Issuu on Google+


ΡΟΜΠΕΝ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

Alexandre Dumas


Λογοτεχνική προσαρμογή: Επιμέλεια-συντονισμός έκδοσης: Στοιχειοθεσία: Σχεδιασμός εξωφύλλου:

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΧΟΥΝΟΣ ΝΙΚΟΣ ΚΟΜΝ. ΧATΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΑΜΜΙΚΗ MULTIMEDIA Ε.Π.Ε. ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ

© 2004, για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο. Εκδόσεις ΑΛΚΥΩΝ, Μαυρομιχάλη 44, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3627170, 210 3605667, fax: 210 3645667, e-mail: info@alkyonp.g ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: ROBIN DES BOIS I.S.B.N. 960-326-096-7


Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο

1 2 3 4 5 6 7 8 9

Κεφάλαιο 10 Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο Κεφάλαιο

11 12 13 14

Ο Κόκκινος Γουίλ 7 Ένας αρραβώνας και μια εκτέλεση 35 Ο Ρομπέν βρίσκει το ταίρι του 66 Ο Ιππότης της Κοιλάδας 86 Ο επίσκοπος του Χέρφορντ 104 Το πάθημα του σερίφη 126 Ο Γουίλ και τ' αδέλφια του 142 Οι «Χαρούμενες Καρδιές» 148 Ο σερ Ρίτσαρντ πληρώνει το χρέος του ..... 159 Η μ ε γ ά λ η επίθεση στο δάσος του Σέργουντ 171 Ο θάνατος του βαρόνου 190 Ο βασιλιάς Ριχάρδος 214 Το Σέργουντ χάνει τη βασίλισσά του........ 236 Το τέλος 244


ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1

Ο Κόκκινος Γ ο υ ί λ

Ένα όμορφο αυγουστιάτικο πρωινό, ο Ρομπέν των Δασών, με την καρδιά γ ε μ ά τ η χαρά κι ένα τραγούδι στα χ ε ί λ η , περ­ πατούσε μόνος σ' ένα μονοπάτι στο δάσος του Σέργουντ. Ξαφνικά, μια φωνή δυνατή, που τα αλλόκοτα φάλτσα της μαρτυρούσαν άγνοια των μουσικών κανόνων, άρχισε να τραγουδά και να ξανατραγουδά την ερωτική μπαλάντα του Ρομπέν των Δασών. - Παναγιά Παρθένα, μουρμούρισε ο νεαρός άντρας, τε­ ντώνοντας τ' αφτιά του για ν' ακούσει προσεκτικά το άσμα του αγνώστου, αυτό κι αν είναι περίεργο! Το τραγούδι που μόλις άκουσα το είχα συνδέσει εγώ τότε που ήμουν παιδί και δεν το έχω μάθει σε κανέναν. Μ' αυτή τη σκέψη, ο Ρομπέν κρύφτηκε πίσω από τον κορμό ενός δέντρου και περίμενε να περάσει ο διαβάτης. Ο άγνωστος δεν άργησε να φανεί. Μ ό λ ι ς έφτασε μπρο­ στά στη βελανιδιά όπου καθόταν ο Ρομπέν, κάρφωσε το βλέμμα του στο βάθος του δάσους. « Α , α», είπε, καθώς διέ­ κρινε μέσα από την πυκνή βλάστηση ένα υπέροχο κοπάδι ζαρκαδιών, «να οι παλιοί μου φίλοι... για να δούμε, βλέπει καλά το μάτι μου, το χέρι μου είναι γρήγορο; Μα τον Ά γ ι ο Παύλο, με χαρά θα ρίξω ένα βέλος στον λεβέντη που προ­ χωρά τόσο αργά!» 7


Πριν καλοτελειώσει τα λόγια του, ο ξένος τράβηξε ένα βέλος από τη φαρέτρα του, το τοποθέτησε προσεκτικά στο τόξο, σημάδεψε το ζαρκάδι και το ξάπλωσε νεκρό καταγής. - Μπράβο! φώναξε μια γ ε λ α σ τ ή φωνή. Εξαιρετική βολή! Ξαφνιασμένος ο ξένος, στράφηκε απότομα. - Έ τ σ ι λ ε ς , άρχοντα μου; ρώτησε, ενώ παρατηρούσε τον Ρομπέν από την κορφή ως τα νύχια. - Βεβαίως, και κυρίως για κάποιον που δεν είναι συνηθι­ σμένος να ρίχνει σε ζαρκάδια. Κ α ι πώς ξέρεις ότι συνήθως αστοχώ; - Α π ό τον τρόπο που κρατάς το τόξο σου. Στοιχηματί­ ζω ό,τι θ έ λ ε ι ς , πως δεν είσαι περισσότερο ικανός να ρίξεις ανάσκελα έναν άντρα στο πεδίο της μάχης, απ' ό,τι να ξα­ πλώσεις καταγής ένα ζαρκάδι στο δάσος. - Π ο λ ύ εύστοχη απάντηση, φώναξε γελώντας ο ξένος. Μου επιτρέπεις να ρωτήσω το όνομά σου; - Το όνομά μου δεν έχει τόση σημασία στο θέμα που μας απασχολεί, αξιότιμε ξένε, μπορώ, όμως, να σου πω με τι κα­ ταγίνομαι. Ε ί μ α ι ένας από τους πρώτους φύλακες τούτου του δάσους και δεν έχω την πρόθεση ν' αφήσω τα ζαρκάδια μου ανυπεράσπιστα στις επιθέσεις εκείνων που, για να δοκι­ μάσουν την επιδεξιότητα τους, τα βάζουν στο σημάδι. - Ε λ ά χ ι σ τ α μ' ενδιαφέρουν οι προθέσεις σου, όμορφέ μου φύλακα, συνέχισε ο άγνωστος αποφασιστικά. Ε γ ώ θα σκο­ τώνω ζαρκάδια, θα σκοτώνω ελαφάκια, θα σκοτώνω ό,τι μ' αρέσει. - Κ α ι θα τα καταφέρεις πολύ εύκολα, αν δεν εναντιωθώ εγώ, γιατί είσαι εξαίρετος τοξότης, αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Γ ι ' αυτό, λοιπόν, θα σου κάνω μια πρόταση. Άκουσε με: εί­ μαι ο αρχηγός μιας συμμορίας με άντρες αποφασισμένους, έξυπνους και πολύ επιδέξιους σε όλες τις ασκήσεις που πε­ ριλαμβάνει το ε π ά γ γ ε λ μ α τους. Μου φαίνεσαι γενναίο αγό­ ρι... αν έχεις τίμια καρδιά, αν το πνεύμα σου είναι ήρεμο και 8


συμφιλιωτικό, θα είμαι ευτυχής να σε δεχτώ στη συμμορία μου. Μ ό λ ι ς καταταγείς μαζί μας, θα έχεις την άδεια να κυ­ νηγάς, αν αρνηθείς, όμως, να ενταχθείς στην οργάνωση μας, σε κ α λ ώ να φύγεις από το δάσος. - Ειλικρινά, κύριε φύλακα, θαυμάζω το ύφος σου. Λοι­ πόν, άκουσε με τώρα κι εσύ. Αν δεν βιαστείς να μου γυρίσεις την π λ ά τ η , θα σου δώσω μια συμβουλή που, χωρίς όμορφες φράσεις, θα σε μάθει να προσέχεις τα λόγια σου - κι αυτή η συμβουλή, ξυπνοπούλι, είναι ένα πολύ βαρύ ξυλοφόρτωμα. - Α γ ό ρ ι μου, συνέχισε ο Ρομπέν, δεν θ έ λ ω να θυμώσω, γιατί έτσι θα αισθανόσουν πάρα πολύ άσχημα, αν, όμως, δεν υπακούσεις αμέσως σ τ η διαταγή που σου δίνω να φύ­ γεις από το δάσος, πρώτ' απ' όλα θα τιμωρηθείς αυστηρά, μετά, θα δοκιμάσουμε το μέγεθος του λαιμού σου και τη δύναμη του κορμιού σου στο ψηλότερο κλαδί ενός δέντρου σ' αυτό το δάσος. Ο ξένος έβαλε τα γέλια. - Να με δείρουν και μετά να με κρεμάσουν, θα ήταν τε­ λείως παράξενο, αν όχι αδύνατον. Αφησε λοιπόν τα λόγια και προχώρα στα έργα, περιμένω. - Δ ε ν μπαίνω στον κόπο να ξυλοφορτώνω με τα ίδια μου τα χέρια όλους τους καυχησιάρηδες που συναντώ, αγαπητέ μου φίλε, απάντησε ο Ρομπέν, έχω άντρες που εκτελούν για λογαριασμό μου αυτή την υπηρεσία. Θα τους φωνάξω και θα εξηγηθείς μαζί τους. Ο Ρομπέν των Δασών έφερε ένα βούκινο στα χ ε ί λ η του, α λ λ ά τη σ τ ι γ μ ή που ετοιμαζόταν να σημάνει ένα δυνατό κάλεσμα, ο ξένος, που είχε τοποθετήσει γρήγορα ένα βέλος στο τόξο του, φώναξε με ορμή: - Σταμάτα, αλλιώς σε σκοτώνω! Ο Ρομπέν άφησε το βούκινο του να πέσει, άρπαξε το τό­ ξο του και, πηδώντας προς τον ξένο ανάλαφρα και με πρωτόφαντη ευλυγισία, φώναξε: 9


- Είναι τρελό! Μα δεν βλέπεις με ποιον θέλεις να τα βά­ λ ε ι ς ; Θα σε χτυπούσα πριν με πετύχεις και ο -θάνατος που θα έστελνες σ' εμένα, μόνο εσένα θ' άγγιζε. Λογικέψου, βά­ λε ξανά το βέλος στη φαρέτρα σου και, αφού θέλεις να χρη­ σιμοποιήσεις κοντάρι, ας πάρουμε κοντάρια! Αποδέχομαι τη μονομαχία. - Ας πάρουμε κοντάρια, επανέλαβε ο ξένος, και όποιος καταφέρει να χτυπήσει τον ά λ λ ο στο κεφάλι δεν θα είναι μό­ νο νικητής, α λ λ ά και θα ορίσει τη μοίρα του αντιπάλου του. - Σύμφωνοι, αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Π ε ς μου, μόνο, σκέφτηκες τις συνέπειες της συμφωνίας που μου προτείνεις; Δ η λ α δ ή , αν σε αναγκάσω να φωνάξεις έλεος, θα έχω το δι­ καίωμα να σε εντάξω στη συμμορία μου; - Ναι. - Π ο λ ύ καλά. Ας νικήσει, λοιπόν, ο πιο επιδέξιος. - Αμήν! είπε ο ξένος. Ο αγώνας δεξιοσύνης άρχισε. Τα χτυπήματα, που έπε­ φταν ελεύθερα κι απ' τις δυο πλευρές, έγιναν γρήγορα αβά­ σταχτα για τον ξένο, ο οποίος δεν κατάφερε να πετύχει τον Ρομπέν ούτε μια φορά. Εκνευρισμένος και λαχανιασμένος, ο δύστυχος νεαρός πέταξε το όπλο του. - Σταμάτα, είπε, δεν αντέχω ά λ λ ο . - Ομολογείς ότι νικήθηκες; ρώτησε ο Ρομπέν. - Ό χ ι , αναγνωρίζω όμως ότι είσαι πολύ πιο δυνατός από μένα... χρησιμοποιείς συχνά το κοντάρι, πράγμα που σου δί­ νει ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα. Πρέπει να ισορροπήσου­ με τον αγώνα. Ξέρεις ξιφομαχία; - Φυσικά, απάντησε ο Ρομπέν. - Θ έ λ ε ι ς να συνεχίσουμε με σπαθιά; - Βεβαίως. Τράβηξαν τα σπαθιά τους. Επιδέξιοι ξιφομάχοι και οι δυο, μονομάχησαν για ένα τέταρτο της ώρας χωρίς να κα10


τορθώσουν να προκαλέσουν ο ένας στον άλλον έστω μια γρατζουνιά. - Σταμάτα! φώναξε ξαφνικά ο Ρομπέν. - Κουράστηκες; ρώτησε ο ξένος μ' ένα θριαμβευτικό χα­ μόγελο. - Ναι, απάντησε ειλικρινά ο Ρομπέν, κι έπειτα, βρίσκω ότι μια μονομαχία με σπαθιά δεν είναι διόλου ευχάριστη. Με τα κονταρόξυλα, α λ λ ά ζ ε ι το πράγμα: τα χτυπήματα τους είναι λιγότερο επικίνδυνα και παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέ­ ρον, ενώ το σπαθί έχει κάτι το σκληρό και το ωμό. Κουρά­ στηκα, δεν λ έ ω , πρόσθεσε ο Ρομπέν παρατηρώντας το πρό­ σωπο του αγνώστου, που φορούσε ένα σκούφο ο οποίος έκρυ­ βε ένα μέρος από το μέτωπο του, α λ λ ά δεν είναι αυτή ακρι­ βώς η αιτία που μ' έκανε να ζητήσω στιγμιαία ανακωχή. Ό σ η ώρα στέκω απέναντι σου, πλημμυρίζουν το μυαλό μου παιδικές αναμνήσεις... το βλέμμα των μεγάλων γαλάζιων ματιών σου, δεν μου είναι άγνωστο. Η φωνή σου μου θυμί­ ζει τη φωνή ενός φίλου... η καρδιά μου έχει κυριευθεί από ένα ακατανίκητο συναίσθημα για σένα. Π ε ς μου το όνομα σου... αν είσαι αυτός που αγαπώ και που τον περιμένω με ό λ η την ανυπομονησία της πιο τρυφερής φιλίας, είσαι χίλιες φορές καλοδεχούμενος. Αν είσαι ξένος, δεν έχει σημασία, και π ά λ ι σε καλωσορίζω. Θα σ' αγαπώ και επειδή είσαι εσύ, και για τις αγαπημένες αναμνήσεις που μου θυμίζεις. - Μ ι λ ά ς με μια καλοσύνη που με γοητεύει, αξιότιμε δα­ σοφύλακα, αποκρίθηκε ο άγνωστος, με μ ε γ ά λ η μου λ ύ π η , όμως, δεν μπορώ ν' ανταποκριθώ στο τίμιο αίτημα σου. Δ ε ν είμαι ελεύθερος, το όνομά μου είναι ένα μυστικό που η σύνε­ ση με συμβουλεύει να μην το μαρτυρήσω. - Δ ε ν έχεις τίποτα να φοβηθείς από μένα, του αντιγύρισε ο Ρομπέν. Ε ξ ά λ λ ο υ , είμαι ανίκανος να προδώσω την εμπι­ στοσύνη μιας καρδιάς που στηρίχτηκε σ τ η διακριτικότητα της δικής μου. Π ε ς μου το όνομά σου. 11


Ο ξένος δίστασε πάλι για μια σ τ ι γ μ ή . - Θα είμαι φίλος σου, πρόσθεσε ο Ρομπέν με ειλικρινές ύφος. - Σύμφωνοι, αποκρίθηκε ο άγνωστος. Λέγομαι Γουίλιαμ Γκάμγουελ. Ο Ρομπέν έβγαλε μια κραυγή: «Γουίλ! Γουίλ! Ο ευγενι­ κός! Ο Κόκκινος Γουίλ!» -Ναι. - Κι εγώ, είμαι ο Ρομπέν των Δασών! - Ρομπέν, φώναξε ο νέος άντρας, πέφτοντας στην αγκα­ λιά του φίλου του. Α, τι ευτυχία! Οι δυο νέοι αγκαλιάστηκαν σ φ ι χ τ ά · μετά, με μάτια που άστραφταν από ανείπωτη χαρά, κοίταξαν προσεκτικά ο ένας τον ά λ λ ο , συγκινημένοι και έκπληκτοι. - Κι εγώ σε απείλησα! εί��ε ο Ρομπέν. - Θ έ λ η σ α να σε σκοτώσω! φώναξε ο Γουίλ. - Σε χτύπησα! συνέχισε ο Ρομπέν, σκάζοντας στα γέλια. - Μ π α , το ξέχασα κιόλας. Π ε ς μου γρήγορα, τι κάνει η... Μοντ; - Η Μ ο ν τ είναι πολύ καλά. - Είναι;... - Πάντα μια όμορφη κοπέλα, που σ' αγαπάει, Γουίλ, που μόνο εσένα αγαπάει στον κόσμο, φύλαξε την καρδιά της για σένα και θα σου δώσει το χέρι της. Έ κ λ α ψ ε για την απου­ σία σου, το υπέροχο πλάσμα... υπέφερες κι εσύ, καημένε μου Γουίλ, θα είσαι όμως ευτυχισμένος αν αγαπάς ακόμα την κ α λ ή και όμορφη Μοντ. - Αν την αγαπώ! Π ώ ς μπορείς να με ρωτάς κάτι τέτοιο, Ρομπέν; Δ ε ν σταμάτησα σ τ ι γ μ ή να την σκέφτομαι, η αγα­ πημένη της εικόνα συντρόφευε την καρδιά μου και της έδι­ νε δυνάμεις, ήταν το θάρρος του π ο λ ε μ ι σ τ ή στο πεδίο της μ ά χ η ς , η παρηγοριά του φυλακισμένου μες στο σκοτεινό μπουντρούμι της κρατικής φυλακής. Η Μ ο ν τ , αγαπητέ Ρομπέν, ήταν η σκέψη μου, το όνειρο μου, η ελπίδα μου, το 12


μ έ λ λ ο ν μου. Για να σου αποδείξω, φίλε Ρομπέν, πόσο σκε­ φτόμουν αυτό το λατρευτό κορίτσι, θα σου δ ι η γ η θ ώ ένα όνειρο που είδα σ τ η Νορμανδία, ένα όνειρο που μένει ακόμα ζωντανό στο μυαλό μου, μολονότι το είδα πριν από ένα μ ή ­ να. Ήμουν χωμένος σε μια φυλακή, με τα χέρια δεμένα, το κορμί τυλιγμένο με αλυσίδες και έβλεπα τη Μ ο ν τ λ ί γ α βή­ ματα παρέκει, χ λ ο μ ή σαν πεθαμένη και πλημμυρισμένη στο αίμα. Το δύσμοιρο κορίτσι άπλωνε ικετευτικά τα χέρια της προς το μέρος μου και το στόμα της, με χ ε ί λ η ξασπρισμένα, μουρμούριζε παραπονεμένα λόγια που δεν καταλά­ βαινα το νόημα τους, α λ λ ά ένιωθα ότι υπέφερε φρικτά και μου ζητούσε να τη βοηθήσω. » Ό π ω ς σου είπα, με είχαν αλυσοδεμένο, κυλιόμουν στο χώμα και, καθώς ήμουν ανήμπορος να κάνω κάτι, δάγκω­ να τα σιδερένια ;δεσμά που έσφιγγαν τα μπράτσα μου, κο­ ντολογίς, έκανα υπεράνθρωπες προσπάθειες για να συρθώ κοντά της. Ξαφνικά, οι αλυσίδες γύρω μου χαλάρωσαν απαλά, μετά έπεσαν. Π ε τ ά χ τ η κ α όρθιος κι έτρεξα σ τ η Μ ο ­ ντ, έσφιξα πάνω στην καρδιά μου το βουτηγμένο στο αίμα δύστυχο κορίτσι, γέμισα με φλογερά φιλιά τα μαγουλά της που ήταν άσπρα σαν το πανί και σιγά σιγά το αίμα σταμά­ τησε να χύνεται και άρχισε να κυκλοφορεί, αργά στην αρ­ χ ή , μετά σ' ένα φυσικό ρυθμό. Τα χ ε ί λ η της πήραν χρώμα, άνοιξε τα μ ε γ ά λ α , μαύρα μάτια της και με κοίταξε μ' ένα β λ έ μ μ α που έδειχνε τόση ευγνωμοσύνη και ταυτόχρονα ήταν. τόσο τρυφερό, που συγκινήθηκα μέχρι βαθιά στα σπλάχνα μου, η καρδιά μου σκίρτησε και, άφησα να ξεφύγει απ' το πυρπολημένο στήθος μου ένας βαθύς στεναγμός. Υπέφερα και ταυτόχρονα ήμουν πολύ ευτυχισμένος. » Α μ έ σ ω ς μετά απ' αυτή τη σπαρακτική συγκίνηση, ξύ­ πνησα. Πήδηξα κάτω απ' το κρεβάτι μου αποφασισμένος να επιστρέψω στην Α γ γ λ ί α . Ή θ ε λ α να ξαναδώ τη Μ ο ν τ , τη Μ ο ν τ που ήταν σίγουρα δυστυχισμένη. Τη Μ ο ν τ που, 13


δίχως ά λ λ ο , χρειαζόταν τη βοήθεια μου. Π ή γ α αμέσως στον λοχαγό μου, που ήταν ο επιστάτης του πατέρα μου και νόμιζα ότι είχα το δικαίωμα να περιμένω απ' αυτόν μια αποτελεσματική προστασία. Δ ε ν του εξήγησα την αιτία της επιθυμίας μου να επιστρέψω στην Α γ γ λ ί α , γιατί θα γελούσε με την ανησυχία μου, του είπα μόνο ότι ή θ ε λ α να φύγω. Α ρ ν ή θ η κ ε με πολύ σκληρό ύφος να μου δώσει την άδεια, α λ λ ά αυτή η πρώτη αποτυχία δεν με αποθάρρυνε... με είχε κυριεύσει κυριολεκτικά η μανία να ξαναδώ τη Μ ο ­ ντ. Ικέτευσα, εξόρκισα εκείνον τον άντρα, που παλαιότερα τον διέταζα, να μου δώσει άδεια. Γονάτισα μπροστά του. Η αδυναμία μου τον έκανε να χαμογελάσει και, με μια κ λ ο ­ τσιά, με πέταξε ανάσκελα. Τ ό τ ε , Ρομπέν, σηκώθηκα, κι όπως είχα το σπαθί μου, το τράβηξα απ' το θηκάρι του και, δίχως να σκεφτώ, χωρίς να διστάσω, σκότωσα εκείνον τον άθλιο. Α π ό τότε, με καταζητούν. Ά ρ α γ ε , έχασαν τα ίχνη μου; Το ε λ π ί ζ ω . Να γιατί, αγαπητέ Ρομπέν, αφού σε πέ­ ρασα για ξένο, αρνιόμουν να σου αποκαλύψω τ' όνομα μου και ευλογημένοι να είναι οι ουρανοί που με οδήγησαν σ' εσέ­ να! Τώρα, ας μιλήσουμε για τη Μ ο ν τ - μένει ακόμα στον πύργο του Γ κ ά μ γ ο υ ε λ ; - Στον πύργο του Γ κ ά μ γ ο υ ε λ ; επανέλαβε ο Ρομπέν. Μ α , δεν τα έμαθες, αγαπητέ Γουίλ; - Ό χ ι . Τι συνέβη; Με κάνεις να τρομάζω. . - Ο πύργος και το χωριό του Γκάμγουελ καταστράφηκαν. - Καταστράφηκαν! φώναξε ο Γουίλ. Παρθένα Μαρία! Κ α ι η μητέρα μου, Ρομπέν, ο αγαπημένος μου πατέρας και οι δύστυχες αδελφές μου; - Ό λ ο ι τους είναι μια χαρά, ηρέμησε... η οικογένεια σου μένει στο Μ π ά ρ ν σ ν τ ε ϊ λ . Για σήμερα, αρκέσου στην πληρο­ φορία πως αυτή η άσπλαχνη καταστροφή, που ήταν έργο των Νορμανδών, τους στοίχισε πολύ ακριβά. Σκοτώσαμε τα δύο. τρίτα του στρατού που έστειλε ο βασιλιάς Ερρίκος. 14


- Ο βασιλιάς Ερρίκος! φώναξε έκπληκτος ο Γουίλιαμ. Μ ε τ ά πρόσθεσε, κομπιάζοντας λίγο: - Μ ο υ είπες, Ρομπέν, ότι είσαι ο πρώτος φύλακας σ' αυ­ τό το δάσος - άρα, είσαι στην υπηρεσία του βασιλιά; - Ό χ ι ακριβώς, ξανθέ μου εξάδελφε, αποκρίθηκε ο νέος άντρας γελώντας. Οι Νορμανδοί πληρώνουν την « ε π ί β λ ε ψ η » μου, δηλαδή οι πλούσιοι, γιατί απ' τους φτωχούς δεν παίρνω τίποτα. Ε ί μ α ι πράγματι φύλακας του δάσους, αλλά για λο­ γαριασμό μου και για λογαριασμό των εύθυμων συντρόφων μου. Μ' ά λ λ α λόγια, Γουίλιαμ, είμαι ο άρχοντας του δάσους Σέργουντ και θα υπερασπιστώ τα δικαιώματα και τα προνό­ μια μου από όποιον προσπαθήσει να μου τ' αρπάξει. Α μ έ σ ω ς μετά ο Ρομπέν έφερε το βούκινο στα χ ε ί λ η του και έβγαλε τρεις οξείς ήχους. Πριν καλά καλά αντιβουίσουν στο δάσος αυτές οι διαπεραστικές νότες, ο Γουίλιαμ είδε να βγαίνουν μέσα από την πυκνή βλάστηση, από το ξέφωτο, από τα δεξιά και τ' αριστερά του, μια τριανταριά άντρες, όλοι ομοιόμορφα ντυμένοι με μια κομψή φορεσιά, που το πράσινο χρώμα της ταίριαζε τέλεια με το στρατιωτικό παρουσιαστι­ κό τους. Τούτοι οι άντρες, οπλισμένοι με β έ λ η , με ασπίδες και, με κοντά σπαθιά, ήρθαν και παρατάχθηκαν σιωπηλοί γύρω από τον αρχηγό τους. - Παλικάρια μου, να ένας άντρας που ξιφομάχησα μαζί του και μ' έκανε να φωνάξω έλεος. Ο γιγαντόσωμος Ζαν (οι φίλοι του τον φώναζαν, χαϊ­ δευτικά, Μικρό Ζαν ή Ζανούλη), ο οποίος φαινόταν λιγότε­ ρο ευχαριστημένος από τον Ρομπέν για την επιδεξιότητα του Γουίλιαμ, προχώρησε στη μέση του κύκλου που σχημάτι­ ζαν όλοι τους και είπε στον νεαρό άντρα: - Ξένε, αν έκανες τον γενναίο Ρομπέν των Δασών να φω­ νάξει έλεος, πρέπει να είσαι πολύ δυνατός... ωστόσο, δεν θα λένε ότι είχες την τ ι μ ή να νικήσεις τον αρχηγό των εύθυμων αντρών του δάσους, χωρίς να τις φας λίγο από τον υπαρχη15


γό του. Είμαι πολύ καλός στο κοντάρι, θέλεις να παίξεις μαζί μου; Έ τ σ ι θα δούμε ποιος... - Α γ α π η τ έ μου Ζανούλη, είπε ο Ρομπέν, στοιχηματίζω μια φαρέτρα για ένα τόξο απ' το καλύτερο ξύλο ότι αυτό το γενναίο παλικάρι θα βγει πάλι νικητής. - Μα πώς, Μ ι κ ρ έ Ζαν, φώναξε ο Γουίλ τη σ τ ι γ μ ή που ο νεαρός άντρας ετοιμαζόταν ν' αρχίσει τη μονομαχία, θέλεις να χτυπηθείς με τον Κόκκινο Γουίλ, με τον ευγενικό Γουί­ λιαμ, όπως συνήθιζες να τον αποκαλείς; - Ω, Θ ε έ μου! φώναξε έκπληκτος ο Ζανούλης και άφησε το κοντάρι του να πέσει. Α υ τ ή η φωνή! Αυτό το βλέμμα!... Καλωσόρισες στην εύθυμη Α γ γ λ ί α , Γουίλ, αγαπημένε μου Γουίλ, καλωσόρισες στο σπίτι των προγόνων σου, εσύ που με την επιστροφή σου φέρνεις τη χαρά, την ευτυχία και την ικα­ νοποίηση. Αύριο, όλοι οι κάτοικοι του Μπάρνσντεϊλ θα γιορ­ τάζουν, αύριο θα σφίξουν στην αγκαλιά τους αυτόν που νόμι­ ζαν χαμένο για πάντα! Ο καημένος ο Ζανούλης δεν μπόρεσε να πει περισσότερα· είχε τυλίξει τα μπράτσα του γύρω απ' τον Γουίλ, τον έσφιγ­ γε δυνατά και β ά λ θ η κ ε να κλαίει σιωπηλά, με λυγμούς. Ο Γουίλιαμ ένιωθε την ίδια συγκινημένη χαρά με τον εξάδελφο του και ο Ρομπέν τούς άφησε για μια σ τ ι γ μ ή τον ένα στην αγκαλιά του άλλου. Μ ό λ ι ς ηρέμησαν από τούτη την πρώτη συγκίνηση, ο Ζανούλης δ ι η γ ή θ η κ ε στον Γ ο υ ί λ , όσο πιο σύντομα μπο­ ρούσε, τη φρικτή περιπέτεια της καταστροφής που είχε διώξει την οικογένεια του από τον πύργο του Γ κ ά μ γ ο υ ε λ . Μ ό λ ι ς τ ε λ ε ί ω σ ε η αφήγηση, ο Ρομπέν και ο Ζανούλης οδήγησαν τον Γ ο υ ί λ στις διάφορες κρυψώνες που είχε φτιά­ ξει η συμμορία μες στο δάσος και, αφού ο νέος άντρας τούς το ζήτησε ο ίδιος, τον δέχτηκαν σ τ η συμμορία με το βαθμό του υπαρχηγού, γεγονός που τον έκανε ισότιμο με τον Μ ι ­ κρό Ζαν. 16


Το ά λ λ ο πρωί, ο Γουίλ εξέφρασε την επιθυμία να πάει στο Μπάρνσντεϊλ. Ο Ρομπέν σεβάστηκε αυτή την τόσο φυ­ σική λαχτάρα και ετοιμάστηκε αμέσως να συνοδεύσει τον νεαρό άντρα, όπως και ο Μικρός Ζαν. Ε δ ώ και δυο μέρες, τα αδέλφια του Ζανούλη βρίσκονταν στο Μπάρνσντεϊλ, όπου ετοίμαζαν το πανηγύρι για τα γενέθλια του άρχοντα Γ κ ι . Δ ί χ ω ς ά λ λ ο , με την επιστροφή του Γουίλιαμ θα γινόταν ακόμα πιο λαμπερή γιορτή. Αφού έδωσε διαταγές στους άντρες του, ο Ρομπέν των Δασών και οι δυο φίλοι του πήραν το μονοπάτι για το Μάνσφελντ, όπου θα έβρισκαν άλογα. Έκαναν τη διαδρομή χα­ ρούμενα· ο Ρομπέν τ ρ α γ ο υ δ ο ύ σ ε ς τη σωστή και αρμονική φωνή του τις πιο χαρούμενες μπαλάντες του, ενώ ο Γουίλ, μεθυσμένος από χαρά, χοροπηδούσε στο π λ ά ι του επανα­ λαμβάνοντας ανάκατα το ρεφρέν των τραγουδιών. Ο Ζ α νούλης μάλιστα πετούσε πότε πότε μια φάλτσα νότα και ο Γουίλ γελούσε δυνατά, ενώ ο Ρομπέν μοιραζόταν τη χαρά του Γουίλ. Ωστόσο, μόλις έφτασαν σε μικρή απόσταση από το Μάνσφελντ, οι χαρές και τα πανηγύρια τους κόπηκαν ξαφνικά. Τρεις άντρες ντυμένοι με τη στολή των δασονόμων πετά­ χτηκαν από ένα σύδεντρο και τους έκλεισαν το δρόμο. Ο Ρομπέν των Δασών και οι σύντροφοι του σταμάτ��σαν για μια σ τ ι γ μ ή · ύστερα, ο νεαρός άντρας τούς ρώτησε με αυ­ ταρχικό ύφος: - Ποιοι είστε; Κ α ι τι γυρεύετε εδώ; - Θα σας έκανα ακριβώς τις ίδιες ερωτήσεις! απάντησε ο ένας από τους τρεις άντρες, ένας γεροδεμένος λεβέντης με τετράγωνους ώμους, οπλισμένος μ' ένα κοντάρι κι ένα μα­ κρύ σπαθί, που φαινόταν απολύτως ικανός ν' αντισταθεί σε μια επίθεση. - Α λ ή θ ε ι α ; τον ειρωνεύτηκε ο Ρομπέν. Ωραία, τότε! Ε ί ­ μαι πολύ ευτυχής που σε απάλλαξα από τον κόπο, γιατί αν 17


είχες κάνει μια τόσο αναιδή ερώτηση, μάλλον θα σου απα­ ντούσα με τρόπο που θα σ' έκανε να μετανιώσεις στον αιώ­ να τον άπαντα για το θράσος σου! - Μ ι λ ά ς περήφανα, αγόρι μου, του αντιγύρισε ο δασονόμος με κοροϊδευτικό ύφος. Ε ί μ α ι ο φύλακας αυτής της πε­ ριοχής, έχω το δικαίωμα να επιβλέπω το δάσος από το Μάνσφελντ μέχρι ένα πλατύ σταυροδρόμι που βρίσκεται εφτά μίλια από 'δώ. Τούτοι οι δυο άντρες είναι βοηθοί μου. Έ χ ω λάβει εντολή από τον βασιλιά Ερρίκο και με δικές του διαταγές προστατεύω τα ζαρκάδια από ληστές σαν εσάς. Κατάλαβες; - Πάρα πολύ καλά, αν όμως εσύ είσαι δασοφύλακας, τό­ τε τι είμαστε εγώ κι οι σύντροφοι μου; Μ έ χ ρ ι τώρα, πίστευα πως μόνο εγώ κατείχα δικαιωματικά αυτό το αξίωμα. Είναι αλήθεια ότι δεν το οφείλω στην καλοσύνη του βασιλιά Ε ρ ­ ρίκου, α λ λ ά στη δική μου θ έ λ η σ η , που έχει μ ε γ ά λ η πέραση εδώ, γιατί λ έ γ ε τ α ι το δικαίωμα του δυνατότερου. - Ε σ ύ , δασοφύλακας του δάσους Σέργουντ; είπε περιφρονητικά ο δασονόμος. Αστειεύεσαι, θαρρώ! Ένας κατεργάρης είσαι και τίποτα παραπάνω. - Α γ α π η τ έ μου φίλε, επέμεινε υπομονετικά ο Ρομπέν, μάλλον θέλεις να με κάνεις να θαυμάσω την προσωπική σου αξία... δεν είσαι ο φύλακας που προσπαθεί να πάρει τ' αξιώματα αυτά από εμένα. Κι αν θες να ξέρεις, γνωρίζω πο­ λύ καλά τον αληθινό φύλακα. Λ έ γ ε τ α ι Ζαν Κ ο λ λ ι τ σ ί δ α ς , και είναι ο χοντρός μυλωνάς του Μάνσφελντ. - Ε γ ώ λοιπόν είμαι ο γιος του, ο Τρανός. - Ε σ ύ είσαι ο Τρανός; Δ ε ν σε πιστεύω. - Α λ ή θ ε ι α λέει, είπε ο Ζανούλης, τον γνωρίζω εξόψεως. Μου έχουν πει ότι είναι πολύ καλός στο κοντάρι. - Δ ε ν σου είπαν ψέματα, δασονόμε, και αν εσύ με γνωρί­ ζεις, το ίδιο μπορώ να πω κι εγώ για σένα. Είναι αδύνατον να ξεχάσει κανείς το παράστημα και το πρόσωπο σου. 18


- Ξ έ ρ ε ι ς τ' όνομα μου; ρώτησε ο νέος άντρας. - Μ ά λ ι σ τ α , αφέντη Ζαν. - Ε γ ώ είμαι ο Ρομπέν των Δασών, φύλακα Τρανέ. - Το φανταζόμουνα, παλικάρι μου, και είμαι γοητευμένος από τη συνάντηση. Έ χ ο υ ν υποσχεθεί γενναία αμοιβή σ' αυ­ τόν που θα σε πιάσει. Α π ό τη φύση μου είμαι πολύ φιλόδο­ ξος κι αυτή η αμοιβή, που είναι ένα τεράστιο ποσό, θα μ' εξυ­ πηρετούσε περίφημα. Σήμερα μου δίνεται η ευκαιρία να σε βουτήξω και δεν σκοπεύω να την αφήσω να μου ξεφύγει. - Με όλο σου το δίκιο, τροφοδότη της κρεμάλας, απά­ ντησε ο Ρομπέν περιφρονητικά. Εμπρός, ελεεινό υποκείμενο, τράβα το σπαθί σου! Ε ί μ α ι αυτός που γυρεύεις. - Σταματήστε! φώναξε ο Ζανούλης. Ο Τρανός χειρίζεται καλύτερα το κοντάρι απ' ό,τι το σ π α θ ί · ας αγωνιστούμε τρεις εναντίον τριών. Ε γ ώ διαλέγω τον Τρανό· Ρομπέν, κι εσύ, Γου­ ίλιαμ, πάρτε τους άλλους, ο αγώνας θα είναι έτσι πιο ίσος. - Το δέχομαι, απάντησε ο φύλακας, γιατί έτσι κανείς δεν θα πει ότι ο Τρανός, ο γιος του μυλωνά του Μάνσφελντ, το έβαλε στα πόδια μπροστά στον Ρομπέν των Δασών και τους εύθυμους άντρες του. - Γεια στο στόμα σου! φώναξε ο Ρομπέν. Εμπρός, Ζ α νούλη, πάρε τον Τρανό, αφού τον θέλεις για α ν τ ί π α λ ο · εγώ θ' αναλάβω αυτόν τον γεροδεμένο λεβέντη. Είσαι ευχαρι­ στημένος να χτυπηθείς μαζί μου; ρώτησε ο Ρομπέν τον βοη­ θό που η τ ύ χ η τον είχε φέρει να βρεθεί αντίπαλος του. - Π ο λ ύ ευχαριστημένος, γενναίε παράνομε. - Εμπρός, ας αρχίσουμε και η αγία μητέρα του Θεού να δώσει τη νίκη σ' αυτούς που αξίζουν πραγματικά την υπο­ στήριξη της! - Αμήν! είπε ο Ζανούλης. Η Παρθένα Μαρία δεν εγκα­ ταλείπει ποτέ τον αδύναμο τη σ τ ι γ μ ή της ανάγκης. - Δ ε ν εγκαταλείπει κανέναν, είπε ο Τρανός. - Κανέναν, συμφώνησε ο Ρομπέν κάνοντας το σταυρό του. 19


Αφού οι προετοιμασίες για τη μονομαχία τελείωσαν χα­ ρούμενα, ο Ζανούλης φώναξε δυνατά: - Αρχίζουμε! - Αρχίζουμε, επανέλαβαν ο Γουίλ και ο Ρομπέν. Έ ν α παλιό τραγούδι που μνημονεύει αυτή την αξέχαστη μονομαχία, την περιγράφει κάπως έτσι:

Απ'

«Μια όμορφη μέρα του μεσοκαλόκαιρου αρχίσανε να μονομαχούν, ατρόμητοι και αποφασισμένοι. τις οχτώ το πρωί χτυπήθηκαν μέχρι το μεσημέρι· χωρίς να λιγοψυχήσουν πάλευαν και χωρίς σταματημό. Ο Ρομπέν, ο Γουίλ και ο Ζανούλης γενναία πολεμησανε· καθόλου τους αντιπάλους τους δεν άφησαν να τους τραυματίσουνε».

- Ζανούλη, είπε κάποια σ τ ι γ μ ή ο Τρανός λαχανιασμένος και αφού ζήτησε έλεος, γνώριζα από καιρό πόσο γενναίος εί­ σαι και ή θ ε λ α να μονομαχήσω μαζί σου. Η επιθυμία μου εκπληρώθηκε, με νίκησες και ο θρίαμβος σου μου έδωσε ένα πολύ ωφέλιμο μάθημα μετριοφροσύνης. - Είσαι εξαίρετος κονταρομάχος, φίλε Τρανέ, αποκρίθη­ κε ο Ζανούλης σφίγγοντας το χέρι που του έτεινε ο φύλα­ κας, και δίκαια σε λένε γενναίο. - Σ' ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση, δασονόμε, συνέχισε ο Τρανός. Πιστεύω όμως ότι είναι πιότερο ευγενική παρά ει­ λικρινής. Μ ή π ω ς πιστεύεις ότι θ ί χ τ η κ ε η ματαιοδοξία μου από μια απρόσμενη ήττα; Ό χ ι , δεν αισθάνομαι διόλου τα­ πεινωμένος που νικήθηκα από ένα παλικάρι σαν εσένα. - Σοφά τα είπες, ατρόμητε γιε του μυλωνά! φώναξε χαρού­ μενος ο Ρομπέν. Αποδεικνύεις ότι έχεις τα πιο αξιοζήλευτα 20


πλούτη, κ α λ ή καρδιά και σαξονική ψυχή. Μόνο ένας τίμιος άντρας μπορεί να δεχτεί χαρούμενα και χωρίς πίκρα μια απο­ τυχία που τραυματίζει το φιλότιμο του. Δώσε μου το χέρι σου, Τρανέ. Δέχεσαι ένα ποτήρι κρασί του Ρήνου; Θα το πιούμε για την καλότυχη συνάντηση μας και στη μελλοντική μας φιλία. - Ορίστε το χέρι μου, Ρομπέν των Δασών, σου το δίνω με ό λ η μου την καρδιά. Ε ί χ α ακούσει να μιλάνε για σένα με τα καλύτερα λόγια. Ξέρω ότι είσαι ένας ευγενικός παράνομος κι ότι απλώνεις πάνω από τους φτωχούς τη γενναιόδωρη προ­ στασία σου. Σ' αγαπούν ακόμα κι αυτοί που θα έπρεπε να σε μισούν, ακόμα κι οι εχθροί σου οι Νορμανδοί. Μ ι λ ά ν ε με σε­ βασμό για του λόγου σου και δεν άκουσα ποτέ κανέναν να κατακρίνει σοβαρά τις πράξεις σου. Σου άρπαξαν το βιος και σε εξόρισαν οι τίμιοι άνθρωποι σ' αγαπάνε γιατί η δυστυχία έπεσε στο σπιτικό σου. - Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, φίλε Τρανέ. Δ ε ν θα τα ξεχάσω και θ έ λ ω να μου δώσεις τη χαρά της συντροφιάς σου μέχρι το Μάνσφελντ. - Ε ί μ α ι δικός σου, Ρομπέν, αποκρίθηκε ο Τρανός. - Κι εγώ επίσης, είπε ο άντρας που είχε μονομαχήσει με τον Ρομπέν. - Το ίδιο κι εγώ, πρόσθεσε ο αντίπαλος του Γουίλ. Πήραν μαζί το δρόμο για την π ό λ η , μιλώντας και γ ε λ ώ ­ ντας, αγκαλιασμένοι απ' τους ώμους. - Α γ α π η τ έ μου Τρανέ, ρώτησε ο Ρομπέν καθώς έμπαι­ ναν στο Μάνσφελντ, είναι προσεχτικοί οι φίλοι σου; - Γ ι α τ ί ρωτάς; - Ε π ε ι δ ή η σιωπή τους είναι απαραίτητη για την ασφά­ λεια μου. Κ α θ ώ ς καταλαβαίνεις, έρχομαι εδώ κρυφά και αν μια αδιάκριτη κουβέντα φανερώσει την παρουσία μου στο Μάνσφελντ, γρήγορα το πανδοχείο θα περικυκλωθεί από στρατιώτες, οπότε θ' αναγκαστώ να το σκάσω ή να πολε­ μήσω. Σήμερα, όμως, μ ή τ ε το ένα μ ή τ ε το ά λ λ ο θα μ' ευ21


χαριστούσε· με περιμένουν στο Γιορκσάιρ και δεν θ έ λ ω διό­ λου να καθυστερήσω την αναχώρηση μου. - Σ ο υ εγγυώμαι για τη διακριτικότητα των συντρόφων μου. Όσο για τη δική μου, δεν μπορείς να την αμφισβητή­ σ ε ι ς · νομίζω, όμως, αγαπητέ μου Ρομπέν, ότι μεγαλοποιείς τον κίνδυνο. Θα 'πρεπε μόνο να φοβάσαι την περιέργεια των κατοίκων του Μάνσφελντ, αφού θα τρέξουν όλοι πίσω σου, για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τον διάσημο Ρομπέν των Δασών, τον ήρωα των ερωτικών τραγουδιών που σιγομουρμουρίζουν όλα τα κορίτσια. Έφτασαν χωρίς απρόοπτα σ' ένα πανδοχείο απομακρυ­ σμένο από την π ό λ η και κάθισαν χαρούμενοι γύρω από ένα τραπέζι, που ο ξενοδόχος το γέμισε αμέσως με μισή δωδεκά­ δα μακρυλαίμικα μπουκάλια, γεμάτα μ' αυτό το καλό κρασί του Ρήνου που λύνει τη γλώσσα και ανοίγει την καρδιά. Γρήγορα ήρθαν κι ά λ λ α μπουκάλια και η συζήτηση έγι­ νε τόσο διαχυτική και τόσο εγκάρδια, που ο Τρανός παρα­ καλούσε να μην τελειώσει ποτέ. Κι έτσι, ζήτησε από τον Ρομπέν των Δασών να τον δεχτεί στη συμμορία τ ο υ · οι σύ­ ντροφοι του Τρανού, μαγεμένοι από τις χαρούμενες περιγρα­ φές μιας ανεξάρτητης ζωής κάτω από τα πανύψηλα δέντρα του Σέργουντ, ακολούθησαν το παράδειγμα του αρχηγού τους και δεσμεύτηκαν με το στόμα και την καρδιά ν' ακο­ λουθήσουν τον Ρομπέν των Δασών. Αυτός δέχτηκε την ολόψυχη πρόταση τους· έπειτα ο Τρα­ νός, που ή θ ε λ ε να φύγει αμέσως, ζήτησε από τον νέο του αρ­ χηγό την άδεια να πάει ν' αποχαιρετήσει την οικογένεια του. Θα τον περίμενε να επιστρέψει ο Ζανούλης, που θα οδη­ γούσε τους τρεις άντρες στο κρησφύγετο μες στο δάσος, θα τους έδειχνε πού να μείνουν και θα ξανάπαιρνε το δρόμο για το Μπάρνσντεϊλ, όπου θα βρίσκονταν ο Γουίλιαμ και ο Ρομπέν. Λ ί γ α λεπτά πριν φύγουν από το πανδοχείο, μπήκαν στην αίθουσα δυο άντρες. Ο πρώτος απ' αυτούς έριξε μια γρήγορη 22


ματιά στον Ρομπέν των Δασών, περιεργάστηκε τον Μικρό Ζαν και κάρφωσε το βλέμμα του στον Κόκκινο Γουίλ. Τον κοίταξε τόσο έντονα και τόσο επίμονα, που ο νεαρός άντρας το α ν τ ι λ ή φ θ η κ ε · ετοιμαζόταν μάλιστα να ρωτήσει τον νεο­ φερμένο, όταν εκείνος, καθώς κατάλαβε ότι είχε τραβήξει την προσοχή, έστρεψε αλλού τα μάτια του, ήπιε μονορούφι το πο­ τήρι με το κρασί που είχε ζητήσει να του σερβίρουν και β γ ή ­ ��ε από την αίθουσα μαζί με τον σύντροφο του. Απορροφημένος από τη χαρά που του προκαλούσε η προ­ σμονή να δει τη Μοντ πριν πέσει η νύχτα, ο Γουίλ αμέλησε να πληροφορήσει τα ξαδέλφια του γ ι ' αυτό το περιστατικό και ανέβηκε στο άλογο του χωρίς να πει τίποτα στον Ρομπέν των Δασών. Στο δρόμο, οι δυο φίλοι άρχισαν να καταστρώ­ νουν ένα σχέδιο για να μπει ο Γουίλιαμ στον πύργο. Ο Ρομπέν ή θ ε λ ε να φανεί πως ήταν μόνος και να προε­ τοιμάσει την οικογένεια για την άφιξη του Γ ο υ ί λ · ωστόσο, ο ανυπόμονος νεαρός δεν ή θ ε λ ε με κανένα τρόπο να δεχτεί αυ­ τή τη συμφωνία. - Α γ α π η τ έ μου Ρομπέν, είπε, μη μ' αφήσεις μόνο· νιώθω τόση συγκίνηση, που δεν θα καταφέρω να μείνω σιωπηλός και ήσυχος, λίγα βήματα μακριά από το σπίτι του πατέρα μου. Ά λ λ α ξ α τόσο πολύ, το πρόσωπο μου έχει τόσα φανερά σημάδια από τη σκληρή ζ ω ή , που δεν φοβάμαι διόλου μ ή ­ πως μ' αναγνωρίσει η μητέρα μου με την πρώτη ματιά. Π α ­ ρουσίασε με σαν ξένο, σαν έναν φίλο του Γουίλ. Έ τ σ ι θα έ χ ω την ευτυχία να δω τους αγαπημένους μου γονείς νωρίτερα και να τους πω ποιος είμαι όταν θα έχουν προετοιμαστεί για την άφιξη μου. Ο Ρομπέν υποχώρησε στην επιθυμία του Γουίλιαμ και οι δυο νεαροί άντρες παρουσιάστηκαν μαζί στον πύργο του Μπάρνσντεϊλ. Βρήκαν την οικογένεια συγκεντρωμένη στο σαλόνι. Υπο­ δέχτηκαν όλοι τον Ρομπέν με ανοιχτές αγκάλες και ο βαρο23


νέτος προσφέρθηκε εγκάρδια να φιλοξενήσει τον σύντροφο του Ρομπέν, που τον θεωρούσε ξένο. Η Γουίνιφρεντ και η Μπάρμπαρα κάθισαν δίπλα στον Ρομπέν και τον ζάλισαν με τις ερωτήσεις· γιατί, συνήθως, ο νεαρός παράνομος ήταν για τα κοριτσόπουλα ο αντίλαλος των ειδήσεων από τον έξω κόσμο. Η Μοντ και η Μαριάν έλειπαν, κι έτσι ο Ρομπέν αισθανόταν πιο άνετα. Αφού απά­ ντησε στις ερωτήσεις των ξαδελφάδων του, σηκώθηκε, στράφηκε προς τον άρχοντα Γ κ ι και είπε: - Θείε μου, έ χ ω να σας πω καλά μαντάτα, ειδήσεις που θα σας δώσουν μ ε γ ά λ η χαρά. - Η επίσκεψη σου είναι ήδη μ ε γ ά λ η ικανοποίηση για τη γέ­ ρικη καρδιά μου, Ρομπέν των Δασών, αποκρίθηκε ο γέροντας. - Ο Ρομπέν των Δασών είναι αγγελιαφόρος τ' ουρανού! φώναξε η όμορφη Μπάρμπαρα, τινάζοντας με χάρη τις ξαν­ θές μπούκλες των όμορφων μαλλιών της. - Σ τ η ν επόμενη επίσκεψη μου, Μπάρμπι, αποκρίθηκε χαρούμενα ο Ρομπέν, θα γίνω αγγελιαφόρος της αγάπης· θα σου φέρω έναν σύζυγο. - Θα τον δεχτώ με μ ε γ ά λ η ευχαρίστηση, Ρομπέν, συνέ­ χισε το νεαρό κορίτσι γελώντας. - Κ α ι πολύ καλά θα κάνεις, εξαδέλφη μου, γιατί θα του αξίζει αυτή η θερμή υποδοχή. Δ ε ν θα σου τον περιγράψω· θα σου πω μόνο πως μόλις τα όμορφα μάτια σου πέσουν επάνω του, θα πεις στη Γουίνιφρεντ: « Α δ ε λ φ ή μου, να ένας άντρας που ταιριάζει στην Μπάρμπαρα Γ κ ά μ γ ο υ ε λ » . - Π ά ε ι καλά... Κ α ι τώρα, ας ακούσουμε τα μαντάτα που ήσουν έτοιμος να πεις στον πατέρα μου, πριν σκεφτείς να μου προσφέρεις σύζυγο. - Δεσποινίς Μπάρμπαρα, ετοιμαζόμουν να πληροφορή­ σω τον θείο μου, τη θεία μου, κι εσένα επίσης, αγαπητή Γουίνιφρεντ, ότι άκουσα να μιλάνε για ένα εξαιρετικά αγα­ πημένο μας πρόσωπο... 24


- Γ ι α τον αδελφό μου τον Γουίλ; ρώτησε η Μπάρμπαρα. - Ν α ι , εξαδέλφη μου. - Α, τι ευτυχία! Λοιπόν; - Λοιπόν, αυτός ο νεαρός που σε κοιτάζει τόση ώρα αμή­ χανα, γιατί είναι πολύ ευτυχισμένος μπροστά σε μια τόσο όμορφη κοπέλα, είδε τον Γουίλιαμ πριν από μερικές μέρες! - Είναι καλά στην υγεία του ο γιος μου; ρώτησε ο άρχο­ ντας Γ κ ι με τρεμάμενη φωνή. - Είναι ευτυχισμένος; ρώτησε η λαίδη Γ κ ά μ γ ο υ ε λ σταυ­ ρώνοντας τα χέρια της. - Πού βρίσκεται; πρόσθεσε η Γουίνιφρεντ. - Ποια αιτία τον κρατάει μακριά μας; είπε η Μπάρμπα­ ρα, καρφώνοντας τα δακρυσμένα μάτια της στο πρόσωπο του συντρόφου του Ρομπέν των Δασών. Ο καημένος ο Γουίλιαμ ένιωθε το λαιμό του να καίγε­ ται, την καρδιά του βαριά απ' τη συγκίνηση και ήταν ανί­ κανος να προφέρει την παραμικρή λ έ ξ η . Έ ν α λ ε π τ ό σιωπής ακολούθησε αυτές τις πιεστικές, απανωτές ερωτήσεις. Η Μπάρμπαρα εξακολουθούσε να κοιτάζει εξεταστικά τον νεαρό άντρα. Ξαφνικά, έβγαλε μια κραυγή, όρμησε στον ξένο και, τυ­ λίγοντας τον με τα μπράτσα της, φώναξε ανάμεσα στ' ανα­ φιλητά της: - Είναι ο Γουίλ! Είναι ο Γουίλ! Τον γνώρισα! Α γ α π η μ έ ­ νε μου Γουίλ, πόσο ευτυχισμένη είμαι που σε βλέπω! Κ α ι με το κεφάλι γερμένο στον ώμο του αδελφού της, η νεαρή κοπέλα άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Η λαίδη Γ κ ά μ γ ο υ ε λ , οι γιοι της, η Γουίνιφρεντ και η Μπάρμπαρα περιτριγύρισαν τον νέο άντρα ενώ ο άρχοντας Γ κ ι , παρ' όλες τις προσπάθειες του να φανεί ήρεμος, έπεσε σε μια πολυθρόνα κι άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Τα τρία αδέλφια του Γουίλ φαίνονταν να έχουν μεθύσει από ευτυχία. 25


Αφού έβγαλαν μια τρομερή ιαχή, σήκωσαν τον Γουίλιαμ στα στιβαρά τους μπράτσα και τον φίλησαν, κόβοντας του την ανάσα. Επωφελημένος απ' αυτή τη γενική σύγχυση, ο Ρομπέν βγήκε από το σαλόνι και κίνησε για το διαμέρισμα της Μοντ. Η εξαιρετικά εύθραυστη υγεία της δεσποινίδας Λίντσεϊ, απαιτούσε μ ε γ ά λ η προσοχή και ίσως ήταν επικίνδυνο να της αναγγείλουν έτσι ξαφνικά την επιστροφή του Γουίλιαμ. Κ α θ ώ ς διέσχιζε έναν διάδρομο που γειτόνευε με το δω­ μάτιο της Μοντ, ο Ρομπέν συνάντησε τη Μαριάν. - Τι συμβαίνει στον πύργο, κ α λ έ μου Ρομπέν; ρώτησε η κοπέλα, αφού πρώτα δέχτηκε τις τρυφερές φιλοφρονήσεις του μνηστήρα της. Μ ό λ ι ς άκουσα φωνές που φαίνονται πο­ λύ χαρούμενες. - Κ α ι δεν έπεσες έξω, αγαπημένη μου Μαριάν, γιατί γιορτάζουν μια επιστροφή που την λαχταρούσαν με όλη τους την ψ υ χ ή . - Ποιος γύρισε, λοιπόν; ρώτησε το νεαρό κορίτσι με φω­ νή που έτρεμε. Μ ή π ω ς ο αδελφός μου; - Α λ ί μ ο ν ο , όχι, αγαπημένη μου Μαριάν, απάντησε ο Ρο­ μπέν παίρνοντας τα χέρια της κοπέλας, ο Θεός δεν μας έστειλε ακόμα τον Α λ α ν , α λ λ ά τον Γ ο υ ί λ · θυμάσαι τον Κόκκινο Γουίλ, τον ευγενικό Γουίλιαμ; - Βεβαίως, κι είμαι πολύ ευτυχισμένη που μαθαίνω ότι γύρισε καλά. Πού βρίσκεται; - Σ τ η ν αγκαλιά της μητέρας τ ο υ · βγήκα απ' το σαλόνι τη στιγμή που τ' αδέλφια του τσακώνονταν, ποιο θα τον πρωτοχαϊδέψει. Γυρεύω τη Μοντ. Θ' ανέβω κοντά της, πρέπει να προετοιμάσω αυτό το καημένο παιδί να δεχτεί την επίσκεψη του Γουίλιαμ. Κι αυτή η αποστολή καθώς καταλαβαίνεις, εί­ ναι εξαιρετικά δύσκολη, πρόσθεσε ο Ρομπέν γ ε λ ώ ν τ α ς · γνω­ ρίζω πολύ καλύτερα τους λαβύρινθους στο δάσος του Σέργουντ, από τις μυστηριώδεις πτυχές της γυναικείας καρδιάς. 26


- Μ η ν παριστάνεις τον αγαθό, άρχοντα Ρομπέν, αποκρί­ θ η κ ε η Μαριάν χαρούμενα. Ξέρεις καλύτερα απ' τον καθένα πώς να μαγεύεις την καρδιά μιας γυναίκας. - Ειλικρινά, Μαριάν, θαρρώ πως οι εξαδέλφες μου, η Μοντ, κι εσύ, βαλθήκατε να με κάνετε περήφανο· με γεμί­ ζετε με κολακείες και παινέματα. Τ η ν ημέρα που είχα την ευτυχία να σε οδηγήσω στο σπίτι του πατέρα μου, ένιωθα μια δυνατή λαχτάρα να δω το πρόσωπο σου που, κρυμμένο από τις δίπλες της φαρδιάς κουκούλας, με άφηνε μόνο να β λ έ π ω τα φωτεινά, καθάρια μάτια σου. Έ λ ε γ α στον εαυτό μου, καθώς βάδιζα ταπεινά στο πλευρό σου: « Α ν τα χαρα­ κτηριστικά αυτής της κοπέλας είναι τόσο όμορφα όσο το βλέμμα της, θα την φλερτάρω». - Ώ σ τ ε στα δεκάξι σου, Ρομπέν, ονειρευόσουν να σε αγα­ πήσει μια γυναίκα! - Θ ε έ μου, ναι, και τη σ τ ι γ μ ή που σκεφτόμουν να σου αφιερώσω ολόκληρη τη ζ ω ή μου, το αξιολάτρευτο πρόσωπο σου, απαλλαγμένο από το σκοτεινό πέπλο που το έκρυβε από τα μάτια μου, εμφανίστηκε σε ό λ η την αστραφτερή με­ γαλοπρέπεια του. Σ τ ύ λ ω σ α το βλέμμα μου τόσο φλογερά στο δικό σου, που τα μάγουλα σου βάφτηκαν κόκκινα. Ακουσα μέσα μου μια φωνούλα να ψιθυρίζει, « Τ ο ύ τ η η κο­ πέλα θα γίνει γυναίκα σου». Το αίμα που είχε μαζευτεί στην καρδιά μου ανέβηκε στο πρόσωπο μου και ένιωσα ότι θα σε αγαπούσα. Ναι, αγαπημένη μου Μαριάν, αυτή ήταν η πρώ­ τη και η τελευταία φορά που κοκκίνισα. Α π ό εκείνη την ημέρα, συνέχισε ο Ρομπέν αφού σώπασε για λίγο συγκινη­ μένος, αυτή η ελπίδα, που έπεσε απ' τον ουρανό σαν την υπόσχεση ενός ευτυχισμένου μέλλοντος, έγινε η παρηγοριά και το στήριγμα της ζωής μου. Ε λ π ί ζ ω και πιστεύω. Χαρούμενες κραυγές ανέβηκαν από το σαλόνι μέχρι το δωμάτιο όπου, με τα χέρια τους πλεγμένα και συζητώντας 27


χαμηλόφωνα, οι δυο νέοι εξακολουθούσαν ν' ανταλλάζουν λόγια τρυφερά. - Γρήγορα, αγαπημένε μου Ρομπέν, είπε η Μαριάν προσφέ­ ροντας το όμορφο μέτωπο της στα χ ε ί λ η του νέου άντρα, ανέβα στο δωμάτιο της Μ ο ν τ · εγώ θα πάω να φιλήσω τον Γουίλ και να του πω ότι είσαι μαζί με την πολυαγαπημένη του μνηστή. Ο Ρομπέν π ή γ ε γρήγορα στο δωμάτιο της Μοντ. - Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως αυτές οι χαρούμενες κραυ­ γές ανάγγελλαν τον ερχομό σου, αγαπητέ Ρομπέν, του είπε δείχνοντας του να καθίσει. Συμπάθα με. που δεν κατέβηκα στο σαλόνι, α λ λ ά αισθάνομαι άσχημα και νιώθω παρείσα­ κ τ η μέσα στη γενική ικανοποίηση. - Κ α ι γιατί, Μοντ; - Ε π ε ι δ ή μόνο σε μένα δεν έχεις ποτέ να πεις ένα καλό νέο. - Θα έρθει κι η σειρά σου, αγαπητή Μοντ. - Έ χ α σ α πια το κουράγιο μου, Ρομπέν, κι αισθάνομαι μια θανάσιμη π λ ή ξ η . Σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά, εί­ μαι ευτυχισμένη που σε βλέπω κι ωστόσο, δεν σου δίνω κα­ νένα δείγμα αυτής της σ τ ο ρ γ ή ς · δεν σου δείχνω πόσο μ' ευ­ χαριστεί η παρουσία σου ε δ ώ · μερικές φορές, μάλιστα, αγα­ πητέ Ρομπέν, προσπαθώ να σε αποφύγω. - Ό χ ι δα! φώναξε ο νεαρός άντρας έκπληκτος. - Ναι, Ρομπέν, επειδή όταν ακούω να φέρνεις στον άρχο­ ντα Γ κ ι νέα από τους γιους του, να κάνεις φιλοφρονήσεις στη Γουίνιφρεντ εκ μέρους του Ζανούλη, να δίνεις στη Μπάρ­ μπαρα ένα μήνυμα από τ' αδέλφια της, λ έ ω μέσα μου: « Ε μ έ ν α πάντα με ξεχνάνε· μόνο στη δύστυχη Μ ο ν τ δεν έχει ποτέ τίποτα να δώσει ο Ρομπέν». - Ωραία, α λ λ ά τώρα θ έ λ ω να σου μιλήσω. - Τι έχεις να μου πεις, Ρομπέν; - Όμορφα πράγματα που, δίχως ά λ λ ο , θα σου δώσουν μ ε γ ά λ η χαρά. - Τ ό τ ε , λοιπόν, έχεις νέα από... από... 28


Κ α ι η νεαρή κοπέλα, με ερωτηματικό βλέμμα, τα μά­ γουλα ξαφνικά χρωματισμένα, κοίταξε τον Ρομπέν με μια έκφραση που φανέρωνε αμφιβολία, ελπίδα και χαρά. - Α π ό ποιον, Μοντ; - Α, με κοροϊδεύεις κι όλας, είπε θ λ ι μ μ έ ν η η δύστυχη Μοντ. - Ό χ ι , μικρή μου φίλη, έ χ ω πραγματικά να σου πω κά­ τι πολύ πολύ ευχάριστο. - Λ έ γ ε γρήγορα, λοιπόν! - Τι θα έλεγες για έναν σύζυγο; ρώτησε ο Ρομπέν. - Έναν σύζυγο! Περίεργη ερώτηση. - Καθόλου, αν αυτός ο σύζυγος ήταν... - Ο Γουίλ! Ο Γουίλ! Φέρνεις μαντάτα από τον Γουίλ! Λυπήσου με, Ρομπέν, μην παίζεις με την καρδιά μου. Δ ε ς , χτυπάει τόσο δυνατά που κοντεύει να σπάσει... Σε ακούω, μίλησε, Ρομπέν. Είναι καλά ο αγαπητός Γουίλ; - Σίγουρα, εφόσον σκέφτεται να σε κάνει γυναίκα του όσο το δυνατόν συντομότερα. - Τον είδες; Πού είναι; Π ό τ ε θα 'ρθει εδώ; - Τον είδα, θα έρθει σύντομα. - Ω, αγία μητέρα του Θεού, σ' ευχαριστώ, από καρδιάς! φώναξε η Μοντ με σταυρωμένα τα χέρια και σηκώνοντας προς τον ουρανό τα δακρυσμένα μάτια της. Π ό σ η ευτυχία θα νιώσω όταν τον δω! πρόσθεσε η νεαρή κοπέλα. Μα... Σταμάτησε, λες και μια μαγική δύναμη μαγνήτισε το βλέμμα της προς την πόρτα, όπου στεκόταν ένας νέος άντρας. - Αυτός είναι! Αυτός είναι! Η Μοντ έβγαλε μια κραυγή απερίγραπτης χαράς, όρμησε στην αγκαλιά του Γουίλιαμ... και έχασε τις αισθήσεις της. - Καημενούλα μου! ψιθύρισε ο νέος άντρας με τρεμάμενη φωνή, η συγκίνηση ήταν πολύ δυνατή, πολύ απρόσμενη· λ ι ­ ποθύμησε. Ρομπέν, κράτησε την λίγο, αισθάνομαι αδύναμος σαν παιδί, δεν με βαστούν τα πόδια μου. 29


Ο Ρομπέν πήρε απαλά τη Μοντ από την αγκαλιά του Γουίλ και την απόθεσε σ' ένα κάθισμα. Όσο για τον φτωχό Γουίλιαμ, είχε κρύψει το πρόσωπο μες στα χέρια του κι έκλαιγε γοερά. Η Μοντ σ υ ν ή λ θ ε · η πρώτη σκέψη της φτε­ ρούγισε στον Γουίλ, το πρώτο βλέμμα της γύρεψε τον νεαρό άντρα. Εκείνος γονάτισε κλαίγοντας στα πόδια της, τύλιξε τα μπράτσα γύρω από τη μέση της και, με φωνή συγκινη­ μένη και τρυφερή, ψιθύρισε το πολυαγαπημένο της όνομα: - Μοντ! Μοντ! - Γουίλιαμ! Α γ α π η μ έ ν ε μου Γουίλιαμ! - Ε γ ώ πάω να τα πω λ ι γ ά κ ι με την Μαριάν, είπε ο Ρο­ μπέν γελώντας. Γεια σας, σας αφήνω μόνους· μην ξεχνάτε αυτούς που σας αγαπούν. Η Μοντ άπλωσε το χέρι της στον παράνομο νεαρό και ο Γουίλιαμ του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη. - Ε π ι τ έ λ ο υ ς , να που γύρισα, αγαπημένη μου Μοντ, είπε ο Γ ο υ ί λ · είσαι ευχαριστημένη που με βλέπεις; - Π ώ ς είναι δυνατόν να μου κάνεις αυτή την ερώτηση, Γουίλιαμ; Ω, φυσικά είμαι ευχαριστημένη, και μάλιστα ευ­ τυχισμένη, πολύ ευτυχισμένη. - Δ ε ν θέλεις πια να φύγω μακριά σου; - Γιατί, μήπως το ή θ ε λ α ποτέ; - Ό χ ι . . . μόνο που από σένα εξαρτάται αν η παρουσία μου εδώ θα είναι οριστική, ή μια α π λ ή επίσκεψη. - Τι θέλεις να πεις; - Θυμάσαι την τελευταία συζήτηση που είχαμε κάνει; - Βέβαια, αγαπημένε μου Γουίλιαμ. - Με βαριά καρδιά σε άφησα εκείνη την ημέρα, αγαπη­ μένη μου Μ ο ν τ · ήμουν απελπισμένος. Ο Ρομπέν κατάλαβε τη θ λ ί ψ η μου, με πίεσε και αναγκάστηκα να του ομολογή­ σω την αιτία. Μου μίλησε, κι έτσι έμαθα το όνομα του άντρα που αγαπούσες... 30


- Ας ξεχάσουμε τις παιδιάστικες τρέλες μου, τον διέκο­ ψε η Μ ο ν τ τυλίγοντας τα χέρια της γύρω απ' το λαιμό του. Το παρελθόν ανήκει στον Θεό. - Ναι, αγαπημένη μου Μοντ, μόνο στον Θεό - και το παρόν σ' εμάς, έτσι δεν είναι; - Ναι, σ' εμάς και στον Θεό. Κι ίσως θα σε βοηθούσε να ξαναβρείς την, ηρεμία σου, αγαπημένε μου Γουίλιαμ, πρό­ σθεσε η νεαρή κοπέλα, αν είχες μια ξεκάθαρη, ειλικρινή και οριστική ιδέα για τις σχέσεις μου με τον Ρομπέν. - Ξέρω όσα θα ήθελα να ξέρω, αγαπημένη μου Μ ο ν τ · ο Ρο­ μπέν μού είπε όλα όσα συνέβησαν ανάμεσα σ' εσένα κι εκείνον. Έ ν α αμυδρό κοκκίνισμα σκιάσε το μέτωπο της νεαρής κοπέλας. - Αν δεν είχες φύγει τόσο βιαστικά, είπε η Μοντ, ακου­ μπώντας στον ώμο του νεαρού άντρα το φλογισμένο πρό­ σωπο της, θα μάθαινες ότι με είχε αγγίξει βαθιά η υπομο­ νετική τρυφερότητα της αγάπης σου και ή θ ε λ α ν' ανταπο­ κριθώ. Σ τ η διάρκεια της απουσίας σου, συνήθισα να βλέπω, τον Ρομπέν σαν αδελφό μου και σήμερα αναρωτιέμαι, Γου­ ίλ, αν η καρδιά μου χτύπησε ποτέ για κανέναν άλλον εκτός από σένα. - Τ ό τ ε , είναι αλήθεια ότι με αγαπάς λίγο, Μοντ; είπε ο Γουίλιαμ, με τα χέρια ενωμένα και με δάκρυα στα μάτια. - Λ ί γ ο , όχι. Π ο λ ύ , ναι! - Ω! Μοντ, Μοντ, πόσο ευτυχισμένο με κάνεις!... Β λ έ ­ πεις, είχα δίκιο να ε λ π ί ζ ω , να περιμένω, να υπομονεύω, να λ έ ω στον εαυτό μου, « Θ α έρθει η μέρα που θα με αγαπή­ σει». Θα παντρευτούμε, έτσι δεν είναι; - Α γ α π η μ έ ν ε μου Γουίλ! - Π ε ς ναι, πες κάτι ακόμα καλύτερο: πες μου, Θ έ λ ω να παντρευτώ τον καλό μου Γουίλιαμ! - Θ έ λ ω να παντρευτώ τον καλό μου Γουίλιαμ, επανέλα­ βε υπάκουα η νεαρή κοπέλα. 31


- Δ ώ σ ε μου το χέρι σου, αγαπημένη μου Μοντ. - Ορίστε... Ο Γουίλιαμ φίλησε με πάθος το μικρό χέρι της μνηστής του. - Π ό τ ε θα γίνει ο γάμος μας, Μοντ; ρώτησε. - Δ ε ν ξέρω, φίλε μου, μια απ' αυτές τις ημέρες. - Σίγουρα, πρέπει όμως να τον ορίσουμε ακριβώς· να πού­ με αύριο; - Αύριο, Γουίλ! Μ η ν το σκέφτεσαι, είναι αδύνατον! - Αδύνατον! Γιατί; - Ε π ε ι δ ή είναι πολύ ξαφνικό, πολύ γρήγορο. - Η ευτυχία δεν έρχεται ποτέ πολύ γρήγορα, αγαπη­ μένη μου Μ ο ν τ , κι αν μπορούσαμε να παντρευτούμε αυτή τη σ τ ι γ μ ή κιόλας, θα ήμουν ο πιο ευτυχής άνθρωπος του κόσμου. Αφού όμως θ έ λ ε ι ς να περιμένουμε ως αύριο, υπο­ χωρώ. Ε ί μ α σ τ ε σύμφωνοι, έτσι δεν είναι; Αύριο, θα γίνεις γυναίκα μου; - Αύριο! φώναξε η νεαρή κοπέλα. - Ν α ι · κι αυτό για δυο λόγους: ο πρώτος είναι ότι θα γιορ­ τάζουμε τα γενέθλια του πατέρα μου, που κλείνει τα εβδο­ μήντα πέντε του χρόνια· ο δεύτερος είναι πως η μητέρα μου θ έ λ ε ι να δώσει μια μ ε γ ά λ η δεξίωση για την επιστροφή μου. Η γιορτή θα είναι πιο ολοκληρωμένη αν την ομορφύνουμε με την εκπλήρωση της αμοιβαίας επιθυμίας μας. - Α γ α π η τ έ μου Γουίλιαμ, η οικογένειά σου δεν έχει προ­ ετοιμαστεί να με συμπεριλάβει στους δικούς της, και ίσως ο πατέρας σου να πει... - Ο πατέρας μου, την διέκοψε ο Γουίλ, ο πατέρας μου θα πει ότι είσαι ένας άγγελος και ότι από καιρό ήδη σε θεωρεί κόρη του. Α χ , Μοντ, για ν' αμφιβάλλεις αν θα του δώσει μ ε γ ά λ η χαρά η ευτυχία του γιου του, πάει να πει ότι δεν γνωρίζεις καθόλου αυτόν τον αγαθό γέροντα! - Έ χ ε ι ς τόσο μεγάλο ταλέντο να πείθεις, αγαπημένε μου Γουίλιαμ, που συμφωνώ απολύτως μαζί σου. 32


- Ώ σ τ ε δέχεσαι, Μοντ; - Υποθέτω πως πρέπει, αγαπημένε μου Γουίλ. — Δ ε ν είσαι διόλου υποχρεωμένη, δεσποινίς... - Ειλικρινά, Γουίλιαμ, με τίποτα πια δεν ευχαριστιέσαι! Προτιμάς σίγουρα να με ακούσεις να σου απαντώ: Δ έ χ ο μ α ι με ό λ η μου την καρδιά... - Να σε παντρευτώ αύριο, πρόσθεσε ο Γουίλ. - Να σε παντρευτώ αύριο, επανέλαβε η Μοντ γελώντας. - Π ο λ ύ καλά, αυτό μού αρκεί. Έ λ α τώρα, αγαπημένη μου. Π ά μ ε ν' αναγγείλουμε το γάμο στους φίλους μας. Ο Γουίλιαμ πήρε το μπράτσο της Μοντ, το γλίστρησε κάτω απ' το δικό του και, φιλώντας τη νεαρή κοπέλα, την παρέσυρε προς το σαλόνι, όπου ήταν συγκεντρωμένη ό λ η η οικογένεια. Η λαίδη Γ κ ά μ γ ο υ ε λ και ο σύζυγος της έδωσαν την ευ­ χή τους στη Μ ο ν τ · η Γουίνιφρεντ και η Μπάρμπαρα απο­ κάλεσαν τη νεαρή κοπέλα αδελφή τους, και τ' αδέλφια του Γουίλ την αγκάλιασαν με ενθουσιασμό. Οι προετοιμασίες για το γάμο απασχόλησαν τις κυρίες που, εμψυχωμένες όλες από την ίδια επιθυμία, τη λαχτάρα να συμβάλουν στην ευτυχία του Γουίλ και να τονίσουν την ομορφιά της Μοντ, άρχισαν αμέσως να φτιάχνουν για τη νε­ αρή κοπέλα μια χαριτωμένη τουαλέτα. Η επόμενη ημέρα ήρθε όπως έρχονται όλες οι επόμενες ημέρες, όταν τις περιμένει κανείς ανυπόμονα - με μ ε γ ά λ η αργοπορία. Α π ό το πρωί κιόλας, η αυλή του πύργου γέμισε από έναν τεράστιο αριθμό βαρελιών μπίρας που, στολισμένα με φύλλα, περίμεναν υπομονετικά μέχρι ν' αξιωθούν οι κα­ λεσμένοι να τα προσέξουν. Σ τ η ν κουζίνα ετοιμαζόταν εξαί­ σιο συμπόσιο, τα λουλούδια ήταν στρωμένα αγκαλιές στις αίθουσες, οι μουσικοί κούρδιζαν τα όργανα τους και π λ ή θ η καλεσμένων κατέφθαναν συνεχώς. Η ώρα που είχαν ορίσει για την τ ε λ ε τ ή του γάμου της δεσποινίδας Λ ί ν τ σ ε ϊ με τον 33


Γουίλιαμ Γ κ ά μ γ ο υ ε λ π λ η σ ί α ζ ε · η Μοντ, στολισμένη με θε­ σπέσιο γούστο, περίμενε στο σαλόνι τον ερχομό του Γουί­ λιαμ, α λ λ ά ο Γουίλιαμ δεν φαινόταν πουθενά. Ο άρχοντας Γ κ ι έστειλε έναν υπηρέτη να βρει τον γιο του. Ο υπηρέτης έψαξε στο πάρκο, γύρισε όλο τον πύργο, φώ­ ναξε τον νεαρό άντρα, α λ λ ά η μόνη απάντηση που πήρε ήταν ο αντίλαλος της ίδιας της φωνής του. Ο Ρομπέν των Δασών και οι γιοι του άρχοντα Γ κ ι καβα­ λίκεψαν τ' άλογα τους και βγήκαν να ψάξουν έξω από τον π ύ ρ γ ο · ωστόσο, δεν βρήκαν το παραμικρό ίχνος του νεαρού άντρα, δεν μπόρεσαν να πάρουν γ ι ' αυτόν καμιά πληροφορία. Οι καλεσμένοι, χωρισμένοι σε ομάδες, πήγαν από την ά λ λ η πλευρά, να ψάξουν στο ύπαιθρο· και η δική τους ανα­ ζήτηση, όμως, αποδείχτηκε άκαρπη. Τα μεσάνυχτα, όλη η οικογένεια περιτριγύρισε κλαίγο­ ντας τη Μοντ, που εδώ και μια ώρα είχε βυθιστεί σε βαθιά λιποθυμία. Ο Γουίλιαμ είχε εξαφανιστεί.

