Page 1

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016 – ΤΕΥΧΟΣ 4 – www.defencenews.gr

Τα διδάγματα από τον πόλεμο του Λιβάνου το 2006 Η κρίση των Ιμίων, οι επιχειρήσεις των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων το 2006 και οι Ένοπλες Δυνάμεις του 2016

Αμυντικές δαπάνες και οικονομική κρίση: Μύθοι, Αλήθειες και Αντιφάσεις Ιστορικό ελληνοτουρκικών κρίσεων στο Αιγαίο από το 1974 έως σήμερα

Οι Ένοπλες Δυνάμεις και η στρατηγική αντίληψη του πολέμου Ηλεκτρονικός Πόλεμος & Σύγχρονες Στρατιωτικές Επιχειρήσεις Η σημασία του Όπλου των Διαβιβάσεων στις πολεμικές αναμετρήσεις του 21ου αιώνα


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

4

Οι Ένοπλες Δυνάμεις και η στρατηγική αντίληψη του πολέμου 56

Σε μια περίοδο που ένας ολόκληρος κόσμος έχει εισέλθει σε μια διαδικασία αλληλεπίδρασης, τους πυρήνες των νέων κέντρων ισχύος θα αποτελέσουν οι κοινωνίες οι οποίες θα κατορθώσουν να διατηρήσουν ακμαία την αυτοπεποίθησή τους.

Διαβιβάσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις

Στρατηγική είναι η επιστήμη της ανάπτυξης και χρήσης των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων ενός έθνους, στην ειρήνη και τον πόλεμο, ώστε να παρέχεται η μέγιστη υποστήριξη προς την εθνική πολιτική, με σκοπό να αυξηθούν οι πιθανότητες νίκης και να μειωθούν αντίστοιχα οι πιθανότητες ήττας.

Ιστορικό ελληνοτουρκικών κρίσεων στο Αιγαίο από το 1974 έως σήμερα

22

Η αποστολή των Διαβιβάσεων είναι η παροχή επικοινωνιών για την υποστήριξη των διαδικασιών διοίκησης και ελέγχου των Ενόπλων Δυνάμεων.

68

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διανύουν τις τελευταίες δεκαετίες μια περίοδο διαρκών εντάσεων με το νομικό καθεστώς του Αιγαίου να βρίσκεται στο επίκεντρο των διαφορών των δύο κρατών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΛΙΒΑΝΟΥ ΤΟΥ 2006

28

Ο πόλεμος του Λιβάνου το 2006 είναι γνωστός και ως πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Hezbollah ή επιπρόσθετα επικαλείται «πόλεμος του Ιουλίου» (στο Λίβανο) ή και «2ος πόλεμος του Λιβάνου» (στο Ισραήλ).

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΩΚΥΑΛΟΣ

Ηλεκτρονικός Πόλεμος

80

Με τον όρο Ηλεκτρονικός Πόλεμος (ΗΠ) εννοούμαι κάθε στρατιωτική ενέργεια ή δράση, που περιλαμβάνει έρευνα, υποκλοπή και αναγνώριση των ηλεκτρομαγνητικών (Η/Μ) εκπομπών

46

Με απόλυτη επιτυχία εντάχτηκε στις επιχειρήσεις της ΔΥΚ, το νέο σκάφος ανορθόδοξου πολέμου (ΣΑΠ) ΩΚΥΑΛΟΣ, το οποίο αποτελεί προϊόν φτιαγμένο από ελληνικά χέρια.

Τα 3 μέτωπα της Ελλάδας με την Τουρκία

86

Οι πολεμικές εξελίξεις στην ευρύτερη γειτονιά μας τρέχουν, όπως συμβαίνει σε κάθε κρίση, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και με επιπτώσεις και στον υπόλοιπο κόσμο που πριν μερικά χρόνια κάποιοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν.

ΙΜΙΑ 1996, ΛΙΒΑΝΟΣ 2006, ΕΛΛΑΔΑ 2016

52

Σίγουρα αναρωτιέστε τι σχέση έχουν τα Ίμια με το Λίβανο και μάλιστα που να δικαιολογεί μια επετειακή αφιέρωση στην 20η επέτειο της ελληνοτουρκικής κρίσεως του 1996 και στους τρεις ηρωικούς νεκρούς μας.

2

Το περιοδικό «ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ» είναι ιδιοκτησία και συντάσσεται από την δημοσιογραφική ομάδα της ιστοσελίδας www.defencenews.gr. Διανέμεται ΔΩΡΕΑΝ και δεν ΠΩΛΕΙΤΑΙ. Τα ενυπόγραφα άρθρα δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις του περιοδικού. 3


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΑΝΑΛΥΣΗ

Εξοπλισμοί και οικονομική κρίση Μύθοι, αλήθειες και αντιφάσεις Του Βασίλειου Βρεττού Αντιπτέραρχος (Ι) εα

4

5


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΓΕΝΙΚΑ - ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ - ΟΡΩΝ «Σε μια περίοδο που ένας ολόκληρος κόσμος έχει εισέλθει σε μια διαδικασία αλληλεπίδρασης, τους πυρήνες των νέων κέντρων ισχύος θα αποτελέσουν οι κοινωνίες οι οποίες θα κατορθώσουν να διατηρήσουν ακμαία την αυτοπεποίθησή τους. Αντιθέτως, εκείνες οι κοινωνίες που, έχοντας χάσει την αυτοπεποίθησή τους αποδέχτηκαν να γίνουν τα περιφερειακά στοιχεία άλλων κοινωνιών, μετά από ψυχολογική κατάρρευση, θα μείνουν αντιμέτωπες και με τον κίνδυνο της στρατηγικής τους διάλυσης». Η άποψη αυτή, του γνωστού σε όλους μας πρωθυπουργού της Τουρκίας ΑΧΜΕΤ ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ διατυπωμένη στο βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος» δεν είναι τίποτε άλλο από την αναγνώριση όλων αυτών -που όσοι γνωρίζουν το διεθνές περιβάλλονισχυρίζονται. Δηλαδή, ότι σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, ο πόλεμος, τον οποίο ο Θουκυδίδης χαρακτήρισε ως «δάσκαλο της βίας», είναι πάντοτε πιθανός και έτσι τα κράτη αναγκάζονται συνεχώς να προετοιμάζονται για αυτό το ενδεχόμενο και να διατηρούν τη σχετική τους θέση στη κατανομή ισχύος στο διεθνές ανταγωνιστικό σύστημα.

Η διαδικασία όμως ,με την οποία κάθε κράτος καθορίζει το συμφέρον του, ποικίλλει από κράτος σε κράτος ανάλογα με τις εσωτερικές τους δομές. Στη χώρα μας την ευθύνη για την άμυνα (της χώρας) έχει η Κυβέρνηση και για το σκοπό αυτό υιοθετεί την Εθνική Πολιτική και εφαρμόζει την Εθνική Στρατηγική. Με τον όρο Εθνική Πολιτική εννοούμε το σύνολο των γενικών ενεργειών και κανόνων που καθορίζει η Κυβέρνηση σε εθνικό επίπεδο, στο οποίο πολιτικοί κανόνες κατέχουν πρωτεύοντα ρόλο, θέτουν τους Εθνικούς στόχους και διαμορφώνουν δυναμικά τον τρόπο επίτευξης. Από την Εθνική Πολιτική, που περιλαμβάνει τόσο τον καθορισμό των Εθνικών συμφερόντων και εθνικών σκοπών (πολιτικών, οικονομικών ασφάλειας/άμυνας) καθώς και των μέσων που απαιτούνται για την επίτευξή τους, όσο και τη διαμόρφωση του σχεδίου ή μεθόδου δράσης για την επίτευξη των εθνικών σκοπών, πηγάζουν η Πολιτική Εθνικής Άμυνας, η Οικονομική Πολιτική κλπ. Με τον όρο Εθνική Στρατηγική εννοούμε την τέχνη και την επιστήμη της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης του συνόλου του εθνικού δυναμικού (πυλώνες

Ειδικότερα, από την βάση δεδομένων εξαγωγών/ εισαγωγών οπλικών συστημάτων οργανισμού προκύπτει ότι οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων την περίοδο 1996-2003 ήταν 7,9 δις.$, την περίοδο 2004-2009 5,95 δις.$ και την περίοδο 2010-2014 1δις.$ δηλ. συνολικές εισαγωγές οπλικών συστημάτων μεταξύ 1996 - 2014 ύψους 14,85 δισ. USD.

6

ΑΝΑΛΥΣΗ

Εθνικής Ισχύος) που αποτελεί την συνισταμένη της διπλωματικής, οικονομικής, πληροφοριακής και στρατιωτικής ισχύος και των λοιπών δυνατοτήτων της χώρας, σε ειρήνη κρίση και πόλεμο προς διασφάλιση των Εθνικών Αντικειμενικών Σκοπών (ΑΝΣΚ) ήτοι θεμελιωδών στόχων τους οποίους θέτει ένα κράτος. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η υλοποίηση της Εθνικής Πολιτικής επιβάλλει συνεπώς στο ΥΠΕΘΑ (όπως αντίστοιχα και στα άλλα Υπουργεία) την εκδήλωση ενεργειών για έκδοση θεσμικών κειμένων βασικότερων των οποίων είναι: - η Πολιτική Εθνικής Άμυνας (ΠΕΑ) που χαράσσει το πλαίσιο των κυβερνητικών επιλογών βάσει του οποίου θα αναπτυχθεί και θα χρησιμοποιηθεί η Εθνική Αμυντική Ισχύς προκειμένου να προασπίσει και προάγει τα εθνικά συμφέροντα με την εκπλήρωση των εθνικών ΑΝΣΚ, - η Στρατηγική Αξιολόγηση της Κατάστασης (ΣΑΚ) ήτοι η εκτίμηση απειλών και προκλήσεων ασφάλειας και ανάλυση παραγόντων που αφορούν ή επηρεάζουν στη διαμόρφωση της Δομής Δυνάμεων των ΕΔ , - η Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική (ΕΘΣΣ) βάσει της οποίας γίνεται η υλοποίηση των κατευθύνσεων- οδηγιών της πολιτικής Ηγεσίας (βλ. ΠΕΑ), με τον καθορισμό της αποστολής των ΕΔ, των στρατιωτικών στρατηγικών ΑΝΣΚ και του τρόπου σχεδιασμού – ανάπτυξης –χρησιμοποίησης της στρατιωτικής ισχύος της χώρας προκειμένου επιτευχθούν οι στόχοι της ΠΕΑ αλλά και τον καθορισμό των κρίσιμων βιομηχανικών δυνατοτήτων και τεχνολογιών αιχμής προς όφελος της Εθνικής άμυνας, - η Στοχοθεσία των ΕΔ (ΣΕΔ), οι Στόχοι Εθνικής Άμυνας (ΣΕΑ), οι Κατευθύνσεις Αμυντικής Σχεδίασης και άλλα μεταξύ των οποίων η εξαιρετικής οικονομικής (και όχι μόνο) σημασίας Εθνική Αμυντική Βιομηχανική Στρατηγική (ΕΑΒΣ). Θα ήταν, ενδεχομένως, πλεονασμός να τονίσουμε ότι η Εθνική Ισχύς αποτελεί σημαντικό στοιχείο της συμπεριφοράς των κρατών και καθορίζει εν πολλοίς τις διεθνείς σχέσεις, ενώ η προβολή εθνικής ισχύος, ανεξαρτήτως σε ποιους παράγοντες αυτή βασίζεται, υλοποιείται σε κάθε περίπτωση με/ή και με τις ένοπλες δυνάμεις ακόμα και στη σημερινή εποχή, όπου η επίδειξη ισχύος παγκοσμίως επιχειρείται πολλάκις και

με άλλα μέσα. Σήμερα, βάσει επίσημων θεσμικών κειμένων, η έννοια της Εθνικής Άμυνας, ήτοι της υπεράσπισης του εθνικού χώρου , της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής κυριαρχίας και όλων των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, έχει ενταχθεί στην ευρύτερη έννοια της εθνικής ασφάλειας με την έννοια της εξωτερικής ασφάλειας. Για να παραχθεί άριστο επίπεδο άμυνας, που αποτελεί δημόσιο αγαθό, απαιτείται η παρέμβαση του κράτους, αφενός μεν για να προσδιορίσει το κοινωνικά καλύτερο επίπεδο παραγωγής αυτού του αγαθού, αφετέρου να καθορίσει τον τρόπο χρηματοδότησης του κόστους παραγωγής του. Είναι λοιπόν προδήλως φανερό- αποδεκτό ότι η οικονομία αποτελεί κοινή συνισταμένη όλων των παραγόντων ισχύος και αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο της στρατιωτικής ισχύος ενώ η σχέση των δύο είναι αμφίδρομη. Είναι επίσης εμφανές ότι χρηματοοικονομικές και δημοσιονομικές κρίσεις που συνδέονται με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους των κρατών και συνεπώς τη δημοσιονομική τους πολιτική, θίγουν τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών αυτών ενώ παράλληλα επηρεάζουν και τους περιφερειακούς συσχετισμούς. Είναι λοιπόν σαφές ότι η Εθνική ακεραιότητα αφορά όχι μόνο την εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας όπως η χώρα μας, αλλά όλες τις συνιστώσες της εθνικής ισχύος. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ – Η ΑΠΕΙΛΗ και Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ “ΣΥΜΒΟΛΗ” ΤΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ «Και εστίν ο πόλεμος ούχ όπλων πλέον αλλά δαπάνης» (Θουκυδίδης) Επειδή τα κράτη όμως είναι ευαίσθητα στο κόστος είναι αναγκασμένα να συμπεριφέρονται ορθολογικά. Αυτό σημαίνει ότι, στα σημαντικά για την ασφάλεια και άμυνα θέματα, τα κράτη πρέπει να είναι σε θέση να υπολογίζουν τη σχέση κόστους /οφέλους (cost benefit analysis) και να επιλέγουν τη στρατηγική εκείνη που μεγιστοποιεί το συμφέρον τους. Ως γνωστόν, η ελληνική οικονομία είχε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανόδου μετά το 2ο ΠΠ -εκτός από τις περιόδους των δυο πετρελαϊκών κρίσεων του 1973 και 1979 –επειδή ,κατά κύριο λόγο, ξεκινούσε από πολύ χαμηλή βάση. Η άνοδος του ακαθάριστου προ7


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ϊόντος (άνω του μέσου ευρωπαϊκού) που καταδείχθηκε μετά την ένταξη το 2002 στο κοινό νόμισμα, είχε σαν κύριο παράγοντα την ευκολία πρόσβασης σε πιστώσεις για καταναλωτικές δαπάνες, που κατέληξε στο να παραβιαστεί -μετά το 2005- το κριτήριο ελλείμματος 3% του Συμφώνου Σταθερότητας. Το 2009 για πρώτη φορά μετά το 1993 ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας γύρισε σε αρνητικό πρόσημο, ενώ από τότε στην ουσία αντιμετωπίζουμε μια διαρκή οικονομική κρίση. Η εν λόγω οικονομική κρίση, που επιδείνωσε την στενότητα στα δημοσιοοικονομικά, ουσιαστικά ανέδειξε το διαχρονικό έλλειμμα ορθολογικού σχεδιασμού και αποδοτικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του κρατικού προϋπολογισμού, σε όλο το φάσμα του δημοσίου και, αναπόφευκτα, και στον τομέα της άμυνας. Παράλληλα κατέστησε άμεση και επιτακτική μια ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη χρήση πόρων, που η Ελλάδα επενδύει στην Εθνική Άμυνα με στόχο την μεγιστοποίηση του οφέλους και την ελαχιστοποίηση του κόστους της εν λόγω επένδυσης. Η διαφαινόμενη δε δημοσιονομική στενότητα και των επομένων ετών καθιστά επιτα-

κτικότερη την ανάγκη για ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων που επενδύονται στην Εθνική Άμυνα. Η απαίτηση όμως αποδοτικής και αποτελεσματικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του κρατικού Π/Υ είναι διαρκής σε όλους τους τομείς. Εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ όμως στην Άμυνα είναι η αποτελεσματική αξιοποίηση των εν λόγω πόρων, για την εξυπηρέτηση της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής, στο πλαίσιο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας. Διαχρονικά, οι αμυντικές δαπάνες στην Ελλάδα, δε χρησιμοποιούνται ως μέσον οικονομικής σταθεροποιητικής πολιτικής. Η βασική ανάγκη να δαπανάται στην άμυνα 3πλασιο ποσοστό του ΑΕΠ από τον ΜΟ της ΕΕ, αν και διατυπώνεται ως ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση της εξ Ανατολών απειλής και υπεράσπισης της εθνικής μας κυριαρχίας, έχει αποδειχθεί ότι, όχι μόνο δεν εξυπηρέτησε την Πολιτική Εθνικής Άμυνας και την Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική, αλλά «προκάλεσε» εξοπλιστική φρενίτιδα, ιδιαίτερα μετά τον Ιανουάριο 1996. Η εν λόγω εξοπλιστική φρενίτιδα των τελευταίων ετών, ουδόλως εξυπηρέτησε την αναπτυξιακή

Η οικονομία αποτελεί κοινή συνισταμένη όλων των παραγόντων ισχύος ενός κράτους και αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο της στρατιωτικής ισχύος, ενώ η σχέση των δύο είναι αμφίδρομη.

8

ΑΝΑΛΥΣΗ

πολιτική της χώρας, και ιδιαίτερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Σήμερα, καμία σοβαρή αμυντική βιομηχανία δεν έχει απομείνει στην χώρα, οι τρεις κρατικοδίαιτες «φυτοζωούν» με κρατική κυρίως επιδότηση, ενώ οι ιδιωτικές αμυντικές βιομηχανίες είναι περιορισμένες και βαλτώνουν χειρότερα, αφού κατά γενικό κανόνα, η συμμετοχή τους στα εξοπλιστικά προγράμματα ήταν πολύ χαμηλής προστιθέμενης αξίας και δεν παρείχε (η συμμετοχή τους) καμία προοπτική για επενδύσεις σε έρευνα – ανάπτυξη και πιστοποίηση προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών), για την ικανοποίηση των αναγκών της χώρας και κυρίως σε διεθνή κλίμακα. Η βασική ανάγκη της Ελλάδα να δαπανά στην άμυνα 3πλασιο ποσοστό του ΑΕΠ από τον ΜΟ της ΕΕ, ως αποτέλεσμα της απαίτησης αποτελεσματικής αντιμετώπισης της εξ Ανατολών απειλής και υπεράσπισης της εθνικής μας κυριαρχία. Είναι ιστορικά αληθές ότι η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν, μετά το 1974, τις δύο χώρες με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στο ΝΑΤΟ ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η Ελλάδα έχει δαπανήσει από το 1974 έως το 2014 περίπου 218 δις USD ητοι περίπου 170 δις. ΕΥΡΩ. Ωστόσο, το ποσό αυτό αφορά στους συνολικούς Π/Υ του ΥΠΕΘΑ και όχι σε δαπάνες για εξοπλισμούς. Όσοι ασχολούνται με την Άμυνα θα γνωρίζουν ή τουλάχιστον θα πρέπει να γνωρίζουν ότι υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των όρων «αμυντικός προϋπολογισμός» και « δαπάνες -εξοπλιστικές δαπάνες». Συγκεκριμένα: - ο «αμυντικός Π/Υ» αφορά στο σύνολο των αναγκαίων πιστώσεων για να λειτουργήσει το ΥΠΕΘΑ και καλύπτει όλο το φάσμα δαπανών για υποδομές, εξοπλισμό, ανθρώπινο δυναμικό, διαχωριζόμενο στις ανελαστικές δαπάνες (εκείνες που προκαλούνται μόνο από την «ύπαρξη» του ΥΠΕΘΑ) και τις ελαστικές δαπάνες (οι οποίες σχετίζονται με το εύρος και την έκταση της λειτουργίας του ΥΠΕΘΑ). - με τον όρο «εξοπλιστικές δαπάνες» εννοούμε την επένδυση για την απόκτηση επιχειρησιακών ικανοτήτων, ώστε να καλύπτονται τα τρέχοντα και τα εκτιμώμενα επιχειρησιακά κενά (στο πλαίσιο εξυπηρέτησης της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής και της Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής),

καλύπτοντας στο μέγιστο δυνατό τις απαιτήσεις ασφάλειας εφοδιασμού και υποστήριξης για όλο τον επιχειρησιακό κύκλο ζωής του οπλικού συστήματος (Ο/Σ). Από τα 170δις. ΕΥΡΩ που προαναφέραμε, το 5055% αποτελούν δαπάνες μισθοδοσίας προσωπικού (στρατιωτικού και πολιτικού), το 25% λειτουργικά έξοδα και το 20-25% αφορά σε δαπάνες για εξοπλισμούς. Δηλαδή ΜΟΝΟ τα 40 δις αφορούν τους εξοπλισμούς σε διάστημα 34 ετών ήτοι 1,2 δις το έτος. ΜΟΝΟ γιατί οι δαπάνες αυτές συγκρινόμενες με άλλες (πχ δαπάνες στην Υγεία που αποτελεί επίσης κοινωνικό αγαθό) είναι εξαιρετικά μικρότερες. Ως εκ τούτου οι εξοπλισμοί μπορεί να «φόρτωσαν» το ελληνικό έλλειμμα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν η κύρια αιτία της οικονομικής καταστροφής. Η «έντεχνη» προσπάθεια να «φορτωθούν» τα πάντα στους εξοπλισμούς μπορεί να είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους αυτΟεπικαλούμενους «προοδευτικούς» πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους και επίσης να ακούγεται εύκολα και ευχάριστα από την πολλαπλά και πολλαπλώς δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία, αλλά αριθμητικά είναι ανακριβής και εξαιρετικά επικίνδυνη για την άμυνα και την επιβίωση της χώρας. Εξάλλου τα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) διαψεύδουν ότι οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων την περίοδο 1996-2003 οφείλονται για την διόγκωση του Ελληνικού Χρέους. Ειδικότερα, από την βάση δεδομένων εξαγωγών/ εισαγωγών οπλικών συστημάτων οργανισμού προκύπτει ότι οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων την περίοδο 1996-2003 ήταν 7,9 δις.$, την περίοδο 2004-2009 5,95 δις.$ και την περίοδο 2010-2014 1δις.$ δηλ. συνολικές εισαγωγές οπλικών συστημάτων μεταξύ 1996-2014 ύψους 14,85 δισ.USD.

9


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

4,2% σε 2,7%, ενώ αντίθετα από το 2004 μέχρι και το 2009 αυξήθηκαν εκ νέου στο 3,3% του Α.Ε.Π. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα από τα στοιχεία εξέλιξης των αμυντικών δαπανών της χώρας (ως % του ΑΕΠ) της World Bank (Γράφημα). Από πουθενά λοιπόν δεν προκύπτει το φανταστικό ποσοστό του 6,3% του Α.Ε.Π που ισχυρίζονται όσοι υποστηρίζουν το σενάριο των 84δις.

Επίσης, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ίδιου Ινστιτούτου Ερευνών (SIPRI) οι δαπάνες σε εθνικό νόμισμα της Ελλάδας για το σύνολο των αμυντικών δαπανών (εξοπλισμοί, λειτουργικές δαπάνες, μισθοδοσία κ.ο.κ.) έφτασε μεταξύ των 19882014 τα 112,5 δισ.€. Αντίστοιχα η περίοδος εκτίναξης των αμυντικών δαπανών ήταν αυτή της 5ετούς περιόδου 2004-2009, με δεύτερη εκείνη της 8ετούς περιόδου 1996-2003. Τέλος από το 1988 έως και το 2004 οι αμυντικές δαπάνες στο σύνολο του Α.Ε.Π. μειώθηκαν από

Η κατάσταση της διαθεσιμότητας κρίσιμων Ο/Σ των ΕΔ επιδεινώνεται καθημερινά και ενδεχομένως η κατάσταση να είναι μη αναστρέψιμη με παρόντες οικονομικούς όρους.

10

ΑΝΑΛΥΣΗ

Με την έντεχνη προσπάθεια να «φορτωθούν» όλα στην άμυνα και στους εξοπλισμούς, δημιουργήθηκε επίσης μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» στη χώρα μας, ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να περικοπούν διότι αφενός, καταλήγουν σε μίζες, αφετέρου είναι άχρηστα, αφού δεν θα υπάρξει στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία. Με την βασική διαπίστωση ότι οι «ωφέλιμες πληρωμές» (βλ. μίζες) υπάρχουν σε όλον τον κόσμο και συνεπώς δεν ανακαλύψαμε εμείς τον τροχό -χωρίς να σημαίνει ότι δεν καταδικάζεται απερίφρασταη εν λόγω «πρακτική» όπου υπάρχειπολύ φοβάμαι, ότι καλλιεργήθηκε η εσφαλμένη άποψη, ότι οι ανεπιθύμητες αυτές καταστάσεις ευθύνονται, σχεδόν αποκλειστικά, για την δυσχερή οικονομική κατάσταση της χώρας. Η άποψη αυτή όμως, μαζί με το δήθεν ζητούμενο της διαφάνειας, οδηγεί μαθηματικά τις ΕΔ της χώρας σε αφοπλισμό. Το ερώτημα λοιπόν είναι: γιατί δεν λαμβάνονται άμεσα μια σειρά προληπτικών, οργανωτικών και κατασταλτικών μέτρων για την πάταξη της όποιας υπαρκτής διαφθοράς και άμεση δικαστική και οικονομική εξόντωση και διαπόμπευση των επιόρκων; Μήπως τελικά εξυπηρετεί κάποιους η κατάσταση αυτή και η συνέχισή της; Όσον αφορά στο ψευδές δίλλημα… «αν υπάρχει ενδεχόμενο σύγκρουσης με την Τουρκία» … το ερώτημα δεν είναι βέβαια αν οι πραγματικοί συσχετισμοί δυνάμεων επιτρέπουν τέτοιες σκέψεις ή αν γνωρίζουμε ότι ιστορικά το άναρχο διεθνές σύστημα τιμωρεί τα κράτη που δεν μεριμνούν για την αυτοπροστασία τους και την διατήρηση της εδαφικής τους ακεραιότητας, αλλά, αν όντως δεν υφίσταται απειλή, τότε γιατί η πολιτική Ηγεσία της χώρας δεν ενημερώνει –όπως οφείλει έχοντας την αποκλειστική ευθύνη προσδιορισμού των απειλών της χώρας– άμεσα και μέσω των υφιστάμενων διαδικασιών και θεσμικών κειμένων την στρατιωτική Ηγεσία και τον Ελληνικό λαό; Αν όμως υφίσταται πραγματικά απειλή, τότε ποιες οι ευθύνες των πολιτικών Ηγεσιών της χώρας για την –κατά την άποψή μου μη αναστρέψιμη- κατάσταση που βρίσκονται σήμερα οι ΕΔ και η διαχρονική τους απραξία βελτίωσης του νομοθετικού πλαισίου και των δαιδαλωδών διαδικασιών προμήθειας αμυντικού υλικού ακόμα και για τη συντήρηση των ήδη υπαρχόντων οπλικών συστημάτων; Μπορεί αυτές οι ευθύνες να εξαντλούνται στις

«πολιτικές τους ευθύνες» μετακυλίοντας ουσιαστικά τις ποινικές στην Στρατιωτική Ηγεσία η οποία βέβαια έχει το δικό της σημαντικό μερίδιο ευθυνών; Τέλος, αν υιοθετήσουμε, όπως προαναφέρθηκε, την ύπαρξη απειλής και τη θεωρία του ανταγωνισμού και συγκρίνουμε τα εν λόγω ποσά με τα αντίστοιχα της απειλής, - οι εξοπλισμοί της οποίας για το 2015 υπολογίστηκαν στα 10 δις Ευρώ, στα πλαίσια ενός εξοπλιστικού προγράμματος 70 δις συνολικά έως το 2023 – (Σχεδίου Αναδιοργάνωσης 2033 («TSK 2033 Yeniden Yapılanma Projesi») που προβλέπει την μετάβαση σε πλήρως επαγγελματικό στράτευμα με σταδιακή κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας), τότε το χάσμα που δημιουργείται είναι τεράστιο και ανησυχητικά συνεχώς αυξανόμενο. Πρέπει όμως να μας αφορά πόσα επενδύει η Τουρκία; Νομίζω ότι αυτό που μας αφορά πραγματικά, είναι ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των επενδύσεων επιστρέφει στην ίδια την χώρα, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της αμυντικής και μη αμυντικής βιομηχανίας, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας σε τομείς υψηλού τεχνολογικού ενδιαφέροντος και της αποφασιστικής συμβολής της στην ανάπτυξη της χώρας και την αύξηση του ΑΕΠ. Έτσι, αντί για δαπάνες πρέπει να ομιλούμε για επενδύσεις, σημειώνοντας την «αυτονόμηση» ή «απεξάρτηση» μέσω της ανάπτυξης νέων προϊόντων και φυσικά την δημιουργία των προϋποθέσεων και των προοπτικών για απόκτηση εξαγωγικών δυνατοτήτων, με προφανή οικονομικά και γεωστρατηγικά οφέλη. Συνοπτικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα χρήματα που δαπανήθηκαν για την Άμυνα στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια βέβαια δεν είναι λίγα, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν δαπανήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι αν αυτά τα 40 δις είχαν «δαπανηθεί» σωστά, σήμερα δεν θα υπήρχαν τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ένοπλες Δυνάμεις σε πάρα πολλούς τομείς αν όχι σε όλους. Οι αμυντικές δαπάνες δεν ελάμβαναν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες των ΕΔ, ενώ φαίνεται ότι η Ελλάδα δαπανούσε περισσότερα για εξοπλισμούς σε περιόδους που το ΑΕΠ μειωνόταν και αντίστροφα, ενώ τα περισσότερα δαπανώνται για αμυντικές δαπάνες σε περιόδους μειωμένης τουρκικής προκλητικότητας!!. Θα δυσκολευτούμε λοιπόν με οικονομικά στοιχεία να βρούμε λογική ή να οδηγηθούμε σε απο11


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

δοχή της θεωρίας του ανταγωνισμού των εξοπλισμών και να δεχτούμε ότι ο βαθμός της απειλής πολέμου, συσχετίζεται θετικά με το επίπεδο ή το ποσοστό των αμυντικών δαπανών της αντίπαλης χώρας. Τι γίνεται όμως σήμερα; Σήμερα ο Π/Υ του ΥΠΕΘΑ συνεχίζει να κινείται σε ασφυκτικούς δημοσιονομικούς ρυθμούς και με απλά λόγια, το ΥΠΕΘΑ θα πρέπει να λειτουργήσει με λιγότερο από το 50% αυτών που του διατέθηκαν το 2010, χωρίς όμως να έχει μεταβληθεί θετικά το περιβάλλον απειλών και τάσεων βάσει κυρίως των όσων ορίζονται στην ΠΕΑ. Το πρόβλημα επιδεινώνεται εξαιρετικά, καθώς το ΥΠΕΘΑ δεν λειτουργεί μόνο για την άμυνα, αλλά καλύπτει και μεγάλο εύρος των αναγκών της πολιτείας στην παροχή κοινωνικής προσφοράς, όπως επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης σε θάλασσα και αέρα, αεροπυρόσβεσης και αεροδιακομιδών. Συνεπώς το ΥΠΕΘΑ καλείται να καλύψει και τις απαιτήσεις χρηματοδότησης του κοινωνικού ρόλου της πολιτείας, χωρίς να αποζημι-

ΑΝΑΛΥΣΗ

ώνεται για τις εν λόγω υπηρεσίες, πέραν οιασδήποτε λογικής χρηστής οικονομικής διαχείρισης. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ενιαίου φορέα διαχείρισης αυτών των αποστολών κοινής ωφέλειας βρίσκει εμπόδια συνεχώς και βέβαια τις αντιδράσεις των εμπλεκομένων φορέων. Η προσπάθεια του ΥΕΘΑ να υλοποιήσει μια παλαιότερη πρόταση αποτελεί ουσιαστικά μια προσπάθεια καλυτέρευσης των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες αλλά και επίλυσης ουσιαστικών προβλημάτων που προκαλούνται στις ΕΔ και δη στην ΠΑ. Ίδωμεν…

Η βασική ανάγκη της Ελλάδα να δαπανά στην άμυνα 3πλασιο ποσοστό του ΑΕΠ από τον ΜΟ της ΕΕ, ως αποτέλεσμα της απαίτησης αποτελεσματικής αντιμετώπισης της εξ Ανατολών απειλής και υπεράσπισης της εθνικής μας κυριαρχία.

Οι ΕΔ από το 2005 δεν έχουν προχωρήσει σε κανένα κύριο εξοπλιστικό πρόγραμμα, παρά την διαφαινόμενη ποσοτική ανατροπή ισχύος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και, λογικά, την απώλεια της επικαλούμενης ποιοτικής μας υπεροχής.

12

Ενδεικτικό επίσης είναι ότι οι πιστώσεις των εξοπλιστικών προγραμμάτων για το 2015 που ήταν 700 εκ ευρώ, σε σύγκριση με το 2010 (που ήταν 1.300.000.000)μειώθηκαν κατά 50% περίπου (διατεθείσα πίστωση 2015 289 εκ ΕΥΡΩ), ενώ για το 2016 το 62,4% των αμυντικών δαπανών απαιτείται για μισθοδοσία, το 18,8% των αμυντικών δαπανών προορίζεται για την κάλυψη των ανειλημμένων υποχρεώσεων εξοπλιστικών προγραμμάτων (0,598 εκ €), το 18,6% των αμυντικών δαπανών απομένει για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων και 0% προορίζεται για την έρευνα και ανάπτυξη. Συνολικά αναμένεται να διατεθούν 685,6 εκ ΕΥΡΩ για λειτουργικές δαπάνες και λοιπές δαπάνες (μισθοδοσία, ασφαλιστικά, περίθαλψη προμήθειες ΝΑΤΟ κλπ) Ποιος λοιπόν μπορεί να ομιλεί ακόμη και σήμερα για «αμυντικές επενδύσεις» και «εξοπλιστικά προγράμματα»; Οι ΕΔ από το 2005 δεν έχουν προχωρήσει σε κανένα κύριο εξοπλιστικό πρόγραμμα, παρά την διαφαινόμενη ποσοτική ανατροπή ισχύος μεταξύ Ε-Τ και, λογικά, την απώλεια της επικαλούμενης ποιοτικής μας υπεροχής. Αντιλαμβανόμαστε βέβαια, ότι σε

περίοδο οικονομικής κρίσης οποιαδήποτε πρόταση για έναρξη εξοπλιστικών προγραμμάτων και αύξηση Π/Υ είναι μάλλον ουτοπία. Αν και η ερμηνεία του όρου εξοπλισμοί παρατέθηκε παραπάνω πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν είναι: • Η προμήθεια αεροσκαφών χωρίς όπλα ή αρμάτων χωρίς βλήματα ή υποβρυχίων χωρίς τορπίλες, • η απόκτηση ενός οπλικού συστήματος χωρίς τις υποδομές και προϋποθέσεις πλήρους αξιοποίησης των δυνατοτήτων του ή η απόκτηση ενός οπλικού συστήματος χωρίς αυτό να είναι εντάξιμο στο υπάρχον οπλοστάσιο των ΕΔ, • η απόκτηση ενός οπλικού συστήματος χωρίς εν συνεχεία υποστήριξη, Δεν είναι όμως δυνατόν, επίσης, να θεωρείται εξοπλιστικό πρόγραμμα η εν συνεχεία υποστήριξη υπάρχοντος Ο/Σ και ακόμη περαιτέρω η εν συνεχεία υποστήριξη μη οπλικού συστήματος. Μια τέτοια ερμηνεία: • αποτελεί αλλοίωση της έννοιας εξοπλιστικό πρόγραμμα, 13


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

• δεν εμπεριέχει κατ΄ ουσία καμία επενδυτική προοπτική, αφού όπως προαναφέραμε η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας (κρατικής και ιδιωτικής) είχε ελάχιστη ως μηδαμινή προστιθέμενη αξία (γι΄ αυτό και καμία εταιρεία δεν δύναται να αναλάβει την εν συνεχεία υποστήριξη συστημάτων των ΕΔ χωρίς εξάρτηση από τον κατασκευαστή – προμηθευτή), • αλλά κυρίως, προκαλεί και επιτείνει την παραπλάνηση των φορολογουμένων αναφορικά με την αξιοποίηση των φόρων που κατέβαλαν. Παρά ταύτα στα 650 προγράμματα εξοπλιστικών στόχων για το Νέο 15ετές Εξοπλιστικό Πρόγραμμα (2015) εμπεριέχονται και τα προγράμματα συντήρησης, που διογκώνουν εξαιρετικά το κόστος. Έχοντας λοιπόν ως δεδομένο την συνεχή μείωση των Π/Υ του ΥΠΕΘΑ, που όπως προαναφέραμε περιλαμβάνει και δαπάνες για τον κοινωνικό ρόλο, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα οδηγήσει τελικά, στην κατάρρευση της αποτρεπτικής μας ικανότητας και, έτσι, θα δημιουργήσει συνθήκες σοβαρής έμπρα-

κτης αμφισβήτησης της εδαφικής μας κυριαρχίας και ακεραιότητας. Αν θα επιχειρούσαμε μια χρονολογική συνοπτική ανάλυση των αμυντικών δαπανών στη χώρα μας και της πολιτικής που ακολουθήθηκε θα διαπιστώναμε ότι: • Η Ελλάδα δαπανά ετησίως πολύτιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους στην εθνική άμυνα, και συνεπώς ένα σημαντικό ποσοστό του ετήσιου γενικού κρατικού προϋπολογισμού της. • Οι κυβερνητικές πολιτικές της δεκαετίας του ΄90 συνέτειναν στην οριακή αποκλιμάκωση του ποσοστού συμμετοχής του Π/Υ του ΥΠΕΘΑ στο Γενικό Κρατικό Π/Υ, ο οποίος όμως αυξάνονταν με γοργούς ρυθμούς. Η πολιτική αυτή, υποστήριζε ότι όσο πιο εύρωστη και δυναμικά αναπτυσσόμενη είναι η οικονομία μιας χώρας, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής δύναμης του κράτους, σε απόλυτες τιμές. • Ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του Π/Υ του ΥΠΕΘΑ την περίοδο 1990-1999 συγκρινόμενος με

Όσοι ασχολούνται με την Άμυνα θα γνωρίζουν ή τουλάχιστον θα πρέπει να γνωρίζουν ότι υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των όρων «αμυντικός προϋπολογισμός» και «εξοπλιστικές δαπάνες».

