Page 1

Κατίνα Παπά

«Η εκδροµή του ∆ηµητρού»

Οι µαθητές δίνουν το δικό τους τέλος στην ιστορία του µικρού ∆ηµητρού

3ο Γυµνάσιο Ελευσίνας

Σχολικό έτος 2013-2014


Η εργασία αυτή πραγµατοποιήθηκε στα πλαίσια του µαθήµατος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τους µαθητές του 3ου και του 4ου τµήµατος της Α΄Τάξης του 3ου Γυµνασίου Ελευσίνας

Υπεύθυνη Καθηγήτρια Ευαγγελία Σωτηροπούλου


Ο ∆ηµητρός ξέσπασε σε κλάµατα. Με τα µάτια πρησµένα, πήρε τον δρόµο για το σπίτι του. Ξαφνικά ακούει µια φωνή. ∆εν ήταν απλώς µια φωνή. Ήταν η φωνή του δασκάλου του. Χαρούµενος άρχισε να τρέχει προς το αµάξι. Όταν έφτασε, άρχισε να φωνάζει ο δάσκαλος. Αφού τελείωσε, ανέβηκαν στο όχηµα και ξεκίνησαν. Στο τέλος του ταξιδιού έφτασαν σε µια αλάνα. Ήταν τεράστια, γεµάτη φυτά και µια ευωδία τους συνεπήρε όλους. Τότε όλα τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν και ο δάσκαλος δεν ξαναφώναξε σε όλη τη διάρκεια της ηµέρας. Μόνο για µια στιγµή που έπεσε κάτω ένα παιδί και άρχισε να τρέχει σαν ποτάµι το αίµα. Παρ’ όλα αυτά η εκδροµή ήταν φανταστική! Μητσώνης Σταύρος, Α3

Ο ∆ηµητρός στενοχωρηµένος, µε κάτι µούτρα ως το πάτωµα, γύρισε στο σπίτι και πλάνταξε στο κλάµα! Έβγαλε την ποδίτσα του, την άφησε πάνω στο στρωµατάκι του και ξάπλωσε να ξανακλάψει µε την ησυχία του. Μετά από λίγο, από το πολύ κλάµα τον πήρε ο ύπνος για λίγη ώρα, ώσπου µια φωνή τον ξύπνησε: «∆ηµητρό… ∆ηµητρό… άνοιξέ µου, ξέρω πως είσαι µέσα»! Ο ∆ηµητρός, τροµαγµένος από τις φωνές, ανοίγει την πόρτα του κι αντικρίζει τον φίλο του Πανούτσο! «Πανούτσο, τι κάνεις εδώ; ∆εν θα έπρεπε να είσαι στην εκδροµή µε τους υπόλοιπους;». «Ναι, αλλά πρόσεξα ότι έλειπες και είπα πως µπορεί να ‘σαι στο σπίτι σου κι έτσι ο κύριος µ’ έστειλε να δω! Θα ‘ρθεις;». «Ναι, ναι!!! Φυσικά και θα ’ρθω! Αλλά µισό λεπτό, περίµενε λιγάκι». «Εντάξει, αλλά µην αργείς!». Ο ∆ηµητρός χωρίς τρίτη σκέψη, µιας και τη δεύτερη την ξόδεψε σκεφτόµενος το καλαθάκι του, το πήρε κι έφυγαν γρήγορα-γρήγορα προς το σχολειό! «Επιτέλους φτάσαµε! Ο δάσκαλος ελπίζω να µην έχει θυµώσει µαζί σου». «Μακάρι! ∆εν θέλω την ωραιότερη µέρα να µου φωνάζει και να είµαι στενοχωρηµένος!». «Έλα, έλα! Να το αυτοκίνητο! Θα στριµωχτούµε λίγο, αλλά δεν πειράζει, ε;». «∆εν πειράζει, καλέ! Όλοι οι καλοί χωράνε, λέει συνεχώς η µαµά µου»!. «∆ηµητρό!». «Ωχ! Εµµ… Μάλιστα, δάσκαλε!». «Να µην επαναληφθεί αυτό, σε παρακαλώ!». «Μάλιστα, δάσκαλε!». Κλείνουν την πόρτα και ξαναφεύγουν όλοι χαρούµενοι και ενθουσιασµένοι για την εκδροµή. Μετά από µισή ωρίτσα φτάνουν επιτέλους στο δασάκι όπου θα πραγµατοποιούνταν η εκδροµή. Όλοι ξεχύθηκαν από το όχηµα και οι παιδικές φωνές τους γέµισαν όλο το δάσος! «Α! Να και η Φιλίτσα! Φιλίτσα, Φιλίτσα!…». «Γεια σου, ∆ηµητρό! Τι έχεις και µε φωνάζεις έτσι;». «Τίποτα. Απλώς ήθελα να σε ευχαριστήσω που µου έπλυνες την ποδίτσα µου! Σ’ ευχαριστώ πολύ…». «Μη µ’ ευχαριστείς, ∆ηµητρό. Άλλωστε γι’ αυτό είναι οι φίλοι!», του είπε και του έδωσε µια σφικτή αγκαλιά! Και µετά… Και µετά το παιχνίδι δεν άργησε ν’ αρχίσει και κάπως έτσι εξελίχθηκε όλο το µεσηµέρι! Μιζάκου Μαριλένα, Α3

Ο ∆ηµητρός όταν έφτασε στο σχολείο για την εκδροµή το βρήκε άδειο. Είχε αργήσει και είχαν φύγει όλοι. Άρχισε να περπατάει σιγά-σιγά για να πάει σπίτι του και τον έπιασαν τα κλάµατα. Τότε είδε ένα παιδάκι που καθόταν σε µια παιδική χαρά. ∆εν ήθελε να πάει στο σχολείο του, γιατί το κορόιδευαν όλοι. Μόλις είδε τον ∆ηµητρό, τον φώναξε κοντά του και τον ρώτησε: «Γιατί κλαις;». Ο ∆ηµητρός του είπε όλη την ιστορία και ο µικρός του απάντησε ότι κάτι παρόµοιο είχε πάθει κι εκείνος. Έγιναν οι καλύτεροι φίλοι και έπαιζαν συνέχεια µαζί. Μέρες αργότερα ο ∆ηµητρός σκεφτόταν: «Καλύτερα που δεν πήγα στην εκδροµή, γιατί δεν θα γνώριζα τον κολλητό µου». Από τότε ο ∆ηµητρός έγινε καλύτερος σε όλα και ήταν πολύ ευτυχισµένος! Μισιρλή Μαρία, Α3


...Και τότε ο ∆ηµητρός ξέσπασε σε κλάµατα. Η γειτόνισσα τον είδε και του είπε: «Έλα, µη στενοχωριέσαι, θα βρεθεί µια λύση. Ξέρεις πού θα πάνε;». «Ναι», της απάντησε. Τότε η γειτόνισσα του είπε πως θα τον πήγαινε εκείνη. Ο ∆ηµητρός την αγκάλιασε και φύγανε αµέσως. Τον άφησε εκεί και έφυγε. Ο ∆ηµητρός είδε επιτέλους τον δάσκαλό του να γελάει! Μουγεράκη Αναστασία, Α3

Αφού έχασε την εκδροµή, ο ∆ηµητρός γύρισε πίσω στο σπίτι του λυπηµένος. Ήταν κλεισµένος στο δωµάτιό του και σκεφτόταν τα παιδιά που είχαν πάει εκδροµή µονολογώντας: «Για φαντάσου πόση ώρα θα είχαµε για παιχνίδι, πόσα νόστιµα φαγητά θα µοιραζόµασταν. Και ο Πανούτσος θα αναρωτιέται γιατί δεν πήγα στην εκδροµή. Τι ντροπή, Θεέ µου. Και το χειρότερο, θα µε κοροϊδεύουν για µια ζωή, µέχρι να τελειώσω το σχολείο». Όταν βράδιασε, στο σπίτι έφτασε η µαµά του ∆ηµητρού και τον ρώτησε: «Τι έχεις, αγόρι µου, γιατί είσαι λυπηµένος;». Και εκείνος είπε: «∆υστυχώς, µαµά, έχασα την εκδροµή». Η µητέρα του γέλασε, τον αγκάλιασε και του είπε: «∆εν πειράζει, αγάπη µου, θα πας σε µια άλλη εκδροµή»! Ο ∆ηµητρός ένιωσε κάπως καλύτερα. Την αγκάλιασε, τη φίλησε και της είπε: «Τελικά, έχεις δίκιο, µαµά, δεν πειράζει. Θα πάω σε µια άλλη εκδροµή. ∆εν χάθηκε ο κόσµος για µια παλιοεκδροµή». Το επόµενο πρωί, όταν έφτασε στο σχολείο, µε το που µπήκε στην πόρτα, τον πρόλαβε ο Πανούτσος και τον ρώτησε: «∆ηµητρό, γιατί δεν ήρθες στην εκδροµή;». ∆εν ήξερε τι να του απαντήσει. Φοβόταν µήπως γελάσει µαζί του. Μόλις ετοιµάστηκε να του απαντήσει, χτύπησε το κουδούνι του σχολείου. Όταν µπήκαν στην τάξη, ο δάσκαλος ρώτησε τον ∆ηµητρό γιατί δεν πήγε στην εκδροµή. Αυτός έβαλε τα κλάµατα και είπε πως άργησε να έρθει. Ο δάσκαλος µε αυστηρό ύφος τον ρώτησε: «Τι σε έκανε να καθυστερήσεις;». Ο ∆ηµητρός φοβόταν να του πει ότι η ποδιά του ήταν βρόµικη, γιατί πίστευε πως τα παιδιά θα γελούσαν µαζί του. Έτσι του είπε: «Κύριε, άργησα το βράδυ να πέσω να κοιµηθώ». Ο δάσκαλος θύµωσε και τον ρώτησε: «Τι ώρα πήγες να κοιµηθείς;». Ο ∆ηµητρός απάντησε: «10.00-10.15, κάπου εκεί». Ο δάσκαλος του φώναξε και του είπε: «Να µην επαναληφθεί, γιατί την επόµενη φορά θα φας πολύ ξύλο!». Την ώρα του διαλείµµατος ο Πανούτσος πλησίασε τον ∆ηµητρό και του είπε: «Φιλέ µου, γιατί δεν ήρθες στην εκδροµή; Όλα ήταν τέλεια. Παιχνίδι για αρκετή ώρα, φαγητό επίσης, συζητήσεις, γέλια, τραγούδια, µαλώµατα, πάρα πολλά πράγµατα. Οι δάσκαλοι ήταν χαρούµενοι, καλοντυµένοι. Α, εκείνο που µου άρεσε περισσότερο ήταν το λουκουµάκι του κυρίου Προκόπη. Νόστιµο, γλυκό, αλλά ο καηµένος δεν το έφαγε. Το πέταξε. Ξέρεις, έχει πρόβληµα µε τα γλυκά». Ο ∆ηµητρός, καθώς άκουγε όλα αυτά, του είπε: «Αρκετά! ∆εν αντέχω άλλο! ∆εν µε νοιάζει πώς περάσατε στην εκδροµή!». Και έφυγε… Αργότερα, όταν µπήκαν στην τάξη, ο Πανούτσος ρώτησε τον ∆ηµητρό γιατί θύµωσε. Ο ∆ηµητρός του απάντησε πως είπε ψέµατα ότι άργησε να κοιµηθεί και πως η ποδιά του ήταν λερωµένη. Ο Πανούτσος του είπε πως έπρεπε να πει την αλήθεια και ο ∆ηµητρός του απάντησε πως έχει δίκιο. Αµέσως µετά ζήτησε συγγνώµη από όλους και είπε την αλήθεια. Όλοι έµειναν άφωνοι! Μετά όλοι τον συγχώρεσαν. Ο ∆ηµητρός χάρηκε πολύ που είπε την αλήθεια. Τέλος ο δάσκαλος και οι µαθητές είπαν στον ∆ηµητρό ένα νέο που τον


