Page 1

ÖÁÍÔÁÓÔÉÊÇ ΤΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Τεύχος 6 / Μάιος 2010/ ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ


Ευχαριστείες Περιεχόμενα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, με σπουδαία προσφορά στα ελληνικά γράμματα. Ο προσανατολισμός της λογοτεχνικής του κληρονομιάς ήταν σίγουρα διαφορετικός από αυτόν στον οποίο προσπαθεί να στρέψει την ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας και θα ήταν ανειλικρινές απ’ την πλευρά μας αν δοκιμάζαμε να την οικειοποιηθούμε. Σήμερα όμως, ο Δημοσθένης Σκαρίμπας, ο εγγονός του μεγάλου λογοτέχνη, και η σύζυγός του Θεοδώρα Τραχάνη, αποτελούν αδελφικούς φίλους της Λέσχης μας, δυο από τους ανθρώπους που έχουν υποστηρίξει με θέρμη τις δραστηριότητές μας. Αυτό για εμάς σημαίνει πάρα πολλά. Η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ ευχαριστεί θερμά το Δημοσθένη Σκαρίμπα και τη Θεοδώρα Τραχάνη για τη συμπαράσταση και την πολύτιμη βοήθεια που προσέφεραν (και προσφέρουν συνεχώς) στην προσπάθειά μας. Χωρίς τη στήριξή τους, η προσπάθεια αυτή θα ήταν σίγουρα φτωχότερη. Εκ μέρους όλης της Λέσχης Σταμάτης Μαμούτος

3 4 6

«Το κέρας», του Σταμάτη Μαμούτου «Η Κόλαση του Δάντη μέσα από τις ενοράσεις του William Blake», της Μαρίας Βλαντή «Der Sandmann (μέρος β΄) - Η αδελφότητα του Σεραπίωνα και το κίνημα των ρομαντικών» του Δημήτρη Αργασταρά 10 «ΟΝΕΙΡΑ: Παιχνίδια του μυαλού ή προμηνύματα;», του Χρήστου «Eddie» Μπαλτζή 12 «Η κοινή μοίρα του ποιητή και του Ιππότη», του Δημήτρη Σιάββα 14 «Ουδέν κακόν αμιγές...καλού», του Darth Iakve 16 «Οι 300 του Frank Miller», του Σταμάτη Μαμούτου 24 «Shadowfax», της Σίσσης Παντελή 27 «Mysticum of the Grand Magus» (μόνιμη στήλη), του Guardian Lord

………………………………………………………………………………………….. ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ «Φανταστική Λογοτεχνία», τεύχος 6. Εκδότης: Σύλλογος φοιτητών ΑΤΕΙ και ΑΕΙ Πανεπιστημίων Ελλάδος Φανταστικής Λογοτεχνίας (Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας). Συντακτική ομάδα τεύχους: Σταμάτης Μαμούτος, Δημήτρης Αργασταράς, Μαρία Βλαντή, Χρήστος «Eddie» Μπαλτζής, Δημήτρης Σιάββας, Guardian Lord, Darth Iakve, Σίσσυ Παντελή. Επιμέλεια-Διόρθωση: Σταμάτης Μαμούτος Εικόνα εξωφύλλου: Frank Frazetta, «Bloodstone».


Το Κέρας

του Σταμάτη Μαμούτου

Ήταν το έτος 1870 όταν γεννήθηκε στην Πάτρα ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Περικλής Γιαννόπουλος, μετά από ημιτελείς σπουδές στη Γαλλία, επέστρεψε στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα για να καλέσει, ως εξέχον μέλος του πνευματικού κόσμου της εποχής, τους άριστους του πνεύματος και της ηθικής να πραγματοποιήσουν μια επανάσταση που θα επανέφερε το Πνεύμα στην άδεια από περιεχόμενο και συνηθισμένη στην υποτέλεια του πολιτιστικού μιμητισμού Ελλάδα.

Στο Ελληνικό Φως. Εκεί έπρεπε να στραφεί ο σύγχρονος παραστρατημένος Έλληνας για να φανερωθεί ξανά το ελληνικό θαύμα και να ανθίσει πάλι ο αρχαίος πολιτισμός. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Παύλος Νιρβάνας στο δοκίμιο που φέρει τον τίτλο « Ένας ουτοπιστής ελληνολάτρης» και αφορά το Γιαννόπουλο, ο «ξανθός ιππότης» της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας «σ’ αυτή την ωραία φανταστική προσπάθεια είχε αφιερώσει, με ανάλογα φανταστικά μέσα, όλη του την ωραία ζωή. Φυσικά με μια τέτοια ψυχοσύνθεση, ο θεωρητικός Ψηλός, ευθυτενής, γοητευτικός και πνευματώδης. κλασικισμός του δεν ήτανε, στην ουσία του και στην Αθλητικός, γεμάτος ζωντάνια, μόνιμα ντυμένος στα έκφρασή του, παρά ένας άκρατος ρομαντισμός». λευκά και αποσπασμένους στους τόπους της φαντασίας του. Αυτός ήταν ο Περικλής Γιαννόπουλος, ένας Σύμφωνα με τον Ιωάννη Συκουτρή, έναν άλλο έξοχο άντρα αιθέριος στοχαστής ανάμεσα στα μικροπρεπή όντα της του νέου ελληνικού στοχασμού, οι ήρωες ως ένδειξη της υποταγμένης στην αισχύνη μιας άθλιας καθημερινότητας, πληρότητας του χαρακτήρα τους δικαιούνται να ορίζουν πάλαι ποτέ, δοξασμένης χώρας. Ένας λογοτέχνης, που ως πραγματικός ήρωας του πνεύματος αγωνίστηκε σε όλη αυτοί με τον τρόπο που θέλουν το τέλος της ζωής τους. του τη ζωή για να κατευθύνει την πραγματικότητα στα Τούτη η ύστατη επιλογή φυσικά και δεν αποτελεί ένδειξη κάποιας αδυναμίας. Το αντίθετο μάλιστα. Σηματοδοτεί ύψη των ενοράσεών του. μια απόδειξη του ότι οι ήρωες έχοντας πλήρη συνείδηση «Η φυσική κλίση του ανθρώπου, η οποία εγκαταλείπεται του εαυτού τους και του γεγονότος ότι η προσφορά του μόνο σε περίπτωση πραγματικού κινδύνου, είναι το προσωπικού τους Έργου στη συνέχιση του Πολιτισμού να…μπάσει στο γήινο καθημερινό έργο του κάτι που έχει ολοκληρωθεί, τερματίζουν την παρουσία τους να έχει παντοτινή διάρκεια, να φυτεύει και να τρέφει στον υλικό κόσμο τη στιγμή που επιλέγουν οι ίδιοι. το άφθαρτο στο πρόσκαιρο και διαβατικό» είχε πει ο κορυφαίος φιλόσοφος του γερμανικού ιδεαλισμού Γιόχαν Πρόκειται για μια κατάφαση της ζωής. Για μια επιλογή Γ. Φίχτε στους «Λόγους προς το γερμανικό έθνος». Και ο ανυπέρβλητης δύναμης που σηματοδοτεί την αποθέωση Γιαννόπουλος ήταν ακριβώς εκείνος ο Έλληνας λογοτέχνης, της ολοκλήρωσης και την υπέρβαση του ημιτελούς Εγώ που με αξιοθαύμαστη αφοσίωση και ηθική ακεραιότητα και της αδυναμίας. αφιέρωσε ολόκληρη τη δημιουργική δύναμη του λόγου Αυτό το δρόμο επέλεξε να ακολουθήσει και ο Περικλής του σε αυτό το σκοπό. Γιαννόπουλος. Στις 10 Απριλίου του 1910, ντυμένος όπως Δυο ήταν οι πόλοι στους οποίους είχε εστιάσει την πάντοτε στα λευκά και στεφανωμένος με αγριολούλουδα, προσοχή του ο ξεχωριστός αυτός λογοτέχνης. Η Ελληνική κάλπασε με το άλογό του στα κύματα του Σκαραμαγκά Γραμμή,την οποία αντιλαμβανόταν ως την αισθητική δύναμη και αυτοπυροβολήθηκε, προσφέροντας το πανώριο υλικό που διαπερνούσε τον κόσμο της υλικής πραγματικότητας του σώμα θυσία στον Ποσειδώνα και αφήνοντας το και με την οποία ο ήρωας του πνεύματος θα έπρεπε να συντονίσει το πολιτισμικό γίγνεσθαι και το Ηλιακό Φως, Καθαρό του Εγώ να αναπαυθεί στην αγκαλιά του πατέρα το οποίο θεωρούσε ως την πιο βαθιά ουσία της ίδιας της Ήλιου, λαμβάνοντας τη θέση που του έπρεπε στα Ηλύσια ζωής. Η ενορατική δύναμη που θα έπρεπε να ενεργοποιήσει Πεδία. ο ήρωας-λογοτέχνης για Εφέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη φυγή να αναχθεί βιωματικά στον του. Εκατό χρόνια, μέσα στα οποία η απόκλιση του αρχετυπικό κόσμο του πολιτισμικού γίγνεσθαι από την κατεύθυνση της Ελληνικής Ηλιακού Φωτός και να συντονίσει δημιουργικά Γραμμής έχει γίνει τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί είναι εκείνοι την υλική σφαίρα με την που πιστεύουν ότι η πορεία προς την παρακμή είναι Ελληνική γραμμή, ήταν η νομοτελειακή και αναπότρεπτη. Ωστόσο, τα άφθαρτα Φαντασία. και αρχετυπικά στοιχεία που φύτεψε ο Περικλής Γιαννόπουλος στον πρόσκαιρο και διαβατικό κόσμο της καθημερινότητας αποτελούν ιερή σπορά που οφείλουμε να γονιμοποιήσουμε, αδιαφορώντας για τις όποιες συνέπειες, «εμείς, οι ωραιότεροι Ιδανιστές- Πραγματιστές και εξωφρενικότεροι των παλαβών της γης ».1

Υποσημειώσεις

1) Περικλής Γιαννόπουλος, Έκκλησις προς το Πανελήνιον κοινόν (1907).


H Κόλαση του Δάντη

μέσα από τις ενοράσεις του William Blake της Μαρίας Βλαντή

Στην Αγγλία το 1824, ο ζωγράφος και τυπογράφος Τζων Λίνελ προσφέρει στον ποιητή, χαράκτη και συγγραφέα Ουίλιαμ Μπλαίηκ αμοιβή για την εικονογράφηση της Θειας Κωμωδίας του Ιταλού ποιητή Δάντη Αλιγκιέρι. Ο Μπλέικ, μέχρι το θάνατό του το 1827, δημιουργεί 102 σχέδια για το έργο. Κάποια έμειναν στο επίπεδο του σκίτσου, άλλα είναι ολοκληρωμένες υδατογραφίες. Τα έργα που ακολουθούν είναι από το πρώτο μέρος της περιπλάνησης. Από το ταξίδι του Δάντη στην Κόλαση. Η Θεία Κωμωδία είναι η περιπλάνηση του Δάντη στην Κόλαση, το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο και αποτελείται από εκατό άσματα. Τριάντα τρία άσματα για κάθε ένα από τα τρία μέρη της (Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος). Ο Εικόνα 2 ποιητής φαντάζεται την κόλαση σαν μια υπόγεια τάφρο, σαν χοάνη που συνθέτουν εννέα ομόκεντροι κύκλοι, σαν Ο ποιητής Βιργίλιος, σταλμένος από την Βεατρίκη, σκαλοπάτια. Όσο χαμηλότερος ο κύκλος, τόσο βαρύτερες την πρώτη αγάπη του Δάντη (ενσαρκώνει για αυτόν το οι αμαρτίες και οι τιμωρίες των αμαρτωλών ψυχών όπου πραγματοποιημένο ιδανικό, το πρότυπο ομορφιάς και είναι αιώνιες. Ας ακολουθήσουμε το ταξίδι του. αγνότητας,την «αγγελική γυναίκα») εμφανίζεται προστάτης και καθοδηγητής του. Μαζί προχωρούν. (Εικόνα 2)

Εικόνα 1 Το ταξίδι ξεκινά. Ο Δάντης το περιγράφει σαν ένα όνειρο που βιώνει ξύπνιος. Ένα όνειρο που διαρκεί μιάμιση μέρα: από το σούρουπο, την ώρα που πέφτει η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής, έως το ξημέρωμα της Κυριακής του Πάσχα. Το έτος 1300. Στο τέλος του μεσαίωνα και στις απαρχές της αναγέννησης. Ο ποιητής περνά στον άλλο κόσμο. Μπαίνει σ’ένα σκοτεινό δάσος. Συναντά τρία θηρία, έναν πάνθηρα, ένα λιοντάρι και μια λύκαινα. Τον κυνηγούν. (Εικόνα 1)

O Δάντης και o Βιργίλιος φ τ ά ν ο υ ν μ π ρ ο σ τ ά στην πύλη της Κόλασης. (Εικόνα 3) Καθώς μπαίνουν, διαβάζουν την επιγραφή στην κορυφή της: «Από εμένα περνούν στην π ο ν ε μ έ ν η χώρα, από εμένα περνούν στη θλίψη την αιώνια, από εμένα περνούν μες στον χαμένο κόσμο. Δικαιοσύνη έχει Εικόνα 3 τον άφθαστο κινήσει που μ’ εποίησε. Η θεια Δύναμη με έστησε, η ασύγκριτη Σοφία και η Αγάπη η πρώτη. Πλάσμα πριν από εμένα κανένα δεν εστάθη, παρά μόνο τα αιώνια. Αιώνια θα παραμείνω. Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα όσοι εισέρχεστε εδώ μέσα» (Κόλαση, Άσμα ΙΙΙ)


Εικόνα 5

Εικόνα 4

Στα αυτιά του Δάντη φτάνουν ήχοι θλιμμένοι και κλάματα. Ο Βιργίλιος τον πληροφορεί πως εδώ τιμωρούνται οι αμαρτωλοί της σάρκας. Θύματα του έρωτα και των σαρκικών επιθυμιών. Σφοδρός άνεμος παρασέρνει τις ψυχές. Τις στροβιλίζει πέρα δώθε εσαεί. Η τιμωρία τους είναι συμβολική. Όπως εγκαταλείφθηκαν στην ορμή του πάθους τους εν ζωή,έτσι και μετά θάνατον,δεν καταφέρνουν να αντισταθούν στον δυνατό αέρα που τις παρασέρνει. Ο Δάντης λιποθυμά, αφού, μετά από παρότρυνση δική του, δύο ψυχές ξεχωρίζουν από το πλήθος και η μια, η Φραντσέσκα ντα Πολέντα από το Ρίμινι, διηγείται την αιτία της συμφοράς τους: παρασύρθηκαν, αυτή και ο Πάολο Μαλατέστα, από το παράφορο ερωτικό πάθος τους, με αποτέλεσμα να τους σκοτώσει ο σύζυγός της και αδελφός του Πάολο Τζοβάνι. (Εικόνα 6)

Ο Δάντης και ο Βιργίλιος βλέπουν πλήθος ανθρώπων. Ο [Συνεχίζεται] Βιργίλιος πληροφορεί τον Δάντη πως είναι το πλήθος των αχρείων, ψυχές που δεν έπραξαν ούτε καλό ούτε κακό Η Μαρία Βλαντή είναι συγγραφέας, μέλος της ΦΛΕΦΑΛΟ. Tο βιβλίο της «Η ζωή μετά το διάβολο, όσο ήταν στην ζωή. Βρίσκονται στην άκρη ενός ποταμού. μια συνοπτική ιστορία της Κόλασης» κυκλοφορεί Τα νερά του είναι μαύρα. Είναι ο Αχέροντας. Ένα καράβι από τις εκδόσεις Μαγικό Κουτί. πλησιάζει. Επιβάτης του ένας ασπρομάλλης γενειοφόρος γέροντας. Ο Χάρος. Έρχεται να τους οδηγήσει στο αιώνιο σκοτάδι, σε φωτιά και πάγο. Οι ψυχές, γυμνές και κουρασμένες. Τρίζουν τα δόντια, βλασφημούν, κλαίνε. Οι νεκροί ακολουθούν τη μοίρα τους. Να περάσουν το ποτάμι . Ο φόβος τους καταντά επιθυμία. (Εικόνα 4) Οι δυο ποιητές, αφού περνούν τον Αχέροντα με τη βάρκα του Χάρου, συνεχίζουν την κάθοδο τους στην Κόλαση. Φτάνουν στον δεύτερο κύκλο της. Την είσοδό του φιλά, τρίζοντας τα δόντια του, ο Μίνως, ο ζωόμορφος κριτής των νεκρών. Ανάλογα με τη βαρύτητα του αμαρτήματος που έχει διαπράξει κατά τη διάρκεια της ζωής της, η κάθε αμαρτωλή ψυχή στέλνεται από τον Μίνω στον αντίστοιχο κύκλο. Όσο μεγαλύτερος τον αριθμό ο κύκλος, τόσο βαθύτερα στέλνεται στην κόλαση, συνεπώς τόσο χειρότερα τα βασανιστήρια που θα υποστεί. Ο Μίνως επιτρέπει την είσοδο στους δύο ποιητές. (Εικόνα 5)

Εικόνα 6


Ε.Τ.Α Χόφμαν

“Der Sandmann” του Δημήτρη Αργασταρά, ε. μέλους Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

μέρος δεύτερο αντιστοιχούν στο πατρικό δίδυμο της Ολυμπίας, αφού την κατασκεύασαν από κοινού. Ναθαναήλ και Ολυμπία είναι και οι δύο το ίδιο αθώοι και παθητικοί, με ένα αμφίσημο πατρικό δίδυμο να καθορίζει την ψυχοσύνθεσή τους. Η κυριαρχία αυτού του ασυνείδητου αισθήματος βρίσκει την έκφρασή του στον παράλογο, τον σχεδόν ψυχαναγκαστικό έρωτα για την Ολυμπία, τον οποίο θα μπορούσε εύκολα κανείς να αποκαλέσει ουτοπικό. Ο Ναθαναήλ δεν ανησυχεί καθόλου για την σιωπή και την μηχανικότητα που χαρακτηρίζει το αντικείμενο του θαυμασμού του. Αντίθετα εκλαμβάνει αυτά τα στοιχεία ως περισυλλογή και υψηλή διάνοια. Γενικά, φαίνεται πως ο Ναθαναήλ αξιολογεί ιδιαίτερα την πνευματικότητα και την καλλιέργεια ως προσωπικά στοιχεία, καθώς συγκαταλέγονται στις προτεραιότητές του στην επαφή με τις γυναίκες. Είναι τα ίδια στοιχεία που είχε εκτιμήσει και στην συνετή και λογική Κλάρα, χωρίς να φαίνεται να χρησιμοποιεί άλλα τεχνάσματα για να την προσεγγίσει σαρκικά. Η ανάγκη του για συναισθηματική και πνευματική επαφή είναι γι’ αυτόν ισχυρότερη από καθετί άλλο, του αρκεί η ασφάλεια της διανόησης που τον προστατεύσει από άλλες εμπλοκές, κι όταν παύει να υπάρχει μια τέτοια επαφή με την πιο γήινη Κλάρα την αναζητά στην αιθέρια Ολυμπία.Σε ορισμένες φάσεις αναλαμπής, όταν συνειδητοποιεί την μη φυσιολογική συμπεριφορά του αυτόματου, προτιμά να ξεγελάσει και πάλι τον εαυτό: ‘’Και τί είναι οι λέξεις ; Μόνο λέξεις ! Τα ουράνια μάτια της μου λένε περισσότερα από κάθε γλώσσα στην γη. Πώς να ενταχθεί ένα παιδί του ουρανό στον στενό κύκλο που δημιουργεί μια γήινη αξιοθρήνητη ανάγκη ;’’, και με αυτόν τον τρόπο ανάγει την παθητική της στάση σε μια απόκοσμα όμορφη διάσταση. ETA Hoffmann

