Page 1


ΑΜΥ ΑΝDREWS

Ο Μεγιστάνας της Καρδιάς της


Tίτλος πρωτοτύπου: TAMING THE TYCOON by Amy Andrews Copyright © 2012 by Amy Andrews Translation Copyright © 2013, Compupress S.A. – Anubis Publications This translation published by arrangement with Entangled Publishing, LLC. All rights reserved. Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 15562 Χολαργός, τηλ.: 2109238672, fax: 2109216847 Web site: www.anubis.gr, e-mail: anubis@compupress.gr ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ EKΔOΣHΣ: Aλεξάνδρα Λέτσα ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Δήμητρα Θεοφάνη ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Δωρα Γιακουμή ΠPOΣAPMOΓH ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Mαίρη Λυμπέρη Digital Content A.E. Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 155 62 Χολαργός, τηλ.: 2106516888, fax: 2109216847 Web site: www.digicon.gr, e-mail: info@digicon.gr ISΒN: 978-960-497-630-0 Όλοι οι χαρακτήρες και τα γεγονότα του βιβλίου είναι φανταστικά. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ζωντανά ή μη είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, καθώς και η κυκλοφορία του σε οποιαδήποτε μορφή, ίδια ή διαφορετική από την παρούσα, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τους Κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Κεφάλαιο Πρώτο Ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι δε διασκέδαζε. Τον περιτριγύριζαν ένα σωρό χίπηδες που αγκαλιάζουν δέντρα και κρατάνε πλα- κάτ, οι οποίοι στέκονταν ανάμεσα σε εκείνον και την Οδό των Δισεκατομμυριούχων. Κανείς δεν έμπαινε στο δρόμο του Ναθάνιελ Μοντγκόμερι. Κανείς. Έτριψε το μέτωπό του και μόρφασε ακούγοντας τις άγριες στριγκλιές από το φτηνό μεγάφωνο που ήταν μπροστά του και έκαναν το μετωπιαίο λοβό του να πάλλεται. Η γυναίκα που μιλού- σε ήταν ψηλή και η φωνή της πολύ δυνατή. Το βλέμμα του, όμως, τραβούσε η μικρόσωμη γυναίκα δίπλα της. Φορούσε τεράστια γυαλιά ηλίου σε μοβ αποχρώσεις και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε μια περίπλοκη πλεξίδα, που κατέληγε σε χρωματιστές χάντρες. Δεν είχε δει ποτέ του άνθρωπο με τόσο παράλογο στιλ. Ταίριαζε σε μια παραλία στο Μπαλί, αλλά όχι τόσο στο Λονδίνο – παρά το απολαυστικό ινδιάνικο καλοκαίρι που ζούσαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα εξαγνισμού, όπως τον συμβούλευαν οι ανόητες κασέτες για χαλάρωση που του έστελνε συνεχώς η μητέρα του, και προσπάθησε να πάει στο «χαρούμενο μέρος» του. Έκλεισε τα μάτια του πίσω από τα ιταλικής προέλευσης γυαλιά του. Ένα τροπικό νησί. Το αεράκι να προσφέρει θαλπωρή. Το ήρεμο θρόισμα της θάλασσας στην άμμο. Γυναίκες με μπικίνι. Ποτά με ομπρελίτσες. Ένιωσε μια σουβλιά στο κεφάλι του και άνοιξε τα μάτια του. Ανοησίες και ονειροπολήματα. Σαν αυτή τη χαζή διαμαρτυρία. Έχανε την υπομονή του. Γρήγορα. «Σας παρακαλώ, ηρεμήστε» παρακάλεσε ο εκπρόσωπος της πολιτείας από τη θέση του στο υπερυψωμένο βήμα. Ο Ναθάνιελ σήκωσε υποτιμητικά τα φρύδια του όταν είδε πως κανείς δεν έδωσε σημασία στην έκκλησή του. Εκείνος, κάτι ανάμεσα σε αγόρι και άντρα, έμοιαζε σαν να είχε βγει μόλις από την εφηβεία και τα σκαμπανεβάσματα της φωνής του χαλούσαν εντελώς την εικόνα του. Να πάρει! Έστειλαν τον μικρό που είχε έρθει στη δουλειά για να αποκτήσει εμπειρία; «Ο κύριος Μοντγκόμερι έχει συμφωνήσει μεγαλόψυχα να σας μιλήσει και να ακούσει τις ανησυχίες σας. Σας παρακαλώ, αφήστε τον να πάρει το λόγο.» Ο Ναθάνιελ σηκώθηκε μέσα σε μια βροχή από γιουχαΐσματα. Τα πέταξε από πάνω του, όμως, ακριβώς όπως έστρωσε τις ζάρες στο κοστούμι που αγόρασε στη Σαβίλ Ρόου. Δεν είχε καθόλου χρόνο για την ευμένεια που, όπως ισχυρίζονταν οι υπεύθυνοι των δημοσίων σχέσεων, θα προκαλούσε η παρουσία του σε αυτή τη διαμαρτυρία. Η αλήθεια είναι πως δεν τον ένοιαζε. Μπορεί αυτοί οι άνθρωποι να είχαν ελεύθερο χρόνο, όμως εκείνος είχε να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία και να διοικήσει μια εταιρεία. Έχωσε τα χέρια του στις τσέπες και κοίταξε το πλήθος. Στάθηκε σιωπηλός με τα πόδια του ελαφρώς ανοιγμένα και περίμενε. Ο ζεστός ήλιος του Σεπτέμβρη έκαιγε το λαιμό του και ήθελε να ανοίξει λίγο το πουκάμισό του, αλλά δεν το έκανε. Ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι δεν έδειχνε αδυναμία στους αντιπάλους του.


«Λοιπόν; Τι έχεις να πεις για τον εαυτό σου;» ακούστηκε ένας άντρας από πίσω, αφού ο Ναθάνιελ δε μιλούσε. Το βλέμμα του πήγε σε εκείνον τον άντρα και στο πλακάτ που κρατούσε. Το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά. Η προσβολή πρόσκρουσε στην προστατευτική πανοπλία που φορούσε εδώ και πολλά χρόνια. Αν και σήμερα, για πρώτη φορά, έμπαινε στον πειρασμό να ξεγλιστρήσει απαρατήρητος και να κάνει αυτό που πρέπει. Το ίδιο θα έκανε και ο πατέρας του. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Απλώς περιμένω να ησυχάσετε» δήλωσε και η βαθιά φωνή του ακούστηκε άκοπα σε κάθε γωνιά του περιτοιχισμένου κήπου των διακοσίων χρόνων. «Μάλλον μας κάνεις πλάκα» φώναξε κάποιος άλλος. Ο Ναθάνιελ κούνησε το κεφάλι του. «Όχι. Σας άκουσα χωρίς να μιλήσω καθόλου. Θεωρώ πως πρέπει να κάνετε το ίδιο.» Το πλήθος άρχισε να φωνάζει και πάλι, αλλά ο Ναθάνιελ δεν έδινε σημασία. Όσο απασχολημένος κι αν ήταν, θα τους περίμενε. Ή θα έχανε τη ζωή του προσπαθώντας. Στυλώθηκε αποφασιστικά στα πόδια του και προετοιμάστηκε για τη μεγάλη διαδρομή. *** Για μια στιγμή η ανάσα της Άντι Κόλινς κόπηκε. «Είναι λάθος να ποθούμε το μοχθηρό μεγιστάνα;» ψιθύρισε στη συντρόφισσα που μαζί διοργάνωναν τη διαμαρτυρία, την Πενέλοπι, που κρατούσε την ντουντούκα. Η Πένι κοίταξε τη φίλη της εξαγριωμένη. «Ναι» της απάντησε μέσα από τα δόντια. Ναι. Σωστά. Φυσικά. Αλλά εκείνος ήταν στ’ αλήθεια μεγαλοπρεπής. Σαν φεουδάρχης πρίγκιπας που κοιτούσε τους υποτακτικούς του κάτω από τη σηκωμένη μύτη του. Θα έπρεπε να την ενοχλήσει το ύφος του. Με κάποιον τρόπο, όμως, είχε πιαστεί στον ιστό των χαρισμάτων του και δεν την ενοχλούσε. Φυσικά, τον είχε ξαναδεί. Είχε δει φωτογραφίες στις εφημερίδες και τα περιοδικά, συνεντεύξεις του στην τηλεόραση. Όμως όλα τον αδικούσαν. Τίποτα δεν κατάφερνε να απαθανατίσει την ωμή σεξουαλικότητα ενός από τους νεότερους και πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες της Βρετανίας. Ο ήλιος έλουζε τα μαλλιά του, στεφανώνοντας τα στιλπνά, κατάμαυρα κύματα με μια σκούρα μπλε, σχεδόν μαύρη απόχρωση. Τούφες χάιδευαν τα αυτιά και το πουκάμισό του και έπεφταν όμορφες και περιποιημένες στο μέτωπό του. Τα κομψά σκούρα γυαλιά του έκρυβαν τα μάτια του, αλλά τόνιζαν τα σμιλεμένα ζυγωματικά του και τα γοητευτικά λακάκια πιο κάτω. Το τετράγωνο σαγόνι του, όπως των σταρ του σινεμά, με εκείνη την επικίνδυνα υπεροπτική σχισμή στο σαγόνι του, που πρόσθετε γοητεία στο βασιλικό αέρα του. Το σκούρο γκρι και ραμμένο πάνω του κοστούμι που φορούσε τόνιζε τους φαρδιούς ώμους, τους λεπτούς γοφούς και τους δυνατούς τετρακέφαλους. Το σακάκι του έχασκε έτσι όπως εκείνος στεκόταν με τα χέρια στις τσέπες και αποκάλυπτε το κουμπωμένο γιλέκο του πάνω στην επίπεδη


κοιλιά του. Το ακουστικό του μπλουτούθ είχε φωλιάσει ζεστά στο αυτί του και τον έκανε να φαίνεται σαν πράκτορας μυστικής υπηρεσίας. Σαν τον Τζέιμς Μποντ. Είχε όλο το πακέτο. Από τη μυστηριώδη λάμψη που εξέπεμπαν τα μαλλιά του μέχρι τις μύτες των πανάκριβων παπουτσιών του. Και εκείνα τα χείλη, που ήταν σαν έκπτωτου αγγέλου. Το στόμα του θα μπορούσε τη μια στιγμή να τρελάνει μια γυναίκα από το πάθος και την άλλη να τη λιανίσει με μια του λέξη σ’ ένα φιδίσιο γύρισμα. Η ιδέα να περάσει μια αιωνιότητα στην κόλαση ποτέ πριν δεν της είχε φανεί τόσο ελκυστική. «Γη καλεί Άντι. Όβερ! Όβερ!» Η Άντι τράβηξε το βλέμμα της από τον ανθρωπόμορφο διάβολο. «Τι;» «Είπα, είσαι σίγουρη πως μπορείς να τα καταφέρεις; Γιατί, αν δεν μπορείς, θα το κάνω εγώ.» Η Άντι κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της, οι χάντρες στα μαλλιά της κροτάλισαν. Ήταν εδώ για να σώσουν τον κήπο, όχι για να γλυκοκοιτάζουν τον άνθρωπο που ήθελε να τον καταστρέψει. «Είμαι καλά.» Κοίταξε πίσω της την πιστή ομάδα των υποστηρικτών που ακόμα γιουχάιζαν και φώναζαν. Έπειτα γύρισε και είδε τον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι να στέκεται και να τους παρακολουθεί ήρεμος με τα χέρια στις τσέπες του. «Πένι, πρέπει να τους ηρεμήσεις. Δεν έχει σκοπό ούτε να σαλέψει, αν δε σταματήσουν.» Η Πένι στραβομουτσούνιασε. «Αλαζόνα μπάσταρδε» μουρμούρισε προτού σηκώσει την ντουντούκα προς το πλήθος και τους ζητήσει να ησυχάσουν. Οι διαδηλωτές ησύχασαν, και όταν ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της, για μια στιγμή της κόπηκε η ανάσα. «Σας ευχαριστώ» είπε απευθυνόμενος στο συγκεντρωμένο πλήθος. «Όπως καταλαβαίνω, η κοινότητα νιώθει την ανάγκη να εναντιωθεί. Σας ευχαριστώ για την αίτηση και τις…» έκανε μια παύση και κοίταξε πίσω, στις καρέκλες όπου καθόταν η βοηθός του έχοντας στα πόδια της τον τόμο που του έδωσαν «διεξοδικές αντιπροτάσεις σας. Σας δίνω το λόγο μου, θα τις λάβουμε υπόψη.» Η Άντι ένιωθε να την έχει μαγέψει η κίνηση των αμαρτωλών χειλιών του και η βαθιά, απαλή χροιά της φωνής του, που έρρεε αργά πάνω της σαν κρέμα και ζεστή βέλγικη σοκολάτα. Η αλήθεια ήταν πως όλοι φαίνονταν μαγεμένοι. Στη μέση του Γουάπινγκ, ανάμεσα σε ένα πλήθος που μέχρι πριν μια στιγμή ήταν ένας φασαριόζικος όχλος, η Άντι μπορούσε να ορκιστεί πως άκουγε τα πέταλα της διακοσάχρονης τριανταφυλλιάς να πέφτουν στο χώμα. Φαντάστηκε ότι τελικά αυτά που έγραφαν οι εφημερίδες ήταν αλήθεια – όταν μιλούσε ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι, οι άνθρωποι όντως τον άκουγαν. Έπειτα κάποιος από το πλήθος ζήτησε να μάθει γιατί έπρεπε να καταστραφεί ο κήπος της Αγίας Αγνής και άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί ρυθμικά: «Σώ-στε τον κή-πο! Σώ-στε τον κή-πο!» Η Πένι κοίταξε την Άντι. «Πήγαινε» της είπε σιγανά, ενώ έκανε νόημα σε έναν άντρα που είχε περασμένη στο λαιμό του μια εντυπωσιακή φωτογραφική μηχανή. Η Άντι κοίταξε πρώτα γύρω της και έπειτα στη σκηνή, όπου ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι είχε γυρίσει και ετοιμαζόταν να αποχωρήσει μαζί με τη γυναίκα με το αυστηρό ύφος που τον συνόδευε. Οι χειροπέδες κρέμονταν από τον καρπό της και άρπαξε σφιχτά την αλυσίδα. Ίσιωσε τους ώμους


της και βάδισε γρήγορα προς το βήμα – φτάνοντας, παραπάτησε και πήγε να πέσει, σταματώντας πάρα πολύ κοντά στον εχθρό. Τα ρουθούνια της γέμισαν από μια ευωδιά που τη γύρισε πίσω στις αγορές μπαχαρικών του Μπαγκλαντές. Σήκωσε το βλέμμα της ψηλά, πολύ ψηλά, στο ανένδοτο πρόσωπό του. Το κρυμμένο βλέμμα του της έφερνε αμηχανία, όπως και η αδιάφορη χαρακιά στο στόμα του. Φαινόταν παγερός και ψηλομύτης, παρά τη ζεστασιά που έστελνε στα πιο κρυφά σημεία του κορμιού της. Μπροστά σε τέτοιον ολοφάνερο εκνευρισμό, η αφοσίωσή της άρχισε να κλονίζεται. Συνειδητοποίησε πως το πλήθος είχε σιωπήσει και την κοιτούσε με αγωνία, περιμένοντας να εκτυλιχτεί η μεγάλη στιγμή. Σηκώθηκε ολόρθη στο ένα μέτρο και πενήντα οχτώ εκατοστά και τον κοίταξε στα μάτια. Τουλάχιστον ήλπιζε πως ήταν τα μάτια του – ποιος θα μπορούσε να καταλάβει με αυτά τα αναθεματισμένα γυαλιά με τους κατάμαυρους φακούς που φορούσε; «Ναθάνιελ Μοντγκόμερι» είπε αποφασιστικά, η φωνή της ήταν ήρεμη καθώς του άρπαζε το χέρι. Μέσα σε δυο δευτερόλεπτα του είχε περάσει τη χειροπέδη στον καρπό. «Σε συλλαμβάνω στο όνομα των πολιτών του Λονδίνου και της Εκστρατείας Σώστε τον Κήπο της Αγίας Αγνής για ηθελημένη καταστροφή και ανάρμοστη ασέβεια προς την κληρονομιά της πόλης.» Ξέσπασε πανδαιμόνιο. Το πλήθος άρχισε να ζητωκραυγάζει με ενθουσιασμό και έπειτα να φωνάζει συνθήματα. Άστραψε το φλας μιας μηχανής. Ο αντιπρόσωπος του συμβουλίου τούς ζήτησε να ησυχάσουν. Η Άντι κοίταξε τις χειροπέδες. Ήταν δεμένη μαζί του. Η σκέψη αυτή έκανε τη ραχοκοκαλιά της να ανατριχιάσει. Την κοίταξε με υπεροπτικό ύφος. «Ροζ χνουδωτές χειροπέδες; Σοβαρά;» Η Άντι μπορούσε σχεδόν να ακούσει τη χλεύη στον τόνο του παρά το θόρυβο γύρω τους. Δεν έχασε το θάρρος της. «Φοβάσαι πως ένα ροζ αξεσουάρ θα χαλάσει το λουκ σου;» «Όχι, καθόλου.» Κούνησε το κεφάλι του. «Δικές σου είναι;» Ο τολμηρός τόνος του γλίστρησε πάνω στη σπονδυλική της στήλη σαν ρυάκι με ζεστό νερό. Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της θέλοντας να φανεί ατάραχη και αδιάφορη απέναντι στο γεγονός ότι ήταν δεμένη με τον ανθρωπόμορφο διάβολο με χειροπέδες που χρησιμοποιεί κανείς σε ερωτικά παιχνίδια. «Αυτό είναι κάτι που εγώ το ξέρω και εσύ πρέπει να το ανακαλύψεις.» «Πράγματι» μουρμούρισε εκείνος σιγανά. «Και να είσαι σίγουρη, θα περνούσαμε πολύ καλά οι δυο μας με αυτές. Όμως τώρα που έζησες τη στιγμή σου στον ήλιο και έχεις και το πρωτοσέλιδο για τις ταμπλόιντ, θα μπορούσες να με ελευθερώσεις;» Σήκωσε το αιχμαλωτισμένο χέρι του τραβώντας και το δικό της μαζί και η Άντι θα έπρεπε να ήταν κουφή για να μην καταφέρει να διακρίνει την ανυπομονησία στη φωνή του. «Σε αντίθεση με σένα» συνέχισε, καθώς οι φωνές και τα φλας μαίνονταν «εγώ πρέπει να δουλέψω. Πού είναι τα κλειδιά;» Η Άντι, που είχε μείνει κολλημένη στο σημείο όπου θα περνούσαν καλά οι δυο τους, χρειάστηκε μια στιγμή για να χωνέψει την προσβολή του. Το πρώτο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να πέσει στο επίπεδό του απαντώντας με μια επιτιμητική επίπληξη ή να τον θαμπώσει με το βιογραφικό της. Ήταν όμως παραπάνω από προφανές ότι ένας άντρας σαν τον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι δε θα μπορούσε ποτέ να κατανοήσει τις επιλογές που έκανε για τη ζωή της και είχε μάθει καιρό πριν πως, ό,τι κι αν σκέφτονταν οι άλλοι, δεν είχε καμιά σημασία. Έτσι, συγκέντρωσε τη λογική της και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο μακαριότητας. «Στο αυτοκίνητο.»


«Πολύ καλά. Πήγαινέ με εκεί. Μάργκαρετ;» «Μάλιστα, κύριε;» Το βλέμμα της Άντι καρφώθηκε στη γυναίκα που στεκόταν ελαφρώς πιο πίσω και αριστερά από τον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι. Η ανεπαίσθητη σύσπαση των χειλιών της και η σχεδόν βαριεστημένη απάντηση δεν ταίριαζαν με την εικόνα της ιδιαίτερα ικανής βοηθού – ήταν πενηντάρα, παχουλή και τα γκριζωπά μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε ένα σινιόν στον αυχένα της. Φορούσε ένα συντηρητικό κοστούμι και γυαλιά με μεταλλικό σκελετό σε σχήμα μισοφέγγαρου. «Φεύγουμε.» «Μάλιστα, κύριε.» Με αυτά τα λόγια, κατέβηκε από το βήμα και τράβηξε μαζί του και την Άντι. Το στρίμωγμα και οι χλευασμοί που άκουγε από το πλήθος καθώς περνούσε έμοιαζαν να γλιστρούν και να μην τον αγγίζουν, όπως και οι έντονες απολογίες του εκπροσώπου που τους ακολουθούσε. Η Άντι με το ζόρι κατάφερνε να κρατά το ρυθμό με τις μεγάλες δρασκελιές του. Όταν βγήκαν πια από τον επίμαχο κήπο, εκείνος σταμάτησε απότομα και η Άντι παραλίγο να πέσει πάνω του. «Πού;» τη ρώτησε απαιτητικά, ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε γύρω του. «Εκεί» του είπε και έδειξε προς το πράσινο βαν Κόμπι που βρισκόταν παρκαρισμένο παράνομα κοντά στη γωνία. Είχε ζήσει και καλύτερες εποχές, όμως η Πένι ήταν σίγουρη πως ένα ουράνιο τόξο στη μια πλευρά της θα έδινε στην πιστή της γριά αυτό το κάτι που χρειαζόταν. Η Άντι είδε το μορφασμό του καθώς παρατηρούσε το όχημα και άκουσε ένα βαθύ στεναγμό. «Αυτό είναι το αυτοκίνητό σου;» «Όχι, είναι της Πένι.» Κοίταξε υποτιμητικά το όχημα και η Άντι ετοιμάστηκε να του κάνει κήρυγμα για το ότι δεν πρέπει να κρίνει ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του. Αλλά εκείνος τη σταμάτησε με ένα απότομο: «πάμε, τότε» και με ένα νεύμα έδιωξε τον νεαρό από το συμβούλιο. Πάλευε και πάλι για να ακολουθεί το βήμα του στον ελαφρά ανηφορικό δρόμο μέχρι να φτάσουν στο βαν. Η Μάργκαρετ τους ακολουθούσε, ο ήχος που έκαναν τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο έδιναν το ρυθμό. «Εδώ είμαστε» δήλωσε η Άντι κάπως λαχανιασμένη καθώς πλησίαζαν στο Κόμπι. Παρατήρησε πως ο «κρατούμενός» της δε φαινόταν ιδιαίτερα επηρεασμένος από την ταχύτητα ούτε από την ανηφόρα. Δεν έδωσε σημασία στην κεφάτη δήλωσή της. «Τα κλειδιά.» Η Άντι σκεφτόταν να καθυστερήσει, να χρησιμοποιήσει παραγωγικά το χρόνο της για να του μιλήσει για το σκοπό τους, όπως θα έκανε και η Πένι κατά πάσα πιθανότητα, αλλά το βλοσυρό του ύφος δεν της έδινε το θάρρος. Έπειτα χτύπησε το κινητό του, εκείνος ακούμπησε το ακουστικό του, άρχισε να μιλά και της γύρισε την πλάτη, ξεχνώντας εντελώς ακόμα και την παρουσία της. Έκλεισε τα μάτια της απογοητευμένη, άνοιξε την ξεκλείδωτη πόρτα του Κόμπι και έγειρε στο κάθισμα για να φτάσει στο ντουλαπάκι που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού. Ένας άνθρωπος βραχύσωμος, όπως εκείνη, έπρεπε να τεντωθεί πολύ, ειδικά όταν το ένα του χέρι ήταν δεμένο με χειροπέδες με κάποιον άλλον. Έφτασε στην άλλη πλευρά και χωρίς να το καταλάβει τον τράβηξε κοντά της. ***


Ο Ναθάνιελ, που ήταν απορροφημένος στη συζήτησή του, ένιωσε το απότομο τράβηγμα στον καρπό του. Μια δυνατή μυρωδιά από χρώμα τον ενόχλησε και γύρισε για να δει από πού ερχόταν, ανήμπορος ακόμη να πιστέψει πώς η κατάσταση αυτή κατάντησε φάρσα. Βρέθηκε επικίνδυνα κοντά στα οπίσθια της γυναίκας. Είχε μπει με το κεφάλι στο αυτοκίνητο, το κορμί της πιεζόταν πάνω στο ενιαίο κάθισμα, το ένα της πόδι ανασηκώθηκε από το έδαφος – φορούσε σανδάλια. Το άλλο ήταν σε θέση αραμπέσκ σαν να ήταν μπαλαρίνα. Το ύφασμα της πολύχρωμης φούστας που ήταν δεμένη γύρω από τη μέση της είχε κολλήσει πάνω στο δέρμα της και δεν άφηνε τίποτα για τη φαντασία. Σκιαγραφούσε τα μικροσκοπικά οπίσθιά της και τους λεπτοκαμωμένους μηρούς της. Συνήθως δεν τον τραβούσαν οι γυναίκες του τύπου της. Προτιμούσε τις καμπύλες. Οι κοκαλιάρες ποτέ δεν ήταν του στιλ του και αυτή εδώ, με τη χίπικη μπλούζα της, την ατημέλητη πλεξίδα και τα γελοία τεράστια γυαλιά ηλίου που φορούσε, δεν ήταν καθόλου ο τύπος του. Παρ’ όλα αυτά, στη φαντασία του έβλεπε βασανιστικές εικόνες τού τι θα μπορούσε να κάνει με αυτές τις χειροπέδες σε τούτη τη γυναίκα στη στάση όπου βρισκόταν και το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Η προσοχή του αποσπάστηκε από την τηλεφωνική συνομιλία. Φανερά ενοχλημένος από το γεγονός ότι έπρεπε να ζητήσει από το δικηγόρο του να επαναλάβει ό,τι έλεγε, την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Κάνε γρήγορα.» «Περίμενε» γκρίνιαξε εκείνη, καθώς την κοιτούσε να ψαχουλεύει στο ντουλαπάκι. «Κάπου εδώ είναι.» Χτυπούσε νευρικά το πόδι του καθώς μιλούσε, την κοιτούσε να στριφογυρίζει σαγηνευτικά ενώ έψαχνε. Καθώς περνούσαν τα δευτερόλεπτα άρχισε να τρίζει τα δόντια του, και όταν εκείνη τελικά φώναξε: «τα βρήκα!» κραδαίνοντας τα κλειδιά θριαμβευτικά πάνω από το κεφάλι της, ένιωσε ανακούφιση. Η Άντι έκανε πίσω για να βγει από το βαν όπως μπήκε. Ο Ναθάνιελ, που εκείνη την ώρα μιλούσε, ένιωσε τα χρωματιστά οπίσθιά της να αγγίζουν τους μηρούς του και έπειτα το κορμί της, που γινόταν όλο και πιο γοητευτικό καθώς στριφογύριζε ακριβώς μπροστά του. Σταμάτησε στη μέση της πρότασής του. Για μια στιγμή όλο το κορμί της ακούμπησε το δικό του και εκείνος με δυσκολία κατάφερε να αντισταθεί στην παρόρμηση να την αγκαλιάσει με το άλλο του χέρι για να τη φέρει πιο κοντά του. Ο Ναθάνιελ άκουσε τον κόμπο στη φωνή της και άθελά του το αιχμάλωτο χέρι του ακούμπησε το γοφό της. «Καρμάικλ, θα σου τηλεφωνήσω πάλι» είπε προτού πατήσει το πλήκτρο στο ακουστικό που διέκοπτε τη σύνδεση. *** Η Άντι έμεινε ακίνητη, ενώ η ζεστασιά από τους μηρούς του τρυπούσε τη φούστα που της είχε δανείσει η Πένι και που είχε επιμείνει να φορέσει. Να πάρει, ένιωθε να τρυπά μέχρι και το εσώρουχό της! Ανατρίχιασε. Μπορεί όντως να ήταν ο διάβολος. Στεκόταν τόσο κοντά, που τρέλαινε τις αισθήσεις της. Με τέτοιους άντρες -αυτούς που κάνουν την καρδιά μιας γυναίκας να χτυπά δυνατά και μπερδεύουν τις αισθήσεις της- δεν είχε καμιά απολύτως εμπειρία. Αυτοί που γνώρισε από τότε που η φύση άγγιξε τη ζωή της ήταν άνετοι τύποι και χωρίς πολλές απαιτήσεις. Την έκαναν να γελά, να σκέφτεται και να βλέπει τον κόσμο με άλλα


μάτια. Ήταν άνθρωποι με ευγενικές ψυχές. Περικυκλωμένη τώρα καθώς ήταν από την ακαταμάχητα αρρενωπή παρουσία του Ναθάνιελ Μοντγκόμερι, έπρεπε αναγκαστικά να παραδεχτεί πως σε σχέση με αυτόν όλοι τους ήταν παιδιά. Μια αλλόκοτη νευρικότητα ξεχύθηκε στο κορμί της καθώς στεκόταν τόσο κοντά της. Η τρομακτική πιθανότητα ότι θα μπορούσε να μείνει δεμένη με αυτόν τον πνιγηρό άντρα για πάντα έκανε μικροσκοπικά φτερά στο μυαλό της να χτυπούν έξαλλα και αυτό το συναίσθημα δεν της άρεσε. Ανέβαινε στο στήθος και απειλούσε να την πνίξει, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσε σαν τρελή και η καρδιά της. Αυτή η έλλειψη ελέγχου έφερε στη μνήμη της περασμένα χρόνια και έψαξε μέσα τους για να θυμηθεί τις παλιές τεχνικές. Άντι, σταμάτα. Μείνε ψύχραιμη. Πάρε μια ανάσα. Βρες το κέντρο σου. Ένα, δύο, τρία, πέντε, επτά, έντεκα… Άκουγε τη φωνή ενώ έπαιρνε βαθιές ανάσες. «Θα μπορούσες…» Η φωνή της ήταν τόσο βραχνή, που ντράπηκε. Ξερόβηξε. «Θα μπορούσες να μετακινηθείς, σε παρακαλώ;» Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και έκανε πίσω αργά. Απομακρύνθηκαν μαζί από το αυτοκίνητο και όταν έφτασαν στο μονοπάτι γύρισε και τον αντίκρισε. Άκουγε ακόμα τις φωνές και τα συνθήματα από τη διαμαρτυρία, που συνεχίζονταν παρά την απουσία τους, και τη βοή από την κίνηση, καθώς τα οχήματα περνούσαν με ταχύτητα χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για την παράξενη σκηνή που εκτυλισσόταν δίπλα τους. Της έτεινε το χέρι του. «Το κλειδί;» Η Άντι, εντελώς σαστισμένη από την αντίδρασή της στην παρουσία του, ξεχείλιζε από αγανάκτηση για το θράσος του να θεωρεί πως εκείνη θα έκανε αυτό που της ζητούσε. Όπως και όλοι οι άλλοι φυσικά. Όχι εκείνη όμως. Το βλέμμα της αναζήτησε τη Μάργκαρετ, η οποία παρακολουθούσε τη σκηνή ανάμεσα στους δυο τους χαμογελώντας πάλι όπως η Μόνα Λίζα. Ούτε η Μάργκαρετ ίσως. Του χαμογέλασε γλυκά και τον αγνόησε ενώ κοιτούσε την κλειδαριά. «Κύριε Μοντγκόμερι, όλοι πηδούν όταν τους λέτε “πήδα”;» «Ναι.» Η Άντι γέλασε. Της έκοψε την ανάσα η αλαζονεία της απάντησής του, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αντιδράσει. «Γρήγορα» είπε και την κοίταξε συνοφρυωμένος, «Είμαι πολύ απασχολημένος σήμερα.» Η Άντι, που ήταν έτοιμη να βάλει το κλειδί στο λουκέτο, σταμάτησε και τον κοίταξε. «Κοιτάξτε, κύριε Μοντγκόμερι, δεν ξέρω. Μήπως για όσο θα σας έχω δέσμιο στη διάθεσή μου, θα έπρεπε να το εκμεταλλευτώ;» Της χάρισε ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο και η Άντι ένιωσε να ανατριχιάζει ο σβέρκος της. «Τι


έχετε κατά νου;» Το αυστηρό του στόμα ερχόταν σε αντίθεση με τη φωνή του, που τώρα ήταν κατά δυο οκτάβες πιο βαριά. Ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε. «Σου έφαγε τη γλώσσα η γάτα;» την πείραξε απαλά, ενώ εκείνη μέσα της χτυπιόταν για να βρει κάτι έξυπνο και ουσιαστικό να του απαντήσει. Όταν ξεδιάλυνε η θολούρα στο μυαλό της, άνοιξε το στόμα της εκνευρισμένη και έτοιμη να τον κάψει με τις λέξεις της, αλλά άκουσε πίσω της ένα κουδούνι να χτυπά μανιασμένο. Γύρισε και είδε έναν από τους πολλούς Λονδρέζους ταχυδρόμους με ποδήλατα που διέσχιζαν τα πεζοδρόμια σαν να πετούσαν, χωρίς να κοιτούν στις γωνίες αν είναι κανένας πεζός στο δρόμο τους και χτυπήσουν. Προτού το καταλάβει, ο σατανικός μεγιστάνας την είχε αρπάξει και την τραβούσε από τη μέση. «Αχ, όχι!» Η ανάσα της Άντι κόπηκε από το απότομο τράνταγμα και το κλειδί τής έφυγε από το χέρι. Έπεσε την ώρα που ο ταχυδρόμος ζητούσε συγνώμη χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει και ενώ συνέχισε με απίστευτη ταχύτητα. Ήταν όμως πολύ αργά. Έτσι όπως ήταν δεμένοι ο ένας με τον άλλο, η κατάσταση μπερδευόταν πολύ, και καθώς η Άντι πάλευε για να κρατηθεί από κάπου, με τα χέρια της να χτυπούν δεξιά και αριστερά, άρπαξε το πρώτο σταθερό πράγμα που βρήκε. Τον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι.


Κεφάλαιο Δεύτερο «Κύριε Μοντγκόμερι; Κύριε Μοντγκόμερι!» Η Άντι έτσι όπως ήταν σωριασμένη πάνω του και τον κοιτούσε δεν άκουγε το θόρυβο της κίνησης. Με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να κάνει στροφή στον αέρα και να τους προσγειώσει σχετικά ομαλά στο ρείθρο. Στριφογύριζε μήπως κατάφερνε να σηκωθεί, αλλά έτσι όπως ήταν δεμένοι ήταν δύσκολο και ένιωθε σαν σαστισμένο ψάρι. Ακόμα πιο δύσκολο ήταν να αγνοήσει τους δυνατούς και ζεστούς μυς που πίεζαν όλο της το κορμί. Όταν η Μάργκαρετ γονάτισε δίπλα τους και της έδωσε το χέρι της για να τη σηκώσει, την κοίταξε με ευγνωμοσύνη. Αφού είδε πως η Άντι ήταν καλά, κούνησε με δύναμη τον ώμο του εργοδότη της. «Κύριε;» Εκείνος μούγκρισε σιγανά, αλλά δεν άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε την Άντι. «Νομίζω ότι χτύπησε το κεφάλι του» είπε εκείνη. Η γυναίκα ένευσε απότομα. «Θα καλέσω ένα ασθενοφόρο.» Η Άντι κάθισε δίπλα του και ένιωσε κάτι σαν σουβλιά από τις τύψεις για όλη αυτή την ιστορία. Αν είχε πάθει κάτι, δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της. Κοίταξε το πρόσωπό του, για πρώτη φορά ήταν χαλαρωμένο. Τα γυαλιά του είχαν σπάσει και τώρα πια αισθανόταν πως κοιτούσε τον πραγματικό άνθρωπο. Άρχισε να στενάζει και να κινεί το κεφάλι του και εκείνη ένιωσε το σφυγμό της να παίρνει μπροστά, καθώς ο φόβος εξαφανιζόταν. «Κύριε Μοντγκόμερι;» Πετάρισαν οι βλεφαρίδες του και αργά αργά σήκωσε το ελεύθερο χέρι του, σαν να το τραβούσε μέσα από παγωμένο πόριτζ, και έτριψε το μέτωπό του. Στο τέλος, η Άντι βρέθηκε να κοιτάζει μέσα στα πιο γαλανά μάτια που είχε δει ποτέ. Πίστευε πως θα ήταν μαύρα σαν την καρδιά του, αλλά έκανε τόσο λάθος. Δυσκολεύτηκε να σκεφτεί ακριβώς τι χρώμα ήταν χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξει νοητά σε ταξιδιωτικά φυλλάδια. Αυτό λοιπόν εννοούν όταν λένε ότι μπορείς να πνιγείς στο βλέμμα κάποιου. «Δόξα τω Θεώ» είπε ανακουφισμένη. «Πόσα δάχτυλα βλέπεις;» Κοίταξε για κάμποσα δευτερόλεπτα τα δάχτυλά της, που έμοιαζαν με αυτιά κουνελιού, σαν να είχε έρθει από άλλον πλανήτη. Δεν καταλάβαινε καν τι ήταν αυτό που έβλεπε. Σιγά σιγά αυτή η απορημένη έκφραση εξαφανίστηκε και το βλέμμα του ξαναβρήκε την ένταση και τη συγκέντρωσή του. «Αχ, Θεέ μου» στέναξε. «Εσύ; Μα…Μάργκαρετ;» φώναξε. Προσπάθησε να ανασηκωθεί και να μείνει καθιστός, αλλά το πρόσωπό του συσπάστηκε και η Άντι κατάλαβε πως πονούσε. Έπεσε πίσω και η πλάτη του βρόντησε στο δρόμο. «Ησύχασε» μουρμούρισε η Άντι και ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του. «Κάνε ένα τηλεφώνημα. Μην προσπαθήσεις να κινηθείς. Μπορεί να έχεις σπάσει κανένα κόκαλο.» «Δεν έχω χρόνο για αναθεματισμένα σπασμένα κόκαλα!» Η Μάργκαρετ πλησίαζε καμαρωτά προς τον εργοδότη της. «Ωραία, είστε και πάλι μαζί μας. Καλώ ένα ασθενοφόρο, κύριε.» «Δε χρειάζομαι κανένα καταραμένο ασθενοφόρο.»


«Μάλιστα, κύριε» αποκρίθηκε η Μάργκαρετ ενώ έδινε τη διεύθυνση στο τηλεφωνικό κέντρο. Η Άντι κοιτούσε μια τον έναν και μια την άλλη. Ένας μεγαλόσωμος, εκνευρισμένος άντρας που έμοιαζε έτοιμος να εκραγεί και μια ήρεμη, ψύχραιμη και συγκεντρωμένη γυναίκα που χαμογελούσε με πραότητα. Και οι δύο, ο καθένας με το δικό του τρόπο, έμοιαζαν αμετακίνητες δυνάμεις και όμως, κάπως παράξενα, η Άντι αισθανόταν πως υπήρχε μια τρυφερότητα ανάμεσά τους. «Να πάρει, Μάργκαρετ.» Κλότσησε το ρείθρο με το καλό του πόδι. «Άνοιξε τις αναθεματισμένες χειροπέδες αμέσως!» Η Μάργκαρετ τον κοίταξε με το ένα φρύδι σηκωμένο. «Θα πάω να βρω το κλειδί, κύριε.» Η Άντι κοιτούσε την Μάργκαρετ να κατευθύνεται προς τα εκεί όπου πετάχτηκε το κλειδί προτού στρέψει την προσοχή της ξανά στον άντρα δίπλα της. Τον πολύ αρρενωπό, πολύ πλούσιο άντρα με το διαβολεμένο στόμα και τα μάτια που είναι σαν τη θάλασσα στα τροπικά νησιά και ο οποίος είχε σκοπό να καταστρέψει άσπλαχνα κάτι τόσο πολύτιμο για τόσους ανθρώπους. Τον άντρα που μόλις την έσωσε από τον επικείμενο κίνδυνο. *** Ο Ναθάνιελ έστρεψε το πρόσωπό του μακριά από τα μεγάλα γκρίζα μάτια που τον κοιτούσαν και έστριψε ελάχιστα όταν ένιωσε τη σκληράδα του δρόμου. «Συγνώμη που έπεσα πάνω σου» είπε η Άντι. «Τη μια στιγμή ήμουν όρθια και την επόμενη πεσμένη. Μάλλον εγώ σε έριξα.» Εκείνος ξεφύσησε. Σε σχέση με όλη αυτή τη σύγχυση και τον πόνο που σημάδεψαν την απαίσια τούτη μέρα, το ότι εκείνη προσγειώθηκε επάνω του δεν ήταν τίποτα. «Πολύ αμφιβάλλω. Είσαι πιο ελαφριά κι από σπουργίτι.» «Το βρήκα!» ανακοίνωσε η Μάργκαρετ και σήκωσε το χέρι της με το μικρό ασημένιο κλειδί, ενώ τους πλησίαζε γοργά. Η βοηθός του έδωσε το κλειδί στην Άντι και ο Ναθάνιελ, δείχνοντας τρομερή αυτοσυγκράτηση, δε σάλεψε ούτε τα χείλη του την ώρα που εκείνη για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα προσπαθούσε με τρεμάμενα δάχτυλα να το βάλει στην κλειδαριά, μέχρι που ακούστηκε η σειρήνα, όλο και πιο βιαστική, να πλησιάζει. Όταν επιτέλους απελευθερώθηκε, τράβηξε το χέρι του και έτριψε τον καρπό του. Το ασθενοφόρο σταμάτησε με μια στριγκλιά και την επόμενη στιγμή είχαν πεταχτεί από το όχημα δυο τραυματιοφορείς για να τον φροντίσουν. Η γυναίκα που δέθηκε μαζί του για χάρη κάποιου διαφημιστικού τρικ είχε ευτυχώς αποτραβηχτεί στην άκρη του κόσμου που είχε μαζευτεί γύρω τους και κοιτούσε. «Πού πονάτε;» τον ρώτησε ένας από τους τραυματιοφορείς. «Ο αριστερός μου αστράγαλος. Και ο μηρός» απάντησε ο Ναθάνιελ. «Πώς συνέβη;» συνέχισε ο τραυματιοφορέας, ενώ έβγαζε το ψαλίδι του και άρχιζε να κόβει το πανάκριβο παντελόνι του Ναθάνιελ. Η χίπισσα τους πλησίασε, γονάτισε δίπλα τους και ο Ναθάνιελ άφησε ένα πνιχτό βογκητό. «Εγώ φταίω για όλα» είπε. «Περνούσε ένα ποδήλατο με μεγάλη ταχύτητα… και με έσωσε… αλλά έπεσε.» «Είμαι καλά. Απλώς χρειάζομαι λίγη βοήθεια για να σηκωθώ» είπε ο Ναθάνιελ και προσπάθησε να καθίσει ξανά. Ο πόνος έσφιξε το πόδι του και έβγαλε μια κραυγή. «Ίσως καμιά δυο ασπιρίνες.


Αλλά μπορείτε να πηγαίνετε» είπε κοιτώντας έντονα τη γυναίκα. Εκείνη δυσανασχέτησε. «Όχι. Εγώ φταίω που χτύπησες. Δεν μπορώ να φύγω μέχρι να βεβαιωθώ πως είσαι καλά.» «Αλήθεια, είμαι καλά.» «Κύριε Μοντγκόμερι, μπορείτε να μου πείτε τι μέρα είναι σήμερα;» ρώτησε ο άλλος τραυματιοφορέας. Η συνέχεια είχε μια σειρά από πολύ βασικές όσο και ενοχλητικές ερωτήσεις, όπως την ώρα, το έτος ή το όνομα του πρωθυπουργού, ενώ ένας μικρός φακός άναβε στα μάτια του. «Κοιτάξτε, είναι απαραίτητα όλα αυτά; Το μόνο που χρειάζομαι είναι λίγη βοήθεια για να σηκωθώ –» «Φοβάμαι πως είναι, κύριε Μοντγκόμερι. Θα πρέπει να σας πάμε στο νοσοκομείο για κάποιες ακτινογραφίες και παρακολούθηση. Θα προτιμούσατε κάποιο συγκεκριμένο νοσοκομείο;» Ο Ναθάνιελ αυτή τη φορά έδωσε έναν πήδο και σηκώθηκε κι ας πονούσε. «Όχι. Δε θα πάω στο νοσοκομείο. Έχω μια πολύ σημαντική δουλειά που πρέπει να την κλείσω σε…» σταμάτησε και έριξε μια ματιά στο ρολόι του «δύο ώρες.» Η Μάργκαρετ μπήκε κι αυτή στην κουβέντα. «Στο πιο κοντινό, σας ευχαριστούμε, κύριοι.» Ο τραυματιοφορέας ένευσε. «Στο κεντρικό του Γουάπινγκ.» Ο Ναθάνιελ την αγριοκοίταξε. Μπορεί να ήταν πλούσιος και επιτυχημένος, αλλά όταν η Μάργκαρετ του μιλούσε με αυτόν τον τόνο -τον ίδιο που είχε όταν τον μάλωνε τότε που ήταν μικρός γιατί πείραξε κάτι στο γραφείο του πατέρα του- δεν τολμούσε να φέρει καμία αντίρρηση. Πώς γινόταν και, ενώ μπορούσε να κάνει σημαντικά κεφάλια του κόσμου των επιχειρήσεων να τρέμουν, δεν κατάφερνε ποτέ να αλλάξει τη γνώμη της βοηθού του όταν αποφάσιζε κάτι; *** «Τι συνέβη;» ρώτησε την Πένι επιτακτικά, ενώ προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος που διαλυόταν, καθώς το ασθενοφόρο απομακρυνόταν από το πεζοδρόμιο. «Νομίζω ότι ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι μόλις μου έσωσε τη ζωή» μουρμούρισε η Άντι και εξιστόρησε στη φίλη της όσα έγιναν. «Αν έχει σπάσει κάτι, του αξίζει. Ελπίζω να το έχει πάθει. Ελπίζω να μείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι για βδομάδες. Ίσως έτσι να εκτιμούσε τους πράσινους χώρους!» Η Άντι ήξερε πως αυτή η μάχη ήταν πολύ προσωπική για τη φίλη της, μα το να εύχεται να πάθει κακό κάποιος δε θα έφερνε πίσω την αδελφή της, την Άλις. Και έχοντας περάσει πολλές εβδομάδες μέσα στο νοσοκομείο, η Άντι δεν το ευχόταν αυτό ούτε στο χειρότερο εχθρό της. Συνειδητοποίησε με έκπληξη πως αυτός δεν ήταν ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι. Δεν κατάφερνε να διώξει από το μυαλό της την ιδέα πως αυτοί οι δυο δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που το μόνο που την απασχολούσε ήταν η δουλειά και τίποτε άλλο. Δε φρόντιζε τον εαυτό της καθόλου. Δεν άκουγε τι της έλεγε το σώμα της. Ο καρκίνος ήταν αυτός που την επανέφερε στην ωμή πραγματικότητα. Για εκείνον τι να ήταν άραγε; Η Άντι δυσανασχέτησε. «Έλα, τώρα, αυτό δεν έχει να κάνει σε τίποτα με αγάπη και ειρήνη.» Η Πένι αγκάλιασε τη χίπικη ζωή με υπέρμετρο ζήλο από τότε που πέθανε η αδελφή της. Η Άντι,


από την άλλη, απλώς ήθελε να ζήσει μια ζωή χαρούμενη, χωρίς άγχος και με νόημα. Και τότε εμφανίστηκε ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι και τα έβαλε με τον κήπο της και να την – μια απρόθυμη ακτιβίστρια. Η Πένι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Κάποιες φορές υποτροπιάζω.» Η Άντι γέλασε. Η φίλη της πριν τη μετάλλαξη εργαζόταν στο φορολογικό τομέα. «Μπορώ να πάρω το βαν για να πάω στο νοσοκομείο;» «Θα πας στ’ αλήθεια να τον δεις;» Η Άντι ένιωσε τύψεις διακρίνοντας την αγανάκτηση στη φωνή της Πένι. «Έχει χτυπήσει εξαιτίας μου, Πένι… και…» «Και τι;» Τα φρύδια της Πένι έσμιξαν. «Τον γουστάρεις, έτσι δεν είναι;» «Όχι!» Η Άντι κουνούσε το κεφάλι της αρνητικά ακόμα και τη στιγμή που στο μυαλό της ήρθε η θύμηση του μυώδους κορμιού του πάνω στο δικό της. «Απλώς θέλω να δω αν είναι καλά, αυτό είναι όλο.» Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ακόμα, όμως, δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν. Καθώς της έδινε τα κλειδιά, ένιωθε να την καρφώνει το διερευνητικό, μπλαζέ βλέμμα της φίλης της. *** Η Άντι και η Μάργκαρετ στάθηκαν στο πλάι, ενώ ένας νοσοκόμος έσπρωχνε το φορείο με το μοχθηρό μεγιστάνα μέσα στο θαλαμίσκο. Ο τραυματίας το έκανε να μοιάζει σαν παιδικό, με τους φαρδιούς ώμους του -χωρίς το σακάκι και το γιλέκο-, που με ευκολία έπιαναν από τη μια πλευρά ως την άλλη. Την ώρα που το βλέμμα του έπεσε πάνω της, της κόπηκε η ανάσα. «Τι στο διάβολο κάνεις εσύ εδώ;» «Έπρεπε να δω αν είσαι καλά.» Ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια. «Είμαι καλά» μουρμούρισε. «Έχουν έρθει τα αποτελέσματα από τις ακτινογραφίες;» Ένευσε. «Ένα άσχημο διάστρεμμα είναι. Θα με κρατήσουν για μερικές ώρες και έπειτα θα πάρω εξιτήριο.» Ξαφνικά άρπαξε τις μεταλλικές μπάρες σαν να ήταν έτοιμος να πέσει. «Είσαι καλά;» ρώτησε η Άντι ταραγμένη. «Η μορφίνη με ζαλίζει. Δεν ξέρω καν γιατί μου την έδωσαν. Μια ασπιρίνη θα ήταν αρκετή.» «Πονούσες αρκετά» του είπε. Περίμενε κάποια απάντηση, αλλά εκείνος έμεινε ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά για μερικά δευτερόλεπτα, πριν ανοίξει αμυδρά το ένα του βλέφαρο και αμέσως μετά ρίξει πάνω της το καταγάλανο βλέμμα του. Ένιωσε σαν να τη χτύπησε με ακτίνα λέιζερ. «Μπορείς να φύγεις τώρα» της είπε κάπως ψευδά. Η Άντι χαμογέλασε νευρικά. Στη διαδρομή για το νοσοκομείο είχαν ξεκαθαρίσει τα πράγματα μέσα της και είχε καταλήξει ότι σίγουρα οι δρόμοι τους συναντήθηκαν για κάποιο λόγο. Δεν είχε σκοπό να φύγει από το νοσοκομείο μέχρι να μάθει ποιος ήταν αυτός. «Έχεις ακούσει ποτέ τη φράση “χωρίς αντάλλαγμα”;» τον ρώτησε. «Μόλις το συζητούσαμε με τη Μάργκαρετ.» Γύρισε το κεφάλι του για να κοιτάξει την ιδιαιτέρα του. «Δε μου φαίνονται καλά τα πράγματα.»


«Α! Κύριε, θα το απολαύσετε ιδιαιτέρως» είπε η Μάργκαρετ και τα χείλη της συσπάστηκαν, καθώς έκανε νόημα στην Άντι για να συνεχίσει. «Είναι σαν την ταινία –» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε συνοφρυωμένος σαν να μην μπορούσε να την παρακολουθήσει. «Ποια ταινία;» «Υπάρχει μια ταινία με τίτλο Χωρίς Αντάλλαγμα» του εξήγησε. «Δεν την έχω ακούσει.» Η Άντι τον κοίταξε απορημένη. «Δεν την έχεις ακούσει;» «Δε βλέπω ταινίες. Έχω δουλειά. Εργάζομαι δεκαέξι ώρες την ημέρα και κοιμάμαι τέσσερις ώρες κάθε βράδυ. Δεν έχω χρόνο για επιπόλαιες ασχολίες όπως είναι οι αναθεματισμένες ταινίες.» Η Άντι ξεφύσησε. Φυσικά και δεν πήγαινε να δει ταινίες. Έπρεπε να προετοιμάσει το πρώτο του έμφραγμα. *** Ο Ναθάνιελ την άκουσε να ξεφυσά και είδε τα γκρίζα μάτια της να πλημμυρίζουν από πραγματική λύπη. Τον λυπόταν. Μια χίπισσα που τα ρούχα της ήταν σαν να τα πήρε από φιλανθρωπική οργάνωση και το παραμικρό φύσημα του αέρα θα μπορούσε να την πετάξει κάτω; Εκείνος ήταν ένας πολυεκατομμυριούχος κτηματομεσίτης. Δειπνούσε με βασιλείς, με πολλούς από τους ηγέτες των χωρών του κόσμου και με αρκετά τοπ μόντελ παγκοσμίου φήμης. Είχε σπίτι στην Καραϊβική. Και ήταν πια τόσο μα τόσο κοντά στο μαγικό στόχο του ενός δισ. που έθεσε στον εαυτό του όταν ήταν δεκαεννέα για να εκπληρώσει την υπόσχεση στον πατέρα του – το έργο στον κήπο της Αγίας Αγνής θα φρόντιζε να τα καταφέρει. Δεν έλειπε τίποτα από τη ζωή του. Μα εκείνη τον κοιτούσε σαν να ήταν ανίδεος. Σαν αυτή να είχε βρει το νόημα της ζωής ενώ εκείνος δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Του θύμιζε τη μητέρα του. Έσφιξε το σαγόνι του. Ένιωθε το μέτωπό του να πάλλεται και το αγνόησε. «Γιατί δεν μπαίνεις στο κυρίως θέμα;» Η Άντι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Κοίτα, το ξέρω ότι μπορεί να σου φανεί τρελό, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ απλό. Μου έσωσες τη ζωή, οπότε σου χρωστάω.» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε εξοργισμένος. «Για το Θεό, ήταν ένας ποδηλάτης. Όχι ένα φορτηγό!» «Και; Αν χτυπούσα το κεφάλι μου στο ρείθρο και έσπαζε κανένα αγγείο στον εγκέφαλό μου ή αν έσπαγα το λαιμό μου; Αν από την κρούση τσακιζόταν η σπονδυλική μου στήλη και έμενα παράλυτη; Αν κάτι από αυτά είχε συμβεί σε σένα; Σήμερα τραυματίστηκες στην προσπάθειά σου να με βοηθήσεις και, παρ’ όλο που δε δίνεις δεκάρα για έναν περιτοιχισμένο κήπο διακοσίων ετών, έβαλες τον εαυτό σου σε κίνδυνο για μένα, οπότε… σου χρωστάω.» Το κεφάλι του Ναθάνιελ άρχισε να γυρίζει. Το γεγονός πως ήταν ειλικρινής ήταν προφανές και δε χωρούσε καμιά αμφιβολία. Εκείνος, από την άλλη, δεν ήταν πολύ συνηθισμένος με τέτοιους ανθρώπους στη δουλειά του.


Αυτοί με τους οποίους είχε δοσοληψίες σε καθημερινή βάση θα εκμεταλλεύονταν και θα έψαχναν να βρουν τρόπους για να τη φέρουν στους επαγγελματικούς τους αντιπάλους ή θα κρύβονταν πίσω από όποια νομιμότητα και προσχήματα μπορούσαν. Ήταν αλλόκοτα αναζωογονητικό να βλέπει τέτοια ανιδιοτέλεια. Ακόμα κι αν ήταν ουτοπική. «Άκουσε… ποιο είπες πως είναι το όνομά σου;» Ξερόβηξε πριν του απαντήσει. «Άντι. Άντι Κόλινς.» «Άντι» επανέλαβε εκείνος γεμάτος υπομονή, ό,τι όνομα κι αν ήταν αυτό. «Κατανοώ πως πιστεύεις ειλικρινά σε αυτά τα πράγματα, εγώ όμως δεν πιστεύω. Οπότε…» Της έκανε νόημα με το χέρι του σαν να ήταν μάγος. «Πήγαινε στο καλό.» Η γυναίκα που την έλεγαν Άντι κούνησε το κεφάλι της και του χαμογέλασε λυπημένη. «Δεν είναι έτσι, κύριε Μοντγκόμερι. Το σύμπαν με έχει βοηθήσει ξανά άλλη μια φορά στο παρελθόν και τώρα είναι η σειρά μου να κάνω κάτι χωρίς αντάλλαγμα. Είτε το θέλετε είτε όχι.» Ο Ναθάνιελ ένιωσε ξαφνικά σαν να τον είχαν πετάξει μέσα σε επεισόδιο της σειράς Η Τζίνι και το τζίνι. Μια σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του και χαμογέλασε. «Πολύ καλά. Σκέφτηκα το καλύτερο που μπορείς να κάνεις. Θέλεις να μου το ξεπληρώσεις; Ακύρωσε την εκστρατεία.» Εκείνη δυσανασχέτησε. «Δεν καταλαβαίνεις τίποτα, έτσι δεν είναι;» Φυσικά και δεν καταλάβαινε απολύτως τίποτα. Γι’ αυτόν όλα ήταν απλώς παλαβομάρες. Οι χάντρες στα μαλλιά της χτυπούσαν και ο Ναθάνιελ έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται πώς θα ήταν χωρίς τις χαζές πλεξίδες. Ένα κομμάτι του εαυτού του ήθελε να απλώσει το χέρι και με τα ακροδάχτυλα να νιώσει τη δαιδαλώδη ύφανση, να ακολουθήσει τις στενές γραμμές. Θεέ μου, ας ήταν η μορφίνη που μιλούσε. «Είναι πολύ πιο σημαντικό από αυτό» συνέχισε εκείνη. «Εμπεριέχει περισσότερο την ουσία της αυτοθυσίας. Κάτι σαν να σου δώσω το ένα μου νεφρό. Ή τις οικονομίες μου. Ή να σε βγάλω από τη φυλακή –» «Δε χρειάζομαι κανένα νεφρό, είμαι πιο πλούσιος κι από το Θεό, κι αν ποτέ χρειαστώ χρήματα για να βγω από τη φυλακή…» πράγμα που σίγουρα θα συνέβαινε, αν εκείνη δεν αποφάσιζε να σταματήσει να τον βασανίζει και ενέδιδε στην έντονη επιθυμία που είχε να τη σκοτώσει «έχω έναν πολύ καλό, πολύ ακριβό δικηγόρο. Έχω μια ομάδα ολόκληρη, βασικά.» Το χαμόγελο έμοιαζε να είναι συγκολλημένο στο πρόσωπό της καθώς του έλεγε: «Μπορεί απλώς να χρειάζεσαι λύτρωση από τον εαυτό σου.» Ο Ναθάνιελ, που βρισκόταν πια στα όρια της αντοχής του, ήταν έτοιμος να την απειλήσει με ασφαλιστικά μέτρα, όταν χτύπησε το τηλέφωνό του. Η Μάργκαρετ απάντησε στο δεύτερο χτύπημα. «Γεια σας, κυρία Ντελφίν. Ναι, έχει τελειώσει με τις ακτινογραφίες.» Του έδωσε το τηλέφωνο. «Θέλει να σας μιλήσει.» Ο Ναθάνιελ δυσανασχέτησε. «Γεια σου, μητέρα.» «Νέιτ, γλυκέ μου, πώς είσαι; Σε παρακαλώ, βάλε με στην ανοιχτή ακρόαση. Θέλω να ακούει και η Μάργκαρετ για να μην μπορείς να μου πεις ψέματα.» Ο Ναθάνιελ γέλασε πνιχτά παρά την κατάστασή του. Πίεσε το πλήκτρο και έκανε νόημα στη Μάργκαρετ να μείνει κοντά.


«Λοιπόν, θα έρθεις το Σάββατο, έτσι δεν είναι;» Ο Ναθάνιελ κοίταξε το πόδι του τυλιγμένο στο γύψο. Επιτέλους είχε ένα λόγο ώστε να γλιτώσει το πάρτι για τα ογδοηκοστά γενέθλια της γιαγιάς του. Και ήταν πραγματικός, όχι δικαιολογία. Κοίταξε τη Μάργκαρετ, που του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο νόημα και κούνησε το κεφάλι της με αυστηρότητα. «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσω –» Η Μάργκαρετ σούφρωσε τα χείλη της. «Θα έρθει.» «Δεν μπορώ να οδηγήσω με το πόδι μου σε αυτήν την κατάσταση.» Η Μάργκαρετ του χαμογέλασε γλυκά. «Αφού είστε πιο πλούσιος κι από το Θεό, μπορείτε να μισθώσετε μια λιμουζίνα.» «Και να φέρεις και κοπέλα μαζί σου. Το υποσχέθηκες στη γιαγιά σου.» Ο Ναθάνιελ έκλεισε τα μάτια του. Αυτή η εμμονή της γιαγιάς του να τον δει παντρεμένο για να της κάνει δισέγγονα έφτανε στα όρια του γελοίου. «Μητέρα, δεν υπάρχει κάποια ξεχωριστή αυτή την περίοδο» προσπάθησε να ξεφύγει. «Απ’ ό,τι βλέπω εγώ κάθε φορά που ανοίγω εφημερίδα ή περιοδικό, πάντα υπάρχει μια δεσποινίδα στο πλάι σου. Νέιτ, ντρέπεσαι για εμάς;» Κοίταξε τη Μάργκαρετ και ξεφύσησε. «Εννοείται πως δεν ντρέπομαι, μητέρα. Έτσι κι αλλιώς, δεν της αρέσει καμιά από αυτές που φέρνω.» «Το ξέρω, αγαπημένε μου. Φέρε, τότε, κάποια που να της αρέσει.» «Μητέρα…» «Ναθάνιελ, το υποσχέθηκες.» Εκείνος ξεφύσησε. Η μητέρα του ποτέ δεν του φώναζε έτσι εκτός κι αν μιλούσε πολύ σοβαρά, και η επίπληξη που έκρυβε η φωνή της έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Ένιωσε σαν να πυροβόλησε έναν από τους βραβευμένους αλπακάδες της. Κοιτούσε τη Μάργκαρετ με ένοχο βλέμμα, ενώ η μητέρα του τον μάλωνε για όλες τις υποσχέσεις στη γιαγιά του που είχε αθετήσει. «Η Άντι;» μουρμούρισε η Μάργκαρετ. Ο Ναθάνιελ την κοίταξε συνοφρυωμένος, ενώ η μητέρα του στο ακουστικό συνέχιζε να απαγγέλλει μονότονα τις αμαρτίες του χωρίς να σταματά ούτε για να πάρει ανάσα. Η ιδιαιτέρα του παραλογιζόταν. «Είναι ιδανική» είπε η Μάργκαρετ. «Είναι τρελή» ψιθύρισε εκείνος. «Αυτή η ιστορία με το αντάλλαγμα…» επέμεινε σιγανά η Μάργκαρετ. «Ίσως να είναι προτιμότερο να της κάνετε το χατίρι, κύριε. Επίσης, η μητέρα σας θα τη συμπαθήσει πολύ, όπως και η κυρία Γιούνις.» Ο Ναθάνιελ έριξε μια ματιά πίσω από τη Μάργκαρετ, εκεί όπου βρισκόταν η γυναίκα που μέσα σε ελάχιστες ώρες είχε φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του. Η Μάργκαρετ είχε δίκιο, όπως πάντα – η Άντι και η μητέρα του θα μπορούσαν να είναι φτιαγμένες από το ίδιο κομμάτι μάρμαρο. Σίγουρα κάτι τέτοιο θα του εξασφάλιζε πόντους, ενώ και η γιαγιά του θα τον άφηνε ήσυχο για λίγο καιρό. Από στρατηγικής άποψης εκείνος θα κέρδιζε. Και είχε χτίσει μια περιουσία εφαρμόζοντας στερεή στρατηγική.