ευχαρίστησε πολύ. Το νέο αυτό ήταν ότι την επόµενη ∆ευτέρα θα πήγαιναν εκδροµή. Ο ∆ηµητρός πέταξε από τη χαρά του! Τότε ο Πανούτσος φώναξε: «Εκτός και αν αργήσει... χα, χα, χα!!!». Όλοι γέλασαν, ακόµα και ο δάσκαλος! Μούσα Ελένη, Α3

Ο δάσκαλος γύρισε όµως πάλι πίσω, γιατί ξέχασε να πάρει το φαγητό του. Νευριασµένος κατέβηκε από το λεωφορείο και πήγε στο γραφείο του να το πάρει. Όταν ήταν έτοιµος να ανέβει πάλι πάνω στο λεωφορείο, βλέπει τον ∆ηµητρό να καταφτάνει τρέχοντας και φωνάζοντας: «Περιµένετε και µένα!». Μόλις έφτασε στην είσοδο του λεωφορείου, ο δάσκαλος, κρατώντας µια βίτσα, τον χτύπησε στο χέρι και του είπε: «Μην ξαναργήσεις!». Αµέσως µετά ανέβηκαν στο λεωφορείο και πήγαν στην εκδροµή τους. Μπόνο Ρεβέκκα, Α3

«Άργησα…», είπε ο ∆ηµητρός κι έβαλε τα κλάµατα. Ήταν πολύ στενοχωρηµένος, γιατί είχε χάσει την εκδροµή που τόσον καιρό περίµενε. Έτσι, γεµάτος στενοχώρια, ξεκίνησε για το σπίτι του. Καθώς περπατούσε, σκόνταψε σε µια πέτρα κι έπεσε σ’ ένα λάκκο µε λάσπη. Ο ∆ηµητρός είχε γίνει χάλια. Ξαφνικά, καθώς σήκωσε το κεφάλι του, είδε το λεωφορείο. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα µπορούσε πίσω στο σχολείο. Ο δάσκαλος πρώτος απ’ όλους κατέβηκε από το λεωφορείο µε αυστηρό ύφος και είπε στον ∆ηµητρό: «∆ηµητρό, πού ήσουν; Γιατί δεν ήρθες το πρωί στο σχολείο; Και το κυριότερο, τι χάλια είναι αυτά;». «Εεε…, κύριε, ξέρετε… εγώ το πρωί… άργησα να έρθω στο σχολείο. Όσο… για την εµφάνισή µου, καθώς αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι, έπεσα σ’ ένα λάκκο γεµάτο λάσπη κι έγινα έτσι», είπε ο ∆ηµητρός. Λίγο αργότερα και τα άλλα παιδιά κατέβηκαν από το λεωφορείο, όµως κανένας δεν του µιλούσε. Όλοι αδιαφορούσαν, ακόµα και ο ίδιος του ο φίλος. Ο ∆ηµητρός νόµιζε πως του έκαναν πλάκα, όµως µετά από λίγο ξέσπασε σε κλάµατα. Ξαφνικά µια φωνή ακούστηκε: «∆ηµητρό, ∆ηµητρό… ξύπνα, καλέ! Θα αργήσεις στο σχολείο». Ήταν η µητέρα του που του φώναζε να ξυπνήσει. Ο ∆ηµητρός σύντοµα κατάλαβε ότι όλο αυτό ήταν ένας κακός εφιάλτης… Μύταλα ∆ήµητρα, Α3

Ο ∆ηµητρός κάθισε κάτω και άρχισε να µουρµουρίζει. Αυτή θα ήταν η πρώτη του εκδροµή και την έχασε. Σκεφτόταν να πάει µε τα πόδια, µα ήταν µακριά. Μέχρι να φτάσει, αυτοί θα είχαν φύγει. «Άµα µε πήγαινε η Φιλίτσα», σκεφτόταν. «Εδώ ήξερε να πλένει, δεν θα ξέρει να οδηγάει;», µονολογούσε. Μα εκεί που κλαψούριζε, άκουσε µια κόρνα. Κοίταξε και είδε έναν κύριο να γελάει. Ήταν ο δάσκαλος και του έλεγε να ανέβει στο αυτοκίνητο για να πάνε επιτέλους εκδροµή. Αλλά, όταν µπήκε, ο δάσκαλος του είπε: «Γιατί λερωµένη ποδιά»; Κατά λάθος λερώθηκε, όταν ο ∆ηµητρός κάθισε κάτω. Τότε ο δάσκαλος του είπε: «Αστειεύοµαι». Και άρχισε να γελάει… Μωυσίδου Ευγενία, Α3

Τότε έγινε κάτι παράξενο. Το λεωφορείο σταµάτησε, επειδή ένα παιδί ένιωσε ναυτία και το κατέβασαν να πάρει αέρα. Ο ∆ηµητρός δεν πίστευε στα µάτια του. Έτρεξε γρήγορα και µπήκε µέσα. Έτσι, πήγε κι αυτός στην εκδροµή που τόσο επιθυµούσε! Νάσιας Νώντας, Α3


Όταν έφτασε ο ∆ηµητρός, είδε ότι το λεωφορείο είχε φύγει. Επέστρεψε στο σπίτι του κι έκατσε και περίµενε έξω από την πόρτα τη µητέρα του να έρθει. Μετά από λίγο εκείνη γύρισε και τον ρώτησε: «∆ηµητρό, δεν έχεις εκδροµή;». Και ο ∆ηµητρός απάντησε: «Όχι, γιατί δεν πρόλαβα το λεωφορείο». Τότε εκείνη του είπε: «∆εν πειράζει, θα πας σε µια άλλη». Από τότε όµως ο ∆ηµητρός πήρε µια δεύτερη ποδιά να την έχει… Νούρο Μελέτης, Α3

«Άργησα…». Ενώ το έλεγε αυτό ο ∆ηµητρός, κοίταγε το λεωφορείο που προχωρούσε. Εκείνη τη στιγµη άκουσε ένα κορνάρισµα ή µάλλον πολλά, πάρα πολλά κορναρίσµατα. Το λεωφορείο είχε σταµατήσει στη µέση του δρόµου, επειδή του είχε σκάσει ένα λάστιχο. Μόλις το είδε ο ∆ηµητρός, άρχισε να τρέχει. Όταν έφτασε, ρώτησε αν µπορεί να µπει και τον άφησαν. Κάθισε σε µια θέση και άκουσε µια ανακοίνωση από ον οδηγό: «Το λάστιχο τώρα είναι εντάξει». Αµέσως µετά το λεωφορείο ξεκίνησε. Τελικά ο ∆ηµητρός κατάφερε να πάει εκδροµή. Τι τύχη! Ντανάκα Φιλοµένη, Α3

… Ο ∆ηµητρός στενοχωρηµένος, µε βαριά βήµατα, επέστρεφε στο σπίτι του. Στον δρόµο τον έπιασαν τα κλάµατα. Εκείνη τη στιγµή τον είδε µια κυρία και τον ρώτησε τι είχε. Ο ∆ηµητρός της εξήγησε ότι έχασε την πρώτη σχολική εκδροµή και ότι δεν είχε παρέα. Ο κυρία του είπε να πάει µαζί της στο σπίτι, όπου ήταν και ο γιος της. Ο ∆ηµητρός, χαρούµενος τώρα, γνώρισε τον γιο εκείνης της κυρίας και µαζί πέρασαν καταπληκτικά. Τελικά η µέρα του ∆ηµητρού άλλαξε προς το καλύτερο! Ορτυκίδη Αγγελίνα, Α3