Με τα κιάλια που αγόρασε από τον πωλητή Κόπολα, ο Ναθαναήλ κοιτάζει έξω από το παράθυρό του, προς το σπίτι του καθηγητή Σπαλαντσάνι, και μένει μαγεμένος. ‘’Ο Ναθαναήλ παρατήρησε για πρώτη φορά το καλοσχηματισμένο πρόσωπο της Ολυμπίας. Μόνο τα μάτια της του φάνηκαν παράξενα: ήταν απλανή και πεθαμένα. Αλλά νετάροντας την εικόνα πίστεψε πως είδε στα μάτια της Ολυμπίας να ανατέλλουν υγρές φεγγαραχτίδες. Ήταν σαν μόλις τώρα να έπαιρνε μπρος η όραση. Η φλόγα στο πρόσωπο γινόταν όλο και πιο ζωντανή. Ο Ναθαναήλ στεκόταν μαρμαρωμένος στο παράθυρο κοιτάζοντας διαρκώς την ουράνια ομορφιά της Ολυμπίας’’. Στην αρχή, στο πρώτο στάδιο της γνωριμίας ΝαθαναήλΟλυμπίας, έρχεται στην επιφάνεια ο ενθουσιασμός, η απεριόριστη δυνατότητα των ενδεχομένων που πλέκει η φαντασία του κι η προσμονή. Στην θέα της σιωπηλής κούκλας, πιστεύει ότι ανακαλύπτει το άλλο του μισό, ενώ στην ουσία αντικρίζει τον εαυτό του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στην παιδική ηλικία του Ναθαναήλ, ο πατέρας του με τον Κοπέλιους αναπαριστούν την πατρική εικόνα σε δύο αντιθέσεις, ενώ στην ιστορία του μεταγενέστερου βίου του ο καθηγητής Σπαλαντσάνι κι ο οπτικός Κόπολα

GBM Chomichuk, The eye collector


βρίσκει μέσα του ισχυρά προ-νεωτερικά ιδεολογικά στοιχεία. Αυτή η ‘’ιδεολογική παραφωνία’’ είναι η έκφραση ενός δικού μας μύχιου μυστικού, που ξεμυτίζει στιγμιαία απρόσκλητο στην επιφάνεια κι αναστατώνει την αταραξία της ιδεολογικής και ορθολογικής μας συνείδησης. Όμως, κάτω από το κατώφλι του συνειδητού τα πάντα αναμοχλεύονται με μεγάλη ζωντάνια.Εκεί βρίσκεται η μήτρα μιας μυθοπλαστικής φαντασίας, που έχει υποτιμηθεί στον λογικό μας αιώνα. Αν και αυτή η φαντασία είναι παντού παρούσα, δεν είναι μόνο απαγορευτική αλλά κι αντικείμενο τρόμου, γι’ αυτό έχουμε τόσο έντονη την εντύπωση ότι το να αφεθεί κανείς σ’ ένα αβέβαιο μονοπάτι που οδηγεί στα σκοτεινά εκείνα βάθη είναι ένα επικίνδυνο πείραμα ή μια αμφίβολη περιπέτεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα εξερευνητικό ταξίδι στον άλλο πόλο του κόσμου. Συνήθως αφήνουμε τις εικόνες που ελλοχεύουν στο ασυνείδητο να αναδυθούν κι ίσως απορούμε γι’ αυτές, κι αυτό είναι Όμως η Ολυμπία δεν είναι παιδί του ουρανού. Καθώς όλο. Δεν κάνουμε τον κόπο να τις κατανοήσουμε, πολύ βρίσκεται μπροστά στον καβγά Σπαλαντσάνι και Κόπολα, λιγότερο να βγάλουμε ηθικά συμπεράσματα από αυτές, ο Ναθαναήλ αντιλαμβάνεται την σύγχυση της φαντασίας κι αυτή η αδιαφορία μας είναι που φέρνει στο προσκήνιο με την πραγματικότητα, και χάνει το έδαφος κάτω από τα την αρνητική επίδραση του ασυνειδήτου. Όσο δεν πόδια του, καθώς δεν μπορεί πια να διακρίνει τον συμπαγή κατανοούμε το νόημά τους, αυτές οι φαντασιώσεις είναι πυρήνα της ταυτότητάς του που είχε δομηθεί πάνω σ΄ ένα διαβολικό μίγμα από το θείο και το γελοίο. Αν δεν τις ένα ψέμα. Ο τρόμος του γιγαντώνεται, συνειδητοποιώντας κατανοήσουμε και αν αποφύγουμε την ηθική ευθύνη που ότι τα μάτια του τού δημιούργησαν την ψευδαίσθηση της επιφέρουν, στερούμε τον εαυτό μας από την ολοκλήρωσή αντικειμενικότητας, και ενισχύεται από την ανάσυρση του του κι επιβάλλουμε ένα οδυνηρό κερματισμό στην ζωή παιδικού του τραύματος. Δεν θέλει να χάσει το μοναδικό μας. Έτσι, απαιτείται η ενορατική διείσδυση σ’ αυτές τις άτομο στο οποίο πρόβαλε το Εγώ του κι έγινε πλήρως περιοχές που η σύγχρονη περιορισμένη μας αντίληψη αποδεκτός, κι όμως όλα όσα έχει επιθυμήσει, επιδιώξει, έχει αποκλείσει. δικαιολογήσει, φανταστεί διαλύονται μπροστά στην εικόνα Στον ‘’Ζάντμαν’’, τελικά, αποτυπώνεται ολόκληρη η του ανδρείκελου. Ο Ναθαναήλ συγκλονίζεται συθέμελα ρομαντική κοσμοθέαση, που προσωποποιείται από τον με την αποκάλυψη, επειδή το σοκ τον αγγίζει βαθύτερα, Ναθαναήλ, ένα άτομο που δίνει προτεραιότητα στον σε επίπεδο υπαρξιακό, γεγονός που τελικά τον οδηγεί συναισθηματισμό και την φαντασία, κι ο προσωπικός στο φρενοκομείο. μύθος του Χόφμαν συνοψίζεται στον εσωτερικό αγώνα Όταν μετά την κρίση επιστρέψει στην Κλάρα, δείχνει ανάμεσα στην καλλιτεχνική-πνευματική φύση και την να έχει ξεπεράσει τις όποιες φαντασιώσεις. Αλλά στην πραγματιστική. πραγματικότητα δεν έχει ξεχάσει το παιδικό του τραύμα, Βιβλιογραφία απλά το έχει θάψει βαθιά μέσα του. Δεν έχει περάσει άλλωστε πολύς καιρός που αμφισβητήθηκε η ιδιοσύστασή 1. Ε.Τ.Α. Χόφμαν, Πριγκίπισσα Μπαρμπίλα, εκδόσεις Οδυσσέας του και που η μεταφυσική του αναζήτηση τον οδήγησε σε αδιέξοδο. Αρκεί η εμφάνιση ενός αντικειμένου κι η 2. Χ.Φ. Λάβκραφτ, Υπερφυσικός τρόμος στην λογοτεχνία, εικόνα του Κόπολα-Κοπέλιους από το βάθος, για να έρθει εκδόσεις Αίολος στην επιφάνεια η θρυμματισμένη του προσωπικότητα. 3. Σίγκουμντ Φρόιντ, Το Ανοίκειο, εκδόσεις Πλέθρον Κι ο Χόφμαν ρίχνει την αυλαία του έργου με τα λόγια : ‘’τελικά η Κλάρα βρήκε την οικογενειακή γαλήνη που 4. Ευαγγελία Τσιαβού, Η ματαίωση της επιθυμίας στα έργα του άρμοζε στην καθάρια και εύθυμη ύπαρξή της και που ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν εσωτερικά διχασμένος Ναθαναήλ δεν θα μπορούσε να της προσφέρει ποτέ’’. Καταλήγοντας, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ολόκληρο τον ‘’Ζάντμαν’’ του Χόφμαν ως ένα ιδιοφυές σχόλιο πάνω στον εσωτερικά διχασμένο άνθρωπο. Η αίσθηση του παράξενου και του τρομακτικού δημιουργείται στον ‘’Ζάντμαν’’ από τις πεποιθήσεις που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει απορρίψει, τις οποίες όμως στην συνέχεια βρίσκει μπροστά του. Οι πρόγονοί μας θεωρούσαν υπαρκτές αυτές τις δυνατότητες και ήταν πεπεισμένοι για την αλήθεια αυτών των διεργασιών, πάνω στις οποίες είχε θεμελιωθεί ο παλαιός κόσμος. Σήμερα, παρόλο που φαινομενικά έχουμε ξεπεράσει έναν τέτοιο τρόπο σκέψης, διατηρούμε μια αβεβαιότητα για τις νέες πεποιθήσεις μας, ενώ οι παλιές υπάρχουν ακόμη μέσα μας και παραμονεύουν, έτοιμες να αδράξουν την πρώτη ευκαιρία που θα τις επιβεβαιώσει. Έτσι, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να ανακαλύψει μια ‘’ιδεολογική παραφωνία’’ στην συγκρότηση της υποκειμενικότητάς του. Εκεί που πίστευε πως ήταν ολωσδιόλου συγκροτημένος ως υποκείμενο μιας νεωτερικής ιδεολογίας, έξαφνα


“Η αδελφότητα του Σεραπίωνα και το κίνημα των Ρομαντικών” Αν με ρωτούσαν τί ακριβώς είναι το κίνημα του Ρομαντισμού, όχι τόσο ως ιστορικό φαινόμενο αλλά ως ψυχική πραγματικότητα εκείνων που το ακολούθησαν, όλων αυτών που θα ονομάζαμε πραγματικούς Ρομαντικούς, νομίζω πως θα τους απαντούσα με την εξής απλή, περιεκτική κι ακριβής διατύπωση : ότι ο Ρομαντισμός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εκείνη η ανταρσία των ονειροπόλων εναντίον της πλήξης του υλικού κόσμου, και ο κάθε ρομαντικός σαν ένας εξόριστος θεός, παγιδευμένος μέσα στην ανία της καθημερινής ζωής, όπως το ψάρι έξω από το νερό που σε λίγη ώρα ασφυκτιά. Κι αν μου ζητούσαν να υποδείξω κάποιον συγγραφέα ως αντιπροσωπευτικό αυτού του κινήματος, με βάση το προσωπικό μου γούστο και τις δικές μου προτιμήσεις, μάλλον θα διάλεγα τον Ε.Τ.Α. Χόφμαν. Ο Χόφμαν ήταν ένα λαμπρά εξεργεμένο πνεύμα, που αγαπούσε την κλασική μουσική αλλά αναγνωρίστηκε ευρύτερα ως συγγραφέας του φανταστικού και του οποίου οι περίεργοι χαρακτήρες κι οι αινιγματικές ατμόσφαιρες άσκησαν πολύ μεγάλη επιρροή στα έργα του 19ου αιώνα. Σε αυτό το μικρό κείμενο, λοιπόν, θα ασχοληθούμε λίγο με μία από τις ιδιοφυείς νουβέλες του, το ‘‘Οι αδερφοί του Σεραπίωνα’’, όπου ο Χόφμαν δημιούργησε ένα χαρακτηριστικό σύμβολο της ρομαντικής φαντασίας. ‘ Η αδελφότητα του Σεραπίωνα είναι μια ομάδα ποιητών και μουσικών, που πήραν το όνομά τους από έναν παράφρονα ευγενή, ο οποίος πιστεύει ότι μαρτύρησε επί βασιλείας του αυτοκράτορα Δέκιου. Τα μέλη της αδελφότητας διαπιστώνουν πως είναι άχρηστο να επιχειρηματολογούν με τον ‘‘μοναχό Σεραπίωνα’’, όπως τον αποκαλούν, γιατί τίποτα δεν θα τον πείσει πως ζει στην Γερμανία του 19ου αιώνα. Όταν ο αφηγητής της ιστορίας λέει στον Σεραπίωνα πως είναι τρελός, εκείνος του απαντά πως αυτός είναι που αυταπατάται καθώς ο κόσμος ‘‘εκεί έξω’’ είναι στην πραγματικότητα μέσα στο μυαλό μας. Συνεπώς, πώς μπορεί να αποδείξει κανείς πως αυτό που βρίσκεται στο μυαλό του είναι πιο αληθινό από εκείνο που υπάρχει στο μυαλό κάποιου άλλου ;

Caspar D. Friedriech, The ruins of the Oybin monastery, 1835

κόσμο : «Είναι άχρηστο για έναν ποιητή να προσπαθεί να μας κάνει να πιστέψουμε σε κάτι που δεν πιστεύει ο ίδιος, που δεν μπορεί να πιστέψει ο ίδιος επειδή δεν το έχει δει ποτέ. Εάν ο ποιητής δεν είναι αυθεντικός οραματιστής, τότε τί μπορούν να είναι οι χαρακτήρες του πέρα από απατηλές μαριονέτες, συναρμολογημένες από ετερόκλητα κομμάτια ; Όμως, ο ερημίτης σου ο Σεραπίων ήταν αληθινός ποιητής. Είχε δει όντως αυτά Ο ‘‘μοναχός Σεραπίων’’ ήταν κάποτε άριστος ποιητής, που περιέγραφε και γι’ αυτό επηρέαζε την καρδιά και διάσημος για την δύναμη της φαντασίας του, τελικά όμως την ψυχή των ανθρώπων». αυτή του η φαντασία θριάμβευσε πάνω στην πραγματική του ζωή. Η Αδελφότητα θαυμάζει την γνήσια ένταση Ο Χόφμαν μέσα από αυτό το έργο φαίνεται να πιστεύει της φαντασίας του Σεραπίωνα (υψηλό όνειρο κάθε πως η φαντασία είναι ο πραγματικός κι αιώνιος κόσμος, ρομαντικού), η οποία μπορεί να αψηφήσει ολόκληρο τον στον οποίο καλούμαστε να ζήσουμε, κι ότι αυτό εδώ το ‘‘φυτικό σύμπαν’’ δεν είναι παρά μία απλή σκιά. Ο Χόφμαν, ως γνήσιος ιδεαλιστής, φαίνεται πεπεισμένος πως η φαντασία είναι μια μαγική δύναμη και πως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπερβεί την πραγματικότητα του υλικού κόσμου. «Φτωχέ Σεραπίωνα! Τί περιεχόμενο έχει η τρέλα σου εκτός από το ότι κάποιο εχθρικό αστέρι σού έκλεψε την ικανότητα να αδράχνεις την δυαδικότητα, η οποία αποτελεί την ουσιαστική συνθήκη της γήινης ύπαρξής μας ; Υπάρχει ένας εσωτερικός κόσμος και μια πνευματική ικανότητα για να κάνει κανείς τον διαχωρισμό με απόλυτη σαφήνεια. Όμως εσύ, ευτυχισμένε ερημίτη, έχασες την όραση του έξω κόσμου και δεν πρόσεξες αυτόν τον διακόπτη που έθεσε σε κίνηση την ικανότητα να στραφείς προς τα μέσα… ξεχνάς πως ο έξω κόσμος είναι εκείνος που κάνει το πνεύμα να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις τις αντίληψης».

Remedios Varo, Retablo

Έτσι, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως μέσα από αυτό το χαρακτηριστικό έργο ο Χόφμαν συνέβαλε σε εκείνη την επαναστατική αλλαγή που παρατηρείται κατά


την διάρκεια του 19ου αιώνα, όπου η φαντασία παύει να αποτελεί απλώς έναν τρόπο απόδρασης από την πραγματικότητα (κάτι ψεύτικο που αντίκειται στο αληθινό) και γίνεται ένας τρόπος δημιουργίας πραγματικότητας (κάτι εναλλακτικό που διεκδικεί μια ισονομία ύπαρξης).

οι άνθρωποι εμφανίζονται συχνά σαν παθητικά άτομα με σπασμένα φτερά. Ανάμεσά τους όμως βρίσκονται κι αληθινά μεγαλειώδεις φυσιογνωμίες, όπως για παράδειγμα ο Έρνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν.

Ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν, μαζί με τον Γουίλιαμ Μπλέικ και τους άλλους ρομαντικούς εκείνης της εποχής, συνέβαλαν αποφασιστικά στο να προκαλέσουν μία από τις μεγαλύτερες ρήξης στην ιστορία της ανθρωπότητας – τόσο συνηθισμένη σήμερα (αλλά όχι πλήρως συνειδητοποιημένη ακόμη) ώστε δύσκολα σκεφτόμαστε ότι κάποτε μπορεί να ήταν καινούρια. Η μαγική έννοια της φαντασίας ως δύναμη ζωής αναμείχθηκε με την ρομαντική έννοια περί φαντασίας ως παράγοντα μεσολάβησης μεταξύ του κόσμου των αρχετύπων και εκείνου της πραγματικότητας, δημιουργώντας την πεποίθηση πως ‘‘οι ποιητές δεν ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο’’ κι ότι οι θνητοί μπορούν τελικά να φτάσουν στην ‘‘γη του πόθου της καρδιάς’’.

Επισκεφθείτε την προσωπική ιστοσελίδα του Δημήτρη Αργασταρά στην ηλ. διεύθυνση argastaras.blogspot.com

Διαβάζοντας αυτό το αγνοημένο έργο του Χόφμαν, αλλά και παρακολουθώντας ολόκληρο το κίνημα των Ρομαντικών, νομίζω πως μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα πολύ βασικό δίδαγμα : πως είναι το δημιουργικό άτομο εκείνο του οποίο το ένστικτο καλείται να βάλει τάξη στο χάος, να αμφισβητήσει τα υπάρχοντα θεμέλια της κοινωνίας, και πως σε κάθε εποχή ένας τέτοιος άνθρωπος είναι πιθανότερο να παρεξηγηθεί, να θεωρηθεί ‘‘μη σοβαρός’’ και τρελός. Ο πολιτισμός αποτελεί εν μέρει και την παρακμή του ανθρώπου, αφού τον εφοδιάζει με όλο και περισσότερες ανέσεις, ενώ τα υγιή πνεύματα συνήθως τα απεχθάνονται όλα αυτά κι αρχίζουν να επιζητούν το ξεβόλεμα. Το κίνημα του 19ου αιώνα που ονομάστηκε Ρομαντισμός εγκαινίασε ένα νέο στάδιο εξέλιξης της ατομικής αυτοσυνείδησης βασισμένο πάνω σε όλα αυτά, καθώς πολυάριθμοι ποιητές, μουσικοί, και καλλιτέχνες άρχισαν να βιώνουν καταστάσεις θεϊκής ελευθερίας που γεννούσαν απέραντη λαχτάρα κι αυτό κατέληξε να κυριαρχεί στην ζωή τους αποκλείοντας την άνεση και την ασφάλεια. Οι Ρομαντικοί αναζητούσαν την αύξηση της εσωτερικής τους ελευθερίας, κι ανακάλυψαν πως μπορούσαν να το πετύχουν αυτό μέσα από την σκέψη και το πνεύμα. Ανακάλυψαν τον τρόπο να αυξήσουν την ‘‘πίεση’’ της ατομικής τους συνείδησης, αλλά ταυτόχρονα αυτό τους οδήγησε σε ρήξη με τον γύρω τους κόσμο και την κοινωνία που ζούσαν. Γι’ αυτό και πολύ από αυτούς κατέληξαν εξόριστοι, βασανισμένοι, τρελοί. Σαν σταυροφόροι ενάντια στην ευτέλεια και την μετριότητα αυτοί Άγαλμα του Ε.Τ.Α Χόφμαν στο Μπάμπεργκ της Γερμανίας


ONEIPA

του Χρήστου «Eddie» Μπαλτζή, μέλους Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

«Παιχνίδια του μυαλού ή προμηνύματα ;» Μια νύχτα του περασμένου Νοέμβρη ξύπνησα έντρομος στις τέσσερις τα ξημερώματα από έναν τρομερό εφιάλτη. Αφού ήπια ένα ποτήρι κρύο νερό για να συνέλθω, απέμεινα για αρκετές ώρες να αναρωτιέμαι τι να σήμαινε άραγε το τρομακτικό όνειρο που είχα δει. Οι εικόνες του εφιάλτη είχαν σφηνωθεί στο μυαλό μου, πράγμα που μ’ έκανε να ψάξω τα «παλιά» μου βιβλία (των οποίων η ύπαρξη στη βιβλιοθήκη μου αποτελεί πηγή μόνιμου εκνευρισμού για το Σταμάτη ), να κοιτάξω ονειροκρίτες, χωρίς ωστόσο να καταλήξω σε μια ικανοποιητική ερμηνεία. Φέρνοντας ξανά στο νου τα όσα «έζησα» σ’ αυτό τον εφιάλτη μπορώ να θυμηθώ ότι βρισκόμουν σε κάποιο σκοτεινό, αλλόκοτο κόσμο παρέα με φιλικά πρόσωπα. Οι φίλοι αυτοί με πληροφόρησαν ότι ο κόσμος που είχαμε βρεθεί αποτελείτο από 13 επίπεδα. Εμείς βρισκόμασταν στο 13ο, όπου υπήρχαν αλλόκοτοι άνθρωποι, δαιμονικοί που μιλούσαν τραχιά και ακατανόητα. Μας καταδίωξαν μόλις μας είδαν και μετά βίας ξεφύγαμε. Η βαρύτητα ήταν ελάχιστη και δυσκολευόμασταν να κινηθούμε.

