Page 1

Όσα δεν πρόλαβα να σου πω … Γεωργία Χριστοφόρου Αδερφέ μου, φίλε, συμπορευτή στον αγώνα για τη ζωή και την υγεία των παιδιών μας, με ποια λέξη άραγε θα μπορούσα ν’ απευθυνθώ σε σένα αρχίζοντας να γράφω αυτό το γράμμα; Αυτό το γράμμα που μέσα από τις σελίδες του θέλω τόσο πολύ να σου πω όλα εκείνα που δεν προλάβαμε, ή που δεν μπορέσαμε να πούμε σ’ όλες εκείνες τις ώρες των συζητήσεων που κατά τη διάρκειά τους εσύ προσπαθούσες ν’ αγκιστρωθείς από την ελπίδα και τη πεποίθησή μου ότι και το δικό σου το παιδί θα έχει τη τύχη του δικού μου, αλλά και σε όλες εκείνες τις ώρες της σιωπής που τόσο κοντά μας έφερε, της λαλίστατης σιωπής που έσπαγε από τη γλώσσα του βλέμματος και από τη δύναμη της παρουσίας του ενός δίπλα στον άλλο, κι όλων μαζί δίπλα στο αγγελούδι που μέσα από τη σύντομη παρουσία του κοντά μας, μας δίδασκε κάθε φορά και πιο καθαρά αλλά και πιο οδυνηρά την αξία και το μεγαλείο της ζωής. Ποια λέξη μπορεί ν’ αγκαλιάσει, να κλείσει μέσα στο νόημά της και να περιγράψει με ακρίβεια το δεσμό που έχει αναπτυχθεί ανάμεσά μας και για πάντα, όλον αυτό τον καιρό που εσύ έδινες τη μάχη σου κοντά στο αγγελούδι σου, κι εγώ, βαδίζοντας πίσω και δίπλα σου, κρατούσα τα μάτια ανοιχτά για να μην νοιώθεις εσύ πως χάνεσαι, έβαζα τη ψυχή μου στυλοβάτη για να στηριχτείς τις απλές ανθρώπινες στιγμές σου που άλλο δεν άντεχες να συνεχίσεις να στέκεσαι όρθιος, όταν προσπαθούσα να σε πείσω, σωστά ή άδικα, πως πέρα από τον δικό σου πόνο, έπρεπε να σταθείς όρθιος μέχρι τη τελευταία στιγμή, για χάρη του, για χάρη της, γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Οι ιστορίες μας δε ξεκίνησαν παράλληλα και δεν είχαν το ίδιο τέλος. Όμως οι αγωνίες, οι ερωτήσεις που βασάνιζαν το μυαλό, η ανάγκη ν’ ακούσουμε πως όλοι θα βρεθούμε στη μεριά αυτών που θα συνεχίσουν, μετά το τέλος των πέτρινων χρόνων να ζουν τη ζωή τους φυσιολογικά, ήταν πράγματα κοινά σε όλους μας. Το ταξίδι το δικό μου έτυχε να με βγάλει σ’ αυτήν την όχθη και να είμαι εγώ μαζί με άλλους που θα δέναμε το δικό σου καράβι στο λιμάνι της αντίπερα όχθης, πλέκοντας τα χέρια μας σχοινιά να σε κρατήσουμε να μη βουλιάξεις στην τρικυμισμένη θάλασσα του πόνου σου. Ο καρκίνος εισέβαλλε και στη δική μου ζωή, προσβάλλοντας την κόρη μου μόλις στα τρία της χρόνια. Δώσαμε σαν οικογένεια τη μάχη μας, κι όταν τα σημάδια του πόλεμου σταμάτησαν να είναι ορατά, αποφάσισα να αποποιηθώ τη λήθη και να συνεχίσω τη ζωή μου παράλληλα με τη ζωή εκείνων των ανθρώπων που στο μέλλον θα βίωναν εμπειρίες, συναισθήματα και αγωνίες τόσο γνώριμα σε μένα. Κι όταν το όνειρο όλων Γονιός 166


