Page 1

Ε υθ ύ μι ο ς Πα να γι ώ τα Αρι στ έ α Κ ω σ τή ς Έ λε ν α Δώ ρ α

όταν οι

ΕΞΙΤΗΡΙΟΝ

Λέ ν τζ ας Τ σι αν ογι άν νη Τ σάν τ ζ ου Πα παζ άκ Γε ω ρ γά τ σ ου Τ σακ νά κη

τρελοί μιλούν…

2018

ΛΑΡΙΣΑ


Ε υθ ύ μι ο ς Πα να γι ώ τα Αρι στ έ α Κ ω σ τή ς Έ λε ν α Δώ ρ α

όταν οι

ΕΞΙΤΗΡΙΟΝ

Λέ ν τζ ας Τ σι αν ογι άν νη Τ σάν τ ζ ου Πα παζ άκ Γε ω ρ γά τ σ ου Τ σακ νά κη

τρελοί μιλούν…

2018

ΛΑΡΙΣΑ


Όταν οι τρελοί μιλούν…

1.

Δωμάτιο οχτώ (του Ευθύμιου Λέντζα)

Καθόταν παράθυρο.

με

τις

Στην

ώρες

δίπλα

κουνιστή

στο

καρέκλα

έπλεκε κάλτσες μάλλινες και φανελάκια. Κοιτούσε την ανθισμένη αμυγδαλιά στην αυλή, την ξύλινη κούνια που έπαιζε με τον αέρα. Ο τετράχρονος γιος της σκάλιζε το χώμα κάτω απ’ την αμυγδαλιά. Σηκώθηκε να μαγειρέψει. Είχε μόνιμα ένα κολλημένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Γύρισε πάλι στην καρέκλα, συνέχιζε να πλέκει. Έριξε μια ματιά έξω απ’ το παράθυρο. Το παιδί έπεσε και χτύπησε τα γόνατα, έβαλε τα κλάματα. Τρόμαξε. Το κουβάρι έπεσε απ’ την ποδιά στο πάτωμα και ξετυλίχθηκε μέχρι την πόρτα της κουζίνας. Η φασολάδα έβραζε στην κατσαρόλα. Έσβησε το πετρογκάζ, έπλυνε μαρούλια, ντομάτες κι ετοίμασε τη σαλάτα. Το αγόρι έκανε κούνια κρεμασμένο σαν σταφύλι κάτω απ’ τον ίσκιο της αμυγδαλιάς. Έπλεκε ασταμάτητα. Έπλεκε για το παρελθόν και για το μέλλον. Να μεγαλώσει το παιδί να μην κρυώνει. Στο σχολείο να φοράει μάλλινη φανέλα μέσα απ’ το βρακί, μη τύχει κι αρρωστήσει. Να γίνει

-7-


Όταν οι τρελοί μιλούν…

καλός άνθρωπος στην κοινωνία, να νοικοκυρευτεί. Να σπουδάσει γιατρός ή δικηγόρος, κι εκείνη να καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι. Στο ραδιόφωνο μπαγιάτεψαν τα τραγούδια. Η τηλεόραση απέκτησε χρώματα. Εκείνη έπλεκε. Έστρωσε το τραπέζι για τρείς. Ο άντρας έλειπε στο χωράφι. Φέτος πήγε καλά η σοδειά. Δεν την ένοιαζε που ασπρίσαν τα μαλλιά της. Είχε άντρα και παιδί. Τα είχε όλα. Θα διαλέξει και τη νύφη για το γιό της σαν μεγαλώσει, μην κακοπέσει με καμιά σουρλουλού. Έξω, ο Απρίλης χόρευε αγκαλιά με την αμυγδαλιά. Το φαγητό ήταν έτοιμο. Η νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο να ταΐσει τη γυναίκα. Της έδωσε τα χάπια. Προσποιήθηκε ότι παίρνει τις βελόνες και το κουβάρι από τα χέρια της. Έβαλε τη γυναίκα να κοιμηθεί. Δίπλα στο κομοδίνο, μια ασπρόμαυρη οικογενειακή φωτογραφία. Μαμά, μπαμπάς, παιδί. Έσβησε τα μάτια της χαμογελώντας.

-8-


Όταν οι τρελοί μιλούν…

2.

Άνθος (της Παναγιώτας Τσιανογιάννη)

Έσπασα το χερούλι από την χοντρή κούπα του τσαγιού υφασμάτινα κουμπιά σφίγγουν το στέρνο τραβούν το πηγούνι μάζεψαν και τα μαλλιά σήμερα μου τα έσφιξαν σε κοτσίδες να είναι έτοιμα… είπαν... θα φέρουν ψαλίδι δε θέλω να ακούω βγήκα στον περίβολο χθες βράδυ κρυφά έπιασα τους μίσχους των λουλουδιών ένα ένα τα έσπασα μέσα στη νύχτα άκουγα το κρακ και γελούσα τα άφησα στα κάγκελα, ψηλά να τα βλέπω το πρωί δε γέλασε κανείς μονάχα έσφιξαν κοτσίδες τα μαλλιά όλη μέρα σκέφτομαι το ψαλίδι τρίχα τρίχα τραβώ γελάω πολύ αίμα και μαλλιά θα σκουπίσουν σήμερα πλάι στο παγωμένο σάβανο.

-9-


Όταν οι τρελοί μιλούν…

3.

Κωμωδία με τρελό (της Αριστέας Τσάντζου)

Στο σπίτι «Δεν ξέρουν να κάνουν παπούτσια!». Κάθε φορά που μιλούσε τίναζε απότομα το κεφάλι του προς τα πάνω, με μια νευρική και περήφανη κίνηση. Έλεγε τη φράση και εξίσου απότομα το κατέβαζε. Έπαιρνε έπειτα ένα σοβαρό ύφος. Το στόμα σε ανάποδο χαμόγελο. Τα μάτια μισόκλειστα. Συνοφρυωμένα. Σαν να σκέφτονταν

πάντα.

Βημάτιζε

όρθιος

μπροστά στο παράθυρο. Από έξω η βιομηχανική επανάσταση γέμιζε με ογκώδη αυτοκίνητα τους άδειους δρόμους, έφτιαχνε επιγραφές με φώτα, τελειοποιούσε τα ασανσέρ στις ανεγειρόμενες πολυόροφες οικοδομές. «Αρχίσαμε!», μουρμούρισε η μητέρα του από μέσα της. Εκείνη κάθονταν στον καναπέ. Έπλεκε. «Έχεις απόλυτο δίκιο χρυσό μου!», του είπε εύθυμα. «Ο πατέρας ήξερε!», συνέχιζε εκείνος. «Ο παππούς ήξερε!». «Ο προπάππους

ήξερε!»,

«Ο

προ

προ

πάππους...».

Χτύπησε

το

κουδούνι. «Έχεις δίκιο χρυσό μου! Ανοίγεις σε παρακαλώ;». Ήταν η κα Παπαδάκη, φίλη της μητέρας του. Κρυμμένη πίσω από μια εντυπωσιακή υπερμεγέθη γούνα. Κρατούσε ένα πακέτο στα χέρια της. «Καλημέρα! Πέρασα να σας δώσω την πρόσκληση για τον γάμο!», είπε εύθυμα. Κάθισε δίπλα στη φίλη της στον καναπέ. Έδωσε την πρόσκληση. «Να σου δείξω;», ρώτησε τη φίλη της

- 10 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

ρητορικά μάλλον γιατί αμέσως άνοιξε το πακέτο που κρατούσε όταν μπήκε. Έβγαλε ένα ζευγάρι γαλάζια σατέν γοβάκια. Με όμορφες ημιπολύτιμες πετρούλες μπροστά για στολίδι. «Δεν είναι υπέροχες;». Κοίταζαν θαμπωμένες ένα πραγματικό έργο τέχνης. «Εγώ

θα

σας

πω!».