34


Έ ν α ς αρραβώνας και μια ε κ τ έ λ ε σ η

Ε κ ε ί ν ο τον καιρό, ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν είχε φέρει στο κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ την όμορφη και χαριτωμένη κόρη του, τη λαίδη, Κρίσταμπελ. Μερικές ημέρες πριν από την εξαφάνιση του άμ��ιρου Γουί­ λιαμ, ο βαρόνος καθόταν σ' ένα δώμα του ιδιαίτερου διαμερί­ σματος του, απέναντι από έναν γέροντα ντυμένο με μια χρυ­ σοποίκιλτη φορεσιά. Κρίνοντας από το πρόσωπο του, αυτός ο φιλάρεσκος γέ­ ροντας πρέπει να ήταν πολύ πιο ηλικιωμένος από τον βαρό­ ν ο · δεν έδειχνε όμως να θυμάται πόσο πίσω πήγαινε η λ η ­ ξιαρχική πράξη της γέννησης του. Ρυτιδιασμένοι και μορφάζοντας, ίδιοι γερο-πίθηκοι, οι ήρω­ ες μας συζητούσαν χαμηλόφωνα και ήταν προφανές ότι πά­ σχιζαν να αποσπάσουν ο ένας από τον άλλο, με πονηριά και κολακεία, την οριστική λύση κάποιας σπουδαίας υπόθεσης. - Είσαι πολύ σκληρός μαζί μου, βαρόνε, είπε ο κακάσχημος γέροντας κουνώντας το κεφάλι. - Μα την πίστη μου, όχι! αποκρίθηκε αργά ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν, διασφαλίζω την ευτυχία της κόρης μου, αυτό είν' όλο, και σε προκαλώ, να αποδείξεις την υστεροβουλία στα λό­ για μου, αγαπητέ μου άρχοντα Τρίστραμ. - Ξέρω πως είσαι ένας καλός πατέρας, Φ ι τ ζ Όλγουιν, κι ότι το μόνο που σ' απασχολεί είναι η ευτυχία της λαίδης 35


Κρίσταμπελ... Κ α ι τι σκοπεύεις να δώσεις για προίκα σ' αυ­ τό το αξιαγάπητο παιδί; - Μ α , σου το είπα ήδη: πέντε χιλιάδες χρυσά νομίσματα την ημέρα του γάμου της και ένα ίδιο ποσό αργότερα. - Πρέπει να ορίσουμε την ημερομηνία, βαρόνε, πρέπει να ορίσουμε την ημερομηνία, μουρμούρισε ο γέροντας. - Ας πούμε σε πέντε χρόνια. - Ο υ , πάει πολύ σε μάκρος... κι έπειτα, η προίκα που δί­ νεις στην κόρη σου δεν λέει π ο λ λ ά πράγματα. - Άρχοντα Τρίστραμ, είπε ο βαρόνος ξερά, υποβάλλεις την υπομονή μου σε μ ε γ ά λ η δοκιμασία. Θυμήσου, λοιπόν, σε παρακαλώ, πως η κόρη μου είναι νέα και όμορφη κι ότι εσύ δεν έχεις πια τις φυσικές αρετές που μπορεί να είχες πριν από πενήντα χρόνια. - Έ λ α τώρα, Φ ι τ ζ Όλγουιν, μη μου κακιώνεις, οι προ­ θέσεις μου είναι α γ α θ έ ς · μπορώ να βάλω ένα εκατομμύριο δίπλα στις δέκα χιλιάδες τα δικά σου χρυσά νομίσματα και μάλιστα μόνο ένα εκατομμύριο; μπορεί και δυο. - Ξέρω ότι είσαι πλούσιος, τον διέκοψε ο βαρόνος. Ε γ ώ , δυστυχώς, δεν είμαι τόσο πλούσιος, κι ωστόσο θ έ λ ω να βά­ λω την κόρη μου στο ίδιο επίπεδο με τις μεγαλύτερες κυρίες της Ευρώπης. Θ έ λ ω η λαίδη Κρίσταμπελ να ζήσει σαν βα­ σίλισσα. Γνωρίζεις αυτή την πατρική επιθυμία, κι ωστόσο αρνείσαι να μου εμπιστευθείς το ποσόν που θα με βοηθήσει να την πραγματοποιήσω. - Δ ε ν καταλαβαίνω, αγαπητέ μου Φ ι τ ζ Όλγουιν, ποια διαφορά μπορεί να έχει για την ευτυχία της κόρης σου, αν κρατήσω στα χέρια μου τα χρήματα που αντιπροσωπεύουν το μισό της περιουσίας μου. Τοποθετώ την επικαρπία του ενός εκατομμυρίου, ας πούμε δύο εκατομμυρίων στο όνομα της λαίδης Κρίσταμπελ, κρατώ όμως την κυριότητα του κεφαλαίου. Μ η ν ανησυχείς, λοιπόν, σαν βασίλισσα θα ζήσει η γυναίκα μου. 36


- Ό λ α αυτά είναι πάρα πολύ καλά... στα λόγια, αγαπη­ τέ μου Τρίστραμ. Ε π ί τ ρ ε ψ έ μου όμως να σου πω πως, όταν υπάρχει μ ε γ ά λ η διαφορά ηλικίας μεταξύ δύο συζύγων, η δι­ χόνοια φωλιάζει στο σπιτικό τους. Μπορεί οι ιδιοτροπίες μιας νεαρής γυναίκας να σου γίνουν ανυπόφορες και να αποφασίσεις να πάρεις πίσω ό,τι θα έχεις δώσει. Αν κρατώ στα χέρια μου τη μισή σου περιουσία, θα είμαι ήσυχος για τη μελλοντική ευ­ τυχία της κόρης μ ο υ · δεν θα έχει να φοβάται τίποτα, κι εσύ θα μπορείς να καβγαδίζεις μαζί της όσο σου κάνει κέφι. - Ε μ ε ί ς να καβγαδίσουμε! Αστειεύεσαι, αγαπητέ μου βα­ ρόνε· ποτέ δεν θα συμβεί τέτοιο κακό. Α γ α π ώ πολύ τρυφε­ ρά την όμορφη μικρή περιστέρα και θα φοβάμαι μήπως την δυσαρεστήσω. Ε δ ώ και δώδεκα χρόνια ζω με την ελπίδα να πάρω το χέρι της, κι εσύ θαρρείς ότι είμαι ικανός να κατα­ κρίνω τις ιδιοτροπίες της! Ας έχει όσες θ έ λ ε ι , θα είναι τόσο πλούσια, που θα μπορεί να τις ικανοποιήσει όλες. - Να με συμπαθάς, άρχοντα Τρίστραμ, α λ λ ά αν αρνη­ θείς και πάλι να ικανοποιήσεις το αίτημα μου, θ' ανακαλέ­ σω την υπόσχεση που σου έδωσα. - Είσαι πολύ απότομος, βαρόνε, πάρα πολύ απότομος, κλαψούρισε ο γέροντας. Ας μιλήσουμε λίγο ακόμα γ ι ' αυτή την υπόθεση. - Ό , τ ι είχα να πω πάνω σ' αυτό, το είπα. Η απόφαση μου είναι οριστική. - Μ η ν πεισμώνεις, Φ ι τ ζ Όλγουιν. Τι θα έλεγες αν σου έδινα πενήντα χιλιάδες χρυσά νομίσματα; - Θα σε ρωτούσα μήπως βάλθηκες να με προσβάλεις... - Να σε προσβάλω! Φ ι τ ζ Όλγουιν, τι ιδέα έχεις για μέ­ να;... Αν έλεγα διακόσιες χιλιάδες χρυσά νομίσματα;... - Άρχοντα Τρίστραμ, ας σταματήσουμε εδώ. Ξέρω πόσο γεμάτα είναι τα σεντούκια σου, κι η προσφορά που μου κά­ νεις είναι πραγματική κοροϊδία. Τι θέλεις να κάνω με τις διακόσιες χιλιάδες χρυσά νομίσματα; 37


- Διακόσιες χιλιάδες είπα, βαρόνε; Ή θ ε λ α να πω πεντα­ κόσιες χιλιάδες... πεντακόσιες, μ' ακούς; Δ ε ν είναι σεβαστό ποσόν, ένα πολύ σεβαστό ποσόν; - Χ μ , δεν λέω όχι, αποκρίθηκε ο βαρόνος. Πριν από λίγο, όμως, μου είπες ότι μπορούσες να βάλεις δύο εκατομμύρια δί­ πλα στις ταπεινές δέκα χιλιάδες χρυσά νομίσματα της κόρης μου. Δώσε μου ένα εκατομμύριο κι η Κρίσταμπέλ μου θα γίνει γυναίκα σου αύριο κιόλας, αν το θέλεις, καλέ μου Τρίστραμ. - Έ ν α εκατομμύριο! Μου ζητάς, Φ ι τ ζ Όλγουιν, να σου εμπιστευτώ ένα εκατομμύριο! Ειλικρινά, βρίσκω την απαί­ τηση σου παράλογη. Η συνείδηση μου δεν μου επιτρέπει ν' αφήσω στα χέρια σου τη μισή μου περιουσία. - Α μ φ ι β ά λ λ ε ι ς για την αξιοπρέπεια και τα λ ε π τ ά μου αι­ σθήματα; φώναξε ο βαρόνος εκνευρισμένος. - Κ ά θ ε ά λ λ ο , αγαπητέ μου φίλε. - Μ ή π ω ς υποθέτεις πως έ χ ω ά λ λ ο συμφέρον από εκεί­ νο που σχετίζεται με την ευτυχία της κόρης μου; - Ξέρω ότι αγαπάς τη λαίδη Κ ρ ί σ τ α μ π έ λ · όμως... - Ό μ ω ς , τι; τον διέκοψε απότομα ο βαρόνος. Αποφάσισε τούτη τη σ τ ι γ μ ή , αλλιώς ακυρώνω για πάντα τις δεσμεύ­ σεις μου απέναντι σου. - Δ ε ν μου αφήνεις καν το χρόνο να σκεφτώ. Ε κ ε ί ν η τη σ τ ι γ μ ή , ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα ανάγγειλε την άφιξη ενός υπηρέτη. - Έ λ α , πέρνα μέσα, είπε ο βαρόνος. - Μιλόρδε μου, είπε ο υπηρέτης, ένας αγγελιαφόρος του βασιλιά φέρνει βιαστικό μ α ν τ ά τ ο · περιμένει να το ανακοινώ­ σει στην Αρχοντιά Σου. - Πες του ν' ανεβεί, αποκρίθηκε ο βαρόνος. Κ α ι τώρα, άρ­ χοντα Τρίστραμ, μια τελευταία λέξη: αν δεν δεχτείς τους όρους μου πριν μπει μέσα ο ταχυδρόμος, που θα είναι εδώ σε δυο λε­ πτά, μπορείς να ξεχάσεις για πάντα τη λαίδη Κρίσταμπέλ., - Άκουσε με, Φ ι τ ζ Όλγουιν, έλεος, άκουσέ με... 38


- Δ ε ν ακούω τ ί π ο τ α · η κόρη μου αξίζει ένα εκατομμύριο. Κι έπειτα, μου είπες πως την αγαπάς. - Τρυφερά, πολύ τρυφερά, μουρμούρισε ο άσχημος γέροντας. - Ωραία! Τότε, άρχοντα Τρίστραμ, θα υποφέρεις πάρα πο­ λύ, γιατί θα την αποχωριστείς για πάντα. Γνωρίζω έναν νεα­ ρό άρχοντα, ευγενή σαν βασιλιά, πλούσιο, πολύ πλούσιο, και όμορφο, που δεν περιμένει παρά την άδεια μου για ν' απιθώσει το όνομα και την περιουσία του στα πόδια της κόρης μου. Αν διστάσεις ακόμα ένα δευτερόλεπτο, αύριο, πρόσεξε καλά, αύριο, αυτή που αγαπάς, η κόρη μου, η όμορφη και χαριτωμένη Κρί­ σταμπελ, θα γίνει γυναίκα του αντίζηλου σου άρχοντα. - Είσαι αμείλικτος, Φ ι τ ζ Όλγουιν! - Ακούω τα βήματα του ταχυδρόμου! Απάντησέ μου, ναι ή όχι; - Μα... Φ ι τ ζ Όλγουιν! - Ν α ι ή όχι; - Ναι, ναι, ψ έ λ λ ι σ ε ο γέροντας. Έ τ σ ι , λοιπόν, ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν πούλησε την κό­ ρη του, την όμορφη Κρίσταμπελ, στον άρχοντα Τρίστραμ του Γκόλντμπορου για ένα εκατομμύριο χρυσά νομίσματα. Μ ό λ ι ς μπήκε ο ταχυδρόμος, ανάγγειλε στον βαρόνο ότι ένας στρατιώτης είχε σκοτώσει τον λοχαγό του και τώρα κρυβόταν στο Νότιγχαμσαϊρ. Ο βασιλιάς πρόσταζε τον βα­ ρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν να συλλάβει αυτόν τον στρατιώτη, και να τον κρεμάσει χωρίς να τον λυπηθεί. Όταν έφυγε ο αγγελιαφόρος, ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν έσφιξε με τα δυο του χέρια τα τρεμάμενα χέρια του μ έ λ λ ο ­ ντα συζύγου της κόρης του και του ζήτησε συγγνώμη που θα τον άφηνε μόνο σε μια τόσο ευτυχισμένη σ τ ι γ μ ή · όμως, οι διαταγές του βασιλιά ήταν σαφείς κι εκείνος έπρεπε να υπακούσει χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Τρεις μέρες μετά τη σύναψη της « έ ν τ ι μ η ς » συμφωνίας ανάμεσα στον βαρόνο και τον άρχοντα Τρίστραμ, οι άντρες 39


του Ό λ γ ο υ ι ν συνέλαβαν τον στρατιώτη που καταζητού­ σαν και τον έκλεισαν σ' ένα μπουντρούμι, στο κάστρο του Νότιγχαμ. Ο Ρομπέν των Δασών εξακολουθούσε να γυρεύει τον Γουίλιαμ, ο οποίος - α λ ί μ ο ν ο ! - ήταν ακριβώς ο δύστυχος «στρατιώτης» που είχαν συλλάβει οι άντρες του βαρόνου. Απελπισμένος από τις άκαρπες έρευνες του σε όλη την κομητεία του Γιορκσάιρ, ο Ρομπέν των Δασών επέστρεψε στο δάσος, με την ελπίδα να μάθει κάποιες πληροφορίες από τους άντρες του οι οποίοι, καθώς παραμόνευαν αδιάκοπα στους δρόμους που οδηγούν από το Μάνσφελντ στο Νότιγχαμ, μπορεί να είχαν ανακαλύψει κάποια ίχνη του νεαρού άντρα. Έ ν α μ ί λ ι πέρα από το Μάνσφελντ, ο Ρομπέν συνάντησε τον Τρανό, τον γιο του μ υ λ ω ν ά · καβάλα πάνω σ' ένα δυνα­ τό άλογο, κάλπαζε ολοταχώς προς την κατεύθυνση απ' όπου ερχόταν ο Ρομπέν. Μ ό λ ι ς είδε τον νεαρό αρχηγό του, ο Τρανός έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή και σταμάτησε τ' άλογο του. - Π ο λ ύ χαίρομαι που σε συναντώ, αγαπητέ μου φίλε, εί­ πε. Πήγαινα στο Μ π ά ρ ν σ ν τ ε ϊ λ · έχω νέα για το αγόρι που ήταν μαζί σου όταν συναντηθήκαμε τις προάλλες. - Τον είδες; Τον ψάχνουμε εδώ και τρεις μέρες. - Ναι, στο Μάνσφελντ, όπου επέστρεφα μετά από ένα διήμερο που πέρασα με τους νέους συντρόφους μου. Κ α θ ώ ς ζύγωνα στο σπίτι του πατέρα μου, είδα μπροστά στην πόρ­ τα πολλά άλογα, κι επάνω σ' ένα απ' αυτά ήταν ένας άντρας με σφιχτοδεμένα τα χέρια. Αναγνώρισα τον φίλο σου. Οι στρατιώτες έπιναν νερό κι είχαν αφήσει τον αιχμά­ λωτο δεμένο επάνω στ' άλογο. Δ ί χ ω ς να με πάρουν είδηση, έδωσα στο δύστυχο αγόρι να καταλάβει ότι θα έτρεχα αμέ­ σως στο Μ π ά ρ ν σ ν τ ε ϊ λ να σ' ενημερώσω για τη συμφορά που τον βρήκε. Α υ τ ή η υπόσχεση έδωσε κουράγιο στον φί­ λο σου, που μ' ευχαρίστησε κλείνοντας με νόημα το μάτι. 40


Χωρίς να χάσω ούτε λεπτό, ζήτησα ένα άλογο και καθώς ανέβαινα στη σέλα, ρώτησα έναν στρατιώτη ποια μοίρα πε­ ρίμενε τον αιχμάλωτο. Μου απάντησε ότι, με διαταγή του βαρόνου Φ ι τ ζ Όλγουιν, πήγαιναν αυτόν τον νεαρό άντρα στο κάστρο του Νότιγχαμ. - Σ' ευχαριστώ για τον κόπο που έκανες, αγαπητέ Τρα­ νέ, είπε ο Ρομπέν. Έ μ α θ α ό,τι ακριβώς ή θ ε λ α να ξέρω, και θα 'μαστε πραγματικά πολύ άτυχοι αν δεν καταφέρουμε να ματαιώσουμε τα σκληρά σχέδια της νορμανδικής αφεντιάς του. Σ τ η σέλα σου, αγαπητέ μου Τρανέ! Π ά μ ε γρήγορα στο ξέφωτο του δάσους· εκεί θα πάρω τα απαραίτητα μέτρα για μια προσεχτική επιχείρηση. Σ τ ο ξέφωτο του δάσους, ο Ρομπέν και ο Τρανός βρήκαν τον Ζανούλη. Αφού του είπε τα νέα που του έφερε ο Τρανός, ο Ρομπέν τον πρόσταξε να συγκεντρώσει τους άντρες που ήταν διασκορπισμένοι στο δάσος, να τους συντάξει σ' ένα μό­ νο λόχο και να τους οδηγήσει στις παρυφές του δάσους, κο­ ντά στο κάστρο του Νότιγχαμ. Ε κ ε ί , κρυμμένοι στις σκιές, έτοιμοι για μ ά χ η , θα περίμεναν κάλεσμα του Ρομπέν. Αφού τελείωσαν αυτές οι προετοιμασίες, ο Ρομπέν και ο Τρανός ανέβηκαν στ' άλογα τους και πήραν καλπάζοντας το δρόμο για το Νότιγχαμ. Όταν ο Ρομπέν έμεινε μόνος, έκρυψε τ' άλογο του σε μια πυκνή συστάδα δέντρων, ξάπλωσε στη σκιά μιας καρυδιάς και άρχισε να καταστρώνει ένα σχέδιο για να βοηθήσει απο­ τελεσματικά τον δύστυχο Γουίλ. Ε ν ώ είχε επιστρατεύσει όλες τις δυνατότητες του επινοητικού μυαλού του, ο νεαρός παράνομος παρακολουθούσε το δρόμο προσεχτικά. Μ ε τ ά από λίγο στην άκρη του δρόμου που ανέβαινε από το Ν ό ­ τ ι γ χ α μ προς το δάσος, πρόβαλε ένας νεαρός καβαλάρης ντυ­ μένος με μια πολύ ακριβή φορεσιά. « Μ α την πίστη μου», είπε μέσα του ο Ρομπέν, «αν αυτός ο κομψός εκδρομέας βαστάει από νορμανδική ράτσα, είχε 41


μια πολύ κ α λ ή ιδέα να 'ρθει κατά 'δώ για να αναπνεύσει τον αρωματισμένο αέρα της εξοχής. Φαίνεται πως η κυρία Ε υ ­ δαιμονία τού έχει φερθεί τόσο καλά. που θα 'ναι απόλαυση να πάρω από το πουγκί του το αντίτιμο για τις σαΐτες και τα τόξα που θα σπάσουν αύριο για χάρη του Γουίλιαμ». Ο Ρομπέν σηκώθηκε βιαστικά ορθός και έκλεισε το δρό­ μο του ταξιδιώτη. Εκείνος, δίχως ά λ λ ο , περίμενε πως ο Ρο­ μπέν θα υποκλινόταν μπροστά του και σταμάτησε. - Καλωσόρισες, χαριτωμένε καβαλάρη, είπε ο Ρομπέν φέρνοντας το χέρι στο σκούφο του. Η ημέρα είναι τόσο σκο­ τεινή, που η γοητευτική εμφάνιση σου μου 'δωσε την εντύ­ πωση πως είσαι ένας αγγελιαφόρος του Ή λ ι ο υ . Το χαμογε­ λαστό πρόσωπο σου φωτίζει το τοπίο και, αν μείνεις λίγο ακόμα στην άκρη του γέρικου δάσους, τα λουλούδια, που τώρα τα σκεπάζει η σκιά, θα νομίσουν πως είσαι μια ζεστή ηλιαχτίδα. Ο ξένος β ά λ θ η κ ε να γελάει χαρούμενα. - Μ ή π ω ς ανήκεις στη συμμορία του Ρομπέν των Δασών; ρώτησε. - Κρίνεις από την εμφάνιση, άρχοντα μου, αποκρίθηκε ο νεαρός άντρας, κι επειδή με βλέπεις να φορώ τη σ τ ο λ ή των ανθρώπων του δάσους, υποθέτεις ότι πρέπει ν' ανήκω στη συμμορία του Ρομπέν των Δασών. Κάνεις λάθος, θαρρείς πως όλοι οι κάτοικοι του δάσους είναι δεμένοι με την τ ύ χ η του αγαπητού παράνομου; - Μπορεί, συνέχισε ο ξένος φανερά ανυπόμονος. Νόμιζα πως είχα συναντήσει ένα μέλος της ομάδας των εύθυμων αντρών του, έκανα όμως λάθος - κι αυτό είναι όλο. Η απάντηση του ταξιδιώτη, κίνησε την περιέργεια του Ρομπέν. - Άρχοντα μου, είπε, το πρόσωπο σου δείχνει μια τόσο ει­ λικρινή εγκαρδιότητα που, παρά το βαθύ μίσος που εδώ και πολλά χρόνια τρέφει η καρδιά μου για τους Νορμανδούς... 42


- Δ ε ν είμαι Νορμανδός, αγαπητέ άνθρωπε του δάσους, τον διέκοψε ο ταξιδιώτης. Κρίνεις από την εμφάνιση. Τα ρούχα μου κι η προφορά μου, σ' έκαναν να βγάλεις λάθος συ­ μπέρασμα. Ε ί μ α ι Σάξονας, μολονότι κυλούν στις φλέβες μου μερικές σταγόνες από νορμανδικό αίμα. - Κ ά θ ε Σάξονας είναι για μένα αδελφός, άρχοντα μου, και με μ ε γ ά λ η χαρά θα σ' εμπιστευθώ. Α ν ή κ ω πράγματι στη συμμορία του Ρομπέν των Δασών. Ό π ω ς ξέρεις, σίγου­ ρα, χρησιμοποιούμε μια κάπως λιγότερο αφιλοκερδή μέθοδο για να συστηθούμε στους Νορμανδούς ταξιδιώτες. - Τη γνωρίζω αυτή τη μέθοδο, που είναι συνάμα ευγενική και αποδοτική, αποκρίθηκε ο ξένος γελώντας. Ακουσα να μι­ λάνε πολύ γι' αυτήν και ήρθα στο Σέργουντ μόνο και μόνο για να έχω την ευχαρίστηση να συναντήσω τον αρχηγό σου. - Κι αν σου έλεγα, άρχοντα μου, ότι έχεις μπροστά σου τον ίδιο τον Ρομπέν των Δασών; - Θα του έδινα το χέρι μου, απάντησε ζωηρά ο ξένος συ­ νοδεύοντας τα λόγια του με μια φιλική χειρονομία, και θα του έλεγα: Φ ί λ ε Ρομπέν, ξέχασες, λοιπόν, τον αδελφό της όμορφης Μαριάν; - Ά λ α ν Κ λ α ρ ! Είσαι ο Ά λ α ν Κ λ α ρ ! φώναξε χαρούμενος ο Ρομπέν. - Ναι, είμαι ο Α λ α ν Κ λ α ρ , και η ανάμνηση του εκφρα­ στικού προσώπου σου, αγαπητέ μου Ρομπέν, έχει χαραχτεί τόσο βαθιά στην καρδιά μου, που σε αναγνώρισα με την πρώτη ματιά. - Πόσο ευτυχισμένος είμαι που σε βλέπω, αγαπητέ Α λ α ν ! συνέχισε ο Ρομπέν σφίγγοντας με τα δυο του χέρια το χέρι του νεαρού άντρα. Ο ερχομός σου στην Α γ γ λ ί α θα δώσει ανέλπιστη χαρά στη Μαριάν. - Η δύστυχη και πολυαγαπημένη μου αδελφή! είπε ο Ά λ α ν με μια έκφραση βαθιάς τρυφερότητας. Είναι καλά στην υγεία της; Είναι ευτυχισμένη; 43


- Η υγεία της είναι μια χαρά, αγαπητέ Ά λ α ν , και μονα­ δική της λ ύ π η είναι ότι δεν σ' έχει κοντά. - Να λοιπόν που γύρισα, κι αυτή τη φορά για να μην ξα­ ναφύγω ποτέ π ι α · έτσι, η αδελφή μου θα είναι απόλυτα ευ­ τυχισμένη. Έ μ α θ ε ς , αγαπητέ Ρομπέν, ότι είχα μπει στην υπηρεσία του βασιλιά της Γ α λ λ ί α ς ; - Ναι, ένας άνθρωπος του βαρόνου, και ο ίδιος ο βαρόνος, σ' ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας που το προκάλεσε ο φόβος, μας π λ η ­ ροφόρησαν για τη θέση σου κοντά στον βασιλιά Λουδοβίκο. - Μ ι α ευνοϊκή περίσταση μου επέτρεψε να φανώ πολύ χρήσιμος στον βασιλιά της Γ α λ λ ί α ς που, από ευγνωμοσύνη, καταδέχτηκε να ενδιαφερθεί για τις επιθυμίες μου. Η καλο­ σύνη του βασιλιά μ' έκανε να ξεθαρρέψω: του μίλησα γ ι ' αυ­ τό που βασάνιζε την καρδιά μου, του είπα πως είχαν αρπά­ ξει την περιουσία μου και τον παρακάλεσα να μου επιτρέψει να γυρίσω στην Α γ γ λ ί α . Ο βασιλιάς μού έκανε τη χάρη να ικανοποιήσει το αίτημα μ ο υ · μου έδωσε αμέσως ένα γράμμα για τον Ερρίκο τον Β' κι έτσι, χωρίς να χάσω ούτε λεπτό, πήγα στο Λονδίνο. Μ ε τ ά την παράκληση του βασιλιά της Γ α λ λ ί α ς , ο Ερρίκος ο Β' μού επέστρεψε την περιουσία του πατέρα μου και ο θησαυροφύλακας θα μου δώσει σε όμορφα, χρυσά σκούδα το εισόδημα που απέφεραν τα κτήματα μου όλο το διάστημα που τα είχαν αρπάξει. Πέρα απ' αυτό, κέρ­ δισα κι ένα γενναίο ποσό που, μόλις το δώσω στον βαρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν, θα μου επιτρέψει να παντρευτώ την αγαπη­ μένη μου Κρίσταμπελ. - Ξέρω γ ι ' αυτό το συμβόλαιο, είπε ο Ρομπέν. Αύριο, μά­ λιστα, λ ή γ ε ι η προθεσμία των εφτά χρόνων που σου είχε δώσει ο βαρόνος, έτσι δεν είναι; - Ναι, αύριο είναι η τελευταία μέρα από την περίοδο χάριτος. - Ε, λοιπόν, φρόντισε να επισκεφθείς γρήγορα τον βαρό­ νο, γιατί ακόμα και μια ώρα καθυστέρησης μπορεί να σημά­ νει την καταστροφή σου! 44


- Κ α λ ά , εσύ πώς έμαθες γ ι ' αυτό το συμβόλαιο και τους όρους που περιέχει; - Α π ό τον εξάδελφο μου, τον Ζανούλη. - Εννοείς τον γιγαντόσωμο ανιψιό του άρχοντα Γ κ ι του Γ κ ά μ γ ο υ ε λ , σωστά; ρώτησε ο Ά λ α ν . - Αυτόν ακριβώς. Το θυμάσαι, λοιπόν, αυτό το τίμιο αγόρι; - Μ α , θ έ λ ε ι και ρώτημα; - Ε, λοιπόν, τώρα είναι ακόμα πιο ψηλός, κι όσο για τη δύναμη του, ξεπερνάει το μπόι του. Α π ' αυτόν έμαθα τις δε­ σμεύσεις σου με τον βαρόνο. - Ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν του το εξομολογήθηκε; ρώ­ τησε ο Ά λ α ν χαμογελώντας. - Ναι, ο Ζανούλης ρώτησε την Αρχοντιά του μ' ένα στι­ λέτο στο χέρι και την απειλή στα χ ε ί λ η . - Α, έτσι δικαιολογείται η φλυαρία του βαρόνου. - Α γ α π η τ έ μου φίλε, συνέχισε πιο σοβαρός τώρα ο Ρο­ μπέν, να προσέχεις τον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν. Δ ε ν σ' αγαπά και, αν του δοθεί η ευκαιρία, δεν θα διστάσει να καταπατή­ σει τον όρκο που σου έδωσε. - Αν τολμήσει να μου αρνηθεί το χέρι της λαίδης Κρίσταμπελ, σου ορκίζομαι, Ρομπέν, ότι θα τον κάνω να το με­ τανιώσει πικρά. - Μ ή π ω ς έχεις κάποιον τρόπο για να κάνεις τον βαρόνο να φοβηθεί τις απειλές σου; - Ναι, α λ λ ά και να μην είχα, πάλι θα τον κατάφερνα να τηρήσει την υπόσχεση τ ο υ · θα προτιμούσα να πολιορκήσω το κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ , παρά ν' απαρνηθώ την πολυαγα­ πημένη μου Κρίσταμπελ. - Αν χρειάζεσαι βοήθεια, είμαι στις προσταγές σου, αγα­ πητέ Ά λ α ν . Μπορώ αμέσως να θέσω στη διάθεση σου δια­ κόσιους γοργοπόδαρους λεβέντες με στιβαρά μπράτσα. Χ ε ι ­ ρίζονται με μαστοριά τόσο το τόξο και το σπαθί, όσο και το 45


ακόντιο και την ασπίδα· με μια λ έ ξ η σου θα 'ρθουν, μ' εμέ­ να αρχηγό, και θα παραταχθούν γύρω σου. - Χ ί λ ι α ευχαριστώ, αγαπητέ Ρομπέν, ήξερα πως μπορώ να βασίζομαι σε σένα. Μ ί λ η σ ε μου όμως για την αδελφή μου, τη Μαριάν... Έ χ ε ι αλλάξει πολύ; - Ναι, αγαπητέ Ά λ α ν , έχει αλλάξει πολύ. - Η δύστυχη αδελφή μου! - Έ χ ε ι γίνει μια τέλεια κ α λ λ ο ν ή , πρόσδεσε ο Ρομπέν γε­ λώντας, γιατί η κάθε άνοιξη της έφερνε και μια καινούρια χάρη. - Παντρεύτηκε; ρώτησε ο Ά λ α ν . - Ό χ ι ακόμα. - Καλύτερα. Μ ή π ω ς ξέρεις αν έχει δώσει σε κάποιον την καρδιά της, αν έχει υποσχεθεί να δώσει το χέρι της; - Θαρρώ πως είναι καλύτερα ν' α��αντήσει η ίδια η Μαριάν σ' αυτή την ερώτηση, είπε ο Ρομπέν κοκκινίζοντας. Μα τι ζέ­ στη είν' αυτή σήμερα! πρόσθεσε περνώντας το χέρι στο φλο­ γισμένο μέτωπο του. Πάμε, σε παρακαλώ, στη σκιά των δέ­ ντρων* περιμένω έναν από τους άντρες μου και μου φαίνεται ότι έχει αργήσει περισσότερο απ' όσο θα 'πρεπε. Π ε ς μου, Ά λ α ν , θυμάσαι έναν από τους γιους του άρχοντα Γ κ ι , που τον λέγαμε Κόκκινο εξαιτίας των κατακόκκινων μαλλιών του; - Έ ν α όμορφο παλικάρι με μεγάλα, μ π λ ε μάτια; - Ναι. Ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν έστειλε αυτό το δύστυχο αγόρι στο Λονδίνο, όπου κατατάχτηκε σ' ένα σύνταγμα που ανήκε στα στρατεύματα κατοχής της Νορμανδίας. Μια ωραία πρωία, ο Γουίλιαμ ένιωσε την ακαταμάχητη επιθυμία να ξα­ ναδεί την οικογένεια τ ο υ · όταν ζήτησε άδεια και δεν του την έδωσαν, εξαγριώθηκε με την επίμονη άρνηση του λοχαγού του και τον σκότωσε. Ο Γουίλ κατάφερε να έρθει στην Α γ γ λ ί α , συναντηθήκαμε τυχαία και τον συνόδεψα στο Μπάρνσντεϊλ, όπου μένει η οικογένεια του. Την επομένη του ερχομού του όλο το σπίτι ήταν γεμάτο χαρά, επειδή γιόρταζαν όχι μόνο την επι46


στροφή του εξόριστου, αλλά επίσης το γάμο του με τη Μοντ και, ακόμα, τα γενέθλια του άρχοντα Γ κ ι . Μια ώρα πριν από την τ ε λ ε τ ή του γάμου, ο Γουίλ εξαφανίστηκε κι έμαθα πριν από, λίγο ότι τον έπιασαν οι στρατιώτες του βαρόνου. Συγκέ­ ντρωσα τους άντρες μου, σε λ ί γ η ώρα θα είναι έτοιμοι ν' αντα­ ποκριθούν στο κάλεσμα μου και βασίζομαι στην επιδεξιότητα μου και στη δική τους βοήθεια για ν' απελευθερώσω τον Γουί­ λιαμ. Να, έρχεται επιτέλους ο Τρανός μαζί με τον Ά λ μ π ε ρ τ , τον ομογάλακτο αδελφό της Μοντ. Τώρα θα μάθουμε τι συμ­ βαίνει με τον άμοιρο Γουίλ. Λοιπόν; ρώτησε ο Ρομπέν αφού αγκάλιασε τον νεαρό φίλο του. - Δ ε ν έχω πολλά πράγματα να σου πω, απάντησε ο Ά λ μ π ε ρ τ . Ξέρω μόνο ότι μετέφεραν έναν αιχμάλωτο στον πύργο του Νότιγχαμ, και ο Τρανός μού είπε ότι αυτός ο δυ­ στυχής ήταν ο καημένος ο φίλος μας, ο Κόκκινος Γουίλ. Αν θέλεις να τον σώσεις, Ρομπέν, πρέπει να βιαστείς. Κάλεσαν στο κάστρο έναν προσκυνητή μοναχό, περαστικό από το Ν ό τ ι γ χ α μ , για να εξομολογήσει τον φυλακισμένο. Δ ί χ ω ς ά λ λ ο , σκοπεύουν να κρεμάσουν τον Γουίλ. - Α γ ί α μητέρα του Θεού, λυπήσου μας! φώναξε ο Ρο­ μπέν με σπασμένη φωνή. Ο Γουίλ, ο καημένος μου Γουίλ κινδυνεύει θανάσιμα! Πρέπει να τον πάρουμε από το κάστρο πάση θυσία! Δ ε ν ξέρεις τίποτα περισσότερο; πρόσθεσε. - Τίποτα σχετικά με τον Γουίλ. Έ μ α θ α , όμως, ότι η λαίδη Κρίσταμπελ θα παντρευτεί στο τέλος της εβδομάδας. - Θα παντρευτεί η λαίδη Κρίσταμπελ; επανέλαβε ο Ά λ α ν . - Μ ά λ ι σ τ α , άρχοντα μου, αποκρίθηκε ο Ά λ μ π ε ρ τ κοι­ τάζοντας έκπληκτος τον ιππότη. Θα παντρευτεί τον πιο πλούσιο Νορμανδό της Α γ γ λ ί α ς . - Αδύνατον! Αδύνατον! βόγκησε ο Ά λ α ν Κ λ α ρ . - Κι όμως είναι αλήθεια, τον διαβεβαίωσε ο Ά λ μ π ε ρ τ . Κάνουν μ ε γ ά λ ε ς ετοιμασίες στο κάστρο για να γιορτάσουν το ευτυχές γεγονός. 47


- Το ευτυχές γεγονός! επανέλαβε ο ιππότης πικρά. Π ώ ς λ έ γ ε τ α ι ο άθλιος που ισχυρίζεται ότι θα παντρευτεί τη λαί­ δη Κρίσταμπελ; - Καταπώς φαίνεται, άρχοντα μου, είσαι ξένος στα μέρη μας. συμπέρανε ο Ά λ μ π ε ρ τ , για να αγνοείς την τεράστια χαρά του εντιμότατου Φ ι τ ζ Όλγουιν! Ο μιλόρδος βαρόνος χειρίστηκε τόσο καλά τα πράγματα, που κατάφερε να κερ­ δίσει μια κολοσσιαία περιουσία από τον άρχοντα Τρίστραμ του Γκόλντμπορου. - Η λαίδη Κρίσταμπελ γυναίκα αυτού του άθλιου γέρο­ ντα! φώναξε ο ιππότης κατάπληκτος. Μα αυτός είναι τέρας ασχήμιας, ένας φριχτός τσιγκούνης! Η κόρη του βαρόνου Φ ι τ ζ Όλγουιν είναι μνηστή μου και όσο θα βγαίνει από τα χ ε ί λ η μου πνοή ζωής, κανένας άλλος δεν θα έχει δικαίωμα στην καρδιά της. - Μ ν η σ τ ή σου, άρχοντα μου! Ποιος είσαι, λοιπόν; - Ο ιππότης Ά λ α ν Κ λ α ρ , είπε ο Ρομπέν. - Ο αδελφός της λαίδης Μαριάν! Ο άνθρωπος που αγα­ πά τόσο τρυφερά η λαίδη Κρίσταμπελ; - Ναι, αγαπητέ μου Α λ , είπε ο Ά λ α ν . - Ζ ή τ ω ! φώναξε ο Ά λ μ π ε ρ τ , πετώντας το σκούφο του πάνω απ' το κεφάλι του. Ε π ι τ έ λ ο υ ς , ήρθε η ώρα! Καλωσό­ ρισες στην Α γ γ λ ί α , άρχοντα μου! Η παρουσία σου θα κάνει χαμόγελο τα δάκρυα της όμορφης μνηστής σου. Η τ ε λ ε τ ή αυτού του ελεεινού γάμου θα γίνει στο τέλος της εβδομάδας· αν θέλεις να τον εμποδίσεις, δεν έχεις καιρό για χάσιμο! - Θα πάω αμέσως να επισκεφθώ τον βαρόνο, είπε ο Ά λ α ν . Αν νομίζει ότι μπορεί να με κοροϊδεύει ακόμα, κάνει λάθος. - Υπολόγιζε και στη δική μου βοήθεια, ιππότη, είπε ο Ρομπέν. Αναλαμβάνω να επιστρατεύσω ό λ η τη δύναμη και την πονηριά μου, για ν' αποφύγουμε αυτή τη συμφορά. Θα απαγάγουμε τη λαίδη Κρίσταμπελ. Πρέπει να πάμε και οι 48


τέσσερις στον π ύ ρ γ ο · εσύ θα μπείς μόνος κι εγώ θα σε περι­ μένω να γυρίσεις, μαζί με τον Τρανό και τον Ά λ μ π ε ρ τ . Λ ί γ η ώρα αργότερα, οι νεαροί άντρες πλησίασαν στον πύργο του άρχοντα. Τη σ τ ι γ μ ή που ο ιππότης ετοιμαζόταν να πάρει το δρόμο που οδηγούσε στην κινητή γέφυρα, ακού­ στηκε θόρυβος από αλυσίδες, η γέφυρα κατέβηκε κι από την π ύ λ η του κάστρου βγήκε ένας γέροντας ντυμένος με τα ρού­ χα των προσκυνητών. - Ο εξομολόγος που κάλεσε ο βαρόνος για τον άμοιρο Γουίλιαμ, είπε ο Ά λ μ π ε ρ τ . Ρώτησε τον, Ρομπέν, μπορεί να σου πει τι σκοπεύουν να κάνουν τον φίλο μας. - Τ η ν ίδια σκέψη έκανα κι εγώ, αγαπητέ μου Ά λ μ π ε ρ τ , και πιστεύω πως η συνάντηση μ' αυτόν τον άγιο άνθρωπο είναι μια βοήθεια που μας στέλνει η θεία Πρόνοια. Με την ευχή της παρθένας Μαρίας, πάτερ! είπε ο Ρομπέν, κάνοντας με σεβασμό μια υπόκλιση μπροστά στον γέροντα. - Α μ ή ν , τέκνο μου! αποκρίθηκε ο προσκυνητής. - Έ ρ χ ε σ τ ε από πολύ μακριά, πάτερ; - Α π ό τους Αγίους Τόπους, όπου έκανα ένα μεγάλο και βασανιστικό προσκύνημα για να εξιλεωθώ για τ' αμαρτήμα­ τα της νιότης μ ο υ · και τώρα, εξαντλημένος από την κούρα­ ση, γύρισα να πεθάνω κάτω από τον ουρανό που με είδε να γεννιέμαι. - Ο Θεός σάς έχει χαρίσει πολλά χρόνια ζωής, πάτερ. - Ναι, γιε μου, σε λίγο θα κλείσω τα ενενήντα και η ζωή μού φαίνεται να ήταν απλώς ένα όνειρο. - Προσεύχομαι στην Παρθένα να δώσει στις τελευταίες ώρες σας τη γ α λ ή ν η της ανάπαυσης, πάτερ. - Α μ ή ν , αγαπητό παιδί με την τρυφερή κι ευλαβική ψυ­ χ ή . Κι εγώ, με τη σειρά μου, ζητώ απ' τον Θεό να ραντίσει το νεαρό κεφάλι σου μ' όλες τις ευλογίες. Είσαι ευσεβής και καλός. Δείξε επίσης ευσπλαχνία και σκέψου αυτούς που υποφέρουν, εκείνους που πρόκειται να πεθάνουν. 49


- Ε ξ η γ ή σ τ ε μου, πάτερ, δεν σας καταλαβαίνω, είπε ο Ρομπέν με σπασμένη φωνή. - Α λ ί μ ο ν ο , αλίμονο, συνέχισε ο γέροντας, μια ψ υ χ ή ετοι­ μάζεται ν' ανεβεί στον ουρανό, στην ύψιστη κατοικία τ η ς · το κορμί στο οποίο δίνει ζωή με τη θεία πνοή της είναι μόλις τριάντα χρονών. Ένας άνθρωπος γύρω στην ηλικία σου, θα πεθάνει με θάνατο πολύ σ κ λ η ρ ό · προσευχήσου γ ι ' αυτόν, γιε μου. Είναι πολύ μ ε γ ά λ η συμφορά! - Εννοείτε τον άνθρωπο που σας έκανε την τελευταία του εξομολόγηση, πάτερ; - Ναι, σε λ ί γ ε ς ώρες θ' αφήσει βίαια τούτο τον κόσμο. - Κ α ι πού βρίσκεται αυτός ο δυστυχισμένος; - Μέσα σ' ένα σκοτεινό μπουντρούμι τούτου 'δώ του κά­ στρου. - Είναι μόνος; - Ναι, γιε μου, μόνος. - Ε ί σ τ ε σίγουρος, πάτερ, πως ο κατάδικος δεν θα εκτε­ λεστεί πριν από τα χαράματα; - Ε ί μ α ι βέβαιος, αλίμονο! Κ α ι πάλι δεν είναι πολύ νωρίς; Τα λόγια σου με στενοχωρούν, παιδί μου* επιθυμείς το θά­ νατο του αδελφού σου; - Ό χ ι , άγιε γέροντα, όχι, χ ί λ ι ε ς φορές όχι! Θα έδινα και τη ζωή μου για να σώσω τη δική του. Το γνωρίζω αυτό το δύστυχο αγόρι, πάτερ, το γνωρίζω και το αγαπώ. Μ ή π ω ς ξέρετε σε ποιο μαρτύριο τον καταδίκασαν; Μ ή π ω ς ξέρετε, ακόμα, αν πρόκειται να εκτελεστεί μέσα στο κάστρο; - Έ μ α θ α από τον δεσμοφύλακα ότι ο δυστυχισμένος νε­ αρός θα οδηγηθεί στην κρεμάλα από τον δήμιο του Ν ό τ ι γ χαμ. Θα εκτελεστεί δημόσια, στην πλατεία της πόλης. - Ο Θεός να μας φυλάξει, μουρμούρισε ο Ρομπέν. Α γ α ­ πητέ και αγαθέ πάτερ, πρόσθεσε, παίρνοντας το χέρι του γέ­ ροντα, θ έ λ ε τ ε να με βοηθήσετε; - Τι θέλεις να κάνω, παιδί μου; 50


- Θ έ λ ω . . . σας παρακαλώ, πάτερ, να επιστρέψετε στον πύργο και να ζητήσετε απ' τον βαρόνο να σας επιτρέψει να συνοδεύσετε τον φυλακισμένο μέχρι την κρεμάλα. - Μου έδωσε ήδη την άδεια, γιε μ ο υ · αύριο το πρωί θα στέκομαι στο πλευρό του φίλου σας. - Ευλογημένος να είστε, άγιε πάτερ, ευλογημένος να εί­ στε. Έ χ ω να πω κάτι πολύ σημαντικό στον μελλοθάνατο και θα ' θ ε λ α να σας αναθέσω, αγαθέ γέροντα, να του το πείτε εσείς αντί για μένα. Αύριο το πρωί, θα είμαι εδώ, δί­ πλα σ' αυτή τη συστάδα των δέντρων· έ χ ε τ ε την καλοσύ­ νη, σας παρακαλώ, να 'ρθείτε και ν' ακούσετε αυτά που θέ­ λω να του πείτε; - Θα είμαι στην ώρα μου, τέκνο μου. - Ευχαριστώ, π ά τ ε ρ · γεια σας μέχρι αύριο. - Θα σε δω αύριο και η ειρήνη του Κυρίου να είναι μαζί σου! Ο Ρομπέν υποκλίθηκε με σεβασμό και ο προσκυνητής, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του, απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας προσευχές. - Ναι, αύριο, επανέλαβε ο νεαρός άντρας. Αύριο, θα δού­ με αν θα κρεμάσουν τον Γουίλ! - Οι άντρες σου θα πρέπει να κρυφτούν πολύ κοντά στο σημείο της εκτέλεσης, είπε ο Α λ , που είχε κρυφακούσει τη συζήτηση του Ρομπέν με τον εξομολόγο του δύστυχου φυ­ λακισμένου. - Όσο χρειαστεί για ν' ακούσουν το σύνθημα μου, είπε ο Ρομπέν. - Π ώ ς θα τα καταφέρεις να μην τους δουν οι στρατιώτες; - Μ η ν ανησυχείς, αγαπητέ μου Α λ μ π ε ρ τ , αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Οι εύθυμοι άντρες μου κατέχουν εδώ και πολύ και­ ρό την τέχνη να γίνονται αόρατοι, ακόμα και στους μεγά­ λους δρόμους - και, πίστεψε με, δεν θα πάνε να κολλήσουν πάνω στους στρατιώτες του βαρόνου και δεν θα εμφανιστούν παρά μόνο όταν τους δώσω εγώ το σύνθημα. 51


- Μου φαίνεσαι τόσο σίγουρος για την επιτυχία σου, αγα­ πητέ μου Ρομπέν, είπε ο Ά λ α ν , που θα 'θελα να είχα κι εγώ, για τις δικές μου υποθέσεις, έστω ένα μικρό μέρος από την αυτοπεποίθηση που σ' εμψυχώνει τούτη τη σ τ ι γ μ ή . - Ιππότη, αποκρίθηκε ο νεαρός άντρας, επίτρεψέ μου ν' απελευθερώσω πρώτα τον Γουίλιαμ, να τον πάω στο Μπάρνσντεϊλ, να τον δω στην αγκαλιά της αγαπημένης του γυναίκας και μετά θ' ασχοληθούμε με τη λαίδη Κρί­ σταμπελ. Μένουν ακόμα λίγες μέρες για το γάμο κι έτσι, έχουμε το χρόνο να προετοιμαστούμε για σοβαρό αγώνα ενα­ ντίον του λόρδου Φ ι τ ζ Όλγουιν. - Θα μπω στον πύργο, είπε ο Άλαν, και θα μάθω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μυστικό αυτής της κωμωδίας. Αν ο βαρό­ νος θεώρησε σωστό να σπάσει μια συμφωνία, που για λόγους τι­ μής και λεπτότητας έπρεπε να θεωρεί ιερή, θα έχω κι εγώ το δικαίωμα να ξεχάσω κάθε ένδειξη σεβασμού· έτσι, με το καλό ή με το κακό, η λαίδη Κρίσταμπελ θα γίνει γυναίκα μου. - Έ χ ε ι ς δίκιο, αγαπητέ μου φίλε, παρουσιάσου αμέσως στον βαρόνο· μάλλον δεν περιμένει την επίσκεψη σου, κι από την έκπληξη του θα σου παραδοθεί δεμένος χειροπόδαρα. Μ ί λ η σ έ του θαρρετά και δώσ' του να καταλάβει πως δεν θα διστάσεις να χρησιμοποιήσεις βία για ν' αποκτήσεις τη λαί­ δη Κρίσταμπελ. Όσο εσύ θα κάνεις αυτό το σημαντικό διά­ βημα στον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν, εγώ θα βρω τους άντρες μου και θα τους προετοιμάσω για να εκτελέσουν προσεχτικά την αποστολή που σχεδιάζω. Π ε ς μου, όμως, δεν φοβάσαι μ ή ­ πως, αν μπεις στον πύργο, δεν καταφέρεις να ξαναβγείς; - Ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν δεν θα τολμήσει να χρησιμο­ ποιήσει βία εναντίον μου, αποκρίθηκε ο Ά λ α ν , θα ήταν πολύ επικίνδυνο γ ι ' αυτόν. Ε ξ ά λ λ ο υ , αν σκοπεύει πράγματι να δώ­ σει την Κρίσταμπελ σ' αυτόν τον ελεεινό Τρίστραμ, θα θέλει τόσο πολύ ν' απαλλαγεί από μένα, που φοβάμαι περισσότερο μήπως αρνηθεί να με δεχτεί παρά μήπως με κρατήσει κοντά 52


του. Αντίο, λοιπόν, ή μάλλον κ α λ ή αντάμωση, αγαπητέ μου Ρ ο μ π έ ν θα έρθω σίγουρα να σε βρω πριν τελειώσει η μέρα. - Θα σε περιμένω. Κι ενώ ο Α λ α ν Κ λ α ρ κατευθύνθηκε προς την π ύ λ η του πύργου, ο Ρομπέν, ο Α λ μ π ε ρ τ και ο Τρανός κίνησαν γρήγο­ ρα για την πόλη.

* * *

Ο ιππότης μπήκε χωρίς καμιά δυσκολία στο δώμα του λόρδου Φ ι τ ζ Όλγουιν και μετά από λίγο βρέθηκε μπροστά στον τρομερό πυργοδεσπότη. Αν κάποιο φάντασμα είχε βγει από τον τάφο του, θα εί­ χε προκαλέσει λιγότερο φόβο και τρόμο απ' αυτόν που ένιω­ σε ο λόρδος μόλις αντίκρισε τον όμορφο νεαρό άντρα που στεκόταν μπροστά του, αξιοπρεπής και υπερήφανος. Ο βαρόνος έριξε στον υπηρέτη του ένα βλέμμα τόσο κεραυ­ νοβόλο, που τον έκανε να φύγει τρέχοντας από το δωμάτιο. - Δ ε ν περίμενα να σε δω, είπε η αφεντιά του κοιτάζοντας τον ιππότη με μάτια που άστραφταν από οργή. - Μπορεί, μιλόρδε μ ο υ · ήρθα, όμως. - Το βλέπω. Ε υ τ υ χ ώ ς για μένα που, αθέτησες το λόγο σ ο υ · η προθεσμία που σου είχα ορίσει, έληξε χτες. - Η Αρχοντιά σας κάνει λάθος, είμαι απολύτως συνε­ πής στο πολύτιμο ραντεβού που μου είχατε δώσει. - Χ μ , δυσκολεύομαι να πιστέψω στο λόγο σου. - Κρίμα για σας, γιατί θα με υποχρεώσετε να σας ανα­ γκάσω με τη βία. Αναλάβαμε και οι δυο μια ρητή δέσμευση και έ χ ω το δικαίωμα να απαιτήσω την πραγματοποίηση των υποσχέσεων σας. - Ε σ ύ , ικανοποιείς όλους τους όρους της συμφωνίας; - Φυσικά. Ήταν τρεις: έπρεπε να επανακτήσω την περι­ ουσία μου, έπρεπε να έ χ ω εκατό χιλιάδες χρυσά νομίσματα, έπρεπε να έρθω μετά από εφτά ακριβώς χρόνια και να σας ζητήσω το χέρι της λαίδης Κρίσταμπελ. 53


- Έ χ ε ι ς , πραγματικά, εκατό χιλιάδες χρυσά νομίσματα; ρώτησε ο βαρόνος με μια έκφραση απληστίας. - Μ ά λ ι σ τ α , μιλόρδε μου. Ο βασιλιάς Ερρίκος μου επέ­ στρεψε την περιουσία μου, όπως επίσης και το εισόδημα που απέφεραν τα κτήματα μου από την ημέρα που κατασχέθη­ καν. Ε ί μ α ι πλούσιος και απαιτώ να μου δώσετε, αύριο κιό­ λας, τη λαίδη Κρίσταμπελ. - Αύριο, φώναξε ο βαρόνος, αύριο! Κι αν δεν είσαι εδώ αύ­ ριο, πρόσθεσε με σκοτεινό ύφος, η συμφωνία ακυρώνεται; - Μ ά λ ι σ τ α · ακούστε με, όμως, λόρδε Φ ι τ ζ Όλγουιν: σας εξορκίζω να β γ ά λ ε τ ε απ' το μυαλό σας το διαβολικό σχέδιο που καταστρώνετε τούτη τη στιγμή! Έ χ ω το δίκιο με το μέ­ ρος μου, βρίσκομαι μπροστά σας την προκαθορισμένη στιγμή και τίποτα στον κόσμο - μ η διανοηθείτε να χρησιμοποιήσετε β ί α - τίποτα στον κόσμο δεν θα μ' αναγκάσει ν' απαρνηθώ τη γυναίκα που αγαπώ. Αν μου σκαρώσετε καμιά πονηριά, θ' αναγκαστώ, πιστέψτε με, να εκδικηθώ σκληρά. Γνωρίζω μια μυστηριώδη λεπτομέρεια της ζωής σας, και θα την αποκα­ λύψω. Έ ζ η σ α στην Α υ λ ή του βασιλιά της Γ α λ λ ί α ς , κι εκεί έμαθα τα μυστικά μιας υπόθεσης που σας αφορά προσωπικά. - Για ποια υπόθεση μιλάς; ρώτησε ο βαρόνος ανήσυχος. - Δ ε ν χρειάζεται να σας εξηγήσω αυτή τη σ τ ι γ μ ή · να ξέ­ ρετε μόνο ότι έμαθα κι έ χ ω σημειώσει τα ονόματα των άθλιων Α γ γ λ ω ν που προσφέρθηκαν να παραδώσουν την πατρίδα τους στον ξένο ζυγό. Ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν έγινε κίτρινος. - Κρατήστε την υπόσχεση που μου δώσατε, μιλόρδε μου, και θα ξεχάσω ότι υπήρξατε δειλός και δόλιος απέναντι στον βασιλιά σας. - Ιππότη, βρίζεις έναν γέροντα, είπε ο βαρόνος παίρνο­ ντας προσβεβλημένο ύφος. - Λ έ ω την αλήθεια και τίποτα περισσότερο. Μ ι α ακόμα άρνηση, μιλόρδε μου, ένα ακόμα ψέμα, μια ακόμα πονηριά κι 54


οι αποδείξεις για τον πατριωτισμό σας θα σταλούν στον βα­ σιλιά της Α γ γ λ ί α ς . - Ε υ τ υ χ ώ ς για σένα, Α λ α ν Κ λ α ρ , είπε ο βαρόνος γ λ υ ­ καίνοντας τη φωνή του, που ο ουρανός μού έδωσε χαρακτή­ ρα ήρεμο και υπομονετικό· αν ήμουν ευέξαπτος και παράφο­ ρος, θα μετάνιωνες σκληρά για το θράσος σου, θα σε πε­ τούσα στην τάφρο του κάστρου. - Α υ τ ό θα 'ταν μ ε γ ά λ η τρέλα, μιλόρδε μου, γιατί δεν θα σας έσωζε από την εκδίκηση του βασιλιά. - Τα νιάτα σου δικαιολογούν την ορμητικότητα των λό­ γων σου, ιππότη. Θα φανώ, λοιπόν, επιεικής, αν και μου εί­ ναι πολύ εύκολο να σε τιμωρήσω. Γιατί με απειλείς, πριν μάθεις αν σκοπεύω πραγματικά να σου αρνηθώ το χέρι της κόρης μου; - Ε π ε ι δ ή γνωρίζω ότι υποσχεθήκατε τη λαίδη Κρίστα­ μ π ε λ σ' έναν άθλιο και ελεεινό γέροντα, τον άρχοντα Τρί­ στραμ του Γκόλντμπορου. - Ώ σ τ ε έτσι, ώστε έτσι! Κ α ι ποιος είναι, παρακαλώ, ο ηλίθιος φλύαρος που σου είπε αυτό το χαζό παραμύθι; - Δ ε ν έχει σημασία, σ' όλο το Ν ό τ ι γ χ α μ σχολιάζουν τις προετοιμασίες αυτού του πλούσιου και γελοίου γάμου. - Δ ε ν φταίω εγώ, ιππότη, για τα ηλίθια ψέματα που κυ­ κλοφορούν γύρω μου. - Ώ σ τ ε δεν υποσχεθήκατε στον άρχοντα Τρίστραμ το χέρι της κόρης σας; - Ε π ί τ ρ ε ψ έ μου να μην απαντήσω σ' αυτή την ερώτηση. Μ έ χ ρ ι αύριο, είμαι ελεύθερος να σκέφτομαι και να θ έ λ ω ό,τι μου αρέσει· το αύριο είναι δικό σου. Αν έρθεις, θα ικανοποιή­ σω απολύτως τις επιθυμίες σου. Αντίο, ιππότη Κ λ α ρ , πρό­ σθεσε ο γέροντας καθώς σηκωνόταν, σου εύχομαι καλημέ­ ρα και σε παρακαλώ να μ' αφήσεις μόνο. - Κ α λ ή αντάμωση, βαρόνε Φ ι τ ζ Όλγουιν. Μ η ν ξεχνάτε πως ένας ευπατρίδης κρατάει πάντα το λόγο του. 55


- Π ο λ ύ καλά, πολύ καλά, μουρμούρισε ο γέροντας γυρί­ ζοντας την π λ ά τ η στον επισκέπτη του. Μ ό λ ι ς έφυγε ο Ά λ α ν για να συναντήσει τον Ρομπέν των Δασών, ο βαρόνος χτύπησε δυνατά ένα κουδούνι που βρισκό­ ταν στο τραπέζι. - Σ τ ε ί λ ε μου τον Μαύρο Πιέρ, είπε άγρια στον υπηρέτη. - Α μ έ σ ω ς , μιλόρδε μου. Λ ί γ α λ ε π τ ά αργότερα, ο αξιωματικός που ζήτησε ο λόρ­ δος Φ ι τ ζ Όλγουιν παρουσιαζόταν μπροστά του. - Πιέρ, είπε ο βαρόνος, μήπως έχεις μερικά γενναία και διακριτικά παλικάρια που να εκτελούν, χωρίς να σχολιά­ ζουν, τις διαταγές που παίρνουν; - Μ ά λ ι σ τ α , μιλόρδε μου. - Π ο λ ύ καλά. Πριν λίγο, βγήκε από 'δώ ένας καβαλά­ ρης, ντυμένος κομψά με μια κόκκινη φορεσιά. Ακολούθησε τον μαζί με δυο άντρες σου και φρόντισε να μην ενοχλήσει ξανά κανέναν. Κατάλαβες; - Π ο λ ύ καλά, μιλόρδε μου, αποκρίθηκε ο Μαύρος Πιέρ μ' ένα φριχτό χαμόγελο, μισοτραβώντας από τη θ ή κ η του ένα τεράστιο στιλέτο. - Θα ανταμειφθείς γ ι ' αυτό, γενναίε μου Πιέρ. Κινήσου άφοβα, φρόντισε όμως να ενεργήσεις κρυφά και προσεχτικά· αν το πουλάκι μας πάρει το δρόμο του δάσους, αφήστε τον να χωθεί κάτω από τα δέντρα, κι εκεί θα έ χ ε τ ε το πεδίο ελεύθερο. Μ ό λ ι ς τον στείλετε στον ά λ λ ο κόσμο, θάψτε τον στη ρίζα μιας γέρικης βελανιδιάς και σκεπάστε το σημείο με φύλλα και βάτα. Έ τ σ ι , κανένας δεν θα μπορέσει ν' ανακα­ λύψει το πτώμα του. Ο Μαύρος Πιέρ βγήκε από τον πύργο συνοδευόμενος από δυο άντρες και άρχισε αμέσως ν' ακολουθεί τα ίχνη του ιππότη. Εκείνος, σκεφτικός και με την καρδιά βαριά από θ λ ί ψ η , προχωρούσε αργά πλάι στο δάσος του Σέργουντ. Μ ό λ ι ς είδαν 56


τον νεαρό άντρα να μπαίνει στη σκιά των δέντρων, οι φονιάδες που τον παρακολουθούσαν σκίρτησαν από άγρια χαρά. Έ τ ρ ε ­ ξαν και κρύφτηκαν πίσω από ένα θάμνο, έτοιμοι να ορμήσουν στον νεαρό άντρα την κ α τ ά λ λ η λ η στιγμή. Ο Ά λ α ν γύρεψε με το βλέμμα του τον οδηγό που του εί­ χε υποσχεθεί ο Ρομπέν και, καθώς έψαχνε ολόγυρα, συλλο­ γιζόταν ποια μέσα έπρεπε να χρησιμοποιήσει για να τραβήξει την Κρίσταμπελ από τα χέρια του ανάξιου πατέρα της. Ένας θόρυβος βιαστικών βημάτων έβγαλε τον ιππότη από τη μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ή ονειροπόληση τ ο υ · έστρεψε το κεφάλι και είδε τρεις άντρες με μοχθηρά πρόσωπα που κρατούσαν σπαθιά στα χέρια, να προχωρούν προς το μέρος του. Ο Ά λ α ν στήριξε την π λ ά τ η σ' ένα δέντρο και τράβηξε το σπαθί του απ' το θηκάρι. - Ά θ λ ι ο ι ! Τι θ έ λ ε τ ε από μένα; είπε αποφασιστικά. - Θέλουμε τη ζ ω ή σου, ομορφοπούλι μου! φώναξε ο Μαύρος Πιέρ και όρμησε κατά πάνω του. - Π ί σ ω , παλιάνθρωπε! είπε ο Ά λ α ν χτυπώντας τον αντί­ παλο του στο πρόσωπο. Π ί σ ω όλοι σας! συνέχισε, αφοπλί­ ζοντας με ασύγκριτη επιδεξιότητα και τον δεύτερο από τους ελεεινούς αντιπάλους του. Ο Μαύρος Πιέρ πάσχισε πάλι με ό λ η του τη δύναμη, α λ λ ά δεν κατάφερε να χτυπήσει τον αντίπαλο του, που όχι μόνο είχε θέσει εκτός μάχης τον ένα από τους υποψήφιους δολοφόνους, πετώντας το σπαθί του πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου, α λ λ ά είχε σκίσει και το κεφάλι του τρίτου. Αφο­ πλισμένος και παραλογισμένος από θυμό, ο Μαύρος Πιέρ ξερίζωσε ένα δεντράκι και όρμησε πάλι στον Ά λ α ν . Χ τ ύ π η ­ σε τον ιππότη κατακέφαλα με τόση δύναμη, που του γ λ ί ­ στρησε το σπαθί απ' το χέρι και έπεσε αναίσθητος. - Το θήραμα λαβώθηκε! φώναξε θριαμβευτικά ο Πιέρ, βοηθώντας τους τραυματισμένους συντρόφους του να στα­ θούν στα πόδια τους. Σύρετε εσείς στον πύργο κι εγώ θα 57


αποτελειώσω αυτόν τον παλικαρά. Δ ε ν σας χρειάζομαι πια και τα βογκητά σας με κουράζουν. Φ ύ γ ε τ ε , θα σκάψω μό­ νος μου μια τρύπα για να παραχώσω το κουφάρι αυτού του νεαρού άρχοντα. Δ ώ σ τ ε μου το φτυάρι! Οι δυο άντρες, τρέμοντας απ' τον πόνο και το φόβο τους, σύρθηκαν με δυσκολία έξω απ' το πυκνό δάσος. Μ ό λ ι ς έμεινε μόνος, ο Πιέρ άρχισε να σ κ ά β ε ι · είχε μισο­ τελειώσει το φριχτό έργο του, όταν ένα ξύλινο κοντάρι τον χτύπησε τόσο δυνατά στον ώμο, που έπεσε φαρδύς πλατύς μέσα στον τάφο που άνοιγε. Μ ό λ ι ς καταλάγιασε κάπως ο πόνος απ' το χτύπημα, ο άθλιος έστρεψε το βλέμμα του σ' εκείνον που τον είχε αντα­ μείψει μ' αυτή την τόσο δίκαιη αμοιβή. Α π ό πάνω του έστε­ κε το ροδοκόκκινο πρόσωπο ενός γεροδεμένου νεαρού άντρα, που φορούσε το ράσο των δομινικανών αδελφών. - Τι καμώματα είν' αυτά, παλιάνθρωπε με τη μαύρη μούρη! φώναξε ο καλόγερος με στεντόρεια φωνή. Χ τ υ π ά ς στο κεφάλι έναν ευπατρίδη και για να κρύψεις την ατιμία σου, θάβεις το δύστυχο θύμα σου! Απάντησε στην ερώτηση μου, λ η σ τ ή ! Ποιος είσαι; - Θα σου απαντήσει το σπαθί μου, είπε ο Πιέρ που μ' έναν πήδο βρέθηκε ορθός. Θα σε στείλει στον ά λ λ ο κόσμο κι εκεί θα έχεις όλο το χρόνο να ρωτήσεις τον Σατανά για τ' όνομα που θέλεις να μάθεις. - Δ ε ν θα χρειαζόταν να κάνω αυτόν τον κόπο αν είχα την ατυχία να πεθάνω πριν από σένα, φαφλατά παλιάνθρωπε! Διαβάζω στο μούτρο σου τη συγγένεια, σου με την κόλαση! Κ α ι τώρα, επίτρεψέ μου να δώσω στο σπαθί σου τη συμβου­ λή να σιωπήσει, γιατί αν τολμήσει να κουνήσει τη γλώσσα του, το κοντάρι μου θα του επιβάλει την αιώνια σιωπή. Φ ύ ­ γε από 'δώ, είναι ό,τι καλύτερο έχεις να κάνεις. - Ό χ ι πριν σου δείξω πως είμαι πολύ καλός ξιφομάχος, είπε ο Πιέρ και όρμησε στον καλόγερο με το σπαθί του. 58


Το χτύπημα ήταν τόσο γρήγορο και τόσο επιδέξια δο­ σμένο, που πέτυχε τον αδελφό στο αριστερό χέρι, σκίζοντας του τρία δάχτυλα μέχρι το κόκαλο. Ο καλόγερος έβγαλε μια κραυγή, χίμηξε σαν αστραπή πάνω στον Πιέρ, τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δυο με μια δυνατή λαβή και βάλθηκε να τον κοπανάει με το κοντάρι του. Όταν ο ρασοφόρος σταμάτησε να χτυπάει, ο Πιέρ ήταν νεκρός. - Το κάθαρμα, μουρμούρισε ο καλόγερος, εξαντλημένος απ' τον πόνο και την κούραση, το καταραμένο κάθαρμα! Μ π α ς και νόμιζε ότι τα δάχτυλα του άμοιρου του Τ α κ , ήταν φτιαγμένα για να τα κόψει ένας Νορμανδός σκύλος; Θαρρώ πως του έδωσα ένα καλό μ ά θ η μ α · δυστυχώς, όμως, δεν θα 'χει την ευκαιρία να το αξιοποιήσει, επειδή άφησε την τε­ λευταία του πνοή. Τι να γίνει, αυτός έφταιγε κι όχι εγώ... Άραγε, γιατί σκότωσε τούτο τ' όμορφο αγόρι; Ο αγαθός αδελφός έσκυψε κι ακούμπησε το ανέπαφο χ έ ­ ρι του πάνω στο κορμί του ιππότη. - Α, Θ ε έ μου! φώναξε. Αναπνέει ακόμα, είναι ζεστός κι η καρδιά του χτυπάει, αδύναμα βέβαια, α λ λ ά αρκετά για να δείχνει πως έχει ακόμα ζωή. Θα τον φορτωθώ στους ώμους μου και θα τον πάω στο κρησφύγετο. Ε υ τ υ χ ώ ς , δεν είναι βα­ ρύς ο ευλογημένος... Όσο για σένα, ά θ λ ι ε φονιά, πρόσθεσε ο Τ α κ , σπρώχνοντας με το πόδι του το πτώμα του Πιέρ, μεί­ νε εδώ και αν οι λύκοι δεν έχουν δειπνήσει ακόμα, θα γίνεις εσύ το γεύμα τους. Μ ε τ ά απ' αυτά τα λόγια, ο καλόγερος κίνησε με αποφα­ σιστικά και γρήγορα βήματα για την περιοχή όπου έμεναν οι εύθυμοι άντρες. Τώρα, όμως, είναι καιρός να πούμε με λ ί γ α λόγια πώς εί­ χαν συλλάβει τον Κόκκινο Γουίλ. Εκείνος ο άνθρωπος που κοίταζε περίεργα τον Γ ο υ ί λ - τ η ν ημέρα που καθόταν, με τον Ρομπέν και τον Ζανούλη, 59


στο πανδοχείο του Μ ά ν σ φ ε λ ν τ - ήταν ένας από τους πολ­ λούς που γύριζαν στις επαρχίες, αναζητώντας τον δραπέ­ τ η , που είχε σκοτώσει τον λοχαγό του. Όταν εντόπισε τον νεαρό Γουίλ με τους συντρόφους του -που, δίχως ά λ λ ο , θα τον βοηθούσαν- ο συνετός κατάσκοπος αποφάσισε ν' ανα­ βάλει τη σ ύ λ λ η ψ η του. Β γ ή κ ε λοιπόν από το πανδοχείο, έστειλε έναν αγγελιαφόρο στο Ν ό τ ι γ χ α μ και ζήτησε ενι­ σ χ ύ σ ε ι ς · πραγματικά, την ίδια κιόλας νύχτα, ένας λόχος στρατιωτών έφτασε στο Μ π ά ρ ν σ ν τ ε ϊ λ . Τ η ν επομένη, σαν από μια μοιραία σύμπτωση, ο Γουίλ βγήκε από τον π ύ ρ γ ο · ο δύστυχος έπεσε στα χέρια των στρατιωτών, οι οποίοι τον συνέλαβαν πριν προλάβει να προ­ βάλει την παραμικρή αντίσταση. Σ τ η ν αρχή, ο Γουίλιαμ έπεσε σε βαριά α π ε λ π ι σ ί α · μετά, η συνάντηση με τον Τρανό τού έδωσε κάποιες ελπίδες. Κα­ τάλαβε ότι μόλις μάθαινε την απελπιστική του κατάσταση ο Ρομπέν των Δασών, θα έκανε τ' αδύνατα δυνατά να τον βοηθήσει, και ότι, αν δεν κατάφερνε να τον σώσει, τουλάχι­ στον δεν θα δίσταζε μπροστά σε κανένα εμπόδιο για να εκ­ δικηθεί το θάνατο του. Ήξερε, επίσης - κ ι αυτό ήταν μεγά­ λο βάλσαμο για την πονεμένη καρδιά τ ο υ - ότι πολλά δά­ κρυα θα κυλούσαν για τη σκληρή του μοίρα· ήξερε ακόμα ότι η Μοντ, που είχε χαρεί τόσο με την επιστροφή του, θα έκλαιγε πικρά για τη χαμένη ευτυχία τους. Κλεισμένος μέσα σ' ένα σκοτεινό μπουντρούμι, ο Γουίλ καρτερούσε θλιμμένος την ώρα της εκτέλεσης του και κάθε λεπτό που περνούσε, του έφερνε ταυτόχρονα ελπίδα και πό­ νο. Ο δύστυχος φυλακισμένος αφουγκραζόταν με αγωνία, σε κάθε θόρυβο που ερχόταν απέξω, ελπίζοντας ν' ακούσει από μακριά το βούκινο του Ρομπέν των Δασών. Το πρώτο φως της ημέρας βρήκε τον Γουίλιαμ να προσεύ­ χ ε τ α ι · είχε εξομολογηθεί με ευλάβεια στον αγαθό προσκυνητή και, με την ψυχή γεμάτη κατάνυξη και την καρδιά γεμάτη 60


εμπιστοσύνη για τον φίλο από τον οποίο περίμενε τη σωτηρία του, ετοιμάστηκε ν' ακολουθήσει τους φρουρούς του βαρόνου που θα έρχονταν να τον πάρουν με την ανατολή του ήλιου. Οι στρατιώτες έβαλαν τον Γουίλ ανάμεσα τους και π ή ­ ραν το δρόμο για το Ν ό τ ι γ χ α μ . Μ ό λ ι ς μπήκαν στην π ό λ η , το απόσπασμα περικυκλώ­ θ η κ ε γρήγορα από τους περισσότερους κατοίκους που, από νωρίς το πρωί, περίμεναν τον ερχομό της θλιβερής πομπής. Όσο μεγάλες και να 'ταν οι ελπίδες του δύστυχου Γουίλ, ένιωσε να του κόβεται η ανάσα καθώς δεν είδε γύρω του κα­ νένα γνώριμο πρόσωπο. Η καρδιά του βάρυνε από θ λ ί ψ η · δά­ κρυα, που με το ζόρι συγκρατούσε, μούσκεψαν τα βλέφαρα τ ο υ · παρ' όλ' αυτά, ή λ π ι ζ ε ακόμα, γιατί μια μυστική φωνή τού έ λ ε γ ε : ο Ρομπέν των Δασών δεν είναι μακριά, ο Ρομπέν των Δασών θα έρθει. Όταν έφτασε μπροστά στην απαίσια κρεμάλα, που την εί­ χαν στήσει με διαταγές του βαρόνου, ο Γουίλιαμ έγινε κίτρι­ ν ο ς · δεν περίμενε να πεθάνει μ' έναν τόσο ατιμωτικό θάνατο. - Θ έ λ ω να μιλήσω στον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν, είπε. Ως δικαστικός εκπρόσωπος του βασιλιά, είχε έρθει κι εκείνος να παρακολουθήσει την ε κ τ έ λ ε σ η . - Τι θέλεις από μένα, δύστυχε; ρώτησε ο βαρόνος. - Μιλόρδε μου, να μην ελπίζω ότι θα μου δώσετε χάρη; - Ό χ ι , αποκρίθηκε ψυχρά ο γέροντας. - Τ ό τ ε , συνέχισε με ήρεμη φωνή ο Γουίλιαμ, ζητώ μια εξυπηρέτηση που καμιά γενναιόδωρη καρδιά δεν θα μπορού­ σε να μου αρνηθεί. - Τι εξυπηρέτηση; - Μιλόρδε μου, κατάγομαι από αριστοκρατική οικογέ­ νεια Σαξόνων, που τ' όνομα της είναι συνώνυμο της τιμής. Π ο τ έ , κανένας δεν γνώρισε την περιφρόνηση των συμπα­ τριωτών του. Ε ί μ α ι στρατιώτης και ευπατρίδης, πρέπει να πεθάνω όπως πεθαίνουν οι στρατιώτες. 61


- Θα πεθάνεις στην κρεμάλα, είπε απότομα ο βαρόνος. - Μιλόρδε μου, διακινδύνεψα τη ζωή μου στα πεδία των μαχών και δεν μου αξίζει να με κρεμάσουν σαν κ λ έ φ τ η . - Χ α , χα, ώστε έτσι, κάγχασε ο γέροντας. Κ α ι με ποιο τρόπο θέλεις να πληρώσεις για το έ γ κ λ η μ α σου; - Δ ώ σ τ ε μου ένα σπαθί και διατάξτε τους στρατιώτες σας να με χτυπήσουν με τ' ακόντια τ ο υ ς · θ έ λ ω να πεθάνω όπως πεθαίνουν οι έντιμοι άντρες, με λυμένα τα χέρια και το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό. - Μ α , καλά, με θεωρείς τόσο ηλίθιο ώστε να θέσω σε κίνδυνο τη ζ ω ή έστω κι ενός στρατιώτη μου, για να ικανο­ ποιήσω την τελευταία ιδιοτροπία σου; Ξέχνα το, θα πεθά­ νεις στην κρεμάλα. - Μιλόρδε μου, σας εξορκίζω, σας ικετεύω, λυπηθείτε με. Μη μου δώσετε ούτε σπαθί, δεν θ' αμυνθώ, θ' αφήσω τους άντρες σας να με κόψουν κομματάκια... - Ά θ λ ι ε , φώναξε ο βαρόνος, σκότωσες έναν Νορμανδό και ζητάς έλεος από έναν Νορμανδό! Τ ρ ε λ ά θ η κ ε ς θαρρώ! Θα πεθάνεις στην κρεμάλα και σύντομα, ε λ π ί ζ ω , θα σ' ακολουθήσει ο ληστής που λυμαίνεται το δάσος του Σέργουντ μαζί με τους κατεργάρηδες φίλους του! - Αν αυτός για τον οποίον μιλάς με τόση περιφρόνηση μπορούσε να μ' ακούσει, θα γελούσε με τις καυχησιές σου, γιατί είσαι ένας άθλιος φοβητσιάρης! Θυμήσου τα λόγια μου, βαρόνε Φ ι τ ζ Όλγουιν: αν πεθάνω, ο Ρομπέν των Δα­ σών θα εκδικηθεί για το θά��ατο μου. Φυλάξου από τον Ρο­ μπέν των Δ α σ ώ ν · πριν τελειώσει αυτή η βδομάδα, θα βρί­ σκεται στο κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ . - Ας έρθει μαζί με ό λ η τη συμμορία του, θα πω να στή­ σουν διακόσιες κρεμάλες. Δ ή μ ι ε , κάνε το καθήκον σου, πρό­ σθεσε ο βαρόνος. Ο δήμιος άπλωσε το χέρι του στον ώμο του Γουίλιαμ. Το άμοιρο παλικάρι έριξε ολόγυρα του ένα απελπισμένο 62


β λ έ μ μ α και καθώς το μόνο που αντίκρισε ήταν το σιωπηλό και συγκινημένο π λ ή θ ο ς , εμπιστεύθηκε την ψ υ χ ή του στον Θεό. - Σταματήστε! ακούστηκε ξαφνικά η τρεμουλιαστή φω­ νή του γέρου προσκυνητή. Περιμένετε! Πρέπει να δώσω μια τελευταία ευλογία στον δύστυχο μελλοθάνατο. - Έ χ ε ι ς κάνει το καθήκον σου μ' αυτόν τον άθλιο, φώ­ ναξε ο βαρόνος θυμωμένος. Δ ε ν είναι ανάγκη να καθυστερή­ σουμε κι ά λ λ ο την ε κ τ έ λ ε σ η του. Εμπρός! - Αντίθρησκε! φώναξε ο προσκυνητής. Θ έ λ ε ι ς να στερή­ σεις απ' αυτόν τον νεαρό την παρηγοριά της θρησκείας; - Εντάξει, α λ λ ά κάνε γρήγορα, αποκρίθηκε με ανυπομο­ νησία ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν. Μ' έχουν κουράσει πια όλες αυτές οι καθυστερήσεις. - Στρατιώτες, απομακρυνθείτε λίγο, είπε ο προσκυνη­ τής. Οι προσευχές ενός ετοιμοθάνατου δεν πρέπει να πέσουν σε ασεβή αφτιά. Μ' ένα νεύμα του βαρόνου, οι στρατιώτες πισωπάτησαν, αφήνοντας μια κάποια απόσταση ανάμεσα σ' εκείνους και τον φυλακισμένο. Ο Γουίλιαμ και ο προσκυνητής έμειναν μόνοι στην εξέδρα της κρεμάλας, ενώ ο δήμιος άκουγε με σεβασμό τις διατα­ γές του βαρόνου. - Μ η ν κινηθείς, Γουίλ, είπε ο προσκυνητής, σκύβοντας μπροστά στον νεαρό άντρα, είμαι ο Ρομπέν των Δασών. Θα κόψω τα σκοινιά σου κι ύστερα θα ορμήσουμε ανάμεσα στους στρατιώτες, για να τους αιφνιδιάσουμε... - Ευλογημένος να είσαι. Α, αγαπητέ μου Ρομπέν, ευλο­ γημένος να είσαι! μουρμούρισε ο καημένος ο Γουίλ, πνιγμέ­ νος από ευτυχία. - Σκύψε, Γουίλιαμ, κάνε πως μου μ ι λ ά ς · ωραία, κόψαμε και τα σκοινιά σου... πάρε τώρα το σπαθί που κρέμεται μέ­ σα απ' το ράσο μου. Το 'πιασες; 63


- Ναι, μουρμούρισε ο Γουίλ. - Π ο λ ύ καλά. Τώρα, ακούμπησε την π λ ά τ η σου στη δι­ κή μου, θα δείξουμε στον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν ότι δεν γεν­ νήθηκες για να σε κρεμάσουν! Με μια κίνηση πιο γρήγορη κι απ' τη σκέψη του, ο Ρο­ μπέν των Δασών πέταξε το ράσο του προσκυνητή, αποκα­ λύπτοντας στα έ κ π λ η κ τ α βλέμματα των συγκεντρωμένων την πασίγνωστη στολή του διάσημου ανθρώπου του δάσους. - Μιλόρδε μου! φώναξε ο Ρομπέν με δυνατή και αποφα­ σιστική φωνή, ο Γουίλιαμ Γ κ ά μ γ ο υ ε λ ανήκει στη συμμορία των εύθυμων ανθρώπων. Μου τον είχες κ λ έ ψ ε ι κι ήρθα να τον ξαναπάρω· για αντάλλαγμα, θα σου στείλω το πτώμα εκείνου του μασκαρά, που τον είχες διατάξει να σκοτώσει ύπουλα τον ιππότη Ά λ α ν Κ λ α ρ . - Πεντακόσια χρυσά νομίσματα στον γενναίο που θα συλλάβει αυτόν τον λ η σ τ ή ! ούρλιαξε ο βαρόνος. Πεντακόσια χρυσά νομίσματα στον άξιο στρατιώτη που θα τον γραπώ­ σει από το σβέρκο! Ο Ρομπέν των Δασών έριξε στο πλήθος, που είχε μείνει άναυδο από την έ κ π λ η ξ η , ένα σπινθηροβόλο βλέμμα. - Δ ε ν συμβουλεύω κανέναν να διακινδυνέψει τη ζωή του, είπε, γιατί έ χ ω γύρω μου τους συντρόφους μου. Μ ό λ ι ς τέλειωσε τα λόγια του, ο Ρομπέν σήμανε το βού­ κινο και την ίδια σ τ ι γ μ ή , μια μ ε γ ά λ η ομάδα από ανθρώπους του δάσους πρόβαλαν κάτω από τα δέντρα, κρατώντας στα χέρια τα τόξα τους τεντωμένα. - Σ τ α όπλα, φώναξε ο βαρόνος, στα όπλα! Πιστοί μου Νορμανδοί, εξολοθρεύστε όλους αυτούς τους ληστές! Έ ν α σμήνος από β έ λ η σκέπασε την πλατεία. Ο βαρόνος, τρομοκρατημένος, κ ό λ λ η σ ε σ τ η ράχη του αλόγου του και κατευθύνθηκε, βγάζοντας δυνατές κραυγές, προς το κά­ στρο. Οι κάτοικοι του Ν ό τ ι γ χ α μ , τρελοί από φόβο, ρίχτηκαν ξοπίσω απ' τον αφέντη τους και οι στρατιώτες, παρασυρμέ64


νοι από τον τρόμο αυτού του γενικευμένου πανικού, έτρεξαν να σωθούν καλπάζοντας ολοταχώς. - Ζ ή τ ω το δάσος κι ο Ρομπέν των Δασών! φώναζαν οι εύθυμοι άντρες καθώς έδιωχναν τους εχθρούς μπροστά τους, ξεσπώντας σε δυνατά γέλια. Π ο λ ί τ ε ς , άνθρωποι του δάσους και στρατιώτες διέσχισαν φύρδην μίγδην την π ό λ η - οι πρώτοι βουβοί απ' τον τρόμο, οι δεύτεροι γελώντας, οι τρίτοι σε έ ξ α λ λ η κατάσταση. Ο βα­ ρόνος μ π ή κ ε πρώτος στο κάστρο: όλο το πλήθος τον ακο­ λούθησε, εκτός από τους εύθυμους άντρες που, μόλις έφτα­ σαν εκεί, χαιρέτησαν με κοροϊδευτικές ζητωκραυγές τους μικρόψυχους αντιπάλους τους. Όταν ο Ρομπέν των Δασών, συνοδευόμενος απ' τον στρατό του, ξαναπήρε το δρόμο για το δάσος, οι πολίτες που δεν είχαν τραυματιστεί καθόλου και δεν είχαν χάσει σκηνή απ' αυτό το αλλόκοτο επεισόδιο, δόξασαν με δυνατές φωνές το θάρρος του νεαρού αρχηγού και την αφοσίωση του στη δύσκολη σ τ ι γ μ ή . Τα κοριτσόπουλα ένωσαν τις απαλές φωνές τους σ' αυτή την εγκωμιαστική συμφωνία. Μ ί α απ' αυτές, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να δηλώσει πως οι άνθρωποι του δάσους τής φαίνονταν τόσο αξιαγάπητοι και τόσο φιλικοί, που δεν θα φοβόταν πια να διασχίσει μόνη της το δάσος.

65


Ο Ρομπέν βρίσκει το ταίρι του.

