Page 1

ο κυρίαρχος του παιχνιδιού αν έβεραρντ


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: NIGHTS IN WHITE SATIN COPYRIGHT: ANN EVERARD 1991 COPYRIGHT ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ CO SM O BO O KS ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 5 176 72 ΚΑΛΛΙΘΕΑ Τηλ. 9 5.94.594 - 95.83.913

Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση των βιβλίων με το σήμα C O S M O B O O K S L T D " ή μέρους αυτών χωρίς τη γραπτή άδεια του εκ­ δότη


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η Άγκαθα Πράιορ ήταν ογδονταπέντε χρόνων, αλλά η ηλικία δεν είχε επηρεάσει την πνευματική της διαύγεια. Ήταν μια πο­ λύ καλοστεκούμενη γριά κυρία, με εξαιρετική ευστροφία και διαπεραστικό βλέμμα - τόσο διαπεραστικό, που στιγμές-στιγμές καταντούσε ενοχλητικό, όπως τώρα που είχε μείνει να κοιτάζει σκεφτική την εγγονή της, σαν να προσπαθούσε να υπολογίσει πόσα ακόμα μυστικά της δεν της είχε εξομολογηθεί η Βάνιτι. «Μη με κοιτάς έτσι, γιαγιά», είπε μ’ ένα αμήχανο γέλιο η κο­ πέλα. «Με κάνεις να νιώθω σαν ιός κάτω απ’ το μικροσκόπιο». «Έτσι κάπως το βλέπω κι εγώ», αποφάνθηκε με απόλυτη ατα­ ραξία η Άγκαθα. «Μερικές φορές, μου φαίνεσαι πραγματικά σαν κάτι το εντελώς αξιοπερίεργο. Περιμένω να δω πότε επιτέ­ λους θα συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου. Και με όλες τις δυσά­ ρεστες πλευρές της ζωής, επίσης». «Μη μου ζητάς τόσα πολλά», είπε πικρά η Βάνιτι. «Είμαι αρκε­ τά ρεαλίστρια ώστε να αποδέχομαι αυτές τις δυσάρεστες πλευ­ ρές της ζωής, όπως τις λες. Γιατί όμως πρέπει και να συμφιλιω­ θώ μαζί τους; Και δεν καταλαβαίνω τι εννοείς όταν λες ότι πρέ­ πει να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου». «Ω, ναι, καταλαβαίνεις πολύ καλά», στέναξε η γριά κυρία. «Ποτέ δεν είδα σε άνθρωπο λιγότερο δικαιολογημένο κόμπλεξ κατωτερότητας. Κοίταξε τον εαυτό σου και σκέψου: είσαι νέα, όμορφη, υγιής, ευφυής, ευαίσθητη και ταλαντούχα. Δε βλέπω γιατί πρέπει να καείς στην πυρά, μαζί με το πτώμα του γάμου σου με τον Ρομπέρτο!» Η Βάνιτι έκανε άθελά της ένα μορφασμό πόνου. Κάθε φορά που άκουγε το όνομα του πρώην συζύγου της, κάτι σαν μαχαι­ ριά της ξέσκιζε την καρδιά. Δεν ήξερε αν θα τα κατάφερνε ποτέ να το ξεπεράσει. Ήταν μια πληγή που θα αιμορραγούσε για πο­ λύ καιρό, ήταν σίγουρη, ό,τι κι αν έλεγε τώρα η γιαγιά της για να την παρηγορήσει. «Ας αφήσουμε αυτό το θέμα», έκανε σφίγγοντας τα δόντια. «Να τ ’αφήσουμε; Θα σε βόλευε κάτι τέτοιο. Ό χι όμως κι εμέ­ να. Βαρέθηκα να σε βλέπω να λιώνεις εξαιτίας του Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Και μη μου πεις ότι τον αγαπούσες, το έχω ξανα­ κούσει αυτό. Δεν είναι δικαιολογία». «Δεν το είπα σαν δικαιολογία». «Τόσο το καλύτερο. Τίτου βρήκες, αναρωτιέμαι - πάντα το α­ ναρωτιόμουνα. Σύμφωνοι, ήταν όμορφος άντρας. Γοητευτικός και χαριτωμένος, μ’εκείνο το γλοιώδη τρόπο που εμένα μου έδινε


4

πάντα στα νεύρα. Αλλά κατά τα άλλα ήταν ένας διακεκριμένος παλιάνθρωπος, τίποτε περισσότερο. Δεν αγαπάμε τους παλιαν­ θρώπους, Βάνιτι. Δεν τους δεχόμαστε καν στο σπίτι μας. Αν κατά λάθος τους παντρευτούμε, είμαστε ευτυχείς που μπορούμε να τους χωρίσουμε και να τη γλιτώσουμε όσο πιο φτηνά γίνεται»^ «Φτηνά;» γέλασε πικρά η Βάνιτι. «Φτηνά το λες εσύ αυτό; ξ έ­ ρεις πόσα πήρε για να φύγει χωρίς φασαρίες και σκάνδαλα;» Η γιαγιά της δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει τη συζήτηση, κι αυτή ένι­ ωθε να της ανακατώνεται το στομάχι κάθε φορά που θυμόταν όλα όσα είχαν συμθεί τον τελευταίο χρόνο. «Κι αν ήταν μόνο τα λεφτά, κομμάτια να γίνει. Τον πλήρωσα όμως και με άλλους τρόπους, γιαγιά, κι αυτοί πονούσαν περισσότερο απ’ όλα τα λε­ φτά του κόσμου!» Είχε περάσει πια πολύς καιρός, είχε υποφέ­ ρει αρκετά για τον Ρομπέρτο - και για τη Λίντα. Δεν έκλαιγε πια τα βράδια όταν τους ξανασκεφτόταν. Δε θα ξανάκλαιγε ποτέ πια, το είχε ορκιστεί στον εαυτό της. * Αλλά ο πόνος ήταν πάντα εκεί, βουβός και βασανιστικός. Η πληγή ήταν πολύ βαθιά για να κλείσει. Είχε ερωτευτεί τρελά τον Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Δεν ήταν ο πρώτος έρωτας της ζωής της, αλλά οπωσδήποτε ήταν ο πιο δυ­ νατός. Τον είχε καλλιεργήσει κι εκείνος, με όλη τη δεξιοτεχνία του επαγγελματίαγόη. Είχε πιστέψει πως κοντά του θα έβρισκε όλη την αγάπη και την ευτυχία που δεν είχε βρει ποτέ ως τότε στη ζωή της. Τον είχε παντρευτεί, για μια φορά σίγουρη πως έ­ νας άντρας της ανταπόδινε με τον ίδιο τρόπο τα αισθήματά της. Του είχε προσφέρει ανεπιφύλακτα τα πάντα - την αγάπη της, την εμπιστοσύνη της, τον εαυτό της ολόκληρο. Και φυσι­ κά, όσο χρήμα ποθούσε η ψυχή του. Το χρήμα ήταν τελικά το μόνο πράγμα που ποθούσε η ψυχή του Ρομπέρτο. Τώρα της ερχόταν αναγούλα που το σκεφτόταν, όχι τόσο για τη δική του στάση - στο κάτω-κάτω ήταν απόλυτα φυσιολογική - όσο για τη δική της ηλιθιότητα. Δεν είχαν κλείσει ούτε χρόνο παντρεμένοι, όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Ρομπέρτο υποκρι­ νόταν μ’ όλη τη δεινότητα της υποκριτικής του. Αλλά η ίδια ή­ ταν πολύ ευαίσθητος δέκτης. Κάτι είχε αλλάξει στις σχέσεις τους. Ο ίδιος ο Ρομπέρτο είχε αλλάξει. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου τον είχε πιάσει να της λέει ψέματα. Αδικαιολόγητες απου­ σίες ή αργοπορίες, παράξενα τηλεφωνήματα που έκαναν να χτυπάνε καμπανάκια μέσα της, αδικαιολόγητα έξοδα που η ίδια ναι μεν δε θα τα πρόσεχε ποτέ σε ομαλές συνθήκες, αλλά που σε συνδυασμό με όλα τα άλλα ήταν εξαιρετικά ύποπτα.


5

Ύστερα, οι όλο και πιο συχνές απουσίες του άντρα της συν­ δυάζονταν με τις όλο και πιο αραιές και υποτονικές του επιδό­ σεις στην κρεβατοκάμαρα. Η Βάνιτι δε θα σκοτιζόταν ούτε γι’ αυτό - την ενδιέφεραν πολύ περισσότερο τα αισθήματά του απ’ ό,τι το σεξ. Αλλά ήταν κι αυτό μια ένδειξη πως κάτι δεν πή­ γαινε καθόλου καλά. Πέρασαν ωστόσο μήνες μέχρι να αποφασίσει πως έπρεπε με κάθε θυσία να ανακαλύψει τι ακριβώς συνέβαινε. Η ιδέα να κατασκοπεύσει τον άντρα της της έφερνε αναγούλα, κι επιπλέον, θα έδινε οτιδήποτε για να μη χρειαστεί ν’ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα που υποψιαζόταν ότι θ’ αντιμετώπιζε. Αλλά η αμφιβολία κόντευε να την τρελάνει, κι η σκέψη ότι είχε πέσει γι’ άλλη μια φορά θύμα ενός άντρα, είχε μεταβάλει τη ζωή της σε εφιάλτη. Με βαριά καρδιά απευθύνθηκε σ’ ένα απ’τα καλύτερα γραφεία ερευνών. Το αποτέλεσμα της έρευνας δικαίωσε απόλυτα τις υποψίες της - κι ακόμα χειρότερα. Γιατί όσο κι αν στο βάθος το ήξερε τόσο καιρό ότι ο Ρομπέρτο την απατούσε, ποτέ δεν της είχε πε­ ράσει απ’το μυαλό ότι συνένοχός του θα ήταν η Λίντα Μάλορι. Η Λίντα δεν ήταν βέβαια η μοναδική του περιπέτεια. Ο Ρομ­ πέρτο μπορεί να ήταν υποτονικός με τη νόμιμη σύζυγό του, έξω απ’ το σπίτι όμως μεταβαλλόταν σε ακόρεστο κυνηγό της ηδο­ νής. Είχε μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες, και την εκμεταλλευό­ ταν ανάλογα. Δεν άφηνε θηλυκό που να μην το περάσει στα γρήγορα, έτσι και του δινόταν η ευκαιρία. Αλλά στο μεταξύ, είχε γνωρίσει τη Λίντα Μάλορι, την πιο στε­ νή, την πιο αγαπημένη φίλη της γυναίκας του. Τη Λίντα, που η Βάνιτι ορκιζόταν στ’ όνομά της. Ήταν φίλες από παιδιά, μοιράζονταν πάντα τα μυστικά τους, κι είχε τυφλή εμπιστοσύνη η μία στην άλλη - ή τουλάχιστον έτσι πί­ στευε πάντα η Βάνιτι. Αγαπούσε τη Λίντα περισσότερο κι από α­ δερφή. Θα μπορούσε σε κάθε στιγμή να θάλει στοίχημα τη ζωή της ότι το ίδιο την αγαπούσε και η Λίντα. Η φίλη της ήταν ο τελευ­ ταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα σκεφτόταν να την προδώσει. Το πίστευε ακράδαντα αυτό - μέχρι που είδε τις φωτογρα­ φίες, κι άκουσε τις κασέτες όπου τα υπερευαίσθητα μικρόφωνα είχαν καταγράψει με κάθε ακρίβεια τις συνομιλίες των δύο ερα­ στών, πριν και μετά τις ώρες του έρωτά τους. ★ Η Λίντα Μάλορι ήταν ψηλή, ξανθιά και πανέμορφη. Μπροστά της, η Βάνιτι ένιωθε πάντα να μειονεκτεί, αλλά αυτό δεν τη στε­


6

ναχωρούσε στο παραμικρό: Ήταν περήφανη για τη φίλη της και καμάρωνε για τις επιτυχίες της σαν να ήταν δικές της. Η ίδια πίστευε ότι ήταν μέτρια στην εμφάνιση. Μερικοί άν« τρες ίσως να την έβρισκαν αρκετά ελκυστική, μπροστά στη Λίντα όμως θα έδειχνε πάντα ασήμαντη. Δεν ήταν ούτε τόσο ψηλή; ούτε τόσο λεπτή όσο η αιθέρια φίλη της. Είχε ωραία, πυκνά μαύρα μαλλιά που έκαναν ευχάριστη αντίθεση με τα μεγάλα πράσινα μάτια της, αλλά τα κατάξανθα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια της Λίντα ήταν το κάτι άλλο. Το σώμα της Βάνιτι ήταν καλοφτιαγμένο, της Λίντα όμως ήταν εκθαμβωτικό. Και το χειρό­ τερο, η Βάνιτι είχε πάντα την τάση να παχαίνει κάθε φορά που την έπνιγαν τα ψυχολογικά της προβλήματα, οι ανασφάλειες που της είχαν δημιουργηθεί από την παιδική της ηλικία, ή οι α­ πογοητεύσεις της στον αισθηματικό τομέα. Τους τελευταίους μήνες του γάμου της, για παράδειγμα, είχε πάρει δέκα κιλά. Η βαθιά της αγωνία για τη συμπεριφορά του Ρομπέρτο, ξέσπαγε στο φαί. Δέκα κιλά ήταν δέκα κιλά, και δί­ πλα στη Λίντα, πολύ φοβόταν ότι θα έμοιαζε με βαρελάκι. Αλλά δεν την ενοχλούσε αυτό. Ποτέ της δεν είχε νιώσει ζή­ λεια για τη φίλη της. Αντίθετα, έκανε πάντα ό,τι μπορούσε για να τη βοηθήσει ν’ αναδείξει την ομορφιά της. Η Λίντα Μάλορι δεν ήταν ακριβώς φτωχούλα, αλλά σε σύγκριση με τη Βάνιτι Πράιορ, θα μπορύσε να χαρακτηριστεί σχεδόν άπο­ ρη. Η Βάνιτι είχε απόλυτη επίγνωση πως η φίλη της δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τον τρόπο που ζούσε η ίδια. Δεν είχε τις δυ­ νατότητες ούτε να ντυθεί ανάλογα με τους κύκλους όπου κι­ νούνταν οι Πράιορ, ούτε να ταξιδεύει με το ρυθμό και την άνεση που ταξίδευαν, ούτε βέβαια να μένει στα μέρη όπου έμεναν συνή­ θως. Αλλά η Βάνιτι, γενναιόδωρη απ’ τη φύση της, γινόταν διπλά γενναιόδωρη όταν επρόκειτο για πρόσωπα που αγαπούσε. Η Λίντα Μάλορι μπορούσε να έχει ό,τι και η φίλη της - τα καλύτε­ ρα ρούχα, τα ακριβότερα ξενοδοχεία, όλες τις δυνατότητες κι όλες τις ευκαιρίες. Ουσιαστικά, όλα αυτά τα χρόνια τη συντη­ ρούσε η Βάνιτι, και σε πριγκιπικό μάλιστα στιλ. Τον περισσότε­ ρο καιρό η Λίντα τον περνούσε μαζί της, σε κάποιο απ’τα μέγα­ ρα των Πράιορ, ή στα πανάκριβα ξενοδοχεία που επισκέπτον­ ταν. Σ’ ένα απ’ αυτά τα ξενοδοχεία είχε γνωρίσει τον Ρικάρντο Σάντσεζ, έναν πάμπλουτο Αργεντινό επιχειρηματία, που είχε πέσει κι αυτός θύμα της εκτυφλωτικής της ομορφιάς. Τον είχε παντρευτεί με τις ευλογίες της Βάνιτι, που όπως πάντα, επωμί­ στηκε, όλο χαρά τα έξοδα του γάμου της φίλης της, και της έκα­ νε και κάμποσο πριγκιπικά δώρα.


7

Ό ταν η Λίντα παντρεύτηκε κι έφυγε για την Αργεντινή, η Βάνιτι συνειδητοποίησε πόσο μόνη και μελαγχολική ένιωθε χωρίς τη φίλη της. Ως τότε, η Λίντα κάλυπτε όλα τα κενά της ζωής της. Ό σο θυμόταν τον εαυτό της, ένιωθε διψασμένη γι’αγάπη. Είχε όλα όσα θα μπορούσε ν ’αγοράσει το χρήμα, αλλά δεν είχε γνω­ ρίσει ποτέ της την πληρότητα μιας νορμάλ οικογένειας, ή την αίσθηση ότι ανήκε πραγματικά κάπου. Ο πατέρας της, ο Μάθιου Πράιορ, ήταν πάντα πολύ απασχο­ λημένος με την τεράστια οικονομική του αυτοκρατορία, για ν’ ασχολείται και με την κόρη του. Άλλωστε τον ίδιο τον ενδιέφε­ ραν πολύ περισσότερο οι δυο γιοι του, οι φυσικοί κατά τη γνώμη του συνεχιστές της δυναστείας Πράιορ. Η μητέρα της πάλι ήταν υπέροχα όμορφη, γοητευτική, διασκεδαστική, αλλά είχε κι αυτή πολύ πιο σοβαρές ασχολίες απ’ την ανατροφή των παιδιών της. Μεγαλώνοντας, η Βάνιτι αντιλήφθηκε ότι η μητέρα της δεν ήταν διατεθειμένη να θυσιάσει σε τίποτα την προσωπική της ευχαρίστηση. Η ζωή της ήταν ένα αέναο κυνήγι της απόλαυσης, στα τέσσερα σημεία του πλανήτη - από τα νησιά του Ειρηνικού στα βάθη της Αφρικής, από την Καραϊβική στα βουνά της Ελβετίας, κι απ’ τις ακτές της Ισπα­ νίας σε εξωτικά ταξίδια στην Άπω Ανατολή. Το πιθανότερο ήταν μάλιστα ότι άλλαζε τους εραστές σαν τα πουκάμισα, αλλά αυτό λίγο απασχολούσε τον Μάθιου Πράιορ, που δεν άφηνε επίσης καμιά σχετική ευκαιρία να πάει χαμένη. Ανάμεσα στους δυο τους, η Βάνιτι ένιωθε πάντα ξεχασμένη, παραπεταμένη ή ενοχλητική. Τ’ αδέρφια της ήταν μεγαλύτερα και δεν ασχολιόντουσαν μαζί της. Ο πατέρας της ξαφνιαζόταν σχε­ δόν κάθε φορά που τύχαινε να τη δει, σαν να ξεχνούσε στο μετα­ ξύ ότι είχε και μια κόρη. Κι όσο για τη μητέρα της, στις σπάνιες συ­ ναντήσεις τους, την γκρίνιαζε συνέχεια για την εμφάνισή της. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, η Βάνιτι ήταν κλεισμένη σε κάποιο απ’ τα πανάκριβα σχολεία της. Στις διακοπές περ­ νούσε πολύ περισσότερο χρόνο με τη γιαγιά της ή με οικογέ­ νειες συμμαθητριών της, παρά στο σπίτι της. Ό σο μεγάλωνε, τόσο λιγότερο έβλεπε και τους δυο γονείς της. Στα δεκάξι της, ζύγιζε ογδόντα κιλά. Εκείνο το καλοκαίρι, την έστειλαν σ’ ένα κέντρο αισθητικής στην Ελβετία, για να χάσει το περιττό της βάρος και να σουλουπωθεί γενικά, κατά την έκ­ φραση της μητέρας της. Ήταν οι χειρότερες διακοπές της μέ­ χρι τότε. Ό ταν όμως γύρισε πίσω, λεπτή και αιθέρια σχεδόν όσο και η Λίντα, ηλιοκαμένη απ’τον ήλιο στα βουνά, με το κορμί σφιχτό και σφριγηλό απ’ τα σπορ, και τρέμοντας απ’ την προσ­ μονή για το τι θα έλεγε η μητέρα της βλέποντάς την τόσο αλ­


8

λαγμένη, είχε τη χειρότερη απογοήτευση στη σύντομη μέχρι τότε ζωή της: Η Ιζαντόρα Πράιορ δεν είχε την υπομονή να περι­ μένει να δει την κόρη της. Είχε φύγει την προηγουμένη με κά­ ποια παρέα για τη Βραζιλία, και μέχρι να ξαναγυρίσει, η Βάνιτι είχε πάρει πάλι πέντε κιλά, κι είχε φάει στο μεταξύ τα υπέροχα μακριά της νύχια. ★ Είχε μόλις κλείσει τα δεκαεννιά όταν πέθανε ο Μάθιου Πράιορ. Η Βάνιτι δεν τον έκλαψε και πολύ - ως τότε ήταν σχεδόν σαν να μην υπήρχε στη ζωή της. Τίποτα δεν άλλαξε με το θάνατό του, ούτε με το γεγονός ότι σύντομα μετά απ’ αυτό, η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε ένα Γερμανό μεγαλοεπιχειρηματία. Η οικο­ νομική αυτοκρατορία των Πράιορ δεν υπέστη τον παραμικρό κλονισμό, κι ούτε χρειάστηκε ν’ ασχοληθεί άμεσα η Βάνιτι με την περιουσία της. Τ’ αδέρφια της ήταν παραπάνω κι από ικανά να διοικούν τις επιχειρήσεις Πράιορ, είτε στην Αγγλία ήταν αυ­ τές, ή στην Αμερική ή στην ηπειρωτική Ευρώπη, κι υπήρχαν ένα σωρό άνθρωποι που φρόντιζαν για τα συμφέροντά της και για να υπάρχει πάντα άφθονο ρευστό στους λογαριασμούς της στις τράπεζες. Ήταν τόσο πλούσια όσο ήταν πάντα, μόνο που τώρα είχε μεγαλύτερη πρόσβαση στην τεράστια περιουσία της. Αρχισε να εμφανίζεται στα διοικητικά συμβούλια, κι όταν ο Ντέιβιντ, ο μεγαλύτερος αδερφός της, συνειδητοποίησε ότι η “μικρή” είχε βάλει για τα καλά στο μυαλό της να παίζει με επι­ χειρήσεις, της παραχώρησε, έτσι σαν χόμπι, ένα μηνιαίο κοσμι­ κό περιοδικό που έβγαζε κάποια θυγατρική κάποιας άλλης θυ­ γατρικής των επιχειρήσεων Πράιορ. Το σκεπτικό του ήταν πως, προκειμένου να του μπλέκεται η Βάνιτι στα πόδια, μπορούσε να κάνει τα πειράματά της σ’ έναν τομέα που δεν είχε σχέση ούτε με πετρέλαια, ούτε με αυτοκίνητα, ούτε με αεροπλάνα. Ας έπαιζε όσο ήθελε με το περιοδικό. Το πολύ-πολύ νατό έκλεινε, αλλά κανείς δε θα έσκαγε για την απώλειά του. Ωστόσο, το περιοδικό δεν έκλεισε. Η Βάνιτι είχε αποφασίσει να δουλέψει στα σοβαρά, γρήγορα όμως αντιλήφθηκε πως η δι­ κή της συμβολή στην ευμάρεια αυτού του εντύπου, ήταν μάλ­ λον διακοσμητική. Υπήρχαν ικανότατοι άνθρωποι να προωθή­ σουν τη δουλειά, κι η ίδια είχε απλά την αμφίβολη ευχαρίστηση να το παίζει διευθυντής, και να σκοτώνει κάπως τις ώρες της α­ νάμεσα στις συνηθισμένες ασχολίες μιας πάμπλουτης κληρο­ νόμου. Είχε ανακαλύψει στο μεταξύ πως το να είναι μια ενήλικη Πράιορ, ισοδυναμούσε κυριολεκτικά με επάγγελμα. Είχε τόσες


9

υποχρεώσεις, κοσμικές ή φιλανθρωπικές ή οτιδήποτε άλλο, που αναγκάστηκε να ζητήσει απ’ τον αδερφό της να της δώσει έναν προσωπικό γραμματέα, για να ρυθμίζει αποκλειστικά την κοινωνική της ζωή., Έτσι κληρονόμησε τον Μπράιαν Κέιν, απ’ τους πιο έμπιστους συνεργάτες του πατέρα της, που συνέχιζε να απασχολείται από τις επιχειρήσεις Πράιορ και μετά το θάνα­ το του Μάθιου. Ο Ντέιβιντ της τον παραχώρησε με μεγάλη ευ­ χαρίστηση - ο Κέιν ήταν ομοφυλόφιλος, και παρόλο που η συμ­ περιφορά του ήταν πάντα άψογη, εκνεύριζε όσο τίποτε το και­ νούργιο αφεντικό. Προκειμένου να τον απολύσει, τον ξεφορ­ τώθηκε πασάροντάς τον στην αδερφή του. Ο διακανονισμός ικανοποίησε απόλυτα τη Βάνιτι. Πάντα συμ­ παθούσε τον Κέιν, και την ίδια δεν την ενοχλούσαν καθόλου οι σεξουαλικές του προτιμήσεις. Αλλωστε ο άνθρωπος ήταν εξαι­ ρετικά αξιοπρεπής. Γόνος μιας παλιάς, αριστοκρατικής οικο­ γένειας, πλησίαζε τα πενήντα, αλλά είχε μια νεανικότητα στην εμφάνιση που ξεγελούσε. Ήταν ο τέλειος τζέντλεμαν, και ικα­ νότατος στη δουλειά του. Καθώς δεν είχε οικογένεια, πολύ σύντομα εγκαταστάθηκε στό σπίτι της Βάνιτι, κι ανέλαθε να την απαλλάξει από κάθε μικρό ή μεγάλο πρόβλημα της καθημε­ ρινής ζωής. Ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, κι είχε γί­ νει στο μεταξύ και πολύ καλός της φίλος. Η Βάνιτι έβρισκε τις συμβουλές του πάντα ορθές, αντικειμενικές και πρακτικά ε­ φαρμόσιμες. Ήταν ευχαριστημένη που τον είχε κοντά της. Ήταν επίσης ευχαριστημένη που ζούσε ακόμα η γιαγιά της, μια μάλλον ψυχρή, αλλά πανέξυπνη και πρακτική γυναίκα, που μπορούσε με τις τσουχτερές της παρατηρήσεις να την προσ­ γειώνει όταν θεωρούσε πως η εγγονή της πετούσε στα σύννεφα. Παρ’ όλο που δεν ήταν ιδιαίτερα διαχυτική, η Άγκαθα Πράιορ α­ γαπούσε ειλικρινά την εγγονή της, και θα ’θελε, όσο περνούσε απ’ το χέρι της, να την προστατεύσει απ’όλες τις απογοητεύσεις που θα της επιφύλασσαν αναπόφευκτα οι σχέσεις της με τους τρί­ τους. Η Βάνιτι δεν ήταν ανόητη. Εδώ και χρόνια είχε καταλάβει ότι οι άνθρωποι γύρω της θα ήταν πάντα καλοί μαζί της, θα σκοτω­ νόντουσαν να την εξυπηρετήσουν, θα κακάριζαν απ’ τα γέλια με οποιοδήποτε άνοστο αστείο τους έλεγε, θα έκαναν ό,τι περ­ νούσε απ’ το χέρι τους για να της γίνουν συμπαθείς - κι αυτό για έναν και μοναδικό λόγο: για να επωφεληθούν όσο γινόταν απ’ τα λεφτά και την κοινωνική.της θέση. Αλλά δεν ήταν ούτε κυνική, και πίστευε πως η γιαγιά της είχε δίκιο όταν έλεγε, «να είσαι πάντα επιφυλακτική, αλλά να είσαι και έτοιμη να δώσεις την εμπιστοσύνη σου σ’όποιον αποδειχτεί


10

1

ότι το αξίζει». , ! Υπήρχαν σίγουρα και άνθρωποι που το άξιζαν, όπως η Λίντα, που για την ανιδιοτέλειά της η Βάνιτι θα έκοβε και το κεφάλι της. Αλλά αυτό που ήθελε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της, ή­ ταν να βρει έναν άντρα άξιο της εμπιστοσύνης της, ν’αγαπήσει παράφορα και ν’ αγαπηθεί με τον ίδιο τρόπο. Κανείς δε θα μπο­ ρούσε ποτέ να καλύψει τα συναισθηματικά της κενά, όσο ο άν­ τρας που θα της πρόσφερε τον βαθύ, παντοτινό έρωτα. Τ’ αγό­ ρια την ενδιέφεραν όσο και τη Λίντα, που περνούσε μ’ ελαφριά καρδιά απ’τη μια περιπέτεια στην άλλη από τότε που είχε κλεί­ σει τα δεκατέσσερα. Η Βάνιτι ωστόσο ήταν πολύ πιο επιφυλα­ κτική, κι είχε την πρώτη πραγματική της σχέση στα δεκαοχτώ, μ’ έναν άντρα που τον εγκρίναν ανεπιφύλακτα οι δικοί της. Ο Τζάστιν Πάλμερ ήταν σχεδόν εξίσου πλούσιος μ’ εκείνην. Για τους Πράιορ και για τους Πάλμερ, ένας γάμος μεταξύ των παι­ διών τους, θα ήταν η πιο ευτυχής κατάληξη. Η Βάνιτι δεν είχε ιδέα ότι το φλερτ του Τζάστιν ήταν μια καλοσχεδιασμένη επιχείρηση από μέρους των οικογενειών τους. Ο νεαρός Πάλμερ ήταν δεινός σπόρτσμαν, κοσμοπολίτης, γοη­ τευτικός και πολύ εμφανίσιμος. Στην αρχή η Βάνιτι ήταν επιφυ­ λακτική, όπως πάντα εξάλλου. Η παιδική της ηλικία της είχε α­ φήσει βαθιές ανασφάλειες, κι ήταν αδύνατο να πιστέψει πως έ­ νας άντρας σαν τον Τζάστιν Πάλμερ μπορεί στ’ αλήθεια να εν­ διαφερόταν για κείνη, κι όχι για παράδειγμα για τη Λίντα. Ύστερα όμως κάπου άρχισε να πείθεται, επειδή το ήθελε τό­ σο να πεισθεί. Έκαναν πολλή παρέα οι δυο τους, και κάθε μέρα ένιωθε να τον ερωτεύεται όλο και περισσότερο. Πήγαν στο Σεντ Μόριτζ για σκι, κι εκεί πρωτοέκαναν έρωτα. Η Βάνιτι ήταν α­ κόμα παρθένα, και βρήκε την εμπειρία συγκλονιστική. Ο Τζάστιν δεν της είχε μιλήσει ακόμα γι’ αγάπη, αλλά τουλάχιστον την ήθε­ λε, και μάλιστα με πολλή ένταση. Στο βάθος είχε την πεποίθηση, βασισμένη στα ρομαντικά μυθιστορήματα, πως για να είναι τόσο θερμός ένας άντρας, θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι και κάπως ερωτευμένος. Δεν τολμούσε να τον ρωτήσει, ούτε να μιλήσει για τα δικά της αισθήματα, αλλά ήξερε πως αν ο Τζάστιν την αγαπού­ σε επίσης, θα γινόταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου. Λίγες μέρες αργότερα, καθώς έπιναν το ποτό τους ανάμεσα σ’ ένα σμάρι διασημότητες στο Κρέστα Μπαρ, ο Τζάστιν της έ­ κανε την πρότασή του. «Μωρό μου, τη βρίσκουμε μια χαρά μαζί, δεν είν’ έτσι; Τι θα ’λεγες να το επισημοποιήσουμε;» Η Βάνιτι έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή, άλαλη απ’την ξαφνική ευτυχία που πλημμύριζε την καρδιά της. Να λοιπόν που με θέλει στ’ αλήθεια, σκεφτόταν, ανίκανη ακόμα να το πιστέψει. Στο βά­


11

θος, το ξερε, θα προτιμούσε να της είχε κάνει αυτός την πρότασή του με πιο παραδοσιακό.τρόπο, σε κάποιο πιο ρομαντικό μέρος, και με κάπως περισσότερο πάθος. Αλλά ήξερε ότι οι άντρες δεν το έβρισκαν εύκολο να εκφράσουν τα αισθήματά τους, κι εξάλ­ λου η ουσία ήταν ότι την ήθελε κι εκείνος, και μάλιστα για πάντα. Ο Τζάστιν ερμήνευσε τη σιωπή της σαν δισταγμό. «Εντάξει», είπε συγκαταβατικά, «ξέρω ότι βιάστηκα λίγο - πόσο καιρό βγαίνουμε οι δυο μας; Τέσσερις μήνες. Αλλά τι σημασία έχει, με ξέρεις πια αρκετά καλά. Περνάμε καλά μαζί, και κάνουμε ωραίο κρεβάτι. Κοίτα, δεν το λέω για να σε πείσω, αλλά οι άνθρωποι σαν εμάς δεν έχουν την πολυτέλεια να παντρεύονται από έρω­ τα. Αυτό δε σημαίνει ότι ο γάμος μας θα είναι αποτυχία». «Ό - όχι;» τραύλισε η Βάνιτι. «Ό χι βέβαια. Εμείς ξέρουμε γιατί θέλουμε να παντρευτούμε, κι αυτό βοηθάει. Εντάξει, είσαι ακόμα μικρή, και σκέφτεσαι ί­ σως ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ερωτευμένοι για να παν­ τρευτούν, αλλά ο έρωτας τελικά δε βγάζει πουθενά. Σε τυφλώ­ νει και κάνεις θανάσιμα λάθη. Ενώ στην περίπτωσή μας, μπο­ ρούμε ν’ αποφασίσουμε με καθαρό μυαλό τι μας συμφέρει. Οι γέροι μας το θέλουν πολύ, κι ύστερα δε σου είμαι αντιπαθητι­ κός. Κι εγώ σε βρίσκω πολύ συμπαθητική. Το σημαντικό είναι ότι έχουμε κοινά ενδιαφέροντα, κι ο γάμος μας θα χτιστεί σε γερές βάσεις, τι λες κι εσύ;» «Δεν... δεν το είχα σκεφτεί έτσι», ψέλλισε η Βάνιτι, ανίκανη να του πει τι ακριβώς σκεφτόταν. Της φαινόταν ότι η γη άνοιγε κάτω απ’ τα πόδια της. «Ύστερα, δεν πρόκειται για φυλακή. Εφόσον είμαστε διακρι­ τικοί, θα έχουμε το ελεύθερο να - ας πούμε να ερωτευτούμε όποτε μας έρθει. Από μένα έχεις το λόγο μου ότι δε θα σε κατα­ πιέσω ποτέ. Το μόνο που απαιτώ, είναι να είσαι άψογη για τα μάτια του κόσμου. Δυστυχώς, είμαστε πάντα στο επίκεντρο της προσοχής, και πρέπει να είμαστε διακριτικοί. Αλλά νομίζω πως δε θα υπάρξει τέτοιο θέμα. Απ’ ό,τι διαπίστωσα, δεν είσαι ο τύ­ πος τηο τρελάρας. Λοιπόν, τι λες, Βάνιτι; Να τους τηλεγραφή­ σουμε ότι το κανονίσαμε;» «Όχι», είπε η Βάνιτι, αφήνοντας το ποτό της και καταφέρνοντας να συγκροτήσει το σπασμωδικό γέλιο που ανέβαινε στα χείλια της. «Πάμε πίσω στο σαλέ, σε παρακαλώ. Δε θέλω να το συζητήσουμε άλλο». Είχε κλάψει πολύ τότε για κείνη την πρώτη πικρή της απο­ γοήτευση. Αλλά με τον καιρό άρχισε να συνηθίζει. Υπήρξαν κι άλλοι μετά τον Τζάστιν, μερικοί πολύ πλούσιοι, άλλοι λιγότερο, αλλά δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην τη θέλει για τα λεφτά


12

της και μόνο για τα λεφτά της. Άντρες που της πούλαγαν αι­ σθήματα ή σεξ για να επωφεληθούν απ’ αυτήν με κάθε τρόπο, και που αργά ή γρήγορα της ράγιζαν την καρδιά. Τώρα πια το ήξερε καλά γιατί θα πήγαινε σε κάθε περίπτωση μαζί της ένας άντρας. Δεν είχε άλλες αυταπάτες. «Μα είσαι εντελώς χαζή», της έλεγε στο παρελθόν η Λίντα. «Είσαι πολύ όμορφη, πολύ ελκυστική. Το ξέρεις, το βλέπεις δεν μπορεί να μην το βλέπεις! Μη γίνεσαι τόσο αρνητική επειδή σου έτυχε ένας Σάιμον ή ένας Ζαν Πιερ. Στο τέλος-τέλος, εσύ φταις - πού πας και τους βρίσκεις;» Τους έβρισκε εκεί που τους έβρισκε όλος ο κόσμος - σε πάρτι, σε δεξιώσεις, στα ταξίδια της. Εκεί είχε βρει και τον Ρομπέρτο, ένα καλοκαίρι στην Κόστα Σμεράλντα. Τον φιλοξενούσαν κάτι φίλοι της στη βίλα τους. Κι ήταν ο πιο υπέροχος άντρας που είχε γνωρίσει ως τότε η Βάνιτι. Ένας φίνος Ιταλός αριστο­ κράτης, ένας σοβαρός επιχειρηματίας, ένας έξυπνος κι εξαιρε­ τικά καλλιεργημένος άνθρωπος, που την είχε γοητεύσει με την πρώτη ματιά. Ο Ρομπέρτο ήξερε να της φερθεί όπως δεν της είχε φερθεί ποτέ κανένας άλλος. Ό λα πάνω του φώναζαν πως ήταν αξιο­ πρεπής, και πολύ πλούσιος. Άλλωστε γι’ αυτό την είχαν βε­ βαιώσει οι κοινοί τους φίλοι. Εκ των υστέρων βέβαια αποδεί­ χτηκε ότι οι υποτιθέμενες μεγάλες μπίζνες του Ρομπέρτο Μοντεκάλβο, ήταν μόνο στα χαρτιά, κι ότι η περίφημη περιουσία του, ήταν όλη υποθηκευμένη. Αλλά τότε πια ήταν αργά για ν’ αντιδράσει η Βάνιτι. Ήταν τόσο τρελά ερωτευμένη με τον άν­ τρα της, που πλήρωσε όλα τα εξωφρενικά ποσά που θα τον ξε­ λάσπωναν, χωρίς ούτε δεύτερη σκέψη. Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του απ’ την πρώτη βδομάδα. Αλλά και πάλι, περίμενε πέντε ολόκληρους μήνες μέχρι να του προτείνει να παντρευτούν - γιατί την πρόταση την είχε κάνει η ίδια. Κι ο Ρομπέρτο είχε αρνηθεί. Την είχε κοιτάξει βαθιά στα μάτια, αμίλητος για κάμποση ώρα. Ύστερα είχε στενάξει, κι είχε πει: «Αγάπη μου, το ξέρεις πως αυτό δε γίνεται, δεν το ξέρεις;» Κι έκρυβαν μια τέτοια θλίψη τα μαύρα του μάτια, που η Βάνιτι ένιωσε τα βλέφαρά της να τσού­ ζουν απ’ τα δάκρυα. «Γιατί;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Ο Ρομπέρτο γέλασε πικρά. «Για ένα και μόνο λόγο, μωρό μου: επειδή εσύ είσαι πολύ πιο πλούσια από μένα, ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ, και δε θα θελα να το συζητήσουμε άλλο. Ας μείνουμε έτσι, εντάξει; Είμαστε ευτυχισμένοι, αγαπιόμαστε, μπορούμε


13

να βρισκόμαστε όποτε το θελήσουμε - δε φτάνει αυτό;» «Όχι», είπε σιγανά η Βάνιτι. «Το ξέρεις πως δε φτάνει». «Τότε θα πρέπει να το κάνουμε να φτάσει», της είχε απαντήσει απαλά, με τη βελούδινη φωνή του βαριά απ’ τη συγκίνηση που προσπαθούσε να πνίξει. Την είχε σφίξει ξαφνικά στην αγκαλιά του, σε μια μαεστρική επίδειξη απελπισμένου πάθους. Ήξερε να παίζει το ρόλο του με μια δεξιοτεχνία που θα ξεγελούσε τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον τη Βάνιτι, που ήταν τόσο διψασμένη για λίγη πραγματική αγάπη. Ήταν διαβολικά έξυπνος. Έπαιζε με τις ανάγκες και τα αισθήματά της σαν έμπειρος βιολιστής, φέρνοντάς την ακριβώς στο σημείο που την ήθελε, κάνοντάς την να τον παρακαλάει, σίγουρη ότι επιτέλους είχε βρει το ιδανικό μιας ολόκληρης ζωής, πρόθυμη να κάνει τα πάντα γι’αυτόν - και τελι­ κά, άφησε τον εαυτό του να πεισθεί, και την παντρεύτηκε. «Είμαι τόσο ευτυχισμένη», έγραφε η Βάνιτι στη Λίντα, που βρισκόταν στην Αργεντινή, «που νομίζω ότι θα πεθάνω. Τον α­ γαπώ όσο δε γίνεται περισσότερο. Θα έκανα τα πάντα γι’αυτόν, Λίντα, και ξέρω πως το ίδιο συμβαίνει και σ’ εκείνον. Είναι υπέ­ ροχος. Αν μόνο μπορούσες να τον δεις από κοντά - όσο καλές κι αν είναι οι φωτογραφίες, δε δείχνουν ούτε τα μισά. Θα έρθεις στο γάμο, δεν είν’έτσι; Δεν μπορώ να παντρευτώ χωρίς εσένα». Αλλά η Λίντα δεν μπόρεσε να πάει στο γάμο της φίλης της η πεθερά της ήταν στα τελευταία της, και μάλιστα πέθανε μια μέρα μετά το γάμο της Βάνιτι. Η απουσία της Λίντα ήταν το μό­ νο σκοτεινό σημείο στη σεμνή τελετή, που ένωσε και επίσημα τη Βάνιτι Πράιορ και τον Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Αν η Βάνιτι είχε πιο στενές σχέσεις με την οικογένειά της, θα υπήρχε κι άλ­ λο ένα σκοτεινό σημείο - η απουσία των δικών της απ’το γάμο της. Αλλά δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί κανένας Πράιορ στο ση­ μαντικότερο γεγονός της ζωής της, και δεν τους είχε μιλήσει καν για τα σχέδιά της. Παντρεύτηκε τον Ρομπέρτο στο εκκλη­ σάκι ενός ιταλικού χωριού κοντά στη Φλωρεντία, κι όταν γύρισε πίσω στο Λονδίνο, ήταν πια πολύ αργά για να φέρουν οποιεσδήποτε αντιρρήσεις οι δικοί της. Αλλά ακόμα κι αν έφερναν, την ίδια δε θα την ένοιαζε καθό­ λου. Ήταν τρελά ευτυχισμένη, κι αποφασισμένη να προσφέρει στον Ρομπέρτο οτιδήποτε ποθούσε. Της είχε φάει απίστευτα ποσά στα δυο χρόνια που έμειναν παν­ τρεμένοι. Του είχε ανοίξει έναν κοινό λογαριασμό στην τράπεζα, κι είχε δώσει εντολή στον Κέιν να φροντίζει για οποιεσδήποτε α­ νάγκες του άντρα της, χωρίς να χρειάζεται ν’ απευθυνθεί πρώτα στην ίδια. Ο Κέιν προσπάθησε κάμποσες φορές να την προειδο­ ποιήσει, αλλά η Βάνιτι αρνιόταν έστω και να το συζητήσει μαζί


14

του. Τίποτε δεν ήταν αρκετά καλό για τον Ρομπέρτο. Αν ήθελε ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, μπορούσε να το αγοράσει. Αν ή­ θελε μια βίλα στην Κυανή Ακτή, με γεια του με χαρά του. Αν ήθελε να ξοδεύει πενήντα χιλιάδες δολάρια για ένα πάρτι, πενήντα χι­ λιάδες δολάρια ήταν αμέσως στη διάθεσή του. Αν είχε οικονομι­ κές δυσκολίες με τις επιχειρήσεις του, δεν είχε παρά να αντλεί ρευστό απ’τις αστείρευτες καταθέσεις της γυναίκας του. Το χρήμα δεν είχε καμιά σημασία μπροστά στην ευτυχία του άντρα που λάτρευε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της. Θα μπορού­ σε να του μεταβιβάσει όλη της την περιουσία χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, μόνο για να τον βλέπει να χαμογελάει. Αλλά ευτυ­ χώς δεν μπορούσε - ο κύριος όγκος της περιουσίας της ήταν δε­ μένος με τρόπο που να μην μπορεί να τον αγγίξει κανείς. Ο Μάθιου Πράιορ δε θ’ άφηνε ποτέ τέτοια πράγματα στην τύχη. Για λίγους μήνες, η Βάνιτι έζησε την πρώτη και τελευταία ε­ ρωτική πανδαισία της ζωής της. Ό λες οι προηγούμενες αποτυ­ χίες της ξεχάστηκαν, κι άρχισε να ανθίζει σαν λουλούδι μέσ’απ’ τον έρωτά της για τον Ρομπέρτο. Ένιωθε ότι ξαναγινόταν έφηβη, μια έφηβη που είχε επιτέλους όλα όσα της είχαν στερήσει στο παρελθόν. Σε λίγο θα ’ρχονταν και τα παιδιά, τα ήθελε μ’ όλη της την καρδιά, αλλά για την ώρα λαχταρούσε να ζήσει α­ νεμπόδιστα τον έρωτά της, να βουτηχτεί σ’ αυτή τη λυτρωτική αγάπη που πλημμύριζε σαν βάλσαμο την ψυχή της, και να νιώ­ σει ότι ξαναγεννιόταν κάθε φορά στην αγκαλιά του. Ύστερα, η Λίντα Μάλορι είχε χωρίσει απ’τον άντρα της, κι εί­ χε επιστρέφει στην Αγγλία. ★ «Θα ’πρεπε να είχες ακούσει εκείνες τις κασέτες», είπε τώρα στη γιαγιά της. Η ίδια αναγούλα της αναποδογύρισε γι’άλλη μια φορά το στομάχι, και ξεροκατάπιε, ανίκανη για λίγο να συνεχί­ σει. «Είχε νοικιάσει εκείνο το διαμέρισμα για να συναντιούνται ανενόχλητοι. Με τα δικά μου λεφτά, φυσικά - όλα με τα δικά μου λεφτά γίνονταν, ο ίδιος δεν είχε ποτέ του δεκάρα. Μόνιμα βουτηγμένος στα χρέη ήταν. Πήγαινε τάχα μου ταξίδια για δου­ λειές, που τα πλήρωνα εγώ απ’ την τσέπη μου, και την έπαιρνε μαζί του. Της έκανε δώρα που τα πλήρωνε η κερατωμένη σύζυ­ γος - εν αγνοία της, βέβαια. Γούνες, κοσμήματα... Απ’ τον άν­ τρα της δεν είχε καταφέρει να πάρει δεκάρα τσακιστή - την εί­ χε πιάσει επ’ αυτοφώρω με τον εραστή της. Κι εμένα μου πού­ λαγε παραμύθια, ότι της έδινε βασιλική διατροφή, και άλλες τέτοιες τρίχες. Κι όλο τον καιρό τη συντηρούσε σ’ αυτό το στιλ


15

ο Ρομπέρτο - με τα λεφτά μου. Αλλά ακόμα κι αυτό δε θα πονούσε τόσο, αν δεν ήταν όλα τ ’ άλλα». «Ξέρω», είπε η Άγκαθα Πράιορ. «-έρω πόσο πρέπει να τσούζει - αλλά πάει, πέρασε πια. Και τουλάχιστον πήρες ένα μάθημα». «Πανάκριβο μάθημα», έκανε μ’ ένα πικρό γέλιο η Βάνιτι. Στ’ αυτιά της σαν ν ’άκουγε ακόμα τα λόγια τους, κι ακόμα και τώρα, μετά τόσον καιρό, αυτά τα λόγια είχαν τη δύναμη να της ξεσκί­ ζουν την καρδιά. «Που να την πάρει ο διάβολος», έλεγε ο Ρομ­ πέρτο, «έχει γίνει σαν γελάδα! Μου ’ρχεται να ξεράσω όταν πρέπει να πλαγιάσω μαζί της. Το ξέρεις ότι δεν μπορώ να της κάνω τίποτε πια; Από τότε που σ’ αντίκρισα, μωρό μου, δέν υ­ πάρχει άλλη γυναίκα για μένα. Σαν να μου *χεις κάνει μάγια». Και μετά η φωνή της Λίντα: «Ναι, αλλά θα πρέπει να κάνεις μια προσπάθεια, αγάπη μου. Αλλιώς θ’ αρχίσει να υποψιάζεται πως κάτι δεν πάει καλά. Τι στο καλό, δεν είσαστε ούτε ένα χρόνο παντρεμένοι, κι είσαι μόνο τριανταπέντε χρόνων. Δεν έχεις ούτε το ελαφρυντικό της ηλικίας. Θα σ’άρεσε να σε χωρίσει και να βρεθούμε κι οι δυο χωρίς δεκάρα τσακιστή;» «Ομολογώ πως όχι». Εκεί είχε γελάσει. «Αν μάλιστα σκεφτείς τι υποφέρω όλο αυτό τον καιρό μόνο για τα λεφτά της». «Δεν είσαι ο πρώτος». Είχε έναν τέτοιο κυνισμό, και μαζί ένα τέτοιο μίσος η φωνή της αγαπημένης της φίλης, που κάτι εκεί­ νη τη στιγμή είχε σπάσει ανεπανόρθωτα στην ψυχή της Βάνιτι. «Ποιος πήγε ποτέ μαζί της για τα κάλλη της; Όλοι της οι γκόμε­ νοι για τα λεφτά την ήθελαν - κι αυτή η ηλίθια δεν το αντιλαμ­ βανόταν ποτέ έγκαιρα. Τα δώρα που τους έκανε... αμάξια πα­ νάκριβα, διακοπές σε στιλ Αγά Χαν, ακόμα και σπίτια. Είναι απλά τα πράγματα με τη Βάνιτι. Δεν έχεις παρά να της πεις ένα “σ’α­ γαπώ”. Είναι τόσο ηλίθια - πάντα ήταν. Δεν ξέρεις τι έχω τρα­ βήξει όλ’ αυτά τα χρόνια μαζί της!» «Το φαντάζομαι, μωρό μου, το φαντάζομαι...» «Ό λες αυτές οι ταπεινώσεις... Είναι πνιγμένη στα λεφτά, που να την πάρει, αλλά είναι τόσο μικρόψυχη! Μου χάριζε κανένα φουστάνι, κι εγώ έπρεπε να κάνω τούμπες για να τη διασκεδά­ ζω. Ούτε υπηρέτριά της να ήμουνα... Έπρεπε να τρέχω συνέ­ χεια πίσω της, και να ’μαι εκεί να κάνω τον κλόουν στην κυρία. Ν’ ακούω εκείνες τις ηλίθιες εκμυστηρεύσεις της, και να μην μπορώ ούτε να γελάσω! Και συνέχεια, “ναι, έχεις δίκιο”, “ναι, έτσι είναι”, και - καλά, ξέρεις τώρα». «Ξέρω, αγάπη μου, ξέρω. Θαρρείς νιώθω καλύτερα εγώ όταν με πνίγει στη λατρεία; Καμιά φορά, ξέρεις, παρακαλάω να ερω­ τευτεί κάποιον άλλον, και να μ’ αφήσει ν’ ανασάνω λιγάκι». «Αν ερωτευτεί κάποιον άλλον, χαζούλη μου, θα σε πετάξει


16

στο δρόμο». «Ό χι πριν με καλοπληρώσει πάντως. Ά σ ε που δεν πρόκειται να το κάνει - πιστεύει πως αν τη χάσω θα τρελαθώ από απελπι­ σία. Δε θα θέλει να με πληγώσει έτσι». Και μετά χάχανα. Και μετά, φυσικά, οι ήχοι απ’ το ερωτικό τους σμίξιμο. Ποτέ της δε θα ξεχνούσε εκείνες τις κασέτες. Μέσα σε μια νύχτα είχε πεθάνει η Βάνιτι που ήξερε, κι από μέσα της είχε αναδυθεί μια γυναίκα που δεν της έμοιαζε σε τίποτα. Τον περίμενε ήσυχα να γυρίσει σπίτι, κι όταν τον είδε, του εί­ πε ξερά: «Πόσα θέλεις για να φύγεις χωρίς να χρειαστεί να τρα* βηχτούμε στα δικαστήρια;» Την είχε κοιτάξει άναυδος, αλλά σιγά-σιγά είχε πιάσει το νόη­ μα. Ήταν πολύ έξυπνος για να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί. Της είχε πει το ποσό - εξωφρενικό όσο κι όλες του οι άλλες α­ παιτήσεις - το είχε πάρει, κι είχε φύγει, προφανώς για να πάει να συναντήσει την ερωμένη του. Δεν είχε ξαναδεί κανέναν απ’τους δυο τους έκτοτε, κι έλπιζε να μην τους ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Μετά τις πρώτες μέρες του σοκ, είχε κλάψει πικρά, όχι τόσο για τον Ρομπέρτο και τη Λίντα, όσο για τις δικές της θλιβερές αυταπάτες. Έκλαψε επίσης για τη Βάνιτι που είχε πεθάνει - ε­ κείνη τη Βάνιτι που κάποτε πίστευε στα αισθήματα των ανθρώ­ πων, τη ρομαντική, ιδεαλίστρια Βάνιτι που είχε χαθεί για πάντα. Μετά έπαψε εντελώς να κλαίει. Ό λ ’ αυτά, έτσι κι αλλιώς, δεν είχαν καμιά σημασία. Δε χρειαζόταν άλλους ανθρώπους για να επιζήσει. Ποτέ, ποτέ πια δε θα ξανάπεφτε θύμα της αγάπης. ★

«Πανάκριβο μάθημα», ξανάπε σκληρά. «Αλλά βέβαια, έχεις δί­ κιο - τα ακριβά μαθήματα είναι αυτά που σου μένουν». Ο μπάτλερ σέρβιρε το τσάι, και τις άφησε πάλι διακριτικά μό­ νες. «Η συμβουλή μου», είπε αργά η Άγκαθα, «είναι να βγεις απ’το καβούκι σου και να ξαναρχίσεις». Η Βάνιτι γέλασε. «Θ’ αστειεύεσαι, βέβαια». «Είσαι μόνο εικοσιεφτά χρόνων, Βάνιτι. Και όλους αυτούς τους μήνες ζεις σαν καλόγρια - πόσο θα κρατήσει αυτό;» «Για πάντα», είπε κοφτά η κοπέλα. «Μην είσαι ανόητη. Πάει ένας χρόνος τώρα που τέλειωσε αυ­ τή η ιστορία. Καιρός είναι να το ξεπεράσεις». «Σαν τι προτείνεις να κάνω; Να βρω έναν ακόμα Ρομπέρτο;» «Δε νομίζω ότι υπάρχουν και τόσοι πολλοί σαν κι αυτόν στον


17

κόσμο», παρατήρησε σαρκαστικά η Άγκαθα. «Καιτο πρόβλημα δεν είναι στους άντρες_- είναι στον εαυτό σου. πεκίνησες εν­ τελώς στραβά, Βάνιτι. Ξεκίνησες με το μυαλό γεμάτο ανόητες ρομαντικές ιδέες, που δεν ισχύουν πια για κανέναν, πόσο μάλ­ λον για μια Πράιορ. Ήταν φυσικό να προσγειωθείς ανώμαλα. Θα το πάθαινε αργά ή γρήγορα κάθε γυναίκα». Η Βάνιτι γέλασε πικρά. «Αν θέλεις στ’ αλήθεια ν ’ ακούσεις τι προτείνω», συνέχισε α­ τάραχη η γιαγιά της, «θα σου πω αμέσως. Προτείνω ν’αλλάξεις θεώρηση του κόσμου και του εαυτού σου. Να συμφιλιωθείς με τη ζωή και μ’ αυτό που είσαι. Είσαι μια πολύ ελκυστική νέα γυ­ ναίκα, αλλά είσαι επίσης πολύ πλούσια, κι αυτό οπωσδήποτε κάνει κάποια διαφορά. Τα λεφτά σου είναι φυσικό να επηρεά­ ζουν τους άλλους, κι αυτό θα πρέπει να το πάρεις απόφαση μια και καλή. Πάφε να κυνηγάς ανεμόμυλους. Η αλήθεια είναι μία όσο κι αν αρέσεις σ’ έναν άντρα, θα είναι αδύνατο να σε δει σαν την οποιαδήποτε Τζέιν Σμιθ. Αυτό όμως δεν είναι και τόσο τρο­ μερό όσο το βλέπεις εσύ τώρα. Ό ταν το πάρεις απόφαση, θα νιώσεις εντελώς διαφορετικά». «Α», έκανε δηκτικά η Βάνιτι. «Είναι τόσο απλό. Θα πρέπει α­ πλά να το πάρω απόφαση πως ο μεγάλος κράχτης είναι τα λε­ φτά μου! Μα αυτό, γιαγιά, το έχω πάρει απόφαση εδώ και πολύ καιρό, αν δεν το πρόσεξες ακόμα. Γι’αυτό άλλωστε δε μ’ ενδια­ φέρει πια το θέμα “άντρες”. Ούτε το θέμα “γυναίκες”, άλλω­ στε. Το μόνο που θέλω είναι η ησυχία μου. Αν χρειαστώ συνοδό για να εμφανιστώ κάπου, μπορώ να νοικιάσω κάποιον από τα α­ νάλογα γραφεία. Ή να πάω με τον Κέιν. Είναι εξαίρετος συνο­ δός, κομψός, ντιστανγκέ, με άριστους τρόπους - κι ευτυχώς, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις γυναίκες. Ούτε καν γι’αυτές που κολυμπούν στο χρήμα!». «Μη γίνεσαι καυστική», είπε ξερά η Άγκαθα. «Δε σου πάει, κι επιπλέον μ’ εκνευρίζει. Και ξέρεις πολύ καλά τι εννοούσα όταν έλεγα να το πάρεις απόφαση. Εννοούσα απλά να πάψεις να πετάς στα σύννεφα. Αν θέλεις έναν άντρα, παρ’τον, αλλά κράτα τα λεφτά σου για τον εαυτό σου. Πιάσε δέκα εραστές, αν το θέλεις, αλλά πάψε να τους βλέπεις σαν τις μεγάλες αγάπες της ζωής σου. Αν θέλεις να ξαναπαντρευτείς, κοίτα να βρεις κάποιον της τάξης σου, που θα έχει να σου προσφέρει κάτι ανάλογο». «Γάμο από συμφέρον, γιαγιά;», έκανε η Βάνιτι ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Γιατί όχι; Είναι οι πιο σίγουροι απ’ όλους. Τουλάχιστον, εκεί κανείς δεν κοροϊδεύει τον άλλον. Μπορείς να ευτυχήσεις μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, Βάνιτι. Αλλά δεν μπορείς να ευτυχήσεις


18

όταν περιμένεις να σου προσφέρει την απόλυτη αγάπη ο κάθε παλιανθρωπάκος που γνωρίζεις. Έπρεπε να είχες πάρει τον Τζάστιν Πάλμερ. Ήταν ιδανικός γάμος για σένα. Τέλος πάντων, τώρα είναι πια αργά για να το συζητάμε - παντρεύτηκε, ξέρεις. Παντρέψου λοιπόν κι εσύ, κάποιον που θα σ’ αρέσει και που θα σου φερθεί με ειλικρίνεια, κι αν πάλι βρεις κάποιον άλλον που θα σ’αρέσει περισσότερο - ε, καλά, αυτά συμβαίνουν σε όλα τα ζευ­ γάρια σήμερα. Πιάσ’ τον εραστή, μέχρι να τον βαρεθείς και να η­ ρεμήσεις πάλι. Αλλά για τ ’όνομα του Θεού, πάψε να ζεις μ’αυτόν τον αφύσικο τρόπο. Θα σπάσουν εντελώς τα νεύρα σου!» «Οι ιδέες σου, γιαγιά, είναι απαράδεκτα προχωρημένες», πα­ ρατήρησε διασκεδάζοντας η Βάνιτι. «Μου προτείνεις, σαν να λέμε, να καταντήσω σαν τη μητέρα μου». «Η μητέρα σου είχε και τα καλά της», είπε ατάραχη η γιαγιά της. Δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τη νύφη της, αλλά ήταν αρκε­ τά αντικειμενική για να την κρίνει δίκαια. «Αν μη τι άλλο, ήταν πάντα εξαιρετικά διακριτική, και δεν έφερε ποτέ τον πατέρα σου σε δύσκολη θέση. Δε λέω να γίνεις ακριβώς σαν κι αυτήν, αλλά δε θέλω να σε βλέπω να μαραζώνεις». «Καλό μου κάνει», είπε ανάλαφρα η Βάνιτι. «Δεν ξέρω αν το πρόσεξες, αλλά έχω γίνει πετσί και κόκαλο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου», πρόσθεσε σαρκαστικά. «Τελικά, σ’ένα σημείο ο Ρομπέρτο με ωφέλησε - άλλαξε το μεταβολισμό μου. Τρώω, τρώω, και δεν παίρνω ούτε γραμμάριο». «Μη λες ανοησίες. =έχνα επιτέλους τον Ρομπέρτο, και σήκω φύγε από δω πέρα. Πήγαινε να κάνεις διακοπές. Πήγαινε στα χιόνια για σκι». «Δεν μπορώ ν’ αφήσω το περιοδικό». «Τι βλακείες που λες, Θεέ μου. Λες και δεν το ξέρω ότι το μό­ νο που κάνεις στο περίφημο περιοδικό σου, είναι να το διακο­ σμείς με την παρουσία σου! Άκου τη συμβουλή μου και σήκω φύ­ γε. Πήγαινε στο Γκστάαντ - τι το χεις εκεί το σαλέ και κάθεται; Εσύ πάντα λάτρευες το σκι. Ά ντε ν’αλλάξεις λίγο τον αέρα σου». Η Βάνιτι την κοίταξε σκεφτική. «Να σου πω», παρατήρησε τε­ λικά, «δεν είναι κι άσχημη ιδέα». Να βρεθεί γι’ άλλη μια φορά στο κάτασπρο, σιωπηλό βουνό... Ν’αφεθεί να γλιστρήσει σ’ όλο το μήκος της πλαγιάς, ανάμεσα στα χιονοσκέπαστα έλατα, με μόνη συντροφιά την παγωμένη της ανάσα μπροστά της... να νιώσει ν’ απογειώνεται ανάλαφρη σαν πουλί, πετώντας πάνω στα σκι της για να προσγειωθεί στο απαλό, αφράτο χιόνι... Ναι, ήταν τελικά καλή ιδέα. «Οκέι. Θα πάρω τον Κέιν και θα πάω να κάνω Χριστούγεννα στο Γ κστάαντ». «Να πάρεις τον Κέιν! Γ ια τ ’ όνομα του Θεού, κορίτσι μου, πά­


19

ρε έναν άντρα μαζ( σου!» Η Βάνιτι χαμογέλασε ψυχρά. «Έναν άντρα; Εγώ, γιαγιά, τέλειωσα με τους άντρες. Θα πάρω τον Κέιν και θα πάω στο Γκστάαντ, και θα κάνω σκι μέχρι να πέφτω λιπόθυμη απ’ την κούραση, αλλά ακόμα κι αν μαζεύονταν μπροστά στα πόδια μου οι ωραιότεροι άντρες του κόσμου, δε θα γύριζα να τους ρίξω ούτε ένα βλέμμα. Αυτό το θέμα έκλεισε οριστικά. Ευτυχώς - και για μένα, και για τους άντρες, αν το καλοσκεφτείς. Είναι γνωστό πια σε όλους πως ουδέποτε με βρήκε άντρας του γούστου του. Γιατί να τους επι­ βάλλω την απωθητική μου παρουσία - μόνο και μόνο για να τους βοηθήσω να βγάλουν καμιά φτηνο-Φεράρι; Αυτήν μπορούν να την κερδίσουν και στη λοταρία. Ή τέλος πάντων, σχεδόν μπο­ ρούν. Ας βολευτούν με κανένα Τογιότα ενδιαμέσως». «Τι ανόητη που είσαι», είπε η Άγκαθα, κουνώντας με θλίψη το κεφάλι. «Αν μόνο ήξερες πόσο ελκυστική είσαι...» «Ξέρω», είπε σκληρά η Βάνιτι. «Μου το έμαθε ο Ρομπέρτο, καλή του ώρα. Και η Λίντα, φυσικά. Αυτό ήταν το μάθημα που α­ κριβοπλήρωσα, αλλά θα πιάσει τόπο. Να ’σαι σίγουρη, γιαγιά, πως δεν πρόκειται να το ξεχάσω». ★

Γυρίζοντας σπίτι της μετά το Σαββατοκύριακο με τη γιαγιά της, βρήκε τον Κέιν να έχει πιάσει κιόλας δουλειά, φρέσκος-φρέσκος μετά τη δική του διήμερη εξόρμηση στο Ντέβον. «Θα ’ρθεις μαζί μου αν πάω για τα Χριστούγεννα στο Γ κστάαντ;» τον ρώτησε. Αυτός γέλασε. «Τι ρωτάς; Γι* αυτό με πληρώνεις, για να έρχο­ μαι μαζί σου». «Μην είσαι ανόητος. Τι πάει να πει, γι’αυτό σε πληρώνω! Ούτε που θα το σκεφτόμουνα να σε στριμώξω για δουλειά Χριστου­ γεννιάτικα. Λέω αν θέλεις να έρθεις για παρέα». «Μα φυσικά. Πάντα δεν έρχομαι; Μόνος μου θα είμαι έτσι κι αλ­ λιώς». Την κοίταξε εξεταστικά από πάνω ως κάτω. «Πώς κι έτσι;» «Με έπεισε η Άγκαθα». Η Βάνιτι γέλασε σκληρά. «Λέει πως πρέπει να βγω απ’ το καβούκι μου, κι έχει δίκιο. Ας βγω λοιπόν. Κανόνισέ τα, Κέιν, εντάξει; Στείλε στο σαλέ τη Νικόλ, κάποιον σεφ - ξέρεις τώρα εσύ. Θα κάνουμε σκι μέχρι να πεθάνουμε από εξάντληση. Θα είναι μαζεμένοι όλοι οι βιπς στο Γ κστάαντ ας περάσουμε πρώτα απ’ το Παρίσι να ντυθούμε. Θα μας πνί­ ξουν στις προσκλήσεις. Μπορεί να δόσουμε κι εμείς κανένα πάρτι, αν κάνουμε κέφι. Και για το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς, θέλω τραπέζι στο Παλάς Οτέλ. Θα το ταχτοποιήσεις, εντάξει;» «Εντάξει». Τα μάτια της γυάλιζαν πυρετικά, κι ήταν τόσο φα­


20

νερά επίπλαστη η ξαφνική της ζωηράδα, που ο Κέιν έμεινε να την κοιτάζει συνοφρυωμένος. «Και τα σκι μας, τα παπούτσια μας - φόρμες, γυαλιά, όλα τέ­ λος πάντων - θα τα φροντίσεις;» «Φυσικά». Έσκυψε και του έδωσε ένα ανάλαφρο φιλί στο μέτωπο. «Εί­ σαι μια γλύκα. Γιατί με κοιτάς έτσι;» «Δεν ξέρω. Μου φαίνεσαι αλλιώτικη». Η Βάνιτι ανασήκωσε τους ώμους. «Μου έκανε καλό η γιαγιά. Πάντα μου κάνει. Έ χει μια προσαρμοστικότητα που μ’ αφήνει κάθε φορά κατάπληκτη. Στα ογδονταπέντε της, με συμβούλε­ ψε να παντρευτώ με οικονομικό διακανονισμό, και μετά να πιάσω εραστή - με κάποια διακριτικότητα, φυσικά. Δεν είναι τρο­ μερή, Κέιν;» «Ιερό τέρας. Κι εσύ άρχισες να το σκέφτεσάι;» Τον κοίταξε κατάπληκτη, συνειδητοποιώντας ότι η ερώτηση δεν ήταν ρητορική. «Ξέρεις πολύ καλά τις απόψεις μου πάνω σ' αυτό», είπε τελικά. «Ποτέ πια, κανένας άντρας. Αυτό τα λέει όλα, επιγραμματικά μάλιστα. Ανακατεύομαι και μόνο που το σκέφτομαι να ξαναμπλέξω. Μη σκας, εδώ θα γεράσουμε οι δυο μας, μαζί και μόνοι. Εσύ λόγω Έιτζ, εγώ λόγω Ρομπέρτο. Και δεν ξέρω ποιο απ’ τα δυο είναι χειρότερο απ’ το άλλο!» Τον άφησε να κουνάει αποδοκιμαστικά το κεφάλι, και φώναξε την καμαριέρα της να της ετοιμάσει το μπάνιο. Ποτέ πια, σκε­ φτόταν, κανένας άντρας. Η Βάνιτι Πράιορ δε θα ξαναπιαστεί κορόιδο από κανέναν Ρομπέρτο - κι από καμιά Λίντα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Πήγαν στο Γκστάαντ με το Ρέιντζ Ρόβερ, οδηγώντας πότε ο έ­ νας, πότε ο άλλος στη διαδρομή, και διασκεδάζοντάς το τρελά. Όσο περισσότερο πλησίαζαν στις Άλπεις, τόσο πιο ανάλαφρη ένιωθε η Βάνιτι, και τελικά τα έβαλε με τον εαυτό της που δεν είχε αποφασίσει τόσους μήνες ν’απομακρυνθεί απ’το Λονδίνο. Τι ανόητη που ήταν να πιστέψει ότι θα ξεπερνούσε τα τραύματά της αν κλεινόταν απ’ τον κόσμο και το έριχνε στη δουλειά! Στο Λονδίνο, όλα της θύμιζαν εκείνη τη σιχαμερή ιστορία. Δεν υ­ πήρχε ούτε ένα δωμάτιο στο τεράστιο σπίτι της που να μην κρατάει το μισητό αποτύπωμα του προσώπου του Ρομπέρτο - και της Λίντα, φυσικά. Η καινούργια Βάνιτι ασφυχτιούσε τόσον καιρό εκεί μέσα. Δι­ ψούσε για ευρείς ορίζοντες, για σιωπή, για μοναξιά, για μια ευ­ καιρία να ανασυγκροτηθεί. Ένιωθε πιο ικανή και αυτάρκης πα­ ρά ποτέ. Δε θα υπήρχε πια τίποτε που να μην είναι ικανή να το κάνει, κι ήθελε να δοκιμάσει στην πράξη αυτές τις παράδοξες ι­ διότητες που ξυπνούσαν μέσα της. Ακόμα καμιά φορά αναρω­ τιόταν αόριστα πού είχε πάει ο ευαίσθητος, τρυφερός, ευάλω­ τος εαυτός της, αλλά ήταν μια απορία που της γεννιόταν όλο και πιο σπάνια, και που σύντομα θα έσβηνε οριστικά. «Έχεις αλλάξει», της είχε πει ο Κέιν, που την ήξερε πια σαν την παλάμη του, κι αυτή του είχε αποκριθεί με περηφάνεια: «Φυσικά. Καιρός δεν ήταν;» Ναι, ήταν στ’αλήθεια καιρός να θάψει εκείνη τη Βάνιτι που ή­ ταν ανίκανη ν’αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα. Η γιαγιά της είχε δίκιο. Έπρεπε να συμφιλιωθεί με τις δυσάρεστες πλευ­ ρές της ζωής, και τώρα ένιωθε επιτέλους ότι ήταν ικανή να το κά­ νει. Αυτή ήταν η ζωή, κι αυτή ήταν η ίδια. Τώρα είχε τη δυνατότητα να προσαρμοστεί χωρίς αυταπάτες, χωρίς αδυναμίες. ★

«Δεν έχει χιόνι, που να πάρει», είπε νευριασμένη στον Κέιν κα­ θώς πλησίαζαν πια στο χωριό. «Και πέρυσι τα ίδια, θυμάσαι;» «Είναι χαμηλά, γι’ αυτό», παρατήρησε ο Κέιν. «Το ξέρω ότι είναι χαμηλά. Γιατί δεν αγόραζα ένα σαλέ στο Σεντ Μόριτζ; Ή στο Βερμπιέ, έστω; Ήρθα σαν χαζή καρφωτή στο Γ κστάαντ. Από σκέτο σνομπισμό, φαντάζομαι». «Όλοι απ’ αυτόν έρχονται εδώ πέρα». «Είναι πανέμορφο όμως, ε;» Είχε σκοτεινιάσει, και το χωριό με


22

τα φωτισμένα παράθυρα των σαλέ, έμοιαζε παραμυθένιο. «Μόνο πες μου εσύ πώς θα κάνουμε σκι σε τρεις πόντους χιόνι». «Μπορεί να έχει περισσότερο πιο ψηλά». «Ας το ελπίσουμε. Δεν πρόκειται πάντως να χάσω το ρεβεγιόν για τίποτα. Και στο μεταξύ, μπορεί να χιονίσει κι άλλο». Αλλά δε χιόνισε αρκετά για να ικανοποιήσει τους απαιτητι­ κούς σκιέρ σαν τη Βάνιτι, κι έτσι τις επόμενες μέρες περιορί­ στηκε να συμμετέχει, όπως πάντα άλλωστε, στην ξέφρενη κο­ σμική ζωή της πολίχνης, μαζί με όλα τα άλλα μεγάλα ονόματο που είχαν έρθει για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Το Γκστάαντ δε φιλοξενούσε κοινούς θνητούς - ήταν υπερβολικά ακριβό για τα κοινά πορτοφόλια των κοινών ανθρώπων. Η σουίτο στο Παλάς Οτέλ κόστιζε χίλια πεντακόσια δολάρια τη μέρα, κι α τιμές στη μπουτίκ του Καρτιέ ήταν ψηλότερες κι απ’ ό,τι στο Πα­ ρίσι. Το σαλέ της Βάνιτι της είχε κοστίσει μια περιουσία. Περιμένοντας το μεγάλο ρεβεγιόν στο Παλάς Οτέλ, το έριφ έξω μετά από πολύ καιρό, πηγαίνοντας από πάρτι σε πάρτι κι από ντισκοτέκ σε ντισκοτέκ, πότε με φίλους, και πότε μόνη μ τον Κέιν. Κι ήταν ευτυχώς μόνη με τον Κέιν, εκείνο το βράδι δυο μέρες πριν την Πρωτοχρονιά, όταν μπήκε στο Γκριν Γκόο Κλαμπ, κι έπεσε σχεδόν πάνω στον Ρομπέρτο και τη Λίντα. Της φάνηκε ότι έχανε τον κόσμο. Για μια στιγμή, ένα κόκκινο πέπλο σκέπασε τα μάτια της, και τη έπνιξε ένα κύμα μίσους τόσο σφοδρό κι ανεξέλεγκτο, που άθελ της έσφιξε σπασμωδικά το χέρι του Κέιν, σαν να προσπαθούσε' αρπαχτεί από κάπου για να μην τους ριχτεί και τους βγάλει τα μ<! τια, εκεί καταμεσίς στο πιο χάι κλαμπ του Γ κστάαντ. Κρύος ιδρά τας την έλουσε, κι όταν ο Κέιν στράφηκε να δει τι κοιτούσε η Β<5 νιτι κι είδε το ζευγάρι, είχε αμέσως την ετοιμότητα να στραφεί kc να την τραβήξει μαζί του έξω, στην παγερή νύχτα. Ευτυχώς τουλάχιστον που οι άλλοι δεν τους είχαν δει. Στέ κονταν αγκαλιασμένοι, με την πλάτη στραμμένη στην είσοδο ψάχνοντας με τα μάτια για κάποιο άδειο τραπέζι. «Καλύτερα ν< γυρίσουμε σπίτι», είπε ήρεμα ο Κέιν. Η κοπέλα συμφώνησε μ’ένα κούνημα του κεφαλιού. Δεν μπο ρούσε ν’αρθρώσει λέξη. Ένα παγερό χέρι της έσφιγγε την καρ διά, το στομάχι, τα πνευμόνια - όλα της τα σωθικά. Ακόμα απο ρούσε πώς τα είχε καταφέρει να συγκρατηθεί και να μην τους ριχτεί εκείνη τη στιγμή. Ακόμα ένιωθε την τρελή παρόρμηση vd γυρίσει πίσω και να τους ορμήσει. Μέχρι τότε, είχε πάντα μέσα της τη βεβαιότητα ότι δε θα τους ξανασυναντούσε ποτέ, ότι αυτοί οι ίδιοι θα απέφευγαν vq εμφανιστούν στα μέρη όπου σύχναζε η Βάνιτι. Κι ήξεραν πολύ


23

καλά ότι της άρεσε να κάνει Χριστούγεννα στο Γκστάαντ, όπου συναντούσε κάθε χρόνο ένα σωρό φίλους και γνωστούς που δεν της δινόταν η ευκαιρία να συναντήσει σε άλλες περιπτώ­ σεις. Και παρ’ όλο που το ’ξέραν, είχαν τολμήσει να έρθουν κι αυτοί να κάνουν Χριστούγεννα στο ίδιο μέρος - ή, το πιθανό­ τερο, το είχαν κάνει επίτηδες για να την προκαλέοσυν, περιφέ­ ροντας ξεδιάντροπα τη σχέση τους μπροστά στα μάτια της. Καθώς ο Κέιν την τραβούσε πάνω στο παγωμένο χιόνι προς το σαλέ της, είχε μια αίσθηση ότι υπνοβατούσε κι έβλεπε μ’ α­ νοιχτά τα μάτια έναν εφιάλτη. Άρχισε να συνέρχεται μόνο όταν ο γραμματέας της την έβαλε να καθίσει μπροστά στο αναμμένο τζάκι, στο τεράστιο καθιστικό του σαλέ, και της έφερε ένα δι­ πλό ουίσκι. Η Βάνιτι έτρεμε σπασμωδικά, και δε σταμάτησε να τρέμει παρά μόνο όταν κατέβασε όλο το ποτό της. Ο Κέιν της το ξαναγέμισε. «Πας να με μεθύσεις;» τον ρώτησε, παίρνοντας μηχανικά το ποτήρι απ’ τα χέρια του. «Δε θα ’ταν κι άσχημη ιδέα». «Τους είδες, δεν είν’ έτσι;» Απ’ τα τεράστια παράθυρα της πρόσοψης είχε μια καταπληκτική θέα του χωριού, αλλά παρ’ όλο που τα μάτια της ήταν στραμμένα προς τα κει, δεν έβλεπε παρά μόνο τα μισητά πρόσωπα του Ρομπέρτο και της Λίντα, κι αντί για το χαρούμενο τριζοβόλημα της φωτιάς, στ’ αυτιά της αντηχούσαν ακόμα τα λόγια τους, όπως είχαν καταγραφεί στις κασέτες των ντετέκτιβς. Η φωνή του Ρομπέρτο: «Αν ήξερες πόσο τη σιχαίνομαι στιγμέο-στιγμές... Δεν είναι εύκολο να υπο­ κρίνεσαι όλη την ώρα. Νομίζει ότι της ανήκω... Σαν να με έχει α­ γοράσει. Αν πέθαινε κάποια απ’ αυτές τις μέρες, ξέρεις τι θα κληρονομούσα; Χριστέ μου, δεν έχω γνωρίσει πιο ηλίθια γυναί­ κα!» Κι η φωνή της Λίντα: «Πάντα τη μισούσα - από τότε που ή­ μασταν παιδιά... Γιατί έπρεπε να τα έχει αυτή όλα, κι εγώ τίπο­ τα; Στ’ αλήθεια θα την κληρονομήσεις αν πεθάνει;» Το αποκορύφωμα της φρίκης. Ακούγοντάς τους την πρώτη φορά, είχε ευχηθεί να μπορού­ σε να πάρει ένα ξυράφι, να κόψει τις φλέβες της, και να ξεμπερ­ δέψει μια και καλή με τον εφιάλτη. Τώρα όμως είχε μεσολαβή­ σει ένας χρόνος, κι ο καινούργιος της εαυτός θα έπρεπε να έχει τη δύναμη ν’αντιμετωπίσει με αταραξία την παρουσία τους στο Γ κστάαντ - να τους αγνοήσει ολοκληρωτικά, σαν να μην υπήρ­ χαν, να γελάσει κιόλας με σκληρότητα που τελικά είχε αποκα­ λυφθεί σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια η βρομιά τους. Να διασκε­ δάσει ίσως στη σκέψη πως εκείνοι οι δυο δεν είχαν ιδέα πόσες απ’τις εκμυστηρεύσεις τους είχε ακούσει η Βάνιτι - και κάμπο­ σοι άλλοι άνθρωποι επίσης.