Ο

γιος

άρπαξε

ξαφνικά

το

παπούτσι

αιφνιδιάζοντας τις 2 γυναίκες. Το πήρε και πήγε στο παράθυρο για να το μελετήσει. «Δώσε πίσω το παπούτσι!», τον διέταξε η μάνα του. Εκείνος ούτε που την άκουσε. Το παρατηρούσε στο φως. Ξαφνικά άρχισε με τα δυο του χέρια να το διπλώνει ξανά και ξανά δοκιμάζοντας την αντοχή του. Συνέχισε στρίβοντάς το δεξιά και αριστερά. Το τακούνι ξεκαρφώθηκε. Η σόλα ξεκόλλησε. Το τεντωμένο νήμα που στερέωνε τις χάντρες έσπασε. Κρυστάλλινη βροχή ακούστηκε στο παρκέ καθώς έπεφταν. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η κα Παπαδάκη έπαθε υστερία. Τσίριζε και φώναζε. Η μητέρα μια μάλωνε εκείνον, μία να συνεφέρει την φίλη της. Την διαβεβαίωνε ότι θα τα αντικαθιστούσε. Θα την αποζημίωνε. Αμέσως θα πήγαινε να αγοράσει καινούρια. «Δεν φτάνει που σε σώσαμε από βέβαιο ρεζιλίκι, θέλεις και αντικατάσταση! Έλεος!», σχολίαζε υπεροπτικά και αλαζονικά εκείνος. Φούντωνε η κα Παπαδάκη. Φούσκωνε η μητέρα. Τα μπαλόνια της οργής έγιναν!

Στο δικαστήριο -

Είναι τρελός κε Πρόεδρε! Και η μάνα του μαζί. Δεν φτάνει που μου κατέστρεψαν τα παπούτσια – και δεν τα πλήρωσαν ποτέ (κοίταξε βλοσυρά στο ακροατήριο την φίλη της), τον έφερε στον γάμο! Μου χάλασαν και το γλέντι κε Πρόεδρε! (το κοινό γέλασε).

-

Τα γεγονότα παρακαλώ, είπε ο δικαστής χτυπώντας ανάλαφρα το σφυράκι του. - 11 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

-

Στην αρχή έπεσε στα τέσσερα μπροστά στην πίστα και κοιτούσε τα πόδια μιας καλεσμένης. Πώς είναι οι γάτες που έρχονται στα πόδια σου; Έτσι ακριβώς! Ενοχλήθηκε ο συνοδός της, έγινε ένας μικρός καυγάς. Τον τράβηξε στη θέση του η μάνα του. Αν και εγώ στη θέση της θα τον έπαιρνα και θα έφευγα. (Γύρισε και την ξανακοίταξε)

-

Και μετά;

-

Μετά άλλαξε η μουσική. Τα τραγούδια έγιναν πιο γρήγορα. Η κόρη μου – η νύφη – σήκωσε ανάλαφρα το νυφικό για να βηματίζει με ασφάλεια. Τότε εκείνος της όρμηξε! Την έπιασε από το αστράγαλο. Εκείνη έχασε την ισορροπία της και έπεσε! Κάταγμα στο δεξί χέρι! Αλλά εκείνος δεν την άφηνε.

-

Καλά δεν ήταν κάποιος να τον σταματήσει;

-

Πώς! Βέβαια! Αλλά εκείνος δεν ξεκολλούσε με τίποτα. Στο τέλος της έβγαλε το παπούτσι και δεν το έδινε. Κοιτάξτε πώς το έκανε! (Όρμησε η Παπαδάκη στο τραπέζι του δικηγόρου της και άρπαξε το νυφικό γοβάκι. Λες και βρέθηκε στα δόντια σκύλων! Κοιτάξτε! (άφησε το παπούτσι μπροστά στο πρόσωπο του δικαστή). Έτσι και το χεράκι της! Μας χάλασε την ομορφότερη μέρα! Να τον κλείσετε μέσα! Είναι επικίνδυνος!

-

«Δεν ξέρουν να φτιάχνουν παπούτσια!», ακούστηκε η υπεροπτική κοφτή φωνή του κατηγορούμενου. (όλοι τον κοίταξαν. Εκείνος όμως κοιτούσε τα παπούτσια του δικηγόρου του). «Ο πατέρας μου ήξερε!...», άρχισε το ποίημα. (Ο δικαστής όμως που δεν ήξερε το ποίημα του έδωσε τον λόγο).

-

Ήταν άψογοι υποδηματοποιοί! Εξαιρετικοί επαγγελματίες!

-

Ποιοι οι τσαγκάρηδες; ειρωνεύτηκε η Παπαδάκη. Τσαγκάρηδες ήταν κε δικαστή! Επιδιορθώσεις κάνανε! Και αυτός εδώ μόνο χαλάει! Ούτε διορθώνονται πια! Να μπει φυλακή κε πρόεδρε!

-

Δεν μπαίνει φυλακή κάποιος για ένα χαλασμένο παπούτσι! - 12 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

-

Πέντε! Πέντε παπούτσια κε πρόεδρε! Τρία που σας ανέφερα και άλλα δύο περιστατικά που μου τα ανέφεραν την επόμενη μέρα. Είναι εδώ μάλιστα (δείχνει προς το ακροατήριο). Να τις καλέσετε να σας τα πουν!

-

«Δεν

ξέρουν

να

φτιάχνουν

παπούτσια!»,

ακούστηκε

ο

κατηγορούμενος. «Ο πατέρας μου ήξερε!...», άρχισε το ποίημα. -

Ησυχία κατηγορούμενε, λέει ο δικαστής αυστηρά.

Ξαφνικά ο κατηγορούμενος έπεσε κάτω από το τραπέζι και έπιασε το παπούτσι του δικηγόρου του. Αυτός τράβηξε το πόδι. Γάτα που παίζει με μαντήλι. Το τραβά και δεν το αφήνει. Το τραπέζι χοροπήδαγε πάνω από το κεφάλι του τρελού, ο δικαστής χτυπούσε το σφυράκι του για να επανέλθει ησυχία, η κα Παπαδάκη φώναζε με ικανοποίηση «ορίστε! Τα βλέπετε;» και από το βάθος της αίθουσας η μητέρα προσπαθούσε να ηρεμήσει το παιδί της. Ο τρελός δεν άφηνε με τίποτα το πόδι του δικηγόρου. Οι αστυνομικοί τον τραβούσαν μα δεν μπορούσαν να τον ξεκολλήσουν. «Αυτό

