Page 1


ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ ΑΝΤΡΙΑ ΚΡΕΜΕΡ

Μπελαντόνα Όλεθρος ΕΪΠΡΙΛΙΝ ΠΑΪΚ

Φτερά Μαγεία Ψευδαισθήσεις ΜΙΣΕΛ ΧΑΡΙΣΟΝ

Οι 13 Κατάρες Οι 13 Θησαυροί Τα 13 Μυστικά ΑΜΑΝΤΑ ΧΟΚΙΝΓΚ

Ανταλλαγή Διχασμός Στέψη


ΜΠΕΘ ΡΙΚΛΕΣ

ΦΙΛΑ ΜΕ

Μετάφραση από τα αγγλικά ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ


Σειρά: ΕΦΗΒΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Tίτλος πρωτοτύπου: THE KISSING BOOTH Συγγραφέας: BETH REEKLES Γλωσσική επιμέλεια: ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΕΡΕΣΤΕΤΖΗ Copyright © Bethan Reeks, 2012 Copyright © για την ελληνική γλώσσα, 2013: EKΔOTIKOΣ OPΓANIΣMOΣ ΛIBANH ABE Σόλωνος 98 – 106 80 Aθήνα. Tηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791 http://www.livanis.gr Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Nόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Eλλάδα. Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη ISBN 978-960-14-2763-8


Στη μνήμη της γιαγιάς μου, που μου απέδειξε ότι πάντα αξίζει να αγωνίζεσαι


Κεφάλαιο 1 «ΘΕΣ ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΚΑΤΙ;» φώναξε ο Λι απ’ την κουζίνα με το που έκλεισα την εξώπορτα. «Όχι, ευχαριστώ», του απάντησα. «Ανεβαίνω στο δωμάτιό σου». «Καλά». Ποτέ δε θα ξεχάσω πόσο απίστευτα μεγάλο ήταν το σπίτι του Λι Φλιν. Στην ουσία δεν το έλεγες σπίτι αλλά έπαυλη. Στο ισόγειο δέσποζε ένα χομ σίνεμα με μια πενηντάρα τηλεόραση, για να μην πούμε για το τραπέζι του μπιλιάρδου και τη θερμαινόμενη πισίνα στον κήπο. Παρόλο που το είχα σαν δεύτερο σπίτι μου, πραγματικά άνετα ένιωθα μόνο στην κρεβατοκάμαρα του Λι. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, είδα το φως να ξεχύνεται από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα που οδηγούσε σε ένα μικρό μπαλκόνι. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αφίσες συγκροτημάτων, σε μια γωνιά δίπλα σε μια κιθάρα ήταν στημένα τα τύμπανά του, ενώ ένας υπολογιστής Apple στεκόταν περήφανα πάνω σε ένα γραφειάκι από μαόνι, ασορτί με τα υπόλοιπα έπιπλα μες στο υπνοδωμάτιο. Όμως, ακριβώς όπως σε κάθε δωμάτιο δεκαεξάχρονου, το πάτωμα ήταν καλυμμένο από πεταμένα μπλουζάκια, εσώρουχα και βρόμικες κάλτσες. Δίπλα στο λάπτοπ αργοσάπιζε ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς και σχεδόν κάθε επίπεδη επιφάνεια ήταν κατειλημμένη από άδεια κουτάκια αναψυκτικών. Πήδηξα με φόρα πάνω στο κρεβάτι του Λι. Μου άρεσε πολύ έτσι όπως αναπηδούσε. Ήμασταν κολλητοί από τότε που γεννηθήκαμε. Οι μητέρες μας γνωρίζονταν από το κολέγιο και το σπίτι μου ήταν δέκα λεπτά με τα πόδια πιο πέρα από το δικό του. Ο Λι κι εγώ είχαμε μεγαλώσει μαζί. Θα μπορούσαμε να ήμασταν δίδυμοι. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, είχαμε γεννηθεί την ίδια μέρα. Ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Πάντα ήταν και πάντα θα είναι. Ακόμη κι αν μερικές φορές μού σπάει τα νεύρα. Ο Λι μπήκε στο δωμάτιο με δύο ανοιχτά μπουκαλάκια πορτοκαλάδα, γνωρίζοντας πως, αν δε μου έφερνε, στο τέλος θα έπινα το δικό του. «Πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με το πανηγύρι», είπα. «Το ξέρω», αναστέναξε εκείνος κι ανακάτεψε τα μαλλιά του ξύνοντας το φακιδιάρικο πρόσωπό του. «Γιατί να μην κάνουμε πολύ απλά αυτό με τις καρύδες; Ξέρεις, αυτό που πετάς μπάλες προσπαθώντας να ρίξεις καρύδες;» Κούνησα το κεφάλι έκπληκτη. «Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ...» «Έλα!» Του έσκασα ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Δε γίνεται όμως. Είναι ήδη πιασμένο». «Και γιατί πρέπει ντε και καλά να στήσουμε το δικό μας κιόσκι; Δεν μπορούμε απλά να διοργανώσουμε την εκδήλωση και να βάλουμε τους υπόλοιπους να σκεφτούν από ένα κιόσκι;» «Εσύ ήσουν που είπες πως θα ήταν καλό για τις αιτήσεις μας στα κολέγια να φαίνεται πως είμαστε στο σχολικό συμβούλιο». «Ναι, αλλά κι εσύ συμφώνησες».


«Επειδή ήθελα να είμαι στη χορευτική επιτροπή», του επισήμανα. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε να ασχοληθούμε και με το πανηγύρι». «Την πατήσαμε». «Το ξέρω. Τι θα έλεγες να νοικιάζαμε ένα από εκείνα τα... Ε... Ξέρεις, εκείνα...» είπα κάνοντας μια μιμητική κίνηση με τα χέρια «...αυτά τα πράγματα με το σφυρί». «Που μετράς τη δύναμή σου;» «Ναι. Ακριβώς». «Όχι, το έχει ήδη παραγγείλει κάποιος άλλος». Αναστέναξα. «Δεν ξέρω, τότε. Δεν έχει απομείνει και τίποτα. Όλα είναι πιασμένα». Κοιταχτήκαμε και είπαμε με μια φωνή: «Σ’ το είπα πως έπρεπε να είχαμε ξεκινήσει νωρίτερα το ψάξιμο». Βάλαμε τα γέλια και ο Λι κάθισε στον υπολογιστή του στριφογυρίζοντας αργά πάνω στην καρέκλα του. «Σπίτι του τρόμου;» Του έριξα ένα κενό βλέμμα, τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Δεν ήταν εύκολο να τον κοιτάξεις κατάματα έτσι όπως γύριζε σαν σβούρα. «Άνοιξη είναι, Λι. Όχι Απόκριες». «Ε, και λοιπόν;» «Όχι. Ξέχνα το». «Καλά», μουρμούρισε εκείνος. «Και τι προτείνεις τότε;» Ανασήκωσα τους ώμους. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχα ιδέα. Βασικά, την είχαμε βάψει. Αν δε βρίσκαμε κιόσκι, στο τέλος θα μας ξαπόστελναν από το συμβούλιο, κι αυτό σήμαινε πως δε θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε για τις αιτήσεις μας του χρόνου. «Δεν ξέρω. Κάνει πολλή ζέστη εδώ μέσα. Δεν μπορώ να σκεφτώ έτσι». «Τότε βγάλε το πουλόβερ σου και κατέβασε καμιά ιδέα». Στριφογύρισα τις κόρες των ματιών μου και ο Λι άρχισε να ψάχνει στο Google μήπως και πετύχει καμιά καλή πρόταση για κιόσκι για το ανοιξιάτικο πανηγύρι. Τράβηξα το πουλόβερ πάνω απ’ το κεφάλι μου και ένιωσα τον ήλιο πάνω στο γυμνό στομάχι μου. Προσπάθησα να ελευθερώσω τα χέρια μου για να κατεβάσω το φανελάκι που φορούσα από κάτω... «Λι...» Η πνιχτή φωνή μου ακούστηκε μέσα απ’ το πουλόβερ. «Θα με βοηθήσεις λίγο;» Εκείνος με κοίταξε με ένα κοροϊδευτικό γελάκι και μετά σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του. Την ίδια στιγμή η πόρτα του δωματίου άνοιξε και στιγμιαία είχα την εντύπωση πως ο Λι με παράτησε εκεί κουβαριασμένη και έφυγε. Μέχρι που άκουσα και μια δεύτερη φωνή. «Έλεος! Κλειδώστε τουλάχιστον και καμιά πόρτα όταν έχετε σκοπό να κάνετε τέτοια». Κοκάλωσα και έγινα κατακόκκινη απ’ την ντροπή μου. Ο Λι κατέβασε το φανελάκι και τράβηξε το πουλόβερ μου πάνω απ’ το κεφάλι μου ηλεκτρίζοντας τα μαλλιά μου. Σήκωσα το βλέμμα και αντίκρισα το μεγαλύτερο αδερφό του ακουμπισμένο στην κάσα της πόρτας να με κοιτάζει με ένα πονηρό χαμόγελο. «Γεια σου, Σέλι», με χαιρέτησε. Το ήξερε ότι μου την έδινε να με φωνάζουν έτσι. Ο Λι δε με πείραζε να χρησιμοποιεί το χαϊδευτικό μου, αλλά με τον Νόα δεν ήταν το ίδιο. Εκείνος το έκανε μόνο και μόνο για να μου τη σπάσει. Κανείς άλλος δεν τολμούσε να με αποκαλέσει «Σέλι» μετά την κατσάδα που είχε φάει ο Καμ γι’ αυτό το λόγο στην τετάρτη δημοτικού. Τώρα οι πάντες με φώναζαν Ελ, από το Ροσέλ. Όπως κι εκείνον κανένας δεν τολμούσε να τον αποκαλέσει «Νόα», εκτός από τον


αδερφό του και τους γονείς του. Όλοι οι υπόλοιποι χρησιμοποιούσαν το επίθετό του: Φλιν. «Γεια σου, Νόα», ανταπέδωσα με ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο. Εκείνος έσφιξε τα δόντια και ανασήκωσε ελαφρώς τα σκουρόχρωμα φρύδια του, σαν να με προκαλούσε να συνεχίσω να τον αποκαλώ έτσι. Εγώ απλά του χαμογέλασα και ο Νόα ανταπέδωσε με εκείνο το σέξι χαμογελάκι του. Σίγουρα ήταν ο πιο σέξι τύπος του κόσμου. Πιστέψτε με, χωρίς υπερβολές. Ψηλός, με φαρδιές πλάτες και σκούρα μαλλιά, που έπεφταν ανέμελα μπροστά απ’ τα καταγάλανα μάτια του. Η μύτη του, λιγάκι στραβή από τη μέρα που την είχε σπάσει πάνω σ’ έναν καβγά, φάνταζε κάπως παράταιρη σε σχέση με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο Νόα έμπλεκε συχνά σε καβγάδες, αλλά δεν είχε φάει ποτέ αποβολή. Πέρα όμως από τα περιστασιακά «καβγαδάκια», όπως είχαμε συνηθίσει να τα αποκαλούμε εγώ και ο Λι, ήταν πρότυπο μαθητή. Οι βαθμοί του δεν έπεφταν ποτέ κάτω από το δεκαοχτώ, άσε που ήταν και το αστέρι της ομάδας του ράγκμπι. Στα δώδεκα με δεκατρία μου ήμουν τσιμπημένη μαζί του. Ωστόσο μου πέρασε αρκετά γρήγορα όταν συνειδητοποίησα πως δε θα γύριζε ποτέ να κοιτάξει κάποια σαν εμένα. Και παρότι ο Νόα ήταν απίστευτα σέξι, εγώ συμπεριφερόμουν όπως πάντα μπροστά του, ακριβώς επειδή ήμουν σίγουρη πως δεν υπήρχε πιθανότητα ούτε μία στο εκατομμύριο να με δει σαν κάτι παραπάνω από την κολλητή του μικρού αδερφού του. «Το ξέρω πως είναι δύσκολο για τις κοπέλες να μου αντισταθούν, αλλά θα σε παρακαλούσα να μη γδύνεσαι με το που με βλέπεις». «Κάνε όνειρα!» είπα γελώντας σαρκαστικά. «Λοιπόν, τι κάνετε εδώ;» ρώτησε ο Νόα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα προς τι το ενδιαφέρον, αλλά τελικά δεν έδωσα σημασία. «Προσπαθούμε να βρούμε καμιά καλή ιδέα για εκείνο το χαζοκιόσκι που πρέπει να στήσουμε στο πανηγύρι». «Α, πακέτο δηλαδή». «Πακέτο δε λες τίποτα», αποκρίθηκα στριφογυρίζοντας τις κόρες των ματιών μου. «Όλα τα καλά κιόσκια είναι ήδη πιασμένα. Στο τέλος θα καταλήξουμε με κανένα σαν κι αυτά όπου ψαρεύεις παπάκια». Στράφηκαν και οι δύο και με κοίταξαν σαν να ξεστόμισα τη χειρότερη ιδέα που θα μπορούσα να κατεβάσω. Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «Καλά. Τέλος πάντων, Λι, η μαμά και ο μπαμπάς θα λείπουν απόψε, οπότε στις οχτώ έχουμε πάρτι». «Ωραία». «Α, Ελ; Προσπάθησε να μην τσιτσιδωθείς μπροστά σε όλους για την πάρτη μου απόψε». «Αφού ξέρεις πως έχω μάτια μόνο για τον Λι», αποκρίθηκα εντελώς αθώα. Ο Νόα σιγογέλασε με ένα αυτάρεσκο ύφος. Είχε αρχίσει ήδη να γράφει μήνυμα στο κινητό του, μάλλον διαδίδοντας τα νέα για το πάρτι, ακριβώς όπως και ο Λι. Βγήκε απ’ το δωμάτιο με βήμα τεμπέλικου γάτου. Δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω τους υπέροχους γλουτούς του... «Θα σε πείραζε να σταματήσεις να χαλβαδιάζεις τον αδερφό μου για δύο δευτερόλεπτα;» με πείραξε ο Λι. Κοκκίνισα και του έχωσα μια σπρωξιά. «Σταμάτα!» «Νόμιζα πως είχες ξεπεράσει το κόλλημά σου». «Ναι, αλλά αυτό δε σημαίνει πως ο Νόα είναι λιγότερο σέξι».


Ο Λι στριφογύρισε αγανακτισμένος τις κόρες των ματιών του. «Καλά, ό,τι πεις. Ώρες ώρες είσαι πολλή αηδία, ξέρεις». Κάθισα στον υπολογιστή κι εκείνος έσκυψε πάνω μου ακουμπώντας το σαγόνι του στο κεφάλι μου. Πάτησα την επόμενη σελίδα των αποτελεσμάτων και σκρόλαρα προς τα κάτω. Κάτι τράβηξε την προσοχή μου και σταμάτησα. «Περίμενε», είπε ο Λι ακριβώς την ίδια στιγμή. Κοιτάξαμε για λίγα δευτερόλεπτα τη σελίδα. Ύστερα εκείνος σηκώθηκε και εγώ γύρισα στην καρέκλα για να τον αντικρίσω. Στα πρόσωπά μας είχε σχηματιστεί το ίδιο ακριβώς χαμόγελο. «Κιόσκι φιλιών», είπαμε ταυτόχρονα και χαμογελάσαμε. Ο Λι σήκωσε το χέρι και εγώ κόλλησα την παλάμη μου στη δική του. Τέλεια ιδέα!


Κεφάλαιο 2

ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ ΠΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΤΙΜΟ θα ήταν δύο δολάρια. Δύο δολάρια το φιλί. Το κιόσκι μάς περίμενε ήδη έτοιμο στο σχολείο, αλλά θα χρειαζόμασταν πολύ ροζ και κόκκινο. Σκέφτηκα να το κάναμε μαύρο, αλλά ο Λι διαφώνησε. «Δεν είναι Απόκριες, Σέλι», μου υπενθύμισε με ένα συγκαταβατικό ύφος. «Ωραία! Ροζ και κόκκινο τότε». «Τι χρειαζόμαστε, λοιπόν; Γιρλάντες, κρεπ παπιέ, κορδέλες... Τέτοια πράγματα, ε;» «Ναι, μάλλον. Λες να μας αφήσουν να φτιάξουμε μια μεγάλη ξύλινη ταμπέλα στην Ξυλουργική;» Δεν ήθελα να επιλέξω αυτό το μάθημα, αλλά η μόνη εναλλακτική που είχα ήταν η Οικιακή Οικονομία και έπειτα από εκείνο το φιάσκο της δευτέρας γυμνασίου με τα κεκάκια, προσπαθούσα να αποφεύγω όσο περισσότερο γινόταν τη ζαχαροπλαστική. Να όμως που τώρα μπορούσε η Ξυλουργική να μου φαινόταν χρήσιμη. «Ναι, γιατί όχι; Δε νομίζω να έχει πρόβλημα ο κύριος Πρίστον». «Ωραία. Ίσως καταφέρουμε να πείσουμε και κανέναν αθλητή να βοηθήσει στο κιόσκι. Και τις μαζορέτες. Χρειαζόμαστε από τέσσερις για να κάθονται ανά δύο σε βάρδιες». «Ναι, μια χαρά. Από ποιες να το ζητήσουμε όμως;» «Ε... Είμαι σίγουρη πως η Σαμάνθα και η Λίλι θα δεχτούν», απάντησα αφού το σκέφτηκα λιγάκι. «Και ίσως καταφέρουν να πείσουν και μερικές άλλες». Έβγαλα το κινητό μου και άρχισα να ψάχνω τα τηλέφωνά τους. Ο Λι κι εγώ δεν ανήκαμε σε κάποια συγκεκριμένη κλίκα. Απλώς κάναμε παρέα με όποιον θέλαμε, γι’ αυτό και είχαμε τα τηλέφωνα σχεδόν όλων. Ο Λι ήταν από εκείνα τα χαρισματικά και συμπαθέστατα άτομα και εμείς οι δύο πηγαίναμε πάντα πακέτο. Είχαμε βέβαια και κάποιους πολύ καλούς φίλους – όλοι τους αγόρια. Βρήκα πρώτα τη Σαμάνθα, η οποία δέχτηκε με χαρά την πρότασή μου! Η Λίλι συμφώνησε κι εκείνη λέγοντας πως ανυπομονούσε και ότι θα τηλεφωνούσε σε όλες τις γνωστές της. «Τέλος», είπα αναστενάζοντας και σωριάστηκα φαρδιά πλατιά στο κρεβάτι. Ένιωσα να τραμπαλίζομαι καθώς ο Λι ακολούθησε το παράδειγμά μου. Κοιταχτήκαμε χαμογελώντας πλατιά. «Το κιόσκι μας θα είναι όλα τα λεφτά!» «Το ξέρω. Μερικές φορές με τρομάζει το πόσο καλοί είμαστε». «Πράγματι». Το κινητό μου χτύπησε και είδα ένα μήνυμα από την Ολίβια. Μου έλεγε ότι η Ντάνα και η Κάρεν δέχτηκαν να πάρουν μέρος στο κιόσκι φιλιών. Της έστειλα μια σύντομη απάντηση για να την ευχαριστήσω. «Βρήκαμε κορίτσια», είπα. «Τέλεια. Είχα κι εγώ μήνυμα από τον Ντέιβ και μου είπε πως θα κανονίσει για τ’ αγόρια, οπότε όλα καλά». «Αυτό σημαίνει πως... τελειώσαμε», συμπέρανα καταχαρούμενη. «Οπότε, μπορείς να έρθεις μαζί μου για ψώνια». Ο Λι μούγκρισε. «Ποιος ο λόγος να πας για ψώνια; Δεν έχεις αρκετά ρούχα;»


«Ναι... Όμως το βράδυ κάνεις πάρτι και έχω πολύ καλή διάθεση τώρα που λύσαμε επιτέλους το πρόβλημα με το κιόσκι. Γι’ αυτό θα πάμε να πάρουμε κάτι για να φορέσω απόψε». Ο Λι ξαναμούγκρισε. «Πες πως θες ένα σέξι φόρεμα για να εντυπωσιάσεις τον αδερφό μου και άσ’ τα αυτά». «Όχι. Απλά θέλω κάτι για να φορέσω στο πάρτι. Κι αν τελικά εντυπωσιάσω και τον αδερφό σου... δε θα με χαλάσει. Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο, χρειάζομαι ένα θαύμα. Όπως ξέρουμε πολύ καλά και οι δυο μας, εκείνος δε με βλέπει καθόλου έτσι...» «Καλά, καλά», υποχώρησε ο Λι αναστενάζοντας. «Θα πάμε για ψώνια. Σταμάτα να γκρινιάζεις». Χαμογέλασα θριαμβευτικά. Το ήξερα πως στο τέλος θα τον έπειθα. Ο κολλητός μου είχε καταλάβει ότι δεν γκρίνιαζα στ’ αλήθεια, ωστόσο δεν ήθελε να με ακούει, όπως και να ’χε το πράγμα. Μάζεψα το πουλόβερ μου και περίμενα τον Λι να πάρει το πορτοφόλι του και να φορέσει τα αθλητικά του. Κατέβηκα χοροπηδώντας τις σκάλες κι εκείνος με ακολούθησε. Μπήκαμε στο αμάξι του –μια Mustang του ’65 που τη βρήκε κοψοχρονιά σε μια μάντρα– και ξεκινήσαμε. «Ευχαριστώ, Λι». «Να δω τι άλλο θα μου ζητήσεις», είπε εκείνος αναστενάζοντας, χωρίς όμως να χάσει το χαμόγελό του. Σε είκοσι λεπτά φτάσαμε ήδη στο εμπορικό κέντρο. Ο Λι έσβησε τη μηχανή, η οποία μου είχε πάρει τ’ αφτιά με το θόρυβο που έκανε. «Το ξέρεις ότι μου χρωστάς χάρη που με κουβάλησες ως εδώ, έτσι;» «Θα σε κεράσω ντόνατ». «Και μιλκσέικ», διαπραγματεύτηκε εκείνος. «Έγινε». Ο Λι πέρασε το χέρι γύρω από τους ώμους μου και με οδήγησε κατευθείαν στο εστιατόριο πριν προλάβω να ξεχάσω τη δωροδοκία μου. Όταν γέμισε πια την κοιλιά του, δεν είχε πρόβλημα να με ακολουθήσει στα ψώνια. Αφού γύρισα μερικά καταστήματα, βρήκα το τέλειο ρούχο. Ήταν ένα κοραλλί φόρεμα, όχι πολύ κολλητό ή κοντό, με λαιμόκοψη αρκετά χαμηλή για να κολακεύει χωρίς να γίνεται αποκαλυπτική. Το απαλό, αραχνοΰφαντο ύφασμα ζάρωνε στην αριστερή πλευρά κρύβοντας το μακρύ φερμουάρ. «Πρέπει να πάμε και για παπούτσια μετά;» γκρίνιαξε ο Λι μόλις του ανακοίνωσα πως θα το δοκιμάσω. «Όχι, έχω παπούτσια», απάντησα ρίχνοντάς του μια αγανακτισμένη ματιά. «Ναι, βασικά και ρούχα είχες, αλλά δεν είδα να πτοείσαι», μουρμούρισε εκείνος και με ακολούθησε στα δοκιμαστήρια. Μπήκε μαζί μου χωρίς δεύτερη σκέψη και κάθισε απέναντί μου στο σκαμπό. Όμως ούτε κι εγώ το σκέφτηκα ιδιαίτερα να γδυθώ μπροστά του. «Με κουμπώνεις;» Ο Λι αναστέναξε βαριεστημένα και σηκώθηκε για να μου κάνει το χατίρι. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη χαϊδεύοντας το φόρεμα. Σκέφτηκα ότι στην κρεμάστρα φαινόταν καλύτερο. Παραήταν κοντό... «Καλό!» είπε ο Λι σφυρίζοντας.


«Κόφ’ το. Δεν είναι πολύ κοντό;» «Και τι έγινε;» ρώτησε εκείνος ανασηκώνοντας τους ώμους και μου έδωσε μία στον ποπό. Του έδωσα με τη σειρά μου μία στο κεφάλι. «Σοβαρολογώ, Λι. Είναι πολύ κοντό;» «Μπορεί, λιγάκι. Όμως είναι πολύ ωραίο». «Σίγουρα;» «Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως θα μπορούσα να σου πω ποτέ ψέματα, Σέλι;» ρώτησε ο κολλητός μου με θλιμμένο τόνο και πήρε μια πονεμένη έκφραση κάνοντας τάχα πως παραπατάει προς τα πίσω και φέρνοντας τα χέρια στην καρδιά. Τον κοίταξα με ύφος απ’ τον καθρέφτη. «Θες απάντηση σ’ αυτό, Λι;» «Όχι, άσ’ το καλύτερα», αποκρίθηκε εκείνος γελώντας. «Λοιπόν; Θα το πάρεις;» «Ναι, έτσι λέω. Είναι μισή τιμή». «Ωραία», είπε ο Λι και ύστερα μούγκρισε. «Δε νομίζω να ξοδέψεις τα υπόλοιπα χρήματα σε παπούτσια, έτσι δεν είναι; Πες μου πως δε θα το κάνεις. Γιατί αν έχεις τέτοιο σκοπό, τότε μου χρωστάς αναψυκτικό και πίτσα». «Σ’ το υπόσχομαι πως δε θα αγοράσω ούτε παπούτσια ούτε τίποτ’ άλλο, εντάξει; Παίρνω το φόρεμα και φύγαμε». Φόρεσα ξανά το τζιν και το φανελάκι με το πουλόβερ μου. Έκανε ψόφο μέσα στο εμπορικό κέντρο με τόσα κλιματιστικά. «Κρίμα», είπε ο Λι αναστενάζοντας. «Και ήθελα πίτσα!» Βγήκα γελώντας απ’ το δοκιμαστήριο κι εκείνος με ακολούθησε. Και τότε έπεσα πάνω σε κάτι... Ή, μάλλον, σε κάποιον. «Συγγνώμη», βιάστηκα να απολογηθώ. Και τότε συνειδητοποίησα ποιος ήταν. «Ω, γεια σου, Τζέιμι». Η κοπέλα κοίταξε με ένα καχύποπτο ύφος πρώτα εμένα και μετά τον Λι. Ένα πονηρό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της. Είχαμε πέσει πάνω στη μεγαλύτερη κουτσομπόλα του σχολείου και, παρότι ήταν πολύ καλή κοπέλα, δε διέφερε από εκείνα τα άτομα που μπορούν να σε εκνευρίσουν στο πι και φι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. «Τι κάνετε εσείς οι δύο εδώ μέσα; Λι, εδώ είναι τα γυναικεία δοκιμαστήρια, ξέρεις». «Η Ελ ήθελε μια δεύτερη γνώμη», απάντησε αδιάφορα εκείνος. «Καλά», υποχώρησε η Τζέιμι κάπως απογοητευμένη, σαν να ήλπιζε πως η δικαιολογία του θα ήταν πιο ζουμερή. «Έμαθα πως κάνεις πάρτι απόψε. Θα είναι και ο αδερφός σου εκεί, ε;» Ο Λι στριφογύρισε τις κόρες των ματιών του. «Ναι». «Τέλεια!» είπε η Τζέιμι με ένα τεράστιο χαμόγελο. «Για φόρεμα ήρθες κι εσύ;» τη ρώτησα, έτσι για να πούμε κάτι. «Όχι, χρειάζομαι καινούριο τζιν. Ο σκύλος μου αποφάσισε πως το τζιν μου είναι πιο διασκεδαστικό παιχνίδι από το τόπι του». Γέλασα. «Τι καλό σκυλάκι!» «Εμένα μου λες! Αυτό θα φορέσεις απόψε;» ρώτησε η Τζέιμι δείχνοντας το φόρεμα που κρατούσα. «Ναι». «Δε νομίζω πως θα σου πηγαίνει και πολύ το συγκεκριμένο χρώμα...» σχολίασε η κοπέλα, αλλά πρόλαβα να διακρίνω ένα μυ να πετάγεται στο μάγουλό της. Είχα μάθει πια με τα χρόνια να ξεχωρίζω αυτή την έκφραση. Ζήλια. Το έκρινα ως καλό σημάδι. «Χμ, ίσως... Όμως είναι μισή τιμή. Δεν μπορώ να αντισταθώ στις καλές προσφορές».


«Ναι, πράγματι», παραδέχτηκε εκείνη, αφού πρώτα γέλασε από ευγένεια. «Λοιπόν, τα λέμε!» «Γεια σου, Τζέιμι», τη χαιρετήσαμε και οι δύο με μια φωνή κι ύστερα άκουσα τον Λι να αναστενάζει και να μουρμουρίζει κάτι για το πόσο πολύ του σπάει τα νεύρα. Πλήρωσα το φόρεμα και κάναμε άλλη μια στάση στο εστιατόριο για να φάει ο κολλητός μου ένα κομμάτι πίτσα πριν φύγουμε. Εγώ πήρα μόνο ένα μιλκσέικ. «Κανόνισε να σου χυθεί πάνω στο μωρό μου», με προειδοποίησε ο Λι μόλις με είδε να μπαίνω στο αμάξι ρουφώντας ακόμη με θόρυβο. «Όχι βέβαια!» Παραλίγο να την πατήσω όμως και, όταν αντίκρισα το απειλητικό βλέμμα του, δεν τόλμησα να πιω άλλη γουλιά μέχρι να σταματήσουμε σε κόκκινο φανάρι. Φτάνοντας έξω από το σπίτι του, έριξα μια ματιά στην ώρα. «Είναι σχεδόν έξι... Καλύτερα να πάω στο σπίτι μου και να αρχίσω να ετοιμάζομαι». «Ώρες ώρες κάνεις σαν γκόμενα, Σέλι». «Τώρα το πρόσεξες;» ρώτησα γελώντας. Γέλασε κι εκείνος και προχώρησε προς την πόρτα. «Τα λέμε μετά», φώναξε χωρίς να γυρίσει. «Γεια!» Στο σπίτι μου δε βρήκα κανέναν, αλλά δε μου έκανε εντύπωση. Ο μικρός αδερφός μου, ο Μπραντ, είχε τουρνουά ποδοσφαίρου σήμερα και ο πατέρας θα τον πήγε πιθανότατα για κανένα χάμπουργκερ ή κάτι τέτοιο μετά. Έβαλα το iPod στα ηχεία μου για να ακούω δυνατά KeṨha όσο θα ήμουν στο ντους. Τυλίχτηκα στην πετσέτα μου και περιεργάστηκα το φόρεμα. Αμφιβολίες άρχισαν να πλημμυρίζουν το μυαλό μου. Μεγαλώνοντας με τον Λι και χωρίς τη μητέρα μου, δεν είχα και ιδιαίτερη θηλυκότητα. Αυτό όμως δε με απέτρεπε απ’ το να στολίζομαι σε κάτι τέτοιες περιστάσεις. Κούνησα το κεφάλι μπας και συνέλθω. Το φόρεμα ήταν πολύ πιο μακρύ κι απ’ τις σχολικές φούστες ορισμένων κοριτσιών! Μια χαρά ήταν. Κάθισα, λοιπόν, στον καθρέφτη μου, με τα καλλυντικά απλωμένα μπροστά μου και το σίδερο για τις μπούκλες στην πρίζα να ζεσταίνεται. Άπλωσα με προσοχή το μεϊκάπ στο δέρμα μου και έβαλα αϊλάινερ για να τονίσω τα καστανά μάτια μου, ώστε να φαίνονται μεγαλύτερα. Έφτιαξα με το πάσο μου τα στιλπνά μαλλιά μου, που μετά το ντους μύριζαν καρύδα, και τα άφησα να πέσουν στην πλάτη μου σε τέλειες κατάμαυρες μπούκλες. Αφού έβαλα το φόρεμα και μαύρες πλατφόρμες με τρεις πόντους τακούνι, κοιτάχτηκα κάπως αβέβαιη στον καθρέφτη. Ήξερα ότι στο πάρτι θα υπήρχαν κοπέλες με πολύ πιο έντονο μακιγιάζ, φορέματα πολύ πιο κοντά απ’ το δικό μου και ψηλότερα τακουνιά. Παρ’ όλα αυτά, άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήμουν πράγματι εντάξει. Ήταν ήδη οχτώ και τέταρτο. Μα πώς πέρασαν έτσι δύο ώρες; Τράβηξα το κινητό από το φορτιστή και είδα ένα μήνυμα από τον Λι, που ρωτούσε πού ήμουν. Ξεκίνησα σιγά σιγά για το σπίτι του. Τα τακούνια δεν ήταν ψηλά, αλλά πάντα ένιωθα πιο άνετα με τα φλατ μου. Η αυλή ήταν γεμάτη κόσμο και απ’ την ανοιχτή εξώπορτα ξεχυνόταν ένα δυνατό μπάσο, που έκανε το γρασίδι να τρέμει. Κατευθύνθηκα προς την κουζίνα για να βάλω κάτι να πιω χαμογελώντας και χαιρετώντας πολλούς στο διάβα μου. Ανοίγοντας το ψυγείο, δε με παραξένεψε το γεγονός ότι είχαν βγάλει από μέσα όλα τα φαγητά για να κάνουν χώρο για τα ποτά που είχαν φέρει οι καλεσμένοι. Ο Λι και ο Νόα είχαν υιοθετήσει αυτή τη συνήθεια από εκείνη τη μέρα, πριν από λίγους μήνες, που κάποια παιδιά θεώρησαν πως θα


είχε πλάκα αν κολλούσαν φέτες ζαμπόν και γαλοπούλας στους τοίχους. Άρπαξα ένα μπουκαλάκι πορτοκαλάδα και το άνοιξα στην άκρη του πάσου της κουζίνας με ένα κόλπο που μου είχε δείξει ο πατέρας του Λι. «Ελ!» Γύρισα και είδα μια παρέα κοριτσιών να μου κάνουν νόημα να τις πλησιάσω. «Γεια σας, παιδιά», χαιρέτησα και τους χαμογέλασα. «Η Ολίβια είπε ότι εσύ και ο Λι κανονίσατε να στήσετε κιόσκι φιλιών στο πανηγύρι. Πολύ καλό!» σχολίασε η Τζόρτζια. «Ευχαριστώ», αποκρίθηκα χαμογελώντας. «Κανείς δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο όλα αυτά τα χρόνια», πρόσθεσε η Φέιθ. «Φοβερή ιδέα!» «Ναι, είμαστε όντως φοβεροί». Όλες οι κοπέλες γέλασαν. «Θα περάσω σίγουρα απ’ το κιόσκι σας», είπε η Κάντις με ένα πονηρό βλέμμα. «Άκουσα πως θα πάρει μέρος και ο Τζον Φλέτσερ». «Και ο Ντέιβ Πίτερσον», πρόσθεσε η Τζόρτζια. «Ο Τζον;» ρώτησα έκπληκτη. «Έτσι είπε ο Ντέιβ», απάντησε η Κάντις κι ανασήκωσε τους ώμους. Η Φέιθ γέλασε. «Μα καλά, δεν ξέρεις ποιος θα συμμετάσχει στο ίδιο σου το κιόσκι;» «Ναι, πράγματι...» ψέλλισα και χαμογέλασα κάπως αμήχανα. «Ξέρεις ποιον έπρεπε να πείσετε να πάρει μέρος;» ρώτησε η Ολίβια. «Τον Φλιν». Για μια στιγμή αναρωτήθηκα ποιον στο καλό εννοούσε. Και τότε κατάλαβα ότι φυσικά μιλούσε για τον Νόα. «Δε νομίζω πως θα δεχόταν». «Του το προτείνατε;» «Όχι ακριβώς...» «Δε θα δεχτεί να το κάνει ούτε σαν χάρη στο μικρό αδερφό του;» ρώτησε η Τζόρτζια. «Πιάστε τον στο φιλότιμο. Έχει πάντα αποτέλεσμα». «Μα νομίζω πως θα συμμετάσχουν ήδη τέσσερα αγόρια...» «Ναι, αλλά αν έπαιρνε μέρος και ο Φλιν, θα έρχονταν όλα τα κορίτσια της πολιτείας στο πανηγύρι μας», αντέτεινε η Ολίβια, η οποία, όπως και κάθε άλλη κοπέλα, νόμιζε πως είχε πιθανότητα να τα φτιάξει με τον Φλιν, απ’ τη στιγμή μάλιστα που ήταν αρχιμαζορέτα και ο Νόα έπαιζε στην ομάδα ράγκμπι. Όμως εκείνος δε γύρισε ποτέ να την κοιτάξει. Για έναν ανεξήγητο λόγο τού είχε βγει το όνομα του γυναικά, αν και δεν τον έβλεπες ποτέ να δίνει ιδιαίτερη σημασία στα κορίτσια. Το πιο περίεργο της υπόθεσης, όμως, ήταν πως έδειχνε σχεδόν περήφανος γι’ αυτή τη φήμη του. «Αν πείσεις τον Φλιν να δεχτεί, θα γίνεις θρύλος», μου είπε η Φέιθ. «Έχεις αγόρι, Φέιθ», της υπενθύμισε γελώντας η Τζόρτζια. «Δε γίνεται να επισκεφτείς το κιόσκι φιλιών». «Γιατί όχι; Αφού είναι για καλό σκοπό. Ποιος ακριβώς είναι ο στόχος αυτή τη φορά; Να σώσουμε τα δελφίνια;» «Αυτό ήταν πέρυσι, νομίζω», αποκρίθηκα γελώντας. «Φέτος είναι για να στηρίξουμε έναν αντικαρκινικό έρανο». «Ακόμη καλύτερα!» αναφώνησε η Φέιθ κάνοντάς μας να σκάσουμε στα γέλια. «Πήγαινε και πες του το».


«Ναι, άντε», με προέτρεψε και η Ολίβια. «Μια ερώτηση θα του κάνεις μόνο», με ικέτεψε με τη σειρά της η Κάντις. «Σε παρακαλώ, Ελ!» «Δε... δεν ξέρω...» «Να, έρχεται», με διέκοψε απότομα η Κάντις και με έσπρωξε απαλά. «Τουλάχιστον, ρώτα τον. Ακόμη κι αν αρνηθεί... εσύ θα έχεις κάνει την προσπάθειά σου». «Καλά», συμφώνησα αναστενάζοντας. Τον πλησίασα και ανέκοψα την πορεία του προς την κουζίνα, όπου πήγαινε για να πάρει κι άλλη μπίρα. Ο Νόα με χαιρέτησε με ένα νεύμα. «Θα πάρεις μέρος στο κιόσκι που κάνουμε για το ανοιξιάτικο πανηγύρι; Σε παρακαλώ... Δε βρίσκουμε τέταρτο αγόρι. Είναι για φιλανθρωπικό σκοπό. Ο Λι κι εγώ σ’ το ζητάμε σαν χάρη». Ο Νόα έκλεισε το ψυγείο και άνοιξε το κουτάκι της μπίρας. «Κιόσκι φιλιών, ε;» επανέλαβε. «Ναι». «Καλό». «Το ξέρω. Είμαι πολύ καλή». «Καλύτερη απ’ την παράξενη ιδέα σας, πάντως». «Χα, χα!» Ο Νόα έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο που έκανε την καρδιά μου να σκιρτήσει. «Και θες, δηλαδή, να έρθω να φιλάω κόσμο; Στο κιόσκι σας;» «Είναι για καλό σκοπό», επέμεινα προσπαθώντας να τον πείσω. «Δε νομίζω, Σέλι». «Σε παρακαλώ, Νόα», τον ικέτεψα ρίχνοντάς του ένα κουταβίσιο βλέμμα και προφέροντας με λίγο περισσότερη έμφαση το όνομά του. «Θα με εκλιπαρήσεις γονατιστή;» «Όχι», απάντησα διστακτικά, «αλλά μπορεί να το κάνει οποιαδήποτε άλλη, αν το θες πραγματικά. Τι λες;» «Λυπάμαι, αλλά θα αναγκαστώ να αρνηθώ», αποκρίθηκε ο Νόα σιγογελώντας. Αναστέναξα πριν συνεχίσω. «Τουλάχιστον δεν μπορούν να πουν ότι δεν προσπάθησα». «Για μια στιγμή», είπε εκείνος. «Με χρειάζεσαι πράγματι να πάρω μέρος ή το κάνεις γι’ αυτές εκεί;» ρώτησε δείχνοντας τα κορίτσια πίσω μου με μια απότομη κίνηση του κεφαλιού του. «Το δεύτερο». Ο Νόα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Λυπάμαι. Δε νομίζω πως μπορώ να διακινδυνέψω την αξιοπρέπειά μου. Και επιπλέον, φαντάζεσαι πόσο θα με μισήσουν τα άλλα αγόρια, επειδή θα έρχονται όλες σ’ εμένα για να τις φιλήσω;» ρώτησε με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Όχι, αλλά φαντάζομαι πόσο θα σε μισήσει ο έρανος, επειδή θα διώξεις όλη την πελατεία μας». «Έξυπνο», σχολίασε εκείνος μειδιώντας. «Τέλος πάντων...» είπα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Ξέχνα το». Επέστρεψα στις μαζορέτες ανασηκώνοντας τους ώμους με ένα απολογητικό χαμόγελο στα χείλη. «Λυπάμαι, κορίτσια. Δε θέλει». «Έπρεπε να προσπαθήσεις περισσότερο», είπε η Ολίβια. «Βλέπε να μαθαίνεις». Έδωσε το ποτό της στη Φέιθ και πλησίασε με νωχελικό βήμα τον Νόα, που μιλούσε με άλλα αγόρια. Ντυμένη με ένα μικροσκοπικό μαύρο φόρεμα, έγειρε στον ώμο του Φλιν και άρχισε να πεταρίζει τα βλέφαρα σαν να είχε μπει κάτι στο μάτι της. Ωστόσο, ίσως και να ήμουν εγώ κάπως υπερβολικά επικριτική μαζί της. Θέλω να πω ότι η


τεχνική της φάνηκε να ανάβει τουλάχιστον κάποιους άλλους απ’ την παρέα. Περιττό να αναφέρω ότι ο Νόα δεν έκανε ούτε σε εκείνη το χατίρι. Η Ολίβια μούτρωσε και επέστρεψε άπραγη στην παρέα μας. «Αυτός ο τύπος είναι απλά απαράδεκτος». «Και πολύ σέξι επίσης», μουρμούρισε η Τζόρτζια πίνοντας το ποτό της. «Σέξι δε λες τίποτα», συμφώνησε η Ολίβια. Τα κορίτσια άρχισαν να χαχανίζουν και στράφηκαν για να κοιτάξουν τον Νόα. «Εσύ, Ελ, δεν τον βρίσκεις σέξι;» Κοίταξα σαστισμένη τη Φέιθ. «Ε, ναι. Φυσικά». «Τότε γιατί δε λες ποτέ τίποτα γι’ αυτόν;» Χαμογέλασα αμήχανα πριν απαντήσω. «Επειδή δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσει ποτέ να με κοιτάξει, ποιος ο λόγος να μπω στη διαδικασία;» «Τι βλακείες είναι αυτές που λες;» ρώτησε η Φέιθ και μου έριξε μια συμπονετική ματιά. «Είσαι πολύ όμορφη! Και τι δε θα ’δινα για να έχω τα μαλλιά σου». Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους έχοντας κοκκινίσει λιγάκι. «Ευχαριστώ, αλλά, όπως και να ’χει, για μένα τώρα πια ο Νόα δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ το μεγάλο αδερφό του Λι». «Μπορεί να του αρέσεις. Ποτέ δεν ξέρεις». «Ναι, καλά. Στα όνειρά μου», είπα γελώντας. Η Φέιθ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και ξεκίνησε μια άλλη κουβέντα με την Κάντις, οπότε τις αποχαιρέτισα και πήγα στο σαλόνι, όπου οι πάντες χόρευαν. Ήπια τις τελευταίες γουλιές από το αναψυκτικό μου και άφησα το μπουκάλι κάτω για να χορέψω. Η ατμόσφαιρα σε παρέσερνε. Δεν έπιναν όλοι αλκοόλ, αλλά αυτό δε σήμαινε πως δεν ξεσάλωναν. Δε σκόπευα να μεθύσω. Ήξερα πως μπορούσα να περάσω καλά και χωρίς ποτό. Όμως έτσι αδύνατη όπως ήμουν, έπειτα από δύο κουτάκια μηλίτη, την είχα ήδη ακούσει. Ο χρόνος άρχισε να κυλά γρήγορα κι εγώ χόρευα από εδώ κι από εκεί, γελώντας και κουβεντιάζοντας με τα άλλα παιδιά. Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν υπήρχε κανείς που να μην είχε ενημερωθεί για το κιόσκι φιλιών. Και κάθε φορά που ζητούσαν να μάθουν αν θα έπαιρνε μέρος ο Φλιν, τους έλεγα πως θα τον ρωτούσα, αφού αυτή έμοιαζε να είναι η πιο εύκολη απάντηση. Η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα. Μόλις είχα πλησιάσει μια παρέα αγοριών. Οι περισσότεροι ήταν τελειόφοιτοι και κάθονταν με τον Λι, τον Τζέισον και τον Ντίξον στο πλέι ρουμ. Έπιναν σφηνάκια και είχαν αραδιάσει τα ποτηράκια πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου. «Να έρθω κι εγώ;» ρώτησα μπαίνοντας στο δωμάτιο με ένα πλατύ χαμόγελο. «Εννοείται», αποκρίθηκε ο Ντίξον και έβαλε άλλο ένα σφηνάκι και για μένα. «Δε νομίζεις πως ήπιες αρκετά απόψε, Ελ;» με ρώτησε με ύφος ο Λι. «Και τι έγινε;» αποκρίθηκα μες στην τρελή χαρά. «Τρία, δύο...» Όλοι κατέβασαν τα σφηνάκια και άφησαν τα ποτήρια με κρότο πάνω στο τραπέζι. Ο Ντίξον σέρβιρε βότκα ξανά και ξανά. Μετά το δεύτερο γύρο έχασα εντελώς το μέτρημα. Και να φανταστείς πως δε μου άρεσε η βότκα. Τη σιχαινόμουν. Έκαιγε το λαιμό και όλα τα υπόλοιπα στο διάβα της. Όμως εκείνη τη στιγμή ούτε που το πρόσεξα. Τα πάντα γύρω μου έγιναν λαμπερά, θολά και δυνατά. Άρχισα να χασκογελάω σαν χαζό και μετά διπλώθηκα στα δύο απ’ τα γέλια. «Ελ, είσαι λιώμα», είπε γελώντας ο Κρις και πλησίασε για να με σηκώσει. Άρχισα να ξαναγελάω. «Πάμε να χορέψουμε. Θέλω να χορέψω. Ποιος θα χορέψει μαζί μου; Κρις, θες να χορέψουμε;»


«Δεν έχει μουσική εδώ μέσα». «Α, καλά. Δεν πειράζει όμως, ας χορέψουμε», είπα και αποφάσισα να ανέβω στο τραπέζι του μπιλιάρδου για να χορέψω. Ένιωσα το μπάσο απ’ το σαλόνι να μου γαργαλάει τις πατούσες πάνω στο τραπέζι και χασκογέλασα. Σήκωσα τα χέρια στον αέρα και άρχισα να κουνάω τους γοφούς μου πέρα δώθε στο ρυθμό της μουσικής. Προσπάθησα να τραβήξω και τον Λι πάνω στο μπιλιάρδο για να χορέψει, αλλά δεν ήθελε. «Γιατί όχι;» του γκρίνιαξα. «Δε χορεύω», είπε εκείνος. «Άντε, Ελ, κατέβα τώρα». Του έβγαλα τη γλώσσα. Ο Λι προσπάθησε να με πιάσει για να με τραβήξει κάτω, αλλά του ξέφυγα και συνέχισα να χορεύω. Τι ξενέρωτος! «Επιστρέφω». «Πού πας;» τον ρώτησα. Δε γινόταν να φύγει τώρα. Το πάρτι δεν είχε τελειώσει ακόμη! «Πάω να πάρω ένα ποτό. Ντίξον, θες τίποτα;» «Ό,τι χρειάζομαι το έχω εδώ, φίλε», απάντησε εκείνος και μου έκλεισε γελώντας το μάτι. Του έστειλα ένα φιλί. Σκέφτηκα ότι έκανε πολλή ζέστη εκεί μέσα. Είχε ανάψει κανείς τη θέρμανση; Είχα αρχίσει να ιδρώνω. Μια βουτιά στην πισίνα ίσως και να με δρόσιζε... Και τότε μου ήρθε μια τέλεια ιδέα. «Ποιος θέλει να πέσουμε στην πισίνα χωρίς ρούχα;» φώναξα ενθουσιασμένη και έκανα να κατεβάσω το φερμουάρ μου. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, τα πόδια μου δεν πατούσαν πια στο ξύλο και τα πάντα γύρω μου αναποδογύρισαν. Βρέθηκα με τα πόδια στον αέρα και το κεφάλι κάτω να κοιτάζω μια άγνωστη πλάτη. «Ε!» φώναξα. «Άσε με κάτω! Άσε με κάτω!» Όμως ο τύπος που με άρπαξε δε με άκουσε. Είδα τα σκαλοπάτια να ξεδιπλώνονται από κάτω μου καθώς με κουβαλούσε στον πάνω όροφο. Οι παλάμες μου ίδρωσαν. Αποκλείεται να ήταν ο Λι. Δε φορούσε πράσινα. Ή μήπως φορούσε; Όχι, ήμουν σίγουρη πως δε φορούσε πράσινα. Ο Λι φορούσε κόκκινα. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αυτός ο τύπος με το πράσινο μπλουζάκι. Όποιος και να ’ταν όμως, έδειχνε πολύ δυνατός, δεδομένου ότι χτυπιόμουν μανιασμένα πάνω στον ώμο του. Στο τέλος με έριξε πάνω σε κάτι μαλακό. Στρώμα! Ναι, στρώμα ήταν. Ανακάθισα στο κρεβάτι και δίπλωσα τα πόδια κάτω απ’ το φόρεμά μου όσο καλύτερα μπορούσα. «Νόα Φλιν», διαμαρτυρήθηκα μόλις τον είδα να με κοιτάζει με επιτιμητικό ύφος. «Είσαι εντελώς ξενέρωτος! Περνούσα πολύ καλά!» «Ήσουν έτοιμη να τα πετάξεις όλα», είπε εκείνος. «Κάθισε κάνα εικοσάλεπτο εδώ μέχρι να ηρεμήσεις». «Όχι!» φώναξα μουτρώνοντας. «Μη γίνεσαι σπαστικός. Ήθελα απλώς να γδυθώ για να βουτήξω στην πισίνα!» Ο Νόα κούνησε αρνητικά το κεφάλι χαμογελώντας υπεροπτικά. «Όσο δελεαστικό κι αν ακούγεται αυτό, νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να μείνεις εδώ για λίγο, τουλάχιστον μέχρι να ξενερώσεις λιγάκι». Αναστέναξα και ξάπλωσα στα μαξιλάρια πίσω μου. Ύστερα ξανασηκώθηκα. «Θα με αφήσεις εδώ ολομόναχη;»


«Όχι. Δε σε εμπιστεύομαι μόνη σου στο δωμάτιο». «Δε με εμπιστεύεσαι; Γιατί; Είμαι η κολλητή του Λι. Γνωριζόμαστε εδώ και κάτι αιώνες! Κανονικά θα έπρεπε να μου έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη». Ο Νόα με κοίταξε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. Ύστερα πλησίασε στην πόρτα και την κλείδωσε. Ανασήκωσα το ένα φρύδι μου καθώς εκείνος γύρισε και κάθισε ανάποδα σε μια καρέκλα απέναντί μου. Ακόμη όμως και σ’ αυτή την κατάσταση καταλάβαινα πως η σκέψη και μόνο ήταν γελοία. «Εσύ δεν έχεις μεθύσει;» τον ρώτησα. «Δε θα το έλεγα». «Μα γιατί; Δικό σου είναι το πάρτι. Ξεσάλωσε λιγάκι!» «Νομίζω πως εσύ ξεσάλωσες αρκετά και για τους δυο μας». «Συγγνώμη», είπα κατσουφιάζοντας λιγάκι. «Δεν ήθελα να σου χαλάσω τη βραδιά». Ο Νόα γέλασε. Σύρθηκα στην άκρη του κρεβατιού και κάθισα πάνω στα χέρια μου κουνώντας τα πόδια μου μπρος πίσω. «Νόα...» «Ναι». «Θα πάρεις, σε παρακαλώ, μέρος στο κιόσκι φιλιών;» «Όχι». «Σε παρακαλώ...» τον ικέτεψα χοροπηδώντας πάνω κάτω στο στρώμα του. Ήταν σαν τραμπολίνο! Σαν το κρεβάτι του Λι! «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ, πάρα μα πάρα πολύ!» «Όχι». «Γιατί όχι;» γκρίνιαξα. «Είσαι πολύ κακός!» «Γιατί απλά δε θέλω». «Μα γιατί;» «Δε θέλω». «Σε παρακαλώ! Είναι για... τον καρκίνο, νομίζω. Ή για τα δελφίνια. Δελφίνια; Πού τη βρήκαν τέτοια λέξη; Αστεία δεν είναι; Δελφίνια... Δελ... φιιί... νιααααα...» «Δεν πρόκειται να το κάνω, δεν πα να ’ναι για όποιον θέλει». Σηκώθηκα και πήγα και κάθισα ακριβώς μπροστά του, τόσο κοντά του, ώστε οι μύτες μας σχεδόν ακουμπούσαν. «Ούτε για μένα;» Ο Νόα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Και τότε... «Ποπό, βρομοκοπάς! Πόση βότκα ήπιες, Ελ;» «Δεν ξέρω. Ρώτα τον Ντίξον. Εκείνος μου έβαζε». Ο Νόα αναστέναξε. «Αυτά τα παιδιά... Ειλικρινά δηλαδή...» «Τι;» «Τίποτα». «Καλά, μη μου λες». Σηκώθηκα απότομα και άρχισα να παραπατάω. Τα πάντα γύρω μου θόλωσαν και σκοτείνιασαν. «Νομίζω πως θα κάνω εμετό». Ο Νόα είχε αρχίσει ήδη να με οδηγεί προς το μπάνιο και με έσπρωξε πάνω απ’ το νιπτήρα λίγο πριν αρχίσω να ξερνοβολάω. Μόλις τελείωσε όλο αυτό και κατάφερα να αναπνεύσω κανονικά, σωριάστηκα στα κρύα πλακάκια του μπάνιου και ακούμπησα το κεφάλι στην άκρη της μπανιέρας. Ένιωσα ένα ποτήρι κρύο


νερό να ακουμπά τα χείλη μου και ο Νόα με έβαλε να το πιω. «Συγγνώμη, Νόα. Χίλια συγγνώμη», κλαψούρισα. Ένιωθα πολύ αηδιαστική τώρα που είχα ξεράσει. «Χίλια συγγνώμη. Δεν ήθελα να σου χαλάσω το πάρτι». «Δε μου το χάλασες, Ελ», είπε εκείνος. Κούνησα πάνω κάτω το κεφάλι, αλλά σταμάτησα γιατί άρχιζα να ανακατεύομαι πάλι. «Ναι, σ’ το χάλασα. Συγγνώμη!» «Δεν τρέχει τίποτα», με καθησύχασε εκείνος γελώντας. «Ηρέμησε». Σούφρωσα τα φρύδια και του έδωσα μία στο στήθος. Αυτό είναι που λέμε «στήθος μάρμαρο». Είμαι σίγουρη πως θα έχει και φέτες κοιλιακούς six-pack. Μπορεί και eight-pack, τώρα που το ξανασκέφτομαι. Ή ten-pack! Υπάρχει τέτοιο πράγμα; Πιθανόν... Αν υπήρχε, ο Νόα θα το είχε σίγουρα. «Μη γελάς μαζί μου», είπα μόλις σταμάτησα να σκέφτομαι ασυναρτησίες. Εκείνος γέλασε ακόμη περισσότερο και με σήκωσε όρθια. Παραλίγο να πέσω, έτσι τύλιξε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση μου για να με στηρίξει. Με βοήθησε να ξανανέβω στο κρεβάτι και με άφησε να σωριαστώ πάνω απ’ τα σκεπάσματα. «Θα γυρίσω σε δέκα λεπτά για να δ...» Είχα αποκοιμηθεί ήδη.


Κεφάλαιο 3

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

πάσχιζε να διαπεράσει τις κουρτίνες, αλλά ήταν ακόμη πολύ πρωί και η λάμψη του έδινε στο δωμάτιο μια μπλε σκούρα χροιά. Έκλεισα ξανά τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου να φωλιάσει στο μαλακό μαξιλάρι από κάτω μου. Κουλουριάστηκα πιο σφιχτά κάτω από το χοντρό πάπλωμα. Ήταν τόσο χουχουλιάρικα. Και όλα μύριζαν... κάτι μεταξύ εσπεριδοειδών και ξύλου. Ό,τι άρωμα κι αν ήταν, μύριζε πολύ ωραία. Και ήμουν σίγουρη πως αυτό το άρωμα το είχα ξαναμυρίσει σε κάποιον... Μου κόπηκε η ανάσα και τινάχτηκα καθιστή στο κρεβάτι. Το δικό μου δωμάτιο δε μύριζε έτσι. Και το κρεβάτι μου δεν ήταν τόσο άνετο. Ούτε είχα μπλε κουρτίνες. Πού στο καλό βρισκόμουν, λοιπόν; Κοίταξα ολόγυρα. Κάτι μου θύμιζε το μέρος... Ήμουν σίγουρη όμως πως δεν είχα ξανάρθει εδώ. Πέταξα τα σκεπάσματα και διαπίστωσα ότι φορούσα ένα αντρικό μπλουζάκι που μου ήταν πολύ μεγάλο, ένα μονόχρωμο γκρι φανελάκι. Μύριζε ακριβώς όπως τα μαξιλάρια. Τουλάχιστον φορούσα ακόμη τα εσώρουχά μου. Πάλι καλά! Σηκώθηκα αργά αργά απ’ το κρεβάτι. Τι στο καλό είχε συμβεί χτες βράδυ; Πάσχισα να θυμηθώ. Μάταια! Η μόνη αμυδρή ανάμνηση ήταν ότι χόρευα πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου. Μα καλά, πόσο είχα πιει; Είχα μια απαίσια γεύση στο στόμα μου και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Θα πρέπει να είχα κάνει εμετό. Θυμήθηκα ότι κάποιος μου κρατούσε τα μαλλιά πίσω. Ο Λι θα ήταν. Ναι, αλλά πού βρισκόμουν; Πλησίασα ακροπατώντας την πόρτα και έβγαλα το κεφάλι μου στο διάδρομο. Παραλίγο να βάλω τα κλάματα από ανακούφιση μόλις συνειδητοποίησα πως ήμουν στο σπίτι του Λι και του Νόα. Θα πρέπει να είχα αποκοιμηθεί στο δωμάτιο του Νόα – όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα μπει ποτέ εκεί. Ναι, αλλά... γιατί βρισκόμουν στο δωμάτιο του Νόα; Γιατί όχι σε κάποιον από τους ξενώνες; Ή στο δωμάτιο του Λι, ας πούμε; Επέστρεψα στο κρεβάτι. Το κεφάλι μου πονούσε τόσο πολύ, ώστε ένιωθα πως δεν μπορούσα να σταθώ λεπτό ακόμη όρθια. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν οχτώ και μισή. Με την ελπίδα πως, αν κοιμόμουν λιγάκι, θα μου περνούσε ο πονοκέφαλος, χώθηκα ξανά κάτω απ’ το πάπλωμα μυρίζοντας παντού γύρω μου το άρωμα του Νόα. Πάνω που πήγαινε να με ξαναπάρει ο ύπνος, η πόρτα άνοιξε αργά και οι μεντεσέδες της έτριξαν. Άνοιξα απότομα τα μάτια και αντίκρισα τον Νόα. Στεκόταν στην πόρτα με μια πετσέτα τυλιγμένη χαμηλά στους γοφούς του. Το στήθος και οι κοιλιακοί του ήταν βρεγμένοι και τα μαλλιά του έσταζαν. Γούρλωσα τα μάτια. Κι όμως, είχε πράγματι six-pack! Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά μόλις εκείνος με κοίταξε και κοκκίνισα χωρίς να το θέλω.


«Συγγνώμη», είπε ο Νόα σιγανά. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω». «Δεν πειράζει», αποκρίθηκα με κάπως βραχνή φωνή. Ξερόβηξα, αλλά ακόμη κι αυτός ο θόρυβος έκανε το κεφάλι μου να πονέσει. «Μόλις είχα ξυπνήσει, έτσι κι αλλιώς». «Πονάει το κεφάλι σου, ε; Πολύ;» Μόρφασα κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια. «Δε φαντάζεσαι πόσο. Δεν κατάλαβα πως ήπια τόσο πολύ». «Μισό μπουκάλι βότκα κατέβασες», είπε ο Νόα και κάθισε στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Η καρδιά μου σφυροκοπούσε σαν τρελή. Δεν μπορούσε κι αυτός να φορέσει μια μπλούζα ή κανένα τζιν πριν αποφασίσει να μου πιάσει την κουβέντα; «Τι εννοείς; Κι εσύ πού το ξέρεις; Πότε με είδες;» «Τη στιγμή που ήσουν έτοιμη να τσιτσιδωθείς πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου μπροστά σε ένα μάτσο αγόρια για να βουτήξεις γυμνή στην πισίνα», απάντησε εκείνος σαν να μην έτρεχε τίποτα και με λοξοκοίταξε με εκείνα τα καταγάλανα μάτια του. Αναρωτήθηκα αν άκουγε την καρδιά μου από εκεί όπου καθόταν. Ίσως και ναι. Ήλπισα πως, τουλάχιστον, θα είχα ξεκοκκινίσει λίγο. Πως θα ήμουν έστω ροζ. Και τότε συνειδητοποίησα τι είπε και απέμεινα με ανοιχτό το στόμα. «Ω Θεούλη μου! Πες μου πως δεν το έκανα». «Όχι, δεν πρόλαβες. Σε πήρα σηκωτή από εκεί μέσα». Ένιωσα τα μάγουλά μου να αναψοκοκκινίζουν και κάλυψα το πρόσωπο με τα χέρια μου κοιτάζοντάς τον μέσα από τα δάχτυλά μου. «Δεν το πιστεύω αυτό που έκανα!» «Ναι...» «Σ’ ευχαριστώ, όμως. Που με σταμάτησες. Δε θα είχα μούτρα να αντικρίσω κανέναν σήμερα, αν είχα κάνει κάτι τέτοιο». «Άντε, γιατί το λες αυτό;» ρώτησε σαρκαστικά ο Νόα, αλλά χαμογελούσε συγχρόνως. «Και, εντελώς πληροφοριακά, ξέρασες κιόλας». «Τι; Μπροστά σε όλους;» Οχ, Θεέ μου, όσο πάει γίνεται χειρότερο! σκέφτηκα καταντροπιασμένη. «Όχι», απάντησε εκείνος και με πιτσίλισε με νερό κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Στο μπάνιο μου. Δεν ήθελα να γίνεις ρεζίλι μπροστά σε όλους ή να πάθεις κάτι». Βόγκηξα νιώθοντας απίστευτη ντροπή. «Συγγνώμη. Ειλικρινά συγγνώμη, Νόα, δεν ήθελα να σου χαλάσω το πάρτι...» «Δεν τρέχει τίποτα. Δε με πείραξε», είπε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους. «Ναι, καλά», αποκρίθηκα με ειρωνεία. «Ξέρουμε και οι δύο πως το να προσέχεις εμένα δεν ήταν και στις προτεραιότητες της βραδιάς σου». «Δε μου φάνηκε και τόσο χάλια», αποκρίθηκε ο Νόα σε λίγο και ξαναχαμογέλασε, αλλά όχι ειρωνικά. Το χαμόγελό του ήταν αληθινό. Σχημάτισε ένα λακκάκι στο αριστερό μάγουλό του και έκανε τις άκρες των ματιών του να ζαρώσουν λιγάκι. Ήταν μεταδοτικό. Δεν άντεξα να μην του το ανταποδώσω. «Σ’ ευχαριστώ, Νόα», είπα δίνοντας άθελά μου ειρωνική έμφαση στο όνομά του. «Δεν κάνει τίποτα, Σέλι». Άπλωσε το χέρι για να μου ανακατέψει τα μαλλιά, κι έτσι όπως τον έσπρωξα πίσω, κατέληξα να πέσω απ’ το κρεβάτι παρασύροντάς τον μαζί μου. Ο Νόα ήταν πολύ βαρύς. Δεν είχε γραμμάριο λίπους πάνω του, αλλά ήταν γεμάτος μυς. Και με


καταπλάκωσε. Το βλέμμα μου αιχμαλωτίστηκε στα λαμπερά μάτια του και δεν έκανα κίνηση να σηκωθώ. Ούτε κι εκείνος. Απλώς έμεινε εκεί με το βλέμμα καρφωμένο στο δικό μου. Πριν φτάσουμε να κοιταζόμαστε και οι δύο αμήχανοι, βρήκα ξανά τη φωνή μου. «Νόα...» είπα με κομμένη την ανάσα. «Ναι;» ρώτησε εκείνος με εξίσου σιγανή φωνή. «Με έχεις πλακώσει». Ο Νόα ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να προσπαθούσε να επανέλθει στην πραγματικότητα. «Α, ναι... Να πάρει! Συγγνώμη». Πετάχτηκε όρθιος κρατώντας την πετσέτα γύρω από το κορμί του. Δεν ξέρω τι θα είχα κάνει αν την είχε αφήσει να πέσει. Όχι, Ελ! Τι είναι αυτά που βάζεις με το μυαλό σου; Κόφ’ το! Σταμάτα να σκέφτεσαι! Ο Νόα μού έδωσε το χέρι του για να με βοηθήσει να σηκωθώ. Η μπλούζα που φορούσα ίσα που έκρυβε τον πισινό μου και ντράπηκα πάρα πολύ. «Εεε, πού άλλαξα;» ρώτησα τραβώντας το ρούχο μου και κοιτάζοντας ολόγυρα. Είδα το φόρεμά μου πεταμένο σε μια καρέκλα. «Γύρισα στο δωμάτιο να δω τι κάνεις και τότε ξύπνησες και άρχισες να βγάζεις το φόρεμά σου για να μην το τσαλακώσεις, είπες, γι’ αυτό σου έδωσα μια μπλούζα μου να φορέσεις», εξήγησε ο Νόα ξύνοντας αμήχανα το σβέρκο του. Ο εγκέφαλός μου προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα όσα άκουγα. «Δηλαδή... με είδες... με τα εσώρουχα...» Μην πεις ναι, σε παρακαλώ, μην πεις ναι... Τα χείλη του Νόα συστράφηκαν στην προσπάθεια να καταπνίξουν το πονηρό χαμόγελό του. «Εεε...» «Ω Θεέ μου!» είπα θάβοντας το πρόσωπό μου μες στις παλάμες μου. «Γύρισα απ’ την άλλη, τ’ ορκίζομαι». «Καλά, μην αγχώνεσαι», αποκρίθηκα με ένα αδιάφορο γελάκι, ενώ στην πραγματικότητα η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ο νούμερο ένα γυναικάς του σχολείου γύρισε απ’ την άλλη; Ναι, καλά... «Ο Λι είναι κάτω και φτιάχνει πρωινό αν θες», έσπευσε να πει ο Νόα, σαν να προσπαθούσε να αλλάξει θέμα. Και τότε το στομάχι μου αποφάσισε να γουργουρίσει προς απάντησή του, κάνοντάς μας να σκάσουμε στα γέλια. «Τέλεια», είπα. Βγήκα απ’ το υπνοδωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Ξεφύσηξα και ακούμπησα με την πλάτη πάνω της. «Θεούλη μου», ψιθύρισα μονολογώντας. Νόμιζα πως τον είχα ξεπεράσει τελείως. Έπειτα από εκείνο το πεντάλεπτο όμως με τον Νόα μόνο με την πετσέτα κι εμένα με την μπλούζα του... Και μετά που έπεσε πάνω μου... Η καρδιά μου δεν έλεγε να ηρεμήσει! Ήταν γελοίο. Ήξερα πως ο Νόα με έβλεπε μόνο σαν το ενοχλητικό κοριτσάκι που ήταν κολλητή του αδερφού του. Για εκείνον δεν ήμουν τίποτα περισσότερο. Δεν είχα καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Ναι, αλλά... Η πόρτα πίσω μου υποχώρησε και σωριάστηκα φαρδιά πλατιά πίσω. Βρέθηκα ανάσκελα στο πάτωμα να κοιτάζω σαν χαζή τον Νόα, που τώρα είχε φορέσει ένα μποξεράκι.


Έσκασα στα γέλια. «Φοράς μποξεράκι με τον Σούπερμαν!» Εκείνος έσκυψε το κεφάλι και κοιτάχτηκε σαν να ζητούσε επιβεβαίωση. Τα μάγουλά του κοκκίνισαν. Έκανα τον Νόα Φλιν να κοκκινίσει! Αυτό ήταν το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ τη δεδομένη στιγμή. Ο Νόα έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο σαν να μην τον ένοιαζε και έπειτα μου έκλεισε το μάτι. «Έλα τώρα, Σέλι, αφού ξέρω πως δεν μπορείς να του αντισταθείς». Τόσο πολύ φαίνεται; «Ναι, καλά», απάντησα κοροϊδευτικά. «Ό,τι πεις». Σηκώθηκα και τράβηξα την μπλούζα μου όσο πιο κάτω μπορούσα. Χαμογελώντας ακόμη σαν χαζή στη σκέψη ότι τον έκανα να κοκκινίσει, κατέβηκα στην κουζίνα. «Αχ, Ροσέλ, Ροσέλ», αναστέναξε ο Λι όταν σωριάστηκα σε μια καρέκλα στο τραπέζι. «Μου λες τι θα κάνω εγώ μ’ εσένα, μικρή στριπτιτζού μου;» «Να μου φτιάξεις πρωινό, ίσως;» ρώτησα με αισιοδοξία. Ο Λι γέλασε και γύρισε ξανά στην κουζίνα βάζοντας λίγο ακόμη μπέικον στο τηγάνι. «Να δω τι άλλο θα μου ζητήσεις».


Κεφάλαιο 4

ΠΕΡΑΣΑ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΗ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΜΕΡΑ παίζοντας Mario Kart με τον Λι. «Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που ο Νόα με φρόντισε χτες», παραδέχτηκα στο φίλο μου. «Δεν είσαι η μόνη», αποκρίθηκε εκείνος γελώντας. Κι εγώ θα είχα εντυπωσιαστεί, αν ήμουν εκεί να το δω. Όμως ήμουν κάπως απασχολημένος εκείνη τη στιγμή...» «Ναι, μου είπες για τη Βερόνικα. Φίλησες και καμιά άλλη ή μόνο αυτή; Να το προσέξεις αυτό... Θα καταλήξεις σαν τον αδερφό σου έτσι όπως το πας». Ο Λι έστειλε μια αγανακτισμένη ματιά στο ταβάνι. «Κοίτα ποια μιλάει. Η στριπτιτζού! Κάνουμε ωραίο ζευγάρι εμείς οι δύο». «Ήμουν υπό την επήρεια αλκοόλ». «Κι εγώ το ίδιο. Λιγάκι». «Ο Νόα προφανώς όχι». «Εγώ πιστεύω πως θα πρέπει να ήταν μεθυσμένος για να σε φροντίσει έτσι. Συνήθως δεν είναι τόσο... τόσο καλός». Γέλασα. «Για να το θέσεις ευγενικά». «Πράγματι. Λες να έχει αρχίσει να κολλάει κι αυτός μαζί σου;» Στράφηκα και τον κοίταξα με ύφος. «Μη λες βλακείες! Και το κόλλημά μου το έχω ξεπεράσει εδώ και καιρό, όπως πολύ καλά ξέρεις». «Όπως και να ’χει, θα ήταν περίεργο», είπε ο Λι σουφρώνοντας τη μύτη του. «Ναι, ό,τι πεις», αποκρίθηκα και του έδωσα μια σπρωξιά κάνοντας το καρτ του να ξεφύγει απ’ την πορεία του και τον Yoshi να εκσφενδονιστεί πάνω από τον καταρράκτη, ενώ εγώ πήρα το προβάδισμα με τον Luigi. Γύρισα στο σπίτι γύρω στις πέντε, αφού δεν είχα τελειώσει ακόμη το διάβασμα. Είχα πείσει τον Λι να με πάει με το αμάξι, επειδή φορούσα ένα τζιν που του είχα δανειστεί και δεν ήθελα να βγω έτσι στο δρόμο. Πήγα τρέχοντας στην πόρτα μου και εκείνος άρχισε να γελά. «Ε!» «Τι;» φώναξα και στράφηκα για να τον κοιτάξω. Μου πέταξε το φόρεμά μου και εγώ το άρπαξα λίγο πριν πέσει κάτω. «Τα λέμε το πρωί!» «Γεια σου, Λι!» «Ροσέλ, εσύ είσαι;» άκουσα με το που έκλεισα πίσω μου την εξώπορτα. «Ναι! Γεια σου, μπαμπά!» «Έλα μισό λεπτάκι στην κουζίνα». Αναστέναξα κι αναρωτήθηκα αν ο πατέρας μου θα μου έκανε κήρυγμα ή όχι. Τον έτρεμα όταν θύμωνε μαζί μου. Δούλευε στο λάπτοπ του στο τραπέζι της κουζίνας, ενώ ο Μπραντ έπαιζε με το Wii στο σαλόνι. «Γεια», είπα και άναψα την καφετιέρα. «Κάνε μου κι εμένα έναν καφέ», είπε ο πατέρας μου. «Εντάξει».


«Καλό το πάρτι;» «Ναι, ήταν πολύ ωραία», απάντησα με ένα καταφατικό νεύμα. «Δε νομίζω να ήπιες πολύ, ε; Ή να έκανες καμιά χαζομάρα;» ρώτησε εκείνος και μου έριξε ένα αυστηρό βλέμμα πάνω από το σκελετό των γυαλιών του. Εννοούσε τ’ αγόρια. Δεν ήξερα γιατί έμπαινε καν στον κόπο να με ρωτήσει. Δεν ήταν και μυστικό το ότι δεν είχα ποτέ μου αγόρι ή ότι δεν είχα φιλήσει ποτέ κανέναν. «Εεε... δεν ήμουν και τόσο κακό κορίτσι... Μόνο που μέθυσα λιγάκι». Ο πατέρας μου αναστέναξε, έβγαλε τα γυαλιά του και έτριψε το μάγουλό του. «Ροσέλ... τι έχουμε πει για το ποτό;» «Δεν έγινε τίποτα, αλήθεια. Έτσι κι αλλιώς, ήταν και ο Λι και ο Νόα εκεί και με φρόντισαν». «Ο Νόα;» Ακόμη και ο πατέρας μου έμεινε τόσο πολύ έκπληκτος, ώστε για μια στιγμή ξέχασε και το ότι μέθυσα. «Ναι. Κι εμένα μου φάνηκε περίεργο». «Χμ... Τέλος πάντων, μην αλλάζεις θέμα, μικρή. Ξέρεις τι έχουμε πει για το ποτό». «Ξέρω. Συγγνώμη». «Χμ. Την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι τέτοιο θα μείνεις τιμωρημένη για ένα μήνα, τ’ άκουσες; Και μη νομίζεις πως δε θα το μάθω». «Μήνυμα ελήφθη. Ήσουν σαφέστατος». Ο πατέρας μου δε φάνηκε να έχει πειστεί παντελώς, αλλά δεν το συνέχισε. Εξάλλου, δεν ήταν ότι έβγαινα κάθε βράδυ και τα έπινα. Μια στο τόσο γινόταν. «Λοιπόν, βρήκατε με τον Λι καμιά ιδέα; Σε δύο εβδομάδες κιόλας είναι το πανηγύρι». «Ναι. Θα στήσουμε κιόσκι φιλιών». «Πολύ... ασυνήθιστο», σχολίασε γελώντας ο πατέρας μου. «Είστε σίγουροι πως θα σας το επιτρέψουν;» Ανασήκωσα τους ώμους και έβαλα δύο κούπες καφέ. «Γιατί όχι;» «Τουλάχιστον, είναι καλύτερο απ’ το να πετάς μπάλες σε καρύδες», είπε εκείνος. «Τέλος πάντων, άκου, αύριο θα ήθελα να μείνεις στο σπίτι για να προσέχεις τον Μπραντ, εντάξει; Θα αργήσω να έρθω απ’ τη δουλειά». «Ναι, έγινε», απάντησα και κατέβασα μονορούφι τον καφέ μου, αφού πρώτα έβαλα έναν τόνο γάλα μέσα. «Πάω να κάνω ντους και να διαβάσω». «Εντάξει. Θα φάμε στις εφτά. Έχουμε ρολό κιμά». «Ωραία». Τις μισούσα τις Δευτέρες. Ήταν χάλια. Κάθε δευτεριάτικο πρωινό ήταν απλά ανελέητο. Έβαζα πάντα το ξυπνητήρι μου είκοσι λεπτά νωρίτερα απ’ το κανονικό, αφού δεν έλεγα να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι. Εντέλει, σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια και άρπαξα το μαύρο παντελόνι απ’ την ντουλάπα. Το σχολείο μας είχε χτιστεί κάπου το 1900 και για κάποιο χαζό λόγο κρατούσαν ακόμη την παράδοση της μαθητικής στολής. Δεν ήταν και η χειρότερη του κόσμου, αλλά θα προτιμούσα να μην είχαμε καθόλου. Και σαν να μην έφτανε που ήταν Δευτέρα, η δική μου στολή έμελλε να γίνει πολύ, μα πολύ


χειρότερη. Χρρρααααατς! Κοκάλωσα με το ένα πόδι μισοβαλμένο στο μπατζάκι του παντελονιού μου. Το έβγαλα γρήγορα και κοίταξα τη ζημιά. Την προηγούμενη εβδομάδα στην εσωτερική πλευρά του δεξιού ποδιού είχε ανοίξει μια τόση δα τρυπούλα. Τώρα, στη θέση της υπήρχε ένα τεράστιο σκίσιμο. «Να πάρει!» μουρμούρισα και πέταξα το παντελόνι στο πάτωμα. Δεν ήμουν και τόσο καλή στο ράψιμο και ο πατέρας μου αποκλείεται να μπορούσε να μου το φτιάξει. Υπολόγισα ότι, αν παράγγελνα αμέσως ένα καινούριο απ’ το Ίντερνετ, θα το παραλάμβανα την Πέμπτη. Μέχρι τότε όμως θα έπρεπε να φοράω την παλιά φούστα μου. Μου την έσπαγε ο κανονισμός με τη σχολική φούστα. Όχι μόνο ήταν πλισέ με μπλε και μαύρα καρό, αλλά έπρεπε να φοράς και μακριές κάλτσες μαζί. Όχι καλσόν. Ούτε να μη φοράς τίποτα. Κάλτσες μέχρι το γόνατο. Σε μερικές κοπέλες πήγαινε. Εγώ είχα δοκιμάσει αυτό το συνολάκι για κάποιο διάστημα πέρυσι και αποφάσισα να το αφήσω στην άκρη. Τώρα όμως δεν είχα άλλη επιλογή. Και σαν να μην έφτανε αυτό, φέτος η φούστα μού ήταν πολύ κοντή. Αναστέναξα ξανά. Έπρεπε να τη φορέσω. Δε γινόταν αλλιώς. Άρχισα να ψαχουλεύω στο συρτάρι μου, μέχρι που βρήκα ένα ζευγάρι κάλτσες που είχα αγοράσει πέρυσι για να τις φοράω με τη φούστα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη μορφάζοντας και κατέβηκα για πρωινό. Ο Μπραντ πνίγηκε μόλις με είδε να μπαίνω στην κουζίνα. Άρχισε να γελά τόσο δυνατά, ώστε γέμισε τον τόπο Cheerios. «Τι στο διάβολο είναι αυτά που φοράς;» «Μπραντ, πρόσεχε πώς μιλάς», τον μάλωσε ο πατέρας. Ύστερα στράφηκε για να με κοιτάξει και γούρλωσε τα μάτια. «Δε νομίζεις πως είναι λίγο... ανάρμοστο αυτό για το σχολείο, Ελ;» «Σκίστηκε το παντελόνι μου», απάντησα και ξεφύσηξα κατσουφιασμένη. «Πώς το κατάφερες αυτό;» «Είχε μια μικρή τρύπα και ξέχασα να το ράψω και... Δεν ξέρω, απλά σκίστηκε». Ο πατέρας αναστέναξε. «Πρέπει να το παραγγείλεις. Δεν έχω χρόνο να σε πάω στο εμπορικό κέντρο για να πάρεις άλλο». «Ναι, το ξέρω». Δεν είχα προλάβει καλά καλά να φάω τα δημητριακά μου όταν άκουσα τον Λι να κορνάρει ανυπόμονα απέξω. Έβαλα το μπολ μου στο νεροχύτη και αποχαιρέτισα τους δικούς μου. Έτρεξα στο αμάξι και μπήκα μέσα πριν προλάβει κανείς να με δει με τη φούστα. «Φοράς φούστα», σχολίασε ο Λι. «Τι παρατηρητικότητα!» μουρμούρισα. «Άντε, πάμε». «Νευράκια, νευράκια;» με ρώτησε εκείνος πειρακτικά. «Σκίστηκε το παντελόνι μου». «Και λοιπόν; Δεν το έραψες;» «Το ξέχασα». «Έλα, μια χαρά είσαι, Σέλι, μην ανησυχείς. Βασικά, θα σου πρότεινα να φοράς πιο συχνά φούστες». Του έδωσα μία στον ώμο κι εκείνος χαμογέλασε και άνοιξε το ραδιόφωνο. Λίγα λεπτά αργότερα ήμασταν στο σχολείο. Είπα στον εαυτό μου να το πάρει απόφαση και, αφού ανάσανα βαθιά, βγήκα απ’ το αμάξι. Είχαμε αργήσει λιγάκι και οι περισσότεροι μαθητές ήταν ήδη εκεί.


Έκλεισα την πόρτα του αμαξιού και κάθισα μαζί με τον Λι στο καπό. Μερικά αγόρια πλησίασαν για να μας χαιρετήσουν. «Ε, στις ομορφιές σου σήμερα», είπε ο Ντίξον και μου έκλεισε το μάτι. «Κόφ’ το», του απάντησα κατσουφιασμένη και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. «Τι;» διαμαρτυρήθηκε εκείνος με ένα αθώο ύφος. Το ήξερα πως απλώς με πείραζε, αλλά δεν είχα διάθεση για τέτοια. Έτσι, αποφάσισα να πάω να μιλήσω σε μερικά κορίτσια. Λίγα αμάξια πιο κάτω είδα τη Λίζα και τη Μέι από το μάθημα της Χημείας. Καθώς τις πλησίαζα, κάποιος πέρασε δίπλα μου και μου έδωσε μία στον πισινό. Στράφηκα και τον κοίταξα εκνευρισμένη. Ήταν ένα από τ’ αγόρια της ποδοσφαιρικής ομάδας, ο Τόμας. Μου χαμογέλασε χλευαστικά. «Μόλις με χτύπησες στον πισινό ή μου φάνηκε;» ρώτησα σφίγγοντας τα δόντια. «Ίσως». «Δεν ήρθα στο πάρτι το Σάββατο», πετάχτηκε ο φίλος του ο Άνταμ. Δεν τον ήξερα πολύ καλά, αλλά, απ’ ό,τι είχα καταλάβει, ήταν ένας φαντασμένος βλάκας. «Γίνεται να δώσεις άλλη μια παράσταση για μένα γιατί την έχασα;» πρόσθεσε σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει την άποψη που είχα για εκείνον. Κάποια αγόρια παραδίπλα γέλασαν και ζητωκραύγασαν. Ο Άνταμ άρχισε να κουνά τους γοφούς του σαν κορίτσι και να τραβά αργά το πουκάμισο απ’ το παντελόνι του, λες και ήταν έτοιμος να γδυθεί. Ίσως και να το έβρισκα αστείο αν δεν είχα τσατιστεί τόσο πολύ μ’ αυτόν και την αντιπαθέστατη φάτσα του. Έσφιξα τα δόντια. «Σοβαρέψου επιτέλους». Ο Άνταμ με άρπαξε από τον καρπό και με τράβηξε κοντά του. Ίσως νόμιζε πως όλο αυτό ήταν αστείο, αλλά εγώ δεν είχα καθόλου την ίδια άποψη. Τράβηξα πίσω το χέρι μου και τον αγριοκοίταξα. «Ε, κόφ’ το», πετάχτηκε ο Λι πλησιάζοντάς μας. «Γιατί, τι θα κάνεις;» ρώτησε προκλητικά ο Άνταμ. Γι’ αυτό κι εγώ του έδωσα μια μπουνιά. Τέλος πάντων, αυτό θα είχα κάνει αν κάποιος δε συγκρατούσε τη γροθιά μου λίγο πριν προλάβει να προσγειωθεί στο σαγόνι του. Πάσχισα να ελευθερώσω το χέρι μου, αλλά πριν τα καταφέρω, κάποιος άλλος έριξε μια μπουνιά στον Άνταμ. Την επόμενη στιγμή αυτός ο κάποιος τον πέταξε πάνω στο τέσσερα επί τέσσερα δίπλα μας. Στράφηκα για να δω ποιος ήταν. Ε, βέβαια. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι εκτός απ’ τον Νόα; «Ξύλο! Ξύλο! Ξύλο!» Ξαφνικά, καταμεσής του πάρκινγκ μαζεύτηκαν πλήθος μαθητές και οι πάντες άρχισαν να φωνάζουν «Ξύλο! Ξύλο!» ή να σχολιάζουν με τα κλασικά «Ωωω» ή «Άουτς, αυτό θα πρέπει να πόνεσε», όποτε το έκριναν απαραίτητο. Κι εγώ στεκόμουν ανάμεσά τους κοκαλωμένη και ανήμπορη να αντιδράσω. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνέλθω. Έτρεξα μπροστά και προσπάθησα να τραβήξω τον Νόα μακριά από τον Άνταμ, του οποίου το χείλος είχε σκιστεί και έτρεχε αίμα, ενώ το πρόσωπό του ήταν κίτρινο σαν λεμόνι. «Νόα!» φώναξα ξανά και ξανά, αλλά εκείνος δεν άκουγε. Τ’ αγόρια συνέχιζαν να φωνάζουν και


να μαλώνουν –τώρα είχε πλησιάσει και ένας καθηγητής, ο οποίος προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε–, αλλά ο εγκέφαλός μου δεν κατέγραφε τίποτα απ’ όλα αυτά. «Λι!» φώναξα απελπισμένα και τον τράβηξα απ’ το μπράτσο. «Κάνε κάτι!» «Και τι νομίζεις πως κάνω;» ρώτησε εκείνος απότομα. «Κανείς δε φέρεται έτσι στην κολλητή μου χωρίς να το πληρώσει». «Λι...» αναστέναξα με απόγνωση βλέποντάς τον να επιστρέφει στο μπουλούκι των αγοριών που συνέχιζαν να φωνάζουν και να σπρώχνονται. «Φίλε, αν τη γουστάρεις, δεν τρέχει τίποτα», είπε κοροϊδευτικά ο Τόμας στον Νόα. «Πάρε νούμερο προτεραιότητας. Θα μας εξυπηρετήσει όλους». Ο Νόα τού έδωσε μια γροθιά, αλλά εκείνος την απέφυγε με έναν ελιγμό κοιτάζοντας τον αντίπαλό του σαν να τον προκαλούσε να συνεχίσει. Στάθηκα εκεί και τον αγριοκοίταξα. «Τι είπες;» «Με άκουσες», απάντησε ο Τόμας με νόημα. Μόρφασα. «Αυτό ήταν», μούγκρισε ο Νόα. «Φλιν!» φώναξε ο καθηγητής διασχίζοντας το πλήθος που άρχισε να διαλύεται γρήγορα. Όλοι οι υπόλοιποι σταμάτησαν και ο Νόα έκανε απλώς μια παύση μόνο και μόνο επειδή στάθηκα μπροστά του σπρώχνοντας το στήθος του. «Τι γίνεται εδώ πέρα;» ρώτησε αγριεμένος ο καθηγητής. Από τη φωνή του κατάλαβα πως ήταν ο υποδιευθυντής Πρίτσετ. «Απλά μια παρεξήγηση», απάντησα. «Αλήθεια». «Εσείς, όλοι σας», είπε εκείνος. «Ποινολόγιο. Φλιν, Ρότζερς, στο γραφείο μου αμέσως. Κι εσύ, Ροσέλ». «Τι έκανα εγώ;» αναφώνησα έκπληκτη. «Τίποτα, απλά θέλω να σου μιλήσω». Αναστέναξα αποκαρδιωμένη και τότε ένιωσα ξαφνικά ένα χέρι να τυλίγεται γύρω μου. Ο Λι. «Ευχαριστώ», μουρμούρισα. «Όμως δεν έπρεπε να ανακατευτείς». «Εννοείται πως έπρεπε! Δε θα αφήσω κανέναν να σου φέρεται έτσι, Σέλι». «Εσύ το κάνεις σε μόνιμη βάση!» «Άλλο εγώ. Εμείς είμαστε κολλητοί. Αυτοί οι βλάκες όμως... Σιγά μην τους αφήσω να σου μιλάνε έτσι». «Σ’ ευχαριστώ», επανέλαβα και τον αγκάλιασα αμήχανα. «Ξέρεις κάτι;» μουρμούρισε ο Λι στο αφτί μου και με έσφιξε περισσότερο. «Αρχίζω να πιστεύω πως ο μεγάλος μου αδερφός την έχει πατήσει μαζί σου, Σέλι». «Ναι, ή απλώς τρωγόταν πάλι για καβγαδάκι», είπα κοροϊδευτικά. «Ε, μάλλον το δεύτερο». «Όχι μάλλον, σίγουρα», τον διόρθωσα κάνοντάς τον να γελάσει. Το κουδούνι χτύπησε με το που φτάσαμε στο γραφείο του υποδιευθυντή. «Πρέπει να πάω στην τάξη μου», είπε ο Λι αναστενάζοντας. «Καλά. Τα λέμε αργότερα». «Ναι, καλή τύχη», πρόσθεσε εκείνος με σοβαρό ύφος. Γέλασα χαιρετώντας τον καθώς έφευγε και σωριάστηκα σε μια καρέκλα. Κάποιος άλλος κάθισε δίπλα μου. Ο Νόα. Ο υποδιευθυντής και ο Τόμας μπήκαν κατευθείαν στο γραφείο. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους με ένα δυσοίωνο κλικ.


«Ευχαριστώ», ψιθύρισα στον Νόα έπειτα από κάποια δευτερόλεπτα σιωπής. Με την άκρη του ματιού μου τον είδα να ανασηκώνεται στην καρέκλα του. «Κανείς δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεται έτσι σε μια κοπέλα. Ειδικά όταν αυτή η κοπέλα είσαι εσύ». Τον λοξοκοίταξα χωρίς να γυρίσω το κεφάλι. «Ευχαριστώ, αλλά δε χρειαζόταν να μπεις στη μέση. Έπρεπε να με άφηνες να του χώσω μπουνιά». «Και θα ήταν πολύ καλή, σ’ το εγγυώμαι». «Γιατί με σταμάτησες;» ρώτησα περίεργη να μάθω. Ο Νόα ανασήκωσε τους ώμους. «Για να είμαι ειλικρινής... δεν ξέρω». «Κι εδώ που τα λέμε, για ποιο λόγο ανακατεύτηκες; Μια χαρά θα τα κατάφερναν και ο Λι με τον Ντίξον και τον Καμ». «Ίσως», αποκρίθηκε εκείνος. «Αποφεύγεις την ερώτησή μου». Ο Νόα έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Ναι, πράγματι. Μάλλον... επειδή δεν ήθελα να σε δω να μπλέκεις σε καβγά και δε μου άρεσε να τους ακούω να σου μιλάνε έτσι...» Σταμάτησε και πέρασε το χέρι μέσα απ’ τα μαλλιά του. Η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά. Και τότε ξεστόμισε τα λόγια που έσβησαν και τα τελευταία ψήγματα ελπίδας που είχε αρχίσει να ανθίζει μέσα μου. «Είναι που μάλλον σε νιώθω σαν τη μικρή αδερφή μου ή κάτι τέτοιο». «Α, ναι», συμφώνησα κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. «Φυσικά». Ο Νόα κατένευσε και μετά κούνησε το κεφάλι σαν να προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του απ’ τις σκέψεις. Πάσχισα να κρατήσω την έκφρασή μου ουδέτερη. «Το έχεις καταλάβει πως την έχεις βάψει, έτσι;» ρώτησα σαν να μην έτρεχε τίποτα, κάνοντας πως κοιτάζω τα νύχια μου. «Μπα! Πάντα τη γλιτώνω. Πόσω μάλλον τώρα που το έκανα για να υπερασπιστώ την τιμή σου», πρόσθεσε ο Νόα με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Χα, χα!» αναφώνησα στριφογυρίζοντας τις κόρες των ματιών μου. «Σοβαρά μιλάω». Ο Νόα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Εγώ δεν ξεκινώ ποτέ τους καβγάδες, απλά τους τελειώνω. Ξέρεις... Αυτό ισχυρίζομαι πάντα». «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί φώναξε κι εμένα». «Α, μάλλον θα θέλουν μάρτυρα για να επιβεβαιώσει τα γεγονότα. Το συνηθίζουν». Γέλασα και κοίταξα τον Νόα κουνώντας το κεφάλι. Καθίσαμε εκεί χωρίς να μιλάμε για λίγο, αλλά ήταν ωραία σιωπή, από εκείνες που δε σου προκαλούν αμηχανία, πράγμα που με εξέπληξε. Και τότε συνειδητοποίησα πως αυτό ήταν το μεγαλύτερο διάστημα που είχα περάσει μόνη μου με τον Νόα τον τελευταίο χρόνο περίπου – αν εξαιρέσουμε τη φορά εκείνη που δε θυμόμουν επειδή ήμουν μεθυσμένη. Ο Τόμας βγήκε απ’ το γραφείο και ο υποδιευθυντής φώναξε μέσα τον Νόα. «Καλή τύχη», του ψιθύρισα. Εκείνος χαμογέλασε και με χαιρέτησε με ένα στρατιωτικό χαιρετισμό πριν κλείσει την πόρτα πίσω του. Το μόνο που μου απέμενε να κάνω ήταν να προσπαθήσω να πιάσω σήμα Ίντερνετ στο κινητό μου, κάτι δύσκολο σε αυτό το σχολείο. Όταν ο Νόα βγήκε έξω, μου χάρισε ένα χαμόγελο δείχνοντάς μου πως όλα ήταν καλά. «Ροσέλ;» φώναξε ο υποδιευθυντής Πρίτσετ και μου έκανε νόημα να περάσω. Σηκώθηκα αναστενάζοντας και μπήκα στο γραφείο του. Πρώτη φορά βρισκόμουν εκεί μέσα και οφείλω να πω πως δεν ήταν και ιδιαίτερα ευχάριστος χώρος. Βρομοκοπούσε κανόνες και τιμωρία. Ο υποδιευθυντής με ρώτησε γιατί τσακώθηκαν τ’ αγόρια κι εγώ του είπα την αλήθεια: Κάποιοι


βλάκες με πείραζαν για μια χαζομάρα που είχα κάνει σε ένα πάρτι το σαββατόβραδο, εγώ παρεξηγήθηκα κι έτσι τ’ αγόρια μπήκαν στη μέση και ξεκίνησε ο καβγάς. «Μάλιστα... Καλά, λοιπόν, σ’ ευχαριστώ, Ροσέλ». «Δε νομίζω να δημιούργησα σε κανέναν πρόβλημα, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, δεν πιστεύω να χτύπησε κανείς άσχημα ή τίποτα τέτοιο...» ρώτησα επιφυλακτικά καθώς σηκώθηκα και έβαλα την τσάντα στον ώμο μου. Ο υποδιευθυντής μού έγραψε ένα δικαιολογητικό σημείωμα για να το δώσω στον καθηγητή μου. «Όχι, αυτό ακριβώς μου είπαν και οι άλλοι. Μην ανησυχείς, εντάξει; Και να μην ξανασυμβεί αυτό». Κατένευσα αμήχανα. «Εντάξει...» «Στην τάξη σου τώρα». Αυτό ήταν το σύνθημα για να ξεκουμπιστώ επιτέλους από εκεί μέσα, οπότε δε δίστασα δευτερόλεπτο.


Κεφάλαιο 5

ΔΙΣΚΟΙ ΜΕ ΦΑΓΗΤΟ

άρχισαν να προσγειώνονται ολόγυρά μου στο τραπέζι. Σήκωσα το κεφάλι και είδα ένα σμήνος από κοπέλες, μικρότερες και μεγαλύτερές μου, να μαζεύονται κοντά μου. «Λοιπόν», είπε η Τζέιμι όλο χαρά και θρονιάστηκε στην καρέκλα απέναντί μου με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. «Πες τα όλα!» «Ποια όλα;» ρώτησα και σούφρωσα σαστισμένη τα φρύδια ακουμπώντας το πιρούνι μου στην άκρη του πιάτου με τη σαλάτα μου. «Για τον Φλιν, εννοείται!» τσίριξε η Ολίβια και έσκυψε μπροστά για να ακούσει καλύτερα. «Θέλουμε να μάθουμε τα πάντα. Τα φτιάξατε;» «Όχι βέβαια!» «Ναι, αλλά τον φωνάζεις Νόα», είπε μια άλλη κοπέλα. Στράφηκα και είδα την Ταμάρα, που είχε χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της για να προφέρει το όνομά του, σαν να φοβόταν μήπως την ακούσει. «Δεν τον λες Φλιν». Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «Πάντα έτσι τον φώναζα. Σχεδόν μαζί μεγαλώσαμε. Σήμερα το πρωί, μάλιστα, μου είπε πως με βλέπει σαν τη μικρή αδερφή του. Απλά είναι καλό παιδί». «Καλό παιδί και μπλέκει συνεχώς σε καβγάδες;» πετάχτηκε η Τζόρτζια ανασηκώνοντας δύσπιστα το ένα φρύδι της. «Έλα τώρα! Απλά είναι προστατευτικός απέναντί σου – πάντα έτσι ήταν». Συνοφρυώθηκα ξανά και ένιωσα το μέτωπό μου να ζαρώνει. «Τι θες να πεις, πάντα έτσι ήταν;» Τα κορίτσια γύρω μου αντάλλαξαν ματιές. «Τι; Δεν ξέρεις;» «Προφανώς όχι», αναφώνησα νιώθοντας την απόγνωση να με πλημμυρίζει. «Τι είναι αυτό που δεν ξέρω;» «Ο Φλιν έλεγε πάντα στ’ αγόρια να μη σε πλησιάζουν», μου αποκάλυψε η Ολίβια εμπιστευτικά. «Τους προειδοποιούσε πως, αν κάνουν κάτι και σε πληγώσουν, θα το μετανιώσουν». Απέμεινα να την κοιτάζω σαν χαζή κι ύστερα έσκασα στα γέλια. «Πλάκα κάνεις, έτσι;» Τα κορίτσια ξανακοιτάχτηκαν κι εγώ σοβάρεψα. «Ω, ελάτε τώρα», είπα. «Απλά φέρεται σαν να ήταν ο μεγάλος αδερφός μου, εντάξει; Αυτό είναι όλο». Εκείνες αντάλλαξαν και πάλι δύσπιστα βλέμματα. «Καλά, αν είσαι τόσο σίγουρη...» είπε στο τέλος η Τζέιμι. «Χίλια τοις εκατό. Ρώτα και τον Λι, αν δε με πιστεύεις». «Τώρα που το λες, πού είναι το άλλο σου μισό;» ρώτησε η Ταμάρα. «Στο εργαστήρι Ξυλουργικής», απάντησα. «Σκέφτηκε να ξεκινήσει να φτιάχνει την ταμπέλα μας. Εγώ, πάλι, ήθελα να φάω κάτι». «Σωστός!» είπε η Κάντις. «Μήπως κατάφερες τελικά να πείσεις τον Φλιν για το πανηγύρι;» «Δε θέλει. Προσπάθησα, πίστεψέ με». Τα κορίτσια αναστέναξαν. «Μακάρι να δεχόταν. Θα ξόδευα μια ολόκληρη περιουσία σ’ αυτό τον πάγκο», είπε η Τζόρτζια κάνοντάς μας να γελάσουμε.