24

Αλλά δεν μπορούσε. Και μόνο στη σκέψη να ξαναβγεί απ’ το σαλέ, και να πέσει τυχαία επάνω τους σε κάποια στροφή του δρόμου, την έλουζε κρύος ιδρώτας. Θα τους σκοτώσω, σκέφτηκε. Αν τους ξανασυναντήσω, θα τους σκοτώσω εν ψυχρώ. «Πώς τόλμησαν», αναρωτήθηκε φωναχτά. «Πώς τόλμησαν να έρ­ θουν;» Το θράσος τους της φαινόταν τώρα δα το χειρότερο απ’ όλα. Μια άμεση προσωπική προσβολή. «Γιατί όχι;» έκανε ατάραχος ο Κέιν. «Ελεύθεροι είναι να πη­ γαίνουν όπου θέλουν. Έλα, πιες το κι αυτό - θα συνέλθεις». «Δεν πρόκειται να συνέλθω μ’ ένα ποτό, Κέιν, το ξέρεις!» «Ακόμα και να ζαλιστείς λίγο, κέρδος θα είναι. Πρέπει να βρεις την ψυχραιμία σου». «Μα τώρα τι μου λες - όταν μπαίνω στο Γκριν Γκόου για να συναντήσω δυο φίλους, και πέφτω πάνω σ’αυτόν... σ’αυτόν τον αχρείο και την ερωμένη του! Κι όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να κάνω και ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς στην ίδια αίθουσα μαζί τους!» «Το βλέπω μάλλον απίθανο», παρατήρησε με την ίδια αταρα­ ξία ο Κέιν. «Στο ρεβεγιόν του Παλάς Οτέλ δεν μπορεί να πάει ο καθένας, όσο κι αν πληρώνει». «Μα δεν πρόκειται για τον καθένα», του πέταξε καυστικά η Βάνιτι. «Αν το ξέχασες, να σου θυμήσω ότι πρόκειται για τον πρώην κύριο Πράιορ!». «Δε φτάνει αυτό για να μπεις στο Παλάς Οτέλ. Έλα, ηρέμησε τώρα. Σχεδόν χτυπάνε τα δόντια σου». Ύστερα πρόσθεσε ήσυ­ χα: «Δεν είναι ερωμένη του. Παντρεύτηκαν». «Α», έκανε η Βάνιτι, κι έμεινε να τον κοιτάζει χαζά, με το πο­ τήρι στον αέρα. «Πού το ξέρεις;» «Το έμαθα πριν λίγες μέρες. Προφανώς, στο Γκστάαντ ήρθαν να κάνουν μήνα του μέλιτος». «Με τα λεφτά μου! Μ* αυτά που μου έφαγαν!» «Μη σε πιάνει υστερία τώρα. Ό,τι έγινε έγινε. Εσύ τους τα έ­ δωσες, στο κάτω-κάτω. Ας τα φάνε. Με το ρυθμό που τα τρώνε, άλλωστε, δε θα τρώνε για πολύ». «Ήταν ερωτευμένος μαζί της», έκανε άτονα η Βάνιτι. «Είδες; Δεν επρόκειτο για μια απλή περιπέτεια. Τελικά, ακόμα κι ο Ρομπέρτο ήταν ικανός ν’ αγαπήσει. Ό χι βέβαια εμένα - γιατί εμέ­ να; Εμένα δε μ’αγάπησε ποτέ κανείς, ούτε καν η ίδια μου η μη­ τέρα!» Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, κι έμεινε για λίγο σιωπηλή, βαριανασαίνοντας. «Γιατί την πήρε;» αναρωτή­ θηκε πικρά. «Η Λίντα δεν έχει λεφτά. Από αγάπη την πήρε». Έ ­ τρεμε τόσο, που η φωνή της έσπαγε, κι ο Κέιν σηκώθηκε, πήρε το γούνινο παλτό της απ’την άκρη του καναπέ, και της το έριξε στους ώμους. «Θα μπορούσε να είχε ψαρέψει κάποια άλλη


25

πλούσια - καμιά γριά ίσως, και να τη βγάλει ύστερα έντεχνα απ’ τη μέση. Αντί γι’ αυτό, παντρεύτηκε τη Λίντα». «Πήρε ό,τι του άξιζε», παρατήρησε κυνικά ο Κέιν. «Και δε νο­ μίζω ότι σε αφορά πια τι κάνει ο Ρομπέρτο». «Όχι, έχεις δίκιο». Τυλίχτηκε στη γούνα της κι έσφιξε τα δόν­ τια, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σταματήσει το τρε­ μούλιασμα του κορμιού της. «Αλλά δεν μπορώ... Αν ήξερες πό­ σο τον μισώ, Κέιν! Πόσο μισώ όλους τους άντρες... Ευτυχώς που εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, γιατί θα σε μισούσα κι εσέ­ να το ίδιο. Θα ρχόμουνα κανένα βράδυ στην κρεβατοκάμαρά σου, και θα σ’ έπνιγα με το μαξιλάρι!» «Μη λες ανοησίες. Και βέβαια δεν τους μισείς. Δεν είσαι ικα­ νή να μισήσεις κανέναν. Είσαι απλά πληγωμένη, και δεν ξέρεις τι λες». «Δεν είμαι πληγωμένη. Έχω αλλάξει. Κατάλαβέ το». «Εντάξει, το καταλαβαίνω. Αλλά αυτά που λες δεν τα πιστεύ­ εις». Η Βάνιτι γέλασε σκληρά. «Έτσι νομίζεις; Περίμενε λοιπόν μέχρι τη στιγμή που θα με πλησιάσει ο επόμενος υποψήφιος ε­ ραστής. Περίμενε και θα δεις τι θα γίνει!» «Δε θα γίνει τίποτα. Θα είσαι για λίγο ακόμα κλεισμένη στον εαυτό σου και διπλά επιφυλακτική, ύστερα θα γιατρευτεί η πλη­ γή, και θα βρεις κάποιον άλλον. Έ τσι γίνεται πάντα. Είναι φυσι­ κό άλλωστε». «Δε χρειάζομαι κανέναν άντρα στη ζωή μου». Ο Κέιν κούνησε το κεφάλι μ’ένα μελαγχολικό χαμόγελο. «Κα­ κά τα ψέματα, Βάνιτι. Ό λοι χρειαζόμαστε κάποιον στη ζωή μας - κι εγώ, κι εσύ, ακόμα κι εκείνος ο ανεκδιήγητος πρώην σύζυ­ γός σου. Ανθρωποι είμαστε όλοι. Χρειαζόμαστε αγάπη, ζεστα­ σιά, συμπόνια, τρυφερότητα... και σεξ, φυσικά. Μην το ξεχνάς αυτό». «Σεξ», είπε σκληρά η Βάνιτι. «Εδώ έχεις απόλυτο δίκιο. Μια στις τόσες χρειαζόμαστε και σεξ, συμφωνώ. Μόνο μ* αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να ξαναδώ κάποιον άντρα - σαν σεξουαλι­ κό αντικείμενο και τίποτ’άλλο. Αμφιβάλλω αν αξίζουν και γι’αυ­ τό, άλλωστε. Άθλιοι εραστές είναι οι περισσότεροι. Κι έχουν και την απαίτηση να τους πληρώνεις χρυσάφι για τις υπηρεσίες τους», κατέληξε κυνικά. Ο Κέιν δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Μόνο σαν σεξουαλικό αντικείμενο», ξανάπε η Βάνιτι, απο­ λαμβάνοντας βαθιά τη σκληρότητα των λόγων της. «Τους άν­ τρες πρέπει να τους αρπάζεις, να τους εκμεταλλεύεσαι, να τους στίβεις κυριολεκτικά, και μετά να τους πετάς χωρίς δεύ­


26

τερη σκέψη. Κι αυτό σκοπεύω να κάνω από δω και πέρα, πίστεψέ με. Αν νιώσω ότι χρειάζομαι αυτές τις συγκεκριμένες υπηρε­ σίες ενός άντρα, θα βρω κάποιον ειδικά γι’αυτές. Δεν πρόκειται να ξαναδώ κανέναν άντρα σαν ανθρώπινο ον με αισθήματα. Κα­ νένας άντρας δε θα μου ξαναπουλήσει αγάπη εμένα. Κι ούτε ποτέ κανείς θα μου ξαναφάει λεφτά πουλώντας μου αγάπη!» Ό σο μιλούσε, τόσο υψωνόταν υστερικά η φωνή της. «Σταμάτα - θα σ’ακούσει όλο το σπίτι», έκανε μαλακά ο Κέιν. «Έχεις δίκιο». Το σαλέ ήταν μεγάλο, αλλά οπωσδήποτε όχι τόσο που να είναι εντελώς απομονωμένη απ’ το προσωπικό, ό­ πως στο μέγαρό της στο Λονδίνο. Πέταξε πέρα τη γούνα της, σηκώθηκε, και θάλθηκε να πηγαινοέρχεται νευρικά στο δωμά­ τιο. Σε μια στιγμή πλησίασε στο παράθυρο, και τράβηξε απότο­ μα τις κουρτίνες μπροστά στα τζάμια. «Έχω συνέχεια την εν­ τύπωση ότι αυτοί οι δυο είναι κάπου στημένοι με τα κυάλια και μας παρακολουθούν», έκανε νευρικά. Γύρισε πίσω κι έκατσε πάλι μπροστά στη φωτιά. «Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ πέρα»* είπε μετά από λίγο. «θέλεις να γυρίσουμε πίσω, ή να πάμε κάπου αλλού;» Τον κοίταξε σχεδόν αφηρημένα. «Θέλω να πάω κάπου που να μη με ξέρει κανένας και να μην ξέρω κανέναν. Να μείνω για λίγο εντελώς μόνη, και να κάνω σκι απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Στο Γκστάαντ δεν μπορώ ν* απομονωθώ, και το χιόνι είναι μόνο για παιδάκια. Έπρεπε να το είχα σκεφτεί απ’την αρχή πως μ’αυτό* τον ήπιο χειμώνα, και σε υψόμετρο μόνο χίλια μέτρα, δε θα είχ^ αρκετό χιόνι. Και μ’ αυτούς τους δυο στο χωριό, δεν μπορώ ναι κάνω τίποτ’ άλλο. Θα πάω κάπου πιο ψηλά, κάπου που να ξέρω ότι δε θα μ* ενοχλεί κανείς. Βρες μου ένα καλό μέρος, Κέιν». «Τι θα σ’ άρεσε εσένα;» «Δεν ξέρω. Όπου και να πάω, θα βρω κι ένα σμάρι γνωστούς* και τώρα δα δε θα τ' άντεχα. Θέλω απλά ένα μέρος με μπόλικο χιόνι κι απότομες πλαγιές, και προπαντός όχι το Σεντ Μόριτζ. Ό ­ λοι οι Πράιορ βρίσκονται εκεί εν σώματι, ακόμα κι η μητέρα μου ». ' «Τι θα 'λεγες για το Κλόστερς; Είναι ήσυχο μέρος, και φαντά­ ζομαι θα έχει περισσότερο χιόνι». «Όχι, όχι στο Κλόστερς. Θα είναι εκεί οι Κάνινχαμ, και στο Νταβός οι Μπίσοπ, κι εκείνη η κουτσομπόλα η Φρίντα Κρουπ. Όχι, βρες μου κάτι άλλο». «Στο Ζέρματ έχει ενάμιση μέτρο χιόνι, μου είπαν. Αλλά ξέρα* ότι δε σ' αρέσει». Η Βάνιτι μισόκλεισε τα μάτια. «Δεν είναι ότι δε μ* αρέσει. Αλλά μια φορά που είχα πάει, μου φάνηκε πολύ μεγάλο και πολύ γε^ μάτο τουρίστες. Έ χει όμως καταπληκτικές πλαγιές, έχεις δίκιο.


27

Και δεν την ξέρω καθόλου την περιοχή - θα είναι ωραία να κά­ νω εξερευνήσεις». «Έ χει φοβερές δυνατότητες έξω απ’τις πίστες», είπε ο Κέιν, που ήξερε απ’έξω κι ανακατωτά όλες τις δυνατότητες των χιονο­ δρομικών κέντρων της Ελβετίας. «Είναι στα χίλια εξακόσια τόσα μέτρα, και ο εναέριος φτάνει ως τις τρεις χιλιάδες. Πάρα πολλές διαδρομές. Μπορείς άλλωστε από κει να κατέβεις στην Ιταλία κουραστική διαδρομή, αλλά αξίζει τον κόπο. Μπορείς να κάνεις και πατινάζ στη λίμνη, αν βαρεθείς τα βουνά. Λοιπόν, τι λες;» «Πολύ καλή ιδέα», συμφώνησε η Βάνιτι. «Χριστέ μου, να φύ­ γω μόνο από δω πέρα! Θα ’χει όμως μέρος να μείνω, ή θα είναι όλα γεμάτα αυτή την εποχή;» «Τίποτε δεν είναι ποτέ γεμάτο όταν πρόκειται για μια Πράιορ», έκανε ανάλαφρα ο Κέιν. «Θα τηλεφωνήσω τώρα αμέ­ σως. Τι θέλεις να κλείσω;» Η Βάνιτι το σκέφτηκε. «Εσύ θα έρθεις;» Ο Κέιν χαμογέλασε αμήχανα. Μπορεί να ήξερε τα πάντα για τα χιονοδρομικά κέντρα, αλλά δεν ήταν και τόσο φανατικός σκιέρ, κι απ’ το να ξεπαγιάζει κουτρουβαλώντας στις πλαγιές των Άλπεων, ήταν φανερό πως θα προτιμούσε χίλιες φορές να μείνει στο Γκστάαντ, όπου είχε όλες του τις ανέσεις, κι επι­ πλέον ένα σωρό παρέες. Άσχετα απ’ τη φιλία του με τη Βάνιτι, δεν ήταν παρά ένας απλός υπάλληλός της, αυτό όμως δεν αναι­ ρούσε το γεγονός ότι στους προγόνουο του συγκαταλέγονταν δούκες και κόμητες - πράγματα που ακόμα μετρούσαν για τους νεόπλουτους ή όχι βιπς. Η οικογένειά του ήταν ξεπεσμένη, κι ο ί­ διος υποχρεωμένος να εργάζεται για να ζήσει, αλλά δεν έπαυε να έχει ένα γενεαλογικό δέντρο που έφτανε ως τους Νορμανδούς κατακτητές της Αγγλίας. Όλα αυτά, μαζί με το αξεπέραστο στιλ του Άγγλου τζέντλεμαν, του επέτρεπαν να κυκλοφορεί σαν ίσος προς ίσον στους κύκλους όπου κινιόνταν κι οι Πράιορ. «Εντάξει τότε», είπε η Βάνιτι, ερμηνεύοντας ορθά το χαμό­ γελό του. «Εσύ μείνε εδώ. Κλείσε μου ό,τι βρεις - σαλέ, σουίτα, και απλό δωμάτιο ακόμα. Θα πάω μόνη μου». «Και βέβαια δε θα πας μόνη σοϋι^Θα έρθει και η Νικόλ». «Αν είναι να μείνω σε ξενοδοχείο, δε θα τη χρειαστώ. Έχουν καταπληκτικές καμαριέρες». «Χωρίς τη Νικόλ δε θα μπορείς να βρεις ούτε τα παπούτσια σου. Δε θα ξέρεις καν τι να βάλεις σε κάθε περίπτωση». «Εντάξει, αν επιμένεις, αλλά να, σκέφτηκα πως θα μ’ άρεσε να είμαι ολομόναχη για μια φορά». «Η Νικόλ δε θα σ’ ενοχλεί. Είσαι σίγουρη πως δε θα με χρεια­ στείς;»


28

«Και βέβαια όχι - δεν πάω για δουλειά, ούτε για κοσμική ζωή. Να κάνω σκι μόνο θέλω. Μείνε εδώ και κοίτα να το διασκεδά­ σεις. Δώσε και κανένα πάρτι αν θέλεις. Και μη χάσεις το ρεβε­ γιόν. Πάρε κάποιον και πηγαίνετε. Κοίτα - κανόνισε και για ελι­ κόπτερο. Θα σου αφήσω το Ρόβερ, και δεν έχω καμιά διάθεση να πάω με το τρένο». «Φυσικά», είπε ο Κέιν, που ήξερε καλά για τι πράγμα είχε στην κάθε στιγμή διάθεση η Βάνιτι, και για τι όχι. Βγήκε απ’το δωμά­ τιο για να πάει στο γραφείο να τηλεφωνήσει, και δέκα λεπτά αρ­ γότερα ξαναμπήκε στο καθιστικό και βρήκε τη Βάνιτι να μισοκοιμάται μπροστά στο τζάκι. «Όλα εντάξει», της ανακοίνωσε. «Σου έκλεισα ένα σαλέ του “Αλπάιν”, με σέρβις απ’το ξενοδο­ χείο. Το φαγητό τους έχω ακούσει ότι είναι εκπληκτικό. Διαθέ­ τουν εσωτερική πισίνα, σάουνα, κομμωτήριο και όλα τα σχετικά. Όταν φτάσεις θα σου έχουν έτοιμο εισιτήριο διάρκειας για τον ε­ ναέριο, αν σ’ ενδιαφέρει ν’ ανεβαίνεις με τους κοινούς θνητούς, ή αν το προτιμάς, θ’ ανεβαίνεις με ελικόπτερο για ν* αποφεύγεις την ταλαιπωρία και την καθυστέρηση. Επίσης, εισιτήριο για το τρένο του Γκόρνεργκρατ, και όποτε θέλεις, έλκηθρο για να σε πηγαινοφέρνει. Αν θυμάσαι, δεν μπαίνουν αυτοκίνητα στο Ζέρματ. Έκλεισα ελικόπτερο για αύριο το πρωί στις δέκα, κι η Νικόλ άρχισε κιόλας να μαζεύει τα πράγματά σου. Τίποτ’ άλλο;» «Όχι. Μόνο ότι είσαι ένας θησαυρός». «Ευχαριστώ. Και θα είσαι εντάξει μόνη σου;» «Ναι, Κέιν», του αποκρίθηκε μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Το να είμαι μόνη μου, είναι η ιδανική κατάσταση για μένα, αν κατα­ λαβαίνεις τι εννοώ». «Ανοησίες», είπε ο Κέιν. Θα το ξεπερνούσε, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Η πληγή ήταν ακόμα νωπή, κι ο Θεός μόνο ήξερέ τι σοκ είχε υποστεί ανακαλύπτοντας την αλήθεια για τα δυο πρόσωπα που αγαπούσε κι εμπιστευόταν περισσότερο στον κόσμο. Το σύμπαν ολόκληρο πρέπει να είχε καταρρεύσει εκείνη τη στιγμή γύρω της. Αλλά ήταν ακόμα πολύ νέα, και θα το ξεπερνούσε αν της δινόταν αρκετός χρόνος. Ήταν επίσης πολύ ελκυστική για να μείνει μόνη. Αργά ή γρήγορα, κάποιος θα βρισκόταν να σπά­ σει το παγερό φράγμα που ύψωνε γύρω της, κι αυτή τη φορά μπορεί να ήταν πιο τυχερή απ’ τις προηγούμενες, κι αυτός ο κάποιος να ήταν σε θέση να την εκτιμήσει όσο της άξιζε, εκείνη την ίδια κι όχι τα λεφτά της.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 3

Τον είδε απ’την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο Ζέρματ. Φεύγοντας απ’το Γκστάαντ, κι όση ώρα πετούσε με το ελι­ κόπτερο πάνω απ’τα μαγευτικά βουνά της Ελβετίας, ένιωθε κυ­ ριολεκτικά σαν ναυάγιο της ζωής. Ήταν παραμονή Πρωτοχρο­ νιάς, κι ήταν πιο μόνη παρά ποτέ άλλοτε στη ζωή της, και πιο δυ­ στυχισμένη. Χτες το βράδυ, μετά το σοκ της συνάντησης με τον πρώην άντρα της, είχε πιστέψει πως το μόνο που χρειαζό­ ταν εκείνη τη στιγμή, ήταν ν’απομονωθεί για να γλείψει τις πλη­ γές της. Τώρα δεν ήταν και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Καθώς προσγειώνονταν στο ελικοδρόμιο του Ζέρματ, η διά­ θεσή της ήταν πιο μαύρη κι από μαύρη. Αλλά ακόμα κι αν δεν έ­ νιωθε τόσο χάλια, πάλι δε θα είχε την πρόθεση να προσέξει οτι­ δήποτε πέρα απ’το χιόνι και τις πλαγιές του Μάτερχορν - προ­ παντός κανέναν άντρα. Μόνο που αυτός ειδικά ο άντρας δε θα μπορούσε ποτέ να περάσει απαρατήρητος. Στεκόταν μερικά μέτρα πιο πέρα από κει που προσγειώθηκε το ελικόπτερο, και συζητούσε με δυο άλλους. Ήταν πανύψηλος, κι αυτό ήταν που τράβηξε στην αρχή το βλέμμα της. Περνούσε τους συνομιλητές του ένα κεφάλι, κι ήταν και ανάλογα πιο φαρδύς απ’ αυτούς. Με φόντο το χιονισμένο ελικοδρόμιο, έδειχνε τεράστιος όσο και το Μάτερχορν στο βάθος το ορίζοντα. Θα ’ταν αδύνατο να μην προσέξει τις γραμμές του κορμιού του έτσι όπως διαγράφονταν κάτω απ’τη στενή φόρμα του σκι, και για λίγα δευτερόλεπτα, τα μάτια της κόλλησαν σαν να είχαν δική τους θέληση σ’ αυτό το εκπληκτικά καλοφτιαγμένο και κραυγαλέα αρρενωπό σώμα. Είχε πολύ φαρδιές πλάτες, πολύ στενούς γοφούς, πολύ μακριά πόδια, κι η εφαρμοστή φόρμα τόνιζε όλους τους μυώνες στο καλογυμνασμένο κορμί του. Τα πυκνά του μαλλιά ήταν κατάξανθα, αχυρένια σχεδόν κάτω απ’ τον λαμπερό ήλιο του βουνού, κι έκαναν εντυπωσιακή αντίθε­ ση με το ηλιοκαμένο του δέρμα. Ό τα ν συνειδητοποίησε ότι για λίγο είχε απομείνει να τον κοιτάζει σαν χαζή, έσπευσε να στρέ­ ψει το κεφάλι απ’ την άλλη, αγανακτισμένη με τον εαυτό της, που μπορούσε να βρίσκει ακόμα ενδιαφέρον σε κάτι τόσο σα­ φώς αρσενικού γένους. Καθώς προχωρούσε αργότερα προς την έξοδο του ελικο­ δρόμιου, όπου την περίμενε το έλκηθρο που θα τη μετέφερε στο σαλέ, πέρασε αναγκαστικά από μπροστά του. Και να ’θελε, θα ’ταν αδύνατο να μην παρατηρήσει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του - ενός προσώπου τόσο όμορφου, και συγχρό­


30

νως τόσο αδρού και αντρίκιου, που τραβούσε σαν μαγνήτης το βλέμμα. Ήταν λεπτό και γωνιώδες, με τονισμένα ζυγωματικά και τετράγωνο σαγόνι. Κάθε του γραμμή απόπνεε δύναμη και μαγνητισμό, όπως ακριβώς και το σώμα του και η χαλαρή, άνετη στάση του. Την εντύπωση την ενίσχυε η έκφρασή του, που πρόδινε μια αυτοπεποίθηση πολύ κοντά στην αλαζονεία. Κοι­ τούσε προς το μέρος της, και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, τα μάτια του συναντήθηκαν με τα δικά της. Ήταν τα πιο υπεροπτικά μάτια που είχε δει ποτέ της, υπερο­ πτικά και όμορφα να σου κόβουν την ανάσα, μ* ένα σκούρο γα­ λάζιο πολύ κοντά στο τιρκουάζ, σκοτεινά και συγχρόνως σαν διάφανα. Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο και διαπεραστικό, που της έφερε ένα αλλόκοτο ρίγος. Τράβηξε απότομα τα μάτια της, επιταχύνοντας το βήμα της, και προχώρησε όσο πιο αγέ­ ρωχα γινόταν προς την έξοδο, με τη Νικόλ να την ακολουθεί κουβαλώντας το νεσεσέρ και την ειδική θήκη με τα κοσμήματά της. Τα κατάφερε να βγει απ’το ελικοδρόμιο χωρίς να ενδώσει στην παράλογη παρόρμησή της να γυρίσει να τον ξανακοιτάξει, αλλά η μορφή του συνέχισε να είναι χαραγμένη στο μυαλό της για πολλές ώρες μετά. Στη ζωή της είχε γνωρίσει πολλούς ω­ ραίους, γοητευτικούς και εντυπωσιακούς άντρες, αλλά ποτέ τίποτα τόσο εντυπωσιακό όσο εκείνος ο πανύψηλος άγνωστος. Αν γινόταν, θα είχε μείνει να τον χαζεύει με τις ώρες. Ό χι από ερωτικό ενδιαφέρον - κάθε άλλο μάλιστα. Από απλή αισθητική απόλαυση, όπως θα χάζευε με τις ώρες ένα γλυπτό του Ροντέν, ή την Τζοκόντα. Τόση ομορφιά πια καταντούσε οδυνηρή. Απ’ την άλλη όμως, τώρα που το καλοσκεφτόταν, ήταν σίγουρη πως δε θα μπορούσε να τον πει ακριβώς όμορφο. Όμορφος ήταν ο Ρομπέρτο, για πα­ ράδειγμα. Είχε λεπτά χαρακτηριστικά, όμορφα και καλογραμμέ­ να, μαύρα μαλλιά και μάτια, ωραίο, συμμετρικό σώμα. Ο ψηλός ά­ γνωστος ήταν το εντελώς αντίθετο του Ρομπέρτο. Τα χαρακτηρι­ στικά του δεν είχαν καμιά γλυκύτητα - ήταν πάρα πολύ αρρενω­ πά γι’ αυτό. Είχε προσέξει φευγαλέα τα καλοφτιαγμένα του χεί­ λια, τη λεπτή, ίσια γραμμή της μύτης του, αλλά στο σύνολό του, το πρόσωπό του ήταν πιο πολύ σκληρό παρά όμορφο. Κι όμως, από μια άποψη ήταν εκπληκτικά ωραίο. Σε καθήλωνε. Ά σ ε εκείνο το σώμα του - ποτέ της δεν είχε δει ωραιότερο αντρικό σώμα. Για μια στιγμή είχε πιστέψει πως το φάρδος των ώμων του οφειλόταν σε βάτες. Την είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ, που παρόλες τις μαύρες σκέψεις που στριφογύριζαν συνέχεια στο μυαλό της, η εικόνα του ερχόταν και ξαναρχόταν μπροστά της όλο το βράδυ. Ήταν


31

η πρώτη παραμονή Πρωτοχρονιάς που είχε ποτέ περάσει κλει­ σμένη σ’ ένα σαλέ, και με μοναδική συντροφιά τη Γαλλίδα κα­ μαριέρα της. Δεν μπορούσε ακόμα να το χωνέψει πως, εξαιτίας του Ρομπέρτο, είχε αναγκαστεί να φύγει απ’ το σπίτι και τους φίλους της, και να βρεθεί αποκλεισμένη σ’ ένα μέρος όπου δε γνώριζε κανέναν, μια τέτοια βραδιά του χρόνου. Της έλειπε η ήρεμη παρουσία του Κέιν, η ξένοιαστη παρέα της στο Γκστάαντ, το σαλέ της με τη θερμαινόμενη πισίνα πίσω απ’ τις τζαμαρίες που έβλεπαν κατευθείαν στις βουνοκορφές. Ό χι πως ήταν άσχημο το σαλέ που της είχαν παραχωρήσει, κάθε άλ­ λο μάλιστα, αλλά δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό της. Και παρόλο που το πλούσιο δείπνο που της έφεραν απ’ το Αλπάιν ήταν εκπληκτικό, η ίδια νοσταλγούσε τις σπεσιαλιτέ του δικού της σεφ - ή έστω, του Παλάς Οτέλ. Μοιράστηκε μια μπουκάλα σαμπάνια με τη Νικόλ, και πέρασε τη βραδιά μπροστά στην τηλεόραση. Στις δώδεκα ακριβώς, τηλε­ φώνησε στο Γκστάαντ για να ευχηθεί καλή χρονιά και στο υπόλοι­ πο προσωπικό. Όπως το είχε φανταστεί, ο Κέιν δεν ήταν στο σα­ λέ, αλλά μόλις έκλεισε το τη^φωνο, της τηλεφώνησε ο ίδιος. Ήταν στο Παλάς Οτέλ, της είπε, όπου γινόταν κυριολεκτικά χαμός. Η Βάνιτι ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν απ’τα δάκρυα, αλλά δεν του είπε πόσο μόνη και θλιμμένη αισθανόταν. Δεν υ­ πήρχε κανένας λόγος να του χαλάσει κι εκείνου το κέφι - όχι πως θα ήταν εύκολο κάτι τέτοιο, στην κατάσταση ελαφριάς μέ­ θης που βρισκόταν ήδη ο Κέιν. Ύστερα έκλεισε την τηλεόραση και πήγε για ύπνο. Αλλά παρό­ λο που είχε ζαλιστεί απ’την τόση σαμπάνια, της πήρε πολλή ώρα ν’ αποκοιμηθεί. Η θύμηση του Ρομπέρτο και της Λίντα την έκαιγε σαν πυρωμένο σίδερο, κι η αίσθηση της μοναξιάς της βάραινε α­ φόρητα. Η τελευταία της όμως σκέψη πριν αποκοιμηθεί, ήταν ο πρωινός άγνωστος, που η μορφή του επέπλεε αδιάκοπα στην επι­ φάνεια του μυαλού της, σαν μυστηριακή πρόσκληση σ’ έναν κό­ σμο που δεν ήθελε να τον ξαναεπισκεφτεί ποτέ της. ★

Η εικόνα του ήταν επίσης το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό μόλις ξύπνησε. Δεν ήξερε γιατί της είχε κάνει τόση εν­ τύπωση ώστε να τον έχει συνέχεια στο νου της, αλλά δεν μπο­ ρούσε με τίποτα να διώξει τη σκέψη του, κι αυτό την ενοχλούσε δυσανάλογα. Όπως και να ’χε το πράγμα, ήταν πολύ απίθανο να ξανασυναντηθούν τα βήματά τους σ’ ένα μέρος με τόση πολυ­ κοσμία όσο το Ζέρματ, κι επομένως δεν είχε καμιά σημασία αν


32

της είχε κάνει εντύπωση ή όχι. Ήταν απλά που έβλεπε κανείς τόσο σπάνια άντρες με την εμφάνιση σταρ του Χόλιγουντ. Α­ κόμα κι απ’τους σταρ που γνώριζε η Βάνιτι, κανείς δεν την είχε εντυπωσιάσει όσο ο άγνωστος στο ελικοδρόμιο. Τον έβγαλε όμως σχεδόν εντελώς απ’ το νου της τις επόμε­ νες δυο μέρες. Στο Ζέρματ είχε χάσει λίγο τα νερά της, και ε­ πειδή δε γνώριζε την περιοχή, και επειδή ήταν τόσο διαφορετι­ κά απ’ ό,τι στο Γκστάαντ. Το Ζέρματ ήταν προσιτό σε όλα τα βα­ λάντια, απ’τους μεγιστάνες του πλούτου, μέχρι τους απλούς υ­ παλλήλους που έρχονταν οικογενειακώς να κάνουν τις χειμε­ ρινές τους διακοπές, ενώ το Γκστάαντ, που ήταν και πολύ μι­ κρότερο, απευθυνόταν αποκλειστικά και μόνο στα μεγάλα ει­ σοδήματα. Στο Γ κστάαντ, κι ως ένα βαθμό και στο Σεντ Μόριτζ, δεν κυκλοφορούσαν παρά μόνο επώνυμοι, και μαζί μ’ αυτούς σμάρια οι φωτορεπόρτερ των κοσμικών εντύπων, που αν και α­ ποκλεισμένοι από τα διάφορα στέκια, δεν το ’χαν σε τίποτε να περιμένουν με τις ώρες απ’ έξω, αγνοώντας το κρύο και το χιό­ νι, για ν’ αστράψουν το φλας τους στην κατάλληλη στιγμή, και να αποθανατίσουν το θύμα τους στην πιο ακατάλληλη πόζα. Το Ζέρματ ήταν διαφορετικό, πολύ πιο ζωντανό από μια άπο­ ψη, και φυσικά, με ασύγκριτα μεγαλύτερες δυνατότητες για τους σκιέρ. Το τοπίο ήταν φανταστικό, η θέα έκοβε την ανάσα. Ο όγκος του Μάτερχορν κυριαρχούσε στο αλπικό πανόραμα* αλλά το ίδιο δέος προκαλούσαν κι οι υπόλοιπες βουνοκορφές γύρω της. Υπήρχαν καταπληκτικές πλαγιές, κι η Βάνιτι λαχτα| ρούσε να τις εξερευνήσει, ξεκινώντας απ’ τις πιο εύκολες, καί καταλήγοντας στις παγωμένες διαδρομές εκτός πίστας, όποι/ δε θα τολμούσαν ποτέ να πλησιάσουν οι εκατοντάδες σκιέρ; που γλιστρούσαν στο αφράτο χιόνι απ’ το Γκόρνεργκρατ στο; Φίντελν, και σ’ όλες τις άλλες εύκολες διαδρομές. \ Δεν είχε άλλωστε και τίποτ’άλλο να κάνει πέρα απ’το σκι. Ή ­ ταν η πρώτη φορά που βρισκόταν χωρίς παρέα σ’ένα χιονοδρο­ μικό κέντρο, και σύντομα ανακάλυψε πως θα της ήταν αδύνατοί να πάει σ’ ένα μπαρ να τα πιει μόνη της, ή έστω να καθίσει ολο-Ι μόναχη να φάει σ’ ένα ρεστοράν. Ούτε την πισίνα του Αλπάινί δεν είχε διάθεση να επισκεφτεί μόνη της. ί Έτσι το έριξε στο σκι, παίρνοντας όπως όλοι οι κοινοί θνητοί! γύρω της το τρένο και τον εναέριο, και πίνοντας ενδιάμεσα κανέναν καφέ στις βουνίσιες καφετέριες. Το βράδυ όμως, όταν η πόλη ζωντάνευε απ’τα πλήθη τους τουρίστες που έβγαιναν να το γλεν­ τήσουν στα μπαρ και τις ντισκοτέκ, η ίδια κλεινόταν στο σαλέ της μαζί με τη σιωπηλή Νικόλ, και πήγαινε για ύπνο με τις κότες. Ήταν μια εντελώς πρωτόγνωρη εμπειρία να περιφέρεται ο-


33

λομόναχη μέσα στο ανώνυμο πλήθος, κι από μια άποψη της ά­ ρεσε. Ο καιρός ήταν ακόμα καλός, ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί ε­ κτυφλωτικός. Την τρίτη μέρα, η Βάνιτι νοίκιασε μια Φεράρι, και ξεκίνησε να κάνει αναγνώριση της γύρω περιοχής. Κατά τις πέντε το απόγευμα, σταμάτησε σ’ ένα ξενοδοχείο λίγα μίλια έξω απ’ το Ζέρματ, και αποφάσισε πεισματικά να μπει να πιει έ­ ναν καφέ στο μπαρ, άσχετα αν θα ήταν η μόνη ασυνόδευτη γυ­ ναίκα εκεί μέσα. Κι εκεί τον ξαναείδε. Τα πόδια της σχεδόν ρίζωσαν στην παχιά μοκέτα όταν ανα­ γνώρισε το ξανθό κεφάλι στο βάθος της αίθουσας. Κάτι χορο­ πήδησε μέσα της, σαν σύσπαση βαθιά στα σώθικά της. Ένιωσε πολύ παράξενα, σαν να ήταν κάτι που το έλπιζε χωρίς να το πε­ ριμένει, και τώρα που είχε συμβεί τη γέμιζε με αγαλλίαση. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δεν ήταν ότι της άρεσε ο άγνωστος - όχι βέβαια, κανένας άντρας δεν της άρεσε πια σαν άντρας. Δεν είχε την παραμικρή διάθεση για φλερτ ή για έρωτες. Ήταν κάτι άλλο, πολύ παράξενο, σαν ανακούφιση που αυτός βρισκό­ ταν ακόμα στο Ζέρματ, και μαζί σαν αίσθηση αναγνώρισης. Ο άντρας δεν ήταν μόνος. Στο τραπέζι μαζί του καθόταν μια γυναίκα - εξαιρετικά περιποιημένη και καλοστεκούμενη, αλλά χωρίς αμφιβολία πολύ πάνω απ’τα πενήντα, αν όχι και πάνω απ’τα εξήντα. Εκείνος ήταν ντυμένος πολύ απλά, κομψά αλλά σπορ και χωρίς εκζήτηση, ενώ αυτή φώναζε από μίλια μακριά ότι είχε ξο­ δέψει μια περιουσία για την κρεασιόν που φορούσε, και για το λευκό παλτό από βιζόν που είχε ρίξει ανέμελα στην καρέκλα δί­ πλα της. Στον όχι πια και τόσο λείο λαιμό της, άστραφτε ένα εκ­ πληκτικό κολιέ από μπριγιάν και ζαφείρια. Η Βάνιτι δεν είχε καμιά δυσκολία στο να εκτιμάει με μια ματιά την αξία ενός κοσμήματος, και δε χρειάστηκε ούτε τώρα πάνω από μια ματιά για να βεβαιωθεί πόσο θα πρέπει να είχε κοστίσει αυτό το κολιέ, και τα υπόλοιπα μπιζού της ηλικιωμένης γυναίκας. Ύστερα, απότομα συνειδητοποίησε πως το πρόσωπό της της ήταν αόριστα γνωστό. Αυτόματα, άλλαξε κατεύθυνση - μέχρι εκείνη τη στιγμή τα βήματά της την πήγαιναν από μόνα τους προς το μέρος του ζευγαριού - και κάθισε όσο πιο μακριά τους γινόταν, με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος τους. Είχε θυ­ μηθεί ποια ήταν η γυναίκα - κάποτε, πριν χρόνια, τις είχαν συ­ στήσει σε μια δεξίωση. Επρόκειτο για την Κάρα Μάσιμο, που οι γνωστοί της την ανέφεραν απλά ως “κοντέσα”, μια απ’ τις πλουσιότερες γυναίκες της Ιταλίας, και από τις πιο εκκεντρι­ κές. Η οικογένειά της διέθετε από τάνκερ μέχρι διϋλιστήρια πε­ τρελαίου και αυτοκινητοβιομηχανίες. Ο Ρομπέρτο της μίλαγε


34

συχνά γι’ αυτούς, προσπαθώντας μάλιστα να της δημιουργήσει την εντελώς σφαλερή εντύπωση ότι ήταν φίλοι του, κι ότι συ­ νεργαζόταν μαζί τους. Περιμένοντας να της σερβίρουν τον καφέ της και το γλυκό που είχε παραγγείλει, ανακάλυψε πως ήταν αδύνατο να σκεφτεί οτι­ δήποτε άλλο πέρα απ’αυτούς τους δύο πίσω της. Ποιος άραγε να ήταν ο άγνωστος που καθόταν με την “κοντέσα”; Δεν ήταν ούτε αυτός πολύ νέος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να ήταν παραπάνω από τριανταεφτά-τριανταοχτώ το πολύ. Απ’ ό,τι ήξερε, η “κοντέ­ σα” πρέπει να τον περνούσε τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια. Νιώθοντας ότι μέσα της ξυπνούσε η πιο ταπεινή περιέργεια, η Βάνιτι έστρεψε λίγο την καρέκλα της, έτσι που να μπορεί να τους παίρνει με την άκρη του ματιού, χωρίς εκείνοι να το αντιληφθού ν. Γι’άλλη μια φορά, η καρδιά της κλότσησε στο στήθος της στη θέα του ξεκάθαρου, κοφτού και αντρίκιου προφίλ του ξανθού. Ήταν τόσο τέλεια η κατατομή του, κι όλος μαζί ήταν τόσο μεγαλόπρεπος κι επιβλητικός με τα πυκνά, χρυσά μαλλιά του, τα βαθυγάλανα μάτια του και τον εντυπωσιακό του όγκο, που αμφέβαλλε αν θα υπήρχε έστω και μια γυναίκα, έστω και σ’ε­ κείνο το σοφιστικέ ξενοδοχείο των Άλπεων, που να μην τον κρυφοκοιτάει με την άκρη του ματιού, όπως έκανε κι εκείνη. Καθόταν χαλαρωμένος, γερμένος στην πλάτη της καρέκλας με μια παράδοξη για το μέγεθός του χάρη, ακούγοντας ανέκ­ φραστος την Κάρα Μάσιμο, που έγερνε τόση ώρα προς το μέ­ ρος του και του μιλούσε χαμηλόφωνα, αλλά έντονα. Το πρόσω­ πό του δεν πρόδινε καμιά αντίδραση. Πού και πού απαντούσε στη γυναίκα, το ίδιο χαμηλόφωνα, αλλά εντελώς ατάραχος. Κι η Κάρα Μάσιμο έγερνε όλο και περισσότερο προς το μέρος του, μέχρι που τελικά βρέθηκε σχεδόν κολλημένη επάνω του. Μ ’ ένα μικρό σοκ, η Βάνιτι συνειδητοποίησε πως το λεπτό, ρυτι­ διασμένο της χέρι είχε κλείσει γύρω απ’ τα μακριά, δυνατά δά­ χτυλα του άντρα. Αφοσιώθηκε στον καφέ της, μ* ένα σφίξιμο βαθιά στο στομά­ χι. Η σκέψη πως η “κοντέσα” ξεμοναχιαζόταν στα ρομαντικά ξενοδοχεία των Άλπεων μ’ έναν εραστή στη μισή της ηλικία, θα μπορούσε να είναι διασκεδαστική σε κάθε άλλη περίπτωση. Σ ’ αυτήν εδώ, της ήταν όχι απλά ενοχλητική, αλλά απαράδεκτη. Τα έχασε με τη σφοδρότητα της αηδίας που ένιωθε ο* αυτή τη σκέψη. Ποτέ της δεν ήταν πουριτανή, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορού­ σε τη σεξουαλική ζωή των τρίτων. Ποτέ για παράδειγμα δεν είχε ενοχληθεί απ’το γεγονός ότι ο Κέιν ήταν ομοφυλόφιλος, κι ού­ τε βέβαια απ’ το γεγονός ότι πάρα πολλές ηλικιωμένες κυρίες που γνώριζε, είχαν σχέσεις με νεότερούς τους άντρες. Η ζωή


35

άλλωστε με την Ιζαντόρα Πράιορ, την είχε κάνει ανεκτική σε πολλές πλευρές της ζωής που μπορεί να μην τις αποδεχόταν για τον εαυτό της, δεν είχε όμως καμιά αντίρρηση να τις απο­ δέχονται όλοι οι άλλοι. Γιατί έπρεπε να την ενοχλεί τόσο το τι έκανε η Κάρα Μάσιμο - ή, έστω, το τι έκανε ο ξανθός άγνωστος; Δεν είχε καμιά σχέση μαζί του - ποτέ δε θα είχε. Θα έπρεπε να της είναι εντελώς αδιά­ φορο αν αυτός προτιμούσε να κυκλοφορεί με μια κυρία που θα μπορούσε να είναι μητέρα του ή και γιαγιά του, και που προφα­ νώς, η μοναδική της γοητεία ήταν ότι διέθετε δισεκατομμύρια. Ας της τα έτρωγε όλα μέχρι τελευταία δεκάρα. Αν έκρινε απ’ τον εαυτό της, η βλακεία ήταν ενδημική ανάμεσα στις πλούσιες κληρονόμους. Ανασήκωσε τους ώμους, και τους έστρεψε πάλι αποφασιστικά την πλάτη. ★ «Δε μ’ ακούς, Εθάλντο», έλεγε η Κάρα Μάσιμο. «Σου μιλάω τό­ ση ώρα, και είναι σαν να μιλάω σε κουφό!» «Σου είπα ό,τι είχα να σου πω. Δεν πρόκειται να προσθέσω τ(ποτ’ άλλο. Κάνε μου τη χάρη ν’ αλλάξεις τώρα θέμα». «Το ξέρω ότι δεν πρόκειται να σε μεταπείσω», έκανε πικρά η “κοντέσα”. «=έρω τι αγύριστο κεφάλι είσαι. Κι εσύ ξέρεις πολύ καλά τι αδυναμία σου έχω, καιτην εκμεταλλεύεσαι ξεδιάντροπα!» Ο άντρας χαμογέλασε άκεφα. «Και στ’ αλήθεια δε θα ’ρθεις μαζί μου;» επέμεινε σε μια τε­ λευταία προσπάθεια η Κάρα. «Όχι». Η γυναίκα στέναξε. «Δεν πρόσεξες ούτε ένα από τα επιχειρήματά μου». «Μου τα έχεις ξαναπεί δεκάδες φορές». «Αυτή τη φορά δεν ήταν τα ίδια. Αλλά εσύ ούτε που τα άκουσες. Δε με προσέχεις, Εβάλντο. Τι κοιτάς τόση ώρα;» Ο Έβαλντ Ακερμαν ανασήκωσε τους ώμους. «Μια κοπέλα». «Ποιαν;» Η Κάρα Μάσιμο κοίταξε ζωηρά πίσω της, κατευθείαν στην πλάτη της Βάνιτι. «Εκείνην εκεί με τα μαύρα μαλλιά και την ασημένια ρενάρ. Την είδα και πριν λίγες μέρες στο ελικοδρόμιο». «Και λοιπόν;» «Τίποτα. Ποια είναι;» Η Κάρα κάθισε λοξά στην καρέκλα της και κοίταξε, καθόλου διακριτικά μάλιστα, τη γυρισμένη πλάτη της Βάνιτι. «Πού θες να ξέρω;»


36

«Μου φάνηκε γνωστή». «Που να πάρει, εγώ σου μιλάω, σε ικετεύω αν το θες, κι εσί, κοιτάς τις γυναίκες γύρω σου! Για τ ’όνομα του Θεού, Εβάλντο δεν αντιλαμβάνεσαι ότι εξαντλείς την υπομονή μου; Πες μου! την αλήθεια - θέλεις να μην ξανάρθω; Να μην ξανασχοληθύ μαζί σου; Μπορεί να γίνει κι αυτό, να το ξέρεις, παρ’ όλη την α·| γάπη που σου έχω. Ένας μπελάς είσαι μόνο, και τίποτ’ άλλο», κατέληξε φουρτουνιασμένη. ! «Αν είναι να μου κάνεις τη ζωή κόλαση, καλύτερα να μην ξα·Ι νάρθεις, Κάρα. Το λέω αλήθεια». «Εντάξει, μη θυμώνεις. Προσπαθώ απλά να βρω κάποια άκρη μαζί σου. Δε θα ’ρθεις λοιπόν μαζί μου». «Όχι». «Όπως θες». Έγειρε πίσω με σφιγμένα χείλια, ρίχνοντας μια ακόμα ματιά στη Βάνιτι. «Ναι, φαίνεται γνωστή», είπε μισοκλείνοντας τα μάτια για να δει καλύτερα. Κι ύστερα είπε, «μα φυσι­ κά! Πώς δεν τη γνώρισα αμέσως - δε βλέπω τίποτα χωρίς τα γυαλιά μου. Είναι η Βάνιτι Πράιορ - ξέρεις ποια»*. «Α», έκανε ο άντρας. «Τώρα θυμήθηκα. Η μικρή που παν­ τρεύτηκε τον Μοντεκάλβο». Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλια του. «Ενδιαφέρον». «Βλέπω είσαι τέλεια ενημερωμένος», παρατήρησε δηκτικά η “κοντέσα”. «Γιατί όχι; Στο Ζέρματ ζω, όχι στη Νότια Παταγονία». Μια πει­ ραχτική λάμψη φάνηκε στα μάτια του μπροστά στο ξινισμένο ύφος της Κάρα. «Έλα τώρα, μη μου κάνεις μουτράκια. Αφού το ξέρεις πως αύριο θα είμαστε μέλι-γάλα». «Αύριο δε θα είμαι εδώ. Θα φύγω πρωί-πρωί για το Μιλάνο, και δεν πρόκειται να ξανάρθω. Μείνε μόνος και κόψε το κεφάλι σου, αν σ’ αρέσει. Και μην πολυκοιτάς την Πράιορ - δεν είναι για τα δόντια σου!» «Και'γιατί όχι;» Το ύφος του πρόδινε πόσο το διασκέδαζε. «Επειδή, φιλαράκο, αυτή είναι πολυεκατομμυριούχος, κι εσύ δεν έχεις δεκάρα τσακιστή!» «Α, έτσι», παρατήρησε χαμογελώντας ατάραχα ο άντρας, «Μα ούτε ο Μοντεκάλβο είχε». Η γυναίκα τον κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Το σκέφτεσαι σοβαρά αυτό, ή το λες μόνο για να μ’ ενοχλήσεις;» Το χαμόγελό του πλάτυνε. «Για να ’χει λίγο ενδιαφέρον το πράγμα, θα σ’ αφήσω μ’ αυτήν την απορία, γλυκιά μου. Τι λες, πάμε να φύγουμε τώρα; Μούδιασα να κάθομαι τόσες ώρες». «Πάμε», είπε νευριασμένη η Κάρα, τόσο νευριασμένη, που δεν τον άφησε ούτε να τη βοηθήσει να βάλει το γούνινο παλτό


37 u is ·

Φεύγοντας, πέρασαν δίπλα από κει που καθόταν η Βάνιτι. Η κοπέλα είχε γυρισμένο το κεφάλι απ’ την άλλη, κι έτσι η Κάρα είχε την ευχέρεια ν’ αποφύγει να της μιλήσει. Βγαίνοντας στον ψυχρό αέρα της νύχτας, είπε ξερά: «Είναι όντως ομορφούλα», αλλά αυτός δεν έκανε κανένα σχόλιο. Απ’ τη μεγάλη τζαμαρία του ξενοδοχείου, η Βάνιτι τους είδε να κατευθύνονται σε μια αστραφτερή κόκκινη Λαμποργκίνι. Δεν της έκανε καμιά εντύπωση που στη θέση τόυ οδηγού κάθι­ σε η ίδια η “κοντέσα”. Το πανάκριβο αυτοκίνητο οπωσδήποτε αποκλειόταν ν’ ανήκει στο συνοδό της, και προφανώς η ιδιοκτήτριά του δεν είχε καμιά διάθεση να του το εμπιστευτεί σ’ ε­ κείνους τους δρόμους. ★

Έμμονη ιδέα τελικά της είχε γίνει εκείνος ο άνθρωπος. Όσο περισσότερο προσπαθούσε να τον βγάλει απ’το μυαλό της, τό­ σο περισσότερο τον σκεφτόταν. Αυτό ήταν καλό από μια άπο­ ψη, γιατί δεν της άφηνε περιθώρια να σκέφτεται τον Ρομπέρτο, τη Λίντα, τη δυστυχία της και τη μοναξιά της. Κι απ’την άλλη ή­ ταν εξαιρετικά δυσάρεστο κι ανησυχητικό, ιδίως όταν ανακά­ λυψε πως όπου κι αν πήγαινε, έψαχνε συνέχεια γύρω της με το βλέμμα, περιμένοντας να ξεχωρίσει κάπου τη σιλουέτα ή τα αχυρένια μαλλιά του. Αλλά ο τύπος φαίνεται δεν κυκλοφορούσε στο Ζέρματ. Πιθα­ νότατα, δεν έμενε καν στο χωριό. Δεν τον πετύχαινε πουθενά, ούτε στον εναέριο, ούτε στις πίστες, ούτε στην πλατεία, ούτε καν στα μαγαζιά της αγοράς. Τις επόμενες μέρες, βαριά σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, κι άρχισε να χιονίζει. Το χιόνι κι η ομίχλη δεν επέτρεπαν μεγάλες εξορμήσεις, κι έτσι η Βάνιτι περιορίστηκε σε μικρές βόλτες με τα σκι γύρω απ’ το Ζέρματ. Κι ήταν σε μια απ’ αυτές τις βόλτες που τον ξαναείδε. Είχαν περάσει πέντε μέρες από εκείνο το απόγευμα που τον είχε πετύχει με την “κοντέσα”. Κατέβαινε με τα σκι μια μαλακή πλαγιά, που κοβόταν στη μέση απ’τον αυτοκινητόδρομο και κα­ τέληγε ομαλά έξω απ’το χωριό. Δεν ήταν πραγματικό σκι αυτό, ήταν μόνο μια μέτρια άσκηση για να μη χάσει τη φόρμα της - κι επειδή δεν είχε τίποτ’άλλο να κάνει. Διέσχισε το δρόμο και χώ­ θηκε ανάμεσα στα έλατα, με σταθερή πορεία προς το Ζέρματ, προσπερνώντας αραιά και πού κανένα σαλέ σκαρφαλωμένο στην πλαγιά. Λίγο έξω απ’το χωριό, είδε ένα ζευγάρι που κατευ-


38

θυνόταν σκιάροντας αργά, προς ένα μικρό σαλέ χωμένο στο δάσος. Η Βάνιτι φρενάρισε απότομα, κι έμεινε να τους κοιτάζει. Ακόμα και με τα μαλλιά χωμένα κάτω απ’τον σκούφο του, και με τα τεράστια γυαλιά του χιονιού να του κρύβουν τα μάτια, θα τον αναγνώριζε ανάμεσα σε χίλιους άλλους άντρες, έστω και μόνο χάρη στον όγκο του και την απέριττη χάρη των κινήσεών του. Μαζί του αυτή τη φορά δεν ήταν η “κοντέσα”, αλλά μια πολύ νεότερη γυναίκα, με σώμα ελαφίνας και με ένα χείμαρρο ξανθά μαλλιά που ξέφευγαν απ’ το δικό της σκούφο. Η ομίχλη είχε α­ ραιώσει πολύ, κι η Βάνιτι, κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο, ήταν αρκετά κοντά για να τους βλέπει καθαρά. Οι δυο τους σταμάτη­ σαν μπροστά στην πόρτα του σαλέ, κι η κοπέλα έβγαλε το σκούφο και τα γυαλιά της όσο αυτός άνοιγε την πόρτα. Μ ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά, η Βάνιτι διαπίστωσε πως επρόκειτο για πραγματική καλλονή. Ύστερα μπήκαν κι οι δυο τους στο σαλέ κι έκλεισαν την εξω­ τερική πόρτα πίσω τους. Τα παράθυρα φωτίστηκαν, κι η Βάνιτι πήρε αργά το δρόμο για το δικό της σπίτι. * Θα ήταν βέβαια απίθανο ένας τέτοιος άντρας να μην έχει ουρά τις κατακτήσεις. Και δεν έβλεπε γιατί έπρεπε να νιώθει τώρα μια τέτοια απογοήτευση σ’ αυτή τη σκέψη. Η “κοντέσα” ήταν προφανώς για την... επιχορήγηση. Η ξανθιά, κι ο Θεός μόνο ήξερε πόσες άλλες ξανθιές, για την απόλαυση. Της ερχόταν αναγούλα σ’ αυτή τη σκέψη. Γύρισε στο σαλέ αναστατωμένη, και αγανακτισμένη με τον εαυτό της που ασχολιόταν μαζί του. Μα τι διάβολο της συνέβαινε; Δεν την ενδιέφεραν πια οι άντρες, δεν ήθελε να μπλεχτεί με κανέναν άντρα. Δεν επρόκειτο έτσι κι αλλιώς να μπλεχτεί ποτέ της με κάποιον σαν αυτόν τον τύπο. Για πάρα πολλούς λόγους. Πρώτα-πρώτα, ήταν αυτονόητο πως δε θα του άρεσε του ίδιου. Σίγουρα, θα ήταν συνηθισμένος να κυκλοφορεί με καλλονές τύπου Λίντα Μάλορι. Αν ποτέ γύρναγε να κοιτάξει κάποιαν σαν τη Βάνιτι Πράιορ, θα ήταν ασυζητητί για τα λεφτά της και μόνο - όπως σίγουρα συνέβαινε και με την “κοντέσα”. Δε χρειαζό­ ταν και μεγάλη ευφυΐα για να το σκεφτεί κανείς αυτό. Αλλά που να τον έπαιρνε, τι άντρας που ήταν! Κάθε φορά που τον έβλεπε, της έκοβε την ανάσα. Ανάδινε ολόκληρος έναν αι­ σθησιασμό, που τη χτύπαγε σαν εκρηκτικό κύμα. Γυρίζοντας στο σαλέ, γδύθηκε, έκανε ένα ζεστό μπάνιο, και φόρεσε το φουστάνι που της είχε διαλέξει η Νικόλ για κείνο το


39

βράδυ. Η καμαριέρα της ήταν εξαιρετικά πεπειραμένη, κι ήξερε πώς έπρεπε να την ντύσει, καλύτερα κι απ’την ίδια τη Βάνιτι. Το μοντέλο ήταν του Κέντσο, αλλά πολύ λιγότερο εξεζητημένο απ’ τα συνηθισμένα του, τέλειο για μια ήσυχη βραδιά στο σπίτι. Η Βάνιτι αφέθηκε στα επιτήδεια χέρια της Νικόλ, κι όταν αυτή τέλειωσε και με τα μαλλιά της, στέναξε βαθιά στη σκέψη πως ό­ λες οι ετοιμασίες πήγαιναν χαμένες, μιας και δε θα τις έβλεπε κανείς. Ευχήθηκε να είχε κάποιον γνωστό να καλέσει για ένα ποτό ή για το δείπνο, και γι’ άλλη μια φορά σκέφτηκε να τηλε­ φωνήσει στον Κέιν και να του πει να έρθει να τη βρει με παρέα. Η αλήθεια όμως ήταν πως δε θα την ικανοποιούσε ούτε η συν­ τροφιά του Κέιν, ούτε οποιουδήποτε άλλου εκείνες τις μέρες. Αυθόρμητα, ρώτησε τη Νικόλ: «Πες μου ειλικρινά, τρώγομαι καθόλου από εμφάνιση;» Η Νικόλ την κοίταξε παραξενεμένη. «Μα φυσικά. Είσαστε πο­ λύ όμορφη, μις Πράιορ. Το ξέρετε αυτό». Η Βάνιτι γέλασε πικρά. «Έλα, σου είπα θέλω την αλήθεια. Μην προσπαθείς να με κομπλιμεντάρεις». «Σας λέω την αλήθεια», διαμαρτυρήθηκε η Νικόλ. «Αφού το βλέπετε κι εσείς». Δεν ήξερε τι έβλεπε. Κοιτάχτηκε γι’ άλλη μια φορά εξεταστι­ κά στον καθρέφτη, ψάχνοντας για το “πολύ όμορφη” που έλε­ γε η καμαριέρα της, και χωρίς να το βρίσκει. Ήταν βέβαια πολύ λεπτή τώρα πια - ποτέ πριν δε θυμόταν να έχει πάει πενηντατρία κιλά. Για το ύψος της ήταν πολύ καλά, αν και θα ήθελε να έχανε ακόμα δυο-τρία, να εξαφανίσει και τις τελευταίες καμ­ πύλες απ’το σώμα της. Το στήθος της ήταν καλό, όχι μικρό, αλ­ λά ούτε και πολύ μεγάλο, και στεκόταν μια χαρά χωρίς σουτιέν. Τα πόδια της τρωγόντουσαν. Το πρόσωπό της της φαινόταν α­ σήμαντο, αλλά τουλάχιστον είχε ωραία μάτια. Κάτι ήταν κι αυ­ τό, αλλά οπωσδήποτε απείχε πολύ απ’ το πρότυπο της ξανθιάς καλλονής στο δάσος. Κι η ίδια ήταν πάλι έτοιμη ν’αρχίσει ν’ασχολείται στα σοβαρά με κάποιον άντρα. Ο εαυτός της ολόκληρος ξεσηκωνόταν σ’ αυτή τη σκέψη, αλλά τελικά, ίσως να ήταν κάτι φυσικό. Είχε τώ­ ρα πάνω από ένα χρόνο που ζούσε σαν καλόγρια, αλλά και πριν απ’ αυτό, η σεξουαλική της ζωή με τον Ρομπέρτο είχε τα χάλια της για μεγάλο διάστημα. Και δεν ήταν παρά μόνο είκοσιεφτά χρόνων. Είχε φυσιολογικές ανάγκες, κι ήταν εξίσου φυσιολογι­ κό να ξυπνάνε αυτές οι ανάγκες με την πρώτη ευκαιρία. Σεξ, σκέφτηκε. Σεξ και τίποτα περισσότερο. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζομαι. Δεν πρόκειται ποτέ να ξαναπέσω στην παγίδα. Το ξέρω πια καλά πως δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο


40

απ’ το σεξ, ούτε απ’ την πλευρά του θηλυκού, ούτε απ’ την πλευρά του αρσενικού. Δεν πρόκειται να ξανακάνω άλλα λάθη. Ο Ρομπέρτο ήταν το τελευταίο. Ένιωσε πάλι σκληρή, αποφασισμένη κι αυτάρκης. Και δεν της έκανε την παραμικρή εντύπωση που η σκέψη του Ρομπέρτο ερ­ χόταν πια κι έφευγε απ’το μυαλό της, χωρίς ν’αφήνει ούτε υπο­ ψία πόνου. ★ Στο τέλος της βδομάδας, ο καιρός ξάνοιξε και πάλι. Σταμάτησε να χιονίζει, κι ο ήλιος ξεπρόβαλε λαμπερός πάνω απ’τις βουνο­ κορφές. Το φρεσκοστιβαγμένο χιόνι ήταν μια πρόκληση, που η Βάνιτι δε θα μπορούσε ποτέ να αγνοήσει. Κι επειδή είχε βαρε­ θεί να πηγαινοέρχεται με το τρένο και με τον εναέριο, πήρε ένα ελικόπτερο που την πήγε κατευθείαν στο Στόκχορν, απ’ όπου μπορούσε να δοκιμάσει τη δυσκολότερη κατάβαση εκείνης της πλευράς. Ο εναέριος ανέβαζε συνέχεια σκιέρ, και το εστιατόριο κοντά στην πλατφόρμα ήταν γεμάτο κόσμο. Η Βάνιτι αποφάσισε να πιει έναν καφέ πριν ξεκινήσει την κατάβαση, κι αφήνοντας τα σκι και τα μπαστούνια της απ’ έξω, προχώρησε στην κατάμεστη βεράντα όπου οι πελάτες απολάμβαναν τον ήλιο και τη φαντα­ σμαγορική θέα. Η ομορφιά του τοπίου ήταν συγκλονιστική. Πή­ ρε τον καφέ της, αποφασισμένη να τον πιει στα όρθια και να ξε­ κινήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν, ανυπομονώντας να ξαναγευτεί τη μαγεία του βουνού, την πρόκληση της κατάβασης, τη μο­ ναξιά και τη σιωπή της πίστας. Καθώς προχωρούσε αργά, πίνον­ τας το καυτό ρόφημα, στο οπτικό της πεδίο βρέθηκε απρόσμε­ να ο ξανθός άγνωστος με την εξίσου ξανθιά καλλονή που είχε δει τις προάλλες έξω απ’ το σαλέ του. Έρχονταν προς το μέρος της, περνώντας ανάμεσα απ’τα γε­ μάτα τραπέζια, εκείνος με το ίδιο απρόσιτο και υπεροπτικό ύ­ φος που είχε πάντα, σαν να ήταν ο βασιλιάς όλου αυτού του με­ γαλειώδους μέρους, κι εκείνη γελώντας χαρούμενα στον ήλιο. Την κρατούσε απ’το χέρι καθώς άνοιγε δρόμο για να περάσουν. Ήταν πραγματικά μια πολύ όμορφη κοπέλα, αλλά ακόμα κι αυ­ τή χανόταν δίπλα στον μεγαλόπρεπο συνοδό της. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε σε μια πίστα χιονιού, και με την καρδιά να βροντοχτυπάει ξαφνικά στο στήθος της, η Βάνιτι είχε για μια στιγμή την παράλογη ιδέα να στραφεί και να φύγει τρέχοντος απ’ την άλλη, για να μην αναγκαστεί να τον προσπεράσει. Δεν ήξερε γιατί. Κατά κάποιον τρόπο, της φαινό­


41

ταν πως δε θα μπορούσε ν ’ αντιμετωπίσει το βλέμμα του. Το ζευγάρι πέρασε από δίπλα της, και για μια στιγμή, ήταν σί­ γουρη πως πίσω απ’ τα σκούρα γυαλιά του ήλιου, τα μάτια του την περιεργάζονταν με μια σχεδόν αυθάδικη ένταση. Σφίγγον­ τας τα χείλια, τους προσπέρασε όσο πιο αγέρωχα γινόταν. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Βγαίνοντας απ’ το εστιατόριο, ένιωσε σχεδόν να ζαλίζεται - όλο της το αίμα θαρρείς κι είχε α­ νέβει στα μάγουλά της. Δε γύρισε να τους ξανακοιτάξει, και με­ τά απ’αυτό, βιάστηκε να φορέσει τα σκι της και να ριχτεί με αδι­ καιολόγητη έξαψη στην απότομη πλαγιά. Που να τον πάρει ο διάβολος, σκεφτόταν καθώς γλιστρούσε όλο και πιο γρήγορα προς τα κάτω, με μόνο το φσσς φσσς των σκι στ’ αυτιά της, γιατί με ανασταστώνει έτσι; Ακολούθησε την πίστα, παρόλο που όλη της η ψυχή λαχτα­ ρούσε να δοκιμάσει τις πλαγιές πέρα απ’ τις χαραγμένες δια­ δρομές. Το Στόκχορν, το Ρότχορν, και ακόμα περισσότερο το Μάτερχορν, την προκαλούσαν ακατανίκητα να τα εξερευνήσει, μακριά απ’τους τουρίστες και μακριά απ’τα κοντάρια και τα σημαιάκια της στάνταρ πίστας. Αλλά δεν τολμούσε να δοκιμάσει μόνη της. Δε γνώριζε καθόλου την περιοχή, αλλά μπορούσε να φανταστεί τι παγίδες θα έκρυβε για τον ανυποψίαστο. Δεν μπο­ ρούσε κανείς να παίζει ατιμωρητί με τις Άλπεις. Γύρισε στο σαλέ ψόφια απ’την κούραση, κι ακόμα αναστατω­ μένη απ’ την πρωινή συνάντηση με τον εντυπωσιακό άγνωστο. Όσο κι αν την έκανε να επαναστατεί η ιδέα, έπρεπε να παραδε­ χτεί ότι η έλξη που ασκούσε αυτός επάνω της, δεν είχε καμιά σχέση με την αισθητική απόλαυση ενός γλυπτού του Ροντέν. Κακά τα ψέματα - απ’ την πρώτη στιγμή που τον είχε αντικρί­ σει, αυτός ο άντρας είχε αναστατώσει τις αισθήσεις της, και μάλιστα μ’ έναν εντελώς πρωτόγνωρο τρόπο, βίαιο, τραχύ, α­ παιτητικό και βασανιστικό, που την τρόμαζε και με την ένταση, και με την επιμονή του. Τον σκεφτόταν συνέχεια απ’τη μέρα που είχε πατήσει το πό­ δι της στο Ζέρματ, κι ενδόμυχα λαχταρούσε από εκείνη την πρώτη συνάντηση να τον ξαναδεί. Ό σο κι αν τόσες μέρες τώρα εθελοτυφλούσε, δεν μπορούσε πια να αγνοεί το γεγονός ότι ουσιαστικά λαχταρούσε να τη δει κι αυτός, να την προσέξει, να νιώσει πόθο για κείνην. Να συναντηθούν τα βλέμματά τους, και να δει στα βάθη τους την επιθυμία. Ρίγη έξαψης τη διαπερνού­ σαν σ’ αυτή τη σκέψη, κι ας ήξερε πως ήταν κάτι που δεν είχε καμιά πιθανότητα να συμβεί. Η ξανθιά του συνοδός ήταν πάρα πολύ όμορφη, κι η ίδια δεν είχε καμιά διάθεση να πάρει τη θέση που φαινόταν να κρατάει στη ζωή του η “κοντέσα”.