ακριβώς!»,

επέμενε

ικανοποιημένη

με

το

σόου

η

κα

Παπαδάκη. Η αποζημίωση που χρειάστηκε να καταβάλλει η μητέρα του τρελού για τα πέντε ζευγάρια παπούτσια πολυτελείας και το κάταγμα στο χέρι της νύφης ήταν τσουχτερή. «Ακριβά τα παλιοπάπουτσα», συνέχιζε να φωνάζει στη λήξη της δίκης ο κατηγορούμενος. Ο δικαστής επέβαλε τον εγκλεισμό του σε κάποια ψυχιατρική κλινική για το διάστημα σαράντα ημερών. Μετά θα έκριναν οι γιατροί αν θα μπορούσε να επανέλθει στον πρότερο βίο ή να μπει σε κάποιο άλλο ίδρυμα. Το ίδιο διάστημα η μητέρα ανακάλυψε – με μεγάλη προσπάθεια – έναν τσαγκάρη που δεν πήγαινε καλά η επιχείρησή του. Έδωσε όλες τις οικονομίες της και αγόρασε την επιχείρηση με τον όρο να - 13 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

παραμείνει αφενώς ο τσαγκάρης στη θέση του, κάνοντας την δουλειά που έκανε πάντα , αφετέρου να πάρει στην δούλεψή του και τον γιο της. Ο τρελός λοιπόν, πήρε την θέση «γενικού υπεύθυνου». Στέκονταν όλη μέρα όρθιος στην είσοδο του μαγαζιού. Στις πελάτισσες που έρχονταν

για

πρώτη

φορά

και

στην

θέα

των

φθαρμένων

παπουτσιών, έλεγε πάντα το ίδιο ποίημα: «δεν ξέρουν να κάνουν παπούτσια...». Όταν ο τσαγκάρης επιδιόρθωνε, στέκονταν σχεδόν πάνω από το κεφάλι του και έδινε οδηγίες για το πως να γίνει σωστά. Ήταν κουραστικό για τον τσαγκάρη, αλλά με τον καιρό το συνήθισε. Τα νέα για τον «τρελό τσαγκάρη» κυκλοφόρησαν γρήγορα στην πόλη. Όλοι έφερναν σε εκείνον τα παπούτσια τους, τουλάχιστον για μία φορά στη ζωή τους. Μόνο και μόνο για να τον δουν. Είχε γίνει γραφικός. Κομμάτι της πόλης. Με την ενεργό συμμετοχή του τα παπούτσια δεν θα μπορούσαν παρά να γίνουν «σωστά» και «άψογα», τουλάχιστον για τον ίδιο. Με μεγάλη ικανοποίηση τον άκουγαν να λέει σε όσες παραλάμβαναν τα επιδιορθωμένα γοβάκια τους «αυτά είναι παπούτσια!». Και εκείνες το πίστευαν!

- 14 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

4.

Φρενοβλάβεια (της Αριστέας Τσάντζου)

Δαίμονας

όρμηξε. Εκείνος πήγε να

συγκρατήσει κρατούσε

έναν

στον

χείμαρρο.

τοίχο

και

Την εκείνη

χτυπιόταν να ξεφύγει. Κάποια στιγμή γύρισε κάπως το χέρι του. Του έμπηξε τα δόντια της. Λυσσασμένο σκυλί δεν ξεκολλούσε από τον καρπό. Ούτε όταν γεύτηκε το αίμα του μαλάκωσε. Ούτε όταν της χτύπαγε το κεφάλι με μια παντόφλα

που

βρήκε

εκεί

δίπλα

μαλάκωσε. Τα έμπηγε με όλη της την δύναμη. Του έκοβε την σάρκα σιγά σιγά. Ένιωθε το αίμα να τρέχει πάνω της νερό. Όταν κάποια στιγμή την πέταξε πέρα, το ένα δόντι είχε ξεκολλήσει. Είχε μείνει καρφωμένο στο κόκκαλο του καρπού. Την κοίταζε τρομαγμένος. Κοιτούσε με φρίκη το χέρι του. Εκείνη είχε μαλακώσει. Του χαμογελούσε. Πασαλειμμένη με αίμα, δίχως το μπροστινό δόντι, με βλέμμα αλλόκοτο. Τον είχε δει μια φορά να κρυφοκοιτάζει την αδερφή της όταν έκανε μπάνιο. Τον είχε ξαναδεί να ψάχνει στα άπλυτά της. Να κρατά σαν τρεμάμενο σπουργίτι στην παλάμη του το κατουρημένο της βρακί και να το μυρίζει σαν τριαντάφυλλο. Να χαϊδεύεται, ν’αρπάζεται με λαγνεία. Τον είχε δει. Ήταν όμορφη η αδερφή της! Σαν ψέμα! Τον προηγούμενο χρόνο χήρεψε και κατέρρευσε. Ποτήρι κρυστάλλινο που έπεσε στο πάτωμα. Δεν φρόντιζε τα παιδιά. Τον εαυτό της. Εκείνος επέμενε να την

- 15 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

πάρουν σπίτι τους. «Ήταν το σωστό». «Τι θα έλεγε ο κόσμος;». Έπειτα άλλαξε και εκείνος. Έπαψε τις αγένειες. Τις φωνές. Τα επικριτικά σχόλια. Χαμογελούσε. Ντύνονταν όμορφα. Έκανε συχνά μπάνιο. Κουβάλαγε ψώνια. Πράγματα όμορφα. Για τα ανίψια. Έκανε διάφορα. Ήταν άλλος άνθρωπος. Για την αδερφή της... Πονούσε. Πληγώνονταν. Πάντα όλοι εκείνη πρόσεχαν. Φυτό που αφυδατώθηκε. Ήθελαν να την αναστήσουν. Και αυτός μαζί. Πίστευε ότι δεν θα περάσουν ποτέ τα όρια. Εκείνη τουλάχιστον. Δεν ήξερε σε ποιον να ορμήσει. Σε εκείνη ήθελε. Στην οχιά που είχαν το ίδιο αίμα. Αλλά την συγκράτησε. Αυτός! Ο λακές της! Ούτε κατάλαβε πώς έμπηξε τα δόντια στη σάρκα του. Ένιωθε τα κρακ κρακ από τα νεύρα, από την φλέβα, από τον μυ που κόβονταν. Ένιωσε το δόντι να καρφώνεται σε ένα άλλο κρακ. Ήθελε να του κόψει το οστό. Ήθελε να τον εξαφανίσει. Που την συγκρατούσε. Τον δάγκωνε και απ’τα δακρυσμένα μάτια της έβλεπε την αδερφή της τυλιγμένη στο σεντόνι. Στο σεντόνι της προίκας της. Την κοίταζε με τρόμο. «Γιατί;», φουρκίζονταν. «Γιατί αυτόν;». Κρακ το χέρι, το δόντι, το μυαλό. Υποχώρησαν. Η δαγκωματιά εξανέμισε το μίσος, την οργή, τον πόνο. Έστεκε και χαμογελούσε ανακουφισμένη. Το πρόσωπό της γεμάτο αίματα, δίχως δόντι, με μάτια αλλόκοτα, θολά. Ξεμαλλιασμένη χαμογελούσε. Έπειτα αργά βγήκε από το δωμάτιο. Από το σπίτι, από τον δρόμο, από την γειτονιά, από τον εαυτό της. Περπατούσε και ρωτούσε τα ζευγάρια των περαστικών «γιατί;». Είχε την θολή γεύση του αίματος στα μάτια. «Γιατί;»

- 16 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

5.