«Μια στιγμή, μητέρα» είπε και ακούμπησε το τηλέφωνο στον ώμο του για να μιλήσει χωρίς να τον ακούει. *** Η Μάργκαρετ και ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι κοιτούσαν την Άντι με έναν τρόπο που δεν της άρεσε. «Τι;» ρώτησε ανήσυχη από την υπολογιστική λάμψη που έβλεπε στα καταγάλανα μάτια του, που έμοιαζαν με το αχανές διάστημα. «Μιλούσες σοβαρά όταν έλεγες πως μου χρωστάς κάτι;» «Απολύτως.» «Χρειάζομαι μια συνοδό για το πάρτι για τα ογδοηκοστά γενέθλια της γιαγιάς μου, που θα γίνει στο εκτροφείο αλπακά της οικογένειάς μου στις ερημιές του Ντέβον. Ισχύει;» Η Άντι ξεροκατάπιε, ενώ το γαλανό βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της με ένταση και προσοχή. «Μάλλον όχι.» «Αυτό χρειάζομαι όμως» της είπε και το σαγόνι του σφίχτηκε με ατσάλινη αποφασιστικότητα. «Ισχύει, δεν ισχύει.» Η Άντι δίστασε. Τουλάχιστον της έδινε μια ευκαιρία να μπει στη ζωή του. Δεν αρκούσε για να μπορέσει να τον βοηθήσει σε κάποια ζητήματα που έβλεπε πως επιδέχονταν διόρθωσης, αλλά ήταν μια καλή αρχή. «Εντάξει. Για αρχή είναι καλά.» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι, δεν υπάρχει καμιά συμφωνία. Ένα Σαββατοκύριακο. Τίποτε παραπάνω. Έπειτα θα χωρίσουν οι δρόμοι μας.» Η Άντι κοίταζε την αδυσώπητη αποφασιστικότητα που ήταν αποτυπωμένη στο σκληρό πρόσωπό του. Ίσως ένα Σαββατοκύριακο να μην είναι αρκετό για να μπορέσει να εξημερώσει το μεγιστάνα, αλλά θα μπορούσε να καταφέρει πολλά. Σίγουρα θα είχε χρόνο για να του εκθέσει την πλευρά της σχετικά με τον ροδόκηπο. «Εντάξει…» Την κοίταξε με προσοχή. «Το εννοώ.» Μπορεί ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι να ήταν πλούσιος, έξυπνος και ο πιο ελκυστικός άντρας που είχε αντικρίσει ποτέ, όμως δεν είχε ιδέα για το τι είναι σημαντικό στη ζωή. Το να του διδάξει την αξία τού να μπορεί να σταματήσει για να μυρίσει τα ρόδα, κατά προτίμηση εκείνα που βρίσκονταν στον κήπο της Αγίας Αγνής, ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να κάνει για να του ανταποδώσει το καλό – και για να το καταφέρει έπρεπε με κάποιον τρόπο να περάσει τούτο το κατώφλι. «Φυσικά.» Της ένευσε καθώς εκείνη τον κοιτούσε να επιβεβαιώνει πως θα έχει συνοδό και έπειτα έκλεισε το τηλέφωνο. Η Άντι τού χαμογέλασε πλατιά. «Δεν ήταν τόσο δύσκολο, ήταν;» Αγνόησε τη μουρμούρα του, καθώς ήταν αποφασισμένη να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία αυτή στο έπακρο. «Πάρτι, λοιπόν… τι πρέπει να φορέσω;» Η Άντι άντεξε το υποτιμητικό του βλέμμα καθώς επιθεωρούσε την ένδυσή της. «Κάτι τέτοιο είναι ό,τι πρέπει.» Η Άντι δεν πείστηκε, ενώ η Μάργκαρετ χασκογέλασε πνιχτά. Όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί ένα μικρό ηλέκτρισμα στο κορμί της από την ανυπομονησία για την ημέρα του πάρτι. Παρ’ όλο που ο Ναθάνιελ δεν έδειχνε καθόλου ενθουσιασμένος, εκείνη δεν κρατιόταν να


ξεκινήσει.


Κεφάλαιο Τρίτο Τρεις μέρες αργότερα, η Άντι χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος του Ναθάνιελ Μοντγκόμερι στα πριβέ Σεντ Κάθρινς Ντοκς. Μετά από διαπραγματεύσεις θα κατάφερνε να τον πείσει ότι μέρος της ανταπόδοσης ήταν να οδηγήσει εκείνη μέχρι το ξεφάντωμα για τα γενέθλια της γιαγιάς του. Θα του εξηγούσε πως ήταν απλό. Ο ίδιος δεν μπορούσε να οδηγήσει λόγω του διαστρέμματος, που ήταν δικό της φταίξιμο, ενώ εκείνη μπορούσε, οπότε… Ήταν απλό. Ώσπου της άνοιξε με τα μαλλιά του βρεγμένα να μαζεύονται στο γιακά του και ποτέ πριν κάτι απλό δεν έμοιαζε τόσο πολύπλοκο. Ήταν ντυμένος με ένα εξαίσιο σκούρο καφέ κοστούμι, ραμμένο πάνω του. Πουκάμισο στο χρώμα του μούρου, ανοιχτό στο λαιμό, που τόνιζε τις λεπτές ρίγες του παντελονιού του, και ξεκούμπωτο σακάκι. Ήταν μοντέρνο και εντυπωσιακό, καμιά σχέση με εκείνο το συντηρητικό ντύσιμο στη διαμαρτυρία για τον κήπο. Το μόνο που μπορούσε να συμπεράνει ήταν πως το σημερινό ήταν μια προσπάθειά του να υιοθετήσει ένα πιο καθημερινό λουκ, αν και το θεληματικό πιγούνι του δεν του το επέτρεπε. Άραγε πόσο πιο σπορ -πόσο πιο σέξι- θα ήταν με γένια τριών ημερών; Όχι ότι έμοιαζε με αυτούς που άφηναν γένια. Φαντάστηκε πως δεν ήταν αρκετά επαγγελματική αυτή η εμφάνιση για τον κύριο Εργασιομανή. Παρ’ όλα αυτά ήταν ένα υπέροχο ένδυμα, που του ταίριαζε απόλυτα, και ακόμη κι αν στηριζόταν στις πατερίτσες φορώντας ένα κοστούμι που θα λαχταρούσαν οι περισσότεροι γκέι, η δύναμη που εξέπεμπε ήταν πιο ισχυρή από οποιονδήποτε είχε γνωρίσει ως τώρα. Η Άντι ένιωθε εντελώς έξω από τα νερά της στην παρουσία αυτής της τόσο σαρωτικής αρρενωπότητας. Κοίταξε τον εαυτό της, την απλή εμφάνισή της και έπειτα ξανά εκείνον. Για όνομα του Θεού, ο άνθρωπος δεν είχε ένα κοντομάνικο μπλουζάκι; «Χρησιμοποιείς ακόμα τις πατερίτσες;» τον ρώτησε με την ελπίδα πως η φωνή της δεν είχε γίνει τσιριχτή, γιατί παράλληλα εκείνος την κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω. «Νόμιζα πως ήταν απλώς ένα διάστρεμμα.» Έπρεπε να το περιμένει πως εκείνος θα υποτιμούσε τον τραυματισμό του. Έμαθε για το αιμάτωμα στο μηρό του από τη Μάργκαρετ. «Τις χρησιμοποιώ μόνο όταν πρέπει να περπατήσω αρκετά ή να ανέβω σκαλοπάτια» της είπε απαξιωτικά. Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Τα μαλλιά σου… είναι διαφορετικά.» Η Άντι τα άγγιξε συνεσταλμένα. «Ναι.» Τον παρατήρησε να ακολουθεί την κίνηση του χεριού της, καθώς τα δάχτυλά της έμπαιναν μέσα στις ξανθές τούφες και να τις χτένιζαν. «Γιατί;» «Τα αφρικανικά πλεξιδάκια αρχίζουν να φαίνονται ατημέλητα και βρόμικα μετά από μερικές μέρες και η φροντίδα τους πονά λίγο.» «Κατάλαβα» της είπε, αν και απλώς δεν είχε καταλάβει τίποτα. «Για ποιο λόγο να τα έχεις έτσι όμως;» Η Άντι χαμογέλασε μπροστά στην αντρική λογική. «Επειδή μπορώ» του απάντησε. Μετά τον καρκίνο, τα μαλλιά ήταν ένα από τα πολλά που είχε ορκιστεί να μη θεωρήσει ποτέ ξανά δεδομένο. Την κοίταξε κάπως σαστισμένος. «Εντάξει. Πάμε να ξεμπερδεύουμε.»


Η Άντι κατάλαβε από τον τόνο της φωνής του πόσο δεν ήθελε να πάει εκεί, αλλά αποφάσισε να μη δώσει σημασία. Ήταν αποφασισμένη να απολαύσει αυτό το Σαββατοκύριακο. Και να το απολαύσει και κείνος. «Πού είναι το σακβουαγιάζ σου;» τον ρώτησε και κοίταξε πίσω του με νόημα, προσπαθώντας να δει το διαμέρισμά του. Το μόνο που κατάφερε να ξεχωρίσει ήταν ένας τεράστιος φωτεινός χώρος και μεγάλα, λευκά, μαρμάρινα πλακάκια, που μόνο διέγειραν τη φαντασία της. Πώς να έμοιαζε άραγε ο χώρος όπου ζούσε; Θα ήταν ένα τυπικό μινιμαλιστικό εργένικο κρησφύγετο γεμάτο κρύο χρώμιο και μαύρο δέρμα ή θα είχε και την πινελιά μιας γυναίκας; Πώς να φαινόταν άραγε η μαρίνα από το ρετιρέ; Η θέα προς την Τάουερ Μπριτζ θα ήταν καλή; Έσκυψε να πιάσει κάτι που εκείνη δεν μπορούσε να διακρίνει από το σημείο όπου στεκόταν κοντά στην πόρτα. Σηκώθηκε και πέρασε από το λαιμό του μια δερμάτινη τσάντα, που βολεύτηκε στο γοφό του. «Αυτό χρειάζομαι μόνο. Έχω ρούχα στο σπίτι.» Βγήκε στο χολ και έκλεισε την πόρτα πίσω του μανουβράροντας χωρίς κόπο με τις πατερίτσες. Η Άντι έριξε μια ματιά γεμάτη μελαγχολία στην κλειστή πόρτα πριν στρίψει για να τον προλάβει, καθώς εκείνος σχεδόν έτρεχε μπροστά με γοργές κινήσεις, σαν να είχε γεννηθεί με αυτά τα αναθεματισμένα πράγματα. Τα μάτια της γούρλωσαν. Ακόμα και σακατεμένος, υποτίθεται, αυτός ο άνθρωπος έπρεπε να είναι μπροστά από όλους. Βιάστηκε να τον φτάσει και τον πρόλαβε ακριβώς τη στιγμή που ήρθε και το ασανσέρ. *** Ο Ναθάνιελ της έκανε νόημα να περάσει μπροστά του και γρήγορα το μετάνιωσε όταν η ματιά του έπεσε στο ξεθωριασμένο σκισμένο τζιν σορτς της, που τόνιζε τα αυθάδικα οπίσθιά της. Η Άντι γύρισε, ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο και εκείνος είδε τα ξεφτισμένα ρέλια στα ντελικάτα γόνατά της αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το ύφασμα δεν άφηνε στη φαντασία ούτε εκατοστό από τους λεπτοκαμωμένους μηρούς της. Το βλέμμα του ανέβηκε. Από ένα καφέ δερμάτινο λουρί στο λαιμό της κρεμόταν κάτι σαν κέλτικος σταυρός επιστρωμένος με κρυστάλλους, που ακουμπούσε στο λακκάκι, επικεντρώνοντας την προσοχή του στο στέρνο της. Τα στήθη της τσίτωναν το κόκκινο μπλουζάκι της με το στρογγυλό λαιμό. Πολύ ωραίο στήθος. Τον περιεργαζόταν πίσω από τις κάπως μακριές αφέλειες, που άγγιζαν τις βλεφαρίδες της σε κάθε σοβαροφανές πετάρισμα των ματιών της. Τις τελευταίες μέρες αναρωτιόταν πώς θα ήταν τα μαλλιά της ελεύθερα και τώρα τα είδε. Οι σφιχτές σειρές από εκείνες τις ανόητες πλεξίδες δεν υπήρχαν πια και τώρα στη θέση τους έβλεπε μακριές, λεπτές τούφες σε διάφορες αποχρώσεις του ξανθού, που έπεφταν γύρω από το πρόσωπό της και τους ώμους της. Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή την εμμονή των γυναικών με τα μαλλιά τους. Γιατί να διαλέξει κανείς ένα χτένισμα που να χρειάζεται τόση φροντίδα; Απλώς δεν ήταν λογικό. Ο Ναθάνιελ δίστασε για λίγο πριν μπει. Μέσα στο τεράστιο ασανσέρ έμοιαζε τόσο μικροσκοπική και ακίνδυνη, μα τα πάντα επάνω της εξέπεμπαν σήμα κινδύνου. Τις προάλλες, με τη χίπικη φούστα και τις αφρικάνικες πλεξίδες, του φάνηκε συναρπαστική, αλλά τώρα, που φαινόταν


τόσο φυσιολογική με το τζιν σορτς και το συντηρητικό κοντομάνικο μπλουζάκι, της ίσως και να ήταν φονική. Σε τι στα κομμάτια συμφώνησε; Πριν από τρεις ημέρες αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη αυτής της γυναίκας και τώρα την πήγαινε στο σπίτι του για να γνωρίσει τη μητέρα του και σκεφτόταν να της προτείνει κι άλλους τρόπους για να του ανταποδώσει αυτό το αλλόκοτο χρέος προς το σύμπαν. Ίσως να τη γδύσει και να διαπιστώσει μοναχός του αν τα λυτά μαλλιά της μπορούσαν να κρύψουν εντελώς τα γυμνά στήθη της. Προφανώς, η κατά τ’ άλλα οξυδερκής λίμπιντό του τραυματίστηκε κατά την πτώση, οπότε δεν μπορούσε πια να δείξει εμπιστοσύνη στην κρίση του. «Κύριε Μοντγκόμερι;» Ο Ναθάνιελ τρεμόπαιξε τα βλέφαρά του. Οι αφέλειές της έκρυβαν το συνοφρύωμά της, αλλά από την αβεβαιότητα που ίσκιωνε τα μεγάλα, γκρίζα μάτια της κατάλαβε πως ο δισταγμός του της προκαλούσε νευρικότητα. Προσπάθησε να συνέλθει. «Άντι, νομίζεις πως θα μπορούσαμε να ξεφορτωθούμε αυτό το “κύριε”;» της είπε, ενώ μπήκε κι εκείνος στο ασανσέρ και πίεσε το πλήκτρο για το λόμπι. «Άλλωστε υποτίθεται πως είσαι η συνοδός μου.» «Φυσικά, συγνώμη.» Έκλεισε η πόρτα και ξαφνικά το πελώριο ασανσέρ έμοιαζε μικροσκοπικό, καθώς η πνοή του ανέμου έφερε μια μυρωδιά που του θύμιζε Χριστούγεννα –-γκνογκ ή ζεστό αρωματικό κρασί- και τον τύλιγε μέσα της. Ο Ναθάνιελ αναρωτήθηκε αν η γεύση της ήταν εξίσου απολαυστική. Έστρεψε το πρόσωπό του μακριά, προς τον πίνακα με τα πλήκτρα των ορόφων, και στήριξε όλο το κορμί του στις πατερίτσες του, ενώ απλωνόταν σιωπή ανάμεσά τους. «Ταλαιπωρήθηκες για να βρεις το σπίτι;» «Καθόλου. Κι εγώ εδώ ζω.» Τι στο –; Γύρισε να την κοιτάξει και παραλίγο να του πέσει η μια πατερίτσα. Αυτή η γυναίκα έμοιαζε σαν να ζούσε σε καραβάνι τσιγγάνων. «Εσύ ζεις στα Σεντ Κάθρινς Ντοκς;» Εκείνη χαμογέλασε, ενώ ο ανελκυστήρας σταμάτησε αργά στο ισόγειο. «Είσαι τόσο σνομπ.» Οι πόρτες άνοιξαν και εκείνη έδωσε μια, σηκώθηκε από τον τοίχο όπου είχε ακουμπήσει και πέρασε ξυστά δίπλα του. Εκείνος την κοιτούσε αποσβολωμένος να απομακρύνεται. Μέχρι που είδε τις πόρτες να κλείνουν μπροστά του δεν είχε συνειδητοποιήσει πως δεν είχε κινηθεί καθόλου. Έβαλε τη μια πατερίτσα ανάμεσα στις πόρτες που γλιστρούσαν και αμέσως άνοιξαν, υπακούοντάς τον. «Δε μένεις στο Άιβορι Χάους» της φώναξε, ενώ έβγαινε από το ασανσέρ. Όταν έκλεινε συμφωνίες ο Ναθάνιελ ήθελε να είναι καλυμμένος από όλες τις πλευρές, είτε σκόπευε να αγοράσει ένα σπίτι για να ζήσει είτε να κλείσει κάποια συμφωνία αξίας πολλών εκατομμυρίων. Προτού αγοράσει το διαμέρισμά του στην ανακαινισμένη εμπορική αποθήκη του δέκατου ενάτου αιώνα, είχε φροντίσει να ελέγξει όλους τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες των πολυτελών λοφτ. Δεν του άρεσαν οι εκπλήξεις. Αυτό μάλλον εξηγούσε το γιατί η Άντι Κόλινς τον αναστάτωνε τόσο πολύ. Και αν δε ζούσε στο Άιβορι Χάους, πού ζούσε; Υπήρχαν ορισμένα διαμερίσματα μέσα στα Ντοκς, αλλά η περιοχή ήταν εκλεκτική. Κοιτούσε το ξεφτισμένο μπάλωμα στο πίσω μέρος του μηρού της και αναρωτιόταν πού στο καλό βρήκε τα χρήματα για να διατηρεί μια τέτοια ιδιοκτησία. Μήπως είχε κληρονομήσει περιουσία από την οικογένειά της; Αυτό δυστυχώς τον αναστάτωνε


ακόμη περισσότερο. Οι καλοαναθρεμμένες πριγκίπισσες δεν ήταν του γούστου του. Ήταν ένας λόγος ακόμα για να αποδώσει αυτή την ανεξήγητη έλξη που ένιωθε για εκείνη σε προσωρινό παραλογισμό από το χτύπημα στο κεφάλι του. Και σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να την κυνηγήσει. Βγήκε από το κτίριο και την έφτασε. Εκείνη στεκόταν ακίνητη με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπό της κοιτούσε τον ουρανό. Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω σε κείνα τα μοβ γυαλιά ηλίου που φορούσε και στη διαδήλωση. Μεσημεριανές παρέες που απολάμβαναν τη λιακάδα του Σεπτέμβρη μαζεύονταν ολόγυρά της, μα εκείνη έμενε εκεί ατάραχη, με ένα ύφος απόλυτης ευδαιμονίας στο πρόσωπο. Και εκείνος την ποθούσε με μια αγριότητα που τον τρόμαζε. Πετάρισε τα βλέφαρά του όταν συνειδητοποίησε την ένταση του πάθους του. «Λοιπόν;» τη ρώτησε απαιτητικά πλησιάζοντάς την. «Πού μένεις;» Η Άντι ξεφύσησε και άνοιξε τα μάτια της για να τον κοιτάξει. «Μένω εκεί πέρα.» Ο Ναθάνιελ ακολούθησε με το βλέμμα του την κατεύθυνση που έδειχνε για να εντοπίσει το σημείο. Δυσανασχέτησε. «Μένεις στο Ντίκενς Ιν;» Εκείνη γέλασε. «Όχι. Λίγο πιο αριστερά.» Θυμήθηκε το γέλιο της από την προηγούμενη φορά. Ήταν ελαφρύ, κουδουνιστό και τον είχε αποσυντονίσει στιγμιαία από το γεγονός πως το μόνο που υπήρχε πιο αριστερά από το Ντίκενς ήταν το νερό. Επανέφερε με δυσκολία την προσοχή του στη συζήτηση. «Πες μου πως δεν είναι τώρα η στιγμή που μου λες πως στην πραγματικότητα είσαι γοργόνα, είναι;» Αυτό θα εξηγούσε τη γητειά που έπλεκε γύρω του. Αν πίστευε σε αυτά τα πράγματα. Δεν πίστευε όμως. Εκείνη γέλασε ξανά. «Όχι. Ζω στο Άιντα Μέι. Είναι μια δεκατετράμετρη βάρκα.» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε και έπειτα έστρεψε το βλέμμα του προς το σημείο όπου του έδειχνε. Εκεί υπήρχαν πολλά σκάφη, από κομψά κότερα αξίας πολλών εκατομμυρίων μέχρι πολύχρωμες ποταμόβαρκες για ποτάμια που επέπλεαν δεμένες δίπλα δίπλα. Φυσικά. Έπρεπε να το είχε καταλάβει. «Την κληρονόμησα από τη γιαγιά μου και το μεγαλύτερο ατού της είναι ότι απέχει ένα βήμα από τη δουλειά μου.» Ο Ναθάνιελ ένιωσε το κεφάλι του να γυρίζει. «Είναι και η δουλειά σου εδώ;» Η Άντι είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από το ύφος του και το να βρει το κέντρο της δε θα ωφελούσε και πολύ. Οπωσδήποτε ένας έξυπνος επιχειρηματίας θα έπρεπε να ξέρει πως δεν πρέπει να κρίνει κανείς ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του. «Πες μου, Ναθάνιελ. Σε εκπλήσσει το γεγονός πως εργάζομαι εδώ ή γενικώς το ότι εργάζομαι;» Αγνόησε την ειρωνεία της και, καθώς εκείνη τον παρατηρούσε, εκείνος προσπαθούσε να συνδέσει τα στοιχεία. «Θεέ μου, δουλεύεις σε κείνο το κατάστημα με τα κρυστάλλινα, έτσι δεν είναι;» Η Άντι τον κοίταξε με αγριεμένο βλέμμα. «Εάν εννοείς το Ψυχή και Πνεύμα, ναι. Και δε δουλεύω απλώς εκεί, μου ανήκει. Είναι δικό μου.» Το βλέμμα του Ναθάνιελ έπεσε πάνω στο κρεμαστό κόσμημα στο λαιμό της, που είχε


επίστρωση από κρύσταλλο. «Σου ανήκει ένα κατάστημα που εμπορεύεται κρυστάλλινα;» Η Άντι έβαλε τα χέρια στη μέση της, ενώ ένιωθε πως το κέντρο της όσο περνούσε η ώρα απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ. «Είναι ένα κατάστημα αποκλειστικής διάθεσης οργανικών προϊόντων με ακμαία διαδικτυακή παραγγελιοληψία, που αποφέρει κέρδη πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες λίρες το χρόνο.» Ο Ναθάνιελ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Τότε, τι είναι όλα αυτά με τα κρυστάλλινα;» «Μου αρέσουν» του ανταπάντησε. «Είναι όμορφα. Και οι πελάτες τα αγοράζουν για να τους βοηθούν να συγκεντρώνονται κατά το διαλογισμό.» «Κατά το διαλογισμό; Χριστέ μου, τώρα καταλαβαίνω γιατί πιστεύεις σε αυτές τις αηδίες με τα χατίρια και το σύμπαν.» «Ναι» είπε μέσα από τα δόντια της, το κέντρο της ήταν τώρα τόσο μακριά, που πίστευε πως δε θα κατάφερνε να το ξαναβρεί ποτέ. Την κοιτούσε σαν να του είχε εξομολογηθεί πως εκτρέφει μονόκερους, όχι ότι απλώς χρησιμοποιούσε μια αρχαία μορφή χαλάρωσης. «Διαλογισμός. Πρέπει να το δοκιμάσεις κάποια στιγμή. Μπορεί να σε βοηθήσει με αυτή τη νευρικότητα, την αλαζονεία και την τυπολατρία που έχεις.» Η Άντι έφυγε γρήγορα ξέροντας πως την ακολουθούσε, αν και λίγο πιο αργά. Στάθηκε στο στενό πεζόδρομο για να αφήσει να περάσει μια φασαριόζικη παρέα που πήγαινε στην παμπ. Κάνας δυο την κοίταξαν πονηρά, αλλά ξαφνικά ένιωσε την παρουσία του Ναθάνιελ να ξεπροβάλλει πίσω της και οι άγνωστοι μάλλον σκέφτηκαν πως ήταν προτιμότερο να μην προχωρήσουν. «Είσαι εκνευρισμένη μαζί μου» της είπε καθώς πέρασε δίπλα της. «Ας το ακυρώσουμε.» Η Άντι πήρε μια βαθιά ανάσα για να χαλαρώσει. Με τίποτα. Ακόμα και να τη σκότωνε, θα το έφτανε μέχρι τέλους. Κάποιος έπρεπε να σώσει τον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι από τον εαυτό του. Ατυχώς, το σύμπαν είχε ορίσει πως εκείνη θα ήταν αυτός ο άνθρωπος. «Ούτε κατά διάνοια. Φοβάμαι πως δε θα ξεκολλήσω τόσο εύκολα.» Εκείνος ξεφύσησε. «Αν και φοβάμαι πως θα το μετανιώσω, μπορώ να ρωτήσω αν όντως έχεις κάποιο όχημα;» Άνοιξε το στόμα της για να του πει κάποια πράγματα που σκεφτόταν. Δεν πρέπει να είχε γνωρίσει ξανά κανέναν άλλο που να έκρινε τους ανθρώπους τόσο γρήγορα, αλλά εκείνος σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Δεν αμφισβητώ την οικονομική σου δυνατότητα να αποκτήσεις αυτοκίνητο. Απλώς δεν ξέρω πού θα μπορούσες να το έχεις, δεδομένου ότι η κατοικία σου δε διαθέτει γκαράζ.» Η Άντι κοιτούσε ερευνητικά το πρόσωπό του για να εντοπίσει ίχνη κριτικής. «Δανείστηκα το βαν της Πένι.» Εκείνη δυσανασχέτησε. «Το βαν που είχες εκείνη τη μέρα; Σοβαρά μιλάς;» Η Άντι απλώς τον κοιτούσε και περίμενε να συνειδητοποιήσει πως όντως αυτό έκανε. «Μιλάς σοβαρά.» Ταρακούνησε το κεφάλι του. «Όχι. Δεν το νομίζω.» Ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει εάν ο επιχρυσωμένος πισινός του ήταν πολύ σπουδαίος για να μπει σε ένα παρακατιανό Κόμπι, αλλά τελικά δεν το έκανε. Το σακάκι του είχε ανασηκωθεί και έβλεπε πόσο καλά χτισμένο ήταν το κορμί του από πίσω – όσο λιγότερο αναφερόταν σε αυτό τόσο καλύτερα ήταν. Δε θα άφηνε τον αρνητισμό του να θολώσει την αύρα της. «Μπορεί να μας πάει στο Ντέβον.» «Αμφιβάλλω. Είναι μια κινητή βόμβα.» Η Άντι διατήρησε την ψυχραιμία της. «Είναι βίντατζ.»


«Βρομοκοπά το χρώμα. Μέχρι να φτάσουμε εκεί θα μεθύσουμε από τις αναθυμιάσεις.» Η Άντι ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. Πλέον δεν καταλάβαινε καν τη μυρωδιά. «Η Πένι είναι καλλιτέχνιδα.» Ο Ναθάνιελ χαμογέλασε. «Φυσικά και είναι, αλλά εγώ δεν ταξιδεύω με αυτό. Μπορείς να οδηγήσεις το δικό μου αυτοκίνητο.» «Τι αυτοκίνητο έχεις;» τον ρώτησε, ενώ προσπαθούσε να κρύψει την αγανάκτηση στη φωνή της. «Μια Πόρσε.» Η Άντι παραλίγο να πνιγεί μόλις το άκουσε. «Φυσικά.» Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να οδηγήσω Πόρσε.» Εάν τράκαρε το αυτοκίνητο αυτού του τύπου, θα του χρωστούσε για μια ζωή. Η ιδέα τής έφερε τρέμουλο. «Τότε, νομίζω πως η μοναδική επιλογή είναι το αρχικό μου πλάνο» της είπε αμέσως και έβγαλε το κινητό από την τσέπη του. «Μάργκαρετ» γάβγισε, μα η Άντι καταλάβαινε πως το βλέμμα του ήταν κολλημένο στο πρόσωπό της. «Χρειάζομαι ένα αυτοκίνητο.» Δεν μπορούσε να ακούσει την απάντηση της γυναίκας, αλλά εκείνος της έριξε ένα χαμόγελο γεμάτο θρίαμβο ενώ μιλούσε ακόμα και η Άντι ένιωσε μια ελαφριά ζαλάδα. «Μάργκαρετ, είσαι διαμάντι» της είπε και πίεσε το πλήκτρο να κλείσει. «Η ιδιαιτέρα μου, να είναι καλά, πήρε την πρωτοβουλία να ενημερώσει τον οδηγό μου να βρίσκεται σε αναμονή» την ενημέρωσε. «Λέει ότι θα είναι εδώ στο άψε σβήσε.» «Ωραία» απάντησε η Άντι. «Όμως αφήνεις το ταξίδι εμπειρία ζωής να γίνει με ένα κλασικό όχημα.» «Πώς θα μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου, αλήθεια;» *** Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα, βρίσκονταν ακόμη αιχμάλωτοι της κίνησης στην πόλη και σχεδόν δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα. Ο Ναθάνιελ της άνοιξε την πόρτα της λιμουζίνας για να μπει, της έδειξε πώς λειτουργεί η τηλεόραση και της είπε να σερβιριστεί ό,τι ήθελε από το μπαρ. Έπειτα τίναξε το σακάκι του από τους ώμους της, έβγαλε μια στοίβα με χαρτιά και το φορητό υπολογιστή από την τσάντα του και αμέσως την αγνόησε. Ένιωθε σαν ψάρι έξω από το νερό μέσα στο πολυτελές όχημα και τις ανέσεις του. Η ιδέα να μεθύσει της φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική, αλλά είχε κόψει το αλκοόλ πριν από μερικά χρόνια. Ακόμα και να μην το είχε κόψει, όμως, γνωρίζοντας πως μετά από κάνα δυο ποτά είχε πάντα την τάση να φλερτάρει, το να πιει μέσα σε μια λιμουζίνα που έμοιαζε με μπουντουάρ με τροχούς δεν ήταν η πιο σοφή απόφαση. Πόσο μάλλον όταν δίπλα της βρισκόταν ένας άντρας που θα έβαζε ακόμα και καλόγρια σε πειρασμό. Αντί γι’ αυτό, λοιπόν, έβγαλε από την τσάντα της ένα βιβλίο πάνω στις αρχαίες τεχνικές του διαλογισμού που είχε πάρει μαζί της και κατάφερε να συγκεντρωθεί ξανά. Κάθε φορά, όμως, που ο Ναθάνιελ άλλαζε σελίδα ή τσαλάκωνε κάποιο χαρτί ή τηλεφωνούσε, της αποσπούσε την προσοχή. Προσπάθησε να εισπνεύσει βαθιά και να βρει το κέντρο που νωρίτερα είχε χάσει εντελώς. Άφησε


το μυαλό της να αδειάσει και αναλογιζόταν τους αριθμούς που θα έρχονταν. Υπήρχαν πολλά μάντρα τα οποία οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για να χαλαρώσουν και να μπουν σε μια κατάσταση διαλογισμού, αλλά η Άντι προτιμούσε την οικειότητα και την ανακούφιση των μαθηματικών. Ήταν ολόκληρη η ζωή της για πολλά χρόνια και η κατευναστική συνήθεια να μετρά πρώτους αριθμούς ή τα δεκαδικά ψηφία του π ποτέ δεν την απογοήτευσε, πάντα την ηρεμούσε. Εκείνη τη στιγμή, όμως, χτύπησε το τηλέφωνο του Ναθάνιελ, που έσπασε τη μικρή της φυσαλίδα από αριθμούς και η περιφερειακή της όραση πλημμύρισε από τους φαρδιούς ώμους και το άπλωμα δύο μακριών και δυνατών ποδιών. Το βλέμμα της έπεσε πάνω του για πολλοστή φορά. Μέσα της δημιουργούνταν μια έντονη επιθυμία να τον αγγίξει, ο πόθος να διατρέξει με τον αντίχειρά της το λαιμό του, να περάσει ξυστά τις αρθρώσεις της πάνω από το πουκάμισό του, να νιώσει την τριβή στο δάχτυλό της, ενώ θα ακολουθούσε τις ρίγες μέχρι το πόδι του. Μα πού βρήκε και αγόρασε αυτό το εξαίσιο κοστούμι; Ή μήπως του το είχαν ράψει μικροσκοπικά ξωτικά την ώρα που κοιμόταν; Ήλπιζε να είχε προγραμματίσει και άλλες τέτοιες εμφανίσεις μέσα στο Σαββατοκύριακο, γιατί με τα ριγέ πάνω του είχε αρχίσει να παθιάζεται μαζί του. Και οπωσδήποτε θα έμοιαζε λιγότερο επιβλητικός αν φορούσε τζιν, μπότες λαστιχένιες και μάζευε ακαθαρσίες του αλπακά. Καθώς το βλέμμα της ξεστράτισε πάνω του για μια ακόμη φορά, το σκούρο κεφάλι του έγειρε. Ήταν απορροφημένος. Παρατήρησε πως το χέρι του κατευθύνθηκε προς το μηρό του και έτριψε τους μυς. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν από τις ενοχές. «Πονάει ακόμα;» τον ρώτησε. Σήκωσε το κεφάλι του και συνοφρυώθηκε πριν το βλέμμα του πέσει αφηρημένα στο χέρι του. Έκανε ένα μορφασμό. «Λίγο.» «Ειλικρινά, λυπάμαι πολύ.» «Δεν ήταν δικό σου λάθος» της απάντησε. Η Άντι τον κοίταξε με δυσπιστία. «Έπαθες διάστρεμμα στον αστράγαλο και μελάνιασε ο μηρός σου. Αν δεν ήταν το κολπάκι μου, δε θα ήμασταν δεμένοι με τις χειροπέδες και δε θα βρισκόμασταν στο συγκεκριμένο σημείο τη συγκεκριμένη στιγμή.» «Ο αστράγαλός μου είναι πολύ καλύτερα. Όπως και ο μηρός μου» της είπε απαξιωτικά. «Συνέβη. Δε χρειάζεται να το συζητήσουμε μέχρι εξαντλήσεως.» Η Άντι δυσανασχέτησε. Ήταν τόσο αναμενόμενο από εκείνον να τα βλέπει όλα τόσο επαγγελματικά, όπως συνήθως. Καλά. Μισογύρισε στη θέση της για να τον κοιτάξει. «Λοιπόν… ποια είναι η ιστορία μας;» τον ρώτησε. «Πώς γνωριστήκαμε;» Ξεφύσησε και έσπρωξε τις εφημερίδες του μακριά. «Πώς γνωριστήκαμε;» Η Άντι γούρλωσε τα μάτια της. «Υποθέτω πως πρέπει να είμαστε πειστικοί στους ρόλους μας, σωστά; Δεν πρέπει να πούμε τις ίδιες ιστορίες;» Ο Ναθάνιελ έσμιξε τα χείλη του κοιτώντας την και ξαφνικά η Άντι έμαθε πώς ήταν να έχει την απεριόριστη, σαν ακτίνα λέιζερ, προσοχή του. Η ανάσα της κόπηκε, οι θηλές της έγιναν σαν χάντρες, το πυελικό της έδαφος άρχισε να συσπάται. Ήταν δυνατόν να της προκαλέσει οργασμό μια του ματιά; «Δεν πρόκειται να πιστέψουν αυτά που τους λέω συνήθως.»


Η Άντι βγήκε απότομα από την ερωτική θολούρα αφού προφανώς η αξιολόγησή του δεν ήταν θετική. Δε θα έπρεπε να την ενδιαφέρει που ένας μοχθηρός μεγιστάνας την απόρριψε, αλλά για κάποιο λόγο την ένοιαζε. Του χαμογέλασε ευγενικά και παγερά. «Μάλιστα. Και τι τους λες συνήθως;» «Σε κάποια φιλανθρωπική εκδήλωση.» «Πηγαίνω σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις» του απάντησε αγανακτισμένη. Εκείνος σήκωσε το ένα του φρύδι με νόημα. «Δε μιλάω για τέτοιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις.» Η Άντι ένιωσε να χάνει την ψυχραιμία της και έψαξε απεγνωσμένα μέσα της να βρει το κέντρο της. Που να πάρει μ’ αυτόν τον άντρα. Από τότε που αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της, προσπαθούσε να ζει ευτυχισμένη, συγκεντρωμένη. Εκείνος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακυρώνει κάθε της προσπάθεια και να την αναγκάζει να χάνει την ισορροπία της από τη στιγμή που έμαθε για το πλάνο του να καταστρέψει τον κήπο της Αγίας Αγνής. Ο θυμός δεν ωφελούσε την υγεία της. «Για “τέτοιες”;» Της έριξε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Για τη διάσωση των τροπικών δασών και των σπάνιων φρύνων. Τέτοιες.» Νόμιζε πως την είχε καταλάβει, έτσι δεν είναι; «Νομίζω πως θα κέρδιζες περισσότερους πόντους, αν ήσουν ειλικρινής μαζί τους από την αρχή. Να εξομολογηθείς πως γνωριστήκαμε στη διαδήλωση. Στο κάτω κάτω, τα καλύτερα ψέματα πάντα βασίζονται σε κάποια αλήθεια. Σίγουρα, όμως, ένας επιχειρηματίας με τη δική σου καταγωγή το γνωρίζει ήδη αυτό, σωστά;» Είχε ερευνήσει αρκετά τη ζωή του για να ξέρει πως ο πατέρας του, ο εκλιπών Νάιτζελ Μοντγκόμερι, είχε χρησιμοποιήσει τακτικές που συχνά ήταν υπό αμφισβήτηση και πορευόταν σε μια πολύ λεπτή γραμμή ανάμεσα στο επιτρεπτό και τη σκοτεινή πλευρά των επιχειρήσεων. Ωστόσο το να δει στα χείλη του για λίγο χαραγμένη την αγανάκτηση δεν της χάρισε την απόλαυση. Μισούσε αυτό στο οποίο μετατρεπόταν κοντά του. Πώς μπορούσε να την εξοργίζει και παράλληλα να εξάπτει το πάθος της σχεδόν χωρίς καθόλου προσπάθεια; Αν, όμως, πίστευε πως θα στεκόταν να τον κοιτάζει να τσαλαπατά τη ζωή της, μάλλον δεν είχε σκεφτεί καλά τις συνέπειες. «Πρέπει να πιστέψουν πως υπάρχει κάτι αισθηματικό ανάμεσά μας» τόνισε εκείνος. «Γιατί; Δεν μπορείς απλώς να πεις ότι με προσκάλεσες στο πάρτι για να με επηρεάσεις υπέρ της δικής σου λογικής;» «Η γιαγιά μου -η οποία τα έχει παίξει- θέλει να δει δισέγγονα. Είναι ογδόντα χρονών. Είναι αρκετά μεγάλη για να καβγαδίζει γι’ αυτό μαζί μου. Πιστεύει πως θα με συνοδεύει η κοπέλα μου. Κι εγώ θέλω λίγη ησυχία.» Στη σκέψη ότι θα μπορούσε να κάνει ένα παιδί μ’ αυτόν τον άντρα κάτι μέσα της ταρακουνήθηκε. Ή έστω στη σκέψη ότι θα έκαναν αυτό που φέρνει τα παιδιά στον κόσμο. Ότι θα έκαναν. Αυτό. «Ελπίζω να μην περιμένει να το κάνουμε αυτό το Σαββατοκύριακο, ε; Γιατί αυτή η συμφωνία…» συνέχισε με σεμνότητα, ενώ οι λέξεις που σχηματίζονταν στο μυαλό της έκαναν την καρδιά να χτυπά πιο δυνατά «δεν περιλαμβάνει σεξουαλικές χάρες.» Η Άντι ξεροκατάπιε, καθώς το ακτινοβόλο βλέμμα του χαμήλωσε στο στόμα της από εκεί


κατηφόρισε και στάθηκε στα στήθη της και έπειτα πολύ αργά ανέβηκε ξανά στο στόμα της και από όπου κι αν περνούσε την έκαιγε. Έβλεπε τον παλμό του να χτυπά χαμηλά στο λαιμό του μέσα από τον ανοιχτό γιακά του πουκαμίσου του, ενώ το πικάντικο άρωμά του έφτανε σε κείνη σαν πνοή του ανέμου. Ο Ναθάνιελ ανασήκωσε το φρύδι του. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε, η φωνή του ήταν μια οκτάβα πιο βαριά και ξάφνου εκείνη ένιωσε πως δε θα το ήθελε. «Μπορεί να περάσουμε καλά.» Ένιωσε σαν κάτι να την κλοτσά βαθιά μέσα στο στήθος. Η φωνή του ξυπνούσε αμαρτωλές σκέψεις απόλυτης ερωτικής παράδοσης. Για το Θεό – είχαν περάσει μόλις λίγες ώρες μαζί και ήδη σκεφτόταν να «περάσει καλά» με τον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι. Πότε ήταν που από μοχθηρός μεγιστάνας του πλούτου μετατράπηκε σε πιθανή ερωτική περιπέτεια του Σαββατοκύριακου; Πότε ήταν που τα έπαιξε εκείνη; Ο Ναθάνιελ ξεφύσησε και διέλυσε τις τρελές σκέψεις της. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς. Δε θα μείνουμε στο ίδιο δωμάτιο. Η γιαγιά μου, παρ’ ότι είναι εναλλακτική και θέλει απελπισμένα να δει απογόνους, έχει έναν πολύ σκληρό ηθικό κώδικα, ο οποίος, όπως φαίνεται, έχει κάποιους αυστηρούς κανόνες σχετικά με τους καλεσμένους μου. Εάν και…» πρόσθεσε με χλευαστικό τόνο «δεν ισχύουν με τον ίδιο τρόπο για τους δικούς της. Η αρετή σου είναι ασφαλής από εμένα.» Η Άντι ένευσε ανακουφισμένη. Μονολότι εκείνο το τόσο δα κομμάτι της που ήταν ακόμα σφιγμένο από την προσμονή έμοιαζε ενοχλητικά απογοητευμένο. «Ωραία.» Όντως ήταν. «Κι έτσι, επιστρέφουμε στην αρχή. Πού γνωριστήκαμε;» Το βλέμμα του την περιεργαζόταν και ένιωθε πάλι σαν να ήταν δείγμα -ένα πολύ άσχημο δείγμα- κάτω από το μικροσκόπιο. Η φωτιά που έκαιγε πριν είχε σβήσει πια εντελώς. Δυστυχώς το κορμί της δεν έδειχνε να επηρεάζεται από την τυπική ματιά του. «Αποκλείεται να είναι τόσο δύσκολο» του είπε με δηκτικό τόνο. «Πού γνωρίζετε γυναίκες εσείς οι πλούσιοι συνήθως;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σε πάρτι, γκαλά, πρεμιέρες. Έχεις πάει σε κάτι τέτοιο πρόσφατα;» «Φυσικά.» Η Άντι τού χαμογέλασε, τα δόντια της πραγματικά έτριζαν, ενώ προσπαθούσε να αγνοήσει το χλευαστικό ύφος του. «Η πρεμιέρα του Άνι από τους τελειόφοιτους του δημοτικού σχολείου του Γουάπινγκ είχε τρομερή φάση. Η ανιψιά της Πένι δε χρειάστηκε καν να φορέσει περούκα.» «Είμαι σίγουρος ότι θα είχε» της απάντησε αδιάφορα, καθώς άρχισε να διπλώνει το ένα μανίκι του. Παρά τον πόνο στο σαγόνι της, το βλέμμα της Άντι τράβηξαν οι μύες των χεριών του, που σκιαγραφούνταν τέλεια, και ο κυματισμός που δημιουργούσαν κάτω από το δέρμα του. Η επιθυμία να τους αγγίξει, να νιώσει τη θέρμη τους, το μέγεθός τους, ήταν αναπάντεχα έντονη. Αποτράβηξε το βλέμμα της ακόμη πιο ενοχλημένη. «Γιατί δε λέμε απλώς ότι ήρθες στο κατάστημά μου;» Εκείνος δυσανασχέτησε. «Για ποιο λόγο θα έμπαινα εγώ στο κατάστημά σου;» Η Άντι πετάρισε τα μάτια της σοκαρισμένη από την απότομη άρνησή του. «Γιατί να μην μπεις στο κατάστημά μου;» «Πουλάς κρυστάλλινα.» Πρόφερε τη λέξη «κρυστάλλινα» ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που είχε προφέρει και το


«διαλογισμό». Σαν αυτά τα δύο πράγματα να είχαν έρθει από το διάστημα και να ανήκαν στο βασίλειο του γελοίου. Αμάν. Η δουλειά του εξανθρωπισμού δυσκόλευε όσο περνούσε η κάθε ώρα. Συγκράτησε την ψυχραιμία της. «Λες να πάρεις στη γιαγιά σου ένα δώρο για τα ογδοηκοστά της γενέθλια;» Ο Ναθάνιελ άρχισε να διπλώνει το άλλο του μανίκι και η Άντι τον ακολουθούσε με το βλέμμα της μαγεμένη. «Της πήρα μια δωροεπιταγή από το κοντινότερο κατάστημα αγροτικών προμηθειών.» Η Άντι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Διάβολε, γιατί δεν της έπαιρνες μια ηλεκτρική σκούπα ή ένα σίδερο; Ελπίζω για τις άλλες γυναίκες της ζωής σου να διαλέγεις καλύτερα δώρα.» «Αυτό ήθελε» είπε αγριοκοιτώντας την. «Αμφιβάλλω αν στη φάρμα θα μπορούσε να εκτιμήσει ένα κολιέ από το Τίφανις ή μια τσάντα Αρμάνι.» Η Άντι κούνησε το κεφάλι της. Αυτός ο άνθρωπος είχε εκατομμύρια λίρες αλλά την παραμικρή ιδέα για δώρα. «Ευτυχώς για σένα» του είπε ψάχνοντας μέσα στην τσάντα της «φέτος έχεις εμένα μαζί σου.» Του έδωσε το κουτί. Χωρούσε ίσα ίσα στην παλάμη του. «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε. Η Άντι τον παρακολουθούσε να κοιτάζει το δώρο σαν να ήταν ωρολογιακή βόμβα. «Είναι το δώρο σου για τη γιαγιά σου.» Έμεινε για λίγο ακόμα να το κοιτάζει και έπειτα το έσπρωξε πάνω της. «Σ’ ευχαριστώ, αλλά της αρέσουν οι δωροεπιταγές.» «Είμαι σίγουρη πως της αρέσουν» είπε η Άντι με την καλύτερη μίμηση φωνής ανόητου άντρα. «Μα είναι ογδόντα χρονών. Είναι σημαντικό. Κάτι λίγο πιο προσωπικό ίσως να βοηθούσε να την κατευνάσεις για την άρνησή σου να της χαρίσεις το δισέγγονο.» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε, το ένα του φρύδι τινάχτηκε. «Εάν εδώ μέσα δεν υπάρχει ένα γονιμοποιημένο ωάριο και κάποια να το κυοφορήσει, δε νομίζω πως θα την ικανοποιήσει.» Η Άντι σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. «Άνοιξε το αναθεματισμένο κουτί.» Κράτησε την αναπνοή της ενώ το άνοιγε. Το ίδιο πρωί, όταν έφτασε το εμπόρευμα, ήξερε πως αυτό θα ήταν το ιδανικό δώρο για τη γιαγιά του Ναθάνιελ. Ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να εμφανιστεί σε πάρτι γενεθλίων με άδεια χέρια και κάτι σε αυτό της τράβηξε την προσοχή. Εκείνος δεν είπε τίποτα, απλώς κοίταξε το κόσμημα, πράγμα που της έφερε νευρικότητα. «Οι καρφίτσες αρέσουν στις γιαγιάδες» είπε για να καλύψει τη σιωπή. «Είναι η εποχή τους. Είναι πολύ πιο προσωπικό από μια δωροεπιταγή. Και σκέφτηκα πως η θεά της γαίας στη μέση δεμένη με κρυστάλλους ήταν κάτι που μπορεί να γοήτευε μια αγρότισσα.» «Καλό είναι» είπε και με μια κίνηση έκλεισε το καπάκι και της το έδωσε. «Είμαι σίγουρος ότι θα χαρεί πολύ.» Η Άντι το πήρε από τα χέρια του. Καλό; Τι στο διάβολο σήμαινε αυτό; «Ουάου» είπε και του χάρισε ένα παγωμένο χαμόγελο, ενώ ένιωθε το πρόσωπό της έτοιμο να σπάσει από την προσπάθεια. «Ο ενθουσιασμός σου με συγκλονίζει. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που είσαι τόσο ιδιότροπος ή απλώς είσαι μόνιμα τσιτωμένος;» «Δεν είμαι ιδιότροπος» της ανταπάντησε εκνευρισμένος.


Η Άντι σήκωσε και τα δυο φρύδια της. «Φυσικά δεν είσαι.» Ο Ναθάνιελ χτένισε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του και εκείνη μπόρεσε σχεδόν να αισθανθεί τα κύματα απογοήτευσης να αναδύονται από πάνω του και να λεηλατούν το κορμί της. Αυτό ήταν κρίμα, γιατί ήταν η δεύτερη φορά που είδε τα μαλλιά του αναστατωμένα -η πρώτη ήταν εκείνα τα λεπτά που πέρασαν μαζί στο ρείθροκαι το ατημέλητο λουκ χάριζε κάτι ακόμη στην ήδη θανάσιμη σεξουαλικότητά του. «Κοίτα, συγνώμη, εντάξει;» της είπε. «Είναι πολύ κακή στιγμή να βρίσκομαι εκτός Λονδίνου. Έχω κάποιες συμφωνίες σε εξέλιξη και το Χιλ Τοπ είναι σαν τη μαύρη τρύπα του Ντέβον.» Η Άντι, που ήταν ακόμα παραζαλισμένη από την εμφάνισή του, βρέθηκε να αναρωτιέται αν ήταν τόσο αποσυντονισμένος και όταν ξυπνούσε το πρωί. Προσπάθησε να επαναφέρει τις ατίθασες σκέψεις της στη σειρά, καθώς εκείνος συνέχιζε να μιλά. «Το τηλεφωνικό σήμα είναι τουλάχιστον αβέβαιο και πρόσβαση στο διαδίκτυο έχουν μόνο μέσω τηλεφωνικής γραμμής, η οποία είναι αργή και κόβεται συνεχώς. Πραγματικά δεν έχω το χρόνο για όλα αυτά.» «Ώστε λοιπόν είσαι ιδιότροπος επειδή δε θα μπορείς να επικοινωνήσεις για σαράντα οχτώ ώρες; Ίσως και να είναι για καλό. Ίσως αυτό να χρειάζεσαι. Δυο μέρες για να χαλαρώσεις. Να ξεκουραστείς.» Ένιωσε το άγριο βλέμμα του μέχρι τα δάχτυλά της. «Όχι. Αυτό που χρειάζομαι είναι να εργαστώ. Αυτό κάνω. Δε μου αρέσει να μένω αδρανής.» Η Άντι έπιασε τη νότα απόγνωσης στη φωνή του και σχεδόν τον λυπήθηκε. Παλιά, όταν έπαιρνε μέρος σε εκείνο τον αγώνα επικράτησης, ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή μακριά από την τεχνολογία είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, θα ένιωθε στρες και κείνη. «Γιατί δεν τοποθετείς δορυφορικό πιάτο στη φάρμα;» τον ρώτησε, ενώ έψαχνε στα τυφλά μέσα στο πελώριο σακβουαγιάζ της για να βρει το τσαντάκι δώρου που είχε αγοράσει για να βάλει την καρφίτσα. «Έτσι μπορείς να είσαι πάντα σε ανοιχτή επικοινωνία με την αυτοκρατορία σου.» «Μη νομίζεις πως δεν το έχω προσπαθήσει. Η γιαγιά μου τα θεωρεί σατανικά. Είναι βέβαιη πως είναι καρκινογόνα.» Η Άντι χαμογέλασε στον εαυτό της διακρίνοντας μια νότα αποκαρδίωσης στη φωνή του. Αν ήταν κάμποσες οκτάβες υψηλότερη, θα ακουγόταν σαν παιδάκι που του είπαν πως δεν μπορεί να πάει στο ζαχαροπλαστείο. Βρήκε την τσάντα και έβαλε μέσα το κουτάκι. Κοίταξε κρυφά το άλλο δώρο που είχε φέρει και για μια στιγμή δίστασε, σχεδόν δείλιασε, ντροπιασμένη από την παρορμητική της χειρονομία. Αλλά γρήγορα το ξεπέρασε. Έτσι ήταν πλέον – παρορμητική, ήθελε να σκορπά γύρω της αγάπη και να χαίρεται με τη χαρά των ανθρώπων. Και δε θα άφηνε έναν ξεροκέφαλο μεγιστάνα που πήγε στη φάρμα με κοστούμι να την αλλάξει. Είχε επιζήσει από μια ολέθρια ασθένεια και μια θεραπεία που την έβαλε στον κατάλογο με τα κρίσιμα περιστατικά της εντατικής για μια εβδομάδα. Δε θα άφηνε να την επηρεάσει η φοβισμένη αποδοκιμασία του τρόπου ζωής της από εκείνον. «Λοιπόν, αυτό μπορεί να βοηθήσει» είπε, έβγαλε το βιβλίο και του το έδωσε. Τον παρακολουθούσε να το γυρίζει γύρω γύρω σαν να ήταν κάτι που έβλεπε πρώτη φορά. «Είναι ένα βιβλίο» του εξήγησε υπομονετικά. «Ξέρεις, την παλιά εποχή, πριν τα άιφον και το ίντερνετ, όντως διαβάζαμε στον ελεύθερό μας χρόνο. Σκέφτηκα πως ένας άνθρωπος που δεν πηγαίνει στον


κινηματογράφο λογικά θα πρέπει να έχει χάσει ένα από τα καλύτερα βιβλία που δημιουργήθηκαν σε αυτή τη χώρα.» Γρύλισε. «Ο νεαρός μάγος, ε;» Η Άντι έσφιξε τα χείλη της για να μην ξεσπάσει σε γέλια, καθώς ο «νεαρός μάγος» έπαιρνε τη θέση του δίπλα στο διαλογισμό και τα κρυστάλλινα μέσα στο κεφάλι του, στο μικρό κουτάκι που ονομαζόταν «περίεργα πράγματα». Μπορεί να ήταν διασκεδαστικό να μάθει τον κόσμο του. Αν δεν τον σκότωνε πρώτα. «Θα σε κρατήσει απασχολημένο όσο δε θα έχεις σύνδεση στο διαδίκτυο» του είπε και του χάιδεψε το πόδι σαν να προσπαθούσε να γαληνέψει ένα μικρό παιδί. Μόνο που ξαφνικά δεν έμοιαζε πια τόσο κατευναστικό και αμέσως ευχήθηκε να μην το είχε κάνει. Ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι δεν ήταν παιδί. Ο τετρακέφαλός του ήταν απόλυτα αντρικός. Γέμιζε την παλάμη της, ζεστός και δυνατός, και ένιωθε το χέρι της να καίει καθώς το βλέμμα του το ακολούθησε και καρφώθηκε στο σημείο όπου τον άγγιζε. Τον ένιωσε να τεντώνεται ανεπαίσθητα και για μια μόνο παράλογη στιγμή θέλησε να διατρέξει με την παλάμη της όλον το μηρό του, να γνωρίσει το κάθε εκατοστό του. Τις προάλλες είχε προλάβει να ρίξει μια ματιά στο πόδι του όταν έκοψαν το παντελόνι του και τώρα τον χάιδευε ακούσια. Έπρεπε πραγματικά να σταματήσει να βάζει τον εαυτό της σε κίνδυνο. Το βλέμμα του ανέβηκε στο πρόσωπό της και εκείνη ξεροκατάπιε. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας» μουρμούρισε. Η ανάσα της ήταν τρεμουλιαστή μέχρι που κόπηκε όταν για ελάχιστα δευτερόλεπτα ενώθηκαν τα βλέμματά τους. Τα μάγουλά της την έκαιγαν και η καρδιά της πετάριζε σαν τρελή. Αν δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα, ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένιωθε πως μπορούσε με μεγάλη ευκολία να μπει στον πειρασμό να παίξει μαζί του. Ο Ναθάνιελ δεν αποτελούσε κίνδυνο μόνο για το ροδόκηπο.