14

ΑΝΑΛΥΣΗ

τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης του Γενικού Κρατικού Π/Υ δείχνει ότι οι κυβερνήσεις της δεκαετίας του ΄90 δυσκολεύονταν να περιορίσουν το ρυθμό μεγέθυνσης του Π/Υ του συγκεκριμένου Υπουργείου. Οι αυξημένες δαπάνες θεωρούνταν ως ανελαστικές και απαραίτητες. • Την πενταετία 2000-2004, διαπιστώνεται μια στροφή των Κυβερνήσεων προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι, αντί να προσπαθήσουν να εκλογικεύσουν την ποσοστιαία συμμετοχή του ΥΠΕΘΑ στις δαπάνες του κρατικού Π/Υ, προσπάθησαν να σταθεροποιήσουν το μέγεθος των δαπανών και έτσι βαίνει μειούμενη η ποσοστιαία συμμετοχή του ΥΠΕΘΑ στις κυβερνητικές δαπάνες. • Το 2009 (οικονομική κρίση) η πολιτική Ηγεσία με σύνθημα «Ισχυρή Ελλάδα τωνΑνοικτών Οριζόντων» προτείνει «Δημιουργία ισχυρών και αποτελεσματικών Ενόπλων Δυνάμεων, εξορθολογισμό των δαπανών, μικρότερο κόστος λειτουργίας και μέγιστη κατά το δυνατόν διαθεσιμότητα αλλά και την πλήρη αξιοποίηση, κατά προτεραιότητα, των υπαρχόντων οπλικών συστημάτων και μέσων». Παράλληλα προτείνεται, αλλά ουδέποτε υλοποιείται, η αλλαγή της Δομής Δυνάμεων των Ενόπλων Δυνάμεων, με μείωση των μονάδων και στρατοπέδων και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού με αξιοκρατία και διαφάνεια». Ψηφίζεται στη Βουλή των Ελλήνων ο ν. 3383/10 και ο ν.3978/11 που ο συνδυασμός τους συνάμα με την ανυπαρξία Ερμηνευτικών Εγκυκλίων και Προεδρικών Διαταγμάτων (μέχρι και σήμερα !!) αλλά και τη σημαντική συνεχή μείωση των Π/Υ του ΥΠΕΘΑ δημιούργησε μια κατάσταση όπου η περί εξοπλισμών νομοθεσία φάνηκε ότι ήταν νομοθεσία περί ΜΗ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ, οι συνεχείς μειώσεις Π/Υ του ΥΠΕΘΑ έφερε συνεχή μείωση υλοποίησης των πραγματικών επιχειρησιακών απαιτήσεων, ενώ παράλληλα δημιούργησε και σημαντικά προβλήματα στη Δομή Διοίκησης των ΕΔ (βλ. Ιεραρχία –κάθετη Δομή) . • Το 2012 εμφανίζεται η συγκυβέρνηση κομμάτων, με την οικονομική κρίση σε κορύφωση, αλλά με ψεύτικα συνθήματα για την άμυνα και τις πραγματικές της ανάγκες, όπως «Ισχυρή Άμυνα – Εθνική Αυτοπεποίθηση» και δηλώσεις όπως «Η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε, δεν θα αποτελέσει πρόσχημα για τη μείωση της αποτρεπτικής

ικανότητας και του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων». Παράλληλα εκφράστηκαν προτάσεις παρόμοιες με αυτές της προηγουμένης κυβερνήσεως. Ουδεμία κίνηση όμως τροποποίησης –βελτίωσης της κατάστασης, παρά τις όποιες σχετικές διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Στο διάστημα αυτό εξακολουθούν να μειώνονται οι δαπάνες για την Άμυνα ενώ δεν θα πρέπει να λησμονηθεί τόσο η αδυναμία της ΓΔΑΕΕ (αρμόδιου φορέα εξοπλισμών) να υλοποιήσει τα όσα η νομοθεσία προέβλεπε αλλά και τα όσα η ίδια –παρά την αδυναμία της- διεκδικούσε όσο και η αδυναμία της στρατιωτικής Ηγεσίας να πείσει την πολιτική Ηγεσία του ΥΠΕΘΑ για λήψη άμεσων μέτρων. Παράλληλα, υπό το φόβο νέων σκανδάλων το ΥΠΕΘΑ άφησε να πλανάται υπό μορφή πολιτικής εντολής στους έχοντες οικονομική εξουσία στις ΕΔ ότι «η νομιμότητα υπερισχύει της επιχειρησιακής απαίτησης». Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για τα σκάνδαλα στους εξοπλισμούς (που προαναφέρθηκε) δημιούργησε κλίμα φόβου και άρνησης στις αρμόδιες, για τις διαγωνιστικές διαδικασίες, επιτροπές, με αποτέλεσμα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των διαγωνισμών να αποβαίνει άκαρπος. • Την ίδια εποχή ήτοι 2012-2014 παρατηρείται ραγδαία επιδείνωση στις διαθεσιμότητες των Ο/Σ κυρίως της ΠΑ (στρατιωτικού και μη στρατιωτικού υλικού) ως όπλο που εξαρτάται άμεσα από την τεχνολογία, αφού οι εταιρείες που μπορούν να υποστηρίξουν την ΠΑ δεν συμμετέχουν σε διαγωνισμούς λόγω της τεράστιας γραφειοκρατίας, των πολύπλοκων ελεγκτικών μηχανισμών και της αφερεγγυότητας του κράτους σε θέματα πληρωμών, ενώ εγείρονται εκ μέρους τους και αιτήματα προκαταβολών που απαγορεύονται από την Ελληνική νομοθεσία. Η μόνη ΄΄ασφαλής –εγγυημένη ΄΄διαδικασία,φάνηκε να είναι αυτή των FMS όπου και εκεί παρατηρείται ελλειπής χρηματοδότηση αλλά ενίοτε και προβληματική νομικά προσφυγή για υλοποίηση ανελαστικών επιχειρησιακών απαιτήσεων. Η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία την εν λόγω εποχή ήταν αδύναμη, υπερχρεωμένη, ποιοτικά προβληματική, υπο-στελεχωμένη και εξακολουθούσε βέβαια να φέρει στις πλάτες της αμαρτίες και νοοτροπίες του παρελθόντος. • Κάτω από αυτές τις συνθήκες το 2013 εκπονήθη15


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Από τα 170δις ΕΥΡΩ που προαναφέραμε, το 50 με 55% αποτελούν δαπάνες μισθοδοσίας προσωπικού (στρατιωτικού και πολιτικού), το 25% λειτουργικά έξοδα και το 20-25% αφορά σε δαπάνες για εξοπλισμούς.

κε νέα δομή των ΕΔ προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προαναφερθέντα προβλήματα. Δυστυχώς κάτω από διάφορες εξωτερικές πιέσεις αλλά και αρνητισμού μέρους των στρατιωτικών, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την αντιμετώπιση της αμυντικής ικανότητα της χώρας, δεν πέτυχε τους στόχους της. Αποτέλεσμα ήταν δύο έτη μετά να ξανασυζητείται. • Σήμερα τα πράγματα είναι ακόμα ποιο άσχημα σε όλους τους τομείς. Η σημαντικά μειούμενη πορεία των οικονομικών της Άμυνας (ανωτέρω γράφημα)(και παράλληλα των διαθεσιμοτήτων των Ο/Σ των ΕΔ) δημιουργεί μια μάλλον μη αναστρέψιμη κατάσταση που καταστρατηγεί την όποια Εθνική Αμυντική Στρατηγική παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της εκάστοτε πολιτικής Ηγεσίας. Όπως είπε ο Στρατηγός ColinPowell, το 1989, τότε Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας και μετέπειτα Αρχηγός του Διακλαδικού Επιτελείου και ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, θέτοντας επί τάπητος την ουσία και πραγματικότητα της στρατηγικής: «Όλη η εκλεπτυσμένη συζήτηση περί υψηλής στρατηγικής είναι εποικοδομητική, αλλά δείξε μου τους 16

ΑΝΑΛΥΣΗ

αλλά και ο αναχρονιστικός Εθνικός Αμυντικός Σχεδιασμός (ΕΑΣ) του 2014 (έκδοση 2015) στα οποία θα αναφερθώ εξαιρετικά συνοπτικά. Με σκοπό τον ορθολογικότερο σχεδιασμό της οργάνωσης και λειτουργίας των ΕΔ, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι που καθορίζονται στην ΠΕΑ εκδίδεται ο ΕΑΣ, η έκδοσή του οποίου αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων του ΥΠΕΘΑ που απορρέει από την ΠΕΑ (εκδίδεται από τη ΓΔΠΕΑΔΣ σε συνεργασία με ΓΔΟΣΥ,ΓΔΑΕΕ αλλά και ΓΕΕΘΑ και ΓΕ).Περιλαμβάνει αφενός το Σύστημα Αμυντικής Σχεδίασης, Προγραμματισμού και Π/Υ (ΣΑΣΠΠ) και αφετέρου το σύστημα Προμήθειας Αμυντικού Υλικού (ΣΠΑΥ). Το ΣΑΣΠΠ αναφέρει τις διαδικασίες καθορισμού του μεγέθους των ΕΔ και της διαχείρισης των πόρων που διατίθενται, ενώ το ΣΠΑΥ αναφέρεται στις διαδικασίες έρευνας, ανάπτυξης και προμήθειας αμυντικού υλικού ενώ αποσαφηνίζονται και οι ρόλοι – αρμοδιότητες των εμπλεκομένων φορέων στα πλαίσια ενός κύκλου αμυντικής σχεδίασης έξι φάσεων. Παρά την πρόσφατη σχετικά έκδοση του ΕΑΣ και την προσπάθεια καλυτέρευσης των διαδικασιών αυτός αφενός εξακολουθεί να είναι αναχρονιστι-

κός(κυρίως λόγω των δαιδαλωδών διαδικασιών που η υλοποίησή τους αποτελεί άθλο των εμπλεκομένων)και αφετέρου έρχεται σε αντίθεση με την υφιστάμενη νομοθεσία με αποτέλεσμα την πλήρη σύγχυση των εμπλεκομένων αλλά και την διαφαινόμενη επιδερμική ενασχόληση των αρμοδίων. Αυτό όμως που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί βασική τροχοπέδη στους εξοπλισμούς είναι (και) το υφιστάμενο θεσμικό-νομικό πλαίσιο. Αναλύοντας την ιστορία του ελληνικού θεσμικού πλαισίου για την κατάρτιση δημοσίων συμβάσεων στον τομέα της άμυνας, διαπιστώνουμε ότι αυτό ακολούθησε τα τελευταία 30 χρόνια την πολιτική του ΥΠΕΘΑ. Έχοντας συλλέξει τις εμπειρίες από την πολύχρονη εφαρμογή του π.δ.284/1989, το οποίο αποτέλεσε την νομική βάση όλων των σήμερα επονομαζόμενων αμαρτωλών συμβάσεων που απασχολούν ή θα απασχολήσουν την δικαιοσύνη, ο νομοθέτης έθεσε σε ισχύ το ν.3433/2006. Ο ν.3433/2006 είχε ορισμένα θετικά, όπως τον διαχωρισμό του υλικού σε αμυντικό και μη αμυντικό σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 296 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ).Εντού-

προϋπολογισμούς σου και θα σου πω ποια είναι η στρατηγική σου». ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ή ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΜΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΚΟΝΔΥΛΙΩΝ; Μετά από αυτά, θα περίμενε κάποιος λογικός άνθρωπος τα ποσά που διατίθενται στο ΥΠΕΘΑ να καταναλώνονται μέχρι δεκάρας. Αντιθέτως, παρά την συνεχή μείωση τόσο των λειτουργικών Π/Υ όσο και των εξοπλιστικών δαπανών, το ΥΠΕΘΑ απορρόφησε από το 2011 έως και 2014 (για το 2011 ποσοστό 24,5% των διατιθέμενων πιστώσεων, το 2012 το 58,5%, το 2013 το 81,55% και το 2014 το 64,8%) μόνο 1,6 δις από τα 3,4 που του διατέθηκαν από τον κρατικό Π/Υ. Φαίνεται οι πιστώσεις που διατέθηκαν το 2015 (για λειτουργικές δαπάνες, προμήθειες ΝΑΤΟ ,εξοπλισμοί, λοιπές δαπάνες) να έχουν σχεδόν απορροφηθεί. Το ερώτημα λοιπόν είναι πού οφείλεται ο εν λόγω παραλογισμός; Το σημαντικότερο ρόλο στη δυσκολία απορρόφησης των διατιθέμενων κονδυλίων παίζει το δαιδαλώδες και μη σαφές υφιστάμενο νομικό πλαίσιο

Μόνον τα 40 δις αφορούν τους εξοπλισμούς σε διάστημα 34 ετών ήτοι 1,2 δις το έτος.

17


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

τοις, διατήρησε τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα (ΑΩ) και την Ελληνική Προστιθέμενη Αξία (ΕΠΑ) του π.δ.284/1989 και εισήγαγε έννοιες όπως την Εγχώρια Βιομηχανική Συμμετοχή (ΕΒΣ), που ήταν αδρομερώς ορισμένη και πρακτικά απεδείχθη ανεφάρμοστη. Στην Ευρώπη, παρά τις όποιες προσπάθειες ανάπτυξης ευρωπαϊκών αμυντικών ικανοτήτων και την ενίσχυση της βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσεως του τομέα άμυνας, διαφαίνεται ακόμα και σήμερα ότι η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού, δεν θα επιφέρει σημαντική μείωση των σχετικών δαπανών ωστόσο, η δημιουργία περιβάλλοντος στο οποίο οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούν να εξασφαλίσουν την βέλτιστη αξιοποίηση των πόρων, πρέπει να αποτελεί θέμα ζωτικής σημασίας στον αμυντικό τομέα, ιδιαίτερα για τις μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην χώρα (Small and Medium Enterprises – SME). Μετά την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας (1Δεκ. 2009), το κοινοτικό σύστημα δημοσίων συμβάσεων συνίσταται από 2κυρίως βασικές οδηγίες: • Την οδηγία 2004/18/ΕΚ που ορίζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων,

προμηθειών και υπηρεσιών. Με το π.δ.60/2007 έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας με την 2004/18/ΕΚ και εξεδόθη το εκτελεστικό π.δ.118/.2007 «Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου». • Την 2009/81/ΕΚ που εισάγει τις έννοιες του «στρατιωτικού εξοπλισμού» και «στρατιωτικού έργου». Ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον ν.3978/2011ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατήργησε την έννοια «αμυντικό υλικό», καθώς και ΑΩ, ΕΠΑ και ΕΒΣτου ν.3433/2006. Ενώ, κατά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2009/81/EK στη νομοθεσία των κ-μ, δίνεται η δυνατότητα να προσθέσουν λεπτομέρειες υλοποίησης (implementation details – άρθρο 249 Συνθ), οι χρονικοί περιορισμοί εφαρμογής της, που τέθηκαν –λόγω Μνημονίου- στην Ελληνική Κυβέρνηση, επέδρασαν αρνητικά. Στην ουσία, η ενσωμάτωση της Οδηγίας στηρίχθηκε στις εμπειρίες και γνώσεις προσωπικού που στελέχωσαν τις ομάδες εργασίας. Προϊόντα της εν λόγω διαδικασίας ήταν οι νόμοι: • ν.3987/2011 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Υπηρεσιών και Προμηθειών στους τομείς Άμυνας και της Ασφάλειας – Εναρμόνιση με την Οδηγία

Οι αμυντικές δαπάνες των τελευταίων ετών, δεν ελάμβαναν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες των ΕΔ και ουδόλως εξυπηρέτησαν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας, και ιδιαίτερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Διαχρονικά, οι αμυντικές δαπάνες στην Ελλάδα, δε χρησιμοποιούνται ως μέσον οικονομικής σταθεροποιητικής πολιτικής.

18

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ειδικότερα, προκύπτει ότι οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων την περίοδο 1996-2003 ήταν 7,9 δις. $, την περίοδο 2004-2009 5,95 δις. $ και την περίοδο 2010-2014 1 δις. $ δηλ. συνολικές εισαγωγές οπλικών συστημάτων μεταξύ 1996 - 2014 ύψους 14,85 δισ. USD.

2009/81/ΕΚ- Ρύθμιση θεμάτων του ΥΠΕΘΑ» (ΦΕΚ Α΄137/16.06.2011) και • ν.3883/2010 «Υπηρεσιακή Εξέλιξη και ιεραρχία των στελεχών των ΕΔ- Θέματα Διοίκησης των ΕΔ, Στρατολογίας και συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 167/24.09.2010). Πρέπει να επισημανθεί ότι: • Ο ν.3883/2010δεν αποτελεί νομικό πλαίσιο για την σύναψη δημόσιων συμβάσεων, αλλά εισάγει διαδικασίες για την κατάρτιση του Μακροπρόθεσμου Προγράμματος Προμηθειών Αμυντικού Υλικού (ΜΠΠΑΥ) και Τριετούς Κυλιόμενου Προγράμματος Πληρωμών και Παραλαβών των Προμηθειών Αμυντικού Υλικού (ΤΚΠΠΠΠΑΥ) και την ενεργοποίησηυπο-προγραμμάτων, ήτοι εισάγει διαδικασίες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού του ΥΠΕΘΑ για τα εξοπλιστικά προγράμματα. • Ο ομφάλιος λώρος του άρθρου 1 του ν. 3978/2011 με τον ν. 3883/2010, προκαλεί τα

κωλύματα εφαρμογής της οδηγίας 2009/81/ΕΚ (ν. 3978/2011 Μέρος Β’) και όχι αυτή καθ’ αυτή η οδηγία. • Μεγάλη σύγχυση προκαλεί το άρθρο 4 περί συμβάσεων εν συνεχεία υποστήριξης. • H κωλυσιεργία στην εκτέλεση της οδηγίας 2009/81/ΕΚ προκαλείται : o από την κατάρτιση ΜΠΠΑΥ και ΤΚΠΠΠΠΑΥ και τις γραφειοκρατικές οδηγίες που έχουν εισαχθεί χωρίς θεσμική – νομική κατοχύρωση, o την ανικανότητα της ΓΔΑΕΕ να εκδώσει τις προβλεπόμενες εκτελεστικές αποφάσεις και π.δ., και o επιτείνεται από έναν αναχρονιστικό ΕΑΣ 2014, ο οποίος περιέχει διαδικασίες αντίθετες προς τους ισχύοντες ν.3433/2006 και ν.3978/2011. Επίσης, ένα πολύ σοβαρό κώλυμα προκαλείται με την χρήση του όρου «κύριο» και «λοιπό» αμυντικό υλικό (πλέον κύριος και λοιπός στρατιωτικός 19


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

εξοπλισμός) χωρίς να ορίζεται στον όμοιο νόμο και σε κανένα έτερο νομικό κείμενο, και χωρίς παραπομπή σε υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Έτσι, στην ουσία «κατηγορείται» η οδηγία 2009/ 81/ΕΚ για λάθη και παραλείψεις της ελληνικής πολιτείας και τις προχειρότητας αντιμετώπισης του θέματος εξ αρχής από τους αρμόδιους φορείς. Οι δυσλειτουργίες όμως του ν.3978/2011 καιν. 3883/10 δεν εξαντλούνται εδώ, αλλά ο σκοπός της εν λόγω ανάλυσης δεν επιτρέπει την διεξοδική τους καταγραφή. Αντί Επιλόγου «..όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα τότε θα κλάψεις με μαύρο κλάμα..) λαϊκό άσμα. Η οικονομία αποτελεί κοινή συνισταμένη όλων των παραγόντων ισχύος ενός κράτους και αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο της στρατιωτικής ισχύος, ενώ η σχέση των δύο είναι αμφίδρομη. Η Ελλάδα δαπανά ετησίως πολύτιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους στο κοινωνικό αγαθό της εθνικής άμυνας, και συνεπώς ένα σημαντικό ποσοστό του ετήσιου γενικού κρατικού προϋπολογισμού της. Η απαίτηση αποδοτικής και αποτελεσματικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του κρατικού Π/Υ είναι διαρκής σε όλους τους τομείς. Εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ όμως στην Άμυνα είναι η αποτελεσματική αξιοποίηση των εν λόγω πόρων, για την εξυπηρέτηση της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής, στο πλαίσιο της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας. Οι αμυντικές δαπάνες των τελευταίων ετών, δεν ελάμβαναν υπόψη τους τις πραγματικές ανάγκες των ΕΔ και ουδόλως εξυπηρέτησαν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας, και ιδιαίτερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Διαχρονικά, οι αμυντικές δαπάνες στην Ελλάδα, δε χρησιμοποιούνται ως μέσον οικονομικής σταθεροποιητικής πολιτικής. Οι εξοπλισμοί μπορεί να συνέβαλαν στο ελληνικό έλλειμμα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν η κύρια αιτία της οικονομικής καταστροφής. Η «έντεχνη» προσπάθεια να «φορτωθούν» τα πάντα στους εξοπλισμούς είναι ανακριβής και εξαιρετικά επικίνδυνη για την άμυνα και την επιβίωση της χώρας. Το δήθεν ζητούμενο της διαφάνειας, οδηγεί μαθηματικά τις ΕΔ της χώρας σε αφοπλισμό. Ο Π/Υ του ΥΠΕΘΑ συνεχίζει εδώ και 6 χρόνια να 20

κινείται σε ασφυκτικούς δημοσιονομικούς ρυθμούς με εξαιρετικά δυσμενείς για την άμυνα επιπτώσεις. Η πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής δεν προχώρησε παράλληλα με την αναπροσαρμογής της στρατιωτικής ισχύος που επιβάλει την επαναπροσέγγιση του συστήματος σχεδίασης, παραγωγής και εφαρμογής αυτής προς υποστήριξη της υψηλής στρατηγικής της χώρας. Όπως είναι φυσικό μονοδιάστατες πολιτικές ήταν ατελείς και περιορισμένου στόχου ενώ οδήγησαν σε συρρίκνωση της στρατιωτική ισχύος και σε περιορισμό της επιχειρησιακής ικανότητας. Η κατάσταση της διαθεσιμότητας κρίσιμων Ο/Σ των ΕΔ επιδεινώνεται καθημερινά και ενδεχομένως η κατάσταση να είναι μη αναστρέψιμη με παρόντες οικονομικούς όρους. Η έλλειψη ολιστικού σχεδιασμού των εξοπλιστικών προγραμμάτων ,στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής και εθνικής αμυντικής βιομηχανικής στρατηγικής και η διαφαινόμενη ανικανότητα των τελευταίων ετών να αντιληφθούμε την αναγκαιότητα υποστήριξης των υποδομών, εξοπλισμού και συστημάτων των ΕΔ, οδηγεί σε συνεχή απαξίωση του επενδυμένου κεφαλαίου και ανάκτηση του οφέλους της επένδυσης μέσω της διατήρησης της απαιτούμενης επιχειρησιακής διαθεσιμότητας και αποδοτικότητας του συστήματος «Εθνική Άμυνα». Η έλλειψη συστήματος υπολογισμού και παρακολούθησης του κόστους κύκλου ζωής των συστημάτων και ευρύτερα του κόστους εκάστης δραστηριότητας – θέσης εργασίας των ΕΔ επιδεινώνει περαιτέρω την αποδοτική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων του κρατικού προϋπολογισμού. Η σημερινή δομή της παραγωγικής διαδικασίας των οπλικών συστημάτων και η μη ύπαρξη πολιτικής τυποποίησης της Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) και της ΕΕ, δεν επιτρέπει σημαντικές μειώσεις κόστους ανάπτυξης και τιμών προμήθειας εξοπλισμών. Αν και οι όποιες προσπάθειες ανάπτυξης πολιτικής τυποποίησης στην ΕΕ δεν ευδοκίμησαν, κυρίως λόγω των μηχανισμών αγοράς, των οργανωμένων συμφερόντων και του συγκριτικού πλεονεκτήματος των ΗΠΑ έναντι της ΕΕ, υπάρχει η αναγκαιότητα συμμόρφωσης της χώρας με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και αξιοποίησης των προοπτικών συνεργασιών με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας (ΚΕΠΠΑ).

ΑΝΑΛΥΣΗ

Με την έντεχνη προσπάθεια να «φορτωθούν» όλα στην άμυνα και στους εξοπλισμούς, δημιουργήθηκε επίσης μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» στη χώρα μας, ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να περικοπούν διότι αφενός, καταλήγουν σε μίζες, αφετέρου είναι άχρηστα, αφού δεν θα υπάρξει στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία.

Η Ελληνική αμυντική αγορά δεν δημιουργεί συνθήκες ανταγωνιστικής ανάπτυξης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και έτσι εμφανίζεται εξαιρετικά προβληματική. Για την εξυγίανση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και την επιβίωσή της στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον απαιτείται μια εθνική βιομηχανική στρατηγική-πολιτική που θα βασίζεται σε ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας σε τομείς υψηλού τεχνολογικού ενδιαφέροντος που θα συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη της χώρας και την αύξηση του ΑΕΠ, την ανάπτυξη νέων προϊόντων και φυσικά για την δημιουργία των προϋποθέσεων και των προοπτικών για απόκτηση εξαγωγικών δυνατοτήτων, με προφανή οικονομικά και γεωστρατηγικά οφέλη! Ο νόμος 3978/2011, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η κοινοτική οδηγία, αποτελεί ένα νόμο που δεν αφήνει περιθώρια για την ανά-

πτυξη αδιαφανών διαδικασιών. Αποτελεί όμως και ένα νόμο που δεν επέτρεψε την υπογραφή ούτε μιας σύμβασης προμήθειας αμυντικού υλικού από το 2011 που τέθηκε σε ισχύ, με την εξαίρεση των διακρατικών συμβάσεων. Ο συνδυασμός της υφιστάμενης νομοθεσίας, της ανυπαρξίας εδώ και πέντε έτη ερμηνευτικών εγκυκλίων και συναφών προεδρικών διαταγμάτων αλλά και της δυσμενούς περί εξοπλισμών περιρρέουσας ατμόσφαιρας, καθιστά αδύνατη κάθε προσπάθεια βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης από τους εμπλεκόμενους. Η επανεξέταση της υφιστάμενης νομοθεσίας και η επίλυση των στρεβλώσεων του ν.3883/2010 (Άρθρα 72-76) και του ν.3978/2011 (Μέρος Α και Γ’) ίσως αναστρέψει την κατάσταση αν και όλα δείχνουν ότι είναι πλέον αργά. Χρειάζονται άμεσα δράσεις όλων αυτών που οφείλουν να γνωρίζουν. ◼

Για το άρθρο ελήφθησαν στοιχεία και από το βιβλίο των Δ, Μπακόπουλου και Α. Λελίδη με θέμα «Δημόσιες Συμβάσεις στους Τομείς Άμυνας και Ασφάλειας» εκδ. πεδίο αλλά και ανοικτές πηγές. 21


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διαβιβάσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις Του Ευθυμίου Λάζου

Η αποστολή των Διαβιβάσεων είναι η παροχή επικοινωνιών για την υποστήριξη των διαδικασιών διοίκησης και ελέγχου των Ενόπλων Δυνάμεων. Ειδικότερα, οφείλουν να εξασφαλίσουν όλες τις επικοινωνίες μεταξύ των στρατηγείων, των σχηματισμών, των συγκροτημάτων και των μονάδων του Στρατού και να παρέχουν τα ηλεκτρονικά μέσα για τη συλλογή πληροφοριών και την παρενόχληση των εχθρικών επικοινωνιών.

22

23


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Διαβιβάσεις και οργάνωση μάχης Οι πληροφορίες αποτελούν παράγοντα επιτυχίας κάθε ενέργειας και νίκης στη μάχη. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση ενός καλού σχεδιασμού και αναντικατάστατο εργαλείο. Για τον ηγέτη που αρχίζει μια επιχείρηση χωρίς να έχει προσπαθήσει να αποκαλύψει τις προθέσεις και τις δυνατότητες του αντιπάλου είναι σαν να ενεργεί στο πεδίο της μάχης με τα μάτια κλειστά. Οι τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις αυξάνουν κατά πολύ τον όγκο των πληροφοριών και εξασφαλίζουν συνεχή ροή παρέχοντας δυνατότητα στον ηγέτη να γνωρίζει τι κάνει ο αντίπαλός σε πραγματικό χρόνο. Ένα μέρος από αυτά τα δεδομένα, αφού αναλυθούν και επεξεργαστούν κατάλληλα, θα αποτελέσουν τις πληροφορίες με βάση τις οποίες μπορούν να γίνουν προβλέψεις ή εκτιμήσεις για τις δυνατότητες του αντιπάλου και τους πιθανούς τρόπους που μπορεί να ενεργήσει. Σε περίπτωση πολέμου οι διαβιβάσεις εντάσσονται στο σχέδιο οργάνωσης μάχης. Η μέθοδος που ακολουθείται εξαρτάται από την κατάσταση ή τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες βρίσκεται μια μονάδα διαβιβάσεων και από την ανάγκη συντόμευσης των δια-

Εννοείται πως ο προκαθορισμός των αξόνων επιχειρήσεων, από τον καιρό της ειρήνης, διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό το έργο των διαβιβάσεων, καθώς παρέχει ευχέρεια πρόβλεψης, συγκέντρωσης και οικονομίας μέσων, ενώ αμβλύνει τις όποιες δυσχέρειες προέρχονται από τις μετακινήσεις των στρατηγείων και των σταθμών διοίκησης.

24

δικασιών. Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη και βασική οργάνωση μάχης των διαβιβάσεων είναι η κατάτμηση των μονάδων και των υπό-μονάδων. Η ενέργεια αυτή πραγματοποιείται κατ’ αρχήν προκειμένου να καταστεί δυνατή η υποστήριξη των στρατηγείων των σχηματισμών. Επιπλέον κατάτμηση γίνεται με τη διάθεση τμημάτων διαβιβάσεων προς υποστήριξη των μονάδων πυροβολικού και προκειμένου να επιτευχθεί η επικοινωνιακή σύνδεση των μονάδων διαφορετικών Όπλων και Σωμάτων. Προκειμένου να μη διακοπεί η συνέχεια της επικοινωνιακής υποστήριξης των επιχειρησιακών στρατηγείων η μετακίνηση των διαφόρων τμημάτων των μονάδων διαβιβάσεων γίνεται κατά κλιμάκια. Επί της νέας θέσης, η ανάπτυξη των τμημάτων διαβιβάσεων πραγματοποιείται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει συνθήκες ασφαλούς και καλής λειτουργίας των επικοινωνιακών μέσων. Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο συστήματα οργάνωσης των στρατιωτικών επικοινωνιών: το σύστημα του άξονα επικοινωνιών και το σύστημα περιοχής. Στο σύστημα άξονα επικοινωνιών τα διάφορα μέσα επικοινωνιών αναπτύσσονται κυρίως κατά μήκος του δρομολογίου των φίλιων σχηματισμών. Εννοείται πως ο προκαθορισμός των αξόνων επιχειρήσεων, από τον καιρό της ειρήνης, διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό το έργο των διαβιβάσεων, καθώς παρέχει ευχέρεια πρόβλεψης, συγκέντρωσης και οικονομίας μέσων, ενώ αμβλύνει τις όποιες δυσχέρειες προέρχονται από τις μετακινήσεις των στρατηγείων και των σταθμών διοίκησης. Επίσης, επιδιώκεται η σύμπτωση του άξονα επικοινωνιών του στρατηγείου, με τον άξονα επικοινωνιών μιας από τις υφιστάμενες διοικήσεις του και κατά προτίμηση με αυτή, στην οποία έχει ανατεθεί η κύρια επιθετική ή αμυντική προσπάθεια. Τούτο έχει μεγάλη σημασία για την οικονομία χρόνου, μέσων και προσωπικού και για την καλύτερη απόδοση των συστημάτων επικοινωνιών. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο σύστημα του άξονα επικοινωνιών απαιτούνται λιγότερα μέσα σε σύγκριση με το σύστημα περιοχής. Όμως βασικό μειονέκτημα του συστήματος αυτού είναι ότι η διακοπή του άξονα επικοινωνιών μπορεί να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στην απόδοση και την αξιοπιστία του συστήματος. Για την αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος της συνεχούς ροής επικοινωνιών, σε περίπτωση μεγάλης έκτασης καταστροφής, έχει καθιερωθεί και το σύστημα των επικοινωνιών περιοχής. Στο σύστημα

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

αυτό, τα μέσα αναπτύσσονται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, με αποστολή την παροχή επικοινωνιών σε όλους τους σχηματισμούς και τις μονάδες που βρίσκονται εντός της περιοχής αυτής, ανεξάρτητα της διοικητικής τους υπαγωγής. Κατά την κατανομή των μέσων και των κυκλωμάτων θα πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε μέριμνα ώστε να τηρείται σε εφεδρεία επαρκές επικοινωνιακό δυναμικό, για την αντιμετώπιση αναγκών αντικατάστασης μέσων ή υποστήριξης επιπλέων δυνάμεων, ανάγκες οι οποίες προκύπτουν από διαδικασίες όπως η ανασυγκρότηση ή η αναδιάταξη δυνάμεων. Διαβιβάσεις και πολεμικές επιχειρήσεις Κατά την προέλαση θα πρέπει να γίνεται συνεχής συνδυασμός μεταξύ ταχύτητας και ασφάλειας επικοινωνιών με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες επικοινωνιών και να επιτυγχάνεται η απαιτούμενη μυστικότητα. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται μεγάλη ευκαμψία επικοινωνιών (δηλαδή ευκολία μετακίνησης). Προς τούτο θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πλέον ευέλικτα μέσα και να εγκαθίστανται επί των αξόνων επικοινωνιών. Κατά την προέλαση το βάρος των επικοινωνιών επωμίζονται οι ασύρματες επικοινωνίες, οι οποίες εγκαθίστανται στους κύριους άξονες προέλασης ανάλογα με το χρόνο και τα διατιθέμενα μέσα με προοπτική την επάρκεια επικοινωνιών κατά τις φάσεις του αγώνα που θα ακολουθήσει. Επίσης, απαιτείται έγκαιρη και συνεχής ενημέρωση των διαβιβάσεων για τα σχέδια, τη λεπτομερή οργάνωση και την ταχεία προώθηση των μέσων επικοινωνιών, καθώς επίσης και η ένταση των μέτρων υποστήριξης, δηλαδή της παρακολούθησης και της υποκλοπή των εχθρικών επικοινωνιών, ανάλογα με την τακτική κατάσταση και σε συνδυασμό με την επικείμενη επιχείρηση. Η αποτελεσματική χρήση των μέσων επικοινωνιών, κατά την επίθεση, αποτελεί βασικό παράγοντα για την επίτευξη του συντονισμού και του ελέγχου των ενεργειών των υφισταμένων μονάδων και σχηματισμών, καθώς οι διαβιβάσεις είναι αυτές που μεταφέρουν ταχύτατα τις διαταγές, τις αναφορές, τις πληροφορίες για τον συντονισμό των πυρών κ.ά. Κατά το στάδιο της προετοιμασίας της επίθεσης, η ασφάλεια επικοινωνιών είναι επιτακτική, προκειμένου να επιτευχθεί η απαραίτητη μυστικότητα, ενώ μετά την εκτόξευση της επίθεσης η ασφάλεια υποβαθμίζεται προς όφελος της ταχύτητας επικοινωνίας, χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται ο κίνδυνος από τη διαρροή

Οι τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις αυξάνουν κατά πολύ τον όγκο των πληροφοριών και εξασφαλίζουν συνεχή ροή παρέχοντας δυνατότητα στον ηγέτη να γνωρίζει τι κάνει ο αντίπαλός σε πραγματικό χρόνο.

σημαντικών πληροφοριών. Κατά το προπαρασκευαστικό της στάδιο της επίθεσης, το βάρος των επικοινωνιών επωμίζονται οι ενσύρματες επικοινωνίες. Μετά την εκτόξευση της επίθεσης, είναι σημαντικό οι ενσύρματες επικοινωνίες να προωθηθούν ταχύτατα πίσω από τα τμήματα, τα οποία προελαύνουν. Εκτός από την εξασφάλιση των επικοινωνιών, κατά το στάδιο της προετοιμασίας της επίθεσης, μια συντονισμένη εκτόξευση επιτυχούς ηλεκτρονικού πολέμου μπορεί να παραλύσει τις εχθρικές δυνάμεις, σε επίπεδο διοίκησης και ελέγχου, και να διευκολύνει τη διάσπαση της εχθρικής τοποθεσίας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει την αναζήτηση και την ανεύρεση των εχθρικών στόχων, κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της επίθεσης. Η ηλεκτρονική επιτήρηση μπορεί επίσης να βοηθήσει στην αποκάλυψη της αλλαγής της εχθρικής διάταξης μάχης ιδίως κάτω από συνθήκες περιορισμένης ορατότητας. Κατά τον αμυντικό αγώνα, οι διαβιβάσεις θα πρέ25


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Κατά την προέλαση θα πρέπει να γίνεται συνεχής συνδυασμός μεταξύ ταχύτητας και ασφάλειας επικοινωνιών με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες επικοινωνιών και να επιτυγχάνεται η απαιτούμενη μυστικότητα.