Αφού

βεβαιώθηκε πως ο Ρομπέν των Δασών δεν σκόπευε να πολιορκήσει το κάστρο, ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν, εξουθε­ νωμένος σωματικά και με το μυαλό κυριευμένο από χίλια δυο σχέδια - τ ο ένα πιο απραγματοποίητο από το ά λ λ ο - αποσύρ­ θηκε στο διαμέρισμα του. Ε κ ε ί , β ά λ θ η κ ε να συλλογίζεται το αλλόκοτο θράσος του Ρομπέν των Δασών που, στο φως της ημέρας, με μονα­ δικό όπλο ένα ακίνδυνο ξίφος -αφού το είχε β γ ά λ ε ι από· τη θ ή κ η του μόνο και μόνο για να κόψει τα δεσμά του μ ε λ λ ο ­ θάνατου- κατάφερε να κρατήσει σε απόσταση έναν πολυά­ ριθμο λόχο φρουρών. Η ταπεινωτική σκηνή της φυγής ξα­ νάρθε μπροστά στα μάτια του βαρόνου που, ξεχνώντας ότι αυτός είχε δώσει πρώτος το παράδειγμα, τους αναθεμάτισε για τη δειλία τους. - Τι τρομάρα ήταν αυτή που τους έπιασε, φώναζε, πώς το έβαλαν έτσι στα πόδια! Τι θα λένε τώρα οι κάτοικοι του Νότιγχαμ; Εκείνοι είχαν το δικαίωμα να τρέχουν πανικόβλητοι, δεν είχαν κανένα μέσον να προστατέψουν τους εαυτούς τους· όχι όμως και στρατιώτες οπλισμένοι μέχρι τα δόντια, τέλεια εκπαιδευμένοι! Η φήμη της ανδρείας και της γενναιότητας μου, χ ά θ η κ ε για πάντα! Μετά απ' αυτόν το -διόλου κολακευτικό- συλλογισμό για την αξιοπρέπεια του, ο βαρόνος άρχισε να κάνει άλλου είδους 66


σκέψεις. Θεώρησε τόσο μ ε γ ά λ η την ντροπή από την ήττα του, που κατέληξε ότι μοναδικοί υπεύθυνοι ήταν οι στρατιώτες του. Τους μίλησε, λοιπόν, με τόση αυστηρότητα και οργή, πήρε ένα ύφος τέτοιας ακαταμάχητης και αδιαμφισβήτησης γενναιότητας, που οι στρατιώτες, κάτω από το βάρος του δέους που ένιωθαν για τον άρχοντα τους, πίστεψαν στο τέ­ λος ότι αυτοί ήταν, πραγματικά, οι μοναδικοί φταίχτες. Έ τ σ ι , η λύσσα του βαρόνου τούς φάνηκε σαν δίκαιη οργή· έσκυψαν τα κεφάλια και σκέφτηκαν πως δεν ήταν τίποτ' ά λ λ ο παρά κιοτήδες, που φοβούνταν ακόμα και τη σκιά τους. Όταν ο βαρόνος τελείωσε την ομιλία του, ένας από τους άντρες πρότεινε να κυνηγήσουν τους παράνομους μέχρι το κρησφύγετο τους, μέσα στο δάσος. Ό λ ο ς ο λόχος δέχτη­ κε την πρόταση με κραυγές χαράς, και ο στρατιώτης που εί­ χε τούτη την πολεμοχαρή ιδέα, παρακάλεσε τον γενναίο ο μ ι λ η τ ή να τεθεί επικεφαλής τους. Εκείνος, όμως, δεν είχε καμιά διάθεση να συμφωνήσει μ' αυτό το παράτολμο αίτη­ μ α · απάντησε αμέσως πως τους ήταν υπόχρεος για τη με­ γ ά λ η εκτίμηση που του έδειχναν, προς το παρόν, όμως, έκρι­ νε εξαιρετικά πιο ευχάριστο να μείνει στο κάστρο του. - Γενναίοι μου, πρόσθεσε ο βαρόνος, πρέπει να δείξουμε σύνεση και να περιμένουμε την κ α τ ά λ λ η λ η ευκαιρία για να συλλάβουμε τον Ρομπέν των Δασών. Θαρρώ πως είναι φρό­ νιμο, προς το παρόν τουλάχιστον, να μην κάνουμε καμιά άσκεφτη ενέργεια. Υπομονή σήμερα, θάρρος την ώρα της μ ά χ η ς , δεν σας ζητώ τίποτα περισσότερο! Τελειώνοντας, ο βαρόνος -που φοβόταν μήπως οι στρα­ τιώτες επιμείνουν- τους παράτησε βιαστικά, αφήνοντας τους να καταστρώνουν μόνοι τους σχέδια για μελλοντικούς θριάμ­ βους. Ήσυχος πια, βέβαιος πως είχε αποκατασταθεί η φήμη που τον ή θ ε λ ε γενναίο πολέμαρχο, ο βαρόνος ξέχασε τον Ρο­ μπέν των Δασών, για ν' ασχοληθεί αποκλειστικά με τα προ­ σωπικά του συμφέροντα και μ' αυτούς που ήθελαν το χέρι 67


της κόρης του. Εννοείται ότι ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν στήρι­ ζε την πραγματοποίηση των κρυφών επιθυμιών του στην αποδεδειγμένη επιδεξιότητα του Μαύρου Πιέρ, και πίστευε ότι ο Ά λ α ν Κ λ α ρ δεν υπήρχε πια. Βέβαια, ο Ρομπέν των Δα­ σών τού είχε πει πως ο αιμοβόρος απεσταλμένος του ήταν νε­ κρός. Ωστόσο, ο βαρόνος δεν ενδιαφερόταν διόλου αν ο Πιέρ είχε πληρώσει με τη ζωή του την υπηρεσία που είχε προσφέ­ ρει στον άρχοντα και κύριο του. Αν είχε ξεφορτωθεί τον Ά λ α ν Κ λ α ρ , κανένα εμπόδιο δεν μπορούσε να σταθεί ανάμε­ σα στην Κρίσταμπελ και τον άρχοντα Τρίστραμ - ίσως, όμως, ο Ά λ α ν Κ λ α ρ να ήταν ακόμα ζωντανός! - Πρέπει να σιγουρευτώ αμέσως, φώναξε ο βαρόνος, που έγινε έξω φρενών και μόνο που έκανε αυτή τη σκέψη. Χ τ ύ π η σ ε με δύναμη το καμπανάκι που κουβαλούσε μέρα νύχτα κοντά του και αμέσως παρουσιάστηκε ένας υπηρέτης. - Ο Μαύρος Πιέρ είναι στον πύργο; - Ό χ ι , μιλόρδε μου. Β γ ή κ ε χτες μαζί με δυο άντρες που επέστρεψαν μόνοι τους, ο ένας σοβαρά τραυματισμένος, ο άλλος μισοπεθαμένος. - Σ τ ε ί λ ε μου όποιον στέκεται ακόμα στα πόδια του. - Μ ά λ ι σ τ α , μιλόρδε μου. Ο άντρας παρουσιάστηκε α μ έ σ ω ς · το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με επιδέσμους και το αριστερό του μπράτσο στη­ ριζόταν σε μια εσάρπα. - Πού είναι ο Μαύρος Πιέρ; ρώτησε ο βαρ��νος, χωρίς να ρίξει στον δυστυχισμένο ούτε ένα βλέμμα οίκτου. - Δ ε ν ξέρω, μιλόρδε μου, τον άφησα στο δ ά σ ο ς · έσκαβε ένα λάκκο για να κρύψει το πτώμα του νεαρού άρχοντα που σκοτώσαμε. Το πρόσωπο του βαρόνου βάφτηκε κόκκινο. Προσπάθησε να μιλήσει, α λ λ ά ανάκατες λέξεις μπερδεύτηκαν στα χ ε ί λ η τ ο υ · γύρισε αλλού το κεφάλι και πρόσταξε τον φονιά να βγει απ' το διαμέρισμα... 68


Εκείνος, ά λ λ ο που δεν ή θ ε λ ε - απομακρύνθηκε, στηρι­ ζόμενος στους τοίχους. - Νεκρός! μουρμούρισε ο βαρόνος, νιώθοντας ένα αδιευ­ κρίνιστο συναίσθημα. Νεκρός! Ας αφήσουμε τώρα τον βαρόνο Όλγουιν να βασανίζεται από τις κρυφές αγωνίες της επαναστατημένης του συνείδη­ σης, και ας πάμε στον σύζυγο που προόριζε για την κόρη του. Ο άρχοντας Τρίστραμ δεν είχε φύγει καθόλου από τον πύργο και θα έμενε εκεί μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Ο βαρόνος ή θ ε λ ε να γίνει ο γάμος της κόρης του στο πα­ ρεκκλήσι του κάστρου, αλλά ο άρχοντας Τρίστραμ, που φο­ βόταν μήπως του σκαρώσουν καμιά παλιανθρωπιά, ή θ ε λ ε οπωσδήποτε να παντρευτεί σε μ ε γ ά λ η τ ε λ ε τ ή , στο μοναστή­ ρι του Λίντον, που απείχε περίπου ένα μίλι από το Νότιγχαμ. - Α γ α π η τ έ μου φίλε, είχε πει ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν πεισμωμένος, όταν τ έ θ η κ ε αυτό το θέμα, είσαι ανόητος και ξεροκέφαλος, επειδή δεν αντιλαμβάνεσαι ούτε τις καλές μου προθέσεις ούτε το συμφέρον σου. Ή θαρρείς πως η κόρη μου είναι τόσο ευτυχισμένη που θα γίνει δική σου, ώστε θα πάει χαρούμενη μπροστά στο ιερό; Δ ε ν μπορώ να σου πω το λό­ γο, α λ λ ά προαισθάνομαι ότι στο αβαείο του Λίντον θα συμ­ βεί κάτι πολύ καταστροφικό για τα σχέδια μας. Ε ί μ α σ τ ε κοντά σε μια συμμορία ληστών που, με τον θρασύτατο αρ­ χ η γ ό τους, μπορούν πολύ άνετα να μας περικυκλώσουν και να μας κατακλέψουν. - Θα με συνοδεύουν οι σωματοφυλακές μου, αποκρίθηκε ο άρχοντας Τρίστραμ. Είναι διαλεχτοί κι έχουν αποδείξει τη γενναιότητα τους. - Ό π ω ς θέλεις, υποχώρησε ο βαρόνος. Αν όμως κάτι πάει στραβά, μην έρθεις μετά να μου παραπονεθείς. - Μ η ν ανησυχείς, αν δεν διαλέξω το σωστό σημείο όπου πρέπει να γίνει η γαμήλια τ ε λ ε τ ή , τότε ό λ η η ευθύνη είναι δική μου. 69


- Α, και κάτι ακόμα, συνέχισε ο βαρόνος. Μη λησμονή­ σεις, σε παρακαλώ, την παραμονή της μ ε γ ά λ η ς ημέρας, να μου μετρήσεις ένα εκατομμύριο χρυσά νομίσματα. Ο άρχοντας Τρίστραμ στέναξε πονεμένα. - Το σεντούκι μ' αυτό το τεράστιο ποσό είναι στο δωμά­ τιο μου, Φ ι τ ζ Όλγουιν. Θα το φέρουν στο διαμέρισμα σου την ημέρα του γάμου. - Τ η ν παραμονή, είπε ο βαρόνος. Τ ε λ ε ί α και παύλα. - Έ σ τ ω , την παραμονή. Μ' αυτά τα λόγια, οι δυο γέροντες χώρισαν. Ο ένας πή­ γε να φλερτάρει τη λαίδη Κρίσταμπελ, ο άλλος ξανάπεσε στην αυταπάτη των ονείρων του για μελλοντικά μεγαλεία. Στον πύργο του Μπάρνσντεϊλ, μ ε γ ά λ η ήταν η θ λ ί ψ η : ο ηλικιωμένος σερ Γ κ ι , η γυναίκα του και οι δύστυχες αδελ­ φές του Γουίλιαμ περνούσαν τις μέρες τους δίνοντας κουρά­ γιο ο ένας στον ά λ λ ο , και τις νύχτες τους κλαίγοντας για το χαμό του άμοιρου Γουίλ. Τ η ν επομένη της αναπάντεχης απελευθέρωσης του νεα­ ρού, η οικογένεια Γ κ ά μ γ ο υ ε λ ήταν ξανασυγκεντρωμένη στο σαλόνι. Συζητούσαν για την παράξενη εξαφάνιση του Γουίλ, όταν ο χαρούμενος ήχος ενός βούκινου αντήχησε στην πόρ­ τα του πύργου. - Ο Ρομπέν! φώναξε η Μαριάν κι έτρεξε σ' ένα παράθυρο. - Δ ί χ ω ς άλλο, φέρνει χαρούμενα νέα, είπε η Μπάρμπαρα. Έ λ α , καλή μου Μοντ, μην απελπίζεσαι. Ο Γουίλ θα ξανάρθει. - Αλίμονο! Δ ε ν το πιστεύω πια, αδελφή μου! είπε η Μοντ κλαίγοντας. - Κι όμως, δεν έκανα λάθος! φώναξε η Μπάρμπαρα. Ε ί ­ ναι ο Γουίλ, ο Ρομπέν, κι ένας νεαρός που πρέπει να είναι φί­ λος τους. Η Μοντ όρμησε προς την π ό ρ τ α · η Μαριάν, που είχε αναγνωρίσει τον αδελφό της (ο Α λ α ν Κ λ α ρ , που από τον 70


πόνο και μόνο είχε μείνει αναίσθητος για λίγες ώρες, βρι­ σκόταν σε θαυμάσια κατάσταση), έπεσε μαζί με τη Μ ο ν τ στην αγκαλιά των καινουριοφερμένων. Η Μοντ, ξετρελαμένη, επαναλάβανε αδιάκοπα: - Γουίλ! Γουίλ! Α γ α π η μ έ ν ε μου Γουίλ! Κ α ι η Μαριάν, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το λαι­ μό του αδελφού της, δεν μπορούσε να βγάλει λέξη από το στόμα της. Ο σερ Γ κ ι έδωσε την ευχή του στον Γουίλ και στον σω­ τήρα του γιου του ενώ η λαίδη Γ κ ά μ γ ο υ ε λ , χαμογελαστή και χαρούμενη, έσφιξε πάνω στην καρδιά της τη χαριτωμέ­ νη Μοντ. - Ε ί δ α τ ε που σας έλεγα ότι ο Ρομπέν μάς φέρνει καλά νέα; είπε η Μπάρμπαρα καθώς αγκάλιαζε τον Γουίλ. - Πραγματικά, είχες δίκιο, αγαπητή Μπάρμπαρα, απο­ κρίθηκε η Μαριάν σφίγγοντας τα χέρια του αδελφού της. - Έ τ σ ι μου 'ρχεται, συνέχισε η σκανταλιάρα Μπάρμπα­ ρα, να παραστήσω πως έκανα λάθος και ν' αγκαλιάσω τον Ρομπέν με ό λ η μου τη δύναμη! - Αν εκφράσεις έτσι την ευγνωμοσύνη σου θα δώσεις το κακό παράδειγμα, αγαπητή Μπάρμπι, φώναξε η Μαριάν γελώντας. Θ' αναγκαστούμε τότε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο, κι ο Ρομπέν θα σκάσει από υπερβολική ευτυχία. - Ναι, α λ λ ά θα ήταν ένας πολύ γλυκός θάνατος, έτσι δεν είναι, λαίδη Μαριάν; Η νεαρή κοπέλα κοκκίνισε, ενώ, ένα αδιόρατο χαμόγελο φάνηκε στα χ ε ί λ η του Α λ α ν Κ λ α ρ . - Ιππότη, είπε ο Γουίλ βαδίζοντας προς τον νεαρό άντρα, βλέπεις πόση στοργή τρέφουν οι αδελφές μου για τον Ρο­ μπέν, και δίχως ά λ λ ο την αξίζει. Όταν σου μίλησε για τις συμφορές μας, ο Ρομπέν δεν σου είπε πως είχε γλιτώσει απ' το θάνατο τον πατέρα και τη μητέρα μ ο υ · δεν σου είπε λ έ ξ η για την ακούραστη αφοσίωση του στη Γουίνιφρεντ και την 71


Μ π ά ρ μ π α ρ α · δεν σου ανέφερε με πόση στοργή συμπαραστά­ θηκε στη Μοντ, τη μέλλουσα γυναίκα μου, σαν ο καλύτε­ ρος φίλος. Μ ι λ ώ ν τ α ς σου για τη λαίδη Μαριάν, την πολυα­ γαπημένη σου, ο Ρομπέν θα 'πρεπε να προσθέσει: «Προστά­ τευσα την ευτυχία αυτής που ήταν μακριά σ ο υ · στάθηκα στο πλευρό της ένας πολύ πιστός φίλος, ένας αδελφός αδιά­ κοπα αφοσιωμένος· δεν...» - Γουίλιαμ, σε παρακαλώ, τον διέκοψε ο Ρομπέν, μη βά­ ζεις σε δοκιμασία τη μετριοφροσύνη μου, γιατί μολονότι η λαίδη Μαριάν λέει ότι δεν ξέρω πια να κοκκινίζω, νιώθω τώρα το μέτωπο μου να φλογίζεται. - Α γ α π η τ έ μου Ρομπέν, είπε ο Α λ α ν σφίγγοντας συ­ γκινημένος τα χέρια του νεαρού παράνομου, σου χρωστώ από καιρό μ ε γ ά λ η υποχρέωση και νιώθω ευτυχισμένος που μπορώ, επιτέλους, να σου την δείξω. Δ ε ν χρειαζόμουν τα λόγια του Γουίλ για να βεβαιωθώ ότι είχες εκτελέσει ευσυ­ νείδητα τη λ ε π τ ή αποστολή που σου είχα αναθέσει, αφού η εντιμότητα σου ήταν μια σίγουρη εγγύηση για μένα. - Ω, αδελφέ μου... είπε η Μαριάν. Αν ήξερες πόσο καλός και γενναιόδωρος στάθηκε με όλους μας! Αν ήξερες πόσο μου συμπαραστάθηκε, θα τον τιμούσες, αδελφέ μου, και θα τον αγαπούσες όπως... όπως... - Ό π ω ς τον αγαπάς εσύ, έτσι δεν είναι; είπε ο Α λ α ν γε­ λώντας τρυφερά. - Ναι, όπως τον αγαπώ εγώ, συνέχισε η Μαριάν, με το πρόσωπο φωτισμένο από ένα συναίσθημα ανείπωτης υπερη­ φάνειας, ενώ η μ ε λ ω δ ι κ ή φωνή της έτρεμε από συγκίνηση. Υποσχέθηκα να δώσω το χέρι μου στον Ρομπέν των Δα­ σών, και περιμέναμε κι εσένα για να ζητήσουμε από τον Θεό την άγια ευλογία Του. - Ντρέπομαι για τον εγωισμό μου, Μαριάν, είπε ο Α λ α ν , κι αυτή η ντροπή με κάνει να ε κ τ ι μ ώ διπλά την αξιοθαύμα­ στη συμπεριφορά του Ρομπέν. Ο φυσικός σου προστάτης 72


έλειπε, σε παραμελούσε κι εσύ, πιστή στην ανάμνηση του, περίμενες την επιστροφή του για να έχεις το δικαίωμα να ζήσεις ευτυχισμένη. Συγχωρήστε μου κι οι δυο αυτή τη σκληρή ε γ κ α τ ά λ ε ι ψ η · η Κρίσταμπελ θα με δικαιολογήσει στις τρυφερές καρδιές σας. Σ' ευχαριστώ, αγαπητέ Ρομπέν, πρόσθεσε ο ιππότης, σ' ευχαριστώ. Δ ε ν μπορώ να εκφράσω με λόγια την ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου... Α γ α π ά ς τη Μ α ­ ριάν κι η Μαριάν σε αγαπάει, σου δίνω λοιπόν το χέρι της με υπερήφανη ευτυχία. Με αυτά τα λόγια, ο ιππότης πήρε το χέρι της αδελφής του και το έβαλε χαμογελώντας ανάμεσα στα χέρια του νεα­ ρού άντρα. Εκείνος, με την καρδιά πλημμυρισμένη από χαρά, τρά­ βηξε στο στήθος του τη Μαριάν, που έτρεμε από συγκίνηση, και την φίλησε με πάθος. Ο Γουίλιαμ, τρελαμένος από τη χαρά που είχε απλωθεί γύρω του και ανυπομονώντας να εκφράσει κι αυτός τη δική του, έπιασε τη Μοντ από τη μέση, φίλησε το λαιμό της π ο λ λ έ ς φορές, άρθρωσε μερικές ακατάληπτες λέξεις και κατάφερε επιτέλους να βγάλει μια ζητωκραυγή. - Θα παντρευτούμε την ίδια μέρα, έτσι δεν είναι, Ρομπέν; φώναξε χαρούμενος. Ή, για να το πω καλύτερα, θα πα­ ντρευτούμε αύριο. Ω, όχι, όχι αύριο, είναι γρουσουζιά ν' ανα­ βάλλεις κάτι που μπορεί να γίνει αμέσως. Παντρευόμαστε σήμερα; Ε , τ ι λες, Μοντ; Η νεαρή κοπέλα έβαλε τα γέλια. - Σαν πολύ δεν βιάζεσαι, Γουίλιαμ; φώναξε ο ιππότης. - Γιατί; Π ε ς μου γιατί; ρώτησε το ανυπόμονο παλικάρι. - Ε π ε ι δ ή πρέπει οπωσδήποτε να φύγω από το Μπάρνσ ν τ ε ϊ λ σε λίγες ώρες, φίλε Γουίλ, αποκρίθηκε ο ιππότης, και δεν θα ή θ ε λ α να λ ε ί π ω από το γάμο το δικό σας και της αδελφής μου. Όσο για μένα, ε λ π ί ζ ω να έ χ ω την ευτυχία να παντρευτώ τη λαίδη Κρίσταμπελ, οπότε οι τρεις γάμοι μπο73


ρουν να γίνουν την ίδια μέρα. Περιμένετε λίγο ακόμα, Γουί­ λ ι α μ · σε μια βδομάδα, όλα θα τακτοποιηθούν κατ' ευχήν για όλους μας. - Μ ι α βδομάδα! φώναξε ο Γουίλ. Δ ε ν μπορώ να περιμένω μια βδομάδα! - Μ α , Γουίλιαμ, είπε ο Ρομπέν, μια βδομάδα θα περάσει χωρίς να την καταλάβετε. - Π ά ε ι καλά, υποχωρώ, είπε ο νέος άντρας απογοητευ­ μένος. Είσαστε όλοι εναντίον μου και κανένας δεν με υπερα­ σπίζεται. Α κ ό μ η κι η Μοντ, που θα 'πρεπε να με βοηθήσει με την τρυφερή φωνή της, δεν λέει τίποτα. Ο ύ τ ε εγώ θα πω τίποτ' ά λ λ ο . Ωστόσο, Μοντ, μου φαίνεται ότι πρέπει να μι­ λήσουμε για μας... πάμε να περπατήσουμε στον κ ή π ο · αυτός ο περίπατος θα μας πάρει τουλάχιστον δυο ώρες και θα εί­ ναι ένα κέρδος μπροστά στην αιωνιότητα της εβδομάδας. Ε φ τ ά μέρες μετά τη συζήτηση ανάμεσα στον Α λ α ν Κ λ α ρ και τον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν, η λαίδη Κρίσταμπελ ήταν μόνη μες στο δωμάτιο της, καθισμένη, ή μάλλον μισοξαπλωμένη σ' ένα κάθισμα. Έ ν α άσπρο, μεταξωτό φόρεμα τύλιγε με τις απαλές πτυ­ χές του το κουρασμένο κορμί της νεαρής κοπέλας κι ένα πέ­ πλο με αγγλικό κέντημα, που στηριζόταν στις ξανθές μπού­ κλες των μαλλιών της, σκέπαζε τελείως το πρόσωπο της. Μια βαθιά χλομάδα είχε απλωθεί πάνω στα καθάρια, πανέ­ μορφα χαρακτηριστικά της Κρίσταμπελ, τα άχρωμα χ ε ί λ η της έστεκαν κλειστά και τα μεγάλα μάτια της, χωρίς ζεστα­ σιά, ήταν στυλωμένα με απόγνωση σε μια πόρτα αντίκρυ της. Π ό τ ε πότε ένα καυτό δάκρυ κυλούσε στα μάγουλα της κι αυτό το δάκρυ, μαργαριτάρι του πόνου, ήταν η μόνη έν­ δειξη ζωής σ' αυτό το ακίνητο κορμί. - Με ξέχασε! φώναξε ξαφνικά η νεαρή κοπέλα σφίγγο­ ντας τα χέρια της που ήταν πιο άσπρα κι απ' το μετάξι του 74


φορέματος της. Ξέχασε αυτήν που έ λ ε γ ε ότι αγαπούσε α λ η ­ θ ι ν ά · αθέτησε τις υποσχέσεις του, παντρεύτηκε. Ω, Θ ε έ μου, λυπήσου με, οι δυνάμεις μου μ' εγκαταλείπουν, γιατί η καρ­ διά μου ραγίζει. Έ ν α ς λυγμός φούσκωσε το στήθος της λαίδης Κρίστα­ μ π ε λ και τα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. Ωστόσο, ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα, την έβγαλε από την πονε­ μένη της ονειροπόληση. - Περάστε, είπε με ξεψυχισμένη φωνή. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε το ρυτιδιασμένο πρόσω­ πο του σερ Τρίστραμ. - Α γ α π η τ ή λαίδη, είπε ο γέροντας μ' ένα σαρκαστικό μορφασμό που ο ίδιος θεωρούσε πως ήταν ένα όμορφο χαμό­ γ ε λ ο , ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ε π ί τ ρ ε ψ έ μου, σε παρακαλώ, να σου προσφέρω το χέρι μ ο υ · μας περιμένει η συνοδεία και σε λίγο θα γίνουμε οι πιο ευτυχισμένοι σύζυγοι σε ό λ η την Αγγλία. - Μιλόρδε μου, τραύλισε η Κρίσταμπελ, δεν μπορώ να κατεβώ. - Μα τι λες, αγάπη μου, δεν μπορείς να κατεβείς; Δ ε ν καταλαβαίνω· είσαι ντυμένη, σε περιμένουμε. Εμπρός, δώσε μου τ' όμορφο χεράκι σου. - Σερ Τρίστραμ, αποκρίθηκε η Κρίσταμπελ καθώς ση­ κωνόταν με μάτια φλογισμένα και τρεμάμενα χ ε ί λ η , ακού­ στε με, σας εξορκίζω - αν έχετε στην ψ υ χ ή σας έστω και μια στάλα οίκτου, θα γ λ ι τ ώ σ ε τ ε μια δύστυχη κοπέλα που σας ικετεύει, απ' αυτή τη φριχτή τ ε λ ε τ ή ! - Φ ρ ι χ τ ή τ ε λ ε τ ή ! επανέλαβε ο σερ Τρίστραμ κ α τ ά π λ η ­ κτος. Τι σημαίνει αυτό, μιλαίδη; Δ ε ν σε καταλαβαίνω. - Μη με υποχρεώσετε να δώσω περισσότερες ε ξ η γ ή ­ σεις, απάντησε η Κ ρ ί σ τ α μ π ε λ κλαίγοντας με λυγμούς. Θα έ χ ε τ ε την ε υ χ ή μου, μιλόρδε, και θα παρακαλέσω τον Θεό για σας. 75


- Σαν πολύ ταραγμένη σε β λ έ π ω , όμορφη περιστέρα μου, είπε ο γέροντας γλυκερά. Ηρέμησε, αγάπη μου, και απόψε, αύριο αν προτιμάς, θα μου πεις τι σε βασανίζει. Α υ τ ή τη σ τ ι γ μ ή , δεν έχουμε καιρό για χ ά σ ι μ ο · όταν παντρευτούμε, όμως, θα έχουμε όσο χρόνο θέλουμε και θα σε ακούω απ' το πρωί μέχρι το βράδυ. - Έ λ ε ο ς , μιλόρδε, ακούστε με τώρα: μπορεί ο πατέρας μου να σας ξεγέλασε, εγώ όμως δεν θ έ λ ω να σας δώσω μάταιες ελπίδες. Μιλόρδε, δεν σας αγαπώ, έχω δώσει την καρδιά μου σ' έναν νεαρό άρχοντα που ήταν ο πρώτος παιδικός μου φίλος. Αυτόν σκέφτομαι τη στιγμή που σας δίνω το χέρι μ ο υ · τον αγαπώ, μιλόρδε, κι η ψυχή μου είναι φλογερά δεμένη μαζί του. - Θα τον ξεχάσεις τον νεαρούλη σου, μιλαίδη, και όταν γίνεις γυναίκα μου, πίστεψε με, δεν θα τον ξανασκεφθείς. - Δ ε ν θα τον ξεχάσω ποτέ! Η μορφή του έχει χαραχτεί για πάντα στην καρδιά μου. - Στην ηλικία σου, όλοι πιστεύουμε ότι θ' αγαπάμε αιώνια, αγαπούλα μου. Μετά, όσο περνάει ο καιρός, ξεθωριάζει η ει­ κόνα που τόσο τρυφερά αγαπήσαμε. Έ λ α τώρα, θα μιλήσουμε για όλα αυτά αργότερα και θα σε βοηθήσω να βάλεις ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, την ελπίδα για το μέλλον. - Είσαστε άκαρδος, μιλόρδε! - Σ' αγαπώ, Κρίσταμπελ... - Θ ε έ μου, λυπήσου με! στέναξε η δύστυχη κοπέλα. - Μα και βέβαια θα σε λυπηθεί ο Θεός, είπε ο γέροντας καθώς έπαιρνε το χέρι της Κρίσταμπελ. Θα σου στείλει την καρτερία και τη λησμονιά. Σεβαστικά, α λ λ ά με τρυφερότητα και συμπόνια συνάμα, ο σερ Τρίστραμ φίλησε το παγωμένο χέρι που κρατούσε μες στα δικά του. - Θα είσαι ευτυχισμένη, μιλαίδη, είπε. Η Κρίσταμπελ χαμογέλασε πικρά. « Θ α πεθάνω», σκέφτηκε. 76


Σ τ ο μεταξύ, μ ε γ ά λ ε ς προετοιμασίες γίνονταν στο αβαείο του Λίντον για το γάμο της λαίδης Κρίσταμπελ με τον γέ­ ρο σερ Τρίστραμ. Α π ό τα χαράματα κιόλας, το παρεκκλήσι ήταν στολι­ σμένο με υπέροχα πέπλα, ενώ μυροβόλα λουλούδια σκόρπι­ ζαν μπροστά στο ιερό γλυκιές ευωδιές. Περιτριγυρισμένος από καλόγερους ντυμένους με λευκά άμφια, ο επίσκοπος του Χέρφορντ, που θα ένωνε τους δύο συζύγους, περίμενε στο κατώφλι της εκκλησιάς την άφιξη της πομπής. Λ ί γ α λεπτά πριν εμφανιστούν ο σερ Τρίστραμ και η λαί­ δη Κρίσταμπελ, παρουσιάστηκε μπροστά στον επίσκοπο ένας άντρας που κρατούσε μια μικρή άρπα. - Σεβασμιότατε, είπε ο νεοφερμένος κάνοντας με σεβασμό μια υπόκλιση, θα κάνετε μια μ ε γ ά λ η λειτουργία προς τ ι μ ή των μελλονύμφων, έτσι δεν είναι; - Ναι, φίλε μου, απάντησε ο επίσκοπος. Για ποιο λόγο μού κάνεις αυτή την ερώτηση; - Σεβασμιότατε, αποκρίθηκε ο ξένος, είμαι ο καλύτερος αρπιστής της Γ α λ λ ί α ς και της Α γ γ λ ί α ς και συνήθως με φωνάζουν να παίξω στις λαμπρές τ ε λ ε τ έ ς . Άκουσα για το γάμο του πλούσιου σερ Τρίστραμ με τη μοναχοκόρη του βα­ ρόνου Φ ι τ ζ Όλγουιν, και ήρθα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στην Ε ν τ ι μ ό τ η τ α του. - Αν έχεις τόσο ταλέντο όσο σιγουριά και ματαιοδοξία, είσαι καλοδεχούμενος. - Ευχαριστώ, σεβασμιότατε. - Μ ο υ αρέσει πολύ ο ήχος της άρπας, συνέχισε ο επί­ σκοπος. Δ ε ν μπορείς να μου παίξεις κάτι πριν από την τ ε λ ε ­ τή του γάμου; - Σεβασμιότατε, αποκρίθηκε περήφανα ο ξένος, τυλίγο­ ντας με μεγαλοπρέπεια το μακρύ μανδύα γύρω απ' το κορ­ μί του, αν ήμουν ένας απ' αυτούς τους αγύρτες που έ χ ε τ ε συ­ νηθίσει ν' ακούτε, θα ικανοποιούσα την επιθυμία σ α ς · παίζω 77


όμως μόνο τη σ τ ι γ μ ή που πρέπει, και στους κ α τ ά λ λ η λ ο υ ς χώρους. Σε λ ί γ ο , θα έχετε την ευκαιρία να μ' ακούσετε. - Είσαι αυθάδης, είπε ο επίσκοπος νευριασμένος. Σε δια­ τάζω να παίξεις αυτή τη σ τ ι γ μ ή ! - Δ ε ν πρόκειται ν' αγγίξω ούτε μια χορδή πριν από την άφιξη της πομπής, είπε απτόητος ο ξένος. Τ ό τ ε , σεβασμιό­ τατε, να είστε σίγουρος ότι θ' ακούσετε έναν ήχο που θα σας καταπλήξει. - Ας είναι, σε λ ί γ ο θα μπορέσουμε να κρίνουμε την αξία σου, είπε ο επίσκοπος. Να, έρχονται οι μελλόνυμφοι. Ο ξένος απομακρύνθηκε λ ί γ α βήματα και ο επίσκοπος μπήκε επικεφαλής της πομπής. Τη σ τ ι γ μ ή που διάβαινε το κατώφλι της εκκλησιάς, η λαίδη Κρίσταμπελ, μισολιπόθυ­ μ η , στράφηκε προς τον βαρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν. - Πατέρα μου, είπε με σβησμένη φωνή, λ υ π η θ ε ί τ ε με' αυ­ τός ο γάμος θα σημάνει το θάνατο μου. Μ ι α αυστηρή ματιά του βαρόνου έκανε τη δύστυχη κο­ πέλα να σωπάσει. - Μιλόρδε, πρόσθεσε η Κρίσταμπελ, βάζοντας το σφιγ­ μένο χέρι της στο μπράτσο του σερ Τρίστραμ, μην είστε σκληρός. Μπορείτε ακόμα να μου χαρίσετε τη ζ ω ή , λ υ π η ­ θείτε με. - Κ α λ ά , καλά, θα μιλήσουμε γ ι ' αυτό αργότερα, αποκρί­ θ η κ ε ο σερ Τρίστραμ. Και, γνέφοντας στον επίσκοπο, την έσπρωξε να μπει στην εκκλησία. Ο βαρόνος έπιασε το χέρι της κόρης του κι ετοιμαζόταν να την οδηγήσει στο ιερό, όταν, ξαφνικά, ακούστηκε μια δυ­ νατή φωνή: - Σταματήστε! Ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν έβγαλε μια κραυγή, ενώ ο σερ Τρίστραμ στηρίχτηκε μισολιπόθυμος στη μ ε γ ά λ η πόρτα της εκκλησιάς. 78


Ο ξένος -που στο πρόσωπο του, ο επίσκοπος αναγνώρισε τον α ρ π ι σ τ ή - ζύγωσε μ' ένα σάλτο κι έπιασε το χέρι της λαίδης Κρίσταμπελ. - Ά θ λ ι ε φαντασμένε, φώναξε ο επίσκοπος, ποιος σου επέτρεψε ν' ακουμπήσεις με τα μισθοφορικά χέρια σου αυτή την ευγενική δεσποσύνη; - Η Θεία Πρόνοια, που με στέλνει να τη βοηθήσω σ' αυ­ τή τη δύσκολη σ τ ι γ μ ή , απάντησε περήφανα ο ξένος. Ο βαρόνος όρμησε στον αρπιστή. - Ποιος είσαι του λόγου σου; τον ρώτησε. Γιατί ταράζεις τούτη την άγια τ ε λ ε τ ή ; Ο αρπιστής έλυσε με το ένα χέρι το κορδόνι που συγκρα­ τούσε το μανδύα του και με το ά λ λ ο έφερε στα χ ε ί λ η του ένα βούκινο. - Ο Ρομπέν των Δασών! φώναξε ο βαρόνος. - Ο Ρομπέν των Δασών, ο φίλος του Ά λ α ν Κ λ α ρ ! μουρ­ μούρισε η λαίδη Κρίσταμπελ. - Ναι, ο Ρομπέν των Δασών και οι εύθυμοι άντρες του, αποκρίθηκε ο ήρωας μας δείχνοντας με το βλέμμα του μια μ ε γ ά λ η ομάδα ανθρώπων του δάσους που είχε γλιστρήσει αθόρυβα γύρω από τη συνοδεία. Τ η ν ίδια σ τ ι γ μ ή , ένας κομψοντυμένος νεαρός καβαλάρης ήρθε και γονάτισε μπροστά στη λαίδη Κρίσταμπελ. - Ά λ α ν Κλαρ! Α γ α π η μ έ ν ε μου Ά λ α ν Κ λ α ρ ! φώναξε η νεαρή κοπέλα ενώνοντας τα χέρια της. Ευλογημένος να εί­ σαι, που δεν με ξέχασες καθόλου! Ο Ρομπέν έβγαλε το σκουφί του και πλησίασε τον επί­ σκοπο, με μια έκφραση μεγάλου σεβασμού. - Σεβασμιότατε, είπε, ήσουν έτοιμος να ενώσεις, αντίθε­ τα με όλους τους ανθρώπινους και κοινωνικούς νόμους, δυο πλάσματα που ο ουρανός δεν τα προόριζε να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη. Δ ε ς αυτή τη νεαρή κοπέλα, κοίταξε τον σύζυγο που ή θ ε λ ε να της δώσει η ακόρεστη πλεονεξία του 79


πατέρα της. Ό μ ω ς , η λαίδη Κρίσταμπελ είναι αρραβωνια­ σμένη, από την πιο τρυφερή της ηλικία με τον ιππότη Ά λ α ν Κ λ α ρ . Ό π ω ς κι αυτή, είναι νέος, πλούσιος και ευγενής, την αγαπάει κι ερχόμαστε ταπεινά να σου ζητήσουμε να ευλο­ γήσεις τη νόμιμη ένωση τους. - Αρνούμαι κατηγορηματικά αυτό το γάμο! φώναξε ο βα­ ρόνος, προσπαθώντας να ξεφύγει από τα σιδερένια δάχτυλα του Ζανούλη, που είχε αναλάβει να φυλάει τον γέροντα. - Ησυχία, απάνθρωπε! τον αποκρίθηκε ο Ρομπέν των Δασών. Τ ο λ μ ά ς να υψώνεις τη, φωνή σου στο κατώφλι μιας ιερής εκκλησιάς, όταν μάλιστα αθετείς τις υποσχέσεις που είχες δώσει! - Δ ε ν είχα δώσει καμιά υπόσχεση! βρυχήθηκε ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν. - Σεβασμιότατε, ρώτησε ο Ρομπέν των Δασών τον επί­ σκοπο, θέλεις να ενώσεις αυτούς τους δυο νέους; - Δ ε ν μπορώ χωρίς τη συναίνεση του λόρδου Φ ι τ ζ Όλγουιν, απάντησε ο επίσκοπος του Χέρφορντ. - Δ ε ν θα δώσω ποτέ τη συναίνεση μου! φώναξε ο βαρόνος. - Σεβασμιότατε, συνέχισε ο Ρομπέν χωρίς να δώσει ση­ μασία στις κραυγές του γέροντα, περιμένω την τ ε λ ι κ ή σου απόφαση. - Δ ε ν μπορώ να ικανοποιήσω το αίτημα σας, αποκρίθη­ κε ο επίσκοπος. Η αναγγελία του γάμου δεν δημοσιεύτηκε και ο νόμος λέει... - Ά μ α το λέει ο νόμος, τότε θα τον σεβαστούμε, είπε ο Ρομπέν. Φ ί λ ε μου Ζανούλη, ανάθεσε σ' έναν από τους άντρες μας να προσέχει τον εντιμότατο λόρδο και δημοσίευ­ σε την αναγγελία! Ο Ζανούλης υπάκουσε και ανάγγειλε μεγαλόφωνα τρεις φορές το γάμο του Ά λ α ν Κ λ α ρ με τη λαίδη Κρίσταμπελ Φ ι τ ζ Όλγουιν. Κ α ι πάλι, όμως, ο επίσκοπος αρνήθηκε να ευλογήσει το γάμο των δύο νέων. 80


- Η απόφαση σου είναι οριστική, σεβασμιότατε; ρώτησε ο Ρομπέν. - Ναι, απάντησε ο επίσκοπος. - Εντάξει. Το είχα προβλέψει κι έφερα μαζί μου έναν άγιο άνθρωπο, που έχει το δικαίωμα να λειτουργήσει. Πάτερ, συ­ νέχισε ο Ρομπέν μιλώντας σ' έναν γέροντα που είχε μείνει μέχρι τότε στην αφάνεια, μπείτε, παρακαλώ, στο παρεκ­ κλήσι, οι νεόνυμφοι θα σας ακολουθήσουν. Ο προσκυνητής που είχε βοηθήσει ν' απελευθερώσουν τον Γουίλ, προχώρησε αργά. - Ε δ ώ είμαι, γιε μου, είπε. Θα προσευχηθώ γ ι ' αυτούς που υποφέρουν και θα ζητήσω απ' τον Θεό να συγχωρέσει τους κακούς. Έ τ σ ι , με την παρουσία των δύο εύθυμων αντρών, η συνο­ δεία μ π ή κ ε ήσυχα στην εκκλησία και σε λίγο άρχισε η τε­ λ ε τ ή . Ο επίσκοπος είχε εξαφανιστεί· ο σερ Τρίστραμ κλαψούριζε με ελεεινό τρόπο και ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν μουρ­ μούριζε χαμηλόφωνα κάθε λογής απειλές. - Ποιος δίνει αυτή τη νεαρή κοπέλα στον σύζυγο της; ρώτησε ο γέροντας, καθώς άπλωνε τα τρεμουλιαστά χέρια του επάνω στο κεφάλι της Κρίσταμπελ που ήταν γονατι­ σμένη μπροστά του. - Απάντησε, μιλόρδε! είπε ο Ρομπέν των Δασών. - Πατέρα μου, έλεος! τον ικέτευσε η νεαρή κοπέλα. - Ό χ ι , όχι, χίλιες φορές όχι! φώναξε ο βαρόνος εκτός εαυτού. - Εφόσον ο πατέρας αυτού του ευγενικού παιδιού αρνείται να τηρήσει την ιερή υπόσχεση του, είπε ο Ρομπέν, παίρνω εγώ τη θέση του. Ε γ ώ , ο Ρομπέν των Δασών, δίνω για σύζυγο στον ιπ­ πότη Α λ α ν Κλαρ τη λαίδη Κρίσταμπελ Φ ι τ ζ Όλγουιν. Η λειτουργία του γάμου έγινε χωρίς κανένα απρόοπτο. Λ ί γ ο μετά την ένωση του Ά λ α ν Κ λ α ρ και της Κρίστα­ μ π ε λ , εμφανίστηκε στο κατώφλι της εκκλησιάς η οικογέ81


νεια Γ κ ά μ γ ο υ ε λ . Ο Ρομπέν των Δασών τους πλησίασε, πή­ ρε απ' το χέρι τη Μαριάν και την οδήγησε μπροστά στο ιε­ ρ ό · πίσω τους ακολούθησαν ο Γουίλιαμ και η Μοντ. Περνώντας δίπλα από τον Ρομπέν, που είχε γονατίσει ευλαβικά στο πλευρό της Μαριάν, ο Γουίλ ψιθύρισε: - Ε π ι τ έ λ ο υ ς , Ρομπ, φίλε μου, έφτασε η ευτυχισμένη μέ­ ρα! Κοίταξε πόσο όμορφη είναι η Μοντ! Η καρδούλα της χτυπά πολύ δυνατά, σε διαβεβαιώνω. - Π ά ψ ε , Γουίλ, και προσευχήσου, μας ακούει ο Θεός τούτη τη σ τ ι γ μ ή . - Ναι, θα προσευχηθώ, και μάλιστα μ' ό λ η μου την ψυ­ χ ή , αποκρίθηκε το χαρούμενο παλικάρι. Ο προσκυνητής ευλόγησε τα δυο ζευγάρια και υψώνο­ ντας προς τον ουρανό τα τρεμουλιαστά χέρια του, ζήτησε να τα ελεήσει ο Θεός. - Μοντ, αγαπημένη μου Μοντ, είπε ο Γουίλ μόλις βρέθη­ καν πάλι έξω από την εκκλησιά, έγινες επιτέλους γυναίκα μου, η αγαπημένη μου γυναίκα! Ε ί χ α τόσο απελπιστεί απ' όλα αυτά τα εμπόδια, που δεν μπορώ να πιστέψω σε τόση ευ­ τυχία! Ε ί μ α ι τρελός από χαρά· είσαι δική μου! Μόνο δική μου! Η Μοντ, με την καρδιά πλημμυρισμένη από αγάπη κι ευγνωμοσύνη για τον τρυφερό Γουίλιαμ, χαμογελούσε και έκλαιγε συνάμα. Ο γάμος του Ρομπέν έκανε έξαλλους από χαρά τους εύ­ θυμους άντρες που, μόλις βγήκαν από την εκκλησιά, ξέ­ σπασαν σε τρομερές ζητωκραυγές. - Α, ένα τσούρμο φωνακλάδες μασκαράδες! μουρμούρισε ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν, καθώς ακολουθούσε με το ζόρι τον γιγάντιο Ζανούλη που του είχε ζητήσει ευγενικά να βγει από το παρεκκλήσι. Λ ί γ ε ς στιγμές αργότερα, η εκκλησία είχε ερημώσει. Ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν και ο σερ Τρίστραμ, χωρίς τ' άλογα τους, στηρίζονταν μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ά ο ένας στο μπράτσο του 82


άλλου και, σε μια απερίγραπτη συναισθηματική κατάστα­ ση, βάδιζαν αργά στο δρόμο για το κάστρο. - Φ ι τ ζ Όλγουιν, είπε ο γέροντας παραπατώντας, θα πρέπει τώρα να μου επιστρέψεις εκείνο το εκατομμύριο τα χρυσά νομίσματα που σου έδωσα. - Μα την πίστη μου, όχι, σερ Τρίστραμ! Ε γ ώ δεν φταίω σε τίποτα για τη συμφορά που σε βρήκε. Αν είχες ακούσει τις συμβουλές μου, αυτή η καταστροφή δεν θα είχε συμβεί. Αν σας πάντρευα στο παρεκκλήσι του Ν ό τ ι γ χ α μ , θα εξα­ σφάλιζα την ευτυχία και των δυο μ α ς · εσύ, όμως, προτίμη­ σες την επίδειξη από το μυστήριο, τη λαμπρότητα από τη σκοτεινιά - και ιδού το αποτέλεσμα. Για δες, αυτός ο άθλιος κατεργάρης άρπαξε την κόρη μ ο υ · πρέπει να αποζημιωθώ! Θα κρατήσω το εκατομμύριο. Οι καλεσμένοι στους γάμους, συνοδευμένοι από τους εύθυ­ μους άντρες, έφτασαν γρήγορα στην καρδιά του δάσους. Το γέρικο δάσος είχε στολιστεί για να υποδεχτεί τα ευτυχισμένα ζευγάρια και τα δέντρα, ολόδροσα από την πρωινή πάχνη, λύ­ γιζαν τα φυλλωμένα κλαριά τους μέχρι τα κεφάλια των επι­ σκεπτών. Μακριές γιρλάντες, ανάκατες με λουλούδια και φύλλα, τυλίγονταν η μια με την ά λ λ η κι έδεναν μαζί τις αιω­ νόβιες βελανιδιές, τις κοντόχοντρες φτελιές, τις ψηλόκορμες λεύκες. Α π ό μακριά, έβλεπαν να εμφανίζεται ένα ελάφι στε­ φανωμένο με λουλούδια, σαν μυθολογικός θεός, ένα παγόνι με λοφίο στο κεφάλι να περπατάει καμαρωτά στο μονοπάτι, ενώ, πού και πού, ένα ζαρκάδι, στολισμένο κι αυτό γιορτινά, διέσχιζε σαν σαΐτα ένα καταπράσινο ξέφωτο. Καταμεσής στο μεγάλο σταυροδρόμι, είχαν στήσει ένα τραπέζι, είχαν ορίσει μια πίστα χορού, είχαν κάνει ετοιμασίες για διάφορα αγωνί­ σ μ α τ α · κοντολογίς, είχαν φροντίσει για κ ά θ ε λογής διασκε­ δάσεις, ώστε να περάσουν καλά οι καλεσμένοι. Π ο λ λ ά νεαρά κορίτσια από το Ν ό τ ι γ χ α μ ομόρφαιναν με την παρουσία τους τη γιορτή του Ρομπέν των Δασών, και 83


μια ειλικρινής εγκαρδιότητα κυριαρχούσε στη χαρούμενη συγκέντρωση. Η Μοντ και ο Γουίλιαμ, αγκαλιασμένοι, με το χαμόγε­ λο στα χ ε ί λ η και την καρδιά γ ε μ ά τ η χαρά, περπατούσαν μόνοι τους σ' ένα μονοπάτι απέναντι από την πίστα του χο­ ρού, όταν εμφανίστηκε μπροστά τους ο καλόγερος Τ α κ . - Γενναίε μου Τ α κ , χαρούμενε Ζ ι λ , χοντρέ αδελφέ μου, φώναξε ο Γουίλ γελώντας, ήρθες κατά 'δώ για να περπατή­ σεις μαζί μας; Καλωσόρισες, Ζ ι λ , αγαπημένε φίλε μου, και κάνε μου τη χάρη να κοιτάξεις το θησαυρό της ψυχής μου, ό,τι πιο πολύτιμο έχω. Κοίταξε τούτο τον ά γ γ ε λ ο , Ζ ι λ , και πες μου, υπάρχει άραγε στον κόσμο πλάσμα πιο γοητευτι­ κό από την όμορφη μου Μοντ; Ό μ ω ς , πρόσθεσε ο νεαρός άντρας, κοιτώντας με ενδιαφέρον το σκεφτικό πρόσωπο του καλόγερου, θαρρώ πως είσαι θ λ ι μ μ έ ν ο ς · τι έχεις; Έ λ α να μου πεις τον πόνο σου, θα προσπαθήσω να σε παρηγορήσω. - Δ ε ν έ χ ω τίποτα να σου πω, Γουίλ, αποκρίθηκε ο κα­ λόγερος με φωνή λίγο σ π α σ μ έ ν η · είμαι πολύ ευχαριστημέ­ νος που β λ έ π ω ότι εκπληρώθηκαν όλες οι πεθυμιές σου. Αγκαλιασμένοι οι τρεις φίλοι, περπάτησαν μαζί για λί­ γο, μέχρι που τους φώναξε ο Ρομπέν, και πήγαν κοντά του. Ο Ρομπέν είχε παρουσιάσει τον Τρανό στην Μπάρμπα­ ρα, λέγοντας της πως αυτός ο λεβέντης ήταν ο σύζυγος που της είχε τάξει εδώ και καιρό· η Μπάρμπαρα, όμως, ε ί χ ε τι­ νάξει νευριασμένη τις ξανθές μπούκλες της κι είχε δηλώσει ότι δεν ή θ ε λ ε ακόμα να παντρευτεί. Ο Ζανούλης που συνήθως δεν ήταν πολύ εκδηλωτικός, εκείνη την ημέρα φερόταν πολύ ευγενικά. Περιποιόταν συνέ­ χεια την εξαδέλφη του Γουίνιφρεντ και εύκολα έβλεπε κα­ νείς ότι οι δυο νέοι είχαν π ο λ λ ά μυστικά να πουν ο ένας στον ά λ λ ο , γιατί μιλούσαν χαμηλόφωνα, χόρευαν αδιάκοπα μαζί και δεν έδιναν καμιά σημασία στους άλλους γύρω τους. 84


Όσο για την Κρίσταμπελ, το γλυκό πρόσωπο της ακτι­ νοβολούσε από ε υ τ υ χ ί α · ήταν ακόμα όμως τόσο συγκινημέ­ νη από τον απότομο χωρισμό με τον πατέρα της, τόσο εξα­ σθενημένη από τις στενοχώριες που είχε περάσει, ώστε δεν είχε διάθεση για χορούς και παιχνίδια. Καθισμένη δίπλα στον Ά λ α ν Κ λ α ρ , πάνω σ' ένα ανάχωμα με λογιών-λογιών πέπλα ολόγυρα και στρωμένο με λουλούδια, έμοιαζε με νεα­ ρή βασίλισσα η οποία πρωτοστατούσε στη βασιλική γιορτή που έδινε για τους υπηκόους της. Η Μαριάν, στηριγμένη τρυφερά στο μπράτσο του συζύ­ γου της, περιφερόταν μαζί του στην πίστα του χορού. - Θα έρθω να ζήσω μαζί σου, Ρομπέν, είπε κάποια στιγ­ μή η νεαρή γυναίκα, και μέχρι την ευτυχισμένη σ τ ι γ μ ή που θα σας δοθεί χάρη, θα μοιραστώ τις ταλαιπωρίες και τη μο­ ναχική ζ ω ή σας. - Θα ήταν πιο φρόνιμο, κ α λ ή μου, να μείνεις στο Μπάρν­ σντεϊλ. - Ό χ ι , Ρομπέν, η καρδιά μου είναι μαζί σου και δεν θέ­ λω ν' αφήσω την καρδιά μου. - Δέχομαι με περηφάνια τη γενναία αφοσίωση σου, αγαπη­ μένη μου γυναίκα, γλυκιά μου αγάπη, αποκρίθηκε ο νεαρός άντρας συγκινημένος. Θα κάνω ό,τι περνάει απ' το χέρι μου για να είσαι ικανοποιημένη και ευτυχισμένη στη νέα σου ζωή. Ναι, δίχως ά λ λ ο , η ημέρα που παντρεύτηκε ο Ρομπέν των Δασών, ήταν μια ημέρα ευτυχίας και χαράς.

85


Ο Ιππότης της Κοιλάδας

Η Μαριάν κράτησε το λόγο της και, παρά τις τρυφερές αντιρρήσεις του Ρομπέν, έστησε το νοικοκυριό της κάτω από τα βαθύσκιωτα δέντρα του Σέργουντ. Ο Ά λ α ν Κ λ α ρ που, όπως έχουμε πει, είχε έναν υπέροχο πύργο στην κοιλάδα του Μάνσφελντ, δεν μπόρεσε να πείσει την αδελφή του να έρθει και να εγκατασταθεί εκεί μαζί με την Κρίσταμπελ. Η Μαριάν το ' χ ε πάρει απόφαση να μην αφήσει καθόλου τον σύζυγο της. Α μ έ σ ω ς μετά το γάμο του, ο Ά λ α ν είχε προ­ τείνει στον Ερρίκο τον Β' να του πουλήσει τα κτήματα του στο Χάντιντοσαϊρ στα δύο τρίτα της αξίας τους, με τον όρο να επικυρώσει επισήμως την ένωση του με τη λαίδη Κρί­ σταμπελ Φ ι τ ζ Όλγουιν. Ο βασιλιάς, που αναζητούσε απε­ γνωσμένα κάθε ευκαιρία να ενώσει κάτω από το στέμμα του τα καλύτερα κτήματα της Α γ γ λ ί α ς , δέχτηκε την πρόταση και, με ειδικό διάταγμα, επικύρωσε το γάμο των δύο νέων. Ο Ά λ α ν Κ λ α ρ είχε υποβάλει το αίτημα του τόσο επιδέξια και διπλωματικά, κι ο βασιλιάς ήταν τόσο ευτυχισμένος που κατάφερε να διαπραγματευτεί με κέρδος τούτη την υπό­ θεση, ώστε όλα είχαν τελειώσει όταν ο επίσκοπος του Χ έ ρ φορντ και ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν έφτασαν στην Α υ λ ή . Μέσα σε λ ί γ ε ς μόνο ώρες, ο ιερωμένος και ο Νορμανδός άρχοντας εξαγρίωσαν τον βασιλιά εναντίον του Ρομπέν των Δασών. Μ ε τ ά από επίμονο αίτημα τους, ο Ερρίκος ο Β' 86


έδωσε στον επίσκοπο το δικαίωμα να συλλάβει τον θρασύτατο παράνομο και να τον τιμωρήσει αλύπητα, δίχως καθυ­ στέρηση, με την ε σ χ ά τ η των ποινών. Όσο οι δυο Νορμανδοί συνωμοτούσαν εναντίον του Ρο­ μπέν, εκείνος, πανευτυχής, ζούσε ξέγνοιαστος και ήσυχος κάτω από τα καταπράσινα φύλλα του δάσους Σέργουντ. Ο Κόκκινος Γουίλ, αφού είχε κερδίσει την πολυαγαπη­ μένη του Μοντ, αισθανόταν ο πιο ευτυχής άνθρωπος του κόσμου. Όμοια με τον Ρομπέν και τη Μαριάν, ο Γουίλ και η γυναίκα του είχαν στήσει το νοικοκυριό τους μες στο δά­ σος, όπου ζούσαν όλοι μαζί αρμονικά και χαρούμενοι. Τ η ν ημέρα που παντρεύτηκε ο Ρομπέν, πολλά κοριτσό­ πουλα του Ν ό τ ι γ χ α μ ένιωσαν τις καρδιές τους να φλογίζο­ νται. Κ α θ ώ ς χόρευαν, οι όμορφες κόρες της Εύας περιεργά­ ζονταν κρυφά τους χαριτωμένους καβαλιέρους τους και αναρωτιούνταν, έ κ π λ η κ τ ε ς , πώς ήταν δυνατόν μέχρι σήμερα να τους φοβούνται· σκέφτονταν πως θα ήταν πολύ όμορφα να μοιραστούν μαζί τους, την περιπετειώδη ζ ω ή των ριψοκίνδυ­ νων συντρόφων. Άφησαν τούτη την κρυφή πεθυμιά να φω­ λιάσει στις αθώες καρδιές τους και οι άνθρωποι του δάσους, ενθουσιασμένοι, σκέφτηκαν αμέσως να επωφεληθούν όσο γινόταν καλύτερα απ' αυτή την κατάσταση. Π ο λ ύ σύντομα, τα όμορφα κορίτσια του Νότιγχαμ, δια­ πίστωσαν ότι τόσο τα λόγια των αντρών του Ρομπέν των Δασών, όσο και τα βλέμματα τους εκφράζανε μια ακατανί­ κ η τ η γοητεία. Α π ο τ έ λ ε σ μ α αυτής της ανακάλυψης ήταν να πνιγεί στη δουλειά ο αδελφός Τ α κ , αφού από το πρωί ως το βράδυ ευ­ λογούσε γάμους. Κ α θ ώ ς ήταν φυσικό, ο αγαθός καλόγερος αναρωτήθηκε μήπως αυτοί οι απανωτοί γάμοι ήταν μια πρωτόγνωρη επιδημία, και πόσοι ακόμα θα κολλούσαν. Το ερώτημα του, όμως, έμεινε αναπάντητο. Η μανία των γά87


μων έφτασε στο απόγειο της κι ύστερα κ α τ α λ ά γ ι α σ ε · οι γά­ μοι άρχισαν να λιγοστεύουν· ωστόσο, αξίζει να παρατηρή­ σουμε ότι τα συμπτώματα ήταν εξαιρετικά έντονα και ότι έτσι εξακολουθούν να είναι και στις μέρες μας. Η μικρή παροικία του δάσους, λοιπόν, ζούσε ευτυχισμέ­ να. Η σπηλιά, για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει, ήταν χ ω ­ ρισμένη σε κελιά και δώματα που τα χρησιμοποιούσαν μόνο για ύπνο. Τ ι ς ώρες της σχόλης και του φαγητού μαζεύονταν στα μεγάλα ξέφωτα, και μόνο το χειμώνα κατέβαιναν στο υπόγειο κρησφύγετο. Είναι δύσκολο να φανταστούμε πόσο ειρηνικά και ήρεμα ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι. Ήταν, όλοι τους σχεδόν, Σάξονες και δεμένοι μεταξύ τους όπως τα μέ­ λη μιας οικογένειας, αφού οι περισσότεροι είχαν υποφέρει σκληρά από την καταπίεση των Νορμανδών εισβολέων. Δυο κοινωνικές τάξεις έδιναν περισσότερο φόρο υποτέλειας στη συμμορία του Ρομπέν των Δασών: οι πλούσιοι Νορμανδοί άρχοντες και οι ιερωμένοι. Οι πρώτοι, επειδή είχαν κλέψει από τους Σάξονες τους τίτλους ευγενείας και την κληρονομιά των πατεράδων τους· οι δεύτεροι, επειδή αύξαιναν αδιάκοπα, σε βά­ ρος του λαού, τα ήδη σημαντικά πλούτη τους. Ο Ρομπέν φο­ ρολογούσε τους Νορμανδούς, αλλά αυτούς τους φόρους -πο­ λύ υψηλούς, α λ ή θ ε ι α - τους έπαιρνε χωρίς μάχες ή αιματο­ χυσίες. Οι άντρες του ακολουθούσαν πιστά τις διαταγές του νεαρού αρχηγού τους, γιατί τιμωρούσε την ανυπακοή με την ποινή του θανάτου. Α υ τ ή η αυστηρή πειθαρχία είχε δώσει μια εξαίρετη φήμη στο στρατό του Ρομπέν των Δασών, ο οποίος ήταν γνωστός για τον τίμιο και ιπποτικό χαρακτήρα του. Οι Νορμανδοί επιχείρησαν πολλές φορές ν' αναγκάσουν τους εύ­ θυμους άντρες να εγκαταλείψουν το κρησφύγετο τους, μά­ ταια, όμως. Τελικά, απηυδισμένοι από έναν αγώνα χωρίς αποτέλεσμα, έπαψαν να τους καταδιώκουν, και η αδιαφορία του Ερρίκου του Β' υποχρέωσε τους Νορμανδούς να ζουν σαν γείτονες με τους επικίνδυνους εχθρούς τους. 88


Μέσα στο πανέμορφο δάσος του Σέργουντ, η Μαριάν εί­ χε βρει πολλούς τρόπους να περνάει τις ώρες της και να δια­ σκεδάζει: ά λ λ ο τ ε περπατούσε με τον σύζυγο της στα όμορ­ φα φιδωτά μονοπάτια του δάσους και ά λ λ ο τ ε έπαιζε τα παι­ χνίδια που συνήθιζαν τότε. Χ ά ρ η στον Ρομπέν, είχε απο­ κτήσει μια σπάνια και πολύτιμη σ υ λ λ ο γ ή από γεράκια, και περνούσε ώρες ατελείωτες μαζί τους, να τα φροντίζει και να τα εκπαιδεύει. Ωστόσο, πιότερο από καθετί ά λ λ ο , η Μαριάν προτιμούσε να παίζει με το τόξο. Ακούραστος, υπομονετι­ κός, ο Ρομπέν δίδασκε στη νεαρή γυναίκα του όλα τα μυ­ στικά της τοξοβολίας. Η Μαριάν παρακολουθούσε με επι­ μονή τα μαθήματα και κανένας μαθητής δεν ήταν ποτέ πιο υπάκουος και προσεχτικός από εκείνη· έτσι, έγινε γρήγορα μια τοξότρια πρώτης τάξεως. Έ ν α ς χρόνος κύλησε, ένας χρόνος γεμάτος χαρά, ευτυ­ χία και γιορτές. Ο Α λ α ν του Β α λ (έτσι θ' αποκαλούμε πια τον ιππότη με το όνομα της περιοχής όπου βρίσκονταν τα κτήματα του) είχε γίνει πατέρας, αφού είχε δεχτεί απ' τον Θεό την ευλογία μιας κόρης· ο Ρομπέν και ο Γουίλιαμ είχαν ο καθένας από έναν υπέροχο γιο και γιόρτασαν αυτά τα χα­ ρούμενα γεγονότα με φαγοπότια και χορούς. Έ ν α πρωί, ο Ρομπέν των Δασών, ο Κόκκινος Γουίλ και ο Ζανούλης είχαν συγκεντρωθεί κάτω από μια βελανιδιά, που την ονόμαζαν Δέντρο της Σύναξης, γιατί τη χρησιμο­ ποιούσαν κάθε φορά ως σημείο συγκέντρωσης του στρατού τους, όταν ακούστηκε ένας ανεπαίσθητος θόρυβος. - Κ ά ν τ ε ησυχία! είπε ξαφνικά ο Ρομπέν. Ακούω πέταλα αλόγου στο ξέφωτο. Πηγαίνετε να δείτε μήπως μας έρχεται κάποιος καλεσμένος· καταλαβαίνεις τι εννοώ, Ζανούλη; - Βεβαίως, και θα σου φέρω τον καβαλάρη, αν αξίζει την τ ι μ ή να μοιραστεί το γεύμα σου. - Θα 'ναι διπλά καλοδεχούμενος, συνέχισε ο Ρομπέν γε­ λώντας, γιατί έχω αρχίσει να πεινάω φοβερά. 89


Ο Ζανούλης και ο Γουίλ γλίστρησαν μέσα απ' την πυ­ κνή βλάστηση προς το μονοπάτι που ακολουθούσε ο ταξι­ διώτης, και πολύ γρήγορα κατάφεραν να τον εντοπίσουν. - Μα την άγια λειτουργία! Αυτός ο φτωχοδιάβολος έχει τα χάλια του και πάω στοίχημα ότι δεν νοιάζεται και τόσο για την περιουσία του. - Ναι, ομολογώ ότι ο καβαλάρης μας δείχνει να έχει τα χάλια του, συμφώνησε ο Ζανούλης, Ίσως, όμως, το φτωχό παρουσιαστικό του να είναι μασκαριλίκι, για να μπορέσει να διασχίσει ατιμώρητος το δάσος του Σέργουντ. - Μπορεί να ξέρει να κρύβεται, εμείς όμως θα του δείξου­ με πως είμαστε πιο πονηροί από την αφεντιά του. Μολονότι φορούσε στολή ιππότη, η πρώτη ματιά που έριχνες στον ταξιδιώτη σ' έκανε να τον λυπάσαι. Τα ρούχα του κυμάτιζαν ακατάστατα, θαρρείς και η θ λ ί ψ η τον έκανε να παραμελεί την εμφάνιση του. Η βαθιά φωνή του Ζανούλη έβγαλε απότομα τον ξένο από την ονειροπόληση του, - Καλημέρα, ξένε! φώναξε ο φίλος μας, προβάλλοντας μπροστά στον ταξιδιώτη. Καλωσόρισες στο πράσινο δάσος· σε περιμέναμε με ανυπομονησία. - Με περιμένατε; ρώτησε ο άγνωστος κι έριξε στο χα­ ρούμενο πρόσωπο του Ζανούλη ένα βλέμμα γεμάτο θ λ ί ψ η . - Μ ά λ ι σ τ α , άρχοντα, συνέχισε ο Κόκκινος Γουίλ, ο κύπ­ ριος μας σε γυρεύει παντού, περιμένει εδώ και τρεις ώρες να έρθεις, για να καθίσεις στο τραπέζι. - Μα κανείς δεν ήξερε πως θα περνούσα από 'δώ, απο­ κρίθηκε ο ξένος απορημένα. Κ ά ν ε τ ε λάθος, δεν είμαι εγώ ο καλεσμένος που περιμένει ο κύριος σας. - Με το συμπάθειο, άρχοντα μου, α λ λ ά εσύ είσαι· έμαθε ότι θα περνούσες σήμερα από το δάσος του Σέργουντ. - Αδύνατον, αδύνατον, επανέλαβε ο ξένος. - Α λ ή θ ε ι α σου λ έ μ ε , επέμενε ο Γουίλ. 90


- Κ α ι πώς λέγεται ο κύριος σας, που φέρεται τόσο ευγε­ νικά απέναντι σ' έναν φτωχό ταξιδιώτη; - Ρομπέν των Δασών, απάντησε ο Ζανούλης, κρύβοντας ένα χαμόγελο. - Ρομπέν των Δασών, ο διάσημος άνθρωπος του δάσους; ρώτησε ο ξένος φανερά έκπληκτος. - Ακριβώς, άρχοντα μου. - Ε δ ώ και καιρό μού μιλούν γι' αυτόν, πρόσθεσε ο ταξι­ διώτης, και η ευγενική συμπεριφορά του μου εμπνέει ειλικρι­ νά τη συμπάθεια. Χαίρομαι ειλικρινά που θα 'χω την ευκαι­ ρία να βρεθώ κοντά στον Ρομπέν των Δ α σ ώ ν έχει πολύ τί­ μια και πιστή καρδιά. Δ έ χ ο μ α ι , λοιπόν, με χαρά την ευγενι­ κή του πρόσκληση, αν και δεν μπορώ να καταλάβω πώς έμαθε ότι θα περνούσα από τα μέρη του. - Θα σου το πει ο ίδιος, με μ ε γ ά λ η του ευχαρίστηση, αποκρίθηκε ο Ζανούλης. - Τ ό τ ε , ας γίνει όπως θ έ λ ε τ ε , γενναίοι άνθρωποι του δά­ σους· προχωρήστε μπροστά κι εγώ θα σας ακολουθήσω. Ο Ζανούλης έπιασε το μουλάρι του ταξιδιώτη από τα χαλινάρια και το οδήγησε στο μονοπάτι που κ α τ έ λ η γ ε στο σταυροδρόμι, όπου περίμενε ο Ρομπέν των Δασών. Ο Γουίλ ερχόταν πίσω από τον ταξιδιώτη. Ο Ζανούλης πίστευε ακράδαντα πως αυτό το θλιβερό και φτωχικό παρουσιαστικό ήταν μια μεταμφίεση, που είχε σκαρφι­ στεί ο ταξιδιώτης, για την περίπτωση κακού συναπαντήματος. Ο Γουίλιαμ, από την ά λ λ η , σκεφτόταν, πιο σωστά ίσως, πως ο ταξιδιώτης ήταν ένας κακομοίρης, απ' τον οποίο δεν θα είχαν άλλο κέρδος, παρά να τον δουν να τρώει ένα πλούσιο δείπνο. Ο ξένος και οι συνοδοί του δεν άργησαν να φτάσουν μπρο­ στά στον Ρομπέν, ο οποίος χαιρέτησε τον νεοφερμένο και, έκ­ πληκτος με την-άθλια εμφάνιση του, β ά λ θ η κ ε να τον πε­ ριεργάζεται καθώς εκείνος διόρθωνε όπως όπως τα φτωχικά του ρούχα. Έ ν α ύφος υπέρτατης αξιοπρέπειας συνόδευε τις 91


κινήσεις του αγνώστου και ο Ρομπέν κατέληξε γρήγορα στο ίδιο συμπέρασμα με τον Ζανούλη: ότι, δηλαδή, ο ταξιδιώτης παράσταινε τον μελαγχολικό και πως με τα φθαρμένα ρού­ χα του ή θ ε λ ε να προστατέψει το πουγκί του. Ωστόσο, ο νεα­ ρός αρχηγός υποδέχτηκε ανοιχτόκαρδα τον θλιμμένο άγνω­ στο, του πρόσφερε κάθισμα και πρόσταξε έναν από τους άντρες του να φροντίσει το μουλάρι του. Σέρβιραν ένα εξαίσιο γεύμα πάνω στο γρασίδι και, όπως λέει ένα παλιό τραγούδι: «Ψωμί, κρασί και ζαρκαδιου κοψίδια άφθονα προσφέρθηκαν κανείς δεν έλειπε απ' τους καλεσμένους του δάσους, ως και τα πουλάκια ευφράνθηκαν...» Μ ε τ ά το γεύμα, ο Ρομπέν και ο «καλεσμένος» του ξά­ πλωσαν κάτω απ' τα πυκνά φυλλώματα των ψηλών δέντρων κι άρχισαν να μιλούν ανοιχτόκαρδα. Οι απόψεις που διατύπω­ νε ο ιππότης για τους ανθρώπους και τα πράγματα προξένη­ σαν κ α λ ή εντύπωση στον Ρομπέν, ο οποίος, ωστόσο, δεν μπο­ ρούσε να πιστέψει πως η φτωχική εμφάνιση του καλεσμένου του ήταν αληθινή. Α π ' όλα τα ελαττώματα, ο Ρομπέν σιχαι­ νόταν το ψέμα· ο ειλικρινής και ανοιχτός χαρακτήρας του δεν ανεχόταν την πονηριά. Έ τ σ ι , παρά την εκτίμηση που αισθα­ νόταν πια για τον ιππότη, αποφάσισε να τον αναγκάσει να πληρώσει -και με το παραπάνω- την αξία του γεύματος. Δεν άργησε να του παρουσιαστεί η ευκαιρία όταν ο ξένος, αφού είπε διάφορα εναντίον της ανθρώπινης αχαριστίας, πρόσθεσε: - Ν ι ώ θ ω τόση περιφρόνηση γ ι ' αυτό το ελάττωμα, που δεν μου κάνει πια καμιά εντύπωση· σας διαβεβαιώνω, όμως, ότι εγώ δεν θα φανώ ποτέ αχάριστος. Επίτρεψέ μου, Ρομπέν των Δασών, να σ' ευχαριστήσω από βάθους καρδιάς για τη φιλική σου υποδοχή, κι αν ποτέ η τ ύ χ η σε φέρει κοντά στο 92


μοναστήρι της Α γ ι α ς Μαρίας,, μην ξεχάσεις ότι στον πύργο της Κοιλάδας θα βρεις στοργική και εγκάρδια φιλοξενία. - Αρχοντα ιππότη, αποκρίθηκε ο νεαρός άντρας, εκείνοι που υποδέχομαι μες στο καταπράσινο δάσος, δεν επιβαρύνο­ νται ποτέ με τη δική μου επίσκεψη. Σε όσους έχουν πραγμα­ τικά ανάγκη από ελεημοσύνη κι ένα καλό γεύμα, προσφέρω ευχαρίστως μια θέση στο τραπέζι μου· δεν είμαι, όμως, τόσο γενναιόδωρος με τους ταξιδιώτες που μπορούν να πληρώσουν για τη φιλοξενία μου. Θα φοβόμουν μήπως πληγώσω την πε­ ρηφάνια ενός ανθρώπου που έχει όλα τ' αγαθά της γης, αν του έδινα δωρεάν τα κυνήγια μου και το κρασί μου. Θεωρώ πως είναι πιο σωστό για εκείνον και για μένα, να του πω: «Τούτο το δάσος είναι ένα πανδοχείο, εγώ είμαι ο κάπελας και σερβιτόροι είναι οι εύθυμοι άντρες μου. Σαν ευγενικός επι­ σκέπτης, πλήρωσε ελεύθερα γι' αυτά που κατανάλωσες». Ο ιππότης έβαλε τα γέλια. - Να, είπε, μια ευχάριστη άποψη των πραγμάτων κι ένας έξυπνος τρόπος να εισπράττεις φόρους. Πριν από λίγες μέ­ ρες, άκουσα να παινεύουν τον ευγενικό τρόπο με τον οποίο ξεφορτώνεις τους ταξιδιώτες από τα περίσσια πλούτη τους· ποτέ, όμως, δεν μου το 'χαν εξηγήσει τόσο ξεκάθαρα. - Ωραία, λοιπόν, άρχοντα ιππότη, θα σου το εξηγήσω ακόμα καλύτερα! Μ' αυτά τα λόγια, ο Ρομπέν πήρε το βούκινο και το έφε­ ρε στα χ ε ί λ η του. Ο Ζανούλης και ο Κόκκινος Γουίλ έτρε­ ξαν αμέσως στο κάλεσμα. - Κύριε ιππότη, συνέχισε ο Ρομπέν των Δασών, εδώ τε­ λειώνει η φιλοξενία· πλήρωσε, σε παρακαλώ, οι ταμίες μου περιμένουν τα χρήματα σου. - Αφού θεωρείς ότι το δάσος είναι πανδοχείο, τότε κι ο λογαριασμός βγαίνει ανάλογα με την έκταση του; ρώτησε ο ιππότης με ήρεμη φωνή. - Ακριβώς. 93


- Κ α ι χρεώνεις τις ίδιες τιμές σε έναν ιππότη, έναν βαρό­ νο, έναν δούκα κι έναν Ά γ γ λ ο ευπατρίδη; - Τ ι ς ίδιες, αποκρίθηκε ο Ρομπέν των Δασών, κι έτσι πρέπει· δεν θα 'θελες, φαντάζομαι, ένας φτωχός χωριάτης σαν εμένα να φιλοξενήσει δωρεάν έναν ιππότη με οικόσημο, έναν κόμη, έναν δούκα ή έναν πρίγκιπα! Δ ε ν θα ήταν διόλου καθωσπρέπει. - Έ χ ε ι ς μ ε γ ά λ ο δίκιο, αγαπητέ μου οικοδεσπότη. Φο­ βάμαι, όμως, ότι θα σχηματίσεις πολύ ά σ χ η μ η γνώμη για τον καλεσμένο σου, όταν ακούσεις ότι μοναδική του περιου­ σία είναι δέκα τάλιρα. - Θα μου επιτέψεις ν' αμφισβητήσω αυτόν τον ισχυρισμό, ιππότη, αποκρίθηκε ο Ρομπέν. - Α γ α π η τ έ μου οικοδεσπότη, κ α λ ώ τους συντρόφους σου να ψάξουν στα ρούχα μου, για να βεβαιωθούν ότι λ έ ω τη σκληρή αλήθεια. Ο Ζανούλης, που σπάνια έχανε την ευκαιρία να δείξει τη σβελτάδα του, βιάστηκε να υπακούσει. - Ο ιππότης λέει αλήθεια, φώναξε ο Ζανούλης απογοη­ τευμένος. Έ χ ε ι μόνο δέκα τάλιρα. - Κι αυτό το ασήμαντο ποσό αντιπροσωπεύει τούτη τη σ τ ι γ μ ή ό λ η την περιουσία μου, πρόσθεσε ο ξένος. - Ώ σ τ ε καταβρόχθισες ό λ η την κληρονομιά σου; ρώτησε ο Ρομπέν γελώντας. Ή μήπως αυτή η κληρονομιά δεν ήταν μεγάλη; - Η περιουσία μου ήταν σημαντική, απάντησε ο ιππότης, και δεν τη σπατάλησα καθόλου. - Μα πώς γίνεται, τότε, να είσαι τόσο φτωχός; Θα πρέπει κι εσύ να παραδεχτείς πως η τωρινή σου κατάσταση μοιάζει να είναι αποτέλεσμα ασωτίας. - Τα φαινόμενα απατούν, α λ λ ά για να σας δώσω να κα­ ταλάβετε τη συμφορά μου, πρέπει να σας διηγηθώ μια θ λ ι ­ βερή ιστορία. 94


- Άρχοντα ιππότη, σ' ακούω με ό λ η μου την καρδιά και αν μπορώ να φανώ χρήσιμος, είμαι στη διάθεση σου. - Ξέρω, ευγενικέ Ρομπέν των Δασών, ότι συμπαθείς και προστατεύεις γενναιόδωρα τους καταπιεσμένους... - Άρχοντα, μη χάνουμε χρόνο, σε παρακαλώ... ας ασχο­ ληθούμε με τα πράγματα που μας ενδιαφέρουν. - Λέγομαι Ρίτσαρντ, άρχισε ο ξένος, κι η φαμελιά μου κρατάει από τον βασιλιά Έ θ ε λ ρ ε ν τ . - Τ ό τ ε , είσαι Σάξονας; είπε ο νεαρός άντρας. - Μ ά λ ι σ τ α , και η αριστοκρατική κ α τ α γ ω γ ή μου στάθη­ κε αφορμή για πολλές συμφορές. - Ε π ί τ ρ ε ψ έ μου να σφίξω το χέρι ενός αδελφού, φώναξε ο Ρομπέν των Δασών μ' ένα χαρούμενο χαμόγελο στα χ ε ί λ η . Οι Σάξονες, πλούσιοι ή φτωχοί, είναι ευπρόσδεκτοι δωρεάν στο δάσος του Σέργουντ. Ο ιππότης ανταποκρίθηκε με θέρμη στο αγκάλιασμα του οικοδεσπότη του και συνέχισε: - Με αποκαλούν Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, γιατί ο πύρ­ γος μου βρίσκεται στη μέση μιας μ ε γ ά λ η ς έκτασης, δυο μί­ λια περίπου από το μοναστήρι της Α γ ί α ς Μαρίας. Πα­ ντρεύτηκα αρκετά νέος, με μια γυναίκα που την αγαπούσα από την πολύ τρυφερή μου ηλικία κι ο Θεός ευλόγησε την ένωση μας με ένα γιο. Π ο τ έ , πατέρας και μητέρα δεν αγά­ πησαν το παιδί τους όπως εμείς αγαπάμε τον Χέρμπερτ μας, και ποτέ ένα παιδί δεν άξιζε περισσότερο αυτή την υπερβολική αγάπη. Ε ί χ α μ ε πολλά πάρε-δώσε με το μονα­ στήρι της Α γ ί α ς Μαρίας κι είχα δεθεί πολύ στενά με τους μοναχούς. Μ ι α μέρα, ένας δόκιμος μοναχός, που του είχα δείξει τη συμπάθεια μου, ζήτησε να μου μιλήσει κι αφού με πήρε παράμερα, μου είπε: »- Σερ Ρίτσαρντ, σήμερα είναι η παραμονή της μέρας που θα δώσω όρκο αμετάκλητο· αύριο θ' αποχωριστώ για πάντα τα εγκόσμια κι αφήνω δίπλα στον τάφο της μητέρας μου μια 95


δύστυχη ορφανή, χωρίς περιουσία και χωρίς στήριγμα. Έ χ ω αφιερώσει ό λ η μου τη ζωή στον Θεό, κι ελπίζω οι στερήσεις της μονής να μου δώσουν το κουράγιο ν' αντέξω για λίγα χρόνια ακόμα το βάρος της ζωής. Σας ζητώ, στο όνομα της θείας Πρόνοιας, να λυπηθείτε τη δύστυχη κορούλα μου. »- Α γ α π η μ έ ν ε μου αδελφέ, είπα στον δύστυχο, σ' ευχα­ ριστώ για την εμπιστοσύνη σου και, εφόσον αποθέτεις τις ελπίδες σου σ' εμένα, δεν πρόκειται να σε απογοητεύσω· η κόρη σου θα γίνει και δική μου κόρη. »— Ο αδελφός, συγκινημένος απ' αυτό που αποκάλεσε «γενναιοδωρία μου», με ευχαρίστησε θερμά και, μετά από δική μου παράκληση, έστειλε να φέρουν την κορούλα του. Δ ε ν μπορώ να περιγράψω πόσο συγκινήθηκα, όταν αντίκρι­ σα αυτό το παιδί. Ήταν δώδεκα χρόνων, λ ε π τ ή , ψ η λ ή , εξαι­ ρετικά κομψή με μακριά, ξανθά μ α λ λ ι ά που σκέπαζαν με μεταξένιες μπούκλες τους χαριτωμένους ώμους της. Μ ό λ ι ς μπήκε στην αίθουσα όπου την περίμενα, χαιρέτησε ευγενικά και στύλωσε στο πρόσωπο μου τα μεγάλα, μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ά μάτια της. Ό π ω ς καταλαβαίνεις, αγαπητέ μου οικοδεσπό­ τ η , αυτό το χαριτωμένο κορίτσι μού έ κ λ ε ψ ε την καρδιά· πή­ ρα τα χέρια της στα δικά μου και της έδωσα ένα πατρικό φι­ λί στο μέτωπο. »- Β λ έ π ε τ ε κι εσείς, σερ Ρίτσαρντ, μου είπε ο καλόγερος, αυτό το τρυφερό παιδί αξίζει μια στοργική προστασία. »- Ν α ι , αδελφέ μου, και ομολογώ ότι ποτέ στη ζωή μου τα μάτια μου δεν θαύμασαν πιο γοητευτικό πλάσμα. »- Η Λ ί λ α μοιάζει πολύ με τη δύστυχη μητέρα της, μου αποκρίθηκε ο καλόγερος, και όποτε τη βλέπω η θ λ ί ψ η μου μεγαλώνει, απομακρύνει το πνεύμα μου από τα πράγματα τ' ουρανού, φέρνει τις σκέψεις μου στο τρυφερό πλάσμα που κοιμάται κάτω από την κρύα ταφόπετρα. Υιοθετήστε το αγαπημένο μου παιδί, σερ Ρίτσαρντ, δεν θα μετανιώσετε πο­ τέ γ ι ' αυτή τη φιλάνθρωπη πράξη. Η Λ ί λ α έχει εξαίρετα 96