έπρεπε να περάσουμε ήταν ορθοστασία σε εκκλησιαστικό χώρο με δάπεδο αποτελούμενο από κεριά. Έπρεπε να μείνουμε όρθιοι για πάνω από 48 ώρες. Κοιτάζοντας προς τα κάτω, έβλεπα στο βάθος του χάους, που απλωνόταν και πτύχωνε σα μαύρο βελούδινο πέπλο, μια αψιδωτή πύλη διακοσμημένη με όμορφα υαλογραφήματα να πλησιάζει όλο και περισσότερο. Ήταν η είσοδος για το 7ο επίπεδο. Όταν την ένιωσα να βρίσκεται δίπλα μου άπλωσα το χέρι και την έσπρωξα για να περάσω. Και τότε μια γλώσσα φωτιάς κατάπιε όλο το οπτικό μου πεδίο. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να κατέβω παρακάτω...

Δεν γνωρίζω πως νιώθει ο κάθε αναγνώστης που μέσω της παραπάνω περιγραφής έρχεται σε επαφή με το εφιαλτικό μου όνειρο.Δεν ξέρω αν οι αράδες μιας σελίδας είναι ικανές να ζωντανέψουν κάτι απ’ ό,τι ένιωσα εκείνο το βράδυ. Εκείνο, ωστόσο, που μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον και να αποτελέσει αφορμή για έντονους προβληματισμούς σχετικά με τη φύση των ονείρων είναι Έπρεπε να περάσουμε μια στενή διέξοδο για να πάμε στο το ό,τι ακολούθησε. Γιατί δεν κρύβω ότι τις επόμενες 6 12ο, δηλαδή το αμέσως παρακάτω. Η βαρύτητα αυξήθηκε ημέρες βίωσα γεγονότα, που σε πολλές περιπτώσεις, ήταν ελαφρά. Εκεί υπήρχαν μαυροντυμένες γυναίκες με όπλα, παρόμοια με εκείνα του ονείρου ή έδειξαν να αντιστοιχούν με αυτό μέσω παράξενων συσχετισμών. δρεπάνια και σφυριά. Και πάλι έπρεπε να περάσουμε μια παρόμοια στενή δίοδο εξόδου για να βρεθούμε στο 11ο επίπεδο. Σ’ αυτό με καταδίωξε μια τεράστια σφήκα με γιγαντιαίο, αιχμηρό κεντρί. Βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο, το τεράστιο κεντρί απείχε ελάχιστα κι εγώ κατευθυνόμουν με πλάτη προς τα πίσω, με τεράστια ταχύτητα, μη μπορώντας να αντιδράσω. Η βαρύτητα αυξήθηκε πάλι μόλις έφτασα σε μια λεωφόρο του 10ου επιπέδου, μα εγώ βρισκόμουν στο αντίθετο ρεύμα, με αυτοκίνητο δίχως φρένα, κινούμενος με τεράστια ταχύτητα, όπως και τα υπόλοιπα οχήματα. Στο 9ο επίπεδο πανέμορφες γυναίκες κυνηγούσαν εμένα και την παρέα μου, όσους δηλαδή είχαμε απομείνει, προσπαθώντας να μας μαγέψουν σαν τις Σειρήνες του Ομήρου, όχι όμως με τη φωνή τους, μα με την ομορφιά τους. Εμένα με προσέγγισε μία ανοιχτόχρωμη γυναίκα με πράσινη μπλούζα. Στο 6ο κατά σειρά, δηλαδή στο 8ο επίπεδο, η δοκιμασία που


Την πρώτη κιόλας ημέρα είδα ανθρώπους άσχημους στην όψη να με κοιτάζουν περίεργα και να μου μιλούν με άσχημο τρόπο στη μέση του δρόμου, πράγμα που ομολογώ ότι με έκανε να νιώσω μεγάλη νευρικότητα. Την επόμενη μέρα βρέθηκα κατά τύχη ανάμεσα σε μια παρέα από μαυροντυμένες γυναίκες, που με την εμφάνισή τους εξέφραζαν το στυλ του gothic.Την τρίτη ανακάλυψα ότι είχα έναν εχθρό με «κεντρί» ανάλογο με εκείνο της σφήκας που με καταδίωκε στο όνειρο, ενώ την τέταρτη βρέθηκα με έναν φίλο μου στο αντίθετο ρεύμα της κυκλοφορίας, καθώς οδηγούσε το αμάξι του, και ως εκ θαύματος γλιτώσαμε το ατύχημα. Την αμέσως επόμενη μέρα, με όλα τα προηγούμενα να έχουν συμβεί κατά σειρά, γνώρισα μια ανοιχτόχρωμη κοπέλα με πράσινη μπλούζα που μου είπε ότι είχε σπουδάσει Θεολογία. Αμέσως στο μυαλό μου ήρθε η εκκλησία του ονείρου. Μάλιστα, σκέφτηκα το 7ο επίπεδο που είχα φτάσει. Η επτάς θεωρείται ιερός αριθμός, δηλαδή συμβολίζει κάτι το ιερό στο χώρο της εκκλησίας. Στο 5ο επίπεδο του ονείρου και την 5η ημέρα κατά σειρά, γνώρισα την κοπέλα. Όπως σκέφτηκα αργότερα, 5 + 7 (το επίπεδο που είχα φτάσει στο όνειρο) = 12. Ο αριθμός 12, την ιερότητα του οποίου αποδέχονται πολλές θρησκείες, αποτελείται από τους αριθμούς 1 + 2 = 3, και 12 - 3 = 9. Τη γνώρισα γύρω στις 9 το βράδυ, το όνομά της ξεκινά από το 9ο γράμμα της αλφαβήτου και έχει γενέθλια στις 9 του μηνός...

αποτέλεσμα τις ονειροπροβλέψεις; Αν δεχτούμε ότι στην 4η διάσταση είναι ήδη χαραγμένο εκείνο που τώρα πρόκειται να χαραχθεί, αφού η 4η διάσταση φανερώνει τη διάρκεια, δηλαδή την όλη πορεία του υπάρχοντος, ίσως το μυαλό μας να έχει τη δύναμη να χαράζει το μέλλον στο παρόν. Αλλά και πάλι μένει αναπάντητο το ερώτημα των συμβολισμών. Γιατί αυτά που βλέπουμε στα όνειρα έχουν συνήθως συμβολικές διαστάσεις και δεν αντανακλούν ρεαλιστικά και επακριβώς τα μελλούμενα;

Είναι άραγε δυνατόν, το μυαλό μας να κάνει μια σχισμή στο μέλλον και όταν επανερχόμαστε-ξυπνάμε να εγκλωβίζονται πληροφορίες στο παρόν μας, με

της «πραγματικής» φιλοσοφίας (Πλάτωνας, Γερμανικός Ιδεαλισμός, Ρομαντισμός κλπ) και η αδιαφορία για φαινόμενα του παράξενου, του μυστηριώδους και των ερμηνειών τους.

Και τα ερωτήματα δε σταματούν εδώ. Θα μπορούσε αυτό το φαινόμενο να συνδεθεί με κάποιο γονιδιακό χάραγμα του ανθρώπου, το οποίο να τον φέρνει σε άμεση σχέση τον ευρύτερο φυσικό κόσμο; Ο ζωδιακός κύκλος για παράδειγμα συμβολίζει τα 4 στοιχεία της φύσεως, και πολλοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν στον άνθρωπο παρόμοια χαρακτηριστικά, όπως 1) Φωτιά - δυναμισμός, νευρικότητα, πρωτοπορία, αλαζονεία, 2) Γη - σταθερότητα, ρεαλισμός, πείσμα, φιλοδοξία, 3) Αέρας - διπλωματία, ανυπομονησία, αστάθεια, ευφυΐα, 4) Νερό - ευαισθησία, κυκλοθυμία, εσωστρέφεια, προσκόλληση.

Σίγουρα όλα αυτά είναι συναρπαστικά και ο καθένας μπορεί να τα δέχεται ή να τα απορρίπτει. Μπορεί τελικά το όνειρο που είδα να συμβόλιζε έναν κύκλο ισορροπίας και ζωής, όπως ύβρις - άτις - νέμεσις - τίσις..Από την Όπως γνωρίζουμε το μεγαλύτερο όνειρο διαρκεί μερικά αστάθεια στην ισορροπία, λοιπόν, αφού όλα κυλούν όπως δευτερόλεπτα, ασχέτως του αν σε εμάς φαίνεται αιώνιο. τόνιζε ο σκοτεινός σοφός Ηράκλειτος. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης πέφτουν οι παλμοί μας και απελευθερώνεται το υποσυνείδητο, καθώς και το ασυνείδητο που τείνει προς το άπειρο. Μπορεί κάποια Υποσημειώσεις όνειρα να οφείλονται σε ψυχολογικά αίτια όπως π.χ. το άγχος, αλλά πώς εξηγείται το φαινόμενο να συμβαίνουν 1) Αναφέρομαι στο φίλο μου Σταμάτη Μαμούτο, τον επικεφαλής πράγματα στην καθημερινή μας ζωή που με κάποιο τρόπο της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας, πάγια θέση του έχουμε πάρει μια εικόνα τους σε όνειρα που έχουμε δει; οποίου αποτελεί η γνώση και μεταλαμπάδευση του μυστικισμού


“Η κοινή μοίρα του Ποιητή και του Ιππότη“

του Δημήτρη Σιάββα, ε. μέλους Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

Υπάρχουν λογοτέχνες και αναγνώστες, άνθρωποι με ανησυχίες και οράματα, που έχουν τη θέληση να ψάξουν και να βρουν απαντήσεις, να αναμοχλεύσουν πάθη, να γεννήσουν ιδέες, να βιώσουν μοναδικές εμπειρίες, να ψηλαφίσουν μυστικά που κρύβονται κάτω από το πέπλο της υλικής εμπειρίας, σε αντίθεση με άλλους που εγκαταλείπουν την Αναζήτηση αρκούμενοι απλά σε μια εύκολη και προσιτή στην κοινή λογική λύση απάντηση των όποιων προβληματισμών τους. Στην περίπτωση που οι πηγές της Αναζήτησης αναβλύζουν από ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι αναμφίβολο ότι αυτός που ψάχνει και αναζητά τις απαντήσεις αναρωτιέται για το βαθύτερο νόημα ενός κειμένου ή για το κρυφό του μήνυμα μέσα σε μια αρμάθα από καλλωπισμένους ή ιδιόρρυθμους στίχους. Και κάνοντας ερωτήσεις στον εαυτό του, αναπτύσσει έναν εσωτερικό διάλογο, που συχνά δεν μπορεί ή δυσκολεύεται να απαντήσει: «Γιατί το έγραψε αυτό ο συγγραφέας;». «Το έγραψε αυθόρμητα ή για να εξυπηρετήσει κάποια καλά υπολογισμένη σκοπιμότητα;» «Ποιος ο ιδιαίτερος λόγος που το έκανε;» «Γιατί δεν αρκέστηκε σε μια κατανοητή για τους περισσότερους περιγραφή και χρησιμοποίησε αυτή την δυσνόητη φράση;». Ωστόσο, πέρα από τα βασικά αυτά ερωτήματα, στους αναγνώστες της λογοτεχνίας του φανταστικού γεννιούνται και επιμέρους. Ένα από αυτά είναι και το ακόλουθο. «Ποιες είναι άραγε οι ομοιότητες ενός πραγματικού Ποιητή με έναν Περιπλανώμενο Ιππότη κάποιου Φανταστικού κόσμου; Ή ακόμη καλύτερα, πότε ένας Ποιητής που αποτελεί ιστορικό πρόσωπο γίνεται ο ίδιος ήρωας;». Πριν προχωρήσουμε περισσότερο θα ήταν ορθό να καταστήσουμε σαφές τι εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις ήρωας και ιππότης. Ήρωας, λοιπόν, σύμφωνα με τον τρόπο που προσεγγίζουν τον όρο ο Ιωάννης Συκουτρής και ο Τόμας Καρλάυλ, είναι ο άνθρωπος που κατευθύνει την ιστορία στα πέρατα των ενοράσεών του, όπως μας πληροφορεί ο Σταμάτης Μαμούτος στην αδημοσίευτη εργασία του που φέρει τον τίτλο «Το ηρωικό πρότυπο. Μια συγκριτική μελέτη στον τρόπο που το προσέγγισαν ο Μπαλτάσαρ Γκρασιάν και ο Ιωάννης Συκουτρής». Ο Ιππότης από την άλλη, έτσι όπως τον περιγράφουν τα λογοτεχνικά κείμενα του μεσαίωνα και της μεταγενέστερης φανταστικής λογοτεχνίας είναι ένας σιδερόφρακτος άντρας που κατέχει την τέχνη του πολέμου, που ταξιδεύει πάνοπλος και εμπλέκεται σε μάχες, μα συνάμα είναι κι εκείνος που θέλει πάση θυσία να επικρατήσει η ειρήνη και το καλό. Όπως μας διδάσκουν τα ηρωικά τραγούδια είναι εκείνος που έχει αγνή καρδιά

John Howe “Saint George and the dragon”

και ατσάλινη πίστη στους σκοπούς του, που προστατεύει τους δίκαιους και αντιμετωπίζει τους άδικους, νικώντας τους ή πεθαίνοντας. Ωστόσο, υπάρχουν και λογοτεχνικά κείμενα που παρουσιάζουν μια διαφορετική εκδοχή των ιπποτών. Όπως αυτό του τρελού μα ηθικού και γενναίου Δον Κιχώτη του Θερβάντες, όπως εκείνο του κακού Ναϊτη Γκιλμπέρ στον Ιβανόη του Ουώλτερ Σκοτ, κι όπως εκείνο του αυτοκαταστροφικού και τυφλού από το πάθος Τριστάνου του Μπερούλ και των υπόλοιπων μεσαιωνικών λογοτεχνών του βρετονικού κύκλου. Επανερχόμενοι μετά από αυτή την παρατήρηση στο θέμα των ορισμών θα δούμε ότι τελικά οι ιππότες είναι φορείς εκείνης της αδάμαστης εσωτερικής βούλησης που οδηγεί τους εκλεκτούς στην πραγμάτωση κάποιων εσωτερικών ενοράσεων. Ασχέτως του αν η κατεύθυνση είναι προς το καλό ή το κακό, η ορμή είναι η ίδια. Συνεπώς, στη συνείδησή μου τουλάχιστον, γι’ αυτό το δοκίμιο, ήρωας και ιππότης αποτελούν έννοιες αλληλένδετες. Εδώ όμως έρχεται και ο ποιητής που διαθέτει ηρωικά χαρακτηριστικά και παράλληλα δεν διαφέρει από τον ιππότη του Δον Κιχώτη. Πάντα πιστός στην ιδέα ότι πρέπει να βοηθά τον κόσμο, να διατυπώνει την άποψή του ακόμη κι αν κινδυνεύει να θεωρηθεί τρελός κι ακόμη περισσότερο να χάσει την ζωή του. Πόσοι ποιητές δεν κλειδώθηκαν σε φυλακές ή δεν πέθαναν σε άγχωνες ή σε εκτελεστικά αποσπάσματα για ιδέες που ομοιάζανε με τους ανεμόμυλους-τους τρεις Thomas Goff γίγαντες του Δον Κιχώτη; Order of the ancient rose


Ο Ήρωας του Θερβάντες τσακίστηκε για τα ιδανικά της Ιπποσύνης και την δόξα πάνω στους Ανεμόμυλους, που φάνταζαν με πελώριους και εχθρικούς γίγαντες.Δεν φοβήθηκε όμως, άδραξε τα άρματα και δείχνοντας τις πολεμικές αρετές του, εφόρμησε, προτάσσοντας τη λόγχη του. Ήξερε ότι μπορεί να πέθαινε αλλά ήταν ήδη αρκετά «τρελός» και το έκανε χωρίς να φοβηθεί, χωρίς να κλείσει τα μάτια. Έτσι και ο Λόρδος Βύρωνας, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Περικλής Γιαννόπουλος και τόσοι άλλοι, ύψωσαν το βλέμμα και λόγχισαν με τις πένες τους τον αδυσώπητο εχθρό της ελευθερίας του ανθρώπινου πνεύματος και της ζωής.