42

Ήταν εντελώς μάταιο και να το σκέφτεται ακόμα. Έτσι κι αλ­ λιώς, δε θα της δινόταν ποτέ η ευκαιρία να τον πλησιάσει περισ­ σότερο. Δεν είχαν κοινούς φίλους, ή έστω γνωστούς, πέρα βέ­ βαια απ’ την Κάρα Μάσιμο, που η Βάνιτι φανταζόταν θα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος να συστήσει στο φίλο της μια άλλη γυ­ ναίκα. Ά σ ε που ήταν πολύ πιθανό να είχε πια κι αυτή τελειώσει μαζί του - αλλιώς πώς κυκλοφορούσε αυτός τόσο ξεδιάντροπα με την άλλη; Δεν αποκλειόταν να είχαν τσακωθεί εκείνο το βράδυ, στο ξενοδοχείο όπου τους είχε δει. Το ικετευτικό ύφος της “κοντέσας” πρόδινε πάρα πολλά, όσα και το αγέρωχο κι α­ διάφορο ύφος του συνοδού της. Ο συλλογισμός της φαινόταν πολύ λογικός, αλλά για μεγάλη της έκπληξη, και εξίσου μεγάλη ταραχή, το Σάββατο το βράδυ τον ξαναείδε, γι’ άλλη μια φορά με την “κοντέσα”. Βρίσκονταν οι δυο τους σ’ ένα έλκηθρο με δυο μαύρα άλογα, που την προσπέρασε αργά, κατευθυνόμενο προς την πλατεία. Η Βάνιτι είχε βγει για μια βόλτα στα μαγαζιά, κι έμεινε γΓ άλλη μια φορά να τους κοιτάζει με την καρδιά να σφίγγεται στο στήθος της. Η “κοντέσα” του μιλούσε με την ίδια ένταση, γερμένη προς το μέρος του, κι αυτός την άκουγε όπως και την άλλη φορά, με την ίδια απάθεια κι αδιαφορία. Μετά απ’ αυτό, δε χρειαζόταν και πολλή σκέψη για να ξεδιαλυθεί το μυστήριο. Ήταν φως φανάρι πως η “κοντέσα” ερχόταν να τον συναντήσει μόνο τα Σαββατοκύριακα. Είτε τον είχε εγκαταστήσει αυτή η ίδια στο Ζέρματ, είτε ο τύπος έμενε εκεί από δική του επιλογή, η ουσία ήταν πως προφανώς η Κάρα Μάσιμο δεν μπορούσε να μένει συνέχεια μαζί του. Και όλες τις υπόλοι­ πες μέρες της εβδομάδας, ο εραστής της το γλένταγε πίσω απ’ την πλάτη της με τις αμέτρητες ξανθούλες που θα του έπεφταν χωρίς αμφιβολία στα πόδια. Αναγούλα της ήρθε πάλι σ’ αυτές τις σκέψεις. Γύρισε στο σα­ λέ αναστατωμένη, νιώθοντας να πλημμυρίζει αηδία, μίσος γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους άντρες, άλλωστε, αντιπάθεια για την ξανθιά του συνοδό, και μια βαθιά συμπόνια για την “κοντέσα”. Τηλεφώνησε εκείνο το βράδυ στον Κέιν, σχεδόν αποφασι­ σμένη να του πει να έρθει να τη συναντήσει στο Ζέρματ. Τελικά όμως δεν μπόρεσε να το πει. Για μια φορά, δεν ήθελε τον Κέιν μαζί της, κι ούτε κι αυτή ήξερε το γιατί. Κι όταν αυτός της είπε, «μπορείς τώρα να γυρίσεις πίσω αν θέλεις. Το ζεύγος έφυγε μάλλον οριστικά», όλος της ο εαυτός εξεγέρθηκε στην ιδέα να γυρίσει πίσω στο Γκστάαντ. «Προτιμώ να μείνω εδώ. Περνάω καταπληκτικά, τελικά. Το


43

χιόνι είναι φανταστικό. Αν εξαιρέσεις που το βράδυ μένω μέσα και βλέπω τηλεόραση, κατά τα άλλα είμαι περίφημα. Και κάτι που δε θα το πιστέψεις - με ενθουσιάζει να ζω σαν οποιαδήπο­ τε μικροαστή. Αν σου πω ότι μόνο μια φορά χρησιμοποίησα ελι­ κόπτερο, τι θα πεις;» «Θα πω ότι ταλαιπωρείσαι άδικα», γέλασε ο Κέιν. «Δεν ξέρεις πόσο αναζωογονητικό είναι να περιμένεις στις ουρές του εναέριου. Κάθομαι υπομονετικά μαζί με όλους τους άλλους, και κανείς δε γυρίζει να μου ρίξει δεύτερο βλέμμα. Αν δεν ήταν το σαλέ και η Νικόλ, θα ένιωθα σαν πωλήτρια που δούλεψε όλο το χρόνο για να εξοικονομήσει μερικές μέρες δια­ κοπών. Ειλικρινά, Κέιν, είναι μια πολύ υγιεινή εμπειρία. Και τα βουνά είναι εκπληκτικά. Δεν έχω αρχίσει βέβαια στα σοβαρά τις εξερευνήσεις - από πίστα σε πίστα πάω ακόμα. Χτες κατέβηκα απ’ το Στόκχορν. Σκέτη μαγεία». «Πρόσεχε μην ξανοιχτείς υπερβολικά». «Ό χι βέβαια. Δεν το χω σκοπό να πάω να γκρεμοτσακιστώ σε καμιά χαράδρα. Μην ανησυχείς για μένα. Ποτέ δε βρισκόμουνα πιο μακριά απ’ την αυτοκτονία, απ’ όσο αυτές τις μέρες». Ήταν αλήθεια. Δε θυμόταν από πόσο καιρό τώρα είχε να νιώ­ σει τόσο ζωντανή, τόσο δραστήρια, τόσο συμφιλιωμένη με το περιβάλλον της. Δέκα μέρες στο Ζέρματ είχαν αρκέσει για να της ξαναδώσουν τη χαρά της ζωής που της είχε πάρει φεύγον­ τας ο Ρομπέρτο. Ή ίσως δεν ήταν ακριβώς το Ζέρματ πόυ της είχε ξαναδώσει το ενδιαφέρον της για τη ζωή - αλλά αυτό δεν ήθελε να το πολυσκέφτεται τώρα δα. Ένιωθε ότι ήθελε να ξανοιχτεί σε νέους ορίζοντες - και πρώτα-πρώτα, να αναμετρηθεί με τα πελώρια, απαγορευτικά βουνά της περιοχής. Ο τουριστικός οδηγός και οι χάρτες δεν αρκούσαν για τέτοιες εξορμήσεις. Θα της ήταν απαραίτητος έ­ νας οδηγός, κι επειδή η ίδια δεν ασχολιόταν ποτέ με τις μικροαπαιτήσεις της καθημερινής ζωής, και δε θα ’ξερε ούτε από πού ν’ αρχίσει για να ταχτοποιήσει ένα τέτοιο πεζό θέμα, απευθύν­ θηκε όπως πάντα στο “Αλπάιν”, όπου ένας υπάλληλος θαρρείς δεν ασχολιόταν παρά μόνο με το να παρέχει οτιδήποτε θα ζη­ τούσε η κυρία Πράιορ. Το σέρβις τους ήταν πραγματικά εκπλη­ κτικό. Θα πληρώνονταν βέβαια βασιλικά για τις υπηρεσίες τους, αλλά αυτά δε μείωνε την υψηλή ποιότητα που τις χαρα­ κτήριζε. «Έναν οδηγό», έγραψε ο υπάλληλος απ’ την άλλη πλευρά του τηλεφώνου. «Μάλιστα, μις Πράιορ. Πότε τον θέλετε;» «Αύριο το πρωί». «Αύριο το πρωί, λοιπόν. Να πούμε - στις εννιά; Να προλάβετε


44

να πάρετε το πρωινό με την άνεσή σας;» «Ωραία, στις εννιά. Θέλω κάποιον να ξέρει πολύ καλά την πε­ ριοχή, καταλαβαίνετε. Θα θελα να δοκιμάσω να κατέβω απ’τη μεριά της Ιταλίας». «Μα φυσικά, μις Πράιορ, θα σας στείλουμε τον καλύτερο, μείνετε ήσυχη. Με την εγγύηση του “Αλπάιν”. Μη σας απασχο­ λεί αυτό». Δεν την απασχολούσε καθόλου αυτό. Ή ξερε πως το μαγικό όνομα Πράιορ εγγυόταν πως θα είχε πάντα στη διάθεσή της ό,τι το εκλεκτότερο. Αν της έλεγαν απ’ το “Αλπάιν” ότι θα της έ­ στελναν τον καλύτερο οδηγό της περιοχής, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως θα ήταν ο καλύτερος. Μελέτησε με την ησυχία της τη διαδρομή στο χάρτη. Ξεκι­ νώντας απ’ το Τεοντούλπας ή το Φουργκσατέλ, κάτω απ’ το Μάτερχορν, κατέληγε στην ιταλική Σερβίνια. Ήταν μια μακριά και κουραστική κατάβαση, αλλά η Βάνιτι δεν τη φοβόταν. Είχε πρωτανέβει στα σκι σε ηλικία τριών χρόνων, κι ένιωθε τόσο άνε­ τα πάνω τους, όσο και μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο. Επιπλέον, εκεί­ νες τις μέρες ήταν σε εξαιρετικές φόρμες, και σωματικά, και πνευματικά. Η παρατεταμένη άσκηση στον καθαρό αέρα του βουνού, είχε κάνει το σώμα της σκληρό σαν ατσάλι. Ένιωθε κάθε μυ και κάθε νεύρο του κορμιού της σε συνεχή ετοιμότητα, ικανό ν’ αποδεχτεί οποιαδήποτε πρόκληση σε κάθε στιγμή. Αλλά αν έπαιρνε τον εναέριο για ν’ ανέβει ψηλά στο Τεον­ τούλπας, θα έχανε πολύτιμη ώρα. Καλύτερα ν’ανέβαινε με ελι­ κόπτερο. Ο χάρτης την πληροφορούσε πως ο κανονισμός επέ­ τρεπε στα ελικόπτερα να πετάνε ως το Τρόκενερστεγκ. Αυτό τη βόλευε μια χαρά. Απ’τη Σερβίνια πάλι, θα μπορούσε να γυρί­ σει πίσω με ελικόπτερο, ή με τον εναέριο, ή και με έλκηθρο α­ κόμα. Θα μπορούσε επίσης να μείνει μια βραδιά στην ιταλική κω­ μόπολη, και να δοκιμάσει την επομένη το πρωί μια κατάβαση απ’ το πανύψηλο Μόντε Ρόζα. Έλπιζε ο οδηγός που θα της έστελναν να γνωρίζει και τα βουνά από την άλλη πλευρά των συνόρων. Είπε στη Νικόλ να της έχει πρόχειρο το διαβατήριό της, και πή­ γε να κοιμηθεί γεμάτη έξαψη και προσμονή για την αυριανή μέρα. Η ίδια έξαψη κι η ίδια προσδοκία την πλημμύρισαν πάλι μόλις ξύπνησε, στις έξι το επόμενο πρωί. «Μπορεί να μείνω απόψε στη Σερβίνια», είπε στη Νικόλ την ώρα που της σέρβιραν το πρωινό της, φρέσκο-φρέσκο απ’ το Αλπάιν. «Θα σου τηλεφω­ νήσω, αλλά μην ανησυχήσεις κι αν δεν τα καταφέρω. Καμιά φο­ ρά ξέρεις πώς είναι τα ιταλικά τηλέφωνα στην τουριστική σεζόν». Έχωσε το διαβατήριό της, άφθονο ρευστό και όλες τις πιστω­


45

τικές της κάρτες στην τσέπη του άνορακ, και ειδοποίησε το Αλπάιν ότι θα χρειαζόταν έλκηθρο και ελικόπτερο. «Μάλιστα, μις Πράιορ. Στις εννιά έλκηθρο, στις εννιάμιση ελικόπτερο. Εντά­ ξει». Κανένα πρόβλημα. Έπρεπε μόνο να περιμένει να έρθει ο ο­ δηγός της. Έλπιζε να μην αργήσει, αν και κανείς ποτέ δεν αρ­ γούσε στην Ελβετία. Βιαζόταν να ξεκινήσει, βιαζόταν ν’αναμε­ τρηθεί με το Μάτερχορν. Το σώμα της πλημμύριζε αδρεναλίνη σ’αυτή τη σκέψη. Στις εννιά ακριβώς, ούτε δευτερόλεπτο μετά, χτύπησε η πόρ­ τα του σαλέ. Η Νικόλ πήγε ν’ ανοίξει, ενώ η Βάνιτι της φώναζε, «αν είναι το έλκηθρο, πες του να περιμένει. Αν είναι ο οδηγός, φέρ’ τον μέσα». Φόρεσε βιαστικά το άνορακ, κι έβαζε τον σκούφο της όταν άκουσε τα βήματα στο καθιστικό, πίσω της. Στράφηκε μ’ ένα τυπικό χαμόγελο στα χείλια. «Καλημέρα», άρχισε να λέει, αλλά ξαφνικά τα λόγια πάγωσαν στο στόμα της, η καρδιά της θάλθηκε να χτυπάει σαν τρελή, κι έμεινε μ’ ανοι­ χτό το στόμα να κοιτάζει τον ξανθό άντρα που στοίχειωνε τό­ σες μέρες τις σκέψεις της.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 4

Της είπε αργόσυρτα: «Καλημέρα, μις Πράιορ. Είμαι ο Έβαλντ Άκερμαν, ο οδηγός σας». Η Βάνιτι προσπάθησε να πει κάτι, αλλά της ήταν αδύνατο ν’ αρθρώσει λέξη. Ποτέ της δεν είχε νιώσει πιο γελοία απ’ όσο ε­ κείνη τη στιγμή, που τον κοιτούσε σαν ηλίθια, με το στόμα ν’ α­ νοιγοκλείνει και να μη βγαίνει λέξη απ’τα χείλια της. Μα δεν εί­ ναι δυνατόν, σκεφτόταν μηχανικά. Ο οδηγός μου; Αυτό καταν­ τάει κωμικοτραγικό! «Με ειδοποίησαν χτες απ’ το Αλπάιν», συνέχισε ο άντρας με την ίδια βαθιά, αργόσυρτη φωνή, που ήταν εξίσου αντρίκια κι αι­ σθησιακή με οτιδήποτε άλλο πάνω του. Μιλούσε αγγλικά, έξοχα αγγλικά μάλιστα, σχεδόν χωρίς ίχνος ξενικής προφοράς. Και στε­ κόταν εκεί ατάραχος, καταμεσίς στο καθιστικό της, τόσο τερά­ στιος και μεγαλόπρεπος, που το μεγάλο δωμάτιο έμοιαζε ξαφνικά ασφυχτικά γεμάτο. Ήταν χωρίς αμφιβολία το ωραιότερο και το πιο σέξι αρσενικό που είχε δει ποτέ της, και συγχρόνως το πιο αλαζονικό, μ’ αυτό το ύφοσ του του απόλυτου κυρίαρχου, σαν να του ανήκε και το καθιστικό, και το σαλέ, και η ίδια η Βάνιτι - ή σαν να την είχε μόλις προσλάβει εκείνος. Αν βέβαια επρόκειτο όντως για τον οδηγό που είχε προσλάβει, και δεν την είχαν ξεγελάσει τ’ αυτιά της, ή δεν της έκανε κανείς κάποια κακή φάρσα. Περισσότερο πάντως κι απ’ την έκπληξη, την ανάσα της την είχε κόψει η παρουσία του, για πρώτη φορά τόσο κοντά της, κι η αίσθηση ότι επιτέλους μπορούσε να τον κοτάξει με την ησυ­ χία της, να του μιλήσει κιόλας αν ποτέ κατάφερνε να ξαναβρεί τη λαλιά της. «Μου είπαν ότι θέλετε να κατεθείτε στη Σερβίνια», συνέχισε α­ τάραχος ο άντρας, αγνοώντας τελείως τη δική της ανικανότητα να απαντήσει έστω μ’ ένα ναι ή ένα όχι. Τα γαλάζια του μάτια την περιεργάζονταν χωρίς ίχνος αμηχανίας - μάλλον υπεροπτικά, αν ήθελε να βρει τον ακριβή όρο. Τα κατάξανθα μαλλιά του γλι­ στρούσαν κι έπεφταν σε ατίθασες τούφες πάνω στο ηλιοκαμένο του μέτωπο, κι η στενή φόρμα τόνιζε προκλητικά τις γραμμές του τέλειου κορμιού του. Ήταν ολόκληρος μια βραδυφλεγής βόμβα αισθησιασμού, και στη σκέψη ότι θα έπρεπε να τον αφήσει να την οδηγήσει ως τη Σερβίνια, πάνω απ’ τις μοναχικές πλαγιές του Μάτερχορν, η καρδιά της έκανε τούμπες στο στήθος της. Ό ταν τελικά τα κατάφερε να ξαναμιλήσει, η φωνή της ακού­ στηκε σαν ξένη στ’ αυτιά της. «Φαντάζομαι... φαντάζομαι ξέρε­ τε τη διαδρομή», παρατήρησε ανόητα. Κι ύστερα πρόσθεσε σαν


47

χαμένη: «Είσαστε - στ* αλήθεια είσαστε οδηγός;» «Όχι», της είπε ατάραχος. «Βασικά είμαι δάσκαλος του σκι. Αλλά ξέρω την περιοχή καλύτερα κι απ’την παλάμη μου, κι όταν χρειάζονται κάποιον πραγματικά καλό οδηγό, απευθύνονται σ’ εμένα. Ησυχάσατε τώρα;» Τα μάγουλά της βάφτηκαν κατακόκκινα. «Δεν αμφισβήτησα τις ικανότητές σας». «Ωραία. Μπορούμε να φεύγουμε λοιπόν; Ό σο πιο νωρίς ξεκι­ νήσουμε, τόσο καλύτερα». Το υπεροπτικό του ύφος θα έπρεπε να την κάνει τρελή. Δεν είχε συνηθίσει να της μιλάνε έτσι οι άνθρωποι που προσλάμβανε σαν οδηγούς στο βουνό - ούτε και κανένας άλλος υπάλλη­ λός της, άλλωστε. Ήταν εντελώς παράλογο να τον αφήνει να παίρνει έτσι το πάνω χέρι και να τη φέρνει σε μειονεκτική θέση, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γΓ αυτό, ούτε καν να ενο­ χληθεί. Ακόμα δεν είχε συνέλθει απ’ το σοκ. Ώστε ήταν δάσκαλος του σκι - τώρα μπορούσαν να εξηγη­ θούν όλα αυτά τα σούρτα-φέρτα της “κοντέσας”. Μα πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, αναρωτιόταν σαν χαζή καθώς τον ακολου­ θούσε ως έξω. Δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό πως θα επρόκειτο για δάσκαλο του σκι. Δεν του έμοιαζε. Της ήταν α­ δύνατο να τον φανταστεί να κάνει μια τόσο παρακατιανή δου­ λειά για να επιβιώσει. Κάτι πάνω του διέψευδε τα λόγια του. Όλη αυτή η σιγουριά, αυτή η τερατώδης αυτοπεποίθηση και α­ λαζονεία, δεν μπορούσαν να ταυτιστούν στο μυαλό της με την ταπεινή θέση ενός δασκάλου του σκι στο Ζέρματ. Την ώρα που αυτός φόρτωνε τα σκι τους στο έλκηθρο, του είπε βιαστικά: «Κάτι ξέχασα. Περιμένετέ με δυο λεπτά, παρα­ καλώ», και ξαναμπήκε στο σαλέ. Τηλεφώνησε με χέρια που έ­ τρεμαν στο “Αλπάιν”, και όταν της απάντησαν, είπε χαμηλόφω­ να: «Είμαι η Βάνιτι Πράιορ. Τώρα μόλις ήρθε ο οδηγός που μου στείλατε. Τον λένε Έβαλντ Άκερμαν. Είσαστε - είσαστε σί­ γουρος πως αυτός είναι;» Γελοία γίνεσαι κορίτσι μου, έλεγε συγχρόνως στον εαυτό της, αλλά της ήταν αδύνατο ακόμα να το πιστέψει. «Αναμφίβολα, μις Πράιορ. Ο κύριος Άκερμαν είναι εξαιρετι­ κά πεπειραμένος. Θα σας ικανοποιήσει απόλυτα». «Απλά αναρωτιόμουνα», είπε αδύναμα η Βάνιτι, κι ευχήθηκε οι άνθρωποι να μην πίστευαν ότι είχαν να κάνουν με κάποια υ­ στερική. «Ήθελα μόνο να βεβαιωθώ», κατέληξε ξεροκαταπί­ νοντας. «Είναι όντως καλός;» «Ο κύριος Άκερμαν γνωρίζει την περιοχή του Ζέρματ όσο λί­ γοι άλλοι», είπε ευγενικά ο υπάλληλος. «Ζει πολλά χρόνια στην


48

πόλη, και μπορώ να πω ότι είναι καλύτερος κι απ’τους ντόπιους Είναι επίσης εξαιρετικός σκιέρ. Ήταν στην εθνική ομάδα της Ελβετίας - χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς, χρυσά και στο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Δε θα μπορούσα να σας βρω καλύτε­ ρον, μις Πράιορ. Δεν έχετε κανένα λόγο ν’ ανησυχείτε». «Δεν ανησυχώ», τα μάσησε αμήχανα η Βάνιτι. «Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, και σας ευχαριστώ για τον κόπο σας». «Δεν είναι τίποτα, μις Πράιορ. Ευχαρίστησή μας. Σας εύχομαι να περάσετε μια ευχάριστη μέρα». Ο Έβαλντ Άκερμαν περίμενε υπομονετικά στο κρύο, όρθιος δίπλα στο έλκηθρο. Βλέποντάς τον, η καρδιά της έχασε πάλι κάμποσους χτύπους. Ποτέ δε θα συνήθιζε σ’αυτήν την εντυπω­ σιακή του εμφάνιση, σκέφτηκε αναστατωμένη. Ποτέ δε θα συ­ νήθιζε στην ιδέα ότι αυτός ο άντρας θα ήταν στη διάθεσή της για όλη την υπόλοιπη μέρα - ίσως και για την επομένη. Της ή­ ταν ακόμα αδύνατο να πιστέψει ότι η πιο κρυφή κι η πιο απίθανη φαντασίωσή της είχε βγει αληθινή. Ως τότε τον σκεφτόταν σαν κάτι ολότελα απρόσιτο, εντελώς έξω απ’τον δικό της κόσμο και τη ζωή της, που έδινε απλά τροφή σε ορισμένα απραγματοποίη­ τα, και γι’ αυτό ακίνδυνα, όνειρα. Τώρα ο Έβαλντ Άκερμαν καθόταν δίπλα της στο έλκηθρο, κι αν ήθελε, θα μπορούσε ακόμα και ν’απλώσει το χέρι να τον αγ­ γίξει. Κι αντί να καταλαγιάζει η δική της αναστάτωση, μεγάλωνε με κάθε λεπτό που περνούσε. Μια παράλογη κι εντελώς ανεδα­ φική προσμονή, φούντωνε όλο και περισσότερο μέσα της. «Σκέφτηκα ν’ ανέβουμε μ’ ελικόπτερο», είπε για να καλύψει τη σιωπή ανάμεσά τους. «Το ξέρω. Με ενημέρωσαν απ’το Αλπάιν», της αποκρίθηκε α­ διάφορα. Δεν είχε ιδέα τι άλλο να του πει - ή αν έπρεπε όντως να του πει οτιδήποτε άλλο. Ένιωθε τόσο αμήχανη μαζί του, που καταντούσε γελοίο. Ποτέ της δεν είχε ανάλογα προβλήματα στο παρελθόν. Σ’ όλη της τη ζωή είχε να κάνει με υπαλλήλους, με ανθρώπους που προσλάμβανε η οικογένειά της, και αργότερα η ίδια, για να προσ­ φέρουν την άλφα ή βήτα υπηρεσία. Ήταν η πιο φυσιολογική κα­ τάσταση γΓ αυτήν, κι ένιωθε πάντα εξαιρετικά άνετα με τους αν­ θρώπους της. Δεν ήταν σνομπ, και μπορούσε να γίνει προσιτή, α­ κόμα και ιδιαίτερα φιλική μαζί τους, όπως με τον Κέιν. Ήξερε τέ­ λεια να ισορροπεί στη λεπτή γραμμή που χώριζε την οικειότητα, από την αδυναμία να κρατήσει τη θέση της. Τώρα όμως ήταν σί­ γουρη πως καμιά τέτοια ακροβασία δε θα τη βοηθούσε με τον Έ ­ βαλντ Άκερμαν, ίσως επειδή αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τους ανθρώπους που προσλάμβανε συνήθως, ή ίσως επειδή η ίδια δεν


49

μπορούσε να τον δει σαν υπάλληλό της. Το υπεροπτικό του ύφος δεν είχε μαλακώσει ούτε ελάχιστα, και δεν έδειχνε καμιά διάθεση ν’ ανοίξει αυτός την κουβέντα. Ήταν φανερό πως, όσον αφορούσε τη Βάνιτι Πράιορ, το μόνο που τον ενδιέφερε, ήταν να την κατεβάσει σώα και αβλαβή ως τη Σερβίνια. Και γιατί όχι; σκέφτηκε σκληρά η Βάνιτι. Απ’όσο ή­ ξερε, ο κύριος Άκερμαν ήταν καλυμμένος απ’ όλες τις πλευ­ ρές. Δεν είχε κανένα λόγο να το δει διαφορετικά το πράγμα. «Σκέφτηκα», του είπε τελικά, «να μείνω μια μέρα στη Σερβί­ νια. Έ χει κάτι ενδιαφέρουσες διαδρομές. Δεν ξέρω αν θα μπο­ ρούσατε να μείνετε κι εσείς - αν βέβαια γνωρίζετε τα βουνά από εκείνη την πλευρά... Φυσικά, θα καλύψω όλα σας τα έξο­ δα», έσπευσε να προσθέσει, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Της έριξε ένα εντελώς ουδέτερο πλάγιο βλέμμα. «Σύμφωνοι. Ναι, τα ξέρω καλά τα βουνά από εκείνη την πλευρά». Και πρόσθεσε πιο ανάλαφρα: «Μια ζωή κάνω σκι ανάμεσα στο Μάτερχορν και το Μόντε Ρόζα, ξέρετε. Για να μην αναφέρω και το Λευκό Opoc». Ξαφνιασμένη απ’ την απρόσμενη ελαφράδα του τόνου του, τον ρώτησε δειλά: «Είσαστε απ’ αυτά τα μέρη;» «Όχι. Γεννήθηκα στη Ζυρίχη, αλλά έφυγα μικρός από κει». «Τα αγγλικά σας είναι έξοχα», τόλμησε να παρατηρήσει η Βάνιτι. «Ευχαριστώ». «Μένετε μόνιμα στο Ζέρματ;» «Λίγο-πολύ». «Με τι ασχολείστε το καλοκαίρι;» Αυτός ανασήκωσε τους ώμους. «Πάντα υπάρχει κάτι να κά­ νεις. Φυσικά, ο όγκος της δουλειάς είναι μέχρι τον Απρίλη. Στις ψηλές κορφές όμως και στον παγετώνα, έχει χιόνι και το καλο­ καίρι. Μετά είναι οι αναβάσεις στο Μάτερχορν, και οι άνθρωποι χρειάζονται πάντα έναν οδηγό». «Είναι... αποδοτική η δουλειά σας;» «Αρκετά». Δεν έδειχνε να τον ενοχλούν οι ερωτήσεις της, αλλά η Βάνιτι είχε έντονη την εντύπωση πως θα προτιμούσε να μην της μι­ λάει για τον εαυτό του ή τη δουλειά του. Αργότερα, στο ελικό­ πτερο, καθώς πετούσαν πάνω απ’τις μεγαλόπρεπες βουνοκορ­ φές, του είπε: «Δεν έχω ξαναπάει στη Σερβίνια. Πώς είναι;» «Δε θα μπορούσα να πω ότι είναι το πιο κοσμοπολίτικο, ή το πιο γραφικό χωριό στην περιοχή. Αλλά έχει καταπληκτικές δυ­ νατότητες για σκι. Απ’ αυτή την άποψη, είναι απ’ τα καλύτερα σημεία στις Άλπεις. Πολύ ψηλά βουνά ένα γύρω, μακριές δια­


50

δρομές, και στο πλάτωμα Ρόζα έχει χιόνι όλο το καλοκαίρι». «Α, ωραία», είπε ανόητα η Βάνιτι. «Θα βρω μέρος να μείνω το βράδυ;» Της είπε αδιάφορα: «Θα το φροντίσω, αν θέλετε, μις Πράιορ Ελπίζω να βρούμε κάτι». «Ευχαριστώ», είπε κι η Βάνιτι, ξέροντας ενδόμυχα πως, χωρίς καμιά αμφιβολία, αυτός ο άντρας θα ήταν ικανός να της βρει κάτι όχι μόνο στη Σερβίνια, αλλά και στο φεγγάρι, αν κάποιος πύραυλος τους ανέβαζε ως εκεί κατά λάθος. ★

Αυτή η αίσθηση ότι ο Έβαλντ Άκερμαν θα ήταν ικανός να τα βγά­ λει πέρα σε κάθε περίπτωση ανάγκης, εντάθηκε όσο κατέβαιναν προς τα ιταλικά σύνορα. Η διαδρομή ήταν συναρπαστική, όσο και δύσκολη. Μακριά απ’ τις οργανωμένες πίστες, το έδαφος ήταν πολύ ανώμαλο, το χιόνι κρυσταλλιασμένο και σκληρό, γλιστερό δέκα φορές περισσότερο απ’το αφράτο χιόνι όπου δοκίμαζαν τις ικανότητές τους οι αρχάριοι, κι οι προεξοχές του βουνού τους α­ νάγκαζαν συνέχεια να κάνουν άλματα, για να προσγειωθούν πολ­ λά μέτρα πιο πέρα. Ήταν απλά συγκλονιστικό, ίσως επειδή μπρο­ στά της πήγαινε ο Έβαλντ Άκερμαν, δείχνοντάς της χωρίς δι­ σταγμό το δρόμο, σίγουρος για την κάθε στροφή που έπαιρνε, πετώντας κυριολεκτικά πάνω στη σκληρή πλαγιά, με μια δύναμη και μια χάρη που της έκοβε την ανάσα. Ήταν κι αυτή εξαιρετική σκιέρ, αλλά ο οδηγός της ήταν αναμ­ φισβήτητα το κάτι άλλο. Δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να σκιάρει έτσι. Τώρα μπορούσε να διαπιστώσει τη διαφορά ανάμεσα σ’ έ­ ναν απλά εξαιρετικό σκιέρ και σ’ έναν Ολύμπιο νίκη, έστω και πρώην. Η μαγεία του βουνού ταυτίστηκε με τη μαγεία που απόπνεε αυτός ο άντρας, γεμίζοντάς την με μια πρωτόγνωρη αίσθηση τελειότητας και γλύκας. Κάθε τι αρνητικό έσβησε και χάθηκε απ’ το μυαλό της - η “κοντέσα”, η ξανθιά καλλονή, ακόμα και το απαγορευτικό ύφος του Άκερμαν. Μια ατέλειωτη γαλήνη πλημμύρισε την ψυχή της, κι ένιωσε ότι ανήκε μ’ όλο της το εί­ ναι σ’αυτό το τοπίο και σ’ αυτά τα βουνά. Με μόνο ήχο στ’αυτιά της το σφύριγμα του ανέμου και το σύρσιμο των σκι στο έδα­ φος, ακολουθούσε τον οδηγό της, ξέροντας πως όπου κι αν την οδηγούσε, θα της ήταν το ίδιο ευπρόσδεκτο. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια απ’την ψηλή του σιλουέτα. Η ομορφιά κι η δύνα­ μη του καλογυμνασμένου κορμιού μπροστά της, γέμιζε την καρδιά της με μια ανείπωτη λαχτάρα, καυτερή σαν πόνο.


51

Διέσχισαν ένα ακόμα σκιερό δάσος, όπου το έδαφος ήταν ε­ ξαιρετικά ανώμαλο, το χιόνι πυκνό και βαρύ. Υποχρεωτικά έκο­ ψαν ταχύτητα, και λίγο πιο κάτω, ο άντρας σταμάτησε εντελώς, και την περίμενε. Η Βάνιτι τον πλησίασε με την καρδιά να χτυ­ πάει άταχτα στο στήθος της. «Συμβαίνει τίποτα;» «Όχι. Απλά σκέφτηκα πως ίσως να είχατε κουραστεί μετά από τόση διαδρομή σε μικρή κλίση. Αν θέλετε να πάρετε μια α­ νάσα...» «Καλή ιδέα», είπε η Βάνιτι, κι έγειρε σχεδόν λαχανιάζοντας στον κορμό ενός δέντρου. Πραγματικά είχε αρχίσει να κουρά­ ζεται, αλλά όχι τόσο πολύ που να φοβάται πως δε θα τα έβγαζε πέρα στην υπόλοιπη διαδρομή. «Είμαστε μακριά ακόμα;» «Ό χι και τόσο, τώρα πια». Έγερνε όλο άνεση στα μπαστούνια του, κοιτάζοντας πέρα τον ορίζοντα. «Μπορούμε να διαλέξου­ με δυο δρόμους - ο ένας είναι πιο σύντομος, αλλά και πιο επι­ κίνδυνος. Πείτε μου τι προτιμάτε». «Πόσο επικίνδυνος;» «Περνάει πάνω από μια χαράδρα. Αν νιώθετε κάπως κουρα­ σμένη, θα προτιμούσα να μην το διακινδυνεύσουμε. Έ χει πολ­ λά άλματα ενδιάμεσα, και θα μπορούσατε να προσγειωθείτε ά­ σχημα και να γλιστρήσετε». «Ας πάμε τότε απ’ τον άλλον». «Εντάξει». Κι ύστερα πρόσθεσε μ’ένα αχνό χαμόγελο: «Είσαστε πάντως εξαιρετική σκιέρ». Το αίμα έβαψε πάλι άλικα τα μάγουλά της, κι απόστρεψε το κε­ φάλι για ν’αποφύγει το βλέμμα του. Χριστέ μου, πάει, τρελάθηκα, σκέφτηκε, πανικοβλημένη απ’ το κύμα της επιθυμίας που την έ­ πνιξε. Ποτέ δεν είχε νιώσει μια τέτοια λαχτάρα για έναν άντρα. Θα έδινε οτιδήποτε για ν’ απλώσει αυτός το χέρι και να την αγγίξει. Η επιθυμία της πραγματοποιήθηκε λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, όταν τα κατάφερε να κουτρουβαλιαστεί σαν αρχάρια στην πλα­ γιά. Είχε κουραστεί πια, τα πόδια της δεν την κρατούσαν όσο στην αρχή της διαδρομής. Ο Άκερμαν είχε δίκιο που είχε προ­ τείνει τη διαδρομή με τα λιγότερα άλματα. Σ’ ένα απ’ αυτά προσγειώθηκε τόσο άσχημα, που άρχισε να κατρακυλάει στην πλαγιά, με το ένα της σκι να πετάει στον αέρα, και τα μπαστού­ νια της να το ακολουθούν από πίσω. Σταμάτησε λίγο πιο κάτω, με τα μάτια γεμάτα αστεράκια. Ανα­ κάθισε πάνω στο χιόνι, και κοίταξε γύρω για να δει πού είχε πέ­ σει το σκι της. Ο Άκερμαν είχε φρενάρει απότομα, κι ερχόταν ταχύτατα προς το μέρος της, διασχιστά στην πλαγιά. «Είμαι εν­ τάξει», είπε γενναία η Βάνιτι. «Μην ανησυχείς. Πού στο καλό είναι το σκι μου;»


52

«Εκεί πέρα», είπε ο άντρας, γονατίζοντας δίπλα της. «Θα σας I το φέρω - πρώτα όμως να δούμε μήπως στραμπουλήξατε τίποτα». «Δε νομίζω». Η καρδιά της χοροπήδησε όταν οι παλάμες του I άγγιξαν εξεταστικά πρώτα το ένα της πόδι, και μετά το άλλο. Αυθόρμητα, έκλεισε τα μάτια κι έγειρε πίσω μ’ ένα βαθύ στε­ ναγμό. «Πονάτε πουθενά;» έκανε ουδέτερα ο άντρας. «Όχι. Είμαι εντάξει, νομίζω». Ανοιξε πάλι τα μάτια, και βρέ­ θηκε να τον κοιτάζει κατάματα. Κάτω απ’τις πυκνές χρυσαφιές του βλεφαρίδες, τα μάτια του έμοιαζαν με βαθιές, ατάραχες λίμνες του βουνού. «Ωραία», είπε ο άντρας. «Πάω να φέρω εκείνο το σκι». Αναση­ κώθηκε με μια γρήγορη, ρευστή κίνηση, γεμάτη απ’τη χάρη του αιλουροειδούς, και σε δυο λεπτά είχε μαζέψει και της έφερνε και το σκι και τα μπαστούνια της. Γονάτισε δίπλα της, της φόρε­ σε το σκι που είχε φύγει, ύστερα ανασηκώθηκε ανάλαφρα, και της έτεινε το χέρι. Μ ’ ένα βαθύ ρίγος, η Βάνιτι άφησε τη λεπτή της παλάμη να χωθεί στη δική του. Της φάνηκε ότι ακόμα και μέσ’ απ’ τα γάν­ τια, η θέρμη του χεριού του περνούσε στο δικό της. Σηκώθηκε, τράβηξε το χέρι της, και θάλθηκε να ταχτοποιεί νευρικά τα γυα­ λιά της. Ο άντρας ξανάβαλε τα δικά του, και τη ρώτησε μαλακά: «Εντάξει; Θα τα καταφέρετε με την υπόλοιπη πλαγιά;» «Ναι, δεν έχω πρόβλημα», είπε η Βάνιτι. «Ήταν μια ανόητη τούμπα. Στην προσγείωση λύγισαν τα πόδια μου». «Ήταν κουραστική η διαδρομή», παρατήρησε αδιάφορα ο Άκερμαν. Ο ίδιος βέβαια έδειχνε ξεκούραστος, σαν να είχε ξεκινή­ σει μόλις εκείνη τη στιγμή. =εκούραστος και γερός σαν βράχος. Το ίδιο ξεκούραστος έδειχνε κι όταν αργότερα έφτασαν στη ρίζα του βουνού, όπου πέρασαν απ’τον έλεγχο διαβατηρίων, κι όταν μπήκαν στη Σερβίνια. Δε βρήκε την παραμικρή δυσκολία στο να της κλείσει ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο, κι η Βάνιτι, ακούγοντάς τον να συνεννοείται με τον υπεύθυνο στο τουριστι­ κό γραφείο, ξαφνιάστηκε απ’ το πόσο καλά μιλούσε τα ιταλικά, χωρίς ίχνος γερμανικής προφοράς, τουλάχιστον όσο το δικό της αυτί μπορούσε να πιάσει. Ήταν όλος γεμάτος αντιφάσεις, στ’ αλήθεια. Οι τρόποι του ήταν έξοχοι, σαν να είχε βγει από ανάκτορο. Τα αγγλικά του εκ­ πληκτικά, τα ιταλικά του το ίδιο, και ίσως να μιλούσε κι άλλες γλώσσες εκτός απ’ τη μητρική του, τα γερμανικά. Και οπωσδή­ ποτε, απείχε πολύ απ’ την εικόνα που είχε στο μυαλό της για τους Ελβετούς οδηγούς των Άλπεων, που ήταν ως επί το πλείστον τραχείς βουνίσιοι, και σπάνια διέθεταν τη συμπεριφορά και την άνετη, ρευστή ευγένεια που έδειχνε σε κάθε περίπτωση


53

ο συνοδός της. Ο Έθαλντ Άκερμαν παραήταν ραφινάτος για Ελβετό χωριάτη. Ο Έθαλντ Ακερμαν παραήταν επικίνδυνος για την πνευματι­ κή της γαλήνη. Της είπε: «Μπορούμε να κλείσουμε δωμάτιο στο “Σερθίνο ντ’ Όρο”, αν βέβαια επιμένετε να μείνετε εδώ απόψε. Αν όχι, μπο­ ρούμε να επιστρέφουμε όποτε το επιθυμείτε». «Ας μείνουμε», είπε η Βάνιτι. Την πήγε ως το ξενοδοχείο τους με τα πόδια - δεν ήταν μα­ κριά, άλλωστε. Η Σερβίνια, όπως της το είχε πει, δε διέθετε τη γραφικότητα των ελβετικών χωριών, η θέα όμως ένα γύρω ήταν φαντασμαγορική. Η πολίχνη βρισκόταν σε μια βαθιά κοιλάδα α­ νάμεσα σε πανύψηλα και πανέμορφα βουνά, σε υψόμετρο δύο χι­ λιάδων μέτρων. Ήταν κρίμα που η αρχιτεκτονική της, και το γεγο­ νός ότι ήταν γεμάτη αυτοκίνητα, χάλαγαν τη γενικότερη εικόνα. «Αύριο το πρωί, λοιπόν», είπε ο Έβαλντ Άκερμαν, όταν μπή­ καν στο χολ του ξενοδοχείου. «Τι ώρα θέλετε να ξακινήσουμε;» «Στις εννιά;» πρότεινε δειλά η Βάνιτι. Ή ταν έτοιμος να την α­ φήσει και να φύγει, κι αυτή δεν μπορούσε να περιμένει ως τις εννιά το άλλο πρωί για να τον ξαναδεί. Ήταν τρελό και παράλο­ γο, ήταν επίσης πολύ επικίνδυνο, αλλά της φαινόταν πως οι ώ­ ρες που θα μεσολαβούσαν, θα ήταν οι πιο άδειες της ζωής της. «Στις εννιά». Της χαμογέλασε τυπικά, έτοιμος να γυρίσει την πλάτη και να φύγει. «Και κάτι άλλο», έσπευσε να πει η Βάνιτι. «Δεν το ξέρω καθό­ λου εδώ το μέρος - τι θα πρότεινες για το βράδυ; Κανένα καλό ρεστοράν, οτιδήποτε...» Της είπε αργόσυρτα: «Υπάρχουν πολλά καλά μέρη, αλλά φο­ βάμαι όχι στο επίπεδο του Ζέρματ ή του Σεντ Μόριτζ. Η κουζίνα είναι πιο απλή απ' αυτή την πλευρά των συνόρων». «Δε με πειράζει», είπε η Βάνιτι. «Τρώω ό,τι να ναι». Μια σχεδόν κοροϊδευτική λάμψη πέρασε απ’τα μάτια του, αλ­ λά δεν έκανε κανένα σχόλιο σ’αυτήν τη λίγο υπερβολική δήλω­ ση. «Το “Σερβίνο ντ’ Ό ρ ο ” έχει πολύ καλή κουζίνα. Το ίδιο και τα άλλα μεγάλα ξενοδοχεία. Υπάρχει ακόμα το “Λα Κάζα Βέρντε”, και για κάτι πιο μοντέρνο, το “Ντράγκον Παμπ”. Θέλετε να σας τα γράψω κάπου;» «Όχι», είπε ξεροκαταπίνοντας η Βάνιτι. «Σκέφτηκα μόνο πως ίσως θα ήθελες να φάμε μαζί, αν - αν δεν έχεις τίποτ’ άλλο να κάνεις. Θα είμαι κι εγώ μόνη, και δεν έχω συνηθίσει να κυκλο­ φορώ ασυνόδευτη τη νύχτα». Περίμενε με κομμένη ανάσα την απάντησή του, που της φάνηκε ότι άργησε να έρθει. «Ναι», της είπε τελικά, με τον ίδιο αργόσυρτο τόνο. «Δεν έχω τίποτ’ άλλο


54

να κάνω. Ευχαριοτώ για την πρόσκληση. Τι ώρα;» «Να πούμε... στις οχτώ; Θα Όελα να ξεκουραστώ πρώτα λίγο, και να βγω να ψωνίσω ό,τι θα χρειαστώ για τη νύχτα». «Στις οχτώ, λοιπόν. Εδώ». «Εντάξει». Της φάνηκε ότι έφτασε ως το δωμάτιό της πατώντας σ’ ένα παχύ στρώμα από σύννεφα. ★

Με τις φόρμες του σκι, θα έδειχναν εντελώς εκτός τόπου σ’ ε­ κείνο το σικ εστιατόριο, αν η Βάνιτι δεν είχε τον αέρα που έδινε το χρήμα, κι αυτός δε διέθετε την εντυπωσιακή του αυτοπε­ ποίθηση. Πουθενά δε θα φαινόταν εκτός τόπου ο Έβαλντ Άκερμαν. Όπου κι αν έμπαινε, ακόμα και στο Μπάκιγχαμ, θα περ­ πατούσε με την ίδια σιγουριά, θα κρατούσε με τον ίδιο αγέρωχο τρόπο ψηλά το κεφάλι, και θα κοιτούσε τους υπόλοιπους κοι­ νούς θνητούς γύρω του σαν να ήταν υποτελείς του. Έτσι και τώρα, μπήκε στην κατάμεστη αίθουσα σαν να φο­ ρούσε τουλάχιστον σμόκιν, και σαν να είχε στο λογαριασμό του στην τράπεζα τουλάχιστον τις καταθέσεις των Πράιορ. Γύρω τους, ένα σωρό καλοχτενισμένα κεφάλια στράφηκαν να τον κοιτάξουν. Η Βάνιτι ήταν σίγουρη πως ποτέ δεν είχε δει τόσες γυναίκες να κοιτάζουν έτσι έναν άντρα. Επρόκειτο βέβαια για έναν ασυνήθιστα εντυπωσιακό άντρα, αλλά δεν ήταν μόνο αυ­ τό. Ήταν περισσότερο ο μαγνητισμός του, η άνεση στις κινή­ σεις του, ίσως και το ύφος του. Θα ήταν αδύνατο να περάσει ο­ πουδήποτε απαρατήρητος. Ακόμα και ο μετρ, έσπευσε προς το μέρος τους μόλις τους είδε, αγνοώντας δυο άλλα ζευγάρια που είχαν μπει μαζί τους. Ό ταν βρέθηκαν καθισμένοι σ’ ένα απ’τα καλύτερα τραπέζια, η Βάνιτι γέλασε λίγο. « Έλεγα πως θα μας πέταγαν έξω βλέποντάς μας με τις φόρμες», έκανε διασκεδάζοντας. Ό λο το από­ γευμα προσπαθούσε να ξαναβρεί τον έλεγχό της, κι είχε απο­ φασίσει να το παίξει εντελώς αδιάφορη, σαν να της συνέβαινε κάθε μέρα να συντρώει με τους βουνίσιους οδηγούς της. Ο άντρας χαμογέλασε ευγενικά. «Δεν είναι και τόσο ασυνήθι­ στο να τρώει κανείς εδώ με τις φόρμες του σκι. Οπωσδήποτε, δε θα το ανέχονταν σε μέρη όπως το Σεντ Μόριτζ, ας πούμε, αλ­ λά αυτό φυσικά το έχετε υπόψη σας. Θα θέλατε ν* αρχίσουμε μ’ ένα απεριτίφ, μις Πράιορ;» Η Βάνιτι έκλεισε στιγμιαία τα μάτια, πήρε βαθιά αναπνοή, κι είπε ανάλαφρα: «Θα σε πείραζε να κόψεις αυτό το "μις


55

Πράιορ”; Μ ε κάνει να νιώθω εξήντα χρόνων. Το όνομά μου είναι Βάνιτι». Τα μάτια του καρφώθηκαν με ξαφνική ένταση στα δικά της. Για μια στιγμή, έμεινε να χαζεύει το τιρκουάζ τους χρώμα θαμ­ πωμένη. Δεν είχε ιδέα τι συνέθαινε, γιατί ξαφνικά το βλέμμα του είχε αυτή την ένταση κι αυτό το βάθος. Της είπε ήσυχα: «Το δικό μου είναι Έβαλντ - αλλά το ξέρεις αυτό, Βάνιτι». 0 ήχος της φωνής του έκανε κάτι μέσα της να τρεμουλιάσει ανεξέλεγκτα. Κανείς ποτέ δεν την είχε αποκαλέσει “Βάνιτι” μ* αυτόν τον τρόπο. Σαν να είχε βάλει μέσα σε τρεις μόνο συλλα­ βές, όλες τις υποσχέσεις κι όλο τον αισθησιασμό του κόσμου. Πάλεψε να ξαναβρεί την επαφή της με την πραγματικότητα, κι είπε άσχετα: «Δε φανταζόμουνα ότι θα μ* άρεσε τελικά τόσο πολύ το Ζέρματ. Είχα ξανάρθει μια φορά, πριν χρόνια. Κι είχα μια εντύπωση ότι θα Ταν φοβερά φασαριόζικο». «Είναι», είπε ο Έβαλντ. «Σε σύγκριση με άλλα μέρη». «Εγώ πηγαίνω συνήθως στο Γκστάαντ. Έχω ένα σαλέ εκεί. Ή στο Σεντ Μόριτζ - εκεί συχνάζουν τ’αδέρφια μου. Πες μου κάτι - είναι δύσκολη η δουλειά σου;» Αυτός ανασήκωσε τους ώμους. «Κάθε δουλειά είναι δύσκολη όταν είσαι τελειομανής. Εγώ είμαι. Αλλά είναι επίσης και μια δουλειά που μ’ αρέσει, κι επομένως δεν παραπονιέμαι». «Πώς αποφάσισες να γίνεις δάσκαλος του σκι;» Αυτή η απο­ ρία πραγματικά τη βασάνιζε όλη μέρα. Σίγουρα δεν ήταν φτιαγ­ μένος για μια τόσο δευτεροκλασάτη δουλειά. Τον έβλεπε τώρα στο τραπέζι - οι τρόποι του, όπως πάντα, ήταν άψογοι. Θα μπο­ ρούσε να πρόκειται για οτιδήποτε άλλο εκτός από δάσκαλο του σκι - για δικηγόρο, για μεγαλοεπιχειρηματία, για καθηγητή, για μεγαλογιατρό, για καλλιτέχνη. Κι ούτε έδειχνε βλάκας. Δεν μπορεί να μην του είχαν δοθεί άλλες ευκαιρίες στη ζωή του. Μια παράδοξη σκιά πέρασε απ’ τα μάτια του. «Όπως έλεγα, είναι μια δουλειά που μ’αρέσει. Λατρεύω το σκι, και λατρεύω τα βουνά. Λατρεύω προπαντός την ησυχία μου. Αυτός ήταν ο κύ­ ριος λόγος». «Κατάλαβα». Δεν ήξερε πώς να θέσει την επόμενη ερώτηση χωρίς να τον προσβάλει. «Μιλάς πάντως περίφημα αγγλικά και ιταλικά. Θα πρέπει να τα διδάχτηκες κάπου». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν ελαφρά, σαν να την προειδο­ ποιούσε ότι οι ερωτήσεις γίνονταν πολύ προσωπικές. «Τα δι­ δάχτηκα». «Έχεις - έχεις σπουδάσει τίποτα;» «Λίγα πράγματα». Δεν επρόκειτο να της απαντήσει με περισ­ σότερες λεπτομέρειες, ήταν φανερό. Προσπάθησε γι’άλλη μια


56

φορά. «Ζεις μόνος στο Ζέρματ;» Το χαμόγελο φάνηκε πάλι στα χείλια του, κάνοντας την καρ­ διά της να σπαρταρήσει. «Ναι». Ήταν τόσο όμορφος, που να τον έπαιρνε, και τόσο αρρενωπός... Πώς θα κατάφερνε να αντι­ μετωπίσει τη φουρτούνα που ξεσήκωνε μέσα της; Κι ύστερα ξαναθυμήθηκε την “κοντέσα”, και την ξανθιά, και πώς είχε ορκιστεί η ίδια να μην ξαναπέσει θύμα κανενός άντρα, και τι ακριβώς της είχε κάνει ο Ρομπέρτο, εκμεταλλευόμενος την ομορφιά και τα χαμόγελά του, κι ένα παγωμένο χέρι της έ­ σφιξε την καρδιά. Γύρισε την κουβέντα στο Ζέρματ και στη Σερβίνια, και τον ρώτησε πώς ήταν το γειτονικό Κουρμαγιέρ, κι η διαδρομή ως τη Βαλτουρνάνς. Δεν τον ξαναρώτησε τίποτε προσωπικό εκείνο το βράδυ, κι ού­ τε κι αυτός της έκανε την παραμικρή προσωπική ερώτηση. Ήταν ολοφάνερο πως δεν τον ενδιέφερε ούτε στο ελάχιστο η προσωρι­ νή του εργοδότρια. Ήταν εξαιρετικά ευγενικός, κι εξίσου απόμα­ κρος, αποφασισμένος να κρατήσει την κουβέντα σε τοπογραφικές λεπτομέρειες, ή στα οικολογικά προβλήματα της περιοχής. Ήταν πανέξυπνος, πολύ ενημερωμένος, εξαίρετος συζητητής, και τ’αγγλικά του ήταν πραγματικά τέλεια. Σε κάθε άλλη περίπτω­ ση, η Βάνιτι θα το είχε απολαύσει μ’όλη της την ψυχή, αλλά μ’αυ­ τόν τον απίστευτα αισθησιακό, και συγχρόνως τόσο ψυχρό άν­ τρα, κάθε λεπτό ήταν ένα μαρτύριο λαχτάρας και απογοήτευσης, κι όταν η βραδιά τέλειωσε, κι αυτός την άφησε έξω απ’την πόρτα του δωματίου της, ένιωθε άδεια κι εξαντλημένη. Δεν την είχε αφήσει να πληρώσει το λογαριασμό στο εστια­ τόριο. Βλέποντάς την να ψάχνει για τις πιστωτικές της κάρτες, είχε απλώσει το χέρι κι είχε αγγίξει απαλά το δικό της. «Όχι, Βάνιτι», είχε πει ανάλαφρα, αλλά και τελεσίδικα, κι είχε πληρώ­ σει ο ίδιος με ρευστό. Η Βάνιτι δεν τόλμησε να επιμείνει. Ο κύ­ ριος Άκερμαν έδειχνε να ξέρει πολύ καλά τι έκανε στην κάθε στιγμή, κι επίσης έδειχνε ο τύπος του ανθρώπου που δε δέχε­ ται αντιρρήσεις, ούτε καν απ’ τους εργοδότες του. Εκείνο το απαλό άγγιγμα, κι ο τρόπος που είχε πει, «όχι, Βάνιτι», τη βασάνιζαν στα όνειρά της όλη τη νύχτα. ★

Αλλά παρά τα ταραγμένα της όνειρα, η νύχτα τη βοήθησε να ξαναδεί τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Ο Έβαλντ Άκερμαν μπορεί να ήταν ο πιο επιθυμητός άντρας που είχε γνωρίσει ποτέ της, αλλά επίσης δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας δάσκαλος του σκι, που εκμεταλλευόταν τη γοητεία


57

του για να ρίχνει ηλικιωμένες κυρίες και, ενδιάμεσα, γοητευτι­ κές ξανθούλες μαθήτριές του. Επιπλέον, δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να ενδιαφερθεί για κείνην. Ό λη του η στάση απέναντι της το φώναζε καθαρά. Είχε ήδη μια πλούσια ερωμένη, δε χρειαζόταν παραπάνω μπλεξίμα­ τα. Ούτε η Βάνιτι άλλωστε ήθελε μπλεξίματα, αυτό ήταν δεδο­ μένο. Ήταν στερημένη από σεξ, κι ο τύπος την τραβούσε σωμα­ τικά. Δεν μπορούσε όμως να τον δει σαν άνθρωπο με ψυχή κι αι­ σθήματα. Το μόνο που σήμαινε γι’ αυτήν ο Έβαλντ 'Ακερμαν, ήταν ένα ωραίο σώμα κι ένα εξίσου ωραίο πρόσωπο. Θα της έκα­ νε ίσως καλό να κοιμηθεί μια φορά μαζί του, έτσι ψυχρά και κυνικά, σαν να έκανε κάποια κούρα που θα της είχε συστήσει ο γιατρός, αλλά κι αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε ξανακάνει ποτέ πριν στη ζωή της, και δεν μπορούσε να είναι σίγουρη για την αποτελεσματικότητά του. Όπως και να ’χε, πίσω απ’ την επιθυμία της γι’ αυτό το ωραίο σώμα, δεν υπήρχε παρά μόνο περιφρόνηση για το ποιόν του ι­ διοκτήτη του, και μαζί ένα τυφλό μίσος που απευθυνόταν σ’ όλο το αντρικό φύλο, και που για την ώρα, αποδέκτης του ήταν βέβαια ο Έβαλντ Ακερμαν. Αν την είχε φλερτάρει με οποιονδήποτε τρόπο, ήταν σίγουρη, θα τον είχε βάλει στη θέση του μ* ένα χα­ στούκι. Αλλά ευτυχώς, δεν είχε βρει το θράσος να το κάνει. Την επομένη την οδήγησε στο Πλατό Ρόζα, κι όταν πια κου­ ράστηκαν απ’ τις μάλλον εύκολες πλαγιές της Σερβίνια, έφυ­ γαν για το Ζέρματ. Η Βάνιτι πλήρωσε τη δική της διανυκτέρευση, αλλά όταν ζήτησε να πληρώσει και του συνοδού της, την πληροφόρησαν ότι ο κύριος Ακερμαν είχε τακτοποιήσει ήδη το λογαριασμό του. Αργότερα, στον εναέριο για το Ζέρματ, δεν μπόρεσε να μην του το αναφέρει. «Δεν έπρεπε να πληρώσεις το δωμάτιό σου. Σου είχα πει ότι θα κάλυπτα τα έξοδά σου στο κάτω-κάτω, εξαιτίας μου έμεινες το βράδυ στη Σερβίνια». Της είπε μ’ένα χαμόγελο: «=έρεις τι σου χρεώνω την ημέρα;» «Όχι», είπε η Βάνιτι. Ήταν αλήθεια, δεν είχε ιδέα. Ποτέ δε ρωτούσε πόσο μπορεί να έκανε κάτι. Περίμενε απλά να της στείλουν κάθε φορά το λογαριασμό, που κι αυτόν τον έβλεπε σπάνια η ίδια. Αυτά ήταν στη δικαιοδοσία του Κέιν. «Αρκετά πάντως ώστε να μπορώ να πληρώσω μια νύχτα στο ξενοδοχείο της Σερβίνια. Ας μην το συζητάμε άλλο. Κοίτα το Μάτερχορν - δεν είναι συναρπαστικό;» Της είχε πει ότι δεν ά­ ξιζε να πάρουν ελικόπτερο για την επιστροφή. «Η θέα απ’τον ε­ ναέριο είναι κάτι που δε θα το ξεχάσεις ποτέ σου. Και μετά θα κατέβουμε με τα σκι ως το Ζέρματ». Ήταν πραγματικά κάτι που δε θα το ξεχνούσε ποτέ της, όπως


58

δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτόν τον άντρα που την είχε αναστατώ­ σει τόσο έντονα και τόσο μάταια. Από μια μεριά θα ’πρεπε να εί­ ναι ευχαριστημένη που τέλειωνε η μικρή τους περιπέτεια. Αλλά δεν ήταν. Και πριν φτάσουν στο Ζέρματ, τον ρώτησε δι­ ατακτικά: «Υπάρχουν τόσα μέρη όπου θα θελα να πάω πριν γυ­ ρίσω στο Γκστάαντ. Τι λες - θα μπορούσες να μου τα δείξεις;» «Γιατί όχι;» έκανε αυτός, ανασηκώνοντας τους ώμους. «Στο κάτω-κάτω, αυτή είναι η δουλειά μου». «Τότε τι θα ’λεγες να ξαναρχίσουμε αύριο;» «Εντάξει. Στις εννιά;» «Στις εννιά, σύμφωνοι». Κι αυτό ήταν όλο. Την επομένη πήγε να την πάρει απ’το σαλέ, κι όλη την υπόλοιπη βδομάδα τη γύριζε μακριά απ’ τις πίστες, και μακριά απ’τους υπόλοιπους σκιέρ, αλλά ούτε για μια στιγμή η σχέση τους δεν ξεπέρασε την τυπική σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, κι η Βάνιτι δε βρήκε ούτε μια φορά το κουράγιο να τον καλέσει μέσα για ένα ποτό, όταν αργά το απόγευμα την άφηνε μπροστά στην πόρτα της και της έλεγε καληνύχτα. ★

Ήταν εντελώς τρελή γι’ αυτόν, έπρεπε να το παραδεχτεί. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’άλλο πέρα απ’τον Έβαλντ Άκερμαν, κι όσο τον σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ τον ήθελε. Σαν σεξουαλικό αντικείμενο, χωρίς αμφιβολία, αλλά αυτό δεν έκανε την επιθυμία της λιγότερο οδυνηρή. Και συγχρόνως, όσο περισσότερο τον επι­ θυμούσε, τόσο πιο έξαλλη γινόταν με τον εαυτό της για την αδυ­ ναμία της, και με τον ίδιο τον Έβαλντ που την προκαλούσε. Το Σαββατοκύριακο, της είπε, είχε ρεπό. Αν το επιθυμούσε, μπορούσαν να ξαναρχίσουν τη Δευτέρα. Της ευχήθηκε να πε­ ράσει καλά, κι εξαφανίστηκε όπως πάντα, χωρίς να ρίξει δεύτε­ ρο βλέμμα πίσω του. Η Βάνιτι μπορούσε να φανταστεί τι μορφή θα είχε το “ρεπό” του. Της Κάρα Μάσιμο, χωρίς αμφιβολία. Κι η σκέψη ότι αυτός θα πέρναγε το Σαββατοκύριακο με τη γριά ε­ ρωμένη του, της έφερε νέα κύματα αναγούλας. Ό σ ο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν ήταν δική της δουλειά πώς προτιμούσε να κερδίζει το ψωμί του ο Έβαλντ Ά­ κερμαν, της ήταν αδύνατο να ξεπεράσει την αηδία της. Τελικά, της είχε γίνει έμμονη ιδέα αυτός ο άνθρωπος, σωστή αρρώστια. Το Σαββατοκύριακο, πέρασε και ξαναπέρασε απ’το σαλέ του στο δάσος, έξαλλη με τον εαυτό της που υπέκυπτε έτσι σ’ αυ­ τήν την τρέλα, αλλά κάθε φορά, το σαλέ ήταν κλειστό και σκο­ τεινό, κι ήταν φανερό πως ο ιδιοκτήτης του, αν όντως αυτός ή­


59

ταν ο Έβαλντ Άκερμαν κι όχι η ξανθιά συνοδός του, δεν πολυπήγαινε σπίτι του εκείνες τις μέρες. *

Όπως το είχε φανταστεί, ο Έβαλντ πέρασε το Σαββατοκύριακο με την “κοντέσα”, αλλά όχι στο Ζέρματ. Η Κάρα Μάσιμο του εί­ χε τηλεφωνήσει πρωί-πρωί την Παρασκευή, για να του πει ότι σκόπευε να περάσει το Σαββατοκύριακο στο Σαμονί, κι ότι αν ήθελε να πάει να τη συναντήσει, ήταν διατεθειμένη να στείλει ένα ελικόπτερο να τον παβει το πρωί του Σαββάτου. «Αν πάλι δε θέλεις», του είπε ξερά, «κακό δικό σου. Εγώ θα έχω παρέα». Ο Έβαλντ είχε γελάσει. «Αν μου υποσχεθείς ότι δε θα μου κάνεις τη ζωή κόλαση, θα έρθω». «Ποτέ δε σου έχω κάνει τη ζωή κόλαση εγώ. Το αντίθετο μάλ­ λον συμβαίνει». Έβαλε πάντως τα δυνατά τηο να μην τον ε­ κνευρίσει, και ν ’ αποφύγει όσο γινόταν τα δυσάρεστά θέματα. Ήταν ένα ήσυχο Σαββατοκύριακο, χωρίς πολλούς καβγάδες, περισσότερο επειδή ο Έβαλντ σνομπάρισε εντελώς τις κοσμι­ κές δραστηριότητες της Κάρα, και προτίμησε να περάσει τις ώ­ ρες του σκιάροντας κάτω απ’ τη σκιά του Λευκού Όρους. «Ή ­ θελα να ’ξέρα», παρατήρησε χολιασμένη η Κάρα, «μετά από τόσα χρόνια, δεν το βαρέθηκες πια το σκι;» «Όχι», της είπε μ’ απάθεια. «Βαρέθηκα μόνο την γκρίνια σου». «Δεν γκρινιάζω. Απλά, μου είναι αδύνατο να καταλάβω πώς προτιμάς να μένεις θαμμένος στο Ζέρματ, όταν έχεις τις δυνα­ τότητες να ζήσεις κάπου αλλού, σαν νορμάλ άνθρωπος». «Μα ήδη ζω σαν νορμάλ άνθρωπος, Κάρα», της αποκρίθηκε μα­ λακά. «Αυτό είναι που δεν μπορείς να καταλάβεις. Όταν το βά­ λεις βαθιά στο μυαλό σου, θα είμαστε κι οι δυο πολύ καλύτερα». «Και δε θα ’ρθεις μαζί μου. Θα γυρίσεις στο Ζέρματ». «Αύριο πρωί-πρωί. Έχω δουλειά». «Δουλειά!» έκανε περιφρονητικά η “κοντέσα”. «Δουλειά! Θα μπορούσες να έχεις ό,τι επιθυμείς, χωρίς να δουλέψεις ούτε μια ώρα στη ζωή σου, κι εσύ προτιμάς να σκοτώνεσαι πάνω στις πλα­ γιές για ένα μεροκάματο. Είσαι τόσο ξεροκέφαλος, Εβάλντο, που απορώ γιατί ασχολούμαι ακόμα μαζί σου. Άντε, πήγαινε, πήγαινε στη “δουλειά” σου. Άντε ν’ ασχοληθείς να μάθεις μερικούς ηλί­ θιους υπαλληλάκους πώς να στέκονται πάνω στα σκι τους. Είναι μια σημαντική προσφορά στον κόσμο αυτή. Σωστό λειτούργημα!» «Ό σο ακριβώς κι η δική σου», της αντιγύρισε μελιστάλαχτα. «Κι άλλωστε, τώρα δα δεν ασχολούμαι να μαθαίνω υπάλληλό-


60

κους να στέκονται πάνω στα σκι τους. Αυτές τις μέρες κάνω τον οδηγό σε μια πολυεκατομμυριούχο», κατέληξε μ’ένα πειραχτι­ κό χαμόγελο. «Σπουδαία πρόοδος», έκανε ξερά η Κάρα. «Ποιαν;» «Τη Βάνιτι Πράιορ». «Για φαντάσου», του πέταξε σαρκαστικά η “κοντέσα”. «Κι αν είσαι καλό παιδί, μπορεί να σου κάνει δώρο ένα ρολόι!» «Γιατί, τι έχει το δικό μου;» τη ρώτησε όλο αθωότητα, ρίχνον­ τας μια ματιά στο χρυσό του Ρόλεξ. «Έχει ότι αν δε στο αγόραζα εγώ, δε θα μπορούσες να το α­ ποκτήσεις ούτε μετά από εκατό χρόνια στη “δουλειά” σου», του πέταξε φουρκισμένη. «Αν το βλέπεις έτσι, πάρ’ το πίσω. Μπορώ να κάνω και μ’ ένα Σουότς. Την ώρα πάντως θα τη δείχνει». «Μην είσαι ανόητος. Τα δώρα δεν επιστρέφονται». «Τα δώρα επίσης δε χρησιμεύουν για να τα χτυπάς κατάμου­ τρα στον άλλον», της είπε ξερά. «Κι αν δε σ’ αγαπούσα τόσο, Κάρα, θα στο είχα πετάξει εγώ στα μούτρα τώρα!». «Εντάξει, μη θυμώνεις, ξέρεις ότι λέω ηλιθιότητες όταν ε­ κνευρίζομαι. Τι τρέχει με τη νεαρή Πράιορ;» «Τι θες να τρέχει; Μ ε πληρώνει για να την πηγαινοφέρνω στα βουνά. Αυτό είν’ όλο». «Είσαι σίγουρος;» «Έλα, Κάρα, για τ’ όνομα του Θεού! Η κοπέλα δεν έχει καμιά διάθεση για έρωτες - ούτε εγώ, άλλωστε». «Τις προάλλες όμως με ρώταγες ποια είναι». «Μου είχε φανεί γνωστή, γι’ αυτό». «Εμένα μου φαίνεται ότι σ’ ενδιαφέρει αλλιώς». «Ναι», της είπε σαρκαστικά. «Μ ’ενδιαφέρει σαν λογαριασμός στην τράπεζα. Ικανοποιήθηκες τώρα;» «Μη γίνεσαι κακός, Εβάλντο. Δε σου πάει». «Δε θα κρίνεις εσύ, Κάρα, τι μου πάει και τι δε μου πάει». «Μην εκνευρίζεσαι. Απλά αναρωτιόμουνα». «Να μην αναρωτιέσαι. Είμαι ακόμα ελεύθερος να κανονίζω τη ζωή μου όπως αρέσει σ’ εμένα». «Το ξέρω», του είπε πικρά. «Το μόνο άλλωστε που κάνεις πάν­ τα, είναι να ζεις όπως αρέσει σ’ εσένα. Δε νοιάζεσαι για κανέναν άλλον. Αλλά δυστυχώς, σ’αγαπώ κι ενδιαφέρομαι για σένα. Και ειλικρινά, το βρίσκω απαράδεκτο να μου μιλάς μ’αυτόν τον τρόπο!» Ήταν ένα ακόμα καβγαδάκι όπως εκατοντάδες άλλα, που ξεθύμανε πάλι στο άψε-σβήσε. Μόνο πολύ αργότερα το ξαναθυμήθηκε η Κάρα, και παρατήρησε με προσποιητή αδιαφορία: «Βάζω στοίχημα ότι η νεαρή Πράιορ θα είναι πια τρελή για σένα».