Κεφάλαιο Τέταρτο «Τι δουλεύεις;» Ο Ναθάνιελ εξακολουθούσε να την κοιτάζει καθώς εκείνη σκόπιμα άλλαξε το θέμα και τράβηξε το χέρι της σαν να είχε πάρει φωτιά στο μηρό του. Βέβαια, έτσι όπως τον έκαιγε, μπορεί και να είχε πάρει. «Κάτι συμφωνίες» της είπε χωρίς να συνεχίσει, καθησυχασμένος που η Άντι είχε αρχίσει την κουβέντα από την αρχή. «Συμφωνίες όπως να καταστρέψεις περιτειχισμένους κήπους που υπάρχουν διακόσια χρόνια;» Μαλάκωσε το πείραγμα με ένα χαμόγελο και ο Ναθάνιελ ανταπόδωσε με ένα σαρδόνιο γέλιο. Δεν είχε καμιά απολύτως πρόθεση να εμπλακεί σε καμιά διαμάχη μαζί της για τον κήπο της Αγίας Αγνής. Ήταν μέσα σε μια λιμουζίνα, που να πάρει – δεν μπορούσε να εντυπωσιαστεί έστω για λίγο; Άλλες γυναίκες απολάμβαναν αυτήν την πολυτελή συνοδεία. Συνήθως δεν έχαναν καθόλου χρόνο και απευθείας έβαζαν ποτό, μουσική και έψαχναν κάθε γωνιά, ενώ φλυαρούσαν ακατάπαυστα. Διάβολε, οι περισσότερες ήθελαν να τσεκάρουν τις αντοχές των δερμάτινων καθισμάτων. Όχι όμως η Άντι Κόλινς. Καθόταν σαν να είχε ένα αγκάθι από κάτω της και δεν είχε πει ούτε κουβέντα εδώ και σαράντα πέντε λεπτά. «Απλώς κάνω κάποιους υπολογισμούς για ένα έργο που ελπίζω να πάρω» μουρμούρισε. «Δεν έχεις αριθμομηχανή γι’ αυτά;» Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Βέβαια, στο κινητό μου. Αλλά μου αρέσει η πρόκληση.» Έγειρε λίγο προς το μέρος του για να κοιτάξει τα έγγραφα που είχε ακουμπισμένα στα πόδια του και εκείνος προσπάθησε να μην κοιτάξει μέσα από το μπλουζάκι της. «Αυτό δεν είναι πρόκληση» του είπε. «Πρόκληση είναι να κάνεις τις πράξεις στο μυαλό σου. Είμαι αρκετά καλή στα μαθηματικά. Μπορώ να σε βοηθήσω, αν θέλεις. Πες μου να κάνω μια πράξη.» Ο Ναθάνιελ χαζογέλασε με την πρότασή της. Μάθαινε πως δεν έπρεπε να την υποτιμά, αλλά για να κάνει τέτοιες πράξεις χωρίς κανενός είδους ηλεκτρονική βοήθεια ή έστω ένα χαρτί και ένα στιλό, θα έπρεπε να ήταν ιδιοφυΐα. «Είμαι εντάξει.» «Όχι, αλήθεια» επέμεινε εκείνη. Ξεφύσησε. Δεν ήθελε την βοήθειά της, μα είχε αρχίσει να αναγνωρίζει αυτό το έξαρμα στο πιγούνι της. «Κι εγώ είμαι πολύ καλός στα μαθηματικά, αλλά δε θέλω να πολλαπλασιάζω και να διαιρώ οχταψήφιους αριθμούς στο μυαλό μου χωρίς καμιά ακρίβεια.» Το βλέμμα της δεν τρεμόπαιξε καθόλου καθώς του απαντούσε. «Δοκίμασέ με.» Ο Ναθάνιελ έμεινε να την κοιτάζει για λίγη ώρα και έπειτα στράφηκε ξανά στους υπολογισμούς που έκανε και άρχισε να της απαγγέλλει τέσσερις επταψήφιους αριθμούς που έπρεπε να πολλαπλασιαστούν και έπειτα να διαιρεθούν με έναν πενταψήφιο αριθμό με δύο δεκαδικά ψηφία. Της πήρε λιγότερο από δέκα δευτερόλεπτα να του δώσει την απάντηση. «Εντάξει» της είπε διασκεδάζοντας, ενώ έγραφε την απάντηση. «Και πώς ξέρεις ότι είναι σωστό;»


Εκείνη ούτε που πετάρισε τα μάτια της. «Είναι σωστό.» «Αφού το λες.» «Πάρε το τηλέφωνό σου και έλεγξέ το.» Ο Ναθάνιελ έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και έβγαλε το κινητό του. Κύλισε το μενού στην εφαρμογή της αριθμομηχανής, έκανε τις πράξεις και στο τέλος πίεσε το πλήκτρο για να δει το αποτέλεσμα. Η απάντηση εμφανίστηκε στα μάτια του και έμεινε να κοιτάζει άναυδος, καθώς ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που του έδωσε η Άντι. Την κοίταξε και της πρότεινε έναν υπολογισμό ακόμα, ενώ ταυτόχρονα τον έκανε και εκείνος στην αριθμομηχανή. Μετά από δώδεκα υπολογισμούς, την κοιτούσε παντελώς άναυδος. Ήταν μια ιδιοφυΐα. Που της ανήκε ένα κατάστημα με κρυστάλλινα αντικείμενα. Και ζούσε σε μια βάρκα. Ακόμα και γνωρίζοντας για την προφανώς επιτυχημένη επιχείρησή της -ναι, είχε δει το πολυσύχναστο κατάστημα, εάν και δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι πέρα από αυτό που έβλεπε υπήρχε μια ακμάζουσα επιχείρηση οργανικών τροφών-, του ήταν δύσκολο να συλλάβει τις δυο ιδέες. «Άντι, Άντι» μουρμούρισε. «Πότε θα σταματήσεις να με εκπλήσσεις;» *** Οι κοιλιακοί της Άντι σφίχτηκαν, καθώς τα μελιστάλαχτα λόγια του ήταν σαν δάχτυλα που διέτρεχαν την κοιλιά της, και πήρε μια τραχιά ανάσα. Ξαφνικά ευχήθηκε να είχε καθίσει στην άλλη άκρη της λιμουζίνας. Διάβολε – βρισκόταν σε μια πολυτελή κινούμενη μηχανή που ξεχείλιζε ακολασία με έναν άντρα που έμοιαζε να ήταν εκείνος που προκάλεσε το προπατορικό αμάρτημα. Έπρεπε να καθίσει μπροστά με τον Καρλ, τον οδηγό! Το βλέμμα της πλανήθηκε στο εκτεθειμένο κοίλωμα του λαιμού του πριν ανέβει στο πρόσωπό του. Ατσάλωσε τον εαυτό της για να ακουστεί όσο πιο ατάραχη γινόταν. «Πότε θα σταματήσεις να με κρίνεις;» Για μια στιγμή την επιβράβευσε και εκείνη ένιωσε ένα τσίμπημα νευρικότητας. «Ώστε λοιπόν είσαι κάτι σαν διάνοια, έτσι;» «Βασικά…» Δίσταζε. Το βλέμμα του Ναθάνιελ έγινε επιτακτικό. «Πες τα μου όλα.» Η Άντι ξεφύσησε – μόνη της το προκάλεσε αυτό. Του έκανε επίδειξη. «Ήμουν χαρισματικό παιδί, ειδικά με τους αριθμούς. Η εκπαίδευσή μου επιταχύνθηκε και στα δεκαέξι μου με δέχτηκαν στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου σπούδασα μαθηματικά. Έφυγα στα είκοσι με ένα μεταπτυχιακό και μια θέση με πρόσβαση σε άκρως απόρρητες πληροφορίες στο Υπουργείο Άμυνας πάνω στην κρυπτογράφηση.» Ο Ναθάνιελ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Είσαι κάπως αντισυμβατική για ιδιοφυΐα.» Του χαμογέλασε απρόθυμα. Πόσο λίγα ήξερε – ήταν βαρετά συμβατική πριν από λίγα χρόνια. «Σ’ ευχαριστώ.» «Οι γονείς σου πρέπει να νιώθουν πολύ περήφανοι για σένα.» Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της και κοίταξε το βιβλίο της, ενώ έτριβε τις παλάμες της στις


κρύες σελίδες του. «Όχι ιδιαίτερα. Δεν ήταν τίποτε περισσότερο από αυτό που περίμεναν. Είναι και οι δυο τους διεθνούς φήμης φυσικοί. Το όνομά μου προέρχεται από μια διάσημη φυσικό, την Αντελαΐντ Ουόρδινγκτον. Νομίζω πως θα είχαν απογοητευτεί, εάν το παιδί τους ήταν συνηθισμένο.» «Και… τι συνέβη;» Η Άντι τον κοίταξε. «Έπαθα λευχαιμία.» Σχεδόν άκουσε τον αέρα που βγήκε μονομιάς από τα πνευμόνια του, καθώς έγειρε κοντά της. Το μέτωπό του κατσούφιασε και φαινόταν σοκαρισμένος. «Θεέ μου.» Ανακάθισε στη θέση του λίγο πιο ψηλά. «Λυπάμαι πολύ. Είναι φρικτό.» Η Άντι χαμογέλασε όταν είδε πόσο αμήχανος ήταν. «Εντάξει. Είμαι καλά. Τώρα. Ήταν μια πολύ τρομακτική περίοδος της ζωής μου… Υπήρξαν επιπλοκές. Αλλά αυτό με έκανε να επαναπροσδιορίσω τις προτεραιότητές μου, να δω τι είναι σημαντικό.» Την κοίταξε για μια στιγμή και θα μπορούσε να ορκιστεί ότι έβλεπε τα γρανάζια του μυαλού του να δουλεύουν όταν της είπε: «Στην Αγία Αγνή. Εκεί έκανες τη θεραπεία, σωστά;» Η Άντι ένευσε καταφατικά. «Ο κήπος αυτός ήταν η σωτηρία μου. Το μοναδικό πράσινο μέσα στον γκρίζο και λευκό κόσμο μου. Έτρεφε την ψυχή μου.» Είχε έστω την ευγένεια να δείχνει την αμηχανία του, ενώ εκείνη πατούσε πάνω στο πλεονέκτημά της. «Η απώλειά του θα είναι ολέθρια.» Σούφρωσε τα χείλη του. «Ο συναισθηματικός εκβιασμός δε θα φέρει κανένα αποτέλεσμα.» «Τι θα φέρει αποτέλεσμα;» «Άντι, θα συμβεί. Πρέπει να το πάρεις απόφαση.» Η χαμηλόφωνη σιγουριά στον τόνο της φωνής του της έφερε ανατριχίλα. Του χαμογέλασε σφιγμένα. «Θα δούμε.» Κούνησε το κεφάλι του και έστρεψε το βλέμμα του για μια στιγμή έξω από το παράθυρο, ενώ η Άντι από μέσα της επέπληττε τον εαυτό της που τον πίεσε τόσο έντονα τόσο γρήγορα. Προφανώς ήταν αποφασισμένος να γίνει το δικό του, και αν εκείνη δεν ήθελε να της κόβει την κουβέντα σε κάθε ευκαιρία που έβρισκε να την ανοίγει, θα έπρεπε να κάνει πολύ προσεκτικά βήματα. Γύρισε ξανά προς το μέρος της. «Είσαι… είναι όλα εντάξει τώρα;» Η Άντι ξαφνιάστηκε ευχάριστα από το εμφανές ενδιαφέρον του, αλλά η επέτειος που πλησίαζε δεν ήταν ένα θέμα στο οποίο ήθελε να σταθεί. «Έχει υποχωρήσει σχεδόν πέντε χρόνια τώρα. Σύντομα θα πάρω και την τελευταία μου εξέταση, που θα δείχνει ότι τελείωσαν όλα.» «Και τι συνέβη αφότου έγινες καλά;» τη ρώτησε μετά από λίγο. «Απλά… τα παράτησες;» Η Άντι ένευσε καταφατικά. «Πάνω κάτω. Για κάνα δυο χρόνια. Η Πένι κι εγώ -η μικρότερη αδελφή της Πένι, η Άλις, ήταν άρρωστη την ίδια περίοδο με μένα και πέθανε ένα μήνα πριν ολοκληρωθεί η θεραπεία μου- αγοράσαμε το Κόμπι και φύγαμε για να γυρίσουμε την Ευρώπη. Ταξιδέψαμε. Δουλέψαμε από δω και από κει. Γελάσαμε. Κλάψαμε. Πενθήσαμε. Αγαπήσαμε. Απλά… ζούσαμε, ουσιαστικά.» «Και το κατάστημα;» «Το σκεφτόμουν και το συζητούσα όσο καιρό ταξίδευα. Το φαγητό καλής ποιότητας είναι ζωτικής σημασίας όταν το σώμα ρημάζεται με τέτοια σφοδρότητα και ο διαλογισμός με βοήθησε πολύ εκείνες τις σκοτεινές μέρες. Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι κληρονόμησα το Άιντα Μέι και με την Πένι το ανακαινίσαμε. Το φέραμε οδικώς από την Ουαλία και καταλήξαμε να το αγκυροβολήσουμε στην Σεντ Κάθρινς. Το ήξερα, απλώς το ήξερα, πως ήταν το μέρος όπου έπρεπε να ζήσω.»


Χαμογέλασε αφηρημένα. Σκεφτόταν το απίστευτο μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι που έκαναν μέσα από τα κανάλια της Ουαλίας και τις κεντρικές περιοχές της Αγγλίας με την καλύτερή της φίλη. Θυμήθηκε επίσης αυτό το οικείο αίσθημα που έχει κανείς όταν επιστρέφει στο σπίτι του και που το ένιωσε όταν έδεσε το Άιντα Μέι στο ίδιο σημείο που είναι και τώρα. Σήκωσε το βλέμμα της και τον είδε να την παρακολουθεί. «Όταν ήμουν άρρωστη έμαθα να ακούω το ένστικτό μου και μου έλεγε πως τα Σεντ Κάθρινς Ντοκς ήταν το πεπρωμένο μου.» Ακριβώς όπως τώρα της έλεγε ότι το πεπρωμένο της ήταν να σώσει τον Ναθάνιελ. «Το έχεις βιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα;» τον ρώτησε. Εκείνος ένευσε καταφατικά. «Φυσικά. Έχτισα μια άκρως επιτυχημένη αυτοκρατορία ακούγοντας το ένστικτό μου. Αλλά δεν πιστεύω στο πεπρωμένο. Πιστεύω πως ο καθένας διαμορφώνει το δικό του μονοπάτι στη ζωή με τη σκληρή δουλειά και την αφοσίωση στους στόχους του.» Η Άντι ξεφύσησε. Φυσικά θα το πίστευε αυτό. «Και πρέπει πραγματικά να επιστρέψω στη δουλειά μου» της είπε και έστρεψε το βλέμμα του πάνω από τα έγγραφα σαν την προσωποποίηση του εργασιομανή μεγιστάνα. Ποιος θα περίμενε ότι η μοίρα μπορούσε να είναι τόσο σκληρόκαρδη; *** Μετά από δύο ώρες είχαν βγει από τον αυτοκινητόδρομο και γλιστρούσαν ανάμεσα σε γραφικά χωριά που έμοιαζαν με καρτ ποστάλ. Η Άντι σταμάτησε να προσπαθεί να διαβάσει και αντί γι’ αυτό χάζευε έξω από το παράθυρο, καθώς περνούσαν αστραπιαία δίπλα τους αχυροσκεπές και γραφικές παμπ με ζωηρόχρωμες ζαρντινιέρες και ονόματα όπως Ο Κόκορας και ο Ταύρος ή Ο Βασιλικός Πυροβολητής. Η σκέψη της γύρισε πίσω στην εποχή που ταξίδευαν στα κανάλια. Ξαφνικά της ήρθε η όρεξη για μια κρύα ξανθιά μπίρα και για να καθίσει σε ένα από τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο και να ρουφήξει τη λιακάδα. Κάτι που μάλλον είχε να κάνει περισσότερο με το γεγονός πως καθόταν δίπλα στον κύριο ΨηλόΣκοτεινό-Σιωπηλό παρά με οτιδήποτε άλλο. Είχε το συναίσθημα πως εκείνος ήταν ο πραγματικός λόγος που θα προτιμούσε να βρίσκεται καθισμένη στον κήπο μιας μπιραρίας και να πίνει κάτω από τον ήλιο. Τέλεια. Μετά από μόλις δύο ώρες που πέρασε μαζί της, ήδη την οδηγούσε πίσω στο ποτό. Κάτι που είχε κόψει με χαρά όταν «ανακαίνισε» τον τρόπο ζωής της και δεν ένιωθε ακόμα να της λείπει. Εκτός από τώρα. Απλώς… της αποσπούσε την προσοχή. Χωρίς το σακάκι, ο φαρδύς θώρακάς του και τα σαγηνευτικά μπράτσα του συνεχώς τραβούσαν το βλέμμα της. Και μύριζε τόσο όμορφα, που να πάρει -πάλι σαν εκείνα τα καταστήματα με μπαχαρικά-, που ένα πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού της ήθελε να θάψει το πρόσωπό της στο λαιμό του και να πάρει μια γερή δόση. Όχι ότι είχε την παραμικρή ιδέα για το ενδιαφέρον της αυτό. Από τη στιγμή που της ξεκαθάρισε πως είχε δουλειά, δε σήκωσε καθόλου το κεφάλι του -ούτε καν όταν απαντούσε στο ενοχλητικό τηλέφωνό του, που χτυπούσε συνεχώς- σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή. Η Άντι σκεφτόταν πως το λογικό ήταν ότι δεν είχε καν ιδέα της επιρροής που ασκούσε στην


ψυχική της ηρεμία. Πράγμα που ήταν καλό. Αμφέβαλλε αν θα κατάφερνε να ζήσει, αν ποτέ τα σπινθηροβόλα γαλανά μάτια του την κοιτούσαν με οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι έπαιζε στην πρώτη κατηγορία. Και εκείνη ήταν εδώ για να του δείξει την απόλαυση που μπορούσε να προσφέρει ένα χοτ ντογκ και όχι για να παίξει μπάλα. Το αυτοκίνητο επιβράδυνε σε μια κυκλική διασταύρωση και επιτέλους εκείνος σήκωσε το κεφάλι του από τον υπολογιστή. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και έπειτα έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Θα φτάσουμε σε κανένα τέταρτο.» Η Άντι ένιωθε να πετάνε πεταλούδες στο στομάχι της, παρ’ όλο που δεν ήταν σίγουρη πως απευθυνόταν σε εκείνη. Όμως άρπαξε την πρώτη ευκαιρία για κουβέντα που παρουσιάστηκε από τη στιγμή που του είπε την ιστορία της ζωής της, πριν από καμιά δυο ώρες. «Πώς είναι; Η μητέρα και η γιαγιά σου;» Ήταν περίεργη να μάθει για τις γυναίκες που υπήρχαν στη ζωή του Ναθάνιελ. Από το τηλέφωνο εκείνη την ημέρα στο νοσοκομείο είχε συμπεράνει πως η μητέρα του ακουγόταν σαν κλασική κάτοικος της δυτικής χώρας. Της είχε φανεί ζεστή και τρυφερή, νοιαζόταν για το γιο της, ίσως και λίγο ανεκτική. Οπωσδήποτε δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που θα φανταζόταν πως θα μεγάλωνε έναν ψυχρό επιχειρηματία. Ούτε η Κρουέλα Ντε Βιλ ή μια παρανοϊκή μητέρα. Μήπως τον είχε επηρεάσει ο πατέρας του; Την κοίταξε. «Ζουν σε μια φάρμα με αλπακάδες. Πώς λες να είναι;» Η Άντι τρόμαξε από τον τρόπο που είπε «αλπακάδες». Σαν να ανέτρεφαν μονόκερους οι γυναίκες επικεφαλής της οικογένειάς του. «Δεν ξέρω πως είναι οι εκτροφείς αλπακά – είναι γλυκές, μικροκαμωμένες ηλικιωμένες κυρίες που περνούν τις ημέρες τους ταΐζοντας με μπουκάλια μωρά; Νομίζω, όμως, πως δεν είναι τόσο τρελές όσο υπονοεί ο τόνος της φωνής σου. Μάλλον ούτε θα κρίνουν τους ανθρώπους τόσο γρήγορα. Λογικά θα εκτιμούν τους κήπους με τριαντάφυλλα περισσότερο από κάποιους άλλους.» Του χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο και δέχτηκε το εξαγριωμένο βλέμμα του. «Δεν υπάρχει τίποτα γλυκό ή χαριτωμένο σε καμιά από τις δυο τους. Υψώνουν τη φωνή γιατί η γιαγιά μου δεν ακούει καλά και δε θέλει να φορέσει το ακουστικό της, οπότε πρέπει να φωνάζουν η μια στην άλλη συνεχώς. Είναι ισχυρογνώμονες. Είναι μανιώδεις οικολόγοι. Η γιαγιά μου νομίζει πως είναι λευκή μάγισσα και η μητέρα μου την ενθαρρύνει. Πίστεψέ με – είναι εντελώς τρελές.» Η Άντι χαμογέλασε συγκαταβατικά, γιατί παρά την αγανάκτησή του μπορούσε να ξεχωρίσει στη φωνή του ένα είδος απρόθυμης τρυφερότητας. «Τι καλά, δεν έχω γνωρίσει ποτέ καμιά λευκή μάγισσα.» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε έντονα. «Σε παρακαλώ, μην την ενθαρρύνεις.» Η Άντι δαγκώθηκε για να μη γελάσει με το αυστηρό του ύφος. «Καλά, εντάξει. Απλά λέω πως ακούγονται άνθρωποι σαν εμένα.» Άνθρωποι που τους αρέσουν οι ροδόκηποι. Αισθάνθηκε το βλέμμα του να περνά από τα μοβ γυαλιά της και να φτάνει ως τα σανδάλια της. Ο Ναθάνιελ ξεφύσησε. «Ναι.» Το αυτοκίνητο επιβράδυνε και καθώς έστριβε στο μεγάλο δρόμο μέσα στο κτήμα η Άντι κοίταξε έξω από το παράθυρο. Παρατήρησε τη στραβή, σκαλιστή πινακίδα που


ανήγγειλε την άφιξη στο Χιλ Τοπ και στο βάθος πάνω σε ένα μικρό ύψωμα είδε ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι. Ο Ναθάνιελ πήρε το σακάκι του και το φόρεσε. Το αγέλαστο ύφος του όταν της είπε: «φτάσαμε» μετάτρεψε τις πεταλούδες που είχε στο στομάχι της σε ελέφαντες. *** Με έναν ελιγμό έβγαλε το πόδι του και τις πατερίτσες από το αυτοκίνητο. Μετά από καμιά δυο ώρες ένιωθε ακόμα το αποτύπωμα της παλάμης της στο πόδι του και προσπαθούσε να κατανοήσει πώς ένα τόσο φευγαλέο άγγιγμα μπορούσε να ασκεί τόσο επίμονη επίδραση πάνω του. Κοιτώντας τη να βγαίνει από τη λιμουζίνα, η σύγχυσή του μεγάλωσε όταν τα οπίσθιά της λικνίστηκαν στο ύψος των ματιών του και κατέληξε σε ένα ανεπιθύμητο συμβάν. Την τελευταία φορά που βίωσε μια παρόμοια στιγμιαία στύση ήταν στα δεκατρία του, όταν η δεσποινίδα Ράιαν, η δασκάλα των μαθηματικών, είχε αγγίξει το χέρι του επειδή είχε βρει τη σωστή λύση σε μια πολύ δύσκολη εξίσωση. Φυσικά, το γεγονός πως ήταν επίσης ξανθιά και όμορφη και είχε γείρει στο γραφείο του με τέτοιο τρόπο που εκείνος έβλεπε τη δαντελένια άκρη του σουτιέν της είχε μεγαλύτερη επίδραση από το άγγιγμά της. Όμως, όπως και τότε, τον έφερε σε δύσκολη θέση. Δεν είχε συνηθίσει να νιώθει τόσο έντονα ότι δεν έχει τον έλεγχο. Είχε τη φήμη του καλού εργοδότη και διοικούσε την εταιρεία του σαν στρατιωτική επιχείρηση. Δεν του άρεσαν ούτε οι παρεκκλίσεις ούτε οι περισπασμοί. Και η Άντι ήταν οπωσδήποτε ένας περισπασμός. Μέσα σε τρεις ημέρες τον είχε κάνει να γυρίσει πίσω στην ταραχώδη εφηβεία, στο γνωστό εφιάλτη με τις ορμόνες να χορεύουν σε συνδυασμό με το διαζύγιο των γονιών του. Εκτός αυτού, μετά τις αποκαλύψεις της για τη λευχαιμία ήδη είχε γεμίσει τη συνείδησή του με τύψεις σχετικά με τον κήπο. «Θέλεις βοήθεια;» Στεκόταν και τον κοιτούσε μέσα από τα ανώριμα μοβ γυαλιά της, μα με αυτό το φούσκωμα μέσα στο εσώρουχό του, ένιωθε εντελώς ανήμπορος στη μάχη με την πατερίτσα. Ο Ναθάνιελ Μοντγκόμερι ποτέ δεν ένιωθε -ποτέ δεν ήταν- ανήμπορος. «Είμαι εντάξει» της απάντησε κοφτά, καθώς απέφευγε το χέρι που του είχε τείνει και σηκώθηκε με δύναμη στα πόδια του. Το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν να τον αγγίξει ξανά – όχι, την ώρα που ακόμα βασανιζόταν από την επίδραση της προηγούμενης προσπάθειάς της. Έπειτα άνοιξε μεμιάς η πόρτα και ίσως να ήταν η πρώτη φορά που χάρηκε τόσο που είδε τη γιαγιά του με τα χέρια της ορθάνοιχτα. «Γλυκέ μου!» Τα σγουρά γκρίζα μαλλιά της αναπηδούσαν, καθώς κουβαλούσε το γεροφτιαγμένο κορμί της στο λιθόστρωτο γέρνοντας και κουτσαίνοντας ελαφρά λόγω του αρθριτικού ισχίου της. Όσο συγχυσμένος κι αν ένιωθε που, ενώ είχε τόσα πράγματα να κάνει, βρισκόταν εδώ ή όσο αγανακτισμένος από τις άγριες και παλαβιάρικες συμπεριφορές της, ένα κομμάτι του αναγνώριζε το θερμό καλωσόρισμα της παιδικής του ηλικίας, που βρισκόταν αποτυπωμένο σε κάθε του κύτταρο. Της χαμογέλασε πλατιά καθώς τους πλησίαζε. «Γεια σου, γιαγιά. Ακόμα δε χρησιμοποιείς το μπαστούνι, βλέπω.» «Κουραφέξαλα» είπε η Γιούνις Σμίθσον με φωνή δυνατή και σπασμένη, ενώ τον αγκάλιαζε


σφιχτά. «Είμαι δυνατή σαν βόδι. Δεν το χρειάζομαι το αναθεματισμένο πράγμα.» Ο Ναθάνιελ γέλασε με την κλασική πίστη της γιαγιάς της στις δυνατότητές της. Ένα σύννεφο από ροδόνερο και λεβάντα, που του ήταν τόσο οικείο όσο και τα δαχτυλικά του αποτυπώματα, τον τύλιξε και φίλησε το σγουρομάλλικο κεφάλι της. Είδε πως για μια φορά είχε βάλει μέχρι και τα ακουστικά της. Όταν τον άφησε, κοίταξε έντονα την Άντι. «Έλα, λοιπόν, παπάκι μου. Σύστησέ μας τη φίλη σου.» Ο Ναθάνιελ ένιωσε μέσα του να σφίγγεται όταν είδε μια πολύ γνώριμη λάμψη στα μάτια της γιαγιάς του. Άνοιξε το στόμα του για να κάνει αυτό που τον πρόσταξε, μα η Άντι τον πρόλαβε. «Γεια σας» είπε και έδωσε το χέρι της. «Είμαι η Άντι.» «Είναι ασυνήθιστο το όνομά σου» είπε η Γιούνις και έδωσε και το δικό της. «Είναι το χαϊδευτικό του Αντελαΐντ» πρόσθεσε ο Ναθάνιελ. Παρακολουθούσε όσο η γιαγιά του περιεργαζόταν την Άντι με εκείνο το βλέμμα της πονηρής αλεπούς που δεν εμπιστευόταν. «Ώστε έτσι, ε;» ρώτησε. Το βλέμμα της του προκαλούσε ανησυχία. «Από τη διάσημη φυσικό, Αντελαΐντ Ουόρδινγκτον.» Η γιαγιά του τον κοίταξε και έπειτα κοίταξε ξανά την Άντι. Ακολουθούσε το βλέμμα της, που εστίασε στο κρυστάλλινο κολιέ της. «Δε μοιάζεις με αυτές που συνηθίζει να βγαίνει ο Νέιτ» είπε απευθυνόμενη στην Άντι με εκείνη τη χαρακτηριστική της ωμότητα. Προφανώς δυσκολευόταν να συνταιριάξει την Άντι με τις άλλες τρεις γυναίκες που είχε βρει το κουράγιο να φέρει εδώ. Δεν έδειχνε να έχει πειστεί. Ακούμπησε βαρύς στην αριστερή πατερίτσα του, ενώ πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της Άντι και την τράβηξε κοντά του. Ταίριαζε υπερβολικά καλά για τα γούστα του και η κομμένη ανάσα της σε συνδυασμό με το κάπως στομφώδες γέλιο της τον ενοχλούσαν. «Φοβάμαι πως είμαι ένοχη» είπε η Άντι. Το τετραπέρατο βλέμμα της γιαγιάς του γύρισε πίσω σε εκείνον. «Πού γνωριστήκατε;» «Στο κατάστημα της Άντι. Εργάζεται και ζει στα Ντοκς, όπως και εγώ.» Η Άντι ένευσε καταφατικά. «Σε μια ποταμόβαρκα.» «Σε μια ποταμόβαρκα;» Η Γιούνις σήκωσε το ατσάλινο γκρίζο φρύδι κοιτώντας τον εγγονό της. «Τι μου λέτε!» Εκείνος θα προτιμούσε αυτή η πικάντικη λεπτομέρεια να μην αποκαλυφθεί, αλλά η συζήτηση είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτω από την εξονυχιστική έρευνα της γιαγιάς του και με τα στήθη της Άντι να στριμώχνονται στα πλευρά του. Πάνω που θα κατάφερνε να φέρει τη συζήτηση στα μέτρα του, εμφανίστηκε η μητέρα του στην είσοδο χαμογελαστή. «Νέιτ, γλυκέ μου» είπε και τους πλησίασε, ενώ σκούπιζε τα χέρια της στην ποδιά της. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο αλεύρι. Ο Ναθάνιελ βρήκε με ανακούφιση την ευκαιρία να απομακρυνθεί από την Άντι – και μάλλον το ίδιο ένιωθε και κείνη, αν έκρινε από τα βήματα που έκανε μακριά του. «Λυπάμαι πολύ» απολογήθηκε και στους δυο, ενώ τον φιλούσε στο μάγουλο. «Τα βουτήματα ήταν σε κρίσιμο σημείο.» Η Άντι έτεινε ξανά το χέρι της. «Λατρεύω τα βουτήματα» είπε. Η μητέρα του Ναθάνιελ, μια νεότερη εκδοχή της γιαγιάς του, έλαμψε. «Λέγε με Ντελφίν. Έχω


και πηχτή κρέμα για τα συνοδευτικό.» «Το όνομα της Άντι προέρχεται από μια φυσικό» είπε η Γιούνις στην κόρη της, ενώ το διαπεραστικό βλέμμα της δεν είχε ξεκολλήσει από πάνω της, κάνοντας τον Ναθάνιελ να αισθάνεται πολύ άβολα και σαν να καίγεται κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Η μητέρα του άρχισε κι αυτή να την κοιτάζει. «Δεν είναι ο κλασικός τύπος του» μουρμούρισε. Η γιαγιά του ένευσε. «Ζει σε μια ποταμόβαρκα.» Η Ντελφίν κοίταξε το γιο της σκεφτική. «Αλήθεια;» Ο Ναθάνιελ κοίταξε και τις δυο τους εξαγριωμένος. «Νομίζω, μητέρα, πως εσύ μου έμαθες πως είναι αγενές να κοιτάζει κανείς έντονα.» Εκείνη χαμογέλασε. «Ναι, γλυκέ μου, συγνώμη.» Ο Ναθάνιελ δεν πίστευε πως η μητέρα του ακούστηκε μετανιωμένη – η γιαγιά του σίγουρα δεν ήταν. Την κοιτούσε ακόμα. «Άρχισες ξανά το διάβασμα;» ρώτησε. Ο Ναθάνιελ κοίταξε το βιβλίο που του έδωσε η Άντι και που αφηρημένος το είχε πάρει μαζί του. Το έσφιγγε στο αριστερό του χέρι και στηριζόταν στην πατερίτσα. «Μου το πήρε η Άντι.» Στο παρελθόν οι γυναίκες τού είχαν κάνει διάφορα δώρα, αλλά ποτέ ένα βιβλίο. Μανικετόκουμπα, κολόνιες, ακριβά μπουκάλια μπράντι, πούρα. Εσώρουχα. Αυτό ήταν ένα δώρο που πραγματικά εκτιμούσε. Ειδικά εάν η γυναίκα που του το χάριζε είχε σκεφτεί πριν να το φορέσει και να τον αφήσει να το ξετυλίξει με την ησυχία του. Μέχρι και χρυσόψαρο του είχαν κάνει δώρο μια φορά. Δεν ήξερε τι να νιώσει για το βιβλίο. Όλα τα υπόλοιπα δώρα έρχονταν με όρους. Ερωτικούς όρους. Όχι όμως αυτό. Του προκαλούσε ανησυχία το γεγονός πως του έκανε ένα δώρο χωρίς κανένα απώτερο κίνητρο. «Χάρι Πότερ» είπε η γιαγιά του και ο τόνος της είχε κάτι σεβαστικό, που δεν μπορούσε να αγνοήσει. «Όταν ήταν μικρός το κεφάλι του ήταν πάντα μέσα στα βιβλία» είπε η μητέρα του στην Άντι με νοσταλγία. «Τώρα δεν έχει –» «Χρόνο;» τη διέκοψε η Άντι. Έκανε ένα μορφασμό. «Είναι τόσο κρίμα.» Ο Ναθάνιελ παρακολουθούσε, ενώ οι πιο κοντινοί και αγαπημένοι του άνθρωποι κοιτούσαν την Άντι σαν να είχε ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. Για όνομα του Θεού. «Μήπως να μπαίναμε μέσα;» ρώτησε ο Ναθάνιελ με νόημα. Πραγματικά δεν ήθελε να στέκεται εκεί και να τις ακούει να ανταλλάσσουν σημειώσεις για τα προφανή μειονεκτήματά του. «Φυσικά, γλυκέ μου» είπε η μητέρα του. «Είμαστε πολύ αγενείς. Μάλλον θα θέλεις να ξεκουράσεις το ταλαιπωρημένο το πόδι σου. Θα σας αφήσουμε με την Άντι να βολευτείτε επάνω και σε λίγο μπορείτε να μας κάνετε παρέα και να δοκιμάσουμε τα βουτήματα.» Ο Ναθάνιελ ένευσε καταφατικά, ανακουφισμένος που βγήκε από τη δύσκολη θέση. «Θέλεις η Άντι να πάει στο ροζ υπνοδωμάτιο;» ρώτησε. «Όχι, γλυκέ μου» πετάχτηκε η γιαγιά του. «Θα μείνει μαζί σου, φυσικά.» Ο Ναθάνιελ ένιωσε το χρόνο να σταματά στριγκλίζοντας γύρω του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και ο σφυγμός του βρυχιόταν στα αυτιά του. Κοίταξε την Άντι, που ανοιγόκλεινε τα μάτια της αμήχανη και τον κοιτούσε μέσα από τα μεγάλα, στρογγυλά γυαλιά της. «Και οι κανόνες;» ρώτησε απαιτητικά με τα δόντια του σφιγμένα. «Ποτέ πριν δε με έχεις αφήσει


να μοιραστώ το δωμάτιό μου με μια γυναίκα.» «Ναι, αλλά…» η γιαγιά του χαμογέλασε όπως του χαμογελούσε πάντα – σαν να ήταν ο θησαυρός των πειρατών. «Δε συμπαθούσαμε καμιά από αυτές, αγαπημένε μου.» Και με αυτά τα λόγια, πήρε την Άντι από το χέρι και την έβαλε στο σπίτι.


Κεφάλαιο Πέμπτο Η Άντι στάθηκε στην πόρτα νιώθοντας δίπλα της την παρουσία του Ναθάνιελ, καθώς κοιτούσε το μεγάλο κρεβάτι με ουρανό που κυριαρχούσε στο δωμάτιο, το οποίο από μόνο του ήταν τεράστιο. Ο κρεμ δαντελωτός ουρανός ταίριαζε με τις κρεμ δαντελωτές κουρτίνες στο παράθυρο. Η απογευματινή λιακάδα ξεχυνόταν στο εσωτερικό και φώτιζε το αφράτο πάπλωμα, που ήταν στο λευκό χρώμα του χιονιού, και τα ασορτί μαξιλάρια. Έμοιαζε αφράτο και δελεαστικό -σαν σύννεφο-, έστω κι αν οι εικόνες που ξυπνούσε δεν ήταν καθόλου αγνές. Και μόνο η εικόνα του σκοτεινού ερωτισμού του Ναθάνιελ ανάμεσα σε όλο αυτό το λευκό, με αυτά τα χείλη του έκπτωτου αγγέλου να ταιριάζουν ιδανικά, έκανε το σφυγμό της να σκοντάφτει λίγο. «Ουάου» είπε. «Πράγματι» συμφώνησε ο Ναθάνιελ και ένευσε καταφατικά. Η κοιλιά της Άντι σφίχτηκε. «Δεν έχω φέρει πιτζάμες.» «Δεν έχω πιτζάμες.» Έμειναν και οι δύο να κοιτάζουν για λίγο ακόμα. Η Άντι ένιωσε ανακούφιση όταν εκείνος μπήκε κουτσαίνοντας στο δωμάτιο με τις πατερίτσες του στα χέρια. Το κρεβάτι ήταν πραγματικά μαγευτικό -από αυτά που πρέπει να υπάρχουν σε κάθε γαμήλια σουίτακαι ήταν χαρούμενη που είχε κάτι άλλο να κοιτάζει επιτέλους. «Θα κοιμηθώ στο πάτωμα» της είπε, ενώ ακουμπούσε την τσάντα του και τις πατερίτσες σε μια από τις κλασικές πολυθρόνες που βρίσκονταν μπροστά από το τζάκι, που ήταν βικτοριανού τύπου με ένα εξαίσιο διακοσμητικό γείσο. Η Άντι κοίταξε το πάτωμα. Ήταν καλυμμένο με πλούσια χαλιά, που έκρυβαν το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς και ανομοιογενούς λιθοδομής. «Δε γίνεται να κοιμηθείς στο πάτωμα» διαμαρτυρήθηκε. «Είσαι τραυματισμένος.» «Θα είμαι μια χαρά.» «Όχι» επέμεινε εκείνη. Ανασήκωσε το φρύδι του. «Προσφέρεσαι εσύ;» Η Άντι ξεφύσησε. «Μετά από τέσσερις μήνες από τη ζωή μου που κοιμόμουν σε ένα κρεβάτι ξενοδοχείου το οποίο θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί σε θάλαμο βασανιστηρίων και κάνα δυο χρόνια σε έναν υπνόσακο στην κλούβα ενός Κόμπι, ορκίστηκα να μην ξανακοιμηθώ ποτέ σε τίποτα εκτός από ένα όμορφο και παχύ στρώμα.» Σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος, καθώς ετοιμαζόταν να κάνει την πρότασή της. «Μπορούμε να το μοιραστούμε.» Κράτησε την ανάσα της και ευχόταν να μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε πίσω από τα απύθμενα γαλανά μάτια του. «Όχι.» Τον κοίταξε έντονα, ενώ ένιωθε το σφυγμό της να χτυπά δυνατά. «Είναι λογικό, Νέιτ.» Της έδωσε μεγάλη ικανοποίηση εκείνο το ελαφρύ τίναγμα στη γωνία του σαγονιού του. «Με λένε Ναθάνιελ» της είπε με τραχιά φωνή. Η Άντι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, γιατί αυτός ο άνθρωπος είχε συνηθίσει να περνά


το δικό του και εκείνη δεν είχε σκοπό να γίνει μια από αυτές τις γυναίκες που του λένε πάντα ναι. Ειδικά αν ήταν να μοιραστούν το ίδιο κρεβάτι. Όσο πιο εκνευρισμένος ήταν τόσο μεγαλύτερη απόσταση θα κρατούσε από εκείνη. «Νομίζω πως μου αρέσει το Νέιτ. Σου ταιριάζει. Εκτός αυτού, αν είναι να κοιμηθούμε μαζί» ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο πρόβαλε στα χείλη της «θα πρέπει να είμαστε πιο άνετοι μεταξύ μας.» Έβαλε τα χέρια τους γοφούς του και η Άντι κοιτούσε την εκτεθειμένη κοιλιά του. Ακόμα και μέσα από υφάσματα, φαινόταν ξεκάθαρα πως ήταν εντελώς επίπεδη. Μάλλον θα είχε και εκείνα τα μαγευτικά λακκάκια εκεί όπου οι κοιλιακοί του συναντούν τα οστά των γοφών. Πάντα την πατούσε με αυτά. «Δε θα μοιραστούμε τίποτα, Αντελαΐντ.» Η Άντι γούρλωσε τα μάτια της. «Νομίζω πως ο κύριος διαμαρτύρεται υπερβολικά.» Έριξε τα μαλλιά της πίσω. «Είμαστε και οι δυο ενήλικοι, Νέιτ. Είμαι βέβαιη πως μπορούμε να ελέγξουμε τους εαυτούς μας.» Δίπλωσε τα χέρια του και ακούμπησε στο πίσω μέρος της καρέκλας. «Έχεις υπόψη σου τι συμβαίνει σε έναν ενήλικο άντρα γύρω στις πέντε το πρωί;» Η Άντι ξεροκατάπιε όταν άκουσε τη μελιστάλαχτη απορία του. Η φωνή του είχε γίνει ακόμα πιο βαθιά και εκείνη ήταν μαγεμένη από τα μακριά του δάχτυλα, που χτυπούσαν ρυθμικά τους δικέφαλούς του. «Ενώ ο υπόλοιπος κόσμος κοιμάται, ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματός μας είναι εντελώς ξυπνητό. Και εκείνη την ώρα δεν είναι ιδιαίτερα επιλεκτικό. Η αλήθεια είναι πως κατά πάσα πιθανότητα θα θεωρήσει μια οποιαδήποτε ζεστή, κοιμισμένη γυναίκα, όσο τρελή κι αν είναι, στόχο. Είσαι προετοιμασμένη γι’ αυτό; Γιατί κοντεύω τα τριάντα πέντε και ποτέ δεν κατάφερα να ελέγξω το πρωινό κάλεσμα.» Η Άντι ένιωθε σαν να την είχαν καρφώσει στο πάτωμα με την προοπτική που μόλις της παρουσίασε. Αυτός και αυτή. Τα ολόλευκα σαν χιόνι σεντόνια. Το πρωινό μεγαλείο. Έριξε μια ματιά στο κρεβάτι, η εικόνα στο μυαλό της να την πετά εκεί ξανά και ξανά θόλωνε το ζήτημα. Τον κοίταξε με σεμνότητα. «Υποθέτω πως μπορείς να ελέγξεις το τι κάνεις με αυτό.» Το βλέμμα του δεν πτοήθηκε, ενώ τα δάχτυλά του σταμάτησαν το ρυθμικό χτύπημα. «Κι αν δε θέλω;» Η Άντι ξεροκατάπιε. Καλή ερώτηση. Και προκαλούσε ακόμα μία – κι αν δεν ήθελε εκείνη να σταματήσει; «Θα βάλουμε μερικά μαξιλάρια στη μέση.» Ο Ναθάνιελ σήκωσε το φρύδι του. «Πόσο βικτοριανό είναι αυτό.» Η Άντι κοίταξε γύρω της τα έπιπλα. «Νομίζω πως φταίει το δωμάτιο» μουρμούρισε. «Κοίτα» είπε κοιτώντας το ρολόι του. «Τι λες να αποφασίσουμε αργότερα; Δεν μπορούμε να τις αφήσουμε να περιμένουν κι άλλο μόνες. Μόνο ο Θεός ξέρει τι θα βάλουν με το νου τους, αν δεν εμφανιστούμε σύντομα.» Η Άντι τού χαμογέλασε ανόρεχτα. «Αυτό δε θέλεις;» Κούνησε το κεφάλι του με έμφαση. «Όχι, αν έχουν αρχίσει ήδη να σχεδιάζουν το γάμο.» *** Η Άντι πέρασε τρεις απολαυστικές ώρες γυρίζοντας στη φάρμα με ένα παλιό τζιπ που οδηγούσε η


Γιούνις, η οποία, όπως φαινόταν, ήταν ένα χαμένο ταλέντο του ράλι. Ο Ναθάνιελ ανέβασε κι άλλο τη θανατηφόρα γοητεία του όταν άλλαξε και έβαλε ένα τζιν και ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, παράτησε τις πατερίτσες και βοηθούσε τη μητέρα του να μεταφέρει κάποια βαριά αντικείμενα παρά τις αντιρρήσεις της για το πόδι του. Ο φράχτης χρειαζόταν επισκευή και την άφησε άναυδη όταν έκανε μόνος του τη δουλειά με περίσσεια ικανότητα. Για κάποιο λόγο δεν τον είχε φανταστεί ποτέ στο σπίτι, στο περιβάλλον του. Σε μια αίθουσα συνεδριάσεων σίγουρα. Στο χρηματιστήριο, σε κάποιο φανταχτερό γκαλά του Λονδίνου – φυσικά. Όχι στη φάρμα. Για μια στιγμή, καθώς κοιτούσε τους δικέφαλους να πιέζονται και το τζιν να τεντώνεται στα πόδια του, τον φαντάστηκε με πλήρη περιβολή καουμπόη με αγκράφα και ένα καπέλο Στέτσον να φτάνει χαμηλά στο πρόσωπό του. Το φανελένιο του πουκάμισο να ανοίγει από τον αέρα… Ο ιδρώτας να γλιστρά στους θωρακικούς του… Να ξεπροβάλλουν πάνω από το χαμηλοκάβαλο τζιν του τα λακκάκια στους γοφούς… Ευτυχώς ένας περίεργος αλπακάς που τον έλεγαν Τζορτζ διάλεξε ακριβώς αυτή τη στιγμή να μυρίσει το λαιμό της και έτσι έφυγαν από το μυαλό της οι σκέψεις που τώρα είχαν κατέβει νοτιότερα από την αγκράφα του Ναθάνιελ. Άραγε οι καουμπόηδες φορούσαν εσώρουχα; Τα ζώα ήταν πραγματικά συναρπαστικά. Διακόσια μαλλιαρά, μακρολαίμικα πλάσματα βάδιζαν μεγαλοπρεπώς ολόγυρα, βοσκούσαν σαν να ήταν καμηλοπαρδάλεις στη σαβάνα της Αφρικής και όχι αυτά τα αλλόκοτα όντα στη μέση της αγγλικής επαρχίας. Της άρεσαν πολύ οι μακριές βλεφαρίδες τους και το περίεργο μουρμουρητό που ακουγόταν σαν να τραγουδούσαν το ένα στο άλλο. Ήταν μια σουρεαλιστική εμπειρία, που έγινε ακόμα πιο ενδιαφέρουσα λόγω των δύο φλύαρων οδηγών σε αυτό το σαφάρι, που προφανώς λάτρευαν το κοπάδι τους και ήξεραν όλα τα ζώα με το όνομά τους. Η Άντι είχε ενθουσιαστεί με την ενέργεια που είχαν οι δυο ηλικιωμένες γυναίκες και τη συνεπήρε απόλυτα το πάθος τους. Τα πλάνα τους για τη φάρμα και ο πάγκος που έστηναν κάθε μήνα και πουλούσαν τις προβιές είχαν πολύ ενδιαφέρον και η Άντι ρωτούσε ένα σωρό πράγματα, καθώς τις βοηθούσε να προετοιμάσουν το βραδινό. Μέχρι που προσάρμοσαν το γεύμα σύμφωνα με τη χορτοφαγία της. Η Γιούνις είχε δεκάδες βιβλία μαγειρικής για χορτοφάγους από την εποχή που φλέρταρε και η ίδια με την ιδέα. Διασκέδασε την Άντι με ιστορίες από τις φορές που χωρίς επιτυχία προσπάθησε να μαγειρέψει, ενώ προχειρόφτιαξε ένα πεντανόστιμο χορτοφαγικό ριζότο σαν να ήταν τόσο εύκολο όσο και το να ετοιμάσει ένα σάντουιτς. «Δεν μπορούσα να κόψω το μπέικον, Άντι, όσο κι αν προσπαθούσα» της είπε με παραπονιάρικο ύφος. Η Άντι παραδέχτηκε πως το μπέικον ήταν και για εκείνη δύσκολο. Έφαγαν έξω στη μεγάλη βεράντα που έβλεπε στους πανέμορφους και περιποιημένους κήπους που έφταναν αμφιθεατρικά ως την περίφραξη του λιβαδιού. Κοιτούσαν τους αλπακάδες να βοσκάνε καθώς ο ήλιος έπεφτε αργά και η Άντι ένιωθε σαν να την είχε πετάξει κάποιος μέσα σε ένα τοπίο του Νταλί. Όπου τίποτα δεν ήταν οικείο αλλά όλα έμοιαζαν σωστά. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως όταν μάζεψαν τα πιάτα και μπήκαν στο σπίτι ήταν μόλις εννέα. Η


Άντι ήταν κουρασμένη και γεμάτη, η σκέψη όμως πως θα πήγαινε σε ένα κρεβάτι που ήταν φτιαγμένο για να κυλιέται με έναν άντρα ο οποίος έμοιαζε ιδανικός γι’ αυτό την έκανε να δυσκολεύεται πολύ να ανέβει τις σκάλες. Και όταν ο Ναθάνιελ τις άφησε για να κοιτάξει κάποια πράγματα στον υπολογιστή του, βρήκε την ιδανική ευκαιρία για να περάσει χρόνο με τους κοντινότερους και πιο αγαπημένους ανθρώπους του. Η Γιούνις χαμογέλασε όταν η Άντι πήγε να τις συντροφέψει στο καθιστικό κρατώντας στα χέρια της ένα δίσκο με κούπες ζεστής σοκολάτας που έφτιαξε για όλες. «Κάθισε εδώ, παπάκι μου» είπε στρίβοντας λίγο τις βελόνες που κρατούσε και χτύπησε το μαξιλάρι δίπλα της στο διθέσιο καναπέ με το κρετόν. Η Άντι τούς έδωσε τις σοκολάτες και κάθισε. Η Γιούνις δυσανασχέτησε. «Ο Νέιτ δουλεύει πολύ σκληρά.» «Ξέρω» ξεφύσησε. Κοίταξε την Άντι πάνω από τα γυαλιά της, οι βελόνες της χτυπούσαν. «Ποιος να το φανταζόταν πως θα άφηνε μόνο του ένα τόσο γλυκό κορίτσι σαν εσένα» συλλογίστηκε και έπειτα έστρεψε το βλέμμα της στην κόρη της. «Όταν είναι τόσο εμφανές πως είστε ερωτευμένοι.» Η Άντι παραλίγο να πνιγεί με τη σοκολάτα της. Ευτυχώς ή Γιούνις δε φάνηκε να διακρίνει το ανεπαίσθητο τικ στο στόμα της. Η απάτη τους βάραινε πολύ τη συνείδησή της. Όταν ήταν στο Λονδίνο, της είχε φανεί απαραίτητο κακό, αλλά δεν περίμενε πως η οικογένεια του Ναθάνιελ θα ήταν τόσο… καλή. «Είναι η αρχή ακόμα, βασικά. Απλώς, ξέρετε, προχωρούμε μέρα με τη μέρα.» Η Άντι προσπαθούσε να απαντήσει όσο πιο αόριστα γινόταν, μα φοβήθηκε πως τα κενά βλέμματα που την αντίκριζαν σήμαιναν πως έδειχνε τόσο ανόητη, ώστε ακόμα και τα τούβλα του σπιτιού την ξεπερνούσαν σε ευφυΐα. «Αχ, είναι κρίμα» μουρμούρισε η Γιούνις χωρίς να σταματήσει το πλέξιμο. «Πάντα φανταζόμασταν πως θα γινόταν ο γάμος στο Χιλ Τοπ, έτσι δεν είναι, καλή μου;» Η μητέρα του Ναθάνιελ ένευσε καταφατικά. «Τέτοια εποχή, προς το τέλος του καλοκαιριού, όπου οι μέρες διαρκούν περισσότερο και ο καιρός είναι πραγματικά εξαίσιος.» Η Άντι κοιτούσε πότε τη μια και πότε την άλλη. Ανάθεμα. Δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί για το πρωινό κάλεσμα του Νέιτ, γιατί, αν άκουγε αυτή τη συζήτηση, σίγουρα θα τη δολοφονούσε την ώρα που θα κοιμόταν. «Αυτό είναι μαλλί αλπακά;» ρώτησε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αλλάξει θέμα. Η Γιούνις έριξε μια ματιά στην κόρη της και έπειτα ένευσε. «Ναι. Όπως έλεγα και νωρίτερα, η Ντελφίν το γνέθει κι εγώ το πλέκω.» «Μπορώ;» ρώτησε η Άντι, ανακουφισμένη που κατάφερε να αποφύγει τον ύφαλο της προηγούμενης κουβέντας τους, και άγγιξε το μαλλί. Το ένιωθε κυριολεκτικά να λιώνει ανάμεσα στα δάχτυλά της, ήταν πάρα πολύ απαλό. Έκανε μερικές ερωτήσεις ακόμα για τη διαδικασία, ενώ οι βελόνες της Γιούνις δε σταματούσαν να δουλεύουν. Η καρδιά της Άντι, που ακολουθούσε το ρυθμό τους καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας, σιγά σιγά επέστρεψε στο φυσιολογικό της ρυθμό, ενώ οι δυο γυναίκες φλυαρούσαν για ένα ζήτημα που τις απασχολούσε πολύ. «Αυτό είναι για τον πάγκο σας;» ρώτησε η Άντι, ενώ βύθισε ξανά τα δάχτυλά της στο μαλλί. Η Γιούνις ένευσε καταφατικά. «Το πουλάμε είτε βαμμένο είτε όχι, όπως και αυτά που πλέκω. Επίσης φτιάχνω ριχτάρια για καρέκλες και καμιά φορά και κουβέρτες.»


«Είναι υπέροχο» μουρμούρισε η Άντι, γιατί πραγματικά ήταν πανέμορφο. Καθώς θαύμαζε την ομορφιά του ρούχου που σχηματιζόταν μπροστά στα μάτια της, μια ιδέα άρχισε να τριγυρνά στο μυαλό της. Και μόλις ετοιμαζόταν να την εκφράσει, έσβησαν τα φώτα. Για μια στιγμή κανείς δε μίλησε, έπειτα ακούστηκε η μητέρα του Ναθάνιελ: «Ο Νέιτ θα θυμώσει.» Ακριβώς τη στιγμή που τελείωσε την πρότασή της, άκουσαν κάποιον να αναθεματίζει και ένα γδούπο στο χολ. «Είστε όλοι καλά;» ακούστηκε από κάπου πίσω από την Άντι. «Είμαστε μια χαρά» είπε η μητέρα του, καθώς άναβε ένα σπίρτο και με αυτό ένα φανάρι που βρισκόταν σε ένα χαμηλό τραπεζάκι δίπλα στην καρέκλα της και που η Άντι δεν το είχε καν παρατηρήσει, φωτίζοντας το δωμάτιο. Μια απαλή κίτρινη λάμψη ξεχύθηκε σε κάθε σκοτεινή γωνιά. «Θα τηλεφωνήσω στην εταιρεία ηλεκτρισμού» είπε αποφασιστικά ο Ναθάνιελ από το χολ. «Μην είσαι ανόητος, γλυκέ μου» είπε η μητέρα του. «Συμβαίνει πολύ συχνά και το ρεύμα θα επιστρέψει πριν καν το καταλάβεις. Έλα εδώ και κάθισε μαζί μας.» «Ναι, έλα να καθίσεις με την καλή σου γιαγιάκα» πρόσθεσε η Γιούνις. «Θα καθίσω αλλού» είπε η Άντι και ανασηκώθηκε για να πάει στη μονή πολυθρόνα. «Όχι, όχι» είπε η Γιούνις και έβαλε το χέρι της μπροστά στην Άντι για να την εμποδίσει. «Δεν μπορούμε να αφήσουμε τα ερωτευμένα πουλάκια να καθίσουν χωριστά.» Αμέσως σηκώθηκε και κάθισε στην άλλη πολυθρόνα. Είναι τρομερά γρήγορη για ογδοντάρα με αδύναμο γοφό και δυο βελόνες να κουμαντάρει στα χέρια. Η Άντι κάθισε ολόισια, καθώς ο Ναθάνιελ πλησίασε κουτσαίνοντας και κάθισε δίπλα της. Ήταν ένας ευρύχωρος διθέσιος καναπές, αλλά ξαφνικά, με τη ζεστασιά και τη γλυκιά πικάντικη μυρωδιά του, ένιωθε σαν να κάθονταν αγκαλιασμένοι. Θεέ μου, Άντι, μη σκέφτεσαι την αγκαλιά του! Η Γιούνις, που συνέχιζε να πλέκει, τους χαμογέλασε, ενώ εκείνοι κάθονταν όσο πιο απομακρυσμένοι μπορούσαν. «Λοιπόν, Νέιτ, θα την αγκαλιάσεις ή όχι;» του είπε απαιτητικά με την αγριοφωνάρα της. «Έχουμε και ρομαντικό φωτισμό και απ’ όλα.» Έριξε μια ματιά στη συνεργό της. «Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως απλώς τη μάζεψες από το δρόμο.» Η καρδιά της Άντι άρχισε να χτυπά δυνατότερα, καθώς ένιωθε τον Ναθάνιελ δίπλα της να αγωνιά. Τον κοίταξε προσπαθώντας να βγάλει από το μυαλό της το ότι κυριολεκτικά τη μάζεψε από το δρόμο. Του χαμογέλασε αμήχανα. Είχε ένα απεγνωσμένο βλέμμα σαν να της φώναζε «διόρθωσέ το» και η Άντι δεν μπορούσε παρά να διασκεδάσει το γεγονός πως ένας άντρας που διαχειριζόταν συμφωνίες εκατομμυρίων λιρών δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει μια μικρόσωμη γριούλα. Ήταν αλλόκοτα γλυκό. «Δεν υπάρχει πρόβλημα» διαβεβαίωσε τη Γιούνις, καθώς τον πλησίαζε. Γλίστρησε το χέρι της στο γόνατό του και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. «Του Νέιτ δεν του αρέσει να εκδηλώνει δημόσια τη στοργή του, έτσι δεν είναι…» ξεροκατάπιε «αγάπη μου;» Εκείνος έμοιαζε να τσιτώνεται ακόμα περισσότερο δίπλα της. Το άλλο χέρι της διέτρεξε το δικό του και ακούμπησε στον στρογγυλεμένο δικέφαλό του, τσιμπώντας τον ελαφρά. Όταν ο Ναθάνιελ ακούμπησε το χέρι του στο πόδι της, λίγο πιο ψηλά από εκεί όπου ακουμπούσαν τα δικά της, ανατρίχιασε τόσο, που ένιωσε σαν να έφυγε το δέρμα από πάνω της.


Ήταν λίγο πιο ψηλά από εκεί όπου επιτρεπόταν. «Προτιμώ να την κρατώ για τις προσωπικές στιγμές.» Υπήρχε ένας τραχύς, χαμηλός τόνος στη φωνή του, που έκανε κάθε μυ στο κορμί της να τεντωθεί. Η κοιλιά της είχε σφιχτεί τόσο πολύ, που έβαζε στοίχημα πως, αν πετούσε επάνω πέτρες, θα αναπηδούσαν. Οι εικόνες που έρχονταν στο μυαλό της από το τεράστιο κρεβάτι που τους περίμενε επάνω την έκαναν να τεντώνεται ακόμα περισσότερο. «Είστε τόσο χαριτωμένο ζευγάρι» είπε η Γιούνις και τους χαμογέλασε πλατιά. «Δεν είναι χαριτωμένοι, Ντελφίν;» Η μητέρα του Ναθάνιελ ένευσε με σιγουριά. «Ω, ναι. Αυτή σίγουρα πρέπει να την προσέξεις και να την κρατήσεις.» Η Άντι ένιωθε πως το χαμόγελό της ήταν εντελώς ψεύτικο, μα αυτή ήταν η πιο ασήμαντη από τις έννοιες στο μυαλό της, καθώς ο Ναθάνιελ είχε αρχίσει να τη χαϊδεύει αργά πάνω κάτω στο μηρό της. Για μια στιγμή όλα πάγωσαν. Και έπειτα έλιωσαν και έγιναν μια λιμνούλα, καθώς ο πόθος ταξίδευε προς τους μυς της κατά κύματα σαν να ήταν αισθησιακή μουσική από σαξόφωνο, οι φλόγες έγλειφαν κάθε ερωτογενή της ζώνη και μερικές που δεν είχε συνειδητοποιήσει πως υπήρχαν ως τώρα. «Λοιπόν, σχετικά με τα πλεκτά» είπε η Άντι απελπισμένη, προσπαθώντας να βγάλει από το μυαλό της αυτή τη λάβα που σχεδόν έλιωνε τα ρούχα της. «Έχεις σκεφτεί να τα προωθήσεις στην αγορά;» Ένα ακόμα πέρασμα του χεριού του. Κυμάτιζε μέσα της σαν να ήταν φίδι, έστελνε κύματα φωτιάς βαθιά στο κορμί της, μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό του και το σταμάτησε. Εκείνος την κοίταξε, έπειτα κοίταξε το χέρι της πάνω στο δικό του και ξανά εκείνη, το βλέμμα του έδειχνε τη σύγχυσή του. Δεν είχε καταλάβει τι έκανε; Ωραία. Μπορούσε να ελπίζει πως δεν είχε συνειδητοποιήσει και την επίδρασή του πάνω της. Τράβηξε το χέρι της από το δικό του. «Όχι, καλή μου» απάντησε η Γιούνις. «Είναι απλώς ένα χόμπι.» Η παύση του Ναθάνιελ και τα λόγια της Γιούνις τράβηξαν την Άντι από τον κρατήρα του πόθου που βασάνιζε το κορμί της και κατάφερε να σκεφτεί πιο λογικά. Αν και η ζεστασιά του κορμιού που την πίεζε στο πλάι την αποσπούσε. «Νομίζω πως θα πουλούσαν πολύ στο Λονδίνο» είπε. «Εγώ σίγουρα θα έπαιρνα για την επιχείρησή μου χωρίς δεύτερη σκέψη.» Η Γιούνις σταμάτησε το πλέξιμο. Κοίταξε την Ντελφίν και έπειτα ξανά την Άντι πάνω από τα γυαλιά της. Όμως ο Ναθάνιελ μίλησε πρώτος. «Έλα, τώρα… αγάπη μου… ξέρεις πόσο ανταγωνιστική είναι η αγορά του Λονδίνου.» Η Άντι πετάρισε τα βλέφαρά της, ενώ εκείνος την κοίταξε συνοφρυωμένος. Ποιο ήταν το πρόβλημά του; «Οι φυσικές ίνες πουλάνε πολύ» είπε και εμφανίστηκε ένα χαμόγελο στα χείλη της που πετούσε φωτιές. «Ειδικά στον τομέα μου.» «Ναι, μα δεν μπορείς να εγγυηθείς πως θα προσελκύσουν τον οποιονδήποτε, όταν υπάρχουν τόσα καταστήματα γυναικείας μόδας. Ειδικά στα Ντοκς.» Η Άντι έσφιξε τα δόντια της, ενώ κοιτάζονταν βαθιά στα μάτια. «Ξέρω καλά την πελατεία μου.»


