Page 1


Τίτλος πρωτοτύπου The Wicked Baron © Sarah Mallory 2009. All rights reserved. © 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l. ISSN 1108-4324 Μετάφραση: Δήμητρα Παπαγεωργίου Επιμέλεια: Στέλλα Δαπέργολα Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 281 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


Πρόλογος

«Επιτέλους, Ντάρβελ! Σταμάτα τα χαριεντίσματα και συγκεντρώσου στα χαρτιά!» Ο Λιουκ Έινσλοου, πέμπτος βαρόνος του Ντάρβελ, τραβήχτηκε από την αγκαλιά της έντονα παρφουμαρισμένης κυρίας και ζήτησε συγνώμη. Μετά τη θριαμβευτική νίκη στο Βατερλό, λίγες ήταν οι διασκεδάσεις για το στρατό κατοχής στο Παρίσι. Οι πιο δημοφιλείς ήταν οι γυναίκες και τα χαρτιά, και ο Λιουκ απολάμβανε και τις δύο. Κοίταξε τα αναψοκοκκινισμένα από το κρασί πρόσωπα των αντρών γύρω του και χαμογέλασε. Τον ζήλευαν όλοι τους, το ήξερε, γιατί καθόταν δίπλα του η πιο περιζήτητη εταίρα στο Παρίσι, η έξοχη Ανζελίκ Πομπαντούρ, η οποία έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του καθώς εκείνος μελετούσε τα φύλλα που είχε μπροστά του. Ο αξιωματικός του συντάγματος του ιππικού που είχε επιπλήξει τον Λιουκ και καθόταν απέναντί του πέταξε το φύλλο του και ανασήκωσε το κεφάλι του. Οι ασημένιες επωμίδες του άστραψαν στο φως των κεριών. «Άκουσα ότι η γυναίκα του Φον Λάαγκε είναι πάλι σε ενδιαφέρουσα. Ισχυρίζεται ότι εσύ είσαι ο πατέρας, Ντάρβελ». Ο Λιουκ ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Η λαίδη Σοφία ονειροβατεί, Ντένμπι. Υπάρχου τουλάχιστον μισή ντουζίνα υποψήφιοι γι’ αυτόν το ρόλο». «Τότε γιατί η λαίδη κατονομάζει εσένα;» ρώτησε ένας άλλος από τους συμπαίκτες. Ένας κοκκινοπρόσωπος κύριος ντυμένος με γκρι σατέν γέλασε. «Γιατί ο Ντάρβελ είναι ο μοναδικός άντρας που δεν τολμά να καλέσει σε μονομαχία ο Φον Λάαγκε. Ξέρουμε όλοι πως οι μονομαχίες, είτε με ξίφη είτε με πιστόλια, είναι θανάσιμες. Δεν έχεις ηττηθεί ποτέ σε μονομαχία, ε, Λιουκ;»


«Όχι ακόμα, Κλέιμαν. Όχι ακόμα». «Δηλαδή, εννοείς πως δεν υπήρξες ποτέ εραστής της λαίδης Σοφίας;» επέμεινε έκπληκτος ο ταγματάρχης Ντένμπι. Ο Λιουκ έγνεψε αρνητικά. «Είχαμε μια γνωριμία, αλλά ποτέ δεν προχώρησα παραπάνω Ανακάλυψα πως της ήταν πολύ εύκολο να κοιμηθεί με κάποιον». Ο σερ Νέβιλ Κλέιμαν χασκογέλασε. «Πρέπει κάποιος να είναι πολύ πλούσιος για να έχε αποκλειστική ερωμένη, κι εσύ δεν είσαι, σωστά, Ντάρβελ;» Ο Λιουκ χαμογέλασε. «Δυστυχώς!» Ακολούθησε παύση καθώς ο σερ Νέβιλ κοιτούσε σκεφτικός τα χαρτιά του. «Όμως έχεις τίτλο, κα αυτό σίγουρα αποτελεί πλεονέκτημα. Πιστεύω ότι η χήρα του Λε Μπρυν ελπίζει να γίνει η επόμενη λαίδη Ντάρβελ». Η Ανζελίκ τίναξε το κεφάλι της. «Μον σερ...» κατσούφιασε και έβαλε το λευκό της χέρι πάνω στο βελούδινο μανίκι του Λιουκ «... σ’ ε βρε; Είναι... αλήθεια;» Ο σερ Νέβιλ έγνεψε καταφατικά. «Πάνε δυο μέρες που το άκουσα από τη λαίδη», συνέχισε. «Όμως δεν το άκουσες από μένα», του αντιγύρισε ο Λιουκ ήρεμα. Έφερε το χέρι της Ανζελίκ στα χείλη του, το φίλησε και το άφησε. «Η γυναίκα αυτή είναι νεόπλουτη. Η ομορφιά της θάμπωσε τον Λε Μπρυν, αλλά αυτό είναι όλο! Πίσω από το γοητευτικό της πρόσωπο δεν υπάρχει ίχνος καλής ανατροφής». «Αν γυρεύεις γυναίκα με καλή ανατροφή, τότε έπρεπε να στραφείς στην κόρη των Τρετζένικ, που η ευγενική καταγωγή της είναι γνωστή εδώ και πολλές γενιές», παρατήρησε ο ταγματάρχης. «Εσύ όμως την αγνόησες χτες βράδυ. Και έγινε έξαλλη». Ο Λιουκ τίναξε τη σκόνη από το μανίκι του. «Η μαμά της επέμενε να μου τη ρίχνει στο δρόμο μου στη συγκέντρωση της λαίδης Γκρέσινγκαμ. Της έκανα τη χάρη να τη φλερτάρω για ένα βράδυ, αυτό είναι


όλο». «Και δε θυμόσουν ούτε το όνομά της το επόμενο». Ο ταγματάρχης Ντένμπι κούνησε το κεφάλι του. «Είσαι απίστευτος, Ντάρβελ! Καμιά γυναίκα δε νιώθει ασφαλής μαζί σου». «Ανοησίες. Οι ενάρετες παρθένες με κάνουν και πλήττω, άρα δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Δε θα με δεις ποτέ να κυνηγώ αθώες νεαρές ενζενί. Αλλά κάπως πρέπει να διασκεδάσει κανείς τώρα που τελείωσε ο πόλεμος. Εγώ διασκεδάζω με όμορφες γυναίκες». «Κι όμως δεν προσφέρεις σε καμιά την καρδιά και το χέρι σου». «Δεν υπάρχει χώρος για αισθήματα στο γάμο, Ντένμπι. Όταν εγώ αποκτήσω σύζυγο, θα πρόκειται για επιχειρηματική συναλλαγή. Ο πατέρας μου έχασε όλη την περιουσία των Ντάρβελ στα χαρτιά. Από μένα εξαρτάται να την ανακτήσω, κάνοντας έναν καλό γάμο με μια πλούσια κληρονόμο. Όμως, όχι ακόμα». Ο Λιουκ κοίταξε τα τραπουλόχαρτα που άπλωσε ο σερ Νέβιλ στο τραπέζι και βλαστήμησε γελώντας μέσα από τα δόντια του. «Δυο ρηγάδες! Να πάρει, Κλέιμαν, είσαι πολύ τυχερός απόψε. Εγώ σταματώ». Η Ανζελίκ του χαμογέλασε. «Λοιπόν, κύριέ μου, είχαμε συμφωνήσει πως, αν έχανες στα χαρτιά, θα έπεφτες στα πόδια μου», του ψιθύρισε στα αγγλικά. Η προφορά της ακουγόταν χαριτωμένη και προκλητική. Τα μάτια του Λιουκ έλαμψαν σκανδαλιάρικα καθώς έσκυψε, έπιασε το πόδι της από το λεπτό της αστράγαλο και το σήκωσε στο γόνατό του. Στην αίθουσα εξαπλώθηκε ένας ψίθυρος προσμονής, ενώ η Ανζελίκ έγειρε στην πλάτη του καθίσματός της και χαμογέλασε. «Λοιπόν, κύριέ μου; Τι προτείνεις; Τι θα κάνει ο Άσωτος Βαρόνος Ντάρβελ;» Εκείνος μειδίασε. «Θα κρατήσω το λόγο μου». Γλίστρησε αργά το χέρι του πάνω στη μεταξωτή ροζ κάλτσα της και εκείνη ρίγησε από ηδονή όταν το ένιωσε στη δαντελένια καλτσοδέτα στο γόνατό της. Ο Λιουκ δίστασε. Ύστερα τα μακριά δάχτυλά του γλίστρησαν και πάλι προς τον αστράγαλό της. Άρχισε να λύνει τις κορδέλες από το ροζ μεταξωτό γοβάκι της και ζήτησε από το σερβιτόρο να φέρει


άλλο ένα μπουκάλι σαμπάνιας. «Τι ετοιμάζεσαι να κάνεις, Ντάρβελ;» ρώτησε ο ταγματάρχης Ντένμπι χαρούμενα. «Θα γδύσεις την κυρία δημόσια;» «Όχι, φίλε μου. Υπομονή και θα δεις». Κράτησε το γοβάκι στο χέρι του, ενώ οι κορδέλες του κρέμονταν πάνω από τον καρπό του. Ο σερβιτόρος έφερε τη σαμπάνια και ο Λιουκ πήρε το μπουκάλι από το δίσκο. «Θα κάνω μια πρόποση για σένα, Ανζέλ». Έβαλε λίγη σαμπάνια στο γοβάκι και το σήκωσε γρήγορα στα χείλη του. «Ντάρβελ, το μετάξι δε θα κρατήσει το υγρό», σχολίασε γελώντας ο σερ Νέβιλ. Αλλά ο Λιουκ δεν του έδωσε σημασία. Ήπιε λίγη σαμπάνια, ενώ η υπόλοιπη απορροφήθηκε από το ύφασμα στάζοντας στο χέρι του και μουσκεύοντας τις λευκές πτυχώσεις γύρω από τον καρπό του. «Κράτησε αρκετό», απάντησε ο Λιουκ. «Κοίτα, Ανζέλ, δε μου ξέφυγε ούτε μια φυσαλίδα. Τις ήπια όλες». Η Ανζελίκ ανακάθισε και χειροκρότησε. «Μπράβο. Έχω μείνει έκθαμβη. Ας χρησιμοποιήσουμε ποτήρια για την υπόλοιπη». Τα μαύρα μάτια της τον κοίταξαν προκλητικά. «Μήπως προτιμάς να την πιούμε κάπου μόνοι μας...» «Δυστυχώς όχι, Ανζέλ. Θα σε αφήσω πολύ σύντομα». Γέμισε δυο ποτήρια σαμπάνια και της έδωσε το ένα. «Αύριο φεύγω για την Αγγλία». «Την Αγγλία!» αναφώνησε ο ταγματάρχης Ντένμπι, κάνοντας νόημα να τους φέρουν καινούρια τράπουλα. «Μη μου πεις ότι γυρίζεις στο σπίτι σου». «Γυρίζω. Δε μ’ αρέσει να είμαι στο στρατό σε καιρό ειρήνης. Ένας χειμώνας στο Παρίσι μου ήταν αρκετός». «Επιστρέφει στην έπαυλη των Ντάρβελ για ν’ ασχοληθεί με τα κτήματα και να γίνει ένας ευγενής αγρότης», δήλωσε ο σερ Νέβιλ, στρώνοντας τις ζάρες στο μανίκι του μεταξωτού γκρι σακακιού του. Ο Λιουκ έκανε ένα μορφασμό. «Όχι βέβαια. Σκοπεύω να διασκεδάσω λίγα χρόνια ακόμα. Αλλά θέλω να ξαναδώ την Αγγλία. Επιπλέον, μου ανέθεσε


μια δουλειά ο αδερφός μου. Όπως ίσως θυμάσαι, βρισκόταν στο Παρίσι τον περασμένο μήνα. Θα λείπει στην Ευρώπη για το ταξίδι του μέλιτος μέχρι το καλοκαίρι και θέλει να φροντίσω ώστε να είναι όλα έτοιμα όταν επιστρέψει στο καινούριο του σπίτι στο Μάλμπερι». «Α, τυχερός ο Τζέιμς», μουρμούρισε κουνώντας το κεφάλι του ο σερ Νίκολας. «Παντρεύτηκε την πολυπόθητη κληρονόμο». «Όντως τυχερός», συμφώνησε ο Λιουκ. «Η γυναίκα του, εκτός από πλούσια, είναι όμορφη χαριτωμένη και ευχάριστη». «Ίσως θα ήταν καλό να δοκιμάσεις κι εσύ το γάμο, Ντάρβελ», πρότεινε ο ταγματάρχης. «Δε νομίζω, φίλε μου. Μόνο μια υποδειγματική γυναίκα θα μπορούσε να με κάνει να παραιτηθώ από την ελευθερία μου». Η Ανζελίκ έσυρε το δάχτυλό της απαλά στο μάγουλό του. «Κύριέ μου, δεν είναι ανάγκη να παραιτηθείς από τα πάντα». Ο Λιουκ την κοίταξε σοβαρός. «Ω, ναι, είναι. Μόνο βαθιά και μακροχρόνια αφοσίωση θα μ δελέαζε να παντρευτώ». «Και τη συγκεκριμένη γυναίκα τι θα δελέαζε; Οι ικανότητές σου στην κρεβατοκάμαρα;» τον πείραξε ένας αξιωματικός με κόκκινη στολή. «Αυτές και ο τίτλος του», πέταξε ένας άλλος. Ο Λιουκ γέλασε. «Αυτά θα πρέπει να αρκούν, μιας και δεν έχω περιουσία». Η Ανζελίκ ύψωσε το ποτήρι της. «Τότε θα γυρίσεις στο Παρίσι, μον σερ;» «Ίσως». Ο Λιουκ της έδωσε πίσω το βρεγμένο μεταξωτό γοβάκι. «Είναι περασμένα μεσάνυχτα Πρέπει να πηγαίνω».


Κεφάλαιο 1

Η ατμόσφαιρα στο πρωινό σαλόνι του Αρχοντικού των Μπρόξτεντ ήταν τεταμένη. Η Καρλότα κοίταξε το θείο της με τα ελαφρώς περιφρονητικά μαύρα μάτια της και το κεφάλι ψηλά. Ο λόρδος Μπρόξτεντ της ανταπέδωσε το βλέμμα εξοργισμένος. «Καρλότα, δεν είσαι μια συνηθισμένη ντεμπιτάντ. Δεν έχει σημασία που η μητέρα σου είναι η κόρη ενός κόμη. Πριν είκοσι χρόνια κλέφτηκε με έναν άφραγκο Ιταλό καλλιτέχνη». Ο θείος της έκανε μια παύση. Ένα ύφος αποστροφής σκίασε φευγαλέα τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά του. «Και οι δυο τους... ζωγραφίζουν... για να ζήσουν». Η Καρλότα έσφιξε ακόμα περισσότερο τα χέρια στην ποδιά της. «Δεν ντρέπομαι για τους γονείς μου, θείε». Η λαίδη Μπρόξτεντ –που καθόταν δίπλα στην Καρλότα στον κομψό, μικρό καναπέ– έσκυψε προς το μέρος της και της χάιδεψε τα χέρια. «Ασφαλώς όχι, καλή μου, και κανείς δε λέει ότι πρέπει να τους απαρνηθείς, όμως...» «Όμως τι, θεία;» Η λαίδη απέφυγε το βλέμμα της ανιψιάς της και έκανε νευρικά αέρα με τη βεντάλια της. «Απόψε θα πάμε στη συγκέντρωση της λαίδης Πρέστμπερι. Στον πρώτο σου χορό. Προετοιμάζουμε αυτή την εμφάνισή σου από τον περασμένο Ιούνιο, τότε που σε φέραμε εδώ από το Μάλμπερι και σε στείλαμε κοντά στη μις Κάριερ. Όχι πως ήταν απαραίτητο να παρακολουθήσεις αυτά τα μαθήματα καλών τρόπων και συμπεριφοράς κάθε καθωσπρέπει δεσποσύνης... Κανείς δε θα καταλάβει ότι μεγάλωσες στη Ρώμη, γιατί η Αγγλίδα γκουβερνάντα που σου είχε η μητέρα σου σου έδωσε εξαιρετική μόρφωση. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν λίγο φινίρισμα. Όμως, σε αυτό εδώ, ο θείος σου είναι ανένδοτος». «Είμαι, αλλά φοβάμαι πως ξεφεύγουμε από το θέμα», επενέβη ο


κόμης, ρίχνοντας ένα συνοφρυωμένο βλέμμα στη γυναίκα του. «Σωστά. Καρλότα, είμαστε πλέον στο Λονδίνο και... θεωρώ καλύτερο να...» Η λαίδη Μπρόξτεν στριφογύρισε αμήχανα τα χέρια της. Η Καρλότα την παρότρυνε ευγενικά. «Τι, θεία;» «Όπως ξέρεις, στην αρχή αποφασίσαμε να πάρεις το οικογενειακό όνομα των Ράιβινγκτον. Είναι για όλους μας πολύ πιο απλό, αλλά και αρκετά συνηθισμένο για κάποιον που τον αναλαμβάνουν οι συγγενείς του. Καλύτερα να μην αναφερθούμε στους γονείς σου. Θα πούμε ότι έχουν αποσυρθεί στην εξοχή, αν κάποιος ρωτήσει». «Τι είναι πιο απαράδεκτο; Που η μητέρα μου κλέφτηκε ή που ο πατέρας μου είναι ζωγράφος;» ρώτησε η Καρλότα προσπαθώντας να συγκρατηθεί. «Θα παραδεχτείς και μόνη σου ότι και τα δύο θα προκαλέσουν σχόλια», απάντησε η θεία της. «Και τα σχόλια θα ήταν καταστροφικά για τις πιθανότητές σου να κάνεις έναν καλό γάμο. Όχι πως θέλω να πεις ψέματα», πρόσθεσε η λαίδη βιαστικά. «Σε καμία περίπτωση. Απλώς να μη δώσεις τέτοια πληροφορία από μόνη σου». «Αν κάποιος κύριος εκδηλώσει ενδιαφέρον για σένα, τότε ασφαλώς και θα του πούμε την αλήθεια», παρενέβη ο θείος της. «Αν σε αγαπά, είμαι σίγουρος ότι δε θα έχει σημασία». Η Καρλότα δάγκωσε τη γλώσσα της για να μην πει ότι δεν την ένοιαζε καθόλου η γνώμη των άλλων. Θα ήταν κρίμα μετά την καλοσύνη που της είχαν δείξει η θεία και ο θείος της τον τελευταίο χρόνο. Ένα μέρος του εαυτού της ευχήθηκε να μπορούσε να γυρίσει στους γονείς της. Αλλά οι γονείς της είχαν χαρεί τόσο πολύ που θα γινόταν μέλος της υψηλής κοινωνίας και θα έκανε έναν καλό γάμο, ώστε αποφάσισε να κάνει υπομονή. Η Καρλότα βρισκόταν στο Λονδίνο με το λόρδο και τη λαίδη Μπρόξτεντ από τις αρχές του Μάη Οι μέρες της περνούσαν με ψώνια και πολλές επισκέψεις στη μοδίστρα της θείας της. Επιτέλους ήταν έτοιμη να πάει στον πρώτο της χορό. Μακάρι να μπορούσε να δείξει πε-


ρισσότερο ενθουσιασμό γι’ αυτό. Κάτω από την επιφανειακή της χαρά, υπήρχε πάντα η θλίψη. Είχε καταβάλει τεράστιες προσπάθειες να την ξεπεράσει, αλλά ακόμα και τώρα, σχεδόν δώδεκα μήνες μετά, τα όνειρά της στοιχειώνονταν ακόμα από έναν ψηλό, ωραίο άντρα με γελαστό, σκανδαλιάρικο βλέμμα. Για να μην καταλάβουν τίποτα οι θείοι της, παρέμεινε πεισματικά χαμογελαστή. Η λαίδη Μπρόξτεντ της χάιδεψε τα χέρια. «Δε φαντάζεσαι πόσο ανυπομονώ να σε παρουσιάσω στον καλό κόσμο, γλυκιά μου. Ο Μπρόξτεντ κι εγώ ήμαστε απαρηγόρητοι που δεν είχαμε παιδιά, κι έτσι είμαι διπλά χαρούμενη που σ’ έχω τώρα κοντά μου». Η λαίδη αναζήτησε το μαντίλι της. Ο λόρδος Μπρόξτεντ πήρε το δικό του από την τσέπη του και της το πρόσφερε προσθέτοντας: «Είμαστε πολύ χαρούμενοι που μένεις μαζί μας, Καρλότα. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για τη μητέρα σου. Όταν παντρεύτηκε και ο πατέρας της την αποκλήρωσε, λυπήθηκα πολύ αλλά δεν μπόρεσα να τη βοηθήσω. Ύστερα χάσαμε επαφή για πολλά χρόνια. Πιστεύω πως είναι πλέον στο χέρι μου να σου δώσω ξανά τη θέση που σου ανήκει στον κόσμο». Μπροστά στην καλοσύνη τους, ο θυμός της Καρλότα εξανεμίστηκε τόσο γρήγορα όσο είχε εμφανιστεί. Αγκάλιασε τη θεία της αυθόρμητα. «Έλα, θεία, μην κλαις, σε παρακαλώ. Αφού αυτή είναι η επιθυμία σου, δε θα πω τίποτα για τους γονείς μου. Πάμε επάνω να μου πεις ποιο από τα καινούρια φορέματά μου να φορέσω απόψε». Για να της δώσει χαρά, η Καρλότα τη συνόδεψε στην κρεβατοκάμαρά της, όπου η καμαριέρα έφερε αμέσως αρκετά από τα καινούρια της φορέματα για να τα δουν και ν’ αποφασίσουν. Η λαίδη Μπρόξτεντ απέρριψε τη ροζ μουσελίνα με τα κεντημένα πράσινα φύλλα ακάνθου στον ποδόγυρο, δηλώνοντας ότι σχεδόν όλες οι νεαρές κυρίες θα φορούσαν ροζ. Πέρασε σκεφτική το χέρι της πάνω από ένα σατέν φόρεμα στο χρώμα του λεμονιού και τελικά το άφησε να σταθεί πάνω σε μια


λευκή μουσελίνα με κεντημένα λουλουδάκια. «Αυτό το φόρεμα είναι τέλειο για την πρώτη σου εμφάνιση. Μοιάζεις τόσο πολύ με Ιταλίδα, που δε γίνεται να εμφανιστείς ως κλασική Αγγλίδα. Αλλά αυτό θα το μετατρέψουμε σε πλεονέκτημα. Η λευκή μουσελίνα τονίζει το μπρούντζινο δέρμα σου. Και η επιδερμίδα σου είναι τόσο άψογη ώστε μπορούμε να αφήσουμε γυμνούς τους υπέροχους ώμους σου. Θα σε χτενίσει η κομμώτριά μου. Όταν τα μαλλιά σου είναι χτενισμένα, λάμπουν σαν μαόνι. Ανάμεσα στις μπούκλες σου θα βάλουμε μικροσκοπικά λευκά τριανταφυλλάκια. Είναι νωρίς ακόμα για τριαντάφυλλα, το ξέρω, αλλά το κόστος θα αξίζει τον κόπο. Θα πω να σου φτιάξουν και ένα μικρό μπουκέτο για το κορσάζ σου. Τι λες;» Η Καρλότα δεν αρνιόταν ότι ένιωθε ένα μικρό ρίγος ενθουσιασμού μόλις σχημάτιζε με τη φαντασία της την εικόνα που της περιέγραφε η θεία της. Όταν ήταν παιδί και ζούσε στη Ρώμη, δεν είχε ονειρευτεί ποτέ ότι μια μέρα θα έμενε σε ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια στην πλατεία Μπέρκλι και θα ετοιμαζόταν να πάει σε ένα χορό της υψηλής κοινωνίας. Το φόρεμα που κρατούσε η θεία της ήταν μια υπέροχη μουσελίνα κεντημένη με μικρά λευκά τριαντάφυλλα. Τα φουσκωτά μανίκια του συγκρατούνταν με σατέν φιόγκους, ενώ μια φαρδιά σατέν ζώνη έσφιγγε ψηλά τη μέση. Η μικρή Καρλότα που έτρεχε ξυπόλητη στο στούντιο του πατέρα της δε φανταζόταν ποτέ ότι θα είχε λευκά, σατέν γοβάκια με δερμάτινες σόλες, τόσο λεπτεπίλεπτα που θα χαλούσαν μετά από μια και μόνο έξοδο. Ακριβώς ένα τέτοιο ζευγάρι γοβάκια βρισκόταν τώρα στο συρτάρι της, τυλιγμένο σε λεπτά φύλλα χαρτιού. Η Καρλότα χαμογέλασε στη θεία της. «Θα μοιάζω με πριγκίπισσα», μουρμούρισε. Η λαίδη Μπρόξτεντ έδωσε το φόρεμα στην υπηρέτρια και πήρε την Καρλότα στη ζεστή, ευωδιαστή αγκαλιά της. «Πράγματι, παιδί μου», ψιθύρισε και η φωνή της έσπασε. «Θα μας κάνεις πολύ περήφανους». ***


Ο Λιουκ ανασήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε την επιβλητική είσοδο της έπαυλης Πρέστμπερι Πυρσοί έκαιγαν στις δυο πλευρές της δίφυλλης πόρτας και παρατεταγμένοι υπηρέτες με λιβρέες πρώτα βοηθούσαν τις κυρίες να κατέβουν από τις άμαξες και στη συνέχεια τις συνόδευαν από τα σκαλοπάτια μέχρι την είσοδο με τις πανύψηλες μαρμάρινες κολόνες. Η Λετίσια Πρέστμπερι ήταν εξαιρετική οικοδέσποινα και οι προσκλήσεις για τις συγκεντρώσεις της ήταν περιζήτητες. Ο Λιουκ δεν είχε την πολυπόθητη επίχρυση κάρτα στην τσέπη του, αλλά ήταν βέβαιος ότι δε θα τον έδιωχναν. Τράβηξε τα μανίκια του σακακιού του να ισιώσουν και μπήκε στη μεγάλη ουρά των καλεσμένων που ανέβαιναν τα σκαλοπάτια. Από τις αίθουσες υποδοχής ακούγονταν συζητήσεις και μουσική από βιολιά. Η λαίδη Πρέστμπερι δεν προσλάμβανε μόνο ένα βιολιστή ή κακόφωνα κουαρτέτα. Οι καλεσμένοι της χόρευαν με τη συνοδεία των καλύτερων μουσικών. Στην κορυφή των σκαλοπατιών ο Λιουκ αντίκρισε την οικοδέσποινα να τον περιμένει χαμογελαστή. «Ξάδερφε, είναι μεγάλη μας τιμή που ήρθες απόψε». Εκείνος έκανε μια υπόκλιση. «Αφού σ’ το είχα υποσχεθεί». «Πολύ συχνά όμως σε ξελογιάζουν πιο συναρπαστικές διασκεδάσεις, έτσι δεν είναι;» Η Λετίσια γέλασε. «Δε σου έστειλα πρόσκληση, γιατί θεώρησα τις συγκεντρώσεις μου πολύ συντηρητικές για τον Άσωτο Βαρόνο!» Ο Λιουκ μειδίασε ειρωνικά. «Μπορεί και να άλλαξα. Δεν είναι αδύνατο, Λέτι, σωστά;» Εκείνη τον κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρά της. «Σωστά! Είναι δυνατό, αλλά απίθανο! Ξέρω τι ακριβώς σε έφερε εδώ απόψε». «Ξέρεις;» «Η περιέργειά σου να δεις τη νεότερη κληρονόμο». Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του, για να μη διαβάσει η ξαδέλφη του την αλήθεια. «Ω!» αναφώνησε ανέμελα, τινάζοντας τάχα τη σκόνη από το σακάκι του. «Και ποια είναι αυτή;»


«Ξέρεις πολύ καλά», απάντησε η Λετίσια χτυπώντας τον στο μπράτσο με την κλειστή βεντάλια της. «Η ανιψιά του Μπρόξτεντ, η μις Ράιβινγκτον. Ανυπομονούμε όλοι να τη δούμε από τη στιγμή που μάθαμε ότι τη φέρνει στην πόλη και της δίνει δέκα χιλιάδες λίρες! Αλλά εκτός από χρήματα, που ούτως ή άλλως θα την έκαναν στόχο κάθε νεαρού άντρα, διαθέτει και ομορφιά. Πάντως, σε προειδοποιώ, Λιουκ. Δεν είναι για σένα. Η ίδια η κόμισσα μου είπε ότι ο Μπρόξτεντ έχει μεγάλα σχέδια για την ανιψιά του. Στοχεύει πολύ πιο ψηλά από έναν απλό βαρόνο». «Και καλά κάνει, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μην τη γνωρίσω». «Πολύ καλά, πήγαινε». Η λαίδη Πρέστμπερι τον απέπεμψε με ένα νεύμα. «Αλλά θα χάσεις τον καιρό σου, ξάδερφε». Ο Λιουκ υποκλίθηκε και προχώρησε. Ώστε είχε ήδη αποφασιστεί ότι η ωραία μις Ράιβινγκτον δεν ήταν για εκείνον. Μπορεί όμως η νεότερη ντεμπιτάντ της υψηλής κοινωνίας να είχε διαφορετική άποψη. Ο Λιουκ μπήκε στην αίθουσα χορού και κοντοστάθηκε στην είσοδο ρίχνοντας μια ματιά γύρω του. Μερικοί νεαροί με τις πλάτες τους στον τοίχο κοιτούσαν τα ζευγάρια που χόρευαν. Και τότε παρατήρησε ότι παρακολουθούσαν με το βλέμμα μια αιθέρια ύπαρξη. Τη μις Ράιβινγκτον, υπέθεσε. Η καρδιά του σκίρτησε. Όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν μαγευτική. Τα μπουκλάκια της ήταν στολισμένα με λευκά μπουμπούκια τριαντάφυλλων που έμοιαζαν με αστέρια πάνω στο νυχτερινό ουρανό των εβένινων μαλλιών της. Η λευκή μουσελίνα της στροβιλιζόταν γύρω της με το χορό και αναδείκνυε την κομψή σιλουέτα της. Εκείνη γελούσε και τα μεγάλα μαύρα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Παρ’ όλο που ο Λιουκ πόνεσε πολύ όταν έφυγε από το Μάλμπερι τον περασμένο Σεπτέμβρη ήξερε ότι είχε κάνει το σωστό. Εδώ ήταν η θέση της, στην υψηλή κοινωνία, όπου όλοι τη θαύμαζαν για την ομορφιά της. Φαινόταν πολύ ευτυχισμένη. Μόλις τελείωσε η μουσική, άρχισε να συνομιλεί χαμογελαστή με μερικούς νεαρούς. Ο Λιουκ συγκρατήθηκε να μην αναστενάξει.


Είχε πει στον εαυτό του ότι εκείνη θα τον ξεχνούσε σύντομα, και μάλλον έτσι έγινε. Ταίριαζε τόσο πολύ σε αυτόν το χώρο, θαρρείς και δεν είχε ζήσει ποτέ κάπου αλλού. Χαιρόταν για λογαριασμό της. Σε καμία περίπτωση δε θα την άφηνε να καταλάβει πως εκείνος θα προτιμούσε να ήταν αλλιώς τα πράγματα... *** Η αυτοπεποίθηση της Καρλότα μεγάλωνε με κάθε χορό. Η καινούρια μουσελίνα της ήταν ανάλαφρη σαν άνεμος και ο θαυμασμός των καβαλιέρων της της έδινε μεγάλη χαρά. Η αίθουσα ήταν κατάφωτη από λαμπερούς πολυελαίους. Η αντανάκλαση του φωτός στους γαλάζιους και μπεζ τοίχους έκανε τα χρυσά διακοσμητικά φύλλα στο ταβάνι να παίρνουν λάμψεις παρόμοιες με του ήλιου που κατευθυνόταν προς τη δύση του. Οι άντρες, εκτός από ελάχιστους που ήταν αξιωματικοί και φορούσαν γαλάζια ή κόκκινα σακάκια, ήταν ντυμένοι στα μαύρα, αλλά οι κυρίες παρουσίαζαν μια εκθαμβωτική, εκτυφλωτική εικόνα με τις πολύχρωμες σατέν τουαλέτες τους. Οι μεγαλύτερες κυρίες προτιμούσαν το χρώμα του μπρούντζου και του σμαραγδιού και οι νεότερες, τις πιο απαλές αποχρώσεις. Η Καρλότα έστρωσε με τα χέρια της τη λευκή μουσελίνα που φορούσε, συνειδητοποιώντας ότι τελικά είχε κάνει εξαιρετική επιλογή. Αλλά δεν είχε την ευκαιρία να το πει στη θεία της, γιατί από την ώρα που έφτασε στην έπαυλη δε σταμάτησε να χορεύει. Στην αρχή ένιωθε νευρικότητα, αλλά αμέσως μετά ανακάλυψε ότι τα βήματα του χορού της έρχονταν πολύ φυσικά και, καθώς χόρευε, μπορούσε ταυτόχρονα να ρίχνει κλεφτές ματιές στους τεράστιους επίχρυσους καθρέφτες που στόλιζαν τους τοίχους της αίθουσας. Μέσα τους έβλεπε τον εαυτό της να χορεύει με μια σειρά από ευγενείς, περιποιητικούς καβαλιέρους. Της φαινόταν σχεδόν απίστευτο που αυτό το είδωλο της λεπτής μελαχρινής κοπέλας που αντίκριζε ήταν το δικό της. Κι όμως ήταν αλήθεια και η Καρλότα παραδόθηκε χαρούμενη στην ευτυχία της στιγμής.


Ένιωθε τόσο άνετα ώστε, όταν η λαίδη Μπρόξτεντ την πλησίασε με έναν αδύνατο και ψηλό νεαρό στο πλευρό της, που της τον σύστησε ως υποκόμη Φέρμπριτζ, εκείνη του χαμογέλασε φιλικά. Τον θεώρησε ανέκφραστο, αλλά τον ενθάρρυνε να της μιλήσει και σύντομα οι δυο τους άρχισαν να χορεύουν. Καθώς τελείωσε ο χορός και εκείνος την οδήγησε σε μια άκρη της αίθουσας, η Καρλότα σκέφτηκε πως, σε μια τόσο χαρούμενη περίσταση, αποκλείεται να βρισκόταν κάποιος που να είναι κακόκεφος... Σε ένα διάλειμμα της μουσικής, άκουσε πίσω της τη φωνή της θείας της να την καλεί. «Α, εδώ είσαι, παιδί μου. Επίτρεψέ μου να σου παρουσιάσω το λόρδο Ντάρβελ». Και τότε η γη σταμάτησε να γυρίζει για την Καρλότα. Και μεμιάς ξέχασε τον χαρούμενο κόσμο. Ήξερε πως αυτή η στιγμή θα ερχόταν κάποτε. Την είχε κάνει πρόβα χιλιάδες φορές με το νου της, αλλά παρ’ όλ’ αυτά δεν ήταν προετοιμασμένη για τη ζάλη που ένιωσε και το σφίξιμο στο στομάχι της στο άκουσμα αυτού του ονόματος. Βέβαια, εκείνη τον ήξερε ως ταγματάρχη Έινσλοου, αλλά μένοντας στο σπίτι της θείας της είχε μάθει και τον διακριτικό τίτλο του. Συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της και ανασήκωσε το βλέμμα της από το λευκό σατέν γιλέκο του στον εκτυφλωτικό γιακά του και ύστερα στο πρόσωπό του. Η αμυδρή ελπίδα της να επρόκειτο για λάθος εξανεμίστηκε. Ο κύριος που στεκόταν μπροστά της, δυστυχώς, ήταν παλιός της γνώριμος. Η Καρλότα δε χρειάστηκε να ρίξει παρά μια φευγαλέα ματιά στο ωραίο πρόσωπό του. Ήταν χαραγμένο στην ψυχή της. Καθώς εκείνος υποκλίθηκε σκύβοντας πάνω στο χέρι της, εκείνη κοίταξε τα κυματιστά καστανά μαλλιά του που σγούραιναν γύρω από το γιακά του. Θυμήθηκε τη μεταξένια τους αίσθηση πάνω στα δάχτυλά της. Και πάσχισε απεγνωσμένα να μη θυμηθεί το άγγιγμα των χειλιών του –όχι πάνω στο γάντι της, αλλά στα χείλη της. Τρυφερό, απαιτητικό. Έδιωξε βιαστικά τις σκέψεις της. Δεν είχαν θέση πια στη ζωή της. Ούτε ε-


κείνος είχε. Ανάγκασε τον εαυτό της να τον κοιτάξει. Ήταν δυνατόν εκείνος να την έχει ξεχάσει; Όχι. Το βλέμμα του της έδειχνε πως τη γνώριζε, αλλά τη στιγμή που την κοίταξε στα μάτια και της χαμογέλασε δεν άφησε να φανεί κάτι τέτοιο. Δεν έκρυβε ίχνος αβεβαιότητας. Ήταν σίγουρος πως ήταν ευπρόσδεκτος. Πώς μπορούσε να είναι τόσο αυτάρεσκος; Δεν ήξερε πόσο την είχε πληγώσει; Ασφαλώς και ήξερε. Η Καρλότα γνώριζε πλέον τη φήμη του. Λεγόταν πως η Γαλλία ήταν γεμάτη γυναίκες που τους ράγισε την καρδιά. Την πλημμύρισε ένα κύμα θυμού και δυστυχίας, αλλά η εκπαίδευση που είχε δεχτεί τους τελευταίους μήνες αποδεικνυόταν πολύ αποτελεσματική. Έθαψε μεμιάς τα συναισθήματά της πίσω από μια ανέκφραστη μάσκα και πήρε ένα ευγενικό ύφος. Η λαίδη Μπρόξτεντ δεν ήξερε για τις συναντήσεις τους και η Καρλότα δεν επρόκειτο να την αφήσει να μάθει. Τράβηξε το χέρι της από το δικό του και είπε ψυχρά και τυπικά: «Κύριέ μου». «Μις Ράιβινγκτον». Η αυτοπεποίθησή του την έκανε έξαλλη. Την κορόιδευε! «Η θεία σας μου είπε ότι δεν έχετε συνοδό για τον επόμενο χορό. Θα ήταν τιμή μου να μου επιτρέψετε να γίνω εγώ ο καβαλιέρος σας». *** Ο Λιουκ παρατήρησε την αγέρωχη νεαρή γυναίκα που είχε μπροστά του. Ήταν ακόμα πιο όμορφη απ’ όσο τη θυμόταν. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της –ένα τους βλέμμα έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά–, τα απαλά κόκκινα χείλη της που λάτρευε να τα φιλά... Ένιωσε έξαψη. Η Καρλότα χαμήλωσε τα βλέφαρά της και οι πλούσιες βλεφαρίδες της του έκρυψαν τις σκέψεις της. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και δέχτηκε την πρόσκλησή του ντροπαλά. Εκείνος υποκλίθηκε ευγενικά και απομακρύνθηκε. Ήταν το παιχνίδι που έπρεπε να παίξουν. Κανείς δεν έπρεπε να καταλάβει ότι γνωρίζονταν. Καθώς ο Λιουκ απομακρυνόταν από κοντά της, παραδόθηκε στην ευχάριστη ανάμνηση της πρώτης του επίσκεψης στο Μάλμπερι πριν από


δώδεκα μήνες. Δεν περίμενε να μείνει στην έπαυλη των Ντάρβελ περισσότερο από μερικά βράδια και οπωσδήποτε δεν περίμενε να βρει έναν άγγελο σε μια σκαλωσιά να τον κοιτάει από ψηλά. Εκείνος ανέβαινε τρέχοντας τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην κεντρική είσοδο, όταν μια μελωδική φωνή τον έκανε να σταματήσει. «Δεν μπορείτε να μπείτε εδώ». Η φωνή ερχόταν από ψηλά. «Και γιατί δεν μπορώ;» Ο Λιουκ μίλησε στον αέρα. «Είναι ιδιωτικός χώρος. Το σπίτι ανήκει σε έναν κύριο». «Κι εγώ δεν είμαι κύριος;» Το βλέμμα του τράβηξε μια κίνηση στην εξέδρα κοντά στο ταβάνι. Είδε μια αγορίστικη φιγούρα να τον κοιτά. «Είστε ο ιδιοκτήτης;» «Όχι», απάντησε ο Λιουκ, «αλλά έρχομαι εκ μέρους του». «Α... Ο κύριος Κεμπλ δεν είναι εδώ». «Το βλέπω. Πού είναι;» «Έχουν πάει όλοι στο πανδοχείο. Είναι μεσημέρι και τέτοια ώρα πεινάνε». «Εσείς δεν πεινάτε;» «Όχι, πρέπει να τελειώσω την τοιχογραφία όσο είναι ακόμα νωπός ο γύψος». Ο Λιουκ έβαλε το χέρι πάνω από τα μάτια του για να προστατευτεί από τον ήλιο και προσπάθησε να δει καλύτερα τη φιγούρα ψηλά. «Δεν είστε λίγο μικρή;» «Είμαι δεκαοκτώ». Η φωνή έγινε λίγο πιο βαθιά. «Ελάτε κάτω να σας δω», της πρότεινε ο Λιουκ περίεργος. «Όχι, κύριε. Δεν μπορώ ν’ αφήσω τη ζωγραφική μου». «Τότε θα έρθω εγώ σ’ εσάς». Ο Λιουκ έβαλε το πόδι του στη σκαλωσιά και άκουσε ένα στρίγκλισμα από ψηλά. «Λοιπόν; Θα κατεβείτε τώρα;» «Θα κατεβώ, αλλά μόνο για λίγο». Ο Λιουκ έκανε ένα βήμα πίσω και παρακολούθησε τη φιγούρα να χαμηλώνει στη σκαλωσιά και να αρχίζει να κατεβαίνει. Μειδίασε. Ο κορ-


μός της ήταν τυλιγμένος σε ένα φαρδύ πουκάμισο, αλλά το στενό παντελόνι της δεν άφηνε τίποτα για την αχαλίνωτη φαντασία του. Η φιγούρα που κατέβηκε από τη σκαλωσιά δεν ήταν αγόρι! Η κοπέλα στάθηκε μπροστά του και τα κατάμαυρα μεγάλα μάτια τον κοίταξαν δείχνοντας περηφάνια και φόβο μαζί. Ήταν λεπτοκαμωμένη, με πλούσια λαμπερά μαύρα μαλλιά, που ήταν πιασμένα χαμηλά στο λεπτό αυχένα της με έναν κατακόκκινο φιόγκο. Το πουκάμισό της ήταν λερωμένο με μπογιές, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει τις τρυφερές καμπύλες του στήθους της. Φορούσε το στενό παντελόνι της με άνεση και απάθεια που θα ζήλευε και ηθοποιός του Βασιλικού Θεάτρου. Ο Λιουκ συγκρατήθηκε να μη χαμογελάσει με επιδοκιμασία. «Ο αδερφός μου ξέρει ότι έχει προσλάβει μια κυρία για τη διακόσμηση του σπιτιού του;» «Είστε ο αδερφός του κυρίου Έινσλοου;» «Ναι. Και εσείς ποια είστε, πώς σας λένε;» «Είμαι η Καρλότα Ντουρίνι», απάντησε κι έσφιξε τα χέρια της. «Να σας εξηγήσω». «Παρακαλώ». «Ο πατέρας μου είναι ο καλλιτέχνης που ανέλαβε να ζωγραφίσει το Μάλμπερι Κορτ, αλλά έσπασε το πόδι του και... και εγώ τελειώνω τις τελευταίες τοιχογραφίες για να είναι το σπίτι έτοιμο στην ώρα του. Σας παρακαλώ, κύριε, μη νομίσετε ότι είχαμε σκοπό να σας εξαπατήσουμε. Αλλά δεν υπήρχε κανένας άλλος να αποτελειώσει το έργο. Και αν δεν παραδοθεί στην ώρα του, ο μπαμπάς δε θα πληρωθεί όλο το ποσό και τότε η μαμά δε θα μπορεί να έχει καμαριέρα. Και έχει απομείνει μόνο ένα ταβάνι...» Ο Λιουκ της έπιασε τα χέρια γελώντας. «Ηρεμήστε, μις Ντουρίνι! Μην ανησυχείτε». Τα χέρια της ήταν πολύ τρυφερά ανάμεσα στα δικά του. Χαμογελώντας ο Λιουκ χάιδεψε με τους αντίχειρές του την εσωτερική πλευρά των καρπών της και τα δάχτυλά της έμειναν ακίνητα. Τα λαμπερά


μάτια της ήταν ακόμα επιφυλακτικά, αλλά τα χείλη της άρχισαν να σχηματίζουν ένα ντροπαλό χαμόγελο. Ο Λιουκ αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να φιλήσει αυτά τα κόκκινα χείλη. Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. Άνοιξε το στόμα του έτοιμος να τη γοητεύσει με προσεκτικά επιλεγμένα λόγια, αλλά δεν τα ξεστόμισε ποτέ. Ακούστηκαν φωνές από μακριά. Εκείνος κοίταξε προς το πάρκο και είδε τους εργάτες να προβάλλουν από τα δέντρα. Ένιωσε απογοήτευση. «Νομίζω ότι γυρίζουν οι άλλοι. Θα μιλήσω στον Κεμπλ». Τα μάτια της τον κοίταξαν ανήσυχα. «Θα με διώξετε;» «Δεν έχω τέτοια εξουσία. Αλλά αν η δουλειά σας δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες...» Προς μεγάλη του έκπληξη, η ανησυχία έφυγε από το πρόσωπό της. «Θα ανταποκρίνεται, κύριε. Έχω μάθει να ζωγραφίζω καλά». Οπισθοχώρησε, τραβώντας σιγά σιγά τα χέρια της. «Συγνώμη, πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου. Αν ο γύψος ξεραθεί, η τοιχογραφία θα καταστραφεί». Χωρίς άλλη κουβέντα σκαρφάλωσε στη σκαλωσιά και χάθηκε από το βλέμμα του. Ο Λιουκ αναστέναξε και στράφηκε προς τον άντρα που ερχόταν βιαστικά προς το μέρος του. Όπως ήταν φυσικό, ο Κεμπλ, ο υπεύθυνος που ο Τζέιμς Έινσλοου είχε ορίσει για την ανακαίνιση ήθελε να δείξει στον αδερφό του εργοδότη του όλα όσα είχαν γίνει μέχρι εκείνη τη στιγμή και να τον διαβεβαιώσει ότι η δουλειά προχωρούσε σύμφωνα με το πρόγραμμα. Ωστόσο, στο τέλος ο Λιουκ δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. «Είναι μόδα, κύριε Κεμπλ, να προσλαμβάνετε γυναίκες ζωγράφους;» τον ρώτησε. Ακολούθησε μια άβολη σιωπή. «Αναφέρεστε στην κόρη του σινιόρ Ντουρίνι». Ο Λιουκ έμεινε σιωπηλός και ο Κεμπλ συνέχισε: «Νομίζω ότι από μωρό βρέθηκε μέσα στο εργαστήριο του σινιόρ και έχει μάθει όλες τις τεχνικές του. Μεγάλωσε εκεί μέσα... Ο μαθητευόμενός του επέστρεψε στην Ιταλία και δεν υπήρχε κανένας να αναλάβει στη


θέση του. Ο κύριος θα γύριζε σε τρεις εβδομάδες και ο σινιόρ ήθελε να τελειώσει εγκαίρως. Παραδέχομαι ότι στην αρχή δεν ενθουσιάστηκα με την ιδέα να τον αντικαταστήσει η κόρη του, αλλά ο σινιόρ με διαβεβαίωσε ότι ζωγραφίζει ωραία». «Μα δε... σας αποσπά την προσοχή;» Ο κύριος Κεμπλ μειδίασε. «Ομολογώ ότι χρειάστηκε να τραβήξω το αυτί σε ένα δυο εργάτες για να σταματήσουν να την κοιτάνε...» *** Ο Λιουκ πίστευε πως απόψε, στο χορό της λαίδη Πρέστμπερι, και ο ίδιος ο Κεμπλ θα την κοιτούσε γιατί επισκίαζε όλες τις γυναίκες στην αίθουσα. *** Η Καρλότα παρακολούθησε τον Λιουκ να απομακρύνεται από κοντά της και ύστερα πλησίασε σχεδόν παραπατώντας σε έναν από τους καναπέδες που βρίσκονταν κατά μήκος των τοίχων και σωριάστηκε. Έτρεμε ολόκληρη. Έβαλε τα χέρια στους κροτάφους της προσπαθώντας να σταματήσει τις αναμνήσεις της, αλλά ήταν ανώφελο. Είχε γυρίσει πίσω στο Μάλμπερι, κατέβαινε από τη σκαλωσιά μετά την ολοκλήρωση της πρώτης της τοιχογραφίας. Ακόμα και τώρα θυμόταν την ικανοποίηση που ένιωθε με τη δουλειά της, την αίσθηση του καυτού ήλιου στην πλάτη της... *** «Ώστε κατέβηκες επιτέλους...» Η Καρλότα αναπήδησε. Με το ένα χέρι να κρατά ακόμα τη σκαλωσιά, γύρισε και κοίταξε τον Λιουκ, που καθόταν στα πέτρινα σκαλοπάτια ακουμπώντας στη βάση μιας κολόνας. Το νωχελικό του χαμόγελο την έκανε να ανατριχιάζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Κύριε... Έινσλοου». Εκείνος μειδίασε. «Ναι, εγώ είμαι... υποθέτω». Σηκώθηκε όρθιος. «Έκανα έναν περίπατο στο πάρκο και συνειδητοποίησα ότι ήσουν ακόμα εδώ. Πάντα δουλεύεις τόσο αργά;»


«Μερικές φορές και πιο αργά». Η Καρλότα τον κοίταξε επιφυλακτικά. Οι εργάτες είχαν πάει όλο στο χωριό και ακόμα και ο κύριος Κεμπλ θα βρισκόταν τώρα στο σπιτάκι όπου έμενε, πίσω από τους στάβλους. Ο Λιουκ της χαμογελούσε και η λάμψη στα καστανά μάτια του τη δυσκόλευε πολύ να μην του χαμογελάσει κι εκείνη. «Νομίζω ότι πρέπει να σε συνοδέψω στο σπίτι σου». «Ω! Δηλαδή... Πρέπει πρώτα να καθαρίσω τα πινέλα μου», δικαιολογήθηκε εκείνη οπισθοχωρώντας. «Εντάξει». Ο Λιουκ έγνεψε σοβαρός. «Πήγαινε. Θα σε περιμένω εδώ». *** Η Καρλότα περίμενε ότι ο Λιουκ θα είχε φύγει μέχρι να μαζέψει τις μπογιές της και να τακτοποιήσει το χώρο, αλλά, όταν πήγε να δει στο πλάι του σπιτιού, εκείνος καθόταν ακόμα στα σκαλιά. Συνειδητοποίησε τότε έκπληκτη ότι θα απογοητευόταν αν είχε φύγει. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος. «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι μου το έσκασες». Η Καρλότα ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε. Όντως είχε σκεφτεί να τον αποφύγει και ν’ αρχίσει να τρέχει από την άλλη πλευρά του σπιτιού. Εκείνος της πρόσφερε το μπράτσο του, αλλά η Καρλότα έγνεψε αρνητικά και άρχισε να προχωρά στο μονοπάτι κρατώντας απόσταση μεταξύ τους. Πιο ασφαλές και λογικό. Αλλά δεν ένιωθε λογική. Ένιωθε αναζωογονημένη με τη συντροφιά του τώρα που γνώριζε ότι εκείνος περπατούσε στο πλάι της, ταίριαζε τα βήματά του με τα δικά της. Ήθελε πολύ να απλώσει το χέρι της και να πιάσει το μπράτσο του, να πάει πιο κοντά του. Δεν καταλάβαινε γιατί ένιωθε έτσι. Ήταν πολύ μπερδεμένη. «Ο Κεμπλ μου είπε ότι έφυγε ο μαθητευόμενος του πατέρα σου, γι’ αυτό πρέπει να τελειώσεις εσύ το ταβάνι στη θέση του». «Έχουν απομείνει μόνο δυο μικρές σκηνές. Ο πάπα... ο μπαμπάς έχει ολοκληρώσει όλη τη βασική δουλειά». «Ναι, κοιτούσα τις τοιχογραφίες στο σπίτι. Είναι εκπληκτικές».


«Ο μπαμπάς είναι πολύ δημοφιλής ζωγράφος στη Ρώμη». «Πρέπει να είσαι πολύ περήφανη για εκείνον». «Είμαι». «Και εσύ αυτό θέλεις να κάνεις; Να ζωγραφίζεις τοιχογραφίες σε πραγματικές διαστάσεις;» Η Καρλότα γέλασε. «Όχι, αυτό θα θεωρούνταν ανάρμοστο». Κοκκίνισε και τον κοίταξε. «Όχι πως δεν είναι τέλεια η δουλειά μου. Ο πατέρας μου δε θα μου έδινε την άδεια να δουλέψω αν πίστευε ότι θα γινόμουν αιτία για παράπονα». «Μην ανησυχείς. Δεν είδα κάτι που να με κάνει να παραπονεθώ». Περπάτησαν μαζί στο γρασίδι προς την άκρη του πάρκου. Μέσα από τα δέντρα, σε μικρή απόσταση, φαίνονταν οι σκεπές των σπιτιών του χωριού. Η Καρλότα απογοητεύτηκε που ο περίπατός τους θα τελείωνε τόσο σύντομα. Ο ήλιος είχε δύσει και το σούρουπο απάλυνε τα χρώματα του πάρκου. Μόλις βρέθηκαν ανάμεσα στα δέντρα, οι σκιές έγιναν πιο έντονες. Φτάνοντας σε ένα σκαλοπάτι, ο Λιουκ πήδηξε πρώτος κάτω και ύστερα γύρισε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι του. Η Καρλότα δίστασε λίγο, αλλά δέχτηκε την προσφορά του. Το άγγιγμά του την αναστάτωσε. Παραπάτησε καθώς κατέβηκε, και θα είχε πέσει τελικά, αν εκείνος δεν προλάβαινε να την αρπάξει στην αγκαλιά του. Γελώντας με την αδεξιότητά της, η Καρλότα ύψωσε το βλέμμα της και διαπίστωσε πως τα πρόσωπά τους ήταν πολύ κοντά. Το γέλιο της κόπηκε μόλις αντίκρισε τα μάτια του. Δεν έλαμπαν πια με παιχνιδιάρικη διάθεση και χιούμορ. Ήταν σκοτεινά και μυστηριώδη. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Κανένας άντρας δεν την είχε κρατήσει ξανά στην αγκαλιά του, και μάλιστα με αυτό τον τρόπο. Τα χέρια της ακουμπούσαν στο στέρνο του, που το ένιωθε λείο και σκληρό κάτω από το μεταξωτό γιλέκο του. Αναρωτιόταν τι θα έπρεπε να του πει, όταν εκείνος την έσφιξε πάνω του και τη φίλησε. Στην αρχή η Καρλότα δεν αντέδρασε από την έκπληξη. Τα χείλη του


έκλεισαν γύρω από τα δικά της και εκείνη ένιωσε σαν να έλιωναν τα σωθικά της. Γέμισε φόβο και χαρά μαζί. Της ήταν αδύνατο να σκεφτεί λογικά. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του χωρίς να συγκρατηθεί από τους κοινωνικούς περιορισμούς, μια που της φαινόταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να γέρνει πάνω του. Απολάμβανε την αγκαλιά του με όλες τις αισθήσεις της. Τα μπράτσα του έκλειναν μέσα τους το σώμα και το νου της. Και καθώς εκείνος την κρατούσε σφιχτά, η Καρλότα αναγνώριζε τη δύναμή του. Ήταν τρομακτική, συναρπαστική. Και ξυπνούσε και κάτι άλλο μέσα της. Μια μυστηριώδη, επικίνδυνη έλξη που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ πριν. Την ώρα που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν λάθος να φιλιούνται, ο Λιουκ ανασήκωσε το πρόσωπό του και την άφησε. Εκείνη ένιωσε ανεξήγητη στέρηση. «Συγνώμη», ψέλλισε μεταμελημένος. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Όμως δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ». Η Καρλότα ξεροκατάπιε προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία της. Και αναρωτήθηκε αν, μετά από εκείνη την εμπειρία, ο κόσμος θα ήταν πλέον ο ίδιος. «Δε με τρομάξατε, κύριε». Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που σίγουρα εκείνος θα την άκουγε. «Πρέπει να πάω στο σπίτι μου τώρα». «Δε θέλεις να σε συνοδέψω;» Η Καρλότα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ενώ τα μάγουλά της έκαιγαν από ντροπή. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε σκεφτεί πώς ήταν, έτσι ντυμένη με αντρικά ρούχα, και πόσο έντονα μύριζε μπογιές και ρετσίνι. Η μάμα της έλεγε να τυλίγεται με μανδύα όταν έβγαινε έξω, αλλά η Καρλότα την κορόιδευε ρωτώντας την τι σημασία είχαν τα ρούχα της στη σύντομη διαδρομή από το Μάλμπερι Κορτ ως το σπίτι της. Τώρα ήξερε. «Όχι. Όχι. Από εδώ και μπρος θα συνεχίσω μόνη μου». Εκείνος φαινόταν να δεσπόζει από πάνω της. Η καρδιά της αναπήδησε καθώς νόμισε ότι θα δοκίμαζε να την ξαναφιλήσει. Δεν είχε τη


δύναμη να του αντισταθεί και με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν ήθελε να του αντισταθεί. Και όταν ο Λιουκ οπισθοχώρησε, δεν κατάλαβε αν ένιωσε απογοήτευση ή ανακούφιση. «Όπως θέλεις». Κάθισε στο σκαλοπάτι και της χαμογέλασε. Τα δόντια του φαίνονταν κατάλευκα στο αχνό φως. «Λοιπόν», την παρότρυνε καθώς την είδε να διστάζει, «πήγαινε». Η Καρλότα γύρισε και έφυγε. Ένιωθε το βλέμμα του πάνω της και νόμιζε ότι η πλάτη της έκαιγε. Μόλις έστριψε στο δρόμο και χάθηκε από τα μάτια του, βάλθηκε να τρέχει για να καλύψει την απόσταση των λίγων μέτρων που τη χώριζαν από το σπίτι της. *** «Καρλότα, είσαι καλά;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της την πλημμυρισμένη από κόσμο αίθουσα. Δίπλα της, η θεία της την κοιτούσε ανήσυχη. «Μη μου πεις ότι έχεις πονοκέφαλο, όταν όλα πάνε τόσο καλά. Έλα, παιδί μου, ο επόμενος καβαλιέρος σου θα σε ψάχνει. Χαίρομαι πολύ για σένα... Μόνο σε δυο χορούς δε σου έχουν προτείνει να σηκωθείς! Στην αρχή είναι λίγο δύσκολο όταν μια κοπέλα είναι καινούρια στην περιοχή. Όμως εγώ το ήξερα πως, μόλις οι κύριοι έβλεπαν πόσο ωραία χορεύεις, θα με ικέτευαν να σου τους συστήσω». «Και ο λόρδος... ο λόρδος Ντάρβελ σου ζήτησε να μου τον συστήσεις, θεία;» Προσπάθησε να φανεί ανέμελη. «Ω, ναι. Με πλησίασε αμέσως και με παρακάλεσε να το κάνω». Ύστερα χαμήλωσε τη φωνή της και της είπε εμπιστευτικά: «Καρλότα, ο Ντάρβελ είναι πολύ άστατος». «Το ξέρω, θεία. Έχω ακούσει για τον Άσωτο Βαρόνο». «Ε, δε θα τον έλεγα και άσωτο», τη διόρθωσε η λαίδη Μπρόξτεντ θέλοντας να είναι δίκαιη. «Για την ακρίβεια, κανείς από εμάς δεν έχει ακούσει κάτι γι’ αυτόν τον τελευταίο χρόνο, αλλά η συμπεριφορά του πριν... όταν ήταν στο στρατό... Δεν είναι σωστό να σου τα πω όλα. Πά-


ντως, έχε το νου σου μαζί του». «Μου κάνει εντύπωση που μου τον σύστησες αφού τον θεωρείς τόσο επικίνδυνο!» Η λαίδη Μπρόξτεντ αναστέναξε. «Δίκιο έχεις, αλλά ο Μπρόξτεντ γνωρίζει καλά την οικογένειά του και δεν είναι σωστό να μην το λάβω υπόψη μου. Παράξενο που ο Ντάρβελ φρονίμεψε... Ίσως σκέφτεται σοβαρά να τακτοποιηθεί πια». Χτύπησε απαλά το μπράτσο της Καρλότα με τη βεντάλια της. «Ίσως ψάχνει πλούσια σύζυγο γιατί πιστεύω πως είναι άφραγκος. Αν είναι έτσι, μπορεί να βαλθεί να σε κατακτήσει, αλλά ο θείος σου δε θα τον εγκρίνει για τέτοια σχέση». Η Καρλότα γέλασε. «Μην ανησυχείς, θεία!» «Ωραία. Πάντως, ομολογώ πως είναι εξαιρετικά γοητευτικός και πολύ ωραίος καβαλιέρος για σένα. Παρεμπιπτόντως, ο αδερφός του, ο Τζέιμς, είναι ο ιδιοκτήτης του Μάλμπερι Κορτ. Σου το λέω για να το ξέρεις. Δεν πρέπει να σου ξεφύγει τίποτα για τη δουλειά του πατέρα σου εκεί. Εντάξει;» *** Ώσπου να επιστρέψει κοντά της ο λόρδος Ντάρβελ και να την οδηγήσει στην αίθουσα χορού, η Καρλότα είχε αποφασίσει να είναι ψυχρή και απόμακρη μαζί του. Θα του φερόταν λες και δεν είχαν γνωριστεί ποτέ. Ωστόσο, όταν εκείνος έπιασε το χέρι της και το έκλεισε στο δικό του, η Καρλότα δεν ήταν προετοιμασμένη για το κύμα συναισθημάτων που την κατέκλυσε. Είχε διαγράψει από τη μνήμη της τους πρώτους, ατέλειωτους μήνες μετά την αναχώρησή της από το Μάλμπερι, τις μοναχικές νύχτες που έκλαιγε μέχρι να αποκοιμηθεί. Αλλά με ένα του άγγιγμα ο Λιουκ της τα θύμισε όλα –την αγάπη και τον πόθο της για εκείνον, αλλά και την αγωνία της όταν ανακάλυψε ότι την είχε εγκαταλείψει. Δάγκωσε τα χείλη της. Ούτε και τώρα ήθελε να σκέφτεται εκείνες τις ζοφερές, άδειες ημέρες. Φοβόταν ότι, αν δεν κρατούσε τις αναμνήσεις της θαμμένες βαθιά μέσα στην καρδιά της, η λύπη της θα τη συνέ-


θλιβε. Προτιμούσε να επικεντρώσει την προσοχή της στο θυμό που την έκαιγε. Ο Λιουκ την είχε προδώσει. Και τώρα ήθελε να τον πληγώσει όπως την είχε πληγώσει κι εκείνος. Βάλθηκε να σκέφτεται την καλύτερη μέθοδο για να το πετύχει. Με μάτια που έλαμπαν προκλητικά, απέκρουε τις προσπάθειές του να της πιάσει κουβέντα, απαντώντας του μονολεκτικά. Ο Λιουκ την κοίταζε συνοφρυωμένος. Όταν της πρότεινε να καθίσουν μετά το δεύτερο χορό, εκείνη συναίνεσε σιωπηλά και τον άφησε να τη συνοδέψει σε μια ήσυχη γωνιά. Κάθισαν δίπλα δίπλα. Εκείνος της χαμογέλασε. «Φαίνεσαι πολύ καλά, Καρλότα. Με δυσκολία σε αναγνωρίζω». Εκείνη ξεδίπλωσε τη βεντάλια της. «Χαίρομαι γι’ αυτό, κύριέ μου! Ήμουν πολύ αδέξια όταν πρωτογνωριστήκαμε». «Ήσουν χαριτωμένη». Τελικά δεν είχε χάσει άδικα το χρόνο της στα μαθήματα της μις Κάριερ. Θυμήθηκε τι έκανε μια πλούσια, κακομαθημένη νεαρή που είχε γνωρίσει εκεί. Κι έτσι, με μοναδικό σκοπό να απομακρύνει τον Ντάρβελ από κοντά της, άρχισε να χαχανίζει ακριβώς όπως εκείνη. «Ω, ήμουν εντελώς αθώα τότε και έκανα λάθη. Ευτυχώς που με βρήκε ο θείος μου ο κόμης». «Έτσι νομίζεις;» «Ω, ναι! Ήμουν άξεστη, απεριποίητη και αδέξια. Δεν είχα πιθανότητες να βρω καλό σύζυγο. Αλλά ο θείος μου λέει ότι τώρα, με τη δική του υποστήριξη, μπορώ να στοχεύσω πολύ ψηλά». Θεέ μου, είπε με το νου της η Καρλότα, πόσο χυδαία ακούγομαι! «Γι’ αυτό βρίσκεσαι στην πόλη;» Στα μάτια του πλανιόταν η αμφιβολία. Εκείνη του χαμογέλασε ξένοιαστα, αλλά στην πραγματικότητα αισθανόταν πολύ ευάλωτη. «Φυσικά. Αλλά δε βιάζομαι. Μπορώ να περιμένω μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος άντρας με την κατάλληλη περιουσία». Άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι της στο μανίκι του. «Συγχώρεσε με που σου μιλώ έτσι, αλλά νιώθω πως είμαστε παλιοί φίλοι».


Ο Λιουκ τινάχτηκε μακριά της και μεμιάς η ικανοποίησή της πήρε μια πικρή γεύση. «Ίσως αναρωτιέσαι γιατί δεν ήρθα να σε δω στο Μάλμπερι, όπως σου είχα υποσχεθεί», της είπε σκληρά. Η Καρλότα ένιωσε να την κυριεύει πανικός. Δεν άντεχε να αγγίξουν αυτό το ευαίσθητο θέμα. Κούνησε τη βεντάλια της αργά. Είναι πολύ αργά για εξηγήσεις, σκέφτηκε. Η ζημιά έχει γίνει. Μην τον αφήσεις να καταλάβει πόσο σε πλήγωσε. «Το είχα ξεχάσει αυτό», του απάντησε ζωηρά. «Όταν ήρθε να με πάρει ο θείος μου, τα ξέχασα όλα!» «Μάλιστα. Και ήρθες στην πόλη για να βρεις σύζυγο». Χαμογέλασε, Καρλότα. Αυτάρεσκα, αλαζονικά. Βάλ’ τον στη θέση του. «Ο θείος μου έχει υπόψη του αρκετούς υποψήφιους. Όλοι τους είναι πάρα πολύ πλούσιοι», διευκρίνισε. Ο Λιουκ την κοίταξε βλοσυρός. «Έχεις αλλάξει, Καρλότα». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Απλώς έγινα πρακτική, κύριέ μου». «Νόμιζα πως δε σε ενδιαφέρουν τα χρήματα». «Μόνο ένας ανόητος θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο. Γνωρίζω τη σημασία που έχουν τα πλούτη. Δε συμβιβάζομαι με τίποτα λιγότερο». Κρατώντας την αναπνοή της, ανάγκασε τον εαυτό της να συναντήσει το βλέμμα του με αλαζονική αδιαφορία. Ύστερα από λίγο ο Λιουκ κοίταξε μακριά. «Τότε σου εύχομαι καλή τύχη στην αναζήτησή σου, μις Ράιβινγκτον», ψέλλισε σιγανά. Σηκώθηκε και, με μια ελαφριά υπόκλιση, έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε. Η Καρλότα τον παρακολούθησε ανέκφραστη, αλλά είχε ήδη αρχίσει να νιώθει ναυτία. *** Ο Λιουκ όρμησε έξω από την αίθουσα, τρίζοντας τα δόντια του για να συγκρατήσει το θυμό του. Το περίμενε πως η Καρλότα θα είχε αλλάξει, αλλά ποτέ δεν του είχε περάσει από το νου πως θα γινόταν άκαρδη και φιλοχρήματη. Ένας χρόνος με τους Μπρόξτεντ είχε καταστρέψει την


άδολη γοητεία που τον είχε μαγέψει σ’ εκείνη. Και τώρα δε διέφερε πια καθόλου από τις υπόλοιπες γυναίκες με τα πανούργα χαμόγελα και τα προσποιητά γέλια. Ο Λιουκ κατέβηκε τα σκαλοπάτια και βγήκε στο δρόμο. Φόρεσε το καπέλο του και προχώρησε προς το Πικαντίλι. Είχε αλλάξει, ή μήπως εκείνος είχε κάνει λάθος από την αρχή; Ίσως κάτι να του διέφυγε στο Μάλμπερι Κορτ. Κάποιο σημάδι πως δεν ήταν τόσο γλυκιά και αθώα όσο πίστευε... Θυμήθηκε που προσπαθούσε να την ψυχολογήσει στη διάρκεια ενός από τα πικνίκ τους στους κήπους του Μάλμπερι. *** «Είσαι μυστήριο, Καρλότα Ντουρίνι. Λες ότι γεννήθηκες στην Ιταλία και ζεις εδώ μόνο μερικά χρόνια, αλλά μιλάς άπταιστα αγγλικά». «Η μάμα μου είναι Αγγλίδα. Και κόρη ενός σπουδαίου αριστοκράτη». «Ναι; Μου εξάπτεις την περιέργεια. Ποιο είναι τ’ όνομά του;» Η Καρλότα γέλασε και έγνεψε αρνητικά. «Δε θα σου πω. Η μάμα γνώρισε τον πατέρα μου στην Ιταλία, στη διάρκεια διακοπών όπου είχε πάει με την οικογένειά της. Και κλέφτηκε μαζί του. Λέει ότι επρόκειτο για κεραυνοβόλο έρωτα». Συνοφρυώθηκε. «Πιστεύεις πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, ταγματάρχη Έινσλοου; Μπορεί να ερωτευτεί κανείς τόσο γρήγορα;» *** Ο Λιουκ ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Η Καρλότα του είχε κλέψει την καρδιά μέσα σε μόλις μία εβδομάδα. Καθώς απομακρυνόταν από την έπαυλη των Πρέστμπερι αναρωτήθηκε αν είχε πέσει τόσο έξω μαζί της. Ίσως πίσω από το γλυκό της πρόσωπο υπήρχε πάντα μια ψυχρή υπολογίστρια.