όσων πήραμε την ίδια απόφαση, αλλά και όσων πίστεψαν και στήριξαν την ανάγκη οικοδόμησης και λειτουργίας του σπιτιού μας, εκεί που βρήκες κι εσύ καταφύγιο τις δύσκολες στιγμές του αγώνα σου, όταν οι πόρτες άνοιξαν και πέρασες το κατώφλι στο σπίτι των παιδιών της ΦΛΟΓΑΣ, τότε οι ζωές μας συναντήθηκαν. Χρήστο, Δημήτρη, Δώρα, Κώστα, εικόνες και μνήμες, αγωνία που καθρεφτίζεται στα μάτια, φωνή που πνίγεται που θέλει να βγει για να ρωτήσει μα για να πάρει μονάχα μιαν απάντηση, οι πρώτες συζητήσεις μας στη κουζίνα, στην αυλή, ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων και στις κούπες του καφέ, μοιάζουν με σκηνές από τρέιλερ ταινίας που συνεχώς επαναλαμβάνεται. Πώς ήταν η δική της θεραπεία; Τι φάρμακα παίρνατε τότε; Φοβόσουν; Ένοιωσες κι εσύ τη παγερή ανάσα του θανάτου να σ’ αγγίζει; Μα ξέφυγες, έτσι δεν είναι; Δεν κάνατε ποτέ υποτροπή; Απλασία; Κι εγώ σας απαντούσα πως αντιδρούσα ακολουθώντας τη φωνή του ενστίκτου μου, ακούγοντας από μέσα μου τη φωνή του γονιού που δεν έχει επιστημονική γνώση, αλλά αντιλαμβάνεται με την απλή αντίληψη του ανθρώπου που έφερε στο κόσμο ένα παιδί, το μεγαλώνει και πονάει αβάσταχτα με τον πόνο του. Σας είπα πως σε όλα εκείνα τα χρόνια έμαθα να μετρώ το χρόνο ανάποδα, σαν το φαντάρο που κοντεύει να λήξει η θητεία του. Έμαθα να ζω την κάθε μέρα στη ζωή της, έμαθα να προκαλώ το γέλιο της γιατί φοβόμουν πως μπορεί να ερχόταν ώρα που θα ’θελα να τ’ ακούσω, μα δεν θα μπορούσα. Έμαθα να χαίρομαι με τα πιο ασήμαντα για άλλους πράγματα και να περιορίζω τη στεναχώρια μου σε ελάχιστες πραγματικά αιτίες. Φοβόμουν πως θα την έχανα, ίσως γι’ αυτό να έμαθα να εκτιμώ το υπέρτατο αγαθό που λέγεται ΖΩΗ, ρουφώντας μαζί σαν οικογένεια και την τελευταία σταγόνα από το ποτήρι της καθημερινότητας που, εν τέλει, μπορεί ν’ αποδεικνύεται πολύ σημαντική. Σας ανέλυα σκέψεις και συναισθήματα που φαίνονταν να έχουν ριζώσει μέσα μου και να έχουν γίνει φωτεινοί σηματοδότες στο δρόμο της ζωής μου. Μέχρι να γνωρίσω τη δική σας ιστορία, μέχρι να μπω στη λογική του γονιού που παρακολουθεί, ανήμπορος και άπραγος θεατής, το παιδί του να τραβάει κατά την αντίπερα όχθη, χωρίς δυνατότητα γυρισμού, νόμιζα ότι δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν επιρροές πιο δυνατές και οδυνηρές για μένα και για τον καθένα, από εκείνες που απορρέουν από την καθημερινή και μακρόχρονη πάλη με την πιθανότητα του θανάτου. Υπήρξα τελικά πολύ εγωίστρια, νόμιζα πως είχα ζήσει στη σκιά του απόλυτου φόβου, εκείνου που παραλύει και τον πιο λογικό και ψύχραιμο άνθρωπο. Όμως, είχα κάνει λάθος. Όταν φτάσαμε στο χρόνο «μηδέν», όταν οι φωνές, το γέλιο, το κλάμα τους έγιναν μονάχα θύμισες της προηγούμενης μέρας, ένοιωσα τόσο μικρή απέναντί σας. Αρκετές ήταν οι φορές που μοναδική μου αντίδραση ήταν να μείνω πίσω, εγώ που όπου υπήρχε ακόμα και μια στάλα ζωής, έστεκα όρθια, δεν μπόρεσα ούτε μια φορά να κοιτάξω κατάματα το θάνατο. Φόβος και πανικός με πλημμυρίζουν καθώς νοιώθω ανίκανη να ελέγξω τις αντιδράσεις μου και τα λόγια μου, καθώς καταλαβαίνω την αδυναμία μου να βρω τις λέξεις για να σας μιλήσω. Και τι να πω άλλωστε εγώ σε σας μάννα και πατέρα που δεν παλέψατε με την πιθανότητα του θανάτου, αλλά με τον ίδιο το θάνατο; Θέλω να ξέρετε πως μονάχα λύτρωση νοιώθω ετούτη τη στιγμή καταγράφοντας τις 167


σκέψεις μου σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Χείμαρρος λέξεων, σκέψεις ανάκατες που προσπαθώ να τις συντάξω και να τις καταγράψω με τάξη για να μπορέσω επί τέλους να ζητήσω «συγνώμη» από όλους εσάς επειδή σας είπα ψέματα. Γνώρισα τι θα πει φόβος, αλλά ποτέ δεν ένοιωσα να πέφτω στο απόλυτο χάος, ποτέ δεν έχασα χωρίς να τα ξαναβρώ μετά από λίγο, το φως από τα μάτια μου και τη γη κάτω από τα πόδια μου. Πρέπει όμως να πω και μια μεγάλη αλήθεια. Η σχέση μου μαζί σας, είναι πια σχέση ζωής, οι χώροι που μέσα τους κινηθήκαμε, ζήσαμε, κλάψαμε και γελάσαμε είναι κομμάτι από τη ζωή μας, κοινή, οδυνηρή μα αγαπημένη ανάμνηση και σπίτι της ψυχής μας. Κι εγώ, μαθαίνοντας απ’ τις αδυναμίες μου γίνομαι καλύτερος άνθρωπος και συνεχίζω ν’ αποποιούμαι τη λήθη. Συνεχίζω την πορεία μου στο μέλλον, κοιτάζοντας πάντα πίσω μου, μένοντας δεμένη στην αχνή φιγούρα σας γιατί δεν θέλω ποτέ να χαθείτε από το οπτικό μου πεδίο… Γεωργία Χριστοφόρου Μάννα της Σπυριδούλας και του Γιώργου

168

osadenprolavanapo  

Γεωργία Χριστοφόρου 166 Γονιός 167 168

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you