Άργησα, είπε ο ∆ηµητρός κι άρχισε να κλαίει. Με αργά βήµατα πήγε και κάθισε σε ένα παγκάκι που ήταν εκεί δίπλα. Μετά από λίγα λεπτά, αναστενάζοντας, πήρε το δρόµο για το σπίτι. Καθώς περπατούσε, περνώντας από το σπίτι της Φιλίτσας, εκείνη έτρεξε σε αυτόν ρωτώντας τον τι έγινε. Ο ∆ηµητρός της απάντησε κουνώντας το κεφάλι του λυπηµένα. Η Φιλίτσα ρώτησε τον ∆ηµητρό γιατί δεν έφευγε µε το λεωφορειάκι που περίµενε στην πόρτα του σχολείου. Ο ∆ηµητρός γύρισε µε φόρα το κεφάλι πίσω και είδε το λεωφορείο. «Τρέξε, τρέξε, ∆ηµητρό», φώναζε η γειτόνισσα από το µπαλκόνι. Ο ∆ηµητρός άρχισε να τρέχει µε όλη του τη δύναµη και να φωνάζει: «Περιµένετε!». Ο δάσκαλος θυµωµένος είπε στο παιδί να ανέβει γρήγορα στο λεωφορείο. Ο ∆ηµητρός πέρασε υπέροχα στην εκδροµή και ήθελε να µάθει πώς και γύρισε πίσω το λεωφορείο. Τότε, όλοι έδειξαν τον Πανούτσο. «Ο Πανούτσος είχε ξεχάσει τον µπακλαβά του στο σχολείο», είπαν τα παιδιά και όλοι άρχισαν να γελούν, ακόµα και ο δάσκαλος! Ορφανέας Χρήστος, Α3

Ο ∆ηµητρός, µόλις κατάλαβε ότι δεν πρόλαβε το αυτοκίνητο, κάθισε σε µια γωνίτσα και άρχισε να κλαίει. Περίµενε πώς και πώς αυτή την εκδροµή. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι και αποφάσισε να τρέξει µε όλη του τη δύναµη για να προλάβει το λεωφορείο. Εκεί που έτρεχε µε µεγάλη χαρά είδε το αυτοκίνητο να έρχεται προς το µέρος του. Για καλή του τύχη ο δάσκαλος είχε ξεχάσει στο σχολείο την τσάντα του κι έτσι ζήτησε από τον οδηγό να γυρίσουν πίσω. Το αυτοκίνητο σταµάτησε µπροστά στον ∆ηµητρό και ο δάσκαλος κατέβηκε. «Άργησες πολύ», είπε στον ∆ηµητρό «Συγγνώµη, κύριε, νόµιζα ότι θα προλάβαινα, αλλά έκανα λάθος. Μόλις είδα ότι λείπατε, απογοητεύτηκα. «Λοιπόν, είσαι πολύ τυχερός. Μπες µέσα στο αυτοκίνητο. Άλλη φορά µην ξαναργήσεις». Ο ∆ηµητρός ευχαρίστησε τον δάσκαλό του και µπήκε στο λεωφορείο. Ήταν η πιο ευτυχισµένη µέρα της ζωής του! Παγκάλου Έφη, Α3

Ο ∆ηµητρός δεν µπορούσε να πιστέψει αυτό που του είχε συµβεί. Τόσος αγώνας να πλύνει την ποδιά


του και να µην προλάβει το λεωφορείο! Με το κεφάλι κατεβασµένο ξεκίνησε να επιστρέψει στο σπίτι του. ∆εν ήθελε όµως να µείνει µόνος του όλη µέρα στο σπίτι κι έτσι αποφάσισε να πάει στο σπίτι της Φιλίτσας. Αφού διηγήθηκε το πάθηµά του στο κοριτσάκι, άρχισε να της εξιστορεί και τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή. Έτσι ο ∆ηµητρός πέρασε τη µέρα που εδώ και ένα µήνα περίµενε µε αγωνία… Παπαζαχαρής Χρήστος, Α3

Καθώς τον κοίταζε η γειτόνισσά του, ο ∆ηµητρός έτρεξε γρήγορα και κατευθύνθηκε προς το σχολείο του. Έκατσε σε ένα µικρό παγκάκι και άρχισε να κλαίει. Έπειτα, άκουσε ένα γλυκό γαύγισµα που τον τρόµαξε. Σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει από πού ακούστηκε ο ήχος. Περπάτησε προς τα γραφεία των δασκάλων και βρήκε ένα µικρό, γλυκό άσπρο κουταβάκι. Το πήρε στα χέρια του και γύρισε πίσω στο σπιτάκι του. Το άλλο πρωί στο σχολείο είδε τον φίλο του τον Πανούτσο. Ο Πανούτσος τον ρώτησε γιατί δεν πήγε στην εκδροµή κι εκείνος µε δισταγµό του εξήγησε τι είχε συµβεί. Με χαρά στα µάτια ο Πανούτσος του απάντησε ότι δεν έχασε τίποτα, γιατί ήταν µια κουραστική µέρα και θα ήταν καλύτερα να έµεναν στο σχολείο. Ο ∆ηµητρός χάρηκε και µε ενθουσιασµό του πρότεινε να πάει στο σπίτι του το απόγευµα, για να γνωρίσει τον νέο του φίλο. Ο Πανούτσος δέχτηκε. Το απόγευµα, όταν ο Πανούτσος έφτασε στο σπίτι του ∆ηµητρού, άρχισαν να παίζουν µε τον Γκούφι, το µικρό κουταβάκι που πήρε σπίτι του ο ∆ηµητρός. Όταν τέλειωσαν το παιχνίδι ο Πανούτσος τον ρώτησε: «θα µου γνωρίσεις τον νέο σου φίλο;». Και ο ∆ηµητρός του απάντησε: «Όλο το απόγευµα παίζαµε µαζί του, δεν το κατάλαβες»; Ο Πανούτσος κατάλαβε το λάθος που έκανε και ανακουφίστηκε που ο ∆ηµητρός δεν βρήκε άλλον φίλο σαν αυτόν. Παππά Κωνσταντίνα, Α3

Ο ∆ηµητρός ξεκίνησε να βαδίζει για τη µικρή πλατεία, µέχρι που αντίκρισε από πολύ µακριά ένα κίτρινο λεωφορείο. Άρχισε να τρέχει, αλλά ήταν µακριά για να το φτάσει. Έµενε όµως ήσυχος στη σκέψη ότι θα το προλάβαινε στο φανάρι. Έτρεχε γρήγορα να το προλάβει. Άρχισε να ανησυχεί καθώς έβλεπε ότι το φανάρι ήταν πράσινο. Ο ∆ηµητρός κουραζόταν. Είχε ιδρώσει και τελικά το φανάρι έγινε κόκκινο. Το πρόλαβε. Ο δάσκαλος µόλις τον είδε κατσούφιασε και µε το ζόρι είπε στον οδηγό να ανοίξει την πόρτα. Την επόµενη µέρα ο ∆ηµητρός µπήκε τιµωρία… Παππά Χριστίνα, Α3

Για καλή τύχη του ∆ηµητρού ο δάσκαλος ξέχασε να πάρει το παρουσιολόγιο µαζί του και αναγκάστηκε το µεγάλο αυτοκίνητο να γυρίσει πίσω. Ευτυχώς δεν είχαν προχωρήσει πολύ. Ο ∆ηµητρός πάνω που είχε κάνει µερικά βήµατα, άκουσε πίσω του να του φωνάζει δυνατά ένας κύριος. Γυρίζει και ποιον να δει. Τον δάσκαλό του να του δείχνει χαµογελαστός την πόρτα του αυτοκινήτου. «Νόµιζα πως δεν θα ερχόµουν στην πρώτη εκδροµή», είπε στον δάσκαλό του παραπονιάρικα. «Τελικά, µέσα στην ατυχία σου, είσαι ένα τυχερό παιδί, ∆ηµητρό», απάντησε εκείνος. Και ο ∆ηµητρός δεν έχασε άλλο λεπτό. Πήδηξε µέσα στο αυτοκίνητο, κάθισε δίπλα στον καλύτερό του φίλο και περίµενε να ξεκινήσει η πρώτη του εκδροµή. Πασιαλής Κωνσταντίνος, Α3

Ο ∆ηµητρός, αφού δεν πρόλαβε το λεωφορείο, πήγε κι έκατσε στο παγκάκι του πάρκου. Ήταν τόσο στενοχωρηµένος που έκλαιγε. Από το πολύ κλάµα πείνασε. Έτσι έφαγε το κολατσιό που είχε ετοιµάσει για την εκδροµή. Κάποια στιγµή περνάει ένα µεγάλο αµάξι! Ήταν το λεωφορείο µε τα παιδιά που πήγαιναν στην εκδροµή. Με µάτια λαµπερά κοίταξε το όχηµα και πίστεψε πως θα τον έπαιρναν µαζί τους, αλλά η χαρά του κόπηκε, γιατί κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Αφού τελείωσε το κολατσιό του, πήγε σπίτι του µονολογώντας. «Γιατί άργησα; Τώρα θα περιµένω τόσες µέρες για να ξαναπάω… Και τι θα πω στη µαµά µου;», έλεγε κλαψουρίζοντας. Ο ∆ηµητρός πήγε να αλλάξει τη λερωµένη του ποδιά κι ύστερα έκατσε να ξεχαστεί. Μετά από λίγα λεπτά άκουσε την πόρτα να ανοίγει! Τινάχτηκε! Ήταν η µαµά του. Γύριζε από τα ψώνια που έκανε. Ο ∆ηµη-


