Page 1


ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ Έρωτας που Κυλάει Δε Χορταριάζει ΜΑΙΡΗ ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ Χίλιες Ζωές Απόψε ΜΗΤΣΗ ΒΑΛΑΚΑ Μυστήριο Πράγµα ο Έρωτας ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Βαθύ Βελούδινο Σκοτάδι ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΝΑΝΕΔΑΚΗ Για Έναν Άντρα ΜΑΡΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ Για Όλα Υπάρχει Λόγος


ΓΙΩΤΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Η ΚΥΝΗΓΟΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ


Tο βιβλίο αυτό αποτελεί φανταστικό δηµιούργηµα. Tα ονόµατα, οι χαρακτήρες, τα περιστατικά, οι ιδεολογίες ή οι θεσµοί που περιγράφονται, υπαινίσσονται ή αναφέρονται είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα ή χρησιµοποιούνται σε φανταστικό πλαίσιο. Oποιαδήποτε οµοιότητα µε πραγµατικά γεγονότα, πολιτικά και θρησκευτικά συστήµατα ή πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, είναι τελείως συµπτωµατική.

Σειρά: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Tίτλος: Η ΚΥΝΗΓΟΣ Συγγραφέας: ΓΙΩΤΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Γλωσσική επιµέλεια: ΑΝΤΑ ΚΑΣΑΠΑΚΗ Copyright © Γιώτα Στεφάνου Copyright © 2013: EKΔOTIKOΣ OPΓANIΣMOΣ ΛIBANH ABE Σόλωνος 98 – 106 80 Aθήνα. Tηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791 http://www.livanis.gr Aπαγορεύεται η αναδηµοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, µερική ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχοµένου του βιβλίου µε οποιονδήποτε τρόπο, µηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούµενη γραπτή άδεια του εκδότη. Nόµος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Eλλάδα. Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισµός Λιβάνη ISBN 978-960-14-2618-1


Στα παιδιά µου, Κωνσταντίνο, Στέλλα και Αρετή


1

ΦΥΣΟΥΣΕ ΑΓΡΙΑ. Η τέντα της µπροστινής βεράντας είχε ήδη σκιστεί, τα παράθυρα έτριζαν. Μια µπαλκονόπορτα άνοιξε αναπάντεχα και, µέσα σε δευτερόλεπτα, µια λίµνη βροχής σχηµατίστηκε στο παρκέ του σαλονιού. Έξω, το σπίτι του σκύλου αναποδογύρισε. Ευτυχώς δεν υπήρχε πια σκύλος. Το λαµπραντόρ είχε πεθάνει εδώ και καιρό από λευχαιµία, µια πολύ αριστοκρατική έκδοση σκυλίσιου θανάτου – όπως είχε αποφανθεί η Μπέλλα. Ο καιρός που είχε αφηνιάσει, µαζί µε το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο, γραµµένο σε χαρτί από ένα σηµειωµατάριο του «Four Seasons», έδιναν µοιραίο χαρακτήρα στο απόγευµα. Ένα τέτοιο απόγευµα θα επέλεγε ο Βαν Γκογκ για να κόψει το αφτί του και η Καρένινα για να πέσει στις ράγες του τρένου. Αυτός ο µουσκεµένος καιρός ταίριαζε µε κάθε είδους τραγωδία. Στριφογυρνούσα στα δωµάτια, ακόµη σοκαρισµένη, ενώ το διαµέρισµα τρανταζόταν από τους κεραυνούς – τόσο δυνατά, που για µια στιγµή φοβήθηκα πως ολόκληρο το σπίτι θα αποκολληθεί από την πολυκατοικία, έτσι όπως ξεφεύγει ένα καπέλο από το κεφάλι κάποιου απρόσεκτου. Από τη µεγάλη τζαµαρία του σαλονιού µπορούσα να δω τη βροχή, που έπεφτε κάθετα και δυνατά και που, χωρίς κανένα έλεος, χωνόταν σχεδόν µέσα µου και µε µούσκευε και µένα. Ένιωθα σαν βρεγµένο µπισκότο, παπαριασµένη, αδύναµη και εύθρυπτη. Ξαναγύρισα στην κουζίνα. Ξανακοίταξα το σηµείωµα. Έγραφε: Δεν µπορώ άλλο να είµαι δυστυχισµένος, φεύγω!

Ο γραφικός χαρακτήρας δήλωνε κάποιο δυναµισµό και η χρυσή γιρλάντα του σηµειωµατάριου περικύκλωνε το µήνυµα δίνοντας µια επίσηµη νότα στην απόφαση. Η λέξη «φεύγω» ήταν υπογραµµισµένη δύο φορές. Το κάθαρµα! Ξέρει να βυθίζει βαθιά το µαχαίρι... Τον φαντάστηκα να γράφει αυτό το σηµείωµα χαρωπός, µασώντας ίσως τσίχλα, µε την ανυποµονησία που δείχνουν τα παιδιά όταν ετοιµάζονται να κάνουν µια σκανδαλιά. Του άρεσε να είναι απρόβλεπτος, ηδονιζόταν όταν σου την έφερνε πισώπλατα – αυτό εξάλλου ήταν και το µυστικό της επαγγελµατικής του επιτυχίας. Περπάτησα στο διάδροµο, το πανωφόρι µου ακόµη έσταζε, είχα επιστρέψει από µια εικοσιτετράωρη εφηµερία στο νοσοκοµείο, ήµουν κουρασµένη, µε πρησµένα από την ορθοστασία πόδια. Μπαίνοντας, είχα φωνάξει «Αγάπη µου, γύρισα», µε τη βλακώδη προσµονή της γυναίκας που νοµίζει πως ξαναβρίσκεται στο λιµάνι της καρδιάς της. Το σπίτι ήταν άδειο και τακτοποιηµένο, κι ένα φωτιστικό, που είχε ξεχαστεί αναµµένο πάνω στο γραφείο, έφεγγε σαν κερί πάνω σε τάφο. Πριν καλά καλά µάθω τα νέα, πριν διαβάσω το σηµείωµα, µε είχε ήδη χτυπήσει καταπρόσωπο µια αίσθηση εγκατάλειψης. Ένιωσα τα δόντια µου να κροταλίζουν, όπως κάθε φορά που µε κατέκλυζαν άσχηµα προαισθήµατα· είχα πάντα ταλέντο σ’ αυτό, στο να οσµίζοµαι τον κίνδυνο. Το σηµείωµα ήταν


στερεωµένο πάνω στο ψυγείο µε ένα γελοίο µαγνητάκι, που είχε χαραγµένο πάνω του: «Αφού µπορούµε να στείλουµε έναν άντρα στο φεγγάρι, γιατί δεν τους στέλνουµε όλους;» Γνωρίζοντάς τον, ήµουν απόλυτα σίγουρη για τη διεστραµµένη ευχαρίστηση που θα αντλούσε από την πράξη του τη στιγµή ακριβώς που θα στερέωνε το συγκεκριµένο σηµείωµα µε το συγκεκριµένο µαγνήτη. Οι παραδοξολογίες τού έφτιαχναν πάντα το κέφι, κι εκείνος ο µαγνήτης ήταν ο τρόπος του να µου βγάλει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Δεν του έφτανε που µου ξερίζωνε την καρδιά, ήθελε και να το διασκεδάσει. «Κωλόπαιδο!» είπα σφυριχτά µέσα από τη γλώσσα µου, όµοια µε έχιδνα που χύνει δηλητήριο. Μπήκα στην κρεβατοκάµαρα και άνοιξα τις ντουλάπες. Θα ήθελα πολύ να πετάξω από το παράθυρο τα κοστούµια του πάνω στα βρεγµένα πεζοδρόµια, αλλά τα ρούχα του είχαν εξαφανιστεί. Οι άδειες κρεµάστρες κουνήθηκαν από την ορµή µου µε λίγο µακάβριο τρόπο. Τον είδα µε τη φαντασία µου κρεµασµένο από µια αγχόνη µε τη γλώσσα του µπλαβιά, σφηνωµένη στα δόντια του και αισθάνθηκα µια µορφή αποσυµπίεσης, ένα ξαλάφρωµα. Μετά άρχισα να ψάχνω ήρεµα τα συρτάρια. Είχε πακετάρει τα πάντα, δεν υπήρχε ούτε µια κάλτσα, ούτε ένα µποξεράκι, όλα µα όλα είχαν κάνει φτερά. Ακόµη και η ρακέτα του τένις. Ξεντύθηκα πετώντας τα ρούχα µου στο πάτωµα και µπήκα στο µπάνιο. Α, µάλιστα, είχε πάρει ακόµη και το αντιπιτυριδικό σαµπουάν. Ένιωσα την καρδιά µου να γδέρνεται από τα οστά του θώρακα και για λίγο έβαλα τα κλάµατα. Άρχισα να λούζοµαι, µε το νερό του ντους να πέφτει κατάµουτρα, και ξαφνικά έγινα ψύχραιµη και διαυγής. Ήταν Παρασκευή, δεν είχε εκποµπή, προφανώς η κίνησή του είχε επί τούτου γίνει Σαββατοκύριακο, ώστε να µην έχω τη δυνατότητα να ανιχνεύσω τη διάθεσή του µέσα από την οθόνη. Ήξερε πως ήµουν αρκετά εγωίστρια για να µην του τηλεφωνήσω. Αλλά ήθελε και να µου στερήσει τη χαρά να τον κατασκοπεύσω. Θα µου αρκούσε να δω τη φάτσα του για ένα δευτερόλεπτο στην ΤV για να καταλάβω αν ήταν ευχαριστηµένος, αν ήταν µετανιωµένος, αν ήταν θλιµµένος. Θα έπρεπε να περιµένω ως τη Δευτέρα το βράδυ. Βγήκα και τυλίχτηκα στο µπουρνούζι µου. Το δικό του έλειπε. Κάθαρµα, κάθαρµα, κάθαρµα, επανέλαβα ρυθµικά µέσα µου. Πήγα στην κουζίνα κι άρχισα να τρώω όρθια στον πάγκο. Πεινούσα σαν τρελή. Καλό σηµάδι, σκέφτηκα µε µια δόση περηφάνιας. Ενώ µασουλούσα, έµεινα για λίγο µετέωρη. Φαντάστηκα τη ζωή µου µετά απ’ αυτόν. Το νοσοκοµείο, τα άδεια απογεύµατα στο σπίτι, τη συµπόνια των φίλων («Μα στ’ αλήθεια χωρίσατε;»), τα θλιβερά στηµένα ραντεβού µε καινούριους άντρες. Με άντρες που θα µπορούσαν να φοράνε αθλητικές κάλτσες µε µοκασίνια, που θα κάνανε βαρετές συζητήσεις, που θα µε ψαχούλευαν άγαρµπα στο τέλος της βραδιάς µετά το δείπνο σε κάποιο καλοβαλµένο εστιατόριο. Με κατέκλυσαν µνήµες απ’ όλα τα αποτυχηµένα µου ραντεβού. Εκείνος ο τύπος που είχε κατά λάθος καταπιεί το σκουλαρίκι µου την ώρα που µου πιπίλαγε το αφτί. Ο άλλος, που λίγο πριν µε φιλήσει πήρε τηλέφωνο τη µαµά του για να πει πως θα αργήσει. Η ανάµνησή τους µε φρίκαρε. Σκέφτηκα πως θα µπορούσα να τηλεφωνήσω στον Κώστα παριστάνοντας την ανυποψίαστη: «Είµαι ακόµη στο νοσοκοµείο, πάµε για ένα ποτό;» Ίσως να είχε ήδη µετανιώσει. Θα ερχόταν, θα έβαζε τα πάντα πίσω στη θέση τους. Θα πετούσε το σηµείωµα. Ούτε γάτα ούτε ζηµιά. Αναζωογονηµένη, έχωσα το χέρι µες στην τσάντα µου για να βρω το κινητό. Καµία εισερχόµενη κλήση, κανένα µήνυµα.


Εκσφενδόνισα το τηλέφωνο πάνω στον πάγκο, µε κίνδυνο να το σπάσω. Όχι, δε θα του έκανα το χατίρι. Δε θα του πρόσφερα άλλοθι. Αν ήθελε να γυρίσει, ας το έκανε ταπεινωµένος. Σήκωσα το πιγούνι, σε µια κίνηση ανασυγκρότησης, σαν να ήταν κι αυτός δίπλα µου στην κουζίνα και µε έβλεπε. Δευτερόλεπτα µετά, ήµουν πάλι χαµένη στην απελπισία, αποδιοργανωµένη, ένα µολύβι που είχε ξεχάσει τι ήθελε να γράψει. Τι θα έκανα από δω και µπρος; Θα µπορούσα να πάρω ένα ηρεµιστικό και να ξεραθώ στο κρεβάτι, µπλοκάροντας έτσι και την πιθανότητα να του τηλεφωνήσω. Για ένα οκτάωρο θα ήµουν αξιοπρεπής και ασφαλής, χωµένη στον ύπνο µου. Στο διάστηµα αυτό εκείνος µπορεί να «έσπαγε», να τηλεφωνούσε ή ακόµη και να γύριζε, γιατί όχι; Θα µε έβρισκε κάτω από το πάπλωµα, να κοιµάµαι ανέµελα. Τι σοκ για τον εγωισµό του... Θα µπορούσα να τηλεφωνήσω στη Ζέτα για να βγούµε. Σ’ ένα µπαρ, κάπου... Όχι στο στέκι του πάντως. Θα φορούσα το µαύρο κολλητό µου φόρεµα, ένα στρινγκ, καµιά ζαρτιέρα. Θα ερχόµουν στο σπίτι µετά απ’ αυτόν, στο µεταξύ εκείνος θα είχε µετανιώσει. Θα είχε βάλει στη θέση του ακόµη και το αντιπιτυριδικό σαµπουάν, θα µε περίµενε κάτω από τα σκεπάσµατα σαν λουφαγµένος σκύλος. Εγώ θα γδυνόµουνα αγέρωχη, η ανάσα µου θα µύριζε αλκοόλ και, ίσως, το φιλί ενός ξένου άντρα. Εκείνος θα έλεγε: «Δε φαντάζοµαι να το πήρες στα σοβαρά;» Κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. Ξαφνικά, ένα τράνταγµα, ένας κεραυνός, µια διακοπή ρεύµατος. Έµεινα στα σκοτεινά µε το συναγερµό να χτυπάει εφιαλτικά, και µετά να τρέχω µέσα σ’ ένα γκρίζο σκοτάδι, µε το µπουρνούζι µου να χάσκει και τα δυο µου στήθη να αναπηδάνε αλαφιασµένα, έτσι γυµνά, να ανοιγοκλείνω ψαχουλεύοντας συρτάρια για να βρω κεριά, πανικόβλητη, σαν την Τζέσικα Λανγκ στο Φράνσις, εκεί που υποδύεται την ηθοποιό που έχει σαλτάρει. Όταν τα φώτα άναψαν, µε χτύπησε η κακόγουστη πολυτέλεια του διαµερίσµατος. Στένεψα τα µάτια και κοίταξα µε κριτική µατιά το χώρο. Αν επέµενε στην απόφασή του και δε γύριζε, θα άλλαζα διακόσµηση. Οπωσδήποτε. Θα εξαφάνιζα κάθε ίχνος του γούστου του, που ήταν φαντεζί και χωρίς ποιότητα, όπως άλλωστε και ο ίδιος. Έκανα µεταβολή και ντύθηκα στα γρήγορα. Ένιωθα το στοµάχι µου δεµένο φιόγκο. Σχεδόν άκουγα τα γαστρικά µου υγρά να ορµούν στα τοιχώµατά του, µε απανωτά σπλατς σπλατς, κύµατα που µαστίγωναν µια παραλία. Έλκος του στρες το αποκαλεί η ιατρική. Είκοσι χρόνια άγχους δεν είχαν καταφέρει να τρυπήσουν το στοµάχι µου, εκείνο το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο όµως θα µπορούσε. Άνοιξα το µικρό φαρµακείο και έριξα στο στόµα µου ένα αντιόξινο. «Το να νικηθείς», έλεγε ο Ναπολέοντας, «είναι επιτρεπτό, το να αιφνιδιαστείς είναι ανεπίτρεπτο». Εγώ είχα αιφνιδιαστεί. Είχα κάνει δηλαδή το µεγαλύτερο λάθος που µπορείς να κάνεις στον πόλεµο. Άρχισα αναδροµικά να ανασκαλεύω τα γεγονότα της προηγούµενης βδοµάδας, µήπως βρω κάποια στοιχεία που είχα ίσως αγνοήσει. Τι είχε φταίξει; Υπήρχε άλλη; Λες να µε είχε εγκαταλείψει για µια άλλη γυναίκα; Ένας νέος πόνος στο στοµάχι µε δίπλωσε στα δύο. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και περίµενα να φύγει. Εντελώς ανόητα, µίλησα δυνατά στον εαυτό µου, σαν να ήταν έξω από µένα, χρησιµοποιώντας λόγια από την επαγγελµατική µου ζωή: «Ηρεµήστε. Ο πόνος σε λίγο θα περάσει. Το χάπι θα σας ανακουφίσει». Μιλούσα σε πληθυντικό, µε καθησυχαστικό ύφος. Είχα φλιπάρει τελείως.


Σηκώθηκα όρθια κι άρχισα µανιασµένα να ρίχνω ρούχα σε µια βαλίτσα. Ήµουν τόσο µπλοκαρισµένη, που πήρα µαζί µου και µαγιό ενώ διανύαµε το Δεκέµβριο. Τσέκαρα χωρίς ιδιαίτερη επιµέλεια τα παραθυρόφυλλα και τις ηλεκτρικές συσκευές και σφάλισα την πόρτα ασφαλείας. Κατέβηκα στο δρόµο. Ο αέρας είχε κοπάσει, το αυτοκίνητό µου άστραφτε φρεσκοπλυµένο από τη βροχή. Μπήκα κι έβαλα µπρος µε µια αίσθηση θριάµβου. Δε θα καθόµουνα σαν γυναικούλα να καταπίνω τις µύξες µου. Η βραδιά ήταν σκοτεινή και οδηγούσα προσεκτικά. Οι δρόµοι ήταν άδειοι, τόσο ώστε κάποια στιγµή βαρέθηκα και άρχισα να σχηµατίζω για πλάκα οχτάρια µε τις ρόδες, φρενάροντας πού και πού απότοµα. Μετά µαζεύτηκα, δεν ήταν ώρα να σκοτώσω κανένα σκύλο. Άνοιξα το ραδιόφωνο. «Η ώρα είναι δέκα», µε πληροφόρησε µια φωνή.


2

Τι πρέπει να αναζητήσει το θηλυκό που προσπαθεί να διαλέξει καλά γονίδια για να συνδυάσει µε τα δικά της; Ένα από τα πράγµατα που θέλει είναι ενδείξεις ικανότητας επιβίωσης. Το Εγωιστικό Γονίδιο, ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΝΤΟΚΙΝΣ[1]

ΒΓΗΚΑ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ. Οδηγούσα γρήγορα, όπως πάντα. Χρόνια πριν, όταν προσπαθούσα να πάρω το δίπλωµα οδήγησης, είχα ένα δάσκαλο που µε εκπαίδευε. Ήταν ένα στρυφνό γεροντοπαλίκαρο, πολύ προσηλωµένο στο να µου µάθει τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Όποτε πατούσα υπερβολικά το γκάζι, κοκκίνιζε σαν ντοµάτα από το ζόρι, έτσι όπως συµβαίνει στα καρτούν, και µου έδινε την εντύπωση πως συγκρατιόταν για να µη µου τις βρέξει. «Είσαι γκαζού... κι αυτό είναι κακό», µου έλεγε, κάνοντας µια σφιγµένη γκριµάτσα, ακριβώς όπως θα έκανε καθισµένος στη λεκάνη της τουαλέτας του. Εκείνο το βράδυ, καθώς έτρεχα στην Εθνική, προσπερνώντας τεράστιες φωτεινές επιγραφές που προειδοποιούσαν «Στα επόµενα χιλιόµετρα συµβαίνουν πολλά ατυχήµατα», ξαναθυµήθηκα το δάσκαλο οδήγησης και τις ατάκες του: «Ο νέος οδηγός είναι ψαρωµένος και δεν ξεθαρρεύει, ο παλιός οδηγός είναι εκείνος που σκοτώνεται. Και ξέρεις τι; Ό,τι ισχύει στην οδήγηση ισχύει και στη ζωή!» Ο καιρός δεν έλεγε να µαλακώσει. Η υγρασία περνούσε µέσα στο αυτοκίνητο και έκανε τις αρθρώσεις µου να τρίζουν. Έσφιξα τα χέρια µου στο τιµόνι κι ένιωσα τα δάχτυλα µαγκωµένα, σαν γριάς που πάσχει από αρθρίτιδα. Ορίστε, σε λίγο θα ’ρθουν και τα νοσήµατα φθοράς, σκέφτηκα ενοχληµένη. Πόσες πιθανότητες υπήρχαν να αντικαταστήσω τον Κώστα; Όχι πολλές. Ήµουν τριάντα εφτά χρονών, συνοµήλική του, και στο µέτωπό µου ήδη είχα αρχίσει να µετράω ρυτίδες. Τις ρυτίδες που µε είχαν ένδοξα στεφανώσει ενώ έσωζα ανθρώπους στα χειρουργεία – άραγε τις µετρούσε κι αυτός; Κάτω από τα µάτια µου είχαν θρονιαστεί σακούλες κούρασης. Ναι, έφταιγαν τα ξενύχτια, οι εφηµερίες, ποτέ δεν κοιµόµουν οκτάωρα, τι περίµενα λοιπόν; Επιπλέον, είχα αφεθεί στην ατηµελησιά της χρόνιας σχέσης. Σπάνια πήγαινα στο κοµµωτήριο, για γυµναστήριο ούτε λόγος. Τις προάλλες, ενώ ήµουν στο ντους, εισέβαλε ο Κώστας στο µπάνιο. «Για όνοµα του Θεού!» είχε πει. «Ξύρισε επιτέλους τα πόδια σου! Η Τζένη στη δουλειά κάνει λέιζερ παντού. Παντού, αν µε εννοείς...» Ήµουνα µια γυναίκα αφάνταστα απασχοληµένη, έπρεπε και να αποψιλώνοµαι σαν πορνοστάρ; Ναι, δίκιο είχε ο Ναπολέοντας, είχα αιφνιδιαστεί: δε φρόντιζα να αποτριχώνω µε επιµέλεια το τρίχωµα της ήβης. Οι τρίχες πετάγονταν σαν αυθάδικα συρµατοπλέγµατα εµποδίζοντας την «απεριόριστη θέα». Ωστόσο, είχα και τα πλεονεκτήµατά µου: ήµουν φυσική ξανθιά και τα


στήθη µου ήταν σφιχτά σαν δύο ροζ λεµόνια. Βοηθούσαν και οι ορµόνες της εξωσωµατικής σε αυτό, φουσκώνανε τις ωοθήκες, φουσκώνανε το στήθος... Ένιωσα πάλι ένα κάψιµο στο στοµάχι. Εκείνες οι εποχές, µε τις ατέλειωτες επισκέψεις στους γυναικολόγους, είχαν µαρκάρει το γάµο µας. Μας είχαν δέσει µε µυστικά, έτσι όπως δένονται δύο µέλη της ίδιας κλειστής αίρεσης. Τον πρώτο καιρό κάναµε συνέχεια σεξ. Ο Κώστας ορµούσε πάνω µου και εκσπερµάτωνε βίαια στη µήτρα, λες και µια εγκυµοσύνη θα επιβεβαίωνε την απόλυτη εξουσία του πάνω µου. Κούνησα το κεφάλι για να σβήσω την ανάµνηση και άνοιξα τέρµα το ραδιόφωνο. Το αυτοκίνητο κατάπινε τα χιλιόµετρα σαν γιγάντιο πάκµαν, κι αυτό µου έδινε χαρά. Πάντα µε ξετρέλαιναν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια – σηµάδι της ανταγωνιστικής φύσης µου, έλεγε ο Κώστας. Έξω από την Πάτρα, βυθίστηκα σε µια αόριστη απελπισία. Νύσταζα και πεινούσα και ξαφνικά το ταξίδι µού φάνηκε χωρίς νόηµα. Πριν περάσω τη γέφυρα, πέτυχα στο δρόµο ένα ξενυχτάδικο. Η ταµπέλα πάνω από την είσοδο αναβόσβηνε: «Πάρ’ το και Φύγε». Τι σκερτσόζικο όνοµα, σκέφτηκα, και σταµάτησα. Πάρκαρα στο άδειο πάρκινγκ κι έριξα µια µατιά στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Η φάτσα µου, αγριεµένη και σοβαρή, µε τρόµαξε. Έψαξα στην τσάντα µου για κραγιόν και βρήκα ένα σε µοβ χρώµα, που έβαψε ακόµη πιο πένθιµα το πρόσωπό µου. Τυλίχτηκα στο στρατιωτικό µου πανωφόρι και βγήκα από τ’ αµάξι σαν να έκανα απόβαση στη Νορµανδία. Το µαγαζί ήταν άδειο. Με υποδέχτηκε ένας τύπος, ψηλός και συµπαγής. «Θα καθίσετε ή θα πάρετε κάτι για το δρόµο;» Παρήγγειλα ένα αναψυκτικό. Κάθισα στην άκρη του µαγαζιού, δίπλα στην τζαµαρία. «Ταξίδι για αναψυχή ή για δουλειές;» ρώτησε ενώ άφηνε το ποτήρι µπροστά µου. «Και για τα δύο», είπα. «Τι επαγγέλλεσθε, αν µου επιτρέπετε;» «Είµαι γιατρός», απάντησα βαριεστηµένα. «Τι γιατρός;» «Χειρουργός». «Αλήθεια;» έκανε έκπληκτος. «Δε σας φαίνεται...» Άρπαξε κοντά του µια καρέκλα. Κάθισε ανάποδα, µε τα χέρια σταυρωµένα στη ράχη της. «Ναι», κατέληξε, «καθόλου δε σας φαίνεται. Είστε τόσο νέα. Και τόσο όµορφη...» «Όµορφη εγώ; Ε, όχι δα!» γέλασα. «Ναι, όµορφη», επέµεινε, µε τα µάτια καρφωµένα ίσια πάνω µου. Όµορφη; Κοίταξα τριγύρω για να αποφύγω το βλέµµα του. Τον πάγκο µε τα µεταλλιζέ τελειώµατα, τα ψευτοσατέν τραπεζοµάντιλα των τραπεζιών, τα φώτα της Εθνικής έξω... Ένα χριστουγεννιάτικα στολισµένο καραβάκι αναβόσβηνε ζωηρά. «Στολίσατε καράβι, βλέπω», σχολίασα σε επιδοκιµαστικό τόνο. «Εµ, τι, έλατο θα στόλιζα; Ας στολίσουν έλατα στην Ελβετία. Εδώ στην Ελλάδα, µέσα στην Πάτρα, δίπλα στη θάλασσα, είναι ανορθογραφία να στολίζεις δέντρο. Καλά δε λέω;» «Καλά τα λέτε». Ξερόβηξα για να βάλω τέλος στη συζήτηση. «Θα µου φέρετε το


λογαριασµό, παρακαλώ;» «Φεύγετε; Γιατί δεν κάθεστε λίγο ακόµη; Κερνάω ένα δεύτερο». Συµφώνησα, χωρίς λέξεις. Ανασηκώθηκε. Χάθηκε στην κουζίνα. Βγήκε κρατώντας δύο ποτήρια. Είδα το σώµα του να κινείται προς το µέρος µου βαριά, µε µια κίνηση µασίφ. Σαν ένα αργό, ογκώδες άρµα µάχης. Τι δυνατό κορµί! «Θα πιω κι εγώ µαζί σας Κόκα Κόλα. Αραιωµένη όµως µε λίγο ουίσκι», είπε. Χαµογέλασε παιχνιδιάρικα. Στα µάγουλά του, αναπάντεχα, θρονιάστηκαν δύο λακκάκια. Κάθισε ακόµη πιο κοντά µου, µετακινώντας µερικά εκατοστά την καρέκλα του. Φορούσε µια αµάνικη µαύρη µπλούζα. Με τέτοιο κρύο. Οι µύες του, τεντωµένοι, πάλευαν να πεταχτούν έξω από το δέρµα. Φαντάστηκα τα µπράτσα του να τραβάνε σκοινιά αναρρίχησης, να αρπάζονται από βράχια, να σηκώνουν πέτρες για να βρουν διασωθέντες µετά από σεισµό. Τέτοια πράγµατα. Και µετά αυτόν να χαµογελάει... Μια ανθρώπινη µηχανή επιβίωσης. Ένας εξολοθρευτής µε λακκάκια στα µάγουλα. Πόσο δυνατό να ’ναι το σπέρµα του; Στο εσωτερικό του τρικέφαλου υπήρχε ένα τατουάζ. Μια µικροσκοπική κατάµαυρη σβάστικα. Ακολούθησε το βλέµµα µου. «Ααα, αυτό κοιτάτε... Παλιές µου αµαρτίες. Όποιος ψάχνεται πολύ µπαίνει µερικές φορές σε λάθος δρόµους. Ειδικά αν είναι πολύ νέος. Δε µε εκφράζει πια αυτό το τατουάζ. Αλλά δε γίνεται να το ξεφορτωθώ», είπε απολογητικά. «Γίνεται», δήλωσα µε την ιατρική µου φωνή. «Με δέκα συνεδρίες λέιζερ ή ακόµη και χειρουργικά». «Θα το κάνω αφού υπάρχει τρόπος». «Να το κάνετε. Σας εκθέτει», είπα κοφτά. «Σας το υπόσχοµαι». Τώρα έµοιαζε µε µπουλντόγκ που έβαζε την ουρά στα σκέλια µετά το πρόσταγµα του αφεντικού του. Έπινα ήσυχα το αναψυκτικό µου κάτω από το βλέµµα του. Είχε αρχίσει να µιλάει περί ανέµων και υδάτων. Για τον καιρό, για την οικονοµική κρίση, για µια χειρουργική επέµβαση που έκανε πριν από χρόνια στο θυρεοειδή του. Μου ’δειξε στο κάτω µέρος του λαιµού την παλιά ουλή του. Μετά άπλωσε το χέρι του και το άφησε µαλακά στον ώµο µου. «Πείτε µου, γιατί είστε τόσο λυπηµένη;» «Πώς σας ήρθε αυτό;» «Εδώ µέσα έµαθα να διαβάζω τους ανθρώπους». Έσυρε το χέρι του απαλά στο µπράτσο µου. «Δεν ισχύει κάτι τέτοιο», απάντησα τελικά. «Τα µάτια σας µου λένε πως ισχύει. Πείτε µου τι σας απασχολεί. Καµιά φορά οι ξένοι γίνονται καλύτεροι ακροατές από τους φίλους». «Πρέπει στ’ αλήθεια να φύγω τώρα», είπα αποφασιστικά. Σηκώθηκα και φόρεσα το πανωφόρι µου. Σηκώθηκε κι αυτός. Στάθηκε µπροστά µου.


«Κουµπωθείτε, κάνει κρύο έξω», είπε. Άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε να µου κουµπώνει τα κουµπιά, ένα ένα. Ήταν περίεργο να βλέπω τέτοια στιβαρά δάχτυλα σε τόσο λεπτή κινητικότητα. «Αυτό δε µου το έχει κάνει ποτέ κανείς. Ούτε καν η µητέρα µου», παρατήρησα ανάλαφρα. Γέλασε. Πόσο δυνατό είναι το γέλιο του! Με συνόδευσε ως το αυτοκίνητο. Μπήκα και του έγνεψα µε το χέρι για χαιρετισµό. Αιφνιδιαστικά, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και κάθισε δίπλα µου. Με άρπαξε από τον αυχένα, έφερε το πρόσωπό µου στο στήθος του. «Αυτό σας το έχει κάνει ποτέ κανείς;» ρώτησε. Μέσα στο αυτοκίνητο, στο πάρκινγκ. Από τα παράθυρα έµπαινε η υγρασία της βροχής µπερδεµένη µε µια µυρωδιά αναµµένου λάστιχου. Έριξα προς τα πίσω το κάθισµα κι αυτός µε αγκάλιασε µε ένα σαρωτικό σε ένταση τρόπο. Ρίχτηκε ύστερα πάνω µου, µε φιλούσε, το βάρος του συµπίεζε το σώµα µου. Τα φιλιά του στα µάγουλά µου λεία, κοφτά, παθιασµένα. Αφέθηκα στον έρωτά του ξέγνοιαστη, µέσα σε µια ξεκάθαρη ευτυχία. Ένιωθα ασφαλής και χουχουλιασµένη, σαν να είχα ξαναµπεί στη µήτρα της µητέρας µου. [1] Τα αποσπάσµατα από το Εγωιστικό Γονίδιο είναι σε µτφ.-επιστ. επιµ. Λ. Μαργαρίτη – Α. Τσουκαλαδάκη, εκδ. Κάτοπτρο.


3

Ένας παίκτης πρέπει να συνυπολογίζει τρία πράγµατα: το µέγεθος του στοιχήµατος, τις πιθανότητες κέρδους και το µέγεθος του κέρδους... Το Εγωιστικό Γονίδιο

ΠΕΡΑΣΑ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΡΙΟΥ νιώθοντας θλίψη. Ούτε δύο χρόνια δεν είχαν περάσει από τότε που είχαµε πάει στο καζίνο... Ήµασταν στην Πάτρα. Ο Κώστας έκανε εκποµπή από εκεί, εγώ είχα συνέδριο. Το βράδυ τον παρέσυρα στους κουλοχέρηδες και στη ρουλέτα. Τα καζίνα ασκούσαν ανέκαθεν γοητεία πάνω µου. Να φταίει η κληρονοµικότητα ή το ότι η µητέρα µου ακόµη και έγκυος τα επισκεπτόταν; Ή ίσως το ότι κατά βάθος πάντα ήλπιζα πως θα αποσπάσω πίσω τις περιουσίες που η Μπέλλα είχε απολέσει; Όπως και να ’χει, η πιθανότητα ενός στριφογυρίσµατος της µοίρας, µιας αλλαγής πεπρωµένου, έστω και για δευτερόλεπτα –όσο δηλαδή κρατά το στρίψιµο της ρουλέτας–, µου έφερνε πάντα ευεξία. Εκείνο το βράδυ ο Κώστας γκρίνιαζε – όπως όλοι οι τσιγκούνηδες, αντιπαθεί τον τζόγο. Τον τραβολογούσα από δω κι από κει, έτσι όπως τα παιδιά τραβολογούν τους µπαµπάδες τους στα λούνα παρκ. Στο τέλος τον κάθισα µε το ζόρι στη ρουλέτα. Έχανα συστηµατικά, κι όταν πια είχα ξεµείνει µε µία και µοναδική µάρκα, γύρισα και του είπα: «Θα ποντάρω στο 7, στη µέρα που παντρευτήκαµε». Ο Κώστας δε µε άκουγε, είχε αποσπαστεί από το ντεκολτέ της διπλανής µας. «Όχι άλλα στοιχήµατα», είπε η γκρουπιέρισσα κι έριξε την µπίλια. Μετά από σκέρτσα, η µπαλίτσα χώθηκε στο 7 κόκκινο. Είχα κερδίσει. Η γκρουπιέρισσα µου έκλεισε το µάτι: ναι, είχα πράγµατι κερδίσει! Ξετρελαµένη µε την ντόπα της νίκης, είχα σκύψει στο αφτί του Κώστα και του είχα πει: «Θα κάνουµε παιδί, µίλησε η µοίρα!» «Μη µιλάς σαν χαζή», είχε απαντήσει ενώ εξαργύρωνε τα κέρδη. Πίσω στο ξενοδοχείο, είχα κρεµάσει το «Μην Ενοχλείτε» και, για ώρες, του πραγµατοποίησα κάθε σεξουαλική φαντασίωση. Μέχρι καµαριέρα ντύθηκα (για όνοµα του Θεού!), µε στολή που βρήκα στο καµαράκι του προσωπικού. Ένιωθα πως τα άστρα ήταν µε το µέρος µου, το σώµα µου κλυδωνιζόταν στο ρυθµό του σύµπαντος, οι ουρανοί θα άνοιγαν βέβαια, θα χύνανε γονιµότητα µέσα στο δωµάτιο του ξενοδοχείου, ακριβώς πάνω από το καζίνο. Δεν µπορεί να ήταν σύµπτωση η συγκυρία. Ήθελα ένα παιδί. Ήθελα πολύ ένα παιδί, µε παραδοσιακή σύλληψη. Είχα βαρεθεί τα θερµόµετρα και τα διαγράµµατα των γυναικολόγων, είχα σιχαθεί τις ενέσεις, τα γαντοφορεµένα χέρια που µε ψαχουλεύανε χαµηλά, είχα µπουχτίσει από την προσδοκία του κάθε µήνα, από το «να δούµε» των γιατρών, το τάχα αδιάφορο κούνηµα των ώµων του Κώστα κάθε µήνα που η σερβιέτα µου κοκκίνιζε. Και η


γαµηµένη κοκκίνιζε ξανά και ξανά. Φύγαµε από την Πάτρα µε ελπίδες. Με εκείνη την παράλογη ελπίδα που έχει ο φτωχός που πιστεύει πως θα κερδίσει το λαχείο απλώς και µόνο επειδή το χρειάζεται. Ακολούθησε περίοδος ευφορίας: είχα ξαναερωτευτεί τον Κώστα, αυτός σταµάτησε τα ξενοκοιτάγµατα. Κηρύξαµε εκεχειρία, συσπειρωθήκαµε, περιµέναµε το µεγάλο νέο. Όταν το αίµα ήρθε πάλι, ο Κώστας έπαψε για καιρό να µ’ ακουµπάει, λες και δε γούσταρε πια να χαραµίζει το σπέρµα του... Η γέφυρα ήταν φωτισµένη και για λίγο µου ήρθαν στο νου ταινίες καταστροφής και αποχωρισµού. Πάντα υπάρχει µια γέφυρα, µια συµφορά που συµβαίνει στη µία όχθη και µια νέα ζωή που ανατέλλει στην άλλη, κάποιοι που αποχωρίζονται στη µέση µιας γέφυρας – το γνωστό κλισέ «κάποιος πρέπει να µείνει πίσω». Το αυτοκίνητό µου ρολάριζε κάτω από τις σιδερένιες βέργες της γέφυρας και µου ερχόταν να κατέβω, να πιάσω το µέταλλό της, λες και αυτή η επαφή θα µου εξασφάλιζε δύναµη. Πάνω µου είχε κολλήσει η µυρωδιά του εστιάτορα, ένα µείγµα κρεµµυδιού και εκκρίσεων του προστάτη. Κυριολεκτικά «πάρ’ το και φύγε», σκέφτηκα κυνικά. Τι θα έλεγε ο Κώστας για όλο αυτό, τι θα έλεγε αν το µάθαινε... Μακριά, πάνω από τη Λευκάδα, ένα φωτεινό µανιτάρι µε αστραπές άνοιξε, θα βρέχει κι εκεί, υπέθεσα, και επιτάχυνα. Για τη Σκάρλετ Ο’Χάρα ήταν η «Τάρα», για τη Ζέτα το «Ανάτασις Σπα» στη Μεσογείων, για µένα η βίλα στη Λευκάδα. Πάντα υπάρχει ένας τόπος για να ξερνάει τα µυστικά της η ψυχή. Θα κλεινόµουν στο σπίτι και θα έκλαιγα. Για ώρες, για µέρες... Δευτέρα πρωί είχα χειρουργείο. Χολοκυστεκτοµή. Ως τη Δευτέρα θα ήµουν καλά.


4

ΕΦΤΑΣΑ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ τα ξηµερώµατα. Το χωριό ήταν έρηµο. Η βίλα ακόµη πιο έρηµη. Με έναν τρόπο, είχε γεράσει· τα παντζούρια είχαν σαπίσει από την αλµύρα, η εξώπορτα φαινόταν σακατεµένη, σαν κάποιος να είχε προσπαθήσει να την παραβιάσει. Ξεκλείδωσα µε επιφύλαξη. Όχι, δεν υπήρχε κλέφτης. Με χτύπησε µια µυρωδιά µούχλας και κατσαριδοκτόνου. Μικρά κουφάρια εντόµων ήταν σπαρµένα ανάσκελα στην κουζίνα. Στο ταβάνι του µπάνιου η υγρασία είχε ζωγραφίσει γκρίζους κύκλους, το καζανάκι έσταζε. Πόσο καιρό είχα να έρθω; Μήνες... Ανέβηκα στην κρεβατοκάµαρα. Έψαξα το κινητό. Δύο αναπάντητες κλήσεις. Ο Βάκης. Και στις δύο. Κανένα µήνυµα. Κανένα. Έπεσα για ύπνο µε το µπουφάν, βγάζοντας µόνο τις µπότες µου. Κοιµήθηκα έντεκα ώρες. Όταν ξύπνησα, ήταν αργά το µεσηµέρι. Η κακοκαιρία είχε ξεθυµάνει. Ένας ξεπλυµένος ήλιος έβαφε αχνά τη θάλασσα. Ένα µήνυµα στο κινητό. Ο Βάκης. «Πάρε µε τηλέφωνο». Έφτιαξα καφέ από ένα κουτί νες που είχε ξεµείνει στα ντουλάπια. Έφαγα για πρωινό µια κονσέρβα τόνου. Άναψα το θερµοσίφωνα, έκανα µπάνιο. Ντύθηκα. Με µάλλινο µίνι φόρεµα. Πολύ χαρούµενο, µε σχέδια και χρώµατα. Βγήκα στο χωριό. Δε συνάντησα ψυχή. Στην άκρη άκρη της παραλίας το καφέ-µπαρ του Νίκου ήταν ανοιχτό. Όπως πάντα. Μπήκα προσπαθώντας να δείχνω ανέµελη. Στη µέση του µαγαζιού το τζάκι κάπνιζε. Από τα κρεµασµένα µεγάφωνα ακουγόταν: «Love is like oxygen». Οι τοίχοι είχαν επενδυθεί µε ξύλο. Ο Νίκος είχε κάνει ανακαίνιση; Ξεπρόβαλε µέσα από µια ψευτοκουρτίνα µε κρόσσια και χάντρες. Είχε µείνει ο ίδιος Νίκος. Χοντρός και σέξι, µε τον τρόπο που είναι σέξι ο Σταρόβας. Φορούσε κοντό µπλουζάκι µε στάµπες, ήταν ιδρωµένος, στο λαιµό του είχε κάνει καινούριο τατουάζ. «Βρε, βρε, σαν τα χιόνια...» Με αγκάλιασε σφιχτά και άγαρµπα. «Βρε, βρε...» ξανάπε. «Τι σε φέρνει στην πατρίδα; Με το µαλάκα ήρθες;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Μπράβο, καλό κορίτσι!» Ήπιαµε καφέ. Μέσα απ’ τα παράθυρα η θάλασσα φαινόταν τώρα ήσυχη και µαυρισµένη. Κάπνιζα το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Ακόµη και ο Νίκος, µε τον καθησυχαστικό όγκο του, δεν µπορούσε να µε βγάλει από τη θλίψη. Μου είπε απανωτά έξι ανέκδοτα κι εγώ γέλασα, αδύναµα και κουρασµένα. «Τι έγινε; Χωρίσατε;» µάντεψε. «Όχι βέβαια!» είπα, κάπως θιγµένη. Μου ξαναέκανε καφέ, µου ξαναείπε αστεία. Ένιωθα µέσα µου το κενό των ανθρώπων που έχουν ορφανέψει νωρίς από µάνα. Ώρες σαν κι αυτές χρειάζεται µια µάνα, σκεφτόµουν. Μια µάνα σαν τη Λωξάντρα, µε χοντρά µπράτσα και χοντρά στήθη, να σ’ αγκαλιάσει, να σε


παρηγορήσει. Μια τέτοια µάνα χρειαζόµουν. Όχι τη δική µου. «Θα σου µαγειρέψω µια µακαρονάδα µε θαλασσινά, ό,τι πρέπει για την κατάθλιψη», είπε πρόσχαρα ο Νίκος. «Καλέ, ποια κατάθλιψη; Κουρασµένη είµαι...» Για λίγα λεπτά µε φαντάστηκα παντρεµένη µε τον Νίκο. Μια άλλη εκδοχή της ζωής µου. Πολλά ανέκδοτα, πολύ φαΐ, µε ροκ τραγούδια στη διαπασών. Τα βράδια, αναµφίβολα, ουίσκι και µαριχουάνα. Το σεξ τρυφερό και δυνατό, όπως ήταν πάντα µαζί του. Θα µπορούσα να ασκώ εδώ την ιατρική: να βγάζω αχινούς από τα πόδια τουριστών ή να βάζω ορούς σε µεθυσµένους. Πού και πού, καµιά σκωληκοειδίτιδα, για να µην ξεχνάω την τέχνη. «Τον βλέπω τον δικό σου και τα καραγκιοζιλίκια του κάθε βράδυ. Κοίτα, λέω, πώς βγάζουν λεφτά... Με την ξεφώνα...» Είχα βαρεθεί να ακούω τέτοιου είδους σχόλια για τον Κώστα. Στο κάτω κάτω, είχα την ίδια γνώµη µε τους επικριτές του, γιατί µε πρήζανε; «Ρε συ, η Ντόλη τι κάνει;» Χα, είχαµε φτάσει και στην Ντόλη. Πάντα φτάναµε στην Ντόλη. «Δεύτερος γάµος, αλλά προβλέπω να τον διαλύει κι αυτόν». «Χα, χα, κλασική Ντόλη!» Στα µάτια του ο γνωστός θαυµασµός για την αδελφή µου. Πώς θυµόταν ο Νίκος την Ντόλη: ένα ξανθό, λιγνό κορίτσι που διάβαζε Κέρουακ και Μίλερ και τους είχε όλους γραµµένους. Πώς είχε γίνει η Ντόλη: ακόµη ξανθιά, ακόµη λιγνή, περνούσε τις διακοπές της στο Γκστάαντ ή στη Μύκονο –ανάλογα µε την εποχή–, χαπακωνόταν µε αντικαταθλιπτικά και υπνωτικά και ήταν απίστευτα σνοµπ (σ’ αυτό το τελευταίο τη βοηθούσαν τα λεφτά). Συνέχιζε να τους έχει όλους γραµµένους. Τελευταία, είχα αποµακρυνθεί κι άλλο µε την αδελφή µου. Μιλούσαµε πού και πού, στο τηλέφωνο – πάντα την έπαιρνα εγώ, πάντα µου το έκλεινε πρώτη. Μια αδελφική σχέση ξεραµένη, που είχε από νωρίς ατροφήσει. Ήταν η ωραία της οικογένειας: πάνω της η µάνα µου είχε κρεµάσει όλα της τα όνειρα. Εγώ είχα άλλες δουλειές, δεν προλάβαινα να το παίξω µοιραία. Ήµουν η µόνη συγκροτηµένη σε µια οικογένεια που κατέρρεε. Είχα πάρει το ρόλο µου σοβαρά. Το ρόλο του σωτήρα, της Μητέρας Τερέζας. Όλοι χρειάζονταν ένα στήριγµα, κι αυτό το στήριγµα ήµουν εγώ. Ήµουν η µεσαία, πρώτη η Ντόλη, τελευταίος ο Βάκης. Όπως πολύ χυδαία και πολύ σωστά θα έλεγε αργότερα ο Κώστας, «η µεσαία κάνει πάντα όλη τη δουλειά». Η Ντόλη είχε προσπαθήσει να µας ξελασπώσει µε έναν πλούσιο γάµο. Ήταν χαριτωµένη – είναι ακόµη–, µ’ εκείνο ακριβώς το είδος θηλυκότητας που οι άντρες αγαπούν. Ήταν κλειδωµένη στον κόσµο της, σχεδόν αυτιστική. Δηλαδή εντελώς απρόβλεπτη και, άρα, εξαιρετικά ποθητή. Είχε µε σπρώξιµο τελειώσει τις Ουρσουλίνες και στα δεκαοχτώ της ήταν έτοιµη να θυσιάσει τον κρινένιο λαιµό της δένοντας χαριτωµένα γύρω του σαν φουλάρι την αγχόνη ενός γάµου χωρίς έρωτα. Ο έρωτας εξάλλου δεν ήταν απαραίτητος για την Ντόλη. Ήταν απίστευτα ερωτευµένη µε τον εαυτό της, οποιοσδήποτε επιπλέον σε αυτή τη σχέση ήταν


εντελώς περιττός. Το ’παιζε διανοούµενη – πάντα ήταν τεµπέλα και είχε ατέλειωτο χρόνο για ελεύθερο διάβασµα. Κυκλοφορούσε στο σπίτι ηµίγυµνη, µε τα στήθη της να πετάγονται έξω από τις κοντές της ρόµπες. «Η ιστορία κάθε ανθρώπου είναι η προσωπική του λογοτεχνία, έγραψε ο Χάξλεϊ», µου έλεγε µε φευγάτο βλέµµα ενώ εγώ έλυνα εκατοντάδες ασκήσεις Φυσικής για να εξασφαλίσω την εισαγωγή µου στην Ιατρική. Η τύχη µας είχε προαποφασιστεί. Η Ντόλη µπορούσε να ελπίζει σε έναν καλό γάµο, είχε πιο καλλίγραµµα πόδια και πιο ωραία µύτη, εγώ πάλι όχι. Έπρεπε να σώσω την οικογενειακή µας αξιοπρέπεια µε µια καλή σχολή. Με την καλύτερη σχολή. Η Μπέλλα επέµενε: «Τι να κάνουµε, χρυσό µου; Δεν είσαι αρκετά όµορφη για να έχεις άλλες προσδοκίες...» Η νύχτα έπεφτε θλιβερά. Το καφέ παρέµενε άδειο. Ένιωθα εκτός τόπου και χρόνου. Ο Νίκος µού έλεγε ιστορίες που δεν ήθελα να ακούσω. Ο τάδε παντρεύτηκε µε την τάδε, ο δείνα έχει καρκίνο, πουλήθηκε το σπίτι δίπλα σ’ ένα Γερµανό. Τον άκουγα χωρίς ενδιαφέρον. Θυµόµουν τα καλοκαίρια της εφηβείας µας, τότε που ο Νίκος ήταν ο γκόµενος του χωριού. «Καπνίζεις πολύ, γιατρέ», µου είπε κάποια στιγµή τρυφερά. Έτσι τρυφερά µιλούσε και τότε, έτσι µας ξεπαρθένεψε όλες, πέφταµε στα πόδια του σαν σκνίπες. Γύρισα και τον κοίταξα µε τον «άλλο» µου τρόπο. Τι είχα να κάνω; Τίποτα. Στο σπίτι δεν είχα καν τηλεόραση. «Πότε θα µε ταΐσεις;» τον ρώτησα προκλητικά. «Τώρα. Πάω να ρίξω το σπαγγέτι στην κατσαρόλα και να ανοίξω κρασί». Μπήκε στο κουζινάκι και ξαναγύρισε λίγα λεπτά αργότερα. Περπατούσε βαριά, οι ανάσες του βγαίνανε κάπως λαχανιασµένα. Είδα την µπλούζα του να γεµίζει ιδρώτα στις µασχάλες. «Να το και το κρασάκι µας, νέκταρ, θα ανοίξω το καλύτερο για την πάρτη σου!» Πήγε κι έκλεισε τα στόρια. «Ορίστε, θα το κάνω πριβέ µόνο για µας. Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να πατήσει ψυχή». Άρχισα να του στήνοµαι σαν θηλυκό για να δώσω κάποιο ενδιαφέρον στο βράδυ. Ήµουν όλο πόζα. Μια µπούκλα πίσω από το αφτί, το βλέµµα υγρό, το φόρεµά µου ανεβασµένο ψηλά στους µηρούς. Βοηθούσε και το κρασί, όντως νέκταρ. Ο Νίκος είχε κοκκινίσει, έπινε και γελούσε τρανταχτά. «Θυµάσαι;» τον ρώτησα. «Πώς δε θυµάµαι;» απάντησε. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω νοσταλγικά. «Τόσων χρονών έγινα, µε καµιά άλλη δεν έχω νιώσει έτσι. Φορούσες ένα φόρεµα µε λουλουδάκια, ένα κοµµάτι πανί, όλα ήταν στη φόρα». Συνοφρυώθηκα. Θυµόµουν καλά τη βραδιά µε τον Νίκο. Φορούσα τζιν και µακό µπλουζάκι, τη γνωστή στολή της εφηβείας. Βέβαια, είχαν περάσει είκοσι χρόνια, µπορεί και παραπάνω, οι αναµνήσεις ήταν πια θολές, ειδικά για τον Νίκο, ειδικά µετά από δύο µπουκάλια κρασί... «Πού τα θυµάσαι, αθεόφοβε...» χαχάνισα. «Ξεχνιούνται αυτά; Τι αποκάλυψη... Θυµάµαι που ένιωθα σαν να έµπαινα σε ένα ζεστό ζελέ». Άρχισα να γελάω δυνατά. Τι ποιητής! «Καµιά φορά, ακόµη και τώρα ερεθίζοµαι όταν τα σκέφτοµαι».


Τι ποιητής, ξανασκέφτηκα, και του χάιδεψα το χέρι. Στράγγιξε το ποτήρι του και κοίταξε το ταβάνι. «Αχ, πώς το είχες πει;... Το θυµάµαι ακόµη... Πώς το είχες πει, να δεις... Α, να: “Η ιστορία κάθε ανθρώπου είναι η προσωπική του λογοτεχνία”. Έτσι είχες πει όταν τελειώσαµε». Άτιµη Ντόλη, σκέφτηκα. Ωστόσο, είπα: «Στην παραλία, πίσω από τα βραχάκια, δεν το κάναµε;» «Όχι, ρε συ, ξέχασες; Πάνω στο κρεβάτι των γονιών σου». Έπρεπε να το είχα υποθέσει. Η Ντόλη ήταν πάντα τεµπέλα. «Με τόσες γκόµενες έχω πάει, µπορεί και διακόσιες, ποιος µετράει, αλλά τα δικά µας δεν τα ξέχασα», είπε ο Νίκος µε ένα χαµένο βλέµµα. Carpe diem, είπα µέσα µου εγώ. Στο διάολο η Ντόλη και ο Κώστας... Σηκώθηκα ράθυµα και κάθισα στην αγκαλιά του. Ήταν θεόρατος. Η κοιλιά του, µαλακή, βούλιαξε κάτω από το βάρος µου. Ένιωσα λες και χωνόµουν στο κρεβάτι του Τιραµόλα. «Έλα να γράψουµε ξανά λογοτεχνία», του είπα, και κόλλησα τα χείλη µου στο στόµα του. (Δύο µέρες, δύο άντρες, καλό σκορ, ε, Κώστα;) Πίσω από την πλάτη µου το τζάκι τσιτσίριζε ευχάριστα. Ανασήκωσα τα χέρια, έβγαλα το φόρεµα και του πέταξα στο πρόσωπο το στήθος µου. Είδα τους βολβούς των µατιών του να ασπρίζουν από ένταση. Στο µέτωπό του κόµποι ιδρώτα µούσκευαν τις µακριές του τούφες. Φιληθήκαµε για ώρα. Τα χείλη του είχαν τη γεύση της µακαρονάδας, τη γεύση της γαρίδας, τη γεύση της Ντόλης. «Θα το κάνουµε όπως τότε», είπε ανάµεσα σε βογκητά. Τον ένιωθα έτοιµο κάτω από τους γλουτούς µου. Ο παλιός, καλός Νίκος... Πέσαµε µαλακά στο πάτωµα. Ήµουνα από πάνω του, ψαχούλευα το παντελόνι του. «Δε νιώθω καλά», είπε ασθµαίνοντας. Λογικό, µε τόσα κιλά. Δεν ήµασταν πια και τόσο νέοι. «Δε νιώθω καλά», ξανάπε. «Εννοείς που είµαι παντρεµένη;» Τον είδα να καταπίνει µεγάλες µπουκιές αέρα. Μίλησε µε κόπο. «Όχι, κάτι έπαθα, το στήθος µου...» Με πέταξε στο πλάι µε το αριστερό του χέρι. Στη συνέχεια, µε έναν άσχηµο µορφασµό, έπιασε το µέρος της καρδιάς. Έµφραγµα, σκέφτηκα. Για κάνα δυο λεπτά, έµεινα µπλοκαρισµένη στον πανικό. Μετά συνήλθα απότοµα. Στην τσάντα µου είχα πάντα ένα µικρό κουτί µε φάρµακα πρώτης βοήθειας. Αναποδογύρισα το περιεχόµενό της, ξέθαψα το κουτάκι, το άνοιξα µε χέρια που τρέµανε. I am a scientist, I produce science. Ψαχούλεψα τις διάφορες ταµπλέτες, βρήκα το µικρό ροζ χάπι της νιτρογλυκερίνης. Άνοιξα το στόµα του και έβαλα το χαπάκι κάτω από τη γλώσσα του. «Κρατήσου», του είπα µετά, και συµµάζεψα τα ρούχα µου όπως όπως. Βγήκα στο δρόµο σαν τρελή. Μέσα µου επεξεργάστηκα στα γρήγορα τις επιλογές µου. Αν τηλεφωνούσα για ασθενοφόρο, ο Νίκος θα βρισκόταν στο νοσοκοµείο σε σαράντα πέντε περίπου λεπτά. Αν τον πήγαινα µε το αυτοκίνητο, ο χρόνος θα ήταν ο µισός. Θα τον πήγαινα εγώ, αποφάσισα. Έτρεξα στο σπίτι µου, µπήκα στο αυτοκίνητο, έβαλα µπρος, η µηχανή έσβησε, ξανάβαλα µπρος. Δεν


είχα πολλά χρονικά περιθώρια. Ένιωθα το στόµα µου ξεραµένο από την αγωνία, την καρδιά µου που χτυπούσε ανάµεσα στα δόντια µου – λούπα ντουπ, λούπα ντουπ, λούπα ντουπ... Πάρκαρα έξω από το καφέ, σύρριζα στην πόρτα. Μπήκα, έτρεξα πάνω στον πεσµένο Νίκο. Ο σφυγµός του ήταν αδύναµος. Σχετικά ρυθµικός. «Θα πεθάνω;» ρώτησε σιγανά. «Θα σε σκοτώσω αν µου πεθάνεις», του γέλασα βεβιασµένα. Υπήρχε βέβαια ένα πρόβληµα. Μεγάλο, πολύ µεγάλο. Ο Νίκος µπορεί να ζύγιζε και εκατόν πενήντα κιλά. Πώς θα τον µετέφερα στο αυτοκίνητο; «Μπορείς κάπως να ανασηκωθείς;» τον ρώτησα. Καµία απάντηση. Είχε σφαλίσει τα βλέφαρα και ανέπνεε βαριά. Πήγα πίσω από το κεφάλι του και έβαλα τα χέρια µου στις µασχάλες του. Θα τον έσερνα. Έσπρωξα προς τα πίσω το βάρος µου, µε σκοπό να τον συµπαρασύρω. Μετακινήθηκε µερικά εκατοστά. Μόλις. Θα ήταν αδύνατο να τον κουβαλήσω ως έξω. Για λίγο δίστασα. Μήπως έπρεπε έστω και τώρα να καλέσω το ασθενοφόρο; Πάντα στα µαθήµατα πρώτων βοηθειών η αρχική οδηγία ήταν: «Καλούµε το 166, καλούµε το 166!» Μετά κάνουµε οτιδήποτε άλλο. Έψαξα στην τσέπη µου το κινητό και σχηµάτισα τον αριθµό ενώ σάρωνα µε τα µάτια το χώρο του καφέ. Μπήκα στην κουζίνα. Και ξαφνικά είδα µπροστά µου τη λύση: το τρέιλερ που µεταφέρουµε τα κιβώτια µε τα ποτά. Το άρπαξα ενώ ταυτόχρονα µιλούσα στο ΕΚΑΒ: «Έµφραγµα, Άγιος Νικήτας, επείγον, στο καφέ-µπαρ “Σκορπιός”». «Σε είκοσι λεπτά», µου απάντησαν. Έφερα το τρέιλερ δίπλα ακριβώς στον Νίκο και του ανασήκωσα το κεφάλι ακουµπώντας το πάνω του. Γέρνοντας λίγο την άκρη του µηχανήµατος έτσι ώστε να σχηµατίσει γωνία µε το πάτωµα, το σφήνωσα όσο έπαιρνε κάτω από την πλάτη του. Μετά έσυρα το θώρακα προς το εσωτερικό της βάσης. Το κάτω ήµισυ του σώµατος σερνόταν, αλλά η δουλειά φαινόταν πια πως µπορούσε να γίνει. Έσπρωξα το τρέιλερ προς την έξοδο. Ο Νίκος άφηνε µικρά αδύναµα βογκητά, ακόµη µε τα µάτια κλειστά. Έδειχνε να µην ξέρει τι του γίνεται. Δυο τρεις φορές τα πόδια του µπλόκαραν στις καρέκλες τριγύρω. Τα ισοστάθµισα για να διατηρηθεί η ισορροπία. Βγήκαµε έξω. Η βροχή είχε αρχίσει ξανά δυνατή. Έβλεπα το πρόσωπο του Νίκου να βρέχεται, ενώ σκεφτόµουν µε ποιο τρόπο θα τον έβαζα στο πίσω κάθισµα. Κοίταξα τριγύρω για βοήθεια. Κανείς. Κόλλησα το τρέιλερ πλαγίως στην πίσω πόρτα και µπήκα από την άλλη µεριά στο πίσω κάθισµα. «Βοήθα µε», του είπα. Ίσως και να µε βοήθησε, σηκώνοντας αµυδρά τη λεκάνη του. Τον τράβηξα µε κόπο προς το µέρος µου, έκλεισα την πόρτα, πήγα από την άλλη πλευρά, µάζεψα τα πόδια του λυγίζοντάς τα στο ύψος των γονάτων. Έκλεισα την πόρτα. Κάθισα στη θέση του οδηγού, έβαλα µπρος. Θα πετύχαινα το ασθενοφόρο στο δρόµο. Άρχισα να οδηγώ. Πού και πού έριχνα βιαστικές µατιές προς τα πίσω. «Κοίτα µπροστά», είπα δυνατά στον εαυτό µου. Πάτησα το γκάζι. Εξήντα, ογδόντα... Ο δρόµος ήταν στριφογυριστός και σκοτεινός. Η βροχή είχε κι άλλο δυναµώσει. Άκουγα το ζιγκ ζιγκ των υαλοκαθαριστήρων, ρυθµικό, σαν να µετρούσε τα τελευταία λεπτά της ζωής µου. Οδηγούσα φρενιασµένα. «Μαζέψου», ξανάπα δυνατά. «Μη σκοτωθείς και σε τροχαίο...» Προχωρούσα προς την Παναγία τη Φανερωµένη. Αναγνώριζα ακόµη και τα δέντρα µέσα στο σκοτάδι, όπως


αυτοί που τυφλώνονται προσανατολίζονται από τις προηγούµενες αναµνήσεις των εικόνων τους. Το ασθενοφόρο! Πού ήταν το ασθενοφόρο; Ένιωσα το στήθος µου µαγκωµένο και για λίγο φοβήθηκα πως θα πάθω κι εγώ έµφραγµα. Ανέπνευσα βαθιά. Έβγαλα τον αέρα µέχρι τέλους, έτσι όπως κάνουν οι έγκυες στα µαθήµατα ανώδυνου τοκετού. Θα κάνω παιδί; Θα κάνω παιδί; Θα πεθάνω πριν κάνω παιδί; Έστριψα στο πάρκινγκ του νοσοκοµείου. Η είσοδος ήταν φωτισµένη, το ασθενοφόρο είχε µόλις ξεκινήσει. Σταµάτησα µπροστά του φρενάροντας άγρια, κάνοντας απελπισµένα σινιάλα µέσα από το παρµπρίζ. «Εδώ, εδώ!» ούρλιαξα βγαίνοντας. Μετά, τα φώτα του διαδρόµου, το φορείο που ρολάριζε δυνατά, ένας γιατρός που έτρεχε δίπλα µας. «Του έδωσα νιτρογλυκερίνη», έλεγα. Μου ερχόταν να λιποθυµήσω από την ένταση, αισθανόµουν τα µαλλιά µου, βρεγµένα, σαν να ανασηκώνονταν από ένα βόµβο που µεγάλωνε µέσα στο κρανίο µου. Θα εκραγεί το µυαλό µου! σκέφτηκα, κι έπιασα το φαρδύ χέρι του Νίκου.


5

ΠΕΡΑΣΑ

καθισµένη σε µια πορτοκαλιά πλαστική καρέκλα, από αυτές που είναι ενωµένες όλες µαζί, µε τα µάτια στυλωµένα στην προϊσταµένη, µια ξινή σαραντάρα µε ανταύγειες. Για πρώτη φορά βρισκόµουν από την άλλη πλευρά. Από την πλευρά των αγχωµένων συγγενών –δεν ήταν συγγενής µου ο Νίκος µε έναν τρόπο;– που περιµένουν την ετυµηγορία των γιατρών. «Θα ζήσει...», «Θα πεθάνει...», «Θα γίνει καλά...». Τι θα µου ’λεγε ο φαλακρούλης γιατρός όταν θα έβγαινε; Η προϊσταµένη µε κοιτούσε µε το ύφος που έχουν συνήθως οι υπεραπασχοληµένοι άνθρωποι προς τους ενοχλητικούς που διακόπτουν το σοβαρό ιατρικό τους έργο. Οι απανωτές ερωτήσεις µου την εκνεύριζαν. («Δεν έχετε κανένα νέο;») Αν είχε µυγοσκοτώστρα, θα την έβγαζε και θα µε έλιωνε σαν να ’µουν µύγα. Όταν τη ρώτησα πού ακριβώς ήταν η τουαλέτα, µου απάντησε αόριστα και βαριεστηµένα, µε σκοπό προφανώς να µε αποπροσανατολίσει. Στο τέλος της αποκάλυψα την ιατρική µου ιδιότητα. Έµεινε παγερά απαθής: ήµουν µεν γιατρός, αλλά όχι σ’ εκείνο το νοσοκοµείο – µπορούσε να συνεχίσει να είναι αγενής χωρίς επιπτώσεις. Θα πρέπει να κοιµήθηκα για λίγο όρθια, γιατί κάποια στιγµή εγκατέλειψε το πόστο της πίσω από το γκισέ, ήρθε κοντά µου, µε σκούντηξε: «Ο φίλος σας σταθεροποιήθηκε, θα γίνει αεροµεταφορά στην Αθήνα». Η ανάσα της µύριζε σαν ψαροκασέλα, και ήταν εκείνη που µε ξύπνησε βίαια από τον ύπνο. Αεροµεταφορά λοιπόν. Η κατάσταση του Νίκου δεν ήταν απλώς ένα εµφραγµατάκι, «υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του δυστυχώς», οµολόγησε ο γιατρός µε ένα ανασήκωµα των ώµων. Ο Νίκος θα ταξίδευε µε Super Puma. Τι ειρωνεία! Πάντα ο Νίκος λάτρευε τα αεροπλάνα, αλλά η µυωπία του δεν του επέτρεψε ποτέ να πιλοτάρει. Επίσης, η µαταιοδοξία του δεν του επέτρεψε ποτέ να φορέσει γυαλιά. Τώρα ήταν σωληνωµένος µε διάφορους ορούς, ναρκωµένος προφανώς, πάνω στο φορείο. Φορούσε ένα νυχτικό από αυτά τα νοσοκοµειακά που δένουν πίσω και τα τατουάζ του φάνταζαν παράταιρα δίπλα σε τόσο άσπρο χρώµα. Ο Νίκος, ο γκόµενος της εφηβείας µας, µε νοσήµατα φθοράς, σκέφτηκα... Τι αηδίες κάνει ο πούστης ο χρόνος... Μόλις ακούστηκε ο ήχος του ελικοπτέρου πάνω από το νοσοκοµείο, οι νοσηλευτές κινητοποιήθηκαν. Ο γιατρός που θα τον συνόδευε τρέκλιζε από το άγχος. Είχε λίγο πολύ το σωµατότυπο του Νίκου· προφανώς η οµοιότητα και οι συσχετίσεις που την ακολούθησαν τον είχαν ρίξει σε µεταφυσικό φόβο. Υπέγραψα στα γρήγορα όλα τα χαρτιά που µου έδωσε. Βγήκαµε όλοι στο προαύλιο. Πρώτα το φορείο, µετά ο γιατρός χώθηκαν στην κοιλιά του ελικοπτέρου. Ο γιατρός σταυροκοπήθηκε πριν κλείσει η πόρτα κι εγώ ένιωσα µια βαθιά συναδελφική συµπόνια. Έβρεχε. Τα φώτα του ελικοπτέρου γύριζαν κυκλικά φωτίζοντας τις ριπές της βροχής. Τα ΔΥΟ ΩΡΕΣ


προστάγµατα των τραυµατιοφορέων, ο ήχος του Super Puma, η αναµπουµπούλα των νοσηλευτών έδιναν µια επική χροιά στη βραδιά. Παραδόξως, δεν ένιωθα θλίψη. Εκείνη η αεροµεταφορά ήταν ίσως η πιο αξιοµνηµόνευτη στιγµή της ζωής του Νίκου. Μετά, ίσως, το πήδηµα της Ντόλης. «Καλή πτήση, Νίκο», είπα σιγανά, και η προϊσταµένη δίπλα µου µε κοίταξε περίεργα.


6

ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ, είχε χαράξει. Ήµουν πτώµα και τα ρούχα µου κολλούσαν πάνω µου σαν µουσκεµένη εφηµερίδα. Ξαφνικά έβρισκα το σπίτι αυτό πολύ θελκτικό, µια φωλιά έτοιµη να υποδεχτεί το κουρασµένο µου σώµα. Ένα σπίτι που δεν το είχε µαγαρίσει ο Κώστας µε την παρουσία του. Σιχαινόταν τη Λευκάδα, γιατί δεν είχε τον κόσµο της Μυκόνου και γιατί, επιπλέον, έτρεµε τους σεισµούς. Έκανα µπάνιο µε κρύο νερό και ξάπλωσα κάτω από το πάπλωµα νιώθοντας µια µορφή νοσταλγίας. Γιατί δεν του τηλεφωνούσα; Ας του τηλεφωνούσα. Ας έριχνα τα µούτρα µου... Εδώ ο Νίκος κόντευε να πεθάνει, ίσως και να είχε πεθάνει – ηρωικά πάντως. Ήµασταν όλοι τόσο προσωρινοί. Άνθρωποι αδύναµοι, που γερνούσαν για να συναντήσουν το θάνατο. Τι νόηµα είχαν οι εγωισµοί; Μου έλειπε το σώµα του Κώστα, εκείνη η πλατιά, θερµή πλάτη. Γραπωνόµουν πάνω της τις νύχτες σαν απελπισµένο κοάλα – παρόλο που συνήθως ήθελα να του σπάσω τα µούτρα το επόµενο πρωί. Δύο ανθρώπους θα µπορούσα να γρονθοκοπήσω µέχρι να φτύσουν ένα ένα τα δόντια τους: τον Κώστα και την Ντόλη. Πέρασα µια φρικτή εφηβεία εξαιτίας της. Η µητέρα µου ήταν αφάνταστα ελαστική µαζί της και εξαντλούσε πάνω µου όλη της την αυστηρότητα. Μέσα σ’ εκείνο το σπίτι όπου ο καθένας πουλούσε την τρέλα του εγώ έπαιζα το ρόλο της Σταχτοπούτας. Η Ντόλη το ’παιζε φευγάτη. Κλεινόταν στο δωµάτιό της, χανόταν στις ονειροπολήσεις της. Στους τοίχους είχε γράψει κάποτε µε µαύρο µαρκαδόρο τσιτάτα από τα αγαπηµένα της βιβλία. Η µητέρα µου είχε βρει τούτη την αυτοσχέδια ταπετσαρία «καταπληκτική». Όποια βλακεία κι αν έκανε η Ντόλη, η Μπέλλα ήταν εκεί για να τη χειροκροτήσει. Η αδελφή µου είχε ξεφορτωθεί τα έπιπλά της στο δικό µου δωµάτιο – δεν υπήρχαν περιθώρια αντίδρασης από την πλευρά µου, πάντα έπαιρνα τα αποφάγια της, είτε σε ρούχα είτε σε έπιπλα. Κοιµόταν σε ένα στρώµα κάτω στο πάτωµα. Δεν είχε γραφείο, δε χρειαζόταν, ήταν και είναι από τους ανθρώπους που λειτουργούν καλά µόνο σε οριζόντια θέση. Ξενυχτούσε κάτω από τα ακατάστατα στρωσίδια της διαβάζοντας, σηκωνόταν µόνο για να καπνίσει. Δύο φορές έβαλε φωτιά στο δωµάτιο από τσιγάρα που είχε ξεχάσει αναµµένα στο τασάκι. Τη δεύτερη φορά οι φλόγες είχαν στα σοβαρά γλείψει τους τοίχους, αφήνοντας καπνισµένα τα ντουβάρια. Η Ντόλη απαγόρευσε να βαφτεί το δωµάτιο, οι καπνίλες δίνανε την τέλεια νότα ντεκαντάνς, αλλά έτσι κι αλλιώς κανείς δε σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο, δεν υπήρχανε λεφτά ούτε για τα βασικά. Η Μπέλλα είχε αδυναµία στην Ντόλη, τελεία και παύλα. Έφταιγα εγώ που η σχέση τους µε αηδίαζε; Η Μαρίτα συµφωνούσε, ήταν σύµµαχός µου σε αυτό. «Τι καραγκιοζιλίκια είναι αυτά;» µου έλεγε όταν καπνίζαµε κρυφά κάτω από τον απορροφητήρα. Τυλίχτηκα σφιχτά κάτω από το πάπλωµα για να ζεστάνω το σώµα και την καρδιά µου. Τι µου είχε έρθει πάλι µε την Ντόλη; Ξέχνα την Ντόλη, είπα στον εαυτό µου. Η Ντόλη ήταν αίµα


µου. Αδελφή. Οµογάλακτη – που λέει ο λόγος, η µάνα µου δε µας είχε θηλάσει ποτέ... Εκείνο το παλιό µίσος µου γι’ αυτή είχε παραγραφεί. Τώρα µισούσα τον Κώστα. Πάντα µισούσα τον Κώστα. Ακόµη κι όταν ήµουνα τρελά ερωτευµένη µαζί του. Ξαναθυµήθηκα το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο. Τον άτιµο... Μου την είχε στηµένη. Μου ήρθαν στο νου τα αυτάρεσκα χαµόγελα της προηγούµενης βδοµάδας, το όλο έπαρση ύφος που παίρνουν οι άντρες όταν ετοιµάζονται να σε εγκαταλείψουν. Εκείνες τις µέρες είχε πέσει πολλή δουλειά στα χειρουργεία, σερνόµουν από την κούραση, δεν προλάβαινα να δώσω σηµασία στα καµώµατά του. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήταν ανώριµος, φερόταν σαν αγοράκι που κατουράει στο φυτό του σαλονιού για να σε προκαλέσει. Και σαν ξιπασµένο αγοράκι που ήταν, δεν µπορούσε να συµµαζέψει το πέος του. Το έβαζε όπου έβρισκε. Σε συναδέλφους, σε θαυµάστριες, όπου να ’ναι. Θυµήθηκα εκείνη την ταµία από το σούπερ µάρκετ, µια γκόµενα που έµοιαζε µε πηχτή µύξα, ένα πραγµατικά άσχηµο πλάσµα, που µε είχε πλησιάσει την ώρα που αγόραζα γιαούρτια για να µου πει, ούτε λίγο ούτε πολύ, µέσα σε υπονοούµενα, πως είχε κάνει σεξ µε τον άντρα µου... Έξω, κεραυνοί χαλούσαν τον κόσµο. Κουκουλώθηκα ακόµη πιο σφιχτά στα σκεπάσµατα. Ο Νίκος; Σκέφτηκα το ελικόπτερο, παντός καιρού δεν είχαν πει; Ίσως να είχαν φτάσει. Ένα ρίγος µε διαπέρασε. Υπήρχε πιθανότητα να µην τα είχε καταφέρει. Να είχε πεθάνει, µέσα στα χέρια εκείνου του φοβισµένου γιατρού. Ο Κώστας τι να έκανε; Πού βρισκόταν; Δεν είχε καν τηλεφωνήσει. Με ενόχληση διαπίστωσα πως όλο το Σαββατοκύριακο δε µου είχε τηλεφωνήσει κανείς. Ούτε µια φίλη, ούτε καν η Μαρίτα. Μόνο ο Βάκης. Αλλά ο Βάκης δεν πιανόταν, έπαιρνε πάντα όποτε είχε ιατρικό πρόβληµα. Ο αδελφός µου ο Βάκης... Τι περίπτωση! Η µαµά έλεγε σε όλους πως ο Βάκης ήταν ωκεανολόγος. Ήταν ο αστικός της τρόπος για να δηλώσει πως µπάρκαρε στα καράβια. Ναι, ναι, ο Βάκης είχε αναγκαστεί να θαλασσοπνίγεται καθηµερινά προκειµένου να επιβιώσει οικονοµικά κι εµείς διαδίδαµε στους γνωστούς πως συνεργάζεται µε την πρώην οµάδα του Κουστό – η Μπέλλα είχε πάντα φαντασία! Δυστυχώς, ο Βάκης σιχαινόταν τη θάλασσα και πάθαινε κρίσεις πανικού κάθε που εγκατέλειπε τα λιµάνια. Πάντα ήταν απίστευτα µαλθακός, αλλά η θάλασσα, αντί να τον ψήσει, τον αποτελείωσε. Μου τηλεφωνούσε διαρκώς για να παραπονεθεί: άλλοτε για ιλίγγους, άλλοτε για ορθοστατική υπόταση, άλλοτε για γαστρίτιδες και άλλοτε για αφροδίσια. Το µόνο µέρος της ναυτικής ζωής που απολάµβανε ο Βάκης ήταν η σεξουαλική ελευθεριότητα. Όπως όλοι σχεδόν στην οικογένεια, ο αδελφός µου είχε ταλέντο στον έρωτα. «Είναι το µόνο που µε κάνει να ξεχνιέµαι από τη σαπίλα που ζω», µου έγραφε. Ο Βάκης µε είχε πια κουράσει. Εξέπεµπε αποτυχία. Ήταν σαν να είχε µεταλλαχθεί. Ως παιδί ήταν πανέξυπνος: ζωηρός και πικάντικος, σαν τον Ντένις τον Τροµερό. Η Μπέλλα έλεγε πως ο Βάκης θα γίνει εφευρέτης ή κάτι τέτοιο. Η εξέλιξή του όµως ήταν απογοητευτική. Είχε µετατραπεί σε έναν άνοστο άντρα και, καθώς τα χρόνια περνούσαν, έµοιαζε όλο και περισσότερο µε τον πατέρα µου. Η οικογένεια. Ό,τι και να κάνεις, τη σέρνεις πάντα πίσω σου. Τα κουσούρια των γονιών µου,


του Βάκη, της Ντόλης υπήρχαν και σε µένα, µέσα στο DNA µου, ανενεργά ίσως, αλλά έτοιµα πάντα να ξυπνήσουν για να µε καταπιούν. Η ξιπασιά της µητέρας µου, η µεγαλοµανία του µπαµπά, ο αυτισµός της Ντόλης, η µαλθακότητα του Βάκη κυλούσαν στο αίµα µου. Πάνω σε αυτό το άσχηµο υλικό είχε δράσει και η κακή επίδραση του Κώστα. Η χρόνια συµβίωση µαζί του µε είχε λίγο λίγο διαβρώσει, σαν να κολυµπούσα µαζί του σε µια δεξαµενή γεµάτη µε τα δικά του ελαττώµατα. Ακόµη κι αν έβγαινα από αυτή τη βροµερή κολυµπήθρα, η γλίτσα του Κώστα θα παρέµενε για πάντα κολληµένη πάνω µου.