«Νομίζεις ότι μπορεί να υπάρξει ενδιαφέρον;» τους διέκοψε η Γιούνις. Ο Νέιτ κοίταξε τη γιαγιά του. «Γιαγιά…» «Νέιτ» είπε η μητέρα του. «Ας ακούσουμε τι έχει να πει η Άντι.» Εκείνη ξαφνικά, με όλα τα βλέμματα συγκεντρωμένα πάνω της, απέκτησε εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Καταλάβαινε πως ο Νέιτ ειδικά την κοιτούσε ιδιαίτερα σκεφτικός. «Νομίζω πως ναι. Ειλικρινά νομίζω πως ναι. Ο Νέιτ έχει δίκιο, δεν μπορείς πάντα να προβλέψεις πώς θα κινηθεί η αγορά, αλλά σίγουρα θα μπορούσα να έχω κάποια προϊόντα δοκιμαστικά για ένα διάστημα.» Η Γιούνις ανασηκώθηκε λίγο. «Αλήθεια;» Η Άντι χαμογέλασε και ήταν η πρώτη φορά που το χαμόγελό της ήταν αληθινό από τη στιγμή που ο Ναθάνιελ ακούμπησε την απολαυστική του πλάτη δίπλα της. «Αλήθεια.» «Δε νομίζω ότι πρέπει να ελπίζεις πολλά, γιαγιά» τις διέκοψε ο Ναθάνιελ. «Δε θα ήταν εκπληκτικό, Ντελφίν;» είπε η Γιούνις και χαμογέλασε πλατιά, αγνοώντας την προειδοποίηση του εγγονού της. «Έχετε καθόλου αποθέματα;» ρώτησε η Άντι. «Ναι.» Ένευσε καταφατικά η Γιούνις. «Μπορώ να σου δείξω το πρωί, αν θέλεις.» Μόλις η Άντι ένευσε ήρθε και το ρεύμα. «Βλέπεις;» είπε η Γιούνις χαμογελώντας στον Ναθάνιελ. «Είναι σημάδι!» Εκείνος πήγε να πει κάτι, αλλά η Γιούνις σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τις βελόνες και τα πράγματά της. «Σωστά. Είναι ώρα για ύπνο. Η μέρα στην εξοχή ξεκινά νωρίς» είπε εύθυμα. Σηκώθηκε και η μητέρα του Ναθάνιελ. «Κι εγώ πηγαίνω.» Η Άντι σηκώθηκε όρθια – της έλειπε ήδη η θέρμη στο πλάι της, αλλά όχι και ο τρελός χτύπος της καρδιάς της. «Ήταν μια υπέροχη ημέρα» τους είπε, η καρδιά της άρχισε πάλι να χτυπά γρήγορα, καθώς ο Ναθάνιελ στεκόταν δίπλα της, μεγαλόσωμος, ζεστός και τόσο αρρενωπός. «Ήταν χαρά μας, Άντι» είπε η μητέρα του και έσφιξε το χέρι της. «Ήταν οπωσδήποτε χαρά μας.» Η Ντελφίν φίλησε το γιο της στο μάγουλο. «Καληνύχτα, γλυκέ μου» του είπε. «Είναι πολύ όμορφα που σε έχουμε στο σπίτι.» Η Γιούνις τού τσίμπησε το μάγουλο. «Πάρε» είπε στην Άντι και της πέταξε ένα πλαστικό βαζάκι. «Είναι για το μηρό του. Ένα μικρό δοχείο γεμάτο μαγεία.» Χάιδεψε ελαφρά το χέρι της Άντι. «Να φροντίσεις να το τρίψεις στο πόδι του καλά και δυνατά.» Η Γιούνις πέρασε γρήγορα από δίπλα τους και η Άντι έμεινε να κοιτάζει το βαζάκι. Και προσπάθησε να μη σκεφτεί για το καλά. Ή το δυνατά. *** Ο Νέιτ πήγε στην άλλη άκρη του κρεβατιού και πέταξε τις πατερίτσες του στο ολόλευκο πάπλωμα. Χρειαζόταν κάποιου είδους φράχτη ανάμεσά τους. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε να κάνει με τις εσάρπες, το αναγκαστικό φώλιασμα ή τις εντολές της γριάς κουτσομπόλας γιαγιάς του προς την Άντι, αλλά ήταν θυμωμένος. Καλά και δυνατά. Δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτε άλλο όση ώρα τού πήρε να διασχίσει την απόσταση μέχρι το υπνοδωμάτιο με τις αναθεματισμένες πατερίτσες που τον εμπόδιζαν. Ειδικά με τα οπίσθια της Άντι να λικνίζονται σαν το εκκρεμές υπνωτιστή μπροστά του με κάθε της βήμα.


«Μην τις ενθαρρύνεις» της είπε κοφτά. «Δε θέλω να αρχίσουν να ελπίζουν, μόνο και μόνο για να καταρρακωθούν όταν κανείς δε θα αγοράσει τα περίεργα πόντσο από αλπακά.» Μπορεί να τον εκνεύριζαν, αλλά αγαπούσε πολύ αυτές τις δυο γυναίκες και θα τις υπερασπιζόταν με τη ζωή του. Δεν ήθελε να τις κοροϊδέψει κανείς. Και το τελευταίο που ήθελε ήταν να γίνει η Άντι αρεστή στους δικούς του και να μπει στη ζωή του ακόμα περισσότερο. Η Άντι ύψωσε το ένα φρύδι της. «Προφανώς δεν έχεις ιδέα από γυναικεία μόδα.» Ξεφύσησε. «Ξέρω πολλά για τα γυναικεία ρούχα.» Η Άντι ακούμπησε τα χέρια στους γοφούς της. «Το να τα βγάζεις από τις γυναίκες δε μετράει.» Ο Ναθάνιελ αγνόησε το σαρκαστικό της σχόλιο, γιατί δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί πως θα μπορούσε να βγάλει αυτό το τζιν σορτσάκι από την Άντι. «Δε θα ανεχτώ να τις πληγώσει κανείς, Άντι.» «Αυτό νομίζεις ότι θέλω;» «Νομίζω ότι όσο άνετα και γρήγορα μπήκες στις ζωές τους έτσι θα φύγεις.» Με λίγη τύχη. Έκανε ένα βήμα μπροστά, έτοιμος να τονίσει το γεγονός πως εκείνος θα έπρεπε να μαζέψει τα κομμάτια τους όταν ο κόσμος της μόδας δε θα υποκλινόταν στα γραφικά ενδύματα από αλπακά του Ντέβονσαϊρ, αλλά ένιωσε μια σουβλιά στο μηρό του και έπεσε στο κρεβάτι. Η Άντι τον πλησίασε ανήσυχη. «Είσαι καλά;» Ο Ναθάνιελ σήκωσε το χέρι του για να τη διώξει. Δεν ήθελε να ασχολείται μαζί του εκείνη. Έπρεπε να μείνει στη δική της πλευρά του αναθεματισμένου και άσωτου κρεβατιού! «Είμαι μια χαρά» είπε εκνευρισμένος. «Απλώς δεν είμαι συνηθισμένος πια στις αγροτικές εργασίες μάλλον.» Η Άντι σταμάτησε στην άκρη του κρεβατιού. «Το παράκανες.» «Η μαμά είναι στα εξήντα. Η γιαγιά είναι ογδόντα. Οχτώμηδέν! Κάνουν δουλειές που είναι για πολύ νεότερους ανθρώπους. Όλα αυτά τα βάρη και το κουβάλημα αποκλείεται να τους κάνουν καλό.» Χωρίς να το σκεφτεί, έτριβε το μηρό του. «Συνεχώς προσλαμβάνω ανθρώπους για να τους βοηθούν, αλλά όλο τους διώχνουν.» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Αυτό πρέπει να είναι πολύ εκνευριστικό.» Δυσανασχέτησε από το επίθετο που χρησιμοποίησε εκείνη και που υποτιμούσε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Πώς θα μπορούσε να πετύχει τους στόχους του, όταν ανησυχούσε πως θα μπορούσε κάποια από τις δυο να πέσει και να σπάσει το γοφό της; «Δεν έχεις ιδέα πόσο.» «Υπάρχει κι αυτό» του είπε και σήκωσε το βαζάκι. Ο Ναθάνιελ το κοίταξε. Ένα πλαστικό βαζάκι γεμάτο πειρασμό. Καλά και δυνατά. Μήπως με τον ίδιο τρόπο η Εύα πρόσφερε το μήλο στον Αδάμ; Με μεγάλα, γκρίζα μάτια; Καλά και δυνατά; Το γύριζε στα χέρια της. «Η γιαγιά σου φαίνεται να πιστεύει πως είναι μαγικό.» Ο Ναθάνιελ ακολούθησε με το βλέμμα του την κυκλική κίνηση των χεριών της. Μπορούσε σχεδόν να τη νιώσει να το αλείφει στον πονεμένο μυ του. Τόσο αναθεματισμένα κοντά σε έναν άλλο μυ που δεν μπορούσε να εμπιστευτεί πως θα συμπεριφερόταν κόσμια σε ένα τέτοιο συναπάντημα. «Η γιαγιά μου νομίζει πως ο ήλιος που ανατέλλει είναι μαγικός» είπε. «Και ότι κάτω από τον κήπο παίζουν νεράιδες. Πίστεψέ με, ό,τι -οποιοδήποτε- σπιτικό γιατρικό φτιάχνει η μεγάλη λευκή


μάγισσα Γιούνις μυρίζει. Πολύ, πολύ άσχημα. Το ξέρω από πολλά αξέχαστα περιστατικά της παιδικής μου ηλικίας. Απ’ ό,τι φαίνεται, αν δε μυρίζει, δε λειτουργεί.» Η Άντι κοίταξε το βαζάκι. «Εντάξει. Αλλά δε γίνεται να κοιμηθείς στο πάτωμα σήμερα.» Ο Ναθάνιελ αμφέβαλλε αν θα τα κατάφερνε να φτάσει και μέχρι το πάτωμα εκείνη τη στιγμή. Η απογοήτευσή του έγινε πιο έντονη. «Εντάξει» παραδέχτηκε. Κοίταξαν και οι δύο το κρεβάτι. Ήταν μεγάλο και φαρδύ και λευκό. «Δεν τα φτιάχνουν έτσι πια» συλλογίστηκε η Άντι. Ο Ναθάνιελ ένευσε καταφατικά. «Όχι» συμφώνησε, ενώ συνέχιζε να το κοιτά. Ήταν το ίδιο κρεβάτι στο οποίο κοιμόταν πάντα. Απλώς δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο παρηκμασμένο ήταν μέχρι τώρα. «Τα μαξιλάρια στη μέση δε σου φαίνονται τόσο τρελή ιδέα τώρα, έτσι δεν είναι;» Την κοίταξε, με τα μεγάλα, γκρίζα μάτια της και το όμορφο στόμα και αυτό το στενό μπλουζάκι που σχημάτιζε τέλεια το στήθος της. Δεν ήταν καθόλου ο τύπος του. Και όμως την ήθελε. Πώς θα κατάφερνε να μείνει ξαπλωμένος δίπλα της όλη τη νύχτα και να μην καταλήξει να την πλησιάσει όταν το κορμί του του έλεγε πως αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνει; Δεν μπορούσε να ελέγξει το υποσυνείδητό του. Το πρωινό κάλεσμα των πέντε ήταν ένα κλασικό παράδειγμα. Την κοίταξε μακριά στην άλλη άκρη του στρώματος. Θα χρειάζονταν μεγαλύτερο κρεβάτι.


Κεφάλαιο Έκτο Άνοιξε η διπλανή πόρτα και η Άντι έκλεισε αμέσως τα μάτια της και τράβηξε τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι της, ενώ η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που θα μπορούσε να εκτοξευτεί στη στρατόσφαιρα. «Άντι, είμαι απόλυτα κόσμιος.» Ατυχώς, ενώ το παχύ και αισθησιακό σεντόνι με το υπέροχο δαντελωτό τελείωμα τον έκρυβε από τα μάτια της, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για το χλευαστικό τόνο της φωνής του. Το τράβηξε για να βγάλει το κεφάλι της έξω και τον αγριοκοίταξε. Τουλάχιστον αυτός ήταν ο σκοπός της, μέχρι που συνειδητοποίησε πως ο ορισμός του καθενός τους για το τι είναι κόσμιο ήταν εντελώς αντίθετος. Ήταν απόλυτα, εκατό τοις εκατό, επικίνδυνα απρεπής. Το απλό μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι του εφάρμοζε πάνω στο κορμί του και μπορούσε να δει κάθε μυ του τέλεια σμιλεμένου στήθους του. Το στενό μποξεράκι του σφιχταγκάλιαζε τους μυώδεις μηρούς του – τους μηρούς που είχε δει χάρη στο ψαλίδι του νοσοκόμου, αλλά με κάποιον τρόπο τώρα που ήταν όρθιος και την πλησίαζε έμοιαζαν πιο δυνατοί, παρά το γεγονός ότι κούτσαινε. Επίσης κολλούσε επάνω και σε άλλα σημεία της ανατομίας του, διαγράφοντας κάθε λεπτομέρεια. Και υπήρχαν πολλές λεπτομέρειες. Θεέ μου. Μέχρι τώρα κοιμόταν με αγόρια! Ξαφνικά κατάλαβε αυτή τη χαριτωμένη βικτοριανή συνήθεια να λιποθυμούν, που φαινόταν τόσο ταιριαστή σε αυτό το δωμάτιο. Σαν να είχε εμφανιστεί κορδωτός και γυμνός. Η Άντι ένιωθε τα μάγουλά της να την καίνε και, καθώς εκείνος σήκωσε τα σκεπάσματα και κάθισε στην πλευρά του, το αγριοκοίταγμα έγινε κατσούφιασμα. Αισθάνθηκε το στρώμα να βυθίζεται και τραβήχτηκε πιο κοντά στην άκρη της. Πρώτα ακούμπησε το τραυματισμένο πόδι του και έπειτα ξάπλωσε κι εκείνος δίπλα της. Η φρεσκοπλυμένη μυρωδιά του -από το σαπούνι και την οδοντόκρεμα- έφτασε στη μύτη της, καθώς εκείνος ανακάτευε τα σεντόνια, και ένιωσε την κοιλιά της να σφίγγεται. Θεέ μου, κάνε να ροχαλίζει σαν τρένο. Ας έχει έστω ένα ελάττωμα! «Θέλω να κοιτάξω κάποιες αναφορές. Σε ενοχλεί το φως;» Η Άντι τον κοίταξε έκπληκτη – κοιμόταν ποτέ αυτός ο άνθρωπος; Αυτό, όμως, ήταν λάθος. Από κοντά έβλεπε πως τα μαλλιά του ήταν βρεγμένα και στο πίσω μέρος είχαν κατσαρώσει. Τα δόντια του ήταν ολόλευκα. Το στόμα του ήταν τόσο επικίνδυνο όσο πάντα. «Ξέρεις τι λένε γι’ αυτούς που συνεχώς δουλεύουν και δε διασκεδάζουν ποτέ, έτσι δεν είναι;» Τη στιγμή που βγήκαν οι λέξεις από το στόμα της και μια λάμψη εμφανίστηκε στο βλέμμα του, μετάνιωσε που το είπε. Δεν το εννοούσε έτσι. Εννοούσε απλώς ότι περνούσε η ζωή του χωρίς να το καταλαβαίνει. Ύψωσε το φρύδι του. «Θέλεις να παίξουμε;» Η Άντι ξεροκατάπιε, καθώς ο ψιθυριστός υπαινιγμός του ξεσήκωσε το μουρμουρητό στο αίμα


της και το έκανε βρυχηθμό. Αμφέβαλλε ότι αυτός ο άνθρωπος έπαιζε δίκαια. «Όχι» είπε τόσο σεμνά που μόρφασε. Αν είναι δυνατόν, ακουγόταν σαν την αδελφή Μέρι Άγκνες στο αυστηρό καθολικό σχολείο όπου φοιτούσε. Η αδελφή Μέρι Άγκνες δε θα ενέκρινε ποτέ αυτό το σενάριο. «Ό,τι κι αν σου λέει αυτό, νομίζω πως πας κατευθείαν για το καρδιακό – ο πατέρας σου δεν πέθανε από καρδιακό κοντά στα σαράντα του; Η γενετική παίζει τρομακτικό ρόλο στις καρδιακές παθήσεις.» Παρατήρησε ένα νεύρο που χτυπούσε στο σαγόνι του καθώς άρπαξε τα έγγραφα από το κομοδίνο. Η Άντι μετάνιωσε που ανέφερε τον πατέρα του. Ξεφύσησε. «Ίσως να μην ήταν τόσο κακό, αν σταματούσες τη δουλειά για ένα βράδυ.» «Δεν μπορείς να χτίσεις μια αυτοκρατορία, αν παίρνεις ρεπό τα βράδια» της απάντησε κοφτά. Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της και κοίταξε πέρα από το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Της φαινόταν να βρίσκεται πολύ μακριά και καθόλου δεκτικός σε οποιαδήποτε συζήτηση. Ή οικειότητα. Κάτι το οποίο ήταν καλό, πολύ καλό. «Νέιτ, γιατί βιάζεσαι;» τον ρώτησε. Ο Ναθάνιελ την κοίταξε. «Είμαι ο δυναμικός τύπος ανθρώπου. Είναι κακό αυτό;» Έμοιαζε εξαγριωμένος. «Αν θέλεις να περάσεις τη ζωή σου μυρίζοντας τριαντάφυλλα, δεν έχω πρόβλημα. Εγώ έχω στόχους.» Η Άντι δεν αμφέβαλλε γι’ αυτό ούτε στιγμή – θα χρειαζόταν απαραίτητα πριόνι για να κόψει την αυτοπεποίθηση στη φωνή του. «Αυτά τα αναθεματισμένα τριαντάφυλλα μυρίζουν πάρα πολύ όμορφα.» Ένιωσε το βλοσυρό του βλέμμα παντού, μέχρι και στα δάχτυλα των ποδιών της. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι δε θα αρχίσεις πάλι με αυτόν τον καταραμένο κήπο.» «Γιατί όχι;» Χαμογέλασε αθώα. «Αφού το κοινό μου είναι τόσο αιχμαλωτισμένο;» «Σε περίπτωση που δεν το έχεις παρατηρήσει, φοράω μόνο τα εσώρουχά μου.» Σε περίπτωση που δεν το έχω παρατηρήσει; Έτρεχαν τα σάλια της πάνω στα παλιά και όμορφα σεντόνια της γιαγιάς του. Αλλά ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, προσπαθώντας να φανεί ατάραχη. Σαν να συζητούσε την αξία της αγγλικής κληρονομιάς στο κρεβάτι με άντρες που σχεδόν δε γνώριζε κάθε νύχτα. «Κι εγώ το ίδιο. Νομίζω πως λέγεται ανταγωνισμός επί ίσοις όροις.» Για μια φορά. Αισθάνθηκε το βλέμμα του να πέφτει στο ντεκολτέ της, όπου το σεντόνι είχε ζαρώσει και είχε πέσει λίγο. Ένιωσε την παρόρμηση να τραβήξει την μπλούζα της για να καλυφθεί λίγο σαν καμιά παρθένα γεροντοκόρη, αλλά αρνήθηκε να του επιτρέψει να τη φοβίσει. Είχε μπροστά της δύσκολο δρόμο και έπρεπε να του δείξει πως δε θα υπέκυπτε στις ευτελείς προσπάθειές του να τη διώξει. Της χάρισε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Είσαι σχεδόν γυμνή στο κρεβάτι μου και υποκρίνεσαι την κοπέλα μου. Μπορώ να δω αρκετά από την μπλούζα σου για να καταλάβω ότι δε φοράς σουτιέν. Και τώρα το μυαλό μου αναρωτιέται για το εσώρουχό σου – σκέφτομαι ότι μάλλον θα είσαι από αυτές που προτιμούν τα στρινγκ.»


Η Άντι ξεροκατάπιε, καθώς ένιωθε την κοιλιά της να αδειάζει και να πέφτει. Δεν θα υπέκυπτε στις ευτελείς προσπάθειές του να την διώξει. «Πίστεψέ με» μουρμούρισε. «Δεν είναι σε καμιά περίπτωση ανταγωνισμός επί ίσοις όροις.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και τράβηξε την αποφασιστικότητά της από τη λιμνούλα όπου έλιωνε – μαζί με τη λογική της, την προσοχή και την περηφάνια της. «Νέιτ, σε ξέρω. Έχω κάνει την έρευνά μου. Ξέρω ότι είσαι ευθύς σαν βέλος. Ξέρω ότι δεν είσαι ίδιος με τον πατέρα σου. Αλλά ακόμα και να μην το ήξερα, έχω καταπληκτική ικανότητα να κρίνω τους ανθρώπους. Δε νομίζω ότι το να καταστρέψει κάτι τόσο όμορφο και σημαντικό για τόσους ανθρώπους κάποιος που η εταιρεία του υποστηρίζει τακτικά το Κιου Γκάρντενς και τον Ζωολογικό του Λονδίνου είναι λογικό.» Τον είδε που σφίχτηκε ξανά, αλλά ας ήταν. Δεν είχε έρθει εδώ για να χαϊδέψει τον εγωισμό του – ήταν εδώ για να κεντρίσει τη συνείδησή του. Ίσως και για να τον βοηθήσει λίγο. Το βλέμμα του Ναθάνιελ δε μετακινήθηκε από πάνω της και η Άντι ένιωθε την έντασή του να φτάνει ως μέσα της και να τη σφίγγει δυνατά. «Άντι, μη σκέφτεσαι ότι με ξέρεις, γιατί δεν είναι έτσι. Πάνω και πρώτα απ’ όλα, είμαι επιχειρηματίας.» Η φωνή του ήταν λίγο πιο δυνατή από ένα γουργουρητό και την ανατρίχιασε. Παντού. Ήξερε ότι ο σκοπός του ήταν να τη φοβίσει και ένα κομμάτι της αναγνώριζε πως ήταν ένας φοβερός εχθρός. Ένα άλλο κομμάτι της όμως, αυτό που είχε πλήρη επίγνωση της συναισθηματικής γύμνιας τους, είχε διεγερθεί χωρίς καμιά ελπίδα. Που να πάρει. Τι της συνέβαινε; Γινόταν μια από αυτές τις γυναίκες που τους αρέσουν οι σκοτεινοί και επικίνδυνοι άντρες. Εκείνη δεν ήταν τέτοια. Της άρεσαν οι καλόβολοι άντρες, που γελούσαν και χαλάρωναν και δεν έπαιρναν τον εαυτό τους τόσο αναθεματισμένα σοβαρά. Ξεροκατάπιε, ενώ το βλέμμα του δεν έφευγε από το δικό της, αλλά ήταν αποφασισμένη να μην υποχωρήσει. Όσο ερεθισμένη κι αν ήταν ή όσο κι αν την τρέλαινε αυτό. «Ό,τι σε βοηθά να κοιμηθείς, Νέιτ.» Εκείνος λύγισε πρώτος. Ξεφύσησε και έτριψε το πιγούνι του, που τώρα ήταν αισθητά πιο σκούρο από όταν τον συνάντησε το πρωί στην εξώπορτα. Ένας απολαυστικός, τραχύς ήχος ψιθύριζε μαζί με τα τεντωμένα νεύρα της και προσπάθησε πολύ για να μη φανταστεί πως θα ένιωθε, αν τριβόταν στην κοιλιά της αυτή η απαλή νυχτερινή σκιά. «Νομίζεις ότι μπορούμε να σταματήσουμε αυτή τη συζήτηση για το Σαββατοκύριακο;» τη ρώτησε. «Να ξεκινήσουμε και πάλι τις εχθρότητες όταν επιστρέψουμε στο Λονδίνο; Πρέπει πραγματικά να τελειώσω με αυτά, ειδικά αφού αύριο δε θα δουλέψω καθόλου.» Η Άντι πετάρισε. Θα το πίστευε αυτό μόνο αν το έβλεπε με τα μάτια της. Ακόμα και την ώρα που βοηθούσε στον αγρό το απόγευμα απάντησε σε δεκάδες τηλεφωνήματα, καθώς περπατούσε προσεκτικά σε διαφορετικά σημεία για να έχει καλύτερο σήμα, ενώ δεν πρόσεχε καθόλου τα νεύρα του. Διάβολε, ο άνθρωπος ήταν πεσμένος και τραυματισμένος στο δρόμο και φώναζε για διάφορες συμφωνίες. «Αλήθεια;» ρώτησε χλευαστικά. «Εσύ θα πάρεις ρεπό όλη την ημέρα;» Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Θα χρειαστούν βοήθεια στις προετοιμασίες για το πάρτι. Θα υπάρχουν λάμπες, σκάλες και ένα σωρό κίνδυνοι. Και η ακόμα πιο τρελή φίλη τους, η Κάθι, θα βοηθήσει, το οποίο σημαίνει ότι θα φέρει το οργανικό κρασί της. Και μετά θα αρχίσουν τα: “Μα, γλυκέ μου, κάπου στον κόσμο είναι πέντε η ώρα”, δηλαδή θα είναι μεθυσμένες και θα


προσπαθούν να κρεμάσουν διακοσμητικά. Κάποιος πρέπει να τις προσέχει.» Η Άντι έβλεπε το ενδιαφέρον του και η περιφρόνησή της έλιωσε. Ήταν ολοφάνερο πως θα προτιμούσε να του κάνουν απονεύρωση παρά να κάνει ένα διάλειμμα από το ανόητο πρόγραμμα της δουλειάς του, όμως ο τρόπος που ανησυχούσε για τη γιαγιά και τη μητέρα του ήταν πολύ συμπαθής, ακόμα κι αν τον έκανε αγριωπό και ιδιόρρυθμο. «Αυτό είναι μάλλον το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στη γιαγιά σου» μουρμούρισε. Κοιτούσε τα χέρια του, που δίστασαν για λίγο στις άκρες των χαρτιών, ενώ προσπαθούσε να τα βάλει σε μια σειρά. «Τι; Καλύτερο κι από τη δωροεπιταγή;» Τον κοίταξε στα μάτια, αρνούμενη να τον αφήσει να το ευτελίσει. «Ναι.» Για μια στιγμή ορκίστηκε πως είδε μια αβεβαιότητα μέσα του, αλλά χάθηκε μονομιάς και έπειτα έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Σωστά» είπε με νόημα. «Για να μη δουλέψω καθόλου αύριο πρέπει να τελειώσω με αυτά απόψε.» Η Άντι ένευσε καταφατικά κι εκείνος γύρισε στα χαρτιά του αποφασισμένος. «Καληνύχτα» του είπε και τραβήχτηκε στη μεριά της. Αν ήθελε να έχει την παραμικρή ελπίδα πως θα καταφέρει να κοιμηθεί, δεν έπρεπε να υπάρχει εκείνος καθόλου στο οπτικό πεδίο της κάθε φορά που θα άνοιγε τα μάτια της. Όχι πως πίστευε ότι θα κοιμόταν. Βρισκόταν στο ίδιο κρεβάτι με έναν άντρα τον οποίο δε γνώριζε καν πριν από μια εβδομάδα και, παρ’ όλο που στα ταξίδια της στην Ευρώπη ενέδωσε στον πειρασμό του αλλόκοτου σεξ της μιας βραδιάς με κάποιους χαλαρούς ξένους, ο Νέιτ ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Με κάποιον περίεργο τρόπο, όμως, τα βλέφαρά της άρχισαν να κλείνουν πολύ γρήγορα. Δεν ήξερε αν ήταν ο αέρας της εξοχής ή η κατευναστική οικειότητα των χαρτιών που άκουγε να ανακατεύονται. Αν έκλεινε τα μάτια της εντελώς, θα μπορούσε ακόμα και να φανταστεί πως οι δυο τους ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Χαμογέλασε και αποκοιμήθηκε έχοντας στη σκέψη της όλα τα πλεονεκτήματα του έγγαμου βίου με ένα συμπαθή, ιδιόρρυθμο μεγιστάνα. *** Όσο κι αν προσπαθούσε -και όντως προσπαθούσεο Ναθάνιελ, απλώς δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί καθόλου στα έγγραφα. Ευχήθηκε να μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο στο χαζό πόνο του μηρού του, αλλά υποπτευόταν πως είχε να κάνει περισσότερο με τα μαλλιά της Άντι που ήταν απλωμένα στο μαξιλάρι της και στην απολαυστική φιγούρα της κάτω από το σεντόνι – και τα δύο βασάνιζαν το βλέμμα του. Ευχόταν να ήταν βαρύς χειμώνας και εκείνη να ήταν σκεπασμένη με ένα φουσκωτό πουπουλένιο πάπλωμα που έκρυβε και δεν τόνιζε τίποτα. Αλλά όχι, έπρεπε να έρθουν στη μέση ενός μίνι καύσωνα. Ήταν ακριβώς ο ιδανικός καιρός για σεντόνια και ελαφρά τιραντάκια κι ένας Θεός μόνο ήξερε τι θα φορούσε πιο κάτω, αλλά δεν ξεχώρισε καμιά γραμμή από το ύφασμα και έτσι συμπέρανε πως μάλλον φορούσε το εσώρουχό της. Αυτό τον οδήγησε στο να προσπαθήσει να μαντέψει ποια θα ήταν η επιλογή της στο εσώρουχο. Θα ήταν βαμβακερό, δαντελωτό, μεταξωτό; Στρινγκ, μικροσκοπικό, αγορίστικο;


Μήπως φορούσε αυτές τις σατέν, φαρδιές γαλλικές κιλότες; Οι πιθανότητες του αποσπούσαν εντελώς την προσοχή. Αν και, γνωρίζοντας την Άντι, μάλλον θα ήταν φτιαγμένο από ροδοπέταλα. Πιθανότατα δεμένα με κρυστάλλους σαν καταραμένο αγκαθωτό σύρμα. Πέταξε τα έγγραφα αγανακτισμένος – κοιτούσε την ίδια αναφορά για καμιά ώρα, μα ακόμα και με την απειλή όπλου δε θα μπορούσε να εξηγήσει τι έγραφε. Όμως θα μπορούσε χωρίς καν να κοιτάξει την Άντι να περιγράψει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνταν η καμπύλη ανάμεσα στο λαιμό και τον ώμο της, πόσο βαθιά ανέπνεε και τις διαφορετικές αποχρώσεις του ξανθού στα μαλλιά της. Θα μπορούσε επίσης, αν πιεζόταν, να εκφράσει την άποψή του σχετικά με το θέμα που σκεφτόταν τώρα, το εσώρουχό της. Ήταν αγορίστικο. Βαμβακερό, με σχέδια. Ακούμπησε τις αναφορές στο κομοδίνο του, καθώς το μποξεράκι του άρχισε να τον σφίγγει λίγο στον καβάλο. Το βλέμμα του έπεσε στο βιβλίο που του πήρε και το άρπαξε σαν να ήταν τα ακριβοθώρητα εκατομμύρια δολάρια που κυνηγούσε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια τώρα. Ακόμα και η απλότητα ενός παιδικού βιβλίου ήταν προτιμότερη από την πολυπλοκότητα μιας ενήλικης γυναίκας. Γύρισε προς τη μεριά του, μακριά της, όπως είχε κάνει και εκείνη, και το άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Πραγματικά, δεν περίμενε πως θα τον βοηθούσε, αλλά μέσα σε ελάχιστο χρόνο οι περιπέτειες του μικρού μάγου τον παρέσυραν και κάπου ανάμεσα στον κόσμο των Μαγκλ και τη μαγεία του Χόγκουαρτς αποκοιμήθηκε. *** Η Άντι δεν ήξερε τι ώρα ήταν όταν ξύπνησε, αλλά ήξερε τρία πράγματα. Είχε φτάσει στην άκρη του κρεβατιού. Κάποια στιγμή ξεσκεπάστηκε και κρύωνε λίγο. Και υπήρχε πολύ φως γύρω για να είναι μόλις… Κοίταξε με μισόκλειστα μάτια το ρολόι. Δύο και μισή το πρωί. Γύρισε μισοκοιμισμένη προς τον Ναθάνιελ και τον βρήκε να κοιμάται ανάσκελα, χωρίς ίχνος ροχαλητού. Το πορτατίφ ήταν αναμμένο και το βιβλίο που του είχε χαρίσει ήταν ανοιχτό και ακουμπισμένο πάνω στο στήθος του. Το μυαλό της ήταν ακόμα πολύ θολό για να χαρεί με αυτό που αντίκριζε. Ή με την αγνή ομορφιά της γαλήνιας αρρενωπής σωματικής διάπλασής του. Σαν να ήταν στον αυτόματο πιλότο, σύρθηκε ως την άλλη άκρη του κρεβατιού, έσκυψε πάνω του και έσβησε το φως. Καθώς ένιωσε τη ζεστασιά από το κορμί του να φτάνει στο δικό της, ανατρίχιασε. Ήταν σαν ένα ζεστό μπουκάλι με νερό και μέσα στον ύπνο της η αρχέγονη ορμή προς τη θαλπωρή, να φωλιάσει δίπλα του, ήταν πολύ ισχυρή. Κάτι την ενόχλησε, όμως, και αντιστάθηκε στον πειρασμό. Μόλις. Αντί γι’ αυτό, σκέπασε και τους δυο τους και μετακινήθηκε τόσο κοντά του, ώστε να νιώθει τη θέρμη που εξέπεμπε το κορμί του. Και σαν κάποιος που θέλει να μαυρίσει, ρούφηξε τις αχτίδες ζεστασιάς και αποκοιμήθηκε. ***


Την επόμενη φορά που σάλεψε ήταν τυλιγμένη σε μια χαρούμενη θαλπωρή, φασκιωμένη μέσα στη ζέστη, τριγυρισμένη από τη θέρμη. Ένιωθε τη ζεστασιά στη ραχοκοκαλιά της, στο λαιμό, στην κοιλιά, κατά μήκος των μηρών της. Ξεφύσησε, μουρμούρισε, λικνίστηκε. Κούρνιασε λίγο πιο κοντά στην πηγή της θερμότητας. Για πέντε δευτερόλεπτα. Και έπειτα ξύπνησε, εντελώς. Ο Νέιτ. Και το πρωινό του κάλεσμα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ενστικτωδώς να κάνει -να πηδήξει από το κρεβάτι σαν να είχε αρπάξει φωτιά- δεν το κατάφερε τελικά. Συνειδητοποίησε πως την εμπόδιζε ένα δυνατό χέρι πεσμένο πάνω της. Το τελευταίο που ήθελε να καταφέρει ήταν να τον ξυπνήσει και να δει -να τους δει- σε αυτή την επικίνδυνη θέση. Θεέ μου, μέσα σε αυτό το παλιομοδίτικο δωμάτιο, θα έπρεπε οπωσδήποτε να της κάνει πρόταση γάμου για να περισώσει το όνομά της. Με αργές και απαλές κινήσεις απομακρύνθηκε λίγο, αλλά ο Νέιτ γύρισε μέσα στον ύπνο του και την τράβηξε κοντά του. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, η καρδιά της σφυροκοπούσε., η αναπνοή της ακουγόταν σαν τυφώνας μέσα στην αξημέρωτη σιωπή, προσπαθούσε να μη σκέφτεται την ερεθισμένη φύση του, που κούρνιαζε πίσω της. Αν και η λέξη «κούρνιαζε» δεν μπορούσε να περιγράψει σωστά το αλύγιστο μέγεθος του ανδρισμού του. Δυνατός. Θρασεμένος. Αυτές οι λέξεις ταίριαζαν. Πανέτοιμος ήταν μία ακόμα. Η ζέστη φούντωσε ανάμεσα στους μηρούς της. Πόσο καιρό είχε να βρεθεί τόσο κοντά με έναν άντρα; Πέντε; Έξι μήνες; Μετακίνησε ελαφρά το γοφό της λίγο πιο μακριά του, καθώς η ζέστη άρχισε να γίνεται φωτιά. Η περιφέρειά του πίεζε το εσώρουχό της και την έκανε να νιώθει σαν να βρισκόταν στον παράδεισο, αυτή η απολαυστική τριβή γεννούσε φλόγες ψηλότερα, στην κοιλιά της, εκεί όπου είχε ακουμπήσει το χέρι του και παρέσυρε μυς και νεύρα. Αργοσάλεψε – ελάχιστα. Ίσα για να απαλύνει τη λαχτάρα. Ένιωσε μια ανεπαίσθητη κίνηση του χεριού του πάνω στην κοιλιά της και σταμάτησε, η ανάσα της ήταν βαθιά κάτω από το αμυδρό φως, ο σφυγμός της ήταν ασταθής σαν χαλασμένος διακόπτης. Δάγκωσε τα χείλη της, οι αισθήσεις της πάλευαν για να εντοπίσουν κάποιο σημάδι πως είχε ξυπνήσει. Για ένα ολόκληρο λεπτό σχεδόν δεν ανέπνεε καθόλου, αλλά μέσα στο μυαλό της κατέκρινε τον εαυτό της πολύ σκληρά. Τι έκανε; Είχε τρελαθεί; Το να τρίβεται σε έναν άντρα που κοιμόταν δεν ήταν φυσιολογικό. Από ηθικής πλευράς ήταν κάπως ύποπτο. Μάλλον παράνομο. Οπωσδήποτε αηδιαστικό. Γιατί, όμως, τα «άσχημα» πράγματα πάντα φέρνουν τόσο καλή αίσθηση; Μόνο μία φορά ακόμα, υποσχέθηκε στον εαυτό της ενώ πλησίασε κοντά του.


«Άντι, δεν είμαι φτιαγμένος από πέτρα.» Το γουργουρητό στο αυτί της, το στιβαρό κράτημα στην κοιλιά της, το ανεπαίσθητο λίκνισμα του γοφού του την τρόμαζαν και τη σκανδάλιζαν ταυτόχρονα. Διάβολε, τον ένιωθε σκληρό σαν πέτρα αυτή τη στιγμή. «Σταμάτα τώρα» την προειδοποίησε με χαμηλή και βαθιά φωνή «αλλιώς σώπασε για πάντα.» Η Άντι πάγωσε, τρόμαξε. «Είμαι…» Τι; Τι ήταν; Στερημένη; Διαταραγμένη; Αηδιαστική; Πόση ώρα να ήταν ξύπνιος; Πόσο πολύ είχε ταπεινώσει τον εαυτό της; «Κοιμήσου, Άντι.» Τα χείλη του άγγιζαν απαλά το λαιμό της, η τραχιά απόλαυση από τα γένια του έκανε τις θηλές της σκληρές σαν χάντρες. Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά και απομακρύνθηκε από κοντά του. «Όχι, νομίζω πως πρέπει να σου εξηγήσω –» Την έσφιξε για να σταματήσει να μιλά. «Μη σκέφτεσαι άλλο» μουρμούρισε. «Δε θα είναι τόσο περίεργο στο φως της ημέρας και τουλάχιστον πια ξέρω ότι το εσώρουχό σου είναι σατέν.» Στο φως της ημέρας θα ήταν δέκα φορές πιο ταπεινωτικό. Ήδη ήθελε να ξεφύγει πριν ξημερώσει και να μην τον ξαναδεί ποτέ. Που να πάρει, όμως, αν μπορούσε να παραμένει αδιάφορος σε μια γυναίκα που τριβόταν πάνω στην τεράστια ερεθισμένη φύση του σαν να ήταν στύλος χορεύτριας, σίγουρα μπορούσε να το κάνει και εκείνη. «Η ζωή είναι πολύ μικρή για βαρετά εσώρουχα» είπε αμυντικά. Ορκίστηκε πως ένιωσε τα χείλη του πάνω στο λαιμό της να σχηματίζουν ένα χαμόγελο. «Συμφωνώ.» *** Όταν κατά τις οχτώ και μισή η Άντι κατέβηκε για το πρωινό, ο Ναθάνιελ την κοίταξε. Της χαμογέλασε αυτάρεσκα και εκείνη κοκκίνισε. Είχε μαζέψει τα μαλλιά της σε μια περίεργη κοτσίδα και φορούσε ένα φαρδύ, χαμηλοκάβαλο, ξεβαμμένο τζιν και ένα απλό ναυτικό κοντομάνικο μπλουζάκι που ήταν πιο κοντό και δεν έφτανε το παντελόνι της. Είχε ακουμπήσει το χέρι του σε αυτή τη λωρίδα δέρματος που έβλεπε. Το είχε αφήσει εκεί, ενώ εκείνη σάλευε και κουλουριαζόταν πάνω του. Μόνο με τη σκέψη ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει. Δεν ήταν αυτό που περίμενε -διάβολε, το να αναπτυχθεί αυτό το πάθος με την Άντι ήταν μια επιπλοκή που δε χρειαζόταν-, αλλά υπήρχαν και χειρότεροι τρόποι για να ξυπνήσει. «Να την. Καλημέρα, ομορφιά μου» φώναξε η Γιούνις για να την καλωσορίσει. «Ο Νέιτ μάς είπε πως είχες ξυπνήσει για λίγο κατά τις πέντε και έτσι σε αφήσαμε να κοιμηθείς.» Η Άντι κοντοστάθηκε, καθώς πήγε να καθίσει, και του έριξε μια ματιά. Της έκλεισε το μάτι και της είπε: «Ελπίζω εκείνη η φαγούρα που δεν μπόρεσα να ξύσω να τακτοποιήθηκε. Αγάπη μου.» Πριν στραφεί στη γιαγιά του, του χαμογέλασε αχνά. «Χρόνια σου πολλά, Γιούνις» είπε και το χαμόγελό της ήταν αληθινό αυτή τη φορά. «Σ’ ευχαριστώ, καλή μου.» Η Γιούνις χαμογέλασε πλατιά. «Γεννήθηκα στη φθινοπωρινή ισημερία πριν από ογδόντα χρόνια.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε. «Αυτό γεμίζει την παγανιστική καρδιά μου με χαρά.»


Ο Ναθάνιελ την κοίταξε απηυδισμένος, αλλά έπειτα η μητέρα του σηκώθηκε για να φτιάξει μια χορτοφαγική ομελέτα για την Άντι και οι τρεις γυναίκες άρχισαν να φλυαρούν ακατάσχετα για τα σχέδια της ημέρας. «Μόνο που δεν είμαι σίγουρη ότι έχουμε αρκετές σειρές με φωτάκια» είπε η Ντελφίν ανήσυχη. «Πόσα έχετε;» ρώτησε ο Ναθάνιελ. «Δεν ξέρω. Τριάντα δύο σειρές και η καθεμία είναι δώδεκα μέτρα –» «Τριακόσια ογδόντα τέσσερα μέτρα» τους διέκοψε η Άντι. «Συνήθως υπάρχουν πέντε φωτάκια ανά μέτρο, δηλαδή χίλια εννιακόσια είκοσι φωτάκια. Υπεραρκετά, θα έλεγα.» Έπεσε σιωπή στο τραπέζι, καθώς τρία ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα πάνω της. «Α, ναι» μουρμούρισε ο Ναθάνιελ, που για μια στιγμή ξέχασε πως θα περνούσε όλη την ημέρα του για να τοποθετήσει σχεδόν τετρακόσια μέτρα λαμπάκια. «Το κάνει αυτό.» «Απίστευτο» μουρμούρισε η Γιούνις. «Εντυπωσιακό» συμφώνησε η Ντελφίν. Η Άντι ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Συγνώμη, ξεχνάω πως τρομάζει τους ανθρώπους.» «Όχι, καθόλου» είπε η Γιούνις και της χτύπησε φιλικά το χέρι. «Απλώς θύμισέ μου να μην παίξω ποτέ μαζί σου χαρτιά.» Έπειτα η Άντι γέλασε, η μητέρα και η γιαγιά του ακολούθησαν το παράδειγμά της και η στιγμή πέρασε. Σύντομα χωρίστηκαν οι δυο τους για να βοηθήσουν στις προετοιμασίες του πάρτι, η λίστα καλεσμένων του οποίου περιλάμβανε όλους τους κατοίκους από τα τρία κοντινότερα χωριά. Κάποια στιγμή αργά το απόγευμα την εντόπισε να κάθεται με τη γιαγιά του και την Κάθι στην βεράντα, να πλέκει στεφάνια από λουλούδια και να παίζει υπομονετικά αριθμητικά παιχνίδια μαζί τους σαν φώκια σε παράσταση. Όταν σταμάτησε πάνω στη σκάλα για να τη θαυμάσει για ένα λεπτό, η Άντι αρνιόταν για τρίτη φορά ένα ποτήρι κρασί. Κάθε φορά που έσκυβε μπροστά ανασηκωνόταν το μπλουζάκι της, ενώ το τζιν τεντωνόταν όμορφα στα οπίσθιά της και τότε ο Ναθάνιελ ξεχνούσε αυτή την τρομακτική της διάνοια στα μαθηματικά, αφού γύριζε λίγες ώρες πίσω, στις πέντε το πρωί. Όταν συνειδητοποίησε πως είχαν ακόμα ένα πρωινό πριν τελειώσει η ψεύτικη σχέση τους, χαμογέλασε. Αυτές οι σκέψεις όμως -μαζί με ένα μεγάλο μέρος από το αίμα του- πήγαιναν απευθείας στη βουβωνική του χώρα και, αφού δούλευε με τη σκάλα, έπρεπε οπωσδήποτε να φροντίσει να πηγαίνει το αίμα στον εγκέφαλό του, οπότε προσπάθησε να τη βγάλει από το μυαλό του. Την ξαναείδε μετά από αρκετές ώρες να χαιρετά καλεσμένους στην είσοδο. Φορούσε ένα χυτό δαντελωτό φόρεμα με λαιμόκοψη σε σχήμα V, που αποκάλυπτε το πλούσιο στήθος της, με λεπτές τιράντες και μικρά κουμπάκια που ξεκινούσαν στο κέντρο από το ντεκολτέ της και έφταναν ως τον ποδόγυρο. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, έπεφταν σε μακριά, σγουρά κύματα. Στο κεφάλι της φορούσε στέμμα, ένα στεφάνι από λουλούδια με ουρά από κορδέλα που έπεφτε στην πλάτη της. Το κρυστάλλινο κολιέ της στεκόταν στο λαιμό της και ταίριαζε ιδανικά. Έμοιαζε με ξωτικό του δάσους, σαν να βγήκε από το Όνειρο Θερινής Νυκτός. Ή μια παγανιστική θεότητα. Ήταν ιδανική για τη φθινοπωρινή ισημερία. «Πάρε» είπε η Άντι όταν την πλησίασε και του έδωσε ένα στεφάνι. «Υπάρχει και για σένα.»


Ο Ναθάνιελ ένευσε αρνητικά. «Όχι. Δε φοράω στεφάνια απόλουλούδια.» Του το έδωσε αποφασιστικά. «Θα φορέσεις απόψε. Η γιαγιά σου το είπε πολύ συγκεκριμένα. Θέλεις να ψάξω να τη βρω;» Της χαμογέλασε σαρκαστικά. «Χρησιμοποιείς το χαρτί της γιαγιάς, βλέπω.» Η Άντι ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα και όλο το κορμί της μέσα από το φόρεμα κινήθηκε αρμονικά. «Ξέρω τα ευαίσθητα σημεία σου.» Την κοιτούσε ενώ το χαμόγελό της έσβηνε και δεν ήταν ανάγκη να διαβάσει τη σκέψη της για να καταλάβει πως δεν είχε στο νου της τα ευαίσθητα σημεία του. «Εντάξει. Θα το φορέσω. Μόνο για το χατίρι της γιαγιάς μου όμως. Να σου φέρω ένα ποτήρι κρασί;» Η Άντι ένευσε χαμογελώντας στο επόμενο ζευγάρι που μόλις έφτασε και τους έδωσε τα στεφάνια τους. «Δεν πίνω. Όταν τελειώσω από δω θα βάλω λίγο νερό.» Την κοίταξε με απορία. Αυτή τη μέρα την είχε δει αρκετές φορές να απορρίπτει ένα ποτήρι κρασί, αλλά σκέφτηκε πως μάλλον θεωρούσε πως ήταν νωρίς και όχι πως απείχε από τα οινοπνευματώδη. «Δεν πίνεις;» Το γέλιο της ακούστηκε γύρω του παιχνιδιάρικο, θυμίζοντάς του και πάλι τη νεράιδα του δάσους. «Σταμάτησα πριν από δύο χρόνια. Μαζί με το κρέας.» «Λόγω της λευχαιμίας;» Ακόμα και η λέξη τον έκανε να νιώθει άρρωστος. Στεκόταν δίπλα του και έσφυζε από ζωή – του ήταν τρομερά δύσκολο να πιστέψει πως είχε βγει σώα από μια θανατηφόρα ασθένεια. Θυμήθηκε πως του είπε ότι δεν είχε πάρει ακόμα την οριστική διαβεβαίωση ίασης από το γιατρό της και για μια στιγμή ανησύχησε. Εκείνη ένευσε. «Απλώς θέλω να προσέχω την υγεία μου.» «Ωραία.» Ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς του, που τον καλούσε χαμογελαστή από την άλλη άκρη του δωματίου. «Θέλει να σε επιδείξει. Είναι πολύ περήφανη για σένα.» Ο Ναθάνιελ ένευσε καταφατικά, ζήτησε συγνώμη και αποχώρησε νιώθοντας άβολα με το ύφος της. Είχε συνηθίσει τη μητέρα και τη γιαγιά του να τον κοιτάζουν έτσι, αλλά όχι εκείνη. Οι γυναίκες τον κοιτούσαν με τον πόθο στο βλέμμα και το σεξ στο μυαλό τους. Η Άντι, όμως, όχι. Τον κοιτούσε σαν να έβλεπε προοπτικές που εκείνη θα απελευθέρωνε από μέσα του. Προτιμούσε τον πόθο και τη σεξ. Συναντήθηκαν κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της γιορτής, αλλά κατάφερε να ανταλλάξει δυο λέξεις μαζί της όταν οι καλεσμένοι άρχισαν να φεύγουν. Η Άντι είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής και η γιαγιά του φαινόταν να απολαμβάνει να την επιδεικνύει, ακριβώς όπως και εκείνον. Τη βρήκε να κάθεται στη βεράντα. Τα φωτάκια λαμπύριζαν στα μαλλιά της και φώτιζαν τους κρυστάλλους στο κολιέ της, ενώ μιλούσε μάλλον στον πιο βαρετό άνθρωπο στη Γη – τον Μπιλ Χότζες, τον ιδιοκτήτη της διπλανής φάρμας. Ευτυχώς κατάφερε να ξεφορτωθεί τον ηλικιωμένο άντρα γρήγορα, λέγοντάς του ότι η τρομακτική γυναίκα του τον έψαχνε. Τα μάτια της Άντι φεγγοβολούσαν όταν τον ευχαρίστησε. «Δεν πίστευα πως θα σταματούσε ποτέ να μιλά για το νέο του αποχετευτικό σύστημα.» Τα χείλη της είχαν επάνω κάτι που γυάλιζε και τα έκανε να λαμπυρίζουν κάτω από το απαλό φως, τόσο που σχεδόν ξέχασε τον πόνο στο μηρό του από την ορθοστασία όλο το βράδυ. «Σίγουρα δε θέλεις να πιεις; Η συζήτηση με τον Μπιλ μπορεί να ρίξει τους περισσότερους πολέμιους του


αλκοόλ κατευθείαν μέσα του.» Σαν να το είχαν κανονίσει, η Γιούνις με την Κάθι επέλεξαν αυτή τη στιγμή για να τους διακόψουν με ένα μπουκάλι κρασί από σαμπούκο που παρασκεύαζε η Κάθι και τέσσερα ποτήρια. «Άντε, ελάτε εσείς οι δυο» φώναξε η γιαγιά του. «Πιείτε. Δε θέλω να προσβληθεί η καλύτερή μου φίλη στον κόσμο – θέλετε εσείς;» «Ευχαριστούμε, γιαγιά» είπε ο Ναθάνιελ χαμογελώντας απολογητικά «μα η Άντι δεν πίνει και, Κάθι, σοβαρά, τώρα, οι πραγματικοί άντρες δεν πίνουν κρασί από σαμπούκο.» Η Κάθι τον κοίταξε με ατάραχο βλέμμα. «Έχεις λουλούδια στα μαλλιά σου.» Η Άντι ξέσπασε σε γέλια. «Σε έπιασε.» «Έλα, καλή μου, βάλε αυτό μέσα σου» την παρότρυνε η Γιούνις και της έβαλε ένα ποτήρι στο χέρι. «Είναι εκατό τοις εκατό οργανικό, έτσι δεν είναι, Καθ;» Η Κάθι ένευσε ζωηρά. «Και πάντα κερδίζει το πρώτο βραβείο.» Η Άντι τον κοίταξε και καταλάβαινε ότι οι αντιστάσεις της κάμφθηκαν. «Εντάξει, αν πιεις και εσύ» είπε στον Ναθάνιελ. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε εκείνος. Ένα ποτήρι οργανικό κρασί στα τρία χρόνια δε θα έφερνε πίσω την λευχαιμία, έτσι δεν είναι; Δεν την αδικούσε, όμως, που δίσταζε. Η Άντι ένευσε. «Μόνο ένα όμως. Μετά τα δύο φλερτάρω.» Ο Ναθάνιελ χαμογέλασε πλατιά στη γιαγιά του. «Καλύτερα να το γεμίσεις.» Η Άντι γέλασε, ήπιε μια γουλιά και τον σκούντηξε παιχνιδιάρικα. Μήπως το κρασί έκανε ήδη το θαύμα του; «Αυτό είναι για σένα» είπε η Άντι στη Γιούνις και της έδωσε ένα τσαντάκι δώρου που ο Ναθάνιελ δεν είχε δει ότι κουβαλούσε. «Εγώ και ο Νέιτ σού πήραμε κάτι ιδιαίτερο.» Η Γιούνις κοκκίνισε πραγματικά και του χαμογέλασε λαμπερά. «Αλήθεια;» Ο Ναθάνιελ ξερόβηξε, νιώθοντας άβολα με τη μικρή αυτή απάτη. «Βασικά –» Τον διέκοψε όμως η Άντι. «Εγώ τον βοήθησα» είπε χαμογελώντας και η γιαγιά του δεν είπε τίποτα, αν και φαινόταν κατενθουσιασμένη. Κοιτούσαν τη Γιούνις, που έβγαλε το κουτάκι και άνοιξε με μια κίνηση το καπάκι. Έβγαλε μια κραυγή χαράς που η Άντι την ένιωσε σαν να γαντζώθηκε στα σωθικά του. «Είναι πανέμορφο» ψιθύρισε με τη σπασμένη φωνή της, καθώς άγγιζε τη μητέρα γη με τα δάχτυλά της. «Είναι απλά τέλειο.» Έπειτα ζήτησε από την Κάθι να της το φορέσει. Ο Ναθάνιελ χαμογέλασε και έσκυψε να φιλήσει τη γιαγιά του. «Σαν εσένα, γιαγιάκα.» Η Γιούνις τράβηξε την Άντι στην αγκαλιά της και ο Ναθάνιελ ένιωσε μια αλλόκοτη αίσθηση κοντά στην καρδιά του. «Σ’ ευχαριστώ, παπάκι μου» είπε η Γιούνις και την άφησε. «Πρέπει να το δείξω αμέσως στην Ντελφίν.» Έπειτα εξαφανίστηκε μαζί με την Κάθι και έμειναν οι δυο τους. Την κοίταξε και χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ» της είπε. «Το δώρο ήταν μια εξαιρετική ιδέα.» Η Άντι έκανε την έκπληκτη. «Τι, ήταν καλύτερο από τη δωροεπιταγή για τα αγροτικά προϊόντα;» «Ναι.» Της χαμογέλασε ειρωνικά. «Είχες δίκιο.» «Έλα, Θεέ μου» του αντιγύρισε το ειρωνικό χαμόγελο. «Νομίζω ότι αυτό αξίζει να το έχω γραμμένο.»


Εκείνος γέλασε πνιχτά. Τελικά το να τη φέρει εδώ δεν ήταν τόσο καταστροφικό όσο περίμενε. Η αλήθεια είναι πως διασκέδαζε. Διάβολε, σήμερα όλη την ημέρα δε θυμόταν να πέρασε καθόλου η δουλειά από το μυαλό του. Και γι’ αυτό ευθυνόταν αυτή η γυναίκα. «Φαίνεσαι να περνάς καλά απόψε» της είπε. Εκείνη ένευσε καταφατικά. «Έχουν ενδιαφέρον οι φίλοι της Γιούνις και της Ντελφίν.» «Εκτός από τον Μπιλ και το αποχετευτικό του.» Το γέλιο της Άντι ήταν δυνατό και παρατήρησε πως είχε πιει ήδη αρκετό από το κρασί της. Ενώ την κοιτούσε, ήπιε μια γουλιά ακόμα. Ξαφνικά φαινόταν κάπως ταραγμένη. «Είναι όλα εντάξει;» τη ρώτησε. Η Άντι ένευσε καταφατικά. «Ναι. Όχι.» Κοιτούσε στον πάτο του ποτηριού της. «Βασικά, ήθελα να σου μιλήσω για κάτι. Αλλά νομίζω πως χρειάζομαι λίγο ακόμα ολλανδικό θάρρος – μπορείς να μου το γεμίσεις;» «Νόμιζα ότι μετά τα δύο άρχιζες να φλερτάρεις…» της είπε, καθώς έπιανε το μπουκάλι που είχε αφήσει στην άκρη και γέμιζε το ποτήρι της. «Δε θα το πιω όλο» είπε η κοπέλα και ρούφηξε μια γενναία ποσότητα. Ο Ναθάνιελ περίμενε για λίγο, ενώ η Άντι έπαιζε νευρικά με το ποτήρι και έπινε λίγο ακόμα. «Θέλω να σε ευχαριστήσω που δεν… εκμεταλλεύτηκες την κατάσταση σήμερα το πρωί. Πραγματικά δεν ξέρω τι με έπιασε.» Ο Ναθάνιελ ήπιε κι αυτός μια γερή γουλιά, καθώς το κορμί του άρχισε να ανακαλεί αισθήσεις από το προηγούμενο βράδυ. «Άντι, δεν εκμεταλλεύομαι μισοκοιμισμένες γυναίκες. Υποθέτω πως ήσουν μισοκοιμισμένη.» Η Άντι ένευσε ζωηρά. «Ναι… βέβαια.» Έκρυψε το χαμόγελό του πίσω από το ποτήρι του, ενώ η Άντι ήπιε άλλη μια γουλιά. Ήταν ξύπνια όπως και εκείνος. «Εντάξει λοιπόν. Δεν έγινε κανένα κακό, κανένα λάθος.» Φάνηκε να χαλάρωσε κάπως με τα λόγια του. «Σ’ ευχαριστώ» του είπε και η φωνή της ακουγόταν εμφανώς ανακουφισμένη. «Τι λες τώρα, μπορούμε να μην το ξανασυζητήσουμε;» Ο Ναθάνιελ γέλασε. «Εντάξει. Αν και πρέπει να σε προειδοποιήσω για κάτι. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ πως θα είμαι τόσο ευπρεπής αν αισθανθείς ξανά σεξουαλική επιθυμία στις πέντε το πρωί.» Ο Ναθάνιελ κοιτούσε το καρύδι στο λαιμό της να ανεβοκατεβαίνει, καθώς εκείνη έπινε την τελευταία γουλιά από το δεύτερο ποτήρι κρασί.


Κεφάλαιο Έβδομο Δύο ώρες μετά, αφού είχε αποχωρήσει και ο τελευταίος καλεσμένος και το σπίτι είχε συγυριστεί, η Άντι κατέρρευσε στο κρεβάτι ντυμένη. Το δωμάτιο γύρισε χαρούμενα και η Άντι έκλεισε τα μάτια της με έναν αναστεναγμό ευτυχίας. «Ήταν ένα τρομερό πάρτι» δήλωσε. Άκουσε το γέλιο του Ναθάνιελ κοντά της και άνοιξε τα μάτια της όταν της είπε: «Νομίζω ότι ήπιες αρκετό κρασί από σαμπούκο.» «Είναι καταπληκτικό κρασί» του αποκρίθηκε. «Δικαιολογημένα κερδίζει τη γαλάζια κορδέλα κάθε χρόνο.» Γέλασε ξανά και εκείνη τον μιμήθηκε. «Κι εσύ έχεις τρομερό χαμόγελο. Πρέπει να το δείχνεις πιο συχνά.» «Είμαι πολύ –» «Ναι, ναι, ξέρω» τον διέκοψε η Άντι, καθώς ανασηκώθηκε στους αγκώνες της για να τον δει. Στεκόταν δίπλα σε μια πολυθρόνα με το πόδι του ανεβασμένο στο μπράτσο της και έλυνε τα κορδόνια του. «Είσαι πολύ απασχολημένος» τον κοίταξε πειρακτικά «για να γελάσεις.» Ο Ναθάνιελ γέλασε, καθώς κλοτσούσε στον αέρα για να βγάλει τα παπούτσια του και ένιωσε μυς του κορμιού της, που αυτό το Σαββατοκύριακο είχαν γυμναστεί αρκετά, να τινάζονται ακούγοντάς τον. Ποιος είχε ανάγκη το πιλάτες; «Έλεγα –» «Κάτι πιο σημαντικό;» τον ρώτησε, καθώς εκείνος πήγαινε να ανοίξει τα κουμπιά στο σέξι πουκάμισό του, που το είχε γυρίσει μέχρι τους αγκώνες. «Πλούσιος;» Χαμογέλασε ειρωνικά. «Όχι.» «Ξεθεωμένος;» Οι κινήσεις του ήταν επιδέξιες. «Δε θέλεις να βοηθήσεις τον εγωισμό μου, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε. Η Άντι τον κοιτούσε, ενώ με μια κίνηση έβγαλε το πουκάμισο και εμφανίστηκαν οι φαρδιοί ώμοι και το εξαίσιο στέρνο του. Σκέφτηκε ότι ο εγωισμός του θα άντεχε λίγη θερμότητα. Έπεσε ξανά στο στρώμα, καθώς εκείνος έψαχνε να βρει την αγκράφα της ζώνης του, και έκλεισε τα μάτια της. Κάποια πράγματα ήταν προτιμότερο να μείνουν κρυφά, αφού τα τρία ποτήρια κρασί είχαν κάνει επιδρομή και κατάληψη στη γλώσσα και τις αναστολές της. Άκουγε τη φασαρία όση ώρα τού πήρε να αλλάξει. Το κρεβάτι ήταν μαλακό, η Άντι είχε κουρνιάσει και ένιωθε σαν να λικνίζεται ελάχιστα. Η αίσθηση που είχε και την προηγούμενη νύχτα, ότι ήταν σαν παντρεμένο ηλικιωμένο ζευγάρι, επέστρεψε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Έτσι θα κοιμηθείς;» Η Άντι άνοιξε τα μάτια της. Εκείνος ήταν στη μεριά του και φορούσε το εσώρουχό του και ένα μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι. Το οποίο ήταν εξίσου όμορφο, γιατί, αν πίστευε ότι ήταν γοητευτικός -ανάρμοστα γοητευτικός- το προηγούμενο βράδυ, τώρα μέσα από τα μεθυσμένα μάτια της θα ήταν δέκα φορές καλύτερος. Ήταν όλα όσα ήταν χτες και ακόμα περισσότερα.