τρός έτρεξε να τη δει. Ο µαµά του στην αρχή τρόµαξε που τον είδε µέσα στο σπίτι, αλλά κατάλαβε πως είχε χάσει την εκδροµή κι αµέσως τον παρηγόρησε λέγοντάς του: «Μην ανησυχείς, ∆ηµητρό µου, µην κλαις. Θα πας στην επόµενη εκδροµή που θα είναι καλύτερη πιο διασκεδαστική!». «Μα, µαµά, εγώ δεν κλαίω γι’ αυτό. Κλαίω, γιατί, ενώ έφαγα το κολατσιό µου για την εκδροµή, ακόµα πεινάω!». Πούλου Αντωνία, Α3

Ο ∆ηµητρός καθόταν κατσουφιασµένος και σχεδόν απελπισµένος. ∆εν φανταζόταν ποτέ ότι θα έχανε αυτό που επιθυµούσε τόσο πολύ εδώ και ένα µήνα, την εκδροµή. Ο νους του ήταν στις φωνές και στα γέλια των παιδιών που ήδη είχαν ανεβεί στο λεωφορείο. Τόσος κόπος είχε πάει χαµένος. Ξαφνικά από πίσω του ακούγεται µια κόρνα. Ο κυρ-Παντελής, ο κρεοπώλης, περνούσε κάθε µέρα από εκείνο το σηµείο, για να πάει στη δουλειά του. «∆ηµητρό, έχασες την εκδροµή; Μη στενοχωριέσαι! Ανέβα στο αµάξι και θα τρέξουµε να τους προλάβουµε…». Ο ∆ηµητρός αναφώνησε από τη χαρά του και µπήκε µέσα στο αµάξι. Τελικά πρόλαβαν το λεωφορείο και ο ∆ηµητρός πέρασε µια αξέχαστη εκδροµή. Πούρης Θανάσης, Α3

Ο ∆ηµητρός απογοητευµένος που έχασε την πρώτη του εκδροµή πήγε µε σκυµµένο το κεφάλι σπίτι του, χωρίς να σταµατήσει να κλαίει για την ατυχία που τον βρήκε. Όσο και να προσπαθούσαν η φίλη του και η µαµά του να τον παρηγορήσουν, δεν κατάφεραν τίποτα. Επίσης, όσο σκεφτόταν ότι δεν θα έβλεπε τον δάσκαλό του να χαµογελάει, τόσο πιο πολύ στενοχωριόταν. Ξαφνικά, βλέπει τον δάσκαλο να τον πλησιάζει και να του λέει: «Θα φεύγαµε εµείς χωρίς εσένα; ∆εν νοµίζω!!! ». Τότε, γεµάτος χαρά ο ∆ηµητρός έτρεξε και µπήκε µέσα στο λεωφορείο. Έτσι και οι δύο επιθυµίες του είχαν πραγµατοποιηθεί. ∆ιότι είδε και τον δάσκαλό του να χαµογελάει και πήγε στην εκδροµή που τόσο πολύ ήθελε! Ρεκουνιώτη Βαρβάρα, Α3

Ο ∆ηµητρός δεν πίστευε σε αυτό που έβλεπαν τα µάτια του. Το λεωφορείο είχε ήδη αποµακρυνθεί αρκετά. Σκεφτόταν τι έχασε, βάζοντας τα κλάµατα. Γύρισε σπίτι του και έτρεξε στην αγκαλιά της µητέρας του. Η µητέρα του, βλέποντάς τον στενοχωρηµένο, αποφάσισε να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Του έφτιαξε το αγαπηµένο του φαγητό, τα τζόλια, και στη συνέχεια τον πήγε στα µαγαζιά να αγοράσει ό,τι ήθελε αυτός. Αυτός βέβαια αγόρασε την αγαπηµένη του µπάλα. Ρόκας Νίκος, Α3


Όταν ο ∆ηµητρός άκουσε την κυρία από το παράθυρο να λέει πως άργησε, άρχισε τα κλάµατα και καθόταν έξω από την τάξη όλη την ώρα. Βλέποντάς τον η κυρία λυπήθηκε, πήγε κοντά του και του είπε: «Μη στενοχωριέσαι, αγοράκι µου, θα πας την άλλη φορά». Ο ∆ηµητρός όµως της απάντησε πως η άλλη φορά θα αργήσει. Τότε η κυρία πήγε και έβαλε µπροστά το αυτοκίνητό της, λέγοντας στον ∆ηµητρό: «Έλα, θα πάµε µια βόλτα». Τελικά τον πήγε σε ένα πάρκο. Ο µικρός πήρε µεγάλη χαρά και χοροπηδούσε πέρα δώθε. Κάποια στιγµή πήγε πίσω από κάτι δέντρα και έµεινε έκπληκτος µε αυτό που είδε µπροστά του· όλοι οι φίλοι του ήταν εκεί και παίζανε ποδόσφαιρο. Ο ∆ηµητρός γύρισε και ευχαρίστησε την κυρία, τη φίλησε και πήγε να παίξει µε τους φίλους του! Ρούπλι Γκεράλντο, Α4

Ο ∆ηµητρός, αφού είδε ότι το λεωφορείο έφυγε, στενοχωρήθηκε πολύ. Περίµενε τόσον καιρό αυτή την εκδροµή… Κάθισε σε ένα παγκάκι δίπλα στο σχολείο. Ξαφνικά βλέπει το λεωφορείο να γυρίζει. Μια δασκάλα είχε ξεχάσει την τσάντα της. Ο ∆ηµητρός έτρεξε σφαίρα προς το λεωφορείο. Το χαµόγελο ήρθε πάλι στα χείλη του… Σεχάι Κλεντιόν, Α4

Ο ∆ηµητρός έγειρε και κάθισε στο πεζούλι της εξώπορτας του σχολείου. Η θλίψη και η απελπισία σκοτείνιασαν το πρόσωπό του. Χίλιες σκέψεις περνούσαν τώρα απ' το µυαλό του. Τόσα όνειρα και τόσες ετοιµασίες είχε κάνει γι' αυτή την εκδροµή. Την περίµενε πώς και πώς και τώρα πήγαν όλα στράφι για µια στιγµή. Σκεφτόταν τις χαρές, τ' αστεία και τα παιχνίδια των συµµαθητών του χωρίς αυτόν και η τρέλα κυρίευε το µυαλό του. Αµ και τ' άλλο, πού το πας; Θα έχανε την ευκαιρία να δει τον δάσκαλό του να χαµογελάει. Εκεί που η δυστυχία άρχισε να πληµµυρίζει όλο και πιο πολύ την ψυχή του, ένα χέρι τρυφερό, όλο αγάπη, άγγιξε την πλάτη του. Ήταν η Φιλίτσα, η καλή του φίλη που χθες του έπλυνε την ποδιά του. Ο πόνος στην ψυχή του σιγά-σιγά άρχισε να µαλακώνει και το χαµόγελο ξαναγύρισε στα χείλη του. «Ωχ, αδερφέ µου, δεν θα πεθάνουµε κιόλας. θα 'ρθουν κι άλλες εκδροµές», σκέφτηκε και συνέχισε τη βόλτα του µε την καλή του φίλη, τη Φιλίτσα. Σιάνη Αγαθή, Α4

«Άργησα…», είπε ο ∆ηµητρός και τα µάτια του γέµισαν µε δάκρυα οργής και απελπισίας. «Τι θα κάνω τώρα;», αναρωτήθηκε το µικρό παιδί. Χωρίς να χάσει στιγµή, επιστρέφει σπίτι του, µπαίνει στην αποθήκη του παππού του, παίρνει τα εργαλεία του κρυφά και ξεκινάει να φτιάχνει το αγαπηµένο του µπαούλο. Εδώ και πολύ καιρό ονειρευόταν ένα ξύλινο µπαουλάκι, σκαλισµένο στην επιφάνεια, για να κρύβει τα δώρα που θα έστελνε στη Φιλίτσα που τον βοηθούσε αρκετά! Τώρα ήταν ολοµόναχος κι έτοιµος να ξεκινήσει! Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος! Ω, ήρθε ο παππούς! Έπρεπε να φύγει γρήγορα, πριν το καταλάβει! Ακόµη κι αυτό πήγε στραβά! «Τελικά αυτή η µέρα είναι η χειρότερή µου!...» Σιγάλας Γιάννης, Α4

«Άργησες… ∆ηµητρό». «Άργησα…», είπε και ο ∆ηµητρός κι έφυγε στενοχωρηµένος για το σπίτι του. Στο δρόµο όµως αποφάσισε να κάνει πρώτα µια βόλτα. Ξαφνικά, εκεί που περπατούσε, βλέπει µπροστά του το λεωφορείο. Του είχε σκάσει το λάστιχο… Έτσι, ο ∆ηµητρός τελικά πήγε στην εκδροµή που τόσο επιθυµούσε! Σουλεϊµάνογλου Σουλεϊµάν, Α4

Τότε άκουσε τη Φιλίτσα να του λέει: «Άντε, σήκω, θ’ αργήσεις». Αφού ξύπνησε, ηρέµησε και κατάλαβε πως ήταν όλα ένα όνειρο!!! Φόρεσε την ποδιά του και µέσα στο καλαθάκι του έβαλε φέτα, ντοµάτα και ψωµί! Έτρεξε και µπήκε µαζί µε τους υπόλοιπους συµµαθητές του στο αµάξι!!! Η εκδροµή ήταν υπέροχη! Και ο ∆ηµητρός είδε πραγµατικά µε τα µάτια του τον δάσκαλό του να χαµογελάει!!! Στάµου Κορίνα, Α4

Ο ∆ηµητρός στενοχωρηµένος που έχασε την εκδροµή κοιτάζει γύρω του για να συνειδητοποιήσει αυ-