«Μήπως εξήγησε γιατί δε δέχεται;» ρώτησε η Κάρεν. «Μπα», αποκρίθηκα κι ανασήκωσα ανήξερη τους ώμους. «Ε!» αναφώνησε ξαφνικά η Λίλι και κοίταξε κατενθουσιασμένη την Κάρεν, την Ντάνα και τη Σαμάνθα. «Μπορεί ο Φλιν να μην πάρει μέρος, αλλά ίσως επισκεφτεί τον πάγκο μας». Άρχισαν όλες τους να τσιρίζουν ενθουσιασμένες. Και με το δίκιο τους. «Ω Θεέ μου! Ελ, αφού δεν μπορείς να τον καταφέρεις να πάρει μέρος, τουλάχιστον πείσε τον να περάσει από εκεί!» «Δεν υπόσχομαι τίποτα...» είπα διστακτικά. «Θα προσπαθήσεις όμως, έτσι;» επέμεινε η Ντάνα. Άκουσα το κινητό μου να χτυπά και έκανα να το βγάλω από την τσέπη μου, αλλά τότε συνειδητοποίησα πως αυτή η παλιοφούστα δεν είχε τσέπες. Αναστέναξα και έσκυψα στην τσάντα μου για να το βρω. Πέρνα από το εργαστήρι Ξυλουργικής, χρειάζομαι βοήθεια! Αυτό έλεγε το μήνυμα. Έβαλα το κινητό μου πίσω και σηκώθηκα μαζεύοντας το δίσκο μου. «Πρέπει να βοηθήσω τον Λι. Απ’ ό,τι κατάλαβα, χρειάζεται μια γυναικεία πινελιά». Τα κορίτσια γέλασαν και με αποχαιρέτισαν. «Ελ;» «Ναι;» είπα κοιτάζοντας πίσω μου. «Να τον ρωτήσεις», επέμεινε η Σαμάνθα με έμφαση. Έπνιξα το γέλιο μου και κούνησα καταφατικά το κεφάλι κάνοντάς τες να τσιρίξουν. Πώς κάνουν έτσι, σκέφτηκα. Εντάξει, το παραδέχομαι πως δεν πήγαινα πίσω, αλλά εγώ, τουλάχιστον, είχα ξεπεράσει το κόλλημά μου. Εντελώς, ειδικά απ’ τη στιγμή που μου είπε πως με βλέπει απλά σαν αδερφή του. Αυτό όμως δε σήμαινε πως ο Νόα είχε χάσει τη γοητεία του. Όταν έφτασα στο εργαστήρι Ξυλουργικής, βρήκα τον Λι να χτυπά ανυπόμονα το μολύβι του πάνω σε μια μεγάλη σανίδα. Δεν πέρασαν δέκα δευτερόλεπτα και ο θόρυβος αυτός είχε αρχίσει ήδη να με τρελαίνει. Δεν είχε άδικο ο κύριος Πρίστον που κλείστηκε στο γραφείο του. «Γεια», είπα, αλλά ο Λι με πρόσεξε μόνο όταν στάθηκα μπροστά του. Πέταξα την τσάντα μου στο πάτωμα ξαφνιάζοντάς τον. «Δε σε άκουσα που μπήκες», είπε εκείνος. «Ναι, το κατάλαβα. Λοιπόν, τι με θες;» Έδειξε το ξύλο μπροστά του. «Πόσο μεγάλα να κάνω τα γράμματα;» Αναστέναξα και τίναξα τα μαλλιά μου πίσω για να τα πιάσω σε αλογοουρά. «Έλα, μικρέ, δώσε μου το μολύβι». Άρχισα να σχεδιάζω τα γράμματα πάνω στην τεράστια σανίδα. «Ναι, αλλά δεν είναι εντελώς ομοιόμορφα. Αυτό το «κ» είναι πολύ πιο στενό από εκείνο εκεί. Και το «φ» είναι πολύ πιο κοντό από το «λ». «Το ξέρω. Μπορείς να τα ξαναμετρήσεις, αν θες, όμως δεν είναι απαραίτητο να είναι τέλεια, λαμβάνοντας υπόψη αυτό που σκέφτομαι να φτιάξουμε». «Για εξήγησέ μου». Δάγκωσα τα χείλη μου και προσπάθησα να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω την εικόνα που είχα στο μυαλό μου. Δεν ήταν εύκολο. «Λοιπόν, έχουμε την ταμπέλα του πάγκου. Πάνω


της θα καρφώσουμε τα γράμματα στραβά, έτσι ώστε να πέφτει το ένα πάνω στο άλλο και να γέρνουν όλα τους προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Θα είναι πιο ωραίο απ’ το να γράψουμε απλά “Κιόσκι Φιλιών”. Κατάλαβες;» Ο Λι κούνησε καταφατικά το κεφάλι κοιτάζοντας το ξύλο. «Κατάλαβα τι εννοείς. Ωραίο θα είναι». «Το ξέρω», αποκρίθηκα. Άρχισε να μεγαλώνει τα γράμματα και να τα τελειοποιεί μετρώντας τα. Κάθισα στον πάγκο απέναντί του κουνώντας τα πόδια μου στον αέρα. «Το ήξερες πως ο αδερφός σου προειδοποιούσε τόσο καιρό τ’ αγόρια να μείνουν μακριά μου;» Ο Λι δε σήκωσε καν το βλέμμα του για να με κοιτάξει. «Ναι. Όλοι το ξέρουν», αποκρίθηκε κι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Όλοι εκτός από μένα. Πώς γίνεται να μην το έχω μάθει εγώ; Κι εσύ γιατί δε μου είπες ποτέ τίποτα;» greekleech.info «Δεν ξέρω... Μάλλον υπέθεσα πως θα το ανακάλυπτες με τον καιρό. Γιατί νομίζεις πως δε σου ζήτησε ποτέ κανείς να βγείτε;» Το σκέφτηκα για λίγο. Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα. Δεν πανικοβλήθηκα στη σκέψη πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα, γι’ αυτό και δεν είχα ποτέ αγόρι. Απλώς πίστευα ότι, απ’ τη στιγμή που έκανα συνέχεια παρέα με τον Λι, τ’ αγόρια με έβλεπαν σαν «φιλαράκι» τους και όχι σαν ένα από εκείνα τα κορίτσια που θα έβγαιναν ραντεβού μαζί τους. «Αφού ξέρεις πως έχω μάτια μόνο για σένα, Λι», τον πείραξα. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι και μου έκλεισε το μάτι, ενώ εγώ με τη σειρά μου του έστειλα ένα φιλί. Βάλαμε τα γέλια κι ο κολλητός μου συνέχισε να σχεδιάζει καλύτερα τα γράμματα. «Σοβαρά όμως... Τώρα το έμαθες;» «Ναι. Μου το είπαν κάποια κορίτσια που με πλησίασαν για να μάθουν κουτσομπολιά για τα πρωινά. Όχι πως υπήρχε κανένα κουτσομπολιό για να τους το μεταφέρω. Αυτό που τους είπα ήταν πως ο Νόα με βλέπει απλώς σαν αδερφή του». «Ναι, μόνο που το έχει παρακάνει λίγο με το ρόλο του υπερπροστατευτικού αδερφού», συμφώνησε ο Λι. «Αν κι εγώ το ίδιο θα έκανα στη θέση του. Ειδικά μετά τον τρόπο με τον οποίο σου φέρθηκαν εκείνοι οι τύποι σήμερα το πρωί...» Έσφιξε το μολύβι στο χέρι του σπάζοντάς το. «Έλεος! Ηρέμησε λίγο!» είπα σιγανά. Ο Λι πέταξε το μολύβι στην άκρη και έπιασε ένα δεύτερο που είχε στ’ αφτί του. «Συγγνώμη. Απλά τσατίστηκα πολύ σήμερα». «Σώπα, δεν το καταλάβαμε!» «Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως ο Νόα είχε απόλυτο δίκιο που τόσο καιρό έλεγε στ’ αγόρια να μείνουν μακριά σου. Είσαι τόσο αφελής, ώστε θα πληγωθείς πολύ εύκολα». «Τι;» αναφώνησα αγανακτισμένη. «Κι από πού το έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;» Ο Λι ξανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Ώρες ώρες παραείσαι καλή, Σέλι. Όχι με άσχημο τρόπο. Θέλω να πω... Να, ξέρεις, είναι πολύ πιθανό να ερωτευτείς κανένα βλάκα που θα σε πληγώσει». «Α, μάλιστα». «Απλά σε προσέχω. Το ίδιο και ο Νόα». «Καλά, σ’ ευχαριστώ τότε, υποθέτω». «Δεν κάνει τίποτα, υποθέτω», αποκρίθηκε εκείνος κοροϊδευτικά κι έβαλε τα γέλια. Έπιασα ένα


λαστιχάκι από τον πάγκο δίπλα μου και το εκσφενδόνισα στον ώμο του. Ο Λι το απέκρουσε με το χέρι και συνέχισε να σχεδιάζει, όσο εγώ τον κοιτούσα και του μιλούσα. Ακόμη αναρωτιόμουν γιατί ο Νόα το είχε παρατραβήξει τόσο, ώστε να προειδοποιήσει τ’ αγόρια να μη με πλησιάζουν. Το θεωρούσα απίστευτα άδικο. Σε δύο μόλις μήνες θα γινόμουν δεκαεφτά. Δε είχα φιλήσει ποτέ κανέναν, δεν είχα ποτέ αγόρι ούτε είχα βγει ποτέ ραντεβού. Ήταν τόσο, μα τόσο εγωιστικό εκ μέρους του Νόα. Με ποιο δικαίωμα ανακατευόταν έτσι στη ζωή μου; Δε λέω, ήταν ευγενικό εκ μέρους του που με πρόσεχε, αλλά δε χρειαζόταν να αποτρέψει τους πάντες να μου ζητήσουν να βγούμε! Όταν ρώτησα τον Λι τι ακριβώς έκανε ο αδερφός του και τρομοκράτησε όλα τ’ αγόρια, εκείνος απάντησε: «Τους είπε πως, αν ποτέ σε πληγώσουν, θα έχουν να κάνουν μαζί του». Αναστέναξα απογοητευμένη. Ήταν πλέον ξεκάθαρο πως ο Νόα με έβλεπε μόνο ως την ευάλωτη, αφελή αδερφούλα του, αλλά δεν μπορούσα να μην εύχομαι να οφειλόταν η συμπεριφορά του και σε διαφορετικούς λόγους.


Κεφάλαιο 6

Ο

και το πιο δύσκολο δεκάχρονο στον κόσμο για να το προσέχεις. Την περισσότερη ώρα έπαιζε βιντεοπαιχνίδια και φώναζε μπροστά απ’ την τηλεόραση. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να του βάλω να φάει. Ύστερα, στις οχτώ και μισή, τον πήγα σχεδόν σηκωτό στο κρεβάτι του μέχρι που φώναξε: «Καλά! Θα πάω για ύπνο!» Η πόρτα του δωματίου του έκλεισε κι εγώ αναστέναξα απολαμβάνοντας επιτέλους τη σιωπή. Στρώθηκα μπροστά στην τηλεόραση και άρχισα να παρακολουθώ μια πολυαίμακτη ταινία με κάτι Ρωμαίους ή μονομάχους ή κάτι τέτοιο. Πάνω που πήγαινε να με πάρει ο ύπνος, χτύπησε το κινητό μου. Τινάχτηκα τόσο έκπληκτη, ώστε παραλίγο να πέσω απ’ τον καναπέ. «Ναι;» ψέλλισα χωρίς να κοιτάξω πρώτα ποιος ήταν. Ακούστηκα κάπως εκνευρισμένη, αλλά δε με ένοιαζε και πολύ. Όποιος και να ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής, απλά έπρεπε να με ανεχτεί. «Εε, Ελ;» «Ναι;» είπα απότομα. «Ο Άνταμ είμαι. Άκου, μην το κλείσεις, θέλω μόνο να σου ζητήσω συγγνώμη για σήμερα το πρωί. Δεν τα εννοούσα αυτά που είπα. Οπότε... βασικά... Συγγνώμη». Ανοιγόκλεισα τα μάτια κάμποσες φορές προσπαθώντας να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου. Ο Άνταμ; Πήρε για να ζητήσει συγγνώμη; Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ίσως επειδή ακουγόταν σαν να προσπαθούσε να μη γελάσει. «Ελ; Είσαι ακόμη εκεί;» «Ν... ναι», ψέλλισα γρήγορα. «Συγγνώμη, απλά... απλά έβαζα κάτι στο φούρνο». Τι βλακεία ήταν αυτή που αμόλησα; Ποιανού η προσοχή αποσπάται απ’ το τηλέφωνο, επειδή βάζει κάτι στο φούρνο; Στις δέκα το βράδυ;» «Έχεις ιδέα τι ώρα είναι;» ρώτησα βιαστικά. «Δε νομίζεις πως είναι λιγάκι αργά για συγγνώμες;» «Το ξέρω, αλλά ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη». «Καλά, ευχαριστώ», είπα κοφτά. «Πρέπει να κλείσω τώρα, Άνταμ, γι’ αυτό...» «Περίμενε λιγάκι». «Δε θέλω να ακούσω τίποτα». «Δηλαδή να υποθέσω πως δε θες να βγούμε μαζί για φαγητό κάποιο βράδυ;» Μπορούσα να φανταστώ το αυτάρεσκο υφάκι του από τον ξιπασμένο τόνο της φωνής του. Έσφιξα τα δόντια. «Θα μου δώσεις μια ευκαιρία να επανορθώσω;» «Όχι. Γεια». Το έκλεισα και πέταξα το κινητό μου στον καναπέ πριν ο Άνταμ προλάβει να αρθρώσει λέξη παραπάνω. Τι βλάκας! Και να φανταστείς πως ο Λι είπε πως παραείμαι καλή... Χα! σκέφτηκα ικανοποιημένη από τον εαυτό μου για το πόσο ψυχρά είχα μιλήσει στον Άνταμ, αν και δε με απασχολούσε αυτή η σκέψη όταν ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Μόνο ένα πράγμα είχα στο μυαλό μου. Τον Νόα. ΜΠΡΑΝΤ ΔΕΝ ΗΤΑΝ


Για κάποιο λόγο, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν εκείνο το κυριακάτικο πρωινό που πέσαμε απ’ το κρεβάτι: το βλέμμα του, που το θυμόμουν τόσο καλά, αλλά δεν μπορούσα να το ερμηνεύσω, εκείνα τα λαμπερά μάτια του που κοίταζαν σκοτεινιασμένα τα δικά μου. Γιατί δε νομίζω πως κοιτάζεις έτσι την υποτιθέμενη μικρή αδερφή σου, σωστά; Ήμουν γελοία βέβαια. Έφταιγαν οι νυσταγμένες σκέψεις μου, που είχαν αρχίσει να περιπλανιούνται ήδη στη χώρα των ονείρων. Αναρωτιόμουν όμως μήπως ο Νόα μπλέχτηκε σ’ εκείνο τον καβγά το πρωί και για κάποιο άλλο λόγο. Τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν. «Είσαι χαζή, Ελ», μουρμούρισα. «Εντελώς χαζή...» Τα πράγματα στο σχολείο την επόμενη μέρα δεν ήταν και τόσο χάλια. Μερικά κοροϊδευτικά σφυρίγματα και μεγαλόφωνα πειράγματα μόνο, στα οποία όμως δεν έδινα σημασία. Και τα άκουγα όταν ο Νόα δεν ήταν κάπου εκεί γύρω. Ο Λι, απ’ την άλλη, δυσανασχετούσε. «Εγώ φταίω, βασικά», του είπα. Αν δεν είχα προσπαθήσει να γδυθώ για να πέσω στην πισίνα...» Εκείνος μου έριξε ένα βλέμμα που με έκανε να σταματήσω. «Θυμάσαι τι λέγαμε χτες; Παραείσαι καλή». «Τι σχέση έχει αυτό τώρα;» ρώτησα εκνευρισμένη. «Δεν ήθελες να επιδειχθείς κιόλας, έτσι δεν είναι; Είχες και μια αξιοπρέπεια. Ένα λάθος έκανες πάνω σε μεθύσι και αυτοί οι τύποι άρχισαν να σε γδύνουν κυριολεκτικά με τα μάτια τους». Αναστέναξα. «Καλά, εντάξει. Δεν είμαι και τόσο σέξι». «Έχεις κοιταχτεί τώρα τελευταία στον καθρέφτη, δεσποινίς βυζαρού;» «Λι!» φώναξα κοπανώντας τον στο μπράτσο. Τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν. «Μη μιλάς τόσο δυνατά!» Εκείνος γέλασε και πέρασε το χέρι γύρω απ’ τους ώμους μου. «Δεν το πιστεύω πως εσύ ήσουν αυτή που ήταν έτοιμη να πέσει γυμνή στην πισίνα και να τσιτσιδωθεί μπροστά σε ένα μάτσο αγόρια...» «Σταμάτα». «Συγγνώμη». «Έχουμε συνέλευση για το πανηγύρι σήμερα το μεσημέρι», του υπενθύμισα μόλις χτύπησε το κουδούνι. Εγώ είχα Χημεία, ενώ ο Λι Βιολογία. Ήταν το μοναδικό μάθημα που δεν παρακολουθούσαμε μαζί. «Ναι, το ξέρω». «Τα λέμε». «Γεια σου, Ελ». Πήγα να καθίσω στη συνηθισμένη θέση μου στο εργαστήριο της Χημείας και τότε άκουσα κάποιον να με φωνάζει. «Ελ! Έλα να καθίσεις μαζί μου». Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Κόντι να τραβά την καρέκλα δίπλα του. «Την έβαψε», μουρμούρισε ο Ντίξον πίσω μου. «Για να μη σου πω τι έχει να πάθει από τον Νόα μετά», συμφώνησε ο Καμ. Μου χαμογέλασαν και κάθισαν στις θέσεις τους. Τους κοίταξα με απορία. Αγόρια, σκέφτηκα. «Ε... ναι, εντάξει», απάντησα στον Κόντι και πήγα να καθίσω δίπλα του. Δεν τον ήξερα και τόσο,


αλλά φαινόταν καλό παιδί. Είχε τα μαλλιά του βαμμένα μαύρα, φορούσε ένα σκουλαρίκι στη γλώσσα και έπαιζε πολύ καλό πιάνο. Τον είχα δει μια φορά σε ένα σχολικό κοντσέρτο. «Έμαθα για εκείνο τον καβγά χτες», είπε ο Κόντι για να μου ανοίξει συζήτηση καθώς ζωγράφιζε την άκρη του βιβλίου του. «Δεν το πιστεύω πως σου μίλησαν έτσι». «Ε... ναι...» Γέλασα αμήχανα μην ξέροντας τι ακριβώς να απαντήσω. «Είναι αλήθεια πως εσύ και ο Λι θα στήσετε κιόσκι φιλιών για το ανοιξιάτικο πανηγύρι;» ρώτησε ο Κόντι λίγο αργότερα. Κατένευσα με ένα πλατύ χαμόγελο νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την αλλαγή του θέματος συζήτησης. «Ναι! Καλό, ε;» «Ναι», συμφώνησε εκείνος χαμογελώντας. «Θα πάρεις κι εσύ μέρος;» ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. Στα χείλη του είχε σχηματιστεί ένα υπαινικτικό χαμόγελο, αν και από το γελαστό τόνο της φωνής του κατάλαβα ότι είχε κάνει αυτή την ερώτηση μεταξύ σοβαρού και αστείου. «Όχι», αποκρίθηκα γελώντας. «Δε θα πάρω μέρος». «Κρίμα. Κι εγώ που ήλπιζα πως θα γλίτωνα το ρεζιλίκι σήμερα». «Ε;» «Τι θα έλεγες να... Ξέρεις... Να πηγαίναμε», ξερόβηξε. «...Να πηγαίναμε να δούμε καμιά ταινία ή τίποτα τέτοιο... οι δυο μας... κάποια στιγμή;» Μου ήρθε να βάλω τα γέλια διακρίνοντας τη μεγάλη αμηχανία του. Ωστόσο κατάφερα να συγκρατηθώ. «Δε φοβάσαι μήπως ο Νόα σού σπάσει κανένα χέρι;» ρώτησα ειρωνικά. «Λέω να το ρισκάρω για μια τόσο όμορφη κοπέλα σαν εσένα». «Καλά, λοιπόν, αν το θέτεις έτσι, γιατί όχι;» «Αλήθεια;» Τα μάτια του έλαμψαν. «Ναι, αλήθεια». «Ωραία. Οπότε, θα σου τηλεφωνήσω κάποια στιγμή». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. «Δεν έχω το νούμερό σου», συνειδητοποίησα ξαφνικά. «Ορίστε». Ξεκούμπωσε ένα στιλό με τα δόντια του και μου έπιασε το χέρι γυρνώντας το ανάποδα. Έπρεπε να το παραδεχτώ πως είχε ταλέντο στο να γράφει τον αριθμό του ανάποδα. «Θα μπορούσες πολύ απλά να το γράψεις στο κινητό μου». «Ναι, αλλά τότε δε θα είχε πλάκα». Γέλασα. Στο μεταξύ, ο καθηγητής είχε μπει στην τάξη. «Λοιπόν, σταματήστε όλοι τις κουβέντες και καθίστε κάτω. Έχουμε πολλά να κάνουμε σήμερα. Ανοίξτε τα βιβλία σας στη σελίδα εκατόν τριάντα εφτά. Στο προηγούμενο μάθημα μιλήσαμε για την παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης, τις εμπορικές χρήσεις της και τις κοινωνικές επιπτώσεις της...» «Ναι», φώναξε αστειευόμενο κάποιο αγόρι, ο Όλιβερ, νομίζω. «Κάνει την Ελ να τσιτσιδώνεται!» Κοκκίνισα. «Και πού το ξέρεις εσύ;» τον ρώτησα. «Είχες λιποθυμήσει ήδη απ’ το ποτό. Αφού δεν το σηκώνεις, τι το πίνεις;» «Καλό», σχολίασε ο Κόντι γελώντας με ικανοποίηση. Οι υπόλοιποι άρχισαν να τον δουλεύουν, αλλά εγώ του έσκασα ένα χαμόγελο. Τον Λι δε θα τον πείραζε όταν θα του έλεγα πως θα έβγαινα με τον Κόντι. Εκείνος μάλιστα τον ήξερε λίγο καλύτερα από μένα. Για τον Νόα φοβόμουν. «Ελ», φώναξε ο Κόντι μόλις χτύπησε το κουδούνι και ήμουν έτοιμη να τρέξω στη συνέλευση για


το πανηγύρι. «Ναι;» «Τηλεφώνησέ μου», αποκρίθηκε εκείνος και μου έκλεισε το μάτι. «Γεια σου, Κόντι», τον χαιρέτησα χαμογελώντας. Έφτασα στη συνέλευση την ίδια στιγμή με τον Λι. «Δε θα πιστέψεις τι έγινε σήμερα στο μάθημα της Χημείας!» «Σου ζήτησε κανείς να βγείτε;» Το χαμόγελο έσβησε απ’ τα χείλη μου. «Πού το ξέρεις;» ρώτησα κατσουφιασμένη. «Μου έστειλε μήνυμα ο Ντίξον. Είπε πως κάποιος το πάει φιρί φιρί να φάει το κεφάλι του. Ο Κόντι, ε;» «Ναι», απάντησα με ένα πελώριο χαμόγελο. «Δε γίνεται να δείξεις λίγο περισσότερο ενθουσιασμό;» ρώτησα και έσπρωξα τον κολλητό μου παιχνιδιάρικα στον ώμο. «Θα βγω ραντεβού! Δε χαίρεσαι για μένα;» Ο Λι γέλασε. «Χαίρομαι, Σέλι!» είπε και με αγκάλιασε, αλλά μπορεί να το έκανε μόνο και μόνο για να σταματήσω να χοροπηδώ απ’ τη χαρά μου. «Ο Κόντι είναι καλό παιδί, μόνο που αναρωτιέμαι πώς θα αντιδράσει ο αδερφός μου όταν το μάθει». Γέλασα πριν απαντήσω. «Μην ανησυχείς. Τίποτα δε θα συμβεί». «Για να το λες εσύ...» «Λοιπόν, Λι και Ελ», είπε ο Τάιρον, ο πρόεδρος του σχολικού συμβουλίου, σημαίνοντας την έναρξη της συνέλευσης με ένα και μόνο χτύπημα των τεράστιων χεριών του. Κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού, ενώ η Τζεν δίπλα του, με το στιλό και το χαρτί ανά χείρας, ήταν έτοιμη να κρατήσει σημειώσεις. Είχε πάρει πολύ στα σοβαρά το ρόλο της γραμματέως του σχολικού συμβουλίου. Όλοι σιώπησαν και κοίταξαν τον Τάιρον. «Έμαθα πως βρήκατε επιτέλους κιόσκι». «Ναι», απαντήσαμε και οι δύο ταυτόχρονα. «Κιόσκι φιλιών». «Ναι», επαναλάβαμε με μια φωνή. Ο Τάιρον μας κοίταξε κάπως δύσπιστα. «Δε νομίζετε πως είναι λιγάκι... λιγάκι παρακινδυνευμένο;» «Τι εννοείς; Απλά θα πούμε πως όποιος είναι κρυωμένος δεν μπορεί να επισκεφτεί το κιόσκι μας. Σιγά το θέμα». «Όχι, δεν εννοούσα αυτό... Να, δε νομίζετε πως είναι κάπως προκλητικό; Υπάρχουν κάποιοι που δεν ενθουσιάστηκαν με αυτή την ιδέα...» «Μα έχουμε ξεκινήσει ήδη να φτιάχνουμε την ταμπέλα μας!» φώναξε νευριασμένος ο Λι. «Έχουμε βρει άτομα για να πάρουν μέρος! Οι πάντες έχουν ξετρελαθεί με την ιδέα!» «Τάιρον», είπα ήρεμα δίνοντας μια δυνατή αγκωνιά στον Λι. «Κανείς δε θα το δει έτσι. Ένα σωρό πανηγύρια έχουν κιόσκι φιλιών. Μπορούμε, αν θες, να ορίσουμε κάποιους κανόνες, όπως, για παράδειγμα, ο περιορισμός ύψους στο τρενάκι. Ακόμη και να βάλουμε όριο ηλικίας, αν αυτό είναι που σ’ ανησυχεί». «Είναι κάνα δυο καθηγητές που δεν έχουν χαρεί ιδιαίτερα με όλο αυτό», είπε ο Τάιρον. «Εγώ σαν ιδέα τη βρίσκω πολύ καλή. Απλά έχω κάποιους ενδοιασμούς...» «Μια χαρά θα πάει», του υποσχέθηκα με ένα τεράστιο χαμόγελο.


«Αν τα έχετε κανονίσει όλα, τότε αρχίστε τις προετοιμασίες. Το πανηγύρι είναι το επόμενο Σάββατο. Θα πρέπει να είναι τα πάντα έτοιμα μέχρι την ερχόμενη Παρασκευή». «Ναι, το ξέρουμε. Θα είναι έτοιμα», απάντησε ο Λι. «Τέλεια. Πάμε παρακάτω, λοιπόν. Κέιτλιν, έχεις μαζί σου το τηλέφωνο της εταιρείας με το μαλλί της γριάς;» «Θύμισέ μου να ρωτήσω τον αδερφό σου αν θα περάσει απ’ το κιόσκι μας», ψιθύρισα στον Λι. «Τα κορίτσια με έχουν πρήξει». «Αφού το ξέρεις πως θα αρνηθεί». «Ναι, αλλά τους το υποσχέθηκα». «Τι λέγαμε χτες, Σέλι;» ρώτησε χαμογελώντας ο Λι και μου ζούληξε τη μύτη κάνοντάς με να μορφάσω. «Παραείσαι καλή». Ο Λι έπρεπε να περάσει από το σούπερ μάρκετ για να κάνει κάτι ψώνια για τη μητέρα του. Με άφησε έξω απ’ το σπίτι του, αφού, όταν θα γύριζε, είχαμε κανονίσει να φτιάξουμε μια λίστα με τραγούδια για το κιόσκι μας. Μπήκα στο σπίτι σκοπεύοντας να ξεκινήσω για να κερδίσουμε χρόνο. Η πόρτα ήταν ήδη ξεκλείδωτη. Απέξω ήταν παρκαρισμένο το αμάξι του Νόα, εκείνο που είχε επισκευάσει μόνος του. «Η μαμά είπε να πας να πάρεις γάλα. Δεν έχουμε καθόλου», τον άκουσα να φωνάζει από μέσα. «Ο Λι έφυγε για ψώνια», του απάντησα. «Εγώ είμαι». Πήγα να μπω στην κουζίνα ακριβώς τη στιγμή που ο Νόα έβγαινε. Έπεσε πάνω μου χύνοντας ένα ποτήρι νερό στο μπλουζάκι μου. Το ότι ήταν παγωμένο δε βοήθησε καθόλου και με έκανε να τιναχτώ ένα χιλιόμετρο πίσω. «Νόα!» φώναξα πιάνοντας το μπλουζάκι μου. Είχε κολλήσει στο δέρμα μου και το γεγονός ότι σήμερα φορούσα ροζ σουτιέν, επειδή όλα τα άσπρα μου ήταν στα άπλυτα, χειροτέρευε τα πράγματα. Αναστέναξα. Τι γκαντεμιά... Τον αγριοκοίταξα. Ο Νόα σούφρωσε τα φρύδια κι ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του. «Τι; Προς τι το ύφος;» ρώτησα νιώθοντας το θυμό να με πλημμυρίζει. Δεν πήρα απάντηση κι έτσι όρμησα στην κουζίνα για να βάλω κάτι να πιω. «Τι είναι αυτό στο χέρι σου;» Δεν απάντησα. «Είναι αλήθεια ότι σου ζήτησε κάποιος να βγείτε;» Ακούμπησα το αδειανό ποτήρι στον πάγκο. «Έλεος πια, Νόα! Ποιο το πρόβλημά σου; Άκουσα ήδη από τον Λι ότι παραείμαι καλή. Δε χρειάζομαι κι άλλο κήρυγμα!» «Δεν απάντησες στην ερώτησή μου». «Ούτε εσύ στη δική μου». «Εγώ ρώτησα πρώτος, Ροσέλ». Ω Θεέ μου! Με φώναξε με το κανονικό μου όνομα. Οχ, όχι. Στράφηκα και τον κοίταξα. «Ναι, θα βγω ραντεβού. Με τον Κόντι. Είναι καλό παιδί». «Καλό παιδί;» επανέλαβε εκνευρισμένος ο Νόα. «Ελ, είσαι σοβαρή; Τον ξέρεις τον τύπο; Θέλω να πω, τον γνωρίζεις;» «Ε... όχι, όχι πολύ καλά. Όμως γι’ αυτό θα βγω μαζί του. Για να τον γνωρίσω καλύτερα. Αυτό δεν κάνει συνήθως ο κόσμος; Α, ναι, σωστά, συγγνώμη, πού να ξέρεις εσύ, κύριε Γυναικά; Εσύ


απλά πηγαίνεις με τις γυναίκες και το επόμενο πρωί τις παρατάς. Σου αρκεί μόνο να ξέρεις τα ονόματά τους». Ναι, με είχε εκνευρίσει. Κάτω από άλλες συνθήκες δε θα τολμούσα να ξεστομίσω τέτοια πράγματα, ειδικά απ’ τη στιγμή που δεν ήξερα αν αλήθευαν, αλλά τώρα με είχε κάνει έξαλλη. Άσε που ήμουν ακόμη θυμωμένη μαζί του για το ότι είχε προειδοποιήσει όλο τον αντρικό πληθυσμό του σχολείου να μη με πλησιάζει. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά από θυμό. «Το μόνο που θέλει είναι να σε ρίξει στο κρεβάτι». «Σοβαρά;» φώναξα κι άνοιξα με απελπισία τα χέρια μου. «Και πού το ξέρεις εσύ; Δεν τον γνωρίζεις καν!» «Κόντι Κένεντι. Παίζει πιάνο. Κάνει προετοιμασία για το κολέγιο». Απέμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζή. Εντάξει, μπορεί πράγματι να τον ήξερε. «Ναι», συνέχισε ο Νόα κάπως αυτάρεσκα. «Γνωρίζω πολύ καλά για ποιον μιλάμε. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Το μόνο που θέλει είναι να σε ρίξει στο κρεβάτι, όπως και οι υπόλοιποι». «Αυτό που υπονοείς, λοιπόν, είναι πως δεν υπάρχει ούτε ένα αξιοπρεπές αγόρι στο σχολείο που να μη θέλει μια κοπέλα μόνο για το σεξ; Ή μήπως πως μόνο γι’ αυτό είμαι καλή; Τι δηλαδή, δεν έχω προσωπικότητα; Ε, Νόα;» «Δεν εννοούσα αυτό. Όμως είναι όλοι τους ίδιοι». «Και πού το ξέρεις; Εσύ φταις που δε βγήκα ποτέ ραντεβού στη ζωή μου! Γιατί το έκανες αυτό;» «Εμπιστεύεσαι πολύ γρήγορα τους άλλους», πετάχτηκε εκείνος και με διέκοψε. «Με το που θα σου πει κάποιος ότι σε αγαπά, δε θα χρειαστεί να περιμένει δευτερόλεπτο παραπάνω». Τον αγριοκοίταξα. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως είμαι τόσο εύκολη;» Ο Νόα μού ανταπέδωσε την άγρια ματιά και έδωσε μια μπουνιά στην πόρτα της κουζίνας, που με τη σειρά της χτύπησε με δύναμη πάνω στην κάσα της και άνοιξε πάλι. «Να πάρει! Δεν μπορείς για μια φορά στη ζωή σου να με ακούσεις; Προσπαθώ να σε προστατέψω, δεν το καταλαβαίνεις;» greekleech.info «Δε χρειάζομαι προστασία!» φώναξα. «Γίνεται να μην ανακατεύεσαι στη ζωή μου; Νομίζω πως μπορώ να βγω ένα ραντεβού χωρίς να πάθω τίποτα, Νόα!» «Και πού το ξέρεις; Όλοι σε κοιτάζουν και λένε πόσο σέξι είσαι. Το παρατήρησες ποτέ; Αν νομίζει κάποιος βλάκας πως μπορεί να βγει μαζί σου και μετά να σε πληγώσει, τότε καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί». «Μην ανακατεύεσαι στη ζωή μου!» ούρλιαξα απεγνωσμένη. «Θα πληγωθείς στο τέλος». «Δε θα πληγωθώ. Σε περίπτωση που δεν το παρατήρησες, δεν είμαι πια μικρό παιδί. «Μπορώ να φροντίζω και μόνη μου τον εαυτό μου». «Γι’ αυτό ήσουν έτοιμη να γδυθείς μπροστά σε όλους το Σάββατο;» «Είχα μεθύσει!» «Και ποιος αναγκάστηκε να σε φροντίσει στο τέλος;» αντέτεινε ο Νόα. «Δε σου το ζήτησα! Όπως επίσης δε σου ζήτησα ποτέ να λες σε όλους να μη με πλησιάζουν!» φώναξα και πήγα να τον προσπεράσω θέλοντας να ανέβω πάνω και να κλειστώ στο δωμάτιο του Λι. «Δεν τελειώσαμε ακόμη, Ροσέλ!» είπε ο Νόα και με άρπαξε απ’ το χέρι. Στράφηκα απότομα και τον έσπρωξα στο στήθος με όλη μου τη δύναμη, αν και αυτός δεν κουνήθηκε εκατοστό.


«Όπα!» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. Ήταν ο Λι. Γυρίσαμε και τον είδαμε να στέκεται στην είσοδο. «Γιατί σκοτώνεστε; Τι έχασα;» Κανείς μας δεν απάντησε. Μόνο συνεχίσαμε να ανταλλάσσουμε άγριες ματιές. «Τίποτα», είπα στο τέλος. «Τα λέμε πάνω, Λι». Τους άκουσα να μιλάνε χαμηλόφωνα στην κουζίνα. Αναστέναξα. Ο Νόα ήταν τόσο... τόσο εκνευριστικός! Δε λέω, ήταν απίστευτα γοητευτικός, αλλά και πάλι ποιος ο λόγος να ανακατεύεται τόσο πολύ στη ζωή μου; Γιατί υπέθετε πως δε γινόταν κάποιος να βγει μαζί μου επειδή πραγματικά του άρεσα;» Ξάπλωσα στο κρεβάτι του Λι και έπνιξα το ουρλιαχτό μου στο μαξιλάρι για να ξεθυμάνω. Ώσπου να ανέβει ο κολλητός μου στο δωμάτιό του για να βρούμε μουσική για το κιόσκι μας, είχα ηρεμήσει και σέρφαρα ήδη στη βιβλιοθήκη του iTunes του. Το μόνο που με ρώτησε ήταν αν βρήκα τίποτα. Γι’ αυτό τον αγαπούσα τόσο πολύ. Ο Λι περίμενε μέχρι να κατεβούμε στο σαλόνι και να πέσουμε με τα μούτρα στο κινέζικο που είχαμε παραγγείλει για να με ρωτήσει. «Τι συνέβη με σένα και τον Νόα;» «Του έβαλα τις φωνές γιατί γίνεται τόσο υπερπροστατευτικός. Κι αυτός εκνευρίστηκε και άρχισε να μου φωνάζει, προσπαθώντας να μου πει πως το έκανε μόνο για να με προστατέψει. Κι εγώ μετά του φώναξα κι άλλο. Και μετά μπήκες μέσα εσύ». «Έχει τους λόγους του, πάντως», είπε διστακτικά ο κολλητός μου λίγο αργότερα. «Κι εγώ προσπάθησα να σ’ το πω...» «Ναι, το ξέρω, Λι, αλλά με σένα είναι διαφορετικά. Θέλω να πω, εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος». Ο Λι χαμογέλασε περήφανος. «Μμ... ναι, όμως... όμως ο Νόα έχει κάποιο δίκιο. Δεν είναι όλοι καλά παιδιά». «Ναι, αλλά... δεν είμαι και τόσο χαζή, ώστε να μην το καταλάβω». «Απλά δε θέλω να πληγωθείς, Σέλι», είπε εκείνος ακουμπώντας το χέρι του στο γόνατό μου. Του χαμογέλασα. Ορίστε! Έτσι όπως το έθετε ο Λι ήταν όμορφο. Ο Νόα το είπε με τέτοιο τρόπο, ώστε με νευρίασε. «Το ξέρω. Με τον Νόα τα έχω βάλει, όχι μαζί σου. Απλά το έχει παρατραβήξει. Δε θα πάθω τίποτα αν βγω ένα ραντεβού με τον Κόντι. Αφού τον ξέρεις. Δεν είναι κανένας βλάκας». «Ναι, το ξέρω». «Ο Νόα, προφανώς, όχι». «Τρόμαξα πριν έτσι όπως κάνατε. Σοβαρά». «Έχεις δίκιο», είπα προσπαθώντας να μη γελάσω. «Τουλάχιστον... θα προσέχεις;» «Για όνομα του Θεού, Λι! Δεν είμαι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που θα βγει ραντεβού. Κι εσύ βγαίνεις. Τι σημαίνει αυτό; Ότι προσπαθείς να τις κουτουπώσεις όλες από το πρώτο ραντεβού;» Ο κολλητός μου γέλασε. «Όχι κι απ’ το πρώτο. Στο τρίτο, ίσως». «Γι’ αυτό η Κάρεν δεν ήθελε να πάτε μαζί σινεμά». Ο Λι ξαναγέλασε με τις βλακείες που λέγαμε, αλλά αμέσως μετά συνέχισε με σοβαρό ύφος.


«Αλήθεια τώρα, Ελ. Δε θέλουμε να σε δούμε να πληγωθείς». «Το ξέρω». «Απλά πρόσεχε». «Θα προσέχω. Χαλάρωσε». «Το υπόσχεσαι;» «Το υπόσχομαι», είπα και τύλιξα χαμογελώντας το μικρό μου δαχτυλάκι γύρω απ’ το δικό του. Η προστατευτικότητα του Λι δε με ενοχλούσε. Στην πραγματικότητα μου άρεσε. Ούτε ο Νόα με ενοχλούσε που το έπαιζε μεγάλος αδερφός και προστάτης. Αυτό που με εκνεύριζε ήταν το ότι δεν ήθελε να βγω ραντεβού με κανέναν. Τι βλάκας!


Κεφάλαιο 7

Η ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

κύλησε γρήγορα. Είχαμε να φτιάξουμε τη λίστα με τα τραγούδια για το κιόσκι μας, να βάψουμε την ταμπέλα μας, να βρούμε όλα τα απαραίτητα διακοσμητικά και να φτιάξουμε πινακίδες και αφίσες. Άσε το διάβασμα... Και μέσα σ’ όλα αυτά, κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι του Λι, έκανα ό,τι μπορούσα για να αποφεύγω τον Νόα. Ήμουν ακόμη θυμωμένη μαζί του και δεν ήθελα να τσακωθούμε πάλι. Η Παρασκευή έφτασε πολύ γρήγορα και όλη τη μέρα καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Απόψε θα πήγαινα σινεμά με τον Κόντι. Υποτίθεται πως θα συναντιόμασταν εκεί στις εφτά. Αποφάσισα πως θα προσπαθούσα να φτάσω στις εφτά και πέντε. Υποτίθεται πως τ’ αγόρια πρέπει να τα στήνεις λιγάκι, σωστά; Επέστρεψα στο σπίτι και έκανα έφοδο στην ντουλάπα μου. Τα χέρια μου έτρεμαν λιγάκι και η ανάσα μου ήταν κοφτή. Ανησυχία και αμφιβολίες πολιορκούσαν το μυαλό μου, αλλά αρνήθηκα να τους δώσω σημασία. Έψαχνα κάτι που να μου πηγαίνει, αλλά να μη δείχνει πως ήμουν και απελπισμένη. Σινεμά θα πηγαίναμε, άλλωστε, οπότε δε γινόταν να διαλέξω και τίποτα ιδιαίτερα φανταχτερό. Κι απ’ τη στιγμή που ο Κόντι δεν ήταν και πολύ πιο ψηλός από μένα, τα ψηλοτάκουνα αποκλείονταν. Τράβηξα από την ντουλάπα ένα σκούρο γκρι τζιν. Ωραία. Κάτι είναι κι αυτό. Και πάλι όμως, μου έλειπε το άλλο μισό σύνολο. Δεν είχα ζητήσει συμβουλές από κάποια κοπέλα. Ντρεπόμουν πολύ να παραδεχτώ ότι δεν είχα ξαναβγεί ραντεβού και δεν ήξερα τι να φορέσω στο σινεμά. Βέβαια, είχα ξαναπάει σινεμά με άλλα αγόρια, αλλά πάντα σε φιλικό επίπεδο. Αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Εκείνα τ’ αγόρια δεν τα ένοιαζε τι φορούσα, τώρα όμως... Ο Κόντι θα το παρατηρούσε. Το καταλάβαινα πως πανικοβαλλόμουν για το τίποτα, αλλά μου έβγαινε μόνο του. Πολλή ώρα αργότερα αποφάσισα να φορέσω ένα ανοιχτό ροζ πουλοβεράκι με μανίκια μέχρι τους αγκώνες. Είχε στο ντεκολτέ πιο σκούρα ροζ δαντέλα, οπότε ήταν λιγάκι καλύτερο από ένα απλό πουλόβερ. Συνδύασα και ένα ασημένιο κολιέ και βραχιόλια και αποφάσισα πως ήμουν μια χαρά. Μήπως όμως θα έπρεπε να προτιμήσω κάτι πιο κολακευτικό; Αυτό το πουλόβερ δεν αναδείκνυε και τόσο το στήθος μου – κι όπως λένε, αφού το έχεις, δείξ’ το! Ή μήπως όχι; Κοίταξα το ρολόι. Να πάρει! Θα έπρεπε να είχα φύγει ήδη πριν από πέντε λεπτά. Θα πήγαινα αναγκαστικά με το πουλόβερ. «Γεια!» φώναξα κατεβαίνοντας τη σκάλα. «Καλά να περάσεις», αποκρίθηκε ο πατέρας μου. Ο Μπραντ συνέχισε να παίζει με το βιντεοπαιχνίδι του. Έκλεισα την πόρτα και είδα το αμάξι του Λι να περιμένει ήδη απέξω. Ουπς! Προχώρησα αμέσως απ’ την άλλη πλευρά και κάθισα στη θέση του συνοδηγού. «Συγγνώμη», είπα κάπως λαχανιασμένη. «Όμως δε βλάπτει να περιμένει και λίγο, έτσι;» Γέλασα αμήχανα και κοίταξα με την άκρη του ματιού μου προς τη θέση του οδηγού. «Νόα», ξεφώνισα. «Τι


γυρεύεις εσύ εδώ;» «Ο Λι είχε κάτι δουλίτσες να τελειώσει, πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να είμαι εγώ ο σοφέρ σου γι’ απόψε». «Αν το ήξερα, θα έπαιρνα ταξί ή θα ζητούσα απ’ τον πατέρα μου να με πάει. Γιατί δε μου έστειλε μήνυμα ο Λι να μου το πει;» «Νόμιζα πως σου έστειλε». «Όχι». «Τι να πω, δεν ξέρω», απάντησε ο Νόα και με κοίταξε με ένα επικριτικό βλέμμα. «Καλό είναι;» ρώτησα αμήχανα δείχνοντας το πουλόβερ μου. «Μήπως είναι πολύ πρόχειρο; Δεν το έχω ξανακάνει αυτό, βλέπεις. Εξαιτίας κάποιου...» «Καλό είναι», απάντησε εκείνος με ένα ξερό χαμόγελο. «Και τα μαλλιά μου;» «Μια χαρά», αποκρίθηκε ο Νόα με αβεβαιότητα. Έβαλε ταχύτητα και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Τουλάχιστον ντύθηκες φυσιολογικά». «Τι εννοείς φυσιολογικά;» «Όπως συνήθως. Θέλω να πω ότι δεν τα έχεις πετάξει όλα έξω ή τίποτα τέτοιο». «Ουάου! Να το πάρω σαν κομπλιμέντο αυτό;» «Μπα... Ελ, αν αυτός ο τύπος κάνει καμιά περίεργη κίνηση, και όταν λέω περίεργη κίνηση, εννοώ το παραμικρό...» «Νόα. Αγόρι είναι. Κι εγώ κορίτσι. Πολλοί φιλιούνται στο πρώτο ραντεβού, ξέρεις. Δε θα προσπαθήσει να με ρίξει και στο κρεβάτι πριν προλάβει να τελειώσει η ταινία. Δεν είναι όλοι σαν εσένα, ξέρεις». Ο Νόα κατσούφιασε. «Απλά λέω...» Απομείναμε για λίγο σιωπηλοί. «Τον τελευταίο μήνα νομίζω πως σου έχω μιλήσει πιο πολύ απ’ ό,τι ολόκληρο το χρόνο», σχολίασα σαν να μην έτρεχε τίποτα. «Ναι. Περίεργο». Έστειλα μια θυμωμένη ματιά στην οροφή του αυτοκινήτου. Ε, ναι, λοιπόν, δεν έτρεχε απολύτως τίποτα μεταξύ μας, έστω κι αν είχα ακόμη εκείνο το κόλλημα μαζί του. Του ήμουν παντελώς αδιάφορη, με μόνη εξαίρεση το πόσο υπερπροστατευτικός ήταν. Πόσο καιρό είχα σπαταλήσει με το να είμαι κολλημένη μαζί του... Αν και ήταν πολύ όμορφος, ειδικά έτσι όπως τα μαλλιά έπεφταν μες στα μάτια του και η λάμψη απ’ το ταμπλό σκίαζε το πρόσωπό του. Σε λίγο θα βγεις ραντεβού με άλλον! Ε! Γη καλεί Ελ! Προσπάθησα να συνέλθω. «Ευχαριστώ που μ’ έφερες. Άσε με εδώ». «Εντάξει. Θες να έρθω να σε πάρω;» «Ο Κόντι είπε πως θα με γυρίσει εκείνος στο σπίτι. Αν όχι, θα τηλεφωνήσω στον πατέρα μου ή στον Λι». «Έγινε». Βγήκα απ’ το αμάξι αναποδογυρίζοντας τις κόρες των ματιών μου και κατευθύνθηκα προς την είσοδο του σινεμά. Κοίταξα γύρω μου. Πουθενά ο Κόντι. Με είχε στήσει; Κοίταξα μέσα, αλλά ούτε εκεί τον είδα... Μα πού στο καλό ήταν; Οι παλάμες μου άρχισαν να ιδρώνουν λιγάκι· το στομάχι μου να σφίγγεται.


Αφού πέρασαν λίγα λεπτά, έβγαλα το κινητό μου και έγραψα: Έφτασα. Είσαι μέσα; Ορίστε. Τέλειο. Ούτε πολύ συναισθηματικό ούτε τίποτα. Το έστειλα και περίμενα απάντηση. Περίμενα τρεισήμισι ολόκληρα λεπτά μέχρι να μου απαντήσει. Σε λίγο είμαι εκεί. Α, τέλεια. Κοίτα να δεις που τελικά κατέληξα να τον περιμένω. Ακούμπησα σε μια κολόνα κοιτάζοντας το κινητό μου σαν να ήμουν απασχολημένη με κάτι. Στην πραγματικότητα έμπαινα σε όποιο apps έβρισκα και μετά ξαναέβγαινα. Ήλπιζα πως δεν έδειχνα τόσο ανήσυχη ή αμήχανη όσο ένιωθα. «Σ’ έστησε;» Τινάχτηκα από την τρομάρα μου και κοπάνησα τον Νόα στο απίστευτα σκληρό στήθος του. «Με κατατρόμαξες! Και όχι, έρχεται». Ο Νόα έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Νόμιζα πως είπες ότι ήθελες να τον κάνεις να περιμένει». «Ναι...» «Εγώ σ’ το είχα πει». «Νόα, γύρνα στο σπίτι. Τι κάνεις; Με παρακολουθείς;» «Απλά απολαμβάνω το θέαμα», αποκρίθηκε εκείνος ειρωνικά. «Φαίνεσαι σαν να σε έχουν στήσει, ξέρεις». «Όχι και τόσο όσο συνεχίζεις να κάθεσαι εδώ μαζί μου», του ανταπάντησα απότομα. «Χα! Τώρα δε δείχνω και τόσο χαζή, έτσι δεν είναι; Εξάλλου, ο Κόντι μάλλον θα κόλλησε στην κίνηση ή κάτι τέτοιο. Δεν τρέχει δα και τίποτα». Ο Νόα κούνησε δύσπιστα το κεφάλι. Μείναμε εκεί χωρίς να μιλάμε για άλλο ένα ατελείωτο λεπτό. Αναρωτιόμουν συνεχώς αν έπρεπε να του πιάσω κουβέντα, αλλά θυμόμουν ότι ήμουν θυμωμένη μαζί του και αμέσως έκλεινα το στόμα μου. Θα πρέπει να έμοιαζα με ψάρι έτσι όπως ανοιγόκλεινα τα χείλη μου. Και το γεγονός ότι ο Νόα είχε ακουμπήσει στην κολόνα απέναντί μου και με κοίταζε να πλέκω και να ξεπλέκω αμήχανα τα χέρια μου δε βοηθούσε καθόλου την κατάσταση. «Ε!» Γύρισα και είδα τον Κόντι να έρχεται προς το μέρος μου. «Γεια», τον χαιρέτησα χαμογελώντας. Το βλέμμα του ταξίδεψε φευγαλέα από μένα στον Νόα, ο οποίος τον κοίταζε με το πιο ψυχρό ύφος που είχα δει ποτέ μου. Τρομακτικό. Απειλητικό. Προσπάθησα να συγκρατηθώ. «Δεν είναι ώρα να φεύγεις, Νόα;» Εκείνος συνέχισε να κοιτάζει τον Κόντι για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη κι έπειτα μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε δίχως να πει λέξη. Αναστέναξα ανακουφισμένη και χαλάρωσα. «Συγγνώμη, έπρεπε να σταματήσω για βενζίνη. Είχε απίστευτη ουρά στο βενζινάδικο. Με συγχωρείς. Πάμε μέσα», με παρότρυνε ο Κόντι νεύοντας προς την είσοδο. Χαμογέλασα και τον ακολούθησα. «Θες να πάρεις κανένα σνακ; Πάω να βγάλω εισιτήρια». «Ναι, αμέ. Ε, αλμυρό ποπκόρν;» «Ναι, μια χαρά», απάντησε εκείνος και μου χάρισε ένα χαμόγελο, αν και κάπως σφιγμένο. Μάλλον θα ήταν η φαντασία μου. Καθώς παράγγελνα ποπκόρν, αναρωτήθηκα μήπως θα έπρεπε να είχα πάρει κάτι άλλο... Κάτι που δεν κολλάει στα δόντια, ας πούμε. Αν τελικά φιλιόμασταν, τότε... Αναστέναξα. Ήμουν τόσο άπειρη σε ό,τι είχε να κάνει με τα ραντεβού.


Ευχαρίστησα τον πωλητή και στράφηκα προς τον Κόντι. Τον είδα να με περιμένει σε μια γωνιά κατσουφιασμένος. «Τι δουλειά είχε ο Φλιν εκεί έξω;» ρώτησε. Α, έτσι εξηγούνταν, λοιπόν, τα μούτρα! «Λες και δεν τον ξέρεις», μουρμούρισα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Μην το σκέφτεσαι». «Δεν ήξερα πως έχετε τόσο στενές σχέσεις». «Δεν έχουμε. Ο Λι ήταν απασχολημένος, γι’ αυτό με έφερε ο Νόα – ο Φλιν». «Α, μάλιστα». Μπήκαμε στην αίθουσα. Είχαν αρχίσει ήδη οι διαφημίσεις. Άφησα τον Κόντι να προχωρήσει μπροστά για να διαλέξει τις θέσεις μας. Πήγε προς τη μέση. Όχι πίσω πίσω όπου πήγαιναν τα ζευγαράκια για να φιληθούν. Δεν ήξερα αν αυτό ήταν καλό ή κακό. «Θες να πάμε να φάμε κάτι μετά;» βρήκα το κουράγιο να ψιθυρίσω. «Έφαγα πριν έρθω, συγγνώμη... δεν το ήξερα... αλλά αν θες...» «Όχι, όχι, δεν πειράζει», βιάστηκα να πω. «Σσς!» έκανε κάποιος πίσω μας. Στριφογύρισα τις κόρες των ματιών μου και λούφαξα στη θέση μου. Η ταινία ξεκίνησε κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Αναρωτήθηκα αν ο Κόντι θα τέντωνε το χέρι του για να το περάσει γύρω από τους ώμους μου. Ή αν θα έκανε κίνηση να με φιλήσει. Δεν είχα ιδέα αν μέχρι εκείνη τη στιγμή το ραντεβού θεωρούνταν πετυχημένο. Ο συνοδός μου είχε αργήσει να έρθει, αν και ήταν αρκετά ευγενικός. Δεν προσπάθησε να κάνει κίνηση, αλλά ίσως και να βιαζόμουν. Μήπως μόνο στα βιβλία και στις ταινίες έκαναν οι άντρες κίνηση για φιλί στο πρώτο ραντεβού; Μπορεί να ένιωθε απλά το ίδιο αμήχανος. Πολύ πιθανό – είχε κάθε δικαίωμα να αισθάνεται έτσι έπειτα από όλες εκείνες τις απειλές του Φλιν για όποιον θα με κοιτούσε, πόσω μάλλον από τη στιγμή που τόλμησε να βγει μαζί μου. Ήταν απλά γελοίο. Ώρες ώρες τον μισούσα τόσο πολύ τον Νόα. Η ταινία τελείωσε και βγήκαμε έξω. Ο Κόντι άνοιξε συζήτηση, πρώτα για το έργο που είδαμε και μετά για το ποια άλλα μου άρεσαν. Έβλεπε ταινίες επιστημονικής φαντασίας και θρίλερ, ενώ εγώ προτιμούσα περισσότερο τις περιπέτειες και τα αισθηματικά. Δε μας άρεσαν πολλά ίδια έργα. Ούτε στη μουσική μπορώ να πω ότι είχαμε τις ίδιες προτιμήσεις. Ωστόσο ήταν καλός τύπος και μπορούσες να κουβεντιάσεις εύκολα μαζί του. Απλά... δε φαινόταν να έχουμε και πολλά κοινά. Συνεχίσαμε να μιλάμε στη διάρκεια της επιστροφής, μέχρι που φτάσαμε έξω από το σπίτι μου. Ξεκούμπωσα τη ζώνη μου, αλλά δεν έκανα αμέσως κίνηση να βγω. Προσπάθησα να δείχνω ψύχραιμη και να κάνω ό,τι είχα δει στις ταινίες. (Πάντα τις θεωρούσα άριστη πηγή εκπαίδευσης. Πάλι καλά που είχα δει και το Ο Τζον Τάκερ πρέπει να πεθάνει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο.) «Λοιπόν, ευχαριστώ, Κόντι», είπα χαμογελαστή. «Πέρασα πολύ ωραία». «Ναι. Να το ξανακάνουμε κάποια στιγμή. Έχεις το τηλέφωνό μου, έτσι;» «Απ’ ό,τι θυμάμαι, ναι», αστειεύτηκα κι εκείνος μου χαμογέλασε. Τον είδα να κοιτάζει τα χείλη μου και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Ω Θεέ μου! Ω Θεούλη μου! Θα με φιλήσει τώρα, ε; Ω Θεούλη μου! Έσκυψε προς το μέρος μου. Ναι, πράγματι θα με φιλούσε. Το πρώτο μου φιλί. Θα φιλιόμουν για πρώτη φορά με τον Κόντι Κένεντι. Ήταν ευγενικός, ομορφούλης και τα πηγαίναμε καλά... Όμως, ειλικρινά, δεν ένιωθα τίποτα γι’ αυτόν. Κι αν η γλώσσα μου πιανόταν στο σκουλαρίκι του, σε περίπτωση που με φιλούσε με γλώσσα; Δεν ένιωθα καθόλου


έτοιμη για κάτι τέτοιο. Καθόλου, μα καθόλου έτοιμη. Να που συνέβαινε όμως. Ο Κόντι έσκυψε ακόμη πιο κοντά μου... Το πρώτο μου φιλί! Δείλιασα. Γύρισα το κεφάλι και τον φίλησα στο μάγουλο. Βγήκα απ’ το αμάξι πριν προλάβω να νιώσω μεγαλύτερη ντροπή με αυτό που μόλις είχα κάνει. Του κούνησα το χέρι χαμογελώντας και κατευθύνθηκα προς την εξώπορτα του σπιτιού μου όσο πιο γρήγορα γινόταν, ενώ παράλληλα προσπαθούσα να το παίξω ψύχραιμη. Μπήκα μέσα, έκλεισα την πόρτα και έγειρα πάνω της. Ξεφύσηξα και σωριάστηκα στο πάτωμα θάβοντας το κεφάλι μέσα στα χέρια μου. «Είμαι τόσο χαζή». Ο Κόντι μάλλον δε θα ήθελε να ξαναβγούμε τώρα. Όχι πως εγώ ήμουν εντελώς σίγουρη πως ήθελα, αλλά η αλήθεια ήταν πως, αν μου το ζητούσε, δε θα μπορούσα να αρνηθώ. Εξάλλου, ένα και μόνο ραντεβού δεν ήταν αρκετό για να τον γνωρίσω κανονικά, ειδικά με τέτοια αμηχανία που ένιωθα. Έσυρα τα βήματά μου μέχρι το κρεβάτι αγνοώντας για πρώτη φορά τις κλήσεις του Λι. Δεν είχα όρεξη να μιλήσω αυτή τη στιγμή. Είχα νευριάσει τόσο πολύ με τον εαυτό μου για το φιάσκο του πρώτου ραντεβού μου. Πάλι καλά που δεν παίρνω μέρος και στο κιόσκι φιλιών, σκέφτηκα με ένα σαρκαστικό χαμόγελο.


Κεφάλαιο 8

ΕΔΩΣΑ ΣΤΟΝ ΛΙ πλήρη αναφορά για το ραντεβού κι εκείνος μου χάρισε ένα συμπονετικό χαμόγελο. «Και παρ’ όλα αυτά θες να ξαναβγείς μαζί του; Δε μου φαίνεται πως πέρασες και τόσο καλά...» «Ναι, πράγματι», μουρμούρισα βγάζοντας κάτι ανύπαρκτα χνούδια από το τζιν μου. «Όμως δεν ξέρω. Μάλλον θα δεχόμουν αν μου το ξαναζητούσε... Άουτς! Τι ήταν αυτό;» ξεφώνισα όταν ο Λι με χτύπησε δυνατά στο μπούτι. «Σταμάτα να είσαι τόσο καλή!» με μάλωσε εκείνος. «Αυτός ο τύπος προφανώς δε σου αρέσει. Αν όμως προσπαθήσεις να κάνεις την καλή, θα είναι σαν να παίζεις μαζί του». «Δεν παίζω. Απλώς... του δίνω μια δεύτερη ευκαιρία. Δε γίνεται να βρεις το άλλο σου μισό από το πρώτο κιόλας ραντεβού». Ο Λι ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Δεν παίζω μαζί του!» «Κι όμως, δε λέω πως το κάνεις επίτηδες, αλλά επειδή θες να το παίξεις ευγενική». Αναστέναξα και σωριάστηκα ανάσκελα στο γρασίδι. «Τόσο κακός άνθρωπος είμαι;» «Στον Νόα πάντως δεν μπορώ να πω πως είσαι και καλή». «Ναι, αλλά είναι ο Νόα. Α, και παρεμπιπτόντως, σ’ ευχαριστώ πολύ που με ενημέρωσες ότι θα με πήγαινε εκείνος», είπα με σαρκασμό. «Α, ναι. Λάθος μου. Είδες όμως; Δε σκοτωθήκατε αυτή τη φορά». «Ήμουν έτοιμη να τον καρυδώσω, πίστεψέ με. Έπρεπε να δεις πώς κοιτούσε τον Κόντι μόλις ήρθε! Μα το Θεό, ο αδερφός σου είναι το πιο σπαστικό άτομο στον κόσμο!» Ο Λι απλά γέλασε. Κοίταξα κατσουφιασμένη τα κάτασπρα σύννεφα που περνούσαν από πάνω μου και ένιωσα τους παλμούς της καρδιάς μου να ηρεμούν. Η θέα των σύννεφων είχε κάτι το χαλαρωτικό. «Συγγνώμη», είπε στο τέλος ο Λι. «Έχεις πλάκα όταν θυμώνεις». «Ό,τι πεις». «Τέλος πάντων. Σου τηλεφώνησε ξανά ο Κόντι από τότε;» Ήταν Σάββατο, τρεις το μεσημέρι. Και όχι, ο Κόντι ούτε μου είχε στείλει μήνυμα, ούτε μου είχε τηλεφωνήσει και κάτι μου έλεγε πως ούτε κι εκείνος πέρασε και τόσο καλά στο ραντεβού μας. «Όχι», απάντησα. «Δε με πήρε». «Δε γουστάρει», είπε ο Λι και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Τι; Και πού το ξέρεις εσύ; Μπορεί να μην είχε χρόνο. Ή να το παίζει δύσκολος». Η έκφραση του κολλητού μου είχε μια συμπονετική χροιά. «Λυπάμαι, Ελ, αλλά απλά δε γουστάρει. Πίστεψέ με. Άντρας είμαι. Ξέρω πώς συμπεριφερόμαστε σε ό,τι έχει να κάνει με κοπέλες». «Καλά», ψέλλισα. «Ίσως να μη γουστάρει πια. Ίσως έπρεπε να τον είχα φιλήσει». «Άντε πάλι τα ίδια», μουρμούρισε ο Λι. «Δεν ήσουν υποχρεωμένη να τον φιλήσεις. Απλά δε σας έκατσε. Σιγά το θέμα. Ξεκόλλα». «Δεν είμαι σίγουρη πόσο με βοηθούν αυτή τη στιγμή οι συμβουλές σου». «Κοίτα, δεν είμαι γκόμενα. Δε θα καθίσω εδώ όλη τη μέρα να το αναλύω». «Ναι, αλλά εμένα κάθισες και με άκουσες να το αναλύω», γκρίνιαξα.


«Ακριβώς». Αναστέναξα. «Εντάξει, μάλλον έχεις δίκιο. Θα είναι κάπως περίεργα τα πράγματα στο σχολείο, δε νομίζεις;» «Μόνο αν τα κάνεις εσύ περίεργα». «Ναι, σωστά», είπα και ύστερα πετάχτηκα τόσο απότομα, ώστε ζαλίστηκα. «Μην πεις στον αδερφό σου πόσο χάλια πήγε το ραντεβού μου με τον Κόντι, εντάξει;» «Από πού και ως πού να του πω;» «Να... σε περίπτωση που ρωτήσει. Πες πως πήγε καλά. Αν χρειαστεί να αναφέρεις κάτι, πες πως ο Κόντι κι εγώ απλά δεν κολλούσαμε. Όχι όμως αυτά που σου είπα». «Καλά...» συμφώνησε ο κολλητός μου με ένα καχύποπτο ύφος, αλλά δε με ρώτησε τίποτα. Δεν ήθελα ούτε να φανταστώ το αυτάρεσκο υφάκι του Νόα μόλις θα μάθαινε πώς πήγε το ραντεβού μου με τον Κόντι. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι που δεν ήθελε να τα φτιάξω με κανέναν, τα είχε καταφέρει μια χαρά. Αναστέναξα σιγανά και έκλεισα τα μάτια αφήνοντας τον ήλιο να μου ζεστάνει τα μάγουλα. Ο Λι ξάπλωσε δίπλα μου και μείναμε εκεί να απολαμβάνουμε τη λιακάδα, τόσο ικανοποιημένοι και χαλαροί, ώστε δε θέλαμε να μιλήσουμε άλλο. Όλο το Σαββατοκύριακο πέρασε έτσι χαλαρά. Δεν είχαμε όρεξη για τίποτα ιδιαίτερο. Είδαμε ταινίες, αράξαμε στον ήλιο, κάναμε βουτιές στην πισίνα και προσπαθήσαμε να διαβάσουμε και λίγο (αν και δεν τα καταφέραμε ιδιαίτερα). Έτσι, η Δευτέρα έφτασε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο θα ήθελα. Την πρώτη ώρα είχα Χημεία. Με τον Κόντι. Ο οποίος όλο το Σαββατοκύριακο δε μου έστειλε ούτε ένα μήνυμα, ούτε μου τηλεφώνησε. Δεν ήξερα αν απλά δεν ήθελε ούτε εκείνος να ξαναβγούμε ή αν έπρεπε να ανησυχήσω μήπως με αντιπάθησε. Κάποιοι μου έστειλαν ήδη μήνυμα ή μου τηλεφώνησαν για να με ρωτήσουν πώς πήγε το ραντεβού. «Καλά», απαντούσα πάντα εγώ. Όταν με ρωτούσαν αν θα τον ξανάβλεπα, έλεγα πως δεν ξέρω. Όταν ζητούσαν να μάθουν αν φιληθήκαμε, αναγκαστικά απαντούσα αρνητικά. Τώρα όμως έπρεπε να αντικρίσω τον Κόντι και δεν ήξερα πώς να φερθώ. Ναι, ήταν καλός και συνεννοήσιμος, αλλά δεν τον έβλεπα ερωτικά. Προφανώς, ούτε κι εκείνος με έβλεπε έτσι, απ’ τη στιγμή μάλιστα που δε μου τηλεφώνησε. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθω ανακούφιση. Αν τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία, τότε τα πράγματα μεταξύ μας δε θα ήταν και τόσο αμήχανα, σωστά; «Οχ, όχι!» Σήκωσα το βλέμμα απ’ το ντουλάπι μου και είδα τον Ντίξον να με πλησιάζει. «Φόρεσες πάλι παντελόνι! Μου λείπει η φούστα σου. Ήσουν πολύ σέξι». «Πολύ αστείο». «Δεν το είπα γι’ αστείο», αποκρίθηκε εκείνος γελώντας. Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου και συνέχισα να ψάχνω το τετράδιο των Μαθηματικών. «Τέλος πάντων, οι πάντες μιλούν για το ραντεβού σου με τον Κόντι...» «Γιατί; Δεν ήταν και τόσο ενδιαφέρον. Πίστεψέ με». «Ναι, το ξέρω αυτό, αλλά είναι ο πρώτος που πήρε το ρίσκο να σου ζητήσει να βγείτε». Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους και έσφιξα τα δόντια μόλις θυμήθηκα πόσο πολύ με είχε τσατίσει ο Νόα με εκείνο το «Δε θέλω να πληγωθείς». «Ο Κόντι είπε σε όλους πως δεν ήθελες να τον φιλήσεις».


«Δεν είναι έτσι... Για περίμενε, το είπε σε όλους; Έτσι διέδωσε;» «Όχι ακριβώς. Κάποια αγόρια τον είχαν πρήξει και τους είπε έτσι για να τους ξεφορτωθεί. Να, ξέρεις, επειδή το ραντεβού σας ήταν μεγάλο θέμα. Οπότε... τώρα όλοι νομίζουν πως δεν ήθελες να τον φιλήσεις». «Απλά ήταν που... Δεν ξέρω...» «Δε χρειάζεται να δικαιολογείσαι», είπε ο Ντίξον με ένα πλατύ χαμόγελο. «Να ξέρεις πως κάποιοι θα αρχίσουν τα κουτσομπολιά και τις ερωτήσεις, οπότε να είσαι προετοιμασμένη». «Ευχαριστώ για την προειδοποίηση», ψέλλισα. «Παρακαλώ». Και είχε δίκιο. Διάφοροι έρχονταν συνεχώς και με ρωτούσαν: «Είναι αλήθεια πως δεν ήθελες να φιλήσεις τον Κόντι; Γιατί δε τον φίλησες;» Την πρώτη φορά πανικοβλήθηκα. Δεν ήμουν διατεθειμένη να τους πω τον πραγματικό λόγο, οπότε κατέβασα κάτι αρλούμπες του τύπου «Δεν... δεν ένιωθα πολύ καλά. Και σκέφτηκα πως μπορεί να είχα τίποτα κολλητικό». Τι ψέμα! Είμαι σίγουρη πως το κατάλαβαν όλοι, παρ’ όλα αυτά κανείς δεν το έδειξε. Μπήκα στο εργαστήριο της Χημείας. Ο Κόντι ήταν ήδη εκεί. Κοντοστάθηκα λίγο κι αναρωτήθηκα αν έπρεπε να καθίσω δίπλα του ή όχι. Εκείνος όμως μου έσκασε ένα χαμόγελο, έτσι τον πλησίασα. «Γεια», είπα σαν να μην έτρεχε τίποτα. «Ξέρεις, αν ήσουν άρρωστη την Παρασκευή, έπρεπε να μου το πεις». «Έχεις δίκιο, αλλά ένιωθα καλά πριν βγούμε και δεν ήθελα να το ακυρώσω», απάντησα σχεδόν μουρμουρίζοντας. «Συγγνώμη». «Δεν τρέχει τίποτα». «Οπότε, εμ... Ναι...» Ξερόβηξα και ο Κόντι γέλασε αμήχανα. «Δε θέλω να με πάρεις για κανένα βλάκα, αλλά... το σκέφτηκα και...» «Θα ήταν καλύτερα να μείνουμε φίλοι», τον διέκοψα μετανιώνοντας την ίδια στιγμή κιόλας, όταν συνειδητοποίησα πως ίσως δεν ήθελε να πει αυτό. Τέλεια! Μπορεί μόλις να είχα σκάψει το λάκκο μου. «Ε, ναι», είπε εκείνος και χαμογέλασε αμήχανα. «Χωρίς παρεξήγηση. Απλά, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν... κολλάμε». «Καμία παρεξήγηση», αποκρίθηκα. «Ακριβώς το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ». Ήλπισα πως η ανακούφισή μου δε θα ήταν τόσο έκδηλη. «Λοιπόν, έχεις κάνει τις ασκήσεις; Εγώ δεν έλυσα την οχτώ». Και κάπως έτσι επέστρεψα (δυστυχώς) και πάλι στο συνηθισμένο, ανέραστο τρόπο ζωής μου. Φτιάχναμε την ταμπέλα για τον πάγκο μας. Είχαμε ήδη κόψει τα γράμματα και ο Λι είχε λειάνει τις άκρες τους. Απέμενε μόνο να τα χρωματίσουμε και να τα καρφώσουμε στο κιόσκι μας. Είχαμε αφήσει κάποια διακοσμητικά στο σπίτι μου και οι αφίσες ήταν κι αυτές έτοιμες. Φτιάξαμε και κάνα δυο τιμοκαταλόγους. «Όλη την εβδομάδα οι πάντες με ρωτούν τι συνέβη μ’ εσένα και τον Κόντι», είπε ο Λι. Ήταν Τετάρτη μεσημέρι μετά το σχολείο και έπρεπε να βιαστούμε για να τα έχουμε όλα έτοιμα πριν από το βράδυ της Παρασκευής.


«Δε νομίζω να με έκαψες;» «Όχι, δεν τους είπα την αλήθεια», απάντησε εκείνος γελώντας και ξαναβούτηξε το πινέλο του στη ροζ μπογιά. «Αν και δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο ανέφερες πως ήσουν άρρωστη». «Ήταν αληθοφανές», δικαιολογήθηκα. «Αυτό μου κατέβηκε να πω εκείνη τη στιγμή». «Μάλιστα. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι πιστεύουν πως έφταιγε απλά ο Νόα που τον τρόμαξε». «Η αλήθεια είναι πως είχε πάρει ένα πολύ απειλητικό ύφος όσο περίμενα τον Κόντι», παραδέχτηκα βάφοντας με το βουρτσάκι του λιπ γκλος μου ένα από τα ήδη στεγνά γράμματα. Ο Λι ανασήκωσε τους ώμους. «Σέλι...» είπε λίγο αργότερα σπάζοντας τη σιωπή. «Ναι;» «Σε τρομάζει ποτέ; Θέλω να πω... Το ξέρω πως δεν είναι και ο Χουλκ ή τίποτα τέτοιο, αλλά μερικές φορές είναι κάπως ευέξαπτος». «Έτσι είναι ο Νόα. Σχεδόν μαζί μεγαλώσαμε. Δε γίνεται να με φοβίσει. Ξέρω πως φαίνεται κάπως... τρομακτικός...» «Ναι, όντως», συμφώνησε ο κολλητός μου και πέταξε το πινέλο του στο δοχείο με την μπογιά πιτσιλώντας με παστέλ ροζ το πρόσωπο, το πουκάμισο, τη γραβάτα, τα μαλλιά μου... «Λι!» ούρλιαξα. «Συγγνώμη!» Άρπαξα ένα πινέλο και το βούτηξα στη μαύρη μπογιά, έτοιμη να το τινάξω πάνω του. Όμως πριν προλάβω, κάτι κρύο και υγρό προσγειώθηκε ξανά στο πρόσωπο και στο λαιμό μου, κάνοντάς με να τιναχτώ τόσο απότομα, ώστε το πινέλο μού έπεσε από τα χέρια κι έκανε το πουκάμισό μου χάλια. Ο κολλητός μου λύθηκε στα γέλια. Τον κοίταξα εκνευρισμένη περιμένοντας να σταματήσει. «Δεν είναι αστείο». «Είναι! Έπρεπε να δεις τη... τη φάτσα σου!» είπε ο Λι πιάνοντας τα πλευρά του απ’ τα γέλια. Τον αγριοκοίταξα και άρπαξα την τσάντα μου. «Π... πού πας;» «Στα αποδυτήρια για να βγάλω αυτές τις αηδίες από πάνω μου», απάντησα απότομα. «Και σταμάτα να γελάς!» «Δεν μπορώ!» είπε εκείνος με κομμένη την ανάσα έχοντας διπλωθεί στα δύο απ’ τα γέλια. «Τι φάτσα ήταν αυτή!» Όρμησα έξω απ’ την αίθουσα και κοπάνησα την πόρτα πίσω μου. Είχα την εντύπωση πως φύλαγα ένα έξτρα πουκάμισο στο ντουλάπι μου. Θα πηγαίναμε για χάμπουργκερ μετά και δεν ήθελα να είμαι σαν Πικάσο. Πάντα πίστευα πως τα αποδυτήρια του σχολείου μας ήταν πολύ περίεργα: ένας μεγάλος κοινόχρηστος διάδρομος γεμάτος αναρτημένες ανακοινώσεις, που οδηγούσε στο γυμναστήριο, γεμάτο κι αυτό με διαδρόμους και βάρη, και μετά έξω στα γήπεδα. Τα αποδυτήρια των κοριτσιών ήταν τέρμα αριστερά, ενώ των αγοριών δεξιά. Φτάνοντας στο διάδρομο, είδα ολόκληρη την ομάδα του ράγκμπι να μπαίνει σαν σίφουνας απ’ την πόρτα. Είχα ήδη βγάλει τη γραβάτα μου και άρχισα να ξεκουμπώνομαι. Δε σκέφτηκα πως μπορεί να έμπαινε κάποιος μέσα. Με το που με είδαν τ’ αγόρια, σταμάτησαν να τρέχουν και εγώ κοκάλωσα. Και τότε όλοι ξέσπασαν στα γέλια. Προφανώς, το θέαμα ήταν ξεκαρδιστικό. «Τι έγινε;» ρώτησε ο Τζέισον και δάγκωσε τα χείλη του για να μη γελάσει. «Βάφαμε την ταμπέλα για το κιόσκι μας», απάντησα. «Και ο Λι είχε έναν κουβά με μπογιά δίπλα


του. Χρειάζεται να συνεχίσω;» Ο Τζέισον κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Τα περισσότερα αγόρια άρχισαν να μπαίνουν στα αποδυτήρια. Γελούσαν ακόμη και με κοίταζαν. Έπιασα κάνα δυο να καρφώνουν αναίσχυντα τα βλέμματά τους στο μισοξεκούμπωτο πουκάμισό μου και έκρυψα το στήθος με το χέρι μου. «Ω, ελάτε τώρα!» είπα και έκανα μια στροφή χαρίζοντάς τους ένα πλατύ χαμόγελο. Καλύτερα να το γύριζα στην πλάκα παρά να συνέχιζα να στέκομαι εκεί ντροπιασμένη. «Τόσο χάλια είμαι;» «Εγώ, πάντως, θα πλήρωνα για να σε δω σε γκαλερί», δήλωσε γελώντας ένα αγόρι. Στριφογύρισα τις κόρες των ματιών μου και ξεκίνησα για τα αποδυτήρια των κοριτσιών φωνάζοντάς τους «αντίο». Ένα χέρι με έπιασε από τον ώμο, κάνοντάς με να τρεκλίσω προς τα πίσω, και μετά με ισορρόπησε για να μην πέσω. Στράφηκα για να δω ποιος ήταν. «Α», είπα και το χαμόγελο έσβησε απ’ το πρόσωπό μου. «Τι κάνεις;» ρώτησε τσατισμένος ο Νόα. «Πώς κυκλοφορείς έτσι μισόγυμνη, Ελ;» «Θα κυκλοφορώ όπως θέλω», αντέτεινα και τινάχτηκα πίσω ελευθερώνοντας το χέρι μου. «Σιγά το θέμα. Έλεος πια! Δεν τριγυρίζω και με τα εσώρουχα!» «Ναι, αλλά και πάλι...» Ο Νόα κατέβασε το βλέμμα στο πουκάμισό μου και ύστερα με κοίταξε αυστηρά. «Παράτα με!» φώναξα και τον αγριοκοίταξα. «Ειλικρινά, είναι αρκετά σπαστικό που είσαι τόσο υπερπροστατευτικός. Δε χρειάζεται να το φτάνεις και στα άκρα!» «Λοιπόν, τι έγινε με τον Κόντι; Είμαι σίγουρος πως αυτή η ιστορία με την “αρρώστια” σου ήταν ψέμα». Μου κόπηκε η ανάσα. Με εκβίαζε; «Δεν το είπες σε κανέναν, έτσι;» Ο Νόα έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και με κοίταξε με συγκαταβατικό ύφος. «Δε συνηθίζω να κουτσομπολεύω. Και όχι, δεν το είπα σε κανέναν. Επειδή φαντάστηκα πως θα είχες λόγο να επινοήσεις αυτό το ψέμα. Λοιπόν, τι συνέβη;» Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «Τίποτα». «Αποκλείεται να μη συνέβη τίποτα. Σε ξέρω πολύ καλά και καταλαβαίνω πότε λες ψέματα. Λοιπόν, θα μου πεις τι έγινε;» Δάγκωσα τα μάγουλά μου από μέσα μην μπορώντας να αποφασίσω αν έπρεπε να του μιλήσω ή απλά να του ζητήσω να μη χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις μου. Αν δεν του το έλεγα όμως, ίσως έβγαζε το ηλίθιο συμπέρασμα πως ο Κόντι είχε κάνει κάτι άπρεπο. Όση ώρα προσπαθούσα να αποφασίσω, δε γινόταν να μην παρατηρήσω πόσο σέξι ήταν με τη στολή του ράγκμπι και το κράνος κάτω από τη μασχάλη του. Τα μαλλιά του ήταν κάπως νωπά από τον ιδρώτα και γενικά ήταν... ουάου. Απάντησα προτού καταλάβει πως τον κοιτούσα εξεταστικά. «Πριν με αφήσει στο σπίτι, έσκυψε να με φιλήσει, αλλά εγώ τον φίλησα στο μάγουλο. Δεν προσπάθησε να κάνει τίποτα, όλα ήταν φυσιολογικότατα, όμως εγώ γύρισα το κεφάλι απ’ την άλλη και ρεζιλεύτηκα. Σιγά το πράγμα. Απλά, έγινε ολόκληρο θέμα χωρίς λόγο». Ο Νόα με κοίταξε καλά καλά για να διαπιστώσει αν έλεγα την αλήθεια. «Αυτό είναι όλο; Είσαι σίγουρη;» ρώτησε. Μου φάνηκε πως προσπαθούσε να μη γελάσει. Ξεφύσηξα αγανακτισμένη. «Ναι. Σιγουρότατη. Γιατί πρέπει να μεγαλοποιείς πάντα τα πράγματα; Φέρεσαι λες και οι πάντες σ’ αυτό το σχολείο με αναγκάζουν να κάνω κάτι που δε θέλω».


Ο Νόα ανασήκωσε το ένα φρύδι με ύφος, σαν να μου έλεγε πως ήμουν πολύ αφελής. Δεν έδωσα σημασία. «Τελείωσε η Ιερά Εξέταση; Μπορώ να πάω να ξεπλυθώ ή μήπως θα μου κάνεις κι άλλες άσκοπες ερωτήσεις;» «Κάποιος έχει νευράκια», παρατήρησε ο Νόα με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Είμαι από πάνω μέχρι κάτω μες στις μπογιές κι εσύ μου κάνεις ανάκριση τρίτου βαθμού για το τίποτα! Φυσικά και θα έχω νεύρα», αποκρίθηκα και έφυγα για τα αποδυτήρια. Όμως, μόλις κοιτάχτηκα στον καθρέφτη... ακόμη κι εγώ γέλασα. Ήμουν χάλια! Τα μαλλιά, το πρόσωπό μου, ο λαιμός και το πουκάμισό μου ήταν καταπιτσιλισμένα με μπογιά... Αν και δεν ήταν και τόσο αστείο, όταν συνειδητοποίησα πως δεν έβγαινε με τίποτα. Ή όταν διαπίστωσα ότι δεν είχα δεύτερο πουκάμισο στο ντουλάπι μου. Έπειτα από περίπου δέκα λεπτά αδιάκοπου τριψίματος, κατάφερα να καθαρίσω σχεδόν τελείως το πρόσωπό μου και λιγάκι τα μαλλιά μου. Η μπογιά είχε αρχίσει να στάζει μέσα απ’ το πουκάμισό μου, γι’ αυτό το έβγαλα και έμεινα με το παντελόνι και το σουτιέν. Η πόρτα άνοιξε. Σκέφτηκα πως θα ήταν ο Λι και δε στράφηκα για να τον κοιτάξω. «Ελ; Ο Λι είπε πως θα πάει για φαγητό με τα παιδιά, αλλά αν θες να γυρίσεις στο σπίτι...» Ο Νόα σταμάτησε μόλις με είδε. Κοκάλωσα μπροστά στον καθρέφτη. Τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν και έστρεψα το κεφάλι για να τον κοιτάξω, με την ελπίδα πως δεν ήμουν τόσο κόκκινη όσο η αντανάκλασή μου. «Τι;» ρώτησα απότομα. «Τίποτα». «Όχι. Εννοώ τι είπες». «Α, ναι, να... εμ, ο Λι θα πάει για φαγητό με τα παιδιά, αλλά είπε πως, αν θες να γυρίσεις στο σπίτι, να σε πάω εγώ. Και αφού, απ’ ό,τι βλέπω, είσαι ακόμη σαν Πικάσο...» Κοίταξα τις ροζ πιτσιλιές στο θώρακά μου και γέλασα προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία μου για το ότι στεκόμουν μπροστά του με το σουτιέν. Με είχε ξαναδεί με μπικίνι, αλλά για κάποιο λόγο... δεν ήταν το ίδιο. «Ναι. Πες του να φύγει». «Εντάξει. Σε πόση ώρα θα είσαι έτοιμη;» «Δεν ξέρω... Αφού θα με πας κατευθείαν στο σπίτι, θα κάνω εκεί μπάνιο, οπότε...» Φόρεσα το νωπό πουκάμισό μου και το κούμπωσα βιαστικά. «Πάμε», είπα και κρέμασα την τσάντα στον ώμο μου. Δε με ενθουσίαζε και ιδιαίτερα το γεγονός ότι θα με πήγαινε στο σπίτι. Ίσως επειδή περίμενα πως θα άρχιζε το κήρυγμα μέσα στο αμάξι. «Πώς πάει με το κιόσκι;» ρώτησε χαλαρά ο Νόα μόλις βγήκαμε στο πάρκινγκ. Τον κοίταξα καχύποπτα. «Τι;» είπε εκείνος παρατηρώντας το ύφος μου. «Ούτε να σου μιλάμε δεν μπορούμε τώρα;» Δε μίλησα παρά μόνο ανασήκωσα με δυσπιστία τα φρύδια μου. «Θα μου απαντήσεις τελικά ή όχι;» Αναστέναξα και έκλεισα σφιχτά τα μάτια. Ένιωθα πως κανονικά θα έπρεπε να ήμουν θυμωμένη μαζί του, αλλά δεν μπορούσα να βρω μια καλή δικαιολογία. Υπέθεσα πως ο Νόα είχε μια περίεργη επίδραση πάνω μου, αν και δεν είχα καταλάβει ακόμη αν ήταν καλή ή κακή. «Μια χαρά πάει. Έχουμε αρκετά να κάνουμε μέχρι την Παρασκευή, αλλά θα τα καταφέρουμε,


αρκεί ο Λι να μη συνεχίσει να βάφει εμένα αντί για τα γράμματα». «Πάντως, για ιμπρεσιονιστικό έργο τέχνης μια χαρά κάνεις». Σταμάτησα επιτόπου αναγκάζοντάς τον να σταθεί λίγα βήματα πιο μπροστά όταν συνειδητοποίησε πως δεν προχωρούσα δίπλα του. Τον κοίταξα ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Νόα. «Έχω την εντύπωση πως αυτό ήταν κομπλιμέντο. Ο Φλιν μόλις έκανε σε κάποιον φιλοφρόνηση. Κανένας φούρνος θα γκρεμίστηκε!» Εκείνος γέλασε σαρκαστικά, αλλά είδα τα μάτια του να φωτίζονται. Του έσκασα ένα λοξό χαμόγελο και συνέχισα να περπατώ δίπλα του. «Θα έρθεις στο πανηγύρι;» τον ρώτησα. «Ναι. Πρέπει. Είναι από εκείνες τις εκδηλώσεις στις οποίες όλοι οι καθηγητές σε “ενθαρρύνουν” να συμμετάσχεις για να δείξεις ότι έχεις “σχολικό πνεύμα” και τέτοιες βλακείες». «Τι λες; Θα περάσεις απ’ το κιόσκι μας;» Ο Νόα με κοίταξε με το ένα φρύδι ανασηκωμένο και πήρε ένα αντιπαθέστατο ύφος. «Γιατί ρωτάς, Σέλι;» «Όλα τα κορίτσια, ειδικά όσες θα είναι στο κιόσκι, μου ζητούν να σε πείσω να περάσεις από εκεί. Για κάποιες, το ενδεχόμενο και μόνο να φιλήσουν τον Νόα Φλιν φαντάζει συναρπαστικό». Το αυτάρεσκο χαμόγελό του πλάτυνε. «Α, μάλιστα. Δηλαδή, δε μου το ζητάς επειδή είναι δική σου επιθυμία;» Στα όνειρά μου. «Όχι, εννοείται πως όχι». «Δεν υπόσχομαι τίποτα. Αν σε ξαναρωτήσουν όμως, πες τους πως ίσως περάσω. Και επειδή μιλάμε για μένα, να είσαι σίγουρη πως θα το κάνουν». «Είσαι μεγάλη ψωνάρα», μουρμούρισα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. Σταμάτησα και κοίταξα γύρω μου. Ο Νόα κρατούσε τα κλειδιά στο χέρι του, αλλά δεν έβλεπα πουθενά το αυτοκίνητό του. «Πού είναι το αμάξι σου;» ρώτησα ακολουθώντας τον. «Δεν το πήρα σήμερα». «Και... πώς ήρθες;» «Με τη μηχανή». Και τότε διέκρινα κάτω από το υπόστεγο την κοκκινόμαυρη μηχανή που είχε φτιάξει από κάτι παλιοσίδερα. Ήταν απίθανη, δε λέω, αλλά δεν είχα ξανανέβει ποτέ μου σε μηχανή. Η σκέψη και μόνο με τρομοκρατούσε. Δεν είχα, λοιπόν, άλλη επιλογή απ’ το να ανέβω σε μια δίτροχη παγίδα θανάτου. Και μάλιστα με οδηγό τον Νόα. «Αν πεθάνω, θα φταις εσύ». «Δε θα πεθάνεις, Ελ. Ορίστε. Φόρα εσύ το κράνος». «Μόνο ένα κράνος έχεις; Κι αν...» «Δε θα συμβεί τίποτα», με διέκοψε εκείνος. «Δεν την έχω στουκάρει ούτε μια φορά», συνέχισε και χτύπησε με δύναμη το τιμόνι, σαν να ήθελε να μου αποδείξει πόσο σταθερή ήταν. «Ναι, αλλά αν συμβεί κάτι και πέσεις; Υπάρχει λόγος που φοράς κράνος, υποτίθεται! Ή μήπως θες να πεθάνεις;» Ο τόνος της φωνής μου γινόταν όλο και πιο υστερικός με κάθε συλλαβή που ξεστόμιζα. Το βλέμμα μου δεν ξεκόλλησε δευτερόλεπτο απ’ τη μηχανή. Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο απαίσια και τρομακτική φάνταζε στα μάτια μου.


«Ανησυχείς για μένα, Σέλι;» με πείραξε ο Νόα. Τον κοίταξα τσατισμένη. Χαμογελούσε με ύφος και πετούσε το κράνος από χέρι σε χέρι. Το άρπαξα μέσα απ’ τις παλάμες του. «Δεν υπάρχει λόγος να τη φοβάσαι», επέμεινε ο Νόα χαϊδεύοντας τη μηχανή σαν να ήταν αξιολάτρευτο κατοικίδιο. «Δε δαγκώνει». «Αυτή μπορεί όχι, για σένα δεν ξέρω», ψέλλισα σχεδόν από μέσα μου. Εκείνος με άκουσε όμως και γέλασε. Έχωσε την τσάντα του κάτω από τη σέλα και από πάνω έβαλε τη δική μου. Έσφιξα τα δόντια και φόρεσα το κράνος. Δεν ήθελα με τίποτα ν’ ανέβω... αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να γυρίσω με κάποιο τρόπο στο σπίτι για να πάω μετά να συναντήσω τον Λι και τα παιδιά. Αν και καλύτερα να είχα βγει στην κατάσταση αυτή για φαγητό παρά να ανέβαινα στη μηχανή του Νόα. Άρχισα να πασπατεύω τα λουριά. Το κράνος ήταν τεράστιο και δεν έβλεπα τι έκανα. Μύριζε κίτρο, όπως το μαξιλάρι του Νόα. Μου άρεσε αυτή η μυρωδιά. Συμμάζεψα τις σκέψεις μου και προσπάθησα να επικεντρωθώ στο κούμπωμα του κράνους, μήπως κι έτσι είχα περισσότερες πιθανότητες να ζήσω. «Περίμενε...» είπε ο Νόα κι ένιωσα τα χέρια του πάνω στα δικά μου καθώς μου έκλεισε το κράνος. Οι άκρες των δαχτύλων του γαργάλησαν το λαιμό μου και για κάποιο λόγο ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Περίεργο... Δεν έδωσα σημασία και το απέδωσα στον τρόμο μου επειδή έπρεπε να ανέβω σ’ αυτό το υποτιθέμενο όχημα. «Έλα, μην κάνεις έτσι», με παρότρυνε ο Νόα και την ίδια στιγμή άλλο ένα αληθινό, αβίαστο χαμόγελο ανέδειξε το λακκάκι του. Η καρδιά μου σκίρτησε. Το λάτρευα αυτό το χαμόγελο. Εκείνος ανέβηκε στη μηχανή κι εγώ σκαρφάλωσα με προσοχή πίσω του. Ευτυχώς που δε φοράω φούστα, μπόρεσα να σκεφτώ μόνο. Ο Νόα άπλωσε τα χέρια πίσω του και έπιασε τα δικά μου τυλίγοντάς τα γύρω από τη μέση του. Κοκάλωσα. «Χαλάρωσε, Ελ». Με μια απότομη κίνηση του ποδιού του, η μηχανή ζωντάνεψε και άρχισε να βρυχάται από κάτω μας. Δεν είχαμε ξεκινήσει καν και ήδη σφίχτηκα πάνω του όσο περισσότερο μπορούσα. Η καρδιά μου χτυπούσε τρομοκρατημένη. Τον άκουσα να γελά μέσα στο βρυχηθμό της μηχανής. Και τότε ξεκινήσαμε. Ήθελα να του φωνάξω: «Κόψε λίγο! Θα σκοτωθούμε!» Όταν όμως άνοιξα το στόμα μου για να μιλήσω, ο ήχος της φωνής μου παρασύρθηκε από τον άνεμο. Διασχίζαμε σαν βολίδα τους δρόμους γλιστρώντας ανάμεσα στην κίνηση και προσπερνώντας ουρές αμαξιών και φορτηγών. Τα μαλλιά μου ανεμοδέρνονταν κάτω από το κράνος και το πουκάμισό μου πλατάγιζε πάνω μου. Άκουγα μόνο τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς μου, το βρυχηθμό της μηχανής και τον άνεμο. Όταν σταματήσαμε πια έξω από το σπίτι μου, δεν μπορούσα να κουνηθώ. Τα χέρια μου ήταν ακόμη τυλιγμένα σφιχτά γύρω από το γυμνασμένο στομάχι του Νόα, τα πόδια μου κολλημένα στα δικά του. Εκείνος ξετύλιξε αργά τα χέρια μου από πάνω του. Συνήλθα και κατέβηκα από τη μηχανή. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί. Σήκωσα τα τρεμάμενα χέρια μου και προσπάθησα να βγάλω το κράνος. Ο Νόα μού το ξεκούμπωσε με μια κίνηση και το τράβηξε πάνω απ’ το κεφάλι μου.


«Τα μαλλιά σου έχουν ηλεκτριστεί», είπε και άπλωσε το χέρι για να μου τα μπερδέψει. Στραβομουτσούνιασα και έκανα να τα στρώσω με τα τρεμάμενα χέρια μου, πράγμα αδύνατο. Είχαν γίνει κουβάρι. Θα μου έπαιρνε ώρες ολόκληρες μέχρι να τα ξεμπερδέψω. Και τα απομεινάρια της μπογιάς σίγουρα δε θα βοηθούσαν ιδιαίτερα. «Ω, έλα τώρα», είπε ο Νόα ακουμπώντας χαλαρά στη μηχανή του. «Μη μου πεις πως δε σου άρεσε». «Ήταν χάλια», απάντησα με περισσή ειλικρίνεια. «Δε είναι ωραία να νιώθεις τον άνεμο στα μαλλιά σου, την ελευθερία, την ταχύτητα;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Ούτε κατά διάνοια. Ήταν χάλια». «Ούτε που με είχες αγκαλιά;» ρώτησε εκείνος με ένα υπεροπτικό χαμόγελο. «Μη μου πεις πως ούτε αυτό δε σου άρεσε». «Νόα, ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα που έχω κάνει ποτέ μου. Δεν πα να είσαι όσο σέξι θέλεις. Κάθε δευτερόλεπτο αυτής της διαδρομής ήταν χάλια». «Με βρίσκεις σέξι;» ρώτησε εκείνος με ένα πλατύ χαμόγελο κι εγώ ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε. «Ω, έλα τώρα! Λες και δεν ξέρεις τι είσαι». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά μου αρέσει να σε ακούω να το παραδέχεσαι». «Είσαι μεγάλος βλάκας, το ξέρεις; Και δεν πρόκειται να ξανανέβω ποτέ σ’ αυτή τη μηχανή». «Ναι, αλλά σέξι βλάκας, σωστά;» με πείραξε ο Νόα. Τον αγριοκοίταξα. «Κόφ’ το», του είπα. «Δώσε μου την τσάντα μου. Σε παρακαλώ», πρόσθεσα. Εκείνος στριφογύρισε τις κόρες των ματιών του και μου έδωσε την τσάντα μου. «Σ’ ευχαριστώ», είπα με ευγένεια και προχώρησα προς την πόρτα. «Α, Ελ;» «Τι;» ρώτησα αναστενάζοντας και γύρισα για να τον κοιτάξω εκνευρισμένη. «Έχεις λίγη μπογιά... Εδώ», απάντησε εκείνος τρίβοντας με ένα τεράστιο χαμόγελο το μάγουλό του για να μου δείξει. Τον αγριοκοίταξα και κοπάνησα την πόρτα πίσω μου. «Ελ; Εσύ είσαι;» φώναξε ο πατέρας μου. Ξεπρόβαλε απ’ την κουζίνα και με κοίταξε έκπληκτος. «Τι συνέβη;» «Δε θες να ξέρεις».


Κεφάλαιο 9

ΙΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑΜΕ να έχουμε εγκαίρως έτοιμο το κιόσκι μας. Την Παρασκευή αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε μέχρι και τη μία ώρα του μεσημεριανού και να μείνουμε ως τις έξι για να τελειώσουμε. Τα κορίτσια στο σχολείο συνέχιζαν να με ρωτούν αν ο Νόα θα περνούσε τελικά από το κιόσκι φιλιών. Τους απαντούσα πάντα το ίδιο πράγμα: «Είπε πως μπορεί, αλλά μην ελπίζετε και πολύ». Και κάθε φορά έβλεπα τα πρόσωπά τους να φωτίζονται από ενθουσιασμό καθώς οι ελπίδες τους αναπτερώνονταν. Τον Νόα δεν τον ξαναείδα από την Τετάρτη που με άφησε στο σπίτι. Είχα το προαίσθημα πως, όταν θα τον ξανάβλεπα, θα με άρχιζε στο δούλεμα, επειδή μου είχε ξεφύγει το σχόλιο πως τον έβρισκα σέξι. Θα το έκανε ολόκληρο θέμα, μόνο και μόνο για να με ρεζιλέψει. Το ήξερα. Το Σάββατο ο Λι πέρασε και με πήρε πρωί πρωί, στις οχτώ. «Μου τη σπάει να σηκώνομαι τόσο πρωί», γκρίνιαξα και βγήκα απ’ το αμάξι έξω απ’ τα Starbucks. Ήθελα απεγνωσμένα έναν καφέ με σαντιγί. Ήμουν ακόμη μισοκοιμισμένη. Αποφάσισα να πάρω και έναν εσπρέσο, μπας και ξυπνούσα λιγάκι. «Εμένα μου λες», συμφώνησε μουρμουρίζοντας ο Λι. Σύραμε τα βήματά μας στο ταμείο και ο κολλητός μου παράγγειλε τους καφέδες μας και τους πλήρωσε. Το πανηγύρι ξεκινούσε στις δέκα, αλλά έπρεπε να είμαστε εκεί απ’ τις εννιά για να κάνουμε τις τελευταίες ετοιμασίες. Καθίσαμε για να πιούμε τους καφέδες μας και να φάμε μπράουνις. Ναι, ήταν ακόμη πολύ πρωί, αλλά δε με ένοιαζε. Είχα ανάγκη την καφεΐνη, πόσω μάλλον την ενέργεια από τη ζάχαρη. Πριν προλάβω να τελειώσω το δικό μου μπράουνις, ο Λι είχε καταβροχθίσει δύο. Φύγαμε την τελευταία στιγμή και ίσα που προλάβαμε να φτάσουμε στο σχολείο στις εννιά. «Πρωί πρωί, όπως πάντα», σχολίασε ο Τάιρον και γέλασε κουνώντας το κεφάλι μόλις μας είδε να σκάμε μύτη στις εννιά παρά δύο λεπτά. «Το κιόσκι σας είναι εκεί πέρα, δίπλα στον πάγκο με το μαλλί της γριάς». «Τέλεια», είπε ο Λι. Βάλαμε τέσσερα σκαμπό μέσα και κολλήσαμε τα διακοσμητικά που είχαμε φτιάξει από κρεπ παπιέ. Ύστερα αναρτήσαμε μερικές αφίσες τριγύρω για να διαφημίσουμε το κιόσκι μας. Τα πάντα στο πανηγύρι ήταν εντυπωσιακά. Κάποια παιχνίδια φαίνονταν τέλεια. Υπήρχε μέχρι και ένα φουσκωτό κάστρο με τραμπολίνο για τα παιδάκια. Έπρεπε να το παραδεχτώ: το αποτέλεσμα είχε ξεπεράσει τις προσδοκίες μου. Όταν επέστρεψα στο κιόσκι μας, βρήκα τον Λι να φλερτάρει με τη Ρέιτσελ, μια κοπέλα από το μάθημα της Βιολογίας. Ήταν πάντα χαρούμενη και κεφάτη, αλλά όχι με άσχημο τρόπο. Και ήξερα πολύ καλά πως ο κολλητός μου τη γούσταρε. Μου είχε φάει τ’ αφτιά για εκείνη τώρα τελευταία. Όμως πρώτη φορά τούς έβλεπα μαζί. Ήλπιζα μόνο να ήταν αμοιβαία τα συναισθήματά τους. Όταν έφτασα κοντά τους όμως, είχα ένα πολύ καλό προαίσθημα πως πράγματι τον γούσταρε κι


εκείνη. «Απ’ ό,τι βλέπω, το κιόσκι φιλιών έπιασε ήδη δουλειά», τους πείραξα, μόλις είδα τη Ρέιτσελ σκυμμένη κοντά στον Λι να στριφογυρίζει τα μαλλιά της. Η κοπέλα κοκκίνισε. Ο κολλητός μου με κοίταξε αναποδογυρίζοντας τις κόρες των ματιών του. «Ο Λι μόλις μου ζήτησε να πάμε να δούμε καμιά ταινία, βασικά», εξήγησε η Ρέιτσελ. «Α!» είπα χαμογελώντας όλο χαρά. «Καλά να περάσετε τότε, παιδάκια. Για πότε λέτε;» «Αύριο το βράδυ». «Τέλεια», σχολίασα. Η Ρέιτσελ είχε ένα σχεδόν χαζό χαμόγελο στα χείλη και τα μάτια της έλαμπαν. Έριξα μια ματιά στον κολλητό μου και του κούνησα με νόημα το κεφάλι. Η κοπέλα σίγουρα τον γούσταρε. Ο Λι είχε μήνες να τα φτιάξει με κάποια. Ήλπιζα πως αυτή τη φορά το καινούριο κορίτσι του δε θα αγανακτούσε επειδή θα μας έβλεπε συνέχεια μαζί. Αυτός ήταν συνήθως ο λόγος για τον οποίο χώριζε ο κολλητός μου: Η κοπέλα του δεν άντεχε να τον βλέπει συνέχεια μαζί μου, εκείνος δεν άντεχε άλλο την γκρίνια, οπότε τα χαλούσαν και έπαιρνε ο καθένας το δρόμο του. Έτσι, τον άφησα να μιλήσει με τη Ρέιτσελ και πήγα να βρω τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μόλις είχαν έρθει, ένα τέταρτο πριν ξεκινήσει το πανηγύρι. «Γεια!» είπα και χαμογέλασα στη Σαμάνθα και στη Λίλι. Ο Τζέισον και ο Ντέιβ ήταν ήδη εκεί και περίμεναν έχοντας πιάσει την κουβέντα για έναν αγώνα των Μets. Την ίδια στιγμή ήρθε και ο Τζον. «Ποιον άλλον περιμένουμε;» ρώτησε ο Ντέιβ μόλις με είδε. «Την Κάρεν, την Ντάνα και τον Ας», αποκρίθηκα, «αλλά όπου να ’ναι θα ’ρθουν». «Λέτε να ξεκινήσουμε;» ρώτησε η Λίλι. «Ας περιμένουμε λιγάκι», είπα. «Ο Λι φλερτάρει με τη Ρέιτσελ και μάλλον θα έχουν αρχίσει ήδη να χρησιμοποιούν το κιόσκι». Γέλασαν όλοι. «Τα έφτιαξαν;» ρώτησε η Σαμάνθα. «Επιτέλους! Η Ρέιτσελ μας έχει πρήξει τις τελευταίες εβδομάδες για τον Λι!» «Άσε, μη μου το θυμίζεις», συμφώνησε η Λίλι. «Κάθομαι στο διπλανό θρανίο και τις προάλλες έτσι μου ήρθε να αρχίσω να τους φωνάζω να τα φτιάξουν επιτέλους!» «Α, μην το ξεχάσω, λέμε να είναι τριαντάλεπτες οι βάρδιες. Συμφωνείτε; Έτσι θα μπορείτε να κάνετε και διαλειμματάκια». «Ναι». «Εντάξει». «Μια χαρά». «Τέλεια». «Ωραία». «Γεια σας!» μας χαιρέτησαν η Ντάνα και η Κάρεν που πλησίαζαν σχεδόν τρέχοντας. Φορούσαν χαριτωμένα ροζ και κόκκινα καλοκαιρινά φορέματα, όπως βέβαια και τα υπόλοιπα κορίτσια. Τ’ αγόρια είχαν φορέσει τζιν και εφαρμοστά μπλουζάκια, που αναδείκνυαν τους γυμνασμένους μυς τους. Βασικά, ήταν όλες τους πολύ πιο ωραία ντυμένες από μένα, που φορούσα γιλέκο και μαύρο ραντέ φανελάκι. «Φτου!» φώναξε η Κάρεν σκαλίζοντας σαν τρελή την τσάντα της. «Ξέχασα το λιπ γκλος μου!» «Έχω φέρει εγώ, μην ανησυχείς», είπε η Λίλι.