προτερήματα, αξιαγάπητο χαρακτήρα, είναι ευλαβική, τρυ­ φερή και κ α λ ή . »- Θα είμαι ο πατέρας της, ένας τρυφερός πατέρας, απο­ κρίθηκα συγκινημένος. »- Η καημένη η μικρούλα μάς άκουγε έ κ π λ η κ τ η και, κοιτάζοντας ανήσυχη με τα μεγάλα γαλάζια μάτια της μια εμένα και μια τον πατέρα της, είπε: » - Πατέρα μου, θέλετε... »- Θ έ λ ω την ευτυχία σου, αγαπημένη μου κόρη, αποκρί­ θ η κ ε ο καλόγερος. Ε μ ε ί ς , πρέπει να χωρίσουμε. »- Δ ε ν θα προσπαθήσω να σου περιγράψω, αγαπητέ μου οικοδεσπότη, τη συγκινητική σκηνή που ακολούθησε μετά τις εξηγήσεις που έδωσε ο καλόγερος στο απαρηγόρητο παι­ δί του· έκλαψε κι εκείνος μαζί της και όταν ο δυστυχής μού έκανε ένα νεύμα, πήρα τη Λ ί λ α από την αγκαλιά του και την οδήγησα έξω από το μοναστήρι. Τις πρώτες μέρες που εγκα­ ταστάθηκε στον πύργο, η Λ ί λ α ήταν θ λ ι μ μ έ ν η και ανήσυχη· ο χρόνος, όμως, και η ευγενική συντροφιά του γιου μου, Χ έ ρ μπερτ, κατόρθωσαν να απαλύνουν τον πόνο της. Τα δυο παι­ διά μεγάλωσαν το ένα δίπλα στο ά λ λ ο και όταν η Λ ί λ α έγι­ νε δεκαέξι χρόνων και ο Χέρμπερτ είκοσι, κατάλαβα ότι αγαπιούνταν πολύ τρυφερά. »- Α υ τ έ ς οι νεανικές καρδιές, είπα τότε στη γυναίκα μου, δεν έχουν γνωρίσει τη θ λ ί ψ η · ας τις προστατεύσουμε από τις παγίδες της. Ο Χέρμπερτ λατρεύει τη Λ ί λ α κι εκείνη, από τη μεριά της, αγαπάει με πάθος τον αγαπημένο μας γιο. Δ ε ν μας ενδιαφέρει διόλου η καταγωγή της· μπορεί ο πατέρας της να ήταν άλλοτε ένας φτωχός Σάξονας αγρότης, σήμερα όμως είναι ένας άγιος άνθρωπος. Χ ά ρ η στις φροντίδες μας, η Λ ί λ α έχει όλα τα. προτερήματα που ομορφαίνουν το φύλο της: αγαπάει τον Χέρμπερτ, θα του είναι πιστή σύντροφος. »- Η γυναίκα μου συμφώνησε μ' ό λ η την καρδιά της να παντρευτούν τα δυο παιδιά μας, και τ' αρραβωνιάσαμε την 97


ίδια κιόλας μέρα. Η σ τ ι γ μ ή που είχαμε ορίσει γ ι ' αυτή την ευτυχισμένη ένωση πλησίαζε, όταν ένας Νορμανδός ιππό­ της, ιδιοκτήτης μιας μικρής περιοχής κοντά στο Λάνκασαϊρ, ήρθε να επισκεφθεί το μοναστήρι της Α γ ί α ς Μαρίας. Αυτός ο Νορμανδός είχε δει κι είχε θαυμάσει τον πύργο μ ο υ · τον κυρίευσε μεμιάς ο πόθος να τον κάνει δικό του. Χ ω ­ ρίς να δείξει αυτή τη σφοδρή λαχτάρα του, κατάφερε να μά­ θει πως είχα υπό την πατρική προστασία μου ένα κορίτσι της παντρειάς. Λογαριάζοντας ότι θα έδινα ένα μέρος της περιουσίας μου σαν προίκα στη Λ ί λ α , ο Νορμανδός εμφανί­ στηκε μια ωραία μέρα στην π ύ λ η μου και, με το πρόσχημα να επισκεφθεί τον πύργο, κατόρθωσε να μπει στον στενό οι­ κογενειακό μας κύκλο. Ό π ω ς σου είπα, Ρομπέν, η Λ ί λ α εί­ ναι εξαιρετικά όμορφη και η παρουσία της πυρπόλησε τη φα­ ντασία του επισκέπτη μου· ήρθε ξανά στον πύργο και μου εκμυστηρεύτηκε τον έρωτα του για τη μνηστή του γιου μου. Δ ε ν αρνήθηκα την ευγενική προσφορά του Νορμανδού, αλ­ λά τον πληροφόρησα για τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η νεαρή κοπέλα, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι η Λ ί λ α ήταν ελεύθερη να δώσει το χέρι της σε όποιον ή θ ε λ ε εκείνη. Τ η ν βρήκε, λοιπόν, και της μίλησε. Η Λ ί λ α αρνήθηκε ευγενικά, α λ λ ά οριστικά: αγαπούσε τον Χέρμπερτ. Ο Νορμανδός εξοργίστηκε κι έφυγε από τον πύργο, απειλώντας να μας εκ­ δικηθεί για την αυθάδειά μας, όπως είπε. Σ τ η ν αρχή, γελά­ σαμε με τις απειλές του. Γρήγορα, όμως, τα γεγονότα μάς έδειξαν ότι μιλούσε σοβαρά. »- Δυο μέρες μετά την αναχώρηση του Νορμανδού, ο πρωτότοκος γιος ενός από τους ανθρώπους μου ήρθε να μου πει πως ε ί χ ε συναντήσει, τέσσερα μίλια περίπου μακριά από τον πύργο, τον ξένο που με είχε επισκεφθεί, να μεταφέρει στα μπράτσα του τη δύστυχη κόρη μου, που έκλαιγε. Α υ τ ά τα νέα μάς έριξαν σε φριχτή απελπισία· δεν μπορούσα να το 98


πιστέψω, εκείνο το παιδί όμως μου έδωσε αδιάσειστες απο­ δείξεις για τη συμφορά που μας είχε βρει. »- Σερ Ρίτσαρντ, μου είπε, σας λέω την αλήθεια, και ακούστε πώς βεβαιώθηκα για την απαγωγή της μις Λίλα. Καθόμουν στην άκρη του δρόμου, όταν ένας καβαλάρης, που κρατούσε σφιχτά μπροστά του, πάνω στ' άλογο, μια γυναίκα η οποία έκλαιγε, και που τον ακολουθούσε ο υπηρέτης του, σταμάτησε λίγα βήματα μακριά μου· είχε σπάσει η σαγή του αλόγου του και με φώναξε άγρια να τον βοηθήσω. Πλησίασα και είδα τη μις Λ ί λ α να στρίβει τα χέρια της για να τ' απε­ λευθερώσει. «Φτιάξε τα χαλινάρια», μου είπε απότομα ο κα­ βαλάρης. Υπάκουσα και, χωρίς να με δει, έκοψα το λουρί της σέλας· μετά, κάνοντας πως κοιτάζω αν τα χαλινάρια ήταν εντάξει, κατάφερα να μπήξω ένα πετραδάκι σε μια οπλή του αλόγου. Ύστερα, ήρθα τρέχοντας να σας ειδοποιήσω. »- Ο γιος μου, ο Χέρμπερτ, δεν χρειάστηκε ν' ακούσει πε­ ρισσότερα - κατέβηκε στους στάβλους, σέλωσε ένα άλογο κι έφυγε καλπάζοντας. Η κατεργαριά του νεαρού αγρότη έπια­ σε τόπο κι όταν ο Χέρμπερτ έφτασε τον Νορμανδό, εκείνος είχε πέσει από τ' άλογο. Έ γ ι ν ε μια τρομερή μονομαχία ανά­ μεσα σ' αυτόν και τον γιο μου· το δίκαιο όμως θριάμβευσε και ο γιος μου σκότωσε τον απαγωγέα. Μ ό λ ι ς έγινε γνωστός ο θάνατος του Νορμανδού, έστειλαν ένα τσούρμο στρατιώτες για να βρουν τον γιο μου. Έκρυψα τον Χέρμπερτ κι έστειλα στον βασιλιά μια ταπεινή παράκληση. Πληροφόρησα τη Μ ε ­ γαλειότητα του για την ελεεινή συμπεριφορά του Νορμαν­ δού, περιέγραψα πώς μονομάχησε ο γιος μου με τον εχθρό του και πώς τον σκότωσε. Ο βασιλιάς μού πρότεινε να εξα­ γοράσω τη χάρη του Χέρμπερτ, πληρώνοντας σημαντικά λύτρα. Ευτυχισμένος με τη μεγαλοψυχία του βασιλιά, φρό­ ντισα αμέσως να ικανοποιήσω την επιθυμία του. Έ τ σ ι , άδει­ ασα το σεντούκι μου, πούλησα τα σερβίτσια και τα έπιπλα μου, α λ λ ά ακόμα κι όταν τα έδωσα όλα, μου έλειπαν ακόμα 99


τετρακόσια χρυσά σκούδα. Τ ό τ ε , ο αβάς της Α γ ί α ς Μαρίας μού πρότεινε να μου δανείσει, με εξασφάλιση μια υποθήκη, το ποσό που χρειαζόμουν· εννοείται ότι δέχτηκα με χαρά την ευ­ γενική του προσφορά. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, για να πάρω το δάνειο, να του πουλήσω εικονικά τα κτήματα μου, από τα οποία θα είχε τα έσοδα για έναν ολόκληρο χρόνο. Αν την τε­ λευταία μέρα του δωδέκατου μήνα εκείνου του χρόνου δεν του επέστρεφα τα τετρακόσια χρυσά σκούδα, όλη μου η περιου­ σία θα γινόταν δική του. Τώρα ξέρεις σε ποια κατάσταση βρί­ σκομαι, αγαπητέ μου οικοδεσπότη, κατέληξε ο ιππότης. Πλησιάζει η μέρα που λ ή γ ε ι η προθεσμία κι εγώ έχω όλα κι όλα δέκα τάλιρα. - Πιστεύεις ότι ο αβάς της Α γ ί α ς Μαρίας θ' αρνηθεί να σου δώσει προθεσμία για να εξοφλήσεις τα χρέη σου; ρώτη­ σε ο Ρομπέν των Δασών. - Αλίμονο, είμαι σίγουρος ότι δεν θα μου δώσει ούτε ώρα παραπάνω, ούτε ένα λεπτό. Αν δεν του μετρήσω μέσα στη συ­ γκεκριμένη προθεσμία ακόμα και το τελευταίο σκούδο, τα κτήματα μου θα γίνουν δικά του. Ζήτησα βοήθεια απ' αυτούς που, όταν ήμουν πλούσιος, έλεγαν πως ήταν φίλοι μου, αλλά οι μισοί μού αρνήθηκαν παγερά κι οι άλλοι μισοί με αγνόησαν δεν έχω κανέναν φίλο, Ρομπέν, είμαι τελείως μόνος. Τελειώνοντας, ο ιππότης έκρυψε το πρόσωπο του μες στα χέρια του που έτρεμαν κι ένας λυγμός .ξέφυγε από τα χείλια του, - Σερ Ρίτσαρντ, είπε ο Ρομπέν των Δασών, με λύπησε πο­ λύ η ιστορία σου. Ωστόσο, ο Θεός είναι μεγάλος και νομίζω ότι τούτη κιόλας τη στιγμή, σου στέλνει τη βοήθεια του απ' τον ουρανό. - Α χ , στέναξε ο ιππότης, αν είχα λίγο χρόνο ακόμα, ίσως κατάφερνα να εξοφλήσω τα χρέη μου. Δυστυχώς, όμως, η μόνη εγγύηση που μπορώ να προσφέρω είναι μια ευ­ χή στην Παρθένα Μαρία. 100


- Δ έ χ ο μ α ι την εγγύηση, είπε ο Ρομπέν, και στο όνομα της Α γ ί α ς Μητέρας του Θεού, της προστάτιδας μας, θα σου δανείσω τα τετρακόσια χρυσά σκούδα που χρειάζεσαι. Ο ιππότης έβγαλε μια κραυγή. - Ε σ ύ , Ρομπέν των Δασών! Α, να 'σαι χίλιες φορές ευ­ λογημένος! Ορκίζομαι, με ό λ η την ειλικρίνεια της καρδιάς μου, ότι θα σου επιστρέψω αυτό το ποσό. - Το ελπίζω, ιππότη. Ζανούλη, πρόσθεσε ο Ρομπέν, ξέ­ ρεις την κρυψώνα του θησαυρού - μιας κι είσαι ο ταμίας του δάσους, πήγαινε να μου φέρεις τετρακόσια σκούδα. Κι εσύ, Γουίλ, κάνε μου τη χάρη να ψάξεις στην γκαρνταρόμπα μου μήπως βρεις ρούχα αντάξια του καλεσμένου μας. - Ειλικρινά, Ρομπέν των Δασών, τέτοια καλοσύνη δεν την... ψ έ λ λ ι σ ε ο ιππότης. - Φτάνει, φτάνει, τον έκοψε ο Ρομπέν γελώντας. Κάνα­ με μια συμφωνία και σου οφείλω κάθε τ ι μ ή , εφόσον, στα μά­ τια μου, είσαι ένας απεσταλμένος της Α γ ί α ς Παρθένου. Γουίλ, φέρε μαζί με τα ρούχα και μερικές πήχες καλό ύφα­ σμα· μετά, βάλε καινούρια σέλα και γκέμια στον ψαρή που μας άφησε να τον προσέχουμε ο επίσκοπος του Χέρφορντ. Κι ακόμα, φίλε Γουίλ, πρόσθεσε σ' αυτά τα ταπεινά δώρα ό,τι νομίζεις πως θα φανεί χρήσιμο στον ιππότη. Ο Μικρός Ζαν και ο Γουίλ έτρεξαν βιαστικά να ε κ τ ε λ έ ­ σουν τις εντολές. - Ξάδελφε μου, είπε ο Μικρός Ζαν, τα δάχτυλα σου εί­ ναι πιο γρήγορα απ' τα δικά μου. Μέτρησε τα λεφτά κι εγώ θα μετρήσω το ύφασμα· για π ή χ η , θα χρησιμοποιήσω το τό­ ξο μου. - Ωραία, αποκρίθηκε ο Γουίλ γελώντας, το τόξο σου εί­ ναι ό,τι πρέπει. - Βεβαίως, θα δεις. Ο Ζανούλης πήρε το τόξο του στο ένα χέρι, με τ' ά λ λ ο ξε­ τύλιξε ένα τόπι υφάσματος και βάλθηκε δήθεν να μετράει. 101


- Συνέχισε, φίλε Ζανούλη, συνέχισε... όπως πας δεν θα σου φτάσει ολόκληρο το τόπι· μετράς τρεις πήχες για μία! Μπράβο! - Π ά ψ ε , επιτέλους! Τ ά χ α δεν ξέρεις πως ο Ρομπέν θα ήταν ακόμα πιο γενναιόδωρος αν βρισκόταν στη θέση μας; - Ε, τότε, να βάλω κι εγώ μερικά σκούδα παραπάνω, εί­ πε ο Γουίλιαμ. - Μερικές χούφτες παραπάνω, ξάδελφε· θα τα πάρουμε πίσω από τους Νορμανδούς. - Ορίστε, είμαστε έτοιμοι. Ο Ρομπέν, που κατάλαβε αμέσως την απλοχεριά του Ζανούλη και τη γενναιοδωρία του Γουίλ, χαμογέλασε και τους ευχαρίστησε με το βλέμμα. - Άρχοντα ιππότη, είπε ο Γουίλ, δίνοντας το χρυσάφι στον φιλοξενούμενο τους, κάθε μασούρι έχει εκατό σκούδα. - Μα είναι έξι μασούρια, φίλε μου! - Κάνεις λάθος, τέσσερα είναι, τον διόρθωσε ο Ρομπέν. Κι έπειτα, δεν έχει καμιά σημασία! Β ά λ ε τα λεφτά στο που­ γκί σου κι ας μη μιλήσουμε ά λ λ ο γ ι ' αυτά. - Κ α ι πόση προθεσμία μού δίνεις; ρώτησε ο ιππότης. - Ακριβώς ένα χρόνο από σήμερα, αν συμφωνείς κι εσύ, κι αν είμαι ακόμα ζωντανός, είπε ο Ρομπέν. - Δέχομαι. - Κ ά τ ω απ' αυτό το δέντρο. - Θα είμαι ακριβής στο ραντεβού, Ρομπέν των Δασών, τον διαβεβαίωσε ο ιππότης, σφίγγοντας με ευγνωμοσύνη τα χέ­ ρια του νεαρού αρχηγού. Πριν χωρίσουμε, όμως, επίτρεψέ μου να σου πω ότι όλα τα καλά λόγια που λένε για την ευγενική συμπεριφορά σου, δεν είναι τίποτα μπροστά σ' αυτά που γε­ μίζουν τούτη τη σ τ ι γ μ ή την καρδιά μου. Δ ε ν σώζεις μόνο τη ζωή μου, α λ λ ά και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. - Άρχοντα, αποκρίθηκε ο Ρομπέν των Δασών, είσαι Σά­ ξονας, κι αυτός ο τίτλος σού δίνει δικαιώματα στη φιλία μου· επιπλέον, σε τούτο το συναπάντημα μαζί μου είχες μια πα102


ντοδύναμη ασπίδα, τη συμφορά σου. Ε ί μ α ι αυτό που οι άν­ θρωποι αποκαλούν λ η σ τ ή ς , κλέφτης - ληστεύω, όμως, μό­ νο τους πλούσιους και δεν παίρνω τίποτα απ' τους φτωχούς. Απεχθάνομαι τη βία, δεν χύνω ποτέ αίμα· αγαπώ την πα­ τρίδα μου και σιχαίνομαι τους Νορμανδούς, γιατί είναι τύ­ ραννοι και άρπαγες. Μη με ευχαριστείς, δεν έκανα τίποτα το ξεχωριστό - δεν είχες κι εγώ σου έδωσα, άρα είναι απόλυτα δίκαιο. - Ό , τ ι και να πεις, μου φέρθηκες ευγενικά και γενναιό­ δωρα· εσύ, ένας ξένος, έκανες για μένα περισσότερα απ' όλους εκείνους που λένε πως είναι φίλοι- μου. Ο Θεός να σ' ευλογεί, Ρομπέν, γιατί ξανάφερες τη χαρά στην καρδιά μου. Παντού και πάντα θα διαλαλώ περήφανα πως σου χρω­ στάω χάρη και παρακαλώ, ειλικρινά, τον Θεό να μου κάνει μια μέρα τη χάρη να σου δείξω τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου. Αντίο, Ρομπέν, αντίο, αληθινέ μου φίλε· σ' ένα χρόνο, θα έρθω να εξοφλήσω το χρέος μου απέναντι σου. - Κ α λ ή αντάμωση, ιππότη, αποκρίθηκε ο Ρομπέν, σφίγ­ γοντας φιλικά τα χέρια του καλεσμένου του. Αν ποτέ γυρί­ σουν τα πράγματα και χρειαστώ τη βοήθεια σου, θα σου τη ζητήσω ανεπιφύλακτα. - Μακάρι να τα φέρει έτσι ο Θεός! Τ ό τ ε , θα σου αφιερω­ θώ ψ υ χ ή τε και σώματι. Ο σερ Ρίτσαρντ έσφιξε τα χέρια του Γουίλ και του Ζ α ­ νούλη και καβαλίκεψε το γκριζόασπρο φαρί του επισκόπου του Χέρφορντ. Πίσω του πήγαινε το μουλάρι του, φορτωμέ­ νο με τα δώρα του Ρομπέν των Δασών. Παρακολουθώντας τον καλεσμένο του να χάνεται στη στροφή του δρόμου, ο Ρομπέν είπε στους συντρόφους του: - Κάναμε έναν άνθρωπο ευτυχισμένο· γεμίσαμε καλά την ημέρα μας.

103


Ο επίσκοπος του Χέρφορντ

Ε δ ώ κι ένα μήνα, η Μαριάν και η Μοντ είχαν μετακομίσει στον πύργο του Μπάρνσντεϊλ. Για να ξαναβρούν, όμως, τον παλιό τους τρόπο ζωής, έπρεπε πρώτα να συνέλθουν· γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι δυο νεαρές γυναίκες είχαν γίνει μητέρες. Ο Ρομπέν των Δασών δεν μπόρεσε ν' αντέξει για πολύ την απουσία της πολυαγαπημένης συντρόφου του. Έ ν α πρωί, πήρε μαζί του μερικούς άντρες της συμμορίας του και τους εγκατέστησε στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ. Ο Γουίλιαμ, που είχε ακολουθήσει, φυσικά, τον νεαρό αρ­ χ η γ ό του, δήλωσε αμέσως ότι το υπόγειο κρησφύγετο που έσκαψαν βιαστικά απέναντι από τον πύργο, άξιζε πολύ πε­ ρισσότερο από εκείνο στο μεγάλο δάσος του Σέργουντ. Ο Ρομπέν και ο Γουίλιαμ, λοιπόν, ήταν ενθουσιασμένοι με αυτή την α λ λ α γ ή , όπως και δυο ακόμα γνωστοί μας νε­ αροί, ο Ζανούλης και ο Τρανός Κολλιτσίδας, ο γιος του μυ­ λωνά. Ο Ρομπέν αντιλήφθηκε γρήγορα πως ο Ζανούλης και ο Τρανός έλειπαν χωρίς λόγο στη διάρκεια της ημέρας. Κι όταν αυτό επαναλήφθηκε π ο λ λ έ ς φορές, θ έ λ η σ ε να μά­ θει την αιτία· ρώτησε, λοιπόν, και τον πληροφόρησαν πως η εξαδέλφη του η Γουίνιφρεντ, που αγαπούσε πολύ τους περι­ πάτους, είχε ζητήσει από τον Μικρό Ζαν να της δείξει τα πιο όμορφα μέρη στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ. «Ωραία», εί104


πε ο Ρομπέν, «εντάξει για τον Ζανούλη. Κ α ι ο Τρανός;» Του απάντησαν ότι η μις Μπάρμπαρα είχε την ίδια περιέρ­ γεια με την αδελφή της για τις ομορφιές της εξοχής και εί­ χε ζητήσει κι εκείνη από τον Ζανούλη να την συνοδεύει στους περιπάτους της· εκείνος όμως, αξιοθαύμαστα προσε­ χτικός, είπε στη νεαρή δεσποσύνη πως ήταν ήδη μ ε γ ά λ η ευ­ θύνη να προσέχει μια γυναίκα, και πως δεν ήταν μπορετό να δεχτεί τη συντροφιά της και τις επιπλέον υποχρεώσεις που θ' αναλάμβανε. Το αποτέλεσμα ήταν να προσφέρει ο Τρανός την προστασία του στη μις Μπάρμπαρα, που εκείνη την δέ­ χτηκε μετά χαράς. Έ ν α σούρουπο, μετά από μια ημέρα πολύ ζεστή, κι όταν ένας χλιαρός άνεμος άρχισε να δροσίζει την ατμόσφαιρα, η Μαριάν και η Μοντ, πιασμένες αγκαζέ με τον Ρομπέν και τον Γουίλιαμ, βγήκαν από τον πύργο για να κάνουν ένα με­ γάλο περίπατο στα μυρωδάτα ξέφωτα του δάσους. Η Γουί­ νιφρεντ και η Μπάρμπαρα ακολουθούσαν τα νεαρά ζευγά­ ρια, ενώ ο Ζανούλης με τον αχώριστο του Τρανό βάδιζαν σαν σκιές πίσω από τις δύο αδελφές. - Ε δ ώ , μπορώ και ανασαίνω, είπε η Μαριάν σηκώνοντας το χλομό πρόσωπο της στην αύρα. Μου φαίνεται ότι στο δώ­ μα, μου λείπει ο αέρας και βιάζομαι να πάρω το δρόμο του δάσους. αρέσει, λοιπόν, να ζεις στο δάσος; ρώτησε η μις Μπάρμπαρα. - Ναι, αποκρίθηκε η Μαριάν, έχει τόσο ήλιο, φως, σκιές, λουλούδια και φυλλώματα! - Ο Τρανός μού έλεγε" χτες, συνέχισε η Μπάρμπαρα, ότι το δάσος του Σέργουντ ξεπερνάει σ' ομορφιά το δάσος του Μπάρνσντεϊλ· θα πρέπει τότε να 'χει όλες τις ομορφιές της πλάσης, γιατί έχουμε κι εμείς εδώ υπέροχα μέρη. - Βρίσκεις ότι το δάσος του Μ π ά ρ ν σ ν τ ε ϊ λ είναι όμορφο, Μπάρμπαρα; ρώτησε ο Ρομπέν κρύβοντας ένα χαμόγελο. 105


- Ναι, αποκρίθηκε η νεαρή κοπέλα ζωηρά. Έ χ ε ι θαυμά­ σια τοπία. - Ποιο μέρος του δάσους σε γοητεύει περισσότερο, εξα­ δέλφη μου; - Δ ε ν θα μπορούσα ν' απαντήσω ξεκάθαρα στην ερώτη­ ση σου, Ρομπέν· αν θυμάμαι καλά, όμως, προτιμώ μια κοι­ λάδα που, δίχως ά λ λ ο , όμοια της δεν υπάρχει στο γέρικο δάσος του Σέργουντ. - Κ α ι πού βρίσκεται αυτή η κοιλάδα;... - Μακριά από 'δώ - δεν μπορείς, όμως, να διανοηθείς τί­ ποτα πιο χαριτωμένο, πιο σιωπηλό και πιο μυρωδάτο απ' αυτή τη γωνιά της γης. Φαντάσου, εξάδελφε μου, μια με­ γ ά λ η πλαγιά στρωμένη με γρασίδι, που στην κορφή της με­ γαλώνουν κάθε λογής δέντρα. Όταν τα φωτίζει ο ήλιος, τα φύλλα τους παίρνουν διάφορες αποχρώσεις και προσφέρουν μια θαυμάσια εικόνα: μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται ά λ λ ο τ ε μια σμαραγδένια κουρτίνα, ά λ λ ο τ ε ένα πολύχρωμο πέπλο. Η χ λ ό η που σκεπάζει την κοιλάδα μοιάζει με με­ γάλο, πράσινο χαλί· ούτε μια τσάκιση δεν ζαρώνει την επι­ φάνεια. Σ τ α ριζά των δέντρων και στην πλαγιά των λόφων, βάλε λουλούδια στο χρώμα της πορφύρας, της ίριδας και του χρυσού, βάλε στη βάση της σκιερής χαράδρας ένα ρυάκι που το νερό του κυλάει μουρμουρίζοντας ανάμεσα στις δυο όχθες του, και θα 'χεις μπροστά σου την όαση του δάσους του Μπάρνσντεϊλ. Κι έπειτα, συνέχισε η νεαρή κοπέλα, εί­ ναι όλα τόσο γαλήνια μέσα σ' αυτό το απολαυστικό κατα­ φύγιο, ο αέρας που ανασαίνεις εκεί είναι τόσο καθαρός, που νιώθεις την καρδιά σου να φουσκώνει από χαρά. Δ ε ν έχω δει στη ζωή μου ωραιότερο μέρος. - Πού βρίσκεται, λοιπόν, αυτή η μαγική κοιλάδα, Μπάρ­ μπαρα; ρώτησε με αφέλεια η Γουίνιφρεντ. - Ώ σ τ ε δεν ήσαστε μαζί; την διέκοψε ο Ρομπέν χαμογε­ λώντας. 106


- Ω, μαζί ήμαστε, προσπάθησε να τα μπαλώσει η Γουί­ νιφρεντ. Μόνο που χανόμαστε συνέχεια... όχι, ή θ ε λ α να πω πολύ συχνά... μερικές φορές, είναι το σωστότερο. Τ έ λ ο ς πά­ ντων, να, ο Μικρός Ζαν έπαιρνε λάθος μονοπάτι κι έτσι χ ω ­ ριζόμαστε· προσπαθούσαμε να ξαναβρεθούμε, α λ λ ά δεν ξέρω πώς γινόταν κι ανταμώναμε πάλι, λίγο πριν φτάσουμε στον πύργο. Πίστεψε με, χανόμαστε τελείως τυχαία. - Ναι, πράγματι, τελείως τυχαία, συνέχισε ο Ρομπέν με κοροϊδευτικό ύφος. Κανένας δεν λέει το αντίθετο. Ό μ ω ς , γιατί κοκκινίζεις, Μπάρμπαρα, γιατί χαμηλώνεις τα μάτια, Γουίνιφρεντ; Όπως βλέπετε, μ ή τ ε ο Ζανούλης μ ή τ ε ο Τρα­ νός δείχνουν αμήχανοι· ξέρουν καλά ότι χανόσαστε μες στο δάσος χωρίς να το καταλαβαίνετε! - Θ ε έ μου, ναι, πετάχτηκε ο Τρανός. Ήξερα πόσο λα­ τρεύει η μις Μπάρμπαρα την ησυχία και την απομόνωση, και γ ι ' αυτό την πήγα σ' αυτό το μέρος της κοιλάδας που σας περιέγραψε. - Θα πρέπει λοιπόν να πιστέψω, συνέχισε ο Ρομπέν, ότι η Μπάρμπαρα έχει μ ε γ ά λ η παρατηρητικότητα για να προ­ σέξει με μια μόνο ματιά όλα αυτά τα υπέροχα τοπία που μας περιέγραψε. Π ε ς μου, όμως, Μπάρμπαρα, μήπως βρήκες μέ­ σα σ' αυτή την όαση του Μπάρνσντεϊλ, όπως αποκάλεσες προηγουμένως την κοιλάδα που ανακάλυψε ο Τρανός, κάτι πιο γοητευτικό από τα δέντρα με τα πλουμισμένα φύλλα, το πράσινο γρασίδι, το κελαρυστό ποταμάκι και τα πολύχρω­ μα λουλούδια; Η Μπάρμπαρα κοκκίνισε. - Δ ε ν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, εξάδελφε μου. - Α λ ή θ ε ι α ! Ε λ π ί ζ ω πως ο Τρανός θα με καταλάβει κα­ λύτερα. Εμπρός, Τρανέ, απάντησε ειλικρινά: μήπως ξέχασε η Μπάρμπαρα να μας μιλήσει για κάποιο συναρπαστικό πε­ ριστατικό κατά την επίσκεψη σας σ' αυτόν τον επίγειο πα­ ράδεισο; 107


- Τι λογής περιστατικό, Ρομπέν; ρώτησε ο νεαρός άντρας χαμογελώντας ελαφρά. - Διακριτικέ μου φίλε, συνέχισε ο Ρομπέν, μήπως έπεσε στην αντίληψη σου ότι δυο ερωτευμένοι νέοι πήγαν μόνοι τους στο όμο��φο καταφύγιο που η Μπάρμπαρα θυμάται τό­ σο καλά στα βάθη της καρδιάς της; Ο Τρανός κοκκίνισε σαν παπαρούνα. - Ε, λοιπόν, συνέχισε ο Ρομπέν, δυο πολύ γνωστοί μου νέοι επισκέφτηκαν πριν από λ ί γ ε ς μέρες τον καταπράσινο παράδεισο σας. Όταν έφτασαν στις λουλουδιασμένες όχθες του όμορφου ρυακιού, κάθισαν ο ένας πλάι στον ά λ λ ο . Σ τ η ν αρχή, θαύμασαν το τοπίο, αφουγκράστηκαν τα αιθέρια άσματα των πουλιών· έπειτα, έμειναν για λ ί γ α λ ε π τ ά τυ­ φλοί και αμίλητοι· μετά, ο νεαρός, ξεθαρρεμένος από την απομόνωση τους, από τη σιωπή της συντρόφου του που στεκόταν σιμά του ταραγμένη, πήρε μες στα δικά του τα δυο μικρά, άσπρα χεράκια της. Η νεαρή κοπέλα δεν σήκω­ σε τα μάτια, α λ λ ά κοκκίνισε, κι αυτό το κοκκίνισμα έ λ ε γ ε πολλά. Τ ό τ ε , με φωνή που φάνηκε στην κοπέλα πιο τρυ­ φερή κι απ' το κελάδημα των πουλιών, πιο αρμονική κι.απ ? το μουρμουρητό της αύρας, ο νεαρός τ ή ς είπε: « Σ ε ολάκερο τον κόσμο, δεν αγαπώ κανέναν περισσότερο από σένα· κ ά λ ­ λιο να πεθάνω, παρά να χάσω την αγάπη σου κι αν θ ε λ ή ­ σεις να γίνεις γυναίκα μου, θα με κάνεις τον πιο ευτυχισμέ­ νο άνθρωπο». - Μα την πίστη μου, Τρανέ, είπε ο Γουίλιαμ, θαρρώ πως ο Ρομπέν μάντεψε σωστά - κι αν κρίνω από την ταραχή σου κι από το χρώμα στο μέτωπο και τα μάγουλα της αδελφής μου, εσείς είσαστε οι ερωτευμένοι της κοιλάδας. Μπράβο! Θ ε έ μου, Μπάρμπαρα, αν με λένε Κόκκινο Γουίλ εξαιτίας των κόκκινων μαλλιών μου, σε λίγο θα σε λ έ μ ε κι εσένα Κόκκινη Μπάρμπι, γιατί το πρόσωπο σου έχει βαφτεί κα­ τακόκκινο. Έ τ σ ι δεν είναι, Μοντ; 108


- Κύριε Γουίλιαμ, είπε η Μπάρμπαρα ενοχλημένη, αν ήσουν τώρα κοντά μου, θα σου ξερίζωνα ευχαρίστως μια τούφα απ' αυτά τα κόκκινα μ α λ λ ι ά σου. - Θα 'χες το δικαίωμα να το κάνεις, αν αυτά τα μ α λ λ ι ά βρίσκονταν σ' ά λ λ ο κεφάλι κι όχι στο δικό μου, είπε ο Γουί­ λιαμ ρίχνοντας ένα βλέμμα στον Τρανό. Δ ε ν μπορείς όμως να το κάνεις αυτό στο κεφάλι του αδελφού σου· αυτός έχει τον δικό του τύραννο, έτσι δεν είναι, Μοντ; - Ναι, Γουίλ. Δ ε ν σου τράβηξα, όμως, ποτέ τα μαλλιά. - Θα γίνει κι αυτό, μικρούλα μου. - Π ο τ έ , είπε η Μοντ γελώντας. - Λοιπόν, Τρανέ, δεν θα μας πεις τι απάντησε η κοπέλα; - Αν συναντήσεις ποτέ αυτή την κοπέλα, θα πρέπει να την ρωτήσεις ο ίδιος, Ρομπέν. - Δ ε ν θα παραλείψω. Κι εσύ, Ζανούλη, μήπως τάχα γνωρίζεις ένα ευγενικό αγόρι που λατρεύει τη μοναξιά, συ­ ντροφιά μ' ένα χαριτωμένο πρόσωπο; - Ό χ ι , Ρομπέν. Αν θέλεις, όμως, να μάθεις ποιοι είναι αυτοί οι ερωτευμένοι, θα προσπαθήσω να τους ξετρυπώσω, απάντησε με αφέλεια ο Ζανούλης. - Α κ ο υ τώρα μια ιδέα, Ζανούλη, φώναξε ο Γουίλ ξε­ σπώντας σε γέλια. Αυτοί οι ερωτευμένοι που λέει ο Ρομπέν δεν σου είναι άγνωστοι, και στοιχηματίζω ό,τι θέλεις πως ο εν λ ό γ ω νεαρός μπορεί να είναι εξάδελφος μου και η κοπέλα ένα χαριτωμένο πρόσωπο της παρέας μας. - Η ιδέα σου είναι για κλάματα, Γουίλ, αποκρίθηκε ο Ζανούλης. Δ ε ν μιλάει για μένα ο Ρομπέν. - Χ μ , θαρρώ πως πήρα λάθος μονοπάτι, συνέχισε ο Γουίλ χαμογελώντας. Πράγματι, δεν μπορεί να μιλάει για σένα, ξά­ δελφε μου, γιατί εσύ δεν ήσουν ποτέ ερωτευμένος. - Να με συμπαθάς, Γουίλ, απάντησε ο γίγαντας με ήρε­ μη φωνή, α λ λ ά εδώ και καιρό, αγαπώ μ' ό λ η μου την καρ­ διά μια όμορφη και χαριτωμένη κοπέλα. 109


- Α! Α, φώναξε ο Γουίλ, να κάτι που δεν ξέραμε: ο Ζ α ­ νούλης είναι ερωτευμένος! - Κ α ι γιατί, παρακαλώ, να μην είναι ερωτευμένος ο Ζ α ­ νούλης; ρώτησε με αφέλεια ο γιγαντόσωμος νεαρός. Τόσο περίεργο σας φαίνεται; - Καθόλου, γενναίε μου φίλε· μ' αρέσει να τους βλέπω όλους ευτυχισμένους και ο έρωτας είναι ευτυχία. Α λ λ ά , μα τον άγιο Παύλο, θα 'θελα πολύ να γνωρίσω τη δεσποσύνη που σου έχει κ λ έ ψ ε ι την καρδιά! - Τη δεσποσύνη που μου έχει κ λ έ ψ ε ι την καρδιά! φώνα­ ξε ο νεαρός άντρα. Μα ποια ά λ λ η , λοιπόν, θέλεις να 'ναι από την αδελφή σου τη Γουίνιφρεντ, εξάδελφε Γουίλ; Τ η ν αδελ­ φή σου, που την αγαπώ από παιδί, όσο κι εσύ αγαπάς τη Μοντ, όσο κι ο Τρανός αγαπάει την Μπάρμπαρα! Τρανταχτά γέλια ακολούθησαν την ειλικρινή εξομολό­ γηση του Ζανούλη και η Γουίνιφρεντ, που δεχόταν απ' όλους συγχαρητήρια, έριξε στον νεαρό άντρα ένα βλέμμα γε­ μάτο τρυφερή επιτίμηση. Ο Κόκκινος Γ ο υ ί λ πέταξε το σκούφο του φωνάζοντας από χαρά. Συμφωνούσε απόλυτα με τις επιλογές που είχαν κάνει οι αδελφές του, κι ήταν σίγουρος ότι ο σερ Γ κ ι και η λαίδη Γ κ ά μ γ ο υ ε λ θα ένιωθαν κι εκείνοι την ίδια ικανοποί­ ηση. - Τώρα καταλαβαίνω, είπε ο Ρομπέν γελώντας, γιατί δυο από τους καλύτερους άντρες μου λιποτακτούσαν τον τε­ λευταίο καιρό! Συνέχισαν να περπατούν μέσα στο δάσος. Ο Τρανός και ο Ζανούλης πρόσφεραν το μπράτσο τους στην Μπάρμπαρα και τη Γουίνιφρεντ, αυτή τη φορά, όμως, δεν χάθηκαν. Το ά λ λ ο πρωί, ο Ζανούλης και ο Τρανός είχαν μια συ­ ζ ή τ η σ η με τον σερ Γ κ ι , ο οποίος συμφώνησε ευχαρίστως να παντρευτούν οι θυγατέρες του αυτά τα τόσο γενναία παλι­ κάρια. 110


- Η ζ ω ή σας δεν θα 'ναι πάντα ανθόσπαρτη, είπε ο ευ­ γενικός γέροντας, βγάζοντας ένα βαθύ στεναγμό. Η όμορφη Α γ γ λ ί α μας βασανίζεται ακόμα από τον πόλεμο και τις δια­ μάχες. Οι Νορμανδοί, που πάτησαν τη χώρα μας, λ ε η λ α ­ τούν και καταστρέφουν όπου τους αρέσει. Η ζωή κυλάει δύ­ σκολα σ' αυτή την περιοχή, α λ λ ά η ευτυχία των νέων αν­ θρώπων, δεν μπορεί να περιμένει την αποκατάσταση της ει­ ρήνης που, θαρρώ, αργεί πολύ ακόμα. Γ ι ' αυτό, σας δίνω την ευχή μου. Μου φαίνεται ότι θα ήταν προτιμότερο να ορίζαμε και την ημέρα του γάμου. Βαθιά συγκινημένη η λαίδη Γ κ ά μ γ ο υ ε λ , έδωσε κι εκείνη την ευχή της. Α π ό εκεί κι έπειτα, δεν υπήρχαν στο δάσος πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι από τον Τρανό και τον Ζανούλη. Τ η ν ίδια εκείνη ημέρα, ο Ρομπέν των Δασών, που ή θ ε λ ε να διαπιστώσει με τα μάτια του ποια ήταν η κατάσταση του σερ Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, βάδιζε μόνος σ' ένα μονο­ πάτι που κ α τ έ λ η γ ε σ τ η δημοσιά. Ξαφνικά, θόρυβος από καλπασμό αλόγων τράβηξε την προσοχή του· κίνησε γρή­ γορα προς την κατεύθυνση απ' όπου έρχονταν οι καβαλά­ ρηδες και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον επίσκοπο του Χέρφορντ. - Ο Ρομπέν των Δασών! φώναξε ο επίσκοπος, αναγνωρί­ ζοντας τον ήρωα μας. Είναι ο Ρομπέν των Δασών! Προδό­ τ η , παραδώσου! Στρατιώτες, συλλάβετε αυτόν τον άθλιο Ρομπέν των Δασών! Ό π ω ς καταλαβαίνουμε, βέβαια, ο Ρομπέν δεν είχε καμιά πρόθεση να συμμορφωθεί μ' αυτή τη διαταγή. Περικυκλω­ μένος, μην μπορώντας ν' αμυνθεί, ούτε καν να καλέσει σε βοήθεια τους εύθυμους άντρες του, στριμώχτηκε θαρρετά ανάμεσα σε δυο καβαλάρηδες που προσπαθούσαν να του κλείσουν το δρόμο κι όρμησε με ταχύτητα ελαφιού προς ένα σπιτάκι που βρισκόταν γύρω στα τετρακόσια μέτρα μακριά από τους στρατιώτες του επισκόπου. Αυτοί, βάλθηκαν να 111


τον κυνηγούν· καθώς, όμως, υποχρεώθηκαν να κάνουν κύ­ κ λ ο , δεν μπόρεσαν να φτάσουν γρήγορα στο σπιτάκι. Ο Ρομπέν βρήκε ανοιχτή την πόρτα, μ π ή κ ε γρήγορα μέ­ σα κι ασφάλισε τα παράθυρα, χωρίς να δώσει σημασία στις κραυγές μιας γριούλας που καθόταν μπροστά σ' ένα ροδάνι. - Μη φοβάσαι, μητερούλα, είπε ο Ρομπέν, μόλις έκλεισε τις πόρτες και τα παράθυρα. Δ ε ν είμαι κλέφτης, α λ λ ά ένας δυστυχισμένος που μπορείς να τον βοηθήσεις. - Π ώ ς να σε βοηθήσω; Ποιος είσαι του λόγου σου; ρώ­ τησε η γριούλα τρομαγμένη. - Ε ί μ α ι ένας παράνομος, μητερούλα. Ε ί μ α ι ο Ρομπέν των Δασών και με κυνηγάει ο επίσκοπος του Χέρφορντ, που θ έ λ ε ι να με σκοτώσει. - Τ ι ! Είσαι ο Ρομπέν των Δασών! είπε η αγρότισσα ενώ­ νοντας τα χέρια της. Ο ευγενικός και γενναιόδωρος Ρομπέν των Δασών! Ευλογημένο τ' όνομα του Θεού, που επέτρεψε σ' ένα ταπεινό πλάσμα σαν εμένα να ξεπληρώσει το χρέος του στον σπλαχνικό παράνομο. Κοίταξε με, παιδί μου, και προσπάθησε να θυμηθείς στις αγαθοεργίες σου, το πρόσω­ πο που στέκει αντικρύ σου. Πάνε δυο χρόνια τώρα που μ π ή ­ κες εδώ, τυχαία θα έ λ ε γ ε μια αχάριστη γυναίκα, εγώ όμως λ έ ω , οδηγημένος από τη θεία Πρόνοια. Με βρήκες μόνη, φτωχή και άρρωστη· μόλις είχα χάσει τον άντρα μου και δεν μου έμενε πια, παρά να πεθάνω κι εγώ. Τα τρυφερά και πα­ ρήγορα λόγια σου μου 'δωσαν θάρρος, δύναμη, υγεία. Τ η ν επαύριο, ένας άντρας δικός σου, μου έφερε τρόφιμα, ρούχα, λεφτά. Τον ρώτησα πώς λένε τον ευεργέτη μου κι εκείνος μου απάντησε: «Ρομπέν των Δασών». Α π ό εκείνη την ημέ­ ρα, παλικάρι μου, μνημονεύω τ' όνομα σου σε κάθε μου προ­ σευχή. Το σπίτι μου είναι δικό σου, η ζωή μου σου ανήκει· είμαι δούλη σου. - Ευχαριστώ, μητερούλα, αποκρίθηκε ο Ρομπέν, σφίγ­ γοντας φιλικά τα τρεμάμενα χέρια της αγρότισσας. Ζ η τ ώ 112


τη βοήθεια σου, όχι γιατί φοβάμαι τον κίνδυνο, α λ λ ά για ν' αποφύγω μια περιττή αιματοχυσία. Ο επίσκοπος έχει μαζί του μια πενηνταριά άντρες και, όπως βλέπεις, η μ ά χ η είναι άνιση, είμαι μόνος... - Αν βρουν οι εχθροί σου πού κρύφτηκες, θα σε δολοφο­ νήσουν, είπε η γριούλα. - Μ η ν ανησυχείς, μητερούλα, δεν θα φτάσουν ως εκεί. Θα βρούμε έναν τρόπο να αποφύγουμε τη βία τους. - Ποιον τρόπο, παιδί μου; Μ ί λ η σ ε μου, πες τι θες κι εγώ θα υπακούσω. - Θ έ λ ε ι ς να μου δώσεις τα ρούχα σου και να πάρεις τα δι­ κά μου; - Ν' αλλάξουμε φορεσιές! φώναξε η γριά αγρότισσα. Φο­ βάμαι, γιε μου, πως αυτή η κατεργαριά δεν πρόκειται να πιάσει... πώς γίνεται να μεταμορφωθεί μια γυναίκα της η λ ι ­ κίας μου σε όμορφο καβαλάρη; - Θα σε μεταμφιέσω τόσο καλά, μητερούλα, απάντησε ο Ρομπέν, που θα καταφέρουμε να ξεγελάσουμε τους στρατιώ­ τες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν το πρόσωπο μου. Θα τρεκλίζεις σαν να 'σαι μεθυσμένη και ο σεβασμιότατος του Χέρφορντ θα βιάζεται τόσο πολύ να με συλλάβει, που θα δει μόνο τα ρούχα. Ά λ λ α ξ α ν ρούχα στα γρήγορα. Ο Ρομπέν φόρεσε το γκρί­ ζο φόρεμα και τη μαντίλα της γριούλας κι ύστερα τη βοή­ θησε να φορέσει τις περισκελίδες, το χιτώνα και τις μπότες του. Τ έ λ ο ς , έκρυψε προσεχτικά τα γκρίζα μ α λ λ ι ά της αγρό­ τισσας κάτω από τον κομψό σκούφο του και κρέμασε τα όπλα του στη ζώνη. Μ ό λ ι ς είχαν τελειώσει όταν έφτασαν οι στρατιώτες έξω από την πόρτα του μικρού σπιτιού. Χτύπησαν πρώτα δυνα­ τά, κι ύστερα κάποιος πρότεινε να σπάσει την πόρτα με τα πίσω πόδια του αλόγου του. Ο ιερωμένος συμφώνησε με την πρόταση. Ο καβαλάρης γύρισε αμέσως μπρος-πίσω τ' άλογο του και το έριξε επάνω 113


στην πόρτα, τσιγκλίζοντάς το με το κοντάρι του. Ωστόσο, αυτή η τσιγκλιά έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που περίμενε ο στρατιώτης· γιατί το άλογο τσίνισε, σήκωσε ψηλά τα πίσω πόδια του και σφεντόνισε μακριά τον καβα­ λάρη του. Το πέσιμο του άμοιρου στρατιώτη (που διέσχισε τον αέ­ ρα σαν βέλος) είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Ο επί­ σκοπος, που είχε ζυγώσει για να δει την πόρτα να πέφτει και να κλείσει το δρόμο του Ρομπέν των Δασών, χτυπήθηκε δυ­ νατά κατάμουτρα από τα σπιρούνια του στρατιώτη. Φρενιασμένος από τον πόνο ο γερο-επίσκοπος, και δίχως να σκεφτεί πως άδικα ξεσπούσε εκεί τη μανία του, σήκωσε το μπαστούνι που κρατούσε στο χέρι σαν ένδειξη του βαθμού του και βάλθηκε να χτυπάει με δύναμη τον δύστυχο που κειτόταν μισοπεθαμένος στα πόδια του αφηνιασμένου αλόγου του. Καθώς ο σεβασμιότατος του Χέρφορντ καταγινόταν μ' αυτή τη γενναία πράξη, η πόρτα του μικρού σπιτιού άνοιξε. - Σ τ ι ς θέσεις σας! φώναξε ο επίσκοπος με αυταρχική φω­ νή. Σ τ ι ς θέσεις σας! Οι στρατιώτες στριμώχτηκαν με θόρυβο γύρω απ' το σπίτι. Ο επίσκοπος ξεπέζεψε, α λ λ ά μόλις πάτησε στο χώ­ μα, σκόνταψε στο κορμί του ματωμένου στρατιώτη και σω­ ριάστηκε με το κεφάλι στο κατώφλι της πόρτας. Η αναταραχή που προκάλεσε αυτό το γελοίο ατύχημα, βοήθησε θαυμάσια τα σχέδια του Ρομπέν των Δασών. Ζ α ­ λισμένος και κοντανασαίνοντας, ο επίσκοπος κοίταξε, χωρίς να το βλέπει καλά, ένα άτομο που καθόταν ακίνητο στην πιο σκοτεινή γωνιά του δωματίου. - Αρπάξτε αυτόν τον παλιομασκαρά! φώναξε ο σεβα­ σμιότατος, δείχνοντας στους στρατιώτες του τη γριούλα. Φιμώστε τον, δέστε τον πάνω στ' άλογο! Ε ί σ τ ε υπεύθυνοι με τη ζωή σας αν τον αφήσετε να ξεφύγει, θα σας κρεμάσω όλους, χωρίς να λυπηθώ κανέναν! 114


Οι στρατιώτες όρμησαν πάνω στο άτομο που τους έδει­ χνε οργισμένος ο επίσκοπος και, αντί για φίμωτρο, τύλιξαν το πρόσωπο της γριούλας μ' ένα μεγάλο μαντίλι που βρή­ καν μπροστά τους. Παράτολμος όπως πάντα, ο Ρομπέν των Δασών, τους παρακάλεσε με τρεμουλιαστή φωνή να λ υ π η ­ θούν τον αιχμάλωτο τους· ο επίσκοπος, όμως, δεν του έδω­ σε σημασία και βγήκε απ' το σπιτάκι, για ν' απολαύσει την υπέρτατη ικανοποίηση να δει τον εχθρό του δεμένο χειροπό­ δαρα στη ράχη ενός αλόγου. Ζαλισμένος και σχεδόν τυφλός στο ένα μάτι από το τραύ­ μα που του είχε σημαδέψει το πρόσωπο, ο σεβασμιότατος κα­ βαλίκεψε πάλι τ' άλογο του και πρόσταξε τους άντρες του να τον ακολουθήσουν στη Βελανιδιά της Σύναξης των παρανό­ μων. Ο αξιότιμος επίσκοπος σκεφτόταν να κρεμάσει τον Ρο­ μπέν από το ψηλότερο κλαδί αυτού του δέντρου. Ή θ ε λ ε πο­ λύ να δώσει στους παράνομους μια σκληρή προειδοποίηση γι' αυτό που τους περίμενε, αν εξακολουθούσαν να ζουν και να φέρονται όμοια με τον άθλιο αρχηγό τους. Μ ό λ ι ς χάθηκαν οι καβαλάρηδες στο βάθος του δάσους, ο Ρομπέν των Δασών βγήκε από το σπιτάκι και κατευθύν­ θ η κ ε τρέχοντας προς το δέντρο της Σύναξης. Φτάνοντας σ' ένα ξέφωτο, αντίκρισε, α λ λ ά πολύ μακριά ακόμα, τον Ζ α ­ νούλη, τον Κόκκινο Γουίλ και τον Τρανό. - Κοιτάξτε εκεί κάτω, στο ξέφωτο, έ λ ε γ ε την ίδια σ τ ι γ μ ή ο Ζανούλης στους δυο φίλους του. Έ ν α αλλόκοτο πλάσμα έρχεται κατά ' δ ώ · μοιάζει με γριά μάγισσα. Μα την Παρθέ­ να Μαρία, αν πίστευα πως είναι αληθινή αυτή η στρίγκλα της συμφοράς, θα της έστελνα ένα περιποιημένο βέλος. - Έννοια σου, το βέλος σου δεν πρόκειται να την πετύχει, αποκρίθηκε ο Γουίλ γελώντας. - Κ α ι γιατί, παρακαλώ; Αμφιβάλλεις για το σημάδι μου; - Κ ά θ ε άλλο! Αν όμως, όπως λες, αυτή η γυναίκα είναι μάγισσα, θα σταματήσει τα β έ λ η σου στον αέρα. 115


- Μα την πίστη μου, είπε ο Τρανός που περιεργαζόταν προσεχτικά την παράξενη ταξιδιώτισσα, συμφωνώ με τη γνώμη του Ζανούλη: αυτή η κυρά, μου φαίνεται πολύ πε­ ρίεργη! Το μπόι της θυμίζει γίγαντα κι έπειτα, δεν περπα­ τάει σαν γυναίκα, κάνει τεράστιους διασκελισμούς και με φοβίζει... με την άδεια σου, Γουίλ, θα βάλουμε σε δοκιμασία τις μαγικές δυνάμεις που φαίνεται να της περισσεύουν... Σ τ η σ τ ι γ μ ή , ο Ζανούλης τέντωσε το τόξο του κι ετοιμά­ στηκε να σαϊτέψει την υποτιθέμενη μάγισσα. - Σταματήστε! ακούστηκε μια βαθιά, βροντερή φωνή. Οι τρεις νεαροί άντρες απόμειναν με το στόμα ορθάνοιχτο. - Είμαι ο Ρομπέν των Δασών! πρόσθεσε η σιλουέτα που εί­ χε τραβήξει τόσο πολύ την προσοχή των ανθρώπων του δάσους. Μ ό λ ι ς είπε τ' όνομα του, ο Ρομπέν των Δασών έβγαλε τη μαντίλα που έκρυβε το κεφάλι κι ένα μεγάλο μέρος του προσώπου του. - Ώ σ τ ε τόσο αγνώριστος έγινα; ρώτησε ο ήρωας μας πλησιάζοντας τους συντρόφους του. - Τα μαύρα σου τα χάλια έχεις, αγαπητέ μου φίλε, του αποκρίθηκε ο Γουίλ. - Για ποιος ο λόγος γ ι ' αυτή την τρισάθλια μεταμφίεση; ρώτησε ο Τρανός. Ο Ρομπέν αφηγήθηκε με λίγα λόγια στους φίλους του την αναποδιά που του είχε τύχει. - Κ α ι τώρα, πρόσθεσε ο Ρομπέν, μόλις τελείωσε την αφήγηση του, ας σκεφτούμε πώς θ' αμυνθούμε. Πρώτα απ' όλα, πρέπει να βρω ρούχα. Κάνε μου τη χάρη, φίλε μου Τρα­ νέ, και τρέξε στην αποθήκη να μου φέρεις μια καθωσπρέπει φορεσιά. Σ τ ο μεταξύ, ο Γουίλ κι ο Ζανούλης θα συγκε­ ντρώσουν γύρω από το δέντρο της Σύναξης όλους τους άντρες που βρίσκονται στο δάσος. Βιαστείτε, παιδιά· σας υπόσχομαι ν' αποζημιωθείτε για όλες τις ταλαιπωρίες που μας προκαλεί ο σεβασμιότατος του Χέρφορντ. 116


Ο Ζανούλης και ο Γουίλ εξαφανίστηκαν στο δάσος ακο­ λουθώντας διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ ο Τρανός π ή γ ε να φέρει τα ρούχα που του ζήτησε ο Ρομπέν. Μ ι α ώρα μετά, ντυμένος με μια κομψή φορεσιά τοξότη, ο Ρομπέν βρισκόταν στο δέντρο της Σύναξης. Ο Μικρός Ζαν έφερε εξήντα άντρες και ο Γουίλ συγκέ­ ντρωσε μια σαρανταριά. Ο Ρομπέν σκόρπισε τον στρατό του μες στην πυκνή βλά­ στηση, που δημιουργούσε ένα αδιαπέραστο τείχος γύρω από το ξέφωτο, κι ύστερα πήγε και κάθισε στη ρίζα της μεγάλης βε­ λανιδιάς, όπου ο σεβασμιότατος είχε πει ότι θα τον κρεμούσε. Είχαν πάρει όλοι τις θέσεις τους, όταν ένιωσαν το έδαφος να τραντάζεται από τον ερχομό των καβαλάρηδων· τελικά εμφανίστηκε ο επίσκοπος με όλη την κουστωδία του. Μ ό λ ι ς έφτασαν οι στρατιώτες καταμεσής στο ξέφωτο, ο ήχος ενός βούκινου αντήχησε στον αέρα, τα φύλλα των χα­ μηλότερων δέντρων κουνήθηκαν, κι απ' όλες τις πλευρές του καταπράσινου φράχτη ξεπετάχτηκαν άντρες οπλισμένοι ως τα δόντια. Μ ό λ ι ς είδε την τρομερή εμφάνιση των ανθρώπων του δά­ σους που, μ' ένα νεύμα του αρχηγού τους -τον οποίο δεν έβλεπε ακόμα- έπαιρναν θέσεις μάχης, μια παγωμένη ανα­ τριχίλα διέτρεξε το κορμί του ιερωμένου· κοίταξε γύρω του τρομοκρατημένος και διέκρινε έναν νεαρό άντρα ντυμένο μ' έναν πορφυρό μανδύα, που μοίραζε προστάγματα στο στρα­ τό των παρανόμων. Ο επίσκοπος στράφηκε σ' έναν στρατιώτη του, που στε­ κόταν πλάι στο άλογο το οποίο κουβαλούσε δεμένο χειρο­ πόδαρα τον αιχμάλωτο. - Ποιος είναι πάλι αυτός; ρώτησε, δείχνοντας τον Ρο­ μπέν των Δασών. - Είναι ο Ρομπέν των Δασών, αποκρίθηκε ο αιχμάλω­ τος με τρεμουλιαστή φωνή. 117


- Ο Ρομπέν των Δασών! φώναξε έκπληκτος ο επίσκο­ πος. Κι εσύ ποιος είσαι, άθλιε; - Ε γ ώ είμαι μια φτωχή γριά γυναίκα, σεβασμιότατε! - Αλίμονο σου, απαίσια μάγισσα! φώναξε ο επίσκοπος εξοργισμένος. Αλίμονο σου! Εμπρός, παιδιά μου, πρόσθεσε παρακινώντας με μια κίνηση του χεριού τους στρατιώτες του, ορμήστε στο ξέφωτο, μη φοβάστε τίποτα! Σκορπιστέ με τα σπαθιά σας αυτό το άθλιο σκυλολόι! Εμπρός, γενναίοι μου! Εμπρός! Φαίνεται, όμως, πως οι «γενναίοι» σκέφτηκαν ότι εύκο­ λα δίνεις τη διαταγή της επίθεσης εναντίον των παρανόμων, α λ λ ά δύσκολα την εκτελείς - κι έτσι, έμειναν ακίνητοι. Μ' ένα νεύμα του Ρομπέν, οι άνθρωποι του δάσους τέ­ ντωσαν τις χορδές και σήκωσαν τα τόξα τους μ' έναν αξιο­ θαύμαστο συγχρονισμό· η φήμη της επιδεξιότητας τους ήταν τόσο γνωστή και τόσο τρομερή, που οι στρατιώτες του επισκόπου κουβαριάστηκαν τελείως πάνω στις σέλες τους. - Π ε τ ά ξ τ ε τα όπλα σας! φώναξε ο Ρομπέν. Λύστε την αιχμάλωτη! Οι στρατιώτες υπάκουσαν στις διαταγές του νεαρού άντρα. - Μητερούλα, είπε ο Ρομπέν οδηγώντας τη γριούλα έξω από το ξέφωτο, πήγαινε στο σπίτι σου, θα σου στείλω αύριο την ανταμοιβή για την κ α λ ή σου πράξη. Πήγαινε γρήγορα, δεν προλαβαίνω να σ' ευχαριστήσω σήμερα· μην ξεχνάς, όμως, ότι σου έχω μ ε γ ά λ η υποχρέωση. Η αγαθή γριούλα φίλησε τα χέρια του Ρομπέν των Δα­ σών και απομακρύνθηκε με τη συνοδεία ενός οδηγού. - Έ λ ε ο ς , άρχοντα μου, έλεος! φώναζε ο επίσκοπος κου­ νώντας απεγνωσμένα τα χέρια του. Ο Ρομπέν πλησίασε τον εχθρό του. - Καλωσόρισες, σεβασμιότατε, είπε με απαλή φωνή. Επίτρεψέ μου να σ' ευχαριστήσω για την επίσκεψη σου. Όπως βλέπω, η φιλοξενία μου είναι τόσο ευχάριστη που η 118


αφεντιά σου δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να μοιραστεί τις απολαύσεις της. Ο επίσκοπος κοίταξε απελπισμένος τον Ρομπέν κι ένας βαθύς στεναγμός βγήκε από τα χ ε ί λ η του. - Κ ο μ μ α τ ά κ ι στενοχωρημένο σε βλέπω, σεβασμιότατε, συνέχισε ο Ρομπέν. Τι σ' απασχολεί; Δ ε ν είσαι ευτυχισμέ­ νος που με βλέπεις; - Δ ε ν μπορώ να πω ότι είμαι ευχαριστημένος, αποκρίθη­ κε ο επίσκοπος. Η θέση μου, δεν μου επιτρέπει να νιώσω αυ­ τό το συναίσθημα. Καταλαβαίνεις πολύ καλά για ποιο λόγο ήρθα εδώ και, φυσικά, θα με εκδικηθείς χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, εφόσον έχεις αντίκρυ σου έναν αντίπαλο. Νομίζω, ωστόσο, ότι μπορώ να σου κάνω μια πρόταση: άφησε με να φύγω κι εγώ ποτέ, σε καμιά περίπτωση, δεν θα προσπαθή­ σω να σε βλάψω· άφησε με να φύγω μαζί με τους άντρες μου, κι η ψυχή σου δεν θα βαρύνεται μπροστά στον Θεό για θα­ νάσιμο αμάρτημα - το ξέρεις, θαρρώ, πως είναι θανάσιμο αμάρτημα ο φόνος ενός αρχιερέα της αγίας Ε κ κ λ η σ ί α ς . - Σιχαίνομαι τους φόνους και τη βία, σεβασμιότατε, απο­ κρίθηκε ο Ρομπέν των Δασών, κι αυτό το δείχνουν κάθε μέ­ ρα οι πράξεις μου. Π ο τ έ δεν χτυπώ πρώτος· απλώς, υπερα­ σπίζομαι τη ζωή μου και τη ζωή των γενναίων αντρών μου, που με εμπιστεύονται. Αν υπήρχε στην καρδιά μου το πα­ ραμικρό συναίσθημα μίσους ή πικρίας για την αφεντιά σου, σεβασμιότατε, θα σε υπέβαλλα στο μαρτύριο που ετοίμαζες εσύ για μένα. Δ ε ν είναι όμως έτσι, δεν σε μισώ καθόλου και δεν εκδικούμαι ποτέ για το κακό που δεν μπόρεσαν να μου κάνουν. Θα σ' αφήσω λοιπόν ελεύθερο, α λ λ ά με έναν όρο. - Σε ακούω, άρχοντα, είπε ευγενικά ο επίσκοπος. - Θα μου υποσχεθείς ότι θα σεβαστείς την ανεξαρτησία μου και την ελευθερία των αντρών μου· θα μου ορκιστείς ότι ποτέ στο μέλλον και σε καμιά περίσταση δεν θα επιχειρή­ σεις να με δολοφονήσεις. 119


- Υποσχέθηκα ήδη από μόνος μου ότι δεν θα σε βλάψω ποτέ, αποκρίθηκε χαμηλόφωνα ο επίσκοπος. - Μ ι α υπόσχεση δεν είναι αρκετή για να δεσμεύσει μια απρόσεχτη συνείδηση, σεβασμιότατε. Θ έ λ ω να ορκιστείς. - Ορκίζομαι στον άγιο Παύλο, ότι θα σας αφήσω να ζή­ σετε όπως σας αρέσει. - Π ο λ ύ καλά, σεβασμιότατε. Είσαι ελεύθερος. - Σ' ευχαριστώ χίλιες φορές, Ρομπέν των Δασών. Δ ώ ­ σε, παρακαλώ, διαταγή να συγκεντρώσουν τους άντρες μου· έχουν σκορπιστεί κι έγιναν κιόλας φίλοι με τους συντρό­ φους σου. - Ό π ω ς επιθυμείς, σεβασμιότατε... σε λίγα λεπτά οι στρατιώτες θα είναι στ' άλογα τους. Μ έ χ ρ ι να φύγετε, όμως, μήπως θέλεις να φας και να πιεις κάτι; - Ό χ ι , όχι, δεν θ έ λ ω τίποτα, απάντησε βιαστικά ο επί­ σκοπος, τρομοκρατημένος και στο άκουσμα μόνο αυτής της επικίνδυνης πρότασης. - Είσαι πολλές ώρες νηστικός, σεβασμιότατε, και μια φέτα πατέ... - Ούτε μπουκιά, αγαπητέ μου οικοδεσπότη, ούτε μπουκιά. - Τ ό τ ε , μια κούπα καλό κρασί; - Ό χ ι , όχι, εκατό φορές όχι! - Ώ σ τ ε δεν θέλεις ούτε να φας ούτε να πιεις μαζί μου, σε­ βασμιότατε; - Δ ε ν πεινάω και δεν διψάω· απλώς, θ έ λ ω να φύγω. Σε ικετεύω, μην προσπαθείς να με κρατήσεις περισσότερο. - Ό π ω ς θέλεις, σεβασμιότατε. Ζανούλη, πρόσθεσε ο Ρο­ μπέν, η εξοχότητά του θ έ λ ε ι να μας αφήσει. - Η εξοχότητά του κάνει όπως νομίζει, αποκρίθηκε ο Ζανούλης κοροϊδευτικά. Θα του δώσω αμέσως το λογα­ ριασμό. - Το λογαριασμό! επανέλαβε έκπληκτος ο επίσκοπος. Τι θ έ λ ε τ ε να πείτε; Αφού ούτε ήπια ούτε έφαγα. 120


- Α, αυτό δεν έχει να κάνει, του αντιγύρισε ο Ζανούλης σεβαστικά. Α π ό τη σ τ ι γ μ ή που βρεθήκατε στο ξενοδοχείο μας, πληρώνετε για τα έξοδα. Οι άντρες σας πεινάνε, ζητά­ νε τρόφιμα· τ' άλογα σας έφαγαν κιόλας· και δεν είναι σω­ στό να πέσουμε θύματα της δικής σας εγκράτειας και να μην εισπράξουμε τίποτα, επειδή εσείς δεν πεινάτε. Ζ η τ ά μ ε απλοχεριά για τους υπηρέτες που μοχθούν να ταΐσουν άλο­ γα και ανθρώπους. - Πάρτε ό,τι θ έ λ ε τ ε , είπε ανυπόμονα ο επίσκοπος, κι αφήστε με να φύγω. - Ο σάκος βρίσκεται πάντα στο ίδιο σημείο; ρώτησε ο Ζανούλης. - Να τος, απάντησε ο επίσκοπος, δείχνοντας ένα μικρό δερμάτινο σάκο που κρεμόταν από τη σέλα του αλόγου του. - Μου φαίνεται πιο βαρύς απ' ό,τι ήταν κατά την τελευ­ ταία σας επίσκεψη, σεβασμιότατε. - Έ τ σ ι νομίζω κι εγώ, συμφώνησε ο επίσκοπος, πασχί­ ζοντας απεγνωσμένα να φανεί ήρεμος. Περιέχει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό. - Με κάνετε ευτυχισμένο, σεβασμιότατε. Μπορώ να σας ρωτήσω τι ποσόν φιλοξενείτε μέσα σ' αυτό το όμορφο σακίδιο; - Πεντακόσια χρυσά νομίσματα... - Α, υπέροχα! Τι γενναιοδωρία να έρθετε εδώ μ' έναν τέ­ τοιο θησαυρό! σχολίασε ειρωνικά ο νεαρός άντρας. - Ναι, α λ λ ά αυτόν το θησαυρό... τραύλισε ο επίσκοπος, αυτόν το θησαυρό θα τον μοιραστούμε, έτσι δεν είναι; Δ ε ν θα τολμούσατε ποτέ να μου κ λ έ ψ ε τ ε ένα τόσο μεγάλο ποσό! - Να σας κλέψουμε! επανέλαβε ο Ζανούλης με περιφρονητικό ύφος. Μα τι λ έ ξ η ήταν αυτή που ξεστομίσατε, σεβα­ σμιότατε; Δ ε ν καταλαβαίνετε, λοιπόν, τη διαφορά ανάμεσα στο κ λ έ β ω και στο «παίρνω από κάποιον κάτι που δεν του ανήκει»; Α π ο κ τ ή σ α τ ε αυτά τα χρήματα με δόλιο τρόπο, τα 121


πήρατε από ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη και θ έ λ ω να τους τα επιστρέψω. Όπως βλέπετε, σεβασμιότατε, δεν σας κλέβω. - Αυτόν τον τρόπο που ενεργούμε, εμείς τον ονομάζουμε φιλοσοφία του δάσους, πρόσθεσε ο Ρομπέν γελώντας. - Δ ε ν είναι και τόσο νόμιμη αυτή η φιλοσοφία, του αντι­ γύρισε ο επίσκοπος. Ωστόσο, αφού δεν μπορώ να υπερασπι­ στώ τον εαυτό μου, είμαι υποχρεωμένος να υποκύψω σε όλες σας τις απαιτήσεις· πάρτε, λοιπόν, το πουγκί μου. - Θ έ λ ω να σας ζητήσω και κάτι ά λ λ ο , σεβασμιότατε, συνέχισε ο Ζανούλης. - Τι θέλεις πάλι; ρώτησε ανήσυχος ο επίσκοπος. - Ο πνευματικός μας, του απάντησε ο Ζανούλης, λείπει αυτές τις μέρες στο Μπάρνσντεϊλ κι έχουμε μείνει πολύ καιρό χωρίς τη θεοσέβαστη βοήθεια του· σας παρακαλούμε λοιπόν, σεβασμιότατε, να κάνετε εσείς μια λειτουργία. - Μου ζητάτε να διαπράξω ιεροσυλία; φώναξε ο επίσκο­ πος. Προτιμώ να πεθάνω παρά να κάνω μια τέτοια ασέβεια. - Είναι καθήκον σου, σεβασμιότατε, είπε ο Ρομπέν, να μας βοηθάς σε κάθε ευκαιρία να λατρεύουμε τον Θεό· ο Ζ α ­ νούλης έχει δίκιο, πάνε εβδομάδες τώρα που δεν είχαμε την ευτυχία ν' ακούσουμε τη θεία λειτουργία και δεν θα χάσου­ με την ευκαιρία που μας παρουσιάζεται σήμερα. Ετοιμάσου, σε παρακαλώ, να ικανοποιήσεις το αίτημα μας. - Θα είναι θανάσιμο αμάρτημα, έ γ κ λ η μ α , και θα με κά­ ψει ο Θεός αν διαπράξω αυτή την ελεεινή ιεροσυλία! απο­ κρίθηκε ο επίσκοπος, κατακόκκινος από θυμό. - Σεβασμιότατε, συνέχισε σοβαρός ο Ρομπέν, με χριστια­ νική ταπεινότητα θα αντικρίσουμε και πάλι τα θεία σύμβο­ λα της καθολικής θρησκείας και, πίστεψε με, δεν θα βρεις ποτέ, ούτε καν στον περίβολο του καθεδρικού σου ναού, ακροατές πιο προσεχτικούς και πιο κατανυκτικούς από τους παρανόμους του Σέργουντ. 122


- Άραγε, μπορώ να πιστέψω τα λόγια σου; ρώτησε ο επί­ σκοπος γεμάτος αμφιβολία. - Μ ά λ ι σ τ α , σεβασμιότατε, και σε λίγο θα διαπιστώσεις πόσο αληθινά είναι. - Εντάξει, σε πιστεύω· δείξε μου πού είναι το παρεκκλήσι. - Ακολούθησε με, σεβασμιότατε... Μπροστά ο Ρομπέν και πίσω ο επίσκοπος, έφτασαν σ' έναν περιφραγμένο χώρο, κοντά στο δέντρο της Σύναξης. Ε κ ε ί , στη μέση μιας μικρής αλάνας βρισκόταν μια αγία τρά­ πεζα φτιαγμένη από χώμα, στολισμένη μ' ένα παχύ στρώ­ μα βρύα, ανάκατα με λουλούδια. Ό λ α τα ιερά σκεύη που χρειάζονταν για τη θεία λειτουργία ήταν βαλμένα στη θέση τους με μ ε γ ά λ η προσοχή, και ο σεβασμιότατος έμεινε έκ­ θαμβος παρατηρώντας αυτό το όμορφο φυσικό ησυχαστήριο. Ήταν, πράγματι, συγκινητικό θέαμα να βλέπεις εκατόν πενήντα με διακόσιους άντρες, να γονατίζουν ευλαβικά, με γυμνό το κεφάλι και την καρδιά και το πνεύμα τους σε κα­ τανυκτική προσευχή. Μ ε τ ά τη λειτουργία, οι εύθυμοι άντρες έδειξαν στον ιε­ ρωμένο όλη την ευγνωμοσύνη τους. Εκείνος, πάλι, κατά­ πληκτος από την ευλαβική στάση των ανθρώπων του δά­ σους κατά τη διάρκεια της άγιας λειτουργίας, δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί στον πειρασμό κι έκανε απανωτές ερωτήσεις στον Ρομπέν για τον τρόπο που ζούσαν κάτω από τα τερά­ στια δέντρα του γέρικου δάσους. Όσο ο Ρομπέν απαντούσε ευγενικά στις ερωτήσεις του επισκόπου, οι άνθρωποι του δάσους τραπέζωναν τους στρα­ τιώτες του, ενώ ο Τρανός φρόντιζε να προετοιμάσει το πιο νόστιμο γεύμα που είχαν προσφέρει ποτέ στο δάσος. Ο επίσκοπος, χωρίς να το καταλάβει, έφτασε μπροστά στους χαρούμενους συνδαιτυμόνες και τους κοίταξε με ζ ή ­ λια· ωστόσο, η χαρά στα πρόσωπα τους διέλυσε και τα τε­ λευταία υπολείμματα της κακοκεφιάς του. 123


- Οι άντρες σου, σεβασμιότατε, δεν χάνουν διόλου τον καιρό τους, είπε ο Ρομπέν δείχνοντας στην εξοχότητά του την πιο πειναλέα ομάδα της παρέας. - Πράγματι, τρώνε με μ ε γ ά λ η όρεξη. - Θα πεινούσαν, σεβασμιότατε· είναι δύο η ώρα κι αισθά­ νομαι την ανάγκη να βάλω κι εγώ κάτι στο στόμα μου· δεν θα με συνοδεύσεις σ' ένα λιτό γεύμα; - Ευχαριστώ, αγαπητέ μου οικοδεσπότη, ευχαριστώ, απάντησε ο επίσκοπος, προσπαθώντας απεγνωσμένα να αγνοήσει τις διαμαρτυρίες του στομαχιού του. Δ ε ν θ έ λ ω τί­ ποτα, απολύτως τίποτα, αν και πεινάω κάπως. - Δ ε ν πρέπει ποτέ ν' αντιστεκόμαστε στις φυσικές μας ανάγκες, σεβασμιότατε, είπε ο Ρομπέν με σοβαρό ύφος. Για­ τί τότε το πνεύμα και η καρδιά μας υποφέρουν κι έτσι χά­ νουμε την υγεία μας. Έ λ α , ας καθίσουμε στο γρασίδι· αν φο­ βάσαι μήπως αργοπορήσεις, φάε έστω μια μπουκιά ψωμί. - Πρέπει, λοιπόν, να σε υπακούσω οπωσδήποτε; ρώτησε ο επίσκοπος με μια έκφραση χαράς που άδικα προσπάθησε να κρύψει. - Δ ε ν είσαι υποχρεωμένος, σεβασμιότατε, του αντιγύρισε ο Ρομπέν με πονηρό ύφος· αν δεν θέλεις να δοκιμάσεις μαζί μου αυτό το υπέροχο πατέ από άγριο ζώο και τούτο το εξαί­ σιο κρασί σ' αυτό εδώ το φλασκί, σε παρακαλώ μην το κά­ νεις, γιατί είναι α��όμα πιο επικίνδυνο να φορτώνει κανείς το στομάχι του με φαγητά, παρά να στερείται την τροφή για πολλές ώρες. - Ω, δεν πιέζω το στομάχι μου, τον καθησύχασε ο επί­ σκοπος γελώντας. Έ χ ω πολύ μ ε γ ά λ η όρεξη και καθώς εί­ μαι νηστικός εδώ και π ο λ λ έ ς ώρες, θαρρώ ότι θα τιμήσω την ευγενική σου πρόσκληση. - Ας καθίσουμε, λοιπόν, σεβασμιότατε, και κ α λ ή μας όρεξη! 124


Ο επίσκοπος του Χέρφορντ γευμάτισε καλά· του άρεσε το πιόμα, και το κρασί που του σερβίριζε ο Ρομπέν ήταν τό­ σο γλυκόπιοτο, ώστε στο τέλος η εξοχότητά του έγινε τύ­ φλα στο μεθύσι· τελικά, αργά το βράδυ, ο σεβασμιότατος επέστρεψε στο μοναστήρι της αγίας Μαρίας σε τέτοιο χ ά λ ι , που έκανε τους ευσεβείς καλόγερους να βγάλουν και πάλι κραυγές φρίκης και αγανάκτησης.