Ρακοσυλλέκτρια, φονεύς του εραστού της (της Αριστέας Τσάντζου)

Ο

κρότος ήταν εκκωφαντικός. Η

τσιρίδα

της

μικρής,

συναγερμός

στην κατοχή που δεν παύει. Το κορμί της σπαρταρούσε από τρόμο κολλημένο

στον

τοίχο

της

κραβατοκάμαρας, ένα μέτρο μακριά από το κρεβάτι. Γεμάτη αίματα, σε κατάσταση υστερίας. Η Μοσχούλα στέκονταν όρθια με την

κυνηγητική

καραμπίνα

στα

χέρια. Κατεβασμένη. Στα περήφανα μάτια της έβλεπες κεραυνούς, αστραπές, θύελλες μίσους. Κι άλλες καραμπίνες να σημαδεύουν τον Τάσο. «Τομάρι», είπε ξεψυχισμένα. Η μικρή σύρθηκε σαν ζώο στα τέσσερα και κουλουριάστηκε στα πόδια της μάνας της. «Ησύχασε», είπε και χάιδεψε τα μαλλιά της. «Τράβα να πλυθείς». Κατέβαζε τα πρόβατά του στο Κολωνάκι. Στην Πλάκα την είδε. Οδός Κλειτίου. Είχε κάνα χρόνο που ήρθε χήρα από την Έφεσσο. Τα σκουπίδια έψαχνε. Ξεδιάλεγε. Κράταγε για εκείνη, πούλαγε να βγάλει καμιά δεκάρα. Μαζί της έσερνε τα τρία παιδιά της. 11 η Αννιώ της, 6 και 5 τα αγόρια της. Το εβλέπαν παιχνίδι. Σπρώχνανε το καροτσάκι,

κατρακυλούσαν

στις

κατηφόρες

κ

βοήθαγαν

κουβαλήσουν τα χαρτόνια, τα παλιοπράγματα που βρίσκανε.

- 17 -

να


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Εκεί την είδε. Εκεί την ορέχτηκε. Κι έπειτα την βοήθησε. Της υπέδειξε λίγο παραπάνω ένα αφημένο κτήμα, με ένα ετοιμόρροπο σπίτι. Κάποτε πρέπει να υπήρξε και μαντρί γιατί μύριζε έντονα. Την βοήθησε. Το έκανε σπίτι. Έγραψε τα παιδιά στο σχολείο. Της έφερνε τυρί και γάλα κάθε μέρα για τα παιδιά. Την βοήθησε. Της βρήκε σπίτια να καθαρίζει. Να μην είναι ρακοσυλλέκτρια. Της φύλαγε εκέινος τα παιδιά να πάει να δουλέψει ή τα έπερνε μαζί του στη βοσκή. Την βοήθησε. Σε ένα χρόνο αποταμίευσε αρκετά. Άρχισε να ελπίζει ότι θα κατάφερνε μια μέρα να προικίσει την Αννιώ της για να την παντρέψει. Η Αννιώ της έπρεπε να ζήσει όμορφα. Έπρεπε να σβήσουν από το μυαλό της οι εικόνες του διωγμού, της φυγής, της προσφυγιάς, ο θάνατος του πατέρα της. Δυο γυναίκες είχε στην υπηρεσία της Αννιώς στην Σμύρνη. Στις δαντέλες και στα μετάξια κοιμόταν. Δεν πρόλαβε να κρατήσει τίποτα. Πρώτα ήρθαν ένα βράδυ και άρπαξαν τον άντρα της. Καπετάνιος. Με δικό του καράβι. Έπειτα σύραν εκείνη.

Τους

θυμάται.

5

άντρες

πέσαν

πάνω

της.

Θυμάται

χαμογελούσε στην Αννιώ που κοιτούσε κ έκλαιγε όσο την βίαζαν. Κι ας πονούσε. Είχε δει τόσα πολλά η Αννιώ. Κι έπειτα ο κατατρεγμός τους στην Αθήνα. Το κρύο, η πείνα, ο βήχας. Δεν άντεχε άλλα. Κι εκείνος τα ήξερε όλα αυτά. «Φίδι», είπε και έφτυσε τον γυμνό βοσκό πάνω στο κρεβάτι της. Έχασκε με τα μάτια αιώνια τρομαγμένα και ορθάνοιχτα, γεμάτος αίματα. «Ιδιαίτερον

τύπον

εγκληματικόν

παρατηρεί

τις

εις

την

ρακοσυλλέκτριαν Μοσχούλαν, χήραν εκ Μικράς Ασίας, μητέρα 3 τεκνών, ων το μεγαλύτερον έχει ηλικίαν 13 ετών, η οποία δι' όπλου κυνηγετικού εφόνευσε την νύκτα, προ δύο περίπου ετών, εις το παρά την οδόν Θηβών κτήμα Αλεξ. Σούτσου, τον εραστή της, βοσκόν Αναστάσιον ...». Η Αννιώ έσφιγγε το απόκομμα της εφημερίδας στα ξυλιασμένα χέρια της όταν την βρήκαν. Μαζί ακόμα ένα άρθρο που προηγούνταν - 18 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

χρονολογικά και χαρακτήριζε την μητέρα της «Ρακοσυλλέκτρια, φονεύς του εραστού της». Στο κομοδίνο της κλινικής, δίπλα στο κρεβάτι της, ένα μικρό κουτάκι. Μάζευε κρυφά τα ψυχοφάρμακα που της δίναν. Βρέθηκε άδειο δίπλα της. « Δεν πρέπει να το μάθει κανείς», της είπε εκείνη την βραδιά η μάνα της. «Για να παντρευτείς».

- 19 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

6.

Ο Φερδινάνδος της Ισπανίας (του Κωστή Παπαζάκ)

Είμαι ο «Φερδινάνδος ο VIII, Bασιλεύς της Ισπανίας». Το έμαθα μόλις σήμερα: 43 Απριλίου του έτους 3000. Νόμιζα πως ήμουν ο Αυξέντι Ιβάνοβιτς, ο γραφέας. Χαχαχα!!! Αγαπώ τη Σοφί. Η Σοφί θα παντρευτεί τον αυλικό. Η Σοφί όπως όλες οι γυναίκες κατά βάθος αγαπά τον Σατανά. Αναρωτιόμουν: Γιατί δεν μπορούμε να δούμε τις μύτες μας; Έμαθα ότι βολτάρουν όλες στο φεγγάρι. Μια από τις τελευταίες μου ανακαλύψεις είναι ότι: Ο κάθε πετεινός έχει την Ισπανία του. Είναι εκεί κάτω από το φτερό, προς το μέρος της ουράς. Εκείνο που φωτίζει στο βάθος μέσα στην γαλάζια ομίχλη είναι το σπίτι μου. Μήπως η μανούλα μου κάθεται στο παράθυρο; Μανούλα μου, λύτρωσε το άμοιρο παιδί σου. Σφίξε στην αγκαλιά σου τ’ ορφανό! Το ξέρετε ότι ο Bασιλιάς του Μαρόκου έχει μια κρεατοελιά κάτω από τη μύτη του; [Εμπνευσμένο από : «Το ημερολόγιο ενός τρελού» του Nikolay Gogol]

- 20 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

7.

Tαμάρα – Η εγκληματούσα γυναίκα (της Έλενας Γεωργάτσου)

Έκλεισε

μια στιγμή τα μάτια της. Το τοπίο

συνέχιζε να ταξιδεύει μέσα απ’ τα βλέφαρα. Αλλά μαζί μ’ αυτό κι άλλα, πολλά, πάρα πολλά, ανακατεμένα, δεν ήταν η ώρα ακόμα να ξεδιαλέξει. Κρατήθηκε όσο μπορούσε λίγο ακόμα,

και

αδιαφορία. οικογένειας,

τ’ Δίπλα ο

άνοιξε της

ο

Σεργκέι,

με

προσεχτική

μικρότερος

της

λαγοκοιμότανε.