Κεφάλαιο 2

Η Καρλότα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της για να συνέλθει. Ήταν ο πρώτος της χορός. Δεν έπρεπε να κλάψει. Ανασήκωσε το πρόσωπό της. Δε θα έδινε στον Λιουκ αυτή την ικανοποίηση. Γι’ αυτό, υιοθέτησε το πιο λαμπερό της χαμόγελο για να υποδεχτεί τον επόμενο καβαλιέρο της. Είχε ξαναχορέψει με τον κύριο Γούλατ νωρίτερα και της είχε φανεί πομπώδης. Ωστόσο, ο αμέριστος θαυμασμός του έπεσε σαν βάλσαμο στην πληγωμένη της καρδιά και, καθώς χόρευαν, η Καρλότα τον φλέρταρε επίτηδες. Πέρασε το υπόλοιπο βράδυ της χορεύοντας και γελώντας, θαρρείς και δεν την απασχολούσε τίποτα. Στο τέλος της βραδιάς όμως, ενώ περίμενε να της φέρουν το μανδύα της, ανακάλυψε ότι ο Λιουκ είχε φύγει νωρίς και δεν είχε γίνει μάρτυρας της ανέμελης, υπερβολικά εκδηλωτικής συμπεριφοράς της. «Δεν πειράζει», μονολόγησε καθώς ανέβαινε στην άμαξα. «Συναντηθήκαμε, δεν ήταν τόσο τραγικό, και ξέρω πλέον ότι δεν έχουμε να πούμε τίποτε άλλο. Θα ξεχάσω επιτέλους τον μισητό λόρδο Ντάρβελ». «Είπες κάτι, καλή μου;» Στην ερώτηση της θείας της αναπήδησε. Αρνήθηκε βιαστικά. Έσφιξε γύρω της το μανδύα και αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά της άμαξας κοιτώντας έξω από το παράθυρο –απαρηγόρητη. Μπορεί να είχε πάρει την απόφαση να μη σκέφτεται τον Λιουκ, αλλά η εικόνα του ήταν το ίδιο επίμονη με τον ίδιο. Η Καρλότα θυμήθηκε ένα μεσημέρι στο Μάλμπερι Κορτ που είχε πάει να τη βρει κρατώντας ένα καλάθι για πικνίκ, με σκοπό να φάνε μαζί. Στην αρχή εκείνη αρνήθηκε. Στα αυτιά της άκουγε ακόμα τη φωνή του, βαθιά και σαγηνευτική, όσο προσπαθούσε να την πείσει με επιμονή να αφήσει τη ζωγραφική της και να τον συνοδέψει στο φαγητό. Και είχε δεχτεί τελικά. Κάθισε στην άκρη της κουβέρτας νιώθοντας άβολα με τα αγορίστικα ρούχα της, αλλά ο Λιουκ δε σχολίασε καν το


ντύσιμό της καθώς την τάιζε με μικρά κομματάκια τυρί, ψωμί και φρούτα. Εκείνη του ανέφερε πώς ο αδερφός του, ο Τζέιμς, είχε ψάξει να βρει τον πατέρα της για να του αναθέσει να ζωγραφίσει το Μάλμπερι Κορτ. Και ο Λιουκ της διηγήθηκε ιστορίες από τη ζωή του στο στρατό και τη μεγάλη μάχη στο Βατερλό. Κάθονταν στον ήλιο με τις πανύψηλες λευκές κολόνες του σπιτιού πίσω τους και τα γαλήνια νερά της λίμνης μπροστά τους. Η Καρλότα ξέχασε γρήγορα πως ήταν ντροπαλή. Ο Λιουκ αποδείχτηκε πολύ ευχάριστος συνομιλητής. Της άρεσε να τον κάνει να γελάει και να βλέπει τη χαρά του να καθρεφτίζεται στα καστανά μάτια του. Και της φαινόταν απόλυτα φυσικό να ξαναδεχτεί την πρόσκλησή του να του κάνει παρέα την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη. Ένιωθε πολύ άνετα μαζί του μιλώντας για όλα και για τίποτα. Καταλάβαιναν πολύ καλά ο ένας τον άλλον. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνη, μέχρι την ημέρα που εκείνος ανέβηκε στο άλογό του και εξαφανίστηκε για πάντα από τη ζωή της. *** Όλα ήταν καινούρια και συναρπαστικά. Η Καρλότα περνούσε πολύ ωραία στο Λονδίνο. Η λαίδη Μπρόξτεντ είχε βάλει σκοπό να ευχαριστηθεί η ανιψιά της την πρώτη της σεζόν στην κοσμική ζωή και δε σταματούσε μπροστά σε τίποτε, αρκεί να τη διασκεδάσει. Η Καρλότα πήγαινε για ιππασία, για ψώνια με τη θεία της, σε περιπάτους και χορούς, σε συγκεντρώσεις και χορούς μεταμφιεσμένων. Αφέθηκε τόσο πολύ στη χαλάρωση και τα καινούρια πράγματα που γνώριζε, ώστε δεν της έμενε λεπτό να σκεφτεί, όπως δήλωσε στη θεία της. Δεν ήταν αλήθεια όμως. Στην πραγματικότητα, είχε πολύ χρόνο να σκεφτεί. Ακόμα και δυο εβδομάδες μετά το χορό στην έπαυλη των Πρέστμπερι, όταν έκανε ιππασία με τις φίλες της, ήταν πολύ εύκολο να χαθεί στις σκέψεις της... Θυμόταν πόσο περιποιητικός ήταν ο Λιουκ στο Μάλμπερι. Έφερνε φαγητό για τους δυο τους κα τη συνόδευε στο σπίτι της τα βράδια. Είχαν μια τρυφερή, ρομαντική, ευτυχισμένη σχέση. Η Καρλότα ένιωθε ασφαλής μαζί του. Εκείνος δεν είχε δοκιμάσει να τη φιλήσει ξανά, αν και


η ίδια το ήθελε. Μια μέρα που ο Λιουκ ανέβηκε στη σκαλωσιά, κόντεψε να τον φιλήσει εκείνη. Σκύβοντας από την εξέδρα τον είχε δει να της χαμογελά... «Καλημέρα, ταγματάρχη. Ή μήπως μεσημέριασε και πρέπει να πω ‘καλησπέρα’;» Εκείνος έβγαλε επιδεικτικά το ρολόι του και ανακοίνωσε σοβαρός: «Έχει πάει τρεις, κυρία. Είστε τόσο απορροφημένη με τη ζωγραφική σας ώστε δεν ξέρετε τι ώρα είναι;» Η Καρλότα πήγε να γελάσει, αλλά συνοφρυώθηκε προσποιητά. «Έχω πολλή δουλειά. Παρακαλώ μη με ενοχλείτε». «Θα έρθετε κάτω;» «Όχι, κύριε... Ε, τι κάνεις εκεί;» Έβαλε τα γέλια. «Δε γίνεται να ανέβεις εδώ πάνω». «Γίνεται και θα ανέβω», της απάντησε αρχίζοντας να σκαρφαλώνει. «Θέλω να σε δω στην αετοφωλιά σου». Η εξέδρα άρχισε να τρέμει καθώς ο Λιουκ σκαρφάλωνε και η Καρλότα μάζεψε γρήγορα την παλέτα και τα πινέλα της. «Ώστε εδώ δουλεύεις». Προχώρησε στα τέσσερα πάνω στις σανίδες. «Πώς τα καταφέρνεις;» «Δε λέω, είναι λίγο στενόχωρα. Δεν μπορώ να στέκομαι όρθια, δουλεύω σκυφτή ή ξαπλωτή. Αλλά είμαι πιο κοντή από σένα και δε δυσκολεύομαι τόσο». Εκείνος έδειξε το μεγάλο κύκλο στο κέντρο της οροφής. «Έργο του πατέρα σου;» «Ναι». Γέλασε όταν ο Λιουκ προσπάθησε να στρέψει το σώμα του για να θαυμάσει την τοιχογραφία. «Είναι πιο εύκολο να ξαπλώσεις ανάσκελα, αλλά θα λερωθείς». Αγνόησε την προειδοποίησή της και ξάπλωσε στην εξέδρα. «Α, ναι. Τώρα βλέπω καλύτερα. Ένας θεός και οι συνοδοί του». Άλλαξε θέση. «Και ο άλλος κύκλος, ο μικρός, στην άλλη άκρη;» Η Καρλότα ξάπλωσε δίπλα του και κοίταξε την οροφή. «Εγώ τον ζω-


γράφισα. Είσαι πολύ κοντά για να τον δεις καλά. Από το έδαφος φαίνεται καλύτερα». «Και από εδώ τον βρίσκω εκπληκτικό», δήλωσε με θαυμασμό. «Έχω εντυπωσιαστεί». Γύρισε στο πλάι και στηρίχτηκε στον αγκώνα του ακουμπώντας το κεφάλι στο χέρι του. Της χαμογέλασε. «Λοιπόν, πότε θα κατέβεις;» Οι τοιχογραφίες ξεχάστηκαν. Το πρόσωπό του απείχε κάποια εκατοστά από το δικό της. Αν τον τραβούσε πάνω της για να τον φιλήσει; Η παρόρμησή της ήταν τόσο δυνατή, ώστε ένιωσε ένα ρίγος να την κυριεύει. Τι σατανική σκέψη! *** «Καρλότα». Αναπήδησε. Δε βρισκόταν πια στο Μάλμπερι, ξαπλωμένη στη σκαλωσιά δίπλα στον Λιουκ. Έκανε ιππασία στο Χάιντ Παρκ με το υπάκουο άλογό της. Η υπόλοιπη συντροφιά της είχε προχωρήσει και προς μεγάλη της δυσαρέσκεια, διαπίστωσε πως δίπλα της βρισκόταν τώρα ο λόρδος Ντάρβελ καβάλα σε ένα ψηλό άλογο με γυαλιστερό τρίχωμα. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Τον είχε καλέσει σιωπηλά με τη σκέψη της; Μετά την παράσταση που του είχε δώσει στο χορό των Πρέστμπερι, δεν περίμενε να την αναζητήσει. Πίστευε ότι του είχε δείξει με τον πιο έκδηλο τρόπο πως δεν ήθελε καμία σχέση μαζί του, αλλά να που εκείνος ήρθε χαμογελώντας κοντά της, κάνοντας την καρδιά της να χτυπά τρελά. «Δεν είχαμε ευκαιρία να μιλήσουμε τις προάλλες». «Δεν έχω κάτι να σας πω, κύριε». Η Καρλότα κέντρισε το άλογό της για να προλάβει τη συντροφιά της, αλλά ο Λιουκ της άρπαξε τα ηνία. «Όχι ακόμα, Καρλότα. Άσε με να απολαύσω για λίγο τη συντροφιά σου». Το πρόσωπό της σκλήρυνε. «Δε σας έδωσα την άδεια να χρησιμοποιείτε το μικρό μου όνομα».


«Α, ναι; Ξέχασες το Μάλμπερι;» «Δε θέλω να το θυμάμαι». «Α, ναι;» επανέλαβε και το νωχελικό του χαμόγελο διαπέρασε την άμυνά της. «Γιατί; Δεν πέρασες ωραία μαζί μου; Ξέχασες ότι σου ανέθεσα να με ζωγραφίσεις;» Η Καρλότα κοιτούσε ίσια μπροστά της. Φυσικά και θυμόταν. Θυμόταν κάθε του λέξη. Θα ήθελε πολύ να τον ζωγραφίσει. Όχι σε στητή πόζα, λες και ήταν πολιτικός, αλλά όπως τον έβλεπε στο Μάλμπερι Κορτ, ήρεμο και μισοξαπλωμένο στο γρασίδι. Είχε σκεφτεί και τα χρώματα που θα χρησιμοποιούσε για τα καστανά μαλλιά του και τα λαμπερά μάτια του. Αλλά θα μπορούσε να αποδώσει το γελαστό του βλέμμα ή το χαμόγελο που πλανιόταν στα χείλη του; Πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. Ακόμα μια ανάμνηση, και δε θα μπορούσε να συγκρατήσει άλλο τα δάκρυά της. Τον κοίταξε υπεροπτικά. «Μου αναθέσατε; Αφού είναι γνωστό πως δε διαθέτετε χρήματα». «Αυτό δε θα ισχύει για πάντα». Εκείνη σούφρωσε τα χείλη της. «Δεν έχει σημασία. Ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να σας ζωγραφίσω. Δεν έχω ανάγκη να εργάζομαι πλέον». «Εγώ νόμιζα ότι η ζωγραφική ήταν το πάθος σου». Γέλασε αδιάφορα. «Ω, όχι. Δε θα ταίριαζε καθόλου σε μια κυρία». Ένιωσε ικανοποίηση βλέποντάς τον να σφίγγει τα ηνία της. Η φοράδα της έκανε νευρικά πλάγια βήματα. «Τι έχεις πάθει, Καρλότα; Στο Μάλμπερι ήσουν... διαφορετική». Την κοιτούσε επίμονα. Ήξερε ότι έπρεπε να του ανταποδώσει το βλέμμα, αλλά προτιμούσε να πεθάνει παρά να του δείξει τα αληθινά της αισθήματα. Ο Λιουκ ήταν καρδιοκατακτητής, αυτό της έλεγαν όλοι. Για εκείνη ήταν ο πρώτος της έρωτας –ο μοναδικός της έρωτας– και της είχε ραγίσει την καρδιά. Αλλά έτσι έκαναν οι καρδιοκατακτητές. Ο Λιουκ δεν μπορούσε να αλλάξει τη φύση του. Χρειάστηκε να περάσουν μήνες για να ξαναφτιάξει τη ζωή της και άντλησε δύναμη από την αγάπη των γονιών και των θείων της για να το πετύχει τελικά. Δε


θα τον άφηνε να την πληγώσει ξανά. Ανασήκωσε το κεφάλι της αγέρωχα και τον κοίταξε με παγερό, αδιάφορο βλέμμα. «Στο Μάλμπερι, κύριε, ήμουν παιδί και δεν ήξερα τίποτα για τον κόσμο. Νόμιζα ότι δεν ήταν σημαντικό να έχει κανείς περιουσία. Τώρα πια έχω αλλάξει γνώμη». Προσπάθησε να κοιτάξει μακριά στον ορίζοντα, για να μην αντιληφθεί ο Λιουκ τον πόνο στην καρδιά της. Εκείνος δεν αποτράβηξε το βλέμμα του από το δικό της. Την παρατηρούσε επίμονα, αλλά τίποτα δεν πρόδωσε την οδύνη της. Σιγά σιγά το σάστισμά του έγινε περιφρόνηση. Η Καρλότα δε φανταζόταν πως ήταν δυνατόν να νιώσει ακόμα πιο δυστυχισμένη, αλλά η περιφρόνηση που διέκρινε στο βλέμμα του τη διέλυσε. Σχεδόν... Εκείνος άφησε τα ηνία της και έπιασε τα δικά του λέγοντας παγερά: «Τότε σας αφήνω στο κυνήγι της περιουσίας, μις Ράιβινγκτον. Καλή σας ημέρα». *** Ο Λιουκ άγγιξε με τα τακούνια του τα πλευρά του αλόγου του και κάλπασε μακριά της, αγνοώντας τα επικριτικά βλέμματα και τους μορφασμούς όσων θεωρούσαν άπρεπο να καλπάζει κανείς στο πάρκο. Να πάρει. Όταν είχε πρωτοδεί την Καρλότα στο Μάλμπερι, το μόνο που σκόπευε να κάνε ήταν να τη φλερτάρει για να περάσει την ώρα του. Τελικά αυτό είχε κάνει εκείνη μαζί του. Συνοφρυώθηκε. Εκείνος έφταιγε που της είχε μιλήσει για τα οικονομικά του προβλήματα. Ένα καυτό καλοκαιρινό απόγευμα, αφού την είχε πείσει να κατέβει από τη σκαλωσιά για λίγο, κάθισαν μαζί στο γρασίδι του Μάλμπερι. Ήταν περίεργος να μάθει γιατί ο πατέρας της βιαζόταν να τελειώσει τις τοιχογραφίες. *** «Είναι πολύ σημαντικό για τον πατέρα μου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του», του εξήγησε η Καρλότα και ξάπλωσε στο γρασίδι βάζοντας τα χέρια της προσκέφαλο. Ο Λιουκ προσπάθησε να μην κοιτά


το λεκιασμένο με χρώματα πουκάμισό της που διέγραφε τις καμπύλες του στήθους της. «Πρέπει να πληρωθεί στην ώρα του». «Γιατί;» «Γιατί εκκρεμούν λογαριασμοί, έξοδα... Εσύ ως αριστοκράτης μπορεί να μην καταλαβαίνεις». Εκείνος χαμογέλασε ειρωνικά. «Ξέρω πολύ καλά από χρέη. Έχω άφθονα». «Πρέπει να είναι πολύ δυσάρεστο». «Αλλά και αναπόφευκτο», απάντησε εκείνος ανέμελα. «Ένας αριστοκράτης που ζει στην πόλη έχει μεγάλα έξοδα. Συντηρεί σπίτι, στάβλο, ράφτη». «Σίγουρα θα μπορούσες να κάνεις οικονομία...» Η Καρλότα δαγκώθηκε. «Αν σε θύμωσα, συγνώμη. Δε με αφορά ο τρόπος ζωής σου». «Αυτό είναι αλήθεια». Εκείνος δεν είχε πρόθεση να ακουστεί τόσο ψυχρός. Πρόσεξε την ανησυχία στο βλέμμα της. Αλλά εκείνη δεν έκανε σχόλιο και ο Λιουκ συνέχισε πιο ήρεμα: «Πώς είναι δυνατόν, μις Ντουρίνι; Δεν έχετε τίποτα εύστοχο να μου πείτε;» Του έγνεψε αρνητικά κι εκείνος γέλασε. Η Καρλότα φάνηκε ξαφνιασμένη. «Επιτέλους βρήκα μια γυναίκα που δε θέλει να έχει τον τελευταίο λόγο!» «Νομίζω ότι με κοροϊδεύεις», του απάντησε θυμωμένη και ανακάθισε. «Όχι, όχι. Συγχώρεσε την αγένειά μου. Αστειευόμουν όταν σου ανέφερα για τα έξοδα της ζωής στην πόλη. Εγώ επέστρεψα πρόσφατα από το Παρίσι και δεν έχω να συντηρήσω κάποιο σπίτι στην πόλη. Ούτε χρωστώ χρήματα στο ράφτη μου... απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον. Τα χρέη μου έχουν σχέση με τα κτήματά μου και γι’ αυτό το θέμα σκοπεύω να βρω λύση πολύ σύντομα. Θα συμφιλιωθούμε τώρα;» *** Ο Λιουκ έσφιξε ασυναίσθητα τα ηνία και το άλογό του τίναξε το κεφάλι του. Ποτέ δεν είχε ξαναδείξει τόσο μεγάλη προτίμηση σε μια γυναίκα, και πού τον ωφέλησε τελικά; Λες και της είχε δώσει ένα μπαστούνι για να τον χτυπήσει. Γέλασε πικρά. Παραλίγο να της είχε κά-


νει πρόταση γάμου! Ευτυχώς που δεν πρόλαβε! Τυχερός ήταν... Δε θα ήθελε να βρεθεί παντρεμένος με μια τόσο επιπόλαιη, φιλοχρήματη γυναίκα. Σταμάτησε το άλογό του. Μόνο που δεν άντεχε στη σκέψη ότι θα την παντρευόταν κάποιος άλλος. *** Τις επόμενες εβδομάδες ήταν αδύνατον να μη συναντιούνται οι δυο τους, αλλά περιορίζονταν σε ευγενικά νεύματα από μακριά. «Μου κάνει εντύπωση που ο λόρδος Ντάρβελ δε σου δίνει προσοχή», παρατήρησε η λαίδη Μπρόξτεντ όταν όλοι μαζί βρέθηκαν και πάλι ένα βράδυ στο σαλόνι της κυρίας Πράις. «Συνήθως είναι πολύ περιποιητικός με τις νεαρές όμορφες δεσποινίδες... υπερβολικά περιποιητικός, θα έλεγα», πρόσθεσε σκεφτική. «Ερωτοτροπεί μαζί τους». Η Καρλότα κοίταξε προς τη μεριά του και τον είδε να μιλά ζωηρά με μια πανέμορφη ξανθιά κυρία. Απέστρεψε γρήγορα το βλέμμα της. «Δε νομίζω ότι του αρέσω, θεία. Δεν είμαι αρκετά όμορφη για να τον βάλω σε πειρασμό». «Ανοησίες. Δέχτηκα πολλές φιλοφρονήσεις για σένα», απάντησε η θεία της. «Μάλλον όμως πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που δε σου δείχνει ενδιαφέρον. Ο θείος σου σε προικίζει γενναιόδωρα και ελπίζει να παντρευτείς κάποιον ισχυρό και πλούσιο αριστοκράτη». Η Καρλότα σήκωσε ψηλά το κεφάλι της. «Μην ανησυχείς, θεία. Δε θα χαραμίσω τον εαυτό μου σε έναν ξεπεσμένο προικοθήρα όπως ο Άσωτος Βαρόνος». Η λαίδη Μπρόξτεντ την κοίταξε καλά καλά. «Τι σου έκανε ο λόρδος Ντάρβελ και σου προκαλεί τόσο μεγάλο εκνευρισμό; Μήπως σε ενοχλεί που δε σου δείχνει ενδιαφέρον; Πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι πολύ γοητευτικός. Όμως, αν του δείχνεις προτίμηση, δεν έχω αμφιβολία ότι ο Μπρόξτεντ θα...» «Δεν του δείχνω ούτε την ελάχιστη προτίμηση!» φώναξε η Καρλότα


θυμωμένη και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Αντίθετα, χαίρομαι που δε με προσέχει». «Τότε δε μένει κάτι άλλο να πούμε», έκρινε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Είσαι πολύ λογική, Καρλότα. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα σου βρούμε τον κατάλληλο σύζυγο. Ο Φέρμπριτζ σου δείχνε ιδιαίτερη συμπάθεια». Ακολούθησε το βλέμμα της θείας της και παρατήρησε τον ψηλό, ξανθό άντρα που στεκόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας. «Νομίζω ότι ο υποκόμης ενδιαφέρεται περισσότερο για την κόρη της οικοδέσποινας. Βλέπεις πώς τριγυρίζει τη μις Πράις και πώς εκείνη κοκκινίζει όταν της μιλά;» «Ίσως έχεις δίκιο». Η λαίδη Μπρόξτεντ αναστέναξε. «Κρίμα, γιατί θα ήταν ιδανικός σύντροφος για σένα. Και η μητέρα του σε συμπαθεί. Ο μακαρίτης ο σύζυγός της ήταν καλός φίλος με τον Μπρόξτεντ και νομίζω ότι θα της άρεσε να ενισχύσει αυτή την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στις δύο οικογένειες». «Δεν είναι λίγο νωρίς να σκεφτόμαστε το γάμο;» «Ποτέ δεν είναι νωρίς», απάντησε σταθερά η λαίδη. «Το έχω βάλει σκοπό να σε δω πολύ καλά αποκατεστημένη. Ωστόσο, δεν πρέπει να στενοχωριόμαστε. Έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας ακόμα». «Το ελπίζω», απάντησε η Καρλότα με μάτια που έλαμπαν. «Είμαστε στην πόλη μόλις ένα μήνα!» Ένας νεαρός πλησίασε τότε για να της ζητήσει να χορέψουν κι εκείνη δέχτηκε χαμογελώντας. *** Όσο προχωρούσε η βραδιά, τόσο αυξανόταν ο αριθμός των καλεσμένων και η ζέστη στην αίθουσα χορού. Ανάμεσα σε δυο χορούς, η Καρλότα στεκόταν δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο για να δροσίσει τα μάγουλά της που έκαιγαν. Συλλογιζόταν με νοσταλγία το μικρό σπίτι των γονιών της στο χωριό Μάλμπερι. Στο τελευταίο γράμμα της, η μητέρα της της έλεγε για τον ωραίο κήπο με τα βότανα που έφτιαξε, για την καινούρια υπηρέ-


τρια, για την πιο πρόσφατη δουλειά της και την πρόοδο του πατέρα της στο Μάλμπερι Κορτ. Ζωγράφιζε τώρα τους μικρούς ναούς που βρίσκονταν στους κήπους. Η Καρλότα ευχήθηκε να βρισκόταν κοντά τους, αλλά αυτό δε γινόταν. Κουνούσε ελαφρά τη βεντάλια της, όταν ήρθε και στάθηκε δίπλα της η Τζούλια Πράις. «Η μητέρα σας πρέπει να είναι πολύ ευχαριστημένη για την επιτυχία της βραδιάς, μις Πράις», παρατήρησε η Καρλότα εγκάρδια. «Ναι, έτσι νομίζω κι εγώ. Πάντα ανησυχεί μήπως δεν έρθει κόσμος, με τόσο πολλά κονσέρτα και προσκλήσεις». «Άδικα ανησυχούσε. Οι αίθουσες είναι γεμάτες κόσμο». Έπρεπε να θυμηθεί να γράψει στη μητέρα της για το συγκεκριμένο κοσμικό γεγονός. Της άρεσε να διαβάζει για δεξιώσεις και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. «Πράγματι». Η μις Πράις της χαμογέλασε. «Είμαστε πολύ τυχεροί απόψε, νομίζω. Είναι η πρώτη σας σεζόν, μις Ράιβινγκτον;» «Ναι. Ο θείος και η θεία μου είχαν την ευγενή καλοσύνη να με στηρίξουν οικονομικά». Η Καρλότα αναστέναξε. «Είναι πολύ καλοί, αλλά όλα είναι τόσο καινούρια και έχω τόσο πολλά να θυμηθώ, που τρέμω μήπως τους ντροπιάσω!» «Όχι, όχι, αυτό αποκλείεται. Φαίνεστε πάντα τόσο ήρεμη και κοινωνική». «Ευχαριστώ, αλλά ενδόμυχα ανησυχώ, μις Πράις». «Να με φωνάζετε Τζούλια, παρακαλώ». «Πολύ καλά, και εσείς να με λέτε Καρλότα». «Πολύ ωραίο όνομα». «Ευχαριστώ. Είναι...» Αντιλήφθηκε πως κάποιος τους πλησίαζε και σταμάτησε. Γύρισε και είδε δίπλα της τον υποκόμη Φέρμπριτζ. Τα γαλανά του μάτια κοιτούσαν την Τζούλια. Έκανε μια υπόκλιση. «Μις Πράις, μου υποσχεθήκατε τον επόμενο χορό, νομίζω... δηλαδή αν δε σας διακόπτω...» Η Καρλότα του χαμογέλασε. «Παρακαλώ, κύριέ μου, συνοδέψτε την παρτενέρ σας».


«Δε σε πειράζει να σ’ αφήσω;» τη ρώτησε η Τζούλια ανήσυχη. «Καθόλου. Πήγαινε να διασκεδάσεις». Οπισθοχώρησε χαμογελώντας, ενώ η Τζούλια έπιασε το λόρδο Φέρμπριτζ από το μανίκι για να την οδηγήσει στην εσωτερική αίθουσα. Και τότε, πολύ αργά δυστυχώς, η Καρλότα διαπίστωσε πως πίσω από τον υποκόμη ακολουθούσε ο λόρδος Ντάρβελ. Απείχαν ελάχιστα. Εκείνος την είδε συνοφρυώθηκε και έμεινε ακίνητος. Έκανε ήδη μεταβολή και ετοιμάστηκε να την αποφύγει, όταν ακούστηκε η χαρούμενη φωνή του οικοδεσπότη τους. «Τι τύχη, κύριέ μου!» Ο κύριος Πράις στήριξε το χέρι του στο μπράτσο του Ντάρβελ «Ετοιμάζονται για τον επόμενο χορό και η μις Ράιβινγκτον δεν έχει καβαλιέρο». Η Καρλότα ένιωσε ταπείνωση. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο λόρδο Ντάρβελ και βεβαιώθηκε ότι κι εκείνος ένιωθε ανάλογα συναισθήματα. Αναρωτήθηκε αν θα έφευγε τελικά, αλλά ο κύριος Πράις τον χτύπησε στον ώμο προτρέποντάς τον: «Εμπρός λοιπόν!» Εκείνη άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά στάθηκε αδύνατο να μιλήσει. Ο λόρδος Ντάρβελ την πλησίασε ανέκφραστος και της άπλωσε το χέρι του. «Θα μου κάνετε την τιμή, μις Ράιβινγκτον;» Δεν υπήρχε διέξοδος. Αν αρνιόταν, θα προκαλούσε και στους τρεις τους αμηχανία. Δειλά, ακούμπησε τα δάχτυλά της στο μανίκι του. «Είστε πολύ καλός, κύριέ μου». *** Ο Λιουκ βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του. Όσο και να προσπαθούσε να αποφύγει την Καρλότα εκείνη τον έκανε να την προσέξει. Όχι, όφειλε να είναι τίμιος με τον εαυτό του. Δεν έφταιγε εκείνη. Ο Λιουκ θυμήθηκε πως έκανε ό,τι μπορούσε να μείνει μακριά της τότε στο Μάλμπερι Κορτ, όταν συνειδητοποίησε ότι κινδύνευε να ερωτευτεί αυτό το υπέροχο ξωτικό που φορούσε αντρικό πουκάμισο και παντελόνι.


Ένα σούρουπο, αφού τελείωσε τις δουλειές του με έναν έμπορο, πήγε να βρει τον Κεμπλ για να τον αποχαιρετήσει. Σκόπευε να αναχωρήσει από το Μάλμπερι το επόμενο πρωί. Αλλά, την ώρα που έβγαινε από το σπίτι του υπεύθυνου για την ανακαίνιση, ο ουρανός σκοτείνιαζε από τα βαριά σύννεφα και αστραπές έσχιζαν τον ορίζοντα. Τότε, ξαφνικά, στα παράθυρα του σπιτιού διέκρινε έντονες λάμψεις και όρμησε μέσα περιμένοντας να βρει φλόγες να γλείφουν τους φρεσκοζωγραφισμένους τοίχους. Αλλά βρήκε την Καρλότα. *** «Τι στο καλό κάνεις εδώ;» Η φωνή του φανέρωνε ενόχληση και αντήχησε δυνατά στους άδειους τοίχους της αίθουσας. «Το ίδιο μπορώ να σας ρωτήσω κι εγώ, κύριε, αφού έχετε μέρες να φανείτε». Η Καρλότα τον προκαλούσε! «Ήμουν στο σπίτι του Κεμπλ και συζητούσαμε για τη μεταφορά των επίπλων. Είδα τη λάμψη στα παράθυρα και ήρθα να δω τι συμβαίνει». «Λυπάμαι αν νόμιζες ότι επρόκειτο για εισβολείς». «Ανησύχησα περισσότερο για πυρκαγιά. Γιατί δε βρίσκεσαι στο σπίτι σου;» επέμεινε αγριεμένος. «Ήθελα να δω για τελευταία φορά τη δουλειά του πατέρα μου. Ζητώ συγνώμη. Δεν ήθελα να ενοχλήσω κανέναν. Θα φύγω αμέσως». «Όχι, δε θα φύγεις». Η Καρλότα ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της. «Θέλω να πω, έξω βρέχει καταρρακτωδώς. Δε θα είσαι ασφαλής». «Α». Το επιφώνημά της ήταν τόσο τρυφερό που τον έκανε να αλλάξει στάση. Η καρδιά του ένιωσε συμπόνια. Η Καρλότα φαινόταν ευάλωτη καθώς κρατούσε στο τρεμάμενο χέρι της ένα κερί. «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς. Εδώ είσαι ασφαλής», της είπε ευγενικά. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και της πήρε το κερί. «Έλα να δούμε μαζί το έργο του πατέρα σου». Περιπλανήθηκαν στα άδεια δωμάτια μέχρι που βρέθηκαν στο σαλό-


νι, στη μια άκρη του σπιτιού. Ανάμεσα σε δυο μαρμάρινα τζάκια υπήρχε μια τοιχογραφία. Οι άλλοι τρεις τοίχοι είχαν μεγάλα παράθυρα, σχεδιασμένα για ν’ αφήνουν να περνά όσο το δυνατόν περισσότερο φως. Τώρα όμως ήταν σκοτεινά και η βροχή έσκαγε πάνω τους. Ο Λιουκ πλησίασε την τοιχογραφία και σήκωσε ψηλά το κερί για να τη δει καλά. «Ο πατέρας σου είναι σπουδαίος καλλιτέχνης, Καρλότα. Είναι υπέροχη η τοιχογραφία». «Ευχαριστώ. Να σου δείξω κάτι;» Τον πήρε από το μπράτσο και τον οδήγησε στην άλλη γωνία της τοιχογραφίας. «Εδώ», του έδειξε. «Κοίτα κοντά στο σανδάλι της κυρίας». Εκείνος πλησίασε να δει. «Ένα σαλιγκάρι». « Ακριβώς, λουμάκα». Η Καρλότα γέλασε. «Ακούγεται καλύτερα στα ιταλικά. Είναι η υπογραφή του μπαμπά. Δεν το λέει σε πολύ κόσμο, αλλά είναι πολύ σημαντικό για εκείνον. Όταν ήταν στη Ρώμη, ζωγράφιζε συχνά πίνακες μεγάλων ζωγράφων για τουρίστες που τους ήθελαν για τα σπίτια τους. Ο ίδιος δεν ένιωθε άσχημα που δημιουργούσε αντίγραφα, γιατί επέμενε ότι, εφόσον έβαζε την υπογραφή του, δεν έκανε κάτι κακό. Δεν προσπαθούσε να ξεγελάσει κανέναν». «Τιμή μου που το μοιράζεσαι μαζί μου». Την κοίταξε και η Καρλότα του χαμογέλασε κι αμέσως έστρεψε αλλού το βλέμμα της, νιώθοντας ξαφνικά ντροπαλή και αδέξια. Και, θαρρείς και ήθελε να κατευθύνει αλλού την προσοχή του, του έδειξε τους πολυελαίους. «Όταν ανάψουν όλα αυτά τα κεριά, το δωμάτιο θα λάμπει. Μπορείς να φανταστείς πόσο ωραία θα είναι όταν θα συγκεντρωθούν εδώ μέσα όλες οι κυρίες με τις καλύτερες τουαλέτες τους;» Αναστέναξε. «Μακάρι να μπορούσα να το δω κι εγώ». «Ίσως το δεις». Εκείνη γέλασε. «Ίσως! Θα σκαρφαλώσω στα παράθυρα και θα κολλήσω τη μύτη μου στα τζάμια κάποιο βράδυ».


Η σκέψη της τον θύμωσε. «Δεν εννοούσα αυτό», βρυχήθηκε. «Θα είσαι κι εσύ μέσα σ’ αυτή την αίθουσα και θα χορεύεις». «Μην ταράζεσαι. Δε θέλω τον οίκτο σου». «Δε νιώθω οίκτο. Έχω σκοπό να σε δω να χορεύεις εδώ». Ακούμπησε το κηροπήγιο στο πάτωμα και της άπλωσε τα χέρια του. «Έλα». «Είσαι απίστευτος!» Η Καρλότα γέλασε, αλλά δεν αντιστάθηκε καθώς εκείνος την πήρε από το χέρι και άρχισε να τη στριφογυρίζει στο δωμάτιο μουρμουρίζοντας μια μελωδία. «Χορεύετε βαλς, μις Ντουρίνι;» «Όχι, κύριε. Δεν έμαθα ποτέ». «Λοιπόν, ο άντρας κρατά τη γυναίκα έτσι». Την τράβηξε πάνω του, κατέβασε το μανδύα της στους ώμους της για να ανεμίζει σαν πέπλο πίσω της και γλίστρησε το χέρι του στην πλάτη της. Αμέσως το σώμα της σφίχτηκε. Ο Λιουκ ένιωσε έξαψη καθώς τα στήθη της πιέστηκαν πάνω του. Το μόνο που τα χώριζε από τη σάρκα του ήταν λεπτά στρώματα μεταξιού και λινού. «Έχω ακούσει ότι το βαλς θεωρείται άπρεπο από ορισμένους», παρατήρησε η Καρλότα. «Είναι πολύ τολμηρό δυο άνθρωποι... ένας άντρας και μια γυναίκα... να στέκονται τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον». Ύψωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του χαμογελώντας ντροπαλά. Και ξαφνικά της κόπηκε η ανάσα. «Λοιπόν, τι άλλο έχει μετά;» «Αυτό». Ο Λιουκ την έπιασε απαλά από το πιγούνι, ανασήκωσε το πρόσωπό της και τη φίλησε τρυφερά. Έπειτα αποχωρίστηκε τα χείλη της κι εκείνη απλώς... αναστέναξε. Έγειρε ανεπαίσθητα πάνω του και αυτό ήταν αρκετό. Ο Λιουκ έσκυψε και τη φίλησε ξανά, με πάθος αυτή τη φορά. Εκείνη ανταποκρίθηκε, μισάνοιξε το στόμα της για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του και το σώμα της αφέθηκε στο δικό του. Τότε εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. Δάγκωσε πολύ απαλά τα χείλη της και η Καρλότα τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του.


Έπεσαν και οι δυο στα γόνατα και ο Λιουκ την έσπρωξε απαλά στο πάτωμα. Ξάπλωσε κι ο ίδιος δίπλα της κι εκείνη κόλλησε πάνω του καθώς τα χείλη του λεηλατούσαν αργά κι αισθησιακά τα δικά της και το χέρι του γλίστρησε στο στήθος της. Ο Λιουκ ένιωσε το κορμί της να τρέμει και γέμισε πόθο. Τα δάχτυλά του τράβηξαν το πουκάμισό της μέσα από το παντελόνι της και το χέρι του βρέθηκε πάνω στο γυμνό της δέρμα να χαϊδεύει την τρυφερή καμπύλη της μέσης της και την κοιλιά της. Γέμισε το πρόσωπό της με φιλιά, γεύτηκε τη γλυκιά γεύση της –μείγμα από καλοκαιρινά λουλούδια και φρεσκοκομμένο γρασίδι που μάγεψε τις αισθήσεις του. Είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες στη ζωή του, αλλά ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο έντονη την ανάγκη να κατακτήσει και να προστατέψει μία απ’ αυτές. Η Καρλότα βόγκηξε από ηδονή κι εκείνος δίστασε. Τον κατέκλυσε η τρυφερότητα. Ήταν τόσο αθώα. Δεν έπρεπε να την πληγώσει ή να την τρομάξει. Ο ίδιος ήξερε πόσο μεθυστικός ήταν ο έρωτας, αλλά για εκείνη θα ήταν κάτι καινούριο και παράξενο. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο σκληρό, παγωμένο δάπεδο. Και μάλιστα σε ένα ξένο σπίτι! Ανασήκωσε το πρόσωπό του και την κοίταξε. Το βλέμμα της του έδειχνε εμπιστοσύνη και, ακριβώς αυτή τη στιγμή, εκείνος με εντυπωσιακή διαύγεια αποφάσισε ότι δε θα κοιμόταν μαζί της. Δε θα της έδειχνε την αγάπη του με αυτό τον τρόπο. «Παρασύρθηκα», μουρμούρισε, περισσότερο στον εαυτό του. Σηκώθηκε όρθιος και της άπλωσε το χέρι του. Εκείνη συνοφρυώθηκε και μετά τον κοίταξε σαστισμένη. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε. «Έκανα κάτι λάθος;» Ο Λιουκ της χαμογέλασε συγκρατημένα και τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. «Όχι εσύ, αγάπη μου». Άγγιξε φευγαλέα τα χείλη της με τα δικά του. «Είσαι ό,τι θέλω στη ζωή μου, αλλά δεν είναι σωστό, εδώ, στο γυμνό πάτωμα ενός άδειου σπιτιού. Αξίζεις πολύ περισσότερα». Κοίταξε προς το παράθυρο. «Νομίζω ότι η βροχή σταμάτησε. Θα σε πάω στο σπίτι σου».


Ακολούθησε αμήχανη σιωπή. Η Καρλότα δεν κινήθηκε. «Νόμιζα ότι θα με μάθαινες να χορεύω βαλς». Ακούστηκε τόσο μπερδεμένη, που εκείνος έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μην την αρπάξει ξανά στην αγκαλιά του. Της ανασήκωσε το μανδύα και της τον στερέωσε στους ώμους της. «Δεν είμαι άγιος, Καρλότα». Έσκυψε και πήρε το κηροπήγιο. «Δεν είσαι θυμωμένος μαζί μου;» Έφερε το χέρι της στα χείλη του και φίλησε την παλάμη της. «Όχι, αγάπη μου. Δεν είμαι θυμωμένος μαζί σου». *** Όχι, τότε δεν ήταν θυμωμένος μαζί της. Τώρα όμως, καθώς την οδηγούσε προς την αίθουσα του χορού, σκεφτόταν πως είχε κάνει λάθος για εκείνη. Ακόμα και τότε, εκείνη ήθελε να βρει έναν πλούσιο γαμπρό. *** Νιώθοντας την ίδια ευχαρίστηση που θα ένιωθε αν την οδηγούσαν στην γκιλοτίνα, η Καρλότα προχώρησε δίπλα στο λόρδο Ντάρβελ. Το χέρι του κάτω από το μπράτσο της ήταν αλύγιστο. Όλο το σώμα του ήταν αλύγιστο, άκαμπτο από αποδοκιμασία, σκέφτηκε εκείνη. Μάζεψε όλο το κουράγιο της για να περάσει αυτή τη δοκιμασία. Ο θυμός που την κυρίευε τη βοήθησε να τα καταφέρει. Με ποιο δικαίωμα την αποδοκίμαζε ο Λιουκ; Όταν πήραν τις θέσεις τους ανάμεσα στα ζευγάρια, εκείνη σήκωσε αγέρωχα το κεφάλι της κοιτάζοντας σταθερά κάπου πάνω από τον ώμο του. Άρχισε η μουσική. Κρατήθηκαν από τα χέρια και πλησίασαν μέχρι που αγγίζονταν σχεδόν. Τα λουλούδια του κορσάζ της έτρεμαν λίγα χιλιοστά από το γιλέκο του. Η Καρλότα προσπάθησε να έχει το νου της στα βήματα και να ξεχάσει τον καβαλιέρο της. Άλλωστε, δεν ήταν ανάγκη να μιλούν. Σύντομα όμως διαπίστωσε πως ο Λιουκ είχε αντίθετη γνώμη. «Γιατί άλλαξες το όνομά σου σε Ράιβινγκτον;» τη ρώτησε απότομα.


«Από σεβασμό στη θεία και το θείο μου. Είναι πολύ καλοί μαζί μου». «Ή ίσως ντρέπεσαι για την καταγωγή σου». «Δεν ντρέπομαι! Είναι συνηθισμένο να παίρνει κάποιος το όνομα των ευεργετών του». Τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό του καθώς τους χώρισαν τα βήματα του χορού. Τι ανυπόφορος άνθρωπος! Επέμενε να έχει άσχημη εντύπωση για εκείνη. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της. Δε θα επιζητούσε την καλή του γνώμη. Ο Λιουκ έπνιξε το θυμό του. Δεν ήθελε να διαφωνήσει μαζί της στη μέση της αίθουσας. Τα βήματα του χορού τον έκαναν να περάσει δίπλα της. Παραλίγο να γελάσει αντικρίζοντας το οργισμένο βλέμμα της. Όφειλε πάντως να παραδεχτεί ότι τα μαύρα μάτια της έλαμπαν υπέροχα όταν ήταν θυμωμένη. Εκείνη μάλλον σκόπευε να τον αγνοήσει σε όλη τη διάρκεια του χορού, αλλά δε θα της έκανε τη χάρη. Θα της έδειχνε ότι έπρεπε να του φερθεί τουλάχιστον με στοιχειώδη ευγένεια. «Πώς περνάτε στο Λονδίνο, μις Ράιβινγκτον;» «Πολύ καλά, ευχαριστώ». Περίμενε να του πει και κάτι άλλο και, επειδή εκείνη δεν το έκανε, ανασήκωσε τα φρύδια του. «Αυτό είναι όλο; Δεν έχετε διάθεση για τις κοσμικές εκδηλώσεις και τα εμπορικά καταστήματα της πόλης;» «Αν είχα, θα με θεωρούσατε άμυαλη και επιπόλαιη». «Και εσείς προτιμάτε να σας θεωρώ σκυθρωπή και ανικανοποίητη». «Δε μ’ ενδιαφέρει τι με θεωρείτε», του απάντησε χαμηλόφωνα. Ο Λιουκ ξεφύσηξε νευριασμένος. Γιατί τον θύμωνε τόσο; Γέλασε σκληρά. «Πρόσεχε να μην κατσουφιάζεις άσκοπα, Καρλότα», της πέταξε μέσα από τα δόντια του καθώς τους χώρισαν πάλι τα βήματα του χορού. «Μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα και να έχεις λόγο να κατσουφιάζεις». Εκείνη συγκρατήθηκε. Γύρω της τα ζευγάρια που χόρευαν γελούσαν και διασκέδαζαν. Δεν έπρεπε να τη δουν να λογομαχεί με τον καβαλιέρο της. «Ευχαριστώ για τη συμβουλή σας, κύριέ μου», του είπε γλυκά μό-


λις ξανάσμιξαν. «Επειδή εσείς δεν μπορείτε να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας, δε σημαίνει ότι θα χάσω εγώ τη δική μου». Το χαμόγελό του ήταν το ίδιο προσποιητό με το δικό της, αλλά τα μάτια του έλαμπαν επικίνδυνα. Εκείνη προσπάθησε να βρει κάτι τετριμμένο να πει. «Είμαστε πολύ τυχεροί με τον καιρό, συμφωνείτε; Είναι αρκετά ζεστός για να μη χρειαζόμαστε τζάκι και αρκετά δροσερός για ν’ απολαμβάνουμε το χορό μας». Ο Λιουκ δεν απάντησε. Της φάνηκε πως έτριζε τα δόντια του. Ανασήκωσε επιτιμητικά τα φρύδια της. «Ελάτε, κύριέ μου. Τόση προσπάθεια καταβάλλω για ν’ ανοίξω συζήτηση μαζί σας. Σίγουρα μπορείτε να μου απαντήσετε». «Ο χορός τελείωσε. Απαλλάχτηκα από την υποχρέωση». Η Καρλότα ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον άφησε να την οδηγήσει στην άκρη της αίθουσας. «Και οι δυο απαλλαχτήκαμε», μουρμούρισε. «Δεν είναι ανάγκη πια να είμαστε ευγενικοί». «Δεν είδα καμία ευγένεια εκ μέρους σας, μις Ράιβινγκτον». Του έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα, αλλά δεν πρόλαβε να του απαντήσει γιατί είχαν φτάσει ήδη μπροστά στη λαίδη Μπρόξτεντ, που συνομιλούσε με την οικοδέσποινα. Ο λόρδος Ντάρβελ αποχώρησε χωρίς να πει λέξη, αλλά ευτυχώς η θεία της δε φάνηκε να το προσέχει. Πήρε την Καρλότα από το χέρι και την τράβηξε κοντά της. «Παιδί μου, κανονίζουμε μια έξοδο. Η κυρία Πράις μου είπε ότι η μαντάμ Σακί δίνει μια παράσταση στο Βόξχολ την ερχόμενη εβδομάδα και λέμε να μαζευτούμε να πάμε να τη δούμε. Τι λες κι εσύ;» «Η μαντάμ Σακί;» «Ισορροπεί πάνω σε σκοινί», της εξήγησε η κυρία Πράις. «Είναι θεαματική. Εμφανίστηκε στο Βόξχολ πέρυσι για πρώτη φορά και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε την κράτησαν εκεί». «Λοιπόν, Καρλότα, θα ήθελες να τη δεις;» «Πάρα πολύ, θεία μου, ευχαριστώ». Η κυρία Πράις χτύπησε τα χέρια της. «Τότε είμαστε σύμφωνοι. Θα πά-


με όλοι μαζί. Και θα βρω δυο νεαρούς κυρίους να μας συνοδέψουν, γιατί είμαι σίγουρη ότι η Τζούλια κι εσύ θα περάσετε πολύ καλύτερα αν έχετε από έναν ωραίο συνοδό». Ένας ελαφρύς θόρυβος και μια ιδιαίτερη αναστάτωση κοντά στην είσοδο την έκανε να στραφεί προς τα εκεί. «Ποιος έρχεται τόσο αργά; Δεν περίμενα κανέναν πια. Α, οι νεόνυμφοι. Ο Έινσλοου και η σύζυγός του!» Η κυρία Πράις απομακρύνθηκε βιαστικά και η Καρλότα ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να δει το ζευγάρι που έμπαινε. Ακόμα και από απόσταση, αναγνώρισε τον Τζέιμς Έινσλοου. Δεν ήταν το ίδιο ψηλός με τον αδερφό του, αλλά είχε τα ίδια καστανά μαλλιά και μια άνεση στους τρόπους που τώρα καθρεφτιζόταν σε ένα σαγηνευτικό χαμόγελο προς την οικοδέσποινά του. Η Καρλότα υπέθεσε ότι της ζητούσε συγνώμη για την καθυστέρηση. Χαμογελούσε στην κυρία Πράις με το ίδιο λαμπερό χαμόγελο που είχε ο Λιουκ προς εκείνη όταν βρίσκονταν οι δυο τους στο Μάλμπερι. Η ανάμνηση αυτή της προκάλεσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Και για να την ξεχάσει, έστρεψε την προσοχή της στην κυρία Έινσλοου. Ήταν μια πρόσχαρη καστανή γυναίκα με πλούσιες καμπύλες που αναδείκνυαν υπέροχα το μπρονζέ μεταξωτό φόρεμά της με το βαθύ ντεκολτέ. Φορούσε και ασορτί καπέλο. Η χρυσή φούντα του κουνιόταν πέρα δώθε καθώς εκείνη μιλούσε ζωηρά στην οικοδέσποινα. Η Καρλότα αντιλήφθηκε ότι η θεία της έπνιξε ένα ξεφωνητό. «Τι συμβαίνει, θεία;» «Μακάρι να είχαν μείνει λίγο ακόμα στο Μπέρκσιρ», μουρμούρισε η λαίδη. «Τι θα γίνει αν σε αναγνωρίσουν;» Η Καρλότα γέλασε. «Αδύνατον! Αυτοί βρίσκονταν στην Ευρώπη όταν εγώ ήμουν στο Μάλμπερι». «Πρέπει να προσέχεις, Καρλότα, να μην αποκαλύψεις το πραγματικό σου όνομα». «Νόμιζα ότι αυτό το είχαμε ήδη συμφωνήσει». Δίστασε και συνέχισε: «Τόσο τρομερό θα ήταν, θεία, αν μαθευόταν πως ο πατέρας μου εί-


ναι ζωγράφος;» «Θα ήταν ντροπή για το θείο σου και για μένα. Καλύτερα είναι να μη ρωτήσει κανείς για τους γονείς σου». Η Καρλότα ένιωσε ανήσυχη. «Τότε καλύτερα να ζούμε πιο απομονωμένα. Μη με πηγαίνεις σε τόσες κοινωνικές εκδηλώσεις». Η λαίδη Μπρόξτεντ την κοίταξε επίμονα. «Εσύ δε θέλεις να πηγαίνεις σε αυτές;» Δεν ήξερε τι να πει για μερικά δευτερόλεπτα. Βλέποντας την έκφραση της θείας της συνειδητοποίησε ότι κι εκείνη ευχαριστιόταν το ίδιο, αν όχι και περισσότερο, στις κοσμικές συγκεντρώσεις και δεν ήθελε να την απογοητεύσει. «Ασφαλώς και θέλω, θεία, αλλά δε θέλω να σας ντροπιάσω. Ας αποφεύγουμε τότε τον κύριο και την κυρία Έινσλοου». «Δυστυχώς αυτό είναι αδύνατον. Θα πηγαίνουν παντού... και το ίδιο πρέπει να κάνεις κι εσύ». Η λαίδη όρθωσε το μικρό ανάστημά της. «Ας ελπίσουμε ότι δε θα ανακαλύψει κανείς την ταυτότητά σου – τουλάχιστον μέχρι να βρεθείς παντρεμένη και ασφαλής. Δε θα σταματήσουμε να βγαίνουμε. Άλλωστε, κανένας εδώ δε σε γνωρίζει, έτσι δεν είναι;» Η Καρλότα κατάλαβε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να ομολογήσει την αλήθεια, αλλά παρέμεινε σιωπηλή. Κοίταξε το λόρδο Ντάρβελ που διέσχισε την αίθουσα για να χαιρετήσει τους νεοφερμένους και η καρδιά της πόνεσε. Ήταν φανερό ότι διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τον αδερφό και τη νύφη του. Σίγουρα θα τους μιλούσε για το ειδύλλιό του με την κόρη του ζωγράφου. Μέχρι το τέλος της βραδιάς, οι ελπίδες της λαίδης Μπρόξτεντ για εκείνη μπορεί να χάνονταν. *** Ο Λιουκ άρπαξε το χέρι του αδερφού του με θέρμη. «Τζέιμς! Πότε έφτασες στην πόλη;» «Σήμερα το πρωί. Η Αντέλ δεν έβλεπε την ώρα να αγοράσει καινούρια φορέματα».


«Υπερβολές!» έκανε η γυναίκα του, διακόπτοντας τη συζήτησή της με την κυρία Πράις. «Κι εσύ ανυπομονούσες να έρθεις. Λιουκ, πώς είσαι; Όμορφος όπως πάντα, βλέπω». «Και εσύ ακόμα πιο γοητευτική», της απάντησε φιλώντας το χέρι της. «Πώς σου φάνηκε το Μάλμπερι Κορτ;» «Πανέμορφο. Ευχαριστώ για τη φροντίδα σου. Ο Κεμπλ μας είπε ότι έμεινες εκεί εβδομάδες ολόκληρες». «Σ’ ευχαριστούμε», είπε ο Τζέιμς. «Για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα ν’ ασχοληθείς ιδιαίτερα». «Ήταν πολύ πληκτικό για σένα;» επέμεινε η Αντέλ. Ο Λιουκ ήθελε να ομολογήσει ότι έζησε εκεί μερικές από τις πιο ευτυχισμένες εβδομάδες της ζωής του, αλλά θα τους κινούσε την περιέργεια και η Αντέλ ήταν πανέξυπνη. Δε θα το διακινδύνευε. «Το άντεξα όσο μπορούσα», απάντησε ψυχρά. «Αλλά νομίζω ότι θα έπρεπε να περνάτε περισσότερο καιρό εκεί». Η Αντέλ κούνησε το κεφάλι της αναστενάζοντας. «Σχεδόν όλον το μήνα ήμαστε οι δυο μας». «Ιδανικό αυτό», μουρμούρισε ο Λιουκ μειδιώντας και η Αντέλ τον χτύπησε στο μπράτσο με τη βεντάλια της. «Μη με κοιτάς με ύφος που τα ξέρει όλα! Ο Τζέιμς κι εγώ χρειαζόμαστε παρέα, αλλιώς θα αλληλοσκοτωθούμε». «Σωστά». Ο άντρας της της χαμογέλασε με στοργή. «Γι’ αυτό, ήρθαμε να μείνουμε στην πόλη λίγες εβδομάδες και ύστερα θα πάρουμε μια παρέα και θα γυρίσουμε στο Μάλμπερι για το καλοκαίρι». «Θα έρθεις κι εσύ, έτσι δεν είναι, Λιουκ;» «Φυσικά, Αντέλ. Αν δε μου τύχει κάτι καλύτερο». Εκείνη γέλασε. «Πόσο μου έλειψαν τα πειράγματά σου! Λείψαμε πολύ καιρό στο εξωτερικό κα όλοι γύρω μας ήταν πολύ σοβαροί». Πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του. «Έλα, έχω να σε δω από το Παρίσι και στα γράμματα δε λέγονται όλα. Πες μου τι έκανες όλον αυτό τον καιρό και ύστερα θα κανονίσουμε να με συνοδεύσεις μια μέρα στην οδό


Μποντ». «Ασφαλώς, αλλά αυτό είναι καθήκον του άντρα σου». Εκείνη κούνησε το γαντοφορεμένο χέρι της. «Ο Τζέιμς δεν έχει ιδέα από μόδα». Ο Λιουκ πήγε να το αποφύγει. «Λυπάμαι, Αντέλ, έχω πολλές υποχρεώσεις...» «Υπερβολές. Σίγουρα θα βρεις λίγο χρόνο να με πας για ψώνια». Κοίταξε με απόγνωση τον αδερφό του που γέλασε. «Μην υπολογίζεις σ’ εμένα, Λιουκ. Εγώ ήρθα στην πόλη για τη δική μου ψυχαγωγία. Εσύ έχεις άνεση με τις γυναίκες. Θα περάσεις καλά!»


Κεφάλαιο 3

Η λαίδη Μπρόξτεντ βγήκε από το κατάστημα της καπελούς και ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να συνηθίσει το φως του ήλιου. «Λοιπόν, Καρλότα, πού θα πάμε τώρα;» Η Καρλότα που την ακολουθούσε αναστέναξε. «Πρέπει να πάμε και κάπου αλλού, θεία; Κάναμε τόσο πολλά ψώνια που τρέμω να σκεφτώ τι θα πει ο θείος». «Τι λες να πει; Ο Μπρόξτεντ ξέρει πώς είναι στην πόλη. Τα γάντια λερώνουν γρήγορα και τα παπούτσια καταστρέφονται στους βρόμικους δρόμους». «Και τα καπέλα;» ρώτησε η Καρλότα κοιτάζοντας τις καπελιέρες που κουβαλούσε ένας ανέκφραστος υπηρέτης. «Όσα καπέλα και να έχεις, χρειάζονται», δήλωσε η λαίδη Μπρόξτεντ αποφασιστικά. «Έλα να μπούμε εδώ. Σου πάει πολύ το πράσινο χρώμα και θέλω να σου αγοράσω ένα καινούριο βραδινό μεταξωτό φόρεμα». «Σε παρακαλώ, θεία, ας μην μπούμε», ικέτευσε η Καρλότα. «Έχω παραμείνει ακίνητη για να μου πάρουν τα μέτρα τόσες φορές που δεν αντέχω άλλο...» Διέκοψε τη φράση της καθώς αντιλήφθηκε ότι η λαίδη Μπρόξτεντ δεν την άκουγε. Κοίταξε προς το μέρος που κοιτούσε η θεία της και είδε να πλησιάζει η Αντέλ Έινσλοου. Αλλά, μόλις διαπίστωσε ποιος ήταν ο συνοδός της, της κόπηκε η ανάσα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή, θαρρείς και προσπαθούσε να πηδήξει έξω από το στήθος της. «Παράξενο», μουρμούρισε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Πώς έπεισε τον Ντάρβελ να τη συνοδέψει για ψώνια; Κυρία Έινσλοου, λόρδε Ντάρβελ, πώς είστε;» Η Αντέλ σταμάτησε και τους χαμογέλασε πλατιά. «Καλή σας μέρα, λαίδη Μπρόξτεντ και... Και αυτή πρέπει να είναι η όμορφη ανιψιά σας


για την οποία μιλάνε όλοι. Θα μας συστήσετε, παρακαλώ; Άκουσα ότι ήσαστε στη συγκέντρωση των Πράις, μις Ράιβινγκτον», συνέχισε μόλις έγιναν ο συστάσεις. «Ντρέπομαι να ομολογήσω ότι ο Τζέιμς κι εγώ ήρθαμε πολύ αργά και δεν είχαμε χρόνο να γνωριστούμε με όλους». Η Καρλότα απάντησε κάτι αφηρημένη, γιατί η προσοχή της ήταν στραμμένη στον Λιουκ, που στεκόταν πίσω από τη νύφη του. Η ζωντάνια της κυρίας Έινσλοου της έκανε καλή εντύπωση. Τις προάλλες που την είχε δει από μακριά, της φάνηκε καλοσυνάτη. Τώρα που την έβλεπε από κοντά, η άποψή της επιβεβαιώθηκε. Τα πράσινα μάτια της έλαμπαν με χιούμορ. Κοιτούσαν πίσω από την Καρλότα, τη στοίβα με τα πακέτα που κρατούσε ο υπηρέτης της λαίδης Μπρόξτεντ. «Απ’ ό,τι βλέπω», συνέχισε, «βγήκαμε για τον ίδιο λόγο. Και εμείς ψωνίζουμε από το πρωί. Ο Ντάρβελ έχει χάσει την υπομονή του μαζί μου. Πείτε μου, υπάρχει ακόμα η μαντάμ Μποφέρ, η Γαλλίδα καπελού στο τέλος του δρόμου; Πάντα έβρισκα σ’ εκείνη κάτι που να μου αρέσει, αλλά πέρυσι έλεγε πως θα επέστρεφε στο Παρίσι αφού τελείωνε ο πόλεμος». «Ναι, ακόμα εκεί είναι», την πληροφόρησε η λαίδη Μπρόξτεντ και πρόσθεσε με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο. «Μόλις αγοράσαμε από εκείνη ένα ψάθινο μπονέ για την Καρλότα...» Η κυρία Έινσλοου γέλασε χαρούμενα. «Τότε είστε πολύ τυχερή και εμείς θα σας ζηλεύουμε όταν το φοράτε! Είναι η πρώτη σας φορά στο Λονδίνο, μις Ράιβινγκτον, σωστά; Πώς σας φαίνεται η οδός Μποντ;» «Κουραστική», απάντησε η λαίδη Μπρόξτεντ πριν η Καρλότα προλάβει να μιλήσει. «Η ανιψιά μου θέλει να φύγουμε, και ακόμα δεν είδαμε όλα τα μαγαζιά της μιας πλευράς του δρόμου. Και είναι κρίμα γιατί ήθελα πολύ να πάμε στους υφασματέμπορους μεταξιού στο Κόβεντ Γκάρντεν». Η Καρλότα χαμογέλασε μετανιωμένη. «Ακόμα δεν έχω συνηθίσει. Συγχωρήστε με. Οι αισθήσεις μου ικανοποιήθηκαν κι οι αντοχές μου εξαντλήθηκαν από τόσα μαγαζιά και τόσο όμορφα πράγματα. Δυστυ-


χώς, δεν αντέχω να αγοράσω κάτι άλλο». «Τότε έχω την κατάλληλη λύση», πρότεινε ενθουσιασμένη η κυρία Έινσλοου. «Θα αλλάξουμε συντροφιά. Η λαίδη Μπρόξτεντ κι εγώ θα τελειώσουμε τα ψώνια μας και ο Ντάρβελ θα συνοδέψει τη μις Ράιβινγκτον στην πλατεία Μπέρκλι». «Ω, όχι!» φώναξε η Καρλότα τρομοκρατημένη. «Δεν είμαι πραγματικά κουρασμένη. Ένα αστείο έκανα». Ο Λιουκ κοίταξε συνοφρυωμένος τη νύφη του. «Σε παρακαλώ, Αντέλ, μη γίνεσαι τόσο φορτική». Εκείνη του έριξε ένα σκανδαλιάρικο βλέμμα και αμέσως στράφηκε στην Καρλότα. «Αγαπητή μις Ράιβινγκτον, βλέπω ότι είστε αποκαμωμένη. Είναι ευκαιρία να ξεκουραστείτε. Αφήστε τον Ντάρβελ να σας συνοδεύσει στο σπίτι. Αντιπαθεί τα ψώνια όσο κι εσείς και την τελευταία ώρα ευχόταν να βρίσκεται κάπου αλλού. Η θεία σας κι εγώ θα τα απολαύσουμε λίγο ακόμα και ύστερα θα επιστρέψουμε. Τι λέτε, λαίδη Μπρόξτεντ;» «Όντως φαίνεσαι λίγο κουρασμένη, Καρλότα». «Όχι, δεν μπορώ να σε αφήσω, θεία...» Η κυρία Έινσλοου σήκωσε το χέρι της. «Μη νομίζετε ότι σας κάνουμε χάρη, μις Ράιβινγκτον. Μα βολεύει όλους. Και μην ανησυχείτε πως θα είναι άπρεπο. Θα σας ακολουθεί ένας υπηρέτης της λαίδης Μπρόξτεντ». «Λοιπόν, αν ο λόρδος Ντάρβελ δεν έχει καμιά αντίρρηση να συνοδέψει την ανιψιά μου μέχρι το σπίτι...» Η Καρλότα έβλεπε ότι η θεία της θα ενέδιδε. «Όχι, δεν μπορώ να υποχρεωθώ στο λόρδο Ντάρβελ!» Οι γυναίκες την αγνόησαν. Ο Λιουκ έκανε μια υπόκλιση. «Τίποτα δε θα μου έδινε μεγαλύτερη ευχαρίστηση, κυρία», είπε ψυχρά, τυπικά και η Καρλότα πάγωσε. «Λοιπόν, μις Ράιβινγκτον, να αφήσουμε τις κυρίες να αφοσιωθούν στα ψώνια τους;» Η Καρλότα παγιδεύτηκε. Δεν μπορούσε να πει τίποτα χωρίς να φανεί αγενής και αγνώμων.