61

Της έριξε ένα ψυχρό βλέμμα. «Πώς κατέληξες σ’αυτό το συμ­ πέρασμα;» Η “κοντέσα” γέλασε χωρίς κέφι. «Έλα τώρα, Εβάλντο, αφού το ξέρουμε πολύ καλά κι οι δυο τι είσαι ικανός να κάνεις σε μια γυναίκα! Δ εν ξέρω ούτε μία που να μη σε λιγουρεύεται». «Η Πράιορ είναι απ’ αυτές που δεν ξέρεις». «Σιγά», είπε η “κοντέσα”. «Βάζουμε ένα στοίχημα;» «Δε χρειάζεται. Το θέμα μου είναι εντελώς αδιάφορο». «Καλά», είπε η Κάρα Μάσιμο, και δεν το ξανασυζήτησε. Η ίδια είχε μια πολύ βάσιμη υποψία για το τι συνέβαινε. Ή ξερε πολύ καλά τον Έβαλντ, μπορούσε από χίλια δυο μικροπραγματάκια να καταλάβει προς τα πού φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος. Κα­ νείς δε θα της έβγαζε απ’ το μυαλό ότι κάτι έτρεχε τώρα με τη νεαρή Πράιορ. Αλλά δεν ήθελε να τον εκνευρίσει περισσότερο, κι άλλωστε, δεν είχε κανένα λόγο να σκάει για πράγματα που την εξέλιξή τους δε θα μπορούσε ποτέ να επηρεάσει η ίδια, ό,τι κι αν έκανε. Ο Έβαλντ δεν επηρεαζόταν ποτέ από κανέναν. Έ ­ κανε πάντα του κεφαλιού του, κι ήταν απόλυτα ικανός να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. Και πεισματάρης σαν μου­ λάρι, βέβαια, αλλά ίσως αυτό να ήταν κληρονομικό του.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 5

Το πρωί της Δευτέρας, η Βάνιτι τον περίμενε κολλημένη σχε­ δόν πίσω απ’ την πόρτα, μ’ έναν παράλογο φόβο πως αυτός δε θα ξαναρχόταν ποτέ, και πως ανοίγοντάς του, θα έβλεπε κά­ ποιον άγνωστο στη θέση του. Αλλά όταν χτύπησε η πόρτα και την άνοιξε, ο Έβαλντ Ακερμαν στεκόταν γι’άλλη μια φορά στο κατώφλι της, μέσα απ’ την εξωτερική πόρτα, και της χαμογε­ λούσε με το γνωστό πια, μαγευτικό αλλά εντελώς τυπικό του χαμόγελο. «Έτοιμη;» «Ναι», είπε η Βάνιτι, κοντανασαίνοντας σχεδόν απ’ την ανα­ κούφιση. Τι ηλίθια που είμαι, τελικά, σκεφτόταν. «Παίρνω μόνο το άνορακ, και φεύγουμε. Μπες μισό λεπτό μέσα». Ο άντρας μπήκε αργά, και προχώρησε μέσα στο πολυτελές καθιστικό. «Πού θα θελες να πάμε σήμερα;» «Δεν ξέρω. Αποφάσισε εσύ». Πήρε το άνορακ, και στράφηκε προς το μέρος του. «Πώς πέρασες το Σαββατοκύριακο;» «Καλούτσικα. Ήμουνα με φίλους». «Εγώ μόνη όπως πάντα», παρατήρησε η Βάνιτι, και θα ’θελε να χε καταπιεί τη γλώσσα της πριν το πει. Η φωνή της είχε α­ κουστεί τόσο πικρά μελαγχολική, που δε θα απορούσε καθόλου αν αυτός έβγαζε οποιοδήποτε αυθαίρετο συμπέρασμα απ’ τη δήλωσή της. Πρόσθεσε βιαστικά: «Η αλήθεια όμως είναι πως μ’ αρέσει έτσι. Ήρθα επίτηδες χωρίς παρέα, για να μην παρασυρ­ θώ στην κοσμική ζωή, και να το ρίξω απκλειστικά στο σκι. Χτες και προχτές έκανα σκι με τις ώρες». «Πού;» ρώτησε ο άντρας. «Ψηλά στη Σανέγκα και στο Ρότενμπότεν, στη δύσκολη δια­ δρομή». Και μετά, οι λέξεις βγήκαν σαν από μόνες τους. «Μου έλειψες», είπε χαμηλόφωνα. Τα μάτια του βρήκαν τα δικά της, και ξαφνικά, το δωμάτιο γέμι­ σε σπίθες ηλεκτρισμού. Μια αφύσικη σιωπή έπεσε στιγμιαία ανάμεσά τους, ύστερα αυτός της είπε αργόσυρτα: «Κι εμένα». «Ω», έκανε η Βάνιτι. Έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή, σαν να της είχε πει αυτός το πιο απίθανο πράγμα στον κόσμο, κι η καρ­ διά της πήγαινε να σπάσει στο στήθος της. Τ’αυτιά της βούιζαν, κι ένιωθε σαν να βυθιζόταν σ’ ένα παχύ στρώμα ομίχλης, όπου το μόνο φως ήταν το τιρκουάζ των ματιών του, έτσι όπως καρ­ φώνονταν, από μισό μέτρο απόσταση, στα δικά της. Ύστερα αυτός είπε: «Είναι τόσο πιο ενδιαφέρον να κάνεις τον οδηγό σε ένα σκιέρ του επιπέδου σου, απ’ το να προσπα­ θείς να μάθεις σε κάποιον πώς να κατεβαίνει την πλαγιά με κά-


63

ποια στοιχειώδη ισορροπία. Αυτές τις μέρες μαζί σου, πραγμα­ τικά το απόλαυσα». «Κι εγώ», είπε η Βάνιτι, ξαναβρίσκοντας όπως-όπως τον αυ­ τοέλεγχό της. «Είσαι πραγματικά εξαιρετικός στη δουλειά σου». Μετά απ’ αυτήν την ψυχρολουσία, δεν έμενε παρά να τον προσπεράσει αγέρωχα και να βγει στον παγερό δρόμο. Κι όλη την υπό­ λοιπη μέρα, έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να συνεχίσει να του φέρεται χωρίς ίχνος αμηχανίας, με μια επίπλαστη άνεση και ευθυμία, που πολύ φοβόταν δε θα ξεγελούσε κανέναν, πόσο μάλλον έναν άντρα με την οξυδέρκεια του Έβαλντ Άκερμαν. Πώς είχε αφήσει τον εαυτό της να προδοθεί έτσι το πρωί; Τι τον είχε αφήσει να εννοήσει; Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι σχέ­ σεις τους ήταν εξαιρετικά τυπικές, κι ούτε για μια φορά δεν εί­ χε περάσει κάποιος απ’ τους δυο τους τα προκαθορισμένα ό­ ρια, ούτε καν εκείνο το βράδυ που είχαν φάει μαζί στη Σερβίνια. Τώρα, μέσα σε μια στιγμή, τα είχε κάνει θάλασσα. Κι αυτός αυτός είχε σπεύσει να ξαναβάλει τα πράγματα στη θέση τους, καλύπτοντας το δικό της ολίσθημα, με μια άνεση κι ένα τακτ που η Βάνιτι δεν μπορούσε να μη θαυμάσει, παρ’ όλη τη βαθιά της απογοήτευση. Ήταν σαν να της είχε πει, «εντάξει, ξέρω ότι σου σ υμβαίνει κάτι , αλλά εγώ δ εν το συμμερίζομαι, γι 'αυτό α ς προσποιηθούμε πως ό, τι είπ αμε αφ ορούσε αποκλειστικά την ε ­ παγγελματική μ α ς σχέση...».

Είχε ταραχτεί τόσο πολύ, που ολόκληρο το υπόλοιπο πρωί ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί στα σκι της. Κι όπως ήταν φυσικό, σ’ ένα απ’τα άλματα, κουτρουβαλιάστηκε πάλι σαν σακί με πατάτες. Έμεινε πεσμένη στο παχύ χιόνι, εκεί που την είχε προσγειώσει η κατρακύλα της, βαριανασαίνοντας, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα απ’το απότομο σοκ που είχε υποστεί, κι ευχήθηκε να μην την είχε δει αυτός, και να την άφηνε εκεί που βρισκόταν, μόνη κι έρημη στην απεραντοσύνη των Αλπεων. Δε θα το άντεχε να νιώσει πάλι τα χέρια του ψυχρά εξεταστικά επάνω της, ούτε να δει όλο εκείνο το επαγγελματικό ενδιαφέρον στα μάτια του. Αλλά βέβαια, ο Έβαλντ την είχε δει. Αυτή ήταν η δουλειά του, άλλωστε. Γι’ αυτό πληρωνόταν έτσι αδρά, για να είναι βέβαιος στην κάθε στιγμή ότι δε θα έχανε κάποιον πελάτη σε καμιά χα­ ράδρα, ή από καμιά χιονοστιβάδα, ή απλά μέσα στα χιόνια σε κάποια στροφή του δρόμου. Διέσχιζε τώρα δυνατά και γρήγορα την πλαγιά, για να φτάσει ως το μέρος της. Γονάτισε δίπλα της, και τα μπράτσα του πέρασαν γύρω απ’την πλάτη της. «Βάνιτι είσαι εντάξει;» Την ανασήκωσε απαλά, αναγκάζοντάς την ν’ α­ νακαθίσει στο χιόνι. «Γιατί κλαις; Χτύπησες;» «Όχι», είπε αχνά η Βάνιτι. «Ήταν μόνο το σοκ». Τα μπράτσα


64

του ήταν ακόμα γύρω της, και θα θελε να μείνει σ’ όλη της τη ζωή ανάμεσά τους, μ’ αυτόν ζεστό και προστατευτικό δίπλα της, και με τα μάτια του να ψάχνουν με την ίδια ανησυχία το πρόσωπό της. Αλλά δε γινόταν, κι ακόμα κι αν γινόταν, δε θα το δεχόταν τελικά η ίδια. Δεν μπορούσε να πέσει ξανά στην ίδια παγίδα. «Όχι, είμαι εντάξει», ξανάπε, πιο σταθερά αυτή τη φο­ ρά. Της είχαν φύγει και τα δυο σκι, αλλά είχαν πέσει εκεί δίπλα. Ο Έβαλντ όμως δεν έκανε καμιά κίνηση προς το μέρος τους. Συνέχισε να την κρατάει απαλά στα μπράτσα του, μέχρι που αυ­ τή σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε. «Είμαι στ’ αλήθεια εντά­ ξει», είπε αγέρωχα. Απαλά, το γαντοφορεμένο του χέρι στάθηκε στο πρόσωπό της, και της σκούπισε τα δάκρυα απ’τα μάγουλα. Σαν υπνωτισμένη, η Βάνιτι έμεινε να τον κοιτάζει στα μάτια. Ο κόσμος γι’άλλη μια φο­ ρά τυλίχτηκε σε πυκνή ομίχλη. Δεν υπήρχε πια τίποτα, μόνο αυτή κι αυτός, σ’ένα τοπίο ονείρου έξω απ’την πραγματικότητα. Όταν τα χείλια του άγγιξαν τα μάγουλά της, σκουπίζοντας τα τελευταία ίχνη απ’τα δάκρυα, της ήρθε κάτι σαν λιποθυμιά. Έκλεισε τα μά­ τια, κι αφέθηκε σ’ αυτό το απαλό χάδι μ’ ένα βαθύ στεναγμό. Η καρδιά της πλημμύρισε από μια ανυπόφορη λαχτάρα, μια ανάγκη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ όμοια της. Όλη της η ζωή επικεντρω­ νόταν σ’εκείνη τη μαγική στιγμή τρυφερότητας στα μπράτσα του Έβαλντ Άκερμαν, σαν να μην είχε ζήσει ως τότε παρά μόνο για να φτάσει σ’εκείνη τη συγκεκριμένη πλαγιά του Μάτερχορν, και κα­ τευθείαν στην αγκαλιά του. Όταν τη φίλησε, ήταν σαν να γεννιόταν απ’την αρχή ο κόσμος. Τα χείλια του άνοιξαν καυτά τα δικά της, με μια εναγώνια δίψα που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ σε άντρα. Το σώμα της άρχισε να πάλλεται ολόκληρο σαν τεντωμένη χορδή. Έβαλε τα χέρια της στους ώμους του, γαντζώθηκε απ’ το άνοράκ του, έγειρε πίσω το κεφάλι, και μ’ ένα στεναγμό βαθιάς λαχτάρας, άνοιξε το στόμα για να δεχτεί το φιλί του. Η γλώσσα του μπλέχτηκε με τη δική της, σ’ έναν αισθησιακό χορό που της έφερνε ατέλειωτα ρίγη. Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω απ’το λαιμό του, κι έμει­ ναν να φιλιούνται λαίμαργα πάνω στο χιόνι, θαριανασαίνοντας και με κοφτά βογγητά πόθου, που ξέφευγαν πνιχτά απ’ τα χεί­ λια τους καθώς ξεχώριζαν στιγμιαία, για να ξανασμίξουν με την ίδια λαίμαργη λαχτάρα. Της είχε βγάλει τα γυαλιά του ήλιου, τώρα της πέταξε πέρα και το σκούφο που φορούσε, απελευθερώνοντας τα πυκνά, με­ ταξένια μαλλιά της. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν με τον εβένινο χείμαρο, τραβώντας της ακόμα περισσότερο το κεφάλι προς το μέρος του. Τα χείλια του καταβρόχθιζαν τα χείλια της και κάθε


65

εκατοστό του προσώπου της - τα μάγουλα, τα μάτια, το μέτω­ πό της. Βρέθηκαν να κυλιούνται σφιχταγκαλιασμένοι μέσα στο αφράτο χιόνι, μ’ αυτήν να βογγάει κοφτά, κι αυτόν να της ψιθυ­ ρίζει σπασμένα, «Βάνιτι, αχ, Βάνιτι - φίλα με κι άλλο, φίλα με πάλι...» Ύστερα κάπου βρέθηκε πάλι αυτή από κάτω, κι ο άντρας τρα­ βήχτηκε πίσω, έλυσε τα μπράτσα του από γύρω της, και την ά­ φησε τόσο απρόσμενα όσο είχε αρχίσει. Τα μάτια του ήταν σκο­ τεινά, κι απόφυγαν για μια στιγμή τα δικά της, αλλά η φωνή του ήταν πάλι σταθερή κι απόλυτα τυπική όταν ξαναμίλησε. Της εί­ πε αργά: «Ζητώ συγνώμη. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Πρέπει να έχα­ σα το μυαλό μου για μια στιγμή. Δε μου έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο - εννοώ, σε ώρα δουλειάς». Ανίκανη ακόμα να ξαναβρεί την ανάσα της, η Βάνιτι ανακάλυ­ ψε πως έτσι κι αλλιώς δε θα είχε τίποτα να του απαντήσει. Μά­ ζεψε το σκούφο της, και προσπάθησε να χώσει μέσα τα μαλλιά της. Τα χέρια της έτρεμαν σπασμωδικά. «Λυπάμαι», ξανάπε ο άντρας κι ανασηκώθηκε, όχι χωρίς κά­ ποια προσπάθεια. «Είμαι αδικαιολόγητος, και θα χεις δίκιο ό,τι κι αν πεις». Έφ ερε τα σκι της, και της τα φόρεσε αποφεύγοντας ν’αγγίξει τα πόδια της πέρα απ’το παπούτσι. Της έδωσε τα γυα­ λιά της του ήλιου. «Βράχηκες;» ρώτησε ουδέτερα. «Λίγο», είπε η Βάνιτι. Τα μαλλιά της ήταν μούσκεμα απ’ το χιόνι, αλλά ο σκούφος θα τα κρατούσε κάπως ζεστά. «Δεν πει­ ράζει». «Συχώρεσέ με», της ξανάπε βαριά, και της έδωσε το χέρι για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. «Πατάς καλά;» «Ναι», του αποκρίθηκε πνιγμένα. «Είμαι εντάξει. Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη. Δεν έγινε τίποτε, στ’αλήθεια. Εγώ το ξέχασα κιόλας». Της είπε τυπικά: «Μόλις κατέβουμε, έχει ένα εστιατόριο. Ας κάτσουμε εκεί για λίγο μέχρι να στεγνώσουμε εντελώς. Κάνει φοβερό κρύο σήμερα». «Εντάξει», είπε κι η Βάνιτι, και τον ακολούθησε, όχι και τόσο σταθερά, είν’αλήθεια, μέχρι κάτω στην πλαγιά, και στο σοφιστι­ κέ βουνίσιο εστιατόριο που, ευτυχώς, ήταν γεμάτο κόσμο. Στην πολυκοσμία, αποκλείονταν οι πιο προσωπικές συζητήσεις, και μπορούσαν να πιούν ένα ζεστό καφέ με κρέμα χαζεύοντας τους υπόλοιπους θαμώνες, και αποφεύγοντας έτσι έντεχνα να κοιταχτούν στα μάτια.


66

Την κατέβασε αργότερα στο Ζέρματ, και την έφερε όπως πάντα μέχρι το σαλέ της. Για μια στιγμή φάνηκε να διστάζει, ύστερα είπε αποφασιστικά: «Νομίζω πως πια σε πήγα παντού όπου θα μπορούσα να σε πάω. Την έμαθες την περιοχή σχεδόν τόσο κα­ λά όσο κι εγώ. Πρόσεχε μόνο τις τούμπες, Βάνιτι», πρόσθεσε μ’ ένα αχνό χαμόγελο. Και μετά είπε: «Αντίο». Η Βάνιτι ποτέ δεν κατάλαβε πώς τα κατάφερε να μην του πει, «δε θα ρθεις πάλι αύριο;». Θα το έλεγε σίγουρα, αν στο βάθος δεν ήξερε πόσο μάταιο θα ήταν. Ο Έβαλντ Άκερμαν είχε απο­ φασίσει πως εκείνο το μικρό συμβάν στο βουνό δεν έπρεπε να επαναληφθεί, και για να είναι σίγουρος ότι δε θα επαναλαμβανόταν, διέκοπτε έτσι εν ψυχρώ και την επαγγελματική τους σχέση. Και κάτι της έλεγε πως δεν υπήρχε κανένας τρόπος στον κόσμο να τον κάνει ν’αλλάξει γνώμη. Αυτός ο άντρας ήταν σαν γρανίτινος βράχος. Έδινε την εντύπωση πως κανείς ποτέ δε θα μπορούσε να τον πείσει να κάνει κάτι που δε θα το ήθελε, κι ήταν σαφές ότι τώρα δα, δεν ήθελε καθόλου να έχει παραπέ­ ρα μπλεξίματα με τη Βάνιτι Πράιορ. Αν είχε για μια στιγμή χάσει τον αυτοέλεγχό του στο βουνό, θα φρόντιζε να μην του δοθεί άλλη ευκαιρία να τον ξαναχάσει. Έτσι, δεν της έμενε παρά να του πει, «αντίο, κι ευχαριστώ για όλα», και να μείνει να τον κοιτάζει που έφευγε και χανόταν στη στροφή του δρόμου, συνειδητοποιώντας μόλις εκείνη τη στιγ­ μή τι θέση είχε πάρει αυτός στη ζωή της. Μέσα σε λίγες μέρες, της είχε γίνει απαραίτητος όσο κι ο αέρας που ανάσαινε. Μια α­ περίγραπτη οδύνη την έπνιγε στη σκέψη ότι δε θα τον ξανάβλε­ πε ποτέ πια. Μπήκε στο σαλέ σαν αυτόματο, και πέρασε όλη την υπόλοιπη βραδιά στο καθιστικό, που το φώτιζαν μόνο οι φλόγες στο τζάκι. Μια αβάσταχτη αίσθηση μοναξιάς κι εγκατάλειψης την έπνιγε, ένα συναισθηματικό κενό χειρότερο κι απ’όσο στις μέρες που εί­ χαν ακολουθήσει το χωρισμό της απ’ τον Ρομπέρτο. Το “αντίο” του Έβαλντ, της φαινόταν τώρα πιο οδυνηρό ακόμα κι απ’ την προδοσία του πρώην άντρα της. Είχε μια αίσθηση τετελεσμένου, σαν να είχε βρεθεί για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το γεγονός ότι δεν είχε κανένα περιεχόμενο και κανένα σκοπό η ζωή της. Δε χρειαζόταν τίποτε παραπάνω για να συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά ερωτευμένη ήταν με τον Έβαλντ Ακερμαν. Δεν της είχε συμβεί εκείνη την ημέρα, κάθε άλλο μάλιστα. Της είχε ίσως συμβεί απ’ την πρώτη στιγμή που τον είχε αντικρίσει, στο ελικοδρόμιο, τότε που είχε ευχηθεί να μπορούσε να μείνει να τον κοιτάζει με τις ώρες. Θα της έφτανε πάντα μια ματιά για να ε­ ρωτευτεί κάποιον σαν τον Έβαλντ Ακερμαν, κάποιον που μπο­


67

ρούσε ν’αποπνέει τόση δύναμη, τόση σιγουριά, τόσο μαγνητισμό με μόνη την παρουσία του. Βαθιά μέσα της, ένα πανίσχυρο ένστι­ κτο την είχε ειδοποιήσει ότι ένας τέτοιος άντρας, θα μπορούσε να της προσφέρει όλα όσα είχε στερηθεί στη ζωή της. Για λίγο, εκεί επάνω στο βουνό, είχε νιώσει ότι την ήθελε κι ε­ κείνος με το ίδιο πάθος. Γιατί το είχε κάνει; Δε φαινόταν απ’ τους τύπους που χάνουν τόσο εύκολα την ψυχραιμία τους και μάλιστα σε ώρα δουλειάς, όπως της είχε τονίσει κι ο ίδιος. Κι ύστερα, η δική της ανταπόκριση θα τον είχε οπωσδήποτε πείσει πως, αν μη τι άλλο, η Βάνιτι Πράιορ ήταν διαθέσιμη τουλάχι­ στον για το κρεβάτι. Παρά τις μεγάλες της αποφάσεις, εκείνη τη στιγμή δεν της είχε περάσει καν απ’ το μυαλό να προβάλει κάποια, στοιχειώδη έστω, αντίσταση. Γιατί δεν είχε φροντίσει αυτός να εκμεταλλευτεί τη διάθεσή της, και να τελειώσει φυ­ σιολογικά αυτό που είχε αρχίσει; Επειδή προφανώς δεν την ήθελε αρκετά για κάτι τέτοιο. Δεν έβλεπε να υπάρχει άλλη εξήγηση. Κι η ίδια βρισκόταν σε τέτοια διανοητική και συναισθηματική σύγχυση, που δεν ήξερε πια αν θα ήθελε να είχε συνεχίσει. Γ ια­ τί στο τέλος-τέλος, υπήρχε πάντα και η “κοντέσα”, και οι λογής-λογής ξανθούλες. Τι θα μπορούσε ποτέ να περιμένει από κάποιον σαν τον Έβαλντ Άκερμαν; Να της πουλήσει έρωτα για τα λεφτά της; Να ξαναρχίσει η ίδια ιστορία όπως με τον Ρομπέρτο και μ’ όλους τους άλλους; Ακόμα κι αν αυτός ήταν ο αγνότερος άντρας στη γη, η ίδια δε θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει στην ανιδιοτέλειά του. Κανένας αρσενικός δε θα μπορύσε πια να την πείσει ότι την ήθελε για την ίδια, κι όχι για τα λεφτά των Πράιορ. Θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να ξαναμπλέξει συναισθηματικά. Οι άντρες ήταν μόνο για λίγες ώρες σεξ, και τίποΤ’άλλο. Αλλά η ίδια δε θα μπο­ ρούσε ποτέ να δει τον Έβαλντ Ακερμαν σαν απλό επιβήτορα οποιονδήποτε άλλον άντρα ναι, αλλά αυτόν όχι. Τα αισθήματά της γι’ αυτόν ήταν πολύ περίπλοκα και σφαιρικά, για να αρκεστεί σε μια σεξουαλική σχέση. Χρειαζόταν απ’ αυτόν πράγματα που ο ίδιος προφανώς δε θα μπορούσε ποτέ να της δώσει - α­ γάπη, τρυφερότητα, αφοσίωση, πάθος, λαχτάρα, πίστη, κι εκεί­ νη τη βαθιά ταύτιση που δημιουργεί μόνο ο έρωτας. Τελικά, ίσως ήταν καλύτερα που αυτός είχε διαλέξει να φύγει. *

Δεν είχε πια και πολλούς λόγους να μένει στο Ζέρματ. Το πιο λογικό θα ήταν να μαζέψει την απογοήτευση, την πίκρα και τη


68

μοναξιά της, και να ξαναγυρίσει στο Γκστάαντ. Αλλά όσο κι αν προσπάθησε να πάρει την απόφαση, δεν τα κατάφερε. Της ήταν αδύνατο να φύγει απ’το μέρος όπου κυκλοφορούσε κι εκείνος. Στο Ζέρματ είχε πάντα κάποια ελπίδα να τον ξανασυναντήσει όχι πως αυτό θα ωφελούσε και πολύ, φυσικά, αλλά ολόκληρο το είναι της επαναστατούσε στην ιδέα να φύγει και να κόψει ορι­ στικά τις γέφυρες μεταξύ τους. Τις επόμενες μέρες τα σύννεφα κατέβηκαν χαμηλά, πνίγον­ τας το χωριό στην ομίχλη, κι άρχισε πάλι να χιονίζει. Η Βάνιτι έ­ κοψε τις εξορμήσεις εκτός πίστας, όχι τόσο λόγω του καιρού, όσο επειδή, όπως ανακάλυψε αργότερα, τα βήματά της την πή­ γαιναν θαρρείς από μόνα τους στα μέρη όπου φανταζόταν ότι θα μπορούσε να δει, έστω από μακριά, την ψηλή σιλουέτα του Έβαλντ Άκερμαν: στις πίστες για τους αρχάριους και τους λι­ γότερο προχωρημένους, στην ομαλή πλαγιά που περνούσε έξω απ’ το σαλέ όπου τον είχε δει εκείνη τη μέρα, στην πλατεία του χωριού, στα μαγαζιά, στο σταθμό του τρένου για το Γκρόνέργκρατ, ακόμα και στην παγωμένη λίμνη. Η μέρα της περνούσε αποκλειστικά αφιερωμένη στο να ξαναδεί τον Έβαλντ, αλλά δεν τον πετύχαινε πουθενά. Μια-δυο φορές είδε φως στο σαλέ στο δάσος, κι αυτό ήταν όλο. Άρχισε να βγαίνει τα βράδια, δεν τολμούσε όμως ακόμα να μπει μόνη της σ’ ένα απ’ τα μπαρ ή τις ντισκοτέκ όπου γλέντα­ γαν μέχρι αργά οι τουρίστες. Τη νύχτα η πόλη είχε φοβερή κί­ νηση. Όπως σ’ όλα τα χιονοδρομικά κέντρα, η κοσμική ζωή ή­ ταν έντονη. Οι χιονισμένοι δρόμοι γέμιζαν παρέες, το κατάλευκο τοπίο γύρω τους αντανακλούσε τα φώτα των νυχτερινών κέντρων, κι απ’τις διπλές εξώπορτες, ξέφευγαν ήχοι μουσικής, γέλιων, τραγουδιών. Ήταν μια μαγευτική ατμόσφαιρα, αλλά η καρδιά της Βάνιτι ήταν πολύ βαριά για να την απολαύσει. Γύριζε σαν φάντασμα στους παγωμένους δρόμους, μόνη κι έρημη όπως ήταν ουσιαστικά σ’ όλη της τη ζωή, όπως θα ήταν και στο μέλλον, γυρεύοντας μόνο να δει, έστω κι από μακριά, έναν άν­ τρα που δεν ενδιαφερόταν καθόλου για κείνην. Ένα βράδυ γύρισε στο σαλέ, κλείστηκε στην κρεβατοκάμαρά της, και προς μεγάλη αναστάτωση της Νικόλ, που θέλοντας και μη την άκουγε έξω απ’την κλειστή πόρτα, έκλαψε όσο δεν είχε κλάψει από τότε ακόμα που είχε χωρίσει με τον Ρομπέρτο. Κι ό­ μως, σκεφτόταν, εκείνη τη μέρα στο βουνό, με ήθελε. Με ήθελε όσο κανείς πριν απ’αυτόν. Ποτέ άντρας δε με είχε ξαναφιλήσει έτσι. Ποτέ δεν είχα δει άντρα να με κοιτάζει μ’αυτή τη βουβή ε­ πίκληση στα μάτια. Σηκώθηκε τελικά, πήγε στο μπάνιο κι έριξε άφθονο κρύο νε­


69

ρό στο πρόσωπό της, έκανε ένα ντους, και αγνοώντας τη Νικόλ που περιφερόταν κάπου στο βάθος του σαλέ χωρίς να κρύβει την ανησυχία της, άνοιξε μόνη της τη μεγάλη ντουλάπα και ντύθηκε σαν αυτόματο, βάζοντας σχεδόν το πρώτο πράγμα που βρέθηκε μπροστά της. Χτένισε τα μαλλιά της, και χωρίς καν να σκοτιστεί να μακιγιαριστεί λίγο, φόρεσε ένα ζευγάρι μπότες, πήρε το γού­ νινο παλτό της, κι είπε στη Νικόλ, «κοίτα, μην ανησυχείς - πάω μόνο μια βόλτα και θα γυρίσω, εντάξει;» Η Νικόλ ήταν δέκα χρό­ νια στην υπηρεσία της, κι είχε την τάση να της φέρεται προστα­ τευτικά, σαν να ’ταν γκουβερνάντα της, κι όχι καμαριέρα. Τώρα της είπε: «Είσαστε εντάξει, κυρία; Δε θέλω να επέμβω, αλλά μου φαίνεστε πολύ ταραγμένη. Θέλετε να έρθω μαζί σας;» Η Βάνιτι χαμογέλασε αχνά. «Θα είμαι μια χαρά, μην ανησυ­ χείς. Θέλω να ξεμουδιάσω μόνο λίγο». Βγήκε στον ψυχρό αέρα, και στάθηκε για να πάρει βαθιά ανά­ σα. Ύστερα πήρε αποφασιστικά το δρόμο που οδηγούσε απ’το χωριό προς τον αυτοκινητόδρομο. Ήταν εννιά το βράδυ, αλλά η νύχτα δεν είναι ποτέ κατάμαυρη στα χιονισμένα βουνά. Δεν είχε ομίχλη, το χιόνι είχε κόψει, κι ένα διάχυτο, αχνό φως πλανιόταν πάνω απ’το παραμυθένιο τοπίο. Α­ νέβηκε αργά την πλαγιά, και χώθηκε ανάμεσα στα δέντρα. Είχε περάσει τόσες φορές απ’αυτό το δρόμο, που θα ήταν αδύνατο να χαθεί. Θα μπορούσε να βρει εκείνο το σαλέ με κλειστά μάτια. Ανάμεσα απ’ τις κουρτίνες που έκρυβαν τα παράθυρα, περ­ νούσε μια λεπτή ακτίνα φωτός. Στο σαλέ υπήρχε κάποιος - κι ήταν πολύ πιθανό αυτός ο κάποιος να είναι ο Έβαλντ Άκερμαν. Ποτέ πριν στη ζωή της δεν είχε ξανακάνει κάτι παρόμοιο, αλ­ λά εκείνο το βράδυ είχε φτάσει πια σε τέτοιο σημείο, που της φαινόταν φυσιολογικό ακόμα και το να τρέχει παρακαλώντας πίσω από έναν άντρα. Εκείνο το βράδυ ένιωθε κυριολεκτικά σαν αυτόματο, σαν να μηγ είχε καμιά δύναμη να επιβάλει τη θέλησή της στο κορμί και το μυαλό της. Χωρίς να διστάσει, προ­ χώρησε ως την πόρτα, άνοιξε το εξωτερικό φύλλο, μπήκε στο μικρό προχόλ, και χτύπησε σταθερά το κουδούνι. Ακόμα και στο σύντομο διάστημα που περίμενε μέχρι να της α­ νοίξουν, δεν είχε καμιά άλλη έγνοια στο μυαλό της, πέρα απ’την πιθανότητα να είχε κάνει λάθος, και στο σαλέ να μην έμενε τελικά ο Έβαλντ, αλλά η ξανθούλα που ήταν εκείνη τη μέρα μαζί του. Ό ­ ταν όμως άνοιξε η εσωτερική πόρτα, στο άνοιγμά της στάθηκε η αναμφισβήτητη σιλουέτα του Έβαλντ Ακερμαν, μεγαλόσωμη κι εντυπωσιακή όπως πάντα, κλείνοντας σχεδόν την πόρτα με τον όγκο της. Το φως απ’ το εσωτερικό του σαλέ του έπεφτε στην πλάτη, αφήνοντας στη σκιά το πρόσωπό του, και φτιάχνοντας ένα


70

φωτοστέφανο από χρυσαφένια μαλλιά γύρω του. Η καρδιά της σταμάτησε στιγμιαία βλέποντάς τον, τα γόνατά της λύθηκαν. Έ ­ γειρε μηχανικά στον τοίχο, κι έμεινε να τον κοιτάζει. Για ένα διάστημα που της φάνηκε αιώνας, την κοίταζε κι αυ­ τός άλαλος, σαν να μην πίστευε σ’αυτό που έβλεπε. Ύστερα έ­ κανε ένα βήμα πίσω κι είπε πνιχτά: «Έλα μέσα. Θα παγώσεις». Τον ακολούθησε σαν αυτόματο στο εσωτερικό, και το μυαλό της ίσα που κατέγραψε τη λιτότητα του χώρου γύρω της - μια λιτότητα που έφτανε σχεδόν στα όρια της ανέχειας. Υπήρχε μια τηλεόραση στο καθιστικό, αλλά όχι βίντεο, ούτε στερεοφω­ νικό. Ένας παλιός, άνετος αλλά ταλαιπωρημένος καναπές, δυο πολυθρόνες, ένα τριμμένο χαλί στο πάτωμα, ένα παλιομοδίτικο τραπέζι με καρέκλες που δεν ήταν δικές του, και στους τοίχους δυο γκραβούρες που ήταν οπωσδήποτε ανατυπώσεις σε φτηνό χαρτί. Δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με το υπερπολυτελές καθιστικό της στο σαλέ του “Αλπάιν”, αλλά δεν την ένοιαζε, δε θα την ένοιαζε αν αυτός έμενε σε μια τρώγλη, δε θα την ένοιαζε αν ήταν ο φτωχότερος άνθρωπος στον κόσμο - φτάνει μόνο να την ήθελε έστω στο ένα δέκατο απ’ όσο τον ήθελε εκείνη. Στάθηκε στη μέση του καθιστικού, και στράφηκε να τον κοι­ τάξει. Ο άντρας προχώρησε ως το τζάκι, σκάλισε λίγο τη φωτιά που τριζοβολούσε χαρούμενα, κι είπε ουδέτερα: «Έλα κάτσε κοντά στη φωτιά - το δωμάτιο είναι πολύ κρύο. Θα ξεπαγιά­ σεις». Είχε δίκιο - πέρα απ’το τζάκι, δεν υπήρχε άλλο θερμαν­ τικό σώμα εκεί μέσα. Όρθωσε τον κορμό του, και γύρισε επιτέ­ λους να την κοιτάξει. «Πώς με βρήκες;» «Σε είχα δει μια μέρα», είπε με κόπο η Βάνιτι. «Περνούσα απ’ έξω με τα σκι, και σε είδα να μπαίνεις. Σκέφτηκα πως ίσως το σα­ λέ να ήταν δικό σου». «Δεν είναι δικό μου», της είπε το ίδιο ουδέτερα. «Το νοικιά­ ζω». Και μετά, φάνηκε σαν να μην είχαν πια απολύτως τίποτ’άλ­ λο να πουν οι δυο τους. «Έλα κοντά στο τζάκι», της ξανάπε, ό­ ταν η σιωπή άρχισε να βαραίνει ανυπόφορα. Η Βάνιτι πλησίασε στο τζάκι, αλλά δεν κάθισε στον καναπέ. Δεν ήξερε τι άλλο να πει, ή τι να κάνει. Είχε έρθει, τον είχε ξαναδεί, και τώρα η καρδιά της σφιγγόταν από ανείπωτη λαχτάρα στο στήθος της και τα πόδια της έτρεμαν στην αίσθηση της εγγύτητάς του, κι αυτό ήταν όλο. Τώρα συνειδητοποιούσε πως δεν περνούσε τίποτ’ άλλο απ’ το χέρι της, και πως τελικά ίσως να ήταν εντελώς μάταιο που είχε κάνει όλον αυτό τον κόπο. Στα μάτια του δεν έβλεπε τίποτε, ούτε μια σπίθα επιθυμίας. Δεν την είχε ρωτήσει καν γιατί είχε πάει. Τη ρώτησε όμως ευγενικά: «Θα πιεις κάτι; Ένα ποτό - έναν


71

καφέ, ίσως;» «Όχι», είπε αχνά η Βάνιτι. «Μην ενοχλείσαι. Δε θα μείνω άλ­ λο. Απλά περνούσα, και σκέφτηκα...» Δεν υπήρχε κανένας λό­ γος να φτάσει στον έσχατο εξευτελισμό μπροστά του. Με τα βλέφαρα να τσούζουν απ’ τα δάκρυα, που δεν είχε ιδέα για πό­ σο ακόμα θα μπορούσε να συγκρατεί, του γύρισε την πλάτη και τράβηξε πάλι για την πόρτα. Τον άκουσε που ερχόταν πίσω της τη στιγμή που την άνοιγε, κι ένιωσε το χέρι του στο μπράτσο της. Στάθηκε τρέμοντας σύγκορμη, κι αυτός την έπιασε απ’ τους ώμους και την ανάγκασε να στραφεί να τον κοιτάξει. «Γιατί ήρθες;» τη ρώτησε βραχνά. Τα δάκρυα πλημμύρισαν οριστικά τα μάτια της. «Επειδή ήθε­ λα να σε ξαναδώ», είπε πνιχτά. Οι παλάμες της στάθηκαν σαν από μόνες τους στο φαρδύ, σκληρό του στήθος, και κάτω απ’το πουλόβερ ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού του να διαπερνάει τα παγωμένα της δάχτυλα. «Επειδή... επειδή μου έλειψες», κα­ τέληξε θλιβερά. «Βάνιτι», της είπε σιγανά, αλλά η φωνή του έτρεμε απ’την έν­ ταση, «είπαμε αντίο, το θυμάσαι;» «Γιατί;» τον ρώτησε απελπισμένη. «Εκείνη τη μέρα το ήθελες κι εσύ, δεν είν’ έτσι;» Του ξέφυγε ένας βαθύς στεναγμός. Τα μπράτσα του έκλει­ ναν γύρω της, τραβώντας την στην αγκαλιά του. Το μάγουλό της βρέθηκε ν ’ακουμπάει στο απαλό μοχέρ του πουλόβερ του, κι η καρδιά της θάλθηκε να σιγοτραγουδάει απ’ την ευτυχία. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’τη μέση του, ανασαίνοντας βαθιά την αντρίκια μυρωδιά του κορμιού του. «Το ήθελες», ξανάπε πνιχτά. «Μην το αρνηθείς». «Δεν έχω σκοπό να το αρνηθώ», της είπε με κόπο. «Αλλά δεν έπρεπε να το κάνω - το ξέρουμε κι οι δυο καλά αυτό, Βάνιτι. Μη με ρωτήσεις πάλι γιατί - είναι ολοφάνερο, δεν είναι; Δεν μπο­ ρούσε να έχει συνέχεια. Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ απόψε. Πή­ γαινε σπίτι σου και ξέχασέ το». «Μα γιατί; Γιατί;» τον ρώτησε αδύναμα, σηκώνοντας το κε­ φάλι και ψάχνοντας να συναντήσει το βλέμμα του. Έτρεμε σύγκορμη, αλλά το ίδιο έτρεμε κι εκείνος, κι η Βάνιτι ήταν σε θέση να διακρίνει τα σημάδια της επιθυμίας σ’ έναν άντρα. Το σώμα του της το φώναζε σ’ όλους τους τόνους, ότι την ήθελε όσο κι εκείνη τη μέρα, στην πλαγιά του Μάτερχορν. Την έσπρωξε απαλά πίσω, προσπαθώντας να την κρατήσει σε κάποια απόσταση. «Ας μην το συζητήσουμε άλλο, σε παρακα­ λώ, Βάνιτι. Έλα, καλύτερα να σε πάω σπίτι τώρα». «Όχι», του είπε τρέμοντας, «όχι, Έβαλντ - κράτησέ με μαζί


72

σου απόψε... Ποτέ δεν το έχω ξαναπεί αυτό σε άντρα», πρόσθεσε απελπισμένη. «Δεν ξέρω πια τι μου συμβαίνει... Νιώθω τόσο μόνη απόψε. Μη με διώξεις κι εσύ!» Τα μπράτσα του ήταν ατσάλινα, αλλά έτρεμαν σαφώς καθώς έκλειναν γι’άλλη μια φορά γύρω απ’το λεπτό κορμί της. Της εί­ πε βαριανασαίνοντας: «Δε θέλεις να καταλάβεις, Βάνιτι... Δεν έχει νόημα να σου εξηγήσω, αλλά πίστεψέ με, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι ν’ αφήσουμε τα πράγματα εδώ που είναι. Οτιδήποτε άλλο θα είναι παράλογο, μωρό μου». «Το θέλεις όμως κι εσύ», του είπε τρέμοντας. «Δεν έχει σημασία». Την άφησε αποφασιστικά, στράφηκε και πήρε το βαρύ του άνορακ και το φόρεσε βιαστικά. «Πάμε πίσω τώρα». «Όχι, Έθαλντ, όχι...» «Μην επιμένεις, Βάνιτι, σε παρακαλώ. Δεν έχει νόημα». Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο, τα μάτια του σκοτεινά. «Δεν έ­ πρεπε να έρθεις εδώ απόψε, το ξέρεις κι εσύ τόσο καλά όσο κι εγώ. Ας μην το συζητάμε άλλο. Έλα». Μια απέραντη παγωνιά απλώθηκε στην καρδιά της, μια παγω­ νιά που δεν είχε καμιά σχέση με το κρύο του βουνού. Τον ακο­ λούθησε ως έξω πατώντας σαν αυτόματο, κι αυτός άπλωσε το χέρι για να πιάσει το δικό της. Τα δάχτυλά της χάθηκαν στην πα­ λάμη του, κι η αίσθηση της επιθυμίας και της απώλειας που την πλημμύρισαν, έφερε ένα καινούργιο κύμα δάκρυα στα μάτια της. Αλλά δεν είπε τίποτα, γιατί αυτός είχε δίκιο, δε θα είχε νόη­ μα. Δεν την ήθελε, ή τουλάχιστον δεν την ήθελε αρκετά ώστε να μπλέξει μαζί της, κι αυτό ήταν όλο. Το μόνο που είχε πετύχει, ήταν να γελοιοποιηθεί. Της κρατούσε το χέρι όλη την ώρα που κατέβαιναν αμίλητοι πάνω απ’την παραμυθένια πλαγιά, μέχρι το ολόφωτο χωριό που έμοιαζε με αστραφτερό κόσμημα αφημένο κατά λάθος πάνω σε παχύ, άσπρο βελούδο. Η ζέστα του χεριού του δεν είχε πια τη δύναμη να διαπεράσει την παγωνιά μέσα της, κι όλη την ώρα που κατέβαιναν προς το σαλέ της, δε σκεφτόταν ούτε τη γε­ λοιοποίησή της, ούτε τη δική του απόρριψη, αλλά μόνο το πόσο πολύ τον είχε ανάγκη, και πόσο άδεια θα ένιωθε όταν αυτός θα της άφηνε το χέρι. Της άφησε το χέρι έξω απ’ το σαλέ της. Στράφηκε να την κοι­ τάξει, και το πρόσωπό του της φάνηκε παράξενα τραβηγμένο και σκληρό. Της είπε πνιχτά: «Φτάσαμε. Καληνύχτα, Βάνιτι». «Καληνύχτα, Έβαλντ». Του γύρισε απότομα την πλάτη κι έτρεξε προς την εξώπορτα, τυφλωμένη απ’ τα δάκρυα. Την πρόλαβε πριν ανοίξει, την άρπαξε απ’τους ώμους, την έ­


73

στρεψε προς το μέρος του, και σε μια στιγμή άφατης έκστασης, τα χέρια του τυλίχτηκαν πάλι γύρω της, το πρόσωπό του πλη­ σίασε το δικό της, και τα χείλια του άρπαξαν κι αιχμαλώτισαν τα χείλια της, ρουφώντας τα με απερίγραπτη λαχτάρα. Ό ταν την άφησε, βαριανάσαινε σαν να είχε τρέξει. Η Βάνιτι βαστήχτηκε απ’ τον παραστάτη της πόρτας, ανίκανη να πει έ­ στω και μια λέξη. Του άπλωσε μόνο δειλά το χέρι, κι αυτός το πήρε αμίλητος, και το έφερε απαλά στα χείλια του. Η ανάσα του της έκαψε το δέρμα, πριν ακόμα το στόμα του αγγίξει τρυφερά την παλάμη της. «Μείνε μαζί μου», τραύλισε η Βάνιτι. «Σε παρα­ καλώ, Έβαλντ - σ’ έχω τόσο ανάγκη!» Τον είδε να κλείνει στιγμιαία τα μάτια. Ύστερα της άφησε το χέρι, κι είπε βαριά: «Κι εγώ. Αλλά δεν μπορώ να μείνω, μωρό μου. Κοιμήσου τώρα, κι αύριο το πρωί θα δεις ότι είχα δίκιο». Της χαμο­ γέλασε αχνά, και το επόμενο δευτερόλεπτο είχε στραφεί κι απο­ μακρυνόταν στο βάθος του χιονισμένου δρόμου, με το κεφάλι ψηλά και τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του άνορακ. Η Βάνιτι μπήκε σαν αυτόματο στο σαλέ, πέταξε τη γούνα της στο πρώτο κάθισμα που βρέθηκε μπροστά της, και προχώρησε αργά ως το τζάκι. Στάθηκε εκεί, με την πλάτη γυρισμένη στο δωμάτιο, να κοιτάζει τις φλόγες που χόρευαν μπροστά στα μά­ τια της, μέχρι που άκουσε τα ανάλαφρα βήματα της Νικόλ απ’ έξω. Χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, είπε ήρεμα: «Πήγαινε να κοιμηθείς τώρα, Νικόλ. Είμαι εντάξει - δε θα σε χρειαστώ άλ­ λο». «Εντάξει, κυρία. Καληνύχτα». «Καληνύχτα». Κι επιτέλους, ήταν πάλι μόνη, ελεύθερη να κλάψει όσο θα ’θελε, ελεύθερη να βυθιστεί στις θλιβερές τις σκέψεις, ελεύθε­ ρη να ξαναφέρει στο νου της το πρόσωπό του καθώς της έλεγε καληνύχτα. Αναρωτήθηκε αόριστα αν ποτέ είχε νιώσει να θέλει και ν’ αγαπάει τον Ρομπέρτο έστω στο μισό απ' όσο αυτόν τον άντρα, κι ανακάλυψε πως όχι - δε θα μπορούσε καν να συγκρί­ νει αυτή την τρομαχτική ένταση της ανάγκης που ένιωθε για τον Έβαλντ, με τα αλλοτινά της αισθήματα για τον άντρα της, όπως δε θα μπορούσε ποτέ να συγκρίνει τον Ρομπέρτο Μοντεκάλβο με τον Έβαλντ Άκερμαν. Θα ήταν ιεροσυλία κι αν απλά προσπαθούσε. Μπροστά στον Έβαλντ, ο Ρομπέρτο δεν ήταν παρά ένα ανθρωπάκι, ένας φτηνός εραστής της δεκάρας. Αυ­ τός, που κάποτε της φαινόταν ο πιο γοητευτικός άντρας του κόσμου, θα χανόταν σε κάθε στιγμή μπροστά στη λάμψη, τον μαγνητισμό και την προσωπικότητα του Έβαλντ Άκερμαν. Δεν ήταν καθόλου παράξενο που ένιωθε τόσο βαθιά κι αγιά­


74

τρευτα ερωτευμένη μαζί του. Και μόνο γι’ αυτή τη δύναμή του, θα τον ερωτευόταν εξίσου αγιάτρευτα κάθε γυναίκα. Κάθε γυ­ ναίκα θα ένιωθε εξίσου συντριμμένη στη θέση της. Τα λεπτά περνούσαν, η φωτιά έπεφτε στο τζάκι, αλλά δεν έ­ βρισκε το κουράγιο να σηκωθεί και να πάει για ύπνο. Γιατί με απέρριψε και πάλι; αναρωτήθηκε για εκατοστή φορά, και για ε­ κατοστή φορά δε βρήκε απάντηση. Κι όμως την είχε φιλήσει με τόσο πάθος πριν φύγει... Την ήθελε όσο κι εκείνη τη μέρα στο βουνό, χωρίς αμφιβολία. Τι τον εμπόδιζε να προχωρήσει; Καθόταν ακίνητη μπροστά στη φωτιά, αναμασώντας τις ίδιες σκέψεις, νιώθοντας να λυγίζει απ’ το βάρος της οδύνης της, ό­ ταν χτύπησε η πόρτα. Δε συνειδητοποίησε αμέσως τι ήταν. Κανείς δεν είχε λόγο να έρθει εκείνη την ώρα να της χτυπάει την πόρτα, σ’ένα μέρος ό­ που δε γνώριζε κανέναν. Κι ύστερα ανακάθισε σαν χαμένη, κι η καρδιά της θάλθηκε να χτυπάει ξέφρενα στο στήθος της, το αίμα να σφυροκοπάει στους κροτάφους της, και μια αίσθηση παράλογου πανικού να της σφίγγει το στομάχι. Τινάχτηκε πάνω κι έτρεξε σχεδόν στην πόρτα, ελπίζοντας πέρα από κάθε ελπίδα πως μπορεί να ήταν ο Έβαλντ, και να είχε αλλάξει γνώμη. Ανοιξε, και βρέθηκε να τον κοιτάζει στα μάτια. Της ήρθε ίλιγ­ γος απ’την ταραχή, και δεν μπορούσε ούτε να του πει «έλα μέ­ σα». Έμεινε να τον κοιτάζει με την ψυχή στο στόμα - το σκο­ τεινό του πρόσωπο, τα σφιγμένα του χείλια, τα μάτια του που έμοιαζαν με χειμωνιάτικες λίμνες του βουνού. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε απ’ την ταραχή όσο τον κοιτούσε. Δεν της είπε λέξη. Την πήρε στην αγκαλιά του, σφράγισε τα χείλια της με τα δικά του, και βρέθηκαν να στροβιλίζονται σε μια εκστατική δίνη ανάγκης και πάθους, σφιχταγκαλιασμένοι μπροστά στην πόρτα.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 6

«Ξαναγύρισες», ψέλλισε η Βάνιτι όταν αυτός την άφησε για μια στιγμή και την τράβηξε μέσα στο δωμάτιο, κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. «Ω, Έβαλντ, ξαναγύρισες...» Δ εν υπήρχε ίχνος υπεροψίας στα μάτια του καθώς αιχμαλώ­ τιζαν τα δικά της, μόνο μια απέραντη θάλασσα πόθου, και μαζί κάτι σκοτεινό κι αξεδιάλυτο, που η ίδια δε θα μπορούσε να το ερμηνεύσει, ακόμα κι αν το μυαλό της ήταν πιο καθαρό κι οι αι­ σθήσεις της λιγότερο αναστατωμένες απ’όσο εκείνη τη στιγμή. Δ εν ήθελε καν να το ερμηνεύσει. Ένας σίφουνας την παράσερνε ακάθεκτα, και τίποτα πια δεν την ενδιέφερε, μόνο το εκστα­ τικό γεγονός ότι αυτός είχε ξαναγυρίσει, της είχε χτυπήσει την πόρτα, και τώρα την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του, γυ­ ρεύοντας ξανά και ξανά με την ίδια δίψα τα χείλια της. «ηαναγύρισα», της μουρμούρισε βραχνά, παίρνοντας το πρό­ σωπό της στις παλάμες του, και φιλώντας την ατέλειωτα βαθιά στο στόμα. Ποτέ άντρας δεν την είχε ξαναφιλήσει έτσι - ή ίσως, ποτέ η ίδια δεν είχε νιώσει έτσι όταν τη φιλούσε ένας άντρας. Κά­ θε που έσμιγαν τα χείλια τους, ήταν και μια καινούργια έκρηξη πάθους, μια ασύλληπτη έκσταση, μια αίσθηση ότι το σώμα της και το σώμα του γίνονταν ένα, μια βαθμίδα παραπάνω στην ένταση της επιθυμίας που ξεχυνόταν σαν καφτή λάβα μέσα της. Της άφη­ σε στιγμιαία τα χείλια και της ψιθύρισε αχνά: «Δε γινόταν να μην ξαναγυρίσω. Δεν μπορούσα άλλο... Ξέρω ότι είναι λάθος, αλλά σε θέλω - σε θέλω απ’τη στιγμή που σε πρωταντίκρισα...» «Κι εγώ», είπε ξέπνοα η Βάνιτι. «Γιατί είναι λάθος;» Αυτός γέλασε πνιχτά, κρύβοντας το πρόσωπό του στα μαλλιά της. Το σώμα του έτρ ε μ ε καθώς κόλλαγε αξεχώριστα με το δικό τη<- «Ac unv το σκεφτόμαστε άλλο», της ψιθύρισε, και την ξα-


76

ναφίλησε, κόβοντάς της την ανάσα. Από κει ως την κρεβατοκάμαρά της, δεν ήταν παρά ένα λε­ πτό, και μερικά μέτρα σκάλες. Την ανασήκωσε στα μπράτσα του, και την ανέβασε ως επάνω φιλώντας την συνέχεια σ’ όλο της το πρόσωπο. Την άφησε απα­ λά στο κρεβάτι με το λευκό σατέν κάλυμμα, κι έγειρε δίπλα της, τραβώντας την στην αγκαλιά του. Το μάγουλό της ακουμπούσε στο στήθος του, κι άκουσε την καρδιά του που χτυπούσε δυνα­ τά, σχεδόν άτακτα. Τον αγκάλιασε απ’τη μέση, κι έμεινε ακίνη­ τη, απόλυτα παραδομένη στα μπράτσα του. Μόνο η αχνή ανταύγεια της χιονισμένης νύχτας φώτιζε το δωμάτιο. Απ’τη μεγάλη τζαμαρία του παραθύρου, μπορούσε να διακρίνει το σκοτεινό όγκο του Μάτερχορν στο βάθος, κι αραιά και πού, κανένα φωτάκι να τρεμοσβήνει σαν χαμένη πυγολαμ­ πίδα σε κάποια πλαγιά. Έμεινε ακίνητη στα σκοτεινά, σφιχτά κλεισμένη στην αγκαλιά του, με τα χείλια του να σέρνονται η­ δονικά στα μαλλιά και στα μάγουλά της, και με την καρδιά του να χτυπάει γοργά κάτω απ’ το μάγουλό της. Της ψιθύρισε: «Σε θέλω τόσο πολύ, που φοβάμαι μη σε πληγώσω. Δεν ξέρω τι μου έχεις κάνει - δεν μπορώ ούτε καν να σου πω πώς νιώθω... Φο­ βάμαι και να στο δείξω, ακόμα». Και γι’άλλη μια φορά, του ξέφυγε εκείνο το μικρό, πικρό γέλιο που η Βάνιτι δεν μπορούσε να ερμηνεύσει, όπως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτός α­ κόμα δίσταζε, τη στιγμή που το σώμα του πρόδινε με κάθε τρό­ πο ότι η επιθυμία του έφτανε πια σε ανεξέλεγκτα όρια. Ανασήκωσε το κεφάλι και τον φίλησε στα χείλια, χώνοντας τη γλώσσα της βαθιά μέσα στο στόμα του. Ό λο του το σώμα συσπάστηκε, κι αυτή του είπε πνιχτά: «Πάρε με, Έβαλντ, πάρε με τώρα... Το ονειρευόμουνα τόσον καιρό αυτό...» «Κι εγώ», της ψιθύρισε με κόπο. «Μην το μετανιώσεις...» Της έβγαλε το πουλόβερ, κι έμεινε για μια στιγμή να την κοιτάζει κοντανασαίνοντας απ’ την επιθυμία. «Είσαι τόσο όμορφη», μουρμούρισε σκύβοντας να γεμίσει το μισόγυμνο σώμα της με φιλιά. «Αχ, Βάνιτι, μωρό μου...» Της τράβηξε λίγο το σουτιέν, για ν’ απελευθερώσει τον ένα της μαστό, κι έγειρε μ’ ένα βαθύ βογγητό να της φιλήσει τη ρόγα. Η Βάνιτι γαντζώθηκε τρέμοντας σπασμωδικά απ’ τους ώμους του, και με μια μικρή κραυγή, έριξε πίσω το κεφάλι κι αφέθηκε ολότελα στην εκστατική αί­ σθηση που την πλημμύριζε. Από κει και πέρα, έχασαν κι οι δυο κάθε αυτοέλεγχο. Ο άν­ τρας πέταξε πέρα τα ρούχα του με σπασμωδικές κινήσεις, απο­ καλύπτοντας στα έκθαμβα μάτια της ένα σώμα που την τελειό­ τητά του δε θα μπορούσε ποτέ να τη μαντέψει, ούτε καν κάτω


77

απ’την εφαρμοστή φόρμα του σκι. Έγειρε από πάνω της, τερά­ στιος, υπέροχα δυνατός, ωραίος σαν ημίθεος, απαιτητικός όσο ποτέ πριν κανένας άντρας. Το μυαλό της θόλωνε απ’τον πόθο, το σώμα της πονούσε απ’ την ένταση της επιθυμίας. Ό ταν ο σκληρός του φαλλός άγγιξε γυμνός το δέρμα της, της ξέφυγε ένας κοφτός λυγμός απόλαυσης. Ποτέ άλλοτε άντρας δεν την είχε φιλήσει μ’αυτόν τον τρόπο, ούτε κανείς την είχε αγγίξει έτσι. Δε θυμόταν να είχε ξανανιώ­ σει ποτέ σε άντρα τέτοια ένταση επιθυμίας. Έτρεμε σύγκορ­ μος καθώς την έσφιγγε πάνω του, φιλώντας κάθε σημείο του κορμιού της, βογγώντας πνιχτά και ψιθυρίζοντάς της σπασμέ­ να λόγια πάθους και ξέφρενης επιθυμίας. Κυλίστηκαν σφιχταγκαλιασμένοι στο σατέν κάλυμμα, εξερευνώντας σπασμωδικά ο ένας το κορμί του άλλου. Όπου κι αν την άγγιζαν τα χείλια ή τα χέρια του, ατέλειωτα ρίγη απόλαυσης τη συγκλόνιζαν. Του φίλησε το ατσάλινο στήθος, εισπνέοντας βαθιά αυτήν την αισθησιακή μυρωδιά που ήταν ολότελα αρσε­ νική, κι ολότελα δική του, κι από κει τα χείλια της σύρθηκαν ε­ ρευνητικά κι αχόρταγα μέχρι χαμηλά στην κοιλιά του, διψώντας για τη σάρκα του όσο διψούσαν και τα χείλια του για τη δική της. Απόλαυσε τη γεύση του μ’ένα βαθύ σπασμό στα σωθικά της, κι ό­ ταν αυτός την τράβηξε προς το μέρος του και τη γύρισε ανάσκε­ λα, τον έσφιξε πάνω της κλαίγοντας σχεδόν απ’την προσμονή. Ο τεράστιος, σκληρός του φαλλός κόλλησε πάνω στο πιο ευ­ αίσθητο σημείο του κορμιού της, και την έσφιξε στα μπράτσα του κλείνοντας τα μάτια και προσπαθώντας να ελέγξει την ανα­ πνοή του. Την κράτησε για λίγο σφιγμένη πάνω του, μεταδίδοντάς της το ένα μετά το άλλο τα ρίγη του κορμιού του. Τη ρώτη­ σε βραχνά: «Το θέλεις τώρα; Θα ’ναι εντάξει;» Του κούνησε βουβή το κεφάλι. Τα χείλια του σύντριψαντα δι­ κά της, πίνοντας αχόρταγα τη γεύση της. Μ ’ένα βαθύ βογγητό, αφέθηκε να γλιστρήσει μέσα της και να φτάσει όσο πιο βαθιά γι­ νόταν. Η Βάνιτι άκουσε μια κραυγή που φαντάστηκε ότι θα ήταν η δική της, μια κραυγή άγριας, σχεδόν ζωώδικης απόλαυσης, κι ενστικτώδικα έχωσε τα νύχια της στην πλάτη του. «Ω, Θεέ μου», έκανε πνιχτά. «Ω, Θεέ μου...» «Μωρό μου, μωρό μου... Πονάς?» «Όχι», του είπε τρέμοντας σύγκορμη απ’ τα ρίγη που συγ­ κλόνιζαν τα σπλάχνα της. «Ω, όχι... Συνέχισε σε παρακαλώ, συ­ νέχισε...» Ως τότε δεν είχε ιδέα πως θα μπορούσε ένας άντρας να κάνει έρωτα μ’ αυτόν τον τρόπο. Ατέλειωτα κύματα ηδονής φούσκωναν κι έσκαγαν στα βάθη του κορμιού της, κι όσο κι αν ήθελε να το ελέγξει, της ήταν αδύνατο. Ο ατσάλινος φαλλός


78

χωνόταν μ’ορμή μέσα της, με μια δύναμη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ σε άντρα, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ήταν προπαντός η εκ­ στατική αίσθηση πως αυτός βρισκόταν μέσα της, ένα μέρος πια απ’ το κορμί της, χαμένος στην ίδια απόλαυση, πλησιάζοντας γοργά μαζί της το σημείο χωρίς επιστροφή, παίρνοντας με το στόμα του την ανάσα της με κάθε βογγητό και με κάθε κραυγή της ηδονής που ερχόταν. Στο αποκορύφωμα, η ταύτισή τους έ­ γινε απόλυτη: το σώμα του συσπάστηκε μαζί με το δικό της, δυ­ νατά κι απανωτά στα βάθη του, κι οι μυώνες της έκλεισαν σφι­ χτά γύρω του, πολλαπλασιάζοντας την ένταση της ηδονής, κα­ θώς έπιναν διψασμένα τους χυμούς του έρωτά του. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε ξανανιώσει τέτοιο πράγμα, ίσως ε­ πειδή ποτέ πριν δεν είχε θελήσει τόσο έναν άντρα, ή ίσως επειδή ποτέ κανείς δεν της είχε κάνει έρωτα όπως ο Έθαλντ Άκερμαν, ψιθυρίζοντάς της όλη την ώρα μέσ’ απ’ τα βογγητά του τ’ όνομά της, σαν να ήταν η ωραιότερη λέξη στον κόσμο, και να τη δοκίμα­ ζε με όλους τους πιθανούς τρόπους και σε όλους τους τόνους.

Την κράτησε μετά για πολλή ώρα σφιχτά κλεισμένη στην αγκα­ λιά του, χωρίς να βγει από μέσα της, και χωρίς να πάψει να τη φι­ λάει τρυφερά στο πρόσωπο, στο αυτί, στο λαιμό. Ποτέ δεν της είχε συμβεί τίποτε ωραιότερο στη ζωή της, ποτέ τίποτε πιο έν­ τονο ή πιο τρυφερό. Ήταν μια ασύλληπτη εμπειρία, ένας χείμαρος απόλαυσης και συναισθημάτων που την παράσερναν ασυγ­ κράτητα, σε κορφές που δε φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε ν’ αγγίξει. Στα σκοτεινά, αυτός έκανε λίγο πίσω, και της χαμο­ γέλασε αχνά. Τα δάχτυλά του άγγιξαν τρυφερά τα χείλια της, κι είπε σιγανά: «Πώς νιώθεις;» Τον κοίταξε για λίγο βουβή, σαν υπνωτισμένη, θαμπωμένη κυριολεκτικά απ’ τη συναίσθηση ότι βρισκόταν στην αγκαλιά τοο, ότι το χαμόγελό του απευθυνόταν μόνο σ’ εκείνην, ότι μπορούσε να τον φιλάει ή να τον αγγίζει όσο της έκανε κέφι, ή απλά να τον κοιτάζει με τις ώρες, μαγεμένη. Θεέ μου, σκέφτηκε με μια σκοτεινή απόχρωση πανικού, τον αγαπάω, τον αγαπάω τρελά... Τι θ’ απογίνω; ζεροκατάπιε, προσπαθώντας να πολε­ μήσει την απελπισία που ανέβαινε μέσα της, και του αντιγύρισε πνιχτά την ερώτηση: «Εσύ;» «Δε θα μπορούσα να σου πω», της είπε αχνά. «Ίσως δε βρί­ σκω τις λέξεις στ’ αγγλικά», πρόσθεσε μετά, πιο ανάλαφρα. «Πες το μου αλλιώς», έκανε πνιγμένα η Βάνιτι, τρέμοντας ξαφνικά απ’ την ένταση στο βλέμμα του.


79

Τα δάχτυλά του πέρασαν και ξαναπέρασαν πάνω απ’τα μισά­ νοιχτα χείλια της, σε μια αφόρητα τρυφερή, και συνάμα βασανι­ στικά αισθησιακή κίνηση. Με τα μάτια σταθερά καρφωμένα στα δικά της, της ψιθύρισε αργόσυρτα: «Ach, wie ich mich an dich schloss! Seit dem ersten Augenbiicke,

dich nicht lassen konnte...»