7

Μια πρώτη εντύπωση είναι πάντα σωστή, προπαντός όταν είναι κακή. ΑΝΡΙ ΖΑΝΣΟΝ

ΓΙΑΤΙ ΜΙΣΟΥΣΑ τόσο τον Κώστα; Είναι ένας άντρας από αυτούς που φοράνε τζιν χωρίς εσώρουχο, αν κάτι λέει αυτό... Ξεκίνησε ως ελεύθερος δηµοσιογράφος, ένα τσογλανόπαιδο από σχολή ιδιωτικού σταθµού. Μασούσε τσίχλες, έκανε τατουάζ στα µπράτσα και ήθελε να γίνει διάσηµος. Ο πατέρας του, ασφαλιστής, από εκείνους τους κολλητσίδες µε τα φανταχτερά κοστούµια, είχε θράσος και πειθώ, που τα κληροδότησε αυτούσια στο γιο του πριν αποσυρθεί στη σύνταξη. Η µητέρα του, µια γλυκιά γυναικούλα µε την πρώτη µατιά, ήταν επίµονη και µεγαλοµανής. Θάτσερ σε σώµα λαϊκής θείτσας. Ο Κώστας είχε την πρώτη δηµοσιογραφική του επιτυχία όταν έβγαλε σε µεσηµεριανή εκποµπή τα σκουπίδια των επωνύµων, µια ιδέα που αντέγραψε από το Χόλιγουντ. Κι όµως! Οι λερωµένες πάνες των µωρών εκείνης της παρουσιάστριας και τα κουτιά από χάπια αδυνατίσµατος της αντίπαλής της φέρανε τον Κώστα στην κορυφή. Μια κορυφή σε ένα βουνό από βροµερές σερβιέτες, κουτιά από πίτσα και κωλόχαρτα, τι σηµασία έχει, αρκεί να πουλάς, και ο Κώστας πουλούσε. Ήταν και νόστιµος, κουρεµένος σαν πεζοναύτης έφερνε στον Ρίτσαρντ Γκιρ στο πιο χωριάτικο, πετούσε εξυπνάδες, έλεγε ανέκδοτα, έγλειφε καναλάρχες. Είναι απλό το να πετύχεις όταν ξεπατικώνεις τον Μακιαβέλι, ο σκοπός αγιάζει τα µέσα, ποια ηθική και κουραφέξαλα. Σκαλί σκαλί, κρεβάτι κρεβάτι, αποκάλυψη στην αποκάλυψη, ήρθε και η πρόταση: µια εκποµπή χωρίς ιερό και όσιο. Ό,τι πρέπει για τον Κώστα δηλαδή. Όταν τον γνώρισα, οι τηλεκριτικοί τον µισούσαν και το κοινό τού έδινε τη µεγαλύτερη τηλεθέαση όλων των εποχών. Ήταν ακριβώς η εποχή που εκείνο το ζευγάρι είχε βρεθεί καταµακελεµένο στους πρόποδες της Πάρνηθας, περιστατικό που είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον των µέσων µαζικής ενηµέρωσης λόγω της εξαιρετικής αγριότητας της επίθεσης. Το ζευγάρι νοσηλευόταν στο νοσοκοµείο µας, εγώ ήµουν η θεράπων ιατρός. Ποτέ δε θα µάθω αν η συνάντησή µας ήταν τυχαία ή στηµένη από τον ίδιο τον Κώστα. Καθόµουνα σε ένα καφέ απέναντι από το νοσοκοµείο και ήµουν σκυµµένη πάνω από τους φακέλους µου. Πολύ σκοτισµένη, πολύ κακοντυµένη. Με πλησίασε. Φορούσε τζιν και άσπρο κολλητό µακό, τυπικό ντύσιµο δευτεροκλασάτου γόη. Τον κοίταξα µέσα από τα γυαλιά µου: φωσφόριζε εκείνη την αυτοπεποίθηση που αποκτάς µόνο µέσα από την έκθεση στην τηλεόραση, εκείνο το θράσος που σου µεταγγίζουν τα χιλιάδες µάτια που σε παρακολουθούν µέσα από τη µικρή οθόνη. «Μπορώ να καθίσω;» ρώτησε. «Δυστυχώς περιµένω παρέα», είπα. Τον είχα αναγνωρίσει, αλλά δεν το έδειξα. «Θα σας κάνω παρέα ενώ περιµένετε την παρέα».


Μάζεψα τους φακέλους άγαρµπα, τα µισά χαρτιά πέσανε από το τραπεζάκι, εκείνος τα σήκωσε και µου τα παρέδωσε χωρίς να ρίξει ούτε µια µατιά στο περιεχόµενο. Η διακριτικότητά του µου φάνηκε ύποπτη. Σκηνοθετηµένη. «Να σας κεράσω µια µπίρα; Ο καιρός απαιτεί να δροσιστούµε», πρότεινε. Ήταν Μάιος, ντάλα µεσηµέρι, ο ήλιος πύρωνε την πλατεία, κάτω από το σακάκι µου ένιωθα τις µασχάλες µου ιδρωµένες. «Δεν πίνω. Πάσχω από έλκος», είπα ψέµατα. Μαζεµένη, χώθηκα πιο βαθιά στην καρέκλα της καφετέριας. «Μα ελάτε τώρα... Μια µπίρα δε θα σας βλάψει. Θα τη συνοδεύσουµε µε κανένα µεζέ». Oh, mon Dieu! σκέφτηκα. Ποιος εκλεπτυσµένος άνθρωπος µπορεί να πει τη λέξη «µεζέ» χωρίς να ντραπεί; «Δε συστήθηκα», είπε. «Είµαι ο Κώστας Κ. Δηµοσιογράφος. Της τηλεόρασης». Τόνισε το «τηλεόρασης» µε ένα αυτάρεσκο πλατάγισµα της γλώσσας. Τον κοίταξα παγωµένα, µε τα γυαλιά της µυωπίας σαν πανοπλία µπροστά από τα µάτια µου, ένα βλέµµα ψυχρό, που το είχα εξασκήσει µέσα στα χειρουργεία. «Έχετε καταπληκτικά µάτια. Είναι φυσικά;» «Το βράδυ τα βγάζω και τα τοποθετώ στο κοµοδίνο δίπλα µου», απάντησα, και αµέσως µετάνιωσα. Το εύκολο χιούµορ εκλαµβάνεται συχνά ως το πράσινο φως για οικειότητες, κι εγώ δε γούσταρα οικειότητες µε το βλάχο της δηµοσιογραφίας. «Δε φαίνεστε για γυναίκα που βγάζει τα µάτια της», γέλασε. Το αστείο του τον συνεπήρε τόσο, που άρχισε να ξεκαρδίζεται. Δυο παιδάκια από το διπλανό τραπέζι σταµάτησαν να ουρλιάζουν και τον κοίταξαν µε ενδιαφέρον. «Λυπάµαι που θα στερηθώ τα αστεία σας, αλλά έχω δουλειά», είπα αυστηρά και σηκώθηκα. «Μα δε θα περιµένετε την παρέα σας;» ρώτησε. «Όχι, προφανώς θα µπλέξανε στην κίνηση», είπα και µάζεψα τα χαρτιά µου. Με κοίταξε απροκάλυπτα ειρωνικά, σαν να αµφισβητούσε πως είχα φίλους. Τι εµετικός, τι χοντροκοµµένος, σκέφτηκα. Τι υπέροχος, σκεφτόµουν δύο ώρες αργότερα, ενώ µου έβγαζε τα µοκασίνια και το καλσόν κατά της ορθοστασίας και µου έγλειφε τα δάχτυλα των ποδιών. «Κόκκινα νύχια», βόγκηξε. «Τι έκπληξη κάτω από αυτά τα χοντροπάπουτσα...» Είχα τα ελαφρυντικά µου. Δύσκολη εφηβεία, απαιτητικές σπουδές, στις οποίες είχα εξαναγκαστεί λόγω των οικονοµικών προβληµάτων µας, ατέλειωτο διάβασµα στις βιβλιοθήκες, έλλειψη οποιασδήποτε ενδιαφέρουσας προσωπικής ζωής. Είχα καταντήσει η νταντά όλης της οικογένειας και –λόγω της ιατρικής µου ιδιότητας– είχα χρηστεί και νοσοκόµα των γονιών µου. Τα αδέλφια µου την είχαν σκαπουλάρει από νωρίς και όλα τα βάρη είχαν πέσει πάνω στους ώµους µου. Χρειαζόµουν ένα αντίβαρο ελαφρότητας για τις βαριές ευθύνες µου. Τον Κώστα, µε άλλα λόγια. Φυσικά, τίποτα δε δικαιολογεί το ότι ενέδωσα στο γελοίο του φλερτ δύο ώρες µετά τη γνωριµία µας. Με είχε οδηγήσει σ’ ένα πολυτελές ξενοδοχείο, µε το κιτς, φανταχτερό του αυτοκίνητο. Εγώ περίµενα στο λόµπι όσο αυτός κανόνιζε τα της διαµονής µας µε γελάκια και χοντρά αστεία


προς τη ρεσεψιονίστ. Η εικόνα που παρουσίαζα καθώς ανεβαίναµε µε το ασανσέρ µε τους ολόσωµους καθρέφτες ήταν άθλια. Τα µαλλιά µου ήταν ανακατεµένα και άλουστα, η φούστα µου στραβοπατηµένη, τα στρωτά µου παπούτσια εκµηδένιζαν το ύψος µου δίνοντας την εντύπωση πως κάποιος µου είχε κόψει το κάτω µέρος του σώµατος. Τυπική γιατρίνα µετά από εικοσιτετράωρη εφηµερία. Αυτός λαµποκοπούσε από νιάτα και χαρά, µε το λοξό χαµόγελό του, το οποίο, αναµφίβολα, είχε προβάρει πολλές φορές στα µόνιτορ. Μπήκαµε στο δωµάτιο. Έπεσε πάνω µου σαν λιµασµένο ζώο. Πόσο κολακευτικό... Νηστική και απελπισµένη, χρειαζόµουν µια κάποια διασκέδαση. Ήταν ελαφρύς σαν τσιχλόφουσκα. Ήµουν βαριά σαν µπάλα σε πόδι βαρυποινίτη. Ταιριάξαµε απόλυτα πάνω στο στρώµα µε το καπιτονέ χρυσαφί κάλυµµα. Είναι τροµερό το πόσο σε έλκει το αντίθετό σου. Αυτή η έλξη των αντιθέτων έχει καταστρέψει πολύ κόσµο. Και πολλές υπολήψεις. Έτσι δεν την είχε πατήσει και ο Προφιούµο µε την αρτίστα Κριστίν Κίλερ; Υπουργός Πολέµου αυτός, αρτίστα σε καµπαρέ αυτή... Δεν απολογούµαι. Απλώς τονίζω πως είχα τα ελαφρυντικά µου. Ήταν χαριτωµένος µε το δικό του τρόπο. Παρήγγειλε καπουτσίνο και µε τη µύτη του στιλό σχηµάτισε µια καρδιά πάνω στον αφρό. Όπως ακριβώς έκανε ο Κάρι Γκραντ όταν πολιορκούσε τη Λόρεν. Της ζωγράφιζε καρδιές στους αφρούς της σαµπάνιας. Εκείνη είχε προτιµήσει το ζάπλουτο Πόντι, αλλά εγώ δεν είχα έναν Πόντι να µε διεκδικεί κι έτσι αρκέστηκα στον ψευτοροµαντισµό του Κώστα. Και στις στιβαρές του πλάτες, που είναι ακόµη το δυνατό του σηµείο. Για να µην τα πολυλογώ: περάσαµε καλά εκείνο το απόγευµα. Δεδοµένου ότι δε γνώριζε καν το όνοµά µου –ή έτσι νόµιζα–, ένιωθα αρκετά απελευθερωµένη για να επιδοθώ σε κάθε είδους βίτσιο. Μέσα µου τον υποτιµούσα βαθιά, δε µ’ ένοιαζε η γνώµη του, µπορούσα λοιπόν να πετάξω το comme il faut προσωπείο και να απολαύσω κάνα δυο τρέλες. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε. Και ούτε γάτα ούτε ζηµιά. Ανήκαµε σε διαφορετικούς κόσµους, το σεξ µεταξύ µας ήταν απλώς µια κλεφτή µατιά του ενός στον κόσµο του άλλου. Φυσικά, δε σκόπευα να τον ξαναδώ. Είχα δουλειές. Ανειληµµένες υποχρεώσεις. Τουτέστιν: τα χειρουργεία, τον µπαµπά –που, ενώ αργοπέθαινε, είχε ξεπουλήσει ένα καταπληκτικό οικόπεδο στην εταιρεία του µετρό απλώς και µόνο για να αγοράσει τζιπ, το οποίο δεν µπορούσε καν να οδηγήσει–, την αγαπηµένη µου µητερούλα που ξηµεροβραδιαζόταν στο καζίνο (µια φορά είχε µείνει εκεί µέσα µία βδοµάδα, µε τα ίδια ρούχα, τρώγοντας τα εδέσµατα του µπουφέ), την αυτιστική αδελφή µου µε τα ακόµη πιο αυτιστικά παιδιά της και τον αδελφό µου που κλαψούριζε από το τηλέφωνο.


8

ΓΥΡΙΣΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Κυριακή βράδυ. Αν εξαιρούσες τον Βάκη, όλο το Σαββατοκύριακο δε µε είχε αναζητήσει κανείς. Κανένας δεν είχε σηκώσει το παλιοτηλέφωνο για να µου τηλεφωνήσει. Αν είχα στο µεταξύ πεθάνει, κανείς δε θα το είχε αντιληφθεί ως τη Δευτέρα το πρωί. Κι αυτό γιατί η απουσία µου στα χειρουργεία θα προκαλούσε δυσλειτουργία στη ροή της δουλειάς, θα ξεσήκωνε παράπονα και θα οδηγούσε τη Ζέτα στο να µε καλέσει άρον άρον. Το πρωί ξύπνησα πιασµένη από την πολύωρη οδήγηση. Η µέση µου ήταν µαγκωµένη, σαν σουγιάς που δεν έλεγε να ανοίξει. Από το βράδυ, βγαλµένα στην καρέκλα, µε περίµεναν τα ρούχα µου. Το γκρι κοστούµι, το άσπρο πουκάµισο. Πριν καν ντυθώ, είχα ήδη βαρεθεί τον εαυτό µου. Το ηλίθιο dress code του επαγγέλµατος. Για να ξεχνάς πως είσαι γυναίκα, για να εξοµοιώνεσαι µε τη σοβαρότητα του θανάτου. Φόρεσα τα στρωτά µοκασίνια. Μπήκα στο µπάνιο. Έριξα µε τους κουβάδες το άρωµα. Όχι πως θα έκανε τη διαφορά, στο τέλος της µέρας θα βροµούσα αίµα. Χτενίστηκα βιαστικά. Στο διάολο, µαδούσα! Αν έµενα φαλακρή, θα αποκτούσα κύρος στη δουλειά. Τότε θα έπειθα για τα ανδρογόνα µου, τότε θα έπαιρνα και προαγωγή. Φαλακρή, σαν την Ελισάβετ Αʹ της Αγγλίας, θα ανέβαινα την κλίµακα. Όταν θα είχα πείσει τους πάντες για τον αρρενοποιηµένο µου εγκέφαλο. Όταν θα ’χα για πειστήριο το φαλακρό κρανίο. Καλού κακού, προσπάθησα να ξετρυπώσω εκείνη την ειδική λοσιόν που χρησιµοποιούσε ο Κώστας για να κάνω µε αυτή µασάζ στις ρίζες. (Το γελοίο, τα πρόσεχε τα µαλλιά του. Πρωί βράδυ πασαλειβόταν µε τη λοσιόν, µπορεί και να την κατάπινε.) Φυσικά, το µπουκαλάκι είχε εξαφανιστεί από το ερµάριο. Κατέβηκα µε το ασανσέρ. Η φάτσα µου στον καθρέφτη ήταν γκρίζα και µπαγιάτικη. Κάτι έπρεπε να κάνω ίσως. Καµιά καινούρια θεραπεία σε δερµατολόγο, κανένα µίνι λιφτ, όπως έκανε πρόσφατα η Ντόλη. Στην είσοδο πέτυχα –δυστυχώς– το διαχειριστή, έναν µπάρµπα µε µουστάκια. «Θα µπορούσατε να µου δώσετε τα κοινόχρηστα, µια που σας βρίσκω;» «Βιάζοµαι τροµερά», είπα ενώ έριχνα µια µατιά στα κοινόχρηστα. «Τετρακόσια ευρώ! Έλεος! Η θέρµανση στις Βερσαλίες στοιχίζει λιγότερο...» «Ό,τι καίτε, αυτό πληρώνετε», είπε κοφτά. Τον κοίταξα παγωµένα. Αυτός ο τύπος µάς έκλεβε σε όλα. Τραβούσε ρεύµα από το ρολόι µας για ένα εργαστήριο που είχε στο υπόγειο, πότιζε το γκαζόν από τις δικές µας σωληνώσεις. Τώρα φορούσε ένα πουλόβερ του Κώστα. Είχε πέσει τις προάλλες από τη Λόλα –ενώ εκείνη άπλωνε– στον κοινόχρηστο κήπο και ώσπου να κατέβει είχε κάνει φτερά. «Ξέρετε, φοράτε το πουλόβερ του άντρα µου», του είπα µε νόηµα. «Το πουλόβερ που φοράω µου το έστειλε η κόρη µου από την Αµερική. Δώρο», απάντησε αθώα.


Θεέ µου, ο τύπος δεν παιζόταν... Βγήκα στο δρόµο. Το αυτοκίνητο µε περίµενε ανυπόµονο. Ένα άλογο που ανυποµονεί για την Αµαζόνα του. Μία ακόµη Δευτέρα άρχιζε πιο µαύρη και πιο άραχνη από τις συνηθισµένες. Αλλά ως το βράδυ θα ήξερα. Θα έβλεπα το πρόσωπο του Κώστα φάτσα στην οθόνη και θα καταλάβαινα. Θα καταλάβαινα το γιατί και το πώς. Έµεναν δεκαπέντε ώρες ώσπου να έρθω τετ α τετ µε τα πονηρούτσικα µάτια του που θα µου διέλυαν κάθε αµφιβολία. Τον είχα µάθει πια. Με το που θα έσκαγε µύτη µετά το σήµα της εκποµπής, θα καταλάβαινα το παιχνίδι του. Ένιωσα µια ανυποµονησία να µου µυρµηγκιάζει τις πατούσες. Μια αιφνίδια δόση χαράς µου έφτιαξε το κέφι: δεν µπορούσε να µου κρυφτεί άλλο. Σε δεκαπέντε ώρες θα ήξερα.


9

ΜΠΗΚΑ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ µε ένα λίγο αφηρηµένο ύφος, που µου επέτρεψε να περάσω χωρίς πολλά πολλά µέσα από τις Συµπληγάδες της κλινικής (ή ίσως πρέπει να πω τους Κέρβερους της κλινικής), τουτέστιν το θυρωρό και την προϊσταµένη. Αυτοί οι δύο έχουν το ταλέντο να οσµίζονται οποιουδήποτε τύπου δυστυχία και µετά να σε ανακρίνουν µέχρις ότου τους αποκαλύψεις όλα σου τα προσωπικά δεδοµένα. Ο θυρωρός είναι ένα λιγνό ανθρωπίδιο µ’ ένα µουστάκι αλά Νταλί, λεπτό και τσιγκελωτό στις άκρες, που ξέρει πάντα πολύ περισσότερα απ’ όσα το πόστο του του επιβάλλει να ξέρει. Η προϊσταµένη είναι το alter ego του· χοντρή και συµπαγής, επίσης µε µουστάκι αλλά πιο παχύ, είναι ικανή να σου κάνει υπόγειο πόλεµο σαµποτάροντας την ίδια τη δουλειά σου έτσι και τολµήσεις να µην της εµπιστευτείς ένα προς ένα όλα σου τα µυστικά ή και τα ξένα. Οι δυο τους ανταλλάσσουν τις πληροφορίες και αλληλεπικαλύπτουν τα τυχόν κενά στα κουτσοµπολιά. Εκείνο το πρωί έπρεπε πάση θυσία να τους αποφύγω, ειδάλλως, πριν καλά καλά το καταλάβω, θα βρισκόµουν να περιγράφω τις λεπτοµέρειες της εγκατάλειψής µου µέσα στο δωµατιάκι των νοσοκόµων που λειτουργούσε σαν θάλαµος ανάκρισης. Την εποµένη οι εξοµολογήσεις µου θα γίνονταν θέµα συζήτησης στην τραπεζαρία των εφηµερευόντων γιατρών, όπου οι συνάδελφοί µου θα χαλάρωναν αναπαράγοντας τα πιπεράτα νέα µου. Ήµουν όµως τυχερή. Ο Λάµπρος, ο θυρωρός, ήταν απασχοληµένος µε τη Ζέτα, που είναι η αδυναµία του, δεδοµένου ότι ως νέα και ωραία, µε πρόσφατη µάλιστα προσθετική στήθους, είχε πάντα περισσότερο ενδιαφέρον από µένα, που είµαι χρόνια παντρεµένη. Του ξέφυγα µε ένα νεύµα. Η προϊσταµένη ήταν επίσης απορροφηµένη σ’ ένα τηλεφώνηµα – κάποιος είχε κλέψει δέκα ουροκαθετήρες από τα χειρουργεία, οπότε είχε προκύψει θέµα µε το τµήµα προµηθειών. Την προσπέρασα και χώθηκα στο γραφείο µε χαµηλωµένο το κεφάλι, σαν Εβραιοπούλα που είχε µόλις ξεγλιστρήσει από έλεγχο στοιχείων των Ες Ες. Το γραφειάκι µύριζε φρέσκια χλωρίνη. Ήταν άδειο, πράγµα που µε ανακούφισε γιατί θα µου επέτρεπε να ρίξω µια µατιά στο φάκελο του ασθενούς µου χωρίς περισπασµούς. Άνοιξα το ερµάριο των φακέλων, έβγαλα τον συγκεκριµένο, τσέκαρα τα εργαστηριακά και τηλεφώνησα στο τµήµα αιµοδοσίας για να βεβαιωθώ πως οι συγγενείς του ασθενούς είχαν χορηγήσει αίµα κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Αργά και σταθερά, είχα αναπτύξει αγάπη για τη δουλειά µου, παρά την αρχική µου απέχθεια για την ιατρική. Ακριβώς όπως µια γυναίκα που εξωθείται στην πορνεία έπειτα από εκβιασµό του νταβατζή φτάνει µετά από χρόνια να νιώθει απολύτως ευτυχισµένη µε τη δουλειά της. Στη δική µου περίπτωση ο νταβατζής ήταν η Μπέλλα. Έγειρα προς τα πίσω το κεφάλι και επιδόθηκα για λίγο σε ένα φλας µπακ. Πώς είχαν περάσει τόσα χρόνια; Όταν στα δεκαοχτώ εισήλθα στην Ιατρική, µου ήταν αδύνατο να φανταστώ πως θα γινόµουν χειρουργός. Εκείνη την εποχή λιποθυµούσα ακόµη και στη θέα του


αίµατος. Καθηµερινά σιχτίριζα την τύχη µου για την αθλιότητα των σπουδών µου. Εκείνοι οι πρώτοι µήνες, όπου ως πρωτοετής φοιτήτρια ήµουν υποχρεωµένη να τεµαχίζω βατράχια ή να αποκεφαλίζω ινδικά χοιρίδια, ήταν εφιαλτικοί. Ολοκλήρωνα τα καθηµερινά εργαστήρια µε δυσκολία, στο τέλος κάθε µαθήµατος έκανα εµετό, µε αποτέλεσµα να αποκτήσω τη φήµη της µη µου άπτου µεταξύ των σκληροπυρηνικών συµφοιτητών. Μέσα στο γραφειάκι του νοσοκοµείου µε κατέκλυσαν νοσταλγικά οι αναµνήσεις. Είχα αρχίσει να αναπολώ τους πρώτους εκείνους δύσκολους µήνες στην Ιατρική µε τον ίδιο τρόπο που η ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής αναπολεί το ξεπαρθένιασµά της. Πόσο αθώα ήµουν είκοσι χρόνια πριν! Πόσο αποφασισµένη να πραγµατοποιήσω ένα όνειρο που δεν ήταν καν δικό µου! Μετά το πρώτο εξάµηνο των σπουδών, όταν έλαβα το βάπτισµα του πυρός, είχα αποφασίσει να εξελιχθώ σε πρότυπο καλής φοιτήτριας. Προκειµένου να αποτινάξω τη φήµη της «ευαίσθητης», είχα αναγκαστεί να καταπιέζω τον εαυτό µου και να δείχνω αντιρροπιστικό ενθουσιασµό κάθε φορά που ήµουν υποχρεωµένη να τεµαχίσω ένα νέο πειραµατόζωο. Έµπαινα πρώτη στα εργαστήρια και έβγαινα τελευταία. Πίσω στο σπίτι, η Μαρίτα µού εξασφάλιζε ζωντανά ποντίκια, που αφθονούσαν στο πατρικό µου. Τα έπιανε µε σιδερένιες ποντικοπαγίδες που έστηνε στη σοφίτα κι έπειτα τα φυλάκιζε σ’ ένα κλουβί που µας είχε ξεµείνει µετά το θάνατο του ενός και µοναδικού καναρινιού που είχαµε κάποτε. Η Μαρίτα χαιρόταν να συσσωρεύει το πολύτιµο υλικό, ήταν ο τρόπος της να µου δείχνει πως µε στήριζε. Τα βράδια, όταν η µητέρα µου έφευγε για το καζίνο και ο µπαµπάς βυθιζόταν στον ύπνο ποτισµένος στα ηρεµιστικά, η Μαρίτα κλείδωνε την πόρτα της κουζίνας και έµπαζε στα κρυφά το κλουβί από τη βεράντα. Συνήθως είχε καταφέρει να παγιδεύσει δυο τρία ποντίκια, τα οποία και µου εµφάνιζε µε τον ενθουσιασµό του ανθρώπου που νιώθει να επιτελεί µεγάλο επιστηµονικό έργο. Τότε τέµναµε τα ποντίκια µε τα µαχαίρια της κουζίνας στους ασηµένιους δίσκους σερβιρίσµατος που είχαν αποµείνει από την προίκα της µαµάς, φορώντας πλαστικά γάντια και ποδιές µαγειρέµατος, µε µια τελετουργία που θύµιζε τελετές µαγείας. Καταγράφαµε τα αποτελέσµατα σε ένα τετράδιο. Μετά τα αυτοσχέδια εκείνα χειρουργεία, η Μαρίτα πετούσε τα διαµελισµένα κορµιά των ποντικών σε σακούλες και έπλενε σχολαστικά τους δίσκους µε ξίδι και Vim. Στο τέλος ετοίµαζε πάντα δύο ποτήρια µπράντι, από το πεντάστερο του µπαµπά, το οποίο απολαµβάναµε µε απανωτά τσιγάρα ενώ ψευτοφιλοσοφούσαµε περί ζωής και θανάτου ή ενώ κουτσοµπολεύαµε τα ίδια τα µέλη της οικογένειάς µου. Αποτέλεσµα όλης εκείνης της προσπάθειας –πέρα από το ότι οι καθηµερινές µυοκτονίες καθάρισαν τη σοφίτα αποτελεσµατικά– ήταν να στεφθώ γρήγορα βοηθός στα εργαστήρια Φυσιολογίας, γεγονός που εκτόξευσε το σεβασµό των συµφοιτητών προς το πρόσωπό µου στα ύψη. Είχαν περάσει χρόνια από τότε. Είχα γεράσει από τότε. Η πόρτα άνοιξε και εισέβαλε η Ζέτα. Φορούσε γυαλιστερό γκρι κοστούµι, τα µαλλιά της ήταν πιασµένα µε ένα στιλάτο διαµαντένιο κοκαλάκι. Το πρόσωπό της γυάλιζε από αυταρέσκεια και µεγαλοµανία. Της Ζέτας της άρεσαν πάντα τα γυαλιστερά πράγµατα. Τα λαµπερά ρούχα, τα φανταχτερά κοσµήµατα, τα λαµέ εσώρουχα. Υποψιαζόµουν πως χρησιµοποιούσε προφυλακτικά που λάµπουν στο σκοτάδι.


Εκείνο το πρωινό ήµουν τόσο φορτωµένη, που θα µπορούσα να την πλακώσω στα χαστούκια απλώς και µόνο για να τσαλακώσω τη λεία της ευδαιµονία. «Καληµέρα!» είπε χαρωπά. «Τι νέα;» «Τα ίδια», απάντησα ξινισµένα. «Τι καλό έχεις στο πρόγραµµα;» «Μια χολοκυστεκτοµή. Θα την κάνουµε µε τον Αντωνιάδη». «Εµείς µε τη Ρένα θα κάνουµε ένα έλκος». «Το ξέρω, το είδα», µούγκρισα. Δεν έφτανε που η Ζέτα ήταν κούκλα, ήταν και καλή χειρουργός. «Η δουλειά έχει πέσει, το πρόσεξες; Είναι που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Κανείς δε θέλει να µπει στο χειρουργείο πριν απ’ τα Χριστούγεννα», διαπίστωσε µε τη µελωδική φωνή της. Χριστούγεννα, σκέφτηκα. Πώς θα περνούσα τα Χριστούγεννα αν ο Κώστας επέµενε στην απόφασή του; Μόνη µπροστά στην τηλεόραση ή µαζί µε τη µάνα µου και την οικογένεια της Ντόλης. Και οι δύο επιλογές µού φάνταζαν τροµακτικές. Ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να εξοµολογηθώ στη Ζέτα τα πάντα. Να της πω για το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο, για το επεισοδιακό µου Σαββατοκύριακο, για το έµφραγµα του Νίκου. Η ελαφράδα της µου χρειαζόταν απελπιστικά εκείνη τη στιγµή. Θα έλεγε σίγουρα κάτι βλακώδες και παρηγορητικό: «Έλα, µωρέ, θα του περάσει, αφού κατά βάθος αγαπιόσαστε», ή κάτι ακόµη πιο παρηγορητικό: «Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές... Θα σου δώσω το τηλέφωνο του πλαστικού µου για να βάλεις σιλικόνες τώρα που θα ξαναβγείς στο κυνήγι». Ήθελα πολύ να πέσω στη µοσχοµύριστη αγκαλιά της και να της πω τα πάντα! Όσο κι αν απεχθανόµουν την απλοϊκή της σκέψη, όσο κι αν σιχαινόµουν το γυαλιστερό πορτοκαλί της κραγιόν και τα µακριά της πόδια, η Ζέτα παρέµενε φίλη µου. Η µόνη σύµµαχος που είχα σε αυτό το νοσοκοµείο. «Δε φαντάζεσαι τι Σαββατοκύριακο πέρασα...» επιχείρησα το άνοιγµά µου. «Αποκλείεται να ήταν χειρότερο από το δικό µου!» µε πρόλαβε. «Βγήκα µ’ εκείνο το νευροχειρουργό, τον Γεωργίου – έλα, τον ξέρεις, εκείνον µε το κάµπριο, που έχει κάτι φρύδια σαν τον συγχωρεµένο τον Καραµανλή; Κατάλαβες ποιον λέω; Ωραία. Βγαίνουµε λοιπόν, τρώµε, πληρώνει το εστιατόριο, πάµε για ποτό, µετά µου λέει: “Δεν πάµε για ένα ποτό στο σπίτι µου;” Πάµε. Ωραίο σπίτι, σαν λοφτ στο Μανχάταν. Λέω µέσα µου: Εδώ είµαστε, Ζέτα, δώσ’ τα όλα! Θρονιάζεται σε µια πολυθρόνα, ανάβει ένα πούρο και µου λέει: “Χόρεψε και γδύσου ταυτόχρονα”. Ποπό, σκέφτοµαι, τι άντρας! »Αρχίζω να χορεύω και να πετάω τα ρούχα µου. Αυτός καπνίζει το πούρο, µένω µε τα εσώρουχα, κάτι φοβερά, µε πέρλες στα τελειώµατα, να φανταστείς εκατό ευρώ µου κόστισε µόνο το στρινγκ! Χορεύω λοιπόν, αυτός έχει φτιαχτεί, µου λέει: “Γονάτισε”. Σκέφτοµαι: Πού το πέτυχα τέτοιο αρσενικό; Σκύβω ενθουσιασµένη, αυτός συνεχίζει να καπνίζει, ανοίγω το φερµουάρ και τι να δω; Κάνω πως δεν καταλαβαίνω, προσπαθώ, προσπαθώ, αλλά nothing. Nothing at all! Αλλά µε ξέρεις εµένα κι από το χειρουργείο, δε µασάω εγώ στις δύσκολες καταστάσεις, δίνω πάντα το καλύτερο, φτάνω ως το τέλος τα πράγµατα. Εκείνος καπνίζει, ακόµη ντυµένος, το βροµοπούρο του κι εγώ εξακολουθώ να παριστάνω πως δεν καταλαβαίνω.


Τι να κάνω όµως, εγώ είµαι κυρία, άσε που υπάρχει και η ιατρική δεοντολογία, δε γουστάρω να προσβάλω συνάδελφο, θα τον πετυχαίνω στους διαδρόµους αύριο µεθαύριο και δε θέλω να νιώθει άσχηµα... »Αυτά έπαθα, αποχώρησα άπρακτη, δύο ντους έκανα µετά για να συνέλθω, και τρία χέρια λούσιµο, το πούρο του είχε ποτίσει τα µαλλιά µου. Δε θα τον ξαναδώ φυσικά. Ξέρεις πως δε µ’ αρέσει να χάνω το χρόνο µου». Άνοιξε τους φακέλους της και άρχισε να γράφει. «Πες µου τα δικά σου», µε παρότρυνε χωρίς ενδιαφέρον. «Ένας κολλητός µου έπαθε έµφραγµα, έγινε αεροµεταφορά, είναι στην εντατική», είπα. «Πόσων χρονών;» «Σαράντα πέντε». «Καλή ηλικία για να πάθεις έµφραγµα», παρατήρησε. «Κι εσύ επιτέλους κόψε το κάπνισµα. Φιρί φιρί το πας. Είσαι και προσωπικότητα τύπου Α, αγχώδης, ανταγωνιστική, υπερβολικά φιλόδοξη, καπνίζεις κι από πάνω, θα σε µαζεύουµε από καρδιακό σε λίγο». Έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση µε το χέρι της πάνω στο ξύλο του γραφείου. «Κούφια η ώρα...» «Είµαι εγώ ανταγωνιστική;» ρώτησα κάπως πληγωµένα. «Είσαι. Αλλά και ποιος γιατρός δεν είναι;» Η αναλαµπή στη σκέψη της Ζέτας επιβεβαίωσε τη θεωρία µου: όσο περισσότερο νηστεύει το σώµα, τόσο πιο πολύ εξασκείται το πνεύµα. Ο Κώστας ήταν αδύνατο να εκπτύξει τις διανοητικές του ικανότητες. Ήταν παγιδευµένος στη λαγνεία, δεµένος χειροπόδαρα µε τις ανάγκες της σάρκας του, και άρα ανάπηρος να παραγάγει ώριµη σκέψη. «Ο Κώστας...» άρχισα. «Τι θα έχει στην εκποµπή σήµερα; Κρίµα που εφηµερεύω και θα τον χάσω...» Κοίταξε το επώνυµο ρολογάκι της, χρυσό µε διαµάντια. «Ποπό, πέρασε η ώρα κι εµείς χαζεύουµε!» Βγήκαµε στο διάδροµο, δυο τρία αρσενικά αναστέναξαν στη θέα της Ζέτας, πήραµε το ασανσέρ για το χειρουργείο. Με υποδέχτηκε η γνωστή µυρωδιά του χειρουργείου, ένα µείγµα απολυµαντικού και ανθρώπινων υγρών. Ένιωσα αµέσως ανανεωµένη. Ι am a scientist, I produce science. Άνοιξα το ντουλάπι αποθήκευσης, έβγαλα τα παπούτσια, έβγαλα το σακάκι µου, έβαλα την πράσινη αποστειρωµένη στολή, µετά κάτι κατσαρά σελοφάν µε λάστιχο πάνω από τα χειρουργικά σαµπό. Δίπλα µου η Ζέτα έκανε τις ίδιες κινήσεις. Δύο εργάτριες που φορούν τα ρούχα της δουλειάς στη φάµπρικα, δύο χορεύτριες συγχρονισµένης κολύµβησης. Εφαρµόσαµε τα καπελάκια του χειρουργείου. Αγαπούσα τη Ζέτα καθώς την έβλεπα µε τα µαλλιά τσαλακωµένα κάτω από το γελοίο χάρτινο καπελάκι, την αγαπούσα γιατί εκεί µέσα ξεχνούσε την κοκεταρία της και γινόταν ένας φαντάρος, ένα στρατιωτάκι της ιατρικής που στα µάτια του έκαιγε ακόµη ροµαντικά ο ζήλος της προσφοράς. Την είδα που δάγκωνε τα χείλη της, όπως κάθε φορά που είχε αγωνία. Πήγαµε στους νιπτήρες, φορέσαµε τις µάσκες, πλύναµε τα χέρια µας δίπλα δίπλα, µετά χτυπηθήκαµε πλάτη µε πλάτη για καλή τύχη. Μπήκα στην αίθουσα 2 µε τα χέρια σηκωµένα, η βοηθός µού φόρεσε τα γάντια στον αέρα, ο Αντωνιάδης ήταν ήδη εκεί και έβαφε την κοιλιά του ασθενούς µε


Βetadine, o αναισθησιολόγος ρύθµιζε τους ορούς. Όλα ήταν ήρεµα, τακτοποιηµένα, οργανωµένα. Τσικ, τσικ, τσικ, έκανε ρυθµικά το µόνιτορ της καρδιάς του ασθενούς. Ωραία να ’σαι στο σπίτι, σκέφτηκα, και πήρα το νυστέρι.


10

Οὐκ ἕνι ἰατρικήν εἰδέναι, ὅστις µή οἶδεν ὅ τι ἐστίν ἄνθρωπος. (Είναι αδύνατο να γνωρίζει την ιατρική αυτός που δε γνωρίζει ακριβώς τι είναι ο άνθρωπος.) ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ

ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΜΕΤΑ. Συνόδευσα τον ασθενή µέχρι το θάλαµο ανάνηψης, µιλώντας του µε κλισέ λόγια ενθάρρυνσης. Κοίταξα λίγο έκπληκτη το πρόσωπό του, σαν η φάτσα του να µην ταίριαζε µε το περιεχόµενο της κοιλιάς του. Λίγο πριν, είχα σκαλίσει τα έντερά του και το συκώτι του, είχα βγάλει τη χολή του, είχα ανοίξει και κλείσει το δέρµα του, αλλά ήδη ήταν ένας ξένος. Η πλακουτσωτή µύτη του έδινε κάτι το αντιπαθητικό στο πρόσωπό του. Για µερικές στιγµές ένιωσα άσχηµα. Θυµήθηκα ένα περιστατικό λίγα χρόνια πριν. Δύο µετανάστες που είχαν οργανώσει µια ληστεία και είχαν σκοτώσει τους ιδιοκτήτες ενός βενζινάδικου είχαν µεταφερθεί στα Επείγοντα πληγωµένοι από τις σφαίρες των αστυνοµικών που τους είχαν καταδιώξει και συλλάβει. Τα τραύµατά τους ήταν ελαφρά, απαιτούσαν ωστόσο ιατρική φροντίδα. Οι δύο αλλοδαποί έφτασαν στα χέρια µου πάνω στα φορεία, ηµιλιπόθυµοι. «Αqua... aqua...» ψέλλιζε ικετευτικά ο ένας από τους δύο. Τον κοιτούσα µε απάθεια. «Ζητάει νερό», µου εξήγησε µια νοσοκόµα. «Το άκουσα. Προέχει να τον σώσουµε», της είχα απαντήσει κοφτά. Εκείνος µε κοιτούσε µε τροµαγµένα µάτια καθώς του καθάριζα τις πληγές, του έβαζα ορό, του έραβα τα τραύµατα. «Αqua...» ξανάπε. «Θα πάω να του φέρω νερό από τον ψύκτη, τον λυπάµαι», είπε τότε η νοσηλεύτρια. «Αυτούς που σκότωσε δεν τους λυπάσαι;» της φώναξα. «Να καθίσεις εδώ που είσαι, πρόκειται για εντολή». Εκείνη µε κοίταξε σοκαρισµένη και µετά µου έστρεψε την πλάτη επιδεικτικά. Βγήκε και γύρισε µε ένα πλαστικό ποτήρι µε νερό. «Δεν είσαι καλύτερος άνθρωπος από µένα», της σφύριξα µέσα από τα δόντια µου ενώ ο αλλοδαπός κατάπινε λαίµαργα το νερό. «Δώσατε έναν όρκο», µου αντιµίλησε. «Ο όρκος µου δε µε υποχρεώνει να συµπαθώ τους ασθενείς µου». Ωστόσο, τα λόγια της µε είχαν ταράξει. Για µήνες µετά αναρωτιόµουν αν είχα µετατραπεί σε ένα παχύδερµο, ή –ακόµη χειρότερα– αν ήµουν εξαρχής παχύδερµο, µια ανάλγητη ψυχή, µια γιατρός-ροµπότ. Τώρα, καθώς ο ασθενής µε την πλακουτσωτή µύτη µε κοίταζε µε ευγνωµοσύνη, εκείνο το περιστατικό χώθηκε σαν σφήνα στο µυαλό µου εκ νέου. Το θρασύ ύφος εκείνης της νοσοκόµας


που αµφισβητούσε την ανθρωπιά µου, το ίδιο πάνω κάτω ύφος που είχαν όλοι οι άνθρωποι γύρω µου, λες και ποτέ δεν τους είχαν ακουµπήσει τα συναισθήµατά µου, λες και δεν πίστεψαν ποτέ πως είχα συναισθήµατα... Στάθηκα στο παράθυρο και κοίταξα την αυλή του νοσοκοµείου. Στο κέντρο δέσποζε το άγαλµα του Ιπποκράτη, γεµάτο κουτσουλιές από περιστέρια, η βροχή έπεφτε δυνατά για να το ξεπλύνει, οµπρέλες περιφέρονταν εδώ κι εκεί, κάτω από το υπόστεγο του κυλικείου η Ζέτα έπινε το δεύτερο καφέ της µέρας χασκογελώντας µε τους ειδικευόµενους του Ουρολογικού. Πίσω µου ο Αντωνιάδης µίλησε µε την εφηβική φωνή του. «Σας ευχαριστώ που µ’ αφήσατε να κάνω τόση δουλειά εκεί µέσα», είπε. «Είσαι πλέον αρκετά ικανός για να σ’ εµπιστεύοµαι», του αποκρίθηκα χαµογελώντας. «Στο κάτω κάτω, κάπως πρέπει να µάθετε κι εσείς. Πότε τελειώνεις;» «Σε ένα εξάµηνο». Περπατήσαµε δίπλα δίπλα στο διάδροµο µε τους γαλάζιους τοίχους. Οι νοσοκόµες κρεµούσαν χριστουγεννιάτικα στολίδια µε την ελπίδα να τη σκαπουλάρουν για λίγο από τη δουλειά. «Έρχονται Χριστούγεννα», παρατήρησε ο Αντωνιάδης. «Και σαν;» του είπα αφηρηµένα. «Θα διαβάσω λίγο περισσότερο στις αργίες. Ξέρετε, για τις εξετάσεις». «Μου θυµίζεις τα δικά µου. Διάβαζα είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο για τις εξετάσεις της ειδικότητας. Ωραίες εποχές. Χωρίς έγνοιες». «Πάω στο εφηµερείο. Έχω δύο ώρες ώσπου να αρχίσει η εφηµερία, θα τις εκµεταλλευτώ για διάβασµα». «Καλά θα κάνεις». Κοίταξα το ρολόι µου. Το ωράριό µου τελείωνε σε ένα δίωρο και µετά δε θα είχα τι να κάνω. Μπήκα στο γραφείο και άναψα ένα τσιγάρο κάτω από την αντικαπνιστική αφίσα που έδειχνε δύο καρκινιασµένους πνεύµονες. Πήρα τηλέφωνο στην εντατική όπου νοσηλευόταν ο Νίκος και µίλησα µε τον υπεύθυνο. Η κατάστασή του είχε σταθεροποιηθεί, όποτε οι γιατροί έκριναν θα έµπαινε για βαλβιδοπλαστική στο χειρουργείο. Ύστερα τηλεφώνησα στον Βάκη. «Αδελφούλα, σε παίρνω όλο το Σαββατοκύριακο και µε γράφεις». «Είχα δουλειά, Βάκη». «Μα ήταν επείγον. Έχω τροµερή φαγούρα στις µασχάλες, σε όλο το σώµα. Στη φανέλα µου βρήκα σηµάδια από αίµα». «Βρήκες αίµα και στο σλιπάκι σου;» «Ναι, ρε, πώς το ξέρεις;» «Έχεις ψείρες, Βάκη. Ενηµέρωσε το γιατρό του πλοίου, γιατί πρέπει να παρθούν συνολικά µέτρα. Ξέρεις, στα πλυντήρια, στα κλινοσκεπάσµατα, πρέπει να γίνει αποστείρωση». Μου φάνηκε πως έκλαιγε. Ναι. Έκλαιγε µε λυγµούς. Ένιωσα αυτόµατα αηδία. «Δεν αντέχω άλλο», ξέσπασε. «Παράτα τα όλα και έλα πίσω», είπα βεβιασµένα. Κάθε φορά ο ίδιος κύκλος. Σιχαινόµουνα την αδυναµία του, το ότι είχε υποταχθεί στο θέληµα της µάνας µας – όπως είχα κάνει κι εγώ


άλλωστε... «Κλείνω, µε καλούν από το χειρουργείο», είπα ψέµατα. Κάπνισα για ώρα, προσπαθώντας να αδειάσω το µυαλό µου. Πάνω από το γραφείο και την πλάτη της καρέκλας µου είχα κολλήσει ζωγραφιές της ανιψιάς µου, σε µια προσπάθεια να δώσω στους συναδέλφους την εντύπωση της στοργικής θείας. «Μαµά», «Γιαγιά», «Θεία, έγραφαν οι ζωγραφιές. Η µικρή είχε ζωγραφίσει την Ντόλη σαν ξανθιά νεράιδα, τη µητέρα µου σαν γερασµένη ξανθιά νεράιδα και µένα σαν Στρουµφάκι µε πορτοκαλιά µαλλιά ντυµένο µε αντρικά ρούχα. Αυτά ήταν τα αποτελέσµατα της ιατρικής, αυτά ήταν τα αποτελέσµατα της απουσίας µου από τα κοµµωτήρια. Άδικο είχε ο Κώστας; Πού είχε πάει η θηλυκότητά µου; Είχα ποτέ θηλυκότητα; Όλες µου οι θηλυκές ορµόνες είχαν ευνουχιστεί από την Μπέλλα. Όταν δεν µπορείς να µιµηθείς τη µάνα σου, παίζεις αυτοµάτως κόντρα ρόλο· όταν η µάνα σου «αρρωσταίνει» αν δεν προλάβει να κάνει γαλλικό µανικιούρ, εσύ, η κόρη, κόβεις σύρριζα τα νύχια σου. Σκέφτηκα στα ξαφνικά τον Αντωνιάδη. Τι όµορφο αγόρι! Συνεργαζόµασταν εδώ και δύο χρόνια στο νοσοκοµείο. Στην αρχή τον είχα αντιπαθήσει. Μερικούς µήνες µετά, την εποχή που ο Κώστας µε τιµωρούσε µε σεξουαλική νηστεία, είχα δει στον ύπνο µου πως ο Αντωνιάδης µού έκανε έρωτα. Ήµασταν, υποτίθεται, όρθιοι, γύρω µας πέφτανε χρυσά φθινοπωρινά φύλλα, τάχα φυσούσε και, τάχα, εγώ ένιωθα πολύ εντάξει στην αγκαλιά του. Από τότε είχα αρχίσει να τον προστατεύω απροκάλυπτα. Του έδινα έξτρα αρµοδιότητες στα χειρουργεία, κουκούλωνα τα λάθη του, καµιά φορά έκανα τη γραφική δουλειά αντί γι’ αυτόν. Ήταν µικρότερός µου, δεσµευµένος –από αυτούς που κουβαλάνε φωτογραφίες της γκόµενας στο πορτοφόλι–, µε µαύρα µαροκινά µάτια. Σε µια παρόρµηση της στιγµής, έσβησα το τσιγάρο µου, βγήκα από το γραφείο, ανέβηκα µε το ασανσέρ στον όροφο του εφηµερείου, όπου είναι οι κοιτώνες των γιατρών, και χτύπησα την πόρτα του. Μόλις µε αντίκρισε µπροστά του, µαζεύτηκε. Φορούσε ακόµη το αποστειρωµένο παντελόνι του χειρουργείου που έδενε µε κορδόνι στη µέση. Από πάνω ήταν θεόγυµνος. Μαύρες δυνατές τρίχες, φυτρωµένες σε διάταξη φερµουάρ, κατέβαιναν από το στέρνο χαµηλά στην κοιλιά. «Τι δουλειά έχετε εδώ;» ρώτησε απορηµένος. «Έλα τώρα...» του είπα µε νόηµα, και τον έσπρωξα µαλακά για να περάσω. Στρώθηκα στο κρεβάτι του χωρίς να βγάλω τα παπούτσια µου. Αυτός κάθισε στην καρέκλα του γραφείου και συνέχισε να πίνει έναν αστείο χυµό από φραγκοστάφυλο – είναι περίεργο που πρόσεξα τη λεπτοµέρεια. Πίσω από την πλάτη του το παράθυρο δάκρυζε από τη βροχή. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει κι άλλο, εκείνο το µεσηµεριανό σκοτάδι της κακοκαιρίας. Είδα τα µαύρα του µάτια να µεγαλώνουν και το πρόσωπό του να γεµίζει καχύποπτες σκιές. Μείναµε αµίλητοι για κάνα τέταρτο. Μετά, µε µια γρήγορη κίνηση αναπήδησης, σηκώθηκα από το κρεβάτι και ανέβηκα πάνω του. Με τα πρόσωπά µας πλέον τόσο κοντά, δεν έβλεπα πια την έκφρασή του, αλλά µπορούσα να τη µαντέψω. Με άρπαξε από το κάτω µέρος των µηρών και µε άφησε για ώρα να ταλαντεύοµαι ερεθισµένη. Ήξερα πως σκεφτόταν όλες τις ταπεινώσεις στις οποίες τον είχα υποβάλει, τη φορά που τον φώναξα «ηλίθιο» ή τότε που τον


αποκάλεσα «άχρηστο» γιατί πήγε να κόψει κατά λάθος τη µητριαία αρτηρία µιας ασθενούς την ώρα του χειρουργείου. Με ξεγύµνωσε σαδιστικά, άτσαλα, σαν παιδί που ξετυλίγει ένα δώρο µόνο και µόνο για να το σπάσει µετά. Γυµνή, έπλεξα τα δάχτυλά µου πίσω από τον αυχένα του και κρέµασα από αυτόν όλο µου το βάρος. Η σκηνή µού θύµισε ανάλογες στιγµές µου µε τον Κώστα. Φίλησα τον Αντωνιάδη εκπνέοντας στο στόµα του έναν αναστεναγµό νοσταλγίας.


11

ΓΥΡΙΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ στις τρεις. Σ’ ένα οκτάωρο θα ήξερα. Η καθηµερινή –πλην της Παρασκευής– εκποµπή του Κώστα, Χωρίς Ιερό και Όσιο, θα άρχιζε στις έντεκα, όπως πάντα. Πρώτα η µουσική, µια αποµίµηση Μπρέγκοβιτς, µε βιολιά και κρουστά. Μετά η φάτσα του, τίγκα στην πούδρα νούµερο 4, για ηλιοκαµένο αποτέλεσµα. Έκανα µπάνιο κι έπειτα τριγύρισα άσκοπα στο σπίτι. Δεν ήξερα πώς να ροκανίσω τις ώρες µέχρι να ’ρθω τετ α τετ µε τον άντρα µου, έστω από την οθόνη της τηλεόρασης. Για λίγο σκέφτηκα να το ρίξω στον καλλωπισµό, να βγάλω τα φρύδια, να κάνω χαλάουα στο µπικίνι, λες και µια καλή εµφάνιση θα µ’ έφερνε σε θέση ισχύος απέναντί του. Είχε τρελαθεί να βρέχει. Περπάτησα πέρα δώθε στο διάδροµο, ανάβοντας τα φώτα, για να ελαφρύνω τη µοναξιά µου. Ανέβηκα την πλεξιγκλάς σκάλα και µπήκα στο γραφείο. Ο χώρος είχε ποτίσει από τη µυρωδιά των πούρων που κάπνιζε συνήθως ο Κώστας. Στο µικρό καναπέ απέναντι από το γραφείο ένα βαθούλωµα διέγραφε ολοκάθαρα το εύρος των οπισθίων του. Τρεις οµοιόµορφες τηλεοράσεις ήταν καρφωµένες απέναντι, σαν εικονίσµατα σε εκκλησία. Του άρεσε να παρακολουθεί τα αντίπαλα κανάλια, παλιότερα συνήθιζε να βλέπει ποδόσφαιρο και δύο πολιτικές εκποµπές ταυτόχρονα, µε τον ήχο ανοιχτό στη διαπασών. Άρχισα να ψάχνω τα συρτάρια του. Κίτρινοι φάκελοι που έγραφαν απέξω «Παράνοµοι Οίκοι Ανοχής» ή «Νοµιµοποίηση Αυθαιρέτων» ήταν χωµένοι ακατάστατα, όπου όπου. Στο πρώτο συρτάρι, αντικαπνιστικές παστίλιες, ένα ανοιγµένο κουτί µε πούρα, τρεις πένες. Ένας κεραυνός ξαναχτύπησε κάπου µακριά κι εγώ ένιωσα την καρδιά µου να σκίζεται στα δύο. Η επαγγελµατική κάρτα του γυναικολόγου µου ήταν αφηµένη ανάµεσα στους συνδετήρες, µε τις ώρες λειτουργίας του ιατρείου υπογραµµισµένες. Τους φαντάστηκα τους δυο τους να συζητούν ερήµην µου για τη γονιµότητά µου. Ή, πιο σωστά, για την υπογονιµότητά µου. Για το πόσα ωάρια είχα, για το αν η µήτρα µου µπορούσε να σηκώσει κι άλλη εξωσωµατική. Έψαξα κι άλλο. Μια φωτογραφία του γάµου µας µε τις άκρες γυρισµένες από την πολυκαιρία. Εγώ µε ένα νυφικό γνωστού οίκου που δε µου πήγαινε καθόλου, όλο φρου φρου και δαντέλες. Ο Κώστας µε κοστούµι σεταρισµένο µε φανελάκι, σαν εκείνον τον Ντον Τζόνσον που έπαιζε στους Σκληρούς του Μαϊάµι. Σίγουρα δε θα µας έλεγες ταιριαστό ζευγάρι. Αν και δεν ήµουν ούτε καν τριάντα τότε που παντρευτήκαµε, φαινόµουν τουλάχιστον δέκα χρόνια µεγαλύτερη. Το πρόσωπό µου, σοβαρό και σιδερωµένο, εξέπεµπε τη θλίψη που µου προσέδιδε η καθηµερινή επαφή µε το θάνατο. Έµοιαζα µε µουχλιασµένη φρυγανιά. Εκείνος δίπλα µου, τραγανός και φρέσκος, ήταν έτοιµος, θαρρείς, να πεταχτεί έξω από τη φωτογραφία. Πίσω µας, ο Βάκης µε τα µαλλιά αλογοουρά, η µάνα µου µε ένα σιφόν κοκτέιλ φόρεµα και η Ντόλη µε λευκό ταγέρ, πιασµένη χαλαρά από το µπράτσο του τότε συζύγου της. Εκείνο το κτήνος, ένα


κινούµενο βουνό λίπους, της είχε φερθεί µε βαναυσότητα µετά το διαζύγιο. Ναι, για την Ντόλη ήταν βάναυσο να βρεθεί µε δύο παιδιά και µε δύο –µόλις– Φιλιππινέζες σ’ ένα σπίτι-µπουτίκ στην Πεντέλη που δε διέθετε καν πισίνα και µε διατροφή που άγγιζε – µόλις– τις τρεις χιλιάδες ευρώ. Δύο χρόνια µετά το γάµο µας µε τον Κώστα, η Ντόλη διόρθωσε το λάθος της. Ο νέος σύζυγος, γκοφρετοβιοµήχανος, της εξασφάλισε δύο πισίνες. Μία µε ζεστό και µία µε κρύο νερό. Τον πρώτο καιρό, πριν ακόµη εµφανιστούν τα σύννεφα στο γάµο τους, περνούσαµε ώρες ατέλειωτες τα Σαββατοκύριακα στις σεζλόνγκ, µε τον Κώστα να πηγαινοέρχεται λαδωµένος στα πλακάκια και τον άντρα της να ανανεώνει ξανά και ξανά τα κοκτέιλ. Τα παιδιά της λυσσάγανε στην πισίνα και ο Κώστας έκανε ακροβατικά εντός του νερού, µ’ εκείνο τον ενθουσιασµό που δείχνουν στην επαφή τους µε τα παιδιά οι άντρες λαϊκής καταγωγής. Η Ντόλη κι εγώ τους παρακολουθούσαµε νυσταλέα –εγώ κουρασµένη από τα χειρουργεία, η Ντόλη εξουθενωµένη από την απραξία–, δύο σώµατα που λιάζονταν δίπλα δίπλα, καθόλου όµοια, εδώ που τα λέµε. Εκείνη είχε κάνει δύο παιδιά και παρ’ όλα αυτά το κορµί της παρέµενε εφηβικό. Το δικό µου ξεχείλιζε από την κυτταρίτιδα. Δεν έφταιγα, η ορµονοθεραπεία µού είχε προκαλέσει κατακράτηση υγρών. Ψαχούλεψα για ώρα το γραφείο, δρύινο, πανάκριβο και κακόγουστο, ανοιγοκλείνοντας συρτάρια και µικρά ντουλαπάκια. Ο υπολογιστής είχε κάνει φτερά, παρατήρησα. Ένα µικρό, επίπεδο σχεδόν συρταράκι, πάνω πάνω, παράλληλα µε την επιφάνεια του γραφείου, ήταν κλειδωµένο. Άρπαξα το χαρτοκόπτη για να το παραβιάσω. Χωρίς αποτέλεσµα. Η κλειδαριά ήταν τόσο µικρή, που ακόµη και η µυτερή άκρη του χαρτοκόπτη ήταν αδύνατο να διεισδύσει. Πήρα ένα µικρό συνδετήρα, τον ευθείασα και ξαναπροσπάθησα. Κλικ, έκανε η κλειδαριά, και το συρτάρι πετάχτηκε προς τα έξω. Τίποτα το αξιοσηµείωτο. Αντίγραφα της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του, της οικογενειακής µερίδας, µια λίστα µε τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την έκδοση καινούριου διαβατηρίου... και ένα κοµµάτι χαρτί σκισµένο πρόχειρα από κάποιο µπλοκ. Έγραφε µε τα µεγάλα, βιαστικά γράµµατα του Κώστα: Αγαπηµένη µου... Θέλω να µ’ αγαπάς, να µε περιµένεις, να µου είσαι πιστή...

Δεν υπήρχε ηµεροµηνία. Δεν υπήρχε όνοµα. Για λίγο ανέτρεξα στις αναµνήσεις µου, προσπαθώντας να εντοπίσω πού και πότε θα µπορούσε να είχε γραφτεί αυτό το σηµείωµα και µε ποια αφορµή. Επρόκειτο για µίνι γράµµα αποχαιρετισµού. Ο Κώστας απέφευγε να ταξιδεύει, δεν υπήρχε συνήθως λόγος, η Αθήνα τού πρόσφερε έτσι κι αλλιώς άφθονο υλικό για τη δουλειά. Επιπλέον, φοβόταν σαν τρελός τα αεροπλάνα, είχαν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από τότε που είχαµε ταξιδέψει στο εξωτερικό. Τέτοια σηµειώµατα δεν ήταν του στιλ του. Ούτε φυσικά και του στιλ µου! Άρα, αποκλείεται να ήµουν ο παραλήπτης... Ή µήπως ήµουν; Μήπως το σηµείωµα που κρατούσα ήταν απλώς η αρχική εκδοχή του σηµειώµατος πάνω στο ψυγείο; Ένιωσα ανακουφισµένη, σαν να είχα φωτίσει κάποιες άλλες πτυχές της εγκατάλειψής µου. Εκείνο το σηµείωµα αναιρούσε την ταπείνωσή µου. Αναιρούσε την εγκατάλειψη. Ο Κώστας – για κάποιο αδιευκρίνιστο πλην όµως σοβαρό λόγο– έπρεπε να φύγει. Για κάπου. Να ήταν


άραγε άρρωστος; Από κάποια φρικτή, θανατηφόρα, παραµορφωτική ασθένεια; Μήπως µε εγκατέλειπε για να µε προστατεύσει; Έτσι όπως γίνεται στις χολιγουντιανές ταινίες; Προτιµούσε να περάσει µόνος ένα Γολγοθά παρά να µε εκθέσει σε ψυχική ταλαιπωρία; Ο Κώστας, σκέφτηκα, δεν ήταν ο τύπος του λεβέντη που θα αποσυρόταν στη σκιά για να µην επιβαρύνει κανέναν µε το δράµα του. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις... Ίσως η αρρώστια τον είχε αλλάξει. Ίσως του είχε βελτιώσει το χαρακτήρα. Βέβαια, τέσσερις µέρες πριν, ο Κώστας έσφυζε από υγεία. Ήταν κεφάτος, ροδοκόκκινος, µε τη γνωστή του πάντα απάθεια. Σίγουρα δεν είχε την εµφάνιση πάσχοντος. Ωστόσο, όλα ήταν πιθανά. Έβαλα το σηµείωµα στη θέση του. Με ένα τσίµπηµα ενοχής, που διήρκεσε δευτερόλεπτα, διαπίστωσα πως θα προτιµούσα να τον ενταφιάσω παρά να τον αφήσω να µε εγκαταλείψει. Στην κηδεία θα φορούσα ένα µαύρο λιτό φόρεµα και θα είχα τα µαλλιά µαζεµένα. Καθόλου µακιγιάζ, ή ίσως λίγο µπεζ κραγιόν, µεγάλα µαύρα γυαλιά. Πάνω στη µαρµάρινη πλάκα θα έβαζα να σκαλίσουν τα τελευταία του λόγια: «Αγαπηµένη µου, θέλω να µ’ αγαπάς, να µε περιµένεις, να µου είσαι πιστή...» Μπορεί και να παρέλειπα το «να µε περιµένεις». Οι κάµερες της ίδιας της εκποµπής του θα ζουµάρανε πάνω στο µάρµαρο και, για πρώτη φορά, εγώ θα ένιωθα πως έζησα µαζί µε τον Κώστα ένα πραγµατικό love story. Αναζωογονηµένη, κατέβηκα στην κουζίνα και καταβρόχθισα ό,τι φαγώσιµο υπήρχε στο ψυγείο. Τα πράγµατα άλλαζαν και καλό θα ήταν να µην προέβαινα σε βιαστικά συµπεράσµατα. Η εκποµπή θα άρχιζε σε πέντε ώρες και το ζήτηµα θα λυνόταν. Αν ο Κώστας απουσίαζε από την εκποµπή, τότε... Δεν ήθελα καν να σκέφτοµαι τι µπορεί να σήµαινε ένα τέτοιο ενδεχόµενο. Μόνο ο θάνατος ή έστω µια βαριά αρρώστια µπορούσε να κρατήσει τον Κώστα µακριά από το ραντεβού του µε τους τηλεθεατές. Τέτοιος ήταν ο ναρκισσισµός του, τέτοια η ψύχωσή του µε το φακό! Πήρα ένα ηρεµιστικό κι έπεσα να κοιµηθώ. Ρύθµισα το ξυπνητήρι του κινητού ακριβώς στις 22.45. Ήθελα να συµπιέσω τις ώρες, να βιάσω το χρόνο, να γυρίσω προς τα µπρος τα ρολόγια ώσπου να φτάσει η ενδεκάτη βραδινή και να ακουστεί το σήµα της εκποµπής. Παραδόθηκα στο γλυκό ύπνο των ροζ ηρεµιστικών. Μετά τα ροζ διαµάντια, τα ροζ χαπάκια είναι οι καλύτεροι φίλοι µιας γυναίκας, σκέφτηκα καθώς το σώµα µου χαλάρωνε...


12

ΤΟ

εξακολουθητικά. Ήµουν εκτός τόπου και χρόνου. Το ηρεµιστικό σεργιανούσε ακόµη στο αίµα µου, ο εγκέφαλος αδυνατούσε να δώσει οδηγίες στα άκρα µου. Αποκολλήθηκα από το κρεβάτι σαν να ήµουν πρώην τετραπληγική που την καλούσε να ανασηκωθεί ο ίδιος ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ στο πλαίσιο ενός εντυπωσιακού θαύµατος. Περπάτησα στα σκοτάδια λίγο αβέβαια: δοκίµαζα τη δύναµη των ποδιών µου. Μπήκα στο µπάνιο. Για µερικές στιγµές ευχήθηκα να είχα ένα µακρουλό πέος. Θα κατέβαζα την πιτζάµα µου µε µια µαγκιόρικη κίνηση, θα ουρούσα όπως όπως, σαν να πότιζα πέρα δώθε ένα αόρατο γκαζόν. Όπως ακριβώς έκανε ο Κώστας. Και µόνο η αίσθηση ενός έξτρα κρεάτινου σώµατος ανάµεσα στα πόδια αρκούσε για να δώσει στους άντρες έναν αέρα υπεροχής και δύναµης. Κατέβασα την πιτζάµα µου και δε βρήκα τίποτα ανάµεσα στα πόδια µου, πράγµα που εκείνη τη στιγµή –δεν ξέρω γιατί– το βίωσα σαν πραγµατική έλλειψη, σαν µορφή αναπηρίας. Η Νίνα από το Μικροβιολογικό αρεσκόταν να µου αφηγείται την ιστορία της γνωριµίας της µε τον άντρα της κι εγώ αρεσκόµουν να την ακούω. Γνωρίστηκαν στη Ρουµανία, σ’ ένα µπαρ. Σπούδαζαν ιατρική εκεί. Τον κέρασε ένα ποτό, τον κέρασε και δεύτερο, µετά τον νίκησε στο µπιλιάρδο, στο τέλος κατέληξαν στην γκαρσονιέρα του. Αυτός ήταν δεσµευµένος µε άλλη, και η Νίνα, αφού τον πήδηξε, σηκώθηκε, φόρεσε το τζιν της, ανέβασε το φερµουάρ της και του είπε: «Τέλειωνε µε τις “εκκρεµότητές” σου κι έλα να µε βρεις». Ο τύπος την ερωτεύτηκε: η Νίνα ήταν ξεκάθαρη σαν άντρας, το αόρατο πουλί ανάµεσα στα σκέλια της τον είχε θαµπώσει. Θα µπορούσα να τηλεφωνήσω κι εγώ στον Κώστα και να του πω: «Τελείωνε µε τις εκκρεµότητές σου κι έλα πίσω». Θα του τηλεφωνούσα µετά την εκποµπή. Θα είχα ένα στακάτο, ευθύ ύφος, που δε θα σήκωνε πολλά πολλά. Όποιες κι αν ήταν οι αµφιβολίες του, θα τις σάρωνα µε µια αντρική προσέγγιση. Με απλά επιχειρήµατα: «Έχουµε µαζί στεγαστικό δάνειο, δεν είναι καιρός για βλακείες». Έτσι θα του έλεγα. Έριξα παγωµένο νερό στο πρόσωπό µου. Χτενίστηκα κι έβαλα ένα φανταχτερό κραγιόν. Ήθελα να αντιµετωπίσω τον Κώστα όσο το δυνατό πιο σουλουπωµένη. Πριν στρωθώ µπροστά στις τηλεοράσεις του γραφείου, ετοίµασα ένα ποτό – ένα αυτοσχέδιο παρασκεύασµα που περιείχε ουίσκι, βότκα και µαρτίνι, ικανό να προκαλέσει οξεία µέθη και σε χρόνιο αλκοολικό. Ανέβηκα τη σκάλα τρεκλίζοντας. Μπήκα στο γραφείο και άνοιξα ταυτόχρονα και τις τρεις τηλεοπτικές συσκευές. Οι τίτλοι, το σήµα της εκποµπής, η φωνή της δηµοσιογράφου που προλόγιζε πάντα το περιεχόµενο. «Αποκάλυψη», έλεγε δυνατά η φωνή. «Μπήκαµε σε νοσοκοµείο της Αττικής, κλέψαµε νοσοκοµειακό υλικό και φύγαµε σαν κύριοι. Δείτε τις λεπτοµέρειες!» Μετά, πλάνα από τον προαύλιο χώρο ενός νοσοκοµείου. Έµεινα εµβρόντητη. Ήµουν µεν µαστουρωµένη, αλλά όχι τόσο ώστε να µην αναγνωρίσω το νοσοκοµείο που δούλευα! ΚΙΝΗΤΟ ΧΤΥΠΟΥΣΕ


Τα πλάνα έδειχναν το νοσοκοµείο. Το νοσοκοµείο µου. Αναγνώρισα το άγαλµα του Ιπποκράτη, την είσοδο των Επειγόντων, το κυλικείο που έµοιαζε µε παράπηγµα Αθιγγάνων. Τόσο οικεία όλα, τόσο αγαπηµένα. Ένα αόρατο ωστικό κύµα µε παρέσυρε και µε κόλλησε στον τοίχο πίσω µου. Έτσι έγινε, ή έτσι µου φάνηκε – καµιά φορά, ο συνδυασµός ηρεµιστικών και αλκοόλ παίζει περίεργα παιχνίδια µε τις αισθήσεις. Ακολούθησε ένα δίλεπτο διαφηµιστικό διάλειµµα, για να παρατείνει την αγωνία των τηλεθεατών και για να µου σπάσει τα νεύρα εντελώς. Είχα στα ξαφνικά συνέλθει. Το µυαλό µου, διαυγέστατο, στράτευε όλες τις εγκεφαλικές έλικες για να κατανοήσει αυτό που είχε µόλις ακούσει. Στο µεταξύ, η χριστουγεννιάτικη διαφήµιση ενός µεγάλου καταστήµατος παιχνιδιών έλεγε τσιριχτά: «Έξι µέρες για τα Χριστούγεννα». Μάλιστα, έξι µέρες πριν απ’ τα Χριστούγεννα... Αν είχα πρόχειρη µια πολύχρωµη σακούλα του συγκεκριµένου παιχνιδάδικου και απέναντί µου τον Κώστα, θα του την τύλιγα γύρω από το κεφάλι µέχρι να πεθάνει από ασφυξία, «έξι µέρες πριν απ’ τα Χριστούγεννα». Πολλοί άλλοι άνθρωποι είχαν δολοφονηθεί χριστουγεννιάτικα για πολύ µικρότερες αφορµές. Οπ, η µουσική του σήµατος, ξανά ο πρόλογος περί αποκαλύψεων, ξανά τα πλάνα και µετά... Μετά η γυαλιστερή µούρη του Κώστα! Τα µαλλιά, κοντοκοµµένα, στάζανε τζελ. Ήταν ροδαλός και λαχταριστός, σαν φρέσκο µπαρµπούνι πριν το ρίξεις στο τηγάνι. «Αγαπητοί τηλεθεατές», είπε επίσηµα αλλά µε ένα θριαµβευτικό τόνο. «Σήµερα θα αποκαλύψουµε ατασθαλίες και σκάνδαλα στο χώρο της υγείας. Στη διάρκεια της έρευνάς µας, που διήρκησε ένα χρόνο... µπλα, µπλα, µπλα...» Ένιωσα πισώπλατα µαχαιρωµένη. Και ήταν τόσο έντονη αυτή η αίσθηση, που ασυναίσθητα έφερα το χέρι µου πίσω στην πλάτη και ψαχούλεψα τους µυς µήπως βρω κάποιο στιλέτο καρφωµένο. Ο άθλιος! Τι είχε σκαρώσει; Έκανα στα γρήγορα ένα νοερό φλας µπακ, αναζητώντας τις φορές που του είχα ανοιχτεί για θέµατα της δουλειάς. Τι ακριβώς του είχα πει στο παρελθόν; Στο µεταξύ, ο Κώστας, περπατώντας πάνω κάτω στο στούντιο, µε ένα λάγνο κούνηµα των γοφών, παρουσίαζε έναν έναν τους καλεσµένους. Η αυτάρεσκη λόρδωση της πλάτης του, ο τρόπος που πρόβαλλε τον καβάλο του, το παιχνίδισµα στα µάτια του µου κατέστησαν σαφές πως είχε περάσει το Σαββατοκύριακό του στο κρεβάτι. Κάτω από µια γυναίκα, πάνω από µια γυναίκα, µέσα σε κάποια γυναίκα, δεν είχε σηµασία. Σηµασία είχε πως ήταν εµφανές –ακόµη και σε µάτια τυφλού– πως ο Κώστας ήταν ερωτευµένος. Ένα µειδίαµα κρυµµένης ευτυχίας ήταν κολληµένο στα χείλη του. Στις τρεις οθόνες του γραφείου, έβλεπα τον έρωτά του να ξεχειλίζει και να φτάνει ως τη µοκέτα, πολλαπλασιασµένο επί τρία. Επιπλέον, ήταν έτοιµος να ξεσκεπάσει διάφορα στον επαγγελµατικό µου χώρο, ποιος ξέρει µε τι συνέπειες για την καριέρα µου. Θυµήθηκα, σαν µέσα από οµίχλη, πόσες φορές του είχα µιλήσει για τα περιστατικά που είχα αναλάβει, πόσες φορές είχα ξεστοµίσει µικρά αλλά και µεγάλα µυστικά του νοσοκοµείου. Έβαλα τα χέρια µου στο κεφάλι, σαν µοιρολογίστρα. Αλίµονο, είχα πει τα πάντα! Για τη φορά που ο Παπασπύρου έχασε τη βέρα του στο στοµάχι ενός χειρουργηµένου, για τη φορά που ο διευθυντής έλαβε αβγά σπασµένα και κολληµένα, µε χαρτονοµίσµατα µέσα, «σαν δώρο». Για τότε που η Ζέτα το έκανε στις τουαλέτες κάποιου γιοτ σ’ ένα «εν πλω» συνέδριο


έξω από τον Σκορπιό µε σκοπό τη µεταγραφή της σε άλλο νοσοκοµείο. Ή για τη µέρα που η µαγείρισσα είχε βράσει ένα σφουγγάρι κουζίνας µαζί µε τη σούπα στο καζάνι του µαγειρείου. Και άλλα, πολλά... Για τις κατσαρίδες που περιδιάβαιναν πάνω στα κοµοδίνα των ασθενών, για την επιδηµία εντεροϊού από πληµµελή καθαριότητα... Πέρασα µιάµιση ώρα αγωνίας περιµένοντας τον άντρα µου να αποκαλύψει το όνοµα του νοσοκοµείου. Ευτυχώς, ο Κώστας ήταν πάντα φειδωλός, του άρεσε να παιδεύει τους τηλεθεατές δίνοντας µε το σταγονόµετρο τις πληροφορίες, έτσι ώστε να καλύπτει µε το ίδιο θέµα πολλές εκποµπές. Άσε που µετά τα ατέλειωτα πρόστιµα από το ΕΣΡ είχε γίνει πια πολύ προσεκτικός. Στις δωδεκάµισι, και ενώ ο Κώστας είχε αποκαλύψει πολλά και ταυτόχρονα τίποτα, έκανε τον επίλογο, υποσχόµενος να επανέλθει την εποµένη µε νέα στοιχεία. Ήµουν κάθιδρη από το άγχος, λες και είχα κάνει µπάνιο µέσα στον ίδιο µου τον ιδρώτα. Δεν έφτανε το Βατερλό της προσωπικής µου ζωής, έπρεπε από δω και µπρος να ανησυχώ και για τη δουλειά µου; Ενώ το τελευταίο πλάνο έσβηνε µε τον Κώστα να χαµογελά, µε τα δόντια του ασπρισµένα από τη γνωστή σέξι οδοντίατρο, το µίσος µου είχε πια διογκωθεί τόσο, ώστε ένιωθα απόλυτη ταύτιση µε την Ούµα Θέρµαν στο Kill Bill.