«Ωραία!» φώναξε η κυρία Έινσλοου λάμποντας. «Να την προσέχεις, Λιουκ. Πες στον Τζέιμς ότι θα ζητήσω να στείλει την άμαξα να έρθει να με πάρει από το σπίτι των Μπρόξτεντ». *** Οι δυο συντροφιές χωρίστηκαν. Η Καρλότα κοιτούσε επίμονα μπροστά της. Στο Μάλμπερι, ό,τι λαχταρούσε περισσότερο ήταν να βρίσκεται μόνη της με τον Λιουκ. Αλλά εδώ, ακόμα και με τον υπηρέτη της λαίδης Μπρόξτεντ λίγα βήματα πίσω τους, ένιωθε μεγάλη ένταση. Λες και περπατούσε δίπλα σε ένα άγριο θηρίο. Μια τίγρη, ίσως, που από στιγμή σε στιγμή θα ορμούσε πάνω της. Ωστόσο, όταν ο Λιουκ μίλησε, ο τόνος της φωνής του ακούστηκε πολύ ευγενικός. «Η νέα μου αδερφή έχει πολύ θράσος», σχολίασε. «Της αρέσει να τα κανονίζει όλα με το δικό της τρόπο. Σας ζητώ συγνώμη εκ μέρους της». «Δε χρειάζεται», ψιθύρισε η Καρλότα επιφυλακτικά. «Τη συμπαθώ πολύ. Είναι πολύ... αναζωογονητική παρουσία». Ο Ντάρβελ γέλασε. «Όταν τη γνωρίσετε περισσότερο, θα τη χαρακτηρίσετε... κουραστική. Ξοδεύει πολλή ενέργεια για τους φίλους της, ειδικά όταν πρόκειται για προξενιά. Πείτε στην Αντέλ τις προδιαγραφές σας και θα σας βρει πλούσιο σύζυγο πριν καν το καταλάβετε». Να πάρει! Ο Λιουκ με κόπο συγκρατήθηκε για να μη βλαστημήσει δυνατά. Τι του ήρθε να πει κάτι τέτοιο; Ξαφνιάστηκε που ένιωσε χαρά στην προοπτική να έχει την Καρλότα όλη δική του στη σύντομη διαδρομή μέχρι την πλατεία Μπέρκλι. Ήταν τόσο όμορφη με το ψάθινο καπέλο που φορούσε. Οι σκούροι καφέ φιόγκοι του ταίριαζαν με τα μάτια της. Ο Λιουκ ήθελε να αφήσει πίσω του τις αψιμαχίες τους, αλλά το αστείο του ήταν πολύ πρόωρο και άτοπο. Την ένιωσε απόμακρη. «Σας ζητώ συγνώμη, δεν...» «Σας παρακαλώ, μην απολογείστε, η ιδέα σας είναι εξαιρετική. Είμαι σίγουρη ότι η κυρία Έινσλοου γνωρίζει τους πιο περιζήτητους υποψήφιους γαμπρούς της πόλης. Και δε θα ξαφνιαστεί με τη φιλοδοξία μου. Άλλωστε, ο αδερφός σας για την περιουσία της την παντρεύτη-


κε, έτσι δεν είναι;» Ο Λιουκ έτριξε τα δόντια του. «Αν θέλετε να ξέρετε, ο Τζέιμς είναι πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του!» «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό», του απάντησε μελιστάλαχτα. «Αλλά βάζω στοίχημα ότι η περιουσία της αποτελεί ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Λέω να τον ρωτήσουμε, μιας και έρχεται προς το μέρος μας». «Δε θα τον ρωτήσουμε!» δήλωσε ο Ντάρβελ καθώς ο Τζέιμς τους φώναξε από το απέναντι πεζοδρόμιο. «Λιουκ, τι ευχάριστη έκπληξη!» Ο Τζέιμς έδωσε ένα νόμισμα στον οδοκαθαριστή και τους πλησίασε με ερωτηματικό ύφος. Ο Λιουκ έκανε τις συστάσεις απρόθυμα και η Καρλότα έδωσε το χέρι της στον αδερφό του. «Κύριε Έινσλοου, χαίρω πολύ. Πριν από δέκα λεπτά μιλούσα με τη γυναίκα σας». Ο Λιουκ της έριξε μια ματιά. Εκείνη χαμογελούσε ντροπαλά στον Τζέιμς, χωρίς να εκδηλώνει κανένα σημάδι από τον αυθάδικο χαρακτήρα της. Δυστυχώς, της χαμογέλασε και ο Τζέιμς εμφανώς γοητευμένος. «Αλήθεια; Νόμιζα ότι είχε καταφέρει τον Λιουκ να την πάει για ψώνια». «Έτσι είναι, αλλά ταίριαξε καλύτερα με τη λαίδη Μπρόξτεντ», του εξήγησε ο αδερφός του. «Πάντως, η μις Ράιβινγκτον τελείωσε με τα ψώνια της και τη συνοδεύω στο σπίτι των Μπρόξτεντ Πού πας εσύ, αδερφέ μου; Δεν ήξερα ότι θα ερχόσουν στην πόλη σήμερα. Αν το ήξερα, θα σε άφηνα να συνοδέψεις εσύ τη γυναίκα σου». «Δεν είχα σκοπό να έρθω, αλλά χτες βράδυ ήμουν στο Μπρουκς με μια συντροφιά και βγήκα τώρα για να εισπράξω τα κέρδη μου από τον σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ. Ο καημένος ο Γκιλ κόντεψε να χάσει και τις μπότες του χτες βράδυ και δεν είχε να με πληρώσει, οπότε μου είπε να τον επισκεφτώ σήμερα στο σπίτι του, στην οδό Ντιν. Εκεί πάω τώρα». Έβγαλε το ρολόι του και το κοίταξε.


«Πέρασε η ώρα. Καλύτερα να πηγαίνω. Ενημερώθηκα ότι πωλούνται διάφορα αντικείμενα σε ένα σπίτι στην οδό Κέρζον και λέω να περάσω αργότερα να ρίξω μια ματιά. Νομίζω ότι θα βρω μερικά κομμάτια των Σεβρών που θα ταίριαζαν πολύ στο Μάλμπερι Κορτ. Δούλος σας, μις Ράιβινγκτον Καλή σου μέρα, Λιουκ». Ο Τζέιμς απομακρύνθηκε και ο Λιουκ προχώρησε. Ήξερε πως η Καρλότα τον κοιτούσε επίμονα «Εντάξει λοιπόν, το παραδέχομαι ότι ο Τζέιμς δε θα μπορούσε να έχει τόσο μεγαλόπρεπη διακόσμηση στο σπίτι του αν η Αντέλ δεν ήταν πλούσια», είπε εκνευρισμένος. «Όμως αγαπιούνται πολύ». «Είμαι σίγουρη», αρκέστηκε να πει εκείνη, αλλά ο καθησυχαστικός τόνος στη φωνή της τον έκανε να θέλει να την στραγγαλίσει. Την άφησε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού των Μπρόξτεντ. Αλλά καθώς υποκλινόταν και έσκυβε πάνω από το χέρι της, του ήρθε μια ιδέα. «Πείτε μου, μις Ράιβινγκτον, μόλις παντρευτείτε με τα πλούτη σας, πώς θα τα απολαύσετε, αφού δε σας αρέσουν τα ψώνια;» Στα μάτια της άστραψε θυμός, που όμως έσβησε αμέσως. Η απάντησή της ήταν αλαζονική. «Αυτό που δε μου αρέσει είναι ο συνωστισμός. Όταν γίνω πλούσια, οι έμποροι θα έρχονται σ’ εμένα για να μου εκθέτουν τα είδη τους». *** Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω της, η Καρλότα ένιωσε τύψεις, επειδή η αντιπάθειά της για το λόρδο Ντάρβελ την οδήγησε σε μια δήλωση που την έκανε να φαίνεται τόσο κακομαθημένη. Ανέβηκε τρέχοντας στο δωμάτιό της, προσπαθώντας να ξεχάσει την έκπληξη και την περιφρόνηση που διέκρινε στο πρόσωπό του μόλις άκουσε την απάντησή της. Ήταν η δεύτερη φορά που της έριχνε ανάλογο βλέμμα και πληγώθηκε, παρ’ όλο που ήξερε πως το άξιζε. Κάθισε μπροστά στον καθρέφτη της για να διορθώσει τις μπούκλες της που είχαν πιεστεί κάτω από το στενό μπονέ της. «Τι και αν με θεωρεί φιλοχρήματη;» ρώτησε το είδωλό της. «Μου είναι


αδιάφορη η γνώμη του!» *** Παρ’ όλα αυτά, οι ενοχές της επέμεναν. Αλλά μετριάζονταν κάπως από το θυμό της εναντίον του, γιατί φαινόταν τόσο πρόθυμος να σχηματίσει κακή άποψη για το χαρακτήρα της. Δεν την είχε μάθει καθόλου τόσες εβδομάδες στο Μάλμπερι Κορτ; Όχι μόνο τη θεωρούσε ικανή να κυνηγά έναν πλούσιο σύζυγο, αλλά πίστευε πως ήταν δυνατόν να περιφρονεί και τους ανθρώπους. Τέτοιες σκέψεις την οδήγησαν ώστε να προσέχει στο εξής τη συμπεριφορά της. Και έτσι, όταν η κυρία Πράις τους έστειλε ένα σημείωμα με το πρόγραμμα της επίσκεψής τους στους κήπους Βόξχολ, φρόντισε να μη διαφωνήσει ούτε στιγμή. «Θα είμαστε οκτώ», σχολίασε η λαίδη Μπρόξτεντ διαβάζοντας βιαστικά το μήνυμα. «Θα στριμωχτούμε στο δείπνο, αλλά θα τα καταφέρουμε». «Ποιοι θα έρθουν, θεία;» «Ο κύριος και η κυρία Πράις, φυσικά... και θέλει να φέρω και το θείο σου μαζί. Πρέπει να τον πείσω, γιατί γενικά δεν του αρέσουν αυτού του είδους οι εκδηλώσεις. Γι’ αυτό χαίρομαι τόσο που σε έχω εδώ, παιδί μου. Γιατί τις μοιράζομαι μαζί σου. Θα είναι η Τζούλια και εσύ... α, έχει ζητήσει και στο λόρδο Φέρμπριτζ και στον κύριο Γούλατ να έρθουν μαζί μας. Έξοχα. Θα περάσουμε ωραία». «Ναι, υπέροχα». Η Καρλότα χαμογέλασε προσπαθώντας να δείξει λίγο ενθουσιασμό. Οι εξωστρεφείς χαρακτήρες του κυρίου και της κυρίας Πράις θα αντιστάθμιζαν και με το παραπάνω την ήσυχη ιδιοσυγκρασία του θείου της. Η Τζούλια και ο λόρδος Φέρμπριτζ μάλλον θα χαίρονταν για το βράδυ που θα περνούσαν μαζί. Και ο κύριος Γούλατ μπορεί να ήταν λίγο βαρετός, αλλά φαινόταν αξιοσέβαστος. Άλλωστε, θα υπήρχαν και η μαντάμ Σακί και τα πυροτεχνήματα. Έπεισε τον εαυτό της ότι πραγματικά επρόκειτο για εξαιρετική συντροφιά.


*** Την ημέρα εκείνη, επειδή έκανε ασυνήθιστο κρύο για την εποχή, η λαίδη Μπρόξτεντ συμβούλευσε την Καρλότα να φορέσει το καινούριο, μάλλινο μεταξωτό μπλε φόρεμά της με το ασορτί πανωφόρι. «Νόμιζα ότι θα ήταν νωρίς ακόμα για τέτοιο φόρεμα, αλλά δεν πρέπει να κρυολογήσεις», είπε καθώς παρακολουθούσε την ανιψιά της να τελειοποιεί την εμφάνισή της. «Να φορέσεις και τις μπότες σου, γιατί το έδαφος είναι βρεγμένο από τη βροχή». Και τη στιγμή που έβγαινε από το δωμάτιο, πρόσθεσε: «Η κυρία Πράις λέει να πάμε στο Βόξχολ από το ποτάμι αντί από την καινούρια γέφυρα. Δε θα είναι ωραία;» Η Καρλότα συμφωνούσε. Κατέβηκε τρέχοντας στην άμαξα όπου την περίμεναν οι θείοι της. Στην προκυμαία συνάντησαν την υπόλοιπη συντροφιά και όλοι μαζί ξεκίνησαν χαρούμενοι για το Βόξχολ. *** «Είναι η πρώτη σας επίσκεψη στους κήπους, μις Ράιβινγκτον;» ρώτησε ο κύριος Γούλατ μόλις πάτησαν στη στεριά, στην άλλη όχθη του ποταμού. «Μάλιστα, κύριε». «Τότε νομίζω ότι θα σας αρέσει. Το άλσος είναι μπροστά μας. Αυτό το μεγάλο παραλληλόγραμμο, περιστοιχισμένο από δέντρα και κίονες. Ο κύριος Πράις έχει νοικιάσει για το δείπνο μας ένα θεωρείο απ’ όπου θα μπορούμε να βλέπουμε και να ακούμε την ορχήστρα. Πριν από αυτό, βέβαια, θα δούμε το έργο που εκτίθεται και την ακροβάτισσα». Βλέποντας την απορία της χαμογέλασε. «Τη μαντάμ Σακί που θα περπατήσει στο σχοινί». «Α», έκανε η Καρλότα. Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Μις Ράιβινγκτον», συνέχισε, «θέλω αυτή η βραδιά να είναι για εσάς, εκτός από ψυχαγωγική, και επιμορφωτική». «Α», αναφώνησε και πάλι η Καρλότα.


«Για παράδειγμα, ξέρατε ότι σε αυτούς τους κήπους υπάρχουν πάνω από εκατό θεωρεία για δείπνο;» «Δεν πάμε καλύτερα να βρούμε το δικό μας;» επενέβη η κυρία Πράις που τους πλησίασε. «Έχε ακόμα πολύ φως και τα μονοπάτια φαίνονται πιο όμορφα το βράδυ. Τώρα, ευχαρίστως θα έπινα ένα κοκτέιλ». Η Καρλότα έσπευσε να συμφωνήσει, γιατί σκέφτηκε ότι οπωσδήποτε θα χρειαζόταν κάτι να πιει προκειμένου να αντέξει τις πομπώδεις φλυαρίες του κυρίου Γούλατ. *** Μόλις βρήκαν το θεωρείο τους, κάθισαν να απολαύσουν το κοκτέιλ τους παρακολουθώντας τον κόσμο που ερχόταν. Η Καρλότα δεν ήταν σίγουρη ότι της άρεσε η γεύση του πηχτού, καυτερού ποτού που της έκαιγε το στήθος σε κάθε γουλιά, αλλά συνέχισε να το πίνει. Είχε τελειώσει όλο το ποτήρι της όταν η λαίδη Μπρόξτεντ παρατήρησε ότι ήταν ώρα για το έργο τέχνης. «Έχουμε πολύ χρόνο, ούτε οκτώ δεν είναι ακόμα», παρατήρησε ο Μπρόξτεντ κοιτάζοντας το ρολόι του. «Πρέπει να περιμένουμε σχεδόν μια ώρα». Η λαίδη στριφογύρισε στα χέρια της τη βεντάλια της. «Το έργο το δείχνουν στο κοινό μόνο για δεκαπέντε λεπτά και πάντα έχει πολύ κόσμο. Αν αργήσουμε, θα είναι δύσκολο να το δούμε». Ο κόμης την κοίταξε επιτιμητικά. «Εγώ το έχω δει αρκετές φορές», ανακοίνωσε. «Θα μείνω εδώ». «Πολύ σωστά», συμφώνησε η κυρία Πράις. «Κι εγώ το έχω δει. Θα μείνω κι εγώ εδώ. Σίγουρα κα εσείς, λαίδη Μπρόξτεντ. Αλλά τα κορίτσια δεν πρέπει να το χάσουν». Χαμογέλασε στο λόρδο Φέρμπριτζ και τον κύριο Γούλατ. «Κύριοι, θα θέλατε να τις συνοδεύσετε;» «Με μεγάλη μας χαρά!» αναφώνησε ο υποκόμης και σηκώθηκε αμέσως όρθιος. «Δηλαδή, δεν μπορώ να μιλήσω για τον Γούλατ, αλλά εγώ πολύ θα ήθελα. Δηλαδή...» Η φωνή του έσβησε προδίδοντας τη


σύγχυσή του. Τα μάγουλά του κοκκίνισαν. Ο κύριος Γούλατ σηκώθηκε όρθιος και είπε ήρεμα: «Ευχαρίστως θα συνοδεύσουμε τη μις Ράιβινγκτον και τη μις Πράις. Αν μας εμπιστεύεστε δηλαδή στους κήπους με τους πολυτιμότερους θησαυρούς σας». Η κυρία Πράις γέλασε χαρούμενη και άνοιξε τη βεντάλια της. «Κύριε Γούλατ, τι ωραία φιλοφρόνηση που κάνατε στις κόρες μας. Ασφαλώς και σας εμπιστευόμαστε, έτσι δεν είναι, λαίδη Μπρόξτεντ;» «Ναι. Πηγαίνετε τώρα. Για να εξασφαλίσετε καλή θέα. Και όταν γυρίσετε, θα πάμε να δούμε τη μαντάμ Σακί». Η Καρλότα κοίταξε τη θεία της απορημένη, αλλά σχεδόν αμέσως κατάλαβε ότι η λαίδη Μπρόξτεντ θεωρούσε και τους δυο κυρίους κατάλληλους ως υποψήφιους γαμπρούς και ήθελε να τους προωθήσει. Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε η θεία της αν εκείνη εξέφραζε την επιθυμία της να μείνει στο θεωρείο, αλλά η Τζούλια είχε ήδη σηκωθεί όρθια και ο υποκόμης την τύλιγε τρυφερά με τη μάλλινη εσάρπα της. Η Καρλότα δεν είχε παρά να συμφωνήσει πρόθυμα. Επειδή είχαν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους, ο κύριος Γούλατ τους οδήγησε στις κυκλικές διαδρομές των κήπων δείχνοντάς τους τα αγάλματα και τα σπήλαια που συναντούσαν στο δρόμο τους. Ο τόνος στη φωνή του έδινε την εντύπωση πως επρόκειτο για μεγάλο που κάνει μάθημα σε παιδιά. Η Τζούλια και ο λόρδος Φέρμπριτζ ήταν απορροφημένοι μεταξύ τους και δεν το πρόσεξαν, αλλά η Καρλότα ήθελε να βρει να του πει κάτι εξωφρενικό για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κι ενώ νόμιζε πως δε θα άντεχε άλλο να είναι ευγενική μαζί του, ήχησε ένα καμπανάκι που καλούσε τον κόσμο, και το μονοπάτι που οδηγούσε προς το έργο γέμισε αμέσως. «Τώρα καταλάβατε πόσο σοφά πράξαμε που ήρθαμε εδώ νωρίτερα, μις Ράιβινγκτον;» μουρμούρισε ο κύριος Γούλατ αφήνοντάς την να περάσει μπροστά του. «Δεν είμαστε μπροστά από όλους, αλλά έχουμε καταπληκτική θέα». Με ένα σάλπισμα η κουρτίνα τραβήχτηκε, αποκαλύπτοντας το έργο


του καλλιτέχνη. Η Τζούλια γέλασε και χτύπησε παλαμάκια με ενθουσιασμό, αλλά η Καρλότα ένιωσε απογοήτευση. Η μεταλλική αναπαράσταση ενός ρυακιού και ο τροχός του μυλωνά ήταν ευφυές έργο σε σύλληψη, αλλά υπερβολικό σε εκτέλεση. Και η φανταχτερή του σύνθεση με τα έντονα χρώματα έμοιαζε με παιδιάστικη. Αλλά, καθώς γυρνούσαν στο θεωρείο τους, η Τζούλια εξέφρασε τόσο ενθουσιασμό για το έργο ώστε η Καρλότα καταπίεσε την επικριτική της διάθεση. Και όταν η θεία της τη ρώτησε τη γνώμη της, θυμήθηκε την απόφασή της να είναι συγκαταβατική και το εκθείασε με επαινετικά λόγια. Ικανοποιημένη με τη στάση της, κάθισε δίπλα στη λαίδη Μπρόξτεντ έτοιμη για το ελαφρύ δείπνο: ζαμπόν, τάρτες φρούτων και κρέμα γαρνιρισμένη με κρασί, για επιδόρπιο. «Παίρνω όρκο ότι υπάρχουν πολλοί κύριοι εδώ απόψε», παρατήρησε η κυρία Πράις επιθεωρώντας τον κόσμο που έκανε βόλτα στο άλσος. Η λαίδη Μπρόξτεντ έγνεψε καταφατικά. «Σίγουρα, περισσότεροι απ’ όσοι συνήθως». «Φυσικό είναι», σχολίασε ο κύριος Πράις. «Μια γυναίκα θα βαδίσει σε ένα σκοινί ψηλά στον αέρα Ελπίζουν πως θα δουν κάτι παραπάνω από τον αστράγαλό της». Γέλασε μόνος του με το πνεύμα του. Ο λόρδος Μπρόξτεντ και η Καρλότα χαμογέλασαν σφιγμένα. Η γυναίκα του έγνεψε, δείχνοντας την τελευταία παρέα αντρών που έκανε την εμφάνισή της στο άλσος. «Μερικούς τους γνωρίζουμε. Δείτε». Άρχισε να κουνά το χέρι της για να τραβήξει την προσοχή τους. Οι νεαροί άντρες άλλαξαν κατεύθυνση και κατευθύνθηκαν στο θεωρείο τους. Ήταν ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας –φορούσαν σακάκια με ουρά και ανοιχτόχρωμα παντελόνια. «Πολλοί είναι», μουρμούρισε η Τζούλια και μετακινήθηκε πιο κοντά στον υποκόμη. «Μα τους ξέρουμε, γλυκιά μου», φώναξε η μαμά της κουνώντας ακόμα το χέρι της. «Να, ο κύριος Ίστλι, ο σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ... ο σερ Πίτερ Ότγουντ... ω, και ο λόρδος Ντάρβελ! Καλησπέρα κύριοι. Οι λέσχες


απόψε θα είναι σχεδόν άδειες». «Ίσως πάμε αργότερα, κυρία», απάντησε ένας ξανθός κύριος με ροδαλά μάγουλα και λαμπερά γαλάζια μάτια που υποκλίθηκε στην κυρία Πράις. «Είπαμε να έρθουμε να δούμε την ασύγκριτη Σακί». Ο Λιουκ ακολούθησε τους φίλους του στο θεωρείο, όπου η κυρία Πράις χαμογελούσε σε όλους Με το ζόρι είχε συνοδέψει τους φίλους του στο Βόξχολ, αλλά, όταν είδε την Καρλότα να κάθεται εκεί, η διάθεσή του άλλαξε αμέσως. Το πρόσωπό του φωτίστηκε. Βλέποντάς την, ένιωσε την έλξη που ένιωθε πάντα. Η Καρλότα είχε βγάλει το πανωφόρι της και ήταν πολύ όμορφη με το μπλε φόρεμά της. Το βαθύ του χρώμα τόνιζε τη σταράτη, λεία επιδερμίδα της. Οι μαύρες μπούκλες πλαισίωναν υπέροχα το πρόσωπο και τα μεγάλα μαύρα μάτια της. Ο Ντάρβελ ξέχασε το θυμό του από την τελευταία τους συνάντηση. Κινήθηκε προς το μέρος της, έτοιμος να της χαμογελάσει και να της μιλήσει με θέρμη, αλλά τον πρόλαβε ο σερ Γκίλμπερτ, που, από την κυρία Πράις, στράφηκε στην Καρλότα. Την κοιτάει και του τρέχουν τα σάλια, σκέφτηκε ο Λιουκ ενοχλημένος. «Και μια που είπαμε ‘ασύγκριτη’», συνέχισε ο σερ Γκίλμπερτ κοιτάζοντας την Καρλότα, «θα με συστήσετε, κυρία Πράις;» Ο Λιουκ πρόσεξε ότι η λαίδη Μπρόξτεντ μόρφασε αποδοκιμαστικά για την άμεση προσέγγισή του αλλά η κυρία Πράις γέλασε. «Φυσικά! Μις Καρλότα Ράιβινγκτον, να σας συστήσω τον σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ». Ο Λιουκ προσπάθησε να παραμείνει ήρεμος καθώς εκείνη ύψωσε το βλέμμα της στο Μάτινγουντ χαμογελώντας δειλά. «Δούλος σας, μις Ράιβινγκτον». Ο σερ Γκίλμπερτ την κοίταξε επίμονα. Το ύφος του ήταν χαρούμενο. «Πώς δε σας έχω ξαναδεί;» «Δεν έχω καιρό που ήρθα στην πόλη, κύριε». Χαμογελώντας ακόμα, η Καρλότα κοίταξε πίσω από τον σερ Γκίλμπερτ και συνάντησε το βλέμμα του Λιουκ. Ο ίδιος ήξερε πως ήταν σκυθρωπός, αλλά κατσούφιασε περισσότερο όταν είδε το χαμόγελο της Καρλότα να τρεμοπαίζει. Ύστερα


τα λόγια του σερ Γκίλμπερτ τράβηξαν πάλι την προσοχή της. «Είναι η πρώτη σας επίσκεψη εδώ, μις Ράιβινγκτον;» «Μάλιστα, κύριε, όπως και της μις Πράις», απάντησε. «Έχουμε εντυπωσιαστεί πολύ». «Πήγαμε και είδαμε το έργο», πρόσθεσε η Τζούλια με την απαλή φωνή της. «Και σας άρεσε, μις Πράις;» ρώτησε τότε ο Λιουκ, αποφασισμένος να πει κάτι –όσο ανούσιο και να ήταν. Η Τζούλια έσφιξε τα χέρια της χαμογελώντας χαρούμενη. «Ω, πάρα πολύ, κύριε. Ήταν μαγικό Πολύχρωμο θέαμα!» Ο Λιουκ χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του, αλλά με την άκρη του ματιού του κοιτούσε την Καρλότα, που γέλασε με κάτι που της ψιθύρισε ο Μάτινγουντ. Ήταν δυνατόν να μην καταλαβαίνει ότι ο σερ Γκίλμπερτ ήταν γυναικάς; Ο Λιουκ στράφηκε προς το μέρος της. «Και εσείς, μις Ράιβινγκτον;» ρώτησε. «Τι γνώμη έχετε για το έργο τέχνης; Σας άρεσαν τα χρώματα;» «Είναι ευφυές», του απάντησε προσεκτικά, αλλά το μόνο που κατάφερε με τον τρόπο της ήταν να συνδαυλίσει το θυμό του. «Αλλά δεν είναι του γούστου σας. Εσείς προτιμάτε πιο... κλασικές μορφές τέχνης». Τα μάτια της στράφηκαν στο πρόσωπό του και ο Λιουκ κατάλαβε πως εκείνη πίστεψε πως θα τη μαρτυρούσε. Αυτό δε θα το έκανε ποτέ. Τόσο λίγο τον ήξερε η Καρλότα; Ήθελε να την καθησυχάσει, αλλά τον πρόλαβε πάλι ο σερ Γκίλμπερτ. «Πρέπει όλοι να δουν το τενεκεδένιο ρυάκι», σχολίασε γελώντας. «Αλλά μόνο μια φορά!» Έγειρε πιο κοντά στην Καρλότα. «Θα μου κάνατε μεγάλη τιμή αν μου επιτρέπατε να σας δείξω μερικά από τα υπόλοιπα αξιοθέατα του Βόξχολ, μις Ράιβινγκτον». Ο κύριος Γούλατ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Αν η μις Ράιβινγκτον επιθυμεί να δει κάτι, τότε θα είναι δική μου η ευχαρίστηση να τη συνοδέψω», δήλωσε έτοιμος για καυγά.


Ο σερ Γκίλμπερτ ίσιωσε την πλάτη του χαμογελώντας. «Τι κρίμα». Η Καρλότα χαμογέλασε. Καταλάβαινε τις φιλοφρονήσεις που της έκαναν οι κύριοι και θα έπρεπε να είναι από πέτρα για να μη νιώσει ένα τρέμουλο ενθουσιασμού. Πρώτα έγνεψε καταφατικά στον κύριο Γούλατ και ύστερα στράφηκε στον σερ Γκίλμπερτ με ένα απολογητικό χαμόγελο. «Λυπάμαι που σας απογοητεύω, κύριε». Εκείνος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Κυρία μου, είναι αδύνατον να με απογοητεύσετε». Το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ. Ήταν πολύ χαρούμενη που ενέδιδε σε αυτό το αβρό φλερτ, μέσα στην ασφάλεια του θεωρείου όπου είχε την προστασία της θείας και του θείου της. Και επίσης, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία για ένα αναζωογονητικό διάλειμμα από το βαρετό μάθημα του κυρίου Γούλατ. Ωστόσο, όταν κοίταξε το λόρδο Ντάρβελ, η αποδοκιμασία στο βλέμμα του επισκίασε λίγο τη χαρά της. Μόλις οι άντρες απομακρύνθηκαν, ο κύριος Πράις κούνησε το κεφάλι του. «Αχαΐρευτοι πολλοί από αυτούς. Μαθαίνω ότι ο Μάτινγουντ είναι ξοφλημένος. Δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του στα χαρτιά στο Μπρουκς τις προάλλες. Πολύ λυπηρό να μην έχει να καλύψει τα έξοδά του ένας άντρας». «Πλήρωσε», επενέβη ο λόρδος Μπρόξτεντ, σχολαστικά δίκαιος. «Ήμουν μπροστά εγώ ο ίδιος. Τον άκουσα να λέει στον Έινσλοου ότι θα τον πλήρωνε την επομένη». «Α, μάλιστα», μουρμούρισε ο κύριος Πράις κλείνοντας το μάτι στον κύριο Γούλατ, «αυτό το έχουμε ξανακούσει όλοι μας, τολμώ να πω». «Σίγουρα», συνέχισε ο κόμης, «αλλά σε αυτή την περίπτωση τήρησε την υπόσχεσή του. Έδωσε έναν πίνακα στον Έινσλοου για να ξοφλήσει το χρέος του». «Έναν πίνακα!» «Ναι... Έναν του Τιέπολο. Τον έφερε ο πατέρας του από την Ιταλία». «Και είναι γνήσιος;» επέμεινε ο κύριος Πράις. «Ο Έινσλοου τον πήγε να


τον εκτιμήσουν;» Ο λόρδος Μπρόξτεντ φάνηκε προσβεβλημένος. «Δεν είναι ανάγκη. Έχει το λόγο του Μάτινγουντ ενός τζέντλεμαν». «Αφήστε τα τώρα αυτά». Η λαίδη Μπρόξτεντ σηκώθηκε. «Σύντομα θα ξεκινήσει η μαντάμ Σακί Πάμε να πιάσουμε καλές θέσεις». Ενώθηκαν με τον κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος γύρω από το στύλο ύψους δεκαπέντε μέτρων, ο οποίος συγκρατούσε το σχοινί για το διάσημο περίπατο της μαντάμ Σακί. Ο κύριος και η κυρία Πράις οδήγησαν τη συντροφιά τους σ’ ένα σημείο με καλή ορατότητα. Η Καρλότα δεν κατάλαβε αν βρέθηκαν πάλι τυχαία ή σκόπιμα κοντά στην παρέα του σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ. Με έναν ελιγμό πάντως, η κυρία Πράις κατάφερε να σταθεί δίπλα του και τον έκανε να τη φλερτάρει όση ώρα περίμεναν να ανέβει στο σκοινί η μαντάμ Σακί. Η Καρλότα ήταν πιασμένη αγκαζέ με τον κύριο Γούλατ και υπέμενε στωικά τη φλυαρία του σχετικά με τις εμφανίσεις της ισορροπίστριας στη Βρετανία. Ο νους της είχε αρχίσει να περιπλανιέται, όταν άκουσε μια γνώριμη φωνή μέσα στο αυτί της. «Ο συνοδός σας είναι κινητή εγκυκλοπαίδεια, μις Ράιβινγκτον». Πάγωσε. Πίσω της στεκόταν ο Λιουκ και, με τόσο κόσμο που έσπρωχνε, σχεδόν την άγγιζε Ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική της στήλη και μαζεύτηκε πιο κοντά στον κύριο Γούλατ. Εκείνος τη χτύπησε απαλά στο μπράτσο. «Ο κόσμος είναι λίγο τρομακτικός, συμφωνείτε;» τη ρώτησε ο Γούλατ. «Μην ανησυχείτε, μις Ράιβινγκτον. Δεν πρόκειται να σας αφήσω». «Η τύχη τον ευνοεί με κάθε τρόπο», της ψιθύρισε τότε ο Λιουκ. Η Καρλότα θα νόμιζε ότι τα είχε φανταστεί αν δεν ένιωθε ταυτόχρονα τη ζεστή ανάσα του πάνω στο μάγουλό της. Άρχισε να τρέμει. Έσφιξε τα χείλη της. Δε θα απαντούσε στο πείραγμά του. Το χειροκρότημα του κόσμου της έδωσε να καταλάβει ότι η μαντάμ Σακί είχε εμφανιστεί. Η Καρλότα μάταια προσπάθησε να συγκεντρωθεί στη μικροκαμωμένη γυναίκα πάνω στο σχοινί. Η προσοχή της ήταν στραμμένη στον


Ντάρβελ πίσω της. Αν έγερνε λίγο το σώμα της, θα ακουμπούσε πάνω του. Κι ένιωθε τόσο μεγάλο πειρασμό να το κάνει, που τρόμαξε. Οι αισθήσεις της έχασαν τον έλεγχο, το αίμα της έβραζε στις φλέβες της. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει, αλλά σχεδόν περίμενε να νιώσει το χέρι του στην πλάτη ή τον αυχένα της. Η προσμονή τη φλόγιζε. Φανταζόταν τα δάχτυλά του γύρω από τη μέση της, την αγκαλιά του, το άγγιγμα των χειλιών του στο μάγουλό της εκεί όπου πριν λίγο ένιωσε την ανάσα του... Ταράχτηκε συνειδητοποιώντας πόσο πολύ τα ήθελε. Της ερχόταν να ουρλιάξει που δεν τα είχε. Ο κύριος Γούλατ προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή της, εξηγώντας της πόσο τεντωμένο έπρεπε να είναι το σκοινί και τι ειδικά παπούτσια έπρεπε να φορά η μαντάμ Σακί. «Λέγεται ότι την πληρώνουν εκατό γκινέες την εβδομάδα για να δίνει παράσταση εδώ», συνέχισε ο Γούλατ απορροφημένος από τη μικροσκοπική γυναίκα πάνω από το κεφάλι του. «Αυτό δεν είναι τίποτα για κάποιον με την περιουσία του Γούλατ», μουρμούρισε ο Λιουκ στο αυτί της. «Θα μπορείς να δίνεις κι εσύ τη δική σου παράσταση, όταν γίνεις σύζυγός του! Άουτς!» Η Καρλότα χαμογέλασε. Μόλις είχε πατήσει το πόδι του Λιουκ με το μαλακό μποτάκι της. Μικρή η νίκη της, αλλά εκτόνωσε λίγο την έντασή της. Ο κύριος Γούλατ κοίταξε γύρω του. «Α, εσύ είσαι, Ντάρβελ; Πολύς κόσμος, ε;» Η Καρλότα κράτησε πεισματικά το βλέμμα της στη μαντάμ Σακί. «Σε παρακαλώ, μη στριμώχνεις την κυρία», άκουσε τον Γούλατ να λέει. «Α, κοιτάξτε, η Σακί γυρίζει. Μπράβο!» Η Καρλότα χειροκρότησε όπως όλοι καθώς η μαντάμ Σακί έκανε με χάρη μεταβολή πάνω στο σκοινί της. Ακούστηκε ένα τύμπανο και η ισορροπίστρια έκανε ένα σάλτο. Ακολούθησε επίδειξη βεγγαλικών καθώς εκείνη άρχισε να κατεβαίνει από το σχοινί. Ο κόσμος την επευφημούσε και ζητούσε κι άλλο και η Καρλότα τόλμησε να κοιτάξει πίσω


της. Ο Λιουκ είχε φύγει.


Κεφάλαιο 4

«Πολύ συναρπαστικό!» αναφώνησε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Τι λες κι εσύ, Καρλότα;» «Ναι, θεία. Ακόμα και ο θείος μου φάνηκε να το ευχαριστιέται. Έτσι δεν είναι, θείε;» Ο λόρδος Μπρόξτεντ επέτρεψε στον εαυτό του να χαμογελάσει. «Ήταν ασυνήθιστο θέαμα. Δεν την έχω ξαναδεί, αλλά νομίζω ότι έχει δώσει παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο. Πολύ καλή επιχειρηματίας». «Αλλά δεν είναι πολύ όμορφη», σχολίασε η Τζούλια. «Νόμιζα ότι θα ήταν λεπτή σαν νεράιδα». «Όχι, μάλλον μοιάζει με άντρα», παρατήρησε η Καρλότα. «Είναι όμως εξαιρετική. Να γυρίσουμε τώρα στο θεωρείο μας, θεία;» Η λαίδη Μπρόξτεντ έπιασε τον άντρα της αγκαζέ. «Λέω να κάνουμε μια βόλτα στους κήπους πρώτα. Τα φαναράκια δείχνουν πολύ όμορφα στο σκοτάδι. Αλλά δεν είναι ανάγκη να προχωράμε όλοι μαζί. Κυρία Πράις, έχετε αντίρρηση να αφήσουμε τις κοπέλες να πάνε μόνες τους;» «Καμία». Η καρδιά της Καρλότα βούλιαξε λίγο. «Μα δεν είναι ανάγκη να είμαστε χωριστά. Είμαι σίγουρη ότι εσείς ξέρετε τα ωραιότερα μονοπάτια, θεία». «Ναι, αλλά εμείς θέλουμε να περπατάμε πιο αργά. Άσε καλύτερα τον υποκόμη και τον κύριο Γούλατ να σας ξεναγήσουν. Δεν είναι κακό, αφού υπάρχει τόσος κόσμος». «Σωστά, άλλωστε η καθεμιά από εσάς θα είναι ο κηδεμόνας της άλλης», φώναξε η κυρία Πράις λες και ήθελε να τις διώξει το ταχύτερο δυνατόν. Η Καρλότα στράφηκε στην Τζούλια για υποστήριξη, αλλά εκείνη έλαμπε από τη χαρά της που θα έκανε βόλτα στους κήπους με τον υποκόμη Φέρμπριτζ. Και αποφάσισε να μην της χαλάσει τη βραδιά. Α-


πρόθυμα άφησε να τη συνοδέψει ο κύριος Γούλατ ψάχνοντας να βρει θέμα συζήτησης. Και βρήκε, αλλά, επειδή ο συγκριμένος άντρας τα μετέτρεπε όλα σε εκπαιδευτική διάλεξη, σύντομα ο νους της άρχισε να περιπλανιέται. «... Βέβαια, τα σκοτεινά μονοπάτια ήταν τόπος κρυφών συναντήσεων των εραστών», παρατήρησε ο κύριος Γούλατ οδηγώντας την σε μια αλέα με δεντροστοιχίες. «Οι εσοχές που βλέπεις κατά διαστήματα ήταν θεοσκότεινες πριν τοποθετηθούν φαναράκια στα μονοπάτια. Οι κήποι έκλεισαν αναγκαστικά πάνω από μια φορά, επειδή έγιναν παράπονα για ανηθικότητες...» Η Καρλότα αναστέναξε και συλλογίστηκε ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο συνοδός της να φερόταν ανήθικα. Αναρωτήθηκε τι απέγιναν η Τζούλια και ο υποκόμης. Είχαν εξαφανιστεί και εκείνη μάντευε ότι θα περνούσαν πολύ καλύτερα. «Οι ιδιοκτήτες πήραν εντολή να τους φωταγωγήσουν. Νομίζω ότι θα συμφωνήσεις πως το περιβάλλον είναι πιο ευχάριστο φωτισμένο, αν και οι γωνιές του παραμένουν ακόμα σκοτεινές». «Θεωρώ πολύ συναρπαστικό να περπατά κανείς στα σκοτεινά με έναν εραστή», παρατήρησε η Καρλότα με ολοένα αυξανόμενη επαναστατική διάθεση, αλλά τόσο ψιθυριστά που ο κύριος Γούλατ δεν αντέδρασε. Η ίδια θα έπρεπε να επαναστατήσει ενάντια στη δειλία της. Δεν την άντεχε... Γιατί δεν του έβαζε τις φωνές για να τον κάνει να φρίξει με τη χυδαία συμπεριφορά της; Θέλησε ν’ αναστενάξει επειδή συνειδητοποίησε ότι η αυστηρή ανατροφή της δεν της επέτρεπε να φερθεί τόσο άπρεπα. Μόλις έστριψαν σε μια γωνία, είδε μια οικεία μορφή να πλησιάζει. Χάρη στα φαναράκια μπόρεσε να αναγνωρίσει από μακριά το λόρδο Ντάρβελ. Ήταν αγκαζέ με μια γυναίκα που επιδείκνυε απροκάλυπτα τα κάλλη της. Κι εκείνη πρόσεξε αμέσως τα βαμμένα μάγουλα και τα κατακόκκινα χείλη της. Έκανε ένα μορφασμό απέχθειας όταν η γυναίκα έγειρε πάνω στο συνοδό της γελώντας επιδεικτικά με κάτι που της


είπε. Καθώς πλησίαζαν κι άλλο, η Καρλότα συνειδητοποίησε πως δεν ήθελε ο Ντάρβελ να ξέρει ότι τον είδε. Κόλλησε το σώμα της στον κύριο Γούλατ και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του. «Δε βρίσκετε πως είναι ρομαντικά εδώ κάτω από τα δέντρα;» σχολίασε. Ήξερε ότι ο Λιουκ και – μάταια η Καρλότα έψαξε να βρει μια ευπρεπή λέξη για την προκλητική γυναίκα που τον συνόδευε– η... κυρία του, τέλος πάντων, θα ήταν πολύ κοντά τους πια, και γι’ αυτό κοιτούσε πεισματικά το συνοδό της. Ο κύριος Γούλατ την κοίταξε σαστισμένος. «Ορίστε;» Με την άκρη του ματιού της είδε ότι θα περνούσαν ακριβώς δίπλα από τον Λιουκ και τη συνοδό του. Σίγουρα εκείνος την είχε δει. Κρεμάστηκε στο μπράτσο του κυρίου Γούλατ. «Το βρίσκω πολύ ρομαντικό αυτό το περιβάλλον. Τα χρωματιστά φαναράκια, ο ψίθυρος της αύρας στα φύλλα των δέντρων...» Αναστέναξε επιτηδευμένα. «Εμπνέει κάποιον να τραγουδήσει ή να γράψει στίχους». Η σκέψη του κυρίου Γούλατ να γράφει στίχους της έφερε γέλια, αλλά παρέμεινε ευγενική, γυρίζοντας ακόμα περισσότερο προς το μέρος του, ώστε να μπορεί να κρυφοκοιτάξει πάνω από τον ώμο του πίσω τους. Οι προσπάθειές της ανταμείφθηκαν γιατί ο Λιουκ γύρισε και τους κοίταξε βλοσυρός. «Εεε... δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι», παραδέχτηκε ο συνοδός της, «αλλά τώρα που το λέτε καταλαβαίνω πως ίσως κάποιοι εμπνέονται από αυτή την ατμόσφαιρα». Της χαμογέλασε. «Δεν είχα ιδέα πως είστε τόσο ευαίσθητη, μις Ράιβινγκτον». Ο Λιουκ είχε απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας και η Καρλότα τραβήχτηκε από τον κύριο Γούλατ, αλλά εκείνος την κρατούσε ακόμα σφιχτά από το μπράτσο. «Πιστεύω ότι έχετε δίκιο, αγαπητή μου. Όντως είναι δελεαστικές οι βόλτες στο φως των φαναριών». Κούνησε το κεφάλι του αργά. «Νομίζω ότι κάνατε την καρδιά μου να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, μις Ράι-


βινγκτον. Εγώ... ε...» Σταμάτησε ξαφνικά και την άφησε, βάζοντας το ένα χέρι πάνω στο στήθος του. «Κύριε Γούλατ, είστε καλά; Τι πάθατε;» Η Καρλότα τον κοίταξε ανήσυχη. Ήταν λίγο σκυφτός, μ το πρόσωπό του παραμορφωμένο από πόνο. Μια φλέβα στο δεξιό του κρόταφο είχε φουσκώσει ανησυχητικά. «Δεν μπορώ να πάρω ανάσα», ψέλλισε. Η Καρλότα κοίταξε γύρω της ελπίζοντας να δει τη θεία της ή κάποιον άλλο γνωστό. Αλλά είδε μόνο ένα ζευγάρι εντελώς απορροφημένο... Έπιασε τον κύριο Γούλατ από το μπράτσο. «Πρέπει να καθίσετε». Τον οδήγησε στην πιο κοντινή εσοχή και διαπίστωσε με ανακούφιση ότι ήταν άδεια. «Ελάτε. Καθίστε εδώ στο παγκάκι για λίγο». Ο κύριος Γούλατ τρίκλισε μέχρι το παγκάκι και κατέρρευσε πάνω του βαριανασαίνοντας. Τα χέρια του τράβηξαν το μαντίλι στο λαιμό του. «Δεν μπορώ... να αναπνεύσω», επανέλαβε. Η Καρλότα έβγαλε τα γάντια της και προσπάθησε να λύσει τον κόμπο στο μαντίλι του. Ήταν σκοτεινά και δεν έβλεπε καλά, αλλά στο τέλος κατάφερε να τον λύσει και να χαλαρώσει το γιακά του πουκαμίσου του. Ύστερα κοίταξε το γιλέκο που έσφιγγε το στήθος του. «Αν μου επιτρέπετε, κύριε, θα σας ξεκουμπώσω το γιλέκο, γιατί νομίζω ότι θα νιώσετε πιο άνετα αν δε σας σφίγγει». «Ναι, ναι, ευχαριστώ, τώρα είναι καλύτερα», μουρμούρισε εκείνος. Πήρε μια βαθιά ανάσα μόλις η Καρλότα ξεκούμπωσε το γιλέκο του. Το δαντελωτό του πουκάμισο έλαμψε αμυδρά στο λιγοστό φως. Η Καρλότα κάθισε δίπλα του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε με θόρυβο καθώς εκείνος προσπαθούσε να αναπνεύσει. «Τι να κάνω, κύριε;» τον ρώτησε ανήσυχη. «Θέλετε να φωνάξω κάποιον;» Της χάιδεψε το χέρι και τραύλισε ασθμαίνοντας: «Όχι... δεν είναι ανάγκη. Νομίζω πως... αν ξεκουραστώ λίγο, θα είμαι εντάξει». Η Καρλότα άκουγε τη βαριά ανάσα του και σκεφτόταν ότι, αν εκείνος


πέθαινε, εκείνη θα έφταιγε που τον διέγειρε με τα ερωτικά της καμώματα. Στο μάγουλό της κύλησε ένα δάκρυ. Η θεία της θα ταραζόταν αν μάθαινε για την άπρεπη συμπεριφορά της. Και μάλλον θα την έστελνε πίσω στους γονείς της. Εκείνη τη στιγμή, πράγματι θα προτιμούσε να γυρίσει στο μικρό τους σπίτι στο Μάλμπερι και να ζήσει στην αφάνεια. Κοίταξε πάλι τον κύριο Γούλατ, σωριασμένο στον πάγκο δίπλα της. Η αναπνοή του ήταν πιο φυσιολογική, αλλά τα μάτια του κλειστά. «Κύριε Γούλατ;» Η φωνή της τον έκανε ν’ ανοίξει το ένα μάτι του. «Σας ζητώ συγνώμη, μις Ράιβινγκτον», μουρμούρισε. «Προφανώς με κατέκλυσαν τα συναισθήματα. Αφήστε με, παρακαλώ, να ξεκουραστώ λίγο ακόμα και ύστερα θα σας συνοδεύσω ως την οικογένειά σας. Λυπάμαι πολύ. Σας βεβαιώνω ότι δε μου έχει ξανασυμβεί». «Μην ανησυχείτε, κύριέ μου», τον διαβεβαίωσε ανακουφισμένη που εκείνος έδειχνε σημάδια πως συνερχόταν. «Ξεκουραστείτε όσο θέλετε». Ο κύριος Γούλατ χάιδεψε πάλι το χέρι της, έκλεισε τα μάτια του και έριξε πίσω το κεφάλι του. Ύστερα από λίγο άρχισε να ροχαλίζει σιγανά. Η Καρλότα δεν ήξερε αν ένιωθε αγανάκτηση ή ανακούφιση γι’ αυτό. Ήλπιζε να μην κοιμόταν για πολλή ώρα, γιατί θα ανησυχούσαν οι θείοι της. Δε θεωρούσε σωστό να τον αφήσει και να διασχίσει τους κήπους μόνη της. Ήταν αργά. Από τα διπλανά μονοπάτια άκουγε βραχνά γέλια και χονδροειδή αστεία. Κατά διαστήματα άκουγε βήματα στα χαλίκια και κρατούσε την ανάσα της ανησυχώντας μήπως κοιτούσε κανείς στην εσοχή και την έβλεπε στη σκιά. Όσο προχωρούσε το βράδυ και κανείς δεν τους ενοχλούσε, εκείνη άρχισε να ηρεμεί. Άρχισε να της αρέσει που καθόταν ήσυχα στο σκοτάδι. Της ήρθε να ξαναφορέσει τα γάντια της και άρχισε να τα ψάχνει, όταν μια φωνή δίπλα της την έκανε να αναπηδήσει. «Μις Ράιβινγκτον! Τι ευχάριστη έκπληξη!» Ο λόρδος Ντάρβελ είχε ακουμπήσει στον κίονα στην άκρη της εσοχής σταυρώνοντας τα μπράτσα στο στήθος του. Τα φαναράκια που


φώτιζαν το μονοπάτι ήταν πίσω του και το πρόσωπό του βρισκόταν στη σκιά, αλλά η Καρλότα θεώρησε τη στάση του πολύ αυθάδη. Και ο τόνος της φωνής του δεν υποδήλωνε καμία ευχαρίστηση για τη συνάντησή τους. Τινάχτηκε όρθια και τον πλησίασε βάζοντας το δάχτυλό της στα χείλη της. «Σας παρακαλώ, ο κύριος Γούλατ κοιμάται. Μην τον ξυπνήσετε», τον πληροφόρησε χαμηλόφωνα σχεδόν ψιθυριστά. Εκείνος μόρφασε περιφρονητικά. «Τον εξουθένωσες τον εραστή σου, ε;» Ήταν έτοιμη να του εξηγήσει, αλλά ακούγοντας τα λόγια του κατάλαβε τι εντύπωση είχε σχηματίσει εκείνος για την κατάσταση. Ο κύριος Γούλατ με ξεκούμπωτο σακάκι και τα γάντια της πεσμένα στα πόδια του. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν από ντροπή. «Δεν είναι αυτό που νομίζετε». «Α, ναι;» Ο Ντάρβελ άφησε την κολόνα και πήγε κοντά της. Η σκοτεινή μορφή του της φάνηκε τεράστια κα απειλητική. Ένιωθε το θυμό του και κατέβαλλε προσπάθεια να μην οπισθοχωρήσει. Το θάρρος της επέστρεψε. Δε θα του έδινε την ικανοποίηση να δει την αγωνία της. «Ο Γούλατ μου φαίνεται ικανοποιημένος». Το αυθάδικο ύφος του τη βασάνιζε. «Ανέπτυξες τα προσόντα σου εδώ, στο μοντέρνο σχολείο όπου φοίτησες, ή τα είχες έμφυτα;» Η Καρλότα ανάσανε με δυσκολία. Ξέχασε τις εξηγήσεις που σκεφτόταν. Πριν προλάβει ο Ντάρβελ να ολοκληρώσει τη φράση του, σήκωσε το χέρι της να τον χαστουκίσει, αλλά εκείνος ήταν πολύ πιο γρήγορος και την έπιασε από τον καρπό. Έξαλλη, προσπάθησε να τραβηχτεί, αλλά ο Λιουκ γελώντας της έπιασε τα χέρια και τα έδεσε πίσω από την πλάτη της. Η κίνησή του τους έφερε τόσο κοντά, ώστε το στήθος της πιέστηκε πάνω στο στέρνο του. Η Καρλότα τρόμαξε. Κοίταξε αφηρημένη τη διαμαντένια καρφίτσα που στόλιζε το κατάλευκο μαντίλι στο λαιμό του. Ήθελε να γείρει πάνω στον άντρα που στεκόταν μπροστά της και


να ξεσπάσει σε κλάματα. Για να συγκρατηθεί, επικεντρώθηκε στο θυμό της. Τίναξε το κεφάλι της αγέρωχα και τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. Για λίγη ώρα κοιτάζονταν ακίνητοι. Το αχνό φως έριχνε βαθιές σκιές στο πρόσωπό του. Η ίδια ποτέ πριν δεν τον είχε ξαναδεί τόσο απειλητικό. Αντιλήφθηκε πως και η δική του ανάσα ήταν βαριά, πολύ πιο βαριά απ’ ό,τι δικαιολογούσε η μικρή τους διένεξη. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπά στο στήθος του γρήγορα, όπως και η δική της. Η έντασή της ήταν απερίγραπτη. Ο σφυγμός της χτυπούσε ξέφρενα, το σώμα της φλογίστηκε από έξαψη όσο και αν ο νους της φρόντιζε να το επιπλήττει για την προδοσία του. Τόσο κοντά που στέκονταν, θυμήθηκε το χορό τους στο Μάλμπερι. Θυμήθηκε πόσο ασφαλής είχε νιώσει στην αγκαλιά του. Τότε εκείνος ήταν χαμογελαστός και τρυφερός. Όμως τώρα, έτσι όπως την έσφιγγε πάνω του, μόνο θυμό έβλεπε στα μάτια του. Προσπάθησε να πνίξει τον πανικό της. Δεν επρόκειτο να παραδοθεί. «Άφησέ με αμέσως», του φώναξε μέσα από τα δόντια της, αλλά εκείνος χαμογέλασε άγρια. «Γιατί; Δε σ’ αρέσει να βρίσκεσαι στην αγκαλιά ενός άντρα;» «Όχι στην αγκαλιά τη δική σου!» του πέταξε. Την έσφιξε περισσότερο. Έσκυψε πάνω της και της ψιθύρισε: «Κάποτε σ’ άρεσε, δεν το θυμάσαι;» Αλίμονο! Δεν ήταν ανάγκη να της το υπενθυμίζει. Ωστόσο προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια, γι’ αυτό κοίταξε τα χείλη του. Αλλά τα χείλη του, έτσι όπως ήταν μισάνοιχτα, της θύμισαν τα καυτά φιλιά του και τη διέγερση που της προκαλούσαν. Ένιωσε ακαταμάχητη επιθυμία να ανασηκώσει το πρόσωπό της προς το δικό του προκαλώντας τον να τη φιλήσει ξανά. Απέστρεψε το βλέμμα της απεγνωσμένη. Αν ο Λιουκ δεν την άφηνε σύντομα, θα ενέδιδε. Ή θα ούρλιαζε. «Στο Μάλμπερι σε θεωρούσα αθώα, Καρλότα». Εκείνη γέλασε πικρόχολα. «Μόνος σου είπες ότι έχω αλλάξει πολύ από τότε».


Το βλέμμα του στράφηκε στον κοιμισμένο κύριο Γούλατ. «Τόσο πολύ ώστε να παντρευτείς έναν άντρα για την περιουσία του;» Εκείνη έφερε στο νου της τις ακατάδεκτες νεαρές δεσποινίδες που είχε γνωρίσει στη σχολή της και είπε όσο πιο ευγενικά και ακατάδεκτα μπορούσε: «Ω, ναι, έτσι νομίζω». Προσπάθησε να τον κοιτάξει. Η περιφρόνηση στο βλέμμα του την κάρφωσε σαν μαχαίρι και χρειάστηκε όλο της το πείσμα για να διατηρήσει την υπεροπτική στάση της, ξέροντας πως αυτή ήταν η μόνη της άμυνα. Ο Λιουκ έκανε ξαφνικά ένα βήμα πίσω ελευθερώνοντάς την, αλλά η Καρλότα έμεινε ακίνητη λες και είχε παραλύσει από φόβο. Ύστερα έτριψε τους μελανιασμένους καρπούς της. «Γιατί ήρθες εδώ;» τον ρώτησε. Εκείνος κοιτούσε στο έδαφος στρώνοντας τα μανίκια του, θαρρείς και ήθελε να διώξει από πάνω του τα σημάδια της επαφής τους. «Περνούσα από το θεωρείο σου, είδα πως δεν είχες επιστρέψει και ανησύχησα. Είμαι πολύ ανόητος, σωστά;» «Όντως. Και... η γυναίκα που κρατούσες αγκαζέ;» Η Καρλότα δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην περιέργειά της. «Μια γυναίκα που κρατούσα αγκαζέ. Ήθελε να κερδίσει μερικά σελίνια από οποιονδήποτε διαθέσιμο άντρα. Κατάλαβε πως εγώ δεν ήμουν αυτός που γύρευε και πήγε να αναζητήσει πιο επικερδή συντροφιά. Δίνεται σε όποιον προσφέρει χρήματα». Έκανε μια παύση. «Όπως κι εσύ». Αυτή τη φορά ο Λιουκ δεν έκανε καμία κίνηση να σταματήσει την Καρλότα. Η παλάμη της έσκασε στο μάγουλό του με τόση δύναμη που τα δάχτυλά της την έκαψαν. Η ίδια έκανε ένα βήμα πίσω, κρατώντας το κεφάλι της ψηλά. «Είναι ξεκάθαρη πλέον η γνώμη που έχεις για μένα», του ψιθύρισε χαμηλόφωνα τρέμοντας από θυμό. «Δεν έχουμε να πούμε τίποτα πια». Του γύρισε την πλάτη της. «Τι;» Η χλευαστική φωνή του την ακολούθησε. «Δε θα μου απαντήσεις;


Δε θα με επικρίνεις;» Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Οι ώμοι της έγειραν μπροστά, αλλά κατάφερε να μιλήσει χωρίς η φωνή της να τρέμει σχεδόν καθόλου. «Αντίο, λόρδε Ντάρβελ». Εκείνος δεν είπε τίποτα. Ύστερα από λίγο, άκουσε τα βήματά του πάνω στα χαλίκια να απομακρύνονται βιαστικά. Η Καρλότα πλησίασε το παγκάκι. Ο κύριος Γούλατ δεν έδειχνε κανένα σημάδι πως θα ξυπνούσε Εκείνη έπιασε το κεφάλι της απεγνωσμένη. Πώς έφτασε ως εκεί; Να κάνει τον Λιουκ να τη θεωρεί μια... Ένιωσε ρίγος στη σκέψη. Στη ζωή της μόνο ένας άντρας την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του και την είχε φιλήσει. Πέρυσι το καλοκαίρι στο Μάλμπερι Κορτ. Έβρεχε καταρρακτωδώς και εκείνη μπήκε μέσα για να περιμένει να περάσουν οι κεραυνοί και οι αστραπές και να γυρίσει στο σπίτι της. Ο Λιουκ είχε δει το φως από τα κεριά της και πήγε να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει. Η Καρλότα αναπόλησε ξανά το χορό τους στο άδειο σαλόνι. Εκείνος την είχε πάρει στην αγκαλιά του και την είχε φιλήσει τόσο πολλή ώρα και τόσο ωραία, που εκείνη δεν ήθελε να σταματήσει ποτέ. Και όταν σταμάτησε, νόμισε πως οφειλόταν σε δικό της λάθος. Ο Λιουκ χρειάστηκε να τη διαβεβαιώσει πως δεν ήταν θυμωμένος μαζί της. Όμως τώρα ήταν θυμωμένος μαζί της. Το είχε δει στο βλέμμα του, όταν την κατηγόρησε πως έχει εραστή. Την περιφρονούσε. Και μήπως είχε άδικο; Εκεί στα σκοτεινά, κάτω από την κληματαριά και ακούγοντας το ροχαλητό του κυρίου Γούλατ που έσπαγε τη σιωπή, η Καρλότα πίστευε ότι δε γινόταν να γίνει πιο δυστυχισμένη. Αλλά έκανε λάθος. Όταν ο κύριος Γούλατ ξύπνησε και ήταν σε θέση να τη συνοδέψει πίσω στο θεωρείο τους, ο λόρδος και η λαίδη Μπρόξτεντ τους υποδέχτηκαν με ένα μείγμα ανησυχίας και ανακούφισης. Εκείνος έσπευσε να τους εξηγήσει πως ένιωσε μια ξαφνική ζαλάδα, και έτσι κάθισαν μέχρι να συνέλθει. Η Καρλότα ένιωσε ανακούφιση που οι


θείοι της δέχτηκαν την εξήγησή του, αλλά τα βλέμματα και τα πειράγματα του κυρίου και της κυρίας Πράις την έκαναν να δυσανασχετεί και κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να διατηρήσει την ψυχραιμία της την υπόλοιπη βραδιά. *** Μια γκρίζα αυγή είχε φωτίσει τον ουρανό όταν η Καρλότα έπεσε στο κρεβάτι της για ύπνο. Και όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί ένιωσε ελάχιστα ξεκούραστη. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της για να πιει την καυτή σοκολάτα της. Σκέφτηκε να πει πως έχει πονοκέφαλο και να μείνει ξαπλωμένη όλη μέρα, αλλά η λογική της έλεγε ότι δε θα μπορούσε να κρύβεται για πάντα. Καλύτερα να αντιμετώπιζε την κριτική των θείων της το ταχύτερο δυνατό. Ντύθηκε με φροντίδα και κατέβηκε στην τραπεζαρία για το πρωινό, όπου τους βρήκε να κάθονται ήδη στο τραπέζι. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η συζήτηση στράφηκε στο Βόξχολ. Μίλησαν με θαυμασμό για το ακροβατικό της μαντάμ Σακί, σχολίασαν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του λόρδου Φέρμπριτζ για την Τζούλια Πράις και η Καρλότα περίμενε με αγωνία τα αναπόφευκτα σχόλια και για τη δική της συμπεριφορά. Συνεπώς, τα έχασε όταν το μόνο σχόλιο της θείας της αφορούσε το θαυμασμό των αντρών προς την ανιψιά της. «Πράγματι», παραδέχτηκε με χιούμορ ο λόρδος Μπρόξτεντ, «αν δεν ήξερα τον Γούλατ τόσα χρόνια, θα υποπτευόμουν πως σε ξελόγιαζε χτες βράδυ που αργήσατε». Η Καρλότα δε χαμογέλασε. «Εντελώς ξαφνικά λαχάνιασε, θείε. Ανησύχησα πολύ. Δεν μπορούσε να περπατήσει και καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι. Αν δε συνερχόταν, θα ζητούσα βοήθεια». Η λαίδη Μπρόξτεντ έγειρε πάνω από το τραπέζι και της χάιδεψε το χέρι. «Έκανες πολύ καλά, παιδί μου. Ο κύριος Γούλατ σου έπλεξε το εγκώμιο. Εντυπωσιάστηκε με το ενδιαφέρον που έδειξες για εκείνον». Η ίδια θεώρησε πως ο Γούλατ ήθελε απλώς να την κολακέψει, δεδομένου ότι η αδιαθεσία του είχε προκληθεί από την απόπειρά της να φλερτάρει μαζί του, και έτρεμε τη στιγμή που θα τον αντίκριζε ξανά.


Συνεπώς, ένιωσε ανακούφιση όταν, λίγες μέρες αργότερα που συναντήθηκαν, εκείνος της φέρθηκε με την ευγένεια που της έδειχνε πάντα. Ο κύριος και η κυρία Πράις αναφέρθηκαν στο επίμαχο γεγονός μόνο μια φορά και, καθώς η Καρλότα κατάφερε να κρύψει την ντροπή της, δεν το ξανασυζήτησαν. Την επόμενη εβδομάδα ο λόρδος Ντάρβελ δε φάνηκε πουθενά και η Καρλότα άρχισε να ελπίζει ότι το επεισόδιο στους κήπους Βόξχολ σύντομα θα ξεχνιόταν. *** Ο λόρδος Ντάρβελ προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεχάσει τις δυσάρεστες στιγμές που έζησε στο Βόξχολ. Ποτέ πριν δεν είχε ξανανιώσει τόση ζήλια όση εκείνο το βράδυ που είδε την Καρλότα στο πλευρό του Γούλατ. Αν το είχε βάλει σκοπό να παντρευτεί πλούσιο άντρα, θα την άφηνε. Δεν τον ένοιαζε. Κι όμως, μια σκανδαλιάρικη φωνή στο νου του έλεγε ότι τον ένοιαζε. Και ότι, αν κατάφερνε να δει πίσω από το προσωπείο της αυτάρεσκης δεσποινίδας της υψηλής κοινωνίας που είχε γίνει η Καρλότα, μπορεί να έβρισκε τη γλυκιά, αγνή κοπέλα που είχε γνωρίσει στο Μάλμπερι. «Μην κάνεις όνειρα», είπε στον εαυτό του ανυπόμονα. «Η Καρλότα έχει αλλάξει. Είναι όπως όλες οι γυναίκες της πόλης, θέλει έναν καλό γάμο. Την είδες με τα ίδια σου τα μάτια να μιλά με τον Μάτινγουντ και να φλερτάρει απροκάλυπτα με τον Γούλατ. Ξέχασέ την». Αυτό είχε σκοπό να κάνει. Σίγουρα θα τη συναντούσε ξανά, αλλά θα ήταν απλώς ευγενικός απέναντί της. Η Καρλότα ήταν σαφής. Δεν ήθελε καμία σχέση μαζί του. Ας ήταν. Όλα είχαν τελειώσει μεταξύ τους.