τό που µόλις συνέβη. Ξαφνικά βλέπει το λεωφορείο, που έστριβε σε µια γωνία για να βγει στον κεντρικό δρόµο. Γυάλισαν τα µάτια του. Χωρίς δεύτερη σκέψη αρχίζει να τρέχει µε µανία για να το προλάβει. Με το που βγαίνει στον κεντρικό, το βλέπει στο βάθος να προχωράει. Έτρεχε ασταµάτητα πάνω στο πεζοδρόµιο και πέρναγε τις διασταυρώσεις µε ζήλο, να προφτάσει το λεωφορείο. Είκοσι λεπτά έτρεχε, ώσπου το λεωφορείο σταµάτησε σε ένα φανάρι. Αυτό έκανε τον ∆ηµητρό να τρέξει ακόµα γρηγορότερα. Σε µισό λεπτό το είχε φτάσει. Ο οδηγός ξαφνιάστηκε µε το που τον είδε. Τον άφησε να µπει µέσα και συνέχισαν τον δρόµο τους… Ο ∆ηµητρός ήταν πολύ χαρούµενος που δεν έχασε τελικά την εκδροµή! Σταύρου Πάρης, Α4

Ο ∆ηµητρός όµως δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε να περιµένει. Περίµενε και περίµενε…, ώσπου νύχτωσε και άρχισε να φοβάται. Πήρε τον δρόµο για το σπίτι του ταλαιπωρηµένος και στενοχωρηµένος. Ξαφνικά εµφανίζεται ένα αυτοκίνητο. Κοιτάει καλά-καλά και βλέπει τον δάσκαλο µε τους συµµαθητές του. Είχαν χαθεί. Πήγε κοντά και τους έδειξε τον δρόµο για το σχολείο. Όλα τα παιδιά µέσα στο λεωφορείο ήταν στενοχωρηµένα. Η εκδροµή δεν είχε γίνει, γιατί είχαν χάσει τον δρόµο. Πήγαν όµως την επόµενη µέρα. Αυτή τη φορά µαζί τους ήταν και ο ∆ηµητρός. Πέρασαν όλοι υπέροχα! Στρατούρης Παναγιώτης, Α4

«Άργησα…», είπε ο ∆ηµητρός και η φωνή του έβγαινε πολύ λυπηµένη. Αφού είχε χάσει την εκδροµή, πήρε τον δρόµο για το σπίτι του. Βαδίζοντας τον πήραν τα δάκρυα. Έχασε την εκδροµή που περίµενε µε λαχτάρα τόσες µέρες. Όλη τη µέρα ήταν λυπηµένος. Το βράδυ, όταν γύρισε η µαµά του από τη δουλειά της, τον φίλησε και του είπε να µη στενοχωριέται, γιατί είχε καιρό για εκδροµές, και ότι θα πάει την επόµενη φορά. Συννεφιάς ∆ιονύσης, Α4

Ο ∆ηµητρός στενοχωρηµένος άρχισε να κλαίει, σηκώνοντας όλη την περιοχή στο πόδι. Τότε η κυρία που του είχε πει από το παράθυρο ότι άργησε, πήγε κοντά του και προσπάθησε να τον παρηγορήσει, λέγοντάς του ότι θα γίνουν και άλλες εκδροµές. Ο ∆ηµητρός είχε ηρεµήσει κάπως, όταν είδε µπροστά του τη Φιλίτσα να του φωνάζει: «∆ηµητρό, ∆ηµητρό, έλα, σου έχω µια έκπληξη». Ο ∆ηµητρός τρέχει, η Φιλίτσα του κλείνει τα µάτια µε ένα µαντίλι, τον οδηγεί σ’ ένα σηµείο και του λέει: «Με το τρία θα ανοίξεις τα µάτια σου. Ένα, δύο, τρία!». Ο ∆ηµητρός ανοίγει τα µάτια του και βλέπει έκπληκτος όλους τους συµµαθητές του µπροστά του. Είχε ξεχάσει ότι ήταν τα γενέθλιά του εκείνη την ηµέρα. Αλλά δεν ήταν µόνο αυτό. Η εκδροµή ήταν για τα γενέθλιά του. Ξαφνικά το βλέµµα του πέφτει στη στοίβα µε τα δώρα και τρέχει προς τα κει. Το καλύτερο όµως ήταν ότι είδε τον δάσκαλό του να γελάει. Όλα αυτά δεν τα ξέχασε ποτέ! Ταχµαζίδου Βαλεντίνα, Α4

Ήταν η πρώτη εκδροµή του ∆ηµητρού. Το πρωί σηκώθηκε νωρίς-νωρίς και ετοιµάστηκε γρήγορα να προλάβει. Νύσταζε πολύ, γιατί από τον ενθουσιασµό του δεν είχε κλείσει µάτι όλη νύχτα, αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε. Ξεκίνησε, λοιπόν, χαρωπός για το σχολείο. Στη µέση όµως του δρόµου θυµήθηκε ότι ο δάσκαλος


τους είχε πει όλοι να έχουν ένα καλαθάκι φαγητό. Πήρε ένα πανί λοιπόν και το ‘δεσε µε τέτοιο τρόπο, που έµοιαζε γεµάτο φαΐ. Μετά από λίγα λεπτά ήταν στο σχολείο. Ψυχή όµως δεν είδε και το πρώτο πράγµα που συλλογίστηκε ήταν: «Άργησα». ∆εν κρατούσε ρολόι πάνω του και κανένας γείτονας τριγύρω να ρωτήσει. ∆εν άντεχε! Θα τον έτρωγε η περιέργεια. Έτρεξε γρήγορα πίσω στο σπίτι. Ανέβηκε τις σκάλες, που πρώτη φορά του φάνηκαν τόσο πολλές, µε κόπο. Έφτασε στην κουζίνα. Κοίταξε το ρολόι. 7.00 η ώρα. Τώρα ακριβώς έπρεπε να είναι στο σχολείο. Πίνει λίγο νερό και τρέχοντας φτάνει στο σχολείο. Με ανακούφιση βλέπει πως όλοι είναι εκεί και πάει να συναντήσει τον Γιωργάκη, που, όπως πάντα παρατηρητικός, του λέει: «Πού είναι το καλαθάκι σου»; Ποπό! Άντε πάλι πίσω! Το είχε ξεχάσει στον πάγκο της κουζίνας, όπου είχε σταµατήσει να πιει νερό. Παρακάλεσε τον Γιωργάκη να καθυστερήσει για λίγο το λεωφορείο, µε αντάλλαγµα φυσικά. Τώρα, πιο γρήγορα από ποτέ, έτρεχε. Άρπαξε βιαστικά το καλαθάκι κι έτρεξε για το σχολείο. Ο Γιωργάκης ευτυχώς είχε καθυστερήσει το λεωφορείο. Μετά απ’ όλα αυτά, πέρασε πολύ καλά στην εκδροµή. Όντως ο δάσκαλος χαµογελούσε για πρώτη φορά και ούτε µια ξυλιά δεν έφαγε εκείνη την ηµέρα, πράγµα αξιοθαύµαστο για τον ∆ηµητρό που ήταν ζωηρό παιδί! Τζινίδη Κατερίνα, Α4

Ο ∆ηµητρός έφυγε από το σχολείο κατσουφιασµένος και στενοχωρηµένος! Μια κυρία τον ρώτησε γιατί δεν είναι σχολείο και αυτός της εξήγησε όλη την ιστορία. Αυτή συγκινηµένη τον προσκάλεσε σπίτι της για ένα γάλα και µερικά µπισκότα. Μόλις τελείωσε το γεύµα ο µικρός, η κυρία Κατερίνα - έτσι την έλεγαν του είπε πως πρέπει να πάει στη δουλειά της. Ο ∆ηµητρός τη ρώτησε πού δουλεύει από περιέργεια και αυτή του απάντησε στο Μεγάλο Πεύκο. Ο µικρός έκπληκτος πήρε το θάρρος και ρώτησε αν µπορεί να τον πάει σε µερικά πάρκα της περιοχής για να δει αν είναι εκεί οι συµµαθητές του. Η κυρία δέχτηκε και τον πήγε µε το αµάξι µέχρι εκεί! Στο δεύτερο πάρκο ο ∆ηµητρός είπε στην κυρία να σταµατήσει, γιατί είχε βρει την τάξη του. Άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε και πήγε να παίξει µε τους φίλους του…! Τσαβαρής Λευτέρης, Α4

…Με σκυµµένο το κεφάλι ο ∆ηµητρός πήρε τον δρόµο της επιστροφής, ώσπου κάποια στιγµή άκουσε έναν θόρυβο, ο οποίος ακουγόταν λίγα τετράγωνα µακριά. Έκπληκτος, όταν πήγε πιο κοντά, είδε το σχολικό µέσα στη µέση του δρόµου. Είχε πάθει λάστιχο η µια ρόδα, ενώ η άλλη είχε κολλήσει σε µια λακκούβα! Ο δάσκαλος όπως και τα υπόλοιπα παιδιά είχαν βγει από το σχολικό και προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς έγινε αυτό! Ο ∆ηµητρός είχε µείνει µε το στόµα ανοιχτό. Τόσες ετοιµασίες είχαν πάει χαµένες, διότι στο τέλος κανείς δεν πήγε εκδροµή! Καθόντουσαν όλοι µέσα στη µέση του δρόµου και περίµεναν µήπως εµφανιστεί κάποιος να τους βοηθήσει! Τσεσµελή Ευαγγελία, Α4