Τιμή στον θρυλικό Αρθούρο, που σκότωσε κομμάτι από την ζωή του, τον άπληστο γιο του, για την ελευθερία και την ευημερία του Βασιλείου. Τιμή στον Τούριν, γιο του Χούριν, φανταστικό ήρωα του Τόλκιν, που έγινε ο δυνατότερος πολεμιστής, γιατί τυραννήθηκε όσο κανείς άλλος στον κόσμο του και μέσα από τα λάθη μιας ολόκληρης ζωής ωρίμασε και σκλήρυνε για να πολεμήσει, δίνοντας θανατερό χτύπημα στον Γλάουρουνγκ πατέρα όλων των Δράκων και να σώζοντας αυτούς που αγαπούσε. Τιμή στον μισθοφόρο υπερασπιστή καταδικασμένων κάστρων και πόλεων Ιουστινιάνη, που το 1453 προτίμησε αντί να σωθεί, να πολεμήσει στην μεγαλύτερη πολιορκία Μα δεν φτάνει μόνο η τρέλα που προανέφερα. Δεν είναι των αιώνων κάτω από τον ουρανό που σκέπαζε την αρκετή για να κάνεις ένα βήμα σταθερό προς τον εχθρό Βασιλεύουσα, μέχρι να τραυματιστεί θανάσιμα. Τιμή στους και τον κίνδυνο και να απειλήσεις της άλλης πλευράς ποιητές που δεν διαφέρουν από τους πολεμιστές με τις την ακεραιότητα. Χρειάζεται η αυτοθυσία και η σιγουριά, βαριές πανοπλίες και τα αιχμηρά ξίφη, που καλπάζουν η αποφασιστικότητα σε κάθε ενέργεια και η γνώση ότι κόντρα στον άνεμο και μες την βροχή. Γιατί τα λόγια τους μπορεί να πεθάνεις απροσδόκητα και άδοξα. ακούγονται μέσα στις θύελλες των καιρών. Και οι φωνές τους ενώνονται μυστικά με αυτές των ηρώων πολεμιστών. Οι Ιππότες του μεσαίωνα πολεμούσαν, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, για την τιμή τους, για την τιμή του Όλοι τους μαζί. Ήρωες που πολεμούν για το Δίκαιο και Άρχοντα και για τους αδικημένους ή έστω για αυτά που το Αγαθό, για την προστασία της τιμής και της ελευθερίας, θεωρούσαν ότι είναι σωστά. Δεν θέλω να παραβλέψω τις το αίμα των οποίων χύνεται στην θάλασσα της γης. άδοξες στιγμές του Ιπποτισμού, όπου χρησιμοποιήθηκαν Ιππότες της Ιστορίας και της Φαντασίας. Επαναστάτες ή χιλιάδες ιππότες για την προώθηση λαθεμένων στόχων βασιλείς. Απόμακροι μικροί θεοί. Αγνοί πατέρες που οι και τη σφαγή των αδύναμων και αμάχων. Στην ζωή δαίμονες της ύλης προσπαθούν να στρέψουν τις μάζες πάντα υπάρχει η διαστρέβλωση του καλού. Εκείνοι οι των ανθρώπων εναντίον τους… Ιππότες μπορεί να πλανήθηκαν. Μπορεί ακόμη και να μην είχαν ιδανικά, να μην ένιωσαν τη συντροφικότητα Τα σύνορα μεταξύ της Φαντασίας και της πραγματικότητας της Στρογγυλής Τράπεζας του Κάμελοτ και να μην υποχωρούν, ανασυντίθενται κι ενώνονται σε μια εικόνα, σε αναζήτησαν ποτέ το Άγιο Δισκοπότηρο ή κάποιο ένα σύμβολο… σκοπό στην ζωή τους. Απλώς να φορούσαν γυαλιστερές πανοπλίες και μεταξωτά πουκάμισα και να μονομαχούσαν “Δεν τον αγάπησα τον κόσμο, ούτε κι αυτός με θέλησε. για έπαθλα και ατομικό συμφέρον. Όμως αυτό δεν Και τις ιεραρχίες του δεν λάτρεψα. τα γόνατά μου κάνουν σήμερα πολλοί συγγραφείς και ποιητές, λόγιοι και υπομονετικά δεν λύγισα μπροστά στα είδωλά του. κειμενογράφοι, χρησιμοποιώντας την άκρη της γραφίδας ως λόγχη; Με αυτό τον τρόπο δεν γεμίζει η ελληνική Δε χαμογέλασα ποτέ μου ψεύτικα, ούτε κραύγασα βιβλιογραφία από άθλια κείμενα μυσαρών αποδομιστών για να λατρέψω την ηχώ μου. Μες στα πλήθη του ακαδημαϊκού κατεστημένου, που γράφουν με πένες χρυσές εξαργυρώνοντας τα μέσα της εξαγοράς τους και δεν ήμουν άλλος ένας αριθμός. μετατρέποντας το κατεξοχήν πεδίο της ελευθερίας που Ήμουν μαζί τους, μα δεν ήμουνα δικός τους. είναι η διανόηση σε όργανο εκμετάλλευσης και ελέγχου; Ήμουν και θα ‘μαι μόνος, στη ζωή. Γεννιούνται, όμως, κάποτε ισχυροί μαθητές που μαθαίνουν Ζωντανός στη μνήμη τους ή ξεχασμένος” να χτυπούν και να αμύνονται από ηθικούς δασκάλους και μεγαλώνουν και κυβερνούν Βασίλεια ή επιλέγουν τον ένδοξο θάνατο και αποχαιρετούν τον κόσμο της ύλης και Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον της φθοράς με μια χαρούμενη ιαχή, γνωρίζοντας πως οι Από το “Τσάϊλντ Χάρολντ” πρόγονοι τους είναι περήφανοι για αυτούς. Γεννιούνται κάποτε συγγραφείς που η μοίρα τους χάρισε ένα στεφάνι (απόσπασμα) φωτός και μια αδάμαστη φαντασία, προορίζοντάς τους να αναμορφώσουν τον κόσμο και να υψώσουν το λάβαρο του Πολιτισμού. Απέναντί τους στέκονται τα σκέλεθρα του Χάους, στα οποία αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο. Οι μούμιες του ακαδημαϊσμού, οι πληρωμένοι αχθοφόροι της βούλησης εκείνων που κυβερνούν τον κόσμο της ύλης. Και δίπλα σ’ αυτούς θα παραταχθούν τα παρδαλά πλήθη των οξειδωμένων καλλιτεχνών της εποχής μας, ανάμεσα στους οποίους θα βρίσκεται πάντοτε η ενσάρκωση ενός προτύπου το ίδιο αρχαίου με εκείνο του ήρωα. Ανάμεσά τους θα βρίσκεται ο προδότης. Αυτός που όντας ανάξιος να αναχθεί στο επίπεδο του ηθικά ακέραιου ιππότη-δημιουργού, εκδικείται τον εαυτό του με το να προδίδει τους Άξιους, γινόμενος το πιο σάπιο κομμάτι του υλικού κόσμου. Ο φόβος των θλιβερών αυτών υπάρξεων είναι οι ιεροί Ιππότες που υψώνουν τους περίλαμπρους θυρεούς τους δίχως να διαθέτουν κόκκο χρυσού δικό τους. Γιατί μπορεί να μίλησα για τη μοναχικότητα των εκλεκτών αλλά δεν είπα ότι οι Αγωνιστές έπαψαν να υπάρχουν.


“Ουδέν κακόν αμιγές... καλού“ του Darth Iakve, Μέλους Συλλόγου Φίλων Τόλκιν (www.lordoftherings.gr) “It was a Balrog of Morgoth,” said Legolas; “of all elfbanes the most deadly, save the One who sits in the Dark Tower.” (Fellowship of the Ring) Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε μέσα σε κατανοητά πλαίσια το απόλυτο Κακό (με Κ κεφαλαίο), πόσο μάλλον να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε από τη μια πλευρά το λόγο ύπαρξης και από την άλλη το ένστικτο αυτοσυντήρησης που διακατέχει ένα μοχθηρό και απαίσιο πλάσμα, υπηρέτη του απόλυτου Κακού, το τελευταίο του είδους του, ένα Balrog. Χωρίς αμφιβολία, η ατζέντα των δραστηριοτήτων του

Sauron περιελάμβανε δύο βασικές παραμέτρους κατά την περίοδο της επαναφοράς του στο πολιτικο-στρατιωτικό προσκήνιο: α) η πρώτη και κυριότερη ήταν η εύρεση του Ενός Δακτυλιδιού, κάτω υπό οιεσδήποτε συνθήκες, και η επαναφορά του στον αρχικό του κάτοχο, τον ίδιο. β) η αέναη και αδιάλλειπτη παρουσία τρόμου και φόβου στις περιοχές των βασιλείων των Dunedain (τρομοκρατία και εκφοβισμός σε οποιαδήποτε μορφή), ώσπου να ικανοποιηθεί ο πρώτος στόχος. O Sauron κατά τις προετοιμασίες του στον Πόλεμο του Δακτυλιδιού ουδέποτε δοκίμασε να εκμεταλλευτεί την ύπαρξη σκοτεινών δυνάμεων του δάσκαλού του Morgoth, πλην των όντων που ο ίδιος ήλεγχε από την αρχή της εξουσίας και εμφανούς παρουσίας του στη Μέση Γη, όπως αντίθετα είχε κάνει παλαιότερα στον πόλεμό του με τα ξωτικά και τους βασιλείς της Numenor (φαίνεται οι παλιές του πρακτικές τον είχαν πείσει σε αλλαγή σχεδίων). Πρόβλημα επικοινωνίας, παραπληροφόρησης, ανεπαρκούς πληροφόρησης, μερικής-ολικής άγνοιας ή οικειοθελούς επίγνωσης; Η οποιαδήποτε προσπάθεια απάντησης σε αυτό το ερώτημα θα είναι μερική, με βάση τις πηγές των κειμένων και το οποιοδήποτε συμπέρασμα αναγκαστικώς θα περιέχει σε μεγάλο βαθμό υποθέσεις. Ως δύο υπηρέτες του αρχικού Κακού, πόσο πραγματικά γνώριζαν το Balrog και ο Sauron ο ένας για την ύπαρξη του άλλου; Θα μπορούσαν να αλληλοεξουδετερωθούν; Μην ξεχνάμε ότι τα Balrogs ήταν εξ αρχής υπηρέτες του Morgoth και της ίδιας κλάσης/τάξης με αυτήν του Sauron και του Gandalf. Mε την απομάκρυνση του Melkor από τη σφαίρα της Μέσης Γης είναι πολύ πιθανό το συγκεκριμένο Balrog της Moria, το επονομαζόμενο «Durin’s Bane», να απέκτησε ιδιότητες «ελεύθερου πνεύματος», δηλαδή να έγινε ανεξάρτητο κακό. Κι όμως, ουδέποτε το ίδιο «ορέχτηκε» αυτόβουλα δόξα και εξουσία για τον εαυτό του, αλλά ούτε κάποιος άλλος Ακατανόμαστος του έδωσε τα κίνητρα για κάτι τέτοιο. Σχεδόν όλα τα Balrogs, σύμφωνα με τις πηγές, καταστράφηκαν και στην ουσία ΔΕΝ ήταν ο Sauron αυτός που ξύπνησε τον Δαίμονα της Φωτιάς μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια που οδηγούσαν στο Khazad-dûm, αλλά ο φθόνος των Νάνων. Εξ’ άλλου, όλα αυτά συνέβησαν κατά την περίοδο της Τρίτης Εποχής, πριν από τη δεύτερη έλευση

John Howe, Gandalf Falls With The Balrog

του Sauron. Είναι επίσης αρκετά πιθανό λόγω του φόβου που είχε το ίδιο το Balrog για την ενδεχόμενη καταστροφή του από τους Valar κατά το τέλος της Πρώτης Εποχής, να κρύφτηκε στην τότε Moria, ελπίζοντας ότι θα διαφύγει της ανίχνευσης από τα θεϊκά όντα. Ο Tolkien δεν ξεκαθαρίζει το θέμα ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη πλευρά. Αναφέρει σε ένα γράμμα του (#144 προς την Naomi Mitchison) ότι το Balrog «είχε δραπετεύσει και βρει καταφύγιο μέσα στα βουνά», αλλά αυτό είναι η μοναδική αναφορά σε κείμενο εκτός του «Άρχοντα των δακτυλιδιών». Κατά το συγγραφέα, υπονοείται ότι η επανεμφάνιση του κακού του Sauron ίσως να συνέβαλε στο επικείμενο «ξύπνημα» του πλάσματος. Ο Elrond αναφέρει ότι «διαισθάνεται» την αυξανόμενη επιρροή του Sauron σαν μια σκιά πάνω από τη χώρα και το μυαλό του. Τοιουτοτρόπως και το Balrog θα μπορούσε να «διαισθανθεί» κάτι ανάλογο. Αλλά το ίδιο ως γεγονός μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς κατά τα θρυλούμενα των


προσανατολισμό κατάκτησης ή κατεξουσίασης του κόσμου, πέρα τού ότι επιθυμούσε σφόδρα να το αφήσουν στην ησυχία του. Ατυχέστατα για τους Νάνους, από τη μια το Balrog επέλεξε να μείνει σε ένα χώρο στον οποίο υπήρχε μια πλούσια φλέβα από Mithril και από την άλλη, εξαιτίας του φόβου μιας ενδεχόμενης καταστροφής, τα δολοφονικά του ένστικτα δούλευαν υπερωρίες. Από τη στιγμή, βέβαια, που και ο Gandalf, αλλά παράλληλα και ο Sauron είχαν ακούσει τους ίδιους θρύλους από τους Ο Sauron σε καμία περίπτωση δεν ήταν «ο πανταχού παρών Νάνους για το «Durin’s Bane», ο πρώτος δεν μάντεψε και τα πάντα πληρών». Χρειαζόταν σκοτεινές δυνάμεις, σωστά παρ’ όλο που είχε πρόσβαση σε πηγές των Νάνων, κατασκόπους και τέρατα του κακού για να γνωρίσει τις ενώ για τον δεύτερο μόνο το στοιχείο της κατασκοπείας κινήσεις των εχθρών του, πέρα από τις μαγικές δυνάμεις θα του έδινε το πλεονέκτημα της γνώσης ως προς το τι του. Ιδιαίτερα για να ανακαλύψει πού βρίσκεται το ίδιο είναι πραγματικά ο «Tρόμος της Moria». το δακτυλίδι, όταν κατά «καλή» του τύχη κάποιος με το όνομα Gollum του έκανε -ύστερα από «επιχειρηματική H διαφορά προτεραιοτήτων των δύο υπηρετών του Κακού, πειθώ»- λόγο για κάποιον Baggins, ένα Shire και κάτι Hob- οι οποίοι στην ουσία δούλευαν ανεξάρτητα, προκάλεσε στο τέλος τη γέννηση ενός καλού. Η «ασυμφωνία bits. χαρακτήρων», είτε αυτή οφειλόταν στον αμοιβαίο φόβο “We fought far under the living earth, where time is not είτε στην επίγνωση των δυνατοτήτων του ενός προς τον counted. Ever he clutched me, and ever I hewed him, till άλλον, λειτούργησε θετικά σε τελική ανάλυση για τους at last he fled into dark tunnels. They were not made by κατοίκους της Μέσης Γης, καθώς η μη σύμπραξή τους σε Durin’s folk, Gimli son of Gloin. Far, far below the deep- ένα κοινό στόχο με σκοπό το γενικό Κακό οδήγησε στην est delving of the Dwarves, the world is gnawed by name- αποκαθήλωση και καταστροφή και των δύο. less things. Even Sauron knows them not. They are older than he (σ.σ.: Sauron).” (The White Rider) Ένα συμπληρωματικό ερώτημα, το οποίο θα ήταν άκρως ενδιαφέρον, είναι αν ο Saruman γνώριζε για την ύπαρξη Και όμως, μπορεί κάποιος να αγνοήσει το στοιχείο ο Sau- του Balrog; Και αν ναι, θα τολμούσε ο ίδιος να το υποτάξει; ron να γνώριζε ότι το Balrog ή ένα τουλάχιστον από τα Είχαν τα δικά του Orcs βρεθεί στην Moria ή έστω σε Balrogs, υπηρέτες του δασκάλου του, ήταν ακόμη ζωντανό κοντινή επαφή με Orcs της Moria, ώστε να μπορέσουν να και ετοιμοπόλεμο; Αν γνώριζε, γιατί δεν το έβαλε στις τροφοδοτήσουν τον Saruman με αρκετές πληροφορίες προτεραιότητές του να το υποτάξει με βίαια ή μη βίαια για να μαντέψει ο ίδιος την πιθανή αλήθεια; Από την μέσα, ώστε να το χρησιμοποιήσει; Ακόμη και χωρίς το άλλη, θα δεχόταν το Balrog «ηθικά» να... συνεργαστεί με δακτυλίδι, εξακολουθούσε να είναι ένας εκ των μαθητών κάποιον από την τάξη των Istari, υπαίτιο της αρχικής του του Morgoth. Εξάλλου, τα Balrogs ήταν υποτελή στον πτώσης; Αν και ο θυμόσοφος λαός μας τονίζει ότι «ενός Gothmog, που με τη σειρά του ήταν υποτελής στον Sau- κακού μύρια έπονται», στην περίπτωση της τριπλέτας Sauron. Ο Νεκρομάντης, όπως έγινε γνωστός αργότερα, ron - Balrog - Saruman, επειδή ακριβώς και οι τρεις τους ξεκίνησε να γεμίζει την Moria με δικά του Orcs, πλάσματα έβλεπαν τρία διαφορετικά μονοπάτια, ο τελικός χαμένος τυφλά υποταγμένα σε αυτόν. ήταν από κοινού και οι τρεις. Και όπως λένε, τα υπόλοιπα είναι απλώς ιστορίες. Gandalf, looking out from the Chamber of Mazarbul, observes: ‘There are Orcs, very many of them,’ he said. ‘And some are large and evil: black Uruks of Mordor. [...]’ Legolas και Gandalf, και οι δύο εκπλήσσονται που υπάρχει ένα Balrog ενεργό ακόμη. Πώς αλήθεια βρέθηκε το Balrog στην Moria κανείς πραγματικά δεν γνωρίζει. Γιατί «κοιμήθηκε», επιπρόσθετα, πάλι ουδείς γνωρίζει. Πόσο μάλλον, όταν δεν είναι γνωστό και το πώς «ξύπνησε», ιδιαίτερα γιατί ήταν συνεχώς θυμωμένο με το περιβάλλον του (δίνει μια ελαφρά προτίμηση στα Orcs και όχι στους Νάνους).

[LotR II, 5 ‘The Bridge of Khazad-dûm’] Η παρουσία στην Moria των Mordorin Orcs υποδηλώνει ένα επίπεδο αλληλοκατανόησης μεταξύ της Mordor και της Moria, ανάμεσα στον Sauron και το Balrog. Κανένας εκ των δύο δεν ήταν υποτελής στον άλλον, παρ’ όλο που το Balrog ήταν κατώτερο των δύο και στην περίπτωση που ο Sauron εν τέλει νικούσε, θα γινόταν και αυτό σκλάβος του, όπως και η υπόλοιπη Μέση Γη. Αν και ουδέποτε ήρθαν σε άμεση επαφή, φαίνεται να διατήρησαν ένα είδος άγραφης συμμαχίας, μια «σιωπηλή ομερτά» (τύπου Shelob) όσον αφορά τουλάχιστον όντα που τα λογάριαζαν ως κοινούς εχθρούς, καθώς και ενός άγραφου κανόνα να μην εισχωρεί ο ένας στα «χωράφια» του άλλου, αφού κανένας εκ των δύο δεν φάνηκε να διαθέτει τη δύναμη να επιβληθεί στον άλλον. Αν ορίσουμε ένα χρονικό ορίζοντα, με αρκετή βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι ο Sauron δεν γνώριζε ότι το Balrog κρυβόταν στα θεμέλια της Γης μέχρι τη στιγμή που αυτό ξύπνησε το TA 1980. Αμέσως μετά το γεγονός αυτό απέκτησε την Ithil Stone και άρχισε να εποικεί την Moria, στοιχεία που σημαίνουν ότι θα είχε λάβει αναφορές από τους διάφορους κατασκόπους του και υπηρέτες στην προσπάθειά του να εντοπίσει το Ένα Δακτυλίδι. Χρησιμοποιώντας τα ίδια στοιχεία-παράγοντες ως συγκοινωνούντα δοχεία, μπορούμε να πούμε με επιφύλαξη ότι ΚΑΙ το Balrog είχε γνώση της ύπαρξης του Sauron από τους ίδιους πληροφοριοδότες, αν και δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα κατά ποίον τρόπο θα μπορούσε το Balrog να αποκτήσει αυτές τις πληροφορίες. Αν και το Balrog παραμένει ένα κακό Maiar, δεν φαίνεται εκ του αποτελέσματος ότι είχε κάποιο προσωπικό


Οι

300

του Frank Miller του Σταμάτη Μαμούτου, Προέδρου Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ

Ήταν το έτος 1998, όταν στην αγγλοσαξονική αγορά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Dark Horse η εικονογραφημένη νουβέλα του Frank Miller, που έφερε τον τίτλο «300» και είχε ως θέμα τη μάχη των Θερμοπυλών. Ο Miller ήταν γνωστός ως ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς εικονογραφημένων ιστοριών και η είδηση ότι το εν λόγω έργο αφορούσε ένα σημαντικό γεγονός της ελληνικής ιστορίας είχε δημιουργήσει κλίμα ενθουσιασμού στη μικρή ελληνική κοινότητα του φανταστικού.

είναι αρκετή για να υποβάλλει στον αναγνώστη μια αίσθηση βουβού και μεγαλόπρεπου δέους, το οποίο προαναγγέλλει ενστικτικά το δράμα που πρόκειται να επακολουθήσει. Είναι επίσης αρκετή για να ωθήσει το φαντασιακό δυναμικό στη διασάλευση της αίσθησης των ορίων του υλικού του περιβάλλοντος. Ο αναγνώστης ερχόμενος σε επαφή με τις σελίδες του περιοδικού βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο της εικονογράφησης και παρακολουθεί από ένα απόμακρο ύψωμα τους τριακοσίους να προχωρούν.