Η χτεσινή νύχτα πολλαπλασιασμένη. Ήταν βουτηγμένος στη σοκολάτα και γεμάτος τρούφα. Με ένα κερασάκι από πάνω. «Όχι» απάντησε. «Όπου να ’ναι θα βγάλω αυτό το φόρεμα και θα κοιμηθώ με τα εσώρουχα. Τι λες, θα τα καταφέρεις;» Χαμογέλασε ξανά και εκείνη κυριολεκτικά άρχισε να γουργουρίζει κάτω από τη γαλήνια γαλάζια ματιά του. «Εφόσον μείνεις στη δική σου μεριά.» Η Άντι χαμογέλασε όταν θυμήθηκε την απειλή του νωρίτερα, αν βρίσκονταν ξανά στην ίδια θέση όπως το πρωί. Την έπιασε ρίγος με τις πιθανότητες, οι θηλές της ορθώθηκαν. Το βλέμμα του, που πλανήθηκε στα δύσκολα σημεία της, το ένιωθε σαν χάδι και χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να μην κυρτώσει την πλάτη της. Άνοιξε το στόμα της για να του δώσει μια ζουμερή απάντηση, αλλά, καθώς προσπαθούσε να βάλει το πόδι του στο κρεβάτι, είδε το πρόσωπό του να συσπάται. Ένιωσε ενοχές να την τρυπούν. «Ο αστράγαλός σου είναι;» «Ο αναθεματισμένος μηρός» μουρμούρισε. «Είναι εντάξει, απλώς έμεινα πολλές ώρες όρθιος σήμερα.» Αφού τον είδε να κάθεται δύσκαμπτος στο κρεβάτι για λίγα λεπτά, κατάλαβε πως μάλλον δεν ήταν καλά. Όλη την ημέρα ο Ναθάνιελ δεν είχε χρησιμοποιήσει τις πατερίτσες του και προφανώς ήρθε η ώρα να το πληρώσει. Γύρισε το κεφάλι της και είδε το βαζάκι με την αλοιφή που της έδωσε η Γιούνις το προηγούμενο βράδυ. Καλά και δυνατά, άκουγε μέσα στο κεφάλι της. «Πάρε» του είπε και του το έδωσε. «Μπορεί να βοηθήσει.» Ο Ναθάνιελ ξεφύσησε. «Όχι, ευχαριστώ. Καλύτερα να με ακρωτηριάσουν χωρίς αναισθησία. Εκτός αυτού» συμπλήρωσε πέφτοντας πίσω με τα μάτια κλειστά «είμαι πολύ κουρασμένος για να με ενοχλήσει.» Η Άντι συνοφρυώθηκε βλέποντάς τον να υποκρίνεται τον σκληρό. Κλασικός άντρας. Ξεβίδωσε το καπάκι και προετοιμάστηκε για την απαίσια δυσωδία για την οποία την προειδοποίησε ο Ναθάνιελ. Αντί γι’ αυτήν, όμως, την κατέκλυσε ένα γλυκό και μεθυστικό άρωμα. Αμέσως κατάλαβε ότι είχε μέλι και βανίλια. Και κάτι λουλουδιαστό. Μύριζε αρκετά καλά για φάγωμα και οπωσδήποτε ευχάριστα για το σκοπό που είχε – ειδικά αν επιδρούσε κιόλας. Αν δεν ήταν μεθυσμένη, θα είχε ξανασκεφτεί την επόμενη κίνησή της. Τη γραμμή που θα ξεπερνούσε. Το έδαφος που θα κέρδιζε εκείνος. Αλλά ήταν μεθυσμένη. Ανασηκώθηκε. «Εντάξει, λοιπόν. Επίτρεψε μου.» *** Τα μάτια του Ναθάνιελ άνοιξαν καθώς εκείνη τον πλησίαζε μπουσουλώντας και έχοντας σηκώσει τη φούστα της για να κινείται πιο εύκολα. Ήταν μάλλον μια πολύ, πολύ κακή ιδέα. Μπορεί τα παιχνίδια με την Άντι να ήταν όμορφα, αλλά δεν είχε χάσει τόσο πολύ τον έλεγχό του για να αδιαφορεί για τις συνέπειες. Εκείνη έριξε το ένα της πόδι στην άλλη πλευρά και ανέβηκε πάνω στο γόνατό του με τη φούστα


της τυλιγμένη γύρω του. Τον κοίταξε με τα μεγάλα γκρίζα μάτια της με νόημα και του είπε: «Πρέπει να το μυρίσεις.» Το έσπρωξε προς το μέρος του. «Είναι φανταστικό.» Οι θηλές της ήταν ακόμα ερεθισμένες και το γόνατό του ήταν πολύ κοντά σε αυτό το σημείο που είχε τριφτεί πάνω του τόσο σφιχτά το πρωί. Εντάξει – τώρα είχε περάσει τα όρια. Ήταν πάλι πίσω στον Αδάμ και την Εύα και το καταραμένο μήλο. Αυτή τη φορά το πήρε. Τι στο καλό – ποτέ του δεν ήταν άγιος. Και όντως μύριζε υπέροχα. Ήταν η ιδανική εισαγωγή στην αμαρτία. Της το ξαναέδωσε. «Για πρώτη φορά το μυστικό φίλτρο της γιαγιάς μου δε μυρίζει σαν το αποχετευτικό σύστημα του Μπιλ.» Η Άντι χαμογέλασε και έβαλε τα δυο της δάχτυλα μέσα στο βαζάκι. «Σε παρακαλώ, μη μου το θυμίζεις.» Ο Ναθάνιελ θα μπορούσε να ορκιστεί πως άκουγε το δέρμα του να τσιτσιρίζει όταν η Άντι πασάλειψε μια μεγάλη ποσότητα της αλοιφής στη μέση του μηρού του. Άρχισε να κοντανασαίνει. Η κοιλιά του σφίχτηκε. Ο σφυγμός του έχασε το ρυθμό του. Όπως και άλλα μέρη του κορμιού του. Η Άντι σήκωσε το βλέμμα από το μηρό του. «Πες το μου αν σε πονέσω» μουρμούρισε. Ο Ναθάνιελ βόγκηξε, ικανοποιημένος που άκουγε τη φωνή της έτσι βαθιά, που έβλεπε ότι κι εκείνη ήταν ερεθισμένη όπως κι αυτός. Ήταν ευχάριστο το γεγονός πως δεν ήταν ο μόνος που ένιωθε έτσι, καθώς τα δάχτυλά της άπλωναν την κιτρινωπή αλοιφή στο μηρό του με όλο και πιο ανοιχτές κινήσεις. Προσπάθησε να παραμείνει ακίνητος όσο προχωρούσε επάνω στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον πόνο και την ηδονή. Πονούσε τόσο αναθεματισμένα ευχάριστα. Δε σήκωσε τα μάτια της από τη δουλειά που έκανε, καθώς τα δάχτυλά της πίεζαν το μυ όλο και περισσότερο και πιο βαθιά. Σαν να ήταν χαμένη, τα μαλλιά της έπεφταν μπροστά της σαν μια κυματιστή ξανθή κουρτίνα, το στεφάνι ήταν ακόμα στη θέση του. Καλό ήταν αυτό. Ήταν ερεθισμένος προφανώς, και δεν ήταν ότι φορούσε και ρούχα για να το κρύψει. Έβαζε δύναμη από όλο της το χέρι, μέχρι και τους ώμους, ολόκληρο το κορμί της παλλόταν για να βοηθήσει. Τα πόδια της άνοιξαν κι άλλο και είχε φτάσει επικίνδυνα κοντά στο γόνατό του, στιγμές στιγμές το εσώρουχό της τριβόταν πάνω του. Το μέλι και η βανίλια βοηθούσαν τα προκλητικά δάχτυλά της να γλιστρούν μέσα στη λογική του. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το ποιο μπορεί να ήταν το ενεργό συστατικό, αλλά αν έπρεπε να μαντέψει, θα έλεγε πως ήταν εννέα μέρη τρελού παγανιστικού χόκους πόκους και ένα μέρος αμαρτίας. Ένιωθε το μηρό του να μυρμηγκιάζει και όπου τον άγγιζε τον έκαιγε – βασικά, τον έκαιγε παντού. Η δύναμη της λογικής του τώρα ήταν ένας σωρός από καμένα ξύλα. Όταν εκείνη πέρασε ξανά ξυστά από το γόνατό του, το λύγισε ελάχιστα. Δεν μπορούσε να ελέγξει το πόδι του, που τριβόταν πάνω της. Βαριανάσαινε δυνατά και το ξαφνιασμένο βλέμμα της πέταξε να συναντήσει το δικό του. Τα δάχτυλά της σταμάτησαν, τα γκρίζα μάτια της για μια στιγμή σκοτείνιασαν από τη σύγχυση, σαν να είχε μόλις βγει από έκσταση.


Οι ορθωμένες θηλές της και η υγρασία που ένιωθε στο γόνατό του δεν έλεγαν ψέματα, οπότε πίεσε κι άλλο. *** Η Άντι πάγωσε, παρ’ όλο που η πίεση που ένιωθε στο κέντρο της την ωθούσε να κινηθεί. Να κάνει κι αυτή κάτι, να ανταποδώσει, να πιέσει. Τα γαλανά μάτια του είχαν κλειδώσει μέσα στα δικά της και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να εισπνέει και να εκπνέει. «Άντι, κάνεις τρομερό μασάζ.» Η φωνή του ακούστηκε σαν βροντή γύρω της, σπάζοντας τη γητειά. Τράβηξε το βλέμμα της μακριά, φοβόταν ότι θα έβλεπε πόσο πολύ ήθελε να συνεχίσει να την πιέζει λίγο ακόμα. Έπειτα όμως άρχισε να κοιτά τη στύση του. Ήταν παχιά και μεγάλη και τέντωνε το μποξεράκι του και για να μην την αγγίξει έπρεπε να μπήξει τα δάχτυλά της μέσα στο μηρό του. Είχε την αίσθηση ότι θα ήταν εξίσου όμορφη όπως εκείνος και ήθελε πραγματικά να τη δει. Τον κοίταξε και όταν το αμεταμέλητο βλέμμα του, που έδειχνε πως είχε καταλάβει, έψαξε το δικό της, ένιωσε να τη χτυπά ένα κύμα λάβας. «Όπως σου είπα και πριν» μουρμούρισε. «Κάνεις τρομερό μασάζ.» Στη φωνή του, όμως, άκουγε ένα τρέμουλο και το βλέμμα του είχε μια θολούρα – της άρεσε που έβλεπε πως εκείνη το είχε καταφέρει αυτό. Έριξε ξανά μια ματιά στην ερεθισμένη φύση του. Και αυτό. «Πώς νιώθεις;» τον ρώτησε και η φωνή της είχε μπει δυνατά στην αναμέτρηση για την πιο βραχνή. «Νιώθω –» Σταμάτησε και ξερόβηξε. «Υπέροχα. Παντού νιώθω υπέροχα. Είσαι…» Τα μάτια της Άντι άνοιξα διάπλατα, καθώς πίεζε με δύναμη το γόνατό του πάνω της . «…υπέροχη.» Έκλεισε τα μάτια της, καθώς την παρέσυρε ένα κύμα λαχτάρας. «Είμαι, δεν είμαι;» μουρμούρισε ενώ έστριψε το γοφό της, τα δάχτυλά της αυτόματα άρχισαν να τρίβουν ξανά το μηρό του. Έκλεισε κι εκείνος τα μάτια του. «Α-χα.» Έστριψε ξανά και έπειτα άρχισε να κινείται ελάχιστα μπρος και πίσω με το ρυθμό που μάλασσε το πόδι του. Το γόνατό του είχε ακριβώς όση δύναμη χρειαζόταν πάνω στην απαλή φύση της και, καθώς γλιστρούσε στα ευαίσθητα σημεία της, εκείνη άφηνε μικρούς αναστεναγμούς. Άρωμα μελιού και βανίλιας αναδυόταν από το πόδι του και ένιωσε την ανάγκη να το απλώσει όλο πάνω του και να γλείψει μέχρι και την τελευταία στάλα. «Άντι;» Άνοιξε τα μάτια της όταν άκουσε τη βραχνιασμένη φωνή του, ένιωσε ευγνωμοσύνη που έβλεπε το σαγόνι του σφιγμένο, τους μυς του λαιμού του τεντωμένους, τα χέρια του να γραπώνουν το σεντόνι δίπλα του. «Είσαι μεθυσμένη;» τη ρώτησε. Καθώς κινούνταν προς το μέρος του, κάρφωσε το βλέμμα της μέσα στο δικό του και χαμογέλασε. «Αρκετά για να είμαι πολύ, πολύ εύκολη.» Ο Ναθάνιελ μισογέλασε. «Το να κάνω σεξ με την υποτιθέμενη κοπέλα μου θα ήταν πολύ…»


Κοιτούσε τα μάτια του να κλείνουν, καθώς τον πίεζε σκληρά. «Πολύ κακό» μουρμούρισε και άνοιξε ξανά τα μάτια του. Η Άντι χαμογέλασε, καθώς μέσα στο μυαλό της ξεπετάχτηκε η εικόνα των δυο γυμνών κορμιών τους μπλεγμένων πάνω σ’ αυτό το αμαρτωλό κρεβάτι. «Αυτό, όμως, δεν είναι σεξ» είπε και χάιδεψε το πόδι του ψηλότερα, ενώ γύρισε τη λεκάνη της έτσι ώστε η πίεση να της δίνει μεγαλύτερη απόλαυση. Βρήκε ακριβώς το σημείο που ζητούσε και της κόπηκε η ανάσα. «Νομίζω πως είναι» είπε εκείνος σιγανά. Η Άντι σταμάτησε απότομα. «Αλήθεια;» Τον κοίταξε σκεφτική, ενώ τριβόταν πάνω στο γόνατό του. «Σε αυτή την περίπτωση…» Γλίστρησε ψηλά στο μηρό του, τον άρπαξε από το πουκάμισο και τον ανασήκωσε. «Τότε, ας πάμε μέχρι τέλους.» Η Άντι δεν ήξερε ποιος έκανε την πρώτη κίνηση, αλλά καθώς τα χείλη τους ενώθηκαν, ανοιχτά και γεμάτα λαχτάρα, ένιωσε σαν να γίνεται έκρηξη αστεριών. Δεν υπήρχε τίποτα απαλό ή διακριτικό σ’ αυτό το πρώτο φιλί – ήταν μια πραγματική έκρηξη. Το κεφάλι της γέμισε από το τραχύ ρούφηγμα της ανάσας του και τη μυρωδιά του μελιού, της βανίλιας και του άντρα. Ο πόθος τη ζάλιζε, καθώς κρεμόταν από τους φαρδιούς ώμους του μόνο και μόνο για να μείνει όρθια. Η δύναμη του φιλιού τους την έκανε να γείρει το κεφάλι της προς τα πίσω, να ανοίξει το δρόμο στη γλώσσα του, και όταν άρχισε να παίζει με τη δική της, βόγκηξε μέσα στο στόμα του. Έπειτα τα χέρια του ήταν μέσα στα μαλλιά της, έπιαναν το σαγόνι της, χάιδευαν την πλάτη της, άρπαζαν το γοφό της, την έσφιγγαν και την κολλούσαν πάνω του. Ένιωσε τη στύση του να τη σπρώχνει εκεί όπου πριν την άγγιζε και την τρέλαινε το γόνατό του και λαχάνιασε καθώς τριβόταν πάνω στην αληθινή φύση του, όπως είχε κάνει και το πρωί. Ο Ναθάνιελ απομακρύνθηκε, ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της, η ανάσα του ακουγόταν δυνατά να γλιστρά ανάμεσα στο φως και τον αέρα ανάμεσά τους. «Αυτό είναι τρελό» μούγκρισε. «Έχεις απόλυτο δίκιο» συμφώνησε η Άντι, ενώ η απολαυστική στύση του γλιστρούσε πάνω της -μπροστά και πίσω, πίσω και μπροστά- και δημιουργούσε μια τριβή βασανιστική. Εκείνος είχε σκοπό να γκρεμίσει κάτι που για εκείνη ήταν πιο σημαντικό από όσα εκατομμύρια είχε στο λογαριασμό του, και όμως τον είχε περισσότερη ανάγκη απ’ όσο την επόμενη ανάσα της. Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. Αλλά ένιωθε τόσο καλά και απλώς δεν μπορούσε να σταματήσει. Τα χείλη του λεηλατούσαν τα δικά της, γλιστρούσαν στο λαιμό της, τον ύγραιναν. Τα χέρια του χάιδευαν τα πλευρά της και τύλιγαν τα στήθη της. Η Άντι έριξε το κεφάλι της προς τα πίσω, καθώς με τους αντίχειρές του άγγιξε ελαφρά τις θηλές της. «Ναι» είπε κοντανασαίνοντας. «Ναι.» Η γλώσσα του ήταν ζεστή και υγρή πάνω στο λαιμό της, καθώς ταξίδευε βασανιστικά προς το στόμα της. Τα δάχτυλά του κατευθύνθηκαν προς τα κουμπιά του φουστανιού της, ενώ της ψιθύρισε: «πάρα πολλά ρούχα» εκεί ακριβώς όπου χτυπούσε φρενιασμένα ο σφυγμός στο λαιμό της. Συμφωνούσε απόλυτα. Είχε ανάγκη να νιώσει το δέρμα του. Να τον νιώσει ολόκληρο. Να τον αγγίξει παντού. Να γνωρίσει τη μεγάλη πλάτη του και τους ώμους, τους σμιλεμένους μυς του στέρνου του, την επίπεδη κοιλιά του. Η θέληση έγινε βρυχηθμός στο αίμα της. Μια ακατανίκητη ανάγκη. Άρπαξε το μπλουζάκι του πίσω από την πλάτη του και το τράβηξε από το κεφάλι του. Το βογκητό του, όταν τα χέρια της γλίστρησαν πάνω στο καυτό δέρμα του και τα ακροδάχτυλά της


βυθίστηκαν στη ραχοκοκαλιά του, ήταν βαθύ και απολαυστικό. Τον φίλησε με δύναμη, ενώ εκείνος άνοιγε τα κουμπιά, και χαμογέλασε όταν εκείνος μουρμούρισε: «μα πόσα κουμπιά έχει αυτό το πράγμα;» πάνω στο στόμα της. «Απλά τράβηξέ το» του είπε με κομμένη την ανάσα και αναζήτησε ξανά το στόμα του. Και έπειτα το πέρασε από το κεφάλι της και εκείνη ήταν ανεβασμένη πάνω του φορώντας μόνο τα εσώρουχά της. Εκείνος κοιτούσε τα στήθη της και η καρδιά της, που σφυροκοπούσε, σχεδόν πάγωσε από το βλέμμα απόλυτης κυριαρχίας που της έριξε. «Μοβ σατέν» μουρμούρισε. Έπειτα τράβηξε το σουτιέν της. Όταν με τους αντίχειρές του διέτρεξε τις ερεθισμένες θηλές της, εκείνη αναστέναξε. Και όταν χαμήλωσε το κεφάλι του και τύλιξε τη μια μέσα στο ζεστό του στόμα, εκείνη φώναξε και αναίσχυντα τέντωσε την πλάτη της σαν τόξο. Ξαφνικά σαν να μην είχε κόκαλα, το κεφάλι της έπεσε πίσω, ενώ η καυτή του γλώσσα επιτέθηκε πρώτα στη μια και μετά στην άλλη ρώγα της. Τις ρούφηξε δυνατά, σκορπώντας φλογισμένη απόλαυση σε κάθε απόληξη των νεύρων της. Και όταν τις έξυσε με τα δόντια του, η Άντι ένιωσε σαν να έχανε το μυαλό της. «Σε παρακαλώ» βόγκηξε. Όχι ότι ήξερε τι σήμαινε. Σε παρακαλώ, σταμάτα; Σε παρακαλώ, μη σταματάς; Σε παρακαλώ, θέλω κι άλλο; Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν αρκούσε. Ήθελε κι εκείνη να τον γευτεί. Να εξερευνήσει όλο αυτό το ζεστό δέρμα κάτω από τα χέρια της με το στόμα της. Να τον νιώθει να τρέμει και να τινάζεται. Να τον κάνει να αναστενάξει. Τον έσπρωξε από τους ώμους και εκείνος την κοίταξε σαστισμένος. «Τι;» «Ξάπλωσε» του είπε και τον έσπρωξε με την παλάμη της στο στήθος του. «Θέλω να σε γλείψω παντού.» Ο Ναθάνιελ έκανε αυτό που του είπε. Πώς θα μπορούσε να αρνηθεί μια τόσο δελεαστική προσφορά; Ήταν χάρμα ανεβασμένη πάνω του με τα εσώρουχά της, τα μακριά μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της, το σουτιέν της ήταν στην άκρη, οι θηλές της ήταν ορθωμένες και υγρές από το χάδι του. Το κρυστάλλινο κολιέ της φαινόταν άγριο και παγανιστικό πάνω στη γυμνή σάρκα της. «Θεέ μου, Άντι, είσαι πανέμορφη» ψιθύρισε και έψαξε ξανά τα στήθη της. Όμως εκείνη άρπαξε τα χέρια του, έμπλεξε τα δάχτυλά τους μαζί και τα έσπρωξε πάνω από το κεφάλι του. «Όπως και συ» είπε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Και έπειτα έλουσε το πρόσωπό του με φιλιά, τον πείραζε με τα στήθη της, που λικνίζονταν σε ελάχιστη απόσταση από εκείνον, πριν τελικά ανοίξει το στόμα της πάνω από το δικό του και δώσει στη γλώσσα της τον πλήρη έλεγχο να ορμήσει και να παίξει με τη δική του. Έκλεισε τα μάτια του, καθώς εκείνη κατευθυνόταν νοτιότερα, έγλειφε το λαιμό του, συνέχιζε κατά μήκος της κλείδας και του θώρακα. Η καρδιά του τώρα χτυπούσε σαν τύμπανο της ζούγκλας. Σε κάθε πέρασμα της γλώσσας της η στύση του κλοτσούσε, και όταν αγκάλιασε με τη γλώσσα της τις θηλές του σαν να ήταν καλυμμένες με σαντιγί, ένιωσε τη φύση του να καταπιέζεται εγκλωβισμένη μέσα στο εσώρουχό του. «Άντι» βόγκηξε προειδοποιητικά. Εκείνη, όμως, απλώς συνέχισε πιο χαμηλά, η γλώσσα της διέτρεχε τους κοιλιακούς του, ενώ τα


δάχτυλά της έμειναν για να παίξουν με τις θηλές του. Έφτασε στο εσώρουχό του και ήξερε ότι δεν μπορούσε να περιμένει στιγμή παραπάνω. «Όχι, όχι, όχι» είπε εκείνος και την τράβηξε πιο ψηλά, ενώ εκείνη δάγκωνε την άκρη του εσώρουχου. Ισορροπούσε σε ένα δίκοπο μαχαίρι και το στόμα της εκεί κάτω θα τον έκανε να τελειώσει πάρα πολύ γρήγορα. Η Άντι τον κοίταξε με χείλη σουφρωμένα, με τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα, τα στήθη της οργισμένα και τα μαλλιά της αέρινα. «Είπα παντού.» «Πίστεψέ με, αν πας εκεί, θα τελειώσουν όλα.» Του χαμογέλασε. «Κι αν κάνω μόνο αυτό;» τον ρώτησε, ενώ τα δάχτυλά της κατηφόριζαν στην πλαγιά του γοφού του προς το φούσκωμα στο μποξεράκι του. Πήρε μια κοφτή ανάσα, καθώς τα χέρια της έφτασαν στο κέντρο της στύσης του. «Άντι» μούγκρισε και ο γοφός του τινάχτηκε. «Ή αυτό;» Άρπαξε το όργανό του πάνω από το εσώρουχο και το έσφιξε. Εκείνος έκλεισε τα μάτια. «Τι λες γι’ αυτό;» Ο Ναθάνιελ μούγκρισε δυνατά όταν εκείνη παραμέρισε την υφασμάτινη φυλακή και άγγιξε το διογκωμένο κεφάλι. «Θεέ μου, είσαι υπέροχος» μουρμούρισε και εκείνος άνοιξε τα μάτια του ακριβώς τη στιγμή εκείνη που τον αγκάλιασε με την παλάμη της. Μια φορά, δύο, τρεις και τα μάτια του σχεδόν γύρισαν μέσα στο κεφάλι του. Άρπαξε το χέρι της ακινητοποιώντας την, ενώ η κοιλιά του είχε σφιχτεί και ένιωθε την άμεση ανάγκη να χωθεί μέσα της και να νιώσει τα επίμονα δάχτυλά της να βυθίζονται στο γλουτό του. «Άντι, για όνομα του Θεού.» «Σε παρακαλώ, πες μου ότι έχεις προφυλακτικά.» Εκείνος ένευσε καταφατικά. «Στο συρτάρι.» Έσκυψε πάνω του, τα στήθη της αιωρούνταν μπροστά του και εκείνος ανασηκώθηκε για να διεκδικήσει το ένα. Η θηλή της σκλήρυνε πάνω στη γλώσσα του και ο αναστεναγμός της εξάπλωσε την πυρκαγιά της ερεθισμένης φύσης του. «Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ με αυτό που κάνεις» του παραπονέθηκε βραχνά. «Ποιο, αυτό;» τη ρώτησε, αλλάζοντας ρόλους. Τώρα ήταν αυτός που τη βασάνιζε όπως εκείνη νωρίτερα. «Νέιτ» του είπε μέσα από τα δόντια, ενώ γύρισε πίσω και τον φίλησε παθιασμένα. Ανασήκωσε το κεφάλι του από το κρεβάτι, ανταπόδωσε με το ίδιο πάθος, με τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά της, απολαμβάνοντας την πίεση από τα στήθη της και το λίκνισμα της λεκάνης της πάνω στη σκληρή, γυμνή στύση του. «Το προφυλακτικό» την παρότρυνε ένιωσε πως δεν θα άντεχε άλλο. Και έπειτα εκείνη τραβήχτηκε, άνοιξε με τρεμάμενα χέρια το αλουμινένιο περιτύλιγμα και του έβαλε το προφυλακτικό. Ο Ναθάνιελ την κράτησε από το γοφό καθώς εκείνη ισορροπούσε πάνω του. Την κοιτούσε να κάνει στην άκρη το μοβ εσώρουχο, δεν έκανε καν τον κόπο να το βγάλει, και αυτό τον ερέθισε ακόμα περισσότερο. Μπήκε μέσα της με μια απαλή κίνηση. Εκείνη ξεφώνισε και έπεσε μπροστά, οι παλάμες της στηρίζονταν στους ώμους του, τα μαλλιά της ήταν σαν κουρτίνα γύρω τους, τα μάτια της ήταν κλεισμένα σφιχτά.


«Θεέ μου, Άντι, συγνώμη» είπε και την κράτησε από το γοφό. Δεν ήθελε να το κάνει τόσο – γρήγορα. Αλλά η αίσθησή της ήταν τόσο όμορφη. Σφιχτή. Και ζεστή. Και υγρή. Έπρεπε να καταπολεμήσει την παρόρμηση να μπει ξανά μέσα της. «Σε πόνεσα;» Η Άντι σήκωσε το κεφάλι της ανασαίνοντας βαριά. «Που να πάρει» ξεφύσησε «μη σταματάς!» Ο Ναθάνιελ χαλάρωσε τα χέρια του. «Για όνομα, Άντι…» Έπειτα, όμως, τον κοίταξε μέσα στα μάτια καθώς λικνιζόταν πάνω του, παίρνοντάς τον πιο βαθιά, κοντανασαίνοντας, και δεν είχε δει ποτέ του τίποτα πιο όμορφο από τη γυμνή Άντι με τα λουλούδια στα μαλλιά, με τα στήθη της να ανεβοκατεβαίνουν, ενώ έπαιρνε τα ηνία και οδηγούσε και τους δυο τους στην ευτυχία. Ένας μακρύς, αργόσυρτος αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της, ενώ οι κινήσεις της έγιναν πιο γρήγορες. Ο γοφός του ακολούθησε το ρυθμό της, η τριβή γινόταν όλο και πιο έντονη. Όλα ήταν σφιχτά και καυτά. Ο μηρός του πονούσε, αλλά είχε ξεπεράσει αυτή την αίσθηση. Το μόνο που ένιωθε πια συνειδητά ήταν εκείνη να γλιστρά πάνω του, μια απολαυστική ένταση να τυλίγει τα σωθικά του και κάτι άγριο και πρωτόγονο να διαλύει τον περίφημο αυτοέλεγχό του. Τα μάτια της έκλεισαν και εκείνος ένιωσε εξαπατημένος. Πήρε το χέρι του από το γοφό της και το πήγε εκεί όπου ήταν ενωμένοι, τα δάχτυλά του γλίστρησαν μέσα στην υγρή ζεστασιά, βρήκε αυτό που έψαχνε και το πίεσε με δύναμη. Τα μάτια της άνοιξαν με ένα τίναγμα και εκείνος ανασκίρτησε θριαμβευτικά. «Μείνε μαζί μου, Άντι. Κοίτα με.» Τα δάχτυλά του σχημάτιζαν κύκλους στο διογκωμένο σημείο και ο αναστεναγμός της που ήρθε σαν απάντηση ήταν βαθύς και γεμάτος απόλαυση, κρούοντας τις ήδη τεντωμένες χορδές στην κοιλιά, τους μηρούς, τα αχαμνά του. Η ηδονή αντήχησε από μέσα του με κάθε ώθηση του γοφού του και κάθε αναστεναγμό από το στόμα της. «Έλα, Άντι» της ψιθύρισε, ενώ την πείραζε με τα δάχτυλά του. Η Άντι κούνησε το κεφάλι της. «Όχι.» Φαινόταν υπέροχη με το κόκκινο στα μάγουλά της και το κρυστάλλινο κόσμημα στο λαιμό της, με το σουτιέν στην άκρη. Άγρια και ακόλαστη. Ο Ναθάνιελ έσπρωξε πιο δυνατά, ανασηκώθηκε για να μπει πιο βαθιά.«Ναι.» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. «Όχι… όχι χωρίς εσένα.» Οι βραχνές λέξεις της έφτασαν κατευθείαν στο υπογάστριό του και ο οργασμός του ήρθε με ταχύτητα δίνης. Τρεις ακόμα ωθήσεις και αναπήδησε, την τράβηξε κοντά του, γλίστρησε το ένα του χέρι στην πλάτη της και την κράτησε από τον ώμο, ενώ το άλλο κρατούσε την πίεση ανάμεσά τους. «Ναι» είπε πάνω στο στόμα της, καθώς ένα βογκητό ξέφυγε άθελά του από το λαιμό του. «Τώρα.» Και καθώς πλησίαζε στην κορύφωση, τη φίλησε βαθιά και δυνατά, την ένιωσε να σφίγγεται και έπειτα να ξεσπά, καθώς έφτανε μαζί του στη στρατόσφαιρα, άφησε το στόμα του, το κεφάλι της έπεσε πίσω και με βογκητά έλεγε το όνομά του. Τα χείλη του καταβρόχθισαν το λαιμό της, ο γοφός του ξέσπασε μαζί με τον δικό της, καθώς έφταναν σε οργασμό. Οι γρατζουνιές και οι αναστεναγμοί της τον έκαναν να συνεχίσει, να απελευθερώσει ό,τι είχε απομείνει σαν να ήταν στάχτες από ένα αστέρι που πέφτει, στραγγίζοντας κάθε δευτερόλεπτο


απόλαυσης, περιμένοντας μέχρι να χαθεί στη σκιά της νύχτας και ο τελευταίος σπασμός. Όταν πια και οι δυο τους βαριανάσαιναν αποκαμωμένοι, έπεσε με την πλάτη στο κρεβάτι και πήρε και εκείνη μαζί του. Δε μίλησαν. Δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Ακόμα, όμως, και να μπορούσαν, ο Ναθάνιελ αμφέβαλλε πως υπήρχαν λέξεις για να περιγράψουν αυτό που μόλις συνέβη. Απλά έβγαλε το στεφάνι από το κεφάλι της και χάιδεψε απαλά την πλάτη της μέχρι που αποκοιμήθηκαν και οι δυο. *** Όταν η Άντι ξύπνησε ξανά δεν μπορούσε να καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει. Η πλάτη της, όμως, ήταν κουλουριασμένη στο κορμί του Ναθάνιελ, τα χείλη του άγγιζαν το λαιμό της, το χέρι του βρισκόταν στην κοιλιά της και η στύση του πίεζε τα οπίσθιά της. Καθώς τεντώθηκε, χαμογέλασε και τα μάτια της ήταν κλειστά. «Είναι πέντε το πρωί;» Ένιωσε το χαμόγελό του να ζεσταίνει το λαιμό της. «Όχι.» «Μμμ» μουρμούρισε και άρχισε να τρίβεται πάνω του. «Σε αισθάνομαι όμορφα.» «Κι εγώ» είπε εκείνος με ένα βογκητό. Η Άντι χαμογέλασε, γύρισε λίγο και συνάντησε τα χείλη του, που την αναζητούσαν. Δέχτηκε τη διεκδικητική πίεσή τους, ένιωθε τη ζεστασιά να φουντώνει τα στήθη και την κοιλιά της. Βογκούσε ενώ τη φιλούσε και μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα βρέθηκε ανάσκελα να τον φιλά αχόρταγα. Όταν εκείνος τραβήχτηκε ήταν και οι δυο λαχανιασμένοι. «Ξέρεις πώς να ξυπνάς τα κορίτσια» του είπε χαμογελαστά. Ο Νέιτ χαμογέλασε και έσκυψε το κεφάλι του για να εξερευνήσει την κλείδα της. «Θέλω να πιστεύω πως έχω τελειοποιήσει την τέχνη μετά από όλα αυτά τα χρόνια.» Η Άντι τέντωσε το λαιμό της ώστε η γλώσσα του να φτάνει παντού. «Οπωσδήποτε έχεις κορυφαία βαθμολογία» μουρμούρισε. Το δέρμα της είχε ανατριχιάσει, οι θηλές της ήταν σαν χάντρες. «Τι άλλο ξέρεις να κάνεις;» Ο Ναθάνιελ σήκωσε το κεφάλι του. «Νομίζω πως σου έσωσα τη ζωή. Θεωρώ πως αυτό σε κάνει σκλάβα μου, έτσι δεν είναι; Το θέμα, λοιπόν, είναι τι ξέρεις να κάνεις εσύ.» Τα χείλη της Άντι συσπάστηκαν. Θα έπρεπε να σοκαριστεί. Να θιχτεί που ο Νέιτ ήθελε να υποβαθμίσει το νόημα αυτού του Σαββατοκύριακου σε κάτι τόσο ποταπό – τόσο ιδιοτελές. Η κοιλιά της, όμως, είχε ήδη σφιχτεί με όλες αυτές τις έκνομες σκέψεις τιμωρίας και ήταν απλώς ερεθισμένη. «Το χρέος που έχω προς εσένα δεν περιλαμβάνει σεξουαλικές χάρες» του απάντησε κοφτά. Ή τουλάχιστον όσο κοφτά μπορούσε να ακουστεί με ένα γυμνό και ερεθισμένο άντρα ανάμεσα στους μηρούς της. «Και αν θέλω μόνο αυτό;» Η φωνή του ήταν χαμηλή και μελιστάλαχτη και έσταζε πάνω στο κορμί της σαν ζεστό λάδι. Ήξερε πως έπρεπε να προσέξει καλά τα λόγια του -Κι αν θέλω μόνο αυτό;-, αλλά έτσι όπως έτριβε τη μύτη και το στόμα του στο αυτί της, το κορμί της πρόσταζε σαν εξαρτημένος άνθρωπος να παίξει το παιχνίδι του. «Τι θέλεις να κάνω;» τον ρώτησε. Τη φίλησε με πάθος. «Να τελειώσεις» της απάντησε, ενώ κατηφόριζε γλείφοντας το κορμί της όλο και πιο χαμηλά.


Η Άντι έκλεισε τα μάτια της και έσφιξε το σεντόνι στις γροθιές της, ενώ το κεφάλι του σταματούσε ανάμεσα στα πόδια της και η γλώσσα του τη βασάνιζε. Αυτό μπορούσε να το κάνει.


Κεφάλαιο Όγδοο Το κρύο φως της ημέρας είχε κάτι ισοπεδωτικό, ακόμα και αυτό το σχετικά γλυκό πρωινό. Η Άντι είχε ήδη σκεφτεί πως θα κυλούσαν οι επόμενες ώρες. Ο Ναθάνιελ θα ανυπομονούσε να επιστρέψει στο Λονδίνο και στην περσόνα του πολυάσχολου μεγιστάνα. Είχε σκεφτεί τρεις πιθανούς τρόπους με τους οποίους θα αντιμετώπιζε το μπλέξιμο μαζί της. Περίπτωση πρώτη. Θα αισθανόταν φρίκη με όσα έγιναν το προηγούμενο βράδυ και θα προσπαθούσε να τη βεβαιώσει πως ήταν μια στιγμή τρέλας που Δεν. Έπρεπε. Να. Επαναληφθεί. Περίπτωση δεύτερη. Θα συνέχιζαν να το παίζουν ερωτευμένα πιτσουνάκια μέχρι να την πάει στο σπίτι της και έπειτα δε θα εμφανιζόταν ξανά στην πόρτα της. Περίπτωση τρίτη. Θα πρότεινε να συνεχίσουν να βρίσκονται περιστασιακά. Περίμενε πως θα συνέβαινε το πρώτο, αλλά μετά από την υπέροχη νύχτα που πέρασαν μαζί, ίσως να έπεφτε στο τραπέζι η τρίτη επιλογή. Αυτό δεν έκαναν οι πλούσιοι; Να έχουν ερωμένες. Όπως και να ’χε, εκείνη δεν ήταν τόσο αφελής να πιστέψει πως μια νύχτα μαζί της, όσο φανταστική κι αν ήταν, θα έσωζε τον κήπο με κάποιο μαγικό τρόπο ή θα του άνοιγε τα μάτια σε όλα αυτά που έχανε από τη ζωή του. Και παρά το γεγονός πως το σεξ μαζί του ήταν συναρπαστικό, θυμόταν ακόμα το σκοπό της αποστολής της – να δείξει στον Ναθάνιελ Μοντγκόμερι πώς να σταματήσει και να μυρίσει τα λουλούδια. Όταν το κατάφερνε, θα ήταν πια ελεύθερη να συνεχίσει την ήρεμη, συγκεντρωμένη και υγιή ζωή της. Ήλπιζε απλώς ότι στη διαδρομή δε θα έχανε τον εαυτό της. Αυτό το Σαββατοκύριακο γνώρισε μια άλλη πλευρά του άντρα που είχε χαρακτηρίσει έναν άκαρδο μεγιστάνα. Και η έλξη που ασκούσε πάνω της ήταν επικίνδυνη. Τον κοίταξε που κοιμόταν βαθιά και ένιωσε αυτό το τρελό και ανόητο τράβηγμα βαθιά στην κοιλιά της. Σχεδόν δε γνωρίζονταν και όμως ήξερε τόσο πολλά για κείνον. Πώς ήταν γυμνός, πού του άρεσε να τον αγγίζουν, τους ήχους που έβγαζε όταν τελείωνε. Τα δάχτυλα του ποδιού της συστράφηκαν μόνο με τη σκέψη και τη θέληση να τον αγγίξει, να τον ξυπνήσει, να ακούσει για μια τελευταία φορά τον ήχο αυτό που σχεδόν τη συγκλόνιζε. Αλλά συνέτισε τον εαυτό της και με απαλές κινήσεις απομακρύνθηκε από κοντά του. Έπρεπε να φανεί δυνατή. Αν ξυπνούσε δίπλα του, θα του έστελνε λάθος μήνυμα και θα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση – θα του έστελνε το μήνυμα Είμαι στη διάθεσή σου. Και δεν είχε περιθώριο να επιτρέψει να της συμβεί απέναντι σ’ αυτό τον άντρα. Έπρεπε να είναι στην καλύτερη φόρμα για να τον αντιμετωπίσει όταν, στο Λονδίνο πια, θα γκρίνιαζε και θα αντιστεκόταν στις προσπάθειές της να τον αναμορφώσει. Έπρεπε αμέσως να του περάσει το μήνυμα πως ήταν κυρία του εαυτού της. Ό,τι συνέβη στο Ντέβον θα έμενε στο Ντέβον. Και το να μείνει ξαπλωμένη δίπλα του περιμένοντάς τον να ξυπνήσει για να την πάρει ξανά δεν έστελνε αυτό το μήνυμα. Θα έπρεπε είτε να τον παρασύρει εκείνη είτε να εξαφανιστεί από το κρεβάτι. Διάλεξε το δεύτερο. Παρά το πόσο, μα πόσο πολύ ήθελε να του σερβίρει ένα απολαυστικό ερωτικό πρωινό.


Όταν κατέβηκε βρήκε τη μητέρα του στην κουζίνα. «Καλημέρα, Άντι» της είπε εκείνη και κατευθείαν της έβαλε μια κούπα τσάι και πρότεινε να το πιουν στη βεράντα. Η Άντι συμφώνησε με χαρά. Έμειναν σιωπηλές για μερικά λεπτά χαζεύοντας το πρωινό φως να παιχνιδίζει στους αγρούς και τα παιχνίδια των αλπακάδων. «Έχετε εδώ ένα μικρό παράδεισο» είπε η Άντι με την κούπα ανάμεσα στις παλάμες της. Η Ντελφίν αναστέναξε και ένευσε. «Είναι πολύ μακριά από τη φούρια και την ένταση του Λονδίνου, αυτό είναι σίγουρο.» «Θα πρέπει να ξεκινήσετε ένα αγροτικό ησυχαστήριο για τους στρεσαρισμένους ανθρώπους της πόλης» πρότεινε η Άντι. «Το Χιλ Τοπ θα ήταν ιδανικό τονωτικό.» Η Ντελφίν γέλασε. «Με αυτό σίγουρα θα πάθαινε καρδιακό επεισόδιο ο Νέιτ.» Η Άντι κατάλαβε την ανησυχία στον τόνο της φωνής της άλλης γυναίκας και την κοίταξε πάνω από το χείλος της κούπας της. «Φοβάστε πως ο Νέιτ πηγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση;» Η Ντελφίν κοίταξε την Άντι. «Έχει μια δουλειά με μεγάλη δύναμη και πολύ άγχος, από την οποία δεν κάνει ποτέ διάλειμμα, και έναν πατέρα που πέθανε στα σαράντα τέσσερα από στεφανιαία νόσο. Ξέρω ότι ο Νέιτ είναι υγιής και προσέχει τον εαυτό του, αλλά η γενετική τα ξεπερνά αυτά. Δε χαλαρώνει ποτέ. Ούτε τις ελάχιστες φορές που τον παρασύρουμε και έρχεται εδώ. Εκτός από αυτή τη φορά…» πρόσθεσε και η Άντι έβλεπε στα μάτια της τι προσπαθούσε να μαντέψει «μαζί σου.» Η Άντι ένιωσε τις ενοχές από την προηγούμενη νύχτα να επιστρέφουν και να φέρνουν μαζί τους και τις τύψεις, που τρυπούσαν τη συνείδησή της. Η ατιμία κάνει πολύ κακό στο κέντρο μου. «Μμμ» απάντησε επιφυλακτικά. «Που να πάρει, είναι τόσο αποφασισμένος να συνεχίσει την παράδοση του πατέρα του» συνέχισε η Ντελφίν. «Είχε τον Νάιτζελ σαν είδωλο. Όταν στα δεκαπέντε του θέλησε να πάει να ζήσει μαζί του, μου ράγισε την καρδιά.» Η Άντι άκουσε τη λύπη στη φωνή της γυναίκας. «Πρέπει να ήταν δύσκολο.» Η Ντελφίν ένευσε. «Ξέρεις, όμως, τι λέει εκείνο το ρητό, πως, αν αγαπάς κάτι, πρέπει να το αφήσεις ελεύθερο;» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Αυτό έκανα.» «Και γύρισε πίσω;» «Όχι. Ξέρω ότι μας αγαπάει, θα έκανε τα πάντα για μας, αλλά όταν ο Νάιτζελ πέθανε τόσο ατιμασμένος – δεν είχα ξαναδεί τον Νέιτ έτσι ανένδοτο. Υποσχέθηκε στον πατέρα του πριν πεθάνει πως θα κατάφερνε να οδηγήσει την εταιρεία σε κέρδη δισεκατομμυρίων, και παρ’ όλο που ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών, κάθισε κάτω, τα σχεδίασε όλα και υπολόγιζε πως θα τα κατάφερνε μέχρι τα τριάντα πέντε του. Από τότε δουλεύει σαν τρελός.» Μάλιστα! Ξαφνικά η τρομακτική βιασύνη του Ναθάνιελ έβγαζε νόημα. Το έργο για τον κήπο της Αγίας Αγνής ήταν το εισιτήριό του για να περάσει τη γραμμή. Και εκείνη με την οργάνωση Σώστε τον Κήπο της Αγίας Αγνής στεκόταν στο δρόμο του. «Ας είναι ευλογημένος.» Η Ντελφίν τής χαμογέλασε ανήσυχη. «Είναι αποφασισμένος να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον ετοιμοθάνατο πατέρα του, αλλά αυτή η υπόσχεση έχει κατακυριεύσει τη ζωή του.» Η Άντι σκέφτηκε τον πολύτιμο ροδόκηπο. Η φήμη του Νάιτζελ Μοντγκόμερι ήταν αμαυρωμένη με δεκάδες σκοτεινές συμφωνίες και αμφέβαλλε πως εκείνος θα ξανασκεφτόταν το ενδεχόμενο να μην γκρεμίσει με μια μπουλντόζα διακόσια χρόνια ιστορίας για να φτάσει το μαγικό δισεκατομμύριο. Άραγε η τελευταία υπόσχεση που έδωσε ο Ναθάνιελ στον πατέρα του θα


κατάφερνε να αποσιωπήσει τη φωνή της λογικής; «Το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά;» ρώτησε. «Όχι, όχι» απάντησε η Ντελφίν. «Θέλω να πιστεύω πως ο Νέιτ μετά από τόσα χρόνια που έζησε με τις δικές μου ευαισθησίες δεν εξελίχθηκε έτσι. Έχει ιδιαίτερα οξυμένη αίσθηση του σωστού και του λάθους και υπερηφανεύεται γι’ αυτήν. Γι’ αυτόν τα πράγματα είναι άσπρα και μαύρα, ενώ ο Νάιτζελ έπαιζε στις πιο γκρίζες περιοχές. Αλλά» ανασήκωσε τους ώμους της «ο Νάιτζελ ήταν ο πατέρας του – που, παρ’ όλα αυτά με τη δουλειά του, ξεκίνησε από την απόλυτη φτώχεια και έγινε ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, και ο Νέιτ τον σεβόταν γι’ αυτό.» Η Άντι άνοιξε το στόμα της για να ρωτήσει κάτι ακόμα, αλλά το μετάνιωσε – δεν ήξερε σχεδόν καθόλου τη μητέρα του Ναθάνιελ. Ουσιαστικά δεν είχε καμιά δουλειά να μπλεχτεί. Η Ντελφίν την κοίταξε με το ένα της φρύδι ανασηκωμένο. «Πες το, Άντι.» «Απλώς αναρωτιόμουν πώς καταλήξατε μαζί του. Η φήμη του συζύγου σας ήταν κάπως… βρόμικη, αν δε σας πειράζει που το λέω, και εσείς φαίνεστε ευθύς άνθρωπος.» Η Ντελφίν χαμογέλασε. «Γιατί νομίζεις ότι χωρίσαμε;» Κούνησε το κεφάλι και έμεινε να κοιτάζει μέσα στην κούπα της. «Έχω την τάση να περιμαζεύω τους αδέσποτους, και εκείνος ήταν τόσο χαμένος και απεγνωσμένος για λίγη αγάπη όσο κανείς από όσους είχα γνωρίσει. Ο Νάιτζ είχε μεγαλώσει σε ιδρύματα, ήταν πάμπτωχος αλλά είχε αυτή την αποφασιστικότητα να μεγαλουργήσει. Να κάνει το όνομα Μοντγκόμερι συνώνυμο του πλούτου. Το κίνητρο και η φιλοδοξία του ήταν μεταδοτικά, και τον αγάπησα. Τον αγαπούσα μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ακόμα τον αγαπώ μάλλον. Αλλά η αγάπη μου δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τη φιλοδοξία του ή όλα αυτά που ήταν διατεθειμένος να κάνει προκειμένου να τα καταφέρει.» Η Άντι άκουγε την απογοήτευση στη φωνή της Ντελφίν. «Λυπάμαι πολύ.» «Μη λυπάσαι.» Η Ντελφίν χαμογέλασε και χτύπησε φιλικά το χέρι της Άντι. «Με αγαπούσε με το δικό του τρόπο – απλώς δε με αγαπούσε περισσότερο απ’ όσο το όνειρό του να πλουτίσει. Και αυτό δε μου ήταν αρκετό.» Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. «Γι’ αυτό ανησυχώ για τον Νέιτ. Και είμαι χαρούμενη που βρήκε κάποια σαν εσένα. Μπορεί εσύ να καταφέρεις να του μάθεις ότι η ζωή δεν είναι μόνο ο τραπεζικός λογαριασμός.» Η Άντι ένιωσε σαν να της μαχαίρωσε τη συνείδηση με έναν σουγιά. Κοκκίνισε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να υποκρίνεται άλλο. «Λυπάμαι τόσο πολύ, δεν είμαστε –» Τα χείλη της Ντελφίν σούφρωσαν και η Άντι κατσούφιασε. «Εντάξει» της είπε. «Είχαμε καταλάβει με τη μαμά πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Αλλά μπράβο σου που το έφτασες μέχρι τέλους.» Η Άντι παραλίγο να πνιγεί. Και πού να ήξερε. «Ήμουν σίγουρη πως ο Νέιτ θα λύγιζε και θα το ομολογούσε όταν θα ερχόταν η ώρα να μοιραστείτε το κρεβάτι» συνέχισε η Ντελφίν «αλλά αντέξατε και οι δυο. Σε προσέλαβε;» Αυτή τη φορά η Άντι παραλίγο να πνιγεί από την ωμότητα της ερώτησης, ενώ η Ντελφίν τής χτυπούσε την πλάτη ελαφρά. «Δε με προσέλαβε» είπε θιγμένη, όταν κατάφερε να μιλήσει, αν και της ήταν δύσκολο να ακολουθήσει το δρόμο της αρετής έχοντας βοηθήσει στο να εξαπατήσουν τη μητέρα και τη γιαγιά του. Η Άντι άρχισε να διηγείται όλη την ιστορία και όση ώρα η Ντελφίν άκουγε κάγχαζε. «Εύχομαι να μπορούσα να είμαι μια μύγα στον τοίχο εκείνου του νοσοκομείου.» Γέλασε κι άλλο και κρατούσε το στήθος της. «Αχ, Άντι, είσαι μια ανάσα δροσιάς. Ακριβώς αυτό που χρειάζεται ο γιος μου.»


«Νομίζω πως δεν έχω εντυπωσιάσει καθόλου το γιο σας.» «Λοιπόν, νομίζω πως κάνεις λάθος σ’ αυτό, αλλά, πάντως, εμείς έχουμε εντυπωσιαστεί. Η ιδέα σου να προωθήσεις τις γούνες από αλπακά στο μαγαζί σου και εκείνη η υπέροχη καρφίτσα που έδωσες στη μαμά για τα γενέθλιά της φρόντισαν γι’ αυτό. Αντελαΐντ Κόλινς, θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτη εδώ.» Τράβηξε την Άντι από τον ώμο και την αγκάλιασε. Η Άντι ένιωσε ένα φούσκωμα στο στήθος της καθώς κλεινόταν στη μητρική αγκαλιά. Μέσα σε δυο μόλις μέρες, εδώ, σε μια φάρμα αλπακά στο Ντέβον, ένιωσε περισσότερη οικογενειακή θαλπωρή απ’ όση είχε νιώσει ποτέ με τους δικούς της, πανέξυπνους αλλά απίστευτα εγωκεντρικούς γονείς. «Ε... χμ!» Η Άντι αποτραβήχτηκε ένοχα από την αγκαλιά στο άκουσμα της πολύ αρρενωπής, πολύ λακωνικής φωνής πίσω τους. Η Ντελφίν δε φάνηκε να νοιάστηκε. «Ήρθες, γλυκέ μου» είπε και σηκώθηκε όρθια χαμογελώντας πλατιά στο γιο της και κάτι κοντά στην καρδιά της Άντι άρχισε να πονά. «Θα φτιάξω πρωινό. Ξέρω ότι έχεις πολλές δουλειές και βιάζεσαι να επιστρέψεις στο Λονδίνο.» Η Άντι κοιτούσε το φρεσκοξυρισμένο χαμόγελο που έστειλε στη μητέρα του. Ένα αληθινό χαμόγελο γεμάτο αγάπη, που έκανε την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. Ο Ναθάνιελ έπιασε το χέρι της Ντελφίν καθώς περνούσε και την τσίμπησε. Έπειτα, προτού ακολουθήσει τη μητέρα του, έριξε μια ματιά στην Άντι. Παρ’ ότι ο ήλιος είχε ζεστάνει για τα καλά, ένιωσε τρέμουλο. Απ’ ό,τι φαινόταν, η πρώτη περίπτωση ίσχυε τελικά. Ένιωθε φρίκη. Τρομερή φρίκη. *** Ο Ναθάνιελ είχε ξυπνήσει χωρίς να ξέρει τι θα έπρεπε να κάνει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως είχε πάρα πολύ καιρό να νιώσει τόσο ξεκούραστος. Και ένιωθε καλά. Μέχρι και ο πόνος στο μηρό και τον αστράγαλό του φαινόταν να έχει μειωθεί, πράγμα το οποίο ήταν σχεδόν σαν θαύμα μετά από όλη αυτή τη γυμναστική που έριξε κάτω από τα σκεπάσματα. Μέχρι που έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά στον καθρέφτη την ώρα που ξυριζόταν. Έπειτα όμως, όταν είδε τη μητέρα του να αγκαλιάζει την Άντι, σαν κάτι να τάραξε την διάχυτη ηρεμία. Τι στο διάβολο σκεφτόταν; Ότι εκείνος και η Άντι θα μπορούσαν να είναι μαζί; Ότι θα μετακόμιζαν στο Ντέβον, θα φορούσαν πόντσο από αλπακά και θα ζούσαν χαρούμενοι για πάντα; Εκείνος και η Άντι είχαν κάνει συμφωνία για ένα Σαββατοκύριακο. Και είχε φανεί πραγματικά αδιάλλακτος πάνω σ’ αυτό. Ο τρόπος που ζούσαν τις ζωές τους ήταν σαν τη μέρα με τη νύχτα. Κινούνταν σε εντελώς διαφορετικούς κύκλους. Και ήταν σε αντίθετες πλευρές σε ένα ζήτημα -σε ένα από πολλά, οπωσδήποτε- που για τη δική της πλευρά θα τελείωνε άσχημα. Τι σημασία είχε κι αν είχε ξυπνήσει και είχαν εξαφανιστεί όλες οι ιδιοτροπίες του; Του άρεσαν οι αναθεματισμένες ιδιοτροπίες του. Τις είχε ανάγκη – τον έκαναν να νιώθει ζωντανός. Δεν είχε χρόνο


να χαλαρώσει και σίγουρα ούτε να αφοσιωθεί σε έναν άνθρωπο μόνιμα. Εάν είχε, αυτός ο άνθρωπος δε θα ήταν η Άντι Κόλινς. Οι χαλαροί άνθρωποι δεν καταφέρνουν τίποτα. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ ενοχλητική, που να πάρει. Όχι, το καλύτερο ήταν να παραμείνει στο αρχικό πλάνο. Να αφήσει την Άντι στο σπίτι της, να την ευχαριστήσει για το Σαββατοκύριακο και να τη βγάλει από το μυαλό του. Φυσικά, το πώς θα κατάφερνε να ξεχάσει τη μυρωδιά και τη γεύση της δεν το ήξερε. Ή εκείνο το μικρό αναστεναγμό που έβγαζε από το βάθος του λαιμού της όταν τη φιλούσε. Είχε ξυπνήσει πάνω από τριάντα πέντε λεπτά τώρα και ακόμα τον άκουγε να παίζει στο μυαλό του σαν μια επίμονη μουσική. Όμως γι’ αυτόν το λόγο δούλευε δεκαέξι ώρες τη μέρα, σωστά; Όταν δουλεύει κανείς σκληρά δεν έχει χρόνο για καλοπέραση. Απλώς έπρεπε να ξεκινήσει αμέσως. Να συνεχίσει να δουλεύει σκληρά μέχρι να πετύχει το στόχο του. Το στόχο, θύμισε στον εαυτό του, από τον οποίο εκείνη και οι φίλοι της προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν να πετύχει. Και δε θα ένιωθε ενοχές. Χρειαζόταν τη γη που καταλάμβανε ο κήπος. Ή μάλλον την πρόσβαση που θα του παρείχε για την ανάπτυξη της κύριας περιοχής της Αγίας Αγνής. Χωρίς αυτόν, ο προϋπολογισμός θα εκτινασσόταν και τα οικονομικά αποτελέσματα θα ήταν πολύ δυσάρεστα. Και εκείνος θα έμενε πολύ πίσω στο στόχο του. Είχε αγοράσει τον κήπο σε μια τιμή λογική και δίκαιη. Ήταν δικός του για να τον κάνει ό,τι θέλει. Δεν είχε σκοπό να αφήσει το καλό σεξ και τη φυσική αναζωογόνηση να κάνουν το σχέδιό του άνω κάτω. «Τι ώρα θέλεις να ξεκινήσουμε;» Ο Ναθάνιελ γύρισε, ενώ η Άντι έμπαινε στην κουζίνα. Τον τρόμαξε το γεγονός πως, ενώ τόση ώρα εμψύχωνε τον εαυτό του, μόλις την είδε ένιωσε αμέσως την επιτακτική ανάγκη να την πάρει στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει μέχρι να τον παρακαλέσει για έλεος. Έσφιξε τα χέρια του στο γοφό του. «Μόλις πάρω πρωινό.» Ο Ναθάνιελ χάρηκε που δεν ήταν η μητέρα του στο δωμάτιο για να δει αυτή την ψυχρή συνάντηση. Αλλά ήταν απαραίτητο να μείνει συγκεντρωμένος στο σχέδιο. Αν ακολουθούσε την ορμή του να τη στριμώξει στον τοίχο, το αντίο δε θα γινόταν ευκολότερο. «Εσύ έφαγες;» τη ρώτησε. Κούνησε το κεφάλι της. «Ήπια μια κούπα τσάι.» Ο Ναθάνιελ ένευσε, ενώ για μια στιγμή ή και λίγο περισσότερο και οι δύο απέφευγαν να κοιταχτούν. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά σε αλογοουρά και ήθελε να τα λύσει και να τα κοιτάζει να πέφτουν στους ώμους της – κατά προτίμηση ενώ εκείνη θα ήταν σε οριζόντια θέση. «Θα σου έφερνα πρωινό σε λίγο» του είπε. Ο Ναθάνιελ την κοίταξε, η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατότερα, καθώς τα βλέμματά τους ενώθηκαν. Δεν υπήρχε περίπτωση να κατάφερναν να σηκωθούν από εκείνο το αναθεματισμένο, παρηκμασμένο κρεβάτι, αν του είχε ανεβάσει πρωινό. Που να πάρει.