πει να αναπτύσσονται με στόχο να υποστηρίξουν τη φίλια προσπάθεια σε όλες τις φάσεις της άμυνας και για όλα τα κλιμάκια που συμμετέχουν σ’ αυτήν. Στον αμυντικό αγώνα, τη βάση των επικοινωνιών αποτελούν τα ενσύρματα μέσα, καθώς, για λόγους ασφαλείας, οι ασύρματοι βρίσκονται σε σιγή και ακρόαση, αν και παραμένουν έτοιμοι να λειτουργήσουν σε περιπτώσεις διακοπών ή ανεπάρκειας των ενσύρματων μέσων. Η έκταση των ενσύρματων δικτύων εξαρτάται από το διατιθέμενο χρόνο και τα υλικά. Η ασφάλεια επικοινωνιών έχει μεγάλη σπουδαιότητα για την τελική έκβαση του αμυντικού αγώνα. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται σιγή ασυρμάτου μέχρι την έναρξη της εχθρικής επίθεσης. Σημαντική είναι επίσης η σχεδίαση και η έγκαιρη οργάνωση των επικοινωνιών, έτσι ώστε να υποστηριχθεί μια πιθανή αντεπίθεση των φίλιων δυνάμεων ή μια επιχείρηση κινητής άμυνας. Σε κάθε περίπτωση οι διαβιβάσεις, κατά τον αμυντικό αγώνα, αναπτύσσονται προοδευτικά, πρώτα στις κύριες αρτηρίες, μετά στις δευτερεύουσες και τέλος επιδιώκεται η πύκνωση του δικτύου και ο πολλαπλασιασμός των γραμμών. Εξίσου σημαντική 26

παράμετρος είναι και η προστασία των τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων, η τήρηση εφεδρείας και εναλλακτικών κέντρων επικοινωνιών. Η εξασφάλιση των παραπάνω παραμέτρων αποτελεί ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε λειτουργία του συστήματος επικοινωνιών κατά την άμυνα, αν και συνήθως, σε κάποια φάση του αγώνα, απαιτείται ενίσχυση των μονάδων με πρόσθετα μέσα επικοινωνιών, ειδικά ασυρμάτων, για την αντιμετώπιση αυξημένων αναγκών ή αναπλήρωση απωλειών. Η αποστολή των διαβιβάσεων κατά τη σύμπτυξη περιλαμβάνει την εξασφάλιση των επικοινωνιών σε όλες τις τοποθεσίες και κατά μήκος των αξόνων σύμπτυξης, των διαφόρων κλιμακίων διοίκησης και αναγνώρισης, των τμημάτων κάλυψης και ασφάλειας, ενώ εκτελούνται και επιχειρήσεις ηλεκτρονικού πολέμου και ηλεκτρονικής επιτήρησης σε όλα τα στάδια της σύμπτυξης. Η αυστηρή μυστικότητα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της σύμπτυξης, επιβάλλει την ακριβή τήρηση των κανόνων ασφαλείας επικοινωνιών, όπως είναι η σιγή ασυρμάτου, η κρυπτογράφηση, η κωδικοποίηση κ.ά. Η διατήρηση των επικοινωνιών και ιδιαίτερα των ασύρματων επικοινωνιών στην κατεχόμενη τοποθεσία έχει μεγάλη αξία για τη μυστικότητα κατά τη σύμπτυξη. Για το λόγο αυτό, οι τηλεφωνικές γραμμές της κατεχόμενης τοποθεσίας συμπτύσσονται έγκαιρα, ενώ αφήνονται στην πρώτη γραμμή μόνο οι απολύτως απαραίτητες γραμμές προς χρήση από τα τμήματα τήρησης της επαφής. Εντός της ζώνης σύμπτυξης αναπτύσσονται περιοδικά περιορισμένα ενσύρματα δίκτυα στις τοποθεσίες επιβράδυνσης. Επιζητείται επίσης η ανάπτυξη, όσο το δυνατό λιγότερων νέων κυκλωμάτων, εκτός των δικτύων της τελικής τοποθεσίας, τα οποία θα πρέπει να είναι πλήρη. Παράλληλα, μέριμνα θα πρέπει να δοθεί στη συντήρηση των φθαρμένων γραμμών και στην απόσυρση των κατεστραμμένων γραμμών. Και σε αυτή τη φάση του αγώνα τα μέτρα υποστήριξης ηλεκτρονικού πολέμου είναι απαραίτητα, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους των εχθρικών επιθέσεων, διότι η οργάνωση παραπλανητικών εκπομπών έχει μεγάλη σημασία στο πλαίσιο της γενικής παραπλάνησης του εχθρού. Κατά τη φάση αντικατάστασης μιας μονάδας, φθαρμένης από τον αγώνα, με μια νέα μονάδα, τα ασύρματα δίκτυα της μονάδας που αντικαθίσταται θα συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι την πλήρη αντικατάσταση της από τη νέα μονάδα, έτσι ώστε να μην υπάρχει κενό επικοινωνίας με τα ανώτερα κλιμάκια

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

διοίκησης και ελέγχου. Για την τήρηση ασφαλείας, είναι σύνηθες η μονάδα που αντικαθίσταται να τηρεί σε λειτουργία τα ασύρματα δίκτυα της, για ορισμένο χρονικό διάστημα χρόνο μετά το τέλος της αντικατάστασης. Αυτό βέβαια απαιτεί συντονισμό και συμφωνία μεταξύ των δύο μονάδων. Τα ενσύρματα κυκλώματα και τα εγκατεστημένα υλικά, όπως είναι οι τηλεφωνικοί πίνακες, τα πλαίσια κ.ά. θα τεθούν υπό διοίκηση της νέας μονάδας με την προϋπόθεση ανταλλαγής των υλικών ώστε και η απερχόμενη μονάδα να έχει στη διάθεση της το αναγκαίο επικοινωνιακό υλικό για να το χρησιμοποιήσει σε μια καινούργια αποστολή που πιθανό να της ανατεθεί. Ασφάλεια επικοινωνιών Με τον όρο «ασφάλεια επικοινωνιών» εννοούμε τα μέτρα που λαμβάνονται για την παρεμπόδιση της διαρροής πληροφοριών προς τον εχθρό ή αναρμόδια πρόσωπα, από τις φίλιες επικοινωνίες. Η διοίκηση κάθε μονάδας είναι υπεύθυνη για την αποδοτική λειτουργία των επικοινωνιών εντός της μονάδας και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια των επικοινωνιών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αυστηρή και σχολαστική τήρηση της εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας περιορίζει σημαντικά την ταχύτητα των επικοινωνιών. Αντίθετα, η χαλάρωση των μέτρων ασφαλείας είναι πιθανό να οδηγήσει σε διαρροή πληροφοριών προς τον εχθρό. Αυτό το παράδοξο καλούνται να αντιμετωπίσουν οι διαβιβάσεις με συγκεκριμένα μέτρα όπως είναι η εκμετάλλευση των συστημάτων επικοινωνιών κατά τέτοιο τρόπο που να περιορίζει στο ελάχιστο τη διαρροή πληροφοριών, τη χορήγηση κρυπτογραφικών μέσων και κωδικών και την εξασφάλιση της ορθής χρησιμοποίησης αυτών ως και τον έλεγχο της ασφάλειάς τους, την παρακολούθηση όλων των συστημάτων επικοινωνιών προς εξακρίβωση της συμμορφώσεως προς τους κανόνες ασφαλείας και την λήψη μέτρων σε περίπτωση παραβάσεων, την παροχή στη διοίκηση τεχνικών συμβουλών, όσον αφορά τα αποτελέσματα επί των συστημάτων επικοινωνιών από τη λήψη ειδικών μέτρων ασφαλείας και την εκπαίδευση των κρυπτογράφων όλων των μονάδων. Οι μέθοδοι με τις οποίες ο εχθρός μπορεί ν’ αποκτήσει πληροφορίες από τις δικές μας επικοινωνίες είναι η κυρίευση υλικού, η κλοπή, κατασκοπεία, παρατήρηση και φωτογράφηση, οι υποκλοπές, η ραδιογωνιομέτρηση, η ανάλυση κινήσεως των σημάτων, η κρυπτανάλυση κ.ά.

Σε γενικές γραμμές η ασφάλεια των επικοινωνιών διακρίνεται σε: (α) Φυσική (β) Κρυπτογραφική (γ) Ασφάλεια εκπομπών. Η φυσική ασφάλεια περιλαμβάνει μέτρα για την ασφαλή προφύλαξη των μέσων επικοινωνίας, του υλικού και του προσωπικού από κινδύνους αρπαγής, κλοπής, παρατηρήσεως, αντιγραφής κ.ά. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δίδεται στη προστασία του κρυπτογραφικού υλικού και γενικότερα του κρυπτογραφικού τμήματος. Η κρυπτογραφική ασφάλεια αφορά στην ορθή και ενδεδειγμένη χρήση ασφαλών κρυπτογραφικών συστημάτων για την κρυπτογράφηση των διαβαθμισμένων σημάτων, ενώ η ασφάλεια εκπομπών περιλαμβάνει κάθε μέτρο που αποσκοπεί στη διαφύλαξη των εκπομπών από υποκλοπή, ραδιογωνιομέτρηση, παρακολούθηση κινήσεως σημάτων κ.ά. Η ασφάλεια εκπομπών διαιρείται στην ασφάλεια ασυρμάτων και στην ασφάλεια ενσύρματων μέσων. Τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την ασφάλεια των ασυρμάτων μέσων είναι η αποφυγή μη εγκεκριμένων εκπομπών, ο συνδυασμός κεραίας-ισχύος για την ελάχιστη ένταση εκπομπής, η χρησιμοποίηση μεθόδων απροειδοποίητης εκπομπής, η αυστηρή τήρηση των κανόνων εκμεταλλεύσεως ραδιοτηλεφωνίας και η τήρηση αυστηρής πειθαρχίας δικτύου. Άλλο σημαντικό και αποτελεσματικό μέτρο ασφαλείας των ασύρματων μέσων είναι η σιγή ασυρμάτου, όταν η επικοινωνία με άλλο τρόπο μπορεί να επιτευχθεί ή όταν η μυστικότητα έχει πολύ μεγάλη σημασία για την διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Σε περίπτωση σιγής ασυρμάτου οι εκπομπές θα πρέπει να είναι σύντομες, ακριβείς, εύκολα κατανοητές και να διατηρούνται στο ελάχιστο. Θα πρέπει να επιδιώκεται ακριβής τοποθέτηση της συχνότητας και εμμονή εργασίας σε αυτή. Σε περίπτωση παρεμβολής και χωρίς να διακόπτεται ο ρυθμός εργασίας του δικτύου, η αλλαγή συχνότητας θα πρέπει να γίνεται κατόπιν διαταγής και με συνθηματικά. Τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την ασφάλεια των ενσύρματων μέσων είναι ο συνεχής έλεγχος των κυκλωμάτων, από περιπόλους και συνεργεία, για τον εντοπισμό τυχόν παροχετεύσεων και διαρροών, η αποφυγή χρήσης κυκλωμάτων μέσω γης, η αποφυγή χρήσης κυκλωμάτων που έχουν εγκαταλειφθεί από τον εχθρό, πριν ελεγχθούν από ειδικούς και η κατάταξη των κυκλωμάτων σε εγκεκριμένα και μη. ◼ 27


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Συμπεράσματα από το πόλεμο του Λιβάνου του 2006 του Ιπποκράτη Δασκαλάκη υποστράτηγος ε.α.

28

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο πόλεμος του Λιβάνου το 2006 είναι γνωστός και ως πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Hezbollah ή επιπρόσθετα επικαλείται «πόλεμος του Ιουλίου» (στο Λίβανο) ή και «2ος πόλεμος του Λιβάνου» (στο Ισραήλ). Όλες οι ονομασίες αναφέρονται στη σύγκρουση των 34 ημερών που έλαβε χώρα μεταξύ των δυνάμεων του Ισραήλ και της οργάνωσης Hezbollah στα εδάφη του Λιβάνου, του Ισραήλ και στα υψώματα του Γκολάν. Η σύγκρουση αυτή χαρακτηρίζεται από αρκετούς αναλυτές ως ο πρώτος σύγχρονος «υβριδικός» πόλεμος καθόσον συγκέντρωνε στοιχεία συμβατικού και μη συμβατικού πολέμου, πληροφοριακών επιχειρήσεων και κυβερνοπολέμου. Οι εχθροπραξίες διεξήχθησαν μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων (Israeli Defences Forces-IDF) ενός κυρίαρχου και αναγνωρισμένου κράτους και μιας πολιτικά και στρατιωτικά συγκροτημένης οργανώσεως (Hezbollah) βαρέως εξοπλισμένης.

29


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Η οργάνωση Hezbollah (χαρακτηριζόμενη ως τρομοκρατική από ορισμένα κράτη), με τη βοήθεια του Ιράν και της Συρίας, διαθέτει (έως και σήμερα) ουσιαστικά εδαφική κυριαρχία και στοιχεία κρατικής υπόστασης δραστηριοποιούμενη στην επικράτεια ενός άλλου ανεξάρτητου κράτους (Λίβανος) και μάλιστα συμμετείχε δια αντιπροσώπων της στη λιβανική κυβέρνηση. Με τη βοήθεια των καθεστώτων της Τεχεράνης και Δαμασκού, η οργάνωση σταδιακά κατόρθωσε να δημιουργήσει ισχυρότατες παραστρατιωτικές δυνάμεις και να συγκροτήσει παράλληλες κρατικές δομές στο Λίβανο καθιστάμενη επί της ουσίας συγκυρίαρχη συνιστώσα του λιβανικού κράτους ή «state within a state». Η συνεχής υποστήριξη της Τεχεράνης προς την Hezbollah, πριν και κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών, συνετέλεσε να χαρακτηριστεί η σύγκρουση του Ιουλίου ως «proxy war» (δηλαδή σύγκρουση δια «αντιπροσώπων») μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Η σύγκρουση χαρακτηρίστηκε από συμβατικού τύπου εχθροπραξίες μικρής-μεσαί-

ας κλίμακος σε συνδυασμό με στοιχεία και τακτικές ανταρτοπολέμου (guerrilla war) και αντι-ανταρτοπολέμου μεταξύ των δύο αντιπάλων. Παράλληλα με τις τακτικές ανταρτοπολέμου η Hezbollah εκτόξευσε και πυραυλικές επιθέσεις εναντίον ισραηλινών στρατιωτικών και μη στόχων για να υπάρξει άμεση και γενικευμένη αντίστοιχη ισραηλινή απάντηση. Στη σύγκρουση δηλαδή προστέθηκε και το στοιχείο της ασύμμετρης απειλής, με τρομοκρατικές επιθέσεις και με εκατέρωθεν προσβολές μη στρατιωτικών στόχων. Συγχρόνως, αμφότεροι οι αντίπαλοι δραστηριοποιήθηκαν στον πληροφοριακό πόλεμο (information warfare) και σε κυβερνοεπιθέσεις χαμηλής κλίμακος (cyber warfare) στοχεύοντας τις βασικές υποδομές και τα επικοινωνιακά συστήματα του αντιπάλου. Κατά συνέπεια, ο επονομασθείς δεύτερος πόλεμος του Λιβάνου περιείχε στοιχεία και χαρακτηριστικά συμβατικής αλλά και μη συμβατικής σύγκρουσης. Παρά τα στοιχεία ασύμμετρης σύγκρουσης και την

Η σύγκρουση χαρακτηρίστηκε από συμβατικού τύπου εχθροπραξίες μικρής-μεσαίας κλίμακος σε συνδυασμό με στοιχεία και τακτικές ανταρτοπολέμου (guerrilla war) και αντι-ανταρτοπολέμου μεταξύ των δύο αντιπάλων.

30

ΑΝΑΛΥΣΗ

προσβολή μη στρατιωτικών στόχων, δεν υπήρξε προσφυγή σε χημικά, βιολογικά και πυρηνικά όπλα. Οι ισραηλινοί αντικειμενικοί στόχοι της στρατιωτικής συντριβής της Hezbollah με την παράλληλη πολιτική της απομόνωση και αποδιοργάνωση των υποδομών της στο Λίβανο, δεν επετεύχθησαν στον προσδοκώμενο βαθμό. Η Hezbollah, παρά τις σημαντικές απώλειες που υπέστη, ενίσχυσε το γόητρο της με την αποτελεσματική αντίσταση που προέβαλε έναντι του πανίσχυρου Ισραήλ στο προνομιούχο για το τελευταίο, πεδίο μιας κλασσικής συμβατικής στρατιωτικής σύγκρουσης. Το Ισραήλ εξέτασε εκτενώς τα γεγονότα του πολέμου του Λιβάνου του 2006, καταλήγοντας σε διαπιστώσεις και συμπεράσματα, επιρρίπτοντας ευθύνες σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και αναλαμβάνοντας διορθωτικές ενέργειες σε όλα τα επίπεδα. Η λεπτομερής έρευνα διεξήχθη από την επιτροπή Winograd Commission που ορίστηκε από το κοινοβούλιο της χώρας και παρέδωσε το 2008 το πόρισμα της. Σημαντικά μέρη του πορίσματος ανακοινώθηκαν δημοσίως ενώ ανελήφθησαν διορθωτικές ενέργειες σε πολλά επίπεδα στις IDF. Έναρξη των συγκρούσεων Οι εχθροπραξίες ξέσπασαν στις 12 Ιουλίου 2006 με το επεισόδιο στη «νεκρή ζώνη» των συνόρων Ισραήλ και Λιβάνου και διήρκησαν μέχρι τις 14 Αυγούστου οπότε και τέθηκε σε ισχύ κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Η τελική ειρήνευση επήλθε στις 8 Σεπτεμβρίου οπότε το Ισραήλ διέκοψε το ναυτικό αποκλεισμό που είχε επιβάλει στο Λίβανο. Στις 09.05, τοπική ώρα, εκείνου του πρωινού, ομάδα μαχητών της Islamic Resistance (IR), στρατιωτικής πτέρυγας της Hezbollah, προσέβαλε σε επιμελώς προσχεδιασμένη ενέδρα, δύο θωρακισμένα ισραηλινά οχήματα HMMWVs με χρήση αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού (improvised explosive device-IED) και με αντιαρματικούς εκτοξευτές (rocket-propelled grenades-RPGs). Αποτέλεσμα της προσβολής ήταν να φονευθούν επί τόπου τρεις ισραηλινοί στρατιώτες, τρεις να τραυματιστούν και να απαχθούν άλλοι δύο. Συγχρόνως οι αντάρτες για αντιπερισπασμό προσέβαλαν τα παρακείμενα φυλά-

κια του IDF(Zarit και Shetula) αλλά και τα ισραηλινά χωριά Shlomi and Shebaa Farms με πυρά όλμων και ρουκέτες (Katyusha). Στις 10.00 περίπου, μια ισραηλινή μηχανοκίνητη διμοιρία (τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού με συνοδεία 1-2 αρμάτων μάχης Merkava) διέσχισε τα σύνορα κινούμενη προς βορρά περισσότερο ως μια άμεση «ανταποδοτική» ενέργεια και λιγότερο ως μια απέλπιδα προσπάθεια αναζήτησης των απαγωγέων. Μετά από μια ώρα διστακτικής προώθησης, η διμοιρία έπεσε σε δεύτερη προετοιμασμένη ενέδρα. Αποτέλεσμα της συμπλοκής ήταν η καταστροφή ενός ισραηλινού άρματος από ενισχυμένο IED, με απώλεια και των τεσσάρων μελών του πληρώματος και ενός ακόμη οπλίτη στη σύγκρουση που ακολούθησε. Η απρόσμενη απώλεια οκτώ στρατιωτών και δύο επιπλέον αγνοουμένων προκάλεσε αναστάτωση στη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του Ισραήλ. Στρατηγική προσέγγιση Καίτοι μια παρόμοια ενέργεια της Hezbollah εθεωρείτο από καιρού αναμενόμενη, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ έδειξαν διστακτικότητα και απροθυμία εφαρμογής των προϋπαρχόντων (ίσως και μη συμβατών με την πραγματικότητα) σχεδίων καταφεύγοντας σε αυτοσχεδιασμούς και σε μια στρατηγική του τύπου «προχωράμε και βλέπουμε». Μια παρόμοια στρατηγική δεν είναι καταδικαστέα εκ προοιμίου, εφόσον στηρίζεται σε επάρκεια πολλαπλών εναλλακτικών λύσεων και σχεδίων, ξεκάθαρων τελικών στόχων και συνδυάζεται με μια ταχύτατη επανεξέταση των δεδομένων της κάθε στιγμής και κυρίως με την επιτυχημένη εφαρμογή τους επί του πεδίου της μάχης. Η εξέλιξη όμως των γεγονότων απέδειξε ότι αμφότερες οι ηγεσίες του Ισραήλ δεν διέθεταν εξαρχής ξεκάθαρες επιλογές αντιμετώπισης και τερματισμού της κρίσης ενώ οι IDF αντιμετώπιζαν πολλαπλά προβλήματα που απομείωσαν τη μαχητική ισχύ και αποτελεσματικότητα τους. Άπαντα τα ανωτέρω είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην εξέλιξη των επιχειρήσεων και το αποτρεπτικό γόητρο της χώρας. Λίγες ώρες μετά την ενέδρα (12 Ιουλίου) το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε μια δυναμική στρατιωτική αντίδραση με μορφή «τιμωρητικών» 31


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

βομβαρδισμών (αεροπορικών κυρίως) κατά στόχων της οργάνωσης στο Λίβανο και περιορισμένες χερσαίες στρατιωτικές επιδρομές αλλά δεν προέκρινε χερσαία εισβολή. Για το λόγο αυτό και δεν αποφασίστηκε πρόσκληση εφέδρων τις πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων. Σήμερα, έχει αποκαλυφθεί ότι δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς οι επιζητούμενες συνθήκες τερματισμού της σύγκρουσης ενώ απλά προκρίθηκαν τα εκ του μακρόθεν κτυπήματα (stand-off) σε βάρος των υποδομών του Λιβάνου και των δυνατοτήτων της Hezbollah. Οι μάλλον μαξιμαλιστικοί αντικειμενικοί στόχοι του Τελ-Αβίβ (πίεση για απελευθέρωση των ομήρων, επίτευξη μόνιμης κατάπαυσης του πυρός στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ και πλήρη απομάκρυνση των δυνάμεων της Hezbollah από το νότιο Λίβανο) κατεγράφησαν ολοκληρωμένα και ανακοινώθηκαν δημοσίως για πρώτη φορά στο υπουργικό συμβούλιο στις 19 Ιουλίου. Από την έρευνα που ακολούθησε στο Ισραήλ, διαφαίνεται ότι η ισραηλινή ηγεσία προχώρησε στις

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

12 Ιουλίου, στην αναμενόμενη επιλογή της δυναμικής στρατιωτικής αντίδρασης χωρίς ξεκάθαρους στόχους, στηριζόμενη μάλιστα σε δύο εσφαλμένες εκτιμήσεις. Η πρώτη αναφέρονταν στην επιρροή της λιβανικής κυβερνήσεως, άρα και συνυπευθυνότητα της στην επίθεση της 12ης Ιουλίου, επί της Hezbollah. Η αντίληψη αυτή οδήγησε στην απόφαση της σταδιακής κλιμάκωσης των αεροπορικών βομβαρδισμών κατά των υποδομών της χώρας με την εσφαλμένη εκτίμηση ότι η λιβανική κυβέρνηση (ένεκα της λαϊκής δυσαρέσκειας) θα αναγκάζονταν να λάβει δραστικά μέτρα περιορισμού της Hezbollah. Η ισραηλινή ηγεσία αδυνατούσε να καταλάβει ότι η κυβέρνηση του Λιβάνου ήταν σε μεγάλο βαθμό όμηρος της οργάνωσης και των πατρόνων της (Συρίας και Ιράν). Επί μια εικοσαετία και πλέον η κυβέρνηση της Βηρυτού αδυνατούσε να λάβει αποφασιστικά μέτρα κατά της Hezbollah και δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι θα μπορούσε να το πράξει στην παρούσα χρονική στιγμή. Ομοίως και η σχετική εκτίμηση περί αγανάκτη-

Τελικά, η στρατιωτική στρατηγική του Τελ-Αβίβ υπέπεσε στο γνωστό σφάλμα της επιδίωξης πραγματοποίησης αντικειμενικών στόχων μη συμβατών με τα μέσα που επιλέγησαν.

Κατά συνέπεια, ο επονομασθείς δεύτερος πόλεμος του Λιβάνου περιείχε στοιχεία και χαρακτηριστικά συμβατικής αλλά και μη συμβατικής σύγκρουσης.

32

σης του λιβανικού λαού και πίεσης κατά της κυβερνήσεως της Βηρυτού για περιορισμό των παραστρατιωτικών δυνάμεων ήταν παντελώς λανθασμένη. Η δεύτερη λανθασμένη εκτίμηση αφορούσε τη δυνατότητα επίτευξης των ισραηλινών αντικειμενικών στόχων βασιζόμενοι αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ και ικανότητες. Πράγματι, άμεσα την πρώτη ημέρα, η ισραηλινή αεροπορία (IAF) προχώρησε σε 17 προσχεδιασμένες προσβολές στόχων της Hezbollah στο Λίβανο συμπεριλαμβανομένων και τριών γεφυρών στον ποταμό Latani για παρεμπόδιση της εκατέρωθεν μετακινήσεων της οργάνωσης. Τις επόμενες ημέρες αυξήθηκαν σημαντικά οι εκ του μακρόθεν προσβολές (αεροπορικές και βομβαρδισμοί πυροβολικού) σε βάρος των υποδομών του Λιβάνου και της Hezbollah σε αντίθεση με τη χερσαία δραστηριότητα που ήταν περιορισμένη. Η φύση του αντιπάλου και οι συνθήκες της σύγκρουσης απέδειξαν ότι τα εκ του μακρόθεν πλήγματα, όσο επώδυνα και επιτυχημένα και αν ήταν, δεν αρκούσαν για την επίτευξη των ισραηλινών αντικειμενικών στόχων.

Τελικά, η στρατιωτική στρατηγική του Τελ-Αβίβ υπέπεσε στο γνωστό σφάλμα της επιδίωξης πραγματοποίησης αντικειμενικών στόχων μη συμβατών με τα μέσα που επιλέγησαν. Ο καταμερισμός των ευθυνών των δύο εκτιμήσεων, οπωσδήποτε διαμοιράζεται σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, με τον αρχηγό του ισραηλινού γενικού επιτελείου Αντιπτεράρχου Dan Halutz (προερχόμενος από την IAF) να επιδέχεται μεγάλο μέρος της κριτικής για την αρχική του εμμονή στην αποτελεσματικότητα της αεροπορικής ισχύος. Στο μεγαλύτερο μέρος της κρίσεως διακρίνεται μια ελλειμματική συνεργασία πολιτικής με στρατιωτική ηγεσία ενώ διαφαίνεται ότι παρά τις συχνές μεταξύ τους επαφές δεν υπήρχε ουσιαστική αλληλοκατανόηση και ειλικρινής παρουσίαση επιχειρημάτων, θέσεων και προβληματισμών. Η αναντιστοιχία μέσων και στόχων συνυπήρξε -ίσως να αποτελούσε και απόρροια- με την αδυναμία έγκαιρης λήψης απόφασης περί του βέλτιστου τρόπου αντίδρασης και με τις εναλλακτικές λύσεις να έχουν περιοριστεί μεταξύ δύο. Η πρώτη αφορού33


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Η Τεχεράνη πάντοτε υπολόγιζε στις δυνάμεις της Hezbollah ως μια στρατηγική απειλή στα βόρια σύνορα του Ισραήλ. Την ενεργοποίηση όμως της οποίας θα αποφάσιζε, στα πλαίσια της μεταξύ των δύο κρατών αντιπαλότητας και όταν έκρινε σκόπιμο, η ιρανική ηγεσία.

σε συντριπτικά πλήγματα εκ του μακρόθεν με στόχο την ενίσχυση της ισραηλινής αποτρεπτικής ικανότητος και η δεύτερη μια μαζική χερσαία επέμβαση στο Λίβανο με στόχο την απομάκρυνση της Hezbollah από τα νότια σύνορα του Λιβάνου. Μέχρι και τις τελευταίες ημέρες του πολέμου η ισραηλινή ηγεσία αμφιταλαντεύονταν μεταξύ των δύο λύσεων και όταν τελικά – υπό το βάρος της διαφαινόμενης αποτυχίας- επέλεξε τη χερσαία επέμβαση τα χρονικά περιθώρια προετοιμασίας και πραγματοποίησης είχαν περιοριστεί σημαντικά. Η καθυστερημένη λήψη απόφασης είχε συνέπειες στην έγκαιρη κινητοποίηση των απαραιτήτων για την εισβολή δυνάμεων αλλά και στην εξάντληση του διαθέσιμου για δυναμικές ενέργειες χρόνου. Σε τελευταία ανάλυση υπήρξε μια πλήρης αναντιστοιχία με τους διακηρυγμένους (έστω και καθυστερημένα) στόχους της ισραηλινής κυβέρνησης και τα περιορισμένα μέσα που επιλέγησαν για την επίτευξη 34

τους. Η αναντιστοιχία αυτή ήταν αποτέλεσμα της πίεσης που ασκούσε η αρνητική στάση της κοινής γνώμης του Ισραήλ για νέα χερσαία εισβολή στο Λίβανο σε συνδυασμό με την υπερβολική εμπιστοσύνη στην αεροπορική ισχύ. Παράλληλα είχε αναπτυχθεί, σε πολιτικό και στρατιωτικό κόσμο αλλά και στην κοινή γνώμη, η εντύπωση ότι ήταν εφικτή μια νικηφόρα αντιμετώπιση της Hezbollah με τη χρήση των νέων μεθόδων πολέμου και άνευ των σημαντικών απωλειών που θα προκαλούσε μια χερσαία εμπλοκή. Ας μη ξεχνάμε όμως ότι τα τελευταία δέκα χρόνια, ένεκα των επεμβάσεων του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, είχε υπερτονιστεί η σημασία των αεροπορικών προσβολών στη κατάρρευση της βούλησης των αντιπάλων για συνέχιση του αγώνα (περίπτωση καθεστώτος Milosevic). Μιλώντας με όρους Clausewitz, στην περίπτωση του Ισραήλ, ως κέντρο βάρους (center of gravity) επί του οποίου έπρεπε να συγκεντρωθεί η πολεμική προσπάθεια, επιλέγει η κυβέρνηση του Λι-

ΑΝΑΛΥΣΗ

βάνου (μέσω προσβολής των υποδομών της χώρας) ως πρώτη προτεραιότητα, με τις δυνάμεις της Hezbollah να έπονται. Η επιλογή αυτή κρίνεται ως λανθασμένη και αποτέλεσε το βασικό σφάλμα της υψηλής στρατηγικής του Τελ-Αβίβ. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο με την, έως τις τελευταίες ημέρες της σύγκρουσης, διστακτικότητα επιλογής συγκεκριμένης στρατηγικής για τερματισμό του πολέμου (κατακόρυφη κλιμάκωση της προσπάθειας συντριβής της Hezbollah ή εύρεση τρόπου σταδιακής απεμπλοκής). Στην άλλη πλευρά του λόφου, η Hezbollah φαίνεται ότι αιφνιδιάστηκε από το μέγεθος και κυρίως την κλιμάκωση που ακολούθησε η ισραηλινή αντίδραση. Οι καλά προσχεδιασμένες ενέδρες στα σύνορα Ισραήλ-Λιβάνου δεν αποσκοπούσαν σε μια ευρύτερη εμπλοκή αλλά στο να καταδείξουν τις ενισχυμένες επιχειρησιακές δυνατότητες των ανταρτικών ομάδων έναντι των IDF. Αναφέρεται μάλιστα ότι η εξέλιξη των συγκρούσεων προβλημάτισε έντονα την ιρανική ηγεσία που θεώρησε ότι ο ηγέτης της Hezbollah έδρασε άνευ συντονισμού μαζί της και έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο και άνευ αποχρώντος λόγου τις στρατιωτικές ικανότητες της οργάνωσης που οικοδομούσαν προσεκτικά επί μακρό χρονικό διάστημα. Η Τεχεράνη πάντοτε υπολόγιζε στις δυνάμεις της Hezbollah ως μια στρατηγική απειλή στα βόρια σύνορα του Ισραήλ. Την ενεργοποίηση όμως της οποίας θα αποφάσιζε, στα πλαίσια της μεταξύ των δύο κρατών αντιπαλότητας και όταν έκρινε σκόπιμο, η ιρανική ηγεσία. Ως εκ τούτου, μάλλον δεν μπορούμε να μιλάμε για στρατηγικούς αντικειμενικούς στόχους της Hezbollah στη συγκεκριμένη περίπτωση παρά απλά για μια επιχείρηση επίδειξης ικανοτήτων. Εκ της εξέλιξης της ισραηλινής αντίδρασης επιλέχθηκαν και οι εν συνεχεία στόχοι της οργάνωσης που σε στρατιωτικό επίπεδο αφορούσαν στην αποφυγή της συντριβής της με παράλληλη επιδίωξη της μέγιστης δυνατής φθοράς των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Συγχρόνως επιδίωκε την ενδυνάμωση της λιβανικής και διεθνούς συμπαράστασης προς τον αγώνα της και τη συνέχιση της προσβολής του ηθικού των Ισραηλινών μέσω των καθημερινών βομβαρδισμών με πανσπερμία ρουκετών. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Hezbollah παρουσιάζει διαχρονικά

ως λόγους δραστηριοποίησης της, την απελευθέρωση των Λιβανέζων και Παλαιστινίων μαχητών από τις φυλακές του Ισραήλ, την επιστροφή στο Λίβανο μιας διαφιλονικούμενης μικρής εδαφικής λωρίδος στο βόρειο Ισραήλ (Shaba Farm) και τη δίκαιη επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος. Ουδείς εκ των παραπάνω στόχων επετεύχθηκε κατά τη διάρκεια του «πολέμου του Ιουλίου». Επιχειρησιακή προσέγγιση Οι γενικές διαπιστώσεις της Winograd Commission για τη συνολική έκβαση του πολέμου αναφέρονται σε προβληματική διεξαγωγή του πολέμου σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η επιτροπή όμως κατακεραυνώνει και τη μη ικανοποιητική απόδοση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και ιδιαιτέρως του στρατού ξηράς. Δεικτική η επισήμανση ότι το Ισραήλ δεν χρησιμοποίησε ορθά και αποτελεσματικά τις ένοπλες δυνάμεις παρά το γεγονός ότι αυτό εξαπέλυσε τον πόλεμο. Συνεχίζει δε επισημαίνοντας ότι μια παραστρατιωτική οργάνωση μερικών χιλιάδων ανδρών αντιστάθηκε επιτυχώς επί εβδομάδες έναντι του ισχυρότερου στρατού της Μέσης Ανατολής που απολάμβανε πλήρους αεροπορικής και τεχνολογικής υπεροχής. Συνεχίζει δε τονίζοντας ότι οι IDF δεν κατόρθωσαν να προφυλάξουν τους κατοίκους των παραμεθόριων χωριών και πόλεων παρεμποδίζοντας την εκτόξευση εκατοντάδων ρουκετών της Hezbollah. Οι λόγοι της αναμφισβήτητης πτωχής –συγκριτικά πάντοτε με ψηλά standards και προσδοκίεςαπόδοσης των IDF είναι πολυποίκιλοι και απορρέουν από ένα μείγμα πολιτικών αποφάσεων, κοινωνικών αντιλήψεων και στρατιωτικών αδυναμιών και λανθασμένων επιλογών σε πολλούς τομείς. Αδιαφιλονίκητη επισήμανση ότι οι IDF έχοντας εμπλακεί τα τελευταία χρόνια σε χαμηλής έντασης επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένες για ένα παραπλήσιο πόλεμο. Τον Ιούλιο του 2006, ο ισραηλινός στρατός βρέθηκε με ετοιμοπόλεμες πέντε μόνο ταξιαρχίες, που κάλυπταν ολόκληρη την επικράτεια και τα τελευταία χρόνια είχαν εμπλακεί μόνο σε επιχειρήσεις εσωτερικής ασφάλειας και αντιμετώπισης της εξέγερσης της δεύτερης «intifada» στα κατεχόμενα εδάφη (2000-2006). 35


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Κατά συνέπεια η αποκτηθείσα στο παρελθόν πολύτιμη πολεμική εμπειρία είχε εν μέρει απολεστεί και αναπόφευκτα η οργάνωση, δομή, εκπαίδευση και δόγμα των ενόπλων δυνάμεων είχαν επικεντρωθεί σε «αστυνομικά» καθήκοντα. Ο στρατός ξηράς, επικεντρωμένος πλέον σε χαμηλής έντασης συγκρούσεις σε αστικά και ημιαστικά περιβάλλοντα, απώλεσε τις ικανότητες και εμπειρίες διεξαγωγής συνδυασμένων επιχειρήσεων εναντίον καλά οχυρωμένου, εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου αντιπάλου σε ημιορεινά και διακοπτόμενα εδάφη όπως αυτά του νοτίου Λιβάνου. Η αδυναμία αυτή καταφάνηκε από τις στρατιωτικές συνδυασμένες επιχειρήσεις περιορισμένου βάθους και κλίμακος των πρώτων ημερών των συγκρούσεων εναντίον οχυρωμένων θέσεων της Hezbollah. Στις συγκρούσεις αυτές καταφάνηκε η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των IDF ενώ εντύπωση προκάλεσε η οργάνωση, ο εξοπλισμός, η πειθαρχία και η εν γένει μη αναμενόμενη υψηλή απόδοση των ανταρτών και των τακτικών τους. Επιπλέον στην ισραηλινή στρατιωτική ηγεσία είχε εδραιωθεί η αντίληψη ότι η χρήση εξ αποστάσεως πληγμάτων (stand-off) από αεροπορία και πυροβολικό θα εξουδετέρωνε κάθε πιθανή απειλή μεγάλης κλίμακος και κατά συνέπεια ο στρατός ξηράς θα επικεντρώνονταν σε χαμηλής έντασης συγκρούσεις (όπως στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη). Σε φυσική συνέχεια μιας τέτοιας αντίληψης εδραιώθηκε η άποψη ότι τα εξ αποστάσεως πλήγματα, παρεχόμενα κυρίως από αέρος, θα ήταν αρκετά να εξουδετερώσουν μια παραστρατιωτική οργάνωση (non state actor) όπως η Hezbollah και να την εμποδίσουν να εκτοξεύει ρουκέτες κατά του Ισραήλ. Η αισιόδοξη αυτή αντίληψη επεκτάθηκε και στην επίτευξη εξαναγκασμού της κυβέρνησης του Λιβάνου να λάβει μέτρα περιορισμού της δράσεως των παραστρατιωτικών. Η εξαπόλυση σφοδρών αεροπορικών πληγμάτων και πυρών πυροβολικού, από τη δεύτερη κιόλας ημέρα των συγκρούσεων, ακριβώς αυτούς τους στόχους επεδίωκε να πετύχει. Καίτοι η αεροπορία του Ισραήλ (IAF) επικρίθηκε για την αδυναμία να εκπληρώσει τους ανέφικτους σχεδιασμούς της ηγεσίας εντούτοις πρέπει να αναγνωριστεί ότι υπήρξε άμεση στην αντίδραση και αποτελεσματική στις προσβολές της. Το μεγαλύτερο

36

μέρος των εκτοξευτήρων ρουκετών μεγάλων (long range-βεληνεκές άνω των 200 χλμ) κα μεσαίων (intermediate range-βεληνεκές μεταξύ των 40-200 χλμ) αποστάσεων εξουδετερώθηκαν από τα πλήγματα ακριβείας των πρώτων προσβολών εντός των πρώτων 48 ωρών. Η ίδια όμως αποτελεσματικότητα δεν υπήρξε και δεν μπορούσε να υπάρξει, για τους περίπου 3500 εκτοξευτές ρουκετών μικρών αποστάσεων (small range-βεληνεκές μικρότερο των 40 χλμ). Οι τελευταίοι, μικροί σε όγκο, ευέλικτοι, τηλεχειριζόμενοι και συνήθως καλά κρυμμένοι ακόμη και σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, ήταν δύσκολο να εντοπιστούν και να καταστραφούν. Η επιτυχία των προσβολών στηρίχθηκε και σε μια επιμελή στοχοποίηση, αποτέλεσμα ενός μεθοδικού και μακροχρόνιου σχεδίου αναζήτησης πληροφοριών και κατάλληλης επεξεργασίας. Αντίστοιχη επιτυχία δεν υπήρξε στη συλλογή πληροφοριών για τις θέσεις και δυνατότητες των ανταρτών στο νότιο Λίβανο με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του IDF να αιφνιδιάζονται συχνά στο τακτικό επίπεδο και να υφίστανται απώλειες. Η ισραηλινή αεροπορία δεν πέτυχε όμως να καταφέρει τα συντριπτικά πλήγματα που επιθυμούσε στο δίκτυο διοικήσεως της Hezbollah και κυρίως να θέσει εκτός μάχης τη φυσική ηγεσία της. Καίτοι τα κέντρα διοίκησης της Hezbollah επλήγησαν και κατεστράφησαν προκαλώντας και παράπλευρες απώλειες, οι αξιωματούχοι της οργάνωσης, συνεχώς μετακινούμενοι σε ασφαλή καταφύγια και χρησιμοποιώντας προηγμένες αλλά και «έξυπνες» αυτοσχέδιες μεθόδους επικοινωνιών και διοικήσεως, κατόρθωσαν, ως επί το πλείστον, να επιβιώσουν αλλά και να κατευθύνουν τον αγώνα. Επιπρόσθετα, η οργάνωση είχε υιοθετήσει έναν άκρως επιτυχημένο αποκεντρωτικό σύστημα διοικήσεως και ελέγχου αποφεύγοντας τις οδυνηρές συνέπειες αποκοπής της επιχειρησιακής αλυσίδας διοίκησης. Η επιμελημένη προετοιμασία της Hezbollah είχε ως αποτέλεσμα να μη καταστεί δυνατή η επί μακρό χρόνο διακοπή των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών της στο Λίβανο σε αντίθεση με την κρατική τηλεόραση που σίγησε επί μακρό διάστημα. Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί μετέβαλαν σε ερείπια τις υποδομές του Λιβάνου και προκάλεσαν με-

ΑΝΑΛΥΣΗ

Μια παραστρατιωτική οργάνωση μερικών χιλιάδων ανδρών αντιστάθηκε επιτυχώς επί εβδομάδες έναντι του ισχυρότερου στρατού της Μέσης Ανατολής που απολάμβανε πλήρους αεροπορικής και τεχνολογικής υπεροχής.