Η Κάρεν ξεφύσηξε ανακουφισμένη. «Ευτυχώς!» «Εντάξει, παιδιά, έφτασα, μην πανικοβάλλεστε», ανακοίνωσε μια φωνή. Γύρισα και είδα τον Ας να πλησιάζει με το πάσο του. «Τέλεια», είπα. «Εντάξει. Λοιπόν, Ας, Ντέιβ, ξεκινάτε πρώτοι. Και η Λίλι με την Κάρεν. Στις δέκα και είκοσι πέντε θα στείλουμε μήνυμα στους υπόλοιπους για να τους υπενθυμίσουμε να επιστρέψουν στο κιόσκι για να αλλάξουν βάρδιες». Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι. Οι υπόλοιποι σκορπιστήκαμε στο χώρο χαζεύοντας με ενδιαφέρον τα άλλα πολύχρωμα, χαρωπά κιόσκια και τους πάγκους του πανηγυριού. Όταν επιστρέψαμε, η Ρέιτσελ είχε φύγει και ο Λι έστηνε ένα διαχωριστικό σχοινί χωρίζοντας το κιόσκι στα δύο, έτσι ώστε τα κορίτσια να σχηματίσουν ουρά στη μία πλευρά και τ’ αγόρια στην άλλη. «Όλοι έτοιμοι;» ρώτησα μόλις άκουσα τον Τάιρον να φωνάζει πως σε κάνα δυο λεπτά θα άνοιγαν οι πόρτες για το κοινό. «Πανέτοιμοι», απάντησαν εκείνοι με μια φωνή. Κοίταξα τον Λι και χαμογελάσαμε. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται σιγά σιγά και σε είκοσι λεπτά μια τεράστια ουρά σχηματίστηκε μπροστά από το κιόσκι μας. Ο Λι κι εγώ έπρεπε να είμαστε συνεχώς εκεί για να μαζεύουμε τα χρήματα και να φροντίζουμε ώστε κανένα αγόρι –ή και κορίτσι– να μην προσπαθήσει να πάρει κάτι περισσότερο από ένα πεταχτό φιλάκι. Την πρώτη ώρα βγάλαμε διακόσια δολάρια. «Είναι απίστευτο!» αναφώνησα στον κολλητό μου όταν τελειώσαμε το μέτρημα και ξανακλείσαμε το κουτί. «Δε λες τίποτα! Θα κερδίσω σίγουρα το στοίχημα που έβαλα με τον Τζόελ». «Ποιο στοίχημα;» «Δεν έβαλα στοίχημα τριάντα δολάρια πως το κιόσκι μας θα κερδίσει περισσότερα απ’ το δικό του με τα νερομπάλονα;» «Α, ναι, τώρα θυμήθηκα». Ο Τζόελ και η Φράνσις είχαν στήσει ένα κιόσκι όπου έριχνες βελάκια σε νερομπάλονα. Έπρεπε να σπάσεις τρία για να κερδίσεις έναν από τους γιγάντιους αρκούδους. «Δεν ξέρω», είπα επιφυλακτικά. «Έχουν αρκετό κόσμο απ’ ό,τι βλέπω...» «Ναι, αλλά αποκλείεται να μάζεψαν διακόσια δολάρια», αποκρίθηκε ο Λι αυτάρεσκα και χάιδεψε το μεταλλικό κουμπαρά μας. Του χαμογέλασα. Από τα ηχεία μας ξεχυνόταν η προσεκτικά επιλεγμένη μουσική μας και, όταν κοίταζες τριγύρω, ήταν προφανές πως όλοι περνούσαν καλά. Παντού άκουγες γέλια. Η μυρωδιά και μόνο της ζάχαρης σου έφτιαχνε τη διάθεση. Ο Λι κι εγώ φύγαμε για κάνα εικοσάλεπτο για να κάνουμε μια βόλτα αφήνοντας στο πόστο μας τον Τάιρον. Πήραμε χοτ ντογκ και αναψυκτικά και ύστερα επιστρέψαμε κρατώντας ο καθένας από ένα τεράστιο μαλλί της γριάς, κερασμένο φυσικά, αφού σ’ εκείνο το κιόσκι δούλευε η Ρέιτσελ. Με το ζόρι ξεκόλλησα τον Λι από εκεί. «Είστε πολύ χαριτωμένοι μαζί», του είπα. «Απ’ ό,τι έμαθα, είναι εδώ και εβδομάδες τσιμπημένη μαζί σου». «Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, ενώ ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. «Ναι».


«Ωραία». «Χαίρομαι που της ζήτησες να βγείτε. Έχεις κάτι αιώνες να τα φτιάξεις με κάποια». «Με βαρέθηκες, ε;» με πείραξε ο Λι και με σκούντηξε στα πλευρά. «Όχι», αποκρίθηκα γελώντας. «Απλά χαίρομαι για σένα, αυτό είναι όλο». «Ναι, κι εγώ χαίρομαι. Μου αρέσει πολύ». «Το ξέρω. Μου το έχεις πει εκατό φορές». Ο Λι γέλασε και πέρασε το χέρι στους ώμους μου καθώς γυρίζαμε στο κιόσκι μας. «Τώρα απομένει μόνο να βρούμε κάποιον αρκετά θαρραλέο για να αψηφήσει την οργή μου και να σου ζητήσει να βγείτε, για να μην πω αρκετά θαρραλέο, ώστε να μη δώσει σημασία στις απειλές του αδερφού μου». «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ», αποκρίθηκα με ένα ξερό γελάκι. «Μου φαίνεται πως θα καταλήξω να πεθάνω γεροντοκόρη, αν ο Νόα δε σταματήσει». «Ω, έλα τώρα, τα παραλές. Σαραντάρα παρθένα, ίσως...» Του έχωσα μια αγκωνιά και δάγκωσα μια μπουκιά από το μαλλί της γριάς που κρατούσα. «Σταμάτα», μουρμούρισα μπουκωμένη. «Απλά σε πειράζω, αφού το ξέρεις», είπε ο Λι γελώντας. «Ναι, το ξέρω». Η Κάρεν, η Λίλι, ο Ντέιβ και ο Ας είχαν επιστρέψει μόλις λίγα λεπτά πριν από μας. Ο Λι κι εγώ πήγαμε πίσω από το κιόσκι μας για να μαζέψουμε τα χρήματα και να τα βάλουμε στον κουμπαρά. Η ουρά είχε αρχίσει να μεγαλώνει τώρα. Οι κοπέλες ανανέωναν ενθουσιασμένες το λιπ γκλος τους για να φιλήσουν τους αθλητές του πάγκου μας, ενώ τ’ αγόρια προσπαθούσαν να αποφασίσουν ποιο απ’ τα κορίτσια θα φιλούσαν συγκρίνοντάς τα. Στάθηκα με τον Λι σε μια άκρη και κοίταζα τους πάντες να περνούν από μπροστά μας. Ξαφνικά η Κάρεν βγήκε τρέχοντας από το κιόσκι. Φαινόταν τρομοκρατημένη. «Τι έγινε; Είσαι καλά; Τι τρέχει;» τη ρωτήσαμε πανικόβλητοι. Νόμιζα πως κάποιο αγόρι είχε παρεκτραπεί τη στιγμή που τη φιλούσε. «Δε γίνεται», απάντησε σαν υστερική η κοπέλα. «Δεν μπορώ να το κάνω! Είναι εκεί έξω!» «Ποιος;» «Ο πρώην σου;» υπέθεσε απορημένος ο Λι. Η Κάρεν στράφηκε και κοίταξε τον κολλητό μου. Ύστερα κούνησε καταφατικά το κεφάλι δαγκώνοντας τα χείλη της. «Ναι... Πες το κι έτσι». «Μα... μα δε γίνεται να αφήσουμε τη Λίλι μόνη της μέχρι να φύγει αυτός», ψέλλισα. Ξαφνικά ένιωσα ένα χέρι να με σπρώχνει στην πλάτη. «Μπες στο κιόσκι!» ψιθύρισε ο Λι. «Τουλάχιστον μέχρι να φύγει ο πρώην της». «Μα... μα...» Δε γινόταν να δουλέψω σε κιόσκι φιλιών! Δεν είχα ξαναφιλήσει ποτέ αγόρι στη ζωή μου! «Πρέπει, δεν έχουμε άλλη επιλογή!» με ικέτεψε ο Λι. Πρώτα ανεβαίνω σε μηχανή και μάλιστα του Νόα. Και τώρα καταλήγω να δουλεύω σε κιόσκι φιλιών. Ας μου ξαναθυμίσει κάποιος γιατί είχα εκείνη τη φαεινή ιδέα να φτιάξουμε κιόσκι φιλιών; «Άντε, θα κάνεις και εξάσκηση!» αστειεύτηκε ο κολλητός μου καθώς έμπαινα σαστισμένη στο κιόσκι. Πλησίασα σαν χαζή το αδειανό σκαμπό της Κάρεν και πήρα το κραγιόν που βρήκα στον πάγκο για να βάλω λίγο. Ήταν κατακόκκινο, όχι και τόσο του γούστου μου. Δεν ήμουν καν κατάλληλα


ντυμένη για να δουλέψω στο κιόσκι μας. Κοίταξα την ουρά των αγοριών μπροστά μας. Η Λίλι μού χάρισε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. «Ο επόμενος;» φώναξε μετά. Και τότε τον είδα. Γύρισα απότομα και κοίταξα πανικόβλητη την Κάρεν και τον Λι. Δεν ήταν ο πρώην της αυτός που περίμενε στην ουρά. «Ο Φλιν;» ψιθύρισα και κοίταξα την Κάρεν με ανοιχτό το στόμα. Είχα γουρλώσει τα μάτια και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω! Πρώτα με παρακαλούσε να πείσω τον Νόα να έρθει και μετά την κοπανούσε. Και να φανταστείς πως είχε κόλλημα μαζί του! Αν είναι ποτέ δυνατό! «Συγγνώμη!» ψέλλισε εκείνη και δάγκωσε τα χείλη της. «Ο επόμενος;» ξαναφώναξε η Λίλι. Να πάρει. Αυτός ήταν ο επόμενος. Ξεροκατάπια. Η Λίλι μού έριξε ένα βλέμμα σαν να μου έλεγε να τελειώνω. Ξεροκατάπια και πάλι και, αφού ξερόβηξα, επανέλαβα με τρεμάμενη φωνή: «Ο επόμενος;» Ο Νόα πλησίασε στον πάγκο και κάθισε απέναντί μου. «Από πότε δουλεύεις στο κιόσκι φιλιών;» ρώτησε. «Απ’ τη στιγμή που αποφάσισες να εμφανιστείς και η Κάρεν την κοπάνησε», μουρμούρισα καθώς εκείνος με κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω. «Δεν είχα ντυθεί για να πάρω μέρος, εντάξει;» «Όχι, μια χαρά είσαι». greekleech.info «Α...» έκανα ξαφνιασμένη. Ήταν σχεδόν σαν να μου έλεγε πως ήμουν όμορφη. «Ευχαριστώ... Δεν το περίμενα να έρθεις». «Δεν πληρώνω για να μιλάμε, ξέρεις», μου είπε εκείνος και έσπρωξε με νόημα τα δύο δολάριά του πάνω στον πάγκο. «Πληρώνω για να φιλήσω». Δεν μπορεί να μιλάει σοβαρά... έτσι; Απλά με πειράζει, μου κάνει πλάκα. Εκείνος όμως ανασήκωσε το ένα φρύδι και συνέχισε να με κοιτάζει περιμένοντας. Ω Θεέ μου, δεν αστειεύεται. Πρέπει να τον φιλήσω. Δεν μπορούσα να το χωνέψω πως το πρώτο αγόρι που θα φιλούσα θα ήταν ο Νόα Φλιν. Ο αδερφός του καλύτερού μου φίλου. Το αγόρι που με ωθούσε να νιώθω τα πιο ανεξήγητα συναισθήματα και μπορούσε να με κάνει έξαλλη σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ξεροκατάπια και, αν κρίνω από το ύφος του Νόα, μάλλον ακούστηκε. Το βλέμμα μου ταξίδεψε φευγαλέα στα χείλη του. Φαίνονταν τόσο απαλά και ακαταμάχητα. Στο μυαλό μου ζωντάνεψε η εικόνα του με την πετσέτα γύρω του... με τη στολή του ράγκμπι... Και τώρα θα τον φιλούσα. Το ήξερα πως δε χρειαζόταν να το κάνω αν δεν το ήθελα. Κανείς δεν μπορούσε να με αναγκάσει. Και αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα: Ήξερα πως είχα την επιλογή να αρνηθώ, αλλά δεν μπορούσα. Σκύψαμε και οι δύο μπροστά. Κι αν είχε κολλήσει μαλλί της γριάς στα δόντια μου; Κι αν είχα περίεργη γεύση; Σταμάτα, σταμάτα, σταμάτα! Το πρώτο μου φιλί...


Κεφάλαιο 10

ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΑΣ ενώθηκαν. Ο Νόα είχε γεύση μέντας και μαλλιού της γριάς, όχι και τόσο άσχημο όσο μπορεί να ακούγεται. Παρασύρθηκα στο φιλί του και για μια στιγμή ξέχασα τα πάντα: πως βρισκόμασταν σε κιόσκι φιλιών, πως μας κοιτούσε ο κόσμος, πως αυτός που φιλούσα ήταν ο Νόα, τον οποίο κανονικά έπρεπε να μισώ επειδή ανακατευόταν στη ζωή μου. Για ένα δευτερόλεπτο ξέχασα μέχρι και πως αυτό ήταν το πρώτο μου φιλί. Απλά τον φίλησα κάνοντας ό,τι κι εκείνος. Και όταν ένιωσα την άκρη της γλώσσας του να αγγίζει απαλά τη δική μου, άνοιξα το στόμα λίγο περισσότερο και τον άφησα να μου δώσει ένα βαθύ φιλί. Τον φίλησα με ακόμη περισσότερο πάθος. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι έκανα. Απλά παραδόθηκα στο φιλί του. Σταματήσαμε ταυτόχρονα, αλλά μείναμε εκεί με τα μέτωπά μας ενωμένα να βαριανασαίνουμε. «Να πάρει», είπε ο Νόα. Ένα πονηρό χαμόγελο απλώθηκε στις άκρες των χειλιών του και με κοίταξε με μάτια που ακτινοβολούσαν. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό που είπε ήταν καλό ή μήπως εννοούσε: «Να πάρει, μόλις φίλησα την κολλητή του μικρού αδερφού μου». «Όπως το ’πες», ψιθύρισα με τη σειρά μου κάνοντάς τον να πνίξει το γέλιο του. Μερικοί από την ουρά είχαν αρχίσει να σφυρίζουν. Ίσα που το πρόσεξα. Κάποιος με σκούντηξε στον ώμο και με έκανε να πεταχτώ. «Ε... θα συνεχίσω εγώ τώρα, αν θες», είπε η Κάρεν και μου χαμογέλασε με νόημα. Ζαλισμένη ακόμη απ’ το φιλί, κούνησα καταφατικά το κεφάλι και σηκώθηκα αφήνοντάς την να καθίσει στο σκαμπό. Βγήκα αργά από το κιόσκι νιώθοντας πως ζούσα σε ένα παράλληλο, εξωπραγματικό σύμπαν. Θα πρέπει να το είχα ονειρευτεί. Αποκλείεται να φιλήθηκα στ’ αλήθεια με τον Νόα Φλιν! Και μάλιστα μπροστά σε τόσο κόσμο! Και αν σκεφτόταν κανείς πως πριν από λίγο καιρό πήγα να γδυθώ μπροστά σε τόσο κόσμο, αυτό ίσως να μην ήταν και τόσο καλό για τη φήμη μου. Τι ξεφτίλα! Ένιωθα τα χείλη μου μουδιασμένα. Ήταν ωραίο όμως. Περίεργο. Είχα ακόμη τη γεύση μέντας και μαλλιού της γριάς στο στόμα μου και την αίσθηση από τα γένια του στο μάγουλό μου. Ήταν απλά σουρεάλ. Μόλις είχα φιληθεί για πρώτη φορά. Και δε μιλάμε για κανένα απλό φιλί, πεταχτό ή τίποτα τέτοιο, αλλά για γαλλικό, με γλώσσα κι απ’ όλα. Οι πιθανότητες να φιληθώ για πρώτη φορά μέσα σε ένα κιόσκι φιλιών με τον Νόα Φλιν ήταν απειροελάχιστες... Άρχισα να πιστεύω πως δε συνέβη ποτέ. «Είδες; Δεν ήταν και τόσο άσχημα». Η φωνή του Λι με έκανε να πεταχτώ. «Τι;» ρώτησε εκείνος αδιάφορα και σήκωσε το βλέμμα του από το κινητό του. «Έχω... Έχω την εντύπωση πως... μόλις φιλήθηκα με τον αδερφό σου», τραύλισα σιγανά χωρίς να μπορώ να το πιστέψω. Ο Λι με κοίταξε έκπληκτος. «Πώς γίνεται να έχασα κάτι τέτοιο; Όχι πως ήθελα να το δω, δηλαδή. Εσύ και ο αδερφός μου; Περίεργο. Απλά περίεργο. Σοβαρά όμως πώς γίνεται να μην το


είδα;» «Έγραφες μήνυμα στη Ρέιτσελ;» «Ναι». «Γι’ αυτό το έχασες». «Ναι, δίκιο έχεις», συμφώνησε ο κολλητός μου γελώντας. «Σε πειράζει να πάω σινεμά απόψε μαζί της; Μετά το πανηγύρι;» «Εννοείται, να πας. Κανένα πρόβλημα. Θα βρω κάποιον να με πάει στο σπίτι». «Ίσως μπορείς να γυρίσεις με τον πατέρα σου. Δεν έχει φέρει τον Μπραντ;» «Ναι. Λογικά κάπου εδώ τριγύρω θα είναι». Και τότε, σε κλάσματα δευτερολέπτου, βρέθηκα περικυκλωμένη. Τουλάχιστον καμιά δεκαριά κοπέλες είχαν μαζευτεί γύρω μου και με ρωτούσαν αν ήταν αλήθεια. Είχα πράγματι φιληθεί μόλις τώρα με τον Φλιν μέσα στο κιόσκι; Στα σοβαρά δηλαδή; Ήθελαν να μάθουν και την παραμικρή λεπτομέρεια. Αναστέναξα και τους εξήγησα πως η Κάρεν την κοπάνησε... Ε, ναι, πράγματι φιληθήκαμε με γλώσσα... Τι; Όχι, δεν το είχα καταλάβει πως μου άρεσε... Ίσως... δεν ξέρω. Ε, ναι, λοιπόν. Ήταν το πρώτο μου φιλί. Είχαν σκάσει όλες από τη ζήλια τους, φυσικά, αλλά αυτό που ήθελαν να μάθουν ήταν αν θα τα έφτιαχνα με τον Φλιν. Καμιά τους δεν ήθελε, βέβαια, να τα φτιάξει ο Νόα με κάποια. Τον ήθελαν σινγκλ για να μπορούν να τον φλερτάρουν και να σαλιαρίζουν μαζί του. Ωστόσο όλες ζητούσαν να μάθουν. Τα νέα ταξίδεψαν γρήγορα: μηνύματα, τηλέφωνα και απ’ τη στιγμή που όλοι ήταν ήδη μαζεμένοι στο πανηγύρι... Η δημοτικότητά μου μόλις είχε εκτοξευθεί στα ύψη κι εγώ ένιωθα χαμένη. Μερικά πρωτάκια πέρασαν από δίπλα μου και ένα κορίτσι με έδειξε. «Αυτή είναι που φιλήθηκε με τον Φλιν». Στην αρχή στράβωσα, αλλά μετά σκέφτηκα πως δεν άξιζε τον κόπο. Είχα κάνει και χειρότερα. «Θες να τα φτιάξετε;» με ρώτησε ο Λι όταν τελείωσε το πανηγύρι και μείναμε επιτέλους μόνοι. Τα μέλη του σχολικού συμβουλίου και κάποιοι άλλοι μάζευαν ακόμη τα κιόσκια τους και μετρούσαν τα χρήματα. «Νόμιζα πως τον είχες ξεπεράσει». «Ναι. Δεν ξέρω. Είναι ο Νόα. Καταλαβαίνεις;» «Βασικά, όχι. Κατά πρώτον είναι αδερφός μου. Και κατά δεύτερον είμαι άντρας». «Σωστά. Καταλαβαίνεις όμως τι εννοώ... Απ’ τη μια τον μισώ, αλλά απ’ την άλλη μ’ αρέσει». «Αν δεν είσαι σίγουρη, μην κάνεις τίποτα. Μήπως θα έπρεπε να του μιλήσεις;» Αγνόησα την πρότασή του. «Δεν είμαι σίγουρη αν θα το συνεχίσω, έτσι κι αλλιώς. Πες πως τα φτιάχνουμε, πράγμα αδύνατο βασικά, και δεν πηγαίνει καλά. Τότε ίσως καταστρέψω τη φιλία μας. Και δε θέλω να συμβεί κάτι τέτοιο». «Τι γλυκανάλατα που τα λες!» «Κόφ’ το, Λι». «Ωστόσο κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν... Πεντακόσια πενήντα», μουρμούρισε ο κολλητός μου κι ακούμπησε στην άκρη τη δεσμίδα με τα χρήματα. «Αν πράγματι τα φτιάξετε και μετά χωρίσετε, ίσως να μη θέλεις να κάνεις και πολλή παρέα μαζί μου. Και θα μου λείψεις». «Κι εμένα το ίδιο. Λιγάκι».


«Ευχαριστώ», είπε εκείνος σαρκαστικά και βάλαμε και οι δύο τα γέλια. «Θα νιώσω πολύ αμήχανα όταν τον ξαναδώ». «Πράγματι». «Πολύ παρηγορητικό εκ μέρους σου, Λι», σχολίασα σαρκαστικά και του έχωσα μία στο μπράτσο. «Δε γίνεται να είσαι λιγάκι πιο συμπονετικός;» «Βασικά, πιστεύω πως δεν πρέπει να τα φτιάξεις με τον αδερφό μου. Είναι περίεργο. Και κάπως αηδιαστικό». «Για σένα». «Ναι». «Λι, τα χρήματα είναι πεντακόσια σαράντα εννιά». «Να πάρει». Ο Λι μού έδωσε άλλο ένα δολάριο και το πρόσθεσα στη δεσμίδα με τα χαρτονομίσματα. Πάλι καλά που ξαναμετρούσα αυτά που είχε ήδη μετρήσει. «Λοιπόν, θα σε πάει ο πατέρας σου στο σπίτι τελικά;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Δεν μπορούσε γιατί έπρεπε να πάει τους φίλους του Μπραντ στο σινεμά μετά το πανηγύρι. Κάποιον θα βρω όμως. Αφού εσύ με παρατάς για τη νέα σου φιλενάδα, βλέπεις». «Δε σε παρατάω! Εσύ είπες πως δεν τρέχει τίποτα! Σε ρώτησα πρώτα!» Γέλασα. «Ηρέμησε. Πλάκα σού κάνω». Ο Λι αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του. Είχαμε βγάλει εξακόσια δεκατέσσερα δολάρια. Το κιόσκι μας μάζεψε τα περισσότερα χρήματα, πράγμα εντυπωσιακό. Ίσως επειδή δε χρειάστηκε να αγοράσουμε ένα σωρό πελώριους αρκούδους ή χοτ ντογκ, αλλά τέλος πάντων... Ο Λι και η Ρέιτσελ έφυγαν, ενώ εγώ έμεινα πίσω για να βοηθήσω στο καθάρισμα τον Τζόελ, ο οποίος γκρίνιαζε ακόμη για το στοίχημα που έχασε. «Εσύ φταις, ξέρεις», μου είπε. «Σοβαρά τώρα, μου χρωστάς τριάντα δολάρια». «Γιατί;» «Αν εσύ δεν άρχιζες τα σοροπιάσματα, δε θα έκαναν όλα τ’ αγόρια ουρά έξω απ’ το κιόσκι σας για ένα γαλλικό φιλί στα γρήγορα», απάντησε ο Τζόελ με αθώο ύφος. «Γι’ αυτό δώσε μου τώρα τριάντα δολάρια». Τον σκούντηξα στον ώμο γελώντας. «Ξέχνα το. Και δε φταίω εγώ. Ή μήπως θα ήθελες να καθίσω και να σου πω κάθε λεπτομέρεια του πρώτου μου φιλιού;» Το είπα με τέτοιο ενθουσιασμό, ώστε ο Τζόελ πήρε μια έκφραση απόλυτου τρόμου. «Εντάξει, εντάξει, κράτα τα λεφτά σου! Λυπήσου με μόνο, σε παρακαλώ!» είπε γελώντας και μου έδωσε μια σπρωξιά με το γοφό του. Κάποιος ξερόβηξε πίσω μας. Γυρίσαμε και οι δύο και είδαμε τον Νόα να με κοιτάζει με το ένα φρύδι ανασηκωμένο. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Τζόελ σαν να του έλεγε να στρίβει σιγά σιγά. Το αγόρι στράφηκε απ’ την άλλη και άρχισε να μαζεύει ξυλάκια και περιτυλίγματα χοτ ντογκ από το έδαφος. Να πάρει. Τι έκανα πάλι; Και τι δουλειά είχε αυτός εδώ; Ο Νόα μού ένευσε να πάω κοντά του. Έριξα μια ανήμπορη ματιά στον Τζόελ, αλλά εκείνος είχε ήδη απομακρυνθεί για να πάει σε μια παρέα. Ακολούθησα τον Νόα στο πάρκινγκ. Ο τόπος ήταν γεμάτος πεταμένα περιτυλίγματα και συσκευασίες, μαζί με τελευταία αποφάγια που δεν είχαν προλάβει να τα φάνε οι γλάροι.


«Ο Λι είπε πως δεν είχες με ποιον να γυρίσεις και να έρθω να σε πάρω». Γιατί; Γιατί ο καλύτερός μου φίλος ήταν τόσο γαϊδούρι μερικές φορές; Το πιο πιθανό, φυσικά, ήταν να νόμιζε πως μου έκανε χάρη μ’ αυτό τον τρόπο. Όμως σοβαρά τώρα, πώς γινόταν να αγνόησε έτσι απλά όλα όσα του είχα πει πριν και να ζήτησε από τον αδερφό του να έρθει να με πάρει; «Καλά». Τι άλλο να έλεγα; Ο Νόα δεν είχε αναφέρει τίποτα ακόμη για το φιλί μας. Αυτό τώρα ήταν καλό ή κακό; «Για περίμενε, δε νομίζω να είσαι με τη μηχανή, ε;» «Όχι», απάντησε εκείνος με ένα πνιχτό γελάκι. «Ήρθα με το αμάξι, αφού μίσησες τόσο πολύ τη μηχανή μου». «Δόξα τω Θεώ», ψιθύρισα και άκουσα ξανά το πνιχτό γέλιο του. Η καρδιά μου άρχισε να κάνει ξαφνικά κάτι περίεργα, να σκιρτά και να ανεβάζει παλμούς. Μάλλον απ’ τα νεύρα μου θα ήταν. Κατά βάθος ευχόμουν να είχε έρθει με τη μηχανή του, γιατί έτσι θα αποφεύγαμε την αμήχανη σιωπή μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Το πάρκινγκ είχε σχεδόν αδειάσει. Τον ακολούθησα στο αυτοκίνητό του και μπήκαμε και οι δύο μέσα. Η ένταση ήταν σχεδόν αβάσταχτη. Δεν ήξερα ούτε τι να πω ούτε πώς να φερθώ πια. Τον είχα φιλήσει. Και με πάθος μάλιστα. Και δεν ήμουν καν μεθυσμένη. Τι έπρεπε να κάνω τώρα; «Σε πειράζει να σταματήσουμε πρώτα λίγο απ’ το σπίτι μου;» ρώτησε ο Νόα. «Ο πατέρας μου αγόρασε ένα καινούριο βιντεοπαιχνίδι που μάλλον θα αρέσει στον Μπραντ. Μου είπε να σ’ το δώσω». «Ναι, εντάξει», συμφώνησα. «Κανένα πρόβλημα». «Ωραία». Δύο τρία λεπτά αργότερα ο Νόα ξαναρώτησε: «Λοιπόν, πόσα μαζέψατε σήμερα;» «Εξακόσια δεκατέσσερα δολάρια». «Ουάου!» αναφώνησε εκείνος με ένα σιγανό σφύριγμα. «Το ξέρω. Βγάλαμε περισσότερα και από την καντίνα με τα χοτ ντογκ». Ο Νόα κούνησε καταφατικά το κεφάλι και η σιωπή επέστρεψε. Δυνάμωσα λιγάκι το ράδιο, στην προσπάθειά μου να διαλύσω την ένταση. Δεν έπιασε και τόσο. Το κλίμα ήταν τόσο βαρύ. Περίεργο. Έριξα μια κλεφτή ματιά στον Νόα με την άκρη του ματιού μου. Κουνούσε ελαφρά το κεφάλι στο ρυθμό της μουσικής, ενώ ο ήλιος έπεφτε στην αριστερή πλευρά του προσώπου του σκιάζοντας την άλλη προς εμένα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι εκείνο το φιλί μάλλον δε σήμαινε τίποτα γι’ αυτόν. Τι ήταν ένα φιλί για ένα γυναικά; Ήταν απλά ένα φιλί και τίποτα περισσότερο. Μάλλον όλη αυτή η αμηχανία και η ένταση στην ατμόσφαιρα υπήρχαν απλά μες στο μυαλό μου. Πιθανώς το είχα κάνει ολόκληρο θέμα επειδή ήταν το πρώτο μου φιλί. Αν και... εκείνος ήταν που το γύρισε σε γαλλικό. Και όταν σταματήσαμε να φιλιόμαστε, έδειχνε το ίδιο σαστισμένος. Μήπως όμως ήταν επειδή δε φιλούσα καλά και απλά δεν είπε τίποτα για να μη με κάνει να νιώσω άσχημα; Το μυαλό μου έτρεχε με χίλια. Ήμουν μπερδεμένη, ανήσυχη, ήθελα να τον ξαναφιλήσω... Όχι. Αυτό δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Δε θα ξαναφιλήσεις ποτέ τον Νόα, Ροσέλ, ακριβώς επειδή είναι ο Νόα. Είναι ο μεγάλος αδερφός του Λι. Είναι ο βλάκας που ευθύνεται για την ανύπαρκτη ερωτική ζωή σου. Εκείνος που σου είπε ότι σε βλέπει μόνο σαν αδερφή του. Μην ξεχνάς,


κανονικά θα έπρεπε να είσαι θυμωμένη μαζί του για το πόσο υπερπροστατευτικός, ενοχλητικός και αδιάκριτος είναι. Κανονικά, ούτε να το σκέφτεσαι να τον ξαναφιλήσεις δε θα έπρεπε. Είσαι θυμωμένη μαζί του... σωστά; Μόνο που αυτές οι σκέψεις δε βοήθησαν ιδιαίτερα. Συνέχιζα να θέλω να τον φιλήσω. Η διαδρομή για το σπίτι μού φάνηκε ατελείωτη και δεν ήμασταν ούτε στα μισά του δρόμου ακόμη. Αναστέναξα. Κατάλαβα πως ο Νόα γύρισε και με κοίταξε, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο απασχολημένη με την εσωτερική μου πάλη, ώστε δεν του έδωσα σημασία. Σκέφτηκα ότι ήθελα να τον ξαναφιλήσω μόνο και μόνο για βεβαιωθώ πως δεν ήταν και τόσο υπέροχο όσο νόμιζα. Όμως δεν έπρεπε να το κάνω. Έβαζα στοίχημα πως με έβλεπε σαν τη φίλη του μικρού αδερφού του, σαν το κοριτσάκι με το οποίο μεγάλωσε μαζί... Ναι, αλλά και τότε, μετά το πάρτι, που πέσαμε απ’ το κρεβάτι; Ήμουν σίγουρη πως κάτι υπήρχε μεταξύ μας, αλλά ίσως και να είχα αυταπάτες. Και πολύ πιθανό είχα αυταπάτες και για το ότι με κοιτούσε όταν μπήκε στα αποδυτήρια και ήμουν με το σουτιέν. Ίσως όμως νιώθαμε κάτι ο ένας για τον άλλον και δεν το ξέραμε ακόμη. Ίσως άλλο ένα φιλί, μόνο και μόνο για να διαψευστώ. Ή για να επιβεβαιωθώ. Τόσο κακό ήταν; Όχι. Δε γινόταν να τον ξαναφιλήσω. Δεν μπορούσα να το κάνω... Ή μήπως να το έκανα; Αναστέναξα ξανά καθώς στρίψαμε στο δρόμο του. Τι θα έκανα; Και τότε φτάσαμε επιτέλους έξω από το σπίτι του. «Θα έρθω μαζί σου για να πάρω το παιχνίδι για τον Μπραντ», είπα. «Θα πάω με τα πόδια μετά». Η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελα να περάσω ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω μαζί του μέσα στ’ αμάξι. «Καλά, όπως θες». Κατεβήκαμε απ’ το αμάξι και τον ακολούθησα στην κουζίνα. Κοντοστάθηκα στην πόρτα δαγκώνοντας αμήχανα τα χείλη μου, όσο εκείνος άρχισε να ψαχουλεύει μια στοίβα με χαρτιά πάνω στον πάγκο. Γύρισε κρατώντας ένα καινούριο βιντεοπαιχνίδι και μου το έδωσε. Δεν ήταν ούτε μισό μέτρο μακριά μου. Μας χώριζαν μόλις λίγα εκατοστά αέρα. Πριν προλάβω να καταλάβω τι έκανα, ανέβηκα στις μύτες των ποδιών μου και πίεσα τα χείλη μου στα δικά του. Συνειδητοποίησα στη στιγμή τι χαζομάρα έκανα και απομακρύνθηκα. Τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ο Νόα με κοίταξε, θαρρείς, σοκαρισμένος. Είχε απομείνει εκεί να με κοιτάζει με ένα αδιευκρίνιστο ύφος. «Ω Θεέ μου», ψέλλισα αμέσως νιώθοντας κάτι παραπάνω από ντροπιασμένη. «Συγγνώμη. Απλά, να... θέλω να πω, εγώ απλά... δεν...» Ο Νόα όρμησε και μου έκλεισε το στόμα με πολύ αποτελεσματικό τρόπο, κολλώντας τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Κάθε ενδοιασμός και ένταση με εγκατέλειψαν (δεν είμαι σίγουρη αν ήταν από το σοκ ή από κάτι άλλο) και τα χέρια μου τυλίχτηκαν γύρω απ’ το λαιμό του. Ξέχασα στη στιγμή την ντροπή μου και τον φίλησα. Τα χέρια του περιπλανήθηκαν στην πλάτη και στα μαλλιά μου, με έσφιγγαν πάνω του με δύναμη.


Και, εντελώς πληροφοριακά, ήταν πράγματι υπέροχο. Ο Νόα με έπιασε από τους γοφούς και με ανέβασε στον πάγκο της κουζίνας. Άρχισε να με φιλάει στο λαιμό και τότε το μυαλό μου ξεθόλωσε λίγο και συνειδητοποίησα ακριβώς τι συνέβαινε. «Νόα, δεν... δεν πρέπει», ψιθύρισα με τρεμάμενη φωνή. Εκείνος αναστέναξε και έκανε πίσω περνώντας τα δάχτυλα μέσα απ’ τα μαλλιά του. Δεν είχα ιδέα τι σκεφτόταν. Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. Με κοίταξε ξανά στα μάτια δίνοντάς μου την εντύπωση πως περίμενε κάποια εξήγηση. «Δε... δε θέλω να είμαι άλλη μία από τις κοπέλες με τις οποίες κοιμάσαι και την επόμενη μέρα δεν τους ξανατηλεφωνείς», είπα με αποφασιστικότητα. «Δε θα ρισκάρω τη φιλία μου με τον Λι για κάτι τέτοιο». Ο Νόα συνέχισε να με κοιτάζει για λίγο ακόμη. «Στ’ αλήθεια, αυτό νομίζεις ότι θα έκανα;» «Ν... ναι...» ψέλλισα. Έτσι δεν ήταν; Ήρθε κοντά μου, έτσι ώστε να μας χωρίζουν μόλις λίγα εκατοστά. Αν μπορούσα να απομακρυνθώ θα το έκανα, αλλά καθόμουν ακόμη στον πάγκο. «Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι εδώ», είπε ο Νόα με σιγανή και σταθερή φωνή. «Θέλω να ξέρεις δύο πράγματα. Πρώτον: Έχεις ιδέα πόσες κοπέλες έχει τύχει να φιλήσω σε κάποιο πάρτι, οι οποίες την επόμενη μέρα ισχυρίστηκαν πως κοιμηθήκαμε μαζί; Και δεύτερον: Άσχετα από το τι πιστεύουν όλες αυτές οι κοπέλες, στην πραγματικότητα καμιά τους δεν ήθελε να τα φτιάξουμε. Μπορεί να λένε πως θέλουν, αλλά για σκέψου το λίγο. Ποια θα έκανε σοβαρή σχέση με κάποιον που έχει τη φήμη του καβγατζή;» Τον κοίταξα καλά καλά κι αμέσως κατάλαβα πως σοβαρολογούσε απόλυτα. Ο Νόα ήταν βλάκας ώρες ώρες, δε λέω, αλλά δεν ήταν ποτέ του καλός στα ψέματα. Καταλάβαινα τι εννοούσε. Ακόμη κι αν οι κοπέλες δεν ήθελαν να έχουν σοβαρή σχέση μαζί του, μπορεί και να μην τις πείραζε να κάνουν κάτι περιστασιακό με έναν σέξι τύπο με βίαιο παρελθόν. Πάντα το θεωρούσα κάπως περίεργο πώς ήταν δυνατό τόσες κοπέλες να λένε πως κοιμήθηκαν μαζί του όταν εκείνος είχε περάσει, απ’ ό,τι φαινόταν, τη νύχτα μόνος. Παρ’ όλα αυτά, ο Λι κι εγώ δε θελήσαμε ποτέ να το ψάξουμε παραπάνω. «Καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι;» «Ναι, αλλά... αλλά εσύ δε θα έκανες ποτέ κακό σε μια κοπέλα. Δεν είσαι τέτοιος τύπος». «Ναι, όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτές δεν το βλέπουν έτσι». «Για μια στιγμή, λοιπόν, τι προσπαθείς να μου πεις;» ρώτησα σηκώνοντας το χέρι με την παλάμη στραμμένη προς το μέρος του. Ένιωθα κάτι περισσότερο από μπερδεμένη τώρα. «Ότι δε φταις εσύ που είσαι γυναικάς; Ή που, έστω, έχεις αυτή τη φήμη;» «Ακριβώς». «Και;» τον παρότρυνα να συνεχίσει. Δάγκωσε τα χείλη του. Ο Νόα Φλιν ένιωθε... αμήχανα; Όχι, μάλλον θα ήταν η φαντασία μου. Η μοναδική φορά που τον είχα ξαναδεί έτσι ήταν τότε που τον πέτυχα με εκείνο το μποξεράκι με τον Σούπερμαν και τον έκανα να κοκκινίσει. «Αυτό που θέλω να πω», είπε αργά ο Νόα, «είναι πως, άσχετα από το τι μπορεί να πιστεύεις εσύ, δε θα σου φερόμουν ποτέ σαν σκουπίδι». «Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω, Νόα». «Ούτε εγώ», είπε εκείνος και έπνιξε ξαφνικά το γέλιο του τρίβοντας το πρόσωπο με την παλάμη του. «Όμως...» Ήρθε πιο κοντά μου και ακούμπησε τα χέρια στους γοφούς μου. Η ανάσα μου


κόπηκε και η καρδιά μου άρχισε να σφυροκοπά σαν τρελή μες στο στήθος μου. «Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να σε ξαναφιλήσω». Ένα κομμάτι μου ήθελε να του αρνηθεί, με ωθούσε να τον σπρώξω με δύναμη μακριά μου. Δε θα ρίσκαρα τη φιλία μου με τον Λι μόνο και μόνο για να συνεχίσω να φιλιέμαι με τον Νόα. Εξάλλου, δεν ήταν εύκολο να μας φανταστώ σαν ζευγάρι. Άσε που δεν ήμουν από εκείνες που φιλούσαν όποιο αγόρι έβρισκαν μπροστά τους. Ήμουν αθεράπευτα ρομαντική. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Όταν όμως ο Νόα χαμήλωσε το κεφάλι αργά προς το δικό μου, δίνοντάς μου άπλετο χρόνο για να τον σπρώξω μακριά μου, εγώ δεν αντέδρασα έτσι. Αντίθετα τον άφησα να ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά μου, να με φιλήσει για τρίτη φορά σε μια μέρα. Φιλιόμουν με τον Νόα Φλιν. Και να φανταστεί κανείς πως μέχρι σήμερα το πρωί δεν είχα κάνει ποτέ μου κάτι τέτοιο. Ο Νόα πέρασε τα πόδια μου γύρω απ’ τη μέση του κι εγώ τύλιξα τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό του παίζοντας με τα μαλλιά στο σβέρκο του. Ξαφνικά δεν μπορούσα να τον χορτάσω· τη γεύση του, το άγγιγμά του. Δεν καταλάβαινα γιατί είχε τέτοια επίδραση πάνω μου. Με σήκωσε απ’ τον πάγκο και με μετέφερε έξω απ’ την κουζίνα. Πραγματικά δεν ήξερα αν ήταν καλή ιδέα, αλλά η αίσθηση των χειλιών του μου θόλωσε τόσο πολύ το μυαλό, ώστε δεν μπορούσα να επικεντρωθώ πολλή ώρα σε αυτό για να το σκεφτώ καλύτερα. Όταν όμως πέσαμε πάνω σε κάτι μαλακό, ένα στρώμα, η ναρκωμένη συναίσθησή μου φάνηκε επιτέλους να ξυπνά. «Νόα», είπα και προσπάθησα να τραβηχτώ μακριά του. Ήξερα πού θα κατέληγε όλο αυτό. «Νόα...» «Ναι;» μουρμούρισε εκείνος και άρχισε να δαγκώνει απαλά το λοβό του αφτιού μου. Ρίγη διαπέρασαν το κορμί μου και για μια στιγμή ξέχασα τι σκόπευα να πω. «Δε γίνεται να... Δεν είμαι...» «Μμ;» μουρμούρισε εκείνος και απομακρύνθηκε μόνο όσο χρειαζόταν για να με κοιτάξει στα μάτια. Ακόμη δε θυμόμουν τι ήθελα να πω. Παρ’ όλα αυτά, ο Νόα φάνηκε να καταλαβαίνει τι εννοούσα, γιατί γούρλωσε τα μάτια. «Ε, όχι, δεν είχα σκοπό να... ξέρεις... Δε θα...» «Δεν... δεν μπορώ να το κάνω αυτό», τραύλισα και τραβήχτηκα μακριά του. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα ισιώνοντας την μπλούζα μου. Μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ καθαρά όταν ήμουν τόσο κοντά του. Έπρεπε να βγω από εκεί μέσα, να σκεφτώ πιο σωστά. Ένα χέρι με τράβηξε απ’ το μπράτσο και ένα άλλο πέρασε από δίπλα μου κλείνοντας την πόρτα. Ο Νόα κόλλησε πάνω μου. Ένιωσα εγκλωβισμένη. Πίσω μου είχα την πόρτα με το πόμολο χωμένο στην πλάτη μου και μπροστά μου εκείνον. «Νόα», είπα αυστηρά. «Δεν πρόκειται να το κάνω αυτό. Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα μεταξύ μας, επειδή πολύ απλά δεν ταιριάζουμε. Το μόνο που ξέρουμε να κάνουμε όλη την ώρα είναι να μαλώνουμε. Όλα τ’ αγόρια φοβούνται να με πλησιάσουν εξαιτίας σου. Και δεν είμαι κανένα παιχνιδάκι σου για να παίζεις μαζί του όποτε σου καπνίσει. Κατάλαβες;» Ο Νόα αναστέναξε σιγανά ξεφυσώντας πάνω στο πρόσωπό μου. Η ανάσα του μύριζε ακόμη μέντα και μαλλί της γριάς. «Ποτέ μου δε σε είδα σαν παιχνίδι», ψιθύρισε και με κοίταξε κατάματα. «Καλά. Πες μου όμως ειλικρινά. Θα τα έφτιαχνες ποτέ μαζί μου, κύριε Γυναικά;» Ο Νόα έβγαλε άλλον έναν αναστεναγμό κι ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου. «Εσύ θα μου πεις».


Μούγκρισα εκνευρισμένη. «Δε διευκολύνεις τα πράγματα, Νόα! Όλο μαλώνουμε και φέρεσαι συνέχεια σαν βλάκας, άσε που είσαι και ο μεγάλος αδερφός του Λι, όμως...» «Όμως;» Όσο ταπεινωτικό κι αν ήταν, το ξεστόμισα. «Όμως ένιωσα κάτι όταν φιληθήκαμε. Δεν ξέρω τι στο καλό να κάνω, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να το συνεχίσω αυτό, αν εσύ απλά παίζεις». «Θες την αλήθεια, Ελ;» Ο Νόα άρχισε να ακούγεται πραγματικά απογοητευμένος τώρα. «Είσαι η μόνη κοπέλα που είσαι ο εαυτός της μπροστά μου και αυτό μου αρέσει, όμως δεν αντέχω το ότι δε με θες όσο εγώ. Είσαι η μοναδική που δεν έπεσε στα πόδια μου και αυτό με τρελαίνει. Δεν μπορώ να κοιτάξω καμιά άλλη εξαιτίας σου. Το ξέρεις αυτό; Μόνο εσένα σκέφτομαι». Όπα. Εντάξει. Δεν ήταν πως μου είχε εξομολογηθεί την αγάπη του ή τίποτα τέτοιο... Όμως αν είναι ποτέ δυνατό! Ποιος να το φανταζόταν πως εγώ, η Ροσέλ Έβανς, το κορίτσι με τη μηδενική εμπειρία στ’ αγόρια, θα ήμουν εκείνη που θα τρέλαινε τον Νόα Φλιν; Είχα απομείνει άναυδη. «Και πόσο καιρό νιώθεις έτσι; Απλά από περιέργεια». Ο Νόα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Κάνα δυο μήνες». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι πασχίζοντας απεγνωσμένα να μη δείξω πως τα είχα χάσει. «Εγώ νόμιζα πως με βλέπεις σαν τη μικρή αδερφή σου». «Μέχρι που μεγάλωσες», αποκρίθηκε εκείνος. «Σε έκανα να κοκκινίσεις», πρόσθεσε. «Κι αν είναι αλήθεια, γιατί μου είπες πως με βλέπεις σαν αδερφή σου;» Ο Νόα έστρεψε το βλέμμα απ’ την άλλη. «Δε με ήθελες. Δεν είμαι από εκείνους που εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους. Το ξέρεις αυτό. Καταλαβαίνεις πως όλη αυτή η συζήτηση είναι βασανιστήριο για μένα;» Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. «Πίστεψέ με, σε ήθελα». Ο Νόα με κοίταξε σαν να είχε κερδίσει το λόττο. Έγειρε το κεφάλι, έτσι ώστε τα χείλη του να χαϊδεύουν τα δικά μου καθώς μιλούσε. «Απλά... δε... δε θέλω να νομίζεις πως το μόνο που με ενδιαφέρει είναι αυτό, εντάξει; Γιατί δεν είναι έτσι. Καθόλου. Αυτό είναι κι ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν σ’ εσένα. Είσαι γλυκιά και αθώα. Διαφορετική. Είναι χαριτωμένο». «Μπα, είμαι και χαριτωμένη τώρα;» ρώτησα ανασηκώνοντας το ένα φρύδι, ενώ εκείνος χαμογέλασε αγγίζοντας τα χείλη μου. «Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουν μόνο η ενοχλητική κολλητή του μικρού αδερφού σου». «Ε, και αυτό». Χαζογέλασα και χάιδεψα με το δάχτυλό μου το στήθος του. «Δε σε θέλω γι’ αυτό, εντάξει;» επανέλαβε ο Νόα λίγο αργότερα. «Αν με ήθελες μόνο γι’ αυτό, θα άρχιζα να αμφιβάλω σοβαρά για την κρίση σου», ψιθύρισα κάνοντάς τον να γελάσει. Ένα υπέροχο συναίσθημα πλημμύρισε το στήθος μου. Εκείνος ακούμπησε το δάχτυλό του στο πιγούνι μου και μου σήκωσε το πρόσωπο. Η έκφρασή του, το συνοφρυωμένο πρόσωπό του... όλα μαρτυρούσαν πόσο επιφυλακτικός ήταν. Όχι, δε θα άφηνα τον εαυτό μου να τον δει σαν τον αδερφό του Λι ή σαν εκείνο τον υπερπροστατευτικό βλάκα που μου έσπαγε τα νεύρα. Αρνήθηκα να αφήσω όλες τις απαίσιες επιπτώσεις αυτής της κατάστασης να εισβάλουν στο μυαλό μου. Είχα άφθονο χρόνο για να τα σκεφτώ όλα αυτά αργότερα.


Αυτή τη στιγμή ήταν απλά ο Νόα. Σήκωσα το κεφάλι για να τον φιλήσω. Και, φυσικά, έτσι άπειρη όπως ήμουν, τα δόντια μου τσούγκρισαν πάνω στα δικά του. Δεν ήξερα πώς γίνεται να σου συμβεί κάτι τέτοιο. Να όμως που εγώ το κατάφερα. «Συγγνώμη», ψέλλισα δαγκώνοντας τα μάγουλά μου. Ένιωσα τα χείλη του να σουφρώνουν πάνω στα δικά μου και το στήθος του να δονείται από τα πνιχτά γέλια του κάτω απ’ την παλάμη μου. «Λίγη εξάσκηση χρειάζεσαι μόνο», είπε και με φίλησε. Και αυτή τη φορά τα δόντια μας δεν τσούγκρισαν. Μείναμε στο κρεβάτι του να φιλιόμαστε με τις ώρες. Μιλήσαμε λίγο για το σχολείο, για το κολέγιο στο οποίο θα έκανε αίτηση (σκεφτόταν να πάει σ’ αυτό του Σαν Ντιέγκο, επειδή ήταν το πιο κοντινό) και τσακωθήκαμε λιγάκι για τους λόγους που οι All Time Low ήταν πολύ καλύτεροι από τους Linkin Park. (Του άρεσαν πάρα πολύ τα τελευταία άλμπουμ των Linkin Park, ενώ εγώ τα μισούσα.) Ήταν ωραία να είμαι μαζί του ακόμη και όταν δε φιλιόμασταν. Μου άρεσε η παρέα του ακόμη και όταν μαλώναμε για τη μουσική. Όμως δε μιλούσαμε παρά μόνο λίγα λεπτά την κάθε φορά πριν αρχίσουμε να φιλιόμαστε πάλι. Και όταν συνέβαινε αυτό, ξεχνούσα τι ακριβώς λέγαμε πριν. Ξεχνούσα πως θα έπρεπε να ήμουν ήδη στο σπίτι μου. Είχα εθιστεί σε εκείνη την περίεργη αίσθηση στο στομάχι μου που προκαλούσαν τα φιλιά του. Σκέφτηκα ότι θα ήταν μάλλον επειδή φιλούσε τόσο ωραία. Θέλω να πω ότι δεν είχαμε και κανένα ιδιαίτερο «δέσιμο» μεταξύ μας. Δεν ήμασταν σε τέτοια φάση. Κανείς δε μου εγγυόταν πως σε μια εβδομάδα ο Νόα θα ήθελε να συνεχίσει να είναι μαζί μου, απ’ τη στιγμή που δεν είχε ξανακάνει ποτέ του μακροχρόνια σχέση. «Για πες μου, λοιπόν», ρώτησε εκείνος λίγο αργότερα βάζοντας τα χέρια κάτω από το κεφάλι και κοιτάζοντας τα μάτια μου, «τι ακριβώς κάνουμε εδώ;» «Δεν πρόκειται να κοιμηθώ μαζί σου», του απάντησα κοφτά. «Σ’ το ξανάπα», αναστέναξε ο Νόα χαϊδεύοντας το γόνατό μου, «δε με ενδιαφέρει μόνο αυτό». Δεν έπρεπε να μου αρέσει. Δε γινόταν να μου αρέσει. Ήμασταν τόσο διαφορετικοί. Όλη αυτή η κατάσταση ήταν ένα μεγάλο λάθος. Πώς θα έβρισκα ποτέ το θάρρος να πάω στον Λι και να του πω πως ήμουν με τον αδερφό του; Ωστόσο... μου άρεσε αυτό που συνέβαινε μεταξύ μας. Μου άρεσαν τα φιλιά του· η αίσθηση των χεριών του γύρω μου· το χαμόγελο στα μάτια του όταν τσακωνόμασταν για τις μπάντες. Ήταν τόσο όμορφα. Ένιωθα τόσο άνετα μαζί του. Άξιζε όμως να πληγώσω τον κολλητό μου για κάτι τέτοιο; Δεν μπορούσα να του το κάνω αυτό, έτσι δεν είναι; Ο Λι μού είχε ξεκαθαρίσει ότι θα ένιωθε πολύ περίεργα αν ποτέ συνέβαινε κάτι τέτοιο· πως κάποια στιγμή ίσως και να έβλαπτε τη φιλία μας, η οποία δεν άξιζε να χαλάσει για τίποτα στον κόσμο. Σωστά; «Δεν... δεν ξέρω», παραδέχτηκα λίγο αργότερα. «Να, είναι που... εμείς οι δύο δε θα έπρεπε να... Και ο Λι...» «Κατάλαβα», είπε ο Νόα και σώπασε. Η άκρη του δαχτύλου του σχημάτιζε κύκλους πάνω στο γόνατό μου. Ακολούθησα με το βλέμμα μου την κίνηση περιμένοντας. «Βασικά... ο Λι δε χρειάζεται να το μάθει», συνέχισε εκείνος διστακτικά. Προσπάθησα να καταλάβω τι εννοούσε. «Δηλαδή να του πω ψέματα;»


«Ίσως να μην του έλεγες όλη την αλήθεια...» εξήγησε ο Νόα και τα χείλη του συσπάστηκαν λιγάκι, σαν να πάσχιζε να το θέσει όμορφα. «Μέχρι να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Αν δεν το μάθαινε ο Λι, τότε δε θα πληγωνόταν. Αν τα πράγματα ανάμεσα σ’ εμένα και στον Νόα δεν πήγαιναν καλά και ο Λι δεν είχε την παραμικρή ιδέα, δε θα άλλαζε τίποτα μεταξύ μας. Και σε περίπτωση που τα πράγματα με τον Νόα πήγαιναν καλά... τότε θα το έλεγα στον αδερφό του όταν θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή. Τον άκουσα να αναστενάζει και σήκωσα το βλέμμα για να τον κοιτάξω. «Είδες που σου είπα πως οι κοπέλες δε θέλουν να τα έχουν με έναν αγριάνθρωπο;» ρώτησε εκείνος με ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Δεν είναι αυτό», αποκρίθηκα σκουντώντας τον ελαφρά στο μπράτσο. «Κι εξάλλου ξέρω πως δε θα άπλωνες ποτέ ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι πάνω σε κοπέλα. Δεν είσαι τέτοιος τύπος». Και πριν προλάβω να το σκεφτώ περισσότερο, είπα «εντάξει». «Εντάξει;» «Όμως θέλω πρώτα να μου υποσχεθείς πως ο Λι δε θα μάθει τίποτα». «Εννοείται αυτό», υποσχέθηκε ο Νόα κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Ύστερα ανασηκώθηκε και έσκυψε για να μου φιλήσει τη μύτη. Σήκωσα χαμογελώντας το κεφάλι για να τον φιλήσω στο στόμα. Ένιωσα τα χείλη του να σουφρώνουν πάνω στα δικά μου και, όταν επιτέλους ξεκολλήσαμε, στο αριστερό μάγουλό του είχε σχηματιστεί εκείνο το λακκάκι που εμφανιζόταν κάθε φορά που χαμογελούσε. Κοίταξα πίσω του και είδα την ώρα στο ψηφιακό ρολόι του να με κοιτάζει επίμονα με το κόκκινο φως της. Η ανάσα μου κόπηκε. Σε είκοσι λεπτά έπρεπε να είμαι στο σπίτι για φαγητό. Μα πώς πέρασε έτσι όλο το απόγευμα; «Πρέπει να φύγω», είπα πανικόβλητη. «Αα...» έκανε εκείνος. Αν δεν τον ήξερα, μπορεί και να νόμιζα πως απογοητεύτηκε. «Θες να σε πάω στο σπίτι;» Στράφηκα και τον κοίταξα με νόημα. «Μπορώ να περπατήσω, ξέρεις. Έχω πόδια. Δύο, μάλιστα». Ένα χαμογελάκι απλώθηκε στα χείλη του. «Καλά, όπως θες, λοιπόν. Εγώ ήθελα απλά να φανώ ευγενικός...» «Όχι, εντάξει. Θα πάω μόνη μου. Αλήθεια». Ήθελα να ξεκαθαρίσω λιγάκι τις σκέψεις μου και αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει όσο ο Νόα ήταν μαζί μου. «Είσαι πολύ γλυκούλης όταν με κοιτάζεις έτσι». «Μην το ξαναπείς αυτό, σε παρακαλώ», είπε εκείνος στραβομουτσουνιάζοντας. «Ω, τι γλύκας που είσαι», τον πείραξα γελώντας. Τον έσπρωξα παιχνιδιάρικα στον ώμο και εκείνος αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του. Πήγα να πάρω το κινητό μου από τη συρταριέρα δίπλα στο κρεβάτι του και τότε, πριν προλάβω να συγκρατηθώ, ξεστόμισα την ερώτηση. «Γιατί δε σου αρέσει να σε φωνάζουν “Νόα”;» «Δεν είναι και το πιο τέλειο όνομα στον κόσμο, ξέρεις. Δεν το βάζει και κανένας στα πόδια στο άκουσμά του. Ενώ το Φλιν...» «Σου πάει». «Ακριβώς. Τότε γιατί με φωνάζεις πάντα με το μικρό μου;» «Επειδή έτσι έχω συνηθίσει από μικρή. Και εξάλλου το έκανα για να σε εκνευρίσω. Όμως εγώ το βρίσκω σέξι».


Τα λόγια ξέφυγαν απ’ τα χείλη μου χωρίς να το καταλάβω. Έκλεισα το στόμα με το χέρι μου και τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν. Δεν το πίστευα αυτό που μόλις είχα πει! Όχι πως δεν έβρισκα σέξι το όνομά του. Δεν πήγαινε σε όλους, βέβαια, αλλά ο Νόα Φλιν μπορούσε να το υποστηρίξει. Το έκανε να φαντάζει σέξι. Απλώς δεν μπορούσα να πιστέψω πως του το είπα! Εκείνος έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και τράβηξε το χέρι μου από το πρόσωπό μου, που είχε σίγουρα κοκκινίσει σαν παντζάρι. «Καλά, έτσι όπως το θέτεις, δεν ακούγεται και τόσο χάλια». Γέλασα αμήχανα και ο Νόα μού έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη πριν μου αφήσει το χέρι. Έπρεπε να φύγω. Κι αν κάποιος γύριζε ξαφνικά στο σπίτι; Σίγουρα θα του φαινόταν πολύ ύποπτο που ήμουν εκεί με τον Νόα. Σιγά μην πίστευε πως απλά «κάναμε παρέα». Έκανα μια στάση στην κουζίνα, πριν βγω έξω, για να πάρω την τσάντα μου και το βιντεοπαιχνίδι του Μπραντ. Γύρισα για να φύγω και τότε είδα ξαφνικά τον Νόα ακουμπισμένο στην πόρτα της κουζίνας. Πετάχτηκα από τον τρόμο μου. Ήταν πολύ αθόρυβος. Δεν είχα ιδέα πως στεκόταν εκεί. «Είσαι ελεύθερη αύριο;» με ρώτησε. «Δε νομίζω... Έχω ένα σωρό διάβασμα, οπότε...» Και τότε σκέφτηκα πως ίσως θα έπρεπε να το είχα παίξει λίγο πιο μυστηριώδης, να τον ρωτούσα τι είχε κατά νου, να του έλεγα πως δεν ήμουν σίγουρη αν μπορούσα να βρεθούμε. Απόδιωξα όμως αυτή τη σκέψη. Σιγά μην κατάφερνα να κάνω ποτέ κάτι τέτοιο. «Βλακεία», είπε εκείνος. Περίμενα να συνεχίσει, αλλά δεν το έκανε. Απλά μου χάρισε εκείνο το χαμογελάκι-σήμα κατατεθέν του και κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου. Αναρωτήθηκα αν ήθελε να βρεθούμε, αλλά δεν είπε τίποτ’ άλλο. «Εμ...» μουρμούρισα. «Κάποιο τρόπο θα βρω για να συναντηθούμε, μην ανησυχείς», είπε ο Νόα χαμογελώντας. Του ανταπέδωσα το χαμόγελο. Σε μία μόλις μέρα, από εκεί που δεν είχα καθόλου ερωτική ζωή, κατέληξα να συναντιέμαι στα κλεφτά με το πιο περιζήτητο αγόρι του σχολείου, και όλα αυτά εξαιτίας εκείνης της καταραμένης ιδέας μου για το κιόσκι φιλιών. «Γεια», είπα σιγανά και πέρασα ξυστά από δίπλα του για να φύγω. «Ε, περίμενε», είπε ο Νόα και με τράβηξε από τη ζώνη του τζιν μου. «Δεν έχω φιλί για “αντίο”;» «Χμ, όχι». Ουάου, αυτό μπορεί και να ήταν το πιο ναζιάρικο πράγμα που είχα πει σήμερα. Μπράβο μου! «Όχι;» επανέλαβε εκείνος ανασηκώνοντας προκλητικά τα φρύδια του. Έσκυψε για να με φιλήσει, κι ενώ ήμουν έτοιμη να ανταποκριθώ, τραβήχτηκε μακριά μου πριν τα χείλη του προλάβουν να αγγίξουν τα δικά μου. Με κοίταξε με ένα αθώο ύφος κι εγώ αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. «Γεια σου, Σέλι», μου φώναξε πειρακτικά καθώς έφευγα. «Γεια σου, Νόα», απάντησα στον ίδιο τόνο χαμογελώντας. Σε όλη τη διαδρομή για το σπίτι δε σταμάτησα να χαμογελώ. Το ίδιο βράδυ ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και άρχισα να συλλογίζομαι όλα όσα είχαν συμβεί. Δεν ήξερα πόσο θα κρατούσε αυτό. Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου από εκείνα τα κορίτσια που θα έκαναν μακροχρόνιες, σοβαρές σχέσεις. Απ’ ό,τι είχα ακούσει, η μεγαλύτερη σχέση του Νόα ήταν


περίπου μία εβδομάδα, όμως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν ήθελα να πληγώσω τον Λι, αλλά ένιωθα μια έλξη για τον Νόα που δεν ήταν μόνο σωματική. Όχι πως θα έκανα καμιά βλακεία να τον ερωτευτώ. Όχι. Με τίποτα. Αυτό θα κατέστρεφε σίγουρα τη φιλία μου με τον Λι. Δε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δε γινόταν να συμβεί. Δε θα το επέτρεπα εγώ να συμβεί. Απλά έπρεπε να χειριστώ την κατάσταση όσο καλύτερα μπορούσα. Κι αν αυτό σήμαινε πως ήμουν αναγκασμένη να κρατήσω μυστικό πως ο Νόα κι εγώ ήμασταν μαζί, θα το έκανα. Ήθελα τόσο πολύ να είμαι μαζί του. Η σκέψη και μόνο αυτού του απογεύματος που περάσαμε μαζί με έκανε να νιώθω τόσο όμορφα. Είμαι σίγουρη πως αποκοιμήθηκα χαμογελώντας.


Κεφάλαιο 11

ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ έφτασε πολύ, μα πάρα πολύ γρήγορα. Ήμουν πανέτοιμη να πω στα κορίτσια για το φιλί μου με τον Νόα, επειδή ήξερα πως θα ήθελαν να μάθουν κάθε λεπτομέρεια. Προετοιμάστηκα κατάλληλα για τα ζηλόφθονα βλέμματα που θα εισέπραττα. Όπως και για το ότι έπρεπε να διαλύσω κάθε τυχόν υποψία τους ότι θα τα έφτιαχνα μαζί του. Ο Νόα κι εγώ δεν είχαμε χρόνο να βρεθούμε την προηγούμενη μέρα, αλλά μιλήσαμε με μηνύματα. Ακόμη ένιωθα εκείνο το φτερούγισμα μέσα μου κάθε φορά που θυμόμουν το τελευταίο του μήνυμα όταν του είπα πως πάω για ύπνο: Όνειρα γλυκά. Δεν ήταν του τύπου του, αλλά μου άρεσε. Άκουσα ένα αμάξι να σταματά έξω απ’ το σπίτι μου κι έτρεξα κάτω. Φώναξα ένα «αντίο» φεύγοντας. «Γεια», είπα χαμογελώντας στον Λι μόλις κάθισα στη θέση του συνοδηγού. «Γεια! Πώς και τέτοιες χαρούλες; Νόμιζα πως θα έτρεμες σήμερα απ’ το φόβο σου μετά το σκηνικό στο κιόσκι φιλιών». «Δεν ξέρω», είπα ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Κακό είναι να έχω κέφια;» «Κατά πρώτον είναι Δευτέρα. Και εκτός αυτού, δεν είσαι και πολύ πρωινός τύπος. Πίστεψέ με, το ξέρω». «Μην γκρινιάζεις. Απλά ξύπνησα κεφάτη. Μην το κάνουμε ολόκληρο θέμα». Ο Λι γέλασε. «Εντάξει, λοιπόν...» Μόλις φτάσαμε στο σχολείο, δεν πρόλαβα καλά καλά να βγω από το αμάξι και άρχισα να βομβαρδίζομαι από τσιρίδες και ερωτήσεις. Απ’ ό,τι φαινόταν, όλα τα κορίτσια του σχολείου ήθελαν λεπτομερή περιγραφή του φιλιού. «Δώστε της λίγο χώρο να ανασάνει, ρε παιδιά!» άκουσα τον Λι να λέει γελώντας. «Ωωω, είσαι τόσο τυχερή! Μακάρι να ήμουν εκεί! Και τι δε θα ’δινα για να φιλήσω τον Φλιν. Δεν το πιστεύω ότι έκανες πίσω, Κάρεν». «Εγώ σε καταλαβαίνω απόλυτα. Θα πρέπει να ήταν τρομακτικό μόλις συνειδητοποίησες πως έπρεπε να φιλήσεις τον Φλιν!» «Μακάρι να ήμουν στη θέση σου!» «Δεν το πιστεύω ότι φιλήθηκες με τον Φλιν». «Δεν είναι λίγο περίεργα τα πράγματα τώρα με τον Λι;» «Όχι», απάντησα περιφρονητικά. «Εννοείται πως όχι! Ο Λι είναι ο καλύτερός μου φίλος». «Ναι, αλλά φιλήθηκες με τον αδερφό του. Και, απ’ ό,τι είδα, δεν ήταν και κανένα πεταχτό φιλάκι», πρόσθεσε η Κάντις ανεβοκατεβάζοντας τα φρύδια της με νόημα. «Ναι, αλλά είναι ο Λι». «Έχεις ξαναμιλήσει από τότε με τον Φλιν;» «Σου αρέσει, Ελ;» πετάχτηκε ξαφνικά η Φέιθ. «Είσαι κολλημένη μαζί του;» «Εγώ ούτε λέξη δεν μπορώ να αρθρώσω μπροστά του», είπε γελώντας κάποια άλλη. «Δεν είσαι η μόνη!»


«Μόνο η Ελ μπορεί και του μιλάει». «Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να του συμπεριφέρεσαι τόσο φυσιολογικά», είπε η Τζόρτζια. Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «Τον ξέρω από μικρή, επειδή έκανα συνεχώς παρέα με τον Λι. Και δεν ξέρω, Φέιθ, για μένα είναι απλά ο Νόα». «Απλά ο Νόα;» αναφώνησαν όλες τους σοκαρισμένες. Δάγκωσα τα μάγουλά μου. Πραγματικά, έπρεπε να αρχίσω να σκέφτομαι πρώτα πριν ανοίξω το στόμα μου. «Μιλάμε για τον Φλιν! Πώς γίνεται να λες κάτι τέτοιο;» «Λοιπόν, πάω να μιλήσω λίγο σε κάτι παιδιά. Φιλήθηκα με τον Νόα και, ναι, ήταν πολύ ωραίο, όμως γίνεται να προχωρήσουμε παρακάτω τώρα; Έχω βαρεθεί να μιλάω γι’ αυτό». Ένιωσα να γίνομαι κακιά και προσπάθησα να δείξω πολύ θυμωμένη καθώς διέσχισα το πάρκινγκ και τις άφησα πίσω μου. Όταν έφτασα επιτέλους στον Λι και στα παιδιά, βαριαναστέναξα ανακουφισμένη. «Ωραία πρέπει να πέρασες», μου είπε ο κολλητός μου. Του έχωσα μια αγκωνιά στα πλευρά. «Χριστούλη μου! Πρέπει οπωσδήποτε να μας πεις τα πάντα! Δεν το πιστεύω πως φιλήθηκες με τον Φλιν! Χριστέ μου!» άρχισε να λέει ο Καμ με τσιριχτή φωνή. Τ’ αγόρια έσκασαν στα γέλια, ενώ εγώ τους έριξα μια θυμωμένη ματιά. «Μην αρχίζεις κι εσύ. Σε ικετεύω». «Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να ρωτήσουμε τίποτα», είπε ο Ντίξον. «Σοβαρά τώρα όμως, τα φτιάξατε;» «Όχι». «Ωραία». «Γιατί... μήπως ενδιαφέρεσαι;» τον ρώτησα τρεμοπαίζοντας παιχνιδιάρικα τα βλέφαρά μου. «Μπορεί», απάντησε εκείνος αστειευόμενος. «Την επόμενη φορά που θα δω τον Νόα, θα τον ενημερώσω», είπα με σοβαρό ύφος κάνοντας όλα τ’ αγόρια να βάλουν τα γέλια. «Απλά σ’ το λέω, για να έχεις προλάβει να φωνάξεις κανένα ασθενοφόρο». «Εντάξει, εντάξει, πάω πάσο!» «Α, ναι!» είπε ξαφνικά ο Γουόρεν. «Το ξέχασα. Οι γονείς μου θα λείπουν την επόμενη Παρασκευή, οπότε ξέρετε τι σημαίνει αυτό, έτσι;» «Πάρτι!» φώναξε ο Λι και κόλλησε πέντε με τον Γουόρεν. «Τέλεια». «Μην αρχίσετε να το λέτε από εδώ κι από εκεί. Δε θέλω να γίνει πανικός». «Εντάξει, κανένα πρόβλημα», συμφώνησαν όλοι. «Είσαι μέσα, Ελ;» με ρώτησε ο Γουόρεν, αφού δεν είχα πει τίποτα ακόμη. «Εννοείται. Αυτή τη φορά όμως θα απέχω από τα αλκοολούχα. Δε θέλω να επαναληφθεί το επεισόδιο με το παραλίγο στριπτίζ μου». «Να πάρει, Ελ, μόλις μου γκρέμισες τα όνειρά μου», μουρμούρισε ο Κάμερον και γέλασε. «Μην ανησυχείς, Σέλι, θα σε προσέχω εγώ», προσφέρθηκε ο Λι. «Σιγά που θα την προσέχεις! Εσύ όλο το βράδυ θα χαμουρεύεσαι με τη Ρέιτσελ», πετάχτηκε ο Όλιβερ κι έκανε όλους να γελάσουν. Το κουδούνι χτύπησε και μπήκαμε μέσα για τη συνέλευση.


Ο διευθυντής απένειμε σ’ εμένα και στον Λι ειδικό έπαινο, επειδή το κιόσκι μας είχε μαζέψει πολλά χρήματα. Αν και την ίδια μέρα έμελλε να αποσπάσω πολύ περισσότερους «επαίνους» απ’ όσους θα ’θελα. Τ’ αγόρια που περνούσαν από δίπλα μου άρχιζαν τα σφυρίγματα και τα σχόλια για μένα και τον Φλιν. Κατέληξε να με τσατίζει αυτό. Όχι πως άκουσα τίποτα τόσο προσβλητικό όσο αυτά που έλεγαν μετά το πάρτι του Λι και του Νόα, αλλά ο τρόπος τους και μόνο με εκνεύριζε αφάνταστα. Μέχρι την Πέμπτη ο ενθουσιασμός είχε σχεδόν ξεθυμάνει. Νέες φήμες και κουτσομπολιά ήρθαν στο προσκήνιο κάνοντας τη δική μου ιστορία να ξεχαστεί. Πετούσα απ’ τη χαρά μου! Είχα βαρεθεί να μιλάω για το φιλί μου με τον Φλιν στο πανηγύρι. Είχα βαρεθεί να ακούω τα κορίτσια να μου λένε πόσο πολύ ζήλευαν. Είχα βαρεθεί να βλέπω τ’ αγόρια να με κοιτάζουν διαφορετικά στους διαδρόμους, επειδή τώρα πια δεν ήμουν και τόσο αθώα. Το αποκορύφωμα της εβδομάδας μου ήταν την Πέμπτη το απόγευμα, όταν πέρασα απ’ το σπίτι του Λι, όπως είχαμε κανονίσει, και δεν τον βρήκα εκεί. «Πάω στο σούπερ μάρκετ», μου είπε η μητέρα του, «όμως μπορείς να καθίσεις εδώ, αν θες να τον περιμένεις». «Εντάξει, θα περιμένω λιγάκι. Ευχαριστώ, Τζουν». «Γεια σου, Ελ!» είπε εκείνη κεφάτη και έφυγε. Αναστέναξα και έστειλα μήνυμα στον Λι για να μάθω πού ήταν. Στη Ρέιτσελ. Συγγνώμη! L Δεν ήξερα πως θα περάσεις απ’ το σπίτι. Προφανώς ο κολλητός μου ξέχασε πως είχαμε κανονίσει να βρεθούμε. Πρώτη φορά το έκανε αυτό. Δεν πειράζει, θα γυρίσω στο σπίτι, του έγραψα προσθέτοντας και μια χαμογελαστή φατσούλα για να μη νομίζει πως είχα θυμώσει μαζί του. Αν και το παραδέχομαι πως με πείραξε λίγο. Ο Λι δε μ’ έγραφε ποτέ για άλλες κοπέλες χωρίς να με ενημερώσει. Θα πρέπει να τη γουστάρει πολύ τη Ρέιτσελ, σκέφτηκα. Ήμουν έτοιμη να φύγω όταν άκουσα κάποιον στη σκάλα. Στράφηκα για να δω ποιος ήταν. «Α, γεια», είπε ο Νόα. «Ο Λι δεν είναι εδώ». «Ναι, μόλις μου το είπε η μητέρα σου. Έχει πάει στο σούπερ μάρκετ». «Α, μάλιστα», είπε εκείνος και με κοίταξε καθώς κατέβαινε τα σκαλιά. Άρχισα να τραμπαλίζομαι μπρος πίσω πάνω στα τακούνια μου. Δεν ήξερα αν έπρεπε να φύγω ή όχι... Δεν ήθελα τώρα που ήξερα πως ήταν εκεί ο Νόα. Όλη την εβδομάδα, κάθε φορά που τον έβλεπα στους διαδρόμους του σχολείου ή στο γήπεδο την ώρα του μεσημεριανού, θυμόμουν την αίσθηση των χειλιών του στα δικά μου και το μόνο που ήθελα ήταν να τον ξαναφιλήσω. Φορούσε μια φθαρμένη φόρμα με παλιές λαδιές και ένα λευκό φανελάκι. Τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή. Πώς τα κατάφερνε, λοιπόν, να μοιάζει με μοντέλο; Και πώς γινόταν να αρέσω σ’ ένα τέτοιο αγόρι; Είχα αρχίσει να πείθομαι πως, ό,τι κι αν είχε συμβεί το περασμένο Σαββατοκύριακο με τον Νόα, αποτελούσε ήδη ένα κλεισμένο κεφάλαιο της ζωής μου και πως εκείνος το είχε ξεχάσει τελείως. Πως έπρεπε απλά να το ξεπεράσω και να προχωρήσω παρακάτω. Και τότε ο Νόα με φίλησε. Αιφνιδιάστηκα τόσο πολύ που τον βρήκα εκεί, ώστε τον άφησα να με


κολλήσει στον τοίχο και παραδόθηκα στο φιλί του. Προφανώς, όλες οι ανησυχίες και οι αμφιβολίες μου ήταν εντελώς παράλογες. Όταν επιτέλους ξεκολλήσαμε για να πάρουμε ανάσα, εκείνος παρέμεινε τόσο κοντά μου, ώστε όταν μιλούσαμε, τα χείλη μας αγγίζονταν. «Περιμένω ολόκληρη την εβδομάδα να το κάνω αυτό», είπε σιγανά ο Νόα. Ένιωσα ένα κύμα ενθουσιασμού να με πλημμυρίζει. Προσπάθησα να το παίξω ψύχραιμη και να μην κοκκινίσω για να μην καταλάβει πόσο ανακουφισμένη και χαρούμενη ήμουν. Δεν είναι σωστό να δεθώ ιδιαίτερα μαζί του, σκέφτηκα. Πρέπει να προσέχω. Για χάρη του Λι. «Συγγνώμη που σε άφησα να περιμένεις», είπα προσπαθώντας να φανώ το γοητευτικό κορίτσι με την αυτοπεποίθηση που δεν ήμουν καθόλου. «Άξιζε την αναμονή», είπε εκείνος κι ανασήκωσε τους ώμους. Αυτή τη φορά μού ήταν αδύνατο να μην κοκκινίσω. «Πόση ώρα πιστεύεις πως έχουμε;» με ρώτησε ο Νόα. «Χμ... κανένα μισάωρο το λιγότερο», απάντησα χρωματίζοντας με γέλιο τη φωνή μου. Τα καταγάλανα μάτια του Νόα φωτίστηκαν ακόμη περισσότερο. Μου έδωσε άλλο ένα γρήγορο φιλί και μετά με πήρε από το χέρι για να με οδηγήσει πάνω. «Θα πας στο πάρτι του Γουόρεν την επόμενη εβδομάδα;» με ρώτησε ξαφνικά. «Ναι», απάντησα. «Εσύ;» Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Απλά μη φορέσεις τίποτα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό, εντάξει;» «Γιατί όχι;» ρώτησα με περιέργεια. Ποτέ ο Νόα δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο για τα προηγούμενα πάρτι. «Δε θα πιστέψεις τι έχω ακούσει να λένε τ’ αγόρια για σένα την τελευταία εβδομάδα», είπε εκνευρισμένος και είδα ένα μυ να συσπάται στο σαγόνι του. «Εμένα μου λες;» μουρμούρισα μέσα απ’ τα δόντια μου χωρίς να το σκεφτώ. «Γιατί; Τι άκουσες;» ρώτησε εκείνος απότομα, αυτή τη φορά περισσότερο εκνευρισμένος, αν και όχι μαζί μου. Ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα καταπνίγοντας την παρόρμησή μου να αναποδογυρίσω τις κόρες των ματιών μου. Πραγματικά τώρα, έπρεπε να μάθω να κρατώ πιο συχνά το στόμα μου κλειστό. «Τίποτα, απλά κάτι σχόλια για το κιόσκι φιλιών». «Όπως;» επέμεινε εκείνος. Κατάλαβα πως είχε αρχίσει να θυμώνει για τα καλά. Τον ήξερα τόσα χρόνια, ώστε είχα μάθει να αναγνωρίζω τα προειδοποιητικά σημάδια. Ο μυς στο σαγόνι του· το κροτάλισμα των δαχτύλων του· η ζάρα στο μέτωπό του ακριβώς πάνω απ’ τα φρύδια· τα πόδια του που έπαιρναν μαχητική στάση. Άρχισε να κροταλίζει τα δάχτυλά του και ο μυς στο σαγόνι του συνέχιζε να συσπάται... Α, να και τα πόδια. «Κάτι χαζομάρες», απάντησα αναστενάζοντας και σωριάστηκα στο κρεβάτι. Η ένταση στην ατμόσφαιρα ήταν τέτοια, ώστε δεν μπορούσα να απολαύσω ούτε το τραμπαλιστό στρώμα του. «Άρχισαν τα σχόλια για το φιλί μας, ρωτούσαν αν ίσχυε ακόμη το αντίτιμο των δύο δολαρίων και τέτοια... Δεν τρέχει τίποτα όμως, δε συνέβη κάτι», βιάστηκα να τον διαβεβαιώσω. Ο Νόα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Είσαι σίγουρη πως δε σε πείραξε κανείς;» «Σιγουρότατη», αποκρίθηκα αναστενάζοντας. «Ηρέμησε». «Μιλάω σοβαρά, Ροσέλ», επέμεινε εκείνος σουφρώνοντας τα φρύδια. Ωραίος τρόπος να


χαλάσεις την ατμόσφαιρα, σκέφτηκα απογοητευμένη. «Αν κάποιος σε πλησιάσει και...» «Δεν είμαι μωρό. Μπορώ να φροντίζω τον εαυτό μου», τον διέκοψα. «Δε χρειάζεται να με ελέγχεις όλη την ώρα! Ηρέμησε». «Δε σε ελέγχω!» «Με ελέγχεις!» του φώναξα με τη σειρά μου και ανακάθισα στο κρεβάτι για να τον αγριοκοιτάξω. «Θα φορέσω ό,τι θέλω στο πάρτι την επόμενη εβδομάδα. Δε χρειάζομαι να μου λες ούτε με ποιον θα βγω, ούτε τι θα φορέσω και τι όχι, ούτε με ποιον θα μιλάω!» «Δε θέλω να πληγωθείς», μου φώναξε ο Νόα. «Δεν πρόκειται να πληγωθώ! Δεν είναι όλοι το ίδιο βλάκες σαν...» «Σαν κι εμένα;» ολοκλήρωσε εκείνος την πρότασή μου. «Ναι! Ναι, σαν κι εσένα!» Είχα ήδη σηκωθεί και στεκόμουν μπροστά του προσπαθώντας να τον κοιτάζω στα μάτια. Δεν ήταν εύκολο, απ’ τη στιγμή που ήταν δέκα εκατοστά ψηλότερος, αλλά έβαλα τα δυνατά μου να τον αγριοκοιτάξω. «Δε φαίνεται να καταλαβαίνεις πόσο καθάρματα είναι μερικοί από εκείνους τους τύπους», υποστήριξε ο Νόα. «Εσύ συμπεριφέρεσαι φυσιολογικά, αλλά αυτοί πιστεύουν πως τους φλερτάρεις και το παίρνουν λάθος. Κι αν κάποια στιγμή κάνουν καμιά κίνηση, εσύ θα νομίζεις πως δεν τους προκάλεσες, αλλά ακριβώς αυτό θα έχεις κάνει». «Δεν προκαλώ κανέναν!» φώναξα εξοργισμένη. «Αυτό ακριβώς προσπαθώ να σου πω! Δεν το κάνεις επίτηδες, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνεις, εκεί που φέρεσαι φυσιολογικά και αστειεύεσαι, ορισμένοι τύποι το παίρνουν λάθος και πιστεύουν πως τους φλερτάρεις. Και αν δεν προσέξεις, στο τέλος θα την πατήσεις». «Καλά! Όμως δε χρειάζεται να μου λες κάθε φορά τι να κάνω!» είπα χτυπώντας τον δυνατά στο στήθος κι εκείνος μου άρπαξε το χέρι και κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου. Το φιλί του ήταν αλλόκοτα γλυκό, γεμάτο θυμό που σιγά σιγά εκτονωνόταν και γινόταν πάθος. Ήταν περίεργο πώς η κατάσταση μετατράπηκε από έντονο καβγά σε παθιασμένο φιλί. Τα χέρια του Νόα μπλέχτηκαν μες στα μαλλιά μου, κρατώντας με όσο πιο κοντά του γινόταν καθώς με παρέσυρε μαζί του στο κρεβάτι. Μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ καθαρά όταν με φιλούσε. Κάθε λογική σκέψη μου με εγκατέλειπε. Σταματήσαμε να φιλιόμαστε για να πάρουμε ανάσα και είδα τα μάτια του να περιπλανιούνται στο σώμα μου όσο προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Ντράπηκα. Ο Νόα με τράβηξε ξανά κρατώντας με τρυφερά στην αγκαλιά του και άφησε ένα απαλό, παρατεταμένο φιλί στα χείλη μου. «Είσαι υπέροχη, Ελ, το ξέρεις;» Υπέροχη. Όχι όμορφη. Ούτε σέξι. Υπέροχη. Άλλο να το ακούω από τον Λι, όταν έψαχνα να βρω τι θα φορέσω και τον ρωτούσα πώς ήμουν, ή από τον πατέρα μου όταν πήγα σ’ εκείνο το χορό πριν από λίγους μήνες, και άλλο να μου το λέει ο Νόα Φλιν. Ήταν εντελώς διαφορετικό. Χαμογέλασα και τον φίλησα. «Δε θέλω να νομίζεις πως σε ελέγχω», ψιθύρισε εκείνος χωρίς να με κοιτάζει στα μάτια. Έπαιζε με τις άκρες των μαλλιών μου τυλίγοντάς τες γύρω από τα δάχτυλά του. «Απλά... θυμώνω πάρα πολύ όταν ακούω τους άλλους να μιλάνε έτσι για σένα. Δε θέλω να σε δω να πληγώνεσαι. Νοιάζομαι τόσο πολύ για σένα».


Ήμουν σίγουρη πως αυτά τα λόγια δεν τα εννοούσε με ρομαντικό τρόπο. Είχαμε μεγαλώσει μαζί, οπότε πραγματικά νοιαζόταν. Κι όμως, ακούγοντάς τον να μιλά έτσι, ένιωσα την καρδιά μου να σκιρτά. Χαμογέλασα. «Χαίρομαι που το ακούω». «Παρόλο που είμαι μεγάλος βλάκας;» Γέλασα. «Παρόλο που είσαι μεγάλος βλάκας». «Για να μην πούμε και σέξι βλάκας», είπε εκείνος χαμογελώντας με νόημα. «Μμ, δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Ο Νόα ανασήκωσε το ένα φρύδι και ξαφνικά ήρθε πάνω μου ακινητοποιώντας τα χέρια μου πάνω απ’ το κεφάλι μου. «Μήπως να το ξανασκεφτόσουν;» ρώτησε ψιθυριστά στο αφτί μου, ενώ τα χείλη του χάιδευαν το δέρμα κάτω απ’ το σαγόνι μου. Άρχισα να γαργαλιέμαι και να στριφογυρίζω. «Εντάξει», είπα γελώντας, «ίσως και να είσαι λιγάκι σέξι...» «Κάνε άλλη μια προσπάθεια, Σέλι», επέμεινε ο Νόα με σιγανό και απειλητικό τόνο, αλλά διέκρινα το γέλιο στη φωνή του. Γύρισε και με φίλησε στο λαιμό, ακριβώς στο σημείο που ήξερε ότι γαργαλιόμουν περισσότερο, κι εγώ άρχισα να γελάω και να σπαρταρώ σαν ψάρι. «Εντάξει, εντάξει», είπα με τρεμάμενη φωνή. «Είσαι πολύ, μα πάρα πολύ σέξι». «Το ξέρω», αποκρίθηκε εκείνος και με φίλησε αφήνοντας τα χέρια μου. Τα δάχτυλά μου μπερδεύτηκαν μέσα στα σκούρα μαλλιά του. Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε, χωρίς να σκεφτόμαστε τίποτ’ άλλο, και τότε ακούσαμε μια πόρτα αυτοκινήτου να κλείνει απέξω. «Να πάρει», είπε ο Νόα σιγανά κι εγώ τινάχτηκα. Πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε απ’ το παράθυρο. «Ποιος είναι;» «Η μητέρα μου γύρισε κιόλας...» Σταμάτησε να μιλά κοιτάζοντας το ρολόι του. Είχε περάσει σχεδόν μία ώρα. Γιατί ο χρόνος έτρεχε τόσο γρήγορα όταν ήμασταν μαζί; «Πάω να τη βοηθήσω να ξεφορτώσει τα ψώνια. Εσύ βγες από την πίσω πόρτα». «Εντάξει», είπα. Κοντοστάθηκε στην πόρτα και με κοίταξε ενθουσιασμένος. «Τι;» «Έχει πλάκα, δε βρίσκεις;» «Νόα; Γύρισα!» φώναξε η Τζουν από κάτω. «Μπορείς να με βοηθήσεις να ξεφορτώσουμε τα πράγματα;» «Ναι, μαμά, έρχομαι», φώναξε εκείνος και μετά μου χαμογέλασε. Ανταπέδωσα το χαμόγελό του. «Έλα. Μπορείς να την κάνεις όσο η μητέρα μου θα είναι έξω στο αμάξι». Γλίστρησα αθόρυβα στο κεφαλόσκαλο και περίμενα ώσπου ο Νόα και η Τζουν να βγουν απ’ το σπίτι. Εκείνος μου έκανε ένα νεύμα και εγώ έτρεξα στην κουζίνα για να το σκάσω από την πίσω πόρτα. Περίμενα ώσπου ν’ ακούσω το θρόισμα απ’ τις τσάντες μέσα στο σπίτι και μετά βγήκα τρέχοντας από την πλαϊνή πόρτα του κήπου που οδηγούσε στο δρόμο. Ο Νόα είχε δίκιο τελικά. Ήταν κατά κάποιο τρόπο συναρπαστικό. Το μόνο που αναρωτιόμουν ήταν πόσο θα κρατούσε.


Κεφάλαιο 12

Η ΩΡΑ ΕΙΧΕ ΠΑΕΙ ΕΦΤΑ κι εγώ δεν είχα αποφασίσει ακόμη τι θα φορέσω. Σε τρία τέταρτα θα ερχόταν να με πάρει ο Λι. Εδώ και δύο ώρες ετοιμαζόμουν και είχα αλλάξει ρούχα πάνω από πενήντα φορές. Η εβδομάδα πέρασε πάρα πολύ γρήγορα. Σήμερα κιόλας ήταν το πάρτι του Γουόρεν. Στάθηκα μπροστά απ’ την ντουλάπα μου με τα χέρια στη μέση και κοίταξα για άλλη μια φορά τα ρούχα μου. «Ξέρεις κάτι», μονολόγησα, «έτσι όπως το πας, στο τέλος θα φοράς στο πάρτι μόνο τα εσώρουχά σου». Δεν ήθελα να βάλω φόρεμα ή φούστα, κυρίως επειδή είχα ξεχάσει να ξυρίσω τα πόδια μου και αυτό είχε περιορίσει σημαντικά την «γκαρνταρόμπα των πάρτι» μου. Αυτό που μου άρεσε στην πραγματικότητα ήταν ένα μαύρο τοπ χωρίς πλάτη, με λεπτά χιαστί κορδόνια. Δεν είχε καθόλου χαμηλό ντεκολτέ, αλλά δεν ήξερα αν ήταν κατάλληλο για πάρτι. Αναστέναξα τρίβοντας απεγνωσμένη το στέρνο μου – δεν ήθελα να χαλάσω το μέικ απ μου. Και τι έγινε αν δεν ντυνόμουν και τόσο καλά; Η αλήθεια είναι πως ήξερα ποιος ήταν ο λόγος που ήθελα να είμαι όμορφη. Ο Νόα. Όμως αυτό ήταν χαζό. Σιγά το θέμα. Θα έβαζα το μαύρο τοπ. Και τι έγινε αν δεν ήταν και τόσο καλό; Φόρεσα το τζιν μου. Ήταν μπλε ανοιχτό με ωραία σκισίματα στα πόδια. Έβαλα και το τοπ και κάθισα στον καθρέφτη για να φτιάξω τα μαλλιά μου. Δεν είχα και πολλή όρεξη για πάρτι, έτσι τα έπιασα ψηλά σε μια αλογοουρά. Έβαλα άλλη μια στρώση μάσκαρα. Είχα μερικά λεπτά ακόμη να σκοτώσω μέχρι να έρθει ο Λι. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. «Λι, τι έγινε;» ρώτησα διαισθανόμενη πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Αλλιώς γιατί να τηλεφωνήσει; «Άκου, ε... Ειλικρινά συγγνώμη, αλλά θα σε πείραζε να... βασικά...» «Άντε, πες το», τον παρότρυνα γελώντας. «Η Ρέιτσελ μόλις μου ζήτησε να περάσω να την πάρω από το σπίτι της, αν γίνεται, επειδή η φίλη της την παράτησε και...» «Και με πήρες για να δεις αν μπορείς να με παρατήσεις κι εσύ για να πας να πάρεις την κοπέλα σου, σαν καλός φίλος που είσαι;» ρώτησα ξερά, αλλά χαμογελούσα και το ήξερε. «Βασικά, αυτό που θα σου έλεγα είναι αν θα σε πείραζε να πάρουμε και τη Ρέιτσελ μαζί μας. Δεν είχα σκοπό να σε παρατήσω! Μην είσαι τόσο άδικη μαζί μου». «Θα ζητήσω από τον πατέρα μου να με πάει. Για να σας αφήσω λίγο μόνους». «Δε χρειάζεται να κάνεις κάτι τέτοιο, Σέλι! Μην είσαι χαζή». «Όχι, δεν τρέχει τίποτα, Λι, αλήθεια», είπα με ειλικρίνεια. «Δε με πειράζει». Όλες οι προηγούμενες σχέσεις του είχαν τελειώσει, επειδή εμείς οι δύο ήμασταν τόσο κοντά και στις κοπέλες του δεν άρεσε καθόλου που ήμουν εγώ η νούμερο ένα γυναίκα στη ζωή του. Δεν ήθελα να συμβεί κι αυτή τη φορά το ίδιο. Ο Λι το σκέφτηκε για λίγο. «Καλά, μπορώ να ζητήσω από τον Νόα να σε πάρει μαζί του. Δεν


έχει φύγει ακόμη». Τον άκουσα να φωνάζει στον αδερφό του ενώ εγώ έλεγα «Όχι, Λι, μη, δεν πειράζει, αλήθεια...» Σταμάτησα να μιλάω αναστενάζοντας. «Ελ; Σέλι, είσαι ακόμη εκεί; Ναι;» «Ε;» Είχα χαθεί τόσο πολύ στις σκέψεις μου, ώστε δεν τον άκουσα που μου μιλούσε. «Ο Νόα είπε πως θα σε συνοδεύσει εκείνος, κανένα πρόβλημα. Θα περάσει σε είκοσι λεπτά». «Μ... μα...» διαμαρτυρήθηκα ξεψυχισμένα. «Σ’ ευχαριστώ, Ελ. Θα σ’ το χρωστάω. Τα λέμε μετά!» «Γεια...» Αναστέναξα αφήνοντας το κινητό να γλιστρήσει από τα χέρια μου πάνω στο κρεβάτι και έθαψα το πρόσωπό μου μες στα χέρια μου. Σηκώθηκα και κοιτάχτηκα προσεκτικά στον καθρέφτη. Αποφάσισα να μη βαφτώ πολύ έντονα. Το σκούρο μπορντό κραγιόν ήταν αρκετό. Το τζιν αγκάλιαζε το σώμα μου, το τοπ τόνιζε τις καμπύλες μου αφήνοντας ακάλυπτη όλη την πλάτη μου. Ένιωθα όμορφα μ’ αυτά τα ρούχα. Αν και ήμουν σίγουρη πως ο Νόα θα έβρισκε σίγουρα κάτι ανάρμοστο στην εμφάνισή μου. Όμως δεν ήταν αυτό που με απασχολούσε. Με ανησυχούσαν περισσότερο τα κουτσομπολιά και οι φήμες που θα άρχιζαν όταν θα μας έβλεπαν να φτάνουμε μαζί στο πάρτι. Και τότε χτύπησε το κουδούνι. Έβαλα το κινητό στην πίσω τσέπη του τζιν μου και κατέβηκα ακριβώς τη στιγμή που άκουσα τον πατέρα μου να με φωνάζει. «Νόα», είπε ξαφνιασμένος με το που άνοιξε την πόρτα. «Γεια σας! Είναι έτοιμη η Ελ;» ρώτησε ο Νόα με τέτοια ευγένεια, ώστε άρχισα να αναρωτιέμαι αν άκουσα καλά. «Ε...» δίστασε ο πατέρας μου και στράφηκε για να με ξαναφωνάξει. Φαινόταν πολύ μπερδεμένος. «Μισό λεπτάκι, Νόα». Με τράβηξε μαζί του στην κουζίνα. «Τι γυρεύει αυτός εδώ;» με ρώτησε σιγανά. «Ο Λι πήγε στο πάρτι με την κοπέλα του και είπε στον αδερφό του να με πάρει μαζί του». «Α, ωραία. Για μια στιγμή νόμιζα πως τα φτιάξατε». «Ναι, σιγά!» είπα και καμώθηκα πως γελάω. «Να προσέχεις όμως, έτσι; Δεν το εμπιστεύομαι ιδιαίτερα αυτό το αγόρι... Δεν ξέρω... Όλο σε καβγάδες μπλέκει... Και εκείνη η μηχανή του...» «Ναι, το ξέρω, μπαμπά. Είναι μια χαρά παιδί όμως. Μην ανησυχείς». Του έδωσα ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. «Γεια!» «Μην πιεις!» τον άκουσα να φωνάζει πίσω μου. Βγήκα απ’ το σπίτι κλείνοντας την εξώπορτα πίσω μου. «Πάμε;» ρώτησα χαμογελώντας χαλαρά στον Νόα. Εκείνος με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω πολύ αργά. Αυτή τη φορά, αντί να κοκκινίσω, απλά αναστέναξα. Άντε πάλι! Αναρωτήθηκα πόσο θα εκνευριζόταν αυτή τη φορά, αν και η έκφρασή του έκανε την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή. «Δεν ακούς λέξη απ’ όσα λέω, έτσι;» «Όχι». Χαμογέλασα ξανά σαν να μην έτρεχε τίποτα και πήγα στο αυτοκίνητο. «Ειλικρινά, Ελ, ήταν ανάγκη να ντυθείς τόσο... τόσο...» «Τόσο τι, Νόα;» ρώτησα ενοχλημένη, αν και κατά βάθος ανυπομονούσα ν’ ακούσω τι σκεφτόταν


στ’ αλήθεια για μένα. «Κοίτα πώς είσαι!» ψέλλισε εκνευρισμένος σφίγγοντας τα δόντια. «Δεν μπορούσες να φορέσεις κάτι λιγότερο... σέξι;» Δε γινόταν να μη χαμογελάσω. Ποιος να μου το ’λεγε πως θα ερχόταν η μέρα που ο Φλιν θα μου έλεγε πως είμαι σέξι! Ένιωσα πολύ όμορφα, αν και όχι τόσο όσο όταν μου είπε πως είμαι υπέροχη. «Δεν είναι αστείο», δήλωσε εκείνος απότομα. «Έλα τώρα, ηρέμησε. Θα μπορούσα να είχα φορέσει κάτι πολύ πιο αποκαλυπτικό. Πάρτι είναι. Δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξω, Νόα. Αν χρειαστεί, θα πάω με τα πόδια, αλλά να αλλάξω αποκλείεται. Κι αν επιμείνεις, θα πάω μέσα και θα φορέσω την πιο κοντή φούστα και το πιο στενό μπλουζάκι που έχω στην ντουλάπα μου». Μείναμε να αγριοκοιταζόμαστε για λίγο. Και την επόμενη στιγμή ο Νόα μπήκε στο αμάξι αναστενάζοντας και κοπάνησε την πόρτα. Έκανα το ίδιο σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Μέσα μου όμως ένιωθα μια κάποια ικανοποίηση που είχε περάσει το δικό μου. Και τότε εκείνος είπε: «Είσαι πολύ σέξι όταν θυμώνεις». Τον κοίταξα έκπληκτη. Με κορόιδευε; Ο Νόα στράφηκε και μου έκλεισε το μάτι. Ναι, ήμουν σίγουρη πως με κορόιδευε. «Ω, έλα τώρα», είπε εκείνος. Ακούμπησε το χέρι στο μηρό μου και έσκυψε κοντά για να μου ψιθυρίσει. «Ξέρεις πως δεν μπορείς να μου κρατάς μούτρα για πάντα, Σέλι». «Αυτό θα το δούμε». Ο Νόα γέλασε και ξεκίνησε για το σπίτι του Γουόρεν. «Απλά δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο απέκτησες έτσι ξαφνικά πρόβλημα με το τι φοράω στα πάρτι», είπα. «Σε άλλα πάρτι έχω πάει με ρούχα πολύ πιο αποκαλυπτικά από αυτά εδώ». «Άλλο τότε. Τ’ αγόρια δεν είχαν πάρει τόσο θάρρος και κανείς τους δε θα τολμούσε να σε πλησιάσει. Από τη μέρα όμως που εκείνος ο Κόντι σού ζήτησε να βγείτε, όλοι νομίζουν πως χαλάρωσα λίγο και πως έχουν κάποια ελπίδα μαζί σου. Άσε που εκείνο το σκηνικό στο πανηγύρι δε βοήθησε καθόλου». Δάγκωσα τα μάγουλά μου από τη μέσα πλευρά νιώθοντας να αναψοκοκκινίζω. «Ό,τι πεις». Εκείνος άπλωσε το χέρι για να μου ζουλήξει ελαφρά το μηρό και μετά γέλασε. Παρκάραμε στο τέλος του δρόμου όπου έμενε ο Γουόρεν, λίγο πριν από τη γωνία. Απ’ ό,τι φάνηκε, κανείς δεν παρατήρησε πως είχαμε έρθει μαζί. Πλησίασα αμέσως την παρέα μερικών κοριτσιών που μιλούσαν για ό,τι μπορείς να φανταστείς, από το πόσο σέξι ήταν ο Τζον Φλέτσερ μέχρι το πόσο κακόγουστα ήταν τα παπούτσια της Χάνα Ντέιβις και πόσο πολύ λάτρευαν αυτό το τραγούδι! Λίγο αργότερα πήγα να βρω τον Λι. Ήταν στην πίσω αυλή και φιλιόταν με τη Ρέιτσελ. Ήπια άλλη μια γουλιά από το κουτάκι με την κόκα κόλα μου και, μη θέλοντας να τους τη χαλάσω, μπήκα ξανά μέσα. Βρέθηκα στο σαλόνι, το οποίο είχε αδειάσει από τα έπιπλα και είχε μετατραπεί σε πίστα χορού. Όλα τα φώτα ήταν σβηστά, εκτός από κάτι πράσινα και μπλε προβολάκια που είχε στήσει κάποιος, τα οποία αναβόσβηναν και περιστρέφονταν. Ήταν πολύ ωραία. Τα χρώματα έκαναν τα πάντα να


μοιάζουν πως ήταν κάτω απ’ το νερό. Ήταν πολύ περίεργο. Χόρεψα για λίγο με τους υπόλοιπους κουνώντας τους γοφούς μου μπρος πίσω στο ρυθμό της μουσικής και σηκώνοντας τα χέρια στον αέρα. Κάποιος τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση μου για να χορέψει μαζί μου κι εγώ στράφηκα για να δω ποιος ήταν. Προς μεγάλη μου έκπληξη αντίκρισα τον Πάτρικ, έναν τελειόφοιτο από την ποδοσφαιρική ομάδα. «Πάτρικ!» είπα χαμογελώντας. «Δε σε είδα όλο το βράδυ». Εκείνος γέλασε και σωριάστηκε τρεκλίζοντας σε μια καρέκλα. «Ουπς! Πώς πάει, Ελ;» «Καλά...» «Τέλεια. Έλα», είπε εκείνος και ξανασηκώθηκε πιάνοντάς με από το χέρι. «Πού πάμε;» «Να πάρουμε λιγάκι αέρα. Έχει πολύ κόσμο εδώ μέσα». «Εντάξει». Ο βραδινός αέρας ήταν κρύος σε σχέση με τη ζέστη μέσα στο σπίτι. «Ω Θεέ μου, κάνει πολύ κρύο», είπα τρίβοντας τα μπράτσα μου. «Ορίστε», είπε ο Πάτρικ και ήρθε πίσω μου για με αγκαλιάσει. Η ζέστη του σώματός του ξεπάγωσε λιγάκι την πλάτη μου. Γέλασα, αλλά πριν προλάβω να απομακρυνθώ και να του πω να μην κάνει χαζομάρες, ένιωσα ένα φιλί στον ώμο μου. Κοκάλωσα απ’ το σοκ όσο ο εγκέφαλός μου προσπαθούσε να επεξεργαστεί τι ήταν αυτό που μόλις είχε συμβεί. Ύστερα ο Πάτρικ έβαλε τα χέρια στη μέση μου και άρχισε να με φιλάει στο λαιμό. Στράφηκα για να τον απομακρύνω, αλλά εκείνος νόμιζε προφανώς πως γυρνούσα απλά για να τον κοιτάξω και έσφιξε τα χέρια του πίσω απ’ την πλάτη μου. Πριν προλάβει να με φιλήσει, έσπρωξα το πρόσωπό του απ’ την άλλη με την παλάμη μου και προσπάθησα να τραβηχτώ μακριά του. Θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό αν τον είχα κλοτσήσει ανάμεσα στα πόδια, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το σκέφτηκα. Ο Πάτρικ παραπάτησε μόλις τον έσπρωξα. (Ήταν μεθυσμένος και δεν είχε και πολύ καλή ισορροπία.) Δεν ήμουν όμως εγώ αυτή που τον έκανε να σωριαστεί στο γρασίδι. Ένα χέρι με άρπαξε με δύναμη από το μπράτσο. «Φίλε, μη μας τη χαλάς!» τραύλισε ο Πάτρικ προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια του. «Είσαι πολύ ξενέρωτος, Φλιν. Γιατί πρέπει να είσαι τόσο σπαστικός όλη την ώρα;» Θα πρέπει να ήταν τύφλα στο μεθύσι για να το πηγαίνει φιρί φιρί για καβγά και ο Πάτρικ ήταν έξυπνος τύπος. Ποτέ του δε θα έκανε κάτι τόσο χαζό αν ήταν νηφάλιος. Μια μπουνιά προσγειώθηκε στο στομάχι του κι εκείνος σωριάστηκε και πάλι στο γρασίδι μουγκρίζοντας. «Κανείς άλλος;» φώναξε ο Νόα κοιτάζοντας ήρεμα το πλήθος που άρχισε να μαζεύεται ολόγυρά μας στον κήπο. Οι περισσότεροι μπήκαν γρήγορα μέσα όταν είδαν πως ο καβγάς τελείωσε. «Πάμε», είπε ο Νόα και με άρπαξε απ’ το μπράτσο τραβώντας με πίσω του. «Άουτς! Νόα!» διαμαρτυρήθηκα. Τα πόδια του ήταν πιο μακριά απ’ τα δικά μου και οι δρασκελιές του πιο μεγάλες. Παραπατούσα στην προσπάθειά μου να τον προλάβω. «Νόα!» επανέλαβα. «Με πονάς». Αυτό φάνηκε να τραβά την προσοχή του. Ξέσφιξε τη λαβή του και με έπιασε από το χέρι βγάζοντάς με στο δρόμο.