Κεφάλαιο 5

Από ατυχή σύμπτωση, η συντροφιά του λόρδου Μπρόξτεντ έφτασε στη συγκέντρωση της λαίδης Γιέιτμπερι την ίδια στιγμή που ο λόρδος Ντάρβελ περνούσε την είσοδο της περίφημης έπαυλης. Η καρδιά της Καρλότα βούλιαξε καθώς ο λόρδος Μπρόξτεντ, μη γνωρίζοντας τις αψιμαχίες του μαζί της στο Βόξχολ, τον χαιρέτησε χαρούμενος. Εκείνος ανταποκρίθηκε ευγενικά. Αλλά, μόλις στράφηκε στην Καρλότα, το βλέμμα του σκλήρυνε και η υπόκλισή του ήταν επίτηδες προσβλητική. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Πώς τολμούσε να της φέρεται έτσι! Επέλεξε να τον αγνοήσει και ακολούθησε τους θείους της στα σκαλοπάτια. Αλλά, παρά τις γενναίες προθέσεις της, η προσοχή της έμεινε στραμμένη πάνω του και εκείνη ένιωθε ρίγη στη σπονδυλική της στήλη ξέροντας ότι ο Λιουκ προχωρούσε λίγα βήματα πίσω της. Η οικοδέσποινά τους στεκόταν στην κορυφή των σκαλοπατιών και φώναξε ενθουσιασμένη στη λαίδη Μπρόξτεντ. «Αγαπητή μου, πολύ χαίρομαι που ήρθες. Αλλά είμαι απογοητευμένη που δε θα μπορούμε να καθίσουμε στον καινούριο μου κήπο. Ήλπιζα να ήταν έτοιμος για απόψε, αλλά τα φυτά θα έρθουν την επόμενη εβδομάδα τελικά. Πρέπει οπωσδήποτε να ξανάρθεις μόλις ετοιμαστεί. Είσαι ξεχωριστή μου φίλη και δε βλέπω την ώρα να σ’ τον δείξω». Μόλις έφτασαν κοντά, η λαίδη Γιέιτμπερι ακούμπησε το μάγουλό της στο μάγουλο της λαίδης Μπρόξτεντ συνεχίζοντας να φλυαρεί. Ύστερα χαιρέτησε την Καρλότα. Θαύμασε την ομορφιά της και πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες της κοιτάζοντάς το εξεταστικά. «Τι τέλεια επιδερμίδα! Ζηλεύω τρομερά, αγαπητή μου, γιατί η ευλογιά κατέστρεψε τη δική μου πριν από χρόνια. Γι’ αυτό έχω αυτά τα σημάδια. Αλλά η δικιά σου είναι απολύτως υγιής». Γύρισε και χαμογέλασε στη λαίδη Μπρόξτεντ. «Η ανιψιά σου είναι τόσο όμορφη ώστε όλοι οι άντρες θα πέφτουν στα πόδια της, Σίλια. Μόνο να προσέχεις


πού θα δώσεις την καρδιά σου, Καρλότα», συνέχισε και τα ευγενικά μάτια της έλαμπαν με ειλικρίνεια. «Φρόντισε να μην τη δώσεις σε κανέναν κατεργάρη όπως ο Ντάρβελ από δω. Δεν πρέπει!» Η Καρλότα κοκκίνισε αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Λιουκ ήταν δίπλα της και υποκλινόταν πάνω από το χέρι της λαίδης Γιέιτμπερι. «Η μις Ράιβινγκτον δεν έχει να φοβάται κάτι από μένα». Η Καρλότα ταράχτηκε: το αδιάφορο ύφος του της ξέσχισε την καρδιά. Αμέσως η περηφάνια της βγήκε στην επιφάνεια. Του χαμογέλασε και είπε υπεροπτικά: «Ο λόρδος Ντάρβελ είναι πολύ ευγενικός». Προχώρησαν στις αίθουσες που ήταν γεμάτες κόσμο και δεν ξαναμίλησαν. Η Καρλότα έτρεμε για το βράδυ που την περίμενε. Γιατί είχε για παρέα την πληγωμένη της καρδιά, το θυμό και τα νεύρα της. Στο δείπνο ένιωθε ναυτία και δεν μπόρεσε να φάει τίποτα από τα υπέροχα φαγητά που υπήρχαν στην τραπεζαρία. Ήπιε ένα ποτήρι κρασί νευρική και ύστερα και άλλο ένα, ή μήπως δύο; Δεν ήταν σίγουρη. *** Ωστόσο ήταν τόσο πολλοί οι νέοι άνθρωποι στη συγκέντρωση, που ήταν αδύνατον να μην επηρεαστεί από τη δική τους ευθυμία. Μετά το δείπνο η Καρλότα άρχισε να χαλαρώνει. Όταν οι κύριοι ήρθαν να βρουν τις κυρίες στο σαλόνι, η συζήτηση έγινε πιο ζωηρή και εκείνη άρχισε πραγματικά να διασκεδάζει. Προσπάθησε να βγάλει από το νου της τον Λιουκ και το γεγονός ότι εκείνος πέρασε την περισσότερη ώρα με την κυρία Λεονόρα Ντάνιελς, μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα που έκανε εμφανείς προσπάθειες να τον σαγηνεύσει. Η Καρλότα κοίταξε προς το μέρος τους. Ο Λιουκ έγερνε πάνω από την καρέκλα της και τα καστανά του μαλλιά άγγιζαν σχεδόν τις ξανθές μπούκλες της κυρίας καθώς την άκουγε. Η Καρλότα ανασήκωσε το λευκό της ώμο. Δεν την ένοιαζε. Υπήρχαν αρκετοί κύριοι που της έκαναν κομπλιμέντα και εκείνη απολάμβανε το φλερτ τους. Ένιωθε το κεφάλι της ελαφρύ. Από το κρασί, υπέθεσε ζαλισμένη. Μερικοί νέοι συγκεντρώθηκαν γύρω από το πιάνο για να παίξουν μουσική ή να τραγουδή-


σουν. Η Καρλότα τραγούδησε με τον σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ ένα ντουέτο, αλλά αρνήθηκε να τραγουδήσει άλλο, παρά τους επαίνους που δέχτηκαν. Έψαχνε να διαλέξει ένα τραγούδι για την Τζούλια Πράις, όταν με την άκρη του ματιού της είδε να πλησιάζει ο Λιουκ πιασμένος αγκαζέ με την κυρία Ντάνιελς. Έντρομη, κατέβασε το κεφάλι της στις παρτιτούρες, αλλά άδικα ανησύχησε. Εκείνος δεν κοίταξε ούτε μια φορά προς το μέρος της. Η κυρία Ντάνιελς απευθύνθηκε στην Τζούλια. «Μις Πράις, σας είδα στο Άλμακ χτες βράδυ. Δε σας φάνηκε πολύ βαρετά;» Ήταν και η Καρλότα εκεί και φάνηκε και σ’ εκείνη πολύ βαρετά. Αλλά, βλέποντας την υπερβολικά εκδηλωτική κυρία με το χρυσό φόρεμα και το ασορτί καπέλο να κρέμεται από το μπράτσο του Λιουκ τόσο κτητικά, δεν είχε διάθεση να συμφωνήσει μαζί της σε τίποτα. Θυμήθηκε πως η Τζούλια είχε περάσει το περισσότερο βράδυ με τον υποκόμη Φέρμπριτζ, κι έτσι δεν της έκανε καθόλου εντύπωση που η κοπέλα δήλωσε ότι είχε περάσει πολύ ωραία. «Εγώ θ’ αργήσω πολύ να ξαναπάω», νιαούρισε η κυρία Ντάνιελς, «εκτός αν ξέρω πως θα είστε κι εσείς εκεί, λόρδε Ντάρβελ». «Τότε σίγουρα θ’ αργήσετε», παρατήρησε ο Λιουκ χαμογελώντας. «Ο Ντάρβελ δεν πάει ποτέ στο Άλμακ», δήλωσε ο σερ Γκίλμπερτ. Ένας από τους άλλους κυρίους γέλασε εγκάρδια και σχολίασε: «Ευτυχώς, γιατί τότε θα μας έπαιρνε όλες τις κυρίες». Ο Λιουκ έκανε μια υπόκλιση. «Πάντα στη διάθεσή σου, Έλμγουντ». «Ο λόρδος Ντάρβελ θεωρεί ακαταμάχητη τη γοητεία του», μουρμούρισε η Καρλότα. Αμέσως όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της. «Όχι, όχι», την επέπληξε ο Λιουκ ευγενικά, «με αδικείτε, κυρία. Δε θεωρώ τον εαυτό μου πάνω από το μέσο όρο». «Ναι», φώναξε ο σερ Γκίλμπερτ ευδιάθετος. «Οι κυρίες τον κυνηγούν. Είναι όλες έτοιμες να πέσουν στα πόδια του».


«Όχι όλες», αντέταξε η Καρλότα, που ήταν σκυμμένη πάνω από τις παρτιτούρες και τα λόγια της ξέφυγαν δυνατότερα απ’ όσο σκόπευε. Η κυρία Ντάνιελς άφησε το μπράτσο του συνοδού της και κινήθηκε προς το μέρος της. «Ω», είπε ήρεμα. «Ντάρβελ, να μια γυναίκα που έχει ανοσία απέναντι στη γοητεία σου. Πώς γίνεται αυτό, μις Ράιβινγκτον;» «Θα ήταν πολύ θλιβερός ο κόσμος αν άρεσαν σε όλους μας τα ίδια πράγματα», απάντησε η Καρλότα με μάγουλα που έκαιγαν. Μετάνιωσε για την απερισκεψία της και ευχήθηκε να βρισκόταν κάποιος να έστρεφε τη συζήτηση σε πιο ασφαλή θέματα. «Πράγματι, αλλά κάποια προτερήματα οφείλουμε να τα εκτιμούμε όλοι και ο λόρδος Ντάρβελ τα διαθέτει σε αφθονία». Η κυρία Ντάνιελς την κοιτούσε με ένα περιφρονητικό χαμόγελο. «Πείτε μας παρακαλώ, μις Ράιβινγκτον, τι θεωρείτε εσείς ελκυστικό σε έναν άντρα;» «Ναι, μις Ράιβινγκτον». Ο Λιουκ πλησίασε τόσο κοντά της που οι φλόγες των κεριών πάνω στο πιάνο χόρευαν μέσα στα μάτια του. «Πείτε μας, ποιες αρετές θαυμάζετε εσείς;» Η Καρλότα έριξε μια ματιά στην ομήγυρη. Όλοι την κοιτούσαν, αλλά για πρώτη φορά εκείνη δεν πτοήθηκε. Ένιωθε παράτολμη και ύψωσε άφοβα το βλέμμα της στα μάτια του Λιουκ αποδεχόμενη την πρόκλησή του. «Ειλικρίνεια, ακεραιότητα, εντιμότητα», δήλωσε μετρώντας με τα δάχτυλα. Η κυρία Ντάνιελς γέλασε ρίχνοντας προς τα πίσω το κεφάλι της για να θαυμάσουν όλοι τον ωραίο λαιμό και τους ώμους της. «Αγαπητή μου, αυτά είναι χαρακτηριστικά κάθε τζέντλεμαν». «Σωστά. Είναι όμως και κάθε λόρδου;» Η ομήγυρη φάνηκε να διασκεδάζει. «Μου εξάπτετε την περιέργεια, μις Ράιβινγκτον», μουρμούρισε η κυρία Ντάνιελς. «Ντάρβελ, σ’ εσένα αναφέρεται; Ξέρει κάποιο σκάνδαλο για σένα; Πείτε μας, μις Ράιβινγκτον».


Η Καρλότα την κοίταξε πάλι με υπεροπτικό ύφος. Είχε αρχίσει να γίνεται πολύ καλή σε αυτό. «Ξέρω ό,τι ξέρουν όλοι για τον περιβόητο Άσωτο Βαρόνο». «Ελάτε, μις Ράιβινγκτον, δε θα μου δώσετε την ευκαιρία να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;» την παρότρυνε μαλακά ο Λιουκ, που την παρατηρούσε. Η Καρλότα έφερε την κλειστή βεντάλια της στα χείλη της και χαμήλωσε το βλέμμα της σεμνά. «Μια κυρία δεν κάνει ποτέ κουτσομπολιό, κύριέ μου», απάντησε και, χαμογελώντας, απομακρύνθηκε. Δεν είχε σκοπό να είναι τόσο ειλικρινής, αλλά άξιζε τον κόπο για το έκπληκτο ύφος του Λιουκ και τους ψιθύρους των άλλων. Ύστερα, η Τζούλια άρχισε να παίζει πιάνο. Και καθώς η προσοχή όλων στράφηκε στη μουσική, εκείνη ξεγλίστρησε από το δωμάτιο. Ήταν συναρπαστική η αίσθηση πως τον είχε ταρακουνήσει από την αδιαφορία του και χρειαζόταν να μείνει μόνη για να απολαύσει την επιτυχία της. Όλες οι αίθουσες ήταν γεμάτες κόσμο, αλλά σε μια γωνιά του κεντρικού σαλονιού, πίσω από ένα μεταξωτό παραβάν, εντόπισε μια μικρή πόρτα. Είχε την ίδια κινέζικη ταπετσαρία που υπήρχε και στους τοίχους και η Καρλότα δε θα την εντόπιζε αν δεν ήταν μισάνοιχτη. Ίσως ήταν πέρασμα για τους υπηρέτες ή άλλη πρόσβαση στα σκαλιά. Λαχταρώντας να πάρει λίγο καθαρό αέρα, πέρασε την πόρτα. Στην αρχή, ο διάδρομος φωτιζόταν λίγο από το σαλόνι, αλλά πιο πέρα γινόταν σκοτεινός και η σκούρα ξύλινη επένδυση στους τοίχους δεν τη βοηθούσε καθόλου να δει. Η Καρλότα γλίστρησε στο σκοτάδι και έκανε μερικά βήματα στο δροσερό πέρασμα. Από την άλλη άκρη διέκρινε φως, αλλά ήταν αρκετά μακριά, κι έτσι σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως, κάνοντας μεταβολή, είδε μια αντρική μορφή στο διάδρομο πίσω της. Παρ’ όλο που δεν ξεχώριζε ποιος ήταν, κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για τον Λιουκ. Την είχε ακολουθήσει σε όλες τις αίθουσες! Την πλημμύρισε τυφλός, παράλογος πανικός. Ανασήκωσε το φόρεμά της και άρχισε να


τρέχει. Έφτασε στο φως που έβλεπε από μακριά. Ερχόταν από μια πόρτα που έβγαζε σε ένα άδειο, φεγγαρόλουστο δωμάτιο. Η Καρλότα μπήκε μέσα χαρούμενη που ξέφυγε από το σκοτάδι. Το φως του φεγγαριού γλιστρούσε μέσα από τα μακρόστενα μεγάλα παράθυρα, στους τρεις τοίχους. Πρέπει να είναι ο καινούριος εσωτερικός κήπος της λαίδης Γιέιτμπερι, σκέφτηκε αναπνέοντας οικείες μυρωδιές από τους φρεσκοβαμμένους τοίχους. Η χαρούμενη διάθεσή της έσβησε γρήγορα. Ήταν κουρασμένη, είχε πονοκέφαλο. Μετά τη θορυβώδη και ασφυκτικά ζεστή αίθουσα χορού, το δωμάτιο αυτό ήταν ευχάριστα δροσερό και γαλήνιο. Η Καρλότα αφουγκράστηκε. Δεν άκουσε τίποτα από το διάδρομο, κι έτσι πλησίασε στο παράθυρο. Κοιτώντας έξω τον περιτοιχισμένο κήπο, αναρωτήθηκε τι τρέλα την έπιασε και φάνηκε τόσο προκλητική με τον Λιουκ. Οπωσδήποτε ήταν καλύτερα να τον αγνοεί, ακόμα και να τον αποφεύγει, ώσπου να απαλύνει κάπως ο πόνος στην καρδιά της για να μπορεί να τον αντέχει. Αναστέναξε και ακούμπησε το μέτωπό της στο παγωμένο τζάμι. «Ώστε η στρίγκλα έδειξε τα δόντια της». Αναπήδησε. Ο Λιουκ είχε γλιστρήσει αθόρυβα στο δωμάτιο σαν γάτα. Γύρισε προς το μέρος του. Της ήρθε να του ζητήσει συγνώμη, αλλά συγκρατήθηκε. Το πρόσωπό του στο φεγγαρόφωτο έδειχνε σκληρό και ψυχρό σαν μάρμαρο. Ήταν πολύ αργά για μεταμέλεια. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και τον κοίταξε προκλητικά. «Δεν είπα κάτι άπρεπο». «Όμως υπονόησες πολλά», της απάντησε προχωρώντας προς το μέρος της. Έκανε ένα μορφασμό. «Σε αποκαλούν Άσωτο Βαρόνο. Αυτό δημιουργεί ορισμένες προσδοκίες». Ο Λιουκ πήγε πιο κοντά της και η Καρλότα οπισθοχώρησε μέχρι που ένιωσε πίσω της το παράθυρο. «Τότε φοβάμαι πως θα σε απογοητεύσω», είπε ο Λιουκ. Στεκόταν υπερβολικά κοντά της, αλλά εκείνη προσπάθησε να μείνει


ακλόνητη στη θέση της. «Δε σε φοβάμαι». Το σώμα της ήταν άκαμπτο από την ένταση και η φωνή της έτρεμε λίγο. Ο Λιουκ χαμογέλασε, αλλά η Καρλότα δεν είδε να μαλακώνει καθόλου η σκληρή του έκφραση. «Κι όμως, θα έπρεπε να με φοβάσαι, και μάλιστα πολύ». Την έπιασε από τον ώμο και έσυρε απαλά τα δάχτυλά του πάνω στο δαντελωτό ντεκολτέ του φορέματός της. Η Καρλότα βρισκόταν στα όρια νευρικού κλονισμού. Τα στήθη της σκλήρυναν με το άγγιγμά του. Παρά τη θέληση τη δική της, ήθελαν τα χάδια του. Έσφιξε τις γροθιές της καρφώνοντας τα νύχια της στις παλάμες της. Ήθελε να φύγει τρέχοντας, αλλά το ένστικτό της έλεγε πως έτσι θα επιδείνωνε μια ήδη επικίνδυνη κατάσταση. «Αν... αν προσπαθήσεις να με φιλήσεις, θα φωνάξω». Τότε την πλησίασε ακόμα περισσότερο. Η Καρλότα έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μην κινηθεί και εκείνη προς το μέρος του για να γείρει το κορμί της πάνω του. Ο Λιουκ την κοιτούσε στα μάτια και ήταν σίγουρη πως μέσα τους θα έβλεπε το φόβο της. Της είχε κοπεί η ανάσα. Και εκείνος ένιωθε ένταση. Η ατμόσφαιρα μεταξύ τους ήταν τόσο ηλεκτρισμένη που μια και μόνο λέξη θα μπορούσε να τους κάνει να χάσουν εντελώς την ψυχραιμία τους, και αυτό θα ήταν σίγουρα καταστροφικό. Έμειναν να κοιτάζονται για ώρα. Ο Λιουκ, πιο ψηλός από εκείνη, φάνταζε σκοτεινός και απειλητικός. Έσκυψε πάνω της και τα χείλη της μισάνοιξαν... Το κεφάλι της έγειρε προς τα πίσω. Ανίκανη ν’ αντισταθεί, του πρόσφερε τα χείλη της για να τα φιλήσει. Και τότε, όταν όλα έδειχναν ότι αυτό θα συνέβαινε, όταν όλη της η ύπαρξη λαχταρούσε να νιώσει το στόμα του πάνω στο δικό της, ο Λιουκ τραβήχτηκε γελώντας. «Α, όχι, Καρλότα, δε θα χαρείς ξανά την αγκαλιά μου. Η εποχή αυτή ανήκει στο παρελθόν». Μεμιάς δέχτηκε ψυχρολουσία με τα λόγια και το σκληρό τόνο της φωνής του. Ακούμπησε την πλάτη της στο


παράθυρο και το παγωμένο τζάμι ήταν η μόνη της επαφή με την πραγματικότητα καθώς ο Λιουκ συνέχισε: «Αλλά θα παρακολουθώ τις κινήσεις σου, αγαπητή μου και, αν τα καταφέρεις να βρεις τον πλούσιο σύζυγο, μπορεί να του αποκαλύψω τις απολαύσεις που τον περιμένουν μαζί σου. Ήσουν απόλαυση εκείνη τη φορά στο Μάλμπερι». Η Καρλότα έσυρε τη γλώσσα της στα ξηρά χείλη της. «Δεν... δεν κάναμε κάτι κακό». Ο Λιουκ χαμογέλασε πιο πλατιά, αλλά το χαμόγελό του ήταν το ίδιο ψυχρό με το φως του φεγγαριού. «Ήσουν μόνη σου, νύχτα, σε ένα άδειο σπίτι με τον Άσωτο Βαρόνο. Ποιος άντρας θα πιστέψει ότι το μόνο που έκανα ήταν να σε φιλήσω;» Της ανασήκωσε το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. «Το ξέρεις πως έχω δίκιο». Έσπρωξε θυμωμένη το χέρι του. «Δεν ξέρω τίποτα!» «Πίστεψε ό,τι θέλεις, Καρλότα, αλλά ξέρω αρκετά για σένα για να καταστρέψω τις πιθανότητες που έχεις για έναν καλό γάμο». «Τότε, εκτός από άσωτος, είσαι και μοχθηρός». Εκείνος γέλασε, έκανε μεταβολή και έφυγε. Η Καρλότα σωριάστηκε τρέμοντας και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το κορμί της. *** Προχωρώντας στο διάδρομο, ο Λιουκ αναρωτήθηκε τι τον είχε πιάσει. Είχε συνηθίσει τα αστεία κα τα πειράγματα κατά τη θητεία του στο στρατό, συνεπώς γιατί τον πλήγωσαν τόσο βαθιά τα λόγια της Καρλότα; Είχε ερωτευτεί και άλλες γυναίκες στο παρελθόν και ποτέ δεν του ήταν δύσκολο να τις ξεχάσει όταν τις έχανε. Ή να τις ξαναδεί χωρίς τύψεις. Νόμιζε ότι θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και με την Καρλότα, όταν κατάλαβε ότι εκείνη ήθελε να βρει έναν πλούσιο σύζυγο. Και είχε αποφασίσει να κρατηθεί μακριά της, μια απόφαση που κράτησε μόνο μέχρι... την επόμενη φορά που συναντήθηκαν! Μπήκε ξανά στην κατάμεστη αίθουσα βλαστημώντας μέσα από τα δόντια του. Δε θα ξεχνούσε ποτέ το αλαζονικό της ύφος την πρώτη φορά που τη συνάντησε στην πόλη και την περιφρόνησή της επειδή εκείνος δεν είχε περιου-


σία. Αλλά ούτε και αυτό κατάφερε να σβήσει τα αισθήματά του για εκείνη. Μόνο όταν την είδε στο Βόξχολ, στη σκοτεινή γωνιά με τον Γούλατ πείστηκε τελικά ότι δεν ήταν η ευαίσθητη και αγνή κοπέλα που είχε αφήσει στο Μάλμπερι. Η συμπεριφορά της απόψε ήταν επίτηδες προκλητική για να τον θυμώσει, λες και αισθανόταν πικραμένη για την απόρριψή του. Αλλά αυτό δεν έβγαζε νόημα. Εκείνη τον είχε απορρίψει λέγοντάς του πως δεν ήταν πλούσιος για να είναι άξιος για υποψήφιος μνηστήρας της. Ωστόσο οι μεταπτώσεις της ήταν πολύ παράξενες. Ο Λιουκ ήξερε ότι έπρεπε να την αγνοήσει και να αφεθεί να απολαύσει τα θέλγητρα της κυρίας Ντάνιελς, αλλά δεν μπορούσε. Και ακολούθησε την Καρλότα σε όλες τις αίθουσες και μέχρι το άδειο δωμάτιο. Ο θυμός του αναζωπυρώθηκε καθώς έφερε την εικόνα της στο νου του: στεκόταν μπροστά του τόσο αλαζονική και προκλητική. Όταν πήγε κοντά της και μύρισε το οικείο, λουλουδάτο της άρωμα, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να της αντισταθεί. Το πρόσωπό της ήταν στραμμένο στο δικό του, τα λεπτά χαρακτηριστικά της τέλεια, τα χείλη της τόσο ποθητά. Τον γοήτευε απίστευτα. Ο Λιουκ μουρμούρισε «συγνώμη» γρυλίζοντας σχεδόν καθώς έσπρωξε μερικά άτομα που χόρευαν για να περάσει. Εκείνα τον αγριοκοίταξαν, αλλά καθόλου δεν τον ενδιέφερε. Του αρκούσε που παραμέρισαν. Έπρεπε να βγει έξω. Χρειαζόταν ηρεμία για να ανακτήσει την ψυχραιμία του και να καταλάβει τι τον έκανε έξαλλο μαζί της. Και ύστερα θα αποφάσιζε τι θα έκανε με το θέμα αυτό.


Κεφάλαιο 6

Η αντιπαράθεση με τον Λιουκ αναστάτωσε τόσο πολύ την Καρλότα, που προφασίστηκε ένα κρυολόγημα τις επόμενες ημέρες προκειμένου να αποφύγει να δει κόσμο. Η λαίδη Μπρόξτεντ έδειξε μεγάλη κατανόηση. «Καημένο μου παιδί. Αλλά ήταν αναμενόμενο...» συμπέρανε όταν την επισκέφτηκε στην κρεβατοκάμαρά της. «Κάναμε πολλά πράγματα τελευταία. Αρκετοί φίλοι μας παρατήρησαν πως ήσουν χλομή και αφηρημένη όταν σε χαιρέτησαν στη λαίδη Γιέιτμπερι. Να μείνεις στο κρεβάτι για λίγο καιρό». Χαμογέλασε και της χάιδεψε το χέρι που ήταν ακουμπισμένο πάνω στα σκεπάσματα. «Θα ακυρώσω τις εξόδους μας αυτή την εβδομάδα. Πρέπει να γίνεις καλά για τη μικρή μας χοροεσπερίδα». *** Αλλά, καθώς πλησίαζε η μέρα, η Καρλότα κατάλαβε ότι η «μικρή χοροεσπερίδα» της λαίδης Μπρόξτεντ ήταν «μεγάλο γεγονός». Την παραμονή πήγε να βρει τη θεία της για να προσφέρει βοήθεια. Τη βρήκε στο πρωινό σαλόνι, ανάμεσα σε χαρτιά, να οργανώνει τις τελευταίες λεπτομέρειες. «Μα, θεία, δεν είναι δυνατόν να θέλεις να καλέσεις όλους αυτούς τους ανθρώπους», διαφώνησε, κοιτάζοντας με δέος τη λίστα των προσκεκλημένων που εκτεινόταν σε αρκετές σελίδες. «Είπες ότι θα περάσουμε μια ζεστή βραδιά. Πού θα χωρέσουν τόσα άτομα;» «Αγαπητό μου παιδί, αυτή που κοιτάς είναι η μισή λίστα!» Η λαίδη Μπρόξτεντ κράτησε τις σελίδες και τις κοίταξε με ικανοποίηση. «Νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι οι περισσότεροι θα έρθουν. Είμαι διάσημη για τις συγκεντρώσεις μου, ξέρεις. Θα ανοίξουμε και τα δυο σαλόνια και θα βάλουμε το δείπνο στην τραπεζαρία. Και αν δε βρέχει, θα ανοίξουμε τις πόρτες προς τη βεράντα και θα κρεμάσουμε φα-


ναράκια σε όλο τον κήπο. Θα φέρουμε επιπλέον προσωπικό για τις κουζίνες και θα χρειαστούμε περισσότερα αγόρια για να φωτίζουν το δρόμο στους καλεσμένους μας μέχρι την είσοδο...» Δεν την άκουγε πια... Της είχε πέσει μια σελίδα στο πάτωμα και έσκυψε να τη μαζέψει. Το χαμόγελό της έσβησε διαβάζοντας γρήγορα τα ονόματα. «Θεία μου, είναι ανάγκη να καλέσουμε και το λόρδο Ντάρβελ;» «Ασφαλώς. Αλλά μάλλον δε θα έρθει, γιατί του αρέσει η πόλη και είναι παντού περιζήτητος. Και εφόσον δε σου έχει δείξει κανένα ενδιαφέρον, θα θεωρήσει τη συγκέντρωσή μου μάλλον βαρετή». Η Καρλότα γαντζώθηκε από αυτή τη σκέψη. Σίγουρα θα υπήρχαν πιο συναρπαστικά πράγματα στο Λονδίνο για έναν ατίθασο, άσωτο νεαρό βαρόνο. Άλλωστε, της το είχε ξεκαθαρίσει ότι την περιφρονούσε. Και έτσι η Καρλότα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Λιουκ δε θα ερχόταν. *** «Σίγουρα είμαι η πιο αντιφατική γυναίκα στον κόσμο!» Η Καρλότα κοίταξε μελαγχολικά το είδωλό της στον καθρέφτη. Μπορεί να μην ήθελε να τον ξαναδεί, αλλά ήθελε πολύ να τη δει εκείνος τώρα που αισθανόταν πανέμορφη. Δεν άντεχε πια στη σκέψη ότι δε θα ερχόταν στη συγκέντρωση της θείας της. Η Τζάρβις, η κομμώτρια της λαίδης Μπρόξτεντ, αφιέρωσε πολύ χρόνο στο χτένισμά της και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Τοποθέτησε ανάμεσα στις μπούκλες της μικροσκοπικά πορτοκαλί μπουμπούκια τριαντάφυλλων που ταίριαζαν με τα κεντημένα τριαντάφυλλα στον ποδόγυρο του κρεμ σατέν φορέματός της. Το αραχνοΰφαντο λευκό ύφασμα που έπεφτε πάνω από τα φορέματά της τους έδινε μια αιθέρια και αστραφτερή υφή. Η Καρλότα έκανε μερικά χορευτικά βήματα μπροστά στον καθρέφτη ικανοποιημένη. «Πολύ ωραία, μις», είπε η Τζάρβις επιθεωρώντας με το μάτι του επαγγελματία. «Ίσως θα θέλατε την επιδερμίδα σας πιο λευκή. Ίσως λίγη


πούδρα...» «Όχι, ευχαριστώ, Τζάρβις. Μ’ αρέσει το χρώμα μου. Το κληρονόμησα από τον Ιταλό πατέρα μου». «Σσς, μις Καρλότα», τη μάλωσε η Τζάρβις σκύβοντας για να της στρώσει τον ποδόγυρο. «Το ξέρετε πως η λαίδη δε θέλει να λέτε τέτοια, ειδικά απόψε». «Σωστά». Αναστέναξε. «Θέλει να νομίζουν όλοι ότι είμαι Αγγλίδα». «Ακριβώς. Και οι Αγγλίδες κυρίες δε χοροπηδούν μπροστά στον καθρέφτη! Σας παρακαλώ, μείνετε ακίνητη τώρα για να βάλω στη θέση της αυτή την μπούκλα... Έτσι είναι καλύτερα. Πηγαίνετε να βρείτε τη λαίδη, γιατί όπου να’ ναι θα αρχίσουν να φτάνουν οι καλεσμένοι σας». Πήρε τη βεντάλια της και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια για να συναντήσει τη θεία της. Τη βρήκε στο πλατύσκαλο στη στροφή της σκάλας που οδηγούσε στην είσοδο. Η λαίδη Μπρόξτεντ αναφώνησε ενθουσιασμένη με την εμφάνισή της και εκείνη έλαμψε από χαρά. Πήρε τη θέση της δίπλα στη θεία της καθώς ανακοινώθηκε η άφιξη των πρώτων καλεσμένων. Στην αρχή, η Καρλότα έβρισκε συναρπαστικό να παρακολουθεί τις κυρίες να ανεβαίνουν τα σκαλιά τυλιγμένες σε σατέν, μεταξωτά και μουσελίνες και φορώντας καπέλα και φτερά στρουθοκαμήλου. Οι άντρες ήταν ντυμένοι πιο σοβαρά, κυρίως με μαύρα ή μπλε σκούρα σακάκια και παντελόνια. Σπανίως, υπήρχε και λίγο χρώμα, όταν έκανε την εμφάνισή του κάποιος ένστολος αξιωματικός. Ορισμένους καλεσμένους, όπως τον κύριο και την κυρία Πράις με την κόρη τους, η Καρλότα τους ήξερε ήδη, αλλά οι περισσότεροι της ήταν άγνωστοι και πολύ σύντομα το κεφάλι της βούιζε με ονόματα και πρόσωπα που φοβόταν πως δε θα θυμάται. Ο κύριος Γούλατ έφτασε μόλις άρχισε να παίζει η ορχήστρα και αμέσως άρχισε να απολογείται. «Αγαπητή λαίδη Μπρόξτεντ, θα ερχόμουν νωρίτερα, αλλά έφτασε ο επιστάτης μου από την εξοχή και έπρεπε να τον δω». Έκανε μια βαθιά υπόκλιση πάνω από το γαντοφορεμένο χέρι της λαίδης.


«Ήθελα μάλιστα να είμαι από τους πρώτους καλεσμένους σας», συνέχισε κάνοντας μια ευγενική υπόκλιση στην Καρλότα, «για να εξασφαλίσω τους δύο πρώτους χορούς με τη μις Ράιβινγκτον». Η Καρλότα κοκκίνισε και άρχισε να επαναλαμβάνει τη δικαιολογία που είχε χρησιμοποιήσει και με άλλους. «Είστε πολύ ευγενικός, κύριε, αλλά δεν πρόκειται να χορέψω για αρκετή ώρα. Όπως βλέπετε, πρέπει να υποδέχομαι τους καλεσμένους μας...» Η λαίδη Μπρόξτεντ τη διέκοψε. «Πήγαινε, παιδί μου. Όλοι είναι εδώ, εκτός από λίγους.. λιποτάκτες. Το καθήκον σου το έκανες. Κανείς δεν περιμένει να μείνεις εδώ για πάντα». Της χάρισε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Πάρτε την, κύριε Γούλατ. Οι δυο πρώτοι χοροί της είναι ελεύθεροι. Θα είστε η ανταμοιβή της που έδειξε τόση υπομονή». Βλέποντας το θριαμβευτικό χαμόγελο της θείας της, η Καρλότα υποπτεύθηκε ότι της το είχε σχεδιάσει όλο αυτό. Δεν της έμενε παρά να προχωρήσει με τον κύριο Γούλατ και να πάρει τη θέση της ανάμεσα στους χορευτές. *** Ο Λιουκ έφτασε στην έπαυλη των Μπρόξτεντ με τον αδερφό του και τη νύφη του την ώρα που τελείωνε το πρώτο σετ χορών. Η λαίδη είχε αφήσει το πόστο της στην κορυφή των σκαλοπατιών, αλλά έσπευσε να τους χαιρετήσει μόλις μπήκαν στο σαλόνι. «Ζητώ συγνώμη που αργήσαμε, κυρία», απολογήθηκε ο Τζέιμς και υποκλίθηκε μπροστά της. «Αν η Αντέλ δεν έκανε τόση ώρα να διαλέξει φόρεμα, θα είχαμε έρθει πολύ νωρίτερα». Η Αντέλ τον χτύπησε μαλακά με τη βεντάλια της. «Δε θα τα φορτώσεις όλα σ’ εμένα, Τζέιμς. Παραδέξου ότι δεν μπορούσες να δέσεις το μαντίλι στο λαιμό σου!» Εκείνος χαμογέλασε. «Δεν παραδέχομαι τίποτα, ειδικά μπροστά στον αδερφό μου». Ο Λιουκ χαμογέλασε βεβιασμένα. Μακάρι να μην είχε συμφωνήσει να έρθει, αλλά η λαίδη Μπρόξτεντ του άπλωνε ήδη το χέρι της χαμο-


γελώντας για να τον καλωσορίσει. Ήταν πολύ αργά για να ξεφύγει. «Αφού και οι τρεις σας γνωρίζετε ήδη την ανιψιά μου, δε χάσατε κάτι». Χαμογέλασε και πρόσθεσε με μια δόση περηφάνιας. «Μόνο που έχει καβαλιέρο για όλους τους χορούς». Ο Λιουκ κοίταξε την Καρλότα, που βρισκόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας στο κέντρο μιας παρέας νεαρών που μιλούσαν και γελούσαν. «Κι όμως, αυτό είναι μεγάλη απώλεια, κυρία», μουρμούρισε ευγενικά. Ωστόσο αντιστάθηκε στις απόπειρες της λαίδης Μπρόξτεντ να τον συστήσει σε νεαρές κυρίες και, όταν η Αντέλ έφυγε μαζί της, αποσύρθηκε παρέα με τον αδερφό του σε μια ήσυχη γωνιά. Προσπάθησε να αγνοήσει το ερωτηματικό βλέμμα του Τζέιμς, αλλά εκείνος τον άγγιξε στο μπράτσο. «Έλα, πες μου, Λιουκ. Γιατί έχεις τέτοια μούτρα; Τελευταία, είσαι αφηρημένος και αρνιέσαι τις προσκλήσεις μας να δειπνήσεις μαζί μας. Γιατί; Σταμάτησες ακόμα και να παίζεις χαρτιά. Αν δε σε ήξερα καλά, θα πίστευα ότι είσαι ερωτευμένος». Ο Λιουκ ένιωσε τα μάγουλά του να καίνε. «Τίποτα τέτοιο δε συμβαίνει!» βρυχήθηκε. Ο Τζέιμς ξέσπασε σε γέλια. «Αχά, ώστε είναι γυναίκα στη μέση», αναφώνησε. «Τι έγινε, σε απέρριψε; Σίγουρα αυτό είναι πρωτοφανές για σένα». «Παράτα με, Τζέιμς! Επειδή εσύ είσαι τρελά ερωτευμένος με την Αντέλ, μη νομίζεις ότι ερωτεύονται όλοι». «Κι όμως, θα έπρεπε. Ποτέ άλλοτε δεν ήμουν τόσο ευτυχισμένος, και αυτό με κάνει να θέλω να είσαι κι εσύ. Γι’ αυτό, πες μου τι σου συμβαίνει». Για τίποτα στον κόσμο δεν μπορούσε να μιλήσει στο μικρότερο αδερφό του για την Καρλότα. Δεν επρόκειτο να παραδεχτεί ότι μια γυναίκα απασχολούσε τη σκέψη του νύχτα μέρα. «Κοιτούσα τα οικονομικά της έπαυλης Ντάρβελ». «Καταθλιπτικά, ε;»


«Τρομερά». «Η προσφορά μου για δάνειο ισχύει ακόμα, αδερφέ μου...» «Όχι, τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Τουλάχιστον προς το παρόν. Παρ’ όλα αυτά, λέω, μακάρι ο πατέρας να μου είχε εξηγήσει την πραγματική κατάσταση. Θα μπορούσα να τον έχω βοηθήσει». «Ήταν τόσο περήφανος ώστε δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι ξόδεψε την κληρονομιά σου, Λιουκ. Πίστευε πάντα ότι θα μπορούσε να την ξανακερδίσει στο ακέραιο παίζοντας χαρτιά». «Αντίθετα, όμως, έχασε ακόμα περισσότερα». Αναστέναξε. «Όταν πέθανε ο πατέρας μας, έπρεπε να έχω πουλήσει περιουσιακά στοιχεία μας, να έχω αναλάβει τον έλεγχο των κτημάτων, να σε έχω φροντίσει...» Ο Τζέιμς έβαλε το χέρι του στον ώμο του. «Κάτι τέτοιο ήταν πολύ βαρύ για ένα νέο άντρα είκοσι ενός ετών. Κανένας δε σε κατηγόρησε που ξαναγύρισες σε αυτό που ήξερες, το στρατό. Και έβγαζες αρκετά χρήματα για να μου δίνεις ένα γενναιόδωρο επίδομα. Μην το ξεχνάς αυτό». «Μα, αν είχα ξεκινήσει να κάνω βελτιώσεις τότε, πριν από πέντε χρόνια, τώρα θα ήμουν πλούσιος. Ή τουλάχιστον ευκατάστατος!» «Ναι, αλλά θα ήσουν ευτυχισμένος αν δούλευες στα κτήματα και οι σύντροφοί σου πολεμούσαν τον Βοναπάρτη χωρίς εσένα;» Ο Λιουκ αναστέναξε. «Όχι. Έχεις δίκιο, Τζέιμς. Δε θα έχανα το Βατερλό για τίποτα στον κόσμο Δε θα συγχωρούσα τον εαυτό μου. Αλλά τώρα...» «Τώρα πρέπει να αναλάβεις εσύ τα οικονομικά σου, Λιουκ. Να απολύσεις τον άχρηστο διαχειριστή σου». «Το έκανα ήδη. Και έχω κάνει αρκετές βελτιώσεις στην έπαυλη. Πρέπει να επιστρέψω σύντομα εκεί». «Πού να επιστρέψεις;» ρώτησε η Αντέλ πλησιάζοντας. «Στο Ντάρβελ. Τα κτήματά μου χρειάζονται σωστή διαχείριση». «Όμως δε θα φύγεις αμέσως, έτσι δεν είναι;» Η Αντέλ τον άγγιξε στο


μπράτσο. «Υποσχέθηκες να έρθεις στο Μάλμπερι μαζί μας». Της χαμογέλασε μελαγχολικά. «Ναι, το υποσχέθηκα. Και θα έρθω μαζί σας. Έχεις το λόγο μου». «Ωραία, τότε θα δεις τον καινούριο μου Τιέπολο», είπε ο Τζέιμς. «Αυτόν που σου έδωσε ο Μάτινγουντ για να ξεπληρώσει το χρέος του;» «Ακριβώς. Τον έστειλα χτες στο Μάλμπερι. Θα τον κρεμάσω στη βιβλιοθήκη». «Και θα καλέσουμε και άλλο κόσμο στο Μάλμπερι για το καλοκαίρι», πρόσθεσε η Αντέλ. «Να καλέσεις οπωσδήποτε πανέμορφες κυρίες, αγάπη μου», της πρότεινε ο Τζέιμς χαμογελώντας. «Για να κρατήσουν απασχολημένο τον αδερφό μου. Νομίζω πως η καρδιά του έχει ραγίσει!» *** Οι αίθουσες ήταν γεμάτες κόσμο και θόρυβο. Σημάδι πως όλοι θα θεωρούσαν επιτυχημένη τη συγκέντρωση, σκέφτηκε η Καρλότα. Μόλις οι νεαροί αντιλήφθηκαν πως η Καρλότα δε στεκόταν πια στην είσοδο για να υποδέχεται τους καλεσμένους, έκαναν ουρά για να κερδίσουν την προσοχή της. Εκείνη δεν είχε την ψευδαίσθηση πως ένιωθαν έλξη για εκείνη. Ο θείος της δεν είχε κρύψει ότι θα την προίκιζε γενναιόδωρα στο γάμο της και οι ανύπαντροι καβαλιέροι της, όπως ο σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ, ήθελαν να γνωρίσουν καλύτερα την προστατευόμενη του λόρδου Μπρόξτεντ. Της φάνηκε αστείο όμως όταν ήρθε να της ζητήσει να χορέψουν και ο λόρδος Φέρμπριτζ. Είδε το βλέμμα του να ακολουθεί την Τζούλια, που στεκόταν λίγο πιο πέρα στη γραμμή των ζευγαριών, με καβαλιέρο έναν όμορφο στρατιώτη με φαβορίτες. Μετά από κάποιες χορευτικές φιγούρες και πολλές αξιοπρεπείς προσπάθειες για συζήτηση, η Καρλότα δεν άντεξε. «Κύριέ μου, δε θα προτιμούσατε να χορεύετε με τη δεσποινίδα Πράις; Πείτε μου ειλικρινά», τον ρώτησε με μάτια που έλαμπαν, «σας


υπόσχομαι πως δε θα προσβληθώ». Ο υποκόμης την κοίταξε θορυβημένος, αλλά το χαμόγελό της τον καθησύχασε. Της χαμογέλασε κι εκείνος απολογητικά. «Μου υποσχέθηκε ένα χορό μετά το δείπνο», ομολόγησε. «Αν μας δουν να χορεύουμε μαζί πιο συχνά, θ’ αρχίσουν τα κουτσομπολιά». «Αυτό είναι αλήθεια», συμφώνησε εγκάρδια η Καρλότα. «Άρα στα ενδιάμεσα πρέπει να χορεύετε και με άλλες κυρίες». «Ακριβώς». Η επιβεβαίωσή του ήταν τόσο μελαγχολική ώστε η Καρλότα κόντεψε να ξεσπάσει σε γέλια. Μόλις ο χορός τελείωσε, τον κοίταξε σκεφτική. «Αν προτιμάτε, μπορούμε να καθίσουμε για τον επόμενο χορό». «Αλήθεια;» Την κοίταξε με ελπίδα. Πνίγοντας το γέλιο της, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στην άκρη της αίθουσας για να βγουν στη βεράντα. «Με τόση οχλαγωγία δεν είναι εδώ μέσα ο χώρος κατάλληλος για συζήτηση», του εξήγησε καθώς περπάτησαν στο φωτισμένο κήπο. «Κάνατε πρόταση γάμου στην Τζούλια;» Η αμεσότητά της τον έκανε να τραυλίσει. «Ό... όχι. Η μ... μητέρα μου πιστεύει ότι εί... είναι καλύτερα να περιμένουμε μέχρι το τέλος της σεζόν». Η Καρλότα θυμήθηκε τη λαίδη Φέρμπριτζ, την οποία της είχαν συστήσει νωρίτερα εκείνο το βράδυ. Μια άχρωμη, μικροκαμωμένη γυναίκα με μικρό, τριανταφυλλένιο στόμα και τοξωτά φρύδια, που έδιναν την εντύπωση πως ήταν μονίμως ξαφνιασμένη. Ευγενική αλλά υπεροπτική... Η Καρλότα θεωρούσε μάλλον απίθανο να δεχόταν για νύφη της μια δεσποινίδα χωρίς τίτλο. «Και τι λένε οι γονείς της Τζούλια;» «Εεε... δεν έχω μιλήσει ακόμα στον κύριο Πράις, όμως η μαμά είναι σίγουρη ότι εκείνος θα συμφωνεί». Η Καρλότα σκέφτηκε πως ο πατέρας της Τζούλια όχι μόνο θα συμφωνούσε, αλλά θα ήθελε να ξεκινήσουν αμέσως και οι προετοιμασίες


του γάμου μη τυχόν και χάσει τόσο καλό γαμπρό. Αλλά θα ήταν μεγάλη απρέπεια να το πει. «Η ίδια η Τζούλια ξέρει πώς νιώθετε;» τον ρώτησε. «Ω, ναι. Βέβαια, δε θα έκανε τίποτα χωρίς την έγκριση των γονιών της, αλλά δε νομίζω ότι εκείνοι θα μας εμποδίσουν». «Μόνο η μητέρα σου ίσως...» Η Καρλότα ευχήθηκε να μην είχε ξεστομίσει αυτά τα λόγια, αλλά ο υποκόμης δεν προσβλήθηκε. «Το θέμα δεν είναι τι θέλει εκείνη», συμφώνησε εκείνος μόλις το σκέφτηκε. Η Τζούλια... η μις Πράις... δεν έχει μεγάλη περιουσία, όμως κατά τα άλλα είναι απολύτως κατάλληλη». «Δεν είναι και άπορη», αντέταξε η Καρλότα. «Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά η μαμά ήλπιζε να βρω μια σύζυγο που θα είχε αντίστοιχη θέση με τη δική μου», παραδέχτηκε ο Φέρμπριτζ πλέκοντας τα δάχτυλά του ανήσυχος. «Από αριστοκρατική οικογένεια, εννοείτε; Αυτό θα είναι πιο δύσκολο, νομίζω. Βρίσκομαι στην πόλη μόνο λίγες εβδομάδες βέβαια, αλλά έχω την εντύπωση πως υπάρχουν πολύ λίγες νεαρές κυρίες...» Είδε την αγωνία στο βλέμμα του και σκέπασε το στόμα της με τα δυο της χέρια. «Ω! Μήπως εννοείτε εμένα; Επειδή είμαι ανιψιά του κόμη Μπρόξτεντ;» Έβαλε τα γέλια. «Σας ζητώ συγνώμη», είπε σκουπίζοντας τα μάτια της. «Νομίζω ότι, αν η μαμά σας με γνώριζε καλύτερα, θα συμφωνούσε ότι η Τζούλια είναι πολύ πιο κατάλληλη για εσάς!» Περπάτησαν ακόμα λίγο σε μια φιλική σιωπή και ύστερα γύρισαν στη βεράντα. «Ελάτε, η μουσική τελείωσε, καλύτερα να μπούμε μέσα», του πρότεινε. «Ο επόμενος καβαλιέρος μου θα με ψάχνει». Προχώρησαν προς την μπαλκονόπορτα με τόση άνεση μεταξύ τους, που όταν η Καρλότα είδε λίγη σκόνη στον ώμο του σακακιού του δε δίστασε να του το πει. «Έχετε στον ώμο σας γύρη από τους θάμνους».


Χαμογελώντας, πήγε να την τινάξει μόνη της. Αλλά, καθώς περνούσαν την μπαλκονόπορτα, ο υποκόμης σταμάτησε ξαφνικά και η Καρλότα ανασηκώνοντας το βλέμμα της αντίκρισε το λόρδο Ντάρβελ που τους έκλεινε το δρόμο. Ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Το χέρι της βρισκόταν ακόμα στον ώμο του υποκόμη και εκείνη είχε πέσει πάνω του έτσι όπως ο ίδιος σταμάτησε απότομα. Ο Λιουκ στάθηκε μπροστά της ανέκφραστος. Εκείνη συγκέντρωσε όλο το θάρρος της. Ο βαρόνος δεν μπορούσε να της κάνει κακό εδώ, μπροστά σε τόσο κόσμο. Τραβήχτηκε χαμογελώντας από τον υποκόμη. «Ευχαριστώ, κύριέ μου. Πάω να βρω τον επόμενο καβαλιέρο μου...» Ο υποκόμης υποκλίθηκε και έφυγε. Ο Λιουκ την άρπαξε από το μπράτσο. «Αυτός ο χορός είναι δικός μου, πιστεύω». Η Καρλότα τον αγριοκοίταξε. Ένας νεαρός την πλησίασε λέγοντας δειλά: «Μις Ράιβινγκτον, μου έχετε υποσχεθεί αυτή τη γκαβότα...» Της άπλωσε το χέρι του, αλλά ο Λιουκ τον έσπρωξε τραβώντας την προς τα ζευγάρια που είχαν πάρει ήδη θέση για το χορό. Ο νεαρός τους κοίταξε αποσβολωμένος. «Μις Ράιβινγκτον...» «Παράτα μας!» βρυχήθηκε ο Λιουκ. Πήγε να τραβήξει το χέρι της, αλλά ο Λιουκ την έσφιγγε δυνατά. Σχεδόν την πέταξε στη θέση της στα δεξιά του, ενώ το άγριο βλέμμα του την προκαλούσε να φύγει αν τολμούσε. Εκείνη πέρασε νευρικά τη γλώσσα της πάνω από τα χείλη της κοιτάζοντας γύρω της. Όλοι ήταν έτοιμοι για το χορό. Δεν ήθελε να τραβήξει πάνω της τα βλέμματα δημιουργώντας σκηνή. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της. Ένας χορός ήταν μόνο. Θα τα κατάφερνε. Ήξερε τα βήματα. Αλλά, κάθε φορά που τα βήματα την έφερναν αντικριστά με τον καβαλιέρο της, παραπατούσε λίγο. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στα δικά της, όχι γελαστά πια, αλλά ψυχρά και σκληρά. Η ένταση στο πιγούνι του έδειχνε το θυμό του.


«Τι έκανες στη βεράντα με τον Φέρμπριτζ;» Η Καρλότα ανασήκωσε το φρύδι της. Ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Μήπως ο θυμός του Λιουκ προερχόταν από ζήλια; Όχι πως την ένοιαζε, βέβαια. Τον κοίταξε όσο πιο υπεροπτικά μπορούσε. «Δεν είμαι υποχρεωμένη να το συζητήσω μαζί σας, κύριε». «Νομίζεις πως θα γυρνούσε να σε κοιτάξει αν ήξερε το πραγματικό σου όνομα;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα για να μην τον ακούσει κανείς. Η Καρλότα, έχοντας στο νου της πως ο υποκόμης ήθελε στην πραγματικότητα την Τζούλια Πράις, κοίταξε χαμογελώντας τον Λιουκ. «Δε νομίζω ότι θα είχε καμία διαφορά για εκείνον. Οπωσδήποτε όμως έχει πλεονεκτήματα το όνομα της οικογένειας Μπρόξτεντ. Δίνει περισσότερο κύρος». Με το χορό απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον, αλλά όταν ξαναβρέθηκαν κοντά η Καρλότα πρόσθεσε: «Ιδίως όταν πρόκειται για την αναζήτηση συζύγου». Και συνεχίζοντας τα βήματά της, παρατήρησε με άγρια ικανοποίηση το βλοσυρό του ύφος. «Και όλο αυτό το κύρος σου έφερε κάποιον υποψήφιο άξιο της προτίμησής σου;» τη ρώτησε. «Αρκετούς». Ο Λιουκ έσφιξε το χέρι της τόσο που την πόνεσε, αλλά εκείνη δε διαμαρτυρήθηκε. «Οπωσδήποτε θα χαρούν να μάθουν τα κρυφά ταλέντα σου. Σκέψου την οικονομία που θα κάνετε. Δε θα έχετε κινέζικα μετάξια στους τοίχους σας, αγαπητή μου, αλλά αυθεντικούς πίνακες, όλους δικά σου έργα. Είμαι σίγουρος ότι θα φτιάξεις και κάτι... κατάλληλο για την κρεβατοκάμαρα». Η Καρλότα μισόκλεισε τα μάτια της νευριασμένη. «Το πνεύμα σας ταιριάζει καλύτερα σε ταβέρνα παρά σε συγκέντρωση της υψηλής κοινωνίας!» «Και πώς το ξέρεις εσύ αυτό; Εκτός αν εσύ γεννήθηκες σε ταβέρνα». Της πέταξε εκείνος. «Σίγουρα ιταλική θα ήταν».


Η Καρλότα δαγκώθηκε, ανησυχώντας μήπως ακούσουν τη λογομαχία τους τα υπόλοιπα ζευγάρια. Έκανε γρήγορα την πιρουέτα της και ο χορός συνεχίστηκε. Όλοι γελούσαν και κουβέντιαζαν εκτελώντας τα βήματα της γκαβότας. Εκείνη χαμογέλασε μέχρι που πόνεσαν τα μάγουλά της. Ανασήκωσε το βλέμμα της στο πρόσωπο του Λιουκ, που φαινόταν να χαμογελά φυσικά, αλλά όταν πλησίασαν πιο κοντά εκείνος βρυχήθηκε μέσα από τα δόντια του: «Μα το Θεό, σου αξίζει να αποκαλύψω την απάτη σου». Η Καρλότα πάγωσε. Δεν την ενδιέφερε για τον εαυτό της, αλλά για τους θείους της που είχαν φροντίσει να κρύψουν το παρελθόν της. Έπρεπε να κάνει ό,τι μπορούσε για να μην τους ντροπιάσει. «Δεν μπορεί να είσαι τόσο σκληρός». Τώρα στεκόταν πίσω της κρατώντας ψηλά τα χέρια τους. «Ω, μπορώ να γίνω και σκληρότερος», ψιθύρισε άγρια στο αυτί της. «Θα σε αφήσω να συνεχίσεις το θέατρό σου, αλλά να θυμάσαι ότι εγώ ξέρω την αλήθεια για σένα. Μπορώ να δώσω ένα τέλος όποτε θέλω». Τη γύρισε προς το μέρος του και εκείνη τον αγριοκοίταξε. Η παλάμη της την έτρωγε να χαστουκίσει το χαμογελαστό πρόσωπό του, αλλά εκείνος της κρατούσε σφιχτά τα χέρια. «Χαμογέλασε, Καρλότα, οι κύριοι θέλουν να βλέπουν ευτυχισμένα πρόσωπα». Τα μάτια της άστραψαν από θυμό. Συνέχισε τα βήματά της μηχανικά και στο τέλος του χορού κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να εκτελέσει τη βαθιά υπόκλιση στον παρτενέρ της σύμφωνα με τους τύπους. Εκείνος υποκλίθηκε ελαφρά, ύστερα έβγαλε το λευκό ρόδο από την μπουτονιέρα του και της το πρόσφερε. «Κάτι για να θυμάστε αυτόν το χορό, μις Ράιβινγκτον». Εκείνη άπλωσε το χέρι της μηχανικά χωρίς να αφήσει το βλέμμα του. Ο Λιουκ φαινόταν τόσο ψυχρός και αμείλικτος ώστε έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από το μίσχο ασυναίσθητα, μέχρι που το τσίμπημα από ένα αγκάθι την έκανε να συνέλθει. Έπρεπε να αντιμετωπίσει την


πραγματικότητα. Ο Λιουκ δεν ενεργούσε έτσι από ζήλια, αλλά από μίσος. Και εκείνη του είχε δώσει το κίνητρο να το κάνει τονίζοντάς του πως είναι μια άκαρδη που το μόνο που τη νοιάζει είναι τα χρήματα. Δάκρυα έκαψαν τα βλέφαρά της και ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να τα διώξει. Δεν έπρεπε να δει κανείς τη δυστυχία της. Χαμογελώντας ακόμα, ο Λιουκ την πήρε από το μπράτσο για να τη συνοδέψει στην άκρη της αίθουσας. Η Καρλότα το αποτράβηξε θυμωμένη. Τα μάτια της πετούσαν φλόγες. Πέταξε κάτω το ρόδο, έκανε μεταβολή και προχώρησε γρήγορα προς τη λαίδη Μπρόξτεντ, που μιλούσε με τον κύριο Πράις. Με μεγάλες δρασκελιές ο Λιουκ την πρόλαβε. Καθώς τους πλησίαζαν, ο κύριος Πράις τους κοίταξε γελαστός. «Σας κοιτούσα που χορεύατε. Ωραία διασκέδαση ο χορός, ε, λόρδε Ντάρβελ; Η μις Ράιβινγκτον χορεύει εξαιρετικά, συμφωνείτε;» Η Καρλότα ένιωσε να βράζει καθώς ο Λιουκ υποκλίθηκε ελαφρά και της χαμογέλασε. «Πραγματικά, ποτέ άλλοτε δεν ευχαριστήθηκα τόσο πολύ το χορό. Η μις Ράιβινγκτον είναι σωστή καλλιτέχνιδα». Πνίγοντας την αγανάκτησή της, εκείνη γύρισε από την άλλη. Πίσω τους στο τραπεζάκι υπήρχε ένας δίσκος με ζαχαρωτά και η Καρλότα έσκυψε από πάνω του προσποιούμενη πως διάλεγε ένα. «Σου προτείνω τα αμυγδαλωτά», ψέλλισε η φωνή του λόρδου Ντάρβελ μέσα στο αυτί της. «Νομίζω πως είναι ιταλικά». «Άσε με ήσυχη επιτέλους», του απάντησε με τον ίδιο τόνο. «Γιατί; Αφού περνάμε τόσο ωραία...» Η Καρλότα άρχισε να κάνει αέρα με τη βεντάλια της γρήγορα. Ώστε χαράχτηκαν οι γραμμές της μάχης. Ο λόρδος Ντάρβελ δε θα έχανε ευκαιρία να τη χλευάσει. Γιατί ήταν τόσο θυμωμένος απέναντί της; Αφού εκείνος την είχε παρατήσει. Πονούσε ακόμα με την ανάμνηση των ειδυλλιακών τους στιγμών στο Μάλμπερι. Αλλά δε θα το παραδεχόταν ποτέ. Η περηφάνια της δεν την άφηνε.


Ξαφνικά ένιωσε εξουθενωμένη. Ήθελε να φύγει μακριά από τον κόσμο και από ασχολίες που δεν την άφηναν να ηρεμήσει και να είναι ο εαυτός της. Με την καρδιά βαριά, σκέφτηκε να ζητήσει από τη θεία της να φύγουν μακριά από το Λονδίνο. Γύρισε προς το μέρος της έτοιμη να της μιλήσει. «Αγαπητό μου παιδί, είσαι πολύ ξαναμμένη». Η λαίδη Μπρόξτεντ την κοίταξε ανήσυχη. «Δεν είσαι καλά; Δε διασκεδάζεις;» Δίστασε. Πώς ήταν δυνατόν να φανεί τόσο αγνώμων απέναντί της, όταν η θεία της είχε κάνει τόσο κόπο για χάρη της; «Διασκεδάζω πολύ, θεία. Ευχαριστώ. Απλώς ζεσταίνομαι λίγο». «Ναι, κάνει ζέστη στην πόλη», συμφώνησε ο κύριος Πράις. «Αλλά σας έχω καλά νέα. Μιλούσα μ τη θεία σας τώρα μόλις. Δεν έχετε αντίρρηση να πω στη δεσποινίδα Ράιβινγκτον τι αποφασίστηκε, έτσι δεν είναι; Θα πάμε στην εξοχή για το καλοκαίρι! Θα σας αρέσει αυτό, είμαι σίγουρη». «Θα φύγουμε;» φώναξε και προσευχήθηκε νοερά από ευγνωμοσύνη. «Θεία, αυτά είναι εξαιρετικά νέα! Πού θα πάμε και πόσο σύντομα;» Η λαίδη Μπρόξτεντ γέλασε ανασηκώνοντας ψηλά τα χέρια της. «Πω πω! Δε βλέπεις την ώρα να φύγεις από δω». Κοκκίνισε. «Συγχώρεσε με, καλή μου θεία. Δεν έχω τίποτα με το σπίτι εδώ, αλλά ο κύριος Πράις έχει δίκιο. Στο Λονδίνο κάνει πολλή ζέστη». Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ναι, καλή μου, το νιώθουμε όλοι. Η Τζούλια υποφέρει. Αυτή η πρόσκληση έρχεται πάνω στην ώρα». «Λοιπόν;» Ανυπομονούσε να μάθει περισσότερα. Η ιδέα ότι θα έφευγε από την πόλη φαινόταν πολύ δελεαστική. «Πού θα πάμε, θεία; Στο Μπράιτον; Στο Γουέρδινγκ; Κύριε Πράις, θα μου πείτε;» Ο κύριος Πράις χαμογέλασε πλατιά. «Η κυρία Έινσλοου μας κάλεσε όλους στο Μάλμπερι Κορ για το καλοκαίρι!» Η Καρλότα έμεινε άναυδη. Τα όνειρά της να γλιτώσει από το βασανιστή της έγιναν στάχτη. Πίσω της άκουσε τον Λιουκ να γελάει σιγανά.