γάλο αριθμό απωλειών των αμάχων καθώς και προσφύγων. Η σιϊτική συνοικία Dahiye στη νότια Βηρυτό όπου στεγάζονταν η κεντρική διοίκηση της οργάνωσης και η κατοικία του ηγέτη της Nasrallah’s, επλήγει έντονα. Το αεροδρόμιο της Βηρυτού, λιμάνια, γέφυρες, εγκαταστάσεις και περιοχές που γειτνίαζαν με στόχους της Hezbollah υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Την ίδια τύχη είχαν και εγκαταστάσεις διοικητικής μέριμνας της οργάνωσης με σημαντικές απώλειες σε πολεμικό υλικό αλλά και μαχητές. Η IAF έδρασε σε περιβάλλον απόλυτης αεροπορικής υπεροχής με τον κίνδυνο κατευθυνόμενων βλημάτων μικρού βεληνεκούς (Manpads) υπαρκτό. Εκτελέστηκαν περίπου 19.000 έξοδοι αεροσκαφών εκ των οποίων οι 12.000 σε επιθετικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις υποστήριξης ενώ προσβλήθηκαν περίπου 7.000 στόχοι με τη χρήση 19.000 βομβών και 2.000 πυραύλων (το 35% των χρησιμοποιηθέντων πυρομαχικών ήταν κατευθυνόμενα όπλα ακριβείας, precision guided munitions-PGMs).

Η εξάρθρωση όμως των υποδομών του Λιβάνου σε συνδυασμό με την αναπόφευκτη πρόκληση παράπλευρων απωλειών των αμάχων προκάλεσε αφενός (περιορισμένη) διεθνή αντίδραση και αφετέρου ενδυνάμωσε τα αισθήματα εχθρότητας των Λιβανέζων και Αράβων έναντι των Ισραηλινών ενισχύοντας μελλοντικά τις πηγές στρατολόγησης της Hezbollah. Τακτική προσέγγιση Ο μεγαλύτερος ίσως αιφνιδιασμός του Ισραήλ πραγματοποιήθηκε στο τακτικό επίπεδο. Οι δυνάμεις της Hezbollah είχαν αναβαθμιστεί σημαντικά σε οργάνωση, εξοπλισμό, πειθαρχία, εκπαίδευση και αποτελεσματικότητα. Οι απλές τακτικές του ανταρτοπολέμου της λογικής «hit and run» έδωσαν τη θέση τους σε σύνθετες τακτικές κινήσεις, κατοχή και ισχυρά άμυνα οργανωμένων θέσεων και σε συντονισμένες ενέργειες τμημάτων (μεγέθους διμοιρίας) αλληλοϋποστηριζόμενων και δρώντων υπό ενιαία 37


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Ο στρατός ξηράς του Ισραήλ, επικεντρωμένος πλέον σε χαμηλής έντασης συγκρούσεις σε αστικά και ημιαστικά περιβάλλοντα, απώλεσε τις ικανότητες και εμπειρίες διεξαγωγής συνδυασμένων επιχειρήσεων εναντίον καλά οχυρωμένου, εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου αντιπάλου σε ημιορεινά και διακοπτόμενα εδάφη όπως αυτά του νοτίου Λιβάνου.

διοίκηση. Η Hezbollah είχε προσεκτικά εκπαιδεύσει και εξοπλίσει τις δυνάμεις της οι οποίες συνδύαζαν οπλικά συστήματα τακτικών στρατών με τακτικές ανταρτοπολέμου (συνδυασμός που θεωρείται ως από τα χαρακτηριστικά του υβριδικού πολέμου). Η προετοιμασία μάλιστα περιλάμβανε εκπαίδευση σε διαφορετικές μορφές πολέμου και σε διαφορετικούς χώρους: συμβατικός στο Ιράν, σε αστικό περιβάλλον στο Λίβανο και σε ανταρτοπόλεμο σε Λίβανο και Συρία. Με το βάρος του ισραηλινού σχεδίου αναζήτησης πληροφοριών στις θέσεις των εκτοξευτών ρουκετών δεν είχε γίνει αντιληπτή η αύξηση των μαχητικών ικανοτήτων της Hezbollah με αποτέλεσμα τον τακτικό αιφνιδιασμό των δυνάμεων της IDF στο πεδίο της μάχης. Η ισραηλινή αντίδραση, πέραν των βομβαρδισμών με όπλα stand off προέβλεπε και σειρά στρατιωτικών επιδρομών σε βάθος 1-3 χιλιομέτρων στο νότιο Λίβανο. Οι επιδρομές αυτές διεξήχθησαν από 38

τις δυνάμεις του Βορείου Τομέα και από επίλεκτα τμήματα. Παρά το γεγονός της συντριπτικής ισραηλινής υπεροχής σε μέσα και υποστήριξη, η ισραηλινή πρόοδος των επιδρομών (μεγέθους λόχου μέχρι τάγματος αρχικά) υπήρξε βραδεία, με αρκετές απώλειες και αδυναμία επίτευξης αποφασιστικού αποτελέσματος. Οι αντάρτες της Hezbollah είχαν οργανώσει επιδέξια αμυντικές θέσεις και πραγματοποιούσαν με ακρίβεια υποχωρητικούς ελιγμούς ανάμεσα στις προοργανωμένες θέσεις μη επιτρέποντας τους Ισραηλινούς να εγκλωβίσουν και εξουδετερώσουν τα τμήματα τους. Συγχρόνως χρησιμοποιούσαν παγιδεύσεις (νάρκες, IED) ώστε να προκαλούν απώλειες και σημαντικές καθυστερήσεις στον ισραηλινό στρατό. Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι ο εξοπλισμός των δυνάμεων της Hezbollah περιελάμβανε σύγχρονα ελαφρά και αντιαρματικά όπλα και υψηλής αξιοπιστίας συστήματα επικοινωνιών. Η οργάνωση του λοφώδους εδάφους του νοτίου Λιβάνου

ΑΝΑΛΥΣΗ

ήταν επίσης υποδειγματική με τις αρματικές διαβάσεις να έχουν επιμελώς παγιδευτεί και να επιτηρούνται από αντιαρματικά πυρά που επέφεραν πολλές απώλειες στα τεθωρακισμένα οχήματα των IDF. Αρκετές θέσεις εκτοξευτών ρουκετών short range δεν έγιναν αντιληπτές καίτοι οι Ισραηλινοί στρατιώτες πέρασαν από δίπλα τους. Οι δυνάμεις της Hezbollah (Islamic Resistance) διακρίνονταν σε τρεις βασικές κατηγορίες. Οι τακτικές δυνάμεις μάχης, αποτελούσαν τα καλύτερα εκπαιδευμένα και εξοπλισμένα τμήματα (μεγέθους 15-20 ανδρών) και σήκωσαν το κύριο βάρος της σύγκρουσης με τον ισραηλινό στρατό. Οι δυνάμεις της πολιτοφυλακής των χωριών, ελαφρά οπλισμένες και αποτελούμενες από ντόπιους, είχαν ως κύρια αποστολή την ασφάλεια των κατοικουμένων τόπων και την επιτήρηση των περιοχών που έλεγχε η Hezbollah. Οι δυνάμεις προστασίας των ζωτικών εγκαταστάσεων της οργάνωσης είχαν ως αποστολή τη φύλαξη κρισίμων υποδομών, στρατηγείων, κόμβων επικοινωνιών, βάσεων εκτοξεύσεων και αποθηκών πυρομαχικών από ισραηλινές καταδρομικές ενέργειες. Ο κεντρικός έλεγχος όλων αυτών των δυνάμεων ενασκείτο μέσω σταθμών ασυρμάτων υψηλής τεχνολογίας αλλά και ενός καλά προπαρασκευασμένου δικτύου κινητών τηλεφώνων. Αξίζει να αναφερθεί η αποτελεσματικότητα της αποκεντρωτικής διοικήσεως και του ελέγχου των δυνάμεων της Hezbollah γεγονός που αποδεικνύει το υψηλό επίπεδο εκπαιδεύσεως και προετοιμασίας της. Σε αντίθεση με τις αυξημένες και μη αναμενόμενες μαχητικές τακτικές ικανότητες των ανταρτών, οι ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις επέδειξαν σχετικά χαμηλές επιδόσεις, ειδικά τις πρώτες ημέρες των συγκρούσεων. Αναφέρθηκαν πολλές δυσκολίες στην αποτελεσματική σύζευξη των όπλων και δυσκολίες συντονισμού. Οι απώλειες από φίλια πυρά ανήλθαν στο 12%, ποσοστό πρωτόγνωρο για το στρατό του Ισραήλ. Πολλές και οι περιπτώσεις διστακτικότατος ανάληψης αποφασιστικής δράσης ένεκα του φόβου αυξημένων απωλειών. Η προσεκτική χρήση του ολιγάριθμου ισραηλινού προσωπικού είναι απολύτως κατανοητή αλλά σε συνδυασμό με την υπερεξάρτηση από τη χρήση όπλων stand off αποδείχθηκε ότι παρεμπόδιζε την επίτευξη αποφασιστικού αποτελέ-

σματος στο συγκεκριμένο είδος πολέμου. Τα τελευταία χρόνια η τακτική και ατομική εκπαίδευση των IDF είχε εστιαστεί σε επιχειρήσεις ασφαλείας μικρής έντασης και διάρκειας. Οι διακλαδικές ασκήσεις είχαν προσανατολιστεί προς αυτήν την κατεύθυνση και οι συγκρούσεις σε αστικά περιβάλλοντα όπως αυτό της Λωρίδας της Γάζας και Δυτικής Όχθης αποτελούσαν την προτεραιότητα προετοιμασίας των χερσαίων δυνάμεων. Μέχρι και τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου, οι ισραηλινές χερσαίες επιχειρήσεις περιορίζονταν σε επιδρομές με σταδιακή αύξηση των εμπλεκομένων δυνάμεων από το επίπεδο του λόχου και τάγματος αρχικά σε επίπεδο ταξιαρχίας. Σταδιακά το μέγεθος και οι αριθμοί των εμπλεκομένων μονάδων αυξάνονταν με τις απαιτήσεις συντονισμού να μεγαλώνουν αλλά τα αποτελέσματα εξακολουθούσαν να είναι φτωχά. Οργανωμένες θέσεις των ανταρτών στο νότιο Λίβανο έπεφταν στα χέρια του ισραηλινού στρατού, για να εγκαταλειφθούν λίγο αργότερα, μετά από πολύωρες μάχες και απώλειες, χωρίς όμως να επιτευχθεί συντριβή των ανταρτών που διέφευγαν συγκροτημένα μαχόμενοι σε άλλες προετοιμασμένες θέσεις. Η ισραηλινή διοίκηση (North Operation Command) διαδοχικά ενέπλεκε περισσότερες δυνάμεις στα βόρεια σύνορα ενώ μετά την παρέλευση του Ιουλίου είχε αρχίσει να διαπιστώνει την εμπλοκή σε έναν αγώνα φθοράς με αδυναμία επίτευξης των αρχικών αντικειμενικών στόχων. Η απελευθέρωση των δύο απαχθέντων στρατιωτών, από την πρώτη ημέρα των επιχειρήσεων, φάνταζε ως ένας ανέφικτος στόχος αλλά αναγκαίος από την πλευρά της εσωτερικής και εξωτερικής νομιμοποίησης της εμπλοκής. Όμως μέχρι και τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου ούτε και οι υπόλοιποι δύο στόχοι, της εξουδετέρωσης των ανταρτικών δυνάμεων και της διακοπής του βομβαρδισμού με ρουκέτες του βορείου Ισραήλ δεν είχαν επιτευχθεί. Η ισραηλινή αξιολόγηση του πολέμου του Λιβάνου, πλέον της αστοχίας και καθυστέρηση επιλογής ενδεδειγμένης αντίδρασης ανάλογης με τη διαθεσιμότητα και καταλληλότητα των μέσων και τους επιδιωκόμενους στόχους, επεσήμανε και καυτηρίασε την ανεπαρκή και ακατάλληλη προετοιμασία των ισραηλινών χερσαίων δυνάμεων σε όλα τα επίπεδα. Η 39


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

αποτυχία αυτή αποδόθηκε στη λανθασμένη εκτίμηση των μελλοντικών απειλών στα πλαίσια μιας γενικότερης ανεδαφικής προσέγγισης της φύσεως του πολέμου (end of major war), στη μη σωστή αξιολόγηση των πληροφοριών σχετικά με τις ικανότητες της Hezbollah και στον εφησυχασμό που επικράτησε μετά την ισραηλινή αποχώρηση από το νότιο Λίβανο το 2000. Οι παραπάνω παράγοντες οδήγησαν στην υιοθέτηση ενός λανθασμένου νέου δόγματος επιχειρήσεων και εκπαίδευσης προσανατολισμένου σε «αστυνομικά» καθήκοντα και ασύμμετρες απειλές σε βάρος της αντιμετώπισης ενός συμβατικού πολέμου εμπλουτισμένου με στοιχεία ανταρτοπολέμου και ευρείες προσβολές μη στρατιωτικών στόχων. Η παγίδα της λανθασμένης εξαγωγής συμπερασμάτων από τη φύση και διεξαγωγή προηγουμένων πολέμων και συγκρούσεων, σε συνδυασμό με μια υπερβολική (ενίοτε δικαιολογημένη) εμπιστοσύνη στις ημέτερες ικανότητες και υποτίμηση του αντιπάλου συχνά οδηγεί σε στρατηγικό-επιχειρησιακό και τακτικό αιφνιδιασμό. Αρκετοί Ισραηλινοί στρατιωτικοί έχουν επιρρίψει ευθύνες και στους αποτυχημένους νεωτερισμούς στο δόγμα επιχειρήσεων που επέφερε το IDF Operational Theory Research Institute (Διευθυντής ο ταξίαρχος Shimon Naveh, 1998-2005) την περίοδο που προηγήθηκε. Η νέα προσέγγιση των επιχειρήσεων, επηρεασμένη από την σε εξέλιξη δεύτερη intifada και την αμερικανική εμπλοκή στο Ιράκ, υιοθετούσε την προτεραιότητα των συγκρούσεων χαμηλής έντασης (Low Intensity Conflicts-LIC) σε βάρος μιας κλασσικής συμβατικής σύγκρουσης υψηλής έντασης (High Intensity Conflicts-HIC). Το νεωτερικό πολύπλοκο δόγμα (με την ονομασία Systemic Operational Design-SOD) προσπαθούσε να επιβάλει μια πιο σύνθετη αντίληψη της μορφής του συγχρόνου πολέμου με το «διοικητή» να περιβάλλεται από μια σειρά θεωρητικών, ψυχολογικών και φιλοσοφικών ερωτημάτων στα πλαίσια μιας ισραηλινής προσέγγισης της Revolution in Military Affairs (RMA). Το SOD ήταν μια πλήρως συγκεντρική μεθοδολογία και αποδείχτηκε ανεπαρκής να αντιμετωπίσει την αποκεντρωτική προσέγγιση της Hezbollah στα πεδία των συγκρούσεων του νοτίου Λιβάνου. Η αρνητική εξέλιξη των επιχειρήσεων ανάγκασε το Γε-

40

νικό Επιτελείο, στα πλαίσια των διορθωτικών ενεργειών, να αναθεωρήσει πλήρως το παραπάνω δόγμα. Επειδή όμως η επιχειρησιακή ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων επηρεάζεται σημαντικά και από τα διαθέσιμα κονδύλια αξίζει να αναφερθεί ότι ο εκπαιδευτικός προϋπολογισμός των IDF το 2006 είχε πέσει στο ήμισυ του αντίστοιχου του 2001. Επίσης οι περικοπές στην εκπαίδευση των επιστράτων ήταν περισσότερο από το 70% την προαναφερθείσα εξαετία. Στην πραγματικότητα, η εκπαίδευση των επιστράτων είχε σχεδόν μηδενιστεί και τα συνεπακόλουθα αρνητικά αποτελέσματα υπήρξαν αισθητά στην κινητοποίηση που ακολούθησε. Η μείωση των δαπανών επηρέασε και τις δυνατότητες υποστήριξης με αποτέλεσμα την εμφάνιση σοβαρών ελλείψεων σε υλικά επιστράτων αλλά ακόμη και στην τροφοδοσία μονάδων κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων με αποτέλεσμα αρκετές να καταφεύγουν στην επιβίωση από επιτόπια εφόδια. Επανερχόμενοι στο στρατηγικό-επιχειρησιακό επίπεδο, διαπιστώνουμε ότι το Γενικό Επιτελείο καίτοι διαπίστωνε τη στασιμότητα των επιχειρήσεων και τα φτωχά αποτελέσματα εντούτοις ήταν διστακτικό στην κινητοποίηση περισσοτέρων και αναγκαίων δυνάμεων για την επίτευξη των στόχων. Εδώ εγείρονται και οι βασικές ευθύνες της στρατιωτικής ηγεσίας να απευθύνουν ξεκάθαρα προς την κυβέρνηση το μήνυμα της ανεπάρκειας των μέσων και της ανάγκης αναπροσανατολισμού της σχεδίασης. Η χερσαία επίθεση του Αυγούστου Το τέλος του Ιουλίου βρήκε το Ισραήλ να έχει εμπλακεί σε μια κοστοβόρα αναμέτρηση με τη Hezbollah χωρίς προοπτική νίκης αλλά ούτε και εξόδου από την κρίση. Επιπλέον η επιμήκυνση της σύγκρουσης και οι απώλειες Ισραηλινών και αμάχων στο Λίβανο άρχισαν να περιορίζουν την υποστήριξη προς τις ενέργειες του Ισραήλ σε εσωτερικό και εξωτερικό. Ο βομβαρδισμός κτιρίου από την IAF, στην πόλη Qana του Λιβάνου στις 30 Ιουλίου, ενίσχυσε τη διεθνή κριτική στις ενέργειες του Τελ Αβίβ. Στις 05 Αυγούστου, με πρωτοβουλία ΗΠΑ και Γαλλία άρχισαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας συζητήσεις για διακοπή των εχθροπραξιών. Τελικά, το Ψήφισμα 1701 του

ΑΝΑΛΥΣΗ

Σε αντίθεση με τις αυξημένες και μη αναμενόμενες μαχητικές τακτικές ικανότητες των ανταρτών, οι ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις επέδειξαν σχετικά χαμηλές επιδόσεις, ειδικά τις πρώτες ημέρες των συγκρούσεων. Αναφέρθηκαν πολλές δυσκολίες στην αποτελεσματική σύζευξη των όπλων και δυσκολίες συντονισμού.

Συμβουλίου Ασφαλείας που καλούσε για άμεση ανακωχή εκδόθηκε ομόφωνα στις 11 Αυγούστου. Εντωμεταξύ Στο εσωτερικό μέτωπο, οι συνεχιζόμενες προσβολές από ρουκέτες στο Ισραήλ (προσβολές με συνέπεια την απώλεια 12 αλεξιπτωτιστών αλλά και 3 αμάχων στη Χάιφα στις 05 Αυγούστου) πύκνωσαν τις φωνές στο εσωτερικό για εξεύρεση λύσεως. Το υπουργικό συμβούλιο του Ισραήλ βλέποντας το αδιέξοδο ήδη από τις 03 Αυγούστου είχε επιλέξει να προχωρήσει στην εξαπόλυση μεγάλης χερσαίας επίθεσης με στόχο τον περιορισμό των βομβαρδισμών του Ισραήλ με ρουκέτες αλλά κυρίως με στόχο να επιταχύνει τις διεθνείς ενέργειες για την επιβολή μιας κατάπαυσης των εχθροπραξιών που θα διέσωζε το γόητρο του Τελ Αβίβ. Η διαταγή προετοιμασίας της επίθεσης δόθηκε στις 03 Αυγούστου ενώ ήδη σταδιακά (με την εκτέλεση μερικής επιστράτευσης 30.000 επίστρατων στις 27 Ιουλίου) είχαν εμπλακεί τέσσερις ισραηλινές μεραρχίες (91η

, 98η ,162η και 366η) στις επιχειρήσεις στο νότιο Λίβανο. Μια ακόμη ένδειξη του ισραηλινού εφησυχασμού και ανεπαρκούς στρατιωτικής προετοιμασίας ήταν ότι το μοναδικό σχέδιο χερσαίας εισβολής στο Λίβανο της Βόρειας Διοίκησης του Ισραήλ χρονολογείτο από το τέλος της δεκαετίας του 1990. Η αρχική πρόθεση ήταν η επίθεση να εξαπολυθεί στις 09 Αυγούστου. Τελικά και με την έκδοση Ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας προ των θυρών, η επίθεση εκτοξεύθηκε στις 11 Αυγούστου (την ίδια ημέρα με την έγκριση του ψηφίσματος) δίδοντας το χρονικό περιθώριο μόνο 60 ωρών στις IDF να εγκατασταθούν επιτυχώς βορείως του ποταμού Litani. Η προέλαση βορείως του ποταμού θεωρείτο (ορθά) ως το γεγονός που θα μεγιστοποιούσε τη διεθνή πίεση για κατάπαυση των εχθροπραξιών ενώ θα έδινε τακτικά πλεονεκτήματα στο Ισραήλ διαφυλάσσοντας και το γόητρο του. Στην επίθεση της 11ης Αυγούστου έλαβαν μέρος και οι 4 προαναφερθείσες 41


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

μεραρχίες και ήταν η μοναδική μεγάλη χερσαία επιχείρηση (συμπεριλάμβανε και αεροκίνηση) που αναλήφθηκε από τις IDF. Ενδεικτική των προθέσεων του Ισραήλ και η ονομασία της επιχειρήσεως: Operation Changing Direction 11. Οι ενέργειες του Ισραήλ, τις τελευταίες ημέρες, γινόντουσαν σε στενή διεργασία με τις ΗΠΑ. Η κατάπαυση του πυρός, σε εφαρμογή του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας τέθηκε σε ισχύ στις 14 Αυγούστου στις 08.00 τοπική ώρα χωρίς οι τέσσερις μεραρχίες του IDF να έχουν επιτύχει τους αντικειμενικούς στόχους τους. Ο περιορισμένος διαθέσιμος χρόνος και η μη ικανοποιητική απόδοση των ισραηλινών στρατευμάτων, σε αντίθεση με την αποτελεσματική και πείσμονα αντίσταση των ανταρτών, ήταν οι βασικοί λόγοι της τακτικής αποτυχίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι την τελευταία ημέρα των συγκρούσεων 217 ρουκέτες έπληξαν το έδαφος του Ισραήλ. Συνολικά 120 άνδρες και γυναίκες των IDF έχασαν τη ζωή τους και 1000 περίπου τραυματίστηκαν. Επίσης 37 άμαχοι Ισραηλινοί σκοτώθηκαν οι περισσότεροι από τις ρουκέτες της Hezbollah. Οι νεκροί μαχητές της οργάνωσης υπολογίζονται σε 500 με 600, η δε μη ύπαρξη αιχμαλώτων αποδεικνύει την ικανότητα της οργάνωσης να αποφεύγει επιδέξια τις ισραηλινές κυκλωτικές ενέργειες. Μεγάλος ήταν όμως και ο φόρος αίματος των αμάχων Λιβανέζων με περίπου 1000 νεκρούς και πενταπλάσιους τραυματίες πάνω από μισό εκατομμύριο προσωρινά εκτοπισμένους και τεράστιες οι καταστροφές στις υποδομές του Λιβάνου. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε και τον επιτυχημένο ναυτικό αποκλεισμό του Λιβάνου από τις ναυτικές δυνάμεις του Ισραήλ. Το πολεμικό ναυτικό του οποίου συμμετείχε ενεργά στις προσβολές των υποδομών του Λιβάνου και της Hezbollah. Η εμπλοκή του ναυτικού του Ισραήλ αμαυρώθηκε από το γεγονός της προσβολής της σύγχρονης κορβέτας Hanit τύπου Sa’ar 5 από κατευθυνόμενο βλήμα C-802 Noor με αποτέλεσμα το θάνατο τεσσάρων μελών του πληρώματος και την πρόκληση σοβαρών ζημιών στο σκάφος. Η προσβολή υπήρξε αποτέλεσμα επιχειρησιακού αιφνιδιασμού (άγνοια κατοχής και ανάπτυξης των συγκεκριμένων κατευθυνόμενων βλημάτων εδάφους-επιφανείας μέσου βεληνε-

42

ΑΝΑΛΥΣΗ

κούς από την οργάνωση) αλλά και τακτικού (μη ενεργοποίηση του συστήματος αυτοπροστασίας της κορβέτας). Σύνοψη συμπερασμάτων Η ισραηλινή υψηλή στρατηγική, όπως και η αμερικανική στην περίπτωση του Ιράκ το 2003, απέτυχε να προσδιορίσει ξεκάθαρα τους επιδιωκόμενους στόχους της αντίδρασης της στα γεγονότα της 12ης Ιουλίου. Η ακροβασία μεταξύ των δύο λύσεων που παρουσιάστηκαν οδήγησε σε ασυμμετρία των επιδιωκόμενων σκοπών με τα μέσα που επελέγησαν. Δυστυχώς για το Ισραήλ, αποδείχθηκε ότι οι ένοπλες δυνάμεις του (και ιδιαίτερα οι χερσαίες δυνάμεις), πλημμελώς προετοιμασμένες και λανθασμένα προσανατολισμένες, δεν αποδείχθηκαν ικανές να φέρουν σε πέρας τους στόχους που καθορίστηκαν. Η στρατιωτική ηγεσία επικρίνεται έντονα διότι δεν κατόρθωσε, αλλά ούτε και προσπάθησε επαρκώς να ενημερώσει την σχετικά άπειρη πολιτική ηγεσία για την ασυμβατότητα μέσων και στόχων. Επιπλέον αποδείχθηκε απροετοίμαστη να παρουσιάσει μια επικαιροποιημένη και πλήρη στρατιωτική στρατηγική για την αντιμετώπιση της κρίσεως. Σημαντικές περικοπές στον αμυντικό προϋπολογισμό συνετέλεσαν σε σημαντικές δυσλειτουργίες και ελλείψεις στη διοικητική μέριμνα, στην προετοιμασία των επιστράτων αλλά και στην εκπαίδευση των μονάδων. Ένα μη λειτουργικό νεωτερικό στρατιωτικό δόγμα με αντιλήψεις επικράτησης των συγκρούσεων χαμηλής έντασης έναντι των συμβατικών μορφών πολέμου έστρεψαν τις IDF σε προετοιμασία ανάληψης «αστυνομικών» καθηκόντων και έφερε σύγχυση στις μέχρι τότε χρησιμοποιούμενες επιτελικές διαδικασίες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η αναλογία προετοιμασίας συγκρούσεων υψηλής έντασης με συγκρούσεις χαμηλής ήταν 20% με 80% αντίστοιχα, γεγονός που δικαιολογεί τη χαμηλή απόδοση των στρατευμάτων στο πεδίο της μάχης (οι αναλογίες αντεστράφησαν μετά τα συμπεράσματα των συγκρούσεων του 2006). Είναι γεγονός ότι η επικρατούσα διεθνής κατάσταση τη συγκεκριμένη εποχή στη Μέση Ανατολή (παλαιστινιακή intifada σε εξέλιξη, αμερικανική παρουσία στο Ιράκ) δικαιολογούσε, εν μέρει, την εσφαλμένη αντίληψη που είχε αναπτυχθεί στην ισ-

Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί μετέβαλαν σε ερείπια τις υποδομές του Λιβάνου και προκάλεσαν μεγάλο αριθμό απωλειών των αμάχων καθώς και προσφύγων.

ραηλινή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Ακόμη και οι ικανότατες ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αποτύχει να εντοπίσουν το μέγεθος των στρατιωτικών προετοιμασιών και της αναβάθμισης των μαχητικής αξιοπιστίας της Hezbollah. Σε τελευταία ανάλυση, ένα ολόκληρο έθνος, εγκλωβισμένο σε λάθος εκτιμήσεις και επαναπαυόμενο στις δάφνες του παρελθόντος, απέτυχε να προσδιορίσει το νέο είδος των απειλών και κυρίως να προετοιμάσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντιμετώπισης τους. Καταδείχτηκε επίσης ότι η μάλλον εσπευσμένη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από το νότιο Λίβανο το 2000 (συνεχής παρουσία και κατοχή των εδαφών από την εισβολή του 1982) δεν συνοδεύθηκε από τις αναγκαίες εγγυήσεις για την ασφάλεια των περιοχών του βορείου Ισραήλ. Το κενό που άφησε ο ισραηλινός στρατός καλύφθηκε από τις δυνάμεις της Hezbollah που συνεχώς παρενοχλούσαν, με ενέδρες και ρουκέτες, το Ισραήλ. Η αποτροπή του Τελ Αβίβ, την εξαετία 2000-2006, δεν κρίνεται

πειστική και επιτυχής με αποτέλεσμα η Hezbollah να αναβαθμίζει σταδιακά το μέγεθος των προκλήσεων. Σε παρόμοια –ίσως με μικρότερες απώλειες- συνοριακά περιστατικά, οι IDF είχαν αντιδράσει με μεγαλύτερη μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση αδυνατώντας να οικοδομήσουν μια σταθερή και αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα (παρά μάλιστα το αναγνωριζόμενο αποτρεπτικό γόητρο του Ισραήλ και των ενόπλων δυνάμεων του). Τουλάχιστον όμως το Τελ Αβίβ κατόρθωσε να καλύψει την αποτυχία της υψηλής στρατηγικής και των στρατιωτικών μέσων του επιδέξια, χρησιμοποιώντας τη διπλωματική διάσταση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την επιβολή ενός ψηφίσματος η εφαρμογή του οποίου συνιστούσε μερική επιτυχία του Ισραήλ (ανάπτυξη δυνάμεων του λιβανικού στρατού και UNFIL και παράλληλη αποδυνάμωση της Hezbollah από το νότιο Λίβανο). Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η αποτρεπτική πολιτική και φήμη του Ισραήλ κατέρρευσαν στο πόλεμο του Λιβάνου. 43


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΑΝΑΛΥΣΗ

νται από ένα πέπλο μυστικότητας εν ονόματι ενός κακώς εννοούμενου εθνικού συμφέροντος αλλά περισσότερο για να καλυφθούν οι αδυναμίες και τα ολέθρια σφάλματα των εμπλεκομένων (αποφεύγω να αναφέρω τη λέξη προδοσίες). Αναφορικά με τη φύση του πολέμου διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά η διαχρονικότητα της αναφοράς του Clausewitz περί της ματαιοπονίας και του ανέφικτου της αποφασιστικής νίκης άνευ απωλειών παρά τις προόδου της τεχνολογίας. Ο πόλε-

μος είναι μια από τις βασικές ανθρώπινες δραστηριότητες με συνεχώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά και η μέγιστη στρατηγική έγγυται στην έγκαιρη αποκάλυψη της μορφής της επικείμενης σύγκρουσης. Στην περίπτωση αυτή είναι ευκολότερο το έργο της σύζευξης των στόχων με τα διαθέσιμα μέσα. Η ιστορική εμπειρία είναι πολύτιμη αλλά η ορθή ενσωμάτωση των συμπερασμάτων της στην αντιμετωπιζόμενη παρούσα κατάσταση απαιτεί κριτική αντίληψη και επίπονη προσπάθεια. ◼

Βιβλιογραφία

Αναφορικά με τη φύση του πολέμου διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά η διαχρονικότητα της αναφοράς του Clausewitz περί της ματαιοπονίας και του ανέφικτου της αποφασιστικής νίκης άνευ απωλειών παρά τις προόδου της τεχνολογίας.

Οι φωνές αυτές αντικρούονται από αυτούς που υποστηρίζουν ότι από το 2006 δεν έλαβε χώρα καμία σημαντική προσβολή του βορείου Ισραήλ από το νότιο Λίβανο (σε μια δε περίπτωση εκτόξευσης ρουκετών η Hezbollah άμεσα επέρριψε κάθε εμπλοκή της). Αναμφισβήτητα, το Ισραήλ, παρά τις σημαντικές απώλειες της οργάνωσης, απέτυχε να εξασθενίσει τη θέση της στο Λίβανο καθώς ούτε η διεθνής κοινότητα ούτε και ο λιβανικός στρατός επέτυχαν να εφαρμόσουν το Ψήφισμα 1701 περί πλήρους απομάκρυνσης όλων των ενόπλων οργανώσεων. Μια κρίση που ξεκίνησε με περιορισμένους στόχους και από τις δύο πλευρές, εξελίχθηκε σε μια σοβαρή πολεμική εμπλοκή. Για άλλη μια φορά αποδείχθηκε ότι περιορισμένοι πόλεμοι συνήθως έχουν ακόμη πιο περιορισμένα αποτελέσματα από αυτά που οι αντίπαλοι σχεδιάζουν και απλώς επιτείνουν την αβεβαιότητα. Επιπλέον η ταχύτατα εξελισσόμενη πραγματικότητα αρκετές φορές ανατρέπει πολύ σύντομα τα οποιαδήποτε αποτελέσματα και τις 44

ισορροπίες που δημιουργούν αυτές οι συγκρούσεις. Η δε πορεία ενός έθνους είναι η συνισταμένη πολλών δυνάμεων και συντελεστών ισχύος και η ορθή και σε βάθος χρόνου πολυδιάστατη και συνεπής υψηλή στρατηγική μπορεί να διορθώσει προσωρινές αστοχίες και ατυχήματα των επιμέρους στρατηγικών. Αξιέπαινη και η προσπάθεια του Ισραήλ να αντιμετωπίσει και θεραπεύσει τις δυσλειτουργίες του συστήματος και να προχωρήσει άμεσα σε ανάλυση και εξέταση των γεγονότων. Αποτέλεσμα η σε ένα περίπου χρόνο ανοικτή δημοσίευση μεγάλου μέρους των αποτελεσμάτων μιας διακομματικής αξιόπιστης έρευνας και η ανάληψη άμεσων διορθωτικών ενεργειών τα αποτελέσματα των οποίων επαναξιολογήθηκαν στις επιχειρήσεις της Λωρίδας της Γάζας το 2008 (Operation Cast Lead). Η παρούσα επισήμανση αφορά ιδιαίτερα τη χώρα μας και τα γεγονότα της μεταπολεμικής περιόδου που αναφέρονται στις κρίσεις στο Αιγαίο και τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Κύπρο τα οποία και επιμελώς καλύπτο-

1. Anthony H. Cordesman, “Lessons of the 2006 Israeli-Hezbollah War, Center of Strategic and International Studies, 2007. 2. Sarah E. Kreps, “The Second Lebanon War: Lessons Learned”, Parameters, 2007. 3. Amir Kulick, “The Next War With Hezbollah”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 10, No 3, December 2007. 4. Israeli Ministry of Foreign Affairs, “Winograd Committee Submits Final Report, 30 Jan 2008 http://www.mfa.gov.il/mfa/mfa archive/2008/pages/winograd%20committee%20submits%20final%20report%2030-jan2008.aspx 5. Yoram Schweitzer, “The Limitations on Fighting a Terrorilla Army: Lebanon and Gaza as Test Cases, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 1, April 2009. 6. Ronen Manelis, “Between Lebanon and Gaza: Hizbollah in Operation Cast Lead”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 1, April 2009. 7. Col Gabriel Siboni, “From the Second Intifada through the Second Lebanon War to Operation Cast Lead: Puzzle Pieces of a Single Campaign”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 1, April 2009. 8. Col Giora Segal, “Trapped Between Maneuver and Firepower: Hamas and Hizbollah”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 1, April 2009. 9. Washington Post, “2006 Israel Lebanon War Looms Large in Pentagon Debate on Future”, 06 April 2009. 10. MGn Giore Eiland, “The Second Lebanon War: Lesson on the Strategic Level”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 2, October 2009. 11. Gen Dan Haloutz, “The Second Lebanon War: Achievement and Failures”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 2, October 2009. 12. Col Gabriel Siboni and Amil Kulick, “The Second Lebanon War as a Watersheld”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 2, October 2009. 13. Col Gabriel Siboni “The Second Lebanon: Opening Remarks”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 1, No 2, October 2009. 14. MGn Giora Eilan, “Think Before Act: On the IDF Withdrawal from Lebanon in 2000”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 3, No 3, April 2011. 15. Creveld, Martin van, “The Second Lebanon War: A Re-assessment”, Infinity Journal, Issue No. 3, Summer 2011, pages 4-7. 16. David E. Johnson, “Hard Fighting: Israel in Lebanon and Gaza”, RAND MG 1085, 2011. 17. Lazar Berman, “The Lessons of the Second Lebanon War 5 Years later”, 2011. 18. Russell W. Glenn, “All Glory Is Fleeting: Insights from the Second Lebanon War”, RAND, MG 708, 2012. 19. Benjamin S. Lambeth, “Israel’s Second Lebanon War Reconsidered”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 4, No 3, December 2012. 20. Ehud Olmert, “In Retrospect: The Second Lebanon War”, Institute for National Security Studies, Military and Strategic Affairs, volume 6, No 1, March 2014.

45


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΩΚΥΑΛΟΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΩΚΥΑΛΟΣ

Με απόλυτη επιτυχία εντάχτηκε στις επιχειρήσεις της ΔΥΚ, το νέο σκάφος ανορθόδοξου πολέμου (ΣΑΠ) ΩΚΥΑΛΟΣ, το οποίο αποτελεί προϊόν φτιαγμένο από ελληνικά χέρια. Έχοντας συμπληρώσει περισσότερους από 7 μήνες επιχειρησιακής αξιοποίησης από την επίσημη ένταξη του σε υπηρεσία, ο ΩΚΥΑΛΟΣ ενίσχυσε καθοριστικά το στόλο της ΔΥΚ, με δυνατότητες που είναι απαραίτητες προκειμένου να καλυφθούν οι επιχειρησιακές απαιτήσεις των βατραχανθρώπων του ΠΝ.