Η προσδοκία ότι το «300» θα ικανοποιούσε το αναγνωστικό κοινό επιβεβαιώθηκε αρχικά, από τους τυχερούς που πρόλαβαν να το διαβάσουν στην αρχική του έκδοση (στην αγγλική γλώσσα). Όταν, εν τέλει, μεταφράστηκε από την Αγαθή Πεπεράκη και κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Απρίλιο του 1999 από τις εκδόσεις Μαμούθ Comics, ήμουν από αυτούς που έσπευσαν άμεσα να αποκτήσουν τα πέντε μηνιαία τεύχη του. Όπως αποδείχτηκε, έκανα μια από τις πλέον επιτυχημένες επιλογές μου.

Πως, όμως το καταφέρνουν αυτό οι συντελεστές του έργου; Θα δοκιμάσουμε να απαντήσουμε ακολουθώντας το Λεωνίδα και τους άντρες τους στις οκτώ αυτές σελίδες.

Τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτή την ανεπανάληπτη εικονογραφημένη ιστορία; Μέσα σε πέντε τεύχη (που αργότερα κυκλοφόρησαν και σε ενιαία βελτιωμένη έκδοση) ο Frank Miller, που είχε αναλάβει τα κείμενα και τα σχέδια, καθώς και η Lynn Varley, που είχε προσθέσει τα χρώματα, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ανεπανάληπτο λογοτεχνικό και εικαστικό δημιούργημα, το οποίο ακόμη και μετά από δεκάδες επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις δύναται να αναγνωριστεί ως μια μεγαλειώδης και απολαυστική δημιουργία, που ο αναγνώστης δεν κουράζεται ποτέ να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει. Υπάρχει μια παλιά παροιμία που λέει ότι η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί. Είμαι της γνώμης ότι οι «300» τη δικαίωσαν με τον πλέον σαφή τρόπο! Η επαφή με τις οκτώ πρώτες εισαγωγικές σελίδες της εικονογραφημένης αυτής νουβέλας,

Εικόνα 1

Στην πίσω κιόλας πλευρά του εξωφύλλου, (εικόνα 1) στο σημείο δηλαδή όπου αναγράφονται τα ονόματα των συντελεστών και ο τίτλος του πρώτου τεύχους, ο αναγνώστης βλέπει τα κύματα μιας θάλασσας αίματος να σκάνε με μανία σε μια βραχώδη ακτή, πάνω από την οποία -και κάτω από έναν νεφελώδη ουρανό- υψώνονται δυο τεράστιοι γήινοι όγκοι που στο ενδιάμεσό τους υπάρχει ένα μικρό πέρασμα. Πρόκειται για τις Θερμοπύλες. Ο συνδυασμός των χρωμάτων της εικόνας, τα περιγράμματα των σχημάτων που είναι συγκεκριμένα και τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους που σβήνονται μέσα στους χρωματικούς σ υ νδ υ α σ μ ο ύ ς , δημιουργούν μια σκυθρωπή ατμόσφαιρα ρομαντικής αισθητικής, στην οποία νιώθει κανείς να αιωρείται μια αδιόρατη απειλή.


γκριζοκίτρινων χρωματισμών, γεννώντας την αίσθηση ότι ο αναγνώστης παρατηρεί ένα ωχροκίτρινο ηλιοβασίλεμα που έχει ήδη αρχίσει να παραχωρεί τη θέση του στο σκοτάδι του σούρουπου. Η αίσθηση της προοπτικής, που απλώνει τη θέα ως τα πέρατα του ορίζοντα, είναι καταπληκτική. Εκείνο ωστόσο που κάνει εντύπωση μετά από μια δεύτερη ματιά είναι ο συγχρονισμένος βηματισμός των στρατιωτών που κρατούν στρογγυλές ασπίδες, επάνω στις οποίες είναι χαραγμένο το γράμμα Λ. Σε ένα πολύ μικρό ορθογώνιο κουτάκι, υπάρχει η μοναδική λέξη που συνοδεύει την εικόνα: ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ.

Εικόνα 2

Ακολουθούν δυο σελίδες στις οποίες απλώνεται το πρώτο σκίτσο της πλοκής (εικόνα 2). Αυτό απεικονίζει μια ομάδα πολεμιστών, τα ολογράμματα των οποίων είναι ζωγραφισμένα με λιτό ύφος, ενώ τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους αχνοφαίνονται και κρύβονται στο ημίφως και κάτω από τους τυλιγμένους μανδύες τους. Ο ουρανός παρουσιάζεται μέσα από μια ανάμιξη μελανών και

Στις δυο σελίδες που ακολουθούν παρουσιάζεται το επόμενο σκίτσο (εικόνα 3). Τα ίδια χαρακτηριστικά, οι ίδιοι πολεμιστές. Μόνο που αυτή τη φορά, ο αναγνώστης τους βλέπει από το πλάι να κινούνται ανηφορικά σε ένα ύψωμα. Ο βηματισμός εξακολουθεί να είναι συγχρονισμένος. Όπως και στο προηγούμενο σκίτσο, το δεξί πόδι όλων των πολεμιστών πατάει μπροστά. Ωστόσο, τόσο στην προηγούμενη όσο και σ’ αυτή την εικόνα, ο συγχρονισμένος βηματισμός δεν είναι το άμεσο θέαμα που παρατηρεί κανείς. Αντίθετα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρίσκεται στο νοηματικό υπόβαθρο του σκίτσου και συμβάλει τα μέγιστα στην ανάδειξη της δραματουργικής έντασης που αποπνέει η επιφάνεια της εικόνας. Αυτό είναι και ένα από τα πολλά στοιχεία του έργου, που έκανε τους κατακριτές του Miller να καταφερθούν εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί έντεχνη απόκρυψη μιας διάθεσης να διοχετευθούν υποσυνείδητα στον αναγνώστη ολοκληρωτικοί αυτοματισμοί. Εντύπωση, βέβαια, προκαλεί το γεγονός ότι οι κύριοι αυτοί, με τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές ανησυχίες, ξεχνούν ότι στην τέχνη οφείλουν να μην ασκούν λογοκρισία, όπως δεν κάνουν και στα «προχωρημένα» έργα των αγαπημένων τους πρωτοπόρων (avant garde) καλλιτεχνών. Επιστρέφοντας στην ανάλυση του εν λόγω σκίτσου, θα πρέπει να συμπληρώσουμε πως τα μικρά κουτάκια με τα κείμενα, αυτή τη φορά είναι τρία και εμφανίζονται κλιμακωτά προς τα κάτω, γράφοντας:

Εικόνα 3

«ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΤΡΕΥΤΗ ΛΑΚΩΝΙΑ», «…ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΣΠΑΡΤΗ…», «ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ».


Εικόνα 4

Το επόμενο σκίτσο που καλύπτει επίσης δυο σελίδες, φέρνει τον αναγνώστη να παρακολουθεί τους πολεμιστές από ψηλά, βλέποντας αυτή τη φορά ξεκάθαρα τα σκυθρωπά και αποφασιστικά τους πρόσωπα να διατηρούν μια σιδερένια νηφαλιότητα, η οποία όμως μόλις και μετά βίας συγκρατεί την εκτίναξη των εσωτερικών ορμών τους, (εικόνα 4) όπως αποκαλύπτει η αγριωπή ματιά ενός εκ

των πολεμιστών που στρέφεται προς τα πάνω, σα να έχει συλλάβει κάτι ανεπαίσθητο που οι υπόλοιποι δεν έχουν αντιληφθεί (εικόνα 5). Τα τρία κουτάκια των κειμένων κατεβαίνουν και πάλι κλιμακωτά συνοδεύοντας την εικόνα με τις εξής φράσεις: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ», «ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ», «ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ».

Εικόνα 5


Το τελευταίο σκίτσο με το οποίο θα καταπιαστούμε στο άρθρο αυτό (εικόνα 6), ολοκληρώνει την εισαγωγή της εικονογραφημένης ιστορίας, παρουσιάζοντας από μπροστινή και ελαφρώς πλάγια θέση, ολόκληρη την ομάδα των πολεμιστών να περνά έναν βραχώδη και χορταριασμένο λόφο.

εσωτερικό ρεύμα ενστικτώδους επικοινωνίας. Είναι κυριολεκτικά ένας οργανισμός. Η επιλογή του ωχροκίτρινου ηλιοβασιλέματος και του σούρουπου δεν φαίνεται να είναι τυχαία. Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται έχει κάτι το μελαγχολικό, το αρρωστημένο και το αδιόρατα απειλητικό. Η χρήση των συγκεκριμένων χρωμάτων μπορεί να ζωντανεύει το περιβάλλον, αλλά δημιουργεί παράλληλα και μια πυρετώδη ασφυξία στον αναγνώστη. Όμως οι Σπαρτιάτες δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ή να επηρεάζονται καθόλου από τις δυσοίωνες αυτές υποψίες. Απλώς συνεχίζουν να βαδίζουν, αφήνοντας τις όποιες υποβλητικές φοβίες και απειλές εκτός του οπτικού τους πεδίου. Ακολουθούν τον τραγικό δρόμο της ζωής τους ακλόνητοι και ατρόμητοι. Είναι προφανές ότι ο Miller με την εισαγωγή αυτή δεν προετοιμάζει απλά τον αναγνώστη για το τι έπεται στο έργο, αλλά παράλληλα δημιουργεί και έναν έντονο συμβολισμό. Οι πολεμιστές που παρουσιάζει είναι σίγουρα οι 300 του Λεωνίδα που πορεύονται προς τις Θερμοπύλες για να υπερασπιστούν την πατρίδα, ωστόσο δεν είναι μόνο εκείνοι. Κι αυτό γιατί αποτελούν έναν συμβολισμό του διαχρονικού ηρωικού προτύπου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση μορφοποιείται με τον πλέον ενδεικτικό τρόπο (δηλαδή τους Σπαρτιάτες).

Εικόνα 6

Ο βηματισμός εξακολουθεί να είναι συγχρονισμένος, τα περιγράμματα των πολεμιστών συγκεκριμένα, αλλά τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους δυσδιάκριτα μέσα από τις περικεφαλαίες και τον υπόλοιπο εξοπλισμό. Οδηγός είναι ένας πολεμιστής που με τον αυλό του κρατά το ρυθμό του βαδίσματος, ενώ μπροστά από την ομάδα των πολεμιστών προπορεύεται η μορφή ενός ασκεπή άντρα που βαδίζει με τον ίδιο βηματισμό και τον ίδιο τρόπο με τους υπολοίπους, αλλά που κάτι στο κόψιμο της κορμοστασιάς του και στην αρχοντική αποφασιστικότητα που αποπνέει η εικόνα του, μαρτυρά σιωπηρά ότι αποτελεί τον αρχηγό της ομάδας. Δηλαδή, το βασιλιά Λεωνίδα. Το σκίτσο συμπληρώνει η απλή αναγραφή μιας ημερομηνίας. 480 π.Χ. Οι Ήρωες Νομίζω ότι θα πρέπει να σταθούμε σε αυτή την εισαγωγή, γιατί αποτελεί ένα μνημειώδες προοίμιο για το έργο. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα σχήματα και τα χρώματα είναι κυριολεκτικά καταπληκτική και δίνει την αίσθηση ότι μόλις ο αναγνώστης ανοίξει το comic, ένα χέρι εξέρχεται μέσα από αυτό και τον τραβά στο εσωτερικό του, κάνοντάς τον να νιώσει ότι βρίσκεται κι αυτός κάπου μέσα στο χώρο, πίσω από τους ογκώδεις βράχους και τους χορταριασμένους λόφους της αρχαίας Ελλάδος. Τα κλασικιστικά στοιχεία των σχεδίων με τις λιτές γραμμές, συμπλέκονται με τη βαριά και σκοτεινή ατμόσφαιρα των χρωμάτων που διαχέονται ελαφρώς το ένα μέσα στο άλλο για να δημιουργήσουν το υπόβαθρο του χώρου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η συγκρότηση μιας άκρως επιτυχημένης ρομαντικής εικαστικής ολότητας.

Οι πολεμιστές που βαδίζουν αποτελούν μια συμβολική αναπαράσταση των απανταχού ηρώων της ιστορίας. Εκείνών δηλαδή, που ξεχωρίζοντας από τους πληθυσμούς των απλών ανθρώπων, κατευθύνουν αυτοβούλως την ιστορία. Εκείνων που αυθόρμητα αποφασίζουν να σηκώσουν το βάρος των ευθυνών τους, αλλά και των ευθυνών ολόκληρης της ανθρωπότητας στους ώμους τους και να πράξουν αυτό που ενδογενώς γνωρίζουν πως πρέπει να πράξουν, χωρίς να το συζητήσουν, χωρίς να το υπολογίσουν και χωρίς να το διαπραγματευθούν. Οι «300» του Miller είναι οι 300 της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, είναι οι συναγωνιστές του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην προδιαγεγραμμένη ματαιότητα της υπεράσπισης της Κωνσταντινούπολης, είναι ο Ιππότης που απεικονίζει ο πίνακας του Άλμπρεχτ Ντύρερ να αγνοεί τον διάβολο και τον θάνατο που επιτηρούν την πορεία του και να προχωρά αγέρωχα προς τα μπρος, είναι η φωνή του Φρειδερίκου Χέλντερλιν που μας υπενθυμίζει ότι «όλες ακόμα ζουν, οι των ηρώων μητέρες», είναι οι Ήρωες του Τόμας Καρλάιλ και του Ιωάννη Συκουτρή. Οι ήρωες.. αυτοί που οδηγούν την ιστορία. Αυτοί που αψηφώντας το Χάος που τους περιβάλλει προχωρούν εμπρός, δημιουργώντας σχήματα πολιτισμού και γεμίζοντας με νόημα την ανθρώπινη ζωή.

Η ποιότητα του εικαστικού υπόβαθρου δεν αποτελεί όμως το βασικό στοιχείο της εν λόγω εισαγωγής. Γιατί εκείνο που κυριολεκτικά συνεπαίρνει τον αναγνώστη/ παρατηρητή, είναι η όλη κίνηση των πρωταγωνιστών. Με την απεικόνιση της κίνησης αυτής, ο Miller καταφέρνει μέσα από τέσσερα μόλις σκίτσα, να ζωντανέψει την οργανικότητα της στρατιωτικής και αριστοκρατικής κοινωνίας των αρχαίων Σπαρτιατών. Φυσιογνωμίες σκυθρωπές, σημαδεμένες από τις μάχες, σοβαρές και αποφασιστικές, βαδίζουν. Βαδίζουν συγχρονισμένα σα να αποτελούν ένα σώμα, ακόμη και την ώρα που σκαρφαλώνουν σε ανηφοριές. Κοιτάζουν μπροστά έχοντας απόλυτη επίγνωση του σκοπού τους. Δεν συνομιλούν. Κατευθύνονται διαπνεόμενοι από ένα

Albrecht Durer, Knight, death and the devil, (1513)


Οι Σπαρτιάτες δεν πήγαν να πολεμήσουν για να στεφθούν με επιτυχία. Οι ήρωες δεν επιζητούν την επιτυχία, όπως υποστηρίζει σοφά ο Ιωάννης Συκουτρής στο έργο του «Η φιλοσοφία της ζωής». Η επιτυχία συνδέεται με την εργαλειακή φρόνηση και σημαίνει την προσαρμογή της ψυχής προς τα πράγματα. Επιτυχία σημαίνει πραγματοποίηση ενός σκοπού που βρίσκεται έξω από το Εγώ του ήρωα. Πρόκειται για μια προσαρμογή του Εγώ προς την καθημερινότητα του περιβάλλοντος που συγκροτεί το παρόν. Ωστόσο, ο σκοπός και το νόημα της ύπαρξης των ηρώων βρίσκεται εντός του δικού τους Εγώ. Η αποστολή τους είναι να πολεμήσουν το παρόν, να αναβιβάσουν τα πράγματα προς την ψυχή τους, να τα γεμίσουν με νόημα και να τα κάνουν αντάξιά τους. Οι ήρωες δεν επιτυγχάνουν. Οι ήρωες νικούν. Οι μάχη των Θερμοπυλών για τους 300 ήταν ανεπιτυχής και ταυτοχρόνως νικηφόρα, αφού δεν πέτυχαν τελικά να αποκρούσουν τους Πέρσες αλλά κατάφεραν να νικήσουν, προβάλλοντας ένα διαχρονικό πρότυπο συμπεριφοράς για την ανθρωπότητα, το οποίο συμπυκνώνει το νόημά του γύρω από τις έννοιες της τιμής, της ευθύνης, του πατριωτισμού και της αδιαφορίας μπροστά στο θάνατο προκειμένου να υπερασπιστούν οι υπέρτατες αξίες που παράγουν πολιτισμό και νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ζωή. Ο Miller είναι προφανές ότι κατανοεί σε βάθος όλο αυτό το συλλογισμό, γι’ αυτό και δημιουργεί τον εν λόγω συμβολισμό. Έναν συμβολισμό, που υπενθυμίζει στον αναγνώστη τον προαιώνιο ρόλο του ήρωα στην ανθρώπινη ιστορία και την αναγκαιότητα της εκδήλωσής του σε κάθε εποχή. Οι «300» του, βαδίζουν μέσα στην αρρωστημένη και απειλητική ατμόσφαιρα, που έχουν δημιουργήσει τα χρώματα της Lynn Varley, προς τη νίκη. Οι ήρωες του παρόντος και του μέλλοντος, οφείλουν να κάνουν το ίδιο στο αρρωστημένο Χάος της νεωτερικότητας. Το Comic Όταν μια εικονογραφημένη ιστορία στις πρώτες κιόλας της σελίδες ξεκινά με αυτές τις προοπτικές, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς για τη συνέχεια πέρα από την ολοκλήρωση ενός αριστουργήματος. Πράγματι, οι προσδοκίες δικαιώνονται. Το έργο ολοκληρώνεται με σκίτσα και χρώματα τα οποία ζωντανεύουν την εκπληκτική ατμόσφαιρα που περιγράψαμε πιο πριν. Τα κείμενα είναι λιτά, κοφτά, και σχεδόν προστακτικά, επιτυγχάνοντας μια απόλυτη αντιστοιχία με τη στρατιωτική γλώσσα και τη συμπεριφορά της λακωνικής κοινότητας. Το ύφος είναι επικό, ενώ η πλοκή κρατά την αγωνία στο κατακόρυφο μέχρι το τέλος. Οι απεικονίσεις των μαχών είναι επιτυχημένες και (οφείλω να ομολογήσω εξόχως) βίαιες. Κάποιες ιστορικές ανακρίβειες ενδεχομένως να υπάρχουν, ωστόσο κι αυτές αποτελούν την μάλλον επιτυχημένη κατάληξη

μιας προσπάθειας που έκαναν οι συντελεστές για να αποτυπώσουν στο χαρτί με πιο έντονο και δραματικό τρόπο κάποια περιστατικά (για παράδειγμα ο Καιάδας που στα σκίτσα αποτυπώνεται ως ένα πηγάδι το οποίο βρίσκεται κάπου στο κέντρο της Σπάρτης ή ο διάλογος του Λεωνίδα με τον Εφιάλτη). Καμία σχέση δηλαδή με τη συνειδητή προσπάθεια διαστρέβλωσης της αρχαίας ιστορίας στην οποία έχουν επιδοθεί κατά καιρούς διάφοροι σύγχρονοι καλλιτέχνες. Η επιτυχία της εικονογραφημένης αυτής ιστορίας να αναδείξει με εκπληκτικό τρόπο τη ζωή της αρχαίας Σπάρτης, γίνεται φανερή και μέσω της έμφασης που δίνεται στο ρόλο των γυναικών, οι οποίες όπως είναι γνωστό, στην Σπάρτη έχαιραν ισονομίας και αναγνώρισης που δεν υπήρχαν σε καμιά άλλη πόλη της κλασικής αρχαιότητας. Η αγέρωχη και γοητευτική Σπαρτιάτισσα σύζυγος του Λεωνίδα που σχεδίασε ο Miller, έχει συνειδητοποιήσει το τραγικό χρέος του άνδρα της και το υπομένει γενναία φωνάζοντάς του «ή ταν ή επί τας» την ώρα που εκείνος φεύγει, ενώ και ο βασιλιάς λυπάται που έχει μόνο τριακόσιους μαχητές να θυσιάσει γιατί θεωρεί ότι ο κάθε Σπαρτιάτης και η κάθε Σπαρτιάτισσα θα έπρεπε να έχει μερίδιο σ’ αυτή τη δόξα. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και στην ισόβια εκπαίδευση των Σπαρτιατών, με απεικονίσεις σωματικών και ψυχολογικών στρατιωτικών γυμνασίων. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέραμε και την ανάδειξη της λακωνικής ειρωνείας που συμπληρώνει τη συμπεριφορά των χάρτινων ηρώων, με κορυφαία ίσως στιγμή της, την άρνηση του Λεωνίδα να γονατίσει μπροστά στον Ξέρξη, λέγοντάς του ότι η πρόταση είναι ενδιαφέρουσα αλλά αδυνατεί να την εκτελέσει λόγω μιας κράμπας που έπαθε κατά τη διάρκεια της μάχης! Τέλος, θα πρέπει να επισημάνουμε πως τα σκίτσα του Miller παρουσιάζουν τους Έλληνες πολεμιστές συνολικά (και όχι μόνο τους Σπαρτιάτες) με τα κανονικά χαρακτηριστικά του έθνους μας. Δηλαδή, λευκούς και μελαχρινούς. Αφήνουν έτσι στο περιθώριο τις ανιστόρητες θέσεις του Φαλμεράυερ με τις οποίες θρέφονται, κυρίως σήμερα, οι πάσης φύσεως παρασιτικοί, εντεταλμένοι παραχαράκτες της ιστορίας, που εντός κι εκτός Ελλάδος, διακηρύσσουν μανιωδώς την ανιστόρητή τους πεποίθηση ότι οι σύγχρονοι Έλληνες αποτελούμε υβριδικό συνονθύλευμα που δεν έχει καμία συγγένεια με τους, δήθεν, βορειοευρωπαϊκών χαρακτηριστικών, αρχαίους Έλληνες.