125


Το π ά θ η μ α του σερίφη

-

Πολύ θα ήθελα να ξέρω πώς είναι σήμερα ο επίσκοπος του Χέρφορντ, έ λ ε γ ε ο Κόκκινος Γουίλ στον εξάδελφο του Ζανούλη που, μαζί με τον Τρανό, συνόδευε τον Γουίλ στο Μπάρνσντεϊλ. - Το κεφάλι του δύστυχου ιερωμένου θα πρέπει να 'ναι λίγο βαρύ, αποκρίθηκε ο Τρανός. Αν και μπορούμε να πού­ με ότι η εξοχότητά του είναι συνηθισμένη στις κρασοκατα­ νύξεις. - Π ο λ ύ σωστή παρατήρηση, φίλε μου, συμφώνησε ο Ζανούλης· ο σεβασμιότατος του Χέρφορντ έχει την ικανότητα να πίνει πολύ, χωρίς ωστόσο να χάνει τα λογικά του. - Ε δ ώ που τα λέμε, ο Ρομπέν τον ρεζίλεψε, παρατήρησε ο Τρανός. Έ τ σ ι κάνει με όλους τους κληρικούς που συναντάει; - Ναι, όταν αυτοί οι κληρικοί, σαν τον επίσκοπο του Χ έ ρ ­ φορντ, κάνουν κατάχρηση της πνευματικής εξουσίας τους για να ληστεύουν τους Σάξονες. Π ο λ λ έ ς φορές, μάλιστα, ο Ρομπέν δεν περιμένει πότε θα περάσουν αυτοί οι ευσεβείς τα­ ξιδιώτες από το δρόμο του, α λ λ ά ξεστρατίζει για να βρεθεί μπροστά τους, και μάλιστα μεταμφιεσμένος. - Π ώ ς , δηλαδή, μεταμφιεσμένος; ρώτησε ο Τρανός. - Μ α , δεν ξέρεις την περιπέτεια του Ρομπέν, τότε που με­ ταμφιέστηκε σε ζωέμπορο; - Ό χ ι , και πολύ θα 'θελα να την ακούσω, Ζανούλη. 126


- Μ ε τ ά χαράς. Πριν από τέσσερα χρόνια περίπου, παρα­ τηρήθηκε μ ε γ ά λ η έ λ λ ε ι ψ η κρεάτων στην κομητεία του Νό­ τιγχαμ· οι χασάπηδες κρατούσαν τόσο ψ η λ ά τις τιμές, που μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να φάνε κρέας. Ο Ρομπέν των Δασών, που πάντα είναι μέσα σ' όλα, έμαθε γι' αυτή την κα­ τάσταση κι αποφάσισε να γιατρέψει τις συμφορές των δυ­ στυχισμένων. » Μ ι α μέρα που είχε παζάρι, ο Ρομπέν έστησε καρτέρι σ' ένα δρόμο μέσα στο δάσος, απ' όπου θα περνούσε ένας ζωέ­ μπορας, ο κύριος προμηθευτής της πόλης του Νότιγχαμ. » Τ ε λ ι κ ά , ο Ρομπέν είδε τον άνθρωπο του να 'ρχεται κα­ βάλα σ' ένα καθαρόαιμο άτι, σπρώχνοντας μπροστά του ένα τεράστιο κοπάδι από γελάδια. »Ο Ρομπέν αγόρασε το κοπάδι, το άλογο, τη φορεσιά του ζωέμπορα και τη σιωπή του - και για να σιγουρευτεί, μας άφησε τον έμπορα να τον προσέχουμε εμείς, μέχρι να επι­ στρέψει εκείνος στο δάσος. Ο Ρομπέν, που ή θ ε λ ε να πουλή­ σει τα ζωντανά πολύ φτηνά, σκέφτηκε πως αν δεν εξασφά­ λ ι ζ ε μια προστασία, του βοηθού σερίφη, λόγου χάρη, οι χα­ σάπηδες θα μπορούσαν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για να εκμηδενίσουν τις καλές του προθέσεις απέναντι στους φτω­ χούς. Ο βοηθός σερίφης διαφέντευε ένα μεγάλο πανδοχείο, όπου συγκεντρώνονταν όλοι οι έμποροι της περιοχής, όταν έρχονταν στο Νότιγχαμ. Ο Ρομπέν το ήξερε αυτό και, για ν' αποφύγει κάθε σύγκρουση με τους «συναδέλφους του», οδήγησε τα γελάδια του στην πλατεία της αγοράς, διάλεξε ανάμεσα τους το πιο παχύ και το πήγε στο πανδοχείο του βοηθού σερίφη. Εκείνος στεκόταν μπροστά στην πόρτα του κι όταν αντίκρισε το μοσχάρι που του είχε φέρει ο Ρομπέν, γούρλωσε τα μάτια. Ο φίλος μας, παριστάνοντας τον γοη­ τευμένο από την υστερόβουλη, ίσως, υποδοχή του σερίφη, του είπε πως είχε το καλύτερο κοπάδι στην αγορά κι ότι θα ήταν πολύ ευτυχισμένος αν δεχόταν να κρατήσει το μοσχά127


ρι. Ο βοηθός σερίφης τον ευχαρίστησε ταπεινά για το τόσο ακριβό δώρο που του έκανε. »- Άρχοντα σερίφη, του είπε ο Ρομπέν, είμαι ξένος, δεν ξέρω τις συνήθειες της περιοχής σας και φοβάμαι μήπως τσακωθώ με τους συναδέλφους μου. Θα σου ήμουν, λοιπόν, υπόχρεος αν προστάτευες έναν άνθρωπο ο οποίος, το μόνο που θ έ λ ε ι είναι να μη σου δημιουργήσει προβλήματα. »0 σερίφης ορκίστηκε αμέσως (η ευγνωμοσύνη του εκεί­ νη τη σ τ ι γ μ ή ήταν όση και το πάχος του μοσχαριού) ότι θα πρόσταζε να κρεμάσουν όποιον τολμούσε να πειράξει τον φί­ λο μας· δήλωσε, ακόμα, πως ο Ρομπέν ήταν ένα ευγενικό παλικάρι και ο καλύτερος ζωέμπορας που είχε φανεί ποτέ στα μέρη τους. Ήσυχος από αυτή την πλευρά, ο Ρομπέν γύ­ ρισε στην πλατεία της αγοράς όπου, σε λίγο, άρχισε να κα­ ταφθάνει η φτωχολογιά, ρωτώντας πόσο κόστιζε το κρέας· δυστυχώς, όμως, η τ ι μ ή ήταν πολύ υ ψ η λ ή για το φτωχό τους βαλάντιο. Όταν διαμορφώθηκαν οι τελικές τιμές, ο Ρο­ μπέν πρόσφερε για μία πένα όσο κρέας έδιναν οι άλλοι για τρεις πένες. Τα νέα γι' αυτή την κ α τ α π λ η κ τ ι κ ή τ ι μ ή απλώ­ θηκαν αστραπιαία σ' όλη την π ό λ η , και οι φτωχοί άρχισαν να φτάνουν τρέχοντας, απ' όλες τις γειτονιές. Μ ε τ ά από λί­ γο, ο Ρομπέν άρχισε να δίνει για μία πένα όσο κρέας έδιναν οι συνάδελφοι του για πέντε. Γρήγορα μαθεύτηκε σ' ό λ η την αγορά, ότι ο Ρομπέν πουλούσε μόνο στους φτωχούς. Οι συ­ νάδελφοι του, που δεν είχαν καμιά διάθεση ν' ακολουθήσουν το παράδειγμα του, τον θεώρησαν σπάταλο που, σε μια κρί­ ση τρελής γενναιοδωρίας, «χάριζε» τα καλύτερα αγαθά του. Κ α τ ά το μεσημέρι, οι χασάπηδες συγκεντρώθηκαν και συμφώνησαν ότι έπρεπε να γνωριστούν με τον νεοφερμένο. Ένας απ' αυτούς πλησίασε τον Ρομπέν και του είπε: »- Α γ α π η τ έ φίλε και αδερφέ, η συμπεριφορά σου μου φαίνεται κομματάκι παράξενη· γιατί, χωρίς να θ έ λ ω να σε προσβάλω, χαλάς το ε π ά γ γ ε λ μ α του χασάπη. Α π ' την άλ128


λ η , όμως μια κι έχεις καλές προθέσεις, δεν μπορούμε παρά να σε συγχαρούμε και να χειροκροτήσουμε τη γενναιοδωρία σου. Οι συνάδελφοι μου είναι ενθουσιασμένοι με την καλο­ σύνη της καρδιάς σου και μου ανέθεσαν να σου μεταφέρω τα συγχαρητήρια τους και να σε προσκαλέσω στο γεύμα μας. »- Δ έ χ ο μ α ι μ' όλη μου την καρδιά την πρόσκληση, απο­ κρίθηκε χαρούμενος ο Ρομπέν, και είμαι έτοιμος να σας ακο­ λουθήσω. »- Μαζευόμαστε συνήθως στο πανδοχείο του σερίφη, κι αν δεν έχεις αντίρρηση... »- Γιατί να 'χω αντίρρηση! τον διέκοψε ο Ρομπέν. Α ν τ ί ­ θετα, με μ ε γ ά λ η μου χαρά θα βρεθώ παρέα μ' έναν άνθρω­ πο που τον τιμάτε με την εμπιστοσύνη σας. »- Αν είναι έτσι, φίλε μου, τότε θα τελειώσουμε πολύ όμορφα την ημέρα μας. - Ε σ ύ ήσουν μαζί με τον Ρομπέν; ρώτησε ο Τρανός, έκ­ π λ η κ τ ο ς με τις λεπτομέρειες που τους περιέγραφε ο Ζ α ­ νούλης. - Εννοείται. Λ ε ς ν' άφηνα τον Ρομπέν μόνο του, τη στιγ­ μή που κινδύνευε να τον αναγνωρίσουν; Με είχε διατάξει να μείνω παράμερα, εγώ όμως δεν τον άκουσα και στεκόμουν σχεδόν δίπλα του. Ξαφνικά με πήρε είδηση, μ' έπιασε απ' το χέρι και με κατσάδιασε για την ανυπακοή μου. Του εξήγη­ σα χαμηλόφωνα τους λόγους που μ' έκαναν να παρακούσω τις διαταγές του. Ηρέμησε αμέσως και κοιτάζοντας με, χα­ μογελώντας με το γνωστό του τρυφερό χαμόγελο, είπε: «Ανακατέψου στο πλήθος, αγαπητέ μου Ζανούλη, και φρό­ ντισε για την ασφάλεια σου, όπως φροντίζεις για τη δική μου. Δ ε ν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου, αν σου συμβεί κάποιο κακό». Υπάκουσα στον Ρομπέν και χάθηκα μέσα στο πλήθος. Όταν ο Ρομπέν, μαζί με τους εύθυμους χασά­ πηδες, κίνησε για το πανδοχείο του σερίφη, τον ακολούθη­ σα και μπήκα μαζί του στην τραπεζαρία. Παράγγειλα ένα 129


καλό γεύμα και κάθισα μπροστά σ' ένα παράθυρο. Ε κ ε ί ν η την ημέρα, ο Ρομπέν είχε μ ε γ ά λ α κέφια· κάθισε στο τραπέ­ ζι μαζί με τους συναδέλφους του και, λίγο πριν τελειώσουν, παράγγειλε το καλύτερο κρασί της κάβας, δηλώνοντας ότι κερνούσε εκείνος. Όπως καταλαβαίνετε, δέχτηκαν με χειρο­ κροτήματα τη γενναιόδωρη προσφορά του και το κρασί κυ­ κλοφόρησε σε όλες τις γωνιές της αίθουσας - ακόμα κι εγώ πήρα το μερίδιο μου. Τη σ τ ι γ μ ή που το κέφι των συνδαιτυμόνων είχε φτάσει στο αποκορύφωμα, παρουσιάστηκε στο κατώφλι της πόρτας ο σερίφης. Ο Ρομπέν τον κάλεσε να καθίσει, κι εκείνος δέχτηκε. Κάποια σ τ ι γ μ ή , σκέφτηκε πως ο Ρομπέν ήταν το κεντρικό πρόσωπο της γιορτής, και τον ρώτησε πώς πήγε. »- Α, ο φίλος μας είναι σαΐνι σωστό! φώναξε ένας από τους χασάπηδες. Ικανός, μυαλωμένος, καλό παιδί. » Λ ί γ α λεπτά αργότερα, το βλέμμα του σεφίφη έπεσε πά­ νω μου. Βλέποντας πως ήμουν ο μόνος ξεμέθυστος εκεί μέ­ σα, σηκώθηκε κι ήρθε κοντά μου. »- Α υ τ ό το παλικάρι, μου είπε δείχνοντας τον Ρομπέν με το βλέμμα, πρέπει να είναι πολύ σπάταλος· πούλησε φαίνε­ ται τα χωράφια και το σπίτι ή τον πύργο του, κι ήρθε τώρα εδώ να ξοδέψει σαν τρελός τα λεφτά του. »- Ίσως, αποκρίθηκα αδιάφορα. »- Θα πρέπει να 'χει κι ά λ λ η περιουσία, ε; συνέχισε ο σε­ ρίφης. »- Μ ά λ λ ο ν έτσι θα είναι, κύριε. »- Πιστεύετε ότι μπορεί να πουλήσει φτηνά όσα ζώα του έχουν μείνει; »- Δ ε ν ξέρω· υπάρχει όμως ένας απλός τρόπος να το μά­ θετε. »- Ποιος; ρώτησε χαζά ο σερίφης. »- Για όνομα του Θεού! Να ρωτήσετε τον ίδιο! » - Δίκιο έχεις, ξένε. 130


»Ο σερίφης σηκώθηκε, πλησίασε ξανά τον Ρομπέν κι αφού τον καλόπιασε, παινεύοντας τον για την απλοχεριά του, τον συγχάρηκε για τον αξιέπαινο τρόπο που χρησιμο­ ποιούσε την περιουσία του. »- Νεαρέ μου φίλε, πρόσθεσε ο σερίφης, μήπως σου μέ­ νουν τίποτα γελάδια ακόμα για πούλημα; Θα σου βρω εγώ αγοραστή· κι αν θες να ξέρεις, κάνω αυτή την εξυπηρέτηση, γιατί, μ' όλο το θάρρος, ένας άντρας της δικής σου σειράς και με το δικό σου παρουσιαστικό, δεν μπορεί να καταγίνε­ ται με το εμπόριο. »Ο Ρομπέν μυρίστηκε αμέσως τα πραγματικά κίνητρα αυ­ τού του πονηρού συλλογισμού· γέλασε κι αποκρίθηκε στον εξυπηρετικό σερίφη πως είχε ακόμα χίλια γελάδια, που θα τα ξεφορτωνόταν ευχαρίστως για πεντακόσια χρυσά σκούδα. »— Ε γ ώ σου προσφέρω τριακόσια, είπε ο σερίφης. »— Ναι, α λ λ ά με τις τωρινές τιμές, του αντιγύρισε ο Ρο­ μπέν, τα ζωντανά μου αξίζουν δύο σκούδα το κεφάλι. »— Αν μου πουλήσεις όλο μαζί το κοπάδι, θα σου δώσω τριακόσια σκούδα. Κι αν θες τη γνώμη μου, ευγενικέ μου άρ­ χοντα, τριακόσια χρυσά σκούδα στο πουγκί, είναι πολύ κα­ λύτερα από χίλια γελάδια στα λιβάδια. Αποφάσισε, λοιπόν· σύμφωνοι για τριακόσια χρυσά σκούδα; »- Είναι πολύ χ α μ η λ ή τ ι μ ή , απάντησε ο Ρομπέν, ρίχνο­ ντας μου μια φευγαλέα ματιά. »- Μ ι α φιλελεύθερη καρδιά σαν τη δική σου, άρχοντα μου, συνέχισε ο σερίφης προσπαθώντας να τον καλοπιάσει, δεν είναι δυνατόν να παζαρεύει για λίγα σκούδα. Έ λ α , η συμφωνία μας έκλεισε. Κ ό λ λ α το! Πού είναι τα ζώα; Θ έ λ ω να τα δω όλα μαζί. »- Ό λ α μαζί! επανέλαβε ο Ρομπέν, γελώντας με την ιδέα που του είχε έρθει στο μυαλό. »- Βεβαίως, νεαρέ μου φίλε, κι αν η περιοχή όπου βρί­ σκεται αυτό το υπέροχο κοπάδι δεν είναι μακριά από 'δώ, 131


μπορούμε να πάμε με τ' άλογα μας και να κλείσουμε τη συμφωνία επιτόπου. Π ά ω να φέρω τα χρήματα κι αν είσαι λογικός, η υπόθεση θα 'χει τελειώσει πριν κιόλας επιστρέ­ ψουμε στο Νότιγχαμ. »- Έ ν α μ ί λ ι περίπου από την πόλη έχω π ο λ λ ά στρέμ­ ματα γης, είπε ο Ρομπέν. Ε κ ε ί είναι συναγμένα τα ζωντανά μου και θα μπορείς να τα δεις με όλη σου την άνεση. »- Έ ν α μ ί λ ι από το Ν ό τ ι γ χ α μ , είπε σκεφτικός ο σερίφης, πολλά στρέμματα γης... Ξέρω καλά την περιοχή, α λ λ ά δεν μπορώ να καταλάβω πού βρίσκονται τα κτήματα σου. »- Μ ί λ α πιο σιγά, ψιθύρισε ο Ρομπέν σκύβοντας προς τον σερίφη· για προσωπικούς λόγους, δεν θ έ λ ω να φανερώ­ σω τ' όνομα και τους τίτλους μου. Μ ι α λέξη για το ακριβές σημείο που βρίσκονται τα ζωντανά μου, μπορεί να μου προ­ καλέσει μ ε γ ά λ η ζημιά. Καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; »— Πάρα πολύ καλά, νεαρέ μου φίλε, απάντησε ο σερί­ φης, κλείνοντας πονηρά το μάτι. Να φοβάσαι τους φίλους σου, να τρέμεις τους συγγενείς σου... καταλαβαίνω, κατα­ λαβαίνω. »— Είσαι πολύ έξυπνος, σερίφη, συνέχισε ο Ρομπέν με μυ­ στηριώδες ύφος, κι αρχίζω να πιστεύω ότι θα τα πάμε μια χαρά οι δυο μας. Ωραία, λοιπόν! Αν θέλεις, μπορούμε να φύ­ γουμε στα κρυφά, τώρα που δεν μας βλέπουν οι χασάπηδες. Είσαι έτοιμος να μ' ακολουθήσεις; »- Μ α , βέβαια! Εσένα περιμένω τόση ώρα. Θα πω να σελώσουν γρήγορα τ' άλογα μας. »- Πήγαινε, έρχομαι κι εγώ αμέσως. »Ο σερίφης βγήκε από την αίθουσα κι εγώ, με διαταγή του Ρομπέν, έτρεξα να συναντήσω τους εύθυμους συντρό­ φους μας, που για περίπτωση ανάγκης, είχα φροντίσει να τους τοποθετήσω σε απόσταση αναπνοής, και τους ενημέ­ ρωσα για τον ερχομό του σερίφη. Λ ί γ α λεπτά αφότου έφυγα εγώ, ο σερίφης ανέβασε τον Ρομπέν στο ιδιαίτερο δώμα του, 132


τον σύστησε στη γυναίκα του, μια νέα κι όμορφη κοπελούδα καμιά εικοσαριά χρονών, και τον παρακάλεσε να καθίσει μαζί της για να πάει εκείνος να φέρει τα λεφτά. Μ ό λ ι ς επέ­ στρεψε ο σερίφης στο δώμα όπου είχε αφήσει τον Ρομπέν με τη γυναίκα, βρήκε τον αρχηγό μας στα πόδια της κυράς του. Α υ τ ή η εικόνα εκνεύρισε τον καχύποπτο σύζυγο· η ελπίδα του, όμως, να πιάσει κορόιδο τον Ρομπέν, του 'δωσε τη δύ­ ναμη να δαμάσει το θυμό του. Δ ά γ κ ω σ ε τα χείλια του και είπε στον Ρομπέν: »— Ε ί μ α ι έτοιμος να σ' ακολουθήσω, άρχοντα μου. »Ο Ρομπέν έστειλε ένα φιλί στην ομορφονιά και, μπρο­ στά στον εξοργισμένο σύζυγο, της είπε ότι θα επέστρεφε πολύ σύντομα. Λ ί γ ο μετά, ο σερίφης και ο Ρομπέν βγήκαν από το Ν ό τ ι γ χ α μ καβάλα στ' άλογα τους. Μέσα από τα πιο έρημα μονοπάτια του δάσους, ο Ρομπέν οδήγησε τον σε­ ρίφη στο σταυροδρόμι όπου θα τους περιμέναμε εμείς. »— Ορίστε, είπε ο Ρομπέν, απλώνοντας το μπράτσο του προς την πανέμορφη περιοχή του γέρικου Σέργουντ, ένα μέ­ ρος από τα κτήματα μου. »- Α υ τ ό είναι τελείως παράλογο και κάνεις λάθος, απο­ κρίθηκε ο σερίφης, που πίστευε ότι τον κορόιδευαν. Α υ τ ό το δάσος, και ό,τι περιέχει, ανήκει στον βασιλιά. »— Μπορεί, είπε ο Ρομπέν. Αφού όμως το πήρα εγώ, τώ­ ρα είναι όλα δικά μου. »- Μα τι 'ναι αυτά που λες; Δ ι κ ά σου; »- Σίγουρα· και σε λίγο θα μάθεις με ποιον τρόπο. »— Βρισκόμαστε σ' ένα ερημικό κι επικίνδυνο σημείο, είπε ο σερίφης. Το δάσος είναι γεμάτο από ληστές... ο Θεός να μας φυλάει από τον Ρομπέν των Δασών. Έ τ σ ι και πέσουμε στα χέρια του, θα μας πάρει ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. »- Θα δούμε τι θα κάνει, αποκρίθηκε ο Ρομπέν γ ε λ ώ ­ ντας. Σ τ ο ι χ η μ α τ ί ζ ω χίλια προς ένα ότι δεν θ' αργήσει να εμ­ φανιστεί μπροστά μας. 133


»Ο σερίφης έγινε κατακίτρινος κι άρχισε να κοιτάζει τρο­ μοκρατημένος γύρω του, στην πυκνή βλάστηση. »— Θα προτιμούσα, είπε, να βρίσκονταν τα κτήματα σου σε κάποιο λιγότερο επικίνδυνο σημείο. Αν με είχες προειδοποιή­ σει ότι θα 'ρχόμαστε εδώ, σίγουρα δεν θα σ' ακολουθούσα. »- Μ α , σε διαβεβαιώνω, αγαπητέ μου κύριε, ότι βρισκό­ μαστε στα κτήματα μου. »- Τι θέλεις να πεις; Για ποια κτήματα μου μιλάς; ρώ­ τησε ο σερίφης με αγωνία. »— Μ α , θαρρώ ότι τα λόγια μου είναι ξεκάθαρα, του απά­ ντησε ο Ρομπέν. Σου δείχνω αυτά τα ξέφωτα, αυτές τις απλάδες, αυτά τα σταυροδρόμια και σου λέω: «Ορίστε η ιδιοκτησία μου». Εσύ, όταν μιλάς για τη γυναίκα σου, δεν λες: « Η γυναίκα μ ο υ ; » »- Ναι, ναι, φυσικά, ψ έ λ λ ι σ ε ο σερίφης. Κ α ι πώς λ έ γ ε ­ σαι, σε παρακαλώ; Βιάζομαι να γνωρίσω τ' όνομα ενός τόσο πλούσιου άρχοντα. »- Έννοια σου, θα ικανοποιήσω γρήγορα την περιέργεια σου, του απάντησε γελώντας ο Ρομπέν. Την ίδια σ τ ι γ μ ή , ένα μεγάλο κοπάδι ζαρκάδια διέσχισε το μονοπάτι. »- Ορίστε, ορίστε, άρχοντα, κοίταξε δεξιά σου· να μια εκατοστή από τα ζώα μου... καλοθρεμμένα κι όμορφα, δεν νομίζεις; »Ο σερίφης έτρεμε ολόκληρος. »- Μακάρι να μην είχα έρθει εδώ, είπε, ρίχνοντας ανήσυ­ χες ματιές στο πυκνό δάσος. »- Μα γιατί; απόρησε ο Ρομπέν. Λ ό γ ω τιμής, το γέρικο Σέργουντ είναι θαυμάσιο σπιτικό· κι έπειτα, τι φοβάσαι; Δ ε ν είμαι μαζί σου; »- Α υ τ ό ακριβώς μ' ανησυχεί, άρχοντα ξένε· ομολογώ ότι εδώ και λίγα λεπτά, η συντροφιά σου δεν μου είναι και τόσο ευχάριστη. 134


»— Ε υ τ υ χ ώ ς που ελάχιστοι έχουν την ίδια γνώμη μ' εσέ­ να, άρχοντα σερίφη, αποκρίθηκε ο Ρομπέν γελώντας. Κι αφού, για μ ε γ ά λ η μου λ ύ π η , είσαι κι εσύ ένας απ' αυτούς, δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε ά λ λ ο τη συζήτηση μας. »Ο Ρομπέν υποκλίθηκε ειρωνικά μπροστά στον συνομι­ λ η τ ή του και έφερε το βούκινο στα χ ε ί λ η του. (Ξέχασα να σας πω, φίλοι μου, ότι εμείς ακολουθούσαμε βήμα βήμα τους δυο καβαλάρηδες. Τρέξαμε, λοιπόν, με το πρώτο σάλ­ πισμα). Τρομοκρατημένος ο σερίφης, λίγο έλειψε να πέσει από τ' άλογο του. »— Τι επιθυμείς, ευγενικέ μου αφέντη; είπα στον Ρομπέν. Δ ώ σ ε μου, σε παρακαλώ, τις διαταγές σου και θα τις εκτε­ λέσω αμέσως. - Έ τ σ ι μιλάς πάντα στον Ρομπέν, Ζανούλη; απόρησε ο Κόκκινος Γουίλ. - Ναι, Γουίλ, γιατί είναι και καθήκον μου και ευχαρί­ στηση μου, απάντησε αγαθά ο γιγαντόσωμος νεαρός. »- Έφερα ίσαμε 'δώ τον σπουδαίο βοηθό σερίφη του Νό­ τιγχαμ, αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Η εξοχότητά του επιθυμεί να δει μερικά από τα ζωντανά μου και να μοιραστεί το δεί­ πνο μου. Φρόντισε, αγαπητέ μου υπαρχηγέ, να έχει ο φιλο­ ξενούμενος μας όλες τις περιποιήσεις που αρμόζουν στο με­ γαλείο του αξιώματος του. »- Θα του σερβίρουμε τα καλύτερα φαγητά, αποκρίθηκα, γιατί είμαι σίγουρος ότι θα πληρώσει πολύ γενναιόδωρα το δείπνο του. »- Θα πληρώσω! φώναξε έ κ π λ η κ τ ο ς ο σερίφης. Τι εννο­ είτε; »- Θα σου εξηγήσω σαν έρθει η ώρα, άρχοντα, του απο­ κρίθηκε ο Ρομπέν. Κ α ι τώρα, επίτρεψέ μου ν' απαντήσω στην ερώτηση που μου έκανες, όταν μπήκαμε σ' αυτό το δάσος. »- Ποια ερώτηση; μουρμούρισε ο σερίφης. »- Αν δεν κάνω λάθος, ήθελες να μάθεις τ' όνομα μου. 135


»- Αλίμονο! κλαψούρισε ο σερίφης. »- Λέγομαι Ρομπέν των Δασών, άρχοντα. »- Το κατάλαβα, είπε ο σερίφης, δείχνοντας με το βλέμ­ μα την ομάδα των εύθυμων αντρών. »- Όσο για το τι εννοούμε όταν λ έ μ ε ότι θα πληρώσεις, μάθε ότι προσφέρουμε δωρεάν γεύματα στους φτωχούς· αποζημιωνόμαστε, όμως, για όλα μας τα έξοδα από τους καλεσμένους που κυκλοφορούν με το πουγκί γεμάτο. »— Ποιοι είναι οι όροι σας; ρώτησε ο σερίφης με κλαψιάρικη φωνή. »- Δεν βάζουμε όρους και δεν ορίζουμε τιμές· παίρνουμε, χω­ ρίς να τα μετρήσουμε, όλα τα λεφτά του καλεσμένου μας. Εσύ, να πούμε, έχεις στην τσέπη σου τριακόσια χρυσά σκούδα. »- Θ ε έ μου! Θ ε έ μου! μουρμούρισε ο σερίφης. »- Ο λογαριασμός σου, λοιπόν, θα είναι τριακόσια σκούδα. »- Τριακόσια σκούδα! »- Μ ά λ ι σ τ α , και σε συμβουλεύω να φας και να πιεις όσο μπορείς περισσότερο, ώστε να μην πληρώσεις για κάτι που δεν πήρες... »Σέρβιραν ένα εξαίσιο γεύμα επάνω στο γρασίδι. Ο σερί­ φης ίσα που τσίμπησε το φαγητό, ήπιε όμως πάρα πολύ. Υποθέσαμε ότι αυτή η υπερβολική δίψα οφειλόταν στην απελπισία του. Μ α ς έδωσε τα τριακόσια χρυσά σκούδα και μόλις το τελευταίο νόμισμα χ ά θ η κ ε μες στο πουγκί μου, εκδήλωσε την επιθυμία να μας αφήσει. Ο Ρομπέν είπε να φέρουν τ' άλογο του, τον βοήθησε να πεζέψει, του ε υ χ ή θ η ­ κε καλό κατευόδιο και τον παρακάλεσε να δώσει τους χαι­ ρετισμούς του στην κυρά του. Ο σερίφης δεν απάντησε διό­ λου στις ευχαριστίες μας· βιαζόταν τόσο πολύ να βγει απ' το δάσος, που πρόγκησε τ' άλογο του να καλπάσει κι απο­ μακρύνθηκε χωρίς ν�� πει λ έ ξ η . Έ τ σ ι τελείωσε η περιπέ­ τεια του Ρομπέν των Δασών με τους χασάπηδες του Νό­ τιγχαμ». 136


- Θα ή θ ε λ α πολύ, είπε ο Κόκκινος Γουίλ, να δω μια μέ­ ρα αν μπορώ κι εγώ να μεταμφιεστώ. Προσπάθησες ποτέ να μασκαρευτείς, Ζανούλη; - Ναι, για να εκτελέσω μια διαταγή του Ρομπέν. - Κ α ι πώς τα πήγες; - Αρκετά καλά για την περίσταση, απάντησε ο Ζανούλης. - Κ α ι ποια ήταν η περίσταση; ρώτησε ο Τρανός. - Ε, να, κάποιο πρωί, ο Ρομπέν ετοιμαζόταν να επισκε­ φθεί τον Ά λ μ π ε ρ τ Λ ί ν τ σ ε ϊ και την όμορφη γυναίκα του, όταν του είπα ότι θα 'ταν επικίνδυνο να μπει ανοιχτά στην πόλη. Μ ε τ ά απ' αυτό που είχε συμβεί με τον σερίφη και τα γελάδια, περιμέναμε την εκδίκηση του. Ο Ρομπέν περιγέ­ λασε τους φόβους μου κι απάντησε ότι για να τους κοροϊ­ δέψει καλύτερα, θα μεταμφιεζόταν σε Νορμανδό. Ν τ ύ θ η κ ε , λοιπόν, με μια υπέροχη φορεσιά ιππότη, επισκέφτηκε τον Ά λ μ π ε ρ τ και μετά π ή γ ε στο πανδοχείο του σερίφη. Ε κ ε ί , ξόδεψε π ο λ λ ά , συγχάρηκε τη γυναίκα του σερίφη για την ομορφιά της, συζήτησε με τον άντρα της, που τρέλανε τον αρχηγό μας στις περιποιήσεις κι έπειτα, λ ί γ ο πριν φύγει απ' το πανδοχείο, πήρε τον σερίφη παράμερα και του είπε γε­ λώντας: »- Χ ί λ ι α ευχαριστώ, αγαπητέ μου, για τον ευγενικό τρό­ πο που φέρθηκες στον Ρομπέν των Δασών. » Μ έ χ ρ ι να συνέλθει ο σερίφης από την κατάπληξη του, ο Ρομπέν είχε γίνει καπνός». - Π ο λ ύ ωραία! είπε ο Γουίλιαμ. Ό μ ω ς , η νέα απόδειξη της επιδεξιότητας του Ρομπέν, δεν μας λέει πώς μεταμφιέ­ στηκες εσύ, Ζανούλη. - Α, εγώ ντύθηκα ζητιάνος. - Για ποιο λόγο; - Για να υπακούσω, όπως σας είπα, σε μια διαταγή του Ρο­ μπέν. Ο Ρομπέν ήθελε να με δοκιμάσει, να δει αν μπορούσα κι εγώ να μεταμφιεστώ όπως εκείνος. Με άφησε να διαλέξω και 137


καθώς ήξερα ότι μόλις είχε πεθάνει ένας πλούσιος Νορμανδός, που τα κτήματα του βρίσκονταν έξω από το Νότιγχαμ, αποφάσισα ν' ανακατωθώ με τους φτωχούς που θ' ακολουθούσαν την επικήδεια πομπή. Φόρεσα λοιπόν ένα παλιό καπέλο στο­ λισμένο με κοχύλια, πήρα ένα τεράστιο ραβδί, ρούχα προσκυ­ νητή, ένα δισάκι για τα τρόφιμα κι ένα μικρό πουγκί για τις ελεημοσύνες που θα μου έδιναν. Με τέτοια άθλια εμφάνιση έμοιαζα τόσο πολύ με πραγματικό ζητιάνο, που ακόμα και οι εύθυμοι σύντροφοι μας ήθελαν να μου δώσουν τον οβολό τους. Ένα μίλι περίπου από το κρησφύγετο μας, συνάντησα μερι­ κούς ζητιάνους που πήγαιναν κι εκείνοι για τον πύργο του πε­ θαμένου. Ο ένας απ' αυτούς τους κατεργάρηδες παράσταινε τον τυφλό, ο άλλος τον κουτσό· οι δυο τελευταίοι απλά φορού­ σαν άθλια κουρέλια. » « Ν α » , είπα μέσα μου, παρατηρώντας τους λοξά, «αυτοί οι λεβέντες μπορούν να μου μάθουν πολλά· θα τους πλευρί­ σω και θα καμωθώ πως γράφομαι στο σχολειό τους». »- Καλημέρα, αδέρφια μου, φώναξα ευγενικά. Ε ί μ α ι πολύ ευτυχισμένος που η τύχη μάς έφερε κοντά. Για πού τραβάτε; »- Όπου μας βγάλει ο δρόμος, μου απάντησε ξερά το πα­ λικάρι που είχα ρωτήσει. » Ο ι αλλόκοτοι στρατοκόποι με κοίταξαν απ' την κορφή ως τα νύχια και πήραν μια έκφραση φοβισμένης έκπληξης. »- Αυτός ο παλικαράς δεν μοιάζει με το καμπαναριό στο μοναστήρι του Λίντον; είπε ο ένας από τους φτωχούς πισωπατώντας. »- Να 'σαι σίγουρος ότι μοιάζω με κάποιον που δεν σκιά­ ζεται τίποτα και κανέναν, αποκρίθηκα απειλητικά. »- Έ λ α , τώρα, ησυχάστε! μουρμούρισε ο ένας απ' τους ζητιάνους. »— Εντάξει, ησυχάζουμε, είπα. Μα τι υπάρχει για ροκά­ νισμα στο τέλος του δρόμου, και βλέπω να ξεπετάγονται ολούθε άτομα της άγιας αδελφότητας μας, των κουρελή138


δων; Γιατί σημαίνουν τόσο θλιβερά οι καμπάνες στο μονα­ στήρι του Λίντον; »- Γιατί μόλις τα τίναξε ένας Νορμανδός... »- Πηγαίνουμε να πάρουμε το μερτικό μας απ' αυτά που μοιράζουν στις κηδείες σε φτωχοδιαβόλους σαν εμάς, κι αν θέλεις, μπορείς να 'ρθεις μαζί μας. »— Α υ τ ό θα κάνω κι ευχαριστώ για την πρόσκληση, αποκρίθηκα. »— Βρομερέ ψηλέα, φώναξε ο πιο καρδαμωμένος απ' τους ζητιάνους, δεν θέλουμε την ηλίθια παρέα σου! Εμένα μου μοιάζεις κατεργάρης και δεν έχω καμιά όρεξη να βλέπω τα μούτρα σου. Πάρε δρόμο, και άρπα κι αυτή στην κεφάλα για να μάθεις! » Μ ε αυτά τα λόγια ο ψηλός ζητιάνος μού έριξε μια τρο­ μερή κατραπακιά στο κεφάλι. » Α υ τ ή η ξαφνική επίθεση, μ' έκανε έξαλλο, συνέχισε ο Ζανούλης. Έ π ε σ α επάνω στον ζητιάνο κι άρχισα να τον βα­ ράω με τις γροθιές μου. »Ο ελεεινός έφαγε τόσες π ο λ λ έ ς , που μετά από λίγο ζ ή ­ τησε έλεος. »- Σειρά σας τώρα, παλιόσκυλα! φώναξα απειλώντας με το κοντάρι μου τους υπόλοιπους αλήτες. » Ε ι λ ι κ ρ ι ν ά , θα βάζατε τα γέλια, καλοί μου φίλοι, αν βλέπατε τον τυφλό ν' ανοίγει τα μάτια του και να παρακο­ λουθεί τρομοκρατημένος τις κινήσεις μου, και τον κουτσό να τρέχει ολοταχώς προς το δάσος. Όσο για τους άλλους φωνακλάδες, που με ξεκούφαιναν με τις κραυγές τους, άρ­ χισα να τους κοπανάω στους ώμους με το κοντάρι μου, τον ένα μετά τον ά λ λ ο , για να σωπάσουν. Ξαφνικά, ένα δισάκι σκίστηκε από τα χτυπήματα μου και χρυσά νομίσματα κύ­ λησαν στο χώμα· ο κατεργάρης που τα κουβαλούσε έπεσε στα γόνατα μπροστά στο θησαυρό του, προσπαθώντας να τον κρύψει. 139


»— Ω, ω, φώναξα, τώρα αλλάζουν τα πράγματα, ελεεινά υποκείμενα, άθλιοι παλιοκλέφτες! Δ ώ σ τ ε μου αμέσως όσα. λεφτά έχετε, αλλιώς θα σας κάνω κομπόστα! » Ο ι δειλοί μού ζήτησαν έλεος για μια ακόμα φορά και καθώς είχα κουραστεί να τους δέρνω, τους έκανα τη χάρη. Όταν παράτησα τους ζητιάνους, με τις τσέπες μου γεμά­ τες από τα κλοπιμαία τους, μόλις που κρατιούνταν στα πόδια τους. »Ξαναπήρα γρήγορα, χαρούμενος με το κατόρθωμα μου, γιατί 'ναι δίκαιο να ληστεύεις τους κλέφτες, το δρόμο του δάσους. »Ο Ρομπέν των Δασών και η εύθυμη ομάδα του έκαναν σκοποβολή με τα τόξα τους. »- Ζανούλη, φώναξε μόλις μ' αντίκρισε, γύρισες κιόλας; Δ ε ν άντεξες να παραστήσεις τον ζητιάνο μέχρι το τέλος; »- Να με συμπαθάς, αγαπητέ μου Ρομπέν, α λ λ ά έκανα το καθήκον μου κι ο έρανος μου καρποφόρησε. Φέρνω εξα­ κόσια χρυσά σκούδα. »- Εξακόσια χρυσά σκούδα! φώναξε έκπληκτος. Μ ή π ω ς λήστεψες κανέναν πρίγκιπα της Ε κ κ λ η σ ί α ς ; »- Ό χ ι , αρχηγέ, συγκέντρωσα αυτό το ποσό από μια ομάδα ζητιάνων. »Ο Ρομπέν των Δασών σοβαρεύτηκε μεμιάς. »- Εξηγήσου, Ζανούλη, μου είπε. Δ ε ν μπορώ να πιστέ­ ψω ότι πήρες λεφτά από φτωχούς ανθρώπους. » Α φ η γ ή θ η κ α την περιπέτεια μου στον Ρομπέν, παρατη­ ρώντας ότι ζητιάνοι γεμάτοι χρυσάφι δεν μπορεί να είναι πα­ ρά επαγγελματίες κλέφτες. »Ο Ρομπέν συμφώνησε μαζί μου και το πρόσωπο του έλαμψε. - Κ α λ ά σου πήγε εκείνη η μέρα, είπε ο Τρανός γ ε λ ώ ­ ντας. Εξακόσια σκούδα με μια μόνο ψαριά! 140


- Το ίδιο βράδυ, συνέχισε ο Ζανούλης, μοίρασα στους φτωχούς γύρω από το Σέργουντ τη μισή λεία μου. - Γενναίε Ζανούλη! είπε ο Γουίλ σφίγγοντας το χέρι του νεαρού άντρα. - Γενναιόδωρε Ρομπέν, θέλεις να πεις, Γουίλιαμ. Γιατί εγώ απλώς υπάκουσα στις διαταγές του αρχηγού μου. - Να που φτάσαμε στο Μπάρνσντεϊλ, είπε ο Τρανός. Μ ή τ ε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. - Θα το πω αυτό στην αδελφή μου, φώναξε ο Γουίλ γε­ λώντας. - Κι εγώ θα προσθέσω, αποκρίθηκε ο Τρανός, ότι δεν έπαψα σ τ ι γ μ ή να την σκέφτομαι.

141


Ο Γ ο υ ί λ και τ' αδέλφια του

Εφτά μέρες κύλησαν από τότε που ο Γουίλιαμ, ο Τρανός και ο Ζανούλης είχαν εγκατασταθεί στον πύργο του Μπάρν­ σντεϊλ, και το χαρούμενο σπιτικό ετοιμαζόταν να γιορτάσει τους γάμους της Γουίνιφρεντ και της Μπάρμπαρα. Με τις οδηγίες του Κόκκινου Γουίλ, το πάρκο και οι κήποι του πύρ­ γου μεταμορφώθηκαν σε στίβους και σε πίστες χορού. Ο ευ­ γενικός νεαρός άντρας φρόντιζε προσεχτικά για την ευτυχία όλων γενικά, και του καθενός ιδιαίτερα. Ακούραστος και κε­ φάτος, καταπιανόταν με τα πάντα, ενδιαφερόταν για όλα και γέμιζε το σπίτι με τη χαρά του. Δούλευε λοιπόν σκληρά, συζητούσε, γελούσε, φώναζε τον Ρομπέν, πείραζε τον Τρανό. Ξαφνικά, μια τ ρ ε λ ή ιδέα πέ­ ρασε απ' το μυαλό του Κόκκινου Γουίλ, που ξέσπασε σε δυ­ νατά γέλια. - Τι συμβαίνει, Γουίλιαμ; ρώτησε ο Ρομπέν. - Α γ α π η τ έ μου φίλε, προσπάθησε να μαντέψεις για ποιο λόγο γ ε λ ά ω έτσι· πάω στοίχημα πως δεν θα τα καταφέρεις. - Μ α , για να γελάς μόνος σου, πάει να πει πως είναι κά­ τι εξαιρετικά αστείο. - Πράγματι, είναι εξαιρετικά αστείο. Γνωρίζεις τα έξι αδέλφια μου, έτσι δεν είναι; Είναι όλοι τους ίδιοι, σχεδόν μια κοψιά: ξανθοί σαν τα στάχυα, τρυφεροί, γενναίοι και τίμιοι. - Πού θες να καταλήξεις, Γουίλιαμ; 142


- Σ τ ο γεγονός ότι αυτά τα καλά παιδιά δεν γνωρίζουν τον έρωτα. - Κ α ι λοιπόν; ρώτησε ο Ρομπέν χαμογελώντας. - Λοιπόν, συνέχισε ο Κόκκινος Γουίλ, μου ήρθε μια ιδέα που θα μας κάνει όλους να χαρούμε πολύ. - Ποια ιδέα; - Όπως ξέρεις, έχω μ ε γ ά λ η επιρροή στ' αδέλφια μου· θα πάω να τους πείσω, σήμερα κιόλας, ότι πρέπει να παντρευτούν. Ο Ρομπέν έβαλε τα γέλια. - Θα τους στριμώξω σε μια γωνιά της αυλής, συνέχισε ο Γουίλ, και θα τους πιπιλίσω το μυαλό ότι πρέπει να βρουν γυναίκα την ίδια μέρα με τον Τρανό και τον Ζανούλη. - Δ ε ν θα 'ναι και τόσο εύκολο αυτό, αγαπητέ μου Γουίλ, του αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Τ' αδέλφια σου είναι από τη φύ­ ση τους πολύ ήρεμα και λογικά παλικάρια για να ενθουσια­ στούν με τα λόγια σου· εξάλλου, απ' όσο ξέρω, κανένας τους δεν είναι ερωτευμένος. - Τόσο το καλύτερο, γιατί έτσι θα υποχρεωθούν να φλερ­ τάρουν με τις φίλες των κοριτσιών και φυσικά το θέαμα θα εί­ ναι απολαυστικό. Φαντάσου για λίγο την έκφραση του Γκρεγκουάρ, καθώς θα προσπαθεί να ξελογιάσει μια γυναίκα. Έ λ α μαζί μου, Ρομπέν, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο· μας μέ­ νουν μόνο τρεις μέρες. Θα συγκεντρώσω τ' αδέλφια μου κι όσο μπ��ρώ πιο σοβαρά θα τα συμβουλέψω σαν πατέρας. - Ο γάμος είναι σοβαρή υπόθεση, Γουίλ, και δεν πρέπει να την παίρνεις στ' αστεία. Αν τελικά πείσεις τ' αδέλφια σου να παντρευτούν, κι αργότερα δυστυχήσουν επειδή απο­ φάσισαν βιαστικά, δεν θα λυπηθείς που θα 'ναι δυστυχισμέ­ να εξαιτίας σου; - Μ η ν ανησυχείς, Ρομπέν. Θα βρω για τ' αδέλφια μου κορίτσια που θ' αξίζουν και τώρα και στο μ έ λ λ ο ν την αγά­ πη τους. Πρώτ' απ' όλα, γνωρίζω μια όμορφη κοπέλα που αγαπά με πάθος τον αδελφό μου, τον Χέρμπερτ. 143


- Δ ε ν είναι αρκετό, Γουίλ. Α υ τ ή η κοπέλα, μπορεί να σταθεί πλάι στη Γουίνιφρεντ και την Μπάρμπαρα; - Σίγουρα, και μάλιστα είμαι βέβαιος ότι θα γίνει υπέρο­ χη σύζυγος. - Ο Χέρμπερτ την γνωρίζει; - Βεβαίως! Είναι όμως αφελής και δεν φαντάζεται καν ότι μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται γι' αυτόν. - Κ α ι πάλι, Γουίλ, το έργο σου είναι δύσκολο, εφόσον έχεις να παντρέψεις έξι αδελφούς. - Μ η ν ανησυχείς, θα ψάξω και θα βρω ά λ λ α πέντε κο­ ρίτσια. - Πάει καλά. Όταν βρεις, όμως, αυτές τις δεσποινίδες, πιστεύεις ότι τ' αδέλφια σου θα τους ταιριάζουν; - Ο ύ τ ε λόγος! Τ' αδέλφια μου είναι όλα νέα, γεροδεμέ­ να, όμορφα παλικάρια - μου μοιάζουν εξάλλου, πρόσθεσε ο Γουίλ με μια έκφραση ματαιοδοξίας. Μπορεί να μην έχουν τη δική σου γοητεία, Ρομπέν, ούτε τόσο αξιαγάπητο χαρα­ κτήρα, ωστόσο, τίποτα στο παρουσιαστικό τους δεν μπορεί να ενοχλήσει μια κοπέλα φρόνιμη και λ ο γ ι κ ή , που γυρεύει έναν καλό σύζυγο. Α, να ο Χέρμπερτ, είπε ο Γουίλ στρέ­ φοντας το κεφάλι του προς τη μεριά ενός νεαρού που περ­ νούσε σε μια αλέα του κήπου. Θα τον φωνάξω. Χέρμπερτ, έλα 'δώ, αγόρι μου! - Τι θέλεις, Γουίλ; ρώτησε ο νεαρός μόλις πλησίασε. - Θ έ λ ω να μιλήσουμε, φίλε μου. - Σ' ακούω, Γουίλ. - Α υ τ ά που έχω να σου πω, αφορούν και τ' αδέλφια μας· πήγαινε να τους φωνάξεις. - Τρέχω. Ό σ η ώρα έλειψε ο Χέρμπερτ, ο Γουίλ παρέμεινε σκεφτικός. Τα αγόρια έτρεξαν κοντά του αμέσως, χαμογελαστά. - Ήρθαμε, Γουίλιαμ, είπε πρόσχαρα ο μεγαλύτερος. Τι συμβαίνει; Γιατί μας φώναξες; 144


- Για έναν πολύ σοβαρό λόγο, αγαπημένα μου αδέλφια. Μου επιτρέπετε να σας κάνω πρώτα μια ερώτηση; Έγνεψαν όλοι καταφατικά. - Α γ α π ά τ ε πολύ τον πατέρα μας, έτσι δεν είναι; - Ποιος θα μπορούσε ν' αμφισβητήσει την αγάπη μας γ ι ' αυτόν; ρώτησε ο Γκρεγκουάρ. - Κανείς· απλώς, σας κάνω αυτή την ερώτηση για εισα­ γ ω γ ή . . . Α γ α π ά τ ε , λοιπόν, τον πατέρα μας, και πιστεύετε ότι ο τίμιος γέροντας φέρθηκε πάντα με αξιοπρέπεια, σαν πραγματικός Σάξονας... - Βεβαίως, φώναξε απορημένος ο Έ γ κ μ π ε ρ τ . Για όνομα του Θεού, Γουίλ, τι σημαίνουν όλ' αυτά; Μ ή π ω ς κακολό­ γησε κανείς τον πατέρα μας; Δείξε μου αυτόν τον άθλιο κι αναλαμβάνω ν' αποκαταστήσω την τ ι μ ή των Γκάμγουελ. - Κανείς δεν έθιξε την τ ι μ ή των Γ κ ά μ γ ο υ ε λ , αγαπητά μου αδέλφια, κι αν την είχαν λερώσει με το ψέμα, πρώτος εγώ θα 'χα ξεπλύνει την κηλίδα με το αίμα του συκοφάντη. Θ έ λ ω να σας μιλήσω για κάτι λιγότερο σοβαρό, κι ωστόσο πολύ σημαντικό — μόνο μη με διακόψετε, αν θ έ λ ε τ ε ν' ακού­ σετε πριν πέσει η νύχτα, αυτά που έχω να σας πω. Θα συμ­ φωνείτε ή διαφωνείτε μαζί μου με νεύματα του κεφαλιού. Προσοχή, αρχίζω. Ο πατέρας μας υπήρξε πάντα ένας τίμιος άνθρωπος· άραγε, πρέπει αυτή η συμπεριφορά του να μας σταθεί ως οδηγός και πρότυπο; - Ναι, έγνεψαν ταυτόχρονα έξι ξανθά κεφάλια. - Ακριβώς τον ίδιο δρόμο ακολούθησε κι η μητέρα μας, συνέχισε ο Γουίλ. Μ ή π ω ς σε όλη της τη ζ ω ή δεν έκανε πά­ ντα το καθήκον της, και δεν υπήρξε υπόδειγμα αρετής; - Ναι, ναι. - Ο αγαπητός μας πατέρας και η τρυφερή μητέρα μας αγαπήθηκαν, έζησαν μαζί, φρόντισαν ο ένας για την ευτυ­ χία του άλλου. Αν ο πατέρας μας δεν είχε παντρευτεί, εμείς 145


δεν θα υπήρχαμε - άρα, δεν θα 'χαμε γνωρίσει τη χαρά της ζωής. Είναι ξεκάθαρο αυτό που λ έ ω ; - Ναι, ναι. - Ε, λοιπόν, αγόρια μου, δεν πρέπει τάχα να ευγνωμο­ νούμε τον πατέρα και τη μητέρα μας που παντρεύτηκαν, που μας έφεραν στον κόσμο και που τους οφείλουμε τη ζωή μας; - Ναι, ναι. - Π ώ ς γίνεται, λοιπόν, να μη βλέπετε μπροστά σας αυ­ τή τη ζωγραφιά μιας τόσο μ ε γ ά λ η ς ευτυχίας; Π ώ ς γίνεται να είστε αχάριστοι απέναντι στη θεία Πρόνοια; Π ώ ς γίνεται και αρνείστε να δώσετε στους γονείς μας ένα δείγμα σεβα­ σμού, τρυφερότητας και ευγνωμοσύνης; Οι νεαροί γούρλωσαν τα μάτια τους κατάπληκτοι· δεν καταλάβαιναν λέξη απ' αυτά που τους έ λ ε γ ε ο αδελφός τους. - Τι θέλεις να πεις, Γουίλιαμ; ρώτησε ο Γκρεγκουάρ. - Θ έ λ ω να πω, κύριοι, ότι πρέπει ν' ακολουθήσετε το πα­ ράδειγμα του πατέρα μας· πρέπει ν' αποδείξετε το θαυμασμό σας για τη συμπεριφορά του, που παντρεύτηκε και μας έφε­ ρε στη ζωή· και για να γίνει αυτό, μόνο ένας τρόπος υπάρχει: να παντρευτείτε κι εσείς! - Ω, Θ ε έ μου! φώναξαν τ' αγόρια, όχι και τόσο ευχαρι­ στημένα. - Ο γάμος είναι ευτυχία, συνέχισε ο Γουίλ. Σκεφτείτε πόση χαρά θα νιώσετε όταν θα κρατάτε στην αγκαλιά σας ένα λατρευτό πλασματάκι, ένα υπέροχο πλασματάκι που θα σας αγαπάει, θα σας σκέφτεται και που θα είστε όλη του η ζωή. Κοιτάξτε γύρω σας, κατεργάρηδες, και θα δείτε τα τρυφερά βλαστάρια του γάμου. Πρώτα τη Μοντ κι εμένα, που δίχως ά λ λ ο ζηλεύετε όταν μας βλέπετε να παίζουμε με το παιδάκι μας. Έ π ε ι τ α , τον Ρομπέν και τη Μαριάν. Σ κ ε ­ φτείτε τον Ζανούλη κι ακολουθήστε το παράδειγμα αυτού του άξιου παλικαριού. Θ έ λ ε τ ε κι ά λ λ ε ς αποδείξεις για την ευτυχία που χαρίζει ο Θεός στους νέους συζύγους; Ε π ι σ κ ε 146


φτείτε τον Ά λ μ π ε ρ τ Λ ί ν τ σ ε ϊ και την όμορφη του Γκρέις· κατεβείτε στην κοιλάδα του Μάνσφελντ και θα βρείτε τον Ά λ α ν Κ λ α ρ και τη λαίδη Κρίσταμπελ. Είσαστε φριχτοί εγωιστές, που δεν σκεφτήκατε ποτέ ότι από σας εξαρτάται να κάνετε μια γυναίκα ευτυχισμένη. Μ η ν κουνάτε τα κεφά­ λια, δεν θα πείσετε ποτέ κανέναν ότι είσαστε καλά και μεγαλόκαρδα παιδιά. Κοκκινίζω για λογαριασμό σας με τη στεγνή ψ υ χ ή σας και θλίβομαι σαν ακούω παντού να λένε, « Ο ι γιοι του γερο-βαρόνου δεν έχουν αγνές καρδιές». Α π ο ­ φάσισα, λοιπόν, να δώσω ένα τέλος σ' αυτή την κατάσταση και θ έ λ ω , σας προειδοποιώ, θ έ λ ω να σας παντρέψω! Ο Γουίλ, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων από τ' αδέλφια του, πέτυχε το σκοπό του. Βρήκε ο καθένας τους τη δική του νύφη. Ο σερ Γ κ ι , έξυπνα προετοιμασμένος από τον Ρομπέν να δώσει τη συγκατάθεση του στους γιους του, υποδέχτηκε με μ ε γ ά λ η αγάπη τις έξι όμορφες αρραβωνιαστικιές. Οι οκτώ γάμοι έγιναν την καθορισμένη μέρα με μεγάλες τιμές, κι όλοι τους ήταν ευχαριστημένοι με το μερίδιο της ευτυχίας που τους έτυχε.

147


Οι «Χαρούμενες Καρδιές»

Ένα μήνα μετά τα γεγονότα που μόλις αφηγηθήκαμε, ο Ρομπέν των Δασών, η γυναίκα του κι ολόκληρος ο στρατός των εύθυμων αντρών, εγκαταστάθηκαν και πάλι κάτω από τα δέντρα του Σέργουντ. Την ίδια περίπου εποχή, πολλοί Νορμανδοί -οι οποίοι πληρώνονταν απευθείας από τον βασιλιά Ερρίκο Β ' , για τις στρατιωτικές υπηρεσίες που του είχαν προσφέρει- ήρθαν να πάρουν τα κτήματα που τους παραχωρούσε ο βασιλιάς. Μ ε ­ ρικοί απ' αυτούς τους Νορμανδούς αναγκάστηκαν να περά­ σουν μέσα από το δάσος του Σέργουντ, κι έτσι η εύθυμη συμμορία των παρανόμων, τους ανάγκασε να πληρώσουν «διόδια». Οι νεοφερμένοι έβγαλαν κραυγές αγανάκτησης και κατάγγειλαν τα γεγονότα στις αρχές του Νότιγχαμ. Ωστόσο, κανείς δεν έλαβε στα σοβαρά υπόψη αυτές τις κα­ ταγγελίες, που έκρυβαν μέσα τους και μια μ ε γ ά λ η δόση υπερβολής. Έ τ σ ι , οι σερίφηδες και οι άλλοι ισχυροί της πό­ λ η ς φρόντιζαν να κρατούν προσεχτικά τις αποστάσεις. Π ο λ λ ο ί από τους άντρες της συμμορίας του Ρομπέν συγ­ γένευαν με τους κατοίκους του Ν ό τ ι γ χ α μ οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, φρόντιζαν να μην πάρουν οι πολιτικές και οι στρατιωτικές αρχές αυστηρά μέτρα εναντίον των ανθρώπων του δάσους. Αυτοί οι έντιμοι πολίτες φοβούνταν πως αν διώ­ χνονταν οι εύθυμοι άντρες από το καταπράσινο κρησφύγετο 148


τους, θα έφταναν μια μέρα να δουν κάποιο δικό τους παλι­ κάρι κρεμασμένο στην κρεμάλα της πόλης. Ωστόσο, έπρεπε να δείξουν σ' εκείνους που έκαναν τις κα­ τ α γ γ ε λ ί ε ς ότι κι αυτοί αγανακτούσαν και πως ήθελαν να εί­ ναι δίκαιοι απέναντι τους· γ ι ' αυτό, λοιπόν, διπλασίαζαν την αμοιβή που θα έδιναν σε όποιον κατάφερνε να συλλάβει τον Ρομπέν των Δασών. Όποιος ή θ ε λ ε , έπαιρνε αμέσως την άδεια να συλλάβει τον διάσημο παράνομο. Π ο λ λ ο ί δυνατοί και ψυχωμένοι άντρες είχαν προσπαθήσει, συνέβη όμως κά­ τι το τελείως απρόσμενο: μπήκαν με δική τους θ έ λ η σ η στη συμμορία των εύθυμων ανθρώπων του δάσους. Ένα πρωί, ο Ρομπέν, ο Τρανός και ο Κόκκινος Γουίλ περ­ πατούσαν μες στο δάσος. Συζητώντας, οι τρεις φίλοι κατευθύ­ νονταν προς το δρόμο του Νότιγχαμ· ξαφνικά, είδαν μια κοπέ­ λα να κλαίει σπαρακτικά. Ο Ρομπέν έτρεξε αμέσως κοντά της. - Γιατί κλαις, παιδί μου; τη ρώτησε στοργικά. Η κοπέλα ξέσπασε σε λυγμούς. - Θ έ λ ω να δω τον Ρομπέν των Δασών, απάντησε, κι αν με λυπάστε λίγο, κύριε, οδηγήστε με σ' αυτόν. - Ε γ ώ είμαι ο Ρομπέν των Δασών, ομορφιά μου, την κα­ θησύχασε ο νεαρός άντρας τρυφερά. Μ ή π ω ς σε πρόσβαλαν οι άντρες μου; Μ ή π ω ς είναι άρρωστη η μητέρα σου; Έρχεσαι να μου ζητήσεις βοήθεια; Μ ί λ η σ ε , είμαι στη διάθεση σου. - Κύριε, μ ε γ ά λ η συμφορά μάς χτύπησε· ο σερίφης του Ν ό τ ι γ χ α μ φυλάκισε τρία από τ' αδέλφια μου, που είναι στο στρατό σας. - Π ε ς μου πώς λέγονται τ' αδέλφια σου, παιδί μου. - Α ν τ α λ μ π έ ρ , Ε ν τ ε λ μ π έ ρ και Εντρουάν, οι χαρούμενες καρδιές, απάντησε το κορίτσι, ανάμεσα στους λυγμούς του. Μ ι α πονεμένη κραυγή βγήκε απ' τα χ ε ί λ η του Ρομπέν. - Οι αγαπημένοι μου σύντροφοι, είπε. Οι πιο γενναίοι, οι πιο τολμηροί στρατιώτες μου. Π ώ ς έπεσαν στα χέρια του σερίφη, μικρή μου φίλη; ρώτησε ο Ρομπέν. 149


- Τους έπιασε οταν πήγαν ν' απελευθερώσουν εναν νεα­ ρό άντρα που τον έσερναν στη φυλακή επειδή υπερασπίστη­ κε τη μητέρα του, που της είχαν επιτεθεί πολλοί στρατιώ­ τες. Α υ τ ή τη σ τ ι γ μ ή , άρχοντα Ρομπέν, στήνουν την αγχό­ νη στην είσοδο της πόλης· εκεί θα κρεμάσουν τ' αδέλφια μου. - Σκούπισε τα δάκρυα σου, χαριτωμένο μου παιδί, της αποκρίθηκε καλοσυνάτα ο Ρομπέν. Τ' αδέλφια σου δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν· ακόμα κι ο τελευταίος άντρας μέσα στο δάσος του Σέργουντ είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του για να σώσει αυτούς τους τρεις γενναίους. Θα κα­ τεβούμε στο Νότιγχαμ. Ε σ ύ πήγαινε στο σπίτι σου, παρη­ γόρησε με την τρυφερή φωνή σου τη θ λ ι μ μ έ ν η καρδιά του γέρου πατέρα σου και πες στη μητέρα σου ότι ο Ρομπέν των Δασών θα της ξαναφέρει τα παιδιά της. - Να έ χ ε τ ε την ευλογία του Θεού, κύριε, μουρμούρισε το κορίτσι, χαμογελώντας μέσα απ' τα δάκρυα του. Έ χ ω ακούσει να λένε πως είσαστε πάντα έτοιμος να βοηθήσετε τους δυστυχισμένους, να προστατεύσετε τους φτωχούς. Έ λ ε ο ς , άρχοντα Ρομπέν, βιαστείτε, τα πολυαγαπημένα μου αδέλφια διατρέχουν θανάσιμο κίνδυνο. - Έ χ ε μου εμπιστοσύνη, αγαπητό μου παιδί· θα είμαι εκεί την κ α τ ά λ λ η λ η στιγμή. Πήγαινε γρήγορα στο Νότιγ­ χαμ, α λ λ ά μην πεις τίποτα σε κανέναν για τη συνάντηση μας. Η νεαρή κοπέλα πήρε τα χέρια του Ρομπέν και τα φίλη­ σε με ευγνωμοσύνη. - Ό λ η μου τη ζωή θα προσεύχομαι για την ευτυχία σας, κύριε, είπε συγκινημένη. - Να έχεις την ευχή του Θεού, παιδί μου! Κ α λ ή αντά­ μωση. Το κορίτσι ξαναπήρε τρέχοντας το δρόμο για την π ό λ η και σε λίγο χ ά θ η κ ε κάτω απ' τις σκιές των δέντρων. 150


- Ε π ι τ έ λ ο υ ς , είπε ο Γουίλ, να μια ευκαιρία να ξεμουδιά­ σουμε και να διασκεδάσουμε λίγο. Κ α ι τώρα, Ρομπέν, στις διαταγές σου. - Βρες τον Ζανούλη, πες του να μαζέψει όσο περισσότε­ ρους άντρες μπορεί και να τους οδηγήσει, χωρίς βέβαια να τους δει κανείς, στην άκρη του δάσους απέναντι από το Νό­ τιγχαμ. Μ ε τ ά , μόλις ακούσετε το βούκινο μου, θα τρέξετε κοντά μου με τα τόξα και τα σπαθιά σας έτοιμα. - Τι σκέφτεσαι να κάνεις; τον ρώτησε ο Γουίλ. - Θα πάω στην π ό λ η , να δω μήπως υπάρχει τρόπος να καθυστερήσω την ε κ τ έ λ ε σ η . Μ η ν ξεχνάτε, φίλοι μου, ότι πρέπει να δράσουμε πολύ προσεχτικά, γιατί αν μάθει ο σε­ ρίφης ότι ξέρω την τραγική θέση των αντρών μου, θα τους κρεμάσει μέσα στον πύργο, ώστε ν' αποκλείσει κάθε προ­ σπάθεια μας να τους ελευθερώσουμε. Α υ τ ά για τους φυ­ λακισμένους. Όσο για μας, ξέρεις ότι η εξοχότητά του έχει δηλώσει πως αν πέσουμε ποτέ στα χέρια του, θα μας κρε­ μάσει στην πλατεία της πόλης. Ο σερίφης συνέλαβε τόσο γρήγορα τους εύθυμους άντρες, που δεν θα πρέπει να φοβά­ ται μήπως έχω μάθει τι πρόκειται να τους κάνει· άρα, για να τρομοκρατήσει τους κατοίκους του Ν ό τ ι γ χ α μ , θα κρε­ μάσει δημόσια τους συντρόφους μας. Π η γ α ί ν ω τρέχοντας στην πόλη· φύγε κι εσύ αμέσως να βρεις· τους άντρες σου και ακολούθησε κατά γράμμα τις εντολές μου. Μ ό λ ι ς ο νεαρός άντρας χώρισε από τους συντρόφους του, συνάντησε έναν προσκυνητή του τάγματος των επαιτών. - Τι νέα από την π ό λ η , αγαθέ γέροντα; ρώτησε ο Ρο­ μπέν. - Τα νέα από την π ό λ η , παλικάρι μου, απάντησε ο προ­ σκυνητής, προβλέπουν κλαυθμούς και οδυρμούς. Με διατα­ γή του βαρόνου Φ ι τ ζ Όλγουιν, θα κρεμάσουν τρεις από τους συντρόφους του Ρομπέν. Μ ι α σκέψη πέρασε αστραπιαία απ' το μυαλό του Ρομπέν. 151


- Πάτερ, είπε, είμαι παλιός δασοφύλακας και θ έ λ ω να δω την ε κ τ έ λ ε σ η αυτών των λαθροκυνηγών χωρίς να μ' αναγνωρίσει κανείς. Θ έ λ ε ι ς ν' αλλάξουμε ρούχα; - Αστειεύεσαι, νεαρέ; - Ό χ ι , πάτερ· απλώς, θ έ λ ω ν' ανταλλάξω τη φορεσιά μου με το ράσο σου. Αν δεχτείς την πρόταση μου, θα σου δώσω τέσσερα σελίνια για να τα ξοδέψεις όπως θέλεις. Ο γέροντας κοίταξε με περιέργεια αυτόν που του έκανε τούτη την παράξενη πρόταση. - Ε σ ύ φοράς όμορφα ρούχα, είπε, ενώ το ράσο μου είναι σκισμένο. Δ ε ν πιστεύω πως θες ν' αλλάξεις την αστραφτε­ ρή φορεσιά σου με άθλια κουρέλια. Είναι μεγάλο αμάρτημα να περιπαίζεις έναν γέροντα· προσβάλλεις τον Θεό και θα σε βρει μ ε γ ά λ η συμφορά. - Πάτερ, συνέχισε ο Ρομπέν, σέβομαι τ' άσπρα σου μαλ­ λιά και προσεύχομαι στην Παρθένα Μαρία να σε προστατεύ­ ει. Μ' αυτό που σου ζητώ, δεν θ έ λ ω διόλου να σε περιπαίξω· μου χρειάζεται το ράσο σου για να κάνω μια κ α λ ή πράξη. Ορίστε, πρόσθεσε, προσφέροντας στον γέροντα είκοσι χρυσά νομίσματα, και η εγγύηση για να κλείσουμε τη συμφωνία μας. Ο προσκυνητής κοίταξε τα σκούδα με λαχτάρα. - Τα νιάτα έχουν μέσα τους την τρέλα, είπε, κι αν εσύ θέ­ λεις να κάνεις του κεφαλιού σου, δεν βλέπω για ποιο λόγο να σ' εμποδίσω. - Τώρα μίλησες σοφά, του αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Έ λ α , γδύσου... Τα παπούτσια σου μοιάζουν καμωμένα από τα γε­ γονότα, συνέχισε ο Ρομπέν γελώντας. Αν κρίνω από τ' άπειρα κομμάτια που 'χεις κομποδέσει εδώ πέρα, έχουν μα­ ζεμένες επάνω τους όλες τις εποχές του χρόνου. Ο προσκυνητής έβαλε τα γέλια. - Η φορεσιά μου μοιάζει με τη συνείδηση των Νορμαν­ δών, αποκρίθηκε. Είναι φταγμένη από κουρέλια κι από λο152


γιών-λογιών δοσίματα, ενώ η δική σου είναι η εικόνα της σαξονικής καρδιάς: γερή και πεντακάθαρη. - Χρυσάφι τα λόγια σου, πάτερ, είπε ο Ρομπέν καθώς φορούσε επιδέξια τα κουρέλια του γέροντα. Κι οφείλω να σε συγχαρώ για την περιφρόνηση που σου εμπνέουν τα πλού­ τ η , γιατί το ράσο σου έχει μια απόλυτα χριστιανική απλό­ τητα. - Πρέπει να κρατήσω και τα όπλα σου; - Ό χ ι , όχι, πάτερ, αυτά μού χρειάζονται. Κ α ι τώρα που μεταμφιεστήκαμε κι οι δυο, επίτρεψέ μου να σου δώσω μια συμβουλή: απομακρύνσου απ' αυτό το σημείο του δάσους και, κυρίως, για δική σου ασφάλεια, φρόντισε να μη με ακο­ λουθήσεις. Φοράς τα ρούχα μου, έχεις τα λεφτά μου στην τσέπη σου, είσαι πλούσιος και καλοντυμένος, τράβα να βρεις την τ ύ χ η σου μερικά μίλια μακριά από το Ν ό τ ι γ χ α μ . - Σ' ευχαριστώ για τη συμβουλή, νεαρέ! Ταιριάζει από­ λυτα με τις κρυφές μου πεθυμιές. Έ χ ε την ευλογία ενός γέ­ ροντα κι αν αυτό που θέλεις να κάνεις είναι τίμιο, σου εύχο­ μαι κ α λ ή επιτυχία. Ο Ρομπέν αποχαιρέτησε τον προσκυνητή κι απομακρύν­ θ η κ ε βιαστικά προς την πόλη. Τη σ τ ι γ μ ή που, έτσι μεταμ­ φιεσμένος και με μοναδικό φανερό όπλο ένα κοντάρι από βε­ λανιδιά, έφτανε στο Ν ό τ ι γ χ α μ , έφιπποι στρατιώτες έβγαι­ ναν από τον πύργο και πήγαιναν προς την άκρη της πόλης, όπου είχαν στήσει τρεις κρεμάλες. Ξαφνικά, ένα απρόσμενο μαντάτο α π λ ώ θ η κ ε στο π λ ή ­ θος: ο δήμιος είχε αρρωστήσει, βρισκόταν στα τελευταία του και δεν ήταν σε θέση να στείλει κανέναν στον ά λ λ ο κόσμο. Με διαταγή του σερίφη, έβγαλαν μια ανακοίνωση: ζητούσαν κάποιον που, έναντι γενναίας αμοιβής θα δεχόταν να εκτε­ λέσει τα καθήκοντα του δημίου.

153


Ο Ρομπέν, που βρισκόταν στις πρώτες σειρές των θεα­ τών, β γ ή κ ε και στάθηκε μπροστά στον βαρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν. - Ευγενικέ άρχοντα, είπε μιλώντας με τη μ ύ τ η , τι θα μου δώσεις αν δεχτώ ν' αντικαταστήσω τον ε κ τ ε λ ε σ τ ή της ανώτατης αρχής; Ο βαρόνος πισωπάτησε μερικά βήματα, σαν να φοβόταν μήπως τον αγγίξει. - Θαρρώ, απάντησε ο «ευγενικός άρχοντας» παρατηρώ­ ντας τον Ρομπέν από την κορυφή ως τα νύχια, πως δεν θα έλεγες όχι αν σου έδινα μερικά ρούχα. Λοιπόν, ζητιάνε, αν μας βγάλεις από τη δύσκολη θέση, θα σου δώσω έξι και­ νούριες φορεσιές και επιπλέον την αμοιβή που παίρνει ο δή­ μιος, δηλαδή δεκατρία σολδία. - Κ α ι πόσα θα μου δώσεις, εκλαμπρότατε, αν κρεμάσω κι εσένα μαζί; ρώτησε ο Ρομπέν πλησιάζοντας τον βαρόνο. - Στάσου μακριά μου, ζητιάνε, κι επανάλαβε αυτό που εί­ πες, δεν το άκουσα. - Μου πρόσφερες έξι καινούριες φορεσιές και δεκατρία σολδία, επανέλαβε ο Ρομπέν, για να κρεμάσω αυτούς τους δυστυχισμένους· ρωτάω, λοιπόν, πόσα παραπάνω θα μου έδινες αν αναλάμβανα να κρεμάσω εσένα και μια δωδεκάδα από τους Νορμανδούς σκύλους σου; - Αναιδέστατε ζητιάνε! Τι σημαίνει αυτό; φώναξε ο βα­ ρόνος, κατάπληκτος με το θράσος του προσκυνητή. Ξέρεις σε ποιον μιλάς; Α θ λ ι ε δούλε, μια λέξη να πεις ακόμα και θα είσαι το τέταρτο πουλί που θα κρεμαστεί σ' αυτή την κρε­ μάλα. - Ά ρ α γ ε παρατήρησες, άρχοντα μου, συνέχισε απτόητος ο Ρομπέν, ότι είμαι ένας φτωχός άνθρωπος, ελεεινά ντυμέ­ νος; - Ναι, πράγματι, πολύ ελεεινά ντυμένος, συμφώνησε ο βαρόνος κάνοντας ένα μορφασμό αηδίας. 154


- Ε, λοιπόν, του είπε ο ήρωας μας, μάθε πως αυτή η εξωτερική φτώχεια κρύβει μια μ ε γ ά λ η καρδιά, έναν πολύ λεπτό χαρακτήρα. Ε ί μ α ι πολύ ευαίσθητος στις βρισιές και με πειράζουν η περιφρόνηση και η προσβολή, τουλάχιστον όσο κι εσένα, ευγενικέ βαρόνε. Δ έ χ τ η κ ε ς χωρίς τον παραμι­ κρό ενδοιασμό τις υπηρεσίες μου, κι ωστόσο με προσβάλλεις για τη μ ε γ ά λ η φτώχεια μου. - Π ά ψ ε , πολυλογά ζητιάνε. Πώς τολμάς να συγκρίνεις τον εαυτό σου μ' εμένα, μ' εμένα, τον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν; Ά ν τ ε , είσαι τρελός! - Ε ί μ α ι ένας φτωχός, είπε ο Ρομπέν. Ένας φτωχός και δυστυχισμένος. - Ά κ ο υ , δεν ήρθα εδώ για ν' ακούσω τις ανοησίες ενός υποκειμένου σαν εσένα, συνέχισε ο βαρόνος ανυπόμονα. Αν αρνείσαι την πρόταση μου, πάρε δρόμο· αν τη δέχεσαι, φρό­ ντισε να κάνεις το καθήκον σου. - Δ ε ν ξέρω ακριβώς σε τι μπορώ να βοηθήσω, του απο­ κρίθηκε ο Ρομπέν, που προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για να προλάβουν οι άντρες του να φτάσουν στην άκρη του δά­ σους. Π ο τ έ δεν ήμουν δήμιος, κι ευγνωμονώ γι' αυτό την Παρθένα Μαρία. Κατάρα σ' αυτό το αισχρό ε π ά �� γ ε λ μ α και στον άθλιο που το εξασκεί! - Φτάνει πια! Με κοροϊδεύεις, τιποτένιε; βρυχήθηκε ο βαρόνος, έξαλλος με την αναίδεια του Ρομπέν. Άκουσε με καλά: αν δεν κάνεις τη δουλειά σου αμέσως, θα πω να σε μαυρίσουν στο ξύλο. Θα καταριέσαι την ώρα και τη σ τ ι γ μ ή που αποφάσισες να εμφανιστείς μπροστά μου για να πεις τις εξυπνάδες σου! - Κ α ι τι θα καταφέρεις μ' αυτό, εκλαμπρότατε; ρώτησε ο Ρομπέν. Μ ή π ω ς θα βρεις κάποιον να υπακούσει στις δια­ ταγές σου; Ό χ ι . Έ β γ α λ ε ς μια ανακοίνωση που την άκουσαν όλοι, κι ωστόσο, μόνο εγώ προσφέρθηκα να ικανοποιήσω την επιθυμία σου. 155


- Καταλαβαίνω πού θέλεις να καταλήξεις, άθλιε κατερ­ γάρη! φώναξε έξαλλος ο βαρόνος. Θέλεις περισσότερα λεφτά για να στείλεις αυτά τα καθάρματα στον ά λ λ ο κόσμο! Ο Ρομπέν ανασήκωσε τους ώμους. - Π ε ς , τότε, να τους κρεμάσει όποιος αρέσει στην αφεντιά σου, του αποκρίθηκε παριστάνοντας τον αδιάφορο. - Μα όχι, όχι, γλύκανε τη φωνή του ο βαρόνος, εσύ θα το κάνεις. Διπλασιάζω την αμοιβή σου, αλλά αν δεν κάνεις τη δουλειά σου όπως πρέπει, θα έ χ ω το δικαίωμα να λ έ ω πως είσαι ο χειρότερος δήμιος του κόσμου. - Αν ή θ ε λ α να θανατώσω αυτούς τους δυστυχισμένους, του αποκρίθηκε ο Ρομπέν, το ποσό που μου πρόσφερες θα ήταν αρκετό· αρνούμαι, όμως, να λερώσω τα χέρια μου πιά­ νοντας μια κρεμάλα. - Τι σημαίνει αυτό, άθλιε; βρυχήθηκε ο βαρόνος. - Περίμενε, εκλαμπρότατε, θα φωνάξω κάποιους ανθρώ­ πους που μόλις τους διατάξω, θα σ' απαλλάξουν για πάντα απ' αυτούς τους φριχτούς ε γ κ λ η μ α τ ί ε ς . Με αυτά τα λόγια, ο Ρομπέν σάλπισε στο βούκινο του έναν χαρούμενο σκοπό κι έπιασε με τα δυο του χέρια τον τρο­ μοκρατημένο βαρόνο. - Εκλαμπρότατε, του είπε, η ζωή σου κρέμεται από μια κλωστή· αν κουνηθείς, θα καρφώσω το μαχαίρι μου στην καρδιά σου. Π ε ς στους φρουρούς σου να μην πλησιάσουν, πρόσθεσε ο Ρομπέν, κραδαίνοντας πάνω απ' το κεφάλι του γέροντα ένα τεράστιο κυνηγετικό μαχαίρι. - Στρατιώτες, μείνετε στις θέσεις σας! φώναξε ο βαρόνος με στεντόρεια φωνή. Ο ήλιος έπεφτε επάνω στην αστραφτερή λάμα του μα­ χαιριού και η αντανάκλαση τύφλωνε τον γέρο άρχοντα· έτσι, δεν προσπάθησε ν' αντισταθεί, α λ λ ά υποτάχτηκε κλαψουρίζοντας. 156


- Τι θέλεις από μένα, ευγενικέ προσκυνητή; ψ έ λ λ ι σ ε ο βαρόνος, προσπαθώντας να τρυφερέψει τη φωνή του. - Τη ζωή των τριών αντρών που θέλεις να κρεμάσεις, άρ­ χοντα μου, του απάντησε ο Ρομπέν των Δασών. - Δ ε ν μπορώ να σου κάνω αυτή τη χάρη, αγαπητέ μου, αποκρίθηκε ο γέροντας. Αυτοί οι δυστυχισμένοι σκότωσαν ζαρκάδια που ανήκουν στον βασιλιά και το παράνομο κυνή­ γι τιμωρείται με θάνατο. Ό λ ο το Ν ό τ ι γ χ α μ ξέρει το έ γ κ λ η ­ μα τους και την καταδίκη τους· αν, λοιπόν, κάνω αυτό που μου ζητάς, θα το μάθει ο βασιλιάς και θα με κατηγορήσει για ασυγχώρητη υποχωρητικότητα. Ε κ ε ί ν η τη σ τ ι γ μ ή έγινε μια αναταραχή μέσα στο πλήθος και πολλά β έ λ η πέρασαν σφυρίζοντας πάνω απ' τα κεφάλια του κόσμου. Ο Ρομπέν, που κατάλαβε ότι είχαν έρθει οι άντρες του, έβγαλε μια κραυγή. - Α! Ώ σ τ ε είσαι ο Ρομπέν των Δασών! φώναξε ο βαρόνος με κλαψιάρικη φωνή. - Μ ά λ ι σ τ α , άρχοντα μου, αποκρίθηκε ο ήρωας μας, εί­ μαι ο Ρομπέν των Δασών! Προστατευμένοι από τους κατοίκους της πόλης, οι εύθυ­ μοι άντρες ξεφύτρωσαν απ' όλες τις μεριές. Μ ό λ ι ς απελευ­ θέρωσαν τους μελλοθάνατους, ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν κα­ τάλαβε πως ο μοναδικός τρόπος να βγει σώος και αβλαβής απ' αυτή την τόσο δύσκολη κατάσταση ήταν να φιλιώσει με τον Ρομπέν των Δασών. - Πάρε γρήγορα τους κατάδικους, του είπε. Οι στρατιώ­ τες μου είναι νευριασμένοι από την τελευταία ήττα τους και μπορεί ν' αντιδράσουν. - Το λες αυτό επειδή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, του αντιγύρισε γελώντας ο Ρομπέν των Δασών. Δ ε ν φοβάμαι τους στρατιώτες σου· οι άντρες μου είναι ανίκητοι. 157


Ο Ρομπέν χαιρέτησε ειρωνικά τον γέροντα, του γύρισε την π λ ά τ η και πρόσταξε τους άντρες του να πάρουν το δρό­ μο για το δάσος. Το κατακίτρινο πρόσωπο του βαρόνου έδειχνε ταυτόχρο­ να ανήμπορη λύσσα και τρόμο· συγκέντρωσε τους στρατιώ­ τες του, ανέβηκε στ' άλογο του κι απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Οι κάτοικοι του Νότιγχαμ, που δεν έβλεπαν τη λαθροθηρία σαν αξιόποινη πράξη, περιτριγύρισαν τις «χαρούμενες καρδιές» ζητωκραυγάζοντας ευχαριστημένοι. Οι προεστοί της πόλης, ήσυχοι μετά τη φυγή του βαρό­ νου, είπαν στον Ρομπέν των Δασών πόσο πολύ τον συμπα­ θούσαν, ενώ οι γονείς των νεαρών μελλοθάνατων φιλούσαν τα γόνατα του λυτρωτή των γιων τους. Οι ταπεινές και ειλικρινείς ευχαριστίες εκείνων των φτω­ χών ανθρώπων, άγγιξαν την καρδιά του Ρομπέν περισσότε­ ρο απ' ό,τι θα είχαν πετύχει όμορφα λόγια ειπωμένα από το στόμα του πλουσιότερου άρχοντα...