Ο ∆ηµητρός για µια ακόµα φορά ήταν πολύ λυπηµένος, γιατί δεν πήγε στην εκδροµή αυτή που τόσο επιθυµούσε. Έτσι γύρισε στο σπίτι του στενοχωρηµένος και κλείστηκε στο δωµάτιό του. Η µητέρα του τον ρώτησε το έχει κι εκείνος της τα διηγήθηκε όλα µε λεπτοµέρειες. Του είπε να µη στενοχωριέται για µια εκδροµή και τον γέµισε µε αισιοδοξία λέγοντάς του πως θα υπάρξουν και άλλες. Ο ∆ηµητρός, αφού το καλοσκέφτηκε, σταµάτησε να στενοχωριέται και άρχισε να ονειρεύεται την επόµενη εκδροµή του. Ένας µήνας πέ-


ρασε και ο διευθυντής τους ανακοίνωσε µε χαρά πως την επόµενη ∆ευτέρα θα πάνε εκδροµή. Τότε ο ∆ηµητρός σκέφτηκε τα λόγια της µητέρας του και είπε στον εαυτό του πως ποτέ δεν θα ξαναστενοχωρηθεί για ασήµαντα πράγµατα και πάντα θα βλέπει τη θετική πλευρά! Τσουµάνη Αρετή, Α4

Και τότε ξάφνου εµφανίστηκε ο διευθυντής του σχολείου, ο οποίος για κάποιον λόγο είχε ξεµείνει πίσω και φαινόταν πολύ θυµωµένος. Ο ∆ηµητρός ρώτησε τον διευθυντή τι συνέβη και αυτός του απάντησε πως καθώς ήταν έξω από το λεωφορείο και έδενε τα κορδόνια του, ο οδηγός γκάζωσε και τον άφησε πίσω. Του εξήγησε επίσης πως ήταν έξαλλος και πως, άµα έβρισκε τον οδηγό, θα τον έπνιγε µε τα ίδια του τα χέρια. Ο ∆ηµητρός τότε έκανε µερικά βήµατα προς τα πίσω και άρχισε να τρέχει γελώντας προς το σπίτι του! Τσίτος Σωτήρης, Α4

Ο ∆ηµητρός την επόµενη µέρα έφτασε στην ώρα του στο σχολείο, καλοντυµένος, µε την καθαρή ποδιά του, µε το φαγητό του και πάνω απ’ όλα αποφασισµένος να ξεχάσει την εκδροµή που έχασε. Κάθισε δίπλα στον φίλο του τον Πανούτσο και του εξήγησε τι είχε συµβεί. Αργότερα, όταν επέστρεψε στο σπίτι του, τον περίµενε µια έκπληξη από τη µαµά του για την εργατικότητά του· µια δεύτερη ποδιά για το σχολείο…! Τυρλής Γιάννης, Α4

Ο ∆ηµητρός έφτασε στο σχολείο, αλλά δεν βρήκε κανέναν. Τότε του ήρθε µια φαεινή ιδέα. Ανέβηκε σε ένα δέντρο, µήπως από κει δει κάτι. Ξαφνικά είδε στο βάθος το λεωφορείο, αλλά από τη χαρά του έπεσε κάτω και χτύπησε άσχηµα. Όταν επέστρεψαν τα παιδιά από την εκδροµή, ο ∆ηµητρός βρισκόταν ακόµα στο έδαφος τραυµατισµένος. Ο διευθυντής κάλεσε αµέσως ασθενοφόρο. Όλοι είχαν στενοχωρηθεί πολύ. Ευτυχώς όµως ο ∆ηµητρός έγινε γρήγορα καλά και επέστρεψε στο σχολείο δυνατός και αποφασισµένος στην επόµενη εκδροµή να είναι έτοιµος στην ώρα του… Φάνι Κλέισι, Α4

«…’Αργησα…», είπε ο ∆ηµητρός «Μην ανησυχείς. Πάρε το ποδήλατο του γιου µου, θα τους προφτάσεις. Πριν από δύο λεπτά έφυγαν», του φώναξε η γειτόνισσα από το παράθυρο. Ο ∆ηµητρός έκανε πετάλι όσο πιο γρήγορα µπορούσε, µέχρι που έφτασε σε ένα βενζινάδικο. Το λεωφορείο είχε σταµατήσει εκεί για καύσιµα. Ο ∆ηµητρός κατέβηκε γρήγορα από το ποδήλατο, καταϊδρωµένος, και έτρεξε προς το λεωφορείο. «Ανοίξτε µου, ανοίξτε µου… ο ∆ηµητρός είµαι», φώναζε. Η µπροστινή πόρτα άνοιξε και βγήκε ο δάσκαλος. Ήταν θυµωµένος, αλλά τον λυπήθηκε και του είπε να µπει µέσα! Φιλιππίδης Γιάννης, Α4

Ο ∆ηµητρός απογοητεύτηκε, θύµωσε και στενοχωρήθηκε. Αυτή την εκδροµή την περίµενε πολύ καιρό. Επέστρεψε σπίτι του σέρνοντας τα πόδια του. Κάθισε και σκέφτηκε· γιατί έπρεπε να αργήσει στο σχολείο, ειδικά τη σηµερινή µέρα; Γιατί δεν τον πήρε κι αυτόν το αυτοκίνητο; Τι λάθος είχε κάνει; Τώρα δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναγυρίσουν. Την επόµενη µέρα πήγε και βρήκε έναν συµµαθητή του και τον ρώτησε πώς πέρασαν στην εκδροµή. Εκείνος του απάντησε ότι δεν ήταν ωραία και ότι βαρέθηκε. Ο ∆ηµητρός του εξήγησε το πάθηµά του και από τότε φροντίζει να ξεκινάει πιο νωρίς από το σπίτι του, µαζί µε τους συµµαθητές του. Ειδικά όταν έχουν εκδροµή… Χλιαουτάκη Λαµπρινή, Α4

Ο ∆ηµητρός στενοχωρηµένος, αγέλαστος και σέρνοντας τα πόδια του, γύρισε σπίτι του. Καθώς άνοιγε την πόρτα, ακούει µια γνώριµη φωνή: «Εεε, ∆ηµητρό!».


Ήταν η Φιλίτσα, το κορίτσι που καθάρισε την ποδιά του για να πάει εκδροµή. «∆εν είσαι στην εκδροµή;», ρώτησε µε περιέργεια Ο ∆ηµητρός σκύβει το κεφάλι του και λέει «όχι»· ίσα που ακούστηκε «Όχι, άργησα», είπε πιο δυνατά. Η Φιλίτσα πιάνει τον ώµο του και του λέει λυπηµένη: «∆εν πειράζει, θα πας στην επόµενη. Έχει µείνει λίγο ψωµί από χτες· πάµε να µαζέψουµε και λίγες ελιές να φάµε». Ο ∆ηµητρός την ακολούθησε χωρίς να µιλήσει. Σε όλη διαδροµή προς το χωράφι µε τις ελιές εξακολουθούσε να µη µιλάει. Ο Φιλίτσα προσπάθησε να τον κάνει να µιλήσει, αλλά µάταια. Πήρε ο καθένας µια χούφτα ελιές και ξεκίνησαν για το σπίτι. «Φτάσαµε», είπε η Φιλίτσα και τρώει µια ζουµερή ελιά που είχε βάλει στο µάτι. «Άντε, κουνήσου», του λέει και τον σπρώχνει. Μοιράστηκαν το ψωµί, έφαγαν τις ελιές τους και άρχισαν να χασµουριούνται. «Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι», είπε ο ∆ηµητρός. «Κι εγώ θα µείνω µόνη µου τόσες ώρες που θα λείπουν οι δικοί µου;», λέει η Φιλίτσα κατσουφιάζοντας. «Σου υπόσχοµαι ότι θα έρθω το απόγευµα», της απάντησε ο ∆ηµητρός χαµογελώντας. Χαιρετήθηκαν και ο ∆ηµητρός πήγε προς το σπίτι του, περιµένοντας πώς και πώς να ξαπλώσει στο κρεβάτι του για να κοιµηθεί και να ξεχάσει αυτό που έγινε το πρωί. Χρηστούδη ∆ανάη, Α4

Ο ∆ηµητρός άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα µπορεί. Κάποια στιγµή άρχισε να κουράζεται. Τότε είδε στον ορίζοντα το λεωφορείο. Προσπάθησε να τρέξει, αλλά ήταν πολύ κουρασµένος. Κάθισε λίγο και µετά άρχισε πάλι να τρέχει. Επιτέλους έφτασε δίπλα από το αµάξι. Εξαντληµένος φώναζε µα δεν τον ακούγανε. Ξαφνικά όµως σταµάτησαν, γιατί ένα από τα λίγα φανάρια άναψε κόκκινο. Εκείνη τη στιγµή άρχισε να χτυπά την πόρτα. Ευτυχώς αυτή τη φορά τον είδαν και του άνοιξαν. Μπήκε µέσα και κάθισε µε ανακούφιση. Τότε όλοι τον ρώτησαν γιατί άργησε και ο ∆ηµητρός τους εξήγησε τι συνέβη. Όταν τελείωσε, το φανάρι είχε µόλις ανάψει πράσινο και συνέχισαν τον δρόµο τους… Χριστόπουλος Γιάννης, Α4

Ο ∆ηµητρός έφτασε µπροστά στο σχολείο. Είχαν µπει όλοι µέσα στο λεωφορείο και περίµεναν εκείνον. Η πόρτα έκλεινε και ο ∆ηµητρός άρχισε να φωνάζει: «Περιµένετέ µε…». Τελικά πρόλαβε. Μόλις µπήκε µέσα και τον βλέπει ο δάσκαλος, τον ρωτάει: «Γιατί η ποδιά σου είναι ζαρωµένη;». Ο ∆ηµητρός αρχίζει τις δικαιολογίες και ο δάσκαλος του λέει χαµογελαστά: «Εντάξει, δεν πειράζει». Ο ∆ηµητρός πρώτη φορά έβλεπε τον δάσκαλό του χαµογελαστό. Εκείνη τη στιγµή έρχεται κοντά του ο Πανούτσος και του λέει: «Είδες που στο έλεγα;». Εκείνη η µέρα θα του µείνει αξέχαστη! Ψωµάς ∆ηµήτρης, Α4