Είχα αρχίσει να τσατίζομαι μαζί του. Ποιος νόμιζε πως ήταν; Η ώρα ήταν μόλις δέκα και μισή. Το πάρτι είχε ακόμη τουλάχιστον δύο ώρες ζωής μπροστά του. Δεν ήθελα να γυρίσω στο σπίτι από τώρα. Πέρα από εκείνο το μικροεπεισόδιο με τον Πάτρικ, περνούσα καλά. Πάνω απ’ όλα όμως δεν ήθελα να εξηγήσω στον πατέρα μου γιατί επέστρεψα τόσο νωρίς. Όταν φτάσαμε επιτέλους στο αμάξι, ο Νόα ξεκλείδωσε κι εγώ στάθηκα δίπλα στην πόρτα του συνοδηγού με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κοιτάζοντάς τον θυμωμένη. Εκείνος έτριψε τα μάτια με τις άκρες των δαχτύλων του. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να μπεις στ’ αμάξι;» «Δεν πάω πουθενά μαζί σου. Τι είσαι; Κανένας τραμπούκος; Δεν μπαίνω σ’ αυτό το αμάξι μ’ εσένα στο τιμόνι. Έχεις πιει και όσο κι αν λες ότι το σηκώνεις το ποτό, εμένα δε με νοιάζει». «Δεν ήπια σταγόνα, Ροσέλ! Τι με πέρασες; Για κανένα βλάκα; Και πώς με είπες πριν; Τραμπούκο;» Ανασήκωσα τους ώμους. «Όπως και να ’χει, δεν μπορείς να με κάνεις να φύγω με το ζόρι. Δεν είμαι αναγκασμένη να πάω πουθενά μαζί σου. Θα μείνω εδώ». Διέκρινα το σαγόνι του να σφίγγεται στο ημίφως. Οι σκιές έπεφταν στο πρόσωπό του κάνοντας τον ελεγχόμενο θυμό του να φαντάζει κάπως τρομακτικός. «Θα φύγεις πριν κάποιος άλλος πιωμένος κόπανος προσπαθήσει να σου κάνει κάτι». Ο τόνος της φωνής του ήταν απότομος, έντονος. Συνέχισα να τον αγριοκοιτάζω. «Το είχα υπό έλεγχο. Δεν έγινε και τίποτα». Ο Νόα έβγαλε κάτι μεταξύ ξεφυσήματος και κοροϊδευτικού γέλιου, που απλά με εξόργισε περισσότερο. «Δεν έγινε και τίποτα;» επανέλαβε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Είσαι...» «Είσαι υπερβολικός», του είπα απότομα, «είσαι κόπανος και βλάκας όπως πάντα, και αν νομίζεις πως θα έρθω μαζί σου, τότε...» «Μπες στο αμάξι, γαμώτο», με διέκοψε εκείνος ξαφνικά χτυπώντας το χέρι πάνω στην οροφή. Πετάχτηκα τρομαγμένη. Έσφιξα όμως τα δόντια και δεν υποχώρησα. «Σε παρακαλώ», πρόσθεσε ο Νόα έπειτα από λίγο. Μπήκα στο αμάξι. Εκείνος κάθισε στη θέση του οδηγού. «Ευχαριστώ», είπε αναστενάζοντας. «Δεν υπήρχε λόγος να φωνάξεις τόσο». «Το ξέρω. Συγγνώμη», είπε ο Νόα ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Κάθισα εκεί πασπατεύοντας τα ξεφτίσματα του τζιν μου. «Ο Πάτρικ δεν έκανε τίποτα, ξέρεις». «Έτοιμος ήταν». «Απλά βγήκαμε έξω για να πάρουμε λίγο καθαρό αέρα. Έγκλημα ήταν;» «Έτσι σου είπε;» «Ν... ναι...» ψέλλισα. Ο Νόα βαριαναστέναξε και ακούμπησε αγανακτισμένος το κεφάλι στο τιμόνι. Ύστερα το σήκωσε και με κοίταξε στα μάτια. Έδειχνε πολύ πιο ήρεμος τώρα, αν και κάπως απελπισμένος. «Και εσύ πίστεψες στ’ αλήθεια πως εννοούσε να βγείτε έξω για να πάρετε αέρα;» «Στην αρχή, ναι». «Ελ, αυτό ακριβώς προσπαθώ να σου πω τόσο καιρό. Είσαι πολύ αφελής όσον αφορά τ’ αγόρια». «Και ποιος φταίει γι’ αυτό;» ρώτησα γυρίζοντας στο κάθισμά μου για να τον κοιτάξω θυμωμένη. «Αν δεν ήσουν τόσο υπερπροστατευτικός και τους άφηνες να με πλησιάσουν για να μου ζητήσουν να βγούμε, δε θα ήμουν ούτε τόσο αφελής ούτε τόσο αθώα ούτε τόσο καλή μαζί τους! Είσαι ο


μεγαλύτερος υποκριτής του κόσμου, Νόα Φλιν». Με κοίταξε για κλάσματα του δευτερολέπτου και ύστερα κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου. Όμως ήταν ένα σύντομο φιλί και τραβήχτηκε πρώτος. «Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να βγεις από πάνω σε έναν καβγά», είπε με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Δεν ήταν δίκαιο. Έκανες ζαβολιά. Και δε βγήκες από πάνω». «Α, σοβαρά;» ρώτησε εκείνος και, αφού έλεγξε πρώτα τους καθρέφτες, ξεκίνησε. Απεχθανόμουν το ότι πήγαινε συνεχώς σαν τρελός. Δεν έτρεχε απλά, έφτανε το αμάξι στα όριά του. «Ναι, σοβαρά. Δεν ήταν δίκαιο». «Ορίστε, λοιπόν, πες τι ήθελες να πεις, Ελ. Άντε». Άνοιξα το στόμα μου έτοιμη να αρχίσω και πάλι να τον κατσαδιάζω, αλλά δεν κατάφερα να αρθρώσω λέξη. Πού είχα μείνει; Τα φιλιά του ήταν τόσο μεθυστικά, ώστε μου ήταν αδύνατο να θυμηθώ τι έλεγα πριν. «Λοιπόν;» ρώτησε εκείνος με ένα χαμογελάκι θριάμβου. «Περίμενε και θα δεις, Νόα», μουρμούρισα. «Θα μου το πληρώσεις αυτό». «Ανυπομονώ», είπε εκείνος και μου έκλεισε το μάτι. Ένιωσα να κοκκινίζω και ήλπισα πως δε θα το πρόσεχε μες στο σκοτάδι. Συνεχίσαμε να κάνουμε βόλτες με το αμάξι κάνα εικοσάλεπτο ακόμη. Το δροσερό βραδινό αεράκι χάιδευε το πρόσωπό μου μέσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Κανείς μας δε μιλούσε, αλλά δεν ήταν από εκείνες τις παγερές σιωπές. Όταν επιτέλους σταματήσαμε, ξεκούμπωσα τη ζώνη μου και βγήκα απ’ το αυτοκίνητο. Κοίταξα καλά καλά γύρω μου συνειδητοποιώντας πως δεν ήμασταν στο σπίτι μου. «Τι γυρεύουμε εδώ;» ρώτησα και στράφηκα για να τον κοιτάξω καθώς έβγαινε απ’ το αμάξι. «Το πάρτι δεν τελείωσε ακόμη, Ελ», απάντησε εκείνος. Ο τρόπος με τον οποίο μίλησε με έκανε να ξανακοκκινίσω. Προσπάθησα να καταλάβω τι γινόταν. «Πού είναι οι γονείς σου;» «Έχουν ένα σεμινάριο στα νότια αύριο, γι’ αυτό έφυγαν από σήμερα για να μην ταξιδεύουν πρωί πρωί». Για μια στιγμή σκέφτηκα να γυρίσω στο σπίτι με τα πόδια, αλλά έκανε πολύ κρύο. Και ήταν σκοτεινά. Ποιος ξέρει τι σόι κόσμος θα κυκλοφορούσε τέτοια ώρα στους δρόμους. Τουλάχιστον, έτσι δικαιολογήθηκα στον εαυτό μου καθώς ακολουθούσα τον Νόα μέσα στο σπίτι του. Μα καλά, ποιον κορόιδευα; Απλά ήθελα να μείνω λιγάκι ακόμη μαζί του. Πρώτα όμως πήγα στην κουζίνα για να πιω κάτι γιατί είχα κορακιάσει. «Είσαι καλά;» με ρώτησε ο Νόα από την πόρτα μόλις άφησα κάτω το αδειανό ποτήρι. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι τρίβοντας το πρόσωπό μου. «Δε νομίζω να θες να ξεράσεις ή τίποτα τέτοιο;» «Δεν ήπια. Μετά το τελευταίο πάρτι σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να απέχω για ένα διάστημα απ’ το ποτό». greekleech.info «Αχά», έκανε εκείνος και ένιωσα τα χέρια του να τυλίγονται ξαφνικά γύρω μου. «Εντάξει, οπότε ίσως δε χρειάζεται να σε προσέχω συνέχεια», είπε δίνοντάς μου ένα φιλί στο κεφάλι. Γέλασα. «Βασικά, μου αρέσει να με προσέχεις. Αυτό που δεν ανέχομαι είναι να συμπεριφέρεσαι σαν βλάκας».


Ο Νόα σιγογέλασε και με φίλησε ξανά στο κεφάλι παίζοντας με την αλογοουρά μου. «Θες να πας στο σπίτι σου;» ρώτησε. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι πάνω στον ώμο του και μετά σήκωσα το βλέμμα για να τον κοιτάξω. «Θα ήθελα να μείνω για λίγο». «Μπορείς να κοιμηθείς στον ξενώνα, αν θες. Αν δε θες να γυρίσεις στο σπίτι». Ανασήκωσα αναποφάσιστη τους ώμους. Εξαρτιόταν από το πόσο γρήγορα θα κυλούσε ξανά ο χρόνος μαζί του. Καταλήξαμε και πάλι να φιλιόμαστε και να ανεβαίνουμε παραπατώντας τη σκάλα. Έπειτα από λίγο τραβούσα ήδη την μπλούζα του για να του τη βγάλω και, πριν το καταλάβω, εκείνος άρχισε να βγάζει τη δική μου. Μου έπιασε τα χέρια και, αφού με ακινητοποίησε, σταμάτησε να με φιλάει, αλλά δεν έκανε πίσω. Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου κολλώντας τη μύτη του στη δική μου. Ένιωθα τα εξογκωματάκια στο σημείο όπου είχε σπάσει η μύτη του. Κοίταξα τα καταγάλανα μάτια του, που έλαμπαν μες στο σκοτάδι. «Ροσέλ», είπε σιγανά εκείνος, «δε χρειάζεται. Μπορούμε να περιμένουμε. Θα περιμένω». Τα λόγια του διέλυσαν όσους ενδοιασμούς κι αν είχα μέχρι τώρα γι’ αυτό. Δεν είναι πως είχα σχεδιάσει να συμβεί κάτι τέτοιο, ειδικά τόσο νωρίς. Πάντα πίστευα πως αυτό θα έπρεπε να γίνει μόνο όταν θα ήμουν σε μια σοβαρή σχέση με κάποιον που θα αγαπούσα. Ωστόσο με τον Νόα τα πάντα ήταν τόσο όμορφα, τόσο υπέροχα, ώστε δε με ένοιαζε. Και ίσως να μην το είχα κάνει αν δε μου έλεγε με εκείνη την απαλή φωνή του ότι θα περίμενε. Τώρα ήμουν σίγουρη πως νοιαζόταν. «Το ξέρω, αλλά το θέλω», απάντησα με εξίσου σιγανή φωνή.


Κεφάλαιο 13

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΤΗ ΜΥΡΩΔΙΑ του κίτρου, που είχα αρχίσει να συνηθίζω σιγά σιγά, να μου γαργαλάει τα ρουθούνια και το χαλαρωτικό ήχο της ανοιξιάτικης βροχής που έπεφτε πάνω στο τζάμι. Η σκληρή, απαλή επιφάνεια κάτω απ’ το κεφάλι μου ανεβοκατέβαινε αργά και τα χέρια που ήταν τυλιγμένα γύρω μου μου πρόσφεραν ζεστασιά και ασφάλεια. Μπορούσα να αφουγκραστώ το σταθερό χτύπο μιας καρδιάς κάτω απ’ το αφτί μου. Ανοιγόκλεισα κάνα δυο φορές τα νυσταγμένα μάτια μου. Το σώμα μου ήταν απρόθυμο να ξυπνήσει. Ήταν τόσο ζεστά και γαλήνια εκεί... Με το που αντίκρισα το ακατάστατο δωμάτιο του Νόα γύρω μου στο απαλό φως της μέρας που προσπαθούσε να τρυπώσει μέσα από τις κουρτίνες, ξύπνησα απότομα. Και τότε συνειδητοποίησα τι ακριβώς είχα κάνει και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή από τον πανικό μου. Είχα κοιμηθεί με το μεγαλύτερο αδερφό του Λι. Με τον Νόα. Ήμουν πολύ μπερδεμένη για να καταλάβω τι ακριβώς αισθανόμουν. Το μόνο που ήξερα στα σίγουρα ήταν πως, αν το μάθαινε ποτέ ο Λι, θα στενοχωριόταν πολύ. Ήμουν πολύ, μα πάρα πολύ κακός άνθρωπος. Προσπάθησα να παραμείνω όσο πιο ακίνητη μπορούσα για να μην ξυπνήσω τον Νόα. Έπρεπε να οργανώσω τις σκέψεις μου πριν εκείνος... Και τότε κουνήθηκε από κάτω μου και τεντώθηκε πριν τυλίξει και πάλι τα χέρια του γύρω μου. «Καλημέρα», είπε. «Πρέπει να φύγω», ψέλλισα σπρώχνοντας ήδη το χέρι του στην άκρη. «Αν ο Λι με δει εδώ...» «Δε νομίζω πως γύρισε στο σπίτι χτες βράδυ», είπε ο Νόα και χασμουρήθηκε. Ήθελα να πάω στο παράθυρο για να δω αν ήταν έξω το αμάξι του. Αν ο Λι ήταν πράγματι στο σπίτι, έπρεπε να σιγουρευτώ πως δε θα με έβλεπε να φεύγω. Αν όμως δεν ήταν εδώ... «Πρέπει να φύγω», επανέλαβα και σηκώθηκα. Έπιασα το εσώρουχό μου και το φόρεσα βιαστικά. Ντρεπόμουν τόσο, μα τόσο πολύ. Μα καλά, πώς μου ήρθε να κάνω κάτι τέτοιο χτες βράδυ; Το να κρατώ μυστικό μερικά φιλιά από τον καλύτερό μου φίλο δεν ήταν και μεγάλο θέμα. Αυτό όμως; Αποκλείεται να μην καταλάβαινε ο Λι πως κάτι είχε αλλάξει. Και αν το μάθαινε... Ούτε που τον σκέφτηκα χτες βράδυ. Θα έπρεπε όμως. Στο νου μου είχα μόνο τον Νόα. Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό πως αυτό ήταν κατά κάποιο τρόπο τρομερή προδοσία απέναντι στον καλύτερό μου φίλο. «Γιατί βιάζεσαι τόσο;» ρώτησε ο Νόα και ξανατεντώθηκε τεμπέλικα. Τον κοίταξα καθώς έβαζα το τζιν μου. Παρόλο που είχα πετάξει στην άκρη τα σκεπάσματα, εκείνος τα είχε τραβήξει και πάλι πάνω του. «Να... απλά... δεν...» Σούφρωσε μπερδεμένος τα φρύδια και ανασηκώθηκε για να έρθει πιο κοντά μου, τώρα που είχα καθίσει στο κρεβάτι για να ξεπιάσω το πόδι μου από το μπατζάκι του τζιν. Ήταν βλακεία που βιαζόμουν τόσο πολύ. Το μόνο που κατάφερνα ήταν να καθυστερήσω περισσότερο.


«Ελ...» είπε ο Νόα χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου, αλλά εγώ δε γύρισα για να τον κοιτάξω. «Τι τρέχει;» «Τ... τίποτα!» Να πάρει, θα είχε ακουστεί πολύ πιο πειστικό αν δεν τραύλιζα. «Τίποτα», επανέλαβα. «Ελ...» Ο Νόα άγγιξε απαλά τον ώμο μου και με γύρισε λιγάκι για να αντικρίσω εκείνα τα απίστευτα γαλανά μάτια του, που με κοιτούσαν επίμονα κάτω από τα μαύρα μαλλιά του. «Πρέπει να φύγω», ξαναείπα. Έκανα να σηκωθώ, αλλά εκείνος με τράβηξε ξανά κάτω. «Όχι μέχρι να μου πεις τι συμβαίνει. Γιατί διαισθάνομαι πως κάτι δεν πάει καλά εδώ. Σαν να το μετάνιωσες;» Παραλίγο να ξεστομίσω την αλήθεια, αλλά κατάφερα να συγκρατηθώ. «Δ... δεν το μετάνιωσα». «Έλα τώρα, Σέλι, ξέρω πότε μου λες ψέματα», είπε ο Νόα και αναστέναξε. «Θα έπρεπε να το περιμένω πως θα έκανες έτσι». «Πώς έτσι;» ρώτησα έτοιμη να εκνευριστώ. «Έτσι», απάντησε εκείνος και με έδειξε, λες και αυτό εξηγούσε τα πάντα. «Φέρεσαι περίεργα, σαν να το μετάνιωσες. Επειδή πράγματι το μετάνιωσες. Το βλέπω στο πρόσωπό σου». Έκλεισε τα μάτια για λίγο. Φαινόταν... στενοχωρημένος. «Δεν είναι έτσι... Δεν είναι πως το μετάνιωσα... Απλά φοβάμαι. Μην το μάθει ο Λι. Θα με μισήσει. Δε λέω, ήταν υπέροχο, αλλά...» σταμάτησα να μιλώ και δάγκωσα τα μάγουλά μου. «Συγγνώμη», πρόσθεσα κατακόκκινη. «Τι; Όχι, όχι, μη ζητάς συγγνώμη», είπε εκείνος σιγανά χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου, που έπεφταν στο δεξί ώμο μου. «Εγώ θα έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη. Κοίτα, σ’ το ξανάπα, δεν είμαι μαζί σου για το σεξ και, αν αποφασίσεις πως δε θες να ξαναγίνει, δε με πειράζει. Εντάξει; Απλά δε θέλω να χαλάσουμε αυτό που έχουμε. Ό,τι κι αν είναι αυτό». Με φίλησε στον κρόταφο. Φαινόταν τόσο... τόσο συντετριμμένος. «Ξέρεις πως δεν τα αντέχω όλα αυτά τα συναισθηματικά. Σε παρακαλώ, είναι βασανιστήριο για μένα». Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν είχα μετανιώσει για το χτεσινοβραδινό. Και όσο ο Λι δεν το ήξερε, δε θα πληγωνόταν. Οπότε, έπρεπε να σιγουρευτώ πως δε θα το μάθαινε. Βέβαια, η πιο έξυπνη κίνηση που θα μπορούσα να κάνω θα ήταν να το τελείωνα τώρα, πριν φτάσω σε σημείο που δε θα μπορούσα να επιχειρήσω κάτι τέτοιο. Θα ήταν πιο έξυπνο να δώσω ένα τέλος πριν κάνω καμιά βλακεία, όπως να τον ερωτευτώ. Επειδή δεν τον είχα ερωτευτεί. Εννοείται πως όχι. Με τίποτα. Και ούτε επρόκειτο να το κάνω. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι σαν επιβεβαίωση προς τον εαυτό μου. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να προσέχω να μην τον ερωτευτώ. Και, όσο χαζή κι αν ήταν η επιλογή μου, δε σκόπευα να δώσω τέλος σ’ αυτή τη σχέση. Δεν ήθελα. Έσκυψα και τον φίλησα απαλά στα χείλη. Εκείνος χάιδεψε το σβέρκο μου κάνοντάς με να ριγήσω. «Αλήθεια, πρέπει να πηγαίνω», του είπα. Όχι τόσο επειδή ζητούσα να φύγω από εκεί μέσα, αλλά επειδή δεν ήθελα να υποπτευθεί τίποτα ο Λι όταν θα γύριζε. Και γιατί ο πατέρας μου θα αναρωτιόταν πού ήμουν. Ο Νόα δε διαφώνησε. Απλώς κούνησε καταφατικά το κεφάλι και με ξαναφίλησε. «Εντάξει». Και αυτή τη φορά πράγματι έφυγα. Ο Λι δεν πέρασε τη νύχτα με τη Ρέιτσελ όπως είχα υποθέσει στην αρχή. Απλά κοιμήθηκε στον καναπέ του Γουόρεν, επειδή είχε πιει και δεν ήθελε να οδηγήσει. Παρ’ όλα αυτά, μιλήσαμε μόνο στο


τηλέφωνο, αφού φοβόμουν πως, αν συναντιόμασταν, θα παρατηρούσε κάτι διαφορετικό πάνω μου. Ήξερα πως εμφανισιακά δεν είχα αλλάξει καθόλου από χτες το βράδυ, αλλά ανησυχούσα μήπως προσέξει κάτι διαφορετικό στη συμπεριφορά μου. «Όλα καλά;» Η ερώτησή του με έκανε να πεταχτώ. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο, αλλά και πάλι προσπάθησα να μη φανώ ότι τα έχασα. «Έμαθα γι’ αυτό που έγινε με τον Πάτρικ και ότι μετά ο Νόα σε πήρε από εκεί, αλλά... είσαι σίγουρη πως είσαι καλά;» «Ναι», αποκρίθηκα. Τουλάχιστον σ’ αυτή την ερώτηση μπορούσα να απαντήσω ειλικρινά. «Ναι, μια χαρά είμαι, Λι, αλήθεια. Δεν έγινε και τίποτα». Παρ’ όλα αυτά, δεν ανυπομονούσα να πάω στο σχολείο. Οι ερωτήσεις που θα μου έκαναν όλοι για το ότι έφυγα νωρίς... Θα είχαν σίγουρα αρχίσει να αναρωτιούνται τι γινόταν ανάμεσα σ’ εμένα και στον Πάτρικ, σ’ εμένα και στον Νόα... Όχι πως θα δυσκολευόμουν να βρω μια αθώα εξήγηση, αλλά δε μου άρεσε το ότι έπρεπε να πω ψέματα. Έτρεμα στη σκέψη όλων αυτών. Ωστόσο, δεν ξύπνησα γι’ αυτό το λόγο στις τρεις το πρωί κοιτάζοντας το ταβάνι και προσπαθώντας να ξανακοιμηθώ. Όχι. Είχα ξυπνήσει επειδή σκεφτόμουν τον Νόα. Ήθελα να τα εκμυστηρευτώ όλα στον Λι, αλλά δεν μπορούσα. Όχι μόνο επειδή θα με μισούσε για τα ψέματά μου, αλλά και γιατί ήταν πολύ δύσκολο να του πω ότι είχα κοιμηθεί με τον αδερφό του. Κάτι τέτοιες στιγμές ευχόμουν να ζούσε η μητέρα μου. Οι ευχές μου όμως δεν επρόκειτο να τη φέρουν πίσω, οπότε γύρισα στο πλάι και συνέχισα να κοιτάζω ανέκφραστη το κενό. Μου έλειπε πολύ η μητέρα μου. Είχε πεθάνει σε αυτοκινητικό δυστύχημα όταν ήμουν ακόμη μικρή και ο Μπραντ περίπου τριών χρονών μωρό. Πέρασα όλα τα σημαντικά στάδια της ζωής ενός κοριτσιού –όταν μου ήρθε η πρώτη μου περίοδος, όταν έπρεπε να αγοράσω το πρώτο μου σουτιέν– χωρίς εκείνη στο πλάι μου. Απλά κάτι τέτοιες στιγμές την είχα τόσο πολύ ανάγκη... Ήταν αδύνατο να τα πω στον πατέρα μου, έτσι δεν είναι; Και για να μιλήσω στον Λι, ούτε συζήτηση. Οπότε, έπρεπε να το κρατήσω μυστικό, με την ελπίδα πως δε θα το μάθαινε ποτέ κανείς. Αναστέναξα και έτριψα το πρόσωπό μου. Τα μάτια μου έκλειναν, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το μυαλό μου δεν έλεγε να ησυχάσει. Χαζέ, Νόα. Σκέφτηκα ότι αυτός έφταιγε για όλα και ένα νυσταγμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη μου. Για όλα.


Κεφάλαιο 14

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ ούτε καν ο Λι δεν παρατήρησε κάτι διαφορετικό πάνω μου. Ευτυχώς. Μάλλον όμως επειδή ήταν συνεπαρμένος από τον καινούριο έρωτά του. Χαιρόμουν πάρα πολύ που τον άκουγα να μιλά ασταμάτητα για το πόσο αστεία, πόσο χαριτωμένη, πόσο έξυπνη και πόσο γλυκιά ήταν η Ρέιτσελ. Όλα ήταν μια χαρά, μέχρι που φτάσαμε στο σχολείο. «Γιατί έφυγες τόσο νωρίς από το πάρτι του Γουόρεν;» με ρώτησε η Τζέιμι αμέσως όταν κατέβηκα απ’ το αμάξι. «Ε, να... ε...» «Εξαιτίας του Φλιν; Είναι αλήθεια πως σε φίλησε ο Πάτρικ; Εκείνος το αρνείται, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Άκουσα πως ο Φλιν εκνευρίστηκε πάρα πολύ». «Α, ναι, έγινε έξαλλος!» πετάχτηκε η Ολίβια, η οποία εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα στην Τζέιμι. «Ήμουν μπροστά στο σκηνικό. Τον πλάκωσε στο ξύλο». «Ναι, αλλά δε με φίλησε», είπα. «Ο Πάτρικ εννοώ». «Και τι έκανε, λοιπόν, ο Φλιν;» «Έμαθα πως έσπασε το πλευρό του Πάτρικ», απάντησε η Κάντις, που έσκασε κι αυτή μύτη απ’ το πουθενά ξαφνιάζοντάς με. Χριστέ μου, από πού ξεπετάγονταν όλα αυτά τα κορίτσια; «Τι;» αναφώνησα. «Τι έκανε ο Φλιν;» επανέλαβε η Τζέιμι. Απέμεινα να κοιτάζω την Κάντις με ανοιχτό το στόμα. «Σοβαρά μιλάς; Είναι καλά ο Πάτρικ;» «Δεν ξέρω», αποκρίθηκε εκείνη. «Είπε ότι νόμιζε πως έχει σπάσει το πλευρό του και μετά άκουσα κάνα δυο τύπους να λένε πως πήγε στο νοσοκομείο και πως πράγματι το είχε σπάσει». «Ω Θεέ μου», ψιθύρισα. Δε γινόταν να του είχε σπάσει το πλευρό ο Νόα, μόνο και μόνο επειδή ο Πάτρικ μέθυσε και πήγε να με φιλήσει. Με τίποτα. «Ε! Ε! Γη καλεί Ελ!» Η Τζέιμι χτύπησε απότομα τα δάχτυλά της μπροστά στη μύτη μου και μόνο τότε συνειδητοποίησα πως μου μιλούσαν. «Ε;» «Σε πήγε στο σπίτι μετά ο Φλιν;» ρώτησε η Κάρεν. Πότε ήρθε αυτή εδώ; «Τον είδα που σε τραβούσε». «Α, ναι. Με πήγε στο σπίτι και μετά επέστρεψε στο πάρτι, νομίζω», είπα ελπίζοντας πως δε θα ακουγόταν σαν ψέμα. Δεν ήμουν και πολύ καλή στα ψέματα. Πριν από αυτή την ιστορία με τον Νόα δεν τα συνήθιζα ιδιαίτερα. «Όχι, δε νομίζω πως ξανάρθε», είπε σκεπτική η Ολίβια. «Ναι, είμαι σίγουρη πως δεν ξανάρθε». «Περίεργο...» είπα ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Επιστρέφω σε ένα λεπτάκι. Πρέπει να μάθω για τον Πάτρικ». Έφυγα πριν προλάβουν να με ξαναρχίσουν στις ερωτήσεις. Άρπαξα τον Τζόελ απ’ το χέρι, αφού ήταν ο πρώτος που είδα μπροστά μου. «Α, γεια», είπε εκείνος γελώντας. «Τι έγινε το Σάββατο; Έμαθα πως ο Φλιν σε πήρε σηκωτή από


το πάρτι ύστερα από αυτό που έγινε με τον Πάτρικ». «Έχει σπάσει στ’ αλήθεια το πλευρό του;» ρώτησα να μάθω. «Ε... κάποιος μου είπε πως μάλλον ναι», απάντησε ο Τζόελ. «Δεν είναι όμως στο νοσοκομείο. Θα έρθει στο σχολείο». «Έφαγε καλή μπουνιά». «Δε θα ήθελα με τίποτα να ήμουν στη θέση του», είπε γελώντας ο Καμ. «Αυτό να λέγεται», συμφώνησε ο Τζόελ. «Ξέρεις αν έχει έρθει;» ρώτησα. «Ποιος, ο Φλιν; Ιδέα δεν έχω», απάντησε ο Καμ. «Όχι, όχι... ο Πάτρικ», διευκρίνισα με ανυπομονησία. «Δεν τον έχω δει». «Καλά, ευχαριστώ». «Περίμενε», φώναξε ο Τζόελ. «Πού πας, Ελ;» «Να βρω τον Νόα», απάντησα δυνατά για να με ακούσουν. Ξεκίνησα θυμωμένη για το σημείο όπου πάρκαρε συνήθως, στην άλλη άκρη του πάρκινγκ, κάτω από το μεγάλο δέντρο. Και απ’ ό,τι έβλεπα, όλα έδειχναν πως είχε έρθει: ο καπνός από το ντριφτ· οι κοπέλες της πρώτης που προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω από τα αυτοκίνητα χαζογελώντας· κάποιες άλλες που είχαν αράξει πάνω στα αμάξια τους προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή του. Πλησίασα εκνευρισμένη τις τεμπέλικες φιγούρες γύρω από τα δέντρα. Κάτω από το ένα δέντρο ήταν μαζεμένα μερικά μαστούρια και κάτω απ’ το άλλο κάποιοι πελώριοι τύποι της ομάδας πάλης. Ο Νόα ήταν ακουμπισμένος σε μια τεράστια μουριά με ένα τσιγάρο στο στόμα και έκανε κάτι στο κινητό του. Φαινόταν απασχολημένος και βαριεστημένος συγχρόνως. Ήταν πάντα δύσκολο να εντοπίσεις τους φίλους του. Πότε έκανε παρέα με τα παιδιά απ’ την ομάδα του ράγκμπι και πότε με συμμαθητές του. Ήταν όμως κάπως απόμακρος. Όχι πως ήταν μοναχικός τύπος ή περιθωριακός, απλά δεν είχε φιλίες σχεδόν με όλους, όπως εγώ και ο Λι. Κάτι τέτοιο θα ήταν προφανώς κάπως τρομακτικό για εκείνον. «Νόα!» φώναξα αγνοώντας τα βλοσυρά βλέμματα των κοριτσιών που τον κατασκόπευαν ή τις έκπληκτες ματιές όσων αναρωτιόντουσαν τι στο καλό έκανα. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα και, μόλις είδε πόσο εκνευρισμένη ήμουν, ξεκόλλησε απ’ το δέντρο. «Δε σε πιστεύω!» του φώναξα. Ο Νόα ξεκίνησε βιαστικά να έρθει κοντά μου πετώντας το τσιγάρο και σβήνοντάς το με τις μαύρες μπότες που φορούσε συνήθως. Έχωσε το κινητό στην πίσω τσέπη του. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε με αθώο ύφος. Άρχισα να τον σπρώχνω ξανά και ξανά στο στήθος όσο πιο δυνατά μπορούσα. Λέξη και σπρωξιά: «Του – έσπασες – το – πλευρό!» «Τι είναι αυτά που λες;» Οι σπρωξιές μου δεν είχαν την παραμικρή επίδραση πάνω στο μυώδες σώμα του, αλλά έβλεπα πως τον εκνεύριζαν λιγάκι. Σαν μια μύγα που πετούσε γύρω απ’ το πρόσωπό του. «Του Πάτρικ! Όλοι λένε πως του έσπασες το πλευρό! Πήγε στο νοσοκομείο!» Ο Νόα έσκασε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Δεν έδειξε να εκπλήσσεται ή να νιώθει έστω και λίγο ένοχος. Απλώς χαμογέλασε. «Ναι, το άκουσα». «Μπορεί να σου κάνει μήνυση αν θέλει», ψιθύρισα θυμωμένη.


«Ναι, αλλά ξέρουμε και οι δύο πως δεν πρόκειται». «Δεν έκανε τίποτα! Και δε χρειάζεται να χαίρεσαι τόσο για το κατόρθωμά σου!» του φώναξα σπρώχνοντάς τον ξανά. «Του έσπασες το πλευρό χωρίς λόγο!» «Εννοείται πως υπήρχε λόγος!» φώναξε εκείνος με τη σειρά του. «Σ’ την έπεσε άγρια. Όλοι το είδαν ότι προσπαθούσες να τον σπρώξεις μακριά σου». «Ήταν μεθυσμένος!» «Δε με ενδιαφέρει αν ήταν μεθυσμένος ή μαστουρωμένος ή αν απλά παρανόησε», μου πέταξε ο Νόα κατάμουτρα. «Για σένα το έκανα, Ροσέλ. Του άξιζε αυτό που έπαθε». «Του άξιζε να σπάσει το πλευρό του; Δε θα μπορέσει να παίξει ποδόσφαιρο για εβδομάδες!» «Τότε να μην έκανε τέτοια», είπε ανένδοτος ο Νόα. «Δε είναι δικό μου πρόβλημα που έσπασε το πλευρό του. Κι εσένα τι σε νοιάζει;» «Τον χτύπησες για κάτι χαζό! Παλιο... παλιοτραμπούκε!» Τον κοπάνησα στο στήθος και με τα δύο χέρια και ο Νόα με άρπαξε με δύναμη από τους καρπούς. Τον αγριοκοίταξα και προσπάθησα να τραβήξω τα χέρια μου πίσω, αλλά δεν μπορούσα. Με κρατούσε πολύ σφιχτά. Είχαμε μαζέψει ολόκληρο ακροατήριο με τις φωνές μας. Ένιωσα ένα χέρι να με τραβά απαλά απ’ τον ώμο. «Έλα, Σέλι», είπε σιγανά ο Λι. «Ηρέμησε. Κι εσύ Νόα». Ο αδερφός του τον κοίταξε και αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του. «Να ηρεμήσω;» φώναξα. «Ο αδερφός σου πλάκωσε κάποιον στο ξύλο για μια βλακεία που έκανε πάνω στο μεθύσι του και του έσπασε το πλευρό! Δε βλέπεις πως αυτό που συνέβη δεν είναι σωστό;» «Δεν είπα πως είναι σωστό», αποκρίθηκε ήρεμα ο Λι. «Προσπάθησε όμως να ηρεμήσεις». Έσφιξα τα δόντια και τότε συνειδητοποίησα πως ο κολλητός μου είχε ως συνήθως δίκιο. Τράβηξα τα χέρια και αυτή τη φορά ο Νόα με άφησε. Συνέχισα όμως να τον αγριοκοιτάζω, όπως κι εκείνος. «Είσαι απίστευτος», του είπα. Ο Νόα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Μερικές φορές σε μισώ. Το ξέρεις αυτό, έτσι;» «Ναι, το ξέρω», απάντησε εκείνος σαν να μην έτρεχε τίποτα και με κάρφωσε με τα λαμπερά μάτια του. Το βλέμμα του έκανε την καρδιά μου να κλοτσήσει στο στήθος μου. Όχι! Μην τον αφήσεις να σ’ το κάνει αυτό! Συνέχισε να είσαι θυμωμένη μαζί του. Έχεις θυμώσει μαζί του, Ροσέλ, το θυμάσαι; Έκανε κακό σε κάποιον χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Μη σταματήσεις να είσαι θυμωμένη μαζί του επειδή σε κοιτάζει με αυτό το βλέμμα και σε κάνει να θες να τον φιλήσεις. Πριν ενδώσω και κάνω καμιά χαζομάρα, άρπαξα τον Λι και έφυγα σαν σίφουνας. Δε χρειάστηκε καν να φωνάξω στον κόσμο για να κάνει στην άκρη. Οι πάντες μού άνοιγαν απλά το δρόμο για να περάσω, πριν μαζευτούν και πάλι για να αρχίσουν τα κουτσομπολιά. «Νόμιζα πως ήσουν έτοιμη να τον σκοτώσεις», μου είπε ο Λι αποτυγχάνοντας να κρύψει το γέλιο στη φωνή του. «Λίγο ακόμη και θα το έκανα», μουρμούρισα. «Με εκνευρίζει τόσο πολύ μερικές φορές! Σοβαρά, τώρα, υπήρχε λόγος να σπάσει το πλευρό του Πάτρικ; Πες μου!» «Κοίτα, το ξέρω πως αυτό λένε όλοι, αλλά εσύ πρέπει να γνωρίζεις καλύτερα απ’ τον καθένα ότι ίσως και να υπερβάλλουν λιγάκι. Μπορεί να μην είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα. Και μιλάμε για


τον Νόα – αφού τον ξέρεις. Δεν καταλαβαίνω γιατί νευρίασες τόσο πολύ». «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς να με ελέγχει! Και μην αρχίσεις πάλι να μου λες ότι παραείμαι καλή και τέτοιες βλακείες. Έχω βαρεθεί να με προσέχουν όλοι». Δε λέω, ίσως και να είχα χρειαστεί τη βοήθειά του στο πάρτι του πριν από λίγο καιρό. Και ήμουν ευγνώμων που βρέθηκε στο πάρτι του Γουόρεν για να σταματήσει τον Πάτρικ. Όμως αυτό που με εκνεύριζε ήταν ο τρόπος που φερόταν: σαν να νόμιζε πως ήμουν υποχρεωμένη να υπακούω σε ό,τι μου έλεγε. Ο Λι αναστέναξε προβληματισμένος και σήκωσε τα χέρια ψηλά σαν να παραδινόταν. «Κοίτα, ξέρω πως είσαι θυμωμένη μαζί του, αλλά μην ξεσπάς πάνω μου. Σε καταλαβαίνω. Θα προσπαθήσω να του μιλήσω, τι λες; Θα του ζητήσω να χαλαρώσει λιγάκι, ε;» Δεν ξέρω γιατί αντέδρασα τόσο υπερβολικά απέναντι στον Νόα. Ίσως έφταιγε το ότι ήμουν τόσο αγχωμένη μήπως ο Λι ανακαλύψει τι είχα κάνει μετά το πάρτι. «Δε νομίζω πως θα καταφέρεις κάτι», είπα. «Το ξέρω». «Σ’ ευχαριστώ πάντως». «Δεν κάνει τίποτα. Λοιπόν, ετοίμασες την εργασία ή όχι; Επειδή δεν πρόλαβα να γράψω τον επίλογο και έχω κολλήσει». Χαμογέλασα. Ο Λι πάντα με έκανε να νιώθω καλύτερα. Τον λάτρευα πραγματικά τον κολλητό μου. Η αισιοδοξία του ήταν τόσο μεταδοτική, ώστε δεν μπορούσα να μείνω θυμωμένη για πολλή ώρα, ό,τι κι αν ήταν αυτό που με είχε εκνευρίσει. Ακριβώς το αντίθετο από τον αδερφό του, φυσικά. Τον χαζό, σέξι αδερφό του. Πείτε με δειλή, αλλά την ώρα του μεσημεριανού κρύφτηκα στη βιβλιοθήκη. Δε θα άντεχα κι άλλες ερωτήσεις για το θυμό μου απέναντι στον Φλιν ή για το πώς μπόρεσα να του μιλήσω έτσι... Είχα αρχίσει να σκέφτομαι μέχρι και να κάνω κοπάνα και να γυρίσω στο σπίτι. Τους είχα βαρεθεί όλους εκεί μέσα, αλλά δεν έβρισκα το θάρρος να φύγω. Ο Λι μού έκανε παρέα φυσικά, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να βγούμε από τη βιβλιοθήκη. Φοβόμουν πως θα έπεφτα πάνω στον Νόα ή, ακόμη χειρότερα, πάνω σε κανένα απ’ τα κορίτσια πηγαίνοντας στην τάξη μου. Τελικά τίποτα απ’ αυτά δε συνέβη. Το κάρμα μου μάλλον είχε κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών σήμερα το πρωί. Στο μάθημα της Χημείας κοιτούσα το δείκτη των δευτερολέπτων να αργοσέρνεται γύρω γύρω στο ρολόι. Όταν χτύπησε επιτέλους το κουδούνι για να σχολάσουμε, πέταξα απ’ τη χαρά μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω από εκεί μέσα. Ο Λι όμως είχε άλλη μια ώρα Βιολογία, οπότε άραξα πάνω στ’ αμάξι του για να τον περιμένω. «Γεια σου, Ελ». Σήκωσα το βλέμμα από την πασιέντζα στο κινητό μου και γύρισα για να δω ποιος μου μίλησε. Ένα σφιγμένο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. «Πάτρικ. Γεια. Πώς πάει, ε... Πώς πάει το πλευρό σου;» Εκείνος έσκασε ένα λοξό χαμόγελο. «Δεν είναι και τόσο άσχημα όσο λένε όλοι. Απλά μελάνιασε και η μητέρα μου φρίκαρε νομίζοντας πως είχα σπάσει κάτι και επέμενε να πάμε στο νοσοκομείο. Αυτό είναι όλο». Μίλησε σαν να μην έτρεχε τίποτα κι εγώ ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου.


«Α, πολύ ωραία! Τι πολύ ωραία, δηλαδή... Θέλω να πω ότι όλοι έλεγαν πως το έχεις σπάσει, οπότε... Συγγνώμη, Πάτρικ, ειλικρινά. Εγώ φταίω. Δεν ήθελα να πάθεις κάτι κακό ούτε...» «Όχι, εγώ φταίω», με διέκοψε εκείνος. «Γι’ αυτό ήρθα. Για να σου ζητήσω συγγνώμη. Δε σε είδα την ώρα του μεσημεριανού». «Δε χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη», επέμεινα. «Όχι, χρειάζεται. Συγγνώμη. Δεν έπρεπε να το είχα κάνει αυτό. Και η μπίρα δεν είναι δικαιολογία». «Σοβαρά, δεν τρέχει τίποτα», του είπα. «Λυπάμαι που ο Νόα...» «Ναι, εντάξει, μην ανησυχείς. Έτσι είναι ο Φλιν. Δε φταις εσύ, Ελ, οπότε μην αγχώνεσαι», είπε χαμογελώντας ο Πάτρικ. Του ανταπέδωσα το χαμόγελο. Και τότε ακούσαμε κάποιον να ξεροβήχει. Γυρίσαμε και είδαμε τον Νόα να μας αγριοκοιτάζει. Τον αγνόησα και ξαναγύρισα στον Πάτρικ, ο οποίος έβαλε τα δυνατά του για να μη δείξει πως το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να το βάλει στα πόδια. «Περαστικά, Πάτρικ». «Ευχαριστώ, Ελ. Και ειλικρινά, συγγνώμη». «Δεν τρέχει τίποτα. Τα λέμε». «Γεια», είπε εκείνος έχοντας αρχίσει ήδη να απομακρύνεται. Έριξα μια βλοσυρή ματιά στον Νόα και συνέχισα να παίζω πασιέντζα. Ένιωθα πως με κοιτούσε ακόμη. «Τι ήθελε;» ρώτησε έπειτα από λίγο. «Να ζητήσει συγγνώμη». «Αυτό είναι όλο; Απλά ήθελε να ζητήσει συγγνώμη;» Σταμάτησα να παίζω και στράφηκα απότομα για να τον αγριοκοιτάξω χώνοντας το κινητό στην τσέπη μου. «Ναι, παρόλο που εσύ θα έπρεπε να του ζητήσεις συγγνώμη! Πήγε στο νοσοκομείο εξαιτίας σου!» είπα φουσκώνοντας λιγάκι τα πράγματα για να τον κάνω να νιώσει λίγες τύψεις. «Μην αρχίζεις πάλι...» αποκρίθηκε εκείνος και μισογύρισε απ’ την άλλη πειράζοντας τα μαλλιά του. «Τι να μην αρχίζω, Νόα;» ρώτησα απότομα. «Είσαι πολύ σέξι όταν μου θυμώνεις, το ξέρεις;» ψιθύρισε εκείνος. Το μυαλό μου σταμάτησε για μια στιγμή και η ανάσα μου κόπηκε. Γιατί είχε τέτοια επίδραση πάνω μου; «Κόφ’ το, Νόα. Φύγε». Μα πού ήταν και αυτός ο Λι τόση ώρα; Γιατί αργούσε τόσο; Κοίταξα γύρω μου. Οι περισσότεροι μαθητές είχαν ήδη φύγει και κάτι λίγοι που είχαν ξεμείνει κοίταζαν εμένα και τον Νόα με περιέργεια. Εντέλει, εντόπισα τον κολλητό μου. Ήταν με τη Ρέιτσελ δίπλα στο αμάξι της και μιλούσαν. Ένα τόσο χαριτωμένο και ερωτευμένο ζευγάρι! Να πάρει. Άντε, Λι. Συντόμευε. «Μπορώ να σε πάω εγώ στο σπίτι, ξέρεις», είπε χαλαρά ο Νόα. Αρνήθηκα ν’ απαντήσω. «Ελ;» Όταν τελικά γύρισα για να τον κοιτάξω, μου χαμογελούσε θριαμβευτικά νομίζοντας πως είχε περάσει το δικό του. «Θες να σε πάω ή όχι;» ρώτησε. «Ο Λι θα κάνει δέκα ώρες, το ξέρεις. Η προσφορά μου ισχύει για τριάντα ακόμη δευτερόλεπτα. Ο χρόνος τρέχει». Η αλήθεια ήταν πως ήθελα πολύ να γυρίσω στο σπίτι. Μέχρι να ξεκολλήσει ο Λι, θα είχα πιθανότατα τελειώσει την μπαταρία του κινητού μου και θα είχα πεθάνει από βαρεμάρα... «Τικ-τακ», με πείραξε ο Νόα.


«Μηχανή ή αμάξι;» «Μηχανή». «Όχι». «Έλα, Σέλι. Αφού ξέρεις πως δεν ήταν και τόσο χαλιά. Και είναι και μια καλή δικαιολογία για να σφιχτείς πάνω μου». «Εμ, όχι». Ο Νόα πήρε εκείνο το περίεργο ύφος, σαν να είχε μπερδευτεί, σαν να είχε ενοχληθεί από την αντίδρασή μου. Ειλικρινά, είχα μισήσει την τελευταία εμπειρία μου πάνω στη μηχανή του και δεν ανυπομονούσα καθόλου να την ξαναζήσω, εκτός κι αν ήταν απόλυτη ανάγκη. Αν με κυνηγούσαν μαϊμούδες-νίντζα, ας πούμε, και η μηχανή του Νόα ήταν η τελευταία ελπίδα μου να τους ξεφύγω. «Έλα τώρα, Ελ. Μη μου είσαι θυμωμένη», είπε εκείνος αναστενάζοντας και με άγγιξε απαλά στο μάγουλο γυρνώντας με για να τον κοιτάξω. Κατάλαβα πως δε μιλούσε πια για τον Πάτρικ. «Δε σου είμαι θυμωμένη. Είμαι, δηλαδή, επειδή χτύπησες τον Πάτρικ. Όμως, πέρα απ’ αυτό, δεν έχω θυμώσει, ξέρεις, για όλο αυτό το, εμ... για προχθές το βράδυ». «Ω, έλα τώρα. Με αποφεύγεις όλη τη μέρα και τώρα φέρεσαι περίεργα». «Δε φέρομαι περίεργα». «Κι όμως. Δε μου πας πια κόντρα όπως κάνεις συνήθως, ούτε μιλάς ακατάπαυστα. Μου έχεις θυμώσει». Αναστέναξα. «Δεν έχω θυμώσει. Απλά είναι που...» «Τι;» Ω Θεούλη μου, μη βγάλεις λέξη! Βρες κάτι άλλο να πεις! Οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ την αλήθεια! Και, ως συνήθως, το στόμα μου λειτούργησε ανεξάρτητα από τον εγκέφαλό μου. «Ανησυχώ για τον Λι και... Να, δε θέλω να με ξεχάσεις τώρα που... ξέρεις. Που το κάναμε». Ω Θεούλη μου! Μόλις είπα «το κάναμε». Συγχαρητήρια, Ελ! Είσαι πολύ χαζή, τελικά. Ωστόσο ο Νόα δε φάνηκε να το παρατηρεί. «Ελ, νόμιζα πως αυτό το ξεκαθαρίσαμε εκείνο το πρωί. Σου είπα πως δεν είμαι μαζί σου για το σεξ», αποκρίθηκε. Το διαπίστωσα από την έκφρασή του πως ήταν απόλυτα ειλικρινής. Τα μεγάλα μάτια του με κοιτούσαν ικετευτικά και τίμια και στα χείλη του δεν υπήρχε ίχνος ειρωνικού χαμόγελου. Έτσι, συμφώνησα. «Καλά». Ο Νόα αναστέναξε ανακουφισμένος. «Λοιπόν... να σε πάω στο σπίτι; Θα σε αφήσω κατευθείαν εκεί αν θες». Το αυτάρεσκο χαμόγελο είχε επιστρέψει και πάλι στα χείλη του, αφού ήταν σίγουρος πως δε θα ήμουν σε θέση να αντισταθώ στην ευκαιρία να μείνω μαζί του. Και μπήκα πράγματι στον πειρασμό... αλλά μετά θυμήθηκα πως ήταν με τη μηχανή. «Νόα, δεν υπάρχει περίπτωση να ξανανέβω εκεί πάνω». Εκείνος σήκωσε ψηλά τα χέρια σαν να παραδινόταν. «Καλά, καλά. Εσύ χάνεις πάντως...» «Είμαι ακόμη θυμωμένη μαζί σου που έσπασες το πλευρό του Πάτρικ», είπα συνοφρυωμένη. «Το κάνω θέμα επειδή έχασες την ψυχραιμία σου και φέρθηκες σαν βλάκας», πρόσθεσα πριν προλάβει να διαφωνήσει. «Το ξέρω», είπε εκείνος κι αναστέναξε. Τον κοίταξα στα μάτια και η μόνη απάντηση που μπόρεσα να δώσω ήταν να κουνήσω


καταφατικά το κεφάλι. Μου χάρισε ένα απολογητικό χαμόγελο που τον έκανε απίστευτα αξιολάτρευτο, όμως εγώ κράτησα την έκφρασή μου ουδέτερη. «Συγγνώμη». Ξανακούνησα το κεφάλι. «Άντε, πρέπει να πηγαίνεις σιγά σιγά». «Μμ...» Δε φάνηκε να συμφωνεί και ιδιαίτερα μαζί μου. «Αντίο, Νόα», επέμεινα ψυχρά. Εκείνος κοντοστάθηκε για μια στιγμή κι ύστερα έφυγε. Αν και θα ορκιζόμουν πως τον άκουσα να πνίγει το γέλιο του. Βασικά... τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί πολύ χειρότερα. Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου μια φωνούλα μού έλεγε πως δε θα είχα μπλεχτεί ποτέ σ’ αυτό το χάλι, αν δεν ήταν εκείνο το καταραμένο κιόσκι φιλιών.


Κεφάλαιο 15

Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

έφτασε επιτέλους στο τέλος της. Τον Νόα δεν τον είχα δει και πολύ, με εξαίρεση τις φορές που περάσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον στο κυλικείο ή στους διαδρόμους πηγαίνοντας στις τάξεις μας, ή όποτε τον συνάντησα όταν ήμουν με τον Λι. Ήταν Παρασκευή βράδυ. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να δύει ζωγραφίζοντας τον ουρανό με ροζ και κόκκινα χρώματα, πριν σκοτεινιάσει και βγουν τ’ άστρα. Ήταν τόσο γραφικά και όμορφα. Τ’ αγόρια ανταγωνίζονταν στην πισίνα για το ποιος θα έκανε την πιο εντυπωσιακή βουτιά, ποιος θα πετούσε περισσότερο νερό και άλλες τέτοιες βλακείες που συνηθίζουν. Είχα αράξει σε μια ξαπλώστρα μαζί με τη Ρέιτσελ και την κοπέλα του Καμ, τη Λίζα, με την οποία ήμασταν στο ίδιο τμήμα. Κανόνιζαν να πάνε για ψώνια, αλλά εγώ ήμουν απόλυτα ικανοποιημένη με το να κάθομαι απλά με κλειστά μάτια, εντελώς χαλαρή, κουνώντας το ένα πόδι στο ρυθμό της μουσικής που ξεχυνόταν από τα ηχεία της πισίνας. Δεν είχε καλοκαιριάσει για τα καλά και δεν ένιωθα άνετα με το μπικίνι μου. Ο καιρός δεν ήταν και ο ιδανικότερος για ηλιοθεραπεία, ειδικά τόσο αργά το απόγευμα, αλλά μου άρεσε έτσι όπως είχα αράξει εκεί. greekleech.info «Κορίτσια, θα μπείτε;» Άνοιξα τεμπέλικα τα μάτια και είδα τον Όλιβερ ακουμπισμένο στην άκρη της πισίνας να παραμερίζει τα βρεγμένα μαλλιά από το πρόσωπό του. «Μπορεί, σε λιγάκι», απάντησα. «Ε, ίσως», είπε η Λίζα. «Δεν ξέρω...» «Δε θέλω να βρέξω τα μαλλιά μου», παραδέχτηκε η Ρέιτσελ με ένα ντροπαλό χαμόγελο. Ο Όλιβερ αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του κι εγώ χαμογέλασα. «Δεν είναι πολύ κρύα;» ρώτησε η Λίζα. «Έλα να δοκιμάσεις από μόνη σου», την προκάλεσε ο Γουόρεν και αναδύθηκε δίπλα στον Όλιβερ. «Όχι, ευχαριστώ», γέλασε η Ρέιτσελ. «Μια χαρά είμαι κι εδώ». Ο Γουόρεν γύρισε και με κοίταξε. «Ελ, θα μπεις;» «Μπορεί...» αποκρίθηκα βαριεστημένα και ξανάκλεισα τα μάτια. «Ελ, τι παίζει μ’ εσένα και τον Φλιν; Στ’ αλήθεια, εννοώ», με ρώτησε σιγανά η Ρέιτσελ. Άκουσα μια ξαπλώστρα να τρίζει καθώς η Λίζα έσκυψε κι αυτή προς το μέρος μου. «Τίποτα», απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Μα φέρεσαι τόσο... Δεν ξέρω. Είναι περίεργο. Του φέρεσαι τόσο φυσιολογικά». «Ναι, και πού το περίεργο;» αναρωτήθηκα. «Μεγάλωσα μαζί με τον Λι και ο Νόα ήταν πάντα εκεί γύρω. Γι’ αυτό δεν τον λέω “Φλιν”, όπως επίσης ξέρω πως του σπάει τα νεύρα να τον φωνάζω “Νόα”». Άκουσα τη Λίζα να γελά και χαμογέλασα. «Είναι τόσο προστατευτικός απέναντί σου, ώστε σκέφτηκα πως ίσως συνέβαινε κάτι... ξέρεις...» είπε η Ρέιτσελ. «Όχι», αποκρίθηκα κουνώντας ελαφρά το κεφάλι. «Απλά έτσι είναι ο Νόα. Σιγά το θέμα». Δεν το έλεγες και ψέμα...


«Σωστά», συμφώνησε η Ρέιτσελ. «Πάντως θα ήσασταν ωραίο ζευγάρι», σχολίασε η Λίζα. «Είστε τόσο διαφορετικοί. Και τα αντίθετα έλκονται, έτσι δε λένε;» Έπνιξα το γέλιο μου. «Όλη την ώρα μαλώνουμε. Αν τα φτιάχναμε –όχι πως πρόκειται να συμβεί ποτέ, δηλαδή–, θα σκοτωνόμασταν στο τέλος». Τα κορίτσια γέλασαν και έπιασαν την κουβέντα για μια καινούρια ταινία. Σταμάτησα να τις παρακολουθώ. Ήμουν τόσο νυσταγμένη, ώστε δεν μπορούσα να επικεντρωθώ πολλή ώρα σε κάτι. Έπειτα από λίγα λεπτά ηρεμίας, ένιωσα κάποιον να με αρπάζει από τον αστράγαλο. Ένας άλλος με άρπαξε από το άλλο πόδι και τα χέρια μου κόλλησαν πάνω στα πλευρά μου. Η ξαπλώστρα εξαφανίστηκε από κάτω μου και όλα αυτά σε κλάσματα δευτερολέπτου. Άνοιξα τα μάτια και είδα τον Λι, τον Ντίξον, τον Γουόρεν και τον Τζόελ να γελούν με την τρομοκρατημένη έκφρασή μου. «Αφήστε με! Αφήστε με κάτω!» φώναξα και άρχισα να χτυπιέμαι σαν ψάρι καθώς με πήγαιναν σηκωτή. Εκείνοι απλά συνέχισαν να γελούν. «Δε γίνεται αυτό, Σέλι!» είπε ο Λι. «Αφήστε με κάτω! Θα με ρίξετε! Αφήστε με!» «Καλά, αφού το θες τόσο...» είπε με ένα σατανικό χαμόγελο ο Τζόελ. Τ’ αγόρια άρχισαν να με κουνάνε μπρος πίσω – με το ένα, με το δύο... «Μη!» ούρλιαξα έχοντας σκάσει στα γέλια. Ήταν πολύ αργά. Με είχαν ήδη πετάξει. Προσγειώθηκα καταμεσής στην πισίνα με ένα τεράστιο σπλατς ακούγοντας τους πάντες να γελούν. Ένιωσα τα νερά να αναταράσσονται καθώς τ’ αγόρια βούτηξαν αμέσως μετά. Το νερό ήταν παγωμένο! Βγήκα στην επιφάνεια προσπαθώντας να πάρω ανάσα, με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπο και στο λαιμό μου. Τα δόντια μου έτριζαν λιγάκι. «Σας μισώ!» φώναξα ενώ γελούσα ακόμη. Εκείνοι έβαλαν τα γέλια κι εγώ στράφηκα και κοίταξα τα κορίτσια που χαχάνιζαν. «Δε θα είναι τόσο αστείο όταν θα έρθει η σειρά σας», τους είπα κι εκείνες έσκασαν στα γέλια. Κολύμπησα προς τη σκάλα για να βγω έξω. «Όχι! Μόλις μπήκες! Δε γίνεται να βγεις κιόλας!» διαμαρτυρήθηκε ο Γουόρεν και έκανε ένα μακροβούτι προς το μέρος μου για να με τραβήξει απ’ τη σκάλα. Γέλασα και βιάστηκα να βγω, αλλά ήταν σαν να προσπαθούσα να τρέξω μέσα σε σιρόπι. Και τότε ένιωσα τον Γουόρεν να με τραβάει ξανά πίσω. «Τι φωνές είναι αυτές;» Έπιασα τη σκάλα ν’ ανέβω και τότε ο Γουόρεν έκανε να μ’ αρπάξει. Το σουτιέν απ’ το μπικίνι μου έμεινε στο χέρι του και όλοι σώπασαν όσο ο Νόα με κοιτούσε με ένα αποδοκιμαστικό ύφος. Κατακοκκίνισα και κάλυψα με τα χέρια το γυμνό στήθος μου. Ω Θεέ μου! Τι ξεφτίλα! Τα μάγουλά μου είχαν αναψοκοκκινίσει, παρότι έτρεμα σαν ψάρι από το κρύο. Και τότε άκουσα κάποιον να σκάει στα γέλια. Ο Λι. Το ήξερα πολύ καλά αυτό το γέλιο. Η αμήχανη σιωπή έσπασε και όλοι έβαλαν τα γέλια. «Γουόρεν, σε μισώ, να το ξέρεις!» είπα και γύρισα για να τον αγριοκοιτάξω όταν σιγουρεύτηκα πως είχα καλυφθεί.


«Συγγνώμη, κατά λάθος το έπιασα... Δεν ήθελα να σ’ το βγάλω», αποκρίθηκε εκείνος με ένα αθώο χαμόγελο. «Είσαι πολύ βλάκας», του είπα γελώντας. «Το θες να σ’ το δώσω ή μήπως όχι; Γιατί, αν δεν το θες, δεν τρέχει τίποτα», με πείραξε εκείνος κι εγώ γέλασα σαρκαστικά. «Βλέπεις να έχω ελεύθερο χέρι για να το πιάσω;» ρώτησα ψυχρά. «Α, ναι, σωστά». Ξαναγέλασε και μου το πέταξε. Το σουτιέν προσγειώθηκε στο πάτωμα με ένα βρεγμένο σπλατς. Ο Όλιβερ πλησίασε τον ανυποψίαστο Γουόρεν και τον βύθισε κρατώντας τον μερικά δευτερόλεπτα κάτω απ’ το νερό, πριν τον αφήσει να βγει και πάλι στην επιφάνεια για να πάρει ανάσα. Όλοι γέλασαν. «Για να μάθει!» είπε ο Όλιβερ περήφανα και με κοίταξε. «Καλά, κάτσε να τον πιάσω στα χέρια μου και θα δει τότε τι θα πάθει», τον απείλησα, αλλά γελούσα τόσο πολύ, ώστε κανείς δε με πήρε στα σοβαρά. «Κάτσε να τον πιάσει ο Φλιν στα χέρια του, να λες», άκουσα τον Ντίξον να μουρμουρίζει. Γύρισα και είδα τον Νόα να μας κοιτάζει κατσουφιασμένος. Αναστέναξα. Άντε πάλι... «Μην τολμήσεις», του ψιθύρισα καθώς πέρασα από δίπλα του για να μπω στο σπίτι. Ευτυχώς, οι γονείς του Λι είχαν βγει για φαγητό και δεν είχαν επιστρέψει ακόμη. Ούτε καν μπορούσα να διανοηθώ την περίπτωση να ήταν εκεί και να έπρεπε να μπω μέσα για να πάρω ένα φανελάκι του Λι έχοντας τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το γυμνό στήθος μου! Ξεφτίλα! Είχα βέβαια στην πισίνα ρούχα, αλλά τα χέρια μου δεν ήταν ελεύθερα για να τα πιάσω. Έψαξα τα συρτάρια του Λι και βρήκα ένα T-shirt από μια συναυλία που είχαμε πάει πριν από κάνα δυο χρόνια. Μου πήγαινε λιγάκι μεγάλο, αλλά όχι και πάρα πολύ. Άκουσα κάποιον να ξεροβήχει πίσω μου. Ο θόρυβος με έκανε να πεταχτώ μέχρι το ταβάνι. Δεν είχα ακούσει κάποιον να έρχεται. Ο Νόα ήταν ακουμπισμένος στην κάσα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα ύφος που έκανε τις παλάμες μου να ιδρώσουν. Η έκφρασή του ήταν σχεδόν ουδέτερη, αλλά το σκοτεινό βλέμμα στα καταγάλανα μάτια του με άγχωσε. «Παραλίγο να σπάσεις και το πλευρό του Γουόρεν;» ρώτησα απότομα κρύβοντας με δυσκολία τη νευρικότητά μου. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνος συνοφρυωμένος. «Τι τότε; Το πόδι του; Κανένα χέρι ίσως;» «Όχι», επανέλαβε ο Νόα και με πλησίασε με κάνα δυο βήματα. «Νομίζω πως κατάλαβε από το βλέμμα που του έριξα», συνέχισε αυτάρεσκα. «Παραλίγο να τα κάνει πάνω του απ’ το φόβο του». «Δεν... δεν του είπες τίποτα; Ούτε έκανες τίποτα; Νομίζω πως ζω σε παράλληλο σύμπαν!» «Δε χρειάστηκε να κάνω κάτι», αποκρίθηκε εκείνος γελώντας σαρκαστικά. «Το πήρε το μήνυμα». Είχα σοκαριστεί τόσο πολύ, ώστε δε μίλησα. «Εξάλλου, ακόμη κι εγώ είδα πως δεν το έκανε επίτηδες», γρύλισε ο Νόα μέσα απ’ τα δόντια του. «Ναι, και σιγά, έτσι κι αλλιώς δεν είδε κανείς τίποτα». «Εκτός από μένα». «Ναι, εντάξει, αλλά εσύ... Θέλω να πω ότι εσύ με έχεις... Ξέρεις τι εννοώ».


Τα κόκκινα μάγουλα και η μπερδεμένη έκφρασή μου τον έκαναν να χαμογελάσει. «Έτσι κι αλλιώς, εσύ είσαι αυτός που φοράει μποξεράκια με τον Σούπερμαν», είπα μόλις διέκρινα το λάστιχο πάνω από το τζιν του. Δεν είχα ξεχάσει πώς τον έκανα να κοκκινίσει όταν τον είδα με εκείνο το μποξεράκι. «Τέλος πάντων», είπε ο Νόα με ένα υπεροπτικό ύφος, αν και δε γύρισε για να με κοιτάξει στα μάτια. Χαμογέλασα θριαμβευτικά ξέροντας πως είχα καταφέρει να τον κάνω να ντραπεί. «Φαντάσου τι θα έλεγαν όλοι αν μάθαιναν ότι ο φοβερός και τρομερός Φλιν φοράει μποξεράκια με τον Σούπερμαν...» είπα καθώς πέρασα από δίπλα του βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο του Λι. «Δε θα τολμήσεις». Τον κοίταξα πάνω από τον ώμο μου με ένα αθώο χαμόγελο και δάγκωσα τα χείλη μου σαν να τον προκαλούσα. Όταν προσπάθησε να με αρπάξει, όρμησα στο πιο κοντινό δωμάτιο που βρήκα, το οποίο απλά έτυχε να είναι το δικό του. Δεν μπορούσα να αποφασίσω αν έπρεπε να ευχαριστήσω ή να καταραστώ την τύχη μου για το ότι μόλις είχα εγκλωβιστεί στο δωμάτιο του Νόα. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και μου χαμογέλασε με νόημα. Έκανα πίσω, αλλά εκείνος άρχισε να με πλησιάζει. Όταν η πλάτη μου χτύπησε στον τοίχο και δεν είχα πού αλλού να πάω, ο Νόα άρπαξε την ευκαιρία και κόλλησε πάνω μου με την καυτή ανάσα του να χαϊδεύει το πρόσωπό μου. «Έχε χάρη», ψιθύρισε πάνω στα χείλη μου, «που είσαι τόσο ακαταμάχητη». Ένα ρίγος με διαπέρασε. Ο Νόα έσυρε τα χείλη του στο σαγόνι μου κάνοντας την καρδιά μου να χτυπά μανιασμένα και κόβοντας την ανάσα μου. Όταν δεν άντεξα άλλο τα πειράγματά του, άρπαξα το πρόσωπό του και τον φίλησα. Αυτή τη φορά τα δόντια μας δεν τσούγκρισαν. Αποτέλεσμα ατελείωτων ωρών εξάσκησης. Τραβήχτηκε πίσω αφήνοντάς με ξέπνοη. Άνοιξα αργά τα μάτια και τον κοίταξα. Ο Νόα παραμέρισε από το πρόσωπό μου μια τούφα βρεγμένα μαλλιά και ακούμπησε το χέρι του απαλά στο μάγουλό μου. «Είσαι τόσο υπέροχη, Ελ, το ξέρεις;» είπε με απαλή φωνή και χάιδεψε το μάγουλό μου με τον αντίχειρά του. Κοκκίνισα κι εκείνος χαμογέλασε. Ήταν τόσο περίεργο. Τα κορίτσια μού είχαν πει κάνα δυο φορές πως ήμουν όμορφη και τ’ αγόρια με πείραζαν συνεχώς λέγοντάς μου πως ήμουν σέξι, αλλά κάθε φορά που το άκουγα από τον Νόα, η καρδιά μου άρχιζε τα περίεργα πεταρίσματα. «Μου αρέσει πολύ να σε κάνω να κοκκινίζεις», είπε εκείνος με ένα γέλιο στη φωνή του. «Σταμάτα», ψέλλισα και τον έσπρωξα απαλά στο στήθος. «Πρέπει να γυρίσεις», μουρμούρισε ο Νόα, «πριν αρχίσουν να αναρωτιούνται τι κάνεις τόση ώρα». «Ή προτού υποθέσει ο Λι πως δολοφόνησε ο ένας τον άλλον». Ο Νόα γέλασε. «Ναι, αυτό είναι πιο πιθανό». Ωστόσο δεν έκανε πίσω. Θα μπορούσα να είχα φύγει, αν πραγματικά το ήθελα, αλλά κανείς απ’ τους δυο μας δεν κουνήθηκε, ενώ ο αντίχειρας του Νόα συνέχιζε να μου χαϊδεύει το μάγουλο. Τα μάτια μου περιπλανήθηκαν στις γραμμές των ζυγωματικών του, του σαγονιού του, στα εξογκώματα της στραβής μύτης του, στις βλεφαρίδες του, στις ανεπαίσθητες φακίδες στη μύτη του, λεπτομέρειες που δεν είχα παρατηρήσει ποτέ πριν. «Νόα...»


«Ναι;» «Πρέπει να φύγω». Το είπα απρόθυμα κι η φωνή μου πρόδιδε τα πραγματικά συναισθήματά μου, αλλά εκείνος αναστέναξε και έκανε πίσω απομακρύνοντας το χέρι του. Ένα βάρος πλάκωσε το στήθος μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να μείνω εκεί μαζί του, αλλά ήξερα πως δε γινόταν, έτσι γύρισα και έφυγα. Το μάγουλό μου ήταν ακόμη μουδιασμένο στο σημείο όπου με χάιδευε. Είχα τη γεύση των χειλιών του στο στόμα μου. Χρειάστηκε να σταματήσω για μια στιγμή και να ηρεμήσω για να μην καταλάβει κανείς πως κάτι έτρεχε. Όμως το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να καταπνίξω το χαμόγελό μου. «Ο Φλιν φάνηκε λιγάκι εκνευρισμένος», ψιθύρισε η Ρέιτσελ όταν γύρισα. «Τι είπε;» «Δεν τον είδα», απάντησα νιώθοντας άσχημα επειδή μπόρεσα τόσο εύκολα να της πω ψέματα. «Έπρεπε να δεις τη φάτσα του Γουόρεν», χαχάνισε η Λίζα. Έπιασε το κινητό της, πάτησε μερικά πλήκτρα και μου το έδωσε. Μια εικόνα του προσώπου του αγοριού εμφανίστηκε στην οθόνη. Ήταν κίτρινος σαν λεμόνι και κοίταζε με ένα βλακώδες ύφος, με μάτια γουρλωμένα και στόμα ορθάνοιχτο. «Ω Θεέ μου, είναι τέλεια!» είπα γελώντας. Ένα κύμα ανακούφισης με πλημμύρισε. Απ’ ό,τι φαινόταν, κανείς δεν υποπτεύθηκε πως ο Νόα κι εγώ ήμασταν μαζί. Αποφάσισα να σπρώξω τις σκέψεις μου για εκείνον στο πίσω μέρος του μυαλού μου και να απολαύσω την υπόλοιπη βραδιά της Παρασκευής με τους φίλους μου.


Κεφάλαιο 16

ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ , από την άλλη οι εργασίες που μας φόρτωναν οι καθηγητές για το σπίτι, οι επόμενες δύο εβδομάδες πέρασαν εν ριπή οφθαλμού. Όταν δεν έβγαινα με τον Λι, κανόνιζα να συναντιέμαι κρυφά με τον Νόα. Πήγαμε μαζί σινεμά, ενώ μας δόθηκαν και μερικές ευκαιρίες να βρεθούμε μόνοι μας, όταν ο πατέρας και ο αδερφός μου έλειπαν ή όταν δεν ήταν κανείς στο δικό του σπίτι. Προς μεγάλη έκπληξη και των δυο μας, πιστεύω, συνειδητοποιήσαμε πως πέρα απ’ τα φιλιά κάναμε και καλή παρέα. Μετά την ταινία μείναμε στο αυτοκίνητό του για τουλάχιστον μισή ώρα και απλά κουβεντιάζαμε. Παίζαμε βιντεοπαιχνίδια ή καθόμασταν και βλέπαμε τηλεόραση και ήταν... ναι, ήταν ωραία. Όχι πως δε διαφωνούσαμε ή δεν τσακωνόμασταν όλη την ώρα σχεδόν για τα πάντα, ακόμη και για το τι θα βλέπαμε στην τηλεόραση, αλλά τέλος πάντων. Η αίσθηση του να βρισκόμαστε στα κρυφά συνέχιζε να είναι συναρπαστική, όχι όμως και οι τύψεις που ένιωθα. Το ότι έπρεπε να λέω ψέματα στον Λι, στον πατέρα μου και σε όλους τους άλλους... Ένα βροχερό κυριακάτικο βράδυ καθόμουν σε έναν πάγκο στο γκαράζ του και ο Νόα σκάλιζε κάτι σ’ εκείνη τη δίτροχη παγίδα θανάτου που αποκαλούσε μηχανή. Η πόρτα ήταν μια στάλα ανοιχτή, αλλά όχι αρκετά για να μας δει κάποιος. «Δεν το πιστεύω», είπα, «ότι βρίσκεις τη δεύτερη ταινία των Transformers καλύτερη απ’ την πρώτη. Η πρώτη απλά δε συγκρίνεται!» «Ω, έλα τώρα! Εκείνα τα δίδυμα είχαν πολύ γέλιο». «Ναι, αλλά η πρώτη ήταν απλά... επική!» «Η δεύτερη είναι καλύτερη, Ελ, άκου με που σου λέω. Μου πιάνεις εκείνο το κλειδί λιγάκι;» «Ποιο;» Σηκώθηκα όρθια και άρχισα να κοιτάζω γύρω μου. Δεν ήξερα τι ακριβώς έκανε, αλλά τουλάχιστον γνώριζα τι είναι το κλειδί. Δεν είχα ιδέα τι σκάλιζε ο Νόα, αλλά ήταν πολύ σέξι ενώ το έκανε. «Στο ράφι από πάνω σου». Σκαρφάλωσα στον πάγκο που καθόμουν πριν από λίγο και άρχισα να ψάχνω για το κλειδί. Σούφρωσα τη μύτη στη θέα των ιστών και το μόνο που ήλπιζα ήταν πως δε θα παραμόνευε καμιά αηδιαστική αράχνη πάνω απ’ το κεφάλι μου. Την επόμενη στιγμή το βρήκα και το έπιασα. Έτσι όπως γύρισα για να κατέβω, κοπάνησα το κεφάλι μου στο ράφι. «Άουτς!» φώναξα χωρίς να το θέλω και άφησα το κλειδί να πέσει για να πιάσω το κεφάλι μου. Αυτή η αντίδραση με έκανε να χάσω την ισορροπία μου και το πόδι μου γλίστρησε από τον πάγκο. Σωριάστηκα με άλλη μια κραυγή και ένα δυνατό γδούπο στο πάτωμα. Ανοιγόκλεισα ζαλισμένη τα μάτια για να διώξω τα φωτεινά αστράκια από το οπτικό μου πεδίο, μέχρι που το δωμάτιο σταμάτησε να είναι θολό. Ένα κύμα πόνου με διαπέρασε. «Να πάρει», άκουσα τον Νόα να λέει.


«Οχ!» βόγκηξα πιάνοντας το μάγουλό μου. Είχα τη γεύση αίματος στο στόμα μου. Θα πρέπει να είχα δαγκώσει τη γλώσσα μου. Ο Νόα πέταξε το κατσαβίδι και το πατσαβούρι που κρατούσε και έσκυψε ήδη δίπλα μου, με το ένα χέρι στην πλάτη μου και το άλλο να παραμερίζει τα μαλλιά απ’ τα μάτια μου. «Είσαι καλά; Ελ;» Ακούμπησα το μάγουλό μου απαλά με την άκρη του δαχτύλου μου και μόρφασα. Φίλε, πονούσε πολύ! «Χτύπησα πολύ;» ρώτησα σαν μικρό παιδί. Ο Νόα σιγογέλασε. «Όχι. Ένα γδάρσιμο είναι μόνο. Ίσως μελανιάσει όμως... Βασικά, μάλλον θα πρέπει να το καθαρίσουμε. Θα μολυνθεί και τότε να δεις πώς θα γίνει». Δε γέλασα. Απλά κατσούφιασα επειδή με κορόιδευε. Όμως είχε δίκιο. Έπρεπε να το καθαρίσουμε. Αυτό το γκαράζ είχε ό,τι θες μέσα – βρόμα, λάδια μηχανής, ιστούς αράχνης... Σηκώθηκα ενώ ο Νόα με κρατούσε από τη μέση. Μπορούσα να σταθώ μια χαρά και μόνη μου, αλλά δεν του είπα να με αφήσει. Μου άρεσε. Ήταν ωραία να νιώθω το χέρι του γύρω μου. Ήταν σαν να ανήκε εκεί. Φίλε, έπρεπε να σταματήσω να διαβάζω τόσα σαχλορομάντζα! Μόρφασα. «Τι συμβαίνει;» «Καλά είμαι», αποκρίθηκα. «Αν και νιώθω σαν να έχω σπάσει τη λεκάνη μου, αλλά δεν είναι τίποτα. Καλά είμαι». Αργά αργά στάθηκα και πάλι στα πόδια μου. Ορίστε. Όλα καλά. Ο Νόα με κοίταξε κάποια δευτερόλεπτα και μετά ανασήκωσε τους ώμους. Μπήκαμε στο σπίτι απ’ την πόρτα που συνέδεε το πλέι ρουμ με το γκαράζ. Ο Νόα έριξε μια ματιά στο διάδρομο και ύστερα με τράβηξε πίσω του στη σκάλα και μέσα στο δωμάτιό του. Έκλεισε την πόρτα με το πόδι του και πήγε στο μπάνιο. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού του. Μόρφασα λιγάκι. Ο ποπός μου πονούσε πολύ. «Είσαι τόσο αδέξια», είπε με ένα πνιχτό γελάκι ο Νόα μόλις επέστρεψε από το μπάνιο. Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. «Όχι πάντα». «Όχι. Μερικές φορές μόνο». Ο Νόα έσκυψε μπροστά μου. Μου χάρισε ένα απολογητικό χαμόγελο και ύστερα έπιασε απαλά το πιγούνι μου με τον αντίχειρα και το δείκτη του και μου γύρισε λιγάκι το κεφάλι. Κάθισα εκεί βάζοντας τα δυνατά μου να μη μορφάσω καθώς σκούπιζε το μάγουλό μου με μια νωπή πετσέτα. Ύστερα έβαλε μια απολυμαντική κρέμα που έτσουζε πολύ. «Συγγνώμη», είπε όταν μόρφασα για τέταρτη φορά. «Δεν πειράζει. Δε φταις εσύ». «Δεν έπρεπε να σου ζητήσω να μου δώσεις το κλειδί», συνέχισε ο Νόα ενοχλημένος. Ήξερα όμως πως δεν είχε θυμώσει μαζί μου. «Ήταν βλακεία μου». «Δεν τρέχει τίποτα. Αλήθεια. Ατύχημα ήταν. Έτσι κι αλλιώς εγώ έφταιγα. Μην αγχώνεσαι». Δεν είπε τίποτα, αν και φαινόταν πως κάτι ήθελε να πει. «Από πότε μας έγινες και γιατρός;» ρώτησα πειρακτικά λίγο αργότερα, στην προσπάθειά μου να κάνω και τους δυο μας να ξεχαστούμε: εμένα από τον πόνο στο αριστερό μάγουλο και τον ίδιο απ’ ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον απασχολούσε. «Από τότε που άρχισα να μπλέκω σε καβγάδες», απάντησε εκείνος με ένα απαθέστατο ύφος.


Μου ήταν αδύνατο να αποκρυπτογραφήσω την έκφρασή του. «Σιγά σιγά μαθαίνεις να φροντίζεις τον εαυτό σου». «Μάλιστα». «Άντε, πες το». «Τι να πω;» «Πως είμαι βλάκας και τραμπούκος. Όλο αυτό δε λες;» «Αφού είσαι», αποκρίθηκα. «Θέλω να πω, ποιος ο λόγος να μπλέκεις σε καβγάδες; Γίνεσαι άλλος άνθρωπος, Νόα, όταν τσακώνεσαι. Δεν είναι ωραίο και...» Ο βαθύς αναστεναγμός του με έκανε να σταματήσω στη μέση την πρότασή μου. «Ναι, εντάξει. Είμαι ένας ηλίθιος που ξεκινάω καβγάδες απ’ το πουθενά. Έχεις δίκιο», συνέχισε εκείνος αμέσως μετά. Το είπε πολύ γρήγορα. Τον θυμόμουν από παιδί. Ποτέ δεν του άρεσε να παραδέχεται πως έχει άδικο. Όλοι το ήξεραν αυτό. Μόλις τώρα όμως παραδέχτηκε πως είχε άδικο. Και πως εγώ είχα δίκιο. Εντάξει, δε λέω πως ήταν κάτι για το οποίο μου άρεσε να έχω δίκιο, αλλά... ένιωσα μια κάποια ικανοποίηση. Αναρωτήθηκα αν ο Νόα αισθανόταν πάντα έτσι όταν έβγαινε από πάνω στους τσακωμούς μας. «Μόλις παραδέχτηκες πως έχω δίκιο...» είπα ανήμπορη να συγκρατήσω το χλευαστικό, τραγουδιστό τόνο στη φωνή μου. «Ναι, μπράβο. Συγχαρητήρια», είπε ο Νόα κι έστειλε μια αγανακτισμένη ματιά στο ταβάνι. «Μιλούσα σοβαρά πριν», του είπα. «Για το ότι, ξέρεις... Που φτιάχνεσαι με τους καβγάδες». Ο Νόα κάθισε πίσω και με κοίταζε ακόμη στα μάτια. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει βαριά τώρα. «Το ξέρω πως μιλούσες σοβαρά. Όπως γνωρίζω και ποιος είμαι. Δεν μπορώ να αλλάξω. Θυμάσαι το καλοκαίρι που εσύ και ο Λι πήγατε σε εκείνη την ποδοσφαιρική κατασκήνωση; Ήσασταν γύρω στα δεκατρία. Όταν γύρισες, έλεγες συνέχεια πόσο καλό ήταν το τσιζκέικ». «Και λοιπόν;» Πού το πήγαινε άραγε; Θυμάται ότι είχα πάει σε ποδοσφαιρική κατασκήνωση; αναρωτήθηκα. Εγώ καλά καλά και το είχα ξεχάσει. Στο μυαλό μου δεν ήταν πια παρά μόνο μια θολή ανάμνηση μερικών διασκεδαστικών εβδομάδων. Ούτε που θυμόμουν αυτό που είπε για το τσιζκέικ. «Πριν από εκείνο το καλοκαίρι είχα αρχίσει να μπλέκω σε καβγάδες στο σχολείο. Οι γονείς μου με πήγαν σε κάνα δυο ψυχολόγους. Προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, το ξέρω, αλλά το θέμα είναι πως...» Ο Νόα αναστέναξε σιγανά πριν συνεχίσει. «Προσπάθησαν, αλλά απέτυχαν παταγωδώς. Είμαι κακό παιδί και πάντα έτσι θα είμαι. Υποθέτω πως απλώς αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί ο εγκέφαλός μου», είπε και ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους σαν να μην τον ένοιαζε καθόλου. Μου άρεσαν πολύ αυτές οι σπάνιες συζητήσεις μαζί του, όπου έβλεπα τον Νόα πίσω από το σέξι χαμόγελο. Όταν με άφηνε να δω την ευάλωτη πλευρά του. Δεν το ήξερα πως τον είχαν πάει σε ψυχολόγους. Ίσως ούτε ο Λι. «Είσαι πολύ γλύκας όταν παίρνεις αυτό το αμήχανο ύφος», τον πείραξα για να ελαφρύνω το κλίμα. «Κατά πρώτον, δε νιώθω αμήχανα», αποκρίθηκε εκείνος ξέροντας πως του κάνω πλάκα. «Και κατά δεύτερον», συνέχισε κοπανώντας το γόνατό του πάνω στο δικό μου, «μη με λες “γλύκα”». Γέλασα κι εκείνος μου έσκασε ένα χαμόγελο από αυτά που σχημάτιζαν το λακκάκι στο αριστερό μάγουλό του. Το χαμόγελό μου έκανε το χτυπημένο μάγουλό μου να πονέσει και το έπιασα


μουγκρίζοντας. Ο Νόα μού τράβηξε το χέρι και έσκυψε κοντά για να μου δώσει ένα απαλό φιλί σε εκείνο το σημείο. Ένα υπέροχο συναίσθημα με πλημμύρισε. Ένα φιλάκι στο μιμί δεν έπιανε μόνο στα πεντάχρονα τελικά. Ωστόσο δε θα έπρεπε να αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένη, αλλά να είμαι προσεκτική και επιφυλακτική με τα συναισθήματά μου για τον Νόα. Κάθε φορά που μου ανοιγόταν έτσι, ερχόμασταν πιο κοντά και αυτό δεν ήταν καλό. Δε θα έπρεπε να δεθούμε άλλο. Δε γινόταν να αφήσω τον εαυτό μου να έχει αισθήματα για τον Νόα. Αν το έκανα και τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, τότε η κατάσταση θα έβγαινε εκτός ελέγχου. Ο Λι θα με μισούσε και απ’ τη στιγμή που δε θα μπορούσα να στραφώ ούτε στον Νόα για συμπαράσταση, θα γινόμουν ράκος. Έτσι όμως όπως τον κοιτούσα στα μάτια, πνίγοντας το γέλιο μου ενώ με φιλούσε απαλά στο χτυπημένο μάγουλο, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν εκείνος. Το πόσο μου άρεσε να είμαι μαζί του. Πόσο απίστευτα ένιωθα ακόμη και όταν τύλιγε απλώς το χέρι του γύρω μου. Πόσο λαμπερά και γαλανά ήταν τα μάτια του... «Ελ...» ξεκίνησε να λέει με σοβαρό ύφος, αλλά εγώ είχα αρχίσει ήδη να μιλάω. «Νομίζω πως χτύπησα και στα χείλη μου», του είπα σιγανά δείχνοντάς τα. Ο Νόα γέλασε σχεδόν αθόρυβα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι και έσκυψε κοντά μου... Η πόρτα, η οποία δεν είχε κλείσει καλά, άνοιξε πριν προλάβουμε να απομακρυνθούμε. «Τι συμβαίνει;» Ο Νόα πετάχτηκε όρθιος και γύρισε να δει ποιος ήταν, ενώ εγώ έμεινα κοκαλωμένη στην άκρη του κρεβατιού. Από το μυαλό μου παρέλασαν ένα σωρό βρισιές που δε θα μπορούσα ποτέ μου να ξεστομίσω, μόλις αντίκρισα τον Λι στην πόρτα. «Ρώτησα τι συμβαίνει», επανέλαβε εκείνος με ένα καχύποπτο ύφος, στρέφοντας το βλέμμα του από μένα στον Νόα. Και τότε κάρφωσε το βλέμμα ξανά πάνω μου κι έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Χριστέ μου! Σέλι, πώς έγινε έτσι το πρόσωπό σου;» «Ευχαριστώ πολύ», μουρμούρισα σαρκαστικά, αλλά δεν κατάφερα να το πω με όσο ενθουσιασμό χρειαζόταν για να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα. Ο Λι με πλησίασε γρήγορα και κοίταξε το χτυπημένο μάγουλό μου. Γύρισε απότομα και αγριοκοίταξε τον αδερφό του. «Εσύ της το έκανες αυτό;» «Τι;» ρώτησε απότομα ο Νόα. «Τι είπες;» «Κουφός είσαι;» ψέλλισε ο Λι. «Εσύ της το έκανες αυτό; Εσύ τη χτύπησες;» ρώτησε πολύ πιο δυνατά. Ο Νόα έσφιξε τόσο τα δόντια, ώστε όλοι οι μύες στο πλάι του προσώπου του πετάχτηκαν. «Πραγματικά πιστεύεις πως... θα χτυπούσα ποτέ την Ελ;» «Ναι, ικανό σε έχω!» απάντησε θυμωμένος ο Λι. «Και πώς έγινε αυτό, γαμώτο; Τι στο διάβολο κάνατε;» Ο Λι έβριζε έτσι μόνο όταν νευρίαζε πάρα, μα πάρα πολύ. Έβλεπα πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά, αλλά είχα παγώσει στη θέση μου ανήμπορη να αντιδράσω. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να σου απαντήσω, μικρέ», του απάντησε αδιάφορα ο Νόα. Ο περιφρονητικός τόνος του έκανε τον αδερφό του να σφίξει και να ξεσφίξει τις γροθιές του. «Τότε τι έπαθε η Ελ;»


«Δεν είναι τίποτα», είπα δειλά. Γύρισαν και οι δυο τους και με αγριοκοίταξαν. Κατέβασα το κεφάλι και ύστερα το ξανασήκωσα για να τους κοιτάξω κρύβοντας το πρόσωπο πίσω απ’ τα μαλλιά μου. «Δεν τρέχει τίποτα, μια χαρά είμαι...» «Και δυο τρομάρες», μουρμούρισε θυμωμένος ο Λι. «Τι συνέβη;» ρώτησε τον αδερφό του σχεδόν φωνάζοντας και δείχνοντας απότομα εμένα με το δάχτυλό του. «Ήρθε να σε βρει και σκόνταψε στο γκαράζ και έπεσε. Πώς κάνεις έτσι; Χαλάρωσε. Μια χαρά είναι». Ο αδιάφορος τόνος της φωνής του αδερφού του τσάτιζε τόσο πολύ τον Λι και βάζω στοίχημα πως ο Νόα το ήξερε. Κι εμένα θα με εκνεύριζε αν ήμουν στη θέση του. «Δε φταίει αυτός...» είπα. Με αγνόησαν και οι δύο. «Και απλά την άφησες να πέσει; Βάζω στοίχημα πως σκόνταψε πάνω σε όλες εκείνες τις βλακείες που θα είχες σκορπίσει στο πάτωμα». «Δεν έχω και καμιά υπερφυσική ικανότητα να ελέγχω την αδεξιότητά της, ξέρεις». Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, Νόα. «Δηλαδή το παραδέχεσαι πως εσύ έφταιγες; Το ήξερα», είπε ο Λι κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι. Δάγκωνε τα μάγουλά του από το θυμό. Ήμουν σίγουρη πως ήξερε πολύ καλά πως δεν έφταιγε ο αδερφός του, αλλά είχε εκνευριστεί τόσο πολύ μαζί του, ώστε του ήταν αδύνατο να μην τον κατηγορήσει. «Ήταν ατύχημα», είπε ο Νόα μέσα απ’ τα σφιγμένα δόντια του. Τα καταγάλανα μάτια του φλέγονταν από θυμό. Ο Λι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους εκνευρίζοντας ακόμη περισσότερο τον Νόα. «Ικανό σε είχα να της το είχες κάνει εσύ». «Αυτό ήταν», γρύλισε ο Νόα και όρμησε κατά πάνω στον αδερφό του, ο οποίος είχε εξαπολύσει ήδη το πρώτο χτύπημα. Πήδηξα απ’ το κρεβάτι και μπήκα ανάμεσά τους πριν προλάβουν να σφαχτούν. Έσπρωξα τον Νόα στο στήθος όσο πιο δυνατά μπορούσα, αλλά μάταια. Τουλάχιστον όμως ήξερα πως τώρα που ήμουν εγώ στη μέση θα σταματούσαν να χτυπιούνται. «Νόα», είπα σιγανά. «Νόα, κοίταξέ με. Νόα». Εκείνος τράβηξε το δολοφονικό βλέμμα του από τον Λι και στράφηκε για να με κοιτάξει με λιγάκι πιο ήρεμο ύφος. «Ξέρεις πως δε θα σε χτυπούσα ποτέ, Ελ. Θα σε είχα πιάσει για να μην πέσεις αν μπορούσα. Δε θα σε χτυπούσα ποτέ. Το ξέρεις αυτό, έτσι;» «Ναι, το ξέρω», απάντησα κουνώντας υπομονετικά το κεφάλι. «Όμως δε χρειάζεται να τσακωθείς με τον Λι, εντάξει; Απλώς ανησυχεί για μένα». «Ποτέ μου δε θα σε χτυπούσα», είπε μαινόμενος ο Νόα σφίγγοντας τα δόντια του. «Το ξέρω», του είπα με όσο πιο καθησυχαστική φωνή μπορούσα και ακούμπησα την παλάμη μου στο στήθος του που ανεβοκατέβαινε γρήγορα. «Το ξέρω, εντάξει; Έλα, ηρέμησε τώρα. Σε παρακαλώ. Ξέρω πως δε θα με χτυπούσες ποτέ. Ηρέμησε, σε παρακαλώ». Εκείνος συνέχισε να με κοιτάζει στα μάτια για κάποια δευτερόλεπτα ακόμη και μετά έκανε πίσω περνώντας τα δάχτυλα μέσα απ’ τα μαλλιά του. Γύρισα και έπιασα τον Λι απ’ το χέρι τραβώντας τον έξω από το δωμάτιο. «Φοβερό», είπε εκείνος μόλις έκλεισε την πόρτα του δωματίου του πίσω μας. «Δεν έχω ξαναδεί κανέναν να τον ηρεμεί έτσι. Αυτό ήταν... περίεργο. Και να φανταστείς πως εσείς οι δύο τρώγεστε συνήθως».