158


Ο σερ Ρίτσαρντ πληρώνει το χρέος του

Ένας

ολόκληρος χρόνος κύλησε από την ημέρα που ο Ρο­ μπέν είχε βοηθήσει τόσο γενναιόδωρα τον σερ Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, και εδώ και μερικές εβδομάδες οι εύθυμοι άντρες εί­ χαν φωλιάσει και πάλι στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ. Το πρωί της ημέρας που είχαν ορίσει για την επίσκεψη του ιππότη, ο Ρομπέν ετοιμάστηκε να τον υποδεχτεί· όμως, η ώρα της συνάντησης πέρασε, και ο σερ Ρίτσαρντ δεν έ λ ε ­ γε να φανεί. - Δ ε ν πρόκειται να 'ρθει, άδικα περιμένουμε, είπε ο Κ ό κ ­ κινος Γουίλ που καθόταν μαζί με τον Ζανούλη και τον Ρο­ μπέν των Δασών στη σκιά ενός δέντρου και κοιτούσε ανυ­ πόμονα το δρόμο που ξετυλιγόταν μπροστά τους. - Η αχαριστία του σερ Ρίτσαρντ να μας γίνει μάθημα, αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Να μάθουμε να μη βασιζόμαστε στις υποσχέσεις των ανθρώπων... ωστόσο, για χάρη του ανθρώ­ πινου γένους, δεν θα 'θελα ν' αποδειχτεί λαθεμένη η εκτί­ μηση μου για τον σερ Ρίτσαρντ, γιατί, μέχρι που τον συνά­ ντησα, δεν είχα ξαναδεί πιο τίμιο κι ειλικρινό πρόσωπο. Ο μ ο λ ο γ ώ ότι αν ο οφειλέτης μου αθετήσει το λόγο του, δεν θα ξέρω πια πώς ν' αναγνωρίζω έναν τίμιο άνθρωπο. - Ε γ ώ είμαι σίγουρος ότι ο καλός ιππότης θα 'ρθει, είπε ο Ζανούλης. Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα πίσω από τα δέ­ ντρα και σε μια ώρα ο σερ Ρίτσαρντ θα είναι εδώ. 159


- Με την ευχή του Θεού, αγαπητέ μου Ζανούλη, απο­ κρίθηκε ο Ρομπέν των Δασών, και θ έ λ ω να ελπίζω μαζί με εσένα ότι ένας Σάξονας τηρεί πάντα το λόγο του. Θα μείνω σ' αυτή τη θέση μέχρι να φανούν τα πρώτα αστέρια, κι αν δεν έρθει ο ιππότης, θα τον θρηνήσω σαν ένα χαμένο φίλο. Πάρ­ τε τα όπλα σας, λεβέντες μου, φωνάξτε τον Τρανό και τρα­ βάτε κι οι τρεις κατά το μονοπάτι που βγάζει στο μοναστήρι της Παρθένας Μαρίας. Μπορεί ν' ανταμώσετε κάπου τον σερ Ρίτσαρντ - ή, αντί γι' αυτόν τον αχάριστο, κάποιον πλού­ σιο Νορμανδό, ή έστω έναν πεινασμένο φτωχοδιάβολο. Θέ­ λω απόψε να δω ένα άγνωστο πρόσωπο... πηγαίνετε να ψά­ ξετε και φέρτε μου όποιον καλεσμένο βρείτε. - Περίεργος τρόπος παρηγοριάς, αγαπητέ μου Ρομπέν, είπε ο Κόκκινος Γουίλ γελώντας. Ας γίνει όμως το θ έ λ η ­ μα σου. Θα ψάξουμε να σου βρούμε κάτι να διασκεδάσεις. Πριν προλάβει ο Γουίλ ν' αποσώσει τα λόγια του, η απρό­ σμενη εμφάνιση μιας μ ε γ ά λ η ς ομάδας καβαλάρηδων -στρατιά ολάκερη, σε σύγκριση με τους λιγοστούς ανθρώ­ πους του δάσους που, τον περισσότερο καιρό, ήταν σκορπι­ σμένοι σε κάθε γωνιά τ ο υ - ανησύχησε κάπως τον Ρομπέν, που δεν άρχιζε εχθροπραξίες πριν σιγουρευτεί ότι μπορούσε να νικήσει. Οι καβαλάρηδες διέσχισαν γρήγορα το ξέφωτο· μόλις έφτασαν σε απόσταση βέλους από το σημείο όπου στεκόταν ο Ρομπέν, εκείνος που φαινόταν για αρχηγός τους, όρμησε με τ' άλογο του προς το μέρος του νεαρού αρχηγού. - Ο σερ Ρίτσαρντ είναι! φώναξε ο Ζανούλης με χαρούμε­ νη φωνή αφού πρόσεξε τον ορμητικό καβαλάρη. - Α γ ί α Μητέρα, σ' ευχαριστώ! φώναξε ο Ρομπέν και μ' ένα σάλτο βρέθηκε ορθός. Έ ν α ς Σάξονας δεν αθέτησε το λόγο του! Ο σερ Ρίτσαρντ ξεπέζεψε γρήγορα, έτρεξε ίσια πάνω στον Ρομπέν και ρίχτηκε στην αγκαλιά του. 160


- Να έχεις την ευλογία του Θεού, Ρομπέν των Δασών, είπε καθώς φιλούσε πατρικά τον νεαρό άντρα. Ο Θεός να σου δίνει χαρά και υγεία μέχρι την τελευταία ημέρα της ζω­ ής σου! - Καλωσόρισες στο πράσινο δάσος, ευγενικέ ιππότη, αποκρίθηκε ο Ρομπέν συγκινημένος. Ε ί μ α ι πολύ χαρούμε­ νος που βλέπω ότι κράτησες την υπόσχεση σου κι έχεις στην καρδιά σου αγαθά συναισθήματα για έναν αφοσιωμένο υπηρέτη. - Θα ερχόμουν ακόμα και μ' άδειο πουγκί, Ρομπέν των Δασών, μόνο και μόνο για την τιμή και τη δόξα να σου σφίξω τα χέρια" πολύ περισσότερο τώρα, που με μ ε γ ά λ η μου ικανο­ ποίηση είμαι σε θέση να σου επιστρέψω τα χρήματα που μου δάνεισες με τόση μεγαλοψυχία, καλοσύνη και ευγένεια. - Ξαναπήρες, λοιπόν, πίσω την περιουσία σου; ρώτησε ο Ρομπέν. - Ναι, και ο Θεός να σου δώσει σε πλούτη όλη την ευ­ τυχία που σου χρωστάω. Οι καβαλάρηδες, υπέροχα ντυμένοι με τη μόδα της εποχής, που σχημάτιζαν μια αστραφτερή γραμμή γύρω από τον σερ Ρί­ τσαρντ, δεν άργησαν να τραβήξουν την προσοχή του Ρομπέν. - Δικός σου είναι αυτός ο όμορφος στρατός; ρώτησε ο νε­ αρός άντρας. - Α υ τ ή τη σ τ ι γ μ ή μού ανήκει, απάντησε ο ιππότης χα­ μογελώντας. - Θαυμάζω τα ρούχα τους και το στρατιωτικό τους πα­ ράστημα, συνέχισε ο Ρομπέν των Δασών πραγματικά έκ­ πληκτος. Φαίνονται απόλυτα πειθαρχημένοι. - Ναι, είναι γενναίοι, πιστοί και όλοι τους από σαξονική γενιά, τίμιοι και δοκιμασμένοι. Θα μου έκανες μ ε γ ά λ η χά­ ρη, αγαπητέ μου Ρομπέν, αν πρόσταζες τους άντρες σου να φιλοξενήσουν τους συντρόφους μου· έχουν κάνει πολύ δρόμο και σίγουρα χρειάζονται λ ί γ ε ς ώρες ανάπαυσης. 161


- Καιρός να μάθουν τι σημαίνει φιλοξενία στο δάσος, αποκρίθηκε αμέσως ο Ρομπ��ν. Εύθυμοι άντρες μου, φώναξε στα παλικάρια του που είχαν αρχίσει να προβάλλουν μέσα απ' την πυκνή βλάστηση, τούτοι οι ξένοι είναι αδέλφια μας, Σάξονες· πεινάνε και διψάνε. Δ ε ί ξ τ ε τους, σας παρακαλώ, πώς φερόμαστε στους φίλους που μας επισκέπτονται μέσα στο πράσινο δάσος. Οι άνθρωποι του δάσους υπάκουσαν στις διαταγές του Ρομπέν με τόση προθυμία, που σίγουρα άφησε ικανοποιημέ­ νο τον σερ Ρίτσαρντ· γιατί, πριν καθίσει παράμερα με τον οι­ κοδεσπότη του, είδε το γρασίδι να γεμίζει με τρόφιμα, κανά­ τες γεμάτες μπίρα και φλασκιά με καλό κρασί. Ο Ρομπέν των Δασών, ο σερ Ρίτσαρντ, ο Ζανούλης και ο Γουίλ απόλαυσαν ένα πλούσιο γεύμα και, όταν έφτασαν στο επιδόρπιο, ο ιππότης άρχισε ν' αφηγείται τα γεγονότα που είχαν συμβεί από την ημέρα της πρώτης συνάντησης του με τον ήρωα μας. - Δ ε ν μπορώ να σας περιγράψω, αγαπημένοι μου φίλοι, με ποια συναισθήματα ευγνωμοσύνης και χαράς βγήκα απ' αυ­ τό το δάσος, πριν από έναν ακριβώς χρόνο. Η καρδιά μου χτυ­ πούσε ανάλαφρα και βιαζόμουν τόσο πολύ να δω τη γυναίκα και τα παιδιά μου, που έφτασα στον πύργο γρηγορότερα απ' όσο χρειάζεται για ν' αφηγηθώ την ιστορία μου. »- Σ ω θ ή κ α μ ε ! φώναξα, σφίγγοντας τους όλους στην αγκαλιά μου. »— Η γυναίκα μου ξέσπασε σε κλάματα και λίγο έλειψε να λιποθυμήσει, τόσο μ ε γ ά λ η ήταν η έ κ π λ η ξ η και η συγκί­ νηση της. »- Π ώ ς λ έ γ ε τ α ι ο γενναιόδωρος φίλος που μας βοήθησε; ρώτησε ο Χέρμπερτ. »- Παιδιά, απάντησα, χτύπησα όλες τις πόρτες, ζήτησα μάταια να με βοηθήσουν όλοι αυτοί που έλεγαν πως ήταν φί­ λοι μας, και με λυπήθηκε μόνο ένας τελείως άγνωστος. Α υ 162


τός ο ευεργέτης είναι ένας ευγενικός παράνομος, ο προστάτης των φτωχών, το στήριγμα των δυστυχισμένων, ο εκδικητής των καταπιεσμένων, ο Ρομπέν των Δασών. » Τ α παιδιά μου γονάτισαν δίπλα στη μητέρα τους και, με ευλαβική φωνή, ύψωσαν προς τον Θεό τις ειλικρινείς ευ­ χαριστίες και τη βαθιά τους ευγνωμοσύνη. »Αφού έκαναν αυτό το καθήκον, ο Χέρμπερτ με παρακά­ λεσε να του επιτρέψω να σε επισκεφθεί· του έδωσα όμως να κα­ ταλάβει ότι κάτι τέτοιο θα σ' έφερνε μάλλον σε δύσκολη θέ­ ση, γιατί δεν σου αρέσει να σου μιλάνε για τις αγαθοεργίες σου. - Α γ α π η τ έ μου ιππότη, τον διέκοψε ο Ρομπέν, ας αφή­ σουμε για λίγο αυτό το κομμάτι της ιστορίας σου και πες μας, πώς τακτοποίησες την υπόθεση σου με τον αβά της Παρθένας Μαρίας. - Υπομονή, φίλε μου, υπομονή, είπε ο σερ Ρίτσαρντ χα­ μογελώντας· δεν πρόκειται να πλέξω το εγκώμιο σου, μην ανησυχείς· ξέρω πόσο σεμνός είσαι. Ωστόσο, οφείλω να σου πω ότι και η γλυκιά Λ ί λ α με παρακάλεσε, μαζί με τον Χ έ ρ ­ μπερτ, και χρειάστηκε να δείξω όλη την πατρική μου αυ­ στηρότητα για να υποχωρήσουν. Υποσχέθηκα στα παιδιά μου ότι θα έχουν την ευτυχία να σε δουν στον πύργο. - Έκανες πολύ καλά, σερ Ρίτσαρντ. Σου υπόσχομαι ότι μια απ' αυτές τις ημέρες θα έρθω να με φιλοξενήσεις, είπε ευγενικά ο Ρομπέν. - Σ' ευχαριστώ, αγαπητέ μου φίλε. Θα μεταφέρω στη Λ ί λ α και τον Χέρμπερτ την υπόσχεση σου, και η ελπίδα να σ' ευχαριστήσουν οι ίδιοι θα τους γεμίσει με ικανοποίηση. » Ό τ α ν έφυγα λοιπόν από 'δώ, συνέχισε ο σερ Ρίτσαρντ, την ά λ λ η κιόλας μέρα, κίνησα για το μοναστήρι της Παρ­ θένας Μαρίας. » Έ μ α θ α αργότερα ότι, την ώρα ακριβώς που πήγαινα στο μοναστήρι, ο αβάς και ο πνευματικός κάθονταν στην τραπεζαρία και μιλούσαν για μένα. 163


»— Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, έ λ ε γ ε ο αβάς στον πνευ­ ματικό, δάνεισα σ' έναν ιππότη, που τα κτήματα του συνο­ ρεύουν με το μοναστήρι, τετρακόσια χρυσά σκούδα. Είναι υποχρεωμένος να μου επιστρέψει αυτά τα χρήματα μαζί με τους τόκους, αλλιώς, όλη του η περιουσία γίνεται δική μου. Ε γ ώ θεωρώ ότι η μέρα τελειώνει το μεσημέρι: άρα, η προ­ θεσμία έληξε και από τούτη τη σ τ ι γ μ ή είμαι ο απόλυτος κύ­ ριος της περιουσίας του. »— Α δ ε λ φ έ μου, αποκρίθηκε ο πνευματικός αγανακτι­ σμένος, είσαστε πολύ σκληρός. Κ ά θ ε δυστυχής που οφείλει να πληρώσει ένα χρέος, δικαιούται μια τελευταία προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών. Θα ήταν ντροπή από μέρους σας ν' απαιτήσετε μια περιουσία στην οποία δεν έ χ ε τ ε ακόμα κα­ νένα δικαίωμα. Αν το κάνετε αυτό, θα καταστρέψετε έναν δυστυχισμένο, παίρνοντας του όλο του το βιος, ενώ το κα­ θήκον σας, ως μέλους της αγίας Ε κ κ λ η σ ί α ς , σας υποχρεώ­ νει να απαλύνετε όσο μπορείτε περισσότερο τη θ λ ί ψ η που βαραίνει τους ώμους των δύστυχων αδελφών μας. »- Κράτα τις συμβουλές σου γι' αυτούς που θέλουν να τις ακούσουν, αποκρίθηκε θυμωμένος ο αβάς. Ε γ ώ θα κάνω ό,τι νομίζω, χωρίς να λάβω υπόψη τις υποκριτικές σκέψεις σου. » Ε κ ε ί ν η τη στιγμή μπήκε στην τραπεζαρία ο αποθηκάριος. »- Μ ή π ω ς έχεις νέα από τον σερ Ρίτσαρντ της Κοιλά­ δας; τον ρώτησε ο αβάς. »— Ό χ ι , α λ λ ά αυτό δεν μ' ενδιαφέρει διόλου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τώρα πια, η περιουσία του σας ανήκει. »- Μ ι α που είναι εδώ ο μέγας δικαστής, είπε ο αβάς, θα τον ρωτήσω αν μπορώ ν' απαιτήσω σήμερα κιόλας τον πύρ­ γο του σερ Ρίτσαρντ. »Ο αβάς πήγε να βρει τον μεγάλο δικαστή ο οποίος, αφού ζήτησε και πήρε ένα μεγάλο ποσό, απάντησε στον καλόγερο: »- Ο σερ Ρίτσαρντ δεν θα έρθει σήμερα· άρα, μπορείς, να υπολογίζεις ότι είσαι πια ο κύριος όλης του της περιουσίας. 164


» Α υ τ ή η άδικη απόφαση πάρθηκε τη σ τ ι γ μ ή ακριβώς που χτυπούσα την πόρτα του μοναστηριού. » Γ ι α να δοκιμάσω τη γενναιοδωρία του δανειστή μου, εί­ χα φορέσει άθλια ρούχα και οι άντρες που με ακολουθούσαν ήταν κι εκείνοι πολύ φτωχά ντυμένοι. » Ή ρ θ ε να μου ανοίξει ο πορτιέρης του μοναστηριού. Του εί­ χα φερθεί πολύ απλόχερα την εποχή της ευμάρειας μου, κι ο αγαθός άνθρωπος το θυμόταν αυτό με ευγνωμοσύνη. Εκείνος μου μετέφερε τη συζήτηση ανάμεσα στον αβά και τον πνευ­ ματικό. Φυσικά, δεν ξαφνιάστηκα καθόλου· ήξερα καλά ότι δεν έπρεπε να περιμένω καμιά χάρη από τον άγιο άνθρωπο. »- Καλωσορίσατε, συνέχισε ο πορτιέρης. Ο ερχομός σας θα είναι μια ευχάριστη έ κ π λ η ξ η για τον πνευματικό. Ο αιδεσιμότατος αβάς δεν θα χαρεί τόσο πολύ, γιατί πιστεύει ήδη ότι είναι ο ιδιοκτήτης του όμορφου πύργου σας. Θα βρεί­ τε πολύ κόσμο στη μ ε γ ά λ η αίθουσα, ευγενείς, πολλούς λόρδους. Ε λ π ί ζ ω , σερ Ρίτσαρντ, να μην πιστέψατε τα γ λ υ ­ κά λόγια του ηγουμένου μας και να φέρνετε μαζί σας χρή­ ματα, πρόσθεσε ο αγαθός πορτιέρης με στοργική ανησυχία στη φωνή. »Καθησύχασα τον καλόγερο και μπήκα μόνος στην αί­ θουσα όπου συνεδρίαζε ό λ η η θρησκευτική κοινότητα, για τον τρόπο που θα μ' έδιωχναν από τα κτήματα μου. » Ο ι σπουδαίοι αυτοί ευγενείς ένιωσαν μια τόσο δυσάρε­ στη έ κ π λ η ξ η όταν μ' αντίκρισαν... θαρρείς κι ήμουν κάποιο φριχτό φάντασμα που ήρθε επίτηδες από τον ά λ λ ο κόσμο για να τους κ λ έ ψ ε ι κάτι που ήθελαν πάρα πολύ. »Χαιρέτησα σεβαστικά τους αξιότιμους κυρίους και με ύφος ψεύτικης ταπεινότητας, είπα στον αβά: »- Ό π ω ς βλέπετε, αγαπητέ αβά, κράτησα την υπόσχε­ ση μου και ήρθα. »- Μου έφερες λεφτά; ρώτησε απότομα ο άγιος άνθρωπος. »- Δυστυχώς, ούτε μια πένα... 165


» Έ ν α χαμόγελο χαράς διαγράφηκε στα χ ε ί λ η του γεν­ ναιόδωρου δανειστή μου. »- Τ ό τ ε γιατί ήρθες εδώ, αφού δεν είσαι σε θέση να εξο­ φλήσεις το χρέος σου; »- Ήρθα να σας παρακαλέσω να μου δώσετε λίγες μέ­ ρες προθεσμία. »- Αδύνατον! Καταπώς τα συμφωνήσαμε, πρέπει να πληρώσεις σήμερα. Αν δεν μπορείς, τότε η περιουσία σου μου ανήκει· εξάλλου, αυτό τ' αποφάσισε ο μέγας δικαστής. Έ τ σ ι δεν είναι, άρχοντα μου; »- Ναι, απάντησε ο δικαστής. Σερ Ρίτσαρντ, πρόσθεσε ρίχνοντας μου ένα περιφρονητικό βλέμμα, τα κτήματα των προγόνων σου ανήκουν από σήμερα στον αξιότιμο αβά μας. »Παράστησα τον απελπισμένο, και ικέτευσα τον αβά να με λυπηθεί, να μου δώσει ένα περιθώριο τριών ημερών· του περιέγραψα την άθλια μοίρα που περίμενε τη γυναίκα και τα παιδιά μου, αν τους έδιωχνε απ' τον πύργο. Ο αβάς έμεινε αδιάφορος στα παρακάλια μου, κι όταν πια βαρέθηκε να με βλέπει, με πρόσταξε απότομα να βγω από την αίθουσα. »Εξοργισμένος απ' αυτή την άθλια συμπεριφορά, σήκω­ σα περήφανα το κεφάλι μου, περπάτησα μέχρι το κέντρο της αίθουσας κι άφησα επάνω στο τραπέζι ένα σάκο γεμάτο με λεφτά. »— Ορίστε τα τετρακόσια χρυσά νομίσματα που μου δά­ νεισες! Το ρολόι δεν σήμανε ακόμα μεσημέρι· ικανοποίησα λοιπόν όλους τους όρους της συμφωνίας μας και παρά τα τε­ χνάσματα σου, η περιουσία μου δεν αλλάζει χέρια. » Δ ε ν μπορείς να διανοηθείς, Ρομπέν, πρόσθεσε ο ιππότης γελώντας, την κατάπληξη, τη λύσσα και την οργή του αβά· γύριζε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, γούρλωνε τα μάτια, μουρμούριζε ακατάληπτα λόγια, έκανε σαν τρελός. Αφού απόλαυσα για μια στιγμή το θέαμα αυτής της βουβής παραφοράς, βγήκα από την αίθουσα και πήγα στο αρχονταρίκι. 166


Εκεί, φόρεσα αξιοπρεπή ρούχα, άλλαξαν και οι άντρες μου και με συνοδεία αντάξια της θέσης μου, επέστρεψα στη σάλα. »Η εξωτερική μου μεταμόρφωση τους ξάφνιασε όλους πάρα πολύ· προχώρησα ήρεμα και στάθηκα μπροστά στον μεγάλο δικαστή. »- Απευθύνομαι σ' εσάς, άρχοντα, είπα με φωνή δυνατή κι αποφασιστική, και σας ρωτώ, μπροστά σε όλους τους αξιότιμους κυρίους: τώρα που εκπλήρωσα όλες τις υποχρεώ­ σεις του συμβολαίου μου, τα κτήματα και ο πύργος της Κοι­ λάδας παραμένουν δικά μου; »— Παραμένουν δικά σας, απάντησε ο δικαστής με βαριά καρδιά. » Δ έ χ τ η κ α με σεβασμό αυτή τη δίκαιη απόφαση και β γ ή ­ κα από το μοναστήρι όλος χαρά. » Σ τ ο δρόμο του γυρισμού, συνάντησα τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. »- Ό λ α τακτοποιήθηκαν, αγαπημένοι μου, τους είπα και τους φίλησα. Προσευχηθείτε για τον Ρομπέν των Δ α ­ σών, γιατί χωρίς αυτόν τώρα θα ήμαστε ζητιάνοι. Ας προ­ σπαθήσουμε, λοιπόν, να δείξουμε στον γενναιόδωρο Ρομπέν ότι δεν ξεχνάμε το καλό που μας έκανε. » Α ρ χ ί σ α μ ε τη δουλειά από την επόμενη κιόλας μέρα και γρήγορα, η γη έβγαλε σε αξία το ποσό που μου είχες δανεί­ σει. Σου φέρνω εξακόσια χρυσά νομίσματα, αγαπητέ μου Ρο­ μπέν, εκατό τόξα απ' το καλύτερο ξύλο, μαζί με σαΐτες και φαρέτρες, επίσης σου χαρίζω το λόχο των αντρών που θαύ­ μαζες πριν από λίγο. Είναι όλοι πολύ καλά οπλισμένοι και καθένας τους έχει ένα εξαιρετικό πολεμικό άτι. Κράτησε τους, θα σε υπηρετήσουν με ευγνωμοσύνη και πίστη. - Αν δεχτώ αυτό το τόσο ακριβό δώρο, θα παραβιάσω τις αρχές μου, αποκρίθηκε ο Ρομπέν συγκινημένος. Ούτε τα χρήματα που μου φέρνεις θα δεχτώ. Ο πρώτος αποθηκάριος του μοναστηριού της Παρθένας Μαρίας έφαγε μαζί μας το 167


πρωί κι από τα έξοδα του μπήκαν στο σεντούκι μας οχτα­ κόσια χρυσά νομίσματα. Π ο τ έ δεν παίρνω δυο φορές λεφτά την ίδια μέρα· πήρα το χρυσάφι του καλόγερου αντί για το δικό σου, το χρέος σου λοιπόν τακτοποιήθηκε. Ξέρω, αγα­ πητέ μου ιππότη, ότι τα εισοδήματα σου έχουν περιοριστεί εξαιτίας των απαιτήσεων του βασιλιά, και πρέπει να τα χει­ ριστείς με προσοχή. Σκέψου τα παιδιά σου· εγώ είμαι πλού­ σιος, οι Νορμανδοί έρχονται μπουλούκια στα μέρη μας και είναι φορτωμένοι με χρυσάφι. Ας μη μ ι λ ά μ ε μεταξύ μας για εξυπηρέτηση κι ευγνωμοσύνη, εκτός αν μπορώ να βοηθήσω στην αύξηση της περιουσίας σου ή στην ευτυχία των αγα­ πημένων σου. - Μ ε τ ά από μια τόσο ευγενική και γενναιόδωρη συμπε­ ριφορά, αποκρίθηκε ο σερ Ρίτσαρντ, πιστεύω ότι θα ήμουν αγενής αν επέμενα να δεχτείς τα δώρα μου. - Ναι, ιππότη, ας μη μιλήσουμε ά λ λ ο γ ι ' αυτό, είπε χα­ ρούμενος ο Ρομπέν. Π ε ς μας τώρα τι συνέβη και άργησες τό­ σο πολύ στο ραντεβού μας. - Καθώς ερχόμουν εδώ, έπιασε ν' αφηγείται ο σερ Ρί­ τσαρντ, πέρασα από ένα χωριό όπου είχαν συγκεντρωθεί οι καλύτεροι καβαλάρηδες των δυτικών περιοχών αγωνίζο­ νταν γερά μεταξύ τους. Τα βραβεία για τον νικητή ήταν ένας λευκός ταύρος, ένα άλογο, μια σέλα και χαλινάρια στολι­ σμένα με χρυσά καρφιά, ένα ζευγάρι περιβραχιόνια, ένα αση­ μένιο δαχτυλίδι κι ένα βαρέλι παλιό κρασί. Σταμάτησα για να παρακολουθήσω λίγο τον αγώνα. Ένας στρατιώτης με κανονικό μπόι φαινόταν τόσο δυνατός και ψυχωμένος, που ήταν ξεκάθαρο ότι θα κέρδιζε όλα τα βραβεία· πράγματι, αφού έριξε από τη σάλα όλους τους αντιπάλους του, έμεινε όρθιος και απόλυτος κυρίαρχος στο πεδίο της μάχης. Ό μ ω ς , ξαφνικά, την ώρα που ετοιμάζονταν να του δώσουν τα βρα­ βεία, ανακάλυψαν ότι ανήκε στη συμμορία σου. - Ήταν, πράγματι, δικός μου; ρώτησε δυνατά ο Ρομπέν. 168


- Ναι, λεγόταν Γασπάρ. - Κέρδισε, λοιπόν, τα βραβεία, αυτός ο γενναίος Γασπάρ; - Τα κέρδισε α λ λ ά δεν του τα έδιναν, με το πρόσχημα ότι ανήκε στο στρατό των εύθυμων αντρών. Ο Γασπάρ υπε­ ρασπιζόταν με θάρρος τη θέση του· τότε, δυο ή τρεις απ' τους μονομάχους άρχισαν να στολίζουν τ' όνομα σου με άσχημα κοσμητικά επίθετα. Έ π ρ ε π ε να δεις με πόση δύ­ ναμη σε υπερασπίστηκαν τα πνευμόνια και τα μπράτσα του Γασπάρ· φώναζε και χειρονομούσε τόσο έντονα, που σε λί­ γο τράβηξαν μαχαίρια. Ο δύστυχος Γασπάρ δεν θα τα έβγαζε πέρα με τόσους εχθρούς· τότε, μαζί με τους άντρες μου, τους αναγκάσαμε όλους να το βάλουν στα πόδια. Μ ε ­ τά απ' αυτή τη μικρή εξυπηρέτηση, φώναξα το γενναίο πα­ λικάρι, του έδωσα πέντε χρυσά νομίσματα για το κρασί του και κάλεσα τους κυνηγημένους να γευτούν το περιεχόμενο του βαρελιού. Ό π ω ς καταλαβαίνεις, δεν αρνήθηκαν, α λ λ ά πήρα μαζί μου τον Γασπάρ, για να τον φυλάξω από ενδε­ χόμενη εκδίκηση τους. - Σ' ευχαριστώ που προστάτεψες έναν από τους γενναί­ ους άντρες μου, κ α λ έ μου ιππότη, είπε ο Ρομπέν. Όποιος συντρέχει τους ανθρώπους μου, έχει την αιώνια φιλία μου. Αν ποτέ με χρειαστείς, έλα να με βρεις· τα μπράτσα μου και το πουγκί μου είναι στη διάθεση σου. - Θα σε θεωρώ πάντα αληθινό φίλο, Ρομπέν, αποκρίθηκε ο ιππότης, κι ελπίζω ότι το ίδιο θα νιώθεις κι εσύ για μένα. Οι τελευταίες ώρες του απομεσήμερου κύλησαν χαρού­ μενα, και όταν πήρε να σουρουπώνει, ο σερ Ρίτσαρντ ακο­ λούθησε τον Ρομπέν, τον Γουίλ και τον Ζανούλη στον πύρ­ γο του Μπάρνσντεϊλ, όπου ήταν συγκεντρωμένα όλα τα μέ­ λη της οικογένειας Γ κ ά μ γ ο υ ε λ . Ο σερ Ρίτσαρντ χαμογέλασε με θαυμασμό όταν αντίκρι­ σε τις έξι όμορφες γυναίκες. Αφού πρώτα έδειξε στον ιππό­ τη την πολυαγαπημένη του Μοντ, ο Γουίλ τράβηξε τον κα169


λεσμένο του παράμερα και τον ρώτησε χαμηλόφωνα αν είχε δει ποτέ του πιο γοητευτικό πρόσωπο από της Μοντ. Ο ιππότης έβαλε τα γέλια και απάντησε στον Γουίλ ότι θα ήταν αγένεια προς τις ά λ λ ε ς κυρίες αν εξέφραζε μεγαλοφώνως τη γνώμη του για την αξιολάτρευτη Μοντ. Ο Γουίλιαμ, γοητευμένος μ' αυτή τη χαριτωμένη απά­ ντηση, έτρεξε να φιλήσει τη γυναίκα του με την πεποίθηση ότι ήταν ο πιο τυχερός σύζυγος και ο πιο ευτυχισμένος άν­ θρωπος του κόσμου. Μ ό λ ι ς έπεσε η νύχτα, ο σερ Ρίτσαρντ έφυγε απ' το Μπάρνσντεϊλ και με τη συνοδεία μερικών αντρών του Ρο­ μπέν, που θα τον οδηγούσαν μέσα στο δάσος, δεν άργησε να περάσει, μαζί με τους στρατιώτες του, τα τ ε ί χ η του πύργου της Κοιλάδας.

170


Η μ ε γ ά λ η ε π ί θ ε σ η στο δάσος του Σέργουντ

Ο σερίφης του Ν ό τ ι γ χ α μ ( μ ι λ ά μ ε , βέβαια, για τον αγαπη­ τό μας βαρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν, κι όχι τον βοηθό που γνωρί­ σαμε σ' εκείνη την περιπέτεια του Ρομπέν με τους χασάπη­ δες) μόλις έμαθε πως ο Ρομπέν των Δασών και μερικοί άντρες του βρίσκονταν στο Γιορκσάιρ, πίστεψε ότι θα μπο­ ρούσε, με τη βοήθεια των «γενναίων» στρατιωτών του, ν' απαλλάξει το δάσος του Σέργουντ από τους παρανόμους που, χωρίς τον αρχηγό τους, δεν θα μπορούσαν ν' αμυνθούν. Μ ε τ ά , αφού ξεμπέρδευε μαζί τους, θα έστηνε φρουρές στις παρυφές του δάσους, για να συλλάβει τον Ρομπέν τη στιγ­ μή που θα επέστρεφε. Βέβαια, όπως ξέρουμε, οι «ήρωες» του βαρόνου δεν ήταν καθόλου πρότυπα γενναιότητας· έτσι, αφού το καλοσκέφτηκε, ο βαρόνος έφερε από το Λονδίνο ένα λόχο παλικαράδες και τους εκπαίδευσε ο ίδιος στο κυνήγι των παρανόμων που σχεδίαζε. Ο εύθυμοι άντρες γνώριζαν τόσο κόσμο στο Νότιγχαμ, που έμαθαν αμέσως τα σχέδια του αφελούς βαρόνου ενα­ ντίον τους - ακόμα και την ημέρα και την ώρα που είχε ορι­ στεί για την αιματηρή επίθεση. Α υ τ ό το χρονικό διάστημα έδωσε στους ανθρώπους του δάσους την ευκαιρία να προε­ τοιμάσουν την άμυνα τους, ώστε να υποδεχτούν κ α τ ά λ λ η ­ λα το στρατό του μεγάλου σερίφη. 171


Πράγματι, την ορισμένη ημέρα, ενθουσιασμένοι με την προοπτική μιας πλούσιας ανταμοιβής, οι άντρες του βαρόνου επιτέθηκαν με ύφος ακαταμάχητης γενναιότητας. Πριν όμως καλοπρολάβουν να μπουν στο δάσος, έσκασε πάνω τους μια βροχή από β έ λ η , τόσο τρομερή, που οι μισοί από δαύτους σωριάστηκαν άψυχοι καταγής. Μ ι α δεύτερη βροχή ακολούθησε, και μετά μια τρίτη, πιο δυνατή, πιο αποφασιστική, πιο θανατηφόρα· κάθε σαΐτα έβρισκε το στόχο της, ενώ οι τοξότες παρέμεναν αόρατοι. Αφού προκάλεσαν τρόμο και σύγχυση στον εχθρικό στρατό, οι παράνομοι του δάσους πετάχτηκαν από τις κρυψώνες τους ουρλιάζοντας και ξάπλωσαν νεκρούς όσους προσπάθησαν ν' αντισταθούν. Ο στρατός του σερίφη σκόρπισε σε κατάσταση απερίγραπτου πανικού και οι «γενναίοι» του επέστρεψαν κυ­ νηγημένοι στον πύργο του Νότιγχαμ. Ο ύ τ ε ένας από τους εύθυμους άντρες δεν λαβώθηκε σ' αυτή την α λ λ ό κ ο τ η μ ά χ η . Με το σούρουπο, ξεκούραστοι και ανανεωμένοι, στοίβαξαν σε φορεία τους σκοτωμένους στρατιώτες και τους απόθεσαν έξω από την καστρόπορτα του Φ ι τ ζ Όλγουιν. Εξοργισμένος και απελπισμένος, ο βαρόνος πέρασε τη νύχτα βλαστημώντας τη μοίρα του· κατηγόρησε τους άντρες του, δήλωσε ότι τον είχε εγκαταλείψει ο άγιος του, τα έβαλε με όλους και όλα για το φιάσκο της επίθεσης και, τ ε λ ι κ ά , κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος ήταν γενναίος αρχηγός, α λ λ ά θύμα της ανικανότητας των κα­ τωτέρων του. Τ η ν επομένη εκείνης της θλιβερής ημέρας, ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν δέχτηκε την επίσκεψη ενός Νορμανδού φίλου του, που ήρθε να τον δει συνοδευμένος από μια πενηνταριά άντρες. Ο βαρόνος τού μίλησε για τη συμφορά που τον βρήκε, τονί­ ζοντας, για να δικαιολογήσει τις απανωτές ήττες του, ότι η συμμορία του Ρομπέν ήταν αόρατη. 172


- Α γ α π η τ έ μου βαρόνε, του αποκρίθηκε ήρεμα ο σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν (έτσι λεγόταν ο επισκέπτης), ο Ρομπέν των Δασών είναι ο ίδιος ο διάβολος, α λ λ ά αν εγώ ή θ ε λ α να του ξεριζώσω τα κέρατα, θα του τα ξερίζωνα. - Με τα λόγια δεν γίνεται τίποτα, φίλε μου, αποκρίθηκε πικρόχολα ο γέρος άρχοντας. Σε προκαλώ να συλλάβεις αυ­ τόν τον άθλιο Ρομπέν. - Αν αποφασίσω να τον πιάσω, είπε ο Νορμανδός νωχε­ λικά, θα το κάνω μόνος μου. Αισθάνομαι αρκετά δυνατός ώστε να δαμάσω ακόμα και λιοντάρι, ενώ ο Ρομπέν σου εί­ ναι απλώς ένας άνθρωπος· δεν λέω, έξυπνος άνθρωπος, αλ­ λά όχι ένα πρόσωπο διαβολικό και άπιαστο... - Λ έ γ ε ό,τι θέλεις, σερ Γ κ ι , τον τσίγκλισε ο βαρόνος, που εδώ και ώρα κλωθογύριζε στο μυαλό του η σκέψη να σπρώ­ ξει τον Νορμανδό σε μια επίθεση εναντίον του Ρομπέν των Δασών. Δ ε ν υπάρχει, όμως, άνθρωπος στην Α γ γ λ ί α , αγρό­ της ή στρατιώτης, που να μπορεί να γονατίσει αυτόν τον ηρωι­ κό παράνομο. Δεν φοβάται τίποτα και κανέναν· ακόμα κι ολόκληρος στρατός δεν θα τον πτοούσε. Ο σερ Γ κ ι χαμογέλασε περιφρονητικά. - Δ ε ν αμφιβάλλω διόλου, είπε, για την παλικαριά αυτού του γενναίου παράνομου· πρέπει όμως να ομολογήσεις, βα­ ρόνε, ότι μέχρι σήμερα ο Ρομπέν των Δασών πολέμησε με φαντάσματα. - Ό χ ι δα! φώναξε ο βαρόνος, που π λ η γ ώ θ η κ ε η περηφά­ νια του. - Ε, ναι, με φαντάσματα, το επαναλαμβάνω, παλιέ μου φίλε! Οι στρατιώτες σου δεν είναι πλασμένοι από σάρκα και οστά, α λ λ ά από λάσπη και γάλα. Μα την πίστη μου, τόσο γελοία ανθρωπάκια δεν έχω ξαναδεί! Το βάζουν στα πόδια μπροστά στα β έ λ η των παρανόμων και μόνο το όνομα του Ρομπέν των Δασών τούς φέρνει ανατριχίλα. Ω, αν ήμουν εγώ στη θέση σου! 173


- Τι θα έκανες; ρώτησε ανυπόμονα ο βαρόνος. - Θα έβαζα να κρεμάσουν τον Ρομπέν των Δασών... - Ειλικρινά, αυτό λαχταράω κι εγώ, είπε ο βαρόνος κατσουφιασμένος. - Το βλέπω, βαρόνε. Σου λείπει, όμως, η δύναμη. Ε, λοι­ πόν, είναι πολύ τυχερός ο φιλαράκος σου που δεν βρέθηκε ποτέ απέναντι μου. - Χ α , χα! γέλασε ο βαρόνος. Θα τον τρυπούσες με το κο­ ντάρι σου, ε; Ά σ ε καλύτερα, θα έτρεμες απ' την κορφή ως τα νύχια, και να σου έλεγα μόνο: Να ο Ρομπέν των Δασών! Ο Νορμανδός πετάχτηκε ορθός. - Σε πληροφορώ, είπε θυμωμένος, ότι δεν φοβάμαι ούτε τους ανθρώπους ούτε τον διάβολο ούτε κανέναν στον κόσμο, και σε προκαλώ να με υποβάλεις σε μια δοκιμασία που να ξεπερνάει το θάρρος μου. Κι αφού ξεκινήσαμε αυτή τη συ­ ζήτηση για τον Ρομπέν των Δασών, σου ζητώ σαν χάρη να με βάλεις στα χνάρια αυτού του άντρα, που σ' αρέσει να τον αποκαλείς ανίκητο επειδή δεν μπόρεσες ποτέ να τον συλ­ λάβεις! Αναλαμβάνω να τον πιάσω, να του κόψω τ' αφτιά και να τον κρεμάσω απ' τα πόδια σαν γουρουνάκι του γά­ λακτος. Πού μπορεί να συναντήσει κανείς αυτόν τον παλι­ καρά, που τον θεωρούν τόσο δυνατό; συνέχισε ο σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν. - Μέσα στο δάσος του Μπάρνσντε'ι'λ. - Πόσο απέχει αυτό το δάσος από το Ν ό τ ι γ χ α μ ; - Γύρω στις δυο μέρες πορεία, από διάφορα παραδρόμια· ωστόσο, αγαπητέ μου σερ Γ κ ι , επειδή θα στενοχωρηθώ πο­ λύ αν σου συμβεί κάτι εξαιτίας μου, επίτρεψέ μου να ενώσω τους άντρες μου με τους δικούς σου και να πάμε μαζί να ξε­ τρυπώσουμε αυτόν τον κατεργάρη. Ξέρω, από κ α λ ή π η γ ή , ότι αυτή τη σ τ ι γ μ ή είναι αποκομμένος από το καλύτερο μέ­ ρος της συμμορίας του· θα μας είναι εύκολο, λοιπόν, αν κι­ νηθούμε προσεχτικά, να περιζώσουμε το καταφύγιο αυτών 174


των ληστών, να συλλάβουμε τον αρχηγό τους και ν' αφή­ σουμε τους στρατιώτες μας να τους εκδικηθούν. Oι δικοί μου έχουν υποφέρει πολύ στο δάσος του Σέργουντ και θα χαρούν αφάνταστα να πάρουν το αίμα τους πίσω. - Δ έ χ ο μ α ι ευχαρίστως την ευγενική σου προσφορά, αγα­ πητέ μου φίλε, αποκρίθηκε ο Νορμανδός. Έ τ σ ι , θα μου δο­ θεί η ευκαιρία να σου αποδείξω ότι ο Ρομπέν των Δασών δεν είναι ούτε διάβολος ούτε ανίκητος και, επιτέλους, όχι μόνο θα ισορροπήσω το παιχνίδι ανάμεσα σ' εκείνον κι εμένα, αλ­ λά και θα ντυθώ σαν απλός καβαλάρης για να τον πολεμή­ σω σώμα με σώμα. Ο βαρόνος πάσχισε να κρύψει τη χαρά που του έδωσε η περήφανη απάντηση του επισκέπτη του· αρκέστηκε να κά­ νει, με φοβισμένο και τάχα στοργικό ύφος, μερικές αόριστες παρατηρήσεις για τον κίνδυνο που θα διέτρεχε ο εξαίρετος φίλος του, για την απρονοησία μιας μεταμφίεσης που θα τον έφερνε σε άμεση επαφή μ' έναν άνθρωπο ξακουστό για την επιδεξιότητα και τη σωματική του δύναμη. Ο Νορμανδός, που καμάρωνε σαν το παγόνι, φουσκωμέ­ νος από ματαιοδοξία κι αυτοπεποίθηση, έκοψε τις υποκριτι­ κές ανησυχίες του βαρόνου οπότε εκείνος - μ ε ταχύτητα αναπάντεχη για την ηλικία τ ο υ - έφυγε για να διατάξει τους στρατιώτες του να ετοιμαστούν. Μ ι α ώρα αργότερα, ο σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν και ο λόρ­ δος Φ ι τ ζ Όλγουιν, ακολουθούμενοι από εκατό περίπου στρατιώτες, έπαιρναν με αγέρωχο ύφος το παραδρόμι που θα τους έβγαζε στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ. Σ τ ο μεταξύ, οι δυο σύμμαχοι είχαν καταστρώσει το σχέ­ διο τους: ο σερ Γ κ ι θα άφηνε τον Φ ι τ ζ Όλγουιν να κατευ­ θύνει το στρατό του σ' ένα προκαθορισμένο σημείο του δά­ σους, ενώ εκείνος -που θα περνούσε απαρατήρητος με τη φορεσιά του έφιππου σ τ ρ α τ ι ώ τ η - θ' ακολουθούσε διαφορετι­ κή κατεύθυνση, θα έβρισκε τον Ρομπέν των Δασών, θα μο175


νομαχούσε μαζί του και, φυσικά, θα τον έστελνε στον ά λ λ ο κόσμο. Ο Νορμανδός θα πληροφορούσε τον βαρόνο για την επιτυχία του (να σημειώσουμε εδώ ότι δεν είχε καμιά αμφι­ βολία γι' αυτή την επιτυχία), σαλπίζοντας έναν συνθηματι­ κό σκοπό στο βούκινο του. Μ ό λ ι ς άκουγε το θριαμβευτικό σάλπισμα, ο σερίφης θα έπρεπε ν' αναγγείλει τη νίκη του Νορμανδού και να τρέξει ολοταχώς με το στρατό στο σημείο, της μονομαχίας. Αφού οι στρατιώτες θα διαπίστωναν με τα ίδια τους τα μάτια τη νίκη του, βλέποντας το πτώμα του Ρομπέν των Δασών, θα ξεχύνονταν μετά στις λ ό χ μ ε ς , μες στις πυκνές συστάδες των δέντρων και στα υπόγεια κατα­ φύγια, για να σκοτώσουν ή να αιχμαλωτίσουν, ανάλογα με την κρίση τους, όλους τους παρανόμους που θα τα είχαν χα­ μένα κι έτσι θα έπεφταν εύκολα στα χέρια τους. Τ η ν ώρα που ο στρατός ζύγωνε κρυφά στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ, ο Ρομπέν των Δασών ήταν ξαπλωμένος κά­ τω απ' το παχύ φύλλωμα του δέντρου της Σύναξης και κοι­ μόταν βαθιά. Ο Ζανούλης, καθισμένος πλάι στον αρχηγό του, τον πρό­ σεχε κι αναλογιζόταν πόσο αγαθή καρδιά είχε και πόσο έξυ­ πνη ήταν η όμορφη γυναίκα του, η γλυκιά Γουίνιφρεντ, όταν τον έβγαλε από την τρυφερή του ονειροπόληση το στριγκό κρώξιμο μιας τσίχλας που είχε καθίσει σ' ένα χαμηλό κλαδί της βελανιδιάς και τσίριζε με όλη της τη δύναμη, χτυπώντας τα φτερά της. Α υ τ ό το διαπεραστικό κρώξιμο ξύπνησε από­ τομα τον Ρομπέν, που πετάχτηκε τρομαγμένος. - Ε! είπε ο Ζανούλης. Τι συμβαίνει, αγαπητέ μου Ρομπέν; - Τίποτα, τον καθησύχασε ο νεαρός άντρας, ξαναβρί­ σκοντας τον εαυτό του. Κ ά τ ι ονειρεύτηκα, που δεν ξέρω αν πρέπει να το πω, και φοβήθηκα... Ε, να, μου είχαν επιτεθεί δυο καβαλάρηδες· με χτυπούσαν μ' ό λ η τους τη δύναμη κι εγώ τους αντιγύριζα τα χτυπήματα με μ ε γ ά λ η γενναιοδω176


ρία. Ωστόσο, θα με νικούσαν, έβλεπα το θάνατο να μου απλώνει το χέρι του, όταν ένα πουλί, που δεν ξέρω από πού ήρθε, μου είπε κελαηδώντας: Κάνε κουράγιο, θα σου στεί­ λω βοήθεια. Ξυπνάω και δεν βλέπω ούτε κίνδυνο ούτε που­ λί· άρα, τα όνειρα είναι σαχλαμάρες, πρόσθεσε ο Ρομπέν χαμογελώντας. - Δ ε ν συμφωνώ μαζί σου, αρχηγέ, είπε βλοσυρός ο Ζ α ­ νούλης· γιατί ένα μέρος από τ' όνειρο σου βγήκε κιόλας α λ η ­ θινό. Πριν από λίγο, στεκόταν πάνω σ' εκείνο το κλαδί μια τσίχλα που κελαηδούσε στη διαπασών. Μ ό λ ι ς ξύπνησες, τρόμαξε κι έφυγε. Μπορεί να σε προειδοποιούσε για κάτι. - Ώ σ τ ε είμαστε προληπτικοί, φίλε Ζανούλη; ρώτησε ο Ρομπέν κοροϊδευτικά. Έ λ α τώρα, είναι γελοίο στην ηλικία σου· τέτοια παιδιαρίσματα είναι για τα κοριτσάκια και τ' αγοράκια, όχι για μας! Ωστόσο, συνέχισε ο Ρομπέν, με τη ζ ω ή που κάνουμε εμείς, ίσως θα 'ταν φρόνιμο να τα προσέ­ χουμε όλα. Ποιος ξέρει, μπορεί η τσίχλα να μας είπε: Φρου­ ροί, γρηγορείτε! Κ α ι είμαστε η εμπροσθοφυλακή ενός στρα­ τού γενναίων. Εμπρός, λοιπόν, όταν γνωρίζεις τον κίνδυνο, είναι σαν να τον έχεις ξεπεράσει. Ο Ρομπέν φύσηξε στο βούκινο του και οι εύθυμοι άντρες, που είχαν σκορπίσει στα γειτονικά ξέφωτα, έτρεξαν αμέσως κοντά του. Ο Ρομπέν τούς έστειλε στο μονοπάτι που κατέβαινε από το Γιορκ, γιατί μόνο απ' αυτή την πλευρά μπορούσαν να φο­ βούνται κάποια επίθεση, ενώ εκείνος, μαζί με τον Ζανούλη, πήγε να ψάξει στην αντίθετη πλευρά του δάσους. Ο Γουί­ λιαμ και δυο γενναίοι άνθρωποι του δάσους κίνησαν για το δρόμο του Μάνσφελντ. Αφού έλεγξαν προσεχτικά τα μονοπάτια και τους δρό­ μους γύρω τους, ο Ρομπέν και ο Ζανούλης πήραν το μονο­ πάτι που είχε ακολουθήσει ο Κόκκινος Γουίλ. Ε κ ε ί , καθώς έβγαιναν σε μια απλάδα, συνάντησαν έναν καβαλάρη που 177


αντί για χιτώνα φορούσε μια αλογοπροβιά. Ε κ ε ί ν η την επο­ χ ή , αυτό το ρούχο ήταν πολύ της μόδας στους έφιππους στρατιώτες του Γιορκσάιρ, που οι περισσότεροι ήταν αλογατάρηδες. Ο άγνωστος είχε ζωσμένα στη μέση του ένα σπαθί κι ένα στιλέτο και η φυσιογνωμία του. η σκληρή έκφραση του προσώπου του, μαρτυρούσαν ότι σκότωνε πολύ συχνά μ' αυ­ τά τα όπλα. - Α, α! φώναξε ο Ρομπέν μόλις τον είδε. Μα την πίστη μου, να ένας αρχιαπατεώνας - κι αν δεν απαντήσει τίμια στις ερωτήσεις μου, θα κοιτάξω να δω τι χρώμα έχει το αίμα του. - Είναι σαν μολοσσός με γερά δόντια, αγαπητέ μου Ρο­ μπέν. Πρόσεξε, μείνε κάτω απ' αυτό το δέντρο και θα τον ρωτήσω εγώ ποιος είναι, πούθε κρατάει η σκούφια του και τι θ έ λ ε ι εδώ. - Α γ α π η τ έ μου Ζανούλη, του αντιγύρισε απότομα ο Ρο­ μπέν, κάτι μ' έχει πιάσει μ' αυτόν εκεί τον παλικαρά. Αφησε με να τον περιλάβω εγώ. Πάει καιρός που δεν έχω μονομα­ χήσει και, μα την Α γ ί α Μητέρα, την προστάτισσά μου, δεν θα μπορούσα να ρίξω ούτε μια γροθιά αν άκουγα τις ορμήνιες σου. Τράβα να βρεις τον Γουίλ και μην έρθετε κοντά μου πα­ ρά μόνο όταν ακούσετε το θριαμβευτικό μου σάλπισμα. - Η θ έ λ η σ η σου είναι νόμος για μένα, Ρομπέν των Δα­ σών, αποκρίθηκε ο Ζανούλης κατσουφιασμένος, κι είναι κα­ θήκον μου να σε υπακούω, έστω και με βαριά καρδιά. Θ' αφήσουμε τώρα τον Ρομπέν που πηγαίνει ν' ανταμώ­ σει τον ξένο και θ' ακολουθήσουμε τον Ζανούλη που, ακο­ λουθώντας πιστά τις διαταγές του αρχηγού του, πήγαινε γρήγορα να βρει τον Γουίλιαμ ο οποίος, μαζί με δυο άντρες, είχε ριχτεί στο δρόμο του Μάνσφελντ. Ο Ζανούλης δεν είχε περπατήσει ούτε τριακόσια μέτρα πάνω στο μονοπάτι, όταν βγήκε σ' ένα ξέφωτο κι αντίκρισε 178


τον Κόκκινο Γουίλ και τους δυο συντρόφους του να πολε­ μούν με ό λ η τους τη δύναμη ενάντια σε μια δεκαριά στρα­ τιώτες. Ο Ζανούλης έβγαλε μια κραυγή και μ' ένα σάλτο βρέθηκε στο πλευρό των φίλων του. Ωστόσο, ο κίνδυνος έγι­ νε ακόμα μεγαλύτερος, όταν ο νεαρός άντρας άκουσε κ λ α γ γές όπλων και θόρυβο από πέταλα αλόγων, που έρχονταν από την άκρη του δρόμου. Αντικρύ στο μονοπάτι, και μες στη σκιά που έριχναν τα δέντρα, ξεπρόβαλε ένας λόχος από στρατιώτες και μπροστά τους ένα πλούσια στολισμένο άτι, που ποδοκροτούσε ανυπό­ μονο. Πάνω σ' αυτό το άτι ήταν θρονιασμένος, με υπεροπτι­ κό ύφος και με το κοντάρι έτοιμο, ο σερίφης του Νότιγχαμ. Ο Ζανούλης στράφηκε ν' αντιμετωπίσει τους νεοφερμέ­ νους, τέντωσε το τόξο του και σημάδεψε τον βαρόνο. Ωστό­ σο, ο νεαρός άντρας έκανε τόσο γρήγορες και απότομες κι­ νήσεις, τέντωσε τόσο δυνατά το τόξο του, που το έσπασε στα δυο σαν γυαλί. Ο Ζανούλης καταράστηκε το ακίνδυνο πια βέλος κι άρ­ παξε ένα ά λ λ ο τόξο που του έτεινε ένας παράνομος, ο οποί­ ος είχε τραυματιστεί θανάσιμα από τους στρατιώτες που πολεμούσε ο Γουίλιαμ. Ο βαρόνος, όμως, κατάλαβε την κίνηση και τις προθέσεις του τοξότη· έσκυψε μεμιάς επάνω στ' άλογο του κι έγινε ένα με τη ράχη του ζώου, έτσι ώστε το βέλος που προοριζόταν να τον σκοτώσει, ξάπλωσε μέσα στη σκόνη τον άντρα που βρισκόταν πίσω του. Ο θάνατος του συντρόφου τους εξόργισε όλους τους στρατιώτες. Αποφασισμένοι να νικήσουν, μια και ήταν πε­ ρισσότεροι, σπιρούνισαν τ' άλογα τους και όρμησαν γρήγορα. Α π ό τους δυο συντρόφους του Γουίλιαμ, ο ένας ήταν νε­ κρός κι ο άλλος πολεμούσε ακόμα· εύκολα, όμως, καταλά­ βαινε κανείς ότι πλησίαζε η ώρα της ήττας τους. Ο Ζανού­ λ η ς αντιλήφθηκε το θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε ο εξά179


δελφός του· χίμηξε μέσα στην ομάδα των στρατιωτών, τρά­ βηξε τον Γουίλ από τα χέρια τους και του φώναξε ν' απομα­ κρυνθεί γρήγορα. - Ποτέ! αποκρίθηκε ο Γουίλ αποφασιστικά. - Έ λ ε ο ς , Γουίλ, έ λ ε γ ε ο Ζανούλης, καθώς χτυπούσε τους αντιπάλους του, πήγαινε να βρεις τον Ρομπέν των Δα­ σών, φώναξε τους εύθυμους άντρες! Αλίμονο! Π ο τ ά μ ι θα τρέξει σήμερα το αίμα επάνω στο γρασίδι· το κελάδημα της τσίχλας ήταν σημάδι του Θεού! Τ ε λ ι κ ά , ο Γουίλιαμ υπέκυψε στα παρακάλια του εξαδέλ­ φου του· ήταν εύκολο να τα καταλάβει, βλέποντας όλους αυτούς τους στρατιώτες να πλημμυρίζουν το ξέφωτο. Κα­ τάφερε ένα τρομερό χτύπημα σ' έναν άντρα που προσπαθού­ σε να του κλείσει το δρόμο και εξαφανίστηκε μες στην πυ­ κνή βλάστηση. Ο Ζανούλης πολεμούσε σαν λιοντάρι· ήταν όμως τρέλα ν' αγωνίζεται μόνος απέναντι σε τόσους εχθρούς. Σε λίγο ο Ζανούλης νικήθηκε, έπεσε, οι στρατιώτες τον έδεσαν χειρο­ πόδαρα και τον άφησαν στη ρίζα ενός δέντρου. Ο βαρόνος θ' αποφάσιζε για την τ ύ χ η του δύστυχου φί­ λου μας. Φώναξαν λοιπόν με δυνατές κραυγές τον βαρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν, κι εκείνος έτρεξε αμέσως. Μ ό λ ι ς αντίκρισε τον αιχμάλωτο, ο βαρόνος χαμογέλασε με μια έκφραση ικανοποιημένου μίσους και τα χαρακτηρι­ στικά του αγρίεψαν. - Α, α, είπε απολαμβάνοντας με απερίγραπτη ικανοποί­ ηση τη χαρά του θριάμβου του, σ' έπιασα επιτέλους, μαντράχαλε του δάσους! Πριν σε στείλω στον ά λ λ ο κόσμο, θα σε κάνω να πληρώσεις ακριβά το θράσος σου. - Μα την πίστη μου, του αντιγύρισε ο Ζαν με αδιάφορο ύφος αλλά δαγκώνοντας το κάτω χ ε ί λ ι του, όσα βασανιστή­ ρια και να μου κάνεις, δεν θα μπορέσεις να ξεχάσεις ότι κρα­ τούσα τη ζωή σου στα χέρια μου και ότι αν μπορείς ακόμα να 180


βασανίζεις τους Σάξονες, αυτό το χρωστάς στην καλοσύνη μου. Κ α ι τώρα, πρόσεξε: θα 'ρθει ο Ρομπέν των Δασών, και μαζί του δεν θα ξεμπερδέψεις τόσο εύκολα όσο μ' εμένα! - Ο Ρομπέν των Δασών, επανέλαβε ο βαρόνος καγχάζο­ ντας, ο Ρομπέν των Δασών θ' ακούσει σε λίγο να σημαίνει η τελευταία του ώρα. Έδωσα τη διαταγή να του κόψουν το κεφάλι και ν' αφήσουν εδώ το κουφάρι του, για να το φάνε οι λύκοι. Στρατιώτες, πρόσθεσε ο βαρόνος μιλώντας σε δυο άντρες -που έτρεξαν σαν σκλάβοι να εκτελέσουν τις διατα­ γές τ ο υ - φορτώστε αυτόν τον απατεώνα στη ράχη ενός αλό­ γου και ας περιμένουμε εδώ την επιστροφή του σερ Γ κ ι · όπου να 'ναι, θα μας φέρει το κεφάλι του Ρομπέν των Δασών. Οι άντρες στάθηκαν δίπλα στ' άλογα τους, έτοιμοι να καβαλικέψουν πάλι, ενώ ο βαρόνος θρονιάστηκε αναπαυτικά σ' ένα καταπράσινο ανάχωμα, και β ά λ θ η κ ε να περιμένει με την άνεση του το σάλπισμα του σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν. Ας αφήσουμε την εξοχότητά του να ξαποστάσει, κι ας πάμε να δούμε τι γινόταν ανάμεσα στον Ρομπέν των Δασών και τον άντρα που ήταν ντυμένος με την αλογοπροβιά. - Κ α λ ή σου μέρα, κύριε μου! είπε ο Ρομπέν, πλησιάζο­ ντας τον ξένο. Αν κρίνει κανείς από το εξαίρετο τόξο που κρατάς, θα μπορούσε να πιστέψει πως είσαι ένας γενναίος και τίμιος τοξότης. - Ξεστράτισα, αποκρίθηκε ο άγνωστος, απαξιώνοντας ν' απαντήσει στο σχόλιο του Ρομπέν, και φοβάμαι μήπως χα­ θώ μέσα σ' αυτό το δαίδαλο από σταυροδρόμια, ξέφωτα και μονοπάτια. - Ξέρω όλα τα μονοπάτια του δάσους, κύριε, αποκρίθηκε ευγενικά ο Ρομπέν των Δασών, κι αν έχεις την καλοσύνη να μου πεις πού ακριβώς θέλεις να πας, θα σε οδηγήσω εγώ. - Δ ε ν πάω κάπου συγκεκριμένα, απάντησε ο ξένος παρα­ τηρώντας προσεχτικά τον συνομιλητή του. Θ έ λ ω να φτάσω 181


στην καρδιά αυτού του δάσους, γιατί εκεί ελπίζω να συνα­ ντήσω έναν άντρα που θα 'θελα πολύ να συζητήσω μαζί του. - Φ ί λ ο ς σου είναι αυτός ο άντρας; ρώτησε ο Ρομπέν. - Ό χ ι , απάντησε απότομα ο ξένος. Είναι ένας από τους χειρότερους απατεώνες, ένας παράνομος που του αξίζει να πεθάνει στην κρεμάλα. - Α, α! είπε ο Ρομπέν, εξακολουθώντας να χαμογελά. Μ ή π ω ς μπορώ να ρωτήσω, χωρίς να γίνω αδιάκριτος, πώς λέγεται αυτός ο παλιάνθρωπος; - Βεβαίως· λέγεται Ρομπέν των Δασών και θα 'δινα ευ­ χαρίστως, νεαρέ, δέκα χρυσά νομίσματα για να έχω τη χα­ ρά να τον συναντήσω. - Α γ α π η τ έ μου, είπε ο Ρομπέν, είσαι πολύ τυχερός που βρέθηκα μπροστά σου. Μπορώ, χωρίς ν' αμφισβητήσω τη γενναιοδωρία σου, να σε οδηγήσω στον Ρομπέν των Δασών. Επίτρεψέ μου, μόνο, να ρωτήσω και το δικό σου όνομα. - Ονομάζομαι σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν, είμαι πλούσιος κι έχω πολλούς άντρες στην υπηρεσία μου. Κ α θ ώ ς καταλα­ βαίνεις, τούτα τα ρούχα που φοράω, είναι μια μεταμφίεση. Ο Ρομπέν των Δασών δεν θα φοβηθεί ποτέ έναν φτωχοδιάβολο τόσο άθλια ντυμένο και θα μ' αφήσει να τον πλησιάσω. Το θέμα είναι να μάθω πού λημεριάζει. Α, έτσι και τον βρω θα πεθάνει, σου τ' ορκίζομαι, και δεν θα προλάβει μ ή τ ε θα μπορέσει ν' αμυνθεί· θα τον σκοτώσω χωρίς να τον λυπηθώ καθόλου. - Ώ σ τ ε τόσο μεγάλο κακό σού έχει κάνει ο Ρομπέν των Δασών; - Εμένα; Ποτέ! Μ έ χ ρ ι πριν από λίγες ώρες μ ή τ ε που τον είχα ακουστά και όπως θα διαπιστώσεις κι εσύ, αν με οδη­ γήσεις κοντά του, ούτε κι εκείνος με γνωρίζει... - Τότε, γιατί θέλεις να τον εξαφανίσεις από προσώπου γης; - Για κανέναν ιδιαίτερο λόγο· απλώς και μόνο για να το απολαύσω. 182


- Με την άδεια σου, αγαπητέ μου, βρίσκω κομματάκι περίεργη αυτή την απόλαυση και, επιπλέον, σε λυπάμαι που έχεις τόσο αιμοβόρες επιθυμίες. - Ε, λοιπόν, πέφτεις έξω, δεν είμαι κακός, κι αν δεν ήταν αυτός ο ηλίθιος, ο Φ ι τ ζ Όλγουιν, τώρα που σου μιλάω θα γύ­ ριζα ήσυχα στον πύργο μου. Εκείνος μ' έσπρωξε σ' αυτή την περιπέτεια, προκαλώντας με να τα βάλω με τον Ρομπέν των Δασών. Έ θ ι ξ ε τον εγωισμό μου, κι έτσι πρέπει οπωσδήποτε να νικήσω. Τώρα, όμως, πρόσθεσε ο σερ Γ κ ι , που σου είπα τ' όνο­ μα μου, ποιος είμαι και πού θ έ λ ω να πάω, σειρά σου ν' απα­ ντήσεις στις ερωτήσεις μου. Kαι πρώτ' απ' όλα, ποιος είσαι; - Ποιος είμαι; επανέλαβε ο Ρομπέν με δυνατή φωνή και σοβαρό ύφος. Θα σου πω: είμαι ο κόμης του Χάντινγκτον, ο βασιλιάς αυτού εδώ του δάσους· είμαι ο άνθρωπος που γυ­ ρεύεις, ο Ρομπέν των Δασών! Ο Νορμανδός πισωπάτησε ξαφνιασμένος. - Τ ό τ ε , ετοιμάσου να πεθάνεις! φώναξε, τραβώντας το σπαθί του. Ο σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν κρατάει πάντα το λό­ γο του: ορκίστηκα να σε σκοτώσω και θα πεθάνεις! Κάνε την προσευχή σου, Ρομπέν των Δασών, γιατί σε λίγο ο ήχος του βούκινου μου θ' αναγγείλει στους συντρόφους μου, που περιμένουν εδώ κοντά, ότι ο αρχηγός των παρανόμων δεν εί­ ναι πια παρά ένα άμορφο πτώμα, ένα ακέφαλο κουφάρι. - Μόνο ο νικητής έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι θ έ λ ε ι με το σώμα του αντιπάλου του, αποκρίθηκε ψυχρά ο Ρομπέν των Δασών. Φυλάξου, λοιπόν! Ορκίστηκες να μη με λ υ π η ­ θείς· ορκίζομαι κι εγώ τώρα, αν η Παρθένα Μαρία μού δώ­ σει τη νίκη, να σου φερθώ όπως σου αξίζει. Εμπρός, μέχρι ένας απ' τους δυο μας να σκοτωθεί· η ζωή αντιμέτωπη με το θάνατο! Α μ έ σ ω ς μετά, οι δυο αντίπαλοι διασταύρωσαν τα ξίφη τους. Ο Νορμανδός όχι μόνο ήταν ένας αληθινός Η ρ α κ λ ή ς , α λ λ ά και δυνατότερος στην ξιφομαχία. Ε π ι τ έ θ η κ ε στον Ρο183


μπεν με τόση ορμή, που ο νεαρός παράνομος στριμώχτηκε, αναγκάστηκε να πισωπατήσει και τα πόδια του μ π λ έ χ τ η ­ καν στις ρίζες μιας βελανιδιάς. Ο σερ Γ κ ι αντιλήφθηκε αμέ­ σως το πλεονέκτημα του - δυνάμωσε τα χτυπήματα του και πολλές φορές, ο Ρομπέν ένιωσε το σπαθί του να γ λ ι ­ στράει απ' το χέρι του. Η θέση του Ρομπέν χειροτέρευε ολοένα· οι σκληρές ρίζες του δέντρου που μπερδεύονταν στους αστραγάλους του, εμπόδιζαν τις κινήσεις του· δεν μπορούσε ούτε μπροστά να κάνει ούτε πίσω. Αποφάσισε τότε να πηδήξει έξω από τον κύκλο που είχε πιαστεί και, μ' ένα πήδημα απελπισμένου ελαφιού, βγήκε από την κακοτοπιά· καθώς έκανε, όμως, αυ­ τό το σάλτο, το αριστερό του πόδι σκόνταψε σ' ένα χαμηλό κλαδί και κυλίστηκε στη σκόνη. Ο σερ Γ κ ι , γερός πολεμιστής, δεν θ' άφηνε να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία· βγάζοντας μια θριαμβευτική κραυγή, όρμη­ σε στον Ρομπέν, με σκοπό, προφανώς, να του ανοίξει το κε­ φάλι στα δυο. Ο Ρομπέν είδε τον κίνδυνο· έκλεισε τα μάτια του και ψι­ θύρισε με θέρμη: - Α γ ί α Μητέρα του Θεού, βοήθησε με! Θ' αφήσεις να με σκοτώσει το χέρι αυτού του άθλιου Νορμανδού; Πριν καλοπρολάβει ο Ρομπέν να τελειώσει αυτά τα λό­ για -που ο σερ Γ κ ι νόμιζε ότι ήταν λόγια μετάνοιας, κι έτσι δεν τόλμησε να τον διακόψει- ένιωσε μια νέα δύναμη να ξε­ χύνεται σ' όλο το κορμί του· έστρεψε τη μύτη του σπαθιού του προς τον εχθρό του και καθώς εκείνος προσπαθούσε ν' αποφύγει το απειλητικό όπλο, ο Ρομπέν τίναξε τα πόδια του και στάθηκε όρθιος, ελεύθερος και δυνατός, στη μέση του μονοπατιού. Η μονομαχία, που είχε διακοπεί για μια σ τ ι γ μ ή , ξανάρ­ χισε με νέα ορμή· η νίκη, όμως, είχε αλλάξει πλευρά και εί­ χε πάει με το μέρος του Ρομπέν. 184


Το σπαθί ξέφυγε από το χέρι του σερ Γ κ ι που, λαβωμένος κατάστηθα, σωριάστηκε στο χώμα χωρίς να βγάλει άχνα: ήταν νεκρός. Ο Ρομπέν ευχαρίστησε τον Θεό, σιγουρεύτηκε ότι ο σερ Γ κ ι είχε πράγματι αφήσει την τελευταία του πνοή κι έπειτα, καθώς παρατηρούσε το άψυχο πρόσωπο του Νορμανδού, θυμήθηκε ότι εκείνος ο άντρας δεν είχε έρθει μόνος του, πως είχε φέρει μαζί του στρατιώτες που ήταν κρυμμένοι τώρα κάπου στο δάσος και καρτερούσαν το σάλπισμα του. - Θαρρώ πως καλό είναι να πάω να δω μήπως αυτοί οι λεβέντες είναι στρατιώτες του βαρόνου και να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια πόση χαρά θα του δώσει το μαντά­ το του θανάτου μου. Θα φορέσω τα ρούχα του σερ Γ κ ι , θα του κόψω το κεφάλι και θα προσπαθήσω να ξεγελάσω τους συντρόφους του. Ο Ρομπέν έγδυσε τον πεθαμένο Νορμανδό, φόρεσε - μ ε μια κάποια σιχασιά, είναι α λ ή θ ε ι α - τα ρούχα του και, μόλις έριξε στους ώμους το αλογοτόμαρο, ήταν ολόιδιος ο σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν. Μ ό λ ι ς τελείωσε, λέρωσε το κεφάλι του Νορμανδού με χώματα, ώστε να μην μπορεί κανείς να τ' αναγνωρίσει με την πρώτη ματιά, κι ύστερα σάλπισε το βούκινο. Θριαμβευτικές ζητωκραυγές ανταποκρίθηκαν στο κάλε­ σμα του νεαρού άντρα, που όρμησε προς το σημείο απ' όπου ακούστηκαν οι χαρούμενες φωνές. - Σταθείτε, σταθείτε! φώναξε ο Φ ι τ ζ Όλγουιν καθώς ση­ κωνόταν. Είναι πράγματι ο ήχος από το βούκινο του σερ Γ κ ι ; - Μ ά λ ι σ τ α , άρχοντα, του απάντησε ένας από τους άντρες του ιππότη, αποκλείεται να κάνουμε λάθος· το βού­ κινο του αφέντη μου έχει έναν ξεχωριστό ήχο. - Νικήσαμε, τότε! πανηγύρισε ο γερο-βαρόνος. Ο γενναί­ ος και τίμιος σερ Γ κ ι , σκότωσε τον Ρομπέν. - Ο ύ τ ε εκατό σαν τον Γ κ ι σου δεν θα μπορούσαν να νι­ κήσουν τον Ρομπέν των Δασών, αν μονομαχούσαν μαζί του 185


ένας ένας! βρυχήθηκε ο δύστυχος Ζανούλης. αν και μια φρι­ χ τ ή αγωνία τού έσφιγγε την καρδιά. - Π ά ψ ε , μακρυπόδαρε βλάκα! του αποκρίθηκε απότομα ο βαρόνος. Αν βλέπεις καλά, κοίταξε στην άκρη του ξέφω­ του, θα δεις να 'ρχεται τρέχοντας ο νικητής του άθλιου αρ­ χηγού σου, ο ατρόμητος σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν! Ο Ζανούλης ανασηκώθηκε κι αντίκρισε -όπως ακριβώς είχε πει ο βαρόνος- να πλησιάζει ένας καβαλάρης με το κορ­ μί του τυλιγμένο σε προβιά αλόγου. Ο Ρομπέν είχε ξεση­ κώσει τόσο καλά την περπατησιά του ιππότη, που ο Ζ α ­ νούλης γ ε λ ά σ τ η κ ε και νόμιζε ότι έβλεπε τον άντρα που εί­ χε αφήσει αντιμέτωπο με τον φίλο του. Μια κραυγή ανήμπορης λύσσας βγήκε απ' το στήθος του Ζανούλη. - Α, ο ληστής! Α, ο παλιάνθρωπος! ούρλιαξε απελπι­ σμένος ο νεαρός άντρας. Σκότωσε τον Ρομπέν των Δασών! Σκότωσε τον πιο γενναίο Σάξονα όλης της Α γ γ λ ί α ς ! Εκδί­ κηση! Ε κ δ ί κ η σ η ! Ε κ δ ί κ η σ η ! - Κάνε την προσευχή σου, σκύλε, φώναξε ο βαρόνος, κι άσε μας στην ησυχία μας! Ο αφέντης σου είναι νεκρός και σύντομα θα 'χεις κι εσύ την ίδια τ ύ χ η . . . Κάνε την προσευ­ χή σου και φρόντισε να προστατέψεις την ψ υ χ ή σου από τα βασανιστήρια που σε περιμένουν. Περιμένεις να σε λ υ π η ­ θούμε, όταν απειλείς μ' αυτό τον τρόπο τον ευγενικό ιππό­ τη που καθάρισε τη γη μας από έναν ελεεινό λ η σ τ ή ; Π λ η ­ σίασε, γενναίε σερ Γ κ ι , συνέχισε ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν, μιλώντας στον Ρομπέν των Δασών που ζύγωνε γοργά· σου αξίζουν τα συγχαρητήρια και η ευγνωμοσύνη μας: απάλ­ λαξες ό λ η την περιοχή από την κλεψιά, νίκησες έναν άντρα που ο τρόμος του λαού τον είχε κάνει ανίκητο, σκό­ τωσες τον περίφημο Ρομπέν των Δασών! Ζ ή τ η σ ε μου ό,τι θ έ λ ε ι ς γ ι ' αντάλλαγμα. Β ά ζ ω σ τ η διάθεση σου την επιρ­ ροή μου στην Α υ λ ή , το στήριγμα της αιώνιας φιλίας μου· 186


ζήτησε μου ό,τι θ έ λ ε ι ς , ευγενικέ ιππότη, είμαι πρόθυμος να σου το δώσω. Ο Ρομπέν είχε κρίνει με μια ματιά την κατάσταση και το άγριο βλέμμα που του έριχνε ο Ζανούλης, μαρτυρούσε πολύ καλύτερα από τα λόγια ευγνωμοσύνης του γέρου άρχοντα, πόσο πετυχημένη ήταν η μεταμόρφωση του. - Δ ε ν μου αξίζουν τόσες ευχαριστίες, αποκρίθηκε ο Ρο­ μπέν, προσπαθώντας να μιμηθεί τη φωνή του ιππότη. Σκό­ τωσα σε τίμια μονομαχία τον άντρα που μου επιτέθηκε και, εφόσον μου το επιτρέπεις, αγαπητέ μου βαρόνε, θα ή θ ε λ α να εισπράξω τώρα την ανταμοιβή μου: άφησε με να μονομαχή­ σω μ' αυτόν τον κατεργάρη, τον αιχμάλωτο σου. Με κατα­ βροχθίζει με τα μάτια, και το βλέμμα του με νευριάζει· θα τον στείλω κι αυτόν στον ά λ λ ο κόσμο, να κρατήσει συντρο­ φιά στον αγαπημένο του σύντροφο. - Με την άνεση σου! αποκρίθηκε ο λόρδος τρίβοντας τα χέρια του χαρούμενος. Σκότωσε τον, αν σου κάνει κέφι, η ζωή του είναι στα χέρια σου. Ωστόσο, η φωνή του Ρομπέν των Δασών δεν είχε ξεγε­ λάσει τον Ζανούλη, κι ένα αδιόρατο χαμόγελο ανείπωτης ικανοποίησης είχε διώξει απ' την καρδιά του το βάρος της φριχτής αγωνίας που την πλάκωσε τόση ώρα. Ο Ρομπέν πλησίασε τον Ζανούλη, α λ λ ά τον ακολούθησε ο βαρόνος. - Άρχοντα, είπε ο Ρομπέν γελώντας, άφησε με για λίγο μόνο μ' αυτόν τον απατεώνα· δίχως ά λ λ ο , ο φόβος ενός ατι­ μωτικού θανάτου θα τον κάνει να μου πει πού βρίσκεται το κρησφύγετο της συμμορίας του. Κάνε πίσω, λοιπόν, και πες στους άντρες σου να τραβηχτούν, αλλιώς θα φερθώ στους περίεργους όπως ακριβώς φέρθηκα και σ' αυτόν που σας φέρ­ νω το κεφάλι του... Με τα λόγια αυτά, ο Ρομπέν πέταξε το ματωμένο του τρό­ παιο στα χέρια του λόρδου Φ ι τ ζ Όλγουιν. Ο γέροντας έβγα­ λε μια κραυγή φρίκης: το παραμορφωμένο κεφάλι του σερ Γ κ ι 187


κύλησε στο χώμα και στάθηκε με το μέτωπο μέσα στη σκό­ νη. Τρομαγμένοι οι στρατιώτες, απομακρύνθηκαν βιαστικά. Μ ό λ ι ς ο Ρομπέν έμεινε μόνος με τον Ζανούλη, του έκο­ ψε τα δεσμά και του έδωσε το τόξο και τα β έ λ η που είχε πά­ ρει από τον σερ Γ κ ι · μετά, φύσηξε δυνατά στο βούκινο του. Πριν καλοπρολάβει ν' απλωθεί ο ήχος στο δάσος, ακού­ στηκε ένας ορυμαγδός, τα κλαδιά των δέντρων παραμερί­ στηκαν απότομα κι εμφανίστηκε πρώτος ο Κόκκινος Γουίλ, που το πρόσωπο του φάνταζε πιότερο μελιτζανί παρά κόκ­ κινο, και μετά ένα μπουλούκι από εύθυμους άντρες με τα σπαθιά στα χέρια. Ο βαρόνος, που κοίταζε γύρω του με τα δόντια σφιγμένα, δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη· στράφηκε απότομα, ανέβη­ κε στ' άλογο του και, χωρίς να δώσει έστω μια διαταγή στους στρατιώτες του, έφυγε με την ουρά κάτω απ' τα σκέ­ λια. Οι στρατιώτες του, αξιοθαύμαστα εκπαιδευμένοι πια, μιμήθηκαν τον αρχηγό τους και ακολούθησαν, καλπάζο­ ντας ολοταχώς, τα ίχνη του. - Έννοια σου, και θα σ'αρπάξει ο δαίμονας στα νύχια του! φώναξε ο Ζανούλης οργισμένος. Τα β έ λ η μου φτάνουν αρ­ κετά μακριά για να σε πετύχουν! - Μ η ν του ρίξεις, Ζανούλη, είπε ο Ρομπέν, πιάνοντας το μπράτσο του φίλου του. Β λ έ π ε ι ς πολύ καλά, ότι σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να ζήσει πολύ ακόμα· ποιος ο λόγος να τον στείλεις νωρίτε­ ρα στην κόλαση; Άφησε τον να ζήσει με τις τύψεις του, μα­ κριά από κάθε οικογενειακό δεσμό, μέσα σ' αυτή τη γ ε μ ά τ η μίσος ανικανότητα του. - Ά κ ο υ , Ρομπέν, δεν μου 'ρχεται καλά να φύγει έτσι αυ­ τός ο γερο-παλιάνθρωπος... άφησε με να του δώσω ένα κα­ λό μάθημα, ένα ενθύμιο από τη βόλτα του στο δάσος· δεν θα τον σκοτώσω, έχεις το λόγο μου. 188


- Εντάξει, τότε· ρίξε γρήγορα, όμως, γιατί θα χαθεί στη στροφή του μονοπατιού. Ο Ζαν έριξε το βέλος του - κι αν κρίνουμε από τον τρόπο που τινάχτηκε ο βαρόνος πάνω στη σέλα του, κι από τη βια­ σύνη του να τραβήξει το βέλος απ' το σημείο όπου τον είχε πετύχει, δεν υπάρχει ίχνος αμφιβολίας ότι θα έκανε καιρό να ξανανεβεί σε άλογο ή να καθίσει άνετα σε καρέκλα.