Προηγμένα Σκάφη ειδικών επιχειρήσεων για τις ΕΔ από ελληνικά χέρια

46

47


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Η χρήση του νέου ΣΑΠ κατέστησε σαφές από την πρώτη στιγμή ότι πρόκειται για ένα μέσο που μπορεί να προσφέρει αξιόπιστη δυνατότητα διείσδυσης στην περιοχή επιχειρήσεων, με υψηλές επιδόσεις ταχύτητας, μεταφορικής ικανότητας προστασίας προσωπικού από τα καιρικά φαινόμενα καθώς και παροχής πυρών υποστηρίξεως, σε συνδυασμό με προηγμένα μέσα ναυτιλίας πλοήγησης . Ο συνδυασμός των παραπάνω αποτελεί τον προσδιορισμό σε ότι αφορά τα σκάφη Ειδικών Επιχειρήσεων και - ως εκ τούτου αντιπροσωπεύει το ζητούμενο σε Επιχειρήσεις Ανορθόδοξου Πολέμου που διεξάγει η ΔΥΚ. Το ΠΝ έχει αντιληφθεί τα πλεονεκτήματα που προσφέρει μια τέτοια σχεδίαση για εκτέλεση αποστολών, διείσδυσης – απαγκίστρωσης Ομάδων Ανορθόδοξου Πολέμου (ΟΑΠ), οι οποίες δυστυχώς μέχρι σήμερα βασίζονται σε μια δύναμη σκαφών ετερόκλητης προελεύσεως. Τα σκάφη που συγκροτούν τον υφιστάμενο στολίσκο της ΔΥΚ, διαθέτουν μεν χαρακτηριστικά επίτευξης υψηλών ταχυτήτων, πλην όμως δεν καλύπτουν σειρά άλλων ειδικών επιχειρησιακών απαιτήσεων λόγω εγγενούς σχεδιαστικής αδυναμίας καθώς προορίζονταν εξ αρχής για την πολιτική αγορά. Οι απαιτήσεις αυτές περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ειδικές προδιαγραφές πλευστότητας με δυσμενείς καιρικές συνθήκες, συγκεκριμένες καταναλώσεις, μεγάλη εμβέλεια, συστήματα ναυτιλίας παντός καιρού (στρατιωτικών προδιαγραφών), θωράκιση ευαίσθητων σημείων, σημεία ανάρτησης οπλισμού επί σταθεροποιούμενου πυργίσκου ελεγχόμενα από το πλήρωμα (όταν αυτό βρίσκεται εσωτερικά του σκάφους), συστήματα υπέρυθρης σκόπευσης, εσωτερική μεταφορά προσωπικού για προστασία από τα καιρικά φαινόμενα κ.α. Το ευρύ αυτό φάσμα χαρακτηριστικών που περιλαμβάνουν οι απαιτήσεις σκαφών για αποστολές Ανορθόδοξου Πολέμου, συγκεντρώθηκε για πρώτη φορά στη σχεδίαση ενός σκάφους το οποίο έγινε από ελληνικά χέρια και προσφέρεται για να καλύψει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τις ανάγκες του ΠΝ. 48

ΩΚΥΑΛΟΣ – Τα χαρακτηριστικά Το πρωτότυπο σκάφος, αποτελείται εξ’ ολοκλήρου από αλουμίνιο συνολικού μήκους φτάνει τα 14 μέτρα, αναπτύσσει μέγιστη ταχύτητα φορτωμένο 43 κόμβους, έχει μεγάλη αυτονομία, ενώ μπορεί να επιχειρεί και να μάχεται κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Έχει τετραμελές πλήρωμα, μεταφέρει ένα στοιχείο βατραχανθρώπων, καθώς και πλήρη εξοπλισμό μάχης, και το σημαντικότερο όλων είναι ότι διαθέτει τηλεχειριζόμενο πυργίσκο για πολυβόλο των 12,7 χλστ ή βομβιδοβόλο των 40 χιλιοστών. Φέρει 2 κινητήρες των 370 ίππων έκαστος καθώς και όλο τον απαιτούμενο ηλεκτρονικό εξοπλισμό ναυτιλίας καθώς και σύστημα υπέρυθρης παρατήρησης. Ανήκει στην κατηγορία «Β», η οποία περιλαμβάνει σκάφη που έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν σε περιβάλλον με ύψος κύματος τεσσάρων μέτρων και άνεμο έντασης έως 8 μποφόρ. Ιδιαίτερη μνεία έχει γίνει από το προσωπικό της ΔΥΚ αναφορικά με την ικανότητα τηλεχειρισμού του οπλισμού του ΩΚΥΑΛΟΥ επί σταθεροποιούμενου πυργίσκου (δεν υφίσταται σε άλλο ΣΑΠ), γεγονός που επιτρέπει την άνετη σκόπευση σε στόχους και με υψηλά ποσοστά ακρίβειας (όταν το σκάφος πλέει με μεγάλες ταχύτητες). Επίσης αναφέρεται ως πολύ σημαντικό πλεονέκτημα, η προστασία που παρέχει στο πλήρωμα (από εχθρικά πυρά), χάρις την δυνατότητα χρήσης του οπλισμού από το εσωτερικό του σκάφους. Αυτό αφορά ιδίως τις κρίσιμες φάσεις πλησίον εχθρικής ακτής σε διαδικασία απαγκίστρωσης ομάδας. Οι τελευταίες κρίνονται ως οι πλέον επικίνδυνες για τα πληρώματα όλων των ΣΑΠ που έχουν επωμιστεί με την παροχή πυρών υποστηρίξεως σε τμήματα στην ακτή ή σε φίλια σκάφη που απεμπλέκονται και (κατά συνέπεια) ήταν μέχρι σήμερα εκτεθειμένα, χωρίς καμία αντιβαλλιστική προστασία. Το νέο σκάφος Η ένταξη του ΩΚΥΑΛΟΥ στις επιχειρήσεις της ΔΥΚ έχει ήδη συγκεντρώσει σύμφωνα με αναφο-

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΩΚΥΑΛΟΣ

Παράλληλα, εκκρεμεί και το πρόγραμμα για 22 σκάφη ειδικών επιχειρήσεων για τις Μοίρες Αμφιβίων Καταδρομών. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα αναφέρεται ως «σκάφη συνοδείας και συμβολής στην άμυνα νήσων» προϋπολογισμού 35 εκατ. ευρώ.

ρές στελεχών, ιδιαίτερα θετικά σχόλια για την εν γένει συνολική επίδοση του καθώς αξιολογήθηκε σε ευρύ φάσμα συνθηκών και επιχειρησιακών σεναρίων. Σημειώνεται ότι η δυνατότητα άμεσης αξιολόγησης του σκάφους από το προσωπικό της ΔΥΚ, παρείχε τη δυνατότητα για ρεαλιστικές δοκιμές που απέδωσαν πολύτιμα συμπεράσματα, τα οποία απορρέουν από το συγκριτικό πλεονέκτημα της ΑΜΕΣΗΣ και ΣΥΝΕΧΟΥΣ επαφής που απέκτησαν οι Έλληνες βατραχάνθρωποι μετά την παραχώρηση του πρωτοτύπου σκάφους στο ΠΝ. Η κατασκευή του σκάφους έγινε πιλοτικά ενώ εκτιμάται ότι ικανοποιούνται ήδη οι περισσότερες επιχειρησιακές απαιτήσεις της ΔΥΚ με σκάφη τέτοιου τύπου (ΣΑΠ), τα οποία μπορούν να ναυπηγηθούν στην Ελλάδα με ότι αυτό συνεπάγεται από πλευράς εγχώριας προστιθεμένης αξίας, ανάθεσης έργου σε ελληνικές εταιρίες,

δημιουργία θέσεων εργασίας, ανάπτυξη δικτύου άμεσης υποστήριξης, ανάπτυξη τεχνογνωσίας, δυνατότητα εμπορικής προώθησης ανάλογων εκδόσεων και στο εξωτερικό από τη στιγμή που ο κύριος χρήστης είναι η χώρα του κατασκευαστή κ.α. Τα συμπεράσματα για επιπλέον τροποποιήσεις θα ενσωματωθούν σε βελτιωμένη σχεδίαση που έχει ολοκληρωθεί, προκειμένου να καλύψει την απαίτηση για μια νέα σειρά σκαφών ΣΑΠ, στο πλαίσιο προγράμματος ναυπήγηση νέων ταχύπλοων Σκαφών Ανορθόδοξου Πολέμου για τις επιχειρησιακές ανάγκες της ΔΥΚ. Ο νέος ΩΚΥΑΛΟΣ ΙΙ θα είναι κατά ένα μέτρο μεγαλύτερος, θα πιστοποιηθεί από εξειδικευμένο Γαλλικό νηογνώμονα, θα μπορεί να φέρει 10 άτομα σε ειδικά αντικραδασμικά καθίσματα, ώστε να μην καταπονείται το προσωπικό από τις καιρικές συνθήκες και αναμένεται να κοστίσει 49


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

550.000 ευρώ αναλόγως με τον οπλισμό η τη διαμόρφωση ηλεκτρονικών συστημάτων που δύναται να διαφέρει. Το σκάφος θα πιάνει ταχύτητες άνω των 50 κόμβων αφού θα αυξηθεί η ιπποδύναμη έχοντας δύο κινητήρες volvo των 670 ίππων ο καθένας. Οι προδιαγραφές για αυξημένο μέγεθος κρίνονται ως εύλογες με δεδομένες τις απαιτήσεις ικανότητας μεταφοράς μιας πλήρους επιχειρησιακής Ομάδας της ΔΥΚ, γεγονός που επιφέρει συνεπακόλουθα αυξημένες απαιτήσεις επιδόσεων των κινητήρων. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι ότι η νέα διαμόρφωση που προκύπτει στον ΩΚΥΑΛΟ ΙΙ, έχει ήδη ολοκληρωθεί σε σχεδιαστικό επίπεδο από τους κατασκευαστές ενώ είναι απολύτως εφικτό να

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΩΚΥΑΛΟΣ

υλοποιηθεί η φάση βιομηχανικής παραγωγής με μηδενικό ρίσκο σχεδιαστικής ανάπτυξης. Εξοπλιστικά προγράμματα των ΕΔ Στις απαιτήσεις του ΓΕΝ προβλέπεται η ναυπήγηση νέων ταχύπλοων Σκαφών Ανορθόδοξου Πολέμου για τις επιχειρησιακές ανάγκες των Μονάδων Υποβρυχίων Καταστροφών. Μάλιστα, σύμφωνα με αξιωματικούς του ΓΕΝ, το συγκεκριμένο πρόγραμμα βρίσκεται ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων του Πολεμικού Ναυτικού, ωστόσο αναζητούνται οι απαραίτητες πιστώσεις. Με δεδομένες τις πιεστικές ανάγκες που έχει η ΔΥΚ, η υλοποίηση του προγράμματος είναι διαπιστωμένο ότι είναι επιθυμητή από την ηγεσία, ενώ προσμετρείται θετικά το γεγονός, έχει σαφώς πε-

Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι ότι η νέα διαμόρφωση που προκύπτει στον ΩΚΥΑΛΟ ΙΙ, έχει ήδη ολοκληρωθεί σε σχεδιαστικό επίπεδο από τους κατασκευαστές ενώ είναι απολύτως εφικτό να υλοποιηθεί η φάση βιομηχανικής παραγωγής με μηδενικό ρίσκο σχεδιαστικής ανάπτυξης. Ζητούμενη είναι η ικανότητα ταχείας μεταφοράς δυνάμεων με πλωτά σκάφη που έχουν τα χαρακτηριστικά της σχεδίασης ΩΚΥΑΛΟΣ ΙΙ και τα οποία είναι εν γνώσει της παρούσας ηγεσία του ΓΕΣ.

Η χρήση του νέου ΣΑΠ κατέστησε σαφές από την πρώτη στιγμή ότι πρόκειται για ένα μέσο που μπορεί να προσφέρει αξιόπιστη δυνατότητα διείσδυσης στην περιοχή επιχειρήσεων, με υψηλές επιδόσεις ταχύτητας, μεταφορικής ικανότητας - προστασίας προσωπικού από τα καιρικά φαινόμενα καθώς και παροχής πυρών υποστηρίξεως, σε συνδυασμό με προηγμένα μέσα ναυτιλίας - πλοήγησης.

50

ριορισμένο μέγεθος από πλευράς κόστους - συγκριτικά με άλλα εξοπλιστικά προγράμματα. Το ζήτημα της χρηματοδότησης είναι αυτό που το ΠΝ καλείται να επιλύσει στην παρούσα δυσμενή χρονική συγκυρία, προκειμένου να ξεκινήσει άμεσα η κατασκευή του νέου βελτιωμένου ΩΚΥΑΛΟΥ ΙΙ για να δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες. Παράλληλα, εκκρεμεί και το πρόγραμμα για 22 σκάφη ειδικών επιχειρήσεων για τις Μοίρες Αμφιβίων Καταδρομών. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα αναφέρεται ως «σκάφη συνοδείας και συμβολής στην άμυνα νήσων» προϋπολογισμού 35 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, το ΓΕΣ

βρίσκεται σε διαδικασία αναδιοργάνωσης των επιχειρησιακών δυνατοτήτων μονάδων Αμφίβιων Καταδρομών εντός του 2016 με στόχο την αύξηση την ικανότητας τους να παρεμβαίνουν αυτόνομα σε σημεία που εκδηλώνεται απειλή – τόσο στη νήσο που εδρεύουν – όσο και σε γειτονικές νήσους και βραχονησίδες στο Αν. Αιγαίο. Ζητούμενη είναι η ικανότητα ταχείας μεταφοράς δυνάμεων με πλωτά σκάφη που έχουν τα χαρακτηριστικά της σχεδίασης ΩΚΥΑΛΟΣ ΙΙ και τα οποία είναι εν γνώσει της παρούσας ηγεσία του ΓΕΣ. Σημειώνεται ότι εκτός από τις Ελληνικές ΕΔ, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από Ένοπλες Δυνάμεις ξένων χωρών σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή. ◼ 51


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΙΜΙΑ 1996, ΛΙΒΑΝΟΣ 2006, ΕΛΛΑΔΑ 2016 του Ιπποκράτη Δασκαλάκη υποστράτηγος ε.α.

52

ΑΝΑΛΥΣΗ

Σίγουρα αναρωτιέστε τι σχέση έχουν τα Ίμια με το Λίβανο και μάλιστα που να δικαιολογεί μια επετειακή αφιέρωση στην 20η επέτειο της ελληνοτουρκικής κρίσεως του 1996 και στους τρεις ηρωικούς νεκρούς μας. Η αφορμή δόθηκε από την εκ μέρους μου ενασχόληση με τη συγγραφή ενός κειμένου σχετικά με τα συμπεράσματα του 2ου πολέμου του Λιβάνου (σύγκρουση Ισραήλ με Hezbollah) το 2006 που σύντομα θα έχετε τη δυνατότητα να διαβάσετε στο παρόν ηλεκτρονικό τεύχος του Defencenews. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα, εκ μέρους του Ισραήλ, παρουσιάζουν μια σημαντική ομοιότητα, σε επίπεδο αρχών, με τα προβλήματα και διλήμματα που αντιμετωπίζει η ελληνική στρατηγική σκέψη εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Όμως έμεινα έκπληκτος και από την ισραηλινή διαδικασία εμπεριστατωμένης εξέτασης των γεγονότων, εξαγωγής συμπερασμάτων, ανάληψης διορθωτικών ενεργειών αλλά και (μερικής) δημοσίευσης τους ενάμιση μόνο χρόνο από τη λήξη της σύγκρουσης. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα της σύγκρουσης Ισραήλ-Hezbollah από την αρχή παραλληλίζοντας τα με την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.

53


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Η σύγκρουση του 2006 αφορά μια κρίση που ξεκίνησε με περιορισμένους στόχους και από τις δύο πλευρές (Ισραήλ και Hezbollah) και εξελίχθηκε σε μια σοβαρή πολεμική εμπλοκή με σημαντικές απώλειες και αμφισβητούμενα μέχρι και σήμερα αποτελέσματα. Για άλλη μια φορά αποδείχθηκε ο κίνδυνος της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης μιας κρίσεως καθώς και το γεγονός ότι οι περιορισμένοι πόλεμοι συνήθως έχουν ακόμη πιο περιορισμένα αποτελέσματα από αυτά που οι αντίπαλοι σχεδιάζουν και απλώς επιτείνουν την αβεβαιότητα. Η παρατήρηση αυτή αναφέρεται σε όλους εκείνους που θεωρούν ως δεδομένο ότι μια ενδεχόμενη σύγκρουση στο Αιγαίο θα είναι τοπική και περιορισμένης κλίμακος και χαμηλών απωλειών. Το ισραηλινό πόρισμα κατέδειξε ότι οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις (IDF) και κυρίως οι χερσαίες δυνάμεις, προσανατολισμένες τα τελευταία έξη χρόνια (2000-2006) σε εκτέλεση αποστολών «αστυνόμευσης» για την αντιμετώπιση της παλαιστινιακής εξέγερσης (2η intifada), ήταν πλημμελώς εκπαιδευμένες να αντιμετωπίσουν μια υψηλής έντασης σύγκρουση (High Intensity Conflict) και δεν αποδείχθηκαν ικανές να φέρουν σε πέρας τους στόχους που καθορίστηκαν. Το συμπέρασμα αυτό αφιερώνεται στους αναλυτές που εκτιμούν ότι οι συγκρούσεις υψηλής έντασης αποτελούν παρελθόν και οι ένοπλες δυνάμεις πρέπει να στραφούν στην αντιμετώπιση των ασύμμετρων απειλών και την κοινωνική προσφορά. Συνεχίζοντας, το πόρισμα διαπιστώνει ότι σημαντικές περικοπές στον αμυντικό προϋπολογισμό του Ισραήλ, συνετέλεσαν σε σημαντικές δυσλειτουργίες και ελλείψεις στη διοικητική μέριμνα, στην προετοιμασία των επιστράτων αλλά κυρίως στην εκπαίδευση των μονάδων. Η απουσία διακλαδικών ασκήσεων μεγάλης κλίμακος, με συμμετοχή και επιστράτων, είχε αρνητικό αντίκτυπο στην απόδοση των IDF σε συνδυασμένες επιχειρήσεις. Το συμπέρασμα αυτό αναφέρεται απλά για προβληματισμό για τις ημέτερες περικοπές των αμυντικών δαπανών με συνέπειες και στην εκπαίδευση των μονάδων αλλά και στην αστήρικτη πεποίθηση της άνευ ορίου αύξησης των μαχητικών ικανοτήτων με ταυτόχρονη μείωση των διατιθέμενων πιστώσεων. Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις και η πολιτική ηγεσία της χώρας λανθασμένα εκτίμησαν τη φύση της απειλής, εγκλωβισμένες σε συμπεράσματα συγχρόνων πολέμων σε διαφορετικά περιβάλλοντα και με διαφορετικούς αντιπάλους (Βαλκάνια-Ιράκ). Συγχρόνως καλλιεργήθηκε μια αδικαιολόγητη προσδοκία σύντομης και νικη54

φόρας αντιμετώπισης κάθε αντιπάλου με περιορισμένες απώλειες γεγονός που πυροδότησε έντονες επικρίσεις και ανησυχία στην ισραηλινή κοινωνία καθώς η σύγκρουση και οι απώλειες κλιμακώθηκαν. Επίσης, ένα μη λειτουργικό νεωτερικό στρατιωτικό δόγμα με αντιλήψεις επικράτησης των συγκρούσεων χαμηλής έντασης έναντι των συμβατικών μορφών πολέμου έστρεψαν τις IDF σε προετοιμασία ανάληψης «αστυνομικών» καθηκόντων και έφερε σύγχυση στις μέχρι τότε χρησιμοποιούμενες επιτελικές διαδικασίες. Οι παραπάνω παρατηρήσεις δείχνουν πόσο εύκολα έμπειρες ηγεσίες μπορεί να επαναπαυθούν και να παρερμηνεύσουν την επερχόμενη φύση της απειλής και τις συγκρούσεις βασιζόμενες σε ερμηνείες διαφορετικών καταστάσεων. Στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, η πολιτική ηγεσία του Τελ-Αβίβ απέτυχε να προσδιορίσει ξεκάθαρα τους επιδιωκόμενους στόχους της αντίδρασης της στα γεγονότα που προκάλεσαν την κρίση. Η ακροβασία μεταξύ των δύο ακραίων λύσεων που παρουσιάστηκαν οδήγησε σε ασυμμετρία των επιδιωκόμενων σκοπών με τα μέσα που επελέγησαν. Η στρατιωτική ηγεσία επικρίνεται έντονα διότι δεν κατόρθωσε, αλλά ούτε και προσπάθησε επαρκώς να ενημερώσει την σχετικά άπειρη πολιτική ηγεσία για την ασυμβατότητα μέσων και στόχων. Επιπλέον αποδείχθηκε απροετοίμαστη να παρουσιάσει μια επικαιροποιημένη και πλήρη στρατιωτική στρατηγική για την αντιμετώπιση της κρίσεως. Ακόμη και οι ικανότατες ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αποτύχει να εντοπίσουν το μέγεθος των στρατιωτικών προετοιμασιών και της αναβάθμισης των μαχητικής αξιοπιστίας της Hezbollah. Πιθανόν να ενθυμούμαστε αντίστοιχες καταστάσεις στην κρίση του 1996. Τελικά, η πολιτική της αποτροπής του Τελ Αβίβ, την εξαετία 2000-2006, δεν κρίνεται πειστική και επιτυχής με αποτέλεσμα η Hezbollah να αναβαθμίζει σταδιακά το μέγεθος των προκλήσεων. Σε παρόμοια προηγούμενα συνοριακά περιστατικά (προ του 2006), οι IDF είχαν αντιδράσει με μεγαλύτερη μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση αδυνατώντας να οικοδομήσουν μια σταθερή και αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα (παρά μάλιστα το αναγνωριζόμενο αποτρεπτικό γόητρο του Ισραήλ και των ενόπλων δυνάμεων του). Ας αναρωτηθούμε για την αποτελεσματικότητα της δικής μας αποτροπής. Σε τελευταία ανάλυση, ένα ολόκληρο έθνος (ισραηλινό), εγκλωβισμένο σε λάθος εκτιμήσεις και επαναπαυόμενο στις δάφνες του παρελθόντος, απέτυχε να προσδιορίσει το νέο είδος των απειλών και κυρίως να προετοιμάσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντιμετώπισης τους στο στρατηγικό και επιχειρησια-

ΑΝΑΛΥΣΗ

Τα εξαχθέντα συμπεράσματα, εκ μέρους του Ισραήλ, παρουσιάζουν μια σημαντική ομοιότητα, σε επίπεδο αρχών, με τα προβλήματα και διλήμματα που αντιμετωπίζει η ελληνική στρατηγική σκέψη εδώ και τέσσερις δεκαετίες.

κό επίπεδο. Αντίστοιχα το δικό μας το έθνος εγκλωβισμένο σε μια πολιτικο-οικονομική κρίση και κυρίως κρίση αξιών αδυνατεί όχι μόνο να διακρίνει απειλές αλλά και να καθορίσει το βηματισμό του ακόμη και στα αυτονόητα θέματα της καθημερινότητας. Τουλάχιστον όμως το Τελ Αβίβ κατόρθωσε να καλύψει την αποτυχία της υψηλής στρατηγικής και των στρατιωτικών μέσων του επιδέξια, χρησιμοποιώντας τη διπλωματική διάσταση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την επιβολή ενός ψηφίσματος η εφαρμογή του οποίου συνιστούσε μερική επιτυχία του Ισραήλ (ανάπτυξη δυνάμεων του λιβανικού στρατού και της UNFIL και παράλληλη αποδυνάμωση της Hezbollah από το νότιο Λίβανο). Με τον τρόπο αυτό απέδειξε ότι η πορεία ενός έθνους είναι η συνισταμένη πολλών δυνάμεων και συντελεστών ισχύος και η ορθή και σε βάθος χρόνου πολυδιάστατη και συνεπής υψηλή στρατηγική μπορεί να διορθώσει προσωρινές αστοχίες και ατυχήματα των επιμέρους στρατηγικών. Αξιέπαινη και η προσπάθεια του Ισραήλ να αντιμετωπίσει και θεραπεύσει τις δυσλειτουργίες του συστήματος και να προχωρήσει άμεσα σε ανάλυση και εξέταση των γεγονότων. Αποτέλεσμα, η σε ένα περίπου χρόνο ανοικτή δημοσίευση μεγάλου μέρους των αποτελεσμάτων μιας διακομματικής αξιόπιστης έρευνας και η ανάληψη άμεσων διορθωτικών ενεργειών τα αποτελέσματα των οποίων επαναξιολογήθηκαν στις επιχειρήσεις της Λωρίδας της Γάζας το 2008. Η παρούσα επισήμανση αφορά ιδιαίτερα τη χώρα μας και τα γεγονότα της μεταπολεμικής περιόδου που αναφέρονται στις κρίσεις στο Αιγαίο και

τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Κύπρο τα οποία επιμελώς καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικότητας εν ονόματι ενός κακώς εννοούμενου εθνικού συμφέροντος περισσότερο όμως για να καλυφθούν οι αδυναμίες και τα ολέθρια σφάλματα των εμπλεκομένων (αποφεύγω να αναφέρω τη λέξη προδοσίες). Αναφορικά με τη φύση του πολέμου διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά η διαχρονικότητα της αναφοράς του Clausewitz περί της ματαιοπονίας και του ανέφικτου της αποφασιστικής νίκης άνευ απωλειών παρά τις προόδου της τεχνολογίας. Ο πόλεμος είναι μια από τις βασικές ανθρώπινες δραστηριότητες με συνεχώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά και η μέγιστη στρατηγική έγγυται στην έγκαιρη αποκάλυψη της μορφής της επικείμενης σύγκρουσης. Στην περίπτωση αυτή είναι ευκολότερο το έργο της σύζευξης των στόχων με τα διαθέσιμα μέσα. Η ιστορική εμπειρία είναι πολύτιμη αλλά η ορθή ενσωμάτωση των συμπερασμάτων της στην αντιμετωπιζόμενη παρούσα κατάσταση απαιτεί κριτική αντίληψη και επίπονη προσπάθεια καθώς οι παράγοντες της αβεβαιότητος και του τυχαίου, «τριβής» κατά Clausewitz, επεισέρχονται σε κάθε φάση του πολέμου καθιστώντας την έκβαση του απρόβλεπτη. Το κείμενο αφιερώνεται στα τρία στελέχη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που έχασαν τη ζωή τους στην εκτέλεση του καθήκοντος στα παγωμένα νερά του Αιγαίου Πελάγους το ξημέρωμα της 31ης Ιανουαρίου 1996. Αθάνατοι οι ήρωες μας υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός και πάντα παρόντες στην εθνική μας μνήμη. ◼ 55


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Πόλεμος Οι Ένοπλες Δυνάμεις και η στρατηγική αντίληψη του πολέμου Του Ευθυμίου Λάζου

Στρατηγική είναι η επιστήμη της ανάπτυξης και χρήσης των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων ενός έθνους, στην ειρήνη και τον πόλεμο, ώστε να παρέχεται η μέγιστη υποστήριξη προς την εθνική πολιτική, με σκοπό να αυξηθούν οι πιθανότητες νίκης και να μειωθούν αντίστοιχα οι πιθανότητες ήττας.

56

57


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Κάθε χώρα καθορίζει συγκεκριμένους εθνικούς αντικειμενικούς σκοπούς, η επίτευξη των οποίων έχει ως απώτερο στόχο να ολοκληρώσει την όποια εθνική ιδέα και να εξυπηρετήσει το συνολικό εθνικό της συμφέρον. Αυτοί οι εθνικοί αντικειμενικοί σκοποί, οι οποίοι αποτελούν τη βάση της διαμόρφωσης της εθνικής πολιτικής, προσδιορίζουν το πλαίσιο άσκησης και ελέγχου των κυβερνητικών ενεργειών τόσο στα εσωτερικά ζητήματα, όσο και στις εξωτερικές σχέσεις (διπλωματία, συμμαχίες κ.ά.). Ουδέποτε δύο χώρες έχουν ακριβώς τους ίδιους εθνικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Σε κάθε δεδομένη περίπτωση, κάθε χώρα θα αντιδράσει σύμφωνα με τις δικές της εθνικές ανάγκες και δυνατότητες. Οι εθνικοί αντικειμενικοί σκοποί, είναι δυνατόν να οδηγήσουν μία χώρα σε πόλεμο με κάποια άλλη, της οποίας οι επιδιώξεις είναι διαφορετικές (περίπτωση Ελληνοτουρκικών Σχέσεων) ή σε συμμαχία με άλλες, των οποίων οι σκοποί είναι παρόμοιοι (ΝΑΤΟ, πρώην Σύμφωνο της Βαρσοβίας κ.ά.). Εδώ εισέρχεται στην εξίσωση η έννοια της «στρατιωτικής στρατηγικής», που είναι η τέχνη της χρήσης των Ενόπλων Δυνάμεων ενός κράτους ή μιας συμμαχίας προς επίτευξη των σκοπών της εθνικής ή συμμαχικής πολιτικής με τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας. Η φύση του πολέμου Ο σύγχρονος πόλεμος ανάλογα με τη φύση του και τα χρησιμοποιούμενα μέσα, υποδιαιρείται σε δύο θεμελιώδεις κατηγορίες: Στο θερμό και στον ψυχρό ή πολιτικό πόλεμο. Το στοιχείο που κυριαρχεί κατά το θερμό πόλεμο είναι οι κάθε φύσεως στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ κατά τον ψυχρό πόλεμο κυριαρχούν οι ψυχολογικές επιχειρήσεις και η έντονη διπλωματία. Σκοπός και στις δύο κατηγορίες, είναι η κάμψη της θέλησης του αντιπάλου για συνέχιση του πολέμου και τελικά η επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού που έχει τεθεί. Δεν αποκλείεται ένας ψυχρός πόλεμος να εξελιχθεί σε θερμό ή το στο τέλος ενός θερμού πολέμου οι δύο αντιμαχόμενοι να εισέλθουν σε φάση ψυχρού πολέμου (περίπτωση Βόρειας και Νότιας Κορέας) Ο θερμός πόλεμος μπορεί να εκδηλωθεί με εισβολή από οποιοδήποτε σημείο των εθνικών συνόρων, ξηράς, θάλασσας ή αέρα, με ταυτόχρονη προσβολή κάθε σημείου του εθνικού χώρου ενδεχομένως δε και με ενέργειες άτακτων στο εσωτερικό. Ένας τέτοιος πόλεμος μπορεί να είναι γενικός ή τοπικός (δηλαδή περιορισμένος). 58

Ο γενικός πόλεμος είναι η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατών κατά τον οποίο χρησιμοποιούνται όλα τα διαθέσιμα πολεμικά μέσα από τους αντιπάλους. Κατά τη διεξαγωγή του δεν υπάρχουν περιορισμοί οποιασδήποτε μορφής (δηλαδή δύναται να περιλαμβάνει και τη χρήση πυρηνικών, χημικών και βιολογικών όπλων, όπως έγινε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με τη χρήση αερίων). Κλασικό παράδειγμα γενικού πολέμου αποτελούν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι το 19141918 και το 1939-1945 αντίστοιχα. Τοπικός ή περιορισμένος πόλεμος είναι μια σύγκρουση με περιορισμένα περιστατικά, κατά την οποία εμπλέκονται φανερά οι στρατιωτικές δυνάμεις δύο ή περισσότερων χωρών. Χαρακτηρίζεται από συνειδητή συγκράτηση των εμπολέμων ως προς τους επιδιωκόμενους αντικειμενικούς σκοπούς και τα χρησιμοποιούμενα όπλα. Η έκταση, η ένταση και η διάρκεια των περιορισμένων πολέμων παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και εξαρτώνται από τους αποδεχόμενους περιορισμούς. Ο όρος «περιορισμένος» δε σημαίνει μικρός από την άποψη γεωγραφικής περιοχής ή αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων που συμμετέχουν ή ότι τα αποτελέσματα μιας τέτοιας συρράξεως είναι μικρότερης σημασίας από πλευράς εθνικού ή διεθνούς επιπέδου. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να τοποθετήσει κανείς με ακρίβεια το σημείο πέρα από το οποίο αν χαλαρωθούν οι περιορισμοί είναι δυνατό να μετατραπεί ο περιορισμένος πόλεμος σε γενικό. Τα απώτερα όρια του περιορισμένου πολέμου υπερβαίνονται όταν ο ένας εκ των εμπολέμων αποφασίσει την απόρριψη κάθε περιορισμού, για λόγους εθνικού συμφέροντος. Ψυχρός πόλεμος είναι μια κατάσταση έντασης στις σχέσεις μεταξύ δύο χωρών ή συνασπισμών κρατών, κατά την οποία οι εμπλεκόμενες δυνάμεις αναλαμβάνουν πολλαπλές δράσεις (πολιτικές, οικονομικές, τεχνολογικές, κοινωνικές, ψυχολογικές κ.ά.), παράλληλα με την λήψη στρατιωτικών μέτρων κάθε μορφής, εκτός από τη φανερή ένοπλη σύρραξη (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης την περίοδο 1945-1991). Ο ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων στον ψυχρό πόλεμο είναι σημαντικός και δύνανται να συμβάλλουν άμεσα ή έμμεσα στην επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών (για παράδειγμα με μετακινήσεις ή συγκεντρώσεις δυνάμεων σε κατάλληλες θέσεις, χρήση δυνάμεων για ειδικές επιχειρήσεις κ.ά.).

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κάθε χώρα καθορίζει συγκεκριμένους εθνικούς αντικειμενικούς σκοπούς, η επίτευξη των οποίων έχει ως απώτερο στόχο να ολοκληρώσει την όποια εθνική ιδέα και να εξυπηρετήσει το συνολικό εθνικό της συμφέρον.

Η φύση των Ενόπλων Δυνάμεων Η στρατιωτική ισχύς είναι το στοιχείο εκείνο του εθνικού δυναμικού, το οποίο χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και γενικά για την υλοποίηση της εθνικής πολιτικής, με τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας. Η αξία της στρατιωτικής ισχύος εκτιμάται από τη δυνατότητα της να υποστηρίξει τους εκάστοτε εθνικούς σκοπούς. Η υπερεκτίμηση της στρατιωτικής ισχύος ή η δυσαναλογία μεταξύ της στρατιωτικής ισχύος και της εθνικής πολιτικής μπορεί να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα και εθνικές περιπέτειες. Για παράδειγμα, η δυσαναλογία μεταξύ της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος και του γερμανικού εθνικού σκοπού στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941, οδήγησε στην κατάρρευση του μετώπου και σε ήττα. Ομοίως, η υπερεκτιμημένη απόφαση της Ελλάδας, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να προελάσει ανατολικά προς την Άγκυρα κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Οι Ένοπλες Δυνάμεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα της δυναμικής επεμβάσεως κατά τέτοιο τρό-

πο και σε τέτοια έκταση, ώστε να διασφαλίζουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την επίτευξη των εθνικών επιδιώξεων. Οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούνται από προσωπικό οργανωμένο, εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο για τη διεξαγωγή πολλαπλών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η οργάνωση, ο εξοπλισμός και η εκπαίδευση των Ενόπλων Δυνάμεων εξαρτώνται από τους εθνικούς αντικειμενικούς σκοπούς, τις συμμαχικές υποχρεώσεις, την απειλή που αντιμετωπίζει το έθνος και το γεωγραφικό χώρο που πρόκειται να δράσουν. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι χώρες που μετέχουν σε συμμαχίες αποδέχονται συνήθως ένα βαθμό τυποποιήσεως στα όπλα και το υλικό που χρησιμοποιούν, στη γενική οργάνωση ως και στο δόγμα που ισχύει. Εκτροπή από αυτόν τον γενικό κανόνα ενδέχεται να οδηγήσει σε τριβές εντός της συμμαχίας. Για παράδειγμα, η απόφαση της Τουρκίας να προμηθευτεί κινεζικής προέλευσης αντιαεροπορικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς είχε ως αποτέλεσμα την έντονη αντίδραση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με αποτέλεσμα να υπάρξει ακύρωση της αρχικής απόφασης. 59


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ηπειρωτικού χώρου, η ευρεία έκταση της θάλασσας με τα νησιωτικά συμπλέγματα και κυρίως η γεωγραφική θέση της χώρας, υπαγορεύουν στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις την ανάγκη να έχουν τη δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων υπό ποικίλες εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες και σε όλες τις μορφές του πολέμου. Έτσι, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, κατάλληλα εκπαιδευμένες θα πρέπει να διαθέτουν ευκαμψία και προσαρμοστικότητα για την επιτυχή διεξαγωγή πολέμου οποιασδήποτε μορφής. Είναι πολύ σημαντικό οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να μπορούν να μεταπίπτουν ταχέως από τη μια μορφή πολέμου στην άλλη και κυρίως στο γενικό πόλεμο, είτε απευθείας από την ειρηνική περίοδο, είτε έμμεσα κατά τη διεξαγωγή άλλης μορφής συρράξεως. Επιχειρησιακό περιβάλλον Το επιχειρησιακό περιβάλλον είναι μια σύνθετη έννοια που περιλαμβάνει το σύνολο των συνθηκών και καταστάσεων, οι οποίες επηρεάζουν τη χρήση των Ενόπλων Δυνάμεων και βαρύνουν στη λή-

ψη των αποφάσεων. Το επιχειρησιακό περιβάλλον επηρεάζει το μέγεθος, τη σύνθεση, τη διοίκηση, την οργανωτική δομή των Ενόπλων Δυνάμεων και το βαθμό ελευθερίας των διοικήσεων. Οι παράγοντες που συνθέτουν το επιχειρησιακό περιβάλλον είναι: (α) Οι εθνικοί αντικειμενικοί σκοποί (β) Οι στρατιωτικοί αντικειμενικοί σκοποί (είτε σε στρατηγικό, είτε σε τακτικό επίπεδο) (γ) Η φυσική διαμόρφωση του εδάφους στην περιοχή των επιχειρήσεων, καθώς και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν εκεί (δ) Τα χαρακτηριστικά και η γενική στάση του ντόπιου πληθυσμού (ε) Η σύνθεση και οι στρατιωτικές δυνατότητες του εχθρού (στ) Τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα. Το θέατρο επιχειρήσεων μπορεί να ποικίλλει από μια μεγαλόνησο ή ένα σύμπλεγμα νησιών μέχρι ένα ευρύ ηπειρωτικό χώρο. Το μέγεθος, η σύνθεση και η οργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων επηρεάζονται από τη διαμόρφωση της περιοχής του θεάτρου επιχειρήσεων. Σε στενή συνάφεια με το μέγεθος και τη διαμόρφωση της περιοχής του θεάτρου επιχειρήσεων, βρίσκονται τα υπάρχοντα εντός αυτού μέ-

Ο θερμός πόλεμος μπορεί να εκδηλωθεί με εισβολή από οποιοδήποτε σημείο των εθνικών συνόρων, ξηράς, θάλασσας ή αέρα, με ταυτόχρονη προσβολή κάθε σημείου του εθνικού χώρου ενδεχομένως δε και με ενέργειες άτακτων στο εσωτερικό. Ένας τέτοιος πόλεμος μπορεί να είναι γενικός ή τοπικός (δηλαδή περιορισμένος).

Οι Ένοπλες Δυνάμεις θα πρέπει να είναι ικανές να χρησιμοποιούνται σε κάθε μορφή σύρραξης. Η ένοπλη βία πολλές φορές χρησιμοποιείτε στις σχέσεις μεταξύ των χωρών, όταν διακυβεύονται τα εθνικά τους συμφέροντα. Το είδος και το μέγεθος της εκάστοτε χρησιμοποιούμενης στρατιωτικής ισχύος, θα πρέπει να εναρμονίζεται με τη φύση και το σκοπό της κάθε σύρραξης και κατά συνέπεια, οι δυνάμεις, το δόγμα, η τακτική και τα όπλα, θα πρέπει να τηρούνται σε ετοιμότητα και να διαθέτουν ευκαμψία και δυνατότητα προσαρμογής σε οποιαδήποτε μορφή σύρραξη. Πάντως στη μεταπολεμική εποχή (δηλαδή μετά το 1945) όσες χώρες έχουν εμπλακεί σε πόλεμο δεν χρησιμοποίησαν το μέγιστο της στρατιωτικής τους ισχύς με εξαίρεση ίσως τις Αραβοϊσραηλινές συρράξεις του 1967 και 1973. Για παράδειγμα, εάν οι ΗΠΑ είχαν χρησιμοποίηση το μέγιστο της στρατιωτικής τους ισχύος στον Πόλεμο του Βιετνάμ, σήμερα δεν θα υπήρχε Βιετνάμ. Ομοίως, εάν η πρώην Σοβιετική Ένωση είχε χρησιμοποιήσει το μέγιστο της στρατιωτικής της ισχύος στο Αφγανιστάν, σήμερα δεν θα υπήρχε Αφγανιστάν. 60

Η μεγάλη καταστρεπτική ισχύς των συγχρόνων όπλων και η ταχύτητα με την οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν, έχουν αυξήσει τη σημασία της ετοιμότητας. Ακριβείς, πλήρεις και επίκαιρες πληροφορίες έχουν ζωτική σημασία, τόσο για την ετοιμότητα δράσης, όσο και για τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Λεπτομερείς πληροφορίες επί πραγματικών ή πιθανών περιοχών επιχειρήσεων, θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση των Διοικητών σε όλα τα κλιμάκια της ιεραρχίας. Ομοίως έγκαιρες, πλήρεις και αναλυτικές εκτιμήσεις πληροφοριών είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας κατά τον ψυχρό και περιορισμένο πόλεμο, καθόσον είναι ουσιώδες να αποφεύγεται ο αιφνιδιασμός από απρόοπτες αλλαγές στο περιεχόμενο, τη μορφή και την ένταση της σύρραξης. Για παράδειγμα, η αποκάλυψη των σοβιετικών βαλλιστικών πυραύλων στην Κούβα το 1962, επέτρεψε στις ΗΠΑ να αποφύγουν τον αιφνιδιασμό και το τετελεσμένο γεγονός και να διαπραγματευτούν με τη Σοβιετική Ένωση από καλύτερη διπλωματική θέση. Η ανάγλυφη μορφή και η έκταση του ελληνικού

Δεν αποκλείεται ένας ψυχρός πόλεμος να εξελιχθεί σε θερμό ή το στο τέλος ενός θερμού πολέμου οι δύο αντιμαχόμενοι να εισέλθουν σε φάση ψυχρού πολέμου (περίπτωση Βόρειας και Νότιας Κορέας).