αρχετύπου. Ευθεία μύτη, λεπτά, σφιχτά και γεμάτα χείλη, έντονα ζυγωματικά, επίπεδο σαγόνι, ευρύ μέτωπο, αφοπλιστική ματιά και σκυθρωπό ύφος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επιλογή να δοθεί μελί χρώμα στα μάτια του, πράγμα που, ως Λακεδαιμόνιος την καταγωγή, δύναμαι να επιβεβαιώσω με σαφήνεια ότι ισχύει για τον μεγαλύτερο ίσως αριθμό των συντοπιτών μου σήμερα. Αριστοκρατία και Δημοκρατία Αν εξετάσουμε σε εθνικό επίπεδο το έργο, δεν μπορώ να φανταστώ τι ωραιότερο θα μπορούσαμε να περιμένουμε ως Έλληνες από τους συντελεστές του. Πρόκειται για ένα έργο που προσάρμοσε την πραγματικότητα στην φαντασία, σα να είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει οι δημιουργοί του, ανάμεσά μας.

Ο Βασιλιάς Λεωνίδας Ένα από τα στοιχεία του έργου με το οποίο οφείλουμε να καταπιαστούμε ιδιαιτέρως είναι ο ρόλος του Λεωνίδα. Ο Miller έχει συνθέσει το δημιούργημά του, αποδίδοντας στον Έλληνα βασιλιά τον κεντρικό ρόλο, έτσι που φαίνεται πως όλη η αφήγηση δομείται πάνω στο χαρακτήρα του και μέσα από την προσωπική του ματιά. Ο Λεωνίδας είναι ένας από τους ήρωες, αλλά όχι ο οποιοσδήποτε από αυτούς. Το ιεραρχικό του αξίωμα κάνει το συγγραφέα να του αποδώσει ένα ξεχωριστό βάθος στην όλη υπόθεση. Ο βασιλιάς Λεωνίδας είναι ένας πολεμιστής όπως όλοι οι υπόλοιποι, δεν κάνει τίποτε εντελώς διαφορετικό από όλους τους υπόλοιπους, εκφράζει τις ίδιες πολιτισμικές προδιαγραφές με όλους τους υπόλοιπους, ωστόσο είναι αυτός που καταφέρνει να κάνει όλα τα παραπάνω με ένταση και τρόπο που οι υπόλοιποι δεν μπορούν. Γι’ αυτό και ξεχωρίζει ως επικεφαλής των ηρώων.. ως αρχηγός. Ως άνθρωπος δηλαδή, που δεν είναι αποκομμένος ή ατομικιστικά ξεχωριστός από την κοινότητά του, αλλά που απλώς εκφράζει τις πολιτισμικές προδιαγραφές της σε ένταση και βάθος που δεν μπορούν να φτάσουν οι υπόλοιποι. Πρόκειται για μια ακριβέστατη και καταπληκτική προβολή του ηρωικού προτύπου, όπως αυτό έχει γεννηθεί από την ομηρική και την ορφική σκέψη της αυγής του ελληνισμού και όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων, μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Ο Λεωνίδας είναι το πρότυπο των υπολοίπων ηρώων. Την ώρα που αυτοί ξεκουράζονται, ο πολεμιστής Δήλιος τους διηγείται τις ηρωικές του περιπέτειες με γλαφυρότητα και στο τέλος όλοι ξεσπούν σε ιαχές επευφημίας του αρχηγού. Όμως εκείνος τους κοιτά σκεφτικός και τους συστήνει να μην κάνουν φασαρία αλλά να κοιμηθούν για να ξεκουραστούν. Όταν το κάνουν, αρχίζει να περιδιαβαίνει ανάμεσά τους, αγαλλιάζοντας με το θέαμα των αγαπημένων του μαχητών, μόνος με τις σκέψεις του, μόνος με το βάρος του κόσμου στους ώμους του. Ο βασιλιάς είναι γλυκός και συνάμα αυστηρός με τους πολεμιστές του. Είναι ο πνευματικός τους πατέρας, σάρκα από τη σάρκα τους, βρισκόμενος ένα βήμα εμπρός τους, ανιχνεύει το δρόμο της ζωής και τους κατευθύνει εκεί που πρέπει, προκειμένου να γίνουν με τον καιρό αντάξιοι και ανώτεροί του. Αυτό είναι, όμως που τον σκοτώνει. Γιατί γνωρίζει ότι ο καιρός είναι λίγος. Βλέποντας τα καράβια των Περσών να συντρίβονται από τη θαλασσοταραχή και τους πολεμιστές του να πανηγυρίζουν, διατηρεί την επιφυλακτικότητά του και σκέπτεται: «Ανόητοι. Οι αγαπημένοι ανόητοι νέοι. Πιστεύουν ότι έχουμε έστω και μια πιθανότητα». Η εμφάνιση του Λεωνίδα χαίρει ιδιαίτερης επιμέλειας από τον Frank Miller. Τα χαρακτηριστικά του βασιλιά αντανακλούν τη διαχρονικότητα του δυτικού ηρωικού

Ας επιστρέψουμε όμως στην ανάλυσή μας κι ας εστιάσουμε σ’ ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό της ιστορίας, το οποίο δεν είναι άλλο από τη θέση που παίρνει ο Miller για την πολιτική διαμάχη της Σπάρτης με την Αθήνα κατά την κλασική ελληνική αρχαιότητα. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Ο Miller δείχνει γοητευμένος από τη σιδηρά πειθαρχία και τη βαθιά σωφροσύνη του λακωνικού πολιτεύματος (που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη συνδυάζει στοιχεία αριστοκρατίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας, με μεγαλύτερη έμφαση στην αριστοκρατία), πράγμα που τον κάνει να το εκτιμά αισθητά περισσότερο από την αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτό γίνεται εμφανές σε πολλά σημεία του έργου. Στο πρώτο τεύχος, όταν ο Πέρσης αγγελιοφόρος ζητά την υποταγή της Σπάρτης στον Ξέρξη, ο Λεωνίδας απαντά: « Οι φήμες λένε ότι οι Αθηναίοι απέρριψαν ήδη την πρότασή σας. Κι αν αυτοί οι θεατρίνοι είχαν τα κότσια να το αρνηθούν…στο κάτω-κάτω εμείς οι Σπαρτιάτες πρέπει να σκεφτούμε και την υπόληψή μας». Η υπεροχή της σπαρτιατικής κοινωνίας γίνεται ξανά αντικείμενο αναφοράς όταν στο δεύτερο τεύχος ο Λεωνίδας συλλογίζεται ότι ένας εχθρός «φωλιάζει ανάμεσα στα σύννεφα του καλοκαιριού, στρογγυλός και παχύς σαν μερικούς λαίμαργους Αθηναίους». Στο τρίτο τεύχος, ο πολεμιστής Δήλιος διηγείται την ιστορία του ηλικιωμένου άντρα που στους ολυμπιακούς αγώνες όλοι οι Έλληνες με πρώτους τους Αθηναίους αρνήθηκαν να του παραχωρήσουν μια θέση, την οποία βρήκε τελικά ανάμεσα στο σεβασμό των Σπαρτιατών, ενώ στο πέμπτο εκτοξεύει και τα πιο αιχμηρά σχόλια περιγράφοντας τη μάχη του Μαραθώνα, κατά τη διάρκεια της οποίας όπως αφηγείται: «Αθηναίοι, ερασιτέχνες, δανδήδες, στολισμένοι πολίτες (και όχι στρατιώτες όπως οι Σπαρτιάτες) που πήγαν στον πόλεμο. Ούτε ένας Σπαρτιάτης ανάμεσά τους…Και πάλι όμως, έριξαν τους Πέρσες στη θάλασσα, μακριά». Και αφού συνεχίζει φτάνει στην ολοκλήρωση της αφήγησης λέγοντας: «Πάνοπλοι άντρες Αθηναίοι. Με τις δερμάτινες φούστες τους και τους υπέροχα λαξευμένους θώρακες. Τι όμορφη παρεούλα που θα ήταν!». Το σχόλιο του Δήλιου κάνει τους 300 και το βασιλιά Λεωνίδα για πρώτη φορά, να ξεκαρδιστούν στα γέλια. Το υπονοούμενο που θέλει την ομοφυλοφιλία χαρακτηριστικό των Αθηναίων είναι σαφές. Σαφές είναι επίσης και το ότι η μομφή, σύμφωνα με τον Miller, βαραίνει τους παθητικούς ομοφυλοφίλους, άποψη που ιστορικά φαίνεται να επικράτησε στη ρωμαϊκή εποχή. Μέχρι αυτό το σημείο τα ειρωνικά σχόλια στοχεύουν γενικά την αθηναϊκή κοινωνία και δεν έχουν σαφείς πολιτικές αποχρώσεις. Στην τελευταία όμως αναφορά, που έρχεται όταν ο νεαρός μαχητής Στήλιος δηλώνει στο βασιλιά του, εκ μέρους των πολεμιστών, πριν την τελική μάχη: «Είμαστε μαζί σας κύριε, ως το θάνατο» και ο Λεωνίδας απαντά: «Δεν σε ρώτησα. Άσε τη δημοκρατία για τους Αθηναίους, μικρέ», καθίσταται εμφανές πως ο Miller αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία ως ένα από τα μειονεκτήματα της αθηναϊκής κοινωνίας, ανάλογο της τρυφηλότητας, της ομοφυλοφιλίας, της ασέβειας, της αμφίβολης μαχητικότητας και ως γενεσιουργό ανούσιων συζητήσεων. Η αντιπαράθεση όλων αυτών των αθηναϊκών


στοιχείων με την πολεμική φύση, την ηθική συγκρότηση, τον σεβασμό, την ακαταμάχητη ανδρεία και τη σιωπηλή εκδήλωση του τραγικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης, που χαρακτηρίζουν τους Σπαρτιάτες, αποτελεί ολοκληρωμένη πολιτική τοποθέτηση του συγγραφέα. Οφείλουμε πάντως να επισημάνουμε, ότι στη συνολική σύγκριση του ελληνικού με τον περσικό πολιτισμό, ο Miller φαίνεται πιο διαλλακτικός με τη δημοκρατία. Έλληνες και βάρβαροι Το επόμενο θέμα που αναδεικνύει ο Miller κι έχει ισχυρό κέντρο βάρους είναι η άποψη για την ιδεολογία του δυτικού και του ανατολικού κόσμου και το ρόλο της Ελλάδος στο όλο ζήτημα. Ο συγγραφέας ασπάζεται ξεκάθαρα τη θέση που θέλει το δυτικό πολιτισμό να είναι ασύμβατος με εκείνον της ανατολής. Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της πολιτιστικής της ταυτότητας, αποτελεί το ανάχωμα της δύσης σε όποια πιθανότητα στρατιωτικής ή πολιτιστικής εισβολής της ανατολής. Εκφραζόμενος ως γνήσιος φιλέλληνας, ο Miller αναδεικνύει τους «300» του ως υπερασπιστές του δυτικού τρόπου ζωής. Στο τρίτο τεύχος αναφέρει ότι μια εχθρική δύναμη πέρα από κάθε φαντασία είναι: «..έτοιμη να κατασπαράξει τη μικροσκοπική Ελλάδα.. να σβήσει τη μοναδική ελπίδα του κόσμου για ορθό λόγο και δικαιοσύνη», ενώ στο τέταρτο, οι Σπαρτιάτες συλλογίζονται: «εκατό έθνη έρχονται εναντίον μας.. αλλόφρονες βάρβαροι …να σκλαβώσουν τους μοναδικούς ελεύθερους ανθρώπους που γνώρισε ποτέ ο κόσμος». Χαρακτηριστική είναι ωστόσο και η ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει ο Miller την ιδέα του πολύ-πολιτισμού μέσα από τα λόγια του Λεωνίδα που απαντούν στην πρόταση του Ξέρξη να μοιραστούν οι δυο πλευρές τους πολιτισμούς τους: «μοιραζόμαστε τον πολιτισμό μας μαζί σας όλο το πρωί», δηλώνει ο Έλληνας βασιλιάς εννοώντας σαφώς τις μάχες που προηγήθηκαν. Η αντίθεση δυτικού και ανατολικού πολιτισμού, αποκτά στο τέλος του πέμπτου τεύχους και ξεκάθαρες εθνικιστικές διαστάσεις. Πρόκειται για τη σκηνή που η μάχη των Πλαταιών είναι έτοιμη να αρχίσει και ο Δήλιος διηγείται στους πολεμιστές την ιστορία των 300 και ολοκληρώνει την αφήγηση λέγοντας: «η πατρίδα μας, το έθνος μας, με νέα πνοή τώρα ενωμένη.. άφησε πίσω τις αντιπαλότητες κι ένωσε τις δυνάμεις της για να τρέψει σε φυγή τον εισβολέα πέρα από τα εδάφη μας.. και από τις θάλασσές μας… Στα νερά της Σαλαμίνας, ο ενωμένος ελληνικός στόλος, υπό την καθοδήγηση των Αθηναίων, τσάκισε την περσική αρμάδα. Και τώρα.. εδώ..

σ’ αυτό το βραχώδες, δύσβατο κομμάτι της Ελλάδας που ονομάζουμε Πλαταιές.. οι ορδές του Ξέρξη κινδυνεύουν από αφανισμό. Οι βάρβαροι στριμώχνονται…». Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και μετά από την παρατήρηση των σκίτσων. Οι Έλληνες είναι ζωγραφισμένοι με κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, ως μέλη ενός ενιαίου έθνους, ενώ οι Πέρσες έχουν ανάμικτα γνωρίσματα, με τους περισσότερους από αυτούς να παρουσιάζονται έγχρωμοι. Ο συμβολισμός είναι σαφής. Ένα ομοιογενές ευρωπαϊκό έθνος, αντιστέκεται σε μια διεθνοποιημένη και υβριδική ανατολική αυτοκρατορία. Περί του ορθού λόγου Μέχρι στιγμής, είδαμε ότι ο Miller δημιούργησε συμβολισμούς και πήρε θέσεις, οι οποίες μπορεί να αποτέλεσαν πρόκληση για το «πνευματικό» κατεστημένο του δυτικού κόσμου, αλλά ήταν ξεκάθαρα συνδεδεμένες σε μια κοινή αντιληπτική ενότητα, δίχως να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Τελειώνοντας, θα εξετάσουμε τη μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο Miller αποκλίνει από την αισθητική και την ιδεολογία της υπόλοιπης δημιουργίας του. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι προβάλει κάτι το εντελώς απρόσμενο. Σίγουρα, όμως, προξενεί μια δόση απορίας. Εύλογα θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος, τι είναι αυτό που προκαλεί την εν λόγω διαφοροποίηση. Η απάντηση είναι η εξής. Η υπεράσπιση εκ μέρους του, του ορθού λόγου. Όπως γνωρίζει ο κάθε αναγνώστης που έχει μια σχετική γνώση της νεώτερης δυτικής ιστορίας, οι στοχαστές που με τις θέσεις τους έρχονται σε κόντρα με το πνεύμα της Νεωτερικότητας, προβάλλουν απόψεις κι αισθητικές όπως αυτές που προβάλει ο Miller στους «300» και αναλύσαμε μέχρι στιγμής, ωστόσο κύριο στοιχείο της πολεμικής τους αποτελεί η δυσπιστία προς τη νεωτερική υλιστική,εμπειρική και εργαλειακή ορθολογικότητα. Προς την θεωρία δηλαδή, που αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως ένα κούφιο είδωλο (tabula rasa), το οποίο αποκτά αντίληψη του χώρου και του εαυτού του, μέσω της λογικής επεξεργασίας των εμπειριών του και λειτουργεί (ορθολογικά) με γνώμονα το μεγαλύτερο όφελος που μπορεί να αποκομίσει. Η θεώρηση αυτή που προβλήθηκε κυρίως μέσα στα πλαίσια της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, θέλει τον άνθρωπο να γεννιέται χωρίς εσωτερικές ψυχικές και πνευματικές αντιληπτικές προδιαγραφές και δεν λαμβάνει υπόψη την εσωτερική του ορμή προς τη ζωή, τη θέληση, τη βούληση και τη φαντασία του.