Κεφάλαιο 7

«Στο Μάλμπερι Κορτ;» Η Καρλότα κοίταξε ερωτηματικά τη θεία της. «Ο θείος σου τα έχει ήδη κανονίσει όλα», απάντησε η λαίδη Μπρόξτεντ και ο τόνος στη φωνή της φάνηκε λίγο επικριτικός. «Θα ταξιδέψουμε στο Μάλμπερι στο τέλος του μήνα». «Ακριβώς», συμφώνησε ο κύριος Πράις. «Θα μαζευτούμε ωραία παρέα. Και τώρα με συγχωρείτε μου κάνει νόημα η καλή μου γυναίκα και πάω να δω τι θέλει». Τους χαμογέλασε ξανά. «Σας αφήνω να μιλήσετε για το ευχάριστο ταξίδι μας!» Η Καρλότα ήξερε πως μια κατάμεστη αίθουσα δεν ήταν κατάλληλος χώρος για να συζητήσει με τους θείους της την επικείμενη επίσκεψή τους στο Μάλμπερι Κορτ. Αλλά, μόλις έφυγαν και ο τελευταίοι καλεσμένοι, το μόνο που ήθελε η λαίδη Μπρόξτεντ ήταν να αποσυρθεί στην κάμαρά της και όχι να συζητήσει. Έτσι, ήταν υποχρεωμένη να περιμένει μέχρι το επόμενο πρωί για να εκφράσει την ανησυχία της. Αλλά, όταν την επομένη, στο πρωινό, έμαθε ότι η θεία της θα έμενε στην κάμαρά της για να ξεκουραστεί, δεν άντεξε να το αναβάλει περισσότερο. Τη βρήκε καθιστή στο κρεβάτι να πίνει την καυτή σοκολάτα της. «Θεία, σε ενοχλώ; Θέλω να σου μιλήσω». Η λαίδη Μπρόξτεντ έδιωξε με ένα νεύμα την καμαριέρα της. «Δε με ενοχλείς, παιδί μου. Έλα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και πες μου τι σου προκαλεί τόσο μεγάλη ανησυχία». «Μπορεί να το μαντεύετε. Η επίσκεψη στο Μάλμπερι Κορτ. Θεωρείτε σοφό να πάμε; Δηλαδή, μαμά και ο μπαμπάς είναι στο χωριό...» Η λαίδη Μπρόξτεντ την κοίταξε παράξενα. Άφησε προσεκτικά το φλιτζάνι της στο κομοδίνο. «Καλή μου, ο θείος σου το κανόνισε χτες βράδυ με τους Έινσλοου. Εγώ δεν είχα καμία σχέση. Του είπα ότι είναι λες και προκαλούμε την τύχη


μας επειδή οι γονείς σου ζούνε τόσο κοντά. Όμως εκείνος δεν πιστεύει ότι υπάρχει λόγος να κάνει κάποιος τη σύνδεση. Και φυσικά, αφού θα πάμε, μπορούμε να κανονίσουμε να τους επισκέπτεσαι όσο είμαστε εκεί. Διακριτικά, ασφαλώς. Θα το ήθελες, έτσι δεν είναι;» «Ω, ναι. Πολύ». Στριφογύρισε τα χέρια της. «Και αν κάποιος στο Μάλμπερι Κορτ μ αναγνωρίσει;» Η λαίδη Μπρόξτεντ κούνησε το κεφάλι της χαμογελώντας. «Πώς είναι δυνατόν; Όπως είπες κα μόνη σου, σε πήραμε από το Μάλμπερι πριν μετακομίσουν εκεί οι Έινσλοου. Νομίζω πως άδικα ανησυχείς». «Μα, όταν δούλευε εκεί ο μπαμπάς, μερικές φορές πήγαινα κι εγώ μαζί του...» Η λαίδη Μπρόξτεντ ανασηκώθηκε ακούγοντάς το. «Έλεος! Ποιος σε είδε εκεί;» «Οι... οι εργάτες, βέβαια, και... και ο Κεμπλ, ο υπεύθυνος για τις εργασίες στην έπαυλη του κυρίου Έινσλοου». Η Καρλότα περίμενε με αγωνία ενώ η θεία της συνοφρυώθηκε χτυπώντας τα δάχτυλά της μεταξύ τους. «Όμως το προσωπικό του σπιτιού δεν ήταν εκεί, σωστά;» «Σωστά». «Οι εργάτες θα έχουν πληρωθεί και θα έχουν φύγει πια. Και ο υπεύθυνος, είπες; Είναι απίθανο να σε θυμηθεί, γιατί είσαι διαφορετική τώρα. Και αν όσο δούλευε εκεί ο πατέρας σου πήγες κι εσύ μια δυο φορές, τολμώ να πω ότι αυτός ο άνθρωπος δε θα σε πρόσεξε καν». «Δεν ήταν μόνο μια δυο φορές, θεία». Συγκέντρωσε το κουράγιο της. «Εεε... ζωγράφισα δύο από τις τοιχογραφίες στο ταβάνι». «Τι έκανε, λέει;» Η λαίδη Μπρόξτεντ έπεσε ανάσκελα στα μαξιλάρια της κατάχλομη. Η Καρλότα πετάχτηκε όρθια. «Να φωνάξω την καμαριέρα σας;» «Όχι, όχι, σε λίγο θα μου περάσει. Φέρε μου μόνο την αμμωνία από το τραπεζάκι εκεί... Ευχαριστώ. Τώρα είμαι καλύτερα». Παρακολουθούσε ανήσυχη τη θεία της, ξαπλωμένη στα μαξιλάρια


της με τα μάτια κλειστά. Σε λίγο, ανακάθισε πάλι με βασανισμένο ύφος. «Νομίζω ότι είναι καλύτερα να μου τα πεις όλα». «Ο μπαμπάς είχε σπάσει το πόδι του...» «Ναι, αυτό το ξέρω γιατί όταν σας επισκεφτήκαμε ήταν ξαπλωμένος». «Η δουλειά του στην έπαυλη κόντευε να τελειώσει. Απέμεναν μόνο δύο μικρές τοιχογραφίες στο ταβάνι και δεν υπήρχε κανένας άλλος να τις κάνει... κι έτσι τις ζωγράφισα εγώ». «Αν είναι δυνατόν! Και... στο ταβάνι είπες;» «Μάλιστα». «Που σημαίνει ότι... ανέβαινες σε σκάλα;» Έγνεψε καταφατικά. «Και οι εργάτες σε έβλεπαν;» Η λαίδη Μπρόξτεντ άρχισε να ξαναχάνει το χρώμα της. «Δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. Βλέπετε, φορούσα παντελόνι και...» Η λαίδη Μπρόξτεντ στρίγκλισε και έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της. «Παντελόνι! Θεέ μου είμαστε χαμένοι!» «Όχι, όχι. Καλή μου θεία, το είπατε και μόνη σας ότι οι εργάτες θα έχουν φύγει πια». Προσπαθούσε να την καθησυχάσει. «Και ο κύριος Κεμπλ δε θα συνδέσει την κομψή δεσποινίδα Ράιβινγκτον με τη μικρή Καρλότα Ντουρίνι, ακόμα και αν συναντηθούμε... Γεγονός μάλλον απίθανο». Έκανε μια παύση. «Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ καλύτερο να μην πάμε. Δε γίνεται να πείτε ότι δεν είμαι καλά και ότι θα αποσυρθούμε μόνοι μας στην εξοχή για το καλοκαίρι;» Περίμενε γεμάτη ελπίδα, αλλά η θεία της κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, ο θείος σου δε θα θέλει ούτε να το ακούσει. Ήταν πολύ ευχαριστημένος που το κανόνισε». «Μα γιατί, θεία; Το ξέρω ότι είναι καλοί φίλοι με τον κύριο Έινσλοου, αλλά δε θα είναι μεγάλη προσβολή να μην πάμε...» «Δεν είναι τόσο απλό, Καρλότα». Η λαίδη Μπρόξτεντ έστριψε την


άκρη του σεντονιού με τα δάχτυλά της. «Ο κύριος Έινσλοου έχει καλέσει πολλά άτομα στο Μάλμπερι». «Τότε η απουσία μας δε θα είναι τόσο αισθητή». «Προσκάλεσε και το λόρδο Φέρμπριτζ και τον κύριο Γούλατ κι εκείνοι δέχτηκαν». Η Καρλότα χαμογέλασε. «Ω, είμαι σίγουρη ότι θα περάσουν καλά». «Ακόμα δεν κατάλαβες! Ο Μπρόξτεντ περιμένει ότι ένας από τους δυο τους θα σου κάνει πρόταση γάμου!» Με τα λόγια της έπεσε βαριά σιωπή. Τη διέκοπτε μόνο ο σταθερός χτύπος του ρολογιού πάνω στο τζάκι. Τα δάχτυλα της λαίδης Μπρόξτεντ έστρωναν ανήσυχα τα σεντόνια. «Ο θείος σου έχει μεγάλη αγωνία να τακτοποιηθείς με έναν καλό σύζυγο, Καρλότα. Είναι σίγουρος ότι μπορείς να το πετύχεις. Η λαίδη Φέρμπριτζ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι σε βλέπει θετικά ως νύφη του γιου της. Και ο κύριος Γούλατ χόρεψε δεύτερη φορά μαζί σου χτες βράδυ, και αυτό είναι ενθαρρυντικό. Ακούγοντας ποιοι θα είναι στο Μάλμπερι, ο θείος σου πίστεψε ότι δε θα υπάρξει καλύτερη ευκαιρία. Πάντα λέγαμε ότι, αν δεχτείς πρόταση γάμου, ο υποψήφιος γαμπρός πρέπει να μάθει την πραγματική σου κατάσταση. Υπάρχει καλύτερο μέρος από το Μάλμπερι όπου ζούνε οι γονείς σου για να του εξηγήσουμε τα πάντα; Και τώρα μου λες ότι γύριζες σε όλη την έπαυλη ντυμένη σαν...» «Λυπάμαι πολύ, θεία», ψέλλισε και αναστέναξε δυστυχισμένη. «Τι να γίνει; Τώρα θα κάνουμε ό,τι μπορούμε». Η λαίδη Μπρόξτεντ πέταξε στην άκρη τα σκεπάσματα. «Χτύπα το κουδούνι για την καμαριέρα μου, παιδί μου. Θα πάω να δω τον Μπρόξτεντ να τον ενημερώσω». «Λέτε να θυμώσει πολύ μαζί μου;» «Ίσως, αλλά πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Αν εκείνος πιστεύει ότι, παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να πάμε, θα πάμε». «Θεία!» Η λαίδη Μπρόξτεντ την κοίταξε ερωτηματικά. Η Καρλότα ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα να της μιλήσει και για τις συναντήσεις της με το


λόρδο Ντάρβελ. Αλλά, όσο γενναία και να ήταν, δίστασε στη σκέψη μιας τέτοιας εξομολόγησης. Ίσως ο Ντάρβελ να μην την πρόδιδε. Ίσως τον έπειθε να μην το κάνει. «Τι είναι;» Το κουράγιο της την εγκατέλειψε. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Τίποτα, θεία». *** Αργότερα την ίδια μέρα ο θείος της την κάλεσε στο γραφείο του. Μπήκε μέσα επιφυλακτικά και τον βρήκε να την περιμένει μαζί με τη θεία της. Το βλοσυρό ύφος του λόρδου Μπρόξτεντ μαλάκωσε λίγο όταν είδε την αγωνία της. Της έγνεψε να καθίσει. «Η θεία σου μου μίλησε για τη συζήτησή σας το πρωί», άρχισε με το αυστηρό του ύφος. «Παραδέχομαι ότι είχα κάποιες επιφυλάξεις όταν μας έκανε την πρόσκληση ο Έινσλοου. Αλλά σου έχουμε ήδη πει πως παρ’ όλο που δε μας αρέσουν οι συνθήκες του γάμου των γονιών σου...» Η Καρλότα άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνος της έκανε νόημα να σωπάσει. «Σε παρακαλώ, άσε με να τελειώσω. Η φυγή της μητέρας σου για να παντρευτεί έναν Ιταλό ζωγράφο είναι λυπηρή, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Αν φανερωθεί η αλήθεια, θα την αντιμετωπίσουμε. Άλλωστε, όπως σου έχει πει η θεία σου, αν σου κάνει πρόταση γάμου κάποιος κατάλληλος υποψήφιος, θα του την πούμε μόνοι μας ούτως ή άλλως. Η αποκάλυψή σου ότι ήσουν... ε... πιο... δραστήρια στο Μάλμπερι Κορτ απ’ όσο φανταζόμαστε ήταν μεγάλο ξάφνιασμα, το ομολογώ. Αλλά τα πλεονεκτήματα της επίσκεψής μας εκεί υπερτερούν κατά πολύ σε σχέση με τον ελάχιστο κίνδυνο να σε αναγνωρίσει κάποιος». «Μα δε θέλω να σας ντροπιάσω, θείε. Δε θα ήταν καλύτερα να πάμε κάπου αλλού το καλοκαίρι; Ας πούμε, στο Μπράιτον;» ρώτησε γεμάτη ελπίδα. Το πρόσωπο του θείου της πήρε μια έκφραση αποστροφής. «Ποτέ


δεν ανήκα στην παρέα του Πρίγκιπα και θα προτιμούσα να μην τραβήξεις την προσοχή της. Τελείωσε. Θα πάμε στο Μάλμπερι. Η θεία σου μου είπε ότι μόνο ο υπεύθυνος των εργασιών σε έχει δει. Ο ίδιος ο Έινσλοου με ενημέρωσε ότι τον έχει στείλει να επιβλέπει το κυνηγετικό του κρησφύγετο στο Λέστερσιρ. Συνεπώς, είναι πολύ απίθανο να επιστρέψει όσο είμαστε εμείς εκεί. Ελπίζω πως, όταν γυρίσουμε από το Μάλμπερι Κορτ, δε θα χρειάζεται να ανησυχούμε πια για την καταγωγή σου». «Εννοείτε, θείε, ότι αν μου γίνει πρόταση γάμου πρέπει να τη δεχτώ». «Ασφαλώς πρέπει να τη δεχτείς!» Η λαίδη Μπρόξτεντ την κοίταξε έκπληκτη. «Άλλωστε αυτός είναι ο λόγος που σε πήραμε υπό την προστασία μας, έτσι δεν είναι;» «Ναι», συμφώνησε πνίγοντας έναν αναστεναγμό. «Έτσι είναι». «Δε θέλω να σε πληγώσω, Καρλότα, αλλά δεν έχεις πολλές επιλογές», επεσήμανε ο θείος της. «Τι θα κάνεις στο μέλλον αν δεν παντρευτείς; Σου περνά από το νου να ζήσεις ως ζωγράφος; Πρέπει να ξέρεις πως αυτό μάλλον δε θα σου εξασφαλίζει τα προς το ζην. Και μη σκέφτεσαι ότι είμαι υποχρεωμένος να σε συντηρώ εγώ», κατέληξε ο Μπρόξτεντ και το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Δε θα συγχωρήσω έναν τρόπο ζωής που θα ατιμάσει ακόμα περισσότερο την οικογένειά μας». «Δηλαδή πιστεύετε πως η μαμά ατιμάστηκε που παντρεύτηκε έναν ζωγράφο», διαπίστωσε και ο θυμός φλόγισε τα μάγουλά της. «Όχι, δεν το πιστεύει», επενέβη βιαστικά η λαίδη Μπρόξτεντ. «Είμαι σίγουρη...» Ο κόμης ύψωσε το χέρι του. «Σε παρακαλώ, νομίζω πως είναι καιρός η ανιψιά μου να συνειδητοποιήσει την κατάστασή της. Σου προσφέραμε ένα σπίτι, Καρλότα, γιατί θέλαμε να φέρουμε πίσω στη θέση του ένα κομμάτι της οικογένειάς μας. Δεν έχω πρόθεση να σου επιτρέψω να ακολουθήσεις τα βήματα της μητέρας σου». Η Καρλότα έπνιξε τη θυμωμένη απάντηση που ανέβηκε στα χείλη της. Το ήξερε από την αρχή ότι ο σκοπός που την έφεραν στην πόλη ήταν


να της βρουν κατάλληλο σύζυγο. Η θεία της δεν το είχε κρατήσει ποτέ μυστικό. Πώς να τους έλεγε τώρα πως εκείνη δεν ήθελε;


Κεφάλαιο 8

Στη συγκέντρωση το επόμενο βράδυ, ο κύριος, η κυρία Πράις και η κόρη τους μιλούσαν συνέχεια για την επικείμενη επίσκεψή τους στο Μάλμπερι. Όταν η Καρλότα και η θεία της τους πλησίασαν, έβαλαν αμέσως στη συζήτηση και τη λαίδη Μπρόξτεντ. «Μόλις λέγαμε πως δε βλέπουμε την ώρα να δούμε το Μάλμπερι Κορτ», είπε ο κύριος Πράις πρόσχαρος όπως πάντα. «Ναι, έχουμε ακούσει πολλά για την ανακαίνισή του», είπε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Να ένας κύριος που θα μας πει αν αξίζει όλη αυτή η φασαρία!» Ο κύριος Πράις κοίταξε πίσω από την Καρλότα και έγνεψε. «Χαίρετε, λόρδε Ντάρβελ. Λέμε για το Μάλμπερι Κορτ. Εσείς ήσαστε εκεί όταν γίνονταν οι εργασίες, σωστά; Πείτε μας, είναι τόσο ωραίο όσο ακούγεται;» Ο Λιουκ δε μίλησε αμέσως. Δεν κοίταξε την Καρλότα, αλλά ήξερε πως εκείνη στεκόταν πολύ κοντά του και πως τα εκφραστικά μάτια της έδειχναν την ταραχή της, παρ’ όλο που κατά τα άλλα η όψη της ήταν απαθής. «Πολύ ωραιότερο», τους απάντησε. «Ο αδερφός μου δε λυπήθηκε τα έξοδα, προσέλαβε τον πιο σύγχρονο αρχιτέκτονα και τον καλύτερο ζωγράφο...» Με την άκρη του ματιού του είδε την Καρλότα να γυρίζει από την άλλη. Κρίμα. Εκείνος σκόπευε να την αγνοήσει, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Θα έκανε τα πάντα για να διαπεράσει τη μάσκα της αδιαφορίας της. «Ναι, το άκουσα. Έναν Ιταλό». Ο κύριος Πράις γέλασε εγκάρδια. «Ελπίζω οι τοιχογραφίες του ν μη σοκάρουν τις κυρίες!» «Δε νομίζω, μέσα στο σπίτι τουλάχιστον... Τι λέτε κι εσείς, μις Ράιβινγκτον;» Ήθελε να τον αγριοκοιτάξει, αλλά η θεία της την παρατηρούσε νευρική


και δεν ήθελε να κινήσει τις υποψίες της. Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Δεν ήμουν ποτέ καλεσμένη στο Μάλμπερι. Δεν ξέρω. Αλλά είμαι σίγουρη πως ο κύριος Έινσλοου θα έχει φροντίσει να είναι καλόγουστο». Πήγε να φύγει, αλλά η φωνή του Λιουκ την ακολούθησε. «Η μις Ράιβινγκτον είναι και η ίδια καλλιτέχνης. Και μάλιστα πολύ καλή». «Η ανιψιά μου;» Η λαίδη Μπρόξτεντ γέλασε νευρικά. «Πώς σας ήρθε τέτοια ιδέα;» Ανίκανη να ξεφύγει, η Καρλότα γύρισε για να αντιμετωπίσει το βασανιστή της. Εξοργίστηκε βλέποντας τη σατανική ευχαρίστηση στο βλέμμα του. «Η ίδια μου το είπε». «Ω, σχεδιάζετε, μις Ράιβινγκτον;» έσπευσε να ρωτήσει η κυρία Πράις. «Προτιμώ να ζωγραφίζω, κυρία», απάντησε η Καρλότα παγερά. «Να ζωγραφίσεις τότε το πορτραίτο της Τζούλια. Είμαι σίγουρη ότι θα πόζαρε για σένα». «Η μις Πράις θα περιμένει», έσπευσε να πει ο Λιουκ. «Η μις Ράιβινγκτον μου έχει υποσχεθεί να είμαι εγώ ο πρώτος που θα ζωγραφίσει». Η λαίδη Μπρόξτεντ ψιθύρισε κάτι ταραγμένη. Τα μάγουλα της Καρλότα φλέγονταν. «Αστειευόμουν, κύριε. Δε ζωγραφίζω πορτραίτα». «Α, ναι; Νόμιζα ότι ήταν στο αίμα σας». Ο Λιουκ γέλασε. «Βλέπετε πώς κοκκίνισε η μις Ράιβινγκτον, κυρία Πράις; Έχει φλογερό ταμπεραμέντο. Θυμίζει Λατίνα, δε συμφωνείτε;» Η κυρία Πράις γέλασε και τον χτύπησε στο μπράτσο με τη βεντάλια της. «Ανοησίες. Ξέρετε πολύ καλά ότι κοκκίνισε με τα πειράγματά σας. Αφήστε την ήσυχη, γιατί θα την κάνετε να σας φοβάται». «Σας ευχαριστώ, κυρία, αλλά δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος», απάντησε η Καρλότα. «Θα ήταν σαν να φοβόμουν τον άνεμο!»


«Καρλότα!» αναφώνησε η λαίδη Μπρόξτεντ έντρομη με την αγένειά της. Η Καρλότα δαγκώθηκε και ζήτησε την άδεια να αποχωρήσει. Για να κρύψει την ταραχή της, άρχισε να τραβά προς τα πάνω τα γάντια της, που είχαν γλιστρήσει κάτω από τον αγκώνα της. «Πρόσεχε, Καρλότα. Φέρεσαι επικίνδυνα νευρικά». Ο Λιουκ την είχε ακολουθήσει. Κι εκείνη θα ήθελε να βάλει τις φωνές από την οργή της. «Να με αφήσεις ήσυχη. Δε μου αρέσουν τα πειράγματά σου». «Τόσο το χειρότερο για σένα, γιατί δεν τελείωσα ακόμα με αυτό το παιχνίδι. Όταν θυμώνεις, είσαι... υπέροχη». Έσυρε το δάχτυλό του πάνω στο γυμνό δέρμα της ανάμεσα στην άκρη του γαντιού και το φουσκωτό της μανίκι. Η Καρλότα ένιωσε ρίγος καθώς το άγγιγμά του ξύπνησε τις αναμνήσεις της από την αγκαλιά του και το φιλί του. Ήταν μια πολύ γλυκιά στιγμή που είχε τελειώσει πολύ γρήγορα. Υπενθύμισε στον εαυτό της πόσο ασήμαντο ήταν το φιλί τους για εκείνον και τινάχτηκε μακριά του. «Δε θα παίξω το παιχνίδι σου!» Εκείνος χαμογέλασε δείχνοντας τα δόντια του. «Νομίζω πως δεν έχεις άλλη επιλογή». Μισόκλεισε τα μάτια της, αλλά, πριν προλάβει να του δώσει μια πληρωμένη απάντηση, εκείνος υποκλίθηκε και απομακρύνθηκε γελώντας. Η λαίδη Μπρόξτεντ την πλησίασε συνοφρυωμένη. «Παιδί μου, τι εννοούσε ο λόρδος Ντάρβελ Του υποσχέθηκες στ’ αλήθεια να τον ζωγραφίσεις;» «Όχι, θεία, δεν του υποσχέθηκα τίποτα». «Πολύ χαίρομαι». Η λαίδη Μπρόξτεντ αναστέναξε με ανακούφιση. «Δε θα ήταν καθόλου σωστό και θα προκαλούσε τη δυσαρέσκεια του θείου σου. Πρόσεξα ότι ο λόρδος Ντάρβελ σε προσέχει περισσότερο τελευταία. Χωρίς αμφιβολία, είναι πολύ γοητευτικός, αλλά δεν έχει


σχεδόν καθόλου περιουσία, το ξέρεις. Σε παρακαλώ, μην του δώσεις την καρδιά σου. Ο θείος σου ελπίζει κάτι πολύ καλύτερο για σένα». «Να του δώσω την καρδιά μου;» Γέλασε. «Τι παράλογη ιδέα, θεία. Με κολακεύει το ενδιαφέρον του, αλλά όταν δεν τον βλέπω δεν τον σκέφτομαι ποτέ». Προσπαθώντας να αποδείξει ότι αυτή ήταν η αλήθεια, η Καρλότα ρίχτηκε στο χορό με υπερβολική ζωντάνια. Όμως, λίγο αργότερα που βρέθηκε με την Τζούλια, πάλι ανέκυψε το θέμα του Μάλμπερι Κορτ. «Είμαι πολύ χαρούμενη που θα είσαι και εσύ μαζί μου», της είπε η Τζούλια ντροπαλά. «Νομίζω ότι σε ξέρω καλά τώρα». Κοκκίνισε λίγο. «Έχουν καλέσει και τον υποκόμη Φέρμπριτζ. Το ήξερες;» «Ναι, το άκουσα», της απάντησε κι πρόσθεσε πεταρίζοντας τα βλέφαρά της: «Ίσως σου κάνει πρόταση γάμου όσο είμαστε εκεί. Θα σου άρεσε αυτό;» Η Τζούλια έγινε κατακόκκινη. «Πολύ». «Κι εμένα το ίδιο». Η Καρλότα χαμογέλασε, χωρίς να τη νοιάζει καθόλου που θα έχανε έναν από τους υποψήφιους μνηστήρες της. Ήλπιζε μόνο να μην απογοητεύονταν πολύ η θεία της και η λαίδη Φέρμπριτζ. «Ποτέ δεν έχω δεχτεί πρόταση γάμου», μουρμούρισε η Τζούλια. «Εσύ, Καρλότα; Σου έχει κάνει ποτέ πρόταση γάμου ένας άντρας;» «Όχι, αλλά...» «Αλλά;» Η Τζούλια την παρακολουθούσε και η Καρλότα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Τίποτα. Κανένας δε μου έχει κάνει πρόταση γάμου ποτέ». Αλλά κάποτε νόμιζε πως θα της έκανε κάποιος. Είχε πειστεί ότι θα της έκανε πρόταση γάμου ο Λιουκ... *** Μετά την καταιγίδα ο Λιουκ την είχε συνοδέψει από το Μάλμπερι Κορτ στο σπίτι της. Η βροχή είχε σταματήσει και τα σύννεφα διαλύο-


νταν σιγά σιγά, επιτρέποντας στο φεγγάρι να προβάλλει πού και πού ρίχνοντας το γκρι μπλε φως του στο πάρκο. «Θα κοντεύουν μεσάνυχτα», παρατήρησε ο Λιουκ. «Περίμενε να φέρω το άλογό μου και θα σε πάω μέχρι την πόρτα σου». Η Καρλότα περίμενε υπομονετικά στα σκοτεινά ακούγοντας τα βήματά του να απομακρύνονται. Δε φοβόταν το σκοτάδι και μπορούσε να πάει στο σπίτι και μόνη της, αλλά δεν ήθελε να τον αποχαιρετήσει ακόμα. Λιουκ... Και μόνο στη σκέψη του ονόματός του ένιωθε να απλώνεται μέσα της ζεστασιά, κι ας μην μπορούσε ακόμα να τον φωνάζει με αυτό. Όταν εκείνος επέστρεψε, προχώρησε προς το μέρος του. «Στάσου εκεί. Έχει λάσπες», της φώναξε. «Να σε ανεβάσω στη σέλα;» «Όχι, ευχαριστώ. Προτιμώ τελικά να περπατήσουμε». «Τότε δώσε μου το χέρι σου. Δε θέλω να σε χάσω». Περπάτησαν σιωπηλοί. Μόνο ο ήχος από τα βήματά τους αντηχούσε πάνω στα χαλίκια και οι στάλες της βροχής που έπεφταν από τα δέντρα. «Θα φύγεις σύντομα από το Μάλμπερι;» «Ναι. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου, στο Γούστερσιρ. Στην έπαυλη Ντάρβελ. Έχω δουλειές Ήδη καθυστέρησα πολύ εδώ». «Ω...» Η Καρλότα δίστασε. «Οι υποθέσεις του αδερφού σου πήραν περισσότερο χρόνο απ’ όσο περίμενες;» Ύψωσε το βλέμμα της προς το μέρος του. Εκείνος χαμογελούσε. «Όχι. Για δική μου ευχαρίστηση έμεινα», απάντησε και αναστέναξε. «Νόμιζα ότι θα περνούσα την ώρα μου με κανένα αδιάφορο ειδύλλιο, μα...» Η Καρλότα πήγε να τραβήξει το χέρι της θυμωμένη. Εκείνος το έσφιξε περισσότερο. «Περίμενε να τελειώσω, Καρλότα. Αλλά μαγεύτηκα». «Δεν μπορείς να κατηγορήσεις εμένα γι’ αυτό», του πέταξε εκείνη ψυχρά. «Δεν έκανα κάτι να σε παγιδεύσω». «Το ξέρω. Μόνος μου παγιδεύτηκα». «Α». Σταμάτησε να περπατά και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Είναι τρέ-


λα. Οι κόσμοι μας είναι τόσο διαφορετικοί. Ζούσα αλόγιστα, ακόμα και παράτολμα. Είσαι τόσο αθώα που δε θα καταλάβαινες. Όμως, γιατί να μην μπορούμε να είμαστε μαζί ευτυχισμένοι;» Ήταν λες και μονολογούσε. Η Καρλότα περίμενε υπομονετικά, ευχαριστημένη που βρισκόταν στην αγκαλιά του. Ο Λιουκ την άφησε γελώντας και ξεκίνησαν πάλι να περπατούν. Ύστερα πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της κτητικά. «Τι σχέδια έχει ο πατέρας σου για σένα, Καρλότα;» «Δεν έχει σχέδια». «Δε σε έχει ζητήσει σε γάμο κανένας Ιταλός;» Εκείνη γέλασε. «Όχι βέβαια. Φύγαμε από τη Ρώμη πριν από δυο χρόνια». «Ο πατέρας σου μπορεί να θέλει να παντρευτείς ζωγράφο για να συνεχίσει την οικογενειακή επιχείρηση». «Και να το θέλει, εγώ δεν το ξέρω». Μπερδεμένη με τις ερωτήσεις του, περπάτησε σιωπηλή. Ακολούθησαν το μονοπάτι μέχρι τις πύλες και ύστερα βγήκαν στο δρόμο για το χωριό. Μέσα από το δάσος ήταν πολύ πιο σύντομη η διαδρομή, αλλά η Καρλότα χάρηκε που ο Λιουκ προτίμησε το δρόμο. Θα είχε περισσότερο χρόνο μαζί του. «Έχει γίνει καλά ο πατέρας σου; Μπορεί να δεχτεί επισκέψεις;» «Ναι». Στο σκοτάδι πρόβαλαν τα σκούρα σχήματα των σπιτιών του χωριού και η Καρλότα διέκρινε το σπίτι των γονιών της. Στεκόταν τετράγωνο και περήφανο στο μικρό του κήπο. Ένα από τα παράθυρα φωτιζόταν με ένα κερί. «Η μαμά έχει ανάψει φως για μένα», του εξήγησε. «Ανησυχεί για σένα;» «Βέβαια. Αλλά ξέρει ότι δε θα επιχειρούσα να γυρίσω αν δε σταματούσε η καταιγίδα». «Τότε καλύτερα να πας γρήγορα μέσα».


«Δε θα έρθεις μαζί μου;» τον ρώτησε τολμηρά. «Η μαμά θα θέλει να σε ευχαριστήσει που με συνόδεψες». «Όχι, όχι, είναι πολύ αργά και δεν είμαι ντυμένος κατάλληλα για τόσο σπουδαία περίσταση. Θα σε επισκεφτώ αύριο». «Σπουδαία περίσταση;» Ο Λιουκ πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες του και τη φίλησε τρυφερά. «Μην πεις τίποτα για τις συναντήσεις μας. Καλύτερα να μιλήσω εγώ αύριο. Δε θέλω να σε μαλώσουν. Αν φταίει κάποιος, αυτός είμαι εγώ, μόνο εγώ». Τη φίλησε πάλι. «Ως αύριο, γλυκιά μου ζωή...» Την άφησε και έφυγε. Η Καρλότα τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε πίσω από τη στροφή. Ένιωθε ευτυχισμένη. Αύριο, σκέφτηκε, με το χέρι της στο πόμολο της πόρτας, αύριο θα αλλάξει η ζωή μου. *** Η ζωή της είχε αλλάξει πράγματι, αλλά όχι όπως ήλπιζε εκείνη. Δεν ξαναείδε τον Λιουκ. Ως τη στιγμή που ήρθε στο Λονδίνο. Ξαφνικά αντιλήφθηκε πως η Τζούλια της μιλούσε ακόμα, και συνήλθε από τις ονειροπολήσεις της. «Συγνώμη, Τζούλια, τι έλεγες;» «Αναρωτιόμουν γιατί δεν είναι εδώ απόψε ο κύριος Γούλατ». «Νομίζω πως λείπει εκτός πόλεως για λίγες ημέρες». Θα ήθελε να χαμογελάσει καθώς θυμήθηκε την ανακούφιση που ένιωσε όταν άκουσε την είδηση. «Η μαμά λέει πως θα σου κάνει πρόταση γάμου», συνέχισε η Τζούλια. «Δε θα ήταν τέλεια να βρίσκαμε και οι δυο μας συζύγους στο Μάλμπερι;» «Ναι», συμφώνησε η Καρλότα βραχνά. «Τέλεια». «Μις Ράιβινγκτον, πείτε μου πως η τύχη μου με ευνόησε επιτέλους και δεν έχετε καβαλιέρο για τον επόμενο χορό». Η Καρλότα γύρισε και αντίκρισε τον σερ Γκίλμπερτ. Έδιωξε τις μελαγχολικές σκέψεις της και του χαμογέλασε. «Δεν έχω». Εκείνος της πρόσφερε το μπράτσο του και την οδήγησε κοντά στα άλλα ζευγάρια που έπαιρναν θέσεις. Καθώς χόρευαν, η Καρλότα σκέ-


φτηκε τις φήμες για την άθλια οικονομική του κατάσταση. Κρίμα, γιατί ήταν ελκυστικός και θα γινόταν ευχάριστος σύζυγος. Σίγουρα ήταν πολύ πιο χαριτωμένος από τον κύριο Γούλατ. Κούνησε το κεφάλι της για να συνέλθει. Είχε αρχίσει να της γίνεται εμμονή το θέμα του γάμου. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο σερ Γκίλμπερτ την έπιασε από το μπράτσο. «Πάμε να πιούμε κάτι». Προχώρησαν στη διπλανή αίθουσα, όπου υπήρχε ένα τραπέζι με παντς σε μπολ. Ο λόρδος και η λαίδη Μπρόξτεντ συνομιλούσαν με τον Τζέιμς και την Αντέλ. Μόλις ο σερ Γκίλμπερτ της σέρβιρε ένα ποτήρι με παντς, τους πλησίασαν και οι τέσσερις πολύ φυσικά. «Πολλή ζέστη!» αναφώνησε η λαίδη Μπρόξτεντ κάνοντας δυνατά αέρα με τη βεντάλια της. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εσείς οι νέοι έχετε διάθεση για χορό. Χαίρομαι που φεύγουμε για το Μάλμπερι την άλλη εβδομάδα, γιατί στην εξοχή έχει πάντα πιο πολλή δροσιά». «Έτσι είναι», συμφώνησε ο Τζέιμς. Ύστερα στράφηκε στον σερ Γκίλμπερτ. «Έλεγα στο λόρδο Μπρόξτεντ για τον πίνακα που κέρδισα από σένα. Τον έστειλα στο Μάλμπερι Κορτ». Πίνοντας αργά το ποτό της, η Καρλότα αναρωτήθηκε αν ο σερ Γκίλμπερτ ντράπηκε για τον υπαινιγμό σε σχέση με το χρέος του από τη χαρτοπαιξία. Εκείνος όμως δε φάνηκε να νιώθει καθόλου άβολα. «Ο πίνακας είναι τόσο μεγάλος που πάντα πίστευα ότι θα ταίριαζε καλύτερα σε ένα εξοχικό σπίτι». «Του Τιέπολο δεν είναι;» παρενέβη ο λόρδος Μπρόξτεντ. «Ναι», είπε ο Τζέιμς γνέφοντας καταφατικά. «Ο Μαικήνας Παρουσιάζει τις Τέχνες στον Αύγουστο, ή κάπως έτσι είναι ο τίτλος του. Έτσι δεν είναι, Μάτινγουντ;» «Ναι, κάπως έτσι. Ποτέ δε με ενδιέφερε ιδιαίτερα η τέχνη». «Δεν πειράζει. Θα ζητήσω από τον σινιόρ Ντουρίνι να του ρίξει μια ματιά όσο θα είμαι εκεί».


Η Καρλότα πάγωσε. Η λαίδη Μπρόξτεντ κοίταξε ανήσυχη τον άντρα της και έκλεισε τη βεντάλια της με δύναμη. «Πώς είπες το όνομα;» ρώτησε ο σερ Γκίλμπερτ. «Τζοβάνι Ντουρίνι, ο ζωγράφος που ζωγράφισε το σπίτι μου». «Ελπίζω να μην υπονοείς ότι ο πίνακάς μου δεν είναι αυθεντικός», φώναξε ο σερ Γκίλμπερτ προσποιούμενος το θυμωμένο. «Μη λες ανοησίες, Γκιλ». Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Αλλά, μιας και έχω πρόχειρο τον Ντουρίνι, θ τον ρωτήσω τη γνώμη του». «Δεν τελείωσαν οι εργασίες στο σπίτι σου, Έινσλοου;» Ο ανέμελος τόνος της φωνής του λόρδου Μπρόξτεντ προκάλεσε στην Καρλότα νευρικό γέλιο, αλλά το έπνιξε. «Ναι, στο σπίτι έχουν τελειώσει», του απάντησε. «Τώρα ο Ντουρίνι ζωγραφίζει τους ναούς στους κήπους. Η δουλειά του είναι εξαιρετική. Ανυπομονώ να σας τη δείξω». Η Καρλότα φούσκωσε από περηφάνια με τα λόγια του, αλλά η ανήσυχη έκφραση της θείας της τη συνέφερε. Ο σερ Γκίλμπερτ την άγγιξε στο χέρι. «Θέλετε άλλο παντς, μις Ράιβινγκτον;» «Ναι, ευχαριστώ». «Και πότε φεύγετε για το Μάλμπερι, κυρία Έινσλοου;» ρώτησε η λαίδη Μπρόξτεντ για ν’ αλλάξει θέμα. «Την Παρασκευή, για να φροντίσουμε να είναι όλα έτοιμα όταν έρθετε εσείς την επόμενη εβδομάδα. Θα ήθελα να πάμε και πιο νωρίς, αλλά την Πέμπτη είμαστε καλεσμένοι στη λαίδη Ότγουντ». «Ναι, κι εμείς το ίδιο», απάντησε η λαίδη. «Μου είπανε ότι θα δειπνήσουμε στον κήπο και θα έχουν και βεγγαλικά». «Βεγγαλικά!» αναφώνησε η Αντέλ. «Εκπληκτικά! Τι κρίμα που δε θα είναι ο Λιουκ. Λέει ότι έχε κάποια δουλειά. Αλλά δεν πειράζει. Θα κανονίσουμε να έχουμε κι εμείς βεγγαλικά στο Μάλμπερι έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Ο Τζέιμς της χάιδεψε το χέρι. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Στράφηκε


στον σερ Γκίλμπερτ, που επέστρεφε με ένα ποτήρι παντς για την Καρλότα. «Θα έρθεις στους Ότγουντ, Γκιλ;» «Δυστυχώς όχι. Θα λείψω μερικές ημέρες». Η Αντέλ τον κοίταξε. «Όμως στο Μάλμπερι θα έρθετε, ε;» Ο σερ Γκίλμπερτ υποκλίθηκε. «Ω, ναι». Και χαμογελώντας στην Καρλότα, πρόσθεσε: «Δε βλέπω την ώρα». *** Την επόμενη μέρα ο κύριος Γούλατ επισκέφτηκε τους Μπρόξτεντ. Οι κυρίες βρίσκονταν στο σαλόνι όταν η υπηρέτρια ανακοίνωσε την άφιξή του. Η Καρλότα του χαμογέλασε βεβιασμένα, αλλά η θεία της πετάχτηκε από το κάθισμά της και τον χαιρέτησε ασυνήθιστα θερμά. «Αγαπητέ μου, καλώς ήρθατε. Πότε γυρίσατε;» «Χτες το βράδυ, κυρία». «Πώς! Σε λίγο είναι ώρα για δείπνο! Γιατί δε μας επισκεφτήκατε το πρωί; Πρέπει να ξέρετε πως είστε πάντοτε ευπρόσδεκτος στο σπίτι μας». Η Καρλότα ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της ακούγοντας τη θεία της να πιέζει τον κύριο Γούλατ να καθίσει μαζί τους για φαγητό. «Θα το ήθελα πολύ, αλλά τα ρούχα μου...» Ο κύριος Γούλατ φορούσε μαύρο φράκο και παντελόνι ως το γόνατο και η Καρλότα αναρωτήθηκε άθελά της αν περίμενε την πρόσκληση της θείας της. Η λαίδη Μπρόξτεντ έσπευσε να τον καθησυχάσει. «Δεν είμαστε προσκολλημένοι στους τύπους, κύριέ μου. Αν ήσαστε απεριποίητος γενικά, δε θα ήμουν ανεκτική, αλλά εσείς είστε πάντα καθαρός και καθωσπρέπει!» «Αν δε σας βάζω σε κόπο...» «Καθόλου, κύριε Γούλατ. Σας παρακαλώ, καθίστε. Συγχωρήστε με για λίγο, πάω να ειδοποιήσω να βάλουν κι άλλο σερβίτσιο στο τραπέζι». Η λαίδη βγήκε βιαστική και η Καρλότα έμεινε μόνη της μαζί του. «Κάνει πολλή ζέστη τελευταία, μις Ράιβινγκτον. Ελπίζω να μην υποφέρατε όσο έλειπα».


«Όχι, ήμουν πολύ καλά». Η Καρλότα αναρωτήθηκε αν ο σκοπός του ήταν να την κάνει να του πει πως της είχε λείψει. Αλλά δεν μπορούσε να πει ψέματα, γι’ αυτό δε μίλησε. Εκείνος ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του και σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος του. «Ανυπομονώ να πάω στο Μάλμπερι Κορτ. Μια καλή παρέα σ’ ένα εξοχικό είναι ό,τι πρέπει. Ο θείος σας μου είπε ότι εσείς θα πάτε στις αρχές της ερχόμενης εβδομάδας. Σκοπεύω να σας περιμένω εκεί». Βλέποντας το χαμόγελο που συνόδεψε τα λόγια του, η Καρλότα απέστρεψε το βλέμμα της γεμάτη πανικό. Ευτυχώς εκείνη την ώρα επέστρεψε η θεία της και τη γλίτωσε από την υποχρέωση να του απαντήσει. Ο κύριος Γούλατ έστρεψε την προσοχή του στην οικοδέσποινά του. «Μη νομίσετε πως ήρθα επίτηδες για να με καλέσετε για φαγητό», είπε γελώντας με το αστείο του. «Ήρθα να προσκαλέσω εσάς και τη μις Ράιβινγκτον στο θέατρο αύριο βράδυ. Έχω κλείσει θεωρείο στην αγγλική όπερα στην οδό Ουελινγκτον». «Θέατρο; Θαυμάσια! Ε, Καρλότα;» «Μα, θεία, νόμιζα ότι είχαμε υποσχεθεί να πάμε στην κυρία Γουίντερτον». «Σε συγκέντρωση για χαρτιά! Το θέατρο είναι πιο ενδιαφέρον». Η λαίδη Μπρόξτεντ κούνησε το χέρι της θαρρείς και έδιωχνε μακριά την άμοιρη κυρία Γουίντερτον. «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Άλλωστε δεν ήταν κανονισμένο. Με μεγάλη μας χαρά θα έρθουμε μαζί σας, κύριε Γούλατ». «Τέλεια». Ο κύριος Γούλατ έτριψε τα χέρια του. «Παίζεται μια φάρσα και μια από τις κωμωδίες του κυρίου Σέρινταν. Σκέφτηκα ότι η μις Ράιβινγκτον θα τις προτιμούσε από ένα πιο σοβαρό έργο Και θα σας δείξω και τα φώτα που λειτουργούν με υγραέριο». Η Καρλότα νόμιζε πως δεν άκουσε καλά, αλλά διαπίστωσε πως και η θεία της φαινόταν το ίδιο σαστισμένη. «Όχι μόνο στην είσοδο, αλλά και στη σκηνή», συ-


νέχισε ο κύριος Γούλατ. «Πολύ ενδιαφέρον», μουρμούρισε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Σας είμαστε υπόχρεες, κύριέ μου. Θα φορέσεις την καινούρια σου μεταξωτή τουαλέτα, Καρλότα». Ο κύριος Γούλατ έλαμψε. «Καινούρια τουαλέτα; Είμαι σίγουρος ότι θα είστε υπέροχη, μις Ράιβινγκτον. Και όσο για το υπόχρεες που είπατε, κυρία, η ανταμοιβή μου θα είναι που θα δω τη μις Ράιβινγκτον με την καινούρια της τουαλέτα!» *** Το κτίριο της αγγλικής όπερας έλαμπε στο φως του ήλιου που έδυε καθώς οι καινούριες λευκές πέτρινες κολόνες του δεν είχαν μαυρίσει ακόμα από την κάπνα των τζακιών που ζέσταιναν την πόλη το χειμώνα. Ο κύριος Γούλατ συνόδεψε τις προσκεκλημένες του στο θέατρο με τη δική του άμαξα. Στο δρόμο τις ενημέρωσε ότι το κτίριο είχε σχεδιαστεί από τον κύριο Μπέζλι και είχε τις πιο σύγχρονες ανέσεις, καθώς και τον περίφημο φωτισμό υγραερίου. «Δε γίνεται να εκτιμήσουμε αυτή την πρωτοπορία όσο είναι ακόμα μέρα», τους εξήγησε, «αλλά θα καταλάβετε πόσο σπουδαία είναι όταν φεύγουμε απόψε από το θέατρο. Και φυσικά στη σκηνή. Θα περάσουμε πολύ ωραία, συμφωνείτε, μις Ράιβινγκτον;» Κάθισαν στο θεωρείο τους. Ο κύριος Γούλατ βεβαιώθηκε ότι η Καρλότα είχε καλή ορατότητα στη σκηνή. Προσφέρθηκε να της ρίξει την εσάρπα της στους ώμους της, αν ένιωθε ψύχρα, και έφερε το κάθισμά του δίπλα της. Η Καρλότα κοίταξε ικετευτικά τη θεία της, που καθόταν παράμερα, αλλά εκείνη έγνεψε με επιδοκιμασία. «Κάνει πολλή ζέστη», παρατήρησε ο κύριος Γούλατ μόλις άρχισε το έργο. «Μου είπατε πως σας αρέσει το θέατρο, μις Ράιβινγκτον. Εγώ έρχομαι τακτικά όταν είμαι στην πόλη. Ελπίζω αυτή την πρώτη μας έξοδο να την ακολουθήσουν και άλλες». Η Καρλότα χαμογέλασε αλλά δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα να πει, και ύστερα από λίγο ο κύριος Γούλατ έστρεψε την προσοχή του στη


σκηνή. Ευχήθηκε μάλιστα να μπορούσε να πάει στο σπίτι της. *** Όταν τελείωσε η φάρσα, στο θεωρείο τους ήρθαν διάφοροι επισκέπτες, οι περισσότεροι φίλοι του κυρίου Γούλατ, αλλά ορισμένοι ήρθαν για τη λαίδη Μπρόξτεντ. Ανάμεσά τους ήταν ο Τζέιμς Έινσλοου με τη γυναίκα του. Μετά τις πομπώδεις φλυαρίες του κυρίου Γούλατ, η Καρλότα χάρηκε πολύ που τους είδε. Αλλά το χαμόγελό της έσβησε όταν παρατήρησε ότι τους ακολουθούσε ο λόρδος Ντάρβελ. Ο κύριος Γούλατ σηκώθηκε όρθιος και κόλλησε στον τοίχο για να κάνει χώρο στους επισκέπτες τους, τους οποίους σύστησε στην Καρλότα. Ύστερα άρχισε να μιλά για τα φώτα της σκηνής, αλλά κανείς δεν του έδινε σημασία. Όλοι είχαν τη δική τους συζήτηση. Όταν έφυγαν οι φίλοι του, ο Γούλατ προχώρησε προς το κάθισμά του, αλλά τον πρόλαβε ο λόρδος Ντάρβελ. Κάθισε δίπλα στην Καρλότα και το γόνατό του σχεδόν άγγιξε το δικό της. Τα νεύρα της τεντώθηκαν. Ήταν έτοιμη να σηκωθεί και να φύγει αν ο Ντάρβελ τολμούσε να την αγγίξει. «Σας άρεσε η φάρσα, μις Ράιβινγκτον;» «Πολύ, κύριε». Γύρισε από την άλλη αναζητώντας τάχα κάποιον γνωστό της ανάμεσα στους θεατές, αλλά η προσοχή της δεν έπαψε να είναι στραμμένη στον ίδιο, που καθόταν τόσο κοντά της. «Οι κωμωδίες του κυρίου Φουτ είναι πάντα ιδιαίτερες», σχολίασε ο κύριος Γούλατ. Τον αγνόησαν. «Και τι γνώμη έχετε για το σκηνικό;» επέμεινε ο Λιουκ. Η Καρλότα γύρισε και τον κοίταξε επιφυλακτική. Της φάνηκε πως έβλεπε το διάβολο στα μάτια του. «Δεν το πρόσεξα. Απολάμβανα το έργο». «Εγώ το βρίσκω κακόγουστο». «Νομίζω ότι το έφτιαξαν γνωστοί καλλιτέχνες», δήλωσε ο κύριος Γούλατ αμυντικά. Ο Λιουκ συνέχισε να την κοιτάζει. «Εγώ έχω δει καλύτερα έργα τέχνης.


Εσείς, μις Ράιβινγκτον;» Δεν του απάντησε. Ξεδίπλωσε τη βεντάλια της και άρχισε να κάνει αέρα. Ο Ντάρβελ μετακινήθηκε στο κάθισμα μέχρι που το γόνατό του ακούμπησε στο μηρό της. Ήταν ανεπαίσθητο το άγγιγμά του, αλλά εκείνη την έκαψε μέσα από τη λεπτή μουσελίνα του φορέματός της και την έκανε να τρέμει. Ήθελε να σηκωθεί να φύγει. Ή να ριχτεί στην αγκαλιά του. Ξεροκατάπιε αμήχανη. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. «Βρήκα ψεύτικη την αναπαράσταση του δρόμου της Ρώμης. Εσείς τι γνώμη έχετε, κυρία;» συνέχισε ο Λιουκ. «Ω, ελάτε τώρα», τον διέκοψε ο κύριος Γούλατ. «Πού να ξέρει η μις Ράιβινγκτον. Δεν έχει πάει ποτέ στην Ιταλία». Έκανε μια παύση. «Ή μάλλον, έχετε πάει στην Ιταλία, μις Ράιβινγκτον;» Εκείνη άρχισε να κουνά πιο δυνατά τη βεντάλια της. «Ήμουν εκεί με τους γονείς μου», μουρμούρισε. «Πριν από πολύ καιρό». «Ε...» Ο κύριος Γούλατ ξεφύσηξε. «Πώς το ξέρατε εσείς, κύριε;» «Νομίζω ότι το ανέφεραν οι θείοι μου», έσπευσε να δηλώσει η Καρλότα βλέποντας το προκλητικό βλέμμα του Λιουκ. Ήταν έτοιμος να την προδώσει, η Καρλότα το ήξερε. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της. Εκείνη δε θα κατέρρεε. Ό,τι και να της έκανε, δε θα του έδινε αυτή την ικανοποίηση. «Ναι, εκείνοι το ανέφεραν», παραδέχτηκε τελικά και ο Ντάρβελ. «Λιουκ», η Αντέλ έβαλε το χέρι της στον ώμο του, «πρέπει να γυρίσουμε στο θεωρείο μας. Αρχίζει το έργο». Ο λόρδος Ντάρβελ σηκώθηκε. «Κρίμα», μουρμούρισε. «Και τα πηγαίναμε τόσο καλά». Στράφηκε στον κύριο Γούλατ. «Δούλος σας, κύριε. Ίσως να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας άλλη φορά». Ο κύριος Γούλατ τον παρακολούθησε να φεύγει. «Τι θρασύς! Κάνει πως σας γνωρίζει καλά, μις Ράιβινγκτον». Η Καρλότα αναρωτήθηκε μήπως ήταν καλύτερα να ομολογήσει την αλήθεια. Δεν πρέπει να υπήρχε τίποτα χειρότερο από το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι που έπαιζε μαζί της ο Λιουκ. Κοίταξε τη θεία της.


Σ’ εκείνη έπρεπε να πει πρώτα την αλήθεια. Αλλά το θεωρείο δεν ήταν το κατάλληλο μέρος. Γι’ αυτό θα ανέβαλλε την ομολογία της για άλλη μέρα. Χαμογέλασε στον κύριο Γούλατ. «Ο λόρδος Ντάρβελ είναι όντως θρασύς». *** Ο Λιουκ συνόδεψε τον Τζέιμς και την Αντέλ στο θεωρείο τους στην άλλη άκρη του θεάτρου. Ο αισθήσεις του ήταν πλημμυρισμένες από την Καρλότα. Την ομορφιά της, το άρωμα από τις βιολέτες στο κορσάζ της, τη ζεστασιά του μηρού της που άγγιξε το γόνατό του. Μόνο λεπτές στρώσεις υφάσματος τον χώριζαν από το γυμνό της δέρμα. Ερεθιστική σκέψη. «Τι λέτε λοιπόν; Ταιριάζουν ως ζευγάρι;» Η Αντέλ περπατούσε ανάμεσα στους δυο άντρες, κοιτάζοντάς τους εναλλάξ. «Ο Γούλατ μοιάζει άνετος», είπε ο Τζέιμς. «Δε θα τον παντρευτεί», δήλωσε λακωνικά ο Λιουκ. «Α, δεν ξέρω». Ο Τζέιμς έξυσε τη μύτη του. «Ο Γούλατ είναι πλούσιος όπως ο Ντάιβς και η λαίδη Μπρόξτεντ τον ενθαρρύνει. Ο Μπρόξτεντ δε θα θέλει να χάσει τέτοια περιουσία». «Αυτό θα το μάθουμε σύντομα», είπε η Αντέλ και κάθισε. «Θα έρθουν όλοι στο Μάλμπερι και θα έχουμε όλο τον καιρό να τους παρατηρούμε. Ησυχία τώρα. Αρχίζει το έργο». Ο Λιουκ δεν πρόσεχε τους ηθοποιούς. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο στο απέναντι θεωρείο, όπου ο Ντάνιελ Γούλατ δεν άφηνε σε ησυχία την Καρλότα. Συνεχώς έσκυβε και της ψιθύριζε στο αυτί Και εκείνη του χαμογελούσε, που να την πάρει ο διάβολος! Η λογική του έλεγε ότι φερόταν απλώς ευγενικά. Αλλά κάθε της χαμόγελο, κάθε της κίνηση προς τον Γούλατ, τον βασάνιζε. Δεν είχε σημασία που τη θεωρούσε επιπόλαιη και άκαρδη. Τον πείραζε που την έβλεπε με άλλον άντρα. Ο συνοδός της έδειξε κάτι στη σκηνή. Τα κεφάλια τους ήταν τόσο κοντά που σχεδόν αγγίζονταν. Τι άλλο θα έπρεπε να υπομείνει ο Λιουκ; Επιτέλους η παράσταση τελείωσε. Το κοινό χειροκροτούσε και ε-


κείνος παρακολουθούσε τον Γούλατ, που τύλιγε την Καρλότα τρυφερά με την εσάρπα της. Δε βιάστηκε καθόλου να πάρει τα χέρια του από τους ώμους της. Πώς ήταν δυνατόν η θεία της να τον αφήνει να φέρεται έτσι στην ανιψιά της; Θυμωμένος, ακολούθησε τον αδερφό του, που έβγαινε από το θεωρείο. Μόλις βρέθηκαν στο δρόμο, είπε μια δικαιολογία για να μείνει μόνος του. Η Αντέλ του έδωσε το χέρι της. «Καληνύχτα, Λιουκ». Ύστερα κοίταξε την πρόσοψη του κτηρίου και είπε γελώντας: «Για δες, αυτά θα είναι τα καινούρια φανάρια που μας έλεγε ο κύριος Γούλατ. Και ποια είναι η γνώμη σου για τα φώτα της σκηνής, Λιουκ; Συμφωνείς με τον κύριο Γούλατ ότι πρόκειται για εξαιρετική ανακάλυψη;» Ο Λιουκ έκανε ένα μορφασμό. «Όχι. Μου προκάλεσε ναυτία η μυρωδιά από το γκάζι!»


Κεφάλαιο 9

Καθώς πλησίαζε η μέρα της αναχώρησης για το Μάλμπερι, η Καρλότα γινόταν όλο και πιο νευρική. Στο Μάλμπερι θα ήταν και ο Ντάρβελ και εκείνη ανησυχούσε για τη στάση του απέναντί της. Απέμενε λιγότερο από μια βδομάδα για να φύγουν, και η Καρλότα δεν άντεχε άλλο αυτή την αβεβαιότητα. Τη σημερινή μέρα ήταν καλεσμένοι στο σπίτι της λαίδης Ότγουντ στην άλλη άκρη της πόλης, αλλά η Καρλότα με πρόσχημα μια ημικρανία έμεινε σπίτι. Δυσκολεύτηκε λίγο να πείσει το θείο και τη θεία της, αλλά μόλις έμεινε μόνη έστειλε ένα σημείωμα στο λόρδο Ντάρβελ. Δεν ήξερε αν εκείνος θα ερχόταν. Καθώς βημάτιζε νευρικά, η Καρλότα θυμήθηκε πως κάποτε εκείνος της είχε υποσχεθεί πως θα πήγαινε να τη βρει. *** Κανένα άλλο πρωινό δεν έλαμπε τόσο φωτεινό όσο εκείνης της τελευταίας ημέρας στο Μάλμπερι. Η Καρλότα ξύπνησε νωρίς και ένιωσε τη ζεστασιά μιας προσδοκίας πριν καν προλάβει να θυμηθεί το γιατί. «Ως αύριο, γλυκιά μου ζωή». Θυμήθηκε το βλέμμα του Λιουκ το προηγούμενο βράδυ όταν την καληνύχτισε, και η διάθεσή της εκτοξεύτηκε στα ύψη. Ρίχτηκε στις πρωινές δουλειές της, επιμένοντας να καθαρίσει και να συμμαζέψει το μικρό σαλόνι πριν πάει στην αγορά μαζί με τον Τζακ, τον υπηρέτη τους, για ψώνια. Ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι, αλλά δε γινόταν να διαλέξει τρόφιμα βιαστικά, μη τυχόν δεν ήταν φρέσκα. Κόντευε σχεδόν μεσημέρι όταν κατάφερε να τελειώσει τα ψώνια. Τα χέρια του Τζακ ήταν γεμάτα καλάθια και πακέτα, και η Καρλότα προχώρησε μπροστά του για ν’ ανοίξει την πίσω πόρτα του σπιτιού. Δεν πρόλαβε ν’ αφήσει κάτω το καλάθι της, και στην πόρτα της κουζίνας πρόβαλε το κεφάλι της μητέρας της. «Ωραία, γύρισες. Βιάσου και έλα μέσα, Καρλότα. Έχουμε επισκέπτες!» Η καρδιά της αναπήδησε. Έβγαλε μόνο το καπέλο της και έτρεξε στο


σαλόνι. «Ήρθα, μαμά...» Η φωνή της έσβησε και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα καθώς αντίκρισε δυο ξένους. Σαστισμένη, η Καρλότα άκουσε να τη συστήνουν στο θείο και τη θεία της, το λόρδο και τη λαίδη Μπρόξτεντ. Άκουγε να μιλάνε για επανασύνδεση της οικογένειας, για τη δική της αποκατάσταση στην κοινωνία, που θα της έδινε την ευκαιρία να κάνει έναν καλό γάμο, αλλά το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως ήταν περασμένες δύο. Ο Λιουκ θα έπρεπε να είχε ήδη έρθει... «Λυπάμαι που θα σε κάνω να βιαστείς, Καρλότα, αλλά η θεία σου κι εγώ πρέπει να γυρίσουμε στο Λονδίνο απόψε». Ο λόρδος Μπρόξτεντ γύρισε στην αδελφή του και της χαμογέλασε σφιγμένα «Πήρε πολύ καιρό στους ανθρώπους μου να σε εντοπίσουν, Μάργκαρετ. Μόλις χτες μάθαμε πού βρίσκεσαι και η αγαπημένη μου Σίλια ήθελε να σε επισκεφτούμε αμέσως». «Θα πάμε στην εξοχή στο τέλος της εβδομάδας και θα θέλαμε να πάρουμε μαζί μας την ανιψιά μας», ανακοίνωσε η λαίδη Μπρόξτεντ χαμογελώντας στην Καρλότα. «Αντιλαμβάνομαι πως θα είναι σοκ για σας. Αν θέλετε, συζητήστε το με την άνεσή σας. Αλλά, αν δεν έρθει σήμερα μαζί μας, θα πρέπει να περιμένει μέχρι το τέλος της χρονιάς...» Η Καρλότα υποκλίθηκε ελαφρά. «Σας είμαι ευγνώμων, κυρία... θεία... αλλά είναι πολύ ξαφνικό». Σε παρακαλώ, Λιουκ, βιάσου. Σε χρειάζομαι. Προσευχήθηκε σιωπηλά. Οι γονείς της χαμογελούσαν, πεπεισμένοι ότι θα χαιρόταν με την προοπτική να πάει να ζήσει με το λόρδο και τη λαίδη Μπρόξτεντ. «Θα μπορείς να γυρίσεις στο σπίτι σου όποτε θελήσεις», συνέχισε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Αλλά σκοπεύω να σε καλομάθω τόσο πολύ, που θα θέλεις να μείνεις μαζί μας για πάντα!» Η Καρλότα κοίταξε τα γελαστά τους πρόσωπα. Ένιωσε να την τυλίγουν ζεστασιά, ειλικρίνεια και αγάπη. Σηκώθηκε όρθια.


«Εεε... συγχωρήστε μια στιγμή, πρέπει να πάω να δω...» «Κάρλα, τι στο καλό...» Αλλά η Καρλότα δεν περίμενε ν’ ακούσει τη μητέρα της. Άρπαξε το σάλι της και όρμησε έξω από το σπίτι. Η απόσταση για το πανδοχείο ήταν μικρή και η Καρλότα τη διέσχισε τρέχοντας. Μόλις έφτασε έξω από την είσοδο, συνάντησε τον ξενοδόχο. Εκείνος της χαμογέλασε. «Τι θα θέλατε, μις Κάρλα; Μη μου πείτε πως ο πατέρας σας τελείωσε όλο το υπέροχο κρασί που του βρήκα». «Όχι, δεν είναι αυτό, κύριε Χίτσεν. Α...» η Καρλότα δίστασε, κοκκινίζοντας «... αναρωτιόμουν αν είναι μέσα ο ενοικιαστής σας. Ο... εεε... ο κύριος που μένει στο πανδοχείο σας». Έτριψε τα χέρια της, νιώθοντας ελπίδα και αγωνία καθώς περίμενε ν’ ακούσει την απάντησή του. «Α, εννοείτε τον ταγματάρχη Έινσλοου». «Ναι», είπε εκείνη ανυπόμονα. «Ακριβώς». «Έφυγε, εδώ και μισή ώρα». «Έφυγε!» «Ναι, μις Κάρλα. Και κάτι είπε...» Ο Χίτσεν κουδούνισε τα κέρματα στην τσέπη του. «Να σκεφτώ... Είπε ότι βαρέθηκε τους ανθρώπους της επαρχίας και ότι χρειαζόταν κάτι συναρπαστικό. Ξέρετε πώς είναι τώρα οι πλούσιοι. Μις Κάρλα, είστε καλά;» Το ευγενικό ενδιαφέρον του ξενοδόχου τη συνέφερε. «Τι; Ω, ναι, σας ευχαριστώ, κύριε Χίτσεν». Η Καρλότα έκανε με δυσκολία μεταβολή και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Η ευτυχία της έσβησε. Ώστε ο Λιουκ είχε φύγει. Έπαιζε μαζί της. Μα εκείνη το ήξερε από την αρχή, σωστά; Μέχρι να φτάσει στο σπίτι της είχε καταφέρει να πνίξει τα δάκρυά της. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της και μπήκε μέσα. Βρήκε τους γονείς της να κάθονται με το λόρδο και τη λαίδη Μπρόξτεντ σε μια άβολη σιωπή. «Κάρλα, τι σ’ έπιασε και έφυγες τόσο ξαφνικά;» είπε η μητέρα της μόλις την είδε. «Απαράδεκτος τρόπος. Η θεία και ο θείος σου έκαναν τόσο


δρόμο για να σε δουν». «Έπρεπε να...» Η Καρλότα πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε το λόρδο. «Κύριε, αν εξακολουθείτε να θέλετε να με πάρετε μαζί σας, θα χαρώ να έρθω». *** Από τότε είχαν περάσει δώδεκα ολόκληροι μήνες, και πάλι περίμενε τον Λιουκ. Αλλά η πλατεία Μπέρκλι απείχε πολύ από το Μάλμπερι και ίσως, όταν περνούσε και η σημερινή μέρα, η Καρλότα να ελευθερωνόταν από εκείνον! Λίγο μετά το μεσημέρι ένας υπηρέτης τον ανήγγειλε. «Οδηγήστε το λόρδο Ντάρβελ στη βιβλιοθήκη», είπε η Καρλότα. Εκείνη περίμενε μερικά λεπτά πήρε μερικές βαθιές ανάσες και ύστερα κατευθύνθηκε στη βιβλιοθήκη. Τον βρήκε να στέκεται όρθιος μπροστά στο άδειο τζάκι, με το ένα χέρι του ακουμπισμένο στο περβάζι. Φορούσε λαδί ρεντικότα, δερμάτινο παντελόνι και ψηλές μπότες, και κρατούσε γάντια στο ένα του χέρι. Η Καρλότα σκέφτηκε πως του ταίριαζε πολύ το στυλ της εξοχής και παρατήρησε πως ο καλοκαιρινός ήλιος είχε δώσει στα καστανά μαλλιά του μια μελί, χρυσή απόχρωση. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε συνοφρυωμένος, αλλά παρά τη σοβαρότητά του η Καρλότα χάρηκε που δεν αντίκρισε το θυμό που είχε δει στο πρόσωπό του στις τελευταίες τους συναντήσεις. «Θα καθίσετε, κύριέ μου;» «Τι θέλετε, κυρία; Ήρθα με το μόνιππό μου και δε μου αρέσει να κρατώ ζεμένο το άλογό μου πιο πολύ απ’ όσο χρειάζεται». Ο σκληρός τόνος του έκανε την καρδιά της να βουλιάξει. Δεν έκαναν καλή αρχή. Η Καρλότα κάθισε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσει την αγένειά του να την ταράξει. «Ευχαριστώ που ήρθατε τόσο γρήγορα». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Εσείς με καλέσατε». «Σας ζήτησα», τον διόρθωσε εκείνη προσπαθώντας να δια-τηρήσει την ψυχραιμία της. «Θέλω να κάνουμε ανακωχή». Τα μάγουλά της κοκ-


κίνισαν καθώς είδε τον Ντάρβελ να ανασηκώνει το φρύδι του. «Θα είναι δύσκολο να αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον στο Μάλμπερι και... δε θέλω να φέρω σε δύσκολη θέση τον αδερφό σας, ούτε κάποιον από τους καλεσμένους του». Σούφρωσε τα χείλη του. «Μόνο τον εαυτό σας μπορείτε να φέρετε σε δύσκολη θέση, μις Ράιβινγκτον». «Μην είστε τόσο απερίσκεπτος. Σκεφτείτε πόσο δύσκολη θα είναι η θέση του αδερφού σας αν με εκθέσετε σπίτι του». Ο Ντάρβελ την πλησίασε και στάθηκε από πάνω της. «Εντάξει λοιπόν. Πείτε μου γιατί θέλετε ανακωχή». Η Καρλότα κοίταξε τα χέρια της στην ποδιά της. Εκείνος την κοιτούσε εξεταστικά, και αυτό την ενοχλούσε. «Σας είπα ότι δε θέλω δυσάρεστα επεισόδια...» «Δε μου είπατε κάτι που να δικαιολογεί το σημείωμα που μου στείλατε απαιτώντας να με δείτε αμέσως». Τα εύθραυστα νεύρα της λύγισαν. Τύλιξε τα δάχτυλά της στην ποδιά της. «Πολύ καλά. Αφού θέλετε να μάθετε την αλήθεια, θα τη μάθετε. Ο θείος μου περιμένει ότι θα με ζητήσουν σε γάμο όσο είμαστε στο Μάλμπερι». *** Ώστε αυτό ήταν. Του κόπηκε η ανάσα. Ένιωσε σαν να δέχτηκε ένα γερό χτύπημα στο στομάχι. Άθελά του, τα χέρια του στα πλευρά του έγιναν γροθιές. «Α, ναι; Αναρωτιέμαι ποιος θα είναι ο τυχερός. Ο Γούλατ;» Ο Ντάρβελ γέλασε άγρια. «Θεωρώ τη σιωπή σας ως επιβεβαίωση. Ώστε βρήκατε τον πλούσιο μνηστήρα σας». Η Καρλότα ταράχτηκε με το χλευαστικό του ύφος και πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνεχίσει. «Αν ενδιαφέρεται σοβαρά για μένα, θα του πω την αλήθεια, αλλά θέλω να κρίνω εγώ πότε είναι η κατάλληλη στιγμή. Θα σας ήμουν... ευγνώμων αν μου δίνατε το λόγο σας να μην πείτε τίποτα που θα διακινδύνευε αυτή την πρόταση γάμου».


Η Καρλότα κρατούσε χαμηλωμένο το βλέμμα της. Δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια, αλλά τα φλογισμένα μάγουλά της την πρόδιδαν. Σιωπηλή περίμενε την απάντησή του, ενώ ακουγόταν μόνο ο σταθερός χτύπος του ρολογιού. «Όχι». Η Καρλότα τίναξε ψηλά το κεφάλι της. «Τι είπατε;» «Είπα όχι. Δε σας υπόσχομαι τίποτα». Εκείνη τον κοίταξε επίμονα. Ο Λιουκ της γύρισε την πλάτη, γιατί ήξερε πως αν αντίκριζε το ανήσυχο βλέμμα της η άμυνά του θα κατέρρεε και θα παραδεχόταν πως δε θα έκανε τίποτα που θα της προκαλούσε περισσότερο πόνο. Και τότε θα ήταν χαμένος. Φρόντισε να γαντζωθεί από το θυμό του. Είχε δίκιο να είναι θυμωμένος. Παραλίγο εκείνος να τη ζητήσει σε γάμο! Ήταν έτοιμος να της προσφέρει περισσότερα απ’ όσα είχε προσφέρει ποτέ σε γυναίκα. Ευτυχώς που ανακάλυψε εγκαίρως τον αληθινό της χαρακτήρα. «Τι έχω κάνει και με μισείτε τόσο;» ρώτησε η Καρλότα τόσο σιγανά που μόλις ακούστηκε. «Παραδέχομαι ότι ήμουν θυμωμένη μαζί σας όταν συναντηθήκαμε στο Λονδίνο, αλλά φαντάζομαι πως αυτό το καταλαβαίνετε αφού φύγατε τόσο ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι». «Έφυγα ξαφνικά, για να πάρετε τη θέση που σας αξίζει στην κοινωνία. Και ομολογώ πως το κάνετε με αξιοθαύμαστο τρόπο». «Δεν είχα άλλη επιλογή. Εσείς είχατε ήδη φύγει από το Μάλμπερι». «Ναι, και ευτυχώς γιατί γλίτωσα». Η Καρλότα πετάχτηκε όρθια θυμωμένη. Τα μάτια της πετούσαν φλόγες καθώς τον κοίταξε. «Τι σημαίνει αυτό;» «Ένας Θεός ξέρει τι θα είχα κάνει αν έμενα». «Δεν είχατε κανένα σκοπό να μείνετε», του πέταξε. «Παραδεχτείτε το, παίζατε μαζί μου για να περάσετε την ώρα σας όσο καιρό ήσαστε θαμμένος στην εξοχή». «Και εσείς ξέρετε καλά από παιχνίδια, έτσι δεν είναι; Σας αρέσουν πο-


λύ!» Σούφρωσε τα χείλη της. «Έχετε βιαστεί να βγάλετε συμπεράσματα για μένα. Δεν έχω κάνει τίποτα για να ντρέπομαι». «Αλήθεια; Σας είδα με τα μάτια μου να φλερτάρετε με τον κύριο Γούλατ στους κήπους Βόξχολ». «Ναι, γιατί εσείς ήσαστε με εκείνη την... γυναίκα! Είχα άδικο να θέλω να σας εκδικηθώ;» Εκείνος γέλασε σκληρά. «Να με εκδικηθείτε; Γιατί; Τι σας έκανα;» «Με εγκατέλειψες!» *** Η Καρλότα δεν είχε πρόθεση να του πει κάτι τέτοιο. Τα λόγια της ξέφυγαν. Ήταν η απεγνωσμένη κραυγή της καρδιάς της για τη δυστυχία που κουβαλούσε κρυφά τόσους μήνες. Θυμωμένη με την αδυναμία της, σκέπασε τα μάτια της με το χέρι της. «Τι ανόητη που είμαι που προσπαθώ να συνεννοηθώ μαζί σας», μουρμούρισε με πικρία. «Σας παρακαλώ να φύγετε αμέσως». «Αυτό ακριβώς θα κάνω!» Στράφηκε προς την πόρτα που εκείνη την ώρα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας υπηρέτης ανήσυχος. «Ένα γράμμα για εσάς, μις. Είναι επείγον από το Μάλμπερι». Η Καρλότα δεν είχε συνέλθει ακόμα από το ξέσπασμά της. Τον κοίταξε με βλέμμα κενό, ώσπου αντιλήφθηκε τα λόγια του. «Το Μάλμπερι;» Του άρπαξε το γράμμα και έσπασε το βουλοκέρι με δάχτυλα που έτρεμαν. Ο Λιουκ δεν είχε φύγει ακόμα. Στεκόταν στην πόρτα κρατώντας τα γάντια του. Εκείνη τον αγνόησε και διάβασε το σύντομο σημείωμα. Οι λέξεις χοροπηδούσαν πάνω στη σελίδα. «Ο... ο πατέρας μου. Είναι χτυπημένος άσχημα... Του επιτέθηκαν. Η μαμά θέλει να πάω αμέσως...» Ο λαιμός της στέγνωσε. Στράφηκε στον Λιουκ. Τις έρχονταν πολλές σκέψεις αλλά δεν έβγαζαν νόημα. Εκείνος την κοιτούσε βλοσυρός. «Φόρεσε κάτι πάνω σου», της είπε σιγανά. «Θα σε πάω εγώ».