ΕΠΙΜΕΤΡΟ Κατίνα Παπά Η εκδροµή του ∆ηµητρού Σήµερα τα πράµατα ήτανε δύσκολα για το ∆ηµητρό. Η µητέρα του ερχότανε αργά, η γειτόνισσα έλειπε, σαπούνι δεν είχε, η ώρα έφευγε, κι ωστόσο αυτός, αύριο το πρωί στις εφτά έπρεπε να 'ναι έτοιµος, µε ποδιά καθαρή και το δεµατάκι µε το φαΐ του στο χέρι. Για το φαΐ δεν τον έµελλε και τόσο· «πού σε ξέρει ο άλλος τι τρως και τι δεν τρως»! Εκείνο που τον επείραζε ήτανε η ποδιά. - «Η συγκέντρωσις θα γίνει εις την αυλήν του σχολείου· θα έλθετε όλοι καθαροί και τακτικοί και µε το καλαθάκι σας ο καθείς µε το φαγητόν του». Και τα µάτια του δασκάλου, όταν έλεγε «θα έλθετε καθαροί», έπεσαν ακριβώς στην ποδιά του ∆ηµητρού. Αν η µητέρα του σχόλαινε ενωρίτερα, τι ανάγκη θα είχε; θα του καθάριζε ωραία την ποδιά του, κι αυτός πρώτος και καλύτερος θα 'φτανε αύριο στο σχολειό. Αλλά έλα που σχολούσε αργά απ' το εργοστάσιο, κι όσο να 'ρθει τόσο δρόµο στο σπίτι ενύχτωνε. Πότε θα πρόφτανε να την πλύνει; Κι αν δεν εστέγνωνε; 0 ∆ηµητρός άνοιξε διάπλατα τα µάτια του από αγωνία. Ήτανε ένας µήνας, που την περίµενε αυτή την εκδροµή, κι αν δεν επήγαινε, θα 'σκαζε. ∆εν επήγε ποτέ του εκδροµή, και του φαινόταν πολύ µεγάλο πράµα. Και µη δεν ήτανε κιόλας; ∆ένδρα, πράσινη γης, νερά τρεχούµενα, αγέρας, βουνό, ελευθερία. Τούµπες και πηδήµατα και φωνές, κι ο δάσκαλος εκεί µπροστά, να σε βλέπει και να µη λέει τίποτες· να µη σου τραβάει τ' αυτί και να µη σου µετράει δεκαοχτώ τσουχτερές χαρακιές στη σειρά απάνω στην παλάµη σου. Και το πιο παράξενο, να χαµογελάει! Μα αυτό ίσα ίσα ήτανε, που δεν το χωρούσε το κεφάλι του ∆ηµητρού, κι ας το λέγανε όλα τα παιδιά, που πήγανε και πέρσι εκδροµή µε το δάσκαλο. 0 Πανούτσος µάλιστα πήρε και όρκο. «0 δάσκαλος χαµογελάει! αλήθεια σου λέω, µα το σταυρό!» κι ο Πανούτσος φίλησε το σταυρό, που έκανε µε τα δάκτυλά του. «0 δάσκαλος χαµογελάει! τον είδαµε µε τα µάτια µας». Και ο ∆ηµητρός συλλογίστηκε το δάσκαλό του, που έµπαινε κάθε µέρα στην τάξη κατσουφιασµένος κι άγριος, σαν να τον έδερνε κάθε πρωί ο πατέρας του. ∆ε θυµάται να γέλασε ποτέ. - «∆ιατί εφόνευσεν ο Ηρακλής τας Στυµφαλίδας όρνιθας;» - «Για να γεµίσει προσκέφαλα µε τα πούπουλα», φώναξε ο Πανούτσος. Τα παιδιά γελάσανε, µα ο δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια του. Κατέβηκε άγριος από την έδρα κι έδωκε τέτοιο ξύλο στον Πανούτσο, που όλοι βουβάθηκαν. Μόνο µε το Ζακυθινό δε θυµώνει· θα πεις, αυτός είναι καλός µαθητής και τα λέει όλα µε τη σειρά: - «Και ο Θεός καταράστηκε τους πρωτοπλάστους και είπε στον Αδάµ να κερδίζει τον άρτον του µε τον ιδρώτα του προσώπου του». Τα φρύδια του δασκάλου ξεσούφρωσαν και το πρόσωπό του έγινε µαλακότερο. ...«κι εσύ φίδι, να είσαι καταραµένο και να σέρνεσαι εις τους αιώνες µε την κοιλίαν σου». «Και πώς περπατούσε πρωτύτερα;» ρώτησε ο καηµένος ο ∆ηµητρός, µα έφαγε κι αυτός της χρονιάς του. Και να σου ορκίζεται ο Πανούτσος, πως αυτός ο δάσκαλος αύριο θα χαµογελάει! Να το βλέπεις και να µη το πιστεύεις! Ωστόσο η ώρα περνούσε κι ο ∆ηµητρός δεν έβρισκε ησυχία, βγήκε στην αυλή και τράβηξε ίσια κατά τη γειτόνισσα. Μια µικρή κάθονταν στο κατώφλι και έτρωγε µε όρεξη το ψωµί της. -Φιλίτσα! ε, Φιλίτσα, φώναξε από µακριά· ήρθε η µητέρα σου;


Η µητέρα της Φιλίτσας ήτανε φίλη µε τη µητέρα του ∆ηµητρού και πολλές φορές τον φρόντιζε, όταν έλειπε η δική του. Μα για κακή του τύχη έλειπε σήµερα κι αυτή. -Τι τη θέλεις; ρώτησε η µικρή. -Το και το, διηγήθηκε ο ∆ηµητρός. -Μπα! και δε σου την πλένω εγώ την ποδιά σου; -Ξέρεις εσύ να πλύνεις ποδιά; Αυτό δα έλειπε τώρα να 'ξερε κι η Φιλίτσα να πλένει! Μα πάλε, πού ξέρεις! Αυτές οι κοπέλες είναι επιδέξιες· ξέρουνε τόσα πράµατα, που δεν τα ξέρουµε ‘µεις τα παιδιά! -Φέρ' την ποδιά σου και θα δεις! Ο ∆ηµητρός τ' αποφάσισε. Μια και δυο έβγαλε την ποδιά του και την παράδωκε στη Φιλίτσα. Εκείνη την πήρε σοβαρή και τράβηξε ίσια κατά τη βρύση. Αλλά η βρύση ήτανε κλειστή και δεν άνοιγε εύκολα. Μα κι ο ∆ηµητρός ήτανε άντρας· έδωσε, πήρε, την άνοιξε. -Εσύ να κρατάς την ποδιά κάτω από τη βρύση κι εγώ να την πλένω. Το νερό έτρεχε µε ορµή και τους πιτσίλιζε πατόκορφα, µα ποιος πρόσεχε σε τέτοια· κι οι δυο ήτανε βυθισµένοι στη δουλειά τους. Ύστερα τη στίψανε µέσα στις χούφτες τους και την κρεµάσανε σουφρωµένη στο σκοινί. Η Φιλίτσα από τον ενθουσιασµό της µοίρασε το ψωµί της µε το ∆ηµητρό και κάθισαν κι οι δυο στο κατώφλι. Η Φιλίτσα δεν πήγαινε ακόµα στο σχολείο κι ο ∆ηµητρός της έκανε το σοφό. Για να τη διασκεδάσει, της έκανε απόψε και το δάσκαλο. Σηκώθηκε ορθός, κορδώθηκε φουσκωτός, όσο µπορούσε, κι αφού έσφιξε τη µύτη του δυνατά µε τα δυο του δάχτυλα, για να πετύχει καλύτερα τη φωνή του δασκάλου, άρχισε να ξεφωνίζει: -Σιωπή, παρακαλώ! Σήµερον θα σας είπω διά τον τρίτον άθλον του Ηρακλέους, διά τον Ερυµάνθιον κάπρον Η Φιλίτσα το 'βρε πολύ διασκεδαστικό, όπως το 'λεγε µε τη µύτη ο ∆ηµητρός εκείνο το «ερυµάνθιον», έσφιξε κι αυτή τη µυτίτσα της και ξεφώνιζε: «ερυµάνθιον» ! «ερυµάνθιον» ! Μα σε λίγο κουράστηκε, άναψαν τα µαγουλάκια της, της πόνεσε κι η µύτη της και ξανακάθισε στο κατώφλι. Η µέρα έφευγε και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Ένα ένα άρχισαν να φαίνoνται τ' άστρια. -Και τι χρειάζονται, ∆ηµητρό, τ' άστρια; Σου το 'πε ο δάσκαλος; -Ο δάσκαλος; και τι ξέρει ο δάσκαλος απ' αυτά; Ο ∆ηµητρός άρπαξε πάλι τη µύτη του: «Οι αστέρες ανατέλλουσιν εξ ανατολών και δύουσιν εξ δυσµών», όχι, «και δύουσιν από δυσµών». Όχι, όχι, ούτε έτσι, στάσου να δεις πως το λέει: «οι αστέρες ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσµάς», µάλιστα, έτσι το λέει. -Και τι πα να πει «ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσµάς;» Εσύ το καταλαβαίνεις; -Εγώ λέω, που το σωστό είναι, πως µόλις νυχτώνει, ο Θεός ανάβει στον ουρανό ένα ένα τα λυχναράκια του, για να βλέπουν τα πουλάκια όλου του κόσµου να γυρίζουν στις φωλίτσες τους. Αυτά τα λυχναράκια του Θεού είναι τα άστρια. Και τα παιδιά, µε τα µάτια καρφωµένα στο βαθύ ουρανό, µετρούσαν τα «λυχναράκια», ώσπου απoκoιµήθηκαν. Την άλλη µέρα το πρωί βούιζε η γειτονιά από τα τσιρίσµατα, τις φωνές και τα γέλια των παιδιών που ανυπόµονα περίµεναν στην αυλή, πολύ πριν της ώρας. «Και πού τα βάζουν κάθε µέρα τα χέρια τους και τα πόδια τους αυτά τα παιδιά, που σήµερα δεν ξέρουν πού να τα οικονοµήσουν;», συλλογίζονταν µια νέα γυναίκα, που παρακολουθούσε από το παράθυρό της την ανησυχία των µικρών. Καθένας που έµπαινε δέχονταν τις φωνές και τα πειράγµατα των αλλωνών. -Ω! καλώς το Γιωργάκη! Τη νυχτικιά της νόνας σου σού ντύσανε σήµερα; Ο Γιωργάκης, που φορούσε µια πλατιά και µακριά άσπρη µπλούζα µ’ ένα λουρί στη µέση, κοκκίνισε όλος και σήκωσε τη µπλούζα του, για να τους δείξει, πως φορούσε και πανταλόνι. Τα περισσότερα παιδιά ήτανε µε τις ποδιές τους φρεσκοπλυµένες και φρεσκοσιδερωµένες, µα µερικά είχαν έρθει µε τις φορεσιές τους, κι αυτά τραβούσανε όλα τα πειράγµατα.