«Έλα, μην το σκέφτεσαι άλλο. Τουλάχιστον δεν πλακωθήκατε στο ξύλο», είπα αναστενάζοντας και πήδηξα πάνω στο στρώμα του. Ο Λι κάθισε δίπλα μου και άπλωσε το χέρι για να αγγίξει το μάγουλό μου. Πόνεσα και τραβήχτηκα μακριά. «Συγγνώμη», είπε εκείνος αμέσως. «Για πες, λοιπόν. Τι συνέβη;» Τι είχε πει ο Νόα; Α, ναι, ότι ήρθα να βρω τον Λι... Έτσι, απάντησα πως ήρθα στο σπίτι του και άκουσα κάποιον στο γκαράζ, αλλά τελικά ήταν ο Νόα. Πήγα να μπω στο πλέι ρουμ για να βρω τον Λι, αλλά έπεσα και χτύπησα στο πρόσωπό μου. Το στομάχι μου ανακατευόταν και ένιωθα έτοιμη να ξεράσω. Σκέφτηκα πως θα ήταν μάλλον από τις τύψεις. Δε μου άρεσε καθόλου να λέω ψέματα στον κολλητό μου, αλλά δεν μπορούσα να του πω την αλήθεια, ειδικά τώρα που ήταν ακόμη νευριασμένος με τον αδερφό του, παρόλο που είχε αρχίσει να ηρεμεί λίγο. Ήμουν, που λες, στο γκαράζ σου και σαλιάριζα με τον Νόα, μετά φιληθήκαμε λίγο και μετά εκείνος συνέχισε να ασχολείται με τη μηχανή του και ύστερα σωριάστηκα με τα μούτρα στο πάτωμα. Α, και μια και το ’φερε η κουβέντα, συναντιέμαι κρυφά μαζί του τις τελευταίες εβδομάδες, οπότε δεν τρέχει τίποτα. Κάνουμε όλη την ώρα τέτοια, απλώς συνήθως δεν πέφτω. Ναι, είμαι σίγουρη πως θα το έπαιρνε πολύ καλά! Σκέφτηκα πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Δε γινόταν να του το πω. Όχι πως υπήρχε κάτι να του πω –δεν ένιωθα κάτι ιδιαίτερο για τον Νόα–, αλλά ακόμη και να αισθανόμουν έτσι, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. «Εντάξει, δεν έφταιγε εκείνος», μουρμούρισε θυμωμένος ο Λι. «Αλλά...» Δεν τον άφησα να ολοκληρώσει. Ήθελα απεγνωσμένα να τον ρωτήσω κάτι. Αν και η αλήθεια ήταν πως φοβόμουν τι θα απαντούσε. Παρ’ όλα αυτά, τον ρώτησα: «Πραγματικά πίστεψες πως με είχε χτυπήσει;» Ο κολλητός μου με κοίταξε κάμποση ώρα και μετά χαμήλωσε το βλέμμα. «Ξέρω, ξέρω, είναι αδερφός μου. Όμως για μια στιγμή νόμιζα πως έχασε την ψυχραιμία του και απλά εσύ βρέθηκες στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή ή πως τσακωνόταν με άλλους πάλι και... Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι πως θα μπορούσε ποτέ να σε χτυπήσει, αλλά...» «Δε θα το έκανε ποτέ αυτό», είπα σιγανά παίζοντας με την μπλούζα μου. Είχε ένα σκισιματάκι. Θα πρέπει να έγινε όταν έπεσα από τον πάγκο. «Ακόμη και ο Νόα ξέρει να βάζει όρια». «Το ελπίζω», μουρμούρισε ο Λι. «Είμαι σίγουρη». «Τη μια είστε έτοιμοι να σκοτωθείτε και την άλλη τον υπερασπίζεσαι;» Δεν ήταν κατηγορία, απλά σχόλιο. «Εσύ γιατί τα πήρες τόσο εύκολα;» τον ρώτησα. «Τι τρέχει;» Ο Λι αναστέναξε ανακατώνοντας τα μαλλιά του. «Απλά είμαι λίγο στην τσίτα. Θυμάσαι που κόπηκα στο διαγώνισμα της Ιστορίας; Οι γονείς μου είπαν πως μάλλον δε θα έπρεπε να περνώ τόσο χρόνο με τη Ρέιτσελ. Έχω αγχωθεί». Του έπιασα το χέρι πλέκοντας τα δάχτυλά μου μες στα δικά του. Εκείνος μου έσφιξε δυνατά το χέρι και πήρε βαθιά ανάσα. «Τέλος πάντων, μην αλλάζεις θέμα, κυρία μου. Από πότε εσείς οι δύο γίνατε κολλητάρια; Πολύ κοντά δεν ήσασταν όταν μπήκα μέσα;» Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα. Δε νομίζω πως είχε προσέξει κάτι. Ο Λι δεν ήταν


άνθρωπος των υπεκφυγών. Αν υποπτευόταν πως κάτι έτρεχε, θα με ρωτούσε ευθέως. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Όχι τώρα. Μπορείς να του το πεις κάποια άλλη στιγμή, όχι τώρα... Το στομάχι μου ανακατεύτηκε. Έπρεπε να του μιλήσω. Θέλω να πω... έτσι κι αλλιώς θα το μάθαινε κάποια στιγμή, οπότε γιατί να μην του το έλεγα τώρα, πριν το μάθει από κάποιον άλλον; Έπρεπε να του το πω. Δεν ήθελα. Θα με μισούσε. Όμως, αν το ανακάλυπτε αργότερα, θα με μισούσε περισσότερο. «Λι, σε παρακαλώ, δε θέλω να με...» «Ελ;» ακούστηκε μια φωνή απ’ την πόρτα. Σταμάτησα μ’ έναν αναστεναγμό και σωριάστηκα πίσω στο κρεβάτι. Ο Νόα εμφανίστηκε την πιο ακατάλληλη στιγμή. Όχι τώρα που ήμουν έτοιμη να μιλήσω στον Λι. Όχι τώρα! «Τι στο διάβολο θες;» ρώτησε απότομα ο Λι όταν είδε πως δεν απάντησα. «Ελ, μπορώ να σου πω λιγάκι;» συνέχισε ο Νόα, αφού έριξε πρώτα ένα άγριο βλέμμα στον αδερφό του. «Ναι, βέβαια». Έσφιξα το χέρι του Λι για μια ακόμη φορά πριν το αφήσω και σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι. Έσκασα ένα καθησυχαστικό χαμόγελο στον κολλητό μου και έκλεισα την πόρτα του δωματίου πίσω μου. Ο Νόα έξυνε αμήχανα το σβέρκο του σφίγγοντας ακόμη τα δόντια. Μου πήρε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να διαβάσω την έκφραση του προσώπου του: κάτι τον βασάνιζε. Άνοιξε το στόμα για να πει κάτι, ύστερα το ξανάκλεισε και με τράβηξε πίσω στο δωμάτιό του. Αυτή τη φορά έκλεισε την πόρτα κανονικά. «Θα το καταλάβω αν δεν, ξέρεις, αν δε θες... Αν θες να σταματήσουμε... Ξέρεις, αυτό που έχουμε. Αν δε θες να με ξαναδείς». Σούφρωσα έκπληκτη τα φρύδια. «Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;» Ο Νόα ανασήκωσε τους ώμους. «Αν δε θες, θα το καταλάβω. Πριν από λίγο έλεγες πως είμαι βίαιος και ύστερα απ’ όλα αυτά που είπε ο Λι... Ότι σε χτύπησα... Απλά... θα το καταλάβω». Συνέχισα να τον κοιτάζω συνοφρυωμένη. «Η λέξη τραμπούκος δεν είναι στην κορυφή της λίστας με τις αρετές ενός άντρα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Νόα με ένα πικρό χαμόγελο. «Όμως δε θα έκανα ποτέ αυτό που είπε ο Λι. Το ξέρεις, έτσι; Το εννοώ. Δε θα σου έκανα ποτέ κακό, Ελ, τ’ ορκίζομαι». «Το ξέρω, εντάξει; Το ξέρω». «Ναι, αλλά και πάλι θα το καταλάβω αν δε θες να... συνεχίσουμε. Ό,τι κι αν είναι αυτό που έχουμε. Αν δε θες άλλο...» «Δε θέλω», είπα. «Θέλω να πω», πρόσθεσα βιαστικά μόλις τον είδα να κατσουφιάζει, «δε θέλω να σταματήσουμε». Ο Νόα χαμογέλασε και με τράβηξε κοντά του ακουμπώντας το μέτωπό του στο δικό μου. «Είμαι τόσο κακή επιρροή για σένα, Ελ, που σε αφήνω να παίρνεις τόσο χαζές αποφάσεις σαν κι αυτή». «Σαν ποια;» «Το να μείνεις μαζί μου». Μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη και ύστερα έκανε πίσω. «Άντε, πήγαινε. Πριν υποθέσει πως με πέταξες απ’ το παράθυρο ή τίποτα τέτοιο». Γέλασα και βγήκα απ’ το δωμάτιο. Ο Λι με περίμενε έξω απ’ το δωμάτιό του, αλλά δεν είχε στήσει αφτί. Απλά περίμενε. «Τι σε ήθελε;»


Του απάντησα με ένα αδιάφορο ύφος πως ο Νόα μού είπε απλώς ότι δε θα μου έκανε ποτέ κακό. Η καρδιά μου όμως χτυπούσε σαν τρελή στο στήθος μου μέχρι να κουνήσει ο Λι καταφατικά το κεφάλι αποδεχόμενος το ψέμα μου. «Και κάπου εδώ είναι που μου λες πως η κολλητή μου και ο μεγάλος αδερφός μου είναι τρελά ερωτευμένοι;» Έσκασα στα γέλια. «Λι, πού τις βρίσκεις και τις λες αυτές τις βλακείες;» Ερωτευμένη; Εγώ; Ερωτευμένη με τον Νόα Φλιν; Ναι. Καλά. Ο πατέρας μου απλώς αναστέναξε και μου είπε να προσέχω περισσότερο όταν του είπα πως έπεσα στο γκαράζ του Λι. «Ειλικρινά. Είσαι χειρότερη κι απ’ τη μητέρα σου. Θυμάσαι τότε που έπεσε στις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο; Παρά τρίχα τα γλίτωσε τα ράμματα στο πόδι», είπε και άρχισε να κουνά αρνητικά το κεφάλι χαμογελώντας νοσταλγικά στη θύμηση. Όμως ούτε στο σχολείο αμφισβήτησε κανείς την ιστορία μου πως είχα τάχα πέσει στο γκαράζ του Λι. Και γιατί να την αμφισβητήσουν, άλλωστε; Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ψέμα. Απ’ ό,τι φαινόταν, το ψέμα ήταν αλληλένδετο με τη σχέση μου με τον Νόα και αυτό δε μου άρεσε καθόλου. Μέρα με τη μέρα όμως άρχιζα να το συνηθίζω. Αν και δεν περηφανευόμουν γι’ αυτό. Την ώρα του μεσημεριανού, καθώς περίμενα τον Λι και τους υπόλοιπους να φουλάρουν τα πιάτα τους, το τραπέζι γύρω μου γέμισε κορίτσια. «Λοιπόν», ανακοίνωσε η Τζέιμι και με κοίταξε, «σκεφτόμουν κάτι για τον Φλιν». «Άντε, πες το», είπε ανυπόμονα η Ταμάρα. «Τα έχει με καμία;» ρώτησε εκείνη ευθέως. Όλοι ήξεραν πως ο Φλιν ήταν ελεύθερος, πως δεν είχε ποτέ του κοπέλα παρά μόνο κάποιες περιπετειούλες. Γιατί, λοιπόν, να νομίζει η Τζέιμι έτσι ξαφνικά πως τα είχε με κάποια; Άραγε είχαμε προδοθεί; Μας είχε τσακώσει; Γι’ αυτό απηύθυνε την ερώτηση αποκλειστικά σ’ εμένα; Ξεροκατάπια και έκλεισα τα δάχτυλα μέσα στις ιδρωμένες παλάμες μου. Ξεστόμισα την πιο απλή απάντηση που μπόρεσα να σκεφτώ. «Και πού θες να ξέρω εγώ τι κάνει ο Νόα όλη την ώρα;» «Κάτι περισσότερο από μας θα ξέρεις. Τυχερούλα», μουρμούρισε η Ολίβια, αλλά μου έκλεισε το μάτι με ένα πλατύ χαμόγελο κι εγώ γέλασα νιώθοντας κάπως ανακουφισμένη. «Γιατί ρωτάς, Τζέιμι;» «Απλά είχαμε μια θεωρία», απάντησε εκείνη. «Θεωρία;» επανέλαβα. Η Τζέιμι κούνησε καταφατικά το κεφάλι και η Κάντις έσκυψε κοντά μου. Εγώ, σαν να μην έτρεχε τίποτα, μπουκώθηκα με μια πιρουνιά από τη σαλάτα ζυμαρικών μου. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. «Νομίζουμε πως ο Φλιν τα έχει κρυφά με κάποια». Παραλίγο να μου πέσει το πιρούνι απ’ το χέρι. Με το ζόρι συγκρατήθηκα να μη μείνω με το στόμα ανοιχτό. «Αμφιβάλλω», είπε η Σαμάνθα. «Για τον Φλιν μιλάμε. Είναι πολύ γυναικάς, δεν μπορώ να τον φανταστώ σε μακροχρόνια σχέση με κάποια...» «Είναι που δεν έχει γνωρίσει ακόμη την κατάλληλη», γέλασε η Κάρεν δείχνοντας τον εαυτό της. «Για σκέψου το όμως», συνέχισε η Κάντις. «Τις τελευταίες εβδομάδες δεν τον έχω δει ποτέ με


καμία και όταν λέω καμία, εννοώ καμία. Συνήθως όλο και με κάποια τυχερή τον έβλεπες να φιλιέται στα πάρτι, αλλά...» «Σωστά!» τη διέκοψε τσιρίζοντας η Ταμάρα. «Έχεις δίκιο! Έχω εβδομάδες να τον δω με κάποια. Την προσέξατε όμως εκείνη την πιπιλιά στο λαιμό του πριν από κάνα δυο εβδομάδες, έτσι;» «Πώς να μη την προσέξεις; Μάτι έβγαζε», απάντησε γελώντας η Ολίβια. Προσπαθούσα τόσο πολύ να μην κοκκινίσω ή να μη φανώ ένοχη ή ανήσυχη. Αυτές παρατηρούσαν πολύ περισσότερα απ’ όσα νόμιζα. «Εσύ τον έχεις δει ποτέ με καμία, Ελ, ξέρεις, όταν είσαι στο σπίτι του με τον Λι;» «Όχι, με καμία», αποκρίθηκα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Αναρωτιέμαι ποια να είναι...» «Αν υπάρχει κάποια», πετάχτηκε η Φέιθ. «Μπορεί να είναι γκέι», είπα τότε σαν να ήταν το πιο πιθανό πράγμα στον κόσμο. Σιωπή απλώθηκε ολόγυρά μου στο τραπέζι, ενώ εγώ συνέχισα να τρώω ήρεμα τη σαλάτα μου. Όλες απέμειναν να με κοιτούν με ανοιχτό το στόμα. «Αποκλείεται». «Με τίποτα». «Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως θα μπορούσε;» «Όχι, αποκλείεται!» Δε γινόταν να συγκρατηθώ άλλο. Έσκασα στα γέλια. «Πλάκα κάνω! Έπρεπε να δείτε τις φάτσες σας... Μακάρι να είχα φωτογραφική...» «Δεν ήταν αστείο, Ελ», είπε κατσουφιασμένη η Κάντις δίνοντάς μου μία στο μπράτσο. «Συγγνώμη», είπα χαχανίζοντας. «Δεν μπορούσα να αντισταθώ». Αυτό όμως τους απέσπασε την προσοχή από την υποτιθέμενη μυστηριώδη κοπέλα του Νόα Φλιν και με έβγαλε αυτόματα από τη λίστα των υπόπτων. Εκείνες άρχισαν να μιλούν γι’ αγόρια κι εγώ αναστέναξα ανακουφισμένη. Είχα ακούσει ήδη πολλά κουτσομπολιά για μένα και τον Φλιν όταν δεν είχα μπλεχτεί καν μαζί του. Δεν ξέρω πώς θα επιβίωνα αν μάθαιναν πως η αθώα μικρή Ροσέλ τραβολογιόταν με τον περιζήτητο Φλιν. Θα τους φαινόταν τόσο απίστευτο όσο αν τους έλεγα ότι αγόρασα μηχανή.


Κεφάλαιο 17

ΠΡΙΝ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ το καταλάβω, είχαμε φτάσει κιόλας στα μέσα Μαΐου. Σαν να μη μου έφταναν όλα αυτά που συνέβαιναν στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό –για να μην πούμε για τις τελικές εξετάσεις που πλησίαζαν–, είχα να ασχοληθώ και με το σχολικό συμβούλιο. «Λοιπόν, η θερινή χοροεσπερίδα θα γίνει στις αρχές Ιουνίου», μας ανακοίνωσε ο Τάιρον. «Τι; Μα δε μας απομένει σχεδόν καθόλου χρόνος!» διαμαρτυρήθηκε δυνατά κάποιος. Ο Τάιρον σήκωσε τα χέρια ψηλά σαν να παραδινόταν και όλοι σώπασαν. «Συγγνώμη, αλλά δεν το επέλεξα εγώ. Μόνο αυτή την ημερομηνία μπορέσαμε να κλείσουμε τη σάλα στο Royale». «Μας έκλεισες σάλα στο Royale;» τσίριξε η Κέιτλιν δίνοντας φωνή στις σκέψεις των περισσότερων κοριτσιών εκεί μέσα. Το Royale ήταν ένα πολύ χλιδάτο ξενοδοχείο με πάλλευκα μάρμαρα και χρυσές διακοσμήσεις. «Ναι», απάντησε ο Τάιρον με ένα καταφατικό νεύμα. «Δε βγήκαμε εκτός προϋπολογισμού, αλλά θα πρέπει να κόψουμε λίγο από τη διακόσμηση και την μπάντα, εκτός και αν φουσκώσουμε τα εισιτήρια». «Ναι, γιατί όχι;» είπα. «Μιλάμε για το Royale! Δε νομίζω πως θα πειράξει κανέναν αν χρειαστεί να πληρώσει κάτι παραπάνω για ένα τέτοιο μέρος». «Πράγματι», συμφώνησε ο Τάιρον και όλοι κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια για να δείξουν πως συμφωνούσαν μαζί μου. «Λοιπόν, πρέπει να κανονίσουμε για το φαγητό, την μπάντα, τα εισιτήρια και...» «Χρειαζόμαστε ένα θέμα», τον διέκοψε μια κοπέλα ακουμπώντας τις παλάμες της στο τραπέζι. «Μεσαίωνας!» πετάχτηκε ενθουσιασμένη η Φέιθ. «Σε μια εκπομπή στην τηλεόραση έκαναν χοροεσπερίδα με θέμα το Μεσαίωνα και ήταν τέλεια!» «Όχι», διαφώνησαν όλα τ’ αγόρια σχεδόν ταυτόχρονα. Γέλασα με την τρομοκρατημένη έκφραση στο πρόσωπο του Λι. «Τι θα λέγατε για ασπρόμαυρο;» «Δεν είναι τόσο καλοκαιρινό». «Εποχής; Δεκαετία του ’60 κι έτσι; Ή, μάλλον, όχι, δεκαετία του ’20 είναι καλύτερα! Όλα τ’ αγόρια θα σκάσουν μύτη σαν γκάνγκστερ με λουσάτα κοστούμια και τότε είχαν και εκείνα τα... Πώς τα λένε; Εκείνα τα φορέματα με τα κρόσσια. Θα είναι πολύ καλό», πρότεινε ενθουσιασμένη η Μπρίτζετ. «Εμ, όχι», είπε ορθά κοφτά κάποιος. «Θα μπορώ να πάρω και όπλο μαζί αν είμαι ο Αλ Καπόνε;» αστειεύτηκε ο Τόνι. «Ό,τι πρέπει για σχολικό χορό», απάντησε σαρκαστικά ένα αγόρι. Ήταν ο Μαξ από το τμήμα των Αγγλικών μου. «Θα έχουμε και ποτοαπαγόρευση; Σε σχολικό χορό;» «Θα μπορούσαμε να τον κάνουμε μασκέ...» «Ναι! Τέλειο!» Μούγκρισα και χτύπησα το κεφάλι στο τραπέζι. «Ω, έλα τώρα! Δε νομίζεις πως είναι πολυφορεμένο; Οι πάντες αυτό κάνουν τώρα τελευταία. Συνεχώς αυτό βλέπεις στην τηλεόραση.


Πρέπει να βρούμε κάτι άλλο...» «Στη χειμερινή χοροεσπερίδα είχαμε εκείνο το χολιγουντιανό θέμα ή όπως το έλεγαν τέλος πάντων», γκρίνιαξε ο Έρικ. «Το μασκέ, τουλάχιστον, είναι πιο ωραίο». «Ναι, αλλά πολύ συνηθισμένο!» «Συμφωνώ, Ελ», είπε ο Λι. «Όχι που δε θα συμφωνούσες», άκουσα τον Τάιρον να μουρμουρίζει κοιτάζοντάς μας και κουνώντας το κεφάλι. «Τι θα λέγατε να κάνουμε ένα μίνι πανηγύρι;» πρότεινε η Λίλι και τα μάτια της φωτίστηκαν. «Ξέρετε, με χαρτορίχτρα, μαλλί της γριάς... και άλλο ένα κιόσκι φιλιών». «Αν είναι να συμμετάσχει και η Ελ στο κιόσκι, εγώ είμαι μέσα», αποκρίθηκε γελώντας ο Τόνι, ένας τελειόφοιτος, και μου έκλεισε το μάτι. Εγώ απλά αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου και ήλπισα πως δεν είχα κοκκινίσει. Είχε περάσει τόσος καιρός και ακόμη να ξεχάσουν το φιλί μου με τον Φλιν. «Όχι, βρείτε κάτι άλλο», είπε ο Λι. Ακούστηκε τόσο πολύ σαν τον Νόα, ώστε γύρισα και τον κοίταξα για να σιγουρευτώ. «Λοιπόν, ελάτε», είπε ο Τάιρον καθώς η υπομονή του είχε αρχίσει να εξαντλείται. «Ποιος είναι υπέρ του μασκέ;» Οι πάντες εκτός από μένα και τον Λι σήκωσαν τα χέρια. «Έκλεισε τότε. Λι, Ελ, να βασιστώ πάνω σας για τις αφίσες και τα εισιτήρια;» «Ναι», απαντήσαμε και οι δύο μαζί αναστενάζοντας. Ενώ ο Τάιρον μας είχε, στην ουσία, διατάξει τι να κάνουμε, χωρίς να μας δώσει κάποια συγκεκριμένη οδηγία, όλοι οι άλλοι άρχισαν να μοιράζονται τα υπόλοιπα καθήκοντα. Χωρίς παρεξήγηση, δεν είναι πως δεν ανυπομονούσα να πάω στο χορό. Θα ήταν τέλεια, ειδικά τώρα που θα γινόταν στο Royale, αλλά δε μου άρεσε καθόλου το ότι έπρεπε να βρω συνοδό. Οι χοροεσπερίδες στο σχολείο μας ήταν για τις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου. Η χειμερινή και η θερινή χοροεσπερίδα ήταν πολύ μεγάλες εκδηλώσεις. Στη χειμερινή είχα πάει με τον Λι και μερικούς φίλους, απ’ τη στιγμή που ούτε εκείνος είχε κοπέλα εκείνο τον καιρό. Τώρα όμως θα ζητούσε από τη Ρέιτσελ να τη συνοδεύσει. Και αυτό σήμαινε πως δε θα πηγαίναμε παρέα, οπότε έπρεπε να βρω συνοδό. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάω μόνη μου. Οπότε... Με ποιον να πήγαινα; Ήξερα με ποιον ήθελα να πάω, αλλά τότε αναλογίστηκα όλες τις φήμες και τα κουτσομπολιά που θα εξαπλώνονταν σαν ιός, αν εμφανιζόμουν ξαφνικά με τον Νόα Φλιν... Η σκέψη και μόνο μου ανακάτωνε το στομάχι. Άσε που δε γινόταν κάτι τέτοιο αν δεν τα φανέρωνα όλα πρώτα στον Λι: Θα με μισούσε αν το μάθαινε έτσι ξαφνικά. Όμως πότε θα έβρισκα την ευκαιρία να του το πω; Ή το θάρρος... Και λόγω του Νόα, τ’ αγόρια δε θα έκαναν ουρά για να μου ζητήσουν να με συνοδεύσουν. Το καλό ήταν πως, αν τελικά κατέληγα να πάω μόνη, και απ’ τη στιγμή που ο χορός ήταν μασκέ, ίσως να μη με αναγνώριζε κανείς. Βαθιά μέσα μου όμως είχα μια ελπίδα πως ο Νόα θα μου ζητούσε να με συνοδεύσει. Αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να πετάξω κανένα υπονοούμενο και η ευκαιρία εμφανίστηκε κάνα δυο μέρες αργότερα.


Φτιάχναμε μακέτες για τις αφίσες και τα εισιτήρια στον υπολογιστή του Λι όταν χτύπησε το κινητό του. «Έλα, Ντίξον... Τι; Σοβαρά μιλάς; Έλα, ρε φίλε! Έρχομαι αμέσως!» Ο Λι πετάχτηκε όρθιος και άρπαξε τα παπούτσια του. Είχε το ύφος πεντάχρονου ανήμερα των Χριστουγέννων. «Τι έγινε;» «Ο Ντίξον είναι στο εστιατόριο στο εμπορικό κέντρο με κάτι άλλους και μάντεψε ποιος βρίσκεται εκεί! Και αγοράζει ντόνατς! «Εε...» «Ο Ματ Κέιν της San Francisco Giants. Ξέρεις, ο παίκτης του μπέιζμπολ; Ο πίτσερ;» «Α, ναι, ωραία. Θα φύγεις δηλαδή». «Εννοείται!» απάντησε εκείνος γελώντας. «Μήπως ξέρεις πού είναι το καπέλο μου του μπέιζμπολ;» «Στην ντουλάπα», απάντησα δείχνοντας πίσω μου. Έριξα μια ερευνητική ματιά στο ακατάστατο γραφείο του για να βρω ένα μαρκαδοράκι και του το έδωσα πάνω από τον ώμο μου πριν βγει απ’ το δωμάτιο. «Τα λέμε!» τον άκουσα να φωνάζει κλείνοντας την εξώπορτα πίσω του. Γέλασα. Τον ήξερα τον Ματ Κέιν, αλλά δεν ήμουν και τόσο φαν του μπέιζμπολ. Ήταν πολύ ωραίο παιχνίδι. Είχα πάει σε κάνα δυο αγώνες με τον πατέρα μου και τον Μπραντ ή με τον Λι. Προσωπικά μου άρεσε περισσότερο το ράγκμπι. Ειδικά όταν έπαιζε ο Νόα... Τώρα που το θυμήθηκα, είχαν αγώνα την Παρασκευή. Ήταν τα προημιτελικά ή τα ημιτελικά, νομίζω. Το πιθανότερο ήταν να πήγαινα με κανένα απ’ τα παιδιά πάλι. Έσωσα ό,τι είχαμε κάνει μέχρι τώρα στον υπολογιστή και σηκώθηκα για να πάω στο σπίτι. Ο Λι θα έκανε κάτι αιώνες να γυρίσει και δεν ήθελα να περιμένω εκεί μόνη μου. Βγήκα έξω και τότε άκουσα θορύβους απ’ το γκαράζ. Έκλεισα την εξώπορτα πίσω μου και πλησίασα τη διπλανή πόρτα. Ήταν μισάνοιχτη. Άκουσα το θόρυβο από εργαλεία και τα παράσιτα από ένα ραδιόφωνο που έπαιζε μουσική. Έσκυψα κάτω από την πόρτα. «Νόα;» φώναξα και κοίταξα γύρω γύρω στο αδειανό γκαράζ, παρότι ήξερα πως εκείνος ήταν μέσα. Ο Νόα ξεπρόβαλε κάτω από το αυτοκίνητό του ξαπλωμένος πάνω σε ένα σκέιτμπορντ και κρατώντας ένα εργαλείο. Το πρόσωπο, τα χέρια και η μπλούζα του ήταν γεμάτα μουντζούρες. «Α, γεια», είπε. «Νομίζω πως μόλις είδα τον Λι να φεύγει». «Ναι, έμαθε πως είναι κάποιος παίκτης του μπέιζμπολ στο εμπορικό κέντρο και με παράτησε. Φτιάχναμε αφίσες για το χορό». «Μου τη σπάνε όλες αυτές οι σχολικές εκδηλώσεις», γκρίνιαξε ο Νόα. «Δεν είναι υποχρεωτικό να πας, ξέρεις». «Ναι, για την ομάδα του ράγκμπι μάλλον είναι», μουρμούρισε εκείνος. «Όπως και με το πανηγύρι. Απλά σε “ενθαρρύνουν” να παραβρεθείς, αλλά όπως ξέρουμε όλοι μας πολύ καλά, αν δεν πας, στο επόμενο παιχνίδι θα καταλήξεις να κάθεσαι στον πάγκο». «Δεν το πιστεύω πως κάνουν κάτι τέτοιο», είπα γελώντας. «Μόνο η μόστρα τούς νοιάζει σ’ αυτό το παλιοσχολείο», μουρμούρισε ο Νόα. «Γι’ αυτό δε σε έχουν διώξει ακόμη;»


Ο Νόα χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Λες και δεν ξέρεις! Οι βαθμοί μου είναι άψογοι και είμαι τέλειος παίκτης του ράγκμπι... Γι’ αυτό κάνουν τα στραβά μάτια για κάνα δυο καβγάδες. Ειδικά απ’ τη στιγμή που δεν τους ξεκινάω ποτέ εγώ». Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. «Λοιπόν, θα πας ξανά μαζί με τον Λι στο χορό;» ρώτησε ο Νόα και γλίστρησε ξανά κάτω απ’ το αμάξι του. Δεν μπήκα στον κόπο να τον ρωτήσω τι έκανε. Έτσι κι αλλιώς δε θα καταλάβαινα. «Όχι. Θα πάει με τη Ρέιτσελ». Ο Νόα ξαναβγήκε και με κοίταξε ανήσυχος. «Και με ποιον θα πας τότε;» «Δεν ξέρω», παραδέχτηκα. Είχε πάρει ένα ύφος σαν να μου έλεγε πως θα πλάκωνε στο ξύλο τον πρώτο που θα μου ζητούσε να με συνοδεύσει, αλλά έκανα πως δεν το παρατήρησα. «Είναι μασκέ, παρεμπιπτόντως», είπα. «Αλήθεια;» «Ναι». Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και χώθηκε ξανά κάτω απ’ το αμάξι. Ένα πράγμα που με ενοχλούσε ήταν πως τις περισσότερες φορές δεν μπορούσα να καταλάβω τι σκεφτόταν. Ενώ με τον Λι μπορούσαμε να ολοκληρώσουμε ο ένας τις προτάσεις του άλλου και ξέραμε ακριβώς τι σκεφτόταν ο καθένας μας ανά πάσα στιγμή, εκτός από όλη αυτή την κατάσταση με τον Νόα, βέβαια. Μάλλον ήταν καθαρά θέμα τύχης το ότι ο κολλητός μου δε με είχε καταλάβει ακόμη... ή απλώς επέλεγε να αγνοήσει τα σημάδια που έδειχναν πως κάτι συνέβαινε. Ο Νόα, όμως... Ο Νόα ήταν ένα αίνιγμα. Ένας γρίφος που συνέχιζα να προσπαθώ να λύσω, επειδή ήταν τόσο συναρπαστικός, τόσο δελεαστικός. «Αν σου ζητήσει κανένας να πάτε μαζί, απλά αρνήσου». «Ορίστε;» «Δε θέλω να πας με κανένα βλάκα που θα προσπαθήσει να σ’ την πέσει, κατάλαβες;» Παρόλο που η φωνή του ακούστηκε κάπως πνιχτή μέσα στον ήχο της μουσικής και στους μεταλλικούς κρότους, διέκρινα μια προσταγή. «Αν κάποιος όπως ο Ντίξον σού ζητήσει να σε συνοδεύσει – σαν φίλοι–, τότε εντάξει, αν θες, δέξου, αλλά...» «Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω», τον διέκοψα. Το περίμενα πως θα μου έλεγε να μην πάω στο χορό με κάποιον που δεν ήταν της επιλογής του, αλλά αυτό που με εκνεύρισε ήταν ο τρόπος του: σαν να περίμενε από μένα να το αποδεχτώ έτσι απλά. «Ελ...» «Θα πάω στο χορό με όποιον μου γουστάρει. Κατάλαβες; Είτε μου ζητήσει να πάμε σαν φίλοι είτε όχι». Ο Νόα βγήκε ξανά έξω και άφησε κάτω το κλειδί του. «Άκου, Ελ. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να σε προστατέψω κι εσύ δε βοηθάς καθόλου. Είναι χορός, είναι δεδομένο πως θα σ’ την πέσουν. Δεν είδες τι συνέβη σε εκείνο το πάρτι; Και ειδικά τώρα που είναι μασκέ και υπάρχει περίπτωση να μην καταλάβεις ποιος είναι, τότε σίγουρα θα προσπαθήσει κάποιος να σε φιλήσει». Εντάξει, δε λέω, μπορεί να είχε κάποιο δίκιο. Και λοιπόν; «Δεν είναι όλοι το ίδιο βλάκες, Νόα». «Υπάρχουν όμως πάρα πολλοί». «Δε με νοιάζει», απάντησα απότομα. Στην πραγματικότητα με ένοιαζε, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσω μαζί του χωρίς να δώσω πρώτα τη μάχη μου. Ακόμη κι αν είχε δίκιο.


«Πού ξέρεις, ίσως και να θέλω να με φιλήσει κάποιος όσο θα χορεύουμε έναν αργό χορό». «Εμένα όμως με νοιάζει και με παρανοιάζει», δήλωσε ο Νόα με αυστηρό ύφος, αλλά χωρίς να φωνάξει. Ήρθε και στάθηκε απέναντί μου. Μου την έδινε που ήμουν τόσο πιο κοντή από εκείνον όταν προσπαθούσα να τον κοιτάξω αφ’ υψηλού. «Και γιατί, παρακαλώ;» ρώτησα απότομα κοιτάζοντάς τον με ύφος. Είχα ένα προαίσθημα πως ήξερα ήδη την απάντηση, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Είχα θυμώσει μαζί του. «Επειδή θέλω όλο δικό μου εκείνο τον αργό χορό μαζί σου», ανταπάντησε ο Νόα. Μάλλον θα νόμιζε πως αυτή η γλυκανάλατη ατάκα θα μαλάκωνε το θυμό μου, τόσο ρομαντική ψυχή που ήμουν. Και όντως τα κατάφερε. Επειδή μόλις με φίλησε, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή και ανταποκρίθηκα στο φιλί του. «Σε μισώ», μουρμούρισα πάνω στα χείλη του χαμογελώντας. «Το ξέρω», είπε εκείνος και ένιωσα ένα χαμόγελο να απλώνεται στα χείλη του. Αυτές οι κρυφές συναντήσεις μας, ο κίνδυνος πως μπορεί να μας τσάκωναν, έκαναν την κατάσταση τόσο συναρπαστική. Ήξερα πως δε γινόταν να συνεχίσουμε έτσι για πάντα, αλλά είχα σκοπό να το απολαύσω όσο διαρκούσε. «Το εννοούσες στ’ αλήθεια;» ρώτησα λίγα λεπτά αργότερα, σχεδόν με κομμένη την ανάσα. «Για εκείνο τον αργό χορό;» «Ναι, το εννοούσα. Βασικά, σε θέλω όλη τη βραδιά δική μου». «Α, ναι, ε;» «Αμέ», απάντησε εκείνος δίνοντάς μου ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. «Μόλις μου ζήτησες να με συνοδεύσεις στο χορό;» «Όχι ακριβώς», είπε ο Νόα χαχανίζοντας και με ξαναφίλησε. «Στο περίπου». «Δε θα αρνηθώ». Μου έδωσε άλλο ένα φιλί και μετά απομακρύνθηκε για να συνεχίσει με το αυτοκίνητό του. Κοιτάχτηκα στο γυαλιστερό καπό και διαπίστωσα πως το πρόσωπο και ο λαιμός μου είχαν γεμίσει μουντζούρες. Έπρεπε να καθαριστώ πριν πάω στο σπίτι. «Πολύ ωραίο», είπα σιγανά και ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. «Αυτό θα πάρω». «Αυτό ακριβώς είπες και για τα πέντε προηγούμενα φορέματα», γκρίνιαξε ο Λι. Μου θύμισε λιγάκι τον Μπραντ όταν του έδινες να φάει λαχανικά. «Ναι, αλλά αυτή τη φορά είμαι σίγουρη». «Πόσο σίγουρη; Και με τα άλλα σίγουρη ήσουν. Εμένα πάντως μου αρέσει το ροζ». «Ναι, επειδή ήταν όλο το βυζί μου έξω», είπα αναποδογυρίζοντας τις κόρες των ματιών μου και ο Λι έβαλε τα γέλια. «Φαντάζεσαι τι θα έλεγε ο αδερφός σου αν έβαζα εκείνο;» «Δε θα μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω σου». Ο κολλητός μου μίλησε τόσο σοβαρά, ώστε το στομάχι μου δέθηκε κόμπος και γούρλωσα τα μάτια πανικόβλητη. Ύστερα όμως γέλασε. «Ή, ξέρεις, θα την έστηνε δίπλα σου με κανένα ρόπαλο του μπέιζμπολ στο χέρι και θα κοπανούσε όποιον πήγαινε να σε πλησιάσει. Είσαι σίγουρη πως αυτό θα διαλέξεις τελικά;» «Εκατό τοις εκατό», απάντησα με ένα πλατύ χαμόγελο. «Πόσο κάνει;» «Είναι σε έκπτωση. Εξήντα». «Ωραία», είπε ο Λι.


Κοιτάχτηκα με θαυμασμό στον καθρέφτη. Το φόρεμα ήταν σκούρο λαχανί και μου ερχόταν ακριβώς μέχρι το γόνατο. Ήταν σε γραμμή Α και εντελώς ξώπλατο. Είχε λουράκια που έδεναν πίσω στο λαιμό και V ντεκολτέ που δεν ήταν πολύ βαθύ. Η λαιμόκοψη ήταν διακοσμημένη με μικροσκοπικές ασημένιες χάντρες, που λαμποκοπούσαν όταν έπεφτε πάνω τους το φως. Ήταν τέλειο. «Είσαι σίγουρη;» με ξαναρώτησε ο Λι. «Ναι», αποκρίθηκα. «Καλό δεν είναι; Λέγε πριν το πάρω». «Ναι, Σέλι, σου πάει πάρα πολύ». «Και για το μπλε το ίδιο είπες. Και για το μαύρο». «Αφού σου πήγαιναν όλα τέλεια», είπε ο Λι με τέτοια ειλικρίνεια, ώστε με έκανε να γελάσω. Ήταν ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για τέτοιες περιστάσεις. Μου έλεγε πάντα την ειλικρινή γνώμη του και όχι απλά «Σου πάει πολύ» ή «Όχι, σε παχαίνει». Θα μου έλεγε ευθέως πως το φόρεμα μου κάνει μεγάλη περιφέρεια ή κοντόχοντρα τα πόδια. Επέστρεψα στο δοκιμαστήριο για να φορέσω το σορτσάκι και την μπλούζα μου. Ειλικρινά μου άρεσε πολύ αυτό το φόρεμα. Ο Λι είχε ήδη σμόκιν από τη χειμερινή χοροεσπερίδα. Τα αγόρια ήταν τυχερά σε κάτι τέτοια. Σιγά μην μπορούσα εγώ να φορέσω το μακρυμάνικο μπλε φόρεμα που είχα αγοράσει σε έκπτωση για τη χειμερινή χοροεσπερίδα και να μην το παρατηρούσε κάποιος. Ωστόσο θα ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ ζεστό. Για τα κορίτσια ήταν πολύ πιο δύσκολο! Θα αγόραζα και παπούτσια, μια και βρισκόμασταν στο εμπορικό κέντρο, αλλά σκέφτηκα ότι αυτό ήταν πολύ εύκολο. Είχα ήδη σταμπάρει κάτι ασημένια πέδιλα εκεί κοντά. Έπρεπε όμως να βρούμε και μάσκες... Να πάρει! «Τι συμβαίνει;» με ρώτησε ο Λι μόλις άκουσε το μουγκρητό μου. «Τι είναι πάλι;» «Χρειαζόμαστε μάσκες». «Έλα, μη μου πεις!» αποκρίθηκε σαρκαστικά ο κολλητός μου. Τον χτύπησα με το ελεύθερο χέρι μου. «Σταμάτα να ειρωνεύεσαι. Χρειαζόμαστε μάσκες που να ταιριάζουν με τα ρούχα μας. Αυτό σημαίνει πως εσύ διαλέγεις μια μοβ σαν τη γραβάτα σου και εγώ πρέπει να βρω μια λαχανί που να πηγαίνει με το φόρεμά μου... Ή μάλλον όχι, θα μπορούσα να διαλέξω και ασημένια...» «Έπρεπε να είχαμε πάρει το ροζ τελικά», είπε ο Λι τραγουδιστά. «Έλα, κόφ’ το». Τελικά καταφέραμε να βρούμε ένα μαγαζί με αποκριάτικα κοστούμια, που στο πίσω μέρος είχε μια μικρή συλλογή με μάσκες. Ο Λι έπιασε με τη μία μια μεγάλη μάσκα με ένα τεράστιο ράμφος και πράσινα φτερά και μου την έβαλε στη μούρη. «Αυτή πώς σου φαίνεται;» «Σοβαρέψου, Λι», είπα γελώντας μόλις κοιτάχτηκα στον καθρέφτη ακριβώς μπροστά μου. Η μάσκα ήταν απλά γελοία. Δεν μπορώ να πω πως το είχαμε πάρει και πολύ στα σοβαρά. Ο κολλητός μου ήθελε να αγοράσει μια μοβ μάσκα ζόμπι. Εγώ βρήκα μια ασημένια μάσκα εξολοθρευτή που ταίριαζε με το φόρεμά μου. Έπειτα από κάποιες αυστηρές προειδοποιητικές ματιές του ιδιοκτήτη καταφέραμε να αποφασίσουμε ποιες θα παίρναμε. Ο Λι βρήκε μια μοβ μάσκα που κάλυπτε μόνο τα μάτια και θύμιζε σούπερ ήρωα. Ήταν πολύ


ωραία. Η δική μου ήταν κάπως πιο εξεζητημένη. Κάλυπτε το μισό μου πρόσωπο μέχρι την άκρη της μύτης. Ήταν σχεδόν στην ίδια απόχρωση με το φόρεμά μου, λίγο πιο σκούρα, και είχε ασημένιες χάντρες και πούλιες στις άκρες. Ήταν τέλεια, αν και λίγο ακριβή. Απ’ τη στιγμή όμως που είχα πάρει το φόρεμα σε έκπτωση, θα μπορούσα να δώσω κάτι παραπάνω για τη μάσκα. «Τώρα, χρειάζεσαι μόνο έναν συνοδό και είσαι έτοιμη», είπε ο Λι. «Να πάρει», γκρίνιαξα και σταμάτησα απότομα. Τι εξήγηση θα έδινα για το ότι θα πήγαινα στο χορό με τον Νόα; Όλο και κάποιος θα αναγνώριζε εμένα ή τον Φλιν... Ειδικά ο Λι. Ο Λι σίγουρα. Την είχα βάψει. Έπρεπε να βρω μια πάρα πολύ καλή δικαιολογία. Ή θα μπορούσες πολύ απλά να του πεις την αλήθεια, ξέρεις... Αναστέναξα και κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Τέλος πάντων». «Έχεις μία εβδομάδα ακόμη», είπε ο Λι χαρούμενος. «Όλο και κάποιος θα σου ζητήσει...» «Μου έχουν ήδη ζητήσει να με συνοδεύσουν», είπα. «Τρεις μάλιστα. Το ξέρεις. Όμως ο Νόα είπε όχι πριν προλάβω να απαντήσω. Δεν ξέρω πώς καταφέρνει να εμφανίζεται πάντα τις πιο ακατάλληλες στιγμές». Ο Λι γέλασε. «Ε! Ίσως θα μπορούσες να πας με τον Νόα!» είπε. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Γύρισα και τον κοίταξα ελπίζοντας πως δε θα παρατηρούσε το πανικόβλητο ύφος μου. Χαμογελούσε με τέτοια αθωότητα, ώστε κατάλαβα αμέσως πως δεν υποπτευόταν κάτι. «Γιατί;» «Επειδή είμαι σίγουρος πως δεν πρόκειται να ζητήσει από καμία να τη συνοδεύσει και δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει ούτε κι εσένα να πας με κάποιον. Ίσως θα μπορούσατε να εκμεταλλευτείτε το γεγονός ότι είστε και οι δύο μπακούρια». Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου, αλλά τώρα που το ξανασκεφτόμουν... ίσως θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω σαν δικαιολογία. Αν αυτό θα υπέθετε ο Λι όταν θα μας έβλεπε μαζί... τότε γιατί όχι; Ή θα μπορούσες να του πεις την αλήθεια. Αν ο κολλητός μου έλεγε σε όλους πως γι’ αυτό θα με συνόδευε ο αδερφός του, τότε οι πάντες θα τον πίστευαν. Ή θα μπορούσες πολύ απλά να ΤΟΥ ΠΕΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ! Θα το σκεφτόμουν. Δεν ήταν άσχημη ιδέα. Αφού αγόρασα παπούτσια, καθίσαμε στην καφετέρια για ένα τεράστιο παγωτό σάντεϊ και αναψυκτικά. «Δεν μπορώ να το πιστέψω πως απομένει μόλις μια εβδομάδα για το χορό», είπε ο Λι. «Και μόλις δύο εβδομάδες και κάτι από τα γενέθλιά μας!» αναφώνησα. «Το ξέρω!» είπε εκείνος με ένα πλατύ χαμόγελο. «Ξέρεις τι θα σου πάρουν;» «Νομίζω αμάξι, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Ο πατέρας μου δε μου λέει». «Σ’ το κρατά δηλαδή για έκπληξη;» «Περίπου», αποκρίθηκα γελώντας. «Είδα κάτι διαφημιστικά για αμάξια που δεν είχε προλάβει να κρύψει. Εσένα;» «Τίποτα το ιδιαίτερο», απάντησε εκείνος μπουκωμένος με παγωτό. «Ίσως κανέναν καινούριο υπολογιστή. Μπορεί να τσοντάρω κι εγώ κάτι από τις οικονομίες μου. Το μοντέλο που έχω τώρα έχει παλιώσει κάπως. Άσε που είναι αργός και, όταν λέω αργός, εννοώ πιο αργός και από τους


υπολογιστές στη βιβλιοθήκη του σχολείου». «Το ξέρω. Όλο γι’ αυτό παραπονιέσαι. Εγώ συνεχίζω να πιστεύω πως έχει κολλήσει κάποιον ιό από το online παιχνίδι αγώνων ταχύτητας που παίζεις με εκείνους τους Ολλανδούς». «Έλα τώρα, το παιχνίδι είναι τέλειο!» «Ούτε που ξέρεις τι σου γίνεται. Είναι στα ολλανδικά». «Και λοιπόν;» «Καλά», αποκρίθηκα με ένα ξεψυχισμένο γέλιο. «Εντάξει, Σέλι», είπε ο κολλητός μου και άφησε κάτω το κουτάλι του. Οι πάντες ήξεραν πως, όταν ο Λι σταματούσε να τρώει, τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά, οπότε μου τράβηξε την προσοχή αμέσως. «Τι συμβαίνει;» «Ε;» «Άσε τα “ε” σ’ εμένα. Κάτι σε απασχολεί. Λοιπόν, θα μου πεις τι έχεις;» «Δεν είναι τίποτα, ειλικρινά, μην ανησυχείς». «Πρόκειται για τον Νόα, έτσι;» Τον κοίταξα καλά καλά νομίζοντας πως με είχε πάρει χαμπάρι. Πέρασαν σχεδόν δύο μήνες και είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι πόσο ακόμη θα μας ευνοούσε η τύχη με όλες εκείνες τις κρυφές συναντήσεις μας. Ναι, αλλά ο Λι δε μου είχε δείξει ποτέ πως υποπτευόταν κάτι... Τι εννοούσε, λοιπόν; Το μόνο που μου ήρθε να πω εκείνη τη στιγμή ήταν ένα ε; «Το ήξερα». «Λι, μη... δεν...» ψέλλισα σαστισμένη. Οι παλάμες μου ίδρωσαν και το στομάχι μου δέθηκε κόμπος. Ξαφνικά το ποτήρι με το παγωτό καραμέλα και τις φράουλες μπροστά μου δε φαινόταν και τόσο δελεαστικό. «Μην το αφήσεις να σε πάρει από κάτω, Ελ», είπε με απαλή φωνή ο κολλητός μου κι ακούμπησε το χέρι του στο δικό μου χαρίζοντάς μου ένα ζεστό, εμψυχωτικό χαμόγελο. «Το μόνο που θέλει είναι να σε προστατέψει. Ξέρω πως είναι κάπως υπερβολικός, αλλά... κάνε υπομονή, εντάξει; Δύο βδομαδούλες απέμειναν μόνο και μετά θα φύγει απ’ το σχολείο, ναι; Τα πράγματα θα είναι καλύτερα του χρόνου. Απλώς δε θέλει να πληγωθείς, γι’ αυτό κάνει έτσι». Έχασα τα λόγια μου. Ο κολλητός μου δεν είχε ιδέα πως συναντιόμουν κρυφά με τον Νόα, πως παιζόταν κάτι ανάμεσα σ’ εμένα και στον αδερφό του. Νόμιζε πως με ανησυχούσε το πόσο υπερπροστατευτικός ήταν ο Νόα και το ότι δε θα με άφηνε να βρω συνοδό για τη θερινή χοροεσπερίδα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να νιώσω ευγνωμοσύνη και ανακούφιση ή να τρελαθώ απ’ τις τύψεις. Ήταν ένα περίεργο, ανάμεικτο συναίσθημα. Προσπάθησα να του χαμογελάσω. Ήταν τόσο γλυκός μερικές φορές. «Ευχαριστώ», μουρμούρισα. «Και ναι, έχεις δίκιο. Ξέχασα πως ο Νόα θα φύγει για το κολέγιο το Σεπτέμβρη. Ξέρεις πού θα πάει τελικά;» Ο Λι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ήξερα πως ήθελε να πάει στο Σαν Ντιέγκο, αλλά δε νομίζω πως έχει αποφασίσει ακόμη. Έκανε αίτηση και σε άλλα αθλητικά κολέγια». «Αλήθεια;» Ο Λι κατένευσε και μπουκώθηκε με περισσότερο παγωτό. «Μάλιστα. Θα είναι περίεργο να μην τον έχουμε όλη την ώρα μέσα στα πόδια μας». «Ναι, έχεις δίκιο. Τουλάχιστον, τα πράγματα θα είναι λιγάκι πιο ήσυχα. Και τότε θα είμαι επισήμως το πιο σέξι αγόρι του σχολείου», πρόσθεσε ο Λι με ένα ξιπασμένο χαμογελάκι, που κατά


περίεργο τρόπο ήταν σχεδόν ολόιδιο με του αδερφού του. Έμοιαζε πολύ με τον Νόα. Ήταν και οι δύο μελαχρινοί με καταγάλανα μάτια και έντονα ζυγωματικά. Ακόμη και οι μύτες τους ήταν ίδιες πριν ο Νόα σπάσει τη δική του. Ο Νόα ήταν λιγάκι πιο ψηλός και πολύ πιο μυώδης. Όχι πως ο Λι ήταν κακός. Όλα εκείνα τα καλοκαίρια που πέρασε στο γυμναστήριο και το πολύ κολύμπι είχαν κάνει καλή δουλειά. «Ναι, κάνε όνειρα!» είπα γελώντας. «Το ότι είσαι κολλημένη με τον αδερφό μου δε σημαίνει κάτι...» με πείραξε εκείνος. «Σταμάτα! Δεν είμαι!» Ο Λι έσκασε ξανά στα γέλια κι έχωσε άλλη μια τεράστια κουταλιά παγωτό στο στόμα του. Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου και συνέχισα να τρώω το παγωτό μου. Βαθιά μέσα μου όμως σκεφτόμουν ακόμη τον Νόα, που θα έφευγε για το κολέγιο. Ήθελα να έμενε κοντά στο σπίτι για να τον βλέπω. Δεν άντεχα να σκέφτομαι πως θα έφευγε μακριά. Θα ήταν τόσο περίεργο. Άσε που θα μου έλειπαν σίγουρα τα φιλιά του... Και τότε συνειδητοποίησα πόσο θα μου έλειπαν και όλες εκείνες οι στιγμές που κάναμε απλά παρέα. Μια άλλη φωνούλα όμως μου έλεγε πως θα ήταν καλύτερα αν ο Νόα προτιμούσε κάποιο πιο μακρινό κολέγιο. Τότε θα μπορούσα να κάνω μια καινούρια αρχή στο σχολείο χωρίς να έχω εκείνον να απειλεί κάθε αγόρι που θα ήθελε να μου ζητήσει να βγούμε. Έπειτα από εκείνο το αποτυχημένο ραντεβού μου με τον Κόντι δεν είχα βγει ακόμη με κανέναν άλλον, εκτός κι αν συμπεριλάμβανα όλες εκείνες τις κρυφές συναντήσεις μου με τον Νόα. Αναστέναξα. Η ζωή μου είχε γίνει ένα κουβάρι.


Κεφάλαιο 18 «ΛΟΙΠΟΝ, Ε...» ψέλλισε ο Γουόρεν και ακούμπησε στο ντουλάπι δίπλα απ’ το δικό μου. «Ναι;» ρώτησα μόλις είδα πως δε συνέχισε. «Έχεις συνοδό για το χορό;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Με τον Νόα κέρβερο, κάπως δύσκολο». «Ναι, σωστά», είπε εκείνος γελώντας αμήχανα. «Σκεφτόμουν... Θα ήθελες μήπως να πάμε μαζί;» «Σαν φίλοι ή...» «Σκεφτόμουν κάτι σαν ραντεβού παρά σαν φίλοι», παραδέχτηκε το αγόρι χωρίς να με κοιτάζει στα μάτια. Του έσκασα ένα χαμόγελο έχοντας μείνει έκπληκτη από το πόσο αμήχανος ήταν. Συνήθως είχε περισσότερη αυτοπεποίθηση. «Δεν ξέρω, Γουόρεν...» «Καλά, μπορούμε να πάμε και σαν φίλοι, αν θες». «Τι θα έλεγες, αν δεν καταφέρεις να βρεις κάποια που να μην έχει ήδη συνοδό, τότε να πάμε μαζί; Είμαι όμως σίγουρη πως υπάρχουν ένα σωρό κοπέλες που θα ήθελαν να τις συνοδεύσεις», είπα χαμογελώντας. Ο Γουόρεν φάνηκε να απογοητεύεται κάπως, αλλά παρ’ όλα αυτά μου χαμογέλασε. «Να θυμάσαι πως έδωσες το λόγο σου!» «Εντάξει», είπα γελώντας. «Καλή τύχη». «Θα τη χρειαστώ», αποκρίθηκε εκείνος. «Οι πάντες έτρεξαν να βρουν συνοδούς με το που κυκλοφόρησαν τα φυλλάδια. Δεν έχω ούτε μία εβδομάδα μπροστά μου». «Το ξέρω. Είναι γελοίο. Εγώ μόλις το Σάββατο αγόρασα φόρεμα». «Αλήθεια;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. «Λοιπόν, πάω να δω μήπως και καταφέρω να βρω καμία. Τα λέμε, Ελ». Κλείδωσα το ντουλάπι μου και στράφηκα για να φύγω. Πετάχτηκα απ’ την τρομάρα μου μόλις είδα τον Τόμας να στέκεται πίσω μου. «Γεια σου, Ελ», είπε χαμογελώντας όλο νόημα. «Ε, γεια...» Ήθελα να τον παρατήσω εκεί σύξυλο και να φύγω ή να τον διαβολοστείλω, αλλά δεν κατάφερα να βρω το θάρρος. Και τότε κατάλαβα τι εννοούσε ο Νόα όταν μου είπε πως παραήμουν καλή. Φαντάζομαι πως αυτή η στιγμή το αποδείκνυε περίτρανα. «Λοιπόν, γιατί του αρνήθηκες;» ρώτησε ο Τόμας κάνοντας ένα νεύμα προς τον Γουόρεν. «Να μη σε νοιάζει», απάντησα απότομα. «Με συγχωρείς τώρα...» είπα και προσπάθησα να τον προσπεράσω, αλλά εκείνος μου έκλεισε το δρόμο. Πήγα να φύγω απ’ την άλλη, όμως ο Τόμας στάθηκε ξανά μπροστά μου. Πάνω που ετοιμάστηκα να σηκώσω το βλέμμα για να τον αγριοκοιτάξω, εκείνος με πλησίασε κι άλλο αναγκάζοντάς με να κολλήσω πίσω στα ντουλάπια. «Τι θα έλεγες, τότε, να πάμε μαζί;» «Όχι, ευχαριστώ». «Ω, έλα τώρα, Ελ, γιατί όχι;» ρώτησε ο Τόμας με το ίδιο σπαστικό, ξιπασμένο υφάκι. «Ούτε εσύ


έχεις συνοδό ούτε εγώ. Γιατί αρνείσαι;» «Δε θέλω να πάω στο χορό μαζί σου. Εντάξει;» Ενώ ο Τόμας ετοιμαζόταν να επιμείνει, κάποιος τον έσπρωξε με δύναμη πάνω στα ντουλάπια κάνοντάς με να τιναχτώ απ’ το φόβο μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. «Δίνε του», είπε απειλητικά ο Νόα. Ο Τόμας τον κοίταξε νευριασμένος και τον έσπρωξε μακριά. Τον αγριοκοίταξε και ύστερα έφυγε. Πριν προλάβω να αντιδράσω, ο Νόα με άρπαξε απ’ το χέρι και άρχισε να με τραβολογά μαζί του. «Πού πάμε;» Με έσυρε σε ένα από τα μελετητήρια, με τους υπολογιστές, τα ράφια και τους καναπέδες και μια παλιά χαλασμένη καφετιέρα. Έκλεισε την πόρτα πίσω μας και ευτυχώς (ή μάλλον δυστυχώς) το δωμάτιο ήταν άδειο. Το κουδούνι χτύπησε για να μπούμε στις τάξεις μας. Είχα κενό εκείνη την ώρα, αλλά αυτό δε σήμαινε κάτι. Κανείς απ’ τους δυο μας δεν κουνήθηκε. «Πόσοι σου ζήτησαν σήμερα; Τέσσερις; Πέντε;» «Δύο, βασικά», απάντησα ξεφυσώντας. «Και ο Γουόρεν δε μετράει. Οπότε μόνο ένας». «Κατάλαβες τώρα τι εννοώ;» Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. «Άκουσα ότι αγόρασες φόρεμα», συνέχισε ο Νόα. «Πώς είναι;» «Πολύ κοντό, με αποκαλυπτικό ντεκολτέ και πολύ εφαρμοστό», αποκρίθηκα σαρκαστικά. Εκείνος ανασήκωσε το ένα φρύδι κι εγώ του έριξα μια αγανακτισμένη ματιά αναστενάζοντας. «Είναι κλος, πράσινο και μέχρι το γόνατο. Είναι πολύ ωραίο». «Ναι, ωραίο ακούγεται. Είμαι σίγουρος πως θα σου πηγαίνει πολύ», είπε ο Νόα κι ύστερα χαμήλωσε τη φωνή του. «Και, ε, αφού αργήσαμε που αργήσαμε για το μάθημα...» Με πλησίασε και εγώ χαμογέλασα ανεβαίνοντας στις μύτες των ποδιών μου για να τον φιλήσω. Ήξερα πως έπρεπε να του είχα πει μια δικαιολογία και να είχα φύγει, αλλά δεν ήθελα. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση μου χαρίζοντάς μου ζεστασιά και ασφάλεια, κι εγώ χαμογέλασα πάνω στα χείλη του. «Ελ; Νόα; Είστε...» ακούστηκε η φωνή του Λι πριν σβήσει απότομα... Τινάχτηκα μακριά από τον Νόα και πεδικλώθηκα τρεκλίζοντας προς τα πίσω μέχρι να ξαναβρώ την ισορροπία μου. Όλο το κορμί μου παρέλυσε και ξαφνικά ανάσαινα με δυσκολία. Έριξα μια ματιά στον Νόα, ο οποίος είχε απομείνει να κοιτάζει κοκαλωμένος τον αδερφό του με μια απροσδιόριστη έκφραση στο πρόσωπό του. Η βαβούρα των παιδιών στους διαδρόμους έσβησε σιγά σιγά, μέχρι που οι τρεις μας μείναμε εκεί περικυκλωμένοι από σιωπή. Ο Λι έκλεισε το στόμα, το οποίο ήταν ανοιχτό όλη αυτή την ώρα, και πήρε ανάσα σαν να ετοιμαζόταν να πει κάτι. Μόνο που δε βγήκε λέξη από τα χείλη του. Είχα μείνει κι εγώ άφωνη. Έπρεπε να καταλάβει. Δε θα άντεχα να τον χάσω. Δεν έπρεπε να το μάθει έτσι. Τώρα θα με μισούσε για πάντα. Έπρεπε να πω κάτι. Δεν ήξερα όμως τι θα μπορούσα να πω, το οποίο δε θα έκανε τα πράγματα χειρότερα απ’ ό,τι ήταν ήδη. Κοίταξα τον Νόα κι εκείνος ανασήκωσε ανεπαίσθητα τους ώμους του. Δεν είχε ιδέα πώς να σώσει την κατάσταση. «Με τον Νόα;» κατάφερε να ψελλίσει στο τέλος ο Λι καρφώνοντας πάνω μου το βλέμμα του. Δε


με κοίταζε απλώς με λύπη ή θυμό, αλλά με απόγνωση. «Με τον Νόα; Σε παρακαλώ, Σέλι, πες μου πως δεν είναι αυτό που φαίνεται. Πες μου πως υπάρχει κάποια λογική εξήγηση». «Εγώ... Λι, εγώ... πρέπει να με πιστέψεις, εγώ δεν... εμείς...» «Ροσέλ», συνέχισε ο Λι. «Πες μου πως δεν είναι αυτό που φαίνεται». Τα μάτια του είχαν καρφωθεί γεμάτα ελπίδα στα δικά μου. Παρ’ όλα αυτά, ήμουν σίγουρη πως δεν πίστεψε ούτε ένα δευτερόλεπτο σ’ αυτό το ψήγμα ελπίδας. Με πλησίασε με βαρύ και αργό βήμα, αλλά σταμάτησε ένα μέτρο πιο μακριά, σαν κάτι να τον κρατούσε πίσω. Οι επόμενες λέξεις που βγήκαν απ’ το στόμα του εξέφραζαν μια απεγνωσμένη ικεσία που μου ράγισε την καρδιά. «Σε παρακαλώ!» Είχα όμως μόνο μια απάντηση να του δώσω. Μια απάντηση που ήμουν σίγουρη πως θα τον πλήγωνε περισσότερο. «Συγγνώμη, Λι. Ειλικρινά συγγνώμη...» είπα και προσπάθησα να του πιάσω το χέρι, να του εξηγήσω με το βλέμμα ότι ποτέ μου δεν ήθελα να συμβούν όλα αυτά. Όμως εκείνος τινάχτηκε μακριά μου σαν να με σιχαινόταν. Τα μάτια μου βούρκωσαν και ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαιμό μου. Δεν έπρεπε να κλάψω. Δεν ήθελα να με λυπηθεί. «Σε παρακαλώ, Λι, δεν... δεν ήθελα να...» «Δεν ήθελες τι;» ρώτησε απότομα εκείνος. Όσο θυμωμένος κι αν προσπαθούσε να ακουστεί, εγώ διέκρινα τον πόνο της προδοσίας στη φωνή του. «Να μου λες ψέματα για να πηδάς τον αδερφό μου;» «Λι!» «Πότε ακριβώς είχατε σκοπό να μου το πείτε; Ή μήπως νομίζατε πως θα μπορούσατε να μου το κρύβετε για πάντα; Πιστεύεις ότι δεν είχα δει τα υποτιθέμενα καψίματα από το ψαλίδι για τις μπούκλες στο λαιμό σου;» ρώτησε κοροϊδευτικά. «Ή δεν είχα προσέξει πώς πηδούσες απ’ τη χαρά σου κάθε φορά που σου ερχόταν μήνυμα; Νομίζεις ότι δεν είχα καταλάβει πως κάτι γινόταν;» «Δεν... δεν...» Πήρα βαθιά ανάσα και προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. «Και αφού το ήξερες, γιατί δεν είπες τίποτα;» «Περίμενα να μου μιλήσεις εσύ, Ελ!» φώναξε εκείνος. «Είμαστε κολλητοί μια ολόκληρη ζωή και να που εσύ μου κρατάς μυστικά! Πάντα λέγαμε τα πάντα ο ένας στον άλλον. Φαντάστηκα πως ό,τι κι αν ήταν, θα υπήρχε κάποιος καλός λόγος για να μου το κρύβεις, αλλά ότι κάποια στιγμή θα μου το εκμυστηρευόσουν». Πριν προλάβω να βρω οποιαδήποτε απάντηση, ο Λι γέλασε πικραμένος. «Και κοίτα τελικά τι μου κρατούσες μυστικό», συνέχισε. «Γι’ αυτό μου έλεγες ψέματα όλον αυτό τον καιρό. Και με άφησες να το μάθω έτσι». «Ποτέ μου δε ήθελα να το μάθεις έτσι!» φώναξα απελπισμένη. Έπρεπε να με ακούσει, να καταλάβει. Έπρεπε να με συγχωρέσει. «Τότε να μου το έλεγες απ’ την αρχή», μου φώναξε εκείνος με τη σειρά του. Δεν μπορούσα να θυμηθώ την τελευταία φορά που ο Λι κι εγώ είχαμε μαλώσει κανονικά. Όχι πως δεν καβγαδίζαμε πού και πού. Αυτό συμβαίνει σε κάθε είδους σχέση. Όμως ποτέ έτσι. Ποτέ δεν είχαμε φτάσει στο σημείο να φωνάζουμε ο ένας στον άλλον. «Ω, έλα τώρα, Λι. Αφού ξέρεις πως δεν είναι μόνο δικό της το λάθος», πετάχτηκε ο Νόα, με ένα χαλαρό και αδιάφορο τόνο στη φωνή του, όταν ο αδερφός του κι εγώ δε μιλήσαμε για κάποια δευτερόλεπτα. «Παράτα την. Εσύ...» «Εσύ», επανέλαβε ο Λι τόσο εκνευρισμένος, ώστε η φωνή του ακούστηκε σαν γρύλισμα. «Άντε


μην αρχίσω και μ’ εσένα τώρα. Πόσο υποκριτής μπορεί να είσαι, ε; Να λες σε όλους να μην πλησιάσουν την Ελ για να μην πληγωθεί κι εσύ να της φέρεσαι σαν καμιά του δρόμου που ψώνισες σε κάποιο μπαράκι!» Οι μύες στο σαγόνι του Νόα άρχισαν να τινάζονται. «Δεν έχεις ιδέα τι λες», είπε κι έσφιξε τις γροθιές του. «Θέλετε δηλαδή να μου πείτε πως δεν έχετε κοιμηθεί μαζί;» ρώτησε ο Λι κι ανασήκωσε τα φρύδια καθώς μας κοίταζε με ένα βλέμμα σαν να μας κατηγορούσε. Η σιωπή μας τα έλεγε όλα. Εκείνος ξεφύσηξε ειρωνικά και έπιασε τα μαλλιά του. «Το ήξερα. Οπότε, πηδιόσουν στ’ αλήθεια με τον αδερφό μου. Μου έλεγες ψέματα. Έβαλες εκείνον, έναν γκόμενο, πάνω από μένα, τον καλύτερό σου φίλο. Αν σας άκουγα να μου λέτε πόσο τρελά ερωτευμένοι είστε, ίσως και να το σκεφτόμουν διαφορετικά, αλλά...» «Όχι, Λι, δεν είναι έτσι, στ’ ορκίζομαι. Μια φορά έγινε μόνο». Εκείνος σώπασε για λίγο. «Πότε;» ρώτησε με φωνή τόσο σιγανή, ώστε για μια στιγμή νόμιζα πως δεν άκουσα καλά. Τι σημασία είχε πότε έγινε; «Ορίστε;» «Πότε συνέβη;» επανέλαβε ο Λι και με κοίταξε στα μάτια. Χαμήλωσα το βλέμμα. Ντρεπόμουν τόσο πολύ. «Ροσέλ». «Πριν από δύο μήνες περίπου», μουρμούρισα καρφώνοντας το βλέμμα στο πάτωμα. «Μετά το πάρτι του Γουόρεν». «Όταν... όταν φύγατε;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. «Ενώ ήταν μεθυσμένη;» φώναξε ο Λι κοιτάζοντας τον αδερφό του. «Πήγες μαζί της ενώ ήταν μεθυσμένη; Έπειτα από τόσες βλακείες που τσαμπούναγες για...» «Δεν ήμουν μεθυσμένη», είπα απότομα. «Δεν είμαι και τόσο χαζή, ξέρεις». «Α, σοβαρά;» ρώτησε απότομα ο Λι. «Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω σ’ αυτό το σημείο». Ο Νόα δεν άντεξε άλλο. Πλησίασε τον αδερφό του, τον άρπαξε από το γιακά της πόλο μπλούζας του και τον κόλλησε στον τοίχο. «Πραγματικά πιστεύεις πως θα της φερόμουν έτσι; Νομίζεις πως δεν έχω κανένα σεβασμό για εκείνη;» «Την έκανες να μου λέει ψέματα μήνες τώρα». «Αυτό ήταν δική της επιλογή», αποκρίθηκε ο Νόα σπρώχνοντας τον αδερφό του ξανά στον τοίχο. Είδα τον Λι να στρέφει φευγαλέα το βλέμμα του πάνω μου και το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να τον κοιτάξω περίλυπη. Ναι. Δική μου επιλογή ήταν. Δάγκωσα τα μάγουλά μου κοιτάζοντας προσεκτικά το πρόσωπο του καλύτερού μου φίλου. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν είχα ιδέα τι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, η έκφραση του προσώπου του ήταν ουδέτερη και η στάση του σώματός του χαλαρή. Ήταν κάπως τρομακτικό το πόσο πολύ θύμιζε εκείνη τη στιγμή τον αδερφό του. Όμως, αντί να ξεσπάσει πάνω μου, ο Λι σήκωσε τη γροθιά του και χτύπησε τον Νόα στο σαγόνι, αρκετά δυνατά για να τον αναγκάσει να τον αφήσει, έτσι ώστε να μπορέσει να τον σπρώξει πίσω. Γύρισε και με κοίταξε για μια τελευταία φορά, με ένα απίστευτα απογοητευμένο ύφος, και ύστερα όρμησε έξω από το δωμάτιο. Ο Νόα έτριψε το σαγόνι του. «Καλό χτυπηματάκι, δε λέω». Απέμεινα να τον κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα. Δεν ήταν ώρα να τσακωθώ μαζί του. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μη χάσω τον κολλητό μου.


Έτρεξα αμέσως πίσω του βγαίνοντας στο διάδρομο και φωνάζοντας το όνομά του. Εκείνος κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και βγήκε στο πάρκινγκ όσο εγώ τον κυνηγούσα για να τον προφτάσω. Άκουσα τον Νόα να τρέχει πίσω μου, αλλά δεν του έδωσα σημασία. Ο μόνος που με ένοιαζε αυτή τη στιγμή ήταν ο Λι. «Μπορείς να σταματήσεις μισό λεπτάκι μόνο, σε παρακαλώ;» φώναξα πιάνοντας λαχανιασμένη το πλευρό μου. Ο Λι ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου. Πέρα από ό,τι συνέβαινε με τον Νόα, ήξερε τα πάντα για μένα. Ήξερε τι νούμερο σουτιέν φορούσα. Ήξερε πως απεχθανόμουν τη μυρωδιά τζοτζόμπα στο σαμπουάν που χρησιμοποιούσε. Ήξερε μέχρι και πως είχα ένα εκ γενετής σημάδι στον ποπό μου σε σχήμα φράουλας, να πάρει. Ήταν το άλλο μου μισό. Δε θα άντεχα να τον χάσω. Υποτίθεται πως θα παραμέναμε κολλητοί μέχρι να πεθάνουμε και πιθανόν να κάναμε ακόμη κι αυτό μαζί. Είχαμε γεννηθεί με διαφορά μόλις λίγων λεπτών. Μερικοί λένε πως κάποια στιγμή ερωτεύεσαι κάποιον και πως αυτός θα είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θα περάσεις ολόκληρη τη ζωή σου. Αυτός θα είναι ο άνθρωπος που θα ξέρει τα πιο βαθιά και σκοτεινά μυστικά σου και παρ’ όλα αυτά θα συνεχίσει να σε αγαπά, ο άνθρωπος που θα ξέρει ακριβώς τι να πει για να σε κάνει να γελάσεις ή να χαμογελάσεις ή να νιώσεις καλύτερα. Αυτός θα είναι ο άνθρωπος που, ό,τι κι αν συμβεί, δε θα μπορείς να ζήσεις μακριά του. Εμένα, για να είμαι ειλικρινής, δε μου καιγόταν καρφί για το ποιον θα ερωτευόμουν. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να μη χάσω τον κολλητό μου. Ο Λι σταμάτησε απότομα, αλλά δε γύρισε. Οι μύες της πλάτης του είχαν σφιχτεί από την ένταση και βαριανάσαινε. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, που εμένα μου φάνηκαν αιώνας, στράφηκε για να με κοιτάξει. Ο Νόα σταμάτησε λίγο πιο πίσω μου. Ο Λι είχε σφίξει τις γροθιές του, αλλά έτρεμαν ακόμη. Το σαγόνι του έτρεμε κι εκείνο. Προσπαθούσε τόσο πολύ να μην κλάψει. «Σε παρακαλώ», είπα σιγανά. «Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως νομίζεις». «Και πώς στο διάβολο είναι, λοιπόν; Δεν το πιστεύω, Ελ! Να μου λες τόσους μήνες ψέματα και να πηγαίνεις πίσω από την πλάτη μου με ποιον; Με τον αδερφό μου! Έχεις ιδέα πώς νιώθω αυτή τη στιγμή που ξέρω πως η καλύτερή μου φίλη προτίμησε τον αδερφό μου αντί για μένα, μόνο και μόνο για το σεξ;» «Δ... δεν... δεν προτίμησα εκείνον. Δηλαδή, θέλω να πω... δεν ήταν μόνο για το...» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι προσπαθώντας να ξεστομίσω μια πρόταση που να βγάζει νόημα. «Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω! Το περίμενα πως θα αντιδρούσες έτσι αν σ’ το έλεγα, αλλά δεν μπορούσα... Νόμιζα πως έκανα αυτό που ήταν καλύτερο για σένα, δεν...» «Ξέρεις κάτι, Ροσέλ; Μην το παιδεύεις. Δε με νοιάζει πια». Ο Λι μπήκε στο αυτοκίνητό του. Έβαλε ταχύτητα, ξεπάρκαρε με την όπισθεν και έφυγε. Και δεν ήμουν σίγουρη αν θα επέστρεφε ποτέ.


Κεφάλαιο 19

ΣΤΑΘΗΚΑ ΕΚΕΙ

κοιτάζοντας την αδειανή θέση του πάρκινγκ που πριν από λίγο καταλάμβανε το αμάξι του Λι. Το μούγκρισμα του κινητήρα και το τσίριγμα των λάστιχων στην άσφαλτο ηχούσαν ακόμη στ’ αφτιά μου. Σωριάστηκα στο έδαφος, μόνο που αυτή τη φορά δε βρέθηκε κανείς για να με πιάσει. Ο Νόα πλησίασε με αργό, διστακτικό βήμα πίσω μου. Η σκιά του έπεσε πάνω μου, αλλά δε γύρισα για να τον κοιτάξω. Δεν άντεχα να τον αντικρίσω αυτή τη στιγμή. Σταμάτησε ακριβώς πίσω μου. Με τα άκρα μου άκαμπτα και απρόθυμα, στάθηκα στα πόδια μου και ξεσκόνισα τα ρούχα μου. Ο Λι με είχε εγκαταλείψει. Ήταν ο καλύτερός μου φίλος, ο δίδυμός μου, το άλλο μου μισό. Και με είχε παρατήσει. Με μισούσε. Είχα καταστρέψει τα πάντα. Μακάρι να του είχα μιλήσει νωρίτερα. Μακάρι να μην είχαμε κάνει με τον Νόα εκείνη τη βλακεία να φιληθούμε στο σχολείο ή... Ή να μην τα είχα φτιάξει ποτέ μαζί του. Αναστέναξα και πέρασα με απελπισία τα δάχτυλα μέσα απ’ τα μαλλιά μου. Κι αν ο Λι δε μου ξαναμιλούσε ποτέ; Κι αν τον έχασα, όχι μόνο για λίγο μέχρι να του περάσει, αλλά για πάντα; Ο Νόα ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο μου. «Ελ», ξεκίνησε να λέει σιγανά, αλλά εγώ τινάχτηκα και γύρισα απ’ την άλλη. Εξαιτίας του Νόα και εκείνου του ηλίθιου φιλιού μας στο κιόσκι συνέβησαν όλα αυτά. «Ελ», επανέλαβε εκείνος μόλις στράφηκα για να φύγω. «Παράτα με», του είπα. Η φωνή μου ήχησε απελπισμένη, αλλά δεν κατάφερε να εκφράσει ούτε στο ελάχιστο το πόσο χάλια ένιωθα. Ο Νόα δεν προσπάθησε να με ακολουθήσει. Επέστρεψα στο σχολείο μόνη. Όλη την υπόλοιπη μέρα δεν κατάφερα να συγκεντρωθώ σε κανένα μάθημα. Ο Λι δεν εμφανίστηκε. Όταν με ρωτούσαν γι’ αυτόν, έλεγα πως ήταν άρρωστος και πήγε στο σπίτι. Απέφευγα τον Νόα και προσπαθούσα να φερθώ σαν να μην έτρεχε τίποτα. Αγνόησα τα μηνύματα και ζήτησα από τον Ντίξον να με πάει στο σπίτι. «Είσαι σίγουρη πως είσαι καλά, Ελ; Φαίνεσαι έτοιμη να κάνεις εμετό», παρατήρησε ο Καμ. Ο Ντίξον πάτησε απότομα φρένο. «Αν έχεις σκοπό να ξεράσεις, κάν’ το σε παρακαλώ έξω από το αμάξι». Κούνησα αρνητικά το κεφάλι προσπαθώντας να γελάσω. «Δεν πρόκειται να ξεράσω, μην ανησυχείς. Απλώς... νομίζω πως μάλλον κόλλησα ό,τι και ο Λι». «Τι πρωτότυπο!» είπε γελώντας ο Καμ. «Εσείς οι δύο ούτε να αρρωστήσετε δεν μπορείτε χώρια, ε;»


«Απ’ ό,τι φαίνεται», μουρμούρισα. Όταν γύρισα στο σπίτι, το αμάξι του πατέρα μου ήταν ήδη απέξω. Είχα ξεχάσει πως η προπόνηση του Μπραντ ακυρώθηκε σήμερα, τη μία και μοναδική μέρα που είχα ανάγκη να μείνω λίγο μόνη. Αναστέναξα και άνοιξα την εξώπορτα. «Ελ; Εσύ είσαι;» φώναξε ο πατέρας απ’ την κουζίνα. «Ναι, γεια. Έχεις πολλή δουλειά;» τον ρώτησα χαμογελαστή. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Ολόκληρη η ομάδα προσπαθεί να κλείσει μια συμφωνία μέχρι την Τετάρτη και έχουμε αγχωθεί κάπως. Έχω σύσκεψη στις πεντέμισι. Δε θα μας πάρει λογικά πάνω από μία ώρα. Θα βάλεις στον Μπραντ να φάει; Έχει λαζάνια στην κατάψυξη». «Ναι», απάντησα. «Κανένα πρόβλημα». Έφτιαξα καφέ και για τους δυο μας και πήγα να πιω τον δικό μου στο σαλόνι για να αφήσω τον πατέρα μου να δουλέψει με την ησυχία του. Ο Μπραντ είχε ξαπλώσει στο πάτωμα περικυκλωμένος από φωτοτυπίες και το βιβλίο των Μαθηματικών του. Κάπου στο βάθος όμως ακουγόταν η μουσική από το Super Mario Bros. και ο αδερφός μου πετάχτηκε ξαφνιασμένος μόλις μπήκα μέσα. «Δώσ’ το μου», τον διέταξα. «Τι να σου δώσω; Τις ασκήσεις των Μαθηματικών; Να, πάρε. Κάνουμε τις γωνίες τώρα». «Πολύ αστείο», είπα με ένα σαρκαστικό γελάκι. «Δώσε μου την κονσόλα». Ο αδερφός μου με αγριοκοίταξε με πείσμα. Το κόκκινο πλαστικό από τη Nintendo DS κονσόλα του ξεχώριζε κάτω από το μπράτσο του. «Καλά», είπα με τουπέ. «Μάλλον θα χρειαστεί να σου φτιάξω τίποτα έξτρα λαχανικά το βράδυ μαζί με το φαγητό σου. Τι θα έλεγες για λίγο μπρόκολο;» Ο Μπραντ με κοίταξε με μίσος. «Σιγά μην το κάνεις». «Αυτό θα το δούμε». «Καλά, μωρέ! Αμάν πια, Ελ! Είσαι πολύ σπαστικιά!» είπε ο αδερφός μου και μου έδωσε την κονσόλα επιστρέφοντας στις ασκήσεις των Μαθηματικών του, τις οποίες, απ’ ό,τι είδα, δεν είχε καν ξεκινήσει. Κάθισα στον καναπέ με το βιβλίο ποίησης που μελετούσαμε αυτό τον καιρό στο μάθημα της Λογοτεχνίας και έπινα τον καφέ μου προσπαθώντας να μην ανησυχώ για τον Λι και τον Νόα. Οι προσπάθειές μου να αναλύσω τον Λάρκιν δε βοήθησαν το μυαλό μου να σταματήσει να είναι απασχολημένο. Τι θα γινόταν όταν ο Νόα θα επέστρεφε στο σπίτι; Λες να μάλωναν τα δύο αδέρφια; Δεν ήθελα να μιλήσω στον Νόα. Είχα ανάγκη ν’ ακούσω αυτή τη στιγμή μόνο τον Λι, αλλά εκείνος ούτε που θα το σήκωνε αν τον έπαιρνα τηλέφωνο. Οπότε, δεν υπήρχε τρόπος να μάθω τι γινόταν με τους αδερφούς Φλιν. Ήθελα τόσο πολύ να περάσω απ’ το σπίτι τους, όμως έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα. Δεν υπήρχε περίπτωση να με άφηνε ο πατέρας μου να πάω εκεί πεζή με τέτοιο καιρό, κι αν με πήγαινε εκείνος και ο Λι δε με άφηνε να μπω μέσα για να του μιλήσω, τότε θα ήμουν αναγκασμένη να τα πω όλα στον πατέρα μου. Όχι πως πίστευα ότι δε θα με καταλάβαινε, αλλά... Απλώς δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω. Δεν μπορούσα να μπουκάρω έτσι ξαφνικά στην κουζίνα και να του ξεφουρνίσω: «Το ήξερες πως τα έχω κρυφά με τον Νόα Φλιν και τώρα ο Λι το έμαθε και με μισεί; Μήπως θες να σου φτιάξω άλλο ένα καφεδάκι, μια που είμαι εδώ;» Ναι, καλά. Ο πατέρας μου θα έκανε τρελή χαρά αν του τα έλεγα.


Δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε μέχρι τις οχτώ το βράδυ που χτύπησε το τηλέφωνο. «Παρακαλώ;» απάντησε ο πατέρας μου. «Α, γεια σου, Τζουν, τι κάνεις;» Η φωνή της ξεχυνόταν έξαλλη από το ακουστικό του τηλεφώνου, αλλά δεν μπορούσα να ακούσω τι έλεγε. Ο πατέρας μου έριξε μια ματιά σ’ εμένα και στον Μπραντ και μετά βγήκε να μιλήσει στο διάδρομο για να μην ακούμε. «Τι έγινε;» ρώτησε ο αδερφός μου. «Και πού θες να ξέρω εγώ;» ρώτησα απότομα. «Και πού θες να ξέρω εγώ;» μιμήθηκε τη φωνή μου ο Μπραντ κι εγώ του πέταξα ένα μαξιλάρι προσπαθώντας να ακούσω τη συνομιλία από το διάδρομο. Το στομάχι μου άρχισε ν’ ανακατεύεται. Τι να συνέβαινε άραγε; Ο πατέρας μου επέστρεψε επιτέλους στο σαλόνι έχοντας τα μάτια καρφωμένα στο τηλέφωνο που κρατούσε. «Ο Νόα έφυγε». Η καρδιά μου σταμάτησε. «Τι εννοείς; Πού πήγε;» «Τσακώθηκε άσχημα με τον Λι και η Τζουν είπε πως μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε. Δεν τους είπε ούτε πού πάει ούτε πόσο θα λείψει. Δεν απαντά στο κινητό του, οπότε ο Μάθιου έχει βγει έξω για να τον ψάξει», απάντησε ο πατέρας μου κουνώντας απελπισμένος το κεφάλι. «Δ... δε νομίζω να έχει προφτάσει να πάει μακριά, έτσι δεν είναι;» ψέλλισα. «Δεν ξέρω. Πριν από κάνα εικοσάλεπτο έφυγε». Ένιωσα στο στομάχι μου εκείνη την περίεργη αίσθηση που έχει κανείς όταν ανεβαίνει στο τρενάκι του λούνα παρκ. Ξεροκατάπια. «Σ... σου είπε η Τζουν γιατί μάλωσαν;» Ο πατέρας μου με κοίταξε στα μάτια. «Μπραντ, δεν πας να κάνεις ένα μπάνιο και να ετοιμαστείς για ύπνο;» «Δεν είναι δίκαιο! Δεν έχει πάει ούτε εννιά ακόμη!» «Μπραντ!» «Καλά», γκρίνιαξε ο αδερφός μου και ανέβηκε νευριασμένος πάνω κοπανώντας την πόρτα του δωματίου του. Ο πατέρας μου αναστέναξε και κάθισε στην πολυθρόνα. Κατάλαβα πως μάλλον έπρεπε να καθίσω κι εγώ. «Απ’ ό,τι φαίνεται», είπε εκείνος σμίγοντας τα χέρια, «τσακώθηκαν για σένα. Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να μου πεις, Ελ;» Ξεροκατάπια και το στομάχι μου ανακατεύτηκε πάλι. «Τι είπε η Τζουν;» «Μην αποφεύγεις την ερώτησή μου, μικρή». Χαμήλωσα το βλέμμα στα γόνατά μου. «Ε... εγώ και ο Νόα είμαστε μαζί κατά κάποιο τρόπο». «Τι εννοείς λέγοντας “κατά κάποιο τρόπο;”» «Να, στο κιόσκι φιλιών που κάναμε για το πανηγύρι με φίλησε και από τότε... βλεπόμαστε στα κρυφά». «Τα έχετε φτιάξει δηλαδή». «Όχι ακριβώς. Είναι περίπλοκο». «Καλά θα κάνεις να αρχίσεις να μου εξηγείς». Υπήρχε τρόπος να περιγράψω την κατάσταση στον πατέρα μου χωρίς να τον απογοητεύσω; Ήξερα πολύ καλά πως δεν πολυενέκρινε τον Νόα. Το ότι έμπλεκε συνέχεια σε καβγάδες, το ότι είχε μηχανή... Αν και αυτό δεν αποτέλεσε ποτέ πρόβλημα. Μέχρι τώρα δηλαδή. Γιατί δεν υπήρχε καμιά απολύτως περίπτωση να χαιρόταν ο πατέρας μου επειδή τα είχα με τον Νόα.


«Συναντιόμασταν στα κρυφά γιατί δε θέλαμε να το μάθει ο Λι. Ο Νόα κι εγώ τσακωνόμαστε όλη την ώρα και πίστευα πως δε θα κρατούσε για πολύ, αλλά δεν ήθελα να σταματήσουμε να βλεπόμαστε, γι’ αυτό και συνεχίσαμε, και μετά ο Λι το έμαθε και τώρα όλα τέλειωσαν και η ζωή μου καταστράφηκε», είπα και πήρα βαθιά ανάσα. Ο πατέρας μου είχε μείνει... Βασικά, μόνο η λέξη «κάγκελο» θα μπορούσε να περιγράψει το ύφος του. Σαν να μην πίστευε τις λέξεις που άκουγε να βγαίνουν από το στόμα μου. Σαν να μην ήθελε να τις πιστέψει. Χαμήλωσα το βλέμμα ξανά στο πάτωμα. «Και για πόσο καιρό γίνεται αυτό, Ροσέλ;» «Δύο μήνες περίπου. Απ’ το πανηγύρι». Ο πατέρας μετακίνησε τα γυαλιά του, τα έσπρωξε ψηλά στο μέτωπό του και έτριψε τα μάτια του, όπως έκανε όταν ήταν πολύ στρεσαρισμένος. «Και όλον αυτό τον καιρό δεν είπες τίποτα στον Λι;» «Το έκανα για να τον προστατέψω», εξήγησα. «Μια χαρά τα κατάφερες», είπε ο πατέρας μου κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Μα... με τον Νόα; Τόσα αγόρια υπάρχουν, μ’ αυτόν βρήκες; Δεν είναι και το πιο... σταθερό άτομο στο θέμα των σχέσεων». «Το ξέρω, το ξέρω πως δεν είναι και ο πιο ιδανικός άνθρωπος για σχέση, αλλά...» «Μήπως είσαι ερωτευμένη μαζί του;» «Τι; Όχι!» αναφώνησα. «Εννοείται πως όχι!» Το μόνο που έκανε ο πατέρας μου ήταν να αναστενάξει ξανά. «Με κάνει ευτυχισμένη, μπαμπά», πρόσθεσα μήπως καταφέρω να περισώσω λιγάκι τα πράγματα. Εκείνος με ξανακοίταξε συνοφρυωμένος. «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό, Ελ;» «Ναι». Η φωνή μου ακούστηκε σαν ψίθυρος, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το χαμόγελο στα χείλη μου. Κούνησα το κεφάλι σαν να προσπαθούσα να το αδειάσω απ’ τις σκέψεις και σηκώθηκα. «Λοιπόν, τι έγινε με τον Λι και τον Νόα; Τι είπε η Τζουν;» «Εκεί που έτρωγαν, ο Λι ξαφνικά νευρίασε και έβαλε τις φωνές στον αδερφό του. Μετά μάλωσαν και ο Νόα πήγε πάνω, μάζεψε μερικά πράγματα σε μια τσάντα και έφυγε». Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Στρέψαμε και οι δύο το βλέμμα στο τραπεζάκι του σαλονιού και το κοιτάξαμε. Ο πατέρας μου το σήκωσε, ενώ εγώ καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα ακούγοντας μόνο τα μισά απ’ όσα λέγονταν. «Έλα. Ναι. Ναι, μόλις της μίλησα. Τι; Όχι, όχι, δεν είχα ιδέα...» Αναστέναξε ξανά και έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα μου έδωσε το τηλέφωνο. «Θέλει να σου μιλήσει». Έπιασα το ακουστικό με τρεμάμενο χέρι. «Ναι;» «Γεια σου, Ελ. Μήπως έχεις την παραμικρή ιδέα πού μπορεί να βρίσκεται ο Νόα; Δεν απαντά στα τηλέφωνά μας και ο Μάθιου δεν μπορεί να τον βρει και... δεν ξέρουμε πού αλλού να τον ψάξουμε». «Λ... λυπάμαι, δεν έχω ιδέα, πραγματικά». Την άκουσα να αναστενάζει. «Ξέρετε πόσο παρορμητικός είναι», πρόσθεσα. «Θα έχει πάει καμιά βόλτα για να ξεθυμάνει. Θα γυρίσει, μην ανησυχείτε». «Καλά», αποκρίθηκε εκείνη με ελαφρώς ειρωνικό τόνο. «Φαντάζομαι πως εσύ τον ξέρεις καλύτερα από όλους μας, έτσι δεν είναι, Ελ;» «Δεν... δεν εννοούσα...» Ωστόσο δεν κατάφερα να σχηματίσω μια κανονική απάντηση. Είχα χάσει τα λόγια μου. «Δεν πειράζει. Το είχα καταλάβει πως υπάρχει κάποια στη ζωή του τώρα τελευταία. Φερόταν


διαφορετικά. Απλά δεν περίμενα ποτέ να είσαι εσύ αυτή». «Εμ...» Αυτό μόνο μπόρεσα να πω. «Κοίτα, απλά... αν έχεις καθόλου νέα του, μπορείς, σε παρακαλώ, να με ενημερώσεις αν είναι καλά;» «Φυσικά». Και τότε, πριν προλάβει να πει η Τζουν «ευχαριστώ και αντίο», βρήκα το θάρρος να ρωτήσω: «Είναι εκεί ο Λι; Μπορώ να του μιλήσω;» «Δε...» είπε η Τζουν κάνοντας μια παύση. «Δε νομίζω πως είναι πολύ καλή ιδέα αυτή τη στιγμή, Ελ. Συγγνώμη». «Δε θέλει να με δει, έτσι δεν είναι;» «Όχι», απάντησε εκείνη κάπως διστακτικά. «Μπορείς να μου ξαναδώσεις τον πατέρα σου, σε παρακαλώ;» «Ναι. Γεια». «Γεια σου, Ελ». Έδωσα το τηλέφωνο ξανά στον πατέρα μου. Η συζήτηση δεν κράτησε πολύ. «Ναι, το ξέρω, ναι... Όχι, καταλαβαίνω... Ναι, φυσικά». Αυτό ήταν το μόνο που τον άκουσα να λέει πριν κλείσει. Το υπόλοιπο βράδυ δεν πολυμιλήσαμε. Σκέφτηκα πως ίσως θα έπρεπε να τηλεφωνήσω στον Νόα, σε περίπτωση που απαντούσε, μόνο και μόνο για να καθησυχάσω λιγάκι τη μητέρα του. Όμως δεν μπορούσα ούτε να πιάσω το κινητό μου για να το κάνω. Ήξερα πως είχα απογοητεύσει τον πατέρα μου. Θα ήταν καλύτερα να μου είχε βάλει τις φωνές ή να είχε νευριάσει ή να είχε στενοχωρηθεί. Οτιδήποτε θα ήταν προτιμότερο από αυτή την αμήχανη σιωπή, που ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα γύρω μας. Στις εννιά και είκοσι τρία δεν άντεξα άλλο. «Πάω για ύπνο», ανακοίνωσα και σηκώθηκα. Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα μέχρι που βγήκα σχεδόν από το σαλόνι. «Μπορώ να καταλάβω γιατί δεν το είπες σ’ εμένα. Αλλά στον Λι; Ελ, πρέπει να του μιλήσεις. Θα του περάσει. Είστε φίλοι πολλά χρόνια για να αφήσετε κάτι τέτοιο να μπει ανάμεσά σας». Το μόνο που κατάφερα ήταν να κουνήσω καταφατικά το κεφάλι. «Ελπίζω να έχεις δίκιο, μπαμπά. Πραγματικά, ελπίζω να έχεις δίκιο».


Κεφάλαιο 20

Ο ΥΠΝΟΣ ΔΕ Μ’ ΕΠΑΙΡΝΕ, όσο κι αν προσπαθούσα. Ήταν αδύνατο να χαλαρώσω με τέτοια ανησυχία που είχα. Όχι πως δε νοιαζόμουν για τον Νόα, αλλά ανησυχούσα περισσότερο για τον αδερφό του. Ο Νόα ήξερε να φροντίζει τον εαυτό του. Δε θα πάθαινε τίποτα. Ο Λι όμως; Δεν ήταν τόσο απλό να το ξεπεράσει. Είχε πάει ήδη μεσάνυχτα όταν η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Άρπαξα το κινητό μου και πάτησα το δύο, όπου ήταν αποθηκευμένο το κινητό του. Χτύπησε. Ξανά και ξανά και ξανά. Και λίγο πριν βγει τηλεφωνητής, ο κολλητός μου το σήκωσε. «Σέλι;» Ξεφύσηξα. Ούτε που είχα καταλάβει πως κρατούσα τόση ώρα την ανάσα μου. «Λι...» Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και η μόνη διαβεβαίωση πως ήμασταν ακόμη και οι δύο στη γραμμή ήταν οι ανάσες μας. Μίλησα πρώτη. «Πώς είσαι;» «Ειλικρινά; Δεν ξέρω». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι, παρόλο που εκείνος δεν μπορούσε να με δει. «Λυπάμαι πολύ, Λι. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό. Όχι έτσι». Ο κολλητός μου αναστέναξε. «Ναι, αλλά το άφησες να συμβεί». «Το ξέρω, το ξέρω. Τα έκανα θάλασσα». «Έλα, μη μου πεις!» σχολίασε εκείνος ειρωνικά, αλλά διέκρινα ένα γέλιο στη φωνή του, πριν προλάβει να το καλύψει βήχοντας. Γέλασα κι εγώ. «Το ξέρω. Συγγνώμη. Απλά... Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να μη σ’ το πω. Το ήξερα πως θα σε σκότωνε αν μάθαινες πως πήγαινα πίσω από την πλάτη σου με τον αδερφό σου. Ήταν μεγάλη βλακεία μου... Είχα σκοπό να το τελειώσω και σιχαινόμουν που σου έλεγα ψέματα, αλλά δεν το κατάφερα και το άφησα να συνεχίζεται και...» Σταμάτησα να μιλάω. «Νόμιζα πως έκανα το σωστό με το να μη σ’ το πω. Μπορεί να μην πήγαινε καλά και δεν ήθελα να βρεθείς μπλεγμένος σε όλο αυτό. Νόμιζα πως... σε προστάτευα έτσι». Για κάμποση ώρα ο Λι δεν έβγαλε μιλιά. Ήξερα πως ήταν ακόμη εκεί. Άκουγα την ανάσα του. «Συγγνώμη, Λι. Χίλια συγγνώμη». Δε μου έκανε εντύπωση που τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Ρούφηξα τη μύτη μου προσπαθώντας να μην κλάψω. Ο Λι θα το καταλάβαινε αν έβαζα τα κλάματα, παρόλο που δεν μπορούσε να με δει. «Με μισείς;» τον ρώτησα. Δεν άντεχα να μην ξέρω, ειδικά τώρα που δε μου μιλούσε. «Λι;» «Δε... σε μισώ», απάντησε εκείνος διστακτικά, «αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως αυτή τη στιγμή δε σε συμπαθώ και ιδιαίτερα. Δεν μπορώ να το πιστέψω πως μου το έκρυβες όλον αυτό τον καιρό! Και ο Νόα το ίδιο, τη στιγμή που εγώ νόμιζα πως εσείς οι δύο δεν μπορούσατε να αντέξετε ούτε πέντε δευτερόλεπτα στον ίδιο χώρο χωρίς να μαλώσετε». Τώρα ήταν η σειρά μου να σωπάσω. Φοβόμουν πως, αν μιλούσα, ίσως έκανα τα πράγματα χειρότερα.