«Ευχαριστώ». Η Καρλότα δεν έδειξε έκπληξη, ούτε δισταγμό. Ήξερε μόνο ότι τον χρειάστηκε και εκείνος στάθηκε δίπλα της. *** Η Καρλότα καθυστέρησε μόνο όσο χρειαζόταν για να πάρει το μανδύα και το καπέλο της, και να γράψει ένα σύντομο σημείωμα στη θεία της. Ύστερα ανέβηκε στο μόνιππο του Ντάρβελ. Ήταν αμίλητη όσο ο Λιουκ οδηγούσε στους δρόμους με την κίνηση. Είχε παγώσει από το σοκ και δεν μπορούσε να σκεφτεί. Μόλις βγήκαν από την πόλη, ξεδίπλωσε το γράμμα και το ξαναδιάβασε. «Δεν καταλαβαίνω... Ποιος θα ήθελε να βλάψει τον πατέρα μου; Γιατί; Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα...» «Σσς». Ο Ντάρβελ έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της. «Μη βασανίζεσαι με εικασίες». «Έχεις δίκιο. Πρέπει να περιμένω μέχρι να φτάσουμε στο Μάλμπερι. Θα μου εξηγήσει η μαμά». Ο Λιουκ της έσφιξε τα δάχτυλα στοργικά. «Προσπάθησε να μην ανησυχείς». *** Ο άδειος δρόμος επέτρεψε στον Λιουκ να οδηγεί γρήγορα. Γρήγορα έφτασαν στα όρια της πόλης. «Μπίλι, σήκωσε γρήγορα την μπάρα», διέταξε δυνατά. «Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο». Σε δευτερόλεπτα είχαν περάσει. «Πάμε πολύ γρήγορα», παρατήρησε ο Λιουκ. Κοίταξε την Καρλότα που καθόταν σφιγμένη δίπλα του. «Σε λίγο φτάνουμε». Εκείνη δεν είπε τίποτα. Κοιτούσε ευθεία μπροστά της, σφίγγοντας τα χέρια στην ποδιά της. Ο Λιουκ έβρισκε τη σιωπή μεταξύ τους άβολη. Αφόρητη. «Εκείνη την ημέρα στο Μάλμπερι, ήρθα», ομολόγησε. «Ήρθα στο σπίτι σου, αλλά... ο θείος σου είχε έρθει πριν από μένα». Ο Λιουκ μετακινήθηκε αμήχανα στη θέση του. Θυμήθηκε τη νευρικότητά του τότε. Ευχόταν να είχε πάρει μαζί του τον υπηρέτη του και


να φορούσε κάτι καλύτερο από την καφέ ρεντικότα του. Δεν ήταν το πιο κατάλληλο ρούχο για έναν αριστοκράτη που θα έκανε πρόταση γάμου στην αγαπημένη του. «Ήμουν έξω από το παράθυρό σας όταν ο Μπρόξτεντ είπε ότι ήθελε να σε πάρει μαζί του στην πόλη. Εκεί ήταν η θέση σου, Καρλότα. Δεν μπορούσα να σ’ τη στερήσω εγώ». Τα λόγια του Μπρόξτεντ αντήχησαν ξανά στο νου του με οδυνηρή σαφήνεια. Η Καρλότα πρέπει να έρθει μαζί μας και να πάρει τη θέση που της ανήκει στην κοινωνία. Θα της φερθούμε σαν δικό μας παιδί. Θα της παρέχουμε κάθε πολυτέλεια. Θα της δώσω ακόμα και το μερίδιο της περιουσίας που αναλογούσε σ’ εσένα, αγαπημένη μου αδερφή. Θα έχει την ευκαιρία να κάνει έναν καλό γάμο. Ή μάλλον, έναν εξαιρετικό γάμο. Όπως ταιριάζει στην εγγονή ενός κόμη. «Και έτσι ξανάφυγες». Η σιγανή δήλωση της Καρλότα πόνεσε την καρδιά του. «Ναι... λυπάμαι πολύ». Ο Λιουκ βλαστήμησε από μέσα του που τα λόγια αυτά ήταν τόσο ανεπαρκή για να εκφράσουν την πραγματικότητα. Να της έλεγε πόσο του κόστισε που έφυγε εκείνη την ημέρα; Πως ύστερα έπεσε με τα μούτρα στις εργασίες στην έπαυλη Ντάρβελ προσπαθώντας να την ξεχάσει; Την κοίταξε πάλι. Όχι. Εκείνη δε φάνηκε να συγκινείται με τη συγνώμη του. Ήταν πια πολύ αργά.


Κεφάλαιο 10

Έφτασαν στον κεντρικό δρόμο του Μάλμπερι σε λιγότερο από τρεις ώρες αφότου έφυγαν από την πλατεία Μπέρκλι. «Βάζω στοίχημα πως δεν μπορεί να συναγωνιστεί άλλος αυτό το ρεκόρ», παρατήρησε ο Μπίλι καθώς σταμάτησε το μόνιππο. Η Καρλότα μόλις που τον άκουσε. Κατέβηκε από το μόνιππο. Μέχρι να δώσει οδηγίες ο λόρδος Ντάρβελ στον ιπποκόμο του, εκείνη είχε φτάσει στην πόρτα. Πέρασε δίπλα από την υπηρέτρια και ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. «Μάμα! Μάμα!» Στο κεφαλόσκαλο εμφανίστηκε η κυρία Ντουρίνι και η Καρλότα ρίχτηκε στην αγκαλιά της. «Πώς είναι ο μπαμπάς; Τι συνέβη; Πού είναι τώρα;» «Καρλότα! Ηρέμησε, καλή μου». Η μητέρα της την έσφιξε στην αγκαλιά της. «Πόσο χαίρομαι που ήρθες, και μάλιστα τόσο γρήγορα!» «Οπωσδήποτε θα ερχόμουν. Το σημείωμά σου...» «Σε τρόμαξα, παιδί μου; Έπρεπε να περιμένω πριν σου γράψω, αλλά ήμουν σε πανικό. Χτες βράδυ, ο γιατρός νόμιζε πως... Αλλά ευτυχώς σήμερα ο μπαμπάς σου είναι πολύ καλύτερα και ο γιατρός Τζόνσον είναι σίγουρος ότι θα αναρρώσει πλήρως». «Μπορώ να τον δω;» «Ξεκουράζεται τώρα, αλλά μπορείς να μπεις». Η Καρλότα ακολούθησε τη μητέρα της στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόταν ξαπλωμένος ο πατέρας της στη μέση ενός μεγάλου κρεβατιού. Τα σκεπάσματα ήταν τραβηγμένα μέχρι το πιγούνι του. Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από τη μια πλευρά. Οι μπλαβιές μελανιές του ήταν τρομακτικές με φόντο τα λευκά σκεπάσματα. Η Καρλότα έβαλε στο στόμα της τη γροθιά της για να πνίξει μια κραυγή αγωνίας και κάθισε αποκαρδιωμένη δίπλα στον πατέρα της.


«Κοιμάται», είπε σιγανά η μητέρα της. «Ο γιατρός του έδωσε υπνωτικό και είπε ότι πρέπει να ξεκουραστεί όσο το δυνατόν περισσότερο». Η Καρλότα άγγιξε απαλά το πρησμένο του μάγουλο. «Ποιος μπορεί να το έκανε;» Ένιωσε το χέρι της μητέρας της στον ώμο της. «Έλα κάτω, αγάπη μου. Θα μείνει μαζί του η Μπέσι. Πάμε να σου πω ό,τι ξέρω». Η Καρλότα την ακολούθησε στα σκαλιά και κρατήθηκε σφιχτά από το κάγκελο γιατί τα γόνατά της έτρεμαν. Πήγαν στο μικρό σαλόνι όπου περίμενε ο Λιουκ. «Ελπίζω να συγχωρέσετε την εισβολή μου, κυρία Ντουρίνι», άρχισε ο Λιουκ. «Η πόρτα ήταν ανοιχτή...» «Από εδώ ο λόρδος Ντάρβελ, μάμα. Εκείνος με έφερε εδώ». Η μητέρα της τον καλωσόρισε εγκάρδια. «Σας ευχαριστώ πολύ. Δεν περίμενα να είναι εδώ τόσο γρήγορα η Καρλότα». Εκείνος υποκλίθηκε. «Ήμουν με τη μις Ράιβινγκτον όταν έφτασε το γράμμα σας. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω. Πώς είναι ο σύζυγός σας;» «Αναρρώνει. Δέχτηκε άσχημα χτυπήματα στο κεφάλι και τους ώμους, αλλά ελπίζουμε να μην αφήσουν μόνιμη βλάβη». «Μαμά», είπε η Καρλότα, «θα μου πεις τι έγινε;» Η κυρία Ντουρίνι δίστασε, και ο Λιουκ είπε γρήγορα: «Σας παρακαλώ, αφήστε με να μείνω. Ίσως μπορώ να βοηθήσω». Η κυρία Ντουρίνι έγνεψε καταφατικά και ύστερα κατέρρευσε στον καναπέ τραβώντας δίπλα της την Καρλότα. «Ο Τζοβάνι δούλευε ως αργά χτες βράδυ στο Μάλμπερι Κορτ. Στην επιστροφή του δέχτηκε επίθεση... στο μονοπάτι. Αν δεν τον έβρισκε ο Τζακ, μπορεί να ήταν...» Η φωνή της έσπασε και εκείνη σκούπισε τα μάτια της με την άκρη της ποδιάς της. «Ο Τζακ, ο υπηρέτης μας, είχε πάει να πετάξει τα σκουπίδια και τον άκουσε να φωνάζει βοήθεια. Έτρεξε, αλλά... ο δράστης έφυγε».


«Ένας ήταν;» ρώτησε ο Λιουκ συνοφρυωμένος. «Ο Τζακ μόνο έναν είδε». «Και τον είδε καθαρά;» «Ό... όχι. Ήταν πολύ σκοτεινά». «Τι υποπτεύεστε, κύριε;» ρώτησε η Καρλότα. «Πόσοι άνθρωποι χρησιμοποιούν εκείνο το μονοπάτι;» ρώτησε ο Λιουκ. «Οι υπηρέτες από το Μάλμπερι Κορτ, όταν έρχονται στο χωριό», απάντησε η κυρία Ντουρίνι. «Πόσο συχνά, μια δυο φορές την ημέρα;» «Ίσως. Σίγουρα περισσότερες όταν φτάσει ο ιδιοκτήτης και οι καλεσμένοι του». Η Καρλότα τον κοίταξε ανήσυχη. «Λιου... λόρδε Ντάρβελ;» «Παράξενο μέρος για να στήσουν ενέδρα ληστές», είπε ο Λιουκ σκεφτικός. Η Καρλότα ένιωσε ένα ρίγος στην σπονδυλική της στήλη. «Νομίζετε ότι στόχος ήταν συγκεκριμένα ο μπαμπάς μου;» Η μητέρα της ανάσανε με δυσκολία. «Αυτό αποκλείεται! Ο Τζοβάνι δεν έχει εχθρούς». «Είστε σίγουρη γι’ αυτό;» ρώτησε ο Ντάρβελ. «Ναι. Τον συμπαθούν όλοι στο χωριό». «Ας είναι. Αν μου επιτρέπετε, θα στείλω στο χωριό τον ιπποκόμο μου να κάνει ερωτήσεις. Ίσως φάνηκε στην περιοχή κάποιος ξένος. Σκέφτεστε κανέναν που θα μπορούσε να του κρατά κακία;» «Ο πατέρας μου είναι έντιμος άνθρωπος», απάντησε η Καρλότα κρατώντας ψηλά το κεφάλι της. «Πληρώνει τα χρέη του και δεν έχει κοροϊδέψει ποτέ κανέναν». Ο Ντάρβελ την κοίταξε έντονα. «Σας πιστεύω, αλλά, μέχρι να βρούμε την άκρη, καλά θα κάνετε να προσέχετε κι εσείς περισσότερο». «Θα προσέχουμε. Σας ευχαριστώ». «Και εγώ σας ευχαριστώ και που φέρατε εδώ τόσο γρήγορα την κόρη μου. Μα δε σας πρόσφερα κάτι να πιείτε. Πάω να...»


Ο Λιουκ σήκωσε ψηλά το χέρι του. «Όχι, δε θα σας βάλω σε κόπο, κυρία». Σηκώθηκε όρθιος. «Ο ιπποκόμος μου με περιμένει στον Τζορτζ. Θα πάω στην έπαυλη, αλλά θα σας επισκεφτώ ξανά αύριο, αν μου επιτρέπετε». Τα λόγια του διέλυσαν την ανησυχία που ένιωθε ολοένα και πιο έντονη η Καρλότα. «Δε θα γυρίσετε στην πόλη;» «Όχι». Το βλέμμα και το χαμόγελό του τη ζέσταναν. «Θα μείνω στην έπαυλη του Τζέιμς μέχρι να έρθει κι εκείνος». «Είστε ευπρόσδεκτος να έρχεστε εδώ όποτε θέλετε», είπε η κυρία Ντουρίνι. «Ευχαριστώ, κυρία. Μις Ράιβινγκτον, τώρα το σκέφτηκα. Ήρθαμε εδώ τόσο βιαστικά... Θέλετε να στείλω πίσω τον Μπίλι για να σας φέρει ρούχα;» «Ευχαριστώ, αλλά δε θέλω να σας βάλω σε κόπο. Έχω αρκετά φορέματα εδώ». Χαμογέλασε «Μπορεί να μην είναι στη μόδα, αλλά μου κάνουν μια χαρά». Η μητέρα της έγνεψε καταφατικά. «Σωστά. Δε θα έχεις κάπου να πας όσο είσαι εδώ». Κοίταξε προς το πάνω πάτωμα σαν να ανυπομονούσε να γυρίσει στον άντρα της. «Λοιπόν, κύριε, μη σας κρατάμε άλλο. Τα λέμε αύριο πάλι. Καρλότα, αφού η Μπέσι είναι ακόμα επάνω, θα συνοδέψεις εσύ τον κύριο μέχρι την πόρτα;» Η Καρλότα έδωσε στον Λιουκ το καπέλο του και ύστερα τον οδήγησε στο χολ. Στην πόρτα, στράφηκε προς το μέρος του, ξαφνικά ντροπαλή. «Εγώ...» Ο Ντάρβελ έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη της. «Θα ξανάρθω το πρωί». Την κοίταξε τρυφερά. «Εκτός αν προτιμάς να μείνω...» Η ιδέα του έδεσε κόμπο τα σωθικά της. Η Καρλότα ήθελε πολύ να μείνει εκείνος μαζί της για πάντα, αλλά ο Λιουκ δεν εννοούσε αυτό. Και του χαμογέλασε. «Ευχαριστώ, θα τα καταφέρουμε. Θα κλειδώσουμε


πόρτες και παράθυρα, και ο Τζακ θα κοιμηθεί με μια χοντρή ράβδο στο πλάι του». «Να το κάνει οπωσδήποτε», είπε ο Ντάρβελ και της χαμογέλασε αχνά. «Καληνύχτα, κάρα». *** Η Καρλότα επέστρεψε στο σαλόνι και βρήκε τη μητέρα της να παρακολουθεί από το παράθυρο το λόρδο Ντάρβελ που απομακρυνόταν. «Τι ευγενικός κύριος. Και είναι συγγενής του κυρίου Έινσλοου, του ιδιοκτήτη του Μάλμπερι Κορτ;» «Αδερφός του είναι, μαμά». Η Καρλότα κοκκίνισε γιατί το βλέμμα της μητέρας της άστραψε. «Α... Είναι ο πλούσιος μνηστήρας που αναφέρει η θεία σου στα γράμματά της;» Η Καρλότα κοκκίνισε περισσότερο. «Ο λόρδος Ντάρβελ δεν έχει περιουσία. Ο θείος Μπρόξτεν τον θεωρεί σπάταλο». «Κρίμα, γιατί φαίνεται πολύ ευχάριστος και ασυνήθιστα καλός που έκανε τόσο δρόμο για να σε φέρει». Η μητέρα της αναστέναξε. «Αλλά δε θα χαραμιστείς σε ένα ωραίο πρόσωπο, παιδί μου. Έχεις πολύ καλύτερες προοπτικές τώρα». Όταν ξύπνησε η Καρλότα το επόμενο πρωί, ένιωσε παράξενα στη μικρή κρεβατοκάμαρα του σπιτιού των γονιών της μετά την πολυτέλεια στο σπίτι των Μπρόξτεντ. Της χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να αντιληφθεί την πραγματικότητα. Παρ’ όλο που ήξερε ότι στο διπλανό δωμάτιο βρισκόταν ο πατέρας της πληγωμένος, δεν ένιωθε τη δυστυχία και την αγωνία που ένιωθε κάθε μέρα στο Λονδίνο. Ξαπλωμένη ακίνητη, άκουγε τα κελαηδίσματα των πουλιών έξω από το παράθυρό της και απολάμβανε τη γαλήνη που την περιέβαλλε. Και τότε κατάλαβε. Ο λόγος ήταν δυο καστανά μάτια που της χαμογελούσαν θερμά. Είχε συμφιλιωθεί με τον Λιουκ. Κάτι άλλαξε μεταξύ τους όταν έλαβε το γράμμα από το Μάλμπερι. Στην ανάγκη της στράφηκε ενστικτωδώς στον Λιουκ για βοήθεια κι εκείνος ανταποκρίθηκε στη βουβή παρά-


κλησή της χωρίς δισταγμό. Και την είχε αποκαλέσει κάρα, αγαπημένη του... Η καρδιά της τραγουδούσε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε γρήγορα τα ρούχα της. Ο Λιουκ είχε υποσχεθεί να την επισκεφτεί το πρωί! Μόλις ετοιμάστηκε, πήγε να δει τον πατέρα της. Ήταν φανερό ότι η μητέρα της είχε μείνει άγρυπνη στο πλάι του όλη νύχτα και η Καρλότα πήρε αμέσως τη θέση της στέλνοντάς τη να ξεκουραστεί. Δεν υπήρχαν πολλά να κάνει, γιατί ο πατέρας της κοιμόταν γαλήνιος, αλλά ήξερε ότι η μητέρα της δε θα ήταν ήρεμη αν δεν υπήρχε κάποιος στο πλευρό του να τον προσέχει. Πέρασε μια ώρα. Καθιστή στην ήσυχη κρεβατοκάμαρα, η Καρλότα άρχισε να αναπολεί το ταξίδι της στο Μάλμπερι με το μόνιππο του Λιουκ. Ανησυχούσε τόσο πολύ για τον πατέρα της που δεν είχε δώσει σημασία στην εξήγηση του Λιουκ πως τότε είχε έρθει σπίτι της αλλά έφυγε όταν άκουσε τα σχέδια του θείου της για εκείνη. Έκλεισε τα μάτια της. Μακάρι να την έβλεπε και να της μιλούσε. Κούνησε το κεφάλι της. Τώρα πια ήταν πολύ αργά. Και τότε συλλογίστηκε πώς θα είχε νιώσει ο Λιουκ εκείνη την ημέρα. Όχι γεμάτος αυτοπεποίθηση όπως τον ήξερε εκείνη, αλλά νευρικός και γεμάτος αμφιβολία για το αν θα ήταν ευπρόσδεκτος. Γιατί, παρά τον τίτλο του, δεν ήταν πλούσιος όπως ο ιδανικός μνηστήρας που είχε υπόψη του ο λόρδος Μπρόξτεντ για την ανιψιά του. «Ω, Λιουκ», ψιθύρισε η Καρλότα, «για μένα ποτέ δεν είχε σημασία αν ήσουν πλούσιος ή όχι!» Ανακάθισε ξαφνιασμένη καθώς η μητέρα της μπήκε στο δωμάτιο κουβαλώντας ένα καλάθι. «Κοίτα, Καρλότα. Τι γενναιόδωρη χειρονομία!» είπε χαμογελώντας πλατιά. «Το έφερε ο ίδιος ο λόρδος Ντάρβελ. Τα φρούτα είναι από τα θερμοκήπια της έπαυλης. Είπε ότι δε θα λείψουν στους επισκέπτες του αδερφού του μερικά ροδάκινα και σταφύλια και, όταν διαμαρτυρήθηκα, μου επισήμανε ότι τα φρούτα είναι τόσο ώριμα που πρέπει να φαγωθούν! Τι να κάνω; Τα δέχτηκα και τον ευχαρίστησα».


«Ήταν εδώ ο λόρδος Ντάρβελ;» «Ναι. Ξεκουραζόμουν στον καναπέ στο σαλόνι όταν τον ανήγγειλε η Μπέσι και φαντάζεσαι πόσο ταράχτηκα που με βρήκε εκεί. Είμαι σίγουρη ότι το σκουφάκι μου ήταν στραβό! Αλλά εκείνος ήταν πολύ ευγενικός και είπε ότι ήθελε μόνο να αφήσει το καλάθι με τα φρούτα χωρίς να μας ενοχλήσει. Θα ξανάρθει αύριο να δει πώς είμαστε». Η Καρλότα προσπάθησε να πνίξει την απογοήτευσή της. Γιατί να ζητήσει να τη δει; Δεν της είχε δώσει την εντύπωση πως θα ήθελε. *** Η Καρλότα κατέβαινε τις σκάλες κουβαλώντας το δίσκο με το πρωινό του πατέρα της όταν έφτασε ο Λιουκ την επόμενη ημέρα. Άκουσε τη φωνή του καθώς η Μπέσι του άνοιξε την πόρτα. Έτρεξε στην κουζίνα για να αφήσει τα βρόμικα πιάτα και σκέφτηκε να ανέβει γρήγορα στο δωμάτιό της για να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Αλλά έτσι θα έχανε πολύτιμο χρόνο, γι’ αυτό αρκέστηκε να βγάλει την ποδιά της και να στρώσει το φόρεμά της πριν σπεύσει στο σαλόνι. Στην πόρτα σταμάτησε με το χέρι της ακουμπισμένο στο πόμολο. Ίσως εκείνος να μην ήθελε να τη δει. Αλλά, αν ήταν έτσι, η Καρλότα έπρεπε να το μάθει· και όσο συντομότερα, τόσο το καλύτερο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ο Λιουκ στεκόταν στο παράθυρο. Το ψηλό παράστημα και οι φαρδιοί του ώμοι γέμιζαν το δωμάτιο. Η πλάτη του ήταν στραμμένη στο φως και η Καρλότα ένιωσε πολύ ανασφαλής, γιατί δεν έβλεπε την έκφρασή του. Της μίλησε η μητέρα της κι εκείνη έκανε προσπάθεια να την παρακολουθήσει. «Τελείωσε ο πατέρας σου το πρωινό του;» «Ναι, μαμά. Τον άφησα με τον Τζακ, που υποσχέθηκε να τον ξυρίσει». Η κυρία Ντουρίνι χαμογέλασε και στράφηκε στον καλεσμένο της. «Νομίζω ότι αυτό απαντά την ερώτησή σας, κύριε. Ο άντρας μου νιώθει πολύ καλύτερα σήμερα το πρωί». Σηκώθηκε όρθια. «Με συγχωρείτε, θέλω να πάω κοντά του. Μπορεί να σκέφτεται να σηκωθεί από το


κρεβάτι». Πρόσθεσε αφηρημένη: «Είπα στην Μπέσι να φέρει στον επισκέπτη μας κάτι να πιει. Σε παρακαλώ, περιποιήσου τον, Καρλότα». Και με τα λόγια αυτά βγήκε από το δωμάτιο. Η Καρλότα ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Η μαμά μου ανησυχεί πολύ για τον μπαμπά...» «Δε χρειάζονται εξηγήσεις». Ο Λιουκ τραβήχτηκε από το παράθυρο και η Καρλότα διαπίστωσε με ανακούφιση ότι δεν ήταν συνοφρυωμένος. «Άλλωστε μας άφησε την πόρτα ανοιχτή. Δεν υπάρχει κάτι ανάρμοστο». Η Καρλότα έγνεψε καταφατικά, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την προσπάθειά του να την καθησυχάσει. Τότε, μπήκε μέσα η Μπέσι κουβαλώντας προσεκτικά ένα δίσκο με ποτήρια και δυο κανάτες. Εκείνοι την παρακολούθησαν σιωπηλοί ν’ αφήνει το δίσκο σ’ ένα τραπεζάκι. Ύστερα υποκλίθηκε και βγήκε βιαστικά. Η Καρλότα κοίταξε το δίσκο δυσαρεστημένη. «Νόμιζα πως θα σας έφερνε μπύρα. Δεν ξέρω τι έχουν μέσα οι...» «Μου φέρεστε σαν σε επίτιμο προσκεκλημένο», παρατήρησε εκείνος και ένα χαμόγελο ανασήκωσε την άκρη των χειλιών του. «Επιτρέψτε μου». Προχώρησε προς το τραπεζάκι. «Η μια κανάτα είναι μπράντι. Η άλλη...» σήκωσε το πώμα της καράφας και μύρισε «... σέρι, νομίζω. Με την άδειά σας, μις Ράιβινγκτον, θα βάλω λίγο μπράντι. Να σας βάλω κι εσάς ένα ποτήρι;» «Ό... όχι, ευχαριστώ». Η Καρλότα ήταν ήδη νευρική και ήξερε πως δε θα ήταν φρόνιμο να δεχτεί, κυρίως επειδή δεν είχε ξαναδοκιμάσει ποτέ κανένα από τα δύο ποτά. Τον κοίταζε καθώς εκείνος γέμισε το ποτήρι του και κάθισε απέναντί της. «Δεν είχατε τίποτα ανεπιθύμητους επισκέπτες, ε;» «Όχι. Εξήγησα την κατάσταση στον Τζακ κι εκείνος επέμεινε να φέρει τον Μακ, το σκύλο του, στο σπίτι. Όμως δε μας ενόχλησε κανείς». «Μιλήσατε στον πατέρα σας για την επίθεση;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Χτες ήταν αρκετά καλά και μπορούσε


να μιλήσει. Το μόνο που θυμάται είναι πως του επιτέθηκαν καθώς περνούσε από το μονοπάτι». Η Καρλότα αναστέναξε. «Δεν μπορούμε να σκεφτούμε κανένα λόγο για την επίθεση. Μάλλον θα ήταν ληστές». «Ίσως». «Φαίνεται πως αμφιβάλλετε. Ξέρετε κάτι;» «Όχι, αλλά συνήθως οι ληστείες συμβαίνουν σε πολυσύχναστους δρόμους, όχι σε απόμερα μονοπάτια». Η Καρλότα ένιωσε ρίγος. «Δε θέλω να σκέφτομαι ότι κάποιος θέλει να βλάψει τον μπαμπά μου». «Ίσως κάνω λάθος. Δε θέλω να σας ανησυχήσω. Σας ζητώ μόνο να προσέχετε». Το ενδιαφέρον στη φωνή του τη συγκίνησε. Προσπάθησε να φορέσει τη μάσκα της γενναίας. «Ο μπαμπάς θα μείνει στο σπίτι τουλάχιστον μερικές εβδομάδες και ο Τζακ δε θα φύγει από το πλευρό του». Η Καρλότα δίστασε. Ήθελε να του πει πόσο τον ευγνωμονούσε για τη βοήθειά του. Ξερόβηξε «Τώρα που είμαστε μόνοι μας, αφήστε με να σας ευχαριστήσω που με φέρατε εδώ από το Λονδίνο...» «Δε χρειάζεται να μ’ ευχαριστήσετε». «Εγώ νομίζω πως χρειάζεται. Κυρίως ύστερα από αυτά που σας είπα». Η φωνή της έσβησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Έκανα μεγάλο λάθος». «Και οι δυο κάναμε λάθος», απάντησε εκείνος γρήγορα. Η Καρλότα έσφιξε τα χέρια της. «Τότε, είναι... Νομίζετε ότι θα μπορούσαμε να είμαστε... φίλοι;» Ο Λιουκ την κοίταξε σοβαρός. Καθώς η σιωπή παρατεινόταν, η καρδιά της Καρλότα βούλιαξε. Ίσως δε γινόταν μετά τις προσβολές που είχαν ανταλλάξει και ίσως εκείνος να την είχε σιχαθεί. Άρχισε να του μιλά νευρικά και βιαστικά. «Καταλαβαίνω ότι έγιναν παρεξηγήσεις μεταξύ μας και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Μα, αν μπορείτε να ξεχάσετε ό,τι έχει γίνει, θα... θα εκτιμούσα


πολύ τη φιλία σας». Η Καρλότα έσφιξε τις γροθιές της προσπαθώντας να μην κλάψει. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Η απολογία της ερχόταν μέσα από την καρδιά της, αλλά ίσως να μην ήταν αρκετή. «Είμαι πρόθυμος να τα ξεχάσω όλα», είπε ανάλαφρα ο Λιουκ και το βλέμμα του ήταν περίεργο, αλλά τα λόγια του της έδωσαν ελπίδα. «Ω, σας ευχαριστώ! Θα κάνουμε μια καινούρια αρχή από σήμερα. Θα γίνουμε πραγματικοί φίλοι». «Αν αυτό θέλετε, πείτε πως έγινε, μις Ράιβινγκτον». Η Καρλότα αναστέναξε και έκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας να φεύγει από τους ώμους της ένα μεγάλο βάρος. «Ευχαριστώ, είστε πολύ καλός». *** Το θρόισμα ενός φορέματος και βιαστικά βήματα τους ειδοποίησαν πως ερχόταν η μητέρα της. Εκείνη όρμησε στο δωμάτιο φλυαρώντας. «Καλά έκανα και πήγα πάνω. Ο Τζοβάνι είχε πείσει τον Τζακ να του φέρει τα ρούχα του και ετοιμαζόταν να κατέβει κάτω! Δεν έχω ξαναδεί όμοιό του. Του είπα να μην ξανασκεφτεί να σηκωθεί από το κρεβάτι αν δεν τον δει πάλι ο γιατρός». «Και πότε θα τον δει ο γιατρός;» ρώτησε ο Λιουκ. «Αύριο, αν και δεν ξέρω πώς θα πείσουμε τον Τζοβάνι να μείνει στο κρεβάτι ως τότε». «Θα κρύψουμε τα ρούχα του, μαμά, και θα αναγκαστεί να μείνει στο δωμάτιό του». «Σωστά». Η κυρία Ντουρίνι σωριάστηκε στον καναπέ. «Ο γιατρός μού είπε ότι πρέπει να ξεκουραστεί, αλλά δεν είναι εύκολος ασθενής. Ευτυχώς που ήρθες, Κάρλα, να με βοηθήσεις μερικές μέρες». «Δε θα σε αφήσω, μαμά, αν δε γίνει καλά ο μπαμπάς». «Μα πρέπει να φύγεις», αναφώνησε η κυρία Ντουρίνι κοιτάζοντάς την έκπληκτη. Ύστερα έπιασε το κεφάλι της. «Μα βέβαια. Δεν ξέρεις. Τι αφηρημένη που είμαι. Έγραψε η θεία σου. Το γράμμα της έφτασε το πρωί που ήσουν με τον μπαμπά σου. Έρχονται στο Μάλμπερι όπως το


σχεδίαζαν και θα περάσουν να σε πάρουν». «Όχι!» Η Καρλότα ήταν κατηγορηματική. «Δε θα φύγω. Η θεία δεν ξέρει την κατάσταση!» «Λέει πως αν ο Τζοβάνι ήταν σοβαρά άρρωστος δε θα ετίθετο θέμα να φύγεις. Αλλά ευτυχώς δεν είναι. Εξηγεί πόσο σημαντικό είναι για σένα να πας μαζί της στο Μάλμπερι». Η Καρλότα κοκκίνισε με το βλέμμα της μητέρας της που της έδειξε ότι ξέρει. «Όχι... Εγώ... Δηλαδή...» «Η μητέρα σας έχει δίκιο», είπε σιγανά ο Λιουκ. «Αφού η υγεία του πατέρα σας βελτιώνεται, δεν υπάρχει λόγος να μην πάτε με την υπόλοιπη συντροφιά στην έπαυλη. Μπορείτε να βασιστείτε στη διακριτικότητά μου». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας». Η κυρία Ντουρίνι πρόσθεσε νευρικά. «Δεν ξέρω τι σας έχει πει η κόρη μου για το διακανονισμό να ζει με τους θείους της...» «Τίποτα που να μειώνει τους γονείς της, να είστε σίγουρη. Πάντως, το ξέρω πως δεν είναι γνωστό γενικά ότι εσείς ζείτε στο Μάλμπερι». Ένας θόρυβος που ακούστηκε από το πάνω πάτωμα τον έκανε να κοιτάξει το ταβάνι. «Σας απασχολώ από τον ασθενή σας. Ώρα να πηγαίνω». Η κυρία Ντουρίνι σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι της. «Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη σας. Να θυμάστε ότι είστε πάντα ευπρόσδεκτος εδώ». «Ευχαριστώ πολύ». *** Ο Λιουκ κλότσησε με μανία τα αγκάθια στο μονοπάτι προς το Μάλμπερι Κορτ. Ώστε η Καρλότα ήθελε να τα ξεχάσουν όλα. Χα! Μακάρι να ήταν δυνατόν. Ο Λιουκ θα έδινε τα πάντα για να τη βγάλει από το νου του. Για να ξεχάσει τη γλυκιά γεύση της, την τρυφερότητά της και την παράδοσή της στην αγκαλιά του. Αλλά εκείνη η νύχτα στο Μάλμπερι είχε χαραχτεί για πάντα στη μνήμη του. Δε θα την ξεχνούσε ποτέ,


ακόμα και αν εκείνη μπορούσε να το κάνει. Όμως συμφώνησε μαζί της να ξεκινήσουν από την αρχή σαν φίλοι. Φίλοι! Χαμογέλασε μελαγχολικά. Η Καρλότα τον ήθελε για φίλο την ίδια στιγμή που περίμενε να της κάνει πρόταση γάμου ο Ντάνιελ Γούλατ. Ο Λιουκ δεν άντεχε να τη δει πλάι σε έναν άλλον άντρα. Σταμάτησε ξαφνικά να προχωρά. Αυτό ακριβώς θα έκανε. Αν η Καρλότα διάλεγε τον Γούλατ, εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Άλλωστε, τι είχε να της προσφέρει εκτός από έναν αποδυναμωμένο τίτλο και κτήματα που θα έκαναν χρόνια για να αποδώσουν κάποιο κέρδος; Όχι, δεν μπορούσε να τη ζητήσει σε γάμο. Ήταν μια μικρή παρηγοριά που εκείνη τον χρειαζόταν ως φίλο. Φίλος της θα γινόταν ο Λιουκ, παρ’ όλο που κάθε λεπτό που περνούσε κοντά της ξέροντας πως δε θα την κάνει ποτέ δική του ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά του. *** Όταν η ταξιδιωτική άμαξα του λόρδου Μπρόξτεντ πέρασε τις πύλες του Μάλμπερι Κορτ λίγες ημέρες αργότερα, η Καρλότα βρισκόταν ξανά ντυμένη όπως άρμοζε σε κόρη αριστοκρατικής οικογένειας. Η λαίδη Μπρόξτεντ, που επέμενε να φορέσει η Καρλότα κρεμ φόρεμα, ανοιχτό πράσινο ζακετάκι και ασορτί μεταξωτό μπονέ, έγνεψε με επιδοκιμασία που δήλωνε πως η εμφάνισή της ήταν κατάλληλη για να τη δούνε όλοι. «Τώρα θα δούμε αυτές τις διάσημες τοιχογραφίες για τις οποίες έχουμε ακούσει τόσο πολλά», είπε η λαίδη Μπρόξτεντ σκύβοντας να κοιτάξει έξω από το παράθυρο την έπαυλη. «Νομίζω πως όσο λιγότερο μιλάμε για ζωγραφική, τόσο το καλύτερο», δήλωσε ο κόμης επιτακτικά. Η λαίδη Μπρόξτεντ κούνησε το χέρι της σαν να έδιωχνε μύγα, αλλά κατά τα άλλα τον αγνόησε. «Θα μου δείξεις αυτές που ζωγράφισες εσύ, παιδί μου. Κρίμα που δεν μπορούμε να πούμε σε κανέναν για τη ζωγραφική σου. Είσαι αστέρι».


Η Καρλότα έπνιξε ένα χαμόγελο. «Ευχαριστώ, θεία. Έχω ζωγραφίσει τις δυο μικρές στο ταβάνι της στοάς, εδώ στην κεντρική είσοδο». Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στα χαμηλά σκαλοπάτια και ένας υπηρέτης με λιβρέα έσπευσε να τους ανοίξει την πόρτα. «Μη διανοηθείς να τραβήξεις την προσοχή σε αυτές τις τοιχογραφίες, Σίλια», μουρμούρισε ο κόμης πιάνοντας τη γυναίκα του από το χέρι για να τη βοηθήσει να κατέβει. «Όχι βέβαια, αλλά θέλω να τις δω οπωσδήποτε». Καθώς ανέβαιναν τα σκαλοπάτια, η λαίδη Μπρόξτεντ κοίταξε το ταβάνι πάνω από τις πανύψηλες κολόνες που στήριζαν τη στοά. «Ω, Θεέ μου!» Η λαίδη Μπρόξτεντ άρχισε να κουνά γρήγορα τη βεντάλια της. «Παιδί μου! Ο νύμφες...» «Μαινάδες είναι, θεία», είπε η Καρλότα. «Είναι ο Διόνυσος περιστοιχισμένος από μαινάδες που χορεύουν». «Δεν έχει σημασία πώς τις λένε». Η λαίδη Μπρόξτεντ σκέπασε το στόμα της με τη βεντάλια κα ψιθύρισε στην Καρλότα: «Είναι γυμνές!» «Όχι, φορούν ένα διάφανο πέπλο», είπε καθησυχαστικά η Καρλότα. «Αλλά δικά μου έργα είναι οι πιο μικροί κύκλοι με τα σταφύλια και τη λύρα. Δε ζωγράφισα εγώ τις μαινάδες». «Όμως ήσουν πολύ κοντά τους!» Η λαίδη Μπρόξτεντ χαμήλωσε το βλέμμα της και μπήκε βιαστικά στο σπίτι. «Μα το Θεό, Καρλότα, ελπίζω να μη μας ανακαλύψουν ποτέ!» Προσπαθώντας να μη γελάσει, η Καρλότα ακολούθησε τη θεία της. *** Το χολ είχε πολύ κόσμο και το πρώτο που σκέφτηκε η Καρλότα πανικόβλητη ήταν πως είχαν κατέβει οι καλεσμένοι για να τους προϋπαντήσουν. Ρίχνοντας όμως μια γρήγορη ματιά διαπίστωσε ότι όλοι γύρω της φορούσαν στολές ιππασίας. Ο Τζέιμς Έινσλοου ξεχώρισε από τον κόσμο και ήρθε προς το μέρος τους χαμογελώντας πλατιά. «Καλώς ήρθατε, λόρδε, λαίδη Μπρόξτεντ... μις Ράιβινγκτον. Δεν ξέραμε τι ώρα να σας περιμένουμε, και αυτή τη στιγμή μας έχουν ε-


τοιμάσει τα άλογα στους στάβλους. Μπορούμε να αναβάλλουμε τη βόλτα μας για μια ώρα, αν θέλετε να έρθετε μαζί μας...» Ο λόρδος Μπρόξτεντ σήκωσε το χέρι του. «Όχι, όχι, Έινσλοου, πηγαίνετε». «Ασφαλώς δε θέλουν να έρθουν για ιππασία μαζί μας», αναφώνησε η Αντέλ, προχωρώντας προς τους νεοφερμένους. «Θα θέλουν να ξεκουραστούν και να πλυθούν μετά το μακρύ τους ταξίδι, έτσι δεν είναι;» ρώτησε χαμογελαστή κοιτάζοντας και τους τρεις τους. Η Καρλότα μπήκε στον πειρασμό να της πει ότι το δικό της ταξίδι δεν ήταν ούτε δυο χιλιόμετρα και ότι ευχαρίστως θα πήγαινε για ιππασία. Αλλά έσφιξε τα χείλη της για να μην της ξεφύγει ούτε λέξη. Κοίταξε τους συγκεντρωμένους. Τους ήξερε όλους. Ο κύριος και η κυρία Πράις με την Τζούλια, ο λόρδος Φέρμπριτζ, ο σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ, ο λόρδος Ντάρβελ. Η Καρλότα χαμογέλασε δειλά στον Λιουκ, ελπίζοντας εκείνος να την πλησιάσει, αλλά ο κύριος Γούλατ τον προσπέρασε και όρμησε προς το μέρος της χαμογελώντας πλατιά. «Μις Ράιβινγκτον, η μέρα είναι πιο φωτεινή τώρα που είστε εσείς εδώ. Είμαι σίγουρος ότι ο οικοδεσπότης μας θα με καταλάβει αν δεν πάω μαζί τους». Ο Λιουκ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Γιατί να μην πάτε, αφού, όπως λέτε, η μέρα είναι πιο φωτεινή;» Η Καρλότα πήγε να γελάσει, αλλά έβηξε για να κρυφτεί. Ο κύριος Γούλατ δεν πτοήθηκε. «Μιλούσα μεταφορικά, κύριε. Αν μου επιτρέπετε, κύριε Έινσλοου, δε θα έρθω για ιππασία μαζί σας. Θα πάω επάνω ν’ αλλάξω. Μετά θα κρατήσω συντροφιά στους καινούριους μας καλεσμένους μέχρι να γυρίσετε. Τι έχετε να πείτε;» Μπροστά στο αυτάρεσκο χαμόγελό του, η Καρλότα δεν έβρισκε τίποτα να πει και άφησε τη θεία της να μιλήσει. «Έξοχη ιδέα, κύριε Γούλατ. Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να μας σκεφτείτε».


«Αφού το τακτοποιήσαμε και αυτό, καλύτερα να ξεκινήσουμε», δήλωσε ο κύριος Έινσλοου. «Πρέπει να βρω τον υπηρέτη μου να με βοηθήσει ν’ αλλάξω», μουρμούρισε ο κύριος Γούλατ. «Ποτέ δεν απαντά στο κουδουνάκι μου, ενώ ο δικός σου, Μάτινγουντ, είναι πάντα εύκαιρος. Όλο μπροστά μου τον βρίσκω!» Ο σερ Γκίλμπερτ, που κοιτούσε με θαυμασμό την Καρλότα, γέλασε μαζί του. «Ο Ριντ είναι πολύ ευσυνείδητος και θέλει να βρίσκεται κοντά μου μήπως τον χρειαστώ». «Δεν υπάρχει λόγος να τριγυρίζει στους διαδρόμους», επενέβη ο Τζέιμς. «Όλα τα δωμάτια έχουν κουδούνι και μπορείς να τον καλέσεις με αυτό. Ίσως θα ήταν καλό να του το εξηγήσεις, Μάτινγουντ». «Ευχαριστώ», απάντησε ο σερ Γκίλμπερτ. «Θα το κάνω». Στο χολ επικράτησε φασαρία με την αναχώρηση της συντροφιάς που θα πήγαινε για ιππασία. Βγήκαν όλοι έξω αποφεύγοντας να συγκρουστούν με τους λαχανιασμένους υπηρέτες που κουβαλούσαν τις αποσκευές των Μπρόξτεντ. Ο κύριος Γούλατ μίλησε λίγο ακόμα με τη λαίδη Μπρόξτεντ και μετά εξαφανίστηκε στο πάνω πάτωμα, ενώ ο οικοδεσπότης διαβεβαίωσε το λόρδο Μπρόξτεντ ότι σύντομα θα ερχόταν ο οικονόμος για να τους οδηγήσει στα δωμάτιά τους. *** «Καρλότα, είσαι έτοιμη;» Η λαίδη Μπρόξτεντ πρόβαλε το κεφάλι της στην πόρτα της μικρής κρεβατοκάμαρας και η Καρλότα γύρισε την πλάτη της στον καθρέφτη. «Είμαι. Να πάρω μόνο τη βεντάλια μου...» «Είσαι πολύ γρήγορη», δήλωσε η θεία της μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Εγώ δεν έχω αλλάξει ακόμα. Η Τζάρβις μόλις τώρα έβγαλε από το μπαούλο το φόρεμα που θέλω να φορέσω. Αλλά, αφού εσύ είσαι ντυμένη, δε χρειάζεται να με περιμένεις. Πήγαινε κάτω στη βιβλιοθήκη και σε λίγο θα κατέβω κι εγώ». Έδωσε στην Καρλότα τη βεντάλια της και την έσπρωξε μαλακά προς την πόρτα.


«Μα προτιμώ να καθίσω εδώ και να διαβάσω μέχρι να ετοιμαστείς, θεία», είπε η Καρλότα προβάλλοντας αντίσταση. «Όχι, κατέβα. Πάρε το βιβλίο σου κάτω. Είμαι σίγουρη ότι θα έχει περισσότερο φως στη βιβλιοθήκη. Άλλωστε εκεί είναι ο κατάλληλος χώρος για διάβασμα». Η Καρλότα βγήκε από το δωμάτιο χαμογελώντας και κατευθύνθηκε στις σκάλες. Όφειλε να παραδεχτεί πως θα της άρεσε να εξερευνήσει το σπίτι όσο οι άλλοι καλεσμένοι έλειπαν. Ήταν περίεργη να δει πώς ήταν τα δωμάτια επιπλωμένα. Στο διάδρομο δεν μπορούσε να χαζέψει, γιατί εκεί στέκονταν υπηρέτες, αλλά το καινούριο σύστημα με τα κουδουνάκια, που το εγκατέστησαν όσο δούλευε ο πατέρας της εκεί, σήμαινε ότι δεν ήταν πια απαραίτητο να υπάρχουν υπηρέτες σε κάθε δωμάτιο. Κατεβαίνοντας τις σκάλες κοντοστάθηκε λίγο σαν να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Υποτίθεται πως δεν είχε ξανάρθει στο Μάλμπερι Κορτ. Πέρασε στον προθάλαμο που οδηγούσε στη βιβλιοθήκη και το σαλόνι, και μπήκε στη βιβλιοθήκη, κλείνοντας προσεκτικά την πόρτα πίσω της. Το ψηλό ταβάνι της ήταν βαμμένο σε αποχρώσεις του μπλε, από βαθύ ίντιγκο μέχρι σχεδόν λευκό, και το πολύπλοκο μοτίβο ταίριαζε με το τεράστιο χαλί Άξμνστερ που κάλυπτε το δάπεδο. Το δωμάτιο αυτό το είχε ζωγραφίσει ο μαθητευόμενος του πατέρα της. Δεν υπήρχε καμιά από τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες που ήταν σήμα κατατεθέν του πατέρα της. Οι τοίχοι που δεν καλύπτονταν από ράφια με βιβλία ήταν άδειοι για να αναδεικνύουν τα έργα τέχνης από τη συλλογή του Έινσλοου, την οποία αποτελούσαν κυρίως οικογενειακά και ομαδικά πορτραίτα. Σε έναν τοίχο όμως υπήρχε ένας πίνακας με μια πιο κλασική σκηνή. Αυτός πρέπει να είναι ο Τιέπολο, σκέφτηκε η Καρλότα. Πλησίασε τον πίνακα για να τον δει καλύτερα, όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει. «Αγαπητή μις Ράιβινγκτον». Ο κύριος Γούλατ διέσχισε γρήγορα το δωμάτιο και πήρε το χέρι της. Της φίλησε τα δάχτυλα, μια παλιομοδίτι-


κη κίνηση που η Καρλότα έβρισκε αποκρουστική. «Τι τύχη να σας βρω μόνη». «Αλήθεια, κύριε;» Η Καρλότα τράβηξε το χέρι της και απομακρύνθηκε. «Περιμένω να έρθει η λαίδη Μπρόξτεντ». Μακάρι να ερχόταν πολύ σύντομα η θεία της. «Ασφαλώς. Εν τω μεταξύ, ας κρατήσουμε συντροφιά ο ένας στον άλλον». Η Καρλότα άκουσε ξαφνιασμένη μερικούς βρυχηθμούς, αλλά ύστερα κατάλαβε πως ήταν το γέλιο του. Ο Γούλατ άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω, με τα χέρια δεμένα πίσω του. «Μις Ράιβινγκτον, χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω τώρα που είμαστε μόνοι μας. Θα πρέπει να έχετε καταλάβει τι έχω στο νου μου». Η Καρλότα ξεροκατάπιε. «Όχι, δεν έχω καταλάβει». Εκείνος της χαμογέλασε λάμποντας. «Ω, τι αθώα που είστε. Χαριτωμένη, πολύ χαριτωμένη. Τότε θα σας μιλήσω ξεκάθαρα, αγαπητή μου. Εδώ και λίγο καιρό σκέφτομαι ν’ αλλάξω κατάσταση. Όπως ξέρετε, είμαι περιζήτητος γαμπρός». «Περιζήτητος;» «Ναι, γεμάτος προσόντα. Αν και, για να το θέσω πιο σεμνά, θα έλεγα απλώς πλούσιος. Θέλω να τακτοποιηθώ». Ξερόβηξε. «Για να... ε... για να αποκτήσω διάδοχο». Η Καρλότα συνειδητοποίησε έντρομη πως δεν ήθελε ν’ ακούσει τη συνέχεια. Πού ήταν η θεία της; «Κύριε, εγώ...» «Είμαι στο Λονδίνο πιο πολλές σεζόν απ’ όσες θέλω να θυμάμαι και, συγχωρήστε την αλαζονεία μου, μπορώ να διαλέξω όποια θέλω από τις νεαρές κυρίες σε ηλικία γάμου που παρελαύνουν από το Άλμακ. Αλλά καμία, αγαπητή μις Ράιβινγκτον, δε μου έχει κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση όσο εσείς». «Κύριε Γούλατ...» Η Καρλότα σήκωσε το χέρι της για να τον κάνει να σωπάσει, αλλά εκείνος το πήρε ανάμεσα στα δικά του. «Η καλοσύνη σας, οι ευγενικές περιποιήσεις σας εκείνο το βράδυ


στους κήπους Βόξχολ με πείθουν ότι έχω πάρει τη σωστή απόφαση». Η Καρλότα κρέμασε το κεφάλι της. Τα μάγουλά της την έκαψαν μόλις θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα και τις κατηγορίες του Λιουκ. «Δε χρειάζεται να κοκκινίζετε, καλή μου, αν και αυτή η σεμνότητα είναι προς τιμή σας. Η λαίδη Μπρόξτεντ είχε δίκιο όταν μου είπε ότι είστε εντελώς αθώα». Η Καρλότα θυμήθηκε ξαφνικά μια σκηνή στην είσοδο κατά την άφιξή τους νωρίτερα. Τη θεία της να μιλά με τον κύριο Γούλατ. Κατάλαβε ότι το τετ α τετ τους ήταν προσχεδιασμένο. Η λαίδη Μπρόξτεντ είχε πει στον κύριο Γούλατ ότι θα την έβρισκε μόνη της. Κυριεύτηκε από πανικό καθώς εκείνος άρχισε να την τραβά προς το μέρος του. «Μις Ράιβινγκτον, αφήστε με να σας πω...» «Σας ζητώ συγνώμη, κύριε». Ο κύριος Γούλατ αναπήδησε με τον απότομο τρόπο της και άφησε το χέρι της σαστισμένος. Η Καρλότα κοίταξε γύρω της και είδε να μπαίνει ο κηπουρός κρατώντας ένα μεγάλο βάζο με λουλούδια. Το ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι και άρχισε να ξεχωρίζει τους μίσχους μεθοδικά, χωρίς να βιάζεται. Η Καρλότα κοίταξε τον κύριο Γούλατ. Ήταν κόκκινος από αγανάκτηση κα αγριοκοίταζε τον κηπουρό. Εκείνος τον αγνοούσε συνεχίζοντας να τακτοποιεί αργά τα άνθη. Η Καρλότα ευχαρίστησε από μέσα της το Θεό, ψιθύρισε μια δικαιολογία και όρμησε έξω από το δωμάτιο. Μόλις έφτασε στο δωμάτιό της, ξανασκέφτηκε τη σκηνή στη βιβλιοθήκη, χαμογελώντας μάλιστα. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο κύριος Γούλατ στενοχωρήθηκε που του διέκοψαν την προβαρισμένη πρόταση γάμου. Αλλά η Καρλότα δεν είχε διάθεση να χαμογελάσει όταν σκέφτηκε τη θεία και το θείο της. Θα θύμωναν πολύ μαζί της όταν μάθαιναν ότι είχε φύγει, και με το δίκιο τους. Είχαν έρθει στο Μάλμπερι Κορτ μόνο και μόνο για να της εξασφαλίσουν τον κατάλληλο σύζυγο και όλοι συμφωνούσαν ότι ο κύριος Γούλατ ήταν ο πλέον κατάλληλος.


*** Η Καρλότα έμεινε στο δωμάτιό της μέχρι την ώρα του δείπνου. Τότε μάζεψε όλο το κουράγιο της για να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια της θείας της και κατέβηκε κάτω. Αυτή τη φορά οι πόρτες του προθάλαμου και του σαλονιού ήταν διάπλατα ανοιχτές και οι ομιλίες που άκουγε της έδειξαν πως οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να μαζεύονται για το δείπνο. Μόλις η Καρλότα μπήκε στο σαλόνι, της έκανε νόημα η λαίδη Μπρόξτεντ. «Θα μου πεις τι έγινε;» ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της τραβώντας την κοντά της. «Ο κύριος Γούλατ είναι στενοχωρημένος. Αρνήθηκες την πρότασή του;» «Όχι, θεία, κάποιος μπήκε στο δωμάτιο», εξήγησε η Καρλότα ψιθυριστά. «Πανικοβλήθηκα και έφυγα τρέχοντας». «Τι φοβήθηκες; Μη μου πεις πως ο κύριος Γούλατ δεν ήταν κύριος». Η Καρλότα κοκκίνισε. «Ήταν, θεία». «Ας ελπίσουμε πως δε χάθηκαν όλα», μουρμούρισε η λαίδη Μπρόξτεντ. Της χάιδεψε το χέρι. «Έλα, παιδί μου. Υποθέτω ότι είναι φυσικό να είσαι λίγο νευρική. Να δούμε τι θα κάνουμε για να σε βοηθήσουμε. Έλα τώρα, μη δείχνεις τόσο αποκαρδιωμένη. Χαμογέλασε». Η Καρλότα προσπάθησε να της κάνει τη χάρη. Σήκωσε το κεφάλι της και προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά βρέθηκε να χαμογελάει κοιτάζοντας στα μάτια το λόρδο Ντάρβελ που είχε πλησιάσει. Η λαίδη Μπρόξτεντ τη χτύπησε με τη βεντάλια της στα δάχτυλα. «Για όνομα του Θεού, θέλεις να διώξεις το μνηστήρα σου; Φύλαξε τα χαμόγελά σου για τον κύριο Γούλατ, σε παρακαλώ! Μην τον κάνεις να πιστέψει ότι φλερτάρεις με άλλον. Να είσαι φρόνιμη στο δείπνο και μετά. Πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να ξανακερδίσουμε το ενδιαφέρον του κυρίου Γούλατ για σένα». Η Καρλότα δαγκώθηκε. Ήταν βέβαιη ότι δεν ήθελε το ενδιαφέρον του κυρίου Γούλατ.


Κεφάλαιο 11

Προς μεγάλη απογοήτευση της λαίδης Μπρόξτεντ αλλά προς ανακούφιση της Καρλότα, ο κύριος Γούλατ βρέθηκε να κάθεται στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Η Καρλότα δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση της Αντέλ να καθίσει κοντά της, αλλά ταράχτηκε μόλις είδε τον Λιουκ να παίρνει θέση δίπλα της. Η θεία της την είχε προειδοποιήσει να μη χαμογελά σε άλλους κυρίους και της ήταν πολύ δύσκολο να μην ανταποκρίνεται στο λαμπερό, θερμό βλέμμα του Λιουκ όταν την κοιτούσε. Προσπάθησε να βρει κάτι να του πει. «Σας άρεσε η ιππασία σήμερα, κύριε;» «Πολύ», απάντησε εκείνος σοβαρός. «Η εξοχή γύρω από το Μάλμπερι έχει πολύ ωραία τοπία και το δάσος είναι ιδανικό για να καλπάσουν και να εκτονώσουν τα νεύρα τους άλογο και αναβάτης». Η Καρλότα έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Μακάρι να είχα έρθει μαζί σας. Μ’ αρέσει πολύ η ιππασία». «Νόμιζα ότι ο λόρδος Μπρόξτεντ σας έχει άλογο στην πόλη». «Ναι, μου έχει νοικιάσει ένα. Είναι πανέμορφο αλλά πολύ αργό. Δεν έχει ενεργητικότητα. Μου φαίνεται πως δεν έχει καλπάσει ποτέ στη ζωή του». «Τότε να ζητήσουμε από την Αντέλ να σας βρει ένα πιο ζωηρό όσο είστε εδώ». Η Καρλότα τον ευχαρίστησε θερμά και άρχισε να συζητά μαζί του ευτυχισμένη. Ο Λιουκ της διηγήθηκε ιστορίες από το στρατό. Καθώς η Καρλότα γελούσε με κάποια αστεία περιστατικά, αντιλήφθηκε πάνω της το προειδοποιητικό βλέμμα της θείας της. «Α», μουρμούρισε ο Λιουκ, που το αντιλήφθηκε κι εκείνος. «Σας φέρομαι με υπερβολική οικειότητα». «Όχι, όχι», αναφώνησε η Καρλότα. «Όμως...» Η Καρλότα σώπασε δυστυχισμένη, αλλά ο Λιουκ έγνεψε με κατανόηση.


«Καταλαβαίνω», είπε ευγενικά. «Η οικειότητα μαζί μου θα αποτρέψει τους υποψήφιους μνηστήρες σας». Η Καρλότα κοκκίνισε νιώθοντας θυμό. «Αποκλείεται να είναι κακό που μιλάμε. Αν σας αγνοούσα, θα ήταν αγένεια». Ο Λιουκ χαμογέλασε. «Πράγματι. Καλύτερα όμως να περιοριστούμε στα συνηθισμένα. Γι’ αυτό λοιπόν, σας συστήνω το ψάρι καλκάνι, μις Ράιβινγκτον». Η Καρλότα σήκωσε την πετσέτα της για να κρύψει το χαμόγελό της. Δεν υπήρχε περίπτωση να γινόταν ποτέ συνηθισμένος ο Λιουκ! *** Μετά το δείπνο, η λαίδη Μπρόξτεντ κράτησε την Καρλότα στο πλευρό της ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ ανεβάσει τη διάθεση του κυρίου Γούλατ. Οι προσπάθειές της έφεραν αποτέλεσμα. Όταν η Καρλότα τον καληνύχτισε πριν αποσυρθεί στο δωμάτιό της, εκείνος της φίλησε το χέρι και το έσφιξε. Το χαμόγελό του της έδειξε ότι την είχε συγχωρήσει. *** «Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα. Τώρα από σένα εξαρτάται να κερδίσεις ξανά τον υποψήφιο μνηστήρα σου». Το επόμενο πρωί η Καρλότα είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι της και έπινε την καυτή σοκολάτα της όταν μπήκε στο δωμάτιό της η θεία της. «Σ’ έχω δει να ιππεύεις, Καρλότα. Ξέρεις ιππασία πολύ καλά και περιμένω να εντυπωσιάσεις τον κύριο Γούλατ». «Ω», είπε η Καρλότα λάμποντας μόλις άκουσε για ιππασία. «Θα πάμε για ιππασία σήμερα;» «Ο θείος σου κι εγώ όχι, αλλά η κυρία Έινσλοου με διαβεβαίωσε πως θα σε προσέχει εκείνη και θα είναι και η κυρία Πράις με την Τζούλια». «Περίφημα!» Η Καρλότα πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Εγώ δεν ήξερα τίποτα. Πότε κανονίστηκε;» «Χτες το βράδυ όταν πήγες για ύπνο. Επειδή ξέρω πως σ’ αρέσει η ιππασία, είπα πως θα πας κι εσύ. Η κυρία Έινσλοου μου είπε ότι θα σου


βρει κατάλληλο άλογο». «Ευχαριστώ, θεία!» Η Καρλότα έτρεξε κοντά της και την αγκάλιασε σφιχτά. «Έλα, φτάνει. Δείξε μου την ευγνωμοσύνη σου γοητεύοντας τον κύριο Γούλατ». *** Μια ώρα αργότερα, η Καρλότα έβγαινε από τους στάβλους πάνω σε μια μικρή γκρίζα φοράδα ευχαριστώντας την οικοδέσποινά της. «Είναι πανέμορφη και ζωηρή. Ανυπομονώ να τη δοκιμάσω. Μπορούμε να καλπάσουμε μόλις φτάσουμε στο πάρκο;» «Φυσικά», απάντησε η Αντέλ. «Το όνομά της είναι Φλέιμ και χαίρομαι που σας αρέσει. Ήταν η αγαπημένη μου πριν παντρευτώ, αλλά ο Τζέιμς μου έκανε δώρο τη Ζέφιρ και ιππεύω εκείνη για να τον ευχαριστήσω». Γέλασε και έγειρε μπροστά για να χαϊδέψει το γυαλιστερό μαύρο λαιμό του αλόγου της. «Τιμή μου που δανείσατε τη Φλέιμ σ’ εμένα». «Ο Λιουκ μου είπε ότι σας αρέσουν τα ζωηρά άλογα, ενώ η μις Πράις φοβάται και προτιμά τα πιο ήσυχα». Η Καρλότα κοίταξε την Τζούλια. Ίππευε ένα βαρύ άλογο. Τα θαμπά μάτια του και το αργό βάδισμά του έδειχναν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καλπάσει. Η Καρλότα ήξερε πως δε θα της άρεσε καθόλου να ιππεύει τέτοια χελώνα, αλλά η Τζούλια φαινόταν ευτυχισμένη. Πόσο μάλλον που ο υποκόμης Φέρμπριτζ ίππευε στο πλευρό της. «Το άλογό σας φαίνεται ξεκούραστο, μις Ράιβινγκτον», παρατήρησε ο κύριος Γούλατ, που ήρθε τριποδίζοντας πλάι τους. «Είναι, κύριε. Δε βλέπει την ώρα να καλπάσει». Εκείνος της χαμογέλασε. «Μη φοβάστε, γιατί θα καλπάζω δίπλα σας και θα της αρπάξω τα ηνία, αν χρειαστεί». Η Καρλότα κοίταξε την Αντέλ, που ήταν έτοιμη να γελάσει. Εκείνη έπνιξε το γέλιο της γιατί είχε υποσχεθεί να μη στενοχωρήσει τον κύριο Γούλατ. Πριν προλάβει να του απαντήσει, απέσπασε την προσοχή της


η φωνή του κυρίου Πράις. «Ο υπηρέτης μου λέει ότι επιτέθηκαν στο ζωγράφο σου ληστές, Έινσλοου». Ο Τζέιμς έγνεψε καταφατικά. «Παλιάνθρωποι. Μπορεί και να τον είχαν σκοτώσει αν δεν ήταν κοντά ο υπηρέτης του». «Ω, συμφορά!» φώναξε η κυρία Πράις, που πλησίασε εκείνη την ώρα. «Μην ανησυχείτε, κυρία». Ο Τζέιμς της χαμογέλασε. «Μόλις το έμαθα, έστειλα τους άντρες μου να χτενίσουν την περιοχή, αλλά δε βρήκαν ίχνη τους. Μάλλον έχουν φύγει». «Ίσως ήταν Τσιγγάνοι», είπε ο σερ Γκίλμπερτ πλησιάζοντας με το άλογό του. «Είναι μάλλον απίθανο. Δεν ανέφερε κανείς πως είδε ξένους εδώ γύρω». «Και πώς είναι τώρα ο ζωγράφος σας;» ρώτησε η κυρία Πράις. «Πονά το κεφάλι του, αλλά ευτυχώς δεν έχει κάτι σοβαρό. Του είπα να ξεκουραστεί λίγο καιρό, αν και είμαι σίγουρος ότι σε μια δυο βδομάδες θα γυρίσει ξανά στη δουλειά». «Αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνει στην έπαυλη», είπε ο σερ Γκίλμπερτ χαμογελώντας. «Μέσα στο σπίτι όχι, αλλά στους κήπους υπάρχουν κάποιοι ναοί που θέλω να ζωγραφίσει. Δε νομίζω πως θα τελειώσει πριν την Πρωτοχρονιά». «Ο άντρας μου έχει βάλει σκοπό να ζωγραφιστούν όλες οι επιφάνειες», φώναξε η Αντέλ από την άλλη άκρη της συντροφιάς. Ο Τζέιμς τη χαιρέτησε με το καπέλο του. «Για σένα, αγαπητή μου, για σένα!» Η Αντέλ γέλασε. «Ο Τζέιμς θέλει τα καλύτερα», είπε στην Καρλότα. «Αλλά δεν πρέπει να παραπονιέμαι. Μου έφερε την πιο όμορφη μικρή άμαξα για να κάνω βόλτες». «Δεν είναι άμαξα Φαέθων, ελπίζω!» αναφώνησε ο κύριος Γούλατ. «Είναι πολύ επικίνδυνες. Έχουν γίνει πολλά ατυχήματα με αυτές στην πό-


λη. Κάποια ήταν θανατηφόρα». «Όχι, κύριε, η δικιά μου είναι μια δίτροχη άμαξα πολύ ασφαλής. Να σας πάω βόλτα, μις Ράιβινγκτον». «Πολύ ευχαρίστως». «Δε φοβάστε μη σας τουμπάρω;» ρώτησε η Αντέλ κοιτάζοντάς την σκανταλιάρικα. Η Καρλότα γέλασε. «Θα το διακινδυνέψω». Ο κύριος Γούλατ κούνησε το κεφάλι του. «Είστε πολύ απερίσκεπτη με την ασφάλειά σας, μις Ράιβινγκτον». Η Καρλότα χαμογέλασε για να μη δείξει την ενόχλησή της. «Τιμή μου που την προσέχετε εσείς», είπε μελιστάλαχτα. Ο κύριος Γούλατ ανοιγόκλεισε έκπληκτος τα μάτια του. Ύστερα ξεφύσηξε αυτάρεσκα. *** Είχαν φτάσει πια στο πάρκο και το άλογο της Καρλότα χοροπηδούσε ανυπόμονο. «Είσαι έτοιμη να τρέξεις το άλογό σου;» Η φωνή του Λιουκ πίσω της την έκανε να γυρίσει. Κοίταξε το δικό του άλογο, μαύρο και ψηλό που βημάτιζε πλάγια αδημονώντας. «Δε νομίζω ότι μπορώ να παραβγώ με αυτό το άλογο». Ο Λιουκ της χαμογέλασε νωχελικά κι εκείνη ένιωσε ένα τρέμουλο αναγνωρίζοντας την έλξη μεταξύ τους. «Δοκίμασε», της ψιθύρισε. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Το άλογό του ρίχτηκε μπροστά καλπάζοντας και η Καρλότα παρότρυνε τη φοράδα της να τον καταδιώξει αγνοώντας τις διαμαρτυρίες του κυρίου Γούλατ. Η Φλέιμ ήταν ξεκούραστη και γρήγορη, αλλά δεν μπορούσε να φτάσει το άλογο του Λιουκ. Η Καρλότα πήγε λίγο πιο πλάι για να μην της έρχονται οι λάσπες που σήκωναν τα πέταλα του μαύρου αλόγου του. Και ύστερα έσκυψε πάνω στο λαιμό της Φλέιμ και κάλπασε απολαμβάνοντας τον άνεμο στο πρόσωπό της και τον κυματιστό ρυθμό της φοράδας της. Η μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο γρασίδι, το


δερμάτινο εξοπλισμό τους και τα άλογα ήταν μεθυστικός συνδυασμός γι’ αυτή. Σύντομα πλησίασαν στα δέντρα που οριοθετούσαν το πάρκο και ο Λιουκ επιβράδυνε το άλογό του. Με μια γρήγορη ματιά, η Καρλότα διαπίστωσε ότι η υπόλοιπη συντροφιά είχε μείνει πολύ πίσω, διασκορπισμένη στο πάρκο. Εκείνος προχώρησε μέχρι τη σκιά των δέντρων, όπου σταμάτησε και την περίμενε. Η Καρλότα τον έφτασε καλπάζοντας και γελώντας χαρούμενη. Ο Λιουκ χαμογελούσε. «Είσαι εξαιρετική. Πού έμαθες να ιππεύεις έτσι;» «Η μαμά με έμαθε, στην Ιταλία. Είναι καταπληκτική αμαζόνα. Μερικές φορές ιππεύαμε χωρίς σέλα». «Με ανοιχτά τα σκέλη;» «Φυσικά». «Μις Ράιβινγκτον, έχω σοκαριστεί!» Η Καρλότα τον κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι. «Αλήθεια;» «Όχι βέβαια. Έχεις λάσπη στο πρόσωπό σου». «Α, ναι; Επειδή η Φλέιμ ήταν πολύ κοντά πίσω σου στην περισσότερη διαδρομή». Έβγαλε το μαντίλι της. «Φέρε τη φοράδα σου πιο κοντά. Θα σε καθαρίσω εγώ». «Γρήγορα, πριν φτάσουν οι άλλοι». Η Καρλότα του έδωσε το μαντίλι της και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του χαμογελώντας. Αλλά το χαμόγελό της έσβησε καθώς ο Λιουκ άγγιξε τα δάχτυλά της παίρνοντας το μαντίλι της. Το άγγιγμά του έκανε την καρδιά της να χτυπήσει τόσο δυνατά που ήταν σίγουρη πως εκείνος την άκουσε. «Ίσως δεν πρέπει...» Η Καρλότα πήγε να τραβηχτεί, αλλά εκείνος την κράτησε σφιχτά από το χέρι. «Αφού είμαστε φίλοι, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Λιουκ ανάλαφρα. Η Καρλότα τον κοίταξε στα μάτια. Δε διέκρινε κάτι ανησυχητικό στο βλέμμα του και ηρέμησε. Εκείνος της έπιασε με το ένα χέρι το πιγούνι και με το άλλο έσυρε απαλά το μεταξωτό μαντίλι πάνω στο μάγουλό της. Η Καρλότα έτρεμε. Ο Λιουκ ήταν τόσο κοντά της, που εκείνη μπορούσε να δει τις λεπτές γραμμές που σχημάτιζε το χαμόγελό του στις


γωνίες των χειλιών του και τις χρυσές ανταύγειες στα καστανά μάτια του. Ήθελε να τυλίξει τα χέρια της γύρω από τον αυχένα του και να τον ικετέψει να τη φιλήσει, αλλά δεν το έκανε. Κάποτε είχε ένα σύντομο, μεθυστικό φλερτ με τον Άσωτο Βαρόνο. Δεν άντεχε να ξαναζήσει τόσο πόνο. Έκλεισε τα μάτια της γιατί φοβήθηκε πως εκείνος θα διάβαζε τη σκέψη της. «Είσαι έτοιμη». Η Καρλότα άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να της χαμογελά τόσο θερμά που έλιωσε. «Πάνω στην ώρα. Έρχονται οι άλλοι». Ο Λιουκ έπιασε το ηνίο της Φλέιμ. «Τώρα που είμαστε μόνοι μας, θέλω να σου πω ότι επισκέφτηκα τους γονείς σου σήμερα το πρωί». «Είδες τον πατέρα μου; Πώς είναι;» «Πολύ καλύτερα. Σου στέλνει την αγάπη του». Ο Λιουκ χαμογέλασε. «Ελπίζει να είσαι φρόνιμη». Εκείνη έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Προσπαθώ να είμαι. Ευχαριστώ για τα νέα που μου έφερες. Καλοσύνη σου που κάνεις τόσο κόπο για μένα». Η Καρλότα δεν μπορούσε να διαβάσει το βλέμμα του και ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει τι σκεφτόταν, αλλά άκουσε ποδοβολητά αλόγου και μια επιτιμητική φωνή πίσω της. «Αγαπητή μις Ράιβινγκτον, ήταν φρόνιμο να καλπάσετε τόσο γρήγορα με ένα άλογο που δε γνωρίζετε;» Η μαγική στιγμή χάθηκε. Ο Λιουκ κοίταξε τον Γούλατ. «Εμένα να κατηγορήσεις, Γούλατ», φώναξε χαρωπά. «Κατάλαβα ότι η μις Ράιβινγκτον νιώθει πολύ άνετα στη σέλα και σκέφτηκα ότι θα ήθελε να τρέξει λίγο το άλογό της». «Τότε λέω εσάς απερίσκεπτο που βάλατε σε κίνδυνο μια νεαρή κυρία». «Εγώ είμαι η απερίσκεπτη», επενέβη βιαστικά η Καρλότα. «Ήθελα να δοκιμάσω τη Φλέιμ κα εκείνη ήθελε να καλπάσει. Αλλά βλέπετε πόσο υπάκουη είναι. Μπορούσα να τη σταματήσω ανά πάσα στιγμή». Η Καρλότα ήξερε πως έπρεπε να συμφιλιωθεί με τον κύριο Γούλατ. Έριξε μια γρήγορη απολογητική ματιά στον Λιουκ. Όσο και να ήθελε να περάσει όλο το πρωί μαζί του, ήξερε το καθήκον της. Γύρισε το άλογό της και προχώρησε δίπλα στον κύριο Γούλατ.