189


Ο θάνατος του βαρόνου

Ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν θεωρούσε πια - κ α ι με το δίκιο τ ο υ - τον Ρομπέν των Δασών σαν τον εφιάλτη της ζωής του· ο ακόρεστος πόθος του να εκδικηθεί για όλες τις τα­ πεινώσεις που είχε υποστεί από τον νεαρό άντρα, μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, ώρα την ώρα, σ τ ι γ μ ή τη σ τ ι γ μ ή . Κ ά θ ε που νικιόταν από τον αντίπαλο του, ο βαρόνος ξανάρχιζε την επί­ θεση και ορκιζόταν, τόσο πριν όσο και μετά την ήττα, ότι θα εξολόθρευε ό λ η τη συμμορία των παρανόμων. Όταν ο βαρόνος αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να νικήσει τον Ρομπέν των Δασών με τα όπλα, αποφάσισε να επιστρατεύσει την πονηριά. Αφού μελέ­ τησε αρκετά αυτό το νέο σχέδιο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε σκαρφιστεί έναν ειρηνικό τρόπο να τραβήξει τον Ρο­ μπέν στα δίχτυα του. Χωρίς να χάσει λεπτό, κάλεσε στον πύργο του έναν πλούσιο έμπορο του Νότιγχαμ, του αποκά­ λυψε τα σχέδια του και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Τ η ν ά λ λ η κιόλας ημέρα, πιστός στην υπόσχεση που εί­ χε δώσει στον αμετανόητο γέροντα, ο έμπορος συγκέντρωσε στο σπίτι του τους προεστούς της πόλης και τους πρότεινε να τον ακολουθήσουν για να ζητήσουν από τον σερίφη την άδεια να οργανώσουν έναν αγώνα τοξοβολίας, στον οποίο θα ��ίχαν δικαίωμα συμμετοχής όλοι οι άντρες του Ν ό τ ι γ χ α μ και του Γιορκσάιρ. 190


- Α υ τ έ ς οι δυο κομητείες ζηλεύουν λίγο η μια την ά λ λ η , πρόσθεσε ο έμπορος, και για την τ ι μ ή της πόλης, μετά χα­ ράς θα πρόσφερα στους γείτονες μας την ευκαιρία ν' αποδεί­ ξουν τις ικανότητες τους στην τοξοβολία - ή, για να το πω πιο καθαρά, την ευκαιρία στους δικούς μας τοξότες να δεί­ ξουν την αδιαφιλονίκητη ανωτερότητα τους. Κ α ι για να εί­ ναι ίσος ο αγώνας ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα, προ­ τείνω να στήσουμε το πεδίο βολής στα σύνορα των δύο πε­ ριοχών το βραβείο για τον νικητή θα είναι ένα ασημένιο βέ­ λος με χρυσά φτερά. Οι προεστοί, που τους είχε καλέσει ο σύμμαχος του βαρό­ νου, δέχτηκαν πρόθυμα την πρόταση του κι έτσι, όλοι μαζί, κίνησαν για το κάστρο, να ζητήσουν από τον βαρόνο Φ ι τ ζ Όλγουιν την άδεια να διοργανώσουν έναν διαγωνισμό τοξο­ βολίας ανάμεσα στις δυο αντίπαλες περιοχές. Ο γέροντας, ενθουσιασμένος με τη γρήγορη επιτυχία του πρώτου μέρους του σχεδίου του, έκρυψε τη βαθιά του ικανο­ ποίηση και, με απόλυτα αδιάφορο ύφος, έδωσε τη συγκατά­ θεση του· πρόσθεσε, μάλιστα, πως αν η παρουσία του μπο­ ρούσε να δώσει κάποια α ί γ λ η ή να συμβάλει στην επιτυχία της γιορτής, τότε θα ήταν χαρά του α λ λ ά και καθήκον του να τιμήσει τους αγώνες. Οι προεστοί διαβεβαίωσαν τον άρχοντα τους ότι η παρου­ σία του θα ήταν ευλογία Θεού, και φάνηκαν τόσο ευτυχι­ σμένοι με την υπόσχεση του βαρόνου ότι θα τους τιμούσε, που ήταν σαν να είχε δεθεί μαζί τους με τους πιο τρυφερούς δε­ σμούς. Έφυγαν από τον πύργο με την καρδιά πλημμυρισμέ­ νη χαρά και μίλησαν στους συμπολίτες τους για την καλο­ σύνη του βαρόνου· οι αγαθοί άνθρωποι τους άκουγαν με μά­ τια γουρλωμένα και στόματα ορθάνοιχτα - ήταν τόσο ασυ­ νήθιστο να τους φέρεται ευγενικά ο Νορμανδός άρχοντας! Μ ι α προσεχτικά διατυπωμένη προκήρυξη ανάγγειλε ότι θα διεξαγόταν ένας αγώνας τοξοβολίας, όπου θα μπορούσαν 191


να πάρουν μέρος οι κάτοικοι των κομητειών του Νότιγχαμ και του Γιορκ. Συνάμα, οριζόταν η ημερομηνία και ο τόπος ένα σημείο ανάμεσα στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ και στο Μάνσφελντ. Καθώς οι στρατιώτες φρόντισαν να κυκλοφορή­ σει η προκήρυξη του αγώνα ακόμα και στην τελευταία γωνιά των δυο περιοχών, η είδηση έφτασε και στ' αφτιά του Ρομπέν των Δασών. Δ ί χ ω ς να το σκεφτεί καν, ο νεαρός άντρας απο­ φάσισε να πάρει μέρος, για να στηρίξει την τ ι μ ή του Νότιγ­ χαμ. Σ τ η συνέχεια, ο Ρομπέν έμαθε επίσης ότι θα παρακο­ λουθούσε τους αγώνες ως πρόεδρος, ο βαρόνος. Α π ' αυτή την απόφαση του γέροντα, που ταίριαζε τόσο λίγο με τον κατσούφικο χαρακτήρα του, ο Ρομπέν κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν ο κρυφός σκοπός του ευγενικού βαρόνου. - Ωραία, λοιπόν, μονολόγησε ο φίλος μας, ας μπούμε σ' αυτή την περιπέτεια, α λ λ ά με όλες τις προφυλάξεις για μια γενναία άμυνα. Την παραμονή του αγώνα, ο Ρομπέν συγκέντρωσε τους άντρες του και τους ανακοίνωσε πως είχε αποφασίσει να πά­ ει και να κερδίσει το βραβείο για την τ ι μ ή της πόλης του Νό­ τιγχαμ. - Λεβέντες μου, πρόσθεσε ο Ρομπέν, ακούστε με καλά: στη γιορτή θα είναι και ο βαρόνος Φ ι τ ζ Ό λ γ ο υ ι ν έχει ιδιαί­ τερο λόγο που θ έ λ ε ι τόσο πολύ να γίνει αρεστός στους μι­ σθοφόρους, και θαρρώ πως ξέρω ποιος είναι αυτός ο λόγος: θ έ λ ε ι να με συλλάβει. Θα πάρω λοιπόν μαζί μου στους αγώνες εκατόν σαράντα συντρόφους· έξι θ' αγωνιστούν σαν αντίπαλοι για το βραβείο του ασημένιου τόξου και οι άλλοι θα σκορπίσουν μέσα στο π λ ή θ ο ς , έτοιμοι όμως να συγκε­ ντρωθούν με το πρώτο σύνθημα σε περίπτωση προδοσίας. Να έχετε έτοιμα τα όπλα σας για μια μ ά χ η μέχρι εσχάτων. Οι διαταγές του Ρομπέν εκτελέστηκαν με ακρίβεια· χα­ ράματα την ά λ λ η μέρα, σκορπισμένοι σε μικρές ομάδες, οι άντρες του πήραν το δρόμο για το Μάνσφελντ κι έφτασαν 192


χωρίς κανένα πρόβλημα στην πλατεία, όπου είχε συγκε­ ντρωθεί ένα πολυάριθμο πλήθος. Ο Ρομπέν, ο Ζανούλης, ο Κόκκινος Γουίλ, ο Τρανός και πέντε ακόμα εύθυμοι άντρες θα συμμετείχαν στον αγώνα· φορούσαν όλοι διαφορετικά ρούχα και μιλούσαν ελάχιστα μεταξύ τους, για ν' αποφύγουν κάθε κίνδυνο να τους ανα­ γνωρίσουν. Το σημείο που είχε επιλεγεί για τον αγώνα της τοξοβο­ λίας ήταν ένα μεγάλο ξέφωτο στις παρυφές του δάσους του Μ π ά ρ ν σ ν τ ε ϊ λ και σε μικρή απόσταση από τη δημοσιά. Γ ύ ­ ρω από τους στόχους στριμωχνόταν ένα τεράστιο, φασαριόζικο πλήθος. Απέναντι από το σημείο βολής είχε στηθεί μια εξέδρα που περίμενε τον βαρόνο, ο οποίος θα είχε την τι­ μή να κρίνει τις βολές και να δώσει το βραβείο. Μ ι α πενηνταριά ένοπλοι άντρες του βαρόνου, ντυμένοι σαν μικροκτηματίες, είχαν γλιστρήσει μέσα στο πλήθος, με διαταγή να συλλαμβάνουν όσους τους φαίνονταν ύποπτοι και να τους πηγαίνουν στον σερίφη. Μ ε τ ά από τόσες προφυλάξεις και καλοσχεδιασμένες κι­ νήσεις, ο λόρδος Φ ι τ ζ Όλγουιν είχε κάθε λόγο να ελπίζει πως ο Ρομπέν των Δασών -που με τον παράτολμο χαρα­ κτήρα του αψηφούσε κάθε κίνδυνο- θα ερχόταν στη γιορτή ασυνόδευτος κι έτσι θα είχε επιτέλους την ικανοποίηση να πάρει την εκδίκηση του, που την περίμενε πέρα από τα όρια της ανθρώπινης υπομονής. Ε π ι τ έ λ ο υ ς , οι αγώνες άρχισαν· τρεις άντρες από το Νό­ τιγχαμ πέτυχαν τους στόχους, α λ λ ά όχι ακριβώς στο κέ­ ντρο. Τους διαδέχτηκαν τρεις μικροκτηματίες από το Γιορκσάιρ, με τα ίδια περίπου αποτελέσματα. Μ ε τ ά ήρθε η σειρά του Κόκκινου Γουίλ, ο οποίος πέτυχε το κέντρο με μ ε γ ά λ η ευκολία. Θριαμβευτικές ζητωκραυγές υποδέχτηκαν την επιτυχία του Γουίλ, που τον διαδέχτηκε ο Ζανούλης. Ο γιγαντόσωμος 193


άντρας έστειλε το βέλος του ακριβώς μέσα στην τρύπα που εί­ χε ανοίξει το βέλος του Γουίλιαμ· μετά, πριν προλάβει ο υπεύ­ θυνος να βγάλει το βέλος, ο Ρομπέν το έκανε χίλια κομμάτια με το δικό του, που καρφώθηκε ακριβώς στην ίδια θέση; Μ ε γ ά λ η αναταραχή δημιουργήθηκε στο ενθουσιασμένο πλήθος, και oι πολίτες του Νότιγχαμ άρχισαν να βάζουν με­ γάλα στοιχήματα, προκαλώντας τους πολίτες του Γιορκσάιρ. Οι τρεις καλύτεροι τοξότες του Γιορκσάιρ προχώρησαν και με σταθερό χέρι πέτυχαν κι εκείνοι το κέντρο του στόχου. Τώρα ήταν η σειρά των Βορείων να ζητωκραυγάσουν και να δεχτούν τα στοιχήματα των κατοίκων του Νότιγχαμ. Ό λ η αυτή την ώρα, ο βαρόνος, που δεν σκοτιζόταν μ ή τ ε για το Ν ό τ ι γ χ α μ μ ή τ ε για το Γιορκσάιρ, παρατηρούσε προ­ σεχτικά τους τοξότες. Ο Ρομπέν τράβηξε την προσοχή του με την πρώτη κιόλας σαϊτιά, α λ λ ά η εξασθενημένη όραση του, δεν του επέτρεπε να διακρίνει από τόσο μακριά τα χα­ ρακτηριστικά του εχθρού του. Ο Τρανός και οι εύθυμοι άντρες που είχε διαλέξει ο Ρο­ μπέν, πέτυχαν εύκολα το στόχο· και το ίδιο έκαναν τέσσερις μικροκτηματίες, που τους διαδέχτηκαν. Οι περισσότεροι τοξότες ήταν τόσο μαθημένοι να πετυ­ χαίνουν στόχους με τα β έ λ η τους, που όλοι θα μπορούσαν να μοιραστούν τη νίκη, κι έτσι να μην έχει καμιά αξία· αποφά­ σισαν τότε να βάλουν αντί για κανονικούς στόχους, κλαδιά, και να διαλέξουν εφτά άντρες ανάμεσα στους νικητές των δυο αντίπαλων στρατοπέδων. Οι κάτοικοι του Ν ό τ ι γ χ α μ διάλεξαν, για να υπερασπίσει την τ ι μ ή της περιοχής τους, τον Ρομπέν των Δασών και τους άντρες του, ενώ οι κάτοικοι του Γιορκσάιρ διάλεξαν ανάμεσα στους μικροκτηματίες εκείνους που είχαν αποδει­ χτεί καλύτεροι ως τώρα. Οι μικροκτηματίες άρχισαν πρώτοι: ο πρώτος έσκισε το κλαδί και ο δεύτερος το άγγιξε, ενώ το βέλος του τρίτου πέ194


ρασε τόσο κοντά του, που φαινόταν αδύνατον ότι θα έφερναν οι αντίπαλοι τους καλύτερα αποτελέσματα. Ο Κόκκινος Γουίλ προχώρησε, πήρε νωχελικά το τόξο του, έριξε με χαμηλωμένα τα χέρια κι έσκισε στα δυο το κλαδί της ιτιάς. - Ζ ή τ ω το Νότιγχαμ! φώναξαν οι κάτοικοι του Ν ό τ ι γ ­ χαμ πετώντας τους σκούφους τους στον αέρα, χωρίς να σκε­ φτούν σ τ ι γ μ ή ότι θα ήταν αδύνατον μετά να τους ξαναβρούν. Έστησαν καινούρια κλαδιά και οι άντρες του Ρομπέν, από τον Ζανούλη μέχρι τον τελευταίο τοξότη, τα έσκισαν άνετα. Όταν ήρθε η σειρά του Ρομπέν, έριξε τρεις σαΐτες στα κλαδιά με τέτοια γρηγοράδα, που αν δεν έβλεπαν τα κλαδιά σπασμέ­ να, δεν θα μπορούσαν να πιστέψουν σε τέτοια επιδεξιότητα. Έγιναν πολλές προσπάθειες ακόμα και ο Ρομπέν κατα­ νίκησε όλους τους αντιπάλους του, μολονότι ήταν κι αυτοί εξαίρετοι τοξότες. Μερικοί άρχισαν να μουρμουρίζουν πως ούτε ο περίφημος Ρομπέν των Δασών δεν θα μπορούσε ν' ανταγωνιστεί τον τοξότη με την κόκκινη καζάκα - έτσι αποκαλούσαν μέσα στο π λ ή θ ο ς , τον Ρομπέν των Δασών. Ωστόσο, οι ψίθυροι -οι τόσο επικίνδυνοι για την ανωνυμία του νεαρού άντρα- έγιναν γρήγορα βεβαιότητα και α π λ ώ θ η ­ κε η φήμη ότι ο νικητής της τοξοβολίας δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Ρομπέν των Δασών. Οι εκπρόσωποι του Γιορκσάιρ άρχισαν να φωνάζουν ότι ο αγώνας ανάμεσα σ' εκείνους και σ' έναν άντρα με τη δύναμη και την τέχνη του Ρομπέν των Δασών, ήταν άνισος. Παρα­ πονέθηκαν ότι είχε θιγεί η τ ι μ ή τους, ως τοξότες, ότι έχα­ σαν τα λεφτά τους (το σπουδαιότερο γ ι ' αυτούς) και προ­ σπάθησαν, με την ελπίδα ν' ακυρώσουν τα στοιχήματα που είχαν βάλει, να μετατρέψουν τη συζήτηση σε καβγά. Μ ό λ ι ς οι εύθυμοι άντρες είδαν τις κακές διαθέσεις των αντιπάλων τους, ενώθηκαν όλοι μαζί και σχημάτισαν, χ ω 195


ρις να δείχνουν τις προθέσεις τους, μια ομάδα από εκατόν ογδόντα έξι άντρες. Καθώς η διχόνοια απλωνόταν κι ανάμεσα στο πλήθος, σ' εκείνους που είχαν στοιχηματίσει, ο Ρομπέν των Δασών οδηγήθηκε προς τον σερίφη, κάτω από τις χαρούμενες επευ­ φημίες των κ��τοίκων του Νότιγχαμ. - Ανοίξτε χώρο να περάσει ο νικητής! Ζ ή τ ω ο ανίκητος τοξότης! φώναζαν διακόσιες φωνές. Να αυτός που κέρδισε το βραβείο! Ο Ρομπέν των Δασών είχε σκύψει ταπεινά το κεφάλι και στεκόταν μπροστά στον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν με μεγάλο σεβασμό. Ο βαρόνος γούρλωσε όσο μπορούσε τα μάτια για να διακρί­ νει τα χαρακτηριστικά του νεαρού άντρα. Μια κάποια ομοιό­ τητα στο παράστημα, ίσως μάλιστα και στη φορεσιά, τον έκα­ ναν να πιστεύει πως είχε απέναντι του τον άπιαστο παράνομο. Όμως, μπερδεμένος μ' αυτά τα συναισθήματα που αντιπά­ λευαν μέσα του -από τη μια η αμφιβολία κι από την ά λ λ η μια αδύναμη βεβαιότητα- κατάλαβε πως αν βιαζόταν, μπορεί να τίναζε όλο το σχέδιο του στον αέρα. Έτεινε το βέλος στον Ρο­ μπέν, ελπίζοντας ν' αναγνωρίσει τον νεαρό άντρα από τη φωνή του· ο Ρομπέν, όμως, τον απογοήτευσε· πήρε το βέλος αμίλη­ τος, υποκλίθηκε ευγενικά και το πέρασε στη ζώνη του. Έ ν α δευτερόλεπτο κύλησε· ο Ρομπέν έκανε πως φεύγει, αλλά τη σ τ ι γ μ ή που ο βαρόνος, απελπισμένος, ετοιμαζόταν να κάνει μια αποφασιστική κίνηση, σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε στα μάτια τον Φ ι τ ζ Όλγουιν και του είπε γελώντας: - Δ ε ν θα μπορούσα ποτέ να εκφράσω με λόγια την αξία που δίνω στο δώρο σου, ανεκτίμητε φίλε μου. Επιστρέφω, με την καρδιά γ ε μ ά τ η ευγνωμοσύνη, στα καταπράσινα δέντρα του μοναχικού σπιτιού μου και θα φυλάξω σαν τα μάτια μου το πολύτιμο δείγμα της καλοσύνης σου. Σου εύχομαι κ α λ η ­ μέρα, ευγενικέ άρχοντα του Νότιγχαμ. 196


- Σ τ α μ α τ ή σ τ ε ! Σ τ α μ α τ ή σ τ ε ! βρυχήθηκε ο βαρόνος. Στρατιώτες, κάντε το καθήκον σας! Αυτός ο άνθρωπος εί­ ναι ο Ρομπέν των Δασών. Συλλάβετε τον! - Α θ λ ι ε δειλέ! αποκρίθηκε ο Ρομπέν. Ε ί π ε ς πως οι αγώ­ νες ήταν δημόσιοι, ανοιχτοί σε όλους, για να χαρεί όλος ο κό­ σμος! - Οι παράνομοι δεν έχουν δικαιώματα, είπε ο βαρόνος. Δ ε ν συμπεριλαμβάνονται στους τίμιους πολίτες. Εμπρός, στρατιώτες, πιάστε αυτόν τον λ η σ τ ή ! - Θα σκοτώσω όποιον τολμήσει να με πλησιάσει! φώνα­ ξε ο Ρομπέν, σημαδεύοντας με το τόξο του έναν στρατιώτη που ερχόταν καταπάνω του· μόλις εκείνος είδε αυτή την απειλητική διάθεση, πισωπάτησε κι εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος. Ο Ρομπέν σάλπισε με το βούκινο του και ot εύθυμοι άντρες του, που είχαν προετοιμαστεί να δώσουν αιματηρή μ ά χ η , προ­ χώρησαν αποφασιστικά για να τον προστατέψουν. Όταν oι πολεμιστές του μαζεύτηκαν όλοι γύρω του, ο Ρομπέν τούς πρόσταξε τα τεντώσουν τα τόξα τους και να αποχωρίσουν αρ­ γά· οι στρατιώτες ήταν τόσο πολλοί, ώστε αν έδιναν μ ά χ η θα προκαλούσαν, δίχως άλλο, φοβερή αιματοχυσία. Ο βαρόνος κατέβηκε βιαστικά από τη εξέδρα, μπήκε επι­ κεφαλής των αντρών του και με οργισμένη φωνή τούς διέ­ ταξε να συλλάβουν τους παρανόμους. Οι στρατιώτες υπά­ κουσαν και οι κάτοικοι του Γιορκσάιρ, νευριασμένοι από την ήττα τους, ενώθηκαν με τους άντρες του βαρόνου και κινή­ θηκαν κι αυτοί απειλητικά εναντίον των ανθρώπων του δά­ σους. Οι πολίτες του Ν ό τ ι γ χ α μ , όμως, ένιωθαν μ ε γ ά λ η φι­ λία κι ευγνωμοσύνη για τον Ρομπέν των Δασών, ώστε να τον αφήσουν αβοήθητο, στο έλεος των στρατιωτών του άρ­ χοντα τους. Έκαναν χώρο για να περάσουν oι εύθυμοι άντρες, τους ζητωκραύγασαν κι ύστερα έκλεισαν ξανά πίσω τους το πέρασμα που είχαν ανοίξει. 197


Δυστυχώς, οι προστάτες του Ρομπέν των Δασών δεν ήταν ούτε πολλοί ούτε αρκετά δυνατοί για να καλύψουν τη φυγή του· οι στρατιώτες έσπασαν γρήγορα τις γραμμές τους και όρμησαν στο δρόμο όπου έφευγαν τρέχοντας οι άνθρωποι του δάσους. Άρχισε τότε μια φοβερή καταδίωξη· κάθε τόσο, οι παρά­ νομοι σταματούσαν και έλουζαν με μια βροχή από β έ λ η τους στρατιώτες· έκαναν κι εκείνοι το ίδιο και παρά τις μεγάλες απώλειες και στα δυο στρατόπεδα, συνέχιζαν με πείσμα να καταδιώκουν τους φυγάδες. Ε ί χ ε περάσει μια ώρα που οι δυο στρατοί αντάλλαζαν σαϊτιές, όταν ο Ζανούλης, που βάδιζε μαζί με τον Ρομπέν των Δασών επικεφαλής των ανθρώπων του δάσους, σταμά­ τησε απότομα και είπε στον νεαρό αρχηγό του: - Α γ α π η μ έ ν ε μου φίλε, ήρθε η ώρα μου· είμαι σοβαρά τραυματισμένος, οι δυνάμεις μου μ' εγκαταλείπουν και δεν μπορώ να περπατήσω ά λ λ ο . - Πώς! φώναξε ο Ρομπέν. Λαβώθηκες; - Ναι, απάντησε ο Ζανούλης, στο γόνατο, κι εδώ και μι­ σή ώρα έχω χάσει τόσο αίμα που νιώθω τελείως εξαντλη­ μένος. Δ ε ν με βαστούν ά λ λ ο τα πόδια μου... Μ ό λ ι ς είπε την τελευταία λ έ ξ η , ο Ζανούλης σωριάστη­ κε ανάσκελα. - Θ ε έ μου! φώναξε ο Ρομπέν γονατίζοντας δίπλα στον γενναίο φίλο του. Ζαν, γενναίε μου Ζαν, κάνε κουράγιο, προ­ σπάθησε να σηκωθείς και να στηριχτείς επάνω μου. Δ ε ν εί­ μαι κουρασμένος και θα σε βαστάω εγώ· λίγα λ ε π τ ά ακόμα και δεν θα μας φτάνουν πια τα β έ λ η τους. Άφησε με να δέ­ σω την π λ η γ ή σου, θα νιώσεις πολύ καλύτερα... - Ό χ ι , Ρομπέν, είναι περιττό, αποκρίθηκε ο Ζανούλης με σβησμένη φωνή. Το πόδι μου είναι σαν παράλυτο, δεν μπο­ ρώ να κάνω την παραμικρή κίνηση· φύγε εσύ, άφησε έναν δυ­ στυχισμένο που το μόνο που ζητάει είναι να πεθάνει... 198


- Να σ' εγκαταλείψω, εγώ! φώναξε ο Ρομπέν. Ξέρεις πο­ λύ καλά ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω τέτοια ατιμία! - Δ ε ν θα 'ναι ατιμία, Ρομπ, αλλά καθήκον. Είσαι υπεύ­ θυνος μπροστά στον Θεό για τη ζωή των γενναίων ανθρώ­ πων, που σου είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι. Άφησε με λοιπόν εδώ... αν μ' αγαπάς, όμως, αν μ' αγάπησες ποτέ, μην επι­ τρέψεις σ' αυτόν τον ελεεινό σερίφη να με πιάσει ζωντανό! Μ π ή ξ ε στην καρδιά μου το κυνηγετικό μαχαίρι σου, για να μπορέσω να πεθάνω σαν τίμιος και γενναίος Σάξονας. Ο Ρομπέν ένιωσε τα μάτια του να πλημμυρίζουν δάκρυα. - Σε παρακαλώ, Ρομπέν, σκότωσε με, θα με γλιτώσεις από φριχτά βασανιστήρια κι απ' τη δοκιμασία να ξαναδώ τους εχθρούς μας· είναι τόσο δειλοί, αυτοί οι άθλιοι Νορ­ μανδοί, που θα με καταραστούν ακόμα και τη σ τ ι γ μ ή που θ' αφήνω την τελευταία μου πνοή. - Έ λ α τώρα, Ζανούλη, του αποκρίθηκε ο Ρομπέν σκουπί­ ζοντας τα δάκρυα του, μη μου ζητάς να κάνω κάτι αδύνατο... ξέρεις καλά ότι δεν πρόκειται να σ' αφήσω να πεθάνεις μακριά μου, χωρίς να σε βοηθήσω· ξέρεις καλά ότι θα θυσίαζα τη ζωή μου και τη ζωή των αντρών μου για να σώσω τη δική σου, κι ακόμα ότι όχι μόνο δεν θα σ' εγκατέλειπα ποτέ, αλλά και θα έχυνα και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου για να σε υπερασπιστώ. Όταν πέσω, Ζαν, θα πέσω στο πλευρό σου... ελπίζω και τότε να φύγουμε για τον άλλο κόσμο με τα χέρια και τις καρδιές μας ενωμένα, όπως κι εδώ κάτω. - Θα πολεμήσουμε και θα πεθάνουμε στο πλευρό σου, αν πάψει να μας βοηθάει ο Θεός, είπε ο Γουίλ αγκαλιάζοντας τον εξάδελφο του, και θα δεις ότι υπάρχουν ακόμα στη γη γενναία παλικάρια. Παιδιά, στράφηκε ο Γουίλ στους αν­ θρώπους του δάσους που είχαν σταματήσει κι αυτοί, ο φίλος σας, ο σύντροφος σας, ο αρχηγός σας, έχει τραυματιστεί βα­ ριά· πιστεύετε ότι πρέπει να τον εγκαταλείψουμε στην εκδί­ κηση των παλιανθρώπων που μας κυνηγάνε; 199


- Ο χ ι , όχι! Χ ί λ ι ε ς φορές όχι! απάντησαν οι εύθυμοι, άντρες με μια φωνή. Θα παραταχθούμε γύρω του, κι αν χρειαστεί θα πεθάνουμε για να τον προστατέψουμε! - Με την άδεια σας, είπε ο γιγαντόσωμος Τρανός, κάνο­ ντας ένα βήμα μπροστά, θαρρώ πως δεν χρειάζεται να δια­ κινδυνέψουμε το πετσί μας. Ο Ζαν έχει τραυματιστεί μόνο στο γόνατο, άρα μπορούμε να τον μεταφέρουμε, χωρίς να φο­ βόμαστε μήπως αιμορραγήσει. Θα τον πάρω στους ώμους μου και θα τον κουβαλήσω όσο αντέξουν τα πόδια μου. - Αν πέσεις, Τρανέ, είπε ο Γουίλ, θα σ' αντικαταστήσω εγώ, και μετά κάποιος άλλος, έτσι δεν είναι, παλικάρια μου; - Ναι, ναι, απάντησαν πρόθυμα οι άνθρωποι του δάσους. Παρά τις αντιρρήσεις του Ζανούλη, ο Τρανός τον ανασή­ κωσε αποφασιστικά και με τη βοήθεια του Ρομπέν τον φορ­ τώθηκε στους ώμους. Α μ έ σ ω ς μετά, οι φυγάδες συνέχισαν γρήγορα το δρόμο τους. Η αναγκαστική στάση τους είχε επιτρέψει στους στρατιώτες να τους πλησιάσουν - οι πρώτοι είχαν αρχίσει κιόλας να φαίνονται. Οι εύθυμοι άντρες τούς φιλοδώρησαν μ' ένα σμήνος από β έ λ η κι άρχισαν να τρέχουν πιο γρήγορα, ελπίζοντας να φτάσουν στο κρησφύγετο τους, σίγουροι πως οι στρατιώτες δεν θα είχαν ούτε τη δύναμη ού­ τε το θάρρος να τους ακολουθήσουν μέχρι εκεί. Σε μια δια­ κλάδωση της δημοσιάς που χανόταν μες στα χωράφια, οι άνθρωποι του δάσους διέκριναν μέσα από τα φύλλα των δέ­ ντρων τις πολεμίστρες ενός πύργου. - Ποιος να διαφεντεύει τάχα αυτή την περιοχή; ρώτησε ο Ρομπέν. Μ ή π ω ς κανείς από σας γνωρίζει τον ιδιοκτήτη; - Ε γ ώ , αρχηγέ, είπε ένας άντρας που είχε μπει πρόσφα­ τα στη συμμορία. - Ωραία. Μ ή π ω ς ξέρεις αν θα μας καλοδεχτεί αυτός ο άρχοντας; Γιατί αν δεν μας ανοίξουν τις πύλες τους, χαθή­ καμε. 200


- Ε γ γ υ ώ μ α ι για την καλοσύνη του σερ Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, απάντησε ο άνθρωπος του δάσους. Είναι ένας γενναίος Σάξονας. - Ο σερ Ρίτσαρντ της Κοιλάδας! φώναξε έκπληκτος ο Ρομπέν. Μ α , τότε, σωθήκαμε. Εμπρός, παλικάρια μου, εμπρός! Ευλογημένο τ' όνομα της Παρθένας Μαρίας! συνέ­ χισε ο Ρομπέν, κάνοντας το σταυρό του με ευγνωμοσύνη· ποτέ δεν εγκαταλείπει τους δυστυχισμένους σε ώρα κινδύ­ νου. Κόκκινε Γουίλ, πήγαινε μπροστά και πες στον φρουρό της κινητής γέφυρας ότι ο Ρομπέν των Δασών και οι άντρες του καταδιώκονται από τους Νορμανδούς και ζητούν από τον σερ Ρίτσαρντ την άδεια να μπουν στον πύργο. Ο Γουίλιαμ κάλυψε σαν γοργοφτέρουγη σαΐτα την από­ σταση που τον χώριζε από τον πύργο του σερ Ρίτσαρντ. Κι ενώ ο νεαρός άντρας έδινε το μήνυμα του, ο Ρομπέν και οι σύντροφοι του κατευθύνονταν προς το κάστρο. Σε λίγο, μια λευκή σημαία υψώθηκε στο εξωτερικό τείχος· ένας καβαλάρης, που τον ακολουθούσε ο Γουίλ, βγήκε από τον πύργο και με γρήγορο καλπασμό ήρθε στον νεαρό αρχηγό, ξεπέζεψε κι άπλωσε προς το μέρος του και τα δυο του χέρια. - Κύριε, είπε ο νεαρός, σφίγγοντας συγκινημένος τα χ έ ­ ρια του Ρομπέν, είμαι ο Χέρμπερτ Γκόβερ, ο γιος του σερ Ρί­ τσαρντ. Ο πατέρας μου μού ανέθεσε να σου πω ότι είσαι κα­ λοδεχούμενος στον πύργο μας και ότι θα είναι ο πιο ευτυχι­ σμένος άνθρωπος του κόσμου αν του δώσεις την ευκαιρία να ελαφρύνει λίγο τις μ ε γ ά λ ε ς υποχρεώσεις που έχουμε απέ­ ναντι σου. Ε ί μ α ι ολόψυχα δικός σου, σερ Ρομπέν, πρόσθεσε ο νεαρός άντρας με όλο τον ενθουσιασμό της βαθιάς ευγνω­ μοσύνης, πες μου τι θέλεις να κάνω. Η κινητή γέφυρα είναι κατεβασμένη· πάμε γρήγορα. Σε μερικά λεπτά, δεν θα έχεις πια τίποτα να φοβάσαι από τους εχθρούς σου. Ο σερίφης και οι άντρες του που έφτασαν λίγο μετά, έμει­ ναν να παρακολουθούν τη μικρή ομάδα του Ρομπέν να δια201


σχίζει την κινητή γέφυρα του πύργου. Εξοργισμένος απ' αυ­ τό το νέο ρεζιλίκι, ο βαρόνος πήρε αμέσως τη θαρραλέα από­ φαση να ζητήσει από τον σερ Ρίτσαρντ, στο όνομα του βασι­ λιά, να του παραδώσει τους άντρες που δίχως ά λ λ ο τον εί­ χαν ξεγελάσει, και είχαν καταφύγει στον πύργο του. Ζ ή τ η ­ σε, λοιπόν, να μιλήσει με τον σερ Ρίτσαρντ, και ο ιππότης εμφανίστηκε στις πολεμίστρες. - Σερ Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, φώναξε ο βαρόνος, που εί­ χε μάθει τ' όνομα του ιδιοκτήτη από τους άντρες του, γνω­ ρίζεις τους ανθρώπους που μόλις μπήκαν στον πύργο σου; - Τους γνωρίζω, κύριε, αποκρίθηκε ψυχρά ο ιππότης. - Α! Ώστε ξέρεις ότι ο άθλιος που διοικεί αυτούς τους λ η ­ στές είναι ένας παράνομος, ένας εχθρός του βασιλιά, κι εσύ τον προστατεύεις; Ξέρεις ότι μπορεί να τιμωρηθείς σαν προδότης; - Ξέρω πως αυτός ο πύργος και η γη ολόγυρα του μου ανήκουν· ξέρω πως εδώ μπορώ να κάνω ό,τι θ έ λ ω και να φι­ λοξενήσω όποιον μου αρέσει. Α υ τ ή είναι η απάντηση μου, κύ­ ριε! Πάρε, λοιπόν, τους άντρες σου και φύγε αμέσως, αν θέ­ λεις ν' αποφύγεις μια μ ά χ η που δεν θα σου βγει σε καλό έχω στη διάθεση μου μια εκατοστή πολεμιστές και τα πιο μυτερά β έ λ η σ' όλη τη χώρα. Κ α λ ή σου μέρα, κύριε. Μ' αυτή την ειρωνική απάντηση, ο ιππότης έφυγε από τις πολεμίστρες. Ο βαρόνος, που ήξερε ότι δεν θα τον στήριζαν οι στρα­ τιώτες του αν προσπαθούσε να επιτεθεί στον πύργο, αποφά­ σισε να υποχωρήσει και, όπως καταλαβαίνουμε, πήρε με βα­ ριά καρδιά το δρόμο της επιστροφής για το Νότιγχαμ. - Χ ί λ ι ε ς φορές καλωσόρισες στο σπιτικό που το χρω­ στάω στην καλοσύνη σου, αγαπητέ μου Ρομπέν! είπε ο ιπ­ πότης, αγκαλιάζοντας τον ε π ι σ κ έ π τ η του. Χ ί λ ι ε ς φορές καλωσόρισες! - Ευχαριστώ, ιππότη, είπε ο Ρομπέν. Έ λ ε ο ς , όμως, μη μου μιλάς ά λ λ ο για τη μικρή εξυπηρέτηση που είχα τη χα202


ρά να σου κάνω. Τ η ν έχεις ξεπληρώσει με το παραπάνω με τη φιλία σου και σήμερα με σώζεις από έναν πραγματικό κίνδυνο. Α κ ο υ , έχω μαζί μου έναν τραυματία και θ έ λ ω να τον περιποιηθείς όσο γίνεται καλύτερα. - Θα τον περιποιηθώ σαν να ήσουν εσύ ο ίδιος, αγαπητέ μου Ρομπέν. - Ε ξ ά λ λ ο υ , το ξέρεις κι εσύ καλά αυτό το τίμιο παλικάpt, ιππότη, συνέχισε ο Ρομπέν. Είναι ο Ζανούλης, ο πρώτος υπαρχηγός μου, ο πιο αγαπητός κι ο πιο πιστός απ' τους συ­ ντρόφους μου. - Θ' ασχοληθούν μαζί του η γυναίκα μου και η Λ ί λ α , αποκρίθηκε ο σερ Ρίτσαρντ, και θα τον φροντίσουν καλά, μπορείς να είσαι ήσυχος απ' αυτή την άποψη. - Αν εννοείς τον Ζανούλη, ή μάλλον τον πιο ψηλό Ζαν που κράτησε ποτέ σπαθί στα χέρια του, είπε ο Χέρμπερτ, βρίσκεται ήδη στα χέρια ενός εξαίρετου γιατρού από το Γιορκ, που τον φιλοξενούμε εδώ από χτες το βράδυ: έχει δέ­ σει κιόλας την π λ η γ ή και υποσχέθηκε στον τραυματία ότι θα γίνει γρήγορα καλά. - Δόξα τω Θεώ! είπε ο Ρομπέν. Ο αγαπητός μου Ζ α ­ νούλης ξεπέρασε τον κίνδυνο. Τώρα, ιππότη, πρόσθεσε, είμαι όλος δικός σου. - Η γυναίκα μου και η Λ ί λ α ανυπομονούν να σε δουν, αγαπητέ μου Ρομπέν, είπε ο ιππότης, και σε περιμένουν στο απέναντι δωμάτιο. Η Λ ί λ α είχε μεγαλώσει όπως ακριβώς θα το περίμενε κανείς· το όμορφο παιδί που πρωτοσυναντήσαμε στο μονα­ στήρι της Παρθένας Μαρίας, είχε γίνει τώρα μια υπέροχη γυναίκα. Ψ η λ ή , λυγερόκορμη και χαριτωμένη σαν ελαφίνα, η Λ ί λ α προχώρησε με το βλέμμα χαμηλωμένο και μ' ένα θείο χαμόγελο στα ρόδινα χ ε ί λ η της, προς το μέρος των επι­ σκεπτών. Κοίταξε ντροπαλά τον Ρομπέν των Δασών με τα μεγάλα μ π λ ε μάτια της και του άπλωσε το χέρι της. 203


- Ο σωτήρας μας δεν μου είναι άγνωστος, είπε με γ λ υ ­ κιά φωνή. Ο Ρομπέν, άφωνος από θαυμασμό, έφερε στα χ ε ί λ η του το κρινόλευκο χέρι της κοπέλας. Μ ε τ ά την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων ανάμεσα στη σύ­ ζυγο του σερ Ρίτσαρντ και τους επισκέπτες του, ο ιππότης άφησε τον Γουίλ και τον γιο του να συζητούν με τις κυρίες, και πήρε παράμερα τον Ρομπέν. - Α γ α π η τ έ μου Ρομπέν, του είπε, θ έ λ ω να σου αποδείξω ότι δεν υπάρχει στον κόσμο άνθρωπος που να τον αγαπώ όσο εσένα, και σε διαβεβαιώνω και πάλι για τη φιλία μου, ώστε να νιώσεις άνετα και να πράξεις σύμφωνα με τα σχέδια σου. Θα είσαι ασφαλής εδώ, όσο αυτός ο πύργος θα μπορεί να σε προστατεύει, όσο θα υπάρχει έστω κι ένας άντρας όρθιος στις επάλξεις, και θ' αποκρούσω με τα όπλα μου όλους τους σερίφηδες του βασιλείου. Έδωσα διαταγή να κλείσουν την καστρόπορτα και να μην αφήσουν κανέναν να μπει χωρίς την άδεια μου. Ό λ ο ι οι άντρες μου κυκλοφορούν οπλισμένοι, έτοι­ μοι ν' αποκρούσουν γενναία οποιαδήποτε επίθεση. Οι άντρες σου ξεκουράζονται· άφησε τους να ηρεμήσουν για μια βδομά­ δα και μετά θα σκεφτούμε τι πρέπει να κάνεις. - Δ έ χ ο μ α ι ευχαρίστως να μείνω εδώ για λίγες μέρες, αποκρίθηκε ο Ρομπέν, α λ λ ά με έναν όρο. - Ποιον; - Οι εύθυμοι άντρες μου θα γυρίσουν αύριο στο δάσος του Μπάρνσντεϊλ· θα τους συνοδέψει ο Κόκκινος Γουίλ που θα επιστρέψει εδώ μαζί με την αγαπημένη του Μοντ, τη Μα­ ριάν, και τη γυναίκα του άμοιρου Ζανούλη. Ο σερ Ρίτσαρντ συμφώνησε με όλη του την καρδιά και κανονίστηκαν όλα έτσι ώστε να μείνουν ικανοποιημένοι και οι δυο φίλοι. Δεκαπέντε χαρούμενες μέρες κύλησαν στον πύργο της Κοιλάδας. Α μ έ σ ω ς μετά, ο Ρομπέν, ο Ζανούλης, που η λα204


βωματιά του είχε γιατρευτεί τελείως, ο Κόκκινος Γουίλ και η ασύγκριτη Μοντ, η Μαριάν και η Γουίνιφρεντ βρέθηκαν για μια ακόμα φορά κάτω από τα πανύψηλα δέντρα του δά­ σους του Μπάρνσντεϊλ. Τ η ν επομένη της επιστροφής του στο Νότιγχαμ, ο βαρό­ νος Φ ι τ ζ Όλγουιν έφυγε για το Λονδίνο. Ε κ ε ί , παρουσιά­ στηκε στο παλάτι και αφηγήθηκε στον βασιλιά την άθλια περιπέτεια του. - Θα συμφωνήσετε μαζί μου, Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , είπε ο βα­ ρόνος, πως είναι παράξενο ένας ιππότης, στον οποίο ο Ρο­ μπέν των Δασών κατέφυγε για βοήθεια, ν' αρνηθεί να μου παραδώσει αυτόν τον ένοχο, όταν του τον ζήτησα στο όνομα του βασιλιά. - Π ώ ς ; Τ ό λ μ η σ ε ιππότης να δείξει ασέβεια στον βασιλιά του; φώναξε ο Ερρίκος νευριασμένος. - Μ ά λ ι σ τ α , Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , ο ιππότης Ρίτσαρντ Γκόβερ της Κοιλάδας, απέρριψε το αίτημα μου. Μου απάντησε πως κάνει ό,τι θ έ λ ε ι στα κτήματα του και πως ελάχιστα τον εν­ διαφέρει η δύναμη της Μ ε γ α λ ε ι ό τ η τ α ς σας. Ό π ω ς βλέπουμε, ο βαρόνος έ λ ε γ ε τερατώδη ψέματα για να πετύχει το σκοπό του. - Ωραία, λοιπόν! Θα έρθω μόνος μου να δω πόσο δυνατός είναι αυτός ο κατεργάρης. Θα είμαι στο Ν ό τ ι γ χ α μ σε δεκα­ πέντε ημέρες. Να έχεις μαζί σου όσους άντρες νομίζεις ότι χρειάζονται για να δώσεις μ ά χ η , και αν για κάποιο λόγο δεν μπορέσουμε να συναντηθούμε, κάνε ό,τι νομίζεις καλύτερο· φρόντισε να συλλάβεις αυτόν τον ατίθασο Ρομπέν των Δ α ­ σών, και τον ιππότη Ρίτσαρντ, φυλάκισε τους στο πιο σκο­ τεινό μπουντρούμι σου και μετά ειδοποίησε με. Θα σκεφτώ, τότε, τι θα κάνω. Ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν υπάκουσε κατά γράμμα στις διαταγές του βασιλιά. Συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατό και 205


κίνησε να επιτεθεί στον πύργο του σερ Ρίτσαρντ. Ωστόσο, οι, δύστυχος βαρόνος φάνηκε άτυχος ακόμα μια φορά, αφού; όταν έφτασε εκεί, ο Ρομπέν είχε ήδη φύγει την προηγούμε-· νη ημέρα. Η σκέψη να κυνηγήσει τον Ρομπέν μέχρι το κρη­ σφύγετο του μ ή τ ε που πέρασε απ' το μυαλό του γέρου άρ­ χοντα. Κάποιες αναμνήσεις, κι ένας πόνος που δεν τον άφη­ νε ακόμα να καβαλικέψει με ευκολία, έβαλαν φραγμό στον ενθουσιασμό του. Έ τ σ ι , μια και δεν μπορούσε να κάνει τίπο­ τα καλύτερο, σκέφτηκε να συλλάβει τουλάχιστον τον σερ Ρίτσαρντ· επειδή όμως μια κατά μέτωπο επίθεση ήταν σί­ γουρα επικίνδυνη, αποφάσισε να καταφύγει στην πονηριά, για να πετύχει το σκοπό του. Ο βαρόνος διασκόρπισε τους άντρες του, κράτησε κοντά του μια εικοσαριά γεροδεμένα παλικάρια και έστησε ενέδρα σε μικρή απόσταση από τον πύργο. Δ ε ν χρειάστηκε να περιμένει πολύ: την ά λ λ η μέρα κιό­ λας, ο σερ Ρίτσαρντ, ο γιος του και μερικοί φρουροί έπεσαν στην καλοστημένη παγίδα του βαρόνου και, παρά τη γεν­ ναία τους αντίσταση, νικήθηκαν· τους φίμωσαν αμέσως, τους φόρτωσαν επάνω στ' άλογα και πήραν το δρόμο για το Νότιγχαμ. Ωστόσο, ένας φρουρός του σερ Ρίτσαρντ κατάφερε να ξε­ φύγει και γύρισε, καταματωμένος από τα τραύματα του, να αναγγείλει στην κυρά του τα θλιβερά μαντάτα. Παραλογισμένη από τη θ λ ί ψ η της η λαίδη Γκόβερ, θέ­ λησε να πάει κοντά στον σύζυγο της· η Λ ί λ α , όμως, της έδωσε να καταλάβει ότι μια τέτοια ενέργεια δεν θα βοηθού­ σε καθόλου τους δυο άντρες, και συμβούλεψε τη μητέρα της να ζητήσει βοήθεια από τον Ρομπέν των Δασών. Η λαίδη Γκόβερ υπέκυψε στα παρακάλια της νεαρής γυ­ ναίκας και, χωρ��ς να χάσει στιγμή, διάλεξε δυο πιστούς στρα­ τιώτες, ανέβηκε στ' άλογο της κι έφυγε καλπάζοντας για το δάσος του Μπάρνσντεϊλ. Ένας άνθρωπος του δάσους, που εί206


χε μείνει άρρωστος στον πύργο, αλλά είχε συνέλθει αρκετά πια, την οδήγησε μέχρι το δέντρο της Σύναξης. Για κ α λ ή της τ ύ χ η , ο Ρομπέν των Δασών βρισκόταν στο συνηθισμένο πόστο του. - Να έχεις την ευλογία του Θεού, Ρομπέν! φώναξε η λαί­ δη Γκόβερ ξεπεζεύοντας. Έρχομαι να σε παρακαλέσω, έρ­ χομαι να σου ζητήσω, στ' όνομα της Παρθένας Μαρίας, ακόμα μια μ ε γ ά λ η χάρη. - Με τρομάζετε, λαίδη. Tt συμβαίνει; φώναξε ο Ρομπέν ξαφνιασμένος. Π ε ί τ ε μου τι θ έ λ ε τ ε , είμαι έτοιμος να σας βοηθήσω. - Α, Ρομπέν, είπε κλαίγοντας η δύστυχη γυναίκα, ο εχθρός σου, ο σερίφης του Ν ό τ ι γ χ α μ , συνέλαβε τον σύζυγο και τον γιο μου. Σε ικετεύω, Ρομπέν, σώσε το παιδί μου, τρέχα να προφτάσεις τους ελεεινούς που τους πήραν μαζί τους· δεν είναι πολλοί και μόλις πριν από λίγο έφυγαν από τον πύργο. - Μ η ν ανησυχείτε, κυρία, είπε ο Ρομπέν των Δασών, ο σύ­ ζυγος σας θα βρεθεί ξανά γρήγορα κοντά σας. Ο σερ Ρίτσαρντ είναι ιππότης και μόνο ο βασιλιάς μπορεί να τον δικάσει. Ό σ η δύναμη και να έχει ο βαρόνος Φ ι τ ζ Όλγουιν, δεν μπορεί να σκοτώσει έναν ευγενή Σάξονα. Πρέπει πρώτα να δικάσουν τον σερ Ρίτσαρντ, αν το παράπτωμα για το οποίο τον κατηγορούν είναι αρκετά σοβαρό. Μ η ν ανησυχείτε, σκουπίστε τα δάκρυα σας, ο σύζυγος σας και ο γιος σας θα γυρίσουν γρήγορα στην αγκαλιά σας. - Α π ό το στόμα σου και στου Θεού τ' αφτί! σταυροκοπ ή θ η κ ε η λαίδη Γκόβερ. - Τώρα, κυρία, επιτρέψτε μου να σας δώσω μια συμβου­ λ ή : γυρίστε στον πύργο, σφαλιστέ την καστρόπορτα και μην αφήσετε κανέναν ξένο να περάσει. Ε γ ώ , θα μαζέψω τους άντρες μου και θα κυνηγήσω τον βαρόνο του Νότιγχαμ. Η λαίδη Γκόβερ έφυγε κάπως πιο ήσυχη. 207


Ο Ρομπέν πληροφόρησε τους άντρες του για τη σ ύ λ λ η ­ ψη του σερ Ρίτσαρντ και τους ενημέρωσε ότι θα προσπα­ θούσε να σταματήσει τον σερίφη. Οι άνθρωποι του δάσους, αγανακτισμένοι για την προδοσία του βαρόνου, α λ λ ά και χα­ ρούμενοι που θα είχαν την ευκαιρία να ρίξουν μερικά β έ λ η , άρχισαν να προετοιμάζονται για την επιχείρηση. Ο Ρομπέν μπήκε επικεφαλής των γενναίων αντρών του και, μαζί με τον Ζανούλη, τον Κόκκινο Γουίλ και τον Τρα­ νό, άρχισε να καταδιώκει τον σερίφη. Μ ε τ ά από μια μ ε γ ά λ η και κουραστική πορεία, η ομάδα έφτασε στο Μάνσφελντ, όπου ο Ρομπέν έμαθε από έναν πανδοχέα πως οι στρατιώτες του βαρόνου είχαν ξεκουραστεί για λίγο κι ύστερα συνέχισαν το δρόμο τους για το Νότιγ­ χαμ. Ο Ρομπέν είπε στους άντρες του να πιουν κάτι για να δροσιστούν, άφησε κοντά τους τον Τρανό και τον Ζανούλη, πήρε μαζί του τον Γουίλ και καλπάζοντας ολοταχώς μ' ένα γερό άτι, π ή γ ε στο δέντρο της Σύναξης, στο δάσος του Σέρ­ γουντ. Έ ξ ω από το υπόγειο κρησφύγετο, σήμανε με το βού­ κινο του και αμέσως έτρεξαν κοντά του μια εκατοστή άν­ θρωποι του δάσους. Ο Ρομπέν πήρε μαζί του κι αυτούς τους πολεμιστές και ακολούθησε διαφορετική πορεία, ώστε να παγιδέψει ανάμε­ σα σε δυο στρατούς τη συνοδεία του βαρόνου - αφού οι άντρες που είχε αφήσει στο Μπάρνσντεϊλ θα έπαιρναν κι εκείνοι, μετά από μια ώρα ξεκούρασης, το δρόμο που οδη­ γούσε στο Νότιγχαμ. Οι εύθυμοι άντρες έφτασαν γρήγορα σ' ένα σημείο που απείχε ελάχιστα από την π ό λ η και, με μ ε γ ά λ η τους ικανο­ ποίηση, έμαθαν πως ο στρατός του σερίφη δεν είχε περάσει ακόμα. Ο Ρομπέν διάλεξε ένα πλεονεκτικό πόστο, πρόσταξε τους μισούς άντρες του να κρυφτούν και τοποθέτησε τους υπόλοιπους στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. 208


Η εμφάνιση έξι στρατιωτών, έδειξε ότι ζύγωνε ο σερίφης με τους καβαλάρηδες του. Οι άνθρωποι του δάσους ετοιμά­ στηκαν για να τους κάνουν την πιο θερμή υποδοχή... Η εμπροσθοφυλακή πέρασε ανεμπόδιστα την ενέδρα και όταν οι έξι στρατιώτες απομακρύνθηκαν αρκετά, για να νομίζουν οι υπόλοιποι ότι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν, ένα σάλπι­ σμα έσκισε τον αέρα κι ένα σμήνος από β έ λ η χαιρέτησε την πυκνή γραμμή των πρώτων Νορμανδών. Ο σερίφης τούς πρόσταξε να σταματήσουν κι έστειλε μια τριανταριά άντρες να ψάξουν ανάμεσα στις λόχμες. Ήταν σαν να τους έστελ­ νε σε βέβαιο θάνατο. Χωρισμένοι σε δυο ομάδες, οι στρατιώτες δέχτηκαν επί­ θεση από δυο διαφορετικές πλευρές ταυτόχρονα· αναγκάστη­ καν έτσι να καταθέσουν τα όπλα και να παραδοθούν. Μ ε τ ά απ' αυτή την επιτυχία τους, οι εύθυμοι άντρες όρ­ μησαν στη συνοδεία του βαρόνου - εκεί, όμως, οι καλύτερα οπλισμένοι και γυμνασμένοι στρατιώτες, αντιστάθηκαν με σθένος. Ο Ρομπέν και οι άντρες του πολεμούσαν για ν' απελευθε­ ρώσουν τον σερ Ρίτσαρντ και τον γιο του. Α π ό την ά λ λ η με­ ριά, οι καβαλάρηδες που είχαν έρθει από το Λονδίνο, προ­ σπαθούσαν να κερδίσουν την ανταμοιβή που είχε τάξει ο βα­ σιλιάς σ' αυτόν που θα συλλάμβανε τον Ρομπέν των Δασών. Κ α ι οι δυο πλευρές, λοιπόν, πολεμούσαν λυσσασμένα και η νίκη ήταν αβέβαιη, όταν ξαφνικά, η εμφάνιση της δεύτερης ομάδας των ανθρώπων του δάσους έφερε τα πάνω κάτω. Ο Ζανούλης και τα παλικάρια του, που έρχονταν από το Μπάρνσντεϊλ, ρίχτηκαν στη μ ά χ η με ακατανίκητη ορμή. Μ ι α δεκαριά τοξότες περικύκλωσαν γρήγορα τον σερ Ρί­ τσαρντ και τον γιο του, τους έλυσαν, τους έδωσαν όπλα κι εκείνοι, χωρίς να σκεφτούν τον κίνδυνο, άρχισαν να πολε­ μούν σώμα με σώμα με τους άντρες του βαρόνου, που όλοι φορούσαν πανοπλίες. 209


Με την απερισκεψία και την ορμητικότητα της νιότης, ο Χέρμπερτ όρμησε, μαζί με μερικούς εύθυμους άντρες, στην καρδιά της συνοδείας του βαρόνου. Για ένα τέταρτο περίπου της ώρας, το γενναίο παιδί πάλεψε με τους καβαλάρηδες· εκείνοι όμως ήταν πολύ περισσότεροι, κι όταν όλα έδειχναν πως θα πλήρωνε ακριβά την αποκοτιά του, ένας τοξότης, εί­ τε για να βοηθήσει τον παράτολμο νεαρό είτε για να δώσει πιο γρήγορα ένα τέλος στη μ ά χ η , σημάδεψε γρήγορα τον βαρόνο, του τρύπησε το λαιμό με μια σαϊτιά, τον γκρέμισε από τ' άλογο του και του έκοψε το κεφάλι· μετά το κάρφω­ σε στη μύτη του σπαθιού του, το σήκωσε ψηλά και φώναξε: -Νορμανδικά σκυλιά, κοιτάξτε τον αρχηγό σας, δείτε για τελευταία φορά το άσχημο μούτρο του υπεροπτικού σερίφη σας και παραδοθείτε, αλλιώς σας περιμένει κι εσάς η ίδια τύ...! Ο άνθρωπος του δάσους δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λό­ για του: ένας Νορμανδός τού έκοψε το κεφάλι και το έστει­ λε να κυλιστεί μέσα στη σκόνη. Ωστόσο, ο θάνατος του λόρ­ δου Φ ι τ ζ Όλγουιν υποχρέωσε τους Νορμανδούς να κατα­ θέσουν τα όπλα και να παραδοθούν. Με διαταγή του Ρο­ μπέν, μερικοί από τους εύθυμους άντρες οδήγησαν τους νι­ κημένους μέχρι το Νότιγχαμ, ενώ ο ίδιος, επικεφαλής των υπόλοιπων αντρών του, μάζεψε τους νεκρούς, περιποιήθηκε τους τραυματίες και εξαφάνισε κάθε ίχνος της μάχης. - Αντίο για πάντα, αιμοβόρε άνθρωπε! είπε ο Ρομπέν, κοιτάζοντας με σιχασιά το πτώμα του βαρόνου. Βρήκες, επι­ τέλους, το θάνατο που σου άξιζε και θ' ανταμειφθείς για τις απαίσιες πράξεις σου. Η καρδιά σου ήταν ά π λ η σ τ η και αδί­ στακτη, το χέρι σου α π λ ώ θ η κ ε σαν μάστιγα πάνω στους δύστυχους Σάξονες· βασάνισες τους ανθρώπους σου, πρόδω­ σες τον βασιλιά σου, εγκατέλειψες την κόρη σου... σου αξί­ ζουν όλα τα βασανιστήρια της κόλασης. Ωστόσο, παρακα­ λώ τον φιλεύσπλαχνο Θεό να λυπηθεί την ψ υ χ ή σου και να συγχωρέσει τις αμαρτίες σου. Σερ Ρίτσαρντ, πρόσθεσε ο Ρο210


μπέν μόλις οι στρατιώτες πήραν το πτώμα του γέρου άρχο­ ντα και κίνησαν για το Ν ό τ ι γ χ α μ , θα θυμόμαστε πάντα με θ λ ί ψ η τούτη τη μέρα. Σε γλιτώσαμε απ' το θάνατο α λ λ ά όχι κι από την καταστροφή, γιατί τώρα, δίχως ά λ λ ο , θα σου πάρουν όλο το βιος σου. Μακάρι, καλέ μου Ρίτσαρντ, να μη σε είχα γνωρίσει ποτέ. - Γιατί αυτό; ρώτησε ο ιππότης ξαφνιασμένος. - Ε π ε ι δ ή , αν δεν είχα βρεθεί στο δρόμο σου, θα 'χες βρει ά λ λ ο τρόπο σίγουρα, να πληρώσεις τα χρέη σου στον αβά της Παρθένας Μαρίας κι έτσι, η ευγνωμοσύνη σου απέναντι μου δεν θα σε είχε υποχρεώσει να με βοηθήσεις κι εσύ με τη σειρά σου. Φ τ α ί ω , άθελα μου, για τη συμφορά σου: θα σε εξορίσουν, θα σε διώξουν απ' το βασίλειο, θα πάρει την περι­ ουσία σου κάποιος Νορμανδός, η αγαπημένη σου οικογένεια θα υποφέρει, κι όλα αυτά εξαιτίας μου... Β λ έ π ε ι ς , Ρίτσαρντ, η φιλία μου είναι επικίνδυνη. - Α γ α π η μ έ ν ε μου Ρομπέν, είπε ο ιππότης με μια έκφρα­ ση ανείπωτης τρυφερότητας, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου υπάρχουν, είσαι φίλος μου, για ποιο πράγμα να μετα­ νιώσω; Αν με καταδικάσει ο βασιλιάς, θα φύγω από τον πύργο των προγόνων μου κατεστραμμένος οικονομικά, αλ­ λά ευτυχισμένος και ευλογώντας την ώρα που με οδήγησε κοντά στον ευγενικό Ρομπέν των Δασών! Ο νεαρός άντρας κούνησε αργά το κεφάλι του. - Ας μιλήσουμε σοβαρά για την κατάσταση, αγαπητέ μου Ρίτσαρντ, συνέχισε. Τα μαντάτα για όσα έγιναν πριν από λίγο εδώ, θα φτάσουν στο Λονδίνο και ο βασιλιάς δεν θα λυπηθεί κανέναν. Χ τ υ π ή σ α μ ε τους στρατιώτες του και θα σε κάνει να πληρώσεις για την ήττα τους, όχι μόνο με εξορία, α λ λ ά και με ατιμωτικό θάνατο. Φ ύ γ ε από τον πύρ­ γο σου, έλα μαζί μου, σου δίνω το λόγο της τιμής μου ότι όσο ανασαίνω, θα είσαι ασφαλής με την προστασία των εύ­ θυμων αντρών. 211


- Δ έ χ ο μ α ι ευχαρίστως τη γενναιόδωρη προσφορά σου, Ρομπέν, αποκρίθηκε ο σερ Ρίτσαρντ. Τη δέχομαι με χαρά κι ευγνωμοσύνη· όμως, πριν εγκατασταθώ στο δάσος, θα προ­ σπαθήσω (πρέπει να το κάνω, για το μέλλον των παιδιών μου) ν' απαλύνω το θυμό του βασιλιά. Έ ν α σημαντικό χρη­ ματικό ποσό, ίσως τον πείσει να χαρίσει τη ζωή σ' έναν αρι­ στοκράτη ιππότη. Το ίδιο βράδυ, ο σερ Ρίτσαρντ έστειλε μήνυμα στο Λον­ δίνο, παρακαλώντας έναν ισχυρό συγγενή του να μεσολαβή­ σει γι' αυτόν στον βασιλιά. Ο αγγελιαφόρος επέστρεψε απ' το Λονδίνο ολοταχώς και πληροφόρησε τον αφέντη του ότι ο Ερρίκος ο Β ' , εξοργισμένος με το θάνατο του βαρόνου Φ ι τ ζ Όλγουιν, είχε στείλει ολόκληρο τάγμα από τους καλύτε­ ρους στρατιώτες του στον πύργο του ιππότη, με διαταγή να τον κρεμάσουν, μαζί με τον γιο του, στο πρώτο δέντρο του δρόμου. Ο αρχηγός αυτής της στρατιάς, ένας άκληρος Νορ­ μανδός, είχε δεχτεί από τον βασιλιά δώρο τον πύργο της Κοιλάδας, για τον ίδιο και τους απογόνους του, μέχρι την τελευταία γενιά. Ο συγγενής του σερ Ρίτσαρντ πληροφορούσε ακόμα τον καταδικασμένο ότι είχε κυκλοφορήσει προκήρυξη στις περιο­ χές του Νότιγχαμ, του Ντέρμπισαϊρ και του Γιορκσάιρ, που υποσχόταν τεράστια αμοιβή σε όποιον κατάφερνε να πιάσει τον Ρομπέν των Δασών και να τον παραδώσει, νεκρό ή ζω­ ντανό, στα χέρια του σερίφη μιας απ' αυτές τις τρεις περιοχές. Ο σερ Ρίτσαρντ ενημέρωσε αμέσως τον Ρομπέν γ ι ' αυτή την προκήρυξη και του ανάγγειλε ότι θα πήγαινε σύντομα κοντά του. Με τη βοήθεια των ανθρώπων του, ο ιππότης ξεγύμνω­ σε τον πύργο κι έστειλε τα έπιπλα του, τα όπλα του και τα σερβίτσια του στη Σύναξη του Μπάρνσντεϊλ. Όταν πέρασε και η τελευταία άμαξα την κινητή γέφυρα, ο σερ Ρίτσαρντ, η γυναίκα του, ο Χέρμπερτ και η Λ ί λ α εγκατέλειψαν κα212


βαλα στ' άλογα τους το αγαπημένο τους κάστρο και έφτα­ σαν χωρίς κανένα πρόβλημα στο καταπράσινο δάσος. Όταν οι στρατιώτες του βασιλιά έφτασαν στον πύργο, βρήκαν την π ύ λ η ολάνοιχτη και τα δωμάτια τελείως άδεια. Ο καινούριος ιδιοκτήτης της περιουσίας του σερ Ρίτσαρντ απογοητεύτηκε βρίσκοντας άδειο το κάστρο· καθώς, όμως, είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αντιμετω­ πίζοντας αναποδιές της τύχης, τα κανόνισε έτσι ώστε να μην υποφέρει πολύ απ' αυτή την κατάσταση. Έδιωξε τους στρατιώτες και, προς μ ε γ ά λ η απογοήτευση των υπηρετών, εγκαταστάθηκε σαν αφέντης στον πύργο της Κοιλάδας.

213


Ο βασιλιάς Ριχάρδος

Τρία

ήρεμα χρόνια κύλησαν μετά τα γεγονότα που αφηγη­ θήκαμε. Ο στρατός του Ρομπέν των Δασών είχε μεγαλώ­ σει πολύ και η φήμη του ατρόμητου αρχηγού είχε απλωθεί σε όλη την Α γ γ λ ί α . Μ ε τ ά το θάνατο του Ερρίκου Β' ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του Ριχάρδος, ο οποίος, αφού σπατάλησε τους θησαυ­ ρούς του στέμματος, έφυγε για τις σταυροφορίες, ορίζοντας αντιβασιλέα τον αδελφό του, πρίγκιπα Ιωάννη, άνθρωπο ανήθικο και εξαιρετικά τσιγκούνη, που το λιγοστό μυαλό του δεν τον βοηθούσε καθόλου να εκπληρώσει την υ ψ η λ ή αποστολή που του είχαν αναθέσει. Η φτώχεια του λαού, που είχε ήδη ξεπεράσει τα όρια κα­ τά τη βασιλεία του Ερρίκου Β ' , έγινε ακόμα μεγαλύτερη κατά την περίοδο αυτής της τυραννικής αντιβασιλείας. Ο Ρομπέν ανακούφιζε με ανεξάντλητη γενναιοδωρία τα βάσα­ να και την πείνα των φτωχών του Ν ό τ ι γ χ α μ και του Ντέρμπισαϊρ· ήταν πάντα το ίνδαλμα όλων αυτών των δυστυχι­ σμένων. Όσα έδινε, όμως, στους φτωχούς, τα έπαιρνε με το παραπάνω από τους πλούσιους και οι Νορμανδοί, οι ανώτε­ ροι κληρικοί και οι καλόγεροι «βοηθούσαν» απλόχερα, με μ ε γ ά λ η τους απελπισία, τις αγαθοεργίες του ευγενικού πα­ ράνομου. 214


Η Μαριάν εξακολουθούσε να μένει στο δάσος και οι δυο σύζυγοι αγαπιούνταν πάντα τρυφερά, όπως τις πρώτες μέ­ ρες του ευτυχισμένου γάμου τους. Ο χρόνος δεν είχε λιγοστέψει καθόλου το πάθος του Γουίλιαμ για τη χαριτωμένη γυναίκα του και στα μάτια του πιστού Σάξονα, η Μοντ διατηρούσε, σαν καθαρό διαμάντι, την ομορφιά της. Ο Ζανούλης και ο Τρανός εξακολουθούσαν να μακαρίζουν την τ ύ χ η τους, που είχαν διαλέξει για συζύγους ο ένας την τρυφερή Γουίνιφρεντ και ο άλλος τη σκανταλιάρα Μπάρμπα­ ρα· όσο για τ' αδέλφια του Γουίλ, δεν είχαν κανένα λόγο να μετανιώνουν για τους βιαστικούς γάμους τους. Ήταν ευτυχι­ σμένοι κι έβλεπαν τη ζωή μέσα από ένα ρόδινο πρίσμα. Το ίδιο ευτυχισμένοι ζούσαν ο Ά λ α ν Κ λ α ρ και η λαίδη Κρίσταμπελ. Το σπίτι τους, φτιαγμένο σύμφωνα με τις οδη­ γίες του ιππότη, ήταν ένα θαύμα άνεσης και καλογουστιάς. Μ ι α σειρά από γέρικα δέντρα έκρυβε τους κήπους από κάθε αδιάκριτο βλέμμα, σχηματίζοντας ένα αδιαπέραστο τείχος γύρω απ' αυτό το ποιητικό σπίτι. Όμορφα παιδάκια με γλυκιές φατσούλες, ζωντανά λου­ λούδια σ' αυτή την όαση της αγάπης, αναστάτωναν με τα θορυβώδη παιχνίδια τους τη γαλήνη του μεγάλου αρχοντι­ κού. Οι χαρούμενες φωνές τους αντιλαλούσαν ολόγυρα και τα ποδαράκια τους άφηναν τις αχνές πατημασιές τους επά­ νω στην άμμο που ήταν στρωμένη στις αλέες του πάρκου. Ο Ά λ α ν και η Κρίσταμπελ είχαν παραμείνει νέοι στην καρδιά, στο μυαλό και στο πρόσωπο, κι οι εβδομάδες κυλούσαν γι' αυτούς γρήγορα σαν ημέρες, οι ημέρες σαν ώρες. Η Κρίσταμπελ δεν είχε ξαναδεί τον πατέρα της από την ημέρα που παντρεύτηκε τον Ά λ α ν Κ λ α ρ στο μοναστήρι του Λίντον, αφού ο ιδιότροπος γέροντας απέκρουε πεισματικά όλες τις απόπειρες συμφιλίωσης που γίνονταν από τη μεριά της κόρης του και του ιππότη. Ο θάνατος του βαρόνου στε215


νοχώρησε πολύ την Κρίσταμπελ· η θ λ ί ψ η της, όμως, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν με το θάνατο του γεννήτορα της έχανε κι έναν πραγματικό πατέρα. Οι επιθέσεις του Ρομπέν εναντίον των Νορμανδών και των αξιωματούχων της Εκκλησίας πολλαπλασιάστηκαν και ήταν τόσο καταστροφικές για τις περιουσίες αυτών των πλου­ σίων, που στο τέλος τράβηξαν την προσοχή του Λονκσάν, με­ γάλου καγκελάριου της Α γ γ λ ί α ς και επισκόπου του Ε λ ί . Ο επίσκοπος αποφάσισε να διαλύσει τους εύθυμους τοξό­ τες κι έτσι, λοιπόν, ετοίμασε μια σοβαρή εκστρατεία ενα­ ντίον τους. Πεντακόσιοι άντρες, με επικεφαλής τους τον πρίγκιπα Ιωάννη, κατέβηκαν στον πύργο του Ν ό τ ι γ χ α μ κι εκεί, μετά από λίγες μέρες ανάπαυσης, κατέστρωσαν τα σχέδια τους για να συλλάβουν τον Ρομπέν των Δασών. Α υ ­ τός, όμως, που πληροφορήθηκε αμέσως τα σχέδια αυτής της μ ε γ ά λ η ς στρατιάς, γέλασε κι ετοιμάστηκε να ξεγλι­ στρήσει ακόμα μια φορά απ' όλες τις ενέδρες τους, χωρίς να εκθέσει τους άντρες του στους κινδύνους μιας μάχης. Έκρυψε τη συμμορία του, έντυσε μια δωδεκαριά ανθρώ­ πους του δάσους με διάφορα ρούχα και τους έστειλε στον πύργο, όπου προσφέρθηκαν να υπηρετήσουν ως οδηγοί, μέ­ σα στα δαιδαλώδη μονοπάτια του δάσους. Ο Ιωάννης και οι αξιωματικοί τούς δέχτηκαν αμέσως, και καθώς το δάσος απλωνόταν σε μια έκταση τριάντα πε­ ρίπου μιλίων, εύκολα καταλαβαίνουμε πόσους γύρους ανά­ γκασαν τους δύστυχους στρατιώτες να κάνουν αυτοί οι εθε­ λοντές οδηγοί τους. Φορές φορές, όλος ο στρατός χανόταν μέσα σε μικρές κοιλάδες, ά λ λ ο τ ε βυθιζόταν μέχρι το γόνα­ το μέσα στο βούρκο των βάλτων, ά λ λ ο τ ε , τέλος, διασκορπι­ σμένοι στους γύρω λόφους, οι στρατιώτες αναθεμάτιζαν ορ­ γισμένοι τη μοίρα τους, στέλνοντας στον διάβολο τον μεγά­ λο καγκελάριο της Α γ γ λ ί α ς , τον Ρομπέν των Δασών και την αόρατη συμμορία του· γιατί, φυσικά, δεν χρειάζεται να 216


πούμε πως ούτε δείγμα από πράσινο χιτώνα δεν φάνηκε στον ορίζοντα. Με το σούρουπο, οι στρατιώτες βρίσκονταν πάντα εφτά ή οχτώ μίλια μακριά από τον πύργο του Νότιγχαμ, όπου έπρεπε να επιστρέψουν, εκτός αν περνούσαν τη νύχτα στο ύπαιθρο. Έπαιρναν τότε το δρόμο της επιστροφής εξαντλημένοι από την κούραση, πεθαμένοι από την πείνα και χωρίς να έχουν δει έστω ένα σημάδι που να δείχνει την παρουσία των εύθυμων αντρών. Ε π ί δεκαπέντε ημέρες, αυτές οι κουραστικές εξορμήσεις επαναλαμβάνονταν, με το ίδιο πάντα αποτέλεσμα. Τ ε λ ι κ ά , ο πρίγκιπας Ιωάννης νοστάλγησε την καλοπέραση του Λονδίνου κι έτσι, τα παράτησε και πήρε με το στράτευμα του το δρόμο για τη μ ε γ ά λ η πόλη. Δυο χρόνια μετά απ' αυτή την τελευταία εκστρατεία, ο Ριχάρδος επέστρεψε στην Α γ γ λ ί α και ο πρίγκιπας Ιωάν­ νης, που με το δίκιο του φοβόταν την οργή του αδελφού του, έτρεξε να βρει καταφύγιο πίσω από τα τ ε ί χ η του παλιού κά­ στρου του Νότιγχαμ. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, που είχε μάθει την ελεεινή συμπεριφορά του αντιβασιλέα, έμεινε μόνο τρεις μέρες στο Λονδίνο κι έπειτα, με μια χούφτα στρατιώτες, βάδισε απο­ φασιστικά εναντίον του στασιαστή. Το κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ περικυκλώθηκε· μετά από μά­ χες τριών ημερών έπεσε, α λ λ ά ο πρίγκιπας Ιωάννης κατόρ­ θωσε να ξεφύγει. Πολεμώντας με το σπαθί στο χέρι, όπως κι ο τελευταί­ ος του στρατιώτης, ο Ριχάρδος παρατήρησε ότι μια ομάδα από γεροδεμένους εθελοντές τού πρόσφερε σημαντική βοή­ θεια και συνειδητοποίησε ότι είχε νικήσει χάρη στη γενναία συνδρομή τους. Μ ε τ ά τη μ ά χ η , κι αφού εγκαταστάθηκε στο κάστρο, ο Ριχάρδος ζήτησε πληροφορίες γι' αυτούς τους εξαίρετους 217


τοξότες που τον είχαν στηρίξει· κανένας, όμως, δεν μπόρεσε να του απαντήσει κι έτσι αναγκάστηκε να ρωτήσει τον βοηθό σερίφη του Νότιγχαμ. Αυτός ο βοηθός σερίφης ήταν ο ίδιος άνθρωπος στον οποίο ο Ρομπέν των Δασών είχε παίξει εκείνο το άσχημο παιχνίδι όταν τον παρέσυρε με πονηριά στο δάσος και τον ανάγκασε να πληρώσει για την επίσκεψη του τριακόσια χρυσά σκούδα. Επηρεασμένος απ' αυτή την άσχημη ανάμνηση, ο σερί­ φης απάντησε στον βασιλιά πως, δίχως ά λ λ ο , οι τοξότες για τους οποίους γινόταν λόγος δεν ήταν ά λ λ ο ι από τους άντρες του διαβόητου Ρομπέν των Δασών. - Αυτός ο Ρομπέν των Δασών, πρόσθεσε ο μνησίκακος πανδοχέας, είναι μεγάλος παλιάνθρωπος! Τ α ΐ ζ ε ι τη συμ­ μορία του σε βάρος των ταξιδιωτών, ληστεύει τους τίμιους ανθρώπους, σκοτώνει τα ελάφια του βασιλιά και κάνει, κα­ θημερινά, κάθε λογής κλεψιές. Την ώρα που γινόταν αυτή η συζήτηση, βρισκόταν τυ­ χαία κοντά στον βασιλιά ο Α λ μ π ε ρ τ Λ ί ν τ σ ε ϊ , ο ομογάλα­ κτος αδελφός της όμορφης Μοντ, που είχε την τ ύ χ η να δια­ τηρήσει τη θέση του φύλακα στο κάστρο. Το αίσθημα ευ­ γνωμοσύνης του απέναντι στον Ρομπέν, καθώς και ο γεν­ ναιόδωρος χαρακτήρας του, τον έκαναν να ξεχάσει την τα­ πεινή του θέση· έτσι, πλησίασε τον σπουδαίο συνομιλητή του σερίφη και είπε συγκινημένος: - Μεγαλειότατε, ο Ρομπέν των Δασών είναι ένας τίμιος Σάξονας, ένας δυστυχισμένος παράνομος. Μπορεί να παίρνει το περίσσευμα των πλουσίων, ανακουφίζει, όμως, από την αθλιότητα τους φτωχούς, κι από το Νότιγχαμ μέχρι το Γιορκ προφέρουν τ' όνομα του με σεβασμό και αιώνια ευγνωμοσύνη. - Γνωρίζεις προσωπικά αυτόν τον γενναίο τοξότη; ρώτησε ο βασιλιάς τον Ά λ μ π ε ρ τ . Α υ τ ή η ερώτηση τάραξε τον Ά λ μ π ε ρ τ · έγινε κατακόκκι­ νος κι απάντησε με αμηχανία: 218


- Συνάντησα τον Ρομπέν των Δασών, α λ λ ά πριν από πο­ λύ καιρό· σας επαναλαμβάνω, όμως, Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , ότι μό­ νο καλά λόγια λένε οι φτωχοί γι' αυτόν, που δεν τους αφή­ νει να πεθάνουν από την πείνα. - Έ λ α , παλικάρι μου, είπε ο βασιλιάς χαμογελώντας, σήκωσε το κεφάλι και μην απαρνείσαι τον φίλο σου. Μα την αγία Τριάδα, αν είναι έτσι όπως τα λ ε ς , τότε η φιλία του θα 'ναι πολύτιμη. Θα χαρώ πολύ να γνωρίσω αυτόν τον παράνομο κι αφού με βοήθησε, δεν θ έ λ ω να λένε πως ο Ρι­ χάρδος της Α γ γ λ ί α ς είναι αχάριστος, ακόμα και απέναντι σ' έναν παράνομο. Αύριο το πρωί, θα κατεβώ στο δάσος του Σέργουντ. Ο βασιλιάς κράτησε το λόγο του: την επομένη, με συνο­ δεία του ιππότες και στρατιώτες και με οδηγό τον σερίφη, -που δεν του άρεσε και τόσο αυτή η ε κ δ ρ ο μ ή - περιπλανή­ θ η κ ε στα μονοπάτια, στους δρόμους, στα ξέφωτα του γέρι­ κου δάσους, άδικα όμως, γιατί ο Ρομπέν των Δασών δεν φά­ νηκε πουθενά. Π ο λ ύ δυσαρεστημένος μ' αυτή την αποτυχημένη επιχεί­ ρηση, ο Ριχάρδος έστειλε να φωνάξουν έναν δασοφύλακα του Σέργουντ και τον ρώτησε αν ήξερε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να συναντήσει τον αρχηγό των παρανόμων. - Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , αποκρίθηκε ο δασοφύλακας, θα μπο­ ρούσατε να ψάχνετε έναν ολόκληρο χρόνο μέσα στο δάσος, χωρίς να δείτε ούτε τη σκιά ενός παρανόμου, αν έχετε μαζί σας στρατιώτες. Ο Ρομπέν των Δασών αποφεύγει όσο μπο­ ρεί τις μάχες, όχι επειδή φοβάται, γιατί γνωρίζει τόσο καλά το δάσος που τίποτα δεν τον τρομάζει, ούτε καν η επίθεση από πεντακόσιους ή εξακόσιους άντρες, α λ λ ά επειδή είναι φιλήσυχος και προσεχτικός. Αν επιθυμείτε, Μεγαλειότατε, να συναντήσετε τον Ρομπέν των Δασών, δεν έχετε παρά να φορέσετε ένα ράσο, να πάρετε μαζί σας μόνο τέσσερις ή πέ­ ντε ιππότες, και τότε αναλαμβάνω να σας οδηγήσω εγώ. 219


Ορκίζομαι στον άγιο Ντάνσταν, ότι κανείς δεν θα πάθει τί­ ποτα! Ο Ρομπέν των Δασών πιάνει τους κληρικούς, τους φι­ λοξενεί, τους παίρνει όλα τα λεφτά, αλλά δεν τους κακομε­ ταχειρίζεται. - Μα τον τίμιο σταυρό, δασοφύλακα, τα λόγια σου είναι χρυσάφι, είπε ο βασιλιάς γελώντας, και θ' ακολουθήσω την έξυπνη συμβουλή σου. Τα καλογερίστικα δεν θα μου πηγαί­ νουν καθόλου, α λ λ ά δεν πειράζει! Πηγαίνετε να μου φέρετε ένα ράσο. Ανυπόμονος ο μονάρχης, φόρεσε το πλούσιο ράσο ενός αβά, διάλεξε τέσσερις ιππότες που τους έντυσε με απλά κα­ λογερίστικα ράσα και ακολουθώντας το σχέδιο του δασοφύ­ λακα, φόρτωσαν τρία άλογα έτσι που όποιος τους έβλεπε, να υποθέσει ότι κουβαλούσαν ένα θησαυρό. Τρία μίλια περίπου μακριά από το κάστρο, ο δασοφύλα­ κας που έδειχνε το δρόμο στους ψευτο-καλόγερους, πλησία­ σε τον βασιλιά και του είπε: - Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , κοιτάξτε στην άκρη του ξέφωτου και θα δείτε τον Ρομπέν των Δασών, τον Ζανούλη και τον Κόκκινο Γουίλ, τους τρεις αρχηγούς της συμμορίας. - Ωραία, είπε χαρούμενος ο βασιλιάς. Και, σπιρουνίζοντας το άλογο του, ο Ριχάρδος καμώθηκε πως ή θ ε λ ε τάχα να ξεφύγει. Ο Ρομπέν των Δασών πήδηξε καταμεσής του μονοπατι­ ού, άρπαξε το άτι από τα χαλινάρια και το ακινητοποίησε. - Με το συμπάθειο, κύριε αβά, είπε. Στάσου λίγο να σε καλωσορίσουμε... - Β έ β η λ ε αμαρτωλέ! φώναξε ο Ριχάρδος, προσπαθώντας να μιμηθεί τη γλώσσα των ανθρώπων της Ε κ κ λ η σ ί α ς . Ποιος θαρρείς πως είσαι και σταματάς έναν άγιο άνθρωπο που πηγαίνει σε ιερή αποστολή; - Ε ί μ α ι ένας υπηρέτης αυτού του δάσους, απάντησε ο Ρομπέν, και ζω, όπως κι οι σύντροφοι μου, από το κυνήγι 220


και από τις απλοχεριές των ευλαβών ανθρώπων της αγίας Εκκλησίας. - Μα την πίστη μου, είσαι ένας θρασύς παλιομασκαράς, αποκρίθηκε ο βασιλιάς κρύβοντας ένα χαμόγελο, όταν τολ­ μάς να μου λες κατάμουτρα ότι τρως τα δικά μου... τα ελά­ φια του βασιλιά, και ληστεύεις τους κληρικούς. Μα τον άγιο Ουμβέρτο, όμως, είσαι τουλάχιστον ειλικρινής. - Η ειλικρίνεια είναι το μόνο που απομένει σε ανθρώπους στερημένους απ' όλα, απάντησε ο Ρομπέν. Ωστόσο, οι εισοδη­ ματίες, οι κτηματίες, εκείνοι που 'χουν το χρυσάφι και τ' ασή­ μι, δεν τη χρειάζονται, γιατί δεν θα ήξεραν τι να την κάνουν. - Μπορεί και να 'χεις δίκιο, αποκρίθηκε ο βασιλιάς, ξε­ χνώντας σχεδόν ότι παρίστανε έναν ιερωμένο, και η ειλικρί­ νεια του προσώπου σου μ' αρέσει πολύ. Φαίνεσαι πολύ πιο τίμιος απ' ό,τι είσαι στην πραγματικότητα· ωστόσο, για χά­ ρη της ευγενικής θωριάς σου κι από χριστιανική αγάπη για τον συνάνθρωπο, σου χαρίζω όλα τα λεφτά που έχω τούτη τη σ τ ι γ μ ή , σαράντα χρυσά νομίσματα. Λυπάμαι που δεν έχω περισσότερα· ο βασιλιάς, όμως, που όπως θα 'μαθες μέ­ νει εδώ και λίγες μέρες στο κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ , φρόντισε ν' αδειάσει πρώτος τις τσέπες μου. Δ ι κ ά σου, λοιπόν, αυτά τα λεφτά, γιατί μου αρέσουν τα όμορφα πρόσωπα και οι εκ­ φράσεις των γεροδεμένων συντρόφων σου. Μ' αυτά τα λόγια, ο βασιλιάς έδωσε στον Ρομπέν των Δασών ένα δερμάτινο πουγκί, που περιείχε σαράντα χρυσά νομίσματα. - Ε ί σ α ι ο φοίνικας των ιερωμένων, άρχοντα αβά, είπε ο Ρομπέν γελώντας, κι αν δεν είχα ορκιστεί να στύβω, λ ί γ ο ή πολύ, όλους τους ανθρώπους της αγίας Ε κ κ λ η σ ί α ς , τώρα θ' αρνιόμουν να δεχτώ τη γενναιόδωρη προσφορά σου· ωστόσο, κανείς δεν θα μπορέσει να πει ότι υπέφερες πολύ από το πέρασμα σου μέσα απ' το. δάσος του Σέργουντ. Η συνοδεία και τ' άλογα σου θα περάσουν τελείως ελεύθερα 221


και επιπλέον, με την άδεια σου, θα δεχτώ μόνο είκοσι χρυ­ σά νομίσματα. - Είσαι μεγαλόκαρδος, άνθρωπε του δάσους, αποκρίθη­ κε ο Ριχάρδος που φάνηκε να συγκινείται από την ευγένεια του Ρομπέν, και με μ ε γ ά λ η μου χαρά θα μιλήσω για σένα στον βασιλιά μας. Ο Μεγαλειότατος σ' έχει φαίνεται ακου­ στά, γιατί μου είπε να σου δώσω τα χαιρετίσματα του, αν εί­ χα την τ ύ χ η να σε συναντήσω. Νομίζω, μεταξύ μας βέβαια αυτό, ότι ο βασιλιάς Ριχάρδος, που του αρέσει η γενναιότη­ τα και την ανταμείβει, θα ή θ ε λ ε να ευχαριστήσει προσωπι­ κά τον ατρόμητο άντρα που τον βοήθησε να γκρεμίσει την καστρόπορτα του Ν ό τ ι γ χ α μ και να τον ρωτήσει για ποιο λό­ γο εξαφανίστηκε, μαζί με τους γενναίους συντρόφους του, αμέσως μετά τη μ ά χ η . - Αν έχω κάποια μέρα την ευτυχία να βρεθώ μπροστά στον Μεγαλειότατο, δεν θα διστάσω ν' απαντήσω σ' αυτή την ε ρ ώ τ η σ η · προς το παρόν, όμως, κύριε αβά, ας μιλήσουμε για κάτι ά λ λ ο . Α γ α π ώ πολύ τον βασιλιά Ριχάρδο, γιατί εί­ ναι Α γ γ λ ο ς στην καρδιά και στην ψυχή, μολονότι έχει δε­ σμούς αίματος με μια νορμανδική οικογένεια. Ό λ ο ι εδώ, ιε­ ρωμένοι και λαϊκοί, είμαστε πιστοί υπηρέτες του Μεγαλειό­ τατου και, αν συμφωνείς κι εσύ, κύριε αβά, θα πιούμε μαζί στην υγεία του ευγενικού Ριχάρδου. - Δ έ χ ο μ α ι ευχαρίστως την πρόσκληση σου, Ρομπέν των Δασών, αποκρίθηκε ο βασιλιάς, και είμαι έτοιμος να σ' ακο­ λουθήσω. - Ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη που μου δείχνεις, καλέ μου αβά, είπε ο Ρομπέν και οδήγησε το άλογο που ίππευε ο Ρι­ χάρδος στο μονοπάτι που κατέληγε στο δέντρο της Σύναξης. Τους ακολούθησαν ο Ζανούλης, ο Κόκκινος Γουίλ και οι τέσσερις ιππότες που ήταν μεταμφιεσμένοι σε καλόγερους. Μ ό λ ι ς μπήκαν στο μονοπάτι, ένα ελάφι, τρομαγμένο από τη φασαρία πέρασε γρήγορα από μπροστά τους· γρηγορότε222


ρο όμως το βέλος του Ρομπέν, σαΐτεψε θανάσιμα στο πλευ­ ρό το άμοιρο ζώο. - Ωραία βολή! Θαυμάσια βολή! φώναξε ενθουσιασμένος ο βασιλιάς. - Ε, δεν ήταν και τίποτα το εξαιρετικό, κύριε αβά, είπε ο Ρομπέν κοιτάζοντας κάπως έκπληκτος τον Ριχάρδο. Ό λ ο ι ανεξαιρέτως οι άντρες μου μπορούν να σαϊτέψουν ένα ελάφι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο· ακόμα κι η γυναίκα μου ξέρει να ρίχνει με το τόξο, και μάλιστα σε στόχους πολύ δυσκολότε­ ρους απ' αυτόν εδώ. - Η γυναίκα σου; επανέλαβε ο βασιλιάς. Είσαι παντρε­ μένος; Μα τη θεία λειτουργία, ανυπομονώ να γνωρίσω αυ­ τήν που μοιράζεται τους κινδύνους και τις περιπέτειες της ζωής σου. - Η γυναίκα μου δεν είναι η μόνη, άρχοντα αβά, που προ­ τιμά μια πιστή καρδιά κι ένα πρωτόγονο σπιτικό από μια δό­ λια αγάπη και την πολυτέλεια της ζωής στην πόλη. - Θα σου γνωρίσω κι εγώ τη γυναίκα μου, κύριε αβά, φώ­ ναξε ο Κόκκινος Γουίλ, κι αν δεν συμφωνήσεις ότι έχει βα­ σιλική ομορφιά, θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι είσαι τυ­ φλός ή δεν έχεις ιδέα από γυναίκες! - Μα τον άγιο Ντάνσταν, είπε ο Ριχάρδος, φαίνεται πως δίκαια σας αποκαλούν εύθυμους άντρες· τίποτα δεν σας λεί­ πει εδώ: όμορφες γυναίκες, βασιλικό κυνήγι, πλούσια βλά­ στηση, απόλυτη ελευθερία. - Ε ί μ α σ τ ε πολύ ευτυχισμένοι, άρχοντα, συμφώνησε ο Ρομπέν γελώντας. Η ομάδα έφτασε γρήγορα σ' ένα ξέφωτο όπου, πάνω στο γρασίδι, τους περίμενε, έτοιμο, ένα πλούσιο γεύμα· και μόνο η θέα αυτού του γεύματος, όπου αφθονούσε το λαχταριστό, μυρωδάτο κυνήγι, άνοιξε την όρεξη του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. 223