13

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΙΑ ΦΡΙΚΤΗ ΝΥΧΤΑ. Όνειρα

εκδίκησης εναλλάσσονταν µε ξαφνικά ξυπνήµατα, κατά τα οποία έντροµη ξαναθυµόµουν τη νέα τάξη πραγµάτων στη ζωή µου. Τα ηρεµιστικά δε βοήθησαν καθόλου. Στις έξι το πρωί εγκατέλειψα την προσπάθεια να κοιµηθώ και µπήκα κάτω από την ντουζιέρα για να ξεπλύνω σώµα και µυαλό από την τοξική επίδραση του άντρα µου. Έπρεπε να οργανώσω τις πιθανές απαντήσεις µου στις πιθανές ερωτήσεις που θα µου γίνονταν στο νοσοκοµείο. Οι συσχετισµοί θα ήταν προφανείς, δεδοµένου ότι ο Κώστας είχε ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Πόσοι άραγε να είχαν δει την εκποµπή; Σε κανέναν από αυτούς πάντως δε θα είχε διαφύγει πως τα πρώτα πλάνα απεικόνιζαν το νοσοκοµείο µας. Και ίσως κάποιοι να ήξεραν πως από το δικό µας νοσοκοµείο είχαν κλαπεί δέκα καθετήρες. Αν µαθευόταν στη δουλειά, οι συνάδελφοι θα µε αντιµετώπιζαν σαν προδότη. Ενδεχοµένως να µε κούρευαν σύρριζα µε τα ψαλίδια του χειρουργείου και να µου φορούσαν µια χάρτινη ταµπέλα που θα έγραφε: «Κοιµάµαι µε τον Εχθρό». Μήπως θα βοηθούσε να τους εξοµολογηθώ πως, αν και µέχρι πρότινος µοιραζόµασταν την ίδια κλίνη µε τον Κώστα, δεν είχαµε αναµείξει τα βιολογικά µας υγρά εδώ και µήνες; Πως οι σχέσεις µας ήταν εδώ και καιρό τυπικές; Αν τους έδειχνα το σηµείωµα του ψυγείου; Ήξερα πως η κάστα των γιατρών σιχαίνεται δύο είδη ανθρώπων: τους χαφιέδες και τους δηµοσιογράφους που χρησιµοποιούν χαφιέδες. Άρα, ο Κώστας µε είχε καταδικάσει σε επαγγελµατικό και κοινωνικό θάνατο. Δυστυχώς είχα καταπατήσει την αξιωµατική αρχή της Μαρίτας: «Ο άντρας πρέπει να σε ξέρει από τη µέση και κάτω». Εµένα ο Κώστας µε ήξερε από τη µέση και πάνω, το κάτω ήµισυ είχε πάψει προ πολλού να τον ενδιαφέρει. Εξ ου και στο κυλικείο θα γινόµουν η δακτυλοδεικτούµενη, µια ανόητη γιατρός που είχε πουλήσει στον άντρα της τα µυστικά της δουλειάς. Ποιον θα έπειθα αν τους έλεγα πως κι εγώ εξεπλάγην; Δεν είχα σωσµό. Και το πειθαρχικό συµβούλιο να γλίτωνα, δε θα γλίτωνα βέβαια από τα κουτσοµπολιά. Θα µε τιµωρούσαν µε αποµόνωση, θα µε τιµωρούσαν µε απαξίωση, θα κάνανε τη ζωή µου κόλαση. Θα αναγκαζόµουν να πάρω µετάθεση. Σε κάποιο νησί της άγονης γραµµής, σε κάποιο νοσοκοµείο της πλάκας, όπου η σηµαντικότερη επέµβαση στην οποία θα ανάλωνα τις ιατρικές µου γνώσεις θα ήταν το να σπάω τον καλόγερο κάποιου ψαρά. Όλα θα πήγαιναν χαµένα. Είκοσι χρόνια καριέρας. Είκοσι χρόνια προσήλωσης, διαβάσµατος, ξενυχτιών, στερήσεων. Θα πήγαιναν όλα στράφι! Για να κάνει νούµερα τηλεθέασης ο Κώστας... Πλέον, δε µε ενδιέφερε το γιατί µε είχε παρατήσει. Δε µε ένοιαζε αν θα ξαναγύριζε, αν ήταν όντως ερωτευµένος µε άλλη, αν θα χωρίζαµε οριστικά, αν θα ζητούσε διαζύγιο. Αυτή η αψυχολόγητη κίνησή του να µε χτυπήσει µε ένα κάτω από τη ζώνη χτύπηµα σήµανε έτσι κι


αλλιώς το τέλος του γάµου µας. Είχε κηρύξει τον πόλεµο! Οργισµένη, άρχισα να τρίβω το σώµα µου µε το αντικυτταριτιδικό γάντι µπάνιου. Αισθανόµουν βιασµένη, σαν να είχε περάσει από πάνω µου και µε είχε ποδοβολήσει η Εθνική ποδοσφαίρου. Πώς θα υπερασπιζόµουν τον εαυτό µου στο Πειθαρχικό; Αργά ή γρήγορα, όλοι θα αντιλαµβάνονταν πως είχα ανοίξει το στοµατάκι µου. Βέβαια, ήµουνα αθώα. Ποτέ δεν είχα εκµυστηρευτεί στον Κώστα κάτι µε δόλιο σκοπό. Ποτέ δεν είχα πρόθεση να βλάψω τους συναδέλφους. Απλώς, καµιά φορά, συζητούσα µαζί του στο πλαίσιο της εχεµύθειας που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει η συζυγική σχέση. Όφειλα όµως να ήµουν πιο υποψιασµένη. Εκ των υστέρων, κάκιωνα µε την απερισκεψία µου. Ο Κώστας µπορούσε να πουλήσει ακόµη και τη µάνα του για να θρέψει την επαγγελµατική του µαταιοδοξία. Πώς λοιπόν τον είχα εµπιστευτεί; Πώς ήµουν τόσο ηλίθια; Ξαφνικά άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει. Ο Κώστας είχε γυρίσει; Κρύφτηκα πίσω από την κουρτίνα του µπάνιου και έκλεισα τις βρύσες για να αφουγκραστώ. Ναι, βήµατα στο διάδροµο. Ποια θα ήταν η στάση µου απέναντί του; Τι θα του έλεγα; Τα βήµατα πλησίαζαν κι εγώ ένιωθα εντελώς αβοήθητη. Τι θα έκανα; Πώς θα αντιµετώπιζα το θράσος του; Θα µπορούσα να παραστήσω τη χαζή. Να βγω βρεγµένη σαν να µη συµβαίνει τίποτα, να τον παρασύρω στο κρεβάτι µας και την εποµένη να βάλω τον Δηµητρίου, το δικηγόρο, να του κάνει µήνυση. Για συκοφαντική δυσφήµηση, για ηθική βλάβη, για απιστία, για οτιδήποτε. Ή µήπως έπρεπε να του δείξω ανοιχτά και ξεκάθαρα την οργή µου, ζητώντας, εδώ και τώρα, εξηγήσεις; Αλλά όχι, δεν ήταν ο Κώστας. Ήταν η Λόλα, που είχε έρθει για συγύρισµα. Ήταν Τρίτη, η µέρα της καθαριότητας. «Καληµέρα», είπε χαρωπά. Μπήκα µαζί της στην κουζίνα και, αυθόρµητα, άρχισα να της εκµυστηρεύοµαι πως ο Κώστας µε εγκατέλειψε. Δεδοµένου ότι δεν είχαµε κανέναν κοινό γνωστό, η Λόλα ήταν ασφαλής επιλογή για τις εξοµολογήσεις µου. Πλάνταξα σχεδόν πάνω από τον καφέ που µου είχε ετοιµάσει. Αυτή µε κοιτούσε µε τα στοργικά της µάτια, µε ένα όλο συµπόνια και γλυκύτητα βλέµµα. Μετά µε ρώτησε: «Δηλαδή δε θα έχω ξανά πουκάµισα για σιδέρωµα;»


14

ΚΑΘΩΣ ΑΝΕΛΥΑ

τα γεγονότα στη Λόλα, βρήκα τη λύση. Θα έπαιρνα αναρρωτική άδεια για άγνωστο χρονικό διάστηµα. Με τον τρόπο αυτό θα απέφευγα τις πρώτες αντιδράσεις και θα παρακολουθούσα εκ του µακρόθεν τις ζυµώσεις. Επιπλέον, θα τσέκαρα καθηµερινά τις «αποκαλύψεις» του Κώστα. Μπορεί να τηρούσε διακριτική στάση όσο αφορούσε τα του νοσοκοµείου. Μπορεί δηλαδή να µη χρησιµοποιούσε καν το υλικό που, άθελά µου, του είχα εµπιστευτεί. Στο κάτω κάτω, ήµασταν γονείς ενός γονιµοποιηµένου ωαρίου που αναπαυόταν στην τράπεζα κάποιας γυναικολογικής κλινικής, περιµένοντας υποµονετικά την επόµενη εξωσωµατική µου. Ίσως ο Κώστας να µην είχε προδώσει τη µάνα του πιθανού παιδιού του. Κατέστρωσα στα γρήγορα ένα απλό σχέδιο. Θα τηλεφωνούσα στα διοικητικά και θα δήλωνα αναρρωτική. Την εποµένη θα έστελνα την ιατρική βεβαίωση µε τη Λόλα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο. Δεν ήµουν αποδεδειγµένα άρρωστη. Τουλάχιστον σωµατικά. Τελευταίως, οι συνάδελφοι είχαν γίνει φειδωλοί µε τις άδειες. Έπρεπε να έχεις υποστεί βαριά σωµατική βλάβη, να είσαι στο δίληµµα «θα περπατήσω ή δε θα περπατήσω ξανά;», µε δυο λόγια να είσαι µε το ένα πόδι στον τάφο ώστε κάποιος γιατρός να σου υπογράψει ιατρική βεβαίωση αποχής από τη δουλειά. Μόνο ένας γιατρός θα µπορούσε να µου δώσει πολυήµερη άδεια χωρίς να µου κάνει σκέρτσα: ο γυναικολόγος µου. Πέρα από το ότι ήταν γλυκύτατος και µε αγαπούσε, είχε αποσπάσει άπειρα χρήµατα από την οικογενειακή µας τσέπη κατά τη διάρκεια των πολλαπλών εξωσωµατικών. Εξάλλου, χρειαζόµουνα όντως άδεια. Ήµουν ψυχικό ερείπιο. Πήρα το αυτοκίνητο και κατέβηκα στο κέντρο. Πάρκαρα παράνοµα, µετακινώντας έναν κάδο απορριµµάτων, πάνω στο πεζοδρόµιο. Ένας άστεγος, που εκείνη τη στιγµή έτρωγε τα αποµεινάρια ενός γαλακτοµπούρεκου –µέσα από τον κάδο–, µε βοήθησε σε αυτή µου την προσπάθεια µόλις του έταξα δύο ευρώ. Μπήκα στο γυναικολογικό ιατρείο. Καµιά δεκαριά έγκυες αναπαύονταν χυµένες στους καναπέδες, ξεφυλλίζοντας περιοδικά: Παιδί και Νέοι Γονείς, Αρµονία, Άστρα και Όραµα. Μετρώντας τα κεφάλια και πολλαπλασιάζοντάς τα επί την αµοιβή του γιατρού, δεν µπόρεσα παρά να νιώσω µια επαγγελµατική ζήλια. Μήπως είχα διαλέξει λάθος ειδικότητα; Μήπως δεν έπρεπε να µπω στο ΕΣΥ;... Πήγα στα µουλωχτά στη γραµµατέα και απαίτησα ειδική µεταχείριση. Η γραµµατέας, τροφαντή, µε κοιλιές που ξεχείλιζαν µέσα από ένα κολάν, ειδικά επιλεγµένη δηλαδή ώστε να µη δηµιουργεί κόµπλεξ στις φουσκωµένες εγκυµονούσες, αρνήθηκε σθεναρά να µε οδηγήσει από την πίσω πόρτα στα ενδότερα του ιατρείου: «Δεν µπορούν να περιµένουν έγκυες γυναίκες!» Αναγκάστηκα να στριµωχτώ ανάµεσα σε δύο τελειόµηνες. Ο αέρας βροµούσε προγεστερόνη και αµνιακά υγρά. Ξαφνικά (όχι από φθόνο, το ορκίζοµαι), µου φάνηκε ανατριχιαστική η


προοπτική να µείνω έγκυος. Υπήρχε κάτι το εφιαλτικό στην εικόνα όλων αυτών των εγκύων, σαν να είχα µπει σε εργοστάσιο παραγωγής ανθρώπων. Μία από αυτές ρεύτηκε ηχηρά και οι άλλες χαχάνισαν µε συµπάθεια. Έξω άρχιζε πάλι να βρέχει. Κάποια σηκώθηκε µε δυσκολία και έκλεισε την µπαλκονόπορτα. Έτσι, εγώ ένιωσα κλειδωµένη σ’ ένα κουτί χωρίς αέρα, µπλοκαρισµένη ανάµεσα σε κιρσούς και σε τουµπανιασµένα κουτεπιέ. Για λίγο ταυτίστηκα µε τους άντρες που δεν πλησίαζαν τις γυναίκες τους στη διάρκεια της εγκυµοσύνης. Όλα αυτά τα φωτοστέφανα αθωότητας πάνω από τις τουρλωµένες κοιλιές, όλα αυτά τα πρησµένα χέρια που θώπευαν γαλήνια τα φουσκωµένα κοιλιακά τοιχώµατα µου προκαλούσαν αποστροφή. Ένας κεραυνός έπεσε κάπου κοντά. Ο ίδιος ο Θεός προσπαθούσε να µε επαναφέρει στην τάξη; Μήπως ήµουν µια στείρα βλάσφηµη που προσπαθούσε να αποµυθοποιήσει τον ύψιστο ρόλο της γυναίκας; Γύρισα και κοίταξα τη διπλανή µου. Το ροδαλό, αφράτο της πρόσωπο δεν υποσχόταν καµιάς µορφής ευφυΐα. Τα µάτια της δεν είχαν κανένα βάθος: ήταν στεγνά και άψυχα. Αναρωτήθηκα γιατί στην ευχή αυτή η γυναίκα είχε αποφασίσει να αναπαραγάγει τα θλιβερά της γονίδια. Ποιος ηλίθιος άντρας την είχε ποτίσει µε το σπέρµα του και της είχε επιτρέψει αυτή τη δυνατότητα; Θυµήθηκα τη θεωρία µιας συναδέλφου που διατυµπάνιζε πως µόνο τα κατώτερα είδη αναπαράγονται µε ευκολία. Αν είσαι µύγα, θα γεννήσεις εκατοµµύρια µυγάκια. Αν είσαι άνθρωπος, θα γεννήσεις µία, δύο, άντε πέντε φορές... Βέβαια, η συγκεκριµένη συνάδελφος ήταν άτεκνη. Αλλά η θεωρία της είχε µια δόση αλήθειας, δεν είχε; Πέρασα δύο ώρες ακούγοντας συζητήσεις για αιµορροΐδες, επισκληριδίους και τιµές τοκετού στα ιδιωτικά µαιευτήρια. Κάποια µε ρώτησε γλυκερά: «Είστε στους πρώτους µήνες;» «Ναι», απάντησα, «µόλις το πρωί έκανα το τεστ και ήταν θετικό!» Δυο τρεις χειροκρότησαν µε ενθουσιασµό. «Νew kid in the town!» είπε µία, και γέλασε µόνη µε το αστείο της. Είχα διαβάσει στο παρελθόν µια µελέτη που επισήµαινε πως οι έγκυες εµφανίζουν αφηρηµάδα και απώλεια µνήµης. Ίσως να παρουσίαζαν και απώλεια εγκεφαλικής ουσίας... Από την άλλη, η ίδια µελέτη ανέφερε πως οι έγκυες ανέπτυσσαν αυξηµένη διορατικότητα και οξυµένο ένστικτο. Ναι, το ένιωθα. Έβλεπα στα µάτια τους µια µορφή δυσπιστίας, µια αόριστη αντιπάθεια. Ίσως και να το διαισθάνονταν πως έλεγα ψέµατα, πως δεν ήµουν «µία από αυτές». Αυτό το οξυµένο ένστικτο όντως λειτουργούσε. Όταν τελικά ο γιατρός µε δέχτηκε, ήµουν τόσο καταπονηµένη, που ανέβηκα στο µπουµ και άνοιξα τα πόδια µε µόνο σκοπό να ξεκουραστώ. Πάνω από το κεφάλι µου, στο ταβάνι, φωτορυθµικά αναβόσβηναν, ώστε να εξασφαλίζουν στις γυναίκες µια χαλάρωση, ένα χαζευτήρι την ώρα που ο γιατρός ασχολείται µε «δουλειές εκεί κάτω». Τον άφησα να µου πάρει ένα δείγµα για παπ τεστ και να κάνει έναν υπέρηχο. «Οι ωοθήκες σου κοιµούνται», είπε. «Ευτυχώς που έχουµε το έµβρυο. Πότε να προγραµµατίσουµε τη νέα εµφύτευση;» «Δεν ήρθα γι’ αυτό», είπα ξερά. «Θέλω άδεια. Κάνε ό,τι µπορείς, γράψε πως έχω όγκο, γράψε πως έχω επαπειλούµενη κύηση, κάτι, κάτι τρανταχτό που να δικαιολογεί πολλές µέρες».


Γέλασε. Ήταν ωραίος µε έναν τρόπο. «Θα κάνω ό,τι µπορώ. Στο πλαίσιο του δυνατού πάντοτε. Πώς τα πάει ο Κώστας;» «Δεν έχω ιδέα». «Χα, χα, νοµίζεις πως εγώ έχω ιδέα τι κάνει η γυναίκα µου; Εδώ στον αγώνα, µέρα νύχτα. Η άτιµη η ιατρική δε σηκώνει απιστίες. Θέλει αποκλειστικότητες». Πήρε το στιλό κι άρχισε να γράφει. Έβλεπα τα καθαρά, κοµµένα νύχια του και αναρωτιόµουν πώς κάνει έρωτα ένας άντρας που έχει για αντικείµενο δουλειάς δεκάδες αιδοία. «Συγχαρητήρια και για την Ντόλη», είπε. «Για ποιο πράγµα;» «Μα για την εγκυµοσύνη της, τι άλλο;» Είχα ξεχάσει πως η Ντόλη µού είχε συστήσει το συγκεκριµένο γυναικολόγο. Τον είχα εµπιστευτεί γιατί και µόνο που είχε καταφέρει να ξεγεννήσει τη ράθυµη Ντόλη σήµαινε πως είχε µεγάλη ιατρική επιδεξιότητα. Η αδελφή µου ήταν ικανή να παραµένει κυοφορούσα ακόµη και για δύο χρόνια, σαν τους θηλυκούς ελέφαντες, προκειµένου να αναβάλει το στρες του τοκετού. Ώστε η Ντόλη ήταν πάλι έγκυος... Ο γκοφρετοβιοµήχανος θα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας: µε το ζόρι ανεχότανε τα δύο παιδιά της. Δεν τον αδικούσα. Και η ίδια η Ντόλη µε το ζόρι ανεχότανε τα παιδιά της. Το νέο µωρό θα τον έκανε πιο επιεική στα καπρίτσια των ανιψιών µου. Ο καινούριος τίτλος, του πατερούλη, ίσως µαλάκωνε τη σκληρή του καρδιά. Και ίσως το ευτυχές γεγονός τόνωνε το γάµο τους. Αυτή η Ντόλη... Έπρεπε να ερευνηθεί το φαινόµενο της αυξηµένης της γονιµότητας! Από την εφηβεία ακόµη είχε κάνει την πρώτη της έκτρωση. Ήταν και η έκτρωση µια µορφή επανάστασης, µια παντιέρα ανεξαρτησίας, µαζί µε το τσιγάρο και την παντελή αδιαφορία της για οποιαδήποτε ακαδηµαϊκή επίδοση. Η µητέρα µου ρύθµισε την άβολη αυτή κατάσταση συνοδεύοντας την αδελφή µου σ’ ένα γιατρό γνωστό για τη διακριτικότητά του σε τέτοια θέµατα. Ακολούθησαν κι άλλες ανεπιθύµητες εγκυµοσύνες, γιατί η Ντόλη ξεχνούσε συστηµατικά τα αντισυλληπτικά χάπια. Και παρά τις αλλεπάλληλες επεµβάσεις, η γονιµότητά της αυξανόταν λες και η µήτρα της ήταν χωράφι: κάθε φορά που το έσκαβαν γινόταν όλο και πιο εύφορο. Αντίθετα, εγώ δεν είχα µείνει ποτέ έγκυος. Ως φοιτήτρια είχα κάποιες σχέσεις. Αγόρια – συµφοιτητές οι περισσότεροι– που µου ζουλούσαν άτεχνα το στήθος και µε πασπάτευαν αγχωµένα πάνω από το σλιπάκι. Θυµόµουν ακόµη τα σαλιωµένα τους φιλιά, τα τρεµάµενα χέρια τους την ώρα που έβαζαν το προφυλακτικό, την αγωνία τους µετά («Σου άρεσε;»), τον τρόπο που τυλίγονταν ντροπαλά στα σεντόνια για να κρύψουν τα γυµνά τους σώµατα. Ήταν ακόµη παιδιά, όπως κι εγώ. Μετά το σεξ, κοιµόµασταν αγκαλιά – έτσι κάνανε στις ταινίες. Το πρωί δε φιλιόµασταν αν δεν είχαµε πλύνει τα δόντια. Ήταν όλες άνοστες σχέσεις, χωρίς πάθος, χωρίς ίντριγκες, σχέσεις politically correct. Συνήθως, µια και οι σύντροφοί µου ήταν επίσης φοιτητές της Ιατρικής, η ερωτική πράξη γινόταν βάσει χρονοδιαγραµµάτων του κύκλου µου. Ποτέ στις γόνιµες µέρες. Και πάντα µε προφυλακτικό, τόσα αφροδίσια σέρνονταν... Χωρίζαµε πάντα ήρεµα, χωρίς µίση και εµπάθειες, και συνεχίζαµε την ανάλατη ερωτική ζωή µας µε τους


επόµενους. Κάναµε σεξ έτσι όπως διαβάζαµε Ανατοµία: προσεκτικά, σωστά, βάσει σηµειώσεων, µε επιµέλεια αλλά χωρίς κέφι. Έπρεπε να γνωρίσω τον Κώστα για να καταλάβω πως το σεξ µπορεί να χαρίσει ανείπωτη χαρά αλλά και να γίνει όπλο εκδίκησης. Βγαίνοντας από το γιατρό, ένιωθα βαριά και ταυτόχρονα άδεια, σαν να ’µουν χρεοκοπηµένη τράπεζα.


15

ΟΔΗΓΟΥΣΑ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ,

όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Σταµάτησα απότοµα στα δεξιά του δρόµου για να ψάξω την τσάντα µου και ο οδηγός πίσω µου µε µούντζωσε. Καθώς µε προσπερνούσε, κατέβασε τα ηλεκτρικά παράθυρα του συνοδηγού και µου φώναξε µανιασµένος: «Κυρά µου, τρέξε να πλύνεις κάνα πιάτο!» Όλη µου η οργή για τον Κώστα, όλη η οργή για τις κοιµισµένες µου ωοθήκες φούντωσε µεµιάς και άρχισα να τον βρίζω µε βρισιές που ούτε ήξερα πως διέθετα στο υβρεολόγιό µου. Είδα το θρασύ οδηγό να µε κοιτάζει φοβισµένος. Σαν να ’µουνα λυσσασµένη γάτα. Σαν να ’µουνα αγγελοκρουσµένη. Τελικά αποµακρύνθηκε µαζεµένος. Το περιστατικό µ’ έκανε να προβληµατιστώ. Μήπως πράγµατι µέχρι τώρα ήµουν εξαιρετικά υποχωρητική ως άτοµο; Έτσι πίστευε ο ψυχίατρός µου. Εκείνος ο γελαστός άνθρωπος που µε στήριζε την εποχή των αλλεπάλληλων, αποτυχηµένων εξωσωµατικών θεωρούσε πως είχα πολύ εγκλωβισµένο θυµό µέσα µου. Όλος αυτός ο θυµός έπρεπε να εκτονώνεται προς τα έξω, για να µη µε βλάπτει, για να µη µε γεµίζει µε ελεύθερες τοξικές ρίζες – οι οποίες, εκτός του ότι έπλητταν το νευρικό µου σύστηµα, προκαλούσαν και πρόωρες ρυτίδες. Έφευγα από το ιατρείο του µε διάφορες οδηγίες. Μου συνιστούσε να γρονθοκοπώ µαξιλάρια, να επιδίδοµαι σε ασκήσεις θάρρους µπροστά στον καθρέφτη, να λέω πάντα την αλήθεια και να αποσυµπιέζω λίγο λίγο τις «ενορµήσεις» µου. Για καιρό, ήµουνα απόλυτα εξαρτηµένη από αυτόν, τον έβλεπα καθηµερινά. Το ιατρείο του είχε µετατραπεί στο προσωπικό µου κάστρο ασφάλειας κι εκείνος ήταν ο προσωπικός µου φύλακας, ένας άνθρωπος που κρατούσε στα χέρια του όλα µου τα κλειδιά. Αχ, τι ωραία που περνούσαµε... Η µουσική, που ήταν χαµηλή και γινόταν το soundtrack για τις εξοµολογήσεις µου, τα χαλιά, που ήταν παχιά και πολύχρωµα και σβήνανε µέσα στο πέλος τους τα µυστικά µου, εκείνος, που γελούσε πάντα τρανταχτά. Ναι, περνούσαµε καταπληκτικά µέσα στο ιατρείο µε τα φουντωµένα φυτά εσωτερικού χώρου που κάνανε το διαµέρισµα να µοιάζει µε παβίλιον αγγλικής εξοχής, µε το ιγκουάνα του γιατρού να σέρνεται ανάµεσα στα πόδια µου, δίνοντας µια εξωτική νότα στην επίσκεψή µου. Ήταν µερακλής ο γιατρός µου. Όταν το στόµα µου στέγνωνε από το κλάµα – έκλαιγα πολύ εκείνο τον καιρό– και δεδοµένου ότι συνήθως ήµουνα το τελευταίο –προνοµιακό από άποψη χρόνου– ραντεβού, η συνεδρία έληγε και το ιατρείο κατέβαζε ρολά. Εκείνος έπαυε τότε να ’ναι ο ψυχίατρός µου και γινόταν ο οικοδεσπότης µου, πράγµα ανεπίτρεπτο αν το εξέταζες από δεοντολογικής άποψης. Ο Ευδαίµονας Νικολαΐδης όµως δε µασούσε. «Την έχω γραµµένη τη δεοντολογία!» µου έλεγε, και µετά έβγαζε παγωµένες µπίρες από το ψυγείο και τηγάνιζε λουκάνικα Καρδίτσας, που τα συνοδεύαµε µε σκορδόψωµα που έψηνε εκείνη τη στιγµή. Καταλήγαµε µεθυσµένοι να κυλιόµαστε στους καναπέδες, σιχτιρίζοντας τους άντρες για το συναισθηµατικό µας χάλι, ενώ εκµυστηρευόµασταν ο ένας στον άλλο διάφορα


εξευτελιστικά περιστατικά από την ερωτική µας ζωή. «Δεν έχω πρόβληµα να πληρώνω για έρωτα», έλεγε, «αλλά πλέον δεν τα διαθέτω. Έχω γίνει µια σπαγκοραµµένη γριά». Γονατίζαµε από το γέλιο, ερεθισµένοι από την ευθυµία της µπίρας, και στο τέλος κάθε βραδιάς κάναµε διαγωνισµό ρεψίµατος, στον οποίο πάντοτε νικούσα, και πάντα αυτός έλεγε: «Θεέ µου, είµαι πιο γυναίκα κι από µια γυναίκα! Ούτε ένα ρέψιµο της προκοπής δεν καταφέρνω!» Η θεραπεία µου έληξε όταν ο γιατρός ξενιτεύτηκε από έρωτα. Ένα απόγευµα µου τηλεφώνησε για να µε αποχαιρετίσει, χλιµιντρίζοντας από χαρά: είχε ερωτευτεί έναν Αυστραλό που δούλευε ως γκρουµ στο Σίντνεϊ. Για χάρη του είχε πουλήσει το ιατρείο. Θα τον ακολουθούσε ακόµη και στον Βόρειο Πόλο, ακόµη και σε άλλο γαλαξία. «Πόσες ευκαιρίες έχεις να βρεις κάποιον να σε ερωτευτεί όταν έχεις χαλαρό προγούλι και ακόµη πιο χαλαρά οπίσθια;» µου είπε κλείνοντας. «Τηλεφώνησέ µου όταν µείνεις έγκυος, θα περιµένω!» Δεν του τηλεφώνησα ποτέ, δεν είχα νέα να του πω, δεν είχα µείνει έγκυος, ήµουνα βουτηγµένη στα ίδια σκατά. Για µήνες αργότερα, όποτε αισθανόµουνα πιεσµένη, γύριζα γύρω γύρω από το πρώην ιατρείο του, σαν να είχα αφήσει εκεί µέσα την ελπίδα να νιώσω καλά, σαν να την έψαχνα εκεί πίσω, και συχνά µύριζα στον αέρα τσικνισµένες µυρωδιές από λουκάνικα Καρδίτσας –ακούγεται παρανοϊκό, ε;–, έτσι όπως οι εγκαταλειµµένοι εραστές αναπολούν το άρωµα του πρώην έρωτά τους. Καµιά φορά, πήγαινα και άγγιζα τη µικρή µεταλλική πινακίδα που είχε ξεµείνει στην είσοδο της πολυκατοικίας και έγραφε «Ευδαίµονας Νικολαΐδης, Ψυχίατρος - Ψυχαναλυτής», έχοντας την αίσθηση ότι επισκεπτόµουν την ταφόπλακα κάποιου αγαπηµένου φίλου. Εκείνο το µεσηµέρι, µετά το γυναικολόγο, και ενώ οδηγούσα άσκοπα, το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Το σήκωσα και άκουσα µια άγνωστη φωνή να κλαίει. Μέσα από τους λυγµούς, αναγνώρισα τη Βεατρίκη, την αδελφή του Νίκου, που είχα να τη δω τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια. «Χάσαµε τον Νίκο, σ’ ευχαριστώ για όσα έκανες, η κηδεία θα γίνει αύριο στις δύο το µεσηµέρι στο νεκροταφείο του Χαλανδρίου», είπε µε µία αναπνοή. Η φωνή της ήταν γερασµένη. Από τα χρόνια; Από τον πόνο; Αλλά είχε ακόµη εκείνη τη χαρακτηριστική τσιριχτή χροιά που στα παιδικά µας χρόνια της είχε χαρίσει –µαζί µε τις φακίδες της– το παρατσούκλι Πίπη Φακιδοµύτη. Ο Νίκος είχε πεθάνει λοιπόν. Μπαµ µπουµ θάνατος. Ήµουν ήδη σε τέτοια κατήφεια, που η είδηση δε µε επιβάρυνε, δεν υπήρχε πιο πάτος από τον πάτο, δεν µπορούσα να στεναχωρηθώ παραπάνω, λες και είχα φτάσει στο ζενίθ της κλίµακας της δυστυχίας. Και αυτή η φρικτή είδηση ήταν απλώς µια λεπτοµέρεια, η ελιά σε ένα ποτήρι θεόπικρο µαρτίνι...


16

ΤΟ

γρήγορα. Όταν στρώθηκα µπροστά στις τρίδυµες τηλεοράσεις για να παρακολουθήσω την εκποµπή του Κώστα, ένιωθα την ηδονή του µαζοχιστή ακριβώς τη στιγµή που ετοιµάζονται να τον µαστιγώσουν. Αλλά –ω του θαύµατος– ο Κώστας είχε αλλάξει ρότα: ξαφνικές πολιτικές εξελίξεις τον είχαν αναγκάσει να παρουσιάσει άλλο θέµα στην εκποµπή. Τα νοσοκοµειακά σκάνδαλα είχαν παραµεριστεί για να µεταδοθεί η καυτή πολιτική επικαιρότητα. Αναστέναξα ανακουφισµένη, αλλά και µε µια µικρή απογοήτευση, λες κι εκείνες οι αποκαλύψεις για την υγεία ήταν στην πραγµατικότητα το µοναδικό πράγµα που είχε µείνει να µας δένει. Τώρα δε θα µας έδεναν ούτε αυτές... Ήπια απανωτά σφηνάκια Snaps καρπούζι και παρακολούθησα βήµα βήµα την εκποµπή, παρατηρώντας εξονυχιστικά το πρόσωπο του Κώστα. Στο πρώτο διαφηµιστικό διάλειµµα κατέβηκα στην κρεβατοκάµαρα και διάλεξα ένα µαύρο φόρεµα για την κηδεία της εποµένης. Δεν ήταν δύσκολο, όλα µου τα φορέµατα ήταν µαύρα κοκτέιλ φορέµατα. Έτσι κι έβγαζες τις ετικέτες, θα νόµιζες πως επρόκειτο για το ίδιο φουστάνι. Και τότε, αναπάντεχα, όλη αυτή η µαύρη οµοιοµορφία των ρούχων µου µε αηδίασε. Ένιωσα απίστευτα µπουκωµένη από τον ίδιο µου τον εαυτό, λες και δεν µπορούσα να µου προσφέρω κανενός τύπου έκπληξη. Ούτε καν στα ρούχα! Είχα γίνει µια βαρετή, επίπεδη γυναίκα, εντελώς προβλέψιµη στις επιλογές της, εντελώς προβλέψιµη στο πρόγραµµα που ακολουθούσε στη ζωή της. Άρχισα να κλαίω από το φόβο µήπως πεθάνω απρόσµενα, όπως ο Νίκος, χωρίς να έχω προλάβει να ξαφνιάσω τον εαυτό µου. Ο Κώστας υπήρξε για χρόνια η µόνη µου επιλογή που θα µπορούσε να χαρακτηριστεί κάπως αντισυµβατική, κάπως διαφορετική από τις υπόλοιπες. Αλλά πλέον η ισχύς αυτής της κραυγαλέας επιλογής συντρόφου είχε µπαγιατέψει. Εκ των πραγµάτων, είχε αναιρεθεί. Πλέον, ήµουνα µόνη, σκέτη, χωρίς τον Κώστα. Σκέτη, χωρίς γαρνιτούρα, σκέτη και βαρετή. «Πέντε µέρες για τα Χριστούγεννα», άκουσα από µακριά τη γνωστή διαφήµιση. Ανέβηκα πάλι στο γραφείο και αποτελείωσα το µπουκάλι µε το αλκοολούχο καρπούζι. Ο Κώστας ανέκρινε κάτι γλωσσοκοπάνες πολιτικούς. Η µία απ’ αυτές, πρώην ηθοποιός και νυν βουλευτής, τον κοιτούσε απαξιωτικά και ταυτόχρονα προκλητικά. Τους έβλεπα να ερωτοτροπούν και ήθελα να χώσω το χέρι µου στην TV και να σφίξω µέχρι ασφυξίας τον καλοφτιαγµένο λαιµό της. Άνοιξα τα παραθυρόφυλλα και κοίταξα έξω, στη νύχτα. Στην απέναντι πολυκατοικία, οι γείτονες είχαν κρεµάσει έναν Αϊ-Βασίλη από λαµπιόνια που υποτίθεται ότι ανέβαινε προς τα πάνω, προς την ταράτσα, προς τον ουρανό, προς το Θεό. Άνοιξα το παράθυρο. Ο καιρός είχε στεγνώσει. Ψυχρός αέρας µε χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Ένιωσα το δέρµα στα µάγουλά µου να τεντώνει. Αισθανόµουν σαν βροµερή κάµπια, που είχε όµως όλη τη διάθεση να µεταµορφωθεί σε πεταλούδα. Είχα βαρεθεί τη σοβαροφάνεια. Η ζωή ήταν τόσο µικρή... Έπρεπε να αλλάξω, πριν βρεθώ στριµωγµένη µέσα σε µια κάσα από µαόνι. Φαντάστηκα τον ΒΡΑΔΥ ΗΡΘΕ


Νίκο κλεισµένο στο φέρετρο, κλειδωµένο στο ψυγείο του γραφείου τελετών, να αναµένει την ίδια την κηδεία του. Στις εντεκάµισι χτύπησε το κινητό. Αναπήδησα τροµαγµένη. Ο αριθµός ήταν άγνωστος. Το σήκωσα µουδιασµένη για ν’ ακούσω τη φωνή του Αντωνιάδη, του ειδικευόµενου που είχαµε στην οµάδα µας. «Συγνώµη που ενοχλώ», είπε µαλακά, «ξέρω πως είστε σε άδεια. Αλλά η χολοκυστεκτοµή στράβωσε. Ανέβασε χολερυθρίνη...» «Χολαγγειίτιδα», διέγνωσα. «Ακριβώς. Χορηγήσαµε αντιβίωση ενδοφλέβια, αλλά από τις εξετάσεις φαίνεται πως το συκώτι του είναι σε κακά χάλια». «Με ποιον εφηµερεύεις;» «Με τη Ρένα. Μου είπε να σας ενηµερώσω». Η Ρένα! Πάντα ευθυνόφοβη. Όποτε κάτι πήγαινε στραβά, έψαχνε να πετάξει την ευθύνη από τα χέρια της, σαν να ’τανε καυτή πατάτα. Μέσα µου ένιωσα έντονη την παρόρµηση να σηκωθώ και να πάω τώρα στο νοσοκοµείο, να δώσω κάνα δυο χαστούκια στη Ρένα, να κάνω καλά τον ασθενή µου, να κάνω έρωτα στο εφηµερείο µε τον Αντωνιάδη και πρωί πρωί να υποβάλω την παραίτησή µου στη διοίκηση. Ο Αντωνιάδης συνέχιζε να µιλά, σαν κουρδισµένος. «Ανέβασε τα ηπατικά ένζυµα και την αµµωνία. Φοβόµαστε για ηπατικό κώµα. Η παροχέτευσή του όµως φαίνεται καθαρή». «Ε, πράξτε τα δέοντα». Δε µε ενδιέφερε πια το ηπατικό κώµα κανενός ασθενούς. Με έκαιγε το δικό µου κώµα. Το τέλµα µέσα στο οποίο είχα βυθιστεί ως τα αφτιά. Μια ένταση που όλο και µεγάλωνε έκανε το θώρακά µου να πάλλεται. Ο Κώστας, ο θάνατος του Νίκου, το επάγγελµά µου που µ’ έπνιγε µε τη βαριά του ευθύνη, η οικογένειά µου, το κενό στη ζωή µου, όλα µα όλα µ’ έκαναν να νιώθω σαν ένα σκατό που κολυµπάει ανούσια σ’ ένα βροµερό βόθρο. Ολόιδια µε ελατήριο που το συµπίεζαν χρόνια, ήθελα να εκτιναχτώ, κατά προτίµηση προς τα πάνω, έτσι όπως πετιούνται κάτι κλόουν από κλειστά κουτιά. Ήθελα να πάψω πια να ’µαι λογική και αποτελεσµατική. Επιθυµούσα διακαώς να γίνω τρελή, επιπόλαιη, αναξιόπιστη. Χαριτωµένα ανεύθυνη. Να γίνω κάποια άλλη. Να γίνω σαν την Ντόλη. «Είµαι σίγουρη πως το νοσοκοµείο µπορεί να λειτουργήσει και χωρίς εµένα, Αντωνιάδη! Κάνε ό,τι έµαθες να κάνεις. Σου έχω εµπιστοσύνη. Εγώ είµαι άρρωστη, δεν µπορώ να βοηθήσω», είπα κοφτά και έκλεισα το τηλέφωνο. Δεν έλεγα ψέµατα. Όντως ήµουν άρρωστη. Είχα αρρωστήσει βαριά από ανία. Η πλήξη µ’ έπνιγε σαν στενό κολάρο. Ήθελα να ξεκουµπώσω το κολάρο, να προτάξω το στήθος, να αναπνεύσω ελεύθερα. «Έτσι θα κάνω, Κώστα», είπα.


17

Αν χρειαζόταν να βγάλουµε κάποιο ηθικό συµπέρασµα για τους ανθρώπους, αυτό είναι πως πρέπει να «διδάσκουµε» τον αλτρουισµό στα παιδιά µας, γιατί δεν µπορούµε να περιµένουµε ότι συνιστά µέρος της βιολογικής δοµής τους. Το Εγωιστικό Γονίδιο

ΕΙΧΑ ΠΕΣΕΙ

ΓΙΑ ΥΠΝΟ,

όταν το κουδούνι χτύπησε µαλακά. Ο Κώστας! σκέφτηκα. Μετά τη λαχτάρα που είχα πάρει µε τη Λόλα, είχα φροντίσει να διπλοκλειδώσω την πόρτα. Τα µάνταλα ασφαλείας ήταν τραβηγµένα µε επιµέλεια. Ο Κώστας δε θα µπορούσε φυσικά να µπει. Ανασηκώθηκα κι έτρεξα στα γρήγορα να ξεκλειδώσω, ενώ η καρδιά µου ήταν έτοιµη να ανέβει στο στόµα µου από την προσµονή. Πριν ανοίξω, πέρασα το χέρι µου από το πρόσωπό µου, έτσι όπως κάνουν οι ηθοποιοί για να αλλάξουν έκφραση από τη µια σκηνή της πρόβας στην άλλη. Δε θα άφηνα να φανεί η χαρά µου. Δε θα του έδινα αυτή την ευχαρίστηση. Την τελευταία στιγµή, θυµήθηκα να βγάλω το µακό µπλουζάκι που φορούσα αντί για νυχτικό και να το ξεφορτωθώ στον αέρα, µαζί µε το εσώρουχό µου, πίσω από το πιάνο. Άνοιξα ολόγυµνη την πόρτα, έτσι όπως ολόγυµνη µε είχε φέρει στον κόσµο η µάνα µου µέσα στην µπανιέρα του σπιτιού µας, τότε που ήταν της µόδας να γεννάς µέσα στο νερό. Μέσα στο ηµίφως, είδα την Καίτη, τη γειτόνισσά µας από τον δεύτερο, να µε κοιτά αποσβολωµένη. «Θεέ µου!» έκραξε, φέρνοντας το χέρι της στο στόµα. «Συγνώµη για την ενόχληση». Μου γύρισε την πλάτη σε µια προσπάθεια να φανεί διακριτική. «Συγνώµη, χίλια συγνώµη!» Άρπαξα από τον καλόγερο το πανωφόρι µου από υαλοβάµβακα και το φόρεσα όπως όπως, µε την πόρτα ακόµη ανοιχτή. «Τι συµβαίνει, Καίτη;» ρώτησα αυστηρά. «Δε θα σε ενοχλούσα αν δεν ήταν σοβαρό... Ξέρω ότι είναι ξηµερώµατα, αλλά ο µπαµπάς κάτι έπαθε, µου φαίνεται σοβαρό... Ήθελα τη γνώµη σου για να µη φωνάξω τζάµπα το ΕΚΑΒ». «Κατεβαίνω σε λίγο», της είπα. Φόρεσα ένα παντελόνι κι ένα πουκάµισο. Χτένισα κότσο τα µαλλιά µου. Πήρα το ιατρικό µου βαλιτσάκι. Κατέβηκα στον δεύτερο. Η Καίτη υποχώρησε µε δουλικότητα για να µπω. «Είµαστε λίγο ακατάστατα, συγχώρα µας...» Στην άκρη του µικρού σαλονιού, κάτω από ένα ξεπουπουλιασµένο χριστουγεννιάτικο δέντρο, πάνω σε έναν καναπέ που άνοιγε σε κρεβάτι, ο πατέρας της Καίτης βογκούσε πνιχτά. Τον πλησίασα, ανασήκωσα την ακριλική κουβέρτα και τη µύτη µου χτύπησε η µυρωδιά


γεροντικού ιδρώτα. Φορούσε µια µάλλινη, λερή φανέλα και ο σκεβρωµένος του θώρακας ανεβοκατέβαινε ασθµατικά. Τα µάτια του ήταν κολληµένα στο ταβάνι, ακίνητα, σαν να έβλεπε ήδη σε προβολή εικόνες από τον επόµενο κόσµο. Τον εξέτασα προσεκτικά, διατρέχοντας πάνω κάτω το κορµί του µε τα χέρια µου και µε το ακουστικό µου. Πόσο ίδιος και πόσο διαφορετικός είναι ο θάνατος για τους ανθρώπους... Ο πατέρας µου που πέθαινε, µε µια ανάλογη φανέλα, λίγο πιο καθαρή, λίγο πιο ακριβή, πάνω σε ένα κρεβάτι φλωρεντιανό, αντίκα από αυθεντικό παλάτσο, µε τη Μαρίτα να του κάνει µασάζ στα πόδια και να τον χαϊδεύει πού και πού στα αχαµνά (έτσι, για να νιώθει πιο ζωντανός), πάµφτωχος, σαν αυτό το γέρο της Καίτης, αλλά πάµφτωχος µε το µεγαλοαστικό του τρόπο, µε το χρήµα –έστω το πρώην χρήµα– να προσδίδει µια αξιοπρέπεια στο µελλοντικό του χαµό... Στάθηκα και κοίταξα τριγύρω το µικρό δυάρι. Δύο ορόφους κάτω από το διαµέρισµά µας µε τον Κώστα, µόλις δύο ορόφους κάτω, ο κόσµος αναποδογύριζε. Τα τριµµένα χαλιά, οι φτηνές συνθετικές κουρτίνες, το παιδί της Καίτης που είχε στο µεταξύ ξυπνήσει και έκλαιγε µυξιασµένα, η µάλλινη ρόµπα της Καίτης. Η ίδια η Καίτη. Που ήταν χωρισµένη, που δούλευε σε µια βιοτεχνία και δυσκολευόταν να πληρώσει ακόµη και το νοίκι, που είχε ένα αγοράκι για να φροντίζει κι ένα γέρο για να ξεσκατώνει. Ένας άλλος κόσµος... Μόλις δύο ορόφους από κάτω, η ζωή έδειχνε όλη τη θλιβερή της µιζέρια. Μια εκδοχή χωρίς χρώµα, χωρίς ελπίδα, χωρίς εξάρσεις. Μια δυστυχία επίπεδη, όχι δραµατική, αλλά πολύ πιο απελπιστική µέσα στο τίποτά της. Με κατέκλυσε η συµπόνια. Αγκάλιασα τους αδύναµους ώµους της Καίτης και αυτή, αµάθητη σε χαϊδολογήµατα, φτερούγισε ανήσυχη. «Είναι σοβαρό λοιπόν, ε; Είναι σοβαρό;» Θα ήταν πιο αλτρουιστικό να αφήσω το γέρο να εκπνεύσει εκεί δα, να τον παρατήσω σε έναν ήσυχο θάνατο, θα ήταν πιο αλτρουιστικό και γι’ αυτόν και για την κόρη του, θα ήταν αλτρουιστικό να του κάνω ακόµη και ευθανασία. Αλλά δεν µπορούσα. Με δέσµευε ο όρκος του Ιπποκράτη. Θα ήταν οµορφότερο να τον αφήσω να πεθάνει κάτω από τα λαµπιόνια του δέντρου, δίπλα στο εγγόνι του, παρά σε ένα κρεβάτι νοσοκοµειακό, πάνω σε σεντόνια νοσοκοµειακά, µέσα σε χέρια υπηρεσιακά. Την καηµένη την Καίτη, γιατί έπρεπε να το υποστεί κι αυτό; Γιατί; Τη φαντάστηκα να κάθεται σε µια πλαστική καρέκλα µέσα σε ένα τρίκλινο Καρδιολογικής, ξενυχτώντας σαν καλή κόρη το γέρο πατέρα της. «Έχει πνευµονικό οίδηµα, Καίτη. Πρέπει να πάει σε νοσοκοµείο», είπα µε βαριά καρδιά. Εκείνη αναστέναξε µε τον τρόπο των ανθρώπων που είναι συµβιβασµένοι µε την κακή τους τύχη. «Θα κάνουµε ό,τι µπορούµε», είπε. Έµεινα µαζί τους µέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Η Καίτη τηλεφωνούσε σε συγγενείς µήπως βρει κάποιον να της κρατήσει προσωρινά το παιδί, εισπράττοντας απανωτές αρνήσεις. Για λίγο µε κοίταξε µε ελπίδα, χωρίς να κάνει φωναχτά την ερώτηση, κι εγώ της αντιγύρισα ένα ψυχρό βλέµµα, χωρίς να πω φωναχτά την απάντηση. Για να κοιµίσω τις ενοχές µου, έκανα τον αρλεκίνο στο αγόρι, λέγοντας ανέκδοτα που το άφησαν εντελώς ασυγκίνητο. Το πήρα αγκαλιά. Οι πιτζάµες του ’πεφταν στενές, και, δεν ξέρω γιατί, αυτό µε συγκίνησε. Του άφησα µερικά φιλιά ανάµεσα στα µαλλιά, που ήταν κολληµένα από την αλουσιά και είχαν µια γεύση ναφθαλίνης.


Η Καίτη µε κοίταξε ξανά. «Μήπως θα µπορούσες να µου τον κρατήσεις; Για λίγο... Ώσπου να βρω κάποιον να...» «Είναι αδύνατο!» είπα κοφτά. Σηκώθηκα βεβιασµένα, αφήνοντας σαν σακί το παιδί στο πάτωµα. Άρπαξα το βαλιτσάκι µου και κατευθύνθηκα στην εξώπορτα. Αυτό ήταν το πρόβληµα µε τους δυστυχισµένους ανθρώπους. Ήθελαν να σου φορτώσουν τη δυστυχία τους. Να σε κάνουν µέτοχο στα προβλήµατά τους. Ήµουνα κι εγώ δυστυχισµένη, αλλά δεν µπορούσα να της το αποδείξω. Δίπλα στην εξώπορτα, ένα κάδρο, κεντηµένο από άξια, χωριάτικα χέρια, έγραφε: «Και Αυτό θα Περάσει...» Δεν είµαι καθόλου σίγουρη, σκέφτηκα, κλείνοντας την πόρτα πίσω µου.


18

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΡΩΙ ξηµέρωσε επιτέλους µια ηλιόλουστη µέρα. Ο ήλιος ξερνούσε ένα ζωντανό πορτοκαλί εδώ κι εκεί και µου γέννησε την επιθυµία να πάω εκδροµή. Σ’ ένα βουνό για σκι, σ’ ένα λιβάδι µε άλογα, κάπου... Όχι πάντως στην κηδεία του Νίκου. Συνάντησα τη Λόλα, της έδωσα την ιατρική βεβαίωση για την αναρρωτική µου να την παραδώσει επίσηµα στο νοσοκοµείο και µπήκα στο µετρό για να πάω στο κοµµωτήριο. Είχα µήνες να χρησιµοποιήσω κάποιο µέσο µαζικής µεταφοράς, ειδικά σε ώρες αιχµής, και η πολυκοσµία µού ξύπνησε µια µορφή αγοραφοβίας. Οι άνθρωποι µου φάνηκαν στο σύνολό τους πιο κουρασµένοι, πιο βιαστικοί, πιο γκρίζοι απ’ όσο τους θυµόµουν. Στοιβάχτηκα µαζί µε άλλους διακόσιους σ’ ένα βαγόνι, σαν να ’µασταν αιχµάλωτοι που µας µετέφεραν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όρθια, στριµωγµένη ανάµεσα σε πανωφόρια που είχαν µια αποφορά κλεισούρας, ένιωσα να κολλούν πάνω µου ξένοι ιδρώτες, ξένα χνότα και ξένες έγνοιες. Με έναν τρόπο, η ζωή µου αναδεύτηκε µε τις ζωές των συνεπιβατών µου και στο µυαλό µου τρύπωσαν σκέψεις και αγωνίες που δεν ήταν δικές µου. Τα λεφτά δε φτάνουν για το φροντιστήριο του µικρού... Είµαι γραµµατέας και το αφεντικό µού βάζει χέρι... Χρωστάω τρία νοίκια... Μήπως να γυρίσω στο χωριό τώρα που απολύθηκα; Μέσα εκεί, η προσωπική µου δυστυχία φάνταζε µια δυστυχία του καναπέ, µια δυστυχία πολυτελείας. Σε κάποια στάση ο κόσµος αραίωσε. Βρήκα ένα κάθισµα αδειανό και κάθισα. Μια οµάδα νεαρών επιβιβάστηκε. Κρατούσαν µαύρες σακούλες. «Θα σας µοιραστούν τρόφιµα», είπε ο ένας. Μου έτειναν δύο πακέτα µακαρόνια. Γύρισα το κεφάλι µου προς το παράθυρο. «Να πάρω εγώ και τα δικά της;» ρώτησε ο απέναντί µου. Τα δόντια του ήταν κατεστραµµένα. Τώρα, µε την οικονοµική κρίση, έβλεπα όλο και πιο συχνά ανθρώπους µε ξεχαρβαλωµένα δόντια. Αυτή είναι η εικόνα της κρίσης: άνθρωποι χωρίς δόντια. Βγαίνοντας από το µετρό, ήµουνα εξαντληµένη από τις ενοχές. Είχα ακόµη δουλειά, πήγαινα να βάψω τα µαλλιά µου, τα δόντια µου ήταν ακόµη στη θέση τους. Ο κοµµωτής, που είχε χειµωνιάτικα ένα µαύρισµα σαν να είχε καεί σε γκριλ, µε υποδέχτηκε µε το γνωστό ενθουσιασµό αυτών που παρέχουν ακριβοπληρωµένες υπηρεσίες. «Καινούρια πελάτισσα, ουάου!» είπε βάζοντάς µου την πετσέτα. «Τι θα κάνουµε;» «Βάψτε τα ξανθά», απάντησα. «Μα είναι ξανθά», είπε µε ένα προσβεβληµένο νάζι. Άρπαξα µια τούφα από τα µαλλιά µου και την έβαλα κάτω από τη µύτη του. «Αυτό είναι ξανθό, αλλά είναι φυσικό ξανθό. Θέλω να µου κάνετε ένα ψεύτικο ξανθό. Κάτι εντυπωσιακό, κάτι πιο... πιο... πώς να το πω;...» «Κάτι πιο... πρόστυχο;»


«Ακριβώς!» είπα, κι εκείνος πετάρισε θριαµβευτικά τις βαµµένες βλεφαρίδες του. «Φύγαµε!» έκανε κεφάτα κι έπιασε δουλειά. Τρεις ώρες µετά, στο σπίτι, φορούσα το µαύρο µου φορεµατάκι και τις πέρλες της µητέρας µου. Όχι, οι πέρλες δεν ήταν δώρο της. Ήταν δώρο της Μαρίτας. Για χρόνια, από τότε που τελείωσε το ρευστό, η µάνα µου εξαργύρωνε τις υπηρεσίες της Μαρίτας µε τα παλιά της κοσµήµατα. Αντί να της πληρώνει µηνιάτικο, της χάριζε κοσµήµατα ή και φορέµατα. Η Μαρίτα δε νοιαζόταν για µισθό, είχε εξασφαλίσει φαΐ, στέγη και τσιγάρα, και αυτά της ήταν αρκετά. Τις ελάχιστες φορές που εκείνο το διάστηµα η µητέρα µου της έδινε λεφτά η Μαρίτα δεν είχε τι να τα κάνει. Ήταν τόσο λιτή, τόσο απελευθερωµένη από οποιαδήποτε έννοια κτήσης, που τα χρήµατα της έφερναν αµηχανία. Δίπλα της εξασκήθηκα κι εγώ στη λιτότητα. Ναι. Η Μαρίτα ήταν και παρέµενε παράξενη, µε έναν αέρα εναλλακτικό, καλλιτεχνικό θα έλεγα, αν και ήταν γεννηµένη σε ένα χωριό Ποµάκων όπου τα ζώα αριθµούσαν περισσότερα από τους ανθρώπους, ένα χωριό «τρέχα γύρευε», που έλεγε και η Μπέλλα. Πάντα µας έδενε µια συνενοχή, ένας αµοιβαίος σεβασµός, αλλά και τα ίδια χούγια: καπνίζαµε πολύ, πίναµε πολύ, τρώγαµε πολύ. Και ήµασταν, στην πραγµατικότητα, πιο σνοµπ ακόµη κι από τη µητέρα µου. Ήταν η Μπέλλα αυτή που είχε «βαφτίσει» εκ νέου τη Μαρίτα. Το πραγµατικό της όνοµα ήταν Μαρίτσα. Ωστόσο, πέρα από το ότι αυτό το όνοµα έπληττε την αστική αισθητική της µαµάς µου, κυρίως δεν ήταν συµβατό µ’ εκείνη την «ελιτίστικη» πτυχή της Μαρίτας που τη διαφοροποιούσε τόσο από µια µέση οικιακή βοηθό. Και η µητέρα µου ήταν αρκετά έξυπνη για να αντιληφθεί τη διαφορά. Εξάλλου, γι’ αυτή ακριβώς τη διαφορά την είχε εξαρχής προσλάβει... Κούµπωσα τις πέρλες γύρω από το λαιµό µου, νιώθοντας τη στοργή της Μαρίτας να µε χαϊδεύει. Είχα καιρό να τη δω. Ζούσε µε τη µητέρα µου, κι εγώ απέφευγα τη µητέρα µου, πράγµα που ήταν άδικο για τη Μαρίτα. Για πανωφόρι φόρεσα ένα παλτό µε τεράστια κουκούλα, σαν της Τζούλι Κρίστι στο Δόκτωρ Ζιβάγκο. Έφτασα στο νεκροταφείο στις δύο ακριβώς. Η Βεατρίκη µε υποδέχτηκε µε συγκρατηµένη θλίψη. Ήταν πλέον χοντρή, τετράπαχη, και αυτό έδινε µια βασιλική µεγαλοπρέπεια στο πένθος της. Γύρω της µπερδεύονταν τα τέσσερα παιδιά της. Όλα αγόρια, στρογγυλά, µε στήθη και κοιλιές, αλλά νόστιµα, σαν τον συγχωρεµένο τον Νίκο. Το φέρετρο, κλειστό, γυάλιζε κάτω από τον ήλιο. Περπάτησα για λίγο ανάµεσα σε ξένους τάφους – η τελετή στο παρεκκλήσι θα αργούσε. «Ντόλη! Ε, Ντόλη!» άκουσα τη φωνή της µητέρας µου πίσω µου. Και µετά: «Χριστός και Παναγία! Εσύ είσαι;! Θα ορκιζόµουνα πως είσαι η Ντόλη!» Με φίλησε πεταχτά, στον αέρα. «Τι δουλειά εσύ έχεις εδώ;» της πέταξα. «Μα τι εννοείς; Μας ειδοποίησε η Βεατρίκη. Τι κρίµα για τον Νίκο... Τόσο νέος...» Την κοίταξα καχύποπτα. Μήπως ο Νίκος είχε δοκιµάσει και τα ώριµα κάλλη της µητέρας µας; Εκείνη πάλι κοιτούσε το χτένισµά µου διερευνητικά. «Τι έκανες στο µαλλί σου; Φαίνεται πιο... πιο...»


«Πιο πρόστυχο;» «Silence! Ακόµη και στο νεκροταφείο, πάνω από τις ψυχές, µε κοντράρεις. Δεν είσαι έφηβη πια, σου θυµίζω». «Μήπως ήµουν ποτέ; Με ωρίµασες πριν της ώρας µου...» Με ξανακοίταξε πατόκορφα, σαν να µ’ έβλεπε πρώτη φορά. Το βλέµµα της σκάλωσε στα παπούτσια µου. Ήταν κάτι ψηλοτάκουνες γόβες, που µου τις είχε αγοράσει ο Κώστας όταν, βαριεστηµένοι από το συζυγικό σεξ, παίζαµε διάφορους ρόλους για να ανανεωθούµε. Το συγκεκριµένο ζευγάρι το φορούσα όποτε υποδυόµουνα µια πόρνη πολυτελείας. Το τακούνι ήταν υπερβολικό. Μέχρι τότε το φορούσα αυστηρά σε προσωπικές στιγµές. Φυσικά, το ύψος των τακουνιών καθιστούσε τις εν λόγω γόβες εντελώς ακατάλληλες για µια κηδεία. Ωστόσο, τις είχα τολµήσει. Ο Νίκος υπήρξε εραστής µου. Ήθελα να τον αποχαιρετίσω ντυµένη θηλυκά, λες και θα έπαιρνε µαζί του για πάντα αυτή µου την εικόνα. «Τι έχεις πάθει;» αναρωτήθηκε η µητέρα µου µε µια δόση τρυφερότητας. Το νεκροταφείο την είχε κάνει στοργική. «Έχεις αδυνατίσει τρο-µα-κτι-κά...» Ήταν λογικό. Τις τελευταίες εκείνες µέρες κατάπινα µόνο ηρεµιστικά. Και αλκοόλ. Ή συνδυασµό των δύο. «Έκανα λιποαναρρόφηση», είπα. Η εξήγηση της φάνηκε απόλυτα πιστευτή. Η ίδια είχε κάνει δύο λιποαναρροφήσεις. Την πρώτη µετά από απρόσµενα κέρδη στο καζίνο. Τη δεύτερη πουλώντας έναν Λαζόγκα, που απεικόνιζε µια γυµνή γυναίκα που αιµορραγούσε. «Ο Κώστας;» ρώτησε. «Δουλεύει», απάντησα. «Τουλάχιστον είναι εργατικός. Εκεί βέβαια εξαντλούνται τα χαρίσµατά του», είπε µε κακεντρέχεια. Ένιωσα την αντιπάθειά της για τον Κώστα σαν αντιβιοτικό σε κάποια παλιά µου κακοφορµισµένη πληγή. Με την άκρη του µατιού, την είδα να περνάει µε τη γλώσσα της τα χείλη, λες και η αναφορά στον άντρα µου είχε λεκιάσει το ίδιο της το στόµα. Η απέχθειά της µε ανακούφιζε. Μου ήρθε ξαφνικά να της πιάσω το χέρι. «Δεν έρχεσαι πια στο σπίτι...» συµπλήρωσε µε παράπονο. Θεέ µου, γερνούσε και άλλαζε... Ίσως το γήρας να την έκανε συναισθηµατική. Ή ίσως να χρειαζόταν δανεικά για να καλύψει την τρύπα καµιάς χασούρας. «Εδώ είστε;» Η επίπεδη, χωρίς διακυµάνσεις, µεταλλική φωνή της Ντόλης µπήκε ανάµεσά µας. Γύρισα και την κοίταξα. Έψαχνα για σηµάδια της εγκυµοσύνης στο σώµα της, αλλά δε βρήκα. Φορούσε ένα µπεζ καµηλό παλτό, µε τη ζώνη σφιχτά δεµένη στη µέση της. Φιληθήκαµε ανόρεχτα. Λίγο µετά, είδαµε τη Βεατρίκη να µας γνέφει απαλά. Κατευθυνθήκαµε και οι τρεις µας προς την εκκλησία. Σταθήκαµε πάνω από το φέρετρο, η µία δίπλα στην άλλη, µε τα µαύρα µας γυαλιά να κρύβουν τα µυστικά µας. Κλάψαµε πολύ για τον Νίκο. Η Μπέλλα µε ξανθό ακαζού, η Ντόλη µε ξανθό σαντρέ, εγώ µε ξανθό πλατινέ. Το ξανθό, και ίσως και ο Νίκος, ήταν οικογενειακή µας υπόθεση.


19 «ΔΕΝ ΕΡΧΕΣΑΙ ΑΠ' ΤΟ ΣΠΙΤΙ;» ρώτησε η µάνα µου µετά την κηδεία. «Έλα να δεις και τα παιδιά, είναι µε τη Μαρίτα». «Θα ’ρθω», είπα. Μπήκα στο αυτοκίνητο ακόµη σοκαρισµένη από τις εικόνες που είχαν προηγηθεί. Όταν το φέρετρο κατέβηκε µε τα σκοινιά, η Βεατρίκη είχε ξεσπάσει σε ένα κρεσέντο λυγµών, µε τα διακόσια κιλά της να τρεµουλιάζουν. Τα παιδιά της –µικρογραφίες του Νίκου– αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Έτσι όπως τα αντίκριζα, µε τον πανοµοιότυπο σωµατότυπό τους, µε τα διαφορετικά τους ύψη και τις διαφορετικές ηλικίες, µου θύµιζαν περίεργη αγορίστικη έκδοση ρώσικων µπαµπούσκων. Λες και το καθένα είχε ξετρυπώσει από την κοιλιά του αµέσως µεγαλύτερου. Κοιτάζοντάς τα από µακριά, ένιωθα σαν να έβλεπα τον Νίκο σε κάθε περίοδο της ζωής του να κλαίει πάνω από τον ίδιο του τον τάφο. Στο τέλος η Βεατρίκη λιποθύµησε. Και όλοι συγκινηθήκαµε. Αν και βέβαια γνωρίζαµε πως η Βεατρίκη είχε ρίξει τον Νίκο στα κληρονοµικά, διεκδικώντας στο παρελθόν µε νύχια και µε δόντια τα ακίνητα της οικογένειας στο Χαλάνδρι και αφήνοντάς του τελικά µόνο το µαγαζί και το πατρικό στη Λευκάδα, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, τελικά θα «καταβρόχθιζε» µετά το θάνατό του... Όταν έφτασα στο σπίτι της Αγίας Φιλοθέης, στο δικό µου πατρικό δηλαδή, η µάνα µου και η αδελφή µου ήταν ήδη εκεί. Έξω στον κήπο, κάτω από τη χειµωνιάτικη λιακάδα, τα παιδιά ξυλοφόρτωναν το ένα το άλλο, ντυµένα µε κάτι καπνισµένα κουρέλια. Η εικόνα τους µε ανησύχησε. Ήξερα πως ο γκοφρετοβιοµήχανος ήταν κακός πατριός, αλλά µέχρις αυτού του σηµείου; Η Ντόλη έπιασε το βλέµµα µου και µου εξήγησε: «Έπαιζαν σε παράσταση του σχολείου το πρωί, στο Κοριτσάκι µε τα Σπίρτα. Δεν πρόλαβα να τα ξεντύσω». Μπήκα στο σπίτι αφήνοντάς τη να καπνίζει το τσιγάρο της, τυλιγµένη στο παλτό της. Η Μαρίτα ήταν στην κουζίνα και µαγείρευε. Αγκαλιαστήκαµε δυνατά. «Καλέ, τι έκανες; Φαίνεσαι κούκλα!» της είπα αυθόρµητα. Ήταν αλήθεια. Ήταν ντυµένη µε µια φόρµα σε χρώµα κανελί, πιθανότατα αποφόρι της αδελφής µου, και είχε τα µαλλιά της τραβηγµένα αλογοουρά. «Κάνω πιλάτες µαζί µε την Μπέλλα». «Λες ψέµατα, σιγά µην πλήρωνε η µητέρα µου για γυµναστική...» «Πάµε τζάµπα, σε πρόγραµµα του δήµου, για εµµηνοπαυσιακές». «Ααα, έτσι πες µου». Την κοίταζα έτσι ανανεωµένη να επιβεβαιώνει τη θεωρία πως οι γυναίκες που γερνούν µακριά από άντρες οµορφογερνούν και τη χαιρόµουν. Είχε αρχίσει να συνέρχεται από το


πένθος. Ο θάνατος του µπαµπά τής είχε στοιχίσει πολύ. Η Μαρίτα λάτρευε τον µπαµπά. Στα σαράντα χρόνια που ζούσε στο σπίτι µας, ενδεχοµένως να είχαν συµβεί «πολλά» µεταξύ τους. Αλλά κανείς δε νοιαζόταν γι’ αυτό τον υπόγειο έρωτα. Η δε µαµά τον υποδαύλιζε τεχνηέντως, προκειµένου να µπορεί, ανενόχλητη και απαλλαγµένη από συζυγικές υποχρεώσεις, να επιδίδεται στο γνωστό της πάθος. Όπως και να ’χει, η Μαρίτα είχε διανύσει µια µακρά διαδροµή από το Ποµακοχώρι ως τη Φιλοθέη και είχε ζήσει µια πολύ καλύτερη ζωή από εκείνη που ίσως την περίµενε στη Θράκη. Επιπλέον, είχε ζήσει έναν απαγορευµένο και, άρα, συγκλονιστικό έρωτα. Στο πρόσωπό της έβλεπες τη γαλήνη του ανθρώπου που είναι ευχαριστηµένος µε το παρελθόν του. Ανάψαµε τσιγάρα. «Ο Ζήσης», µου είπε εκµυστηρευτικά, «έφυγε από τη χώρα. Ήταν έτοιµοι να τον µπαγλαρώσουν για φοροδιαφυγή, αλλά αυτός την έκανε... Μάλλον για την Αργεντινή». Ο Ζήσης ήταν ο πρώην της Ντόλης, µεγαλοεργολάβος, βαθύπλουτος αλλά κτηνώδης. «Και τα παιδιά;» ρώτησα ανήσυχα. «Τα σχολεία τους, τα έξοδά τους;» «Μην ανησυχείς. Η δικιά µας είχε φροντίσει να της προκαταβάλει σε ειδικό λογαριασµό χρήµατα για τα επόµενα δέκα χρόνια. Δεν ξέρω µε τι τον απείλησε, γιατί και ο Ζήσης δεν είναι Αµερικανάκι, δε θα µασούσε αν αυτή δεν τον κρατούσε στο χέρι. Της έβαλε µάλιστα σε ειδική θυρίδα ράβδους χρυσού – για να µην υπάρχει πρόβληµα µε το σκαµπανέβασµα του νοµίσµατος τώρα µε την κρίση». «Εδώ πώς τα πάτε;» «Δόξα τω Θεώ, µια χαρά. Μάλλον έχει ψιλοµαζευτεί, παίζει µόνο ψιλά. Βοηθάει και η Ντόλη...» Ορίστε, σκέφτηκα, η Ντόλη το παίζει και φιλάνθρωπη! Μαγκιές µε ξένα λεφτά. Ένιωσα, για µία ακόµη φορά, πολύ φτωχή. Είχα µόνο το µισθό µου, και επιπλέον ήµουν φορτωµένη µε το κοινό µε τον Κώστα στεγαστικό µας δάνειο. Οι ώµοι µου καµπούριασαν αυτόµατα, σαν το διαµέρισµα να είχε στ’ αλήθεια βρεθεί πάνω στην πλάτη µου. Ακόµη και µε το µισθό του Κώστα, που κάλυπτε το µεγαλύτερο µέρος των εξόδων, τα οικονοµικά µου ήταν τραγικά. Αν ο Κώστας ζητούσε διαζύγιο, θα έµενα µε τις ισχνές απολαβές µου. Μέσα µου, άρχισα να µακαρίζω τον Νίκο. «Ο θάνατος, η ανάπαυση του οδοιπόρου, το τέλος κάθε µόχθου...»


20

Γονική επένδυση ονοµάζεται «κάθε επένδυση των γονιών σε ένα παιδί» η οποία µεγαλώνει την πιθανότητα επιβίωσής του (και συνεπώς την αναπαραγωγική του επιτυχία) εις βάρος της ικανότητας των γονιών να επενδύσουν σε άλλα παιδιά. Το Εγωιστικό Γονίδιο

ΒΓΗΚΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ.

Η Μπέλλα το ’παιζε ευτυχισµένη γιαγιά απασχολώντας τα παιδιά µε κηπουρικές εργασίες. Η Ντόλη ήταν χυµένη στη σκουριασµένη φερ φορζέ καρέκλα και διάβαζε την Ερµηνευτική του Φόνου του Ρούµπενφελντ. Δεν µπήκε καν στον κόπο να µε ρωτήσει πώς τα πάω. Καπνίζαµε σιωπηλές, φυσώντας η µία στα µούτρα της άλλης τον καπνό των τσιγάρων µας. Είχε αδυνατίσει, το πρόσωπό της, ρουφηγµένο, έµοιαζε µε αγιογραφία. «Ίσως πάρω διαζύγιο», είπε ήσυχα. Προς στιγµήν µπλοκάρισα: ποια από τις δυο µας είχε κάνει τη δήλωση; Η πρόταση θα µπορούσε να έχει εκστοµιστεί και από τις δύο. Για την ακρίβεια, µου είχε κλέψει την ατάκα από το στόµα. Αλλά έτσι ήταν η Ντόλη. Εκεί που πήγαινα να ανέβω στη σκηνή, πετιόταν µπροστά και ο προβολέας φώτιζε αυτή. Κατάφερνε πάντα να κόβει πρώτη το νήµα των εντυπώσεων. Τη µέρα της εισαγωγής µου στην Ιατρική, εκείνη ανακοίνωνε τον πρώτο της γάµο. Τη µέρα της αποφοίτησής µου, επέλεξε να µας αποκαλύψει τα νέα για την πρώτη της εγκυµοσύνη. Το διάστηµα που ετοίµαζα το γάµο µου µε τον Κώστα, η Ντόλη άφηνε αόριστες αιχµές για την πιθανότητα ενός διαζυγίου της. Και όλα αυτά µ’ εκείνο τον αποστασιοποιηµένο τρόπο της –ήρεµη φωνή, ανεξιχνίαστο βλέµµα, επίπεδο συναίσθηµα–, µ’ εκείνο το ύφος που δήλωνε: «Έχω δει τα πάντα, έχω ζήσει τα πάντα και δεν το κάνω θέµα...» Και τώρα αυτό. Έπαιρνε διαζύγιο. Και µάλιστα έγκυος! Ένα πολύπλοκο σε δράµα διαζύγιο, µε τρία παιδιά στην ευθύνη της, έστω κι αν το ένα ήταν ακόµη έµβρυο. Κι αυτή καθόταν εκεί, µε το κουλ υφάκι της, διαβάζοντας το κουλ βιβλίο της, µε το καµηλό παλτό ριγµένο ανέµελα στους ώµους, τόσο ανεπιτήδευτα, τόσο θηλυκά... Ναι, η οργή του Κάιν, η ζήλια του φουκαρά του Κάιν, ξύπνησε µπαρουτιασµένη µέσα µου. Η παιδική µας αντιζηλία, όλο το σιωπηλό κοντράρισµα των εφηβικών µας χρόνων αναδύθηκε πολλαπλασιασµένο επί εκατό. Η προνοµιακή µεταχείριση της Ντόλης από τη µητέρα µου –ένα µείγµα θαυµασµού και υποτέλειας– είχε αφήσει πολλαπλές µαχαιριές στην αυτοεκτίµησή µου. Ήµουν πλέον ενήλικη, αλλά µε την τρύπια αυτοπεποίθηση που έχουν όσοι ως παιδιά στερήθηκαν τη γονική προσοχή. Ποτέ δεν εισέπραξα ένα «µπράβο», ποτέ δεν εισέπραξα ένα αβίαστο χειροκρότηµα. Η µάνα µου είχε, σαν µεζούρα, ένα αόρατο κρεβάτι Προκρούστη: άλλοτε ήµουν πολύ κοντή και άλλοτε πολύ ψηλή για τα ιδανικά της µέτρα. Αντίθετα, η Ντόλη αντιπροσώπευε το ιδεώδες. Ήταν µια βελτιωµένη εκδοχή της Μπέλλας, το είδος ακριβώς του


παιδιού που η µητέρα µου επιθυµούσε να έχει. Η Ντόλη έβαλε το βιβλίο της στην Kelly bag, που στοίχιζε όσο τρεις µισθοί µου, και φώναξε τα παιδιά: «Πρέπει να φύγουµε». Τα ανίψια µου ανέβηκαν στη βεράντα και µε αγκάλιασαν χλιαρά, όπως πάντα. Δε µε συµπαθούσαν. Προτιµούσαν σαφώς τον Κώστα από µένα· τα θεατρινίστικα επιφωνήµατά του µόλις τα έβλεπε, τον ενθουσιασµό του όταν έπαιζε µαζί τους. Ήταν χαριτωµένα, παρά τα άθλια κοστούµια τους. Ψηλά, µε µακριά άκρα και ανοιχτά χρώµατα. Κλώνοι της Ντόλης. Χαιρέτησαν την Μπέλλα και τη Μαρίτα µε ζεστά φιλιά και ακολούθησαν πειθήνια τη µητέρα τους – η οποία περπατούσε µπροστά, προς το αυτοκίνητο, µε το γνωστό υπνωτισµένο βήµα της. Ακόµη και στα παιδιά πουλούσε γοητεία. Χωρίς κόπο, χωρίς άγχος, χωρίς καµία έξαρση στη µητρική της φροντίδα, είχε καταφέρει να τα έχει κολληµένα πάνω της, σαν πεταλίδες. Τα αγαπούσε µε ένα είδος αγάπης που εγώ δεν αντιλαµβανόµουν, λες και τα παιδιά ήταν απλώς ένα πολύτιµο αξεσουάρ. Μείναµε οι δυο µας µε τη Μαρίτα. Με µπούκωνε µε τσάι και κέικ, ενώ η µητέρα µου ετοιµαζόταν για τη βραδινή της εξόρµηση στο καζίνο. Ήθελα να εµπιστευτώ τα πάντα στη Μαρίτα, όλη την ταραχή των τελευταίων ηµερών, αλλά κάτι µε σταµατούσε. Ένιωθα πως µε αγαπούσε υπερβολικά για να την εκθέσω σε άσχηµα νέα. «Μου είπε η Μπέλλα για την κηδεία. Τι κρίµα... Νέος άνθρωπος...» Ξαναγύρισαν στο µυαλό µου οι στιγµές που έζησα µε τον Νίκο εκεί στο καφέ-µπαρ. Βίωσα απότοµα ένα αίσθηµα απώλειας, σαν κάποιος να µου ρουφούσε µε ηλεκτρική σκούπα τις αναµνήσεις µου για να τις πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων. Ο χρόνιος µηχανισµός εκκαθάρισης, ο χρόνιος µηχανισµός αυτοπροστασίας που είχε αναπτυχθεί στη δουλειά µου («οι νεκροί µε τους νεκρούς, οι ζωντανοί µε τους ζωντανούς») είχε αρχίσει ήδη να λειτουργεί. Λίγες µόλις ώρες µετά την κηδεία του, ο Νίκος αποµακρυνόταν, ξεχνιόταν, διαγραφόταν από µέσα µου. Έτσι είχα µάθει να αντιµετωπίζω τα πράγµατα. Γιατί έτσι πονούσα λιγότερο. Η Μαρίτα δε µιλούσε. Και ήταν ανακουφιστικό το ότι δε χρειαζόταν να απολογηθώ για τη δική µου σιωπή. Ήξερα ότι έπιανε στον αέρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά δεν ήθελε να εισβάλει στη θλίψη µου. Είπε µονάχα «Οι πληγές µάς ωριµάζουν», και εκείνη τη στιγµή τα λόγια της µου ακούστηκαν πολύ σοφά. Καθώς ο ήλιος έπεφτε, αναγκαστήκαµε να µαζευτούµε µέσα. Για άλλη µια φορά, διαπίστωνα πως το πατρικό µας είχε παραδοθεί στην παρακµή. Οι καναπέδες είχαν εντελώς ξεφτίσει, τα υδραυλικά αργοπέθαιναν και η θέρµανση γινόταν ακόµη µε κάτι γερµανικού τύπου αερόθερµα που δε δούλευαν, ακριβώς όπως είκοσι χρόνια πριν. Θυµήθηκα τους χειµώνες της εφηβείας µου: κυκλοφορούσα πάντα µε δύο πουλόβερ µες στο σπίτι, όπως όλοι άλλωστε, µε εξαίρεση την Ντόλη, που επέµενε να φοράει τις µαύρες διάφανες ρόµπες – οι εραστές της πηγαινοέρχονταν, θα ήταν άβολο να ντύνεται και να ξεντύνεται. Η µαµά ήταν οπαδός της αµερικάνικης σχολής, επέτρεπε στα «φλερτ» της Ντόλης να µπαινοβγαίνουν άνετα στο σπίτι, έτσι όπως έβλεπε να κάνουν οι µαµάδες στις αµερικάνικες ταινίες. Καλοδεχόταν τα αγόρια –ειδικά αν ήταν γόνοι καλών οικογενειών–, αντάλλασσε αστεία και ανέκδοτα µαζί τους


και τους συνόδευε µέχρι το δωµάτιο της µεγάλης κόρης της, σαν σκύλος που φέρνει το κόκαλο στο αφεντικό του. Όταν αυτοί έφευγαν, µε τα µάγουλα αναψοκοκκινισµένα και τα φερµουάρ των τζιν τους ακόµη ανοιχτά, η µαµά τούς ξεπροβόδιζε ως την εξώπορτα. «Τς, τς, τς», έκανε τότε η Μαρίτα. «Η Μπέλλα κρατάει φανάρι στις βροµοδουλειές της αδελφής σου. Σε λίγο θα τη βγάλει και σε πλειστηριασµό». Είκοσι χρόνια µετά, µπορούσα πια να παραδεχτώ πως η Μαρίτα είχε δίκιο. Η Ντόλη είχε ξεπουληθεί στον Ζήση, σε αυτόν δηλαδή που είχε κάνει τη µεγαλύτερη προσφορά. Πλέον, το έγκληµα είχε παραγραφεί, η ευθύνη της µητέρας µου είχε πια σβηστεί. Η Μπέλλα διψούσε για γεγονότα, και επειδή τα γεγονότα την απογοήτευαν, έβρισκε παρηγοριά στις µάρκες που έπεφταν από τον κουλοχέρη. Κατά βάθος, ήταν ροµαντική. Περίµενε θαύµατα, µοιραίους ανθρώπους, ευχάριστες εκπλήξεις πίσω από κάθε στροφή. Περίµενε το χρήµα για να κάνει τη ζωή µας πολύχρωµη. Στο τέλος, µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ξεπούλησε και τα τρία της παιδιά. Την είδα τώρα να κατεβαίνει µακιγιαρισµένη, µε τη γούνα της ριγµένη στον έναν ώµο, για να πάει στο καζίνο, µε τον αέρα της επερχόµενης –σίγουρης!– βραδινής νίκης. «Μη µε κοιτάς έτσι», µου είπε. «Θα µε γκαντεµιάσεις!»