61


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

σα και πόροι, τα υπάρχοντα οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, ως και το μήκος των γραμμών συγκοινωνιών. Άλλοι σοβαροί παράγοντες είναι η πυκνότητα και η κατανομή του πληθυσμού, η βλάστηση, ο αριθμός και η θέση των ζωτικών χώρων, οι οποίοι πρέπει να κατέχονται προς εξασφάλιση του ελέγχου της περιοχής. Οι αλληλοσχετιζόμενοι αυτοί παράγοντες καθορίζουν το μέγεθος των στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μικρή ή μεγάλη χρονική περίοδο. Παράγοντες, όπως είναι τα φυσικά κωλύματα και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, μειώνουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες των στρατευμάτων και αυξάνουν τις δυσχέρειες υποστήριξης τους. Ο ντόπιος πληθυσμός στην περιοχή του θεάτρου επιχειρήσεων ασκεί σημαντική επίδραση στο επιχειρησιακό περιβάλλον δεδομένου ότι η στάση του, οι ενέργειες και οι δυνατότητες του διευκολύνουν ή δυσχεραίνουν τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Έτσι πολλές φορές θα απαιτηθεί και η σχεδίαση και υλοποίηση επιχειρήσεων εκκένωσης πληθυσμών, ελέγχου προσφύγων, τροφοδοσίας και υδρεύσεως πληθυσμού, υγειονομικής περίθαλψη, ως και λήψη μέτρων τήρησης της τάξεως στην περιοχή, όπου μερίδα του πληθυσμού διάκειται φανερά με συμπάθεια προς τον εχθρό. Στην περίπτωση αυτή ίσως καταστεί αναγκαία η διάθεση ικανού αριθμού μονάδων για την ασφάλεια της περιοχής των μετόπισθεν. Ο αντίπαλος είναι δυνατόν να αποβλέπει στην πλήρη υποδούλωση του άλλου και την καταστροφή του πολεμικού του δυναμικού, άρα και της μαχητικής του ισχύος για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο γενικό πόλεμο ελάχιστοι θα είναι οι περιορισμοί στα χρησιμοποιούμενα μέσα. Σε καταστάσεις που ανταποκρίνονται σε περιορισμένο πόλεμο, ο αντίπαλος είναι δυνατόν να επιδιώξει την καταστροφή των φίλιων δυνάμεων ή την αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του ή τον έλεγχο ορισμένης περιοχής ή τέλος την απαγόρευση μιας περιοχής στον άλλο αντιμαχόμενο. Θέατρο Πολέμου Το Θέατρο Πολέμου είναι ένας ευρύς γεωγραφικός χώρος, απαραίτητος για τη διεξαγωγή πολέμου κάτω από συντονισμένη ή ενιαία (εθνική ή συμμαχική) ανώτατη διοίκηση. Περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα Θέατρα Επιχειρήσεων και τη Ζώνη Εσωτερικού. Το Θέατρο Επιχειρήσεων είναι ο εκτεταμένος γε62

ωγραφικός χώρος που είναι αναγκαίος για τη συγκέντρωση, την ανάπτυξη, την υποστήριξη και τον ελιγμό των στρατιωτικών δυνάμεων που βρίσκονται κάτω από συντονισμένη ή ενιαία (εθνική ή συμμαχική) διοίκηση και είναι ικανές να πετύχουν στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Το Θέατρο Επιχειρήσεων περιλαμβάνει τη Ζώνη Μάχης (είναι το μέτωπο, δηλαδή το τμήμα προς τον εχθρό, στο οποίο δρουν οι σχηματισμοί και διεξάγεται η μάχη) και τη Ζώνη Συγκοινωνιών (είναι το πίσω τμήμα του Θεάτρου Επιχειρήσεων, το οποίο είναι συνέχεια της Ζώνης Μάχης προς το εσωτερικό και περιλαμβάνει τις γραμμές συγκοινωνιών και τις μονάδες υποστήριξης). Η Ζώνη Εσωτερικού είναι εκείνο το τμήμα του Θεάτρου Πολέμου που δεν περιλαμβάνεται στο Θέατρο Επιχειρήσεων. Περιλαμβάνει συνήθως μέρος ή το σύνολο του εθνικού εδάφους, μπορεί όμως να περιλαμβάνει και μέρος του εχθρικού εδάφους το οποίο καταλήφθηκε κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Οι Χερσαίες Δυνάμεις μπορεί να διεξάγουν επιχειρήσεις μόνες τους ή σε συνδυασμό και συνεργασία με τους άλλους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων (συνδυασμένες επιχειρήσεις). Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε επιχειρήσεις στις οποίες μετέχουν και Ένοπλες Δυνάμεις μιας ή περισσοτέρων συμμάχων χωρών (διασυμμαχικές επιχειρήσεις) ή τέλος σε πλαίσιο που συνδυάζει τις παραπάνω δύο περιπτώσεις. Η οργανωτική δομή της διοίκησης του Θεάτρου Επιχειρήσεων, θα πρέπει να εξασφαλίζει συγκεντρωτική διοίκηση του συνόλου των επιχειρήσεων, αλλά και το μέγιστο βαθμό αποκεντρώσεως κατά την εκτέλεση, ώστε να παρέχεται στους υφιστάμενους διοικητές ελευθερία ενεργείας και ευκαμψία σ’ αυτό το στάδιο. Η οργάνωση των διοικήσεων θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να μπορούν αυτές να εκπληρώνουν την αποστολή τους, χωρίς σπατάλη προσπαθειών λόγω της έλλειψης συντονισμού των ενεργειών τους. Για τη Ζώνη Μάχης θα πρέπει να προβλέπεται αρκετός και κατάλληλος χώρος για την ανάπτυξη όλων των απαραίτητων σχηματισμών και μονάδων, χωρίς να δημιουργείται «επιχειρησιακός συνωστισμός», ο οποίος αποτελεί ιδανική συνθήκη για τη αποτελεσματική χρήση του εχθρικού πυροβολικού. Το πρόσθιο όριο της Ζώνης Μάχης θα πρέπει να εκτείνεται προς τα εμπρός τόσο, όσο είναι αναγκαίο, για

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Η στρατιωτική ισχύς είναι το στοιχείο εκείνο του εθνικού δυναμικού, το οποίο χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και γενικά για την υλοποίηση της εθνικής πολιτικής, με τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας.

να μπορεί ο διοικητής να εκμεταλλεύεται πλήρως τα μέσα που έχει στη διάθεση του. Η Ζώνη Συγκοινωνιών περιλαμβάνει όλες τις κύριες εγκαταστάσεις και υποδομές υποστήριξης και τις οδικές και σιδηροδρομικές γραμμές συγκοινωνιών του Θεάτρου Επιχειρήσεων. Η Ζώνη Συγκοινωνιών αποτελεί τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ της Ζώνης Μάχης και της Ζώνης Εσωτερικού. Κατά κανόνα η Ζώνη Συγκοινωνιών αναπτύσσεται στον ίδιο χώρο με τη Ζώνη Μάχης. Ωστόσο, μπορεί να εκτείνεται και σε γειτονικές περιοχές, μεταξύ των οποίων μπορεί να παρεμβάλλεται και θάλασσα. Δυνάμεις Ελιγμού Σε γενικές γραμμές οι Χερσαίες Δυνάμεις χωρίζονται σε δυνάμεις ελιγμού, σε δυνάμεις υποστήριξης μάχης και σε δυνάμεις υποστήριξης Διοικητικής Μέριμνας. Οι δυνάμεις ελιγμού (Πεζικό και Τεθωρακισμένα) χαρακτηρίζονται από την ικανότητα τους να προσεγγίζουν και να καταστρέφουν τον εχθρό με τη χρήση της τακτικής πυρ και κίνηση. Η αποστο-

λή τους μπορεί να περιλαμβάνει την καταστροφή ή την αιχμαλωσία του εχθρού, την κατάληψη εχθρικού εδάφους ή την απαγόρευση κατάληψης φίλιου εδάφους, την προστασία μιας μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης ή τη συλλογή πληροφοριών. Οι δυνάμεις ελιγμού είναι εκπαιδευμένες, οργανωμένες και εξοπλισμένες για να μάχονται σε στενή επαφή με τον εχθρό. Τα Τάγματα (Πεζικό) και οι Επιλαρχίες (Τεθωρακισμένα) αποτελούν τα βασικά στοιχεία ελιγμού, ενώ με το συνδυασμό τους οργανώνονται τα Τακτικά Συγκροτήματα, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν και στοιχεία Πυροβολικού, Μηχανικού, Διαβιβάσεων, Αεροπορίας Στρατού κ.ά. Η φύση της αποστολής και το επιχειρησιακό περιβάλλον καθορίζουν την αναλογία των μονάδων ελιγμού ενός Τακτικού Συγκροτήματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως η σύνθεση τους θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η προσαρμογή τους στις διάφορες καταστάσεις να επιτυγχάνεται χωρίς μεγάλες οργανωτικές τροποποιήσεις και χρονικές καθυστερήσεις. Κάθε μονάδα ελιγμού είναι προορισμένη να εκτελεί αποστολές Πεζι63


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

τελεί σημαντική συνιστώσα της μαχητικής ισχύος και διευκολύνει την κατά τον αγώνα άσκηση πιέσεως επί των εχθρικών δυνάμεων. Η δομή και η σύνθεση του κάθε σχηματισμού και η επιχειρησιακή συγκρότηση ενός Τακτικού Συγκροτήματος, περιλαμβάνουν μονάδες Υποστήριξης Μάχης, ευθέως ανάλογες με τις απαιτήσεις της αποστολής. Η διάθεση των μονάδων Υποστήριξης Μάχης θα πρέπει να ελέγχεται με προσοχή, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η οικονομική και αποτελεσματική χρήση τους (η διάθεση των μέσων Υποστήριξης Μάχης λαμβάνει τη μορφή της απλής υποστήριξης των δυνάμεων ελιγμού ή της υπαγωγής τους υπό τη διοίκηση της δυνάμεως ελιγμού). Στο πεδίο μάχης υπάρχουν πέντε βασικοί τύποι Υποστήριξης Μάχης: Το Πυροβολικό, η Αντιαεροπορική Άμυνα, το Μηχανικό, οι Διαβιβάσεις (και ο Ηλεκτρονικός Πόλεμος) και η Αεροπορία Στρατού. Το Πυροβολικό είναι το κύριο και οικονομικότερο όπλο παροχής πυρών υποστήριξης. Η αποστολή του συνίσταται στην παροχή συνεχούς, επαρκούς και εγκαίρου πυρ προς τις δυνάμεις ελιγμού. Το πυροβολικό είναι οργανωμένο σε Μοίρες και είναι εξοπλισμένο με αυτοκινούμενα και ρυμουλκούμενα πυ-

ροβόλα, πολλαπλούς εκτοξευτές πυραύλων και τακτικούς πυραύλους εδάφους-εδάφους. Η από αέρος απειλή αντιμετωπίζεται από το φίλιο σύστημα αεράμυνας, το οποίο σκοπό έχει να εξουδετερώσει ή να εκτρέψει την από αέρος εχθρική απειλή. Το σύστημα αεράμυνας περιλαμβάνει την ενεργητική και την παθητική αεράμυνα. Η ενεργητική αεράμυνα περιλαμβάνει το εθνικό σύστημα αεροπορικού ελέγχου, τα μαχητικά αεροσκάφη (για αναχαίτιση), τα κατευθυνόμενα βλήματα Εδάφους-Αέρος μικρού, μέσου και μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και το Αντιαεροπορικό Πυροβολικό του Στρατού (αντιαεροπορικά πολυβόλα και αντιαεροπορικά συστήματα φορητά, πολύ μικρού και μικρού βεληνεκούς). Η αποστολής της ενεργητικής αεράμυνας είναι η προστασία του εθνικού εναερίου χώρου καθώς και των πάσης φύσεως ζωτικών περιοχών και σημείων της χώρας από οποιασδήποτε εχθρικής από αέρος απειλής. Σε πραγματικές συνθήκες πολέμου είναι βέβαιο ότι παρά την όποια προσπάθεια ένα μέρος της αεροπορικής απειλής θα διεισδύσει τελικά μέχρι των ζωτικών στόχων. Στην περίπτωση αυτή ενεργοποιείται το Αντιαεροπορικό Πυροβολικό του Στρατού με τις μονάδες κατευθυνόμενων βλημάτων χαμηλού

Είναι πολύ σημαντικό οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να μπορούν να μεταπίπτουν ταχέως από τη μια μορφή πολέμου στην άλλη και κυρίως στο γενικό πόλεμο, είτε απευθείας από την ειρηνική περίοδο, είτε έμμεσα κατά τη διεξαγωγή άλλης μορφής συρράξεως.

κού ή Τεθωρακισμένων (οι αποστολές αυτές μπορεί να επικαλύπτονται). Επίσης μια μονάδα ελιγμού, η οποία είναι προορισμένη για μια αποστολή, ενδέχεται να εκτελέσει και μία άλλη (ταυτόχρονα ή παράλληλα). Σε γενικές γραμμές οι δυνάμεις ελιγμού έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: Ευκινησία και ισχύ πυρός. Το κύριο χαρακτηριστικό του Πεζικού είναι η ικανότητα του να κινείται και να μάχεται σ’ οποιοδήποτε έδαφος και κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Μπορεί επίσης να εκτελέσει αεροκίνητες, αμφίβιες και αεραποβατικές επιχειρήσεις. Το Πεζικό εξασφαλίζει, διατηρεί ή ελέγχει το έδαφος με φυσική κατοχή ή με προσαρμογή πυρών. Μπορεί επίσης να ελίσσεται υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες και επί αντιαρματικού εδάφους. Η ικανότητα του Πεζικού να κινείται σε μικρά τμήματα (Ομάδα, Διμοιρία, Λόχος) επί οποιασδήποτε μορφής εδάφους, το καθιστά ικανό να εκμεταλλεύεται καλυμμένες προσβάσεις, να παρακάμπτει ισχυρές εχθρικές θέσεις, να διεισδύει σε εχθρικές τοποθεσίες ή να εκτελεί περιπολίες σε βάθος (το Μηχανοκίνητο Πεζικό μπορεί, σε 64

συνεργασία με τα άρματα μάχης, να συμμετέχει σε αποστολές Τεθωρακισμένων). Τα Τεθωρακισμένα διεξάγουν, πρωταρχικώς, επιχειρήσεις επιθετικής μορφής με κύρια χαρακτηριστικά την μεγάλη ισχύ πυρός και την υψηλή ταχυκινησία. Τα άρματα μάχης είναι κατάλληλα για επιθετικές επιχειρήσεις, γιατί σ’ αυτές γίνεται πλήρης εκμετάλλευση της ικανότητας τους να προσεγγίζουν και να καταστρέφουν τον εχθρό και να εκμεταλλεύονται την επιτυχία άλλων φίλιων μονάδων. Μπορούν να συγκεντρώνονται και να διασπείρονται ταχέως επί ευρείας εδαφικής έκτασης τηρώντας ταυτόχρονα υψηλή ετοιμότητα μάχης. Τα Τεθωρακισμένα μπορούν να μάχονται σε όλες τις μορφές του αγώνα και υπό δυσμενείς συνθήκες καιρού και εδάφους. Απαιτούν σημαντική σοβαρή υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας, κυρίως σ’ ότι αφορά τη συντήρηση, τα πυρομαχικά και τα καύσιμα. Δυνάμεις Υποστήριξης Μάχης Υποστήριξη Μάχης είναι η άμεσα παρεχόμενη επιχειρησιακή βοήθεια στις δυνάμεις ελιγμού και απο-

Η ανάγλυφη μορφή και η έκταση του ελληνικού ηπειρωτικού χώρου, η ευρεία έκταση της θάλασσας με τα νησιωτικά συμπλέγματα και κυρίως η γεωγραφική θέση της χώρας, υπαγορεύουν στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις την ανάγκη να έχουν τη δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων υπό ποικίλες εδαφικές συνθήκες.

65


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

και πολύ χαμηλού ύψους και τις μονάδες Ελαφρού Αντιαεροπορικού Πυροβολικού. Το Μηχανικό εκτελεί μια σειρά από κατασκευές ή καταστροφές οι οποίες συμβάλλουν στην ευκινησία, τη μαχητικότητα και την αμυντική ισχύ των φίλιων δυνάμεων, ενώ παράλληλα περιορίζουν την ευκινησία του εχθρού. Το κύριο έργο του Μηχανικού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων (α) Κατασκευή γεφυρών και υποστήριξη διαβάσεως υγρών κωλυμάτων (β) Υποστήριξη κατά τις αμφίβιες επιχειρήσεις (γ) Συμμετοχή στην οργάνωση του εδάφους, κατασκευή ή διάνοιξη των κάθε φύσεως κωλυμάτων (δ) Κατασκευή και συντήρηση δρομολογίων (ε) Κατασκευή, αποκατάσταση ως και συντήρηση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, κατασκευή οχυρώσεων κ.ά. (στ) Κατασκευή έργων και εγκαταστάσεων διάβασης στρατευμάτων. Οι Διαβιβάσεις παρέχουν στις χερσαίες δυνάμεις υποστήριξη επικοινωνιών και Ηλεκτρονικού Πολέμου. Η υποστήριξη αυτή περιλαμβάνει σχεδίαση, ανάπτυξη, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση μέσων και συστημάτων επικοινωνιών, που είναι αναγκαία για τη διαβίβαση διαταγών και αναφορών. Επίσης, περιλαμβάνει την έρευνα, αναζήτηση, ραδιογωνιομέτρηση και ανάλυση των εχθρικών πληροφοριών, που προέρχονται από τα κάθε είδους επικοινωνιακά μέσα του εχθρού. Η αποστολή της Αεροπορίας Στρατούς, περιλαμβάνει παρατήρηση, επιτήρηση, αναγνώριση, εντοπισμό και καταστροφή στόχων, αεροκίνηση κ.ά. Προς εξασφάλιση της μεγίστης δυνατής ευκαμψίας οι μονάδες της Αεροπορίας Στρατού τηρούνται σε υψηλά κλιμάκια διοίκησης και κατανέμονται προς τις υφιστάμενες μονάδες ανάλογα με τις ανάγκες. Ο συντονισμός όλων των παραπάνω πυρών υποστήριξης αποτελεί ευθύνη της διοίκησης σε όλα τα κλιμάκια, ανώτερα και κατώτερα. Ο διοικητής της μονάδας ή του σχηματισμού αποφασίζει, καθορίζει την τακτική και εκδίδει τις απαιτούμενες διαταγές, με τις οποίες καθορίζεται και ο τρόπος χρήσης των διαθέσιμων μέσων υποστήριξης. Δυνάμεις Υποστήριξης Διοικητικής Μέριμνας Μονάδες και σχηματισμοί Υποστήριξης Διοικητικής Μέριμνας είναι τα στοιχεία εκείνα των οποίων κύρια αποστολή είναι η παροχή υποστηρίξεως Διοικητικής Μέριμνας σε ένα Θέατρο Επιχειρήσεων. Αυτά είναι δυνατόν να αποτελούν μέρος των δυνάμεων του Θεάτρου Επιχειρήσεων ή ενός σχηματι66

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

σμού ή κάποιας δύναμης επιχειρήσεων, που συγκροτήθηκε για την εκτέλεση τακτικών επιχειρήσεων. Οι μονάδες Διοικητικής Μέριμνας θα πρέπει να έχουν επιχειρησιακή ευκαμψία και ικανότητα λειτουργίας κάτω από διάφορες συνθήκες περιβάλλοντος, ενώ θα πρέπει να επωφελούνται από κάθε τεχνολογική εξέλιξη, με στόχο την αύξηση των δυνατοτήτων τους. Οι μονάδες Διοικητικής Μέριμνας έχουν πάγιες δυνατότητες, μεταφραζόμενες σε περιοριστικά όρια χρόνου, χώρου ή βάρους. Σε έκτακτες καταστάσεις και για περιορισμένο χρόνο μπορεί αυτά τα όρια να υπερβαίνονται. Μολονότι οι μονάδες Διοικητικής Μέριμνας μπορούν γενικά να αυτοπροστατεύονται, εντούτοις είναι πολύ τρωτές σε κάθε είδους εχθρικές ενέργειες. Η παραπάνω τρωτότητα οφείλεται κυρίως στη διασπορά των στοιχείων Διοικητικής Μέριμνας, που απαιτείται για την αποτελεσματική παροχή Υποστήριξης Διοικητικής Μέριμνας. Συνδυασμένες και διασυμμαχικές επιχειρήσεις Συνδυασμένες επιχειρήσεις είναι εκείνες στις οποίες συμμετέχουν δύο ή περισσότεροι Κλάδοι των Ενόπλων Δυνάμεων. Διασυμμαχικές είναι οι επιχειρήσεις στις οποίες μετέχουν Ένοπλες Δυνάμεις δύο ή περισσοτέρων συμμάχων χωρών, προς εκπλήρωση μιας αποστολής. Και οι δύο τύποι των επιχειρήσεων αυτών είναι δυνατόν να ενσωματωθούν σε μία μόνο επιχείρηση. Η επιτυχής διεξαγωγή των συνδυασμένων και διασυμμαχικών επιχειρήσεων απαιτεί συντονισμό των προσπαθειών και ορθό χειρισμό των δυνάμεων που μετέχουν. Η διοίκηση και η οργανωτική δομή για τις διασυμμαχικές επιχειρήσεις καθορίζονται από διεθνείς συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων χωρών. Οι αυξημένες απαιτήσεις των συνδυασμένων και διασυμμαχικών επιχειρήσεων, επιτυγχάνονται κατά τον καλύτερο τρόπο με καθορισμό ενός μόνο διοικητή. Ο διοικητής αυτός πρέπει να περιβάλλεται με τόση εξουσία και μέσα, ώστε αυτά να είναι ανάλογα προς τις ευθύνες του (για παράδειγμα, κατά τις συμμαχικές επιχειρήσεις στο Κουβέιτ το 1991 ο ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων ήταν Αμερικανός). Οι συνδυασμένες και διασυμμαχικές δυνάμεις χαρακτηρίζονται από διαφορές, οι οποίες ενυπάρχουν στα στρατιωτικά συστήματα των δυνάμεων που τις συνιστούν. Μεταξύ των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων υφίστανται ορισμένες αποκλίσεις στο δόγμα και την τεχνική. Παρόμοιες διαφοροποιήσεις συναντώνται και στις διασυμμαχικές δυνάμεις. Διαφορές

Το Θέατρο Πολέμου είναι ένας ευρύς γεωγραφικός χώρος, απαραίτητος για τη διεξαγωγή πολέμου κάτω από συντονισμένη ή ενιαία (εθνική ή συμμαχική) ανώτατη διοίκηση. Περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα Θέατρα Επιχειρήσεων και τη Ζώνη Εσωτερικού.

στα πολιτικά συστήματα, τη θρησκεία, τη γλώσσα, το μορφωτικό επίπεδο κ.ά. επισωρεύονται και δημιουργούν περίπλοκο πρόβλημα στις επιχειρήσεις αυτές. Ο διοικητής της συνδυασμένης ή διασυμμαχικής δυνάμεως οφείλει να αναγνωρίζει και να σέβεται τις αποκλίσεις εκείνες, ως και τις παραλλαγές, οι οποίες είναι δυνατόν να προκαλέσουν παρερμηνείες και διαφορές γνωμών. Οι μέθοδοι και οι διαδικασίες του διοικητή, εφόσον κριθεί αναγκαίο, θα πρέπει να τίθενται σε δεύτερη μοίρα προς εξυπηρέτηση της κοινής αποστολής. Σε διασυμμαχικές επιχειρήσεις ο διοικητής θα πρέπει επίσης να μην αποδέχεται, για τη λήψη κατάλληλων αποφάσεων, εισηγήσεις, που εξυπηρετούν επί μέρους εθνικά συμφέροντα και υποβάλλονται εκ μέρους των επί μέρους δυνάμεων του. Θα πρέπει να επιμένει στην ενάσκηση της διοίκησης δια μέσου της υφισταμένης ιεραρχίας, ανεξάρτητα των δυσκολιών που συναντώνται από τις διαφορές των διαδικασιών και της γλώσσας. Οι διοικητές συνδυασμένων δυνάμεων, πλαισιώνονται από κοινό ή ενισχυμένο επιτελείο σύμφωνα με το ρόλο και τη συγκρότηση των δυνάμεων. Σε διασυμμαχικές δυνάμεις, είναι δυνατόν, το επιτελείο

του διοικητή να είναι ομοίως διασυμμαχικό ή να είναι το επιτελείο του διοικητή της μεγαλύτερης συμμαχικής δύναμης, το οποίο δυνατόν να ενισχύεται και από τους λοιπούς συμμάχους, ώστε να υφίσταται ανάλογη αντιπροσώπευση των συμμαχικών δυνάμεων που μετέχουν στις επιχειρήσεις. Η Υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας σε συνδυασμένες δυνάμεις είναι πρωταρχικά ευθύνη των αντιστοίχων κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, από τους οποίους συγκροτούνται οι συνδυασμένες δυνάμεις. Ο βαθμός υποστήριξης, από πλευράς Διοικητικής Μέριμνας των δυνάμεων ενός Κλάδου από άλλο, ρυθμίζεται σε ανώτερο επίπεδο ή τον κοινό διοικητή ή όπως έχει προσυμφωνηθεί μεταξύ των Κλάδων που συγκροτούν τη συνδυασμένη δύναμη. Ο διοικητής των δυνάμεων του ενός Κλάδου είναι δυνατόν να παρέχει το σύνολο ή μέρος της Υποστήριξης Διοικητικής Μέριμνας που έχει στη διάθεση του στις δυνάμεις των λοιπών Κλάδων. Η υποστήριξη από πλευράς Διοικητικής Μέριμνας των εθνικών δυνάμεων που μετέχουν σε διασυμμαχική δύναμη, αποτελεί κατ’ αρχήν ευθύνη της αντίστοιχης χώρας. Βέβαια αυτό είναι δυνατόν να ποικίλλει και να ρυθμίζεται ανάλογα με τις υφιστάμενες συμφωνίες. ◼ 67


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Ιστορικό ελληνοτουρκικών κρίσεων στο Αιγαίο από το 1974 έως σήμερα Του Λάμπρου Τζούμη Υποστρατήγου ε.α.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διανύουν τις τελευταίες δεκαετίες μια περίοδο διαρκών εντάσεων με το νομικό καθεστώς του Αιγαίου να βρίσκεται στο επίκεντρο των διαφορών των δύο κρατών. Η διένεξη Ελλάδος Τουρκίας, παρουσιάζει δύο ιδιαίτερα σημαντικά και αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά. Aφ’ ενός μεν τη διάρκεια, που διατηρεί τη διένεξη σε λανθάνουσα κατάσταση δια μέσου των αιώνων και αφ’ ετέρου το εύρος των παραγόντων που την επηρεάζουν. Μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση των κρίσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, μας οδηγούν σε χρήσιμα συμπεράσματα που προκύπτουν μέσα από την αναδρομή αυτή.

68

69


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Συνοπτική ιστορική ανασκόπηση ελληνοτουρκικών σχέσεων μέχρι το 1974 Το 1453 μ.χ. οι Τούρκοι λαός νομαδικός, προερχόμενος από τα βάθη της Ασίας, κατακτούν την πρωτεύουσα του ελληνοχριστιανικού Βυζαντίου, δημιουργώντας στη συνέχεια την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το 1821 αρχίζει ο εθνικός απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων, που καταλήγει στην ίδρυση του ελληνικού κράτους. Από τα μέσα του 19ου αιώνα αναβιώνει το πολιτιστικό και εθνικό ιδεώδες της «Μεγάλης Ιδέας». Το όραμα αυτό, των Ελλήνων θέλει να συμπεριλάβει όσο γίνεται περισσότερες περιοχές με ελληνικό πληθυσμό και να τις συνενώσει σε ένα ισχυρό εθνικό κράτος. Το 1897 κηρύσσεται από την Οθωμανική αυτοκρατορία εναντίον της Ελλάδας ο πόλεμος των τριάντα ημερών, ως απόρροια της τότε έκβασης του «κρητικού» προβλήματος. Η σημασία του πολέμου αυτού υπήρξε μεγάλη, παρότι κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας και στην υποβολή της σε διεθνή οικονομικό έλεγχο ύστερα από απαίτηση της Γερμανίας. Η Ελλάδα τελικά δικαιώθηκε και παρά τη δεδομένη από τετραετίας, κήρυξη πτώχευσης του Χ. Τρικούπη παρέμεινε σθεναρά ανυποχώρητη στην απόφασή της για ενίσχυση του στρατού, μη φειδόμενη των όποιων οικονομικών συνεπειών. Το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης ήταν η άμεση προετοιμασία και ανταπόκρισή της Ελλάδας στους Βαλκανικούς πολέμους το 1912-1913, που αποτέλεσαν την κορύφωση της «Μεγάλης Ιδέας» και κατέληξαν νικηφόρα, με την προσάρτηση της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Κρήτης και των μεγάλων νησιών του Αιγαίου. Το 1922 ο Κεμάλ, έδωσε τέλος στην ελληνική παρουσία στη Μ. Ασία. Με την ήττα των Ελλήνων και το διωγμό τους δόθηκε ένα τέλος στη «Μεγάλη Ιδέα». Μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης το 1923 αρχίζει νέα περίοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και Κεμάλ Ατατούρκ δημιουργούν την πολιτική άνοιξη στη σχέση των δύο χωρών και οι λαοί έζησαν για ένα διάστημα ειρηνικά. Μετά το θάνατο του Κεμάλ (1938) αρχίζουν οι κακοπιστίες και οι απροκάλυπτες απαιτήσεις της Τουρκίας πάνω στα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. To 1942 κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου η τουρκική κυβέρνηση επεφύλαξε ένα βαρύ πλήγμα για τον ελληνισμό της Τουρκίας. Τέθηκε σε εφαρμογή ο φόρος κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την καταστροφή και εκτοπισμό σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας χιλιάδων Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, γιατί 70

δεν είχαν να πληρώσουν τους παράλογους φόρους. Το 1955 ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης πλήρωσε το τίμημα των Τουρκικών αντιδράσεων στον αγώνα των Ελληνοκυπρίων για ένωση με την Ελλάδα. Με αφορμή μια βομβιστική επίθεση στο πατρικό σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, που αποδείχτηκε στην συνέχεια ότι ήταν σκηνοθετημένη προβοκάτσια ξεκίνησε το πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου του 1955. Με τη σιωπηρή καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, ο καθοδηγούμενος τουρκικός όχλος προκάλεσε βίαια επεισόδια κατά των περιουσιών των Ελλήνων ομογενών και ήταν η αφετηρία διαρροής προς την Ελλάδα 80.000 Ελλήνων της Πόλης. Το «κυπριακό» ήταν ένα πρόβλημα που δοκίμασε σκληρά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Από το Δεκ. του 1963, κυριαρχούσε στην Κύπρο μια εκρηκτική κατάσταση. Βίαιες αντιπαραθέσεις σημειώθηκαν ανάμεσα σε ελληνικές και τουρκικές παραστρατιωτικές οργανώσεις-ομάδες και επί δύο εβδομάδες στο νησί επικρατούσαν συνθήκες πολέμου. Σπινθήρας υπήρξε η πρόταση του αρχιεπισκόπου Μακαρίου για αναθεώρηση του συντάγματος της Κύπρου, γεγονός το οποίο η Τουρκία εξέλαβε ως πρόκληση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η τουρκική κυβέρνηση, καταγγέλλει την ελληνοτουρκική συνθήκη του 1930 και έτσι ενταφιάζεται το εγχείρημα ειρήνευσης του Ατατούρκ και του Βενιζέλου. Η Κρίση του 1974 Σημαντικότατο σταθμό στην πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτέλεσε το έτος 1973, κατά το οποίο η Τουρκία πρόβαλε για πρώτη φορά, κατά τρόπο άμεσο και οριστικό, τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Το ζήτημα ήταν κατ’ αρχήν οικονομικό διότι η οριοθέτηση και εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας αφορούσε τη διαχείριση του ορυκτού πλούτου. Αλλά ήταν και στρατηγικό καθόσον η περιοχή του Αιγαίου ήταν και είναι μία σπουδαία θαλάσσια εμπορικοστρατιωτική οδός με σημαντικούς στρατηγικούς πόρους και κατ’ επέκταση υψηλής στρατηγικής σημασίας χώρο. Η Τουρκία την 1η Νοεμβρίου 1973, χορήγησε επίσημα δικαιώματα έρευνας στην τουρκική εταιρία πετρελαίων και δημοσίευσε χάρτη ερευνών ο οποίος περιελάμβανε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στις οποίες θα εκτελούσε έρευνες. Η Ελλάδα προέβη σε διάβημα διαμαρτυρίας και η Τουρκία σε απάντηση πρότεινε να πραγματοποιηθούν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών, για επίλυση της διαφοράς της υφαλοκρη-

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διανύουν τις τελευταίες δεκαετίες μια περίοδο διαρκών εντάσεων με το νομικό καθεστώς του Αιγαίου να βρίσκεται στο επίκεντρο των διαφορών των δύο κρατών.

πίδας, την οποία αποδέχθηκε η Ελλάδα. Η Τουρκία στο μεταξύ είχε κλιμακώσει την ένταση με συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναερίου χώρου και με εκμετάλλευση της ημερήσιας δγης της 25ης Μαρτίου, του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγού Γρηγορίου Μπονάνου, όπου γινόταν μνεία των αγώνων του έθνους κατά του τουρκικού ζυγού. Οι Τούρκοι, παρερμηνεύοντας το περιεχόμενο της διαταγής αυτής, θεώρησαν ότι θιγόταν το Τουρκικό έθνος, με τη χρησιμοποίηση του χαρακτηρισμού «βάρβαροι». Με αφορμή λοιπόν την παρερμηνεία αυτή, ο τουρκικός τύπος άρχισε έντονη εκστρατεία κατά της Ελλάδας, με πληθώρα ανακριβειών, όπως π.χ ότι η Ελλάδα επιστρατευόταν κρυφά, ότι γίνονταν κινήσεις στρατευμάτων κ.λπ. Έτσι η πολεμική αυτή χροιά δεν άργησε να φανατίσει τα πλήθη, που με την καθοδήγηση των φοιτητικών συλλόγων προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις. Εν τω μεταξύ η Τουρκία δήλωσε επίσημα ότι το σεισμογραφικό πλοίο «Chandarli» θα εκτελέσει έρευνες στο Αιγαίο. Η απόφαση αυτή υλοποιήθηκε με την έξοδο του πλοίου από τα στενά του Ελλησπόντου στις 29 Μαι. 1974, ημερομηνία σημαδιακή και για τα δύο κράτη αφού ήταν η ημερομηνία που έγινε η άλωση της Κωσταντινούπολης. Το πλοίο

συνοδευόμενο από το σύνολο του τουρκικού πολεμικού ναυτικού (32 πολεμικές ναυτικές μονάδες), εξήλθε στο Αιγαίο. Με την ευκαιρία της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλες, συναντήθηκαν οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας, Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος και Bulent Ecevit, στις 26 Ιουνίου 1974, αλλά η συνάντηση κατέληξε σε αποτυχία λόγω διαφωνιών. Στις 15 Ιουλίου 1974, ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε όξυνση, η ελληνοκυπριακή εθνοφρουρά, με τις ευλογίες του στρατιωτικού καθεστώτος των Αθηνών επιχείρησε πραξικόπημα κατά του προέδρου της Κύπρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η ενέργεια αυτή έδωσε αφορμή στους Τούρκους, οι οποίοι χρόνια περίμεναν μια τέτοια ευκαιρία, να επέμβουν ενόπλως, επικαλούμενοι τη συνθήκη εγγύησης και με το πρόσχημα της προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Τα ξημερώματα του Σαββάτου 20 Ιουλίου 1974, με συνδυασμένες επιχειρήσεις από αέρα και θάλασσα, τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Β. Κύπρο (Σχέδιο Αττίλας I ), την οποία και κατέλαβαν. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, η Ελλάδα κήρυξε επιστράτευση. Με την παρέμβαση των ΗΠΑ και των άλλων δυτικών 71


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι συνεχείς μειώσεις του αμυντικού προϋπολογισμού των τελευταίων ετών επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη στρατιωτική ισχύ και δεν απειλούν απλά το αξιόμαχο αλλά την ίδια την εθνική μας επιβίωση.