Έκανε ένα βήμα πιο κοντά της, το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο στόμα της, καθώς η θέλησή του να την αγγίξει αρνούταν να υποταχτεί άλλο. «Άντι –» Αλλά η γιαγιά του διάλεξε αυτήν ακριβώς τη στιγμή για να εμφανιστεί και εκείνος βγήκε από τη ζάλη του. «Κάτι μυρίζει όμορφα, γλυκά μου παιδιά» είπε. *** Το ταξίδι της επιστροφής με τη λιμουζίνα ήταν ακριβώς όπως το περίμενε η Άντι, όπως και το ταξίδι προς το Ντέβον. Όλο δουλειά, δουλειά, δουλειά. Ταπ, ταπ, ταπ στο πληκτρολόγιο, χαρτιά από δω κι από κει και ασταμάτητο ντριν, ντριν, ντριν από τα τηλεφωνήματα. Ανάμεσα σ’ όλα αυτά, σιωπή. Η Άντι κοίταζε έξω από το παράθυρο – αρκούταν να τον περιμένει να κάνει αυτός την πρώτη κίνηση. Καταλάβαινε ότι φοβόταν λίγο. Είχε δει τη σύγχυση στο βλέμμα του ακριβώς πριν τους διακόψει η γιαγιά του. Άλλωστε και η Ρώμη δε χτίστηκε μέσα σε μια μέρα. Αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να της πει κάτι. Αν δεν είχε σκοπό να επιβραδύνει τη λιμουζίνα αρκετά ώστε να μπορέσει να ανοίξει την πόρτα και να την κλοτσήσει στο πεζοδρόμιο, καθώς θα περνούσαν από την προβλήτα στο δρόμο για το γραφείο του, έπρεπε να της πει κάτι σαν αποχαιρετισμό. Αυτό το κάτι που υποπτευόταν πως ήδη βασάνιζε το μυαλό του, παρά τα όσα έκανε παράλληλα. Δυο ώρες μετά οι αγροί είχαν δώσει τη θέση τους στα προάστια, που τώρα άρχιζαν να εμφανίζονται στην περιοχή του ευρύτερου Λονδίνου, και το αυτοκίνητο έπρεπε να επιβραδύνει, καθώς η κίνηση της πόλης, ακόμα και την Κυριακή, έκανε την οδική κυκλοφορία πιο δύσκολη. Είδε τον Ναθάνιελ να χτυπά ρυθμικά το καλό του πόδι και χαμογέλασε. Μάλλον βασάνιζε πολύ αυτή η σιωπή. «Είσαι αμίλητη» της είπε ξαφνικά. Η Άντι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Φαίνεσαι πολύ απασχολημένος. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω.» Χτυπούσε τα δάχτυλά του στο πόδι του και εκείνη προσπαθούσε να μη σκέφτεται πού είχαν βρεθεί αυτά τα δάχτυλα, τη μαγική αίσθηση που είχαν προσφέρει στο κορμί της σαν κύματα, ενώ εκείνος έψαχνε να βρει τι να πει στη συνέχεια. «Σχετικά με αυτό που έγινε χτες το βράδυ –» Να το. Ακριβώς την ώρα που έπρεπε. «Δε χρειάζεται να το σκέφτεσαι, Νέιτ» τον διαβεβαίωσε. Το χαϊδευτικό του «Ναθάνιελ» έφερε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Για κάποιο λόγο πλέον θα ήταν για πάντα ο Νέιτ για κείνη. «Η χτεσινή βραδιά ήταν μια φευγαλέα στιγμή τρέλας, που τροφοδοτήθηκε από λίγο περισσότερο κρασί απ’ όσο έπρεπε και την εγγύτητα.» Κούνησε με το ζόρι τους ώμους της αδιάφορα. «Θεώρησέ το ξεχασμένο.» Σήκωσε το φρύδι του. «Πίστεψέ με, η χτεσινή νύχτα δεν είναι κάτι που θα ξεχάσω γρήγορα.» Βασικά, ναι. Είχε δίκιο. Αλλά ήθελε έναν τρόπο να φύγει, το καταλάβαινε, και με χαρά τού πρόσφερε έναν. Λίγες μέρες να ηρεμήσει πριν με κάποιον τρόπο καταφέρει να ξαναπέσει πάνω του.


«Ούτε εγώ» παραδέχτηκε κι εκείνη όσο πιο αδιάφορα μπορούσε. «Αλλά κατάλαβες τι εννοώ.» Τα γαλάζια μάτια του έκλεισαν με κάποια υποψία στο βλέμμα του, όπως της φάνηκε. «Οπότε το σύμπαν ξαναβρήκε την ισορροπία του;» Του χαμογέλασε αινιγματικά, σαν τη Μόνα Λίζα. «Κάτι τέτοιο» συμφώνησε. Όμως η επιχείρηση «Δαμάζοντας το Μεγιστάνα» μόλις τώρα ξεκινούσε. Έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο και, έτσι όπως σταματούσαν και ξεκινούσαν ξανά, έβλεπε φευγαλέα το Μάτι του Λονδίνου. Ο ήλιος αντικατοπτριζόταν στους θαλαμίσκους. Ευχήθηκε να ήταν μέσα σε έναν και να ζει την αγνή απόλαυση που δίνει το να βλέπεις την πόλη σου σαν επισκέπτης αντί για να βρίσκεσαι μέσα σε μια λιμουζίνα με ένα αμετανόητο μεγιστάνα. «Ήξερες» του είπε χαμένη στους συλλογισμούς της «ότι από την κορυφή του Ματιού, αν έχει καθαρή μέρα, μπορείς να δεις μέχρι τον Πύργο των Ουίνδσορ;» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Δε θα μπορούσα να το ξέρω. Δεν έχω πάει ποτέ.» Η Άντι πετάρισε τα μάτια της, καθώς γύριζε να τον κοιτάξει. «Δεν έχεις πάει ποτέ στο Μάτι;» Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Δεν έχω μπει στα κόκκινα λεωφορεία που κάνουν τουριστικές διαδρομές ούτε στον Πορτομπέλο Ρόουντ ή στο Μπάκιγχαμ. Δεν έχω χρόνο να το παίζω τουρίστας, Άντι.» «Είσαι πολύ απασχολημένος βγάζοντας χρήματα;» τον ρώτησε γλυκά. Το όμορφο στόμα του έγινε μια ευθεία γραμμή, καθώς συνοφρυώθηκε. «Δε θα απολογηθώ επειδή είμαι πλούσιος. Έχω θέσει στόχους και έχω δουλέψει σκληρά.» Η Άντι κούνησε το κεφάλι της – ήταν σε χειρότερο βαθμό άρνησης απ’ όσο πίστευε. Κοίταξε ολόγυρα το πολυτελές όχημα με τον ένστολο οδηγό και όλες τις σύγχρονες ανέσεις του γραφείου. Τον συνηθισμένο οδηγό του, όπως είχε πει και η Μάργκαρετ. «Είμαι σίγουρη ότι δεν έχεις μπει ούτε στο μετρό, σωστά;» «Φυσικά και έχω μπει» της αποκρίθηκε εκνευρισμένος. Του έριξε ένα βλέμμα με μισόκλειστα μάτια, έτσι όπως της απάντησε με αρνητισμό. «Πόσος καιρός έχει περάσει; Από τότε που μπήκες στο μετρό τελευταία φορά;» «Μάλλον από τότε που πήγαινα στο δημοτικό σχολείο.» Κούνησε το κεφάλι της. «Και θεωρείς πως είσαι Λονδρέζος.» Έτσι ξαφνικά κατάλαβε πως έπρεπε να τον βοηθήσει. Ο άνθρωπος αυτός ζούσε σε μια από τις πιο έντονες και συναρπαστικές πόλεις και δεν το έβλεπε. Έπρεπε να επανασυνδεθεί. Ίσως τότε να μη βιαζόταν τόσο να την γκρεμίσει. Χτύπησε το τηλέφωνό του και απάντησε. «Άντι, θα είναι πάντα εδώ» είπε την ώρα που το έβαζε στο αυτί του. Τέλος της συζήτησης. Τον κοιτούσε που έψαχνε να βρει κάποια χαρτιά μέσα από μια στοίβα στη διπλανή του θέση και τον άκουγε να φλυαρεί για κάποια γεγονότα και αριθμούς με όποιον ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής. Αναρωτήθηκε αν καταλάβαινε ότι, ενώ το Λονδίνο πάντα θα βρισκόταν εδώ, θα μπορούσε να μη βρίσκεται εκείνος. Άραγε είχε συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστη είναι η ζωή; Ότι ένα καρδιακό επεισόδιο μπορεί να σκοτώσει μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα; Ότι μέσα σε λίγες μόνο ώρες μπορούν, από εκεί που


όλα είναι προγραμματισμένα, να έρθουν τα πάνω κάτω και ένας γιατρός που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ να σου ανακοινώνει νέα που σου κόβουν τα γόνατα; Πάσχετε από λευχαιμία. Αν η Άντι είχε μάθει κάτι στα είκοσι εφτά χρόνια που ζούσε σε τούτη τη γη ήταν το πόσο πολύτιμη ήταν η ζωή και πως δεν πρέπει καμιά μέρα να θεωρείται δεδομένη. Και για το καλό της Ντελφίν, της Γιούνις και του ροδόκηπου -αλλά περισσότερο απ’ όλους για τον Ναθάνιελ-, είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει τη χάρη. Έκλεισε τα μάτια της και πήρε μερικές βαθιές ανάσες, τον έβγαλε από το μυαλό της, καθώς συνειρμικά ανακαλούσε τη γοητεία του π και αναλογιζόταν τα δεκαδικά ψηφία στη σειρά τους, που έφταναν ως το άπειρο. Τα φαντάστηκε να εκτείνονται σε μια γραμμή που χανόταν σε μια μακρινή καταχνιά και μια αίσθηση ηρεμίας την κατέκλυσε, καθώς κάθε ένα ψηφίο έσπρωχνε αυτή την καταχνιά όλο και πιο μακριά. Μπορούσε να το καταφέρει. Μπορούσε να βοηθήσει τον Νέιτ. Μπορούσε να κρατήσει το σύμπαν σε ισορροπία. Απείχαν μόλις λίγα μέτρα από τις προβλήτες όταν τελικά ο Ναθάνιελ έκλεισε το τηλέφωνο και την έβγαλε από τη συγκέντρωσή της. «Συγνώμη» έκανε μια γκριμάτσα, αλλά η Άντι δεν πίστευε ότι λυπόταν στ’ αλήθεια. Υποπτευόταν πως μάλλον ήταν χαρούμενος που δε χρειαζόταν να της μιλάει. «Θα πω στον Καρλ να σε πετάξει στο σπίτι και θα συνεχίσω για το γραφείο για να συνεχίσω με τη δουλειά που μαζεύτηκε» είπε, ενώ κοιτούσε το τηλέφωνό του και με τον αντίχειρά του κυλούσε στο μενού. Η Άντι, που ένιωθε δυνατή και ήρεμη, ήταν αποφασισμένη να το παίξει χαλαρή. «Εντάξει.» Την κοίταξε. «Αυτό συμβαίνει όταν σταματάω να δουλεύω, ξέρεις. Δεν υπάρχει κανείς να τα κάνει αντί για μένα.» Η Άντι σκέφτηκε πως διέκρινε αμυντικότητα στο ύφος του. Μάλλον περίμενε πως θα αντιδρούσε. Είχε συνηθίσει άραγε να του κάνουν σκηνές οι γυναίκες που ήθελε να αποφύγει; Αντί γι’ αυτό, εκείνη του χαμογέλασε και παρατήρησε τη σύγχυση στο βλέμμα του. Προφανώς τον είχε μπερδέψει και, όπως καταλάβαινε, δεν του άρεσε να χάνει τον έλεγχό του. Ήξερε ακριβώς πώς ένιωθε. «Μήπως θα έπρεπε να υπήρχε;» του πρότεινε. Την κοίταξε ξανά σαστισμένος σαν να μην κατανοούσε την ιδέα της ανάθεσης αρμοδιοτήτων. «Τέλος πάντων» είπε και το βλέμμα του ήταν ξανά επαγγελματικό, καθώς της έδινε το χέρι του «Σε ευχαριστώ πολύ για το Σαββατοκύριακο. Με έβγαλες από μια δύσκολη θέση και η οικογένειά μου σε λάτρεψε, οπότε – σε ευχαριστώ.» Η Άντι πήρε το χέρι του και ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Σοβαρά;» τον ρώτησε, ενώ κοιτούσε τα χείλη του και σκεφτόταν κάποια πιο πολιτισμένα αντίο. «Θέλεις να σφίξουμε τα χέρια;» Αισθάνθηκε το καθαρό γαλάζιο βλέμμα του να σκορπά την αύρα της θάλασσας στο στόμα της και να της ξυπνά καυτές αναμνήσεις από τη νύχτα που πέρασε. «Νομίζω ότι είναι το φρόνιμο, δεδομένης της κατάστασης.» Ανασήκωσε το φρύδι της. «Ακόμα και αφότου σου έβαλα αλοιφή στο πόδι και σ’ το έτριψα και έπειτα τρίφτηκα εγώ πάνω σου σαν καμιά τρελαμένη γάτα;» Το χέρι του έπεσε και ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση όταν τον είδε να ξεροκαταπίνει. «Άντι.» «Ακόμα και όταν με έγλειψες τις μικρές ώρες της νύχτας και τελείωσα τόσο δυνατά, που


ξύπνησα όλους τους αλπακάδες της περιοχής και τις περισσότερες από τις αγελάδες του Μπιλ;» Η απαλή γραμμή στο λαιμό του τεντώθηκε. «Άντι, πρέπει να κρατήσουμε στη σωστή του διάσταση αυτό που συνέβη.» «Παρ’ όλο που» συνέχισε, ενώ έβαλε το χέρι της στο μηρό του «βάζω στοίχημα μέχρι και την τελευταία μου πένα πως και τώρα είσαι ερεθισμένος;» Το ζεστό του γαλάζιο βλέμμα συνάντησε το δικό της και έμειναν για μια στιγμή αμίλητοι. Διέκρινε την αποφασιστικότητά του να παραμείνει σταθερός να εντείνεται ακόμα και την ώρα που ο μηρός του τεντωνόταν κάτω από το χέρι της. «Είμαι άντρας. Κάνε μου μήνυση. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι δε θέλω να βγεις από το αυτοκίνητο ώστε να επιστρέψει ο καθένας στη γωνιά του.» Η Άντι άρχισε να ανεβάζει το χέρι της πιο ψηλά, μέχρι που εκείνος τη σταμάτησε βάζοντας το δικό του από πάνω. «Ωραία» του είπε με βραχνή φωνή και τον κοιτούσε μέσα στα μάτια του, που δε σάλευαν καθόλου. «Αλλά μην περιμένεις να σου πω αντίο διά χειραψίας σαν να σε γνώρισα πριν δύο λεπτά, Νέιτ.» Δεν ήταν σίγουρη ποιος από τους δυο τους έκανε την πρώτη κίνηση, αλλά το επόμενο δευτερόλεπτο βρισκόταν ανεβασμένη πάνω του και έσπρωχνε τη γλώσσα της μέσα στο στόμα του, τον χάιδευε πάνω από το πουκάμισό του και διαπίστωνε ότι είχε δίκιο για τη στύση του. Το χρειαζόταν αυτό. Μόνο ένα τελευταίο φιλί. Ένα τελευταίο ζήτω για τον ξεπεσμένο, ανύπαρκτο δεσμό τους πριν γυρίσει ο καθένας στη γωνιά του. Της έβγαλε την κορδέλα και έβαλε τα χέρια του μέσα στα μαλλιά της. Της κοβόταν η ανάσα όταν την τραβούσε απαλά και άφηνε το λαιμό της εκτεθειμένο στα άγρια χείλη, τα δόντια και τη γλώσσα του. Έβαλε και τα δυο του χέρια στους γλουτούς της, την τράβηξε κοντά του και εκείνη γύρισε το γοφό της για να νιώσει το βάρος του. Ακολούθησε το χέρι της, που τον έπιασε πάνω από το παντελόνι. Τα χείλη του βρήκαν ξανά τα δικά της και τα λεηλάτησε, της ρούφηξε την ανάσα μέχρι που η Άντι ζαλίστηκε. Το αυτοκίνητο επιβράδυνε – δεν το κατάλαβαν. Ακινητοποιήθηκε – ούτε αυτό το κατάλαβαν. Άνοιξε η πόρτα της Άντι – δεν αντιλήφθηκαν τίποτα. Ούτε καν ότι η πόρτα έκλεισε διακριτικά. Η ειρωνεία της τύχης ήθελε να είναι το κινητό του αυτό που θα τρυπούσε τη φυσαλίδα τους σαν καμπανάκι που σημαίνει την καταδίκη. Αποτραβήχτηκαν, τα στήθη τους ανεβοκατέβαιναν, ενώ το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα. Ο Ναθάνιελ φαινόταν σαν να του έριξε κάποιος γροθιά στο πρόσωπο, όπως ακριβώς ένιωθε κι εκείνη, και για μια στιγμή κανείς από τους δυο τους δεν κινήθηκε ούτε είπε κάτι. Το αναθεματισμένο το τηλέφωνο, όμως, δεν αντιλαμβανόταν τίποτα. Η Άντι το σήκωσε και το χτύπησε με φόρα στο στήθος του, νιώθοντας ακόμα τα χέρια του στους γλουτούς της και το γοφό της να σκεπάζει τον δικό του. «Έτσι» του είπε «αποχαιρετάς κάποιον με τον οποίο ήσουν στο κρεβάτι όλη τη νύχτα.» Και με όση αξιοπρέπεια μπόρεσε να μαζέψει, κατέβηκε από πάνω του και έψαξε να βρει το χερούλι της πόρτας. *** Ο Ναθάνιελ άντεξε τρεις μέρες. Για τρεις μέρες έλεγε στον εαυτό του να ξεχάσει την Άντι και τη νύχτα που πέρασαν μαζί και να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Για τρεις μέρες ξυπνούσε νωρίς το


πρωί και κοιμόταν αργά το βράδυ, έθαβε τον εαυτό του στις επαγγελματικές συναντήσεις, τις κτηματομεσιτικές συμφωνίες και τις υπερατλαντικές κλήσεις. Για τρεις μέρες ρύθμιζε όλες τις λεπτομέρειες του έργου της Αγίας Αγνής. Ήταν ιδιότροπος και απαιτητικός και κυριολεκτικά εριστικός με το προσωπικό. Για τρεις μέρες η παραγωγικότητά του είχε εκτιναχτεί, γιατί, όποτε σταματούσε, τη φαιά του ουσία καταλάμβανε η Άντι με λουλούδια στα μαλλιά και τίποτα άλλο εκτός από μοβ εσώρουχα τραβηγμένα στην άκρη σαν εξωτική χορεύτρια. Και ένα πρωινό, μετά το «Κύριε, έχετε γίνει ένας ανυπόφορος γάιδαρος, σταματήστε επιτέλους!» που άκουσε από την ιδιαιτέρα του, βρέθηκε να περπατά, χωρίς να κουτσαίνει πια, προς το κατάστημα Ψυχή και Πνεύμα. Η νεαρή γυναίκα που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο μασούσε μια τσίχλα και λίμαρε τα νύχια της. Τον ενημέρωσε πως η Άντι δεν είχε έρθει ακόμα και έτσι βρέθηκε να περπατά δυσανασχετόντας ανάμεσα στο λιγοστό πλήθος για να βρει το Άιντα Μέι. Ήταν εννέα και μισή το πρωί. Δεν έπρεπε να είναι στη δουλειά; Το μαγαζί της ήταν άδειο και η υπάλληλος της ήταν λίγο περισσότερο άνετη απ’ όσο έπρεπε. Δεν την ένοιαζε η επιχείρησή της; Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα μπορούσε να αγοράσει ένα διαμέρισμα εδώ, αν το έβλεπε σοβαρά; Μόλις πάτησε το πόδι του μέσα στο πολύχρωμο σκάφος, τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία πια. Σχεδόν δεν παρατήρησε τα κόκκινα και ροζ γεράνια που στόλιζαν το επάνω μέρος ή το ότι η γάστρα ήταν βαμμένη σε ένα έντονο μπλε χρώμα με χρυσοκίτρινο ποίκιλμα. Ήταν απόλυτα επικεντρωμένος στο να τη δει ξανά. Οι πόρτες ήταν κλειστές και χτύπησε. Όταν μετά από πέντε δευτερόλεπτα δεν απάντησε κανείς, χτύπησε ξανά. Η Μάργκαρετ είχε δίκιο. Αυτό έπρεπε να σταματήσει. Και μισούσε το γεγονός πως το κορμί του ήξερε ότι η Άντι ήταν η απάντηση, αλλά τώρα έπρεπε απλώς να το κάνει να σταματήσει. Εάν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να κάνει ό,τι χρειαζόταν για να τη βγάλει από μέσα του, ας είναι. Ήταν έτοιμος να χτυπήσει για τρίτη φορά, όταν άνοιξε και εμφανίστηκε μπροστά του η Άντι φορώντας κάτι σαν φόρμα εργασίας και ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της χωρίς να καταλαβαίνει τι γίνεται. «Νέιτ;» Δεν έκανε καν τον κόπο να τη διορθώσει. Μόλις την είδε, η καρδιά του σταμάτησε και του φάνηκε πως το όνομά του ποτέ δεν είχε ακουστεί πιο όμορφο στα αυτιά του. Την είχε ακούσει να τον φωνάζει στα όνειρά του τις τελευταίες νύχτες και ήθελε να το ακούσει και στην πραγματικότητα, ξανά και ξανά, ενώ θα μπαίνει μέσα της. «Τι θέλεις;» Ο Ναθάνιελ έσφιξε τα χέρια στη μέση του, καθώς σκεφτόταν διάφορες απαντήσεις, αλλά ο δυνατός χτύπος της καρδιάς του και ο παλμός στο υπογάστριό του ξεπερνούσαν τους βασικούς κανόνες ευγένειας για έναν κύριο. «Εσένα» της απάντησε κοφτά. Κοιτούσε τα μάτια της, που άνοιγαν διάπλατα, και άκουσε τη γρήγορη και κοφτή ανάσα της. «Δε νομίζω πως είναι καλή ιδέα.» Ο Ναθάνιελ δε θα μπορούσε να συμφωνήσει περισσότερο μαζί της. «Είναι μια πολύ, πολύ κακή


ιδέα. Αλλά σε θέλω όπως και να ’χει.» Τα δάχτυλά της έσφιξαν το πόμολο της πόρτας. «Πρέπει να αντισταθείς.» Ο Ναθάνιελ ανασήκωσε το ένα του φρύδι. Εκτός από το βόμβο της καρδιάς του στα αυτιά του δεν άκουγε τίποτε άλλο. Είχε δίκιο – έπρεπε να έχει. «Δεν ωφελεί να αντιστέκομαι.» Εννοούσε ερωτικά ή σε σχέση με το ροδόκηπο; «Και αυτό τι ακριβώς σημαίνει;» τον ρώτησε και το καρύδι στο λαιμό της ανεβοκατέβαινε. «Σημαίνει ότι σε ελάχιστα δευτερόλεπτα θα σε φιλήσω -δυνατά και για πολύ- και μετά θα σε ρίξω σε ένα κρεβάτι, διάολε, ή στο πάτωμα, αν το κρεβάτι είναι πολύ μακριά, θα σε γδύσω και θα σε κάνω να τελειώσεις τόσο δυνατά, που όλοι οι τουρίστες που είναι εδώ σήμερα θα έχουν κάτι να θυμούνται. Και, Άντι, αν δεν το θέλεις αυτό, καλύτερα να μου το πεις τώρα, γιατί ήδη κρέμομαι από μια λεπτή κλωστή.» Η ανάσα του ήταν βαριά όταν τελείωσε, το στήθος του σφυροκοπούσε, καθώς οι εικόνες που της περιέγραψε κυλούσαν ολοζώντανες μέσα στις φλέβες του και έκαναν τη φωτιά μέσα του να φουντώνει. Τα γκρίζα μάτια της συνάντησαν τα δικά του και την έβλεπε ότι πάλευε μέσα της. Αλλά εκείνο το τρελό φτερούγισμα στο λαιμό της, η ακανόνιστη ανάσα της και τα ρουθούνια της που ανοιγόκλειναν έλεγαν μια άλλη ιστορία. Δε μίλησε. Δεν αντέδρασε. Δεν κινήθηκε. Απλώς έμεινε εκεί, περίμενε. «Θα το πάρω σαν ναι» της είπε, την άρπαξε από τον καρπό και την τράβηξε πάνω του. Έκλεισε το στόμα της με το δικό του, ρούφηξε την ανάσα της μαζί με τη δική του, άνοιξε τα χείλη του διάπλατα και απαίτησε να τον αφήσει μέσα στο στόμα της, κι όταν τον άφησε βόγκηξε. Η γεύση της ήταν σαν το μάννα εξ ουρανού και μύριζε τόσο φρέσκα και γλυκά. Τη σήκωσε από τα χέρια και πισωπάτησε μέσα στη βάρκα. Οι πόρτες έκλεισαν πίσω τους και τώρα ήταν δροσερά και σκοτεινά. Περπατούσαν ακόμα προς τα πίσω. Ακούμπησε τα χέρια του στους γλουτούς της, την τράβηξε κοντά του και εκείνη χωρίς να αντισταθεί κόλλησε πάνω του, ενώ το φιλί τούς τύλιγε μέσα σε μια καυτή δίνη. Πήγε να τραβήξει την μπλούζα της κι εκείνη την ώρα ένιωσε τα δάχτυλά της στη ζώνη του. Τα χέρια του διεκδίκησαν τα στήθη της, που ήταν πανέμορφα γυμνά, ενώ το πόδι του σκόνταψε σε κάτι και παραλίγο να πέσει. Έβρισε με σφιγμένα τα δόντια και ξέσπασε. «Τι στο διάβολο είναι αυτό;» ξεφύσησε και κοίταξε ένα σωρό από αιχμηρούς κρυστάλλους και κεριά που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Η Άντι πετάρισε τα μάτια της για λίγα δευτερόλεπτα. Το στόμα της ήταν υγρό και πρησμένο, καθώς κοίταξε στο πάτωμα. «Είναι ο κύκλος διαλογισμού» απάντησε λαχανιασμένη. Ο Ναθάνιελ δυσανασχέτησε. «Έκανες διαλογισμό;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Ναι.» Φυσικά και έκανε. Έγλειψε τα χείλη του, ενώ το νωθρό μυαλό του προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις πληροφορίες; Θεέ μου, τι έκανε εδώ; «Πειράζει;» τον ρώτησε. Καλή ερώτηση. Στεκόταν μπροστά του με το στήθος της λαχανιασμένο και γυμνό, το στόμα της απαλό και υγρό και μισάνοιχτο. «Όχι.» Έβγαλε το πουκάμισο από το παντελόνι και κατέβασε το


φερμουάρ του. «Βγάλε το παντελόνι σου» της είπε. Μόλις έμεινε γυμνή, ήξερε ότι δε θα κατάφερναν να φτάσουν σε κάποια μακρινή κρεβατοκάμαρα. Υπήρχε ακριβώς πίσω τους ένας τοίχος και την έσπρωξε πάνω του, τη σήκωσε ψηλά, οι αστράγαλοί της έκλεισαν γύρω από τη μέση του, όρμησε στα στήθη της και πριν το καταλάβει είχε μπει μέσα της και έσπρωχνε, τα χέρια της ήταν στα μαλλιά του και οι κραυγές της τον παρότρυναν – πιο βαθιά, πιο δυνατά, πιο γρήγορα. Κι άλλο. Ναι, ναι, ναι. Τώρα, τώρα, τώρα. Και στο τέλος μια δυνατή κραυγή, που σήμαινε το οριστικό τέλος στον παραλογισμό του να πιστεύει ότι θα μπορούσε να την κάνει δική του για μια φορά ακόμα και έπειτα να τη βγάλει από μέσα του για πάντα. Γιατί, όπως την κρατούσε πάνω του και κατέβαιναν από ψηλά, ήξερε ότι είχε πολύ δρόμο ακόμα με την Άντι Κόλινς. «Θέλω κι άλλο από αυτό» είπε με το μέτωπό του μέσα στο λαιμό της και ένιωθε το χτύπο της καρδιάς της να συνέρχεται αργά αργά. «Θέλω να σε ταξιδέψω.» Ο Ναθάνιελ σήκωσε το κεφάλι του. «Όχι.» Το βλέμμα της Άντι δεν έφυγε καθόλου από το δικό του. «Τότε δεν έχει άλλο από αυτό.» Ο Ναθάνιελ, που ήταν ακόμα σκληρός μέσα της, έκανε πίσω ελάχιστα και ικανοποιημένος είδε τα μάτια της κλειστά και το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει. «Δεν έχω χρόνο για να το παίζω τουρίστας.» «Έχεις χρόνο, όμως, να έρθεις στη βάρκα μου και να το παίζεις Ταρζάν;» «Που να πάρει, Άντι» γκρίνιαζε και μπήκε πιο βαθιά μέσα της. «Δεν έχω χρόνο.» Πήρε μια ανάσα και τον κράτησε από τους ώμους. «Μόνο μία ώρα την ημέρα χρειάζομαι.» Έφερε τα στήθη της μπροστά στο πρόσωπό του και έπαιξε με τους ώμους της. «Μετά μπορείς να έχεις όσο από αυτό θέλεις.» Σχεδόν έτρεξαν τα σάλια του πάνω από τις απαλές κορυφές που μπροστά στα μάτια του ζάρωναν. «Με εκβιάζεις την ώρα που κάνουμε σεξ;» «Ναι» είπε εκείνη ξεφυσώντας. «Κάνεις σκληρά παζάρια» μουρμούρισε και έσκυψε για να πιάσει στο στόμα του τη μια της φουσκωμένη θηλή, ενώ έμπαινε ξανά μέσα της. Η Άντι έκλεισε τα μάτια της. «Νομίζω ότι εσύ κάνεις σκληρά παζάρια.» Πέρασε άλλη μισή ώρα μέχρι να φύγει ο Ναθάνιελ.


Κεφάλαιο Ένατο Το επόμενο πρωί, όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, η Άντι σήκωσε το βλέμμα της από το καταφανώς πανάκριβο μπουκέτο με λουλούδια που είχε λάβει πριν από είκοσι λεπτά. Η Πένι την πλησίασε με έντονο βήμα, κρατώντας στα χέρια της ένα μπουκέτο με τριαντάφυλλα που θα μπορούσαν να προέρχονται μόνο από τον κήπο της Αγίας Αγνής. Η Άντι γεμάτη ενοχές ίσιωσε το κορμί της. Απέφευγε τα τηλεφωνήματα της φίλης της από τη μέρα που γύρισε στο Λονδίνο. Είχαν περάσει πολλά μαζί και η Πένι είχε την ικανότητα να βλέπει την αλήθεια μέσα της. Έριξε μια ματιά στο αποφασισμένο πρόσωπο της Πένι και αμέσως έσπασε. «Έκανα κάτι κακό, πολύ κακό.» Το βλέμμα της Πένι έπεσε στη φανταχτερή ανθοδέσμη όταν άφησε τη δική της στον πάγκο. «Πήγες μαζί του, έτσι δεν είναι;» Η Άντι ένευσε καταφατικά. «Είμαι ένοχη.» Πολύ ένοχη. Η συνεύρεσή τους στο Ντέβον ήταν μάλλον αναπόφευκτη, η χτεσινή όμως; Μετά από τρεις ημέρες με σχέδια για τη μεταμόρφωση του μεγιστάνα και εμψυχωτικά λογύδρια για το ότι θα πρέπει η σχέση τους να παραμείνει σε πλατωνικό επίπεδο και να εστιάσει στο να τον βοηθήσει, τα χάλασε όλα όταν ουσιαστικά πήδηξε πάνω του μόλις εκείνος χτύπησε την πόρτα της. Και έπειτα συμφώνησε να συνεχίσουν να βλέπονται. Ήθελε να πιστεύει πως είχε κάνει μια έξυπνη επιχειρηματική διαπραγμάτευση. Του το έφερε με όρους τους οποίους εκείνος καταλάβαινε. Αντάλλαξε κάτι που ήθελε εκείνος με κάτι που ήθελε εκείνη. Το παιχνίδι της ήταν μέσα στο οπτικό της πεδίο. Βρισκόταν στο κατώφλι της πόρτας του. Τα είχε καταφέρει. Η αλήθεια, όμως, είναι πως οι ορμόνες της είχαν κάνει τις διαπραγματεύσεις. Η Πένι ξεφύσησε. «Ήξερα ότι το να φύγεις μαζί του ήταν κακή ιδέα. Αυτός ο άντρας είναι απίστευτα γοητευτικός και κερδίζει πόντους έτσι.» Η Άντι σκέφτηκε ότι η λέξη γοητευτικός ήταν πολύ καθωσπρέπει για να περιγράψει τη ζεματιστή σεξουαλικότητα του Ναθάνιελ, αλλά δεν είχε σκοπό να λεπτολογήσει για το επίθετο. «Έχεις θυμώσει μαζί μου;» «Όχι. Απλώς ανησυχώ μήπως σε χρησιμοποιεί για να υπονομεύσει τη διαμαρτυρία για την Αγία Αγνή.» Η Άντι ήταν απολύτως σίγουρη ότι ο κήπος ήταν το τελευταίο πράγμα στο μυαλό του Ναθάνιελ όταν είχε καβαλήσει πάνω του σαν να ήταν η γυμνή καουμπόισσα της Νέας Υόρκης. «Και…» δίστασε η Πένι «δε νομίζω ότι κάνει για σχέση.» Η Άντι χαμογέλασε στη φίλη της. Παρ’ όλο που ήταν μοναχά δυο χρόνια μεγαλύτερη από εκείνη, η Πένι τη φρόντιζε σαν μητέρα από τότε που γνωρίστηκαν και ακόμα περισσότερο, αφού και οι δύο ήταν συντετριμμένες από το χαμό της Άλις. Μέχρι ένα σημείο το είχε επιτρέψει και η Άντι. Μάλλον από ενοχές επειδή σώθηκε. «Δεν επιδιώκω να κάνω σχέση μαζί του, Πεν. Είναι ο τελευταίος άντρας που θα ήθελα να είμαι


μαζί του – όλο δουλειά, δουλειά, δουλειά. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.» Ρίγησε. Ήταν μια ζωή την οποία εγκατέλειψε και δεν είχε σκοπό να γυρίσει ποτέ εκεί. «Απλώς προσπαθώ να τον βοηθήσω να χαλαρώσει λίγο και μετά τέλος. Μην ανησυχείς – δε θα τον αφήσω να υπονομεύσει τη διαμαρτυρία. Αν μη τι άλλο, έχω την ιδανική ευκαιρία να τον επηρεάσω εκ των έσω.» «Θα το κάνεις;» «Θα προσπαθήσω» απάντησε η Άντι. «Μόνο που πρέπει να κάνω προσεκτικά βήματα.» «Ναι» είπε η Πένι και έσφιξε το χέρι της Άντι. «Να προσέχεις. Δεν τον εμπιστεύομαι.» Η Άντι ευχόταν να μπορούσε να πει το ίδιο, αλλά δεν είχε τη δυνατότητα. Ήταν ο εαυτός της και είχε αυτή την παράξενη αίσθηση στο στομάχι της όταν σκεφτόταν τον Νέιτ που δεν μπορούσε να εμπιστευτεί. «Τι νεότερα έχουμε; Πού έχουμε φτάσει με τη διαμαρτυρία;» «Ο Ντέιβ θεωρεί πως μια θρησκευτική άποψη θα μπορούσε να σαμποτάρει τις εργασίες. Θα έφερνε λίγη ακόμα δημοσιότητα και θα ανέβαζε τον πυρετό στα ύψη.» Η Άντι γέλασε. Ο Ντέιβ ήταν ένας μηχανόβιος με γκρίζα γενειάδα, δυνατός και σωματώδης σαν φορτηγό. Αφότου υπέκυψε η εγγονή του από όγκο στον εγκέφαλο στο νοσοκομείο της Αγίας Αγνής πριν από καμιά δεκαετία, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει από φιλανθρωπίες πάρα πολλά χρήματα για τα παιδιά με καρκίνο. Παρά το παρουσιαστικό του, ήταν γλυκός σαν γατούλης, αλλά η σχέση του με το Θεό δεν ήταν πολύ καλή. «Αυτό πρέπει να έχει πολύ ενδιαφέρον» συλλογίστηκε. Η Πένι χαμογέλασε πλατιά. «Θα είναι υπέροχο.» *** Η Άντι έφτασε αμέσως στο γραφείο του Ναθάνιελ στη μία. «Καλησπέρα, Μάργκαρετ» είπε. «Μπορείς να ενημερώσεις τον Νέιτ ότι είμαι εδώ;» Τα μάτια της Μάργκαρετ αντίκρισαν την Άντι και πετάρισαν σαν της κουκουβάγιας πίσω από το μεταλλικό σκελετό. «Σε περιμένει;» Η Άντι ένευσε αρνητικά. «Αμφιβάλλω.» Έπρεπε να βγάλει το καπέλο στη Μάργκαρετ. Εκτός από την ανεπαίσθητη σύσπαση στα χείλη της, παρέμεινε εντελώς ανέκφραστη καθώς πίεσε το πλήκτρο της ενδοεπικοινωνίας και ανήγγειλε την επισκέπτρια. «Είμαι απασχολημένος» ακούστηκε μια κοφτή στριγκλιά. «Πες της ότι θα της τηλεφωνήσω εγώ.» Η ιδιαιτέρα γραμματέας τής έριξε μια ματιά σαν να της έλεγε: Η μπάλα είναι στο γήπεδό σου. Η Άντι τής χαμογέλασε. «Μάργκαρετ, θα μπω στο γραφείο του τώρα. Δε θα προσπαθήσεις να με εμποδίσεις, έτσι δεν είναι;» Η άλλη γυναίκα ένευσε αρνητικά. «Με τίποτα.» «Σ’ ευχαριστώ.» Η Άντι προχώρησε από το γραφείο της Μάργκαρετ και με τρεις δρασκελιές βρέθηκε στο κλειστό γραφείο του Ναθάνιελ. Όταν άνοιξε την πόρτα, εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Το βλέμμα του κόλλησε στο δικό της και της κόπηκε η ανάσα. Ο Ναθάνιελ πίεσε το πλήκτρο της ενδοεπικοινωνίας με το βλέμμα του κολλημένο πάνω της.


«Μάργκαρετ, απολύεσαι.» Η Άντι άκουσε το: «Μάλιστα, κύριε» της Μάργκαρετ, καθώς η πόρτα έκλεινε. Για μια στιγμή ή δύο κανείς τους δεν είπε τίποτα. Έπειτα μίλησε ο Ναθάνιελ. «Δεν το πιστεύω ότι φοράς αυτό το φόρεμα. Παίζεις βρόμικα.» Η Άντι, που περίμενε την αντίδρασή του, είχε επιλέξει εσκεμμένα το ίδιο φόρεμα που φορούσε στο πάρτι της γιαγιάς του. Σκέφτηκε ότι, αν του υπενθύμιζε τι υπήρχε από μέσα, η ζυγαριά ίσως να έγερνε υπέρ της. Ίσως να θεωρούταν βρόμικο παιχνίδι. Εκείνη όμως προτιμούσε να σκέφτεται ότι έπαιζε έξυπνα. «Δεν ξέρω σε τι αναφέρεσαι» του απάντησε. Σηκώθηκε όρθιος, τα χέρια του ήταν στο γοφό του, ενώ η Άντι τον πλησίαζε και θυμήθηκε πώς της έκλεψε την ανάσα εκείνη την ημέρα στη διαμαρτυρία, που ήταν τόσο υπέροχος με το κοστούμι του. Όπως και σήμερα. «Κοίτα» της είπε. «Μπορούμε να το κάνουμε αύριο αυτό;» Ένευσε καταφατικά, ενώ με τους δείκτες της τον έσπρωξε στην καρέκλα του. «Όχι, αν θέλεις να ξαπλώσεις με αυτό απόψε» μουρμούρισε και κάθισε στα πόδια του, όπως τότε στη λιμουζίνα, και για μερικά παραζαλισμένα δευτερόλεπτα, που φάνηκαν αιώνας, λεηλάτησε τα χείλη του χωρίς να της φέρει καμιά αντίρρηση. Όταν το χέρι του γλίστρησε σαν φίδι κάτω από το φόρεμά της, πάνω στο μηρό της, τραβήχτηκε. Αν συνέχιζε λίγο ακόμα τα σχέδιά της, θα έφευγαν από το παράθυρο προκειμένου να τον πάρει πάνω στο γραφείο του. Το οποίο θα σήμαινε ότι θα γινόταν το δικό του παιχνίδι. «Συμφωνήσαμε» του είπε. Τα πόδια της έτρεμαν. Έκανε δυο βήματα πίσω και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. Έβλεπε τα χέρια του να σφίγγουν τα μπράτσα της καρέκλας του, ενώ μέσα στο μυαλό του μαινόταν η μάχη. Μια μάχη που ήξερε πως προσπαθούσε να τη δώσει με βάση τη λογική, αλλά το φούσκωμα κάτω από το φερμουάρ του του είχε κλέψει το μυαλό. «Καλά» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του μέσα από το σακάκι του και σηκώθηκε όρθιος. «Πάμε.» «Ένα λεπτό» του είπε, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μισάνοιχτο μπουμπούκι που πήρε από το μπουκέτο της Πένι. Έβγαλε το κοτσάνι και προχώρησε προς το μέρος του. «Άσε με να μαντέψω. Δεν είναι από αυτά που σου έστειλα;» «Όχι.» Η Άντι το έβαλε στην τσέπη δίπλα στο πέτο του και με την παλάμη της χάιδεψε τον καλοσχηματισμένο θώρακά του. «Είναι φρεσκοκομμένο, από τον κήπο της Αγίας Αγνής, σήμερα το πρωί.» Του χαμογέλασε, ενώ έκανε επιτόπου στροφή και τον άφησε να την ακολουθήσει. Το ύφος της Μάργκαρετ όταν της έλεγε ο Ναθάνιελ ότι θα βγει ήταν πολύτιμο. Η Άντι κοίταξε την έκθαμβη ιδιαιτέρα και της έκλεισε το μάτι. Για πρώτη φορά το χαμόγελο της Μόνα Λίζα που είχε πάντα η Μάργκαρετ πλάτυνε. ***


Μέχρι να βγουν από το σταθμό του μετρό στο Ουέστμινστερ στη λιακάδα, ένα τέταρτο αργότερα, ο Ναθάνιελ είχε κιόλας εκνευριστεί. Δεν ήξερε αν έφταιγε η δουλειά που τον περίμενε, το λουλούδι στην τσέπη του ή η Άντι με αυτό το αναθεματισμένο φόρεμα. Ό,τι κι αν ίσχυε, δεν είχε καμιά διάθεση να την ακούσει να παραληρεί ενθουσιασμένη για τη μεγαλοφυΐα του μετρό ή την ομορφιά του Κοινοβουλίου. «Άσε με να μαντέψω» της είπε, καθώς κοιτούσε στο βάθος, πέρα από το ποτάμι, τους γυάλινους θαλαμίσκους του Ματιού του Λονδίνου. «Εκεί πηγαίνουμε.» Η Άντι ένευσε καταφατικά και τον τράβηξε από το χέρι. «Θα σου αρέσει πολύ.» Αμφέβαλλε. Άλλωστε ήταν απλώς ένας πιο λουσάτος τροχός του λούνα παρκ. Τράβηξε το χέρι του από το δικό της. «Δεν πρέπει να περιμένεις στην ουρά με τις ώρες για να μπεις σ’ αυτό το πράγμα;» Εκείνη ένευσε αρνητικά. «Έχω κλείσει πριβέ θαλαμίσκο.» Δέκα λεπτά αργότερα στεκόταν μέσα σε μια γυάλινη φούσκα και στον κεντρικό πάγκο, που ήταν στρωμένος με ένα λευκό τραπεζομάντιλο, βρισκόταν μια γευστική πανδαισία. «Εσύ θα καθίσεις σε αυτή την πλευρά. Έχει καλύτερη θέα» του είπε η Άντι. «Εγώ έχω έρθει εδώ πολλές φορές, οπότε θα καθίσω με την πλάτη προς τα έξω.» Ο Ναθάνιελ, όταν ο θαλαμίσκος άρχισε να κινείται σιγά σιγά, έμεινε άφωνος, ξέχασε κατευθείαν τη δουλειά του. Δυσανασχέτησε. «Άντι, πρέπει να σου κόστισε μια περιουσία όλο αυτό. Δεν πρέπει να σκορπάς τα χρήματά σου έτσι.» Η Άντι γέλασε. «Δεν τα σκορπάω. Τα απολαμβάνω.» Ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Τι νόημα έχει να τα έχεις, αν δεν τα απολαμβάνεις;» Ο Ναθάνιελ ένεψε. Δεν είχε γνωρίσει κανέναν σαν αυτήν ως τώρα. Οι άνθρωποι του κύκλου του νοιάζονταν για τα χρήματά τους – πολύ. Η στάση της του προκαλούσε αμηχανία. «Έλα» τον παρακίνησε. «Κάθισε και φάε. Έχουμε μόνο μισή ώρα.» Εκείνος κάθισε. Το φαγητό μύριζε υπέροχα και από την ώρα που ήπιε τον καφέ του και έφαγε ένα μάφιν τού φάνηκε πως είχε περάσει πολλή ώρα. Έβαλε λαζάνια στο πιάτο του, πήρε λίγη σαλάτα με τυρί φέτα και μια πιρουνιά από ένα άλλο πιάτο που φαινόταν να έχει κάρι. Για λίγη ώρα έτρωγαν χωρίς να μιλά κανείς, ενώ εκείνος απολάμβανε τη θέα. Το βλέμμα του είχε μείνει καρφωμένο στο κτίριο του Κοινοβουλίου. Όφειλε να παραδεχτεί πως το γοτθικό κτίσμα, βαμμένο σε αυτή τη μελιά απόχρωση, φάνταζε πραγματικά μεγαλοπρεπές και σημαντικό. «Ποιος μαγείρεψε;» τη ρώτησε όταν τελείωσε το κάρι και έβαλε στο πιάτο του λίγο ακόμα. Ήταν πραγματικά υπέροχο, έλιωνε στο στόμα του και είχε ακριβώς την ιδανική ισορροπία θερμοκρασίας και μπαχαρικών. Σαν την Άντι. «Το Γκρασερί» του απάντησε εκείνη. Ο Ναθάνιελ συνοφρυώθηκε όταν άκουσε το γνωστό όνομα. «Αυτό το εστιατόριο για χορτοφάγους;» Ήταν μέσα στα πέντε καλύτερα εστιατόρια του Λονδίνου. Η Άντι χαμογέλασε. «Αυτό που τρως είναι ταϊλανδέζικο κόκκινο κάρι με τόφου. Ο Ναθάνιελ πήγε να πνιγεί καταπίνοντας την μπουκιά του. «Δεν τρώω τόφου.» Εκείνη χαμογέλασε. «Τώρα τρως.» Κοίταξε το γεύμα του με δυσπιστία. «Αυτό είναι τόφου; Πού είναι οι λευκοί λαστιχένιοι


σβόλοι;» Η Άντι ξεφύσησε. «Πουθενά, αν το μαγειρέψεις σωστά.» Έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν γευστικότατο, καθώς η πικάντικη γεύση του κάρι γινόταν όλο και πιο έντονη. «Απίστευτο, είναι πεντανόστιμο.» «Στην παγωνιέρα υπάρχει νερό» είπε η Άντι με το στόμα της γεμάτο. «Και μπίρες.» «Δεν πίνω μέσα στην ημέρα. Ειδικά μόνος.» Κοιτούσε την Άντι, που έγλειφε λίγη σάλτσα από τα χείλη της, και η φωτιά από το στόμα του κατέβηκε πιο χαμηλά. Ένιωθε το βλέμμα της στο στόμα του, ενώ τον κοιτούσε. «Αν πιεις, θα πιω κι εγώ» του είπε, ψαχούλεψε στην παγωνιέρα και του έδωσε ένα μπουκάλι. Την κοίταξε με το ένα του φρύδι ανασηκωμένο. «Άντι, προσπαθείς να με μεθύσεις;» Εκείνη χαμογέλασε ειρωνικά. «Προτιμώ τον όρο “χαλαρώνω”.» Της χαμογέλασε, ενώ πήρε την μπίρα από το χέρι της, άνοιξε το καπάκι και της την έδωσε πριν πάρει τη δεύτερη. Τσούγκρισε το λαιμό του μπουκαλιού με του δικού της. «Κι εγώ προτιμώ το χαλάρωμα.» Την κοιτούσε να πίνει μια γουλιά μπίρα, ενώ τα γκρίζα μάτια της δεν έφυγαν ούτε στιγμή από το πρόσωπό του. Ήθελε σαν τρελός να πετάξει το στρωμένο γεύμα από τον πάγκο και να πιει την μπίρα του από το γυμνό κορμί της. Σηκώθηκε απότομα από τη θέση του. Ήταν ώρα να απομακρυνθεί λίγο από κοντά της. Περπάτησε προς το κιγκλίδωμα με την μπίρα στο χέρι. Ο θαλαμίσκος τώρα βρισκόταν στην κορυφή και η θέα προς το ποτάμι ήταν πραγματικά εκπληκτική. Ένιωσε ξανά εκείνη την ηρεμία όπως και τότε στο κρεβάτι στο Χιλ Τοπ. «Δεν είναι καταπληκτική η θέα;» μουρμούρισε η Άντι και το χέρι της άγγιξε ελαφρά το δικό του. «Δε συνειδητοποιείς πόσο μεγάλα είναι όλα, ε; Πόσο μικρό γρανάζι είσαι μέσα στο μεγάλο τροχό της ζωής. Μου αρέσει ο τρόπος που βάζει τα πράγματα σε μια άλλη διάσταση. Αν σκεφτείς ότι βρισκόμαστε πάνω από εκατό μέτρα από τη γη, είναι πραγματικά ισοπεδωτικό.» Ο Ναθάνιελ ένευσε. Ο κόσμος έμοιαζε πολύ πιο αργοκίνητος από ψηλά και για μια τρελή στιγμή ήθελε μόνο να μείνει εκεί πάνω και να κοιτάζει τα πάντα, να τα δει μέσα από τα μάτια της Άντι. Έπειτα εκείνη ήπιε μια γουλιά μπίρα, το κεφάλι της έγειρε λίγο προς τα πίσω και ένα κύμα πόθου σάρωσε όλο το κορμί του, εξαφανίζοντας την αλλόκοτη νοσταλγία. Ευτυχώς. Ήξερε τι να κάνει για τον πόθο του, για τη νοσταλγία όμως όχι ιδιαίτερα. Πήγε πίσω της και αιχμαλώτισε το κορμί της ανάμεσα στο δικό του και στο κιγκλίδωμα. Έχωσε το πρόσωπό του πίσω από το αυτί της και με χαρά ένιωσε το χέρι της να γλιστρά σαν φίδι γύρω από το λαιμό του, ενώ κολλούσε με την πλάτη της πάνω του. Βόγκηξε όταν ένιωσε το φύλο του να πιέζεται. «Θεέ μου, μυρίζεις υπέροχα» της ψιθύρισε και έκλεισε τα μάτια του μεθυσμένος από τη γλυκιά φρέσκια μυρωδιά της και την ευωδιά των ρόδων. Πήρε το χέρι του από την κουπαστή και άρχισε να ταξιδεύει πάνω στο κορμί της, από την κοιλιά της ως τα στήθη της, νιώθοντας τις ερεθισμένες θηλές της να τρίβουν τις παλάμες του. Εκείνη αναστέναξε καθώς λικνιζόταν. Με το χέρι που κρατούσε την μπίρα κρατούσε και το γοφό της σταθερό, ενώ έγλειφε το λαιμό της και τη δάγκωνε απαλά στο σημείο όπου ξεκινούσε ο ώμος


της. Εκείνη έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και τον έσφιξε από το λαιμό. «Θέλω να μπω μέσα σου» μούγκρισε στο αυτί της. Η Άντι γέλασε βραχνά. «Φυσικά, αν θέλεις να ανέβεις στο YouTube απόψε.» Ο Ναθάνιελ άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε μια παρέα παιδιών στον άλλο θαλαμίσκο, όχι μεγαλύτερα από δέκα χρονών, με σχολικές στολές, να τους κοιτάζουν με τις φωτογραφικές μηχανές και τις βιντεοκάμερες στραμμένες πάνω τους. Τράβηξε το χέρι του και απομακρύνθηκε, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ήπιε μια γουλιά από την μπίρα του. Τι στο διάβολο του συνέβαινε; Ήταν μέσα σε μια γυάλινη φούσκα και τους έβλεπαν όλοι. Που να πάρει, ήταν έτοιμος να της σηκώσει το φόρεμα και να την πάρει από πίσω. Μπροστά σε μια παρέα μαθητών! Όταν εκείνη γύρισε να τον κοιτάξει, ένιωσε στις φλέβες του να σιγοβράζουν ο θυμός και η σύγχυση για τον ανύπαρκτο αυτοέλεγχό του. Δεν του άρεσε που έχανε το μυαλό του όταν ήταν μαζί της. Που ενώ θα έπρεπε να είναι θυμωμένος επειδή έχασε το μεσημεριανό του μίτινγκ, εκείνος ήταν απόλυτα ήρεμος. Δεν του άρεσε να νιώθει ότι έχει την ανάγκη κάποιου ανθρώπου όσο, απ’ ό,τι φαινόταν, είχε τη δική της. «Θέλω να σε δω απόψε» της είπε με τα χείλη σφιγμένα. Δεν του άρεσε όπως ακούστηκε, σαν Κρο-Μανιόν, αλλά, ο Θεός να βάλει το χέρι Του, τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα και οι θηλές της ήταν ακόμα ορθωμένες και με τον ήλιο να λάμπει έτσι πίσω της μπορούσε πραγματικά να δει μέσα από το σέξι λευκό φόρεμά της. Η Άντι ένευσε. «Εντάξει.» Η εύκολη συναίνεσή της τον έκανε να νιώσει ακόμα πιο άθλιος. «Θα αργήσω» της είπε προειδοποιητικά. «Πρέπει να ενημερωθώ και μετά έχω ένα υπερατλαντικό μίτινγκ, που μάλλον θα κρατήσει καμιά δυο ώρες.» Εκείνη έκανε ένα βήμα κι εκείνος τινάχτηκε. Ήξερε ότι, εάν τον πλησίαζε αυτή τη στιγμή, θα άδειαζε το τραπέζι όποιος κι αν τους κοιτούσε. Εκείνη τελικά πήγε προς την τσάντα της και ησύχασε κάπως. «Έλα ό,τι ώρα κι αν τελειώσεις» του είπε και, αφού ψαχούλεψε λίγο, βρήκε ένα κλειδί. Του το έδωσε. «Mi casa es su casa.» Ο Ναθάνιελ ήπιε μια γουλιά ακόμα πριν πάρει το κλειδί από τα δάχτυλά της, προσέχοντας να μην την αγγίξει καθόλου. *** Η Άντι τον περίμενε μέχρι τις δέκα το βράδυ κι έπειτα έπεσε για ύπνο, λέγοντας στον εαυτό της ότι δεν είναι απογοητευμένη που δεν ήρθε. Νόμιζε ότι ο Ναθάνιελ πέρασε καλά στο γεύμα, έστω κι αν κάλεσε ταξί αμέσως μόλις έβγαλε το πόδι του από το θαλαμίσκο, αλλά, και πάλι, η Ρώμη δε χτίστηκε μέσα σε μία μέρα. Δεν ήξερε ακριβώς τι έκανε μαζί του. Το είχε αφήσει να πάει μόνο του. Σίγουρα δεν είχε σχεδιάσει να παραδώσει σε μια παρέα παιδιών πρώιμα μαθήματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Έτσι ξαπλωμένη όπως ήταν και χάζευε το ταβάνι, προστατευμένη μέσα στη βάρκα της,


συνειδητοποίησε ότι του χαρίζει στιγμές -αναμνήσεις- για να ζήσει την πόλη του. Έτσι ώστε, όταν θα τελείωνε η δουλειά, θα έβλεπε τα μέρη γύρω του με μια διαφορετική ματιά. Όχι μόνο σαν ένα ακόμα ανώνυμο αξιοθέατο σ’ αυτή την παιδική χαρά τουριστών αλλά σαν σπίρτο για μια ανάμνηση. Και εάν αυτό σήμαινε μια σέξι ανάμνηση, μια ανάμνηση στην οποία ξέχασαν όλο τον κόσμο γύρω τους και ξέφυγαν λίγο ή ήπιαν μπίρα για να τον βοηθήσει να χαλαρώσει, ας είναι. Δεν ήξερε για πόση ώρα κοιμόταν, όταν ένιωσε ένα χέρι να γλιστρά γύρω από τη μέση της σαν φίδι και τη ζεστή, πικάντικη και αρρενωπή μυρωδιά του Ναθάνιελ να την τυλίγει. Την τράβηξε πάνω στο μεγάλο, δυνατό και γυμνό κορμί του. Κάτι σιγομουρμούρισε, ενώ κουλουριάστηκε μέσα στην έξαψη και τη φωτιά του. «Δεν περίμενα ότι θα ερχόσουν.» Τα χείλη του ήταν κοντά στα δικά της και όταν της είπε: «ούτε άγρια άλογα δε θα μπορούσαν να με κρατήσουν μακριά» ξαφνικά όλα τινάχτηκαν και τεντώθηκαν μέσα της και με τη ράχη της παλάμης του, που πήγαινε από την κοιλιά ως τα στήθη της, ακόμα περισσότερο. Μισογύρισε υπακούοντας στις προσταγές των χεριών του και στο στόμα του που έψαχνε το δικό της. «Είναι ώρα να τελειώσεις» της είπε και μετά εκείνη δεν μπόρεσε να μιλήσει άλλο, γιατί τα χείλη του λεηλάτησαν τα δικά της και έπειτα κατέβηκε πιο χαμηλά, ενώ τα χέρια του χάραζαν το δρόμο, χαϊδεύοντας την κοιλιά και τους μηρούς της. Ζέστη και υγρασία μαζεύτηκαν στο κέντρο της, καθώς η ηδονή μέσα της όλο και δυνάμωνε, μέχρι που αρπάχτηκε από πάνω του και τον παρακάλεσε να την απελευθερώσει. *** Ο Ναθάνιελ το επόμενο πρωί θαύμαζε την Άντι με το κοντομάνικο μπλουζάκι και το εσώρουχό της όπως στεκόταν δίπλα στον πάγκο της κουζίνας και χτυπούσε οργανικά αυγά. Ένιωθε πως συγκριτικά ήταν υπερβολικά καλοντυμένος με το παντελόνι του και το πουκάμισο που φορούσε την προηγούμενη μέρα, ενώ το σακάκι του κρεμόταν στον ώμο του. Βάδισε νωχελικά προς το μέρος της, τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και τη φίλησε στο λαιμό. Εκείνη με μια μόνο κίνηση γύρισε επιτόπου, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στα χείλη. «Μάλιστα» είπε, ενώ το ένα της χέρι έπαιζε με τον ανοιχτό γιακά στο λαιμό του και το άλλο έτριβε το αξύριστο πιγούνι του. «Μου αρέσει αυτό το απλό στιλ. Μου αρέσει περισσότερο όταν μένεις αξύριστος.» Ο Ναθάνιελ τη φίλησε γρήγορα και δυνατά. Τραβήχτηκε πίσω μόνο όταν ένιωσε το κορμί του να ξυπνά και να κινείται. Έπρεπε να πάει στη δουλειά. Επίσης έπρεπε να ξυριστεί. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι ο καφές δεν είναι ένα από αυτά που έκοψες.» «Φοβάμαι πως είναι» είπε η Άντι και γύρισε σ’ αυτό που έκανε. «Αλλά πάντα έχω λίγο καφέ στιγμής για τους επισκέπτες. Το τσαγερό βράζει, ο καφές είναι στο ντουλάπι και το γάλα στο ψυγείο.» Άνοιξε το ντουλάπι δίπλα της και του έδωσε μια κούπα. «Θέλεις ομελέτα;» «Μόνο αν έχεις και μπέικον» της είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο, ενώ έψαχνε να βρει το βάζο με


τον καφέ. Η Άντι αναστέναξε. «Σε παρακαλώ, μη μου μιλάς για μπέικον. Έχουν περάσει τρία χρόνια και μου λείπει ακόμα. Η ομελέτα με τόφου δε συγκρίνεται.» Ο Ναθάνιελ έκανε μια γκριμάτσα. «Με τίποτα.» «Επ!» αντέδρασε η Άντι, ενώ ψιλόκοβε λίγο σχοινόπρασο. «Σου άρεσε χτες στο κάρι.» «Φυσικά» απάντησε εκείνος καθώς άνοιγε το ψυγείο. «Προτιμώ όμως το μπέικον.» Έπιασε το γάλα και έκλεισε την πόρτα του ψυγείου. Το βλέμμα του έπεσε σε όλα αυτά που είχε πιάσει η Άντι με μαγνητικά λουλούδια απ’ έξω. Καμιά δυο αποδείξεις, ένα πρόγραμμα με τις παλίρροιες του Τάμεση, κάποιοι στίχοι γραμμένοι σε μαγνήτες και μια φωτογραφία. Την τράβηξε για να την κοιτάξει πιο προσεκτικά. Μια πολύ χλομή, πολύ αδύνατη, φαλακρή γυναίκα τον κοιτούσε κατάματα με μαύρες μουντζούρες κάτω από τα μεγάλα γκρίζα μάτια της. Είχε ένα σωληνάκι στη μύτη, τα χείλη της ήταν ξερά και σκασμένα, η μπλούζα της γλιστρούσε από τους κοκαλιάρικους ώμους της και, όπως μπορούσε να διακρίνει, είχε έναν ορό περασμένο κάτω από το δέρμα της, στην καχεκτική κλείδα της. Δε χαμογελούσε. Κοιτούσε το φακό λες και ακόμη και η ανάσα της ήταν κάτι που χρειαζόταν τρομερή προσπάθεια. Ένιωθε σαν να είχε τρυπήσει κανείς τα σωθικά του με ένα πυρακτωμένο σκαλιστήρι. «Εσύ είσαι εδώ;» Η Άντι σήκωσε το βλέμμα της από τα σχοινόπρασα. Ένευσε καταφατικά σχεδόν παγωμένα. «Ήταν την επόμενη μέρα που βγήκα από την εντατική.» Ο Ναθάνιελ ένιωθε άρρωστος και μόνο που κοιτούσε τη φωτογραφία. Η γυναίκα που έβλεπε ήταν η Άντι. Δεν ήταν η ίδια ολοζώντανη και εκνευριστική γυναίκα που στεκόταν τώρα μπροστά του, αλλά ένα ρημαγμένο φάντασμα. Δεν ήξερε τι να πει. «Χριστέ μου, Άντι. Φαίνεσαι – είναι – γιατί την κρατάς;» Ήταν μια παραστατική φωτογραφία, πολύ οδυνηρή για να την κοιτάζει, παρ’ όλα αυτά την είχε εκτεθειμένη σε περίοπτη θέση στην πόρτα του ψυγείου της. Το χέρι που την κρατούσε έτρεμε. Κι αν αρρώσταινε ξανά όπως στη φωτογραφία; Δεν του είχε πει πως δεν είχε πάρει ακόμα την τελική γνωμάτευση; «Δε σου φέρνει δυσάρεστες αναμνήσεις;» Η Άντι ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Την κρατάω για να θυμάμαι κάθε μέρα πόσο τυχερή στάθηκα. Πόσο εύθραυστη είναι η ζωή. Κάθε φορά που μου τηλεφωνούν οι γονείς μου για να μου κάνουν κήρυγμα να βρω μια σοβαρή δουλειά και ένα σοβαρό σπίτι ή αν περάσει από δω κάποιος κυνηγός κεφαλών ή αν κάποιος μου τηλεφωνήσει για να μου προσφέρει τον κόσμο σε μια πιατέλα, την κοιτάζω και θυμάμαι τι είναι πραγματικά σημαντικό.» Ο Ναθάνιελ κοίταξε ξανά τη φωτογραφία. Ήθελε να την αφήσει να πέσει στο πάτωμα και να εξαφανιστεί την ίδια στιγμή από εκεί μέσα. Η Άντι είχε περάσει κάτι που εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει και οι απόψεις της για τη ζωή τον τάραζαν. Είχε επιλέξει το δρόμο του και δεν ήθελε ούτε χρειαζόταν αμφισβήτηση. Από εκείνη. Ή από τον εαυτό του. Το βλέμμα του έπεσε στο κατακόκκινο τριαντάφυλλο που ήταν ακουμπισμένο στα πόδια της. Ήταν μια χρωματιστή πινελιά που το μόνο που κατάφερνε ήταν να τονίζει τη θανατερή χλομάδα της. «Το τριαντάφυλλο είναι από τον κήπο;»