Οι σκληρές γερμανικές λέξεις πήραν απροσδόκητες αποχρώ­ σεις πάθους στα χείλια του. «Αλλά αυτό το είπε πρώτος ο Γκέτε», κατέληξε απαλά. «Μιλάς καθόλου γερμανικά;» «Ναι», είπε βραχνά η Βάνιτι. «Τότε θα κατάλαβες τι είπα». «Κατάλαβα». Δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια της, αλλά τα έπνι­ ξε όπως-όπως καθώς σφιγγόταν ασυναίσθητα πάνω στο σκλη­ ρό, ζεστό κορμί του. Αχ, πώς έγινα ένα μ α ζί σου! Α π ' την πρώτη κιόλας ματιά, δεν μπορούσ α να σ'αφήσω... Μπορεί να το είχε πει πρώτος ο Γκέτε, αλλά η ίδια το πρωτάκουγε απ’τα χείλια του Έβαλντ Άκερμαν, κι ένιωθε πως θα έδινε τη μισή της ζωή για να βεβαιωθεί ότι αυτός το εννοούσε. «Εντάξει». Της χαμογέλασε λίγο μ’ εκείνο το μεθυστικό, α­ φόρητα αισθησιακό χαμόγελό του, και μετά πρόσθεσε: «Μην το ξεχάσεις». Τα χείλια του αναζήτησαν τα δικά της σ’ ένα ήρεμο, βαθύ φιλί, που σύντομα μεταβλήθηκε σε φιλί ασυγκράτητης ε­ πιθυμίας. Οι καυτές του παλάμες γλιστρούσαν στο σώμα της, βάζοντας φωτιά σε κάθε εκατοστό του δέρματός της. «Είσαι υ­ πέροχη», της ψιθύριζε φιλώντας την αργά κι ερεθιστικά στο λαιμό, κι από κει στους λείους της ώμους. «Σαν πορσελάνινο λουλούδι... Φοβάμαι ακόμα και να σε σφίξω μη μου σπάσεις. Φο­ βάμαι να πιστέψω ότι υπάρχεις...» «Μη μου λες τέτοια πράγματα», του ψιθύρισε αναστατωμένη. «Γιατί όχι;» Τα χείλια του επέστρεψαν γλυκά, βασανιστικά στα δικά της, τρυγώντας τα αχόρταγα. «Μπορεί να τα πιστέψω...» Κανείς ποτέ δεν της είχε πει τέ­ τοια λόγια και με τέτοιον τρόπο. Η βαθιά, αντρίκια φωνή, έφτα­ νε ως βαθιά μέσα της, κι άγγιζε χορδές που δεν είχε αγγίξει τί­ ποτα ως τότε. «Θα θελα να τα πιστέψεις», της είπε αχνά, με την ανάσα του να χαϊδεύει καυτή το στόμα της. «Δεν περίμενα πως θα ήταν έ­ τσι... Ήξερα μόνο πόσο το ήθελα. Δεν είχα φανταστεί πώς θα με έκανες να νιώσω...» Κι ύστερα πρόσθεσε πικρά: «Δεν έπρεπε να το διακινδυνεύσω, αλλά πώς να σου πω όχι; Εγώ το ήθελα ακό­ μα περισσότερο...» «Και τώρα... μετανιώνεις;» έκανε αχνά η Βάνιτι, κι ένας οξύς πόνος της διαπέρασε την καρδιά. «Όχι», της αποκρίθηκε μ* ένα βαθύ στεναγμό. «Ποτέ δε με-


80

τανιώνω για κάτι - είναι μάταιο, δεν είναι; Προσπαθώ απλά να βρω την καλύτερη λύση». Τη φίλησε ξανά και ξανά, πνίγοντας τα λόγια στα χείλια της. Δεν μπορούσε να τον καταλάβει, ούτε να εξηγήσει τη στάση του. Ήταν παγιδευμένη, έρμαιο των συναισθημάτων της και της εκστατικής εμπειρίας που είχε γνωρίσει στην αγκαλιά του. Κι ύστερα, και να μπορούσε, δε θα ’θελε να ξεδιαλύνει τους εν­ δοιασμούς του. Δεν την ένοιαζε πια τίποτα πέρα απ’ το σώμα του που σκλήραινε πάλι στην αγκαλιά της, τα χείλια του που κα­ ταβρόχθιζαν τα δικά της, την ανάσα του που βάραινε όλο και περισσότερο όσο μεγάλωνε η επιθυμία του. Της έκανε πάλι έρωτα με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος, αφήνοντάς την πια εξαντλημένη να μισοκοιμάται στην αγκαλιά του, με τα χείλια της πάνω στις πυκνές τρίχες του στήθους του. ★

Πολλή ώρα μετά, τον ένιωσε να σαλεύει δίπλα της, κι όταν άνοι­ ξε τα μάτια, αυτός της είπε απαλά: «Θα πάω σπίτι τώρα, μωρό μου. Εσύ κοιμήσου». Αρπάχτηκε απ’ το μπράτσο του, ξαφνικά πανικόβλητη. «Φεύ­ γεις;» «Πρέπει να γυρίσω σπίτι». «Μα... γιατί;» Της χαμογέλασε αχνά. «Δε χρειάζεται να με δει όλο το Ζέρματ να φεύγω το πρωί απ’ το σπίτι σου». «Γιατί να φύγεις;» Χώθηκε στη ζεστή, ατσάλινη αγκαλιά του. «Αχ, μείνε, σε παρακαλώ, μείνε...» Την έσφιξε για λίγο αμίλητος πάνω του, ύστερα την άφησε απα­ λά, τη φίλησε τρυφερά στα μισάνοιχτα χείλια της, κι είπε με το ί­ διο αχνό χαμόγελο: «Μωρό μου, το πρωί δουλεύω. Και ειλικρινά, δε θα ’θελα να γίνεις θέμα συζήτησης σ’όλο το χωριό. Μην ξεγε­ λιέσαι από την επίφαση κοσμικότητας - οι ντόπιοι εδώ είναι φο­ βερά συντηρητικοί. Κι εγώ, δυστυχώς, είμαι πασίγνωστος». «Δε με νοιάζει», ψιθύρισε η Βάνιτι, κρατώντας τον ακόμα σφι­ χτά απ’το μπράτσο. «Τι μπορούν να πουν; Δεν ξέρουν καν ποια είμαι!» Ο Έβαλντ πήρε το πουκάμισό του μ’ ένα κοφτό γέλιο. «Αν ξέ­ ρουν; Και βέβαια ξέρουν. Και δε θα μ’άρεσε καθόλου αυτό που μπορούν να πουν. Ούτε εσένα θα σ’ άρεσε, να ’σαι σίγουρη». Η Βάνιτι άναψε με μια κίνηση το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι. Το απαλό φως έλουσε το πρόσωπό του, αναδεικνύοντας κάθε του γραμμή και κάθε του γωνία, και γι’ άλλη μια φορά η ανάσα


81

της κόπηκε μπροστά στην αδρή, αντρίκια ομορφιά του. Θα μπο­ ρούσε να του πετάξει ένα σαρκαστικό, αυτό είναι που σε α π α ­ σχολεί, ή φοβάσαι τα κουτσομπολιά που θα μπ ο ρ ούσ α ν να φτάσουν σ τ'α υ τιά της “κ ο ν τέ σ α ς ”; Δεν είχε βέβαια κανένα δι­

καίωμα να του πει κάτι τέτοιο, κι ούτε ποτέ θα καταδεχόταν η ί­ δια να κατέβει τόσο χαμηλά. Αλλά βλέποντάς τον στο φως, ντράπηκε και που το είχε σκεφτεί. Τα μπλε του μάτια την κοι­ τούσαν με απερίγραπτη τρυφερότητα, κι όλη της η ενόχληση έγινε στο λεπτό βαθιά συγκίνηση. «Τι κακό κάναμε;» ψιθύρισε αχνά. «Είναι κάτι απόλυτα φυσικό, δεν είναι;» Της γύρισε την πλάτη, ψάχνοντας για το πουλόβερ του. «Κάτι φυσικό που δεν έπρεπε να είχε συμβεί», είπε ουδέτερα. «Γιατί όχι;» έκανε πεισματικά η Βάνιτι. Όταν στράφηκε πάλι να την κοιτάξει, τα μάτια του ήταν φουρτουνιασμένα. «Αρνείσαι ακόμα να δεις το γιατί, έτσι δεν είναι, Βάνιτι;» Γονάτισε με το ένα πόδι στο κρεβάτι, την τράβη­ ξε κοντά του, κι έμεινε να την κοιτάζει κατάματα. «Δεν ξέρεις τι θα μπορούσαν να πουν όλοι βλέποντάς με να βγαίνω απ’ το σπίτι σου;» Γ έλασε λίγο με το ύφος της, και το χέρι του ανέβηκε και της χάιδεψε ανάλαφρα το μάγουλο. «Ο δάσκαλος του σκι με τη Βάνιτι Πράιορ... Κατάλαβες τώρα;» «Προσπαθώ», του είπε αχνά, κι όλο το αίμα έφυγε απ’ τα μά­ γουλά της. «Αν το βλέπεις έτσι - » «Δεν το βλέπω έτσι», την έκοψε απαλά. «Το βλέπω όπως α­ κριβώς είναι. Μας χωρίζει άβυσσος, μωρό μου. Το κατάλαβες τώρα;» «Μα τι σημασία μπορεί να έχει - » «Για σένα ίσως δεν έχει. Εγώ το βλέπω διαφορετικά. Κι ακόμα πιο διαφορετικά θα το έβλεπε κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Τι το κοινό θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε οι δυο μας; Μόνο αυτό εδώ. Δυο νύχτες, τρεις, τέσσερις. Μέχρι να βαρεθείς το Ζέρματ και να φύγεις». «Μη, σε παρακαλώ, μη...» Έκρυψε το πρόσωπό της στις πα­ λάμες της, βαριανασαίνοντας. «Γι’ αυτό σου είπα ότι δεν έπρεπε να είχε γίνει», κατέληξε ή ­ ρεμα ο Έθαλντ. «Και - τώρα που έγινε;» ψέλλισε η Βάνιτι. «Δεν ξέρω», της αποκρίθηκε σφιγμένα. «Δεν ξέρω στ’ αλή­ θεια τίποτε πια. -έρω μόνο ότι το ήθελα τόσο, που το βρήκα πιο εύκολο να ενδώσω». Την άφησε κι ανασηκώθηκε. «Κοιμήσου τώρα, και μην το σκέφτεσαι άλλο, εντάξει;» «Θα - θα σε ξαναδώ;» έκανε ξεψυχισμένα η Βάνιτι. Της είπε μ’ ένα βαθύ στεναγμό: «Αν το θέλεις ακόμα...»


82

Αν το ήθελε! Το ήθελε περισσότερο κι απ’ τη ζωή της, όπως ήθελε να μπορούσε να του πει πόσο λίγο την ένοιαζε η διαφορά που της είχε αναφέρει, πόσο αγιάτρευτα ερωτευμένη ήταν μαζί του, πόσο τον είχε ανάγκη. Αλλά δε γινόταν να του πει τίποτε απ’ αυτά. Δεν μπορούσε να ξεγυμνώσει έτσι μπροστά του την πιο ευάλωτη και πιο πληγωμένη πλευρά του εαυτού της. Μόλις πριν λίγο την είχε αφήσει να εννοήσει καθαρά πώς έβλεπε τη σχέση τους: μια περιπέτεια που δε θα μπορούσε ποτέ να διαρ­ κέσει περισσότερο απ’ τις διακοπές της στο Ζέρματ - για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδιάφορο. «Το θέλω», του είπε αχνά. «Ήταν πολύ όμορφα και για μένα απόψε. Αλλά πρέπει να το θέλεις κι εσύ το ίδιο. Αν έχεις ενδοια­ σμούς...» Τη φίλησε παράφορα στα χείλια, σχεδόν ματώνοντάς τα με την ορμή του, κόβοντάς της πάλι την ανάσα με το πάθος του. Της ψιθύρισε: «Κι αν έχω, δεν αλλάζει τίποτα. Σε θέλω. Θα ρθω κι αύριο... Θα μου ανοίξεις;» «Ω, ναι», του αποκρίθηκε, τρέμοντας σύγκορμη στην αγκαλιά του. Δεν έκανε το λάθος να του ζητήσει να τον δει κάποια άλλη ώρα. Μαζί του θα έπαιζε πάντα με τους δικούς του όρους. Ο Έ θαλντ Άκερμαν δεν της άφηνε πολλά άλλα περιθώρια. Την άφησε, κι άπλωσε το χέρι του στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι. Η Βάνιτι τον είδε να παίρνει το ρολόι του και να το περ­ νάει στον καρπό του, αλλά άργησε να συνειδητοποιήσει τι έ­ βλεπε. Στη ζωή της είχε δει τόσα πολλά χρυσά Ρόλεξ, που δεν της έκαναν την παραμικρή εντύπωση. Και μόνο όταν πια αυτός είχε φύγει, κι η πόρτα είχε κλείσει απαλά πίσω του, η σκέψη ήρ­ θε και τη χτύπησε σαν μαχαιριά: ποιανού δώρο ήταν το χρυσό Ρόλεξ; Γιατί αν έκρινε απ’το σπίτι του, ο Έβαλντ Άκερμαν δεν ήταν σε θέση να κάνει στον εαυτό του τέτοια πανάκριβα δώρα. Η απάντηση ήταν βέβαια οφθαλμοφανής. Είτε του το χε δώ­ σει η “κοντέσα”, είτε κάποια άλλη της ίδιας οικονομικής επι­ φάνειας, το πράγμα δεν άλλαζε. Κι ούτε χρειαζόταν άλλωστε να δει το πανάκριβο ρολόι του, για να ξαναθυμηθεί με τι τρόπο τον κοιτούσε και του μιλούσε η Κάρα Μάσιμο, ή πώς τον είχε επισκεφτεί στο σαλέ του η ξανθούλα. *

Βρισκόταν συνέχεια σε απόλυτη συναισθηματική και πνευματι­ κή σύγχυση. Δεν μπορούσε να βρει άκρη ούτε μ’αυτόν, ούτε με τον εαυτό της. Τή μια στιγμή ένιωθε να πετάει στα σύννεφα, κι


83

η εκστατική σκέψη ότι το προηγούμενο βράδυ έκανε έρωτα μα­ ζί του, έφτανε για να επικαλύψει οτιδήποτε άλλο. Ξανάφερνε στο νου της την τρυφερότητά του, το πάθος του, τα λόγια που της είχε πει, κι η καρδιά της έλιωνε από ευτυχία, κι απ’ την προσμονή για τη νύχτα που θα ’ρχόταν. Κι ύστερα ξαναθυμόταν τον τρόπο που της είχε πει «δυο, τρεις, τέσσερις νύχτες», το χρυσό Ρόλεξ και την “κοντέσα”, και βυθιζόταν πάλι σε μια ά­ βυσσο δυστυχίας. Της συνέβαινε αυτό ακριβώς που δεν έπρεπε για κανένα λό­ γο να της ξανασυμβεί: είχε ερωτευτεί τον πιο ακατάλληλο άν­ τρα απ’ όλους, έναν άντρα που μπορούσε να γίνει πολύ πιο επι­ κίνδυνος από οποιονδήποτε Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Από μια άποψη, ο Έβαλντ είχε δίκιο: δεν ήταν παρά ένας ασήμαντος δάσκαλος του σκι, αλλά με περισσότερη γοητεία απ’ όσο θα ή­ ταν ασφαλές για τις γυναίκες που τον πλησίαζαν. Κι εκείνη ήταν η Βάνιτι Πράιορ, ιδανικός στόχος για κάποιον που θα ήξερε να ποντάρει στις συναισθηματικές της ανάγκες. Τους είχε ίσως ε­ νώσει μια απλή σεξουαλική έλξη, τουλάχιστον από μέρους του, αλλά η Βάνιτι δεν μπορούσε να ξεπεράσει την αίσθηση ότι η ί­ δια δεν είχε τίποτα που να δικαιολογεί όλο αυτό το πάθος που της είχε δείξει. Θα ’δίνε οτιδήποτε για να πιστέψει ότι ένας άν­ τρας σαν τον Έβαλντ Άκερμαν την ποθούσε όντως μ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά δεν ήταν πια δυνατόν κάτι τέτοιο. Πριν απ’τον Ρομπέρτο ίσως ναι, τώρα όμως όχι, και ποτέ με κάποιον που, το ήξερε καλά, θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε καλλονή του έ ­ κανε κέφι. Όλα τα παλιά της κόμπλεξ έβγαιναν στην επιφάνεια, ανα­ σφάλειες τόσο πολύχρονες και βαθιά ριζωμένες, που της ήταν αδύνατο να τις ξεπεράσει, έστω και μετά από μια νύχτα σαν τη χτεσινή. Τα λόγια του τώρα της φαίνονταν ψεύτικα και ρηχά, λό­ για που θα της έλεγε ο καθένας για να τη φέρει με τα νερά του. Γιατί της είχε μιλήσει έτσι πριν φύγει; Θα μπορούσε να είναι ειλικρινής μαζί της, αλλά θα μπορούσε επίσης να παίζει έξυπνα το παιχνίδι του. Ήταν ανίκανη ν’αποφασίσει τι ήθελε ο Έβαλντ Άκερμαν από κείνην - μερικές νύχτες έρωτα, μια πιο ολοκλη­ ρωμένη σχέση, ή απλά την αντικαταστάτρια της “κοντέσας”; Κι αυτή, ηλίθια όπως πάντα, ήθελε ακόμα να του προσφερθεί χωρίς όρους και χωρίς δεύτερη σκέψη, να του δώσει τα πάντα - να του αγοράσει ένα σαλέ σαν αυτό που έμενε η ίδια, μια δική του σχολή σκι αν το ήθελε, το Ζέρματ ολόκληρο, αν του έκανε κέφι - ακόμα και το ίδιο το Μάτερχορν, αν γινόταν. Κι ίσως και να το ’κάνε, αν οι εμπειρίες των δύο τελευταίων χρόνων δεν της είχαν δημιουργήσει ένα τόσο ισχυρό μπλοκάρισμα, μια αίσθηση


84

κινδύνου τόσο άμεσου και πραγματικού, που σφράγιζε ερμητι­ κά όλες τις διεξόδους. «Πιάσε όσους ερ α σ τές Θέλεις», της είχε πει η γιαγιά της, «αλλά κράτα τα λεφ τά σου για τον εαυτό σου». Δεν αρκούσε μόνο αυτό. Έπρεπε να μάθει να κρατάει και τον εαυτό της για τον εαυτό της. Δεν μπορούσε να αφεθεί να ξαναπέσει στην ίδια παγίδα. Έ ­ νας ακόμα Ρομπέρτο θα ήταν το τέλος. Αλλά πώς να το πολεμήσει; Ποτέ δεν είχε νιώσει για άντρα ό­ πως ένιωθε για τον Έβαλντ, και κάτι μέσα της της έλεγε πως δε θα ξαναένιωθε έτσι ποτέ στο μέλλον. Κάτι επίσης της έλεγε ότι εκείνος δε θ’ανταποκρινόταν ποτέ στα αισθήματά της, κι αυτή η πεποίθηση την έκανε να εξεγείρεται ολόκληρη, να μισεί τον εαυτό της για την αδυναμία του. Έλπιζε μόνο να την ήθελε αυτός επειδή είχε απλά ανάγκη να κάνει έρωτα σε μια οποιαδήποτε διαθέσιμη γυναίκα. Ακόμα κι αυτό θα ήταν προτιμότερο από τις υπόλοιπες προοπτικές που περνούσαν απ' το μυαλό της.

Αλλά το θράδυ, όταν ο Έβαλντ μπήκε, επιβλητικός και αγέρω­ χος όπως πάντα στο καθιστικό της, οι μαύρες σκέψεις διαλύθη­ καν και χάθηκαν σαν καπνός μόλις τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του, μια τέτοια λαχτάρα και μια τέτοια βουβή ανάγκη, που δεν άφηνε περιθώρια για δυσπι­ στία. Κι άλλωστε, ούτε αυτό είχε πια σημασία. Το σημαντικό ήταν πως τον αγαπούσε και τον ήθ^λε περισσότερο απ’ όσο είχε πο­ τέ θελήσει κάτι στη ζωή της. Θα πλήρωνε οποιοδήποτε τίμημα για να είναι μαζί του. Όπως κι αν την ήθελε αυτός, της αρκούσε. Όταν την πήρε στην αγκαλιά του, έγινε πάλι ένα μικρό κομ­ μάτι του Έβαλντ Άκερμαν, χωρίς καμιά θέληση και καμιά αντί­ σταση. Δεν είχε πια νόημα ν’ αντιστέκεται. Ήταν δική του απ’ άκρη σ’ άκρη, και τίποτ’ άλλο δεν είχε σημασία. ★

Αλλά δεν τόλμησε να του μιλήσει για τα αισθήματά της, κι ούτε που θα τολμούσε ποτέ. Ένα σκοτεινό ένστικτο αυτοσυντήρη­ σης της επέβαλλε να μην εκδηλωθεί, να μην ξανοιχτεί για κα­ νένα λόγο μαζί του. Της έκανε έρωτα με το ίδιο πάθος της προηγουμένης, τόσο ξαναμμένος, που δεν είχε καιρό καλά-καλά για τα στοιχειώδη


85

προκαταρκτικά. Ύστερα έγειρε πίσω κοντανασαίνοντας, κι εί­ πε βραχνά: «Αν ήξερες πώς το περίμενα όλη μέρα...» Της χαμο­ γέλασε αδύναμα, κι η καρδιά της έλιωσε στο στήθος της. Έ γει­ ρε από πάνω του, τον φίλησε στο στόμα, κι αυτός την αγκάλιασε και την κράτησε σφιχτά πάνω του, με κλειστά τα μάτια. «Αχ, μω­ ρό μου», ψιθύρισε αχνά. «Πώς τα καταφέραμε να μπλέξουμε έ­ τσι;» Θα τον πίστευε ό,τι κι αν της έλεγε εκείνη τη στιγμή. Υ­ πήρχε μια τόσο αυθεντική απελπισία στη φωνή του, που θα έ­ πειθε και τον πιο δύσπιστο. Μια ασύλληπτη ευφορία την πλημ­ μύρισε. «Εγώ χαίρομαι που μπλέξαμε», του ψιθύρισε, φιλώντας τον στο αυτί και στο λαιμό, στο σημείο που ήξερε ότι τον γαργαλούσε. Το γέλιο του την πλημμύρισε ευτυχία. «Τι θα κάνω εγώ με σένα;» τη ρώτησε, σπρώχνοντάς την λίγο πίσω για να την κοιτάξει στα μάτια. «Δεν ξέρω», μουρμούρισε βραχνά η Βάνιτι. «Εσύ τι θα Όελες να κάνεις;» «Μμμμ... Για να δούμε. Να σε δέσω ας πούμε στο κρεβάτι, και να σου κάνω έρωτα μέχρι να λιποθυμήσεις;» «Δέσε με», μουρμούρισε τρέμοντας η Βάνιτι. Και μόνο αυτή η σκέψη, την έφερνε πολύ κοντά στη λιποθυμία - από σκέτη, α­ νόθευτη έκσταση. Μια σύσπαση πόθου έσφιξε τα χαρακτηριστικά του. Της είπε βραχνά: «Το θες στ’ αλήθεια;» «Ναι», έκανε με κόπο η Βάνιτι, κι η φωνή της έφτασε ολότελα αλλοιωμένη στ’ αυτιά της. «Από σένα, ναι, το θέλω... Θα ’θελα να μου κάνεις τα πάντα». Η ανάσα του βάρυνε ακόμα περισσότερο. «Μη με προκαλείς έτσι», της ψιθύρισε μ’ένα βεβιασμένο γελάκι. «Μου ξυπνάς πο­ λύ κυριαρχικά ένστικτα, μωρό μου... Και μπορεί να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο». «Νομίζεις ότι θα μ’ένοιαζε αν ξέφευγαν;» Η φωνή της έτρεμε από ασυγκράτητη επιθυμία. «Κάνε μου ό,τι θέλεις, Έβαλντ... Πάρε με όπως σ’αρέσει εσένα. Ό,τι κι αν κάνεις, θα είναι τέλειο για μένα». Του ξέφυγε ένα βαθύ, αργόσυρτο βογγητό. «Μη λες τέτοια πράγματα... Μη μου αφήνεις τόσα πολλά περιθώρια - δε με ξέ­ ρεις σχεδόν καθόλου, Βάνιτι... Δεν έχεις ιδέα τι είδους παρά­ δοση θα απαιτούσα. Μη γίνεσαι τόσο θηλυκιά μαζί μου, αγάπη μου, γιατί θ’ ανακαλύψεις πως έχεις να κάνεις μ’ ένα πολύ από­ λυτο και πολύ κτητικό αρσενικό, και δεν είμαι σίγουρος ότι θα σου αρέσει τελικά η ιδέα...» Η καρδιά της σπαρταρούσε σε κάθε του λέξη. Η επιθυμία της έφτασε σε ολότελα ανεξέλεγκτα επίπεδα, και σε μια στιγμή α­


86

πόλυτης καθαρότητας, σκέφτηκε εκστατικά, αυτό ζητούσα σ ’ όλη μου τη ζωή... Απόλυτη παράδοση και απόλυτη υποταγή, σε κάποιον που Θα ήταν αρκετά ά ντρας για να μ ου επιβληθεί, και συγχρόνως να μ ’αγαπήσει χωρίς όρια. Κι αν αυτό είναι μ ια ά ρ ­ ρωστη μένη επιθυμία, δε δίνω φράγκο.

Του είπε ξέπνοα: «Δοκίμασέ με», κι άκουσε το ξαφνικό, κο­ φτό κράτημα της ανάσας του. «Εντάξει», της είπε βραχνά. «Θα σε δοκιμάσω...» Σηκώθηκε, όρθωσε το καταπληκτικό του σώμα, και κοίταξε γύρω του να βρει κάτι κατάλληλο. Ψάρεψε απ’ το πάτωμα το καλσόν της, κι επειδή το κρεβάτι δεν προσφερόταν για τέτοιους πειραματι­ σμούς - δεν είχε κάγγελα - περιορίστηκε να της δέσει τα χέ­ ρια πίσω απ’ την πλάτη. «Έχε μου εμπιστοσύνη», της ψιθύρισε πνιχτά, και παίρνοντας τη φαρδιά, μεταξωτή της ζώνη απ’ το πάτωμα, της έδεσε και τα μάτια. «Έτσι», είπε κοντανασαίνοντας. «Στην απόλυτη διάθεσή μου... Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις τώρα». «Δε θέλω να σου ξεφύγω», βόγγηξε ο Βάνιτι. «Πάρε με, ω, πάρε με τώρα, Έβαλντ...» Δεν μπορούσε να τον αγκαλιάσει, αλ­ λά κόλλησε πάνω στο σκληρό του σώμα, προτείνοντάς του τα χείλια της. Το κορμί της έτρεμε σπασμωδικά, από μια έκλυση ε­ πιθυμίας που την έντασή της δε θα μπορούσε ποτέ να την έχει διανοηθεί. Π άρ ε με, είμαι δική σου, δική σου... Π ο τέ δε Θα πάψω να είμαι. Ή σ ουνα η μοίρα μου, Έ β α λ ν τ Ακερμαν, το ξέρα α π ’ την πρώτη στιγμή αυτό... Δ ε μ ε νοιάζει τι Θα γίνει , φτάνει να ε ί­ σαι δίπλα μου, και να μ ε κρατάς, έτσι δ εμένη κι ανίσχυρη, στην αγκαλιά σου.

Ήταν η πιο συγκλονιστική εμπειρία που της είχε συμβεί ως τότε, δυο ολόκληρες ώρες αχόρταγου, άγριου, υπέροχου σεξ, μ’ έναν άντρα που δε χρειαζόταν να κάνει προσπάθειες για να την πείσει ότι ήταν κυριαρχικός, ή ότι την ήθελε με την πιο βίαιη κι ανεξέλεγκτη επιθυμία. Της έκανε έρωτα μ’ όλο του το σώμα, σ’ όλο της το σώμα, φέρνοντάς την σε αδιανόητα ως τότε ύψη εγκατάλειψης και απόλαυσης, αποκαλύπτοντας της απύθμε­ νους ωκεανούς ηδονής και παράδοσης. Κι όλη την ώρα που της επιβαλλόταν αβίαστα σ’ αυτό το παραληρηματικό παιχνίδι δύ­ ναμης και υποταγής, η φωνή του επέπλεε στο χώρο, βραχνή και σπασμένη, προδίνοντας πόσο βαθιά το απολάμβανε κι εκείνος. «Έτσι, έτσι πάντα σε ήθελα... Έτσι θα σε θέλω πάντα. Είσαι τό­ σο όμορφη... Θα θελα να στο κάνω αυτό σ’ όλη μας τη ζωή. Οι δυο μας έτσι, κι εσύ τόσο δίκιά μου... Έλα πάλι. Τώρα - το θέ­ λω... Τώρα, τώρα, αγάπη μου...» Κι η εντολή έφτανε για να πεί­ σει το σώμα της ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα του δικού του.


87

Ύστερα, για πολλή ώρα, να τη βασανίζει γλυκά κι ατέλειωτα με τα χείλια του, παίζοντας με το κορμί της όπως θα έπαιζε μ’ ένα Στραντιβάριους, κάνοντάς την να τον ικετεύει να την πά­ ρει, κι αγνοώντας εντελώς τις ικεσίες της, απόλυτα κυρίαρχος του παιχνιδιού, αχόρταγος, απαιτητικός και πανίσχυρος μπρο­ στά στη δική της αδυναμία. «Θα σε πάρω πάλι... Δεν μπορείς να μου πεις όχι. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, το ξέρεις... Μόνο να με δέχεσαι. Πάντα. Πες το κι εσύ. Έ τσι θα γίνεται πάντα...» «Έτσι θα γίνεται πάντα, Έβαλντ...» Δάκρυα ανυπόφορης έκ­ στασης μούσκευαν τη μεταξωτή ζώνη που της έκλεινε τα μάτια. Ω, Θ εέ μου, πώς είναι δ υνατόν να μ ο υ σ υμβαίνει κάτι τέτοιο; Δ ε γινόταν να φανταστώ...

«Θα μπω μέσα σου τώρα... Και θα τελειώσουμε μαζί. Μαζί, την ίδια στιγμή, εγώ κι εσύ, όπως ακριβώς μ’ αρέσει...» «Ναι, Έβαλντ, σε παρακαλώ, τώρα, τώρα, τώρα...» Ήταν τόσο σκληρός και τόσο δυνατός μέσα της. Δεν μπο­ ρούσε ν’ αντέξει άλλο όλη αυτή την ένταση. «Σε παρακαλώ...» «Έλα, τώρα... Μαζί μου. Αγάπη μου, ομορφιά μου - έλα...» Και μετά το σώμα του που σπαρταρούσε βίαια μέσα στο δικό της, τραβώντας το μαζί του στα βάθη της ηδονής, όπως ακρι­ βώς του άρεσε εκείνου. Η πνιχτή κραυγή του στο απόλυτο σκο­ τάδι, κι η ανάσα του που έβγαινε σαν κοφτός λυγμός, σμίγον­ τας με τα ασυγκράτητα βογγητά της. Ύστερα την κράτησε για πολλή ώρα στην αγκαλιά του, ακόμα ζεστός και παραδομένος μέσα της, με τα χείλια του ν’αργοσέρνονται στα υγρά της μάγουλα. Της έλυσε κάποτε τα μάτια και τα χέρια, κι απόμεινε να την κοιτάζει κοντανασαίνοντας, γερμέ­ νος στο πλάι, για την ώρα εξαντλημένος όσο κι εκείνη, κι η Βάνιτι άπλωσε βουβά το χέρι και χάιδεψε το ιδρωμένο μέτωπό του. «Ήταν... απίστευτο», έκανε σπασμένα. Την έσφιξε στην αγκαλιά του μ’ένα βαθύ στεναγμό. «Μου δη­ μιουργείς καταστάσεις, μωρό μου», της είπε πνιχτά. Κι ύστερα επανέλαβε με την ίδια πίκρα στη φωνή: «Τι θα κάνω εγώ με σέ­ να; Τι θα κάνω όταν μου φύγεις;» «Εσύ τι θα ’θελες να γίνει;» ρώτησε σβησμένα η Βάνιτι. «Δε φαντάζεσαι τι μπορεί να ’θελα;» «Όχι», του ψιθύρισε, και περίμενε τρέμοντας τη συνέχεια. «Τότε ας το αφήσουμε καλύτερα», της αποκρίθηκε μ’ ένα στεναγμό. «Δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε. Αύριο θα είμαι ελεύθερος μετά τις πέντε. Θέλεις να πάμε κάπου να φάμε; Κά­ που έξω απ’ το Ζέρματ;» «Ναι», του είπε σιγανά, ευτυχισμένη που της είχε προτείνει να περάσουν μαζί το βράδυ, αλλά και βαθιά απογοητευμένη


88

που αυτός είχε προτιμήσει ν’ αλλάξουν κουβέντα. Είχαν μόλις ζήσει μια εκστατική νύχτα έρωτα, κάτι που η ίδια φοβόταν ότι την είχε επηρεάσει με τον πιο βαθύ, έντονο και ανεξίτηλο τρό­ πο. Θα θελε μ’όλη της την ψυχή να το συζητήσει μαζί του, αλλά δεν έβλεπε πώς θα μπορούσε να πείσει τον Έβαλντ να επι­ στρέφουν σε μια συζήτηση, που εκείνος δεν ήθελε να συνεχί­ σει. Δεν της άφηνε τέτοια περιθώρια ο Έβαλντ Άκερμαν. Μπορεί να ήταν ο πιο αισθησιακός και παθιασμένος εραστής του κόσμου, αλλά στο βάθος ήταν αυτό ακριβώς που της είχε αποκαλυφθεί προηγουμένως: μια απόλυτα κυριαρχική προσωπικότητα, που δε θα υπέκυπτε ποτέ σε πιέσεις κανενός είδους, που θα έφερνε σε κάθε στιγμή τα πράγματα όπου τα ήθελε ο ίδιος. Κι αν κάποτε α­ παιτούσε από κείνη να του ανήκει ολοκληρωτικά, αυτός δε θα της άφηνε ποτέ έστω την ψευδαίσθηση ότι της ανήκε.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 7

Την Πέμπτη της είπε: «Αύριο είμαι ελεύθερος όλη μέρα. Θέλεις να πάμε μια βόλτα ως την Ιταλία;» Η Βάνιτι κόλλησε βουβή πάνω του. Να περάσει μια ολόκληρη μέρα μαζί του! Της φαινόταν σαν όνειρο. Τον έβλεπε περισσό­ τερο εκείνες τις τελευταίες μέρες, ήταν αλήθεια. Νωρίς το βράδυ συναντιόντουσαν και πήγαιναν για ένα ποτό ή για φαΐ, ή ακόμα και σε κάποια ντισκοτέκ στα περίχωρα του Ζέρματ. Ο Έ βαλντ συνέχιζε ν’ αποφεύγει να εμφανίζεται μαζί της στο χω­ ριό, αλλά κι αυτό λίγο την ένοιαζε πια, εφόσον μπορούσε να περνάει τη βραδιά μαζί του. Μια ολόκληρη μέρα στην Ιταλία, θα ήταν ο παράδεισος. Πήγαν με τον εναέριο ως τη Σερβίνια, κι από κει η Βάνιτι νοί­ κιασε ένα αυτοκίνητο, και τράβηξαν για το Κουρμαγιέρ. Γύρισαν πάλι αργά το βράδυ στο Ζέρματ, μετά από μια τέλεια μέρα, μια μέρα τόσο βαθιάς ευτυχίας, που η Βάνιτι ήταν σίγουρη πως δε θα την ξεχνούσε ποτέ. Της φαινόταν ότι εκείνη η εκδρομή θα έμενε σταθμός στη ζωή της. Πάντα θα θυμόταν το πώς την κρατούσε αυτός όσο περπα­ τούσαν, τον τρόπο που την κοίταζε, τα λόγια που της έλεγε και τον τόνο της φωνής του. Ο ήλιος έλαμπε όλη μέρα, ακολουθών­ τας τους πιστά στις εξερευνήσεις τους, κι ο Έβαλντ έδειχνε α­ πόλυτα χαλαρωμένος, ήρεμος και ξένοιαστος, ωραίος σαν αρ­ χαίος θεός, και για μια φορά ολοκληρωτικά δικός της. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόση πληρότητα η Βάνιτι, μια τέτοια ταύτιση μ’ έναν άντρα. Ένιωθε ότι μεταξύ τους υπήρχε μια βαθιά επικοινωνία πέρα απ’ τα λόγια. Εκείνος δε μιλούσε ποτέ πολύ, και δεν αναφερόταν ποτέ στον εαυτό του, στη δου­ λειά του ή στη ζωή του. Δεν ήξερε τίποτα για το περιβάλλον


90

του, για τα παιδικά του χρόνια, για τους συγγενείς που ίσως εί­ χε, για τους φίλους ή τα χόμπι του. Κι επειδή δεν της μιλούσε ο Έβαλντ για τέτοια πράγματα, δεν του μιλούσε ούτε εκείνη για τον εαυτό της. Η κουβέντα τους περιοριζόταν σε θέματα γενι­ κού ενδιαφέροντος, και μόνο μέσ’ απ’ αυτά μπορούσε να μαν­ τέψει αμυδρά κάτι για το χαρακτήρα του, για τα ενδιαφέροντά του, τις προοπτικές ή τις φιλοδοξίες του. Κι ωστόσο, αυτή η αίσθηση ότι επικοινωνούσε σ’ ένα άλλο, βαθύτερο επίπεδο μαζί του, δεν αμβλυνόταν απ’ την έλλειψη των προσωπικών εκμυστηρεύσεων. Ήταν η μαγεία του έρωτα, σκέφτηκε σε κάποια στιγμή, κοιτάζοντάς τον, γι’άλλη μια φορά καθηλωμένη απ’την εμφάνισή του. Αυτή η μυστηριακή διαδικα­ σία που σε έκανε να νιώθεις ένα με τον άνθρωπο που αγαπού­ σες, σαν να είχες περάσει όλη σου τη ζωή να μοιράζεσαι τα πάν­ τα μαζί του. Η συνταγή που ένωνε απόλυτα δυο ανθρώπους, μέχρι χτες άγνωστους μεταξύ τους. «Το Ζέρματ είναι πραγματικά ονειρεμένο μέρος», του είπε καθώς γύριζαν πίσω. «Κι εμένα μ’ αρέσει», της είπε χαμογελώντας. «Χρόνια τώρα είμαι ερωτευμένος με το Μάτερχορν. Κάθε πρωί που ξυπνάω και το αντικρίζω, νιώθω την ίδια συγκίνηση και το ίδιο δέος. Κι είναι εξίσου όμορφο και το καλοκαίρι - για να μη σου πω ω­ ραιότερο». «Θα Όελα να το δω καλοκαίρι», είπε η Βάνιτι. Κι ύστερα ρώτη­ σε: «Σκέφτεσαι να μείνεις για πάντα στο Ζέρματ;» «Το πιθανότερο». Τα μάτια του πήραν μια αφηρημένη έκφρα­ ση, σαν να κοιτούσε κάποιο μακρινό όραμα. «Ίσως στο μέλλον αγοράσω κάποια φάρμα στην κοιλάδα. Είναι ένα εξαιρετικά εύ­ φορο μέρος, ξέρεις. Γαλήνιο, ανθρώπινο και πανέμορφο. Ποιος θα ’θελε να φύγει και να πάει κάπου αλλού;» πρόσθεσε ρίχνοντάς της ένα πλάγιο βλέμμα. Η Βάνιτι δεν έκανε κανένα σχόλιο. Στο Ζέρματ την άφησε για να πάει στο σπίτι του, και πολύ αρ­ γότερα ήρθε να τη βρει στο σαλέ της. Τον περίμενε με κομμένη ανάσα, όπως πάντα, κι όπως πάντα έπεσε μόλις τον είδε στην αγκαλιά του. Σ’ αυτές τις τελευταίες μέρες, ο έρωτάς της γι’ αυτόν είχε φουντώσει σαν πυρκαγιά, κι είχε φτάσει σε όρια που δεν πίστευε ποτέ ότι θα ήταν ικανή να σπρώξει τα αισθήματά της. Της φαινό­ ταν πως δε ζούσε, κι ούτε καν ανέπνεε μακριά του. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα γινόταν στο μέλλον, όπωο δεν ήθελε να σκέφτε­ ται τι ακριβώς σήμαινε γι’ αυτόν, ή τι σχέδια είχε ο Έβαλντ για τους δυο τους. Είχε καταντήσει να ζει λεπτό με το λεπτό, χωρίς να τολμάει να κάνει το παραμικρό όνειρο, χωρίς να σχεδιάζει ή να


91

περιμένει τίποτε πέρα απ’ την επόμενη συνάντησή τους. Ούτε τολμούσε να ρωτήσει τον Έβαλντ πώς έβλεπε τα πράγματα. Περίμενε απλά με την ψυχή στο στόμα να της κάνει κάποια νύξη ε­ κείνος. Ένα ήξερε στα σίγουρα - της ήταν αδύνατο να φανταστεί τη ζωή χωρίς τον Έβαλντ Άκερμαν. Σύντομα θα ’ρχόταν η στιγμή να πάρει αποφάσεις, το ξερε. Αν μη τι άλλο, τα ίδια τα γεγονότα θα την ανάγκαζαν να τις πάρει. Το στομάχι της σφιγγόταν σ’αυ­ τή την προοπτική. Αν μόνο είχε την παραμικρή ιδέα τι ακριβώς ή­ θελε εκείνος, ίσως θα μπορούσε να προετοιμαστεί ψυχικά. Αλλά δεν μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις του Έβαλντ Άκερμαν. Κανείς δε θα μπορούσε, αν δεν του το επέτρεπε ο ίδιος. Η ένταση των αισθημάτων της την παράσερνε τόσο ακάθε­ κτα, που ένιωθε ότι γινόταν κυριολεκτικά έρμαιο των δικών της επιθυμιών. Είχε συνέχεια μια αίσθηση ότι κατρακυλούσε ασυγ­ κράτητα προς το χείλος του γκρεμού, κι από κει κατευθείαν σε μια σκοτεινή παγίδα απ’όπου δε θα ξανάβγαινε ποτέ. Μια πλευ­ ρά του εαυτού της την προειδοποιούσε συνέχεια ξέφρενα ότι κινδύνευε, κινδύνευε, κινδύνευε... Οι αμφιβολίες συνέχιζαν να της ξεσκίζουν την καρδιά - ποτέ δε θα μπορούσε να τις ξεπεράσει. Ό,τι κι αν γινόταν, όπως κι αν της φερόταν εκείνος, δε θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει αυτή τη σκέψη: δ εν μ π ο ρ ε ί να μ ε θέλει για μένα, μόνο για τα λεφ τά μου...

Ό τι την ήθελε σαν γυναίκα, ήταν αναμφισβήτητο. Ένας ό­ μως εραστής τόσο πεπειραμένος όσο ο Έβαλντ Άκερμαν, θα μπορούσε να κάνει κάθε γυναίκα να πιστέψει ότι την ήθελε με πάθος. Και στο κάτω-κάτω, η ίδια ήταν αναμφίβολα πιο ελκυστι­ κή απ’ την “κοντέσα”, έστω και λόγω διαφορά ηλικίας. Αυτή η σκέψη θα της δηλητηρίαζε συνεχώς τη ζωή, ό,τι κι αν γινόταν, όσο κι αν την ξεχνούσε προσωρινά όταν βρισκόταν κοντά του. Με το που αυτός έβγαινε απ’ την πόρτα, βυθιζόταν πάλι στο ίδιο μαρτύριο της ζήλειας, της ανασφάλειας και της αμφιβολίας. Πάρε ό,τι έχεις τώρα, και απόλαυσέ το όσο θα το έχεις, της έ­ λεγε μια φωνή βαθιά μέσα της. Κι ίσως αυτός να ήταν ο πιο σω­ στός τρόπος. Ο Έβαλντ ήταν υπέροχος στο κρεβάτι. Μαζί του ζούσε στιγμές που δεν είχε ποτέ έστω ονειρευτεί να τις ζήσει. Έπρεπε να είχε την ευφυΐα να τα κρατήσει όλα σ’αυτό το ρηχό, επιφανειακό επίπεδο, απολαμβάνοντας τη σχέση τους για όσο θα διαρκούσε, χωρίς να χάνει τις αρχικέο της επιφυλάξεις, χω­ ρίς να δεσμεύεται συναισθηματικά, χωρίς να περιμένει τίποτε περισσότερο απ’ όσα θα έφερνε η επόμενη μέρα. Αλλά δε γινόταν. Έφτανε να αντικρίσει τα μάτια του, για να


92

χαθεί σ’ έναν ωκεανό συναισθημάτων και επιθυμιών. Δεν μπο­ ρούσε να αρκεστεί σ’ αυτό που είχε, γιατί απ’ τον Έβαλντ, όσο από κανέναν άλλον άντρα στο παρελθόν, τα ήθελε όλα. Δε θα ξαναζούσε πραγματικά, παρά μόνο αν αυτός γινόταν ολοκλη­ ρωτικά δικός της, όπως ολοκληρωτικά δική του ένιωθε κι η ίδια. ★

Της έκανε έρωτα κι εκείνο το βράδυ σαν να ήταν αυτή'η πρώτη φορά που την άγγιζε, με μια λαχτάρα που ακόμα δεν μπορούσε να τη συνηθίσει η Βάνιτι. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα ήταν ικανή να εξάψει έτσι τον πόθο ενός άντρα. Μετά, στη χλιαρή σκοτεινιά του δωματίου, κόλλησε πάνω του ρουφώντας βαθιά τη μυρωδιά του κορμιού του και τον ήχο της ανάσας του. «Πώς μπορείς να κάνεις έτσι έρωτα, κάθε βράδυ;» τον ρώτησε ξέπνοα. «Πώς έτσι;» της αντιγύρισε διασκεδάζοντας. «Σαν να είναι πάντα η πρώτη φορά». «Αυτό οφείλεται αποκλειστικά σ’ εσένα». Αναψε το φως απ’ την πλευρά του, και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Έχεις κάτι που το έψαχνα σ’όλη μου τη ζωή... Ήταν μια ενστικτώδικη ανα­ γνώριση. Μ ’ έκανες τρελό απ’ τη στιγμή που σε πρωτοείδα». «Το λες αλήθεια, Έβαλντ;» «Δε λέω ποτέ ψέματα, γι’αυτό να *σαι σίγουρη. Δε θα καταδε­ χόμουνα να πω ψέματα, Βάνιτι». «Τι μου βρίσκεις;» τον ρώτησε αχνά, πολύ κοντά στα δάκρυα. Της χαμογέλασε. «Θα σου πω κάποια άλλη φορά. Ως τότε, μάντεψε μόνη σου». Το χαμόγελο έσβησε ξαφνικά απ’τα χείλια του. «Εσύ τι μου βρίσκεις;» Τον φίλησε ανάλαφρα στο στόμα. «Τα πάντα», μουρμούρισε βραχνά. Την έσπρωξε λίγο πίσω, και την κοίταξε κατάματα. Της είπε αργά: «Τα πάντα; Μα εγώ δεν έχω τίποτε πέρα από... από αυτό εδώ. Δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτ’ άλλο». Με την καρδιά να χτυπάει άταχτα στο στήθος της, του είπε α­ παλά: «Δε θέλω τίποτε πέρα από αυτό που λες. Έτσι κι αλλιώς, είναι υπέροχο». «Ναι», της είπε πικρά. «Έχεις δίκιο. Θα είναι υπέροχο όσο κι αν κρατήσει». «Δεν καταλαβαίνω γιατί το λες αυτό», είπε αδύναμα η Βάνιτι. «Γιατί να μην κρατήσει, αν το θέλουμε κι οι δυο;» Μια σύσπαση έσφιξε τα χαρακτηριστικά του. Έκλεισε τα μά­ τια και της είπε σιγανά: «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Τι


93

μπορεί να υπάρξει μεταξύ μας; Σκέψου το λίγο αυτό, Βάνιτι». «Δε σε καταλαβαίνω», του είπε δυστυχισμένα. «Ω, ναι, με καταλαβαίνεις πολύ καλά. Στο είπα κι άλλοτε δεν έχουμε τίποτε το κοινό οι δυο μας. Ανήκουμε σ’ εντελώς διαφορετικούς κόσμους, Βάνιτι, κι αυτή η διαφορά δε γεφυρώνεται έτσι εύκολα. Το λογικό θα ήταν να μην είχαμε ξεκινήσει τίποτα. Ή να πούμε, έστω και τώρα, αντίο». «Δεν - δεν το πιστεύεις αυτό, έτσι δεν είναι;» έκανε πνιγμέ­ να η Βάνιτι. «Όχι, δεν το πιστεύω. Το λέω μόνο επειδή πρέπει κάπου-κάπου να λέω και κάτι λογικό μέσα σ’ όλη αυτή την τρέλα», της πέταξε πικρά. Απότομα, την άρπαξε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πυρετικά, σαν να φοβόταν μην του φύγει. «Δεν το κατα­ λαβαίνεις, μωρό μου; Εγώ δεν έχω τίποτα, απολύτως τίποτα, κι εσύ έχεις τα πάντα. Τι θα μπορούσα ποτέ να σου προσφέρω για να σε πείσω να μείνεις;» «Ίσως να μη χρειαζόταν να προσφέρεις τίποτα», έκανε ξεψυχισμένα η Βάνιτι, αγνοώντας τη φωνή μέσα της που της έλεγε να προσέχει όσο ποτέ πριν στη ζωή της. «Αυτό δε θα το δεχόμουνα εγώ», της είπε στεγνά ο άντρας. «Ας αφήσσυμε τώρα την κουβέντα». «Όχι, Έβαλντ, όχι, σε παρακαλώ... Ας το ξεκαθαρίσουμε αυ­ τό τώρα που αρχίσαμε». Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει απ’την ταραχή. «Αν στ’ αλήθεια με θέλεις...» «Αν σε θέλω; Αυτό είναι το μόνο που ξέρω», της είπε πικρά. «Έχω μια αίσθηση ότι σε ονειρευόμουνα σ’όλη μου τη ζωή... Θα Όελα μόνο να μην ήσουνα αυτή που είσαι. Θα Ταν όλα τόσο πιο εύκολα τότε. Δε θέλω να ζήσω χωρίς εσένα, αλλά τι μπορώ να κάνω; Κάποια μέρα αναπόφευκτα θα πρέπει να φύγεις. Εγώ δε θα μπορώ να σε κρατήσω - δεν έχω τέτοια περιθώρια. Και δε θα μπορώ να έρθω μαζί σου». «Γιατί όχι;» τον ρώτησε τρέμοντας, κι αυτός γέλασε πικρά. «Εδώ είναι το σπίτι μου», της είπε άτονα. «Η ζωή μου, η δου­ λειά μου... Δε θα ταίριαζα πουθενά αλλού. Δεν έχει νόημα να το συζητάμε». «Θα μπορούσα να μείνω εγώ, αν μου το ζητούσες». «Δεν είναι εκεί ακριβώς το πρόβλημα, Βάνιτι», της αποκρίθηκε κουρασμένα. «Στο είπα, το πρόβλημα είναι εκείνη η άλλη διαφορά. Δ εν έπρεπε απ’ την αρχή να είχαμε μπλέξει οι δυο μας. Προσπάθησα να το αποφύγω, το ξέρεις πόσο προσπάθησα, αλλά στάθηκα πιο αδύνατος απ’ όσο φανταζόμουνα. Τώρα είναι αργά πια για να γυρίσω πίσω. Κι όσο κι αν σπάω το κεφάλι μου να βρω μια λύση, δε βρίσκω τίποτε, αγάπη μου. Τι μπορώ να κάνω;»


94

«Κράτησέ με μαζί σου», τον παρακάλεσε πνιχτά. «Σε θέλω, Έθαλντ, κι είμαι ευτυχισμένη έτσι...» Θα Όελε να του πει πόσο τον αγαπούσε και πόσο απαραίτητος της είχε γίνει, αλλά δεν μπορούσε. Ακόμα και τώρα, της ήταν αδύνατο να εκδηλωθεί ό­ πως θα ’θελε. «Κράτησέ με εδώ, στο Ζέρματ...» «Πού;» τη ρώτησε καυστικά. «Στο σαλέ μου, μήπως; Μα δεν έχειπερισσευούμενο δωμάτιο ούτε για την καμαριέρα σου!» Τα λόγια του διαπέρασαν σαν μαχαιριά την καρδιά της. Έκλεισε τα μάτια κι έμεινε ακίνητη κι αμίλητη στην αγκαλιά του, με το στο­ μάχι να βουλιάζει μέσα της. Δεν έκανε το λάθος να του πει πως υπήρχαν κι άλλα σαλέ εκτός απ’ το δικό του, κι ότι θα μπορού­ σαν να διαλέξουν κάποιο που θα χώραγε και τη Νικόλ, κι όσο προσωπικό τους έκανε κέφι. Κατά κάποιο τρόπο, ένιωθε ότι αν του έλεγε κάτι τέτοιο, θα τα κατέστρεφε όλα. «Συχώρα με», της είπε αυτός, πιο μαλακά τώρα. «Δεν ήθελα να μιλήσω απότομα. Αλλά η ουσία παραμένει, Βάνιτι - εσύ είσαι εξωφρενικά πλούσια, κι εγώ εξωφρενικά φτωχός για τα δικά σου μέτρα. Εσύ έχεις μάθει να ζεις μ’ έναν τρόπο που εγώ δεν έχω τη δυνατότητα να τον παρακολουθήσω. Δεν έχω στ’ αλή­ θεια να σου προσφέρω τίποτα, κι όλη αυτή η συζήτηση ήταν πε­ ριττή. Ας τ ’αφήσουμε το πράγμα, κι όπου πάει, εντάξει;» Της έ­ κλεισε το στόμα μ’ ένα φιλί, εμποδίζοντάς την ν’απαντήσει. Και παρ’ όλη τη βαριά ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους, η επιθυμία τους άρχισε να φουντώνει γι’ άλλη μια φορά. Δεν είχαν περιθώρια γι’ άλλες συζητήσεις από κει και πέρα. Καθώς μπαινόβγαινε βαριανασαίνοντας μέσα της, της ψιθύ­ ρισε σπασμένα: «Σε θέλω, σε θέλω όσο δεν μπορείς να φαντα­ στείς... Μην το ξεχάσεις αυτό, μου το υπόσχεσαι; Ήμουνα στ’ αλήθεια ευτυχισμένος αυτές τις μέρες». Κι ύστερα πρόσθεσε με κόπο: «Σ’ αγαπώ. Είχα χρόνια να το πω αυτό σε γυναίκα». Της ήρθε λιποθυμιά απ’την ευτυχία. Δεν του είπε τίποτα - α­ κόμα δεν τολμούσε να εκδηλωθεί ανάλογα. Τον έσφιξε μόνο μ’ όλη της τη δύναμη πάνω της, με την καρδιά να ξεχειλίζει απ’την έκσταση που την είχαν γεμίσει τα λόγια του, και τον κράτησε έ­ τσι σφιχτά, μέχρι τη στιγμή που το σώμα του συσπάστηκε στη δίνη της απόλαυσης, μαζί με το δικό της. ★

Πριν φύγει, της είπε ουδέτερα: «Αύριο δε θα μπορέσουμε να συναντηθούμε, μωρό μου. Ζητώ συγνώμη, αλλά πρέπει να συ­ ναντήσω κάτι φίλους. Θα σε δω την Κυριακή το βράδυ, εντά­ ξει;» Ο τόνος του δεν πρόδινε τίποτα, αλλά η Βάνιτι είχε την έν­


95

τονη εντύπωση ότι, για μια φορά, ο Έβαλντ Άκερμαν ένιωθε α­ μηχανία. Κάποιος τρίτος θα απέδιδε αυτή του την αμηχανία στη συζή­ τηση που είχε προηγηθεί. Ό χ ι όμως κι η Βάνιτι Πράιορ. Η επομένη ήταν, φυσικά, Σάββατο. Κι η ίδια είχε μια πολύ ξε­ κάθαρη υποψία ποιοι ήταν οι “φίλοι” που επρόκειτο να συναν­ τήσει ο Έβαλντ. Άλλωστε, αυτό δε θα ήταν το πρώτο Σαββατο­ κύριακο που αφιέρωνε στην Κάρα Μάσιμο. Της ήρθε κάτι σαν σκοτοδίνη, αλλά δεν είπε τίποτα - πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Τον παρακολούθησε αμίλητη όσο έβαζε τα παπούτσια του, κι έπαιρνε μετά το χρυσό Ρόλεξαπό το κομοδίνο. Όταν αυτός έσκυψε και τη φίλησε, λέγοντάς της «κοιμήσου τώ­ ρα, μωρό μου, κι αύριο θα σου τηλεφωνήσω το βραδάκι», δέχτηκε με φυσικότητα το φιλί του κι είπε, «εντάξει, θα περιμένω». Ακούσε την πόρτα του σαλέ να κλείνει μαλακά πίσω του, τη σιωπή να ξαναγυρίζει στα μεγάλα, πολυτελή δωμάτια. Έμεινε για πολλή ώρα ακίνητη, να παραδέρνει σε μια θύελλα ζήλειας, πίκρας, αγανάκτησης και απελπισίας. Αργότερα την πήραν τα κλάματα - δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο τα δάκρυά της. Έ κλαψε κάμποσο, και το κλάμα σαν να την ανακούφισε κάπως. Το μυαλό της καθάρισε, και τα λόγια που της είχε πει ξαναγύρισαν στη σκέψη της. «Δ ε λέω ποτέ ψέματα». Και μετά: «Σ'αγαπώ. Ε ί­ χ α χρόνια να το πω αυτό σε γυναίκα...»

Κι αν ήταν αλήθεια ότι θα συναντούσε την “κοντέσα”, ίσως να μην επρόκειτο γι’ αυτό που φανταζόταν η ίδια. Ό τι είχε σχέ­ σεις με την Κάρα Μάσιμο, ήταν γεγονός. Ποιος ξέρει μάλιστα πόσα χρόνια διαρκούσαν αυτές οι σχέσεις. Αυτό δε σήμαινε α­ παραίτητα πως ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει. Μπορεί να πήγαινε να τη δει από απλή υποχρέωση. Μπορεί να ήθελε να της πει από κοντά ότι δε γινόταν να συνεχίσουν άλλο. «Σ'αγαπώ», της είχε πει. Το είχε ακούσει με τα ίδια της τ ’ αυ­ τιά. Δεν είχε κανένα λόγο να της πει κάτι τέτοιο. Ένα “σε θέ­ λω”, θα έφτανε σε κάθε περίπτωση - ή μήπως όχι; Μήπως απλά ο Έβαλντ Άκερμαν είχε αποφασίσει πια ότι η “κοντέσα” του ήταν εντελώς περιττή από δω και πέρα; Γιατί τότε της είχε πει όλα εκείνα τα πράγματα απόψε; Γιατί να την προϊδεάσει ότι δεν είχαν κανένα μέλλον οι δυο τους; θα έπρεπε να είχε αφήσει να εννοηθεί το ακριβώς αντίθετο. Αυτό θα ήταν το πιο λογικό. Κι ύστερα θυμήθηκε τον Ρομπέρτο, και πώς έπαιζε επί μήνες πάνω στο ίδιο μοτίβο, μέχρι που πια την είχε κάνει να τρώει απ’ την παλάμη του. Τα ίδια ακριβώς της είχε πει τότε κι ο Ρομπέρ­ το, με ελαφρώς διαφορετικά λόγια. Είχε παίξει ένα πανέξυπνο


96

παιχνίδι σε βάρος της - κι αν μη τι άλλο, ο Έβαλντ Άκερμαν διέθετε οπωσδήποτε πολύ μεγαλύτερη ευφυΐα απ’ ό,τι ο Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Αν ο Ρομπέρτο είχε ακολουθήσει έναν τό­ σο ευφυή τρόπο δράσης, γιατί όχι κι ο Έβαλντ; Είχε το ταλέντο να σκέφτεται σαν ηλεκτρονικός εγκέφαλος, το είχε προσέξει πολλές φορές αυτό. Την είχε εντυπωσιάσει η ικανότητά του ν’ αναλύει αστραπιαία τα δεδομένα, και να καταλήγει στο πιο λο­ γικό συμπέρασμα. Δε θα πρέπει να του είχε σταθεί δύσκολο να αναλύσει και τη δική της περίπτωση. Ούτε βέβαια να βρει τον πιο ασφαλή δρόμο προς τον απώτερο σκοπό του. Κι αυτή είχε αφεθεί να πέσει ολοκληρωτικά θύμα του. Σωστή λύσσα την έπιανε σ’ αυτή τη σκέψη. Μα πώς μπορούσε να είναι τόσο ηλίθια; Είχε δει έναν ασυνήθιστα εντυπωσιακό άντρα, κι είχε πέσει σαν στραβή στην παγίδα. Δεν είχε την παραμικρή δι­ καιολογία. Εντάξει, την είχε τραβήξει σεξουαλικά. Κανείς δε θα της κα­ ταλόγιζε μια τόσο φυσική ανάγκη. Θα ήταν το πιο φυσικό πράγ­ μα του κόσμου να επιδιώξει κάποια στενότερη σχέση μαζί του, να το απολαύσει κιόλας μ’ όλη της την ψυχή - αλλά από κει μέ­ χρι να τον ερωτευτεί σαν ηλίθια, και να πιστεύει κ ι όλα όσα της έλεγε, υπήρχε μεγάλη απόσταση. Αλλά πάλι, μπορεί να μην ίσχυε τίποτε απ’ όλα αυτά. Ο Έβαλ­ ντ δεν έμοιαζε καθόλου με τον Ρομπέρτο. Αν μη τι άλλο, δε διέ­ θετε εκείνη τη “γλοιώδη” γοητεία, όπως την είχε χαρακτηρίσει η γιαγιά της. Το βλέμμα του ήταν σταθερό και ξεκάθαρο βλέμμα ενός ανθρώπου που δε θα κατέφευγε ποτέ σε βρόμικα μέσα για να πετύχει το σκοπό του. Είχε αξιοπρέπεια, περηφάνεια και χαρακτήρα. Τουλάχιστον, αυτή την εντύπωση της είχε δώσει απ’ την αρχή. Κι όλα εκείνα που της είχε πει... Πώς θα μπορούσε να τα δια­ γράψει, ή να ξεχάσει με τι τρόπο την έπαιρνε στην αγκαλιά του και πώς τη φιλούσε, τρέμοντας κι αυτός σύγκορμος όπως κι ε­ κείνη; Δεν ήταν πια τόσο ηλίθια που να μην μπορεί να ξεχωρίσει πότε ένας άντρας την ήθελε στ’ αλήθεια. Κι αν αύριο αυτός πήγαινε όντως να συναντήσει την “κοντέσα”, μπορεί να επρόκειτο μόνο για μια τυπική ανειλημμένη υ­ ποχρέωση από μέρους του. Αυτή τη φορά μπορεί να της έλεγε όντως πως ό,τι είχαν οι δυο τους είχε τελειώσει. ★ Αλλά το Σάββατο ο Έβαλντ δε συνάντησε την "κοντέσα”. Η Κάρα Μάσιμο του τηλεφώνησε πρωί-πρωί, κι ήταν όλο παράπο-


97

να, όπως πάντα. «Πού στο καλό γύριζες όλη μέρα χτες; Σε πήρα τριάντα φορές τουλάχιστον. Δεν ήσουνα το βράδυ στο σπίτι;» «Όχι», είπε ξερά ο Έβαλντ. «Μπα; Πώο αυτό;» «Κάρα», είπε υπομονετικά ο Έβαλντ, «είναι μόλις εφτά το πρωί, και δεν έχω πιει ακόμα ούτε καφέ. Επίσης, πρέπει να σου πω ότι είμαι και αγουροξυπνημένος - εξαιτίας σου, βέβαια. Μη με υποβάλλεις και σε ανάκριση από πάνω!» «Δεν είπα τίποτα, μην αρπάζεσαι με το παραμικρό! Πώς τα περνάς;» «Μια χαρά, όπως πάντα». «Δεν αμφιβάλλω. Πώς πάνε οι κατακτήσεις;» Της είπε ξερά: «Αν συνεχίσεις, θα το κλείσω». «Δεν καταλαβαίνω γιατί κάνεις σαν αγριεμένος ταύρος, πρωί-πρωί! Μια κουβέντα είπα. Δε σηκώνεις ούτε αστείο;» «=έρω πού πάνε τα “αστεία” σου». «Σίγουρα ξέρεις», έκανε δηκτικά η Κάρα. «Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει σημασία. Μ* έχουν καλέσει οι Βαλάτσι στο Νταβάς. Φεύγω σε μισή ώρα. Ξέρω πως δεν πρόκειται να έρθεις, και να σε καλέσω, αλλά αν χρειαστείς τίποτα, τηλεφώνησέ μου - το ’χεις το τηλέφωνό τους, εντάξει;» «Εντάξει». «Γιατί είσαι τόσο στις κακές σου;» «Προβλήματα». «Με ποιον;» «Δεν έχει σημασία. Θα μου περάσει μόλις πάρω πρωινό». «Η νεαρή Πράιορ είναι ακόμα στο Ζέρματ;» ρώτησε μελιστά­ λαχτα η Κάρα. Ήταν φοβερά οξυδερκής, στ* αλήθεια. Τίποτε δεν της ξέφευγε, σκέφτηκε κουρασμένα ο Έβαλντ. «Θέλεις τίποτ’ άλλο, Κάρα;» «Όχι. Τι άλλο να θέλω;» Της ξέφυγε ένας βαθύς στεναγμός. «Δεν οφελεί απλά να θέλει κανείς μ’ εσένα, Εβάλντο. Δεν πι­ στεύω να υπάρχει πιο πεισματάρικο, πιο αλαζονικό, πιο - » «Καλή σου μέρα, Κάρα». «Μη με διακόπτεις όταν μιλάω!» Της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα, αδιαφορώντας εντε­ λώς αν αυτή θα γινόταν θηρίο απ’το κακό της. Είχε πολύ πιο σο­ βαρά πράγματα να σκεφτεί, απ’την Κάρα Μάσιμο και τα νευράκια της. ★ Η Βάνιτι πέρασε μια φοβερή νύχτα, κι ένα εξίσου φοβερό πρωί.


98

Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει όταν επιτέλους βγήκε απ’την κρεβατοκάμαρά της και κατέβηκε για πρωινό. Είχε κοιμηθεί ε­ λάχιστα, αλλά δεν ήταν μόνο απ’την έλλειψη ύπνου που ένιωθε τώρα τόσο πτώμα. Συνήλθε όμως κάπως όταν έφαγε, κι αργότερα έβαλε τη φόρ­ μα της, πήρε τα σκι της, και βγήκε να κάνει μια βόλτα στον κα­ θαρό αέρα. Σκέφτηκε στην αρχή να πάρει τον εναέριο για κά­ ποια απ’ τις πραγματικά δύσκολες διαδρομές, για να ξεχάσει λίγο τις μαύρες της σκέψεις στην αναμέτρησή της με τα βουνά. Αλλά κατά κάποιον τρόπο, της ήταν αδύνατο ν’ απομακρυνθεί απ’ το Ζέρματ. Βρέθηκε να τριγυρνάει στη μαλακή πλαγιά που περνούσε έξω απ’το μικρό σαλέ στο δάσος, γλιστρώντας σαν ξωτικό ανά­ μεσα στα έλατα. Ή ξερε πως αυτόο δε θα ήταν σπίτι - δεν μπο­ ρούσε να φανταστεί την Κάρα Μασιμο να τον συναντάει σ’ ε­ κείνο το φτωχικό σαλέ. Όπου κι αν βρίσκονταν τώρα οι δυο τους, θα ήταν πάντως σε πολύ διαφορετικό περιβάλλον. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από βαριά χιονοσύννεφα. Έκανε φοβερό κρύο, τα πόδια της πάγωναν. Θα μπορούσε να είναι ο­ πουδήποτε αλλού εκείνη τη στιγμή, σ’ ένα ζεστό ρεστοράν του βουνού, στο σαλέ της, σε κάποια απ’τις πλαγιές του Ζέρματ. Κι αντί γι’ αυτό, ανεβοκατέβαινε άσκοπα στην πλαγιά έξω απ’ το σπίτι του Έβαλντ Άκερμαν, μόνο και μόνο επειδή είχε έτσι την εντύπωση ότι βρισκόταν κάπως κοντά του, κι ας ήξερε πως δεν επρόκειτο ούτε να τον δει από μακριά εκείνη τη μέρα. Κι ύστερα τον είδε. Η καρδιά της πήγε να σπάσει όταν η πόρτα του σαλέ άνοιξε α­ πρόσμενα, κι η τεράστια φιγούρα του βγήκε απ’το σπίτι. Χώθη­ κε σπασμωδικά πίσω από ένα έλατο, κι έμεινε να τον κοιτάζει, α­ κίνητη σαν πετρωμένη. Τα γόνατά της κόπηκαν, και της ήρθε σωστή λιποθυμιά. Δεν ήταν μόνος. Απ’ το σαλέ, πίσω του, είχε βγει η ίδια ξανθιά που την είχε ξαναδεί δυο φορές μαζί του. Στάθηκαν για μια στιγμή οι δυο τους στο κατώφλι, αυτός κάτι της είπε, εκείνη γέλασε, κι ο άντρας πέρασε το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους της, σε μια κίνηση που πρόδινε αναμφι­ σβήτητη τρυφερότητα και αγάπη, και μαζί προστατευτικόίητα. Η κοπέλα σφίχτηκε πάνω του, κι η Βάνιτι έμεινε να τους κοιτά­ ζει που κατέβαιναν αργά την πλαγιά, εντελώς ανυποψίαστοι. Η ξανθιά τον είχε αγκαλιάσει απ’ τη μέση, και κρεμόταν σχε­ δόν από πάνω του καθώς κατηφόριζαν προς το χωριό. Κι αυτός την κρατούσε σφιχτά απ’τους ώμους, καθοδηγώντας ένα προς ένα τα βήματά της στο ανώμαλο έδαφος του δάσους.


99

*

Δεν έφταιγε κανείς, μόνο η ίδια. Μετά απ’ αυτό, δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της ούτε την πολυτέλεια να κλάψει. Ή ξερε το ποιόν του απ' την πρώτη στιγμή που τον είχε δει με την Κάρα Μάσιμο. Ακόμα κι αν δεν είχε προσέξει πώς τον κοίτα­ ζε η “κοντέσα”, ακόμα κι αν δεν είχε δει το χέρι της να κρατάει με τόση λαχτάρα το δικό του και το σώμα της να γέρνει όλο πά­ θος προς το μέρος του, πάλι δε θα υπήρχε καμιά αμφιβολία για το τι συνέβαινε ανάμεσα στους δυο τους. Τι δουλειά θα είχε η εκκεντρική, πάμπλουτη Κάρα Μάσιμο, να ξεμοναχιάζεται σε πανάκριβα και απομονωμένα ξενοδοχεία των Άλπεων μ’ έναν δάσκαλο του σκι απ’το Ζέρματ; Μόνο την πιο οφθαλμοφανή απ’ όλες, φυσικά. Ήταν ερωμένη του, κι η ίδια το ήξερε απ’ την πρώτη στιγμή, όπως ήξερε και τι θα μπορούσε να βρίσκει ένας άντρας σαν τον Έβαλντ σε μια κυρία άνω των εξήντα. Ήξερε επίσης απ’την αρ­ χή πως ο γοητευτικός δάσκαλοό του σκι, κεράτωνε ξεδιάντρο­ πα την ηλικιωμένη “προστάτιδά του. Και παρ’ όλ’αυτά, είχε αφεθεί να μπλεχτεί μαζί του, κι όχι μόνο για να γευτεί μια ακόμα σεξουαλική εμπειρία. Ήταν τόσο ηλίθια, τόσο αποβλακωμένη, που είχε φανταστεί επίσης ότι τον είχε ερω­ τευτεί, κι ότι αυτός ίσως να της ανταπόδινε τα αισθήματά της. Κι όλον αυτό τον καιρό, ο ωραίος, υπέροχος, ακατανίκητος Έβαλντ 'Ακερμαν, την κορόιδευε αισχρά, τόσο αισχρά όσο κά­ ποτε ο Ρομπέρτο Μοντεκάλβο, παίζοντας με τα αισθήματά της, φέρνοντάς την όλο και πιο κοντά στο σημείο που την ήθελε κι αυτήν και τα εκατομμύρια των Πράιορ. Τώρα δεν ωφελούσε πια ούτε να τον μισήσει. Αν είχε λίγο μυαλό, θα έπρεπε να τα μαζέψει αμέσως, και να φύγει τρέχον­ τος απ’ το Ζέρματ. Να χαίρεται κιόλας που την είχε γλιτώσει σχετικά φτηνά, πριν κάνει καμιά ακόμα χειρότερη ηλιθιότητα. Αλλά δεν μπορούσε. Το μίσος την έπνιγε, κι ένιωθε κυριολε­ κτικά σαν πληγωμένο θηρίο που γυρίζει ν’ανταποδώσει στα τυ­ φλά το οδυνηρό χτύπημα. Όπως είχε κάποτε πιστέψει πως θα μπορούσε να σκοτώσει εν ψυχρώ τον Ρομπέρτο και τη Λίντα, έ­ τσι και τώρα ένιωθε πως θα μπορούσε να σκοτώσει με τα ίδια της τα χέρια τον Έβαλντ 'Ακερμαν - και να μην αισθανθεί ούτε ίχνος τύψης γΓ αυτό. Να τον σκοτώσει, να τον χτυπήσει, να τον κάνει να υποφέρει όσο υπέφερε κι η ίδια για χάρη του - να τον ταπεινώσει, να τον δει να σέρνεται κυριολεκτικά στα πόδια της, ζητώντας έλεος...