Έπνιξα το χασμουρητό μου. «Προσπάθησε να κοιμηθείς λιγάκι, Ελ», είπε αναστενάζοντας ο Λι. Η φωνή του ήταν απαλή, στοργική. «Θα τα πούμε το πρωί». «Θες να πεις πως θα μου μιλάς αύριο στο σχολείο;» «Εννοείται. Πότε σταμάτησα να σου μιλάω;» Και τότε έβαλα τα κλάματα. Ήταν όμως δάκρυα ανακούφισης. Σκούπισα τα μάγουλά μου με το πίσω μέρος της παλάμης μου. Δεν ήθελα να με ακούσει ο κολλητός μου και να σκεφτεί πως ήμουν αξιολύπητη. «Θα τα πούμε το πρωί», επανέλαβε εκείνος. «Καληνύχτα, Ελ». «Καληνύχτα», απάντησα, αλλά λίγο πριν προλάβει να κλείσει, είπα: «Λι;» «Ναι;» «Το ξέρεις πως σ’ αγαπάω, έτσι;» «Ναι, το ξέρω», απάντησε εκείνος με ένα χαμόγελο να χρωματίζει τη φωνή του. «Κι εγώ σ’ αγαπάω, όμως αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να σε συμπαθώ και συνέχεια». «Το ξέρω», αποκρίθηκα χαμογελώντας. Λένε πως, αν αγαπάς κάτι, τότε το αφήνεις να φύγει. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω τον καλύτερό μου φίλο να φύγει χωρίς να το παλέψω πρώτα. Και τότε κλείσαμε. Σε δευτερόλεπτα είχα αποκοιμηθεί. Το επόμενο πρωί κάθισα μπροστά στον καθρέφτη για να καλύψω με κονσίλερ τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου. Δεν ήθελα να υποπτευθεί κανείς πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν έπρεπε να μαθευτεί τίποτα για τον Νόα και για μένα. Άσε που ο Λι θα ένιωθε χάλια αν μ’ έβλεπε έτσι. Δύο κοφτά κορναρίσματα απέξω με έκαναν να πεταχτώ απ’ τη θέση μου. Ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου. Άρπαξα την τσάντα μου και κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα. «Τα λέμε!» φώναξα. «Ήρθε ο Λι;» ρώτησε ο πατέρας μου. «Ναι. Γεια!» Μπήκα στη θέση του συνοδηγού της Mustang και ρίχτηκα στην αγκαλιά του κολλητού μου. Το χειρόφρενο χώθηκε στο στομάχι μου και χτύπησα τον αγκώνα μου στο τιμόνι, αλλά δε με ένοιαζε. Ο Λι ήταν εκεί. Μόνο αυτό είχε σημασία. Εκείνος έπνιξε το γέλιο του και με έσφιξε στην αγκαλιά του. «Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω». «Θα κάνω τα πάντα για να επανορθώσω, σ’ το ορκίζομαι. Ειλικρινά, λυπάμαι πάρα πολύ». «Το ξέρω», είπε ο κολλητός μου. «Κάτι θα κανονίσουμε». «Τα πάντα στα πλαίσια του λογικού», πρόσθεσα. «Ξέχνα, λοιπόν, τα εφ’ όρου ζωής κεράσματα μιλκσέικ. Πρέπει να μαζέψω λεφτά και για το κολέγιο, ξέρεις». Εκείνος κοντοστάθηκε με το χέρι στο λεβιέ ταχυτήτων και με κοίταξε στα μάτια. «Εντάξει. Τι θα έλεγες τότε για ένα φιλί;» «Παρακαλώ;» ρώτησα σαστισμένη. «Με άκουσες», αποκρίθηκε ο Λι. Τα μάτια του άστραφταν σαν να ήταν έτοιμος να γελάσει, αλλά δεν ήμουν απόλυτα σίγουρη αν αστειευόταν ή όχι. «Τώρα είναι η στιγμή που μαθαίνω πως ο κολλητός μου είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου;»


προσπάθησα να αστειευτώ γελώντας αμήχανα. Ο Λι απέστρεψε γρήγορα το βλέμμα, ξερόβηξε και έβαλε ταχύτητα. Νομίζω πως η καρδιά μου σταμάτησε για λίγο. «Βασικά, ξέρεις...» άρχισε να λέει εκείνος και ξερόβηξε για άλλη μια φορά στριφογυρίζοντας αμήχανα στο κάθισμά του και τραβώντας τη ζώνη του. Απέμεινα να τον κοιτάζω για κάμποσα δευτερόλεπτα με ανοιχτό το στόμα και τότε ο Λι έβαλε τα γέλια. Του έσκασα ένα ξεψυχισμένο χαμόγελο και ύστερα άρχισα να γελάω κι εγώ κοπανώντας τον στο μπράτσο με την πίσω πλευρά της παλάμης μου. «Πλάκα κάνω», είπε εκείνος γελώντας. «Εννοείται πως δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Απλά, δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ. Πραγματικά νόμιζες πως μιλούσα σοβαρά; Έλα τώρα, Σέλι, αυτό κι αν θα ήταν περίεργο». «Εμένα μου λες!» αποκρίθηκα χαμογελώντας. Ο Λι ξεκίνησε και μείναμε για λίγο σιωπηλοί. «Έχεις, ε... Έχεις μιλήσει καθόλου με τον αδερφό σου από χτες βράδυ;» ρώτησα διστακτικά. Ο κολλητός μου έσφιξε με δύναμη το τιμόνι. Οι αρθρώσεις των δαχτύλων του άσπρισαν. «Όχι», απάντησε μέσα απ’ τα σφιγμένα δόντια του. «Να σου πω τι πιστεύω εγώ; Στον αγύριστο! Αν δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα πράγματα έτσι χάλια όπως τα έκανε, τότε είναι ένας δειλός και τίποτ’ άλλο. Ξέρω πως έχεις κι εσύ το μερίδιό σου στην ευθύνη, αλλά δε θα ’πρεπε να σου έχει φερθεί έτσι. Αξίζεις κάτι καλύτερο». Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Δε συμφωνούσα. «Δε θα αλλάξει ποτέ, Ελ. Πάντα έτσι παρτάκιας και γυναικάς θα είναι». «Δεν το πιστεύεις στ’ αλήθεια αυτό». Κανείς από τους δυο μας δεν υπήρξε ποτέ απόλυτα σίγουρος πως η φήμη του γυναικά αλήθευε εκατό τοις εκατό, να, όμως, που τώρα ο Λι το είχε χάψει. «Έτσι είναι ο Νόα», είπε, λες και αυτό έδινε απάντηση για όλα. Κρίμα που για μένα δε φαινόταν να είναι η σωστή απάντηση· η απάντηση που χρειαζόμουν για να βρω μια λύση σ’ όλα αυτά. Εκείνο το πρωί είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς και δεν μπόρεσα να ξανακοιμηθώ. Σκεφτόμουν συνεχώς τον Νόα και τη σχέση μας, ό,τι είδους σχέση κι αν ήταν αυτή. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη με τον Νόα, αλλά ο Λι εξακολουθούσε να είναι το πιο σημαντικό άτομο στη ζωή μου και δεν μπορούσα να διακινδυνεύσω να τον ξαναχάσω. Κι αν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να θυσιάσω τη σχέση μου με τον αδερφό του, τότε θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως δεν είχα ιδέα τι σκεφτόταν ο Νόα για όλα αυτά. Να ήθελε, άραγε, ακόμη να είμαστε μαζί; Ίσως αυτό που είχαμε να ήταν για εκείνον κάτι με ημερομηνία λήξης, μια περιπετειούλα μέχρι να φύγει για το κολέγιο το φθινόπωρο. Κάτι που είχε προκαλέσει ήδη αρκετές φασαρίες. «Τι;» ρώτησε ο Λι. «Τίποτα. Άσ’ το». Για πρώτη φορά εκείνος δεν επέμεινε. Στο σχολείο κανείς δε φάνηκε να πιστεύει πως κάτι είχε συμβεί. Δεν ακούσαμε ούτε καν φήμες. Όλα ήταν τελείως, μα τελείως φυσιολογικά. Έτσι όπως θα έπρεπε να είναι. Έριξα μια κλεφτή ματιά στον Λι καθώς μιλούσαμε με τα παιδιά. Εκείνος το πρόσεξε και μου έσκασε ένα χλιαρό χαμόγελο ανασηκώνοντας τον έναν ώμο του. Ένιωθε το ίδιο άβολα μ’ εμένα


επειδή έπρεπε να φερθεί σαν να μην έτρεχε τίποτα. Τα πράγματα δεν ήταν και τόσο χάλια, μέχρι που άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά μου μέσα στη βαβούρα των μαθητών που έμπαιναν στις τάξεις τους. «Ελ! Περίμενε λιγάκι! Ελ!» Σήκωσα απότομα το κεφάλι. Ήταν ο Νόα. Άρπαξα τον Λι απ’ το μπράτσο κοιτάζοντάς τον πανικόβλητη. Τι θα έκανα τώρα; «Ελ!» ξαναφώναξε ο Νόα πλησιάζοντας. Δεν ήμουν έτοιμη για κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή. «Ελ, περίμενε!» Τράβηξα τον κολλητό μου απ’ το μπράτσο και τον έσυρα μαζί μου στρίβοντας στον πρώτο διάδρομο που βρήκα μπροστά μου. Σταματήσαμε ακριβώς έξω από την τάξη μας. «Δεν μπορώ να του μιλήσω αυτή τη στιγμή», εξήγησα χαμηλόφωνα στον Λι κι άφησα επιτέλους το χέρι του. «Ναι, δεν έχεις κι άδικο», είπε εκείνος χαρίζοντάς μου ένα χαμόγελο. «Παράτα τον». «Το λες σαν να είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Δε γίνεται να τον αποφεύγω όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Είναι ο αδερφός σου». «Σ’ ευχαριστώ που μου το υπενθύμισες», μουρμούρισε εκείνος κατσουφιασμένος. Ύστερα αναστέναξε και ανακάτωσε νευρικά τα μαλλιά του, κάνοντάς τα να πεταχτούν ακόμη πιο πολύ. «Τέλος πάντων. Μάλλον έχεις δίκιο. Τα πράγματα θα είναι κάπως περίεργα μεταξύ σας τώρα». «Ευχαριστώ για την υποστήριξη», μουρμούρισα σαρκαστικά. «Έλα, πάμε», είπε ο κολλητός μου και μπήκε πρώτος στην τάξη δίνοντας τέλος στη συζήτησή μας. Κατάφερα να αποφύγω τον Νόα μέχρι το μεσημεριανό. Κάθισα δίπλα στη Ρέιτσελ και στον Λι, που είχαν αράξει κάτω από μερικά δέντρα κοντά στο γήπεδο του ράγκμπι. «Πολύ υγιεινό», σχολίασε η Ρέιτσελ γνέφοντας προς την πορτοκαλάδα με το ανθρακικό και το γλυκό που κρατούσα. «Ναι. Αφού με ξέρεις. Είμαι πολύ του υγιεινού». «Έμαθα για το σκηνικό με τον Φλιν... με τον Νόα, θέλω να πω», είπε σιγανά η κοπέλα χαρίζοντάς μου ένα συμπονετικό χαμόγελο. Ο Λι σηκώθηκε αμέσως όρθιος. «Πάω να παίξω λίγο ράγκμπι με τα παιδιά. Τα λέμε σε λιγάκι», είπε σκύβοντας για να της δώσει ένα πεταχτό φιλί. «Είναι κάπως ευαίσθητο αυτό το θέμα», μουρμούρισα. «Ειδικά για τον Λι». «Ναι... αλλά σκέφτηκα πως ίσως θα σου έκανε καλό να το συζητούσες με κάποια κοπέλα». «Έχεις απόλυτο δίκιο». «Λοιπόν...» είπε η Ρέιτσελ και στηρίχτηκε στους αγκώνες της στρίβοντας προς το μέρος μου. Πήγα και κάθισα δίπλα της στην ίδια στάση. «Σου αρέσει πραγματικά ή ήταν μόνο για το σεξ;» Κοκκίνισα. «Αυτό συνέβη μόνο μια φορά. Μετά φοβόμουν τόσο πολύ μήπως μας τσακώσουν, ώστε δεν το ξανακάναμε», απάντησα ξεφυσώντας καθώς έψαχνα τις κατάλληλες λέξεις. «Δεν μπορείς να πεις πως έχει και πολλά χαρίσματα. Είναι υπερπροστατευτικός, μπλέκει σε καβγάδες, είναι παρορμητικός...» «Είναι όμως απίστευτα σέξι», με διέκοψε εκείνη. «Μη μου πεις πως αυτό δεν είναι χάρισμα». «Πρόσεχε», είπα γελώντας. «Μην ξεχνάς πως μιλάς για τον κουνιάδο σου». Η Ρέιτσελ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και ξαναβάλαμε και οι δύο τα γέλια. Ήθελα ν’ αλλάξω θέμα, αλλά δεν έβρισκα κάποιο διακριτικό τρόπο για να το κάνω.


Η Ρέιτσελ, παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να μιλά. «Ο Λι θα στενοχωρηθεί πάρα πολύ αν τα ξαναβρείς με τον αδερφό του. Τον καταλαβαίνω. Αν στο τέλος πληγωθείς, μπορεί να μη θες να ξαναδείς τον κολλητό σου. Και τότε θα του λείψεις και ξέρω πως δε θέλει με τίποτα να χάσει και τον αδερφό του και...» «Ο Λι σ’ τα είπε όλα αυτά;» «Χτες που με πήρε τηλέφωνο ακουγόταν έτοιμος να κλάψει», αποκρίθηκε η Ρέιτσελ με ένα ένοχο χαμόγελο. «Δε θέλει να σε χάσει. Εσείς οι δύο είστε σαν δίδυμα». Έκοψα ένα χορταράκι και το στριφογύρισα γύρω απ’ το δάχτυλό μου. «Οι προηγούμενες κοπέλες του ένιωθαν ν’ απειλούνται από το πόσο κοντά ήμουν με τον Λι. Συνεχώς υποπτεύονταν, ξέρεις, πως πρόκειται για μία από εκείνες τις περιπτώσεις που καταλήγεις να ερωτευτείς τον καλύτερό σου φίλο. Πράγμα που είναι απλά γελοίο, καταλαβαίνεις τι εννοώ; Τέλος πάντων. Αυτό που θέλω να πω είναι πως χαίρομαι που εσύ δεν είσαι έτσι. Βασικά, νομίζω πως είσαι η πρώτη κοπέλα του που δε με μισεί», είπα αμήχανα. «Εσείς οι δύο είστε αυτοκόλλητοι, αλλά δε θα μπορούσα ποτέ να σας φανταστώ ζευγάρι». «Επιτέλους», αναφώνησα, «κάποιος που το καταλαβαίνει, εκτός από τον Καμ και τον Ντίξον». «Αν και... έτσι όπως μου τα λες, έχω αρχίσει να πανικοβάλλομαι για το πόσες κοπέλες είχε». «Μπα, όχι και πολλές», αποκρίθηκα. «Όμως θα σου πω ένα μυστικό». «Για να ακούσω!» είπε η Ρέιτσελ κάνοντας και τις δυο μας να γελάσουμε. «Ρίξ’ το». «Είσαι η πρώτη για την οποία με παρατάει. Οπότε, θα πρέπει να σε βλέπει πολύ σοβαρά». «Το ελπίζω», είπε εκείνη. «Μου αρέσει πάρα πολύ». «Το καλό που σου θέλω! Έχεις δει πώς σε κοιτάζει;» Το πρόσωπο της Ρέιτσελ φωτίστηκε. «Δεν είναι η φαντασία μου δηλαδή;» «Όχι», απάντησα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Είστε πολύ ωραίο ζευγάρι». «Ευχαριστώ». Καθίσαμε λίγο αμίλητες χαζεύοντας τ’ αγόρια μπροστά μας να πετούν την μπάλα από εδώ κι από εκεί. «Λοιπόν, τι λες να κάνεις με τον Φλιν; Με τον Νόα, ήθελα να πω. Έλεος! Ο Λι όλο μου λέει να τον αποκαλώ απλά Νόα, αλλά είναι πολύ περίεργο, καταλαβαίνεις;» Αναστέναξα. Νόμιζα πως είχα καταφέρει να αλλάξω θέμα. «Δεν ξέρω. Κανονικά δεν πρέπει να κάνω τίποτα, αλλά τον θέλω και... Είμαι μπερδεμένη. Άσε που ο Λι...» Σταμάτησα για λίγο και αναστέναξα ξανά. «Δεν ξέρω». «Καλά θα κάνεις να αποφασίσεις γρήγορα». «Γιατί;» «Γιατί έρχεται προς τα εδώ». Πετάχτηκα χύνοντας το αναψυκτικό μου στο γρασίδι. «Να πάρει», μουρμούρισα και σηκώθηκα πριν λερώσω και το παντελόνι μου. Ξεσκονίστηκα και, μόλις σήκωσα το βλέμμα μου, είδα τον Νόα να διασχίζει το γήπεδο και να κατευθύνεται προς το μέρος μου με αποφασιστικό ύφος. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω του – ή ακόμη και πάνω μου, στην περίπτωση κάποιων πολύ ζηλιάρικων κοριτσιών. «Ελ! Πού πας;» φώναξε η Ρέιτσελ πίσω μου. Έτρεξα στις τουαλέτες των κοριτσιών σαν κυνηγημένη. Κλειδώθηκα σε μία απ’ αυτές και όσο και αν προσπάθησαν διάφορες κοπέλες –η Ρέιτσελ, η Λίζα, η Ολίβια, η Τζέιμι και η Κάρεν– να με πείσουν να βγω έξω, αρνιόμουν πεισματικά.


Δε βγήκα μέχρι που άκουσα κάποιον να μπαίνει μέσα κοπανώντας την πόρτα. «Σέλι, τσακίσου και βγες έξω τώρα!» φώναξε ο Λι. Άνοιξα απότομα την πόρτα. «Δεν είναι σωστό να μπαίνεις εδώ μέσα! Είναι οι τουαλέτες των κοριτσιών!» «Σκοτίστηκα! Άντε, τώρα. Σύνελθε». «Λι! Τι στο καλό κάνεις εδώ μέσα;» φώναξε μια καθηγήτρια, που εμφανίστηκε από το πουθενά. Ήταν η δεσποινίς Χάρις, μία από τις καθηγήτριες των Μαθηματικών. «Εμ... γυναικεία προβλήματα; Ξέρετε, κοιλόπονοι, κράμπες...» «Βγες έξω τώρα, πριν σε πάω στο διευθυντή!» Ο Λι αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του και με άρπαξε από τον καρπό πριν προλάβω να πω ή να κάνω κάτι. Δεν ήθελα να βρει τον μπελά του, έτσι τον άφησα να με βγάλει έξω. Η τύχη όμως ήταν με το μέρος μου. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι και έπρεπε να μπούμε στην τάξη. Κάθισα στο θρανίο και τσέκαρα το κινητό μου. Κι άλλο μήνυμα από τον Νόα. Το έσβησα πριν καν το διαβάσω.


Κεφάλαιο 21

Ο ΝΟΑ ΔΕΝ ΠΗΓΕ στο σπίτι του ούτε την Τρίτη ούτε την Τετάρτη. Οι γονείς του δεν είχαν ακόμη νέα του, αλλά τους έφτανε που ο Λι τον είχε δει στο σχολείο και το ότι ήταν σώος κι αβλαβής. Εγώ συνέχισα να αγνοώ τα μηνύματά του και να τον αποφεύγω στο σχολείο. Την Τετάρτη το βράδυ πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μου και το σήκωσε ο πατέρας μου, ο οποίος του το έκλεισε σχεδόν αμέσως στα μούτρα. Όμως την Πέμπτη το πρωί η τύχη μου στέρεψε. Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για την πρώτη ώρα, σταμάτησα στις τουαλέτες και, καθώς έβγαινα, έπεσα πάνω σε κάτι. Ή μάλλον όχι. Πάνω σε κάποιον. «Αχ, συγγνώμη», είπα αμέσως. Ήμουν τόσο πολύ στον κόσμο μου, ώστε δε θα μου έκανε εντύπωση ακόμη κι αν είχα ζητήσει συγγνώμη στο ντουβάρι απέναντί μου. Αν και ήταν πράγματι σκληρό σαν... Αχ! Κοντά έπεσα! «Ω!» είπα και πήγα να τον προσπεράσω, αλλά ένα χέρι με έπιασε από το μπράτσο και με σταμάτησε. Ο Νόα φαινόταν... ένα μάτσο χάλια, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Μύριζε λιγάκι τσιγάρο και είχε μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια. Από τα ξενύχτια θα είναι, υπέθεσα. Όμως σιγά, για τον Φλιν μιλούσαμε. Δε θα έπρεπε να εκπλήσσομαι. Ποιος μπορούσε να μου εγγυηθεί πως δεν ήταν και πιωμένος; «Πρέπει να μιλήσουμε», είπε εκείνος με ελαφρώς βραχνιασμένη φωνή. Χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, με τράβηξε στην πρώτη αδειανή αίθουσα που βρήκε μπροστά του κλείνοντας την πόρτα πίσω μας. Κάθισα στην άκρη του πρώτου θρανίου, ενώ ο Νόα στάθηκε στην πόρτα. «Πώς είσαι;» ρώτησε απότομα και με κοίταξε με ένα κενό βλέμμα. Σούφρωσα σαστισμένη τα φρύδια. «Πολύ καλύτερα τώρα που ο Λι με συγχώρεσε, αν εννοείς αυτό». «Τουλάχιστον εσένα σε συγχώρεσε», μουρμούρισε ο Νόα τρίβοντας το πρόσωπό του με τις παλάμες του. «Για μένα είναι πολύ αργά να πάρω πίσω όσα έκανα. Το μυστικό αποκαλύφθηκε». Ένιωσα σαν να με κατηγορούσε και νευρίασα. «Άκου να σου πω, ούτε εγώ ήθελα να του το πω έτσι...» «Δε σε κατηγόρησα για κάτι, Ελ», με διέκοψε εκείνος. «Απλά... Να, θέλω να σου μιλήσω και...» «Άντε, μίλα», είπα πολύ πιο ήρεμη και σίγουρη για τον εαυτό μου απ’ ό,τι ένιωθα. Όχι πως παραπονιόμουν. Χαιρόμουν που, λογικά, δεν μπορούσε να καταλάβει πως η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από το άγχος μου, πως οι παλάμες μου είχαν ιδρώσει και το στομάχι μου είχε δεθεί κόμπος. «Θέλω...» Ο Νόα ξεροκατάπιε και το μήλο του Αδάμ στο λαιμό του ανεβοκατέβηκε. «Συγγνώμη. Σε εκμεταλλεύτηκα και δε μου άρεσε που σε είδα να πληγώνεσαι όταν το έμαθε ο Λι. Έπρεπε να του


το είχαμε πει εξαρχής. Δεν ήταν σωστό που σε άφησα να του λες ψέματα. Ήταν και δικό μου λάθος. Τα έκανα θάλασσα. Συγγνώμη». Τα είπε όλα τόσο γρήγορα, σαν να προσπαθούσε να βγάλει τις λέξεις από μέσα του πριν προλάβει να τις πάρει πίσω, ώστε νόμιζα πως μάλλον παράκουσα. Και φάνηκε να εννοεί κάθε του λέξη. Λες και είχε πράγματι πληγωθεί πάρα πολύ απ’ όλο αυτό. «Ξέρω», είπε ο Νόα αργά, «πως μάλλον δε θα θες να με ξαναδείς και το καταλαβαίνω, αλλά...» «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» «Ε... ναι;» «Πού ήσουν όλες αυτές τις μέρες;» Ο Νόα έσκασε ένα πικραμένο χαμόγελο και σήκωσε το βλέμμα απ’ τις μπότες του για να με κοιτάξει. «Έμενα σε ένα μοτέλ. Δεν ήθελα να κάνω τα πράγματα για σένα και τον αδερφό μου χειρότερα. Προσπαθούσα να ξεχάσω ό,τι συνέβη. Δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, γι’ αυτό έκανα βόλτες με το αμάξι. Όμως δε γίνεται να σταματήσω να σε σκέφτομαι», πρόσθεσε σιγανά. Δεν ήταν ακριβώς η απάντηση που περίμενα ν’ ακούσω. Τον ήξερα όμως τον Νόα. Δεν ήταν από εκείνους που έλεγαν ψέματα. Με πλησίασε τόσο πολύ, ώστε αναγκάστηκα να κατέβω απ’ το θρανίο για να μην παγιδευτώ έτσι όπως ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, κολλώντας σχεδόν το σώμα του πάνω στο δικό μου. «Δεν ξέρω τι στο διάβολο μου συμβαίνει, Ελ, αλλά δεν μπορώ... Δεν...» «Τι;» «Με τρελαίνεις», συνέχισε ο Νόα με φωνή σιγανή, απαλή, αισθησιακή. «Εντελώς. Σε θέλω πίσω». Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά γρήγορα και άρχισε τα σκιρτήματα. Τι προσπαθούσε να μου πει; Αποκλείεται. Σιγά να μην εννοούσε πως ήταν ερωτε... Ο Λι μόλις με είχε συγχωρέσει. Μπορεί να μην το ξεπέρασε, αλλά τουλάχιστον με είχε συγχωρέσει. Και τώρα ο Νόα ήθελε να... να συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε σταματήσει; Θα πρέπει να ήταν τρελός για να νομίζει πως μπορούσα να το κάνω τόσο απλά. Παραλίγο να χάσω τον καλύτερό μου φίλο και το μόνο που ήθελα ήταν να τελειώσω αυτή τη σχολική χρονιά ήρεμα. Πολλά ζητούσα; Εξάλλου, ο Νόα σε λίγο καιρό θα έφευγε για το κολέγιο. Δε γινόταν να τα ξαναφτιάξω μαζί του. Δε γινόταν. Δε θα ήταν σωστό. Γιατί, λοιπόν, ήταν τόσο δύσκολο να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν λάθος; «Ελ», είπε ο Νόα χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου. «Σέλι...» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Δε γίνεται. Δεν μπορώ...» «Ελ», αποκρίθηκε εκείνος και τα καταγάλανα μάτια του σκοτείνιασαν. Με πλησίασε αναγκάζοντάς με να κάνω ένα βήμα πίσω. «Με σκοτώνεις». «Έχεις πιει;» «Όχι. Είμαι εντελώς νηφάλιος και όλα όσα σου λέω είναι αλήθεια. Σε χρειάζομαι». Κούνησα ξανά αρνητικά το κεφάλι και πισωπάτησα λίγα βήματα μέχρι που κόλλησα στον τοίχο. Ο Νόα πλησίασε και έκλεισε το κεφάλι μου στα χέρια του κολλώντας το κορμί του πάνω μου. Ένιωσα την ανάσα του να μου γαργαλάει το πρόσωπο. «Ελ», είπε ξανά. Τον κοίταξα στα μάτια. Ήξερα πως έλεγε την αλήθεια, αλλά δεν ήθελα να τον πιστέψω. Πάσχιζα να παραμείνω σταθερή στην απόφασή μου, να κλείσω την πόρτα και να αφήσω όλα αυτά πίσω μου.


Δεν ήθελα να ξανανιώσω εκείνο το απίστευτο συναίσθημα που μου προκαλούσαν το άγγιγμά του και τα φιλιά του, επειδή ήξερα πως δε θα μπορούσα να τον αφήσω ποτέ ξανά. Αν δεν το έκανα τώρα, δε θα το έκανα ποτέ, τουλάχιστον όχι πριν να ήταν ήδη πολύ αργά. «Όχι», κατάφερα να πω. Ο Νόα κοπάνησε την παλάμη του στον πίνακα ανακοινώσεων πίσω μου τραντάζοντάς τον και κάνοντας μια μισοξεκολλημένη αφίσα να πέσει. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια, λες και, αν δεν τον κοιτούσα, θα με βοηθούσε να κρατηθώ ήρεμη. Μάταια όμως. «Όχι», ξαναείπα. Ο Νόα κατέβασε τα χέρια του στους ώμους μου και, όταν άνοιξα τα μάτια, τον είδα να με κοιτάζει με ένα ικετευτικό ύφος. «Άσε με», του είπα προσπαθώντας να τον σπρώξω μακριά μου. Το μόνο που προσευχόμουν εκείνη τη στιγμή ήταν να μη με φιλήσει, επειδή ήξερα πως δε θα αντιστεκόμουν. «Αυτή τη φορά μπορώ να το κάνω σωστά. Δε θα κρυβόμαστε». «Δε θέλω να είμαι μαζί σου», είπα ξεψυχισμένα. Εκείνος αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι του στο δικό μου. Κοκάλωσα. Δε φοβόμουν εκείνον. Τον εαυτό μου φοβόμουν. Με είχε σχεδόν αγκαλιάσει. Το μόνο που ήθελα να κάνω αυτή τη στιγμή ήταν να τον αφήσω να με κλείσει στην αγκαλιά του, να με φιλήσει. Όχι. Δεν έπρεπε να κάνω πίσω. Αν έκανα, δε θα ήμουν ποτέ σε θέση να δώσω ένα τέλος. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό στον Λι. «Νόα, σε παρακαλώ, απλά... σταμάτα». «Δεν μπορώ», είπε εκείνος και τραβήχτηκε για να με κοιτάξει. «Προσπάθησα, πίστεψέ με. Δεν ξέρω τι έχω πάθει μαζί σου. Με τρελαίνεις αυτή τη στιγμή, με σκοτώνεις. Σε χρειάζομαι». «Είπα όχι», επέμεινα και τον έσπρωξα με δύναμη στο στήθος, ξεγλιστρώντας κάτω από το χέρι του. «Νόα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Συγγνώμη, αλλά δε γίνεται». «Γιατί;» «Α... απλά... δε γίνεται». Και τότε χτύπησε το κουδούνι και με έσωσε. Οι διάδρομοι γέμισαν μαθητές που πήγαιναν στις τάξεις τους για την πρώτη ώρα. Ο Νόα δεν κουνήθηκε, αλλά ούτε κι εγώ. Δεν μπορούσα. «Πρέπει... πρέπει να φύγω», κατάφερα να πω και το έβαλα στα πόδια, τρέχοντας σαν τρελή μέσα στο πλήθος χωρίς να με νοιάζει αν θα πέσω πάνω σε κάποιον. Απλά έπρεπε να φύγω μακριά του. Όχι επειδή τον φοβόμουν. Τα συναισθήματά μου για εκείνον φοβόμουν. «Θες δηλαδή να μου πεις πως για τα δέκατα έβδομα γενέθλιά σου –α, όχι, περίμενε, συγγνώμη, για τα δέκατα έβδομα γενέθλιά μας– δεν έχεις ιδέα τι πάρτι θα σου άρεσε;» Γέλασα. «Δεν το έχω σκεφτεί ακόμη, αλλά κάτι θα βρούμε. Έχουμε μια ολόκληρη εβδομάδα μπροστά μας». Ο Λι αναστέναξε μελοδραματικά. «Και μετά λες ότι εγώ είμαι της τελευταίας στιγμής! Τι σκέφτεσαι να κάνουμε, λοιπόν; Τι θα έλεγες για μια μικρή γιορτούλα με τους κοντινούς φίλους μας μόνο και την οικογένεια;»


«Τους κοντινούς φίλους μας; Πλάκα κάνεις! Μιλάμε για τη μισή τάξη μας, άσε όλους εκείνους της τρίτης!» «Σωστά. Τι θα έλεγες τότε για μια μεγάλη γιορτή με τους κοντινούς φίλους μας και την οικογένεια; Ε; Ναι; Ναι; Οι δικοί μου είπαν πως μπορούμε να κλείσουμε ένα κλαμπάκι εκείνο το βράδυ». «Ωραία θα ήταν... αλλά θα είναι πολύ ακριβό...» «Καλά. Πάρτι στο σπίτι μου τότε;» «Μάλλον. Δεν έχουμε και πολλές επιλογές, έτσι δεν είναι;» Ο Λι και εγώ είχαμε αποφασίσει εδώ και μήνες πως θέλαμε να κάνουμε κάτι τόσο καλό, τόσο τέλειο, ώστε δε θα μπορούσε να το ξεπεράσει κανείς. Κι απ’ τη στιγμή που τα γενέθλιά μας έπεφταν ακριβώς μετά την τελευταία μέρα του σχολείου, το πάρτι μας αποτελούσε τα τελευταία χρόνια τη μεγάλη γιορτή για το τέλος της σχολικής χρονιάς. Και ειδικά φέτος, που όλοι οι τελειόφοιτοι φίλοι μας θα έφευγαν για το πανεπιστήμιο, θέλαμε να κάνουμε κάτι ακόμη μεγαλύτερο και καλύτερο απ’ ό,τι τα προηγούμενα χρόνια. Ήξερα πως ο Λι ήθελε ένα μεγάλο πάρτι και η αλήθεια είναι πως του το χρωστούσα. Είχα φερθεί τόσο εγωιστικά στο θέμα του Νόα, με το να μην πω τίποτα στον κολλητό μου γι’ αυτό, κάνοντας πράγματα πίσω απ’ την πλάτη του. Και τότε το βρήκα. «Θυμάσαι στην έκτη που κάναμε πάρτι μασκέ σ’ εκείνο τον παιδότοπο που έχει κλείσει τώρα;» «Ναι. Που εγώ είχα ντυθεί γάτος κι εσύ πριγκίπισσα του Ντίσνεϊ». «Ναι». «Και τι μ’ αυτό; Ω Θεέ μου, όχι. Ξέχνα το. Με τίποτα». «Ω, ναι». «Όχι». «Γιατί όχι; Θα έχει πολλή πλάκα!» «Σέλι, συνειδητοποιείς πόσο παιδιάστικο ακούγεται αυτό;» είπε γελώντας ο Λι και οι άκρες των ματιών του ζάρωσαν. «Το ξέρω, γι’ αυτό είναι τόσο καλό! Μόνο εμείς θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα τέτοιο πάρτι και να είναι απλά τέλειο. Πίστεψέ με». «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό;» «Αμέ». «Ας δώσουμε, λοιπόν, τα χέρια πριν αλλάξεις γνώμη». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και χαμογέλασα απλώνοντας τη γροθιά μου προς το μέρος του. Ο Λι γέλασε και χτύπησε τη γροθιά του στη δική μου. «Απ’ την έκτη δημοτικού έχουμε να το κάνουμε αυτό». «Κολλούσε στην περίσταση», αποκρίθηκα γελώντας. «Αλήθεια τώρα, θα κάνουμε πάρτι μασκέ;» «Εννοείται. Και θα πάμε ντυμένοι αδερφές Όλσεν». Ο Λι μού έδωσε γελώντας μια στο κεφάλι. Εγώ προσπάθησα να τον αποφύγω και κατέληξα στο γρασίδι. Ανασηκώθηκα και κάθισα οκλαδόν χαμογελώντας του. «Να ντυθούμε Πράγμα Ένα και πράγμα Δύο», μου πρότεινε εκείνος. «Δε βάφω τα μαλλιά μου μπλε», διαμαρτυρήθηκα και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο απλώθηκε στα


χείλη μου. «Όμως είμαι σίγουρη πως η Ρέιτσελ θα ήθελε πολύ να σε δει με κόκκινη ολόσωμη φορμίτσα...» «Όχι, όχι, το παίρνω πίσω», αναφώνησε ο Λι κουνώντας σαν τρελός το κεφάλι και τα χέρια. Έσκασα στα γέλια. «Τι θα έλεγες να το κάναμε την επόμενη Παρασκευή; Μετά την τελετή αποφοίτησης;» «Ναι, γιατί όχι; Τα γενέθλιά μας είναι την Κυριακή, οπότε... Άσε που αν μεθύσω, δε θέλω...» «Δε θέλω να έχω πονοκέφαλο ανήμερα των γενεθλίων μου», ολοκλήρωσε ο Λι την πρότασή μου. «Ούτε εγώ». «Ωραία. Λοιπόν, να αρχίσω να στέλνω μηνύματα σε όλους;» «Βασικά, σκεφτόμουν...» «Μπα, σκέφτεσαι κιόλας;» Γέλασα, αλλά κατάφερα να τον αγριοκοιτάξω και να καγχάσω με σαρκαστικό ύφος. «Χα, χα! Ήμουν έτοιμη να πω “ακριβώς το ίδιο πράγμα” πριν με διακόψεις τόσο αγενέστ...» Το κινητό του άρχισε να χτυπά. «Περίμενε λιγάκι», με διέκοψε ξανά επίτηδες. Εγώ απλά γέλασα. Έβγαλε το iPhone από την τσέπη του και άρχισε να στέλνει το μήνυμα σε καμιά πενηνταριά φίλους μας. Σκεφτήκαμε πως θα ήταν πιο εύκολο αργότερα να καλέσουμε κι άλλους, αν θέλαμε, παρά να ξεκαλέσουμε κόσμο. Ένιωσα το κινητό μου να δονείται μες στην τσέπη μου και το έβγαλα για να δω ποιος καλούσε. «Ποιος είναι;» ρώτησε ο Λι. «Ο Νόα». «Τι στο διάβολο θέλει πάλι;» είπε ο αδερφός του σηκώνοντας απότομα το βλέμμα απ’ το κινητό του. «Δεν του φτάνουν όσα σου έκανε ως τώρα;» Πάτησα το πλήκτρο «απασχολημένος» αγνοώντας την κλήση του Νόα. «Δε μου έκανε τίποτα, Λι...» «Μμ. Ίσως και να ’χεις δίκιο. Απλώς πιστεύω πως δεν είναι αρκετά καλός για σένα, Ελ, αυτό είναι όλο. Προσπαθώ να σε προστατέψω. Τον ξέρω τον αδερφό μου». «Κι εγώ νομίζεις πως δεν τον ξέρω; Ποτέ δε μου φέρθηκε άσχημα, Λι». «Ποτέ δε σου φέρθηκε και όπως σου αξίζει, όμως», διαφώνησε εκείνος. «Τέλος πάντων», είπε αναστενάζοντας. «Δε θέλω να τσακωθούμε άλλο γι’ αυτό το θέμα. Λοιπόν. Τι θα ντυθούμε στο πάρτι μας;» «Έλα, μην ανησυχείς γι’ αυτό», είπα με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μας έχω την τέλεια λύση».


Κεφάλαιο 22

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ , τις ώρες που δεν είχα μάθημα, έτρεχα πέρα δώθε παίρνοντας τηλέφωνα για να βεβαιωθώ πως όλα ήταν στην εντέλεια για τη θερινή χοροεσπερίδα της επόμενης μέρας. Ήμουν τόσο στρεσαρισμένη, ώστε δε σκέφτηκα στιγμή τον Νόα. Η Ρέιτσελ, η Μέι, η Λίζα κι εγώ είχαμε κανονίσει να πάμε σε εκείνο το μικρό σπα το Σάββατο για να φτιάξουμε τα μαλλιά και τα νύχια μας. Εκεί δούλευε η μητέρα της Λίζας, οπότε θα είχαμε έκπτωση. Ένιωθα τόσο εκτός κλίματος... Όλα τα κορίτσια μιλούσαν ακατάπαυστα για τους συνοδούς τους. Πόσο πολύ ταίριαζε η γραβάτα του ενός με το φόρεμα της άλλης, πόσο σέξι ήταν με το σμόκιν του ο τάδε, πώς αυτός με τον οποίο ήταν κολλημένη τής ζήτησε να πάνε μαζί... Κι εγώ μπουκάλα. Θα πήγαινα μόνη. Δεν μπορούσα να ζητήσω από κάποιο απ’ τα παιδιά να πάμε μαζί, γιατί είχαν όλοι τους συνοδούς. Θα πρέπει να ήμουν το μοναδικό άτομο στο σχολείο που δεν είχε. «Μπορούμε να πάμε όλοι μαζί, σαν παρέα, ε, τι λες;» ρώτησε η Λίζα την Παρασκευή στο μεσημεριανό, όταν έκανα ένα δωδεκάλεπτο διάλειμμα για να φάω κάτι. Εκείνη θα πήγαινε με τον Καμ, ο Ντίξον με τη Μέι, ενώ ο Γουόρεν με μια κοπέλα απ’ το μάθημα της Ιστορίας που δεν την ήξερα πολύ καλά. «Ναι», συμφώνησε ο Λι. «Έτσι, δε θα είσαι μόνη σου». «Μια χαρά, Ελ, είδες;» προσπάθησε να με πείσει ο Ντίξον. «Ε, κι εσύ... απέρριψες πολλές προτάσεις», είπε διστακτικά ο Καμ. «Δεν τις απέρριψα εγώ. Εκείνος τις απέρριπτε κάθε φορά για μένα». Δε χρειάστηκε να διευκρινίσω για ποιον μιλούσα, φυσικά. «Μια και το ’φερε η κουβέντα, ο αδερφός σου θα έρθει στο χορό, Λι;» τον ρώτησε η Ρέιτσελ. «Δεν ξέρω. Καρφί δε μου καίγεται τι θα κάνει». Η Ρέιτσελ κι εγώ κοιταχτήκαμε ξέροντας και οι δυο μας πως, στην πραγματικότητα, τον ένοιαζε. Ωστόσο καμιά μας δεν είπε κάτι. Παρόλο που θα νοικιάζαμε όλοι μαζί λιμουζίνα και θα πηγαίναμε παρέα, εγώ θα ήμουν και πάλι μόνη. Έτριψα το μέτωπό μου. Θα μπορούσα να ρίξω το φταίξιμο στον Νόα, να προσπαθήσω να θυμώσω με τον εαυτό μου επειδή τον άφησα να πει σε όσους μου ζήτησαν να με συνοδεύσουν πως δε θα πήγαινα μαζί τους. Ήξερα, όμως, για ποιο λόγο δεν είχα τσακωθεί μαζί του. Ήξερα πολύ καλά. Επειδή νόμιζα πως θα πηγαίναμε μαζί, απ’ τη στιγμή που ο χορός ήταν μασκέ. Ήλπιζα πως θα ήταν εκείνος ο συνοδός μου. Και πράγματι μου είχε ζητήσει να με συνοδεύσει εκείνο το απόγευμα στο γκαράζ. Όχι με πολλά πολλά λόγια, αλλά με το δικό του, ξεχωριστό τρόπο. Τώρα όμως αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί. Και πόσες πιθανότητες είχα να μου ζητήσει κάποιος να πάμε μαζί, απ’ τη στιγμή που ο χορός ήταν αύριο; Καμία.


Τα μαλλιά μου ήταν ήδη τέλεια ισιωμένα, απαλά και στιλπνά. Είχα κάνει γαλλικό μανικιούρ και αφιέρωσα την τελευταία μισή ώρα στο μακιγιάζ μου ακολουθώντας μερικές «επαγγελματικές» οδηγίες που βρήκα στο Ίντερνετ. Όχι πως υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο. Η μάσκα θα κάλυπτε έτσι κι αλλιώς το μισό μου πρόσωπο. Το έκανα περισσότερο για να το κάνω. Το φόρεμα έδειχνε υπέροχο τώρα που είχα ντυθεί κανονικά. Το σκούρο λαχανί έκανε το δέρμα μου να λάμπει και τα καστανά μάτια μου να αστράφτουν κάτω απ’ τη μάσκα μου. Το ύφασμα θρόιζε ανάλαφρα γύρω από τους γοφούς μου σε κάθε μου κίνηση. Τα ασημένια πέδιλα ταίριαζαν τέλεια με τις χάντρες του φορέματος και της μάσκας. Ήμουν πολύ ωραία. Ένιωθα πολύ ωραία! Για πρώτη φορά έπειτα από πάρα πολύ καιρό ένιωθα φυσιολογικά. Λες και όλο εκείνο με τον Νόα δεν είχε συμβεί ποτέ. Αφού θα εμφανιστώ που θα εμφανιστώ μόνη, ας είμαι τουλάχιστον υπέροχη, σκέφτηκα με πείσμα. Και τότε θυμήθηκα τι γινόταν συνήθως στη θερινή χοροεσπερίδα. Ναι, μπορεί να πήγαινα μαζί με τα παιδιά με τη λιμουζίνα, αλλά δε θα έβγαζα ποτέ φωτογραφία στην αίθουσα χορού με τον συνοδό μου, ούτε ο πατέρας μου θα επέμενε να τραβήξει φωτογραφίες πριν φύγουμε ντροπιάζοντάς με... Μπορεί να είχα ετοιμαστεί κατάλληλα για το χορό, ξαφνικά όμως δεν ένιωθα και τόσο έτοιμη. Αναστέναξα και τότε άκουσα το κουδούνι να χτυπά. Έπιασα το ασημένιο τσαντάκι μου και κοιτάχτηκα για μια τελευταία φορά στον καθρέφτη. Είχαν έρθει νωρίς, αλλά τουλάχιστον ήμουν έτοιμη. «Ελ, ήρθαν», φώναξε ο πατέρας μου πηγαίνοντας ν’ ανοίξει την πόρτα. «Ναι», απάντησα. Ξεκίνησα για να κατέβω τη σκάλα. Στο κεφαλόσκαλο έχωσα το κεφάλι μου στο δωμάτιο του Μπραντ. «Τα λέμε, ε;» Εκείνος σταμάτησε να παίζει και με κοίταξε. «Ουάου! Καιρός ήταν». «Καιρός για τι;» greekleech.info «Για να σουλουπωθείς λιγάκι», είπε ο αδερφός μου, αλλά χαμογέλασε με εκείνο τον γλυκό, κουτσοδόντικο τρόπο των δεκάχρονων, ώστε δε γινόταν να μην του το ανταποδώσω. Πήγα κοντά του και του ανακάτωσα τα μαλλιά. «Έλα, ξεκόλλα! Μη γίνεσαι σπαστικιά!» Ξαναγέλασα και τον αποχαιρέτισα. Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά και τότε μια φωνή με έκανε να σταματήσω απότομα. «...Θέλω να της μιλήσω». «Δε θέλει εκείνη. Καλύτερα να φύγεις». «Όχι αν δεν της μιλήσω πρώτα». «Είπα όχι. Ξεκουμπίσου τώρα απ’ το σπίτι μου πριν φωνάξω την αστυνομία». Ο Νόα όμως προσπάθησε να μπει και ο πατέρας μου άρχισε να τον σπρώχνει έξω. Ένας περίεργος ήχος ξέφυγε απ’ τα χείλη μου. Δεν ήταν καν λέξη παρά μια αλλόκοτη τσιρίδα που έκανε και τους δυο τους να σταματήσουν και να γυρίσουν για να με κοιτάξουν. «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» ρώτησα εκνευρισμένη τον Νόα και κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά,


πιασμένη από το κάγκελο για να μη σκοντάψω με τα τακούνια μου. «Νόα, τι στο διάβολο γυρεύεις εδώ πέρα;» «Μόλις έφευγε...» είπε ο πατέρας μου όσο απειλητικά μπορούσε να μιλήσει ένας εκνευρισμένος γονιός. Μέχρι και ο Νόα έκανε ένα ανεπαίσθητο βήμα προς τα πίσω. Μπορεί να φοβήθηκε ή, τουλάχιστον, να ένιωσε άβολα. Απέμεινα να τον κοιτάζω περιμένοντας να μου απαντήσει. Και τότε τον παρατήρησα καλύτερα. Φορούσε λευκό πουκάμισο και λεπτή πράσινη γραβάτα, δεμένη κάπως πρόχειρα. Είχε συνδυάσει το μαύρο σμόκιν με τις σήμα κατατεθέν μαύρες μπότες του, οι οποίες, κατά περίεργο τρόπο, έκαναν το σύνολο πολύ σέξι. Τα μαύρα μαλλιά του έπεφταν σχεδόν μες στα μάτια του και φαινόταν λιγάκι αναμαλλιασμένος και ξεχτένιστος. «Ήρθα να σου μιλήσω», είπε τρίβοντας αμήχανος το σβέρκο του. Αναστέναξα και γύρισα να κοιτάξω τον πατέρα μου. «Μας δίνεις ένα λεπτάκι;» «Καλά», αποκρίθηκε εκείνος έπειτα από μια μεγάλη παύση. «Αν απλώσεις έστω και το μικρό σου δαχτυλάκι πάνω της, σου ορκίζομαι...» είπε και σήκωσε απειλητικά το δάχτυλό του στον Νόα. «Μπαμπά!» φώναξα κάνοντάς του νόημα να πάει στην κουζίνα. Εκείνος αγριοκοίταξε για άλλη μια φορά τον Νόα και έφυγε. Από τον πάνω όροφο ακουγόταν ακόμη η μουσική από το βιντεοπαιχνίδι του Μπραντ. Δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν κάτω. Γύρισα και είδα τον Νόα να φεύγει. «Τι κάνεις; Νόμιζα πως ήθελες να μιλήσουμε». «Σου το ’πα, Ελ. Αυτή τη φορά θα το κάνω σωστά». Και μ’ αυτά τα λόγια έκλεισε την εξώπορτα πίσω του. Απέμεινα να κοιτάζω σαστισμένη την πόρτα για ένα ολόκληρο λεπτό, νιώθοντας κάτι παραπάνω από χαμένη. Και τότε χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα χωρίς να έχω καταλάβει ακόμη τι γίνεται. Και, φυσικά, ήταν ο Νόα. Με ένα λευκό κορσάζ με κρινάκια στα χέρια. Γονατισμένος στο ένα πόδι του. «Τι κάνεις;» είπα γελώντας αμήχανα. «Ελ Έβανς, θα με συνοδεύσεις στη θερινή χοροεσπερίδα;» Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ, ειλικρινά δεν μπόρεσα. Έσκασα στα γέλια. Μόλις όμως τον είδα να με αγριοκοιτάζει, σοβάρεψα και δάγκωσα με δύναμη τα χείλη μου. Σοβαρά τώρα, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τον Νόα Φλιν, τον υποτιθέμενο γυναικά και μεγαλύτερο μάγκα του σχολείου, να ζητά γονατιστός μπροστά από την πόρτα κάποιας να τη συνοδέψει στο χορό; Ήταν τόσο σουρεάλ, ώστε ήταν απλά για γέλια. «Σοβαρά μιλάς;» «Ναι. Λοιπόν, θα έρθεις μαζί μου;» Δίστασα. Η χειρονομία του ήταν τόσο γλυκιά, ώστε ήθελα τόσο πολύ να πω ναι. Ήξερα όμως πως δεν έπρεπε. Θα ήταν πολύ λανθασμένη απόφαση να δεχτώ. Θα το μετάνιωνα, αλλά το ίδιο θα συνέβαινε κι αν αρνιόμουν... Ο Νόα σηκώθηκε και με κοίταξε με ένα τόσο δα χαμόγελο στα χείλη, από εκείνα τα υπέροχα, σπάνια, μεταδοτικά χαμόγελά του που σχημάτιζαν αυτό το λακκάκι στο αριστερό του μάγουλο. «Έλα, Σέλι, δώσε μου μια ευκαιρία. Αφού βλέπεις πως προσπαθώ. Ξέρω πως φέρθηκα σαν βλάκας και σε πλήγωσα, έκανα και είπα πολλά για τα οποία έχω μετανιώσει και... Προσπαθώ να επανορθώσω. Θα έρθεις μαζί μου στο χορό, σε παρακαλώ;» Άπλωσε τα κρινάκια προς το μέρος μου. Έστρεψα το βλέμμα στα υπέροχα, μυρωδάτα


λουλούδια και μετά στο πρόσωπό του. Είχε ακόμη εκείνο το χαμόγελο και μια ελπιδοφόρα λάμψη στα γαλανά μάτια του. Πώς να πεις όχι σε ένα τέτοιο πρόσωπο; «Δεν... δεν ξέρω...» ψέλλισα. «Δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα». «Ξέχνα τι πιστεύουν όλοι οι άλλοι και τι θα πει ο κόσμος. Εσύ τι θέλεις;» «Δε γίνεται. Θέλω να πω, δεν πρέπει...» «Ξέχνα ποιο είναι το σωστό. Εσύ τι θέλεις;» Τον κοίταξα. Εννοείται πως ήξερα τι ήθελα να κάνω. Η λογική μου όμως υπαγόρευε το αντίθετο. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω, ποιο ήταν το σωστό, τι ήθελαν όλοι οι άλλοι να κάνω. «Σέλι», επέμεινε ο Νόα προσφέροντάς μου ξανά το κορσάζ για τον καρπό. Πήρα βαθιά ανάσα και έκλεισα για λίγο τα μάτια. Αυτό ήταν. Ή όλα ή τίποτα. Ή τώρα ή ποτέ. Θα πήγαινα κόντρα στο ένστικτό μου και σε όλες τις αισθήσεις μου που μου φώναζαν όχι... «Ναι, Νόα, θα έρθω μαζί σου στο χορό», είπα κι άπλωσα το χέρι μου. Ο Νόα γέλασε ξεφυσώντας. «Σοβαρά;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και τον κοίταξα στα μάτια. Ένα τεράστιο χαμόγελο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ σε εκείνον απλώθηκε στα χείλη του. Μου φόρεσε το κορσάζ στον καρπό. «Έφερες μάσκα;» ρώτησα αρνούμενη να ακούσω την πεισματάρικη φωνή της λογικής μου. «Είναι μασκέ ο χορός». «Ναι», απάντησε εκείνος και αναποδογύρισε με ένα χαμογελάκι τις κόρες των ματιών του, σαν να έλεγε: Εννοείται, για χαζό με πέρασες; «Α, εντάξει». Μου ξαναχαμογέλασε και το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να του το ανταποδώσω. «Θα πρέπει να είμαι πολύ χαζή που συμφώνησα να έρθω μαζί σου στο χορό». «Πράγματι. Έτοιμη;» «Ε, μισό λεπτό», είπα και πήγα στην κουζίνα αφήνοντας τον Νόα στην πόρτα. Μόλις μπήκα μέσα, ο πατέρας μου ίσα που πρόλαβε να τρέξει πίσω στην καρέκλα του και καμώθηκε πως κοίταζε το πρόγραμμα της τηλεόρασης για να μη φανεί πως κρυφάκουγε. «Μη θυμώσεις», του είπα σιγανά ελπίζοντας πως δε θα τον απογοήτευα πολύ. «Δεν έχω θυμώσει... Απλώς πιστεύω πως δεν είναι σωστή απόφαση», αποκρίθηκε εκείνος κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Ύστερα απ’ όλα όσα πέρασες με τον Λι...» «Το ξέρω», είπα ήρεμα, «αλλά...» Ο πατέρας μου βαριαναστέναξε, έβγαλε τα γυαλιά του και πίεσε τα δάχτυλά του πάνω στα κλειστά του βλέφαρα. «Μάλιστα. Υπάρχει και “αλλά”. Τέλεια. Και πάνω που νόμιζα...» «Γονάτισε μπροστά μου για να μου ζητήσει να πάω μαζί του. Πιστεύω πως το έχει μετανιώσει ειλικρινά». «Μμ», μουρμούρισε εκείνος έχοντας προφανώς διαφορετική άποψη. «Ή απλά τον ενδιαφέρει μόνο ένα πράγμα». «Μπαμπά! Έλα τώρα! Ένας χορός είναι», είπα σιγανά. «Αυτό δε σημαίνει πως θα... τα ξαναβρούμε ή τίποτα τέτοιο». «Το ότι συμφώνησες να πας μαζί του λέει πολλά, Ελ. Κοίτα, κάνε αυτό που νομίζεις, αλλά πρόσεχε. Δε θέλω να πληγωθείς. Ή να μείνεις έγκυος», πρόσθεσε ο πατέρας μου με αυστηρό ύφος. «Ναι, μπαμπά», είπα με ύφος ανυπόμονης έφηβης. «Σοβαρολογώ, μικρή. Κάνε αυτό που θες, αυτό που αισθάνεσαι. Δεν μπορώ να σε σταματήσω, αλλά πραγματικά πιστεύω πως δεν είναι σωστό».


«Δεν ξέρω τι να κάνω», παραδέχτηκα αναστενάζοντας και ξαφνικά ένιωσα σαν να ήμουν και πάλι εφτά χρονών και όχι σχεδόν δεκαεφτά. Έτσι, έκανα ό,τι θα έκανε οποιοδήποτε ευάλωτο κοριτσάκι στη θέση μου. Αγκάλιασα τον πατέρα μου. «Θα τη βρεις την άκρη, μην ανησυχείς», είπε εκείνος κι ανταπέδωσε την αγκαλιά. «Το ελπίζω». Ο πατέρας μου σιγογέλασε και με σήκωσε όρθια. «Κοίτα τι όμορφη που είσαι, Ελ. Πότε μεγάλωσε το κοριτσάκι μου;» Του χάρισα ένα χαμόγελο. «Είσαι υπέροχη. Και θα τη βρεις την άκρη, το ξέρω». «Με κάνει ευτυχισμένη, μπαμπά, αλήθεια». Εκείνος μου έσκασε ένα ξεφτισμένο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που ξαφνικά τον έκανε να δείχνει μεγαλύτερος. Του χάρισα κι εγώ ένα αδύναμο χαμόγελο και βγήκα στο διάδρομο όπου με περίμενε ο Νόα. Φαινόταν κάπως αμήχανος. Δεν είχα ιδέα πως ο πατέρας μου με ακολούθησε, μέχρι που μίλησε. «Μάλιστα... Αφού θα πάει τελικά το κοριτσάκι μου στο χορό, πρέπει να βγάλω καμιά φωτογραφία, υποθέτω». Σήκωσε τη φωτογραφική και μου έκανε νόημα να σταθώ δίπλα στον Νόα. Έσυρα το βήμα μου δίπλα του νιώθοντας πολύ αμήχανα. Ο Νόα με τράβηξε κοντά του και τύλιξε τα χέρια του γύρω μου. Σε μια στιγμή χαλάρωσα. Ένιωθα τόσο όμορφα στην αγκαλιά του. Ο πατέρας μου έβγαλε κάνα δυο φωτογραφίες. «Λοιπόν, άκου», είπε στον Νόα. «Δε μου αρέσει καθόλου όλο αυτό, αλλά αφού το θέλει η Ελ, τότε θα το ανεχτώ – προς στιγμήν τουλάχιστον. Όμως αν κάνεις κάτι –και όταν λέω κάτι, εννοώ οτιδήποτε– και την πληγώσεις, τότε θα εύχεσαι να μην είχες πατήσει ποτέ το πόδι σου εδώ μέσα απόψε. Το ’πιασες;» «Μάλιστα», απάντησε ο Νόα με έναν απίστευτα ειλικρινή και ευγενικό τρόπο. «Εντάξει τότε. Καλά να περάσετε». «Γεια σου, μπαμπά», είπα. Του έσκασα ένα εμψυχωτικό χαμόγελο κι εκείνος απλώς ανασήκωσε δύσπιστα τους ώμους. Έκλεισα την πόρτα και ο Νόα, με το χέρι ακόμη γύρω από τη μέση μου, με οδήγησε στο αμάξι. «Περίμενε», είπα και σταμάτησα. «Το ξέρει ο Λι αυτό; Του το είπες;» «Όχι. Γιατί; Τόσο πολύ έχει σημασία; Του το λες μετά», αποκρίθηκε ο Νόα, αλλά χαμήλωσε το βλέμμα του στο έδαφος. «Υποτίθεται πως θα περνούσαν να με πάρουν με τη λιμουζίνα...» «Στείλ’ τους μήνυμα και πες τους πως έφυγες. Ή πως κάτι έγινε και θα τους βρεις εκεί αργότερα. Δεν ξέρω. Αν θες, πες τους πως είσαι μαζί μου». «Θα πω πως δε μου πέτυχε το μακιγιάζ και θα αργήσω», αποφάσισα και άρχισα να γράφω στον Λι. Μόλις φύγαμε από το σπίτι του Ντίξον. Ευχαριστώ για την ενημέρωση. Τα λέμε εκεί, απάντησε εκείνος. Αυτό ήταν το ωραίο που ο καλύτερός μου φίλος ήταν αγόρι: Ούτε να μου πει πόσο λυπόταν, ούτε να αρχίσει να με ρωτά ανήσυχος αν χρειαζόμουν βοήθεια ή τι ακριβώς έγινε. Απλώς το αποδέχτηκε χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Ένιωσα απαίσια που του έλεγα ψέματα, ακόμη κι αν ήταν μέσω μηνύματος. Βαθιά μέσα μου είχα μια φρικτή, δυσοίωνη αίσθηση πως η ιστορία επαναλαμβανόταν: τα ψέματα, οι κρυφές συναντήσεις, τα πισώπλατα μαχαιρώματα... Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως


το έκανα αυτό τόσο πρόθυμα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως δε γινόταν να του στείλω μήνυμα λέγοντάς του: Μην κάνεις τον κόπο να περάσεις να με πάρεις. Θα πάω με τον Νόα τελικά. Ναι, καλά. Έπρεπε να του μιλήσω από κοντά. Να του δώσω να καταλάβει. Να του εξηγήσω τα πάντα. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος. Τέρμα τα ψέματα. Αυτό ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω. Του άξιζε κάτι περισσότερο από ένα μήνυμα ή κι από ένα τηλέφωνο. Ο Νόα πήγε απ’ την πλευρά του συνοδηγού και για μια στιγμή αναρωτήθηκα τι έκανε. Λες να με άφηνε να οδηγήσω; Δεν επέτρεπε σε κανέναν να αγγίξει το αμάξι του χωρίς να τον ρωτήσει πρώτα. Όχι πως ο Λι ήταν καλύτερος. Ούτε εκείνος με άφηνε να οδηγώ το αμάξι του. (Μια τόση δα γρατσουνίτσα είχα κάνει στο αμάξι του πατέρα μου και αμέσως να με στιγματίσουν για μια ολόκληρη ζωή!) Ο Νόα όμως μου άνοιξε την πόρτα. Ήταν τόσο αβρή χειρονομία, ώστε αναρωτήθηκα μήπως δεν έβλεπα καλά. «Ευχαριστώ...» είπα διστακτικά και μπήκα στο αμάξι. Εκείνος έκλεισε την πόρτα μου και κάθισε έπειτα στη θέση του οδηγού ξεκινώντας για το Royal. Ήταν κάνα εικοσάλεπτο δρόμος και δεν είχα ιδέα πώς να γεμίσω αυτό το χρόνο χωρίς να γίνουν τα πράγματα μεταξύ μας αμήχανα. Υπήρχε όμως κάτι που ήθελα πολύ να τον ρωτήσω. «Λοιπόν, τι λες να κάνουμε; Θα εμφανιστούμε έτσι απλά μαζί, δείχνοντας στους πάντες πως είμαστε... εε... ό,τι κι αν είμαστε, τέλος πάντων;» Δεν ήθελα να πω «ζευγάρι», σε περίπτωση που δεν πίστευε κάτι τέτοιο για μας. Ο Νόα αναστέναξε. «Κοίτα, θα σ’ το πω ξεκάθαρα, Ελ. Μου αρέσει να είμαι μαζί σου. Νοιάζομαι πολύ για σένα – περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, ίσως. Οπότε... Δε θέλω να σε ξαναχάσω. Προσπαθώ να επανορθώσω, απ’ ό,τι βλέπεις, αλλά θα το καταλάβω αν θες να μείνουμε... ξέρεις, όπως ήμασταν». «Οπότε;» «Οπότε, αυτό που προσπαθώ να πω είναι... πως εσύ αποφασίζεις τι θες να κάνουμε». Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, ώστε δεν άκουσα και καλά τι είπε στη συνέχεια. «Αν εσύ θες, ξέρεις... να είμαστε... ζευγάρι...» Γύρισα και τον κοίταξα εξεταστικά: από τα μάτια του, που ήταν καρφωμένα στην πινακίδα του Stop μπροστά μας, μέχρι τα δάχτυλά του, σφιγμένα γύρω απ’ το τιμόνι. Φαινόταν τόσο... Μόνο η λέξη «ευάλωτος» μπορούσε να περιγράψει αυτή τη στιγμή την κατάστασή του. Μου είχε πει για ποιο λόγο δεν είχε ποτέ του κοπέλα. Επειδή καμιά δεν ήθελε να τα φτιάξει με κάποιον που έμπλεκε συνεχώς σε καβγάδες. Και δεν τις κατηγορούσα. Όμως... ο Νόα είχε αδιαμφισβήτητα και μια πολύ, μα πάρα πολύ γλυκιά και στοργική πλευρά. Όπως απόψε που εμφανίστηκε στην πόρτα μου ή που μου άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. Ο Λι θα με μισήσει γι’ αυτό... «Θέλω να μιλήσω μαζί του πρώτα», είπα. «Δε γίνεται να του το ανακοινώσω έτσι απλά». Τα μάτια του Νόα φωτίστηκαν καθώς γύρισε για να με κοιτάξει. Ένα χαμόγελο –όχι αυτάρεσκο– σχηματίστηκε στα χείλη του. «Αλήθεια;» «Ναι, ναι, αλήθεια», αποκρίθηκα γελώντας. Ξέραμε και οι δυο μας ποια ήταν η πραγματική μου απάντηση. Όμως ήθελα πρώτα να σιγουρευτώ πως δε θα έχανα τον καλύτερό μου φίλο με αυτή την επιλογή. Κανένας, ούτε καν ο Νόα,


δεν άξιζε κάτι τέτοιο. Δε μου δόθηκε ευκαιρία να πω τίποτ’ άλλο, επειδή ο Νόα έσκυψε γρήγορα κοντά μου και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί λίγο πριν ανάψει το πράσινο. Ήταν πολύ πιο γρήγορο απ’ όσο θα ’θελα, παρ’ όλα αυτά έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει δυνατά. Ο Νόα μού έπιασε το χέρι πλέκοντας τα δάχτυλά του στα δικά μου. Ήταν τόσο φυσιολογικό, τόσο αβίαστο, σαν να είχαμε πλαστεί ο ένας για τον άλλον, ακόμη και αν τα πάντα στις προσωπικότητες και στις συνήθειές μας έδειχναν το αντίθετο. Περάσαμε την υπόλοιπη διαδρομή σχεδόν αμίλητοι. Μόνο που δεν ήταν αμήχανη σιωπή, όπως στις περιπτώσεις που αναρωτιέσαι αν πρέπει να ξεκινήσεις μια συζήτηση. Ήταν ωραία σιωπή. Από αυτές στη διάρκεια των οποίων απλά απολαμβάνεις την παρέα του άλλου. Δεν απείχαμε πολύ από το ξανοδοχείο. Είχε λίγη κίνηση όμως: το όχημα της πυροσβεστικής, τα δύο περιπολικά, οι λιμουζίνες, τα πολυτελή αμάξια και οι Rolls-Royce, οι δυο τρεις άμαξες, για να μη μιλήσουμε για όλους εκείνους που είχαν έρθει με τα αμάξια τους. «Και καλά, για τις λιμουζίνες το καταλαβαίνω», είπε ο Νόα. «Αλλά άμαξες; Είναι απλά τρελό. Δε θα έρθει και ο πρωθυπουργός! Είναι πεταμένα λεφτά». Γέλασα. Μόλις είχα σκεφτεί πάνω κάτω το ίδιο πράγμα. Έστρωσα το φόρεμα με τις παλάμες μου και έβγαλα ένα καθρεφτάκι για να φρεσκάρω το κραγιόν μου. Ένιωσα τα μάτια του πάνω μου και στράφηκα για να τον κοιτάξω. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα». «Όχι, σοβαρά, τι έγινε;» επέμεινα και κοιτάχτηκα στο καθρεφτάκι προσπαθώντας να δω αν είχα κραγιόν στα δόντια μου. «Τίποτα. Είσαι πολύ όμορφη». «Α! Ευχαριστώ. Δεν είναι απίστευτο που η γραβάτα σου πάει τόσο πολύ με το φόρεμά μου;» «Ναι», συμφώνησε εκείνος και κατέβασε το βλέμμα στη γραβάτα σαν να ήθελε να επιβεβαιωθεί. «Θυμόμουν που είχες πει ότι το φόρεμά σου ήταν πράσινο και αυτή ήταν η μία και μοναδική πράσινη γραβάτα χωρίς φοίνικες που μπόρεσα να βρω στο εμπορικό κέντρο». Χαμογέλασα στην αντανάκλασή μου συνεχίζοντας να τσεκάρω το μακιγιάζ μου. «Ειλικρινά, Ελ, άσ’ το κάτω αυτό. Είσαι ήδη υπέροχη». Υπέροχη... «Αλήθεια;» ρώτησα ανήμπορη να κρύψω το πλατύ χαμόγελό μου. «Ναι, ναι, αλήθεια», απάντησε εκείνος γελώντας. Τα αμάξια κινούνταν πιο άνετα τώρα που οι λιμουζίνες άρχιζαν να σκορπίζονται και προχωρήσαμε λίγα μέτρα ακόμη. «Α, κοίτα, η λιμουζίνα σας». Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα στο σημείο που μου έδειχνε ο Νόα. Μια μαύρη SUV λιμουζίνα ήταν παρκαρισμένη έξω από την είσοδο του ξενοδοχείου. Αναγνώρισα αμέσως τον Λι να βγαίνει αγκαζέ με τη Ρέιτσελ και τους υπόλοιπους να ακολουθούν. Καθώς φορούσαν όλοι τους μάσκες, ήταν κάπως δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιοι ήταν. Θα μπορούσες πολύ εύκολα να τους μπερδέψεις. Άσε που πολλά αγόρια είχαν απλές μάσκες, που ήταν σχεδόν ολόιδιες. Ίσως και να μη μας αναγνώριζε κανείς, εκτός από τον Λι, φυσικά. Ίσως και να μην κατέληγα περικυκλωμένη από ορδές κοριτσιών που θα ήθελαν να μάθουν γιατί με συνόδευε ο Νόα Φλιν. Κατά ένα μέρος ήλπιζα να μη μας αναγνωρίσουν. Αυτό θα έκανε τη βραδιά μου πολύ πιο


εύκολη. Σταματήσαμε μπροστά απ’ το ξενοδοχείο, όπου ένας παρκαδόρος περίμενε να πάρει το αμάξι. Ο Νόα έτρεξε αμέσως απ’ την άλλη για να μου ανοίξει την πόρτα. Ούτε που είχα παρατηρήσει ότι είχε φορέσει τη μάσκα του. Ήταν μαύρη με μεταλλικά γκρι τρουκς στην πάνω πλευρά και κάλυπτε τουλάχιστον το μισό πρόσωπό του. Ο Νόα έδωσε τα κλειδιά στον παρκαδόρο και πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση μου για να με οδηγήσει στην είσοδο. greekleech.info Ένιωθα πως ο κόσμος μάς κοιτούσε ήδη, προσπαθώντας να καταλάβει ποιοι ήμασταν. Και, να φανταστείς, δεν είχαμε μπει ακόμη μέσα. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος και άκουγα την ανάσα μου να γίνεται όλο και πιο κοφτή. «Ηρέμησε», μου ψιθύρισε ο Νόα στ’ αφτί, με την ανάσα του να μου γαργαλάει το μάγουλο. «Όλα μια χαρά θα πάνε, σου τ’ ορκίζομαι». «Ελπίζω να έχεις δίκιο...»


Κεφάλαιο 23

ΤΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ είχαν σχηματίσει μια μικρή ουρά στον έναν τοίχο της σάλας, περιμένοντας να βγάλουν φωτογραφία κάτω από την υπέροχη αψίδα από λουλούδια. Ο Νόα με οδήγησε στην ουρά και εγώ του έσκασα ένα χαμόγελο. Απ’ ό,τι φαινόταν, τελικά θα έβγαζα φωτογραφία με τον συνοδό μου. Οι φινετσάτοι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι έδιναν στην αίθουσα μια ζεστή λάμψη, ακτινοβολώντας πάνω στο χρυσό που πλαισίωνε τους τοίχους, τις κολόνες και το ταβάνι. Το μαρμάρινο πάτωμα ήταν διάστικτο από τις σκιές των παιδιών που χόρευαν. Το ταβάνι κατέληγε σε έναν ψηλό τρούλο, ενώ στον έναν τοίχο υπήρχε ένα μπαρ. Μικρά στρογγυλά τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα και συνθέσεις με λουλούδια ήταν στημένα στις άκρες της αίθουσας. Η μπάντα έπαιζε σε μια χαμηλή εξέδρα στην άλλη άκρη. Με λίγα λόγια, το αποτέλεσμα ήταν απλά τέλειο. Απίστευτα πανέμορφο και άψογο. Ήμουν περήφανη που είχα προτείνει να στήσουμε εκείνη την αψίδα από λουλούδια για τις φωτογραφίες. Ήταν πολύ ρομαντικό τελικά. «Είναι υπέροχα, ε;» είπα στον Νόα με ένα πλατύ χαμόγελο. «Ναι», συμφώνησε εκείνος και κοίταξε γύρω του όπως κι εγώ. «Οι επόμενοι;» είπε ο φωτογράφος και πλησιάσαμε για να σταθούμε κάτω από τον προβολέα του. Ένιωθα κάπως αμήχανα ξέροντας πως ο κόσμος μάς κοιτούσε. Ο λόγος βέβαια ήταν το ότι βγάζαμε φωτογραφία. Σε μισό λεπτό οι πάντες θα εστίαζαν την προσοχή τους στο επόμενο ζευγάρι. Αυτή τη στιγμή όμως απλώς περίμενα κάποιον να φωνάξει: «Θεέ μου! Η Ελ με τον Φλιν;» «Ε, χαλάρωσε», μου ψιθύρισε στο αφτί ο Νόα κάνοντάς με να πεταχτώ ξαφνιασμένη. «Συγγνώμη, απλώς είμαι λιγάκι... στην τσίτα». Μου χάρισε το υπέροχο σέξι χαμογελάκι του, με αποτέλεσμα να χαλαρώσω λίγο. Έτσι, στράφηκα προς το φωτογράφο και ο Νόα στάθηκε πίσω μου, με τα δύο χέρια γύρω από τη μέση μου και τυλιγμένα μέσα στα δικά μου. Χαμογέλασα στο φακό και το φλας σχεδόν με τύφλωσε, και τότε... «Οι επόμενοι;» Κι έτσι απλά σταματήσαμε να είμαστε στο επίκεντρο της προσοχής. «Διψάς;» «Ε, ν... ναι». «Πάω να φέρω κάτι να πιούμε». «Εντάξει». Δεν πέρασαν ούτε τέσσερα δευτερόλεπτα που είχε φύγει από δίπλα μου και μπροστά μου εμφανίστηκε ο άλλος αδερφός Φλιν. Να πάρει. Λες να με είχε δει με τον Νόα; Λες να μας είχε δει κανένας να μπαίνουμε μέσα μαζί; Ο Λι δε φαινόταν θυμωμένος, αλλά... «Σέλι, ήρθες», είπε βγάζοντας τη μάσκα μου. «Γεια σου, Λι», αποκρίθηκα χαμογελώντας. «Όλα καλά με το μακιγιάζ;»


Ξεφύσηξα ανακουφισμένη. Δε μας είχε δει... «Ναι, ευχαριστώ. Όλα καλά». «Τέλεια. Τι θα γίνει, λοιπόν, θα έρθεις στο τραπέζι μας ή προτιμάς να στέκεσαι εδώ σαν το κούτσουρο;» «Λι», είπα διστακτικά, «θέλω να σου μιλήσω...» «Η Ελ είναι αυτή;» Κάποιος με έπιασε απ’ τον ώμο και με γύρισε και τότε είδα μια ξανθιά κοπέλα να μου χαμογελά. «Το κατάλαβα πως είσαι εσύ! Ωραίο φόρεμα παρεμπιπτόντως. Γεια σου, Λι. Άκου, Ελ, έχουμε ένα προβληματάκι με το φαγητό και ο Τάιρον μου ζήτησε να έρθω να σε βρω. Κάτι με τα χορτοφαγικά πιάτα και εκείνη την τάρτα με τους ξηρούς καρπούς...» «Όχι, αφού είπαμε πως δε θα έχουμε τέτοια τάρτα, επειδή ο Τζον Φλέτσερ έχει αλλεργία στους ξηρούς καρπούς». «Ναι, το ξέρω, όμως ο Τάιρον μου είπε να έρθω να σε βρω». «Μα δεν ήμουν εγώ υπεύθυνη για το φαγητό». Αυτό ήταν αλήθεια. Απλά είχα βοηθήσει λίγο. «Το ξέρω», αποκρίθηκε εκείνη. Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως ήταν η Κέιτλιν κρίνοντας από την ένρινη φωνή της. Ειδικά τώρα που φαινόταν εκνευρισμένη, η ένρινη προφορά της ήταν πιο έντονη. Ναι, σίγουρα ήταν αυτή. «Καλά. Εντάξει», είπα αναστενάζοντας. «Τέλεια! Λοιπόν, μπες από εκείνη την πλαϊνή πόρτα δίπλα στην μπάντα και κάπου στα μέσα του διαδρόμου θα δεις την πόρτα της κουζίνας». «Λι, επιστρέφω. Μην εξαφανιστείς. Θέλω να σου μιλήσω». «Καλά», αποκρίθηκε εκείνος και ανακατεύτηκε με το πλήθος. Ακολούθησα τις οδηγίες της Κέιτλιν και έπειτα από κάνα δυο λάθος πόρτες βρήκα επιτέλους την κουζίνα, όπου ο Τάιρον και η Τζεν μάλωναν με τον σεφ, αλλά κυρίως μεταξύ τους. «Έπρεπε να μου το είχατε διευκρινίσει πως υπήρχαν άτομα με αλλεργία στους ξηρούς καρπούς...» έλεγε θυμωμένος ο άντρας. greekleech.info «Το διευκρινίσαμε!» του είπε η Τζεν σχεδόν ουρλιάζοντας. «Είσαι απόλυτα σίγουρη, Τζεν;» τη ρώτησε ο Τάιρον τραβώντας τη μάσκα πάνω στο κεφάλι του. Τα ρουθούνια του διαστάλθηκαν. «Σιγουρότατη! Δε θα ξεχνούσα κάτι τέτοιο, Τάι!» Η κοπέλα στράφηκε και με κοίταξε με απόγνωση. «Ελ, πες τους!» Αναστέναξα και γύρισα στον σεφ. «Δε γίνεται να φτιάξετε κάτι άλλο; Μόνο για ένα άτομο;» Εκείνος δεν ενθουσιάστηκε καθόλου στην ιδέα, αλλά τελικά καταφέραμε να τον πείσουμε – και χωρίς έξτρα χρέωση για το γεύμα του Τζον. Όταν κατάφερα επιτέλους να φύγω απ’ την κουζίνα, δεν είχα ιδέα πού ήταν οι φίλοι μου. Ή ο συνοδός μου. Οι πάντες χόρευαν ή στέκονταν μπουλούκια γύρω απ’ τα τραπέζια. Με όλα τα αγόρια να φοράνε σμόκιν και μάσκες που έκρυβαν τα πρόσωπά τους, δεν τους αναγνώριζες με τίποτα. Έψαξα τον Λι για πέντε ολόκληρα λεπτά και μετά τα παράτησα. Ήξερα πως η Ρέιτσελ θα φορούσε ένα μακρύ λιλά φόρεμα με βιολετή φιόγκο, αλλά ούτε εκείνη μπορούσα να βρω. Πήγα και ακούμπησα σε έναν τοίχο όπου υπήρχε χώρος να ανασάνεις λίγο και αναστέναξα. Σε σαράντα λεπτά θα σερβιριζόταν το φαγητό και δεν είχα σκοπό να περάσω όλη αυτή την ώρα μόνη μου. Ας μου θύμιζε κάποιος γιατί κάναμε μασκέ χορό; Πού το είδαν το ωραίο και το σικ; Ήταν απλά σπαστικό. Κάποιος ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. «Ορίστε, το χρειάζεσαι απ’ ό,τι φαίνεται». Όποιος κι αν ήταν, μου πρόσφερε ένα κοκτέιλ με χυμό φρούτων.


«Ευχαριστώ...» είπα συνοφρυωμένη προσπαθώντας να καταλάβω ποιος ήταν. Η μουσική ακουγόταν κάπως δυνατά και δεν μπορούσα να καταλάβω απ’ τη φωνή του. Ο σωτήρας μου έβγαλε τη μάσκα του για μόλις ένα δευτερόλεπτο, πριν τη φορέσει και πάλι. «Καμ!» είπα ξαφνιασμένη. «Ποιος νόμιζες πως ήταν;» ρώτησε εκείνος γελώντας. «Ο Πίτερ Πάρκερ. Τουλάχιστον, αυτός ήλπιζα να είναι». «Ποιος απ’ τους δύο; Ο Τόμπι Μαγκουάιαρ ή ο Άντριου Γκάρφιλντ;» «Ο Γκάρφιλντ». «Συγγνώμη που σε απογοήτευσα. Κι εγώ σε αναγνώρισα επειδή σε είχα δει πριν από λίγη ώρα που μιλούσες με τον Λι. Είσαι πολύ όμορφη». «Α, ευχαριστώ», είπα χαμογελώντας. «Κι εσύ το ίδιο. Τι κάνεις;» «Καλά. Εσύ ήσουν που μπήκες πριν με κάποιον;» «Όχι... Δε νομίζω...» Μισούσα τα ψέματα. «Α, καλά. Κάποια άλλη θα ήταν τότε. Λοιπόν, τέλος πάντων, δεν πάμε να βρούμε τους υπόλοιπους; Πήγα να πάρω ένα ποτό και σε είδα που καθόσουν εδώ ολομόναχη. Άσε που δεν μπορούσα να βρω κανέναν με αυτές τις παλιομάσκες». «Εγώ σας το είχα πει πως ήταν βλακεία». «Γιατί κάθεσαι εδώ μόνη σου, αλήθεια;» «Δεν μπορούσα να βρω κανέναν», δικαιολογήθηκα γελώντας. «Δικαιολογίες, δικαιολογίες... Έλα, πάμε. Νομίζω πως κάπου εκεί πέρα θα πρέπει να είναι ακόμη οι άλλοι». Ακολούθησα τον Καμ μέσα απ’ το πλήθος των μασκοφόρων εφήβων, κρατώντας τον από το μπράτσο για να μην τον χάσω. Όλη εκείνη την ώρα κοιτούσα γύρω μου μήπως διακρίνω τον Νόα, αλλά δεν είχα ιδέα πού είχε πάει. Δεν αργήσαμε να βρούμε τους άλλους. Οι κοπέλες ήταν πολύ όμορφες, όχι πως τ’ αγόρια πήγαιναν πίσω. Η μάσκα του Λι ταίριαζε τέλεια με το φόρεμα της Ρέιτσελ, αλλά όλα τα υπόλοιπα αγόρια φορούσαν απλά μαύρες μάσκες. Ο Καμ, παρ’ όλα αυτά, είχε καταβάλει φιλότιμη προσπάθεια να ταιριάξει τη γραβάτα του με το φόρεμα της Λίζας, μόνο που είχε διαλέξει μια κατακόκκινη μάσκα, ενώ το φόρεμα της κοπέλας ήταν βυσσινί. Ο Λι και η Ρέιτσελ ήταν πολύ ωραίο ζευγάρι. «Δε νομίζω να στενοχωριέσαι, Ελ. Ξέρεις, που είσαι εδώ μόνη σου», είπε ο Γουόρεν. Ήταν λιγάκι χοντράδα εκ μέρους του, αλλά έτσι φερόταν ο Γουόρεν, οπότε δεν παρεξηγήθηκα. «Όχι», είπα. «Μια χαρά είμαι». «Θα έπαιρνα όρκο πως σε είδα να μπαίνεις μαζί με κάποιον και να βγάζεις φωτογραφία», είπε η Μπρίτζετ, η συνοδός του Γουόρεν. «Όχι, δεν ήταν αυτή, τη ρώτησα», πρόλαβε να απαντήσει ο Καμ. «Περίεργο. Είναι όλοι μ’ αυτές τις χαζομάσκες και δεν μπορώ να αναγνωρίσω κανέναν!» Ύστερα έπιασαν την κουβεντούλα. Συνέχιζα να κοιτάζω γύρω μου για τον Νόα, αλλά δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά. Πήγα και χόρεψα λίγο με τα κορίτσια και ύστερα με τον Καμ και τον Λι. Και τότε εμφανίστηκε ο Κόντι και σκούντηξε τον Λι στον ώμο. Τον αναγνώρισα από το σκουλαρίκι στη γλώσσα που ακτινοβόλησε στο φως όταν άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει. «Να διακόψω;» ρώτησε. «Ελεύθερα», είπε ο Λι. Υποκλίθηκε με αβροφροσύνη μπροστά μου και πήγε να χορέψει με τα


παιδιά. Η μουσική ήταν λίγο πιο αργή τώρα, μια ακουστική διασκευή ενός ποπ τραγουδιού. «Γεια σου, Κόντι». «Γεια σου, Ελ», αποκρίθηκε εκείνος χαμογελώντας. «Ελπίζω να μη σε πειράζει που θα σου κλέψω αυτό το χορό». «Κανένα πρόβλημα», είπα γελώντας. «Είσαι πάρα πολύ όμορφη απόψε». Στενοχωρήθηκα που άκουσα πως δε βρήκες συνοδό». «Μα καλά, όλοι το έμαθαν;» ρώτησα μουγκρίζοντας. Ο Κόντι ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε. «Μην ανησυχείς. Επειδή ο Φλιν τρόμαξε τους πάντες, ε; Δεν τον έχει δει όμως κανείς. Οπότε μπορείς να χορεύεις όλη νύχτα και να κλέψεις το αγόρι κάποιας άλλης». «Με ποια ήρθες, είπαμε;» «Με την Έιμι. Την Έιμι Τζόνσον». «Α, ωραία. Και δεν την πειράζει που χορεύεις μαζί μου;» «Μπα, μην αγχώνεσαι. Για λέγε, πώς τα πας; Δε σε έχω δει σχεδόν καθόλου εκτός τάξης». «Καλά. Εσύ;» «Τα ίδια και τα ίδια». Γελάσαμε με την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε και μετά πιάσαμε την κουβέντα για την μπάντα και τη διοργάνωση, μέχρι που το τραγούδι τέλειωσε και εγώ αρνήθηκα την πρόσκληση του Τζέισον να χορέψουμε για να πάω, υποτίθεται, να βρω τον Λι. Αυτό που ήθελα να κάνω στην πραγματικότητα ήταν να ψάξω για τον Νόα. Και μπορεί και να τον έβρισκα, αν οι πάντες δεν άρχιζαν να κάθονται στις θέσεις τους για το δείπνο. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου και τέντωσα το λαιμό μου μήπως και τον εντοπίσω. «Ελ! Ελ!» Γύρισα πίσω μου για να δω ποιος φώναζε. «Εδώ!» φώναξε ο Λι κουνώντας το χέρι και κάνοντάς μου νόημα να πλησιάσω εκεί. Έσκασα ένα χαμόγελο, που μάλλον έμοιαζε περισσότερο με γκριμάτσα, και στριμώχτηκα μέσα στο πλήθος για να πάω στη θέση μου. Το τραπέζι μας είχε μια κενή θέση, φυσικά, αφού ήταν για πέντε ζευγάρια. Καθίσαμε ως εξής: ο Γουόρεν, ο Ντίξον, ο Λι και ο Καμ με τις συνοδούς τους και στο τέλος εγώ με μια κενή θέση δίπλα μου. Προσευχήθηκα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να με δει ο Νόα και να έρθει να καθίσει δίπλα μου. «Φλιν! Έχει εδώ θέση, φίλε...» άκουσα τη βαριά μπρουκλινέζικη προφορά του Άντι, ενός από τους συμπαίκτες του στην ομάδα του ράγκμπι, να φωνάζει τον Νόα να καθίσει μαζί τους. Κανείς στο τραπέζι τους δεν καθόταν δίπλα στη συνοδό του και υπήρχε μια κενή θέση. Ο Νόα ξεκίνησε για το τραπέζι τους κρατώντας τη μάσκα του στο χέρι. Άνοιξε το στόμα να πει κάτι, αλλά μια κοπέλα πετάχτηκε όρθια και άρχισε να τον τραβολογά ενθουσιασμένη. Τα μάτια του περιπλανήθηκαν στο χώρο, μέχρι που συνάντησαν τα δικά μου, τη στιγμή που η κοπέλα τον τραβούσε να καθίσει στη θέση του. Κοιταχτήκαμε με ένα ανήμπορο ύφος που έλεγε πως είχαμε κολλήσει και οι δυο μας σ’ εκείνα τα τραπέζια. Ίσως καλύτερα, απ’ τη στιγμή που δεν είχα μιλήσει ακόμη στον Λι... Αν και σκόπευα να του το πω. Δε θα άφηνα να συμβεί ό,τι και την τελευταία φορά. Αν δεν είχα να βοηθήσω σ’ εκείνο το πρόβλημα με το φαγητό ή αν δε μου ζητούσαν να χορέψουμε, ο Νόα δε θα καθόταν τώρα σε άλλο τραπέζι, αλλά δίπλα μου. Και θα είχα μιλήσει και


στον Λι. Όλα ήταν εναντίον μας, αλλά αυτή τη φορά δε θα άφηνα κάτι τέτοιο να με σταματήσει. Απόδιωξα όλες αυτές τις σκέψεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Θα έβλεπα αργότερα τι θα έκανα μ’ αυτό. Προς το παρόν, απλά θα απολάμβανα την παρέα των φίλων μου. Στα λόγια όλα είναι εύκολα. Μου ήταν τόσο δύσκολο να μη γυρίζω να κοιτάζω τον Νόα, πράγμα που με έκανε να δείχνω λιγάκι χαμένη. Και δεν πέρασε απαρατήρητο. Δύο δάχτυλα χτύπησαν μπροστά στο πρόσωπό μου και με έκαναν να τιναχτώ και να αφήσω να μου πέσει το πιρούνι απ’ το χέρι. «Γη καλεί Ελ! Τι έχεις πάθει;» «Τίποτα», απάντησα στον Λι με όσο πιο αθώο ύφος μπορούσα και προσπάθησα να χαμογελάσω. «Δεν έχω τίποτα». «Κάτι έχεις. Α, μια και το θυμήθηκα! Τι ήθελες να μου πεις πριν; Προτού σε φωνάξουν στην κουζίνα;» Ξεροκατάπια. «Ε, τ... τίποτα το ιδιαίτερο...» «Ναι, καλά. Μας συγχωρείτε για λίγο, παιδιά», είπε ο Λι και σηκώθηκε τραβώντας με μαζί του. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή και οι παλάμες μου ίδρωσαν. «Ελ, τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ρέιτσελ. «Τ... τίποτα...» ψέλλισα και εκείνη με κοίταξε ανήσυχη. Ο Λι με τράβηξε μαζί τους στην πόρτα που ήταν κοντά στο τραπέζι μας και με οδήγησε στο λόμπι του ξενοδοχείου. «Σοβαρά, τώρα», είπε σταυρώνοντας αυστηρά τα χέρια στο στήθος. «Τι τρέχει;» Ξεροκατάπια και άρχισα να παίζω με το κορσάζ στον καρπό του χεριού μου. «Να... Απλώς θέλω να μου υποσχεθείς πως θα με ακούσεις, εντάξει; Μη φρικάρεις ούτε να νευριάσεις. Απλώς άκουσέ με. Σε παρακαλώ...» greekleech.info «Εντάξει», είπε εκείνος καχύποπτα και φάνηκε να προετοιμάζεται για τα κακά νέα. «Δεν έφταιγε το μακιγιάζ μου πριν», ξεκίνησα να λέω και τότε ο κολλητός μου αποφάσισε να γελάσει ανακουφισμένος και να με διακόψει. «Αυτό είναι όλο; Δεν ήθελες να είσαι η μόνη ασυνόδευτη μες στη λιμουζίνα; Για μια στιγμή νόμιζα πως θα μου έλεγες ότι τα ξανάφτιαξες με τον Νόα». Δάγκωσα τα χείλη μου. «Ήρθε απ’ το σπίτι μου. Πριν από λίγες ώρες μού χτύπησε την πόρτα. Γι’ αυτό σου είπα εκείνη τη δικαιολογία με το μακιγιάζ». Ο Λι στραβομουτσούνιασε. «Τι ήθελε;» «Ήθελε...» Άκουσα βήματα πίσω του και σήκωσα το κεφάλι για να δω ποιος είναι. Ο Νόα σταμάτησε και με κοίταξε. Έπιασα τον αδερφό του απ’ τον αγκώνα. Δεν ήθελα να γυρίσει και να κάνει σκηνή για το τίποτα. «Μη νευριάσεις, Λι, μου το υπόσχεσαι; Μου... μου είπε πως θα προσπαθήσει να επανορθώσει και... και...» «Ε, παιδιά, τι γίνεται;» πετάχτηκε ο Νόα. Έτσι μου ήρθε να τον σκοτώσω εκείνη τη στιγμή. Του ήταν τόσο δύσκολο να με αφήσει να μιλήσω στον Λι χωρίς να ανακατευτεί; Τώρα ο κολλητός μου θα άρχιζε να κάνει σαν τρελός ή ο Νόα θα παραποιούσε τα πράγματα μόνο και μόνο για να τον τσατίσει και... «Τι δουλειά είχες στο σπίτι της Ελ πριν;» ρώτησε απαιτητικά ο Λι. «Δε σου φτάνουν όσα της έχεις κάνει;»


«Γι’ αυτό πήγα», απάντησε ο Νόα καρφώνοντας τα καταγάλανα μάτια του στα δικά μου. «Για να επανορθώσω». «Λι, ήρθε και με κορσάζ για τον καρπό μου κι απ’ όλα», πετάχτηκα. «Δε με ενδιαφέρει», αναφώνησε εκείνος και γύρισε για να με κοιτάξει. «Ελ, σου φέρθηκε απαίσια. Όταν το έμαθα, εκείνος σε άφησε ξεκρέμαστη και δε σε υποστήριξε καθόλου». «Δεν είναι έτσι», αντέτεινε ο Νόα ενοχλημένος. «Και το ξέρεις πολύ καλά. Προσπάθησα τόσες φορές να την πάρω τηλέφωνο και...» «Αυτό δεν αλλάζει κάτι, Νόα», τον διέκοψε ο Λι. «Το θέμα είναι πως δεν ήσουν εκεί όταν σε είχε πραγματικά ανάγκη. Δεν προσπάθησες να βάλεις κάτω τα πράγματα και να κουβεντιάσεις όπως θα ’πρεπε. Την άφησες να βγάλει εκείνη το φίδι απ’ την τρύπα, ενώ εσύ σηκώθηκες κι έφυγες με την παλιομηχανή σου. Την έκανες να λέει ψέματα και σ’ εμένα και στον πατέρα της και για ποιο λόγο; Για να περάσεις εσύ καλά; Για λίγη περιπετειούλα;» «Λι...» «Γιατί δεν τη ρωτάμε, ε; Γιατί να μη δούμε τι θέλει και η Ελ;» πρότεινε ο Νόα, ενώ εκείνος ο μυς στο σαγόνι του τιναζόταν διαρκώς. Γύρισαν και οι δύο προς το μέρος μου. Περίμεναν. Κοίταξα τον Νόα. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να τον κοιτάξω και ο Λι αναστέναξε απογοητευμένος. «Ελ, σοβαρά τώρα, πραγματικά πιστεύεις πως το καλύτερο που...» «Νόα», τον διέκοψα, «μπορείς να μας αφήσεις λίγο μόνους;» «Ναι», αποκρίθηκε εκείνος και πήγε λίγα μέτρα πιο πέρα ακουμπώντας στον τοίχο. Γύρισα ξανά στον Λι. «Ξέρω πως το θεωρείς χαζομάρα και απερισκεψία», του είπα ψιθυριστά, «αλλά... θέλω να είμαι μαζί του. Μέσα μου νιώθω πως αυτό είναι το σωστό». Ο Λι απέμεινε για λίγο σκεπτικός. Ήταν σαν να έβλεπα τα γρανάζια του μυαλού του να δουλεύουν. «Αν εσείς οι δύο απλά είστε μαζί για την πλάκα... Θέλω να πω, πάντα ήσουν απ’ τα κορίτσια που ψάχνουν μια σοβαρή σχέση. Ανησυχώ για σένα, Σέλι». Χαμογέλασα ήρεμα και του έπιασα το χέρι σφίγγοντάς το. «Το ξέρω πως ανησυχείς. Αυτή τη φορά όμως θα το κάνουμε σωστά», είπα επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Νόα. «Σαν να λέμε;» «Εννοεί πως τα φτιάξαμε», ακούστηκε η φωνή του Νόα πίσω μας. Κοκκίνισα και χαμήλωσα το βλέμμα στα δάχτυλα των ποδιών μου, πριν το στρέψω και πάλι στον κολλητό μου, ο οποίος με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. «Μόνο αν εσύ το εγκρίνεις», πρόσθεσα. «Μόνο αν δε σε πειράζει». «Για μια στιγμή. Τι; Σοβαρά μιλάτε τώρα;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. «Ναι. Γιατί; Έχεις κανένα πρόβλημα, μικρέ;» είπε ο Νόα, που είχε έρθει τώρα κοντά μας. Ο Λι δε γύρισε να τον κοιτάξει, όμως τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω μου και μια υποψία χαμόγελου υπήρχε στα χείλη του. «Κοίτα να δεις που βρέθηκε κοπέλα να τον αλλάξει...» είπε κάπως σφιγμένος. Δεν του άρεσε όλο αυτό, αλλά το αποδεχόταν. «Πάω μέσα πριν αρχίσουν να υποπτεύονται κάτι. Τα λέμε αργότερα, Ελ», είπε ο Νόα και έφυγε. Πήρα βαθιά ανάσα. Δεν είχα ιδέα ποια θα ήταν η αντίδραση του Λι τώρα που δε μας άκουγε ο Νόα. «Είδες που έλεγες πως δε θ’ αλλάξει ποτέ;» αστειεύτηκα σπρώχνοντάς τον απαλά στον ώμο. Εκείνος όμως δε γέλασε. Αντίθετα, βαριαναστέναξε και έπιασε τη ράχη της μύτης του. Πάντα το


έκανε αυτό όταν ήταν στενοχωρημένος – όπως στην κηδεία του παππού του ή τότε που πέθανε ο σκύλος του ο Πάτσις όταν ήμασταν δέκα χρονών. «Είσαι πραγματικά ευτυχισμένη, Σέλι; Τον ξέρω τον Νόα. Είσαι σίγουρη πως απλώς δε σε τούμπαρε με γλυκόλογα; Κι εσύ τον ξέρεις. Είσαι πραγματικά ευτυχισμένη μαζί του;» «Είμαι», αποκρίθηκα. «Ξέρω πως θα με θεωρήσεις χαζή και σαχλορομαντική γι’ αυτό που θα πω, αλλά με κάνει να νιώθω όμορφα. Είναι λες και... ό,τι κι αν συμβαίνει στη ζωή μου δεν έχει σημασία, επειδή όταν είμαι μαζί του, ξεχνάω τα πάντα. Το μόνο που θέλω είναι να τον έχω δίπλα μου και αυτό μου φτάνει για να είμαι ευτυχισμένη. Είμαι ευτυχισμένη, Λι. Και ξέρω πως είναι χαζό, επειδή το πιθανότερο είναι να τα χαλάσουμε όταν φύγει για το κολέγιο, αλλά...» Σταμάτησα μην ξέροντας τι άλλο να πω. Δεν μπορούσα να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να του εξηγήσω πώς ένιωθα για τον αδερφό του. Απλώς ήλπιζα πως ο Λι θα προσπαθούσε να καταλάβει. Πώς να βάλεις κανόνες στην καρδιά; Μόνο που αυτό δεν ήταν ζήτημα καρδιάς. Επειδή δεν αγαπούσα τον Νόα. Εννοείται πως δεν τον αγαπούσα. Αυτό θα ήταν απλά γελοίο. Όχι. Σίγουρα δεν τον αγαπούσα. «Δηλαδή... θες να μου πεις πως είσαι ερωτευμένη μαζί του;» «Όχι! Όχι, με τίποτα», επέμεινα. Έπρεπε να το είχα καταλάβει πως ο Λι θα έβγαζε αυτό το συμπέρασμα. Το να είμαι ερωτευμένη με τον Νόα θα ήταν μια λογική εξήγηση για το ότι τα ξαναβρήκα μαζί του, αλλά δεν ήμουν. Με τίποτα. greekleech.info «Α», έκανε εκείνος με ένα συμπονετικό ύφος που δεν πολυκατάλαβα. Σαν να ήξερε κάτι που εγώ αγνοούσα. «Λι, τι...» «Κοίτα, δε συμφωνώ, Σέλι. Σε πλήγωσε πάρα πολύ και δε νομίζω πως όλο αυτό θα έχει καλή κατάληξη. Δε θα σου βγει σε καλό. Αλλά αν το θες πραγματικά... τότε εγώ θα είμαι εκεί για να μαζεύω μετά τα κομμάτια σου, εντάξει;» Χαμογέλασα. Δεν ήταν και κανένα πλατύ χαμόγελο, αλλά ήταν αληθινό, ακριβώς το ίδιο με αυτό που είχε ο Λι στο πρόσωπό του. «Αλήθεια; Δε μου έχεις θυμώσει;» «Όχι, Σέλι...» απάντησε εκείνος χαμογελώντας. «Αν αυτό θες, τότε εγώ θα σου σταθώ μέχρι το τέλος. Θα είμαι πάντα εκεί για σένα». «Ευχαριστώ, Λι», είπα και τον αγκάλιασα. Εκείνος με έσφιξε στην αγκαλιά του. «Σ’ το είχα πει πως κάποια στιγμή θα καταντήσω να μιλάω σαν γκόμενα μαζί σου». Γέλασα. «Σ’ αγαπάω», ψιθύρισα. «Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω». Έκανε πίσω και μου ξαναχαμογέλασε. «Έλα, πάμε. Μη χάσουμε το γλυκό. Θέλω να φάω τσιζκέικ και είμαι σίγουρος πως ο Ντίξον θα μου το κλέψει αν λείπω». Γέλασα και τον ακολούθησα στο τραπέζι μας. «Όλα καλά, παιδιά;» είπε ο Καμ και με κοίταξε ανήσυχος. «Είσαι σίγουρα καλά, Ελ;» ρώτησε ο Ντίξον. «Ο αδερφός σου;» άκουσα τη Ρέιτσελ να ψιθυρίζει στον Λι και εκείνος της κούνησε καταφατικά το κεφάλι με ένα ανήμπορο ύφος. Η κοπέλα φάνηκε να καταλαβαίνει και μου έσκασε ένα εμψυχωτικό χαμόγελο. Γύρισα και κοίταξα το τραπέζι του Νόα. Γελούσε με κάτι που είχε πει ένα απ’ τα παιδιά, αλλά κοιτούσε προς το μέρος μου. Πρόσεξε το βλέμμα μου και μου έκλεισε το μάτι, πριν γυρίσει ξανά απ’ την άλλη.


«Ναι», αποκρίθηκα χαμογελώντας. «Τέλεια». Και εκείνη τη στιγμή όλα ήταν πράγματι τέλεια.


Κεφάλαιο 24 «Ε, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΕΧΩ λίγο την προσοχή σας, παρακαλώ;» Σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα. Τα τελευταία είκοσι λεπτά χόρευα με τα κορίτσια, αλλά όσες φορές κι αν προσπάθησα να τους ξεφύγω, δεν τα κατάφερα. Όλο μου ζητούσαν να χορέψουμε λιγάκι ακόμη ή ξεκινούσαν κάποια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τη μία και μοναδική φορά που κατάφερα να φύγω για να «πάω να πάρω ένα ποτό», δεν είδα πουθενά τον Νόα. Και τώρα ήταν πάνω στην εξέδρα μπροστά απ’ το μικρόφωνο. Οι πάντες είχαν σωπάσει. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω του. «Ε, θα μπορούσα να έχω λίγο την προσοχή σας, παρακαλώ;» Χωρίς να ξέρω το γιατί, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή και ξαφνικά ανάσαινα με δυσκολία. Δεν είχα ιδέα τι δουλειά είχε ο Νόα εκεί πάνω μπροστά σε όλους, αλλά το σώμα μου αντέδρασε με άγχος, σαν να ήξερε τι θα συμβεί. Ο Νόα έβγαλε τη μάσκα απ’ το πρόσωπό του για να διαλύσει κάθε αμφιβολία για το ποιος ήταν. Ξεροκατάπια. Μα τι στο καλό έκανε; «Λοιπόν, ο μόνος λόγος που βρίσκομαι εδώ πάνω απόψε είναι επειδή προσπαθώ να ζητήσω από κάποια να με συγχωρέσει. Είναι μια κοπέλα που δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου. Και της φέρθηκα άσχημα και θέλω να επανορθώσω. Οπότε... Ελ; Πού είσαι;» Όλοι γύρισαν σχεδόν ταυτόχρονα και με κοίταξαν. Παρόλο που φορούσα μάσκα, ήξεραν πού να με βρουν. Άρχισα να πειράζω αμήχανη τις πτυχές του φορέματός μου, αγριοκοιτάζοντας τον Νόα πίσω απ’ τη μάσκα μου. «Θα μπορούσαμε να έχουμε έναν προβολέα στην κοπέλα, παρακαλώ;» φώναξε εκείνος με έναν πειρακτικό τόνο στη φωνή του και με έδειξε. Δεν ξέρω ποιος και πώς βρήκε τον προβολέα, αλλά τον έριξε ευθύς πάνω μου και με τύφλωσε. Μόρφασα και σκίασα τα μάτια με το χέρι. «Ωραία, ευχαριστώ. Λοιπόν... Ελ. Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Παιδιά;» Ο Νόα στράφηκε και έκανε νόημα στην μπάντα, η οποία άρχισε να παίζει ένα γρήγορο τραγούδι. Το αναγνώρισα αμέσως. Ήταν το I really want you των Plain White T’s, ένα απ’ τα αγαπημένα μου τραγούδια. Ωραίο τρόπο είχε βρει για να μου εξομολογηθεί την αγάπη του με ρομαντικό τρόπο... Σιγά το πράγμα! Δεν τραγουδούσε καν αυτός· η μπάντα τραγουδούσε. Ο Νόα πήδησε απ’ τη σκηνή με το μικρόφωνο στο χέρι και πέρασε μέσα απ’ το πλήθος, το οποίο παραμέρισε για να του ανοίξει το δρόμο, σταματώντας ακριβώς μπροστά μου. «Πάει η φήμη σου», του ψιθύρισα γελώντας. «Λες να με νοιάζει;» Δάγκωσα τα χείλη μου. «Μα...» Πριν προλάβω να ρωτήσω γιατί, εκείνος με διέκοψε και άρχισε να μιλάει στο μικρόφωνο. «Ελ, θες να γίνεις η κοπέλα μου;» Το πρόσωπό μου κοκκίνισε κάτω απ’ τη μάσκα.


Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν είχα καν παρατηρήσει τον κόσμο γύρω μου. Δεν είχα ακούσει τους ψιθύρους όσο ο Νόα ήταν πάνω στη σκηνή. Τώρα, όμως, οι φωνές τους άρχισαν να με βομβαρδίζουν απ’ όλες τις μεριές. «Πες ναι!» «Ω Θεέ μου, τι γλυκό!» «Δεν το πιστεύω ότι ο Φλιν κάνει κάτι τέτοιο...» «Τι τυχερή που είναι!» «Κοίτα τι χαριτωμένος που είναι!» «Πες ναι, Ελ!» Οι πάντες με προέτρεπαν να δεχτώ. Έστρεψα το βλέμμα μου πίσω στον Νόα, ο οποίος με κοιτούσε ψύχραιμος, με ένα τόσο δα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη για το πόσο πολύ με είχε ντροπιάσει. «Λοιπόν, Ελ Έβανς; Θες να τα φτιάξουμε;» Δάγκωσα τα χείλη μου, αλλά δεν μπόρεσα με τίποτα να καταπνίξω το πλατύ χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπό μου. «Εννοείται πως θέλω!» είπα. Ένα σιγανό γέλιο ξέφυγε απ’ τα χείλη του και αυτός ήταν και ο μοναδικός ήχος που άκουσα. Ούτε τις ζητωκραυγές ούτε τα σφυρίγματα. Μόνο το γέλιο του. Ο Νόα έδωσε το μικρόφωνο σε κάποιον, ο οποίος το προώθησε μέσα απ’ το πλήθος στην μπάντα. Η μουσική έγινε και πάλι αργή και τα ζευγάρια ξανάρχισαν σιγά σιγά να χορεύουν. Όποιος κι αν ήταν αυτός που χειριζόταν τον προβολέα τον έσβησε. Ο Νόα με τράβηξε κοντά του κι εγώ τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό του. «Ήταν πολύ γλυκό αυτό που έκανες», είπα ξέροντας πως δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση με τη λέξη «γλυκός». greekleech.info «Μπορείς να μη με αποκαλείς έτσι, σε παρακαλώ;» ζήτησε εκείνος κάνοντας μια γκριμάτσα. «Συγγνώμη. Σέξι ήθελα να πω. Πολύ άντρας». Ο Νόα έσκασε ένα χαμογελάκι. «Μόλις ρεζιλεύτηκα για πάρτη σου, Σέλι. Ελπίζω να το κατάλαβες αυτό». «Ω, ναι, το κατάλαβα», αποκρίθηκα γελώντας. «Όμως δε χρειαζόταν». «Το ξέρω, αλλά το ήθελα. Σου υποσχέθηκα πως αυτή τη φορά θα τα κάνω όλα σωστά», είπε εκείνος και με στροβίλισε, κάνοντάς με να γελάσω ζαλισμένη απ’ την ευτυχία, και ύστερα με τράβηξε πιο κοντά του απ’ ό,τι πριν. Ένιωσα πως θα μπορούσα να μείνω έτσι για ώρες. «Και αφού τώρα είμαστε, ξέρεις, επίσημα μαζί, μπορώ να σου πω κάτι χωρίς να ακουστεί εντελώς χαζό». «Ε;» Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή, έτσι όπως ο Νόα έσκυψε για να ψιθυρίσει στ’ αφτί μου. Μην το πεις, μην το πεις, μην το πεις. Πες το, πες το, πες το. Μην το πεις, μην το πεις, μη... «Μου αρέσεις πολύ, Σέλι». Ένα κύμα ανακούφισης με πλημμύρισε. Ναι, είμαι σίγουρη πως ήταν ανακούφιση. Όχι απογοήτευση. Σίγουρα όχι απογοήτευση. «Κι εμένα», αποκρίθηκα χαμογελώντας.


Ο Νόα έσκυψε αργά για να με φιλήσει. Δεν ήταν από εκείνα τα παθιασμένα φιλιά που δίναμε συνήθως. Καμία σχέση. Παρόλο που ήταν ένα απαλό, αισθησιακό φιλί, δεν είχε χάσει τίποτα από την ένταση και το πάθος του. Σταμάτησα πρώτη. «Νόα... όλοι μας κοιτάζουν», μουρμούρισα και το πρόσωπό μου αναψοκοκκίνισε. «Και λοιπόν;» Δάγκωσα τα μάγουλά μου από μέσα. «Είναι... περίεργο. Άσε που έτσι όπως με κοιτάζουν μερικές, μπορεί να ανοίξουν καμιά τρύπα στο κεφάλι μου». «Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Μερικοί τύποι φαίνονται έτοιμοι να μου κόψουν το κεφάλι». «Τι;» Ο Νόα με κοίταξε σαν να ήμουν χαζή που δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. «Είμαι εδώ με την πιο υπέροχη κοπέλα που υπάρχει. Δεν είναι λογικό να ζηλεύουν λιγάκι;» «Δεν ξέρω...» είπα κοκκινίζοντας πάλι. «Ειλικρινά, Ελ, πίστεψέ με. Είσαι πανέμορφη». Αυτή τη φορά, μαζί με το κοκκίνισμα, απλώθηκε και ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Ποτέ, μα ποτέ, δε φανταζόμουν πως ο Νόα Φλιν θα χρησιμοποιούσε τη λέξη «πανέμορφη» για να περιγράψει μια κοπέλα. Ακούστηκε τόσο περίεργο αλλά και τόσο όμορφο απ’ τα δικά του χείλη. «Σε έκανα να κοκκινίσεις...» με πείραξε με τραγουδιστή φωνή και τα χείλη του να χαϊδεύουν το μάγουλό μου. «Σταμάτα», είπα και του έδωσα μία στην πλάτη. «Εγώ, τουλάχιστον, δε φοράω μποξεράκια με τον Σούπερμαν». «Χα, χα!» κάγχασε ο Νόα. «Έλα, πάμε». Με άρπαξε απ’ το χέρι, βγάζοντάς με στο λόμπι, και ύστερα με οδήγησε σε ένα μικρό κοίλωμα στον τοίχο, όπου ήταν μια γλάστρα με μια φτέρη. Με τράβηξε πίσω από τη φτέρη και με κόλλησε στον τοίχο κρατώντας το κεφάλι μου μέσα στα χέρια του. «Περίμενα όλο το βράδυ να το κάνω αυτό», ψιθύρισε ο Νόα και χαμήλωσε το κεφάλι για να με φιλήσει. Όταν επιστρέψαμε, ο Νόα έφυγε αμέσως για να πιει ένα ποτό με κάτι παιδιά, ενώ εγώ βρέθηκα περικυκλωμένη από τα κορίτσια. «Ω Θεέ μου, Ελ! Γιατί δε μας το είπες;» «Πόσο καιρό γίνεται αυτό; Έπρεπε να μας είχες πει κάτι!» «Ωωω, τι τυχερή που είσαι, Ελ! Δεν το πιστεύω. Ο Φλιν με κοπέλα;» «Πρέπει να μας πεις τα πάντα!» τσίριξε η Τζέιμι και με έπιασε από τους καρπούς για να με καθίσει σε μια θέση. «Πότε άρχισε όλο αυτό;» «Ε... Είναι κάπως περίπλοκο...» «Τα είχατε και παλιότερα ή τίποτα τέτοιο;» «Όχι, αλλά...» «Είσαι η πιο τυχερή κοπέλα στον κόσμο, το ξέρεις; Ξέρεις πόσο πολύ σε ζηλεύουμε όλες μας; Είσαι... με τον Φλιν!» «Ελ...» είπε ο Ντίξον, που εμφανίστηκε ξαφνικά ακουμπώντας το χέρι στον ώμο μου. «Τα παιδιά αναρωτιούνται... από πότε σταμάτησες να είσαι ελεύθερη;»


Η ερώτησή του με έκανε να κοκκινίσω. «Γιατί;» ρώτησα γελώντας. «Θέλουν να ξέρουν πόσο ξύλο θα φάνε από τον Φλιν επειδή μιλούσαν για σένα». Έβαλα ξανά τα γέλια. «Ε, από απόψε». Επισήμως, πρόσθεσα από μέσα μου. «Μάλιστα... Κανείς δεν κινδυνεύει να βρεθεί με σπασμένο χέρι, λοιπόν», είπε ο Ντίξον γελώντας. «Άντε, βρε... συγχαρητήρια. Έτσι δε λένε; Ποιος να το φανταζόταν;» «Εμένα μου λες...» «Ελ!» Γύρισα και είδα τη Ρέιτσελ να πλησιάζει προς το μέρος μου. Χαμογέλασα και αναστέναξα ανακουφισμένη. Σηκώθηκα αγνοώντας επιδεικτικά τα κορίτσια που ήθελαν να μου μιλήσουν για τον Νόα και την άρπαξα απ’ το χέρι τραβώντας την μακριά. «Ώστε τα βρήκατε εσείς οι δύο, έτσι;» ρώτησε εκείνη. «Ναι, έτσι φαίνεται. Αλλά...» «Αχ, όχι, όχι, όχι, όχι!» φώναξε έξαλλη η Ρέιτσελ. «Υπάρχει και “αλλά”. Δε μου αρέσει αυτό». «Δεν είναι τίποτα κακό. Ετοιμαζόμουν να πω “αλλά δεν ξέρω πώς θα πάει”». «Κατάλαβα...» είπε εκείνη κουνώντας αργά το κεφάλι. «Τι;» ρώτησα. «Τι είναι;» «Να, απλά... είσαι σίγουρη πως κάνεις το σωστό; Ξέρω πως σου αρέσει και όλα τα σχετικά, αλλά και πάλι. Όλοι ξέρουν πώς είναι ο Νόα...» «Το ξέρω, όμως... δε με νοιάζει πια», είπα κι ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους. Η Ρέιτσελ με κοίταξε για κάμποση ώρα και ύστερα κάτι μέσα της έκανε κλικ και κούνησε το κεφάλι της σαν να καταλάβαινε τι εννοούσα. Όταν η μπάντα ανακοίνωσε ότι θα έλεγε το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς, η Ρέιτσελ φάνηκε να χάνεται λιγάκι. «Το θέμα είναι να είσαι εσύ ευτυχισμένη, Ελ. Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Άκου, πρέπει να σ’ αφήσω...» «Θες να πας στον Λι;» «Ναι», γέλασε ένοχα εκείνη. «Ναι. Συγγνώμη». «Άντε, πήγαινε, Ρέιτς. Έτσι κι αλλιώς, πρέπει να πάω να βρω κι εγώ τον Νόα». «Σωστά. Τον Νόα», είπε η κοπέλα και μου έκλεισε με νόημα το μάτι. Κάποιος με έπιασε σφιχτά απ’ το χέρι και με τράβηξε στην πίστα πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ. «Δε μου χάρισες τον πρώτο χορό», είπε ο Νόα με το πιο γλυκό χαμόγελο στον κόσμο, «ο τελευταίος όμως είναι δικός μου». Είχε κλείσει μέχρι και δωμάτιο στο ξενοδοχείο για εκείνο το βράδυ. Όταν το έμαθα, συνειδητοποίησα πού είχε εξαφανιστεί πριν. Με τράβηξε έξω απ’ το ασανσέρ. «Δε χρειαζόταν να...» άρχισα να λέω γελώντας. «Το ξέρω, το ξέρω», με διέκοψε εκείνος, «αλλά σ’ το είπα ένα εκατομμύριο φορές απόψε. Προσπαθώ να επανορθώσω, γι’ αυτό και θέλω να είμαι το πιο εκνευριστικά τέλειο και ιδανικό αγόρι που υπάρχει. Μόνο και μόνο για να σου δείξω πόσο σοβαρά το βλέπω όλο αυτό». «Μπα, τι έγινε; Σοβαρέψαμε;» είπα με δυσπιστία. «Ε, μη μου την μπαίνεις έτσι! Δε βλέπεις πόσο προσπαθώ;» «Εντάξει, εντάξει», αποκρίθηκα γελώντας. «Συγγνώμη, δεν ξαναμιλάω». Γέλασε κι εκείνος καθώς σταματήσαμε έξω από ένα δωμάτιο του έβδομου ορόφου. Ο Νόα


έβγαλε μια κάρτα απ’ την τσέπη του και άνοιξε την πόρτα. «Περάστε», είπε και μου ένευσε ευγενικά να μπω πρώτη. Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα να μπω μέσα και να δω το πάτωμα στρωμένο με ροδοπέταλα και κεριά παντού, ίσως να ακούσω και εκείνη τη σαχλή απαλή μουσική – απ’ αυτά που βλέπεις σε κάτι ταινίες όπως το Valentine’s Day ή όταν κάποιος τύπος είναι τρελά ερωτευμένος με μια κοπέλα και έτοιμος να της κάνει πρόταση γάμου. Κι αφού ο Νόα είπε πως ήθελε να είναι το πιο «εκνευριστικά τέλειο και ιδανικό αγόρι» που υπήρχε, σκέφτηκα πως ίσως έφτασε και ως αυτό το σημείο, στην προσπάθειά του να με εντυπωσιάσει. greekleech.info Έτσι, όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα, ανακουφίστηκα που δεν είδα τίποτα το βλακώδες, γλυκανάλατο ή ρομαντικό: ούτε κεριά ούτε μουσική ούτε χαμηλός φωτισμός. Ήταν απλώς μια κανονική σουίτα με ένα λουσάτο λευκό σαλόνι, απαλά λευκά χαλιά και μια ανοιχτή πόρτα που οδηγούσε σε ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο και στο μπάνιο. Θα ήταν πολύ ψεύτικο αν είχε κάνει κάτι περισσότερο. Αυτός ήταν ο Νόα Φλιν – βίαιος και αγροίκος και εντελώς μη ρομαντικός. Ακόμη και σ’ εκείνη τη «ρομαντική» απόπειρά του στο χορό δε μου τραγούδησε ο ίδιος για να μου δείξει την αγάπη του. Ήταν ο κλασικός Νόα. Και αυτό μου άρεσε πολύ. «Σιγά το εκνευριστικά τέλειο και ιδανικό», είπα κοροϊδευτικά και γύρισα για να του χαμογελάσω καθώς έκλεισε την πόρτα πίσω μας. «Ω, πίστεψέ με, δεν έχεις δει τίποτα ακόμη. Έλα εδώ». Ο Νόα με έπιασε απ’ το χέρι και με τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα. Αυτό όμως... αυτό ήταν όντως εκνευριστικά τέλειο και ιδανικό. Στο περίπου, δηλαδή. «Τώρα ξέρεις πού είχα εξαφανιστεί πριν. Έχεις ιδέα πόση ώρα θες για να γράψεις κάτι με πέταλα; Είναι αδύνατο. Στο τέλος τα παράτησα. Ήθελα να γράψω “συγγνώμη”, αλλά...» «Ναι, το βλέπω», είπα κοιτάζοντας τα κατακόκκινα πέταλα που ήταν σκορπισμένα πάνω στο κρεβάτι και στο πάτωμα. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου και του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. «Δε χρειαζόταν να κάνεις κάτι τέτοιο». «Ναι, το ξέρω, αλλά τουλάχιστον προσπάθησα, έτσι δεν είναι; Σου το είπα πως θα προσπαθούσα. Και ξέρω πόσο ρομαντική είσαι κατά βάθος». Χαμογέλασα ντροπαλά. «Δεν περίμενα όμως να μου δώσεις τόσο εύκολα άλλη μια ευκαιρία», είπε ο Νόα και με τράβηξε στο κρεβάτι κλείνοντάς με στην αγκαλιά του. «Δεν περίμενα πως θα έκανες τόσο γρήγορα πίσω». «Έχεις όρεξη να τσακωθούμε πάλι, Νόα;» ρώτησα. Μου τράβηξε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά. «Όχι, δεν γκρινιάζω. Απλά λέω. Υπάρχει διαφορά». «Σιγά τη διαφορά». Έπνιξε το γέλιο του και μου έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Πάνω που πήγα να τον φιλήσω κι εγώ, το κινητό μου αποφάσισε να χτυπήσει. Ο Νόα αναστέναξε και ξετύλιξε απρόθυμα τα χέρια του από γύρω μου, καθώς σηκώθηκα για να ανοίξω το τσαντάκι μου. Αναστέναξα μόλις είδα ποιος ήταν και μπήκα στο μπάνιο με το κινητό ήδη στο αφτί και το τσαντάκι στο χέρι. Να φρεσκάρω και λίγο το μακιγιάζ μου, αφού θα είμαι που θα είμαι στο μπάνιο, σκέφτηκα. «Γεια σου, μπαμπά», είπα προσπαθώντας να κρύψω τον εκνευρισμό μου επειδή μας διέκοψε.


Έσκυψα κοντά στον καθρέφτη για να καθαρίσω τη μουντζούρα απ’ το μολύβι κάτω απ’ το μάτι μου. «Πώς ήταν ο χορός;» «Ωραία». «Λοιπόν», είπε εκείνος ξεροβήχοντας, «αποφάσισες τι θα κάνεις μαζί του;» Δάγκωσα τα μάγουλά μου πριν απαντήσω. «Ναι. Ναι, αποφάσισα». Ο πατέρας μου αναστέναξε. «Θα μείνεις μαζί του, έτσι δεν είναι;» Ήταν περισσότερο δήλωση παρά ερώτηση· το ήξερε ήδη. «Ναι», παραδέχτηκα με σιγανή φωνή. «Πρέπει να κλείσω τώρα. Τα λέμε αύριο, εντάξει;» «Καλά». Πήρα κάνα δυο βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω και απενεργοποίησα το κινητό μου για να μη μας διακόψει κανείς άλλος. Ύστερα έβαλα λίγο λιπ γκλος, γύρισα το κεφάλι ανάποδα ανακατεύοντας τα μαλλιά μου για να τους δώσω λίγο όγκο και επέστρεψα στην κρεβατοκάμαρα. Ο Νόα είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι, με τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι και το ένα πόδι ελαφρώς λυγισμένο. Δεν είχε πάρει πόζα, αλλά εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με μοντέλο. Είχε τα μάτια μισόκλειστα και χαλάρωνε. Δε νομίζω πως με είδε να μπαίνω. Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω. Ήταν τόσο όμορφος με τα ανακατωμένα μαύρα μαλλιά του και το σμόκιν – ακόμη και με εκείνη τη στραβή μύτη. Ήταν τόσο ψηλός, ώστε με έκανε να νιώθω μια σταλιά δίπλα του. Λάτρευα τα καταγάλανα μάτια του, το διαπεραστικό βλέμμα. Ο Νόα άνοιξε τα μάτια και με περιεργάστηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε κοκκίνισα. «Όσο όμορφη κι αν είσαι απόψε με αυτό το φόρεμα, Ελ, πρέπει να παραδεχτώ πως θα σε προτιμούσα χωρίς αυτό». greekleech.info «Μπα, σοβαρά; Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως θα το βγάλω;» «Δε νομίζω πως αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα», αποκρίθηκε εκείνος με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Του χαμογέλασα με νόημα και τότε ο Νόα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και με πλησίασε. Ανασήκωσα το ένα φρύδι αναρωτώμενη τι ακριβώς είχε σκοπό να κάνει. Εκείνος όμως σταμάτησε ξαφνικά λίγο πιο μακριά μου. «Έλα εδώ», είπε με απίστευτα απαλή φωνή και με τράβηξε κοντά του περπατώντας προς τα πίσω, μέχρι που κάθισε στο κρεβάτι με μένα καθισμένη στα πόδια του. Με έσφιξε στην αγκαλιά του και εγώ τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ’ τους ώμους του. Ήταν μια τόσο τρυφερή, ερωτική στιγμή. «Δε χρειάζεται να κάνουμε κάτι, ξέρεις. Αν αυτή τη φορά θες να προχωρήσουμε αργά, απλά πες το μου. Δεν έκλεισα γι’ αυτό το λόγο δωμάτιο. Απλώς ήθελα να μείνουμε λίγο μόνοι, ακόμη κι αν αργότερα θελήσεις να σε γυρίσω στο σπίτι». Είχα μείνει άναυδη. Ήμουν σίγουρη πως ο λόγος που είχε κλείσει τη σουίτα ήταν για να κάνουμε σεξ και τώρα μου έλεγε πως δε θα με πίεζε αν δεν ήθελα. Ο Φλιν παρατούσε το σεξ για χάρη μου. Αν είναι ποτέ δυνατό! Πρώτα έπεσε στα γόνατα για να μου ζητήσει να με συνοδεύσει στο χορό, μετά όλο εκείνο το σκηνικό με την αφιέρωση του τραγουδιού, ύστερα τα πέταλα στο κρεβάτι και τώρα αυτό; Φίλε! Είχε όντως αλλάξει. «Σε άκουσα που έλεγες πριν στον Λι ότι ίσως βιαστήκαμε να προχωρήσουμε τότε. Και αφού αυτή τη φορά είπαμε να τα κάνουμε όλα σωστά, σκέφτηκα...» Το είχα πει πράγματι αυτό στον Λι, επειδή τώρα μπορούσα να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί του


χωρίς να νιώθω ότι με κατακρίνει. Όμως ούτε που φαντάστηκα πως ο Νόα ίσως ήταν κάπου εκεί και άκουγε... Τώρα τελευταία είχα αρχίσει να ανησυχώ ότι βιαστήκαμε να προχωρήσουμε, ότι δε σκεφτόμουν με καθαρό μυαλό, επειδή με είχε συνεπάρει αυτή η κατάσταση με τις κρυφές συναντήσεις μας. Έτσι θα έπρεπε να είναι η πρώτη μου φορά, σκέφτηκα κοιτάζοντας τη σουίτα γύρω μου, τα ροδοπέταλα, τον Νόα... «Όχι, το θέλω», είπα κουνώντας το κεφάλι μου πάνω στο δικό του. Αν πρωταγωνιστούσαμε σε κανένα σαχλορομάντζο, αυτή θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να πούμε σ’ αγαπώ. Εκείνος όμως μουρμούρισε κάτι που δεν άκουσα καλά και με φίλησε κάνοντάς με να λιώσω στην αγκαλιά του. Με βοήθησε να βγάλω το σακάκι του και όσο ξεκούμπωνα το πουκάμισό του, έλυσε τη γραβάτα του και τραβήχτηκε πίσω για να τη βγάλει. Πάνω στη βιασύνη του, η γραβάτα πιάστηκε στο στόμα του κι εγώ έβαλα τα γέλια. «Ούτε που να τολμήσεις», με απείλησε με τη γραβάτα ακόμη μέσα στο στόμα του. Άρχισα να γελάω περισσότερο, αλλά εκείνος μου έκλεισε το στόμα με ένα φιλί. Και τότε αφέθηκα και σταμάτησα να σκέφτομαι. Πίσω απ’ τις πράξεις μου δεν υπήρχε καμία συνειδητή σκέψη. Απόψε δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο. Μόνο... μόνο εγώ κι αυτός.


Κεφάλαιο 25

ΑΝΟΙΞΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ , χασμουρήθηκα και, καθώς γύρισα πλευρό, βρέθηκα μύτη με μύτη με τον Νόα. Τα χείλη του ήταν μισάνοιχτα και οι βλεφαρίδες του φαίνονταν απίστευτα μακριές, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος στο πλάι. Φαινόταν τόσο γαλήνιος, τόσο αθώος. Γλίστρησα λίγο πιο κοντά του και συνέχισα να τον κοιτάζω που κοιμόταν. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί το έκαναν αυτό οι εραστές, γιατί κοιτούσαν αυτόν που είχαν απέναντί τους την ώρα που δεν έκανε απολύτως τίποτα. Τώρα καταλάβαινα. Ήταν σαν να έβλεπα κάποιον στην πιο ευάλωτη στιγμή του. Λίγο αργότερα όμως, όταν είδα πως εκείνος δεν είχε ακόμη κουνηθεί, ενώ εγώ είχα ξυπνήσει για τα καλά και δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθώ, αποφάσισα να τον ξυπνήσω. «Νόα», ψιθύρισα κοντά στο αφτί του. «Νόα... Ξύπνα...» Εκείνος μούγκρισε κάτι που δεν κατάλαβα και τύλιξε το χέρι του γύρω μου, τραβώντας με κοντά του, αλλά χωρίς να ανοίξει τα μάτια. «Νόα», ξαναείπα. Καμία αντίδραση. Έσκυψα και του έδωσα ένα απαλό φιλί στα χείλη και τότε εκείνος έτριψε τα μάτια και πέρασε τα χέρια μέσα απ’ τα μαλλιά του. «Αν είναι να με ξυπνάς έτσι, δε θα με πείραζε να περνούσα πιο συχνά τη νύχτα μαζί σου», με πείραξε ο Νόα. «Χα, χα!» αποκρίθηκα με σαρκαστικό τόνο αλλά χαμογελώντας. Παραμέρισα μια τούφα απ’ τα μαλλιά που έπεφτε στο πρόσωπό μου. «Καλημέρα». «Καλημέρα και σ’ εσένα», είπε εκείνος αφού πρώτα με φίλησε στην άκρη της μύτης μου. Ύστερα τεντώθηκε και με έσφιξε πάνω του. Τα πόδια του τυλίχτηκαν γύρω απ’ τα δικά μου. Τράβηξα στη στιγμή το δεξί πόδι μου μακριά του. «Τι;» «Τα πόδια σου είναι πολύ κρύα», του εξήγησα και εκείνος γέλασε αναποδογυρίζοντας τις κόρες των ματιών του. Ακούμπησα αργά το πόδι μου εκεί που ήταν πριν από λίγο αποφεύγοντας το πόδι του Νόα. Κάναμε τουλάχιστον μία ώρα να σηκωθούμε. Μείναμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μιλώντας σιγανά και ανταλλάσσοντας φιλιά. Ήμουν απίστευτα ευτυχισμένη. Ζήτησα απ’ τον Νόα να με αφήσει στο σπίτι. Θα περνούσα αργότερα να δω τον Λι. Ήθελα τόσο απεγνωσμένα να μάθω αν τελικά είχε πει το «σ’ αγαπώ» στη Ρέιτσελ, επειδή ακόμη κι αν δεν το είχε συνειδητοποιήσει, εγώ ήξερα ότι ήταν ερωτευμένος. Όμως δεν ένιωθε άνετα με την ιδέα ότι εγώ και ο αδερφός του ήμασταν μαζί. Και αν εμφανιζόμουν μπροστά του με τα απομεινάρια του μακιγιάζ της προηγούμενης νύχτας και το


τσαλακωμένο μου φόρεμα, θα ήταν σαν να του το έτριβα στα μούτρα. Προτιμούσα το γεμάτο αποδοκιμασία αναστεναγμό του πατέρα μου για το πώς πέρασα τη νύχτα μου παρά να εμφανιστώ έτσι μπροστά στον Λι. «Ελ;» φώναξε ο πατέρας μου όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Αναστέναξα. Θα ήμουν άθλιο δείγμα επαναστατημένου εφήβου. Δεν έκανα εγώ για τέτοια. Μου ήταν αδύνατο να μπαινοβγαίνω στα κρυφά στο σπίτι. «Ναι, εγώ είμαι!» του φώναξα. «Πώς ήταν ο χορός;» ρώτησε εκείνος. Έφτιαξα αναστενάζοντας το φόρεμά μου και μπήκα στο σαλόνι. Ο Μπραντ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στον καναπέ, με τα πόδια ανεβασμένα στην πλάτη του καναπέ και το κεφάλι ν’ ακουμπά στο πάτωμα. Μου έριξε μια φευγαλέα ματιά και μετά συνέχισε να παίζει με το Nintendo του. «Πολύ ωραία», απάντησα. «Αν εξαιρέσουμε το δράμα που έζησα με ένα χορτοφαγικό πιάτο και έναν τύπο που είχε αλλεργία στους ξηρούς καρπούς...» «Τι ενδιαφέρον!» φώναξε ειρωνικά ο Μπραντ και με τσάτισε έτσι όπως μόνο ένας μικρός αδερφός μπορεί να το καταφέρει. «Πήγατε στο πάρτι μετά;» ρώτησε ο πατέρας μου. «Όχι...» απάντησα μετρώντας καλά τα λόγια μου. «Εμ... ο Νόα είχε κλείσει δωμάτιο για να μείνουμε το βράδυ...» Η φωνή μου έγινε μουρμουρητό πριν σβήσει τελείως. «Α, μάλιστα», είπε ο πατέρας μου με έναν απίστευτα αποδοκιμαστικό τόνο. «Δεν έγινε τίποτα», πρόσθεσα γρήγορα και τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν. Τι ντροπή... Και τότε ο Μπραντ αποφάσισε να πεταχτεί. «Ο Νόα και η Ελ δίνουν αγκαλίτσες και φιλάκια, χαχα, χα-χα...» άρχισε να τραγουδάει κοροϊδευτικά. greekleech.info «Στα μούτρα σου», ήταν η μόνη πνευματώδης απάντηση που μπόρεσα να του δώσω μιμούμενη τη φωνή του. Εκείνος με αγριοκοίταξε πάνω από την κονσόλα του και εγώ του έβγαλα τη γλώσσα. «Είναι πολύ αργά να πάρω πίσω αυτό που είπα χτες για το πόσο έχεις μεγαλώσει, Ελ;» ρώτησε γελώντας ο πατέρας μου και μας κοίταξε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Πέρασες καλά, δηλαδή, στο χορό;» «Ναι. Και ξέρεις τι έκανε ο Νόα; Ανέβηκε στη σκηνή εκεί που ήταν η μπάντα και μου αφιέρωσε ένα τραγούδι και μου ζήτησε μπροστά σε όλους να τα φτιάξουμε. Το βλέπει πολύ σοβαρά». «Ωωωω, η μικρή μας Ελίτσα είναι ερωτευμεεένη;» ρώτησε ο Μπραντ με μελιστάλαχτη φωνή δίνοντας φιλιά τον αέρα και κάνοντάς μου γκριμάτσες. «Όχι!» είπα γρήγορα. «Όχι, βέβαια!» Ο πατέρας μου με κοίταξε διχασμένος ανάμεσα στην αποδοχή και στην απογοήτευση. Και τότε χτύπησε το κουδούνι. «Άσ’ το, πάω εγώ», προσφέρθηκα και έτρεξα ν’ ανοίξω την πόρτα. «Άκουσα κάτι φήμες πως γύρισες», είπε ο Λι και ακούμπησε στο κάγκελο της βεράντας χαμογελώντας μου. Το χαμόγελο έσβησε, όμως, απ’ τα μάτια του μόλις με κοίταξε καλύτερα. Ήταν ολοφάνερο τι έκανα χτες βράδυ. Αλλά το ξεπέρασε γρήγορα. «Άσε που έπρεπε να φύγω απ’ το σπίτι», συνέχισε. «Οι γονείς μου τα έχουν πάρει με τον Νόα». «Γιατί;» «Σου μεταφέρω τα λόγια τους: “Ένας Θεός ξέρει πού γυρνούσες όλη την περασμένη εβδομάδα” και “Θα σε πετάξουν με τις κλοτσιές απ’ το κολέγιο πριν ακόμη ξεκινήσεις, αν συνεχίσεις να συμπεριφέρεσαι έτσι χαζά και απερίσκεπτα”». Αναστέναξα και πέρασα το χέρι μέσα απ’ τα μαλλιά μου. «Θα τους περάσει», πρόσθεσε ο Λι.


«Όμως καλύτερα να μην είμαι εκεί». «Πώς ήταν το πάρτι;» «Απλά έχασες!» είπε εκείνος με σοβαρό ύφος και μετά έσκασε άλλο ένα τεράστιο χαμόγελο. «Είχε πάρα πολλή πλάκα. Ο Γουόρεν έγινε λιώμα και άρχισε να τραγουδάει καραόκε και να χορεύει και να λέει σε όλους πως τους αγαπάει. Δεν έχω ξαναγελάσει περισσότερο στη ζωή μου. Αλλά δεν είχαμε καβγάδες ή τίποτα τέτοιο». «Επειδή έλειπε ο Νόα», είπα. «Σωστά, σωστά...» αποκρίθηκε ο Λι γελώντας και ύστερα ξερόβηξε. «Εμ, θα σε ρωτούσα πώς πήγε το βράδυ σου και θα σου έλεγα πειρακτικά “Θέλω λεπτομέρειες, φιλενάδα”», είπε με τσιριχτή φωνή και έκανε πως τινάζει τα μαλλιά του πίσω, «αλλά δε νομίζω πως θέλω να ξέρω τι κάνατε με τον αδερφό μου». Χαμογέλασα. «Ούτε εγώ νομίζω πως θες να ξέρεις, για να είμαι ειλικρινής. Και μια και το ’φερε η κουβέντα, φιλαράκι, εσύ και η Ρέιτσελ το έχετε...» «Όχι», απάντησε εκείνος σηκώνοντας περήφανα το κεφάλι. «Αλήθεια; Νόμιζα πως τόσο καιρό που είστε μαζί θα το είχατε κάνει». «Κι εγώ το ίδιο νόμιζα... Αλλά μου είπε πως δεν είναι έτοιμη, οπότε, δεν ξέρω, απλώς θα περιμένουμε μέχρι να είναι έτοιμη». «Αχ!» είπα όλο γλύκα και του τσίμπησα τη μύτη. «Την έχεις πατήσει για τα καλά, φίλε μου». Ο Λι δε διαφώνησε καν. Απλώς αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του και κοκκίνισε. Γέλασα, αλλά όχι με κοροϊδευτικό τρόπο. «Η Ρέιτσελ το ξέρει πόσο καψούρης είσαι;» «Εμ, βασικά...» «Ω Θεέ μου! Της το είπες, ε; Σίγουρα της το είπες! Της είπες πως την αγαπάς! Πότε έγινε; Την ώρα που χορεύατε αγκαλιά; Ή μήπως κάτω από τ’ αστέρια μετά στο πάρτι;» Ο Λι γέλασε και με έπιασε απ’ τους ώμους. «Ηρέμησε. Αν με αφήσεις, θα σου πω πώς έγινε». Έκανα πως έκλεισα το στόμα μου με φερμουάρ. «Έτσι όπως χορεύαμε ένα αργό κομμάτι, της το ξεφούρνισα πάρα πολύ σιγανά. Εκείνη δεν άκουσε καλά και έτσι αναγκάστηκα να το επαναλάβω πιο δυνατά, αλλά η Ρέιτσελ πάλι δεν άκουσε, οπότε αναγκάστηκα να το πω τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι γύρισαν και μας κοίταξαν και εκείνη κατακοκκίνισε...» είπε χαμογελώντας ο Λι και μετά έσκασε στα γέλια. «Ήταν πολύ χαριτωμένο, βασικά, γιατί μετά μου το είπε και η Ρέιτσελ έτσι κοκκινισμένη όπως ήταν. Ειλικρινά, έπρεπε να τη δεις, είχε γίνει κόκκινη σαν παντζάρι και...» «Είσαι πολύ κακός!» τον διέκοψα και του έδωσα μία στο μπράτσο. «Δεν είμαι κακός, ήταν χαριτωμένο, αυτό είπα! Και σταμάτα να με διακόπτεις! Λοιπόν. Μου είπε και η Ρέιτσελ πως μ’ αγαπάει, έτσι κόκκινη σαν χαριτωμένο παντζαράκι που ήταν. Και τότε εγώ ρώτησα, “Τι είπες; Δε σ’ άκουσα”, οπότε αναγκάστηκε να το επαναλάβει κι εκείνη πολύ δυνατά». «Ωωω, τι γλυκό!» «Με έχεις χαλάσει», είπε εκείνος δίνοντάς μου μια σπρωξιά στον ώμο. «Έχω αρχίσει να γίνομαι φλώρος τόσα χρόνια που κάνω παρέα μαζί σου». «Τη φίλησες μετά; Αφού είπατε σ’ αγαπώ;» «Εννοείται, Ελ». «Ωωω...» «Έχεις σκοπό να στέκεσαι εκεί όλη μέρα και να βγάζεις άναρθρες κραυγές ή θα δούμε κανένα επεισόδιο Judge Judy; Αφού κάνεις ένα ντους πρώτα, βέβαια. Είσαι καταμουντζουρωμένη με


μάσκαρα», είπε ο κολλητός μου και με προσπέρασε για να μπει μέσα. Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να γελάσω και να κουνήσω το κεφάλι. Ο Λι μπήκε μέσα σαν στο σπίτι του και έπιασε την κουβέντα με τον Μπραντ και τον πατέρα μου, ενώ εγώ πήγα πάνω για να κάνω μπάνιο και να αλλάξω. Κάτι βασάνιζε το μυαλό μου: εκείνο για το οποίο με πείραζε πριν ο χαζός ο αδερφός μου, ότι... ότι ήμουν, λέει... ερωτευμένη με τον Νόα... Αποκλείεται. Θέλω να πω, το ήξερα πως στην αρχή ήταν απλά... να, δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, μέχρι χτες το βράδυ που τα φτιάξαμε επισήμως. Όμως ακόμη και πριν από χτες το βράδυ, δε γινόταν να είμαι... δεν ήμουν... Ή μήπως ήμουν;


Κεφάλαιο 26

Ο ΛΙ ΚΙ ΕΓΩ είχαμε αράξει στον πίσω κήπο. Έκανε πολύ ωραίο καιρό για να κλειστείς μέσα. Τέτοιες μέρες τις περνούσαμε συνήθως αραχτοί στην πισίνα του Λι. Ο κήπος του ήταν πολύ πιο ωραίος απ’ τον δικό μου. Στον κήπο μας είχαμε μια από εκείνες τις κούνιες με μαξιλάρια και σκίαστρο, αλλά ήταν τόσο παλιά, ώστε όταν κουνιόσουν, έτριζε. Άσε που το μισό γκαζόν είχε ξεραθεί. Ο πατέρας δεν είχε χρόνο τώρα τελευταία να το περιποιηθεί και ήταν τόσο πεισματάρης, ώστε δεν ήθελε με τίποτα να προσλάβει κηπουρό. Είχα προτείνει στον Λι να πάμε στο σπίτι του, επισημαίνοντας πως θα ήταν τέλεια στην πισίνα τέτοια ώρα, αλλά εκείνος δεν ήθελε να επιστρέψει ακόμη. «Σέλι, ο μπαμπάς μού είπε πως θα μου στείλει μήνυμα πότε θα είναι καλή ώρα για να γυρίσω, όταν δηλαδή ο Νόα θα φύγει εκνευρισμένος απ’ το σπίτι ή όταν θα του τα έχουν ψάλει και θα σταματήσουν να τσακώνονται. Και δε μου έχει στείλει ακόμη». «Τόσο χάλια ήταν τα πράγματα;» «Πίστεψέ με, δε θες να ξέρεις». Και τότε χτύπησε το κινητό του. Ο Λι το έβγαλε απ’ την τσέπη του και το κοίταξε κατσουφιασμένος, χωρίς να απαντήσει αμέσως όπως περίμενα. «Ποιος είναι;» ρώτησα και σηκώθηκα για να κοιτάξω την οθόνη. «Ο Νόα», μουρμούρισε εκείνος. «Τι στο διάβολο θέλει;» «Μήπως να το σήκωνες για να μάθεις, ίσως;» Ο Λι με αγριοκοίταξε στα ψέματα και το σήκωσε. «Τι;» Άκουσα τη φωνή του Νόα απ’ την άλλη άκρη της γραμμής εξίσου δυσαρεστημένη, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε. «Ναι», είπε ο Λι και μου έδωσε το τηλέφωνο. «Το κινητό σου είναι ακόμη κλειστό. Θέλει να σου μιλήσει». Πήρα το τηλέφωνο και ένα χαμόγελο απλώθηκε χωρίς να το καταλάβω στα χείλη μου, ακόμη και στη σκέψη πως θα του μιλούσα στο κινητό. Και να φανταστείς πως δεν είχε πει ακόμη τίποτα. Μα τι είχα πάθει τώρα τελευταία; «Γεια». Όμως ήξερα ακριβώς τι ήταν: ο ίδιος λόγος που είχα δεχτεί να πάω μαζί του στο χορό, όσο κι αν προσπαθούσα να αποδείξω το αντίθετο. «Προσπαθώ εδώ και κάτι αιώνες να σε βρω». «Όταν λες “αιώνες”, τι ακριβώς εννοείς;» «Εμ, τα τελευταία τέσσερα λεπτά; Σε πήρα δύο φορές». «Ναι, ήταν όντως “αιώνες”, κύριε Ανυπόμονε», είπα γελώντας. «Λοιπόν, τι με θες;» «Άκου, Ελ...» Ο Νόα ακουγόταν κάπως περίεργα, σαν να του ήταν δύσκολο να πει αυτό που ήθελε. Ήταν σαν να τον έβλεπα να τραβάει τα μαλλιά του και να τρίβει το μάγουλό του. Αναρωτήθηκα τι συνέβαινε. Και τότε ξεστόμισε εκείνες τις μοιραίες λέξεις. Ήξερα πως θα έπρεπε να είχα σταματήσει όλο αυτό με τον Νόα εδώ και πολύ καιρό. Δε θα


έπρεπε να ξεκινήσω καν κάτι μαζί του. Τώρα όμως ήταν πολύ αργά. Καταλάβαινα πως την είχα πατήσει, επειδή τα επόμενα λόγια του μου έκοψαν για μια στιγμή την αναπνοή. «Πρέπει να μιλήσουμε», είπε εκείνος αναστενάζοντας στο ακουστικό. Θα συναντιόμασταν στα Starbucks στην άκρη της πόλης. Μόνο αυτό κατάλαβα απ’ τη συνομιλία μας. Δεν είχα καταφέρει να αρθρώσω λέξη. Το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω ήταν ένα «εντάξει». «Τι έγινε;» ρώτησε ο Λι και με κοίταξε ανήσυχος. «Γιατί φρίκαρες έτσι;» «Ε... μου... θα... Starbucks...» greekleech.info «Τι; Σέλι, πάρε ανάσα και πες μου τι έγινε. Αλλά πρώτα απ’ όλα, είσαι καλά;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και προσπάθησα να συνέλθω. «Να... Δεν ξέρω. Μου... μου...» Πήρα βαθιά ανάσα. «Μου είπε πως πρέπει να μιλήσουμε». «Άουτς», έκανε ο Λι με ένα μορφασμό. «Μα... Για περίμενε, σοβαρά μιλάς; Είσαι σίγουρη πως σου είπε έτσι;» «Ναι, θα βρεθούμε στα Starbucks στις οχτώ». «Δηλαδή σε μια ώρα». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. «Πρέπει να πάω να ετοιμαστώ...» είπα μουδιασμένη και σηκώθηκα για να ανέβω στο δωμάτιό μου νιώθοντας πως ζω ένα κακό όνειρο. Ο πατέρας μου δούλευε στο σαλόνι, ενώ ο Μπραντ είχε πάει στο πάρκο με κάτι φίλους του. Ο Λι έτρεξε πίσω μου στη σκάλα. «Περίμενε, τι λες να συμβαίνει;» «Θέλει να τα χαλάσουμε, έτσι δεν είναι; Μόλις χτες τα φτιάξαμε... και τώρα θα με χωρίσει, ε; Έτσι δε λένε οι περισσότεροι όταν θέλουν να σε χωρίσουν; Πρώτα λένε “Πρέπει να μιλήσουμε” και μετά αρχίζουν τα “Δε φταις εσύ, εγώ φταίω” και...» Ο Λι χτύπησε τα δάχτυλά του μπροστά στο πρόσωπό μου κάνοντάς με να πεταχτώ στον αέρα. «Ηρέμησε». «Συγγνώμη...» «Κοίτα, μπορεί... να χρειάζεται απλώς να μιλήσει με κάποιον. Ίσως δε θέλει να χωρίσετε. Δε βλέπω το λόγο γιατί να θέλει κάτι τέτοιο». «Ναι, αλλά αν χρειαζόταν να μιλήσει σε κάποιον, θα μου το έλεγε, έτσι δεν είναι; “Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να χωρίσουμε”. Οχ, Θεέ μου, τι φοράς όταν πας για να σε χωρίσει ο άλλος;» Άνοιξα την ντουλάπα και τα συρτάρια μου ψάχνοντας κάτι να φορέσω. Σοβαρά τώρα, να διάλεγα κάτι πολύ ωραίο για να τον κάνω να το ξανασκεφτεί και να μη με παρατήσει; Ή να πήγαινα μ’ αυτά που φορούσα ήδη –το παλιό μου τζιν σορτσάκι και ένα μοβ μπλουζάκι– για να του δείξω πως δε με ένοιαζε και πολύ που θα με χώριζε; Αποφάσισα να μην αλλάξω, αλλά να βαφτώ λίγο. «Ελ, χαλάρωσε. Το πιθανότερο είναι να μη θέλει να τα χαλάσετε. Θα είναι τρελός αν κάνει κάτι τέτοιο». «Ευχαριστώ, Λι, τώρα με καθησύχασες», είπα και έπιασα το αϊλάινερ, αλλά το χέρι μου έτρεμε τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούσα να βαφτώ. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, καλύπτοντας το πρόσωπο με τα χέρια μου, και ούρλιαξα απελπισμένη. Το ήξερα πως είχα δεθεί πολύ με τον Νόα. Απλώς δεν ήθελα να το πιστέψω. Νόμιζα πως με το να λέω στον εαυτό μου πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, θα γινόταν και πραγματικότητα. Πως με το να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως δεν την είχα πατήσει μαζί του, αυτό θα σήμαινε ότι δεν...


δεν τον είχα... Αναρωτήθηκα πόσο καιρό ένιωθα έτσι για εκείνον. Τώρα... τώρα που τελικά το συνειδητοποίησα, θα με χώριζε. Μέχρι και ο Μπραντ το είχε καταλάβει. Και ο Λι... το ήξερε. Γι’ αυτό με κοιτούσε έτσι περίεργα κάθε φορά. Ακόμη και ο πατέρας μου και η Ρέιτσελ το είχαν μυριστεί. Τώρα καταλάβαινα γιατί με κοιτούσαν με εκείνο το ύφος. Πώς γινόταν να συνειδητοποιώ τελευταία απ’ όλους πώς ένιωθα; Βαθιά μέσα μου, όμως, το ήξερα απ’ την αρχή· απλώς φοβόμουν να το παραδεχτώ. Η λογική μού έλεγε πως δεν υπήρχε περίπτωση να ένιωθε κι εκείνος το ίδιο· θα με χώριζε. Πρέπει να μιλήσουμε... Άρχισα να τρώω τα χείλη μου. Ένιωσα το χέρι του Λι στο γόνατό μου. Άνοιξα τα μάτια και τον είδα σκυμμένο από πάνω μου, με τη μύτη του λίγα μόλις εκατοστά απ’ τη δική μου και τα μεγάλα μπλε μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Τον κοίταξα κι εγώ. «Λι...» «Μμ;» «Έχουμε πρόβλημα». «Μμ;» «Νομίζω...» Ξεροκατάπια και τον κοίταξα στα μάτια. «Νομίζω πως μάλλον τον έχω ερωτευτεί». «Επιτέλους! Εγώ το κατάλαβα απ’ το ότι δέχτηκες να πας μαζί του στο χορό. Κανένας λογικός άνθρωπος στη θέση σου δε θα έκανε το ίδιο. Περίμενα να μου το πεις τότε που μου εξομολογήθηκες πως σε συνόδευσε στο χορό». «Για περίμενε! Το ήξερες και δε μου το είπες;» «Σκέφτηκα πως ήταν κάτι που έπρεπε να καταλάβεις μόνη σου... Καλά, καλά», υποχώρησε ο Λι βλέποντας το δύσπιστο ύφος μου. «Νόμιζα πως δε θα το παραδεχόσουν». «Πώς γίνεται να το κατάλαβες πριν από μένα;» ρώτησα. «Είμαι το άλλο σου μισό. Η αδερφή ψυχή σου», πρόσθεσε εκείνος με ένα χαμογελάκι. «Λι, τι θα κάνω τώρα; Θα μου ζητήσει να τα χαλάσουμε...» «Δεν ξέρω τι να πω, Σέλι», απάντησε ο κολλητός μου ανασηκώνοντας ανήξερος τους ώμους. «Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως όλα θα πάνε καλά. Και ξέρεις γιατί; Γιατί έχεις εμένα. Σ’ το είπα: ό,τι κι αν συμβεί, εγώ θα είμαι στο πλάι σου. Είτε πληγωθείς ή... αν μείνεις έγκυος ή οτιδήποτε». «Πάλι καλά που έχω εσένα...» είπα χαμογελώντας. «Το βραβείο παρηγοριάς, ε;» αποκρίθηκε ο Λι γελώντας. «Μην είσαι χαζός. Δεν είσαι βραβείο παρηγοριάς. Είσαι ο καλύτερός μου φίλος». «Ναι, αλλά δεν είμαι τόσο σημαντικός για σένα όσο εκείνος», είπε ο Λι και μου χάρισε ένα τόσο δα θλιμμένο χαμόγελο. «Δεν μπορώ να συναγωνιστώ αυτόν με τον οποίο είσαι ερωτευμένη. Είτε είναι ο αδερφός μου είτε όχι». «Λι, μην είσαι βλάκας. Θα είσαι για πάντα ο πιο σημαντικός άντρας στη ζωή μου. Μετά τον πατέρα μου, φυσικά», διευκρίνισα χαμογελώντας. «Είτε είμαι με τον Νόα είτε όχι. Κανένας άντρας δε θα μπει ανάμεσά μας. Ποτέ. Το κατάλαβες αυτό;» «Και καμιά κοπέλα», μου είπε εκείνος. «Εμείς οι δύο είμαστε κολλητοί». «Θα γεράσουμε μαζί και τα σχετικά». «Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να χτυπάει τα κουδούνια των ξένων και να τρέχει


μακριά να κρυφτεί χωρίς εσένα δίπλα μου να φεύγεις σπινιάροντας πάνω στο αναπηρικό σου καροτσάκι». Γέλασα και τον αγκάλιασα. Εκείνος με έσφιξε με τέτοια δύναμη, ώστε μου έκοψε την ανάσα. «Ανησυχείς πολύ μη με χάσεις, ε;» τον πείραξα. «Είναι τόσο προφανές;» «Ούτε εγώ θέλω να σε χάσω». Ο Λι έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο και μου έκλεισε το μάτι. «Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πώς θα ήταν αν... ξέρεις, αν ποτέ τα φτιάχναμε;» Ανασήκωσα ελαφρώς τα φρύδια. «Δεν υπονοώ πως έπρεπε να το είχαμε δοκιμάσει!» βιάστηκε να προσθέσει εκείνος. «Απλά λέω». «Όλοι περίμεναν πως εμείς οι δύο θα καταλήγαμε μαζί». «Ένας Θεός ξέρει γιατί. Τα σαχλορομάντζα που διαβάζουν θα φταίνε μάλλον». «Θα ήμασταν απαίσιο ζευγάρι», είπα γελώντας. «Εμένα μου λες! Κάτι τέτοιο θα μας κατέστρεφε». Γέλασα συμφωνώντας. Δεν ξέρω πώς θα το διαχειριζόμουν αν ο Λι μού έλεγε ποτέ πως με έβλεπε ερωτικά. Δεν μπορούσα να τον δω έτσι. «Εξάλλου, εσύ είσαι κάργα ερωτευμένος με τη Ρέιτσελ». «Κι εσύ με τον Νόα». «Προς το παρόν, τουλάχιστον... Σ’ ευχαριστώ που μου το υπενθύμισες». «Να πάρει! Και πάνω που είχα καταφέρει να σε κάνω να ξεχαστείς λιγάκι, ε;» «Ναι, με τις συναισθηματικές βλακείες σου. Κάνε στην άκρη τώρα. Μου κρύβεις το φως και θέλω να βαφτώ». greekleech.info Εκείνος γέλασε και παραμέρισε για να με αφήσει να πάω στον καθρέφτη μου. Τουλάχιστον το χέρι μου δεν έτρεμε τώρα, οπότε μπορούσα να βαφτώ χωρίς να κινδυνεύω να καρφώσω το αϊλάινερ στο μάτι μου. «Θες να σε πάω; Πρέπει να φύγεις σε λίγο, αν δε θες να πέσεις στην κίνηση...» «Ναι, αν μπορείς», είπα χώνοντας κάνα δυο χαρτονομίσματα των πέντε στην τσέπη μου. Ο Λι κατάφερε εντέλει να βρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου στην τσέπη του μέσα σε όλο εκείνο το χαμό από νομίσματα και περιτυλίγματα από τσίχλες. «Ωραία, πάμε να πάρω την κρυάδα μου τώρα», είπα με ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Εκείνος με χτύπησε στην πλάτη, λιγάκι πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν. Σαν να νόμιζε πως έτσι θα με έκανε να συνέλθω. Παραπάτησα μπροστά και πιάστηκα από το κάγκελο της σκάλας για να μην κατέβω τα υπόλοιπα σκαλοπάτια κουτρουβαλώντας. «Ηρέμησε. Όλα καλά θα πάνε», μου είπε ο κολλητός μου. Το αστείο, όμως, ήταν πως δεν τον πίστεψα. Φτάσαμε στα Starbucks λίγο μετά τις οχτώ, επειδή πέσαμε σε λίγη κίνηση. Είδα απέξω παρκαρισμένη τη μηχανή του Νόα. Σκέφτηκα πως θα χρειαζόταν να ειδοποιήσω τον Λι να έρθει να με πάρει όταν θα αρνιόμουν την πρόταση του Νόα να με γυρίσει πίσω, αν προσφερόταν ποτέ... «Στείλε μου μήνυμα αν θες να έρθω να σε πάρω, εντάξει;» μου είπε ο Λι μόλις φτάσαμε στην είσοδο.


Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και μπήκα μέσα κοιτάζοντας αγχωμένη γύρω μου. Είδα ένα χέρι να σηκώνεται. Ο Νόα καθόταν σε ένα από τα πίσω τραπέζια, δίπλα στο παράθυρο. Ο Λι μού έσφιξε το μπράτσο. «Όλα καλά θα πάνε, Σέλι. Έτσι κι αλλιώς... δε σου αξίζει αυτός ο τύπος». «Τα λέμε μετά, Λι», είπα προσπαθώντας να γελάσω. Ο κολλητός μου με αποχαιρέτισε με ένα στρατιωτικό χαιρετισμό και εγώ ξεκίνησα να πάω στον Νόα με το κεφάλι ψηλά. Ήταν πιο όμορφος απ’ ό,τι συνήθως. Ίσως επειδή μόλις είχα συνειδητοποιήσει πώς ένιωθα για εκείνον ή επειδή ήταν έτοιμος να με παρατήσει. Τα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα απ’ τη μηχανή και φορούσε ένα μαύρο πετροπλυμένο τζιν, ένα λευκό T-shirt και από πάνω το παλιό του μαύρο δερμάτινο μπουφάν. Σηκώθηκε μόλις έφτασα κοντά του, πράγμα που με εξέπληξε. Φαντάστηκα τον Λι να λέει «Ωωω, κοίτα που μας τον έκανες και τζέντλεμαν!» και να με σκουντά με τον αγκώνα του στα πλευρά. «Γεια», είπε ο Νόα κάπως αλαφιασμένος. «Έλα, κάθισε». Πήγαμε να μιλήσουμε συγχρόνως, μετά σταματήσαμε και μετά πάλι τα ίδια. «Εσύ πρώτα», είπαμε με μια φωνή. Ο Νόα έσκασε ένα τόσο δα χαμόγελο και εγώ γέλασα αμήχανα. Και τότε ήρθε ο σερβιτόρος, ένας τύπος γύρω στα είκοσι πέντε, που ήταν σαν να είχε πάρει ατέλειωτες δόσεις καφεΐνης για να βγάλει άλλη μια βάρδια. «Τι να σας φέρω, παιδιά;» ρώτησε. «Εε...» Θα μέναμε τόσο πολύ, ώστε να παραγγείλουμε κιόλας; Ή μήπως ο Νόα ήθελε να με ξεπετάξει στα γρήγορα και να φύγει καβάλα σε εκείνη τη δίτροχη παγίδα θανάτου; «Έναν καφέ φίλτρου», απάντησε στο σερβιτόρο. «Και έναν λάτε με σαντιγί», πρόσθεσε και με έδειξε με το δάχτυλό του. «Ωραία. Τα φέρνω αμέσως», είπε ο σερβιτόρος αφού σημείωσε την παραγγελία. «Πού ήξερες τι ήθελα;» ήταν το μόνο που μου ήρθε να πω, μόλις μείναμε μόνοι. «Σε είχα ακούσει που το είχες παραγγείλει μια φορά. Μου φάνηκε περίεργο, γι’ αυτό μάλλον το συγκράτησα». «Α!» έκανα σοκαρισμένη. Αποκλείεται να ήθελε να με χωρίσει, έτσι δεν είναι; Ήθελα τόσο, μα τόσο πολύ να πιστέψω πως ο Λι είχε δίκιο· πως ο αδερφός του ήταν όντως ερωτευμένος μαζί μου. Όμως... Όμως. Υπήρχε πάντα ένα «όμως». Μείναμε σιωπηλοί μέχρι που ήρθαν οι καφέδες μας και τότε εκείνος ήπιε μια γουλιά και ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του, με το ένα πόδι στηριγμένο στο γόνατό του και το χέρι κρεμασμένο στην πλάτη της καρέκλας. Δεν ξεκίνησα τον καφέ μου· το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να τσουρουφλιστώ. Δεν είχα καμιά όρεξη να κάψω όλους τους γευστικούς κάλυκες της γλώσσας μου, μόνο και μόνο για να νιώσω καλύτερα μέσα σ’ εκείνη την αμήχανη σιωπή. Και τότε ο Νόα αποφάσισε επιτέλους να κάνει την αρχή. «Κοίτα, πρέπει να μιλήσουμε». «Θες να τα χαλάσουμε;» του ξεφούρνισα μην μπορώντας να συγκρατηθώ άλλο.


Εκείνος αναστέναξε και η καρδιά μου θαρρείς σταμάτησε. Ένα αίσθημα απελπισίας με κυρίευσε μόλις αντίκρισα την έκφρασή του. «Άκου, Ελ, θέλω να με προσέξεις, εντάξει;» Κούνησα σύμφωνη το κεφάλι. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; «Με δέχτηκαν στο Χάρβαρντ. Στο τμήμα Πληροφορικής». «Στο Χάρβαρντ... το γνωστό Χάρβαρντ;» «Ναι». «Μπράβο! Συγχαρητήρια!» είπα, μόνο που η φωνή μου δεν είχε τον απαιτούμενο ενθουσιασμό. Ξαναπροσπάθησα. «Αυτό είναι υπέροχο, Νόα». «Το ξέρω. Αλλά...» Να τα πάλι. Αυτή η λέξη ήταν απλά απαίσια. Μόνο που αυτή τη φορά σαν να χάρηκα κάπως που την άκουγα. «Όπα, περίμενε, δεν έχει “αλλά”. Δε γίνεται να μην πας στο Χάρβαρντ». «Είναι στη Μασαχουσέτη. Στην άλλη άκρη της χώρας, Ελ. Με δέχτηκαν και στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο. Δεν είναι τόσο μακριά και έχουν καλό τμήμα μηχανολογίας...» «Νόα, για ποιο λόγο σκέφτεσαι να μην πας στο Χάρβαρντ; Δε γίνεται να το κάνεις αυτό». «Δεν ξέρω», είπε εκείνος αναστενάζοντας. Ακουγόταν τόσο μπερδεμένος και ανήμπορος. «Οι γονείς μου θέλουν να πάω, αλλά δεν ξέρω αν το κάνουν μόνο και μόνο επειδή γυρεύουν να με ξεφορτωθούν για να ησυχάσουν από μένα. Δέχτηκα τη θέση, αλλά δεν ξέρω αν έκανα το σωστό». «Είμαι σίγουρη πως οι γονείς σου χαίρονται πολύ για σένα. Είναι καταπληκτικό. Είναι απίστευτη ευκαιρία. Εννοείται πως θέλουν να πας». «Είχαν νευριάσει τόσο πολύ μαζί μου», είπε ο Νόα με ένα πικραμένο γελάκι και κοίταξε το δάχτυλό του που έκανε κύκλους στα χείλη της κούπας του. «Ειδικά με το θέμα μεταξύ μας... Απλώς θέλουν να φύγω». «Δε θέλουν να φύγεις. Απλά ανησυχούν για σένα». «Ναι, καλά». Ακούστηκε τόσο σίγουρος και απογοητευμένος, ώστε δεν έκανα καν τον κόπο να διαφωνήσω. Χάιδεψα την κούπα μου με το δείκτη του χεριού μου και κατέβασα το βλέμμα μου στον αχνό που έβγαινε απ’ τον καφέ μου. «Χαίρομαι πολύ για σένα», είπα. Εκείνος άπλωσε το χέρι και μου χάιδεψε απαλά το μάγουλο με τον αντίχειρά του. Η καρδιά μου σκίρτησε. «Είναι όλο αυτό μεταξύ μας τώρα και δεν ξέρω τι θέλω να κάνω». Ξεροκατάπια. Αποκλείεται να το έλεγε. Ο Λι είχε άδικο. Απλώς κορόιδευα τον εαυτό μου. Ήταν γελοίο να πιστεύω πως θα μου το έλεγε ποτέ. Ο Νόα με κοίταξε για κάμποση ώρα στα μάτια και μετά έσκυψε και μου έδωσε ένα απίστευτα απαλό φιλί. Ένα ρίγος διαπέρασε την πλάτη μου. Τα χείλη του έμειναν πάνω στα δικά μου για πάρα πολλή ώρα. Ύστερα ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του. Δεν μπορούσα να διαβάσω την έκφρασή του, αλλά μια βαθιά ρυτίδα είχε χαραχτεί το μέτωπό του. «Ελ, το ξέρω πως ήμουν εντελώς κόπανος και είπα ότι θα προσπαθήσω να επανορθώσω, αλλά... το θέμα είναι πως απλά...» Αναστέναξε και ανακάτωσε τα μαλλιά του κάνοντάς τα να πεταχτούν προς όλες τις μεριές. «Ελ, θα φύγω για το κολέγιο το φθινόπωρο και δεν ξέρω πώς θα πάνε τα πράγματα και δε θέλω να σε χάσω. Δε θέλω να χωρίσουμε, αλλά...» «Νόα», προσπάθησα να τον διακόψω.


«Όχι, ξέχνα το», είπε τότε εκείνος. «Αυτό μπορεί να περιμένει. Λοιπόν, τελείωσε τον καφέ σου και πάμε. Θέλω να σε πάω κάπου». «Πού;» «Δεν μπορώ να σου πω, θα χαλάσω την έκπληξη. Όμως θα σου αρέσει, πίστεψέ με. Δεν είναι πολύ μακριά, αλλά θα πρέπει να βιαστούμε, αν θέλουμε να είμαστε εκεί εγκαίρως». «Να είμαστε πού εγκαίρως;» ήθελα να ρωτήσω, αλλά ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση να μου πει, έτσι συνέχισα να πίνω τον καφέ μου. Ο Νόα κατέβασε τον δικό του σχεδόν μονορούφι και αναρωτήθηκα πώς δεν κάηκε ο λαιμός του. Άφησα κάτω την κούπα μου και είδα τον Νόα να πνίγει το γέλιο του. «Τι συμβαίνει;» Εκείνος άπλωσε το χέρι και άγγιξε την άκρη της μύτης μου με το δάχτυλό του σκουπίζοντάς το μετά στη χαρτοπετσέτα. «Είχες λίγη σαντιγί». Τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν, αλλά ο Νόα απλά γέλασε. «Ήσουν πολύ χαριτωμένη. Έλα, πάμε...» «Καλά, καλά!» είπα γελώντας. «Τι ανυπομονησία είναι αυτή σήμερα;» Και τότε συνειδητοποίησα κάτι. «Οχ, όχι! Όχι, δεν πάω πουθενά μαζί σου», είπα. «Τι; Γιατί;» «Είσαι με τη μηχανή. Την είδα απέξω. Δεν ξανανεβαίνω ποτέ σ’ αυτό το πράγμα. Μία φορά μού ήταν υπεραρκετή». «Ω, έλα τώρα, όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία. Εμένα γιατί μου έδωσες μία; Μη μισείς τόσο πολύ τη μηχανή μου». Γέλασα ξεχνώντας για λίγο εκείνο το απαίσιο συναίσθημα του ότι θα έχανα τον Νόα. Εξάλλου, τώρα πια, ένιωθα πολύ καλύτερα. Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως δε θα με χώριζε. Είχε πει μέχρι και ότι δεν ήθελε να με χάσει. greekleech.info «Συγγνώμη, δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ ν’ ανέβω σ’ αυτό το πράγμα». «Σκέψου όμως πως θα σφιχτείς πάνω μου», αποκρίθηκε εκείνος πειρακτικά. «Έλα, δεν είναι και τόσο χάλια όσο τα λες». «Είναι», του είπα ανένδοτη. «Συγγνώμη, δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να ανέβω στη μηχανή μαζί σου». «Βασικά, δεν έχεις άλλη επιλογή. Θα σε πάω εκεί που θέλω, ακόμη κι αν χρειαστεί να σε δέσω πάνω της». Στραβομουτσούνιασα. «Πλάκα κάνω. Αξίζει όμως τον κόπο, σ’ το υπόσχομαι». «Όχι». Ο Νόα έσκυψε και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. «Έλα, σε παρακαλώ. Σ’ το ορκίζομαι, δε θα το μετανιώσεις. Θα είμαι σκλάβος σου για μια ολόκληρη ζωή αν δε σου αρέσει». Πώς να πεις όχι σε μια τέτοια φάτσα; «Για μια ολόκληρη ζωή;» ρώτησα και τον κοίταξα καχύποπτα. «Ναι». «Καλά, καλά, αλλά είναι η τελευταία φορά. Και μου χρωστάς μεγάλη χάρη. Ακόμη κι αν θα μου αρέσει». «Ό,τι πεις, Σέλι. Όμως είμαι σίγουρος πως θα ξετρελαθείς. Και θα δεις πως στο τέλος θα αναθεωρήσεις και για τη μηχανή». «Πραγματικά αμφιβάλλω. Μερικές φορές σε μισώ τόσο πολύ, Νόα Φλιν».


Κεφάλαιο 27

ΜΟΥ ΦΟΡΕΣΕ ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ

και το κούμπωσε. Μια εικόνα της πρώτης φοράς που είχα ανέβει στη μηχανή του ζωντάνεψε στο μυαλό μου και χαμογέλασα στη θύμηση. Ύστερα ο Νόα καβάλησε τη μηχανή, η οποία ήταν ακόμη πιο τεράστια και τρομακτική απ’ όσο θυμόμουν, και με βοήθησε ν’ ανέβω. Τύλιξα με προσοχή τα χέρια μου γύρω απ’ τη μέση του. Οι παλάμες μου είχαν ιδρώσει και οι χτύποι της καρδιάς μου αντηχούσαν δυνατά στ’ αφτιά μου. Δεν είχα ιδέα πού θα με πήγαινε, αλλά το καλό που του ήθελα ήταν να άξιζε τον κόπο. Ήταν άραγε πολύ αργά για να κάνω πίσω; Μήπως να του έλεγα να το αναβάλαμε για μια άλλη φορά; «Νόα, άλλαξα γνώμη, δε θέλω...» Εκείνος γύρισε το κλειδί στη μίζα και η μηχανή πήρε μπροστά με έναν απότομο βρυχηθμό. Τινάχτηκα απ’ το φόβο μου και μια μικρή τσιρίδα ξέφυγε απ’ τα χείλη μου. Τον έσφιξα όσο πιο πολύ μπορούσα, νιώθοντας το κορμί του να δονείται από τα πνιχτά γέλια του και, πριν προλάβω να του ξαναπώ πως είχα αλλάξει γνώμη, εκείνος είχε βγει ήδη στο δρόμο. Δεν άνοιξα καν τα μάτια. Ο άνεμος έδερνε τα γυμνά πόδια και χέρια μου. Ήμουν σίγουρη πως θα είχα ανατριχιάσει σε όλο το κορμί μου μέχρι να κατέβουμε. Τουλάχιστον τα μαλλιά μου ήταν μέσα στο κράνος, οπότε δε θα ήταν πολύ χάλια όταν θα το έβγαζα. Ωστόσο δεν ήθελα να βλέπω τα πάντα να περνούν θολά από δίπλα μου. Άκουσα κάποιον να κορνάρει, το πιθανότερο σ’ εμάς, αλλά συνέχισα να έχω τα μάτια κλειστά και να κρατιέμαι σφιχτά πάνω στον Νόα. Το μισώ αυτό, το μισώ, το μισώ. Τον αγαπάω, τον αγαπάω, τον αγαπάω. Ούτε που παρατήρησα ότι σταματήσαμε. Τα πάντα κάλυψε ξαφνικά μια σιωπή και, μόνο όταν ο Νόα ξετύλιξε τα χέρια μου από τη μέση του, τόλμησα να ανοίξω τα μάτια. Ήμασταν στις παρυφές ενός λόφου δίπλα σε ένα πάρκο έξω απ’ την πόλη. Εδώ ερχόμουν τα καλοκαίρια μαζί με τον Λι, αφού υπήρχε δημοτική πισίνα που ήταν ανοιχτή. Ήταν ωραία όταν θέλαμε ν’ αλλάξουμε λίγο παραστάσεις. Ο Νόα κατέβηκε πρώτος απ’ τη μηχανή και μετά μου έβγαλε απαλά το κράνος. Εγώ απλά τον αγριοκοίταξα και εκείνος χαχάνισε. «Έλα τώρα, παραδέξου το, δεν ήταν και τόσο χάλια», είπε πατικώνοντας τα ηλεκτρισμένα μαλλιά μου. «Νομίζω πως θα ξεράσω», αποκρίθηκα χωρίς να υπερβάλω – πολύ. Εκείνος ξαναγέλασε και με βοήθησε να κατέβω από εκείνο το πράγμα. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί και τα πόδια μου δε με κρατούσαν. Ο Νόα έπλεξε τα δάχτυλά του μες στα δικά μου και άνοιξε το κάθισμα της μηχανής βγάζοντας μια μεγάλη κουβέρτα, σαν εκείνες που παίρνεις μαζί στα πικνίκ. Την κρέμασε στον ώμο του και μίλησε πριν προλάβω να ρωτήσω τι την ήθελε μαζί του. Αποκλείεται να είμαστε στα πρόθυρα του χωρισμού, σκέφτηκα. Δεν ήταν λογικό.


«Έλα, πάμε. Θ’ αργήσουμε». «Πού πάμε;» ρώτησα. Εκείνος είχε ήδη αρχίσει ν’ ανεβαίνει το λόφο και με τράβηξε πίσω του. «Νόα! Πού πάμε;» «Και μετά λες εμένα ανυπόμονο», αποκρίθηκε εκείνος γελώντας και μου έσφιξε το χέρι. Δε μας πήρε πολλή ώρα να ανεβούμε στην κορυφή. Όταν φτάσαμε, μου άφησε το χέρι και έστρωσε την κουβέρτα στο γρασίδι, κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά, η οποία είχε γείρει και τα κλαδιά της κρέμονταν τόσο χαμηλά, ώστε τα φύλλα τους ακουμπούσαν στο κεφάλι μου. Ο Νόα κάθισε στην κουβέρτα. «Άντε, έλα», μου είπε και έκανε νόημα για να καθίσω δίπλα του. Σούφρωσα μπερδεμένη τα φρύδια και πήρα θέση διστακτικά δίπλα του. Και τότε διαπίστωσα γιατί είχαμε έρθει εκεί. Κάτω απ’ το λόφο απλωνόταν η μισή πόλη και μπορούσες να δεις τις παραλίες και τον ωκεανό. Η θέα της πόλης και μόνο ήταν απίστευτη, με όλα εκείνα τα αστραφτερά φώτα της. Τώρα όμως που ο ήλιος έδυε, ο ουρανός είχε βαφτεί κόκκινος και τα σύννεφα ροζ και ασημένια. Ήταν πανέμορφα. Το ηλιοβασίλεμα αντικατοπτριζόταν στη θάλασσα βάφοντας τα σκούρα μπλε νερά της με κόκκινα, κίτρινα και ροζ χρώματα. Η θέα σού έκοβε την ανάσα. Ο ήλιος φαινόταν τόσο μεγάλος έτσι όπως βυθιζόταν στον ορίζοντα. Όλα ήταν τόσο ήσυχα. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος απ’ την πόλη ή από τους σέρφερ στην παραλία. Μόνο το απαλό θρόισμα των φύλλων πάνω απ’ τα κεφάλια μας. «Ουάου!» ψιθύρισα. Δεν υπήρχε πιο κατάλληλο επιφώνημα γι’ αυτή την εικόνα. Μόνο ουάου. «Είδες; Σ’ το είπα πως θα σου άρεσε», είπε ο Νόα και με σκούντηξε στον ώμο. Πήρα το βλέμμα μου απ’ το τοπίο και τον είδα να μου χαμογελάει με ένα από εκείνα τα αληθινά του χαμόγελα που σχημάτιζαν λακκάκι στο μάγουλό του και έκαναν τα μάτια του να λάμπουν περισσότερο. «Είναι υπέροχα», ψιθύρισα. greekleech.info «Εσύ είσαι υπέροχη», μουρμούρισε ο Νόα. Σώπασα για ένα δευτερόλεπτο. «Είσαι τόσο μελό», είπα γελώντας. «Αφού σου αρέσει κατά βάθος», με πείραξε εκείνος και με σκούντηξε ξανά στον ώμο. «Δεν το πιστεύω πως με έφερες όντως εδώ πάνω για να δούμε το ηλιοβασίλεμα. Είναι τόσο... τόσο ρομαντικό». «Σ’ το είπα, Ελ, αυτή τη φορά θα τα κάνω όλα σωστά. Ήξερα πως θα σου άρεσε. Αφού σου αρέσουν κάτι τέτοια. Και δεν τελειώσαμε ακόμη. Περίμενε δεκαπέντε με είκοσι λεπτά», είπε ο Νόα και κοίταξε το ρολόι του. «Τι θα γίνει τότε;» Σιγογέλασε αποφεύγοντας την ερώτησή μου και με το ελεύθερο χέρι του μου έγειρε το πρόσωπο για να με φιλήσει. Άρχισε σαν ένα αργό φιλί που έκανε την καρδιά μου να λιώσει, αλλά ύστερα τα δάχτυλά μου μπλέχτηκαν μες στα μαλλιά του και εκείνος έβαλε τα χέρια του στην πλάτη μου και με έσφιξε πάνω του. Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι, αλλά κάποια στιγμή ο Νόα με έσπρωξε να ξαπλώσω και έσκυψε από πάνω μου φιλώντας με. Ένιωσα τις σπίθες του πάθους να χορεύουν σαν τρελές μέσα μου και το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. Τον φιλούσα σαν να πνιγόμουν και εκείνος να ήταν ο αέρας μου, όμως κι εκείνος με φιλούσε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Ήταν λες και αυτή η στιγμή είχε βγει από παραμύθι, αλλά ήταν πραγματικότητα και συνέβαινε σ’ εμένα. Άκουσα κάτι σαν πυροτεχνήματα. Θα ήταν μάλλον η φαντασία μου. Σταμάτησα να τον φιλάω και γυρίσαμε και οι δύο και κοιτάξαμε μπροστά μας. Ο ουρανός ήταν


πιο σκοτεινός τώρα, αν και δεν είχε νυχτώσει ακόμη. Τα λαμπερά ουράνια τόξα των πυροτεχνημάτων μόλις έσβηναν στον ορίζοντα. Και τότε μερικά ακόμη υψώθηκαν στον ουρανό σφυρίζοντας και έσκασαν σχηματίζοντας πράσινα, χρυσά, μπλε και ροζ σχήματα. «Θεέ μου», ψιθύρισα. «Τα ρίχνουν από την παραλία», μου είπε ο Νόα. «Δε θυμάμαι για ποιο λόγο, αλλά νομίζω πως κάνουν κάποια εκδήλωση και... ναι». «Ουάου! Πρώτα το ηλιοβασίλεμα και τώρα αυτό;» ρώτησα κοιτάζοντας λίγο ακόμη τα πυροτεχνήματα να σκάνε και να σκορπίζονται στον ουρανό σε μια μαγευτική έκρηξη χρωμάτων. «Προς τι όλο αυτό; Όλες αυτές οι γλυκές πράξεις, θέλω να πω...» «Ελ! Μην τη λες αυτή τη λέξη. Σε παρακαλώ». Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. «Απάντησε στην ερώτησή μου». «Δεν ξέρω», αποκρίθηκε εκείνος ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. Απλά... να, θέλω να πω... Πήγα μαζί σου στο χορό και όλα τα σχετικά γιατί προσπαθούσα να με συγχωρέσεις. Μερικές φορές όμως ένα συγγνώμη δεν αρκεί. Και εσύ αξίζεις περισσότερα από ένα συγγνώμη· από μένα. Και μου τη σπάνε πάρα πολύ όλες αυτές οι συναισθηματικές αηδίες, αλλά εγώ θα σ’ το πω έτσι κι αλλιώς επειδή το αξίζεις». Ξεροκατάπιε και εγώ σήκωσα το κεφάλι απ’ τον ώμο του για να τον κοιτάξω. «Νόα...» ψιθύρισα, αλλά δε νομίζω πως με άκουσε καλά. «Όχι, άσε με να το πω, Ελ», είπε εκείνος και δάγκωσε τα χείλη του θυμίζοντας περισσότερο τρομαγμένο αγοράκι παρά τον γνωστό Φλιν. Τα χείλη του κόλλησαν πάνω στα δικά μου τόσο ξαφνικά και απότομα, ώστε μου έκοψαν την ανάσα. Είχα ξαφνιαστεί πολύ και δεν ανταποκρίθηκα στο φιλί του. Συνήλθα μόνο όταν εκείνος αποφάσισε να τραβηχτεί μακριά μου. Τα πυροτεχνήματα κροτάλιζαν ακόμη πέρα στον ορίζοντα ρίχνοντας χρωματιστές λάμψεις στο πρόσωπό του. «Σ’ αγαπάω, Ελ», μου είπε ο Νόα και παραμέρισε τα μαλλιά απ’ το πρόσωπό μου. Δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη. Το μυαλό μου άδειασε για μια στιγμή και η καρδιά μου άρχισε να φτερουγίζει. Ανάσαινε, Ελ, είπα μέσα μου. Ανάσαινε. Ο Νόα είχε απομείνει να με κοιτάζει. «Πες κάτι, Ελ. Μόλις σου άνοιξα την καρδιά μου, σου παρέδωσα την αξιοπρέπειά μου κι εσύ δε λες τίποτα». greekleech.info Γέλασα και χίμηξα κυριολεκτικά πάνω του τυλίγοντας τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό του και αρχίζοντας να τον φιλάω. Εκείνος με αγκάλιασε, με τα χείλη του να ανταποκρίνονται στο φιλί μου και τη γλώσσα του να γλιστράει μέσα στο στόμα μου. Όταν σταματήσαμε έπειτα από κάνα δυο λεπτά, εκείνος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου, με εκείνα τα σαγηνευτικά μάτια του καρφωμένα στα δικά μου. Ένα μοβ πυροτέχνημα έσκασε στον ουρανό πίσω του. «Σ’ αγαπάω», ψιθύρισα. Ένα γέλιο ανακούφισης ξέφυγε απ’ τα χείλη του. «Δόξα τω Θεώ. Για μια στιγμή νόμιζα πως σε τρόμαξα τόσο μ’ αυτό που είπα, ώστε ήσουν έτοιμη να φύγεις». Γέλασα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Όχι. Ακόμη εδώ είμαι». «Ωραία», είπε ο Νόα και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Ύστερα τύλιξε τα χέρια του γύρω μου κι εγώ ακούμπησα το κεφάλι μου ξανά στον ώμο του. Η επίδειξη πυροτεχνημάτων στην παραλία συνεχιζόταν φωτίζοντας το σκοτεινό ουρανό, ενώ εγώ είχα


κουρνιάσει ευτυχισμένη στην αγκαλιά του Νόα. Μου είπε πως μ’ αγαπάει. Μ’ αγαπάει. Μ’ αγαπάει. Είμαι ερωτευμένη με το μεγαλύτερο αδερφό του κολλητού μου... και νιώθει κι εκείνος το ίδιο. Μ’ αγαπάει. «Νόα;» «Ναι;» «Τι θα κάνουμε; Εννοώ όταν θα φύγεις για το κολέγιο». Εκείνος αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι του στο δικό μου. Άρχισε να παίζει με τις άκρες των μαλλιών μου. «Δεν ξέρω, Ελ. Ούτε εγώ θέλω να σ’ αφήσω. Όμως... μιλάμε για το Χάρβαρντ, καταλαβαίνεις; Το Χάρβαρντ». «Το ξέρω». «Σ’ αγαπάω», μουρμούρισε ο Νόα. «Δεν ξέρω τι να κάνω». «Οι γονείς σου ξέρουν για μας;» ρώτησα. «Ναι. Τους το είπα όταν ηρέμησαν. Έπρεπε να δεις πόσο θυμωμένοι ήταν μαζί μου. Ακόμη και ο Λι έφυγε απ’ το σπίτι. Θυμάσαι πόσο έξαλλοι είχαν γίνει με σένα και τον Λι όταν είχατε αρχίσει εκείνον το φαγητοπόλεμο στη δευτέρα γυμνασίου; Ε, φαντάσου αυτό χίλιες φορές χειρότερο». «Μμ...» Δεν ήξερα τι να πω. Ποτέ δε φανταζόμουν πως ο Νόα θα μου έλεγε τέτοια πράγματα. Δεν είχα διανοηθεί καν πως θα μπορούσε να σκέφτεται τέτοια πράγματα. Χωρίς παρεξήγηση, ήξερα πως ο Νόα αγαπούσε την οικογένειά του. Και με τον Λι ήταν πάντα πολύ δεμένοι· ήταν πάντα εκεί ο ένας για τον άλλον. Αλλά ποτέ δε φανταζόμουν πως θα ήταν τόσο ευαίσθητος σε τέτοια θέματα. «Η μητέρα μου μαλάκωσε πολύ όταν της είπα μέχρι πού έφτασα για να ξανακερδίσω την καρδιά σου», είπε ο Νόα με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Παρ’ όλα αυτά, έτριψε νευρικά το πρόσωπο με το χέρι του, οπότε δε συνέχισα τη συζήτηση. Δεν ήθελε να μιλήσει άλλο γι’ αυτό, έτσι άλλαξα θέμα. «Να υποθέσω πως θα ντυθείς Σούπερμαν στο πάρτι μας την επόμενη εβδομάδα; Έχεις ήδη το εσώρουχο, οπότε...» Δάγκωσα τα χείλη μου μόλις αντίκρισα το βλέμμα που μου έριξε. Αν και ήμουν σίγουρη πως τον είχα κάνει να ντραπεί. Άνοιξα το στόμα μου να συνεχίσω και εκείνος μου το έκλεισε με το χέρι του. «Μην τολμήσεις». «Τι;» πήγα να πω, αλλά το χέρι του έπνιξε τα λόγια μου. «Ήσουν έτοιμη να πεις τι γλυκό που είναι, το ξέρω». Γέλασα. Βασικά, αυτό σκόπευα να πω... «Τέλος πάντων. Τι θα ντυθείς, λοιπόν;» ρώτησα. «Θα ήταν λιγάκι υπερβολικό να ντυθώ Τζέιμς Μποντ, ε;» είπε εκείνος και μου τσίμπησε τη μύτη. «Περίμενε και θα δεις, Σέλι. Ε, μόλις είχα μια επιφοίτηση! Γιατί δεν ντύνεσαι γιγάντιο κοχύλι;» «Α, ναι, φανταστική αμφίεση. Και πολύ εφικτή». Ο Νόα μού χαμογέλασε. Δεν μπόρεσα να κρατήσω άλλο το σαρκαστικό μου ύφος. Του έσκασα ένα πλατύ χαμόγελο και αρχίσαμε να γελάμε. Ύστερα σωπάσαμε και πάλι. Μείναμε εκεί χωρίς να μιλάμε για λίγη ώρα, με τις σκέψεις μας να ταξιδεύουν, μέχρι που αποφάσισα να ξαναμιλήσω. greekleech.info Ήθελα να του πω να μην πάει στο Χάρβαρντ και έβλεπα πως κι εκείνος περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο από μένα. Όμως δεν μπορούσα να το πω.


«Θες πραγματικά να πας, έτσι;» ψιθύρισα. Δεν ξέρω γιατί έκανα τον κόπο να ρωτήσω. Ήξερα ήδη την απάντησή του. Εκείνος έσκυψε μπροστά και τύλιξε τα χέρια γύρω απ’ τα γόνατά του χαζεύοντας το νυχτερινό ουρανό και τα τελευταία λιγοστά πυροτεχνήματα. Ανακάθισα κι εγώ σταυρώνοντας τα πόδια από κάτω μου και τον κοίταξα. Η έκφρασή του ήταν εντελώς ακατανόητη. «Ναι, θέλω να πάω», είπε λίγο αργότερα. «Δε θέλω να σ’ αφήσω όμως», πρόσθεσε σιγανά ατενίζοντας ακόμη τον ορίζοντα. «Ύστερα απ’ όλα όσα συνέβησαν μεταξύ μας και... Απλώς δε θέλω να σε αφήσω, Ελ». «Ούτε εγώ θέλω να με αφήσεις», παραδέχτηκα και τον πλησίασα πιάνοντάς τον από το δυνατό, μυώδες μπράτσο του και ακουμπώντας το κεφάλι ξανά στον ώμο του. «Αλλά ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά πως θα το μετανιώσεις αν αφήσεις μια τέτοια ευκαιρία να φύγει». «Ναι, το ξέρω», είπε εκείνος και τύλιξε το χέρι του γύρω μου. Τα δάχτυλά του έκαναν κύκλους χαμηλά στην πλάτη μου και ένιωσα όλο το κορμί μου να χαλαρώνει στο άγγιγμά του. «Πρέπει να πας», του ψιθύρισα. Ο Νόα σώπασε για λίγο και ύστερα με φίλησε στον κρόταφο. «Σ’ αγαπάω», είπε με τα χείλη του κολλημένα στο σημείο αυτό. «Κι εγώ σ’ αγαπάω», αποκρίθηκα και άρχισα να γελάω άθελά μου. «Τι συνέβη στο μεγάλο γυναικά;» «Ερωτεύτηκε», απάντησε εκείνος έτσι απλά και μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. «Αυτό κι αν είναι κλισέ».


Κεφάλαιο 28

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ο Λι κι εγώ πήγαμε στο εμπορικό κέντρο για να αγοράσουμε ο ένας στον άλλον δώρα και να πάρουμε τα κοστούμια που είχαμε κάνει κράτηση για το πάρτι μας. Αφού φάγαμε πρώτα κάτι, χωριστήκαμε και εγώ άρχισα να οργώνω τα καταστήματα για να βρω τι θα του πάρω. Στο τέλος αγόρασα ένα πορτοφόλι, ένα CD που ήθελε και το πιο τέλειο T-shirt που μπορούσα να φανταστώ. Θα του άρεσε πάρα πολύ. «Εγώ σ’ το είχα πει», επανέλαβε για χιλιοστή φορά εκείνη τη μέρα ο Λι όταν συναντηθήκαμε στ’ αμάξι του. «Δε σου το είχα πει ότι την έχει πατήσει για τα καλά μαζί σου; Ε; Δε σ’ το είχα πει;» «Ναι, εντάξει, το καταλάβαμε! Είχες δίκιο», αποκρίθηκα γελώντας. Εκείνος αναστέναξε ικανοποιημένος και έβαλε τις σακούλες με τα ψώνια του στο πορτ μπαγκάζ. «Δε θα βαρεθώ ποτέ να σε ακούω να το λες, Ελ». Αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου και μπήκα στο αμάξι. «Ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω ότι δε σε πειράζει που θα πάει στο Χάρβαρντ», είπε εκείνος για άλλη μια φορά, με το που κάθισε στη θέση του οδηγού δίπλα μου. Το χαμόγελο έσβησε απ’ τα χείλη μου. «Δεν είναι ότι δε με πειράζει, Λι. Καμία σχέση. Δε θέλω να πάει, αλλά ούτε μπορώ και να τον κρατήσω εδώ με το ζόρι, να του πω να πάει στο Σαν Ντιέγκο. Δε γίνεται να το κάνω αυτό. Αφού θέλει να πάει». «Οπότε θα κρατήσετε τη σχέση από απόσταση;» «Ναι. Τουλάχιστον έτσι νομίζω. Προς το παρόν δηλαδή. Δεν ξέρω, Λι. Μπορεί να έχουμε αλλάξει και οι δυο μας γνώμη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Όμως είπαμε πως θα προσπαθήσουμε». «Απλώς θυμήσου τι σου έχω πει, εντάξει; Αν δεν πάει καλά, εγώ θα είμαι εδώ για να μαζεύω τα κομμάτια σου». greekleech.info Έπιασα το χέρι του και του το έσφιξα. Μου έσφιξε κι εκείνος το δικό μου. Χαιρόμουν που το σχολείο είχε σταματήσει. Αυτό σήμαινε πως δε θα χρειαζόταν να απαντάω όλη την ώρα σε ερωτήσεις για τον Νόα. Τα κορίτσια, βέβαια, με έπαιρναν τηλέφωνο πολύ συχνά και εγώ τους έλεγα τις λεπτομέρειες που ήθελαν να μάθουν. Περίμενα πως θα είχα βαρεθεί αυτό το πράγμα συνεχώς, αλλά μου άρεσε πολύ να μιλάω για τον Νόα. Μου άρεσε πολύ επειδή ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Αν και υπήρχε και άλλο ένα καυτό θέμα για το οποίο συζητούσαν όλοι: το πάρτι μασκέ μας. Μιλούσα με την Κάρεν και την Ολίβια σε μια τριμερή κλήση. «Πάνω στην ανάγκη», τους είπα γελώντας, «βάλε ένα φόρεμα και πες πως ντύθηκες κορίτσι του Τζέιμς Μποντ». «Στο τέλος κάτι τέτοιο θα κάνω, μάλλον», αποκρίθηκε η Ολίβια. «Έχω παραγγείλει τόσες μέρες τη στολή μου και ακόμη να έρθει». «Τι θα ντυθείτε εσύ με τον Λι τελικά;» ρώτησε η Κάρεν. «Μας το είχες πει κάποια στιγμή, αλλά δε θυμάμαι». «Ρόμπιν», απάντησα χαμογελώντας.


«Ρόμπιν, όπως λέμε Μπάτμαν και Ρόμπιν;» «Ναι. Ο Λι θα είναι ο Μπάτμαν». «Το φαντάστηκα», γέλασε η Κάρεν. Το κινητό μου άρχισε να δονείται στο χέρι μου και το έβγαλα απ’ το αφτί μου για να δω ποιος είναι. «Συγγνώμη, παιδιά, πρέπει να κλείσω». «Ποιος απ’ τους δύο είναι;» ρώτησε η Ολίβια. «Ορίστε;» «Ποιος αδερφός Φλιν;» διευκρίνισε η Κάρεν. «Κάποιος απ’ τους δύο πρέπει να σε καλεί». «Ο Νόα», απάντησα γελώντας. «Ω!» έκαναν εκείνες με μια φωνή και εγώ γέλασα και τις αποχαιρέτισα. Κούρνιασα πίσω στα μαξιλάρια του κρεβατιού μου και ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου με το που άκουσα τη φωνή του Νόα. Δεν είπαμε τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά δεν είχε σημασία. Μου έφτανε απλά που τον άκουγα. Αυτό κάνει, λοιπόν, η αγάπη στους ανθρώπους, σκέφτηκα όσο ο Νόα μού μιλούσε για το πρόγραμμα του ράγκμπι στο Χάρβαρντ. Τους χαζεύει. Για να είμαι ειλικρινής, δε μου καιγόταν καρφάκι για οτιδήποτε είχε να κάνει με το ράγκμπι, αλλά ο Νόα ακουγόταν τόσο ενθουσιασμένος, ώστε κατέληξα να κρέμομαι απ’ την κάθε λέξη του ανυπομονώντας να μου πει κι άλλα. greekleech.info Ο έρωτας με είχε κάνει ακόμη πιο χαζή απ’ ό,τι ήμουν. Αλλά ξέρεις κάτι; σκέφτηκα και ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. Δε με νοιάζει καθόλου. «Ουάου!» αναφώνησα και σηκώθηκα απ’ τη θέση μου. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι τελείωσε αυτή η χρόνια». «Πράγματι! Και το πιο περίεργο είναι», είπε ο Λι δίνοντάς μου μια με τον αγκώνα του και νεύοντας προς την εξέδρα όπου οι καθηγητές καθάριζαν τις καρέκλες, «πως του χρόνου θα είμαστε εμείς εκεί πάνω και θα αποφοιτούμε». «Αυτό κι αν είναι περίεργο». «Μου φαίνεται σαν χτες που ήμασταν ακόμη παιδάκια, ε; Που πηγαίναμε στις κατασκηνώσεις... Στα πάρτι μασκέ...» Γέλασα. «Ναι, αλλά κατά βάθος ακόμη παιδιά είμαστε». Κοίταξα γύρω μου μέσα στα πλήθη των σκούρων μπλε τηβέννων μήπως και δω εκείνα τα μαύρα μαλλιά και τη στραβή μύτη. Ο Λι και οι γονείς του είχαν ήδη πάει να συγχαρούν τον Νόα για την αποφοίτησή του. «Είμαι πολύ χαρούμενη που κατάφερε να φτάσει ως εδώ», είχε πει η μητέρα του αναστενάζοντας όταν καθίσαμε. «Πίστευα πως θα τον απέβαλλαν πριν προλάβουμε να τον δούμε να αποφοιτά. Και του χρόνου στο Χάρβαρντ...» πρόσθεσε με καμάρι. Και εγώ χαιρόμουν για εκείνον. Αλήθεια χαιρόμουν. Όμως κάθε φορά που σκεφτόμουν πως θα φύγει μακριά, το στομάχι μου δενόταν κόμπος. Δεν ήθελα να τον χάσω. Δεν είναι δίκαιο. Όσο παιδαριώδες κι αν ήταν να κάνω τέτοιες σκέψεις, δε γινόταν να μη με απασχολεί. Γιατί το Χάρβαρντ έπρεπε να είναι στο άλλο άκρο της χώρας; Γιατί έπρεπε να τον ερωτευτώ τώρα; «Και εσείς κλείνετε τα δεκαεφτά», συνέχισε να λέει η μητέρα του. «Θεέ μου! Δεκαεφτά! Για


σκέψου το. Του χρόνου θα φύγετε κι εσείς για το κολέγιο και...» «Μαμά», είπε ο Λι προλαβαίνοντας τον πατέρα του, «μη βάλεις τα κλάματα τώρα». «Δε θα έβαζα τα κλάματα!» διαμαρτυρήθηκε η Τζουν, αλλά η φωνή της ράγισε λιγάκι. Και τώρα στεκόμασταν περικυκλωμένοι από τα πλήθη των χαρούμενων εφήβων με τους τηβέννους της αποφοίτησης και των περήφανων οικογενειών τους. Τέντωσα το λαιμό μου προσπαθώντας να βρω τον Νόα. Με την άκρη του ματιού μου διέκρινα τον Λι να ρίχνει μια κλεφτή ματιά πίσω μου και γύρισα για να δω ποιος... «Μπου!» Τρόμαξα τόσο πολύ, ώστε πετάχτηκα κυριολεκτικά στον αέρα ουρλιάζοντας και αποσπώντας κάμποσες περίεργες ματιές από το πλήθος γύρω μου. Ο Λι έβαλε ξανά τα γέλια, ενώ ο αδερφός του έπνιξε το γέλιο του και μου χάρισε ένα από εκείνα τα σπάνια, αληθινά του χαμόγελα. Τον κοπάνησα στο στήθος και τον αγριοκοίταξα. Η καρδιά μου χτυπούσε ακόμη σαν τρελή. «Ούτε πεντάχρονο να ήσουν, Νόα, ειλικρινά!» του είπα απότομα. «Έπρεπε να δεις τη φάτσα σου», αποκρίθηκε εκείνος και μου έσκασε αυτή τη φορά ένα από τα αυτάρεσκα χαμόγελά του. «Έλα, κόφ’ το». Αυτό τον έκανε να γελάσει ακόμη περισσότερο. «Ε», του είπε ο Λι, «συγχαρητήρια! Τα κατάφερες τελικά». «Ναι, ευτυχώς», είπε γελώντας ο Νόα. «Αλλά τώρα έχεις τη βαριά κληρονομιά του Φλιν να κουβαλήσεις, ξέρεις. Γι’ αυτό μπλέκε σε όσο περισσότερους μπελάδες μπορείς και απλά προσπάθησε να μην πάρεις αποβολή». «Ναι, στάνταρ», αποκρίθηκε γελώντας ο Λι. «Όπως θες», του είπε ο Νόα ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους ώμους μου. «Όλα καλά, Ελ;» Τον αγριοκοίταξα για λίγο, αλλά μόλις αντίκρισα εκείνο το χαμόγελο και το λακκάκι στο μάγουλό του, μου ήταν αδύνατο ακόμη και να υποκριθώ ότι έχω θυμώσει μαζί σου· αναστέναξα. «Δεν έχεις να πεις τίποτα, λοιπόν, που αποφοίτησα απ’ το λύκειο;» ρώτησε ο Νόα και με σκούντηξε με το γοφό του. «Ούτε συγχαρητήρια ούτε τίποτα;» «Εξαρτάται», αποκρίθηκα πειρακτικά. «Μου το φυλάς έκπληξη για απόψε το βράδυ, ε;» είπε εκείνος ανεβοκατεβάζοντας με νόημα τα φρύδια. Τα λόγια του με έκαναν να κοκκινίσω· όχι πως η έκφρασή του πήγαινε πίσω, δηλαδή. Για μια στιγμή φοβήθηκα πως ο Λι μπορεί να ένιωθε αμήχανα με αυτό που μόλις είχε πει ο αδερφός του και γύρισα να του ρίξω μια κλεφτή ματιά. Όμως εκείνος απλά έκανε μια γκριμάτσα σουφρώνοντας τη μύτη. «Αηδία! Σταματήστε, σας παρακαλώ!» φώναξε. «Συγχαρητήρια!» είπα χαμογελώντας στον Νόα. «Ευχαριστώ». «Και τώρα κολέγιο». «Ναι...» Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε γύρω μας. «Λοιπόν, πήρες στολή γι’ απόψε;» ρώτησε βιαστικά ο Λι. Ο Νόα πλατάγισε τη γλώσσα του και έδειξε τον αδερφό του με το δάχτυλο. «Τώρα που το λες... Όχι».


«Δεν πήρες... Νόα!» φώναξα αγανακτισμένη. «Ε, τελευταία στιγμή θυμήθηκα να βάλω βενζίνη για να έρθω στο σχολείο για την αποφοίτηση», δικαιολογήθηκε εκείνος. «Σιγά μη θυμόμουν να αγοράσω και ρούχα για το πάρτι». «Φλιν! Έλα, φίλε, βγάζουμε φωτογραφίες!» τον φώναξε κάποιος, πριν προλάβω καν να τον στραβοκοιτάξω. «Έρχομαι!» αποκρίθηκε ο Νόα και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. «Τα λέμε το βράδυ, Ελ. Γεια», πρόσθεσε χαιρετώντας τον αδερφό του και ύστερα πήγε να βγάλει φωτογραφίες με τα υπόλοιπα παιδιά που αποφοιτούσαν. «Ξεκολλήστε επιτέλους», σχολίασε ο Λι. «Ψείρες θα κολλήσετε στο τέλος!» «Έλα, σταμάτα...» είπα γελώντας. greekleech.info «Πάμε στο Μπατμπομπίλ, Ρόμπιν;» ρώτησε εκείνος με βαθιά, βραχνή φωνή. «Πάμε», απάντησα και τον έπιασα αγκαζέ. Ανταλλάξαμε ένα πλατύ χαμόγελο και ξεκινήσαμε για το αμάξι του. Ήμουν τόσο χαρούμενη που έπειτα από όλο εκείνο το δράμα που προκάλεσε η σχέση μου με τον Νόα, δεν είχα χάσει τον καλύτερό μου φίλο.