21

ΕΝΩ ΟΔΗΓΟΥΣΑ, πήρα τηλέφωνο στο κινητό τον Αντωνιάδη – είχα φροντίσει να αποθηκεύσω τον αριθµό του την προηγουµένη. Άκουσα τη φωνή του ήρεµη και αµέσως κατάλαβα πως ο ασθενής µας πήγαινε καλύτερα. «Όλα καλά µε τη χολοκυστεκτοµή;» «Ναι, ευτυχώς. Πήρε τα πάνω του». Αλληλούια! σκέφτηκα. Δόξα τω Θεώ. Θα ήταν αδύνατο, µέσα στο αλαλούµ που ζούσα, να συµφιλιωθώ µε λεκέδες ενοχής στη συνείδησή µου. Ή να σηκώσω επιπλέον το βάρος µιας µήνυσης για ιατρική αµέλεια. «Πότε θα επανέλθετε στη δουλειά;» ρώτησε. «Σύντοµα». Θα µπορούσε να είχε εµπλουτίσει την ερώτηση: «Πότε θα επανέλθετε στη δουλειά; Μου λείπετε». «Θα τα πούµε τότε», είπε. Προφανώς βιαζόταν να κλείσει. Έφτασα στο σπίτι. Όλη αυτή η αποχή από τη δουλειά, αντί να µε ξεκουράσει, µε είχε εξουθενώσει. Είχα συνηθίσει στους γρήγορους ρυθµούς του νοσοκοµείου και η απραξία, οι ατέλειωτες άδειες ώρες και η µοναξιά των τελευταίων ηµερών είχαν δράσει άσχηµα στο νευρικό µου σύστηµα. Αναµασούσα τα ίδια και τα ίδια και ένιωθα περισσότερο καταθλιµµένη από ποτέ. Τα δάχτυλά µου µε έτρωγαν. Μου έλειπε το νυστέρι, εκείνη η καταπληκτική αίσθηση του να ανοίγεις ένα χαλασµένο σώµα, να το επιδιορθώνεις και µετά να το κλείνεις θεραπευµένο. Μου έλειπε η Ζέτα και ο Αντωνιάδης. Μου έλειπε ο Κώστας. Είχαν περάσει έξι µέρες που ήταν άφαντος. Δεν είχε επικοινωνήσει µαζί µου, δεν είχε µπει στον κόπο να µου δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Όλα ήταν φλου. Και τίποτα δε µε εκνεύριζε περισσότερο από τις φλου καταστάσεις. Θα µπορούσα βέβαια να του τηλεφωνήσω για να ορίσω µια τυπική συνάντηση. Αλλά κάτι µε κρατούσε. Δεν ήταν µόνο ο εγωισµός µου. Ήταν το ότι µετά από µια τέτοια συνάντηση θα έπρεπε να πάρω σηµαντικές αποφάσεις. Δεν ήµουν όµως έτοιµη για νέα ξεκινήµατα. Δεν ήµουν έτοιµη για τοµές και επαναστάσεις. Κατά βάθος, προτιµούσα να τον δεχτώ ήσυχα πίσω, χωρίς να κάνω κανένα θέµα. Θα συνεχίζαµε κουτσά στραβά τη συζυγική µας ζωή, όπως τόσοι και τόσοι. Πού να ’τρεχα τώρα για νέους έρωτες; Ωστόσο, όφειλα να τσεκάρω την αιτία του φευγιού του. Είχε φλιπάρει από τη ρουτίνα της σχέσης µας; Ήθελε απλώς ένα διάλειµµα; Ή είχε φύγει οριστικά και αµετάκλητα; Έπρεπε να ξέρω. Μπήκα στο Ίντερνετ από το φορητό µου υπολογιστή και άρχισα να ψάχνω για ιδιωτικούς ντετέκτιβ. Έµεινα έκπληκτη από την πληθώρα των εν λόγω επαγγελµατιών. Λαµβάνοντας υπόψη τις αναρτήσεις στο διαδίκτυο, υπέθεσα πως η µισή Ελλάδα παρακολουθεί την άλλη


µισή. Οι διαφηµίσεις ήταν πάνω κάτω πανοµοιότυπες και διαλαλούσαν µια συγκεκριµένου τύπου πραµάτεια. Γράφανε, για παράδειγµα: Ειδικές παρακολουθήσεις Αποδεικτικά στοιχεία διαζυγίων Εντοπισµοί προσώπων Προγαµιαίες έρευνες, εξακριβώσεις στοιχείων Έρευνες συζυγικής απιστίας Όλα τα sites υπόσχονταν εχεµύθεια και «ειδικό ηλεκτρονικό εξοπλισµό». Εγώ φυσικά υπαγόµουν στο «Έρευνες συζυγικής απιστίας», ήµουνα µία ακόµη απατηµένη που έψαχνε για «Αποδεικτικά στοιχεία». Ανεβοκατέβασα κάµποσες φορές τον κέρσορα στην οθόνη του φορητού µου υπολογιστή. Έψαχνα ένα όνοµα που θα µου έκανε κλικ, που θα εξουδετέρωνε την ενδογενή µου καχυποψία. Έναν άνθρωπο δηλαδή µε κοµψή καµπαρντίνα που θα έπαιρνε το γάµο µου στα χέρια του για να τον σουλουπώσει. Είχα αρχίσει να διασκεδάζω µε τα sites: Με φαντάστηκα να επισκέπτοµαι το γραφείο ενός τέτοιου τύπου µε τα µαλλιά µου τυλιγµένα σε ένα µεταξωτό µαντίλι και µε γυαλιά τύπου πεταλούδα να κρύβουν τα πρησµένα από τα υπνωτικά µάτια µου. Πίσω από την πλάτη του, ο ήλιος που θα έµπαινε από τα µυγοφτυσµένα τζάµια θα έκρυβε ακόµη και σε µένα τα χαρακτηριστικά του. Η φωνή του θα ’ταν βαριά, το σταχτοδοχείο του γεµάτο αποτσίγαρα, στα χείλη του θα κρεµόταν ένα ακόµη τσιγάρο. Θα ανταλλάσσαµε µεταξύ µας µόνο τα απαραίτητα. Θα του έδινα µια φωτογραφία του Κώστα. «Θα έχετε νέα σύντοµα», θα έλεγε αυτός συνωµοτικά. Μετά θα ανασηκωνόταν, θα έσκυβε για χειροφίληµα, γύρω µας η σκόνη του βρόµικου γραφείου θα ηλεκτριζόταν από την ένταση του αγγίγµατός µας. Καλό θα ήταν να έµοιαζε στον Τζακ Νίκολσον, ώστε να υπάρχει η πιθανότητα ενός µελλοντικού δικού µας ειδυλλίου – λύση back up, σε περίπτωση διάλυσης του γάµου µου. Δυστυχώς όµως στα sites δεν υπήρχε φωτογραφία των ερευνητών. Στάθηκα αναποφάσιστη. Το µάτι µου γαντζώθηκε σε ένα γυναικείο όνοµα. «Ξένια Καλογήρου, ιδιωτική ντετέκτιβ. Αριθµός αδείας: 9980/00». Κι από κάτω, µε καλλιγραφικά, κοριτσίστικα γράµµατα µέσα στο ροζ φόντο του site: «Διώξτε τις αµφιβολίες!» Χρειαζόµουν µια Ξένια Καλογήρου να µου διώξει τις αµφιβολίες. Μια επαγγελµατία, µε µαύρη δερµάτινη ολόσωµη φόρµα, σαν αυτή που φορούσε η Τζολί στο Λάρα Κροφτ, αρµατωµένη, αξιόπιστη, πιθανότατα πολλαπλώς απατηµένη, που θα έσκυβε µε διακριτικότητα πάνω από την «περίπτωσή» µου και που θα µου πρόσφερε επιπρόσθετα έναν ώµο για να κλάψω. Ο Κώστας επ’ ουδενί δε θα υποψιαζόταν µια γυναίκα, ειδικά αν η ντετέκτιβ πληρούσε τις προδιαγραφές της εξάσκησης ενός τέτοιου επαγγέλµατος. Αναµφίβολα, θα είχε µια συνηθισµένη, ουδέτερη εµφάνιση, ώστε να περνά απαρατήρητη. Ενθουσιασµένη, κλικάρισα το όνοµά της και βρήκα τα τηλέφωνα. Το κινητό της είχε δέκα διαφορετικά ψηφία. Θα ήταν αδύνατο κανείς να αποµνηµονεύσει απέξω ένα τέτοιο νούµερο. Σίγουρη για τη σοφή επιλογή µου, σχηµάτισα έναν έναν τους αριθµούς, µε εξαιρετική


προσοχή. Πόσο έξυπνη αυτή η Ξένια: ακόµη και ο αριθµός του τηλεφώνου της ήταν µπερδεµένος, σ’ έκανε να αµφιβάλλεις για την ίδια σου την όραση. «Ιδιωτικές έρευνες», απάντησε µια µπάσα φωνή. Είναι και λεσβία, σκέφτηκα. Ακόµη καλύτερα. Ο Κώστας δε θα της χαράµιζε ούτε δεύτερη µατιά. Ίσως να ήταν και ηλικιωµένη, σαν τη Μις Μαρπλ. (Στην εφηβεία, συλλέγαµε µε τον Βάκη βιβλία της Αγκάθα Κρίστι, εκείνα τα κίτρινα αστυνοµικά βιβλιαράκια που είχαν τίτλους όπως Ο Φόνος Είναι Εύκολος και άλλους τέτοιους φανφαρόνικους.) «Θα ήθελα µια... συνάντηση µαζί σας», είπα κοµπιάζοντας λιγάκι. «Και βέβαια!» Μου έδωσε ραντεβού για την εποµένη. Ίσως οι δουλειές να µην πήγαιναν και τόσο καλά. Όταν κλείσαµε, ένιωθα καταπληκτικά, σαν να βρισκόµουν στην αρχή µιας καινούριας περιπέτειας. Πήγα για ύπνο νωρίς, χωρίς να ανοίξω την τηλεόραση. Ξάπλωσα στα σεντόνια, αυτά µε τα κρύσταλλα Swarovski στα τελειώµατα – δώρο κάποιου επιχειρηµατία από την Ιταλία που του είχα περιποιηθεί ένα ασήµαντο θλαστικό τραύµα στον αντίχειρα. Η Λόλα είχε αλλάξει τα προηγούµενα σκεπάσµατα, η µυρωδιά του Κώστα είχε χαθεί πια στο πλυντήριο. Ο άντρας µου φορούσε πάντα ένα συγκεκριµένο άρωµα. Από φόβο µήπως η εταιρεία κλείσει τη σειρά, ο Κώστας είχε αγοράσει όλα τα µπουκάλια απ’ τις πιο γνωστές αλυσίδες καλλυντικών της Αθήνας και τα είχε αποθηκεύσει στο υπόγειο, δίπλα στο γκαράζ, µέσα σ’ ένα ψυγείο κρασιών, όπως άλλοι αποθηκεύουν τα εκλεκτά κρασιά. Προς στιγµήν µπήκα στον πειρασµό να κατέβω κάτω για να τσεκάρω αν οι κολόνιες ήταν ακόµη εκεί, αισθανόµουν όµως τόσο κουρασµένη, που αντιστάθηκα στην παρόρµηση. Ξανασκέφτηκα την Ξένια και το «πονηρό» µας ραντεβού. Πόσο να κόστιζαν οι υπηρεσίες της; Και τι ακριβώς συµπεριλάµβανε το πακέτο υπηρεσιών της; Όταν το τηλέφωνο χτύπησε, ταράχτηκα σαν να µε είχαν τσακώσει να σκαλίζω τη µύτη µου. Ήταν η Ζέτα. «Καλά, δεν ντρέπεσαι; Εδώ δεν προλαβαίνουµε να αναπνεύσουµε κι εσύ παίρνεις ξαφνική άδεια;» µε ψευτοµάλωσε. Την άφησα να µιλάει για να ανιχνεύσω αν οι αποκαλύψεις του Κώστα είχαν γίνει γνωστές. Ήξερε η Ζέτα για την εκποµπή; «Έχει πέσει τόση δουλειά», συνέχισε, «που δεν πρόλαβα να σε πάρω τηλέφωνο για να ρωτήσω: Έχεις όντως αρρωστήσει ή απλώς το παίζεις άρρωστη;» «Δεν µπορώ να σου µιλήσω τώρα... Είµαι σε µια συνάντηση», είπα για να την αποφύγω. «Τι συνάντηση, µωρέ; Μήπως είσαι έγκυος και κλωσάς το πολύτιµο αβγό;» «Θα σε πάρω αύριο και θα σ’ τα πω. Η χολαγγειίτιδα πώς πάει;» «Τον σώσαµε κι αυτόν». «Θα επιστρέψω σύντοµα, κλείνω», είπα βιαστικά. Έκλεισα και απενεργοποίησα το κινητό. Δεν υπήρχε χώρος για κανέναν στη σκέψη µου. Μόνο ίσως γι’ αυτή την Ξένια.


22

ΕΙΧΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ τόσο καλά αιώνες. Πετάχτηκα κεφάτη από το κρεβάτι και τα κρυσταλλάκια των σεντονιών κουδούνισαν ευχάριστα. Καλά λένε οι Θιβετιανοί γκουρού, όλοι αυτοί οι µελωδικοί ήχοι τέρπουν τα αφτιά και την ψυχή. Ήταν αστείο: τα γεγονότα των τελευταίων ηµερών, αν και τραγικά, µε είχαν σπρώξει έξω από τη συνηθισµένη µου ρουτίνα. Με είχαν αναγκάσει να ανακαλύψω µια άλλη πλευρά της ζωής, µακριά από το νοσοκοµείο, µακριά από την ευθύνη, µακριά από τις αρρώστιες και το θάνατο. Ήταν η πρώτη φορά απ’ όταν άρχισα να εργάζοµαι που έπαιρνα άδεια. Δεν είχα λείψει ποτέ, δεν είχα ζητήσει ποτέ αναρρωτική. Ούτε καν όταν απέβαλα, µετά από µία ακόµη εξωσωµατική, µέσα στην τουαλέτα του εφηµερείου. Χρησιµοποιούσα µε το ζόρι την καλοκαιρινή µου άδεια και κάνα δυο φορές είχα διακόψει τις καλοκαιρινές µου διακοπές γυρίζοντας πριν της ώρας µου στο νοσοκοµείο. Πάντα έπληττα στις διακοπές, αν εξαιρούσες την πρώτη πρώτη φορά που πήγαµε µε τον Κώστα στη Σαντορίνη. Στα διαλείµµατα του σεξ, ανεβοκατεβαίναµε τα σοκάκια, χαζεύαµε τα ηλιοβασιλέµατα, τρέχαµε στο ηφαίστειο ή για ιππασία. Μιλούσαµε ακατάπαυστα, κολυµπούσαµε ακατάπαυστα. Μέσα σε όλη αυτή την ευδαιµονία, και ενώ είχα καταπιεί µονορούφι τρεις µαργαρίτες, είχα κάνει την πρόταση γάµου. «Εγώ έχω µυαλό κι εσύ θράσος και καλή εµφάνιση», του είπα. «Ο συνδυασµός µας θα είναι αχτύπητος. Δεν παντρευόµαστε;» Βρισκόµασταν σ’ ένα µπαράκι στην Οία. Το Αιγαίο που απλωνόταν µπροστά µας, ο ήλιος που βυθιζόταν στη θάλασσα, το ντάπα ντουπ της µουσικής και το άρωµα του Κώστα µε είχαν κάνει ευτυχισµένη και παράτολµη. Εκείνος κοίταξε τις ηλιοκαµένες τουρίστριες του µπαρ, µε το ύφος του ανθρώπου που του ζητάνε να κάνει δίαιτα ενώ αγαπάει τα γλυκά. «Και τι θα γίνει µε όλες αυτές;» ρώτησε αυθόρµητα. Προφανώς θεωρούσε καθήκον του να χορτάσει µε σεξ οποιαδήποτε γυναίκα. «Ε, ας παντρευτούµε και βλέπουµε...» απάντησα ανέµελα. Οι τρεις µαργαρίτες είχαν θολώσει εντελώς την κρίση µου, σε σηµείο ώστε να παραβλέψω τη ζωηρή φύση του άντρα που είχα απέναντί µου. Ήµουν ερωτευµένη και απόλυτα τυφλωµένη: πίστευα πως θα γίνει το θαύµα, πως ο Κώστας θα χαλάλιζε για χάρη µου τη ροπή του προς τα µαυρισµένα πόδια. Εκείνος έστρεψε το βλέµµα µακριά, στο πέλαγος, µ’ ένα σκοτισµένο ύφος. «So many women, so little time», είπε, κάπως µαραζωµένος. «Κοίτα, Κώστα, δεν προλαβαίνεις να τις πηδήξεις όλες. Αργά ή γρήγορα, θα συµβιβαστείς µε κάποια. Καλύτερα µε µένα παρά µε καµιά τυχάρπαστη». Τον είδα να σιωπά, η ορθότητα των επιχειρηµάτων µου τον είχε µπερδέψει. «Καλά λες», κατένευσε τελικά, και παρήγγειλε ένα διπλό ουίσκι. Λίγες ώρες αργότερα, έπειτα από δεκάδες ποτά κι ένα πήδηµα στα όρθια, στον τοίχο δίπλα στα παραθυρόφυλλα ενός τίµιου, ολόασπρου σπιτιού τυλιγµένου µε µπουκαµβίλιες –θυµάµαι


ακόµη το κλαδί του λουλουδιασµένου φυτού που µου γαργαλούσε το γυµνό µου στήθος–, και ενώ ο ήλιος στο σηµείο που βρισκόµασταν ανέτελλε φαντασµαγορικά, ο Κώστας είχε πειστεί τόσο, ώστε έτρεξε κι αγόρασε κάτι σκοινένια δαχτυλίδια από ένα ροκά που είχε πάγκο µε κοσµήµατα. Έτσι σφραγίστηκε ο αρραβώνας. Όµορφες στιγµές... Κανείς βέβαια δε µε είχε προετοιµάσει για τη συνέχεια. Προσγειώθηκα ανώµαλα σ’ ένα γάµο σπαρµένο µε αγκάθια αντί για ροδοπέταλα.


23

ΑΦΟΥ ΖΕΣΤΑΝΑ ένα ποτήρι γάλα στο φούρνο µικροκυµάτων, σκύβοντας, για να µη χτυπάει η ακτινοβολία κατευθείαν στο κεφάλι µου –τόσοι και τόσοι πάθανε όγκο εγκεφάλου–, και ενώ µέσα µου αδηµονούσα τρελά για την επικείµενη συνάντησή µου µε αυτή την Ξένια, ένα αίσθηµα αποτυχίας µε καθήλωσε ακίνητη στο µέσο της κουζίνας. Ήµουν µια αποτυχηµένη, µε έναν αποτυχηµένο γάµο. Γιατί τι ήταν ο γάµος µου; Ένα µάτσο απογοητεύσεις. Κάθισα και µέτρησα ψυχαναγκαστικά. Απογοήτευση νούµερο ένα: ο Κώστας κι εγώ ήµασταν εντελώς διαφορετικοί. Μόλις ο έρωτας ξεθύµανε, φάνηκε το ανυπέρβλητο χάσµα µας. Εγώ ήµουνα ταγµένη, αφοσιωµένη στην ιατρική, έπαιρνα τα πράγµατα στα σοβαρά. Ήµουν επιστήµονας, παρήγα επιστήµη. Ο Κώστας ήταν ένας τυχοδιώκτης, κατ’ ευφηµισµόν δηµοσιογράφος. Χρησιµοποιούσε ύποπτα µέσα και ύποπτους ανθρώπους, νοιαζόταν για την προβολή του και δεν τηρούσε ούτε τα προσχήµατα. Ήταν έξυπνος, µαχητικός και αρκετά εργατικός για να ανεβάσει ψηλότερα τον πήχη, αλλά αυτός επέµενε να σκαλίζει «σκουπίδια», επέµενε να είναι κίτρινος και εµπορικός. «Μα γιατί δε γίνεσαι σαν τον Χατζηνικολάου;» του έλεγα µετά το σεξ, όταν ήταν αρκετά χαλαρός ώστε να µην προβάλει αντιρρήσεις. «Το κοινό θα σε ακολουθήσει». «Το κοινό µε αγαπάει γιατί είµαι αυτό που είµαι», έλεγε αυτός. «Αν του πουλήσω κυριλίκια, θα το απογοητεύσω. Δεν είναι χαζό το κοινό. Μυρίζεται το τι είσαι κάτω από το κοστούµι σου». Και δεν άλλαξε, το αντίθετο µάλιστα. Γινόταν ακόµη πιο επιθετικός, ακόµη πιο ρυπαρός, ρίχνοντας µε τους κουβάδες λάσπη κατά παντός. Απογοήτευση νούµερο δύο: η αγάπη που άργησε όχι µια µέρα, όπως έγραψε η Λιλή Ζωγράφου, αλλά πολλά χρόνια. Στο τέλος, µαταίωσα το ραντεβού µου. Δεν πέρασαν καλά καλά λίγοι µήνες γάµου κι έπαψα να προσδοκώ την «αναβάθµιση» του άντρα µου. Αυτός δε θα άλλαζε, τελεία και παύλα. Έπρεπε να τον αγαπήσω µε τα ελαττώµατά του. Και έπρεπε να τον αγαπήσω πολύ, γιατί είχε πολλά ελαττώµατα. Ωστόσο, δεν το κατάφερνα. Η αγάπη απαιτεί να σέβεσαι τον άλλο, κι εγώ δε σεβόµουνα τον Κώστα. Για την ακρίβεια, µε απωθούσαν ακριβώς εκείνα τα στοιχεία του χαρακτήρα του που µε είχαν τραβήξει ώστε να τον ερωτευτώ, εκείνα τα ίδια στοιχεία που τον είχαν κάνει διάσηµο: η αυτοπεποίθησή του και το θράσος του. Παραδόξως, όσο πιο πολύ τον απεχθανόµουν, τόσο περισσότερο τον ποθούσα. Ποια χορδή διαστροφής δονούσε αυτός ο άνθρωπος µέσα µου; Ποια τιποτένια δικά µου χαρακτηριστικά τάιζε; Γιατί, ενώ το µυαλό µου τον σιχαινόταν, ενώ η ηθική µου επαναστατούσε, το σώµα µου άνοιγε ξετρελαµένο όταν µ’ έριχνε στο κρεβάτι; Αυτή η νίκη του κακού πάνω στο καλό µε εξιτάριζε. Πώς το ’λεγε ο Ντοστογιέφσκι; «Η ζωή µιας γυναίκας είναι η διαρκής αναζήτηση του αφέντη της». Έτσι ένιωθα µε τον Κώστα. Ήταν το βίτσιο µου. Ένα βίτσιο που µε διαφέντευε. Ήµουνα ένας σαλιάρης γέρος κι αυτός η Λολίτα µου. Άπαξ και ταιριάξουν τα


κορµιά... Κι ενώ ντρεπόµουνα να λέω πως είµαι γυναίκα του και απέφευγα ακόµη και τις κοινές µας εµφανίσεις, µε το που έκλεινε η πόρτα της κρεβατοκάµαρας µετατρεπόµουν σε υποχείριό του. Κι εγώ, πεισµατικά, αρνιόµουν να τον αγαπήσω. Έτσι, για εκδίκηση. Για να αποδείξω στον εαυτό µου πως δεν ήµουν έρµαιό του. Δεν κατάφερε λοιπόν να µε κάνει να τον αγαπήσω. Εξάλλου, δεν τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο, δεν ήταν ανάγκη του. Απογοήτευση νούµερο τρία: οι γονείς του. Αµέσως µόλις τους γνώρισα αντιλήφθηκα πως δε θα δέναµε ποτέ σαν οικογένεια. Η µητέρα του ήταν ακριβώς ο τύπος της γυναίκας που αποστρεφόµουν. Σκέψου, ήταν χειρότερη ακόµη κι από τη δική µου! Σηµαντική σηµείωση: αν η µητέρα του είχε κάποια ψυχική ποιότητα, θα συµβιβαζόµουν µια χαρά µε τα κουσούρια του Κώστα – στο κάτω κάτω, ήµουνα ερωτευµένη. Μια γλυκιά πεθερά, µια καλοσυνάτη πεθερά ίσως και να λειτουργούσε ευεργετικά στο γάµο µας. Αλλά ήταν αδύνατο να συνυπάρξω µ’ εκείνο το τέρας, εκείνο τον τιποτένιο Κέρβερο, που, αντί να νουθετεί το γιο της, τον εκµαύλιζε. Όποτε παραπονιόµουνα στον Ευδαίµονα για τον κακό συνδυασµό του άντρα µου µε τη µάνα του, αυτός µου έλεγε: «Ε, βέβαια, µια τέτοια µάνα κάνει τέτοιο γιο...» Απογοήτευση νούµερο τέσσερα: οι ατέλειωτες απιστίες του. Ατέλειωτες. Έτσι κι έβαζες τις ερωµένες του σε σύνταξη τη µία πίσω από την άλλη, µπορεί και να σχηµάτιζες γραµµή που θα κάλυπτε την απόσταση Αθήνα-Λαµία. Τι να πρωτοθυµηθώ; Τα χρησιµοποιηµένα προφυλακτικά που έβρισκα παντού όταν γύριζα από εικοσιτετράωρες εφηµερίες; Το ότι είχε ξελογιάσει τη δασκάλα του στο τένις, σε τέτοιο βαθµό ώστε εκείνη, αφού διακόψανε, έπαιρνε απελπισµένα τηλεφωνήµατα για µήνες µέσα στη νύχτα; Το ότι τον είχα πιάσει να κάνει σεξ µε την οικιακή βοηθό που είχα τότε; Βέβαια, εγώ έφταιγα... Τη νύχτα που παντρευτήκαµε µε είχε ρωτήσει: «Θα µ’ αφήνεις να πηγαίνω και µε καµιά άλλη;» Η ερώτηση µου φάνηκε τόσο παιδιάστικη, που τη βρήκα αξιολάτρευτη. Οι πολλαπλοί οργασµοί µε είχαν κάνει και µακρόθυµη, είναι αλήθεια. Οπότε του απάντησα, ξεκαρδισµένη: «Μα φυσικά! Όταν δε θα σου ’χω σπιτικό φαγητό, θα µπορείς να παραγγέλνεις απέξω!» Είχαµε γελάσει πολύ εκείνο το βράδυ µε το εν λόγω λογοπαίγνιο. Για µένα ήταν λογοπαίγνιο. Για εκείνον υπόσχεση από την πλευρά µου, µην πω και δέσµευση. Απογοήτευση νούµερο πέντε: το παιδί, που δεν έλεγε να έρθει. Δεν µπορούσα να αναλύσω περαιτέρω το νούµερο πέντε. Δεν µπορούσα, δεν άντεχα, µου ήταν δυσβάσταχτο. Κούνησα το κεφάλι για να καθαρίσω το µυαλό µου από τις αναµνήσεις. Τι νόηµα είχε το αναµάσηµα; Τι νόηµα είχε ο µηρυκασµός των αποτυχιών µου; Τι θα έβγαινε αν κοιτούσα διαρκώς πίσω; Δε θα ξανασκεφτόµουνα τίποτα, αποφάσισα. Θα δρούσα. Η δράση φέρνει δύναµη. Και η αλήθεια φέρνει δύναµη. Θα πήγαινα σ’ εκείνη την τύπισσα και θα έδιωχνα όλες τις αµφιβολίες. Θα µάθαινα την αλήθεια που ο Κώστας προσπαθούσε –τόσο ύπουλα– να µου κρύψει.


24

ΤΟ

στις δώδεκα. Η διεύθυνση κάπου στα Πατήσια. Χρειαζόµουνα µισή περίπου ώρα για να φτάσω ως εκεί, αν δεν είχε πολλή κίνηση. Ντύθηκα µε ιδιαίτερη φροντίδα. Ήθελα να κάνω εντύπωση στην ντετέκτιβ. Μόνο που µου περίσσευαν δύο ολόκληρες ώρες ως τις δώδεκα. Για να γεµίσω το χρόνο, αποφάσισα να πάω στις «Μανόλιες», ένα ινστιτούτο καλλονής πολύ κοντά στο σπίτι, το οποίο δεν είχα επισκεφτεί ποτέ. Το ινστιτούτο δεν είχε δουλειά και η είσοδός µου σήµανε συναγερµό στις υπαλλήλους. Πέσανε πάνω µου µε ενθουσιασµό, κι εγώ για πρώτη φορά στη ζωή µου αφέθηκα να κάνω αυτά που συνήθως κάνουν γυναίκες του κύκλου της Ντόλης. Με λίγα λόγια, µου πασπάτεψαν το πρόσωπο αφού µου εφαρµόσανε διάφορες κρέµες. Μετά, µε το δέρµα µου ακόµη καλυµµένο µε λάσπη, µε οδήγησαν στην αίθουσα του µανικιούρ - πεντικιούρ. Εκεί, βόλεψα το κορµί µου σε µια πολυθρόνα που έκανε ταυτόχρονα µασάζ, ενώ τα πόδια µου µούλιαζαν σε µια µικρή πισινούλα γεµάτη µε ψαράκια. Αυτά εκτόνωσαν τη δολοφονική τους µανία ξεπετσιάζοντας µε τα µικροσκοπικά τους δόντια τις φτέρνες µου. Την ίδια στιγµή, µια κοπέλα µε µια υπερβολικά ηχηρή τσίχλα στο στόµα µού έβαψε τα νύχια των χεριών κατακόκκινα. Στο τέλος, πάνω στο νύχι του δεξιού µου παράµεσου, ζωγράφισε ένα καταπράσινο γκι. «Χριστούγεννα έρχονται», µου είπε καταλαβαίνοντας από το ύφος µου ότι ήµουν έτοιµη να διαµαρτυρηθώ, «ας κάνουµε κάτι πιο γιορτινό». Μιάµιση ώρα αργότερα, κατευθύνθηκα στο ταµείο, όπου η ιδιοκτήτρια, µια ξανθιά µε φουντωτά µαλλιά και ξεχειλωµένα στήθη, µου έβγαλε το λογαριασµό. «Τριακόσια ευρώ», είπε κελαρυστά. Έµεινα αποσβολωµένη. Είπα: «Δεν είναι πολλά για την εποχή µας; Περνάµε κρίση...» «Σας έχει γίνει ήδη ένα 20% έκπτωση, µια που ήρθατε πρώτη φορά». «Ναι, αλλά τριακόσια ευρώ; Κάντε µου µια έξτρα έκπτωση. Στο κάτω κάτω, τάισα τα ψάρια σας». Η Ντόλι Πάρτον δε διέθετε χιούµορ. «Κυρία µου, αυτές είναι οι τιµές µας. Τα συγκεκριµένα ψάρια τα φέρνουµε από την Ταϊλάνδη, ειδικά γι’ αυτό το σκοπό. Η αγορά τους στοιχίζει πενήντα ευρώ ανά ψάρι. Επαγγελµατίες είµαστε, εδώ πρόκειται για ναό της οµορφιάς, όχι για συνοικιακό κουρείο». Πλήρωσα και έφυγα µε την ουρά στα σκέλια. Αλλά χαλάλι τα χρήµατα! Ήθελα να εντυπωσιάσω αυτή την Ξένια. Το δέρµα µου ήταν όντως λαµπερό, το ζωγραφισµένο γκι στο δάχτυλό µου όντως γιορτινό και η διάθεσή µου όντως καλή. Κρίµα που δε θα µπορούσα να δείξω στην Ξένια και τις εξαιρετικά λείες φτέρνες µου. Οδηγούσα µε κέφι προς τα Πατήσια, τραγουδώντας δυνατά µαζί µε την Άνι Λένοξ το «Sweet Dreams», όταν οι ουρανοί άνοιξαν, για άλλη µια φορά τις τελευταίες µέρες. Άρχισε να βρέχει ΡΑΝΤΕΒΟΥ

ΜΕ

ΤΗΝ

ΞΕΝΙΑ ήταν


λασπόνερα. Ωστόσο, το κέφι µου δε χάλασε. Έφτασα γρήγορα, βρήκα εύκολα τη διεύθυνση και πάρκαρα. Βγήκα από το αυτοκίνητο ενώ οι ουρανοί σκίζονταν από κεραυνούς, λες και επρόκειτο να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Η πολυκατοικία όπου στεγαζόταν το γραφείο της ντετέκτιβ ήταν ετοιµόρροπη. Μεγάλα κόκκινα φανάρια κρέµονταν µπροστά από την είσοδο, µια Κινεζούλα, αναµαλλιασµένη από τη βροχή, µάζευε την πραµάτεια της πίσω στο µαγαζί. Παραδίπλα, µέσα από ένα καφενείο, δύο µελαψοί αλλοδαποί µε κοίταξαν χωρίς ενδιαφέρον. Από κάπου ακούστηκε η καµπάνα µιας εκκλησίας να χτυπάει δώδεκα. Ήµουν ή δεν ήµουν Αγγλίδα στο χρόνο;


25

ΠΑΤΗΣΑ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ της εξώπορτας. «Στο ισόγειο», µου είπε µε την µπάσα φωνή της. Μπήκα. Βρήκα την πόρτα της. Μου άνοιξε. Συστηθήκαµε επισήµως και µε οδήγησε στα ενδότερα. Το γραφείο δεν ήταν παρά ένα τυπικό διαµέρισµα. Δύο καναπέδες σε σχήµα πι αντικαθιστούσαν την αίθουσα αναµονής. Κάθισε στη µία άκρη του ενός καναπέ και µου έγνεψε ευγενικά να καθίσω στην άλλη. Για µερικές στιγµές αναµετρηθήκαµε µε το βλέµµα. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεµα και λουστρινένιες γόβες. Δεν ήταν καθόλου όπως τη φανταζόµουνα. «Σας περίµενα κάπως διαφορετική...» είπα για να σπάσω τον πάγο. «Ναι, κανείς δεν περιµένει πως µια ωραία γυναίκα µπορεί να είναι ντετέκτιβ. Αλλά αυτό µου δίνει ένα εξαιρετικό πλεονέκτηµα στη δουλειά µου». Σταύρωσε τα πόδια της µε έναν ηδυπαθή τρόπο. Το φόρεµά της ανέβηκε ψηλά. «Ας περάσουµε στο θέµα µας. Περί τίνος πρόκειται;» «Πρόκειται για τον άντρα µου. Έφυγε από το σπίτι εδώ και κάποιες µέρες». «Υποψιάζεστε πως υπάρχει τρίτο πρόσωπο;» «Ίσως. Γι’ αυτό ήρθα σε σας». «Παρακαλώ, δώστε µου την ταυτότητά σας». Της έδωσα την ταυτότητα κάπως µαγκωµένα. Η φωτογραφία µε απεικόνιζε σαν λαδωµένο ποντίκι. Εκείνη την πήρε και την κοίταξε µε ένα ουδέτερο, επαγγελµατικό ύφος. «Είστε γιατρός;» ρώτησε µετά. «Μάλιστα. Χειρουργός». «Οι γιατρίνες πέφτουν πολύ συχνά θύµατα συζυγικής απάτης. Παρακαλώ, δώστε µου τα στοιχεία του άντρα σας». Μου έτεινε ένα µπλοκ και ένα στιλό. «Όλα. Πλήρες όνοµα, επάγγελµα, διεύθυνση εργασίας και διεύθυνση της κοινής σας οικίας». Υπάκουα, έγραψα τα πάντα. Εκείνη έριξε µια γρήγορη µατιά στο µπλοκ. «Ο Κώστας Κ. είναι ο άντρας σας;!» «Ναι. Ο άρχοντας της trash δηµοσιογραφίας», επιβεβαίωσα χαιρέκακα. «Το ότι είναι επώνυµος κάνει πιο εύκολα τα πράγµατα. Η δουλειά θα τελειώσει γρήγορα». Χαµογέλασε. «Η παρακολούθηση πλέον γίνεται µέσω δορυφόρων. Εντυπωσιακό, ε;» Άνοιξε ένα συρτάρι από το τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ κι έβγαλε ένα µικρό µαύρο κινητό. «Να το µικρό µου διαβολάκι...» Χάιδεψε ανάλαφρα το µάγουλό της µε τη συσκευή, σαν να διαφήµιζε ερωτικά βοηθήµατα. «Με αυτό εδώ µπορούµε να εντοπίσουµε τη θέση του υπόπτου ανά πάσα στιγµή. Με µια κλήση – που δε δίνει ούτε οπτικό ούτε ακουστικό σήµα, για να µην καρφωθούµε. Μετά λαµβάνουµε µε SMS την ακριβή του θέση. Δεν είναι υπέροχο;»


«Μου φαίνεται περίπλοκο», παρατήρησα. «Δεν είναι, πιστέψτε µε. Αν παίξετε λίγο µαζί του, θα το διαπιστώσετε κι εσείς». Τίναξε τα µαλλιά της µε µια κοριτσίστικη κίνηση. «Οι υπηρεσίες µου θα σας στοιχίσουν χίλια ευρώ, τα µισά από αυτά θα πρέπει να τα προκαταβάλετε». «Ω, µα δεν έχω αυτή τη στιγµή τόσα χρήµατα µαζί µου...» «Κανένα πρόβληµα. Θα µου τα φέρετε αύριο». Κοιταχτήκαµε. «Έχετε παιδιά;» ρώτησε απρόσµενα. «Όχι. Δεν καταφέραµε να κάνουµε µε τον Κώστα». Ξαφνικά ένιωσα την παρόρµηση να πέσω στην αγκαλιά της και να κλάψω. «Ούτε εγώ έχω παιδιά. Δεν µπορώ να κάνω. Οι γυναικολόγοι µού το ξεκαθάρισαν από τα δεκαοχτώ», δήλωσε κάπως παγερά. «Υπάρχουν τόσες µέθοδοι πια αν επιθυµείτε ένα παιδί», προσπάθησα να την παρηγορήσω. «Όχι, είναι αδύνατο. Έχω µήτρα σε µέγεθος φουντουκιού. Υποπλαστική, µου έχουν πει». «Ίσως άλλες λύσεις... Χµ, µια παρένθετη µητέρα ή υιοθεσία...» «Μιλάτε ως γιατρός. Δε γουστάρω µπλεξίµατα µε ξένες µήτρες. Η φύση ξέρει πάντα καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς, δεν είµαι φτιαγµένη για παιδιά. Πώς να το πω; Τα βαριέµαι...» Έπεσε ανάµεσά µας µια αµήχανη σιωπή. «Θα θέλατε να πάµε κάπου για φαγητό;» ρώτησα. «Στο δρόµο σταµατάµε και σ’ ένα ΑΤΜ για την προκαταβολή σας». «Θα το ήθελα, αλλά θα ήταν καλύτερα να µην κυκλοφορούµε µαζί. Καταλαβαίνετε... Ο διάολος έχει πολλά κεφάλια λέω εγώ. Πεινάτε;» «Οµολογώ πως πεθαίνω της πείνας». «Κρίµα, γιατί εδώ δεν έχω τίποτα φαγώσιµο. Θα σπάσουµε την πείνα µε ένα ποτό. Ουίσκι, µόνο αυτό έχω». «Μην µπαίνετε στον κόπο. Θα φύγω. Φαντάζοµαι πως θα έχετε δουλειά». «Δυστυχώς η κρίση έχει πλήξει σοβαρά τον κλάδο µας. Είµαι ελεύθερη για σήµερα». Τι ωραία! σκέφτηκα. Δεν ήθελα καθόλου να φύγω. Ήθελα να µείνω εκεί, µαζί της, για ώρες. Με κοίταξε κάτω από τους τόνους της µάσκαρας που έκανε το βλέµµα της συγκλονιστικό. Είχε µαντέψει τις σκέψεις µου. «Μπορείτε να µείνετε, αν θέλετε. Κι εγώ παρέα θέλω». Ανασηκώθηκε και µε βήµα γαζέλας χάθηκε στο διπλανό δωµάτιο. Άκουσα ντουλάπια να ανοιγοκλείνουν, παγάκια να προσγειώνονται σε ποτήρια και µετά τα τακούνια της που την ξανάφερναν κοντά µου. Στο µεταξύ, εγώ είχα βγάλει τα παπούτσια µου και είχα καλοβολευτεί στον καναπέ. Ένιωθα αδύναµη να φύγω, σαν µύγα κολληµένη σε πηχτό µέλι. «Ορίστε», µου είπε δίνοντάς µου το ουίσκι. «Για να βρέξουµε τη συµφωνία». Ήπιαµε τα ποτά µας µε γερές γουλιές. Στη συνέχεια θα τα ανανέωνε ξανά και ξανά. «Ωραίος ο χώρος σας», είπα για να ανοίξω κουβέντα. «Κάποτε δεν ήταν έτσι. Ήταν ένα ερείπιο. Έχω ξοδέψει ογδόντα χιλιάδες ευρώ για να το φτιάξω. Ξέρετε, εδώ ήταν το πατρικό µου...»


«Αλήθεια;» είπα δύσπιστα. «Ναι, ελάτε να σας δείξω». Με παρέσυρε στα µέσα δωµάτια. Οι τοίχοι στο χρώµα του λεµονιού, στο χρώµα της πίκρας. «Εδώ ήταν το δωµάτιό µου. Το παράθυρο βγάζει στον ακάλυπτο. Κοιµόµουνα εδώ µε τη γιαγιά, οι γονείς µου δίπλα. Σ’ αυτή τη γωνιά ήταν το δικό µου κρεβάτι. Ακόµη και τώρα νοµίζω πως µυρίζω τη µυρωδιά από τις πάνες ακράτειας». «Δεν ξέρετε πόσο σας καταλαβαίνω», είπα. Μέσα µου ξαναθυµήθηκα τον µπαµπά. Ξαπλωµένο στο κρεβάτι, µε την µπουκάλα του οξυγόνου δίπλα του. Για χρόνια, του άλλαζα τις πάνες, καθάριζα τις πληγές από τη χρόνια κατάκλιση, του έδινα τα φάρµακα. Εκείνος γινόταν όλο και πιο δύστροπος, όλο και πιο απαιτητικός. Η Ξένια κατάπιε λαίµαργα ένα ακόµη ποτήρι µε ουίσκι. Την κοίταξα για λίγο διερευνητικά. Πιθανότατα εκείνα δεν ήταν τα πρώτα ουίσκι της µέρας, µάλλον είχε αρχίσει να πίνει από το πρωί. Το βλέµµα της ήταν θολό και ταυτόχρονα γυάλιζε. Τα σύµφωνα όταν µιλούσε σκάλωναν στη γλώσσα. Γυρίσαµε στο σαλόνι. Το βήµα της µπερδευόταν περίεργα. Έπεσε βαριά στον καναπέ. Κάθισα δίπλα της, κοιτώντας το όµορφο πρόσωπό της. Εκείνη κοιτούσε ίσια µπροστά. Αναγνώρισα, σαν από επιφοίτηση, όλα τα σηµάδια του αλκοολισµού.


26

ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ χωρίς σταµατηµό. Κοιτούσα το προφίλ της µε την ανασηκωµένη µύτη και ρουφούσα τα λόγια της. «Κάθε µεσηµέρι που γυρνούσα από το σχολείο ήλπιζα πως η γιαγιά θα είχε πεθάνει. Μετά θα γέµιζα όλους τους τοίχους µε αφίσες, θα άνοιγα τα παράθυρα να ξεβροµίσει η κατουρίλα. Το πιστεύετε πως ακόµη το δωµάτιο µυρίζει ούρα; Στα ρουθούνια µου τουλάχιστον...» «Το πιστεύω», είπα. Ξανά η εικόνα του µπαµπά. Το µαραµένο του όργανο την ώρα που του άλλαζα το πλαστικό του εσώρουχο. Η Ξένια συνέχισε. «Η µάνα µου διαρκώς µαγείρευε στην κουζίνα κάτι που βροµούσε φτώχεια και συµβιβασµό. “Πρέπει να προσαρµόζεσαι στις καταστάσεις”, µου έλεγε, “αυτό είναι η ευτυχία”. Την έβλεπα µε τα τσουλούφια της ιδρωµένα πάνω από τους υδρατµούς του φαγητού και τη σιχαινόµουν. Ήταν όµορφη, ξέρετε. Όσο όµορφη τέλος πάντων µπορεί να είναι µια γυναίκα που έχει χάσει τις ελπίδες της. »Κάθε µήνα, ο πατέρας µου ερχόταν µε το µισθό του και τον απόθετε στοργικά στο τραπέζι της κουζίνας. Τόσα για το σπίτι, τόσα για το φροντιστήριο, τόσα για τις πάνες της γιαγιάς. Ποτέ δεν περίσσευε τίποτα για την πλάκα µας, για να πάρουµε µια βλακεία, κάτι... Στο µπάνιο µε το ραγισµένο νιπτήρα η µαµά φύλαγε τα καλλυντικά της: ένα κουτάκι Nivea, ένα κραγιόν που είχε από χρόνια τελειώσει και το περνούσε στα χείλη της µε µια οδοντογλυφίδα, ένα κουτάλι µε λιωµένο κερί για να βγάζει το µουστάκι – γιατί ήταν και τριχωτή. Κάθε φορά που πήγαινα στην τουαλέτα ορκιζόµουνα πως θα αποκτούσα κάποτε ένα µπάνιο γυαλιστερό, µε µάρµαρα που θα µοιάζουν µε πάγο και µε ατέλειωτα µπουκαλάκια καλλυντικών αραδιασµένα πάνω... Πήγαινα πίσω στο δωµάτιό µου και κολλούσα στον τοίχο φωτογραφίες της Λίντα Εβανγκελίστα, που όλοι λέγανε πως της έµοιαζα, αν εξαιρούσες τη µύτη µου, που δε θα τη χαρακτήριζες και γαλλική...» Τα µάτια µου κατέβηκαν από τα δικά της στην τέλεια µύτη της. «Το καλοκαίρι πριν από την τρίτη λυκείου», συνέχισε, «η γιαγιά αποδιοργανώθηκε. Η άνοια ξέφτισε εντελώς το µυαλό της. Ξυπνούσε από τα χαράµατα, άνοιγε την πόρτα, ήθελε να φύγει. “Έλα, έλα, κοριτσάκι µου”, της έλεγε ο µπαµπάς, “κοιµήσου λίγο ακόµη”, και την έβαζε σαν µωρό στο κρεβάτι. Έτρεχε η µάνα µου µε τις νυχτικιές και κλείδωνε, µην τυχόν και χάσουµε τον πρόγονο». «Αχ, πόσο σας καταλαβαίνω», ξανάπα. Η εικόνα του µπαµπά στα τελευταία του να ουρλιάζει, η Μαρίτα να πέφτει πάνω του µε τη νυχτικιά να τον συγκρατήσει. «Εκείνο το καλοκαίρι, έβραζε ο τόπος. Η ζέστη έκανε ακόµη πιο αφόρητη τη µυρωδιά της γιαγιάς, το σώµα της ξερνούσε τα ούρα σε υδρατµούς, µα την Παναγία! Για διακοπές ούτε


λόγος. “Το ταµείο είναι µείον”, έλεγε η µάνα µου. Ο πατέρας µου τα κανόνισε κι έπιασα δουλειά σ’ ένα τυροπιτάδικο. Ήµουν αφράτη και είχα στρογγυλά στήθη και ταίριαζα µε τις τυρόπιτες, ειδικά µε τις κουρού. Μεγάλο εισιτήριο η οµορφιά. Έστω εισιτήριο για τις τυρόπιτες. Πλακώθηκα στη δουλειά και στα χαµόγελα και κέρδιζα και πουρµπουάρ. Όσο πιο βαθύ το ντεκολτέ, τόσο πιο πολύ το χρήµα. Εκεί είχα καταλήξει. Και αυτή η διαπίστωση ποτέ δεν αναιρέθηκε. Έτσι ήταν και έτσι θα παραµείνουν τα πράγµατα. Αλλά όλα µπορείς να τα υποστείς αν θέλεις να ξεφύγεις. »Στον ένα µήνα δουλειάς την έπεσα στο αφεντικό. Ήταν πρωί, χώναµε τις τυρόπιτες στο φούρνο, τον άρπαξα από τον καβάλο και του είπα: “Δε µε θες;” Σιγά που δε µε ήθελε. Με ήθελε, κι ας πήγαιναν στο διάολο και τα δυο του παιδιά, και η σύζυγος, και ο φίλος του ο πατέρας µου. Μόνο αν αρπάξεις το πέος ενός άντρα µαθαίνεις την αλήθεια. Μόνο τότε σου λένε αλήθειες τα κτήνη – άλλος ένας νόµος που ποτέ δε µε διέψευσε. Τον φίλησα εκεί χαµηλά. Δεν πίστευε στην τύχη του! Μετά από λίγο αλληθώριζε από ενοχές και ηδονή. Όσες πιο πολλές οι ενοχές, τόσο πιο µεγάλη η ηδονή. Έτσι είναι πάντα. “Πώς θα κοιτάξω τον πατέρα σου στα µάτια;” κλαψούριζε ενώ µάζευε τα παντελόνια του. “Με ευκολία”, του απάντησα, και του ’βαλα το πρόσωπό του ανάµεσα στα στήθη µου να ξεχαστεί. »Λέγε λέγε όλο το καλοκαίρι, τον έπεισα να µου δώσει λεφτά. Χρειαζόµουνα πολλά για να φτιάξω τη µύτη µου, µ’ εκείνη την ποντιακή µου µύτη δε θα έφτανα µακριά. Πήγα σ’ έναν ωριλά, φίλο του τυροπιτά, που έφτιαχνε και µύτες. Η επέµβαση έγινε στο ιατρείο, ούτε χειρουργεία ούτε κουραφέξαλα. Και ο τυροπιτάς µού κρατούσε το χέρι – έτσι είναι οι άντρες, προτιµούν τις αδίστακτες. Χρυσά χέρια είχε εκείνος ο γιατρός, σε όσους πλαστικούς κι αν πήγα µετά του δίνανε αναδροµικά συγχαρητήρια για το “έργο”. Δείτε τη, δεν είναι καταπληκτική;» Ψαχούλεψε τα τσιγάρα της στο τραπεζάκι δίπλα και άναψε ένα. Και σαν το τσιγάρο να τη συνέφερε, είπε: «Μήπως σας σοκάρω;» «Μα τι λέτε! Γιατρός είµαι. Συνεχίστε...» Δε θα παραδεχόµουν βέβαια ποτέ ανοιχτά ότι η ακραία της εξοµολόγηση ναι, κάπως µε είχε σοκάρει. «Πού είχαµε µείνει; Α, ναι, στην επέµβαση. Για µία βδοµάδα δεν ξεµύτισα από το σπίτι. Η πιο ωραία βδοµάδα της ζωής µου. Περνάνε όµορφα οι µέρες όταν καταστρώνεις σχέδια. Κι εγώ είχα το σχέδιο έτοιµο. Ήµουνα νέα, είχα όνειρα... Όταν έβγαλα το νάρθηκα, ακόµη και η γιαγιά συνήλθε. “Τι όµορφη που είσαι”, είπε, “σαν θεατρίνα”. Σουλουπώνω τη µητέρα µου και την πάω σ’ ένα κάστινγκ, για να φαίνοµαι και κορίτσι από σπίτι, όπως έκανε η Μπρουκ Σιλντς, που έσερνε τη µάνα της για ξεκάρφωµα. Είχα πάντα κόκκινα µαλλιά, στο σχολείο µε κορόιδευαν “καρότο”, αλλά να που αυτά κάνανε τη διαφορά, µε πήρανε αµέσως. Έπαιξα σε µια διαφήµιση για σαµπουάν, είχα και µια ατάκα, “Τώρα το λούσιµο γίνεται εξπρές!” έλεγα και τίναζα το µαλλί. Παράτησα το σχολείο, για τέτοια ήµασταν; Την ώρα που γυρίζει ο τροχός πρέπει να ρίξεις την µπίλια αµέσως! Ο πατέρας µου αντιδρούσε. “Πάρε το απολυτήριο και κάνε ό,τι θες”, έλεγε, και στο τέλος µε έπεισε. Αλλά η τύχη είχε άλλα σχέδια. Γύρισα από το σχολείο µια µέρα και στην κουζίνα καθόταν ένας τύπος µε µαύρα ρούχα και κοριτσίστικη φωνή. “Είµαι ατζέντης”, είπε, “θα σε βγάλω στην Ευρώπη”. »Πήγα να αποχαιρετίσω τον τυροπιτά, να του αρµέξω και λεφτά για τα εισιτήρια. Αυτός


πουλούσε τυρόπιτες κι εγώ τον περιποιόµουνα κάτω από τον πάγκο. Και, ξέρετε, ακόµη ντρέποµαι που δεν του κάθισα ποτέ κανονικά, φύλαγα το παραπάνω για µεγαλύτερο ψάρι... Σας κούρασα;» «Όχι βέβαια, κρέµοµαι από τα χείλη σας». «Μήπως πρέπει να φύγετε; Η ώρα έχει περάσει...» «Δεν έχω κανένα πρόβληµα. Δε µε περιµένει κανείς, ούτε παιδιά ούτε σκυλιά. Και φυσικά ούτε σύζυγος! Το µόνο πρόβληµά µου είναι πως πεινάω». Χαχάνισε µε το «αστείο» µου. «Θα τηλεφωνήσω να µας φέρουν µια πίτσα. Το ουίσκι µάς θέρισε, έτσι δεν είναι;» Έγνεψα καταφατικά. Τηλεφώνησε στην πιτσαρία και έδωσε σαφείς οδηγίες. Περιέργως, εκείνη τη στιγµή ακουγόταν εντελώς διαυγής. «Σε είκοσι λεπτά η πίτσα θα είναι εδώ. Σιχαίνοµαι το έτοιµο φαγητό, αλλά δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας προσφέρω, ούτε και θέλω να πάµε έξω σε µαγαζί, θα ήταν επικίνδυνο να µας δούνε, ε;» «Ε, ναι, τα ’παµε αυτά», της απάντησα όσο σοβαρά µου επέτρεπε το ουίσκι. «Συνεχίστε, πάνω στο καλύτερο το κόψατε». «Πάµε λοιπόν στο Άµστερνταµ µε τον Κάρολο – Κάρολο τον λέγανε τον ατζέντη. Με µάζεψε στο σπίτι του, ένα δίπατο µπροστά σ’ ένα κανάλι, από εκείνα µε τις ζαρντινιέρες που κρέµονται µπροστά από τα παράθυρα. Κοιµόµασταν στο ίδιο δωµάτιο, εγώ στον καναπέ, και αισθανόµουν ευτυχισµένη που δεν είχα σύντροφο στον ύπνο τη γιαγιά, που είχα το κανάλι για θέα. Ο Κάρολος µ’ έβαλε σε µια καφετέρια για δουλειά, θεωρούσε πως ήταν απαραίτητο ένα σταθερό εισόδηµα. Ωραία χρόνια... Δούλευα σαν το σκυλί στην καφετέρια, µετά έτρεχα στις φωτογραφήσεις, τα βράδια τα πίναµε στα coffee shops. Πάντα ο Κάρολος κατέληγε: “Δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός, αλλά υπάρχει σίγουρα Παράδεισος. Είναι αυτός που έχετε οι γυναίκες ανάµεσα στα πόδια σας”. Όλοι τον θεωρούσαν γκέι, αυτό βοηθούσε στη δουλειά, αλλά εκείνος ήταν πάντα ερωτευµένος µε κάποια Ρωσίδα. Είχε ψύχωση µε τις Ρωσίδες. “Έχουν την παγωνιά της στέπας στα µάτια τους, αλλά το πράµα τους βράζει”, έλεγε. Το βράδυ βάζαµε τηλεόραση για να εξασκήσω τη γλώσσα. Ήξερα κάτι λίγα αγγλικά, αλλά έµαθα τέλεια τα φλαµανδικά παρακολουθώντας µεταγλωττισµένα αµερικάνικα σίριαλ και τηλεπαιχνίδια γνώσεων. “Smart girl”, µε αποκαλούσε ο Κάρολος µέσα από τους ατµούς του κρακ. Σε µένα απαγόρευε τα ναρκωτικά, έβλαπταν το δέρµα». Η Ξένια άναψε κι άλλο τσιγάρο και ρούφηξε για ώρα τον καπνό. Πότε φαινόταν να χάνει την επαφή και πότε επανερχόταν πλήρως. Είχε ένα διαρκές on off στο βλέµµα, σαν κάποιος να ανοιγόκλεινε το φως µέσα στο µυαλό της. Συνέχιζε πάντως ακάθεκτη. «Κλείναµε τις δουλειές τη µία µετά την άλλη. Πού και πού έστελνα λεφτά στη µάνα µου, και καλλυντικά που έκλεβα από τις βαλίτσες των µακιγιέρ. Ο Κάρολος έτριβε τα χέρια του. “Χρειαζόµαστε τώρα µια µεγάλη δουλειά”, έλεγε, “µια δουλειά για να σε εκτινάξει. Ή έστω ένα φραγκάτο γκόµενο”. Σε µια φωτογράφηση στη Χάγη γνώρισα τον Τόνι, µεγάλο όνοµα στα µοντέλα, όχι αυτά της πρώτης γραµµής, αλλά της αµέσως επόµενης. Ήταν ένα παλιόπαιδο, Ιταλός, Σισιλιάνος, που όµως πουλούσε καλά το παραµύθι. Το όνοµά του συζητιόταν πολύ τότε,


όλοι, µοντέλα, φωτογράφοι, ατζέντηδες, µιλούσαν µε δέος γι’ αυτόν. Α, το κουδούνι... Η πίτσα θα είναι...» Χάθηκε και επέστρεψε ένα λεπτό αργότερα µε το κουτί της πίτσας. Ανοίξαµε το κουτί και πέσαµε µε τα µούτρα. Είχα χρόνια να περάσω τόσο καλά, χρόνια να κάνω σκασιαρχείο, και χρόνια να ακούσω µια ιστορία που να µ’ ενδιαφέρει. Η ιατρική σ’ το δηµιουργεί αυτό, και ειδικά η χειρουργική: φτάνεις σ’ ένα σηµείο που νοµίζεις πως σου ψιθυρίζει ο Θεός στο αφτί, που γίνεσαι αδιάφορος για τις ζωές των ανθρώπων. Έτσι κι αλλιώς, λες, όλες οι ζωές σ’ ένα θάνατο καταλήγουν, εποµένως τι σηµασία έχουν οι πρωτοτυπίες; Αλλά να που είχαν σηµασία... Αχ, πόσο ήθελα η Ξένια να συνεχίσει, πόσο ήθελα να µου περιγράψει τη ζωή της! Με συνάρπαζε η ζωή της, µε συνάρπαζε και η ίδια, ακόµη και µπουκωµένη µε πίτσα ήταν όµορφη, όµορφη σαν εξωγήινη. Την κοιτούσα και ξεπατίκωνα κάθε της κίνηση.


27

ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΙΧΕ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ τελείως να µιλάει, λες και ήταν εκτυπωτής που της είχε τελειώσει το χαρτί. «Μα τι πάθατε; Συνεχίστε... Τι έγινε µε τον Τόνι;» ρώτησα µε αγωνία. Εκείνη είχε µουλαρώσει. Καταβρόχθιζε και τα τελευταία ψίχουλα της πίτσας αµίλητη – λίγο έλειψε να φάει και το κουτί. «Δε µ’ αρέσει να πουλάω χωρίς να αγοράζω», απάντησε αργόσυρτα. «Θα σας πω τα πάντα µόλις µάθω τα πάντα και για σας. Σε κάνα δυο βδοµάδες δηλαδή». «Δεν υπάρχει τίποτα το αξιοσηµείωτο να σας διηγηθώ. Δυστυχώς ζω µια βαρετή ζωή. Δεν έχω καν µυστικά. Τίποτα το ενδιαφέρον». «Όλοι µας έχουµε µυστικά. Η πείρα µου δείχνει πως αυτοί που το παίζουν αθώες περιστερές είναι και οι χειρότεροι». Γέλασα τραγανά. Πόσο καιρό είχα να γελάσω έτσι; «Με τιµά η... καχυποψία σας», είπα. «Μακάρι να ’µουνα διαφορετική. Δεν έχω κανένα µυστήριο, είµαι ένας φαντάρος της ιατρικής, παράγω σκέτη επιστήµη, κανένα µυστήριο, τίποτα...» «Αυτό θα το δούµε». Η φωνή της είχε µια απειλητική χροιά. Ίσως να είχε µετανιώσει για όσα µου είχε εξοµολογηθεί. Μπήκα στον πειρασµό να της υπενθυµίσω πως την είχα µισθώσει για να ανακαλύψει τα άπλυτα του Κώστα και όχι τα δικά µου. Ένιωσα το κλίµα να γίνεται βαρύ ανάµεσά µας. Σκέφτηκα πως θα ήταν ίσως καλύτερο να την απαλλάξω από τη δουλειά που της είχα αναθέσει: ως γιατρός ήµουν βέβαιη πως ήταν «διαταραγµένη» και πως είχε θέµα µε το αλκοόλ. Μια αγωνία και µια ανασφάλεια φώλιασαν µέσα µου: κι αν, αντί να µε βοηθήσει, µου έκανε κακό; Ήξερε τα στοιχεία µου (της τα είχα δώσει εγώ), τα τηλεφωνά µας, τις διευθύνσεις µας. Ήξερε και τον Κώστα (και η κουτσή Μαρία ήξερε τον Κώστα). Αν ήταν όντως τρελή, κινδύνευα να βρεθώ εκτεθειµένη. Έφταιγα φυσικά. Πώς είχα εµπιστευτεί την προσωπική µου ζωή σε µια γυναίκα που δήλωνε ντετέκτιβ ενώ φορούσε αυτές τις ανεκδιήγητες γόβες; Την επόµενη στιγµή εκείνη άρχισε να γελάει. Γέλασε τόσο πολύ, που η µάσκαρα έτρεξε στα µάγουλά της. «Αχ, πρέπει να δείτε το ύφος σας, χα, χα, χα... Μην ανησυχείτε, τα µυστικά σας είναι ασφαλή µαζί µου. Φαίνεστε τόσο τροµαγµένη, τόσο ανήσυχη για τις πιθανές περιπλοκές της συνάντησής µας». «Μα όχι, τι λέτε; Με παρεξηγήσατε». Καλύτερα να πήγαινα µε τα νερά της, τόσα συµβαίνουν... «Μη φοβάστε, σας λέω. Θα εκπλαγείτε µε το πόσο καλή είµαι στη δουλειά µου. Ωστόσο,


εσείς δεν είστε και τόσο καλή στο να κρύβεστε: το πρόσωπό σας είναι µαρτυριάρικο. Οι σκέψεις σας και οι προθέσεις σας είναι ολοκάθαρες». «Πρώτη φορά µου λένε κάτι τέτοιο. Συνήθως µου καταλογίζουν το αντίθετο». «Αλήθεια;» «Ναι. Οι περισσότεροι µε θεωρούν κλειστή σαν τη Σφίγγα». «Να λοιπόν που επιβεβαιώνονται εδώ στην πράξη οι επαγγελµατικές µου ικανότητες στο “ξεσκέπασµα” των ανθρώπων. Ένας λόγος παραπάνω για να µε εµπιστευτείτε». Για µία ακόµη φορά µε είχε εντυπωσιάσει η ευκολία µε την οποία κάλυπτε το µεθύσι της. Μιλούσε ήρεµα, πειστικά. Μπορούσα άραγε στ’ αλήθεια να την εµπιστευτώ; Η ζωή µε είχε κάνει καχύποπτη. «Πάντως, όποτε έδειξα εµπιστοσύνη στους ανθρώπους απογοητεύτηκα», της αποκάλυψα. Συνειρµικά, εισέβαλαν στο µυαλό µου ο Κώστας και η εκποµπή του. Ποιος ξέρει τι άλλο θα έβγαζε στη φόρα; Ευτυχώς οι πολιτικές εξελίξεις τον κρατούσαν απασχοληµένο µε άλλα θέµατα. Σε κάνα δυο µήνες φαινόταν ότι πιθανότατα θα γίνονταν εκλογές. Ο Κώστας θα κρατούσε τα νοσοκοµειακά µυστικά για κάποια άνυδρη δηµοσιογραφικά περίοδο. Αναστέναξα ανακουφισµένη. Είχα πάρει αναβολή. «Το θέµα είναι να αντιλαµβάνεσαι γρήγορα ποια άτοµα αξίζουν την εµπιστοσύνη σου και ποια όχι. Δεν είναι βέβαια µόνο ζήτηµα αισθητηρίου, είναι και ζήτηµα εµπειριών». «Σωστά τα λέτε», συµφώνησα. Κοίταξα το ρολόι µου. «Εφτά πήγε η ώρα. Να πηγαίνω, θα ’χετε και δουλειές». «Ναι, ναι», είπε εκείνη και ανασηκώθηκε. «Να σας πω, θα πεταχτώ µαζί σας σ’ ένα ΑΤΜ. Τι τράπεζα προτιµάτε; Χρειάζοµαι την προκαταβολή όσο το δυνατό νωρίτερα». Μετά βίας έκρυψα την έκπληξή µου. Ενώ στην αρχή είχε απαντήσει πως δεν υπήρχε πρόβληµα, µπορούσα να φέρω τα λεφτά την εποµένη, τώρα... «Μα και βέβαια», είπα κάπως µουδιασµένα, φορώντας το πανωφόρι µου. «Έχω παρκάρει απέξω το αυτοκίνητο». «Θα πάµε µε τη µηχανή µου για πιο γρήγορα. Μετά σας γυρίζω». Φόρεσε ένα δερµάτινο µπουφάν και ξέθαψε δύο κράνη από µια ντουλάπα. «Πάµε, πάµε», είπε βιαστικά, και σχεδόν µε έσπρωξε έξω. Η βροχή είχε σταµατήσει και οι δρόµοι γυάλιζαν φρεσκοπλυµένοι. Διάφοροι άνθρωποι σε διάφορες αποχρώσεις µας προσπέρασαν. Σκέφτηκα τα ρεπορτάζ του Κώστα για την εγκληµατικότητα στις περιοχές του κέντρου. «Δε φοβάστε να κυκλοφορείτε εδώ;» τη ρώτησα. «Όχι βέβαια. Κυκλοφορώ µε µια λακ µαλλιών για δυνατό κράτηµα: τυφλώνει αυτόµατα αν πέσει µε πίεση στα µάτια. Σκεφτείτε τι διαβολοχηµικά βάζουµε στα µαλλιά µας». Φορέσαµε τα κράνη κι εκείνη έβαλε µπροστά τη µηχανή. Ανέβηκα πίσω της λίγο µαγκωµένη. Πόσο µεθυσµένη ήταν; Ήταν σε θέση να οδηγήσει; Θυµήθηκα πόσος κόσµος έφτανε στο νοσοκοµείο µακελεµένος µετά από τροχαία µε µηχανή. Δεν είχα καµιά διάθεση να µε µαζέψει κάποια οµάδα διάσωσης του ΕΚΑΒ. Ωστόσο, αν και γραπώθηκα σφιχτά πάνω της, δεν τόλµησα να της εκφράσω τις ανησυχίες µου.


Βρήκαµε το ΑΤΜ, έκανα την ανάληψη, ενώ εκείνη περίµενε διακριτικά πίσω µου. Της παρέδωσα κάπως τσαλακωµένα τα πεντακόσια ευρώ, από το φόβο µη µε κλέψουν. Αυτή φαινόταν άνετη. Άραγε οπλοφορούσε; Είχε «license to kill»; Γυρίσαµε πίσω στο αµάξι µου σώες ευτυχώς. Με έβαλε στο αυτοκίνητο λέγοντας: «Σε µία βδοµάδα το πολύ θα έχετε νέα µου. Ίσως και πολύ νωρίτερα». Έβαλα µπρος ενώ σκεφτόµουν πως δε µου είχε δώσει απόδειξη.


28

Η ΝΥΧΤΑ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ να φαίνεται όµορφη. Τα λαµπιόνια του δήµου, οι στολισµένοι µε φωτισµένες γιρλάντες κήποι και τα φωτάκια στις βεράντες, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που φαίνονταν µέσα από τις µπαλκονόπορτες των σπιτιών έδιναν µια πανηγυρική χαρά στη βραδιά. Με γέµιζαν µε µια ξεχασµένη αισιοδοξία. Πάνω στην Αγίας Λαύρας πέτυχα µια κρεπερί, µε φαναράκια στον κήπο και καρό κουρτινάκια στα παράθυρα. Μέσα έφεγγε ένα κοκκινωπό φως. Το σπιτάκι έµοιαζε σαν να ήταν το ζαχαρόσπιτο του Χανς και της Γκρέτελ, µικρό και παραµυθένιο. Δεν τρώω µια κρέπα; σκέφτηκα και παρκάρισα. «Να κανακεύεις τον εαυτό σου», επέµενε ο Ευδαίµονας, «να του προσφέρεις µικρές απολαύσεις». Μπήκα. Ένα µελωδικό κουδουνάκι χτύπησε µε την είσοδό µου. Μικρά τραπέζια µε κεράκια ήταν σπαρµένα εδώ κι εκεί. Σε µια γωνιά ένα ζευγάρι µιλούσε χαµηλόφωνα. Κάθισα στην αντίθετη πλευρά. Πίσω από τον πάγκο του µπαρ µια ξανθιά νταρντάνα µε κότσο αλά Μπριζίτ Μπαρντό µου χαµογέλασε. Ήταν µισοκρυµµένη από βουναλάκια µελοµακάρονων και κουραµπιέδων. Ήρθε κοντά µου για να πάρει παραγγελία. «Θα πάρω ό,τι πιο σπέσιαλ έχετε», είπα. Οι µικρές απολαύσεις (το καταφύγιο των περίπλοκων ανθρώπων, έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ). «Κρέπα µε σοκολάτα, µπανάνα, καβουρδισµένο αµύγδαλο και σαντιγί;» ρώτησε. «Καταπληκτική πρόταση γεύσης!» είπα. «Α, και µια βότκα µαρτίνι». Άναψα στα µουλωχτά ένα τσιγάρο. Αισθανόµουν καλά. Μέσα στο πετσί µου, ήρεµη, γαλήνια, περίπου ευτυχισµένη. Ο Κώστας είχε βγει από τη ζωή µου και είχε αφήσει πολύ χώρο. Αυτό το χώρο τον διεκδικούσε τώρα πίσω ο εαυτός µου. Ένιωθα σαν να φούσκωνα, σαν λουκουµάς µε πολλή µαγιά που εκπτυσσόταν για να καταλάβει όλο το φούρνο. Τσέκαρα το είδωλό µου σε έναν καθρέφτη απέναντί µου, που είχε αντί για κορνίζα κολληµένα βελανίδια. Τα µαλλιά µου, κατάξανθα, κύκλωναν το πρόσωπό µου σαν πλατινέ φωτοστέφανο. Ξανθά µαλλιά, ξανθιά τύχη, έλεγε η µητέρα µου. Αυτή η Ξένια... Θα ήθελα να γίνω σαν εκείνη. Να κυνηγάω την εµπειρία, να κυνηγάω τη ζωή. Εδώ και χρόνια, είχα γύρω µου ένα θαµπό µανδύα, που µ’ έσφιγγε σαν κορσές. Ήµουνα χωµένη µέσα στους ρόλους που οι άλλοι είχαν διαλέξει για µένα. Ήθελα πια να αλλάξω. Θυµήθηκα το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο και φούντωσα. Άκου ήταν δυστυχισµένος! Εγώ θα έπρεπε να είχα γράψει το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο: «Δε µε καλύπτεις, Κώστα. Φεύγω!» Και θα ’πρεπε αυτός να είναι µόνος στο σπίτι, να τα πίνει και να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο – που µ’ έχασε... Αλλά εκεί στην Οία είχε υπογραφεί αλλιώς το συµβόλαιο της σχέσης µας. Είχε θέσει τους όρους από την αρχή ευνοϊκούς γι’ αυτόν.


Άναψα ένα ακόµη τσιγάρο. Η σερβιτόρα µε ψευτοµάλωσε κουνώντας χαριτωµένα την παλάµη της. Το ζευγάρι απέναντι είχε αρχίσει να ανεβάζει τους τόνους. Η σερβιτόρα άνοιξε πιο δυνατά τη µουσική για να καλύψει τα λόγια τους. Μάλωναν, ίσως να ’ταν παντρεµένοι. Άκουσα τον άντρα να φωνάζει: «Εσύ φταις, Χρύσα. Εσύ τη χάλασες τη σχέση!» Εκείνη µουρµούρισε κάτι. «Τολµάς να λες πως εγώ δεν προσπάθησα; Και κρουασάν σου ’φερνα το πρωί, και καφέ στο κρεβάτι, και λουλούδια µετά τη δουλειά... Και δε σου ’κανα και σαρπράιζ πάρτι στην επέτειό µας; Μιλάς εσύ για ροµαντισµό; Εσύ;!» Γύρισα και τους κοίταξα. Ο τύπος είχε κοκκινίσει. Παναγία µου, σκέφτηκα, θα πάθει εγκεφαλικό! Η δικιά του, η παλιοµουσίτσα, το ’παιζε ήρεµη. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που φαίνονται πάντα δεκαπέντε χρονών: άβαφτη, στρογγυλοπρόσωπη, γλυκιά. Από τις γκόµενες δηλαδή που οι άντρες εκλαµβάνουν σαν σπουργίτια που θέλουν την προστασία τους. Ένιωσα την παρόρµηση να στολίσω τα γλυκά, καστανά µαλλάκια της µε τα αποφάγια της κρέπας. Ο καηµένος ο άντρας της χτυπιόταν ακόµη, σαν ψάρι ξεβρασµένο από το νερό. Ήθελε ντε και καλά να της αποδείξει την αγάπη του. Τον άκουσα να λέει: «Εγώ ξεφτίλισα τη σχέση; Εγώ; Εσύ πήγαινες στην τουαλέτα µε την πόρτα ανοιχτή!» Το σπουργίτι τρεµούλιασε σοκαρισµένο. Σηκώθηκε µε ένα πληγωµένο ύφος, πήρε την τσάντα της και βγήκε από το µαγαζί µε µικρά, γρήγορα βήµατα. Ο άντρας της ήπιε µονοκοπανιά δύο ποτήρια νερό που του έφερε συµπονετικά η σερβιτόρα. Μετά ανασηκώθηκε κι αυτός. Μονολογούσε µε το τρελό ύφος του ανθρώπου που του έχουν καταπατήσει βάρβαρα το δίκιο του: «Μιλάει για ροµαντισµό αυτή... Αυτή που δεν κράτησε ένα φύλλο συκής ανάµεσά µας. Αυτή που τα ισοπέδωσε όλα...» Μετά άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Ντιν ντιν, έκανε το καµπανάκι. «Βάσανα που ’χει η αγάπη!» σχολίασε η σερβιτόρα µε ένα σκανδαλιάρικο βλέµµα. Άρχισα να χειροκροτώ. Άρχισε να χειροκροτεί κι αυτή. «Να σας κεράσω ένα ποτό;» µε ρώτησε. «Φυσικά! Είµαι κυνηγός της κάθε ευκαιρίας».


29

ΕΦΤΑΣΑ

στο σπίτι και πάρκαρα απέξω, όπως συνήθως. Στο διαµέρισµα αναλογούσε ένα µόνο πάρκινγκ, το οποίο χρησιµοποιούσε αποκλειστικά ο Κώστας. Στην προκειµένη περίπτωση θα ήθελα να µπορώ να βάλω το δικό µου αυτοκίνητο στη θέση του δικού του –είχα άλλωστε το τηλεκοντρόλ της γκαραζόπορτας–, αλλά δεν µπορούσα να το κάνω. Βαθιά µέσα µου, ήλπιζα πως ο Κώστας θα ξαναγύριζε και ήθελα να διευκολύνω, όσο γινόταν, µια τέτοια πιθανότητα. Το σπίτι µας βρισκόταν σε µια διασταύρωση απέναντι από το κτίριο που θα στεγάσει το Μουσείο της Ελληνικής Συλλογής Νόµπελ και είχε για σήµα κατατεθέν ένα δέντρο φυτρωµένο καταµεσής των δρόµων που τέµνονταν. Αυτό το δέντρο το χρησιµοποιούσαµε συχνά στις οδηγίες µας σε όσους µας επισκέπτονταν πρώτη φορά. «Θα βρείτε ένα δέντρο στη µέση του δρόµου, ακριβώς από πάνω είναι το σπίτι...» Στις καλές µας στιγµές, έλεγα στον Κώστα πως, αν κάποιος από τους δυο µας «χανότανε», θα έβρισκε το δρόµο back home έχοντας το αυθάδικο δέντρο για οδηγό σηµείο. Πόσο προφητική ήµουν... Τώρα τα κλαδιά του υψώνονταν γυµνά, σε σχήµα χούφτας ανοιγµένης προς τα πάνω, και, µέσα στο ηµίφως που σκόρπιζαν τριγύρω τα κίτρινα φώτα του δήµου, δίνανε την εντύπωση ενός χεριού που ζητιανεύει αγάπη από τον ουρανό. Η καρδιά µου φτερούγισε από τις αναµνήσεις. Γέµισα πάλι µε απελπισία. Το αλκοόλ στο αίµα µου είχε ξεπεράσει τη συµπαθητική στάθµη της ευθυµίας και πλέον η θλίψη µε κατέκλυσε, ακόµη πιο φορτσάτη απ’ ό,τι πριν. Ήµουνα ένας γερο-µπεκρής, που, αφού είχε εξαντλήσει τα µεθυσµένα του ανέκδοτα στο καπηλειό, έκλαιγε µετά απεγνωσµένα πάνω στο µοναχικό του στρώµα. Καθώς ξεκλείδωνα την είσοδο, µε τράνταξε ένας εσωτερικός λυγµός. Πώς θα έµπαινα πάλι σ’ εκείνο το άδειο διαµέρισµα; Πώς θα έµενα πάλι µόνη µε τον εαυτό µου; Μια πνιχτή µουσική κουνούσε πέρα δώθε το ασανσέρ καθώς ανέβαινα. Στην πόρτα του διαµερίσµατος, ένα χαρτί κολληµένο µε µπλου τακ έγραφε: ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Κάνουµε χριστουγεννιάτικο πάρτι. Συγνώµη για την αναστάτωση. ΥΓ.: Είστε καλεσµένοι, αν το επιθυµείτε. Οι ένοικοι του τρίτου

Ω, υπάρχει Θεός, σκέφτηκα. Υπήρχε ένας ελεήµονας Θεός που είχε ασχοληθεί µε τη δική µου, ασήµαντη περίπτωση δυστυχίας. Μπήκα στην κρεβατοκάµαρα και άλλαξα στα γρήγορα ρούχα. Μετά, στο µπάνιο, µπογιάτισα το πρόσωπό µου γιορτινά. Άρπαξα ένα καλάθι ποτών από την αποθήκη της κουζίνας και κατέβηκα στα γρήγορα στον τρίτο. Υπήρχε µια µικρή λεπτοµέρεια: δεν είχα ανταλλάξει µε τους αποκάτω ούτε καληµέρα. Για την ακρίβεια, δεν είχα ιδέα ποιοι ζούσαν από κάτω. Ο διαχειριστής µού είχε πει πως νέοι ένοικοι είχαν πιάσει το διαµέρισµα τρεις µήνες


πριν, εκφράζοντας παράλληλα τη δυσαρέσκειά του για τη µετακόµιση της Τατιάνας, µιας γηραιάς ηθοποιού της Λυρικής, που ήταν καλοπληρωτού και αρκετά ανοϊκή για να την ξεζουµίζει στα κοινόχρηστα. Πάτησα το κουδούνι πολλές φορές µέχρι να µε ακούσουν. Η πόρτα άνοιξε και βρέθηκα σε ένα διαµέρισµα ανάλογο µε το δικό µας. Γινόταν χαµός. Μια ντισκοµπάλα γύριζε στο ταβάνι, δίνοντας στο χώρο την ατµόσφαιρα παλιάς ντίσκο. Διάφοροι τύποι µε εξεζητηµένα ρούχα χόρευαν στη µέση του σαλονιού. Ο αέρας µύριζε ιδρωµένη σωµατίλα, οργισµένα νιάτα. Πλησίασα µια νεαρή µε φλούο µαλλιά, κοµµένα σε στιλ Μοϊκανού. «Ποιος είναι ο οικοδεσπότης;» ρώτησα. Μου έβγαλε κοροϊδευτικά την τρυπηµένη της γλώσσα. «Πού να ξέρω;» είπε ανασηκώνοντας τους ώµους. Ήθελα να της επιστήσω την προσοχή στη γλώσσα της, στη δουλειά είχα δει πολλές µολυσµένες γλώσσες από σκουλαρίκια, πήγα να της το πω, αλλά είχε εξαφανιστεί. Θα πρέπει να ανέβαζα πολύ το µέσο όρο ηλικίας, οι περισσότεροι ήταν σχεδόν παιδιά. Μετάνιωσα που είχα φορέσει ένα µαύρο φορεµατάκι – σαν να πήγαινα σε δεξίωση του συνεδρίου των ουρολόγων. Ίσως, αν είχα µείνει µόνο µε τα εσώρουχα, να ήµουν πιο σωστά ντυµένη για το πάρτι. Άσε που θα ξέκλεβα και κάνα δυο χρόνια. Περπατούσα σπρώχνοντας κορµιά, αναζητώντας επίµονα τους οικοδεσπότες. Το καλάθι µε τα κρασιά µού είχε διαλύσει τη µέση. Μήπως οι οικοδεσπότες είχαν εξαφανιστεί; Να επρόκειτο άραγε για εφηβικό πάρτι λυκείου και οι γονείς είχαν δεθεί και φιµωθεί στην αποθήκη για να µην ενοχλούν; Τελικά παράτησα το καλάθι σε µια άκρη της κουζίνας. Θα έπρεπε να φύγω; Ας έπινα ένα ποτό, τι πείραζε, αφού µε είχαν προσκαλέσει. Εξάλλου, θα ήταν καλό να υπάρχει παρών ένας ενήλικας... Δεν υπήρχαν αλκοολούχα ποτά, οπότε βολεύτηκα µε ένα µπουκάλι µεταλλικό νερό και βγήκα στη βεράντα. Η ίδια θέα µε το δικό µας διαµέρισµα, από πιο χαµηλά. «Είστε η µαµά του Μάνου;» «Όχι», απάντησα αόριστα. Δεν ήµουνα η µαµά του Μάνου. Για την ακρίβεια, δεν ήµουνα η µαµά κανενός. Γύρισα και κοίταξα τη φωνή. Ανήκε σε ένα νέο άντρα. Θα µπορούσε να είναι ένας ώριµος δεκαεξάρης ή ένας άγουρος εικοσάρης, στο ηµίφως ήταν δύσκολο να πω. «Ποιος σας κάλεσε;» Η ανάσα του µύριζε παιδική οδοντόπαστα µε γεύση φράουλα. «Ο Μάνος», είπα στην τύχη. «Ααα!» έκανε εκείνος. Εντελώς απροσδόκητα, µου έβαλε στη χούφτα ένα µικρό χαπάκι. «Πάρτε το, δώρο από µένα». Γύρισα την παλάµη µου προς το φως του δρόµου. Ψηλάφισα το τιρκουάζ χαπάκι µε τα δάχτυλά µου. Πάνω του ήταν χαραγµένη µια χαµογελαστή φατσούλα. Έτσι εξηγείται η έλλειψη αλκοόλ, σκέφτηκα. Είχα πέσει πάνω σε ένα πάρτι-έκσταση. «Δε θα ’θελα να σ’ το στερήσω...» «Όχι, πάρτε το, έχουµε πολλά ακόµη». Κατέβασα το χαπάκι µε µια γουλιά από το µεταλλικό νερό. Εκείνος έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό µου. Στο φως της φλόγας του αναπτήρα µου, όσο για να ανάψω ένα τσιγάρο,


πρόλαβα να τον δω καλύτερα. Ξεχείλιζε από δροσιά και βλακεία. Δυο λεπτά αργότερα, ένιωσα το χέρι του να ακουµπά στο µπράτσο µου. Σκέφτηκα τι εικόνα θα παρουσίαζα αν αυτός ο Μάνος ή η µαµά του Μάνου µε έπιαναν σε αυτό το περίεργο τετ α τετ µε ένα αγόρι που θα µπορούσε να είναι γιος µου. Μετά οι σκέψεις µου σταµάτησαν απότοµα και αισθάνθηκα κάτι σαν αέρα να φυσάει µέσα στο κρανίο µου. Με κυρίευσε ένα αίσθηµα απίστευτης, αµέτρητης ευδαιµονίας. Πήρα από το χέρι το αγόρι, το οδήγησα ανάµεσα στα κορµιά που χόρευαν. Το σώµα µου είχε λυθεί από ένα µαγικό χέρι, το ένιωθα ξεκούραστο και ανάλαφρο. Πίσω από τα µαλλιά του αγοριού, µέσα από την τζαµαρία, έβλεπα τη νύχτα να φωτίζεται πολύχρωµα. Κόκκινο, µπλε, πράσινο, πορτοκαλί. Ξανά. Κόκκινο, µπλε, πράσινο, πορτοκαλί. Χόρευα και τα χρώµατα έµπαιναν µέσα µου. Το αγόρι µε άρπαξε και µε φίλησε στα πεταχτά. Η αίσθηση ήταν σαν να ακούµπησαν το στόµα µου χιλιάδες πεταλούδες.