100 Αυτές οι μακάβριες σκέψεις δεν καταλάγιασαν ούτε αργότε­ ρα, ούτε καν την επόμενη μέρα. Γυρίζοντας σπίτι, είχε κλειστεί στο δωμάτιό της, κι είχε αφήσει παραγγελία στη Νικόλ να μην τη δώσει στο τηλέφωνο, όποιος κι αν ήταν. Όπως της το είχε πει, ο Έβαλντ είχε τηλεφωνήσει το βράδυ. Η Βάνιτι άκουσε τη Νικόλ να τον πληροφορεί ότι «η μις Πράιορ είναι έξω αυτή τη στιγμή. Όχι, δεν ξέρω πότε θα επιστρέφει», κι ένα κύμα μίσους την πλημμύρισε, κοχλάζοντας σαν λάβα στις φλέβες της. Της ήρθε σκοτοδίνη απ’ την έντασή του. Μια σαδιστική ικανοποίηση την κατέλαβε όταν αυτός ξανατηλεφώνησε αργότερα, για να πάρει την ίδια ακριβώς απάντη­ ση απ’ τη Νικόλ. Αυτή τη φορά, έδειξε να έχει ανησυχήσει κά­ πως περισσότερο, γιατί η Νικόλ αναγκάστηκε να του ξαναπεί τρεις φορές ότι όχι, δεν είχε ιδέα πότε θα ξαναγύριζε η κυρία της, δεν της είχε πει τίποτε πριν φύγει, και ειλικρινά, δεν μπο­ ρούσε να ξέρει τι ώρα θα την έβρισκε ο κύριος Άκερμαν στο τη­ λέφωνο. Ύστερα, η καμαριέρα της, μπουχτισμένη προφανώς απ’ την επιμονή του, είχε την ευτυχή έμπνευση να του πει ότι η μις Πράιορ είχε βγει με φίλους που είχαν έρθει εκείνη την ημέρα στο Ζέρματ. Αυτό φαίνεται τον καθησύχασε κάπως, γιατί δεν ξανατηλεφώνησε εκείνο το βράδυ. Ήταν άλλωστε πολύ αργά πια. Απ’ την κρεβατοκάμαρά της, η Βάνιτι έτριψε με κακιά ικανο­ ποίηση τα χέρια της. Καιρός ήταν ν’αρχίσει ν’ανησυχεί και λίγο ο κύριος Άκερμαν. Αρκετά θα είχε γελάσει τόσον καιρό σε βά­ ρος της. Αυτή η σκέψη την τρέλαινε τώρα. Την κορόιδευε, την κορόιδευε εν ψυχρώ όλες αυτές τις μέ­ ρες, σίγουρος για τη γοητεία του, σίγουρος για τη δύναμη που είχε πάνω της, σίγουρος ότι μπορούσε να την παίζει σαν μαριονέτα. Πόσα τον είχε αφήσει να μαντέψει; Δόξα τω Θεώ, δεν του είχε μιλήσει ποτέ γι’ αγάπη. Του το είχε δείξει, όμως. Ήταν δια­ βολεμένα έξυπνος, θα το καταλάβαινε έτσι κι αλλιώς. Τον φαν­ ταζόταν τώρα να χαμογελάει αυτάρεσκα σ’ αυτή τη σκέψη. Η Βάνιτι Πράιορ, ερωτευμένη μαζί του, έτοιμη να του πέσει στα πόδια... Σωστός θρίαμβος. Σωστή ανακούφιση μετά την “κοντέσα”, με τον ζαρωμένο της λαιμό και τα ρυτιδιασμένα της μά­ γουλα. Η εξίσου πλούσια Πράιορ ήταν τρελή γι’ αυτόν, χωρίς αμφιβολία. Τον κοιτούσε κι έλιωνε. Είχε εξευτελιστεί στα μάτια του, είχε γελιοποιηθεί γι’ άλλη μια φορά. Είχε φτάσει στο σημείο να πιιστέψει το “σ’ αγαπώ” του. Κι αυτός το ήξερε. Δεν άντεχε σ’ αυτή τη σκέψη. Αλλά ίσως είχε ακόμα τα περιθώρια να φύγει με το κεφάλι ψη­


101

λά. Ευτυχώς, δεν του είχε αντιγυρίσει εκείνο το υποκριτικό "σ ’ αγαπώ”. Στο χέρι της ήταν να του δώσει να καταλάβει ότι η Βάνιτι Πράιορ δεν είχε πιαστεί κορόιδο. Είχαν περάσει ωραία οι δυο τους, είχαν πει και δυο κουβέντες παραπάνω... Τον είχε βρει ικανοποιητικό σαν εραστή, κι αυτό ήταν όλο. Οτιδήποτε άλλο ήταν απλά η σάλτσα σ’ αυτό το πεζό γεγονός. Για να δημιουργείται κάποια ατμόσφαιρα, και να μην πηγαίνουν στο κρε­ βάτι να το κάνουν σαν τα κτήνη. Αν τα κατάφερνε να τον πείσει γι’αυτό, και μαζί να τον ταπει­ νώσει όσο την είχε ταπεινώσει κι εκείνος, θα μπορούσε ίσως μετά να ξεχάσει ολοκληρωτικά αυτό το απεχθές επεισόδιο στη ζωή της. ★ Πίστευε πως βλέποντάς τον, δε θα μπορούσε να κρύψει το μί­ σος και την αηδία που την πλημμύριζαν στη σκέψη του. Κι αντί γι’αυτό, τη στιγμή που άνοιξε την πόρτα κι αυτός μπήκε στο κα­ θιστικό της, κάτι πάλι άρχισε να λιώνει μέσα της, και χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη της τη δύναμη για να μπορέσει να κρα­ τήσει την απόφασή της. Δε χρειάστηκε καν να υποκριθεί όταν την πήγε στο κρεβάτι. Γ ια μεγάλη της αγανάκτηση, ανακάλυψε πως το άγγιγμά του δεν είχε χάσει τίποτε απ’τη μαγεία του, τα φιλιά του την παράσερναν πάλι σ’ ένα στρόβιλο πάθους και ανάγκης, και τα γαλάζια του μάτια έ­ καιγαν μέχρι βαθιά στην ψυχή της με κάθε τους βλέμμα. Ενδόμυχα, αυτό την έκανε να λυσσάξει ακόμα περισσότερο. Μα πώς ήταν δυνατό να είναι τόσο άβουλη και αδύναμη, να λιώνει έτσι μπροστά του, ξέροντας πια πολύ καλά ποιος ήταν και τι έκανε; Χρειάστηκε να ξαναφέρει στη σκέψη της τον τρόπο που κρα­ τούσε αυτός αγκαλιά χτες το πρωί την ξανθούλα, για να μπορέ­ σει να ξαναβρεί τη δύναμη που την είχε εγκαταλείψει για λίγο. Έ μεινε να τον κοιτάζει δίπλα της στο κρεβάτι, κι αυτός μισόκλεισε τα μάτια και ρώτησε σιγανά: «Τι τρέχει; Συμβαίνει τίπο­ τα;» Η Βάνιτι ανασήκωσε τους ώμους. «Σαν τι να συμβαίνει;» «Δεν ξέρω. Μου φαίνεσαι ξαφνικά διαφορετική». Η κοπέλα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, και χώθηκε χωρίς άλλη κουβέντα στο μπάνιο. Έκανε ένα ντους, κι όταν ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρα, είχε ξαναβρεί απόλυτα την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητά της. Γι’ άλλη μια φορά, έμεινε όρθια να τον κοιτάζει, αγνοώντας όσο γινόταν καλύτερα τον πόνο


102

που της ξέσκιζε σαν μαχαιριά την καρδιά, καθώς τον έβλεπε έ­ τσι ωραίο, σαν αρχαίο άγαλμα, κι έτσι ευάλωτο πάνω στο κρε­ βάτι της. Αλλά δε χώραγε συμπόνια σ’ό,τι αφορούσε τον Έβαλντ Άκερμαν. Ούτε κανενός άλλου είδους συγκίνηση. «Έλα κοντά μου», είπε σιγανά ο άντρας. «Τι έχεις πάθει από­ ψε;» Του είπε ήρεμα: «Σε λίγες μέρες πρέπει να είμαι πίσω στο Λονδίνο». Ο ίδιος οξύς πόνος τη διαπέρασε ξανά σαν μαχαιριά. Έ να μέρος του εαυτούς της θρηνούσε βαθιά μέσα της, αλλά το αγνόησε, και στράφηκε πάλι για ν’ αντλήσει δυνάμεις σ’ εκείνη τη Βάνιτι που ήταν σκληρή, αυτάρκης και αποφασισμένη να επι­ βιώσει με κάθε τρόπο. «Δεν μπορώ να μείνω άλλο στο Ζέρματ». Ο άντρας δεν είπε τίποτα. Έ μεινε μόνο να την κοιτάζει με τα βαθιά μπλε του μάτια, κι αν η Βάνιτι δεν ήξερε πού οφειλόταν η ανησυχία στα βάθη τους, θα μπορούσε ίσως και να την πάρει για αγωνία μην τη χάσει. «Αυτό είν’ όλο», είπε η Βάνιτι. «Καταλαβαίνω», είπε αχνά ο Έβαλντ. Σηκώθηκε απότομα, και θάλθηκε να ντύνεται. Η Βάνιτι έμεινε να τον κοιτάζει, μέχρι που αυτός είχε βάλει και τις μπότες του, κι έπαιρνε το ρολόι του απ’ το κομοδίνο. Ύστερα του είπε ήρεμα: «Θα ’θελες να ’ρθεις μαζί μου;» Στράφηκε απότομα προς το μέρος της, κι είπε ξερά: «Το συ­ ζητήσαμε και προχτές αυτό. Και σου είπα πως δεν μπορώ ν ’ αφήσω το σπίτι μου και τη δουλειά μου». Έμοιαζε ξαφνικά πολύ εκνευρισμένος, κι η Βάνιτι αισθάνθηκε να τη διαπερνάει η ίδια σαδιστική ικανοποίηση που είχε νιώσει και το προηγούμενο βράδυ. Καιρός ν'αρχίσ εις να ταράζεσαι κι εσύ λίγο, Έ β α λ ν τ Ά ­ κερμαν... Δεν την ένοιαζε αν ένα μέρος του εαυτού της ούρλια­ ζε βαθιά μέσα της, ανίκανο να δεχτεί όλον αυτόν τον πόνο. Το μίσος της για τον Έβαλντ, ήταν ισχυρότερο απ’ όλη την αγάπη που είχε νιώσει για κείνον. Του είπε γλυκά: «Το καταλαβαίνω, θα είναι δύσκολο για σένα. Θα μπορούσα όμως να σου δώσω εγώ κάποια άλλη δουλειά πιο ενδιαφέρουσα ίσως. Δε θα ’θελες να το σκεφτείς;» Έμεινε ακίνητος, σαν πετρωμένος, με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό της. Δεν είπε λέξη. «Το σκέφτηκα πολύ χτες και σήμερα», συνέχισε μελιστάλα­ χτα η Βάνιτι. «Και κατέληξα στο συμπέρασμα πως σαν εραστής είσαι απ’ τους καλύτερους που έχω γνωρίσει. Το απόλαυσα πραγματικά μαζί σου αυτές τις μέρες. Έχεις πολύ ωραίο σώμα - κι είσαι δυνατός σαν ταύρος». Η καρδιά της σπαρτάρησε ό­ ταν συνειδητοποίησε πως, κάτω απ’ το μαύρισμά του, το πρό­


103 σωπό του είχε αρχίσει να χάνει όλο του το χρώμα. Ζαλισμένη απ’ την αίσθηση του θριάμβου της, συνέχισε με την ίδια μελι­ στάλαχτη φωνή: «Επιπλέον, έχεις πάντα όρεξη για σεξ, πράγμα πολύ σημαντικό, δε βρίσκεις κι εσύ;» Για μια στιγμή, της φάνηκε ότι αυτός δε θα τα κατάφερνε ν’ αρθρώσει λέξη. Τα χείλια του σάλευαν, αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από μέσα τους. Ύστερα της είπε πνιχτά: «Προχώρα». «Σκέφτηκα λοιπόν πως ίσως θα ήθελες να συνεχίσουμε και στο μέλλον - για όσο καιρό θα κάνουμε κι οι δυο κέφι, φυσικά. Η αλήθεια είναι πως με βολεύει κι εμένα. Ουσιαστικά, δε χρειά­ ζομαι έναν άντρα - χρειάζομαι μάλλον έναν υπάλληλο». Αυτός συνέχιζε να την ακούει, με το πρόσωπο τώρα κάτωχρο. «Ένας υπάλληλος είναι πολύ πιο ελεγχόμενος - γιατί φυσικά, υπάρ­ χουν και ορισμένοι όροι απ’ την πλευρά μου. Για παράδειγμα, όχι άλλες γυναίκες, στη διάρκεια της... συνεργασίας μας. Ό χ ι ι­ διαίτερες απαιτήσεις, ούτε βέβαια πρωτοβουλίες άλλου εί­ δους. Βασικά, θέλω κάποιον που θα κάνει ό,τι του λέω, που θα είναι αφοσιωμένος, και που θα με κρατάει ευχαριστημένη στο κρεβάτι. Και σκέφτηκα μήπως ενδιαφέρεσαι γι’αυτό το πόστο». Δεν της είπε λέξη. Τα χείλια του ήταν πανιασμένα, ένα νεύρο χτυπούσε στο σαγόνι του, κι έδειχνε εντελώς ανίκανος να κου­ νηθεί από κει που στεκόταν σαν πέτρινο άγαλμα τόση ώρα. Η Βάνιτι χαμογέλασε ψυχρά. «Ίσως σε ξάφνιασε η πρότασή μου, αλλά σκέψου τη λίγο πριν την απορρίψεις. Είναι καλή δου­ λειά, άνετη, ξεκούραστη, και δε μας δεσμεύει από άποψη διάρ­ κειας. Επιπλέον, πληρώνω καλά. Εικοσιπέντε χιλιάδες δολάρια το μήνα - κανείς δεν παίρνει τόσα λεφτά. Ούτε τα ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων. Μόνο που θα πρέπει να καλύπτεις εσύ τα προσωπικά σου έξοδα - εγώ δε θα έχω καμιά άλλη υποχρέω­ ση πέρα απ’ τη στάνταρ αμοιβή σου. Τι λες γι’ αυτό;» Είχε τε­ λειώσει, τα είχε πει όλα, και μπορούσε τώρα ν’ απολαύσει το θρίαμβό της. Το πρόσωπό του ήταν σταχτί, και της φάνηκε ότι τον είδε να κλονίζεται στιγμιαία. Την κοίταζε ακόμα με τα χείλια ελαφρά μι­ σάνοιχτα, κι η κοφτή του ανάσα ανασήκωνε βίαια το φαρδύ του στήθος. Ύστερα είδε τα χείλια του να σφίγγονται, το νεύρο να χτυπάει ακόμα πιο δυνατά στο σαγόνι του. Και χωρίς να πει λέ­ ξη, ο Έβαλντ Άκερμαν στράφηκε, πήγε σταθερά ως την πόρτα, την άνοιξε και βγήκε στο δωμάτιο. Ακούσε τα βήματά του στις σκάλες, σίγουρα, σταθερά και ή­ ρεμα. Την πόρτα που άνοιγε, κλείνοντας πάλι μαλακά πίσω του. Και μετά σιωπή. Έπεσε στο κρεβάτι, κι έκλαψε τόσο, που πίστεψε πως θα ξε­


104

σκίζονταν τα σωθικά της. ★ Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε μήπως είχε κάνει κάποιο τραγικό λάθος ερμηνείας και εκτίμησης των γεγονότων. Της ήταν αδύ­ νατο να ξεχάσει το ύφος του όσο την άκουγε να του λέει όλα ε­ κείνα τα τερατώδη πράγματα, το νεύρο που χτυπούσε σπασμω­ δικά στο σαγόνι του, την απόλυτη χλομάδα και ακαμψία του προσώπου του. Κάτι μέσα της της έλεγε πως κανείς άνθρωπος, όσο καλός ηθοποιός κι αν ήταν, δε θα μπορούσε να υποκριθεί τόσο τέλεια. Και μετά πώς είχε φύγει... Δεν είχε πει κουβέντα, όχι τόσο επειδή είχε μείνει άλαλος απ’ την κατάπληξη και το σοκ, όσο επειδή η αξιοπρέπειά του δεν του επέτρεπε να πάρει μέρος σε μια τόσο χυδαία συζήτηση. Δεν είχε καν χτυπήσει την πόρτα πίσω του φεύγοντας. Της είχε αποδείξει γι’άλλη μια φορά πόσο κύριος ήταν, και πόσο πε­ ρήφανος. Τόσο περήφανος, που δεν είχε καταδεχτεί ούτε να θυμώσει μαζί της. Τώρα ήταν σίγουρη πως είχε κάνει ένα θανάσιμο λάθος. Τα είχε καταστρέψει όλα, και δεν υπήρχε κανένας τρόπος πια να ε­ πανορθώσει. Το ύφος του, λίγο πριν φύγει, δεν της άφηνε περι­ θώρια για αμφιβολίες - ακόμα κι αν έβρισκε το κουράγιο να πάει να τον παρακαλέσει, ο Έβαλντ δε θα γύριζε να της ρίξει ούτε δεύτερο βλέμμα. Ίσως πάλι - ίσως αν πήγαινε και του εξηγούσε, αν του έλεγε για τον Ρομπέρτο και τη Λίντα, και για την “κοντέσα” και για την... Είσαι τρελή, είπε στον εαυτό της. Τι άλλο δηλαδή πρέπει να σου συμβεί για να βάλεις μυαλό; Μήπως δεν τον είδες με τα ίδια σου τα μάτια να βγαίνει αγκαλιά μαζί της; Κι αν ήταν κι αυτή κάποια παλιά φίλη, που δε γινόταν να την ξεφορτωθεί απ’τη μια στιγμή στην άλλη; Αν είχε κάποια προκα­ θορισμένη συνάντηση μαζί της, κι είχε σκοπό να της πει ότι όλα έιχαν τελειώσει μεταξύ τους, ότι Πάει, θα τρελαθώ, σκέφτηκε σε μια στιγμή, και πετάχτηκε σπασμωδικά πάνω. Πήγε στο μπάνιο κι έπλυνε με τις ώρες τα μάτια της με παγωμένο νερό. Ό ταν σήκωσε πάλι το κεφάλι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, της ήρθε ζαλάδα, σαν να είχε πιει. Το μπάνιο στροβιλιζόταν γύρω της, κι αρπάχτηκε απ’τον νιπτή­ ρα για να μην πέσει. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει άλλο σε τόση α­ πελπισία. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν, ούτε έτσι, ούτε αλλιώς. Ας την ήθελε και για τα λεφτά της. Δεν την ένοιαζε πια


105

τίποτα. Θα πήγαινε να τον βρει, αμέσως κιόλας. Θα έπεφτε στα πόδια του, και θα τον παρακαλούσε να τη συγχωρήσει. Αλλά δε χρειάστηκε να πάει να τον βρει. Καθώς κατέβαινε με πόδια που έτρεμαν τις σκάλες, σέρνοντας πίσω της το γούνινο παλτό της, άκουσε το κουδούνι. Τα πόδια της ρίζωσαν για μια στιγμή στο σκαλοπάτι. Ύστερα, παρατώντας τη γούνα να κείτεται πάνω στα σκαλιά, έτρεξε πυρετικά ν’ ανοίξει, σίγουρη πως θα ήταν ο Έβαλντ που ερχόταν να της δώσει μια ακόμα ευκαι­ ρία. Ο άντρας μπήκε στο σαλέ όπως είχε μπει εκείνη την πρώτη μέ­ ρα - σαν να του ανήκε οτιδήποτε εκεί μέσα. Ήταν ακόμα κατά­ χλομος, αλλά κρατούσε αλαζονικά ψηλά το κεφάλι, και το ύφος του ήταν πιο υπεροπτικό παρά ποτέ, τα μάτια του παγερά σαν πο­ λικές νύχτεο, τα χείλια του σφιγμένα κι απαγορευτικά. Την προσπέρασε χωρίς να της ρίξει ούτε ένα βλέμμα, προχώρησε προς το τζάκι, και είπε ξερά: «Το σκέφτηκα. Ήρθα να συζητήσουμε». ★ Έμεινε να τον κοιτάζει παγωμένη, ανίκανη να κάνει έστω κι ένα βήμα προς το μέρος του. Στα λόγια του, σαν κάτι να είχε καταρρεύσει αυτόματα μέσα της, παίρνοντας μαζί του όση δύναμη της είχε απομείνει. Ο Έβαλντ πάντως δεν έδειξε να προσέχει τίποτε περίεργο στη στάση της. Της είπε στεγνά: «Ελπίζω να μην άλλαξες γνώμη στο μεταξύ. Μου ήταν απαραίτητο ένα κάποιο χρονικό διάστημα για να το σκεφτώ, όπως καταλαβαίνεις. Η πρότασή σου ήταν κάπως... α­ πρόσμενη. Θέλεις τώρα ν’ ακούσεις και τη δική μου;» Του έγνεψε “ναι” σαν αυτόματο. Και να τη σκότωνε εκείνη τη στιγμή, δε θα έβγαινε φωνή απ’ το λαρύγγι της. «Όπως σου έλεγα, λοιπόν», συνέχισε ανελέητα ο άντρας, «το σκέφτηκα απ’ όλες τις πλευρές, και είδα ότι βασικά με συμ­ φέρει. Μπορώ να πω ότι συμφωνώ απόλυτα με τις εκτιμήσεις σου, σχετικά με τη χρησιμότητα ενός τέτοιου... διακανονισμού. Συμφωνώ επίσης ότι πρόκειται για ευκαιρία - όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας, αν μη τι άλλο. Διαφωνώ όμως με το ύψος της αμοιβής, και με ένα-δυο άλλα σημεία». Η Βάνιτι δεν είπε τίποτα. Τα παγερά του μάτια την κάρφωσαν χωρίς κανένα ενδιαφέ­ ρον. Της είπε ψυχρά: «Θα δεχτώ την πρότασή σου, αν ανεβά­ σεις το ποσό στις πενήντα χιλιάδες δολάρια το μήνα, και δε­ χτείς τους δικούς μου όρους: απόλυτη ελευθερία κινήσεων, α­ πόλυτη ελευθερία άρνησης παροχής υπηρεσιών όταν το θέλω,


106

και απόλυτη έλλειψη καταπίεσης από μέρους σου - στην κατα­ πίεση συμπεριλαμβάνονται και οι αδιάκριτες ερωτήσεις». Και καθώς αυτή ακόμα δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι συνέβαινε, τη ρώτησε επιτακτικά: «Σ’ ενδιαφέρει η πρότασή μου, ή να μην ασχοληθώ άλλο;» Για λίγα ακόμα δευτερόλεπτα του αντιγύριζε βουβή το βλέμ­ μα. Ύστερα κάτι ορθώθηκε μέσα της, μια παγερή μπάλα μίσους, περιφρόνησης, απελπισίας και ανάγκης. Κούνησε μηχανικά το κεφάλι, και είπε σαν αυτόματο: «Μ ’ενδιαφέρει, αλλά νομίζω ότι πενήντα χιλιάδες δολάρια είναι πολλά - ακόμα και για τις δικές σου επιδόσεις!» Της είπε ξερά: «Αν δε σ’αρέσει, δεν αγοράζεις. Λοιπόν, δέχε­ σαι;» Η ανάσα της βγήκε σαν βαθύς στεναγμός. «Εντάξει», είπε ά­ τονα. «Δέχομαι. Πότε θα είσαι έτοιμος;» «Δόσε μου δυο μέρες», της είπε παγερά. «Σου δίνω τρεις». «Δε χρειάζομαι τρεις. Δύο μου φτάνουν. Την Τετάρτη λοιπόν το πρωί - εδώ». Και το επόμενο δευτερόλεπτο τραβούσε προς την πόρτα. Απ’την τεράστια τζαμαρία, η Βάνιτι τον είδε να προχωράει με τα μεγάλα, σίγουρα βήματά του στο δρόμο. Και μισό λεπτό αρ­ γότερα, τον είχε καταπιεί το σκοτάδι και το κρύο της νύχτας. ★ Τετάρτη πρωί έφυγαν για το Γκστάαντ, αυτή, η Νικόλ, οι απο­ σκευές τους, κι ο Έβαλντ Άκερμαν με μια και μοναδική βαλί­ τσα. Δεν αντάλλαξαν λέξη στη διαδρομή με το ελικόπτερο, ού­ τε άλλωστε αργότερα, στο σαλέ. Σ’ έναν σαστισμένο Κέιν, που έδειχνε να μην καταλαβαίνει α­ πολύτως τίποτα, η Βάνιτι είπε: «Ο κύριος Άκερμαν θα μένει από δω και πέρα μαζί μας, Κέιν. Φρόντισέ τα όλα, εντάξει; ξ έ ­ ρεις εσύ. Γυρίζουμε στην Αγγλία». «Στην Αγγλία», επανέλαβε ηλίθια ο Κέιν. Ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια του απ’ την πανύψηλη σιλουέτα του άγνωστου που περίμενε όρθιος, στο βάθος του τεράστιου λίβινγκ-ρουμ. «Καισ κύριος... Άκερμαν;» «Κι αυτός», είπε ξερά η Βάνιτι. «Θα έρθει μαζί μας. Κανόνισέ τα εσύ - ξέρεις τι χρειάζεται. Άδεια παραμονής και εργασίας, όλα τα σχετικά. Τον προσέλαβα». «Τον προσέλαβες», επανέλαβε σαν ηχώ ο Κέιν. «Σαν τι;» «Παροχή προσωπικών υπηρεσιών», έκανε στεγνά η Βάνιτι.


107

«Βρες μια φόρμουλα που να τον καλύπτει, και φρόντισε να τα­ κτοποιηθεί όπως πρέπει. Κανόνισε μαζί του πώς προτιμάει να πληρώνεται, εγώ δεν έχω ιδέα απ’αυτά. Βρείτε έναν τρόπο στα πλαίσια της νομιμότητας, και μη με απασχολήσετε ξανά μ’αυτό το θέμα. Θα παίρνει πενήντα χιλιάδες δολάρια το μήνα». «Πενήντα χιλιάδες δολάρια το μήνα», επανέλαβε σαν χαμέ­ νος ο Κέιν. Πήρε επιτέλους το βλέμμα του απ’ τον Έβαλντ Ά κερμαν, και κοίταξε κατάματα τη Βάνιτι. Δεν τα κατάφερε όμως να κάνει κανένα σχόλιο. «Δόσ’ του κι ένα καλό δωμάτιο», είπε παγερά η Βάνιτι. «Ό χι με το υπόλοιπο προσωπικό - κοντά στο δικό μου». «Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε όσο πιο ευγενικά γινόταν ο Κέιν. «Τι στο διάβολο νομίζεις ότι κάνεις;» Η Βάνιτι χαμογέλασε μελιστάλαχτα, και απαξίωσε να τον δια­ φωτίσει.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 8

Το τι νόμιζε ότι έκανε, δεν το ήξερε πια ούτε η ίδια. Ακόμα και τη στιγμή που ήταν σίγουρη ότι είχε θριαμβεύσει, ο Έβαλντ Ά κερμαν τα ’χε καταφέρει να μετατρέψει το θρίαμβό της σε πύρρεια νίκη. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι αυτός θα δεχόταν, με τέτοια μάλιστα άνεση και τέτοια έπαρση, την πρότασή της. Του την εί­ χε κάνει μ’ ένα και μοναδικό σκοπό: να τον ταπεινώσει, να του δώσει να καταλάβει οριστικά και για πάντα ότι η Βάνιτι Πράιορ δεν πιανόταν τόσο εύκολα κορόιδο, ότι είχε δει απ’ την αρχή ποιος ήταν ο απώτερος σκοπός του, κι ότι τον αντιμετώπιζε με τον τρόπο ακριβώς που του άξιζε: σαν έναν αμοιθόμενο επιβή­ τορα. Αλλά δεν της είχε περάσει ούτε για μισό λεπτό απ’ το μυαλό ότι αυτός θα δεχόταν - και μάλιστα επιβάλλοντάς της μ’ αυτό το θράσος τους δικούς του όρους και τις δικές του απαιτήσεις. Και το χειρότερο, χωρίς να την αφήσει να νιώσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο τη γλυκιά ικανοποίηση ότι τον είχε ταπεινώσει. Μόνο ταπεινωμένος δεν έδειχνε ο Έβαλντ Άκερμαν. Συνέχιζε να κυκλοφορεί με το ίδιο αλαζονικό ύφος και τα ίδια παγερά μάτια, κοιτάζοντας τους πάντες γύρω του σαν να ήταν υποτε­ λείς του, ή σαν να τους πλήρωνε εκείνος πενήντα χιλιάδες δο­ λάρια το μήνα για να τον εξυπηρετούν. Κι ήταν να σε πιάνει τρέλα βλέποντας τον τρόπο που ανταποκρίνονταν οι γύρω του σ’ αυτό το ύφος και σ’ αυτό το βλέμμα: ακόμα κι η Νικόλ, ακόμα κι ο Κέιν, ο δικός της Κέιν, του φέρονταν μ’ ένα σεβασμό που δεν τον έδειχναν ούτε απέναντι της. Με δέος σχεδόν. Κι αυτός συνέχιζε να κινείται μ’ όλη του την άνεση στο δικό


109

της περιβάλλον, χωρίς να δίνει θάρρος σε κανέναν, χωρίς να της αφήνει το παραμικρό περιθώριο να νιώσει ότι τον είχε αγο­ ράσει, χωρίς να προδίνει την παραμικρή αμηχανία για την όλη κατάσταση, και επιβάλλοντας σε κάθε στιγμή τους δικούς του όρους, ακριβώς όπως της το είχε πει εκείνο το θλιβερό βράδυ στο Ζέρματ. *

Γιατί τον κρατούσε ακόμα; αναρωτιόταν κάπου-κάπου, κι όσο κι αν ενδόμυχα ήξερε πολύ καλά το γιατί, θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να το παραδεχτεί συνειδητά. Όχι, δεν ήταν αλή­ θεια ότι στο βάθος τον αγαπούσε με το ίδιο πάθος. Δεν ήταν α­ λήθεια ότι τον χρειαζόταν όσο και το οξυγόνο που ανέπνεε. Δεν ήταν αλήθεια ότι δε θα μπορούσε να ζήσει ούτε λεπτό μα­ κριά του. Ό λ ες αυτές τις αυταπάτες τις είχε πια ξεπεράσει. Η αλήθεια ήταν, επέμενε ο εαυτός της, ότι μεταξύ τους μαι­ νόταν ένας ακήρυχτος, σιωπηλόο πόλεμος, μια αντιπαράθεση πείσματος και εγωισμού - η θέληση του Έβαλντ Άκερμαν, κόντρα στη θέληση της Βάνιτι Πράιορ. Δεν ήξερε ως πού θα έ­ φτανε αυτή η αναμέτρηση, ούτε πόσο θα της κόστιζε. Ήξερε μόνο ότι στ’ αλήθεια θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να υπο­ χωρήσει πρώτη. Θα τον κρατούσε εκεί σ’όλη της τη ζωή, αν χρεια­ ζόταν, υποκύπτοντας στους όρους του, πληρώνοντάς τον όσαόσα, μόνο και μόνο για να νιώσει κάποτε ότι αυτός είχε λυγίσει, ότι δεν άντεχε άλλο να πουλάει έτσι τον εαυτό του. Κάποτε θα τον έκαμπτε. Κάποτε θα μπορούσε να τον κάνει να συνειδητο­ ποιήσει πόσο αξιοκαταφρόνητος ήταν, και πόσο τον περιφρονούσε η ίδια. Για την ώρα, βέβαια, αν κάποιος ένιωθε αξιοκαταφρόνητος, σίγουρα αυτός δεν ήταν ο Έβαλντ Άκερμαν. Τίποτε δε φαινό­ ταν ικανό να πτοήσει αυτόν τον άνθρωπο. Απ’ την πρώτη στιγ­ μή, δεν είχε πάψει να είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού που παι­ ζόταν ανάμεσά τους, και το χειρότερο, αυτό το γνώριζαν πολύ καλά κι οι δυο τους. Και κάθε λεπτό, η Βάνιτι έπρεπε να συνεχίζει έναν απεγνω­ σμένο αγώνα ενάντια στη δική του δύναμη και στη δική της α­ δυναμία, για ένα πείσμα που της κόστιζε πολύ πιο ακριβά απ’τα χρήματα που του έδινε, και για μια ανάγκη που όσο κι αν προσ­ παθούσε να την καταπνίξει, συνέχιζε να καίει με την ίδια έντα­ ση στα βάθη του είναι της. ★


110

Της είχε πει «με τους δικούς μ ο υ όρους», και το εννοούσε από­ λυτα. Το πώς ακριβώς έβλεπε αυτούς τους όρους ο Έβαλντ Ά κερμαν, ήταν κάτι που της αποκαλυπτόταν μέρα με τη μέρα με εξαιρετική σαφήνεια: αγνοώντας όλους τους δικούς της, όπως αγνοούσε ουσιαστικά και την (δια, και την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Δεν της απεύθυνε σχεδόν καθόλου το λόγο, εκτός βέβαια σε περιπτώσεις που ήταν εντελώς απαραίτητο. Κι όταν της μιλού­ σε, η Βάνιτι θα προτιμούσε να μην της είχε μιλήσει καθόλου. Την πρώτη νύχτα στο μέγαρό της στην Αγγλία, όταν πια είχαν τακτοποιηθεί όλοι και πήγαιναν για ύπνο, ήρθε και της χτύπησε την πόρτα. Στάθηκε στο κατώφλι του δωματίου, και ρώτησε ψυ­ χρά: «Θα με χρειαστείτε απόψε, μις Πράιορ;» Δεν μπορούσε να το παλέψει με κανέναν τρόπο. Η καρδιά της έλιωσε βλέποντάς τον, το σώμα της ζωντάνεψε απότομα και βασανιστικά, ο σφυγμός τηο βάλθηκε να χτυπάει άταχτα. Κι έ­ νιωσε την ακατανίκητη παρόρμηση να πέσει στην αγκαλιά του, να του ζητήσει κλαίγοντας συγνώμη, να τονπαρακαλέσει να ξα­ ναρχίσουν από κει που είχαν σταματήσει. Αλλά εκείνο το φριχτό "μις Πράιορ”, την καθήλωσε. Βρήκε την απαραίτητη αυτοσυγκράτηση για να του πει εξί­ σου ψυχρά: «Ό χι - νιώθω πολύ κουρασμένη απόψε. Και το ό­ νομά μου είναι Βάνιτι». Της είπε αδιάφορα: «Δεν αμφιβάλλω, μις Πράιορ. Θα μου επι­ τρέψετε τότε να πάω κι εγώ για ύπνο». Της γύρισε την πλάτη, κι έκλεισε χωρίς άλλη κουβέντα την πόρτα πίσω του. Αυτή η μικρή ιεροτελεστία επαναλαμβανόταν κάθε νύχτα από κει και πέρα. Σε κάποια τακτή ώρα, ο Έβαλντ της χτύπαγε την πόρτα, η Βάνιτι του έλεγε να περάσει, κι αυτός τη ρώταγε αν τον χρεια­ ζόταν, για να πάρει ακριβώς την ίδια απάντηση. Και κάθε φορά, έφευγε με τον ίδιο αδιάφορο τρόπο, χωρίς να της ρίξει δεύτερο βλέμμα, και χωρίς να προσθέσει ούτε μια παραπάνω λέξη πέρα από ένα ψυχρό, «καληνύχτα, μις Πράιορ». Το “μις Πράιορ”, ση­ ματοδοτούσε πια απόλυτα τις σχέσεις τους. Κι η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, κάθε φορά που τον έβλεπε στην πόρτα της, ένιωθε τα γόνατά της να λύνονται με τον ίδιο τρόπο, και την καρδιά της να χτυπάει εξίσου ξέφρενα. Ούτε γιατί δεν μπορούσε να του πει, «ναι, απόψε θα σε χρεια­ στώ. Πέρνα μέσα». Δε θα έβρισκε ποτέ τη δύναμη να του το πει. Είχε καταντήσει να το σκέφτεται όλη μέρα, σαν να ήταν το


111

πιο ζωτικό της πρόβλημα, σαν να εξαρτιόταν απ’ αυτό όλη της η ζωή. Έμμονη ιδέα πια της είχε γίνει. Έπρεπε να πείσει τον εαυτό της να του το πει. Έπρεπε να αναγκάσει τον Έβαλντ Ακερμαν να κοιμηθεί έστω και μια φορά μαζί της, για να σφραγί­ σει μ’ αυτόν τον τρόπο το αναμφισβήτητο γεγονός ότι αγόραζε τον έρωτά του προς πενήντα χιλιάδες δολάρια το μήνα. Αλλά δεν μπορούσε. Ό σο κι αν προσπαθούσε να επιβληθεί στον εαυτό της και να του πει, «ναι, έλα μέσα», όλες της οι μεγάλες αποφάσεις δια­ λύονταν σαν καπνός κάτω απ’ το βλέμμα του. Δε γινόταν όμως ούτε να παραιτηθεί, έστω απ’ την προσπάθεια. Κάπου κιόλας στο βάθος, έλπιζε πως αυτός δε θ’ άντεχε, και θα έσπαγε πρώ­ τος. Κάποια νύχτα, σκεφτόταν, θα μπει στο δωμάτιό μου χωρίς να ρωτήσει αν τον χρειάζομαι, θα μ’ αρπάξει και θα με πετάξει στο κρεβάτι... Ή ακόμα, μπορεί και να την παρακαλούσε ο ίδιος να τον αφή­ σει να κοιμηθεί μαζί της. Ήξερε τις σεξουαλικές του δυνατότη­ τες. Δεν μπορεί να μην είχε και ανάλογες ανάγκες. Δεν μπορεί να μη χρειαζόταν τακτικό σεξ, ένας άντρας που κάποτε της έ­ κανε έρωτα δυο και τρεις φορές τη νύχτα, κάθε νύχτα, και που συγχρόνως διατηρούσε άλλες δύο ερωμένες, και προφανώς τις ικανοποιούσε ανάλογα. Σίγουρα κάπου θα έσπαγε. Πόσο καιρό θα άντεχε ακόμα; Κά­ ποια μέρα η ανάγκη του θα ξεπερνούσε το πείσμα του. Κι αυτή θα ήταν χωρίς αμφιβολία η πιο γλυκιά στιγμή για την ίδια - η στιγμή που επεδίωκε τόσον καιρό να ζήσει, η στιγμή της έσχα­ της ταπείνωσης για τον Έβαλντ Άκερμαν. Για την ώρα, πάντως, αυτή η στιγμή έμοιαζε ν’απομακρύνεται όλο και περισσότερο στην αχλύ της ονειροφαντασίας. Ο μήνας έκλεισε, ο Έβαλντ Ακερμαν πήρε την επιταγή του, κι ούτε ε­ κείνος, ούτε η Βάνιτι σχολίασαν το γεγονός ότι δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα για να την κερδίσει. ★ Κι ούτε βέβαια παρείχε οποιουδήποτε άλλου είδους υπηρε­ σίες. Μπορεί να μην τής έδινε λογαριασμό για τις κινήσεις του, αλλά η Βάνιτι ήξερε λίγο-πολύ τι έκανε αυτός όλη μέρα: όταν δεν έκανε τζόγκιν στο πάρκο του αρχοντικού της, ή δεν κολυμ­ πούσε στη θερμαινόμενη πισίνα της, κλεινόταν με τις ώρες στο δωμάτιό του ή στη βιβλιοθήκη, και χανόταν για τον κόσμο. Δεν είχε φύγει πάντως ούτε μια φορά απ’ το σπίτι, ούτε καν για να κατέβει στο Λονδίνο να ψωνίσει κάτι, ή να σκοτώσει λίγο την


112

ώρα του. Τα βράδια του περνούσαν προφανώς μπροστά στην τηλεόραση - είχε μια συσκευή στο δωμάτιό του. Έπαιρνε τα γεύματά του με τον Κέιν, που άλλοτε συνήθως συντρόφευε τη Βάνιτι στο τραπέζι, αλλά που τώρα προφανώς θεωρούσε πιο ε­ ποικοδομητική τη συντροφιά του κυρίου Άκερμαν. Ό τα ν μια φορά η Βάνιτι τον ρώτησε για τι συζητούσαν οι δυο τους, ο Κέιν δήλωσε στεγνά, «για τον καιρό», και την άφησε να εννοήσει α­ πόλυτα ότι δεν ήταν διατεθειμένος να της μεταφέρει τα λεγό­ μενο του Άκερμαν, ούτε, πολύ περισσότερο, να τον ψαρεύει για χάρη της. Η κατάσταση εξελισσόταν με τον πιο εξωφρενικό τρόπο, κι η Βάνιτι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να την ελέγξει. Στην αρχή είχε επιχειρήσει να ολοκληρώσει το θρίαμβό της, χρησιμοποιώντας τον σαν συνοδό σε κάθε περίπτωση που θα της έκανε κέφι. Την ηδόνιζε η σκέψη να έχει τον Έβαλντ Ά κ ερ ­ μαν να την ακολουθεί σαν σκυλάκι στις κοινωνικές της υπο­ χρεώσεις, κάνοντας τις άλλες γυναίκες να λιώνουν από φθόνο που θα τον έβλεπαν μαζί της - που να τον έπαιρνε, η εμφάνισή του ήταν συνταρακτική - και χαρίζοντάς της τη βαθιά απόλαυ­ ση να νιώθει ότι τον είχε στην απόλυτη διάθεσή της. Ή, τουλάχιστον, αυτό έλεγε στον εαυτό της, για να μην παρα­ δεχτεί ότι θα έδινε οτιδήποτε για να νιώθει σε κάθε στιγμή κον­ τά του, για να μπορεί να τον κοιτάζει, και να κυνηγάει με λαχτά­ ρα το βλέμμα του. Λίγες μέρες μετά την εγκατάστασή τους στην Αγγλία, του εί­ πε ψυχρά: «Θα ήθελα να έρθεις να με πάρεις απ’ το γραφείο σήμερα. Ο Κέιν θα σου πει πώς θα το βρεις. Πάρε ένα αυτοκίνη­ το και έλα στις δύο». Την είχε κοιτάξει παγερά, και της είχε απαντήσει τελεσίδικα: «Δε με προσλάβατε για σοφέρ, μις Πράιορ. Δεν είμαι διατεθει­ μένος να κάνω το παραμικρό έξω απ’ τις αρμοδιότητές μου. Αν χρειάζεστε μεταφορέα, απευθυνθείτε σε κάποιον άλλον». Του είχε αντιγυρίσει άλαλη το βλέμμα, ψάχνοντας μάταια να βρει κάτι τσουχτερό να του απαντήσει, κι αυτός είχε στραφεί γΓ άλλη μια φορά κι είχε φύγει χωρίς να προσθέσει λέξη. Δε βγήκε ποτέ μαζί της. Η Βάνιτι επιχείρησε γΓ άλλη μια φο­ ρά, εισέπραξε γι’απάντηση ένα ξερό «όχι», και παραιτήθηκε απ’ την προσπάθεια. ★ Δεν τον πτοούσε πραγματικά τίποτα. Αδιαφορούσε για τα πάν­ τα, και ήταν φανερό πως δεν τον απασχολούσε καθόλου η σκέ­


113

ψη ότι μπορεί οι υπηρεσίες του να μην κρίνονταν αρκετά ικανο­ ποιητικές, και να έχανε τη χρυσοφόρα “δουλειά” του. Της πέταγε τα «όχι» του με θεία αταραξία, αφήνοντάς την να εννοήσει πως, αν ήθελε να τον “απολύσει”, ο ίδιος δε θα έδινε δεκάρα τσακιστή. Με την (δια απόλυτη αδιαφορία εισέπραττε κάθε μήνα και τις πενήντα χιλιάδες δολάρια. «Τον πλήρωσες;» ρώτησε την πρώτη φορά η Βάνιτι τον Κέιν, κι αυτός της αποκρίθηκε ουδέτερα, «ναι». Η Βάνιτι δίστασε για μια στιγμή. «Και τι είπε;» ρώτησε μετά. «Ευχαριστώ». «Δεν είπε τίποτ’ άλλο;» «Όχι». «Κέιν», είπε εκνευρισμένη η Βάνιτι, «μη μου κάνεις εμένα το βαρύ πεπόνι! Μπορείς να μου πεις τι έχεις τώρα τελευταία;» «Τι έχω;» «Σαν πολύ λιγομίλητος δεν έχεις γίνει;» Της είπε ξερά: «Ακολουθώ το κλίμα της εποχής». Τον κοίταζε για λίγο με σφιγμένα χείλια, ύστερα κάτι έσπασε μέσα της, κι ένιωσε πανικόβλητη ότι κύματα δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια της. Είχε μόλις κλείσει ένας εφιαλτικός μήνας, ένας μήνας που την είχε κλονίσει πολύ περισσότερο απ’ όσο παραδεχόταν. Τα νεύρα της ήταν σπασμένα, μια βαθιά αγωνία της έσφιγγε συνέ­ χεια την καρδιά, και μαζί η απεγνωσμένη συναίσθηση του τι της έκανε σε κάθε στιγμή ο Έβαλντ Άκερμαν. Αντί να λυγίζει εκεί­ νος, λύγιζε όλο και περισσότερο η ίδια, και κάθε μέρα την έφερ­ νε αναπόφευκτα όλο και πιο κοντά στην τελειωτική κατάρρευ­ ση. Κρατιόταν με νύχια και με δόντια, παλεύοντας λυσσασμένα ν’ αρπαχτεί απ’ το μίσος της για να μη σπάσει, γιατί στο βάθος ήξερε πολύ καλά πως αν κατέρρεε γι’ άλλη μια φορά, οι μέρες μετά τον Ρομπέρτο θα φαίνονταν ειδυλλιακές σε σχέση με τις μέρες μετά τον Έβαλντ. Κι ούτε ήταν σπουδαία παρηγοριά να ξέρει ότι είχε δημιουργήσει αυτή την απαράδεκτη κατάσταση με τα ίδια της τα χέρια. Δεν είχε τα περιθώρια να χάσει και τον Κέιν. Χρόνια τώρα, η φιλία τους είχε σφυρηλατηθείπολύ έξω απ’τα πλαίσια της συνεργασίας τους. Στις δύσκολες στιγμές, ο Κέιν ήταν πάντα εκεί, πρόθυμος να συμπαρασταθεί, κι εκείνη είχε μάθει να βασίζεται στην ήρεμη παρουσία του και στις συμβου­ λές του. Δεν μπορούσε να τον νιώθει τόσο απόμακρο - ίσως κι εχθρι­ κό - όσο ήταν τον τελευταίο μήνα. Προπαντός δεν μπορούσε


114

να ανεχτεί την αίσθηση ότι ο Κέιν ήταν ανεπιφύλακτα με το μέ­ ρος του Έβαλντ Άκερμαν, κι όχι με το δικό της. Λίγα φυσικά ξέφευγαν απ’τον γραμματέα τηο. Ήταν πανέξυ­ πνος κι εξαιρετικά παρατηρητικός. Δε χρειαζόταν να του πει και πολλά η ίδια για να καταλάβει πώς είχαν τα πράγματα. Η φωνή της ακούστηκε σπασμένη όταν ξαναμίλησε. Του είπε ικετευτικά: «Με κατακρίνεις, δεν είν’ έτσι; Μην το αρνηθείς, Κέιν - ξέρω τι σκέφτεσαι. Αλλά πέφτεις πολύ έξω. Δεν έχεις ι­ δέα τι μπορεί να συνέβη για να με φέρει σ’ αυτό το σημείο!» Της είπε ουδέτερα: «Δε σε κατακρίνω. Εκτιμώ απλά ότι έχεις κάνει ένα φοβερό λάθος. Δε θέλω να μου πεις τίποτα, αλλά αν μου επιτρέπεις, θα σου πω εγώ τη γνώμη μου: προσπαθείς να χρησιμοποιήσεις τον Έβαλντ Άκερμαν με τον πιο απαράδεκτο, ανόητο και επικίνδυνο τρόπο - όχι για κείνον. Για σένα την ίδια. Και το χειρότερο, δεν μπορείς να καταλάβεις τι άνθρωπος εί­ ναι. Οπωσδήποτε, όχι αυτός που φαντάζεσαι εσύ τώρα!» Το αίμα τής ανέβηκε ξαφνικά στο κεφάλι. Ένα τυφλό κύμα οργής την έπνιξε. «Τι άνθρωπος είναι;» έκανε τρέμοντας. «Κι εσύ πού ξέρεις τι άνθρωπος είναι, Κέιν; Σαν τι άνθρωπος μπο­ ρεί να είναι κάποιος που δέχεται να πουληθεί, για πενήντα χι­ λιάδες δολάρια, έστω; Που έρχεται κάθε βράδυ να με ρωτήσει αν θα χρειαστώ τις πανάκριβες υπηρεσίες του;» Της είπε ήρεμα: «Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο». Έτρεμε ακόμα σύγκορμη όταν του πέταξε: «Να σου πω εγώ τι συμβαίνει - έπεσες κι εσύ θύμα της γοητείας του, αυτό είν* όλο. Σε καταλαβαίνω απόλυτα, μην ανησυχείς. Το ίδιο έπαθα κι εγώ, και σε πολύ χειρότερο βαθμό, αν το πιστεύεις. Ο κύριος Άκερμαν είναι εξαιρετικά προικισμένος απ’ αυτήν την άποψη, είναι αλή­ θεια. Ένα χαμόγελο να σου ρίξει, και σε πείθει αυτόματα ότι είναι κάποιος άγγελος που μόλις έπεσε απ’ τα ουράνια. Αλλά άκου τη συμβουλή μου, Κέιν. Μην κάνεις το λάθος να τον ερωτευτείς - ε­ σένα θα σου είναι κάπως δύσκολο να τον συντηρήσεις!» Είχε φύγει σχεδόν τρέχοντος απ’το γραφείο, προσπαθώντας απεγνωσμένα να καταπιεί τους λυγμούς που την έπνιγαν, αφή­ νοντας τον Κέιν να την κοιτάζει παγωμένος. Λίγα λεπτά αργότερα, ξαναπήγε να τον βρει, κι είπε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια: «Σου ζητώ συγνώμη. Είπα α­ παράδεκτα πράγματα. Αν νομίζεις ότι δε με αντέχεις άλλο, θα καταλάβω». Της χαμογέλασε, λίγο σφιγμένα, είναι αλήθεια, αλλά ήταν κι αυτό κάποια πρόοδος. Της είπε ήσυχα: «Κάποτε θα σου περά­ σει, Βάνιτι, και τότε θα δεις ότι είχα δίκιο. Ελπίζω να μην είναι πια πολύ αργά όταν θα αντιληφθείς τι συμβαίνει. Αλλά ας μην


115

το συζητάμε άλλο. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ό,τι βλέπω, είναι μάταιο. Έχεις ακόμη πολλή πίκρα και πολύ μίσος μέσα σου για να κατα­ λάβεις». «Να καταλάβω - τι;» έκανε αδύναμα η Βάνιτι. «Τιπροσπαθείς να μου πεις, για τ* όνομα του Θεού; Τι μπορεί να ξέρεις εσύ πε­ ρισσότερο από μένα;» «Τίποτα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ξέρω όμως να κρίνω τους ανθρώπους, και μάλιστα, ό,τι κι αν λες εσύ, ανεπηρέαστα. Κι ο κύριος Άκερμαν δεν είναι ο τύπος που φαίνεται να είναι. Γι’ αυτό κόβω και το λαιμό μου ακόμα!» «Ξέρεις κάτι;» του αντιγύρισε γλυκά η Βάνιτι. «Έτσι έκοβα κι εγώ το λαιμό μου για τη Αίντα Μάλορι και τον Ρομπέρτο Μοντεκάλβο!» Μετά απ’ αυτό το καβγαδάκι, δεν ξανασυζήτησε με τον Κέιν για τον Έβαλντ Άκερμαν. ★

Λίγες μέρες μετά την επιστροφή της απ’την Ελβετία, της τηλε­ φώνησε ο μεγαλύτερος αδερφός της, και μπήκε κατευθείαν στο θέμα: «Τι ακούω, Βάνιτι; Έ χεις έναν άντρα στο σπίτι;» Της ανέβηκε πάλι το αίμα στο κεφάλι ακούγοντάς τον να το θέτει μ’ αυτόν τον γελοίο τρόπο. «Γιατί; Απαγορεύεται;» του πέταξε επιθετικά. «Έχω επίσης κι έναν σκύλο στο σπίτι, αλλά δεν είδα να με πάρεις ποτέ να με ρωτήσεις γΓ αυτό!» Ο Ντέιβιντ τα έχασε. Είχε βέβαια μιλήσει κι αυτός άσκεφτα, αλλά ποτέ πριν δεν είχε ακούσει τη Βάνιτι να του απαντάει έτσι. Είπε διαλλακτικά: «Δεν εννοούσα τίποτε κακό. Έμαθα απλά ότι έφερες μαζί σου κάποιον Ελβετό, που - που εν πάσει περιπτώσει μένει στο σπίτι σου και... Απλά αναρωτιόμουνα αν - » «Δεν έχεις κανένα λόγο ν’ αναρωτιέσαι», είπε ξερά η Βάνιτι. «Είμαι αρκετά μεγάλη ώστε να ξέρω τι κάνω. Ο κύριος Άκερμαν είναι υπάλληλός μου. Τον προσέλαβα επί μισθώ για κάποιο διά­ στημα. Δ ε συμβαίνει τίποτ’άλλο, και να σου υπενθυμίσω επίσης ότι είμαι εντελώς ενήλικη». Ή ξερε τι περνούσε απ' το μυαλό του Ντέιβιντ, κι ότι ο μόνος λόγος που την ενοχλούσε, ήταν μια κακώς εννοούμενη επιθυμία να την προστατεύσει από έναν δεύτερο Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Και την έκανε έξαλλη η σκέψη πως οι συγγενείς της τη θεωρούσαν ακόμα ικανή να πέσει έτσι θύμα ενός άντρα. Α, δεν είχαν ιδέα πόσο είχε αλλάξει η Βάνιτι που ήξεραν. «Και για ποιο πράγμα τον προσέλαβες;» έκανε όσο πιο αθώα μπορούσε ο Ντέιβιντ.


116

Του απάντησε ξερά: «Για να μου βγάζει το σκύλο βόλτα», και του έκλεισε το τηλέφωνο. Δυο μέρες αργότερα, της τηλεφώνησε η μητέρα της. Είχαν μήνες να ειδωθούν οι δυο τους, αλλά την Ιζαντόρα Πράιορ δε θα την πτοούσε ποτέ μια τέτοια μικρολεπτομέρεια. «Αγάπη μου», της είπε γλυκά, «να ’ξερες πόσο σε έχω επιθυμήσει! Γιατί δεν ήρθες να με δεις στο Σεντ Μόριτζ; Σε περιμέναμε, κι εγώ κι ο Βέρνερ, αλλά εσύ μας σνομπάρισες. Δε θα Όελες να κάνεις καμιά βόλτα ως εδώ; Για το Σαββατοκύριακο, έστω;» «Μόνη μου;» ρώτησε μελιστάλαχτα η Βάνιτι. «Ή θέλεις να φέρω μαζί και τον Ελβετό μου;» «Τον Ελβετό σου;» έκανε αθώα η Ιζαντόρα. «Για ποιο πράγμα μιλάς, χρυσό μου;» «Για τον άντρα που έχω στο σπίτι, μαμά. Μην κάνεις ότι δεν ξέρεις τίποτα! Στο,πρόλαβε ο Ντέιβιντ, έτσι δεν είναι;» «Ναι, κάτι μου είπε», έκανε αόριστα η Ιζαντόρα. «Ό τι προσέλαβες έναν Ελβετό για κάποια δουλειά - δε μου είπε τι ακρι­ βώς. περί τίνος πρόκειται;» Για να φτάσει να θορυβηθεί η μητέρα της, ο Θεός μόνο ήξερε τι συζητούσαν πίσω απ’την πλάτη της οι συγγενείς της, και πό­ σο τους απασχολούσε το πρόβλημα “Βάνιτι”. Κι αν κάτι σιχαι­ νόταν η Βάνιτι περισσότερο από κάθε τι άλλο, ήταν να την αντι­ μετωπίζουν οι τρίτοι σαν κάποιο ηλίθιο και ανίκανο να ανταπεξέλθει στη ζωή πλάσμα. Ίσως βέβαια να τους είχε επιτρέψει η ί­ δια να τη βλέπουν έτσι, με όλες τις απανωτές βλακείες που είχε κάνει στο παρελθόν. Καιρός ήταν πια να τους δώσει να καταλά­ βουν ότι είχε αλλάξει. «Να σου πω περί τίνος πρόκειται», είπε ανέμελα. «Πήγα στο Ζέρματ τον Ιανουάριο, κι εκεί ανακάλυψα έναν δάσκαλο του σκι με πολύ ωραία εμφάνιση. Πολύ καλούς τρόπους, επίσης. Και σκέφτηκα πως ίσως να μου ήταν χρήσιμος σαν συνοδός, σε ορι­ σμένες περιπτώσεις που δε θα είχα άλλη παρέα. Του πρότεινα να τον προσλάβω, κι εκείνος δέχτηκε. Αυτό είν’ όλο,και δεν κα­ ταλαβαίνω γιατί πρέπει να αναστατώνεστε έτσι όλοι». «Μα ποιος αναστατώθηκε, χρυσό μου; Τι είναι αυτά που λες; Εν πάσει περιπτώσει, δε θα ’θελες να πεταχτείς ως εδώ να μας δεις, μαζί με το συνοδό σου;» «Όχι», είπε η Βάνιτι. «Και στο μεταξύ, μη σηκωθείς να έρθεις εδώ, μαμά, γιατί στο λέω, δεν προτίθεμαι να σε φιλοξενήσω. Δεν είμαι αξιοπερίεργο, ούτε εγώ, ούτε εκείνος!» «Για τ ’ όνομα του Θεού, τι πράγματα είναι αυτά που λες», έφριξε η μητέρα της, αλλά το πήρε απόφαση πως δε θα της έβγα­ ζε τίποτε περισσότερο, κι έκοψε τις προσπάθειες.


117

Και φυσικά, μετά την πήρε η γιαγιά της. Η Άγκαθα Πράιορ βρισκόταν στο εξοχικό της, στην Κορνουάλη, αλλά τα τηλέφωνα έβραζαν μεταξύ των Πράιορ, όπου κι αν βρισκόταν στην κάθε δεδομένη στιγμή ο καθένας τους. Η ηλικιωμένη κυρία ήταν πολύ πιο πονηρή απ’ τη νύφη της. Δεν είπε λέξη για το επίμαχο θέμα, ούτε άφησε τη Βάνιτι να υποψια­ στεί ότι την ενδιέφερε έστω και ελάχιστα αν είχε μαζί της έναν Ελβετό δάσκαλο του σκι, ή έναν Αφρικανό φύλαρχο. Η Βάνιτι περίμενε την αναπόφευκτη ερώτηση, που για μεγάλη της ανα­ κούφιση, δεν ήρθε τελικά. Μόνο πριν κλείσει, η γιαγιά της είπε: «Κοίτα, Βάνιτι, μπορείς να μου στείλεις για δυο-τρεις μέρες τον Κέιν; Ξέρω πως είναι αυθεντία στις παλιές οικογένειες, και μια φίλη μου αγόρασε πρόσφατα σε δημοπρσία κάτι παμπάλαια ντοκουμέντα που δεν έχουν αρχή και τέλος. Σκέφτηκα πως ο Κέιν θα μπορούσε να μας βοηθήσει να τα βάλουμε σε κάποια σειρά, και να τα συνδέσουμε μεταξύ τους». Τρίζοντας τα δόντια απ’το κακό της, η Βάνιτι έκανε την ανάγ­ κη φιλοτιμία, κι είπε πως ναι, φυσικά, ο Κέιν θα ήταν στη διάθε­ σή της για όσο τον χρειαζόταν. Δε γινόταν ν’αρνηθεί μια τέτοια εξυπηρέτηση στη γιαγιά τηο, όπως δε γινόταν να εμποδίσει τον Κέιν να της μιλήσει, ή την Αγκαθα Πράιορ να του αποσπάσει όλη την αλήθεια. Οι δυο τους τα έκαναν πάντα πλακάκια πίσω απ’ την πλάτη της. Τρεις ολόκληρες μέρες έλειψε ο Κέιν, κι όταν γύρισε, ούτε αυτός, ούτε η Βάνιτι ανέφεραν το παραμικρό σε σχέση με τη σύντομη επίσκεψή του στην Κορνουάλη. Η γιαγιά της δεν της είπε ποτέ λέξη για το επίμαχο θέμα, κι ούτε έδειξε την παραμι­ κρή επιθυμία να την επισκεφτεί σπίτι της για να γνωρίσει την πέτρα του σκανδάλου. Ήταν μια πανέξυπνη γριά κυρία, που συ­ νέχισε να απολαμβάνει και τους επόμενους μήνες τον ήπιο χει­ μώνα της Κορνουάλης, φαινομενικά αδιαφορώντας εντελώς για το ποιος έτρωγε στη συγκεκριμένη στιγμή τα λεφτά της εγγονής της, και με ποιον τρόπο. Η Βάνιτι δεν ξεγελάστηκε απ’αυτή την επίπλαστη αδιαφορία, αλλά παρόλο που αναρωτιόταν συχνά τι μπορεί να σκεφτόταν η γιαγιά τησ, δεν είχε τα περιθώρια ν’ασχοληθεί ιδιαίτερα μ’αυτό το θέμα. Ούτε με κανένα άλλο, άλλωστε, πέρα από τον Έβαλντ Άκερμαν και τον σιωπηλό, ασταμάτητο κι ανελέητο πόλεμο ανάμεσά τους. ★ Αν όντως σκοπός του ήταν να την κάνει κουρέλι, δε θ’αργούσε


118

απ’ ό,τι φαινόταν να το πετύχει. Καθώς περνούσε κι ο δεύτερος μήνας της συγκατοίκησής τους, η σιωπηλή, παγερά αδιάφορη παρουσία του στο σπίτι, μεταβαλλόταν όλο και περισσότερο σε εφιάλτη. Η Βάνιτι ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα - ούτε να δουλέψει, ούτε να διασκεδάσει, ούτε καν να βγει απ’ το σπίτι. Είχε σκεφτεί να φύγει απ’το Λονδίνο, και να τον πάρει μαζί της. Σε λίγες μέρες θα είχε τα γενέθλιά του ο δεύτερος α­ δερφός της, που έμενε στη Νέα Υόρκη, και την είχε καλέσει για το μεγαλειώδες πάρτι που ετοίμαζε η γυναίκα του μ’ αυτή την ευκαιρία. Η Βάνιτι το σκέφτηκε ελάχιστα πριν αρνηθεί ευγενι­ κά. Την είχαν καλέσει επίσης και άλλοι φίλοι, κι είχε αναγκαστεί ν’ απορρίψει και τις δικές τους προσκλήσεις. Δεν μπορούσε ούτε να διανοηθεί να φύγει από το σπίτι όπου έμενε ο Έβαλντ Άκερμαν, κι ούτε μπορούσε να τον πάρει μαζί της, τελικά. Πρώτα-πρώτα γιατί ήταν σίγουρη ότι εκείνος θ’αρνιόταν να την ακολουθήσει, και η ίδια δεν είχε τρόπο να τον εξαναγκάσει, ού­ τε καν απειλώντας τον με “απόλυση”. Και δεύτερον, επειδή ή­ ξερε σε τι φοβερά δύσκολη θέση θα την έφερνε η παγερή του συμπεριφορά απέναντί της μπροστά σε τρίτους, ακόμα κι αν αυτός έλεγε «ναι» και πήγαινε μαζί της. Έμεινε λοιπόν στο Λονδίνο, βράζοντας όλο και περισσότερο στο ζουμί της, βγαίνοντας όλο και πιο σπάνια, και νιώθοντας τα νεύρα της να σπάνε όλο και περισσότερο με κάθε μέρα που περνούσε. Από την παθητική αποδοχή της συμπεριφοράς του, περνούσε σιγά-σιγά σ’ ένα στάδιο όπου το έβρισκε όλο και πιο δύσκολο να τον αφήνει απλά στην ησυχία του. Τις ώρες που βρισκόταν στο σπίτι, γύριζε σαν ανήμερο θηρίο στα δωμάτια, ψάχνοντας πυρετικά για κάποιον τρόπο προσέγγισης, που θα της επέτρεπε τουλάχιστον να τον εκνευρίσει λίγο. Μ ε το ζόρι κρατιόταν να μη ρωτάει κάθε φορά τη Νικόλ για τις κινήσεις του, για το τι έτρωγε, για το αν μιλούσε στο προσωπικό, ή για τη μάρκα του άφτερ-σέιθ που χρησιμοποιούσε. Γιατί βέβαια, η ίδια δεν είχε ιδέα για τις μικρολεπτομέρειες της ζωής του. Δεν είχε μπει ποτέ στο δωμάτιό του με το συνε­ χόμενο μπάνιο, δεν τον συναντούσε παρά σπάνια σε κάποιο ση­ μείο του σπιτιού ή του πάρκου, κι ούτε έτρωγαν μαζί - δεν του το είχε προτείνει ποτέ. Δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ ακούσει άλλο ένα ξερό «όχι». Οι μόνες στιγμές που ερχόταν σε κάποια ουσιαστική επαφή μαζί του, ήταν εκείνες οι στιγμές της καθημερινής φάρσας που παιζόταν κάθε βράδυ στο κατώφλι του δωματίου της. Μια μέρα δεν άντεξε, και πήγε καρφωτή στο δωμάτιό του.


119

Χτύπησε μ* όλους τους τύπους, κι όταν αυτός είπε «εμπρός», άνοιξε την πόρτα κι έμεινε να τον κοιτάζει απ’ το κατώφλι. Τα γόνατά της κόπηκαν γι’ άλλη μια φορά, κι η καρδιά της φτερούγισε σαν αλαφιασμένο πουλί κάτω απ’ το βλέμμα του. Μετάνιωσε αμέσως που είχε υποκύψει στην παρόρμησή της, αλλά ήταν πια πολύ αργά για να φύγει τρέχοντας. Ο Έβαλντ καθόταν σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, με τα πόδια απλωμένα μπροστά και σταυρωμένα στους αστρα­ γάλους, και μ’ ένα βαρύ βιβλίο στα χέρια. Σήκωσε τα μάτια όταν άνοιξε η πόρτα, και δεν τα κατέβασε όταν είδε ποιος στεκόταν στο άνοιγμά της. Δεν είπε λέξη. Το πρόσωπό του έμοιαζε με γρανίτινη μάσκα - ούτε μια τόση δα σύσπαση δεν πέρασε απ’ τα χαρακτηριστικά του. «Καλημέρα», του είπε ξεψυχισμένα η Βάνιτι. «Τι κάνεις;» «Διαβάζω», της είπε αδιάφορα. «Α», είπε η Βάνιτι. Δεν είχε βέβαια τίποτ’άλλο να πει. Νιώθον­ τας πιο γελοία παρά ποτέ πριν, κι επίσης νιώθοντας πως έχανε άλλη μια απανωτή μάχη στον πόλεμο Πράιορ-Άκερμαν, τα κατάφερε να προσθέσει: «Τι πράγμα;» «Έλιοτ», είπε εξίσου αδιάφορα ο άντρας. «Α», έκανε πάλι η Βάνιτι. Κι ύστερα είπε καυστικά, παρασυρ­ μένη από μια απαράδεκτη παρόρμηση νατού θυμίσει πράγματα που θα έπρεπε να μείνουν βαθιά θαμμένα: «Κάποτε διαβάζατε Γκέτε, κύριε Άκερμαν!» «Πριν πολλά χρόνια, μις Πράιορ. Στο σχολείο». «Τον θυμάστε όμως καλά», του πέταξε ξερά. «Ό χι τόσο καλά τώρα πια». Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο να πούνε. Του γύρισε την πλάτη, και βγήκε τρέμοντας απ’ το δωμάτιο. ★ «Δε σ’ αναγνωρίζω πια. Ειλικρινά δε σ’ αναγνωρίζω», της είπε μια μέρα ο Κέιν. «Πού είναι η Βάνιτι που ήξερα; Για το Θεό, τι σου συνέβη κι έγινες έτσι;» «Μεγάλωσα», του είπε σκληρά. «Αυτό είν’ όλο. Έπαψα να εί­ μαι ένα ρομαντικό χαζοκόριτσο. Έ χεις καμιά αντίρρηση;» Και να είχε, δεν της την εξέφρασε. Λίγες μέρες πριν πάρειτο δεύτερο "μισθό" του, ο Έβαλντ Ά ­ κερμαν εμφανίστηκε εντελώς απρόοπτα στο καθιστικό της. Η Βάνιτι, κλεισμένη μέσα όπως και τα περισσότερα βράδια, άλλω­ στε, έβλεπε ανόρεχτα μια ταινία στην τηλεόραση. Βλέποντάς τον, το αίμα όλο έφυγε απ’ τα μάγουλά της, και της ήρθε ζαλά­


120 δα. Σηκώθηκε σαν αυτόματο, κι έμεινε να τον κοιτάζει χαζά, με την καρδιά να θροντοχτυπάει, και με μια μόνο σκέψη στο μυαλό της: ήρθε να μ ε βρει... Ή ρ θ ε να μ ε βρει από μ ό ν ο ς του. Χίλια πράγματα της πέρασαν απ’το μυαλό στα λίγα δευτερό­ λεπτα πριν μιλήσει εκείνος. Και καθώς στεκόταν εκεί, πίνοντας ασυναίσθητα την ομορφιά του κορμιού και του προσώπου του, νιώθοντας να λιώνει για ένα μόνο βλέμμα επιθυμίας από μέ­ ρους του, συνειδητοποίησε γι’ άλλη μια φορά ποιος ήταν ο μο­ ναδικός λόγος που δεν ήθελε ν’ απαλλαχτεί απ’ το μαρτύριο της παρουσίας του. Μισούσε τον εαυτό της γι’ αυτό, αλλά ό,τι κι αν είχε συμβεί, ό,τι κι αν συνέβαινε στο μέλλον, η ίδια θα συνέχιζε να τον αγα­ πάει και να τον χρειάζεται απελπισμένα. Τίποτε δεν είχε αλλά­ ξει, τίποτε δε θ* άλλαζε ποτέ. Ο Έβαλντ Άκερμαν ήταν η μοίρα της - όχι, κάτι ακόμα χειρότερο: το Βατερλό της. «Ήθελα να σας μιλήσω, μις Πράιορ», είπε ξερά ο άντρας. «Τι είναι;» τον ρώτησε ξεψυχισμένα. «Θα λείψω το Σαββατοκύριακο», της ανακοίνωσε παγερά ε­ κείνος. «Θα είμαι πάλι πίσω τη Δευτέρα το βράδυ». Τα χείλια της πάνιασαν. «Πού θα πας;» ρώτησε αδύναμα. «Στο Ζέρματ». Το μυαλό της θόλωσε απ’ τη ζήλεια. Στο Ζέρματ - για να συ­ ναντήσει προφανώς κάποια απ’ τις φιλενάδες του! Είχε λοιπόν φτάσει στα όριά του ο κύριος Ακερμαν. Δεν άντεχε άλλο τη σε­ ξουαλική αποχή. Κι είχε το θράσος να έρχεται να της το ανακοι­ νώνει μ’ αυτόν τον τρόπο, σαν να ήταν στο χέρι του να πηγαι­ νοέρχεται όποτε και όπου τον βόλευε! Προσπάθησε να συγκροτήσει την οργή της, όχι τόσο για να μην προδοθεί η ίδια, όσο επειδή υποσυνείδητα ήξερε πάντα πως αυτός είχε το πάνω χέρι: εκείνη φοβόταν μην της φύγει. Ο Έβαλντ δεν έδινε δεκάρα αν θα τον έδιωχνε. Του είπε στεγνά: «Δε ρωτάς καν αν το επιτρέπω». «Όχι», της αποκρίθηκε παγερά. «Οι όροι μου ήταν σαφείς. Α ­ πόλυτη ελευθερία κινήσεων, μέσα στ’ άλλα. Επίσης, όχι αδιά­ κριτες ερωτήσεις. Απάντησα ήδη σε μία απ’ αυτές, αλλά μόνο για λόγους τυπικής ευγένειας. Αυτό θέλω να το αντιληφθείτε πλήρως, μις Πράιορ. Θέλετε τίποτ’ άλλο;» «Όχι», τραύλισε μισολιπόθυμη η Βάνιτι, κι ύστερα είπε πνιγ­ μένα: «Φύγε, σε παρακαλώ. Κλείσε και την πόρτα». Ό ταν έμεινε μόνη, σωριάστηκε σαν άδειο σακί στον καναπέ, κι έκρυψε μηχανικά το πρόσωπό της στις παλάμες της. Το κε­ φάλι της γύριζε, της ερχόταν λιποθυμιά απ’ την ταραχή και τη σύγχυση. Ποτέ κανείς δεν τα είχε καταφέρει να την ταπεινώσει


121

τόσο, με τόσο λίγα και παγερά ευγενικά λόγια. Κι ούτε ποτέ κα­ νείς την είχε πληγώσει έτσι - ούτε καν ο Ρομπέρτο. Πέρασε ένα εφιαλτικό Σαββατοκύριακο, με μια σκέψη να κυ­ ριαρχεί πάνω απ’ τις χιλιάδες άλλες φουρτουνιασμένες σκέ­ ψεις στο μυαλό της: κι αν α υτός δεν ξανάρθει; Α ν τελικά α π ο ­ φάσισε ότι προτιμάει την "κοντέσ α"; Α ν θεωρεί ότι κέρδισε πια αρκετά ώστε να μη μ 'έ χ ε ι άλλο ανάγκη;

Αλλά τη Δευτέρα το βράδυ, ο Έβαλντ ξαναγύρισε. Και στις έντεκα ακριβώς, της χτύπησε την πόρτα, στάθηκε στο άνοιγμα, και της είπε ψυχρά: «Καλησπέρα, μις Πράιορ. Θα με χρειαστεί­ τε απόψε;» Η Βάνιτι ένιωσε ότι έφτανε πια στο σημείο όπου κάθε άλλη αντίσταση θα ήταν περιττή. Μ* ένα βαθύ στεναγμό, έκανε δυο βήματα προς το μέρος του, κι είπε αδύναμα: «Ναι».