-∆ε σου πάει και άσκηµα το βρακί του πατέρα σου! Έλεγε ένα στεγνό ψηλό παιδί σ' ένα στρουµπουλό παιδάκι, που φορούσε ένα µακρύ και πλατύ πανταλόνι, που το έπνιγε. Εκείνο δεν εκατάλαβε και τον κοίταξε µ' απορία. Γιατί του έλεγε, πως ήτανε του πατέρα του, αφού ήτανε του αδερφού του τού µεγαλύτερου; Σε λίγο παρουσιάστηκε κι ο Πανούτσος, µα δεν ήτανε σαν πάντα γελαστός κι άταχτος. Μπήκε σοβαρός κι αµίλητος µ' ένα βαρύ καλαθάκι στο χέρι κι έδειχνε πως δεν έπαιρνε σήµερα από αστεία. Τράβηξε ίσια σε µια απόµερη γωνιά της αυλής και δε λάβαινε µέρος στις φωνές και στα πειράγµατα των παιδιών. Σήκωνε µε τρόπο το καπάκι του καλαθιού του, βουτούσε το χέρι του µέσα και ύστερα έγλειφε ένα ένα τα δάχτυλά του µε τη σειρά. Η µητέρα του τού είχε βάλει στο καλαθάκι κι ένα καλό κοµµάτι µπακλαβά κι ο νους του Πανούτσου ήτανε κολληµένος εκεί. Σε λίγο άνοιξε διάπλατη η βαριά ξύλινη πόρτα και φάνηκε το µεγάλο αυτοκίνητο, που θα τους έπαιρνε. Την ίδια ώρα παρουσιάστηκε κι ο δάσκαλος και παράγγειλε ν' ανεβούν. Τα παιδιά ξεχύθηκαν όλα µαζί και µε φωνές και γέλια πνιχτά στριµώχτηκαν, όπως µπορούσαν µέσα στ’ αυτοκίνητο· ο δάσκαλος πήδησε τελευταίος κοντά στον οδηγό και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Στην αρχή σιγά κι ύστερα µε ταχύτητα· ένα πυκνό σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από το δρόµο και σκέπασε τ' αυτοκίνητο που έφευγε ολοταχώς απάνω στο µακρύ ίσιο δρόµο όσο που χάθηκε. Την ίδια ώρα έφτανε λαχανιασµένος κι ο ∆ηµητρός, από την άλλη µεριά του δρόµου. Φορούσε την ποδιά του καθαρή, µα στριφτή και καταζαρωµένη, όπως την είχε απλώσει αποβραδίς η Φιλίτσα. Είχε πάρει και το ψωµί του στην τσέπη του· µα στο δρόµο συλλογίστηκε, που ο δάσκαλος τους είχε πει: «και ο καθένας µε το καλαθάκι του µε το φαγητόν του». Μη τον έβλεπε τώρα δίχως καλαθάκι και τον έστελνε πάλι στο σπίτι του; Ο ∆ηµητρός δεν έχασε καιρό· έβγαλε το µαντίλι του, τ' άπλωσε απάνω στο δρόµο, έβαλε µέσα το ψωµί του, το 'δεσε σεις τέσσερις άκρες και κρατώντας από τους κόµπους το δέµα του -τι δέµα, τι καλαθάκι το ίδιο έκανε -έτρεχε χαρούµενος κατά το σχολειό. Τώρα δεν του 'λειπε τίποτα. Τι ωραία, που θα περνούσε! Κανένας δε θα 'βλεπε το δέµα του. Έτσι που τα είχε καταφέρει στο δέσιµο, φαίνoνταν φουσκωτό σα να είχε του κόσµου τα πράµατα, ως και γλυκό µπορούσε να 'χε µέσα και φρούτα και τυρί. Έφτασε µπροστά στο σχολειό. Παναγία µου! η πόρτα ήτανε κλειστή από πάνω ως κάτω! και µια τέτοια ησυχία, που όµοιά της δεν είχε καταλάβει ποτέ ο ∆ηµητρός. Σαν να πέθανε µονοµιάς όλος ο κόσµος και ν' απόµεινε αυτός µοναχός του. Επάγωσε κι η πνοή του επιάστηκε. Κοίταξε γύρω του· κανείς! Μόνο η γειτόνισσα στέκονταν ακόµα στο παράθυρο και τον είδε. -Άργησες! του φώναξε από το παράθυρο. -Άργησα... είπε κι ο ∆ηµητρός.


Η Κατίνα Παπά γεννήθηκε στο χωριό Γιαννιτσάτες στη Βόρειο Ήπειρο. Εκεί πέρασε τα παιδικά και µέρος των εφηβικών χρόνων της. Αργότερα η οικογένεια Παπά κατέφυγε στην Κέρκυρα, όπου η Κατίνα τέλειωσε την Ιόνιο Ακαδηµία µε άριστα και τιµήθηκε µε το µετάλλιο World Douglas. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών και στη συνέχεια διορίστηκε καθηγήτρια στην Κέρκυρα. Εκεί, µε την Ειρήνη ∆ενδρινού και τον «Λογοτεχνικό Όµιλο» εξέδωσαν την «Κερκυραϊκή Ανθολογία», στην οποία συνεργάστηκαν γνωστοί συγγραφείς και ποιητές, ανάµεσά τους και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Αργότερα, φοίτησε για δυο χρόνια στη νεοϊδρυθείσα Παιδαγωγική Ακαδηµία Αθηνών, έχοντας δασκάλους τον ∆ελµούζο, τον Γληνό και τον Τριανταφυλλίδη. Μετεκπαιδεύτηκε στην Αυστρία (1930-1932), το Μόναχο και το Βερολίνο (1938-1939), µε υποτροφίες του Υπουργείου Παιδείας και ειδικεύτηκε στην Ψυχολογία και τη Θεραπευτική Αγωγή. Στη Βιέννη παρακολούθησε µαθήµατα του Alfred Adler, ιδρυτή της Ατοµικής Ψυχολογίας. Το 1933 παρακολούθησε σχολικά προγράµµατα για παιδιά µε ειδικές ανάγκες στην Ιταλία. Μετά την επιστροφή της στην Αθήνα εργάστηκε στο Στ΄ Γυµνάσιο Θηλέων, όπου ίδρυσε τον πρώτο Παιδαγωγικό Συµβουλευτικό Σταθµό, που λειτούργησε από το 1933 και ως την παραίτησή της το 1954. Στον χώρο της λογοτεχνίας εµφανίστηκε το 1935 µε τη συλλογή διηγηµάτων «Στη συκαµιά από κάτω», η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδηµία Αθηνών. Η δεύτερη συλλογή της έχει τίτλο «Αν άλλαζαν όλα». Κι αυτό το βιβλίο της απέσπασε ευνοϊκότατα σχόλια από την κριτική. «Αλήθεια, σας ζηλεύω», της έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης. «Τι ζωντάνια, τι ευαισθησία και χάρη, τι ταύτιση σκοπού και πραγµατοποίησης!». Τη χρονιά που πέθανε η Κατίνα Παπά, το 1959, εκδόθηκε το αυτοβιογραφικό της µυθιστόρηµα «Σ’ ένα γυµνάσιο θηλέων». Την έκδοση των έργων της ανέλαβε και πραγµατοποίησε το 1963 η αδελφή της, η ζωγράφος Αγλαΐα Παπά.


Ο µικρός ∆ηµητρός περιµένει µε λαχτάρα την πρώτη σχολική εκδροµή. «Ήτανε ένας µήνας, που την περίµενε αυτή την εκδροµή, κι αν δεν επήγαινε, θα 'σκαζε. ∆εν επήγε ποτέ του εκδροµή, και του φαινόταν πολύ µεγάλο πράµα. Και µη δεν ήτανε κιόλας;».

Τα παιδιά διάβασαν το διήγηµα της Κατίνας Παπά. Το τέλος όµως δεν ήταν αυτό που περίµεναν τα περισσότερα. Έτσι αποφάσισαν να δώσουν το δικό τους τέλος στην ιστορία του µικρού ∆ηµητρού…

Η ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΥ  

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΔΙΝΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΥ (ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΙΝΑΣ ΠΑΠΑ)

Advertisement