30

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΧΤΥΠΗΣΕ.

Το αγνόησα. Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Το βρήκα ανάµεσα στα

σκεπάσµατα, το σήκωσα. «Καληµέρα. Η Ρένα είµαι». Κοίταξα το ρολόι του κινητού: η ώρα δεν ήταν ούτε εννιά. «Τι συµβαίνει;» µούγκρισα. «Τι να συµβαίνει; Σε δύο µέρες έχουµε Χριστούγεννα, προσπαθώ να κάνω το πρόγραµµα των εφηµεριών και δεν τα καταφέρνω. Αλλιώς τα ’χαµε κανονίσει, αλλιώς µας προέκυψαν. Έχουµε µόνο τρεις ειδικευόµενους και τώρα ξεµείναµε κι από ειδικούς. Κι εσύ παίρνεις άδεια εντελώς απροειδοποίητα! Το πρόγραµµα των αδειών δε βγαίνει, κάποιοι είχαν δηλώσει πως θέλουν να λείπουν στις αργίες και τώρα αυτό είναι αδύνατο». Την άφησα να µιλάει. Ήξερα πως είχε δίκιο. Πάντα το πρόγραµµα των εφηµεριών ήταν µπελάς, πολύ περισσότερο τις µέρες των αργιών, όπου συνήθως γινόταν σφαγή για το ποιος θα είναι µέσα τις επίµαχες µέρες. Συνήθως υπήρχε µια κυκλική διακύµανση στις εφηµερίες. Αν εφηµέρευες Χριστούγεννα, µπορούσες να είσαι έξω την Πρωτοχρονιά. Και το αντίθετο. Οι πιο παλιοί ήταν και οι πιο ευνοηµένοι, διάλεγαν εκείνοι τις µέρες που ήθελαν να εφηµερεύσουν και οι υπόλοιποι απλώς σπαζοκεφάλιαζαν για το πώς θα µοιραστούν οι αργίες. Η παλαιότητα τηρείτο µε ευλάβεια, όπως στο στρατό. «Μα προέκυψε πρόβληµα υγείας», ψέλλισα, προσπαθώντας να κάνω τη φωνή µου να ακούγεται ακόµη πιο βραχνή. «Όλοι πρόβληµα υγείας έχετε; Και καλά η Άννα, είναι στις µέρες της, λείπει δύο βδοµάδες, εντάξει, αυτή δικαιολογείται, αλλά σήµερα πήρε και ο Παπασπύρου, πέθανε χτες ο πατέρας του, δεν µπορεί να κάνει την εφηµερία. Ο διευθυντής νίπτει τας χείρας του και πρέπει να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα. Τι θα κάνω, τι θα κάνω, Θεέ µου; Έβαλα τον εαυτό µου και σήµερα στη λίστα για να καλύψω το κενό. Την εφηµερία των Χριστουγέννων θα την κάνει ο Παπασπύρου. Αλλά δεν υπάρχει κανείς για αύριο. Η Ζέτα φεύγει για την Ελβετία, το είχε δηλώσει εδώ και ένα µήνα, δεν µπορώ να της το στερήσω». Είχε δίκιο, πώς µπορούσα να της το αµφισβητήσω; «Θα την κάνω εγώ την εφηµερία, όπως ήταν και εξαρχής προγραµµατισµένο». Η Ρένα ρούφηξε τη µύτη της ευχαριστηµένη. Είχε µονίµως συνάχι και πάντα ένα χαρτοµάντιλο ήταν χωµένο κάτω από τη µύτη της. Όσο κι αν την αντιπαθούσα, αναγνώριζα πως ήταν αξιόλογη γυναίκα. Ήταν επιµελής στη δουλειά της και επιπλέον είχε τέσσερα παιδιά. Όποτε ο διευθυντής ήθελε να την πειράξει, της έλεγε γελώντας: «Δηλαδή κόβεις εκατό νύχια; Τέσσερα επί είκοσι, συν είκοσι τα δικά σου; Απορώ πώς σου µένει ενέργεια για τα χειρουργεία».


«Θα τα πούµε αύριο τότε», είπε η Ρένα, και το έκλεισε βιαστικά, µην τύχει και µετανιώσω. Μόλις κλείσαµε, µου ήρθε ειδοποίηση χαµένης κλήσης. Ο Κώστας! Ο Κώστας µού είχε τηλεφωνήσει ακριβώς την ώρα που µιλούσαµε µε τη Ρένα. Μάλιστα µε είχε καλέσει δύο φορές! Με έπιασε ένα τρέµουλο και στη συνέχεια µια καλπαστική ταχυκαρδία. Μία βδοµάδα περίµενα ένα του τηλεφώνηµα κι αυτός βρήκε να πάρει την ώρα που µιλούσα µε τη Ρένα... Η απόλυτη κακοτυχία. Αλλά τέτοια γκαντεµιά έφερνε πάντα η Ρένα. Όλες οι καταστροφές του κόσµου συνέβαιναν µε το που πατούσε το παχουλό της ποδαράκι στο χειρουργείο. Όλο και κάτι στραβό θα γινόταν: η οµάδα αίµατος του ασθενούς θα είχε έλλειψη, τα ράµµατα θα τελείωναν, η µποτίλια οξυγόνου θα ήθελε αλλαγή. Πιθανότατα, την ίδια στιγµή, σε κάποιο µακρινό γαλαξία κάποιος πολιτισµός θα καταστρεφόταν για πάντα λόγω της κακής της ενέργειας. Ο Κώστας είχε τηλεφωνήσει λοιπόν. Είχα κερδίσει το παιχνίδι της υποµονής, είχε πάρει πρώτος. Επεξεργάστηκα το εξής δίληµµα: να του τηλεφωνήσω ή να αφήσω να µε ξαναπάρει; Δε θα του τηλεφωνούσα, αποφάσισα. Όχι µε τη συµπεριφορά που είχε επιδείξει. Μου είχε πετάξει ένα σηµείωµα πάνω στο ψυγείο και είχε εξαφανιστεί για εφτά µερόνυχτα, αδιαφορώντας για την τύχη µου. Όφειλα να προβάλω µια αντίσταση στην επανάκαµψή του, έστω τυπική. Από δω και µπρος, το σενάριο της σχέσης µας θα το έγραφα εγώ. Θα αντέστρεφα τα πράγµατα. Θα κρατούσα το ρόλο της πρωταγωνίστριας και θα του έδινα εκείνον του κοµπάρσου. Έκανα µια πιρουέτα χαράς και προχώρησα, ακόµη χορεύοντας, προς τον καθρέφτη. Το σώµα µου είχε κάπως σουλουπωθεί, είχα χάσει καµιά πενταριά κιλά όλες αυτές τις µέρες, αλλά το πρόσωπο... δράµα... Παρόλο που το δέρµα είχε κάπως καθαριστεί και κάπως σιδερωθεί, χάρη στις φιλότιµες προσπάθειες του ινστιτούτου «Μανόλιες», χρειαζόµουν επειγόντως µια πιο δραστική λύση. Έφερα προς το µέρος µου το µεγεθυντικό καθρέφτη του µπάνιου και κοιτάχτηκα µε αυστηρή µατιά. Ήταν τέτοιο το σοκ, που µια κραυγή µού ξέφυγε. Θα ήταν πολύ –πολύ!– κακό να µε δει ο Κώστας σε τέτοια χάλια. Αµέσως. Έπρεπε αµέσως να τηλεφωνήσω στη Μάριον, την πλαστικό που διέπρεπε στη σόουµπιζ και η οποία –κατά ευλογηµένη συγκυρία– ήταν συµφοιτήτριά µου τον καιρό της Ιατρικής. Ίσως να µε έβαζε εµβόλιµα σε κάποιο ραντεβού, για χάρη των παλιών καιρών. Έπειτα από πολλά τηλεφωνήµατα, πολλές γραµµατείς και πολλούς ενδιαµέσους, η Μάριον δέχτηκε να µε δει αυθηµερόν, παρόλο που τόνισε πως «ήταν πνιγµένη». Ναι, ήταν πνιγµένη, µέσα σε εκατοντάδες, µυριάδες ευρώ, διαπίστωνα καθώς περνούσα το κατώφλι του «Χάρη και Συµµετρία», του ιατρικού της κέντρου. Εδώ ο κόσµος καιγόταν και οι γυναίκες κάνανε πλαστικές, σκέφτηκα. Στην αίθουσα αναµονής επικρατούσε το αδιαχώρητο. Δεκάδες µπερδεµένα αρώµατα που αναδίνονταν από τις πελάτισσες έκαναν το χώρο να µυρίζει σαν ανθοκοµείο. Οι γραµµατείς, οι «ασθενείς» και η ίδια η Μάριον, ντυµένες στην τρίχα, κροτάλιζαν µε χάρη τα τακούνια τους πάνω στα γυαλισµένα µάρµαρα του κέντρου. Χάζευα σαν χαµένη τα διαστηµικά φωτιστικά, τις αστραφτερά λευκές πέτρες που ήταν σκορπισµένες εδώ κι εκεί –για να δίνουν µια ατµόσφαιρα ζεν–, τα πανάκριβα έπιπλα, τα φαξ που βουίζανε ασταµάτητα, τις υπαλλήλους που πηγαινοέρχονταν µε µια εκλεπτυσµένη βιασύνη. Άλλος


κόσµος... Η Μάριον µε υποδέχτηκε τελικά στο γραφείο της. Αγκαλιαστήκαµε εγκάρδια. «Δεν άλλαξες καθόλου!» της είπα ευγενικά. Έλεγα ψέµατα φυσικά. Είχε αλλάξει. Προς το πολύ καλύτερο. Με κάθισε σε µια πολυθρόνα και έφερε ένα µεγεθυντικό φακό. Με εξέτασε για ώρα. «Τς, τς», έκανε µετά, «µα πώς άφησες τον εαυτό σου τόοοοοσο παραµεληµένο;» «Δεν επιδέχοµαι καµία βελτίωση;» ρώτησα αγχωµένα. Με κοίταξε κάπως απαξιωτικά. «Θα δούµε τι µπορούµε να κάνουµε». «Μπορούµε να κάνουµε κάτι άµεσα;» «Με τέτοια κατάσταση, µόνο το χειρουργείο θα µας σώσει. Προτείνω ένα λίφτινγκ». «Μα είµαι µόλις τριάντα εφτά χρονών...» «Δερµατολογικά φαίνεσαι πενήντα. Μα πώς άφησες τόοοοοσο τον εαυτό σου; Για δείξε µου και το στήθος σου». Πέταξα το στηθόδεσµο µε αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον τα στήθη µου ήταν σαν δύο σφιχτά λεµόνια – έτσι έλεγε ο Κώστας. «Μάλιστααα», είπε σκεφτικά. «Το καταλαβαίνω που µε επισκέφτηκες, έστω και αργά. Πρέπει να αυξήσουµε και το στήθος. Είναι ανεπίτρεπτα µικρό. Θα προγραµµατίσουµε τα δύο χειρουργεία µαζί, µε την ίδια νάρκωση». Άνοιξε την ατζέντα της. «Τι λες για το Φεβρουάριο;»


31

ΕΦΥΓΑ

µουδιασµένη, µε το πρόσωπό µου µελανιασµένο. Η πρώην συµφοιτήτριά µου είχε επιµείνει να µου προσφέρει σαν «δώρο» µια περιποίηση εξπρές: µπότοξ στα πεταχτά και ενέσιµο υαλουρονικό οξύ, στα σηµεία του προσώπου µου που, όπως δήλωσε, ήταν «τραγικάαα». Όταν τελείωσε, ήµουνα σαν τον Σταλόνε στο Ρόκι, αµέσως µετά τις απανωτές φάπες που τρώει από εκείνο το νέγρο. Πρησµένα χείλη, πρησµένα ζυγωµατικά, µελανιές εδώ κι εκεί. Τα µάγουλά µου µοιάζανε βοµβαρδισµένα. «Σε δυο τρεις µέρες θα είσαι καλά», µε διαβεβαίωσε η Μάριον. «Και, πίστεψέ µε, δε θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου!» Με έσπρωξε µαλακά προς το θάλαµο αναµονής, όπου η γραµµατέας µού ανήγγειλε πως, αν και η εργασία της γιατρού ήταν δωρεάν, τα υλικά που είχε χρησιµοποιήσει είχαν στοιχίσει τετρακόσια ευρώ. «Αχ, δεν έχω τόσα µετρητά µαζί µου...» είπα. «Δεχόµαστε και πιστωτικές», είπε εκείνη αµείλικτα. Βγήκα στο δρόµο νιώθοντας σκουπίδι. Μέχρι τότε είχα κάποιες συντεταγµένες. Ήµουνα γιατρός, ήξερα τι θέλω και πού πάω. Πλέον, ο χαρακτήρας µου είχε αλλοιωθεί, τα θέλω µου είχαν µπασταρδευτεί. Με έθλιβε η εικόνα µου. Βήµα βήµα, µετατρεπόµουν στο είδος της γυναίκας που απεχθανόµουν, στο είδος της γυναίκας που µπορούσε να έχει ένα γκι ζωγραφισµένο στο κατακόκκινο νύχι της. Από την άλλη, αυτές οι διαδικασίες, αυτή η ρηχή ατµόσφαιρα των κοµµωτηρίων και των ινστιτούτων καλλονής, ακόµη και το γελοίο γκι πάνω στο νύχι µου, διασκέδαζαν κάπως τη σοβαρή γνώµη που είχα για τον εαυτό µου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει εν τω βάθει. Ήµουνα η ίδια, µε λίγο πιο σουλουπωµένο πρόσωπο. Προς τι τόσο αυτοµαστίγωµα; Κατέβασα το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και κοίταξα το έργο της Μάριον. Φαινόµουν ήδη νεότερη, αισθανόµουν νεότερη. Είχα ξοδέψει τα νιάτα µου µέσα στα βιβλία, µέσα στην αποστείρωση, µέσα στη σύµβαση της ιατρικής ποδιάς µου. Πότε επιτέλους θα διασκέδαζα; Είχε έρθει η στιγµή να σπάσω λίγη πλάκα. Μου έλειπε η ανεµελιά. Τη χρειαζόµουν. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Κώστας. Επιτέλους, ο Κώστας. Πρώτα γνώρισαν τη φωνή του τα κύτταρα του σώµατός µου. Όλα µαζί, σαν αγριεµένα σκυλιά. Μετά την αναγνώρισα εγώ. Το ίδιο γουργουρητό πίσω από τα σύµφωνα, η ίδια περιπαιχτική χροιά. Από το κινητό πέρασε ατόφια η µυρωδιά του αρώµατός του, σαν να µε ψέκαζαν κατευθείαν µε ένα πουάρ µέσα από τη συσκευή. «Πρέπει να βρεθούµε», είπε χωρίς προλόγους. «Στο “Γκριν Φόρεστ”, την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς, στις δέκα το βράδυ». ΑΠΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΝ


«Εντάξει», είπα. Αυτό ήταν. Ξαφνικός θάνατος. Ούτε εξηγήσεις ούτε συγνώµες. Κατευθείαν στο ψαχνό. Με κατέκλυσε η επιθυµία να γίνω ωραία για χάρη του. Καινούριο φόρεµα –απαραιτήτως όχι µαύρο–, καινούριο κόσµηµα, καινούρια θηλυκά παπούτσια. Έτρεξα στην αγορά του Χαλανδρίου και γύρισα στο σπίτι φορτωµένη µε σακούλες και χρέη. Δοκίµαζα και ξαναδοκίµαζα τα νέα µου αποκτήµατα, προσπαθώντας να ξεχάσω πως είχα ξοδέψει το δώρο των Χριστουγέννων και επιπλέον χρεώσει βαριά την πιστωτική µου. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού φορώντας ένα υπέροχο φόρεµα, που το είχα πάρει κοψοχρονιά (κατά την έκφραση της πωλήτριας), δηλητηριασµένη από ενοχές. Πώς είχα υπάρξει τόσο επιπόλαιη; Κρύος ιδρώτας µε έλουσε. Έβγαλα στα γρήγορα το φόρεµα για να µην κάνει λεκέδες από ιδρώτα στις µασχάλες. Σχεδόν γυµνή, µε τα εσώρουχα που είχα αγοράσει ειδικά για το δείπνο µε τον Κώστα –ποιος ήξερε πώς θα κατέληγε η βραδιά;–, άρχισα να αθροίζω τις αποδείξεις. Το σύνολο ήταν τροµακτικό. Μ’ έπιασε µια ξαφνική φαγούρα στις γάµπες, η οποία επεκτάθηκε γρήγορα και στο υπόλοιπο σώµα. Ο τραπεζικός µου λογαριασµός έπνεε τα λοίσθια ήδη εδώ και µήνες, και σίγουρα τα τελευταία έξοδα (Ξένια, κοµµωτήρια, ινστιτούτα κ.λπ., κ.λπ.) θα του είχαν δώσει το τελειωτικό χτύπηµα. Τώρα, µε τις σακούλες αραδιασµένες γύρω µου, µετά την έκρηξη της καταναλωτικής µανίας µου –τυπική για παρατηµένη σύζυγο–, αναλογιζόµουν πώς στην ευχή θα κατάφερνα να επιβιώσω µέχρι ο Κώστας να επανακάµψει στη συζυγική µου αγκάλη. Αν –λέω αν– δεν τα βρίσκαµε, θα ερχόµουν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, και όχι µόνο συναισθηµατικά. Οι λογαριασµοί τρέχανε και, λόγω των προβληµάτων στο δηµόσιο τοµέα, το νοσοκοµείο δεν πλήρωνε επί µήνες τις εφηµερίες. Ο βασικός µισθός µου δεν ήταν καν τετραψήφιος. Ένιωθα φτωχή, πάµπτωχη. Επιπλέον, ήµουν χρεωµένη στην τράπεζα για το (µισό, ευτυχώς) στεγαστικό µας. Άσε την πιστωτική µου, που είχε λιώσει από το βάρος διάφορων εξόδων. Επεξεργάστηκα τις δυνατότητές µου, ενώ η φαγούρα δυνάµωνε. Δεν ήµουν σε θέση να διαπραγµατευτώ µε τον Κώστα, δυστυχώς. Για να διαπραγµατευτείς, πρέπει να τίθεσαι ισάξια απέναντι στον άλλο, ή, ακόµη καλύτερα, να βρίσκεσαι σε θέση ισχύος. Ήταν τέτοια τα οικονοµικά µου, που θα κατέληγα να συµφωνώ µε τους όρους του, όσο εξευτελιστικοί κι αν αποδεικνύονταν για µένα. Εκ των πραγµάτων, δε θα µπορούσα να το παίξω σκληρή και µοιραία. Αν ήθελε να γυρίσει, έπρεπε να τον δεχτώ πίσω. Φυσικά, έπρεπε, έστω για τα προσχήµατα, να µπλοφάρω. Αν ο Κώστας οσµιζόταν αδυναµία, θα µε κατασπάραζε. Στον ολόσωµο καθρέφτη της κρεβατοκάµαρας, είδα το πρόσωπό µου να στολίζεται µε κόκκινες φλύκταινες, σαν κάποιος να µε είχε ραπίσει µε τσουκνίδες. Ναι, ήµουν αλλεργική στην κρίση, εντελώς αλλεργική στα οικονοµικά µου προβλήµατα. Άρπαξα το ιατρικό µου βαλιτσάκι και ετοίµασα στα γρήγορα µια ένεση κορτιζόνης, την οποία έµπηξα στο µηρό µου µε κάποια αγωνία. Τι θα έκανα; Πώς θα πλασαριζόµουν στον Κώστα; Πώς θα έβρισκα έξτρα χρήµατα; Τέσσερις ώρες µετά, η αλλεργία είχε υποχωρήσει, αλλά το άγχος µου είχε αυξηθεί. Ένιωθα έτοιµη να εκραγώ. Όταν σήκωσα το τηλέφωνο, άφησα ένα βαρύ αναστεναγµό. «Ναι», απάντησα λακωνικά.


«Εγώ», είπε η Ζέτα. «Αν δεν είσαι ηµιθανής, πάµε για ένα ποτό; Φεύγω αύριο και θέλω να τα πούµε». «Εσύ θα πετάς για την Ελβετία κι εγώ θα κλειστώ στην εφηµερία... Δεν υπάρχει δικαιοσύνη...» «Θα περάσω να σε πάρω στις εννιάµισι, ΟΚ; Κερνάω εγώ».


32

Η

πέρασε να µε πάρει στις δέκα. Μέσα στο φούξια αυτοκινητάκι της, και ενώ κατευθυνόµασταν προς το γνωστό στέκι των γιατρών του νοσοκοµείου, υποβλήθηκα σε µια µικρή ανάκριση για την άδειά µου, για τους λόγους που την πήρα και –κυρίως– για τις µελανιές που στόλιζαν το πρόσωπό µου. Είχε σταθεί αδύνατο να τις καλύψω, παρά το βαρύ µακιγιάζ. «Θεέ µου!» ανέκραξε η Ζέτα. «Γι’ αυτό πήρες άδεια; Μη µου πεις πως άρχισε να σε ξυλοφορτώνει ο άντρας σου; Φαίνεται αυτός, της παλιάς σχολής». Η εκδοχή της µε βόλεψε. Ήθελα, πρώτον, να αποφύγω να οµολογήσω τις επεµβάσεις στο πρόσωπο και, δεύτερον, να αποδώσω στον Κώστα µερικά επιπλέον ελαττώµατα. Σε περίπτωση που δεν τα βρίσκαµε, η µαρτυρία της Ζέτας ίσως αποδεικνυόταν χρήσιµη ώστε το διαζύγιο να βγει εις βάρος του. «Τι πας και σκέφτεσαι...» είπα, µε τον τόνο που θα είχε στη φωνή µια κακοποιηµένη γυναίκα. «Έπεσα από τη σκάλα». Η Ζέτα γύρισε και µε κοίταξε ενώ οδηγούσε. «Όλες αυτό λένε!» είπε καχύποπτα. Κατέβασα το κεφάλι. «Μα όχι... Δεν είναι αυτό που νοµίζεις...» Η Ζέτα βεβαιώθηκε πως της έκρυβα αυτό ακριβώς που νόµιζε. «Το κτήνος», σφύριξε µέσα από τα δόντια της. «Ποιος να µου το ’λεγε! Ο Κώστας! Έχει χαλάσει ο κόσµος... πάει...» «Σε παρακαλώ, να µη µαθευτεί...» ψιθύρισα. «Σου δίνω το λόγο µου. Αλλά κάτι πρέπει να κάνεις. Οπωσδήποτε. Τι κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις;» «Σου εξήγησα, έπεσα από τη σκάλα». «Άσ’ τα αυτά σε µένα! Που τον καλύπτεις κι από πάνω!» Οδηγούσε µε λύσσα, εκτοξεύοντας βρισιές για τα φαλλοκρατικά γουρούνια που απλώνουν χέρι στις γυναίκες τους. «Δεν ξέρεις πάνω σε ποιο τέρας θα πέσεις», συνέχισε. «Πώς θα βρω άντρα να παντρευτώ; Είναι όλοι τους διαταραγµένοι!» Συµφώνησα βουβά µε µια κίνηση του κεφαλιού. «Μάλλον θα φταίει η κρίση», κατέληξε. «Ναι, η κρίση φταίει! Οι µισοί έχουν γίνει ανίκανοι και οι άλλοι µισοί ξεσπάνε στις γυναίκες τους». Βγήκε από το αυτοκίνητο στραβοπατώντας από την οργή. Στην είσοδο του µπαρ, όπου το φως ήταν πιο δυνατό, άρπαξε το πρόσωπό µου από το πιγούνι και το κοίταξε εξεταστικά µε την επαγγελµατική της µατιά. «Μιλάµε, σε σάπισε το καθίκι. Αλλά έπρεπε να πάµε τώρα σε ιατροδικαστή, να καταγράψει µία µία τις µελανιές. Και µετά να τον τρελάνεις στις µηνύσεις». ΖΕΤΑ


Μπήκαµε, παραγγείλαµε, εκείνη µε κοίταζε στοργικά. «Ας αλλάξουµε θέµα...» πρότεινα. Η ατµόσφαιρα του µπαρ ήταν πολύ ευχάριστη. Η µουσική έπαιζε χαρούµενα, ο κόσµος παλλόταν χορεύοντας. Είχα τη διάθεση να διασκεδάσω. Πίσω από την πλάτη της Ζέτας, είδα τον Αντωνιάδη να χαριεντίζεται µε µια κοκκινοµάλλα. Ένιωσα την καρδιά µου να αναπηδά. «Ποια είναι αυτή µε τον Αντωνιάδη;» Η Ζέτα γύρισε το κεφάλι της διακριτικά. «Α, η γκόµενά του. Για την ακρίβεια, αρραβωνιαστικιά. Μου την έχει δείξει σε φωτογραφία». «Ναι, µωρέ, αυτή είναι. Και σε µένα την έχει δείξει. Η φωτογραφία την αδικούσε». «Σιγά τη γυναίκα!» είπε ενοχληµένη η Ζέτα, προτάσσοντας ακόµη πιο πολύ το ήδη προβεβληµένο στήθος της. «Νόστιµη είναι», επέµεινα, ενώ κοιτούσα τον Αντωνιάδη να την αγκαλιάζει ζεστά. «Είναι νηπιαγωγός», µε πληροφόρησε η Ζέτα µε ένα εκνευρισµένο ύφος. «Δεν µπορώ να καταλάβω πού πάνε και τις βρίσκουν τις νηπιαγωγούς. Αντί να ψάξουν για µια συνάδελφο, που θα την καταλαβαίνουν και θα τους καταλαβαίνει, ορµάνε στα νηπιαγωγεία και ψαρεύουν τις δασκάλες. Εγώ λέω ν’ αφήσουν τις δασκάλες στους δασκάλους και να κοιτάξουν στο νοσοκοµείο για σύντροφο. Εµείς οι γιατρίνες δηλαδή πού θα βρούµε άντρα; Που έρχονται οι νηπιαγωγοί και µας τους παίρνουν...» Η απλοϊκή λογική της φιλενάδας µου µε έβρισκε απολύτως σύµφωνη. Παραγγείλαµε δεύτερο γύρο ποτών. Η Ζέτα είχε ξεκολλήσει για τα καλά από τη συζυγική κακοποίηση και τώρα εξέφραζε τον καηµό της για την ασυµµετρία στη γοητεία των γιατρών. «Γιατί δηλαδή οι άντρες γιατροί να θεωρούνται φιλέτα από τις γυναίκες; Ενώ εµάς τις γιατρίνες µάς αποφεύγουν; Ακόµη κι όταν είµαστε εκθαµβωτικές;» Έριξε µια µατιά αυτοθαυµασµού στο σώµα της, που διαγραφόταν υπέροχο κάτω από το κολλητό ύφασµα. «Ίσως τροµάζουν µε το επάγγελµά µας. Δε φαίνεται και πολύ θηλυκό το να ανοίγεις χαλασµένες κοιλιές». «Καλά λες... Αλλά επιµένω πως έχουν ένα βίτσιο µε τις νηπιαγωγούς. Είχα κάποτε έναν γκόµενο που ήθελε να του τραγουδάω την ώρα του σεξ το “Αχ, κουνελάκι, κουνελάκι” για να έρθει σε οργασµό». «Τι έχεις περάσει κι εσύ...» είπα συµπονετικά, ενώ κάρφωνα µε το βλέµµα µου τον Αντωνιάδη. Εκείνος µου χαµογέλασε και, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ερχόταν προς το τραπέζι µας, µε το χέρι του τυλιγµένο γύρω από τη µέση της αρραβωνιαστικιάς. Έκανε τις συστάσεις. Η δικιά του µου έτεινε ένα λεπτό χέρι. «Χαίρω πολύ», είπε πρόσχαρα. Ήταν χαµογελαστή και µοσχοµύριζε. Μου φάνηκε πως ο Αντωνιάδης καµάρωνε δίπλα της. Η Ζέτα σούφρωσε ενοχληµένη τη µύτη της, αλλά εγώ ήµουν υποχρεωµένη να τους προτείνω να καθίσουν, έτσι όπως όριζε το σαβουάρ βιβρ. «Δεν κάθεστε µαζί µας;» Είδα τη Ζέτα να µε µαλώνει µε το βλέµµα. Καθίσαµε στριµωγµένοι γύρω από το στρογγυλό τραπεζάκι. Ένιωθα το πόδι του Αντωνιάδη


λίγα µόλις εκατοστά από το δικό µου να θερµαίνει τον αέρα ανάµεσά µας. Απέφευγα να τον κοιτάζω. Κοιτούσα απέναντί µου την αρραβωνιαστικιά του, µιλώντας της µε κοινωνική ευγένεια έτσι ώστε να νιώσει άνετα. («Πού δουλεύετε;», «Δύσκολη η δουλειά σας, µε τόσο µικρά παιδιά...» και άλλες τέτοιες κοινοτοπίες.) Εκείνη απαντούσε µε έναν αφελή ενθουσιασµό. Τα δόντια της, κάπως πεταχτά, ενίσχυαν την παιδική οµορφιά της και σ’ έκαναν να αµφιβάλλεις για την εξυπνάδα της. Την κατέταξα αµέσως. Ανήκε σ’ εκείνο τον τύπο γυναικών που φοράνε χνουδωτές παντόφλες σε σχήµα ζώων, αυτές τις απαίσιες παντόφλες µε τα λαγουδάκια, τα αρκουδάκια και τα λοιπά. Ενδεχοµένως και µπέιµπι ντολ µε στάµπες του Μίκι και της Μίνι Μάους. Ένιωσα να απογοητεύοµαι από τις επιλογές του Αντωνιάδη. Γύρισα και του έριξα ένα κάπως υποτιµητικό βλέµµα. Παραγγείλαµε άλλο ένα γύρο ποτών. Το µπαρ γέµιζε ασφυκτικά. Οι περισσότεροι θαµώνες ήταν γιατροί του νοσοκοµείου. Είχαν πετάξει τις άσπρες ποδιές και φορούσαν πανοµοιότυπα φιρµάτα πουκάµισα και γυαλιά µε σκελετό ταρταρούγα. Χόρευαν κουνώντας ελαφρά τα ποτά τους. «Last Christmas I gave you my heart...» έπαιζαν τα ηχεία. «Αχ, το λατρεύω αυτό το κοµµάτι!» αναφώνησε γλυκερά η αρραβωνιαστικιά. Ξανακοίταξα φευγαλέα τον Αντωνιάδη, βάζοντας στο γρήγορο βλέµµα µου όση απαξίωση χωρούσε. Η Ζέτα σώπαινε υπογραµµισµένα. Το ζευγάρι τής είχε χαλάσει τη βραδιά. Ήθελε να ξεκουµπιστούν και να φύγουν. Αντίθετα, εγώ διασκέδαζα. Ο Αντωνιάδης έπινε το ποτό του παριστάνοντας τον ανυποψίαστο. Σε κάθε του κίνηση άφηνε κάτω από τη µύτη µου το άρωµά του – καρύδα και σανταλόξυλο, ποιο να ήταν άραγε; Θυµήθηκα τις στιγµές µας στο εφηµερείο, κάποιες µέρες πριν. Τη µύτη µου που χωνόταν στο στήθος του για να αρπάξει αυτή ακριβώς τη µυρωδιά. Το τραχύ του µάγουλο, που, αξύριστο, µου είχε γδάρει το πιγούνι. Ο Αντωνιάδης, ο Εκλεκτός µου στη δουλειά, µε αυτή τη γυναίκα... Πόσο κρίµα...


33

ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, ο Αντωνιάδης µάς εγκατέλειψε, για να αποκοιµηθεί ακούγοντας παραµύθια από το στόµα της νηπιαγωγού. Με το που βγήκαν από το µπαρ, έχασα κάθε ενδιαφέρον για τη βραδιά. Είπα: «Δε φεύγουµε; Αύριο εφηµερεύω». Η Ζέτα είχε αφεθεί στην παρηγοριά του αλκοόλ για να ξεπεράσει τη βαρεµάρα της και πλέον ήταν εντελώς µεθυσµένη. «Ας πιούµε ένα ακόµη τώρα που µείναµε µόνες», είπε αργόσυρτα. «Μα αύριο έχεις ταξίδι», επέµεινα. «Η πτήση µου είναι στις δύο το µεσηµέρι». «Δε χρειάζεται να πας και κατευθείαν». «Σε παρακαλώ, ας καθίσουµε. Δεν αντέχω να πάω στο σπίτι...» Της έκανα το χατίρι. Μ’ ένα διακριτικό νεύµα, παρήγγειλα δύο ακόµη ποτά. Όταν ήµουν νέα, παλιά, πολύ παλιά, συναντούσα συχνά στα µπαρ γυναίκες σαν τη Ζέτα και εµένα, τριανταπεντάρες, καλοβαλµένες, µε κοµψά ρούχα, που τα έπιναν ασυνόδευτες. Πάντα αναρωτιόµουν τι να έλεγαν, πάντα θαύµαζα την άνεσή τους, εκείνη την άνεση που χαρίζει η επαγγελµατική επιτυχία, και τον αέρα τους, την ισχύ που εξέπεµπαν. Τότε που εγώ ήµουνα φοιτήτρια τέτοιες γυναίκες ήταν πρότυπό µου. Μου άρεσε ο τρόπος που δίνανε την παραγγελία, ο τρόπος που κρατούσαν το τσιγάρο τους –µε µια δυναµική, στιλάτη χάρη–, το βλέµµα στα µάτια τους που υπονοούσε ένα παρελθόν πλούσιο και περιπετειώδες. Κι ύστερα φεύγανε αφήνοντας πίσω τους µεγάλα πουρµπουάρ και τη µυρωδιά ακριβών αρωµάτων. Τώρα, σε κάποια µάτια που θα µας κοιτούσαν από τις σκοτεινές γωνιές του µπαρ, ίσως να δίναµε κι εµείς την εντύπωση των ανεξάρτητων γυναικών που τα πίνουν σαν άντρες, ελεύθερες από ταµπού, απαλλαγµένες από δεσµεύσεις. Η αλήθεια όµως ήταν τόσο διαφορετική από την εικόνα: Μέσα µου, ήµουνα σαν ένα µικρό µαυριδερό ζωύφιο που είχε καταπατηθεί από κάποια τεράστια πατούσα. Η ζωή είχε περάσει σαν οδοστρωτήρας από πάνω µου, αφήνοντάς µε πλακέ, χωρίς διαστάσεις, µια ανθρώπινη φλούδα πάνω στην άσφαλτο. Και όσο κι αν η εξωτερική εικόνα της Ζέτας ήταν απαστράπτουσα, η παγωνιά που είδα στα µάτια της εκείνο το βράδυ µου έδειξε την αλήθεια. Και µε τρόµαξε διπλά. Πάντα θεωρούσα πως η Ζέτα ζούσε µια σαχλή έκδοση ζωής. Πως ήταν ένας φάρος βλακώδους αισιοδοξίας. Από αυτή αντλούσα κέφι. Όµως, µέσα σε δευτερόλεπτα, η γνώµη µου άλλαξε. Όχι, δεν ήταν αφελής. Δεν ήταν το ανέµελο κορίτσι µε τα στρας. Όλα ήταν ένας ρόλος. «Πάντα ήθελα να γίνω γιατρός», είπε. «Νόµιζα πως αυτό και µόνο θα µε έκανε ευτυχισµένη». «Συνήθως είσαι ευτυχισµένη», ψιθύρισα σχεδόν. «Ξέρεις πού γεννήθηκα;»


Δεν ήξερα. Δεν ήξερα τίποτα για το παρελθόν της. Τη γνώριζα µόλις δύο χρόνια και ποτέ δεν είχαµε παρασυρθεί τέτοιου τύπου εξοµολογήσεις. Δυσκολευόµουν να της εµπιστευτώ οτιδήποτε. Αν και ήταν καλή στη δουλειά και ιδιαίτερα εύστροφη στο χειρουργείο, τη θεωρούσα ρηχή και επίπεδη στο συναίσθηµα. Κάπως ανώριµη. Μια τεχνίτρια στη χειρουργική χωρίς όµως κανένα βάθος. «Γεννήθηκα σ’ ένα κωλοχώρι έξω από την Ελασσόνα». «Ποιο χωριό είναι;» ρώτησα σοκαρισµένη. Πάντα θεωρούσα πως η Ζέτα είχε γεννηθεί στην Αθήνα, πως ήταν κόρη νεόπλουτων, ίσως εµπόρων. Εκείνη τη στιγµή συνειδητοποίησα πως, αν και γνώριζα πάµπολλες λεπτοµέρειες από την ερωτική της ζωή, δεν είχα ιδέα για την καταγωγή της. Ή για την οικογένειά της... «Θα το πιστέψεις πως δε θυµάµαι; Έχω διαγράψει το όνοµα από τη µνήµη µου. Είναι περίεργο». Κατάπιε µία ακόµη γουλιά από το ποτό της και συνέχισε. «Το σπίτι µας είχε µόνο δύο δωµάτια και ήταν κολληµένο στο κοτέτσι. Οι κότες µπαινόβγαιναν κανονικά µέσα, κουτσουλούσαν τα πάντα, µπάνιο δεν είχαµε, η τουαλέτα ήταν έξω στην αυλή, θυµάµαι που τα βράδια, όταν ήθελα να κατουρήσω, το ανέβαλλα, ήταν ολόκληρη ιστορία το κατούρηµα, όλα ήταν ολόκληρη ιστορία...» Άναψε ένα λεπτό πουράκι και φύσηξε τον καπνό. «Κοιµόµασταν µε την αδελφή µου στο ίδιο κρεβάτι για ζεστασιά, ο χειµώνας εκεί δεν αστειεύεται, κοιµόµασταν αγκαλιά, και µαζί µας καµιά φορά κούρνιαζαν και οι κότες». «Απίστευτο! Δεν ήξερα καν πως έχεις αδελφή». Την κοίταξα κάπως καχύποπτα. Η Ζέτα έβλεπε µετά µανίας τούρκικα σίριαλ. Έτσι µεθυσµένη, µπορεί και να είχε ταυτιστεί µε την πρωταγωνίστρια κάποιου επεισοδίου. Αν είχε πάρει πριν και κάνα ηρεµιστικό... «Είχα. Μάλιστα ήµασταν δίδυµες, διαφορετικές στην όψη, διζυγωτικές, αλλά δίδυµες – είχε πολλούς δίδυµους η µάνα µου στο σόι της. Τέλος πάντων. Η Τζίνα, η αδελφή µου, ήταν αστέρι στο σχολείο. Κι εγώ ήµουνα. Οι δάσκαλοι παθαίνανε πλάκα µε την πρόοδό µας, γιατί οι γονείς µας δεν ξέρανε ούτε το όνοµά τους να γράψουνε, η µάνα µου, να φανταστείς, υπέγραφε στους ελέγχους µε σταυρό. Τελειώσαµε εκεί το δηµοτικό, ήµασταν µόνο εµείς και άλλα τρία παιδιά, µονοθέσιο το σχολείο, και η µάνα µου αποφάσισε να µας γράψει και στο γυµνάσιο, παρόλο που ήταν µία ώρα µακριά και έπρεπε να παίρνουµε το λεωφορείο της γραµµής στις έξι τα ξηµερώµατα. Ο πατέρας µου αντέδρασε: “Δε θα κάνω τα κορίτσια µου πουτανάκια”, έτσι είπε. Η µάνα µου βάλθηκε να τον πείσει. Ένα βράδυ της έδωσε τόσο ξύλο, που στο στόµα της έµειναν µόνο έξι δόντια... Αλλά έτσι, µε την υποταγή της στο ξύλο, πέρασε τη γραµµή της και τελικά εµείς πήγαµε και στο γυµνάσιο και στο λύκειο». Ήπιε µια γουλιά από τη µαργαρίτα της και έγνεψε από µακριά στο γκαρσόνι να της φέρει άλλη µία. Ο κόσµος γύρω µας είχε αραιώσει. Η µουσική έπαιζε πιο χαµηλά, κάπως κουρασµένα, σαν να έδειχνε ένα σεβασµό στη διήγηση της φίλης µου. Κοιτούσα τη Ζέτα µε το πανάκριβο, φιρµάτο φόρεµά της και µου ήταν αδύνατο να τη φανταστώ πρωταγωνίστρια σε βουκολικά δράµατα. Ωστόσο, η ιστορία της µε είχε συνεπάρει. Την άκουγα µε το στόµα ανοιχτό, χωρίς στην ουσία να την αναγνωρίζω. Ποια ήταν αυτή η πικραµένη γυναίκα; Τι ήταν


αυτά που µου έλεγε; «Φτάσαµε στην τελευταία χρονιά του λυκείου. Όλα καλά, οι βαθµοί µας άριστοι, θα δίναµε και οι δύο στην Ιατρική, κάναµε για πλάκα και εξάσκηση στις κότες και στα πρόβατα, τα ξεκοιλιάζαµε και µετά τα ράβαµε µε τη σακοράφα. Είχαµε βρει κι ένα σύστηµα στο διάβασµα για να µη χάνουµε τις ώρες του ύπνου: κοιµόµασταν εναλλάξ. Όταν κοιµόµουνα εγώ, η Τζίνα διάβαζε φωναχτά, για να κάνω επανάληψη µέσα στον ύπνο µου. Μετά κοιµόταν αυτή και διάβαζα δυνατά εγώ. Τέλος πάντων, δώσαµε τις εξετάσεις, βγήκαν τα αποτελέσµατα, πέρασα εγώ στην Ιατρική Αθηνών και εκείνη στην Οδοντιατρική, είχε χάσει την Ιατρική για δέκα µόρια. Γυρίσαµε στο σπίτι µετά τα αποτελέσµατα, πέσαµε για ύπνο, ήταν µεσηµέρι και είχε καύσωνα. Κοιµήθηκα βαριά, αλλά ευτυχισµένη: θα φεύγαµε, θα γινόµασταν γιατρίνες, θα αφήναµε το χωριό και τις κότες, θα είχαµε κανονική τουαλέτα. »Με ξύπνησε, θυµάµαι, η αναστάτωση των πουλιών. Χαµός... Φτερουγίσµατα, κακαρίσµατα... Ήρθε η µάνα µου αλαφιασµένη, νοµίσαµε πως µας κλέβανε, µπήκαµε οι δυο µας δίπλα στο κοτέτσι. »Τη βρήκαµε µε την καραµπίνα στην κοιλιά. Πέσαµε πάνω της, βάλαµε τα χέρια µας και οι δύο και πιέζαµε, να κόψουµε την αιµορραγία, να τη σώσουµε, θυµάµαι τη γλίτσα του αίµατος ανάµεσα στα δάχτυλά µου, θυµάµαι και µια κότα που είχε στρογγυλοκαθίσει στον ώµο της µάνας µου, έτσι όπως κάθονται τα µεσαιωνικά πουλιά στους ώµους των πολεµιστών στις ταινίες...» Μια ριπή εµετού τη συντάραξε. Την είδα που έκλεισε το στόµα µε τη χούφτα και µετά που µε την παλάµη της ακόµη στα χείλη έτρεξε προς την τουαλέτα, πάνω στις γόβες της µε τις κόκκινες σόλες, που έµοιαζαν σαν να είχαν πατήσει φρέσκο αίµα. Όλες µου οι δυστυχίες µαζεµένες, στοιχισµένες η µία πάνω στην άλλη, δε φτάνανε τη δυστυχία της Ζέτας. Πίστευα πως είχα µια καρδιά καµένη, θωρακισµένη σε ξένους πόνους, που δεν µπορούσε να πονέσει παρά µόνο για τον εαυτό της. Άρχισα να κλαίω βουβά και ο µπάρµαν µε κοίταξε κάπως ανήσυχος. Ποιος να µου το ’λεγε πως η Ζέτα, που πίσω από την πλάτη της τη φώναζα χαζοχαρούµενη, που νόµιζα πως ο µόνος πόνος που είχε βιώσει ήταν από το νυστέρι του χειρουργού όταν της έβαζε τις σιλικόνες, είχε διαβεί από τέτοια κόλαση; Τίποτα δεν είχα καταλάβει. Τίποτα. Άκουσα τα τακούνια της. Κάθισε δίπλα µου. Είχε πλύνει το πρόσωπό της και είχε βάλει στα χείλη της το γνωστό φρικτό πορτοκαλί κραγιόν. «Έβγαλα τα σωθικά µου µέσα στη λεκάνη», είπε. «Ευτυχώς που είχε µηχάνηµα µε οδοντόπαστα στην τουαλέτα. Δε φεύγουµε; Έχω και ταξιδάκι αύριο». Η φωνή της ακουγόταν ανέµελη και κούφια – όπως συνήθως. Για µερικές στιγµές σκέφτηκα πως όλα ήταν µια ψευδαίσθηση, µια επιπλοκή από τα χάπια έκστασης που είχα καταπιεί στο χτεσινό πάρτι. Την κοίταξα κατάµατα. «Πώς το κάνεις αυτό;» τη ρώτησα. «Ποιο;» «Πώς µπορείς να παίζεις τόσο καλά την ανέµελη;» «Τι εννοείς;» Φαινόταν απορηµένη, σαν να µην έβγαζε νόηµα από τα λεγόµενά µου.


Φεύγοντας, τιτίβιζε χαρούµενα. Εγώ έπεσα βαριά στη θέση του συνοδηγού και αυτή µου περιέγραψε ένα προς ένα τα ρούχα που θα έπαιρνε µαζί της στη Ζυρίχη. «Αύριο το πρωί θα έρθει αισθητικός στο σπίτι για να µου κάνει χαλάουα. Και βραζιλιάνικη αποτρίχωση. Η Ζυρίχη είναι φωλιά επιχειρηµατιών, δεν ξέρεις τι µπορεί να µου τύχει», είπε κελαρυστά. Όταν φτάσαµε κάτω από το σπίτι, είχα πειστεί πως το έκσταση είχε βλάψει ανεπανόρθωτα τον εγκέφαλό µου. Μου είχε προκαλέσει ψευδαισθήσεις. Με φρίκη αναρωτήθηκα µήπως µέσα στη θολούρα µου είχα φανταστεί και το τηλεφώνηµα του Κώστα. Η Ζέτα µε έσφιξε στην αγκαλιά της και µε φίλησε στον αέρα για να µη χαλάσει το πορτοκαλί κραγιόν. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο. «Στο επανιδείν λοιπόν», τη χαιρέτησα ενώ έψαχνα, ζαβλακωµένη, τα κλειδιά στην τσάντα µου. Κατέβασε αιφνιδιαστικά το παράθυρο του αυτοκινήτου και µου είπε: «Ξέχνα και την Τζίνα και τα δέκα µόρια. Όπως ακριβώς τα ξέχασα κι εγώ». Πάτησε το γκάζι κι έγινε άφαντη.


34

ΕΙΧΑ ΦΟΡΤΙΣΤΕΙ τόσο από τις αποκαλύψεις της Ζέτας, που η νύχτα που ακολούθησε ήταν το ψυχικό ανάλογο της νύχτας του Αγίου Βαρθολοµαίου. Μεταξύ ύπνου και ξύπνου, σκεφτόµουνα τη µέχρι τότε ζωή µου, τους ανθρώπους που µε περιτριγύριζαν. Όλα είχαν αρχίσει να ανατρέπονται. Ένα προς ένα, τα µέχρι τότε δεδοµένα µου κατέρρεαν, σαν η φυγή του Κώστα να τους είχε δώσει µια κλοτσιά. Δεν αναγνώριζα πια την καθηµερινότητά µου. Ο Κώστας ήταν εξαφανισµένος, η Ντόλη έγκυος και µου το έκρυβε, η Ζέτα µια άλλη Ζέτα. Και ο Νίκος είχε πεθάνει... Τόσο ξαφνικά, που ο θάνατός του µου προκαλούσε περισσότερο θυµό παρά θλίψη, λες και είχε στείλει στα δίχτυα µου ένα γκολ αιφνιδιασµού. Τα πάντα µεταλλάσσονταν γύρω µου και δεν προλάβαινα να παρακολουθήσω τις εξελίξεις. Η ζωή µου είχε µετατραπεί σ’ ένα ξέφρενο τρένο που έτρεχε πάνω σε άγνωστες ράγες, προς άγνωστο προορισµό. Εγώ έτρεχα από πίσω της λαχανιασµένη, προσπαθώντας να επιβιβαστώ. Στριφογυρνούσα συνέχεια κάτω από τα σκεπάσµατα. Είχα επί τούτου αποφύγει να καταφύγω σε υπνωτικά, την εποµένη είχα εφηµερία και ήθελα να είµαι απολύτως διαυγής. Στις πέντε το πρωί παραιτήθηκα από την προσπάθεια να κοιµηθώ. Σηκώθηκα ζαλισµένη, νιώθοντας το κεφάλι µου να σφυροκοπιέται από τις ίδιες µου τις σκέψεις. Ξαφνικά όλα τα γεγονότα της προηγούµενης βδοµάδας µού φάνηκαν ασήκωτα, αδιανόητα, απίστευτα. Με είχε στ’ αλήθεια εγκαταλείψει ο Κώστας; Είχε στ’ αλήθεια «φύγει» ο Νίκος; Υπήρχε όντως η Ξένια; Και η Ζέτα; Είχε πραγµατικά ζήσει αυτή την τραγική απώλεια; Είχα όντως συναντήσει εκείνο τον εστιάτορα; Είχα πράγµατι χαπακωθεί σ’ εκείνο το πάρτι; Για κάνα δυο ώρες έζησα την αγωνία των ανθρώπων που τρελαίνονται και που ξεφεύγουν σε µια δική τους πραγµατικότητα, όπως ένα µπαλόνι παραγεµισµένο µε ήλιο ξεφεύγει στον ουρανό. Αν ήµουνα µια άλλη, λιγότερο ανθεκτική φύση, µπορεί και να είχα τρελαθεί εκείνο ακριβώς το δίωρο, µεταξύ πέντε και εφτά, ξηµερώµατα Σαββάτου, παραµονές της εφηµερίας που θα µοιραζόµουν µε τον Αντωνιάδη. Κάπνιζα περπατώντας πέρα δώθε στο διάδροµο, τουρτουρίζοντας από τα πειραγµένα ποτά που είχα καταναλώσει µε τη Ζέτα, προσπαθώντας να ταξινοµήσω τις ανάκατες σκέψεις µου. Στον καθρέφτη του χολ, µέσα στο ηµίφως της µέρας που έφεγγε, είδα το πρόσωπό µου εντυπωσιακά νεανικό, και µέσα µου συνεχάρην τη Μάριον για το επιτυχές αποτέλεσµα, ενώ ταυτόχρονα ανέσυρα από τη µνήµη µου τις δοξασίες της Μαρίτας, που µας έλεγε, όταν ήµασταν µικρά, πως, τέτοιες ώρες, στους καθρέφτες βλέπεις το πρόσωπο του διαβόλου. Και καθώς όλο και ξηµέρωνε και ο τρόµος της νύχτας υποχωρούσε µπροστά στις απτές υποχρεώσεις της εφηµερίας που µε περίµενε –ή, ίσως, µπροστά στην προσµονή της συνάντησής µου µε τον Αντωνιάδη–, και δεδοµένου ότι είχα αποφύγει να µεταµορφωθώ σε κατσαρίδα –σαν εκείνον τον Γκρέγκορ του Κάφκα–, µια απίστευτη ευεξία µε πληµµύρισε. Πήγα και λούστηκα, έφτιαξα τα µαλλιά µου, µακιγιαρίστηκα προσεκτικά και µετά φόρεσα το


ίδιο µάλλινο φόρεµα που φορούσα όταν συνάντησα τον Νίκο στη Λευκάδα, σαν να ήθελα να δώσω στο φουστάνι µια δεύτερη ευκαιρία. Στην αυλή του νοσοκοµείου, αµέσως µετά την κεντρική πύλη, πάνω σε ένα παγκάκι, αναπαυόταν αυτοκρατορικά η σκύλα-µασκότ της κλινικής, µισοκοιµισµένη, µε τα µαραµένα της στήθη χυµένα στο πλάι. Μόλις µυρίστηκε την παρουσία µου, ανασηκώθηκε χαρούµενα πεταρίζοντας πέρα δώθε την ουρά και η αγάπη της µου φώτισε τη µέρα. Ήταν ακόµη νωρίς, το προαύλιο άδειο από ανθρώπους, φρεσκοσκουπισµένο και καθαρό, κι εγώ ένιωσα ένα λίγωµα ευχαρίστησης, σαν να πατούσα πρώτη στο φεγγάρι. Πάνω στους θάµνους αναβόσβηναν ακόµη χριστουγεννιάτικα φωτάκια µέσα στην πρωινή πάχνη και η ατµόσφαιρα µε συνεπήρε. Τον είδα να µπαίνει από την πύλη του πάρκινγκ, µε το κεφάλι του χωµένο στο παιδικό παλτό του –από εκείνα τα µοντγκόµερι µε τα λουριά γύρω από τα κοκάλινα κουµπιά– και τα σκούρα γυαλιά του θολά από την υγρασία του πρωινού, και τον ένιωσα αβάσταχτα οικείο. Άνοιξα το βήµα µου και τον πέτυχα στην είσοδο. Χαιρετηθήκαµε κάπως αµήχανα και περπατήσαµε στους διαδρόµους που ήταν ακόµη βρεγµένοι από το σφουγγάρισµα του συνεργείου καθαρισµού. Ο Κώστας ήταν πια ένας ξένος, πιο ξένος απ’ ό,τι συνήθως. Είχε φύγει και το φευγιό του είχε ξεσκονίσει την καρδιά µου από όλα τα υπολείµµατα τρυφερότητας που είχαν ξεµείνει. Μέσα στο ασανσέρ, δίπλα στον Αντωνιάδη, µου φάνηκε εξωφρενική οποιαδήποτε επανασύνδεσή µου µε τον άντρα µου, ένα ακραίο σενάριο ζωής που ποτέ δε θα επέλεγα εκ νέου. Αισθάνθηκα να αναβλύζει από µέσα µου µια αθωότητα και µια ελπίδα – στοιχεία που δε µε χαρακτήριζαν ούτε ως παιδί–, µια διάθεση να ξαναπιστέψω στον Αϊ-Βασίλη, να στείλω στο διάολο όλο τον κυνισµό µου και να γίνω ένα κορίτσι που περιµένει ένα κοµπλιµέντο. Και να το: «Είστε στις οµορφιές σας σήµερα», είπε λίγο βραχνά. «Έκανα µπότοξ χτες, σε µια φίλη πλαστικό», του εξοµολογήθηκα. «Μα όχι, είναι κάτι άλλο, η έκφρασή σας είναι... πώς να το πω... πιο γλυκιά. Εξάλλου, η τοξίνη του µπότοξ θα δράσει κανονικά σε πέντε µέρες». Γέλασε παιχνιδιάρικα, σαν να µου είχε βάλει τα γυαλιά στις ιατρικές γνώσεις. Γέλασα µαζί του, ευτυχισµένη που µ’ έβρισκε όµορφη. Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και σκουντουφλήσαµε ο ένας πάνω στον άλλο. Έσκυψα να του δώσω την ιατρική του τσάντα, που του είχε γλιστρήσει από τον ώµο, και η κίνησή µου έκανε τα κεφάλια µας να κουτουλήσουν. «Συγνώµη, είµαι τόσο άγαρµπη...» απολογήθηκα. «Ναι, είστε», απάντησε. Το βλέµµα του, που είχε µια σκιά ευθιξίας, µ’ έστειλε κατευθείαν πέντε µέρες πίσω, στο βιαστικό µας σµίξιµο που εγώ η ίδια είχα επιβάλει. Ένιωσα την παρόρµηση να τον αγκαλιάσω. Αντί γι’ αυτό, είπα: «Μην κάνεις σαν γκόµενα που την έχουν βιάσει». Με κοίταξε βαθιά µες στα µάτια. «Είσαι βιαστική και άγαρµπη. Είσαι... απαράδεκτη», είπε, πρώτη φορά σε ενικό, και µετά


τάχυνε το περπάτηµά του. Έµεινα ακίνητη στη µέση του διαδρόµου. Πίσω από το γκισέ της, η προϊσταµένη δάγκωνε µε ενδιαφέρον το µουστάκι της. «Βρε, καλώς τη», είπε. «Έλα, έλα να τα πούµε λίγο. Να κάνουµε και κάνα τσιγάρο στο δωµατιάκι». Αναρωτήθηκα αν το αφτί της είχε αρπάξει το διάλογό µου µε τον Αντωνιάδη. «Καληµέρα, προϊσταµένη. Θα το ήθελα πολύ, αλλά λείπω µέρες και θέλω να δω τις εκκρεµότητές µου». «Ω, µην ανησυχείς. Είµαστε σχεδόν άδειοι. Χριστούγεννα, βλέπεις. Οι περισσότεροι ζήτησαν να πάρουν προσωρινό εξιτήριο για τις γιορτές. Έλα να φας ένα µελοµακάρονο, τα έφτιαξα χτες». Άνοιξε τον πάγκο προς τα πάνω για να περάσω και µετά µπήκαµε στο καπνιστήριο. Ο χώρος µύριζε κλεισούρα και µπαγιάτικο καπνό. Μου σέρβιρε καφέ φίλτρου µέσα σ’ ένα πλαστικό ποτήρι. «Όλα καλά;» ρώτησε ανιχνευτικά. «Ας τα λέµε...» είπα. Ήξερα πως πατούσα πάνω σε λεπτό πάγο. Ό,τι κι αν έλεγα στην προϊσταµένη θα µπορούσε να χρησιµοποιηθεί εναντίον µου. Τράβηξε µια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο της. Μέσα από την άσπρη της ποδιά µε τα κοντά µανίκια, η σάρκα της ξεχείλιζε ζυµώδης και αφράτη. Φορούσε ένα κόκκινο κραγιόν που έκανε το χιτλερικό της µουστάκι να φαντάζει πιο έντονο. «Πόσα χρόνια σε ξέρω;» µε ρώτησε. «Πολλά», αποκρίθηκα αόριστα. Όλος αυτός ο πρόλογος µε ανησυχούσε. «Οχτώ, για την ακρίβεια». Έβγαλε τον καπνό από το στόµα της φυσώντας ηχηρά. «Περνάνε τα άτιµα τα χρόνια...» Πού ήθελε να καταλήξει; «Σε ξέρω από ειδικευόµενη. Από την αρχή σε ξεχώρισα. Ταγµένη στην ιατρική, µετρηµένη. Όταν παντρεύτηκες αυτό τον τύπο, φοβήθηκα πως θα ’χουµε κακά ξεµπερδέµατα. Να που επαληθεύτηκα!» Ώστε είχε δει την εκποµπή του Κώστα... «Προϊσταµένη», είπα επίσηµα. «Δεν έχω καµιά σχέση µε την εκποµπή του άντρα µου. Δεν έχω πια σχέση ούτε µε τον άντρα µου, έχει φύγει από το σπίτι, πάνε µέρες, γι’ αυτό πήρα αναρρωτική, δεν ήξερα πώς να το χειριστώ όλο αυτό, δε γνώριζα καν το θέµα της εκποµπής, το ορκίζοµαι, αν µε στείλετε στο Πειθαρχικό, θα είναι άδικο». Της γύρισα την πλάτη για να µη δει πως ήµουν έτοιµη να κλάψω. Έξω από το παραθυράκι, είχε αρχίσει να χιονίζει µ’ ένα ψιλό χιόνι, σαν τριµµένο φελιζόλ. Λυπόµουνα τον εαυτό µου. Ο κίνδυνος να εκτεθώ στα διοικητικά ήταν πια ορατός. Η προϊσταµένη δε θα µπορούσε να κρατήσει το στόµα της κλειστό. Ακόµη κι αν τη φίµωνα ή τη δωροδοκούσα µε κουτσοµπολιά, ακόµη κι αν εξασφάλιζα την εχεµύθειά της, κάποιος άλλος θα βρισκόταν να µε καρφώσει. Έβαλε το χέρι της στον ώµο µου και είπε σιγανά: «Δε σε φώναξα για να µου δώσεις εξηγήσεις. Σε φώναξα για να σου ανοίξω την ψυχή µου».


Κάθισε βαριά σ’ ένα σκαµπό που έτριξε κάτω από το βάρος της. «Πριν από δεκαπέντε µέρες µου τηλεφώνησε ο άντρας σου. Χρησιµοποίησε το όνοµά σου, µου όρισε ένα ραντεβού, πήγα. Από περιέργεια. Για να µην τα πολυλογώ, µου έταξε ένα ποσό αν του έδινα κάποιες... πληροφορίες. Έκανε µια έρευνα για τα νοσοκοµεία, µου είπε, και ήθελε τη βοήθειά µου. Πήρα τα λεφτά, τα χρειαζόµουνα... Ο Γιάννης µου δεν πάει καλά, τα έξοδα µ’ έχουν γονατίσει». Ξεφύσησε δυνατά, σαν να ήθελε να διώξει από µέσα της, µαζί µε τον καπνό, και τις ενοχές της. «Τα υπόλοιπα τα ξέρεις», κατέληξε. «Αν συµβεί οτιδήποτε, θα πάρω την ευθύνη, σ’ το υπόσχοµαι. Φάε τώρα ένα µελοµακάρονο». Βγήκα από το δωµατιάκι σαν να είχα υποστεί λοβοτοµή, σαν να µου είχαν αλλάξει το δεξί ηµισφαίριο τοποθετώντας το αριστερά. Ο κόσµος αναποδογύριζε. Με φαντάστηκα κρεµασµένη ανάποδα σαν νυχτερίδα, από µια γη αλλαγµένη, επίπεδη. Θυµήθηκα το ηµερολόγιό µου στην εφηβεία, µε τις ανάποδα γραµµένες λέξεις και τις προτάσεις που άρχιζαν από δεξιά. Έγραφα κωδικοποιηµένα για να προστατεύσω τα προσωπικά µου από την καζούρα του Βάκη, που έχωνε τη µύτη του παντού. Όλη µου η ζωή είχε αρχίσει να γράφεται ανάποδα, λες και δεν ήταν η κανονική µου ζωή, αλλά η αντανάκλασή της στον καθρέφτη. Δεν είχα πλέον σταθερές. Δεν ήξερα πού τελείωναν τα ψέµατα και πού άρχιζε η αλήθεια.


35

Η ΕΦΗΜΕΡΙΑ κυλούσε ήρεµα. Μία οξεία σκωληκοειδίτιδα, µία ρήξη σπληνός από τροχαίο µε µοτοσικλέτα, ένα βαθύ κόψιµο στο αριστερό χέρι µιας νοικοκυράς που προετοίµαζε τη γαλοπούλα. Μπήκαµε στα δύο χειρουργεία αµίλητοι. Δυο τρεις φορές µ’ έπιασε να τον κοιτάζω πάνω από την αποστειρωµένη µου µάσκα και µου αντιγύρισε ένα ουδέτερο βλέµµα. Την ώρα που ράβαµε το δέρµα του νεαρού µοτοσικλετιστή, έσκυψα το κεφάλι και σκούπισα τον ιδρώτα του µετώπου µου στον ώµο του. Αυτή η κίνηση, τόσο συνηθισµένη στα χειρουργεία όλου του κόσµου, µια κίνηση ανάγκης για να µην ξεαποστειρώσεις τα γάντια, του προκάλεσε εκνευρισµό. Τινάχτηκε απότοµα, σαν τον είχα ακουµπήσει µε καυτό σίδερο, σαν να είχα ξεπεράσει µια γραµµή ορίων που είχε µπει ανάµεσά µας το πρωί έξω από το ασανσέρ. Από το ραδιοφωνάκι του χειρουργείου ακουγόταν «Deep inside, you cry, cry, cry...», και τα λόγια του τραγουδιού αντηχούσαν περίεργα µέσα µου. Η αναισθησιολόγος σιγοσφύριζε στο ρυθµό, µ’ ένα σκέρτσο που εγώ ποτέ δε θα επέτρεπα στον εαυτό µου την ώρα του χειρουργείου. Ο Αντωνιάδης τη χάζευε µε χαµογελαστά µάτια. Μου ήρθε να σηκώσω το νυστέρι και να της το πετάξω κατακούτελα. «Ελένη, βλέπω πως σ’ έχει παρασύρει το γιορτινό κλίµα...» της είπα, κάπως απότοµα. «Και γιατί όχι; Χριστούγεννα αύριο. Θα αράξω µπροστά στο τζάκι, µε τα πόδια ψηλά στον καναπέ. Εσύ, Αντωνιάδη, τι θα κάνεις;» «Τίποτα ιδιαίτερο. Μάλλον θα διαβάζω». «Τηλεφώνησέ µου αν θέλεις παρέα». Τους άκουγα να φλερτάρουν και αναρωτήθηκα αν η Ελένη την είχε πέσει στον Αντωνιάδη. Είχε τη φήµη αρπαχτικού. Εδώ ακόµη κι εγώ την είχα πέσει στον Αντωνιάδη, πόσω µάλλον η Ελένη... Βέβαια, τέτοιου είδους πειράγµατα είναι συνηθισµένα στο χειρουργείο. Σπάνε την ένταση. Φαντάστηκα τον Αντωνιάδη πάνω στον καναπέ της Ελένης, ανάµεσα στα πόδια της, που ήταν συµπαγή και δυνατά, ικανά να τον συνθλίψουν. «Τι θα γίνει, θα µας πληρώσουν καµιά εφηµερία;» έλεγε τώρα µε την εκνευριστική φωνή της. «Πάνε τρεις µήνες από την τελευταία φορά. Έχω φτάσει να εφηµερεύω απλώς για να µπω στον Παράδεισο! Μιλάµε για ουµανισµό, όχι αστεία... Χα, χα, θυµήθηκα ανέκδοτο: Πλησιάζει µε όπλο ένας ληστής έναν ταλαίπωρο. Τα λεφτά ή τη ζωή σου, του λέει. Φίλε, απαντάει ο άλλος, είµαι γιατρός του ΕΣΥ, δεν έχω ούτε λεφτά ούτε ζωή!» Γελάσαµε όλοι. Μετά η Ελένη το γύρισε στο προσωπικό. «Βέβαια, τα πράγµατα αλλάζουν αν είσαι σύζυγος καλοπληρωµένου δηµοσιογράφου της τηλεόρασης», είπε µε νόηµα. Η αναφορά στον Κώστα µε έπιασε εξαπίνης, λες και δεν επρόκειτο για τον άντρα µου, αλλά για κάποιον άγνωστο. Είχαν περάσει οχτώ µέρες που δεν τον είχα δει και µέσα µου υπήρχαν αµφιθυµικά συναισθήµατα. Αόριστα, µου έλειπε. Αλλά, ταυτόχρονα, τον µισούσα. Και δεν


ήξερα γιατί τον µισούσα περισσότερο: για τον εξευτελιστικό τρόπο που µε είχε παρατήσει ή για τον εξευτελιστικό τρόπο που µ’ απατούσε; Όταν στο παρελθόν τού ζητούσα να συνετιστεί, γελούσε: «Ξέρεις τι έλεγε η συγχωρεµένη η Μονρόε; “Όποιος δε µε αντέχει στα άσχηµά µου δεν αξίζει να µε έχει στα καλύτερά µου”. Είµαι εδώ, µαζί σου. Τι σηµασία έχουν όλα τ’ άλλα;» Μια αναδροµική οργή µε πληµµύρισε, εκεί µέσα στο χειρουργείο, και ένιωσα να φουντώνω. Η αρτηριακή µου πίεση εκτοξευόταν στον ουρανό. Από την ταραχή, πέρασα τη βελόνα των ραµµάτων από το γάντι µου και ο δείκτης µου αναδύθηκε γυµνός µέσα στα αίµατα του ασθενούς. «Ένα άλλο γάντι!» διέταξα. Η εργαλειοδότρια υπάκουσε. Μου φόρεσε στον αέρα άλλο γάντι. Συνεχίσαµε να ράβουµε. «Ελπίζω ο τύπος να είναι καθαρός από AIDS και ηπατίτιδες», είπε µαλακά η Ελένη. «Θα του πάρω τώρα αίµα, για να το τσεκάρουµε». Ήθελα να γελάσω. Αυτό µου έλειπε, να αγωνιώ για το αν κόλλησα AIDS από το χειρουργείο! Μια τέτοια εκδοχή, όσο φρικτή κι αν φάνταζε, ήταν απείρως πιο ηρωική από τoν κίνδυνο στον οποίο µε εξέθετε διαρκώς ο Κώστας µε τα ξενοπηδήµατά του. «Κάνε ό,τι πρέπει, Ελένη», είπε ο Αντωνιάδης, κάπως ιπποτικά. Μου έριξε ένα βλέµµα συµπαράστασης. Η ψυχραιµία µου τον είχε εντυπωσιάσει. Και, µαζί, τον είχε τροµάξει. Σκέφτηκα πως ίσως κι αυτός να µε χαρακτήριζε «ροµπότ». Αυτό ήταν το παρατσούκλι µου ανάµεσα στις νοσηλεύτριες – το παρατσούκλι της Ζέτας ήταν «στρας». Ξαφνικά µου ήρθε να πετάξω τη µάσκα και τα γάντια και να βγάλω εκεί µέσα έναν παθιασµένο λόγο υπέρ µου. Δεν ήξεραν πόση κούραση κατέβαλλα για να κρύβω τα συναισθήµατά µου, πόσο διαφορετική ήµουν κατά βάθος και πόσο µε καταπίεζε η ίδια µου η εικόνα! Αν είχαν έστω ιδέα για το πόσος µόχθος υπήρχε πίσω απ’ αυτό τον κοντρολαρισµένο εαυτό... Ήµουν κι εγώ επιρρεπής στην τεµπελιά, όπως οι γονείς µου, επιρρεπής στον τζόγο, όπως η µητέρα µου, επιρρεπής στο χάος, όπως η Ντόλη. Αλλά ποτέ δεν άφησα κανέναν ούτε καν να το υποψιαστεί. Όπως κάθε φορά που αισθανόµουν ευάλωτη, το µυαλό µου ξέφυγε στο παρελθόν, στην εφηβική µου ηλικία, που πάντα ένιωθα πως είχε κρατήσει αιώνες. Υπήρχε κάτι το άρρωστο σε τέτοιου τύπου φλας µπακ, ωστόσο δεν µπορούσα να το αποφύγω, γιατί η επιστροφή σ’ εκείνη τη φάση της ζωής µου, όσο κι αν µε πονούσε, µου χάριζε µια µαζοχιστική ηδονή. Θυµήθηκα για µία ακόµη φορά την περίοδο που έµπαινα στην τελική ευθεία των εξετάσεων – κάτω από την ανώτερη αλλά ταυτόχρονα σφικτή επιστασία της µητέρας µου. «Σ’ ένα βασίλειο µελισσών υπάρχουν οι βασίλισσες, υπάρχουν και οι εργάτριες», έλεγε, «κι εσύ, κόρη µου, δεν ανήκεις στις πρώτες, οπότε κοίτα να στρωθείς και να περάσεις». Ή: «Πρέπει να προασπιστείς την οικογενειακή µας ιατρική παράδοση, γι’ αυτό φρόντισε να βάλεις τα δυνατά σου». Τέτοια λόγια ήταν η µόνη ενθάρρυνση από την πλευρά της. Αν και η µάνα µου ήταν ένας καλοθρεµµένος κηφήνας, κακοµαθηµένος και παντελώς άχρηστος, πίεζε τους άλλους όπως ένας κυνοτρόφος ντοπάρει τα σκυλιά του για να κερδίσουν στις κυνοµαχίες. Η ίδια έλεγε για τον εαυτό της πως µας πρόσφερε «όραµα». Η εφηβεία έτσι κι αλλιώς µε είχε τσαλαπατήσει, αλλά η προετοιµασία για τις Εισαγωγικές


µε τσάκισε ολοκληρωτικά. Για έξι µήνες, διάβαζα δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο, καθισµένη στην άβολη καρέκλα µου, µια πατέντα της Μαρίτας, που είχε αφαιρέσει την ταπετσαρία και τα µαξιλάρια από µια καρέκλα της τραπεζαρίας ώστε το κάθισµα να είναι αρκετά σκληρό για να µε κρατά σε εγρήγορση. Η Μαρίτα ήθελε µετά µανίας να τα καταφέρω, για διαφορετικούς λόγους από τη µητέρα µου. Η ίδια η Μαρίτα είχε στερηθεί εκ των πραγµάτων τη µόρφωση, συνεπώς απαιτούσε από το alter ego της (εµένα δηλαδή) τη µάξιµουµ απόδοση, λες και η επιτυχία µου θα ανύψωνε και την ίδια. Υπήρχε, µεταξύ της Μπέλλας και της Μαρίτας, ένας εσωτερικός ανταγωνισµός, σαν να ποντάρανε σε διαφορετικά άλογα ιπποδρόµου. Η µητέρα µου πόνταρε στην Ντόλη. Η Μαρίτα σε µένα. Τέλος πάντων, εκείνος ο χειµώνας ήταν φρικτός. Υπέφερα από αϋπνίες, από φουσκώµατα, από ανεξιχνίαστους πόνους στα κόκαλα και από µια όψιµη ακµή που είχε γεµίσει το πρόσωπό µου µε φλογισµένους κρατήρες που ξέρναγαν πύον. Επιπλέον, ο κύκλος µου είχε απορρυθµιστεί· άλλοτε αιµορραγούσα για δεκαπέντε µέρες και άλλοτε η περίοδός µου περιοριζόταν σε µερικές σταγόνες. «Από το άγχος είναι», είχε διαγνώσει η µάνα µου, οµόφωνα µε τη Μαρίτα. Από την άλλη, τα αδέλφια µου συνέχιζαν τους δικούς τους ρυθµούς ζωής, χωρίς κανένα σεβασµό προς την προσπάθειά µου. Η Ντόλη στο διπλανό δωµάτιο µάθαινε και δίδασκε στην πράξη τους νόµους της βιολογίας πάνω σε δεκάδες κορµιά, η γκάµα των οποίων εντυπωσίαζε. Τα χάχανα, η δυνατή µουσική και τα βογκητά της διαπερνούσαν τους τοίχους που µας χώριζαν και µπήγονταν βασανιστικά στα αφτιά µου. «Σόδοµα και Γόµορρα», έλεγε η Μαρίτα όταν µου έφερνε τις στυµµένες πορτοκαλάδες και τις αλειµµένες µε µερέντα φέτες ψωµιού. «Το στόχο σου εσύ!» συµπλήρωνε ενθαρρυντικά. «Τι να κάνουµε, ο καθένας µε τα όπλα του». Την ίδια περίοδο, ο Βάκης, που τότε ήταν δεκατριών, περνούσε µια φάση µονοµανίας µε το πιάνο. Η µάνα µου, που του συµπεριφερόταν ανέκαθεν σαν να ήταν εκκολαπτόµενο παιδί-θαύµα, του είχε εµφυσήσει την ιδέα πως ήταν σαφώς καλύτερος από τον Σγούρο (άλλο ένα «όραµα» της Μπέλλας) και πως όφειλε να το αποδείξει. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα ο Βάκης να παίζει µε τις ώρες τη Σονάτα του Σεληνόφωτος ή το Turkish March, φάση που διήρκεσε µόλις δύο µήνες, γιατί σύντοµα ο αδελφός µου κατάλαβε πως µπορεί να ήταν ιδιοφυΐα, όχι όµως µουσική ιδιοφυΐα. Ωστόσο, εκείνη την άνοιξη, διατηρούσε ακόµη την πεποίθηση πως θα γινόταν σολίστας, οπότε ξηµεροβραδιαζόµασταν µε τους ήχους του Μπετόβεν και του Μότσαρτ. Μόλις η Μαρίτα κατάλαβε πως τα αδέλφια µου και οι συνήθειές τους απειλούσαν σοβαρά τη µελέτη µου, αποφάσισε πως έπρεπε να αποµονωθώ σε έναν πιο προσωπικό χώρο. Για το σκοπό αυτό διαµόρφωσε σε αναγνωστήριο, στα κρυφά, για να µου κάνει έκπληξη, ένα δωµατιάκι στην άκρη άκρη του κήπου, το οποίο χρησίµευε αρχικά για την αποθήκευση των εργαλείων κηπουρικής που είχαν ξεµείνει από τις εποχές που υπήρχε ακόµη κηπουρός. Το δωµάτιο δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα τετραγωνικά και ήταν γεµάτο τσουγκράνες, τσάπες και ξεθυµασµένα λιπάσµατα, που ξερνούσανε στο χώρο µια µυρωδιά κλούβιου αβγού. Η Μαρίτα το καθάρισε και το αέρισε, το άδειασε από τη µηχανή του γκαζόν και τα άλλα κηπουρικά και εγκατέστησε µέσα ένα γραφειάκι και τη γνωστή καρέκλα, ακριβώς κάτω από το µικρό παραθυράκι µε τα κάγκελα, καθώς και ένα κασετόφωνο µε µία και µοναδική κασέτα που είχε γραµµένο µπρος και πίσω ένα και µόνο τραγούδι, το «Τhe Νight» των Animals, τραγούδι που


µου δηµιουργούσε µια περίεργη αγωνιστικότητα και που ήταν η µόνη µουσική που µπορούσα να ανεχτώ όταν διάβαζα. Το δωµάτιο µε ενθουσίασε. Πέρα από την ησυχία και την αποµόνωση, µου έδωσε µια ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας. Επισκεπτόµουν το κυρίως σπίτι µόνο το βράδυ, για ύπνο, ή για να χρησιµοποιήσω την τουαλέτα. Τον Απρίλιο ο καιρός είχε γλυκάνει και εποµένως η θέρµανση δεν ήταν απαραίτητη, ο δε κήπος είχε αρχίσει να οργιάζει, µέσα από το παραθυράκι χώνονταν τα κλαδιά από τη µουριά και άλλα παλιόχορτα, που είχαν ψηλώσει απειλητικά από την έλλειψη φροντίδας. Αν και υπέφερα λιώνοντας στο διάβασµα, φαντασιωνόµουν πως βρισκόµουν µέσα σε µια φιλική ζούγκλα, σ’ ένα ερηµητήριο, όπου ο εαυτός µου προσπαθούσε να ξεπεράσει τον εαυτό µου. Ξεγελούσα το άγχος των επικείµενων εξετάσεων µε την εξής φαντασίωση: ήµουνα, λέει, ένας εκκεντρικός επιστήµονας, χωµένος στον Αµαζόνιο, και το αποτέλεσµα της ακαταπόνητης δουλειάς µου θα ήταν µεγαλειώδες, θα έσωζε τον πλανήτη. I am a scientist, I produce science, έλεγα και ξανάλεγα, ενώ οι Animals τραγουδούσαν ξανά και ξανά το ίδιο κοµµάτι και ενώ έλυνα εκατοντάδες ασκήσεις Φυσικής. Για να αντεπεξέλθω στην πίεση εκείνης της περιόδου άρχισα να καπνίζω συστηµατικά. Στην αρχή έκλεβα τσιγάρα από την Ντόλη, που συνήθως δεν είχε ιδέα πόσα τσιγάρα κάπνιζε και που, όταν της τελείωναν, έστελνε την Μπέλλα στο περίπτερο για να της τα προµηθεύσει. Καθώς όµως οι ανάγκες µου όλο και αυξάνονταν, εξοµολογήθηκα την καινούρια µου έξη στη Μαρίτα, η οποία έδειξε απόλυτη κατανόηση. Εξάλλου, η ίδια κάπνιζε αρειµανίως, καµιά φορά µάλιστα ξυπνούσε µόνο και µόνο για να καπνίσει. Στη µάνα µου ποτέ δεν παραδέχτηκα πως κάπνιζα, γιατί ήξερα πως, αν και στην Ντόλη συγχωρούσε τα πάντα, σε µένα δε θα συγχωρούσε τίποτα. Σιγά σιγά, εµπλούτισα το δωµατιάκι. Κόλλησα δύο φωτογραφίες του Παστέρ και µία της Κιουρί για να εµπνέοµαι, έφερα µια βαθιά πολυθρόνα από το σαλόνι για να ξεκουράζοµαι και άρχισα να ζωγραφίζω τους τοίχους στα διαλείµµατα, χρησιµοποιώντας τους φλούο µαρκαδόρους υπογράµµισης. Τα βράδια, µε το φως του αµπαζούρ που είχα για τη µελέτη, το δωµατιάκι έπαιρνε µια µποέµικη ατµόσφαιρα, που µε ανέβαζε ψυχολογικά και ξεγελούσε τη µιζέρια µου. Κανείς, εκτός από τη Μαρίτα, δεν επιτρεπόταν να διαβεί το ησυχαστήριό µου. Καθώς οι εξετάσεις πλησίαζαν και το άγχος κορυφωνόταν, άρχισα να απουσιάζω από το σχολείο προκειµένου να µη χάνω χρόνο. Ο ξάδελφος της µητέρας µου, ενδοκρινολόγος (όλοι οι συγγενείς από την πλευρά της ήταν γιατροί), έστειλε στο σχολείο µια φλου διάγνωση για «ενδοκρινολογική απορρύθµιση» προκειµένου να τακτοποιήσει το θέµα των απουσιών. Καµιά φορά, έφταναν στα αφτιά µου η πανκ µουσική από το δωµάτιο της Ντόλης και το γέλιο των αγοριών της, που πίνανε µπίρες στη βεράντα, αλλά όλα πια ήταν πολύ µακρινά, ήχοι από έναν ξεχασµένο πλανήτη. Μέσα σ’ εκείνο το δωµάτιο, όπου πέρασα σχεδόν τρεις µήνες, επινόησα τον εαυτό µου. Εξασκήθηκα στη στέρηση, στην αποµόνωση και στη σκληρή δουλειά. Έµαθα να ακούω µόνο τις σκέψεις µου και να ερεθίζοµαι πνευµατικά µόνο από αυτές («οι σκέψεις µου είναι οι πόρνες µου», είχε πει ο Ντιντερό). Ξεπέρασα την ανάγκη του ύπνου, τη σωµατική κούραση, τις φοβίες µου. Πάτησα και νίκησα τα ελαττωµατικά µου γονίδια. Αποφάσισα ποια θα είµαι. Πλέον όµως εκείνες οι εφηβικές αποφάσεις δεν είχαν καµία µα καµία σηµασία. Γιατί,


πλέον, είχα αυτοαναιρεθεί. «Κάνε πιο γρήγορα», είπα αυταρχικά στον Αντωνιάδη. Οι ίδιες µου οι σκέψεις µε είχαν θυµώσει. Και η µυρωδιά του αίµατος µου είχε κάψει τα ρουθούνια. Ήταν κάτι που µου συνέβαινε πρώτη φορά. «Έλα, έλα, τελείωνε!» είπα στον ίδιο θυµωµένο τόνο, και βγήκα από το χειρουργείο.