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 9

Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε φανταστεί ότι θα συνέβαινε. Αλλά στο μυαλό της ήταν ακόμα πολύ έντονες οι αναμνήσεις από ε­ κείνες τις μαγευτικές νύχτες στο Ζέρματ, κι είχε μια ενδόμυχη πεποίθηση πως, όσο κι αν είχαν μεταβληθεί ριζικά οι σχέσεις τους, τουλάχιστον στο σεξ θα ξανάβρισκε τον απόηχο εκείνης της έκστασης. Και για να ξαναβρεί έστω κι αυτόν τον απόηχο, δεν την ένοιαζε πια ούτε να χάσει οριστικά τον πόλεμο. Ήταν ηλίθια απ’την αρχή που είχε φανταστεί ότι θα μπορού­ σε ποτέ να πολεμήσει τον Έβαλντ Άκερμαν. Τα δικά του όπλα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ τα δικά της, κι η στρατηγική του, απλά και μόνο αξεπέραστη. Δεν της έμενε παρά να παραδοθεί χωρίς όρους. Ο άντρας είπε «ωραία», και προχώρησε στο δωμάτιο. Η Βάνιτι έμεινε ακίνητη, πιστεύοντας ενδόμυχα πως θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του, και θα ξεκινούσε την πανδαισία μ’ ένα από ε­ κείνα τα φιλιά που την έκαιγε ακόμα η θύμησή τους. Αντί όμως γι’ αυτό, ο Έβαλντ πλησίασε στο τεράστιο κρεβάτι της, κι άρχι­ σε να γδύνεται, αργά και αδιάφορα, χωρίς να την κοιτάζει. Έβγαλε το πουλόθερ του, και θάλθηκε να ξεκουμπώνει αργά το πουκάμισό του. Το τράβηξε και το ’βγάλε κι αυτό, αφήνοντάς το τακτικά πάνω απ’το πουλόβερ. Έβγαλε το Ρόλεξ του και το άφησε πάνω στο κομοδίνο. Έβγαλε τα παπούτσια του, και μετά έλυσε τη ζώνη του. Κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του, και το ’βγάλε κι αυτό. Η Βάνιτι τον παρακολουθούσε, ακίνητη σαν άγαλμα, απ’ την άλλη πλευρά του δωματίου. Το υπέροχο σώμα του γυάλιζε σαν μπρούτζινο γλυπτό στο απαλό φως. Μ ε κάθε κίνησή του, οι μυώνες των ώμων και των μπράτσων του αναριγούσαν κάτω απ’ το μετάξινο δέρμα του. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, έβγαλε και το σλιπ του. Ύ ­ στερα στράφηκε προς το μέρος της, κι είπε ψυχρά: «Δε θα μπο­ ρέσω να σας εξυπηρετήσω αν δεν έρθετε κάπως πιο κοντά, μις Πράιορ». Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, με τα μπράτσα σταυ­ ρωμένα πίσω απ’το κεφάλι του, κι έμεινε να την κοιτάζει ατάρα­ χος, με τα σκληρά του μάτια παγερά κι αδιάφορα. Η Βάνιτι δεν είχε ιδέα τι χρώμα είχε πάρει το πρόσωπό της, αν ήταν βαθύ κεραμίδι, ή άσπρο σαν τον τοίχο. Έκανε ασυναίσθη­ τα ένα βήμα πίσω, κι έγειρε μηχανικά στην πλάτη μιας πολυ­ θρόνας. Μ έσ’ απ’ το βουητό στο κεφάλι της, λόγια ανέβηκαν στα χείλια της, λόγια που καλά-καλά δε συνειδητοποιούσε το


123

νόημά τους: «Παίρνεις πενήντα χιλιάδες δολάρια γι’ αυτή τη δουλειά - δε νομίζεις πως θα έπρεπε να δείξεις κάπως περισ­ σότερο ενθουσιασμό;» «Όχι», της αποκρίθηκε στεγνά. «Δεν με πληρώνετε για να δείχνω ενθουσιασμό, μις Πράιορ. Αν επιμένετε σ’ αυτό το συγ­ κεκριμένο σημείο, θα πρέπει ν’αναθεωρήσουμε το ύψος της α­ μοιβής μου». Η Βάνιτι έφερε την παλάμη της στο μέτωπό της. Της φάνηκε ότι το δωμάτιο γύριζε γύρω της. Έσφιξε τα δόντια, κι ευχήθηκε να μη λιποθυμήσει όσο αυτός ήταν ακόμα εκεί μέσα. Ευχήθηκε επίσης να είχε τη δύναμη να του πει, «τσακίσου φύγε, και μ η σε ξαναδώ ποτέ στα μάτια μου», αλλά δεν την είχε. Έτσι του είπε μόνο ξεψυχισμένα, «φύγε, Έβαλντ. Δε σε χρειάζομαι άλλο», και γυρίζοντάς του την πλάτη, χώθηκε στο τεράστιο μπάνιο που επικοινωνούσε με το δωμάτιό της. Ό ταν ξαναβγήκε, ο Έβαλντ Ακερμαν είχε φύγει απ’την κρε­ βατοκάμαρά της. * Μετά απ’αυτό, πέρασε σε μια φάση απερίγραπτης κατάθλιψης. Δεν υπήρχε πια καμιά ελπίδα, το ήξερε, αλλά και να υπήρχε, θα ήταν σαν να μην υπήρχε, γιατί ακόμα κι αν οι σχέσεις τους εξο­ μαλύνονταν κάποτε, έστω και μόνο στον σεξουαλικό τομέα, τί­ ποτε δε θα άλλαζε. Τον είχε χάσει οριστικά, αλλά ούτε αυτό ή­ ταν αλήθεια. Είχε απλά χάσει έναν άντρα που δεν είχε υπάρξει ποτέ, παρά μόνο στη φαντασία της. Ο άντρας που είχε αγαπή­ σει με τόση ένταση και τόσο βάθος, δεν ήταν παρά ένας ψυ­ χρός επαγγελματίας, που παζάρευε την αμοιβή του ανάλογα με το βαθμό του επιδεικνυόμενου πάθους. Κι όμως, αυτή τον ήθελε ακόμα. Ή μάλλον, ήθελε απελπισμένα εκείνον τον Έβαλντ που είχε στη φαντασία της, πριν ακόμα ανακαλύψει ποιος ήταν στ* αλή­ θεια. Εκείνον τον Έβαλντ αποζητούσε ακόμα μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής της, και θα τον αποζητούσε πάντα, ό,τι κι αν γινόταν. Για κείνον τον υπέροχο άντρα θρηνούσε τώρα ο εαυτός της, όχι γΓ αυτό το άθλιο πλάσμα, που τσέπωνε κάθε μήνα πενήντα χιλιάδες δολάρια σε αντάλλαγμα υπηρεσιών που δεν είχε προσφέρει. Κι όμως, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της, ο Έβαλντ Άκερμαν δεν άλλαξε. Απλά αποκαλύφθηκε. Αυτός ήταν πάντα, και το ’ξερες απ’ την αρχή, απ’ την πρώτη κιόλας φορά που τον είχες δει με την "κοντέσα”. Γιατί επιμένεις ν’ αρπάζεσαι σαν ηλίθια


124

από μια ανάμνηση που δεν είχε ποτέ κανένα αντίκρισμα στην πραγματικότητα; Ο Έβαλντ Άκερμαν είχε υποκριθεί μ’ όλη του τη μαεστρία όσο τον έπαιρνε, κι όταν οι μάσκες είχαν πέσει, είχε ξεγυμνώ­ σει τον πραγματικό του εαυτό. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η “συμφωνία” τους, θα είχε συνεχίσει να της πουλάει έρωτα, όπως άλλοτε ο Ρομπέρτο και όλοι οι άλλοι, και θα της τα έτρωγε με πλάγια μέσα. Η “πρόσληψή” του, του είχε λύσει τα χέρια. Δεν είχε πια λόγους να υποκρίνεται. Τσέπωνε όμορφα-όμορφα τις πενήντα του χιλιάδες, και επιπλέον, μπορού­ σε να απολαμβάνει μια ιδανική κατάσταση αργομισθίας. Θα ’πρεπε να τον είχε ξαποστείλει από καιρό. Θα το έκανε ί­ σως κάποια μέρα. Για την ώρα, δεν είχε το κουράγιο να κάνει το παραμικρό. Δεν την ενδιέφερε πια τίποτα, ούτε καν τι έκανε ο Έβαλντ. Ό ταν ο Κέιν την πληροφόρησε ότι του είχε πληρώσει και το δεύτερο μήνα, δεν κούνησε ούτε το βλέφαρό της. Ό ταν ο ίδιος ο Έβαλντ ξαναέφυγε μετά από λίγες μέρες για το Σαβ­ βατοκύριακο, δεν ασχολήθηκε καν να δει αν είχε επιστρέφει τη Δευτέρα. Το βράδυ κλείδωνε την πόρτα της, και δεν απαντούσε στο χτύπημά του. Δεν της έκανε καν εντύπωση που, παρ’ όλ’ αυτά, εκείνος δεν παρέλειψε ούτε μια νύχτα να πάει να της χτυ­ πήσει την πόρτα. Ο Κέιν την παρακολουθούσε συνέχεια με την άκρη του ματιού, η Νικόλ έδειχνε νευρική κι ανήσυχη, το προσωπικό δε μιλούσε πολύ, μια βαθιά κατήφεια είχε πέσει στο σπίτι. Μόνο ο Έβαλντ Ά ­ κερμαν έμενε ανεπηρέαστος απ’τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Πέρασε κι ο τρίτος μήνας, κι ο Κέιν του έδωσε κανονικά την επιταγή του. «Πλήρωσα και τον κύριο Άκερμαν», είπε αργότε­ ρα στη Βάνιτι, στην τυπική ενημέρωση που της έκανε κάθε τό­ σο. «Υπάρχει καμιά άλλη εκκρεμότητα;» «Όχι», είπε αχνά η Βάνιτι. «Σ’ ευχαριστώ, Κέιν, για όλα. Πρέ­ πει να σου έχω κάνει τη ζωή πραγματικά δύσκολη αυτό τον και­ ρό, δεν είν’ έτσι;» Της χαμογέλασε ευγενικά. «Μην το σκέφτεσαι. Σε καταλα­ βαίνω. Κι αναρωτιέμαι πόσο θα κρατήσει αυτό, αν αντιλαμβάνε­ σαι τι εννοώ». Έκρυψε τα μάτια με την παλάμη της. «Δεν ξέρω», είπε αδύ­ ναμα. «Δεν έχω ιδέα. Και ξέρεις κάτι; Δε μ’ ενδιαφέρει κιόλας. Δε δίνω δεκάρα τσακιστή. Έχασα τη μάχη, Κέιν, και δεν μπορώ ούτε να λυπηθώ γι’ αυτό. Εδώ που τα λέμε, ο κύριος Άκερμαν ήταν σπουδαίος αντίπαλος. Λοιπόν, με γεια του, με χαρά του. Του άξιζε η νίκη». Της είπε ήρεμα: «Τα φαινόμενα συχνά απατούν, Βάνιτι. Εγώ


125

θα επιμένω πάντα σ’ αυτό». «Α, τα φαινόμενα», έκανε χωρίς ενδιαφέρον η Βάνιτι. «Ποια είναι τα φαινόμενα στην περίπτωσή μας; Οι εκατόν πενήντα χι­ λιάδες δολάρια; Ή ίσως κάποια άλλη λεπτομέρεια που μου διέ­ φυγε στο μεταξύ;» Ο Κέιν της έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα. «Ήταν δική σου η πρόταση, δεν είν’ έτσι;» «Ναι», έκανε πικρά η Βάνιτι. «Η αντιπρόταση όμως ήταν κα­ θαρά δική του. Είχε φαρδιά-πλατιά επάνω της τη σφραγίδα του. Έβαλντ Άκερμαν, με κεφαλαία. Ό,τι κι αν πεις, αυτός ο κύριος ξέρει να φροντίζει τα συμφέροντά του». Γέλασε λίγο, κι έφυγε απ’ το γραφείο χωρίς άλλη κουβέντα. Το βράδυ, κλείδωσε όπως πάντα την πόρτα της πριν πάει για ύπνο. Στις έντεκα, το ήξερε, θ’ άκουγε το μισητό του χτύπημα στην πόρτα, ένα χτύπημα που θα έφτανε για να την κρατήσει ά­ γρυπνη ώρες μετά. Έβαλε μ’ ένα στεναγμό το αραχνοΰφαντο νυχτικό που της είχε αφήσει η Νικόλ στο κρεβάτι, κι έριξε μια ματιά στο ρολόι της. Δεν ήταν ούτε δέκα και μισή ακόμα. Ήταν ακριβώς έντεκα παρά εικοσιεννιά όταν χτύπησε η πόρτα. Η Βάνιτι πάγωσε εκεί που στεκόταν, μπροστά στην τουαλέτα της, βουρτσίζοντας τα μακριά της μαλλιά. Μπορεί να ήταν ε­ κείνος - τόσο νωρίς; Ή μήπως η Νικόλ; Ή μήπως είχε συμβεί τίποτ’άλλο; «Ποιος είναι;» ρώτησε τελικά, αποφασίζοντας να μη διακιν­ δυνεύσει να ανοίξει και να τον βρει μπροστά της. «Ο Έβαλντ». Τα γόνατά της κόπηκαν. Στον καθρέφτη απέναντι της, είδε όλο το χρώμα να στραγγίζει αργά-αργά απ’ το πρόσωπό της. Ρώτησε αχνά: «Τι θέλεις;» «Άνοιξέ μου, Βάνιτι». Δε θα είχε σε καμιά περίπτωση σκοπό να του ανοίξει. Αλλά στο άκουσμα του ονόματός της απ’τα χεί­ λια του, το σώμα της αντέδρασε από μόνο του. Σαν να την είχε υπνωτίσει με μια μόνο λέξη, σαν να της είχε κάνει τα πιο ισχυρά μάγια, προχώρησε ως την πόρτα και την άνοιξε σαν αυτόματο. Ο άντρας έκανε ένα βήμα μέσα, έκλεισε πίσω του την πόρτα, κι έμεινε να την κοιτάζει, βαριανασαίνοντας. Η Βάνιτι δεν μπό­ ρεσε ν’ αρθρώσει λέξη. Τα σκοτεινά του μάτια αιχμαλώτισαν τα δικά της, τραβώντας την αδυσώπητα κοντά του. Δεν έκανε ού­ τε ένα βήμα προς το μέρος της, αλλά δε χρειαζόταν. Τρέμοντας σύγκορμη, η Βάνιτι κάλυψε παραπαίοντας το ένα μέτρο που τους χώριζε, κι έπεσε στην αγκαλιά του. Τα μπράτσα του τυλίχτηκαν γύρω της, και την έσφιξε πάνω του με κάτι σαν απελπισία. Το πρόσωπό του έγειρε πάνω απ’το


126

δικό της, και σε μια παραληρηματική στιγμή απίστευτης έκστα­ σης, τα χείλια του άρπαξαν τα δικά της, τα ρούφηξαν βίαια, κι η γλώσσα του πέρασε ανάμεσά τους και γέμισε ηδονικά το στόμα της, φέρνοντάς της ατέλειωτα ρίγη προσμονής κι απόλαυσης. Το μυαλό της σταμάτησε. Δεν μπορούσε να σκεφτεί πια, ούτε καθαρά, ούτε συγκεχυμένα. Κόλλησε όσο περισσότερο γινό­ ταν πάνω του, του κράτησε το πρόσωπο στις παλάμες της, και θάλθηκε να του ανταποδίνει το φιλί σαν να εξαρτιόταν απ’αυτό ολόκληρη η ζωή της. Βρέθηκαν σφιχταγκαλιασμένοι, να παλεύουν πάνω στο κρε­ βάτι, σε μια έκρηξη ασυγκράτητης επιθυμίας. Τον έγδυσε και την έγδυσε, ή και αντίστροφα - δεν ήξερε πια. Ήξερε μόνο ότι βρισκόταν στην αγκαλιά του, ότι αυτός την ήθελε γι’ άλλη μια φορά, με το ίδιο αχόρταγο πάθος όπως άλλοτε στο Ζέρματ, ότι τα φιλιά του έμοιαζαν να ρουφάνε λίγο-λίγο τη ζωή από μέσα της, ότι ο σκληρός του φαλλός βρέθηκε σε μια στιγμή να γλι­ στράει κυριαρχικά στα σωθικά της. Της ξέφυγε μια κραυγή α­ πόλυτης έκστασης, που την έπνιξαν τα χείλια του καθώς γύ­ ρευαν γι’ άλλη μια φορά αχόρταγα τα δικά της. Το δωμάτιο ε­ ξαϋλώθηκε σ’ ενα σύννεφο από λαμπερές σπίθες. Βρέθηκε να κλαίει με λυγμούς στα μπράτσα του - λυγμούς ηδονής και ξέ­ φρενης ευτυχίας. Δεν της είπε λέξη. Συνέχισε στο ρυθμό του, βογγώντας πνι­ χτά, φιλώντας την σαν να ήταν αυτή η τελευταία φορά που θα φίλαγε γυναίκα, ρουφώντας την ασυγκράτητα με τα χείλια του, όσο το δυνατό του σώμα την έφερνε γι’ άλλη μια φορά στο ίδιο παραληρηματικό αποκορύφωμα. Τα δόντια του μπήχτηκαν α­ συναίσθητα στον ώμο της, και τέλειωσε κι αυτός με μια σειρά δυνατούς σπασμούς, και μια εναγώνια κραυγή πάθους. Έμειναν για πολλή ώρα ακίνητοι μετά, εξουθενωμένοι απ’ την ένταση της ηδονής, σφιχταγκαλιασμένοι, καταϊδρωμένοι και ξέπνοοι. Ύστερα ο άντρας τραβήχτηκε μαλακά απ’ την αγ­ καλιά της. Την κοίταξε για λίγο κατάματα, αλλά δεν είπε λέξη. Το χέρι του άγγιξε φευγαλέα τα χείλια της, κι ύστερα ανασηκώ­ θηκε, και θάλθηκε να ντύνεται. Η Βάνιτι δεν τον ρώτησε τίποτα - ούτε γιατί είχε έρθει, ούτε γιατί έφευγε πάλι. Έκλεισε τα μάτια, κι αφέθηκε να γλιστρήσει στις εκστατικές της σκέψεις. Το πρώτο βήμα είχε γίνει, ο πάγος είχε σπάσει. Ο Έβαλντ είχε έρθει να τη βρει, την είχε αποκαλέσει “Βάνιτι”,της είχε κάνει έρωτα με πρωτόγνωρο πάθος. Τίποτ ’άλλο δεν είχε πια σημασία. Τρεις ολόκληροι μήνες αγωνίας, μ’ όλα όσα κουβάλαγαν μαζί τους, έσβησαν και χάθηκαν οριστικά. Τον αγαπούσε. Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πέρα απ’ αυτό, δε θα


127

υπήρχε ποτέ τίποτ’ άλλο. Ήταν τόσο απλό. Τον αγαπούσε, και γι’αυτό θα τον δεχόταν πάντα, όποιος κι αν ήταν, ό,τι κι αν έκα­ νε. Δεν είχε περιθώρια ν’ αντιδράσει. Ακόμα και τη στιγμή της παράδοσής του, ο Έβαλντ θα ήταν πάντα νικητής. Δε θα το ή­ θελε αλλιώς ούτε η ίδια. Τα χείλια του άγγιξαν απαλά τα δικά της, κι όταν άνοιξε τα μάτια να τον κοιτάξει, της φάνηκε ότι το πρόσωπό του ήταν πα­ ράδοξα σφιγμένο. Άπλωσε την παλάμη της και χάιδεψε τρυφε­ ρά το μάγουλό του. Δεν μπορούσε ακόμα να μιλήσει. Ένα κύμα τόσο βαθιάς συγκίνησης την έπνιγε, που οι λέξεις κόλλαγαν στο λαιμό της. Της ψιθύρισε απαλά: «Ας πούμε μόνο καληνύχτα». «Καληνύχτα», ψιθύρισε η Βάνιτι, τρέμοντας ξαφνικά σύγκορ­ μη. Τον παρακολούθησε που πήγαινε ως την πόρτα, κι αυτός στράφηκε και της έριξε ένα τελευταίο βλέμμα, κι ένα τελευταίο αχνό χαμόγελο πριν βγει απ’ το δωμάτιο. Τα βλέφαρά της βάρυναν, και παρ’ όλο που προσπάθησε μ’ όλη της τη δύναμη να μείνει ξύπνια για να μπορέσει να ξαναζή­ σει με τη σκέψη εκείνες τις στιγμές της ασύγκριτης ευτυχίας, σε δυο λεπτά την είχε πάρει ο ύπνος. Για πρώτη φορά μετά από τρεις μήνες, κοιμήθηκε σαν να μην είχε καμιά έγνοια στον κόσμο. ★ Το πρωί άργησε όπως ήταν φυσικό να ξυπνήσει, και δεν είχε αρ­ χίσει καν το πρωινό της, όταν γύρω στις δέκα, μπήκε ο Κέιν στην τραπεζαρία. Η Βάνιτι σήκωσε τα μάτια πάνω του, και κοκάλωσε. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τον γραμματέα της τόσο κατά­ χλομο και τόσο αναστατωμένο. Κι η πρώτη σκέψη που της πέ­ ρασε απ’το μυαλό ήταν, ω, Θ εέ μ ο υ , έχει γούστο να ανακάλυψε ότι έχει Έ ϊτζ !Ύ ην εντύπωση την επέτεινε ο φάκελος που κρα­ τούσε ο Κέιν στο χέρι του, κι αυτό το χέρι που έτρεμε αισθητά. Η Βάνιτι ανασηκώθηκε σαν αυτόματο, κι είπε πνιχτά: «Τι τρέ­ χει, Κέιν; Τι είναι αυτό;» Της αποκρίθηκε με κόπο: «Δες μόνη σου». «Δεν... δεν καταλαβαίνω», έκανε σαν χαμένη η Βάνιτι, κοιτά­ ζοντας μια το φάκελο, και μια το κάτωχρο πρόσωπό του. «Έφυγε», της είπε ξερά ο Κέιν. «Ο Έβαλντ Άκερμαν έφυγε. Χτες το βράδυ, πιθανότατα. Σου άφησε αυτό. Άνοιξέ το». Ο φάκελος ήταν ήδη ανοιγμένος - φυσικά, ο Κέιν άνοιγε πάντα την αλληλογραφία της. Πολύ κοντά στη λιποθυμία, τρέ­ μοντας σαν να είχε πυρετό, η Βάνιτι έβγαλε το περιεχόμενό του, κι έμεινε να το κοιτάζει σαν ηλίθια.


128 Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι έβλεπε. Σήκωσε πάλι τα μάτια στον Κέιν, προσπαθώντας να μιλήσει, αλλά δε βγήκε κανένας ήχος απ’ τα χείλια της. Σαν αυτόματο, ξανακοίταξε τα χαρτιά στα χέρια της. Ήταν τρεις επιταγές - των πενήντα χιλιάδων δολαρίων η κα­ θεμιά, υπογραμμένες απ’ την ίδια. Κι ένα φύλλο από μπλοκ αλληλογραφίας, τσακισμένο στη μέση. «Διάβασέ το», της είπε σκληρά ο Κέιν. «Μπρος, διάβασέ το». Οι επιταγές έπεσαν απ’τα δάχτυλά της και σκόρπισαν στη μο­ κέτα. Μηχανικά, ξεδίπλωσε το χαρτί και κοίταξε τα συμμετρικά, αντρίκια γράμματα στην επιφάνειά του. Για λίγο ακόμα, το μυα­ λό της αρνιόταν να καταγράψει το νόημά τους. Ύστερα, οι λέ­ ξεις έπαψαν να είναι ένας σωρός από γράμματα, κι απόκτησαν σημασία και περιεχόμενο. «Σου είπα καληνύχτα για να μ η σου πω αντίο», είχε γράψει ο Έβαλντ. *<Ελπίζω τώρα να καταλάβεις. Ίσω ς δεν το ’ξερες, αλλά υπάρχουν ακόμα πράγματα που το χ ρ ήμα δ εν μ π ο ρ ε ί να τ'α γ ο ­ ράσει. Τώρα που το \μαθές, προσπάθησε να μ η ν το ξεχάσεις».

Είχε υπογράψει με τ ’ αρχικά του, Ε.Α. «Τα άφησε όλα», είπε βαριά ο Κέιν. «Δεν κράτησε ούτε τα έ­ ξοδά του. Ούτε αρκετά για να γυρίσει σπίτι του. Ούτε καν ψιλά για το ταξί του!» _ Η Βάνιτι σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε θολά. Δεν είπε λέξη. Ξανακοίταξε το χαρτί στο χέρι της, και ξαφνικά οι λέξεις άρχισαν να χορεύουν ξέφρενα μπρος στα μάτια της. Δεν πρόλαβε ούτε ν’ αρπαχτεί απ’ το κάθισμα δίπλα της. Μ ’ ένα μικρό στεναγμό, σω­ ριάστηκε στη μοκέτα, ανάμεσα στις εκατόν πενήντα χιλιάδες δο­ λάρια που της είχε πετάξει ο Έβαλντ Άκερμαν στα μούτρα.


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 10

Στις Άλπεις είχε έρθει το καλοκαίρι· τα χιόνια είχαν λιώσει, και το δάσος φαινόταν πολύ διαφορετικό καθώς τα βήματά της την έφερναν προς το μικρό σαλέ στην πλαγιά. Αλλά το παραμυθέ­ νιο τοπίο γύρω της, την άφηνε εντελώς αδιάφορη. Το μόνο που είχε σημασία, τώρα όπως και πάντα, ήταν να βρει τον Έβαλντ. Οι μέρες είχαν μεγαλώσει αισθητά, και στις έξι το απόγευμα είχε ακόμα πολύ φως. Έφτασε χωρίς πρόβλημα ως την πόρτα του σαλέ, αλλά κανείς δεν απάντησε στο χτύπημά της. Ό ταν ό­ μως δοκίμασε το πόμολο, συνειδητοποίησε πως και η εξωτερι­ κή, και η εσωτερική πόρτα ήταν ξεκλείδωτες. Φυσικά, ο Έβαλντ Άκερμαν δεν είχε τίποτα ικανό να δελεά­ σει κάποιον διαρρήκτη. Κι αυτό, κατά κάποιον τρόπο, του έδινε τώρα στα μάτια της ακόμα μεγαλύτερη αίγλη και αξία. Αν δεν ή­ ταν τόσο δυστυχισμένη, θα ένιωθε να φουσκώνει από περηφάνεια για τον άντρα που είχε διαλέξει ν ’ αγαπήσει. Δεν υπήρχε δεύτερος σαν κι αυτόν στον κόσμο. Κι ήταν πρό­ θυμη να πέσει στα πόδια του, να δεχτεί οποιονδήποτε όρο από μέρους του, να κάνει τα πάντα, ό,τι κι αν της ζητούσε, για να την κρατήσει αυτός κοντά του; Δεν είχε και πολλές ελπίδες ότι θα τα κατάφερνε, αλλά έπρεπε τουλάχιστον να προσπαθήσει. Δεν μπορούσε να τα παρατήσει έτσι, χωρίς μια τελευταία μάχη. Δεν μπορούσε να παραιτηθεί απ’τον Έβαλντ Άκερμαν, όσο στη μνή­ μη της υπήρχε εκείνη η τελευταία νύχτα που είχαν περάσει μαζί - τότε που της είχε πει καληνύχτα, για να μην της πει αντίο. Ήταν το μόνο πράγμα απ’ όπου μπορούσε ν ’ αρπαχτεί, η μο­ ναδική ένδειξη ότι ίσως δεν τον είχε χάσει για πάντα. Είχε πάει να τη βρει πριν φύγει εκείνο το βράδυ, την είχε αγαπήσει για τε­ λευταία φορά, της είχε πει αντίο με τον τρόπο του. Γιατί να το κάνει; Θα μπορούσε να είχε φύγει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Εκτός βέβαια αν το είχε κάνει απλά και μόνο για να της απο­ δείξει ότι μπορούσε να την έχει όποτε του έκανε κέφιτου ίδιου, είτε το ήθελε κι εκείνη, είτε όχι. Να επικυρώσει την κυριαρχία του επάνω της. Αλλά αυτό δεν ήθελε να το σκέφτεται, και προπαντός όχι τώ­ ρα, που τον περίμενε με την ψυχή στο στόμα να γυρίσει στο σπίτι του. Έκανε πάντως ακόμα ψύχρα, και το τζάκι ήταν σβηστό. Κάθισε στον καναπέ, σφιγμένη στο παλτό της, κι έκλεισε τα μάτια. Πολλή ώρα μετά, άκουσε βήματα απ’ έξω, η πόρτα άνοιξε, και στο δωμάτιο μπήκε ο Έβαλντ Άκερμαν. Η Βάνιτι είχε σηκωθεί,


130

και στεκόταν τρέμοντας ασυγκράτητα δίπλα στον καναπέ. Δεν ήταν μόνος. Μαζί του ήταν γι' άλλη μια φορά η ξανθούλα. Βλέποντάς την, ο Έβαλντ κοκάλωσε στο κατώφλι. Ασυναίσθη­ τα, άπλωσε το μπράτσο μπροστά απ’την άλλη κοπέλα, σαν για να την εμποδίσει να προχωρήσει. Για μερικά ατέλειωτα δευτερόλε­ πτα αφόρητης αμηχανίας, δε μίλησε κανείς τους. Ύστερα η Βάνιτι πρόφερε ξεψυχισμένα: «Σ- συγνώμη. Περνούσα από δω, και σκέφτηκα...» Οι υπόλοιπες λέξεις πνίγηκαν στο λαρύγγι της. Σαν να ’βγαίνε από βαθιά ύπνωση, ο Έβαλντ κούνησε αργά το κεφάλι. Στράφηκε στην κοπέλα δίπλα του, και της είπε τρυφε­ ρά: «Πήγαινε λίγο επάνω, Ίλζα, εντάξει; Δε θ’ αργήσω». Δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ αργήσει. Μ ’ ένα τελευταίο βλέμμα προς τη μεριά της Βάνιτι, η ξανθιά βγήκε απ’ το δωμάτιο, και σύντομα τα βήματά της αντήχησαν στη σκάλα. Βρέθηκαν οι δυο τους εντελώς μόνοι, να κοιτάζον­ ται πάνω απ’τον παλιό καναπέ και τις φθαρμένες πολυθρόνες. Ύστερα αυτός ρώτησε ήρεμα: «Γιατί ήρθες;» «Είχα κ- κατέβει στο Γκστάαντ», είπε η Βάνιτι. «Ένιωθα... πο­ λύ άσχημα όλο αυτόν τον καιρό. Ήθελα να σου ζητήσω συγνώ­ μη. Σου φέρθηκα απαράδεκτα.... Κι έτσι πετάχτηκα ως εδώ, και - και να μαι. Λυπάμαι για ό,τι συνέβη μ- μεταξύ μας». Το σαγόνι της πονούσε απ’ το σφίξιμο, οι λέξεις έβγαιναν όλο και πιο δύ­ σκολα απ’ τα χείλια της. Στράφηκε και προχώρησε προς την πόρτα. «Αντίο, Έβαλντ. Καλή τύχη». Τη ρώτησε ουδέτερα: «Ήρθες γι’ αυτό το λόγο απ’ το Γ κστάαντ;» Του κούνησε αργά το κεφάλι. «Λυπάμαι που μπήκα απρό­ σκλητη. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, κι έξω έκανε ψύχρα. Δεν ήθελα να... ενοχλήσω». «Είναι εντάξει. Μην το σκέφτεσαι». Κι ύστερα πρόσθεσε, ευ­ γενικά κι απόλυτα αδιάφορα: «Φεύγεις τώρα;» «Ναι, με περιμένουν... Καληνύχτα». «Καληνύχτα, Βάνιτι». Της άνοιξε ευγενικά την πόρτα, και δεν την έκλεισε πάλι, παρά μόνο όταν αυτή είχε απομακρυνθεί αρ­ κετά στην πλαγιά. Δε γύρισε να τον ξανακοιτάξει καθώς έφευγε. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, που κυλούσαν ασταμάτητα στα ωχρά της μάγουλα. Έκλαιγε σ’ όλο το δρόμο ως το χωριό, και ξανάκλαψε αργότερα, στο ελικόπτερο που είχε νοικιάσει, και στο αερο­ πλάνο για το Λονδίνο.

*


131

Φτάνοντας στο σπίτι της, η Βάνιτι κατέρρευσε οριστικά. Βλέποντάς την να κείτεται μισολιπόθυμη και παγωμένη στο κρε­ βάτι, ο Κέιν φώναξε έντρομος το γιατρό, και μετά ειδοποίησε ε­ σπευσμένα την Άγκαθα Πράιορ, που κατά τη γνώμη του ήταν η πιο ψύχραιμη κι η πιο πρακτική στην οικογένεια, κι ο μόνος άν­ θρωπος που μπορούσε να κοντρολάρει τη Βάνιτι. Η κρίση πέρασε κάποτε, κι ανοίγοντας τα μάτια, η Βάνιτι αν­ τίκρισε το αυστηρό πρόσωπο της γιαγιάς της. Δάκρυα πλημμύ­ ρισαν τα μάτια της, και παίρνοντας το γέρικο χέρι της Άγκαθα στο δικό της, ρώτησε πνιχτά: «Μπορεί να πεθάνει κανείς από α­ γάπη, γιαγιά;» «Θα σε βόλευε κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;» έκανε περιφρονη­ τικά η Άγκαθα. «Ό χι όμως κι εμένα. Δεν πρόκειται να σ’αφήσω να λιώσεις για χάρη κανενός, ανόητο πλάσμα. Ποιος ήταν αυτή τη φορά; Ο Ελβετός σου;» «Ναι», ψιθύρισε σπασμένα η Βάνιτι. «Εκείνος που έπαιρνε πενήντα χιλιάδες δολάρια το μήνα για να περιφέρεται ασκόπως από δωμάτιο σε δωμάτιο, κι από πισίνα σε πισίνα;» «Δεν ξέρεις όλη την ιστορία, γιαγιά», είπε αχνά η Βάνιτι. «Εί­ ναι εκείνος που μου πέταξε εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια στα μούτρα. Μόνο και μόνο για να μου δώσει ένα μικρό μάθημα». «Το έμαθα κι αυτό», είπε ψυχρά η γιαγιά της. «Αξιόλογος νέος. Κρίμα που δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω». «Και δεν ξέρεις και τα υπόλοιπα», είπε μ’ άλλον ένα λυγμό η Βάνιτι. «Αν - αν τα ή- ήξερες, θα έφριττες». «Κάτι ξέρω», έκανε αόριστα η γιαγιά της. «Αδύνατον». Μ έσ’ απ’ τους λυγμούς της πρόσθεσε: «Ε- ε­ κτός αν στα εί- είπε ο Κε- Κέιν». «Κάτι μου είπε», δήλωσε μ’ απάθεια η γριά κυρία. «Τολμώ να πω ότι ξέρω όσα κι εκείνος τώρα». «Και - και δεν έχεις τρομάξει;» «Γιατί να τρομάξω;» τη ρώτησε όλο φυσικότητα η Άγκαθα. «Δεν είσαι η πρώτη γυναίκα που μένει έγκυος εκτός γάμου. Τολ­ μώ να πω ότι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει γενικώς, όταν η ενδιαφερόμενη είναι τόσο ανόητη, ώστε να ενδίδει χωρίς να παίρνει προηγουμένως τα ενδεικνυόμενα μέτρα. Με ποιον είσαι;» «Με ποιον άλλον», έκανε πικρά η Βάνιτι, και πνίγηκε πάλι στα δάκρυα. «Κι αυτός δε με θέλει. Δε θα πήγαινα ποτέ να τον βρω αν... αν δε συνέβαινε αυτό. Πέρασαν κιόλας δυο μήνες... Το πιο π- πιθανό ήταν να μη θυμάται ούτε τ ’ όνομά μου... Σκέφτηκα ό­ μως πως δεν μπορούσα να π - παραιτηθώ έτσι. Εί- είμαι τ- τρελή γι’ αυτόν, γιαγιά. Και δεν πρόκειται να το ρίξω. Δεν πρόκειται να


132

το ρίξω! Είναι το μόνο υπέροχο πράγμα που συνέβη ποτέ στη ζωή μου. Είναι το παιδί του, και το θέλω. Μην τολμήσει κανείς να μου πει να το ρίξω!» Μ έσ’ απ’ τους λυγμούς της, πρόφερε σπασμένα: «Αν μόνο μπορούσες να φανταστείς πόσο τον αγα­ πάω... Αν μου το ζητούσε αυτός, θα το έριχνα. Ακόμα κι αυτό θα το κανα για χάρη του!» «Δε στο ζήτησε όμως, και δεν καταλαβαίνω γιατί αναστατώ­ νεσαι έτσι για μια υποθετική εκδοχή», παρατήρησε μ* όλο της το δίκιο η Άγκαθα. «Τι σου είπε;» «Τίποτα. Δεν του μίλησα γι’ αυτό». «Γιατί όχι;» «Επειδή... επειδή...» Καινούργιοι λυγμοί την έπνιξαν, και τρόμαξε να το πει. «Επειδή ήταν με την κοπέλα του». «Την κοπέλα του», έκανε η Αγκαθα, ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Ποιαν κοπέλα του; Δεν ήξερα ότι υπήρχε και κοπέλα». «Κοπέλα;» έκανε πικρά η Βάνιτι. «Κοπέλες έπρεπε να πω. Τι κοπέλες, δηλαδή», διόρθωσε με μια σύσπαση οδύνης. «Η μία τουλάχιστον είναι περίπου της κλάσης σου. Η άλλη όμως είναι γύρω στα τριάντα το πολύ, και σωστή κούκλα. Αυτή πρέπει να είναι η μεγάλη του αγάπη. Η άλλη... Ω, Θεέ μου, δεν ξέρω τίποτε πια», κατέληξε μ’ ένα βογγητό. «Δεν μπορώ να βρω άκρη, για­ γιά. Υπήρχε εκείνη η πλούσια, που τον κοιτούσε σαν ξελιγωμέ­ νη... Τι δουλειά είχε μαζί της; Γιατί να μην προτιμήσει εμένα από κείνην, στο κάτω-κάτω;» «Ξέρεις κάτι;» έκανε ψύχραιμα η Άγκαθα. «Αντί να κάνεις ρητορικές ερωτήσεις, πες μου καλύτερα όλη την ιστορία απ’ την αρχή, μπας και μπορέσω να καταλάβω κι εγώ κάτι». Η Βάνιτι της τα είπε όλα. Κύματα λυγμών διέκοπταν κάθε τό­ σο την αφήγησή της, κι όταν πια τέλειωσε, ήταν τόσο εξαντλη­ μένη, που την πήρε ο ύπνος και δεν ξύπνησε παρά μόνο μετά πολλές ώρες. ★ Για κάμποσες μέρες μετά απ’ αυτό, ένιωθε τέτοια κατάπτωση, που δεν μπορούσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Η Άγκαθα επέ­ στρεψε στο σπίτι της, δίνοντας σαφείς εντολές στον Κέιν τι να κάνει σε κάθε εναλλακτική περίπτωση. Η Βάνιτι συνέχισε να σέρνεται και να σωριάζεται από καναπέ σε καναπέ, κι από κρε­ βάτι σε κρεβάτι. Αν δεν ήταν έγκυος, θα ευχόταν να πεθάνει. Είχε πονέσει τόσο πολύ στο παρελθόν, αλλά ποτέ δεν είχε υ­ ποψιαστεί πως μπορεί να υπήρχαν τέτοια ύψη στον πόνο. Δεν ήταν πια απλός πόνος αυτό. Ήταν αφόρητο.


133 Παρ’όλες τις προσπάθειες του Κέιν να την αποτραβήξει απ’την κατάθλιψή της, βυθιζόταν όλο και περισσότερο στις μαύρες της σκέψεις, αναμασώντας ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, τα δικά της λάθη και τα λάθη του Έβαλντ Άκερμαν, τις ψευδαισθήσεις της και την πικρή πραγματικότητα, την "κοντέσα”,την ωραία Ίλζα, κι όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές για το τι είχε συμβεί, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, και γιατί δεν είχε συμβεί τελικά. Από μια άποψη, ήταν ευχαριστημένη που δεν τον είχε βρει μόνο του στο σαλέ. Τι θα γινόταν κι αν του μιλούσα, σκεφτόταν μελαγχολικά. Είτε με κράταγε, είτε με έδιωχνε, θα ταν το ίδιο. Τίποτε δε θ’ άλλαζε, ούτε η ύπαρξη των δύο άλλων γυναικών στη ζωή του, ούτε το γεγονός ότι εκείνη ήταν μια εξωφρενικά πλούσια γυναίκα, όπως της είχε πει κάποτε ο Έβαλντ, κι εκεί­ νος εξωφρενικά φτωχός για τα μέτρα της. Δεν την είχε αγαπή­ σει ποτέ. Στην καλύτερη περίπτωση, θα έμενε μαζί της για τα λεφτά της, και κανείς και τίποτα στον κόσμο δε θα της έβγαζε ποτέ αυτή τη σκέψη απ’ το μυαλό. Δεν υπήρχε τελικά ευτυχία για τις Πράιορ αυτού του κόσμου. Θα ’πρεπε να είχε γεννηθεί πιο σκληρή, πιο αυτάρκης, και χωρίς τις ηλίθιες, ρομαντικές α­ νάγκες της γι’ αγάπη. Θα έπρεπε να είχε παντρευτεί τον Τζάστιν Πάλμερ όσο ήταν καιρός, και να το πάρει απόφαση πως ο έρωτας ήταν μόνο για τους άλλους. Δεν μπορούσε βέβαια ν’ αγνοήσει το γεγονός ότι ο Έβαλντ της είχε πετάξει στα μούτρα εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια, αλλά δεν μπορούσε ούτε να μαντέψει τα κίνητρά του. Μπορεί ο "διακανονισμός” τους να είχε θίξει θανάσιμα την περηφάνεια του, μπορεί να είχε θελήσει να της δώσει ένα αποφασιστικό μάθημα - αλλά μπορεί επίσης να είχε απλά παίξει πολύ έξυπνα το παιχνίδι του. Όλη η ιστορία μπορεί να μην ήταν παρά μόνο ένα μεγάλο κόλπο, μια αριστοτεχνική κίνηση που σκοπό είχε να την πείσει, μια και καλή, για την ανιδιοτέλειά του. Ένας άνθρω­ πος που πετάει έτσι εκατόν πενήντα χιλιάδες δολάρια, δεν μπορεί να μην είναι υπεράνω χρημάτων. Αυτό έπρεπε να πιστέ­ ψει η Βάνιτι Πράιορ, κι ο Έβαλντ Άκερμαν είχε διακινδυνεύσει να χάσει και τ ’ αυγά και τα καλάθια για να πετύχει τον απώτερο σκοπό του. Δε γινόταν να ξεχάσει ότι αυτός είχε σχέσεις με μια γυναίκα που θα μπορούσε να είναι μητέρα του. Δεν μπορούσε να ξεχάσει την Ίλζα. Ακόμα και πεθαίνοντας από αγάπη για κείνον, δεν μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός ότι η δραματική του κίνη­ ση με τις επιταγές, θα μπορούσε ωραιότατα να είναι μια θεατρι­ κή χειρονομία, όπως κάποτε η άρνηση του Ρομπέρτο να την παντρευτεί.


134

Ακόμα και τον πιο ακέραιο άνθρωπο του κόσμου, θα τον δε­ λέαζε ένας γάμος με τα εκατομμύρια των Πράιορ. Κι αν έκρινε απ’ την “κοντέσα”, θα ήταν δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς τον Έβαλντ Άκερμαν ακέραιο. Η Βάνιτι Πράιορ δεν πίστευε πια στις καλές προθέσεις κανενός άντρα. ★ Είχε κλείσει κοντά ένας μήνας από εκείνη την άτυχη επίσκεψη στο Ζέρματ, κι η κοιλιά της είχε αρχίσει να στρογγυλεύει αισθη­ τά. Πέρα απ’ τη γιαγιά της και τους δικούς της ανθρώπους, κα­ νείς άλλος δεν είχε πληροφορηθεί τα νέα, ούτε καν ο αδερφός της ο Ντέιβιντ, που είχε μια μύτη σαν λαγωνικό. Η αλήθεια ήταν πως δεν την είχε συναντήσει καθόλου τώρα τελευταία, και δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να διαπιστώσει αυτή την πασιφανή αλλαγή προς το στρογγυλότερο. Ό χ ι πως την ένοιαζε βέβαια η γνώμη του Ντέιβιντ. Το μωρό της θα το κρατούσε έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν έλεγαν οι Πράιορ, κι ούτε θα τους έκανε ποτέ τη χάρη να σπεύσει να παντρευτεί κάποιον για να “ταχτοποιήσει” το εξώγαμό της. Αυτό το παιδί θα ήταν αποκλειστικά δικό της, μπορούσε μια χαρά να το μεγα­ λώσει μόνη της. Δεν έδινε δεκάρα τι θα έλεγε ο κόσμος. Ήταν το μόνο πράγμα που ήθελε μετά τον Έβαλντ. Κι αυτό, τουλάχι­ στον, μπορούσε να το κρατήσει. Αρχισε πάλι να σκέφτεται να ξαναπάει στο Ζέρματ. Ρώτησε τον Κέιν: «Δε θα ’πρεπε λες να ξαναδοκιμάσω; Να δώσω στον εαυτό μου μια τελευταία ευκαιρία; Ίσως και σ’ εκείνον, άλλω­ στε... Είναι τόσο τρομερό να σε θέλει κάποιος και για τα λεφτά σου, Κέιν;» Κι εκεί είχε βαλθεί να κλαίει πάλι απαρηγόρητα. Μετά από τόσα χρόνια με τους Πράιορ, ο Κέιν είχε αναπτύξει αξιοθαύμαστη υπομονή, και ανάλογη αντοχή στις αλλαγές της διάθεσής τους. Η ευαίσθητη ψυχή του όμως ράγιζε μπροστά σ’ όλη αυτή την απελπισία. Της είπε παρηγορητικά: «Ο άντρας που δε θα σε ήθελε αποκλειστικά για σένα, Βάνιτι, θα ήταν τόσο ηλίθιος, που δε θ’ άξιζε ν’ ασχολείσαι μαζί του». «Ο Έβαλντ Άκερμαν δεν είναι ηλίθιος», έκανε σπασμένα η Βάνιτι, «κι εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα πόσο αξίζει κανείς ν’ασχολείται μαζί του!» Λίγο αργότερα, ο Κέιν ξαναπήγε να τη βρει στο δωμάτιό της. Το πρόσωπό του ήταν εντελώς άκαμπτο και ανέκφραστο όταν της ανακοίνωσε: «Θα πρέπει να σηκωθείς και να σουλουπωθείς λίγο, Βάνιτι. Έχεις επίσκεψη». Σήκωσε το χλομό της πρόσωπο και τον κοίταξε σαστισμένη.


135

«Επίσκεψη; Δεν περιμένω κανέναν - το ξέρεις ότι δεν μπορώ να δω κανέναν, Κέιν! Γιατί δέχεσαι κόσμο χωρίς να με ρωτήσεις πρώτα; Ποιος στο διάβολο είναι, και πώς ήρθε; Δεν τηλεφώνη­ σε πρώτα; Γ ιατί δεν είπες - » «Μη γίνεσαι υστερική πάλι», έκανε ουδέτερα ο Κέιν. «Ήταν μια επίσκεψη που δεν μπορούσα να αποφύγω. Τώρα σήκω σε παρακαλώ, η κυρία περιμένει». «Ποια κυρία; Δε μ’ ενδιαφέρει τι - » Κι ύστερα έπιασε κάτι στην έκφραση του Κέιν, κι έμεινε να τον κοιτάζει σαστισμένη. «Η γιαγιά σου λέει πως πρέπει να τη δεχτείς», είπε κοιτάζον­ τας αλλού ο Κέιν. «Ποιαν; Τι σκαρώσατε πάλι πίσω απ’ την πλάτη μου;» Ο Κέιν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μην ταραχτείς, Βάνιτι, αλλά στο σαλόνι κάτω περιμένει η κόμησα Μάσιμο, και η γιαγιά σου μου τη­ λεφώνησε και μου έδωσε αυστηρότατη εντολή να σε σηκώσω, έ­ στω και με το ζόρι, και να σε κατεβάσω να τη συναντήσεις». * Τα πόδια της έτρεμαν καθώς έμπαινε στο σαλόνι όπου περίμενε η Κάρα Μάσιμο. Ή ξερε πως ήταν κατάχλομη, αλλά μια αίσθη­ ση ότι δεν έπρεπε για κανένα λόγο να εξευτελιστεί στα μάτια της “κοντέσας", τη συγκροτούσε. Κράτησε αλαζονικά ψηλά το κεφάλι, και στάθηκε σε κάποια απόσταση απ’την άλλη γυναίκα. Για λίγα δευτερόλεπτα, οι δυο τους έμειναν ν’ αναμετριούνται με το βλέμμα, ύστερα η Βάνιτι προχώρησε αποφασιστικά προς το μέρος της “κοντέσας", και είπε ευγενικά: «Καθίστε, κυρία Μάσιμο. Λυπάμαι αν άργησα να κατέβω - δε σας περίμενα, και ήμουνα λίγο αδιάθετη σήμερα. Θα πάρετε κάτι;» «Όχι», είπε ξερά η “κοντέσα". «Κάθισε σε παρακαλώ, κορίτσι μου, κι ας μη χάνουμε την ώρα μας». Τα αγγλικά της ήταν καλά, αλλά με έντονη ιταλική προφορά. Μιλούσε αργά, σαν να έψα­ χνε μια-μια τις λέξεις, αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε ν’ακούγεται υπεροπτική, και απόλυτα σίγουρη για τον εαυτό της. Η Βάνιτι έκατσε απέναντι της. Τα πόδια της έτρεμαν, και κάτι μέσα της είχε παγώσει απ’τη στιγμή που είχε ακούσει ποια ήταν η επίσκεψη. Είχε μια σαφή υποψία γιατί είχε έρθει να τη δει η “κοντέσα", αλλά ήταν αποφασισμένη να την υποστεί ως το τέ­ λος με αξιοπρέπεια, και προπαντός να μην τσακωθεί μαζί της στη μοιρασιά για τον Έβαλντ Άκερμαν. Της φαινόταν πολύ τα­ πεινό από μέρους της μεσόκοπης γυναίκας, να έρχεται να της ζητάει αναδρομικά το λόγο για τις σχέσεις της με τον Έβαλντ, και δε θα συγχωρούσε ποτέ τη γιαγιά της, που την είχε υποβά­


136

λει σ’ αυτή τη δοκιμασία. Αλλά ίσως τελικά να είχε δίκιο η Άγκαθα. Ίσως να της χρεια­ ζόταν ένα τέτοιο σοκ, για να δει επιτέλους κατάματα την αλή­ θεια, και να πάψει να τρέφεται με απραγματοποίητα όνειρα. Είπε ψυχρά: «Απ’ ό,τι κατάλαβα, σας έστειλε η γιαγιά μου». «Όχι», είπε εξίσου ψυχρά η Κάρα Μάσιμο. «Ήρθα με δική μου πρωτοβουλία. Επεδίωξα να συναντήσω τη μητέρα σου, που μου έδωσε το τηλέφωνό σου, αλλά όταν τηλεφώνησα την πρώτη φορά και ζήτησα μια συνάντηση, ο γραμματέας σου μου είπε πως δε δεχόσουνα κανέναν. Του εξήγησα τους λόγους που έ­ πρεπε να σε δω κατεσπευσμένα, κι αυτός είχε τη λαμπρή ιδέα να με παραπέμψει στη γιαγιά σου. Συναντηθήκαμε χτες το βράδυ και συζητήσαμε το θέμα. Η κυρία Πράιορ μου υποσχέθηκε πως θα τα κανόνιζε να με δεις. Απ’ ό,τι κατάλαβα, δεν αισθά­ νεσαι και τόσο καλά αυτόν τον καιρό». «Υπερκόπωση», έκανε στεγνά η Βάνιτι. Ξαφνιάστηκε όταν α­ νακάλυψε πως δεν ένιωθε το παραμικρό - ούτε ζήλεια, ούτε αντιπάθεια για τη γυναίκα που είχε στη διάθεσή της, απ’ ό,τι φαινόταν, τον Έβαλντ, και που είχε έρθει προφανώς για να ξε­ καθαρίσει μαζί της τα πράγματα. Η Κάρα Μάσιμο ίσως δεν είχε ακόμα αντιληφθεί ότι η περιπετειούλα του προστατευομένου της είχε τελειώσει από καιρό. Και το μόνο που μπορούσε να αισθανθεί γι’αυτήν η Βάνιτι ήταν οίκτος, επειδή ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που είχε ερωτευτεί έναν πολύ νεότερό της άντρα, κι επειδή οπωσδήποτε θα ήξερε πολύ καλά για ποιο λόγο έμενε εκείνος μαζί της. Μπορούσε να καταλάβει την Κάρα Μάσιμο, και να τη συμπονέσει. Κατά κά­ ποιο τρόπο, ένιωθε παράδοξα κοντά της. Ήταν ακόμα πολύ τα­ ραγμένη, αλλά μπορούσε να το ελέγξει. Θα κρατούσε ως το τέ­ λος την ψυχραιμία της, και οπωσδήποτε, δε θα την έπιανε υστε­ ρία, όπως είχε φοβηθεί ο Κέιν. Ήταν κι οι δυο πολιτισμένες γυναίκες, μπορούσαν να συζη­ τήσουν με μια επίφαση ωριμότητας. Ρώτησε ουδέτερα: «Γιατί θέλατε τόσο να με δείτε, κυρία Μάσιμο;» Η γυναίκα έριξε πίσω το κεφάλι. Της αποκρίθηκε αγέρωχα: «Μαντεύεις πολύ καλά το γιατί. Θέλω να συζητήσουμε για τον Εβάλντο». «Τον Εβάλντο», έκανε μηχανικά κι η Βάνιτι. Η ιταλική έκδοση του ονόματός του την ξένισε, αλλά αυτό δεν εμπόδισε την καρ­ διά της να χάσει κάμποσους χτύπους στη σειρά. «Τον Έβαλντ Άκερμαν», έκανε ανυπόμονα η “κοντέσα”. «Ας μπούμε κατευθείαν στο θέμα, λοιπόν. Δεν υπάρχει λόγος να


137

χάνουμε την ώρα μας. Η γιαγιά σου μου είπε ορισμένα πολύ εν­ διαφέροντα πράγματα. Τον θέλεις;» Το πρόσωπό της πάνιασε. «Κυρία Μάσιμο», άρχισε με κόπο, «δε νομίζω ότι - » Η γυναίκα της έριξε ένα υπεροπτικό βλέμμα, κι είπε ξερά: «Ας κόψουμε τους τύπους, Βάνιτι - μπορώ να σε λέω Βάνιτι; Είσαι τόσο μικρότερή μου. Θα μπορούσα να είμαι ακόμα και γιαγιά σου. Θέλω να μιλήσουμε ειλικρινά οι δυο μας. Θα υπάρξουν και δύσκο­ λα σημεία στη συζήτηση, χωρίς αμφιβολία, αλλά ελπίζω να βρού­ με κάποια άκρη. Δε μου απάντησες σ’ αυτό που ρώτησα». Μα τι της είχε κάνει η γιαγιά της! Πώς την είχε υποβάλει σε μια τέτοια δοκιμασία, στην κατάσταση μάλιστα που βρισκόταν; Αν βέβαια έλεγαν αλήθεια και η Κάρα Μάσιμο, και ο Κέιν, και η Άγκαθα Πράιορ είχε κάνει όντως κάτι τόσο τερατώδες... Ήταν ωστόσο κι αυτή εξίσου περήφανη με την Κάρα Μάσιμο, μπορούσε να την αντιμετωπίσει με την ίδια αξιοπρέπεια και την ίδια δύναμη. Σήκωσε κι αυτή αγέρωχα το κεφάλι, κι είπε ψυχρά: «Ναι, αν αυτό σας ενδιαφέρει τόσο πολύ, κυρία Μάσιμο. Θα τον ήθελα». «Ωραία», είπε η “κοντέσα”, κι ένα ψυχρό χαμόγελο ανασήκω­ σε τις άκρες των χειλιώντης. «Η γιαγιά σου μου είπε ότι ήσουνα τρελή γι’ αυτόν, αλλά ήθελα να μου το πεις και μόνη σου. Ήταν άλλωστε κάτι που το περίμενα - ποια γυναίκα δε θα ήθελε τον Εβάλντο; Μετά όμως από όσα συνέβησαν, είχα αρχίσει να έχω αμφιβολίες». «Με συγχωρείτε, κυρία Μάσιμο», είπε αδύναμα η Βάνιτι, «αλ­ λά πώς ξέρετε εσείς τι συνέβη;» Ελπίζω να μην έφτασε ως εκεί η γιαγιά, σκεφτόταν συγχρόνως, κατασυγχυσμένη. «Μου μίλησε ο Εβάλντο, φυσικά», έκανε ανασηκώνοντας τους ώμους η “κοντέσα”. «Μου είπε τέρατα και σημεία, κορίτσι μου. Αρκετά για να μου σηκωθεί η τρίχα. Μη ρωτάς πώς τον κατάφερα να μου τα πει - ίσως τον βρήκα σε άσχημη στιγμή. Το ευτύχημα είναι ότι τον έπεισα να μου μιλήσει, και να μαι». «Μα - γιατί;» έκανε σαν χαμένη η Βάνιτι. «Γιατί να θέλετε να δείτε εμένα;» «Επειδή ο Εβάλντο είναι πεισματάρης σαν μουλάρι, χρυσό μου κορίτσι. Υπολόγισα πως, όσο πεισματάρα κι αν ήσουνα εσύ, οπωσδήποτε θα ήσουνα λιγότερο από κείνον. Σκέφτηκα ότι υ­ πήρχε μια πιθανότητα να βρω τουλάχιστον άκρη μαζί σου. Δεν μπορώ να βλέπω έτσι τον Εβάλντο». Η φωνή της μαλάκωνε κά­ θε που πρόφερε το όνομά του, κι η Βάνιτι είπε σαν αυτόματο: «Τον αγαπάτε». «Αν τον αγαπάω; Τον λατρεύω! Θα έκανα οτιδήποτε για να


138

τον δω ευτυχισμένο. Κι αν η ευτυχία του εξαρτάται από σένα, θα κάνω ό,τι περνάει απ’το χέρι μου για να ξαναπάς κοντά του. Ο Εβάλντο είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω στη ζωή μου, κορίτσι μου. Δε θα τον αφήσω να υποφέρει εξαιτίας μιας παρεξήγησης, ή μιας κακώς εννοούμενης υπερηφάνειας, ή επειδή το κεφάλι του είναι ξερό κι αγύριστο. Είναι τρελός για σένα - ήταν τρε­ λός για σένα απ’ την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισε. Δεν είμαι ηλίθια, και τον ξέρω πια σαν την παλάμη μου. Ήθελε να μου το κρύψει, αλλά υπήρχαν χίλια δυο μικροπραγματάκια που φώνα­ ζαν ότι την είχε πατήσει άσχημα μαζί σου - ακόμα κι ο τρόπος που μου έκλεινε το τηλέφωνο όταν τον ρώταγα για σένα!» «Δεν - καταλαβαίνω», έκανε ξεψυχισμένα η Βάνιτι. «Ειλικρινά, κυρία Μάσιμο - » «Μη με διακόπτεις, σε παρακαλώ», την έκοψε αγέρωχα η “κοντέσα”. «Χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου, και μετά δυσκο­ λεύομαι να βρω τις λέξεις στα αγγλικά. Μιλάς μήπως ιταλικά;» «Ό χι και τόσο καλά», έκανε σαν χαμένη η Βάνιτι. «Αλλά ειλι­ κρινή, κάνετε κάποιο λάθος - » «Ας συνεχίσουμε λοιπόν στ’αγγλικά. Και όχι, δεν κάνω λάθος ποτέ δεν κάνω λάθος όταν πρόκειται για τον Εβάλντο. Έλεγα λοι­ πόν ότι σε σκεφτόταν τόσο, που παρασυρόταν και σε ανέφερε εί­ κοσι φορές την ημέρα, και μάλιστα στις πιο άσχετες στιγμές. Πο­ τέ δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Είχε πάντα μικροπεριπέτειες - δε θα ’ταν δυνατόν να μην έχει, με την παρουσία που διαθέτει. Αλλά η τελευταία φορά που είχε ερωτευτεί, ήταν στα εικοσιπέντε του, κι ήταν σωστή καταστροφή. Έλεγα πως δε θα του ξανασυνέβαινε ποτέ πια, αλλά να που του συνέβη. Κι ήταν απελπισμένος». «Γιατί;» ψέλλισε η Βάνιτι. «Επειδή ήσουνα η Βάνιτι Πράιορ», απάντησε ξερά η "κοντέσα”. «Και τώρα είναι ακόμα πιο απελπισμένος - κοντεύει να καταρρεύσει. Λοιπόν, δε θα επιτρέψω να υποφέρει ο Εβάλντο μου. Αν σ’ αγαπάει τόσο που να μην μπορεί να ζήσει χωρίς εσέ­ να, κι αν είναι τόσο χοντροκέφαλος που να μη θέλει να έρθει να ξεδιαλύνει τα πράγματα μεταξύ σας, αν είσαστε κι οι δυο τόσο ανόητοι ώστε ν’ αφήνετε να σας χωρίζουν πράγματα όπως το χρήμα, ή μια ανόητη παρεξήγηση, ή ένας βλακώδης εγωισμός, κι αν πρέπει να βάλω εγώ το χέρι μου για να φτιάξουν τα πράγ­ ματα - λοιπόν, εντάξει, θα σε πάω κοντά του έστω και τραβών­ τας. Ή θα τον φέρω αυτόν σέρνοντας!» «Μα - δεν είναι δυνατόν», τραύλισε μισοπνιγμένη η Βάνιτι, και σηκώθηκε απότομα από κειπου καθόταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει λέξη απ’ όσα άκουγε. Αρπάχτηκε σπασμωδικά απ’ τη ράχη της πολυθρόνας, και πήρε βαθιά ανάσα πριν καταφέρει να


139 προσθέσει: «Μα πώς μπορείτε εσείς - κυρία Μάσιμο, δεν κατα­ λαβαίνω πια τίποτα!» Δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει τέτοια αυ­ ταπάρνηση, σκέφτηκε σκληρά. Κάποιο κακό παιχνίδι της έπαιζε η Κάρα Μάσιμο, κάτι της σκάρωνε... Έπρεπε να ανακαλύψει τι, όσο ήταν καιρός. «Κάθισε κάτω, σε παρακαλώ», είπε ξερά η “κοντέσα”. «Δεν τελειώσαμε ακόμα, και η γιαγιά σου μου είπε πως είσαι και λίγο έγκυος. Μην ταράζεσαι άδικα, και μη μου διακόπτεις τη ροή των σκέψεων, γιατί θα ξενυχτήσουμε εδώ πέρα. Ό ταν τελικά κατέρρευσε ο Εβάλντο και μου τα είπε όλα, ειλικρινά κορίτσι μου, πίστεψα ότι ήσουνα ή τέρας, ή ανώμαλη, ή εντελώς τρελή. Ειλι­ κρινή, ήταν αδύνατο να χωρέσει το μυαλό μου πως θα μπορού­ σε μια γυναίκα να πληγώσει, έτσι χωρίς λόγο, τον Εβάλντο. Α ­ κόμα κι αν είχε κάνει κάτι εντελώς απαράδεκτο, πράγμα που δεν το πίστευα. Μπορεί να είναι πεισματάρης σαν μουλάρι, αλαζονικός και περήφανος μέχρι βλακείας, αλλά κατά τα άλλα είναι υπέροχος απ’ άκρη σ’ άκρη. Ακόμα κι η πιο κακομαθημένη πλούσια βρομίτσα, θα το είχε αντιληφθεί αυτό έγκαιρα, και θα του φερόταν ανάλογα. Γιατί να θέλει να τον ταπεινώσει έτσι; Είχατε σχέσεις, δεν είχες κανένα λόγο να του προτείνεις να με­ ταβάλετε αυτές τις σχέσεις σε επαγγελματική συνεργασία. Ο Εβάλντο μου, όπως και να το κάνεις, δε μοιάζει με φτηνό ζιγκο­ λό, ούτε φέρεται ανάλογα. Και σκεφτόμουνα, πώς βρήκε αυτή η μικρή βρόμα το πιο αδύνατο σημείο του, και τον χτύπησε εκεί μ’ όλη της τη δύναμη; Γ ιατί βέβαια, θα πρέπει να ήξερες ποιο ή­ ταν το αδύνατο σημείο του Εβάλντο. Δεν το ’ξερες;» Η Βάνιτι ίσα που τα κατάφερε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Ήταν το γεγονός ότι δεν είχε φράγκο», τη διαφώτισε ψυχρά η “κοντέσα”. «Μην παρεξηγήσεις τα λόγια μου - δεν εννοώ ότι νιώθει μειονεκτικά, κάθε άλλο μάλιστα. Παραείναι περήφανος, εδώ που τα λέμε, για τα οικονομικά του χάλια. Άλλοι περηφα­ νεύονται για τις Φεράρι τους», πρόσθεσε χολιασμένη, «ή για τα ιδιωτικά τους τζετ, ή για τα νησιά τους στην Καραϊβική. Ο Εβάλ­ ντο περηφανεύεται για κείνο το πανάθλιο σαλέ, και για τα τριμ­ μένα του πουλόβερ. Τα περιφέρει επιδεικτικά, σαν σημαία. Αλ­ λά μαζί του δε βρίσκεις άκρη. Έλεγα λοιπόν, ότι το αδύνατο ση­ μείο του Εβάλντο ήταν η οικονομική διαφορά ανάμεσά σας, κι εκεί βρήκες εσύ να τον χτυπήσεις. Ο Εβάλντο δεν μπόρεσε πο­ τέ να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε ερωτευτεί ένα γλυκό, ευαί­ σθητο, τρυφερό και μεγαλόψυχο πλάσμα, και ξαφνικά ανακά­ λυπτε ένα τέρας. Μια σιχαμερή πλούσια βρόμα, που είχε την εντύπωση ότι όλα αγοράζονται με το χρήμα. Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;»


140

Η Βάνιτι δεν είπε τίποτα - όχι επειδή δε θα είχε κάτι να πει, αλ­ λά επειδή απλά δεν έβγαινε λέξη απ' το λαρύγγι της. Εδώ και λίγη ώρα, διατελούσε σταθερά σε κατάσταση παρατεταμένου σοκ. «Δε λες τίποτα, βλέπω», έκανε με ικανοποίηση η Κάρα Μάσιμο. «Τι να πεις, άλλωστε. Τα είπες όλα εκείνο το βράδυ. Τον σκότω­ σες εν ψυχρώ με λίγες ανεύθυνες λέξεις. Δεν ήθελε να μπλέξει μαζί σου απ’ την αρχή - αλλά στο είπα, ήταν τρελός για σένα. Κι είχε πιστέψει ότι το ίδιο τον αγαπούσες κι εσύ. Δεν του το είχες πει ποτέ, αλλά εκείνος το πίστευε. Είχε την εντύπωση πως είχε βρει την αδελφή ψυχή, κι έψαχνε απεγνωσμένα για μια φόρμουλα που θα σας επέτρεπε να γεφυρώσετε το χάσμα ανάμεσά σας. Κι εκεί ήρθες εσύ, και τον ενημέρωσες εν ψυχρώ ότι δεν τον έβλε­ πες παρά μόνο σαν ένα κομμάτι κρέας! Πανάκριβο κρέας, χωρίς αμφιβολία, αλλά αυτό δεν άλλαζε την ουσία του πράγματος». «Κυρία Μάσιμο», προσπάθησε χωρίς επιτυχία η Βάνιτι, αλλά η Κάρα Μάσιμο είχε πάρει φόρα, και δε θα σταματούσε έτσι εύκο­ λα. «Δε χρειάζομαι τώρα δικαιολογίες», της είπε αγέρωχα. «Τώ­ ρα σου λέω απλά τι συνέβη στον Εβάλντο. Ό ταν λοιπόν πέρασε λίγο το πρώτο σοκ, ορκίστηκε να σου δώσει ένα μάθημα που δε θα το ξεχνούσες έτσι εύκολα, ό,τι κι αν του κόστιζε του ίδιου. Α, δεν ξέρεις τι σκληρό καρύδι είναι ο Εβάλντο μου», πρόσθεσε με περηφάνειά. «Σ’ αγαπούσε όμως - δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Στην αρχή πίστεψε ότι σε είχε σιχαθεί πια οριστικά, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Συνέχιζε να σ’ αγαπάει, κι όταν έφυγε, περίμενε ότι θα πήγαινες να τον βρεις. Ήταν σίγουρος ότι στο βάθος τον ήθελες κι εσύ το ίδιο. Πέρασαν όμως δυο μήνες, και δεν έδωσες κανένα σημείο ζωής, κι όταν πήγες ως εκεί, ήταν μόνο για να του ζητήσεις τυπικά συγνώμη - πάλι καλά δηλαδή, και που το σκέφτηκες. Αλλά τον Εβάλντο τον σκότωσες γΓ άλλη μια φορά. Φυσικά, δεν ήξερε, ούτε ξέρει ακόμα όσα ξέρω εγώ τώρα πια. Δόξα τω Θεώ, η εξαίρετη γιαγιά σου τα έχει τετρακό­ σια, κι όταν της εξήγησα τι ήθελα, εκτός που γέλασε πάρα πολύ με όλον αυτό τον παραλογισμό, φρόντισε να με διαφωτίσει και για όλα τα υπόλοιπα. Τελικά, χαίρομαι που αποφάσισα να σε βρω και να ξεδιαλύνω τα πράγματα. Αυτό θα έπρεπε βέβαια να το είχατε κάνει εσείς οι δυο πρώτα, αλλά είναι απύθμενη η βλα­ κεία των ερωτευμένων. Ούτε αυτός ήξερε τίποτα για σένα, ού­ τε εσύ για κείνον. Γιατί όμως, που να πάρει η οργή, δε ρωτούσα­ τε για να μάθετε;» «Κυρία Μάσιμο», επεχείρησε γι’άλλη μια φορά η Βάνιτι, αλλά κάτι η δική της ανικανότητα να πει οτιδήποτε ολοκληρωμένο, κάτι η φούρια της Κάρα Μάσιμο, δε θα προλάβαινε ν’αρθρώσει


141

λέξη εκείνο το βράδυ. «Μη με παρεξηγείς που τα λέω έξω απ’τα δόντια», συνέχισε απτόητη η “κοντέσα”. «Δε θα τολμούσα ποτέ να μιλήσω έτσι στον Εβάλντο - θα ήταν ικανός να μη μου ξαναπεί ούτε καλημέρα, κι έτσι αναγκαστικά θα ξεσπάσω σ’ εσένα. Για να επανέλ­ θουμε στο θέμα, πέρα απ’ το γεγονός ότι είχες παντρευτεί κά­ ποτε εκείνον τον αχρείο τον Μοντεκάλβο, ο Εβάλντο δεν ήξερε τίποτα για σένα. Ήξερε όμως πολύ καλά τι σας χώριζε, κι αυτό ήταν, όπως σου είπα, απ’ την αρχή το πρόβλημά του. Για μένα όμως ήταν το πιο ενδιαφέρον σημείο σ’ όλη αυτή την ιστορία. Εσύ είχες πάρα πολλά λεφτά, κι εκείνος δεν είχε δεκάρα. Δεν μπορούσε να σου προσφέρει τίποτε ανάλογο της περιουσίας των Πράιορ, κι η περηφάνεια του δε θα του επέτρεπε ποτέ να ζήσει σε βάρος σου, ό,τι κι αν πιστεύεις εσύ τώρα. Και δεν έβλε­ πε κανένα τρόπο να γεφυρώσει τη διαφορά - εκτός από έναν, που όμως πάλευε με νύχια και με δόντια για να τον αποφύγει. Ήταν όμως τόσο ερωτευμένος μαζί σου, που εγώ περίμενα ότι τελικά θα υπέκυπτε, και, μεταξύ μας, έτριβα προκαταβολικά τα χέρια μου. Δυστυχώς, όμως, ο Εβάλντο έχει τελικά πολύ πιο ι­ σχυρή θέληση απ’ όσο φανταζόμουνα!» Σ’ εκείνο το σημείο, η Βάνιτι θεώρησε ότι θα της ήταν αδύνα­ το ν’ ακούσει περισσότερα, χωρίς να πάθει ακαριαία υστερική κρίση. Δεν καταλάβαινε πια τίποτα, το κεφάλι της βούιζε, της φαινόταν ότι πνιγόταν. Σηκώθηκε γι’ άλλη μια φορά, και εκμε­ ταλλευόμενη τη στιγμιαία παύση της Κάρα Μάσιμο, είπε τρέμοντας: «Δεν μπορείτε να γίνετε πιο σαφής, κυρία Μάσιμο; Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα!» . «Μπορείς να μου εκφράσεις τις απορίες σου», έκανε συγκα­ ταβατικά η “κοντέσα”. Σταύρωσε τα χέρια, και περίμενε. Η Βάνιτι έμεινε να την κοιτάζει σαν χαζή. Είχε ένα εκατομμύ­ ριο απορίες, και δεν ήξερε ούτε από πού ν’ αρχίσει. Δεν μπο­ ρούσε να εκφράσει ούτε καν την πιο καυτή απ’ αυτές, γιατί δε θα έβρισκε ποτέ το θάρρος να ρωτήσει εν ψυχρώ την αγέρωχη “κοντέσα”, «εσείς γιατί παραιτείσθε τόσο εύκολα α π ’αυτόν;» Κι έτσι, για να γεμίσει βιαστικά τη σιωπή, είπε το πρώτο ηλίθιο πράγ­ μα που της ήρθε στο μυαλό: «Γιατί τον λέτε συνέχεια “Εβάλντο”; Μου δίνετε την εντύπωση ότι μιλάτε για κάποιον άλλον!» «Γιατί τον λέω “Εβάλντο”;» έκανε ξαφνιασμένη η “κοντέσα”. «Μα αυτό είναι το όνομά του!» «Εγώ τον ξέρω σαν Έβαλντ», έκανε με όση αξιοπρέπεια της έμενε η Βάνιτι. Η γυναίκα θα την έπαιρνε τελικά για διανοητικά καθυστερημένη. Αν μετά απ’ όλ’αυτά, το μόνο που είχε βρει να ρωτήσει, ήταν κάτι τέτοιο...