Είχανε τσακωθεί για το παράθυρο και το μοιράσανε, τώρα το είχε εκείνος. Δεν είχε ιδέα πού βρισκότανε. Πρώτη φορά στη ζωή της ταξίδευε με τραίνο. Ή μάλλον, πρώτη φορά στη ζωή της ταξίδευε. «Καινούργια ζωή», της είχε πει η μητέρα ανοίγοντας ένα μικρό χαμόγελο, μα χωρίς να κουνήσει τα μάτια. Καθόταν τώρα δίπλα της στο διάδρομο, με τον πατέρα από κοντά. Και κολλητά στα γόνατα της μάνας, απέναντι, ο θείος Μικαέλ, ο μεγάλος αδερφός του πατέρα, με τη θεία Σούλα δίπλα. Αυτός είχε κανονίσει το ταξίδι. Όλη η οικογένεια για Ελλάδα. Είχε

γνωριμίες

παντού

στην

Τυφλίδα,

ο

πατέρας

πάντα

τον

υπερασπιζότανε, διασκέδαζαν τόσο καλά οι δυο τους, στήριζαν τόσο καλά ο ένας τον άλλον, αδέρφια, τίποτα δεν έμπαινε ανάμεσά τους. Είχε γνωρίσει λέει ο θείος έναν Έλληνα, κολλητός του, Πειραιώτης, έλα, του λέει, ν’ αναστηθείς, ανοίγω μαγαζί και θέλω χέρια, τρία παλληκάρια κι ένα κορίτσι στα 15 ποτέ δεν πάει χαμένο, έλα. Ξανάκλεισε τα μάτια. Εκεί που καθόταν δεν μπορούσε να κουνηθεί: τα πόδια της είχαν πιαστεί όσο και να τ’ άλλαζε αριστερό-δεξί, δεξί-

- 21 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

αριστερό (δίπλα δεν χωρούσαν) και με τις τσάντες που είχε χώσει η μάνα κάτω απ’ τα πόδια της δεν υπήρχε χώρος για άπλωμα. Τέντωσε τη μέση ανοίγοντας τα βλέφαρα και επιβεβαίωσε αυτό που είχε αρπάξει νωρίτερα: ο ώριμος κύριος διαγώνια απ’ το διάδρομο έριχνε κρυφές ματιές. Ξανάλλαξε πόδι. Ο Σεργκέι φωτισμένος απ’ το παράθυρο, αγνός, παρθένος, η τρυφερότητα την κατέκλυσε. Άραγε θα τον ξανάβλεπε ποτέ;. Τα ματοκλάδια του στραφταλίζανε στον ήλιο. Κοίταξε τον άλλο αδερφό της. Είχε κερδίσει παράθυρο κι αυτός απ τον ξάδερφό του και χάζευε. Ήταν όντως ωραία περιοχή. Σκούρα μπλε θάλασσα δεξιά και ξεροπράσινο τοπίο με χαμηλούς λόφους αριστερά. Ο ήλιος ανεβαίνει στην πλάτη σαν ανάσα. Ο Αντρέα ανασηκώνεται, την κοιτάει και της χαμογελάει αφηρημένα. Το κρατάει αυτό. Προσπαθεί να μην κινείται πολύ. Δε θέλει να θυμούνται τις τελευταίες της κινήσεις. Σηκώνει αργά τα βλέφαρα. Ο τύπος την κοιτάει. Τον κοιτάει για πρώτη φορά κι αυτή (ο Θείος Μικαέλ κοιμάται). Μεγάλος, 35-40, ερωτολάγνος, ωραίος, κατακτητής, εξουσιομανής, κινδυνομανής, χρήμα, πολλά κενά. Κλείνει τα μάτια. Την ξυπνάει η μητέρα που της προσφέρει κεφτεδάκι. Τη στιγμή που της τρέχουν τα σάλια και δάκρυα ευγνωμοσύνης συγχρόνως, συνειδητοποιεί ότι θέλει σαν τρελή να πάει στη τουαλέτα. Σηκώνεται απελπισμένη και πατώντας ή μάλλον παραπατώντας ανάμεσα σε τσάντες, πόδια, σακούλες, καταφέρνει να βγει στο διάδρομο όπου με αναζητητικό βλέμμα κατευθύνεται προς τις τουαλέτες. Μα πόση ώρα κοιμήθηκα; αναρωτιέται, αφήνοντας ένα καταρράκτη υγρού να απελευθερώσει το κορμί και το μυαλό της. Περπατώντας πίσω το διάδρομο το μάτι της πέφτει στη μικρή φαλάκρα του θείου Μικαέλ και αμέσως μετά στα μαύρα χτενισμένα προς τα πίσω μαλλιά του «εραστή». Ναι, της αρέσει, ναι, μπορεί.

- 22 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Ξαναμπαίνει στη θέση της φτιάχνοντας ένα καλύτερο χώρο. Τρώει. Η μαμά της πασάρει μέχρι να χορτάσει. Παίρνει κι ο Σεργκέι που ξύπνησε. Λέει στη μάνα ευχαριστώ. Ποτέ δεν το είχε ξανακάνει. Όταν σταμάτησε το τραίνο στο σταθμό μετά από κάμποσα 24ωρα και όλοι προχώρησαν προς την πλατεία, κανείς δεν πήρε είδηση ότι η Ταμάρα δεν είχε κατεβεί ακόμα. Κι όταν μετά ο θείος Μικαέλ επεσήμανε την απουσία της και την ψάξανε αυτή δεν ήταν πουθενά στο τραίνο. Τα προσωπικά της αντικείμενα ήταν μαζί τους, άρα, ήταν απαγωγή; Πιθανόν. Όταν μετά από τρία χρόνια οι γονείς της είχαν πια νόμιμα χαρτιά στη χώρα, κατάθεσαν τα στοιχεία της Ταμάρας στην αστυνομία και δήλωσαν

την

εξαφάνισή

της,

χωρίς

πολλές

ελπίδες.

Ταμάρα

Γομπόλοβα, εξαφανίστηκε 15 ετών, το 1910, απ’ το Σταθμό Λαρίσης. Δεν ξέρανε τότε…

Ήταν τόσο περίεργο. Τα ‘βαζε με τον εαυτό του. Γκρίνιαζε ότι του ‘χαν δώσει μια περιοχή χαμηλών προδιαγραφών παρ’ όλη την εμπειρία του, ν’ ασχολείται με τσακωμούς, βλακώδεις καταγγελίες γειτόνων,