36

EΝΑ ΧΑΡΤΙ κολληµένο πίσω από την πόρτα έγραφε: Ιµατισµός και Επίπλωση: Ένα κρεβάτι τύπου κουκέτα Ένα γραφείο Μία πολυθρόνα

Μπορούσα να απαγγείλω νοερά τη συνέχεια, µια και ήταν εκατοντάδες οι φορές που είχα δει και ξαναδεί τη συγκεκριµένη λίστα: Δύο µαξιλάρια Δύο κουβέρτες Τέσσερα σεντόνια Μία Βίβλος

Μπήκα και, καθώς η πόρτα έκλεισε, ακούµπησα την πλάτη µου σε αυτή, σαν να είχα κλειδώσει απέξω τους εχθρούς µου. Το εφηµερείο µύριζε κλεισούρα, αλλά το αναµµένο καλοριφέρ έδινε στο δωµάτιο µια αίσθηση ζεστού καταφύγιου. Πέταξα την ποδιά του χειρουργείου στο πάτωµα και έµεινα µε τα πράσινα – ένα υπερµέγεθες παντελόνι, διπλωµένο στα µπατζάκια για να γίνεται πιο κοντό, και µια µπλούζα µε V, φαρδιά, τεράστια. Έπεσα µπρούµυτα πάνω στα σεντόνια και αγκάλιασα το µαξιλάρι. Ήθελα να κοιµηθώ. Τίποτ’ άλλο. Το εσωτερικό τηλέφωνο, µια παµπάλαια βραχνή συσκευή, κουδούνισε. Μπορούσα να το ξεριζώσω. Αντί γι’ αυτό, το σήκωσα. «Εκεί είστε; Εννοώ, εκεί είσαι;» «Εδώ. Ένιωσα λίγο περίεργα στο χειρουργείο και ήρθα να ξεκουραστώ». «Ανησύχησες µε το τρύπηµα; Η Ελένη έστειλε ήδη αίµα στο Μικροβιολογικό». «Μπα, καθόλου. Η βελόνα δεν τρύπησε το χέρι µου. Έσκισε µόνο το γάντι. Υποφέρω απλώς από νύστα. Από τα χτεσινά ποτά. Όλα καλά εκεί κάτω;» «Ναι, ναι, όλα ήσυχα. Ο µοτοσικλετιστής ξύπνησε µια χαρά». Η φωνή του έκρυβε ένα δισταγµό όταν συνέχισε: «Έλεγα να πάµε µαζί στην τραπεζαρία για φαγητό». Με κάποια θλίψη, διαπίστωσα πως ήταν η πρώτη πρόσκληση για φαγητό από έναν άντρα εδώ και δέκα χρόνια – ο Κώστας δε µετρούσε. Το φαγητό της τραπεζαρίας τις περισσότερες φορές δεν τρωγόταν, αλλά ήταν παραµονές Χριστουγέννων και ίσως το µενού να είχε κάτι καλύτερο από τα κατεψυγµένα κρέατα Αργεντινής και τα φθισικά κοτόπουλα που τρώγαµε συνήθως.


«Λες ο σεφ να έβαλε τα δυνατά του;» είπα ανάλαφρα. Πρώτα ανέπνευσε βαθιά και µετά γέλασε. «Φέρανε για την περίσταση σεφ µε δύο αστέρια Μισελέν». «Κατεβαίνω, σε δέκα λεπτά θα ’µαι στο γραφείο». Πετάχτηκα από το κρεβάτι και µέσα στον ενθουσιασµό χτύπησα το µέτωπο στο ξύλο του πάνω κρεβατιού. Ο ύπνος µου είχε κάνει φτερά. Βγήκα στο διάδροµο και µπήκα στο µεγάλο χώρο µε τους νιπτήρες και τα ντους. Ξεντύθηκα µε κάποιες περιττές προφυλάξεις –ο χώρος ήταν παντελώς άδειος– και πάτησα στα βρόµικα πλακάκια του ντους, αφήνοντας το νεσεσέρ µου κρεµασµένο σε ένα καρφί. Είχα πασαλειφθεί µε το αφρόλουτρο, όταν ανακάλυψα πως το νερό δεν εννοούσε να ζεσταθεί. «Όχι τώρα!» είπα φωναχτά. «Βροµονοσοκοµείο!» Ξεπλύθηκα όπως όπως µε παγωµένο νερό. Φόρεσα τα σαµπό µου, που είχαν ακόµη λεκέδες αίµατος στην επιφάνεια, και σκουπίστηκα µε µια ύποπτης καθαριότητας µεγάλη πετσέτα που είχα πάρει µαζί µου. Έβαλα ξανά τα ίδια πράσινα, δεν προλάβαινα να πάω στο υπόγειο για καινούρια. Οι νιπτήρες που βρίσκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο θύµιζαν κατασκήνωση ή στρατώνα, και καθώς είδα το µούτρο µου στο ραγισµένο καθρέφτη του ενός, ένιωσα σαν στρατιώτης που ετοιµάζεται να ξυριστεί. Πάντως, όχι σαν γυναίκα που πάει για φαγητό µε έναν άντρα, έστω στην τραπεζαρία ενός νοσοκοµείου... Σουλουπώθηκα παστώνοντας το µέτωπο µε µέικ απ, οι µελανιές του µπότοξ ήταν ακόµη εµφανείς. Περπάτησα ως το ασανσέρ προσπαθώντας να εξασκήσω στα δέκα βήµατα που µου απέµεναν ένα κοµψό περπάτηµα, λίγο αέρινο, λίγο µοντελίστικο, σαν αυτό της Ντόλης. Τα σαµπό, µε το ξύλινο τραχύ εσωτερικό τους, µου έγδερναν τις πατούσες και δε βοηθούσαν καθόλου στην προσπάθεια. Έµεναν ακόµη πέντε λεπτά ώσπου να τον συναντήσω. Αποφάσισα να τα καταναλώσω χρησιµοποιώντας τις σκάλες, δεν έπρεπε επ’ ουδενί να δείξω ανυποµονησία. Κατέβηκα τους πέντε ορόφους µε το πάσο µου, ενώ τα σαµπό άφηναν έναν ενοχλητικό ήχο πάνω στο µάρµαρο. Τον βρήκα έξω από το γραφείο. Τον χαιρέτησα παραπάνω χαρωπά απ’ όσο υπολόγιζα, σαν να είχα να τον δω χρόνια και όχι λίγη µόλις ώρα. Φορούσε κι αυτός τα πράσινα, αλλά «σωστά»: το παντελόνι ήταν στο µέγεθός του και η µπλούζα του τσίτωνε στις πλάτες. Η τραπεζαρία ήταν άδεια. Σερβιριστήκαµε σιωπηλοί. Έριξα το φαγητό ανόρεχτα στο µεταλλικό δίσκο µου, ενώ µέσα µου ξαναφούντωνε η αίσθηση στρατοπέδου. Ένιωσα σαν να έπαιρνα ανάσες κάτω από νερό. Ασφυκτικά. «Δε νιώθεις καµιά φορά πως είµαστε φυλακισµένοι;» «Ναι», είπε κάπως έκπληκτος. «Αλλά µ’ αρέσει η χειρουργική. Είναι σαν διαλογισµός». «Νόµιζα πως µόνο εγώ αισθανόµουν έτσι...» Καθίσαµε ο ένας απέναντι από τον άλλο στην άκρη ενός µακριού τραπεζιού. «Παρ’ όλα αυτά, καµιά φορά το νοσοκοµείο γίνεται φυλακή», επέµεινα. «Μπα... Στη φυλακή έχουν καλύτερο φαγητό», είπε. Οι άκρες από τα χείλη του είχαν ανασηκωθεί σε χαµόγελο. Ανέσυρε από την άµορφη µάζα του δίσκου ένα κοµµάτι κρέας και το ’ριξε στο στόµα, ακόµη


χαµογελώντας. Η κίνησή του ανασήκωσε κι άλλο το κοντό µανίκι της µπλούζας του και αποκάλυψε το µπράτσο του. Αυτόµατα, το µυαλό µου χτύπησαν εικόνες από άτλαντες ανατοµίας –δικέφαλος, τρικέφαλος, δελτοειδής– και, µετά, στο καπάκι, εικόνες από εκείνο το µεσηµέρι. Ξέρω τι υπάρχει κάτω από αυτό το πράσινο πανί, σκέφτηκα. Θα πρέπει να είχα αφήσει το βλέµµα µου πάνω του παραπάνω απ’ όσο επιτρέπουν οι κοινωνικοί κανόνες, γιατί ξερόβηξε αµήχανα. Ήπιε µια γουλιά νερό. «Το φαγητό δεν τρώγεται», αποφάνθηκε. «Χαριτωµένη η αρραβωνιαστικιά σου», έριξα στο άσχετο. «Δεν είναι ακριβώς αρραβωνιαστικιά µου. Απλώς είµαστε µαζί καιρό. Λέω πως είµαι αρραβωνιασµένος γιατί έτσι προστατεύοµαι από µπλεξίµατα στη δουλειά. Οι γυναίκες καµιά φορά γίνονται... περίεργες». Μιλούσε χωρίς έπαρση, αλλά µε απόλυτη επίγνωση της γοητείας του. «Για τις προάλλες, θέλω να σου πω πως...» άρχισα απολογητικά. «Μην κουράζεσαι. Το έχω ήδη ξεχάσει». Γύρισα το πρόσωπό µου προς τις τζαµαρίες για να µη δει πως ενοχλήθηκα. Τι σκατά; Πώς το είχε ξεχάσει; Πώς µπορεί να το έχει ξεχάσει; Ο ουρανός είχε πάρει ένα ροζ χρώµα. «Θα χιονίσει κι άλλο. Δες τον ουρανό», είπε µε ήρεµη φωνή. Με τύλιξε µια ζεστασιά, σαν να µου είχε ρίξει κουβέρτα στους ώµους. Θα µπορούσα να κοιτάω µαζί του τον ουρανό για ώρες και να βρίσκω ενδιαφέρουσα αυτή την άσκοπη διαδικασία. Ειδικά αν µετά µε έπαιρνε µαζί του στο κρεβάτι. Εκείνη τη στιγµή ένιωσα βασανιστική την έλλειψη αλκοόλ. Γεύτηκα στη γλώσσα µου εκείνο το µπράντι που πίναµε στα κρυφά µε τη Μαρίτα. Χρειαζόµουνα µια τέτοια τόνωση, κάτι για να αισθανθώ γενναία. Άφησα το χέρι µου να πέσει κοντά στο δικό του. Κάτι έπρεπε να πω, αλλά δεν έβρισκα τα λόγια. Στο στοµάχι µου χτυπούσαν κρουστά και τύµπανα. Υπόκωφα, διεγερτικά. Απέξω σιωπούσαµε. Τα χέρια µας αναπαύονταν το ένα παράλληλα µε το άλλο, το δικό του δυνατό, µε φουσκωµένες µπλαβιές φλέβες, το δικό µου χλοµό και τέλεια αποτριχωµένο από τις «Μανόλιες». «Τι κωλοεφηµερία, Θεέ µου!» Η φωνή του Ιούλιου ακούστηκε πίσω µας, και µετά ο πάταγος που έκανε ο µεταλλικός του δίσκος καθώς σωριαζόταν στο τραπέζι. «Όλο το νοσοκοµείο έχει αδειάσει», συµπλήρωσε, «και το Ορθοπεδικό βογκάει από τον κόσµο. Όλοι οι γέροι του Λεκανοπεδίου έχουν σπάσει τις λεκάνες τους µε αυτή τη γλίτσα του χιονιού». Ο Αντωνιάδης τράβηξε το χέρι του τόσο προσεκτικά, που πέτυχε το αντίθετο αποτέλεσµα από αυτό που σκόπευε. Ο Ιούλιος όχι µόνο το πρόσεξε, αλλά το σχολίασε κιόλας. «Τι κάνετε εδώ; Φλερτάρετε;» Μου έριξε ένα βλέµµα απαξίωσης, σαν να µην υπήρχε καµία πιθανότητα να µε φλερτάρει οποιοσδήποτε άντρας. Ήταν γνωστή η κόντρα µας, µόνο που κανείς από τους δυο µας δε θυµόταν από πού είχε ξεκινήσει. Γέλασε µε έναν ειρωνικό τόνο –ενώ ταυτόχρονα µε κοιτούσε– και συνέχισε. «Το πράγµα γίνεται χειρότερο: τα καλοριφέρ στα ανατολικά εφηµερεία δε δουλεύουν και µ’ αυτό το


ψοφόκρυο θα πρέπει να µοιραστούµε τους κοιτώνες. Ελπίζω, Αντωνιάδη, να µη µυρίζουν τα πόδια σου!» «Θα κοιµηθώ εγώ µε τον Αντωνιάδη», είπα, µε µια λαχτάρα που δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Ιούλιο. «Ας χωριστούµε ανάλογα µε την κλινική. Εµείς οι χειρουργοί µαζί». «Τα κοριτσάκια θα κοιµηθούν µε τα κοριτσάκια και τα αγοράκια µε τα αγοράκια. Πήγαινε στο 608 µε τη Λαµπροπούλου». «Με τη Λαµπροπούλου δε λέµε ούτε καληµέρα», διαµαρτυρήθηκα. «Ε, σήµερα θα πείτε καληνύχτα!» Έριξα στον Ιούλιο µια κακή µατιά. «Βλέπω, τα έχεις τακτοποιήσει όλα...» Μου αντιγύρισε ένα βλέµµα έχιδνας. «Αφήστε, θα κοιµηθώ εγώ µε τη Λαµπροπούλου», πέταξε ο Αντωνιάδης. Και µετά γελώντας: «Κοιµηθείτε µαζί οι δυο σας!» Ανασηκώθηκα αρπάζοντας το δίσκο µου µε έµφαση. Είχαµε ξεπεράσει τους κανόνες της ευπρέπειας – ειδικά ο Αντωνιάδης, που ήταν κατώτερός µου στην ιεραρχία. Έφυγα χωρίς να τους χαιρετήσω, αντιγράφοντας –όσο µπορούσα– την Ντόλη. Μέσα µου ευχόµουν να µην µπερδευτώ από τα µακριά µπατζάκια του παντελονιού και σκοντάψω µπροστά στα µάτια τους.


37

ΠΗΓΑ ΚΑΙ ΚΡΥΦΤΗΚΑ στο εφηµερείο. Δεν επρόκειτο να το κουνήσω από εκεί ακόµη κι αν ο Ιούλιος ερχόταν να µε σηκώσει µε βίντσι. Το κινητό µου χτύπησε. Ο Βάκης. Πάντα τις πιο ακατάλληλες ώρες... «Αδελφούλα, δε θα το πιστέψεις! Θυµάσαι που είχα σχεδιάσει καιρό πριν ένα υποβρύχιο που τρώει χώµα; Πούλησα την πατέντα σε µια εταιρεία τηλεφωνίας. Το χρειάζονται για να σκάβουν υποβρυχίως και να περνούν τα καλώδια κάτω από τη θάλασσα». «Χρήµα θα πάρεις;» Τρόµαξα κι εγώ µε το πόσο κυνική ακουγόµουνα. «Δεν έχουµε µιλήσει ακριβώς για το ποσό, αλλά ο υπεύθυνος µου είπε πως θα έχει πολλά πολλά µηδενικά...» «Τι να πω; Συγχαρητήρια». Ήµουν τόσο εξουθενωµένη, που δεν µπορούσα να δείξω περισσότερο ενθουσιασµό. Μόλις το έκλεισε, έπεσα στο στρώµα µε τα µάτια στυλωµένα στο πάνω κρεβάτι. Από κάποιο δωµάτιο ακούγονταν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, ηχογραφηµένα σε µια γλυκερή βερσιόν, ξανά και ξανά. Απροσδόκητα, κύλησε ανάµεσα στις σκέψεις µου ο Κώστας. Προσπάθησα µε κόπο να θυµηθώ το πρόσωπό του· η µνήµη µου αναπαρήγε µόνο µια θολή εικόνα. Ήµουν ακόµη παντρεµένη µαζί του, αλλά τα κύτταρά µου είχαν απαλλαγεί από κάθε ίχνος νοσταλγίας, σαν η αποξένωση των τελευταίων µηνών να είχε φτάσει πια στο ζενίθ. Ωστόσο, όσο γελοίος κι αν είχε καταντήσει να είναι ο γάµος µου, ήταν η µοναδική µου ευκαιρία για ένα παιδί. Δεν έπρεπε να την κάψω. Έπρεπε να κάνω το µαλάκα, να συρθώ εν ανάγκη, να τον παρακαλέσω να γυρίσει. Τουλάχιστον µέχρι να εξασφαλίσω λίγο παραπάνω σπέρµα για άλλη µία εξωσωµατική. Στριφογύρισα στο κρεβάτι εξοργισµένη µε τον Κώστα, εξοργισµένη µε τον εαυτό µου που έπεφτα στην ανάγκη του. Μέσα µου ο αυτοσεβασµός µου είχε ζαρώσει. Βυθίστηκα σ’ ένα λήθαργο, σαν να βρισκόµουν σε ένα βαθύ, ζεστό πηγάδι. Ξύπνησα από το δέκτη της εφηµερίας, κάθιδρη από τη θέρµη της βαριάς κουβέρτας και το καλοριφέρ που έκανε το χώρο πνιγερό. «Τι;» ρώτησα στη συσκευή, ακόµη παγιδευµένη στα όνειρά µου. «Ο Αντωνιάδης είµαι. Έλα γρήγορα στα Επείγοντα. Έγινε τροχαίο µε τουριστικό λεωφορείο στην Κόρινθο, το νοσοκοµείο εκεί έχει φουλάρει, στέλνουν µε τα ασθενοφόρα τους επιπλέον τραυµατίες σε µας. Κάλεσα και τους νευροχειρουργούς. Α, και φυσικά και τον Ιούλιο». Κατέβηκα στα Επείγοντα, σιχτιρίζοντας µέσα µου την κακή µου τύχη. Δεν ήµουν σε καλή φάση για τέτοιου τύπου βαριά δουλειά. Τα φορεία µπαινόβγαιναν µέσα από τη σαν σε σαλούν πόρτα των Επειγόντων, οι νοσηλευτές του ΕΚΑΒ µε τα φλούο πορτοκαλιά τους ρούχα δίνανε ένα µίνι ιστορικό κι ύστερα φεύγανε βιαστικοί, αφήνοντας ένα σωρό πληγωµένους ανθρώπους.


Μέσα σ’ εκείνο το µπέρδεµα µε τους τραυµατισµένους ηλικιωµένους ασθενείς –το λεωφορείο µετέφερε σε εκδροµή τα µέλη κάποιου ΚΑΠΗ– που βογκούσαν πάνω στα φορεία και τους νοσηλευτές που βάζανε ορούς και πρόσφεραν τις πρώτες βοήθειες, αναγνώρισα τον Ιούλιο, τον Γεωργίου –το νευροχειρουργό της Ζέτας– και τον Αντωνιάδη, µε τα πρόσωπά τους αλλοιωµένα από το στρες. Έπεσα µε ζήλο πάνω σε µια τραυµατισµένη γριά που έριχνε κατάρες στον οδηγό του λεωφορείου, ο οποίος βρισκόταν κατά σύµπτωση στο φορείο δίπλα της. Έκανα αυτό που ήξερα να κάνω καλά. Τη δουλειά µου δηλαδή. Ζωτικά σηµεία: αρτηριακή πίεση καλή. Σφυγµός γεµάτος, ρυθµικός. Αναπνοή ρυθµική. Αναπνευστικό ψιθύρισµα φυσιολογικό. Κοιλιά µαλακή στην ψηλάφηση, χωρίς εµφανείς κακώσεις. Ασήµαντες εκδορές στην αριστερή κνήµη. Πιθανό κάταγµα στο δεξιό µηρό. Η γριά ούρλιαζε υστερικά ενώ την εξέταζα. Την παρέπεµψα µε χαρά στον Ιούλιο, για να εξακριβώσει αν όντως είχε κάταγµα. Αυτή τον έλουσε µε βρισιές και στο τέλος τσίριξε: «Φέρτε µου έναν άλλο γιατρό, έναν της προκοπής, όχι τούτον δω τον µυστήριο!» Κοίταξα τον Ιούλιο µε πραγµατική ευχαρίστηση. Είναι ωραίος ο πόλεµος όταν νικάς. Πίσω στον οδηγό: Ζωτικά σηµεία σταθερά, καλή αρτηριακή πίεση, καλός σφυγµός, καλή κοιλιά, καλοί πνεύµονες. Μικρά κοµµατάκια γυαλιού από το παρµπρίζ είχαν χωθεί στο πρόσωπό του, έχοντας δηµιουργήσει πιτσιλωτά τραύµατα, αλλά αυτά µπορούσαν να περιµένουν για περιποίηση. Ο οδηγός έδειχνε αποπροσανατολισµένος. «Τι µέρα έχουµε αύριο;» τον ρώτησα. «Δευτέρα;» απάντησε µπερδεµένος. «Τι γιορτή έχουµε αύριο;» Με κοίταξε ζορισµένος, προσπαθώντας να βρει την απάντηση. «Της Παναγίας;» «Θυµάσαι πώς σε λένε;» επέµεινα. «Όχι!» µου είπε µε κάποια έκπληξη. Έγνεψα στον Γεωργίου. «Δικός σας», είπα. «Μάλλον διάσειση». Ρολάρισα µε µια ώθηση το φορείο προς την πλευρά του, ενώ µέσα µου ξαναθυµόµουν γελώντας τα όσα µου είχε εκµυστηρευτεί η Ζέτα για το πέος του. Το βλέµµα µου του έλεγε «Γιατί δε δοκιµάζεις Viagra;», αλλά το δικό του βλέµµα, κάτω από τα παχιά του φρύδια, παρέµεινε ανυποψίαστο. Προφανώς κάποιοι άντρες αγνοούν πως οι γυναίκες στις συζητήσεις τους δε µιλάνε µόνο για µακιγιάζ. Έριξα µια πεταχτή µατιά, όλο στοργή στον Αντωνιάδη, που εκείνη τη στιγµή έκανε περιτοναϊκή πλύση σε έναν ασθενή για να βεβαιωθεί αν είχε εσωτερική αιµορραγία. Ευτυχώς όχι. Κοιταχτήκαµε ανακουφισµένοι. Μόλις είχαµε γλιτώσει ένα έξτρα χειρουργείο. Η δουλειά µάς κράτησε απορροφηµένους για πέντε ώρες. Για καλή µας τύχη, όλοι οι ασθενείς είχαν µικροκακώσεις, που δε χρειάζονταν κάτι παραπάνω από τοπική περιποίηση ή ράµµατα. Στείλαµε τους περισσότερους στο σπίτι τους µε οδηγίες, εκτός από τέσσερις, που µπήκαν στην Ορθοπεδική για ανατάξεις καταγµάτων και χειρουργεία. Σκέφτηκα χαιρέκακα πως ο Ιούλιος θα χειρουργούσε όλο το βράδυ. Τι ωραίος χριστουγεννιάτικος µπουναµάς! Όταν τελειώσαµε, η αίθουσα των Επειγόντων έµοιαζε βοµβαρδισµένη. Σκόρπιες χρησιµοποιηµένες γάζες, κρεµασµένοι οροί µε τις µυτερές άκρες τους να αιωρούνται πέρα δώθε, άδεια φορεία, ξεχασµένα ρούχα των τραυµατισµένων, ανοιγµένα σετ χειρουργικών εργαλείων, µατωµένα και αφηµένα στα βοηθητικά τραπεζάκια. Οι νοσηλεύτριες


προσπαθούσαν να βάλουν τάξη στο χάος σιγοµουρµουρίζοντας κουρασµένες. Μία από αυτές, στρουµπουλή, µε ένα κατάµαυρο, κορακίσιο µαλλί, πέταξε ένα αστείο στον Αντωνιάδη. Αυτός γέλασε, ρίχνοντας το κεφάλι του προς τα πίσω. Το στοµάχι µου χοροπήδησε από τη ζήλια. Τον πλησίασα. Καθίσαµε στο γραφειάκι, που είχε τα χάλια του, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ήθελα να βάλω τα πόδια µου πάνω σ’ ένα σκαµπό, αλλά φοβήθηκα πως αυτή η κίνηση θα µ’ έκανε να φανώ γριά. Ένιωθα τις γάµπες µου εκατό κιλά και η πλάτη µου ήταν µαγκωµένη. Φοβήθηκα πως, έτσι όπως αυτός ήταν δίπλα µου, θα άκουγε τις αρθρώσεις µου να τρίζουν σκουριασµένες – κλακ, κλακ, κλακ. «Κουρασµένη;» ρώτησε. «Όχι και τόσο...» Όχι απλώς κουρασµένη, πε-θα-µέ-νη! «Θέλεις να πας για ύπνο;» «Μα όχι, είναι τόσο νωρίς...» Θέλω να σκάψω ένα λαγούµι και να πέσω σε χειµερία νάρκη για πέντε µήνες... «Θέλεις να πιούµε στο κυλικείο µια Κόκα Κόλα;» «Τι ωραία ιδέα!» Τι απαίσια ιδέα! Θέλω µια βότκα και µια χούφτα υπνωτικά για να ξεραθώ. «Μπορούµε να την πιούµε έξω στο παγκάκι, µε το χιόνι να πέφτει». «Τι καθόµαστε λοιπόν; Πάµε». Τι καθόµαστε λοιπόν; Πάµε στο εφηµερείο να µε πάρεις αγκαλιά. Πήραµε το δρόµο προς την έξοδο περπατώντας δίπλα δίπλα. Έδινα επίτηδες στο βήµα µου ένα ζωηρό ρυθµό, αλλά µάταια. Με ξεπερνούσε σε κάθε βήµα. Πόσων χρονών να ήταν; Όχι πάνω από τριάντα δύο. Έξω χιόνιζε τρελά. Μας φαντάστηκα µόνους σ’ ένα δωµάτιο ξενοδοχείου, το χιόνι να πέφτει ροµαντικά, το τζάκι να καίει, εµείς να πηδιόµαστε και µετά να κοιµόµαστε κάτω από ένα αφράτο πάπλωµα. Το κρύο ξύριζε κι εγώ φορούσα µόνο τα πράσινα. Ρίγησα. «Κρυώνεις;» «Λίγο...» Κρυώνω απίστευτα, έχει παγώσει η καρδιά µου, είµαι σχεδόν σαράντα, παρατηµένη, χωρίς παιδί, χωρίς λεφτά, είµαι παγωµένη µέσα έξω, frozen, που τραγουδούσε κι η Μαντόνα. Το κυλικείο ήταν ζεστό, ευτυχώς. Μπήκαµε και κλείσαµε την πόρτα. Θα µπορούσαµε να πιούµε κάτι εδώ, σκέφτηκα. Μόλις είδα την υπάλληλο, άλλαξα γνώµη. Φορούσε έναν αγιοβασιλιάτικο σκούφο και κάτω από το λαιµό της τα στήθη της ανέτελλαν µεγαλόπρεπα. «Τι να σας ετοιµάσουµε;» είπε ζωηρά, µε τα στήθη της να πεταρίζουν στο ρυθµό της φωνής της. Στα µάγουλά της είχε ζωγραφισµένο από ένα κόκκινο αστέρι. Θυµήθηκα τον Κώστα. «Οι µικρές τσουλίτσες γίνονται όλο και καλύτερες», έλεγε. Παραγγείλαµε. Εκείνη ετοίµαζε την παραγγελία κι έριχνε κλεφτές µατιές στον Αντωνιάδη. Από πότε ο Αντωνιάδης είχε τέτοιο σουξέ; Δεν ήταν και ο Κλούνεϊ... Τον ξανακοίταξα µε ανανεωµένο ενδιαφέρον. Ήθελα να τον αρπάξω και να τον κατασπαράξω σε µια γωνιά, όπως κάνουν οι ύαινες στη ζούγκλα. Ενώ πληρώναµε, η υπάλληλος νιαούρισε ευχάριστα. Πού την έβρισκε τόση χαρά; Μου ήρθε να ακουµπήσω το µάγουλό µου στο δικό της για να µου µεταγγίσει τα νιάτα της, τη χαρά της και ένα από τα κόκκινα αστέρια. Όταν βγήκαµε από το κυλικείο, έπεσε ανάµεσά µας η ένοχη σιωπή των ανθρώπων που


έχουν στο παρελθόν πηδηχτεί µεταξύ τους µε λάθος κίνητρα, σε λάθος χρονική στιγµή, σε λάθος µέρος. Μαζεύτηκα. Όχι από το κρύο. Πίσω από αυτή τη σιωπή, διέκρινα πάνω του τον ίδιο θυµό που µου είχε δείξει στο ασανσέρ το ίδιο πρωί. Ίσως είχε έναν προσωπικό ηθικό κώδικα που εγώ είχα παραβιάσει. Η χαρούµενη οικειότητα της µέρας αντικαταστάθηκε από µια παγωµάρα. Εκνευρίστηκα µε τον εαυτό µου, καθώς ένιωσα να µε επηρεάζει αυτό το σκοτσέζικο ντους. Από πότε είχε αποκτήσει τόση σηµασία για µένα; Τον χαιρέτησα κάπως βιαστικά και ανακοίνωσα πως θα πήγαινα για ύπνο. Τράβηξα βαριεστηµένα προς την κλινική, νιώθοντας πως µε κάθε βήµα γερνούσα δέκα χρόνια. Έριξα µια µατιά στους ασθενείς, περνώντας µε µια διάθεση αιφνιδιασµού από θάλαµο σε θάλαµο. Ξαφνικά δε νύσταζα καθόλου. Ανέβηκα στην τραπεζαρία. Το φαγητό είχε αποσυρθεί, κοίταξα το ρολόι µου, ήταν ήδη δώδεκα, η τραπεζαρία είχε κλείσει πια για φαγητό. Αναπάντεχα, τον είδα να στέκεται µε την πλάτη µέσα στο ηµίφως. Τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου έδιναν εναλλασσόµενες χρωµατικές εκδοχές της φιγούρας του. Πότε φωτιζόταν κόκκινος, πότε µπλε, σαν εκείνο τον γκόµενο στο Avatar. Έτρεξα σχεδόν, στραβοπατώντας πάνω στα σαµπό µου, και πήγα και τον αγκάλιασα από πίσω, µε τη µύτη µου να βυθίζεται ανάµεσα στις ωµοπλάτες του. Έδεσα τα χέρια µου γύρω του, µε τις παλάµες µου να µπλέκονται µπροστά του, λίγο πιο κάτω από το στήθος. Ένιωσα σαν το σώµα του να ήταν το µόνο σταθερό σηµείο για να πιαστώ, ένας γερός πάσσαλος χωµένος στη µέση κινούµενης άµµου. Διψούσα για στοργή. Του το έδειξα.


38

ΞΗΜΕΡΩΣΕ ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΠΡΗ ΜΕΡΑ. Όταν βγήκα στο πάρκινγκ, µισόκλεισα τα µάτια, σαν να είχα έρθει τετ α τετ µε τον ίδιο τον Βόρειο Πόλο. Είχα φύγει σαν κλέφτης από το νοσοκοµείο, αποφεύγοντας να περάσω από το γραφείο και έχοντας φορτώσει τον Αντωνιάδη µε όλη τη γραφική δουλειά. Ήταν αδύνατο να τον δω µετά το παρορµητικό συναισθηµατικό ξέσπασµα της προηγούµενης βραδιάς. Αισθανόµουν σαν να µε είχε κηλιδώσει στα µάτια του. Από παιδί απεχθανόµουν το να δείχνω αδυναµία. Συνέχιζε να χιονίζει. «Αν το χιόνι αγγίξει τα µαλλιά σου, γίνεσαι για λίγο ευτυχισµένη», έλεγε η Μαρίτα. Άφησα τα µαλλιά µου να καλυφθούν από νιφάδες, χωρίς όµως να νιώσω καµιά αισθητή διαφορά στη διάθεση. Συνέχιζε να χιονίζει, συνέχιζα να νιώθω χάλια. Άρχισα να οδηγώ ενώ σκεφτόµουν πως ήµουν κατάκοπη. Υπερβολικά κατάκοπη για να αναµετρηθώ µε το χριστουγεννιάτικο γεύµα στο σπίτι της αδελφής µου. Το προηγούµενο βράδυ η Ντόλη µού είχε στείλει µήνυµα στο κινητό: Σε περιµένουµε αύριο. Κατά τις τρεις είναι καλά;

Εννοούσε βέβαια κατά τις τέσσερις, συνήθως κοιµόταν ως τις τρεις. Οποιαδήποτε επαφή µε τους δικούς µου φάνταζε ανθυγιεινή. Και επικίνδυνη. Όσο επικίνδυνο είναι να βρίσκεσαι σε φαλαινοθηρικό, ανάµεσα σε τεράστια παγόβουνα της Ανταρκτικής. Η ίδια η Ντόλη ήταν παγόβουνο, µπορούσες να σπάσεις τα κόκαλά σου ακόµη κι αν ερχόσουν σε επαφή µε τον αέρα γύρω της. Ενώ πάρκαρα, στο µυαλό µου γεννήθηκε ένα κόκκινο ερωτηµατικό: Γιατί η Ντόλη είχε γράψει «σε περιµένουµε» αντί για «σας περιµένουµε»; Θα έπαιρνα όρκο πως δεν της είχα πει ούτε λέξη για τον Κώστα. Ξανάφερα στο νου µου τη συνάντησή µας στο πατρικό και την έπαιξα καρέ καρέ µέσα στο κεφάλι µου. Ναι, ήµουν απόλυτα σίγουρη. Δε µου είχε ξεφύγει τίποτα. Το σπίτι του γκοφρετοβιοµήχανου, µε τα ολόιδια καλοκλαδεµένα δέντρα στη σειρά και τη µινιµαλιστική αρχιτεκτονική, κραύγαζε «Λεφτά, λεφτά, λεφτά: λεφτά µε ουρά». Διάβηκα τον κήπο κοιτώντας τα πόδια µου, σαν να ήλπιζα να βρω χαρτονοµίσµατα πάνω στο γρανιτένιο, σκεπασµένο µε χιόνι µονοπατάκι που έφτανε ως την εξώπορτα. Άνοιξε η ίδια η Ντόλη, µε ένα λεπτό µάλλινο φόρεµα στο χρώµα του πάγου – σίγουρα Armani. Φιληθήκαµε στον αέρα. Το σπίτι µύριζε κερί από το Θιβέτ και γαλοπούλα. Τα παιδιά φάνηκαν και µε χαιρέτησαν κάπως σεµνά. Από µέσα άκουσα την τσιριχτή φωνή της µητέρας µου να µιλάει µε τη Μαρίτα. Το τραπέζι είχε στρωθεί στη βεράντα που έβγαζε στη µία από τις δύο πισίνες. Θολωτές τζαµαρίες µάς κάλυπταν. Ήταν σαν να µας είχαν καπακώσει µε ένα διάφανο στρογγυλό δίσκο. Οι νιφάδες αεροπετούσαν µαγικά γύρω µας. Μετά την ασχήµια του νοσοκοµείου, ένιωσα αµήχανα µέσα σε τόση οµορφιά.


«Πού είναι ο Κώστας;» ρώτησε η Μαρίτα. «Δουλεύει», απάντησα ψέµατα. «Μάλλον θα έχουµε εκλογές». Η Ντόλη µε κοίταξε µε ένα σχιστό βλέµµα. Μου έδωσε την εντύπωση πως δε µε πίστεψε – αλλά ίσως και να µου φάνηκε. Καθίσαµε στο τραπέζι. Ο γκοφρετοβιοµήχανος έλειπε, προφανώς το διαζύγιο έπαιρνε το δρόµο του. Μια µικρή στρατιά από Φιλιππινέζες, που είχαν για την περίσταση ντυθεί µε µεταξωτά πουκάµισα, µας σερβίρισε ξανά και ξανά. «Πήγα στο νεκροταφείο χτες, στον µπαµπά», είπε η Μπέλλα µε ένα τάχα θλιµµένο ύφος. Η υποκρισία της µου σήκωσε την τρίχα. Πήγαινε µόνο µία φορά το χρόνο στο νεκροταφείο, τα Χριστούγεννα, και µόνο για να ανανεώσει την ετήσια παραµονή του πατέρα µου στον τάφο πληρώνοντας το αντίστοιχο ποσό. Μετά το γεύµα, θα ετοιµαζόταν για το καζίνο, ίσως και για να παραµείνει σερί ως την Πρωτοχρονιά. Ένιωσα την ανάγκη να τη σοκάρω. «Πώς τα πας µε την εγκυµοσύνη σου;» ρώτησα την Ντόλη. Της Μπέλλας της ξέφυγε το κουτάλι από την έκπληξη. Ήταν βαρύ, ασηµένιο, και ο ήχος του πάνω στην πορσελάνη ήχησε σαν πιστολιά. Η µισή σούπα έπεσε πάνω της. Συνέχισα. «Τις προάλλες που πήγα στο γυναικολόγο µού είπε πως τα πας θαυµάσια...» «Τι είναι αυτά που λες;» µου είπε αυστηρά η µάνα µου. «Η Ντόλη παίρνει διαζύγιο, πώς θα µπορούσε να είναι έγκυος;» Σχηµάτισε τις λέξεις «διαζύγιο» και «έγκυος» µε τα χείλη, άηχα, για να µην ακούσουν τα παιδιά. Η προφύλαξη ήταν περιττή. Τα παιδιά έδειχναν να είναι στην κοσµάρα τους. Κατάλαβα πως η Ντόλη τα είχε φλοµώσει στο φάρµακο για την υπερκινητικότητα για να είναι συµµαζεµένα όση ώρα θα κρατούσε το γεύµα. Η αδελφή µου µε κοιτούσε απαθής και δεν έκανε καµία προσπάθεια να διαψεύσει ή να επιβεβαιώσει την εγκυµοσύνη της. Καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού, χλοµή, µε άγραφο από οποιαδήποτε διάθεση πρόσωπο. Ο γκοφρετοβιοµήχανος, ένας αυτοδηµιούργητος τύπος που είχε ξεκινήσει από ένα εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στη Θεσσαλονίκη, ήταν κατά βάση συµπαθητικός, παρά τους χοντροκοµµένους τρόπους του. Είχε µαγευτεί από τη «βασίλισσα του πάγου», που δεν άνοιγε το στόµα της παρά για να πει τα βασικά. Τη λάτρευε. «Οι Σειρήνες έχουν ένα µεγαλύτερο όπλο από το τραγούδι τους: τη σιωπή τους», υποστήριζε ο Κάφκα. Η Ντόλη επένδυε στη σιωπή. Η σιωπή εξάλλου την προστάτευε από λάθη. Ήταν περίεργο που κατέληγαν σε διαζύγιο, και µάλιστα τώρα, που εκείνη περίµενε το παιδί τους. Προφανώς η απόφαση ήταν δική της. Η Μπέλλα, αντίθετα, µιλούσε για τα πάντα. Η γλώσσα της δούλευε σαν καλολαδωµένη µηχανή, ειδικά εκείνο το µεσηµέρι, που η επίσκεψη στο καζίνο θα της πρόσφερε –λόγω των ηµερών– έξτρα συγκινήσεις, δηλαδή επιπλέον κληρώσεις µικροποσών, ενόψει της Πρωτοχρονιάς, στον τροχό της τύχης. Με φαντάστηκα στα εβδοµήντα µου, µε το µαλλί κρεπαρισµένο, στοιχειωµένο από τη λακ και µε κατακόκκινο κραγιόν (η µητέρα µου φορούσε πάντα κόκκινο κραγιόν, σαν την Παλόµα Πικάσο), να µπαινοβγαίνω στο καζίνο, φορώντας σατέν µακριά φορέµατα και γούνα – αληθινή, αν ήµουν τυχερή. Η εικόνα αυτή ήταν η µόνη που µε απέτρεπε από το να ενδώσω αµαχητί στον τζόγο. Προς το παρόν, η τζογαδόρικη πτυχή


µου καλυπτόταν από τη δουλειά µου («Θα ζήσει;», «Θα πεθάνει στο χειρουργείο;»), αλλά η αλήθεια ήταν πως ανησυχούσα γι’ αυτή την προβληµατική τάση µου προς τα τυχερά παιχνίδια. Τώρα η µητέρα µου µιλούσε για το ταξίδι που θα έκανε την εποµένη και για µία βδοµάδα η Ντόλη στο νότιο ηµισφαίριο. Χρειαζόταν ήλιο, µας πληροφόρησε η Μπέλλα, η Αθήνα και η κρίση την είχαν κουράσει. Η µαµά ήταν το φερέφωνο της Ντόλης, ο διερµηνέας των σιωπών της. Η Μαρίτα έσκυψε και µου είπε σιγανά: «Παίρνω εδώ κι ένα µήνα Prozac, αλλά ακόµη να µε πιάσουν. Η µητέρα σου είναι αφόρητη». Έγνεψα καταφατικά. Μέσα σε µία ώρα, είχα σκεφτεί τουλάχιστον τρεις φορές να κλοτσήσω την Μπέλλα προς το µέρος της πισίνας και µετά να ολοκληρώσω το έργο µου πιέζοντας το κεφάλι της για πέντε λεπτά κάτω από την επιφάνεια του νερού – πέντε λεπτά έφταναν για να λυτρωθούµε όλοι... Ανέσυρα µέσα µου την ανάµνηση του Αντωνιάδη για να καθαρίσω το µυαλό µου από τις άλλες, τις τοξικές σκέψεις. Ύστερα σηκώθηκα και πήγα στο µπάνιο. Μέσα στο WC των επισκεπτών, που ήταν επενδυµένο µε καθρέφτες αντί για πλακάκια, ένιωσα για λίγο προστατευµένη. Από µικρή είχα ψύχωση µε τα µπάνια, τα λουτρά, τα WC, ακόµη και µε τις τούρκικες τουαλέτες. Ο Ευδαίµονας µου είχε εξηγήσει πως αυτή η εµµονή, πέρα από το ότι εξέφραζε τα ψυχαναγκαστικά στοιχεία της προσωπικότητάς µου, δήλωνε και την «απουσία της µάνας». Δε µιλούσε ασφαλώς για τη φυσική της παρουσία, που ήταν κάτι παραπάνω από έντονη, αλλά για όλη αυτή τη στέρηση σε συναίσθηµα που είχα βιώσει ως παιδί. Το WC των ξένων στο σπίτι της Ντόλης ήταν εντυπωσιακό. Βέβαια, οι πατόκορφοι καθρέφτες –ακόµη και το καζανάκι ήταν ένας κύβος από καθρέφτη!– σε έφερναν σε αµηχανία. Και σίγουρα θα απαιτούσαν τόνους καθαριστικού υγρού και πολύ ιδρώτα από τις Φιλιππινέζες για να διατηρείται η επιφάνειά τους άσπιλη από δαχτυλιές και σταγόνες νερού. Ξανάφερα στο µυαλό µου το µπάνιο στο νοσοκοµείο, τα ραγισµένα πλακάκια στο πάτωµα του ντους, µε τις παλιές, αγνώστου ταυτότητος τρίχες ξεραµένες στις γωνίες. Η διαφορά ήταν τροµακτική. Ο Κώστας θα έλεγε σε µια τέτοια περίπτωση: «Τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία, εκτός αν είναι πάρα πολλά». Σκέφτηκα την Ντόλη. Δε φαινόταν ευτυχισµένη. Μέσα σε αυτό το µπάνιο, µε τους καθρέφτες, ούτε εγώ έδειχνα ευτυχισµένη. Όλα τα κάτοπτρα ήταν σαν να µεγεθύνανε κάθε συναίσθηµα. Μου ρίχνανε στα µούτρα ό,τι ένιωθα και δεν ένιωθα. Μου αντανακλούσανε επί εκατό τα χάλια µου. Η όψη µου εν αντιθέσει ήταν καλή. Το µπότοξ είχε αρχίσει να δρα, τα φρύδια µου είχαν ανασηκωθεί, το µέτωπο ήταν σιδερωµένο. Το κινητό χτύπησε. Το τράβηξα από την τσέπη και άκουσα τη φωνή της πεθεράς µου, τροµακτική από το µικροφωνισµό, να ξερνάει ευχές µε το βλάχικο τρόπο της. «Πού είστε; Παίρνουµε και τον Κώστα και το έχει κλειστό...» Προφανώς ο Κώστας δεν είχε ενηµερώσει τη µάνα του για τις «εξελίξεις». «Έχει δουλειά τώρα µε τις πιθανές εκλογές». Τα ψέµατα είχαν αρχίσει να µου γίνονται συνήθεια. «Εµείς είµαστε στο χωριό». Ευχαριστούσα το Θεό που ο Σµόλικας ήταν τόσο µακριά και τόσο ψηλά. Θα µπορούσε


βέβαια κάποιο πονόψυχο σύννεφο να καθίσει πάνω στο σπίτι τους και µετά να ανασηκωθεί παίρνοντας µαζί και τα πεθερικά µου. Επικαλέστηκα το κακό σήµα και της το έκλεισα. Έπλυνα τα χέρια µου στον –από καθρέφτη– νιπτήρα και τσίµπησα κι ένα απ’ τα γκοφρετίνια που αναπαύονταν σ’ ένα µπολάκι δίπλα στις πετσέτες. Θα µου έλειπε ο γκοφρετάκιας. Πάντα, κάθε Χριστούγεννα, µας έστελνε κούτες µε γκοφρέτες και σοκολατάκια σαν δώρο. Αφού κατανάλωνα τις περισσότερες από τις κούτες, πήγαινα στο νοσοκοµείο τις υπόλοιπες, χειρονοµία που µε έκανε εξαιρετικά δηµοφιλή στους ασθενείς. Πριν βγω, έριξα µια µατιά στο είδωλό µου, όπως κάνουν πάντα οι ηρωίδες των ροµαντικών µυθιστορηµάτων. Είχα αδυνατίσει, κι αυτό είχε επιφέρει µια κάποια βελτίωση στην εµφάνισή µου. Τίποτα το θεαµατικό πάντως. Ήµουν ένα σκαλί κάτω από το να µε χαρακτηρίσεις νόστιµη και ένα σκαλί πάνω από το να µε κατατάξεις ως µέτρια. Έτσι έλεγαν οι καθρέφτες. Το θέµα ήταν τι έλεγε ο Αντωνιάδης. Βγήκα παίρνοντας βαθιά ανάσα. «Τα µάθατε για τον Βάκη;» είπα χαρωπά στην οµήγυρη.


39

ΜΠΗΚΑ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΜΕΝΗ στο σπίτι. Είχα επιβιώσει µετά το δίωρο γεύµα και µετά την ωριαία επίδειξη στο πιάνο των µουσικών γνώσεων των ανιψιών µου. Η µητέρα µου επέµενε να παίξουν στο πιάνο και τα κάλαντα, πράγµα που δυστυχώς έκαναν. Επικαλέστηκα την κούραση της εφηµερίας για να διαφύγω, το κεφάλι µου σφυροκοπούσε από την αϋπνία και το γκλαν γκλαν των ανιψιών πάνω στα πλήκτρα είχε χειροτερέψει την κατάσταση. Το σπίτι, τακτοποιηµένο, καθαρό, σκοτεινό, χωρίς ούτε ίχνος χριστουγεννιάτικης διακόσµησης, µε γέµισε θλίψη. Για µερικά λεπτά η ανάµνηση των περσινών γιορτών ξαναγύρισε στο µυαλό µου και µου προκάλεσε ίλιγγο. Όλο τον περσινό Νοέµβριο υποβαλλόµουν σε ορµονοθεραπεία διαρκείας προκειµένου να διεγερθούν οι ωοθήκες. Έκανα καθηµερινά µία ένεση FSH, µπήγοντάς τη στους µηρούς µου. Κλεινόµουνα στο µπάνιο κι έκανα την ένεση νωρίς το πρωί, ενώ επαναλάµβανα ψιλοφωναχτά, σαν µάντρα: «Θέλω ένα παιδί, θέλω ένα παιδί...» Αρχές Δεκεµβρίου, ο σκοπός επιτεύχθηκε. Οι ωοθήκες µου φούσκωσαν και παρήγαγαν ωάρια, ο Κώστας έδωσε για µία ακόµη φορά σπέρµα στο κυπελλάκι και ο γιατρός ταίριαξε µέσα στο σωλήνα τα παράγωγα των γεννητικών µας οργάνων. Δύο έµβρυα µεταφέρθηκαν στη µήτρα µου στις 6 Δεκεµβρίου – θυµόµουνα καλά την ηµεροµηνία, ήταν του Αγίου Νικολάου, είχα πάρει µάλιστα τηλέφωνο και τον Νίκο για να του πω χρόνια πολλά. Την ίδια εκείνη µέρα της εµφύτευσης είχα αγοράσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα θεόρατο αληθινό έλατο, από την πλατεία της Αγίας Παρασκευής, που είχε χρειαστεί να το κουβαλήσουν τρεις. Το είχα στήσει στην άκρη του σαλονιού και το είχα στολίσει µε τρελό ενθουσιασµό. Για στολίδια είχα αγοράσει µωρουδίστικα αξεσουάρ, που τα κρέµασα στα κλαδιά µε κορδέλες. Σκαλωµένη στη σκάλα, το στόλιζα µε τις ώρες. Όταν ο Κώστας γύρισε αργά το βράδυ από την εκποµπή, βρήκε ένα εντυπωσιακό δέντρο, µέσα στο ροζ και στα κουκλάκια, που έφτανε ως το ταβάνι –οι µεταφορείς είχε χρειαστεί να πριονίσουν την κορυφή προκειµένου το έλατο να χωρέσει στο σπίτι–, και εµένα σε κατάσταση παροξυσµού. «Θεέ µου!» είπε µε σιγανή φωνή. «Το δέντρο είναι σαν να βγήκε από το Μωρό της Ρόζµαρι!» Μου έριξε µια ανήσυχη µατιά και συµπλήρωσε: «Κι εσύ φαίνεσαι αγριεµένη σαν να είσαι η ίδια η Ρόζµαρι». «Στόλιζα το δέντρο πέντε ώρες. Κόντεψα να σκοτωθώ από τη σκάλα». «Συγνώµη, αλλά µόλις µπήκα, τρόµαξα, νόµιζα πως µας έχουν κάνει βουντού, όλες αυτές οι κρεµασµένες κούκλες είναι σαν να βγήκαν από βιβλίο του Στίβεν Κινγκ». «Είπα να προετοιµαστούµε για την έλευση των παιδιών, να κάνω το χώρο γιορτινό για να πάει γούρι». Ο Κώστας είχε ανασηκώσει τους ώµους.


Οι επόµενες µέρες είχαν περάσει ευχάριστα. Πήγαινα στη δουλειά τραγουδώντας, χειρουργούσα µε απίστευτο κέφι. Στον αριστερό µου καρπό είχα τυλίξει µια λεπτή ροζ κορδελίτσα και στα διαλείµµατα τη χάιδευα. Θα ορκιζόµουνα πως αυτή η κορδέλα µού έδινε δύναµη: τα χειρουργεία τελείωναν πάντα χωρίς απρόοπτα, όλα κυλούσαν ρολόι. Εφηµέρευα κανονικά. Δεν υπήρχε λόγος να απέχω από τη δουλειά, είχε πει ο γυναικολόγος. Και είναι αλήθεια πως ένιωθα µια καταπληκτική ενεργητικότητα, λες και αυτές οι ορµόνες µού είχαν ρίξει λίπασµα που µε βοηθούσε να ανθίζω. Παρακολουθούσα καθηµερινά τη χοριακή γοναδοτροπίνη, κάνοντας απανωτές εξετάσεις στο Μικροβιολογικό του νοσοκοµείου, µε τη Νίνα να µε τσιµπάει στο εσωτερικό των αγκώνων, ξανά και ξανά, και να µου διηγείται ταυτόχρονα ιστορίες από τις δικές της εγκυµοσύνες. Προπαραµονή της Πρωτοχρονιάς, αφού είχα λιώσει στη δουλειά, αποσύρθηκα στο εφηµερείο µέσα σε µια κατάσταση γλυκιάς αποχαύνωσης. Η χοριακή γοναδοτροπίνη ανέβαινε σταθερά, είχα αρχίσει να σκέφτοµαι πώς θα διακοσµούσα το παιδικό δωµάτιο και είχα καταλήξει ότι έπρεπε να το βάψω δίχρωµο, ίσως φούξια τον έναν τοίχο και γαλάζιο τον άλλο. Χαµηλά στην κοιλιά, αισθανόµουν µικρά πονάκια, σαν ραµφίσµατα πουλιών στο ύψος της µήτρας. Αυτό ενίσχυε την πεποίθησή µου πως ήµουνα έγκυος· η Νίνα µού είχε πει πως στις αρχές της εγκυµοσύνης έχεις µια αίσθηση σαν να σου βιδώνουν τη µήτρα µ’ ένα µικρό τιρµπουσόν. Κοιµήθηκα υπέροχα, και στον ύπνο µου είδα τη Μαρίτα να µου λέει στοργικά, µέσα σε ένα όνειρο µε κόκκινες αποχρώσεις, πως έπρεπε να προετοιµαστώ, πως κάτι θα συνέβαινε γρήγορα. Ξύπνησα νιώθοντας την επιτακτική ανάγκη να ουρήσω. Να τη και η συχνουρία! σκέφτηκα. Θυµόµουν ακόµη και τώρα τα πάντα ολοκάθαρα. Την πόρτα της πρώτης τουαλέτας, που είχε πάνω της ένα ανορθόγραφο σηµείωµα της καθαρίστριας –«Μην τη χρισιµοπιείται, είνε βουλοµένη»–, την πόρτα της δεύτερης να ανοίγει, το µωσαϊκό γύρω από τη λεκάνη να είναι γεµάτο µε πορτοκαλιά υγρά. Θυµόµουν που είχα σκεφτεί πως στο Παιδιατρικό θα είχαν περιστατικό µηνιγγίτιδας που είχε αναγκάσει τους γιατρούς να πάρουν για προφύλαξη ριφαµπικίνη και αυτή είχε βάψει τα ούρα τους πορτοκαλιά. Θυµόµουν που είχα κατεβάσει το εσώρουχό µου, ένα µπορντό µεταξωτό, µε πεταλούδες από δαντέλα δεξιά και αριστερά, θυµόµουν που είχα ουρήσει όρθια, για να µην ακουµπήσω στη βρόµικη λεκάνη. Μετά, ένα µικρό φλαπππ, ένας ήχος σαν να έπεφτε µια πετρούλα µέσα σε µια λίµνη. Κατέβασα το κεφάλι ανάµεσα στα πόδια µου και είδα ανάποδα το νερό της λεκάνης, γκρίζο από τη βροµιά, και στη µέση ένα µυξιασµένο πήγµα, που έµοιαζε όντως σαν µατωµένο πετραδάκι. Είχα σκεφτεί τη Ρένα (µε αυτή εφηµέρευα εκείνη τη µέρα), το ότι υπέφερε από κολίτιδα. Το µυαλό µου µε ιλιγγιώδη ταχύτητα έκανε τις συσχετίσεις, ναι, η Ρένα θα είχε πάει στην τουαλέτα, λίγο πριν, και είχε αφήσει αυτή τη µατωµένη κουτσουλιά, αυτό είχα σκεφτεί, ενώ το µυαλό µου έκλεινε την πόρτα στην προφανή σκέψη. Είχα κρατήσει σφιχτά την κοιλιά µου, µε τις παλάµες ανοιχτές πάνω στον αφαλό, και είχα κάνει κι εκείνες τις ασκήσεις, εκείνες που συνιστούσε η Ξαβιέρα Χολάντερ, που είναι σαν να ρουφάς προς τα µέσα το τέτοιο σου, όλα µέσα στο βροµερό ένα επί ένα της τουαλέτας, µε το σλιπάκι µου κατεβασµένο. Το µυαλό µου κλοτσούσε προς τα έξω τη σκέψη µιας αποβολής.


Ήταν αδύνατο να είχα αποβάλει. Το προηγούµενο πρωί η χοριακή ήταν στα ύψη και η Νίνα, χαχανίζοντας, µου είχε πει πως περίµενε γλυκά για κέρασµα. Ύστερα είδα πάνω στο κιλοτάκι µια στάµπα. Κόκκινο πάνω στο µπορντό. Άρχιζα να σκουπίζοµαι, ενώ ένιωθα το τραχύ χαρτί υγείας να µου γδέρνει το αιδοίο. Έριχνα ασταµάτητα τα µατωµένα χαρτιά στον κάδο, και µετά µια περίεργη αισιοδοξία µε κατέκλυσε: ίσως να µην είχαν χαθεί όλα, σκέφτηκα, ίσως το ένα από τα δίδυµα (προφανώς το ελαττωµατικό) να είχε αποβληθεί, υπήρχε ωστόσο το άλλο, και έπρεπε να το προστατεύσω. Σχηµάτισα µε το χαρτί υγείας ένα αυτοσχέδιο πώµα. Το έχωσα όσο πιο βαθιά µπορούσα στον κόλπο µου. Μετά ανέβασα το εσώρουχο και σιγούρεψα την όλη απόπειρα µε µια κίνηση που έµοιαζε µ’ εκείνη του Μάικλ Τζάκσον, εκείνη την έκφυλη κίνηση που έκανε όταν χόρευε και έπιανε χυδαία τον καβάλο. Πήγα κατευθείαν στο γυναικολόγο. Μου έκανε υπέρηχο. Είχα αποβάλει και τα δύο έµβρυα. Γύρισα στην εφηµερία και δούλεψα ασταµάτητα για άλλες πέντε ώρες. Εκείνο το εκτρωµατικό δέντρο έµεινε για βδοµάδες στο σαλόνι, µέχρι που έφτασε να µαδάει, µε τα κλαδιά του µαραµένα, λυγισµένα και µπαγιάτικα. Η Λόλα το ξεφορτώθηκε τµηµατικά, σπάζοντάς το κλαδί κλαδί. Φέτος είχα αποφύγει να στολίσω δέντρο. Δεν υπήρχε λόγος. Το µόνο στολίδι σε όλο το σπίτι ήταν το πράσινο γκι πάνω στο κόκκινο νύχι µου. Είχε επιβιώσει τόσες µέρες, παρά το βάλε βγάλε των γαντιών, τα αντισηπτικά και τα ξέστρα νυχιών του χειρουργείου. Το θεώρησα καλό οιωνό.


40

ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ ΓΙΑ ΜΙΣΗ

ωρίτσα πάνω στον καναπέ, µε τα ρούχα. Πρόλαβα να δω όνειρα, µε πρωταγωνιστή τον Κώστα. Η συζυγική µας ζωή έµοιαζε πιο πολύ µε απλή συµβίωση. Ειδικά αν την έκρινες µε γνώµονα την αντίληψη που έχει ο πολύς κόσµος για το γάµο. Οι δουλειές µας ήταν απαιτητικές, πολύ συχνά δε συναντιόµασταν τις καθηµερινές. Εκ των πραγµάτων, εγώ ξυπνούσα νωρίς για το νοσοκοµείο. Αν δεν είχα εφηµερία, έφτανα στο σπίτι κατά τις τρεις. Ο Κώστας τότε είχε ήδη φύγει. Πήγαινε κάθε µέρα στο γυµναστήριο και µέρα παρά µέρα για τένις. Κατά τις τέσσερις βρισκόταν στο στούντιο, όπου µε τη συντακτική οµάδα ετοίµαζαν την εκποµπή. Γύριζε πίσω κατά τη µιάµιση, όταν εγώ τις περισσότερες φορές κοιµόµουν. Είχαµε φτάσει στο σηµείο να χρησιµοποιούµε σηµειώµατα για να συνεννοηθούµε. Αποφεύγαµε τις κλήσεις στα κινητά. Δε θέλαµε να διακόπτουµε ο ένας τον άλλο κατά τη διάρκεια της δουλειάς – πράγµα που αποτελούσε άλλοθι, γιατί στην πραγµατικότητα δεν είχαν µείνει και πολλά για να πούµε. Τα Σάββατα κάναµε µαζί τα ψώνια της βδοµάδας. Μετά ο Κώστας κλεινόταν στον υπολογιστή του για να επικοινωνήσει µε τους θαυµαστές του, στο Facebook και στο Twitter, µια ιεροτελεστία που δεν τη θυσίαζε για κανέναν και για τίποτα. Εγώ διάβαζα για νέες χειρουργικές τεχνικές και εξασκούσα τα χέρια µου κάνοντας ράµµατα σε ωµά κοµµάτια χοιρινού – το χοιρινό κρέας µοιάζει πολύ µε το ανθρώπινο. Τα βράδια, θυµόµουν, συνήθως είχαµε κόσµο, κυρίως δηµοσιογράφους από τη δουλειά του, κάτι αµούστακα παιδιά που φορούσαν µαύρα, πίνανε απίστευτες ποσότητες µπίρας και χλευάζανε τα πάντα. Ο Κώστας µαγείρευε το χοιρινό που χρησιµοποιούσα για την εξάσκηση, δοκιµάζοντας νέες συνταγές που έβρισκε στο Ίντερνετ. Του άρεσε να µαγειρεύει· σκόπευε να βγάλει ένα βιβλίο µε δικές του συνταγές. Όταν οι καλεσµένοι φεύγανε, καταλήγαµε στο κρεβάτι για σεξ, µε όλο και λιγότερο ενθουσιασµό. Εκείνος ξετρύπωνε διάφορα σεξουαλικά βοηθήµατα, για να «τονώσει το κλίµα». Έτσι έλεγε: «Έφερα µερικά πραγµατάκια για να τονώσω το κλίµα...» Κάτω από το στρώµα, έβγαζε µε ύφος ταχυδακτυλουργού δονητές, εσώρουχα που µπορούσες να τα µασήσεις και να τα καταπιείς, παλλόµενα δαχτυλίδια που αγκαλιάζανε το πέος, λιπαντικά ζελέ, παπούτσια που εντυπωσίαζαν µε την προστυχιά τους, δερµάτινα εσώρουχα που ποτέ δεν ήταν στο νούµερό µου. Ένα βράδυ µου έφερε µια περίεργη ουρά, από συνθετική τρίχα, που κολλούσε µε ένα έλασµα στους γλουτούς, και µε ανάγκασε, πρώτα µε παρακάλια και µετά µε απειλές, να πέσω στα τέσσερα παριστάνοντας το αιλουροειδές. Είχε µια ψύχωση µε τα αιλουροειδή γενικά. Γι’ αυτό και το αγαπηµένο του φετίχ ήταν οι καστόρινες λεοπάρ γόβες µου. Όλα αυτά, αντί να µου φουντώσουν τον πόθο, µ’ έκαναν να νιώθω σαν ερωτική καρικατούρα. Μέσα µου ο έρωτας είχε ξεφτίσει. Ένας δηλητηριώδης θυµός είχε πάρει τη θέση του. Καµιά


φορά, µετά το σεξ έµενα άγρυπνη, µε τα µάτια ανοιχτά στο σκοτάδι, ενώ ο όγκος του Κώστα δίπλα µου ροχάλιζε µακάρια. Με τον καιρό, εκείνες οι συνευρέσεις διόγκωναν το κενό µέσα µου αντί να το γεµίζουν. Με άφηναν κουρασµένη και άδεια. Δεν έφταιγαν οι απιστίες του. Ίσα ίσα που αυτές λειτουργούσαν διεγερτικά στο παρελθόν, καθώς µε βάζανε σε µια διαδικασία διεκδίκησης και αναζωογονούσαν το ενδιαφέρον µου. Έφταιγε το ότι στα µάτια του δεν έβλεπα πια ούτε καν την πλαδαρή συντροφικότητα που συναντάς στα ζευγάρια που είναι πολλά χρόνια µαζί. Αυτό ήταν που µε εξόργιζε. Το ότι δεν είχαµε καταφέρει να αγαπηθούµε. Μετά από εκείνη την τελευταία αποβολή, σταµατήσαµε να κάνουµε σεξ. Απλώς το παρατήσαµε. Τις Κυριακές υπήρχε πάντα ανοιχτή πρόσκληση για το σπίτι της Ντόλης, εκτός αν εκείνοι έλειπαν στο εξωτερικό ή αν εγώ είχα εφηµερία. Ο Κώστας συµπαθούσε τον γκοφρετοβιοµήχανο: ένιωθε µια ψυχική γειτνίαση µαζί του, που του επέτρεπε να είναι ο εαυτός του. Η κοινή τους λαϊκή καταγωγή τους έκανε να µιλούν την ίδια γλώσσα. Το ότι ήταν και οι δύο αυτοδηµιούργητοι βελτίωνε ακόµη περισσότερο την κοινωνική επαφή µας, που ήταν ξεκούραστη και αβίαστη. Εγώ από την άλλη, παρόλο που κατά βάθος αντιπαθούσα την Ντόλη, δε χρειαζόταν να υποκρίνοµαι κανένα ρόλο δίπλα της. Μπορούσαµε να µένουµε σιωπηλές µε τις ώρες, χωρίς να είναι ανάγκη να κρατάµε ούτε τα προσχήµατα. Επιπλέον, οι δυο τους ήταν καταπληκτικοί οικοδεσπότες. Το φαγητό ήταν πάντα εκπληκτικό, το αλκοόλ έρεε χωρίς καµιά φειδώ, το κλίµα ήταν χαλαρό. Έξι µήνες πριν, οι επισκέψεις µας αραίωσαν. Στην αρχή το ζεύγος επικαλέστηκε ξαφνικά ταξίδια, µετά µια µεταδοτική λοιµώδη µονοπυρήνωση του γκοφρετάκια, στη συνέχεια κάτι προβλήµατα µε τα παιδιά. Φτάσαµε να βλεπόµαστε µία φορά το µήνα, Κυριακή πάντα, µε την ατµόσφαιρα, αν και φαινοµενικά ίδια, να έχει αλλοιωθεί. Ο άντρας της Ντόλης έδειχνε κουρασµένος, εκείνη φαινόταν περισσότερο αφηρηµένη απ’ ό,τι συνήθως και µια δυο φορές µας αφήσανε σύξυλους στην πισίνα, χωρίς να µας αποχαιρετίσουν ούτε καν όταν φεύγαµε. Ο Κώστας, φανερά θιγµένος, µου είχε δηλώσει πως δε θα ξαναπήγαινε στο σπίτι τους, «γιατί δε γούσταρε να νιώθει σαν ανεπιθύµητος φτωχός συγγενής». Έκτοτε όµως δε χρειάστηκε να αρνηθούµε στην πρόσκλησή τους, γιατί ουδέποτε µας ξαναπροσκάλεσαν. Μια ερώτηση άρχισε να αναβοσβήνει στο µυαλό µου: Γιατί δε µας ξανακάλεσαν; Έφταιγε το διαζύγιο; Έπαιρναν στ’ αλήθεια διαζύγιο; Με έναν περίεργο, οξύαιχµο τρόπο, αυτή η ερώτηση τρυπούσε ξανά και ξανά το µυαλό µου...


41

ΣΤΙΣ ΟΧΤΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, µε το κορµί µου σε κατάσταση αποσύνθεσης και το µυαλό µου σε φάση διέγερσης, και ενώ από την τηλεόραση ακούγονταν οι αγγελικές φωνές µιας χορωδίας µεταεµµηνοπαυσιακών γυναικών, συνειδητοποίησα πως είχα µια κοινωνική υποχρέωση. Μου ήρθε να χοροπηδήσω από χαρά. Η προοπτική να µείνω µόνη στο σπίτι, παρέα µε τη χορωδία, µε είχε φρικάρει. Θυµήθηκα µε πραγµατική ευτυχία πως ο διευθυντής, κάθε τέτοια µέρα, κάθε χρόνο, έδινε ένα µεγάλο χριστουγεννιάτικο πάρτι. Η απουσία µου από το νοσοκοµείο τις προηγούµενες µέρες δε µου είχε δώσει την ευκαιρία να το επιβεβαιώσω ως γεγονός. Αποφάσισα να τηλεφωνήσω στη Ρένα. Θα ήξερε. «Χρόνια πολλά, Ρένα», είπα µόλις απάντησε στο κινητό. «Έλα, χρόνια πολλά. Πώς πήγε η εφηµερία;» «Τα γνωστά. Δε µου λες, τι ώρα θα πας στο πάρτι;» Οι διευκρινίσεις ήταν περιττές. Ένα ήταν το Πάρτι. Όταν ο διευθυντής έκανε το χριστουγεννιάτικο πάρτι του, οφείλαµε να είµαστε παρόντες. Εκτός αν ήµασταν εκτός Αθηνών ή πάσχαµε από δάγγειο πυρετό. «Τώρα ξεκινάµε», είπε εκείνη µε τη γνωστή µυξιασµένη της φωνή. Ήταν τόσο συχνά συναχωµένη, που ίσως θα έπρεπε οι εταιρείες χαρτοµάντιλων να της προσφέρουν δωρεάν πακέτα για ζωντανή διαφήµιση. «Α, ωραία, θα σας δω εκεί». Ετοιµάστηκα σε χρόνο ρεκόρ. Μπάνιο, µακιγιάζ, ντύσιµο. Φόρεσα το κόκκινο φόρεµα που προόριζα για τα µάτια του Κώστα και τις αγαπηµένες του λεοπάρ γόβες. Τα µαλλιά µου ήταν ένας µπερδεµένος ξανθός θύσανος. Δεν µπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Τα κοµµωτήρια ήταν κλειστά. Αποφάσισα να τα βουρτσίσω απλώς και να τα αφήσω ανέµελα. Ενθυµούµενη την παρατήρηση της Μάριον για τις διαστάσεις του στήθους µου, φόρεσα ένα σούπερ ενισχυµένο σουτιέν. Έτσι, µε το στήθος φουσκωµένο, έµοιαζα µε πρωταγωνίστρια γαλλικής ταινίας εποχής: σφιχτό κορσάζ, στήθη που είναι έτοιµα, θαρρείς, να εκτιναχτούν από την πίεση. Συνολικά, έδινα την εικόνα γυναίκας που εκδίδεται επί χρήµασι. Για να σπάσω τούτη την εντύπωση, δεν έβαλα τους φακούς επαφής, αλλά φόρεσα τα γυαλιά ταρταρούγα. Με τον τρόπο αυτό φαινόµουν σαν γυναίκα που εκδίδεται επί χρήµασι και φοράει σικ γυαλιά. Όλοι οι δρόµοι οδηγούσαν στο πάρτι. Έβαλα στη διαπασών το ραδιόφωνο για να ζεστάνω το κέφι µου. Αισθανόµουν αναγεννηµένη. Σαν να είχα εισχωρήσει στο πετσί, στα ρούχα, στη διάθεση κάποιας άλλης. Θυµήθηκα το περσινό πάρτι του διευθυντή. Την είχα βγάλει στον καναπέ, µην τολµώντας να χορέψω µήπως βλάψω την επικείµενη εγκυµοσύνη µου. Φορούσα µάλιστα ένα ριχτό φόρεµα, που µ’ έκανε να µοιάζω µε µορµόνα. Και ενώ εγώ είχα ήδη φορέσει το φωτοστέφανο της µητρότητας, ο Κώστας επιδιδόταν σε ανελέητο καµάκι, αρχικά µε τις γκαρσόνες του κέτερινγκ


και αργότερα –όταν ήταν τύφλα– µε τις συναδέλφους µου. Κούνησα το κεφάλι µου θυµωµένη. Φέτος θα έπαιρνα το αίµα µου πίσω. Το σπίτι του διευθυντή ήταν ένα παλιό αλλά αρχοντικό κτίσµα ψηλά στην Πολιτεία. Οι φήµες λέγανε πως ο διευθυντής ήταν ένα χωριατόπαιδο που, µετά τις εµπλουτισµένες του σπουδές στη χειρουργική στην Αµερική, εξαργύρωσε τα πτυχία του κάνοντας έναν καλό γάµο µε µια καλή κόρη καλής οικογενείας. Είχα γνωρίσει στο παρελθόν τη γυναίκα του. Ήταν µια αριστοκρατική παρουσία, µε παλ τρόπους και παστέλ φορέµατα. Πολύ ήσυχη, πολύ διακριτική. Ο ίδιος ο διευθυντής ήταν ένας καλοζωισµένος εξηνταπεντάρης που γερνούσε µε χάρη. Ως γιατρός υπήρξε κάποτε καταπληκτικός, αλλά η χρόνια τριβή του µε το δηµόσιο νοσοκοµείο τού είχε πριονίσει κατά πολύ τον ενθουσιασµό. Ως διευθυντής ήταν ιδανικός. Δίκαιος, γενναιόδωρος στις επιβραβεύσεις, φειδωλός στην επίκριση. Γελούσε τρανταχτά και µας αποκαλούσε «παιδιά µου». Το µόνο µελανό σηµείο στην προσωπικότητά του ήταν η εµµονή του µε µία από τις µαγείρισσες του νοσοκοµείου. Μόλις µπήκα, η γυναίκα του και αυτός µε υποδέχτηκαν ζεστά. Εκείνος µε φίλησε στα µάγουλα και ζήτησε να µάθει για την υγεία µου µε ειλικρινές ενδιαφέρον. Του εξήγησα πως πλέον ήµουν µια χαρά και δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. «Μήπως ετοιµάζουµε κάτι;» µε ρώτησε χαϊδεύοντας την κοιλιά µου µε ύφος στοργικού παππού. Προφανώς η περσινή µου αποβολή µετά την εξωσωµατική είχε φτάσει στα αφτιά του αναλυτικά. «Όχι, κύριε διευθυντά. Μάλλον δεν είµαι ο µητρικός τύπος», απάντησα µιµούµενη την ατάκα της Ξένιας. «Δεν πειράζει, παιδί µου. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για να ζει µια ωραία γυναίκα», είπε, στυλώνοντας τα µάτια στο µπούστο µου. Έµεινα άναυδη. Ο διευθυντής µε φλέρταρε. Ήταν η πρώτη φορά που µε αποκαλούσε ωραία. Στο παρελθόν πιθανότατα δεν είχε προσέξει καν πως είµαι γυναίκα. Ήµουν ένα αναµαλλιασµένο αρρενοποιηµένο ροµποτάκι που έκανε τη λάντζα των χειρουργείων. Αντίθετα, στη Ζέτα έδειχνε µια παραπάνω συµπάθεια, που ξεπερνούσε το πατρικό ενδιαφέρον... Αποκολλήθηκα µε το ζόρι από τη σφιχτή χειραψία του διευθυντή, ενώ η παλ γυναίκα του πετάρισε τα µάτια της µε συµπάθεια. Το βλέµµα της έλεγε «Μη δίνεις σηµασία στον παλιόγερο», µε έναν άηχο, αριστοκρατικό αλλά εύγλωττο τρόπο. Κάποιο απ’ τα γκαρσόνια περιέφερε ένα δίσκο µε γεµάτα ποτήρια. Πήρα ένα. Ήταν κοκτέιλ µήλου µε εξαιρετικά χαµηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Χρειαζόµουν κάτι δυνατότερο. Κατευθύνθηκα προς τον πάγκο των ποτών και έπεσα πάνω στην προϊσταµένη. «Καλώς τη», µου είπε µε υπερβολικό ζήλο. Την κοίταξα παγερά. Φυσικά και δε θα συγχωρούσα την προδοσία της. Με τα µαλλιά της φτιαγµένα µπούκλες και το στενό της φόρεµα να τσιτώνει σε σηµείο ασφυξίας στις κοιλιές και στα µπράτσα της, ήταν η προσωποποίηση καλόκαρδης παχουλής νεράιδας που είχε παραστρατήσει. Ζορίστηκα για να παραµείνω ψυχρή µαζί της. Εξάλλου, µέσα µου της έδινα ελαφρυντικά. Ήξερα εκ πείρας πόσο πιεστικός και πειστικός µπορούσε να γίνει ο Κώστας όταν ήθελε να


πετύχει κάτι. «Αν ξεχάσεις αυτά που σου εξοµολογήθηκα, θα ξεχάσω κι εγώ αυτά που είδα και άκουσα χτες το πρωί». Το πάνω χείλος της γυάλιζε. Πρόσεξα πως δεν είχε το γνωστό µουστάκι της. Προφανώς το είχε ξυρίσει λόγω Χριστουγέννων. «Ποια;» είπα παριστάνοντας την ανήξερη. «Αυτά µε τον Αντωνιάδη, στο ασανσέρ». Η ακουστική της ικανότητα µε είχε καταπλήξει. Ή τα αφτιά της ήταν οι κεραίες του ΒΒC ή φορούσε ενισχυτή ακοής από τηλεµάρκετινγκ για να κατασκοπεύει τις συζητήσεις όλου του νοσοκοµείου. Ένιωσα παγιδευµένη. Ήξερε ήδη πάρα πολλά για µένα. Της είχα εκµυστηρευτεί πως ο Κώστας µε είχε εγκαταλείψει και επιπλέον είχε ακούσει την κουβέντα µου µε τον Αντωνιάδη. Άραγε είχε πιάσει όλα τα σηµεία του διαλόγου µας; Αποφάσισα πως ο συµβιβασµός ήταν η καλύτερη λύση. Δεν ήθελα να γίνω βορά στα κουτσοµπολιά του κυλικείου. «Σύµφωνοι», είπα. «Οµερτά», σφύριξε µέσα από τα δόντια της. Θα ορκιζόµουν πως το µουστάκι είχε αρχίσει να ξαναφυτρώνει ξαφνικά κατά τη διάρκεια της πεντάλεπτης συνοµιλίας µας. Ταραγµένη, έφτασα τελικά στα ποτά. Όταν το γκαρσόνι µε ρώτησε τι θα ήθελα να µου προσφέρει, µπήκα στον πειρασµό να του πω µε µοιραίο ύφος: «Τα πάντα, εκτός από ένα ποτήρι που θα κρατήσεις για σένα». Τελικά περιορίστηκα σε µια βότκα, που την κατάπια απνευστί. Ήταν όλοι εκεί. Έλειπε η Ζέτα και ο Αντωνιάδης. Ο τελευταίος έδειχνε υπερβολική αφοσίωση στη µελέτη για τις εξετάσεις. Στο χτεσινό χειρουργείο είχε τονίσει πως θα περνούσε την αργία του διαβάζοντας. Ίσως η νηπιαγωγός να του έφτιαχνε και κουλουράκια σε σχήµα χριστουγεννιάτικου δέντρου. Άρχισα να γελάω –πικρά!– µε την εικόνα. «Κεφάκια;» άκουσα τον Ιούλιο πίσω από την πλάτη µου. Στράφηκα και τον κοίταξα µε ένα ελαφρύ µειδίαµα. «Θεέ µου!» αναφώνησε. «Ντύθηκες Τίνα Τάρνερ και Νάνα Μούσχουρη µαζί». «Πώς πήγε η εφηµερία σου;» ρώτησα αγνοώντας το σχόλιό του. «Μια χαρά. Μ’ αρέσουν τα δύσκολα». Παρατήρησα τα κοµµένα του µάτια και το γκρι, σταχτί του δέρµα. Μάλλον δεν είχε κοιµηθεί όλη τη νύχτα. «Πού είναι ο άντρας σου;» ρώτησε, τάχα αθώα. «Έχει δουλειά. Ξέρεις τώρα, µε τις εκλογές...» Αόριστα, ένιωσα µια σουβλιά εσωτερικά. Στ’ αλήθεια, πού είναι ο άντρας µου; «Μπα; Από πότε ασχολείται µε σοβαρά θέµατα;» µου έριξε το καρφί πριν µου γυρίσει την πλάτη. Χαιρέτησα τη Ρένα και τον άντρα της από µακριά. Δεν είχα καµία όρεξη να κολλήσω στη φλυαρία της Ρένας, που µιλούσε µόνο για χειρουργεία και για τους πάντα άριστους βαθµούς των παιδιών της. Η γυναίκα προετοίµαζε τα παιδιά της για την Ιατρική από τότε που αποφοίτησαν από το νηπιαγωγείο...