δυνάμεων, συνάφθηκε στις 22 Ιουλίου ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων. Την επομένη, 23 Ιουλίου, τα στρατιωτικά καθεστώτα Ελλάδας και Κύπρου κατέρρεαν και επανέρχονταν η δημοκρατική διακυβέρνηση στις δύο χώρες στα πρόσωπα των Κ. Καραμανλή και Γ. Κληρίδη. Μετά από δύο γύρους άκαρπων συνομιλιών, οι Τούρκοι επαναλαμβάνουν τις πολεμικές επιχειρήσεις τους στις 15 Αυγούστου 1974 και καταλαμβάνουν ολόκληρη τη Β. Κύπρο (σχέδιο Αττίλας ΙΙ ). Η Ελλάδα, εν μέσω σωρείας προβλημάτων και παλεύοντας να ισορροπήσει και να εδραιώσει τη δημοκρατία στο εσωτερικό της αντέδρασε και διαμαρτυρόμενη για την ύποπτη αμερικανική στάση, αποσύρει τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Λίγο αργότερα η Τουρκία εκδίδει τη ΝΟΤΑΜ 714, μονομερή και αντίθετη προς τις οδηγίες του ΙCΑΟ (Ιnternational Civil Αviation Οrganisation - Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας), ζητώντας από τα αεροσκάφη που πετούν στο ανατολικό Αιγαίο να υποβάλουν σχέδιο πτήσεως στα κέντρα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας και όχι στην Αθήνα όπως προέβλεπαν οι διεθνείς 72

συνθήκες. Στις 27 Ιανουαρίου 1975 η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε στην Τουρκία την παραπομπή της διαφοράς μεταξύ των δύο χωρών για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Η Τουρκία αρχικά απεδέχθη την πρόταση, αλλά στην συνέχεια υπαναχώρησε. Η Κρίση του 1976 Το 1975 για την αντιμετώπιση της «ελληνικής απειλής», η Τουρκία συγκροτεί την 4η Στρατιά με έδρα τη Σμύρνη και εφοδιάζεται με τεράστιο αριθμό αποβατικών σκαφών (Συνολική δύναμη 123.000 ανδρών και πάνω από 100 αποβατικά σκάφη). Οι προθέσεις της είναι πλέον σαφείς. Η Ελλάδα γρήγορα διαπίστωσε το πολιτικό λάθος και το προδιαγραφόμενο κόστος της αποχώρησής της από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη το γεγονός αυτό, τον Απρίλιο του 1975, αξίωσε από το ΝΑΤΟ τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου και αργότερα με την υποβολή της ελληνικής αίτησης επανένταξης, αντέδρασε προβάλλοντας βέτο απαιτώντας την επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος του FIR και του ελέγχου στο ΑΙΓΑΙΟ. Στο μεταξύ η Τουρκία είχε προγραμματίσει μέσα στο Α΄ εξάμηνο

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

του 1976 τριπλάσιες σε αριθμό ασκήσεις απ’ όσες έκανε όλο το 1975. Αποκορύφωμα των τουρκικών ασκήσεων ήταν τα αεροναυτικά γυμνάσια «GENDIZ 76» που άρχισαν στις 4 Ιουνίου και ήταν τα μεγαλύτερα απ’ όσα είχε κάνει ποτέ η Άγκυρα στο Αιγαίο. Η Ελλάδα δεν αδράνησε, θέτοντας τις ένοπλες δυνάμεις της σε αυξημένη ετοιμότητα και άρχισε εκτεταμένα αεροναυτικά γυμνάσια στο Αιγαίο. Η αντιπαράθεση των δύο πολεμικών μηχανών ήταν για μια ακόμη φορά πλήρης. Η Άγκυρα από τις 14 Μαρτίου είχε αναγγείλει ότι το τουρκικό ωκεανογραφικό σκάφος «SISMIK-I» θα έκανε έρευνες στην «αμφισβητούμενη» υφαλοκρηπίδα, αρχές του καλοκαιριού. Ύστερα από συνεχείς αναβολές, απέπλευσε στις 23 Ιουλίου απ’ το Βόσπορο. Στις 25 Ιουλίου το «SISMIK-Ι» βγήκε στο Αιγαίο και άρχισε τις έρευνες του πρώτα στα τουρκικά χωρικά ύδατα. Κατόπιν στις 6, 7 και 8 Αυγούστου συνέχισε τις έρευνές του στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η Ελλάδα που παρακολουθούσε την κατάσταση με ψυχραιμία και ετοιμότητα, θέλοντας να αποφύγει με κάθε τρόπο τον πόλεμο, αποφάσισε να αντιδράσει άμεσα με ειρηνικές διαδικασίες και προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο διεθνές δικαστήριο. Ακολούθησε έντονη διπλωματική δραστηριότητα για την επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας και η σύρραξη αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή. Η Κρίση του 1987 Η ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου 1987 ξεκίνησε με την απόφαση της κοινοπραξίας που εκμεταλλευόταν τα πετρέλαια της Θάσου, να προχωρήσει σε έρευνες για την ύπαρξη νέων κοιτασμάτων, ανατολικά της Θάσου, πέραν των 6 ν.μ. Οι έρευνες αυτές έρχονταν σε αντίθεση με το πρακτικό της Βέρνης, το οποίο είχαν υπογράψει η Ελλάδα και η Τουρκία το Νοε. του 1976. Η ελληνική πλευρά είχε διακηρύξει το 1982, ότι το πρωτόκολλο της Βέρνης είναι ανενεργό, επειδή οι διαπραγματεύσεις για την υφαλοκρηπίδα είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, λόγω της άρνησης της Τουρκίας να δεχθεί την προσφυγή στη Χάγη, για την επίλυση του νομικού αυτού θέματος. Η τουρκική θέση επί του θέματος, είναι ότι το πρωτόκολλο της Βέρνης δεσμεύει ακόμα τις δύο χώρες. Η κρίση ξεκινά στις 26 Μαρτίου 1987, με την απόφαση του εθνικού συμβουλίου ασφαλείας της Τουρκίας να στείλει το ερευνητικό σκάφος «Χώρα» στο Αιγαίο για έρευνες. Συγχρόνως οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις ετίθεντο σε επιφυλακή. Η Ελλάδα

αποφάσισε να απαντήσει δυναμικά και να χτυπήσει το τουρκικό σκάφος, εάν αυτό επιχειρούσε να διεξάγει έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Διατάχθηκε γενική επιστράτευση, ενώ παράλληλα, αποφασίσθηκε να γίνει ενημέρωση όλων των διεθνών οργανισμών και της διεθνούς κοινής γνώμης για την κρισιμότητα της κατάστασης. Η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε δύο σημαντικές κινήσεις οι οποίες κλιμάκωναν την κρίση και τόνιζαν την αποφασιστικότητα της ελληνικής πλευράς για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Συγκεκριμένα αποφασίσθηκε να κλείσει τη βάση των ΗΠΑ της Νέας Μάκρης βασιζόμενη στο άρθρο 7 της διμερούς συμφωνίας του 1983 και να σταλεί ο υπουργός εξωτερικών στη Σόφια για διαβουλεύσεις με τη βουλγαρική κυβέρνηση. Αυτή ήταν μία ενέργεια που προκάλεσε, όπως ήταν επόμενο, ανησυχία στους κύκλους του ΝΑΤΟ και απέβλεπε να δώσει υπόσταση στην απειλή που είχε επανειλημμένα διατυπώσει η Ελλάδα, ότι σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, ολόκληρη η νοτιανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ θα κατέρρεε. Η αντίδραση της βουλγαρικής κυβέρνησης υπήρξε θετική. Ο πρόεδρος της Βουλγαρίας Τέοντορ Ζίβκωφ, εξέφρασε την υποστήριξή του στην ελληνική κυβέρνηση, αναφέροντας μάλιστα στον Έλληνα υπουργό, ότι η Ελλάδα θα μπορούσε, αν φυσικά το επιθυμούσε, να αποδεσμεύσει όσες στρατιωτικές μονάδες ήθελε από την ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Προχωρώντας δε ακόμη περισσότερο ο Βούλγαρος πρόεδρος διέταξε τη μετακίνηση μιας μηχανοκίνητης ταξιαρχίας, από την ελληνοβουλγαρική μεθόριο στα σύνορα της Βουλγαρίας - Τουρκίας. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί με βεβαιότητα ότι η Βουλγαρία θα αναμειγνυόταν στρατιωτικά σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική διένεξη. Οι δύο αυτές κινήσεις της Ελλάδας επιτάχυναν τις εξελίξεις, κλιμακώνοντας συγχρόνως την κρίση. Οι ενέργειες αυτές έδειχναν ότι η Ελλάδα ήταν αποφασισμένη να πάρει πολύ μεγαλύτερο «ρίσκο» από την Τουρκία, η οποία επιθυμούσε να κάμψει την Ελλάδα και να την οδηγήσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το σύνολο των ζητημάτων που η ίδια έθετε στο Αιγαίο. Στις 27 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε ενημέρωση της στρατιωτικής επιτροπής και του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Λόρδου Κάρινγκτον. Με τη μεσολάβηση αυτού πραγματοποιήθηκε συνάντηση του υπουργού εξωτερικών της Αγγλίας, σερ Τζέφρι Χάου, με τον Τούρκο πρωθυπουργό Τουργκούτ Οζάλ που βρισκόταν εκείνες τις 73


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

μέρες στο Λονδίνο προερχόμενος από τις ΗΠΑ, όπου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς. Το ίδιο βράδυ, ο Τουργκούτ Οζάλ, σε συνέντευξή του στο B.B.C. μετέβαλε τη στάση του, δηλώνοντας ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος δεν θα έβγαινε στο Αιγαίο την επόμενη για έρευνες στη διαφιλονικούμενη υφαλοκρηπίδα, εκτός εάν η Ελλάδα επιχειρούσε να αρχίσει εκείνη έρευνες. Στις 28 Μαρτίου 1987 το τουρκικό ερευνητικό σκάφος βγήκε στο Αιγαίο, παρέμεινε στα τουρκικά χωρικά ύδατα και η κρίση εκτονώθηκε. Ο χειρισμός της κρίσης ήταν πολύ καλός, με κορυφαίες ενέργειες το ταξίδι του Έλληνα υπουργού εξωτερικών στη Σόφια και το κλείσιμο της βάσης της Νέας Μάκρης. Η σθεναρή στάση της Ελλάδας κατέδειξε ότι το θέμα αποτελούσε μείζονος σημασίας συμφέροντος για τη χώρα και ενίσχυσε την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους. Η σύγκρουση αυτή εξελίχθηκε σ’ έναν πόλεμο νεύρων και θέλησης. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, ότι νίκησε αυτός που είχε το μεγαλύτερο συμφέρον στο αμφισβητούμενο θέμα. Η Κρίση των Ιμίων Στις 16 Νοεμβρίου 1994, με την επικύρωση της νέας σύμβασης για το δίκαιο της θαλάσσης από το

60ο μέλος της, η Ελλάδα νομιμοποιείται και τυπικά να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. Η προοπτική αυτή είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα την Άγκυρα, η οποία ήδη από τα μέσα του 1994 είχε αρχίσει να αντιδρά με ρητορικές δηλώσεις Τούρκων επισήμων και απειλές για επαναφορά του casus belli. Η δραστηριότητα αυτή και τα διπλωματικά επεισόδια σχετικά με το δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ. κορυφώθηκαν στις 8 Ιουνίου 1995. Η τουρκική βουλή τότε εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να λάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία, συμπεριλαμβανόμενης και της κήρυξης πολέμου, αν η Ελλάδα επεξέτεινε τα χωρικά της ύδατα. Η ένταση που συσσωρεύτηκε όλο αυτό το χρονικό διάστημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1996 με την εμφάνιση μιας νέας μορφής τουρκικών διεκδικήσεων, που δεν σχετιζόταν πλέον με ζητήματα υφαλοκρηπίδας, αλλά έθεταν θέματα εδαφικής κυριαρχίας. Η χρονική τοποθέτηση της κρίσης και η πορεία κλιμάκωσής της επιλέχθηκαν από την Τουρκία με αρκετά έξυπνο τρόπο. Από τη μία πλευρά η ενδοκυβερνητική κρίση που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα λόγω της ασθένειας του πρωθυπουργού και της υπό σχηματισμό νέας

Τα τελευταία χρόνια οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιδίδονται σε κούρσα μειώσεων με μοναδικό σκοπό τη συλλογή ψήφων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα σε συνδυασμό με την από ετών μηδενική πρόσληψη επαγγελματιών οπλιτών, την υποστελέχωση των μονάδων Έβρου και νήσων, θέμα που επηρεάζει την ετοιμότητα και μαχητική ικανότητα σχηματισμών πρώτης γραμμής.

74

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

κυβέρνησης και από την άλλη η αντίστοιχη κυβερνητική κρίση στην Τουρκία, λόγω της αδυναμίας της πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση, σχημάτιζαν ένα θολό πολιτικό τοπίο, το οποίο τελικώς εκλήθη να διαχειριστεί μια κρίση. Το χρονικό της κρίσης έχει ως ακολούθως: Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 1995 Το τουρκικό εμπορικό πλοίο «Φιγκέν Ακάτ» προσαράζει στις βραχονησίδες Ίμια και επισήμως αναφέρεται ότι ο πλοίαρχος αρνείται να τον ρυμουλκήσουν ελληνικά σκάφη, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι βρίσκεται σε έδαφος της Τουρκίας. Οι ελληνικές αρχές επιμένουν αλλά το πλοίο οδηγείται τελικά σε τουρκικό λιμάνι, συνοδεία σκάφους της χώρας μας. Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 1995 Ο έλληνας πρεσβευτής στην Άγκυρα προβαίνει σε διάβημα στο τουρκικό υπουργείο εξωτερικών. Του επιδίδεται ρηματική διακοίνωση στην οποία αναφέρεται ότι οι βραχονησίδες Ίμια είναι τουρκικές. Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 1996 Η Αθήνα αντιδρά με ρηματική διακοίνωση στην οποία γίνεται επίκληση των ιταλο-τουρκικών συμφωνιών, του 1932 και της συνθήκης ειρήνης των Παρισίων του 1947, βάσει των οποίων η Ίμια είναι ελληνική. Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 1996 Ο δήμαρχος Καλύμνου μ’ έναν αστυνομικό και δύο ακόμα άτομα υψώνουν την ελληνική σημαία στην Ίμια. Παρασκευή 26 Ιανουαρίου Ο υπουργός εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος κάνει λόγο για ένα τυχαίο περιστατικό, προσθέτοντας ότι το θέμα έχει κλείσει και ότι κατά την εκτίμησή του δεν μπορεί να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα κρίσης. Σάββατο 27 Ιανουαρίου Συνεργείο της εφημερίδας Χουριέτ με «ειδικούς» δημοσιογράφους της πηγαίνουν στη βραχονησίδα με ελικόπτερο κατεβάζουν την ελληνική σημαία και υψώνουν τουρκική, με παρούσες τις τηλεοπτικές κάμερες. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε από τη Ελλάδα πρόκληση και αποφασίστηκε η αλλαγή της σημαίας από ελληνικό πολεμικό περιπολικό. Κυριακή 28 Ιανουαρίου Το περιπολικό του πολεμικού ναυτικού «Παναγόπουλος» αποβιβάζει άγημα στην Ανατολική Ίμια που υψώνει και πάλι ελληνική σημαία. Δευτέρα 29 Ιανουαρίου Η Tansu Ciller δηλώνει ότι τα Ίμια είναι τουρκικά και καλεί την Ελλάδα σε διάλογο.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου Ώρα 00:30 Η πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ συναντάται με τον Τούρκο πρόεδρο Ντεμιρέλ και αμέσως μετά ζητά διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για το θέμα των βραχονησίδων. Ώρα 03:45 Κινητικότητα σε τουρκικούς ναύσταθμους. Σκάφη αποπλέουν για την περιοχή της κρίσης. Η φρεγάτα «Yavuz» παραβιάζει τα εθνικά χωρικά ύδατα. Ώρα 07:30 Δύο Τουρκικές φρεγάτες και αριθμός πλοίων διαφόρων τύπων καταφθάνουν κοντά στην Ίμια. Οι δύο φρεγάτες περιοδικά παραβιάζουν τα εθνικά χωρικά ύδατα. Ώρα 10.00 Ο υπουργός εξωτερικών ενημερώνει τον πρόεδρο της δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και κατόπιν τους πρεσβευτές των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη αναχαιτίζουν στο Αιγαίο τουρκικά που παραβιάζουν τον εθνικό εναέριο χώρο. Ώρα 11:00 Σύσκεψη στο γραφείο του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη με τη συμμετοχή συναρμοδίων υπουργών και στρατιωτικών παραγόντων για εκτίμηση της γενικής κατάστασης. Μετά τη σύσκεψη κοινή συνέντευξη των υπουργών εθνικής άμυνας και εξωτερικών όπου δηλώνεται ότι δεν πρόκειται να υπάρξει διάλογος με την Τουρκία για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ώρα 13:00 Μονάδες του ελληνικού στόλου αποπλέουν για το Αιγαίο σε μια άνευ προηγουμένου τηλεοπτική παρωδία. Επτά σκάφη διαφόρου εκτοπίσματος και δύναμης πυρός, τρία εξ αυτών πυραυλοφόρα, παρατάσσονται στην ευρύτερη περιοχή της ‘Ιμιας. Ώρα 22:00 Οι πρώτες τηλεφωνικές επικοινωνίες των υπουργών εξωτερικών και άμυνας Πάγκαλου και Αρσένη με τους αμερικανούς ομολόγους τους και του πρωθυπουργού κ. Σημίτη με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Ώρα 24:00 Η πρώτη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ), όχι στο κέντρο επιχειρήσεων, αλλά στη βουλή. Τετάρτη 31 Ιανουαρίου Ώρα 01:00 Πληροφορίες στο ΚΥΣΕΑ ότι δύο τουρκικά ελικό75


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

πτερα προσεγγίζουν τις βραχονησίδες της Ίμιας και ίσως επιχειρήσουν να αποβιβάσουν κομάντος. Ώρα 01.30 Ο υφυπουργός των ΗΠΑ Ρ. Χόλμπρουκ γνωστοποιεί στο Θ. Πάγκαλο ότι η Τουρκία περιμένει την ελληνική απάντηση για την πορεία διευθέτησης της κρίσης μέσα σε δύο ώρες. Οι Η.Π.Α. προτείνουν την ταυτόχρονη απόσυρση όλων των δυνάμεων και την επαναφορά των δύο επίμαχων βραχονησίδων στην προηγούμενη κατάσταση, χωρίς σημαίες και αγήματα. Ώρα 02:00 Τα τουρκικά μέσα μαζικής ενημέρωσης μεταδίδουν ότι τούρκοι κομάντος αποβιβάσθηκαν στη δυτική Ίμια. Στο ΚΥΣΕΑ κερδίζει έδαφος η ιδέα της αποκλιμάκωσης της κρίσης. Ώρα 03.30 Ο Ρ. Χόλμπρουκ ενημερώνει το Θ. Πάγκαλο ότι σύμφωνα με πληροφορίες των αμερικανικών δυνάμεων Τούρκοι κομάντος έχουν αποβιβασθεί στη διπλανή βραχονησίδα από αυτήν όπου βρίσκονται οι Έλληνες. Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης υποβάλλει παραίτηση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή. Ώρα 03:30 Εντολή του αρχηγού ΓΕΝ Ι. Στάγκα για την απονήωση του μοιραίου ελικοπτέρου τύπου ΑΒ 212ASW από το κατάστρωμα της φρεγάτας «Ναυαρίνο» για να ερευνήσει για τούρκους κομάντος. Λίγα λεπτά αργότερα θα χαθεί στα νερά του Αιγαίου, με τους τρεις χειριστές, Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Ώρα 06:10 Οι υπουργοί Αρσένης και Θ. Πάγκαλος ανακοινώνουν αποκλιμάκωση με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ και αποχώρηση των ναυτικών δυνάμεων. Ώρα 06:30 Αρχίζει η απομάκρυνση των τουρκικών και ελληνικών πλοίων και των δύο αγημάτων από τις επίμαχες βραχονησίδες που μένουν χωρίς σημαίες. Η κρίση των Ίμια διαφοροποιείται από τις προηγούμενες διότι η Τουρκία έθεσε επίσημα για πρώτη φορά θέμα εδαφικής διεκδίκησης επί της ελληνικής επικράτειας με την αμφισβήτηση εθνικού χερσαίου χώρου. Αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και στάσης απέναντι στα προβλήματα του Αιγαίου, τα οποία η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει με τα εσωτερικά της θέματα.

76

Tο θέμα των πυραύλων S 300 - Η «υπόθεση Otsalan» Η συμφωνία για την αγορά των ρωσικών πυραύλων εδάφους - αέρος S-300, υπεγράφη στις 4 Ιαν. 1997, μεταξύ της κυπριακής και ρωσικής κυβέρνησης. Οι τουρκικές αντιδράσεις, ήταν έντονες και άμεσες, ενώ αρνητικές ήταν και οι αντιδράσεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ιταλίας. Οι αντιδράσεις της Τουρκίας, εστιάστηκαν στον ισχυρισμό ότι η εγκατάσταση του οπλικού αυτού συστήματος στην Κύπρο, συνιστά απειλή όχι μόνο για την ασφάλεια της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», αλλά και απειλή για την ασφάλεια της ίδιας της Τουρκίας, αποσιωπώντας το σαφή αμυντικό χαρακτήρα των S-300, οι οποίοι είναι πύραυλοι εδάφους-αέρος. Έτσι η Άγκυρα παρουσιάζοντας εσκεμμένα, την αύξηση της αποτρεπτικής ικανότητας της Αθήνας και της Λευκωσίας ως απειλή εναντίον της, τις κατηγόρησε για επιθετική συμπεριφορά. Επιπλέον οι τουρκικές αντιδράσεις, δεν άργησαν να μετατραπούν σε ευθείες απειλές για ένα νέο Αττίλα, απαιτώντας την οριστική ακύρωση της ρωσοκυπριακής συμφωνίας για τους S-300. Επίσης η Τουρκία δεν παρέλειψε να τονίσει ότι δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα, κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, να συνεργάζεται στον ευαίσθητο αυτόν τομέα με τη Ρωσία, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα το γεγονός, ότι για το χειρισμό των ραντάρ του συστήματος, ήταν αναγκαία η παρουσία Ρώσων τεχνικών στο νησί. Η απάντηση της Αθήνας στις τουρκικές απειλές, ήταν κατ’ αρχήν ότι η συμφωνία για τους S-300 θα μπορούσε να ακυρωθεί ανά πάσα στιγμή, εάν η Άγκυρα δεχόταν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την πλήρη αποστρατικοποίηση της Κύπρου ή στην περίπτωση που οι συνομιλίες προχωρούσαν τόσο, ώστε να οδηγούν σε τελική και κοινά αποδεκτή λύση του «κυπριακού» προβλήματος. Όμως ούτε και αυτή η πρόταση έγινε δεκτή από την Άγκυρα, ενώ απορρίφθηκε και από την Ουάσιγκτον, η οποία είχε προτείνει αρχικά μορατόριουμ πτήσεων στο Αιγαίο και την Κύπρο. Μέσα σ’ αυτό το αρνητικό κλίμα και δεδομένου ότι η ελληνική επιχειρηματολογία έπεσε στο κενό, η Αθήνα άρχισε να εξετάζει την πιθανότητα, να παραλάβει η ίδια τους πυραύλους και δήλωσε μάλιστα, ότι ενδεχόμενο τουρκικό πλήγμα κατά των πυραύλων αυτών, θα είχε ως αποτέλεσμα τη στρατιωτική απάντηση της Ελλάδας. Μετά από έντονη διπλωματική κινητικότητα για την άρση του αδιεξόδου, σχετικά με το θέμα της εγκατάστασης των S-300, στα τέλη Ιαν.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Έχει αποδειχθεί ότι η στρατηγική του κατευνασμού ενθαρρύνει την αδιαλλαξία του αντιπάλου και οδηγεί σε πόλεμο. Η Τουρκία σήμερα επιθυμεί να αρχίσουμε διαπραγματεύσεις για μια σειρά ζητημάτων στο Αιγαίο.

1999, η Αθήνα και η Λευκωσία ανακοινώνουν, ότι η εγκατάστασή τους θα γίνει στην Κρήτη και ότι θα συντονιστούν επιχειρησιακά, με τα υπόλοιπα συστήματα αεράμυνας, που διαθέτουν οι ένοπλες δυνάμεις. Η τουρκική αντίδραση στην ανακοίνωση αυτή, ήταν έντονη και προκλητική, ενώ εμφανείς ήταν οι απειλές, η αδιαλλαξία και η αλαζονεία. Η Τουρκία εξακολούθησε να τροφοδοτεί την ένταση γύρω από το θέμα, κυρίως σε επίπεδο δηλώσεων, ανακοινώσεων, αλλά και ενεργειών. Ενδεικτική ενέργεια αποτέλεσαν και οι συχνές παραβιάσεις και παραβάσεις εντός του ελληνικού FIR, στην εναέρια περιοχή της Κρήτης, από τουρκικά φωτογραφικά αεροσκάφη με συνοδεία μαχητικών. Πριν προλάβει όμως να εκτονωθεί η ένταση από τη υπόθεση των πυραύλων S-300, δημιουργήθηκε ένα ακόμη πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στις 15 Φεβρουαρίου 1999 ο ηγέτης των Κούρδων Otsalan πέφτει τα χέρια της τουρκικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ, έξω από την κατοικία του Έλληνα πρεσβευτή στο Ναϊρόμπι (Κένυα). Είχε προηγηθεί η μεταφορά του εκεί από την Ελλάδα που είχε εισέλθει στις 29 Ιανουαρίου 1999, χωρίς τη νόμιμη άδεια. Η «υπόθεση Otsalan» είχε σημαντικό κόστος

στις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας. Αρκετές δυτικές χώρες μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ, θεωρούσαν την κουρδική οργάνωση PKK τρομοκρατική οργάνωση και τον Abdullah Otsalan τρομοκράτη. Έδωσε λοιπόν στην Τουρκία το δικαίωμα να παρουσιάσει στη διεθνή κοινότητα την Ελλάδα ως υποστηρίζουσα ένα αποσχιστικό τρομοκρατικό κίνημα με σκοπό το διαμελισμό της και να δημιουργήσει ένα ακόμα πρόβλημα στις διαταραγμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκτιμήσεις - Συμπεράσματα Απ’ ότι έχει διαφανεί στις μέχρι σήμερα σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας, η εξ Ανατολών απειλή ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει για τη χώρα μας. Η βούληση της Άγκυρας να αλλάξει το status quo της περιοχής είναι δεδομένη και η προσπάθεια της να διατηρήσει ψηλά τη στρατιωτική της ικανότητα είναι συνεχής για να μετουσιώσει την αναθεωρητική της πολιτική σε πράξη, όποτε της δοθεί ευκαιρία. Μέχρι στιγμής, οι τουρκικές επιδιώξεις υλοποιούνται μέσω διαδοχικών κρίσεων ποικίλης εντάσεως και μορφής. Η εφαρμοζόμενη τακτική από την πλευρά της Τουρκίας έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός συνολι77


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της εθνικής ισχύος είναι η στρατιωτική ικανότητα που διαθέτει ένα κράτος.

κού καταλόγου διμερών διαφορών (γκρίζες ζώνες, υφαλοκρηπίδα, FIR, χωρικά ύδατα, κ.λπ), με σκοπό την επίτευξη μικρών υποχωρήσεων από την πλευρά μας. Αυτό αποσκοπεί στη συρρίκνωση της αποτρεπτικής μας αξιοπιστίας και τη σταδιακή κάμψη της ελληνικής πολιτικής βούλησης. Η συνεχής υποχωρητικότητα από την πλευρά μας εξυπηρετεί την επίτευξη επιμέρους τουρκικών επιδιώξεων, οι οποίες μακροχρόνια θα ισοδυναμούν με μεγάλη νίκη ή εκπλήρωση του συνόλου των στόχων που έχει θέσει η γείτονα χώρα. Η Τουρκία κατά καιρούς θέτει διάφορα θέματα, όπως αυτονομία της Θράκης, διεκδικεί την υφαλοκρηπίδα και τον έλεγχο του μισού Αιγαίου, κατέχει το 37% της Κύπρου και παραβιάζει σχεδόν καθημερινά τον εναέριο μας χώρο. Πρέπει λοιπόν εμείς να συνεχίσουμε μια προσπάθεια εξευμενισμού αυτής της εκκολαπτόμενης περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης με υποχωρήσεις και παραχωρήσεις; Έχει αποδειχθεί ότι η στρατηγική του κατευνασμού ενθαρρύνει την αδιαλλαξία του αντιπάλου και οδηγεί σε πόλεμο. Η Τουρκία σήμερα επιθυμεί να αρχίσουμε διαπραγματεύσεις για μια σειρά ζητημάτων στο Αιγαίο. ΟΙ διεθνείς οργανισμοί και το σύνολο 78

σχεδόν των κρατών, θεωρούν ότι ο διάλογος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος. Οι υπερασπιστές της γραμμής αυτής αντιτείνουν: αν δεν αρχίσουμε διαπραγματεύσεις, γεγονός που απαιτεί υποχωρήσεις, πως θα λύσουμε τις διαφορές μας; Με πόλεμο; Το επιχείρημά τους είναι, εκ πρώτης όψεως πειστικό. Ακόμη και θανάσιμοι ανταγωνιστές επιλύουν τις διαφορές τους με διαπραγματεύσεις. Όμως οι διαπραγματεύσεις δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να κωδικοποιούν το συσχετισμό δυνάμεων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν θα ανοίξουμε διάλογο με την Τουρκία, αλλά κάτω από ποια σύγκριση δυνάμεων θα διεξαχθεί ο διάλογος. Από θέση ισχύος μπορεί κανείς να διαπραγματευθεί οτιδήποτε και να κερδίσει. Για το λόγο αυτό η ισορροπία ισχύος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη οποιοδήποτε διαλόγου και την εθνική μας κυριαρχία. Κεντρικός άξονας της στρατιωτικής μας στρατηγικής είναι η αποτροπή οποιασδήποτε στρατιωτικής απειλής, σε συνδυασμό με την πολιτική αποκλιμάκωσης των εντάσεων. Πρέπει λοιπόν να συνεχίσουμε την προσπάθεια δημιουργίας καλού κλίματος ανάμεσα στις δυο χώρες στο πλαίσιο των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, γεγονός που θα συμβάλλει στην

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

δημιουργία ενός εποικοδομητικού διαλόγου. Αυτή η προσπάθεια όμως θα πρέπει όμως απαραίτητα να συνδυασθεί με τη διατήρηση και την επαύξηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και ικανότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων για την υλοποίηση μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής πολιτικής. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της εθνικής ισχύος είναι η στρατιωτική ικανότητα που διαθέτει ένα κράτος. Οι συντελεστές που συνθέτουν τη στρατιωτική ισχύ ενός κράτους είναι πολλοί όπως : αριθμός και ποιότητα προσωπικού ενόπλων δυνάμεων, οπλικά συστήματα και μέσα, δομή δυνάμεων, οργάνωση, ηγεσία, διάταξη, ετοιμότητα, ηθικό, κ.λπ. Όπως είναι κατανοητό μια απλή καταγραφή αριθμών στους συντελεστές που προαναφέρθηκαν δεν είναι δυνατόν να αποτελεί ασφαλή μέθοδο εξαγωγής συμπερασμάτων, καθόσον κάποιοι από αυτούς δεν είναι ποσοτικά μετρήσιμοι και επίσης είναι δυνατόν μέρος αυτών να μην είναι δυνατόν να διατεθούν σε «τόπο» και «χρόνο». Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι συνεχείς μειώσεις του αμυντικού προϋπολογισμού των τελευταίων ετών επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη στρατιωτική ισχύ και δεν απειλούν απλά το αξιόμαχο αλλά την ίδια την εθνική μας επιβίωση. Θεωρώ ότι ο σημαντικότερος παράγοντας στρατιωτικής ισχύος είναι το προσωπικό και οι σχετικοί με αυτό συντελεστές όπως η ποιότητα και το ηθικό που διαθέτει. Από τον ανθρώπινο παράγοντα εξαρτάται η αποτελεσματικότητα των οπλικών συστημάτων και η υλοποίηση μιας αξιόπιστης στρατηγικής εθνικής άμυνας. Για το λόγο αυτό η καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων, θα είναι να επιτρέψουν σ΄ αυτές να λειτουργήσουν ανεξάρτητες, χωρίς μικροκομματικές παρεμβάσεις που υπονομεύουν την αξιοκρατία και το ηθικό. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού αποτελεί μια αναδρομή στις κρίσεις των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. Η πολιτεία με ενέργειες της (ΚΥΣΕΑ διά περιφοράς, συνεχείς αντικαταστάσεις Αρχηγών, καρατομήσεις ηγεσιών με φανταστικά σενάρια περί πραξικοπήματος, λίστες, κ.λπ), επιτυγχάνει τον ευτελισμό της θεσμικής διαδικασίας των κρίσεων και καταδεικνύει την έλλειψη σεβασμού για τα στελέχη που την υπηρετούν. Είναι απαραίτητο να γίνει κοινή συνείδηση ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες ασφάλειας και σταθερότητας της πατρίδας μας και για το λόγο αυτό η διατήρηση και ανύψωση του αξιόμαχου των ενόπλων δυνάμεων προϋποθέ-

τει την εμπέδωση του αισθήματος αξιοκρατίας και εμπιστοσύνης από τα στελέχη στην ακολουθούμενη από την πολιτική ηγεσία διαδικασία των κρίσεων. Το ζήτημα της θητείας, αποτελεί επίσης ένα ζήτημα παρεμβάσεων και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Τα τελευταία χρόνια οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιδίδονται σε κούρσα μειώσεων με μοναδικό σκοπό τη συλλογή ψήφων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα σε συνδυασμό με την από ετών μηδενική πρόσληψη επαγγελματιών οπλιτών, την υποστελέχωση των μονάδων Έβρου και νήσων, θέμα που επηρεάζει την ετοιμότητα και μαχητική ικανότητα σχηματισμών πρώτης γραμμής. Η διάρκεια της θητείας πρέπει να είναι συνάρτηση των αμυντικών αναγκών της χώρας και δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να εντάσσεται σε οποιεσδήποτε πολιτικές σκοπιμότητες. Το ζήτημα της ηθικής και υλικής απαξίωσης των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων θα πρέπει να αποτελέσει επίσης αντικείμενο αναθεώρησης πρακτικών και νοοτροπίας εκ μέρους της πολιτείας. Το θέμα των μεγάλων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις που υπέστησαν τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων λόγω μνημονιακών νόμων δεν θα πρέπει να ειδωθεί απλώς από την οικονομική, αλλά κυρίως από την ηθική του διάσταση. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η προάσπιση της ελευθερίας αποτελεί πρώτιστη προτεραιότητα και τα οικονομικά θέματα που αφορούν στις ένοπλες δυνάμεις δεν αντιμετωπίζονται με καθαρά τεχνοκρατική αντίληψη. Είναι ψευδαίσθηση να θεωρείται ότι είναι δυνατόν να υλοποιηθεί οποιαδήποτε στρατηγική εθνικής άμυνας με ένοπλες δυνάμεις τα στελέχη των οποίων αισθάνονται ότι αποτελούν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Θα πρέπει η πολιτεία να αποδώσει την τιμή που οφείλεται σ΄ εκείνους στους οποίους έχει αναθέσει την εθνική ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της χώρας και να εκδηλώσει τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να να διατηρήσει την αξιοπρέπεια το κύρος και το επίπεδο διαβίωσης των στελεχών στις ένοπλες δυνάμεις. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό απ΄ όλους ότι η διατήρηση και επαύξηση της απαιτούμενης στρατιωτικής ισχύος δεν εξυπηρετεί απλά τα εθνικά μας συμφέροντα αλλά είναι κρίσιμη για την ίδια την εθνική μας επιβίωση. Γιατί σύμφωνα με τη θεωρία του πολιτικού ρεαλισμού όπως αυτή διατυπώθηκε από το Θουκυδίδη στο διάλογο Αθηναίων – Μηλίων το 416 π.χ. «O ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύνατος υποχωρεί, όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». ◼ 79


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ηλεκτρονικός Πόλεμος Του Ευθυμίου Λάζου

Με τον όρο Ηλεκτρονικός Πόλεμος (ΗΠ) εννοούμαι κάθε στρατιωτική ενέργεια ή δράση, που περιλαμβάνει έρευνα, υποκλοπή και αναγνώριση των ηλεκτρομαγνητικών (Η/Μ) εκπομπών, καθώς και τη χρήση της Η/Μ ενέργειας (συμπεριλαμβανομένης και της κατευθυνόμενης ενέργειας) με στόχο τον περιορισμό ή την παρεμπόδιση της χρήσης του Η/Μ φάσματος από τον εχθρό και την εξασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του από τις φίλιες δυνάμεις.

80

81


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Βασικές αρχές Ο ΗΠ περιλαμβάνει τα μέτρα υποστήριξης ΗΠ, τα ηλεκτρονικά αντίμετρα και τα ηλεκτρονικά μέτρα προστασίας. Τα μέτρα υποστήριξης ΗΠ είναι ενέργειες, οι οποίες εκτελούνται με στόχο την έρευνα, την υποκλοπή, την αναγνώριση της εκπεμπόμενης Η/Μ ενέργειας, καθώς και τον εντοπισμό των πηγών εκπομπής. Στόχος είναι η αντίληψη της περιβάλλουσας επιχειρησιακής κατάστασης και η άμεση αναγνώριση της απειλής. Τα μέτρα υποστήριξης ΗΠ εκτελούνται με στόχο την αποτελεσματική υποστήριξη των φίλιων επιχειρήσεων και την ενδεχόμενη παραγωγή χρήσιμων ή στρατηγικής σημασίας πληροφοριών υψηλής επιχειρησιακής αξίας για τον εχθρό, όπως είναι η διάταξη μάχης, οι κινήσεις του, οι θέσεις των στρατηγείων, των συγκροτημάτων, των μονάδων κ.ά. (σημαντικό ρόλο στη συλλογή αυτών των πληροφοριών διαδραματίζουν οι επιχειρήσεις ηλεκτρονικής επιτήρησης και αναγνώρισης, τις οποίες θα αναλύσουμε παρακάτω). Με την έρευνα συγκεκριμένων περιοχών συχνοτήτων, μέσω της χρήσης εξειδικευμένου και σύγχρονου υλικού, επιτυγχάνεται η ανεύρεση, η ταξινόμηση και η αποκάλυψη των εχθρικών Η/Μ εκπομπών. Εφόσον μια συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τότε εφαρμόζεται η μέθοδος της υποκλοπής, δηλαδή της καταγραφής των χαρακτηριστικών εκπομπής ενός δικτύου επικοινωνιών, που έχει ανιχνευθεί με την προαναφερθείσα διαδικασία της έρευνας. Εναλλακτικά μπορεί να εφαρμοστεί και η μέθοδος του εντοπισμού με ραδιογωνιομέτρηση. Η μέθοδος αυτή προσφέρει τη δυνατότητα ανίχνευσης των μοναδικών χαρακτηριστικών των σταθμών εκπομπής (δηλαδή της ηλεκτρονικής τους υπογραφής) ή της αποκάλυψης των θέσεων των διαφορετικών σταθμών εκπομπής ή των εκπομπών από κρυπτασφαλισμένες ή μη συσκευές σε διαφορετικές συχνότητες λειτουργίας, που προέρχονται από την ίδια περιοχή. Στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας, η μεθοδική εξέταση και ανάλυση των διαθέσιμων πληροφοριών προσφέρεται για την εξαγωγή χρήσιμων πληροφοριών, που βοηθούν στην εκτέλεση των επιχειρήσεων ΗΠ. Τα ηλεκτρονικά αντίμετρα είναι ενέργειες, οι οποίες εκτελούνται προκειμένου να απαγορεύσουν ή να υποβαθμίσουν την αποτελεσματική χρήση του Η/Μ φάσματος από τον εχθρό. Τα ηλεκτρονικά αντίμετρα εναντίον επικοινωνιακών συστημάτων έχουν ως στόχο τον υποβιβασμό ή την εκμηδένιση της δυνα82

τότητας του αντιπάλου να ασκεί αποτελεσματική διοίκηση και έλεγχο των δυνάμεών του στο πεδίο της μάχης, ενώ η εκτέλεση ηλεκτρονικών αντιμέτρων εναντίον μη επικοινωνιακών συστημάτων έχουν ως στόχο τον υποβιβασμό ή και την απαγόρευση της λειτουργίας τους από τον εχθρό ώστε να εκμηδενίσουν τις προσπάθειές του για αποτελεσματική αναγνώριση ή επιτήρηση του πεδίου μάχης. Τα ηλεκτρονικά αντίμετρα παρουσιάζουν μια σειρά από πλεονεκτήματα όπως είναι η αποδυνάμωση ή εξουδετέρωση του εχθρικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου, η δημιουργία πρόσθετου φόρτου λειτουργίας στις εχθρικές επικοινωνίες, η δημιουργία σύγχυσης στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια του εχθρού και ο τακτικός αιφνιδιασμός. Τα σημαντικότερα μειονεκτήματα των ηλεκτρονικών αντιμέτρων είναι η, πιθανή, παρενόχληση των φίλιων ηλεκτρονικών συσκευών και η, σχετική, ευκολία στον εντοπισμού τους με αποτέλεσμα την πιθανή εξουδετέρωσή τους σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Τα ηλεκτρονικά μέτρα προστασίας είναι ενέργειες που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του Η/Μ φάσματος από τις φίλιες δυνάμεις παρά τις προσπάθειες του εχθρού για το αντίθετο. Με τη χρήση ενεργητικών ή/και παθητικών μέτρων προστασίας, για παράδειγμα με τακτικές και συνεχείς αλλαγές στις παραμέτρους εκπομπής, είναι δυνατή η αποτελεσματική χρήση του Η/Μ φάσματος από τις φίλιες δυνάμεις. Σε κάθε περίπτωση σκοπός των ηλεκτρονικών μέτρων προστασίας είναι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των επιχειρήσεων ΗΠ του αντιπάλου, καθώς και η ορθή χρήση και εκμετάλλευση των φίλιων ηλεκτρονικών συστημάτων. Μια άλλη μορφή ΗΠ είναι και ο έλεγχος εκπομπών. Αφορά στον επιλεκτικό έλεγχο της εκπεμπόμενης Η/Μ ή ακουστικής ενέργειας, με σκοπό τον περιορισμό της εκμετάλλευσης τους από τον εχθρό και την μέγιστης δυνατής ελαχιστοποίησης της δυνατότητας αποκάλυψης και εκμετάλλευσης από τον εχθρό των φίλιων διαθέσιμων πληροφοριών, καθώς και τη μείωση των ηλεκτρομαγνητικών παρενοχλήσεων μεταξύ των φίλιων συστημάτων. Ο έλεγχος των εκπομπών υλοποιείται με την εφαρμογή περιορισμών στη λειτουργία των φίλιων Η/Μ εκπομπών. Αυτά τα περιοριστικά μέτρα εφαρμόζονται για την απόκτηση πλεονεκτήματος σε συγκεκριμένο στάδιο των επιχειρήσεων και είναι δυνατόν να καλύπτουν τις εκπομπές σε όλο το Η/Μ φάσμα. Μία κλασσική μέθοδος ελέγχου εκπομπών είναι η

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τα βασικά σημεία του Ηλεκτρονικού Πολέμου.