γι’ αυτό και βάλει εναντίον τους. Συνάμα, βλέπει τον ορθό λόγο ως στοιχείο απελευθέρωσης των ανθρωπίνων δυνάμεων από τις εμμονές αυτές και όχι ως μηχανισμό εργαλειοποίησης της ανθρώπινης υπόστασης. Έτσι, παρουσιάζει τους «300» να ισορροπούν σε ένα σοφό μίγμα ορθολογισμού και εκρηκτικής βουλησιαρχίας, το οποίο φρονώ ότι αντιστοιχεί σε ικανοποιητικό βαθμό με τη γενικότερη αρχαιοελληνική αντίληψη της ζωής, ασχέτως αν τα κείμενα που συμπληρώνουν την αφήγηση δίνουν υπερβολική έμφαση στον ορθολογισμό σε ορισμένα σημεία. Ενδεικτικά αυτής της εξισορρόπησης σκέψης και ψυχικού βρασμού, σύνεσης και τιμής, λογικής και θρησκευτικότητας, που εκφράζουν οι χάρτινοι ήρωες του Miller, είναι και τα όσα γράφει στο δεύτερο τεύχος όταν οι «300» πανηγυρίζουν γιατί η θύελλα κατέστρεψε τα πλοία των Περσών: «Πανηγυρισμοί. Γέλια και τραγούδια και ύμνοι στους Θεούς που θα συνεχιστούν ως το χάραμα». Αλλά και λίγο πιο πριν, όταν η καταιγίδα αρχίζει να ξεσπά και η θάλασσα να αναταράσσεται, οι Σπαρτιάτες σκέπτονται: «Ο Ποσειδώνας αγουροξυπνημένος, Αντιθέτως ο Miller, ενώ βλέπει κι αυτός τα πράγματα μέσα από μια ρομαντική οπτική, ακολουθεί έναν διαφορετικό έξαλλος, σηκώνει μανιασμένα κύματα που φτάνουν δρόμο. Ξεκινά θεωρώντας τους Έλληνες ως δημιουργούς ως τα άστρα. Δοξασμένος». Καθίσταται έτσι σαφές, ότι και πρώτους εκφραστές του δυτικού τρόπου ζωής, τον μέσω του έργου δεν προβάλλεται μια διαβίωση ψυχρά οποίο αντιλαμβάνεται να δομείται επάνω στον ορθό λόγο. λογική και αποκομμένη από την εσωτερική υπόσταση Μάλιστα, δεν χάνει την ευκαιρία να καταφερθεί εναντίον του ανθρώπου, το φαντασιακό στοιχείο και τη θρησκεία, της παράδοσης, του μυστικισμού και των αρχαίων αλλά ένας τρόπος ζωής που συμπυκνώνει όλα αυτά σε μια τρόπων, όταν στο δεύτερο τεύχος δίνει στους εφόρους σφιχτοδεμένη ενότητα. της Σπάρτης, που αρνούνται στο Λεωνίδα την είσοδο Εντύπωση πάντως προκαλεί η περιγραφή των Εφόρων. στον πόλεμο εναντίον των Περσών, χαρακτηριστικά Όπως είναι γνωστό οι Έφοροι αποτελούσαν το μυστικιστών ιερέων και αναφέρει γι’ αυτούς:«Απομεινάρια. δημοκρατικό σώμα του σπαρτιατικού πολιτεύματος που Μουχλιασμένα, σαπισμένα απομεινάρια της αρχαίας, είχε μεγάλες δυνατότητες ελεγκτικής εξουσίας επάνω ανόητης, ηλίθιας παράδοσης». Η ταύτιση Ελλάδας και στους βασιλείς. Το γεγονός ότι ο Miller δεν εκτιμά τη ορθολογισμού προβάλλεται και στο τρίτο τεύχος, στη δημοκρατία μας κάνει να αντιληφθούμε ως ένα βαθμό τον φράση που προαναφέραμε: «Μια ανθρώπινη δύναμη… αρνητικό τους χρωματισμό στα πλαίσια αυτής της νουβέλας. έτοιμη να κατασπαράξει τη μικροσκοπική Ελλάδα.. να Ωστόσο, το παράδοξο είναι ότι τους παρουσιάζει ως ένα σβήσει την μοναδική ελπίδα του κόσμου για ορθό λόγο ιερατικό σώμα που εκφράζει μια σκοτεινή παράδοση, η και δικαιοσύνη». Επίσης, θέτει σε δεύτερη μοίρα και την οποία εμποδίζει την απελευθέρωση των συνειδήσεων και ανθρώπινη βούληση όταν στο πέμπτο τεύχος βάζει τον την πρόοδο, ενώ στην πραγματικότητα ήταν το ακριβώς Λεωνίδα να λέει στους συμπολεμιστές του: «Ο νόμος. Δεν αντίθετο. Δηλαδή, το πιο προοδευτικό (ίσως και το πιο θα θυσιάσουμε το νόμο στη βούληση και τα καπρίτσια διεφθαρμένο σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Αριστοτέλη) των ανθρώπων.. Μια νέα εποχή αρχίζει. Μια εποχή σώμα του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Λόγου. Μια εποχή δικαιοσύνης». Τελειώνοντας την ανάλυση του εν λόγω έργου, δεν μας Βλέπουμε ότι ο Miller εστιάζει στον ορθολογισμό της μένει τίποτε άλλο παρά ως αναγνώστες να υποβάλλουμε αρχαιοελληνικής κλασικής εποχής, παρουσιάζοντάς τον τον βαθύ σεβασμό μας στο σπουδαίο αυτό δημιουργό ως ιστορικό κεκτημένο του δυτικού πολιτισμού. Όσο αυτή εικονογραφημένων ιστοριών που ακούει στο όνομα Frank η αντίληψη παραμένει συνδεδεμένη με την πλατωνική Miller. Είθε η δημιουργική πνοή που ηλεκτρίζει τις πένες ορθολογικότητα δεν κλονίζεται η συνοχή του έργου. Αν και τα μολύβια του, να διαπεράσει και πολλούς άλλους όμως δοκιμάσουμε να συνδέσουμε την αντίληψη περί δημιουργούς και γιατί όχι της δικής μας χώρας. της δυτικής ορθολογικής κληρονομιάς με το νεώτερο ορθολογισμό του Διαφωτισμού θα προκύψει μια αντίφαση. Γιατί ο εργαλειακός ορθολογισμός της Νεωτερικότητας προϋποθέτει την προσαρμογή της ψυχής στα δεδομένα του περιβάλλοντος. Κάποιοι ορθολογιστές άντρες θα λειτουργούσαν διαλλακτικά, υπολογίζοντας το μεγαλύτερο όφελος και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πήγαιναν να θυσιαστούν στις Θερμοπύλες, αλλά θα προτιμούσαν τον χρυσό του Ξέρξη και την κυριαρχία εντός της Ελλάδος. Αντίθετα, οι «300» αναβίβασαν την πραγματικότητα προς τους εαυτούς τους, ωθήθηκαν από τη βούληση του βασιλιά Λεωνίδα για πόλεμο, με αποτέλεσμα να λειτουργήσουν εντελώς τραγικά και αγνοώντας τις όποιες λογικές επιφυλάξεις, να ακολούθησαν το δρόμο της θυσίας. Στο σημείο αυτό δημιουργείται συχνά μια σύγχυση. Πολλοί αναγνώστες και διανοητές αντιλαμβάνονται τον εργαλειακό ορθολογισμό του Διαφωτισμού ως συνέχεια του αρχαίου ελληνικού ορθολογισμού. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι η εξής. Ο αρχαιοελληνικός, κλασικός ορθολογισμός αποτέλεσε μια αντίληψη εξόχως διαφορετική από αυτή του νεωτερικού εργαλειακού ορθολογισμού. Η πλατωνική και η αριστοτελική έννοια του Λόγου, εμπεριείχε στο εσωτερικό της σημασίας της πολλά στοιχεία επιπλέον του μηχανιστικού υπολογισμού με τον οποίο την ταύτισαν οι θεωρητικοί του Διαφωτισμού. Πέρα, όμως, από αυτή τη διαφορά έχει σημασία να τονίσουμε ότι υπήρξαν και άλλες ενδιαφέρουσες και πολιτιστικά πλούσιες περίοδοι της ελληνικής (και τις ευρύτερης ευρωπαϊκής) ιστορίας, όπως για παράδειγμα η ομηρική εποχή και ο μεσαίωνας, τις οποίες δεν χαρακτήρισε η ορθολογικότητα σε καμία περίπτωση. Συνήθως, από αυτές τις περιόδους, αντλούμε πρότυπα όσοι εκφράζουμε ρομαντικές θέσεις που πάνε κόντρα στο κυρίαρχο πνεύμα της Νεωτερικότητας.

Ο συγγραφέας φαίνεται πως αντιλαμβάνεται ως παράδοση και μυστικισμό τις εμμονές που εμποδίζουν την ανάπτυξη του ελεύθερου χαρακτήρα,


“Shadowfax“ από τη Σίσσυ Παντελή (Με ευχαριστίες στον Alexius von Reuenthal για την πολύτιμη βοήθειά του) Οι θαυμαστές του Τόλκιν, φανατικοί ή όχι, γνωρίζουν τον μάγο Γκάνταλφ. Αν όμως τους ρωτούσαν τι ξέρουν για τον Shadowfax, το άλογο του διάσημου μάγου, οι περισσότεροι οπαδοί του Τόλκιν -και πιθανόν πολλοί από τους οπαδούς του Γκάνταλφ- θα σήκωναν αμήχανοι τους ώμους και θα ψέλλιζαν πως δεν γνωρίζουν ή δεν θυμούνται σχεδόν τίποτα. Κι όμως, ο Shadowfax είναι ένα εκπληκτικό πλάσμα, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον δημοφιλή αναβάτη του. Σε μια συζήτηση όπου ο Μπόρομιρ και ο Άραγκορν εξυμνούν την καταπληκτική ράτσα των αλόγων της Ροχάν, ο ίδιος ο Γκάνταλφ παραδέχεται πως «υπάρχει ένα μοναδικό άλογο που ίσως να γεννήθηκε στην αυγή του κόσμου. Τα άλογα των Εννέα δεν μπορούν να το ανταγωνιστούν. Ακούραστο, γρήγορο σαν τον άνεμο, Shadowfax είναι το όνομά του. Την ημέρα, το τρίχωμά του λάμπει σαν ασήμι και τη νύχτα μοιάζει με ίσκιο, που περνάει απαρατήρητος. Ανάλαφρος σαν αέρας είναι ο καλπασμός του! Κανεις ποτέ δεν είχε καταφέρει να τον ιππεύσει αλλά εγώ τον εξημέρωσα και με τόση ταχύτητα με μετέφερε, που έφτασα στο Σάιρ όταν ο Φρόντο είχε φτάσει στα Μπάρροου-Ντάουνς ενώ ξεκίνησα από τη Ρόχαν την ίδια στιγμή που εκείνος ξεκινούσε από το Χόμπιτον». Όπως ο Άροντ (το άλογο του Λέγκολας), ο Άσφαλοθ (το άλογο του Γκλορφίντελ), ο Χάσουφελ (το άλογο του Άραγκορν), ο Ροχύριν (άλογο που δώρισε η Άργουεν στον Άραγκορν), ο Γουίντφολα (άλογο της Έογουιν) και ο Σνόουμέην (άλογο του Θέοντεν, βασιλιά της Ρόχαντο άλογο αυτό σκοτώθηκε στη μάχη στο Πέλλενορ Φήλντς από το φτερωτό τέρας του μάγου Βασιλιά των Νάζγκουλ), ο Shadowfax ανήκει στην καταπληκτική ράτσα αλόγων Μέαρας της Ρόχαν. Αυτή η ράτσα αποτελείται από απογόνους του Φέλαροφ, ένα άγριο άλογο που εξημέρωσε ο πρώτος βασιλιάς της Ρόχαν, ο Έορλ. Ο Φέλαροφ ήταν ένα πανέμορφο, υπερήφανο λευκό και άγριο άλογο. Ο Λέοντ προσπάθησε να εξημερώσει τον Φέλαροφ. Στην πρώτη του απόπειρα να τον ιππεύσει όμως, ο Λέοντ έπεσε και σκοτώθηκε. Ο γιος του Λέοντ, ο Έορλ κυνήγησε τον Φέλαροφ για να τον εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Όταν τελικά βρήκε το άλογο, του χάρισε τη ζωή κι εκείνο από ευγνωμοσύνη, δέχτηκε να το ιππεύει ο Έορλ, χωρίς σέλα και χαλινάρια. Ο Φέλαροφ καταλάβαινε τη γλώσσα των ανθρώπων όπως κι ο πιο σημαντικός του απόγονος, ο Shadowfax, ο «Πρίγκηπας των Αλόγων». Ο Shadowfax ήταν το καλύτερο άλογο της Ρόχαν. Κανένας όμως δεν κατάφερε να τον εξημερώσει και να τον ιππεύσει. Όταν ο Γκάνταλφ πήγε στη Ρόχαν και προσπάθησε να

John Howe, “Gandalf approaches Minas Tirith”

ειδοποιήσει το βασιλιά Θέοντεν για την προδοσία του μάγου Σάρουμαν, ο Θέοντεν αρνήθηκε να τον ακούσει. Είπε στον Γκάνταλφ να διαλέξει όποιο άλογο ήθελε και να φύγει. Ο Γκάνταλφ κατάφερε να εξημερώσει τον Shadowfax σε τρεις ημέρες μονάχα. Από κει και πέρα, το άλογο κι ο μάγος έγιναν αχώριστοι. Ο Shadowfax ακολουθούσε τον Γκάνταλφ επειδή το ήθελε εκείνος και όχι επειδή του το επέβαλε ο μάγος. Ο Shadowfax καταλάβαινε τη γλώσσα των ανθρώπων, επικοινωνούσε όμως μονάχα με το Γκάνταλφ κι έτρεχε να βρει τον φίλο του το μάγο μόλις εκείνος τον καλούσε, νοερά ή με ένα σφύριγμα. Όταν ο Γκάνταλφ έφτασε στη Ρόχαν, κάλεσε νοερά τον Shadowfax στο Δάσος του Φάνγκορν. Τη νύχτα, ενώ πήγαινε να βρει τον Γκάνταλφ, ο Shadowfax συνάντησε τον Arod και τον Hasufel, άλογα του Λέγκολας και του Άραγκορν, που άφησαν τα αφεντικά τους για να πάνε, χαρούμενα, να χαιρετήσουν τον «Πρίγκηπα» Shadowfax. Την επόμενη μέρα, με ένα σφύριγμα του Γκάνταλφ, ο Shadowfax έφτασε αμέσως, φέρνοντας μαζί του και τα δύο άλλα άλογα.


Στις μάχες, ο Shadowfax ήταν το μόνο άλογο στη Μέση Γη, που δεν φοβόταν τους Νάζγκουλ και τα φτερωτά τους τέρατα. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Shadowfax ακολούθησε τον Γκάνταλφ στη Δύση. Από που ήρθε άραγε το εκπληκτικό άλογο του Γκάνταλφ; Τη ράτσα των Μέαρας είχε-πολύ πιθανόν- φέρει στη Μέση Γη ο Όρομ «από την Αθάνατη Γη». Μήπως όμως ο Shadowfax κι οι μυστηριώδεις του πρόγονοι με τις εντυπωσιακές ικανότητες είχαν μια ακόμη πιο εντυπωσιακή προέλευση; Στην κέλτικη μυθολογία, οι δρουίδες και οι μάγοι ήταν σύμβουλοι των βασιλιάδων κι έπαιρναν μέρος στη μάχη. Ο μάγος Μέρλιν ήταν σύμβουλος του βασιλιά Αρθούρου. Ο δρουίδης Τάλιεζιν, γιος του ήρωα Κουλ Μακ Φινν, ήταν γνωστός τόσο για τις μαγικές όσο και για τις πολεμικές του ικανότητες. Σίγουρα οι κέλτοι μάγοι-πολεμιστές είχαν κοινά σημεία με τον Γκάνταλφ και ο Shadowfax θα μπορούσε να είναι απόγονος των αλόγων τους.

άλογο,ο Σλέιπνιρ. Αυτό το οκτάποδο άλογο,που μπορούσε να καλπάζει στον άνεμο και στα σύννεφα προκαλώντας κεραυνούς, ήταν και ένα από τα σύμβολα της καταιγίδας. Επιπλέον, ο Σλέιπνιρ είχε ρούνους ζωγραφισμένους στα δόντια του. Ίσως αυτό να του επέτρεπε να καταλαβαίνει τον Όντιν όπως ο Shadowfax καταλάβαινε τον Γκάνταλφ. Ο Σλέιπνιρ ήταν δώρο του θεού της φωτιάς Λόκι στον Όντιν. Το δώρο ήταν εξαιρετικά τιμητικό. Ο Σλέιπνιρ ήταν κάτι παραπάνω από άλογο αφού ήταν ...γιός του Λόκι, του πιο έξυπνου θεού και της Σβαντιλφάρι, ενός πανέξυπνου κι εξαιρετικά γρήγορου αλόγου που ανήκε στους γίγαντες.

Ο Shadowfax ίσως να ήταν ένας μακρινός απόγονος του Σλέιπνιρ ή ίσως και του ίδιου του θεού Όντιν. Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, ο αρχιθεός ίσως προέρχεται από έναν αρχαιότερο θεό-άλογο με εφιαλτική όψη, τον Έσβατζ, ο οποίος αργότερα (περίπου τον έκτο αιώνα μ.Χ.) εξελίχθηκε στον Όντιν και τον Σλέιπνιρ. Μπορεί επίσης η εντυπωσιακή ράτσα των Μέαρας να προέρχεται από τα άλογα των Βαλκυριών, των πανέμορφων γυναικώνΌμως η πιο γνωστή ιστορία της κέλτικης μυθολογίας για πολεμιστριών που συντρόφευαν τον Όντιν στις μάχες άλογα και μάγους δεν είναι πολεμική αλλά...ερωτική! Η Νίαμ, και μετέφεραν τους ήρωες που σκοτώνονταν στη μάχη κόρη του θεού της θάλασσας, ερωτεύτηκε τον Όσσιαν, στη Βαλχάλα. Οι Βαλκυρίες φορούσαν πολεμικές στολές έναν από τους πιο δημοφιλείς και ταλαντούχους δρουίδες: ήταν μάγος, πολεμιστής,μουσικός και ποιητής.Δεν έχει σημασία ποια από τις ιδιότητές του εντυπωσίασε περισσότερο την όμορφη Νίαμ. Πάντως, η νεράϊδα των ωκεανών αποφάσισε να βγει από τη θάλασσα πάνω σε ένα άλογο με χρυσή χαίτη κι ασημένιες οπλές για να εξομολογηθεί τον έρωτά της στον Όσσιαν. Φυσικά κι εκείνος την ερωτεύτηκε και την ακολούθησε στο βασίλειο των νεράϊδων, στα βάθη του ωκεανού. Μετά από πολλά χρόνια, ο Όσσιαν παρακάλεσε την αγαπημένη του να τον αφήσει να βγει για λίγο στον κόσμο των ανθρώπων, τον οποίο πάντοτε νοσταλγούσε. Εκείνη δέχτηκε, με την προϋπόθεση ο Όσσιαν να βγει στη στεριά καβάλα στο μαγικό άλογο με τη χρυσή χαίτη και τις ασημένιες οπλές από το οποίο δεν επιτρεπόταν να ξεπεζέψει για να μπορέσει να επιστρέψει στο νεραϊδοβασίλειο. Ίσως ο Shadowfax να ήταν ένας μακρινός απόγονος του αλόγου της όμορφης Νίαμ ή των αλόγων των Κελτών μάγων-πολεμιστών. Ίσως όμως να ήταν απόγονος του Σλέιπνιρ, του αλόγου του θεού Όντιν. Ο Όντιν –ή Βόταν- ήταν ο βασιλιάς των Σκανδιναβών θεών, το αντίστοιχο του Δία στην Ελληνική μυθολογία. Αυτός ο αρχιθεός ήταν ένα παράξενο συνονθύλευμα. Ήταν ταυτόχρονα θεός του πολέμου, της καταιγίδας, της σοφίας και της ποίησης. Από αυτή την άποψη, μοιάζει στον Γκάνταλφ και στους Κέλτες μάγους που ήταν σοφοί και πολεμιστές. Οι σύντροφοι του Όντιν ήταν δύο κοράκια –ονομαζόμενα Σκεψη και Μνήμη-, δύο λύκοι και το μαγικό του

Maren Jeskanen, “Gandalf with Shadowfax”