Ο κόσµος πύκνωνε. Αναγνώρισα ανάµεσα στους νεοφερµένους τη µαγείρισσα (ο διευθυντής είχε τρελαθεί λοιπόν;) και την Ελένη. Από πίσω της ξεπρόβαλε ο Αντωνιάδης, µε µαλλιά αναµαλλιασµένα – προφανώς φορούσε σκούφο, που τον είχε βγάλει. Η καρδιά µου έκανε µια τούµπα και µετά έπεσε µε φόρα στο στέρνο µου. Αναρωτήθηκα αν αυτή µου η αίσθηση είχε κάποια επιστηµονική βάση, αν όντως υπήρχε ανατοµική δυνατότητα να συµβεί κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχε. Ήταν απλώς µια ψευδαίσθηση, ένα ελάττωµα της κιναισθησίας µου που είχε προκληθεί από το σοκ. Ο Αντωνιάδης είχε παρατήσει το διάβασµα και τα µοσχοµύριστα κουλουράκια της όµορφης νηπιαγωγού για να συνοδεύσει την Ελένη; Η ζήλια και ένα αίσθηµα αδικίας µε κατέκλυσαν. «Χρόνια πολλά», µου πέταξε η Ελένη µε έναν αέρα νικήτριας. Έβγαλα επί τούτου τα γυαλιά µου, τα καθάρισα πάνω στο ύφασµα του φορέµατός µου και τα ξαναφόρεσα. Την κοίταξα για µερικές στιγµές, µόνο και µόνο για να την κάνω να νιώσει άσχηµα. Ήταν ντυµένη µε ένα µαύρο γυαλιστερό παντελόνι που της έπεφτε υπερβολικά στενό. Άκουγα σχεδόν τις ραφές να βογκούν. Ο Αντωνιάδης δίπλα της χαµογελούσε, σφιχτά, σαν να µην ήθελε να δείξει τα δόντια του, σαν να µην ήθελε να του ξεφύγουν οι λάθος εξηγήσεις. Άφησα το πρόσωπό µου να πέσει πολλούς βαθµούς κάτω από το µηδέν, έτσι όπως συνήθως έκανε η Ντόλη, και ταυτόχρονα αντέγραψα το άδειο, κρύο βλέµµα της αδελφής µου. Τους το κάρφωσα εναλλάξ, ενώ έδειχνα πως κοιτούσα κάπου πίσω από την πλάτη τους. Σαν να ήταν άυλοι. Σαν να ήταν ανύπαρκτοι. Ένιωσα ξαφνικά µια νοσταλγία για τον Κώστα, µια νοσταλγία για την ηχηρή του παρουσία που επιβεβαίωνε πως δεν ήµουν ανέραστη, πως δεν ήµουν µόνη και πως κάποιος είχε µπει στον κόπο να µε παντρευτεί. Θα ήθελα να έχω το µπράτσο του Κώστα για να κρεµαστώ πάνω του. «Ωραίο πάρτι», είπε η Ελένη. Στη φωνή της αντηχούσε µια χωριάτικη ευεξία, ο ενθουσιασµός για τη ζωή που επιδεικνύει µια αγρότισσα. Ένα από τα κορίτσια που µεγαλώνουν στα βουνά, βλέπουν την ανατολή του ήλιου, αρµέγουν τα ζώα, χαριεντίζονται µε άντρες στους στάβλους και µετά, πριν κοιµηθούν, ουρούν ηχηρά και δυνατά, σαν γερά άλογα, χωρίς ίχνος ντροπής. Τέτοιας υφής γυναίκα ήταν η Ελένη. «Εξαιρετικά ξεκούραστη για έναν άντρα» – έτσι την είχε περιγράψει πέρσι ο Κώστας. «Ξέρετε ποιος είναι αυτός που µιλάει µε το διευθυντή;» ρώτησε συνωµοτικά, στον ίδιο χαρωπό τόνο όµως. «Είναι ο Μίστερ Διάγνωση. Έχει τη µεγαλύτερη αλυσίδα αιµοδιαγνωστικών και ακτινολογικών εργαστηρίων σε όλη την Ελλάδα». Δε σχολίασα τα λόγια της. Δεν ήθελα να τους δώσω αξία. Αυτή όµως συνέχισε. «Το κέντρο όπου στέλνουµε τους ασθενείς για αξονικές και µαγνητικές, όταν κρίνονται ως επείγουσες, είναι δικό του. Έχει και σύµβαση µε το νοσοκοµείο. Όχι ότι χρειάζεται τα ψωρολεφτά της σύµβασης και των ταµείων. Έχει ανοίξει, λένε, τρία παραρτήµατα στη Μόσχα. Και τώρα ετοιµάζει καινούριο και στην Αλβανία. Τρελά λεφτά». «Πόσων χρονών είναι;» ρώτησε ο Αντωνιάδης, µε µια έκφραση ζήλιας να αλλοιώνει το πρόσωπό του. «Πού να ξέρω;» είπε η Ελένη ανασηκώνοντας τους ώµους. Έστειλα το βλέµµα µου όσο πιο περιµετρικά γινόταν. Με την περιφερική µου όραση, χωρίς


να κουνήσω τον αυχένα µου, είδα τον περί ου ο λόγος. Ήταν ένας ιδιαίτερα αδύνατος άντρας, µε σκαµµένο στοµάχι και υπερβολικά πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο. «Πάω για ποτά. Σκέτο ουίσκι, ε;» ρώτησε η Ελένη απευθυνόµενη στον Αντωνιάδη. Ήξερε και το ποτό του; Μείναµε µόνοι. «Διάβαζα και µου τηλεφώνησε», άρχισε ο Αντωνιάδης. Ήταν απολογητικός. «Δεν υπάρχει λόγος να απολογείσαι», του είπα. «Δεν απολογούµαι», αποκρίθηκε διστακτικά. «Απλά σου εξηγώ πώς βρέθηκα εδώ. Μου είπε πως ο διευθυντής δεν καλοβλέπει τους ειδικευόµενους που δεν τιµούν το πάρτι του. Εκτός αν εφηµερεύουν...» «Αυτό είναι αλήθεια», επιβεβαίωσα µε µια συµβιβαστική διάθεση. «Καλά έκανες και ήρθες». Δεν είχα ιδέα τι περίµενα από τον Αντωνιάδη. Αναρωτήθηκα µήπως επί τούτου είχα επινοήσει έναν ξαφνικό έρωτα προς το πρόσωπό του, για να δώσω ένα φρέσκο ερέθισµα στον εγκέφαλό µου. Μια καινούρια καραµέλα που θα την πιπίλιζε για να κρατηθεί απασχοληµένος, µακριά από σκέψεις απαξίας και ταπείνωσης. Είχα εγκαταλειφθεί. Ο Αντωνιάδης δεν ήταν υποχρεωµένος ούτε να αντιληφθεί τον πόνο µου ούτε, πολύ περισσότερο, να µου τον µαλακώσει. Στα µάτια του ήµουν µια παντρεµένη γυναίκα µε απροσδιόριστους σκοπούς. Τον ήθελα για σεξ; Τον ήθελα για συναισθηµατικό µαξιλάρι; Δεν ήξερε. Στο βλέµµα του ήταν γραµµένη η σύγχυση.


42

ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΕ Η ΕΛΕΝΗ, τους παράτησα και βγήκα στον κήπο. Ήταν στολισµένος µε φαναράκια και µε µεγάλες δάδες που έκαιγαν ανάµεσα στους φροντισµένους, τέλεια κουρεµένους θάµνους. Εδώ κι εκεί είχαν αποµείνει βουναλάκια από χιόνι, αλλά κυρίως αυτό είχε λιώσει αφήνοντας λίµνες νερού. Περπάτησα προσεκτικά πάνω στα µονοπατάκια για να µη χαλάσω τα καστόρινα παπούτσια µου. Έµεινα για ώρα µόνη. Δεν ήθελα να γυρίσω στο σπίτι, δεν ήθελα να µείνω στο πάρτι. Δεν ήξερα τι µου γινόταν. Όλα όµως µου φαίνονταν αφόρητα. Το κέφι των προηγούµενων ωρών είχε αντικατασταθεί από απόγνωση. Ήθελα να µε φροντίζει ένας άντρας. Και ήθελα να φροντίζω ένα παιδί. Δεν είχα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Γιατί ήταν τόσο δύσκολο; Μέσα στο κενό εκείνης της στιγµής, ευχήθηκα να είχα κάτω από τα χέρια µου ένα κορµί, πάνω σ’ ένα χειρουργικό τραπέζι. Θα έκοβα το δέρµα µε το νυστέρι, θα άνοιγα την κοιλιά, θα έφτιαχνα τα πράγµατα «εκεί µέσα», θα έραβα το δέρµα. Καθαρές δουλειές. Με αποτέλεσµα. Ξαφνικά µε έπιασε αγωνιστικότητα. Θα έπαιρνα τα πράγµατα στα χέρια µου, έτσι όπως έκανα στη δουλειά. Δε θα περίµενα να πέσει το σύκο από τη συκιά µέσα στο στόµα µου. Θα σήκωνα το χέρι να το κόψω κατευθείαν από το δέντρο. Και µετά θα το καταβρόχθιζα. Πριν καταλήξω µπουντρουµιασµένη ανάσκελα σ’ ένα φέρετρο. «Όταν η ζωή σού δίνει λεµόνια, κάνεις λεµονάδα», µου έλεγε ο Ευδαίµονας. Θα άρπαζα λοιπόν τα σάπια µου λεµόνια και θα τα ζουλούσα µέχρι να γίνουν λεµονόκουπες. Το πάρτι είχε ανάψει όταν µπήκα. O ντι τζέι έπαιζε κάτι µουχλιασµένα ροκ εντ ρολ κοµµάτια, οι συνάδελφοι κάνανε ακροβατικές φιγούρες. Έφτασα να δω ακόµη και τι χρώµα εσώρουχο φορούσε η Ρένα. Εντόπισα µε το βλέµµα τον Αντωνιάδη. Τσιµπούσε µια γαρίδα από τον µπουφέ και ταυτόχρονα κουνιόταν στο ρυθµό, δυνατά, αν και ασυντόνιστα. Πριν του µιλήσω, έψαξα την τουαλέτα για να «πουδράρω τη µύτη µου». Η τουαλέτα ήταν στο τέλος ενός διαδρόµου φορτωµένου µε όλες τις περγαµηνές του διευθυντή. Μεγάλη επιστηµονική διαδροµή, σκέφτηκα. Πάρα πολύ µεγάλη για να καταλήξει να παίρνει χαρά από την ήβη της µαγείρισσας. Το µικρό µπάνιο ήταν ασορτί µε την οικοδέσποινα. Παστέλ λουλουδάτη ταπετσαρία, αποξηραµένα λουλούδια σε µπολάκια, πετσέτες χεριών µε δαντέλες στην άκρη, χαρτί υγείας µε λουλουδάκια. Κρίµα που µια γυναίκα µε τόσο φινετσάτο γούστο είχε παραγκωνιστεί από µια Ουκρανή µαγείρισσα µε βαµµένα περλέ νύχια και πλαστικές µπότες... Η µαγείρισσα είχε µπει µε µέσο στα µαγειρεία και, κατά κοινή οµολογία, µαγείρευε απαίσια, αλλά είχε οπίσθια σε σχήµα καρδιάς, που ξεπρόβαλλαν σε όλο τους το µεγαλείο, σε όλο το εντυπωσιακό τους εύρος, µέσα από τα συνθετικά της φορέµατα – θυµίζοντας από πίσω την Τζένιφερ Λόπεζ. Επιπλέον, ήταν δεν ήταν είκοσι πέντε χρονών. Όχι, η οικοδέσποινα δεν είχε καµιά ελπίδα. Ο δρόµος που


είχε πάρει ο διευθυντής ήταν χωρίς επιστροφή. Και ο Κώστας; Είχε ξελογιαστεί κι αυτός από κάποιους εικοσιπεντάχρονους γλουτούς; Ή είχε ερωτευτεί; Από τις παρατηρήσεις που είχα κάνει στο παρελθόν, είχα καταλήξει πως οι άντρες ξεπερνούν αργά ή γρήγορα έναν έρωτα, ποτέ όµως δύο ανασηκωµένους γλουτούς. Ο Κώστας όχι µόνο δεν αποτελούσε εξαίρεση, αλλά ήταν τέλειος εκπρόσωπος του χρυσού κανόνα. Πιθανότατα, είχα για αντίπαλο δύο οπίσθια. Σφιχτά, νεανικά, καλογυαλισµένα από τα ίδια τους τα νιάτα. Ο Κώστας δεν ήταν από τους τύπους που θα ερωτεύονταν το πνεύµα ή τον ψυχικό κόσµο µιας γυναίκας. Αντίθετα, µπορούσα εύκολα να τον φανταστώ να γίνεται έρµαιο δύο οπισθίων. Όπως άλλωστε είχε γίνει έρµαιο ο διευθυντής. Όπως άλλωστε θα γινόταν έρµαιο κάθε άντρας. Το πρόσωπό µου αγρίεψε από εκείνες τις σκέψεις. Ίσως να έφταιγαν και τα µαλλιά µου, που πετούσαν έξω από το περίγραµµά τους. Μόνο η εκδίκηση θα µου ’φερνε γαλήνη. Οφθαλµός αντί οφθαλµού. Το µίσος θα µε κινητοποιούσε, θα µε µεταµόρφωνε σε ετοιµοπόλεµη εκδικήτρια, µε κόκκινα µάτια και άγρια, ατίθαση ψυχή. Ας πήγαινε στο διάολο ο γάµος µου... Πήρα το κινητό και έστειλα µήνυµα στον Αντωνιάδη. Έλα τώρα στην τουαλέτα στο τέλος του διαδρόµου αριστερά. Τώρα!

Στα επόµενα λεπτά, και ενώ τον περίµενα, έβαλα κραγιόν, τακτοποίησα τα στήθη µου ώστε να φαίνονται πλούσια µέσα από το σουτιέν και άνοιξα –µόλις µια χαραµάδα– την πόρτα της τουαλέτας. Τον άκουσα που έφτασε έξω από το µπάνιο. Πάτησε το διακόπτη. Κλικ, έκανε αυτός χαρακτηριστικά, και βυθίστηκα στο σκοτάδι. Μετά άνοιξε την πόρτα και µπήκε. Τον άρπαξα από τον καβάλο και τον στρίµωξα µε το κορµί µου πάνω στην πόρτα. «Άργησες...» του είπα µε ηδυπάθεια. Με το δεξί µου χέρι κλείδωσα ψαχουλευτά την πόρτα. Με το αριστερό µου ξεκούµπωσα τη ζώνη του. Άκουσα το φρτςςς που έκανε το παντελόνι ενώ έπεφτε. Τον δάγκωσα απαλά στο πιγούνι, που µου έδωσε την εντύπωση πως είχε περισσευούµενη σάρκα, µια έξτρα πτυχή, που ανέδινε µια µυρωδιά παιδικού ταλκ. Άλλαξε άρωµα, σκέφτηκα. Έσυρα µετά τη γλώσσα µου προς τα κάτω. Ο λαιµός του, χαλαρός και αδύνατος, κινήθηκε κατά µήκος της κίνησης της γλώσσας, σαν να σάρωνα το δέρµα µε µια κρεάτινη σκούπα. Την ίδια στιγµή, το χέρι µου πάλευε να ελευθερώσει το πέος του µέσα από ένα µπόξερ που το ’νιωσα µαλακό και τρυφερό, από µετάξι ίσως. «Φόρεσες µεταξωτά εσώρουχα;» ρώτησα σε έναν κοροϊδευτικό τόνο. Η ανάσα του τρεµούλιασε στιγµιαία. Δεν απάντησε. Συνέχισα να τον φιλάω αγριεµένα, µε το πρόσωπό µου κόντρα στο στήθος του, ανοίγοντας µε το στόµα τα κουµπιά του πουκαµίσου και µε το χέρι µου πάντα χαµηλά. Ακούµπησα το µάγουλό µου στην κοιλιά του για να συναντήσω τις τρίχες του –που τις θυµόµουνα δυνατές αλλά απαλές– και βρήκα µια λιπόσαρκη, άδεια από τρίχες κοιλιά, σκληρή σαν συρµάτινο πλέγµα. Το σκοτάδι αλλοίωνε την αίσθηση, ένιωθα όµως πως ψαχούλευα ένα άγνωστο σώµα. Μου ήρθε


στο µυαλό εκείνος ο πίνακας, το Μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού – τίνος ζωγράφου ήταν; Το σώµα τρυπηµένο µε βέλη, το δέρµα τραβηγµένο, τσιτωµένο πάνω στα κόκαλα... Έπεσα στα γόνατα και συνέχισα να φιλάω αυτή την κοιλιά. Σαν να φιλούσα εικόνα σε εκκλησία. Ήταν παγωµένη, κάπως απωθητική. Ωστόσο, βρήκα αυτό που έψαχνα. Άκουσα από το δικό του στόµα έναν ήχο πνιγµένης ηδονής και µετά τα χέρια του γράπωσαν τους ώµους µου. Τους έφεραν βίαια προς το µέρος του. Ένιωσα να πνίγοµαι. Ύστερα µε έσπρωξε προς τα πίσω, πάντα κρατώντας µε από τους ώµους, µε ένα άρπαγµα που θύµιζε γύπα. Αναπνοή, ασφυξία, ξανά αναπνοή. Αφέθηκα σ’ ένα µαρτύριο. Στην ηδονή ενός βασανιστηρίου. Κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Άλλος», είπα πνιχτά. Αισθάνθηκα τα χέρια του να τραβούν τα µαλλιά µου, να ανασηκώνουν όλο µου το σώµα. «Τι στο διάολο κάνεις;» έβρισα. Άρπαξε τα λόγια µου κατευθείαν από το στόµα, κρατώντας το κρανίο µου σφιχτά από πίσω. Τα χείλη µου συνθλίβονταν στα δικά του, που ήταν σκληρά και στεγνά. Αναστέναξα. Αυτός δάγκωνε το στόµα µου, το στράγγιζε. Η πόρτα ξαναχτύπησε. «Άλλος», ξανάπα ανάµεσα στα φιλιά του. Το φως άναψε, µας έλουσε στην αλήθεια µας.


43

H ερωτική πράξη µοιάζει πάρα πολύ µε βασανιστήριο ή µε χειρουργική επέµβαση. ΣΑΡΛ ΜΠΟΝΤΛΕΡ

I AM A

SCIENTIST,

I produce science. Είµαι επιστήµονας, παράγω επιστήµη. Αυτό ήταν το πρώτο πράγµα που γέµισε το µυαλό µου µόλις άναψε το φως. Αυτή τη σκέψη βρήκα πρόχειρη, αυτή τη σκέψη βρήκα παρήγορη. Ήµουν γιατρός, συνηθισµένη σε ακραίες καταστάσεις, εξοικειωµένη µε κοµµένα χέρια, µε ανοιγµένα κεφάλια, µε ανθρώπους που κατέρρεαν µέσα στα χέρια µου. Μπορούσα να ανασύρω αµέσως την ψυχραιµία µου, µπορούσα να τη βγάλω από το τσεπάκι µου. Είχα µάθει να αντιδρώ µε τα σωστά αντανακλαστικά σε κάθε περίσταση. Μα την Παναγία, µια χαρά τα είχα καταφέρει ακόµη κι όταν συναντούσα το θάνατο. Είτε ήταν άδικος είτε ήταν απροσδόκητος είτε γελοίος. Έτσι κι αλλιώς, ο θάνατος είναι πάντα και άδικος και απροσδόκητος και γελοίος. Εκείνα τα πρώτα κλάσµατα του δευτερολέπτου µέσα στο λουλουδάτο µπάνιο της συζύγου του διευθυντή µού τελείωσαν µεµιάς τα µεγάλα αποθέµατα ψυχραιµίας – για τα οποία πάντα ήµουν περήφανη. Έψαξα να κρατηθώ από παλιότερες νίκες µου πάνω στο αναπάντεχο για να διατηρήσω τον αυτοέλεγχό µου. Όπως ο µποξέρ που τις τρώει απανωτά και λυγίζει αιµόφυρτος στο ρινγκ αναµασά µέσα του τις παλιές του νίκες για να ενθαρρύνει τον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι. Έτσι ακριβώς. Μέσα σ’ αυτές τις δυσάρεστες στιγµές, και ενώ κανείς από τους δυο µας δε µιλούσε, µόνο µια σκέψη µε κράτησε όρθια: όσο εξευτελιστική, όσο άβολη, όσο απαίσια κι αν ήταν εκείνη ακριβώς η κατάσταση, δεν ήταν θάνατος. Ήταν µια αναστρέψιµη κατάσταση. Ήταν µια κατάσταση που µπορούσα να διαχειριστώ. Το µυαλό µου ανακουφίστηκε από τη διαπίστωση. Ίσιωσα τα ρούχα µου, µετά ίσιωσα την πλάτη µου και, αφού σκούπισα το στόµα µου µε την ανάστροφη του χεριού µου –µια κίνηση που έκανα από παιδί όταν ετοιµαζόµουν να επιτεθώ σε καβγά–, είπα: «Θα καταλάβατε, φαντάζοµαι, πως έγινε ένα λάθος». «Καθόλου δυσάρεστο για µένα», είπε. «Πρέπει να σας εξηγήσω». Έβγαλα από την τσέπη µου το κινητό, µπήκα στα Μηνύµατα, βρήκα τα Απεσταλµένα, του το έδειξα. «Έστειλα... χµ, στο φίλο µου αυτό το µήνυµα. Να, δείτε το!» Έριξε µια µατιά όλο ενδιαφέρον στο µήνυµα. «Προφανώς εσείς ήρθατε νωρίτερα από εκείνον», συνέχισα, χαµένη στην αµηχανία. Δε µε βοηθούσε καθόλου.


«Δεν είστε επαγγελµατίας;» ρώτησε κάπως έκπληκτος. Τον κοίταξα για λίγο χωρίς να καταλαβαίνω. Μετά το µυαλό µου φωτίστηκε. «Όχι βέβαια! Προς Θεού... Μια έκπληξη πήγα να κάνω στο φίλο µου, ξέρετε, από αυτές που κάνουν οι ερωτευµένοι». Με κοιτούσε µε ανασηκωµένα τα φρύδια. Δύσπιστα. «Μάλιστα», είπε εντέλει στεγνά. Το πρόσωπό του ήταν σουρωµένο, το κάθε µάγουλο σαν µικρό ακορντεόν από ρυτίδες. Ήταν ολοφάνερο ότι είχε χάσει πρόσφατα βάρος. Αποφάσισα να είµαι ειλικρινής µαζί του. «Κοιτάξτε. Δε θυµάµαι να έχω νιώσει χειρότερα στη ζωή µου. Ντρέποµαι τροµερά. Θ’ ανοίξω την πόρτα τώρα και θα φύγω. Ελπίζω να είστε αρκετά τζέντλεµαν ώστε να ξεχάσετε αυτό το... περιστατικό». «Αναρωτιέµαι», είπε αργόσυρτα, «πώς είναι δυνατό να µπερδευτήκατε. Εγώ θα αναγνώριζα τη µυρωδιά και τη γεύση της γυναίκας που αγαπάω από χιλιόµετρα µακριά». Ήθελα να του δώσω χαστούκι. Φαντάστηκα να του περνάω µέσα από ένα χειρουργικό ράµµα µία µία τις πτυχές του προσώπου, όπως περνάνε τις ντοµάτες µέσα από την κλωστή για να τις κάνουν λιαστές. «Φταίει η κακιά στιγµή», είπα και ξεκλείδωσα την πόρτα. Βγήκα έξω µε χίλιες προφυλάξεις. Ο διάδροµος ευτυχώς ήταν άδειος. Διένυσα τα τελευταία µέτρα πριν φτάσω στο σαλόνι σχεδόν τρέχοντας. Το πάρτι συνεχιζόταν. Τα φώτα είχαν χαµηλώσει. Τρεις κοπέλες, ντυµένες µε στολές οριεντάλ, κουνούσαν τις γυµνές κοιλιές τους πέρα δώθε. Με χτύπησε µια µυρωδιά µέντας. Η Ρένα ήταν δίπλα µου. «Ωραίο πάρτι», είπε. «Καλό είναι», συµφώνησα βιαστικά, ενώ έψαχνα µε το βλέµµα τον Αντωνιάδη. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν, θα ήµουν θυµωµένη µαζί του. Ακόµη και τη στιγµή που θα πέθαινα θα θυµόµουνα την ταπείνωσή µου και θα οργιζόµουν εκ νέου µε τον Αντωνιάδη. Θα θυµόµουν πως η ατολµία του ή η κωλυσιεργία του –δεν ήξερα τι από τα δύο– έφταιγε για το ότι είχα ζήσει την πιο εξευτελιστική εµπειρία της ζωής µου. Το γεγονός θα το διέγραφα, δε θα άντεχα να το θυµάµαι, αλλά θα έπαιρνα την οργή µαζί µου. Τον έπιασα µε το βλέµµα να κάθεται στριµωγµένος σε έναν καναπέ. Δίπλα στην Ελένη. Του έριξα µια µατιά, σαν υγρό πυρ, κατευθείαν στο δόξα πατρί. Τι δουλειά είχα µαζί του; Αυτός ήταν συναισθηµατικά ένα βρέφος, που µόλις µάθαινε να µπουσουλάει. Εγώ ένιωθα σαν δροµέας µεγάλων αποστάσεων. Το ίδιο εξαντληµένη, το ίδιο σκονισµένη. Μια µαραθωνοδρόµος της δεκάρας που έτρεχε χωρίς να την περιµένει µετάλλιο στο τέλος. Ζήτησα από την οικιακή βοηθό το πανωφόρι µου. Run, Forrest, run. Αναζήτησα τους οικοδεσπότες και τους ευχαρίστησα, αδηµονώντας να φύγω. Run, Forrest. Τυφλωµένη από βιασύνη έφτασα στην έξοδο. Μπήκα στο αυτοκίνητο και άρχισα να ουρλιάζω. Ήθελα να εξοµολογηθώ σε κάποιον το πώς ένιωθα, αλλιώς υπήρχε ισχυρή πιθανότητα να εκραγώ. Πώς το ’λεγε ο Κώστας; «Είχα


κάψει φλάντζα». Και δεν υπήρχε κανένας να µ’ ακούσει. Έψαξα νοερά την –ανύπαρκτη– ατζέντα φίλων. Ναι, δεν υπήρχε κανένας που θα µπορούσα να εµπιστευτώ. Ίσως η Μαρίτα... Κοίταξα το ρολόι µου. Ήταν δύο και είκοσι. Έψαξα στο κινητό το τηλέφωνο της Ξένιας και πάτησα το πράσινο πλήκτρο. «Παρακαλώ;» Η φωνή της ήταν σφριγηλή και είχε έναν επίσηµο, επαγγελµατικό τόνο. «Κυρία Καλογήρου; Η γιατρός είµαι. Ξέρετε, η χειρουργός... Συγνώµη για την ενόχληση». «Δεν ενοχλείτε», είπε, και κατάλαβα πως το εννοούσε. «Θα σας έπαιρνα κι εγώ. Μεθαύριο βέβαια, για να περάσετε ήρεµα τις αργίες. Δεν έχω ολοκληρώσει πλήρως την έρευνά µου, λείπουν κάποια στοιχεία. Ωστόσο, έχω ήδη κάνει κάποια πρόοδο, θα σας τα πω από κοντά». «Πότε µπορούµε να βρεθούµε;» «Όποτε θέλετε. Η δουλειά προέχει. Και αύριο, αν έχετε χρόνο». «Δε γίνεται σήµερα; Καταλαβαίνω πως η ώρα και η µέρα είναι απαγορευτική, αλλά υπάρχει απόλυτη ανάγκη να σας µιλήσω. Θα σας... πληρώσω. Εννοώ, δείτε το σαν υπερωρία». Άρχισε να γελάει. Το γέλιο της ήταν γάργαρο, κοροϊδευτικό στη βάση του. «Μην ανησυχείτε. Θα τα βρούµε αυτά. Έτσι κι αλλιώς, δεν έκανα κάτι αξιόλογο. Άκουγα µουσική. Μόνη µου». Τόνισε το «µόνη µου» µε µια δόση καλυµµένης περηφάνιας, σαν να καµάρωνε για τη µοναξιά της, σαν να ’ταν επίτευγµα και όχι κατάντια – όπως η δική µου µοναξιά... «Σε είκοσι λεπτά µπορώ να ’µαι στα Πατήσια, οι δρόµοι είναι άδειοι». «Δεν είµαι στο γραφείο, είµαι στο σπίτι. Μένω στον Χολαργό. Ελάτε να τα πούµε εδώ». Μου έδωσε τη διεύθυνση και αναλυτικές οδηγίες. «Θα είµαι εκεί σε δέκα λεπτά», της είπα και το ’κλεισα. Πάτησα το γκάζι µε ενθουσιασµό. Ένιωθα σαν να οδηγούσα για να συναντήσω τον Ευδαίµονα, έτοιµο να ακούσει τα µυστικά µου µε ανάλαφρη απάθεια. Μέσα µου συνεχάρην ακόµη µια φορά τον εαυτό µου για την επιλογή της Ξένιας. Πέρα από την αίσθηση ασφάλειας που µου πρόσφερε –λόγω της ιδιότητάς της–, µου έδινε παράλληλα την εντύπωση πως τίποτα δεν µπορούσε να τη σοκάρει. Χρειαζόµουν ένα τέτοιο άτοµο, εκείνη ακριβώς τη στιγµή. Πάρκαρα έξω από µια διώροφη µονοκατοικία. Το σπίτι στένευε προς τα πάνω και µου θύµισε κάτι τούρτες µε πολλούς ορόφους που γέρνουν προς τα πλάγια όταν λιώσουν. Έξω από την εξώπορτα, ένας γιγάντιος κάκτος, µέσα σε µια πήλινη γλάστρα, έκανε την είσοδο να µοιάζει πολύ µεξικάνικη, πολύ παράταιρη µε το χειµωνιάτικο καιρό. Ένας τοίχος µε υαλότουβλα, δίπλα στη θωρακισµένη µασίφ πόρτα, άφηνε να φαίνεται, θολά και ακαθόριστα, το εσωτερικό του σπιτιού. Με το που πάτησα το κουδούνι, είδα τη σκιά της φιγούρας της να αποκολλάται από τα ενδότερα και να έρχεται προς την είσοδο, µε ένα προκλητικό λίκνισµα. Βγήκε στο κατώφλι. Φορούσε µακρύ κόκκινο κιµονό, κανονικό, γιαπωνέζικο, µ’ εκείνο το σαµάρι από µετάξι στην πλάτη. Ήταν ξυπόλυτη, αλλά της έφτανα ως τα φρύδια – παρά τους έξτρα πόντους που µου πρόσφεραν τα φουντωτά, ατηµέλητα µαλλιά µου. Έσκυψε και µε φίλησε και ο αέρας γύρω µου γέµισε από το άρωµά της. Ένιωσα βλακωδώς χαρούµενη, σαν να έκανα κοινωνική επίσκεψη, σαν να είχα πάει σε κάποια φίλη για να γιορτάσουµε µαζί τα Χριστούγεννα.


«Περάστε», είπε εκείνη πρόσχαρα. Το σπίτι της ήταν εξαίσιο. Καλόγουστο, ζεστό, απίθανο... Το πάτωµα από ιρόκο σε προσκαλούσε να κυλιστείς σαν παιδί κάτω, να κάνεις τούµπες, να κάνεις σκέιτ, να κάνεις έρωτα γυµνός πάνω στο ξύλο. Γύρω από το τζάκι, τρεις λευκοί καναπέδες µε δεκάδες µαξιλάρια εξέπεµπαν τέτοια θαλπωρή, που σκέφτηκα στα σοβαρά να κατασκηνώσω για πάντα εκεί. Δίπλα στη φωτιά, δίπλα στο κόκκινό της κιµονό, πάνω στους αφράτους της καναπέδες. «Πίνω ζεστό ρακόµελο. Θα πιείτε κι εσείς;» µε ρώτησε. Έγνεψα καταφατικά. Θα έπινα και κινίνο προκειµένου να παρατείνω την παραµονή µου σε τούτο εδώ το καταφύγιο. Θα µπορούσα να πεθάνω εδώ µέσα, σκέφτηκα. Αυτές θα ήθελα να είναι οι τελευταίες µου εικόνες. Τσουγκρίσαµε εορταστικά τα ποτηράκια µας. Έβγαλα τα παπούτσια µου και ανέβασα τα πόδια µου στον καναπέ. Η σκηνή µού θύµισε ξανά τον Ευδαίµονα και η καρδιά µου πληµµύρισε από γλύκα. «Λοιπόν;» είπε εκείνη ζεστά. «Θέλω να µιλήσω σε κάποιον... Και σκέφτηκα εσάς. Δε σας ξέρω, αλλά εσάς σκέφτηκα, πρώτη πρώτη». «Εγώ σας “ξέρω” πια. Έµαθα τα πάντα». Άρχισε να γελάει. «Αφήστε µε να µιλήσω, δε φαντάζεστε τι έπαθα µία ώρα πριν, είναι τόσο ντροπιαστικό, θέλω κάπου να το εξοµολογηθώ, κάποιος να µου δώσει άφεση, να µου πει πως δεν είναι τόσο φοβερό...» «Μη µου πείτε πως σκοτώσατε τον άντρα σας;» µε διέκοψε. «Όχι, όχι, µα τι λέτε; Όχι βέβαια! Πώς θα µπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο;» «Ναι, σωστά. Εξάλλου, δε βρίσκεται στην Αθήνα. Έχει ήδη φύγει για τις Μαλδίβες», είπε εκείνη σε επαγγελµατικό τόνο. «Ο Κώστας; Κάποιο λάθος κάνετε». «Ποτέ δεν κάνω λάθος», τόνισε σφιγµένα. «Αποκλείεται να έφυγε ο Κώστας. Μισεί τα αεροπλάνα. Ακόµη και στην Ευρώπη ταξιδεύει µε αυτοκίνητο». «Κι όµως. Αυτή τη στιγµή ταξιδεύει για τις Μαλδίβες». Κοίταξε το ρολογάκι της. «Ίσως και να έχει φτάσει τώρα που µιλάµε...» «Αποκλείεται σας λέω να πρόκειται για τον Κώστα! Αποκλείεται!» Ήπια ένα ακόµη σφηνάκι ρακόµελο. Ως ντετέκτιβ δεν έπιανε µία, σκέφτηκα. Ήταν αδύνατο να ταξιδεύει ο Κώστας για τις Μαλδίβες. Ούτε ως τη Θεσσαλονίκη δεν πήγαινε µε αεροπλάνο. Ακόµη κι όταν µε είχε συνοδεύσει στο Παρίσι για ένα συνέδριο στο «Four Seasons», είχαµε πάει οδικώς. Η δήθεν έρευνά της λοιπόν δε θα µπορούσε παρά να είναι σκέτη αποτυχία. «Όπως νοµίζετε», υποχώρησε συγκαταβατικά. «Είναι λογικό να νιώθετε άρνηση. Φαντάζοµαι, το ίδιο αντιµετωπίζετε κι εσείς όταν ανακοινώνετε άσχηµα νέα στους ασθενείς. Κάποια στιγµή όµως θα πρέπει να δεχτείτε την αλήθεια. Όσο σοκαριστική κι αν είναι». Δεν υπήρχε τίποτα το σοκαριστικό για µένα στο ότι ο Κώστας ταξίδευε. Πολύ απλά, γιατί δεν υπήρχε ούτε µία στο εκατοµµύριο πιθανότητα να συµβαίνει κάτι τέτοιο! Ήταν λάθος. Λάθος της. Προφανώς είχε µπερδέψει τον Κώστα µε κάποιον άλλο. Άλλα ήταν για µένα τα


σοκαριστικά. Θυµήθηκα τα όσα συνέβησαν µία ώρα πριν. «Ξέρετε τι έπαθα; Είναι ανήκουστο, θα µε περάσετε για ηλίθια...» άρχισα. «Μα τι πάθατε;» είπε αυστηρά. «Έκανα ερωτική επίθεση σε έναν άγνωστο». Άρχισε να γελάει µε τα φρύδια της ανασηκωµένα σε µια έκφραση δυσπιστίας. «Χα, χα, χα! Τι µου λέτε τώρα; Πώς το κάνατε αυτό;» «Ήµουνα σ’ ένα πάρτι. Μπήκα στο µπάνιο. Έστειλα ένα µήνυµα σ’ έναν άντρα. Χµ... γνωστό µου, συνάδελφο δηλαδή...» Ακόµη και στα δικά µου αφτιά ακουγόµουνα περίεργα. Ωστόσο, συνέχισα. «Δεν ξέρω τι θα πείτε για την ηθική µου, αλλά όλο αυτό µε τον Κώστα µε έχει βγάλει εκτός ορίων, δεν ελέγχω τι κάνω πια. Τέλος πάντων, το θέµα είναι πως κάλεσα στο µπάνιο αυτό το συνάδελφο, κι όταν µπήκε, έπεσα πάνω του, αλλά µετά κατάλαβα πως δεν ήταν ο συγκεκριµένος συνάδελφος, αλλά ένας άλλος. Άγνωστος. Παντελώς άγνωστος». «Αφού είναι άγνωστος, πού θα σας ξαναδεί; Προσποιηθείτε στον εαυτό σας πως δε συνέβη. Δεν είναι δα και τραγικό...» Η φωνή της είχε ακόµη την ίδια δυσπιστία. Ίσως να νόµιζε πως ήµουν από αυτές που φαντάζονται πράγµατα και µετά τα διηγούνται σαν αληθινά. «Δεν είναι ακριβώς άγνωστος. Είναι γνωστός του διευθυντή µου. Μπορεί να του τα πει, µια φάρα είµαστε όλοι, τίποτα δε µένει κρυφό». «Είναι γιατρός στο νοσοκοµείο σας;» Για πρώτη φορά η φωνή της είχε µια ενσωµατωµένη κατανόηση, σαν να µε είχε στ’ αλήθεια πιστέψει. «Όχι αυτός. Ο άλλος είναι γιατρός», είπα ανυπόµονα. «Ποιος άλλος;» «Ο άλλος που τον κάλεσα µε το µήνυµα...» Ξανά η δυσπιστία στο ύφος της. «Λοιπόν, ας τα πάρουµε από την αρχή: είστε σ’ ένα πάρτι». «Ναι, στο πάρτι του διευθυντή». «Ωραία. Και µετά πάτε στο µπάνιο και στέλνετε ένα µήνυµα σ’ ένα συνάδελφο γιατρό, σωστά;» «Ναι», είπα ανακουφισµένη που έµπαινε στο νόηµα. «Αλλά αντί γι’ αυτόν έρχεται κάποιος άλλος, κι εσείς του προσφέρετε έρωτα;» «Ακριβώς. Δεν είναι φρικτό;» «Εντάξει, ήταν µια άτυχη στιγµή. Μια κουκκίδα σε µια γραµµή από άτυχες στιγµές που ζούµε όλοι οι άνθρωποι. Η ζωή µας είναι γεµάτη από τέτοιες στιγµές, µην το κάνετε θέµα». Τα λόγια της µε την επίπεδη αλλά και ανώτερη λογική τους παραδόξως µε ηρέµησαν. Τίναξε τα µαλλιά της και στη µύτη µου έφτασε η φρουτώδης µυρωδιά του σαµπουάν. Συνέχισε: «Θα πρέπει να είστε ψύχραιµη. Αύριο θα σας µιλήσω και για τα αποτελέσµατα της έρευνάς µου. Μην αναλώνεστε σε βλακείες λοιπόν. Θα χρειαστείτε την ενέργειά σας για τα χειρότερα...» «Τι εννοείτε; Τι βρήκατε;» «Θα τα πούµε αύριο. Σήµερα δεν είστε σε θέση να τα επεξεργαστείτε, είστε ταραγµένη. Σας χρειάζεται ένας καλός ύπνος».


«Όχι, πείτε µου. Δεν µπορώ να περιµένω ως αύριο». «Έχω τα χαρτιά µου στο γραφείο. Δε µ’ αρέσει να µιλάω στον αέρα. Αύριο θα τα πούµε επίσηµα». «Μα δεν µπορεί να µη θυµάστε τι ανακαλύψατε!» διαµαρτυρήθηκα. «Μέσες άκρες, θυµάµαι. Αλλά θέλω να ’µαι ακριβής. Εξάλλου, δεν είστε η µοναδική µου υπόθεση». Δεν επέµεινα άλλο. Η Ξένια ήταν εντελώς διαφορετική από την πρώτη µας συνάντηση. Φαινόταν πιο οργανωµένη στη σκέψη, πιο σαφής στα λόγια. Με έναν τρόπο, ξανακέρδισε πίσω όση από την εµπιστοσύνη µου είχε χάσει µε εκείνο το µεθυσµένο της παραλήρηµα. Το ποτό µε είχε βυθίσει σε µια ευχάριστη χαύνωση. Το τζάκι µού έκαιγε το πρόσωπο και χαλάρωνε τα βλέφαρά µου. Πάνω από το κεφάλι µου, κρεµασµένα µε κόκκινες κορδέλες από ψηλά ξερόκλαδα, µικρά χερουβείµ αιωρούνταν πέρα δώθε, σαν το εκκρεµές που χρησιµοποιούν οι ψυχαναλυτές στην ύπνωση. Μαντεύοντας την κατάστασή µου, πρότεινε: «Θέλετε να κοιµηθείτε εδώ;» «Θα µπορούσα;» «Φυσικά. Μπορείτε να χρησιµοποιήσετε τον ξενώνα». Την κοίταξα µε ευγνωµοσύνη. Δεν ήθελα να γυρίσω στο σπίτι. Δεν µπορούσα να µείνω µόνη µε τις σκέψεις µου. «Έχετε µια οδοντόβουρτσα;» «Έχω ό,τι χρειάζεται», είπε καθησυχαστικά. Έβαλα τα µπράτσα µου σταυρωτά στο πρόσωπο ώστε να µε κρύβουν. «Αισθάνοµαι σαν ηλίθια», µουρµούρισα. «Θα περάσει», µε διαβεβαίωσε. «Μήπως πεινάτε;» Χωρίς να περιµένει απάντηση, µε άφησε µόνη και χάθηκε στην κουζίνα. Γύρισε µε τέσσερα σάντουιτς. «Είναι µε γαλοπούλα. Για να στρώσει το στοµάχι µας». Ανανέωσε το ποτό στα ποτήρια. Η στάθµη του αλκοόλ στο αίµα µου είχε ανέβει επικίνδυνα. Άρχισα να κλαίω. «Νιώθω ηλίθια. Και νιώθω και βρόµικη. Δε γουστάρω καθόλου που έγινα το έρµαιο ενός άντρα. Ακόµη και φευγάτος, ο Κώστας µε επηρεάζει. Με βγάζει εκτός εαυτού. Εξαιτίας του έκανα ό,τι έκανα». «Ξέρω πώς νιώθετε. Το έχω νιώσει κι εγώ. Χρόνια πριν. Με τον Τόνι. Ξέρω ακριβώς την αίσθηση του να µισείς κάποιον µε τον οποίο είσαι ερωτευµένη». Ήπιε απανωτά δύο σφηνάκια. Σκέφτηκα πως δεν είχα ξαναδεί γυναίκα να πίνει τόσο πολύ. «Πείτε µου για τον Τόνι». «Περασµένες, ξινισµένες ιστορίες... Δεν έχουν πια κανένα ενδιαφέρον». «Έχουν για µένα», είπα µε θέρµη. Έβαλε ένα µαξιλάρι πίσω από τον αυχένα. Μετά άρχισε να µιλάει.


44

Αν και η µαζοχιστική θέση φαίνεται να είναι παθητική, δεν πρέπει να υποτιµάται η διεκδικητικότητα του µαζοχιστή. ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΪΝΤ[1]

«ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΝΙ γνωριστήκαµε σε µια φωτογράφηση στο Άµστερνταµ, δώδεκα χρόνια πριν. Κυριολεκτικά θαµπώθηκα µόλις τον είδα. Άστραφτε ολόκληρος από τα ιταλικά του νιάτα. Και από την προσµονή της µεγάλης ζωής που µπορούσε να ξανοιχτεί µπροστά του... Ήταν γυαλιστερός, αεικίνητος και νευρώδης. Σαν όλους τους Ιταλούς. Ο ενθουσιασµός του βέβαια πήγαζε καθαρά από το είδωλο που του αντιγύριζε ο καθρέφτης. Ήταν, µε λίγα λόγια, ξετρελαµένος µε τον εαυτό του. Πράγµα που τότε εγώ αγνοούσα... »Τον ερωτεύτηκα όπως θα ερωτευόµουνα ένα όµορφο µαργαριτάρι ή ένα ηλιοβασίλεµα στη Σαντορίνη. Δηλαδή απλώς για την οµορφιά του. Οτιδήποτε υπήρχε κάτω από τη φλούδα, κάτω από εκείνο το ηλιοκαµένο πετσί του δε µε ενδιέφερε. Θα τον ερωτευόµουν το ίδιο ακόµη κι αν ήξερα πως είχε κάνει φυλακή για πολλαπλό φόνο». Η Ξένια σταµάτησε. Άναψε τσιγάρο. Ξανάρχισε να µιλά: «Έγινα το ίδιο κιόλας απόγευµα ερωµένη του. Ήταν ο πρώτος µου εραστής. Κανονικός εραστής εννοώ. Το κρεβάτι ήταν φυσικά το φόρτε του. Τον ερωτεύτηκα διπλά. Δεν ξέρω αν θα µε καταλάβετε, αλλά δίπλα στο όµορφο πρόσωπό του το δικό µου φάνταζε πιο όµορφο απ’ ό,τι ήταν. Ήταν σαν να µε φώτιζε η ίδια η παρουσία του, το ίδιο το σώµα του, που εξέπεµπε µια χαρούµενη, γεροδεµένη υγεία. Κοντά του αισθανόµουν ανάλαφρη και ανέµελη. Αρκούσε να κοιτάξω τα µάτια του, σκούρα και αµυγδαλωτά σαν καλαµατιανές ελιές, για να νιώσω όλη την αισιοδοξία του κόσµου να µε κατακλύζει. »Mέχρι τότε δεν είχα ερωτευτεί ξανά, µε απασχολούσε µόνο ο εαυτός µου. Στην ουσία, ενέδωσα σε αυτό τον έρωτα από µια παρόρµηση, αποφασισµένη να νιώσω κι εγώ τσαλαπατηµένη από ένα ον που τουλάχιστον ήταν ανώτερο από µένα σε κάτι. Γιατί µέχρι τότε πίστευα ότι ήµουν ανώτερη από όλους. Ανώτερη και από την άρια φυλή, ανώτερη από τον ίδιο το Θεό. Η υπερβολική οµορφιά σε ρίχνει σε τέτοια παγίδα. Σου φουσκώνει το εγώ, σε κάνει να θεωρείς τον εαυτό σου άτρωτο, ανίκητο. Έχει, εν ολίγοις, την ίδια επίδραση που έχει πάνω σου η υπερβολική εξουσία, αν τη διαθέτεις... Ή το υπερβολικό χρήµα. »Ο Τόνι ήταν χειρότερος από µένα. Πιο όµορφος, πιο κούφιος. Ακόµη πιο εγωπαθής από µένα. Στην πραγµατικότητα δεν αγαπούσε ούτε τα έντερά του. Δεν αγαπούσε κανέναν. Αυτό του έδινε µια απίστευτη ελευθερία, τον έκανε ένα γοητευτικό κάθαρµα. Εκείνη την εποχή χρειαζόµουνα έναν τέτοιο άντρα. Είχα βαρεθεί τους άντρες που µου δήλωναν υποταγή από την πρώτη στιγµή, εκείνους που θα έφταναν στην άκρη του κόσµου για να µου εξασφαλίσουν απλώς ένα ποτήρι παγωµένο νερό. Μου χειροτέρευαν τα κακά µου στοιχεία. Μαζί τους


γινόµουν πιο αδύναµη, πιο καλοµαθηµένη. Ο Τόνι ήταν άσκηση στις αντοχές µου, άσκηση στην υποµονή, άσκηση στην αλήθεια της ζωής. Που είναι µία: πάντα υπάρχει ένα µεγαλύτερο ψάρι από σένα, ένα ψάρι µε µεγαλύτερο στόµα από το δικό σου, που καραδοκεί για να σε καταπιεί... Πάντα υπάρχει δίπλα σου, πάνω σου, δεξιά, αριστερά, φανερός ή κρυµµένος στα µάτια σου ένας δυνατότερος από σένα. Αλίµονο σε όποιον το ξεχνάει. Και εκείνη την εποχή εγώ έτεινα να το ξεχάσω. Έτεινα να ξεχάσω το νόµο της ζούγκλας, παρόλο που είχα µεγαλώσει µε τη φωνή της µάνας µου χωµένη στα αφτιά µου να αναµασά το ίδιο πράγµα: “Ξένια, η ζωή είναι ζούγκλα. Όλοι περιµένουν να σου τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια”. »Ήµουνα ξαφνικά τόσο ερωτευµένη, που είχα στα σοβαρά σκεφτεί να παρατήσω τα πάντα. Εξάλλου, ο Τόνι έµµεσα το απαιτούσε. Ήθελε να µε βάλει στη θέση µιας Ιταλίδας συζύγου. Δε χωρούσαµε στο ίδιο σπίτι όρθιοι και οι δύο. Έπρεπε κάποιος να ’ναι ο γίγαντας και κάποιος ο νάνος. Μπήκα σ’ εκείνο το ρόλο µε ευλάβεια. Τα ’χει αυτά ο έρωτας. Σε κάνει µαζοχιστή. Όσο πιο ερωτευµένος, τόσο πιο µαζοχιστής. »Συνέχιζα τη δουλειά σ’ εκείνη καφετέρια στο αεροδρόµιο. Δούλευα δύο απανωτά οκτάωρα καµιά φορά. Γυρνούσα στο σπίτι µε τις γάµπες µου πιασµένες και την ηδονή που προσφέρει η αυτοθυσία. Αλλά είχα παρατήσει το µόντελινγκ, παρόλο που ο Κάρολος ωρυότανε πως κάτι τέτοιο θα ήταν ο επαγγελµατικός µου θάνατος. Δε γινόταν αλλιώς. Ο Τόνι ζήλευε απελπιστικά, υποχώρησα για να του κάνω τη χάρη, πώς να το πω, για να εξασκήσω τον εαυτό µου σε δεύτερους ρόλους. »Εκείνος ζούσε για να απολαµβάνει, καµιά φορά εις βάρος µου. Βέβαια, δούλευε. Δούλευε σε καλές, φαντεζί δουλειές, µε καλά λεφτά. Αλλά ξόδευε παραπάνω απ’ όσα έβγαζε. Ακόµη περισσότερα απ’ όσα βγάζαµε και οι δύο µαζί. Τότε µέναµε σ’ ένα διαµέρισµα στο Άµστερνταµ, µια τρύπα εκατό ετών. Έφτανα το απόγευµα στο σπίτι, ο Τόνι πάντα έλειπε, ερχόταν πολύ αργότερα, µεθυσµένος, ξέχειλος από κάθε είδους ναρκωτικό, µονίµως µαστουρωµένος. Δε µε ένοιαζε. Η ανοχή µου µεγάλωνε στο διπλάσιο τη θυσία µου, µε έκανε να νιώθω ένα είδος αγγέλου που υπηρετεί ένα θνητό, µε έκανε να νιώθω Σισιλιάνα, αφοσιωµένη σε έναν άντρα. Αφοσιωµένη σε έναν και µόνο άντρα! Μαγείρευα στην κουζίνα, τον περίµενα µε τα µαλλιά µου πιασµένα κότσο... Όσο πιο θαµπή φαινόµουνα, τόσο πιο µεγάλη η ηδονή όταν µου έκανε έρωτα». Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο πατώντας το µε µανία. Μου έτεινε το ποτήρι της σε ένα άηχο «στην υγειά σας». Μετά τα µάτια της αγρίεψαν. «Συχνά καβγαδίζαµε. Δεν του ζητούσα ποτέ το λόγο. Ο καβγάς άναβε από τον ίδιο, άναβε από τη δική του λαχτάρα να πάρει την ηδονή που αποκόµιζε όταν µε βασάνιζε. »Ένα βράδυ, που είχε τα γενέθλιά του, µπούκαρε στο σπίτι µεθυσµένος, αγκαλιά µε µια στραβοκάνα Κινεζούλα, που είχε ξεµείνει δίπλα του από µια φωτογράφηση. Εγώ τον περίµενα ντυµένη µε µια λουλουδάτη ρόµπα, ξέρετε, από εκείνες που φοράνε στα ελληνικά χωριά, ασπρόµαυρη, κουµπωτή µπροστά. Του άρεσε να µε βλέπει µε τέτοιες ρόµπες, τον ερέθιζαν οι αναφορές σ’ ένα παρελθόν που είχε διαγράψει, που είχε αφήσει πίσω του... Ίσως να του θύµιζα τη µάνα του, ίσως να ερεθιζόταν από το µέγεθος του άλµατος που είχε ο ίδιος είχε πετύχει, από το ξεροχώρι της Σικελίας στα φλας των φωτογράφων στο Άµστερνταµ.


»Εκείνη τη βραδιά είχα µαγειρέψει σπαγγέτι, εννοείται, και µελιτζάνες τίγκα στο σκόρδο και στην ντοµάτα. Είχα στρώσει τραπέζι για δύο, είχα µαζέψει σαν ευλαβής θείτσα τα µαλλιά, ένιωθα ήδη φοβερά διεγερµένη στην ιδέα ότι θα µου έκανε έρωτα όπως έκανε συνήθως: αφού θα έτρωγε σαν λιµασµένος, ξενηστικωµένος από τα ναρκωτικά, βογκώντας σαν το ζώο θα µε ξάπλωνε µπρούµυτα στο κρεβάτι, θα έµπαινε µέσα µου ανασηκώνοντας τη σεµνή ρόµπα που ήξερα πως τον ερέθιζε σε σηµείο τρέλας. Θα φώναζε “Μάµα µία”, πολλές φορές, όσες του χρειαζόταν για να πετύχει έναν οργασµό. Και για µένα και γι’ αυτόν. Μετά εγώ συνήθως κατέβαινα από το κρεβάτι, καθόµουν στο πλάι, πάνω στα γόνατά µου, και του έγλειφα την κοιλιά του υποµονετικά, µε το σάλιο µου να καθαρίζει το σπέρµα αργά, σχεδόν ιεροτελεστικά, σαν καλή καθολική που πλένει το παιδί της. Με ερέθιζε αυτή η διαδικασία, είχε κάτι το µυστικιστικό, ένιωθα συχνά την ήβη µου να ακουµπά υγρή στο πίσω µέρος των ποδιών µου και είχα απανωτούς σπασµούς, ακριβώς σε αυτή τη στάση που εξέπεµπε µια σεµνότητα και µια αφοσίωση που ήξερα πως τον µεθούσε περισσότερο κι από τα ναρκωτικά. »Η Κινέζα µού είχε χαλάσει τα σχέδια. Κρεµόταν από το µπράτσο του σαν αράχνη, φορούσε µάλιστα µαύρα εκείνη και κατάλευκο κοστούµι εκείνος. Ήταν κι αυτή µεθυσµένη, τον κοιτούσε από το χαµηλό της ύψος µε ένα ύφος παραίτησης, µε τα σχιστά της µάτια σχεδόν κλειστά, σαν δύο γραµµές. Ήταν αξιοθρήνητη, παρά την οµορφιά της –µοντέλο κι αυτή–, ήταν περισσότερο αξιολύπητη από µένα, πώς να το πω... περισσότερο αδύναµη. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε µια διάφανη πίπα, σαν συσκευή για κρακ, και για λίγο αναθάρρεψα, γιατί ο Τόνι σιχαινόταν τις γυναίκες που έπαιρναν ναρκωτικά – αυτό ήταν µόνο δικό του προνόµιο. »Αρχίσαµε να µαλώνουµε σε µια θύελλα από λέξεις αγγλικές, φλαµανδικές, ιταλικές, ελληνικές. Εγώ µιλούσα κυρίως αγγλικά, υπολογίζοντας πως το πιθανότερο ήταν να µη γνώριζε άλλη γλώσσα η ξένη. Ήθελα να της καταστήσω σαφές πως ήταν ανεπιθύµητη, πως ήταν η αιτία του καβγά µας. Εκείνη βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου. Ο Τόνι την έριξε στο κρεβάτι, έτσι όπως θα τίναζε µια ακρίδα που είχε πιαστεί στο µανίκι του, και στρογγυλοκάθισε να φάει. Πηγαινοερχόµουνα πάνω από το κεφάλι του φωνασκώντας άσκοπα. Η Κινέζα είχε µείνει στο κρεβάτι µας, σχεδόν πεθαµένη, µε τα γόνατα µαζεµένα. Η φούστα της είχε ανασηκωθεί, φαίνονταν οι κοκαλιάρικοι γλουτοί της. Σκέτη αηδία. »Ο Τόνι άρχισε να τρώει µε τα χέρια την τούρτα, µετά µάζεψε τη χούφτα του σαν φτυάρι, έπιασε ένα κοµµάτι και πλησίασε την Κινέζα. Άλειψε την τούρτα στο σώµα της... Σταµάτησα να µιλάω και τον κοίταξα. Γύρισε και µε κοίταξε κι αυτός, προκλητικά, το άτακτο Ιταλιάνικο αγοράκι προκαλούσε εµένα, τη µαµά του. Θα το κάνεις για χάρη µου; µε ρωτούσε µε το βλέµµα. Εκείνη ακριβώς τη στιγµή ξεφούσκωσε κι ο έρωτάς µου γι’ αυτόν. Ήξερα εκ των προτέρων τι πήγαινε να κάνει. Έβαζε κι άλλους στο δικό µας βροµερό παιχνίδι. Ζητούσε “επέκταση”, µε πρόδιδε µπροστά στα µούτρα µου. Ήθελε να µε τεντώσει παραπάνω απ’ όσο είχα ήδη τεντωθεί για χάρη του. Όχι απλώς να µε πατήσει σαν κατσαρίδα, όπως έκανε επί µήνες, αλλά να µε λιώσει κάτω από το λουσάτο σκαρπίνι που φορούσε εκείνη τη βραδιά και που του είχε µάλλον µείνει από τη φωτογράφηση. »Μέσα µου άρχισαν να αντηχούν βροντερά τα λόγια της µάνας µου: “Ζούγκλα, Ξένια. Μην αφήνεις να σε λιώσουν. Ειδικά οι άντρες. Είναι άχρηστοι, Ξένια”. Κοίταξα βαθιά στα µάτια τον


Τόνι και µετά έκανα µια προσευχή στον ουρανό. Αυτό ακριβώς έκανα! Ευχήθηκα ολόψυχα τον αφανισµό του. Προσευχήθηκα για την καταστροφή του. Κατάρα στη δουλειά του, κατάρα στην οµορφιά του, να πεθάνει, να χαθεί, όλα τα ευχήθηκα µεµιάς, λες και επαναστατούσα αναδροµικά για την υποταγή µου, στην οποία αντιγύριζε τόση αχαριστία. »Έκανα ό,τι µου είπε εκείνο το βράδυ, λες και τον καλοτάιζα για να του στερήσω εφεξής ακόµη και το ψωµί και το νερό του. Εκείνος µου έκανε έρωτα απανωτά, όρθιος πίσω µου, αφήνοντας διαρκώς σπέρµα µέσα µου, αλαφιασµένος, κουρδισµένος από πρωτόγνωρους πόθους. Μέσα µου ένιωθα όπως ίσως έχει νιώσει κάθε ερωτευµένη γυναίκα. Απελπισµένη, χαµένη µέσα στην εκµετάλλευση ενός άντρα. »Τον άφησα την εποµένη. Τον είχα σιχαθεί, πώς το λένε... Παραιτήθηκα από το αεροδρόµιο επίσης την εποµένη και γύρισα στην Ελλάδα. Ο Κάρολος τραβούσε τα µαλλιά του, αλλά εγώ ήµουν ανένδοτη. Ήθελα να φύγω χιλιόµετρα µακριά. Ο Τόνι δε µε αναζήτησε. Τον αναζητούσα εγώ ξανά και ξανά, όχι πια από έρωτα, αλλά για να δω το θλιβερό του τέλος. Το τέλος του θα ήταν κακό, δεν είχα αµφιβολία γι’ αυτό, όποιος έχανε τον έλεγχο στη δουλειά µας πετιόταν από µόνος του απέξω. Κανείς δεν είχε πρόβληµα από τους γύρω µε τις ουσίες. Ούτε οι φωτογράφοι ούτε οι ατζέντηδες ούτε οι πελάτες. Αρκεί να έβγαζες σωστά τη δουλειά. Το πώς επέλεγες να πεθάνεις δεν τους αφορούσε. Ο Τόνι είχε ξεγελαστεί από την ψεύτικη δύναµη που του δίνανε όλα αυτά τα σκευάσµατα. »Η πτώση ήρθε γρήγορα φυσικά. Ο Τόνι άρχισε να κατρακυλάει σαν πέτρα αφηµένη στην πλαγιά ενός λόφου. Κανείς δεν µπήκε στη µέση να τον σταµατήσει. Κανείς δε θα έκανε τον κόπο. Μια µέρα µε πήρε τηλέφωνο. Η φωνή του είχε αλλάξει. Είχε χαθεί το γέλιο από µέσα της. Μου είπε πως µ’ αγαπάει. Πως µε θέλει πίσω. Μου είπε πως µε χρειαζόταν. Δεν πίστεψα λέξη ασφαλώς. Οι ναρκοµανείς αγαπάνε µόνο τη δόση τους, τίποτα παραπάνω... Στο τέλος µου ζήτησε χρήµατα. Του είπα πως δεν έχω µία, πράγµα που ήταν σχεδόν αλήθεια. Εκείνη την εποχή δούλευα µόνο στην Αθήνα, οι δουλειές ήταν κακοπληρωµένες. Άρχισε να κλαίει στο κινητό, να ρουφάει τις µύξες του, να παρακαλάει. »Τότε ένιωσα πως έπαιρνα την εκδίκησή µου. Αλλά η εκδίκηση δεν είχε πια νόηµα. Θα ένιωθα για πάντα βρόµικη. Αυτή η αίσθηση δεν µπορούσε να αντιστραφεί ποτέ. Και γι’ αυτή την αίσθηση έφταιγε ο Τόνι. Ορκίστηκα τότε πως ποτέ δε θα αφεθώ ξανά σε κανένα έρωτα, για κανένα άντρα». Σταµάτησε και έριξε ένα κούτσουρο στο τζάκι. Μετά µε κοίταξε µε ένα χαϊδευτικό βλέµµα. «Ξέρω λοιπόν ακριβώς πώς νιώθετε. Έχω ζήσει τον εξευτελισµό µέχρι το µεδούλι µου». Σκάλισε για λίγο τη φωτιά και ξανακάθισε δίπλα µου. Καπνίσαµε µερικά τσιγάρα ακόµη, αµίλητες, κοιτώντας τις φλόγες. «Για χρόνια έκανα φωτογραφήσεις. Όταν πάτησα τα τριάντα, οι δουλειές σταµάτησαν. Δε µε ζητούσε κανείς. Ο τότε εραστής µου µε µύησε σε τούτη εδώ τη δουλειά. Ήταν κι εκείνος ιδιωτικός ντετέκτιβ. Δε ζει πια. Παραδόξως, αυτή η δουλειά µού πήγε πολύ. Έχω, ας πούµε, αστυνοµικό ένστικτο. »Λοιπόν, µήπως θέλετε να πάτε για ύπνο; Έχει πάει τέσσερις το πρωί».


[1] Γρηγόρης Ποταµιάνος και συνεργάτες, Θεωρίες Προσωπικότητας και Κλινική Πρακτική, εκδ. Ελληνικά Γράµµατα, Αθήνα 2002.


45

Ήταν όµορφη, σαν τη γυναίκα ενός άλλου. ΠΟΛ ΜΟΡΑΝ

ΜΟΥ

από ξενοδοχείο. Το σετ περιείχε ένα κοµµάτι οδοντικό νήµα, µια οδοντόβουρτσα και ένα σωληνάριο οδοντόκρεµας των 10ml. Βούρτσισα σχολαστικά τα δόντια µου χρησιµοποιώντας όλο το περιεχόµενο του σωληναρίου. Της ζήτησα να κοιµηθώ στον καναπέ και συµφώνησε µε ένα άνετο χαµόγελο. Μου έφερε, αντί για νυχτικό, µια µακριά βαµβακερή µπλούζα που είχε πάνω για στάµπα το κεφάλι της Μαντόνα. «Είναι σουβενίρ από τη συναυλία της στην Ελλάδα», µε πληροφόρησε. «Φορέστε τη. Μην κοιµηθείτε µε τα ρούχα...» Υπάκουσα. Μετά µε σκέπασε µε ένα πάτσγουορκ πάπλωµα, τόσο τρυφερά, που θυµήθηκα τα παιδικά µου χρόνια, τότε που η Μαρίτα αντικαθιστούσε τη µάνα µου στα µητρικά της καθήκοντα. Κοιµήθηκα αµέσως. Όταν ξύπνησα, δυσκολεύτηκα να καταλάβω πού βρισκόµουν και γιατί. Πάνω από το τραπέζι της τραπεζαρίας, ένα τεράστιο ρολόι µε λατινικούς αριθµούς έλεγε πως ήταν τέσσερις. Είχα κοιµηθεί σχεδόν δώδεκα ώρες. Το σπίτι ήταν φωτεινό και ήσυχο. «Ξένιααα!» φώναξα, αλλά δεν πήρα απάντηση. Πάνω στην πόρτα της τουαλέτας ήταν κολληµένο ένα σηµείωµα: ΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΣΕΤ ΟΔΟΝΤΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ

Πάω στο γραφείο. Νιώσε σαν να είσαι στο σπίτι σου. Δε θα αργήσω.

Όταν γύρισε, ήµουν στην κουζίνα και ετοίµαζα οµελέτα. «Ποπό!» είπε εκείνη µε ενθουσιασµό και άρπαξε µε το χέρι ένα κοµµάτι. Ήταν σαν να ετοίµαζα πρωινό σ’ έναν ευκαιριακό εραστή µε τον οποίο είχαµε περάσει τη νύχτα µαζί. Ήµασταν, µε άλλα λόγια, γνωστές άγνωστες. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας ενώ εγώ σερβίριζα. Φορούσε µαύρο παντελόνι, µποτίνια µε τακούνι και ένα κοντό µπουφάν. Όλα δερµάτινα. Δίπλα της ακούµπησε ένα µικρό ντοσιέ. Πάνω του ήταν γραµµένο µε κεφαλαία το επίθετό µου. «Πήγα µε τη µηχανή και ξεµπέρδεψα γρήγορα. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει ούτε ένα αυτοκίνητο στους δρόµους», είπε µπουκωµένη. «Κοιµήθηκες καλά;» ρώτησε. «Μια χαρά», είπα. Πρόσεξα πως είχε παρατήσει τον πληθυντικό. Όταν τελειώσαµε, έβαλε τα άπλυτα πιάτα στο πλυντήριο και κάθισε απέναντί µου µε


σοβαρό ύφος. Άνοιξε το ντοσιέ. «Λοιπόν», άρχισε. «Είσαι η µεσαία από τρία παιδιά. Γεννήθηκες το 1975, στο σπίτι της οδού Αγίας Φιλοθέης. Ο πατέρας σου ήταν δικηγόρος. Η µάνα σου ανεπάγγελτη». «Μα τι µου λες;» τη διέκοψα. «Τα ξέρω όλα αυτά». «Θέλω να σου αποδείξω πως έψαξα σε βάθος». Συνέχισε: «Η µεγάλη σου αδελφή, βαφτισµένη Θεοδώρα, είναι παντρεµένη. Δεύτερος γάµος. Δύο παιδιά από τον πρώτο σύζυγο. Ανεπάγγελτη. Ο αδελφός σου, βαφτισµένος Βασίλειος, είναι ναυτικός. Μαζί σας ζούσε η οικιακή βοηθός, Μαρίτσα Πεφτούλογλου. Τώρα παραµένει στο σπίτι της Αγίας Φιλοθέης, µαζί µε...» «Σωστά, σωστά», είπα, κάνοντας ένα νεύµα ανυποµονησίας. «Παντρεύτηκες προ οκταετίας τον Κώστα Κ., δηµοσιογράφο. Δεν έχετε παιδιά». «Νοµίζω πως αυτά σ’ τα είχα ήδη πει εγώ. Γιατί µπήκες στον κόπο να τα ξαναψάξεις;» «Για επιβεβαίωση. Δεν ξέρεις τι ψέµατα µου τζαµπουνάνε οι πελάτες. Λοιπόν, συνεχίζω. Ο πατέρας του πατέρα σου ήταν εργολάβος δηµοσίων έργων. Πολλά λεφτά. Δηµιούργησε εκ του µηδενός απίστευτη περιουσία: τριάντα πέντε διαµερίσµατα, το ένα στο Λονδίνο. Ο πατέρας σου διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στο Σύνταγµα. Ήταν πιο γνωστός για την έξαλλη ζωή του παρά για τις επιδόσεις του στη δικηγορία. Ξεκοκάλισε ουκ ολίγην από την πατρική περιουσία, δεδοµένου ότι ήταν και ο µοναδικός κληρονόµος. Ο µεγάλος του αδελφός είχε αυτοκτονήσει µαζί µε την ερωµένη του σ’ ένα ξενοδοχείο. Η ερωµένη ήταν παντρεµένη µ’ ένα γιατρό στην Κόρινθο και εκείνες τις εποχές αυτό από µόνο του αποτελούσε σκάνδαλο. Αυτοκτονήσανε από έρωτα. Απίστευτο, ε;» Ήξερα πως ο αδελφός του πατέρα µου είχε αυτοκτονήσει, αλλά δεν είχα ιδέα για την ιστορία µε τη σύζυγο του γιατρού. «Σίγουρα ήταν αυτοκτονία; Μήπως τους καθάρισε ο γιατρός;» «Αυτοκτονία ήταν η επίσηµη εκδοχή της αστυνοµίας», είπε µε ένα ανασήκωµα των ώµων. «Συνεχίζουµε. Ο πατέρας σου παντρεύτηκε τη µητέρα σου πριν από σαράντα πέντε χρόνια. Θα µου επιτρέψεις την έκφραση “κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι”. Η µάνα σου, κόρη καθηγητή της ιατρικής, µαζί µε τον πατέρα σου φάγανε όλα τα έτοιµα. Ουσιαστικά, ο πατέρας σου υπολειτουργούσε ως δικηγόρος. Από την άλλη, ήταν και τροµερός µπον βιβέρ. Έµαθα πως στα γλέντια συναγωνιζότανε τον ίδιο τον Ωνάση. Η µητέρα σου ήταν γνωστή θαµώνας του καζίνου. Ενώσανε τις περιουσίες, ενώσανε και τα χούγια τους. Με λίγα λόγια, σε λιγότερο από είκοσι χρόνια µείνανε στον άσο. Μια ολόκληρη περιουσία πήγε στο...» «Τα ξέρω, τα ξέρω. Δε φτάνουµε στον Κώστα;» «Μα δε θες να µάθεις λεπτοµέρειες για τους γονείς σου;» «Όχι. Πες µου για τον Κώστα». «Θα αρχίσω από τους γονείς του». «Όχι, παράτα τα γενεαλογικά. Πες µου τι έκανε τις τελευταίες µέρες ο Κώστας». Ένιωσα την καρδιά µου να σφίγγεται. Η Ξένια ήταν αποδεδειγµένα καλή στη δουλειά της. Τώρα, έπειτα από οχτώ µέρες αγωνίας και αυτολύπησης, επιτέλους θα µάθαινα τι στο καλό έκανε ο άντρας µου.


Πήρα βαθιά ανάσα και ρώτησα: «Πες στα ίσια. Έχει γκόµενα;» «Έχει», είπε αυτόµατα η Ξένια. Μετά µε κοίταξε µε ένα βλέµµα συµπόνιας. «Συγνώµη, αλλά ναι, έχει». «Πού µένει όλες αυτές τις µέρες;» «Σε πολυτελές ξενοδοχείο του κέντρου». «Μαζί της;» «Όχι, µόνος του». «Και πώς ξέρεις ότι έχει άλλη;» «Τους είδα». «Μπορεί να είναι µια συνεργάτιδα ή µια γκόµενα της πλάκας. Πάντα είχε φτηνοερωτοδουλειές». «Παγίδευσα το τηλέφωνο στο δωµάτιο του ξενοδοχείου και τους άκουσα. Έχουν καιρό δεσµό. Τουλάχιστον ένα χρόνο, όπως κατάλαβα από τα συµφραζόµενα. Ακούγονται ερωτευµένοι στις συνοµιλίες τους». Μαχαιριά, µαχαιριά. Στην καρδιά, στην αυτοεκτίµησή µου. Ο Κώστας µε δούλευε ένα χρόνο. Ένιωσα το σώµα µου να ζαρώνει, να σουφρώνει από το σοκ. «Είπες πως την είδες. Πες µου πώς είναι». «Την είδα µόλις µία φορά, από µακριά. Στάθηκε αδύνατο να βγάλω φωτογραφίες, γιατί δε γύρισε ούτε µία φορά το πρόσωπό της προς την κάµερά µου. Από πίσω φαινόταν καµιά τριανταριά χρονών. Κοµψή, λεπτή, ακριβό ταγέρ, ξανθά µαλλιά, ίσια παπούτσια». Θυµήθηκα που ο Κώστας µού έλεγε: «Μ’ αρέσουν τα παπούτσια χωρίς τακούνι: δηλώνουν µια υποταγή». «Τι άλλο βρήκες;» «Έφυγαν για τις Μαλδίβες χτες. Το άκουσα στη συγκεκριµένη συνδιάλεξη που το κανόνιζαν. Πήγαν µε χωριστές πτήσεις». «Γιατί χωριστές;» «Απ’ ό,τι κατάλαβα από τις συνοµιλίες, αυτή είναι παντρεµένη... Και έχει παιδιά». Έτρεξα στην τσάντα µου να βρω τα τσιγάρα µου. Άναψα ένα. Πολλαπλά τα χτυπήµατα. Ο Κώστας ερωτευµένος. Με µια παντρεµένη. Εδώ κι ένα χρόνο. Και τώρα ήταν στις Μαλδίβες µαζί της. Αυτός, που προτιµούσε να πάει µπουσουλώντας πάνω στα γόνατα ακόµη και στο Παρίσι παρά να µπει σε αεροπλάνο. «Δεν κατάφερα να κάνω πολλά πράγµατα, µόλις προχτές τον εντόπισα και άκουσα τη συνοµιλία από τις παγίδες. Όταν γυρίσουν, θα έχω όλα τα στοιχεία», είπε η Ξένια µαλακά. Ξαφνικά δε µε χωρούσε ο τόπος. Ήθελα να φύγω, να πάω κάπου µόνη, να κλάψω γοερά, να παρηγορήσω τον εαυτό µου. Ευτυχώς που ήταν αργία. Θα ήταν αφόρητο να περιφέροµαι στο νοσοκοµείο τάχα ψύχραιµη και άνετη ενώ ένιωθα λες και κάποιος µε είχε περάσει µέσα από τη µηχανή του κιµά. Ντύθηκα στα γρήγορα. Η Ξένια σιωπούσε. Είχε το ύφος «Εγώ έκανα απλώς τη δουλειά µου». Δε γούσταρα καθόλου που είχε ξεσκεπάσει όλη µου τη ζωή – αν και εγώ την είχα


µισθώσει γι’ αυτό ακριβώς το λόγο. Με συνόδευσε στην εξώπορτα. «Σκλήρυνε!» είπε. «Μη ρίξεις δάκρυα για έναν άντρα, δεν το αξίζουν». Έτριψε την πλάτη µου ενθαρρυντικά. «Θα έχεις νέα µου σύντοµα. Όµως, προς το παρόν, δεν µπορούµε παρά να περιµένουµε την επιστροφή του ασώτου». Βγήκα έξω. Ο καιρός ήταν απαίσιος. Σκέφτηκα τον Κώστα, ξαπλωµένο σε µια σεζλόνγκ να ατενίζει τον Ινδικό Ωκεανό σε κάποια από τις ατόλες των Μαλδιβών δίπλα σε µια κοµψή, λεπτή τριαντάρα µε ακριβό µαγιό, µε φόντο τους κοκοφοίνικες και τους γελαστούς ιθαγενείς. Αν το πέταγµα και µόνο µιας πεταλούδας µπορούσε αλυσιδωτά να προκαλέσει σεισµό σε µια άλλη άκρη του πλανήτη, γιατί δεν µπορούσε η δική µου, µακελεµένη από την προδοσία ψυχή, που πετάριζε αγριεµένη µέσα µου, να προκαλέσει ένα νέο τσουνάµι στις Μαλδίβες; Γιατί; Φαντάστηκα ένα πελώριο κύµα να καταπίνει τον Κώστα και την ξανθιά, αλλά µόνο εκείνους, οι υπόλοιποι τουρίστες δε µου φταίγανε. Μετά, τα πτώµατά τους θα ξεβράζονταν στην παραλία, φουσκωµένα από τη σήψη, τουµπανιασµένα και µελανά, ο πρέσβης της Ελλάδας θα µου τηλεφωνούσε περίλυπος για να µου ανακοινώσει τα νέα, η είδηση του θανάτου του Κώστα θα γινόταν πρώτο θέµα στα κανάλια και φυσικά θα αποκαλυπτόταν και η ταυτότητα της ερωµένης του. Ποια στο καλό ήταν; Και τι στην ευχή της έβρισκε ο Κώστας;


46

ΕΙΧΑ ΜΟΛΙΣ ΜΠΕΙ στο σπίτι µου, όταν έλαβα µήνυµα από τον Αντωνιάδη. Έγραφε: Συγνώµη για χτες.