διακοπή λειτουργίας, δηλαδή η σιγή των μέσων (π.χ. των συστημάτων εκπομπής ραδιοβοηθημάτων ναυσιπλοΐας, των ραντάρ, των συστημάτων καθοδήγησης βλημάτων, των ενεργητικών συστημάτων υπερύθρων, των σταθμοί ασυρμάτων κ.ά.). Σχεδίαση και εκτέλεση επιχειρήσεων Η σχεδίαση των επιχειρήσεων ΗΠ είναι μια συνεχής και απαιτητική διαδικασία, που συνεπάγεται ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης, την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων με βάση τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί και την ενσωμάτωση της ηλεκτρονικής μάχης στον ελιγμό και το σχέδιο πυρών. Η σχεδίαση των επιχειρήσεων ΗΠ βασίζεται στις εξής αρχές: (α) Διαρκής προσδιορισμός των στόχων (β) Πλήρης εκμετάλλευση των δυνατοτήτων των διαθέσιμων μέσων (γ) Συντονισμός δράσεων (δ) Ορθή εκτίμηση της αντίδρασης του εχθρού (ε) Συγκεντρωτική χρήση των μέσων. Η σχεδίαση επιχειρήσεων ΗΠ αρχίζει σε επίπεδο μειζόνων σχηματισμών (1η Στρατιά, ΑΣΔΕΝ στην περίπτωση της Ελλάδα). Ο συντονισμός και έλεγχος των επιχειρήσεων ΗΠ, αποσκοπεί στην εναρμόνιση του σχεδίου ΗΠ με το τακτικό σχέδιο (δράση δυνάμεων ελιγμού), ώστε να εξασφαλίζεται η υποστήριξη των επιχειρήσεων και να αποφεύγεται η παρενόχληση των φίλιων ηλεκτρονικών συστημάτων.

Στόχος κάθε επιχείρησης ΗΠ είναι η καταστροφή του εχθρικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου. Για το λόγο αυτό γίνεται ολοκληρωμένη χρήση όλων των στρατιωτικών δυνατοτήτων, οι οποίες περιλαμβάνουν, τη στρατιωτική παραπλάνηση, τις ψυχολογικές επιχειρήσεις, τον ΗΠ και τη φυσική καταστροφή (μέσω πυρών) του εχθρού. Όλο αυτό το πλέγμα δράσεων αποκαλείται, εν συντομία, ολοκληρωμένος ΗΠ. Ο ολοκληρωμένος ΗΠ πρέπει να υποστηρίζεται απ’ όλες τις δυνατές πηγές συλλογής πληροφοριών, καθώς και από το φίλιο δίκτυο επικοινωνιών. Εκτός από την καταστροφή της εχθρικής υποδομής διοίκησης και ελέγχου, ο ολοκληρωμένος ΗΠ έχει ως δευτερεύοντα, αλλά εξίσου σημαντικό, ρόλο την προστασία του φίλιου συστήματος διοίκησης και ελέγχου έτσι ώστε να διατηρηθεί η ικανότητα των φίλιων δυνάμεων να διοικούνται και να καθοδηγούνται απρόσκοπτα και αποτελεσματικά στο πεδίο της μάχης. Αυτό προϋποθέτει την επιτυχή αντιμετώπιση κάθε εχθρικής προσπάθειας επίδρασης, υποβάθμισης ή και καταστροφής του φίλιου δικτύου διοίκησης και ελέγχου. Το κομβικό σημείο για την επιτυχία μιας ολοκληρωμένης επιχείρησης ΗΠ είναι η «εισχώρηση» στο δίκτυο λήψης και διαβίβασης αποφάσεων του αντιπάλου, η παρενόχληση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων ή ο αποπροσανατολισμός του. Οι καταστά83


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

σεις αυτές επιτυγχάνονται είτε μέσω παρενόχληση, επιβράδυνση ή ακόμη και διακοπή των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων, είτε μέσω αρνητική επίδρασης στη διαδικασία εκτίμησης, είτε μέσω προστασία των αντίστοιχων φίλιων διαδικασιών. Ηλεκτρονική επιτήρηση και αναγνώριση Η ανάγκη του εκάστοτε διοικητή να διαθέτει τακτικές πληροφορίες για τον αντίπαλο του είναι επιτακτική. Οι πληροφορίες αυτές, οι οποίες αφορούν στον καιρό, στο έδαφος, στη διάταξη των δυνάμεων του εχθρού, στις κινήσεις του και στην τακτική του, είναι ζωτικές τόσο στην περίοδο της ειρήνης όσο και σε περιόδους κρίσεων, αλλά και στον πόλεμο. Με την εξέλιξη των οπλικών συστημάτων, την αύξηση του βεληνεκούς τους και την ταχυκινησία των σύγχρονων μονάδων, δημιουργείται η απαίτηση επέκτασης της περιοχής επιχειρησιακού ενδιαφέροντος του διοικητή. Η επιτήρηση, αλλά και η αναγνώριση, αποτελούν πλέον καθοριστικό παράγοντα ως προς την εκπλήρωση των παραπάνω απαιτήσεων. Η ηλεκτρονική επιτήρησης είναι η συστηματική παρατήρηση του αέρα, της θάλασσας, του υποθαλάσσιου χώρου, του εδάφους, προσώπων ή αντικειμένων,

με οπτικά, ακουστικά, ηλεκτρονικά, φωτογραφικά ή άλλα μέσα. Σε τοπικό επίπεδο, η επιτήρηση του πεδίου μάχης είναι η συνεχής και συστηματική επιτήρηση της περιοχής όπου διεξάγεται η μάχη κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, ημέρα και νύχτα με σκοπό την παροχή έγκαιρων πληροφοριών μάχης. Αναγνώριση είναι η αποκάλυψη των στοιχείων ενός στόχου, τα οποία είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των μέσων προς εξουδετέρωση ή καταστροφή αυτού. Είναι μία επιχείρηση που σκοπό έχει να παρέχει, μέσω οπτικής παρατήρησης ή άλλες μεθόδους διακρίβωσης, πληροφορίες για τις δράσεις ή τις θέσεις του εχθρού ή του πιθανού εχθρού, ή να εξασφαλίσει στοιχεία σχετικά με τα μετεωρολογικά, υδρογραφικά ή γεωγραφικά χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης περιοχής. Σε σχέση με την ηλεκτρονική επιτήρηση, η αναγνώριση είναι μια πολύ πιο συγκεκριμένη επιχείρηση και διακρίνεται σε εγγύς, μέσης και μακράς ακτίνας. Η αναγνώριση εγγύς ακτίνας εκτελείται προκειμένου να εντοπισθούν οι εχθρικές δυνάμεις, οι οποίες δύνανται να έρθουν σε επαφή με τις φίλιες δυνάμεις σε χρόνο έως και 72 ώρες ή βρίσκονται σε απόσταση ως και 100 χιλιόμετρα από το σημείο στάθμευσης

Τα ηλεκτρονικά αντίμετρα είναι ενέργειες, οι οποίες εκτελούνται προκειμένου να απαγορεύσουν ή να υποβαθμίσουν την αποτελεσματική χρήση του Η/Μ φάσματος από τον εχθρό.

84

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η σχεδίαση των επιχειρήσεων ΗΠ είναι μια συνεχής και απαιτητική διαδικασία, που συνεπάγεται ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης, την αντιμετώπιση μελλοντικών καταστάσεων με βάση τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί και την ενσωμάτωση της ηλεκτρονικής μάχης στον ελιγμό και το σχέδιο πυρών.

των εφεδρικών δυνάμεων επιπέδου Ταξιαρχίας ή Μεραρχίας. Στην κατηγορία των αναγνωρίσεων εγγύς ακτίνας υπάγονται και οι αναγνωρίσεις μάχης, οι οποίες πραγματοποιούνται μπροστά από τη γραμμή επαφής με σκοπό ν’ αποκαλυφθούν οι εχθρικές θέσεις και να συλλέξουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το έδαφος. Η αναγνώριση μέσης ακτίνας εκτελείται προκειμένου να εντοπισθούν οι εχθρικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τις ενέργειες των φίλιων δυνάμεων σε χρόνο έως και 96 ώρες ή βρίσκονται σε απόσταση μέχρι και 200 χιλιόμετρα από το σημείο στάθμευσης των εφεδρικών δυνάμεων. Η αναγνώριση μακράς ακτίνας εκτελείται σε μεγάλο βάθος, σε αποστάσεις πέραν των δυνατοτήτων των επίγειων μέσων αναγνώρισης, εντός του εχθρικού εδάφους, με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών στρατηγικής σημασίας (όπως είναι οι στρατηγικές κινήσεις του εχθρού, η συγκεντρώσεις δυνάμεων κ.ά.). Συνήθως διεξάγονται σε επίπεδο μείζονος σχηματισμού και για την πραγματοποίηση τους χρησιμοποιούνται τμήματα των Ειδικών Δυνάμεων, επανδρωμένα αναγνωριστικά αεροσκάφη, μη-επανδρωμένα αεροχήματα (UAV: Unmanned Aerial Vehicles) κ.ά. Οι μονάδες και οι σχηματισμοί έχουν τεράστια

ανάγκη πληροφοριών σε συνεχή βάση για το που βρίσκεται ο εχθρός. Σύμφωνα με τα νατοϊκά πρότυπα, τα οποία έχουν υιοθέτηση τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία, οι ανάγκες και τα πεδία ενδιαφέροντος για κάθε μονάδα ή σχηματισμό, ως προς τις αναγνωρίσεις είναι: (α) Τάγμα Πεζικού ή Επιλαρχία: Αναγνώριση σε απόσταση 10-20 χιλιομέτρων, μέγιστης διάρκειας 12 ωρών (β) Ταξιαρχία: Αναγνώριση σε απόσταση 20-30 χιλιομέτρων, μέγιστης διάρκειας 24 ωρών (γ) Μεραρχία: Αναγνώριση σε απόσταση 80-100 χιλιομέτρων, μέγιστης διάρκειας 72 ωρών (δ) Σώμα Στρατού: Αναγνώριση σε απόσταση 100200 χιλιομέτρων, μέγιστης διάρκειας 96 ωρών (ε) Στρατιά: Αναγνώριση σε απόσταση 200-350 χιλιομέτρων μέγιστης διάρκειας άνω των 96 ωρών. Στα κύρια μέσα επιτήρησης συμπεριλαμβάνονται οι περίπολοι, τα παρατηρητήρια, τα κοινά οπτικά μέσα, όπως είναι οι διόπτρες και τα τηλεσκόπια, οι θερμικές διόπτρες, οι ηλεκτροπτικοί και ακουστικοί αισθητήρες (κυρίως χρησιμοποιούνται σε απρόσιτα ή απομακρυσμένα εδάφη που δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν τα συνήθη μέσα επιτήρησης), τα ραντάρ επιτήρησης εδάφους, τα αερομεταφερόμενα ραντάρ επίγειας παρατήρησης (ραντάρ συνθετικής απεικόνισης), τα UAV (μικρής, μέσης, μεγάλης και πολύ μεγάλης ακτίνας δράσης) κ.ά. ◼ 85


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Τα 3 μέτωπα της Ελλάδας με την Τουρκία Του Παναγιώτη Α. Καράμπελα

86

Οι πολεμικές εξελίξεις στην ευρύτερη γειτονιά μας τρέχουν, όπως συμβαίνει σε κάθε κρίση, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και με επιπτώσεις και στον υπόλοιπο κόσμο που πριν μερικά χρόνια κάποιοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν. Όσοι το έκαναν γνώριζαν την απαξίωση ως γραφικοί. Δεδομένης της επικινδυνότητας της καταστάσεως είναι κατάλληλη νομίζω η στιγμή να γίνει μια επιγραμματική, λόγω χώρου, καταγραφή για τους μη γνωρίζοντες τα ειδικά αυτά θέματα, των πιθανών μετώπων στα οποία ενδεχομένως να κληθεί να πολεμήσει η Ελλάδα. Η καταγραφή αυτή θα συνοδευτεί με μια σύντομη αναφορά στο υπόβαθρο κάθε περίπτωσης, με προσανατολισμό όμως στην Τουρκία, η οποία ως μια εκ των πρωταγωνιστών των εν γένει εξελίξεων παρουσιάζεται ιδιαίτερα δραστήρια αυτό τον καιρό…

87


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Η άσχημη τροπή που φαίνεται να παίρνουν τα πράγματα για τη γείτονα χώρα στη Συρία, ενδέχεται να την πιέσει να ενεργοποιήσει με κάποιο τρόπο τις αναθεωρητικές της ιδέες απέναντί μας. Αυτό και ως αντιστάθμισμα πιθανών γεωπολιτικών απωλειών σε άλλα μέτωπα, και λόγω της «ευκαιρίας» που δίδεται σε τέτοιες χώρες με επεκτατικές βλέψεις, σε περιόδους αλλαγών να προσπαθούν να πετύχουν τους σκοπούς τους μέσα στην γενικευμένη σύγχυση εκμεταλλευόμενες τις όποιες ανακατατάξεις. Δεν θα πρέπει, επίσης, να μας διαφεύγει η σχεδόν πάγια τακτική της Τουρκίας να εξωτερικεύει τις εσωτερικές της κρίσεις με προφανείς σκοπούς, αφενός μεν τον αποπροσανατολισμό της εσωτερικής κοινής της γνώμης, αφετέρου δε την συσπείρωση του λαού της γύρω από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της, έναντί του εκάστοτε εξωτερικού εχθρού-στόχου που θα έχει επιλέξει. Τρία είναι τα κύρια μέτωπα στα οποία ενδέχεται να αντιμετωπίσουμε την τουρκική επιθετικότητα, αφήνοντας το δυνητικό μέτωπο της Κύπρου εκτός όντας για πολλούς λόγους ξεχωριστό θέμα από μόνο του: η Θράκη, το Αιγαίο και λόγω ειδικής γεωπολιτικής/ γεωστρατηγικής αξίας το Καστελόριζο, το οποίο χρίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Δεν έχει νόημα να μπούμε στη λογική περιγραφής πιθανών ή απίθανων πολεμικών σεναρίων ή σε απαρίθμηση των δυνάμεων εκατέρωθεν, αφού αυτές οι πληροφορίες είναι γνωστές και καταγεγραμμένες κατ’ επανάληψη στον ειδικό τύπο, και δεν θα βοηθούσαν ιδιαίτερα τους σκοπούς της παρούσας αναλύσεως. Κάποια βασικά στοιχεία είναι αρκετά για να αποκτήσουν οι μη «μυημένοι», που μας ενδιαφέρει περισσότερο να ενημερωθούν, μια γενική εικόνα της καταστάσεως. Θράκη Τα λάθη που έχουν γίνει στη Θράκη σίγουρα κάποια στιγμή στο μέλλον, αν δεν γίνεται ήδη, θα διδάσκονται σε κάποια πανεπιστήμια και σχολές του εξωτερικού, για το ποια λάθη πρέπει να αποφύγει κάποιος αν δεν θέλει να χάσει, κυριολεκτικά, κομμάτι του εθνικού του εδάφους και όχι απλά εθνικής κυριαρχίας. Η απομόνωση όλων των μουσουλμάνων της Θράκης χωρίς διάκριση σε τουρκογενείς, Πομάκους και Ρομά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 έδωσε το πάτημα στην Άγκυρα να αναπτύξει την προπαγάνδα της σε αυτούς τους πληθυσμούς με τεράστια επιτυχία. Η κατάσταση, όμως, συνεχίστηκε επιδεινούμενη

Οι αεροκίνητες δυνάμεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο ελληνοτουρκικό πεδίο αντιπαράθεσης.

88

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

εξαιτίας της αυτοκτονικής αδιαφορίας του συνόλου ανεξαιρέτως των έως και σήμερα κυβερνήσεων, αναφορικά με το ζήτημα της παράτυπης αναβάθμισης από πλευράς Τουρκίας του προξενείου της στην Κομοτηνή. Η εν λόγω διπλωματική αντιπροσωπεία μόνο ως τέτοια δεν ενεργεί, αφού κινείται σαν οργανωτικό κέντρο προπαγάνδας, αλλά και εκφοβισμού όσων δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της. Παράλληλα, αποτελεί και ουσιαστικό επιχειρησιακό κέντρο των πρακτόρων της ΜΙΤ που σχεδόν ανενόχλητοι «οργώνουν» την Θράκη από άκρη ως άκρη, υποστηρίζοντας το πλήρες φάσμα των αποστολών της: χρηματισμούς και στρατολόγηση πληροφοριοδοτών, φωτογράφηση και καταγραφή σημείων στρατιωτικού και στρατηγικού ενδιαφέροντος κτλ. στα πλαίσια πάντα της προετοιμασίας και υποστήριξης των μελλοντικών στρατιωτικών τους επιχειρήσεων στην περιοχή μας. Η δε αδιαφορία με την οποία το Ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει ειδικά τους Έλληνες μουσουλμάνους Πομακικής καταγωγής, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει καθόλου, δεδομένου του χαμηλοτάτου επιπέδου του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Αυτό αποτυπώνεται γλαφυρά από τη σύνθεση των ψηφοδελτίων των κομμάτων στην περιοχή σε εθνικές και τοπικές εκλογές, αλλά και με την ανοιχτή συναναστροφή των περισσοτέρων Ελλήνων χριστιανών πολιτικών διακομματικά, με τους γνωστούς σε όλους έμμισθους υπηρέτες του προξενείου… Η επιχειρησιακή πλευρά Σε αυτό το περιβάλλον μοναδική εγγύηση για τη χώρα είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις της. Είναι γεγονός ότι το 4οΣΣ διαθέτει την αφρόκρεμα των μέσων μας. Όντας οι αμυνόμενοι, η γεωγραφία της περιοχής μας ευνοεί σε μεγάλο βαθμό και εξαιτίας της ύπαρξης του ποταμού Έβρου, αλλά και εξαιτίας της διαφοράς που παρατηρείται στο έδαφος στις δύο πλευρές του ποταμού. Έτσι βλέπουμε ότι ενώ σε μεγάλο μέρος της ελληνικής πλευράς υπάρχει σχετική πληθώρα υψωμάτων, λόφων και βουνών καθώς και κάπως έντονη παρουσία βλάστησης, στην αντίπερα όχθη η περιοχή σε ένα μεγάλο κομμάτι της χαρακτηρίζεται από σαφώς μικρότερες εδαφικές εξάρσεις και με πολύ λιγότερη και χαμηλότερη βλάστηση. Αυτό δίνει μια σχετικά πιο εύκολη και ανεμπόδιστη οπτική προς τον ανατολικό ορίζοντα μειώνοντας αρκετά τις όποιες πιθανότητες αιφνιδιασμού από μεγάλες τακτικές δυνάμεις του αντιπάλου. Ακόμα, η μεγαλύτερη

μέση υψομετρική διαφορά της ελληνικής πλευράς διευκολύνει την οργάνωση αμυντικών τοποθεσιών. Όμως, υπάρχουν και αρνητικά χαρακτηριστικά για εμάς. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κομματιού του Έβρου στερείται βάθους με αποτέλεσμα το σύνολο του θεάτρου επιχειρήσεων να είναι ουσιαστικά εντός του βεληνεκούς του τουρκικού πυροβολικού. Επίσης, όσο και αν είναι για πολλούς λόγους ιδιαίτερα δύσκολη μια πλευρική υπερκέραση (hook) από το βορρά μέσα από το βουλγαρικό έδαφος, με σκοπό ένα πλήγμα στην όχι επαρκώς οχυρωμένη δυτική και βορειοδυτική πλευρά των ελληνοβουλγαρικών συνόρων του βορείου αλλά και κεντρικού Έβρου (στα μετόπισθεν, δηλαδή, των ελληνικών δυνάμεων), σε καμία περίπτωση δεν πρέπει κάτι τέτοιο να μας αφήνει παντελώς αδιάφορους. Δεδομένης της εν γένει αδυναμίας του βουλγαρικού στρατού και της έντονης παρουσίας τουρκογενών στη περιοχή αυτή της νοτίου Βουλγαρίας, μια τέτοια ενέργεια έστω και για λόγους απλού αντιπερισπασμού, θα μπορούσε να φανεί οριακά ελκυστική. Η παρουσία των τουρκογενών της ελληνικής πλευράς του Έβρου είναι επίσης ιδιαίτερης σημασίας, όχι τόσο στο επίπεδο τακτικής απειλής, όσο στο επίπεδο παροχής πληροφοριών και υποστήριξης στις τουρκικές δυνάμεις και στη διεξαγωγή δολιοφθορών/παρενόχλησης στα μετόπισθεν. Είναι γνωστές οι προετοιμασίες της Τουρκίας για επιχειρήσεις στον Έβρο και είναι πάρα πολύ πιθανό ότι δοθείσης της ευκαιρίας, δεν θα διστάσει να κάνει κίνηση σε αυτή την ευρύτερη περιοχή. Είναι εξ ίσου, βέβαια, γνωστές και οι ελλείψεις από ελληνικής πλευράς… Όμως, σε καμία περίπτωση η υπόθεση του Έβρου δεν είναι εύκολη για την γείτονα χώρα. Γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι το κόστος σε αίμα θα είναι τεράστιο. Όπως γνωρίζει ότι και ο χρόνος που θα χρειαστεί για να πετύχει τους αντικειμενικούς της σκοπούς εκεί –και, κυρίως, ΑΝ τους πετύχει– θα είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τον χρόνο που θα έχει στην διάθεσή της. Και ο χρόνος αυτός δεν θα είναι άπειρος, όχι γιατί θα έρθει κάποιος «από μηχανής θεός» να μας σώσει, αλλά γιατί η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία θα απαιτεί γρήγορα αποτελέσματα και γρήγορη λήξη μιας τόσο αιματηρής σύγκρουσης, που θα ωχριά στη «παραγωγή» θυμάτων σε σχέση με την σχετικά χαμηλής έντασης αντιπαράθεση με το ΡΚΚ. Μια επιθετική κίνηση στην περιοχή ευθύνης του 4ουΣΣ, λοιπόν, όσο πιθανή κι αν είναι τελικά να εκδηλωθεί σε περίπτωση ενός ελληνοτουρκικού πολέμου/κρίσης, άλλο τόσο πιθανό 89


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

είναι ότι ο στρατηγικός αντικειμενικός σκοπός και η κύρια προσπάθεια των τουρκικών δυνάμεων, δεν θα είναι στον Έβρο. Αιγαίο Το Αιγαίο ως δυνητικό θέατρο επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται από τον κατακερματισμό του, καθώς κάθε νησί είναι κυριολεκτικά και ένα πιθανό ξεχωριστό μέτωπο… Η πραγματικότητα αυτή έγινε με επώδυνο τρόπο περισσότερο ξεκάθαρη κατά την ανάλυση της κρίσεως των Ιμίων, όπου φάνηκαν πρακτικά πλέον οι επιχειρησιακές επιπτώσεις του ως άνω κατακερματισμένου μετώπου. Αποτέλεσμα της κρίσεως ήταν οι ήδη υπάρχουσες φρουρές να ενισχυθούν σε μέσα και να αναθεωρηθούν τα αμυντικά σχέδια. Έτσι στα χρόνια που ακολούθησαν, τα μεγαλύτερα νησιά απέκτησαν μια ικανή αποτρεπτική δύναμη που, αν μη τι άλλο, κάνει αν όχι απαγορευτική, τουλάχιστον ασύμφορη την προσπάθεια ολικής κατάληψης κάποιου εξ αυτών. Το πρόβλημα, όμως, παραμένει για τα μικρότερα νησιά και τις βραχονησίδες. Για τις βραχονησίδες το ζήτημα είναι σχετικά απλό, αφού η κατάληψή τους είναι εύκολη. Την ίδια στιγμή, όμως, η πραγματική τους αξία για την Τουρκία είναι ευθέως ανάλογη της

διαπραγματευτικής πίεσης που μπορεί να ασκήσει στην ελληνική πλευρά για να πάρει τα ανταλλάγματα που θέλει. Άρα μικρή, όσο και το μέγεθός τους... Αυτό δεν σημαίνει ότι σε περίπτωση κρίσης δεν θα προσπαθήσουν να καταλάβουν μια ή και περισσότερες από αυτές. Όμως, ούτε να τις κρατήσουν θα μπορούν επί μακρόν, ούτε μπορούν να ελπίζουν ότι θα πάρουν σοβαρά ανταλλάγματα γι αυτές. Κι αυτό γιατί σε κάθε περίπτωση, –και πέρα από τους λογικούς, βέβαια, συναισθηματισμούς– δεν υπάρχει περίπτωση η Ελλάδα να παραχωρήσει ουσιαστικά κυριαρχικά δικαιώματα απλά και μόνο για να ξαναπάρει βραχονησίδες, που κι επί αυτών πλέον δεν θα έχει τα προ κρίσεως δικαιώματα της… Για να σου ζητήσουν πολλά, πρέπει να σου έχουν πάρει πολλά. Κανείς δεν υποτιμά, φυσικά, οποιοδήποτε κομμάτι της ελληνικής γης, αλλά εδώ καλούμεθα να δούμε τα πράγματα στην πλέον ρεαλιστική ή και κυνική τους διάσταση. Έχοντας ως δεδομένο ότι η κατάληψη μιας νήσου έχει σαν κύριο σκοπό την εξώθησή μας σε διαπραγματεύσεις, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας τί θα κερδίσει η Τουρκία στην περίπτωση που καταλάβει μια βραχονησίδα μας και παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα δεν υποκύψει στα εκβιαστικά αιτήματα που θα μας θέσει.

Η έγκαιρη ανάπτυξη των ελληνικών υποβρυχίων δεδομένης της πολιτικής βούλησης και των ακριβών πληροφοριών συνεπάγεται περιορισμό των ναυτικών κινήσεων του αντιπάλου.

90

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κύριες απειλές για τα νησιά του Αιγαίου είναι οι ελαφρές αερομεταφερόμενες δυνάμεις σε συνδυασμό με διενέργεια προγεφυρωμάτων επί των ακτών.

Σε μια τέτοια περίπτωση, θα έχει μείνει υπό την κατοχή της Τουρκίας ένα μικρό νησάκι περικυκλωμένο από μεγαλύτερα ελληνικά νησιά και δυνάμεις. Έτσι, εκτός του προφανούς διπλωματικού προβλήματος (περιορισμένη, αλλά υπαρκτή, διεθνής κατακραυγή) που θα της έχει δημιουργήσει η κατοχή αυτή, δεν θα έχει αποκομίσει απολύτως τίποτε άλλο. Ούτε υφαλοκρηπίδα, ούτε τίποτα… Και φυσικά, δε θα μπορεί να προσβλέπει σε κάτι καλύτερο στο μέλλον, βασιζόμενη στην επί μακρόν συνέχιση της κατοχής αυτής. Παρόμοια, αλλά σαφώς πιο πολύπλοκη, είναι η περίπτωση των μικρότερων κατοικημένων νησιών. Εδώ πλέον έχουμε να κάνουμε και με τους κατοίκους και τις περιουσίες τους. Η περίπτωση κατάληψης ενός ή περισσοτέρων τέτοιων νησιών σε καμία περίπτωση δεν είναι εύκολη (κάτι που μπορούμε να το πούμε μετά λόγου γνώσεως…), όμως σίγουρα περιπλέκει τις προσπάθειες άμυνας της ελληνικής πλευράς συνολικά και την διαπραγματευτική της θέση, σε περίπτωση μη θετικής έκβασης του αγώνα σε κάποιο από αυτά. Το κυριότερο κριτήριο, τελικά, θα είναι ένα: η σχέση κόστους προς απόδοση. Πότε, πού και πώς η όποια

προσπάθεια της τουρκικής στρατιωτικής μηχανής θα έχει την μεγαλύτερη διπλωματική, γεωπολιτική και γεωστρατηγική απόδοση. Με ποια κίνηση θα υπάρξει το μέγιστο δυνατό κέρδος για τους «φίλους» και «συμμάχους» μας εκ Τουρκίας; Έχουν άραγε όλα τα νησιά την ίδια αξία ή μήπως υπάρχουν κάποια που αξίζουν περισσότερο να αποτελέσουν τον τελικό στρατιωτικό όσο και στρατηγικό Αντικειμενικό Σκοπό (ΑΝΣΚ); Καστελόριζο Το Καστελόριζο, όπως και τα γύρω μικρότερα νησιά του συμπλέγματος, λόγω της γεωγραφικής του θέσεως, σχεδόν στο μέσο της αποστάσεως Δωδεκανήσου – Κύπρου, δίνει στην Ελλάδα ένα πρωτοφανές πλεονέκτημα στην χάραξη της Ελληνικής ΑΟΖ. Στην ουσία αυτή θα εφάπτεται με την αντίστοιχη της Κύπρου, όταν και οι δύο χαραχθούν. Κι αυτό γιατί η μέτρηση της Ελληνικής ΑΟΖ στα ανατολικά αρχίζει από το Καστελόριζο. Η παρουσία του στο σημείο αυτό, εμποδίζει την προέκταση της Τουρκικής ΑΟΖ στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, περιορίζοντας την πρόσβαση της Τουρκίας σε πιθανά κερδοφόρα 91


ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Στην περίπτωση του Καστελόριζου, σε αντίθεση με αυτές των βραχονησίδων και των υπολοίπων μικρών κατοικημένων νησιών του ανατολικού Αιγαίου, τα κέρδη είναι πολλαπλά: 1. Θα έχει αποκτήσει ένα κατά τα άλλα απομονωμένο από την Ελλάδα νησί με ότι αυτό συνεπάγεται για τις πιθανότητες ανακατάληψής του από εμάς. 2. Το νησί βρίσκεται πάνω ή δίπλα σε πιθανότατα κερδοφόρα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. 3. Θα έχει εμποδίσει την «ένωση» των ΑΟΖ Ελλάδος και Κύπρου, έχοντας εξασφαλίσει δυνητικά για τον εαυτό της ΑΟΖ που θα εκτείνεται μέχρι το κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου. 4. Θα μπορεί να ασκεί έλεγχο τελείως ανενόχλητη στην ευρύτερη θαλάσσια, και όχι μόνο, περιοχή και κυρίως παρεμβαίνοντας ουσιαστικά στην σύνδεση Ελλάδος–Κύπρου, από την συντομότερη τουλάχιστον διαδρομή...

Οι Επιλαρχίες Αρμάτων μάχης στα νησιά έχουν ως κύρια αποστολή την αντεπίθεση στο προγεφύρωμα που τυχόν έχει δημιουργήσει ο εχθρός.

κοιτάσματα υδρογονανθράκων δυτικά της Κύπρου και ανατολικά της Ελλάδος. Αυτό είναι μείζον γεωστρατηγικό μειονέκτημα για την Τουρκία και αντίστοιχα μείζον γεωστρατηγικό πλεονέκτημα για εμάς. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, στο βιβλίο του «Στρατηγικό βάθος – Η διεθνής θέση της Τουρκίας» το 2001 στη σελίδα 171 αναφέρει: «Σε αντίθεση προς το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Ανατολίας, και προς τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες που γεννιούνται από την παραπάνω κατάσταση, η πολιτική διανομή έγινε μέσω διεθνών συμφωνιών, υπέρ της Ελλάδας, πράγμα που υποδαυλίζει προβλήματα όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η γραμμή FIR, οι περιοχές διοίκησης και ελέγχου και η στρατιωτικοποίηση των νησιών». Σημειωτέων δε, ότι παρόμοια αναφορά είχε γίνει το 1973 από τον τότε Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Γιόζεφ Λουνς, σύμφωνα με την οποία τα νησιά που βρίσκονται απέναντι από τα τουρκικά παράλια, αποτελούν φυσική προέκταση της Τουρκίας… Σύμφωνα με τη λογική τους, το Καστελόριζο δεν αποτελεί εξαίρεση. 92

Η Τουρκία προσπαθεί με αυξημένη ένταση να καθιερώσει ένα ακόμα είδος αμφισβήτησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και στην εν λόγω περιοχή. Μετά τις εναέριες παραβάσεις και παραβιάσεις της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, την σκυτάλη πήρε τα τελευταία 5 χρόνια το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό με διάπλους που συστηματικά παραβιάζουν τους κανόνες ασφαλούς διέλευσης που επιβάλει το Διεθνές Δίκαιο της Θαλάσσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και στα πλαίσια της προσπάθειάς της να «υπνωτίσει» την ελληνική διπλωματία, καθιστώντας «φυσιολογικές και συνηθισμένες» τις παραβιάσεις, εν τέλει παγιώνει την συνεχή αμφισβήτηση της κυριαρχίας μας. Σε αμιγώς στρατιωτικό επίπεδο, λόγω της μεγάλης αποστάσεως της ηπειρωτικής Ελλάδος από το Καστελόριζο, η στρατιωτική υποστήριξη –πόσο δε μάλλον η ανακατάληψη– της νήσου είναι ομολογουμένως δύσκολη. Αντιθέτως, η οποιαδήποτε κίνηση από πλευράς Τουρκίας είναι φαινομενικά σκανδαλωδώς εύκολη, καθώς και το μέγεθος του Καστελόριζου είναι μικρό και η απόσταση από τα τουρκικά παράλια είναι της τάξεως των περίπου 5’ με ελικόπτερο...

Το ευτύχημα είναι ότι τα τελευταία λίγα χρόνια έχει υπάρξει μια ιδιαιτέρως αξιοσημείωτη βελτίωση και των δυνατοτήτων έγκαιρης προειδοποίησης και της αποτρεπτικής δυνατότητας του ευρύτερου συμπλέγματος των νήσων της περιοχής. Αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων στο υψηλό φρόνημα και των υπηρετούντων στο νησί και των ίδιων των κατοίκων του. Περισσότερες λεπτομέρειες δεν πρέπει να ειπωθούν, όπως είναι κατανοητό. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, περιθώρια περαιτέρω βελτιώσεων υπάρχουν πολύ μεγάλα και η προσοχή της στρατιωτικής ηγεσίας, για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, ορθώς δείχνει να έχει αρχίσει να στρέφεται αυξημένα προς τα εκεί. Οψόμεθα… Στον αντίποδα, βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται για την πολιτική ηγεσία και μια πιο ουσιαστική γεωστρατηγική αυτή τη φορά εκμετάλλευση της γεωγραφικής θέσεως της νήσου… Αν υπήρχε στοιχειώδης στρατηγική σκέψη στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε ποικιλοτρόπως το Καστελόριζο, όπως π.χ. για τον έλεγχο της θαλάσσιας (εμπορικής και στρατιωτικής) επικοινωνίας τουλάχιστον τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου ή/και τον έλεγχο του αντίστοιχου τμήματος του εναέριου χώρου. Και στις δύο περιπτώσεις (θαλάσσιος και εναέριος έλεγχος/επιτήρηση) η τεχνολογία πλέον μπορεί να είναι αρωγός μας με λογικό κόστος. Με τους ανάλογους σύγχρονους μεγάλης εμβέλειας αισθητήρες όλων

των ειδών, εμπλέκοντας μάλιστα την εγχώρια βιομηχανία, και την κατάλληλη παρουσία τουλάχιστον των ναυτικών μέσων ανοιχτής θαλάσσης του ΛΣ και του ΠΝ, θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις δυνατότητες που μας παρέχει η θέση του συμπλέγματος του Καστελόριζου, ασκώντας ουσιαστικά την κυριαρχία μας. Για κάτι τέτοιο, όμως, απαιτείται να αποκτήσουμε αυτοπεποίθηση και να ξεκαθαρίσουμε ποιόν ακριβώς ρόλο θέλουμε να έχουμε στη περιοχή όπως και γενικότερα στη γεωπολιτική σκακιέρα. Απαιτείται, επιτέλους, η δημιουργία ενός –μη φοβικού!– Εθνικού Γεωπολιτικού Δόγματος… Αντί επιλόγου Η κατάσταση, χωρίς να αιθεροβατούμε αλλά και χωρίς να πέφτουμε στη παγίδα της ισοπεδωτικής απαισιοδοξίας, είναι σοβαρή, με την οικονομική κρίση να την κάνει δυσκολότερη, αλλά ακόμα ελεγχόμενη. Σε όλα τα προαναφερθέντα δυνητικά μέτωπα, οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν καταφέρει να κρατήσουν τις ισορροπίες σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα αποτροπής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραδοσιακά παρουσιάζεται στην διακομματικά ανύπαρκτη πολιτική βούληση των εκάστοτε κυβερνώντων, να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Πέρα από ανησυχίες για πολιτικά κόστη και οφέλη, ψηφοθηρίες και ιδιοτελείς εξυπηρετήσεις να προσέξουν με ουσιαστικό τρόπο το χώρο της άμυνας της χώρας. Όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, σε περίπτωση εκδήλωσης της τουρκικής επιθετικότητας, δεν τρέφουμε γραφικές ελπίδες –έως και…εμμονές– για μια γρήγορη κρίση όπου θα τρέξουν οι «σύμμαχοί» μας να την σταματήσουν. Εδώ, άλλωστε, είναι και οι ευθύνες του συνόλου της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας, που από τα Ίμια και μετά έχουν πυροβολήσει κυριολεκτικά τα πόδια τους με την πετυχημένη(!) προσπάθειά τους να πείσουν την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, όπως και τον ελληνικό λαό, ότι αν γίνει κάτι, ακριβώς αυτό θα είναι: μια κρίση 2-3 εικοσιτετραώρων όπου με την παρέμβαση των ξένων θα σταματήσει αμέσως… Πάνω σε αυτή την ψευδαίσθηση έχουν βασισθεί, λοιπόν, και όλοι οι πολιτικοί μας «ηγέτες» και έχουν υποβαθμίσει τον ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων, έχουν αδιαφορήσει παντελώς για την εφεδρεία, έχουν μειώσει εγκληματικά την θητεία και γενικώς βλέπουν όλες αυτές τις απειλές σαν κάτι μακρινό που συμβαίνει πάντα σε άλλους λαούς… ◼ 93


BUILDING THE ULTIMATE POWERBOAT WITH UNLIMITED PASSION

4__  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you