142

«Στην πατρίδα του τον φωνάζουμε Εβάλντο», τη διαφώτισε υπεροπτικά η Κάρα Μάσιμο. «Πειράζει;» «Στην - πατρίδα του», επανέλαβε μηχανικά η Βάνιτι. «Μα εί­ ναι Ελβετός, όχι Ιταλός!» «Τέλος πάντων - ναι, είναι και Ελβετός. Μισός. Αλλά μεγά­ λωσε στην Ιταλία, κι εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Αυτό τον κάνει περισσότερο Ιταλό παρά Ελβετό, νο­ μίζω, ό,τι κι αν λέει αυτός τώρα. Φυσικά εγώ δεν μπορώ να τον αναγκάσω να γυρίσει στον τόπο του, αν αυτός θεωρεί ότι πρέ­ πει να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν προσπάθησα κιόλας. Εν πάσει περιπτώσει, έχεις άλλες α­ πορίες, ή να συνεχίσω;» «Κυρία Μάσιμο», είπε σβησμένα η Βάνιτι, «ποιος ακριβώς εί­ ναι ο Εβαλντ Άκερμαν;» Η “κοντέσα” ανασήκωσε υπεροπτικά τα φρύδια, ύστερα είπε ξερά: «Ναι, φυσικά, ξεχνάω συνέχεια ότι δεν ξέρεις τίποτα για κείνον. Τείνω επίσης να ξεχάσω ορισμένες άλλες παρερμη­ νείες από μέρους σου, επειδή είναι τόσο τερατώδεις, που όταν τις σκέφτομαι, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, και δεν έχω καμιά διάθεση να συγχύζομαι. Εν πάσει περιπτώσει, θα το παραβλέψω, γιατί δεν είσαι παρά ένα ανόητο κοριτσόπουλο με πάρα πολλά απωθημένα. Για ν’ απαντήσω στην ερώτησή σου, ο Εβάλντο Άκερμαν-Μάσιμο, είναι ο ανιψιός μου. Εγώ τον μεγά­ λωσα από τότε που ήταν εφτά χρόνων - όταν πέθανε η αδερφή μου. Ήταν πάντα σαν γιος μου - έτσι τον έβλεπα, κι έτσι θα τον βλέ... Γ ια τ’όνομα του Θεού, κορίτσι μου, τι έπαθες; Είσαι καλά; Να χτυπήσω να έρθει κάποιος;» «Όχι», είπε σβησμένα η Βάνιτι. «Είμαι καλύτερα τώρα. Έχω ζ- ζαλάδες αυτό τον καιρό...» «Δε θέλεις να πω να σου φέρουν λίγο νερό;» «Όχι», ξανάπε, λίγο πιο σταθερά τώρα, η Βάνιτι. «Θέλω μόνο να μου πείτε και τα υπόλοιπα, πριν λιποθυμήσω».


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 11

Σε κάθε άλλον, η ιστορία ίσως θα φαινόταν μελοδραματική, αλ­ λά η Βάνιτι είχε ζήσει, όχι ακριβώς τις ίδιες, αλλά κάποιες πα­ ρεμφερείς καταστάσεις, και μπορούσε να καταλάβει. Ή ξερε πόση οργή, πόση πίκρα και δυστυχία μπορούσαν να συσσωρεύ­ σουν αυτές οι καταστάσεις στην ψυχή ενός ευαίσθητου αν­ θρώπου, αλλά ακόμα κι έτσι, δεν μπορούσε να μη θαυμάσει μια δύναμη και μια ικανότητα αντίστασης, τόσο πιο ανεπτυγμένες απ’ όσο σ’ εκείνην. «Ο Εβάλντο απλά δε μας άντεχε πια», είπε η Κάρα. «Δεν άντεχε ούτε τη δυναστεία Μάσιμο, ούτε τα λεφτά των Μάσιμο, ούτε την κρίση αξιών των Μάσιμο. Προπαντός δεν άντεχε την κατα­ πίεση των Μάσιμο. Αυτό το παιδί διέφερε πάντα απ’ όλους μας. Σαν να ήταν από εντελώς αλλιώτικη ράτσα. Είχε πάντα ξεκάθα­ ρες ιδέες για το τι ήθελε και τι όχι, και κανείς δεν μπορούσε να τον εξαγοράσει. Ούτε με δώρα, ούτε με χατίρια, ούτε με απει­ λές, ούτε καν με χάδια. Ό ταν ο παππούς του απείλησε να τον α­ ποκληρώσει, ο Εβάλντο του γέλασε στα μούτρα». Γέλασε λίγο κι αυτή, ξαναφέρνοντας το επεισόδιο στο μυαλό της. «Μεταξύ μας, του χρειαζόταν του παλιόγερου. Δεν μπορείς να φαντα­ στείς πόσο καταπιεστικός και απάνθρωπος μπορούσε να γίνει. Βρήκε όμως τον μάστορά του στον Εβάλντο. Κανείς δε θα τολ­ μούσε ποτέ να τα βάλει με τον πατέρα μου, αλλά ο Εβάλντο εί­ ναι από ακόμα πιο σκληρή πάστα». «Μπορώ να το φανταστώ», είπε πικρά η Βάνιτι. «Αλλά φυσικά, έχει πάρει απ’τον πατέρα του, που μπορεί ναι μεν να ήταν ένας άξεστος Ελβετός χωριάτης», είπε με περι­ φρόνηση η Κάρα, «είχε όμως γερά γονίδια, και τα πέρασε όλα στο γιο του. Εμείς οι Μάσιμο είμαστε πολύ παλιά οικογένεια ως τους Ρωμαίους συγκλητικούς φτάνουν οι ρίζες μας, δυο χι­ λιάδες χρόνια και βάλε. Βρισκόμαστε πια σε παρακμή. Η αδερ­ φή μου, για παράδειγμα, ήταν εντελώς νευρωτική». Η μεγαλύτερη κόρη του φοβερού και τρομερού Ουμπέρτο Μάσιμο, ανανεωτή της δυναστείας των Μάσιμο και οικονομι­ κού μεγιστάνα, είχε ερωτευτεί κι είχε παντρευτεί, παρά τις αρ­ χικές αντιρρήσεις του πατέρα της, έναν γοητευτικό αλλά ά­ φραγκο Ελβετό, που κατά κάποιον τήοπο, είχε βρει πολύ σύν­ τομα το κουμπί του πεθερού του, κι είχε γίνει το δεξί του χέρι, εκτοπίζοντας ακόμα και τους φυσικούς γιους του Ουμπέρτο. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι την είχε πάρει για τα λεφτά της», είπε κυνικά η Κάρα. «Η καημένη η Ελεονόρα δεν ήταν ι-


144

διαίτερα ελκυστική - όχι πως δεν ήταν ωραία γυναίκα, αλλά εί­ χε κάτι ανυπόφορες μεταπτώσεις και καπρίτσια. Ο Ρολφ ήταν φοβερά εντυπωσιακός, και λυσσασμένος για χρήμα. Χειρότε­ ρος απ’ τον πατέρα μου», πρόσθεσε μ’ ένα μικρό γέλιο. Η ουσία ήταν πως, κάπου στην πορεία της σχέσης της με τον ωραίο Ρολφ Άκερμαν, η Ελεονόρα Μάσιμο είχε καταπιεί σα­ ράντα υπνωτικά χάπια, και κανείς δεν το είχε αντιληφθεί, μέχρι το πρωί που τη βρήκαν παγωμένη στο κρεβάτι της. «Δεν έφται­ γε μόνο ο Ρολφ», είπε μεγαλόψυχα η Κάρα. «Η αδερφή μου, στο είπα, ήταν εντελώς νευρωτική. Μπορεί ο άντρας της να ξενο­ κοιμόταν όποτε του δινόταν η ευκαιρία, αλλά το ίδιο έκανε κι ε­ κείνη. Θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένη αν ασχολιόταν με τον άντρα της και τα παιδιά της - είχε και δυο κόρες εκτός απ’ τον Εβάλντο - αλλά αδιαφορούσε εντελώς για την οικογένειά της, και ελπίζω να αντιλαμβάνεσαι πως όσα σου λέω τώρα, είναι αυστηρά οικογενειακά μυστικά, κι ότι στα λέω μόνο και μόνο για να μπορέσεις να καταλάβεις τα κίνητρα του Εβάλντο». «Το καταλαβαίνω», είπε η Βάνιτι. «Μην ανησυχείτε». Ο Έβαλντ Άκερμαν είχε μεγαλώσει ανάμεσα σ’έναν “λυσσα­ σμένο για χρήμα”, όπως τον είχε αποκαλέσει η Κάρα, πατέρα, και σ’ ένα σμάρι συγγενείς που συναγωνίζονταν ο ένας τον άλ­ λο σε διαφθορά, εκκεντρικότητα, και ιδιοτέλεια. «Ένα τέλεια παρακμιακό περιβάλλον», δήλωσε η Κάρα. Είχε δει τη μητέρα του να πεθαίνει, ηθελημένα ή όχι, από υπερβολική δόση υπνω­ τικών, τη μεγάλη του αδερφή να καταντάει αλκοολική - «σκο­ τώθηκε αργότερα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα», είπε η Κά­ ρα. «Οδηγούσε μεθυσμένη» - και τη μικρότερη αδερφή του να μπλέκει με ναρκωτικά. «Μια ζωή από κέντρο σε κέντρο αποτο­ ξίνωσης», την πληροφόρησε η Κάρα. «Είχε δει και άλλα πολύ χειρότερα, αλλά δε θα σου μιλήσω τώρα γι’ αυτά. Ας στα πει αν θέλει ο ίδιος». Επιπλέον, δεν μπορούσε να συνεννοηθεί ούτε με τον πατέρα του, ούτε με τους θείους του, ούτε προπαντός με τον παππού του. «Ο πατέρας μου παραήταν καταπιεστικός, κι ο Εβάλντο παραήταν ανεξάρτητος. Δεν είχε καμιά διάθεση να καταντήσει σαν τον Ρολφ - μια στεγνή, άκαρδη και άψυχη μηχανή παραγωγής χρημάτων». Είχε διαπιστώσει από πολύ νωρίς πόσο διάβρωνε το χρήμα τους ανθρώπους. Στα εικοσιπέντε του, είχε παντρευτεί από έ­ ρωτα. «Η Μπετίνα ήταν απλά μια τσούλα πρώτης διαλογής», της εκμυστηρεύτηκε η “κοντέσα”. «Θα ’λεγες ότι ήταν η πιο γλυκιά και υπέροχη κοπέλα του κόσμου - μέχρι που βρέθηκε να κολυμπάει στα λεφτά των Μάσιμο». Ο γάμος τους ήταν σω­ στή καταστροφή. Ό ταν ο Έβαλντ θεώρησε ότι είχε ποδοπατη-


145

θεί πια αρκετά, την ξεφορτώθηκε πληρώνοντας όσα-όσα. «Α­ δύνατο να σου περιγράφω», είπε η Κάρα, «τη χυδαιότητα εκεί­ νων των διαπραγματεύσεων - αυτή τη γυναίκα θα έπρεπε να τη βάλουν στο μουσείο προστυχιάς, και σε περίοπτη μάλιστα θέ­ ση. Για να σου δώσω να καταλάβεις, το είχε κάνει με όλους τους αρσενικούς Μάσιμο - τα έριχνε ακόμα και στον πατέρα μου, που ήταν τότε κοντά ογδόντα χρόνων. Και δεν αμφιβάλλω πως αυτός της έβαζε άγριο χέρι - ήταν ακμαιότατος». Κάπου μέσα σ’όλ’αυτά, ο Έβαλντ Άκερμαν τους είχε σιχαθεί τόσο όλους, που είχε αποφασίσει να ξεκόψει όσο περισσότερο γινόταν απ’ τους Μάσιμο. «Δε ζούσε ποτέ όπως εμείς», είπε η Κάρα. «Του άρεσαν εντελώς άλλα πράγματα - οι απλοί άνθρω­ ποι, η φύση, τα σπορ, ο καθαρός αέρας, τα μικρά, γαλήνια μέρη, οι απλές διασκεδάσεις, η μουσική, οι έξυπνες συζητήσεις, το διάβασμα. Του άρεσε επίσης πολύ η δημιουργική δουλειά, κι ή­ θελε να κάνει κάτι πιο παραγωγικό απ’ το να το παίζει εγγονός ή γιος του προέδρου. Προπαντός δεν ήθελε να μπλέξει σ’αυτό το αρρωστημένο κύκλωμα όπου είχε παγιδευτεί κι ο πατέρας του. Αλλά και ο Ουμπέρτο, και ο Ρολφ, τον ήθελαν με κάθε θυ­ σία στις επιχειρήσεις Μάσιμο - ήταν στο τέλος-τέλος, ο πιο ευ­ φυής και ικανός της τρίτης γενιάς. Τα υπόλοιπα ανίψια μου μοιάζουν κρετίνοι μπροστά του. Ο Εβάλντο τους εξέθεσε πολι­ τισμένα την άποψή του, και ο πατέρας μου έκανε το λάθος να τον υποτιμήσει». Και ο παππούς, και ο πατέρας του, είχαν χρησιμοποιήσει όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να “δέσουν” τον Έβαλντ Ά κ ερ ­ μαν στο οικογενειακό άρμα. Είχαν επιχειρήσει να τον μπλέξουν σε βρόμικα παιχνίδια, τον είχαν απειλήσει με διάφορους τρό­ πους, και τελικά ο Ουμπέρτο του είχε δώσει τελεσίγραφο: ή θα συμμορφωνόταν με τις επιθυμίες του παππού του, ή θα τον α­ ποκλήρωνε στην έκταση που περνούσε απ’ το χέρι του, και που κάλυπτε τα πάντα, εκτός απ’ την προσωπική περιουσία της Ε­ λεονόρα Μάσιμο, που μέρος της είχε κληρονομήσει κι ο Έβαλ­ ντ. «Θα πρεπε να ήσουνα από μια μεριά να το δεις», είπε σιγογελώντας η Κάρα. «Εγώ είχα την τύχη να είμαι παρούσα. Ο γέρος κόντεψε να πάθει επί τόπου αποπληξία, κι όσο για τον Ρολφ, έ­ φτασε τόσο_κοντά στο έμφραγμα, που θορυβήθηκε ακόμα κι ο Ουμπέρτο. ζέχασε τη δική του σύγχυση, και θάλθηκε να κάνει αέρα στο γαμπρό του». Ο Έβαλντ είχε σταθεί μπροστά στο γραφείο του παππού του, και του είχε δηλώσει με άψογη ευγένεια ότι, όχι μόνο δε χρεια­ ζόταν τα λεφτά των Μάσιμο για να επιζήσει, αλλά ούτε καν την


146

προσωπική του περιουσία. «Την παραχωρώ στις αδερφές μου», είχε πει ατάραχος. «Εγώ δεν πρόκειται να τη χρειαστώ. Μπορώ να κερδίσω μόνος μου το ψωμί μου. Ευτυχώς, δεν περιλαμβά­ νομαι στα μαμόθρεφτα των Μάσιμο - εγώ είμαι απ’τους Άκερμαν, κι οι παππούδες μου ήταν βουνίσιοι!» Εκεί πάνω, ο Ουμπέρτο είχε τσιρίξει, «και τι θα κάνεις; Ό,τι και να είναι αυτό, στους Μάσιμο θα το οφείλεις. Εμείς σε κάνα­ με αυτό που είσαι. Σε μας οφείλεις και τη μόρφωσή σου, και τα πτυχία, και τις γνώσεις σου. Αν είχες μείνει με τους βουνίσιους παππούδες σου, τώρα θα άρμεγες αγελάδες!» «Κι εκεί», συνέχισε περήφανα η Κάρα, «ο Εβάλντο σήκωσε το κεφάλι κι είπε ξερά: “Το ξέρω. Και σου δίνω το λόγο μου, από δω και πέρα θα κερδίζω το ψωμί μου χωρίς να χρησιμοποιήσω ούτε ένα απ’ τα εφόδια που μου πρόσφεραν οι Μάσιμο. Αν χρειαστεί να αρμέγω αγελάδες, θα το κάνω κι αυτό, και οπωσδήποτε δε θα μου έχετε μάθει εσείς το πώς”. Και μετά έφυγε». «Έτσι απλά;» ρώτησε η Βάνιτι. «Έτσι απλά. Δεν πήρε τίποτα μαζί του, κι ούτε ξαναπήρε ποτέ τίποτα απ’τους Μάσιμο - μόνο κανένα δώρο από μένα ή την α­ δερφή του, αραιά και πού, στα γενέθλιά του ή τα Χριστούγεννα, κι αυτό με βαριά καρδιά. Είχε δει τόση βρομιά γύρω του όλα αυ­ τά τα χρόνια, που προτίμησε να τ ’ αφήσει όλα για να κρατήσει τον αυτοσεβασμό του. Και πήγε κι έγινε δάσκαλος του σκι στο Ζέρματ. Ήταν τότε εικοσιεφτά χρόνων, και είναι τριανταεφτά τώρα. Δεν ξαναγύρισε ποτέ, κι ούτε φαντάζομαι θα ξαναγυρίσει στο μέλλον». Είχε προσπαθήσει, της είπε, επανειλημμένα να τον πείσει να γυρίσει στους Μάσιμο. «Ό χι στην αρχή - στην αρχή είπα, εν­ τάξει, άσ’ τον να κάνει για λίγο το κέφι του. Δάσκαλος του σκι; Εντάξει, δάσκαλος του σκι, με γεια του με χαρά του. Ας ζήσει για λίγο στα όρια της ανέχειας - πόσο θ’αντέξει; Έ χει μάθει να ζει σαν πρίγκιπας. Κάποτε θα γυρίσει, και ο παππούς του θα τον συγχωρήσει, κι όλα θα ’ναι μέλι-γάλα. Στο μεταξύ πέθανε ο πα­ τέρας μου, και τότε ήμουν σίγουρη πως ο Εβάλντο θα επέστρε­ φε στο σπίτι. Αλλά στο είπα, είναι αγύριστο κεφάλι. Το Γενάρη αρρώστησε ο Ρολφ, κι είπα, να μια καλή ευκαιρία για να γυρίσει πίσω ο Εβάλντο και ν’αναλάβει αυτός, αλλά το μόνο που έκανε, ήταν να πάει να δει τον πατέρα του στο νοσοκομείο, και να γυ­ ρίσει την ίδια μέρα στο Ζέρματ. Δεν είναι θέμα πείσματος από μέρους του, είναι μια εντελώς διαφορετική άποψη για τη ζωή, κι εγώ τόσα χρόνια δεν μπορούσα να το καταλάβω. Δεν είχε φύγει απ’ το σπίτι επειδή είχε τσακωθεί με τον γέρο, αλλά επειδή δεν μπορούσε να ζει σ’αυτό που ο ίδιος ονομάζει σαπίλα. Κι εγώ τον


147

πίεζα συνέχεια ν’ αναθεωρήσει - μου ράγιζε η καρδιά να τον βλέπω να ζει τόσο ταπεινά και φτωχικά, όταν στα πόδια του είχε όλα τα εκατομμύρια των Μάσιμο, και ποτέ δεν κατάλαβα ότι ή­ ταν ευτυχισμένος έτσι, ήρεμος, ελεύθερος, και περήφανος για τον εαυτό του. Ό τι τα υλικά αγαθά δε σήμαιναν τίποτε για κεί­ νον, κι ότι χρειαζόταν εντελώς διαφορετικά πράγματα για να ζήσει. Ό ταν σε γνώρισε, πίστεψα για λίγο πως ίσως να γινόσου­ να αφορμή να ξαναγυρίσει. Περίμενα με την ψυχή στο στόμα να δω πώς θα εξελισσόντουσαν τα πράγματα, κι ήμουνα σίγουρη πως αν τα βρίσκατε οι δυο σας, θ’αναγκαζόταν να υποκύψει. Ή ­ σουνα πολύ πλούσια - τι θα μπορούσε να σου προσφέρει σ’αν­ τάλλαγμα ένας απένταρος δάσκαλος του σκι; Ενώ ένας κληρο­ νόμος των Μάσιμο... Πρέπει να το σκέφτηκε κι εκείνος, ξέρεις. Του πέρασε σίγουρα απ’ το μυαλό, γιατί ήταν τρελός για σένα, και βρισκόταν σε αδιέξοδο. Αλλά τελικά δεν το έκανε, και δε θα το κάνει ποτέ πια. Μόνο τώρα πείσθηκα γι’ αυτό». «Πώς;» έκανε αχνά η Βάνιτι. «Δεο αυτό», είπε η “κοντέσα”, κι έβγαλε απ’ την τσάντα της ένα βιβλίο. «Δες τι γράφει απ’ έξω». « Έ β α λ ν τ Άκερμαν», διάβασε αδύναμα η Βάνιτι. Έ μεινε να το κοιτάζει σαν χαζή, προσπαθώντας να το χωνέψει, όπως τόση ώρα προσπαθούσε να χωνέψει τις αποκαλύψεις της Κάρα. « Έ ­ βαλντ Ά κ ερ μ α ν - Το Σύννεφ ο στην Ά κ ρ η του Κόσμου». Σήκω­ σε τα μάτια και κοίταξε την “κοντέσα”. «Το ετοίμαζε δυο χρόνια», είπε με περηφάνεια η Κάρα Μάσιμο. «Είναι το πρώτο του, και τους άφησε όλους εκστατικούς τους εκδότες, το κοινό, τους κριτικούς. Μέσα σε ένα μήνα έγι­ νε μπεστ-σέλερ. Τώρα περιμένουν όλοι με κομμένη ανάσα το ε­ πόμενο, και να είσαι σίγουρη ότι θα έχει ακόμα μεγαλύτερη επι­ τυχία. Ο Εβάλντο είναι ιδιοφυία, πάντα το ήξερα αυτό. Αλλά δεν είχα υποψιαστεί ότι έγραφε. Νόμιζα ότι απλά κοψομεσιαζόταν στις πλαγιές του Μάτερχορν, συνοδεύοντας ανόητους τουρί­ στες σαν εσένα!» «Ό,τι και να πείτε θα έχετε δίκιο», ψέλλισε η Βάνιτι, κρύβον­ τας το πρόσωπό της στις παλάμες της. «Δεν μπορώ καν να διανοηθώ τι έκανα...» «Να σου πω εγώ τι έκανες, καλό μου κορίτσι», είπε ξερά η “κοντέσα”. «Τόλμησες να προτείνεις σ’ έναν Μάσιμο, απόγονο Ρωμαίων υπάτων, πριγκίπων, δουκών, δόγηδων, και ό,τι άλλο μπορεί να περιλαμβάνει αυτή η οικογένεια, να τον αγοράσεις σαν να ήταν ο οποιοσδήποτε Ρομπέρτο Μοντεκάλβο. Τόλμη­ σες να σκεφτείς ότι ο εγγονός του πρίγκιπα Ουμπέρτο Μάσιμο, κυνηγούσε τα λεφτά σου - ένας άνθρωπος που δεν ήθελε ούτε


148

την τεράστια περιουσία που του ανήκε! Γιατί αν δεν το έχεις αντιληφθεί ακόμα, κορίτσι μου, ο Εβάλντο θα μπορούσε να εί­ ναι πολύ πιο πλούσιος από σένα. Κι εσύ προσπάθησες να ταπει­ νώσεις τον πιο περήφανο άντρα που θα έχεις ποτέ την τύχη να γνωρίσεις. Και τελικά του ράγισες την καρδιά, αλλά ό,τι έγινε έγινε, κι ελπίζω να έθαλες πια μυαλό. Τον αγαπάς, είπες». «Το ρωτάτε;» έκανε πνιγμένα η Βάνιτι. «Περισσότερο απ’οτι­ δήποτε άλλο στον κόσμο!» «Και υπάρχει και το μωρό. Ο Εβάλντο θα λιώσει άμα τ’ακούσει. Η γυναίκα του είχε ρίξει δύο χωρίς καν να τον ρωτήσει προηγου­ μένως, κι αυτό ήταν και το οριστικό τέλος στη σχέση τους. Εκεί­ νος ήθελε πάντα παιδιά, μια νορμάλ οικογένεια, μια γυναίκα που να τον θέλει γι’ αυτό που ήταν και τίποτ’ άλλο. Λοιπόν, μπορεί να τη θρήκε κιόλαο. Δε μένει παρά να του το πει κάποιος». «Μα δε με θέλει», έκανε τρέμοντας η Βάνιτι. «Δε με θέλει! Δεν τα ξέρετε όλα, κυρία Μάσιμο - υπάρχει και κάποια άλλη. Πήγα στο Ζέρματ για να του πέσω στα πόδια, κι αυτός ήταν μαζί της. Τον είχα ξαναδεί άλλωστε μαζί της, ακόμα και τότε που πρωτογνωριστήκαμε!» «Μια άλλη;» ρώτησε ανασηκώνοντας τα φρύδια η Κάρα. «Ποια άλλη; Δεν ξέρω να υπάρχει καμιά άλλη - τουλάχιστον από τότε που σε γνώρισε!» «Είναι μια ξανθιά», έκανε μ’ένα λυγμό η Βάνιτι. «Μια όμορφη, ψηλή ξανθιά. Ίλζα τη λένε, και - » Η Κάρα Μάσιμο σηκώθηκε αποφασιστικά. «Σταμάτα, ανόητο πλάσμα. Είχε δίκιο η γιαγιά σου που είπε ότι δεν έχεις κουκού­ τσι μυαλό στο κεφάλι σου! Αντί να σηκώνεσαι κάθε φορά να φεύγεις, ή να κλαις και να χτυπιέσαι, γιατί δεν κάνεις απλά τον κόπο να ρωτήσεις ποια είναι η Ίλζα;» «Π- ποια είναι;» τραύλισε η Βάνιτι. «Η μικρότερη αδερφή του», είπε ξερά η “κοντέσα”. «Εκείνη η ανιψιά μου που σου έλεγα ότι είναι μια ζωή αποτοξίνωση. Στα πανάκριβα ελβετικά ιδρύματα. Ο Εβάλντο την παίρνει συχνά να μείνει για λίγο μαζί του, μπας και καταφέρει να βοηθήσει, αλλά δε βαριέσαι, μέχρι να πεις κίμινο, η δίκιά σου ξαναρχίζει τα ίδια. Α, τους έχω σιχαθεί πια τους Μάσιμο. Στην τελευταία φάση πα­ ρακμής είναι όλοι τους. Μόνο εγώ διαφέρω, επειδή έχω μια εν­ τελώς διαφορετική τρέλα. ΓΓ αυτό με ανέχεται ο Εβάλντο. Αν στον φέρω εδώ, τι θα κάνεις;» «Θα τον αγαπάω σ’ όλη μου τη ζωή», είπε ξεψυχισμένα η Βάνιτι. «Κάθε μέρα και περισσότερο. Και θα κάνω ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου για να είναι ευτυχισμένος. Δεν μπορώ να ζήσω χω­ ρίς αυτόν, κυρία Μάσιμο!»


149

«Έχω σχεδόν πεισθεί», είπε αγέρωχα η “κοντέσα”. «Ας πάω λοιπόν να τον βρω και να ολοκληρώσω το έργο μου». «Δε θα με θέλει πια», βόγγηξε η Βάνιτι. «Μετά απ’όλ’αυτά...» «Αν σε θέλει;» γέλασε η “κοντέσα”. «Σαν τρελός σε θέλει, κορίτσι μου, αν και εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω όλο αυτό το πάθος. Απορώ ακόμα τι βρήκε σ’ ένα τόσο ανόητο πλάσμα. Β έ­ βαια, δε λέω, είσαι ομορφούλα, αλλά ευτυχώς όχι τόσο, που να λες μετά ότι σε ήθελε επειδή τον ζάλισε η ομορφιά σου και δεν πρόσεξε τίποτ* άλλο. Γιατί εσύ, είμαι σίγουρη, κάτι τέτοιο θα έ­ λεγες στο φινάλε!» «Αν πηγαίνετε να τον βρείτε», έκανε δειλά η Βάνιτι, «μπορώ να έρθω μαζί σας; Θα πάρουμε το τζετ του αδερφού μου, και - » «Όχι», είπε η “κοντέσα”. «Εσύ θα μείνεις εδώ να φροντίζεις αυτό το ταλαίπωρο μωρό σου, και με τον χοντροκέφαλο κύριο Άκερμαν θ’ ασχοληθώ εγώ. Πακέτο θα στον στείλω, μη στενο­ χωριέσαι. Αν είναι πεισματάρης ο Εβάλντο, άλλο τόσο είμαι κι εγώ. Από μένα έχει πάρει», πρόσθεσε με καμάρι, και χωρίς άλλη λέξη, τράβηξε για την πόρτα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Η Κάρα Μάσιμο μπήκε στο σαλέ του ανιψιού της, με το ίδιο ύ­ φος που θα έμπαινε και σε κάποιο καταγώγιο, και μάλιστα υπό την απειλή βίας. Ο Έβαλντ 'Ακερμαν την αντιμετώπισε με τον ανάλο­ γο τρόπο - με τα μάτια μισόκλειστα, και χωρίς να πει λέξη. «Λοιπόν», είπε ξερά η Κάρα, σαν να συνέχιζε μια συζήτηση που είχαν μόλις διακόψει, «θα γίνει καταπληκτική σύζυγος. Εί­ ναι ακριβώς ο τύποο που θα σ’ άρεσε εσένα - τρυφερή, πιστή, αφοσιωμένη, και επίσης, φαντάζομαι, πολύ παθιάρα. Δεν ξεγε­ λιέμαι εγώ. Σαν γάτα θα σου τρίβεται όλη μέρα. Και θα γίνεται μόνιμα χαλί να την πατήσεις. Θα ικανοποιεί απόλυτα όλα τα φαλλοκρατικά σου ένστικτα, κι εσύ, υποθέτω, θα το βρεις συ­ ναρπαστικό να είσαι πάντα στο πλευρό της και να την προστα­ τεύεις, σαν δυνατό και υπεύθυνο αρσενικό που είσαι. Έχεις εν­ τελώς μικροαστικά ένστικτα, Εβάλντο, το ξέρεις; Σίγουρα απ’ τους 'Ακερμαν τα έχεις πάρει, αλλά κι εκείνη δεν πάει πίσω. Ε­ κεί που κάθεται, αγγίζει συνέχεια ασυναίσθητα την κοιλιά της, και τη βλέπεις να παίρνει ένα τόσο ονειροπαρμένο ύφος, σαν ν’ αγγίζει τον μελλοντικό κυρίαρχο του σύμπαντος! Εγώ, ομολο­ γώ, δεν αντέχω σε τόση μπαναλιτέ, αλλά αν εσένα σου αρέσει, εμένα μου περισσεύει. Θα κάνετε ένα υπέροχα παραδοσιακό, κι εξίσου ανόητο ζευγάρι οι δυο σας, και μια ορδή από μικρούς 'Ακερμαν, που θα τα καταφέρουν να σας γεράσουν πριν της ώ­ ρας σας. Τι έπαθες;» Το πρόσωπό του ήταν άσπρο σαν τον τοίχο. Δεν είχε προφέ­ ρει λέξη όλη αυτή την ώρα, κι έμοιαζε εντελώς ανίκανος να υ­ ποχρεώσει κάποιον ήχο να βγει απ’ το στόμα του. Αλλά τελικά τα κατάφερε να προφέρει με κόπο: «Τι πήγες κι έκανες, Κάρα; Τι - τι στο διάβολο μου λες τώρα;»


151

Τα μάτια της “κοντέσας” γέμισαν ξαφνικά δάκρυα. Τον πλη­ σίασε και τον αγκάλιασε απ’τη μέση, κι όταν ξαναμίλησε, η φω­ νή της έφτασε ραγισμένη στ’ αυτιά του. «Μην ακούς τις βλα­ κείες που λέω, Εβάλντο. Δεν είμαι παρά μια ανόητη γριά, που αρπάζεται ακόμα από μια επίφαση νεανικότητας, και νομίζει πως θα ξεγελάσει όλον τον κόσμο μ’ ένα λίφτινγκ. Και στο βά­ θος, το μόνο που θέλω, και το μόνο που ήθελα πάντα, ήταν να σε δω μικροαστικά βολεμένο, και να κρατήσω αγκαλιά τα παιδιά σου. Λοιπόν, εντάξει, πήγα και βρήκα τη Βάνιτι Πράιορ. Μη θυ­ μώσεις, Εβάλντο, αλλά χαίρομαι πολύ που το έκανα, ό,τι και να πεις εσύ τώρα. Το κορίτσι λιώνει για σένα, κι είναι και λίγο έγ­ κυος, και φυσικά δεν ξέρεις τίποτε απ’ τα υπόλοιπα, αλλά εγώ τα έμαθα, κι όταν στα πω, θα φρίξεις βέβαια, αλλά ελπίζω κιόλας να καταλάβεις. Θύμωσες;» κατέληξε δειλά, σηκώνοντας το κε­ φάλι για να ξανακοιτάξει το κάτωχρο πρόσωπό του. Τα μάτια του έλαμπαν πυρετικά. Της είπε πνιχτά: «Είσαι τρελή, Κάρα - εντελώο θεότρελη. Για τ ’ όνομα του Θεού, δεν μπορείς να μου τα πεις όλα απ’ την αρ­ χή, και κάπως περισσότερο κατανοητά; Σκας άνθρωπο με τις ασάφειές σου!» Του είπε μ’ένα χαμόγελο: «Θα στα πω, φυσικά. Γι* αυτό ήρθα. Δε θα ’ταν δυνατό να σ’αφήσω να μαραζώνεις για κάποια ηλίθια παρεξήγηση, έτσι δεν είναι; Έλα κάτσε εδώ, και προσπάθησε να συνέλθεις λιγάκι, γιατί έχεις ακόμα ν’ ακούσεις σημεία και τέρατα. Στ’ αλήθεια, είσαι άσπρος σαν κιμωλία. Δε θύμωσες, έ­ τσι δεν είναι;» «Κάρα», της είπε απελπισμένος, «δοκιμάζεις όλα τα όρια της υπομονής μου. Είπες - έγκυος;» Του κούνησε το κεφάλι μ’ ένα χαμόγελο άφατης ικανοποίη­ σης. «Είπα όντως έγκυος. Τριών μηνών πρέπει να είναι τώρα, κι όπως καταλαβαίνεις, δε θ’ αργήσει να γίνει εννιά. Κι η γιαγιά της μου είπε πως την έπιασε υστερία και μόνο στη σκέψη να το ξεφορτωθεί. Της είπε ότι ήταν το πολυτιμότερο πράγμα που μπορούσε να έχει μετά από σένα, και πως - » «Η γιαγιά της;» έκανε μ’ ένα βογγητό ο Έβαλντ. «Έμπλεξες σ’ αυτή την ιστορία και τη γιαγιά της; Για τ ’ όνομα του Θεού, Κάρα... Τριών μηνών, ε; Είσαι σίγουρη;» «Καλά τώρα. Πρώτη φορά θαρρείς βλέπω στρογγυλεμένη κοιλίτσα; Και σ’ αγαπάει μέχρι θανάτου. Αυτό δεν ήθελες ν’ α­ κούσεις;» Ανακουφίστηκε όταν είδε το χρώμα να ξαναγυρίζει λίγο-λίγο στα λεπτά του μάγουλα. Ένα αχνό χαμόγελο ανασή­ κωσε ελαφρά τη γωνιά των χειλιών του. Της είπε πνιχτά: «Κυρίως αυτό. Αλλά τώρα που είσαι εδώ, κάνε


152

τον κόπο να μου πεις και τα υπόλοιπα, κι αν είναι δυνατόν, χωρίς να βάζεις και τη δική σου σάλτσα. Απ’ την αρχή, παρακαλώ, και γρήγορα». «Εντάξει», είπε η Κάρα, και πήρε βαθιά αναπνοή. «Πήγα λοιπόν να βρω τη Βάνιτι Πράιορ, και αντί γι’αυτήν, βρήκα τη γιαγιά της...» ★ Στις δέκα το πρωί, την επομένη, ο Έβαλντ Άκερμαν στάθηκε στην είσοδο του σπιτιού της Βάνιτι, κι είπε στον ατσάκιστο μπάτλερ, που προς στιγμή είχε συγκινηθεί τόσο βλέποντάς τον, ώστε να επιτρέψει σ’ένα ίχνος χαμόγελου να σπάσει την α­ σύγκριτη πόζα του: «Καλημέρα, Τσάντλερ. Είναι μέσα η μις Πράιορ;» «Καλημέρα, κύριε Ακερμαν», είπε οΤσάντλερ, κάνοντάςτου χώρο να περάσει. «Μεγάλη χαρά που σας ξαναβλέπουμε, κύριε. Ναι, η μις Πράιορ είναι εδώ, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα κοιμάται ακόμα. Θα θέλατε να δείτε τον κύριο Κέιν στο μεταξύ;» «Ευχαριστώ, Τσάντλερ». Καθώς τον οδηγούσε με όλους τους τύπους προς τη μεγάλη βιβλιοθήκη, δίπλα στο γραφείο του Κέιν, η εκπαιδευμένη ψυχή του Τσάντλερ ριγούσε απ’ την από­ λαυση της επαφής μ’ έναν τέλειο τζέντλεμαν σαν τον κύρκ) Ά ­ κερμαν. Το εξασκημένο του μάτι δε θα μπορούσε ποτέ να ξεγε­ λαστεί: ο κύριος Άκερμαν μπορεί να είχε περάσει τρεις μήνες κοντά τους, σαν υπάλληλος της κυρίας του, αλλά αυτό δε σήμαινε τίποτα. Ήταν αριστοκράτης εκατό τα εκατό, και σίγουρα είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε ορδές από υπηρέτες. Το ύφος του ήταν τέλειο, η πόζα του άψογη, οι τρόποι του πριγκιπικοί. Ήταν χαρά και τιμή για έναν τελειομανή μπάτλερ, να έχει να κάνει μ’ έναν τέτοιο κύριο. Καλοί ήταν κι οι πλούσιοι, αλλά οι γεννημέ­ νοι αριστοκράτες ήταν άλλο πράγμα. Περίπου οι ίδιες σκέψεις πέρασαν κι απ’ το μυαλό του Κέιν, όταν μπήκε κατασυγκινημένος στη βιβλιοθήκη, και βρέθηκε αντιμέτωπος με την πανύψηλη φιγούρα του Έβαλντ Άκερμαν. Πήγε κοντά του και του άπλωσε το χέρι. «Κύριε Άκερμαν - τι χαρά να σας ξαναβλέπουμε!» «Καλή σου μέρα, Μπράιαν», είπε μ* ένα χαμόγελο ο Έβαλντ. «Πώς πάνε τα πράγματα;» «Τώρα - πολύ καλά», δήλωσε λάμποντας ολόκληρος ο Κέιν. Κι ύστερα πρόσθεσε: «Δε θα ’θελα να γίνω αδιάκριτος, κύριε, αλλά...» «Μίλα μου ανοιχτά, Μπράιαν», του χαμογέλασε ο Έβαλντ, κι η τρυφερή καρδιά του Κέιν έλιωσε σ’ αυτό το εκθαμβωτικό χα­


153

μόγελο. «Και άσε αυτό το "κύριε”, σε παρακαλώ. =έρεις ότι το όνομά μου είναι Έβαλντ». «Πολύ ωραία, Έβαλντ. Ήθελα να ρωτήσω - ήρθες για... για να μείνεις;» «Όχι», είπε ήσυχα ο Έβαλντ. «Ήρθα για να την πάρω μαζί μου - αν το θέλει». «Αν το θέλει!» έκανε ο Κέιν. «Δε θα μπορούσες ποτέ να διανοηθείς πόσο το θέλει. Ας ρωτήσουμε τη Νικόλ αν ξύπνησε στο μεταξύ - κοιμάται περισσότερο αυτόν τον καιρό. Έ χει - δηλα­ δή, είναι...» «Ξέρω», είπε ο Έβαλντ. «Και δεν υπάρχει λόγος να περιμέ­ νουμε να ξυπνήσει. Τα καταφέρνω μια χαρά να την ξυπνήσω και μόνος μου». *

Η Βάνιτι κοιμόταν βαθιά όταν ένιωσε το χάδι στο μάγουλό της. Μέσα στον ύπνο της, το μυαλό της κατέγραψε μια αίσθηση τέ­ λειας ευτυχίας, που την έκανε να στενάξει και να χώσει το πρό­ σωπό της ακόμα πιο βαθιά στο μαξιλάρι, για να μη χάσει το όνει­ ρο: ο Έβαλντ ήταν μαζί της, και το χάδι στο μάγουλό της ήταν το χέρι του. Μια απερίγραπτη γλύκα την πλημμύρισε, και πάλε­ ψε απεγνωσμένα για να μην ξυπνήσει. Αλλά το χάδι γινόταν όλο και πιο επίμονο, ο ύπνος χανόταν, το όνειρο έσβηνε. Αχ, Έβαλ­ ντ, Έβαλντ, ξεφώνισε για μια τελευταία φορά όλο της το είναι, πριν ανοίξει οριστικά τα μάτια, απελπισμένη. Από είκοσι πόντους απόσταση, την κοιτούσαν τα βαθυγάλα­ να μάτια του Έβαλντ Άκερμαν. Ονειρεύομαι ακόμα, σκέφτηκε στιγμιαία η Βάνιτι, κι έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαμένη, ξέροντας πως ούτε για μια στιγμή ως τότε δεν είχε πιστέψει τις διαβεβαιώσεις της "κοντέσας” ότι θα της τον "έστελνε πακέτο”. Και να που, σαν από θαύμα, αυτός ήταν τώρα ξαπλωμένος μ’ όλα του τα ρούχα στο κρεβάτι της, πάνω απ’τα σκεπάσματα, και τόση ώρα της χάιδευε το μάγουλο, ακριβώς όπως έκανε πριν λίγο στ’ όνειρό της. Άπλωσε το χέρι και τον άγγιξε τρέμοντας, τόσο κοντά στα δά­ κρυα, που ακόμα κι αν ήξερε τι να του πει, δε θα μπορούσε να προφέρει λέξη. Ο Έβαλντ πήρε τα ντελικάτα της δάχτυλα στα δι­ κά του, τα έφερε απαλά στα χείλια του, και της ψιθύρισε πνιγμέ­ να: «Το ’ξερες ότι θα ’ρχόμουνα, δεν το ’ξερες; Δε θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου... Αργά ή γρήγορα θα ξαναγύριζα - έστω και σαν αμοιβόμενος υπάλληλος», κατέληξε μ’ έναν πικρό μορφα­ σμό.


154

Η Βάνιτι ξαναβρήκε επιτέλους τη μιλιά της. «Συχώρεσέ με», έκανε μισοπνιγμένα. «Δεν ήξερα... Πώς θα μπορούσα να φαν­ ταστώ; Ήταν μια φοβερή παρεξήγηση, κι ήμουνα τόσο πληγω­ μένη...» «=έρω», της είπε, τραβώντας την ολόκληρη στην αγκαλιά του. «Μου τα είπε όλα η Κάρα. Μην το σκέφτεσαι άλλο». «Δεν ήξερα τίποτε για σένα... Γιατί δε μου μίλησες ποτέ για όλ’ αυτά; Αν ήξερα ποιος ήσουνα...» «Μα ή ξερες ποιος ήμουνα», της αντιγύρισε μαλακά. «Ήμουν εγώ, ο Έβαλντ Άκερμαν, δάσκαλος του σκι στο Ζέρματ. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Ήταν το μόνο που είχε σημασία - και τότε, και τώρα. Το γεγονός ότι είμαι εγγονός του Ουμπέρτο Μάσιμο και γιος του Ρολφ Άκερμαν, δεν αλλάζει απολύτως τίποτα. Δεν έχει σημασία για μένα, και θα ’θελα να μην έχει κα­ μιά απολύτως σημασία και για σένα». «Δε μ’ενδιαφέρει ούτε τόσο δα ποιανού εγγονός είσαι», είπε μ’απελπισία η Βάνιτι, «αλλά θα μπορούσες τουλάχιστον να μου είχες μιλήσει για την “κοντέσα”, και για την αδερφή σου!» «Δεν είχα κανένα λόγο να σου μιλήσω για τους δικούς μου σ’ εκείνη τη φάση, Βάνιτι... Θ ’ αργούσα πιθανότατα πολύ να σου μιλήσω γι’ αυτούς. Πώς μπορούσα άλλωστε να φανταστώ τι εί­ χες εσύ στο μυαλό σου; Είχα καθαρή τη συνείδησή μου, και δεν κρυβόμουνα από κανέναν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το παίρνεις σαν δεδομένο ότι, αν κάποιος έχει αμφιβολίες ή απορίες, ρω­ τάει για να μάθει. Εσύ όμως δε ρώτησες ποτέ, κι εγώ δεν είχα κανένα λόγο να υποψιαστώ ότι με είχες δει με τη θεία μου, κι είχες καταλήξει σε τέτοια τερατώδη συμπεράσματα. Κι όσο για την Ίλζα, εκείνη τη μέρα που ήρθες και με βρήκες μαζί της, αν εί­ χες καθίσει λίγο περισσότερο, κι αν τα πράγματα... είχαν εξελι­ χθεί καλύτερα μεταξύ μας, θα σας είχα συστήσει, φυσικά!» «Της είπες ν’ ανέβει επάνω για λίγο». «Εσύ πώς το βλέπεις - σε ξανασυναντούσα εντελώς απρό­ σμενα μετά απ’ όλο αυτόν τον καιρό κι όλα όσα είχαν μεσολα­ βήσει, κι ήθελες να την κρατήσω μαζί μας; Δεν ήξερα καν γιατί είχες έρθει. Τα έχασα ολότελα εκείνη τη στιγμή - ούτε καν σκέφτηκα τίποτε περισσότερο, μόνο πως ήθελα να μείνω μόνος μαζί σου για να συζητήσουμε». «Λυπάμαι», είπε βραχνά η Βάνιτι. «Φέρθηκα ολωσδιόλου α­ παράδεκτα. Αλλά είναι μια μεγάλη και θλιβερή ιστορία...» «-έρω», τη διέκοψε τρυφερά. «Και δεν έχω καμιά διάθεση να την αφήσω να ξαναμπεί ανάμεσά μας, ειδικά αυτή τη στιγμή... Πες μου καλύτερα κάτι άλλο - με θέλεις ακόμα;» «Έβαλντ», είπε πνιγμένα η Βάνιτι, «ποτέ δε θα μπορέσω να


155

σου πω με λόγια πόσο σε θέλω. Τη μέρα που έφυγες, ο κόσμος άδειασε για μένα. Δεν υπήρχε πια τίποτα που ν’ αξίζει να ζήσω για χάρη του». Εκτό ς από ένα μ ό νο πράγμα, σκέφτηκε από μέ­ σα της, αλλά δεν του το είπε - δεν είχε ιδέα αν του το είχε ανα­ φέρει η Κάρα, και δεν ήθελε για κανένα λόγο να τον δεσμεύσει με κάΤι τέτοιο. «Τα πάντα τέλειωσαν εκείνη τη μέρα, Έβαλντ. Ως τότε, και μόνο που ζούσαμε στο ίδιο σπίτι, έστω και σ’ εκεί­ νες τις φριχτές συνθήκες, μου έφτανε κατά κάποιον τρόπο... Τι άλλο να σου πω για να καταλάβεις;» «Τίποτα», της είπε βραχνά. «Μόνο εκείνο που δε μου έχεις πει ποτέ ως τώρα...» «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε σπασμένα η Βάνιτι. «Σ’ αγαπώ σαν τρε­ λή. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, περισσότερο από τη ζωή μου, περισσότερο κι απ’το - » Κόπηκε πάλι, γιατί ή­ ταν έτοιμη να πει «κι απ’το π α ιδί μας». Αλλά η διακοπή πέρασε απαρατήρητη, γιατί εκείνη τη στιγμή ο Έβαλντ βρήκε την ευ­ καιρία να σκύψει και να σφραγίσει τα χείλια της με τα δικά του. Μ ’ένα βογγητό έκστασης, η Βάνιτι τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του, χώνοντας τα δάχτυλά της στο πυκνό χρυσάφι των μαλλιών του, και παραδόθηκε μ’όλο της το είναι σ’αυτήν την απερίγραπτη ευτυχία που ήταν πάντα το άγγιγμά του, το άρωμα του κορμιού του, η ζέστα της αγκαλιάς του... Ας πεθάνω τώρα, σκέφτηκε παραληρώντας, ας πεθάνω τώρα, Θεέ μου... Αλλά φυσικά, δεν πέθανε. Ό ταν ξανάνοιξε τα μάτια, ήταν α­ κόμα σ’ έναν πολύ γήινο παράδεισο, κι ο Έβαλντ της χαμογε­ λούσε. «Αυτό μόνο ήθελα ν’ ακούσω», της είπε αργόσυρτα, και την ξαναφίλησε. Ό ταν σταμάτησε μετά από λίγο, της είπε βρα­ χνά: «Εσύ ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπώ - πόσο σ’ αγαπούσα από τη στιγμή που βρέθηκα κοντά σου;» «Δε με ήθελες, όμως», είπε μ’ άλλον ένα λυγμό η Βάνιτι. «Μου έλεγες πως δεν υπήρχε καμιά προοπτική για μας...» Της σκούπισε απαλά ένα δάκρυ. «Νόμιζα ότι με καταλάβαι­ νες. Δεν μπορούσα να γίνω ο φτωχός σύζυγος μιας πάμπλουτης συζύγου, αγάπη μου. Δε θα μπορούσα έτσι κι αλλιώς ποτέ να σε συντηρήσω στο στιλ που είχες μάθει να ζεις, εκτός βέβαια αν τ ’ αποφάσιζα να επιστρέφω στους Μάσιμο. Το σκέφτηκα α­ κόμα κι αυτό για χάρη σου... Αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Δεν ήταν μόνο θέμα αυτοσεβασμού και περηφάνειας, ήταν ότι δε θα μπορούσα ποτέ πια να ζήσω έτσι. Δεν ήθελα καν μια πάμπλουτη σύζυγο, Βάνιτι. Ήθελα μόνο μια γυναίκα που θα μ’αγα­ πούσε αρκετά για να μοιραστεί μια απλή και ήρεμη ζωή μαζί μου. Μικροαστική, που θα έλεγε κι η Κάρα. Έχω δει τι μπορεί να κάνει το χρήμα στους ανθρώπους, αγάπη μου. Δε θέλω να με­


156

γαλώσουν τα παιδιά μου όπως μεγάλωσα εγώ κι οι αδερφές μου. Προσπάθησε να με καταλάβεις... Ήθελα εσένα, αλλά δεν ήθελα τα λεφτά σου, και δε θα τολμούσα ποτέ να σου πω να δια­ λέξεις το δικό μου τρόπο ζωής. Βρισκόμουνα σε πλήρες αδιέ­ ξοδο - και κάθε μέρα μου γινόσουνα όλο και πιο απαραίτητη». «Σε καταλαβαίνω», του είπε τρέμοντας. «Είδα κι εγώ τι μπο­ ρεί να κάνει αυτού του είδους το χρήμα... Και σ’αγαπούσα τόσο πολύ, Έβαλντ, που αν μου είχες ζητήσει να διαλέξω, θα τα πα­ ρατούσα όλα για χάρη σου!» «Πώς θα μπορούσα; Είδες πού έμενα, είδες πώς ζούσα... Δε γινόταν ν’ απαιτήσω τέτοιες θυσίες, κι εσύ άλλωστε θα το μετάνιωνες με την πρώτη αντιξοότητα. Ή μετά το πρώτο μας καβγαδάκι!» «Νομίζεις», είπε πικρά η Βάνιτι. «Ούτ’ εσύ ξέρεις αρκετάγια μένα, Έβαλντ... Και τώρα - τι άλλαξε;» Της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. «Κάμποσο πράγματα... Και πρώτα-πρώτα, εκείνη τη φάρμα στην κοιλάδα - θυμάσαι; Την αγόρασα». «Ω», είπε η Βάνιτι. «Θα είναι όμορφα, φαντάζομαι». «Πανέμορφα. Έ να μεγάλο παλιό σπίτι - με ελάχιστες επι­ σκευές, θα γίνει τέλειο. Έβγαλα αρκετά λεφτά τώρα τελευταία, ξέρεις, και πιθανότατα θα βγάλω ακόμα περισσότερα στο μέλ­ λον. Άλλαξαν εντελώς οι προοπτικές μου. Σκέφτομαι λοιπόν να εγκατασταθώ στη φάρμα, και να το ρίξω στην αγροτική ζωή και στο γράψιμο, επίσης. Κι όποτε έχω καιρό, φυσικά, θα δου­ λεύω στο Ζέρματ - μ’ αρέσει το σκι και λατρεύω τα βουνά. Το χειμώνα θα έχω σίγουρα κάθε ευκαιρία να το κάνω. Αλλά το κα­ λοκαίρι - αχ, Βάνιτι, αν μόνο το δεις αυτό το μέρος, θα ξετρε­ λαθείς...» «Ναι», είπε ξεροκαταπίνοντας η Βάνιτι. «Θα πρέπει να είναι ονειρεμένο...» Της είπε με κόπο: «Δεν ξέρω καν πώς να στο προτείνω... Δε θα έχει φυσικά καμιά σχέση με... με αυτά εδώ. Θα μπορούσες ί­ σως να πάρεις τη Νικόλ και τον Κέιν μαζί σου, αλλά δε νομίζω πως θα μου περίσσευαν και για τον μπάτλερ ή τον σεφ σου. Και σίγουρα, θα μου είναι αδύνατο να σου προσφέρω το είδος ζωής που έχεις συνηθίσει. Αλλά...» «Αλλά;» έκανε τρέμοντας η Βάνιτι, περιμένοντας τα επόμενα λόγια του με την ψυχή στο στόμα. «Αλλά», συνέχισε βραχνά ο άντρας, «σ’ αγαπώ σαν τρελός, και σε θέλω στο σπίτι μου, κι εσένα και το παιδί μας - όλα τα παιδιά που θ’ αποκτήσουμε. Θέλω απλά να ζούμε μαζί, και να ’μαστέ ευτυχισμένοι. Θέλω να δουλεύω και να καλύπτω τις α­


157

νάγκες της οικογένειάς μου, και θέλω να μεγαλώσουν τα παιδιά μας σε συνθήκες αγάπης κι αξιοπρέπειας. Αν το θέλεις κι εσύ, Βάνιτι, θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να τα καταφέρουμε... Δε μ’ενδιαφέρει τι θα κάνεις με τα λεφτά σου, αλλά εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να τ’αφήσω να μας δηλητηριάσουν τη ζωή. Μπορώ να σου προσφέρω μια άνεση μέχρις ενός σημείου, μια σιγουριά για το μέλλον... Μπορώ να σου εγγυηθώ πως, ό,τι κι αν γίνει, θα είμαι πάντα στο πλευρό σου και θα σε φροντίζω - και δε δίνω πο­ τέ αβάσιμες υποσχέσεις, το ξέρεις. Αλλά, αγάπη μου, στο είπα, δε θα μπορούσα ποτέ να σου προσφέρω το είδος ζωής που ζούσες ως τώρα, και δεν πρόκειται ποτέ να δεχτώ να μου το προσφέρεις εσύ στο μέλλον. Σε χρειάζομαι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, και ξέρω πως θα σε χρειάζομαι πάντα με τον ίδιο τρόπο. Νιώθω πως είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον... Πάντα το ένιωθα, απ’την πρώτη στιγμή, κι ακόμα περισσότερο απ’ τη στιγμή που πρωτοκάναμε έρωτα. Ήταν απλιΐ.. εκστατικό. Σαν να ταυτιζόμασταν απόλυτα, σε όλα τα επίπεδα. =έρω πόση αγάπη και πόση ευτυχία μπορούμε να μοιραστούμε οι δυο μας... Κι αν νομίζεις κι εσύ ότι αξίζει να δοκιμάσουμε - » «Έβαλντ», τον έκοψε πνιχτά, «το ξέρεις ότι θα δεχόμουνα ο­ τιδήποτε από σένα - θα σ’ ακολουθούσα και στην κόλαση ακό­ μα, αν μου το ζητούσες! Κι εσύ τώρα μου ζητάς να σ’ακολουθή­ σω στον παράδεισο...» «Το πιστεύεις στ’ αλήθεια αυτό;» Τα μάτια του γυάλιζαν πυ­ ρετικά. «Ναι, αγάπη μου, ω ναι, ναι, ναι! Πώς φαντάστηκες ποτέ ότι θα προτιμούσα οτιδήποτε άλλο από σένα; Δεν υπάρχει καν θέμα ε­ πιλογής. Ποτέ δεν υπήρξε. Απ’ την πρώτη στιγμή ήξερα τι θα διάλεγα, αν ποτέ μου ζητούσες να διαλέξω!» «Και δε θα το μετανιώσεις;» «Ω, Θεέ μου», έκανε μ’ ένα πνιχτό γέλιο η Βάνιτι. «Πώς μπο­ ρεί να μετανιώσει κανείς για την ευτυχία;» Άθελά της, καυτά δάκρυα θάλθηκαν να κατρακυλάνε στα μάγουλά της. «Η ζωή μου δεν έχει κανένα νόημα μακριά σου», ψιθύρισε σπασμένα. «Εσύ δεν το ξέρεις, αλλά δεν είχα ποτέ παρά μόνο μία ανάγκη - ν’ αγαπήσω και ν’ αγαπηθώ... Το χρήμα δε μου χάρισε ποτέ ούτε μια ώρα ευτυχίας - μόνο μια άχρηστη χλιδή, που την πλή­ ρωνα σε κάθε λεπτό με αφόρητη δυστυχία. Ένα ατέλειωτο κε­ νό ήταν η ζωή μου μέχρι που γνώρισα εσένα. Τώρα δε θέλω πα­ ρά μόνο να είμαι δική σου. Ολοκληρωτικά. Να κάνω πάντα αυτό που θα θέλεις εσύ, να ζω με τον τρόπο που θα διαλέξεις εσύ, α­ γαπημένε μου... Να βλέπω τη ζωή μέσ’ απ’τα μάτια σου, και πο­ τέ, ποτέ να μην αφήσω να γίνει κάτι που δε θα το θέλεις κι εσύ


158

το ίδιο. Να είμαι πάντα δίπλα σου, και να σ’ αγαπάω μέχρι να πεθάνω...» Η φωνή της πνίγηκε στους λυγμούς. Κόλλησε πάνω του, κλαίγοντας ασυγκράτητα, με τα δάκρυα να μουσκεύουν το πουκάμισό του, κι αυτόν να την κρατάει σφιχτά στα μπράτσα του και να της μουρμουρίζει τα πιο παράφορα και μεθυστικά γλυκόλογα, και τους πιο υπέροχους όρκους αγάπης. Ό ταν της πέρασε το ξέσπασμα, τραβήχτηκε λίγο πίσω, κι είπε αδύναμα: «Μακάρι να μπορούσα να ξεφορτωθώ μια και καλή τα λεφτά μου, αλλά δε γίνεται. Δεν μπορώ καν να παραχωρήσω με­ τοχές στ’ αδέρφια μου - η διαθήκη του πατέρα μου μας δε­ σμεύει όλους, κι ό,τι κι αν κάνω εγώ, το χρήμα θα συνεχίσει να εισρέει στους λογαριασμούς μου, για μένα ή τους απογόνους μου, αδιάφορο. Αλλά μπορώ να κάνω κάτι άλλο... Μπορώ να δε­ σμεύσω ένα μέρος αυτής της ροής, για να συντηρήσω την ακί­ νητη περιουσία μου και τους ανθρώπους μου και για μελλοντι­ κές ανάγκες των παιδιών μας, και τον μεγάλο όγκο της να τον διοχετεύσω σε φιλανθρωπικά έργα. Εμείς οι Πράιορ έχουμε πα­ ράδοση σ’ αυτόν τον τομέα. Θα εξασφαλίσω μόνο τα απαραίτη­ τα για τις πιθανές μας ανάγκες, στο βαθμό που θα μου πεις εσύ. Εσύ θ’αποφασίσεις τι θέλεις να κρατήσουμε, και πώς θα διαχει­ ριστούμε τα υπόλοιπα... Μόνο οι δικές σου επιθυμίες μετράνε». Της είπε πνιχτά: «Θα κάνουμε ό,τι νομίζεις εσύ καλύτερο, Βάνιτι. Εγώ, το μόνο που θέλω είναι να είμαστε μαζί, και να μην ξαναμπεί ποτέ το χρήμα ανάμεσά μας. Και κάτι ακόμα...» Τα μά­ τια του αιχμαλώτισαν τα δικά της. «Να μ’ αγαπάς πάντα με τον ίδιο τρόπο». «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος», είπε ξέπνοα η Βάνιτι. «Μαζί σου, δε θα υπήρχε ποτέ κανένας άλλος τρόπος... Μόνο αυτός». Το χαμόγελό του τη θάμπωσε. Ήταν μεθυστικό, ένα χάδι γε­ μάτο υποσχέσεις. «Ξέρεις κάτι;» της είπε ανάλαφρα. «Συνεχί­ ζεις να μου ξυπνάς τα πιο ανεξέλεγκτα κυριαρχικά ένστικτα. Δε σε φοβίζει καθόλου αυτό, αγάπη μου;» «Γιατί να με φοβίζει;» του αντιγύρισε πνιχτά, κι όταν αυτός την τράβηξε μ’ ένα βαθύ στεναγμό στην αγκαλιά του, κούρνια­ σε στα μπράτσα του κι είπε αχνά: «Δε μου ανήκει πια τίποτε, Έ βαλντ... Τίποτε. Είναι όλα δικά σου. Πάρε ό,τι θέλεις. Όπως το θέλεις, και τώρα και πάντα... Δε θα μπορούσα να ζήσω αλλιώς από δω και πέρα». Τον άκουσε που ξεροκατάπινε σπασμωδικά, κι η ζεστή του παλάμη ήρθε κι ακούμπησε στη στρογγυλεμένη της κοιλιά. «=έρεις τι είναι ευτυχία;» τη ρώτησε πνιχτά. «Αυτό, εσύ, εγώ... Η στιγμή που θα το πρωτονιώσουμε να κλοτσάει. Οι μέρες στο σπίτι μας στο Ζέρματ, οι λευκές κουρτίνες στα παράθυρα, κι α-


159

νάμεσά τους να φαίνεται το Μάτερχορν... Οι δυο μας μόνοι, τις νύχτες μπροστά στο τζάκι. Εσύ να παραδίνεσαι, κι εγώ να σε παίρνω σε κάθε στιγμή απ’το χέρι, και να σε πηγαίνω σε τόπους που δεν μπορείς καν να φανταστείς ότι υπάρχουν... Θα σου γνωρίσω κάθε πλευρά της ευτυχίας, Βάνιτι, και δε χρειάζομαι τα λεφτά των Πράιορ ή των Μάσιμο για να το κάνω, γι’ αυτό να *σαι σίγουρη». Του χαμογέλασε μέσ’ απ’ τα τελευταία δάκρυα που στέγνω­ ναν στα μάτια της, και καθώς τα χείλια του γύρευαν γι’άλλη μια φορά κτητικά τα δικά της, άφησε επιτέλους να την καταπιεί αυ­ τή η εξαίσια αίσθηση που τη γευόταν για πρώτη φορά στη ζωή της: η αίσθηση της απόλυτης, βαθιάς κι ανόθευτης ευτυχίας, που την τύλιγε με τα μπράτσα του, και τη ζέσταινε με την καυτή του ανάσα.

ΤΕΛΟΣ

ο Κυριαρχοσ Του Παιχνιδιου - Ann Everard  

αρλεκιν

ο Κυριαρχοσ Του Παιχνιδιου - Ann Everard  

αρλεκιν

Advertisement