Ακόµη και από το µήνυµα φαινόταν ο πανικός του. Ήταν µαζεµένο, χωρίς παραπανίσια λόγια, σαν να φοβότανε πως θα κολλούσα πάνω του, σαν απελπισµένη βεντούζα, αν τυχόν έγραφε κάτι παραπάνω. Από την άλλη, ήθελε να κρατήσει τα προσχήµατα της ευγένειας και να το παίξει τζέντλεµαν. Αναρωτήθηκα γιατί ασχολιόµουνα µαζί του. Μπήκα στην κουζίνα κι έκανα επιδροµή στο ψυγείο. Ήµουν εντελώς καταρρακωµένη. Η ωµή αλήθεια της Ξένιας µε είχε φέρει πρόσωπο µε πρόσωπο µε τους µεγαλύτερούς µου φόβους. Αργά ή γρήγορα, ο Κώστας θα διεκδικούσε την ελευθερία του. Θα ζητούσε διαζύγιο. Αυτή η «σχέση» του φαινόταν σοβαρότερη από τις προηγούµενες, τις οποίες απαξιούσε ακόµη και να µου αποκρύψει. Βέβαια, ο Κώστας αδυνατούσε να δείξει σοβαρότητα σε οτιδήποτε. Ήταν ανίκανος για οποιουδήποτε τύπου συναισθηµατική προσήλωση. Τον ήξερα καλά. Αγαπούσε µόνο τον εαυτό του. Δεν µπορούσε να υπακούσει στους κανόνες που επιβάλλει µια σχέση. Ήταν αξιοπερίεργο για τα δεδοµένα του το ότι είχε µπει στον κόπο να παραµείνει µε µια γυναίκα εδώ και ένα χρόνο και στο διπλό κόπο να µου κρύβεται. Ο Κώστας που εγώ ήξερα ήταν ένας άντρας της «αρπαχτής», που απέφευγε τις συναισθηµατικές εµπλοκές. Αν βέβαια ήταν ερωτευµένος, όλα άλλαζαν... Όπως και να ’χε, δε θα άφηνα αµαχητί τον άντρα µου στο έλεος αυτής της «κοµψής τριαντάρας». Όσο γελοίος κι αν ήταν ο Κώστας στο ρόλο του συζύγου, ήταν ο επί οκταετία άντρας µου, είχαµε διανύσει χιλιόµετρα οικειότητας, είχαµε µοιραστεί τα µικρά µας δράµατα, είχαµε κοιµηθεί για χρόνια στο ίδιο κρεβάτι. Ήταν κοµµάτι της ζωής µου. Και παρότι δεν ήµουν η τυπική ζηλιάρα σύζυγος –πώς θα µπορούσα άλλωστε να είµαι, ο Κώστας έγραφε τις ζήλιες µου στα παλιά του τα παπούτσια–, αυτός ο άντρας ήταν δικός µου. Και θα παρέµενε. Δεν είχα καµιά όρεξη να περάσω στην άλλη όχθη του ποταµού, εκεί όπου κατασκηνώνουν οι ανύπαντρες ή οι διαζευγµένες. Στην άλλη όχθη τα πράγµατα ήταν άγρια. Έτσι µου ’λεγε η Ζέτα. Δε µου περίσσευε ενέργεια για να αναζητήσω εκ νέου άλλο ταίρι. Ακόµη κι αν οι προδιαγραφές και τα στάνταρ µου χαµήλωναν, θα ήταν δύσκολο να βρω ένα στρέιτ άντρα που δε θα µε πρήζει, που δε θα είναι άνεργος, που θα είναι κοινωνικά αποδεκτός, που δε θα είναι αιώνες µικρότερος ή µεγαλύτερός µου και που θα δέχεται τις ιδιαιτερότητες της δουλειάς µου. Φωτισµένος από την πιθανότητα ενός διαζυγίου, ο Κώστας µού φάνηκε ο ιδανικός άντρας. Ο καλύτερος που θα µπορούσα να έχω ποτέ. Είχα καταβροχθίσει ένα κουτί µε πράσινες ελιές και µισό κιλό γραβιέρα Νάξου, µασώντας βουλιµικά, όταν χτύπησε το κινητό. Το νούµερο στην οθόνη ήταν άγνωστο. Το σήκωσα βέβαιη


πως ήταν λάθος, µε το κουκούτσι µιας ελιάς να τριγυρίζει ακόµη στο στόµα µου δίνοντας στη φωνή µου µια µπάσα χροιά. «Καλησπέρα», είπε µια φωνή. «Γιάννης Νοµικός». «Καλησπέρα», απάντησα αργόσυρτα, ενώ προσπαθούσα να διευκρινίσω ποιος ήταν αυτός που µε καλούσε. «Ελπίζω να µη σας βρίσκω σε άσχηµη στιγµή», είπε ο άγνωστος ευγενικά. Άνθρωπέ µου, ήθελα να βροντοφωνάξω, δε µε βρίσκεις απλώς σε άσχηµη στιγµή, µε βρίσκεις στη χειρότερη στιγµή της ζωής µου. «Ναι, παρακαλώ, πείτε µου τι θέλετε», τον προέτρεψα εκνευρισµένα. Γέλασε βραχνά. Μετά είπε: «Πήρα το τηλέφωνό σας από το διευθυντή σας. Θεωρούσα ότι έπρεπε να σας ζητήσω συγνώµη για τη... χµ... χτεσινή µου αδιακρισία. Σας έφερα σε δύσκολη θέση». Τον άκουγα προσπαθώντας να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο. Τι ήταν αυτά που µου έλεγε ο τύπος; «Ξέρετε... χτες... στην τουαλέτα», συµπλήρωσε. Το υποσυνείδητό µου είχε ήδη διαγράψει τα γεγονότα της προηγούµενης νύχτας. Delete. Όµως ξαφνικά η σκέψη µου φωτίστηκε. Δεν ήταν δυνατό! Στο τηλέφωνο ήταν ο... Πώς τολµούσε να µε ενοχλεί µετά τα χτεσινά; «Τι θέλετε;» ρώτησα ψυχρά. «Όπως σας είπα, πήρα για να ζητήσω συγνώµη. Θα ήθελα να επανορθώσω για...» «Δυστυχώς δε γίνεται να επανορθώσετε για τίποτα», τον διέκοψα. «Χτες µου αποκρύψατε την αληθινή σας ταυτότητα αφήνοντάς µε να γελοιοποιηθώ. Θα ήθελα να ξεχάσω το ατυχές γεγονός. Κακώς τηλεφωνήσατε. Τώρα αισθάνοµαι ακόµη πιο άσχηµα». «Πήρα για να σας καλέσω για φαγητό. Σαν ένδειξη καλής θέλησης». «Νοµίζω πως εξαντλήσατε τη δική µου καλή θέληση χτες», τον απέρριψα κοφτά. Γιατί δεν του το κλείνω; Γιατί συνεχίζω να µιλάω µαζί του; Αυτός γελούσε, µε ένα βαθύ, πλούσιο γέλιο. Έµοιαζε να διασκεδάζει. «Ας πούµε πως δεν µπορούµε να εκτεθούµε ο ένας απέναντι στον άλλο περισσότερο. Δώστε µου µια ευκαιρία». Η φωνή του ήταν σταθερή και είχε ένα διαπραγµατευτικό τόνο. Ένιωσα σαν να προσπαθούσε να κλείσει µαζί µου µια συµφωνία. Κανονικά, θα έπρεπε να κλείσω το τηλέφωνο. Κανονικά, δε θα έπρεπε να έρθω σε καµία κοινωνική επαφή µαζί του. Θα ήταν απαράδεκτο. Θα έδειχνε έλλειψη αξιοπρέπειας εκ µέρους µου. Θα αποδείκνυε πως ήµουν µια γυναίκα χωρίς στεγανά, χωρίς όρια. «Εντάξει», είπα. «Πείτε µου τη διεύθυνσή σας. Θα στείλω ένα αυτοκίνητο να σας πάρει στις εννιά».


47

Η λίµπιντο αντιτίθεται στις ενορµήσεις θανάτου. ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΪΝΤ

ΣΤΙΣ

ΕΝΝΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ,

µε µια κλήση στο κινητό µου, µε ενηµέρωσε πως το αυτοκίνητο µε

περίµενε από κάτω. Κατέβηκα µε µια περίεργη ταραχή, σαν να επρόκειτο να δώσω εξετάσεις. Ήµουν αποφασισµένη να αναιρέσω την κακή εντύπωση που είχε σχηµατίσει και να παλέψω για το «καλό µου όνοµα». Είχα ντυθεί αυστηρά, µε ένα µαύρο µίντι φόρεµα, και είχα φορέσει τις πέρλες της Μαρίτας, αντιγράφοντας το αντισεξουαλικό στιλ της Τζάκι Κένεντι. Επιπλέον, είχα µαζέψει σεµνά τα µαλλιά µου και είχα φορέσει τα γυαλιά µυωπίας. Απέξω φαινόµουν θωρακισµένη, ήµουν ολόκληρη µια τεράστια ζώνη αγνότητας. Το αυτοκίνητο, µαύρο, γυαλιστερό, έµοιαζε τροµακτικά επίσηµο – σαν να ήταν νεκροφόρα ή κάτι ανάλογο. Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και ήρθα αντιµέτωπη µε έναν τύπο που φορούσε καπέλο σοφέρ. «Θα ήθελε η κυρία να βολευτεί στο πίσω κάθισµα;» είπε ο οδηγός µε επιτηδευµένη ευγένεια. «Βέβαια, βέβαια...» ψέλλισα αµήχανα και άνοιξα την πίσω πόρτα. «Σε είκοσι λεπτά θα είµαστε στο σπίτι του κυρίου Νοµικού», µε ενηµέρωσε εκείνος, και πάλι υπερβολικά επίσηµα. Το αυτοκίνητο κυλούσε απαλά στους άδειους δρόµους. Χύθηκα στο δερµάτινο κάθισµα απολαµβάνοντας την πολυτέλεια του µικρού χώρου. Ένιωθα πως ήµουν µια άλλη. Οι αποκαλύψεις της Ξένιας είχαν απωθηθεί στο πίσω µέρος του κεφαλιού µου, η σκέψη του Κώστα ήταν σχεδόν ξέθωρη, το νοσοκοµείο φάνταζε πολύ µακρινό. Μέσα σ’ εκείνο το αυτοκίνητο αισθανόµουν σαν πριγκίπισσα ή σαν ποπ σταρ, κάτι σαν την Μπρίτνεϊ Σπίαρς στο πιο ξεµέθυστο. Αφέθηκα χαλαρή στη βελούδινη αίσθηση του χρήµατος. Αν όντως το σαρκίο µας ήταν απλώς ο προθάλαµος για µια µεταθανάτια πνευµατική ζωή, γιατί έπρεπε να το κακοµεταχειριζόµαστε; Είχα δει ανθρώπους στη δουλειά να πεθαίνουν µετά από µια σκατένια, όλο στερήσεις ζωή. Αν ήταν να ζήσει κάποιος τριάντα, σαράντα, πενήντα, εβδοµήντα χρόνια – όσα του ήταν γραµµένο να ζήσει τέλος πάντων–, γιατί έπρεπε να τα ζήσει ταπεινά, φτωχικά, απαλλαγµένος από υλικές απολαύσεις; Τουναντίον, η ίδια η µαταιότητα της ύπαρξης επέβαλλε να γευτεί κανείς στο µάξιµουµ τις απολαύσεις όσο είχε ζωντανό το τιποτένιο, φτιαγµένο από χώµα κορµί του... Ενώ ο σοφέρ µε ρωτούσε αν η θερµοκρασία του χώρου ήταν ικανοποιητική, ένιωσα σαν να ανακάλυψα το νόηµα της ζωής. Που ήταν το εξής: η ηδονή. Και το χρήµα, που µπορούσε να σε οδηγήσει σε κάθε είδους ηδονή. Όλα τ’ άλλα ήταν παραµύθια των παπάδων.


Παρηγοριές για όσους δεν είχαν ή δεν επρόκειτο να αποκτήσουν λεφτά. Για µια στιγµή αναρωτήθηκα µήπως το αυτοκίνητο διέθετε µίνι µπαρ. Με κάποια µινιατούρα σαµπάνιας ίσως; Το βλέµµα µου συναντήθηκε µέσω του καθρέφτη µε αυτό του σοφέρ και τότε εκείνος είπε: «Αν θέλετε κάτι να πιείτε, χρησιµοποιήστε το µπαρ, αριστερά σας». Η φωνή του φανέρωνε πραγµατική έγνοια. Το µπαρ, που ήταν κρυµµένο σε ένα κιβώτιο στο κενό ανάµεσα στις µπροστινές θέσεις, δεν είχε σαµπάνια, αλλά είχε µεγάλη ποικιλία σε αναψυκτικά, εµφιαλωµένα νερά και αλκοόλ. Και κανονικά ποτήρια. Ήθελα ενθουσιασµένη να χτυπήσω τα χέρια µου. Άρπαξα ένα µπουκαλάκι ρούµι και το ήπια χωρίς ποτήρι, µονορούφι. Τα σωθικά µου ζεστάθηκαν µεµιάς και η βραδιά έγινε γλυκιά, ανάλαφρη. Ένιωθα ερωτευµένη, αλλά χωρίς αντικείµενο έρωτα. Σκέφτηκα πως πήγαινα να συναντήσω έναν άντρα, έναν άντρα που ήξερα ελάχιστα, αλλά µε τον οποίο είχα µοιραστεί δυνατές ερωτικές στιγµές, και αυτό, µε την τόλµη που εµπεριείχε ως κίνηση, µε συνάρπασε. Ήταν µια κίνηση ακραία, χωρίς σύνεση, µα ακριβώς γι’ αυτό αφάνταστα ενδιαφέρουσα, που µε στεφάνωνε µε µια επιπολαιότητα τόσο διεγερτική... Κοίταξα τα χέρια µου: ανακάλυπτα πρώτη φορά µια άλλη χρησιµότητα από το να πιάνουν το νυστέρι. Σαν να ήταν πιο σάρκινα απ’ ό,τι συνήθως, πιο ευαίσθητα στην αφή, πιο θηλυκά. Και σιγά σιγά ένιωσα όλο µου το σώµα πιο «σωµατένιο», υπερευαίσθητο στα ερεθίσµατα. Μύρισα την κολόνια του οδηγού, τη δερµάτινη µυρωδιά των καθισµάτων, τη µυρωδιά της ψύχρας που τρύπωνε στο αυτοκίνητο. Σταύρωσα τα πόδια µου αργά, µε τη νωχέλεια µιας γυναίκας που αναµένει να γοητευτεί από έναν άντρα. Από αυτό τον «Γιάννη Νοµικό» συγκεκριµένα. Το ίδιο το όνοµά του είχε κάτι το ποµπώδες, µια εκνευριστική και ταυτόχρονα αρρενωπή οξύτητα. Αλλά ήταν ένα όνοµα που δεν ντρεπόσουνα να το προφέρεις. «Φτάσαµε», είπε µελωδικά ο οδηγός. Βρισκόµασταν κάπου στη Γλυφάδα. Το κτίριο ήταν τριώροφο, βαµµένο λευκό, απλό στις γραµµές. Βυθιστήκαµε στο υπόγειο πάρκινγκ. Ο σοφέρ βγήκε και µου άνοιξε την πόρτα. Πράγµα που δεν είχε κάνει όταν µε παρέλαβε. Κατάλαβα πως κάτω από το σπίτι του αφεντικού η τυπικότητα στα καθήκοντά του έπρεπε να είναι απόλυτη. Παρατήρησα πως δε µε κοίταξε στα µάτια. Το βλέµµα του ήταν διακριτικά χαµηλωµένο. Με οδήγησε σ’ ένα ασανσέρ και µετά µε αποχαιρέτισε µε ένα «Καλή σας διασκέδαση», που µου φάνηκε πως έκρυβε ένα υπονοούµενο. Μήπως µε είχε περάσει για συνοδό κυρίων; Μάλλον όχι. Ο καθρέφτης στο ασανσέρ έδειχνε το είδωλο µιας συντηρητικής γυναίκας, κάπως σφιγµένης, κάπως µπανάλ. Ωστόσο, τα µάγουλά µου ήταν κοκκινισµένα από την έξαψη και ο σφυγµός µου επιταχυµένος. Το ασανσέρ µε έβγαλε κατευθείαν στο σαλόνι, σαν να ήµουνα φρεσκοξεφουρνισµένο κουλούρι που πέφτει κατευθείαν στο στόµα του καταναλωτή. «Καλώς ήρθατε», µε υποδέχτηκε ο Νοµικός. Μου έτεινε το χέρι. Απέφυγα να το πιάσω. «Καλώς σας βρήκα. Ευχαριστώ για την πρόσκληση», αποκρίθηκα τυπικά. «Σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να τσιµπήσουµε κάτι», είπε χωρίς άλλο πρόλογο. «Ελάτε...» Με οδήγησε σε έναν καταπληκτικό χώρο, άδειο από διακοσµητικά και πίνακες, µε τους


τοίχους βαµµένους σε σκούρο καφέ χρώµα. Μια µικρή εσωτερική πισίνα βρισκόταν στη µέση, µε τα νερά της να φωτίζονται µαβιά. Το καφέ των τοίχων, τα σκούρα ακίνητα νερά µού δηµιούργησαν ένα στιγµιαίο φόβο και ένα αίσθηµα εγκλεισµού. Δίπλα στην πισίνα ένα τραπέζι είχε στρωθεί για δύο. Τράβηξε την καρέκλα µου για να καθίσω. Πρόλαβα να δω το πουκάµισό του, που ανέµιζε σε κάθε του κίνηση, σχεδόν άδειο, σαν κάποιος να είχε ρίξει ένα ρούχο πάνω σ’ ένα σκελετό. Ήταν τροµακτικά αδύνατος. Κάθισε απέναντί µου. «Να ’µαστε!» είπε. «Ναι, να ’µαστε», επανέλαβα, µε τη φωνή µου χαµηλότερη κατά µία οκτάβα από την αµηχανία. Είχα κατεβασµένα τα µάτια, εστιασµένα πάνω στο σερβίτσιο. «Να σερβίρω κρασί ή θα προτιµούσατε πριν ένα ποτό;» «Τίποτα από τα δύο. Έχω χειρουργείο αύριο», είπα. Ήµουνα τόσο βραχνή, που η φωνή µου γρατζουνούσε τα ίδια τα αφτιά µου. Σερβίρισε το κρασί στο ποτήρι του από µια ασηµένια σαµπανιέρα και στη συνέχεια το τσούγκρισε στο δικό µου ποτήρι νερού. «Είναι περίεργες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωριστήκαµε», άρχισε, «αλλά αυτό ακριβώς κάνει και πιο ενδιαφέροντα τα πράγµατα». Κούνησα το κεφάλι συµφωνώντας. Μια ηλικιωµένη νέγρα, µε το κεφάλι της τυλιγµένο σε πολύχρωµο τουρµπάνι, εµφανίστηκε από το πουθενά και σερβίρισε τα σαλατικά. Άρχισα να γελάω. «Νιώθω σαν να πρωταγωνιστώ στο Όσα Παίρνει ο Άνεµος», είπα, δείχνοντας διακριτικά την έγχρωµη παχουλούτσικη βοηθό του µε το πιγούνι µου. «Μήπως κι εγώ µοιάζω στον Ρετ Μπάτλερ;» «Αν πάρετε καµιά σαρανταριά κιλά, ίσως να του µοιάζετε. Μπορώ να καπνίσω;» «Φυσικά», απάντησε. «Πάντως, είναι φανερό πως δεν είστε αδύνατος επειδή δεν έχετε τι να φάτε», παρατήρησα – λίγο περισσότερο σαρκαστικά απ’ όσο υπολόγιζα. Έριξα ένα στριφογυριστό βλέµµα ολόγυρα για να του δείξω πως αποδοκίµαζα τόση χλιδή. Θυµήθηκα την Ντόλη και το δικό της σπίτι. Ο κόσµος πεινούσε και τύποι σαν τον Νοµικό ή σαν την αδελφή µου τρώγανε µε χρυσά κουτάλια. Ήταν άδικο. Ήταν τροµακτικά άδικο... «Έχω πάψει να απολογούµαι για τα λεφτά µου. Έχω δουλέψει σκληρά για κάθε ευρώ που έχω στην κατοχή µου», είπε θιγµένα. «Ξεκίνησα άφραγκος». «Πολλοί έχουν δουλέψει σκληρά, αλλά δεν τα έχουν καταφέρει. Κι εγώ δουλεύω σκληρά», αντέτεινα µε πάθος. «Μα φυσικά, το γνωρίζω, είστε γιατρός. Σέβοµαι τους γιατρούς και το έργο τους. Μάλιστα ήθελα να γίνω γιατρός, αλλά απέτυχα στις εξετάσεις. Βέβαια, όταν αποφασίζεις να γίνεις γιατρός, πρέπει να ξέρεις πως δεν ασκείς επάγγελµα, αλλά λειτούργηµα». Τα µάτια του είχαν µια κοροϊδευτική λάµψη. «Ναι, βέβαια, µε την ιατρική δεν µπορείς να γίνεις νεόπλουτος», ανταπέδωσα, στολίζοντας


τη λέξη «νεόπλουτος» µε έναν εύγλωττο µορφασµό. «Δεν καταλαβαίνω γιατί ο χαρακτηρισµός “νεόπλουτος” θα έπρεπε να µε θίγει. Ίσα ίσα επιβεβαιώνει την αξία µου. Θα ήταν καλύτερα αν έτρωγα έτοιµα λεφτά;» Κάτι στη φωνή του µε έκανε να αναρωτηθώ αν ήξερε κάτι παραπάνω για µένα. Υπήρχε περίπτωση να γνώριζε τους γονείς µου; Μήπως οι νύξεις του δεν ήταν τυχαίες; «Ποιο είναι το επάγγελµά σας;» ρώτησα. Φυσικά, ήξερα πολύ καλά την απάντηση, επρόκειτο για τον «Μίστερ Διάγνωση» – έτσι δεν είχε πει η Ελένη; «Έχω διαγνωστικά κέντρα. Σας είπα, ήθελα να γίνω γιατρός. Αντ’ αυτού έµπλεξα µε τα παραϊατρικά». «Με επιτυχία, όπως διαπιστώνω», είπα ενώ η µαγείρισσα σερβίριζε το ψάρι. «Ναι, µάλλον», απάντησε µε ψεύτικη σεµνότητα. Για πρώτη φορά αφέθηκα να τον κοιτάξω ερευνητικά. Μέσα στο ηµίφως, το πρόσωπό του φάνταζε κέρινο. Είχε την όψη πτώµατος που το ξεθάβουν µετά από µέρες µέσα από τα χώµατα, ένα στάδιο πριν από τη σήψη δηλαδή. Ωστόσο, η παρουσία του είχε µια γοητεία. Κάτι το µοιραίο και θανατερό ήταν γραµµένο πάνω του. Πόσων χρονών να ήταν; Όχι πάνω από σαράντα πέντε. Χαλαρωµένη από τη συζήτηση, άρχισα να τον περιεργάζοµαι χωρίς καµιά ντροπή. Οι στενοί ώµοι του γέρνανε προς τα µπρος και του δίνανε µια όψη κατσιασµένου διανοούµενου. Εκείνο το βράδυ φορούσε γυαλιά, και σκέφτηκα κάνα δυο φορές πως, αν φιλιόµασταν, θα τσουγκρίζαµε τα γυαλιά µας. «Πόσων χρονών είστε;» ρώτησα. Είχα αρχίσει να τον φλερτάρω κανονικά. «Σαράντα και κάτι», απάντησε. Άρπαξε το ελεύθερο χέρι µου και το ’φερε στο στόµα του. Άρχισε να το φιλάει. Τα φιλιά του ήταν ανυπόµονα και δυνατά. Ένιωσα σαν να προσπαθούσε να µου ρουφήξει το αίµα από τις φλέβες. Τραβήχτηκα, πολύ σοκαρισµένη. «Μα τι κάνετε;» είπα αυστηρά. Η ερώτηση θα έπρεπε να τεθεί στον εαυτό µου: Τι στο διάολο έκανα όλες αυτές τις µέρες; «Κοιτάξτε», είπε, µε τους αγκώνες του ακουµπισµένους πάνω στο τραπέζι και σταυρώνοντας τα χέρια του µπροστά στο πρόσωπό του. «Θα είχα όλη τη διάθεση να σας φλερτάρω για µήνες. Θα παίζαµε µια χαρά αυτό το παιχνίδι του φλερτ. Σας βλέπω, είστε αξιόµαχη παρτενέρ. Αλλά δεν έχω χρόνο». «Τι εννοείτε; Δεν έχετε ελεύθερο χρόνο;» «Δεν έχω καθόλου χρόνο. Πεθαίνω». Μου άδραξε πάλι το χέρι. Εγώ στεκόµουνα αµίλητη. Δεν ήθελα να δείξω πως µε τάραξε η αποκάλυψή του. Κάθε τρεις και λίγο ερχόµουν σε επαφή µε τέτοιου είδους δράµατα. Νέοι άνθρωποι πέθαιναν από βλακώδεις, άδικους θανάτους. Κάθε τέτοια ιστορία δάγκωνε φαρµακερά την ψυχή µου, αλλά είχα µάθει να τηρώ τις αποστάσεις από την ξένη θλίψη. Όσα στίγµατα κι αν άφηναν αυτοί οι θάνατοι µέσα µου, απέξω φαινόµουν θωρακισµένη. Στο µυαλό µου αναδύθηκε εκ νέου η ανάµνηση του πρόσφατου θανάτου του Νίκου, αλλά αµέσως την έθαψα, όπως ένας ταχυδακτυλουργός εξαφανίζει στα γρήγορα το λαγό που ξεπετιέται από το


καπέλο του – µην τύχει και αποτύχει το κόλπο. Δεν ήθελα ούτε στον εαυτό µου να αποκαλύψω τα τρικ που χρησιµοποιούσα για να παραµένω ατάραχη. «Έχω το πολύ κάνα δυο χρόνια», έλεγε τώρα ο Νοµικός. Η φωνή του ήταν επίπεδη. Δεν µπήκα στον κόπο να τον παρηγορήσω. Τι νόηµα θα είχε; Οι παρηγοριές µιας ξένης δε θα τον έκαναν να νιώσει καλύτερα. Συνέχισε. «Χτες, µετά τη “συνάντησή” µας, σκέφτηκα πολύ. Είχα καιρό να νιώσω τόσο ζωντανός». Σταµάτησε και µε κοίταξε κάπως θεατρικά. «Δε θέλω να σας χάσω». «Μα µε ξέρετε µόνο µία ώρα». «Μία ώρα είναι πολύς καιρός όταν σου αποµένει τόσο λίγος χρόνος». Άναψα ένα τσιγάρο µε αργές κινήσεις. «Πού το πάτε;» ρώτησα µε µοιραίο ύφος. «Θα µιλήσω ανοιχτά. Δεν έχω παιδιά, θα ήθελα όµως να αποκτήσω πριν φύγω. Οι γιατροί φρόντισαν να κρατήσουν σπέρµα πριν ακόµη αρχίσω τις χηµειοθεραπείες. Σας προτείνω να µε παντρευτείτε και να µου χαρίσετε ένα παιδί. Ξέρω ό,τι θα ήθελα να ξέρω για σας: ταιριάζουν τα σώµατά µας, και αυτό είναι υπεραρκετό». Με έπιασε ένα τρανταχτό γέλιο. Κόντεψα να πνιγώ από το σάλιο µου και τα µάτια µου γέµισαν δάκρυα από το βήχα. «Πέσατε στην περίπτωση!» είπα ενώ συνέχιζα να βήχω. «Είµαι ήδη παντρεµένη, και –µεταξύ µας– είµαι εντελώς στείρα». Ήπια λαίµαργα νερό και συµπλήρωσα: «Πιστεύω πως, αν ήµουνα η Παναγία, δε θα κατάφερνα να γονιµοποιηθώ ούτε από τον ίδιο το Θεό!» Αρχίσαµε να γελάµε σαν παιδιά. Μετά έλυσα τα µαλλιά µου και ξεκούµπωσα το φόρεµά µου. Έπεσα στην πισίνα µε τα εσώρουχα. Έπεσε κι αυτός, ολόγυµνος. «Χτες το βράδυ, στην τουαλέτα... Στ’ αλήθεια δεν κατάλαβες πως ήµουν ένας άγνωστος;» ρώτησε. «Ίσως και να το κατάλαβα...» είπα. «Τότε γιατί συνέχισες;» «Ξέρεις τι λέει ο Χάξλεϊ;» απάντησα ενώ έκανα απλωτές πέρα δώθε. «Η ιστορία του κάθε ανθρώπου είναι η προσωπική του λογοτεχνία». Με άρπαξε µέσα στο νερό, εγώ του ξεγλίστρησα µε νάζι. Έπρεπε να διασκεδάσουµε, ο καιρός που απέµενε ήταν λίγος. Θα πεθαίναµε κάποτε, όπως όλοι – αυτός µάλλον νωρίτερα από µένα. Θα ήταν κρίµα να χάσουµε µια τέτοια ευκαιρία... Διασκεδάσαµε λοιπόν.


48

ΞΥΠΝΗΣΑ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ από τον ίδιο µου τον τσιγαρόβηχα. Πριν ανοίξω τα µάτια, το µυαλό µου µπήκε κατευθείαν σε µια κατάσταση παθητικής εγρήγορσης. Με κλειστά τα βλέφαρα, εισήλθα από το ασυνείδητο στο συνειδητό και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί µπούκαραν καρέ καρέ στη µνήµη µου. Τα απελπισµένα φιλιά του Νοµικού. Ο τρόπος που γράπωνε το στήθος µου, σαν να πιανόταν από ένα σταθερό κλαδί στην άκρη του γκρεµού... Τώρα ένιωθα ξανά µαγαρισµένη. Βρόµικη. Η προηγούµενη νύχτα, µε τον Νοµικό, ήταν απλώς ένα δώρο προς έναν µελλοθάνατο, παρηγόρησα τον εαυτό µου. Μια τελευταία φροντίδα πριν τον παραδώσω στην ανελέητη µοίρα του. Αναδεύτηκα στα σεντόνια ανήσυχα. Η καρδιά µου µε µάλωνε, µε έστηνε στον τοίχο. Γιατί είχα ενδώσει στον Νοµικό; Από συµπόνια; Ή µήπως επειδή είχα θυµώσει µε την απόρριψη του Αντωνιάδη; Κι αν εκείνος το µάθει; Τι είδους γυναίκα θα νοµίζει πως είµαι; Μετάνιωνα... Μετάνιωνα φρικτά. Έβαλα το µαξιλάρι στο πρόσωπό µου για να πνίξω τις σκέψεις. Δε µε νοιάζει η γνώµη του Αντωνιάδη! Δε µε νοιάζει! Ο Αντωνιάδης θα έφευγε σύντοµα από το νοσοκοµείο και η µικρή µας ιστορία θα έπαιρνε τέλος. Θυµήθηκα, µε ένα καρφί νοσταλγίας στο θώρακα, εκείνη την κοινή µας εφηµερία ένα χρόνο πριν. Ήταν καµιά βδοµάδα µετά την αποβολή µου... Περπατούσαµε ο ένας δίπλα στον άλλο, φορώντας τα πράσινα, φορτωµένοι µε φακέλους. Ήµουνα πολύ αδύναµη από την επέµβαση της απόξεσης –η αιµορραγία συνεχιζόταν για µέρες–, κουρασµένη από τα χειρουργεία και απίστευτα τσακισµένη από την απώλεια των µωρών. Και ξαφνικά είχα καταρρεύσει. Στη µέση του διαδρόµου... Είχα συνέλθει ξαπλωµένη στο θάλαµο ανάνηψης, µε την πράσινη µπλούζα µου ανασηκωµένη, το σουτιέν ξεκούµπωτο, το στήθος µου γυµνό. Ο Αντωνιάδης µού έβγαζε καρδιογράφηµα. Κρατούσε το χαρτί του καρδιογραφήµατος και το τραβούσε ανυπόµονα από το µηχάνηµα για να το διαβάσει. «Δεν έχετε τίποτα παθολογικό», είχε αποφανθεί. Τον άκουγα να ξεκολλά από το θώρακά µου τις βεντούζες του καρδιογράφου µε τα µάτια µου κολληµένα στο ταβάνι. Φλοπ, φλοπ, φλοπ. «Έχετε όµως πολύ ευαίσθητο δέρµα», είχε συµπληρώσει µε αργόσυρτη, κολλώδη φωνή. Πάνω από το στήθος είχαν παραµείνει, σε διάταξη τόξου, έξι µικροί ανάγλυφοι κύκλοι. Είχε ακουµπήσει το δείκτη του σε ένα από τα σηµάδια και, ακολουθώντας την περίµετρο, είχε


αρχίσει να το τρίβει απαλά, σαν να ήταν µουντζούρα. Ύστερα είχε σκύψει ήσυχα πάνω µου, χαϊδεύοντας µε τα χείλη του το στήθος µου. Είχαµε σταµατήσει και οι δυο µας να αναπνέουµε, καθώς η στιγµή αργούσε να τελειώσει και η ατµόσφαιρα γινόταν περίεργα βαριά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το µπίπερ δονήθηκε στη ζώνη του. «Αντωνιάδη, σε καλούν», είχα πει ξέπνοα. «Ευτυχώς». Με είχε ανασηκώσει και, ενώ ήµουνα καθιστή, µε τα πόδια µου να πηγαίνουν πέρα δώθε στο κενό κάτω από το κρεβάτι, είχε αρχίσει να µε τακτοποιεί, σαν να ετοίµαζε ένα παιδί για το σχολείο. Πρώτα είχε κουµπώσει το στηθόδεσµο, είχε στρώσει την µπλούζα. Μετά, µε µια αεροπλανική κίνηση, µε τα χέρια του κάτω από τις µασχάλες µου, µε είχε κατεβάσει στο πάτωµα. Μπαµ, κάνανε τα ξύλινα σαµπό καθώς προσγειωνόµουν στο δάπεδο. «Ορίστε!» είχε πει γελαστά. «Σας επιστρέφω ανέγγιχτη στον άντρα σας. Ούτε γάτα ούτε ζηµιά...» «Σίγουρα θα γίνει ζηµιά αν αργήσεις κι άλλο, Αντωνιάδη», είχα πετάξει, αντιστρέφοντας το κλίµα. Η φωνή µου είχε ακουστεί ανυπόφορα, γελοία αυστηρή. Είχε σουρώσει το µέτωπο έκπληκτος, σχεδόν σοκαρισµένος από την επιθετικότητά µου. «Θα έρθει η στιγµή που θα παρακαλέσετε να σας αγγίξω». Τα µάτια του πύρωναν. «Έχεις ξεφύγει, Αντωνιάδη», είχα τσιρίξει, µε τα µάγουλά µου να καίνε από το θράσος του. «Για το µόνο που σε παρακαλώ είναι να πας τώρα στα Επείγοντα. Θα µας πεθάνει κανένας ασθενής, ηλίθιε!» Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε. Όλο αυτό το διάστηµα υποκρινόµουν πως είχα ξεχάσει το συµβάν. Ή µπορεί και στ’ αλήθεια να το είχα ξεχάσει. Δουλεύαµε µαζί, γελούσαµε, παριστάναµε τους ανήξερους. Μέχρι την προηγούµενη Δευτέρα, που χτύπησα την πόρτα του εφηµερείου του. Ταπεινωµένη. Ζητιανεύοντας για λίγο έρωτα. Στριφογύρισα στο κρεβάτι µου. Ξαναβούλιαξα στην ανάµνηση εκείνου του µεσηµεριού. Θεέ µου... Τα ίδια πλάνα, ξανά και ξανά. Η πλάτη που χτυπιόταν ανελέητα στον τοίχο πίσω µου, συντονισµένη στη ρυθµική ορµή του. Το αξύριστο πιγούνι που σερνόταν στο στήθος µου. Τα µικρά δαγκώµατα, παντού. «Κι άλλο!» ζητούσα. «Κι άλλο», υποσχέθηκε, µε το στόµα του πάνω στο δικό µου και τις λέξεις του να φτάνουν ζεστές στη γλώσσα µου. Ένιωσα µια επιπλέον άνωση, η ράχη µου γδάρθηκε στα λέπια του τοίχου και µετά προσγειώθηκα ακόµη πιο άγρια πάνω στο σώµα του. Αρπάχτηκα από τις πλάτες του. «Σ’ το είχα πει πως θα ερχόσουν...» είπε καυτά, κοντά στο αφτί µου. «Μην ξεγελιέσαι, Αντωνιάδη», απάντησα κι εγώ στο δικό του αφτί. Οι λέξεις µου βγαίνανε κοφτά, στον παλµό του σώµατός του. «Ένα πήδηµα πείνας είναι...» Τώρα, µε το σώµα µου να παλεύει µε τα σκεπάσµατα στο κρεβάτι, πεινασµένο ξανά, λυπόµουν που είχα φερθεί τόσο κυνικά εκείνο το µεσηµέρι. Το ξυπνητήρι χτύπησε εξακολουθητικά κι εγώ δεν είχα καµία διάθεση να σηκωθώ. Ήθελα να µείνω κάτω από το πάπλωµα χουχουλιασµένη, ανακαλώντας τις κοινές µας στιγµές, σαν να έκανα µνηµόσυνο για µια αγάπη που την είχα πνίξει πρόωρα µε τα βάρβαρα χέρια µου. Την επόµενη ώρα, πήγα στη δουλειά. Κολληµένη ακόµη στη σκέψη του.


Στο γραφείο, η µαγεία µεµιάς διαλύθηκε. Έπεσα πάνω στον Παπασπύρου. Είναι επιµελητής Αʹ, όπως η Ρένα. (Είναι επίσης ηλίθιος Αʹ.) Καληµερίσαµε ο ένας τον άλλο ψυχρά κι εγώ έχωσα αµέσως τη µύτη µου στους φακέλους µου, για να εµποδίσω οποιαδήποτε συζήτηση. Ο Παπασπύρου ανήκει στους άντρες που µισούν τις γυναίκες. Ειδικά τις γυναίκες χειρουργούς. Έχει αναπτύξει ολόκληρη θεωρία για το πόσο αταίριαστη είναι η φύση της γυναίκας µε τη φύση της χειρουργικής: «Οι γυναίκες ή περιµένουν περίοδο ή έχουν περίοδο ή αναρρώνουν από την περίοδό τους. Βρίσκονται σε κατάσταση µόνιµης νεύρωσης. Και όταν έρθει η εµµηνόπαυση, γίνονται ξινές και διπλά ανυπόφορες». «Τι τρέχει; Γιατί έχεις νευράκια; Μήπως έχεις περίοδο;» µε ρώτησε. Πάνω από το χείλος του, η λιπαρότητα στο δέρµα µε άφηνε να φανταστώ τα προηγούµενα γεύµατά του: κέτσαπ, µπέικον, παχιά µαγιονέζα. «Δε θα συζητήσω µαζί σου τις λεπτοµέρειες του κύκλου µου», του έκοψα τη φόρα. «Σκεφτόµουνα µήπως µου έλεγες καµιά λεπτοµέρεια από το πάρτι». «Ήταν ένα ωραίο πάρτι, όπως όλα τα πάρτι του διευθυντή». Ο Παπασπύρου ήταν ανέκαθεν ο χαφιές του διευθυντή, οπότε φρόντιζα τα λόγια µου να είναι πάντα προσεκτικά επιλεγµένα. Κατέβασε θλιµµένα το βλέµµα. «Εγώ δεν ήρθα, έχω πένθος. Πέθανε ο πατέρας µου την Παρασκευή». «Τα συλλυπητήριά µου», είπα παγερά. «Αναπαύθηκε εν ειρήνη». Σκέφτηκα πόσο κοπιαστικό θα ήταν για τον αποθανόντα το να ζει και να έχει για γιο τον Παπασπύρου... «Η Ζέτα είναι στην Ελβετία;» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Ο Παπασπύρου ήταν αθεράπευτα ερωτευµένος µε τη Ζέτα και παρ’ όλα αυτά τη σνοµπάριζε ανυπόφορα στα θέµατα της δουλειάς. Η Ζέτα τον µισούσε, τον αποκαλούσε «µία σακούλα γεµάτη σκατά». «Άλλαξα τα ονόµατα στα χειρουργεία. Θα πάρεις για βοηθό τη Μαρία κι εγώ τον Αντωνιάδη», έριξε αδιάφορα ο Παπασπύρου. «Και γιατί το ’κανες αυτό;» θέλησα να µάθω. «Έχω βαρεθεί να εκπαιδεύω γυναίκες στο χειρουργείο. Είναι ανεπίδεκτες µαθήσεως», εξήγησε µε έναν περιφρονητικό τόνο. «Την έβαλα στο δικό σου χειρουργείο ώστε να µπορείτε να συζητάτε απερίσπαστες για τη δυσµηνόρροιά σας». Με κοίταξε κοροϊδευτικά και πρόσθεσε: «Ή για το πού µπορείς να κάνεις µανικιούρ µε χριστουγεννιάτικα γκι στα νύχια». Έκρυψα τα νύχια µου στις χούφτες. Έτσι ήταν στη δουλειά. Αν τολµούσες να ενισχύσεις τη θηλυκότητά σου, σε κατηγορούσαν για έλλειψη σοβαρότητας και αυτό είχε κακό αντίκτυπο στην επιστηµονική σου εικόνα. Αν ήσουν όµορφη σαν τη Ζέτα, σε θεωρούσαν a priori και κακή επιστήµονα. Όσο πιο ουδέτερη εµφάνιση είχες, όσο πιο ασεξουαλική φαινόσουν, όσο πιο επίπεδο στήθος διέθετες, τόσο πιθανότερο ήταν να πείσεις τους άρρενες συναδέλφους πως είσαι καλή στο χειρουργείο. Η Ρένα µε τα αγορίστικα κοµµένα µαλλιά της και το κοντόχοντρο κορµί έχαιρε κάποιας εκτίµησης, εγώ λιγότερης, η Ζέτα καµιάς. Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε ο Αντωνιάδης και η Μαρία, η νέα ειδικευόµενη. Ο Παπασπύρου


σούφρωσε επιδεικτικά τη µύτη του εκφράζοντας µε αυτό τον τρόπο µε τη δυσαρέσκειά του για την εικόνα της κοπέλας. Είχε τα µαλλιά της κοµµένα ασύµµετρα, µοβ ανταύγειες και τρυπηµένη τη µύτη µ’ ένα σκουλαρίκι. Κρατούσε ένα µπλοκάκι και έδειχνε αγχωµένη. Ο Αντωνιάδης την έσερνε από πίσω του µε σκοπό να τη βοηθήσει να εγκλιµατιστεί, εκείνη τον κοιτούσε µε ευγνωµοσύνη. Κατά πάσα πιθανότητα τον είχε ήδη ερωτευτεί. Με το που φύγανε οι ειδικευόµενοι, ο Παπασπύρου δεν έχασε την ευκαιρία να σχολιάσει: «Σκέψου να ’σαι στο χειρουργικό κρεβάτι και να δεις από πάνω σου αυτό το πανκιό. Θα φρικάρεις, δε θα φρικάρεις;» «Έχω διαβάσει το βιογραφικό της Μαρίας και είναι πολύ εντυπωσιακό», τον πληροφόρησα. «Έχει τελειώσει ιατρική στο Ταφτς». «Για φαντάσου!» είπε ειρωνικά. «Εκεί της τρύπησαν τη µύτη;» Τα σχόλιά του χτύπησαν µια πολύ ευαίσθητη χορδή µέσα µου. Επιτέθηκα λοιπόν. «Κοίτα, Παπασπύρου», είπα, «θα είµαι ειλικρινής. Προτιµώ τα µοβ µαλλιά της από τη δική σου απόχρωση βαφής. Επίσης, προτιµώ την τρυπηµένη της µύτη από τη δική σου, που µοιάζει να τελεί υπό κατάρρευση. Το ότι έχεις ένα πουλί να κρέµεται ανάµεσα στα πόδια δε σε κάνει καλύτερο χειρουργό από µας». Πήρα ανάσα και συµπλήρωσα: «Μη σου πω πως δε σε κάνει καν περισσότερο άντρα από µας!» Σηκώθηκα µε τους φακέλους στα χέρια και περπάτησα προς την πόρτα. Πίσω από την πλάτη µου ο Παπασπύρου µονολογούσε χαµηλόφωνα: «Το ’ξερα πως έχει περίοδο!» Συναντηθήκαµε λίγο µετά οι τέσσερίς µας στα χειρουργεία. Ο Παπασπύρου είχε ήδη φορέσει τα πράσινα και έµοιαζε µε κακιασµένο Οβελίξ, η Μαρία έτρωγε τα νύχια της από το άγχος και ο Αντωνιάδης µε κοιτούσε σαν να ήταν συγκαµένος. Πλέναµε οι δυο µας δίπλα δίπλα τα χέρια, όταν µε ρώτησε: «Είσαι θυµωµένη;» Κούνησα απροσδιόριστα το κεφάλι. Ούτε ναι ούτε όχι. «Εγώ...» συνέχισε εκείνος, «έχω µπερδευτεί. Δεν µπορώ να βγάλω άκρη µαζί σου. Η προϊσταµένη µού είπε πως χωρίζεις. Είναι αλήθεια;» Άρπαξα το ξέστρο και έτριψα µε µανία τα νύχια µου. «Είµαι σε µια περίεργη φάση», είπα σαν να µιλούσα στον εαυτό µου. «Ο γάµος µου διαλύεται, και αυτό είναι πολύ επώδυνο». «Εξαιτίας του δικού µας;» ρώτησε. Το ύφος του ήταν εκνευριστικό. Από τη µια γλυκό και από την άλλη επηρµένο. Αυτόµατα, µου ανέβηκε το αίµα στο κεφάλι. Ήθελα διακαώς να του διευκρινίσω πως δεν ήταν δα τόοοσο σηµαντικός για µένα. Είπα λοιπόν, σφυριχτά – για να µη µ’ ακούσουν οι υπόλοιποι: «Άκου, Αντωνιάδη, ρίξαµε απλώς ένα πήδηµα. Δε θέλω να µε παντρευτείς, ούτε να γίνω µάνα των παιδιών σου. Χαλάρωσε. Δε θέλω τίποτα από σένα. Για την ακρίβεια, δεν µπορείς να µου δώσεις τίποτα επιπλέον!» Τον άφησα να χάσκει και µπήκα στο χειρουργείο για να χειρουργήσουµε µε τη Μαρία το


διατρηθέν δωδεκαδακτυλικό έλκος ενός ασθενούς. Ακόµη και κατά τη διάρκεια της επέµβασης δεν µπορούσα να ηρεµήσω από την οργή. Αισθανόµουν κακοποιηµένη από όλους τους θρασείς φαλλοκράτες που είχα τριγύρω µου. Ο Κώστας. Που άφηνε να εννοηθεί πως µου έκανε χάρη που µε παντρεύτηκε και πως, άρα, όφειλα να κάνω τα στραβά µάτια στις ατασθαλίες του. Πώς το ανεχόµουνα τόσο καιρό; Ο Παπασπύρου. Με τη σεξιστική συµπεριφορά, τα περιφρονητικά του σχόλια και το ρατσισµό του... Τέλος, ο Αντωνιάδης. Που διέδιδε πως είναι αρραβωνιασµένος για να αποφεύγει τις ορδές των δήθεν ξετρελαµένων µαζί του θηλυκών. Και που τώρα µου το ’παιζε κουµπωµένος, µην τυχόν και εισβάλω, ως επιθετική διαζευγµένη, στο χωροχρόνο του. Ξεφύσησα µέσα από τη µάσκα µου. Άντρες χωρίς ανδρεία. Άντρες που προσπαθούσαν να υποτάξουν τις γυναίκες, να τις κοντύνουν, να τις µειώσουν, να τις καταπιούν... Ο καθένας µε τον τρόπο του. Η Μαρία τα πήγε µια χαρά στο χειρουργείο. Την ώρα που κλείναµε τον ασθενή, της είπα: «Άκου µια συµβουλή αν θέλεις να επιβιώσεις εδώ µέσα: καλύτερα να ’σαι το σφυρί παρά το αµόνι». «Η Ντίκινσον δεν το ’γραψε αυτό;» Έµεινα άφωνη. Εκείνη µου ’ριξε µια τσαχπίνικη µατιά. «Δε θα ανησυχήσω ξανά για σένα», της υποσχέθηκα. «Μια γυναίκα που και έχει τελειώσει το Ταφτς, και έχει σκουλαρίκι στη µύτη, και ξέρει απέξω την Ντίκινσον είναι σίγουρο πως θα φτάσει στην κορυφή». «Θα αφήσω την ψυχή µου µισάνοιχτη, έτοιµη να καλωσορίσει την εκστατική εµπειρία», απήγγειλε παραφράζοντας η Μαρία ενώ έραβε το δέρµα. Μετά µου χαµογέλασε, λίγο ντροπαλά. Ένιωσα το µυαλό µου να ανοίγει και να δροσίζεται από τα λόγια της. Πόσο µου είχαν λείψει οι άνθρωποι που διέθεταν πνεύµα... «Το θέµα είναι το πότε θα µας καταδεχτεί η “εκστατική εµπειρία”», είπα ενώ έβγαζα τα µατωµένα γάντια µου.


49

ΕΦΤΑΣΑ

µετά την προκαθορισµένη ώρα του ραντεβού. Δεν ήθελα να διακινδυνεύσω να αργήσω – ούτε ένα ακαδηµαϊκό τέταρτο. Ήθελα να πάρω όσο το δυνατό νωρίτερα τις απαντήσεις µου. Δεκαπέντε µέρες τώρα ψηνόµουν µέσα σε βασανιστικές αµφιβολίες και µέσα στην ανασφάλεια που γεννούσαν αυτές οι αµφιβολίες. Ήταν σαν να είχα δικαστεί ερήµην µου, χωρίς δικαστή, χωρίς συνήγορο και ενόρκους, µε τον Κώστα στο ρόλο του κατηγόρου. Δεν είχα ιδέα ποια ήταν η αιτία της καταδίκης µου και, κυρίως, δεν ήξερα ποια θα ήταν η ποινή µου. Τώρα, καθώς ανέβαινα το πέτρινο δροµάκι που οδηγούσε στο εστιατόριο «Γκριν Φόρεστ», φτιαγµένη, λουστραρισµένη, µε τις ψηλοτάκουνες γόβες να µε χτυπάνε φρικτά, ένιωθα τη λύτρωση της κατηγορουµένης που ετοιµάζεται να ανέβει στο εδώλιο για να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε µια τελευταία αλλά τόσο κρίσιµη αγόρευση. Ο Κώστας µε περίµενε µε τις πλάτες γυρισµένες. Λυπήθηκα που δεν είδα αµέσως το πρόσωπό του, έτσι ώστε να προετοιµαστώ και να προσαρµοστώ στη διάθεσή του. Αν ήταν ψυχρός, θα γινόµουνα πάγος· αν ήταν θερµός, θα γινόµουνα διπλά ζεστή. Ήταν χωµένος στην άκρη του µαγαζιού, σε µια γωνιά που σχηµάτιζαν οι τζαµαρίες, και κοιτούσε έξω, στα πελώρια δέντρα που, φωτισµένα διακριτικά για την Πρωτοχρονιά, φάνταζαν κάπως τροµακτικά. Τον άγγιξα στον ώµο. Γύρισε. Σηκώθηκε ευγενικά. Δε µε φίλησε. Αυτό το φιλί που δε δόθηκε µε προϊδέασε δυσάρεστα για τη συζήτηση που θα επακολουθούσε. Δεν είχα να περιµένω τίποτα το ενθαρρυντικό, ήταν σαφές. Κάθισα στην καρέκλα µου αεράτα. Κοιταχτήκαµε. Το πρόσωπό του ήταν ένας υψωµένος τοίχος, πέτρινος, χωρίς πόρτες και παράθυρα για να εισέλθω στις σκέψεις του. Είχε πάψει πια να είναι το πρόσωπο ενός ανόητου. Άκουσα τη φωνή του µόνο όταν παραγγείλαµε. Η φωνή του έµοιαζε καινούρια: πιο µεστωµένη και βραχνή. Μαρτυρούσε άνθρωπο που έχει αξιωθεί κάτι µεγαλύτερο από τις ψυχικές διαστάσεις του. Μια µεγάλη νίκη ή µια µεγάλη ήττα. Ή ένα µεγάλο έρωτα, που είναι και νίκη και ήττα µαζί. Φαινόταν ταλανισµένος, ταλαιπωρηµένος ίσως από το βάρος νέων αποφάσεων. Ήθελα, όπως συνήθως, να τον χαστουκίσω. Όχι πια γιατί µε εκνεύριζε η ανωριµότητά του, αλλά ακριβώς για το αντίθετο. Χρόνια τώρα προσπαθούσα να τον αλλάξω. Να τον διδάξω. Χωρίς επιτυχία. Και τώρα, απέναντί µου, τον έβλεπα να διαπρέπει εξαιτίας µιας άλλης, ακριβώς στην ίδια διδακτέα ύλη. Ένιωσα την πίκρα της καθηγήτριας που δεν έχει καταφέρει να µεταλαµπαδεύσει καµία γνώση στον αγαπηµένο της µαθητή. Αυτός κόβεται ξανά και ξανά, αποτυγχάνει παταγωδώς στις εξετάσεις, µένει διαρκώς ανεξεταστέος. Και, ξάφνου, ο µαθητής αλλάζει καθηγήτρια και –πόσο άδικο!– περνάει τις εξετάσεις µε άριστα. ΠΕΝΤΕ

ΛΕΠΤΑ


Η ζήλια µε τρύπησε κατευθείαν στο θώρακα. Ζήλευα τρελά αυτή την άγνωστη γυναίκα για την επιρροή της πάνω του. Τους φαντάστηκα γυµνούς σ’ ένα κρεβάτι, αυτόν να σκύβει πάνω της διαλυµένος από έρωτα, µελιστάλαχτος, ευέλικτος στα καπρίτσια της. Ο Κώστας είχε χάσει την εξουσία του. Φαινόταν ολοκάθαρα. Η άλλη τού είχε πάρει τα σώβρακα, τον είχε πατήσει, τον είχε κάνει υποχείριό της. Και αυτό του είχε προσδώσει ένα κάποιο βάθος, σαν να τον είχε ροκανίσει ένα ψυχικό σαράκι, σαν η καρδιά του να είχε γίνει κοίλη ενώ πριν ήταν συµπαγής και γρανιτένια. «Φαίνεσαι καλά», µου είπε απλά. Τα λόγια του ειπώθηκαν σχεδόν µε στοργή. Η λιτότητά τους, ο κοφτός, αντρίκειος τόνος τους φανέρωναν πως ο Κώστας είχε µεταλλαχθεί. Δεν ήταν ο γνωστός φανφάρας. Ήταν δυνατό τούτη η αλλαγή να είχε συντελεστεί µέσα σε δέκα µέρες; Ή µήπως –αν η έρευνα της Ξένιας ήταν σωστή– η αλλαγή αυτή είχε γίνει κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, τόσο αργά και ανεπαίσθητα, ώστε δεν την είχα παρατηρήσει; «Κι εσύ», είπα. Είχα αποφασίσει από πριν πως δε θα ρωτούσα τίποτα που θα ήταν πιθανό να τον τσιτώσει. Ούτε πώς ούτε γιατί. Θα πήγαινα µε το κύµα. Καµία κόντρα, καµία φασαρία. Είχα ακούσει πολλές ιστορίες για γυναίκες που προσπάθησαν να κερδίσουν πίσω τον άπιστο σύζυγο µε παρακάλια ή µε απειλές. Αυτές ήταν αποτυχηµένες ιστορίες, ιστορίες µε άσχηµο τέλος. Υπήρχε τρίτος δρόµος. Ο δρόµος που εγώ θα ακολουθούσα. Εκείνος της ψυχραιµίας. Δεν είχε σηµασία αν θα τον έχανα ή θα τον κέρδιζα πίσω τελικά. Ήθελα το όποιο τέλος να έχει τη σφραγίδα της αξιοπρέπειας. «Ξέρεις...» άρχισε ψάχνοντας τα σωστά λόγια. «Δεν το ’θελα. Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Αλλά προέκυψε. Και θεώρησα πως ήταν σωστότερο να είµαι τίµιος µαζί σου. Δεν ήθελα να σε κοροϊδεύω, γι’ αυτό και έφυγα. Το δικό µας έχει τελειώσει εδώ και καιρό. Αλλά πρέπει να δοθεί και επίσηµα ένα τέλος...» Ξερόβηξε. «Εννοώ και τυπικά...» «Δε διαφωνώ», είπα. Σήκωσα το ποτήρι και ήπια ήρεµα δύο γουλιές νερό. Έβαλα στο στόµα ένα κοµµάτι από το φιλέτο µου. Με κοίταξε κατάµατα. Είδα την ανακούφιση να φωτίζει το πρόσωπό του στιγµιαία. Μετά χαµογέλασε, κουνώντας δύσπιστα το κεφάλι. «Το εννοείς;» Δεν πίστευε στην καλή του τύχη... «Φυσικά». Το πιρούνι έφερε άλλο ένα κοµµάτι κρέας πάνω στη γλώσσα µου. «Μµµ», µούγκρισα. «Ο σεφ σήµερα είχε κέφια». Ξανά νερό, ένα τσιγάρο στο ενδιάµεσο, που το κάπνισα µε απαλές ρουφηξιές. «Δε σε ταράζει τίποτα, ε;» Η ερώτησή του ήταν πιο πολύ διαπίστωση. «Είχαµε έναν πεθαµένο γάµο, Κώστα. Ήρθε ο καιρός να τον ενταφιάσουµε. Πριν αρχίσει να βροµάει...» «Είµαι ερωτευµένος!» είπε. Πίσω από τη δήλωσή του διέκρινα αµυδρά µια προσπάθειά του να µε προκαλέσει, να µου σπάσει τον τσαµπουκά. Αυτό ήταν καλό σηµάδι. «Είναι πολύ ενθαρρυντικό που µπορείς ακόµη να ερωτεύεσαι. Ποια είναι;» ρώτησα σε


φιλικό τόνο. «Άσ’ το αυτό!» είπε µαζεµένα. «Το θέµα αφορά τους δυο µας». Έψαξε για τα πούρα του. Πρόσεξα πως το χέρι του έτρεµε καθώς άναβε ένα. «Θέλω διαζύγιο», εκστόµισε τελικά. «Εντάξει», είπα. «Δηλαδή συµφωνείς;» «Μα τι σηµασία έχει αν συµφωνώ εγώ; Είτε συµφωνώ είτε διαφωνώ, το ζήτηµα είναι πως θέλεις να φύγεις. Τι θα ’πρεπε να κάνω; Να σε δέσω χειροπόδαρα;» «Δεν το πίστευα πως θα ήταν τόσο ανώδυνο. Αλλά έφερα τα χαρτιά για την περίπτωση που θα συµφωνούσες. Ρίξ’ τους µια µατιά, και αν τα βρεις εντάξει...» Έβγαλε από τη µέσα τσέπη του σακακιού του δύο διπλωµένες κόλλες. Πάνω τους διάβασα: ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ. Χα, το θράσος του δεν παιζόταν! Βιαζόταν λοιπόν τόσο πολύ να ζήσει τον έρωτά του, ώστε ακόµη και µια τέτοια µέρα είχε έρθει µε τα χαρτιά του διαζυγίου κιόλας έτοιµα, για να κερδίσει χρόνο. Ήταν τέτοιο το πλήγµα, που, για λίγο, η ψυχραιµία µου γονάτισε. Πήρα βαθιές, κρυφές ανάσες για να οξυγονώσω τον εγκέφαλο. «ΟΚ!» είπα βιαστικά, και έριξα τα χαρτιά στην τσάντα µου. «Αν δε συµφωνείς µε κάποιο όρο, µπορούµε βέβαια να τον αλλάξουµε». Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Ο Κώστας είχε θέσει τους όρους του γάµου µας και τώρα ήθελε να θέσει και τους όρους του διαζυγίου. Άρχισα να µετράω ανάποδα µέσα µου για να συγκρατήσω το θυµό µου. 100, 99, 98, 97, 96... Δε θα του επέτρεπα πρόσβαση στις µύχιες σκέψεις µου... ...95, 94, 93... Δε θα τον άφηνα να µε δει διαλυµένη... ...92, 91, 90... Ο άτιµος, ήθελε να µε δώσει για απόσυρση, να φωνάξει τον παλιατζή. Να µε ξεφορτωθεί σαν να ’µουνα η παλιά του ηλεκτρική κουζίνα. ...89, 88, 87, 86... «Θέλω εδώ και χρόνια να σου πω κάτι και νοµίζω πως έφτασε η στιγµή», είπε τώρα. Άναψε πάλι το πούρο του και το στόµα του έκανε έναν άσχηµο µορφασµό. «Έχεις ακούσει τον όρο “διανοητικοποίηση” συναισθήµατος;» Ξεφύσησε τον καπνό µε ύφος ψυχιάτρου. «Φυσικά. Γιατρός είµαι», απάντησα. ...85, 84, 83, 82... «Έχεις σκεφτεί πως εκφράζει απόλυτα τη συµπεριφορά σου;» «Όχι». ...81, 80, 79... «Δες τι εννοώ: κάθεσαι απέναντί µου, µε αυτό, µε αυτό... το παγωµένο ύφος, σαν να µη σε περονιάζει τίποτα. Σου λέω ότι θέλω διαζύγιο, και αντί να φωνάξεις, να ουρλιάξεις, να µου ζητήσεις εξηγήσεις, τρως το φιλέτο σου και σχολιάζεις το ταλέντο του σεφ. Δε θες να µάθεις


γιατί κατέληξα σε τέτοια απόφαση;» ...78, 77, 76, 75, 74... «Νοµίζω πως µου είπες ολοκάθαρα πως είσαι ερωτευµένος µε άλλη». ...73, 72, 71... «Αυτό είναι η αφορµή! Δεν το αντιλαµβάνεσαι;» «Και ποιες είναι οι αιτίες; Η στειρότητά µου;» ρώτησα. Τα λόγια µου βγήκαν µε ένα λυγµό. «Ναι, η στειρότητά σου! Είσαι στείρα. Και δεν αναφέροµαι στο ότι δεν µπορείς να κάνεις παιδιά. Είσαι στείρα και ταυτόχρονα αποστειρωµένη. Δεν µπορείς να γεννήσεις συναίσθηµα. Στη θέση της καρδιάς έχεις τον εγκέφαλο. Και στη θέση του εγκεφάλου έναν υπολογιστή. Όλη αυτή η αυτοσυγκράτηση είναι παθολογική, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν είναι ανθρώπινη!» ...70, 69, 68... Πήρε µια αγχωµένη ανάσα και συνέχισε. «Σ’ έχω ικανή να λες από µέσα σου την αλφαβήτα για να µη χάσεις τον αυτοέλεγχο». Ήξερε να µε διαβάζει λοιπόν τόσο καλά; Ήταν εντυπωσιακό. «Δεν ήµουνα εγώ αυτή που ξενοπηδούσε», πέταξα φαρµακερά. Αγνόησε το σχόλιο. «Τον πρώτο καιρό είχε ενδιαφέρον...» είπε µε ένα βλέµµα νοσταλγίας. «Μου άρεσε που ήσουνα ένα στρείδι. Είχε πλάκα η προσπάθεια να σε απασφαλίσω, να σπάσω αυτό το γαµηµένο περίβληµα. Αλλά ξέρεις τι; Δεν άνοιξες ποτέ». Χαµογέλασε και συνέχισε: «Είχα τη φιλοδοξία πως θα ήµουν ο πρώτος που θα τα κατάφερνε. Προσπάθησα, νιώθω καλά µε τη συνείδησή µου. Αλλά απλά δε γίνεται. Θα µείνεις κλειδωµένη για πάντα». Η µουσική δυνάµωσε ξαφνικά. Κοίταξα το ρολόι µου. Σε δεκαπέντε λεπτά θα άλλαζε ο χρόνος. Ένας µικρός ενθουσιασµός σύρθηκε στην αίθουσα του εστιατορίου. Όλοι περίµεναν το νέο έτος, λες και κάτι θα άλλαζε στη ζωή τους στο επόµενο τέταρτο. Μια γυναίκα απέναντί µας είχε εντοπίσει την ταυτότητα του Κώστα. Την είδα που σκούντηξε τον άντρα της. Είδα µετά εκείνον να µας κοιτάζει µε πεινασµένα µάτια. Ο Κώστας πουλούσε ακόµη κι εδώ, σκέφτηκα. Ακόµη και την ώρα που διέλυε το γάµο µας, κατάφερνε να έχει τηλεθέαση. Εγώ ήµουν η σύζυγος που την ξηλώνανε, που της βγάζανε τις επωµίδες του γάµου και την αφήνανε έκθετη και γυµνή. Ο Κώστας πήρε ένα σοβαρό ύφος. Το πιο σοβαρό ύφος που είχα δει ποτέ γραµµένο στο πρόσωπό του. Είπε: «Δεν µπορείς να αγαπήσεις κανέναν, Κίκι. Αυτή είναι η γυµνή αλήθεια». Η καρδιά µου διπλώθηκε στα δύο. Κίκι... Πόσα χρόνια είχε να µε φωνάξει Κίκι... Ήταν ένα χαϊδευτικό όνοµα που µόνο αυτός χρησιµοποιούσε για µένα. Πίσω, πίσω, πίσω. Πηγαίνω µε το µυαλό εφτά χρόνια πίσω. Είναι πρωί. Το ανακατεµένο κρεβάτι, το κορµί του Κώστα που αποκαλύπτεται εδώ κι εκεί, στα κοψίµατα που κάνει το σεντόνι, κοιµάται και δείχνει τόσο αθώος, ανασηκώνοµαι από το µαξιλάρι και φιλάω όση ξεσκέπαστη πλάτη βρω και µετά χαϊδεύω τον αυχένα του µε τα


δάχτυλά µου. Γυρίζει. Ανοίγει το ένα µάτι και λέει: «Επ, Κίκι, σε τσάκωσα! Μου φαίνεται πως µ’ αγαπάς». Το πρόσωπό του, πρησµένο από τον ύπνο, είναι γλυκό σαν µωρού, το µπροστινό του τσουλούφι µου χαϊδεύει τη µύτη καθώς µε φιλάει. «Η αγάπη είναι που κάτι που χτίζεται σιγά σιγά», λέω. «Δε φτάνουν πέντε µήνες γάµου;» «Σε καµία περίπτωση», απαντώ, και δένω πίσω από το λαιµό του τα χέρια µου. Με στριµώχνει κάτω από το βάρος του. «Δεν είναι αγάπη αυτό, ε, δεν είναι αγάπη;» ρωτάει γελαστά. Με φιλάει παντού, µου κάνει έρωτα, εγώ λιώνω, γίνοµαι η ίδια λεκές πάνω στο στρώµα. Μετά σηκώνοµαι, µε το σεντόνι τυλιγµένο γύρω µου, µη δει πως έχω παχύνει. Πάω στο µπάνιο. Ανοίγω το ντουλάπι, βγάζω ένα ακόµη τεστ. Είναι πρωί, η κατάλληλη ώρα. Αφήνω ευλαβικά τα ούρα µου, σταγόνα σταγόνα, πάνω στο στικ. Μπαίνει ο Κώστας. Το τεστ αφηµένο πάνω στο µάρµαρο του νιπτήρα. Εγώ πάνω στη λεκάνη, µπαϊλντισµένη. Κουλουριασµένη και στρογγυλή σαν µηδενικό. Τον κοιτάζω κατάµατα. Με αγκαλιάζει ολόκληρη, όπως µια δαγκάνα γερανού αγκαλιάζει ένα µεγάλο σβόλο χώµα. «Θα κάνεις παιδί, Κίκι, σ’ το υπόσχοµαι!» λέει, ενώ µε σφίγγει δυνατά και µε φιλάει στα µάτια. Η µουσική διακόπτεται. Κάποιος µετράει αντίστροφα, ένας φελλός σαµπάνιας πετιέται προς τον ουρανό, όλοι τραγουδούν: «Πάει ο παλιός ο χρόνος...» Σηκώνοµαι τρεχάτη. «Επ, Κίκι, πού πας;» ρωτάει ο Κώστας, αλλά δε µε σταµατά.


50

Tα άτοµα δεν είναι µόνιµα αλλά παροδικά πράγµατα. Είναι φευγαλέα. Τα χρωµοσώµατα επίσης διαλύονται και ξεχνιούνται, όπως οι συνδυασµοί των τραπουλόχαρτων που κρατούν οι παίκτες όταν τελειώσει η παρτίδα. Όµως τα χαρτιά της τράπουλας επιβιώνουν µετά τη διάλυση των συνδυασµών. Τα τραπουλόχαρτα είναι τα γονίδια. Τα γονίδια δεν καταστρέφονται µε τον επιχιασµό· απλώς αλλάζουν συντρόφους και συνεχίζουν την πορεία τους. Το Εγωιστικό Γονίδιο

ΠΕΡΠΑΤΑΩ ΛΑΧΑΝΙΑΣΜΕΝΗ προς το πάρκινγκ του «Γκριν Φόρεστ». Οι γάµπες µου έχουν πιαστεί από το λεοπάρ δωδεκάποντο. Το ενισχυµένο σουτιέν µε πιέζει στο στήθος. Η αλήθεια µού τρυπάει τα κόκαλα. Μέσα στο τσαντάκι µου, µαζί µε τα απαραίτητα (το κινητό, ένα κραγιόν κόκκινο της φωτιάς και τα τσιγάρα), βρίσκονται τσαλακωµένα τα χαρτιά του διαζυγίου. Κουβαλάω πάνω µου το τέλος του γάµου µου, σαν µικρή χάρτινη βόµβα που θα ανατινάξει την προηγούµενη ζωή µου. Σκαλίζω το τσαντάκι µου, βγάζω το πακέτο µε τα τσιγάρα και ανάβω ένα, έτσι όπως άναβε τα σπίρτα το κοριτσάκι του παραµυθιού. Για συντροφιά, για ζεστασιά, για να θυµηθώ τα τελευταία γεγονότα, για να φιλοσοφήσω. Και για να παρηγορηθώ... Έχω σχεδόν ξεµείνει από καπνό. Τα πέντε τσιγάρα που έχουν αποµείνει µε κάνουν να νιώθω πολύ φτωχή και –πώς να το πω;– πολύ ανασφαλής. Περπατάω πέρα δώθε, µέσα στην πάχνη που ξερνάει το δασάκι του λόφου, τυλιγµένη ως τα αφτιά µε το γούνινο πανωφόρι µου, και νιώθω πως είµαι ο τελευταίος άνθρωπος που απέµεινε στη γη. Δε θυµάµαι πού έχω παρκάρει το αυτοκίνητο. Ένα άδειο ταξί που περνάει µου αναβοσβήνει τα φώτα πρόθυµο να µε εξυπηρετήσει. Το αγνοώ. Ο ταξιτζής µού ρίχνει µια τελευταία µατιά καθώς µε προσπερνάει – µια µατιά οίκτου και µελλοντικής εκδίκησης, που λέει ολοκάθαρα «Έχασες την ευκαιρία σου». Xα, αυτός είναι ο τίτλος της ζωής µου... Τώρα σπινάρει και χάνεται µέσα στη νύχτα, για να υπογραµµίσει ακόµη πιο πολύ το πόσο λάθος ήταν η απόφασή µου. Δεν µπορώ να θυµηθώ πού έχω παρκάρει. Περπατώ στα χαµένα πάνω στα τακούνια – τακ, τακ, τακ, ακούγεται η σόλα τους. Ελπίζω να µην πάθω καµιά πλάκα και βρεθώ τετ α τετ µε κανένα βιαστή. Υπάρχουν, λέει, βιαστές που φτιάχνονται από τον ήχο των τακουνιών, όπως ο Παπαχρόνης... Αλλά όχι, ποτέ η µοίρα δε χτυπάει ξανά και ξανά το ίδιο άτοµο, έτσι είναι, πόσες συµφορές να χωρέσουν σε µια ζωή, πόσα γεγονότα µπορούν να χωρέσουν σε µια νύχτα; Άρα, είµαι ασφαλής. Ασφαλής. Ποτέ ο κεραυνός δεν πέφτει στο ίδιο δέντρο.


Ήξερα βέβαια τα πάντα από την αρχή. Είµαι επιστήµονας. Και ο επιστήµονας βασίζει την επιστήµη αρχικά στην παρατήρηση. Αν βάλεις κάτω από το µικροσκόπιο τους ανθρώπους, τους µεγεθύνεις. Τους ξεγυµνώνεις. Και αν τους παρατηρήσεις καλά, µαθαίνεις πάντα την αλήθεια. Ένα χρόνο τώρα παρατηρώ τον Κώστα. Όταν βρήκα το σηµείωµα πάνω στο ψυγείο, ήξερα. Ήξερα πως µου τον είχε αρπάξει η Ντόλη. Πάντα ζήλευα την Ντόλη. Τη µισούσα που µ’ έσβηνε. Τη µισούσα που βάδιζα στη σκόνη που άφηνε πίσω της. Και πάντα πίστευα πως, αργά ή γρήγορα, θα µου έκλεβε τον Κώστα. Το φοβόµουνα τόσο πολύ, που τελικά συνέβη. Πάντα συµβαίνει αυτό που φοβόµαστε. Αυτοεκπληρούµενη προφητεία το έλεγε ο Ευδαίµονας. Αν ξέρεις να παρατηρείς τους ανθρώπους, δεν υπάρχουν µυστικά. Προβλέπεις τις συµπεριφορές. Αρκεί να αναγνωρίζεις τα σηµάδια. Παρατηρούσα βήµα βήµα την αρχή του έρωτά τους. Τα τυχαία αγγίγµατα, τα πειράγµατα, τον τρόπο που εκείνη, ένα απόγευµα, πήρε ένα τσιγάρο µέσα από τα χέρια του και το ’φερε στα χείλη της. Έβλεπα τα βλέµµατά τους που διασταυρώνονταν φλογερά εκείνες τις Κυριακές στην πισίνα. Γεµάτα ενοχή, φορτισµένα µε πάθος... Μαζί µε τον γκοφρετάκια παρατηρούσαµε αυτό που εκείνοι νόµιζαν πως έκρυβαν. Οι δυο µας είχαµε αναπτύξει µια συνενοχή. Περιµέναµε βουβοί να σκάσει ο έρωτάς τους σαν πυροτέχνηµα και να µας αφήσει ζεµατισµένους. Και εκείνος ήξερε πως κάποτε θα έχανε την Ντόλη. Αυτοεκπληρούµενη προφητεία. Το βλέπαµε να συµβαίνει. Πριν καν διαβώ την πόρτα της Ξένιας, είχα ήδη γνώση της κατάστασης. Κι ας έπαιζα κρυφτούλι µε τον εαυτό µου. Όταν ο γυναικολόγος µού αποκάλυψε άθελά του την εγκυµοσύνη της Ντόλης, ήξερα πως το παιδί ήταν του Κώστα. Όταν η Ξένια µού µιλούσε για την κοµψή «τριαντάρα» των Μαλδίβων, ήξερα πως δεν µπορούσε παρά να είναι η Ντόλη. Τα ήξερα όλα, χωρίς να έχω αποδείξεις. Γιατί τα είχα νιώσει όλα, πριν ακόµη συµβούν. Προσπαθώ να αδειάσω το µυαλό µου και χαραµίζω ένα ακόµη τσιγάρο – µόνο τρία έχουν µείνει πια, αλλά δε βαριέσαι, ζήσε τη στιγµή κι έχει ο Θεός... Πόσο καιρό έχω να περπατήσω µόνη στη νύχτα, πάνε χρόνια. Ωραία νιώθω. Σαν µοναχική καουµπόισσα, σαν τυχοδιώκτρια, να περπατάω ολοµόναχη µέσα στην κρύα νύχτα, µόλις που έχει αλλάξει ο χρόνος, χωρίς τα άγχη που κουβαλάω συνήθως µέσα µου. Ελεύθερη, ελεύθερη... Υπό άλλες συνθήκες, θα απολάµβανα τον «περίπατό» µου. Το δασάκι απέναντι φαίνεται ονειρικό, αχνιστό από την υγρασία της νύχτας, γεµάτο µυστικά και αλήθειες ζωής. Αν είχα τα κότσια, θα χωνόµουνα µέσα, όπως εκείνες οι νεράιδες των δασών –πώς τις λένε;...–, θα κρυβόµουνα εκεί, για να βρω το µυστικό της ζωής, αλλά σήµερα φοράω τις καστόρινες λεοπάρ γόβες, τις αγαπηµένες του Κώστα, και αν µπουν µέσα στις λάσπες, πάνε για πέταµα. Άσε που δεν είµαι αρκετά πιωµένη για να αφεθώ σε τέτοιους αυθορµητισµούς. Δεν ήπια ούτε σταγόνα. Και από αύριο κόβω και το κάπνισµα. Αυτά είναι τα τελευταία µου δύο τσιγάρα. Αλκοόλ και κάπνισµα βλάπτουν το έµβρυο. Είµαι έγκυος...


Απίστευτο, είµαι έγκυος! Ξέρω να παρατηρώ καλά και τον εαυτό µου. Ξέρω απέξω κι ανακατωτά το σώµα µου. Ξέρω πως είµαι έγκυος χωρίς καν να κάνω τεστ. Οι θηλές µου που έχουν πρηστεί. Οι πρωινοί εµετοί, η αναγούλα µόλις µύρισα το άρωµα του Κώστα. Το πρόσωπό µου που λάµπει... Θα µε χαρακτήριζα άτυχη συνολικά. Αν εξαιρέσεις εκείνη τη βραδιά στο καζίνο του Ρίου µε τον Κώστα, δεν έχω ποτέ κερδίσει τίποτα. Δε βρίσκω τα φλουριά στις βασιλόπιτες, δεν κερδίζω όταν αγοράζω λαχεία, δεν έχω τύχη όταν διαλέγω οικογένεια για να γεννηθώ, δεν έχω τύχη στον έρωτα. Αλλά το θέµα είναι να παραµένεις στο παιχνίδι, όπως θα ’λεγε και η Μπέλλα. Να ξαναρίχνεις τα ζάρια. Να ανακατεύεις τη ζωή σου µήπως και στρώσει. Να ξανοίγεσαι πιο πέρα από τον εαυτό σου. Τότε η µπίλια µπαίνει στο σωστό αριθµό της ρουλέτας και οι ουρανοί σε λούζουν µε τύχη. Είµαι έγκυος µετά από οχτώ χρόνια προσπάθειας. Έµεινα έγκυος ακριβώς όταν σταµάτησα κάθε προσπάθεια. Όταν είχα µαταιώσει την πιθανότητα. Όταν ακριβώς παραιτήθηκα από αυτό το όνειρο. Δεν ξέρω βέβαια τίνος είναι το µωρό. Δεν είναι του Κώστα, προφανώς. Δε µ’ έχει αγγίξει εδώ κι ένα χρόνο. Δεν είναι του Νοµικού στα σίγουρα. Ίσως να είναι εκείνου του εστιάτορα στην Εθνική. Ίσως να είναι του Αντωνιάδη. Θα προτιµούσα να είναι του Αντωνιάδη. Είµαι επιστήµονας. Μου αρέσουν τα όµορφα γονίδια. Και, βαθιά µέσα µου, είµαι και ροµαντική: µου αρέσουν τα παιδιά που γεννιούνται από µικρούς έρωτες. Ας είναι του Αντωνιάδη... Αυτό το µωρό θέλει πολύ να γεννηθεί. Ξεκόλλησε από τις τεµπέλικες ωοθήκες µου, ανθεκτικό και ζόρικο, βγήκε στο δρόµο, κατάπιε τα γονίδια του εστιάτορα. Ή του Αντωνιάδη. Και σκάλωσε γερά στη µήτρα. Το αγαπώ ήδη! Όπως δεν έχω αγαπήσει κανέναν στη µέχρι τώρα ζωή µου... Περπατάω αφηρηµένα εδώ κι εκεί. Πού έχω παρκάρει; Τυχαία, πέφτω πάνω στο αυτοκίνητο του Κώστα. Για λίγο ακουµπάω πάνω στο τζιπ, µε ύφος ονειροπόλο, και νιώθω έτοιµη για φωτογράφηση: το τσιγάρο στο στόµα, οι καστόρινες λεοπάρ γόβες, τα φώτα της νύχτας που αντανακλώνται στη γυαλισµένη λαµαρίνα του αυτοκινήτου. Αν είχα στιλό, θα του άφηνα ένα σηµείωµα πάνω στο παρµπρίζ. Για πλάκα, θα το ’γραφα σε ένα από τα χαρτιά του διαζυγίου. Θα το στερέωνα στους υαλοκαθαριστήρες. Θα έγραφα: Κι όµως, αγαπάω κάποιον, Κώστα.

Θα έβαζα και πολλά πολλά θαυµαστικά. Ψάχνω στο τσαντάκι µου. Όντως δεν έχω στιλό. Θέλω όµως τόσο πολύ να του γράψω κάτι... Θέλω µανιασµένα να βάλω µια τελεία στον ίδιο τον Κώστα. Ψάχνω τριγύρω, ψάχνω πάνω µου.


Βγάζω τις γόβες µου. Τις στερεώνω στις λαβές της µπροστινής και της πίσω πόρτας του αυτοκινήτου του. Είναι µια κίνηση πιο δυνατή από ένα γράµµα αποχαιρετισµού. Πιο στιλάτη. Και, µε έναν τρόπο, περισσότερο τελεσίδικη. Με στένευαν αυτές οι γόβες... Όπως µε στένευε ο ίδιος ο Κώστας. Η νύχτα έχει γίνει ακόµη πιο όµορφη. Αστέρια ξεφυτρώνουν ξαφνικά στον ουρανό. Το κινητό µου χτυπάει. «Καλή χρονιά!» «Ας το ελπίσουµε». «Πού είσαι;» «Ξυπόλυτη σ’ ένα πάρκινγκ». «Πού ακριβώς; Έρχοµαι τώρα να σε πάρω». «Παράτα µε, Αντωνιάδη». «Μπορείς να χρησιµοποιείς το µικρό µου όνοµα τη νέα χρονιά», γελάει. «Νοµίζω πως η σχέση µας επιτρέπει πια µια τέτοιου τύπου... οικειότητα». «Θα δούµε», λέω στεγνά. Κλείνω το κινητό και το ρίχνω στην τσάντα. Σκέφτοµαι πως δεν υπάρχει πιο απλή και πιο αντρίκεια πρόταση από το «Έρχοµαι τώρα να σε πάρω». Αρχίζει να φυσάει δυνατά, βλέπω τις κορυφές των δέντρων, δεξιά και αριστερά του δρόµου, να ενώνονται σαν αψίδα πάνω από τα παρκαρισµένα αυτοκίνητα, τόσο κοµψά, τόσο διαφορετικά από άλλες νύχτες, κι εγώ αναπνέω βαθιά, σχεδόν ασθµατικά, σαν να αναµετριέµαι µε µια άγνωστη περιπέτεια που θά ’ρθει να µ’ αρπάξει όπου να ’ναι...

Profile for Eva Kubova

Στεφανου γιωτα η κυνηγός  

Στεφανου γιωτα η κυνηγός  

Profile for evakubova
Advertisement