περίεργα

ατυχήματα,

μπαροκαυγάδες

και

συζυγικά

ξυλοκοπήματα. Απ’ την άλλη, όταν μια στις τόσες προέκυπτε υπόνοια σοβαρού γεγονότος στη δικαιοδοσία του, Τμήμα 4, σαν κάτι να πάθαινε, σαν να ‘θελε να το θάψει, να το αποφύγει, σαν να φοβότανε, σαν κάτι να φοβότανε. Φεύγοντας απ’ το Τμήμα εκείνο το βράδυ, ήθελε παρέα. Αντρική παρέα. Βασικά να πιει ήθελε, αλλά όχι μόνος. Είχε δικαίωμα. Τα πάντα ήταν τακτοποιημένα. Ή όχι; Κάτι τον τριβέλιζε. Μπήκε στον «Ανέμελο Λαγό» και παράγγειλε ένα ουίσκι. Το αραίωσε καλά. Παγάκια και νερό. Τράβηξε δυο γερές γουλιές. Κοίταξε γύρω. - 23 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Σκορπισμένοι πότες στο μπαρ, βαριοσυνομιλούντες σε κανα-δυο τραπέζια, τους ήξερε σχεδόν όλους. Τράβηξε και μια τρίτη. Το τσιγάρο το ‘χε κομμένο καιρό. Ένιωσε δυνατός. Τράβηξε και τέταρτη. Πόσο ήθελε μια παρέα! Λοιπόν. Άλλος ένας φόνος Κινέζου στον Πειραιά. Τίποτα το ιδιαίτερο, τυπική περίπτωση φαινόταν, ο τύπος κάπου έμπλεξε, γυναίκα θα ‘ταν, stuff θα ‘ταν, τον μαχαίρωσαν στο σπίτι του, εργένης στα 40 του, ‘επιχειρηματίας’ του υπόκοσμου, κάπου σε κάποιον κάτι θα χρωστούσε. Έξω απ’ την δικαιοδοσία του κι αυτός, ευτυχώς στο Τμήμα του Δαμαλά, στο 1ο, μ’ αυτόν μπορεί να συνεννοηθεί. Ο δικός του ήταν ο δεύτερος, πριν ενάμιση χρόνο, κι τώρα, αυτός, ο πέμπτος. Την είχε κλείσει τότε την υπόθεση μετά από έξι μήνες έρευνα, είχαν βρει τον Κινέζο του νεκρό σ’ ένα σοκάκι μαχαιρωμένο άτσαλα τις πρώτες πρωινές ώρες, τον είχε καρφώσει ένας λευκός Πειραιώτης ο οποίος ποτέ δεν αποκάλυψε γιατί, ακόμα δικάζεται. Το είχε συνδυάσει από τότε, είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον επιθεωρητή του 3ου, εκεί που είχαν βρει το πρώτο πτώμα Κινέζου στον Πειραιά, στο λιμάνι, ο Γιαννουκάκος ήταν τοίχος, δεν του ‘δωσε ψήγμα πληροφορίας. Σαν να θυμάται μια γκόμενα μπλεγμένη. Θα πάρει τον Δαμαλά αύριο πρώτη-πρώτη δουλειά. Αδειάζει το ποτήρι του. Κοιτάει γύρω. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Σηκώνεται αργά και φεύγει. Έχει δουλειά αύριο. Καλημέρα Κε Επιθεωρητά! Καλημέρα! Γιώργο, θέλω να μου φέρεις ό,τι υπάρχει για τους φόνους που έχω εδώ, σ’ αυτή την καρτέλα-ο δεύτερος είναι δικός μας αλλά φερ’ τον κι αυτόν- και… Μαρία, θέλω τον Δαμαλά στο τηλέφωνο και να βρεις τα τηλέφωνα των επιθεωρητών όπου έγιναν όλοι αυτοί οι φόνοι. Επίσης, ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ, βρείτε αν υπάρχει γυναικείο πρόσωπο που να σχετίζεται με όλα τα θύματα. Ψάξτε το, προχωρήστε!!!

- 24 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Σκέφτομαι. Ναι, ξέρετε, κι όσο κι αν δεν το πιστεύετε, κι εγώ μπορώ να σκέφτομαι. Κι αν όσο δεν το πιστεύετε, τις περισσότερες φορές σκέφτομαι καλύτερα από σας. Έλα φιλαράκι λοιπόν εσύ τώρα που αποφάσισες ότι θα με εκμεταλλευτείς, θα με κάνεις ερωμένη και δούλα και πηγή χρήματος, θα σου πω εγώ. Μεγαλώνει το πουλί σου όταν με κοιτάς; Σε τρελαίνουν τα λάγνα μάτια μου την ώρα που σου υπόσχομαι υποταγή; Στα δίνω όλα, όλα. Σου λέω, είμαι μικρή, αδύναμη, λιμή, και είσαι μόνο εσύ, ο πιο άντρας του αντρός, φαντάσου, σαν εσένα, άλλον δε θέλω κανένα, μόνο εσένα! Αντί να με σκοτώσεις, το βάρος από πάνω μου να ξαλαφρώσεις. Κι όλες τις χάρες του κορμιού μου αμέσως θα γευτείς, επειδή εσύ είσαι ο αγαπημένος φροντιστής-εραστής! Τελικά τους γουστάρω στ’ αλήθεια τους Κινέζους. Δεν ξέρω τι λένε αυτά τα ψυχαναλυτικά, κοντούληδες και τετράγωνοι με ίσιο πυκνό μαλλί μαύρο, χτενισμένο προς τα πίσω. Δεν μοιάζουνε με τίποτα με τους άντρες της οικογένειάς μου: Εκείνοι είναι ψηλοί, ατσούμπαλοι, πλαδαροί, το μαλλί να εξαφανίζεται πρόωρα, χυδαίοι, σάλια γύρω απ’ το στόμα, η φαλακρίτσα του θείου, θεέ μου, πώς γεννήθηκα εγώ; Αλλά αυτά τα τετράγωνα αντρικά σωματάκια με προκαλούν. Και τα καουμπόικα τα πόδια. Φτιάχνομαι. Οι Κινέζοι είναι όλοι έτσι. Δεν πήγε καλά χθες. Τους το λέω απ’ την αρχή αλλά αυτοί κάτι παθαίνουνε. Τι; Τι; Ότι δεν μ’ ακούνε. ΔΕΝ μ’ ακούνε. Τίποτα δεν ήθελα. Και τον γούσταρα κιόλας, Όλα κανονισμένα ήτανε. Πώς την είδε ο τύπος…., είπαμε, μέχρι εδώ, ΟΧΙ, ξέρεις τι θα πει όχι; NO PROBLEM. Πώς έγινε; Πώς έγινε να φτάσω ΟΝΤΩΣ ΠΑΛΙ να με βιάζουνε; Δεν θα κοιμηθείς ήσυχος ρε τέρας. Χόρτασες και θέλεις τώρα να ησυχάσεις, εδώ, εδώ, στην ήσυχη ησυχία σου θα πεθάνεις.

- 25 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ! Κανένας δεν θα σ’ αναζητήσει, το μούτρο σου, αυτό το χαλασμένο, τώρα, όχι, μην κουνιέσαι, κρακ, πάρε κι άλλη πριν προλάβεις, ρωτούσες πριν αν ήθελα, ρωτούσες; Το σκατο- καβλί σου το ήθελα εκεί που το ‘χωνες ; ΠΑΡΤΑ ΤΩΡΑ! Να στο κόψω ήθελα, να το μασουλήσω και στο φτύσω στη μίζερη μούρη σου, αυτό ήθελα! Και πάρε κι άλλη μία, να!