Κεφάλαιο 29 «ΕΛ, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ;» άκουσα την Τζουν να λέει μόλις μπήκα στο σπίτι του Λι. «Ναι!» Βγήκε απ’ το γραφείο της και μου χαμογέλασε. «Κρύβω κάτι διακοσμητικά», μου εξήγησε. «Για να μη σπάσουν». «Καλή ιδέα», είπα γελώντας. «Πάω πάνω να ετοιμαστώ». «Ναι, γλυκιά μου, πήγαινε». Η Τζουν με τον Μάθιου και τον πατέρα μου θα πήγαιναν σε μια θεατρική παράσταση απόψε. Έτσι, δε θα ήταν μες στα πόδια μας και θα έβγαιναν και λίγο να ξεσκάσουν. Ο Μπραντ είχε τουρνουά ποδοσφαίρου αύριο και θα έμενε έτσι κι αλλιώς σε έναν φίλο του, οπότε ο πατέρας μου μπορούσε άνετα να φορτωθεί στους γονείς του κολλητού μου. «Α, ο Λι είπε πως τα παιδιά θα έρθουν νωρίτερα για να βοηθήσουν να μετακινήσουμε τα έπιπλα». «Α, ναι; Ωραία». «Θες να πιεις κάτι;» «Πάω να πάρω κάτι απ’ το ψυγείο, ευχαριστώ», είπα και της ξαναχαμογέλασα καθώς μπήκε στο σαλόνι για να μαζέψει και τα υπόλοιπα διακοσμητικά. Πήρα δύο κουτάκια πορτοκαλάδα απ’ το ψυγείο και ανέβηκα πάνω. Η πόρτα του Λι ήταν ανοιχτή και εκείνος ξαπλωμένος ανάσκελα με τα ακουστικά στ’ αφτιά του και το κεφάλι κρεμασμένο έξω απ’ το κρεβάτι. «Χρόνια και ζαμάνια», είπε. «Έφερα κάτι να πιούμε». greekleech.info «Τέλεια», είπε εκείνος κατρακυλώντας απ’ το κρεβάτι και προσγειώθηκε κουβάρι στο πάτωμα. Ύστερα σηκώθηκε και πήρε το κουτάκι με το αναψυκτικό. «Ο Καμ και ο Ντίξον θα περάσουν κατά τις εφτά για να βοηθήσουν να μετακινήσουμε τους καναπέδες και τα σχετικά και να στήσουν τα ηχεία». «Ναι, μου το είπε η μητέρα σου». Άφησα το αναψυκτικό μου στο γραφείο του Λι και έβγαλα τη στολή μου απ’ την τσάντα. Σηκώθηκα και την κράτησα μπροστά μου κάνοντας μια γκριμάτσα. «Ίσως δείχνει καλύτερη φορεμένη...» σκέφτηκα φωναχτά. Η φούστα είχε ένα σκίσιμο που δεν ήταν και τόσο του γούστου μου και το πάνω μέρος παραήταν μικρό σε σημεία που δε θα ’πρεπε. Το ύφασμα ήταν φτηνιάρικο, σε μεταλλικές αποχρώσεις. Η φούστα και η μπέρτα είχαν χρώμα πράσινο του σμαραγδιού, ενώ το πάνω μέρος ήταν κόκκινο ρουμπινί. Η στολή είχε και μια μουσταρδί ζώνη για τη μέση. «Φόρα το», είπε ο Λι με κάπως αισθησιακή φωνή. Γύρισα να τον αγριοκοιτάξω, αλλά με το που τον είδα με τη μάσκα του Μπάτμαν έσκασα στα γέλια. Εκείνος έριξε την μπέρτα πάνω στο κεφάλι του σαν βέλο. «Δεν κοιτάζω, τ’ ορκίζομαι». «Σαν χαζός είσαι», είπα γελώντας.


«Είσαι σίγουρη πως δεν κοιτάζεσαι απλά στον καθρέφτη, Σέλι;» «Χα, χα, χα!» γέλασα σαρκαστικά και αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. Έβγαλα το σορτσάκι και το μπλουζάκι μου και φόρεσα το φόρεμα. Ο Λι σηκώθηκε για να μου κλείσει το φερμουάρ, μόνο που δεν ήταν και τόσο εύκολο. Η στολή μού πήγαινε πολύ μικρή στο στήθος και άκουσα κάτι ραφές να ξηλώνονται μόλις ο Λι τράβηξε το φερμουάρ μέχρι πάνω. Έδεσα τη ζώνη στη μέση μου. «Έλεος, σουτιέν με ενίσχυση φόρεσες;» «Όχι», απάντησα ξεφυσώντας. Δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω καλά καλά, όμως ευτυχώς η στολή δεν ήταν τόσο κοντή όσο νόμιζα και το σκίσιμο δεν ανέβαινε και τόσο ψηλά. «Δεν είναι και τόσο χάλια», είπε ο Λι. «Σίγουρα;» «Σιγουρότατα. Άσε που θα υπάρχουν ένα σωρό κοπέλες που θα έχουν ντυθεί ακόμη πιο έξαλλα. Μια χαρά είναι». «Σίγουρα;» «Όχι, ψέματα σου είπα», αποκρίθηκε εκείνος γελώντας. «Σοβαρά, όμως, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα τώρα. Εκτός κι αν θες να εμφανιστείς με τα εσώρουχα και να το παίξεις μοντέλο του Playboy». «Όχι, ευχαριστώ. Λέω να φορέσω αυτό». «Σέλι, μια χαρά είναι. Θα είσαι η ωραία της βραδιάς». Μία ώρα αργότερα ήμουν έτοιμη, με τα μαλλιά μου ήδη πιασμένα πίσω και τις μπούκλες μου να πέφτουν πάνω απ’ τον αριστερό ώμο μου. Ο Λι ήταν πολύ ωραίος Μπάτμαν και, παρά το αίσθημα δυσφορίας που ένιωθα, η στολή του Ρόμπιν μού άρεσε τελικά. Οι γονείς του Λι έφυγαν μόλις ήρθε ο πατέρας μου και έπειτα από δύο λεπτά χτύπησε το κουδούνι. Ο Καμ και ο Ντίξον ήταν σίγουρα συνεννοημένοι. Αποκλείεται αυτές οι στολές να ήταν σύμπτωση. Ο Καμ φορούσε μια αριστοκρατική λευκή περούκα που συνήθιζαν τις παλιές εποχές και ένα ναυτικό καπέλο, ασορτί με τη στολή του. Και ο Ντίξον είχε ντυθεί Κάπτεν Τζακ Σπάροου με όλο το σχετικό εξοπλισμό – από το ψεύτικο τατουάζ και το τρίκοχο καπέλο μέχρι το πλαστικό σπαθί και το πιστόλι. «Αρχιπλοίαρχος Νόρινγκτον στις διαταγές σας, κυρία μου», είπε ο Καμ βγάζοντας το καπέλο του με μια εξεζητημένη υπόκλιση και φίλησε το χέρι μου. Έπνιξα το γέλιο μου καθώς σηκώθηκε και ξανάβαλε το καπέλο του. «Ωραίες στολές», είπα. «Πολύ ρεαλιστικές», πρόσθεσε ο Λι. «Ευχαριστούμε», αποκρίθηκαν κι οι δύο με μια φωνή και μετά γέλασαν. «Τις πήραμε με έκπτωση μέσω του αδερφού μου. Ξέρει κάποιον τύπο που έχει μια αποθήκη με αποκριάτικες στολές», είπε ο Ντίξον. «Ψεύτικο μαύρισμα είναι αυτό;» ρώτησα και πήγα ν’ αγγίξω με το δάχτυλο το μάγουλο του Ντίξον. «Μην ακουμπάς!» φώναξε εκείνος χτυπώντας το χέρι μου. «Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να


τρίψεις τρία κουτιά κακάο πάνω στο πρόσωπό σου;» «Κακάο είναι;» ρώτησε ο Λι έτοιμος να γελάσει. «Από εκείνο που φτιάχνεις ζεστή σοκολάτα;» «Η αδερφή μου το χρησιμοποιεί όταν της τελειώνει η μπρονζέ πούδρα. Είπε πως κάνει». Βάλαμε και οι τρεις μας τα γέλια. Όχι όμως με κακία. Απλά το γεγονός ότι ο Ντίξον ακολουθούσε συμβουλές ομορφιάς από τη δεκατετράχρονη αδερφή του ήταν γελοίο. «Κόφτε το», είπε εκείνος κάνοντας πως μας αγριοκοιτάζει. «Καλά, καλά, συγγνώμη», αποκρίθηκε γελώντας ο Λι. «Ωραίο φαίνεται όμως». «Το ελπίζω», μουρμούρισε ο Ντίξον. «Λοιπόν... Τα έπιπλα;» «Πάω να φτιάξω τα ηχεία», είπε ο Καμ. «Πάω να βοηθήσω τον Καμ», προσφέρθηκα. «Ναι, μη σπάσουμε και κανένα νύχι, ε, Σέλι;» με πείραξε ο Λι. «Βασικά, δε θέλω να χαλάσω τα μαλλιά μου». «Φίλε», του είπε ο Ντίξον, «ωραίο Ρόμπιν βρήκες». Τους κοίταξα αναποδογυρίζοντας τις κόρες των ματιών μου και ακολούθησα τον Καμ. Ο Λι και ο Νόα είχαν αγοράσει κατά καιρούς διάφορα σετ ηχείων που μπορούσαμε να συνδέσουμε στο σαλόνι, αλλά ήταν όλα τους μέσα σε μια ντουλάπα με τα καλώδιά τους κουβαριασμένα. Δε μας πήρε πολλή ώρα να τα στήσουμε. Ο Ντίξον και ο Λι έσπρωξαν όλα τα έπιπλα του σαλονιού και του πλέι ρουμ στους τοίχους και άδειασαν την κουζίνα όσο περισσότερο γινόταν. Είχαμε ένα σωρό χώρο τώρα για ένα τρελό πάρτι. Το μόνο που μας έλειπε ήταν οι καλεσμένοι. Οι οποίοι κατέφτασαν στην ώρα τους. greekleech.info Πολύ σύντομα το σπιτικό των Φλιν έσφυζε από δυνατή μουσική και εφήβους ή, μάλλον, όχι εφήβους. Το σπίτι θύμιζε περισσότερο θηριοτροφείο γεμάτο χαρακτήρες ταινιών. Είχαμε πριγκίπισσες του Ντίσνεϊ, νεράιδες, ενώ η Κάντις είχε ντυθεί μια απίστευτη ζόμπι-εκδοχή της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων. Ο φίλος της ήταν Τρελός Καπελάς αλά Τζόνι Ντεπ. (Μα τι είχαν πάθει όλοι και ντύνονταν σαν αυτόν; Νομίζω πως το μάτι μου είχε πάρει και έναν Ψαλιδοχέρη κάπου εκεί μέσα.) Η Κάρεν εκμεταλλεύτηκε τελικά το κόκκινο χρώμα των μαλλιών της και ντύθηκε Τζίνι από την ταινία του Χάρι Πότερ. Είχαμε αρσενικές και θηλυκές εκδοχές των σούπερ ηρώων, από τον Σπάιντερμαν και τη Γουόντερ Γούμαν μέχρι τον Κάπτεν Αμέρικα. Ο Γουόρεν είχε ντυθεί Ντάμπλντορ, με ένα ψεύτικο μούσι που μισοκρεμόταν στα σημεία που δεν το είχε κολλήσει καλά. Οι χαρακτήρες από τον Χάρι Πότερ είχαν μεγάλη πέραση τελικά. Περίμενα πως το σπίτι θα γέμιζε με Τζέιμς Μποντ και όχι με το μισό Χόγκουαρτς. Οι αγαπημένοι μου όμως ήταν ο Τάιρον και ο Τζέισον. Ο Λι κι εγώ είχαμε πάει να ανοίξουμε μαζί την πόρτα στον Τάιρον. Τον είδαμε να στέκεται εκεί, χωρίς μπλούζα, με μια τζιν βερμούδα που θα πρέπει να ήταν κανονικό τζιν πριν το κόψει με ψαλίδι. Κατάλαβα αμέσως τι είχε ντυθεί. Είχε το κατάλληλο σκούρο δέρμα και μαλλιά για να υποστηρίξει το συγκεκριμένο χαρακτήρα. «Χρόνια πολλά, παιδιά», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Ευχαριστούμε, αλλά, εε, τι έχεις ντυθεί; Μοντέλο του Κάλβιν Κλάιν;» ρώτησε ο Λι. «Είναι ο λυκάνθρωπος από το Twilight», του είπα με ύφος σαν να ήταν κανένας βλάκας. Ο Τάιρον γύρισε για να μας δείξει την ουρά που είχε κολλήσει με ταινία πίσω στο τζιν του. «Την έκοψα από ένα παλιό κουκλάκι της αδερφής μου», μας είπε. «Μάλιστα...»


«Γεια σας, παιδιά! Χρόνια πολλά!» ακούσαμε τότε και ξεπρόβαλε στη βεράντα ο Τζέισον με ένα γαλάζιο πουκάμισο, ξεκούμπωτο για να φαίνονται οι γυμνασμένοι κοιλιακοί του. Είχε κάνει τα μαλλιά του καρφάκια και ήταν γεμάτος γκλίτερ. «Τι ντύθηκες, Τέρας του Γκλίτερ;» τον κορόιδεψε ο Τάιρον. «Κοίτα ποιος μιλάει», αποκρίθηκε ο Τζέισον. «Εσύ τι έχεις ντυθεί υποτίθεται;» «Λυκάνθρωπος». «Α, ναι;» ρώτησε χλευαστικά ο Τζέισον. «Κι εγώ βρικόλακας. Ο βρικόλακας». «Φίλε... αυτή η αμφίεση είναι χάλια», του είπε ο Λι κάνοντας και τους δυο μας να σκάσουμε στα γέλια. Ο Τάιρον και ο Τζέισον είχαν έρθει ντυμένοι ως Έντουαρντ και Τζέικομπ από το Twilight. Ήταν ωραίοι όταν τους έβλεπες μαζί, με μόνη εξαίρεση ότι το χρώμα του Τζέισον δεν ήταν το εκρού του νεκρού, παρότι είχε φορέσει κάτι πλαστικούς κυνόδοντες. Η εικόνα του πάρτι ήταν απλά σουρεάλ. Νίντζα και ναύτες έπαιζαν μπιλιάρδο με τον Κόμη Δράκουλα και τον Ρόκι Μπαλμπόα. Γοργόνες και νεράιδες φιλιόντουσαν με πυροσβέστες και Τζι Άι Τζο. greekleech.info Παρ’ όλα αυτά, ο Νόα δεν είχε φανεί ακόμη. Και πιστέψτε με, αν ήταν κάπου εκεί γύρω, θα το ήξερα. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα κάπως παραμελημένη. Όλα τα ζευγάρια γύρω μου φιλιόντουσαν, για να μην πούμε και για όλους εκείνους που άρχισαν να φιλιούνται παρασυρόμενοι από το πνεύμα του πάρτι. Όμως δε με πείραζε. Κουβέντιαζα με τον κόσμο και γελούσα και καλαμπούριζα. Μόνο κάτι κορίτσια με ρώτησαν πού ήταν ο Νόα, αλλά οι πάντες παραήταν απασχολημένοι με το να μιλούν για τις στολές τους για να ασχοληθούν με το ζευγάρι που κοσμούσε τον τελευταίο καιρό την κοινωνική σκηνή. Όχι πως δεν ήθελα να μάθω πού ήταν... Όμως ειλικρινά, περνούσα πολύ καλά και δεν είχα και τόσο χρόνο να αναρωτηθώ γιατί δεν είχε έρθει ο Νόα. «Δεν είναι πολύ όμορφη η Φέιθ με το αρχαιοελληνικό φόρεμά της; Άκουσα πως ήταν της γιαγιάς της». «Είδες εκείνο το πράγμα που φοράει η Τάμι; Τι έχει ντυθεί δηλαδή; Μοντέλο της Victoria’s Secret;» «Δεν είναι πολύ σέξι ο Τζόελ με τη ναυτική στολή; Ω Θεέ μου! Νομίζω πως μόλις κοίταξε προς τα εδώ. Κοιτάζει; Όχι, όχι, μην κοιτάς! Πιο διακριτικά! Ω Θεέ μου, με είδε. Γρήγορα, κάνε πως μου λες κάτι αστείο». Όλο αυτό κράτησε τις περισσότερες κοπέλες απασχολημένες, αν δε φιλιόντουσαν ή δε φλέρταραν. Όσο για τ’ αγόρια; Το τελευταίο πράγμα που ήθελαν να ακούσουν ήταν πώς πήγαιναν τα πράγματα με τον Νόα και πόσο ωραία φιλούσε. Βγήκα στην πίσω αυλή και βρήκα τον Ντίξον να κάθεται δίπλα στην πισίνα με κάτι παιδιά. Είχε ψιλομεθύσει και τραγουδούσε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του: «Yo ho, yo ho, a pirate’s life for me!» «Κι εγώ που αναρωτιόμουν πού πήγε όλο το ρούμι», είπα γελώντας. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω μου και ένιωσα μια ζεστή ανάσα στο αφτί μου. «Γεια σου, εορταζόμενη».


Γύρισα και έσπρωξα πάνω το καπέλο του για να δω το πρόσωπό του. Όχι πως δεν είχα καταλάβει ποιος ήταν. «Μπα, αποφάσισες να εμφανιστείς;» «Μάλιστα, κυρία μου», είπε εκείνος γελώντας. Φορούσε ένα σκούρο γκρι κοστούμι με βάτες, λευκό πουκάμισο και μαύρη γραβάτα, υπερβολικά γυαλισμένα παπούτσια που πάνω τους μπορούσες να δεις την αντανάκλασή σου και ένα από εκείνα τα μπεζ καπέλα της δεκαετίας του ’20 με τη μαύρη κορδέλα ραμμένη γύρω τους. «Αλ Καπόνε;» ρώτησα χαμογελώντας. «Είσαι...» Ο Νόα με διέκοψε πριν προλάβω να ολοκληρώσω και κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου, αν και μόνο για ένα δευτερόλεπτο. «Μην. Το. Πεις». Γέλασα. Δεν είχα καταλάβει πως οι πάντες μάς κοιτούσαν. Έπειτα από εκείνη τη βραδιά στη θερινή χοροεσπερίδα δε μας είχαν δει και πολύ μαζί. Όμως δεν είχα συνειδητοποιήσει πως κυριολεκτικά όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι ήταν εκεί, στο πάρτι μας, και κοιτούσαν εμένα και τον Νόα. «Αφού είσαι». «Μη!» «Γιατί τη μισείς τόσο αυτή τη λέξη;» «Είμαι ο μεγαλύτερος μάγκας του σχολείου. Οδηγώ μηχανή, μπλέκομαι σε καβγάδες. Και εσύ με φωνάζεις έτσι; Τόσα επίθετα υπάρχουν, αυτό βρήκες;» «Συγγνώμη, αλλά σου πάει τόσο πολύ!» Ο Νόα έπνιξε το γέλιο του και μου τσίμπησε τη μύτη. Μόρφασα, όμως το μόνο που κατάφερα ήταν να τον κάνω να γελάσει ακόμη περισσότερο. «Περνάς καλά;» με ρώτησε. «Χμ, δε θα μπορούσα να το πω». Εκείνος ανασήκωσε το ένα φρύδι και έγειρε το κεφάλι στο πλάι σαν περίεργος σκύλος. Του χαμογέλασα προς απάντηση στην αδιατύπωτη ερώτησή του και ύστερα σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να ψιθυρίσω στ’ αφτί του: «Είναι που δεν πήρα ακόμη φιλί για τα γενέθλιά μου». Εκείνος απλώς απέμεινε να με κοιτάζει για κάμποση ώρα. Ένιωσα τους σφυγμούς μου ν’ αυξάνονται. Μάλλον δεν ήμουν και τόσο καλή στο να το παίζω σέξι ή σαγηνευτική. Ήταν μεγάλη βλακεία μου... greekleech.info Ο Νόα έσκυψε λιγάκι πιο κοντά μου και ίσα που άγγιξε τα χείλη του στα δικά μου, μόνο που δε με φίλησε. «Πού πήγε η γλυκιά, απονήρευτη, αθώα Ελ Έβανς που νόμιζα πως έπρεπε να προστατεύσω από τις ορδές των ασυγκράτητων εφήβων;» ρώτησε χωρίς να πάρει τα χείλη του από εκεί. «Χάθηκε εκείνη τη μέρα στο κιόσκι φιλιών, ίσως;» Ο Νόα έπνιξε ξανά το γέλιο του. Ένιωσα το στήθος του να δονείται κάτω από την παλάμη μου. «Μάλλον». «Λοιπόν, μπορώ να έχω το φιλί μου τώρα;» ρώτησα και τραβήχτηκα λίγο πίσω για να κατσουφιάσω. Δεν ήμουν σίγουρη αν αυτό το κουταβίσιο ύφος μου έπιανε μόνο στον Λι και στον πατέρα μου, αλλά άξιζε τον κόπο να το προσπαθήσω. «Το ξέρεις πως δεν είναι ακόμη τα γενέθλιά σου, έτσι;» «Και λοιπόν; Τι θες να πεις;» Εκείνος αναποδογύρισε τις κόρες των ματιών του και, αφού μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, με άφησε και πήγε να φύγει. Δεν κουνήθηκα, δεν ανοιγόκλεισα καν τα μάτια. Είχα μείνει άναυδη. Ένα


φιλί στο μάγουλο; Αυτό ήταν όλο; «Ε», φώναξα πίσω του. Για κάποιο λόγο ήθελα να βάλω τα γέλια, ίσως επειδή ξέραμε και οι δύο πως με πείραζε, αλλά κράτησα την έκφρασή μου ήρεμη, συγκρατημένη. «Νομίζεις πως θα τη γλιτώσεις έτσι απλά;» «Είμαι ο Αλ Καπόνε», αποκρίθηκε εκείνος με απερίγραπτη ηρεμία. «Πάντα τη γλιτώνω». «Πολύ αστείο». «Γι’ αυτό το είπα», εξήγησε ο Νόα και στα χείλη του φάνηκε εκείνο το γνωστό χαμογελάκι. Από τα μάτια του όμως κατάλαβα πως με πείραζε. Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Του έκανα μια γκριμάτσα βγάζοντάς του μέχρι και τη γλώσσα, σαν μικρό παιδί. Ο Νόα έβαλε τα γέλια. Και όταν λέω «γέλια», εννοώ από εκείνα που γελάς με την ψυχή σου· που τα μάτια σου κλαίνε και τα χείλη σου σχηματίζουν ένα χαμόγελο τόσο πλατύ, ώστε τα μάγουλά σου ανεβαίνουν ως τα μάτια σου και το στομάχι σου αρχίζει να πονάει μετά τα τριάντα δευτερόλεπτα. «Ω Θεέ μου, σ’ αγαπάω τόσο πολύ, Σέλι», είπε σιγανά ο Νόα γελώντας ακόμη. Ίσως να ήταν ο τρόπος που με κρατούσε ή η έκφρασή του ή το γέλιο του, δεν ξέρω, αλλά ό,τι κι αν ήταν, κυριολεκτικά με έκανε να χάσω τις αισθήσεις μου. Σοβαρολογώ. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι εννοούσαν όλα τα σαχλορομάντζα όταν έλεγαν ότι κόβονται τα γόνατά σου και νιώθεις να λιώνεις. Και αν ο Νόα δεν ήταν εκεί να με κρατά απ’ τους ώμους, είμαι σίγουρη πως θα είχα σωριαστεί στο πάτωμα. Το χαμόγελό του αντικατοπτρίστηκε και στα δικά μου χείλη. «Θα τα πούμε σε λιγάκι», μου είπε ο Νόα. «Πήγαινε να περάσεις καλά, εορταζόμενη». greekleech.info «Ποιος να μου το ’λεγε πως θα ερχόταν η μέρα που ο υπερπροστατευτικός, τραμπούκος αδερφός του κολλητού μου θα μου έλεγε “Πήγαινε να περάσεις καλά”;» τον πείραξα. «Και δε θα μου έλεγε ούτε να προσέχω, ούτε τι να πιω ή με ποιον να μιλήσω, ούτε θα έκανε κάποιο σχόλιο για το τι φοράω». Περίμενα να αναποδογυρίσει τις κόρες των ματιών του ή να γελάσει ή να κάνει κάποιο πνευματώδες σχόλιο. Εκείνος όμως απλώς μου έσκασε ένα συνεσταλμένο χαμόγελο, σαν να ένιωσε... τύψεις. «Δεν το εννοούσα με άσχημο τρόπο». «Το ξέρω. Μην αγχώνεσαι. Συγγνώμη όμως. Ξέρεις... που ήμουν τόσο...» «Υπερπροστατευτικός; Σπαστικός; Κόπανος;» «Ναι. Αυτά», είπε ο Νόα γελώντας. «Όμως, για να ξέρεις... Είσαι απίστευτα σέξι απόψε». Χαμογέλασα και κοκκίνισα συγχρόνως κάνοντάς τον να μου σκάσει ένα χαμόγελο όλο νόημα. «Άντε, πήγαινε να περάσεις καλά, Ελ, και θα έρθω να σε βρω σε λιγάκι». «Εντάξει», είπα όλο χαρά και του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο καθώς τον προσπέρασα. Εντελώς ξαφνικά ένιωσα δεκάδες μάτια να με κοιτάζουν. Έτσι, οπλίστηκα με θάρρος, έπιασα ένα κουτάκι κόκα κόλα από το ψυγείο και πήγα να αντιμετωπίσω όλα εκείνα τα κορίτσια που μαζεύτηκαν σαν σμήνος γύρω μου, λέγοντας πόσο χαριτωμένοι ήμασταν σαν ζευγάρι και πόσο πολύ ζήλευαν. Πόσο σέξι ήταν ο Φλιν και πόσο τυχερή ήμουν· και μετά ξανά πόσο χαριτωμένο ζευγάρι ήμασταν. «Μακάρι να ζούσα ό,τι κι εσύ», μου είπε η Ταμάρα με ένα αχνό χαμόγελο. «Τι; Να τα έχεις με τον Νόα;» ρώτησα μπερδεμένη. «Όχι. Να ζούσα το παραμύθι μου», απάντησε εκείνη γελώντας.


Κεφάλαιο 30

ΜΑΚΑΡΙ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΟΥ

να είχε και καλό τέλος. Το πάρτι τελείωσε πολύ γρήγορα. Ο χρόνος κύλησε αστραπιαία και η ώρα είχε πάει ήδη μία. Το σπίτι άδειασε και μείναμε μόνο εγώ με τον Νόα και ο Λι με τη Ρέιτσελ. Ο χώρος δεν είχε γίνει πολύ χάλια, αφού κανείς δεν ήπιε πολύ. Μαζέψαμε κάτι σκουπίδια σε σακούλες και τις βγάλαμε στο πεζοδρόμιο. Στις δύο το βράδυ η Ρέιτσελ είχε ήδη αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του Λι στον καναπέ. Ξάπλωσα στον άλλον καναπέ ακουμπώντας το κεφάλι μου στα πόδια του Νόα. Ήθελα να μείνω ξύπνια, να περάσω κι άλλο χρόνο μαζί του. Μπορεί και να τα είχα καταφέρει αν δε μου χάιδευε τα μαλλιά. Ήταν πιο χαλαρωτικό κι από νανούρισμα. «Νόα», μουρμούρισα μισοκοιμισμένη. «Μμ», έκανε εκείνος το ίδιο νυσταγμένος με μένα. Ίσως και να ήταν. Είχα κλείσει τα μάτια και είχα περάσει στο στάδιο που δεν μπορούσα να τα ξανανοίξω. «Τι σκέφτεσαι;» Ο Νόα δεν απάντησε αμέσως. «Εμάς. Το κολέγιο». Περίμενα υπομονετικά να συνεχίσει. «Δεν...» σταμάτησε για να χασμουρηθεί, πριν συνεχίσει και πάλι. «Δε θέλω να περιμένεις εμένα πότε θα γυρίσω για διακοπές και να μη ζεις τη ζωή σου. Ξέρω πως είναι λίγο παράξενο ν’ ακούς κάτι τέτοιο από μένα, ύστερα από όλον αυτό τον καιρό που προσπαθούσα να σε προστατέψω, αλλά... δεν ξέρω. Απλώς, δεν είναι... δεν είναι δίκαιο για σένα», είπε και ξαναχασμουρήθηκε, «να περιμένεις συνεχώς εμένα... Είμαι κουρασμένος. Άσε που δεν είμαι καλός σ’ αυτά». Γέλασα νυσταγμένα και ένα αχνό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. «Σ’ αυτές τις “συναισθηματικές αηδίες” εννοείς;» greekleech.info «Ναι. Δεν ξέρω. Θα προσπαθήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε ελπίζοντας για το καλύτερο. Δεν περνά απ’ το χέρι μας να κάνουμε τίποτ’ άλλο, σωστά;» «Θα μου λείψεις», είπα και εκείνος μου έσφιξε το μπράτσο. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Ήξερα πως δεν είχε αποκοιμηθεί, επειδή συνέχιζε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Ένα απότομο ροχαλητό έσπασε τη σιωπή πριν γίνει και πάλι ανάσα. Ο Λι. Τον είχε πάρει ο ύπνος. Ο Νόα άλλαξε θέση σπρώχνοντάς με. Έσφιξα περισσότερο τα μάτια και διαμαρτυρήθηκα μουγκρίζοντας. Εκείνος ξάπλωσε στον καναπέ δίπλα μου χωρίς να κουνηθεί ξανά και με κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του. Χαμογέλασα. Ήθελα να γυρίσω για να τον βλέπω, αλλά μου πήρε λίγη ώρα για να το κάνω τόσο νυσταγμένη που ήμουν. «Ελ», είπε τότε ο Νόα με εκείνο το δυσοίωνο τόνο στη φωνή του που με έκανε να καταλάβω πως ήθελε να συζητήσουμε κάτι σοβαρό. Ήμουν πολύ κουρασμένη για να μιλήσω αυτή τη στιγμή... «Τι;» ψιθύρισα έτοιμη να με πάρει ο ύπνος. «Σ’ αγαπάω», είπε εκείνος και με φίλησε στο μέτωπο. Εγώ κούρνιασα ακόμη πιο κοντά του, χώνοντας το κεφάλι μου στο λαιμό του καθώς έσφιξε τα χέρια του γύρω μου. Αποκοιμήθηκα σε δευτερόλεπτα.


Κανείς μας δεν ξύπνησε όταν οι γονείς του Λι γύρισαν στο σπίτι. Κανείς μας δεν ξύπνησε όταν κατέβηκαν στην κουζίνα και έφτιαξαν κάτι να φάνε ή όταν άρχισαν να καθαρίζουν το σπίτι. Είχε πάει σχεδόν δύο το μεσημέρι όταν άνοιξα επιτέλους τα μάτια. Πέρασα όλο το απόγευμα παίζοντας βιντεοπαιχνίδια με τον Λι. Ο Νόα είχε εξαφανιστεί σε κάποια μάντρα για να πάρει κάποια ανταλλακτικά για τη μηχανή του. Δεν πολυκατάλαβα από το μήνυμά του, αφού ήμουν άσχετη με αυτά. Έπρεπε απλώς να μαντέψω τι έκανε. Και ύστερα έφτασε η μέρα των γενεθλίων μου. Κι έτσι απλά, μόλις είχα γίνει δεκαεφτά. Έμεινα ξύπνια μέχρι τα μεσάνυχτα για να στείλω μήνυμα στον Λι, αλλά το συνειδητοποίησα μόνο όταν ξύπνησα για τα καλά το πρωί κοιτάζοντας το ταβάνι μου και τις σκιές που σχημάτιζε ο ήλιος πάνω του. Ένιωσα πως είχα μεγαλώσει απότομα εκείνο το χρόνο. Και για να είμαι ειλικρινής, δε μου άρεσε καθόλου. Κυρίως επειδή, όταν μεγαλώνεις, πρέπει να παίρνεις και σημαντικές αποφάσεις. Όπως για το κολέγιο του χρόνου. Έπρεπε να σκεφτώ τι θα έκανα με το κολέγιο. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι καριέρα ήθελα να ακολουθήσω! Απλά πήγαινα με το ρεύμα. Ποτέ δε με απασχολούσαν ιδιαίτερα τέτοιου είδους ζητήματα. Δεν ήξερα. Δε λέω, το να μεγαλώνεις είχε και τα καλά του, όπως το να κάνεις σχέσεις και να οδηγείς και να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου και άλλα πολλά. Όμως ήταν τόσο κακό που βαθιά μέσα μου ευχόμουν τα πράγματα να έμεναν για πάντα έτσι; Να γυρίζω τρέχοντας στο σπίτι και να έχω τον πατέρα μου να μου βάζει τσιρότο στο γόνατο όταν πέφτω, να μπορώ να κάνω βουτιές με τον Λι στην πισίνα του και να με νοιάζει μόνο αν θα πετάξω περισσότερο νερό από εκείνον; Και τότε η πόρτα του δωματίου μου άνοιξε απότομα. «Χρόνια πολλά, ασχημομούρα!» φώναξε ο Μπραντ. Ανασηκώθηκα και του πέταξα ένα μαξιλάρι, αλλά εκείνος το αντέκρουσε κλείνοντας την πόρτα πριν προλάβει να προσγειωθεί στο πρόσωπό του. Ξανάνοιξε και είπε: «Άντε, σήκω!» «Γιατί; Είναι οχτώ το πρωί!» «Αφού σηκώθηκα εγώ, θα σηκωθείς κι εσύ», δήλωσε ο αδερφός μου. Και τότε παρατήρησα πως ήταν ήδη ντυμένος και αναποδογύρισα τις κόρες των ματιών μου. Ήταν αλήθεια. Ο Μπραντ ήθελε, όταν ξυπνούσε, να είναι και οι υπόλοιποι μες στο σπίτι στο πόδι. Φαντάστηκα πως είχε ήδη σηκώσει τον πατέρα για να του φτάσει το μπολ του από το ντουλάπι για να φάει πρωινό. «Καλά, καλά, σηκώνομαι. Έλεος!» «Σου είπα χρόνια πολλά, δε σου είπα;» «Ναι», αποκρίθηκα αναστενάζοντας. «Σ’ ευχαριστώ, Μπραντ». «Κάνε γρήγορα, εντάξει;» Ο αδερφός μου πέταξε το μαξιλάρι πίσω στο κρεβάτι μου, έκλεισε την πόρτα και κατέβηκε σαν σίφουνας τη σκάλα. Δεν μπορούσα να καταλάβω προς τι όλη αυτή η βιασύνη. Παρ’ όλα αυτά, χαμογέλασα και άνοιξα την ντουλάπα μου να βρω κάτι να βάλω. Θα πηγαίναμε έξω για μεσημεριανό, αλλά θα άλλαζα αργότερα. Για την ώρα φόρεσα ένα τζιν


σορτσάκι και ένα T-shirt. Βγαίναμε κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ήταν κάτι σαν οικογενειακή παράδοση. Ο Λι, εγώ, ο Μπραντ, ο Νόα, οι γονείς του και ο πατέρας μου – και η μητέρα μου όταν ζούσε. Κάποιες φορές, μάλιστα, έρχονταν μαζί και οι παππούδες μας όταν ήταν στην πόλη. Αποφάσισα να μην ασχοληθώ με τα μαλλιά μου προς το παρόν, έτσι τα έπιασα αλογοουρά και κατέβηκα κάτω. «Επιτέλους», μουρμούρισε ο Μπραντ μόλις με άκουσε να μπαίνω στην κουζίνα. «Χρόνια πολλά, μικρή!» είπε ο πατέρας μου με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Στεκόταν πίσω απ’ το τραπέζι της κουζίνας, πάνω στο οποίο με περίμενε μια πελώρια τούρτα. Ήταν σοκολάτα, με γλάσο φράουλας και σαντιγί, και πάνω της ήταν γραμμένο με κάτι καλικαντζούρες Να τα εκατοστίσεις. «Αυτό είναι το πρωινό μου;» αστειεύτηκα. «Όχι, όμως εγώ και ο Μπραντ σηκωθήκαμε πολύ πρωί για να τη φτιάξουμε. Θα κάνω τηγανίτες». «Ναι, και ήθελε να ξυπνήσεις πρώτα για να τις φτιάξει», γκρίνιαξε ο Μπραντ. Το στομάχι του γουργούρισε σαν πεινασμένο λιοντάρι. Ο πατέρας μου κι εγώ βάλαμε τα γέλια. «Είπε πως είναι χαζομάρα να φτιάχνει δύο φορές». «Γι’ αυτό ήρθες και με ξύπνησες έτσι, παλιόμουτρο», είπα ανακατώνοντας τα μαλλιά του αδερφού μου και πήγα να αγκαλιάσω τον πατέρα μου. «Πώς ήταν το πάρτι; Δε σε είδα καθόλου χτες για να σε ρωτήσω». «Συγγνώμη». «Δεν πειράζει. Ήσουν όλη τη μέρα στο σπίτι του Λι. Φαντάστηκα πως θα είχες πονοκέφαλο απ’ το μεθύσι και απέφευγες τον πατέρα σου». «Όχι», είπα γελώντας. «Κανείς μας δεν ήπιε πολύ, βασικά. Περνούσαμε τόσο καλά, ώστε δεν είχαμε ανάγκη από ποτό». Το είπα για αστείο, αλλά εκείνος, ως πατέρας, πήρε ένα ύφος σαν να μου έλεγε: Γενικά, δε χρειάζεται να πιεις για να περάσεις καλά. greekleech.info Το υπόλοιπο πρωινό κύλησε αρκετά γρήγορα και στις δωδεκάμισι ήμασταν ήδη έξω από ένα χλιδάτο εστιατόριο που δεν μπορούσα να προφέρω ούτε το όνομά του. Είχα φορέσει ένα χαριτωμένο καλοκαιρινό φόρεμα, σκούρο μπλε με κίτρινα λουλούδια. Είχα βάλει σανδάλια και κάτι κοσμήματα, χωρίς να αλλάξω τα μαλλιά μου. Μπήκαμε μέσα λίγο μετά την οικογένεια του Λι. «Α, είστε όλοι εδώ. Ακολουθήστε με στο τραπέζι σας, παρακαλώ», είπε ο σερβιτόρος. Άκουσα την Τζουν να ρωτά τον αδερφό μου πώς τα πήγαινε με το ποδόσφαιρο και τους πατεράδες μας να πιάνουν τη συζήτηση. Έστρεψα αμέσως το βλέμμα μου στον Νόα, ο οποίος μου χαμογέλασε, αλλά πριν προλάβω να του χαμογελάσω κι εγώ, ο Λι ήρθε δίπλα μου. Ξεκόλλησα το βλέμμα μου απ’ τον Νόα για να δώσω την αμέριστη προσοχή μου στον κολλητό μου. «Χρόνια πολλά!» είπαμε με μια φωνή και πανομοιότυπα χαμόγελα στα χείλη. Ο Λι γέλασε και χτύπησε την αλογοουρά μου κάνοντάς την να στριφογυρίσει σαν έλικα ελικοπτέρου. Του έδωσα μια σπρωξιά με τον ώμο μου και τον αγκάλιασα. Εκείνος με έσφιξε και τεντώθηκε πίσω σηκώνοντάς με λιγάκι. «Πώς τα πέρασες σήμερα;» με ρώτησε πριν ακολουθήσουμε τους υπόλοιπους. «Όπως σου είπα πριν που μιλήσαμε. Καλά. Εσύ;» «Να κάνω τον κόπο να επαναλάβω την απάντησή σου;» «Όχι», είπα γελώντας.


«Βασικά, κατάφερα να βρεθώ λιγάκι με τη Ρέιτσελ. Μόνο για μια ωρίτσα όμως, πριν έρθουμε εδώ». «Αχ! Σου έδωσε φιλάκι για τα γενέθλιά σου;» ρώτησα κάνοντας μια γκριμάτσα και φιλώντας τον αέρα. «Ναι...» «Είστε πολύ χαριτωμένο ζευγάρι. Σαν... σαν τον Σπάιντερμαν με τη Μέρι Τζέιν. Θα έλεγα σαν τον Μπάτμαν, αλλά δεν ξέρω ποια ήταν η κοπέλα του». Ο Λι γέλασε. «Και εσείς ποιοι είστε, δηλαδή; Η πεντάμορφη και το τέρας; Εσύ είσαι το τέρας, εννοείται. Ο Νόα κι εγώ έχουμε τα ίδια γονίδια, και εγώ δεν έχω σίγουρα τα ίδια γονίδια με το τέρας. Κοίτα με!» Τον κοίταξα και έκανα μια γκριμάτσα. «Αηδία». Εκείνος ξαναγέλασε και καθίσαμε δίπλα δίπλα στο κέντρο του τραπεζιού. Αυτή τη φορά απέναντί μου κάθισε ο Νόα. Ήταν ωραίο να μην έχω πάλι τον Μπραντ απέναντι να με κλοτσά και να παραπονιέται πως του έχω πιάσει όλο το χώρο με τις «ποδάρες» μου. «Χρόνια πολλά, Ελ», μου είπε ο Νόα με ένα συγκρατημένο χαμόγελο. «Ευχαριστώ», αποκρίθηκα χαμογελώντας. «Λοιπόν, Λι, τι πήρες για τα γενέθλιά σου;» ρώτησε ο πατέρας μου. «Δεν ξέρω ακόμη. Περίμενα τη Σέλι». «Εσύ, Ελ;» με ρώτησε ο Μάθιου. «Περίμενα τον Λι», απάντησα γελώντας ντροπαλά. Ο σερβιτόρος ήρθε να ρωτήσει τι θα πιούμε και να μας δώσει τα μενού. Ο Νόα σήκωσε το μενού μπροστά του και έσκυψε λιγάκι, έτσι ώστε το μόνο που μπορούσα να δω ήταν οι αγκώνες και τα μαλλιά του. Έριξα μια ματιά στο μενού που έβλεπα τουλάχιστον μία φορά το χρόνο σ’ αυτό το εστιατόριο και αναρωτήθηκα αν έπρεπε να το τολμήσω και να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό ή να παραγγείλω και πάλι στήθος κοτόπουλο με παρμεζάνα, σάλτσα μπάρμπεκιου, ψητά λαχανικά και τηγανητές πατάτες. Και τότε δονήθηκε το κινητό μου ειδοποιώντας πως έχω μήνυμα. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν ο Γουόρεν ή κάποιος άλλος για να μου ευχηθεί χρόνια πολλά. Δεν ήταν ο Γουόρεν. Είσαι πολύ όμορφη. Σήκωσα το βλέμμα για να τον κοιτάξω, αλλά εκείνος ήταν ακόμη κρυμμένος πίσω απ’ το μενού του. Σάστισα για μια στιγμή και μετά κατέβασα το βλέμμα ξανά στο κινητό μου για να απαντήσω. Ευχαριστώ. Δεν ήξερα τι άλλο να πω, πραγματικά, οπότε αρκέστηκα σ’ αυτή τη σύντομη και γλυκιά απάντηση. Τι κάνεις μετά; Δεν ξέρω. Τι εννοείς μετά; Μετά την τούρτα. Είχα κάτι στο νου μου για την εορταζόμενη, έγραψε ο Νόα προσθέτοντας στο τέλος και ένα προσωπάκι που έκλεινε το μάτι. Κοίταξα για λίγο το μήνυμα προσπαθώντας να καταλάβω αν υπονοούσε κάτι. Αν και κρίνοντας από τον τελευταίο καιρό, μάλλον θα είχε κανονίσει πάλι τίποτα σαχλορομαντικό που ήξερε πως θα μου άρεσε. «Ελ, σταμάτα να στέλνεις μηνύματα την ώρα που τρώμε», με επέπληξε ο πατέρας μου. «Συγγνώμη». Είδα τον Νόα να χαμογελά πονηρά πίσω από το μενού του χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει.


Σκέφτηκα να του στείλω κι άλλο μήνυμα για να μάθω τι είχε στο μυαλό του, αλλά το πιθανότερο ήταν πως κατά βάθος ήθελε να τον ρωτήσω για να συνεχίσει να με πειράζει, να μου λέει πως είναι έκπληξη, μόνο και μόνο για να με τσατίσει. Έτσι, δεν του έδωσα αυτή την ικανοποίηση. Έβαλα το κινητό πίσω στην τσάντα μου. «Ευχαριστώ», είπε με έμφαση ο πατέρας μου. «Όλοι έτοιμοι να παραγγείλουμε;» Μετά πήγαμε, όπως πάντα, στο σπίτι των Φλιν για να ανοίξουμε τα δώρα μας και να περιδρομιάσουμε την πελώρια τούρτα που είχαν φτιάξει το πρωί ο πατέρας μου και ο αδερφός μου. Οι γονείς του Λι τού έκαναν δώρο CD και ρούχα. Ο Νόα τού πήρε ένα καινούριο στερεοφωνικό για το αυτοκίνητό του – εξήγησε πως γι’ αυτό είχε πει ότι πήγε στη μάντρα για να πάρει ανταλλακτικά. Ο Λι είχε καταλάβει ήδη ποιο CD τού είχα πάρει. Δεν ήταν δύσκολο, αφού πριν από λίγες μέρες τού απαγόρευσα να το κατεβάσει στον υπολογιστή του, αλλά αρνιόμουν να του πω το λόγο. Το πορτοφόλι τού άρεσε πολύ και μετά άνοιξε και το T-shirt. Ήταν μπλε και πάνω έγραφε I’M WITH STUPID, με ένα βέλος να δείχνει προς τα κάτω. Έσκασε στα γέλια και ύστερα έπιασε ένα από τα δώρα μου και μου το πέταξε. «Ευχαριστώ, Ελ. Άνοιξε αυτό τώρα». «Από σένα είναι;» «Από ποιον άλλον; Άντε, άνοιξέ το!» Το άνοιξα και μου πήρε ένα ολόκληρο λεπτό μέχρι να σταματήσω να γελάω. Μου είχε αγοράσει ένα κίτρινο T-shirt, από το ίδιο μαγαζί, που πάνω έλεγε I’M WITH STUPID και είχε ένα βελάκι που έδειχνε προς τα πάνω. Ήταν η θηλυκή εκδοχή αυτού που του είχα χαρίσει εγώ. Αυτό κι αν ήταν περίεργο! «Συνεννοημένοι ήσασταν;» αστειεύτηκε ο πατέρας του μόλις κράτησα το μπλουζάκι μπροστά μου. «Όχι», απαντήσαμε με μια φωνή γελώντας. «Απλά έχουμε τηλεπάθεια», είπε ο Λι. Μου είχε πάρει και βιβλία –μια σειρά με βρικόλακες γνωρίζοντας πως τους είχα αδυναμία– και κάτι μικρό, χιλιοτυλιγμένο σφιχτά με τόση ταινία, ώστε αναγκάστηκα να τη σκίσω με τα δόντια μου. «Τι είναι;» ρώτησε ανυπόμονος ο Μπραντ, όσο εγώ προσπαθούσα να κόψω την ταινία. «Δεν ξέρω, δεν το έχω ανοίξει ακόμη!» «Δε σου λέω!» με πείραξε ο Λι. Το χαμόγελό του είχε κάτι το σατανικό κι αυτό με έκανε να μη θέλω και τόσο να το ανοίξω... Η ταινία σκίστηκε επιτέλους και μπόρεσα να ξετυλίξω το πακετάκι. Ό,τι κι αν ήταν, ήταν χιλιοτυλιγμένο με χαρτί. «Τι είναι;» ρώτησε ο Μπραντ προσπαθώντας να δει. Όταν κατάλαβα τι ήταν, τα μάγουλά μου αναψοκοκκίνισαν στη στιγμή και πέταξα το πακέτο απ’ τα χέρια μου σαν να κρατούσα καμιά βόμβα. «Λι!» «Τι; Δε θέλω να γίνω θείος ακόμη. Είμαι πολύ νέος!» «Και δεν μπορούσες να μου το δώσεις όταν δε θα ήμασταν μπροστά σε κόσμο;» Ήξερε ακριβώς τι εννοούσα – γιατί μπροστά στον μπαμπά μου; Και στους γονείς του;


«Και στο αγόρι σου, μην ξεχνάμε». Προσπάθησα να ηρεμήσω μήπως και ξεκοκκινίσω λιγάκι, αλλά μάταια. Οι γονείς μας είχαν βιαστεί να πιάσουν ήδη την κουβεντούλα, αγνοώντας επιδεικτικά το πακέτο με τα προφυλακτικά που μόλις είχα σηκώσει απ’ το πάτωμα. Ο Νόα άπλωσε το χέρι του από τον καναπέ όπου καθόταν και μου τα άρπαξε μέσα απ’ τα χέρια. «Ευχαριστώ, Λι. Θα τα κρατήσω γι’ αργότερα». Κοκκίνισα περισσότερο και έθαψα το πρόσωπό μου μες στα χέρια μου. Η Τζουν ξερόβηξε και τότε κατάλαβα πως οι γονείς μας είχαν ακούσει σίγουρα το σχόλιο του Νόα. Ο Λι δε φάνηκε να πτοείται. «Απλώς θέλω να προσέχεις, Σέλι», μου είπε χτυπώντας φιλικά το χέρι μου. «Εγώ το καλό σου θέλω». «Δε βλέπω», παραπονέθηκε ο όχι και τόσο απονήρευτος δεκάχρονος αδερφός μου. «Τι είναι;» «Αυτά είναι για μεγάλους», του απάντησα. «Ταμπόν», του είπε ο Λι. Αυτή τη φορά τού έδωσα μία στο κεφάλι, αν και δεν ήταν δυνατή. «Είσαι απλά απαράδεκτος», του είπα. «Το ξέρω», αποκρίθηκε εκείνος με ένα πλατύ χαμόγελο. Δε γινόταν να μη γελάσω. Ήταν απλά αδύνατο. Οι γονείς μας παρατήρησαν μάλλον πως τα προφυλακτικά είχαν εξαφανιστεί απ’ το προσκήνιο. «Ορίστε, Ελ», είπε ο πατέρας μου και μου έδωσε ένα κουτάκι. Ήταν μια μακρόστενη, μαύρη βελούδινη κασετίνα, σαν εκείνες όπου φυλάνε κοσμήματα. «Τι είναι;» ρώτησα πιάνοντάς το διστακτικά. «Να, βασικά, εμ... ήταν της μητέρας σου. Όμως πάντα έλεγε πως ήθελε να το πάρεις εσύ. Κανονικά ήταν να σ’ το δώσω πέρυσι, αλλά το είχα ξεχάσει τελείως. Ξέρω πως τα δεκαεφτά δεν είναι και τόσο σημαντική ηλικία για ένα τέτοιο δώρο, όμως... δεν ήθελα να το διακινδυνέψω και να το ξεχάσω και του χρόνου», είπε με ένα ένοχο γελάκι και μου χαμογέλασε θλιμμένος. Είχαμε κρατήσει όλα τα κοσμήματα της μητέρας μου. Δεν είναι από τα πράγματα που πετάς. Είχα κάτι ζευγάρια σκουλαρίκια της που μου άρεσαν από μικρή και μια χρυσή αλυσίδα που φορούσα μερικές φορές. Όμως ό,τι κι αν ήταν αυτό τώρα, δεν ήταν προφανώς ένα οποιοδήποτε κόσμημα. Άνοιξα το χρυσαφένιο κούμπωμα της κασετίνας. greekleech.info Νόμιζα πως θα ήταν κανένα κολιέ, από εκείνα τα πολυτελή με τα μαργαριτάρια ή τίποτα τέτοιο. Όμως όχι. Ήταν ένα ρολόι. Ένα αστραφτερό, ασημένιο ρολόι με μικροσκοπικά τοπάζια γύρω απ’ το μαύρο καντράν του. Το έπιασα με προσοχή. Τα μπλε πετραδάκια φαίνονταν αληθινά και ήμουν σίγουρη πως θα ήταν απίστευτα ακριβό. «Οι πέτρες είναι αληθινές», με διαβεβαίωσε ο πατέρας μου σαν να διάβασε τις σκέψεις μου. «Είναι πανέμορφο», σχολίασε η Τζουν με ένα μαμακίστικο χαμόγελο. Εκείνη τη στιγμή πίστεψα πως θα έβαζα τα κλάματα. Νομίζω πως αυτό περίμεναν όλοι. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν σαν να περίμεναν πως από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπούσα σε λυγμούς και θα άρχισα να λέω ότι μου λείπει η μητέρα μου. Και όντως μου έλειπε πολύ η μαμά μου. Πραγματικά. Μακάρι να ήταν ακόμη εδώ μαζί μας, να μας μαγείρευε ή να καθόταν στο σαλόνι και να έβλεπε καμιά σαπουνόπερα ή να ετοιμαζόταν για τη δουλειά. Όμως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να την ξαναφέρω πίσω. Ήταν κάτι που είχα αποδεχτεί εδώ και χρόνια. Μου έλειπε πολύ και ήθελα σαν τρελή να την έχω και πάλι κοντά μου, αλλά δεν


μπορούσα να κάνω κάτι γι’ αυτό. Και το είχα συνειδητοποιήσει. Δεν υπήρχε λόγος να κλαίω για εκείνη, απ’ τη στιγμή που τα κλάματά μου δε θα την έφερναν πίσω. Ωστόσο νομίζω πως οι πάντες σοκαρίστηκαν όταν απλά χαμογέλασα και φόρεσα το ρολόι στον αριστερό καρπό μου. Ήταν κρύο και βαρύ και μου ερχόταν λιγάκι μεγάλο, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ. «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά». Εκείνος χαμογέλασε με ανάμεικτα συναισθήματα ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του. Η θλίψη στα μάτια του· η χαρά στο χαμόγελό του· η ανακούφιση που έσβησε εκείνη τη μικρή ζάρα ανάμεσα στα φρύδια του. Όμως τότε έβγαλε και κάτι άλλο από την τσέπη του, άλλο ένα μαύρο βελούδινο κουτάκι. Ήταν διαφορετικό από εκείνο του ρολογιού: δεν είχε χρυσαφένιο κούμπωμα ούτε και μεντεσέδες. «Ασορτί σκουλαρίκια;» αστειεύτηκα. «Όχι. Αυτό είναι το κανονικό δώρο σου. Το ρολόι ήταν για πέρυσι, λίγο καθυστερημένο, βέβαια...» εξήγησε εκείνος γελώντας και κούνησε το κεφάλι σαν να προσπαθούσε να διώξει από μέσα του τη θλίψη. Χαμογέλασα και το πήρα απ’ το χέρι του. Στ’ αλήθεια περίμενα πράγματι να είναι ασορτί σκουλαρίκια. Το σχήμα του κουτιού αυτό υπονοούσε. Όμως δεν ήταν σκουλαρίκια. Δεν ήταν καν κόσμημα. «Μου πήρες ένα... κλειδί;» ρώτησα και το έβγαλα απ’ το κουτί κοιτάζοντάς το σαστισμένη. Και τότε κατάλαβα. «Πλάκα κάνεις! Μου πήρες αμάξι!» Οι πάντες έβαλαν τα γέλια γνωρίζοντάς το προφανώς από πριν ή, στην περίπτωση του Λι, έχοντας καταλάβει πριν από μένα. Πετάχτηκα όρθια και ρίχτηκα στην αγκαλιά του πατέρα μου. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ!» «Κάτσε να το δεις πρώτα», είπε εκείνος γελώντας. «Ναι, πού ξέρεις, μπορεί να είναι καμιά παλιοσακαράκα που θα σβήνει κάθε φορά που θα σταματάς σε Stop», αστειεύτηκε ο Νόα. «Είναι στο γκαράζ», μου είπε η Τζουν. «Έπρεπε κάπου να το κρύψουμε για να μην το δεις, έτσι δεν είναι;» Έτρεξα έξω και σήκωσα την πόρτα του γκαράζ μουγκρίζοντας απ’ το ζόρι. Τους άκουσα όλους να βγαίνουν απ’ το σπίτι πίσω μου. Το γκαράζ ήταν κάπως σκοτεινό, το πάτωμα γεμάτο λάδια μηχανής, ενώ τα εργαλεία του Νόα σκορπισμένα παντού. Στον έναν τοίχο ήταν ακουμπισμένο το ποδήλατο του Λι. Μπάλες ποδοσφαίρου και ράγκμπι και παλιά ή χαλασμένα έπιπλα γέμιζαν το χώρο. Και καταμεσής όλων αυτών δέσποζε το δώρο των γενεθλίων μου. Ένα μεταχειρισμένο Ford Escort. Ήταν σκούρο μπλε και απ’ τον κεντρικό καθρέφτη κρέμονταν δύο ροζ φωσφοριζέ γούνινα ζάρια. «Τα ζάρια ήταν δική μου ιδέα», είπε ο πατέρας του Λι. «Εντελώς ενημερωτικά». Γέλασα σαν χαζοχαρούμενο και έσκυψα μες στο αμάξι από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού. Το εσωτερικό μύριζε πεύκο και παλιό δέρμα. Δε φαινόταν αμάξι με καμιά τρελή επιτάχυνση ή αθόρυβο κινητήρα και δε θα σοκαριζόμουν αν κάποια στιγμή ξέμενα στο δρόμο και καλούσα την οδική βοήθεια. Όμως το ερωτεύτηκα απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή. Δεν περίμενα πως ο πατέρας μου θα μου έπαιρνε ολοκαίνουριο αμάξι. Και η αλήθεια είναι πως


ούτε και ήθελα. Προτιμούσα ένα αμάξι που δε θα φοβόμουν να οδηγήσω. Δεν ήμουν ποτέ και από τις καλύτερες οδηγούς. Είχα επιτέλους το δικό μου αυτοκίνητο! «Τώρα δε θα σε πρήζω να με πηγαινοφέρνεις όλη την ώρα, Λι». «Ναι, βασικά, εγώ δεν πρόκειται να μπω σε αμάξι που οδηγείς εσύ», είπε εκείνος με σοβαρό ύφος. «Τη θέλω τη ζωή μου, ξέρεις». Γέλασα και πήγα να ξαναγκαλιάσω τον πατέρα μου. «Σ’ ευχαριστώ, είναι πολύ ωραίο!» «Ξέρω πως δεν είναι ό,τι πιο τέλειο, αλλά καλύτερα να ξεκινήσεις με αυτό που είναι παλιό. Οπότε, είτε χτυπήσεις είτε το γρατσουνίσεις, δεν τρέχει τίποτα». «Μα καλά, κανείς δε με εμπιστεύεται σαν οδηγό;» Οι πάντες γέλασαν. «Τι θα γίνει; Θα φάμε ποτέ αυτή την τούρτα;» πετάχτηκε ο Μπραντ. Το στομάχι του Λι και το δικό μου γουργούρισαν το ένα πίσω απ’ το άλλο. «Εννοείται», είπαμε και τρέξαμε μέσα.


Κεφάλαιο 31 «ΛΟΙΠΟΝ, τι ακριβώς έχεις κατά νου;» ρώτησα τον Νόα μόλις μπήκα στην κουζίνα κρατώντας τα αδειανά ποτήρια. Εκείνος έβαζε τα πιάτα στο πλυντήριο πιάτων. Ο Λι ήταν έξω στο αυτοκίνητό του και ασχολιόταν με το καινούριο στερεοφωνικό του. Ο Μπραντ έβλεπε τηλεόραση, ενώ οι γονείς μας συζητούσαν για... ό,τι κι αν ήταν αυτό που συζητούσαν, τέλος πάντων. Έψαχνα εδώ και ώρα να βρω μια ευκαιρία να μιλήσω μόνη μου στον Νόα. Σήκωσε το βλέμμα του στρίβοντας το κεφάλι για να με κοιτάξει κάτω από το χέρι του που ήταν ακουμπισμένο στον πάγκο, έτσι όπως είχε σκύψει για να γεμίσει το πλυντήριο πιάτων. «Πριν», του θύμισα, «στα μηνύματα μου είπες πως έχεις κάτι στο νου σου για μένα». «Α, αυτό». «Ναι, αυτό. Λοιπόν, θα μου πεις;» «Αν σου πω, δε θα είναι πια “έκπληξη”, ξέρεις». «Το περίμενα πως θα το πεις αυτό», γκρίνιαξα και του έδωσα τα ποτήρια. Εκείνος τα έβαλε μέσα και ύστερα σηκώθηκε κλείνοντας με το πόδι του την πόρτα του πλυντηρίου. Με τράβηξε στην αγκαλιά του και ψιθύρισε στο αφτί μου. «Κι αν σου έλεγα πως η έκπληξη συμπεριλαμβάνει και το δώρο που σου έκανε ο Λι...» είπε και τα χείλη του σύρθηκαν αργά στο σαγόνι μου. Δεν ήξερα τι να απαντήσω σ’ αυτό, αλλά ακόμη και να ήξερα, δε νομίζω πως θα μπορούσα. Ξαφνικά είχα χάσει τη λαλιά μου. Ο Νόα σιγογέλασε. «Δεν έχω κανονίσει όμως κάτι τέτοιο», είπε και τραβήχτηκε πίσω για να μου χαμογελάσει σατανικά. «Ήθελα να σε πάω κάπου. Ξέρω πως θα σου αρέσει πολύ, αλλά είναι έκπληξη». greekleech.info «Μάλιστα...» είπα σπάζοντας το κεφάλι μου να καταλάβω τι ήταν. Αποκλείεται να με πήγαινε να δούμε ξανά το ηλιοβασίλεμα ή τα πυροτεχνήματα. Κάτι άλλο θα πρέπει να σκάρωνε... Αλλά ο Νόα ήταν όλο εκπλήξεις τώρα τελευταία, οπότε θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε. «Αν και», είπε σκεπτικός, «αν θες να χρησιμοποιήσουμε και το δώρο του Λι αργότερα...» Κοκκίνισα και έθαψα το πρόσωπό μου στον ώμο του για να μη με δει. Εκείνος όμως γέλασε και με φίλησε στο κεφάλι σφίγγοντάς με στην αγκαλιά του. Αγνόησα το σχόλιό του και τον αγκάλιασα κι εγώ. «Σ’ αγαπάω», είπα και οι λέξεις βγήκαν τόσο αβίαστα από μέσα μου, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα που θα μπορούσα να πω στον αδερφό του καλύτερού μου φίλου. «Εγώ περισσότερο», απάντησε εκείνος και με ξαναφίλησε στο κεφάλι. Δεν είπαμε τίποτ’ άλλο. Απλώς μείναμε εκεί αγκαλιασμένοι, πάνω στο μικρό μας συννεφάκι. «Ω! Συγγνώμη... Μην ενοχλήστε. Ήρθα μόνο για να πάρω κάτι να πιω!» Απομακρυνθήκαμε λιγάκι και είδα την Τζουν να βάζει ένα ποτήρι νερό. Ύστερα γύρισε και μας έσκασε ένα χαμόγελο, όχι σαν να υπονοούσε «Σας έπιασα στα πράσα», αλλά σαν να μας έλεγε «Είστε αξιολάτρευτοι». Ευτυχώς που δε φιλιόμασταν εκείνη την ώρα.


Αυτό κι αν θα ήταν ντροπή! Η μητέρα του Νόα επέστρεψε στο σαλόνι κι εγώ γύρισα και τον κοίταξα. «Λοιπόν, πότε θα πάμε σ’ αυτό το μέρος-έκπληξη;» «Και τώρα, αν θες. Δεν είναι πολύ μακριά». «Τώρα; αλήθεια;» «Ναι, αν θες να πάμε τώρα». «Μπορώ να οδηγήσω;» ρώτησα με ένα πλατύ χαμόγελο. «Να οδηγήσεις κάπου που δεν έχεις ιδέα πού είναι... Ναι, πολύ έξυπνη ιδέα, Ελ». «Μπορείς να μου λες εσύ πού να πηγαίνω, ε; Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ...» ικέτεψα με το καλύτερο, πλατύτερο χαμόγελο που διέθετα. Είχα κατενθουσιαστεί στη σκέψη και μόνο τού να οδηγήσω το αμάξι μου. «Καλά, εντάξει! Όμως δε θα φταίω εγώ αν καταλάβεις πού πάμε και χαλάσει η έκπληξη, εντάξει;» «Μα καλά, τι έχεις πάθει με τις εκπλήξεις;» είπα γελώντας. «Δεν ξέρω. Σκέφτηκα πως θα ήταν πιο ρομαντικό απ’ το να σου πω: “Ελ, θα σε πάω να... να δούμε το ηλιοβασίλεμα και τα πυροτεχνήματα”. Άσε που πάντα σου άρεσαν εκείνες οι γλυκανάλατες αισθηματικές ταινίες». «Ναι...» είπα δαγκώνοντας τα χείλη μου. «Καλά, καλά, κατάλαβα τι εννοείς. Πάμε τώρα». «Διακρίνω μια ανυπομονησία;» «Λοιπόν, εδώ στρίψε αριστερά... και μετά στο δεύτερο δρόμο δεξιά. Υπάρχει ένα υπαίθριο πάρκινγκ εκεί». Ακολούθησα τις οδηγίες του, ευχόμενη να μην του είχα ζητήσει ποτέ να οδηγήσω. Προσπαθούσα τόσο πολύ να μη γρατσουνίσω το αμάξι, ώστε είχα όλη την ώρα τα μάτια μου καρφωμένα στο δρόμο. Δεν μπορούσα να αφήσω το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στους δρόμους γύρω μας για να καταλάβω πού πηγαίναμε. Δεν ήξερα καθόλου αυτή την περιοχή. Δεν είχα ιδέα πού με οδηγούσε, πόσω μάλλον ποια ήταν η έκπληξή του. Βρήκα μια θέση να παρκάρω και κατέβηκα απ’ το αμάξι ακούγοντας τον Νόα να κλείνει την πόρτα πίσω μου. «Εντάξει, λοιπόν», είπα μην μπορώντας να συγκρατήσω το χαμόγελό μου. «Πάμε». Εκείνος έσκασε ένα αυτάρεσκο γελάκι και ανέβηκε δίπλα μου στο πεζοδρόμιο πιάνοντας το χέρι μου και πλέκοντας τα δάχτυλά του στα δικά μου. Αρχίσαμε να περπατάμε προς την κατεύθυνση απ’ όπου είχαμε έρθει. Κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα πως βγήκαμε απ’ την πόλη. Κάποια σπίτια είχαν ανθοπωλείο ή φούρνο στο ισόγειο. Δεν είχα ιδέα πού ήμασταν, αλλά ήταν πολύ ωραία. Δέντρα ήταν διάσπαρτα εδώ κι εκεί και τα περβάζια των σπιτιών κοσμούσαν ανθισμένα λουλούδια. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν ελάχιστοι περαστικοί και ακόμη λιγότερα αμάξια. Ήταν ένα γραφικό χωριουδάκι. Οι καμπάνες μιας εκκλησίας ήχησαν κάπου στο βάθος επιβεβαιώνοντας τη σκέψη μου. Γύρισα και κοίταξα τον Νόα, ο οποίος μου χάρισε ένα χαμογελάκι, σαν να έβρισκε αστείο το να με κρατάει στο σκοτάδι. Του χαμογέλασα σφίγγοντάς του το χέρι.


«Εδώ είμαστε», είπε ο Νόα και σταμάτησε έξω από ένα μαγαζί. Έκανα ένα βήμα πίσω για να τον αφήσω να περάσει πρώτος. Μια σκούρα πράσινη τέντα πάνω από την πόρτα σκίασε το πρόσωπό του καθώς άνοιξε για να μπει μέσα. Ένα καμπανάκι κουδούνισε. Ο ήχος του ήταν πολύ χαριτωμένος και μου θύμισε τη νεραϊδούλα από την ταινία του Πίτερ Παν. Μια μυρωδιά ταξίδεψε στα ρουθούνια μου. Ήταν ένα υπέροχο άρωμα: γλυκές νότες βανίλιας, δυνατό κακάο, η γλυκάδα της λιωμένης ζάχαρης και εκείνη η απίστευτη μυρωδιά σοκολάτας που κάνει το στομάχι σου να γουργουρίζει και να σου τρέχουν τα σάλια. Ο Νόα παραμέρισε για να περάσω πρώτη. Και τότε θυμήθηκα που πριν από μόλις λίγους μήνες μπαίναμε μαζί στο σπίτι του. Είχα πάει να βρω τον Λι. Ο Νόα ήξερε πως ήμουν πίσω του, αλλά ούτε που σκέφτηκε να κρατήσει την πόρτα ανοιχτή για να περάσω. Απλά την άφησε να κλείσει πίσω του κι εγώ την έπιασα λίγο πριν χτυπήσει στα μούτρα μου. Δεν το έκανε από κακία: έτσι ήταν ο Νόα. Τώρα, όμως, μου ήταν αδύνατο να μην παρατηρήσω ότι κράτησε την πόρτα για να περάσω. Ήταν μια τόσο ασήμαντη κίνηση, αλλά εγώ, παρ’ όλα αυτά, του χάρισα ένα χαμόγελο. Και τότε άφησα τη μυρωδιά της σοκολάτας να πλημμυρίσει και πάλι τις αισθήσεις μου. Ένα ζεστό, κίτρινο φως έλουζε το μαγαζί. Στο πάτωμα ήταν στρωμένο ένα σκούρο καφέ χαλί και οι τοίχοι είχαν ένα απαλό κρεμ χρώμα. Γύρισα και κοίταξα τον πάγκο με την ταμειακή μηχανή. Το παιδί μέσα μου καταχάρηκε μόλις διαπίστωσε ότι ήταν μια παλιά ταμειακή, από εκείνες με πλήκτρα παμπάλαιας γραφομηχανής που έκαναν ένα δυνατό θόρυβο όταν άνοιγε το συρτάρι τους. Το μαγαζί ήταν το ίδιο γλυκό με τη μυρωδιά του. Κοίταξα ολόγυρά μου όλες εκείνες τις σοκολάτες με μάτια γεμάτα δέος και στόμα ορθάνοιχτο. Δεν ήξερα τι να κάνω, πού να πρωτοκοιτάξω, τι να πω στον Νόα. «Καλώς τα παιδιά!» είπε όλο ενθουσιασμό μια φωνή. Ήταν το είδος φωνής που καταλάβαινες αμέσως πως ανήκε σε κάποιον ηλικιωμένο. Σήκωσα το βλέμμα μου απ’ τις πραλίνες κάτω από το γυάλινο πάγκο και είδα μια κυρία γύρω στα εξήντα με εβδομήντα. Ήταν ακριβώς το είδος ανθρώπου που θα περίμενες να έχει ζαχαροπλαστείο. Ήταν γεματούλα, με ροδοκόκκινα μάγουλα και σκούρα γκρίζα μαλλιά πιασμένα σε κότσο, με κάτι τσουλουφάκια να πετούν εδώ κι εκεί γύρω απ’ το πρόσωπό της. Φορούσε τζιν, μια λευκή βαμβακερή μπλούζα και μια ροζ ολόσωμη ποδιά, γεμάτη λεκέδες από σοκολάτα, ζάχαρη, σαντιγί, γλάσο, σιρόπια και βούτυρο. Κάποιοι απ’ αυτούς φαίνονταν παμπάλαιοι, σαν να ήταν πλέον μέρος της ίδιας της ποδιάς, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν γίνει μόλις πριν από λίγες ώρες. «Γεια», είπε ο Νόα προσπερνώντας με. «Είχα πάρει τηλέφωνο νωρίτερα. Φλιν». «Α, ναι, φυσικά, φυσικά! Θυμάμαι. Σ’ το έχω έτοιμο! Δώσε μου μόνο μισό λεπτάκι!» είπε η γυναίκα με ένα μαμακίστικο χαμόγελο και έκανε να φύγει ρίχνοντας πάνω στη φούρια της μια στοίβα χαρτοκιβώτια. Ευτυχώς, απ’ ό,τι ακούστηκε, ήταν όλα τους άδεια. «Μπα σε καλό μου!» είπε εκείνη γελώντας με την αδεξιότητά της και τα στοίβαξε πίσω στη θέση τους. Ύστερα εξαφανίστηκε στο πίσω μέρος του μαγαζιού σιγοτραγουδώντας μια μελωδία. «Είχες πάρει τηλέφωνο;» ρώτησα και ο Νόα γύρισε για να με κοιτάξει. Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στις άκρες των χειλιών του. «Πού το ξετρύπωσες αυτό το μαγαζί;» «Εμ...» τραύλισε εκείνος και έξυσε αμήχανος το σβέρκο του. «Θυμάσαι που... Όχι, σιγά μη θυμάσαι. Όταν ήμασταν πολύ μικροί, είχα διαβάσει εκείνο το βιβλίο, Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας, και μετά μου καρφώθηκε στο μυαλό και ήθελα να πάω στο εργοστάσιο σοκολάτας του Γουίλι Γουόνκα. Η μητέρα μου –είχε έρθει και η δική σου μαζί απ’ ό,τι θυμάμαι– με έφερε σ’ αυτό


το μαγαζί, επειδή είπε πως ήταν περίπου το ίδιο. Πριν από κάνα δυο χρόνια το θυμήθηκα και πήρα το λεωφορείο και ήρθα να το ξαναδώ». Μου πήρε λίγη ώρα να το χωνέψω. Κατά πρώτον, δεν ήταν καθόλου του χαρακτήρα του να αποκαλύπτει μια τόσο προσωπική ανάμνηση σαν κι αυτή και, κατά δεύτερον, η εικόνα του Νόα να είναι μικρούλης και να θέλει να επισκεφτεί το εργοστάσιο του Γουίλι Γουόνκα με έκανε να θέλω να βάλω τα γέλια. Όχι κοροϊδευτικά. Απλά ήταν τόσο γλυκό! Αν και δε νομίζω πως θα το εκτιμούσε ιδιαίτερα αν του έλεγα πόσο γλυκό το έβρισκα όλο αυτό. Έτσι είπα: «Το θυμάμαι. Χρειαζόμουν το βιβλίο για μια εργασία στο σχολείο και δεν είχαν μείνει καθόλου αντίγραφα στη βιβλιοθήκη, και ο Λι μού είπε ότι είχες εσύ ένα, οπότε δε χρειαζόταν να αγοράσω, αλλά εσύ δε μου το έδινες». «Α, ναι», είπε γελώντας ο Νόα και δάγκωσε κάπως αμήχανα τα χείλη του. «Γιατί δε σου το έδινα;» «Είπες πως δεν το είχες», αποκρίθηκα σε λίγο. «Απλώς δεν ήθελες να μου το δώσεις». «Ναι, σωστά». «Καλά, σοβαρά τώρα ήθελες να πας στο εργοστάσιο σοκολάτας του Γουίλι Γουόνκα;» ρώτησα με έναν τόσο δα πειρακτικό τόνο στη φωνή μου και ένα χαμόγελο απλώθηκε ξανά στα χείλη μου. «Ήμουν οχτώ χρονών, εντάξει;» Βάλαμε και οι δύο τα γέλια ακριβώς τη στιγμή που η γυναίκα επέστρεψε με ένα μεγάλο πλακέ λευκό κουτί στα χέρια, τυλιγμένο με ένα μοβ φιόγκο. «Ορίστε!» Ο Νόα έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη του και άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω πάνω στις φτέρνες του. «Για μένα είναι;» ρώτησα ξαφνιασμένη μόλις κατάλαβα. «Τι; Στ’ αλήθεια νόμιζες πως θα ξεχνούσα να πάρω στην κοπέλα μου δώρο για τα γενέθλιά της;» είπε εκείνος με ένα πανέμορφο, σατανικό χαμόγελο και η κυριούλα γέλασε καλοπροαίρετα. «Δεν ξέρω». «Σέλι. Πάντα σου έπαιρνα δώρο για τα γενέθλιά σου». «Ναι, μια χρονιά μού είχες πάρει ένα από εκείνα τα μαξιλαράκια που κάθεσαι πάνω και κάνουν ήχο πορδής». greekleech.info «Δώρο ήταν κι αυτό. Και ήμουν δώδεκα χρονών τότε, αν θυμάσαι καλά. Τι περίμενες; Να σου πάρω κάτι ωραίο και σοβαρό;» «Όχι», είπα γελώντας. «Στ’ αλήθεια πίστεψες πως σε ξέχασα, ειδικά φέτος;» Ανασήκωσα ντροπαλά τους ώμους. Πριν που δε μου είχε δώσει δώρο δεν τον είχα ρωτήσει πού είναι το δώρο μου. Πρώτον, θα ήταν μεγάλη αγένεια. Όταν όμως μου είπε στο μήνυμά του πως είχε κάτι στο νου του για την εορταζόμενη, σκέφτηκα πως αντί για δώρο ίσως ήθελε να με συνοδεύσει κάπου έξω, ακόμη κι αν ήταν μόνο για να μείνουμε οι δυο μας. Πήρα το κουτί απ’ την κυρία. «Ευχαριστώ». «Έχει ένα απ’ όλα εκεί μέσα», είπε εκείνη. «Όσο περισσότερα μπόρεσα να στριμώξω μέσα σε δύο στρώσεις, δηλαδή. Αλλά σου έβαλα τα πιο ωραία. Δε νομίζω να είσαι αλλεργική στους ξηρούς καρπούς, ε, γλυκιά μου;» «Ο... όχι». Ο μόνος λόγος που τραύλισα ήταν επειδή μιλούσε πάρα πολύ γρήγορα, με τέτοιο ενθουσιασμό που θα πρέπει να ήταν του χαρακτήρα της. «Ωραία, ωραία!» είπε εκείνη χαμογελώντας. «Θέλετε να ρίξετε μια ματιά τριγύρω; Εκτός κι αν


δεν έχετε χρόνο, οπότε να σας κόψω απόδειξη». «Ε...» Γύρισα και κοίταξα τον Νόα. Δεν είχα ιδέα αν ήρθαμε εδώ μόνο για να πάρουμε αυτό ή αν είχε κανονίσει και τίποτ’ άλλο για μετά. Εκείνος σήκωσε τα χέρια ψηλά και κούνησε αρνητικά το κεφάλι χαρίζοντάς μου ένα χαμόγελο. «Εσύ αποφασίζεις. Εσύ έχεις τα κλειδιά του αυτοκινήτου». «Αμέ!» απάντησα στην κυριούλα χαμογελώντας όλο χαρά. «Αυτά εδώ είναι πάρα πολύ καλά», είπε εκείνη πλησιάζοντας με το πάσο της μια βιτρίνα. Άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε έξω ένα δίσκο. Ήταν γεμάτος μικροσκοπικά τετράγωνα κομματάκια σοκολάτας, που το καθένα τους είχε μια ταμπελίτσα πάνω του με κάτι μικρούλια, καλλιγραφικά γραμματάκια, τα οποία ήταν αδύνατο να διαβάσεις. Η μυρωδιά τους και μόνο, που ταξίδεψε στα ρουθούνια μου και κάθισε στους γευστικούς κάλυκες, ήταν αρκετή για να μου τρέξουν τα σάλια. «Αυτό εδώ», είπε η γυναίκα δείχνοντας ένα σοκολατάκι, «έχει μέσα εκείνες τις καραμελίτσες που σκάνε στο στόμα. Η πιο περίεργη αίσθηση στον κόσμο! Και αυτό είναι με γεύση μάνγκο. Έχω και σ’ άλλες γεύσεις φρούτων». «Πορτοκάλι;» ρώτησε ο Νόα πίσω μου και ένιωσα το σώμα του να κολλάει πάνω μου και το χέρι του να ακουμπά στο μπράτσο μου καθώς έσκυψε για να κοιτάξει το δίσκο. «Αχά! Να το!» Η κυριούλα έπιασε ένα σοκολατάκι και το έδωσε στον Νόα. «Αυτός είναι ο πιο λαχταριστός δίσκος μου», είπε η κυρία σαν να διάβασε θαρρείς τη σκέψη μου. «Έλα, γλυκιά μου, πάρε, μην ντρέπεσαι!» είπε και μου έδωσε το δίσκο αφήνοντάς με να τον μελετήσω με την ησυχία μου. Τότε, άκουσα το κουδουνάκι να ξαναχτυπά και γύρισα και είδα μια γυναίκα να μπαίνει μέσα. «Γεια σου, Μέιμπελ», είπε στην ιδιοκτήτρια. Έστρεψα το βλέμμα μου πίσω στο δίσκο. Ο Νόα άπλωσε το χέρι του από πάνω μου και βούτηξε άλλο ένα στην τύχη. Έκανε πως πνίγεται και, όταν τον κοίταξα, είχε μια έκφραση αηδίας στο πρόσωπό του. Το κατάπιε γρήγορα. «Καρύδα». «Α, ναι», είπα γελώντας. «Έπρεπε να είχες διαβάσει το ταμπελάκι, χαζέ». «Προσπάθησα», μου ψιθύρισε εκείνος στ’ αφτί. Έπνιξα το γέλιο μου και κούνησα τα δάχτυλά μου διστακτικά πάνω από το δίσκο, προσπαθώντας να αποφασίσω ποιο να δοκιμάσω. Λευκή σοκολάτα; Μαύρη σοκολάτα; Ένα με τρούφα; Αυτό με γεύση καφέ ή ένα με γεύση φρούτου; Ή μήπως εκείνο με γέμιση σοκολάτα; Την προσοχή μου τράβηξε ένα που έλεγε πάνω Κερήθρα και το έπιασα. Από τη μία χαιρόμουν που τα γράμματα της ιδιοκτήτριας ήταν τόσο δυσανάγνωστα. Αν ήξερα τι ήταν όλες αυτές οι γεύσεις, θα ήθελα να τις δοκιμάσω. Διαλέξαμε μερικά ακόμη και πήγαμε στο ταμείο. «Λοιπόν, παιδιά, πόσο καιρό είστε μαζί;» ρώτησε η Μέιμπελ. «Ε...» «Λίγους μήνες», απάντησε ο Νόα. «Όμως γνωριζόμαστε από μωρά». «Ω, μα τι γλυκό! Βλέπω ένα σωρό ζευγαράκια να μπαίνουν εδώ μέσα, ξέρετε, αλλά αν κρατούσα λίστα με τα πιο χαριτωμένα ζευγάρια, εσείς θα ήσασταν σίγουρα κάπου εκεί στην κορυφή». «Είμαστε γλυκούληδες, ε;» είπα γελώντας. Ο Νόα έκανε μια γκριμάτσα, αλλά δεν είπε τίποτα παρά μόνο έβγαλε το πορτοφόλι του για να πληρώσει. Βάλαμε τις αγορές μας σε μια τσάντα και η κυριούλα μού έδωσε ένα κουτί με μπισκότα βουτύρου.


«Αυτά κερασμένα από μένα», είπε χαμογελώντας. «Ω, όχι, δεν...» «Δεν έχεις γενέθλια σήμερα;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. «Να τα εκατοστίσεις, λοιπόν!» «Ευχαριστώ», είπα χαμογελώντας. Το χέρι του Νόα τυλίχτηκε γύρω απ’ τη μέση μου. Έγειρα αυτόματα πάνω του ακουμπώντας το κεφάλι μου σε εκείνο το σημείο ανάμεσα στο λαιμό και στον ώμο του. Για άλλη μια φορά, η τόσο κλισέ ρομαντική πλευρά μου αναρωτήθηκε πώς γινόταν να ταιριάζουμε τόσο απόλυτα, σαν δύο κομμάτια παζλ, κι όμως να έχουμε τόσο διαφορετικές, αντίθετες προσωπικότητες. Ο Νόα μού έδωσε ένα φιλί στην άκρη του μετώπου μου και εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε ούτε πόσο διαφορετικοί ήμασταν ούτε ότι θα έφευγε για το κολέγιο. Απλώς θυμήθηκα πως ήμουν ερωτευμένη μαζί του.


Κεφάλαιο 32

ΟΙ ΜΕΡΕΣ πέρασαν σαν αστραπή. Έβγαζα βόλτα τα σκυλιά των γειτόνων, όχι τόσο για τα χρήματα, αλλά για να έχω κάτι να κάνω. Μερικές φορές ερχόταν και ο Νόα μαζί μου. Απ’ τη στιγμή που ο πατέρας μου δούλευε, με δωροδόκησε να πηγαινοφέρνω τον Μπραντ και τους φίλους του με το αμάξι μου στο πάρκο· στο γήπεδο του ποδοσφαίρου· στο σινεμά· έξω για μιλκσέικ. Θα είχα αρνηθεί, αν ο πατέρας μου δε μου έλεγε: «Μήπως θες να γίνω από εκείνους τους μπαμπάδες που σου λένε τι ώρα να είσαι στο σπίτι όταν βγαίνεις ή να σου κάνω έλεγχο με ποιον τα έχεις; Γιατί μπορώ να το κάνω, αν θες». «Δηλαδή θα μου απαγορεύσεις να βγαίνω με τον Νόα αν δεν κάνω τον ταξιτζή στον Μπραντ;» Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Δε μου αρέσει που τα έχετε, Ελ. Μου φαίνεται πως δεν έχεις καταλάβει πόσο επιεικής είμαι σ’ αυτό το θέμα». Έτσι, του έκανα το χατίρι. Η αλήθεια είναι πως συνήθως αργούσα να γυρίσω στο σπίτι. Περνούσα την περισσότερη μέρα αραχτή στην πισίνα των Φλιν, συνήθως με τα παιδιά, και το απόγευμα έβλεπα καμιά ταινία μαζί με τον Νόα, και τον Λι με τη Ρέιτσελ στον άλλον καναπέ, και κάπως έτσι έχανα την αίσθηση του χρόνου. Μια μέρα, τη Δευτέρα πριν πάμε στο εξοχικό, ήμασταν μαζεμένοι στην πισίνα. Ήταν και κάποια απ’ τα κορίτσια εκεί – η Λίζα, η οποία τα είχε ακόμη με τον Καμ, η Ρέιτσελ και η Μέι. Ο Νόα είχε βγει με κάτι παιδιά από την ομάδα του ράγκμπι. Ο πατέρας του Λι έψηνε έξω για να φάμε, ενώ η μητέρα του καθόταν στο κιόσκι και διάβαζε ένα βιβλίο. «Αύριο θα βγούμε μόνο κορίτσια», ανακοίνωσε η Λίζα απ’ την ξαπλώστρα της. Είχα αρχίσει να βγάζω το μπλουζάκι μου για να μπω στην πισίνα και κοντοστάθηκα. «Ωραία», είπε η Ρέιτσελ. Το έβγαλα τελείως και το πέταξα στην ξαπλώστρα μαζί με τα γυαλιά ηλίου μου. «Ελ, θα έρθεις;» greekleech.info «Ω, έλα! Θα περάσουμε πολύ καλά! Θα έχει πολλή πλάκα» είπε όλο χαρά η Λίζα. «Τι θα έχει πολλή πλάκα;» ρώτησε ο Καμ, που βγήκε ξαφνικά απ’ την πισίνα. Τίναξε το κεφάλι του σαν σκύλος και, στάζοντας ακόμη, έσκυψε και έδωσε στη Λίζα ένα φιλί στο μάγουλο. «Α, Ελ, μη μου πεις πως σχεδιάζεις πάλι καμιά φάρσα». «Όχι», απάντησα γελώντας. «Θα πάμε για ψώνια», του είπε η Μέι. «Χωρίς τον Λι», πρόσθεσε η Λίζα. «Τι θα κάνετε χωρίς εμένα; Σέλι; Ρέιτσελ; Θα με παρατήσετε;» «Ψώνια», απαντήσαμε εγώ κι η Ρέιτσελ με μια φωνή και μετά βάλαμε τα γέλια. «Εσύ; Για ψώνια; Χωρίς εμένα, τον προσωπικό σου στιλίστα;» είπε ο Λι με ένα σοκαρισμένο ύφος. «Θα μου πάρεις, όμως, μιλκσέικ, έτσι;»


«Καλά», αποκρίθηκα γελώντας. «Θα έρθεις δηλαδή;» ρώτησε η Λίζα. «Ναι, αμέ», απάντησα νιώθοντας κάπως κολακευμένη που με συμπεριέλαβαν σε κάτι χωρίς να είναι και ο Λι μαζί. Αν και ανησυχούσα λιγάκι πως θα ένιωθα κάπως έξω απ’ τα νερά μου, απ’ τη στιγμή που δεν έβγαινα σχεδόν ποτέ με κορίτσια. «Ω, Ελ, τι καλά!» είπε ο Ντίξον και στερεώθηκε με τους αγκώνες του στην άκρη της πισίνας. «Μπορείς να αγοράσεις και τίποτα σέξι εσώρουχα για τον Φλιν». Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω σ’ αυτό το σχόλιο. Να γελάσω ή να κοκκινίσω; Έκανα και τα δύο. Ο Λι τού πέταξε νερό στο πρόσωπο. Ο Ντίξον θα πρέπει να κατάπιε τουλάχιστον μισό λίτρο και έπεσε πίσω στην πισίνα σπαρταρώντας σαν το ψάρι. Βάλαμε όλοι τα γέλια. «Φίλε, πρόσεχε πώς μιλάς για τη Σέλι μου!» διαμαρτυρήθηκε με μελοδραματικό τόνο ο Λι. Είπε «για τη Σέλι μου» όπως κάποιος άλλος θα έλεγε «για τη μικρή μου αδερφή». «Αυτό κι αν είναι αηδιαστικό», πρόσθεσε όμως μετά και έκανε πως ανατριχιάζει. «Α, ναι;» τον προκάλεσα. «Α, ναι!» Στάθηκα εκεί κοιτάζοντάς τον με αθώο βλέμμα και μετά φώναξα: «Μπόμπα!» Τελικά, πέρασα όντως καλά στα ψώνια. Αν και ήταν κάπως περίεργο να ψωνίζω με «τα κορίτσια» και όχι με τον κολλητό μου, μου άρεσε πολύ. Πέρασα όλη την επόμενη μέρα πακετάροντας και ξεπακετάροντας και αναποδογυρίζοντας τη βαλίτσα μου για να τη γεμίσω και πάλι απ’ την αρχή. Πάντα μου ήταν δύσκολο να μαζεύω τα πράγματά μου για το εξοχικό. Στο τέλος, βέβαια, έπαιρνα τα ίδια πράγματα που έπαιρνα πάντα. Κάθε καλοκαίρι, εδώ και κάμποσα χρόνια, πηγαίναμε στο παραθαλάσσιο εξοχικό των Φλιν. Ήθελα να είναι όλα ακριβώς τα ίδια όπως πάντα. Ήξερα όμως πως δε θα ήταν. Ο Νόα και ο πατέρας του θα έφευγαν δύο μέρες νωρίτερα από όλους τους υπόλοιπους για να επισκεφτούν την πανεπιστημιούπολη του Χάρβαρντ. Άσε που φέτος ήρθε και η Ρέιτσελ για λίγες μέρες. Όχι πως με πείραζε. Ίσα ίσα, μου άρεσε που θα είχα και μια άλλη γυναικεία συντροφιά πέρα από την Τζουν. Και παρόλο που το εξοχικό είχε παραμείνει ακριβώς το ίδιο –η άμμος στο πάτωμα, λιγάκι μικρό για να μας χωρέσει όλους, η ξεφλουδισμένη μπογιά στους τοίχους, τα πατώματα που έτριζαν, τα παράταιρα έπιπλα που αγαπούσαμε τόσο πολύ–, κάτι είχε αλλάξει. Το πρώτο βράδυ που ήρθε η Ρέιτσελ βγήκαμε όλοι μαζί για φαγητό και εγώ με τον Νόα συμπεριφερόμασταν σαν αληθινό ζευγάρι. Ένα βράδυ, μάλιστα, όταν βγήκαν όλοι οι άλλοι, ο Νόα μού μαγείρεψε και μετά κάναμε βόλτα μαζί στην παραλία. Και κάτι τέτοιες στιγμές σκεφτόμουν πόσο πολύ είχαν αλλάξει όλα και πως τίποτα δε θα έμενε πια το ίδιο. Ούτε καν η σχέση μου με τον Νόα. Δεν ήξερα πώς θα ήταν τα πράγματα όταν εκείνος θα έφευγε. Δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Δεν ήθελα να χαλάσω το χρόνο που μου απέμενε μαζί του. Έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου πως θα βλέπαμε τι θα κάναμε όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα, αλλά... Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα αν θα είχαμε τη δύναμη να το αντιμετωπίσουμε ακόμη και τότε. Ήταν περίεργο που προσπαθούσα να μοιράσω το χρόνο μου ανάμεσα στον καλύτερό μου φίλο και στο αγόρι μου. Ευτυχώς που ο Λι είχε τη Ρέιτσελ κι έτσι δεν ένιωθα και τόσο άσχημα επειδή


περνούσα τόσο πολύ χρόνο με τον Νόα. Με πήγαινε σινεμά και ήταν πολύ ωραία να είμαστε σαν κανονικό ζευγάρι έπειτα από όλο εκείνο τον καιρό που είχαμε περάσει με το να κρυβόμαστε. Ακόμη δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο πολύ είχε αλλάξει ο Νόα τους τελευταίους μήνες. Αν και μία φορά, την ώρα που άφηνα τον Μπραντ στο πάρκο για να παίξει ποδόσφαιρο με τους φίλους του, είδα τον Νόα να τσακώνεται με ένα παιδί που έπαιζαν μαζί ράγκμπι, ενώ όλη η υπόλοιπη ομάδα είχε μαζευτεί γύρω τους και τους επιδοκίμαζε. Όσο κι αν είχα καταφέρει να τον αλλάξω, συνέχιζε να είναι το κακό παιδί που θυμόμουν από μικρή. Κατά βάθος όμως μου άρεσε. Ήταν παρηγορητικό, κατά μία έννοια, να ξέρω πως δεν είχε χάσει τελείως τη σκληράδα που είχα ερωτευτεί. Εκείνη η μηχανή του, όμως... Ο Νόα συνέχιζε να επιμένει να ανέβω, λέγοντας πως είναι πιο εύκολη στο παρκάρισμα απ’ ό,τι το αμάξι του και πιο γρήγορη. Μέχρι που ήθελε να μου μάθει να την οδηγώ κιόλας. Εγώ όμως ανένδοτη: μισούσα τη μηχανή. Και πριν καλά καλά το καταλάβω βρισκόμασταν κιόλας στο αεροδρόμιο, με το μεγάφωνο από πάνω μας να ανακοινώνει ότι η πτήση οχτακόσια πέντε για Βοστόνη επιβιβαζόταν στην Πύλη πέντε και όλοι οι επιβάτες παρακαλούνταν να προσέλθουν... Εγώ κι ο Νόα σηκωθήκαμε και ένιωσα να μου σφίγγει το χέρι. Κρέμασε την τσάντα στον ώμο με το ελεύθερο χέρι του. «Αυτό ήταν», είπε ο Λι. Άφησα το χέρι του Νόα και τα δύο αδέρφια αγκαλιάστηκαν με εκείνο το σύντομο τρόπο που αγκαλιάζονται οι άντρες, χτυπώντας ο ένας την πλάτη του άλλου. «Καλή τύχη». «Προσπάθησε να μην μπλεχτείς σε πολλούς καβγάδες, έτσι;» του είπε αυστηρά ο Μάθιου και τον χτύπησε στην πλάτη. Ο Νόα απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι, αλλά είχαμε καταλάβει όλοι πως δεν έδινε σημασία. «Πάρε μας όταν φτάσεις», είπε η Τζουν και αγκάλιασε το γιο της. Χαμογελούσε με καμάρι, αλλά στα μάτια της ήταν ζωγραφισμένη η θλίψη επειδή το αγοράκι της μεγάλωσε και μετακόμιζε στο άλλο άκρο της χώρας για να πάει στο κολέγιο αφήνοντας το πατρικό τους. Ξεροκατάπιε σαν να προσπαθούσε να μην κλάψει. Και δεν ήταν η μόνη. Δεν ήθελα να τον χάσω. Δεν ήθελα να φύγει, αλλά δεν αποφάσιζα εγώ. Ήξερα πως υπήρχε πιθανότητα να μην τα καταφέρουμε. Και να σας πω κάτι; Δε με πείραζε. Καμία σχέση δεν κρατά για πάντα. Εκτός κι αν μιλάμε για τα παραμύθια. Μπορεί να ερωτευτώ και εκατό φορές μέχρι να βρω εκείνον τον έναν με τον οποίο θα θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου και ίσως αυτός να είναι ο Νόα, ίσως και όχι. Ήξερα πως η σχέση μας μπορεί να τελείωνε και δεν ήθελα, αλλά αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα το αποδεχόμουν. Μπορεί η καρδιά μου να ράγιζε και να περίμενα κάποιον άλλον να έρθει και να ενώσει ξανά τα κομμάτια της, αλλά μέχρι τότε μου αρκούσε που ήμουν ερωτευμένη με τον Νόα, ακόμη κι αν ήταν στη Βοστόνη. Ζούσα το παρόν. Αν και πράγματι ήθελα να κρατήσει για πάντα. Η αθεράπευτα ρομαντική πλευρά μου δεν είχε πεθάνει τελείως ακόμη.


Προχώρησα μέχρι την πύλη μαζί με τον Νόα. Ο κόσμος είχε σχηματίσει μια μικρή ουρά μπροστά από μια κυρία που κοιτούσε τα χαρτιά επιβίβασης. Ο Νόα μού έσφιξε το χέρι και γύρισε για να με κοιτάξει. «Θα τα καταφέρουμε», μου είπε. «Δεν ξέρω πώς, αλλά θα τα καταφέρουμε». «Τώρα ποιος είναι ο ρομαντικός της υπόθεσης;» τον πείραξα. «Θα τα πούμε σε λίγες εβδομάδες», μου υποσχέθηκε εκείνος και σώπασε για λίγο. «Θα μου λείψεις». «Κι εμένα θα μου λείψεις», αποκρίθηκα και σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να του δώσω ένα φιλί. «Τουλάχιστον θα ξέρουμε πως το προσπαθήσαμε. Κάτι είναι κι αυτό». «Η αιώνια απαισιόδοξη Σέλι», αστειεύτηκε ο Νόα τσιμπώντας τη μύτη μου. «Θα σε πάρω όταν φτάσω». «Καλύτερα να πάρεις τη μητέρα σου πρώτα», του είπα. «Θα νευριάσει αν δεν τηλεφωνήσεις για να της πεις πως έφτασες καλά». «Δίκιο έχεις», συμφώνησε εκείνος γελώντας και τύλιξε τα χέρια γύρω απ’ τη μέση μου. «Τελευταία προειδοποίηση για όλους τους επιβάτες της πτήσης οχτακόσια πέντε για Βοστόνη...» Αναστέναξα και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου μυρίζοντας το άρωμά του για να το αποτυπώσω μόνιμα στις αισθήσεις μου. Με αγκάλιασε κι εκείνος και προσπάθησα να απομνημονεύσω κι αυτή την αίσθηση: τα χέρια του γύρω μου, το πρόσωπό του μες στα μαλλιά μου. «Σ’ αγαπάω», μου ψιθύρισε στ’ αφτί. «Σ’ αγαπάω», είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα που ανέβηκαν ξαφνικά στα μάτια μου. «Πάρα πολύ». «Θα προσπαθήσουμε», μου υποσχέθηκε ο Νόα και ακούμπησε τα απαλά και γλυκά χείλη του στα δικά μου για να με φιλήσει. Είχε γεύση μαλλιού της γριάς, όπως όταν πρωτοφιληθήκαμε. Αγόρασε ένα από κάποιο μαγαζί στο αεροδρόμιο. «Για τον παλιό καλό καιρό», είπε. Τα δάχτυλά μου τυλίχτηκαν στα μαλλιά στο σβέρκο του και εκείνες οι σπίθες του έρωτά μας άναψαν και πάλι μέσα μου καθώς φιλιόμασταν. Ήταν λες και όλη η ευτυχία, όλη η λύπη, όλες οι ελπίδες και οι φόβοι μας, όλα όσα νιώθαμε να εκφράστηκαν σ’ αυτό το φιλί. Λίγα λεπτά αργότερα σταματήσαμε και εκείνος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου. «Πρέπει να φύγω», μουρμούρισε ο Νόα. «Τα λέμε μετά. Καλή τύχη». Μου έσκασε εκείνο το περιβόητο χαμογελάκι του και άρχισε να περπατά με την πλάτη γυρισμένη προς την πύλη. «Τύχη; Σέλι, ξεχνάς σε ποιον μιλάς, μου φαίνεται. Είμαι ο Φλιν. Δεν έχω ανάγκη απ’ την τύχη». Γέλασα και δε σοκαρίστηκα ιδιαίτερα όταν ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. Ένιωσα την αλμυρή γεύση του στην άκρη των χειλιών μου, εκεί όπου είχε ξεμείνει η ανάμνηση από τα φιλιά του Νόα. «Χαζοτραμπούκε». greekleech.info Εκείνος μου έκλεισε το μάτι γελώντας και εξαφανίστηκε στην πύλη. Έπειτα από λίγα λεπτά στεκόμουν στα παράθυρα κοιτάζοντας το αεροπλάνο να προχωρά στον αεροδιάδρομο και ένιωσα κάποιον δίπλα μου να τυλίγει το χέρι γύρω απ’ τους ώμους μου. Ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του Λι. Δεν είπε τίποτα. Δε χρειαζόταν. Ήταν εκεί για μένα κι αυτό δε θα άλλαζε ποτέ. Το αεροπλάνο του Νόα αύξησε ταχύτητα και απογειώθηκε. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη μου. Ένα τόσο δα, θλιμμένο χαμόγελο.


Ίσως να πήγαιναν και καλά τα πράγματα με τον Νόα. Μακάρι. Ίσως και όχι. Μπορεί να γνωρίζαμε άλλους ανθρώπους ή να αποξενωνόμασταν ή να μην αντέχαμε τη σχέση από απόσταση. Ό,τι κι αν συνέβαινε όμως, ήξερα πως ένα κομμάτι μου θα ανήκε για πάντα στον Νόα Φλιν, το κακό παιδί του σχολείου. Ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς μου θα ήταν πάντα δικό του. Ό,τι κι αν συμβεί, σκέφτηκα κοιτάζοντας το αεροπλάνο του Νόα να απομακρύνεται, όλα θα πάνε καλά. «Και να φανταστείς», είπε τότε ο Λι, «πως όλα αυτά ξεκίνησαν από το κιόσκι φιλιών». Γέλασα δίνοντάς του μια σπρωξιά και εκείνος με έσφιξε γελώντας πάνω του. Γυρίσαμε τις πλάτες μας στη θέα του άδειου αεροδιαδρόμου, όπου το αεροπλάνο του Νόα είχε χαθεί κάπου στο συννεφιασμένο ουρανό, και φύγαμε.

Φίλα με beth reekles  

Εκείνη είναι όμορφη, δημοφιλής - και δεν έχει δώσει ακόμα το πρώτο της φιλί. Εκείνος είναι το "κακό παιδί" του σχολείου, που μπλέκει σε καβ...

Φίλα με beth reekles  

Εκείνη είναι όμορφη, δημοφιλής - και δεν έχει δώσει ακόμα το πρώτο της φιλί. Εκείνος είναι το "κακό παιδί" του σχολείου, που μπλέκει σε καβ...

Advertisement