και πετούσαν πάνω από το πεδίο της μάχης σε φτερωτά ο Πήγασος «συνεργάστηκε» με τις μάγισσες-Μούσες άλογα, τα οποία, σύμφωνα με πιο σύγχρονες ερμηνείες, και τον πολεμιστή Βελλεροφόντη. Ο τελευταίος όμως συμβόλιζαν τα σύννεφα. δεν είχε δυστυχώς τη σοφία του Γκάνταλφ. Θέλησε να εκμεταλλευτεί τη φιλία του με τον Πήγασο για να ανέβει Ίσως ο Shadowfax και η ράτσα των Μέαρας να μην στον Όλυμπο. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στο Δία, που προερχόταν από την Σκανδιναβία αλλά από την Αρχαία τιμώρησε τον άμυαλο ήρωα με...ανώμαλη προσγείωση στη Ελλάδα. Γη! Φυσικά, ο Πήγασος δεν τιμωρήθηκε. Μάλλον πήρε ένα είδος προαγωγής, αφού ο Δίας τον χρησιμοποιούσε γι να Στην Ελληνική Μυθολογία, τα άλογα συνδυάζονταν μεταφέρει τους Κεραυνούς του κι επιπλέον τον ίππευε η με τον Ποσειδώνα, θεό της θάλασσας και προφανώς όμορφη θεά της αυγής Ιώ. συμβόλιζαν τα κύματα. Ένα από τα πιο διάσημα άλογα σε σχέση με τον Ποσειδώνα, ήταν ο Πήγασος. Το φτερωτό Από τον Πήγασο, δημιουργήθηκε μια ολόκληρη ράτσα αυτό άλογο δημιουργήθηκε από το αίμα της Μέδουσας ιπτάμενων αλόγων. Ίσως η ράτσα Μέαρας της Ροχάν να -όταν ο Περσέας της έκοψε το κεφάλι- και τον αφρό της ήταν αποτέλεσμα κάποιας μεταγεννέστερης μετάλαξης θάλασσας. Άρα στην Ελληνική Μυθολογία, ο Πήγασος των απογόνων του Πήγασου (κανένας επιστήμονας ήταν γιος του Ποσειδώνα όπως στη Σκανδιναβική ο δεν έχει απόδείξει πως τα μυθολογικά άλογα δεν Σλέιπνιρ ήταν γιος του θεού της φωτιάς. Και τα δύο αυτά μεταλλάσονται) ή των αλόγων που έσερναν το άρμα του άλογα είχαν θεϊκή προέλευση. Όπου πετούσε ο Πήγασος, Ήλιου, που κόντεψε να κάψει τη Γη από την αδεξιότητα ερχόταν αμέσως η άνοιξη. Σύμφωνα με τον Ησίοδο όμως, του Φαέθωντα. Φαίνεται πως δεν αστειευόταν κανείς με ο Πήγασος κουβαλούσε τους κεραυνούς του Δία. τα άλογα των Ελλήνων Θεών! Ο Πήγασσος εξημερώθηκε από τη θεά Αθηνά, η οποία τον έδωσε δώρο στις Μούσες κι από τον Βελλεροφόντη, τον οποίο το άλογο βοήθησε να νικήσει τη Χείμαιρα και τις Αμαζόνες. Όπως τα άλογα των Κελτών μάγων, ο Πήγασος ήταν συνδεμένος με τον πόλεμο και την ποίηση που είναι ένα είδος μαγείας. Και όπως ο Shadowfax,

Ο πιο συνετός ιδιοκτήτης μαγικών αλόγων ήταν ο Αχιλλέας. Είχε επίσης στην κατοχή του δυο υπέροχα άλογα, τον Ξάνθο και τον Βάλιο. Κι αυτά είχαν θεϊκή προέλευση. Ήταν γιοί της Άρπυιας Ποδάργης και του Ζέφυρου. Ο Δίας τα είχε δωρήσει στον πατέρα του Αχιλλέα Πηλέα όταν παντρεύτηκε τη Νηριήδα Θέτιδα. Τα άλογα ήταν αθάνατα, έτρεχαν γρήγορα σαν τον άνεμο, μιλούσαν τη γλωσσα των ανθρώπων και είχαν μαντικές ικανότητες (ο Ξάνθος πρόβλεψε το θάνατο του Αχιλλέα και του τον ανακοίνωσε όταν του το ζήτησε ο Αχιλλέας). Στις μάχες, τα άλογα ήταν τόσο θαρραλέα όσο ο Shadowfax κι έκλαιγαν τους ήρωες που σκοτώνονταν στη μάχη. Ίσως τα δύο αυτά άλογα είχαν τα περισσότερα σημεία απ’όλα τα άλλα που αναφέρθηκαν με τον Shadowfax και τη ράτσα των Μέαρας. Είναι μάλλον παράξενο που ο Τόλκιν, που περιγράφει τους κόσμους των Χόμπιτ, των Ξωτικών και των πολεμιστών με τόσες απολαυστικές λεπτομέρειες, τυλίγει το άλογο του Γκάνταλφ και τη ράτσα των Μέαρας με ένα πέπλο μυστηρίου. Ο Τόλκιν –κι ίσως ο ίδιος ο Shadowfax - είναι οι μόνοι που γνωρίζουν την πραγματική προέλευση του εντυπωσιακού μαγικού αλόγου. Πάντως απ’όπου κι αν προέρχεται ο ασημόγκριζος σύντροφος του Γκάνταλφ και η ράτσα των αλόγων Μέαρας, από τον Όλυμπο, τα Κελτικά δάση ή τη Βαλχάλα, τα σύννεφα, τον άνεμο τον ωκεανό ή τη φωτιά, τα εντυπωσιακά άλογα και το μυστήριο που τα τυλίγει προσθέτουν ακόμη περισσότερη γοητεία στο έργο του Τόλκιν και είναι μια επιπλέον απόδειξη της σχεδόν ανεξάντλητης εφευρετικότητας του μεγαλοφυή «μάγου» δημιουργού του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».


Mysticum of the Grand Magus του Guardian Lord

Διακήρυξη “2010... Η αρχή του τέλους... ένας κόσμος σε πόλεμο... Η σμίκρυνση της Ατομικότητας και η έκπτωση της Αληθινότητας... Καθώς αναζητούμε την Αθανασία μας, η Σταυροφορία μόλις ξεκίνησε. Στα 2010 τα θεμέλια θα χτιστούν για ένα Βασίλειο που θα έρθει...”.

Το MYSTICUM ξεκινά το ταξίδι στον αιώνιο κόσμο των ιδεών. Φορέας ιδεαλισμού και όχι ιδεολογίας, συμμάχεται με τους πολεμιστές της Φαντασίας, αναζητητές του Εσωτερικού Οράματος, Φρουρούς της Μυστικής Αφύπνισης, του ιερού μας δισκοπότηρου... της σύγχρονης ουτοπίας. Οι φύλακες του Φωτός, οι Γιοι του Ονείρου είναι παρόντες. Υποχθόνιες δυνάμεις μας αντιμάχονται, μα ο Ουράνιος Ιππότης μας προστατεύει. Κάτω από ένα συννεφιασμένο σκοτεινό ουρανό ξεθηκαρώνουμε και υψώνουμε τα σπαθιά μας. Σπάμε τα όρια της ύλης και ανατάσσουμε το Πνεύμα μας. Ψάλλουμε το Μυστικό Όρκο στον Πατέρα Πόλεμο και με το Σφυροδηγό να δείχνει το Βορρά, επικαλούμαστε τον Κεραύνιο Θεό να μας ευνοεί ως το Τέλος.


Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

THE WHITE RIDER

Ο πασίγνωστος Istari, που πρωτοεμφανίστηκε στις μαγικές λογοτεχνικές σελίδες του Σιλμαρίλλιον και αγαπήθηκε από το ευρύ αναγνωστικό κοινό κατά τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού ως «Γκάνταλφ ο Μάγος», έχει πρωτεύοντα ρόλο στα δρώμενα της Μέσης Γης κατά την Τρίτη Χιλιετία Ζωής της. Η μορφή του παραπέμπει σε έναν Μάγο - δρυίδη Μέρλιν, συμβουλάτορα του Βασιλιά και καθοριστή των εξελίξεων, μιας παράλληλης διάστασης με αυτή της Αρθουριανής Βρετανίας.

When he rides, my fears subside,

Ο Γκάνταλφ εμφανίζεται Γκρίζος στην πορεία της συντροφιάς του δαχτυλιδιού. Μετά τη μάχη με τη Δύναμη της Φωτιάς (Balrog) και την κάθαρση του Θανάτου από Αυτήν επιστρέφει από το Βάλινορ Λευκός, σοφότερος, ισχυρότερος και πιο ακμαίος. Η Κυρά του Φωτός, Γκαλάντριελ, τονίζει πως τίποτα δεν ήταν άσκοπο στη ζωή του συμπαθούς μάγου και είναι προφανές ότι ο Θάνατος του Γκρίζου για την γένεση του Λευκού δεν ήταν μόνο τυχαίος αλλά και αναγκαίος. Στα μέσα της έβδομης δεκαετίας του περασμένου αιώνα κυκλοφόρησε ένας δίσκος υψηλής φαντασιακής μουσικής από τη γη της Γηραιάς Αλβιόνας. Ηλεκτρική κιθάρα και φλάουτο περιπλέκονται σε ατέλειωτους χρωματισμούς, που εμψυχώνουν τους στίχους και οι Camel του Βάρδου Latimer, μέσα από το δίσκο Mirage μας μεταφέρουν στα ονειρικά μονοπάτια του Άρχοντα των δαχτυλιδιών. Τον μαγευτικό Nimrodel και τη φαντασμαγορική παρέλαση των ξωτικών ακολουθεί ο αγαπημένος μας Olorin με το λευκό μανδύα. Καλπάζει με τον Shadowfax, φέρνοντας το φως και τη ζέστη στα ψυχρά σκοτάδια των φόβων μας... CAMEL – 1975 – MIRAGE LP

For darkness turns once more to light. Through the skies, his white horse flies, To find a land beyond the night.

Once he wore grey, he fell and slipped away From everybody’s sight. The wizard of them all, came back from his fall This time wearing white. He has a certain air, as if he’s never there,

But somehow far away. And though he seems afar, like a distant star. His warm he can convey.


Κρυμμένο Βασίλειο Ήταν τότε, στις πύλες του καλοκαιριού, που άκουσα τον πύρινο βρυχηθμό απ’ το Βορρά…. που η μοίρα μας έμελλε να αλλάξει για πάντα…Ήταν η χαρμόσυνη γιορτή του Ηλίου, την ανατολή του οποίου, χαιρέτιζα μαζί με τις τρομπέτες των αδελφών μου. Το ιερό μας δέντρο παρουσιαζόταν με φόντο τα μεγαλειώδη χρώματα της αυγής. Ήταν όλοι ντυμένοι στα πορφυροπράσινα, με χρυσά κράνη και πανοπλίες και αστραφτερά σπαθιά. Εκεί, πάνω στις πολεμίστρες, εκστασιασμένοι, εμείς, η

Σάλπισμα πολέμου! Η πολιορκία, η μάχη και η αγωνία θα ξεκινούσαν για την υπεράσπιση του Κάλλους της φυλής και του βασιλείου μας! Τόξο και βέλος, σπαθί και ασπίδα πλέον είχαν τον πρώτο λόγο σε ένα τραγούδι άγριο. Με τα λάβαρα των γιων του Φέανορ να ανεμίζουν, τώρα σε ένα φόντο πένθιμο, καπνού και στάχτης, ορμήσαμε στη μάχη! Ίσιο σπαθί συγκρουόταν με κυρτό, καθαρά όμορφα πρόσωπα με άσχημα και μοχθηρά, χορευτές της μάχης με ογκώδη τερατόμορφα πλάσματα, το Φως των Βάλαρ με το σκότος της Άνγκμπαντ. Τρομακτικοί ήταν οι εχθροί, αλλά και γενναίοι οι ξωτικοπολεμιστές! Πολλοί άξιοι Νόλντορ έπεσαν εκείνη τη μέρα. Η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει μυρωδιά αίματος και μοιρολόι. Οι εμψυχωτικοί παιάνες σύντομα θα μετατρεπόντουσαν σε αιθέριο θρήνο.

φρουρά με τους μαύρους χιτώνες, παρακολουθούσαμε την άνοδο της πύρινης σφαίρας. Κάτω, στους πολύχρωμους κήπους της Γκοντόλιν, άκουγα τους βάρδους να παίζουν τις άρπες τους και να ψάλλουν «Ο ουρανός ανοίγει, τα βουνά καταρρέουν σε μύρια κομμάτια, αλλά ο ήλιος λάμπει στα σπαθιά των Θεών! Έλα άστρο της αυγής! Έλα σε μας!», σαν να αψηφούσαν το σκοτεινό άρχοντα, σαν να περιγελούσαν κάθε πιθανότητα απειλής. Η άρπα, το σπαθί, η ασπίδα… Πόσο γρήγορα θα γίνονταν ένα μέσα στη φωτιά… Ήταν τότε, μέσα στα χρώματα και τις μελωδίες, που ξεχύθηκε η δύναμη του Μοχθηρού, που καραδοκούσε… Όλοι οι εφιάλτες ήταν εκεί. Οι πύρινοι Μπάλρογκ

Τότε ήταν, μέσα στην απελπισία της στιγμής, που είδα τον Εκτέλιον του Συντριβανιού να ορμά αστράφτοντας στον Γκόθμογκ, τον άρχοντα των δαιμονικών Μπάλρογκ! Άγρια ήταν η μάχη μεταξύ τους. Ο καπετάνιος του Μόργκοθ, το κτήνος της σκοτεινότερης ανοσιουργικής φαντασίας του αφέντη του, παρέλυε μόνο με την παρουσία του τις καρδιές των ξωτικοαδελφών μας, όμως όχι του Εκτέλιον…Με σπαθί και ασπίδα, o ξωτικοάρχοντας, πολέμησε τον Γκόθμογκ κατά μέτωπο στην πλατεία του βασιλιά. Έπεσε μέσα στη δόξα του αφανίζοντας τον μεγάλο αντίπαλό του. Πέρα, μακριά, έβλεπα στον πύργο του Τούργκον τους υπερασπιστές να αμύνονται με σθένος ενάντια σε δράκους και Ορκ. Ο ίδιος ο κρυμμένος βασιλιάς βγήκε μπροστά, εκείνη τη μέρα, λαμπερός και πολέμησε με τις φλόγες της αβύσσου…Πολέμησε για την ονειρόπολή μας, τη μυστική, την κρυμμένη μας Γκοντόλιν! Και είδα τον πύργο του βασιλιά να γκρεμίζεται και τον ίδιο τον Τούργκον να ισοπεδώνεται στα ερείπια… Τελικά η μάχη κρίθηκε. Μαζί της η μοίρα μας… Η σφαγή ήταν ανελέητη, οργιαστική. Οι Μπάλρογκ ποδοπάτησαν, οι Ορκ βασάνισαν, αφάνισαν... Άλλοι διέφυγαν, άλλοι έπεσαν μη μπορώντας να ξαναδούν το φως των Βάλαρ. Ο δαιμονικός στρατός του σκοτεινού άρχοντα πήρε τη μυστική μας πόλη. Οι πηγές της μαράθηκαν στη φωτιά των παιδιών του Γκλάουρουνγκ. Έτσι η Γκοντόλιν χάθηκε. Το όνειρο, η ομορφιά, το χρώμα, η μελωδία, το φως, η χάρη μαζί της.

με φλεγόμενα σπαθιά και μαστίγια, λύκοι άγριοι διψασμένοι για αίμα, Ορκ, αδέλφια μας κάποτε, στρεβλά όντα τώρα με μίσος για τη ζωή, γιγάντιοι τρομακτικοί Τρολλς με αγκαθωτά ρόπαλα, δράκοι να ξερνούν φλόγες κατακαίγοντας την ελπίδα. Όλος ο σκοτεινός στρατός οδηγούμενος από τους καπετάνιους του Μόργκοθ, με τα κερασφόρα κράνη και τις μαύρες πανοπλίες! Όλη η ομορφιά και η χάρη που με κόπο είχαμε παγιώσει στο κρυμμένο μας βασίλειο ήταν πλέον μια ανάσα από την καταστροφή, τον ολοκληρωτικό αφανισμό.


Τα πεδία της Φαντασίας περιγράφονται από τη μαγική πέννα λογοτεχνών μαγίστρων. Απεικονίζεται σε εικαστικούς πίνακες που βρίθουν χρωμάτων ή σε ονειρικές μορφές έργων χαρακτικής. Καθώς διαβάζουμε το έπος των Νόλντορ στη Μέση Γη, απορροφόμαστε στην αριστουργηματική γραφή του Τόλκιν. Ταξιδεύουμε μαζί τους στους ονειρόκοσμους του Σιλμαρίλλιον, συμπάσχουμε με τους ήρωες, εμπνεόμαστε από αυτούς. Παρατηρώντας τον πίνακα «Barbarian» του Frank Frazetta, νιώθουμε την ψυχρή ματιά του βαρβάρου να μας διαπερνά και θαυμάζουμε την υπεροπτική του στάση. Υποσυνείδητα ανακαλούμε μια ξεχασμένη μορφή του εαυτού μας αυτή της πρωτόγονης αρχετυπικής δύναμης και άξαφνα συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό… Τα βλέμματα βαρβάρου και παρατηρητή παγώνουν στο χρόνο και μυστική ένωση λαμβάνει χώρα μεταξύ των δυο. Πέρα από κάθε λογική, γινόμαστε κοινωνοί της ίδιας αυτής ανυποχώρητης θέλησης και ανυπέρβλητης δύναμης.

Κάθε μορφή τέχνης προσφέρεται για τέτοια μαγικά βιώματα, εφόσον καταστεί δυνατή μια τέτοια πνευματική σύνδεση μεταξύ έργου και υποψήφιου κοινωνού, με όχημα την πρόθεση. Η τέχνη –κάποτε επιστήμη- των μουσών και ο ήχος εν γένει, καθώς και η διασύνδεσή τους, με τη Φαντασία. Υπάρχουν φορές που ένας χαρακτήρας μιλά μέσα από τους στίχους ενός μελοποιημένου ποιήματος ή ξεδιπλώνει τα συναισθήματά του μέσω ενός λυρικού μουσικού έργου. Άλλοτε μαγικά κιθαριστικά θέματα μετουσιώνονται σε ηχομορφές και ηχοχρώματα. Εμφυσούν Ζωή, προσδιορίζουν Μορφή στο άμορφο Χάος του Νου και διαχέουν αστραφτερό χρώμα σε εξώκοσμης ομορφιάς φανταστικά τοπία εσωτερικής θέασης. Επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Guardian Lord στην ηλεκτρονική διεύθυνση: www.mysticumofthegrandmagus.blogspot.com


Αγαπητέ αναγνώστη, Αν θες κι εσύ να γίνεις μέλος της Φοιτητικής Λέσχης Φανταστικής Λογοτεχνίας, Αν θες να ενταχθείς στην ελληνική φοιτητική κοινότητα του φανταστικού, χωρίς να πληρώσεις καμιά συνδρομή και δίχως οικονομικές επιβαρύνσεις, Αν ενδιαφέρεσαι να παρακολουθήσεις από κοντά τις δραστηριότητές της, Αν επιθυμείς να μιλήσεις με κάποια μέλη της λέσχης και να ανταλλάξεις απόψεις, Αν θες να συνεργαστείς με τη συντακτική ομάδα της «Φανταστικής Λογοτεχνίας» ή να δημοσιεύσεις κάποιο δικό σου άρθρο στο περιοδικό, δεν έχεις παρά να απευθυνθείς στα μέλη της λέσχης. Θα είναι μεγάλη μας τιμή να σε υποδεχτούμε στην παρέα μας. Η πρόσκληση δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε φοιτητές. Τηλέφωνο επικοινωνίας 6972723960 Ηλεκτρονική διεύθυνση flefalo@gmail.com

Η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας απέκτησε δικτυακό τόπο. Επισκεφθείτε την ηλεκτρονική διεύθυνση flefalo.blogspot.com, διαβάστε το σύνολο των άρθρων που έχουν δημοσιευθεί σε όλα τα τεύχη της «Φανταστικής Λογοτεχνίας» και ενημερωθείτε για πολλά ενδιαφέροντα θέματα.

www.flefalo.blogspot.com Η διαδικτυακή πύλη του φανταστικού


Το συναρπαστικό μυθιστόρημα του William Morris κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μαγικό Κουτί»

teuxos-6  

Fantasy Literature, teuxos 6

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you