*** Για την Καρλότα, τίποτε άλλο εκείνη την ημέρα δε συγκρινόταν με την ευχαρίστηση που ένιωσε καλπάζοντας στο πάρκο και μένοντας λίγες στιγμές μόνη με τον Λιουκ. Ούτε και ο χορός που στήθηκε πρόχειρα το ίδιο βράδυ, γιατί, παρ’ όλο που χόρεψε δυο φορές με τον Λιουκ, ο κύριος Γούλατ δεν την άφηνε σε ησυχία. Το βράδυ, πριν πέσει στο κρεβάτι της, η λαίδη Μπρόξτεντ είχε μόνο επαίνους για την ανιψιά της. «Ομολογώ πως ανησυχούσα μήπως είχε προσβληθεί ο κύριος Γούλατ έτσι που του φέρθηκες χτες, αλλά σήμερα επανόρθωσες. Απόψε δε σταμάτησε να σε επαινεί! Έχω μεγάλες ελπίδες ότι θα σου κάνει πρόταση γάμου αύριο». «Αλήθεια, θεία;» «Χωρίς αμφιβολία, παιδί μου. Και τώρα που είχες χρόνο να τον συνηθίσεις, δε θα τρέξεις να φύγεις πάλι, έτσι δεν είναι;» «Όχι, θεία. Μα... δεν πρέπει να του πω για τον πατέρα μου πριν μου κάνει πρόταση γάμου;» ρώτησε η Καρλότα παίζοντας το τελευταίο της χαρτί. «Όχι, παιδί μου, αυτό θα το αναλάβει ο θείος σου μετά. Εσύ να μην ανησυχείς». Η λαίδη Μπρόξτεντ τη χάιδεψε στο μάγουλο, λέγοντας με αγάπη: «Σκέψου πόσο ευτυχισμένη θα είναι η αγαπημένη σου μητέρα όταν της πούμε για τον εκπληκτικό σύζυγο που θ’ αποκτήσεις! Τώρα, πήγαινε να κοιμηθείς. Θέλω αύριο να είσαι στις ομορφιές σου!» Η Καρλότα υπάκουσε τη θεία της ξαπλώνοντας γρήγορα στο κρεβάτι της, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε κάτω από τα σκεπάσματα, μέχρι που, σταδιακά, όλο το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή. Η Καρλότα αποκοιμήθηκε τελικά, αλλά ο ύπνος της ήταν πολύ ανήσυχος. Ξύπνησε την αυγή και έμεινε ξαπλωμένη προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Ήξερε ότι ήταν πολύ νωρίς, γιατί το σπίτι ακόμα ήταν ήσυχο, αλλά εκείνη δεν είχε ύπνο. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε στο παράθυρο. Στον ορίζοντα από τη μεριά της ανατολής υπήρχε μια


χρυσή γραμμή. Ο υπόλοιπος ουρανός είχε αποχρώσεις από ροζ μέχρι βαθύ γαλάζιο, και η γη κάτω απ’ αυτόν φαινόταν ακόμα γκρι. Το δωμάτιό της ήταν στη δυτική πτέρυγα και έβλεπε στον περιτοιχισμένο κήπο. Τα αγάλματά του έλαμπαν στο απόκοσμο πρωινό φως. Η Καρλότα άνοιξε το παράθυρο σιγανά. Ο αέρας ήταν ευχάριστα δροσερός κι εκείνη ακούμπησε τους αγκώνες της στο περβάζι, παίρνοντας βαθιές αναπνοές. Συλλογίστηκε την κατάστασή της. Ίσως να μην ήταν τόσο τραγικό να παντρευτεί τον κύριο Γούλατ. Σίγουρα ήταν ευγενικός. Και τόσο πλούσιος που δε θα της έλειπε ποτέ τίποτα. Ίσως να αποκτούσαν ένα σπίτι σαν το Μάλμπερι Κορτ και στάβλο με άλογα. Χαμογέλασε μόνη της. Δ θα έπρεπε να καλπάζει με τ’ άλογα. Αναρωτήθηκε γιατί ανησυχούσε τόσο. Ήξερε πολλά παντρεμένα ζευγάρια που ζούσαν καλά μαζί. Ο κύριος και η κυρία Έινσλοου φαίνονταν πολύ ευτυχισμένοι. Και όσο καιρό ζούσε με το θείο και τη θεία της δεν τους είχε ακούσει ποτέ να διαφωνούν. Δεν υπήρχε λόγος να μη γίνει ευτυχισμένη στο γάμο της. Σκέφτηκε την Τζούλια και το λόρδο Φέρμπριτζ. Είχε δει τα βλέμματα που αντάλλαζαν λάμποντας όταν χόρευαν μαζί. Η καρδιά της σφίχτηκε. Μακάρι να μπορούσε να κοιτάξει έτσι τον κύριο Γούλατ. Μα ήξερε ότι μόνο ένας άντρας της προκαλούσε τέτοια αισθήματα. Κούνησε το κεφάλι της για να συνέλθει. Δεν έπρεπε να σκέφτεται τον Λιουκ. Δε βοηθούσε σ τίποτα. Μια κίνηση στον κήπο τράβηξε την προσοχή της. Είδε μια φιγούρα να γλιστρά κοντά στον τοίχο προς το σπίτι. Υπηρέτης θα είναι, σκέφτηκε η Καρλότα, που επιστρέφει από ερωτική συνάντηση στο χωριό. Η σκέψη αυτή μεγάλωσε τη λύπη της. Αναστέναξε και γύρισε στο κρεβάτι της ελπίζοντας να προλάβαινε να κοιμηθεί μια ώρα ακόμα, πριν η καμαριέρα της φέρει τη ζεστή σοκολάτα της. *** Μετά την ανήσυχη νύχτα που πέρασε, η Καρλότα ήταν πολύ κουρασμένη το επόμενο πρωί και έδιωξε την καμαριέρα για να κοιμηθεί. Αλλά λίγη ώρα αργότερα την ξύπνησε ένας υπηρέτης για να της πει ότι


είχε χάσει το πρωινό γεύμα και ότι την ήθελε η θεία της στη βιβλιοθήκη. Η Καρλότα κατάλαβε αμέσως το λόγο. Και η ανάλαφρη μουσελίνα της με τα κοντά φουσκωτά μανίκια ήταν πολύ αραχνοΰφαντη για να τη ζεστάνει από την παγωμάρα που την έλουσε. Ήξερε όμως ότι έφταιγαν τα νεύρα της και επίτηδες δεν έριξε στους ώμους της τη μάλλινη εσάρπα της πριν τρέξει στη βιβλιοθήκη. Άνοιξε την πόρτα για τον προθάλαμο και βρήκε το θείο της να την περιμένει. Εκείνος της έκανε νόημα να πλησιάσει και τότε βγήκε η θεία της από τη βιβλιοθήκη. «Α, ήρθες, παιδί μου». Η λαίδη έκλεισε πίσω της την πόρτα προσεκτικά. «Και με το καινούριο σου φόρεμα. Πολύ όμορφο. Ο κύριος Γούλατ σε περιμένει». Ο κόμπος στο στομάχι της Καρλότα έγινε ακόμα πιο σφιχτός. «Θεία... Εγώ... δεν...» Ο θείος της την έπιασε από το χέρι. «Πήγαινε στη βιβλιοθήκη, παιδί μου», της είπε τρυφερά. «Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις». Η Καρλότα πήρε το βλέμμα της από το χαμογελαστό πρόσωπό του και κοίταξε τη θεία της που της έγνεψε ενθαρρυντικά. Ίσιωσε την πλάτη της και προχώρησε, αλλά στην πόρτα της βιβλιοθήκης κοντοστάθηκε και γύρισε να τους κοιτάξει. «Θεία, νομίζω ότι δεν μπορώ να το κάνω». «Ανοησίες, αγάπη μου. Τι έχεις να κάνεις; Ο κύριος Γούλατ δε θα σε φάει». «Το ξέρω, αλλά...» Ο θείος της σήκωσε ψηλά το χέρι του. «Καρλότα, δεν είναι ώρα να κάνεις τη δύσκολη. Οι προθέσεις του κυρίου Γούλατ είναι ξεκάθαρες εδώ και βδομάδες. Αν δεν τον ήθελες, έπρεπε να μας το έχεις πει πολύ νωρίτερα». «Όχι, δεν είναι αυτό...» Η Καρλότα έπλεξε τα χέρια της. Η λαίδη Μπρόξτεντ την πλησίασε και τα έκλεισε τρυφερά στα δικά της.


«Καταλαβαίνω. Φοβάσαι και είναι πολύ φυσικό, αλλά οι φόβοι σου είναι αβάσιμοι. Νομίζεις ότι ο θείος σου δε ρώτησε να μάθει για εκείνον; Ο κύριος Γούλατ είναι καλός άνθρωπος. Θα είναι άψογος σύζυγος για σένα». «Και άφησε να εννοηθεί ότι θα είναι πολύ γενναιόδωρος με τους οικονομικούς διακανονισμούς», πρόσθεσε ο λόρδος Μπρόξτεντ. «Ο γάμος σας θα είναι μεγάλο πλεονέκτημα για τους γονείς σου». «Είμαι σίγουρη ότι ο κύριος Γούλατ είναι ό,τι λέτε, αλλά...» Η Καρλότα διέκοψε τη φράση της καθώς άκουσε βιαστικά βήματα στο διάδρομο. «Ω, συγνώμη». Ο Λιουκ όρμησε στον προθάλαμο πριν αντιληφθεί ότι ήταν κατειλημμένος «Ξέχασα εδώ τα γάντια μου για την ιππασία». Κοίταξε την Καρλότα και μετά τη λαίδη Μπρόξτεντ «Με συγχωρείτε. Ελπίζω να μη διακόπτω κάτι». «Φύγετε, σας παρακαλώ», είπε η Καρλότα στενοχωρημένη. «Είναι λεπτό το θέμα, κύριε, αλλά νομίζω ότι μπορείτε να μας βοηθήσετε». Η λαίδη Μπρόξτεντ πήγε γρήγορα να κλείσει την πόρτα πίσω του. «Έχετε αποδείξει ότι είστε πραγματικός φίλος για την ανιψιά μου και η συμβουλή σας αυτή τη στιγμή θα ήταν πολύτιμη». «Όχι», ψιθύρισε η Καρλότα, αλλά τόσο σιγά που κανείς δεν την άκουσε. «Ναι, ίσως εσάς σας ακούσει», πρόσθεσε ο λόρδος Μπρόξτεντ οργισμένος. Ο Λιουκ ανασήκωσε τα φρύδια του ερωτηματικά. «Πίσω από αυτή την πόρτα είναι ο κύριος Γούλατ», εξήγησε ο Μπρόξτεντ δείχνοντας τη βιβλιοθήκη. «Το μόνο που έχει να κάνει η ανιψιά μου είναι να πάει μέσα και να δεχτεί την πρόταση γάμου που θα της κάνει. Είναι πολύ τυχερή. Θα ζήσει μια ζωή στην πολυτέλεια. Αλλά εκείνη διστάζει. Σε παρακαλώ, Ντάρβελ, παρότρυνέ τη να κάνει το μικρό βήμα που θα εξασφαλίσει την ευτυχία της. Όχι μόνο τη δική της, αλλά και της οικογένειάς της».


Τα μάγουλα της Καρλότα φλογίστηκαν. Δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα της στον Λιουκ όσο περίμενε ν’ ακούσει την απάντησή του. «Η μις Ράιβινγκτον πρέπει να κάνει ό,τι θεωρεί καλύτερο», είπε εκείνος τελικά. «Ο Γούλατ είναι καλός άνθρωπος. Έχει άμεμπτη φήμη». «Ορίστε, Καρλότα. Τι σου έλεγα;» αναφώνησε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Όλες οι μητέρες θα ήθελαν τέτοιο γάμο για την κόρη τους. Πήγαινε μέσα. Αρκετά τον άφησες να περιμένει». Η Καρλότα ζαλίστηκε. Ακούμπησε το χέρι της στο πλαίσιο της πόρτας για να κρατηθεί όρθια. Έκλεισε τα μάτια της. Άραγε οι θείοι της είχαν σχεδιάσει να εμφανιστεί ο Λιουκ για να την πείσει Αν ήταν έτσι, τότε εκείνος αποκλείεται να την αγαπούσε. Ο πόνος στο στήθος της της έκοψε την ανάσα. Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία και κοίταξε στην άλλη άκρη του δωματίου όπου στεκόταν ο Λιουκ. Η έκφρασή του έδειχνε ευγενική αδιαφορία. Εκείνος υποκλίθηκε και της είπε ψυχρά: «Σας εύχομαι κάθε ευτυχία, κυρία». Και ύστερα της γύρισε την πλάτη και άρχισε να μετακινεί τα μπιμπελό στο τραπεζάκι. Η Καρλότα κοίταξε την ίσια πλάτη του, τους άκαμπτους φαρδιούς του ώμους κάτω από το λεπτό μάλλινο σακάκι ιππασίας. Και η εικόνα αυτή δεν της έδινε καμία παρηγοριά. Σε κάθε άκαμπτη γραμμή του σώματός του έβλεπε απόρριψη. «Καρλότα, ο κύριος Γούλατ σε περιμένει». Τα λόγια της λαίδης Μπρόξτεντ επανέφεραν την Καρλότα στην πραγματικότητα. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της, έκανε μεταβολή και μπήκε στη βιβλιοθήκη. *** Ο Λιουκ μετακίνησε τη μικρή πορσελάνινη βοσκοπούλα πιο κοντά στο σύντροφό της. Άκουσε την πόρτα να κλείνει και τη λαίδη Μπρόξτεντ να αναστενάζει με ανακούφιση. Η Καρλότα θα έκανε ένα σπουδαίο γάμο κι εκείνος δεν είχε σταθεί εμπόδιο. Κανονικά έπρεπε να χαίρεται για εκείνη. Αυτός ο γάμος θα της εξασφάλιζε μια πλούσια ζωή. Όμως, όταν τον είχε κοιτάξει η Καρλότα, το βλέμμα της έδειχνε μόνο


ανησυχία και φόβο και... «Να πάρει! Δεν μπορώ να το επιτρέψω...» Ο Ντάρβελ κινήθηκε προς τη βιβλιοθήκη, αλλά ο λόρδος Μπρόξτεντ του έφραξε το δρόμο. «Μια στιγμή, Ντάρβελ. Νομίζω ότι δε σου είναι αδιάφορη η ανιψιά μου. Σε παρακαλώ, σκέψου πριν κάνεις κάτι που θα μετανιώσετε και οι δύο. Τι μπορείς να της προσφέρεις σε σύγκριση με τον Ντάνιελ Γούλατ; Σίγουρα έχεις τίτλο, αλλά δεν έχεις περιουσία. Και η φήμη σου δεν είναι καθόλου καλή». Θυμωμένος ο Λιουκ τίναξε το χέρι του Μπρόξτεντ, που προσπαθούσε να τον εμποδίσει. «Ας αφήσουμε την Καρλότα να αποφασίσει!» «Νομίζω ότι αποφάσισε ήδη». Τα λόγια του Μπρόξτεντ ήταν ψυχρολουσία για τον Λιουκ. Τα χέρια του έγιναν γροθιές και τον πλημμύρισε παράλογος θυμός. Ήθελε να ρίξει κάτω τον Μπρόξτεντ, αλλά δεν επιτρεπόταν να χτυπήσει καλεσμένο. Άλλωστε το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να επιβεβαιώσει την κακή του φήμη. Ο λόρδος Μπρόξτεντ τον άγγιξε στον ώμο. «Άσ’ το, Ντάρβελ», του είπε ήρεμα. «Καλύτερα έτσι. Η Καρλότα θα είναι ευτυχισμένη. Ο Γούλατ μπορεί να της δώσει τα πάντα». Σε αντίθεση μ’ εσένα. Αυτά τα λόγια δεν τα είπε ο Μπρόξτεντ, αλλά ο Λιουκ τα ένιωσε να πλανιούνται στον αέρα. Έπεσαν βαριά στην καρδιά του. «Εύχομαι να έχεις δίκιο, Μπρόξτεντ». Μάζεψε τα γάντια του από το τραπέζι, έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο. *** Ο Λιουκ βγήκε από το σπίτι σκεφτικός. Ήταν θυμωμένος και απογοητευμένος. Ο Μπίλι το περίμενε στους στάβλους. «Ο κύριος Έινσλοου προχώρησε, κύριε. Είπε ότι θα σας περιμένει στο πάρκο», ανακοίνωσε ενώ ο Λιουκ ανέβηκε στη σέλα. «Θέλετε να σας συνοδέψω, κύριε;» «Όχι βέβαια. Δε χρειάζομαι νταντά!»


Ο Μπίλι αναπήδησε οπισθοχωρώντας καθώς ο Λιουκ έκανε απότομα μεταβολή το άλογό του κα βγήκε από το στάβλο τριποδίζοντας. Ήξερε ότι όφειλε ν’ απολογηθεί στον ιπποκόμο του για τον άσχημο τρόπο του, αλλά θα το έκανε αργότερα. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να καλπάσει μακριά και να ξεχάσει πως η Καρλότα θα παντρευόταν τον Γούλατ για ν’ αποκτήσει ό,τι επιθυμούσε η επιπόλαιη καρδιά της. Κι εκείνον δεν τον χρειαζόταν πια για φίλο. *** Καλπάζοντας με το άλογό του ο Λιουκ ξαναβρήκε κάπως την ψυχραιμία του, αλλά η διάθεσή του δε βελτιώθηκε καθόλου. Του ήταν αδύνατον να χαμογελάσει όταν έφτασε την υπόλοιπη συντροφιά. «Λιουκ! Νόμιζα ότι είχες αποφασίσει να μην έρθεις τελικά». Ο Τζέιμς τον κοίταξε εξεταστικά «Είσαι καλά, αδερφέ; Φαίνεσαι πολύ στενοχωρημένος. Τι συμβαίνει;» «Καλά είμαι. Δηλαδή... έχω κάτι επείγουσες δουλειές και πρέπει να φύγω». Γιατί όχι; σκέφτηκε ο Λιουκ. Τι υπάρχει να με κρατήσει εδώ; «Ήρθα μόνο για να σ’ το πω». «Τι... Θα φύγεις τώρα; Με το άλογο θα γυρίσεις στην πόλη; Λιουκ, περίμενε...» Αλλά ο Λιουκ απομακρύνθηκε καλπάζοντας, αγνοώντας τις φωνές του αδερφού του. Ήταν αποφασισμένος να φύγει αμέσως από το Μάλμπερι. Θα έστελνε μήνυμα στον Μπίλι και τον υπηρέτη του. Θα τα κατάφερνε ένα βράδυ χωρίς αυτούς. Δεν άντεχε στη σκέψη να επιστρέψει στην έπαυλη ξέροντας πως ήταν μέσα εκείνη, απρόσιτη πλέον για εκείνον. *** Σύντομα περνούσε τις πύλες χαμένος στις μαύρες σκέψεις του. Αλλά στην άκρη του χωριού αντιλήφθηκε παράξενη κίνηση. Έξω από το σπίτι των Ντουρίνι, για την ακρίβεια. Αλλά μάλλον θα έκανε λάθος. Δεν έμοιαζε με το σπίτι των Ντουρίνι. Και τότε κατάλαβε γιατί. Το μισό σπίτι είχε γίνει μαύρα ερείπια.


Κεφάλαιο 12

Δεν είναι αλήθεια. Σίγουρα ονειρεύομαι, σκεφτόταν συνέχεια η Καρλότα. Της φαινόταν πως βρισκόταν έξω από το σώμα της καθώς παρακολουθούσε τον κύριο Γούλατ να βηματίζει πάνω κάτω στο χαλί Άξμνστερ και να της εξηγεί την οικονομική του κατάσταση και τα πλεονεκτήματα ενός γάμου μαζί του. Σαν να μην την αφορούσαν όλα αυτά. Σίγουρα δεν ήταν δική της η φωνή που έλεγε πως την τιμούσε η πρότασή του και πως τη δεχόταν με χαρά. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της, και ο κύριος Γούλατ φίλησε το χέρι της δηλώνοντας πως ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αμέσως άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαν μέσα η θεία και ο θείος της Καρλότα. Η λαίδη Μπρόξτεντ γελούσε και έκλαιγε ταυτόχρονα. Έβαλε τα κλάματα και η Καρλότα. «Παιδί μου, πόσο χαίρομαι για σένα!» Η λαίδη Μπρόξτεντ την αγκάλιασε. «Φοράς ήδη δαχτυλίδι!» Η Καρλότα σήκωσε το αριστερό της χέρι και κοίταξε το μεγάλο διαμάντι που άστραφτε στο φως. Το ένιωθε πολύ βαρύ, σαν χειροπέδη που την έδενε με τη μοίρα της. «Ναι...» Ο κύριος Γούλατ τις πλησίασε με αυτάρεσκο ύφος. «Ξέρω πόσο σημαντικά είναι τα στολίδια για εσάς τις κυρίες, γι’ αυτό φάνηκα προνοητικός και το έφερα μαζί μου». «Της πηγαίνει τέλεια». Η λαίδη Μπρόξτεντ χαμογέλασε λάμποντας. «Πολύ έξυπνο εκ μέρους σας κύριε». *** Ο αρραβώνας τους δεν επρόκειτο να μείνει κρυφός. Η λαίδη Μπρόξτεντ ανυπομονούσε να πάει στην τραπεζαρία για να τον ανακοινώσει στους υπόλοιπους. Θα έσερνε μαζί της και το ευτυχισμένο ζευγάρι αν δεν έφερνε αντίρρηση ο κύριος Γούλατ. «Θα έρθω να δεχτώ τα συγχαρητήριά τους, βέβαια, αλλά μετά θα με συγχωρήσετε, κυρία. Πρέπει να ενημερώσω τη μητέρα μου για το ευτυ-


χές γεγονός. Θα φύγω αμέσως, μη τυχόν και το μάθει από κάπου αλλού. Ασφαλώς είχα συζητήσει τις προθέσεις μου μαζί της πριν έρθω εδώ, αλλά θα έχει αγωνία να μάθει αν οι ελπίδες μου ευοδώθηκαν. Λόρδε Μπρόξτεντ, στην επιστροφή μου θα φέρω μαζί το δικηγόρο μου για να συμφωνήσουμε τα περιουσιακά θέματα. Μετά μπορούμε να στείλουμε την αναγγελία στις εφημερίδες και να το επισημοποιήσουμε». Έφερε στα χείλη του τα χέρια της Καρλότα και τα φίλησε το ένα μετά το άλλο. «Λυπάμαι που πρέπει να σε αφήσω τόσο σύντομα, αγαπητή μου, αλλά δε θα λείψω πάνω από δυο μέρες. Θα μετρώ τις ώρες μέχρι την επόμενη συνάντησή μας». Η Καρλότα μουρμούρισε μια απάντηση και τον παρακολούθησε να φεύγει. Και όλη αυτή την ώρα δεν αισθανόταν τίποτα. Απολύτως τίποτα. *** Η Καρλότα ήλπιζε πως μόλις έφευγε ο κύριος Γούλατ θα έβρισκε λίγη ησυχία, αλλά μάταια. Η λαίδη Μπρόξτεντ την κράτησε στο πλάι της όλη την ημέρα για να τη συγχαρούν οι καλεσμένοι. Η κυρία Πράις την αποκάλεσε «πονηρούλα» και έκανε την Τζούλια να κοκκινίσει λέγοντας ότι έπρεπε να βιαστεί κι εκείνη να βρει σύζυγο αν δεν ήθελε να μείνει γεροντοκόρη. Ο σερ Γκίλμπερτ κοίταξε σκεφτικός το διαμάντι της και της ευχήθηκε κάθε ευτυχία, ενώ ο κύριος και η κυρία Έινσλοου της χαμογέλασαν λάμποντας και δηλώνοντας πως ένιωθαν προσωπικά υπεύθυνοι για την καλή της τύχη. Μόνο ο Λιουκ έλειπε από τη χαρούμενη ομήγυρη, αλλά μόνο όταν μαζεύτηκαν όλοι στο σαλόνι, πριν το δείπνο, έμαθε η Καρλότα ότι εκείνος είχε φύγει από την έπαυλη. «Είχε επείγουσες δουλειές στην πόλη», εξήγησε ο Τζέιμς. «Να καθησυχάσει τους πιστωτές του μάλλον», χαμογέλασε ο κύριος Πράις κλείνοντας το μάτι στον οικοδεσπότη του. Η έκφραση του Τζέιμς σκλήρυνε. «Όχι, όχι, δεν έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο», είπε ευγενικά. Η κυρία Πράις είπε σκεφτική: «Προφανώς δεν είμαστε αρκετά συναρπαστικοί για τον Άσωτο Βαρόνο».


«Σας βεβαιώνω ότι ο κουνιάδος μου είναι ευχαριστημένος με τη συντροφιά μας», είπε η Αντέλ. «Μόνο ένα πολύ σοβαρό θέμα θα τον έκανε να φύγει». «Κρίμα που μας άφησε και ο κύριος Γούλατ», συνέχισε η κυρία Πράις. «Τι θα κάνουμε με τόσο λίγους κυρίους; Μου φαίνεται ότι ο λόρδος Φέρμπριτζ και ο σερ Γκίλμπερτ θα έχουν να προσπαθήσουν διπλά για να μας ευχαριστήσουν όλες». Ο υποκόμης κοκκίνισε στα λόγια της, αλλά ο σερ Γκίλμπερτ γέλασε. «Ω, είμαι σίγουρη ότι θα βρούμε τρόπο να περάσουμε καλά και μόνες μας», απάντησε η Αντέλ ήρεμα. «Να περάσουμε τώρα στο τραπέζι για φαγητό;» «Αν ήξερα ότι ο Ντάρβελ θα πήγαινε στην πόλη, θα του έδινα μια συναλλαγματική για την τράπεζά μου», είπε ο σερ Γκίλμπερτ καθώς σηκώθηκαν όλοι για να πάνε στην τραπεζαρία. «Τελευταία είχα λίγη τύχη στα χαρτιά, Έινσλοου, και θα ήθελα να πάρω πίσω τον Τιέπολο που σου έδωσα. Πιστεύω ότι τώρα είναι καλή στιγμή, γιατί θα βάλω τον Ριντ να μου τον γυρίσει στην πόλη». «Τι ακούω, σερ Γκίλμπερτ; Πώς θα τα καταφέρετε χωρίς τον υπηρέτη σας;» φώναξε ο κύριος Πράις κλείνοντας το μάτι στη γυναίκα του. «Μια χαρά. Να είστε σίγουρος. Δε φροντίζω τόσο την εμφάνισή μου ώστε να μην μπορώ να ντυθώ μόνος μου για δυο μέρες. Προτιμώ να στείλω τον πίνακα πίσω στην πόλη». «Έτσι, ε;» είπε ο Τζέιμς. «Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, Γκιλ, αλλά δε θέλω να τον πουλήσω». Ο σερ Γκίλμπερτ γέλασε. «Ασφαλώς θα αστειεύεσαι. Δεν μπορείς να μου αρνηθείς τον πίνακά μου». «Δυστυχώς για σένα, σερ Γκίλμπερτ, μου αρέσει πολύ αυτός ο πίνακας», γέλασε η Αντέλ περνώντας δίπλα του πιασμένη αγκαζέ με το λόρδο Μπρόξτεντ. «Θα συμφωνήσω με τον Τζέιμς ότι δείχνει πολύ ωραία στη βιβλιοθήκη. Δε θα τον πάρεις πίσω, νομίζω...» *** Η Καρλότα χάρηκε που το βασικό θέμα συζήτησης δεν ήταν πια ο αρ-


ραβώνας της. Κάθισε μπροστά στο πιάτο της, αλλά ήταν τόσο κουρασμένη που κάθε μπουκιά ήταν μεγάλη προσπάθεια. Αισθάνθηκε ανακούφιση όταν η κυρία Έινσλοου συνόδεψε τις κυρίες πίσω στο σαλόνι, αφήνοντας τους κυρίους να πιουν το μπράντι τους. Οι κυρίες κάθισαν στους καναπέδες και τις πολυθρόνες του σαλονιού. Η λαίδη Μπρόξτεντ εξήγησε στην κυρία Πράις ότι ο κύριος Γούλατ είχε πάει να δει τη μητέρα του για να την ενημερώσει για τις ευτυχείς εξελίξεις στα προσωπικά του. «Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να περιμένει λίγο, μέχρι να μπορέσει να πάρει μαζί του και τη μις Ράιβινγκτον», είπε η κυρία Πράις. «Όταν... αν η Τζούλια μου δεχτεί πρόταση γάμου όσο είμαστε στο Μάλμπερι, εγώ δε θα χωρίσω το ζευγάρι τόσο σύντομα». «Δίκιο έχετε, αλλά έτσι τους δίνουμε χρόνο να εξοικειωθούν με την καινούρια τους κατάσταση», απάντησε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Ναι, η καημένη η Καρλότα φαίνεται εξουθενωμένη από τον ενθουσιασμό», παρατήρησε η Αντέλ. Η Καρλότα άδραξε την ευκαιρία. «Πράγματι, είμαι λίγο κουρασμένη, κυρία Έινσλοου. Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα ν’ αποσυρθώ». «Φυσικά». Η Αντέλ της χάιδεψε τα χέρια χαμογελώντας της. «Τα μάγουλά σας πρέπει να ξαναβρούν το χρώμα τους πριν επιστρέψει ο αρραβωνιαστικός σας, σωστά;» Η Καρλότα χαμογέλασε βεβιασμένα. Έκανε μια μικρή υπόκλιση και κινήθηκε προς την πόρτα. «Θέλεις να έρθω μαζί σου;» «Όχι, ευχαριστώ, θεία. Μην ενοχλείσαι. Θα είμαι εντάξει μόλις ξαπλώσω». Η Καρλότα γλίστρησε έξω από το σαλόνι και έγειρε πάνω στην κλειστή πόρτα. Αναστέναξε βαθιά. Η έλλειψη ύπνου την είχε καταβάλει και την πονούσαν τα μάγουλά της από τα πολλά χαμόγελα. Στο βάθος του διαδρόμου διέκρινε φως. Ερχόταν από το γραφείο του κυρίου Έινσλοου. Περνώντας απέξω, η Καρλότα άκουσε ομιλίες και κοίταξε


μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Έμεινε άναυδη βλέποντας τον Λιουκ. Συζητούσε ζωηρά με τον αδερφό του, αλλά, σαν να αντιλήφθηκε την παρουσία της, κοίταξε προς το μέρος της. Η Καρλότα δεν μπορούσε να ξεφύγει. Ψέλλισε τα πρώτα λόγια που της ήρθαν. «Νόμιζα ότι είχατε φύγει!» Ο Τζέιμς άνοιξε πιο πολύ την πόρτα. «Περάστε μέσα, μις Ράιβινγκτον». Η Καρλότα μπήκε στο γραφείο κοιτάζοντας συνεχώς τον Λιουκ. Ήταν βλοσυρός, αλλά και το πρωί που τον είχε δει, έτσι ήταν πάλι. «Νόμιζα πως είχατε φύγει για το Λονδίνο», είπε η Καρλότα ξανά. Κοίταξε τις λασπωμένες μπότες και το λερωμένο σακάκι του. «Ιππεύατε όλη μέρα;» «Όχι ακριβώς», απάντησε εκείνος. «Μόλις επέστρεψα από το χωριό. Χτες βράδυ κάποιος έβαλε φωτιά στο σπίτι των γονιών σας. Μην τρομάζετε», πρόσθεσε γρήγορα, «εκείνοι είναι καλά». Η Καρλότα κοίταξε ανήσυχη τον Τζέιμς. «Μην ανησυχείτε, μις Ράιβινγκτον, ο Λιουκ μου έχει πει την ιστορία σας. Κανείς δεν ξέρει ότι εκείνος γύρισε. Οι κύριοι είναι ακόμα στην τραπεζαρία. Δεν ξέρουν γιατί ήρθα στο γραφείο μου». Η Καρλότα μετά βίας τον παρακολουθούσε. Στράφηκε πάλι στον Λιουκ. «Η υπηρέτρια και ο Τζακ;» «Και οι δύο είναι καλά». «Δόξα τω Θεώ. Πώς έγινε;» «Κάποιος έφτιαξε ένα σωρό από ξύλα και φτέρη στην πίσω πόρτα και έβαλε φωτιά. Τα γαβγίσματα του σκύλου ξύπνησαν εγκαίρως τους υπηρέτες, που έσβησαν τη φωτιά πριν πάθει κανείς τίποτα. Το μισό σπίτι έχει ζημιές, αλλά όχι ανεπανόρθωτες». Ο Λιουκ χαμογέλασε αχνά. «Γι’ αυτό είμαι τόσο βρόμικος. Βοηθούσα τον πατέρα σου να σώσει ό,τι μπορούσε από τα συντρίμμια και να το μετακινήσει στο άθικτο τμήμα του σπιτιού. Έχει αρκετό χώρο για να κοιμηθούν οι υπηρέτες, αλλά τους γονείς σου τους πήγα στον Τζορτζ».


Η Καρλότα έφερε το χέρι στο λαιμό της. «Μα ποιος έκανε κάτι τέτοιο; Και μετά την επίθεση εναντίον του πατέρα μου...» Ο Τζέιμς δίστασε. Ο Λιουκ είπε σιγανά: «Αδερφέ, νομίζω πως πρέπει να πούμε στη μις Ράιβινγκτον την αλήθεια». Η σιωπή τους την τρόμαζε. Η Καρλότα είπε με δυσκολία. «Ναι, πείτε μου. Ξέρετε ποιος... το έκανε;» «Όχι», απάντησε ο Τζέιμς σοβαρός, «αλλά είδαμε κάτι. Αυτός που έβαλε τη φωτιά έγραψε στον τοίχο του σπιτιού ένα μήνυμα». «Τι μήνυμα;» «Δύο λέξεις», είπε ο Λιουκ. «Φύγετε τώρα!» «Δεν... δεν καταλαβαίνω». «Κάποιος θέλει να διώξει τους γονείς σου από το Μάλμπερι». «Μα γιατί;» «Αυτό ρώτησα κι εγώ τον σινιόρ Ντουρίνι». Ο Λιουκ την κοίταξε σοβαρός. «Ίσως εσύ μπορείς ν μας βοηθήσεις». Η Καρλότα κούνησε το κεφάλι της συνοφρυωμένη. «Δεν έχω ιδέα. Είναι εξωφρενικό. Ο μπαμπάς δεν έχει εχθρούς». «Κι όμως φαίνεται ότι έχει», τη διόρθωσε ο Λιουκ ήρεμα. «Ποιον όμως; Γιατί να θέλει κάποιος να τον διώξει;» Ο Τζέιμς ένιωθε άβολα. Κοίταξε τον αδερφό του και ύστερα είπε δειλά: «Συγχωρήστε με, μις Ράιβινγκτον, που το λέω, αλλά ο λόρδος Μπρόξτεντ δε θα κινδύνευε να βρεθεί σε δύσκολη θέση αν οι γονείς σας δε ζούσαν τόσο κοντά». Εκείνη τον κοίταξε σαστισμένη. «Δεν είναι δυνατόν να πιστεύετε ότι το έκανε ο θείος μου!» «Από τότε που ο θείος σου σε έφερε στο Λονδίνο κρατά μυστική την καταγωγή σου», της θύμισε ο Λιουκ. «Ναι, αλλά μόνο επειδή φοβάται μήπως αποθαρρυνθούν οι υποψήφιοι μνηστήρες μου». «Για έναν άντρα που σε αγαπά, δε θα έχει καμία σημασία που η μη-


τέρα σου παντρεύτηκε έναν ζωγράφο», ψιθύρισε ο Λιουκ. «Ναι, αυτό πιστεύει και ο θείος μου», είπε ζωηρά η Καρλότα. «Μου είπε πως θα πει την αλήθεια στον άντρα που θα δείξει πραγματικό ενδιαφέρον για μένα. Θα την είχε πει σήμερα το πρωί στον κύριο Γούλατ αν εκείνος δε βιαζόταν τόσο πολύ να φύγει». Η Καρλότα κοίταξε τον Τζέιμς ελπίζοντας εκείνος να καταλάβει. «Ο Μπρόξτεντ ξέρει πολύ καλά τη θέση του», είπε ο Λιουκ. «Αλλά δεν πιστεύω πως θέλει να βλάψει τους γονείς σου». Η Καρλότα συμφώνησε. «Ασφαλώς όχι». «Αν όμως δεν είναι αυτός ο λόγος για τις επιθέσεις, τότε ποιος είναι;» ρώτησε ο Τζέιμς. «Μέχρι να μάθουμε, πρέπει να κάνουμε κάτι να προστατέψουμε τους Ντουρίνι». Ο Λιουκ κοίταξε τον αδερφό του. «Λοιπόν, Τζέιμς;» «Θα τους φιλοξενήσω στο κτήμα μου στο Λέστερσιρ. Το σπίτι δίπλα στην πύλη είναι άδειο. Ύστερα θα διαδώσουμε πως φύγανε προς άγνωστη κατεύθυνση». Γύρισε στην Καρλότα. «Μείνετε ήσυχη, μις Ράιβινγκτον. Θα φροντίσω τους γονείς σας». «Ευχαριστώ, κύριε. Είστε πολύ καλός. Πόσο σύντομα θα φύγουν;» «Αμέσως μόλις ετοιμαστούν. Αύριο, ελπίζω». «Θα πάω να τους δω...» «Όχι! Είναι πολύ επικίνδυνο». Η ορμή του Λιουκ την ξάφνιασε. Η Καρλότα άρχισε να διαμαρτύρεται, μέχρι που ο Τζέιμς είπε ευγενικά: «Καλύτερα να μην τους επισκεφτείτε, μις Ράιβινγκτον. Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν την καταγωγή σας. Αν αποκαλυφθεί τώρα, μπορεί να κινδυνέψετε κι εσείς». «Θα τους επισκεφτώ τη νύχτα. Η μαμά δεν κοιμάται ποτέ πριν τα μεσάνυχτα και ο μπαμπάς δουλεύει μερικές φορές όλο το βράδυ...» «Και νομίζετε πως θα ήταν ήσυχοι ξέροντας πως τριγυρνάτε μόνη σας τόσο αργά; Ακούστε με. Μην πάτε να τους δείτε». Ο Τζέιμς αφουγκράστηκε. «Ακούω φωνές. Οι κύριοι πάνε στο σαλόνι κα νομίζω ότι είναι καλό να πάμε και εμείς. Δηλαδή εσείς κι εγώ, μις Ράιβινγκτον. Ο


Λιουκ πρέπει να πάει επάνω ν’ αλλάξει. Δεν πρέπει να τον δούνε έτσι». Της έδωσε το μπράτσο του. «Είχα πει ότι πάω για ύπνο», ομολόγησε εκείνη. «Πηγαίνετε, αν θέλετε. Ωστόσο μπορούμε να πούμε πως μάθατε για την πυρκαγιά στο χωριό και αναστατωθήκατε τόσο που δεν μπορέσατε να κοιμηθείτε. Αν φύγετε τώρα, μπορεί να υποχρεωθείτε ν’ ακούσετε πολλές φορές την ιστορία αύριο το πρωί». «Εντάξει, με πείσατε. Άλλωστε είναι αλήθεια πως δεν έχω ύπνο πια». Ακούμπησε τα δάχτυλά της στο μανίκι του. «Θα τους πείτε όλα όσα έγιναν;» «Μόνο ότι κάποιος προσπάθησε να βάλει φωτιά στο σπίτι του ζωγράφου μου. Τα υπόλοιπα θα είναι το μυστικό μας. Μπορείτε αν θέλετε να τα πείτε στο θείο και τη θεία σας βέβαια. Και, με την άδειά σας, θα ήθελα να πω κι εγώ στην Αντέλ ότι είστε κόρη του σινιόρ Ντουρίνι. Να είστε σίγουρη ότι δε θα βγει παραέξω». «Εντάξει». Ο Τζέιμς χάιδεψε το χέρι της. «Ωραία. Πάμε μέσα τώρα;» *** Η Καρλότα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, μέτρησε τους χτύπους του ρολογιού του πύργου κοντά στους στάβλους. Έντεκα η ώρα. Ήταν ώρα. Σηκώθηκε, τυλίχτηκε με το μανδύα της και πήγε στην πόρτα. Ο διάδρομος ήταν έρημος, αλλά ήξερε ότι κάτω μπορεί να υπήρχαν ακόμα καλεσμένοι. Αφουγκράστηκε μήπως ακούσει βήματα, αλλά το μόνο που άκουσε ήταν οι χτύποι της καρδιάς της. Παρ’ όλο που η κρεβατοκάμαρά της απείχε λίγα μόλις μέτρα από τις σκάλες, φοβόταν μήπως τη δει κανείς να φεύγει κρυφά από το σπίτι τόσο αργά. Δεν είδε καμία κίνηση. Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα του δωματίου της και διέσχισε γρήγορα το διάδρομο για να φτάσει στις σκάλες. Οι μαλακές μπότες της δεν έκαναν καθόλου θόρυβο στο ξύλο, αλλά φοβόταν μήπως την πρόδιδε κάποιο τρίξιμο της σκάλας. Μέχρι να φτάσει στην πόρτα που έβγαζε στον κήπο, τα νεύρα της κόντευαν να σπάσουν και, όταν


μια σκοτεινή φιγούρα ξεκόλλησε από τους θάμνους και ήρθε κοντά της, κόντεψε να λιποθυμήσει. Πήγε να φύγει, αλλά, την ώρα που έπαιρνε βαθιά ανάσα για να ουρλιάξει, δυο δυνατά μπράτσα τυλίχτηκαν γύρω της και ένα χέρι έκλεισε το στόμα της. «Σε περίμενα». Η Καρλότα σταμάτησε να παλεύει. Το χέρι άφησε το στόμα της κι εκείνη γύρισε να δει. «Λιουκ», είπε μέσα από τα δόντια της. «Τι γυρεύεις εδώ;» Ο Λιουκ την κοίταξε, το πρόσωπό του ήταν στη σκιά. «Σου είπα. Σε περίμενα. Το ήξερα ότι θα πήγαινες να δεις τους γονείς σου, με ή χωρίς τη δική μας συγκατάθεση. Το είδα στο πρόσωπό σου όταν ο Τζέιμς σ’ το απαγόρευσε». «Δε μου το απαγόρευσε, με συμβούλεψε απλώς να μην το κάνω». «Και ο θείος σου; Υποθέτω πως του είπες την αλήθεια για την επίθεση». «Ναι, τα είπα όλα και σ’ εκείνον και στη θεία μου όταν ανέβηκαν στο δωμάτιό τους. Έπαθαν μεγάλο σοκ». «Κι επέτρεψαν τη νυχτερινή σου εξόρμηση;» Ο Λιουκ περίμενε απάντηση. «Λοιπόν;» «Δεν τους είπα τίποτα», απάντησε εκείνη χαμηλόφωνα. «Το φαντάστηκα». «Πώς ήξερες ότι θα είμαι εδώ;» Ο Λιουκ της έπιασε το πιγούνι και έσυρε τρυφερά τον αντίχειρά του στο κάτω χείλι της. Παρά την ανησυχία της, η Καρλότα ένιωσε με το άγγιγμά του μια οικεία φλόγα πόθου. «Έχω ξαναδεί το πεισματάρικο βλέμμα σου. Το θέμα ήταν απλώς να διαπιστώσω ποιος είναι ο συντομότερος δρόμος που οδηγεί από την κρεβατοκάμαρά σου έξω από το σπίτι». «Φαντάζομαι πως τώρα θα επιμείνεις να γυρίσω πίσω». Ο Λιουκ γέλασε σιγανά. Και έβαλε το χέρι της πάνω στο μπράτσο του. «Όχι, αλλά θα επιμείνω να σε συνοδεύσω».


Η Καρλότα πλημμύρισε ανακούφιση. «Σ’ ευχαριστώ!» «Κράτα τις ευχαριστίες σου για όταν βρεθούμε και οι δυο μας πίσω στο σπίτι ασφαλείς», μουρμούρισε εκείνος. «Και φόρα την κουκούλα σου για να καλύψεις το πρόσωπό σου. Θα πάρουμε το μακρύτερο μονοπάτι που πάει μέσα από τα δέντρα. Δε νομίζω να κοιτά κανείς τέτοια ώρα από το παράθυρο, αλλά ας μην το ρισκάρουμε». *** Ύστερα από τις επιθέσεις εναντίον του πατέρα της, η Καρλότα θα φοβόταν να περπατά μέσα στο σκοτάδι στο Μάλμπερι Κορτ αν δεν είχε τον Λιουκ στο πλάι της. Περπατούσαν αμίλητοι. Μόνο αλεπούδες και κουκουβάγιες ακούγονταν πού και πού μέσα στην ησυχία. Όταν έφτασαν στο μονοπάτι, κοίταξε γύρω της νευρική, ξέροντας ότι εκεί είχε γίνει η επίθεση στον πατέρα της. Ήταν πολύ σκοτεινά ανάμεσα στα δέντρα και την πλούσια βλάστηση, και η Καρλότα χάρηκε ακόμα μια φορά που ήταν μαζί της ο Λιουκ. Η παρουσία του τη στήριξε όταν αντίκρισε το σπίτι των γονιών της που ήταν μαύρο και κατεστραμμένο από τη μια πλευρά. Ταράχτηκε με τις μαύρες τρύπες που έχασκαν στη θέση που ήταν τα παράθυρα. Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Λιουκ προχώρησε βιαστικά προς τον Τζορτζ, όπου, παρά την προχωρημένη ώρα, είχε φως στο ποτοπωλείο. Ο Λιουκ την οδήγησε στην πόρτα του πανδοχείου, αλλά ξαφνικά σταμάτησε και την έσπρωξε πίσω του. «Περίμενε εδώ. Να σιγουρευτώ πρώτα πως δεν είναι κανείς στις σκάλες... Ωραία, κανείς. Έλα». Η Καρλότα άκουσε φωνές και γέλια από το ποτοπωλείο. Ο Λιουκ την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στη στενή σκάλα και ύστερα σε έναν αχνά φωτισμένο διάδρομο. Ο Λιουκ χτύπησε μια πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Ακούστηκε το τράβηγμα ενός σύρτη, η πόρτα άνοιξε και η Καρλότα έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα της. *** Η Καρλότα κάθισε ανάμεσα στη μητέρα και τον πατέρα της, κοιτάζο-


ντας μια τον έναν και μια τον άλλον για να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. Εκείνοι της διηγήθηκαν τι συνέβη. «Δεν είναι τόσο τραγικό». Ο πατέρας της ανασήκωσε τους ώμους του. «Χάσαμε μερικά ρούχα κα λίγες κατσαρόλες και τηγάνια...» «Λίγες κατσαρόλες και τηγάνια;» φώναξε η κυρία Ντουρίνι. «Καταστράφηκε όλη μου η κουζίνα!» «Πόσο σημαντική είναι η κουζίνα;» ρώτησε ο σινιόρ Ντουρίνι. «Πολύ σημαντική, αν θέλεις να τρως», του απάντησε η γυναίκα του ξερά. «Και δε φτάνει αυτό, οι φλόγες έφτασαν και στο δωμάτιο από πάνω, όπου είχα τα πιο πολλά φορέματά μου». «Θα σου αγοράσω άλλα φορέματα, κάρα. Αν η φωτιά είχε φτάσει στη ζωγραφική ή τις μινιατούρες μου, τότε θα ήταν σοβαρό. Όπως έχουν τα πράγματα, ο σινιόρ Έινσλοου είπε ότι θα στείλει αύριο το πρωί την άμαξά του για να μας πάει σε άλλο, ασφαλέστερο σπίτι. Θα συνεχίσω τη δουλειά μου εκεί. Είπε επίσης ότι θα τελειώσω τους δυο τελευταίους ναούς κάποια άλλη στιγμή. Προς το παρόν του φτάνουν όσους έχει». Ο Ντουρίνι έσφιξε το χέρι της Καρλότα. «Γι’ αυτό μην ανησυχείς για μας, Κάρλα. Στην ουσία, νομίζω ότι πρέπει να γιορτάσουμε για την καλή μας τύχη! Θα φέρω ένα μπουκάλι κρασί αν ο ξενοδόχος δεν έχει πάει για ύπνο!» «Θα έρθω μαζί σας», είπε ο Λιουκ. «Ο μπαμπάς είναι παράξενα ήρεμος με το γεγονός», είπε η Καρλότα μόλις βγήκαν από το δωμάτιο οι δύο άντρες. «Ο πατέρας σου είναι ζωγράφος. Ζει για τη ζωγραφική του. Άλλωστε ο λόρδος Ντάρβελ και ο αδερφός του υποσχέθηκαν να μας βοηθήσουν. Είναι καλοί άνθρωποι, νομίζω. Αν και μου κακοφαίνεται που ο λόρδος Ντάρβελ σε έφερε εδώ απόψε, και μάλιστα τόσο αργά». «Δική μου ιδέα ήταν να έρθω, μαμά». «Δεν έπρεπε να έρθεις, παιδί μου. Δεν είναι ασφαλές». Η Καρλότα τίναξε το κεφάλι της. «Έπρεπε να έρθω. Δεν μπορούσα να σας αφήσω να φύγετε χωρίς να βεβαιωθώ μόνη μου ότι είστε καλά. Σε


παρακαλώ, μη μου θυμώνεις». «Δε σου θυμώνω, αγάπη μου». Η κυρία Ντουρίνι της χαμογέλασε με αγάπη. «Και έχεις κι εσύ κάτι να μας πεις, έτσι δεν είναι;» Σήκωσε το χέρι της Καρλότα και το γύρισε έτσι που το δαχτυλίδι της άστραψε στο φως των κεριών. Η Καρλότα ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε. «Ναι, μαμά. Αρραβωνιάστηκα». «Ω, κόρη μου, αυτό είναι υπέροχο! Με ποιον;» «Τον κύριο Γούλατ». Η κυρία Ντουρίνι ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της. «Τον κύριο Γούλατ; Τον άντρα που ανέφερε η θεία σου στα γράμματά της, τον πλούσιο γαμπρό;» «Ναι, μαμά. Τον πολύ πλούσιο γαμπρό». «Τότε γιατί είσαι με τον...;» «Ο λόρδος Ντάρβελ είναι φίλος μου», της απάντησε κοκκινίζοντας. Η κυρία Ντουρίνι συνοφρυώθηκε. Την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε προς το μέρος της για να την κοιτάξει στα μάτια. «Αγάπη μου, άκουσέ με. Μια νεαρή κυρία δεν μπορεί να έχει άντρες φίλους, ιδίως όταν είναι αρραβωνιασμένη. Θα γίνουν σχόλια». «Ας γίνουν. Δε με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος!» «Εσένα μπορεί να μη σε νοιάζει, αλλά ίσως νοιάζει τον αρραβωνιαστικό σου». «Σε παρακαλώ, μην ανησυχείς, μαμά. Ο Λιουκ ήρθε μαζί μου μόνο για να με προστατέψει. Κανείς δεν ξέρει ότι είμαστε εδώ και θα προσέξουμε να μη μας δει κανείς και όταν γυρίζουμε». Η μητέρα της δε φάνηκε καθησυχασμένη. «Θα πιούμε μόνο ένα ποτήρι κρασί απόψε, κάρα, και ύστερα θα πας κατευθείαν σπίτι. Χωρίς καθυστερήσεις». «Εντάξει, μαμά, αλλά δεν υπάρχει κίνδυνος. Είναι μαζί μου ο Λιουκ». Η μητέρα της την τράβηξε κοντά της και την αγκάλιασε σφιχτά. «Ω, γλυκό μου παιδί», μουρμούρισε, «υπάρχει και παραϋπάρχει κίν-


δυνος!» *** «Λοιπόν, είσαι ευχαριστημένη που είδες τους γονείς σου;» Η Καρλότα και ο Λιουκ γύριζαν μέσα από το πάρκο. Ο δρόμος τους ανάμεσα από τα δέντρα φωτιζόταν από το φως του φεγγαριού. «Ναι, είμαι». «Τότε, τι σε ανησυχεί, Καρλότα;» Εκείνη γύρισε αμέσως να τον κοιτάξει, αλλά το πρόσωπό του ήταν στη σκιά. «Είναι τόσο φανερό;» «Σ’ εμένα είναι». Η Καρλότα αναστέναξε. «Η μαμά λέει... Πρέπει... Λέει ότι δε γίνεται να είσαι φίλος μου». «Έχει δίκιο. Γι’ αυτό θα έφευγα από το Μάλμπερι σήμερα». «Τότε γιατί γύρισες;» «Δεν μπορούσα να φύγω ξέροντας ότι ίσως κινδυνεύεις». Μια φυσαλίδα ευτυχίας άρχισε να μεγαλώνει μέσα της. Η Καρλότα έπιασε το χέρι του. «Ώστε νοιάζεσαι για μένα». «Ναι». Ο Λιουκ της έσφιξε το χέρι και η εύθραυστη μικρή φυσαλίδα έσκασε μόλις η Καρλότα ένιωσε στα δάχτυλά της την πίεση από το δαχτυλίδι του κυρίου Γούλατ. Το φεγγάρι ήταν ψηλά στον ουρανό, ταξιδεύοντας αργά μέσ’ από τα σύννεφα, γαλήνιο και ξένοιαστο. Ο Λιουκ ένιωσε την επιθυμία να ουρλιάξει για να εκτονώσει την απόγνωσή του. «Είναι πια αργά. Έπρεπε να το έχω πει νωρίτερα». Ο Λιουκ δεν κατάλαβε ότι είχε μιλήσει φωναχτά, μέχρι που άκουσε την Καρλότα να αναστενάζει βαθιά. «Ο θείος μου δε θα έδινε τη συγκατάθεσή του. Ε... αποδοκιμάζει τη χαλαρή ηθική σου. Άλλωστε ο κύριος Γούλατ είναι πολύ πιο πλούσιος από σένα, έτσι δεν είναι;» Ο Λιουκ δίστασε. Να της έλεγε πόσο πολύ την αγαπούσε; Ποιο το


όφελος; Αν εκείνη διέλυε τον αρραβώνα της με τον Γούλατ, θα αποκτούσε κακό όνομα και θα έχανε τη θέση της στην κοινωνία, μια θέση που της ανήκε δικαιωματικά και που ελάχιστα είχε προλάβει να την ευχαριστηθεί. Δεν μπορούσε να της το κάνει αυτό. Και αν της το έκανε, εκείνη θα κατέληγε να τον μισεί. Ο Λιουκ έκανε προσπάθεια να μιλήσει ανέμελα. «Ναι, ο Γούλατ είναι πολύ καλύτερος από μένα απ’ όλες τις απόψεις». Το χέρι της μέσα στο δικό του άρχισε να τρέμει. Ο Λιουκ την κοίταξε. Κάτι στη στάση της λεπτής κορμοστασιάς της του μαχαίρωσε την καρδιά. Η κουκούλα της είχε πέσει προς τα πίσω, αλλά εκείνη στεκόταν με το πρόσωπό της γυρισμένο από την άλλη. Εκείνος την έπιασε από τους ώμους και την τράβηξε σ’ ένα σημείο που φωτιζόταν από το φεγγάρι. Η Καρλότα πάλι δεν τον κοίταξε. Αναγκάστηκε να της πιάσει το πιγούνι και να της σηκώσει το κεφάλι. Η Καρλότα ύψωσε το βλέμμα της στο δικό του και τότε εκείνος είδε ότι τα μάτια της έλαμπαν από τα δάκρυα. «Ω, αγάπη μου, μην κλαις». Την πήρε στην αγκαλιά του. Το σώμα της, άκαμπτο, αντιστάθηκε για λίγο και ύστερα κατέρρευσε πάνω του. Εκείνη ξέσπασε σε κλάματα. Ο Λιουκ την κράτησε σφιχτά ψιθυρίζοντάς της τρυφερά λόγια και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Δεν άντεχε να τη βλέπει να πονά. Από την άλλη όμως, ήταν εκστασιασμένος που την είχε στην αγκαλιά του και ένιωθε το σώμα της πάνω στο δικό του. Προσπάθησε να αγνοήσει τη διέγερσή του. Ακούμπησε το μάγουλό του στα μαλλιά της, εισπνέοντας τη δροσερή, λουλουδάτη μυρωδιά της. Μακάρι να έμεναν έτσι για πάντα. Και να μην ερχόταν το πρωί. Μακάρι... Ο Λιουκ αντιλήφθηκε ότι η Καρλότα είχε σταματήσει να κλαίει και στεκόταν παθητικά στην αγκαλιά του με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στήθος του. Χαλάρωσε το αγκάλιασμά του και έβαλε το χέρι του στην τσέπη του. «Ορίστε», της είπε κρατώντας το μαντίλι του. «Θα προτιμούσα να


σκουπίσεις τα δάκρυά σου εδώ αντί στο πουκάμισό μου». Η Καρλότα γέλασε παρά τον πόνο της. «Ευχαριστώ». Σήκωσε το κεφάλι της και πήγε να πάρει το μαντίλι, αλλά εκείνος το τράβηξε. «Θα το κάνω εγώ». Εκείνη έμεινε σιωπηλή όσο ο Λιουκ της σκούπιζε τα μάγουλα. «Τώρα είναι καλύτερα». Εκείνος τη φίλησε στην άκρη της μύτης της. Η Καρλότα τον κοίταξε άναυδη με τα τεράστια μαύρα μάτια της. Το βλέμμα του στάθηκε στα πλούσια και αισθησιακά χείλη της. Δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί. Έσκυψε και τα φίλησε. Μόνο ένα φιλί, είπε στον εαυτό του. Μόνο μια στιγμή ευτυχίας πριν τη χάσει για πάντα. *** Η Καρλότα έκλεισε τα μάτια της μόλις τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από τον αυχένα του. Μόνο μια φορά, είπε στον εαυτό της. Για να έχει μια πολύτιμη ανάμνηση στα δύσκολα χρόνια που την περίμεναν. Ήταν η τελευταία της συνειδητή σκέψη. Τα χείλη του έγιναν πιο απαιτητικά κι εκείνη παραδόθηκε στις ηδονικές αισθήσεις που της προκαλούσαν. Πίεσε το σώμα της πάνω στη διέγερσή του και ένιωσε να λιώνει από πόθο. Ο Λιουκ έσπρωξε προς τα πίσω το μανδύα της και τη χάιδεψε στους ώμους. Ύστερα τα χέρια του γλίστρησαν πιο χαμηλά. Οι παλάμες του έκλεισαν πάνω στα στήθη της. Ο αντίχειράς του έκανε κύκλους γύρω από τη θηλή της ώσπου εκείνη κόλλησε πάνω του γεμάτη έξαψη. Το κορμί της φλεγόταν με μια προσμονή πρωτόγνωρη. Τα χείλη του σύρθηκαν απαλά πάνω στο λαιμό της, η ανάσα του γαργαλούσε το δέρμα της, το άγγιγμά του έστελνε φλογερά βέλη σε όλο της το σώμα. Η Καρλότα πέρασε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και αναστέναξε από ηδονή. *** Ο Λιουκ ένιωσε ασυγκράτητο πόθο καθώς εκείνη λαχταρούσε τα χάδια του παραμένοντας κολλημένη πάνω του. Την έσπρωξε προς τα πίσω απαλά ώσπου ακούμπησε σ’ ένα δέντρο. Φίλησε τη βελούδινη επιδερμίδα στον ώμο της και το λαιμό της και ύστερα τα χείλη του


γλίστρησαν πιο χαμηλά, θέλοντας να εξερευνήσουν τις απαλές καμπύλες του στήθους της. Ο Λιουκ παραμέρισε τη λεπτή μουσελίνα και πήρε τη διεγερμένη θηλή της στο στόμα του. Η γλώσσα του έκανε αργά κύκλους γύρω της και η Καρλότα αναστέναζε από ηδονή. Η θερμή ανταπόκρισή της έδιωχνε κάθε άλλη σκέψη από το νου του. Τα χέρια της μπλέχτηκαν στα μαλλιά του. Ύστερα, καθώς τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού χάιδεψαν το μάγουλό του, ο Λιουκ ένιωσε το σκληρό μέταλλο της βέρας της. Αυτό ήταν αρκετό. Του θύμισε ότι η Καρλότα θα γινόταν γυναίκα ενός άλλου άντρα. Σήκωσε αργά το κεφάλι του και αφουγκράστηκε τη λαχανιασμένη ανάσα του. Δε θα το έκανε. Δε θα έπαιρνε κάτι που δεν του ανήκε. Τότε σήκωσε κι εκείνη το κεφάλι της και τον κοίταξε, ενώ τα μάτια της έλαμπαν από πόθο. Ο Λιουκ θα μπορούσε να την κάνει δική του τώρα. Αλλά θυμήθηκε τον όρκο που είχε δώσει στον εαυτό του πριν δώδεκα μήνες, ότι δε θα την κατέστρεφε. Μια άτακτη φωνή στο νου του ψιθύρισε ότι δε θα το μάθαινε κανείς. Η Καρλότα δε θα ήταν η πρώτη που θα παντρευόταν χωρίς να είναι παρθένα. Όμως δεν ήθελε να της το κάνει αυτό. Γιατί θα το ήξερε εκείνη και εκείνη ήταν πολύ έντιμη και αγνή για να αντέξει να ζήσει με τέτοιο μυστικό. Θα της ήταν αδύνατον να ευτυχήσει με τον άντρα της. «Λιουκ, τι συμβαίνει;» Εκείνος της έδωσε ένα τελευταίο, πεταχτό φιλί. «Ως εδώ, αγάπη μου. Υποσχέθηκα να σε προστατέψω. Πρέπει να σε γυρίσω στην έπαυλη πριν σε ατιμάσω εντελώς». Εκείνη τον κοίταξε γεμάτη αμφιβολία. «Δε... με θέλεις;» Ο Λιουκ άκουσε την αβεβαιότητα στη φωνή της. Του ξέσκισε την καρδιά. «Αν σε θέλω! Αγάπη μου, ποτέ δε θα μάθεις πόσο πολύ!» Τη χάιδεψε στο μάγουλο και της είπε τρυφερά: «Δε θα πάρω τη γυναίκα ενός άλλου άντρα, Καρλότα. Θα προκαλούσα πολύ πόνο σε όλους μας. Πίστεψέ με, ξέρω. Το έχω δει να συμβαίνει πολλές φορές». Απομακρύνθηκε από κοντά της για να ξεφύγει από τον πειρασμό. «Δε θα σου


πω ψέματα. Είχα αρκετές ερωμένες, αλλά πάντα ήταν ένα παιχνίδι κατανοητό κι από εκείνες. Περνούσαμε καλά και ύστερα συνεχίζαμε τις ζωές μας χωρίς τύψεις και πληγωμένες καρδιές. Μα τώρα είναι διαφορετικά. Δε διακινδυνεύω να σε πληγώσω». Η Καρλότα μπερδεύτηκε. Οι οξυμένες αισθήσεις της αντιλαμβάνονταν τη γαλήνη της νύχτας και το φεγγάρι που έλαμπε από πάνω τους τόσο ήρεμο. Αλλά κάτω από τη σκιά των δέντρων υπήρχε μια ατμόσφαιρα καταπιεσμένου πάθους. Ένιωσε σαν να είχε ξυπνήσει βίαια από ένα υπέροχο όνειρο, όπου εκείνη και ο Λιουκ αγαπούσαν ο ένας τον άλλον και τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. Τώρα εκείνος της μιλούσε για κινδύνους και πληγωμένες καρδιές. «Αργά το σκέφτηκες». «Όμως δεν είναι αργά για να γίνεις ευτυχισμένη με τον Γούλατ». Η Καρλότα έπιασε το κεφάλι της προσπαθώντας να σκεφτεί καθαρά. «Δεν... καταλαβαίνω». Ο Λιουκ αναστέναξε. «Γιατί είσαι πολύ αθώα. Αλλά, πίστεψέ με, είναι το καλύτερο. Πρέπει να παντρευτείς τον Γούλατ με καθαρή συνείδηση. Το αξίζεις. Κι εκείνος το αξίζει». Η Καρλότα ψιθύρισε ένα στίχο ποιήματος που της ήρθε ξαφνικά στο νου. «‘Δε θα μπορούσα να σ’ αγαπώ τόσο πολύ, αγάπη μου, αν δεν αγαπούσα την τιμή περισσότερο’». Ο Λιουκ την κοίταξε. «Τι είναι αυτό;» Εκείνη του χαμογέλασε λυπημένη. «Είσαι καλός άνθρωπος, Λιουκ». Του άπλωσε το χέρι της. «Θα με πας πίσω στην έπαυλη τώρα;» *** Περπάτησαν χέρι χέρι στο πάρκο. Ο Λιουκ άνοιξε την πύλη του κήπου και η Καρλότα γύρισε να τον κοιτάξει. «Δε θα φύγεις;» ρώτησε. «Παρ’ όλο που οι γονείς μου θα μετακινηθούν και θα είναι ασφαλείς, θα μείνεις;» «Υποσχέθηκα στον Τζέιμς να τον βοηθήσω να βρει τους δράστες». «Τότε δε θα σε χάσω ακόμα». Ο Λιουκ την ακολούθησε στον κήπο. «Θα ήταν λιγότερο επώδυνο αν


δε βλεπόμαστε». «Μα πρέπει να το συνηθίσουμε», πρόβαλε η Καρλότα. «Κινούμαστε στους ίδιους κύκλους. Είναι αναπόφευκτο να βλεπόμαστε». «Στο μέλλον δε θα έρχομαι τόσο συχνά στο Λονδίνο. Τον τελευταίο χρόνο ήμουν πολύ καιρό στα κτήματά μου, για να τα κάνω αξιοποιήσιμα ξανά. Ακόμα έχω πολλή δουλειά». Η Καρλότα αναστέναξε. Ο Λιουκ είχε απομακρυνθεί από εκείνη, όπως έπρεπε. Κινήθηκαν σιωπηλά στη σκιά του τοίχου του κήπου προς την πλαϊνή πόρτα του σπιτιού, σαν να ήταν κλέφτες ή εραστές. Η Καρλότα σταμάτησε ξαφνικά και τον έπιασε από το μανίκι. «Μόλις θυμήθηκα κάτι. Χτες βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ και κοιτούσα έξω από το παράθυρο. Ήταν λίγο πριν την αυγή, ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα, αλλά υπήρχε φως. Είδα κάποιον εδώ στον κήπο. Φορούσε μανδύα. Μπορεί να μην είναι κάτι σημαντικό. Εκείνη την ώρα νόμισα πως ήταν υπηρέτης που γύριζε από ραντεβού...» «Είσαι σίγουρη ότι ήταν άντρας;» «Ναι, νομίζω... Δηλαδή, ναι, ήταν άντρας. Κινιόταν σαν άντρας». Ο Λιουκ συνοφρυώθηκε. «Ερχόταν προς αυτήν εδώ την πόρτα; Αυτή η πτέρυγα χρησιμοποιείται μόνο για τους καλεσμένους και τους προσωπικούς υπηρέτες τους». «Νομίζεις ότι κάποιος από εδώ έβαλε φωτιά στο σπίτι των γονιών μου;» ρώτησε η Καρλότα φοβισμένη. «Αυτό πρέπει να εξακριβώσουμε», μουρμούρισε ο Λιουκ. Την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Προσπάθησε να μην ανησυχείς, κάρα». «Δε φοβάμαι καθόλου όταν είσαι μαζί μου», μουρμούρισε η Καρλότα μέσα στο παλτό του. Ο Λιουκ τραβήχτηκε αργά από την αγκαλιά της. «Πρέπει να γυρίσεις στο δωμάτιό σου», της είπε τρυφερά. «Πάμε να δούμε αν η πόρτα είναι ξεκλείδωτη όπως την αφήσαμε».