Η Άντι ένευσε καταφατικά. «Η Πένι μού έφερνε ένα κάθε μέρα για να έχω επαφή με τον κόσμο.» Ο Ναθάνιελ ένιωθε σαν να του είχε ρίξει μπουνιά στο στομάχι. Η απόφασή του να γκρεμίσει τον κήπο ήταν εύκολη και την πήρε γρήγορα, χωρίς πολλή σκέψη, πριν από μερικούς μήνες. Ήταν ζωτικής σημασίας για τα σχέδιά του για την αξιοποίηση της περιοχής και πολύ κρίσιμη για τον απώτερο στόχο του. Τώρα, με αυτή τη φωτογραφία στα χέρια του, έμοιαζε πράγματι περίπλοκη. Την κοίταξε. «Άντι, υπάρχουν κι άλλοι κήποι στο Λονδίνο.» Δεν ήταν σίγουρος αν προσπαθούσε να πείσει εκείνη ή τον εαυτό του. «Όχι σαν αυτόν, Νέιτ. Είναι μοναδικός. Ιδιαίτερος – και όχι μόνο για μένα. Σε γενιές ασθενών που είχαν ανάγκη λίγο χρώμα στις ζωές τους. Ποτέ μην υποτιμάς τη δύναμη της φύσης.» Η φωνή της ήταν χαμηλή και γεμάτη πεποίθηση και εκείνος ένιωθε εντελώς έξω από τα νερά του. Ευτυχώς το τηλέφωνό του τον έσωσε. Απάντησε ανακουφισμένος που θα σταματούσε να κοιτάζει αυτή τη φωτογραφία, που θα σταματούσε να σκέφτεται πως θα μπορούσε να της ξανασυμβεί το ίδιο. Ήταν η Μάργκαρετ. «Νομίζω πως πρέπει να ανοίξετε την τηλεόρασή σας, κύριε.» «Τι; Γιατί;» Έκλεισε με το χέρι του το μικρόφωνο του κινητού του και στράφηκε στην Άντι. «Έχεις τηλεόραση;» Η Άντι έδειξε πίσω του και εκείνος με γρήγορες κινήσεις γύρισε και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. «Σε ποιο κανάλι;» τη ρώτησε. «Τέσσερα.» Ο Ναθάνιελ έπιασε το τηλεκοντρόλ πάνω από τη συσκευή και αφού πέρασε κάποια κανάλια βρέθηκε στο δελτίο ειδήσεων του Καναλιού Τέσσερα. Ένας τεράστιος τύπος με γενειάδα και γκρίζα μαλλιά, ντυμένος με δερμάτινα μηχανόβιου, στεκόταν στον κήπο της Αγίας Αγνής και γύρω του ήταν ένα μπουλούκι δημοσιογράφοι. Μιλούσε για το όραμα που είδε το προηγούμενο βράδυ στον κήπο, την Παναγία. Ο Ναθάνιελ πετάρισε τα μάτια του και έπειτα γύρισε και κοίταξε την Άντι, που είχε ένα βλακώδες χαμόγελο στα χείλη της. «Μάργκαρετ» είπε και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στην Άντι. «Μάλιστα, κύριε, ξέρω. Έχω καλέσει ήδη το δικηγόρο σας.» «Σ’ ευχαριστώ» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. «Εσύ γνώριζες γι’ αυτό;» τη ρώτησε απαιτητικά. Την έβλεπε που απολάμβανε όλο αυτό που συνέβαινε. «Δεν είχα ιδέα ότι ο Ντέιβ ήταν τόσο –» «Καλός ηθοποιός;» πρότεινε εκείνος. «Θρησκευόμενος.» Ο Ναθάνιελ ένιωθε την πίεση του να εκτοξεύεται. Αυτό το τέχνασμα θα καθυστερούσε το έργο για μερικές πολύτιμες εβδομάδες. Ήταν υπερβολικό να ζητά τα πράγματα να προχωρούν όπως ήταν προγραμματισμένα; Και, επιτέλους, δε χτυπούσε μέχρι θανάτου νεογέννητες φώκιες. Ήταν ένας ασήμαντος κήπος, που βρισκόταν σε μια πόλη φημισμένη για τους πράσινους χώρους της. Η φωτογραφία στο χέρι του τον χλεύαζε. Την κόλλησε ξανά στο ψυγείο με το μαγνήτη της. Αν δεν τη βλέπω, δε θα είναι στο μυαλό μου. Έβαλε τα χέρια στο γοφό του. «Αύριο το πρωί θα ξυπνήσω και θα μάθω πως ανακαλύφθηκε στον κήπο κάποιο σπάνιο είδος πεταλούδας ή άλλο ζωύφιο; Ίσως κάποιος είδος εξαφανισμένου ουαλικού φρύνου, το οποίο τρέφεται μόνο με τα πέταλα από διακοσάχρονα τριαντάφυλλα;»


Η Άντι χαμογέλασε. «Καλή ιδέα αυτή.» Ο Ναθάνιελ δεν μπορούσε να διακρίνει το πνεύμα στην υπόθεση. «Πρέπει να φύγω» είπε. Oι μύες στο λαιμό του και το σαγόνι του ήταν σφιγμένοι σαν χορδές πιάνου. «Πρέπει να τακτοποιήσω όλον αυτό το χαμό.» Δεν περίμενε να του απαντήσει, απλώς γύρισε και έφυγε βάζοντας περπατώντας το σακάκι του. *** Τις επόμενες ημέρες ο Ναθάνιελ τη βομβάρδισε με λουλούδια. Εκείνη του έλεγε πως δε χρειαζόταν, αλλά τα μπουκέτα εξακολουθούσαν να φτάνουν καθημερινά. Συμπέρανε πως ήταν ο τρόπος λειτουργίας του με τις γυναίκες που έβγαινε -όχι ότι έβγαιναν οι δυο τους- και, όπως σε όλα στη ζωή του, δεν παρέκλινε από το σενάριο. Αν είχε την παραμικρή ιδέα για εκείνη, θα είχε συνειδητοποιήσει ότι οι φανταχτερές ανθοσυνθέσεις δεν της έλεγαν τίποτα. Σίγουρα ήταν όμορφες και μύριζαν θεϊκά, αλλά δεν πίστευε ότι διάλεγε μόνος του τα λουλούδια και αυτό ήταν το πιο σημαντικό για τις γυναίκες. Για εκείνην τουλάχιστον. Ένα τριαντάφυλλο που θα το είχε κόψει μόνος του θα της άρεσε περισσότερο. Σαν εκείνο στη φωτογραφία στο ψυγείο της. Αυτή η φωτογραφία είχε ταρακουνήσει τον Ναθάνιελ. Τον παρακολουθούσε να την κοιτάζει και έβλεπε πόσο τον είχε επηρεάσει. Το γαλάζιο βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει, τα δάχτυλά του έτρεμαν. Ήταν μακάβριο το θέαμα, το ήξερε, αλλά για κάποιον αποφασισμένο να τραβήξει ένα συγκεκριμένο δρόμο την είχε εκπλήξει. Ίσως να έπρεπε να τον πιέσει λίγο περισσότερο σε σχέση με τον κήπο εκείνη τη στιγμή – της είχε δώσει την ιδανική ευκαιρία, αλλά δεν ήθελε να ρισκάρει να τον απομακρύνει. Μόλις ξεκινούσε την καμπάνια της. Η φωτογραφία μιλούσε από μόνη της και, εάν έφερε τον Ναθάνιελ σε αμηχανία, τότε, αν όλα πήγαιναν καλά, η εικόνα αυτή σιγά σιγά θα διάβρωνε την αποφασιστικότητά του και θα τον έφερνε πιο κοντά στο δικό της τρόπο σκέψης. Ήλπιζε πως ήδη είχε κάνει κάποια πρόοδο. Είχε περάσει τρία μεσημέρια τραβώντας τον με τα ανοιχτά, διώροφα τουριστικά λεωφορεία σε διαφορετικό μέρος κάθε φορά, και παρ’ όλο που πάντα την κορόιδευε, φαινόταν να είναι όλο και πιο χαλαρός. Δεν κατέβηκαν σε καμιά ενδιάμεση στάση – δεν ήταν αυτός ο σκοπός. Ο καιρός ήταν ακόμα εξαίσιος, οι εικόνες ολοζώντανες και ο αέρας φυσούσε τα μαλλιά τους. Και το σεξ; Δεν ήταν τίποτα λιγότερο από συναρπαστικό, κι αν ένα κομμάτι μέσα της ένιωθε κάπως άβολα με την ευκολία που τον άφηνε να έρθει στο κρεβάτι της και το πόσο βολική ήταν, το αγνοούσε. Εάν το να περνά τα βράδια μαζί του τη βοηθούσε να εισβάλει στη ζωή του, θα το έκανε. Εκείνος είχε μόλις αρχίσει να χαλαρώνει γύρω της και αυτό θα προετοίμαζε το έδαφος για έναν ουσιαστικό διάλογο. Και απλώς δεν τον χόρταινε. *** Ο Ναθάνιελ περιφερόταν ανήσυχος στο γραφείο του στις πέντε το απόγευμα της Παρασκευής.


Μόλις είχε τελειώσει τη συνάντηση με τους δικηγόρους και τους εκπροσώπους από τη θρησκευτική κοινότητα του Λονδίνου, που ήθελαν να του μιλήσουν για τη σπουδαιότητα του οράματος που είδε ο Ντέιβ. Είχε δεχτεί με ευγένεια να τους δώσει δύο εβδομάδες για να ερευνήσουν τους ισχυρισμούς, ενώ ήταν απόλυτα σίγουρος πως ήταν ψεύτικοι. Όμως δεν ήταν αυτό που προκαλούσε την ανησυχία του. Η Άντι δεν είχε έρθει σήμερα και αυτό αποσπούσε την προσοχή του. Οι επισκέψεις της χαλούσαν το πρόγραμμα της δουλειάς του, πράγμα που σήμαινε πως χρειαζόταν περισσότερες ώρες εργασίας, αλλά μέσα σε λίγες μόνο μέρες τις είχε συνηθίσει. Σχεδόν όσο είχε συνηθίσει να πηγαίνει κάθε βράδυ στη βάρκα της. Ήταν πάντα γυμνή και ποτέ δεν παραπονέθηκε για την ώρα που γλιστρούσε δίπλα της στο κρεβάτι και την ξυπνούσε. Απλώς γύριζε και άνοιγε τα χέρια της για να τον δεχτεί. Ακόμα και τώρα που το σκεφτόταν, ενώ χάζευε έξω από το παράθυρο, ένιωθε τον πόθο του να ξυπνά. Είχε αρχίσει να σκέφτεται πως κάτι της συνέβη. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, δε θα ανησυχούσε, γιατί θα ήξερε πως είναι στη δουλειά. Αλλά με την Άντι, που, όπως πίστευε, πήγαινε σπανίως στο μαγαζί της, αμφέβαλλε ότι ήταν στη δουλειά. Εκείνη η μορφή στη φωτογραφία γύρισε μέσα στο μυαλό του και τα σωθικά του σφίχτηκαν σαν κόμπος. Είχε αγκιστρωθεί τόσο γρήγορα στον καυτό και ανυπόμονο έρωτα της Άντι και η σκέψη ότι αυτή η δυναμική και ερωτική γυναίκα είχε περάσει μια τέτοια ολέθρια ασθένεια τον έκανε να ανατριχιάσει ολόκληρος. Δεν ήξερε τι στο καλό έκανε μαζί της. Δεν ήταν ο τύπος του και ειλικρινά απλώς δεν την καταλάβαινε καθόλου. Δεν καταλάβαινε τη συμπεριφορά της απέναντι στο χρήμα ή την απόλυτη ελευθερία με την οποία λειτουργούσε την επιχείρησή της ή τους συναισθηματικούς της δεσμούς με κάτι τόσο επιπόλαιο όσο ένας κήπος. Το μόνο που ήξερε ήταν πως την ήθελε. Και ότι προφανώς είχε χάσει το μυαλό του. Άνοιξε η πόρτα του και εκείνος στράφηκε αμέσως. Η Άντι στεκόταν στο κατώφλι και φορούσε ένα στενό τζιν και ένα αγροτικό πουκάμισο. Ο Ναθάνιελ δεν είχε καταλάβει καν πόσο ανήσυχος ήταν μέχρι που ξεροκατάπιε και ο κόμπος από το λαιμό του εξαφανίστηκε. «Έλα, Νέιτ. Πάμε να κάνουμε μια βόλτα με το μετρό.» Σταύρωσε τα χέρια του, η ανακούφιση που ένιωσε τον έκανε κάπως εριστικό. «Είναι ώρα αιχμής» της είπε. «Θα έχει πάρα πολύ κόσμο.» Του χαμογέλασε και η πονηριά της του έκοψε την ανάσα. «Αυτό είναι το θέμα.» Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Πού πάμε;» «Πουθενά. Οπουδήποτε. Παντού.» Του χαμογέλασε. «Στον παράδεισο.» *** Ένα τέταρτο αργότερα ήταν στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες μέσα σε ένα βαγόνι του μετρό. Η Άντι σιγά σιγά τούς είχε φτάσει στην πίσω γωνία και ο Ναθάνιελ την ακολουθούσε. Έκανε πολλή ζέστη λόγω του καιρού και όλων αυτών των κορμιών που στριμώχνονταν. «Στη θέση σου δε


θα το έβγαζα» του είπε όταν εκείνος προσπάθησε να βγάλει το σακάκι του. «Νομίζω ότι ταξίδεψα αρκετά με το μετρό» γκρίνιαξε ο Ναθάνιελ, καθώς άγνωστοι, βαριεστημένοι άνθρωποι συνωστίζονταν γύρω τους. Την προστάτευε με το κορμί του και ένιωθε την τριβή ανάμεσά τους, που με κάθε λίκνισμα και κίνηση του βαγονιού εντεινόταν. «Ας δούμε λοιπόν αν μπορώ να το κάνω να αξίζει τον κόπο» του ψιθύρισε, καθώς με τα δάχτυλά της ξεκούμπωνε τα δύο κουμπιά που κρατούσαν κλειστό το σακάκι του και γλιστρούσε μέσα το χέρι της. Όταν ο αντίχειράς της άγγιξε το φερμουάρ του, ένιωσε σαν να τον τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα. Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Τι κάνεις;» «Σου βάζω χέρι» μουρμούρισε εκείνος, καθώς τα δάχτυλά της πήγαιναν μπρος πίσω. Χαμήλωσε το βλέμμα, οι κλεφτές κινήσεις της καλύπτονταν από την πίεση των κορμιών τους και το σακάκι του. Κοίταξε γύρω του. Οι άνθρωποι κοιτούσαν στο πουθενά, κάποιοι φορούσαν ακουστικά, άλλοι διάβαζαν, ορισμένοι τυχεροί που είχαν βρει θέσεις συζητούσαν. Κυρίως, όμως, οι άνθρωποι απέφευγαν να κοιτάξουν τους άλλους μέσα στα μάτια. Το φύλο του άρχισε να ξυπνά με τις απαλές της κινήσεις. Ένιωσε να πάλλεται και να σκληραίνει, ενώ τον άγγιζε έξω από το παντελόνι του μπροστά σε εκατοντάδες επιβάτες που δεν είχαν την παραμικρή ιδέα. «Με έφερες στο μετρό για να με χουφτώσεις;» της ψιθύρισε ακουμπώντας τα χείλη του στο αυτί της, τα μάτια του έκλεισαν καθώς εκείνη πίεζε τη στύση του. Η Άντι χαμογέλασε και πίεσε την παλάμη της πάνω του. «Ναι.» Ο αέρας στα πνευμόνια του έγινε πυκνός και βαρύς, καθώς προσπαθούσε να αντισταθεί και να μην σπρώξει όλο το κορμί του πάνω της. «Η μητέρα μου με έχει προειδοποιήσει για τα κορίτσια σαν εσένα» της είπε με χαμηλή φωνή. Ικανοποιήθηκε όταν είδε πως το ήσυχο γέλιο της είχε μια αγωνία. Τον πίεζε από πάνω μέχρι κάτω και ακριβώς τη στιγμή που νόμιζε πως δε γινόταν να είναι πιο ερωτικό αυτό που ζούσε, το χέρι της έπεσε και τον έπιασε ολόκληρο, ο αντίχειράς της τον χάιδευε απαλά. Η Άντι σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και του ψιθύρισε: «Έχεις το πιο εκπληκτικό πέος που είχα ποτέ τη χαρά να γνωρίσω.» Έτσι όπως τον είχε στα χέρια της, άρχισε να τον πιέζει και ο πόθος ξέσπασε μέσα του, σε κάθε ίνα της κοιλιάς του. Καθώς το τρένο άρχισε να επιβραδύνει και μια φωνή ανακοίνωνε την επόμενη στάση, την έπιασε από το γοφό. Κάλυψε το χέρι της, που κούμπωνε τα κουμπιά του, για να μη φαίνεται. «Πάμε, κατεβαίνουμε.» Η Άντι γέλασε. «Πού πάμε;» τον ρώτησε, ενώ εκείνος την τραβούσε. «Στο κοντινότερο ξενοδοχείο.»


Κεφάλαιο Δέκατο «Αυτά πουλιούνται;» Η Άντι τον κοίταξε πίσω από μια στοίβα με επιστολές που βρίσκονταν πάνω στον πάγκο εδώ και δύο εβδομάδες και δεν είχε καταχωρίσει ακόμα. Ένα δροσερό μπουκέτο λουλούδια ανάδινε ένα γλυκό άρωμα. Είχε στείλει την Τίφανι για φαγητό και ο Ναθάνιελ μόλις της είχε φέρει μια παρτίδα γούνινα από αλπακά, καθώς η γιαγιά του, που, όπως υπέθεσε η Άντι, το έκανε για να τους βοηθήσει να έρθουν κοντά, επέμενε να τα στείλει σε εκείνον και να της τα παραδώσει. Η Άντι ένευσε αφηρημένα. «Φεύγουν μερικά κάθε εβδομάδα.» «Το ξέρεις ότι θα μπορούσες να βγάζεις πολύ περισσότερα, έτσι δεν είναι; Ξέρω πως η γιαγιά μου τα πουλά για είκοσι λίρες το ένα στην αγορά, μα εσύ τα αγοράζεις πενήντα λίρες το ένα και τα πουλάς μόλις εβδομήντα.» Η Άντι ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Μου προτείνεις να γδύσω τη γιαγιά σου;» «Όχι. Σου λέω ότι τα υγιή περιθώρια κέρδους είναι καλά για την επιχείρηση και είμαι απολύτως σίγουρος πως ούτε στα υπόλοιπα προϊόντα σου αυξάνεις την τιμή πολύ πάνω από το κόστος.» Ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Είναι δύσκολοι οι καιροί για τους ανθρώπους, Νέιτ.» Κούνησε το κεφάλι του και η Άντι αναρωτήθηκε αν βγάζοντας την μπλούζα της θα μπορούσε να γλιτώσει το κήρυγμα που ερχόταν. Το άγχος έκανε την εμφάνισή του – είχαν περάσει μερικές εβδομάδες και, ενώ φαινόταν να διασκεδάζει με τα οφέλη της συμφωνίας τους, εκείνος είχε ακόμα παρωπίδες. Ακόμα σκεφτόταν και λειτουργούσε πρώτα σαν επιχειρηματίας, ενώ τις δυο τελευταίες φορές που ανέφερε το ζήτημα του κήπου τής είχε κόψει τη συζήτηση. Τέντωσε το λαιμό της. Από τότε που μπήκε εκείνος στη ζωή της δεν είχε κάνει διαλογισμό έμενε ξύπνια όλη τη νύχτα κάθε νύχτα και ήταν πάρα πολύ κουρασμένη- και ένιωθε την κακή ενέργεια και το στρες να συσσωρεύονται μέσα της. «Αυτός δεν είναι τρόπος να διευθύνεις μια επιχείρηση. Τι κέρδος έχεις από το κατάστημα;» Ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Δεν ξέρω τα τελευταία ποσά. Γι’ αυτό έχω λογιστή.» «Άντι.» Η απογοήτευση στη φωνή του της έφερε απόγνωση. Πραγματικά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η σχέση της με το χρήμα ήταν τόσο απερίσκεπτη. «Υπάρχει ισορροπία. Η πώληση οργανικών τροφίμων μέσω του διαδικτύου είναι το κομμάτι που αποφέρει τα περισσότερα κέρδη στην επιχείρηση.» «Και έχεις αναθέσει διαχείριση σε εξωτερικούς συνεργάτες, έτσι δεν είναι;» Εκείνη αγρίεψε λίγο. «Προσέλαβα κάποιους καλούς ανθρώπους για να το τρέχουν όταν το ξεκίνησα, ναι.» «Έχεις πίστη στους ανθρώπους.» Η Άντι γέλασε ειρωνικά με τον τρόπο που το έθεσε. Σαν να ήταν κάτι κακό. Συμπέρανε ότι αυτή ήταν η διαφορά ανάμεσά τους – εκείνη έδειχνε εμπιστοσύνη στους άλλους, ενώ εκείνος ήταν εκ φύσεως καχύποπτος.


«Θα πρέπει να το δοκιμάσεις καμία φορά» του είπε απότομα. Εκείνος ξεφύσησε. «Ο πατέρας μου θα γύριζε μέσα στον τάφο του.» Πετάρισε τα μάτια της. Ήταν η πρώτη φορά που ανέφερε τον πατέρα του και, παρά τον εκνευρισμό της, αυτό της κίνησε την περιέργεια. Ακούμπησε στον αγκώνα της πάνω στον πάγκο και στήριξε το πιγούνι της στην κλεισμένη γροθιά της. «Ίσως αν ο πατέρας σου είχε δείξει εμπιστοσύνη σε περισσότερους ανθρώπους να ήταν ακόμα ζωντανός.» Τα μάτια του πάγωσαν και η Άντι ένιωσε την παγωνιά να απλώνεται στο χώρο. Κρίμα. Αλλά εκείνη δεν ήταν εδώ για να κάνει πίσω όταν ένιωθε την κατάσταση να δυσκολεύει. Δεν ήταν μια από τις γυναίκες που του έλεγαν πάντα ναι. Και αν ήθελε να κριτικάρει τη στάση της, θα έπρεπε να είναι έτοιμος να δεχτεί κι εκείνος τα ίδια πυρά. Ειλικρινά αυτή η συζήτηση την έκανε να βγει από τα ρούχα της. «Δεν ξέρεις το παραμικρό για τον πατέρα μου.» «Ξέρω ότι ήταν φημισμένος για τις σκοτεινές συμφωνίες του. Ξέρω ότι πέθανε στα σαράντα πέντε από καρδιακό επεισόδιο πίσω από ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο. Ξέρω ότι τον θαύμαζες όσο κανέναν.» Ο Ναθάνιελ σταύρωσε τα χέρια του. «Μεγάλωσε πάμπτωχος, τον έστελναν από δω και από κει, το μισό καιρό ζούσε στους δρόμους. Έμαθε από πολύ νωρίς να μην εμπιστεύεται κανέναν. Παρ’ όλα αυτά ήταν ένας πανέξυπνος και πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, που έβγαλε πολλά χρήματα. Γιατί να μην τον θαυμάζω;» «Δεν έχει σημασία ο τρόπος που τα έβγαλε;» Δε θα άφηνε με τίποτα τον Ναθάνιελ να φαντασιώνεται τις ούτε κατά διάνοια υγιείς συμφωνίες του πατέρα του. Ο Ναθάνιελ χαμήλωσε το βλέμμα του. Άρχισε να περιφέρεται γύρω από τα ράφια, να πιάνει κρυστάλλους και να τους κοιτάζει ερευνητικά. «Ήταν ένα παιδί του δρόμου, δεν είχε κανέναν να του δώσει την πυξίδα που θα του έδειχνε το δρόμο της ηθικής, Άντι. Ναι, κάποιες φορές περνούσε τα όρια, αλλά έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε με όσα είχε και ποτέ δεν έκανε κάτι παράνομο.» Η Άντι σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. Μόνο ηθικά αμφισβητήσιμο. «Σίγουρα δε θα ανεχόταν όλες αυτές τις χαζομάρες με τον κήπο της Αγίας Αγνής που έχω ανεχτεί εγώ.» Η Άντι δεν αμφέβαλλε ούτε για μια στιγμή. «Φαντάζομαι ότι θα τον είχε γκρεμίσει μέσα στη νύχτα, έτσι δεν είναι;» Ο Ναθάνιελ την κοίταξε με το πιγούνι του σφιγμένο από πείσμα. «Και θα είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει.» «Γιατί λοιπόν δεν το έχεις κάνει ακόμα;» τον ρώτησε ήρεμα. Εκείνος ξεφύσησε. «Μη σου περνά από το μυαλό ότι δεν το έχω σκεφτεί.» «Μα δεν το έχεις σκεφτεί» επέμεινε η Άντι «γιατί εσύ έχεις πυξίδα για την ηθική σου.» Ξαφνικά ένας κρύσταλλος έφυγε από το χέρι του και έπεσε με θόρυβο πάνω στο γυάλινο ράφι. Η Άντι τον παρατηρούσε καθώς τον έβαζε στη θέση του. Για μια στιγμή δεν είπε τίποτα, μόνο αναρωτήθηκε αν σκεφτόταν όσα έχει μάθει από τη μητέρα του. Κάποια στιγμή τα γαλανά μάτια του στράφηκαν πάνω της και ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίστηκε στο όμορφο στόμα του. «Ή μπορεί να θέλω να συνεχίσω να παίζω μαζί σου.»


Εντάξει. Προφανώς δε θα μιλούσε άλλο για τον πατέρα του. Η Άντι ξεροκατάπιε αντικρίζοντας το υπολογιστικό βλέμμα του αρπακτικού στα μάτια του και την εσκεμμένα άκομψη αλλαγή του θέματος. Πραγματικά δε θα έπρεπε να νιώθει τέτοια έξαψη αυτή τη στιγμή και την ενοχλούσε το γεγονός πως την ένιωθε. Πού ήταν η περηφάνια και ο αυτοσεβασμός της; Είχε περάσει ολόκληρες εβδομάδες λέγοντας στον εαυτό της ότι το έκανε για εκείνον, για να τον σώσει από τον εαυτό του, αλλά εκείνος ανέφερε ότι θα κατέστρεφε τον κήπο και εκείνη, αντί να εξοργιστεί βλέποντάς τον να την πλησιάζει με πόθο στο βλέμμα, έλιωνε μπροστά του. «Ναι» μουρμούρισε, καθώς εκείνος όλο και πλησίαζε, οι φαρδιοί ώμοι του δεν την άφηναν να βλέπει πίσω του. «Αν γκρέμιζες τον τοίχο, θα ήταν κάπως δύσκολο να συνεχίσεις να παίζεις μαζί μου.» Ο Ναθάνιελ στάθηκε στην άλλη πλευρά του πάγκου και έγειρε προς το μέρος της. Η Άντι έκανε πίσω. Δεν μπορούσε να σκεφτεί όταν ήταν τόσο κοντά της. «Κι αν προσφερόμουν να ρίξω μια ματιά στα βιβλία σου; Να σου δώσω επαγγελματικές συμβουλές, να δω αν μπορώ να βοηθήσω το κατάστημα να σου αποφέρει περισσότερα;» Άνοιξε το στόμα της για να αντιδράσει, αλλά εκείνος σήκωσε τα χέρια της ψηλά και τελικά τον άφησε να συνεχίσει. «Μόνο συμβουλές, δεν είσαι υποχρεωμένη να τις αποδεχτείς. Θα κέρδιζα πόντους έτσι;» Η Άντι σκέφτηκε να αρνηθεί, αλλά ίσως και να είχε δίκιο – δεν ήταν κακό να γίνει πιο αποδοτική η επιχείρηση, ήταν; Μπορεί να υπήρχε κάποιος καλύτερος τρόπος για να προχωρήσει. Είχε καταφέρει να πετύχει με την εξυπνάδα της και με καλές συμβουλές – γιατί να απορρίψει τώρα τις δικές του χωρίς λόγο; Και η αλήθεια ήταν πως ένα μικρό κομμάτι μέσα της ένιωθε ανακουφισμένο που εκείνος έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον για κάτι άλλο πέρα από το σεξ. Μέχρι τώρα η σχέση τους ήταν ουσιαστικά μονομερής. Εκείνη έδινε, έδινε, έδινε και εκείνος έπαιρνε, έπαιρνε, έπαιρνε. Και δεν την πείραζε – ήξερε πού είχε μπλέξει. Αλλά ίσως, ίσως έκανε κάποια πρόοδο... «Εντάξει» του είπε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους της. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του και η Άντι ένιωσε την κοιλιά της να αδειάζει και ήξερε ότι για το καλό της δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να του δώσει κάτι χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα. Εάν εκείνος γνώριζε πόσο εύκολη γινόταν κοντά του, θα γινόταν αδίστακτος. «Θέλω όμως να σταματήσεις να ξυρίζεσαι τα Σαββατοκύριακα.» Ο Ναθάνιελ συνοφρυώθηκε. «Τι;» «Με άκουσες. Ξυρίζεις αυτό το υπέροχο σαγόνι σου υποχρεωτικά δύο φορές την ημέρα. Κάθε μέρα. Είναι πάρα πολύ.» «Γιατί;» τη ρώτησε απαιτητικά. Η Άντι έπνιξε την ενόχλησή της από την παιδιάστικη οξύθυμη συμπεριφορά του. Είχε εγκαταλείψει τις προσπάθειες να βρει το κέντρο της -το είχε χάσει εδώ και πολύ καιρό-, αλλά ακόμα πίστευε ότι, αν τον έπαιρνε με το γλυκό, θα κέρδιζε περισσότερα. Έσκυψε κοντά του, τα χείλη της άγγιξαν το αυτί του. «Γιατί μου αρέσει να με γρατζουνά όταν κατεβαίνεις χαμηλά.» Όταν τον είδε να ξεροκαταπίνει χαμογέλασε. ***


Πέρασε μία εβδομάδα ακόμα. Το ινδιάνικο καλοκαίρι τελείωσε, αντικαταστάθηκε από μια φρέσκια φθινοπωρινή ψύχρα και οι νύχτες άρχισαν να μεγαλώνουν. Η Άντι πήγε τον Ναθάνιελ στο μουσείο της Μαντάμ Τισό, στην εκκλησία του Άγιου Μαρτίνου των Αγρών για να κάνουν χειροτεχνίες με χαλκό, και τον έσυρε μέσα στο κρύο ένα βράδυ για να δει την Τάουερ Μπριτζ να σηκώνεται για να περάσει ένα πλοίο. Ήταν πολύ χαρούμενη με την επιλογή της για αυτό το κρύο μεσημέρι της Παρασκευής. Σχεδίαζε καιρό να πάει τον Ναθάνιελ στον κήπο της Αγίας Αγνής, αλλά δεν ήθελε να το κάνει από την αρχή. Τόσο φανερά. Όμως από την ημέρα της διαδήλωσης δεν είχε ξαναπάει ούτε εκείνη, και συνήθιζε να τον επισκέπτεται μία φορά την εβδομάδα, με την Πένι συνήθως. Ήταν ένα ακόμα από αυτά τα πράγματα της καθημερινότητας που από όταν ξεκίνησε την εκστρατεία της για να τιθασεύσει το μεγιστάνα είχε σταματήσει. Και τώρα που το όραμα του Ντέιβ είχε ερευνηθεί και τελικά κατά τη διάρκεια μιας ξεκαρδιστικής συνέντευξης τύπου ο ίδιος παραδέχτηκε πως ήταν μεθυσμένος, ο πρωτοφανής αριθμών προσκυνητών μειώθηκε και πλέον θύμιζε ξανά ένα γαλήνιο χώρο πρασίνου και όχι το στάδιο Γουέμπλεϊ. Θα αισθανόταν άβολα; Ίσως, αλλά κρίμα για εκείνον. Αν ήταν τόσο αποφασισμένος να καταστρέψει κάτι τόσο όμορφο, το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να το ζήσει πρώτα. «Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Ναθάνιελ όταν βγήκαν από το σταθμό του μετρό. «Για πικνίκ.» Καθώς όμως πλησίαζαν στον προορισμό τους, την κοίταξε και είπε: «Σοβαρά;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Είναι το καλύτερο μέρος για πικνίκ στο Λονδίνο.» Ο Ναθάνιελ σταμάτησε πριν ολοκληρώσει το βήμα του. «Έχω ακούσει όλη τη φιλοσοφία, Άντι, και πέρασα όλο το πρωινό μου προσπαθώντας να αντιμετωπίσω τις πρόσφατες προσπάθειες που έκαναν τα φιλαράκια σου για να εκτροχιάσουν τα σχέδια για αξιοποίηση. Δε θέλω να ακούσω και πάλι τα ίδια την ώρα που υποτίθεται πως πρέπει να χαλαρώνω.» Η Άντι ξεφύσησε. Της άρεσε που άκουσε ότι είχε συνδέσει τις συναντήσεις τους με τη χαλάρωση, όμως είχε ακόμα δρόμο. «Δε θα πω ούτε κουβέντα» του υποσχέθηκε και τον έπιασε από το χέρι. Η Πένι τούς περίμενε έξω από τον κήπο με ένα καλάθι πικνίκ στο χέρι. Ένευσε ευγενικά στον Ναθάνιελ, αλλά η Άντι καταλάβαινε πως δεν τον ενέκρινε. Από το βεβιασμένο χαμόγελό του ήταν προφανές πως τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Εκνευρισμένη που είχαν τόσο διαφορετικές απόψεις με τη φίλη της, την αγκάλιασε κάπως άγρια για να την ευχαριστήσει και τράβηξε γρήγορα τον Ναθάνιελ στον κήπο. Μέσα σε μια στιγμή, η Άντι ανανεώθηκε. Μπορεί ο Ναθάνιελ να εκνευριζόταν που είχε τόσο καλή διάθεση, όμως αυτός ο κήπος τη μάγευε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, το βλέμμα της έπινε τις όμορφες σειρές με τριανταφυλλιές που προστάτευε ο όμορφος αρχαίος τοίχος που ήταν καλυμμένος με κισσούς. Η πρόσφατη καλοκαιρινή ζεστασιά τις είχε κρατήσει ανθισμένες, αλλά η ψύχρα της τελευταίας εβδομάδας είχε αρχίσει να ρίχνει τα λουλούδια τους και τα χορταριασμένα μονοπάτια ανάμεσα είχαν γεμίσει σκορπισμένα ροδοπέταλα. Τα ηλικιωμένα και ροζιασμένα δέντρα σε κάθε γωνιά φρόντιζαν να υπάρχει αρκετή σκιά στα


παγκάκια που βρίσκονταν περιμετρικά του κήπου, αλλά η Άντι προτίμησε να περπατήσει ανάμεσα στους θάμνους με τον Ναθάνιελ σιωπηλό, μέχρι να φτάσουν ακριβώς στο κέντρο. Του έδωσε την κουβέρτα που είχε φέρει η Πένι και εκείνος την κοίταξε για μια στιγμή πριν την απλώσει στο έδαφος. Του χαμογέλασε αμήχανα και κάθισε. Άρχισε να βγάζει το φαγητό από το καλάθι και τον άκουσε να κάθεται κι εκείνος δίπλα της. «Θα καθίσουμε, λοιπόν, εδώ, θα τρώμε και θα κοιτάζουμε τα τριαντάφυλλα;» τη ρώτησε. «Δεν έχεις σκοπό να με πείσεις για τίποτα;» Του έδωσε το σάντουιτς με μπέικον, που ήταν ζεστό ακόμα. «Όχι.» Την κοίταξε σκεφτικός, αλλά δέχτηκε αυτό που του έδινε και για κάνα δυο λεπτά έτρωγαν στη σιωπή. «Καλό ήταν» είπε ο Ναθάνιελ, καθώς σκούπιζε τα χέρια και το πρόσωπό του σε μια πετσέτα. Η Άντι έπρεπε να συμφωνήσει. Πρόσφατα είχε αρχίσει να τρώει ξανά μπέικον. Η χορτοφαγία της ήταν μια επιλογή περισσότερο για την υγεία της και όχι τόσο λόγω φιλοσοφίας, και εκείνη την πρώτη Κυριακή που πέρασαν στο σπίτι του της ήταν πολύ δύσκολο να το μυρίζει μαγειρεμένο και να μην παρασυρθεί. Της ήταν σχετικά εύκολο να αντισταθεί τα τελευταία χρόνια, αφού δεν το είχε ποτέ στο ψυγείο της για να τη δελεάσει, αλλά όταν της το μαγείρευε ένας υπέροχος άντρας, που θα μπορούσε να σκανδαλίσει το διάβολο φορώντας μόνο το εσώρουχό του – απλώς δεν ήταν τόσο δυνατή. Ακόμα και τώρα, που του είχε ξεφύγει λίγο λάδι από το μπέικον στο πάνω χείλος και έπρεπε να παλέψει πολύ μέσα της για να μην το γλείψει. Ταρακούνησε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Ο τύπος καθόταν πάνω σε μια κουβέρτα για πικνίκ φορώντας κοστούμι. «Τι;» τη ρώτησε με καχυποψία. Κούνησε το κεφάλι της. «Ορίστε.» Έπιασε τη γραβάτα του και ξέσφιξε τον κόμπο. Την κοίταξε με το ένα του φρύδι ανασηκωμένο. «Άντι, Άντι, Άντι, θα με εξαντλήσεις.» Εκείνη ξεφύσησε. «Λες και αυτό θα μπορούσε να συμβεί.» Ο Ναθάνιελ συνοφρυώθηκε. Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της. «Άσ’ το.» Η Άντι τον κοίταξε αγριεμένη, καθώς ένα παράλογο συναίσθημα εμφανίστηκε μέσα στο στήθος της. «Είσαι σε πικνίκ, Νέιτ. Τουλάχιστον προσπάθησε να φαίνεσαι κάπως ταιριαστός.» Πήρε το χέρι του και εκείνη του έλυσε τη γραβάτα και την έβγαλε. Έπειτα τα δάχτυλά της πήγαν προς τα κουμπιά του και του άνοιξε τα τρία πρώτα. «Τώρα τουλάχιστον φαίνεσαι σαν να ξέρεις πώς να χαλαρώνεις» του είπε ευχαριστημένη με την πιο απλή του εμφάνιση. Ήταν κυκλωμένος από τις τριανταφυλλιές και, καθώς συνειδητοποιούσε πως, κοιτώντας τα τρέχοντα στοιχήματα της ζωής της, οι επιλογές που έκανε δεν της άρεσαν, γύρισε ξανά εκείνο το παράλογο συναίσθημα. Ούτε της άρεσε και δεν καταλάβαινε το πώς μπορούσε να την εξαγριώνει και παράλληλα εκείνη να θέλει να τον ρίξει στο χώμα και να τον κάνει δικό της. Η Άντι έπεσε πάνω στην κουβέρτα και έκλεισε τα μάτια της. Έτσι έδιωχνε και τα δύο προβλήματα και απόφευγε τον κίνδυνο να τον αγγίξει. Κάπου ανάμεσα στον κυκεώνα των συναισθημάτων της, συγκεντρώθηκε ώστε να βρει το κέντρο της. Σιγά σιγά οι αριθμοί εμφανίστηκαν στο μυαλό της, αρχικά σαν σταγόνες. Οι πρώτοι αριθμοί που τόσο καλά γνώριζε έμοιαζαν χαμένοι μέσα στην αναταραχή της, αλλά με μικρά βήματα και ύστερα


όλο και πιο μεγάλα και πιο γρήγορα κατέκλυσαν το μυαλό της. Άρχισε να τους απαγγέλλει νοερά, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ηρεμήσει στη θαλπωρή τους. *** Ο Ναθάνιελ την κοίταξε. Κάτω από το φουσκωτό μπουφάν της φορούσε χαμηλοκάβαλο τζιν και ένα μπλουζάκι με γιακά. Είχε χώσει τα μαλλιά της σε ένα μοδάτο μάλλινο σκούφο, που αναγνώρισε πως ήταν δημιουργία της γιαγιάς του, κατεβασμένο κάτω από τα αυτιά της. Οπωσδήποτε το παντελόνι που φορούσε ήταν το «γκρινιάρικο». Δεν ήταν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνει τώρα, αλλά ήξερε τι ήθελε να της κάνει έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη δίπλα του και σίγουρα αυτό περιλάμβανε και να της βγάλει το «γκρινιάρικο» παντελόνι. Αντί γι’ αυτό, έγειρε κι εκείνος πίσω, αφού ήταν σίγουρος ότι η Άντι δε θα ανταποκρινόταν στις προτάσεις του. Τα μοβ πέταλα γύρω του έμοιαζαν να τον χλευάζουν. Έπαιξε τα δάχτυλά του στην κουβέρτα, έχοντας επίγνωση των δευτερολέπτων και των λεπτών που περνούσαν. Θυμήθηκε την αναφορά που βρισκόταν πάνω στο γραφείο του για μια νέα έκταση που εξέταζε. Μέσα στο μυαλό του μελετούσε τις σημειώσεις που του είχε δώσει το πρωί η Μάργκαρετ για τη συνάντηση που είχε στις δύο το μεσημέρι. «Σταμάτα να σκέφτεσαι.» Γύρισε το κεφάλι του στο πλάι ακούγοντας την παραπονιάρικη εντολή. «Δεν είμαι καλός στο να μην κάνω τίποτα.» «Κοίτα εκεί» του είπε και με το βλέμμα του ακολούθησε το δάχτυλό της, που σημάδευε ένα αεροπλάνο που περνούσε ψηλά πάνω τους. «Δεν αναρωτιέσαι ποτέ πού μπορεί να πηγαίνουν;» Ο Ναθάνιελ δυσανασχέτησε. «Όχι.» Τα χέρια της Άντι έπεσαν στο έδαφος καθώς μουρμούριζε: «Φυσικά όχι.» «Είναι μόνο ένα αεροπλάνο, Άντι» είπε, ενώ εκείνη είχε τα μάτια της κλειστά. Δεν είχε χρόνο για να ονειροπολεί για προορισμούς. «Μια μηχανή που σε πηγαίνει από το σημείο Α στο σημείο Β.» Άνοιξε τα μάτια της και κούνησε το κεφάλι της. «Μεταφέρει τα όνειρα των ανθρώπων. Πηγαινοέρχονται για διακοπές ή γάμους ή συναντήσεις παλιών φίλων ή μετακομίζουν σε άλλες χώρες ή απλώς επιστρέφουν. Μου αρέσει αυτή η ανυπομονησία που υπάρχει διάχυτη στα αεροπλάνα.» Ο Ναθάνιελ συνήθως ήταν αφοσιωμένος στη δουλειά του όταν πετούσε, οπότε δεν μπορούσε να πει ότι το είχε παρατηρήσει, αλλά εκείνη είχε μια περίεργη διάθεση και αυτός δεν ήθελε να την προκαλέσει κι άλλο, ειδικά μέσα σε τούτο τον κήπο, γιατί είχε την αίσθηση ότι το περιβάλλον την έκανε κακόκεφη. Κοίταξε ξανά στον ουρανό. Μετά από μια δυο στιγμές τής είπε διστακτικά: «Λοιπόν… έριξα μια ματιά στα βιβλία σου.» Περισσότερο ένιωσε παρά είδε τα μάτια της που άνοιξαν. «Αλήθεια;» «Έχω ορισμένες προτάσεις, αν θέλεις να τις ακούσεις.» Ένιωσε δίπλα του κίνηση. Η Άντι ανασηκώθηκε με την πλάτη της προς το μέρος του και τα χέρια της αγκάλιασαν τα γόνατά της. «Ή μπορώ απλά να σου δώσω την αναφορά που ετοίμασα όταν γυρίσουμε στο γραφείο.»


Η Άντι γύρισε το κεφάλι της και πετάρισε τα μάτια της. «Ετοίμασες αναφορά;» «Πίστευα πως θα ήταν πιο εύκολο, αν είχες ένα έντυπο για να ανατρέχεις σε εκείνο, αν χρειαστείς.» Η Άντι έστρεψε το βλέμμα της πάνω του. «Απλώς πες μου τα κύρια σημεία.» Κάθισε και ο Ναθάνιελ, το χέρι του άγγιξε το δικό της. «Νομίζω πως υπάρχουν κάποιοι εύκολοι τρόποι για να εξοικονομήσεις χρήματα. Μπορείς να τιμολογήσεις ακριβότερα τα προϊόντα σου. Η περιοχή φημίζεται για τα ακριβά ποιοτικά προϊόντα, οπότε έχεις αρκετό περιθώριο. Μπορείς να δουλεύεις το κατάστημα μόνη σου, να καταργήσεις το έξοδο του επιπλέον εργαζόμενου με το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι έτσι θα έχεις καλύτερη επίγνωση του τι συμβαίνει στην επιχείρησή σου. Επίσης θα μπορούσες να το κρατάς ανοιχτό περισσότερο και να σκεφτείς το ενδεχόμενο να δουλεύεις και την Κυριακή. Επιπλέον, αγοράζεις τους κρυστάλλους από Βρετανούς προμηθευτές, που κοστολογούν τα προϊόντα τους πανάκριβα. Αν κάνεις μια έρευνα, θα βρεις πιο οικονομικές επιλογές.» Για λίγο εκείνη δε μίλησε καθόλου. Ήταν τόσο ακίνητη, που ο Ναθάνιελ άρχισε να αναρωτιέται αν είχε πάθει κανένα εγκεφαλικό από τις λογικές προτάσεις του. «Άντι;» την παρακίνησε. Εκείνη γύρισε το κεφάλι της. «Νομίζεις ότι πρέπει να διώξω την Τίφανι;» «Είναι μία από τις επιλογές σου.» «Στηρίζει οικονομικά την οικογένειά της, γιατί ο Μπερτ, ο μπαμπάς της, δεν εργάζεται αφότου τραυμάτισε τη μέση του.» «Υπάρχουν κι άλλες δουλειές» της είπε ευγενικά. «Είναι δυσλεκτική.» Τα μεγάλα, γκρίζα μάτια της Άντι καρφώθηκαν μέσα στα δικά του. Είχε έναν τρόπο να τον κάνει να νιώθει σαν ερπετό και δεν του άρεσε να νιώθει σαν εγκληματίας μόνο και μόνο επειδή της έδειχνε με ποιον τρόπο θα μπορούσε η επιχείρησή της να είναι πιο αποδοτική. Περισσότερο μισούσε το γεγονός ότι εκείνη φαινόταν τόσο αξιολύπητη, που θα ήθελε να την αρπάξει στην αγκαλιά του και να πάρει πίσω όλα όσα της είπε. Όμως επιχειρηματικά είχαν νόημα όλα αυτά -οποιοσδήποτε διευθυντής θα της έλεγε τα ίδιακαι δεν είχε σκοπό να απολογηθεί γι’ αυτό. Έστω κι αν τον κοιτούσε σαν να είχε ξεριζώσει με τα χέρια του κάθε θάμνο τριανταφυλλιάς που υπήρχε μέσα στον κήπο. Κοίταξε γύρω του. Δεν μπορούσε ούτε να ελπίζει πως θα τον αντιμετώπιζε δίκαια όσο ήταν καθισμένοι στη μέση του άτυπου πεδίου μάχης τους. «Νομίζω ότι πρέπει να φύγω» είπε ο Ναθάνιελ και σηκώθηκε. «Θα το κάνεις, έτσι δεν είναι; Στ’ αλήθεια θα τα γκρεμίσεις όλα. Θα πλακοστρώσεις τον παράδεισο.» Τα ψυχρά της λόγια ένιωθε να τον κόβουν πιο βαθιά από οποιαδήποτε τσιριχτή προσβολή από την ντουντούκα. «Ξέρω ότι ήλπιζες πως θα μου άλλαζες γνώμη, αλλά, Άντι, χρειάζομαι τον κήπο.» Η Άντι αγκάλιασε τα γόνατά της. «Δεν τον χρειάζεσαι. Τον θέλεις. Εγώ τον χρειάζομαι.» «Άντι –» «Μην έρθεις απόψε» τον διέκοψε χωρίς να κάνει καν τον κόπο να τον κοιτάξει. Ο Ναθάνιελ ατσάλωσε τον εαυτό του ενάντια στην άρρητη απόρριψη. Η σκέψη ότι δε θα


ξάπλωνε στο κρεβάτι της για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες τον χτύπησε σαν κεραυνός, αλλά δεν θα την παρακαλούσε. Δε θα παρατούσε μια συμφωνία που του κόστιζε πολύτιμο χρόνο και χρήμα ούτε θα έβγαινε από το στόχο που είχε θέσει και προετοίμαζε εδώ και δεκαέξι ολόκληρα χρόνια. Αυτό το πράγμα, ό,τι κι αν ήταν, όπως φαίνεται, είχε κλείσει τον κύκλο του. Και αυτό ήταν καλό. Του είχε πάρει πολύ χρόνο. Θα μπορούσε να συγκεντρωθεί ξανά πλήρως σε όσα είχαν σημασία στη ζωή του. Σεξ θα μπορούσε να βρει παντού – και εκτός των άλλων θα ήταν χωρίς περιπλοκές. Με γυναίκες που δε θα έμπαιναν μέσα στο μυαλό του. Δε χρειαζόταν την Άντι μέσα στο μυαλό του. Ούτε τη χρειαζόταν οπουδήποτε κοντά στην καρδιά του.


Κεφάλαιο Ενδέκατο Τις επόμενες ημέρες η Άντι συνεχώς ήταν απασχολημένη με άσκοπες αποστολές επιστολών διαμαρτυρίας για την εκστρατεία Σώστε τον Κήπο της Αγίας Αγνής. Την Παρασκευή και το Σάββατο το απόγευμα πήγε σε συναντήσεις για το σχεδιασμό στρατηγικής που τράβηξαν μέχρι το βράδυ. Σήμερα όλη την ημέρα ήταν στο Ψυχή και Πνεύμα και έκανε την απογραφή και όλα αυτά που είχε αμελήσει τόσο πολύ τον τελευταίο μήνα. Τώρα όμως ήταν στο Άιντα Μέι και κάθε ίντσα του της θύμιζε τον Ναθάνιελ και τον τρόπο που δέσποζε μέσα στο μικρό της σπιτικό. Ενώ έβλεπε τηλεόραση, δεν μπορούσε να σταματήσει το μυαλό της, που επεξεργαζόταν όσα έγιναν. Το αντίο που είπε στον Νέιτ σπάραξε τα σωθικά της. Όμως έτσι όπως ήταν καθισμένη στον κήπο, στον κήπο της, και εκείνος της μιλούσε σαν να ήταν κάποιος πελάτης που τον πλήρωσε για να της αναλύσει επιχειρησιακές στρατηγικές αντί για τη γυναίκα που το στρώμα της είχε σημάδια από τις μαραθώνιες συναντήσεις τους, ξαφνικά όλα ήταν ξεκάθαρα. Δεν είχε καταφέρει να του αλλάξει τη γνώμη. Όσο χρόνο κι αν ξόδευε, όσο κι αν ανακινούσε το θέμα, όσο κι αν του έδειχνε πόσο σημαντικό ήταν για αυτή, πόσα σήμαιναν για εκείνη η ζωή και το να είναι ζωντανή ή όσες επιστολές κι αν έστελνε, σε όσες συναντήσεις κι αν πήγαινε, τελικά δε θα έκανε την παραμικρή διαφορά. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να κερδίσει λίγο χρόνο. Ο περιτοιχισμένος κήπος των διακοσίων χρόνων ήταν καταδικασμένος. Και ο Νέιτ ήταν ο εκτελεστής του. Όμως η κατάσταση ήταν χειρότερη. Εκτός από τις πληγές που άνοιξαν, ένιωθε και προσβεβλημένη που πήγε και τον ερωτεύτηκε. Έλεγε καθημερινά στον εαυτό της ότι ήταν κοντά του για καθαρά αλτρουιστικούς λόγους – για το καλό του κήπου, για το καλό του Ναθάνιελ. Του χάριζε εμπειρίες και του έδειχνε πράγματα ελπίζοντας να τον κάνει να καταλάβει ότι στη ζωή υπάρχουν περισσότερα πράγματα από τη δουλειά. Ξεπλήρωνε το χρέος της προς το σύμπαν. Η αλήθεια, όμως, ήταν πως το έκανε για τον εαυτό της. Επειδή τον είχε ερωτευτεί. Μέρα με τη μέρα έμπαινε όλο και περισσότερο κάτω από το δέρμα της και κάθε νύχτα, όταν ταρακουνούσε τον κόσμο της, τον ερωτευόταν λίγο περισσότερο. Κάθε φορά που της χαμογελούσε ή γελούσε ή φαινόταν να διασκεδάζει στις εξόδους τους εκείνη ενθουσιαζόταν σαν μικρό παιδί. Κάθε φορά που την κοιτούσε στα μάτια όταν ήταν βαθιά μέσα της της κοβόταν η ανάσα. Κάθε πρωί που έφευγε έπαιρνε μαζί του και την καρδιά της. Και τώρα, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα γιατί παρά τον καιρό που πέρασαν μαζί απλά δεν την είχε μάθει καθόλου, τα είχε γκρεμίσει όλα. Πώς έκανε τόσο λάθος; Ήταν αφελής που πίστεψε πως ήταν κάτι σαν αδελφές ψυχές, γιατί σε εκείνον είχε αναγνωρίσει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού της. Ακόμα και εκείνες τις παλιές εποχές δεν έχασε ποτέ τόσο πολύ την επαφή της με την ανθρώπινη φύση της. Κοίταξε γύρω της το ζεστό, μικρό της σπιτικό, τη φωτιά που έκαιγε, το ζεστό μελί χρώμα στους τοίχους, τα έντονα ριχτάρια, τα πολύχρωμα χαλιά, τις δαντελωτές κουρτίνες, ό,τι είχε μείνει από το τελευταίο μπουκέτο με λουλούδια που της είχε στείλει ο Ναθάνιελ.


Το σπίτι του ήταν σαν μαυσωλείο – όλα ήταν μαύρα και λευκά. Είχε πάει εκεί λίγες φορές, και όταν το εξουθενωτικό πρόγραμμα που μόνος επέβαλλε στον εαυτό του σήμαινε ότι θα πήγαινε στο δικό της σπίτι χαιρόταν. Ο τρόπος που ανάδινε τεστοστερόνη μέσα στο κοριτσίστικο περιβάλλον της είχε κάτι πολύ ερωτικό. Να βλέπει το μεγάλο γυμνό κορμί του τυλιγμένο με τα λουλουδάτα σεντόνια της και τις ροζ πετσέτες της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Δε θα έκλαιγε. Στα είκοσι εφτά της χρόνια είχε ζήσει πολλές τραγικές στιγμές περισσότερες απ’ όσο της αναλογούσε – είχε δει ανθρώπους να πεθαίνουν από καρκίνο, οικογένειες να θρηνούν, μικρά παιδιά με φαλακρό κεφάλι και μάτια πολύ, πολύ γερασμένα. Στιγμές που άξιζαν το κλάμα. Δε θα έκλαιγε για έναν άντρα. Είχε την υγεία της, μια στέγη πάνω από το κεφάλι της, φαγητό στην κοιλιά της και ανθρώπους που την αγαπούσαν. Ήταν τυχερή. Ήταν πολύ πιο τυχερή από τον Ναθάνιελ, γιατί εκείνος δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτά είναι όσα πραγματικά χρειάζεται ο άνθρωπος στη ζωή. Φύσηξε τη μύτη της και άνοιξε την τηλεόραση δυνατά. *** Ο Ναθάνιελ στάθηκε εκεί όπου ήταν δεμένο το Άιντα Μέι. Κοιτούσε τη βάρκα και τα νυχτερινά φώτα της προβλήτας παιχνίδιζαν στο νερό. Οι δύο τελευταίες νύχτες ήταν οι δυσκολότερες της ζωής του. Δεν είχε κοιμηθεί. Σχεδόν δεν είχε φάει. Δεν είχε καταφέρει να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Πέρασε το χέρι του απηυδισμένος ανάμεσα από τα μαλλιά του και το σαγόνι του. Διάβολε, δεν είχε καν ξυριστεί. Και δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς είχε βρεθεί εδώ. Ή γιατί είχε έρθει. Σίγουρα δεν ήταν συνειδητή απόφαση, αλλά – ήταν εδώ. Το βλέμμα του ακολούθησε το μαύρο καπνό που έβγαινε από το φουγάρο στην οροφή και εισέπνευσε βαθιά τη μυρωδιά του ξύλου. Ήταν τρελό το ότι ήταν εδώ. Η Άντι δεν έμοιαζε με κανέναν απ’ όσους ήξερε. Δεν είχε κανένα στόχο, δε νοιαζόταν για το χρήμα ή τα ρούχα ή τα κοσμήματα ή ακόμα και τα ακριβά λουλούδια. Έκανε διαλογισμό, για όνομα του Θεού, και πίστευε στη δύναμη των κρυστάλλων. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήταν παθολογικά δεμένη με έναν κήπο. Έναν κήπο που του ανήκε. Έναν κήπο που έπρεπε να καταστραφεί για να πετύχει εκείνος τους στόχους του. Τους στόχους που για να τους πετύχει δούλεψε σκληρά από τα δεκαεννέα του και που τώρα ήταν πολύ κοντά. Ο Ναθάνιελ είχε στόχους – αυτό δεν τον έκανε κακό άνθρωπο. Γύρισε για να φύγει, έπειτα σταμάτησε, έσφιξε τα χέρια του, ενώ το κορμί του απαιτούσε να πάει κοντά της. Ανάθεμα! Δεν είχε τίποτα που θα έπρεπε να τον γοητεύσει. Παρ’ όλα αυτά, ήθελε να ανοίξει την πόρτα της, να τρέξει μέσα και να την κάνει να τελειώνει όλη τη νύχτα. Ήταν όμως περισσότερα απ’ αυτό. Αυτό ήταν πόθος. Τον πόθο τον καταλάβαινε. Ήταν κάτι που μπορούσε να ελέγξει. Κάτι που θα μπορούσε να το πάρει ή να το αφήσει. Αυτό που ένιωθε δεν ήταν έτσι. Ήταν κάτι διαφορετικό.