- Μα τη συνείδηση της μητέρας μου, φώναξε, να ένα πραγματικά βασιλικό γεύμα! Ο βασιλιάς κάθισε κατάχαμα κι άρχισε να τρώει με άπειρη ευχαρίστηση. Προς το τέλος του γεύματος, στράφη­ κε στον οικοδεσπότη του: - Μ ε τ ά απ' όσα μου είπες, ανυπομονώ να γνωρίσω τις συντρόφισσες σας. Φώναξε τις, λοιπόν, είμαι περίεργος να δω αν αξίζουν πράγματι, όπως είπε ο κοκκινομάλλης φίλος σου, να στολίζουν την Α υ λ ή του βασιλιά της Α γ γ λ ί α ς . Ο Ρομπέν έστειλε τον Γουίλ να βρει τις όμορφες νύμφες του δάσους και είπε στους άντρες του να ετοιμαστούν για τα αγω­ νίσματα με τα οποία καταγίνονταν τις ημέρες της σχόλης. - Οι άντρες μου θα προσπαθήσουν να σε διασκεδάσουν λίγο, κύριε αβά, είπε ο Ρομπέν επιστρέφοντας κοντά στον βασιλιά, και θα δεις ότι οι απολαύσεις μας και ο κάπως πα­ ράξενος τρόπος που ζούμε, δεν έχουν τίποτα το κακό. Kαι όταν δεις τον καλό βασιλιά Ριχάρδο, να του πεις, αυτό σού το ζητώ σαν χάρη, πως οι καλοί Σάξονες δεν πρέπει να φο­ βούνται τους εύθυμους άντρες του Σέργουντ, που φέρονται πάντα ευγενικά σε όσους συμπονούν τις αναπόφευκτες αθλιότητες της σκληρής ζωής τους. - Μείνε ήσυχος, γενναίε στρατιώτη, ο Μεγαλειότατος θα πληροφορηθεί όλα όσα συμβαίνουν εδώ, σαν να ήταν ο ίδιος παρών σε τούτο το γεύμα. Οι άντρες του Ρομπέν άρχισαν τότε να αγωνίζονται στην τοξοβολία, με χέρι τόσο σταθερό και με τόσο καλό σημάδι, που ο βασιλιάς τούς συγχάρηκε πραγματικά έκπληκτος. Μ ε τ ά από μισή ώρα περίπου, φάνηκε ο Κόκκινος Γουίλ, φέρνοντας μαζί του τη Μαριάν και τη Μοντ, που ήταν ντυ­ μένες με πράσινη φορεσιά αμαζόνας από ύφασμα του Λίνκολν, και κρατούσαν η καθεμιά τους τόξο και φαρέτρα. Πίσω τους έρχονταν η Μπάρμπαρα, η Γουίνιφρεντ, η Λί­ λα και οι όμορφες γυναίκες των νεαρών Γ κ ά μ γ ο υ ε λ . 224


Ο βασιλιάς γούρλωσε τα μάτια κατάπληκτος και κοίτα­ ξε αμίλητος τα όμορφα πρόσωπα που κοκκίνιζαν κάτω από το βλέμμα του. - Κύριε αβά. είπε ο Ρομπέν παίρνοντας το χέρι της Μ α ­ ριάν, σου παρουσιάζω τη βασίλισσα της καρδιάς μου, την πολυαγαπημένη μου γυναίκα. - Μπορείς δίκαια να την αποκαλείς βασίλισσα των εύ­ θυμων αντρών σου, γενναίε Ρομπέν, φώναξε ο βασιλιάς. Έ χ ε ι ς δίκιο να περηφανεύεσαι ότι σε αγαπάει ένα τόσο όμορφο πλάσμα. Α γ α π η τ ή κυρία, συνέχισε ο βασιλιάς, επι­ τρέψτε μου να χαιρετήσω στο πρόσωπο σας τη βασίλισσα του μεγάλου δάσους του Σέργουντ και να σας υποβάλω τα σέβη μου. Με αυτά τα λόγια, ο βασιλιάς γονάτισε στο ένα του πό­ δι, πήρε το λευκό χέρι της Μαριάν και το φίλησε με χάρη. - Είσαστε πολύ ευγενικός, κύριε αβά, είπε η Μαριάν τα­ πεινά. Μ η ν ξεχνάτε, όμως, σας παρακαλώ, ότι δεν αρμόζει σ' έναν άντρα με το δικό σας άγιο χαρακτήρα, να γονατίζει έτσι μπροστά σε μια γυναίκα· μόνο στον Θεό πρέπει να δεί­ χνετε τόση ταπεινότητα και σεβασμό. - Να μια ε π ί π λ η ξ η εξαιρετικά η θ ι κ ή για τη γυναίκα ενός απλού ανθρώπου του δάσους, μουρμούρισε ο βασιλιάς καθώς πήγαινε να ξανακαθίσει κάτω από το δέντρο της Σύναξης. - Κύριε αβά, να σου γνωρίσω κι εγώ τη γυναίκα μου! φώ­ ναξε ο Γουίλ, φέρνοντας τη Μοντ κοντά στον Ριχάρδο. Ο βασιλιάς κοίταξε τη Μοντ και χαμογέλασε. - Α υ τ ό το όμορφο πλάσμα είναι η κυρία που μου έλεγες πως θα τιμούσε το παλάτι ενός βασιλιά; - Μ ά λ ι σ τ α , άρχοντα, αποκρίθηκε ο Γουίλ. - Ε, λοιπόν, φίλε μου, συνέχισε ο Ριχάρδος, συμφωνώ μαζί σου κι αν μου επιτρέπεις, θα δώσω ένα φιλί στα όμορ­ φα μάγουλα της αγαπημένης σου. 225


Ο Γουίλιαμ χαμογέλασε και ο βασιλιάς, που θεώρησε αυτό το χαμόγελο σαν καταφατική απάντηση, φίλησε ευγε-, νικά τη νεαρή γυναίκα. - Άφησε με να σου πω κάτι εμπιστευτικά, κύριε αβά, είπε ο Γουίλ πλησιάζοντας τον βασιλιά που δέχτηκε ευχαρίστως την πρόταση του. Τελικά, ξέρεις να κρίνεις τις γυναίκες, συνέ­ χισε ο Γουίλ, και δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι μέσα στο δάσος του Σέργουντ. Α π ό σήμερα, σου υπόσχομαι μια εγκάρδια υπο­ δοχή, κάθε φορά που θα σε φέρνει η τύχη κοντά μας. - Σ' ευχαριστώ, ευγενικέ στρατιώτη, απάντησε χαρούμε­ νος ο βασιλιάς. Α, α, μα εδώ έχουμε κι ά λ λ ε ς ; φώναξε έκ­ πληκτος ο Ριχάρδος καθώς έβλεπε τις αδελφές του Γουίλ που, μαζί με τη Λ ί λ α , παρουσιάζονταν μπροστά του. Ε ι λ ι ­ κρινά, λεβέντες μου, οι Δρυάδες σας είναι σωστές νεράιδες! Ε κ ε ί ν η τη σ τ ι γ μ ή εμφανίστηκε στο κέντρο της ομήγυρης ο ιππότης Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, που έλειπε από το πρωί. Μ ό λ ι ς είδε τον βασιλιά, ο ιππότης τινάχτηκε, γιατί γνώρι­ ζε τέλεια το πρόσωπο του Ριχάρδου. Πλησίασε τον Ρομπέν και κατάλαβε πως ο νεαρός άντρας δεν είχε ιδέα ποιος ακρι­ βώς ήταν ο επισκέπτης του. - Μ ή π ω ς ξέρεις πώς λ έ γ ε τ α ι αυτός με το ράσο του αβά; ρώτησε χαμηλόφωνα ο σερ Ρίτσαρντ. - Ό χ ι , του απάντησε ο Ρομπέν. Ε δ ώ και λ ί γ η ώρα, όμως, σκέφτομαι πως μόνο ένας άνθρωπος στον κόσμο μπο­ ρεί να έχει αυτά τα κόκκινα μ α λ λ ι ά και τα μεγάλα, γαλά­ ζια μάτια, ο... - Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ο βασιλιάς της Α γ γ λ ί α ς ! φώναξε άθελα του ο ιππότης. - Χ α , χα! γέλασε ο ψευτο-καλόγερος, πλησιάζοντας. Ο Ρομπέν των Δασών και ο σερ Ρίτσαρντ έπεσαν στα γό­ νατα. - Τώρα αναγνωρίζω το λαμπρό πρόσωπο του βασιλιά μου, είπε ο αρχηγός των παρανόμων. Είναι πράγματι το 226


πρόσωπο του καλού βασιλιά Ριχάρδου της Α γ γ λ ί α ς . Ο Θ ε ­ ός να σας προστατεύει, Μεγαλειότατε! Έ ν α χαμόγελο συμπάθειας διαγράφηκε στα χ ε ί λ η του βασιλιά. - Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , συνέχισε ο Ρομπέν στην ίδια ταπεινή στάση, ξέρετε τώρα ποιοι είμαστε: παράνομοι, που μας έδιω­ ξε από τα σπίτια των προγόνων μας μια άδικη και σκληρή τυραννία. Φ τ ω χ ο ί και άστεγοι, βρήκαμε καταφύγιο μες στη μοναξιά του δάσους· ζήσαμε με το κυνήγι, με ελεημοσύνες που τις απαιτούσαμε, βέβαια, -αλλά χωρίς βία και όσο πιο ευγενικά μπορούσαμε. Μ α ς έδιναν ευχαρίστως ή γογγύζοντας, ποτέ όμως δεν παίρναμε πριν βεβαιωθούμε ότι αυτός που αρνιόταν να μας βοηθήσει, είχε το πουγκί του γεμάτο. Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , σας ικετεύω να δείξετε επιείκεια στους συ­ ντρόφους μου και στον αρχηγό τους. - Σ ή κ ω , Ρομπέν των Δασών, αποκρίθηκε καλοσυνάτα ο βασιλιάς, και πες για ποιο λόγο με βοήθησες με τους γεν­ ναίους τοξότες σου κατά την επίθεση μου στο κάστρο του Νότιγχαμ. - Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , απάντησε ο Ρομπέν των Δασών, που μολονότι είχε υπακούσει στη διαταγή του βασιλιά, στεκό­ ταν ελαφρά σκυμμένος μπροστά του, είσαστε το ίνδαλμα κάθε γνήσιας α γ γ λ ι κ ή ς καρδιάς. Με τα κατορθώματα σας, για τα οποία όλοι σάς θαυμάζουν, κατακτήσατε τον τίτλο του γενναιότερου των γενναίων, του ανθρώπου με τη λιονταρίσια καρδιά, που σαν τίμιος ιππότης, σκορπίζει τους εχθρούς του κι απλώνει στους δυστυχισμένους τη γενναιό­ δωρη προστασία του. Α ξ ι ζ ε στον πρίγκιπα Ιωάννη να πέσει στη δυσμένεια σας και όταν έμαθα ότι ο βασιλιάς μου βρι­ σκόταν μπροστά στα τ ε ί χ η του κάστρου του Νότιγχαμ, μπήκα κρυφά στην υπηρεσία σας. Όταν η Μ ε γ α λ ε ι ό τ η τ α σας κυρίευσε το κάστρο όπου είχε καταφύγει ο στασιαστής πρίγκιπας, έκρινα πως η αποστολή μου είχε ολοκληρωθεί 227


και αποχώρησα χωρίς να πω τίποτα, γιατί με ικανοποιούσε βαθιά και μόνο το γεγονός ότι είχα υπηρετήσει πιστά τον βασιλιά μου. - Σ' ευχαριστώ για την ειλικρίνεια σου, Ρομπέν των Δα­ σών, είπε ο Ριχάρδος, και για τη στοργή σου στο πρόσωπο μου. Τα λόγια και τα έργα σου δείχνουν τίμιο άνθρωπο· εί­ μαι ικανοποιημένος και δίνω χάρη σε όλους τους εύθυμους άντρες του Σέργουντ. Ε ί χ ε ς στα χέρια σου μ ε γ ά λ η εξουσία, θα μπορούσες να κάνεις κακό, α λ λ ά δεν επωφελήθηκες απ' αυτή την επικίνδυνη δύναμη. Βοήθησες τους φτωχούς, που είναι πολλοί στην περιοχή του Νότιγχαμ. Πήρες χρήματα μόνο από τους πλούσιους Νορμανδούς, για τις ανάγκες των ανθρώπων σου. Συγχωρώ τα λ ά θ η σου· ήταν οι φυσικές συ­ νέπειες μιας πολύ δύσκολης εποχής. Εφόσον, όμως, παρα­ βιάστηκαν οι δασικοί νόμοι, εφόσον οι αξιωματούχοι της Ε κ ­ κλησίας και οι άρχοντες υποχρεώθηκαν να σου αφήσουν έστω κι αυτά τα ψίχουλα από τις τεράστιες περιουσίες τους, η συγχώρεση που σου δίνω πρέπει να είναι γραπτή, για να μπορέσεις να ζήσεις πια χωρίς τον κίνδυνο να σε κατηγορή­ σουν ή να σε δικάσουν. Αύριο, μπροστά στους ιππότες μου, θ' ακυρώσω την απόφαση που σε υποβιβάζει σε θέση κατώ­ τερη και από τον τελευταίο δούλο του βασιλείου. Επιστρέ­ φω, λοιπόν, σ' εσένα και σε όσους έζησαν μαζί σου αυτή την περιπετειώδη ζωή, τα δικαιώματα και τα προνόμια των ελεύθερων ανθρώπων. Ε ί π α και ορκίζομαι στον παντοδύνα­ μο Θεό ότι θα τηρήσω το λόγο μου. - Ζ ή τ ω ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος! φώναξαν οι ιππότες. - Η Παρθένα Μαρία να 'ναι πάντα στο πλευρό σας, Μ ε ­ γαλειότατε! είπε ο Ρομπέν των Δασών συγκινημένος· και, προσπέφτοντας στο ένα γόνατο, φίλησε με σεβασμό το χέρι του γενναιόδωρου βασιλιά. Μ ε τ ά απ' αυτή την κίνηση ευγνωμοσύνης, ο Ρομπέν ση­ κώθηκε, σάλπισε με το βούκινο του και οι εύθυμοι άντρες, 228


που ά λ λ ο ι καταγίνονταν με την τοξοβολία και άλλοι ασκού­ νταν στην κονταρομαχία, έτρεξαν αμέσως και σχημάτισαν κύκλο γύρω από τον νεαρό αρχηγό τους. - Γενναίοι σύντροφοι, είπε ο Ρομπέν, γονατίστε και βγάλ­ τε τα σκουφιά σας: βρισκόσαστε μπροστά στον νόμιμο ηγε­ μόνα μας, στον πολυαγαπημένο βασιλιά της εύθυμης Α γ ­ γλίας, τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο! Τ ι μ ή σ τ ε τον ευγενικό κύριο και άρχοντα μας! Οι παράνομοι υπάκουσαν στη διαταγή του αρχηγού τους και καθώς υποκλίνονταν ταπεινά μπροστά στον Ριχάρδο, ο Ρομπέν τούς πληροφόρησε για την επιείκεια και τη μεγαλο­ ψυχία του ηγεμόνα τους. Οι εύθυμοι άντρες δεν χρειάστηκαν ά λ λ η προτροπή για να εκφράσουν τη χαρά τους· έβγαλαν μια ζητωκραυγή τόσο τρομερή, που δεν θα είναι υπερβολή να υποθέσουμε ότι ακού­ στηκε δυο μίλια μακριά από το δέντρο της Σύναξης. Α μ έ σ ω ς μετά, ο Ριχάρδος της Α γ γ λ ί α ς κάλεσε τον Ρο­ μπέν να τον συνοδεύσει στο κάστρο του Νότιγχαμ, μαζί με τους άντρες του. - Μεγαλειότατε, αποκρίθηκε ο Ρομπέν, η πρόσκληση σας με κολακεύει και γεμίζει την καρδιά μου με ανείπωτη χαρά. Η ψ υ χ ή και το σώμα μου ανήκουν στον ηγεμόνα μου· αν μου επιτρέπετε, θα διαλέξω εγώ εκατόν σαράντα τοξότες που, με απόλυτη αφοσίωση, θα είναι οι ταπεινοί υπηρέτες της Μ ε γ α λ ε ι ό τ η τ α ς σας. Ο βασιλιάς, κολακευμένος α λ λ ά και έκπληκτος με την ταπεινή στάση του ηρωικού παράνομου απέναντι του, ευχα­ ρίστησε εγκάρδια τον Ρομπέν των Δασών και, αφού του εί­ πε να ξαναστείλει τους άντρες του στα αγωνίσματα τους, πήρε μια κούπα, τη γέμισε ξέχειλα κρασί, το ήπιε μονορού­ φι και είπε με ύφος χαρούμενο και φιλικό: - Kαι τώρα, φίλε Ρομπέν, πες μου, σε παρακαλώ, ποιος είναι αυτός εκεί ο γίγαντας; 229


- Σπουδαίο παλικάρι, Μεγαλειότατε, απάντησε ο Ρο­ μπέν. Είναι τόσο δυνατός που μπορεί να σταματήσει μόνος του ένα λόχο στρατιωτών, α λ λ ά δακρύζει σαν παιδάκι όταν ακούει μια συγκινητική ιστορία. Ο άνθρωπος που είχε την τ ι μ ή να τον προσέξετε είναι αδελφός μου, Μ ε γ α λ ε ι ό τ α τ ε , σύντροφος μου, ο καλύτερος φίλος μου· έχει χρυσή καρδιά, μια καρδιά πιστή σαν το ατσάλι του σπαθιού του. Χειρίζε­ ται το κοντάρι τόσο επιδέξια, που κανείς δεν τον έχει νικήσει μέχρι σήμερα. Είναι, επιπλέον, ο καλύτερος τοξότης όλης της περιοχής και το πιο γενναίο παλικάρι του κόσμου. - Ειλικρινά, μ' αρέσει πολύ ν' ακούω τέτοια εγκώμια, Ρομπέν, είπε ο βασιλιάς. Γιατί αυτός για τον οποίο τα λες, αξίζει να 'ναι φίλος σου. Θ έ λ ω να μιλήσω λίγο μ' αυτόν τον γενναίο στρατιώτη. Πώς λέγεται; - Ζαν Νέιλορ, Μεγαλειότατε. Ε μ ε ί ς , όμως, τον φωνά­ ζουμε Ζανούλη, εξαιτίας του ύψους του. - Μα την πίστη μου, φώναξε ο βασιλιάς γελώντας, μια χούφτα από τέτοιους Ζανούληδες θα είχε σπείρει τον τρόμο σ' εκείνα τα άπιστα σκυλιά. Ε, όμορφο δέντρο του δάσους, πύργε της Βαβυλώνας, Ζανούλη, παλικάρι μου, έλα εδώ, θ έ λ ω να σε δω από κοντά. Ο Ζανούλης πλησίασε με το σκούφο του στο χέρι και περίμενε με ήρεμη σιγουριά τις διαταγές του Ριχάρδου. Ο βασιλιάς μίλησε κάμποσο μαζί του, σχολιάζοντας την κ α τ α π λ η κ τ ι κ ή του δύναμη, κι ύστερα του πρότεινε να πα­ λέψουν· ωστόσο, παρ' όλο το σεβασμό που έδειχνε ο γιγα­ ντόσωμος Ζανούλης στο πρόσωπο του, ο βασιλιάς νικήθη­ κε γρήγορα. Μ ε τ ά απ' αυτή τη δοκιμή, ο βασιλιάς πήρε μέρος στα παιχνίδια και στα αγωνίσματα των εύθυμων αντρών με τό­ ση φυσικότητα, σαν να ήταν χρόνια σύντροφος τους, και δή­ λωσε στο τέλος ότι είχε πολύ καιρό να περάσει μια τόσο όμορφη μέρα. Ε κ ε ί ν η τη νύχτα, ο βασιλιάς της Α γ γ λ ί α ς 230


κοιμήθηκε κάτω από τ' άστρα, με την προστασία των πα­ ρανόμων του δάσους του Σέργουντ και την επομένη, αφού τί­ μησε ένα εξαίρετο γεύμα, ετοιμάστηκε να πάρει το δρόμο για το Νότιγχαμ. - Γενναίε μου Ρομπέν, είπε ο βασιλιάς, μπορείς να μου φέρεις μερικές φορεσιές σαν αυτές που φορούν οι άντρες σου; - Φυσικά, Μεγαλειότατε. - Ωραία, τότε! Π ε ς να φέρουν μία για μένα, ντύσε ίδια τους ιππότες μου και σου υπόσχομαι πως μόλις φτάσουμε στο Νότιγχαμ θα περάσουμε μερικές πολύ όμορφες στιγμές. Ο βασιλιάς και οι ιππότες του άλλαξαν τα ράσα με τις φορεσιές που τους έφερε ο Ρομπέν και μετά από ένα ευγενι­ κό φιλί που έδωσε στη Μαριάν, προς τ ι μ ή όλων των κυριών του δάσους, ο Ριχάρδος -περιτριγυρισμένος από τον Ρο­ μπέν, τον Ζανούλη, τον Κόκκινο Γουίλ, τον Τρανό και εκατόν σαράντα τ ο ξ ό τ ε ς - πήρε χαρούμενος το δρόμο για το αρχοντικό του. Σ τ ι ς πύλες της πόλης του Νότιγχαμ, ο Ριχάρδος πρό­ σταξε τους άντρες της ακολουθίας του να βγάλουν μια θριαμβευτική ζητωκραυγή. Μ' αυτή την τρομερή ζητωκραυγή, οι κάτοικοι βγήκαν στα κατώφλια των σπιτιών τους - και μόλις είδαν όλους αυ­ τούς τους εύθυμους άντρες οπλισμένους μέχρι τα δόντια, υπέθεσαν ότι ο βασιλιάς είχε σκοτωθεί από τους παρανό­ μους και πως οι άνθρωποι του δάσους, ενθουσιασμένοι από το θρίαμβο τους, είχαν κατεβεί στην π ό λ η για να σφάξουν όλους τους κατοίκους. Τρομοκρατημένοι οι δύστυχοι, άρχι­ σαν να τρέχουν όπως όπως - άλλοι για να κρυφτούν στις πιο σκοτεινές γωνιές των σπιτιών τους, ά λ λ ο ι ευθεία μπροστά τους, στα τυφλά. Ά λ λ ο ι χτύπησαν την καμπάνα του συνα­ γερμού, κάλεσαν το στρατό της πόλης κι έψαξαν να βρουν τον μ ε γ ά λ ο σερίφη που, σαν από θαύμα, είχε γίνει άφαντος... 231


Οι στρατιώτες του βασιλιά ετοιμάστηκαν να επιτεθούν για να διαλύσουν τους παρανόμους, α λ λ ά οι αρχηγοί τους, που δεν ήθελαν να πολεμήσουν χωρίς να ξέρουν το λόγο, έκοψαν την ορμή του πολεμικού τους οίστρου. - Θαυμάστε τους πολεμιστές μας, είπε ο Ριχάρδος, πα­ ρατηρώντας με κοροϊδευτικό ύφος τους φοβισμένους υπερα­ σπιστές της πόλης· θαρρώ πως τόσο οι πολίτες όσο κι οι στρατιώτες, αγαπούν πολύ τη ζωούλα τους. Ο σερίφης λεί­ πει, οι αρχηγοί τρέμουν... μα το Θεό, αυτοί οι δειλοί αξίζουν μια παραδειγματική τιμωρία. Πριν προλάβει ν' αποσώσει ο βασιλιάς αυτόν τον διόλου κολακευτικό συλλογισμό για τους κατοίκους του Νότιγ­ χαμ, βγήκαν βιαστικά από το κάστρο οι άντρες της φρουράς του, με επικεφαλή έναν λοχαγό, έτοιμοι για μ ά χ η , με τα ακόντια προτεταμένα. - Μα τον άγιο Διονύσιο, οι λεβέντες μου δεν χωρατεύουν! φώναξε ικανοποιημένος ο βασιλιάς κι έφερε στα χ ε ί λ η του το βούκινο που του είχε δώσει ο Ρομπέν. Σάλπισε τρεις φορές ένα κάλεσμα που είχε από πριν συμ­ φωνημένο με τον λοχαγό των σωματοφυλάκων του κι εκεί­ νος, αναγνωρίζοντας το σύνθημα, πρόσταξε τους άντρες του να κατεβάσουν τα όπλα και περίμενε με σεβασμό να πλησιά­ σει ο ηγεμόνας του. Τα νέα της επιστροφής του Ριχάρδου με τη θριαμβευτική συνοδεία του αρχηγού των παρανόμων, απλώθηκαν τόσο γρήγορα, όσο είχε απλωθεί και η φήμη πως έρχονταν οι άνθρωποι του δάσους με άγριες διαθέσεις. Οι κάτοικοι, που είχαν κλειδαμπαρωθεί στα σπίτια τους, βγήκαν κατακίτρινοι, αλλά με το χαμόγελο στα χείλη· και μόλις βεβαιώθηκαν πως ο Ρομπέν των Δασών και η συμμο­ ρία του είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη του βασιλιά, στριμώ­ χτηκαν φιλικά γύρω από τους εύθυμους άντρες, δίνοντας συγχαρητήρια στον ένα, σφίγγοντας το χέρι του άλλου, δη­ λώνοντας πως ήταν φίλοι τους και θα τους προστάτευαν 232


όλους. Το πλήθος ξεσπούσε σε κραυγές χαράς και ευτυχίας κι από παντού ακούγονταν συνέχεια το ίδια λόγια: «Δόξα στον ευγενικό Ρομπέν των Δασών, στον γενναίο στρατιώτη, στον όμορφο παράνομο! Δόξα στον τρυφερό και ευγενικό Ρο­ μπέν των Δασών!» Οι φωνές, ολοένα και πιο τολμηρές, επευ­ φημούσαν τόσο πολύ τον αρχηγό των παρανόμων, που ο Ρι­ χάρδος δεν άντεξε πια και φώναξε: « Μ α το στέμμα και το σκήπτρο μου, Ρομπέν, μου φαίνεται πως εσύ είσαι ο βασιλιάς εδώ! Σε διαβεβαιώνω ότι μπορείς να υπολογίζεις σ' εμένα». - Μεγαλειότατε, αποκρίθηκε ο Ρομπέν, δεν έχω λόγια να εκφράσω τη χαρά μου για την υποστήριξη σας: τη δέχο­ μαι για μένα, για τους άντρες μου και για έναν ιππότη που έπεσε στη δυσμένεια του βασιλιά Ερρίκου του Β' και ανα­ γκάστηκε να καταφύγει στο δάσος του Σέργουντ. Αυτός ο ιππότης, Μεγαλειότατε, είναι ένας άνθρωπος με καρδιά, ένας άξιος οικογενειάρχης, ένας γενναίος Σάξονας, και αν μου κάνετε την τ ι μ ή ν' ακούσετε την ιστορία του σερ Ρί­ τσαρντ Γκόβερ της Κοιλάδας, είμαι σίγουρος ότι θα ικανο­ ποιήσετε το αίτημα που θα τολμήσω να σας υποβάλω. - Σου έδωσα το βασιλικό μου λόγο ότι θα σου κάνω όσες χάρες θέλεις, φίλε Ρομπέν, αποκρίθηκε στοργικά ο Ριχάρ­ δος. Μ ί λ α άφοβα, λοιπόν, και πες μου τις συνθήκες που αυ­ τός ο ιππότης έπεσε στη δυσμένεια του πατέρα μου. Υπακούοντας στη διαταγή του βασιλιά, ο Ρομπέν αφη­ γ ή θ η κ ε όσο πιο σύντομα μπορούσε την ιστορία του ιππότη της Κοιλάδας. - Για όνομα της Παναγίας! φώναξε έκπληκτος ο Ριχάρ­ δος. Πράγματι, φέρθηκαν πολύ σκληρά σ' αυτόν τον ιππό­ τη κι έκανες πολύ καλά που τον βοήθησες. Ωστόσο, γενναίε μου Ρομπέν, και σ' αυτή την περίπτωση, δεν θ έ λ ω να πού­ νε ότι ξεπέρασες τον βασιλιά της Α γ γ λ ί α ς σε μεγαλοψυχία και γενναιοδωρία. Θ έ λ ω κι εγώ να προστατέψω τον φίλο σου· φώναξε τον να 'ρθει κοντά μας. 233


Ο Ρομπέν φώναξε τον ιππότη που, συγκινημένος από μια κρυφή ελπίδα, παρουσιάστηκε με σεβασμό μπροστά στον βασιλιά. - Σερ Ρίτσαρντ της Κοιλάδας, είπε με μεγαλοπρέπεια ο βασιλιάς, ο γενναίος σου φίλος Ρομπέν των Δασών, μόλις με πληροφόρησε για τις συμφορές που χτύπησαν την οικο­ γένεια σου, για τους κινδύνους που διέτρεξες. Με μ ε γ ά λ η μου χαρά θα αποδώσω δικαιοσύνη, ώστε να δείξω και στον Ρομπέν τον ειλικρινή θαυμασμό και τη βαθιά μου εκτίμηση για τη συμπεριφορά του. Σου επιστρέφω την περιουσία σου και για ένα χρόνο δεν θα πληρώσεις κανένα φόρο και καμιά εισφορά. - Μεγαλειότατε, είπε ο ιππότης προσπέφτοντας στο ένα γόνατο, πώς μπορώ να σας δείξω την ευγνωμοσύνη που πλημμυρίζει την καρδιά μου; - Λέγοντας μου ότι είσαι ευτυχισμένος, απάντησε χα­ ρούμενος ο βασιλιάς· δίνοντας μου την υπόσχεση ότι δεν προσβάλεις ποτέ τα μ έ λ η της αγίας Ε κ κ λ η σ ί α ς . Ο σερ Ρίτσαρντ φίλησε το χέρι του μεγαλόκαρδου πρί­ γκιπα και χ ά θ η κ ε διακριτικά μέσα στο πλήθος που είχε συ­ γκεντρωθεί κοντά στον βασιλιά. - Λοιπόν, γενναίε μου τοξ��τη, συνέχισε ο Ριχάρδος γυρί­ ζοντας προς τον Ρομπέν, τι ά λ λ ο θέλεις από μένα; - Τίποτα προς το παρόν, Μεγαλειότατε. Αργότερα, αν μου επιτρέψετε, θα σας ζητήσω μια τελευταία χάρη. - Θα σου την κάνω. Τώρα, πάμε στο κάστρο· με φιλοξέ­ νησες πλουσιοπάροχα στο δάσος του Σέργουντ κι ε λ π ί ζ ω να υπάρχουν στο κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ αρκετές προμήθειες για να σου προσφέρουμε ένα βασιλικό γεύμα. Ο γενναιόδωρος βασιλιάς πραγματοποίησε την ίδια κιό­ λας μέρα την υπόσχεση που είχε δώσει στον Ρομπέν των Δασών· υπέγραψε μια απόφαση που ακύρωνε τη διαταγή εξορίας και επέστρεφε στον νεαρό άντρα τα δικαιώματα και 234


τους τίτλους για την περιουσία και τα αξιώματα της οικο­ γένειας των Χάντινγκτον. Τ η ν επομένη αυτής της ευτυχισμένης ημέρας, ο Ρομπέν συγκέντρωσε τους άντρες του σε μια από τις αυλές του κά­ στρου και τους ανάγγειλε την ανέλπιστη α λ λ α γ ή της τύχης του. Α υ τ ό το μαντάτο πλημμύρισε με ειλικρινή χαρά τις καρδιές των γενναίων στρατιωτών· αγαπούσαν τόσο πολύ τον αρχηγό τους, που αρνήθηκαν, μ' ένα στόμα θα 'λεγες, να φύγουν από την υπηρεσία του. Συμφώνησαν, λοιπόν, ότι οι εύ­ θυμοι άντρες θα έπαυαν στο μέλλον να «εισπράττουν» ει­ σφορές από τους Νορμανδούς και τους κληρικούς, κι ότι θα ζούσαν με έξοδα του ευγενικού αφέντη τους, του Ρομπέν, που είχε γίνει πάλι ο πλούσιος κόμης του Χάντινγκτον. - Παλικάρια μου, είπε ο Ρομπέν, εφόσον θ έ λ ε τ ε να ζ ή ­ σετε κοντά μου και να με συνοδεύσετε στο Λονδίνο, αν μας στείλουν εκεί οι διαταγές του πολυαγαπημένου μας ηγεμό­ να, θ έ λ ω να ορκιστείτε ότι δεν θ' αποκαλύψετε σε κανέναν πού βρίσκεται το κρησφύγετο μας. Ας φυλάξουμε αυτό το πολύτιμο καταφύγιο για μια ενδεχόμενη συμφορά. Οι άντρες έδωσαν με δυνατή φωνή τον όρκο που τους ζ ή ­ τησε ο αρχηγός τους, και ο Ρομπέν τούς έστειλε να προε­ τοιμάσουν, χωρίς καθυστέρηση, την αναχώρηση τους. Σ τ ι ς 30 Μαρτίου 1194, μια μέρα πριν ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής του στο Λονδίνο, ο Ριχάρδος συγκάλεσε συμβούλιο στο κάστρο του Ν ό τ ι γ χ α μ κι ανάμεσα στα ση­ μαντικά θέματα που συζητήθηκαν, ήταν και η αποκατά­ σταση των δικαιωμάτων του Ρομπέν των Δασών στην κο­ μητεία του Χάντινγκτον. Ο βασιλιάς εξέφρασε τη σαφή επι­ θυμία του να επιστραφεί στον Ρομπέν η περιουσία που κα­ τακρατούσε ο αβάς του Ραμσέ, και οι σύμβουλοι του υπο­ σχέθηκαν ότι θα τον ικανοποιούσαν απόλυτα με μια πράξη δικαιοσύνης η οποία θα διόρθωνε όλες τις αδικίες που τόσο καρτερικά είχε αντέξει ο ευγενικός παράνομος... 235


Το Σέργουντ χάνει τη βασίλισσά του...

Π ρ ι ν απομακρυνθεί, ίσως για πάντα, από το πανάρχαιο δά­ σος που του είχε προσφέρει καταφύγιο, ο Ρομπέν των Δασών ένιωσε μια τόσο δυνατή νοσταλγία για το παρελθόν, έναν φό­ βο για το μέλλον -που, ωστόσο, δεν ταίριαζαν με τις προο­ πτικές που ανοίγονταν μπροστά του μετά τις γενναιόδωρες υποσχέσεις του Ριχάρδου— ώστε αποφάσισε να περιμένει κά­ τω από την προστασία των δέντρων την υλοποίηση των δε­ σμεύσεων που είχε αναλάβει ο βασιλιάς της Α γ γ λ ί α ς . Τ ε λ ι κ ά , η απόφαση του Ρομπέν να παραμείνει στο Σέρ­ γουντ αποδείχτηκε σ ω σ τ ή · η στέψη του Ριχάρδου, που έγι­ νε στο Γουίντσεστερ λίγο μετά την επιστροφή του στο Λον­ δίνο, τους απορρόφησε όλους τόσο πολύ, ώστε κανείς δεν βρήκε το χρόνο ν' ασχοληθεί με τα δικαιώματα του νεαρού κόμη του Χάντινγκτον που είχαν μεν αναγνωριστεί, α λ λ ά δεν είχαν ακόμα ανακοινωθεί επισήμως. Όταν τελείωσαν οι γιορτές της στέψης, ο Ριχάρδος ανα­ χώρησε για την ηπειρωτική Ευρώπη, όπου τον καλούσε μια έντονη λαχτάρα εκδίκησης εναντίον του Φιλίππου της Γ α λ ­ λίας, και πιστεύοντας στα λόγια και τις υποσχέσεις των συμβούλων του, τους άφησε να φροντίσουν για την αποκατά­ σταση της περιουσίας του γενναίου Ρομπέν των Δασών. Ο βαρόνος του Μπράουτον (ο αβάς του Ραμσέ), που εξακο­ λουθούσε ν' απολαμβάνει τα αγαθά της οικογένειας Χάντιν236


γκτον, έβαλε σ' ενέργεια όλη την επιρροή και την τεράστια πε­ ριουσία του για να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης που είχε πάρει ο Ριχάρδος υπέρ του αληθινού κληρονόμου του τίτλου, για την παράδοση των κτημάτων αυτής της πλούσιας κομητείας· ενώ, όμως, φρόντιζε ν' αποκτήσει προστάτες και φί­ λους, ο συνετός βαρόνος δεν εναντιωνόταν ανοιχτά στις αποφά­ σεις του βασιλιά· περιοριζόταν μόνο να ζητάει παράταση χρό­ νου, να γεμίζει τον καγκελάριο με πλούσια δώρα κι έτσι κατά­ φερνε να παραμένει ιδιοκτήτης της περιουσίας που είχε αρπάξει. Όσον καιρό πολεμούσε ο Ριχάρδος στη Νορμανδία και ο αβάς του Ραμσέ εξαγόραζε, μεθοδικά, όλους τους ανθρώ­ πους της καγκελαρίας, ο Ρομπέν των Δασών καρτερούσε το μήνυμα που θα τον πληροφορούσε πως η περιουσία του πα­ τέρα του γινόταν και πάλι δική του. Ωστόσο, έντεκα μήνες αναμονής εξάντλησαν την υπομο­ νή του νεαρού άντρα· οπλίστηκε με θάρρος και υπολογίζο­ ντας στην καλοσύνη που του είχε δείξει ο βασιλιάς όταν εί­ χε έρθει στο Νότιγχαμ, έκανε μια αίτηση στον Ουμβέρτο Γουόλτερ, αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπιουρι, σφραγιδοφύλακα της Α γ γ λ ί α ς και μεγάλο δικαστή του βασιλείου. Το αίτημα του Ρομπέν έφτασε στον προορισμό του και το διά­ βασε ο αρχιεπίσκοπος· ωστόσο, χωρίς ν' απορριφθεί ανοιχτά, έμεινε αναπάντητο κι ήταν σαν να μην είχε υποβληθεί ποτέ. Βλέποντας την απροθυμία και την αδράνεια εκείνων που είχαν αναλάβει να του επιστρέψουν την περιουσία του, ο νεα­ ρός άντρας μάντεψε εύκολα ότι ένας κρυφός πόλεμος γινόταν εναντίον του. Δυστυχώς, ο αβάς του Ραμσέ, που είχε γίνει βαρόνος του Μπράουτον και κόμης του Χάντινγκτον, ήταν ένας πολύ δυνατός αντίπαλος για να μπορέσει ο Ρομπέν -τουλάχιστον όσο έλειπε ο Ριχάρδος- να του κάνει και τα παραμικρά αντίποινα. Έ τ σ ι , ο ήρωας μας αποφάσισε να κλεί­ σει τα μάτια στις αδικίες που γίνονταν σε βάρος του και να περιμένει ήσυχα την επιστροφή του βασιλιά της Α γ γ λ ί α ς . 237


Όταν πήρε αυτή την απόφαση, ο Ρομπέν έστειλε ένα δεύ­ τερο μήνυμα στον μεγάλο δικαστή. Τον ενημέρωσε πόσο δυ­ σαρεστημένος αισθανόταν για την υποστήριξη που έδειχνε στον αβά του Ραμσέ, και του δήλωσε ότι, μέχρι να επιστρέ­ ψει ο Ριχάρδος στην Α γ γ λ ί α και ν' αποδώσει δικαιοσύνη, εκείνος έμπαινε πάλι επικεφαλής της συμμορίας του και θα συνέχιζε να ζει, όπως στο παρελθόν, στο βαθύσκιωτο δάσος του Σέργουντ. Τέσσερα χρόνια κύλησαν μέσα στην απατηλή ηρεμία που επικρατεί συνήθως πριν απ' τις καταιγίδες και τις επανα­ στατικές αναταραχές. Έ ν α πρωί, το μαντάτο ότι πέθανε ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος χτύπησε σαν κεραυνός το βασίλειο της Α γ γ λ ί α ς και σκόρπισε τον τρόμο σε όλες τις καρδιές. Αμέσως μετά, η άνοδος στο θρόνο του πρίγκιπα Ιωάννη, που άρχισε να φαίνεται σαν να ' θ ε λ ε να προκαλέσει εναντίον του το μίσος όλου του κόσμου, έδωσε το σύνθημα για α λ λ ε π ά λ ­ λ η λ α εγκλήματα και άθλιες πράξεις βίας. Σ τ η διάρκεια αυτής της καταστροφικής περιόδου, ο αβάς του Ραμσέ, μαζί με μια πολυάριθμη ακολουθία, πέρασε μέ­ σα από το δάσος του Σέργουντ για να πάει στο Γιορκ, κι έπεσε στα χέρια του Ρομπέν. Για ν' απελευθερώσουν αυτόν και τη συνοδεία του, οι άνθρωποι του δάσους ζήτησαν υπέ­ ρογκα λύτρα. Αναγκάστηκε να πληρώσει, α λ λ ά υποσχέ­ θηκε ότι θα επέστρεφε για να τους τιμωρήσει σκληρά - κι αυτή η επιστροφή, δεν άργησε πολύ. Ο αβάς του Ραμσέ απευθύνθηκε στον βασιλιά και ο Ιω­ άννης, που εκείνη την εποχή χρειαζόταν πάρα πολύ τη στή­ ριξη των ευγενών, εισάκουσε τα παράπονα του βαρόνου κι αποφάσισε να στείλει μια εκατοστή άντρες υπό τις διαταγές του σερ Γουίλιαμ Γκρέι, μεγαλύτερου αδελφού του Ζαν Γκρέι, ευνοούμενου του βασιλιά, για να καταδιώξουν τον Ρο­ μπέν των Δασών και ν' αποδεκατίσουν όλη τη συμμορία του. 238


Ο ιππότης του Γκρέι, που ήταν Νορμανδός, σιχαινόταν τους Σάξονες και σπρωγμένος απ' αυτό το μίσος, ορκίστηκε ότι θα έριχνε γρήγορα στα πόδια του αβά το κεφάλι του μι­ σητού αντιπάλου του. Ο ξαφνικός ερχομός ενός λόχου βαριά οπλισμένων και άγριων στρατιωτών, έσπειρε τον πανικό στη μικρή πόλη του Νότιγχαμ· όταν μαθεύτηκε, όμως, ότι στόχος τους ήταν το δάσος του Σέργουντ και η εξόντωση της συμμορίας του Ρο­ μπέν, ο τρόμος έγινε δυσαρέσκεια και μερικοί άντρες αφο­ σιωμένοι στους παράνομους, έτρεξαν να τους ειδοποιήσουν για τη συμφορά που χτυπούσε ξανά την πόρτα τους. Ο Ρομπέν άκουσε τα μαντάτα σαν άνθρωπος που βρί­ σκεται πάντα σ' επιφυλακή και περιμένει απ' τη μια σ τ ι γ μ ή στην ά λ λ η το χτύπημα του εχθρού. Α μ έ σ ω ς μετά συγκέ­ ντρωσε τους άντρες του και τους προετοίμασε για ν' αντι­ σταθούν σκληρά στις επιθέσεις των Νορμανδών· ύστερα έστειλε στους εχθρούς του έναν διαλεχτό τοξότη, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε αγρότη, θα προσφερόταν να οδηγήσει τους στρατιώτες στη βελανιδιά που ό λ η η κομητεία ήξερε πως ήταν το σημείο συγκέντρωσης των εύθυμων αντρών. Αυτό το απλό τέχνασμα, που είχε βοηθήσει τόσες φορές στο παρελθόν τον Ρομπέν, έπιασε και τώρα, και ο ιππότης του Γκρέι δέχτηκε πρόθυμα την προσφορά του απεσταλμένου του Ρομπέν. Ο άνθρωπος του δάσους, λοιπόν, μπήκε επικεφαλής των στρατιωτών κι άρχισε να τους περιφέρει ανάμεσα στους θάμνους, στις λόχμες και τα βάτα τρεις ολόκληρες ώρες, δεί­ χνοντας να μην καταλαβαίνει πως ot βαριές πανοπλίες ανά­ γκαζαν τους δύστυχους στρατιώτες να βαδίζουν με δυσκολία. Τέλος, όταν πια εξαντλήθηκαν από την κούραση, ο οδηγός τούς πήγε όχι στο δέντρο της Σύναξης, αλλά σ' ένα μεγάλο ξέφωτο, όπου ολόγυρα υπήρχαν φτελιές, οξιές και αιωνόβιες βε­ λανιδιές. Σ' αυτό το σημείο, όπου το γρασίδι φύτρωνε τόσο φου­ ντωτό και πυκνό όσο κι έξω από μια καστρόπορτα, είχαν στή239


σει το καρτέρι τους, άλλοι ορθοί, άλλοι ξαπλωμένοι, όλοι οι εύ­ θυμοι άντρες. Μ ό λ ι ς είδαν τους εχθρούς τους έτσι σκορπισμένους και -καταπώς τους φάνηκε- ανέτοιμους, οι στρατιώτες πήραν κουράγιο· χωρίς ν' αναζητήσουν τον οδηγό, που είχε γ λ ι ­ στρήσει ανάμεσα στις γραμμές των παρανόμων, έβγαλαν μια θριαμβευτική ιαχή και όρμησαν στους ανθρώπους του δάσους. Προς μ ε γ ά λ η τους έ κ π λ η ξ η οι Νορμανδοί διαπί­ στωσαν ότι οι εύθυμοι άντρες δεν έδειξαν διόλου να ενο­ χλούνται από την επίθεση τους - αντίθετα, χωρίς να μετα­ κινηθούν από τις θέσεις τους, σήκωσαν πάνω απ' τα κεφά­ λια τους τεράστια κοντάρια κι άρχισαν να τα στριφογυρί­ ζουν, σκασμένοι στα γέλια. Εξοργισμένοι απ' αυτή τη γελοία υποδοχή, οι στρατιώτες ρίχτηκαν μπουλούκι με τα σπαθιά στα χέρια στους ανθρώπους του δάσους που, τελείως ατάραχοι, λύγισαν το ένα μετά το άλλο όλα τα όπλα που τους απειλούσαν, με τρομερά χτυπή­ ματα των κονταριών· μετά, με εκπληκτική ταχύτητα, τσάκι­ σαν με θανατηφόρα χτυπήματα τα κεφάλια και τις ράχες των Νορμανδών. Ο υπόκωφος ήχος που έκαναν οι πανοπλίες και τα κράνη των Νορμανδών ανακατευόταν με τις κραυγές των πεσμένων στρατιωτών και με τις ζητωκραυγές των ανθρώπων του δάσους, που δεν φαίνονταν να υπερασπίζονται τη ζωή τους, αλλά να εξασκούνται πάνω σε ακίνητα κορμιά. Ο σερ Γουίλιαμ του Γκρέι, που καθοδηγούσε την επίθε­ ση των στρατιωτών, έβλεπε λυσσασμένος να σωριάζονται γύρω του οι καλύτεροι άντρες του κι αναθεμάτιζε από τα βάθη της καρδιάς του την ιδέα του να ντύσει το στρατό του με τόσο βαριές πανοπλίες. Τρομοκρατημένος από την πιθανότητα μιας συντριπτι­ κής ήττας, ο ιππότης σήμανε υποχώρηση και, χάρη στη γενναιοδωρία του Ρομπέν, μπόρεσε να οδηγήσει μέχρι το Ν ό τ ι γ χ α μ τ' απομεινάρια του στρατού του. 240


Εννοείται ότι μόλις γύρισε στο κάστρο, ο «ευγνώμων» ιπ­ πότης ετοιμάστηκε να επαναλάβει την επίθεση την επόμενη κιόλας μέρα, αλλά με στρατιώτες πιο ελαφρά ντυμένους. Ο Ρομπέν, που είχε μαντέψει τα σχέδια του σερ Γκρέι, παρέταξε τους άντρες του στο ίδιο ακριβώς σημείο και περί­ μενε ήρεμα να εμφανιστούν οι στρατιώτες· κάποια σ τ ι γ μ ή , ένας ανιχνευτής του, στημένος δυο μίλια μακριά από το δέ­ ντρο της Σύναξης, τον ειδοποίησε πως είχε δει τους στρα­ τιώτες σε διάφορα σημεία έξω από το Νότιγχαμ. Α υ τ ή τη φορά οι Νορμανδοί φορούσαν ελαφριές στολές τοξοτών και ήταν οπλισμένοι με τόξα, με μικρά σπαθιά και με ασπίδες. Ο Ρομπέν και οι άντρες του έμειναν στις θέσεις τους μια ώρα περίπου, αλλά οι στρατιώτες δεν έλεγαν να φανούν. Ο νε­ αρός άντρας άρχιζε να πιστεύει πως οι εχθροί του είχαν αλλά­ ξει γνώμη, όταν τον πλησίασε τρέχοντας ολοταχώς ένας το­ ξότης και του είπε ότι οι Νορμανδοί είχαν χάσει το δρόμο τους και πήγαιναν κατευθείαν για το δέντρο της Σύναξης, όπου με διαταγή του Ρομπέν είχαν συγκεντρωθεί όλες οι γυναίκες. Μ ό λ ι ς άκουσε αυτά τα μαντάτα, ο Ρομπέν ένιωσε ένα κακό προαίσθημα· έγινε κατακίτρινος και φώναξε στους άντρες του: « Π ά μ ε γρήγορα να προλάβουμε τους Νορμαν­ δούς· πρέπει να τους κόψουμε το δρόμο. Αλίμονο σ' αυτούς α λ λ ά και σ' εμάς αν φτάσουν στις γυναίκες μας!» Οι άνθρωποι του δάσους όρμησαν σαν ένα σώμα προς το δρόμο που ακολουθούσαν oι στρατιώτες, με σκοπό να τους κλείσουν το πέρασμα ή να φτάσουν πριν απ' αυτούς στο δέ­ ντρο της Σύναξης· οι στρατιώτες, όμως, είχαν ήδη προχωρή­ σει πάρα πολύ κι ήταν πια αδύνατον να τους σταματήσουν, ή έστω να προλάβουν τη φριχτή συμφορά. Γνωρίζοντας τα ή θ η , ή μάλλον την ανηθικότητα εκείνης της βάρβαρης εποχής, ο Ρομπέν και oι σύντροφοι του φοβούνταν σκληρά αντίποινα σε γυναίκες τελείως μόνες και απροστάτευτες. 241


Πράγματι, οι Νορμανδοί έφτασαν σε λίγο στο δέντρο της Σύναξης. Μόλις τους αντίκρισαν, οι γυναίκες σηκώθηκαν φοβι­ σμένες, έβγαλαν κραυγές τρόμου κι άρχισαν να τρέχουν πανι­ κόβλητες σε όποιο μονοπάτι ανοιγόταν μπροστά τους. Με μια μόνο ματιά, ο σερ Γουίλιαμ έκρινε πως θα μπορούσε να ικανο­ ποιήσει το μίσος του για τους Σάξονες, επάνω στις απομονω­ μένες και αδύναμες συντρόφισσες τους· αποφάσισε να τις πιάσει και να τις σκοτώσει, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για την αποτυ­ χία της πρώτης του επίθεσης εναντίον του Ρομπέν των Δασών. Με διαταγή του αρχηγού τους οι στρατιώτες σταμάτη­ σαν και ο σερ Γουίλιαμ παρακολούθησε για μια σ τ ι γ μ ή με το βλέμμα τις προσπάθειες των δυστυχισμένων γυναικών να ξεφύγουν. Μ ι α απ' αυτές έτρεχε μπροστά και οι συντρό­ φισσες της προσπαθούσαν ταυτόχρονα και να τη φτάσουν και να την προστατέψουν. Μ ε μ ι ά ς , ο Νορμανδός κατάλαβε πως εκείνη η γυναίκα είχε μια ανώτερη θέση· αποφάσισε, λοιπόν, να τη χτυπήσει πρώτη· πήρε το τόξο του, πέρασε μια σαΐτα στη χορδή και σημάδεψε ψυχρά. Ο ιππότης ήταν κα­ λός τοξότης· χτυπημένη ανάμεσα στους ώμους, η δύστυχη γυναίκα έπεσε καταματωμένη ανάμεσα στις συντρόφισσες της που, χωρίς να σκεφτούν τη δική τους σωτηρία, γονάτι­ σαν γύρω της κι άρχισαν να βγάζουν σπαραχτικές κραυγές. Ωστόσο, ένας άντρας είχε δει τη δολοφονική κίνηση του άθλιου Νορμανδού, ένας άντρας που είχε σημαδέψει τον Νορ­ μανδό στο μέτωπο, ελπίζοντας να προλάβει τη θανατηφόρα βολή. Το βέλος αυτού του άντρα πέτυχε το στόχο του, αλλά πάρα πολύ αργά· γιατί ο σερ Γουίλιαμ πρόλαβε να χτυπήσει τη Μαριάν, πριν πεθάνει ο ίδιος από το χέρι του Ρομπέν. - Η λαίδη Μαριάν χτυπήθηκε! Χ τ υ π ή θ η κ ε με βέλος και πεθαίνει! Το τρομερό μαντάτο α π λ ώ θ η κ ε από στόμα σε στόμα κι έφερε δάκρυα στα μάτια όλων των Σαξόνων που αγαπούσαν τη βασίλισσα τους τρυφερά και απεριόριστα. 242


Όσο για τον Ρομπέν, ο πόνος του είχε γίνει παραλήρημα· δεν μιλούσε, δεν έκλαιγε, μόνο πολεμούσε. Μ α ζ ί με τον Ζ α ­ νούλη, πηδούσαν σαν πεινασμένες τίγρεις ανάμεσα στους Νορμανδούς και έσπερναν το θάνατο στις γραμμές τους, χωρίς να βγάζουν ούτε μια κραυγή, σφίγγοντας τα κατακίτρινα χ ε ί λ η τους· τα μπράτσα τους κινούνταν, θα 'λεγες, με υπεράνθρωπη δύναμη: έπαιρναν εκδίκηση για τη Μαριάν, κι αυτή η εκδίκηση ήταν πολύ σκληρή! Α υ τ ή η αιματηρή μ ά χ η κράτησε δυο ώρες· οι άνθρωποι του δάσους πετσόκοψαν τους Νορμανδούς, δεν χάρισαν σε κανέναν τη ζωή· μόνο ένας κατάφερε να γλιτώσει και να πληροφορήσει τον αδελφό του σερ Γουίλιαμ του Γκρέι, για τη μοιραία κατάληξη της εκστρατείας. Σ τ ο μεταξύ, οι γυναίκες είχαν μεταφέρει τη Μαριάν σ' ένα ξέφωτο μακριά από το πεδίο της μ ά χ η ς , και ο Ρομπέν βρήκε τη Μοντ βουτηγμένη στα δάκρυα να προσπαθεί, μά­ ταια όμως, να σταματήσει το αίμα που έτρεχε ποτάμι από τη φριχτή λαβωματιά. - Α γ α π η μ έ ν ε μου Ρομπέν, ψιθύρισε η Μαριάν, θ έ λ ω να με θάψετε κάτω από το δέντρο της Σύναξης... Θ έ λ ω να εί­ ναι ο τάφος μου γεμάτος από λουλούδια... - Ναι, πολυαγαπημένη μου Μαριάν, ναι, ά γ γ ε λ ε μου, θα κοιμηθείς κάτω από ένα μυρωδάτο στρώμα και όταν έρθει η τελευταία μου σ τ ι γ μ ή , που τη λαχταρώ μ' ό λ η μου την ψυ­ χ ή , θα ζητήσω απ' αυτόν που θα μου κλείσει τα μάτια να με βάλει δίπλα σου... - Σ' ευχαριστώ, αγαπημένε μου· ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς μου είναι για σένα και πεθαίνω ευτυχισμένη, αφού πεθαίνω στην αγκαλιά σου... Αντίο, αντ...

243


Τ ο τέλος...

Ο Ρομπέν των Δασών ικανοποίησε με θρησκευτική ευλά­ βεια την τελευταία επιθυμία της γυναίκας τ ο υ · πρόσταξε να σκάψουν έναν τάφο κάτω από το δέντρο της Σύναξης και σκέπασε το άψυχο σώμα του αγγέλου, που ήταν το φως και η παρηγοριά της ζωής του, μ' ένα στρώμα από λουλούδια. Τα νεαρά κορίτσια της κομητείας, που έτρεξαν για να παρα­ στούν στη νεκρώσιμη τ ε λ ε τ ή της ταφής, σκέπασαν με γιρ­ λάντες από ρόδα τον τάφο της Μαριάν και ένωσαν τα δά­ κρυα τους με τους λυγμούς του δύστυχου Ρομπέν. Ο Ά λ α ν και η Κρίσταμπελ, που ειδοποιήθηκαν για το μοιραίο γεγονός, έφτασαν τα χαράματα· ήταν και οι δυο τους απελπισμένοι κι έκλαψαν πικρά για το χαμό της πολυαγα­ πημένης τους αδελφής. Όταν τελείωσαν όλα, όταν το πτώμα της Μαριάν χάθηκε απ' τα βλέμματα τους, ο Ρομπέν, που είχε οργανώσει τις θλι­ βερές λεπτομέρειες της ταφής, έβγαλε μια σπαρακτική κραυ­ γ ή , τραντάχτηκε από την κορφή ως τα νύχια σαν άνθρωπος χτυπημένος κατάστηθα από θανατηφόρο βέλος και χωρίς ν' ακούσει τον Ά λ α ν , χωρίς ν' απαντήσει στην Κρίσταμπελ, που είχαν τρομοκρατηθεί από τούτη τη μανιασμένη απελπισία, ξέ­ φυγε από τα χέρια τους και χάθηκε μέσα στο δάσος. Ο δύστυχος Ρομπέν ή θ ε λ ε να μείνει μόνος, μόνος με τον πόνο του, μόνος με τον Θεό. 244


Ο χρόνος, που ηρεμεί και απαλύνει ακόμα και τις μεγα­ λύτερες π λ η γ έ ς , δεν είχε κανένα αποτέλεσμα στην ανοιχτή λαβωματιά που έχασκε στην καρδιά του Ρομπέν. Έ κ λ α ι γ ε αδιάκοπα, έκλαιγε για τη γυναίκα που είχε φωτίσει με το γλυκό της πρόσωπο το γέρικο δάσος, εκείνη που στην αγά­ πη της είχε βρει την ευτυχία, που υπήρξε η μοναδική χαρά της ζωής του. Η διαμονή στο δάσος κατάντησε γρήγορα ανυπόφορη για τον νεαρό άντρα, ο οποίος αποτραβήχτηκε στον πύργο του Μπάρνσντεϊλ· εκεί, όμως, οι συγκινητικές αναμνήσεις βά­ ραιναν ακόμα πιο πολύ και ο Ρομπέν έπεσε σε μια καταθλι­ π τ ι κ ή απάθεια που βύθισε σε λήθαργο όλες τις πνευματικές του δραστηριότητες. Δ ε ν ζούσε πια ούτε με το πνεύμα ούτε με τη σκέψη, ούτε καν με τις αναμνήσεις. Α υ τ ή η παθολογική ανία -μόνο έτσι μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε- άπλωσε στην ομάδα των εύθυμων αντρών τη σκιά μιας βαθιάς μελαγχολίας. Τα δάκρυα του νεαρού αρχηγού τους είχαν σβήσει κάθε αναλαμπή χαράς και οι δύ­ στυχοι παράνομοι περιφέρονταν σκεφτικοί στα μονοπάτια του γέρικου δάσους, σαν χαμένες ψυχές. Δ ε ν ακουγόταν πια κάτω από τα πυκνά φυλλώματα το δυνατό γέλιο του κα­ λόγερου Τακ· δεν ακούγονταν πια οι ζητωκραυγές τους, ο αντίλαλος των κονταριών που χτυπιούνταν στα αγωνίσμα­ τα· τα β έ λ η σκονίζονταν άχρηστα μέσα στις φαρέτρες, αφού δεν έκαναν πια σκοποβολή. Η έ λ λ ε ι ψ η ύπνου, η απέχθεια του για κάθε είδος τροφής, προκάλεσαν μια ορατή μεταβολή στα χαρακτηριστικά του Ρο­ μπέν· χλόμιασε, μαύροι κύκλοι δημιουργήθηκαν γύρω από τα μάτια του, ένας ξερός βήχας ταλαιπωρούσε το στήθος του κι ένας αργός πυρετός ολοκλήρωσε το έργο που είχε αρχίσει η βα­ θιά κατάθλιψη, Ο Ζανούλης, που παρακολουθούσε σιωπηλός αυτή τη σκληρή μεταμόρφωση, κατόρθωσε μια μέρα να πείσει τον Ρομπέν ότι έπρεπε όχι μόνο να απομακρυνθεί από το 245


Μπάρνσντεϊλ, αλλά και από το Γιορκσάιρ και να ταξιδέψει, για ν' απαλύνει κάπως τον πόνο του. Αφού αντιστάθηκε για μια ολόκληρη ώρα, ο Ρομπέν δέχτηκε τελικά τις συμβουλές του Ζανούλη και, πριν αποχωριστεί τους συντρόφους του, τους έθεσε κάτω από τις διαταγές του αδελφικού φίλου του. Ντυμένος αγρότης, για να μην τον αντιληφθεί κανείς, ο Ρομπέν έφτασε μέχρι το Σκάρμπορου. Σταμάτησε για να ξα­ ποστάσει λίγο στην πόρτα μιας φτωχικής αχυροκαλύβας όπου έμενε η χήρα ενός ψαρά, και της ζήτησε να τον φιλοξε­ νήσει. Η αγαθή γριούλα υποδέχτηκε φιλικά τον ήρωα μας και την ώρα που του σερβίριζε το γεύμα, του μίλησε για τα βάσανα της ζωής της· του είπε πως είχε ένα καΐκι με π λ ή ­ ρωμα τρεις άντρες, που δύσκολα το συντηρούσε, μολονότι εκείνοι οι άντρες δεν ήταν αρκετοί για να οδηγούν το καΐκι και να το βγάζουν στην ό χ θ η , όταν ήταν γεμάτο με ψάρια. Μια και δεν είχε τίποτ' ά λ λ ο να κάνει για να γεμίσει το χρόνο του, ο Ρομπέν πρότεινε στη γριούλα να δουλέψει κι εκείνος με το υπόλοιπο πλήρωμα με πολύ μικρή αμοιβή και η γυναίκα, γοητευμένη με την ευγενική προσφορά του επι­ σκέπτη της, δέχτηκε ευχαρίστως τις υπηρεσίες του. - Π ώ ς λέγεσαι, ευγενικό μου παιδί; ρώτησε η γριούλα, όταν τακτοποιήθηκε ο Ρομπέν, που θα κοιμόταν στην αχυροκαλύβα. - Λέγομαι Σάιμον του Λ η , αγαπητή μου κυρία, απάντη­ σε ο Ρομπέν των Δασών. - Ωραία, λοιπόν! Σάιμον του Λ η , θ' αρχίσεις από αύριο δουλειά και αν σου αρέσει, θα μείνουμε πολύ καιρό μαζί. Την επομένη, ο Ρομπέν ανοίχτηκε στη θάλασσα μαζί με τους νέους συντρόφους του· πρέπει όμως να πούμε ότι ο Ρο­ μπέν, που δεν είχε ιδέα από θαλασσινές δουλειές, παρ' όλες τις προσπάθειες του, δεν μπόρεσε να βοηθήσει σε τίποτα τους έμπειρους ψαράδες. Ευτυχώς για τον φίλο μας, δεν είχε να κάνει με κακούς συντρόφους - αντί να του βάλουν τις φωνές 246


για την ανικανότητα του, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια βλέπο­ ντας πως είχε πάρει μαζί του τα β έ λ η και το τόξο του. « Α ν είχα αυτούς τους λεβέντες στο δάσος του Σέργουντ, δεν θα γελούσαν έτσι σε βάρος μου», σκέφτηκε ο Ρομπέν. « Α λ λ ά δεν πειράζει! Ο καθένας ξέρει τη δουλειά του" κι εγώ σίγουρα δεν τους φτάνω στη δική τους». Αφού γέμισαν το καΐκι με ψάρια, oι ψαράδες άνοιξαν τα πανιά και κατευθύνθηκαν προς τον όρμο. Ξαφνικά, είδαν μια μικρή γ α λ λ ι κ ή κορβέτα να 'ρχεται καταπάνω τους. Η κορ­ βέτα δεν φαινόταν να κουβαλάει πολύ κόσμο, ωστόσο οι ψα­ ράδες τρομοκρατήθηκαν κι άρχισαν να φωνάζουν ότι ήταν χαμένοι. Μ ό λ ι ς ζύγωσε το πολεμικό πλοίο, ο Ρομπέν είδε έναν άντρα να στέκεται στην πλώρη και ρίχνοντας του ένα βέλος στο λαιμό, τον ξάπλωσε άψυχο πάνω στη γέφυρα. Ένας δεύτερος ναύτης είχε την ίδια τύχη. Οι ψαράδες, που είχαν τρομοκρατηθεί στην αρχή, έβγαλαν μια θριαμβευτική κραυ­ γή και ο μεγαλύτερος απ' αυτούς έδειξε στον Ρομπέν τον τι­ μονιέρη της κορβέτας. Ο Ρομπέν τον ξάπλωσε κι αυτόν νε­ κρό, το ίδιο γρήγορα με τους άλλους. Τα δύο πλεούμενα ήρθαν δίπλα δίπλα· ήταν ακόμα έξι άντρες πάνω στην κορβέτα, αλλά γρήγορα ο Ρομπέν έστει­ λε στον ά λ λ ο κόσμο τρεις ακόμα άμοιρους Γ ά λ λ ο υ ς . Μ ό λ ι ς είδαν οι ψαράδες πως είχαν απομείνει μόνο τρεις άντρες στο πολεμικό πλοίο, αποφάσισαν να τους αιχμαλω­ τίσουν· και δεν δυσκολεύτηκαν πολύ, γιατί οι Γ ά λ λ ο ι , που κατάλαβαν ότι κάθε αντίσταση θα ήταν περιττή και επικίν­ δυνη, κατέθεσαν τα όπλα τους και παραδόθηκαν. Τ ε λ ι κ ά , την ά λ λ η μέρα, oι ψαράδες άφησαν ελεύθερους τους ναύτες, που γύρισαν στη Γ α λ λ ί α μ' ένα ψαροκάικο. Ο Ρομπέν έμεινε λίγες εβδομάδες ακόμα κοντά στους αγαθούς ψαράδες που η γενναιοδωρία του τους έκανε τόσο ευτυχισμένους· μετά, ένα πρωί, βαρέθηκε τη θάλασσα, νο247


στάλγησε το γέρικο δάσος και τους αγαπημένους συντρό­ φους του και ανακοίνωσε στους ψαράδες ότι θα έφευγε. - Καλοί μου φίλοι, είπε ο Ρομπέν, σας αφήνω με την καρ­ διά γ ε μ ά τ η ευγνωμοσύνη για τις φροντίδες και την αγάπη που μου δείξατε. Μ ά λ λ ο ν δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ· ωστόσο, θ έ λ ω να θυμάστε πάντα τον επισκέπτη σας, τον φί­ λο σας Ρομπέν των Δασών, όπως θα σας θυμάται κι αυτός. Πριν προλάβουν οι εμβρόντητοι ψαράδες να ξαναβρούν τα λόγια τους, ο Ρομπέν είχε εξαφανιστεί. Χαράματα, ένα όμορφο πρωινό του Ιουνίου, ο Ρομπέν έφτασε στις παρυφές του δάσους Μπάρνσντεϊλ. Μ π ή κ ε , νιώ­ θοντας μια βαθιά συγκίνηση σ' ένα στενό μονοπάτι του δά­ σους όπου, πολλές φορές -αλίμονο!- το πολυαγαπημένο πλάσμα, που για το χαμό του θα θρηνούσε αιώνια, ερχόταν να τον προϋπαντήσει, με την καρδιά γ ε μ ά τ η χαρά και το χα­ μόγελο στα χ ε ί λ η . Αφού ατένισε για λίγο βουβός τους τό­ πους που υπήρξαν μάρτυρες της χαμένης του ευτυχίας, ο Ρο­ μπέν ανάσανε πιο ελεύθερα· ένιωσε να ξαναζεί στο παρελθόν και η ανάμνηση της Μαριάν γλίστρησε ανάλαφρη και γ λ υ ­ κιά σαν μυρωδάτη νεφέλη πάνω στα σκοτεινά μονοπάτια, πάνω στο καταπράσινο γρασίδι, μέσα στα ξέφωτα που τα σκίαζαν οι αιωνόβιες βελανιδιές. Ο Ρομπέν ακολούθησε την αγαπημένη σκιά, μπήκε μαζί της στα φουντωτά άλση, κα­ τέβηκε πίσω της στα βαθιά ρέματα και συντροφιά πάντα με το τρυφερό όραμα έφτασε στο σταυροδρόμι όπου συγκεντρω­ νόταν συνήθως το κύριο σώμα των εύθυμων αντρών. Ε κ ε ί ν η την ημέρα, ο μεγάλος χώρος ήταν άδειος· ο Ρομπέν έφερε το βούκινο στα χ ε ί λ η του, κι έστειλε μέχρι την καρδιά του δάσους ένα δυνατό κάλεσμα. Μ ι α κραυγή, ή μάλλον ζητωκραυγές αποκρίθηκαν στο σάλπισμα: τα κλα­ διά των δέντρων γύρω από το σταυροδρόμι παραμέρισαν απότομα και ο Κόκκινος Γουίλ όρμησε με τα μπράτσα 248


απλωμένα ν' αγκαλιάσει τον Ρομπέν, ενώ ξοπίσω του ακο­ λουθούσε όλη η συμμορία. - Α γ α π η τ έ Ρομπ, πολυαγαπημένε μου φίλε, ψιθύρισε ο όμορφος Γουίλ με σπασμένη φωνή, γύρισες λοιπόν! Ε υ λ ο γ η ­ μένο τ' όνομα του Κυρίου! Σε περιμέναμε ανυπόμονα. Ήμα­ στε όλοι πολύ στενοχωρημένοι, έτσι δεν είναι, Ζανούλη; - Ναι, αλήθεια, απάντησε ο Ζανούλης, που τα π λ η μ μ υ ­ ρισμένα με δάκρυα μάτια του ατένιζαν με πόνο το χλομό πρόσωπο του ταξιδιώτη. Ο Ρομπέν μάς λ υ π ή θ η κ ε για την ανησυχία και την αγωνία μας και γι' αυτό γύρισε. - Ναι, αγαπημένε μου Ζανούλη, κι ε λ π ί ζ ω να μη σας αφήσω ποτέ πια. Ο Ζανούλης πήρε το χέρι του Ρομπέν και το έσφιξε με αγά­ πη πολύ δυνατά, αλλά ο νεαρός άντρας δεν τόλμησε να παρα­ πονεθεί για τον πόνο που του προκάλεσε αυτό το σφίξιμο. - Καλωσόρισες κοντά μας, Ρομπέν των Δασών! φώνα­ ξαν χαρούμενοι οι άνθρωποι του δάσους. Χ ί λ ι ε ς φορές κα­ λωσόρισες! Ο ενθουσιασμός που προκάλεσε η επιστροφή του, άπλωσε ένα δροσερό βάλσαμο πάνω στην αγιάτρευτη π λ η ­ γή της καρδιάς του ήρωα μας. Κ α τ ά λ α β ε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλειφθεί περισσότερο στον πόνο του και ν' αφήσει χωρίς στήριγμα τους γενναίους άντρες που είχαν δεθεί με την κακοτυχία του. Τα νέα κατορθώματα του Ρομπέν των Δασών έγιναν γρήγορα αντικείμενο όλων των συζητήσεων στην Α γ γ λ ί α , και οι πλούσιοι άρχοντες του Νότιγχαμ, του Ντέρμπισαϊρ και του Γιορκσάιρ ικανοποιούσαν απλόχερα τις ανάγκες των φτωχών και εξασφάλιζαν τη συντήρηση της συμμορίας. Π ο λ λ ά χρόνια κύλησαν, που όμως δεν έφεραν καμιά αλ­ λ α γ ή στην κατάσταση των παρανόμων ωστόσο, πριν κλεί­ σουμε τούτο το βιβλίο, πρέπει να πούμε στους αναγνώστες ποια ήταν η μοίρα μερικών από τους ήρωες μας. 249


Ο σερ Γ κ ι του Γ κ ά μ γ ο υ ε λ και η γυναίκα του πέθαναν σε βαθιά γεράματα και άφησαν τους γιους τους στον πύργο του Μπάρνσντεϊλ, όπου είχαν αποτραβηχτεί μετά την αποχώ­ ρηση τους από τη συμμορία του Ρομπέν των Δασών. Ο Κόκκινος Γουίλ ακολούθησε το παράδειγμα των αδελφών του· εγκαταστάθηκε σ' ένα όμορφο σπίτι μαζί με την αγαπημένη του Μοντ, που είχε γίνει μητέρα πολλών παιδιών και που ο άντρας της εξακολουθούσε να την αγα­ πά τρυφερά, όπως τις πρώτες ημέρες του έρωτα τους. Ο Τρανός και η Μπάρμπαρα έμειναν κοντά στη Μοντ· ο Ζ α ­ νούλης όμως, που τον χτύπησε η συμφορά κι έχασε τη Γουί­ νιφρεντ, δεν ε ί χ ε κανένα λόγο να βαρεθεί το δάσος κι έμεινε πιστός και κάτω από τις διαταγές του Ρομπέν· εξάλλου, πρέπει να το πούμε, ο Ζανούλης αγαπούσε υπερβολικά τον Ρομπέν για να τον αφήσει έστω και για μια σ τ ι γ μ ή , κι έτσι οι δυο σύντροφοι έμεναν ο ένας κοντά στον ά λ λ ο , πιστεύο­ ντας ακράδαντα ότι μόνο ο θάνατος θα μπορούσε να χωρί­ σει τις καρδιές τους. Ωστόσο, αυτή η πολύχρονη αδράνεια, η έ λ λ ε ι ψ η κάθε σωματικής και πνευματικής δραστηριότητας, βύθισε τον Ρομπέν των Δασών σε βαθιά κ α τ ά θ λ ι ψ η και μείωσε τις δυ­ νάμεις του. Βέβαια, ο ήρωας μας δεν ήταν πια νέος· είχε κλείσει τα πενήντα, ενώ ο Ζανούλης είχε φτάσει στην αξιο­ σέβαστη ηλικία των εξήντα έξι ετών. Όπως είπαμε, ο χρό­ νος δεν απάλυνε διόλου τον πόνο του Ρομπέν και η ανάμνη­ ση της Μαριάν, πάντα νωπή και έντονη όπως την επομένη του χωρισμού τους, είχε σφαλίσει για κάθε ά λ λ ο έρωτα την καρδιά του Ρομπέν. Α π ό μέρα σε μέρα, η θ λ ί ψ η του Ρομπέν γινόταν όλο και πιο βαριά και αβάσταχτη· από μέρα σε μέρα, το πρόσωπο του έπαιρνε μια όλο και πιο σκυθρωπή έκφραση, το χαμόγελο χ ά θ η κ ε από τα χ ε ί λ η του και ο Ζανούλης, ο υπομονετικός και αφοσιωμένος Ζανούλης, μάταια περίμενε να πάρει μια 250


απάντηση από τον φίλο του, στις ανήσυχες ερωτήσεις που του έκανε. Ο Ρομπέν, ωστόσο, συγκινημένος από τις φροντίδες του φίλου του, δέχτηκε να πάει να ζητήσει την παρηγοριά της θρησκείας από μια ηγουμένη που το μοναστήρι της βρισκό­ ταν κοντά στο δάσος του Σέργουντ. Η ηγουμένη, που γνώριζε τον Ρομπέν των Δασών και τις ιδιαιτερότητες της ζωής του, τον δέχτηκε με μ ε γ ά λ η καλοσύνη και του πρόσφερε ό λ η τη βοήθεια που μπορούσε να του δώσει. Ο Ρομπέν συγκινήθηκε από τη θερμή υποδοχή της μο­ ναχής και της ζήτησε, αν είχε την καλοσύνη, να του κάνει μια αφαίμαξη. Η ηγουμένη δέχτηκε· οδήγησε τον αδύναμο άντρα σ' ένα κελί και έκανε την επέμβαση με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα· μετά, τύλιξε ανάλαφρα, όπως θα έκανε ένας έμπειρος γιατρός, το μπράτσο του αρρώστου με έναν επίδε­ σμο και τον άφησε, εξαντλημένο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Έ ν α παράξενο σκληρό χαμόγελο διαγράφηκε στα χ ε ί λ η της καλόγριας όταν βγήκε απ' το κελί και αφού διπλοκλείδωσε την πόρτα, πήρε μαζί της το κλειδί. Ας πούμε όμως λίγα λόγια γ ι ' αυτή την καλόγρια. Ή τ α ν συγγενής του σερ Γ κ ι του Γκίσμπορν, του Νορμανδού ιππότη που, όπως θυμάστε, σε μια εκστρατεία που είχε κάνει μαζί με τον λόρδο Φ ι τ ζ Όλγουιν εναντίον των εύ­ θυμων αντρών, είχε πεθάνει με τον τρόπο ακριβώς που σκε­ φτόταν εκείνος να σκοτώσει τον Ρομπέν των Δασών. Ωστό­ σο, μ ή τ ε που θα 'χε περάσει απ' το μυαλό αυτής της γυναί­ κας να εκδικηθεί για το θάνατο του εξαδέλφου της, αν ο αδελφός του σερ Γ κ ι , πολύ δειλός ο ίδιος για να εκτεθεί σε μια τίμια μ ά χ η , δεν την είχε πείσει ότι θα έκανε μια δίκαιη και κ α λ ή πράξη αν φρόντιζε να απαλλάξει το βασίλειο της Α γ γ λ ί α ς από τον διάσημο παράνομο. Η αδύναμη ηγουμένη υπέκυψε στη θ έ λ η σ η του άθλιου Νορμανδού: ακολουθώ251


ντας τις εντολές του, έκοψε την κεντρική αρτηρία του ανυ­ ποψίαστου Ρομπέν των Δασών. Αφού άφησε τον άρρωστο για μια ώρα στον αναπόφευκτο ύπνο που ήρθε μετά από μια τόσο μ ε γ ά λ η αιμορραγία, η κα­ λόγρια γύρισε σιωπηλά κοντά του, έβγαλε τον επίδεσμο που· έκλεινε τη φλέβα και όταν το αίμα ξανάρχισε να κυλάει, απομακρύνθηκε στις μύτες των ποδιών της. Ο Ρομπέν κοιμήθηκε μέχρι το πρωί χωρίς να νιώσει καμιά δυσφορία· όταν άνοιξε, όμως, τα μάτια και προσπάθησε να ση­ κωθεί, ένιωσε τόσο μ ε γ ά λ η αδυναμία, που πίστεψε πως είχε φτάσει η τελευταία του στιγμή. Το αίμα, που δεν είχε σταμα­ τήσει να κυλάει από την ανοιχτή αρτηρία, είχε πλημμυρίσει το κρεβάτι και ο Ρομπέν κατάλαβε ότι διέτρεχε θανάσιμο κίν­ δυνο. Με υπεράνθρωπη σχεδόν θ έ λ η σ η , κατάφερε να συρθεί μέχρι την πόρτα· προσπάθησε να την ανοίξει, είδε πως ήταν κλειδωμένη και, σπρωγμένος από την αδάμαστη θ έ λ η σ η του, μια δύναμη τόσο μ ε γ ά λ η που μπόρεσε να νικήσει την εξά­ ντληση του κορμιού, έφτασε στο παράθυρο, το άνοιξε κι έσκυ­ ψε για να περάσει από μέσα του· δεν τα κατάφερε, κι έστειλε μια ύστατη επίκληση στον Θεό· τότε, σαν να δέχτηκε θεία φώτιση, πήρε το βούκινο του, το έφερε στα χ ε ί λ η του και με μ ε γ ά λ η προσπάθεια σάλπισε μερικούς αδύναμους ήχους. Ο Ζανούλης, που δεν μπορούσε ν' αποχωριστεί τον πολυα­ γαπημένο του σύντροφο, είχε περάσει τη νύχτα έξω από τα τεί­ χη του μοναστηριού. Μόλις είχε ξυπνήσει κι ετοιμαζόταν να ζητήσει την άδεια να δει τον Ρομπέν των Δασών, όταν έφτασε στ' αφτιά του το ξεψυχισμένο σάλπισμα.

*** - Α ρ χ η γ έ , αγαπημένε μου αρχηγέ, ποιος έκανε το άθλιο έ γ κ λ η μ α να επιτεθεί σ' έναν άρρωστο; Ποιο βέβηλο χέρι ε γ κ λ η μ ά τ η σ ε μέσα στον οίκο του Θεού; Απάντησε μου, σε παρακαλώ, απάντησε μου! 252


Ο Ρομπέν κούνησε το κεφάλι αδύναμα. - Δ ε ν έχει σημασία, είπε, τώρα που όλα τέλειωσαν για μένα, τώρα που έχασα και την τελευταία ρανίδα από το αί­ μα που κυλούσε στις φλέβες μου... Ας μη μ ι λ ά μ ε γ ι ' αυτό, φίλε μου· δώσε μου το τόξο μου κι ένα βέλος, πήγαινε με στο παράθυρο, θ έ λ ω ν' αφήσω την τελευταία μου ανάσα εκεί όπου θα πέσει το τελευταίο μου βέλος. Ο Ρομπέν, στηριγμένος από τον Ζανούλη, σημάδεψε μα­ κριά, τέντωσε τη χορδή του τόξου κι η σαΐτα, φτερουγίζο­ ντας σαν πουλί πάνω απ' τις κορφές των δέντρων, έπεσε πολλά μέτρα μακριά. - Αντίο, αγαπημένο μου τόξο... αντίο, πιστά μου β έ λ η , ψιθύρισε ο Ρομπέν συγκινημένος, καθώς τ' άφηνε να γ λ ι ­ στρήσουν από τα χέρια του. Ζαν, φίλε μου, πρόσθεσε με πιο ήρεμη φωνή, πήγαινε με στο σημείο που έπεσε η σαΐτα μου, εκεί θ έ λ ω ν' αφήσω την τελευταία μου πνοή. Λ ί γ η ώρα αργότερα, ο Ζανούλης είχε μεταφέρει τον Ρο­ μπέν έξω από το μοναστήρι κι είχε ειδοποιήσει με το βούκι­ νο του τους συντρόφους του, που ήρθαν τρέχοντας και στά­ θηκαν αμίλητοι γύρω απ' τον ετοιμοθάνατο αρχηγό τους. - Σ' ευχαριστώ, παλιέ μου φίλε, πεθαίνω ευτυχισμένος. Πηγαίνω να βρω τη Μαριάν για πάντα. Αντίο, Ζαν... Η αδύναμη φωνή του ένδοξου παράνομου έσβησε, μια χλιαρή νεφέλη χάιδεψε το πρόσωπο του Ζανούλη και η ψυ­ χή του ανθρώπου που είχε αγαπήσει πιότερο από κάθε άλ­ λον στη ζ ω ή του, πέταξε στον ουρανό. - Γονατίστε, παιδιά μου! είπε ο Ζανούλης κάνοντας το σταυρό του. Ο ευγενικός και γενναιόδωρος Ρομπέν των Δα­ σών δεν ζει πια! Ό λ α τα κεφάλια έσκυψαν και ο Γουίλιαμ είπε πάνω απ' το άψυχο κορμί του Ρομπέν μια σύντομη α λ λ ά θερμή προ­ σευχή· μετά, με τη βοήθεια του Ζανούλη, μετέφερε το λεί­ ψανο στο σημείο όπου θ' αναπαυόταν για πάντα. 253


Δυο άνθρωποι του δάσους έσκαψαν ένα μνήμα δίπλα σ' εκείνο όπου αναπαυόταν η Μαριάν και απόθεσαν τον Ρο­ μπέν πάνω σ' ένα στρώμα από φύλλα και λουλούδια. Ο Ζα­ νούλης απόθεσε πλάι στον Ρομπέν το τόξο και τα β έ λ η του κι αποχαιρέτησε για πάντα, κλαίγοντας μ' αναφιλητά, τον αγαπημένο αρχηγό του... Έ τ σ ι τελείωσε η σταδιοδρομία του ανθρώπου που πρό­ σφερε μια από τις πιο καταπληκτικές σελίδες στα χρονικά της γηραιάς Α γ γ λ ί α ς . . . Ας αναπαύεται αιώνια η ψ υ χ ή του!

ΤΕΛΟΣ

254



052-Ρομπέν των δασών - Αλέξανδρος Δουμάς (Alexandre Dumas)