Γιώργο, Μαρία, τι βρήκατε, ακούω! Γιώργος: έχω τους φακέλους απ’ όλα τα θύματα κινέζων στον Πειραιά τα τελευταία δύο χρόνια, είναι 5, αυτοί που μου δώσατε, αλλά βρήκα ότι ακριβώς πριν απ’ αυτούς είχε γίνει κι ακόμα ένας στην Αθήνα στο κέντρο, τον βρήκαν νεκρό από χτυπήματα με πέτρα στο κεφάλι ενώ κοιμότανε. Η υπόθεση έχει κλείσει χωρίς να βρεθεί ο δολοφόνος, διαβάστε το φάκελο, πιστεύουν ότι ήταν μπλεγμένη γυναίκα επειδή το θύμα είχε μόλις πριν ε… συνουσιασθεί, Κε Επιθεωρητά, και τα χτυπήματα ήταν ελαφρά κι αδύναμα, ωστόσο το θύμα κατέληξε . Μπράβο Γιώργο, πολύ καλή δουλειά. Μαρία; Μαρία: Ο κος Δαμαλάς είπε πως περιμένει να μιλήσετε άμεσα. Να τον πάρω τώρα; Θα σου πω σε λίγο, να ρίξω μια ματιά στους φακέλους που έφερε ο Γιώργος. Τι απάντησαν οι άλλοι Επιθεωρητές; Μαρία: Όλοι απασχολημένοι, ζήτησαν να ξαναδοκιμάσω άλλη στιγμή Χμμμ… άλλη στιγμή… Μάλιστα. Ναι, έλα Γιάννη, πώς πάει, τι έχουμε; Ναι φίλε μου, ο πέμπτος στον Πειραιά, το πρόσεξες κι εσύ, είσαι στο τρέξιμο, σε καταλαβαίνω… Χμμμμ…, ναι, άντρας ο δολοφόνος, ναι, τι ξέρουμε για το θύμα, ναι, ναι, κατάλαβα, άκουσέ με, κοίταξα τους φακέλους όλων των

- 26 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

θυμάτων, ναι, άντρες οι δολοφόνοι, αλλά υπάρχει ένα όνομα που εμφανίζεται σε τρεις μέχρι τώρα, στον δικό μου δεν ήτανε, Ταμάρα Γολόμποβα, αλλά μπορεί να κυκλοφοράει και με άλλα ονόματα, δες λίγο τις γυναίκες του θύματος, μπορεί να σχετίζεται, άκου με που σου λέω… Επίσης, έχω το φάκελο από ένα φόνο που έγινε στην Αθήνα περίπου ένα μήνα πριν ξεκινήσουν οι φόνοι στον Πειραιά, Κινέζος κι αυτός, από γυναίκα υποψιάζονται, αλλά δεν την βρήκανε, μπορεί να ‘ταν αυτή. Δεν ξέρω, δεν ξέρω, αλλά κάτι μου βρωμάει… Μέσα σε δύο χρόνια 5 Κινέζοι όλοι στον Πειραιά… Και να μη βγάζουμε άκρη… Κι αυτός ο προηγούμενος στην Αθήνα… Θα δούμε τι θα δώσει η δίκη για τον Τσάο, πιστεύω να βγει κάποια πληροφορία από κει. Στο κάτω – κάτω είναι η μόνη περίπτωση που συλλάβαμε κάποιον. Αυτός βαλτός μου φαινότανε, γι αυτό δε μιλάει, ίσως όσο πλησιάζει η δίκη να τρομάξει και να ομολογήσει, να μας πει ποιος τον πλήρωσε για τη δουλειά. Βέβαια αν πληρώθηκε καλά…

Όχι, δεν κλαίω κύριε, ένα σκουπιδάκι, ω, ω, το μαντηλάκι μου έπεσε, συγνώμη, ωωω! Ευχαριστώ είσαστε τόσο ευγενικός! Η Ταμάρα σκουπίζει τα μάτια, χαμογελάει με προσποιητή δυσκολία στον Κινέζο τζέντελμαν που της χάρισε το μαντήλι, σκύβει ελαφρά το κεφάλι και προχωράει στην επόμενη πλατεία όπου κάθεται και παραγγέλνει τσάι. Ο καιρός είναι γλυκός, τα δέντρα γεμάτα μπουμπούκια κι ο ουρανός ελαφρά σκεπασμένος, ταιριάζει με τη μελαγχολία που ψάχνει να οργανώσει μέσα της. Πίνει το τσάι της ήσυχη κοιτώντας πουθενά. Ο Κινέζος-τζέντλεμαν εμφανίζεται μετά από ένα εικοσάλεπτο, εντελώς τυχαία και διακόπτει τον εσωτερικό ρεμβασμό της. Δυσκολεύεται να τον αναγνωρίσει (με συγχωρείτε, πόσο αγενής!), ανοιγοκλείνει βαριά τα βλέφαρα με χαμόγελο Μόνα

- 27 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Λίζα (είναι τόσο όμορφη αυτή πλατεία, κάθισα να χαλαρώσω μ’ ένα τσάι και ξεχάστηκα, αν το πιστεύετε, πρέπει να φύγω, ω, πρέπει να φύγω

γρήγορα!)

υπολανθανόντως

και

σηκώνεται

τρομαγμένο.

Ο

με

ύφος

Κος

αγχωμένο

και

Κινέζος-τζέντλεμαν

συστήνεται: Χουάν Λη, αλλά είμαι ένας αληθινός Πειραιώτης, φαίνεστε ταραγμένη, μπορώ να κάνω κάτι για σας; Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ, είσαστε τόσο ευγενικός, του δίνει το χέρι, Ταμάρα, Ταμάρα Γολόμποβα, πρέπει να φύγω τώρα, είμαι πολύ βιαστική, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με σκούρο και θλιμμένο βλέμμα. Στο δρόμο σκέφτεται: εντάξει, από δω και πέρα είναι ζήτημα χρόνου, να τελειώνουμε και με τον Κόλια, καιρό τράβηξε αυτή η ιστορία, δύο μήνες τώρα, έχει αρχίσει κι αυτός να γίνεται πολύ πιεστικός.

Α! Δεν θα τ’ αφήσει αυτή τη φορά! Γιώργο! Πάρε τηλέφωνο τη γυναίκα σου και πες της ότι έχεις δουλειά σήμερα, θα πάμε μαζί στον «Ανέμελο Λαγό»! Και δε θέλω κουβέντα! Έκτος Κινέζος, στη δικαιοδοσία του πάλι, ο Λι-Χου Τζιν ή Κόλια, βρέθηκε νεκρός σε δωμάτιο ξενοδοχείου χτυπημένος με αιχμηρό μεταλλικό αντικείμενο στο πίσω μέρος του κρανίου. Το θύμα φαίνεται να προέβαλε σθεναρή αντίσταση, ενώ οι επιτιθέμενοι ήταν περισσότεροι του ενός, μάλλον τρία άτομα. Ο φονευθείς τους τελευταίους μήνες διατηρούσε σχέση με κυρία, της οποίας το όνομα παραμένει άγνωστο. Ιατροδικαστικά και λοιπά στοιχεία από τον τόπο του εγκλήματος αναμένονται. Ο Επιθεωρητής Γρηγοριάδης με το Γιώργο μπαίνουν στο μπαρ. Η κατάσταση είναι περίπου ίδια με την προηγούμενη φορά, μόνο που Επιθεωρητής παραγγέλνει το ουίσκυ του αυτή τη φορά ανέρωτο. Ο Γιώργος, μια μεγάλη μπύρα.