Ο Ναθάνιελ μπήκε στη βάρκα. Ψαχούλεψε στην τσέπη του για να βρει το κλειδί που του είχε δώσει. Όμως ήξερε πως, έτσι όπως άφησαν τα πράγματα μεταξύ τους, δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Οπότε χτύπησε. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα η πόρτα είχε ανοίξει και εκείνη στεκόταν απέναντί του φορώντας μια αθλητική φόρμα, ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, χωρίς σουτιέν, και κάτι χνουδωτά πράγματα σαν μπότες. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο φρενιασμένα, που για μια στιγμή σκέφτηκε ότι πάθαινε καρδιακό. «Νέιτ» ψιθύρισε και έπειτα έπεσε στην αγκαλιά του και κόλλησε το στόμα της στο δικό του. Τη σήκωσε, αυτή τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και εκείνος δρασκελίζοντας μπήκε μέσα και με μια κλοτσιά έκλεισε την πόρτα πίσω του, ενώ εκείνη έλυνε τη ζώνη του και η γλώσσα της γύριζε μέσα στο στόμα του και την ένιωθε βαθιά μέσα στα σωθικά του σαν να τον έγλειφε εκεί. Πήγε προς την κρεβατοκάμαρα κρατώντας τη στα χέρια του και την πέταξε στο κρεβάτι. Η μπλούζα της ανασηκώθηκε και τα μαλλιά της σκόρπισαν γύρω της σαν να ήταν γοργόνα. «Γδύσου» της είπε λαχανιασμένος, ενώ την κοιτούσε. Πέταξε τα παπούτσια του, έβγαλε το πουκάμισο από το λαιμό του και κατέβασε το φερμουάρ του. Για μια στιγμή, όσο εκείνη γλιστρούσε από το μπλουζάκι της, σταμάτησε. Το φως ήταν σβηστό, όμως ο απαλός φωτισμός πίσω του τον άφηνε να βλέπει τα στήθη της γυμνά μπροστά του. Στη σκέψη ότι θα τα γευόταν το στόμα του υγραινόταν. Την έβλεπε να τον κοιτάζει πίσω από τα μισόκλειστα μάτια της και ήταν τόσο σέξι. Κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του και η στύση του έμεινε ελεύθερη. Η Άντι ανασηκώθηκε και όταν το στόμα της έκλεισε πάνω στο δικό του άρχισε να αναστενάζει. Τα μάτια του έκλεισαν, ενώ τα χέρια του ήταν μέσα στα μαλλιά της. Όμως ισορροπούσε σε δίκοπο μαχαίρι, ήταν πολύ κοντά για να αντέξει πολύ το γευστικό ρούφηγμα των χειλιών της και τη γλώσσα της που περιπλανιόταν. Τραβήχτηκε σπρώχνοντάς τη να ξαπλώσει στο κρεβάτι. «Γιατί δεν έχεις βγάλει το παντελόνι σου ακόμα;» τη ρώτησε βραχνά. Έπιασε τη ζώνη της φόρμας της και την κατέβασε μεμιάς μαζί με το εσώρουχο, αφήνοντάς την ολόγυμνη μπροστά του. Έπειτα εκείνη γύρισε μπρούμυτα και σύρθηκε στην άλλη άκρη, προς το κομοδίνο. Ψαχούλεψε στο συρτάρι όπου είχε τα προφυλακτικά. Οι γλουτοί της έτσι όπως σάλευαν ήταν προκλητικοί, απλώς πολύ προκλητικοί, και εκείνος έσκυψε πάνω της, φίλησε την πλάτη της, τους ώμους της, το λαιμό της, καθώς στηριζόταν στα χέρια του και η στύση του έτριβε τη σχισμή ανάμεσα. «Θεέ μου, είσαι πανέμορφη» μούγκρισε μέσα στο αυτί της. Το βογκητό της που του απάντησε ήταν τόσο ερεθιστικό, όπως και ο τρόπος που ανασηκώθηκε λίγο όταν του έδωσε το προφυλακτικό και τον άφησε να γλιστρήσει το χέρι του στο στήθος της. Γύρισε το κεφάλι της κοντά στα χείλη του και εκείνος διεκδίκησε το στόμα της. Καθώς τη χάιδευε, εκείνη βόγκηξε ξανά. Ο αντίχειράς του έτριβε την ερεθισμένη θηλή της. «Γρήγορα» του είπε με κομμένη την ανάσα. Την επόμενη στιγμή είχε σκίσει την αλουμινένια συσκευασία με τα δόντια του. Φόρεσε το προφυλακτικό με το ένα του χέρι και εκείνη κόλλησε πάνω του, στηρίχτηκε στα πόδια και τα χέρια της και του έλεγε να κάνει γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα. Έτσι όπως την έβλεπε, με τα στήθη της να αιωρούνται, τα μαλλιά της πεσμένα μπροστά, ένιωσε σαν να αφανιζόταν. Άρπαξε το γοφό της άγρια και του πήρε μόλις μια στιγμή πριν μπει μέσα της γρήγορα και σκληρά.


Όσο γλιστρούσε μέσα της αναστέναζε και εκείνη φώναζε, καθώς της χτυπούσε τον τράχηλο. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε λαχανιασμένος, καθώς η ζεστασιά και η στενότητά της τον τύλιγαν σε ένα κύμα απόλαυσης. «Ναι» απάντησε εκείνη με κομμένη την ανάσα. «Κι άλλο… κι άλλο.» Ο Ναθάνιελ υπάκουσε. Έγειρε πάνω της και, καθώς τώρα μπαινόβγαινε αργά μέσα της, έπιασε τα στήθη της, κάθε απαλή κίνηση περνούσε ξυστά τις θηλές της από τις παλάμες του. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να κινείται πιο γρήγορα. «Ναι, ναι» του είπε με μια κραυγή και τότε εκείνος γλίστρησε το χέρι του κάτω στην κοιλιά της και έβαλε τα δάχτυλά του στην πηγή της φωτιάς της. Όταν βρήκε το σωστό σημείο, εκείνη βόγκηξε. «Άντι» μούγκρισε καθώς εκείνη έσπρωχνε στο ρυθμό του, οδηγώντας τον να κάνει πιο γρήγορα, πιο δυνατά, ενώ τα δάχτυλά του κινούνταν συγχρονισμένα. Έπειτα το κεφάλι της έγειρε προς τα πίσω, φώναζε το όνομά του και έτρεμε κραυγάζοντας και ταυτόχρονα ξέσπασε και ο δικός του οργασμός για να ενωθεί με τον δικό της. Ο χώρος, ο χρόνος και το φως έσπασαν σε χιλιάδες κομμάτια γύρω του, μέχρι που έμειναν μόνοι οι δυο τους, να συγκλονίζονται από την έκσταση. *** Η Άντι ξύπνησε από το φως της ημέρας. Ο λαιμός της τη γρατζουνούσε, η κύστη της ήταν γεμάτη και ένα βαρύ αντρικό χέρι την κρατούσε σφιχτά από τη μέση. Αφότου κατέρρευσαν και οι δυο τους στο κρεβάτι μετά το άγριο, ζωώδες σεξ, δε θυμόταν πολλά. Μόνο ότι μαζί σύρθηκαν κάτω από τα σκεπάσματα, μπήκε στην αγκαλιά του και αποκοιμήθηκαν. Υπέθεσε πως θα έπρεπε να είχαν μιλήσει, αλλά ήταν εξουθενωμένη, έτσι όπως μόνο ένας πραγματικά καλός οργασμός εξουθενώνει, και δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στα συναισθήματα που την κατέκλυσαν ότι δε θα παρασυρόταν και δε θα μαρτυρούσε την αλήθεια. Ότι τον αγαπούσε. Έτσι, απλώς έκλεισε τα μάτια της και άφησε το βροντερό χτύπο της καρδιάς του να την οδηγήσει στη λήθη του ύπνου, όπου θα μπορούσε να τον αγαπά στα όνειρά της. Και θα την αγαπούσε κι εκείνος. Το πρωί, όμως, έπρεπε να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Η προηγούμενη νύχτα, όσο κι αν ήταν παθιασμένη και απολαυστική, ήταν κάτι παρορμητικό και ασύνετο. Τα προβλήματα δε θα διορθώνονταν με σταθερές δόσεις από παθιασμένο και συναρπαστικό σεξ. Οι ουσιαστικές διαφορές τους δεν είχαν λυθεί και δεν έβλεπε κανέναν τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να τις ξεπεράσει. Ίσως, όμως, για λίγο ακόμα θα μπορούσε να μείνει ξαπλωμένη στην αγκαλιά του και να υποκριθεί πως όλα ήταν καλά. Για πέντε λεπτά τα κατάφερε, μέχρι που δεν μπόρεσε να αγνοήσει άλλο την ανάγκη της να πάει στην τουαλέτα και σηκώθηκε από δίπλα του. «Επ» μουρμούρισε εκείνος και την έπιασε. Η Άντι τον κοίταξε. Το πιγούνι του ήταν μαυρισμένο από τα γένια του και μόλις θυμήθηκε πώς τη γρατζουνούσε στην πλάτη και το λαιμό της το βράδυ ρίγησε. Άνοιξε τα μάτια του και ήταν τόσο γαλανά, που η καρδιά της για μια στιγμή σταμάτησε. «Απλώς πηγαίνω στην τουαλέτα» του είπε. Εκείνος γέλασε. «Γύρνα γρήγορα. Έχω κάτι για σένα.»


Η καρδιά της Άντι έσπασε όταν άκουσε το πείραγμα. Ήθελε ακριβώς αυτό. Να ξυπνά δίπλα του κάθε πρωί με αυτό το βλέμμα στα μάτια του που της έλεγε πως όταν επέστρεφε θα έμπαινε μέσα της. Όμως δεν έβλεπε κανέναν τρόπο να προχωρήσει η κατάσταση μεταξύ τους. Γλίστρησε από τα σκεπάσματα, έξω από το πουπουλένιο πάπλωμα έκανε περισσότερο κρύο. Οι θηλές της τεντώθηκαν όταν σηκώθηκε και γύρισε και κοίταξε πίσω από τον ώμο της, περιμένοντάς τον να σχολιάσει. Αντί γι’ αυτό, εκείνος πετάχτηκε πάνω αποσβολωμένος. «Άντι. Για όνομα, Άντι!» Εκείνη δυσανασχέτησε. «Τι;» Την κοιτούσε με τέτοιο τρόμο στα μάτια, που η Άντι ανατρίχιασε. «Ο γοφός σου. Λυπάμαι πολύ… δεν κατάλαβα ότι ήμουν τόσο άγριος.» Η Άντι κοίταξε κάτω και είδε σκούρες μαύρες μελανιές που έμοιαζαν πολύ με δαχτυλιές απλωμένες στο γοφό της. Για μια στιγμή το μυαλό της άδειασε και έμεινε να τις κοιτάζει παγωμένη. Έπειτα εκατό δυσάρεστες αναμνήσεις ξεπήδησαν στο νου της. Άρχισε να γυρίζει το κεφάλι της μπρος πίσω, τεντώνοντας το λαιμό της, για να δει πίσω στην πλάτη της. «Είναι κι άλλες;» τον ρώτησε πανικόβλητη και η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Ο Ναθάνιελ συνοφρυώθηκε. «Όχι, φυσικά όχι. Δεν ήμουν τόσο άγριος. Δεν –» Δεν του έδωσε την ευκαιρία να ολοκληρώσει. Έφυγε τρέχοντας για το μπάνιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Πήγε κατευθείαν στον καθρέφτη. Το πρόσωπό της ήταν αναψοκοκκινισμένο και ξάφνου ο λαιμός της που τη γρατζουνούσε απέκτησε άλλο νόημα. Έτσι είχε ξεκινήσει την προηγούμενη φορά. Ξύπνησε και νόμιζε πως είχε γρίπη και ένα σωρό μελανιές. Είδε στο βλέμμα της τον πανικό, το φόβο και ακούμπησε το μέτωπό της στο κρύο τζάμι πριν κοιτάξει το θάνατο. Θεέ μου, όχι, σε παρακαλώ. Όχι τώρα. Σε μόλις δύο μήνες θα έχω περάσει πέντε χρόνια καθαρή και υγιής. Σε παρακαλώ, δεν μπορώ να το ξαναπεράσω αυτό. «Άντι;» Θεέ μου, Νέιτ. Γιατί, γιατί να μπει στη ζωή της τώρα; Υπήρχε κάποιο αρρωστημένο μεγάλο σχέδιο να τη χτυπήσει ενώ ήταν ήδη στο χώμα; «Είσαι καλά;» τη ρώτησε από το υπνοδωμάτιο. «Έρχομαι σε ένα λεπτό» του είπε. Τα χέρια της έτρεμαν και κάθισε για να ανακουφιστεί, το μυαλό της πάλευε με τα εκατό χειρότερα σενάρια. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει, προσπάθησε να βρει το κέντρο της. Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να απαγγέλλει από μέσα της τους πολύτιμους αριθμούς της από το ένα, ρυθμικά και ήσυχα σαν ευχή, αλλά ήταν πανικοβλημένη και συνεχώς έχανε τη σειρά, καθώς ένα απεγνωσμένο μάντρα έβγαινε μπροστά. Δε θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω. Ένιωσε δάκρυα να τρυπούν τα μάτια της και με τις γροθιές της τα σκούπιζε με δύναμη, ενώ κινούταν νευρικά μπροστά και πίσω. «Άντι;» Πώς ήταν δίκαιο να ερωτευτεί τελικά και όχι μόνο να της το κλέψει κάποια ανώτερη δύναμη,


αλλά να είναι ερωτευμένη με κάποιον που έμοιαζε ανίκανος να αγαπήσει κάτι που δεν είχε επάνω του το σύμβολο της λίρας; Πήρε τη χνουδωτή ρόμπα της πίσω από την πόρτα του μπάνιου και τη ναφόρεσε. Έπρεπε να τον ξεφορτωθεί. Δεν μπορούσε να τον έχει εδώ. Να τον έχει γύρω της. Αν δεν ήταν στο πλευρό της, έπρεπε να φύγει. Αν έπρεπε να αντιμετωπίσει ξανά τη λευχαιμία, χρειαζόταν δίπλα της ανθρώπους στους οποίους θα μπορούσε να στηριχτεί. Αναθεματισμένη, καταραμένη, απαίσια, βασανιστική ασθένεια! Έπλυνε γρήγορα τα χέρια της, έριξε νερό στο πρόσωπό της και άνοιξε την πόρτα. Εκείνος καθόταν στην άκρη του κρεβατιού φορώντας το εσώρουχό του. «Άντι.» Άνοιξε τα χέρια του, αλλά εκείνη έμεινε μακριά του. Τα μάζεψε και με τις παλάμες του έτριψε τους μηρούς του. «Λυπάμαι πολύ. Πραγματικά δεν το κατάλαβα πως ήμουν τόσο βίαιος. Ξέρω ότι μάλλον σε άρπαξα με δύναμη, αλλά δεν πίστευα ότι ήταν τόση η δύναμη για να σου κάνω μελανιές.» Η Άντι ένευσε. «Εντάξει, δε φταις εσύ. Μην ανησυχείς.» Ο Ναθάνιελ συνοφρυώθηκε. «Σου έχει ξανασυμβεί αυτό;» Η Άντι κάθισε στο τραπέζι, σε ασφαλή απόσταση από κείνον. «Ναι.» Τα δάκρυά της ήταν έτοιμα να ξεχυθούν και κατάπιε με δύναμη για να τα εμποδίσει. «Όταν είχα διαγνωστεί αρχικά με… με την ασθένεια πριν από πέντε χρόνια.» Δεν μπορούσε ούτε να πει τη λέξη. Δεν ήθελε. Αν την έλεγε-τη λέξη από «λ»θα ήταν σαν να άνοιγε την πύλη. Τον κοιτούσε που κατάλαβε αμέσως. Την πλησίασε. «Νομίζεις – λες ότι –» Έκλεισε τα μάτια της, γιατί δεν ήθελε να το σκεφτεί. Ήθελε να πέσει στο κρεβάτι, να σκεπαστεί και να αρχίσει τη μέρα της ξανά από την αρχή. «Επέστρεψε η λευχαιμία;» Κούνησε το κεφάλι της έντονα όταν ο Ναθάνιελ ονομάτισε το ακατονόμαστο, σαν να μπορούσε να το σβήσει, σαν να μην είχε ειπωθεί ποτέ. Δεν μπορεί. Απλώς δεν μπορεί. Άνοιξε τα μάτια της. «Πρέπει να κάνω κάποιες εξετάσεις αίματος. Θα κλείσω ραντεβού με το γιατρό μόλις ανοίξει.» Η Άντι συγχάρηκε τον εαυτό της για το πόσο ήρεμη ακούστηκε. Εκτός από ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στη φωνή της, αμφέβαλλε ότι εκείνος θα το καταλάβαινε. Πράγμα το οποίο ήταν εκπληκτικό, αν αναλογιστεί το πόσο γρήγορα ανάσαινε. Ο Ναθάνιελ ένευσε και έπιασε το χέρι της. «Θα έρθω μαζί σου.» Η Άντι ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν, καθώς έβλεπε θολά τα χέρια τους ενωμένα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να διώξει την εικόνα. Δεν ήθελε ούτε χρειαζόταν το ψεύτικο ενδιαφέρον του. «Δε χρειάζεται» του είπε κοφτά. Σηκώθηκε, άφησε το χέρι του και πήγε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. «Δε με πειράζει.» Η Άντι ξαφνικά εκνευρίστηκε. «Θα βρεις λίγο χρόνο ανάμεσα από τη δουλειά σου, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε καυστικά και όταν εκείνος δίστασε κούνησε το κεφάλι της. «Απλά φύγε, Νέιτ. Πήγαινε για δουλειά. Γύρνα στη ζωή σου. Γκρέμισε τον κήπο, βγάλε το δισεκατομμύριό σου. Θα


είμαι μια χαρά.» Ο Ναθάνιελ σηκώθηκε – ακόμα και στο μέσο αυτής της τρομερής κρίσης τον αγαπούσε. «Πρέπει μόνο να τηλεφωνήσω στη Μάργκαρετ για να αναβάλω κάποια πράγματα.» Η Άντι ένευσε. Φυσικά και έπρεπε να τηλεφωνήσει. Οποιοσδήποτε άλλος άντρας που σχετιζόταν με μια γυναίκα η οποία κοιτούσε κατάματα τη λευχαιμία απλώς θα τηλεφωνούσε και θα ενημέρωνε πως δε θα πήγαινε για δουλειά. Αυτή ακριβώς ήταν η διαφορά ανάμεσα στο να είσαι σε σχέση με κάποια και στο να είσαι ερωτευμένος με κάποια. «Δε χρειάζεται. Θα τηλεφωνήσω στην Πένι.» Δεν ήταν μια συνομιλία που ήθελε να κάνει. Η Πένι θα καταρρακωνόταν σχεδόν όσο και η ίδια. «Μπορώ να το κάνω» επέμεινε εκείνος. «Γιατί;» τον ρώτησε απαιτητικά. «Δεν έχεις καμιά υποχρέωση. Έτσι κι αλλιώς μόνο μπελάδες σού έφερα. Θεώρησέ το σαν πάσο απελευθέρωσης.» Την κοίταξε αγριεμένος. «Άντι, σε παρακαλώ.» Και τότε εκείνη ξέσπασε. Ο θυμός της φούντωνε, γιατί της ήταν πιο εύκολο να εστιάσει σε αυτό παρά σε ό,τι συνέβαινε στο σώμα της. Τον αγαπούσε, αλλά δεν τον ήθελε κοντά της, αν δεν την αγαπούσε κι εκείνος. «Δε σε θέλω εδώ, Νέιτ. Από τότε που μπήκες στη ζωή μου γύρισα σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από τη δουλειά και το κυνήγι του χρήματος. Αυτή τη ζωή την άφησα πίσω μου. Για καλούς λόγους. Δεν είναι υγιής και, αν πρέπει να περάσω ξανά τα ίδια, δε χρειάζομαι νοσηρές επιρροές.» Η Άντι κοίταξε το πάτωμα. Τα πεταμένα ρούχα του ήταν κοντά στα πόδια της. Τα σήκωσε και τα πέταξε στο κρεβάτι. «Απλά φύγε. Δε σε θέλω εδώ.» Εκείνος γύρισε και έφυγε από το δωμάτιο. Η αποφασιστικότητά της να μείνει δυνατή κράτησε μόλις πέντε λεπτά, μέχρι που εκείνος πέρασε δίπλα της ντυμένος και της είπε ότι θα τηλεφωνήσει. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και εκείνη ξέσπασε σε κλάματα. Γιατί φοβόταν και ήταν θυμωμένη. Κυρίως όμως γιατί ήθελε να του τηλεφωνήσει και να του πει ότι θα έπαιρνε όποια ψίχουλα της έδινε στο τέλος της πολυάσχολης ημέρας του, αν την αγαπούσε.


Κεφάλαιο Δωδέκατο Όταν ο Ναθάνιελ κατάφερε να βρει την Άντι στο παθολογικό τμήμα του δημόσιου νοσοκομείου ήταν τρεις και μισή το μεσημέρι. Όλη τη μέρα είχε τρελαθεί. Της είχε τηλεφωνήσει εκατό φορές, αλλά συνεχώς κατέληγε στον τηλεφωνητή της. Η Μάργκαρετ τελικά κατάφερε να βρει το τηλέφωνο της Πένι και να την καλοπιάσει ώστε να μάθει τι ώρα είχε ραντεβού η Άντι για να πάρει τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ήταν τρελαμένος από την αγωνία όταν την είδε να κάθεται σε μια από τις πλαστικές καρέκλες που ήταν σε σειρά. Το μόνο που είχε στο μυαλό του όλη την ημέρα ήταν εκείνη η αναθεματισμένη φωτογραφία στο ψυγείο της. «Γεια» της είπε και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Σήκωσε το κεφάλι της από το σημειωματάριο που μουντζούρωνε σαν δαιμονισμένη και ένιωσε ένα χέρι να σφίγγει τα σωθικά του. Συνήθως χαμογελούσε όταν τον έβλεπε, έδειχνε χαρούμενη όπως κι αν ήταν η διάθεσή της. Κοιτώντας πίσω, γενικά τον ενοχλούσε και διαφωνούσε μαζί της, όμως τώρα απλά τον κοίταξε και ξεφύσησε, τα γκρίζα μάτια της ήταν σκοτεινιασμένα. «Τι κάνεις εδώ, Νέιτ;» «Δε θέλω να είσαι μόνη σου.» «Δεν είμαι. Η Πένι μόλις έφυγε για να μετακινήσει το αυτοκίνητο. Είμαστε εδώ περισσότερο χρόνο όσο περιμέναμε.» Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και κάθισε δίπλα της. «Θα περιμένω μαζί σας λοιπόν.» «Δε χρειάζεται» του απάντησε και η απάθεια στη φωνή της πάγωσε το αίμα του. «Πόσο είσαι εδώ;» τη ρώτησε, αποφασισμένος να αγνοήσει τις αντιρρήσεις της. «Γύρω στη μιάμιση ώρα.» Κοίταξε το απόκομμα στο χέρι της με το νούμερο της σειράς της. Η ψηφιακή οθόνη από πάνω τους του έδειχνε ότι η Άντι ήταν μετά από τέσσερα άλλα άτομα. «Αυτό είναι γελοίο.» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Είναι δημόσιο νοσοκομείο. Έχουν πολλή δουλειά.» Κοίταξε γύρω του τους άλλους ανθρώπους που περίμεναν τη σειρά τους στις απαίσιες πλαστικές καρέκλες. Δύο ηλικιωμένοι, ένας αδύνατος άντρας γύρω στα σαράντα και ακριβώς μπροστά τους μια γυναίκα που ο Ναθάνιελ δεν μπορούσε να καταλάβει την ηλικία της, αλλά δεδομένου ότι είχε αγκαλιάσει ένα παιδί που φορούσε σκουφάκι και έμοιαζε να είναι έξι ή εφτά χρονών, ο Νέιτ υπέθεσε πως μάλλον ήταν γύρω στα τριάντα. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα, όμως, γιατί έφερε μαζί της ένα παιδί σε αυτή την κόλαση. «Θα μπορούσα να σου κλείσω ραντεβού με το γιατρό μου για τις εξετάσεις και να τελειώσεις σε δυο ώρες το πολύ.» «Δε με πειράζει να περιμένω» του είπε και η φωνή της ήταν άχρωμη, ενώ γύριζε ξανά προς το σημειωματάριό της. Την κοίταξε προσεκτικά. Έδειχνε κουρασμένη, πράγμα που δεν ήταν έκπληξη, αφού καθόταν σε αυτή την απαίσια καρέκλα εδώ και μιάμιση ώρα. Και αν οι σκέψεις της ήταν τόσο σκοτεινές όσο και οι δικές του, πρέπει να κόντευε να τρελαθεί. «Τι κάνεις;» τη ρώτησε κοιτάζοντας το σημειωματάριο.


«Γράφω τους πρώτους αριθμούς» του απάντησε χωρίς να κάνει τον κόπο να τον κοιτάξει, ενώ τελείωνε μια σελίδα. Τη γύρισε γρήγορα για να συναντήσει ένα μάτσο ακόμα από γραμμένες, προτού αρχίσει αμέσως να ξαναγράφει σε μια λευκή. Ο Ναθάνιελ συνοφρυώθηκε. Δεν έφταναν ως το άπειρο; Απ’ ό,τι φαινόταν, πάντως, εκείνη είχε ήδη φτάσει στο εκατομμύριο. «Γιατί;» «Επειδή με χαλαρώνει» του απάντησε απότομα. «Αλήθεια;» Ένευσε καταφατικά. «Οι αριθμοί πάντα με ηρεμούσαν. Τους χρησιμοποιώ για να χαλαρώσω όταν διαλογίζομαι.» Ο Ναθάνιελ ήθελε να τη ρωτήσει κι άλλα, αλλά η στάση της δεν τον βοηθούσε να συνεχίσει την κουβέντα. Αφού ο σκοπός ήταν να βρει έναν τρόπο να μείνει ψύχραιμη, αυτό ήταν κάτι καλό, σωστά; Έστρεψε το βλέμμα του στην οθόνη, καθώς ο αριθμός άλλαζε και μια αυτοματοποιημένη φωνή ζητούσε από όποιον είχε σειρά να προσέλθει. Ο αδύνατος άντρας σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο με το τζάμι. «Πώς νιώθεις;» τη ρώτησε ο Ναθάνιελ όταν εκείνη γέμισε μια ακόμα σελίδα και τη γύρισε. Η Άντι, με το βλέμμα της καρφωμένο στη δουλειά της, του είπε: «Αν θέλεις να μείνεις, δεν μπορώ να σε σταματήσω, αλλά μη μιλάς, εντάξει; Προσπαθώ σκληρά για να παραμείνω ψύχραιμη και να βρω το κέντρο μου κι εσύ, ως συνήθως, μου το χαλάς.» Του έφερε αμηχανία το «σκάσε και μην ενοχλείς» της όπως το είπε τόσο γαλήνια. Την επόμενη στιγμή, που χτύπησε το τηλέφωνό του, δε συνέβη το ίδιο. «Αν είναι να μείνεις, κλείσε αυτό το αναθεματισμένο πράγμα» του είπε με σφιγμένα τα δόντια και του έδειξε μία από πολλές πινακίδες που ζητούσαν από όσους ήταν στο νοσοκομείο να απενεργοποιήσουν τα κινητά τους. Ο Νέιτ ποτέ δεν απενεργοποιούσε το κινητό του. Ούτε καν στα αεροπλάνα, όταν ζητούσαν από τους επιβάτες να το κάνουν πριν την απογείωση και την προσγείωση. Το άγριο βλέμμα της, όμως, δε σήκωνε αντιρρήσεις και έτσι εκείνος πίεσε το πλήκτρο για να το κλείσει. Λίγα λεπτά αργότερα, σηκώθηκε το ζευγάρι όταν εμφανίστηκε το νούμερό τους και ο Νέιτ κοίταξε το ρολόι του. Μια πινακίδα κοντά στο παράθυρο τράβηξε την προσοχή του: Τα αποτελέσματα για εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά τις τέσσερις το μεσημέρι δε θα είναι διαθέσιμα μέχρι το επόμενο πρωί. Κοίταξε το ρολόι του. Έμεναν δέκα λεπτά ακόμα με τη γυναίκα μπροστά τους να είναι η επόμενη στη σειρά, όπως συμπέρανε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα – η Άντι περίμενε ήδη μιάμιση ώρα – θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το επόμενο πρωί για να μάθει αν υποτροπίασε η λευχαιμία; Όχι. Αποκλείεται. Αυτό ήταν παρανοϊκό. Δεν μπορούσε να περιμένει. Ήταν βασανιστήριο για το δικό του μυαλό – για εκείνη ήταν σίγουρα χειρότερο. Για όνομα του Θεού, είχε στραφεί πάλι στα μαθηματικά! Και έπρεπε να ξεκινήσει αμέσως θεραπεία, δεν έπρεπε; Θα της έβρισκε τον καλύτερο ογκολόγο στο Λονδίνο. Στο καλύτερο νοσοκομείο. Θα τα φρόντιζε όλα εκείνος. Το μόνο που έπρεπε να κάνει εκείνη ήταν να νικήσει αυτό το πράγμα. Το είχε καταφέρει μια φορά, μπορούσε να το κάνει και πάλι. Όμως, που να πάρει, δε θα περίμενε μέχρι το επόμενο πρωί. Σηκώθηκε όρθιος και είπε: «Θα γυρίσω σε μια στιγμή.» Ένιωσε το χέρι της Άντι στο χέρι του και γύρισε. «Πού πας;» τον ρώτησε.


«Να δω μήπως μπορέσω να επιταχύνω λίγο τη διαδικασία.» Έφυγε και πλησίασε στο τζάμι. Η γυναίκα που ήταν στην άλλη πλευρά έμοιαζε στην ηλικία της μητέρας του και όχι κάποια που ανεχόταν με ευχαρίστηση τους ανόητους. Της χάρισε το καλύτερό του χαμόγελο. «Καλό απόγευμα» είπε. «Η…» – Θεέ μου, πώς την είπε; Αγαπημένη, ερωμένη, περιστασιακή σχέση; «Η φίλη μου εκεί περιμένει εδώ και μιάμιση ώρα και φοβάμαι πως δε θα προλάβει μέχρι τις τέσσερις. Αλλά» χαμογέλασε ξανά και έβγαλε το πορτοφόλι του «ήλπιζα μήπως μπορούσε να περάσει αμέσως μετά;» Ένιωσε την Άντι στον ώμο του, καθώς έβγαζε τέσσερα χαρτονομίσματα των πενήντα λιρών και τα έσπρωχνε προς τη μεριά της υπαλλήλου. Η Άντι έβγαλε μια κραυγή: «Ναθάνιελ!» Η γυναίκα αγνόησε τα χρήματα και συνέχισε να τον κοιτά με βλέμμα σταθερό και έκφραση ατσάλινη. «Θέλεις να περάσεις πιο μπροστά; Πιο μπροστά από ένα άρρωστο παιδί που περιμένει όσο και η – φίλη σου;» Ο Ναθάνιελ κοίταξε πίσω του. Το παιδί έκανε εξετάσεις; Οι ενοχές έσκισαν την καρδιά του όταν εκείνο διάλεξε αυτήν ακριβώς τη στιγμή για να βγάλει το σκουφάκι του και να αποκαλυφθεί το φαλακρό κεφάλι του. Το ίδιο σωληνάκι που είχε δει στη φωτογραφία στο ψυγείο της Άντι ήταν στη μύτη του. Μεγάλοι μαύροι κύκλοι χρωμάτιζαν τα τεράστια κοιλώματα στη θέση των ματιών του, καθώς κοιτούσε ευθεία μπροστά του σαν να ήταν αιχμάλωτο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η μητέρα του φαινόταν διαλυμένη – λες και κάποιος την είχε χτυπήσει στο στομάχι. Ο Ναθάνιελ ανοιγόκλεισε τα μάτια του σοκαρισμένος από το θέαμα, αποτροπιασμένος από αυτό που έκανε. Το αγοράκι τού χαμογέλασε ανεπαίσθητα και τα χείλη του ήταν τόσο χλομά, ώστε ο Ναθάνιελ σχεδόν δεν μπορούσε να διακρίνει πού άρχιζε το στόμα του και πού το πρόσωπό του. «Όχι… κοίτα, λυπάμαι» είπε η Άντι. Τράβηξε το χέρι του, πήρε τα χρήματα και προσπάθησε να τον απομακρύνει, αλλά δεν έκανε καμιά διαφορά. «Λυπάμαι πολύ. Απλώς ανησυχεί» είπε πάλι στη γυναίκα πίσω από το τζάμι. «Και είναι και κακομαθημένος.» «Α-χα» απάντησε η γυναίκα. Τα χείλη της ήταν σουφρωμένα και τα χέρια της σταυρωμένα πάνω από το μεγάλο στήθος της. «Δε με πειράζει να περιμένω, μην ανησυχείς» του είπε η Άντι και εκείνος ένιωσε το άγριο βλέμμα της να τον καρφώνει μέχρι και στα δάχτυλα των ποδιών του. Την ακολούθησε όπως τον τραβούσε στο διάδρομο. «Είσαι τρελός;» Τα θυμωμένα λόγια της ήταν τόσο χαμηλόφωνα, που σχεδόν δεν κατάφερνε να τα ακούσει μαζί με το αίμα που βούιζε στα αυτιά του. «Δεν μπορείς να δωροδοκήσεις νοσοκόμα, Ναθάνιελ.» Εκείνος σκεφτόταν ότι πρέπει να ήταν τρελός. Τι στο καλό έκανε; Είχε όντως προσπαθήσει να δωροδοκήσει μια νοσοκόμα. Δεν είχε δωροδοκήσει ποτέ στη ζωή του κανέναν – πάντα, πάντα έπαιζε τίμια. Όντας γιος του Νάιτζελ Μοντγκόμερι, ήθελε να είναι απολύτως βέβαιος ότι όλα γίνονταν νόμιμα και ηθικά. «Τα νοσοκομεία δεν είναι σαν τον επιχειρηματικό κόσμο που ξέρεις» συνέχισε η Άντι, με το σημειωματάριο σφιγμένο στο στήθος της σαν ασπίδα. «Δεν μπορείς να μπαίνεις εδώ μέσα με τις μεγάλες μπότες σου και να συμπεριφέρεσαι σαν τον πατέρα σου.» Εντάξει. Αυτό το άκουσε. «Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν το παιδί» της είπε, παρ’ όλο που η δικαιολογία του ήχησε και στα δικά του αυτιά τόσο άθλια όσο πρέπει να ακούστηκε και σε εκείνη. «Νόμιζα ότι περίμενε η μητέρα.» Εκείνη ξεφύσησε. «Και τι διαφορά έχει το ένα από το άλλο;»


Καλή ερώτηση. Φυσικά και η Άντι είχε δίκιο, αυτό που έκανε ήταν ασυγχώρητο, αδικαιολόγητο, απαράδεκτο. Όμως μέσα του είχε μια σφιχτή μπάλα φόβου, εκείνη η εικόνα της Άντι τρυπούσε το πίσω μέρος του μυαλού του σαν να ήταν κομπρεσέρ και φοβόταν πολύ για εκείνη. Για τον εαυτό του. Είχε ψάξει στο διαδίκτυο όλη την ημέρα και είχε διαβάσει όσο περισσότερα πράγματα μπορούσε για την υποτροπή της λευχαιμίας, και τίποτα από όσα είδε δεν ήταν ενθαρρυντικό. Δεν ήταν ο συνηθισμένος, λογικός εαυτός του, το καταλάβαινε. Όμως χρειαζόταν σε αυτή την περίπτωση κάποιου είδους λογική; «Όλα καλά εδώ;» Ο Ναθάνιελ δεν είχε καταλάβει ότι ήρθε η Πένι. Η Άντι χαμογέλασε καθησυχάζοντας τη φίλη της πριν στραφεί σε εκείνον. «Πήγαινε» του είπε. «Απλώς φύγε.» Ο Ναθάνιελ ένιωσε την παράλογη απόγνωσή του να γιγαντώνεται. «Κοίτα, Άντι – συγνώμη, ήταν χαζό –» «Κύριε Μοντγκόμερι» του είπε η Πένι και αγκάλιασε την Άντι «νομίζω πως πρέπει να φύγετε.» Ο Ναθάνιελ αγριοκοίταξε την Πένι με το Κόμπι. Αυτή η γυναίκα ήταν μπελάς από τότε που κρατούσε την ντουντούκα στη διαμαρτυρία. Ήταν πίσω από κάθε προσπάθεια που έγινε για να εκτροχιαστεί το έργο της Αγίας Αγνής τους τελευταίους δύο μήνες. Όμως δεν μπόρεσε να μη διακρίνει τον τρόπο με τον οποίο η Άντι έγερνε και ακουμπούσε ολοκληρωτικά πάνω της, την απόλυτη φροντίδα και εμπιστοσύνη που μοιράζονταν αυτές οι δυο γυναίκες. Και παρατήρησε και κάτι ακόμα – τον ίδιο φόβο που καραδοκούσε στην καρδιά του να καθρεφτίζεται στο βλέμμα της Πένι. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι η γυναίκα είχε χάσει την αδελφή της από την ίδια ασθένεια που είχε ρημάξει την Άντι και συνειδητοποίησε πως πρέπει να ήταν και για εκείνη βίαιο χτύπημα. Με κάποιον παράξενο τρόπο, ένιωσε μια αλλόκοτη αλληλεγγύη. Έριξε μια ματιά στην Άντι. Έδειχνε εξαθλιωμένη και χλομή και επέκρινε κι άλλο τον εαυτό του για την παράλογη συμπεριφορά του. Ήθελε να τη σηκώσει στα χέρια του, να την πάρει από τη φίλη της, αλλά δεν μπορούσε. Η Άντι χρειαζόταν υποστήριξη από όλους τους ανθρώπους που είχε στη ζωή της και ήξερε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η Πένι θα έκανε τα πάντα για τη φίλη της – θα ήταν δίπλα της σε κάθε βήμα. Όχι σαν εκείνον, με ένα εκατομμύριο απαιτήσεις σε κάθε συνάντηση. Δεν μπορούσε να τη φροντίσει, όχι όπως μπορούσε η Πένι. Ίσως να ήταν για καλό. Γιατί λοιπόν το ένιωθε τόσο λάθος; «Αντίο, Ναθάνιελ» του είπε η Άντι και εκείνος έμεινε να την κοιτάζει να φεύγει με την Πένι, που την οδηγούσε στις θέσεις τους. Τον απέρριψε. *** Όταν η Άντι επέστρεψε στο Άιντα Μέι μία ώρα μετά, βρήκε λουλούδια να την περιμένουν. Τα έδωσε σε μια μητέρα που φαινόταν βιαστική και προσπαθούσε να τραβήξει το κουτσούβελό της μακριά


από την άκρη της προβλήτας. Δεν μπορούσε να τα κοιτάξει. Η Πένι έμεινε μαζί της όλη αυτή τη μεγάλη, ατέλειωτη νύχτα. Ο περισπασμός ήταν καλός, αλλά όταν τελικά έπεσε για ύπνο, έβλεπε περίεργα όνειρα, ότι ήταν άρρωστη και ο Ναθάνιελ την επισκεπτόταν καθημερινά στο νοσοκομείο με διαφορετική γυναίκα δίπλα του. Η Άντι ήταν τελικά εξουθενωμένη όταν είδε τον γιατρό το επόμενο πρωί. Ήταν όμως συγκλονιστικό το πόσο μεγάλη διαφορά μπορούν να κάνουν μερικά λεπτά, γιατί όταν εκείνος είπε στην Άντι ότι οι εξετάσεις της είναι φυσιολογικές και ότι δεν είχε υποτροπιάσει η λευχαιμία, ένιωσε σαν να ήταν τρία μέτρα ψηλή και αλεξίσφαιρη. «Είναι μόνο ένας ιός» τη διαβεβαίωσε ο γιατρός. «Κάποιες φορές μπορούν να αλλάξουν εντελώς το αιμοδιάγραμμα, ειδικά με ένα ιστορικό σαν το δικό σου.» Εκείνη και η Πένι χαμογέλασαν. Έπειτα γέλασαν. Έπειτα έκλαψαν και γέλασαν. Έπειτα αγκάλιασαν και οι δυο το γιατρό, που γελούσε κι εκείνος. Ποτέ της δεν είχε νιώσει τόση ευτυχία. Έφυγε από το γραφείο του γιατρού με μια νέα δυναμικότητα και μια αναπτερωμένη διάθεση να συνεχίσει τη ζωή της. Κράτησε για ένα ολόκληρο λεπτό, μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. «Ο Ναθάνιελ;» ρώτησε η Πένι. Η Άντι ένευσε καταφατικά. Είχε βρει πολλές αναπάντητες κλήσεις του από το προηγούμενο βράδυ και εκείνο το πρωί. «Έχω την εντύπωση ότι δε θα σταματήσει να τηλεφωνεί» της είπε η Πένι. «Λύτρωσέ τον. Και μετά βγάλ’ τον απ’ το μυαλό σου.» Η Άντι ένευσε. Ήταν σοφή συμβουλή. Απάντησε στο τηλέφωνο. «Λοιπόν;» Ανασήκωσε το φρύδι της. Καλημέρα και σε σένα. «Είμαι καλά. Οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές. Είναι απλώς ένας ιός.» Για μια στιγμή ή και δύο δε μιλούσε κανείς και έπειτα ένιωσε σαν να είχε παγώσει κάθε της κύτταρο και περίμενε τις επόμενες λέξεις του. «Α… ωραία…» Ήταν όπως πάντα λακωνικός, αλλά ακουγόταν ξεκάθαρα στη φωνή του πως ήταν ανακουφισμένος. Ένιωσε δάκρυα να καίνε τα μάτια της και τα ανοιγόκλεισε για να τα διώξει – τι ακριβώς περίμενε; Μόλις είχε μάθει τα καλύτερα νέα που θα μπορούσε – μόνο αυτό χρειαζόταν. Το σύμπαν δεν της χρωστούσε τίποτε άλλο. Οπωσδήποτε όχι έναν διαχυτικό Ναθάνιελ Μοντγκόμερι. «Μπορώ να έρθω απόψε;» Η Άντι έκλεισε τα μάτια της όταν άκουσε τη γεμάτη ανασφάλεια ερώτηση – η φωνή του ήταν βραχνή. Τον ήθελε τόσο πολύ, αλλά τον τελευταίο μήνα με τον Ναθάνιελ τα συναισθήματά της ήταν σαν τρενάκι του λούνα παρκ. Μετά από την τρομάρα που πήρε, ήξερε καλά πως δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Ο Ναθάνιελ την αρρώσταινε. Και έπρεπε να είναι υγιής. «Όχι, Νέιτ. Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου.» «Φυσικά και μπορείς» της απάντησε εκείνος κατευθείαν. «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, Άντι.»


Η φωνή του άρχισε να συννεφιάζει και εκείνη έσφιξε το τηλέφωνο. «Όχι, Νέιτ, δεν μπορώ. Σε έχω ερωτευτεί και –» «Τι;» Η Άντι ήταν χαρούμενη που η συζήτηση αυτή γινόταν στο τηλέφωνο. Είχε την εντύπωση πως, αν ήταν από κοντά, το ξέσπασμά του θα την …κατάβρεχε. «Αυτό είναι παράλογο. Γνωριζόμαστε ελάχιστες εβδομάδες!» Η Άντι ένιωσε έναν κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό της. Υπέθεσε ότι σε έναν άνθρωπο που θέτει στόχους για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια κάτι τόσο απρογραμμάτιστο και ξαφνικό όπως η αγάπη σίγουρα θα του φαινόταν παράλογο. «Έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία» τον διαβεβαίωσε και η φωνή της ήταν αποφασιστική. «Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου. Όλες οι προσπάθειες που έκανα στη ζωή μου για να σώσω την υγεία μου και να παραμείνω έτσι πήγαν στράφι. Όλα όσα αγαπούσα τα τελευταία χρόνια τα άφησα στην άκρη από τότε που σε γνώρισα. Τρώω κρέας, πίνω αλκοόλ, δεν έχω κάνει διαλογισμό εδώ και εβδομάδες.» «Δε σου ζήτησα να κάνεις τίποτε από αυτά.» Συνέχισε αγνοώντας τον. Έπρεπε να τα βγάλει όλα από μέσα της. «Χάνω τον εαυτό μου. Από την αρχή κιόλας με έβγαλες με το ζόρι από την ήσυχη, υγιεινή ζωή μου αναγκάζοντάς με να πάρω το πλακάτ και να βγω στο δρόμο για να σώσω τον κήπο –» «Δεν σε ανάγκασα –» «Ναι, Νέιτ, με ανάγκασες. Τη στιγμή που ανακοίνωσες ότι θα τον γκρέμιζες με ανάγκασες. Δεν μπορώ να μείνω στην άκρη και να σε βλέπω να τον καταστρέφεις. Ξέρω πως, αν μείνω μαζί σου, το άγχος της πολυτελούς ζωής σου, ο τρόπος ζωής σου, που είναι μόνο χρήμα, χρήμα, χρήμα, κάποια στιγμή θα με μολύνει και θα ξαναγίνω όπως ήμουν πριν αρρωστήσω. Δε θέλω να γίνω ξανά εκείνη η γυναίκα. Δε σκεφτόταν καθαρά. Δεν ήταν χαρούμενη με τη ζωή της και ίσως αυτό να συνέβαλε στην ασθένειά της. Είσαι κακή επιρροή για την υγεία μου και μετά από αυτό που συνέβη δεν μπορώ να το αγνοήσω άλλο.» Πήρε μια ανάσα από τις κουβέντες που έβγαιναν από μέσα της χωρίς σταματημό. Την άκουγε; Την καταλάβαινε; «Ούτε εσύ πρέπει να το αγνοείς» συνέχισε, απτόητη από τη σιωπή του. «Ίσως να μην μπορείς να δεις τι σου κάνει, αλλά εγώ μπορώ. Εγώ ξέρω.» «Είμαι εντελώς υγιής, Άντι. Μπορώ να αντέξω λίγη πίεση.» Η Άντι κούνησε το κεφάλι της απαξιωτικά όταν άκουσε το ύφος του. Δεν το καταλάβαινε. Απλώς δεν το καταλάβαινε. Και εκείνη δεν είχε σκοπό να χαραμίσει χρόνια από τη ζωή της προσπαθώντας να τον κάνει να καταλάβει. Όπως είχε κάνει η μητέρα του με τον πατέρα του. Κούνησε το κεφάλι της. «Αντίο, Νέιτ.» Και έκλεισε το τηλέφωνο. *** Ο Ναθάνιελ ήταν κακόκεφος όλη την εβδομάδα και μέχρι να φτάσει η Παρασκευή όλοι γύρω του ανυπομονούσαν για μια μικρή διήμερη ανάπαυλα. Την Παρασκευή το απόγευμα η Μάργκαρετ τον κάλεσε στην ενδοεπικοινωνία. «Η μητέρα σας είναι στη γραμμή ένα» του ανακοίνωσε.


Ο Ναθάνιελ χάζευε από το παράθυρο με το στιλό στο χέρι του. «Δε θέλω να της μιλήσω.» «Ναι, κύριε, ξέρω.» «Πες της λοιπόν πως είμαι απασχολημένος.» «Όχι, κύριε.» Πέταξε το στιλό στο γραφείο του. «Ανάθεμα, Μάργκαρετ!» «Κύριε, αν δε μιλήσετε αμέσως τώρα στη μητέρα σας, θα ζητήσω από εκείνη και από τη γιαγιά σας να έρθουν στο Λονδίνο για να σας μιλήσουν. Είστε ανυπόφορα ανόητος. Θα μιλήσετε στη μητέρα σας αμέσως ή θα παραιτηθώ σήμερα.» Ο Ναθάνιελ έσφιξε τα δόντια του. Όσο κι αν τον τρέλαινε η ιδιαιτέρα του, δε θα μπορούσε να δουλέψει καλά χωρίς εκείνη. «Όχι, αν σε απολύσω εγώ πρώτα» της ανταπάντησε. «Μάλιστα, κύριε, στη γραμμή ένα.» Για μια στιγμή αγριοκοίταξε το λαμπάκι που αναβόσβηνε και έπειτα σήκωσε το ακουστικό. «Μητέρα, είμαι απασχολημένος.» «Θεέ μου» είπε η Ντελφίν. «Η Μάργκαρετ έχει δίκιο. Είσαι αγενής.» Ο Ναθάνιελ χτένισε με τα χέρια του τα μαλλιά του. «Η Μάργκαρετ καλά θα κάνει να κοιτάζει τη δουλειά της.» «Έχει σχέση με την Άντι;» Ο Ναθάνιελ στράφηκε προς το παράθυρο. Ήταν τριάντα τεσσάρων χρονών άντρας – η προσωπική του ζωή δεν αφορούσε τη μητέρα του. «Είναι πολύ καλό κορίτσι, Νέιτ. Μην την αφήσεις να φύγει.» Ο Νέιτ ένιωσε μέσα του να ξεπηδά ο παραλογισμός. Ήταν πολύ να ζητήσει από τη μητέρα του να είναι με το μέρος του; «Είπε ότι είμαι κακή επιρροή.» «Ω, Θεέ μου» δυσανασχέτησε η μητέρα του. «Και γιατί το είπε αυτό, γλυκέ μου;» Έκλεισε τα μάτια, καθώς αυτό που βάραινε τη συνείδησή του τον πονούσε. «Προσπάθησα να δωροδοκήσω μια νοσοκόμα.» Δεν ήταν αυτός ο λόγος που του είπε ότι ήταν κακή επιρροή, το ήξερε καλά, αλλά μαζί με ένα εκατομμύριο άλλες σκέψεις που αφορούσαν την Άντι, αυτή ήταν μια που δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του. Έπειτα είπε τα πάντα στη μητέρα του. Για εκείνο το περιστατικό και για το φόβο για την υγεία της και την ανησυχία του για τον κήπο, ειδικά τώρα που η Άντι είχε δώσει ένα ανθρώπινο πρόσωπο στο δίλημμά του. «Πιστεύεις ότι γίνομαι σαν τον μπαμπά;» τη ρώτησε. «Όχι, χρυσέ μου. Ο μπαμπάς δε θα είχε ενοχές για τον κήπο ούτε για να σκορπίσει χρήματα για να γίνει το δικό του.» Τον πόνεσε αυτό που άκουσε. Πάντα θαύμαζε τα κότσια του πατέρα του και την αποφασιστικότητά του και είχε ψευτομπαλώσει μέσα του τα σκοτεινά σημεία, όσο όμως κι αν προσπαθούσε να τα αγνοήσει, ήταν πράγματα γνωστά σε όλους. «Τι συνέβη με σας τους δυο; Πάντα υπέθετα ότι σταματήσατε να αγαπιέστε.» «Αγαπούσα τον πατέρα σου ακόμα και αφού τον χώρισα. Αλλά ήταν τόσο απασχολημένος με την προσπάθειά του να βγάλει χρήματα, που δεν ήμουν προτεραιότητα για εκείνον, και μετά από λίγο καιρό απλώς σταμάτησα να αρκούμαι σε αυτά που μου έδινε.»


Ο Ναθάνιελ άρχισε να σκέφτεται ότι ο πατέρας του δεν ήταν τόσο έξυπνος όσο πίστευε. «Λυπάμαι πολύ.» «Μη λυπάσαι. Απλά προσπάθησε να μην κάνεις τα ίδια λάθη που έκανε και εκείνος. Είσαι μόνο τριάντα τεσσάρων χρονών – έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου για να εκπληρώσεις την υπόσχεση που του έδωσες. Μη θυσιάσεις την αγάπη για τη φιλοδοξία όπως εκείνος, Νέιτ. Υποσχέσου μου, γλυκέ μου, ότι δε θα το κάνεις.» Ο Ναθάνιελ ένιωσε ξανά ταραγμένος. «Δε θα το κάνω» της είπε απότομα. «Αλήθεια, γλυκέ μου; Αυτό δεν κάνεις τώρα;» Άνοιξε το στόμα του για να το αρνηθεί. Δεν ήταν ερωτευμένος με την Άντι. Τον τρέλαινε. Πίστευε ότι έπρεπε να ανταποδώσει στο σύμπαν και στους κρυστάλλους και στο διαλογισμό. Εκτός από το να μυρίζει τριαντάφυλλα δεν είχε άλλους στόχους. Ήταν σαν τον αναθεματισμένο τον Τζίμινι Κρίκετ – εξανθρώπιζε κάτι που έπρεπε να είναι ξεκάθαρο. Πέρα από το γεγονός πως ήταν ταιριαστοί στο κρεβάτι, δεν είχαν ούτε ένα ακόμα κοινό σημείο. Έπειτα θυμήθηκε τον τρόμο και το φόβο που γράπωσε τα σωθικά του όταν προέκυψε η περιπέτεια της Άντι. Πως έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ξανά και που ήταν αντίθετο από τις συνήθειές του επειδή τρελάθηκε από την αγωνία. Πόσο άρρωστος μέσα του ένιωσε όταν του είπε αντίο. Πως όλη την εβδομάδα σχεδίαζε τρόπους να την κερδίσει χωρίς να το συνειδητοποιεί καν. Ανακάθισε στην καρέκλα του. «Θεέ μου, την έχω ερωτευτεί.» «Ναι, γλυκέ μου. Και τώρα τι θα κάνεις γι’ αυτό;» *** Μία εβδομάδα αργότερα η Άντι απάντησε στο τηλεφώνημα της Πένι και η φίλη της άρχισε να φλυαρεί ασυνάρτητα. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι η φίλη της της ζητούσε να ανοίξει την τηλεόραση στο Κανάλι Τέσσερα. Βρήκε το τηλεκοντρόλ – το Κανάλι Τέσσερα είχε μια συνέντευξη τύπου. Ο Ναθάνιελ γέμιζε την οθόνη πάνω σε ένα βήμα όπως τότε που γνωρίστηκαν. Το κοστούμι και τα μαύρα γυαλιά του και το μπλούτουθ ήταν εξίσου εντυπωσιακά. Όπως και ο τρόπος που τα φορούσε. Τα μάτια της τον καταβρόχθισαν. Η Μάργκαρετ στεκόταν πίσω του με το αινιγματικό της χαμόγελο, ενώ ένα μπουλούκι από ρεπόρτερ ήταν μπροστά τους και φώναζαν ερωτήσεις. Σήκωσε το χέρι του και σιώπησαν όλοι. «Βρίσκομαι σήμερα εδώ για να κάνω μια ανακοίνωση. Αφού επανεξέτασα τα σχέδια για το έργο της Αγίας Αγνής και έλαβα υπόψη τις ανησυχίες της κοινότητας, αποφάσισα τη διατήρηση του κήπου και τη δωρεά του στην πόλη ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν χώρος πράσινου από τους κατοίκους του Λονδίνου.» Είχε μαζευτεί λίγος κόσμος και χειροκροτούσε, αλλά η Άντι δεν άκουγε τίποτα, καθώς η Πένι συνέχισε να φλυαρεί στο ακουστικό. Με το άλλο της χέρι έψαχνε ήδη το παλτό και το φουλάρι της. «Πρέπει να φύγω» είπε στη φίλη της. «Πάω στον κήπο.» Η καρδιά της Άντι χτυπούσε σαν τρελή, καθώς του έστελνε μήνυμα στο κινητό με τα δάχτυλά της να τρέμουν. Έρχομαι στον κήπο. Μείνε εκεί.


Δεν ήταν τόσο παρανοϊκή να σκεφτεί πως ο Ναθάνιελ το έκανε για εκείνη, αλλά έπρεπε να τον δει και να τον ευχαριστήσει. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι του για να σώσει τον κήπο, του χρωστούσαν ευγνωμοσύνη. Ήξερε τι σήμαινε αυτό για εκείνον οικονομικά, και συναισθηματικά. Τώρα δε θα κατάφερνε να φτάσει το στόχο για τον οποίο είχε δουλέψει, και αυτό σήμαινε πολλά για εκείνη. Όταν τελικά έφτασε στη γωνία, μετά από μισή ώρα, ήταν λαχανιασμένη. Δεν είχε ιδέα αν εκείνος την περίμενε ακόμα, αλλά η καρδιά της σφυροκοπούσε από την ανυπομονησία καθώς ανέβαινε το δρόμο τρέχοντας. Η Μάργκαρετ είχε γείρει πάνω στην κουκούλα της πολυτελούς μαύρης λιμουζίνας. Χαμογέλασε καθώς η Άντι περνούσε δίπλα της τρέχοντας. «Σε περιμένει.» «Νέιτ;» φώναξε όταν μπήκε. Εκείνος δεν απάντησε. Η Άντι έτρεξε ανάμεσα στα μονοπάτια προς το κέντρο, όπου είχαν καθίσει για πικνίκ λίγο καιρό νωρίτερα. Ο χειμώνας είχε σκοτώσει για τα καλά τα άνθη, αλλά τα πράσινα φύλλα που την τριγύριζαν είχαν κάτι παρηγορητικό. «Νέιτ;» φώναξε ξανά και έστριψε στο μονοπάτι που έψαχνε. Ήταν εκεί, υπέροχος και αρρενωπός με τα διαβολικά όμορφα χείλη του και τα κατάμαυρα μαλλιά του. Διέκρινε ακόμα και γένια που πρόσθεταν γοητεία στο πιγούνι του. Είχε το ένα του χέρι στην τσέπη και το άλλο πίσω από την πλάτη του. Της χαμογέλασε και έλιωσαν τα σωθικά της. Δεν πρέπει να ορμήσω στον κακό μεγιστάνα μέσα στον κήπο. Σταμάτησε λίγα μέτρα πριν από εκείνον, το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την κούραση. «Έσωσες τον κήπο» του είπε λαχανιασμένη και η ζεστή ανάσα της γινόταν σαν ομίχλη στον παγωμένο αέρα. Εκείνος χαμογέλασε. «Ναι, τον έσωσα.» Η Άντι δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να του χαμογελάσει. Επιδρούσε πολύ περίεργα στην ισορροπία της και κινδύνευε να ξεχάσει για ποιο λόγο ήταν κακή ιδέα να μπλέξουν οι δυο τους. «Γιατί όμως;» Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και έβγαλε το χέρι από την τσέπη. «Για να μπορώ να παίζω μαζί σου.» Έπρεπε να χαμογελάσει με αυτό. Της είχε λείψει τόσο πολύ. «Σοβαρά» του είπε, ενώ αυτός την κοιτούσε σαν να είχε διαπεραστική όραση και εκείνη να μη φορούσε εσώρουχα. Παρ’ όλο που φορούσε. Και ένας από τους δυο τους έπρεπε να παραμείνει σοβαρός. «Γιατί σ’ αγαπώ και φέρθηκα σαν χαζός.» Η Άντι ένιωσε την κάθε του αποφασιστική λέξη να χτυπά στα αυτιά της σαν ροκ μουσική μέσα από ενισχυτή. «Τι είπες;» «Είπα ότι σ’ αγαπώ.» Η καρδιά της σταμάτησε για λίγο να χτυπά και τα πόδια της έμειναν καρφωμένα στο έδαφος. Δεν μπορούσε να είναι έτσι, μπορούσε; «Και γιατί δεν είμαι σαν τον πατέρα μου. Ήταν ανόητος που διάλεξε την επιχείρηση αντί για τη μητέρα μου και εγώ δε θέλω να κάνω το ίδιο.» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, ενώ εκείνη προσπαθούσε να χωνέψει την ανοιχτή κριτική προς τον πατέρα του. «Γιατί με κατατρόμαξες την προηγούμενη εβδομάδα και συνειδητοποίησα πόσο σημαντική είσαι για μένα.» Έκανε ένα βήμα ακόμα και η Άντι πια μπορούσε να αισθανθεί τη θερμότητα από το κορμί του. «Γιατί δε θέλω να ζήσω σε έναν κόσμο που έχει μόνο δουλειά, δουλειά, δουλειά, ενώ θα


μπορούσα να σου κάνω έρωτα.» Η Άντι ξεροκατάπιε και τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν. Ο άνθρωπος ήξερε πώς να επιχειρηματολογήσει. Ταρακούνησε το κεφάλι της και έκανε ένα βήμα πίσω – δεν μπορούσε να σκεφτεί όταν στεκόταν τόσο κοντά της. «Όμως τι θα γίνει με το χρήμα, Νέιτ; Με τους στόχους σου;» «Η περιπέτεια με την υγεία σου και η μητέρα μου με έβαλαν σε σκέψεις. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια μου έλεγαν πως έχω πολύ χρόνο, και έχουν δίκιο – είμαι μόλις τριάντα τεσσάρων. Οπότε θα μου πάρει περισσότερο, αλλά…» Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Θα τα καταφέρω κι ας μην τρέχω σαν τρελός. Μπορώ να ακολουθήσω το παράδειγμά σου. Να προσλάβω μερικούς διευθυντές, να χαλαρώσω λίγο, να σταματήσω και να μυρίσω τα τριαντάφυλλα.» Εμφάνισε από πίσω του ένα αποκαμωμένο άνθος και της το έδωσε. Πρέπει να έψαξε όλο τον κήπο και να βρήκε το μόνο θάμνο που είχε ακόμα τριαντάφυλλα. Ήταν τέλειο. Όμως εκείνη δεν είχε πειστεί ακόμα και αρνήθηκε να πάρει το λουλούδι. Δε θα συμβιβαζόταν επειδή ο Ναθάνιελ έκανε ορισμένες υποχωρήσεις. Δεν ήθελε σε μερικά χρόνια να γίνει η Ντελφίν. «Πώς ξέρω ότι δε μου λες απλώς αυτά που θέλω να ακούσω; Ότι δε θα γυρίσεις ξανά στα ίδια;» «Νομίζω πως δεν το ξέρεις» της είπε και η Άντι ένιωσε ικανοποίηση που εκείνος δεν είχε προσπαθήσει να της ρίξει στάχτη στα μάτια. «Και θα υπάρξουν στιγμές που θα δουλεύω περισσότερο απ’ όσο πρέπει και θα κυλήσω λίγο, γιατί έχω στόχους, αλλά ελπίζω ότι θα είσαι δίπλα μου και θα με συνεφέρεις. Γιατί ενσαρκώνεις όλους τους λόγους που έχω για να μην εργάζομαι όλες τις ώρες που μου χάρισε ο Θεός και θέλω να περάσω μαζί σου όσο περισσότερες μπορώ.» Η Άντι ένιωσε να αποδυναμώνονται οι αντιστάσεις της όταν της έδωσε ξανά το τριαντάφυλλο και της είπε: «Σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία να σε κάνω ευτυχισμένη. Σου υπόσχομαι μέσα σ’ αυτόν τον όμορφο κήπο για τον οποίο πάλεψες τόσο σκληρά ότι θα είσαι η προτεραιότητά μου κάθε μέρα.» Η Άντι έχασε το σθένος της. Πώς μπορούσε να πει όχι; «Θα το θυμάμαι αυτό» του είπε και πήρε το ρόδο από το χέρι του, ενώ ένιωθε πως, καθώς η αγάπη έρρεε ανάμεσά τους, η διαμάχη εξαφανιζόταν. «Το ελπίζω» της είπε, ενώ τα δάχτυλά τους ενώθηκαν και την τράβηξε κοντά του. Τότε του χαμογέλασε, το στήθος της είχε σφίξει από τα συναισθήματα που την κατέκλυζαν. «Σ’ αγαπώ» του είπε σιγανά. Της χαμογέλασε και κείνος. «Κι εγώ σ’ αγαπώ.» Έσκυψε πάνω της και της έδωσε το πιο γλυκό και απαλό φιλί που είχε ζήσει ποτέ. «Τώρα» της είπε ψιθυριστά «πάμε κάπου όπου θα μπορώ να παίξω μαζί σου.» Η Άντι γέλασε. «Η λιμουζίνα σου είναι αυτή απ’ έξω;» ΤΕΛΟΣ

Ο μεγιστάνας της καρδιάς της  
Ο μεγιστάνας της καρδιάς της  
Advertisement