- 28 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Καταπίνοντας την πρώτη γερή γουλιά, ο Γρηγοριάδης δηλώνει κουνώντας λικνιστικά το ποτήρι: με βοηθάει να σκέφτομαι. Έτσι μου ήρθε πρώτη φορά η ιδέα. Και ξέρεις τι ανακάλυψα σήμερα; Πήρα τον Δαμαλά και μου είπε ότι είχε πέσει πάνω σ’ αυτόν τον Κόλια, τον είχε υποψιαστεί να σχετίζεται με τον δικό του φόνο, αλλά δεν μπόρεσε να βρει στοιχεία εναντίον του! Πάω στοίχημα, είναι σαν ντόμινο, ο ένας σκοτώνει τον άλλον, ή βάζει κάποιον να σκοτώσει για την πάρτη του (όπως στην περίπτωση του πρώτου δικού μας φόνου) και το κίνητρο είναι, τι άλλο; Μια γυναίκα! Κατεβάζει άλλες δυο γουλιές απανωτά. Ο Γιώργος σιγορουφάει τη μπύρα του: τι εννοείτε Κε Επιθεωρητά; Ότι υπάρχει αυτή η γυναίκα που γοητεύει τον έναν μετά τον άλλον και τους ξεφορτώνεται βάζοντας τον καινούργιο να σκοτώνει τον παλιό; Ακριβώς!!! Και κατεβάζει το ποτό του, κάνοντας νόημα στον μπάρμαν να το ξαναγεμίσει. Πιθανόν να διέπραξε η ίδια τον πρώτο φόνο, αυτόν της Αθήνας και μετά ακολουθεί αυτό το κόλπο. Βάζει τον καινούργιο εραστή να δολοφονεί τον προηγούμενο. Και γιατί να το κάνει αυτό; Και γιατί Κινέζοι; Δεν ξέρω φίλε μου. Και δεν ξέρω αν θα το μάθουμε ποτέ. Πιθανόν να θέλουν να την εκμεταλλευτούν. Μπορεί να γίνονται υπερβολικά ζηλιάρηδες για το γούστο της. Μπορεί να είναι και τρελή. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι αύριο, πρώτη δουλειά, θα πας στα μέρη του Κόλια και δε θα γυρίσεις αν δεν έχεις μάθει τα πάντα για τη σχέση του μ’ αυτή την κυρία. Τα πάντα! Όνομα, διεύθυνση, ιστορία, όλα! Κι εγώ θα περάσω από ιατροδικαστές, θα μελετήσω φακέλους και δεν πα να μη μιλάνε, θα εκμαιεύσω τις πληροφορίες που θέλω για τους προηγούμενους

φόνους.

Μπορεί

να

μη

σκάμε

τόσο

για

τις

κιτρινόφατσες που κυκλοφορούν σκόρπια γύρω μας, αλλά δε θ’ αφήσουμε ένα serial killer να μας κάνει κουμάντο!

- 29 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Πίνει την τελευταία γουλιά και σηκώνεται μαζεύοντας το παντελόνι του αποφασισμένος. Σήμερα θα κοιμηθεί ήσυχα. Έχει πολλή δουλειά αύριο. Καλή δουλειά Ενδιαφέρουσα δουλειά. Ποιος τον πιάνει!

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η Ταμάρα Γολόμποβα αφήνει ένα μικρό τραύλισμα να εμφανίζεται πού και πού, σαν από παλιά, έχει μεγαλώσει τα μάτια, έχει γείρει τους ώμους και το βλέμμα το έχει ελάχιστα αλληθωρίσει ώστε να μη φαίνεται να κοιτάει πουθενά. Απαντάει στις ερωτήσεις καθυστερημένα, αφηρημένα, με χαμηλή

τρεμουλιαστή

φωνή

και

τα

παραδέχεται

όλα.

Αλλά

μπερδεμένα. Τόσο μπερδεμένα, που κουράζει όχι μόνο τον κατήγορο αλλά και τους συνηγόρους. Ανακατεύει τα ονόματα, κάνει μπροςπίσω, θυμάται και δεν θυμάται, ενίοτε δακρύζει, κουνάει νευρικά το πόδι, χαμηλώνει συχνά τα βλέφαρα και τα σηκώνει στο κενό, γλύφει τα χείλια, μερικές φορές γελάει χωρίς λόγο. Οι συνήγοροι ζητούν ψυχιατρική εξέταση. Καταδικάζεται σε ισόβια δεσμά και τελικά καταλήγει στο ψυχιατρείο στα 32 της, όπου περνάει την υπόλοιπη ζωή της αυτάρκης, ήσυχη, ικανοποιημένη και ήρεμη.

- 30 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

8.

Το πορτρέτο μιας "τρελής" (της Δώρας Τσακνάκη)

Είμαι

καλό

κορίτσι

μπαμπά

μην

με

χτυπάς. Σε άκουσα δεν βγήκα απ’ το σπίτι σήμερα. Σου μαγείρεψα κιόλας. Να δες μελιτζάνες που σου αρέσουν. Άφησε το κρασί μπαμπά είσαι κουρασμένος. Πήγαινε να κοιμηθείς. Όχι μπαμπά όχι το τσιγάρο πονάει. Είμαι καλό κορίτσι μπαμπά θα κάνω ότι μου πεις. Σε παρακαλώ όμως, πες του Μιχάλη να έρθει. Ξέρεις πότε μ' έφερε εδώ; Όταν γέμισα αίμα ανάμεσα στα πόδια μου. Όταν σκότωσε τα μυστικά απ’ το κουτί της βεράντας. Γι’ αυτόν

φυλάω

το

μαχαίρι,

αλλά

δεν

έρχεται.

Νομίζεις

δεν

καταλαβαίνω ότι είμαι στο τρελάδικο; Είμαι καλό κορίτσι μπαμπά μην φεύγεις. Να έχω σπόρια στην τσέπη μου που σου αρέσουν. Μην φεύγεις...

- 31 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

- 32 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Περιεχόμενα

1.

Δωμάτιο οχτώ (του Ευθύμιου Λέντζα) .................................................................. σελ. 7

2.

Άνθος (της Παναγιώτας Τσιανογιάννη) .......................................................................... 9

3.

Κωμωδία με τρελό (της Αριστέας Τσάντζου) .............................................................. 10

4.

Φρενοβλάβεια (της Αριστέας Τσάντζου) ..................................................................... 15

5.

Ρακοσυλλέκτρια, φονεύς του εραστού της (της Αριστέας Τσάντζου) ........................... 17

6.

Ο Φερδινάνδος της Ισπανίας (του Κωστή Παπαζάκ) .................................................. 20

7.

Tαμάρα – Η εγκληματούσα γυναίκα (της Έλενας Γεωργάτσου) ................................... 21

8.

Το πορτρέτο μιας "τρελής" (της Δώρας Τσακνάκη) ...................................................... 31

- 33 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

- 34 -


Όταν οι τρελοί μιλούν…

Τα κείμενα είναι προϊόν των μαθημάτων βιωματικής γραφής με τον Σωτήρη Παστάκα, στον Λίντο Οργανισμό κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018. Το έργο τέχνης του εξώφυλλου παραχωρήθηκε από την Αριστέα Τσάντζου Οι φωτογραφίες των κειμένων προέρχονται από: http://m.lifo.gr/articles/retronaut_articles/186981/12-sygklonistika-portreta-egkleiston-sefrenokomeio-toy-1869 Ο σχεδιασμός έγινε από τον Κωστή Παπαζάκ

- 35 -

Όταν οι τρελοί μιλούν  

Κείμενα εμπνευσμένα από φωτογραφίες έγκλειστων σε φρενοκομείο του 1869

Όταν οι τρελοί μιλούν  

Κείμενα εμπνευσμένα από φωτογραφίες έγκλειστων σε φρενοκομείο του 1869

Advertisement