Κεφάλαιο 13

«Καρλότα, είσαι άρρωστη; Είσαι πολύ χλομή». Και πού είναι το περίεργο, σκέφτηκε η Καρλότα μπαίνοντας στην τραπεζαρία για το πρωινό, αφού πέρασα το μισό βράδυ περπατώντας στο πάρκο με τον Λιουκ, και το υπόλοιπο μισό ξαπλωτή στο κρεβάτι να τον σκέφτομαι. Πού να τον πάρει ο διάολος! Ω, Λιουκ... «Δεν κοιμήθηκα καλά χτες βράδυ, θεία». Χαμογέλασε στους καλεσμένους γύρω από το τραπέζι σαν να ήθελε να απολογηθεί που δεν ήταν όμορφη. Παρατήρησε πως ο Λιουκ δεν ήταν εκεί. «Από τον ενθουσιασμό ίσως, μις Ράιβινγκτον». Ο σερ Γκίλμπερτ έδιωξε τον υπηρέτη με ένα νεύμα και της κράτησε ο ίδιος την καρέκλα για να καθίσει. Η Καρλότα προτιμούσε να καθίσει δίπλα στη θεία της παρά απέναντί της, όπου θα την είχε κάτω από μικροσκόπιο, αλλά δεν μπόρεσε ν’ αρνηθεί την ευγένεια του σερ Γκίλμπερτ. «Ξέρω τι συμβαίνει», δήλωσε ο κύριος Πράις. «Της λείπει ο σύντροφός της. Δίκιο δεν έχω, μις Ράιβινγκτον;» «Ίσως». «Δυστυχώς δεν μπορούμε να βγούμε έξω», ανακοίνωσε η Αντέλ. «Ο καιρός μας ανέτρεψε τα σχέδια». Όλοι κοίταξαν στα παράθυρα τη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς. «Ελπίζω μόνο να μη χρειαστεί ν’ ακυρώσουμε το κυνήγι μας», παρατήρησε ο κύριος Πράις. «Όχι βέβαια», γέλασε ο σερ Γκίλμπερτ. «Αυτό θα είναι σε δυο μέρες. Ο καιρός θα έχει φτιάξε μέχρι τότε». «Όμως θα έχει πολλές λάσπες», παρατήρησε η Αντέλ. «Τότε είναι καλό που θα δειπνήσουμε μόνοι μας». Ο σύζυγός της γέλασε. «Οι κύριοι έχουν αποφασίσει πως μετά το κυνήγι θα πάνε για λουτρά», εξήγησε η Αντέλ βλέποντας την απορία της λαίδης Μπρόξτεντ.


«Αυτό σημαίνει ότι εμείς θα φάμε ήσυχα εδώ στο σπίτι και θα κουτσομπολέψουμε». «Αυτό σημαίνει ότι δε θα γεμίσουμε λάσπες το σπίτι». Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Τίποτα δε σας ενοχλεί περισσότερο από το να βλέπετε λάσπες στο πάτωμα». Ο λόρδος Μπρόξτεντ στράφηκε στη γυναίκα του. «Ο Έινσλοου μου το ανέφερε χτες και ήθελα να σ’ το πω, αγαπητή μου. Ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση». «Καμία. Είμαι σίγουρη πως θα περάσεις καλά. Κι εμείς θα περάσουμε καλά χωρίς εσένα, δεν έχω καμιά αμφιβολία». «Μακάρι να μην έβρεχε σήμερα». Η Αντέλ αναστέναξε. «Ήθελα να κάνω βόλτα την Καρλότα με την άμαξά μου». «Ίσως είναι καλύτερα έτσι», επενέβη η λαίδη Μπρόξτεντ. «Ο κύριος Γούλατ ανησυχεί πολύ για την ασφάλεια της Καρλότα». «Τότε ας ελπίσουμε να είναι στεγνά αύριο, για να πάμε τη βόλτα μας προτού γυρίσει εκείνος», είπε γρήγορα η Καρλότα. Η θεία της την κοίταξε σαστισμένη κι εκείνη κοκκίνισε και πρόσθεσε πιο ευγενικά: «Είμαι σίγουρη ότι είναι ασφαλές, θεία. Δε θέλω να ανησυχεί ο κύριος Γούλατ για μένα». «Να ανησυχεί!» Η κυρία Πράις ακούμπησε στο πιάτο το ψωμί της και κούνησε το κεφάλι της στην Καρλότα. «Είναι πολύ καλό σημάδι. Σημαίνει πως ο κύριος Γούλατ νοιάζεται για σένα και σκοπεύει να σε φροντίζει όταν παντρευτείτε!» Η Καρλότα φόρεσε ένα χαμόγελο, αλλά μέσα της ένιωθε ήδη ασφυξία με αυτή τη φροντίδα. *** Μετά την καταρρακτώδη βροχή ακολούθησε ψιλόβροχο και ομίχλη. Η συντροφιά έμεινε στο σπίτι. Η Αντέλ τους κάλεσε όλους στη βιβλιοθήκη για να παίξουν παντομίμα, μια ιδέα που άρεσε πολύ στους νέους καλεσμένους. Ο σερ Γκίλμπερτ πρότεινε να πάνε στην αίθουσα χορού για να έχουν περισσότερο χώρο. Η λαίδη Μπρόξτεντ και η κυ-


ρία Πράις πήραν τα βιβλία τους και αποσύρθηκαν στο πρωινό σαλόνι. Η Καρλότα επέλεξε να μείνει κοντά στη θεία της για να αποφύγει κάθε αρσενική συντροφιά. Πήρε το κέντημά της και κάθισε σε μια καρέκλα στα απομακρυσμένα παράθυρα, όπου δεν την πρόσεχε κανείς. Σκυμμένη πάνω στο εργόχειρό της, αναπολούσε την αγκαλιά του Λιουκ. Ευτυχώς που η ταραχή της περνούσε απαρατήρητη. *** Ωστόσο βαρέθηκε πολύ κεντώντας μέχρι το απόγευμα και χάρηκε όταν μπήκε στο δωμάτιο η Αντέλ και ανακοίνωσε ότι θα έβγαινε έξω. «Ο καιρός καθαρίζει και θα κάνω μια βόλτα πριν το δείπνο. Ποιος θέλει να έρθει μαζί μου;» «Εγώ δε βγαίνω βόλτα τόσο αργά», απάντησε η λαίδη Μπρόξτεντ ρίχνοντας μια ματιά στο επίχρυσο ρολόι στο τραπεζάκι. Η Αντέλ γέλασε. «Έχουμε τουλάχιστον μια ώρα πριν το δείπνο, άρα υπάρχει χρόνος να πάρουμε λίγο καθαρό αέρα». «Θαυμάζω την ενέργειά σας, κυρία Έινσλοου», σχολίασε η κυρία Πράις κάνοντας αέρα με τη βεντάλια της. «Ομολογώ πως είμαι αρκετά κουρασμένη και ήμουν έτοιμη να προτείνω στη λαίδη Μπρόξτεντ να πάμε να ξαπλώσουμε για λίγο». «Εξαιρετική ιδέα, κυρία», συμφώνησε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Θα μας δικαιολογήσετε που δεν ερχόμαστε μαζί σας, κυρία Έινσλοου». Η Καρλότα αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να είναι κουρασμένες αφού δεν είχαν κάνει τίποτα από το πρωί. Η σκέψη της πρέπει να φάνηκε στην έκφρασή, της γιατί η Αντέλ είπε αποφασιστικά: «Τότε η Τζούλια κι εγώ θα πάμε βόλτα μόνες μας, εκτός αν έρθει μαζί μας και η μις Ράιβινγκτον». «Μόνες σας; Χωρίς κυρίους;» «Εκείνοι προτιμούν να παίξουν μπιλιάρδο. Όπως βλέπετε, θα είμαστε μικρή παρέα. Θα έρθετε;» Βέβαιη ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να συναντήσει τον Λιουκ, η Καρλότα άφησε χαρούμενη το κέντημά της και αποδέχτηκε την πρόσκληση.


*** «Τι ωραίος που είναι ο καθαρός αέρας!» δήλωσε η Αντέλ καθώς προχώρησαν στο πάρκο. «Πνίγηκα κλεισμένη στο σπίτι όλη μέρα. Όπως βλέπω, φοράμε και οι τρεις μας πολύ ευπαθή μποτάκια. Σκέφτομαι να πάρουμε το μονοπάτι γύρω από τη λίμνη. Το έφτιαξαν πρόσφατα και δε θα έχει τόσες λάσπες. Συμφωνείτε; Ωραία. Πάμε λοιπόν!» Περπάτησαν και οι τρεις τους με ζωηρό βήμα. Ο αέρας είχε διώξει τα σύννεφα και, ύστερα από τη βροχή, τα χρώματα του πάρκου φαίνονταν πιο έντονα στο λαμπερό φως του ήλιου. Η Καρλότα ήταν πολύ χαρούμενη που βρισκόταν στη φύση. Η άσκηση ανακούφιζε τα κουρασμένα νεύρα της. Περπατούσε σιωπηλή ενώ ο νους της περιπλανιόταν ελεύθερος. Η Αντέλ κρατούσε την Τζούλια από το χέρι προσπαθώντας να της πιάσει κουβέντα, αλλά η Καρλότα δεν πρόσεχε ούτε εκείνες ούτε την πορεία τους, μέχρι που το φιδίσιο μονοπάτι της έφερε μπροστά σε ένα μεγάλο τετράγωνο κτίριο. Οι πτυχωτές κολόνες και η πέτρινη στοά του θύμιζαν αρχαίο ελληνικό ναό. Την τελευταία φορά που η Καρλότα είχε δει αυτό το κτίριο ήταν παραμελημένο. Τώρα όμως τα παράθυρα ήταν γυαλισμένα και οι δρύινες πόρτες είχαν επισκευαστεί. «Τα λουτρά», είπε η Αντέλ. «Απ’ όσο ξέρω, έχουν πολύ ωραίες τοιχογραφίες. Πάμε να τις δούμε;» «Μα... είναι τα λουτρά των αντρών», διαμαρτυρήθηκε η Τζούλια. «Ναι, τα χρησιμοποιούν οι άντρες, αλλά εκείνοι δεν είναι εδώ σήμερα», απάντησε η Αντέλ. «Ελάτε». Πήρε την Καρλότα από το μπράτσο. «Είμαι σίγουρη ότι εσύ θέλεις να τα δεις». «Ναι, θέλω», συμφώνησε εκείνη. Ήταν από τα τελευταία κτίρια που είχε ζωγραφίσει ο πατέρας της και ήθελε πολύ να το δει για να συνδεθεί μαζί του. Ταράχτηκε που διαπίστωσε πόσο της έλειπαν οι γονείς της. Η Αντέλ προχώρησε πρώτη στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στις διπλές πόρτες πέρα από τις κολόνες. «Ίσως είναι κλειδωμένα», είπε η Τζούλια γεμάτη ελπίδα.


Η Αντέλ έβαλε το χέρι της στο τσαντάκι της κι έβγαλε ένα μεγάλο κλειδί. «Ήρθα προετοιμασμένη!» Οι πόρτες άνοιξαν κι εκείνες μπήκαν μέσα. Βρέθηκαν σε ένα τετράγωνο, θολωτό δωμάτιο με παράθυρα ψηλά στους τοίχους. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε μια μεγάλη στέρνα με πέτρινα σκαλιά τριγύρω της. Η Αντέλ έσκυψε και έβαλε το χέρι της στο νερό, προκαλώντας μικρά κύματα στην επιφάνεια. «Μου έχουν πει ότι είναι αρκετά βαθιά για κολύμπι. Το νερό είναι πολύ κρύο, βέβαια, αλλά τους άντρες δεν τους πειράζει μάλλον». Γέλασε. «Τα ψηλά παράθυρα είναι για να μην μπορεί κανείς να κρυφοκοιτάξει». «Εί... είμαι σίγουρη ότι δεν είναι σωστό που μπήκαμε εδώ», τραύλισε η Τζούλια κοιτάζοντας έκπληκτη τους τοίχους. Η Καρλότα κοίταξε γύρω της. Οι τοιχογραφίες απεικόνιζαν άντρες και γυναίκες που έκαναν μπάνιο σ’ ένα ποτάμι. Εκείνη είχε μεγαλώσει στο στούντιο ενός ζωγράφου και είχε συνηθίσει να βλέπει σχεδόν γυμνές φιγούρες, αλλά η Τζούλια σκανδαλίστηκε. Η Αντέλ γέλασε. «Δεν είναι, βέβαια, αλλά κι εσείς δεν είστε παιδιά. Δε νομίζω πως θα πάθετε τίποτα με αυτά που βλέπετε. Άλλωστε δεν είναι ανάγκη να το μάθει κανείς». Η Τζούλια γέλασε νευρικά. «Μάλλον έχεις δίκιο». «Ας προχωρήσουμε λοιπόν. Πάμε στο ζεστό δωμάτιο». Πέρασαν στο διπλανό χώρο. Η Καρλότα ξαφνιάστηκε που ήταν τελείως διαφορετικός. Είχε ένα μεγάλο τζάκι στον έναν τοίχο και πολλούς αναπαυτικούς καναπέδες. Τα παράθυρα βρίσκονταν κι εδώ ψηλά. Οι τοίχοι κάτω από αυτά ήταν καλυμμένοι με σκηνές από ένα όργιο, υπέθεσε η Καρλότα. Χαμογέλασε μόνη της. Ο μπαμπάς της ήταν πολύ φιλελεύθερος, μα δε θα της επέτρεπε ποτέ να μπει εδώ! «Οι άντρες έρχονται εδώ για να χαλαρώσουν», εξήγησε η Αντέλ. «Στο πλάι έχει ένα μικρό δωμάτιο όπου μπορούν να ζεστάνουν νερό. Όταν τελειώνουν το κυνήγι, κάνουν μπάνιο και ύστερα ξεκουράζο-


νται και τρώνε κάτι πρόχειρο εδώ μπροστά στη φωτιά». «Πολύ... παρακμιακό», παρατήρησε η Καρλότα. «Ναι, αλλά διασκεδαστικό», απάντησε η Αντέλ. Οι κυρίες κοιτάχτηκαν και γέλασαν νευρικά. «Να φάμε κι εμείς ένα βράδυ εδώ», πρότεινε η Αντέλ. Η Τζούλια έπιασε τα φλογισμένα μάγουλά της. «Ω, όχι. Εγώ δε θέλω...!» Η Καρλότα την πήρε από το μπράτσο. «Μην ανησυχείς, Τζούλια. Δε νομίζω ότι επιτρέπεται». «Σίγουρα όχι σε ανύπαντρες δεσποινίδες», συμφώνησε η Αντέλ λάμποντας. *** Η Καρλότα επέστρεψε από τη βόλτα με ανανεωμένη διάθεση και ανυπομονώντας για το βραδινό. Τη βασάνιζαν αμφιβολίες για τον αρραβώνα της με τον κύριο Γούλατ, αλλά εκείνος θα έλειπε λίγες μέρες ακόμα, κι έτσι αποφάσισε να ανησυχήσει αργότερα για το μέλλον της. Μόλις οι τρεις τους ανέβηκαν βιαστικά τις σκάλες για να πάνε ν’ αλλάξουν, βρήκαν τον Τζέιμς να τις περιμένει στο κεφαλόσκαλο. «Α, εδώ είστε. Σας άρεσε η βόλτα σας;» «Πολύ, αγάπη μου», απάντησε η Αντέλ. «Και τώρα είμαστε έτοιμες για το φαγητό!» Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Τότε καλύτερα να πάτε ν’ αλλάξετε, αλλά η μις Ράιβινγκτον να έρθει μαζί μου για λίγο. Έχω ένα μήνυμα για εκείνη». Η Καρλότα τον κοίταξε έκπληκτη, αλλά η Αντέλ της χτύπησε χαϊδευτικά το μπράτσο. «Σίγουρα από τον Ντάνιελ Γούλατ θα είναι. Εντάξει, Τζέιμς, αλλά μην την καθυστερήσεις!» «Αυτό είναι;» ρώτησε η Καρλότα. «Έχετε μήνυμα για μένα από τον κύριο Γούλατ;» Ο Τζέιμς έγνεψε στην Καρλότα να τον ακολουθήσει σε μια από τις εσοχές με τα παράθυρα που έβλεπαν στη νότια πλευρά του κήπου. Περίμενε να φύγουν οι άλλες κυρίες και ύστερα έβγαλε ένα σημείωμα


από την τσέπη του και της το έδωσε. «Κάτι ακόμα καλύτερο. Από τον πατέρα σας. Ο αμαξάς μου επέστρεψε σήμερα το απόγευμα από το Λέστερσιρ φέρνοντας ένα σημείωμα για σας από τον σινιόρ Ντουρίνι». Η Καρλότα ξεδίπλωσε ανυπόμονα το χαρτί και το διάβασε γρήγορα. «Ευχαριστώ, κύριε Έινσλοου Είχα ζητήσει από τον μπαμπά μου να με ειδοποιήσει όταν είναι ασφαλείς». «Τώρα μπορείτε να είστε ήσυχη». Ο Τζέιμς της χαμογέλασε. «Και όταν επιστρέψει ο Γούλατ ελπίζω να δούμε να επιστρέφει το χαμόγελο στα μάτια σας. Η Αντέλ παρατήρησε ότι είστε κακόκεφη, αλλά αυτό είναι αναμενόμενο αφού λείπει ο μνηστήρας σας». Η Καρλότα κοκκίνισε μπερδεμένη, προσπαθώντας να βρει κάτι να πει. «Μπορώ να γράψω γράμμα στους γονείς μου;» «Φυσικά. Δώστε το σ’ εμένα όταν το τελειώσετε και θα φροντίσω να φτάσει στα χέρια τους». Χαμογελώντας της καθησυχαστικά, ο Τζέιμς βγήκε στο διάδρομο. Και ύστερα η Καρλότα τον άκουσε να φωνάζει. Προχώρησε προς το μέρος του και είδε πως είχε σταματήσει στην κορυφή της σκάλας και κοιτούσε στα σκαλοπάτια. «Ριντ! Τι στο καλό θέλεις εδώ;» Ο υπηρέτης του σερ Γκίλμπερτ έτρεχε να φύγει, αλλά ακούγοντας τα λόγια του κυρίου Έινσλοου σταμάτησε και υποκλίθηκε ελαφρά. «Σας ζητώ συγνώμη, κύριε. Ο κύριός μου με έστειλε στη βιβλιοθήκη και επειδή από δω είναι ο πιο σύντομος δρόμος και όλοι οι καλεσμένοι είναι στα δωμάτιά τους και αλλάζουν για το δείπνο...» «Απ’ ό,τι βλέπεις, δεν είναι όλοι στα δωμάτιά τους», τον επέπληξε ψυχρά ο Τζέιμς. «Άλλη φορά να χρησιμοποιείς τις σκάλες της υπηρεσίας». «Μάλιστα, κύριε». Η Καρλότα παρατήρησε πως ο Ριντ μειδίασε ειρωνικά καθώς υποκλίθηκε πάλι. «Μια στιγμή, Ριντ!»


«Παρακαλώ, κύριε;» «Πού είναι το βιβλίο σου;» «Ορίστε;» «Αφού ο σερ Γκίλμπερτ σε έστειλε στη βιβλιοθήκη, για βιβλίο θα σε έστειλε». «Για να το επιστρέψω», είπε σιγανά ο Ριντ, υποκλίθηκε ξανά και αποχώρησε. «Τι αυθάδης», μουρμούρισε ο Τζέιμς. «Οι προσωπικοί υπηρέτες θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους άλλους», μουρμούρισε η Καρλότα. «Ναι, αλλά οι περισσότεροι είναι πιο εξυπηρετικοί από αυτόν. Και φροντίζουν να μην εμφανίζονται πουθενά. Ο Μάτινγουντ λέει πως τον έχει χρόνια. Και οι υπηρέτες που υπηρετούν κάποιον χρόνια παίρνουν πολύ αέρα. Τώρα καλύτερα να σας αφήσω, αλλιώς θ’ αργήσουμε στο δείπνο!» *** Ο Λιουκ ευχήθηκε να τελείωνε επιτέλους αυτή η ατελείωτη μέρα. Την είχε περάσει ολόκληρη προσπαθώντας να αποφύγει την Καρλότα. Για το καλό το δικό του αλλά και το δικό της. Όμως, όχι μόνο δεν μπορούσε να τη βγάλει από το νου του, αλλά η ευωδιά των λουλουδιών στα βάζα τον ζάλιζε και τον έκανε να νομίζει ότι βρισκόταν μαζί της και έκρυβε το πρόσωπό του στα μαλλιά της ανασαίνοντας το γλυκό, λουλουδένιο της άρωμα. Και μόνο που έβγαινε από την είσοδο και έβλεπε τις τοιχογραφίες, θυμόταν την Καρλότα. Έπρεπε να μαζέψει όλο το κουράγιο του για να την αντικρίσει στο δείπνο. Επίτηδες άργησε να κατέβει στο σαλόνι, αλλά προφανώς δεν άργησε αρκετά, γιατί ο Τζέιμς ενημέρωνε γελώντας τη συντροφιά ότι η γυναίκα του είχε κρατήσει τις νεαρές κυρίες έξω πολλή ώρα και τώρα εκείνες ήταν στα δωμάτιά τους και άλλαζαν. Ο Λιουκ κάθισε σε μια γωνιά κοιτώντας την πόρτα. Περιμένοντας να μπει η αγαπημένη του. Όταν η Καρλότα ήρθε τελικά, εκείνος σκέφτηκε


πόσο όμορφη ήταν. Τα μάγουλά της έλαμπαν ακόμα από τον περίπατό της. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. Αμέσως η Καρλότα γύρισε από την άλλη, όμως η φευγαλέα ματιά της έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, της γύρισε κι εκείνος την πλάτη και πήγε κοντά στον σερ Γκίλμπερτ και τον κύριο Πράις που μιλούσαν για άλογα. Αλλά όλη η προσοχή του Λιουκ ήταν στραμμένη πάνω της κι ο ίδιος προσπαθούσε ν’ ακούσει τα σιγανά λόγια που αντάλλαζε η αγαπημένη του με την Αντέλ. Σύντομα διαπίστωσε πως δεν ήταν ο μόνος που έδειχνε ενδιαφέρον για την Καρλότα. Παρατήρησε πως ο σερ Γκίλμπερτ την κοιτούσε πολύ συχνά. Και όταν οι κυρίες διαφώνησαν σχετικά με Τα Μυστήρια του Ουντόλφο και η Καρλότα ήταν έτοιμη να πάει στη βιβλιοθήκη για να φέρει το μυθιστόρημα της Ανν Ράντκλιφ, ο σερ Γκίλμπερτ προσφέρθηκε να πάει στη θέση της. Τι τον έπιασε; Δεν είχε δείξει τόσο ενδιαφέρον για την Καρλότα πριν τον αρραβώνα της με τον Γούλατ. Επεδίωκε να γίνει εραστής της πριν καν εκείνη παντρευτεί; Συνοφρυωμένος ο Λιουκ προσπάθησε να δώσει προσοχή στον κύριο Πράις, αλλά με την άκρη του ματιού του είδε τον αδερφό του να πλησιάζει την Καρλότα και την Αντέλ. «Αγάπη μου, πού πήγατε με τη συντροφιά σου;» «Κάναμε όλον το γύρο της λίμνης. Είναι πολύ ωραίος περίπατος από το καινούριο μονοπάτι και έχει όμορφη θέα στο πάρκο. Περάσαμε και από τα λουτρά». Η Αντέλ έριξε ένα πειρακτικό βλέμμα στην Τζούλια, που κοκκίνισε ζωηρά. «Εντυπωσιαστήκαμε πολύ». Να πάρει, σκέφτηκε ο Λιουκ. Μπήκαν μέσα. Φαντάστηκε την Καρλότα να κοιτά τις τοιχογραφίες Άραγε πήγαν και στο μέσα δωμάτιο; Κοίταξε την Καρλότα και αμέσως απέστρεψε το βλέμμα του δαγκώνοντας τα χείλη του. Και βέβαια πήγαν. Το λαμπερό της βλέμμα και τα φλογισμένα της μάγουλα την πρόδωσαν. Αναρωτήθηκε αν φανταζόταν κι εκείνη πόσο ωραία θα ήταν να κολυμπούν μαζί. Άραγε ήξερε κολύμπι; Αν όχι, θα της μάθαινε εκείνος. Και ύστερα θα ξάπλωναν γυμνοί


μπροστά στη φωτιά στο τζάκι. Η σκέψη τον διέγειρε. Γύρισε από την άλλη. Ήταν τρελός. Η Καρλότα ήταν μνηστή του Γούλατ. «Λέμε να έρθουμε να σας βρούμε στα λουτρά μόλις τελειώσετε το κυνήγι σας», μουρμούρισε η Αντέλ. Ο Λιουκ γύρισε και είδε το έντρομο βλέμμα της Τζούλια. Ο Τζέιμς κούνησε παιχνιδιάρικα το δάχτυλό του. «Φροντίζουμε για τη διασκέδασή σας τόσες μέρες. Θα μας αφήσετε στην ησυχία μας! Άλλωστε θα έρθουμε να σας βρούμε μετά». «Η γυναίκα σου σε πειράζει, κύριε Έινσλοου» παρενέβη η κυρία Πράις. «Έχουμε τα δικά μας σχέδια για εκείνη την ημέρα. Για αύριο τώρα: αν δεν έχει λάσπες, θα ήθελα να περπατήσω στην όχθη της λίμνης. Η περιγραφή της κυρίας Έινσλοου μου κίνησε την περιέργεια». «Ναι, κι εγώ θα ήθελα να έρθω», πρόσθεσε η λαίδη Μπρόξτεντ. «Να πάμε όλοι», πρότεινε ο σερ Γκίλμπερτ επιστρέφοντας από τη βιβλιοθήκη. «Ναι, θα σας συνοδέψει ο Τζέιμς», δήλωσε η Αντέλ. «Εγώ θα πάω την Τζούλια και την Καρλότα βόλτα με το αμαξάκι μου». «Ευχαριστώ, αλλά εμένα μου έχει υποσχεθεί βόλτα με την άμαξά του ο λόρδος Φέρμπριτζ», είπε η Τζούλια. Ο Τζέιμς γέλασε. «Η μις Πράις έχει δει πώς οδηγείς, και φοβάται! Εσείς, μις Ράιβινγκτον; Θα ρισκάρετε;» «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, εσείς μάθατε στην κυρία Έινσλοου να οδηγεί», είπε η Καρλότα στον ίδιο τόνο αστειευόμενη. «Δεν έχετε εμπιστοσύνη στη μαθήτριά σας;» «Μπράβο, Καρλότα! Ο Τζέιμς ξέρει ότι είμαι πολύ καλή οδηγός, αλλιώς δε θα μου είχε δώσει δική μου άμαξα». Η Αντέλ έγνεψε στην Καρλότα. «Λέω να διασχίσουμε το δάσος στα νότια της έπαυλης. Η θέα είναι εξαιρετική από την κορυφή του λόφου. Θα ξεκινήσουμε αμέσως μετά το πρωινό, αν θέλεις». «Θέλω», απάντησε εκείνη. «Πολύ». ***


Το επόμενο πρωί που ξύπνησε η Καρλότα, την καλημέρισε μια ηλιόλουστη, φωτεινή μέρα. Αλλά, παρ’ όλο που προσμονούσε με χαρά τη βόλτα της με την Αντέλ, τη βάραινε μια σκιά. Μπορεί να επέστρεφε ο κύριος Γούλατ. Με έναν αναστεναγμό, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το διαμαντένιο δαχτυλίδι, πειστήριο της δέσμευσής της, ήταν μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας της. Με το ζόρι το πήρε και το φόρεσε. Κανονικά έπρεπε να είναι ευτυχισμένη. Ήταν αρραβωνιασμένη με έναν πλούσιο και καλό άνθρωπο. Αν δεν ήταν ερωτευμένη με τον Λιουκ... Διέκοψε τη σκέψη της. Ήταν και τίποτα δεν το άλλαζε αυτό. Και τίποτα δεν άλλαζε τον αρραβώνα της με τον Ντάνιελ Γούλατ. Δεν υπήρχε επιστροφή. Θα έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ αντέξει. Ίσως, αν δεν ήταν στο ίδιο σπίτι με τον Λιουκ, αν δε βλέπονταν κάθε μέρα, θα ήταν πιο εύκολο. Θα τον ξεχνούσε. Δηλαδή, δε θα τον ξεχνούσε ακριβώς, αλλά τουλάχιστον αυτή η επώδυνη λαχτάρα της για εκείνον θα μετριαζόταν λίγο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να πείσει τη θεία της να φύγουν από το Μάλμπερι. Ήθελε να μείνει μακριά από τον Λιουκ. Στη σκέψη αυτή τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, αλλά τα σκούπισε γρήγορα. Προσπάθησε να σκέφτεται μόνο τη βόλτα που θα έκανε με την Αντέλ. *** Η Αντέλ οδήγησε την άμαξα έξω από το στάβλο με ταχύτητα. Σήκωσε πίσω της χαλίκια καθώς έστριψε απότομα τη γωνία για να σταματήσει την άμαξα μπροστά στα σκαλοπάτια της εισόδου. «Ορίστε», φώναξε ο Τζέιμς περιμένοντας εκεί, δίπλα από την Καρλότα, «μην πείτε ότι δε σας προειδοποίησα! Η γυναίκα μου είναι σωστός δαίμονας όταν πιάνει τα ηνία». Η Καρλότα άκουσε στη φωνή του την αγάπη και την περηφάνια του για τη γυναίκα του και δεν είπε τίποτα. Ο Τζέιμς τη βοήθησε ν’ ανέβει στην άμαξα και τη σκέπασε με το κάλυμμα. «Περίμενες πολλή ώρα;» ρώτησε η Αντέλ. «Συγνώμη, δεν έβρισκα τον Πέρκινς και ο μικρός Τζόουνς, το παιδί στο στάβλο, πάλευε να ζέψει μόνος του το άλογο. Αλλά τώρα είμαστε έτοιμοι, όπως βλέπεις».


«Θα γυρίσετε για μεσημεριανό, αγάπη μου;» ρώτησε ο Τζέιμς. «Ω, ναι, είμαι σίγουρη». Η Αντέλ τακτοποίησε τα ηνία ανάμεσα στα δάχτυλά της. «Πότε θα ξεκινήσετε τον περίπατό σας στη λίμνη;» «Μόλις ετοιμαστούμε όλοι», απάντησε ο Τζέιμς. «Αλλά δε νομίζω να κάνουμε τόσο γρήγορα όσο εσείς χτες». «Σίγουρα όχι. Εμείς προχωρούσαμε γρήγορα, έτσι δεν είναι, Καρλότα;» «Πήγαινε λίγο πιο αργά σήμερα», είπε ο Τζέιμς κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Να προσέχεις, αγάπη μου». Η Αντέλ του χαμογέλασε. «Πάντα δεν προσέχω; Στην άκρη, κύριε!» Χτύπησε το μαστίγιο στον αέρα και το άλογο ξεκίνησε. Η Καρλότα χαμογελώντας γύρισε να αποχαιρετήσει τον κύριο Έινσλοου, αλλά το χαμόγελό της έσβησε όταν είδε τον Λιουκ να τις κοιτά από το παράθυρο του γραφείου. «Πες μου, Καρλότα», είπε η Αντέλ. «Αφού ο κουνιάδος μου κι εσύ είστε τόσο ερωτευμένοι, γιατί δέχτηκες την πρόταση γάμου του κυρίου Γούλατ;» Η Καρλότα σάστισε. «Πώς το ξέρεις; Είμαστε πολύ προσεκτικοί...» «Αυτό ακριβώς μ’ έκανε ν’ αρχίσω να έχω υποψίες. Τριγυρίζετε διαρκώς ο ένας τον άλλον, αλλά είστε υπερβολικά τυπικοί. Ω, μην ανησυχείς, δε νομίζω να το έχει προσέξει κανένας άλλος, ούτε καν ο Τζέιμς». Η Αντέλ έκανε μια παύση για να στρίψει το άλογο έξω από την πύλη. Κατευθύνθηκαν προς το λόφο, αντίθετα από το χωριό. «Εγώ το πρόσεξα ίσως επειδή είμαι το ίδιο ερωτευμένη ή ίσως επειδή είμαι έγκυος». «Ω, Αντέλ, αυτό είναι θαυμάσιο νέο!» «Πράγματι, ε;» Η Αντέλ γέλασε. «Γι’ αυτό ο Τζέιμς επιμένει τόσο να προσέχω. Αν μπορούσε, θα με είχε ξαπλωμένη στο κρεβάτι όλη μέρα, αλλά δεν είμαι τόσο αδύναμη». «Θα οδηγείς προσεκτικά, εντάξει;» Η Αντέλ γέλασε. «Δε θα σε τουμπάρω, το υπόσχομαι. Αλλά δε μου είπες γιατί παντρεύεσαι τον Ντάνιελ Γούλατ». Η Καρλότα καθόταν λίγο πλάι στο κάθισμα και κρατιόταν με το δεξί


της χέρι από το κάγκελο πίσω της. Η άμαξα ταλαντεύτηκε επικίνδυνα στον ανώμαλο δρόμο κι εκείνη έσφιξε το κάγκελο. «Λοιπόν;» «Είναι καλός γάμος». Αυτό ακούστηκε ελλιπές ακόμα και στην Καρλότα, γι’ αυτό πρόσθεσε: «Εκείνος είναι πολύ πλούσιος». «Μα εσύ αγαπάς τον Λιουκ». «Ναι». «Και τι λέει ο Λιουκ;» Η Καρλότα βούρκωσε. Κατάπιε τον κόμπο στο λαιμό της και προσπάθησε ν’ ακουστεί ανέμελη. «Συμφωνεί πως είναι καλή ιδέα». «Σιγά μη συμφωνεί!» αναφώνησε η Αντέλ με τρόπο ανάρμοστο για κυρία. «Έτσι μου είπε», είπε η Καρλότα δυστυχισμένη. «Όταν... όταν έμαθε ότι ο κύριος Γούλατ θα μου έκανε πρόταση». «Τότε είναι ανόητος και θα το πω και στον ίδιο!» «Όχι, σε παρακαλώ, Αντέλ, μην του πεις τίποτα. Συμφωνήσαμε και οι δυο μας ότι είναι πια πολύ αργά, πρέπει να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλον». Η Καρλότα ρούφηξε τη μύτη της. «Και ο Λιουκ θα βρει σύντομα κάποια άλλη». «Δυστυχώς, γλυκιά μου, αυτό είναι πολύ πιθανό», είπε η Αντέλ. «Ο Λιουκ έχει και μια σχετική φήμη». «Το ξέρω». Η Καρλότα κατάπιε το λυγμό της. «Μπορείς να ακυρώσεις τον αρραβώνα σου». Η Καρλότα έγνεψε αρνητικά. «Το σκέφτηκα, αλλά δεν κάνει. Θα αποκτήσω άσχημο όνομα. Η θεία και ο θείος μου θα πανικοβληθούν, και οι γονείς μου θα απογοητευτούν μαζί μου. Θα προκληθούν κουτσομπολιά. Όλοι θα μάθουν ποιοι είναι οι γονείς μου και δε θα είμαι πια ευπρόσδεκτη στην υψηλή κοινωνία. »Αλλά όλα αυτά θα μπορούσα να τα αντέξω αν... Βλέπεις, αν ο


Λιουκ με παντρευτεί, όλοι θα κατηγορήσουν κι εκείνον. Θα είμαστε αποδιωγμένοι από όλους. Εμένα δε με νοιάζει και πολύ, γιατί δε μεγάλωσα στην υψηλή κοινωνία για να μου λείψει, αλλά δεν μπορώ να ζητήσω από τον Λιουκ να εγκαταλείψει ό,τι ξέρει. Θα γινόταν δυστυχισμένος και θα κατέληγε να με μισεί». Η Καρλότα κοίταξε μπροστά της αναλογιζόμενη το μέλλον της, χωρίς να δίνει σημασία στο λαμπερό ήλιο και το όμορφο δάσος που τις περιέβαλλε. «Παραδέχομαι ότι είναι δύσκολα τα πράγματα», είπε η Αντέλ ύστερα από λίγο. «Εγώ ήμουν πολύ τυχερή. Ερωτεύτηκα τον Τζέιμς από την πρώτη στιγμή. Και παρ’ όλο που ήταν ο νεότερος γιος της οικογένειάς του και όχι ο πιο σπουδαίος από τους υποψήφιους μνηστήρες μου, ο μπαμπάς είδε πόσο ερωτευμένοι ήμαστε και μας έδωσε τη συγκατάθεσή του». Η Αντέλ αναστέναξε, αλλά μετά γύρισε και χαμογέλασε στην Καρλότα καθησυχαστικά. «Μην το βάζεις κάτω. Πιστεύω ακράδαντα ότι όλα συμβαίνουν για το καλύτερο. Κάτι μπορεί να γίνει. Κι αν δε γίνει, και παντρευτείς τον κύριο Γούλατ, σκέψου πόσα χρήματα θα έχεις να ξοδεύεις!» Η Καρλότα δεν παρηγορήθηκε καθόλου με αυτή τη σκέψη, αλλά έγνεψε καταφατικά και προσπάθησε ν’ απολαύσει τη βόλτα τους. Είχαν αφήσει πίσω τους τα δέντρα και διέσχιζαν τους αγρούς προς την κορυφή του λόφου. Μόλις ίσιωσε ο δρόμος, η Αντέλ χτύπησε το μαστίγιο στον αέρα και το άλογο επιτάχυνε το βήμα του. «Η θέα είναι υπέροχη εδώ ψηλά», είπε η Αντέλ. «Θα σε κάνει να ξεχάσεις...» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της. Η άμαξα τραντάχτηκε απότομα. Η Καρλότα κρατιόταν ακόμα από το κάγκελο. Ενστικτωδώς τα δάχτυλά της σφίχτηκαν πάνω του. Η άμαξα έπεσε στο πλάι και η Αντέλ τινάχτηκε δίπλα της.


Κεφάλαιο 14

Η Καρλότα προσπάθησε να βρει πού να στηρίξει τα πόδια της για να σηκωθεί. Έβαλε αντίσταση στο πλαϊνό τμήμα της άμαξας, αλλά ξαφνικά εκείνο έχασε τη σταθερότητά του. Η άμαξα τραντάχτηκε και έγειρε περισσότερο. Η Καρλότα σήκωσε το κεφάλι της και είδε το άλογο να τραβιέται μανιασμένο προσπαθώντας να ελευθερωθεί. Εκείνη θα μπορούσε να πηδήξει στο έδαφος αν η άμαξα έμενε ακίνητη για μια στιγμή. Αντιλήφθηκε φωνές και βαριά βήματα που πλησίαζαν τρέχοντας. Ανασηκώθηκε και είδε έναν άντρα να αφήνει τη γκλίτσα του και να τρέχει στο άλογο για να το ηρεμήσει. Ένας άλλος ήρθε προς το μέρος της. «Εντάξει, κυρία, σας έπιασα!» Την έπιασαν δυνατά χέρια που προσπάθησαν να τη σηκώσουν για να την ακουμπήσουν στο έδαφος. «Περιμένετε, περιμένετε –το χέρι μου!» Οι μύες του δεξιού χεριού της δεν υπάκουαν. Η Καρλότα ξετύλιξε τα δάχτυλά της από το κάγκελο ένα ένα, για να ελευθερώσει το χέρι της. Και ύστερα ένιωσε να τη σηκώνουν από την άμαξα. «Αντέλ», φώναξε λαχανιασμένη. «Πού είναι η άλλη κυρία;» «Να σιγουρευτούμε πρώτα ότι δε χτυπήσατε, δεσποινίς», είπε ο σωτήρας της ήρεμα με βλάχικη προφορά. «Μπορείτε να σταθείτε όρθια; Ωραία. Πάμε τώρα να δούμε τη φίλη σας». «Αντέλ!» Η Καρλότα τρίκλισε μερικά βήματα και έπεσε στα γόνατα δίπλα από την Αντέλ, που ήταν πεσμένη και ακίνητη πάνω στο γρασίδι. Είχε χάσει το καπέλο της και ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι της. Η Καρλότα διαπίστωσε έντρομη πως ήταν πολύ χλομή. «Είναι ζαλισμένη, κυρία. Έπεσε άσχημα». Ο άντρας έξυσε το κεφάλι του. «Πρέπει να την πάμε σε γιατρό. Είστε από το Μάλμπερι Κορτ;» «Ναι, ναι», απάντησε η Καρλότα βγάζοντας το ζακετάκι της για να φτιάξει προσκέφαλο για την Αντέλ.


«Θα πάω να καλέσω βοήθεια. Δεν είναι μακριά αν πάω από το δάσος. Ο Έιμπελ θα μείνει μαζί σας». «Ναι». Ο άντρας που κρατούσε το κεφάλι του αλόγου έγνεψε αργά. «Και θα προσπαθήσω να ξεμπλέξω το καημένο το ζώο». Η Καρλότα τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. «Ναι, σας παρακαλώ. Φέρτε βοήθεια το συντομότερο!» «Μην ανησυχείτε, δεσποινίς. Θα γυρίσω πολύ γρήγορα». Η Καρλότα τον παρακολούθησε. Εκείνος κατηφόρισε τρέχοντας το λόφο και χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα. Ο άντρας που ονομαζόταν Έιμπελ μιλούσε τρυφερά στο άλογο και ταυτόχρονα πάλευε να το ξεμπλέξει από τα λουριά. Η Καρλότα σηκώθηκε να φέρει την κουβέρτα που είχε πέσει λίγο πιο πέρα. Δεν έκανε παρά λίγα βήματα, αλλά ένιωθε τόσο ζαλισμένη που, μόλις σκέπασε την Αντέλ, κάθισε δίπλα της στο έδαφος. Η Αντέλ σάλεψε. «Καρλότα;» «Σώπα. Μείνε ακίνητη, σε παρακαλώ». Έβαλε το χέρι της στον ώμο της Αντέλ για να την εμποδίσει να σηκωθεί. «Θα μας φέρουν βοήθεια». «Τι έγινε;» «Ξεκόλλησε ένας τροχός, κυρία», είπε ο Έιμπελ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Καρλότα δεν είχε προσέξει ότι ο ένας τροχός της άμαξας ήταν πεσμένος μακριά. «Ωραία», μουρμούρισε η Αντέλ. «Ο Τζέιμς δε θα κατηγορήσει εμένα που βρεθήκαμε στο έδαφος». «Η δεσποινίς από δω νιώθει ανακούφιση που μιλάτε, κυρία», συνέχισε ο βοσκός. «Τρόμαξε πως σκοτωθήκατε». Η Αντέλ σήκωσε το χέρι της και η Καρλότα της το κράτησε. «Όχι», είπε χαμογελώντας αδύναμα. «Δεν έφυγα ακόμα». Και, καθώς η Καρλότα της έσφιξε τα δάχτυλα, η Αντέλ έκλεισε ξανά τα μάτια της και βυθίστηκε σε ύπνο. *** Η Καρλότα δεν ήξερε πόση ώρα έμεινε καθιστή δίπλα στη φίλη της


στην άκρη του δρόμου. Πήρε είδηση πάντως ότι ο Έιμπελ κατάφερε να ξεμπλέξει το άλογο από την άμαξα. Ύστερα το έδεσε σ’ ένα δέντρο και εκείνος στάθηκε διακριτικά παράμερα. Η Καρλότα χάρηκε που είχε ήλιο, γιατί χωρίς το ζακετάκι της τα γυμνά της μπράτσα κρύωναν λίγο. Ήταν πολύ ήσυχα. Ακουγόταν μόνο η αύρα στα φύλλα των δέντρων και το τιτίβισμα μιας γαλιάντρας. Ύστερα άκουσε θόρυβο από άμαξα που πλησίαζε με ταχύτητα και σε λίγα λεπτά η ησυχία αντικαταστάθηκε από φασαρία. Δυο άμαξες όρμησαν στο λόφο και σταμάτησαν απότομα. Τα άλογά τους χτύπησαν τα πόδια τους στο έδαφος και ρουθούνισαν δυνατά. Ο Τζέιμς Έινσλοου έτρεξε στη γυναίκα του δίνοντας διαταγές στους άντρες δυνατά. Η Καρλότα προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά τα πόδια της έτρεμαν και δεν την άκουγαν. Τρίκλισε κι έπεσε πάνω σ’ ένα γερό σώμα που τη στήριξε. Ένιωσε γύρω της δυο δυνατά μπράτσα. Σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον Λιουκ που την κοιτούσε ανήσυχος. Της χαμογέλασε. «Όλα είναι εντάξει. Είσαι ασφαλής, κάρα». Η Καρλότα ακούμπησε το μάγουλό της στον ώμο του. «Ναι, τώρα είμαι», είπε αναστενάζοντας. *** Η Καρλότα ένιωσε μεγάλη απογοήτευση όταν συνήλθε και διαπίστωσε ότι ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της αντί στην αγκαλιά του Λιουκ. Στο προσκεφάλι της ήταν η λαίδη Μπρόξτεντ, που επέμενε πως έπρεπε να ξεκουραστεί μέχρι το πρωί, όμως η Καρλότα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Την πονούσε το δεξί της χέρι, αλλά δεν είχε τραυματιστεί πουθενά και ήθελε να κατέβει στο δείπνο. Μπορεί να ήταν η τελευταία της ευκαιρία να μιλήσει στον Λιουκ πριν γυρίσει ο Γούλατ. Ασφαλώς δε θα ήταν ανάρμοστο να τον ευχαριστήσει για την καλοσύνη του. Μόλις η Καρλότα μπήκε στο σαλόνι, η κυρία Πράις σηκώθηκε αμέσως όρθια. «Αγαπητή μις Ράιβινγκτον! Δε θα ήταν καλύτερα να είστε στο κρεβάτι σας;»


«Είμαι καλά τώρα. Ταράχτηκα λίγο, αλλά κατά τ’ άλλα δεν έπαθα κάτι σοβαρό. Δηλαδή τίποτα σε σχέση με την κυρία Έινσλοου. Υποθέτω πως είναι στο δωμάτιό της ακόμα». Η κυρία Πράις αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι της. «Ναι. Όταν ο Έινσλοου την έφερε σπίτι ήταν κατάχλομη και ο άντρας της ήταν πολύ στενοχωρημένος. Αφού δεν είναι μαζί μας, υποθέτω ότι είναι ακόμα με τη γυναίκα του. Τι λες, Ντάρβελ, καλά δε λέω;» «Νομίζω ότι ο αδερφός μου έχει σκοπό να κατέβει για το δείπνο και τώρα είναι στο δωμάτιό του και ντύνεται». Η Καρλότα παρατήρησε πως ο Λιουκ ήταν ανήσυχος. Ήθελε να πάει κοντά του, αλλά η Τζούλια την κάλεσε να καθίσει πλάι της. «Θα πρέπει να φοβηθήκατε πολύ, μις Ράιβινγκτον». «Δεν πρόλαβα να φοβηθώ, η άμαξα αναποδογύρισε ξαφνικά». «Ήμαστε στην άλλη πλευρά της λίμνης όταν το μάθαμε», είπε η κυρία Πράις. «Φαντάζεστε την έκπληξή μας όταν ο ιπποκόμος του λόρδου Ντάρβελ ήρθε τρέχοντας να μας πει τι συνέβη». «Ναι», δήλωσε ο κύριος Πράις. «Ο υπηρέτης του σερ Γκίλμπερτ ήταν έτοιμος να έρθει να σας βοηθήσει, αλλά ο ιπποκόμος του Ντάρβελ επέμενε να φωνάξει τον κύριό του και τον κύριο Έινσλοου. Και ήταν καλή ιδέα», συνέχισε ο κύριος Πράις. «Μέχρι να φτάσουμε σπίτι, οι άμαξες ήταν έτοιμες και μας περίμεναν. Δε χάσαμε πολύ χρόνο μέχρι να έρθουμε οι τέσσερις μας να σας βρούμε». Η Καρλότα συνοφρυώθηκε προσπαθώντας να θυμηθεί. «Ήσαστε τέσσερις; Εγώ θυμάμαι μόνο τον κύριο Έινσλοου και το λόρδο Ντάρβελ...» «Πώς να θυμάσαι με την ταραχή που πήρες;» είπε ο κύριος Πράις. «Ήρθαμε μαζί και ο λόρδος Φέρμπριτζ και εγώ για να βοηθήσουμε. Και τολμώ να πω ότι θα ερχόταν και ο σερ Γκίλμπερτ αν ήταν μαζί μας». «Είχα πάει βόλτα στο δάσος», εξήγησε ο σερ Γκίλμπερτ κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Ταράχτηκα πολύ όταν γύρισα και μου είπε η κυρία Πράις για το ατύχημα...» Διέκοψε τη φράση του καθώς μπήκε στην


αίθουσα ο Τζέιμς. «Έινσλοου, τώρα μόλις λέγαμε για το πρωινό συμβάν. Πώς είναι η κυρία Έινσλοου;» «Κοιμάται». Ο Τζέιμς φαινόταν ανήσυχος και κουρασμένος. Πλησίασε την Καρλότα και της έπιασε το χέρι. «Χαίρομαι που είστε όρθια, μις Ράιβινγκτον. Να υποθέσω ότι δε χτυπήσατε στο ατύχημα;» «Μελάνιασα λίγο το μπράτσο μου, τίποτα παραπάνω. Ελπίζω η κυρία Έινσλοου να μην έπαθε κάτι μόνιμο». Τον κοίταξε στα μάτια κι εκείνος φάνηκε να καταλαβαίνει, γιατί χαμογέλασε συγκρατημένος και της έσφιξε τα δάχτυλα απαλά. «Ο γιατρός μάς δίνει ελπίδες, αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα για να ξέρουμε». *** Η Καρλότα καθόταν αρκετά μακριά από το λόρδο Ντάρβελ και δεν είχε την ευκαιρία να του μιλήσει, μέχρι που ήρθαν και οι άλλοι κύριοι στο σαλόνι. Η κυρία Πράις έπεισε την Τζούλια και το λόρδο Φέρμπριτζ να τραγουδήσουν ντουέτο. Κι ενώ έπαιρνε τη θέση του ο καθένας γύρω απ’ το πιάνο, η Καρλότα διέσχισε το δωμάτιο και στάθηκε δίπλα στον Λιουκ. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. Ήλπιζε η φωνή της να έτρεμε λιγότερο από τα χέρια της, που τα έσφιγγε μεταξύ τους. «Δε βρήκα ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για τη βοήθειά σας το πρωί». «Χαρά μου, μις Ράιβινγκτον». Ο ψυχρός τόνος στη φωνή του την έκανε να τον κοιτάξει απορημένη, αλλά αμέσως κατάλαβε. Ο κύριος Πράις στεκόταν πολύ κοντά τους. Ο κύριος Πράις έγνεψε στον Λιουκ λέγοντας εύθυμα: «Συγνώμη, κύριε, να πάρω αυτά τα κεριά στο πιάνο. Η γυναίκα μου χρειάζεται πιο πολύ φως για να διαβάσει τις παρτιτούρες...» Ο Λιουκ τον περίμενε να απομακρυνθεί. «Δεν έχω ξαναφοβηθεί τόσο πολύ στη ζωή μου», μουρμούρισε. «Ο βοσκός μάς είπε ότι η μια κυρία ήταν αναίσθητη. Μου έφυγε η ψυχή μέχρι να φτάσω και να δω πως δεν ήσουν εσύ». Η Καρλότα έφερε το χέρι της στο λαιμό της. Την αναστάτωνε να


βρίσκεται τόσο κοντά του. Ανέπνεε με δυσκολία και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που ήταν σίγουρη πως ο Λιουκ θα την άκουγε. Εκεί που στέκονταν δεν είχε πολύ φως, παρ’ όλα αυτά η Καρλότα έβλεπε τη λάμψη του πόθου στο βλέμμα του. Ένιωθε την έξαψη του κορμιού του. Μια ακατανίκητη δύναμη την τραβούσε πάνω του σαν μαγνήτης. Η Καρλότα πήγε πιο κοντά του και του άπλωσε το χέρι της. Ο Λιουκ το πήρε κι εκείνη άρχισε να τρέμει. Ένιωσε να μυρμηγκιάζει όλο της το σώμα, το δέρμα της ήταν ευαίσθητο και στο παραμικρό του άγγιγμα. Απείχαν ελάχιστα. Αν η Καρλότα έκανε ένα βήμα, θα μπορούσε ν’ ακουμπήσει το μάγουλό της στο στήθος του και ν’ αφουγκραστεί την καρδιά του. Εκείνος άφησε απότομα το χέρι της και απομακρύνθηκε. «Μη με βάζεις σε πειρασμό, κάρα», ψιθύρισε. «Όταν στέκεσαι τόσο κοντά μου, δεν μπορώ να σκεφτώ. Όταν σε μετέφερα στην άμαξα σήμερα το πρωί, ήθελα να σε κρατήσω μαζί μου για πάντα. Ήθελα να μαστιγώσω τα άλογα και να σε πάρω μακριά για να σε έχω δική μου». Αναστέναξε κουρασμένος και απομακρύνθηκε. Η Καρλότα τον παρακολούθησε μέσα από τα δάκρυά της. «Μακάρι να το είχες κάνει», ψιθύρισε λυπημένη. *** Το ψυχρό, γκρίζο πρωινό θύμισε στην Καρλότα ότι το καλοκαίρι πλησίαζε στο τέλος του. Κοίταξε έξω από το παράθυρό της τα χαμηλά σύννεφα που σκίαζαν τον ουρανό. Το μουντό σκηνικό καθρέφτιζε τη θλίψη της. Σήμερα έπρεπε να πείσει τη θεία της να την πάρει μακριά από το Μάλμπερι, μακριά απ’ όλα όσα της θύμιζαν τον Λιουκ. Αναστέναξε και κατέβηκε τις σκάλες. Διέσχιζε το χολ για την τραπεζαρία όταν τον είδε να μπαίνει από την πλαϊνή πόρτα. Του χαμογέλασε βεβιασμένα. «Νωρίς ξυπνήσατε, κύριε». «Ναι. Ήμουν στο στάβλο και εξέταζα την άμαξα». Κάτι στον τόνο της φωνής του τράβηξε την προσοχή της. Τον κοίταξε συνοφρυωμένη. Ο Λιουκ δίστασε, ύστερα την τράβηξε παράμερα.


Έριξε μια ματιά στους υπηρέτες που στέκονταν ακίνητοι στο χολ και μετά τη συνόδεψε στο γραφείο του αδερφού του, όπου έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω τους. «Όταν κοίταξα την άμαξα χτες στο λόφο, μου έκανε εντύπωση που ο τροχός βγήκε τόσο εύκολα. Ο Τζέιμς αγόρασε την άμαξα για την Αντέλ πριν λίγους μήνες μόνο. Είναι πολύ σύγχρονη. Σίγουρα θα έχεις καταλάβει πια ότι ο αδερφός μου παίρνει πάντα τα καλύτερα. Στον τροχό έχουν πειραχτεί ένα καρφί και δυο παξιμάδια. Αν υποθέσουμε ότι ο Πέρκινς, ο αμαξάς του Τζέιμς, βιαζόταν, θα μπορούσε να ξεχάσει το καρφί ή να ξεχάσει να ασφαλίσει κάποιο από τα παξιμάδια. Αποκλείεται όμως να τα ξέχασε και τα τρία». Ο Λιουκ έκανε μια παύση. «Ο Πέρκινς επιμένει ότι εξέτασε την άμαξα πολύ προσεκτικά την προηγούμενη μέρα, γιατί η Αντέλ του είχε πει ότι μπορεί να την έπαιρνε κάποια στιγμή απροειδοποίητα. Ξέρουμε ότι ο Πέρκινς άφησε τον Τζόουνς να φέρει την άμαξα χτες και το αγόρι δε μετακίνησε τα καλύμματα του άξονα για να ελέγξει τα παξιμάδια και τα καρφιά του τροχού. Γιατί να το κάνει, αφού ήξερε ότι το είχε κάνει ήδη το αφεντικό του;» «Τι θες να πεις, Λιουκ;» «Το γρασίδι όπου αναποδογυρίσατε είναι πολύ κοντό γιατί το τρώνε τα πρόβατα. Οι άντρες που έφεραν πίσω την άμαξα μπόρεσαν να βρουν τα παξιμάδια, αλλά όχι το καρφί. Νομίζω ότι κάποιος το αφαίρεσε και ξέσφιξε τα παξιμάδια και ύστερα ξανάβαλε στη θέση του το κάλυμμα του άξονα. Ήταν θέμα χρόνου να φύγει ο τροχός». Η Καρλότα ένιωσε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. «Νομίζεις δηλαδή ότι κάποιος το έκανε εσκεμμένα; Κάποιος ήθελε να κάνει κακό στην Αντέλ;» «Όχι, Καρλότα», είπε ο Λιουκ αργά. «Νομίζω ότι κάποιος ήθελε να κάνει κακό σ’ εσένα». «Ω, Θεέ μου». Η Καρλότα βούλιαξε σε ένα κάθισμα. «Δηλαδή νομίζεις ότι το ατύχημα σχετίζεται με τις επιθέσεις εναντίον του πατέρα μου;» «Ναι. Δε γίνεται να είναι τόσο μεγάλη σύμπτωση».


«Μα γιατί; Τι έχουμε κάνει;» Ο Λιουκ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό δεν το ξέρω, αλλά φαίνεται πως ο δράστης είναι κάποιος από το Μάλμπερι Κορτ. Οι πόρτες του στάβλου μένουν κλειδωμένες το βράδυ. Δε θα μπορούσε να μπει κάποιος απ’ έξω. Μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο που είδες να επιστρέφει στην έπαυλη εκείνο το πρωί». «Τι θα κάνω;» Ενστικτωδώς η Καρλότα του άπλωσε τα χέρια της. Ο Λιουκ τα έσφιξε στα δικά του και η χειρονομία του την ανακούφισε. «Δεν είμαι σίγουρος. Θα μιλήσω στον Τζέιμς. Μακάρι να μην είχαμε το κυνήγι. Όμως, αν το ακυρώσουμε, μπορεί να προκαλέσουμε υποψίες στο δράστη. Μπορεί να το σκάσει, κι εγώ δεν το θέλω. Θέλω να τον βρω». Γονάτισε μπροστά της. «Υποσχέσου μου ότι δε θα βγεις σήμερα από το σπίτι. Θα πω στον Μπίλι να μείνει εδώ. Αν χρειαστείς οτιδήποτε, φώναξέ τον. Θα μείνεις σπίτι, και μάλιστα στο ίδιο δωμάτιο με τη θεία σου, αν είναι δυνατόν. Εντάξει;» Η Καρλότα τον κοίταξε. Η καρδιά της αναστατώθηκε με την ταραχή που είδε στο βλέμμα του. Το ενδιαφέρον του για εκείνη θα της έδινε παρηγοριά στο μέλλον. Τότε που δε θα τον έβλεπε πια. Ο Λιουκ ξαναείπε. «Υποσχέσου μου, κάρα. Θα μείνεις μέσα και θα είσαι συνέχεια με παρέα». «Το υπόσχομαι». «Ωραία». Ο Λιουκ σηκώθηκε, την τράβηξε κι εκείνη όρθια και την αγκάλιασε. Δε δοκίμασε να τη φιλήσει, αλλά την κράτησε πάνω του σφιχτά. Η Καρλότα ένιωσε τα χείλη του στα μαλλιά της. «Δε θ’ αφήσω να σου συμβεί τίποτα, αγάπη μου, αλλά πρέπει ν’ ανακαλύψω ποιος κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Πρέπει να λύσω αυτό το μυστήριο. Δε θέλω όταν θα φύγεις από το Μάλμπερι και θα είσαι μακριά μου να κινδυνεύεις». Ο Λιουκ πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε αποφασιστικά. «Πήγαινε τώρα. Μην το πεις σε κανέναν. Θα μιλήσω στον Τζέιμς και θ’ αποφασίσουμε μαζί τι θα κάνουμε».


«Μα πρέπει να ξέρω...» Ο Λιουκ έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη της, χαμογελώντας λυπημένα. «Ησύχασε. Δε θα κάνουμε κάτι χωρίς να σε ρωτήσουμε». *** Ένα χαμηλό σύννεφο επέμεινε όλη μέρα, αλλά δεν έβρεξε και οι κυρίες πέρασαν την ώρα τους στο σπίτι με βιβλία, ζωγραφική και κέντημα. Η Καρλότα δεν είχε μυαλό για τίποτα από αυτά. Στην απόγνωσή της, ζήτησε να την αφήσουν να κρατήσει συντροφιά στην κυρία Έινσλοου. Η πρότασή της μεταφέρθηκε στην καμαριέρα της Αντέλ και εκείνη συμφώνησε να την αφήσει να επισκεφτεί την κυρία της το απόγευμα. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα της Αντέλ, η Καρλότα τη βρήκε ξύπνια. Η Αντέλ την υποδέχτηκε χαμογελώντας. «Ώστε η καμαριέρα μου σε άφησε να έρθεις να με δεις, ε; Είναι μεγάλη σου τιμή, να ξέρεις, γιατί αρνήθηκε στους υπόλοιπους». Το αυστηρό παρουσιαστικό της καμαριέρας της μαλάκωσε με ένα αχνό χαμόγελο. «Αφού, κυρία, ξέρετε ότι ο γιατρός παρήγγειλε να ξεκουράζεστε. Κυρία», στράφηκε στην Καρλότα, «δεν πρέπει να την κουράσετε». «Δε θα με κουράσει», είπε η Αντέλ. «Θα καθίσει εδώ και θα μου πει τι συμβαίνει κάτω. Εγώ δε θα κουνήσω ούτε το δαχτυλάκι μου». Περίμενε να βγει η καμαριέρα της και ύστερα έκανε νόημα στην Καρλότα να πλησιάσει. «Φέρε αυτή την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, Καρλότα, για να σε βλέπω. Σήμερα που λείπει ο Τζέιμς δεν έχω μιλήσει με κανέναν. Αλλά του είπα να μην αφήσει τους καλεσμένους του για μένα. Δε θα μπορούσαν να πάνε για κυνήγι μόνοι τους, έτσι δεν είναι;» «Νομίζω ότι εκείνος προτιμούσε να μείνει εδώ μαζί σου». «Ίσως, αλλά ούτως ή άλλως δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ο γιατρός λέει ότι σύντομα θα γίνω καλά, αρκεί να μένω ξαπλωμένη. Κι αυτό δεν είναι εύκολο για μένα. Ξέρεις πόσο μ’ αρέσει να περπατάω. Αλλά ο γιατρός μού είπε ότι η ακινησία είναι απαραίτητη για να σώσω το μωρό». Η Αντέλ έκανε μια παύση και ακούμπησε τα χέρια της στο στομάχι της.


Αναστέναξε και κοίταξε την Καρλότα. «Τώρα λοιπόν πες μου τι γίνεται κάτω. Ο υποκόμης Φέρμπριτζ έκανε πρόταση γάμου στην Τζούλια; Γύρισε ο κύριος Γούλατ;» «Όχι, αλλά όπου να’ ναι θα συμβούν και τα δύο». *** Μίλησαν αρκετή ώρα. Ύστερα η Αντέλ έγνεψε προς το κομοδίνο. «Έχω το βιβλίο της Ανν Ράντκλιφ και θέλω να το τελειώσω, αλλά το διάβασμα μου προκαλεί πονοκέφαλο. Θα μου διαβάσεις, Καρλότα; Για λίγο μόνο». Η Καρλότα συμφώνησε πρόθυμα και η ώρα τους πέρασε ευχάριστα με Τα Μυστήρια του Ουντόλφο. Είχαν ξεκινήσει το δεύτερο τόμο όταν επέστρεψε η καμαριέρα της Αντέλ και σύστησε να ξεκουραστεί η κυρία της. Η Καρλότα σηκώθηκε αμέσως, μη δίνοντας στην Αντέλ την ευκαιρία να διαφωνήσει. Με την υπόσχεση να την επισκεφτεί την επόμενη μέρα, αν έπρεπε να μείνει ακίνητη στο κρεβάτι, η Καρλότα έφυγε παίρνοντας μαζί της και τον πρώτο τόμο της Ράντκλιφ για να τον επιστρέψει στη βιβλιοθήκη. Το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο και η Καρλότα δεν είδε κανέναν πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη, εκτός από τους υπηρέτες που έστεκαν σαν αγάλματα στο διάδρομο. Ο κύριος Έινσλοου είχε δώσει εντολή να είναι όλα τα δωμάτια έτοιμα για τους καλεσμένους του και στη βιβλιοθήκη ήταν ήδη αναμμένα τα κεριά που έδιναν ένα ζεστό φως. Η Καρλότα έκλεισε πίσω της την πόρτα και κοντοστάθηκε. Είχε περάσει πολύ λίγο χρόνο στη βιβλιοθήκη και δεν ήξερε καλά τα ράφια με τα βιβλία. Προχώρησε αργά στο δωμάτιο διαβάζοντας τους τίτλους στις ράχες των βιβλίων. Τα περισσότερα ήταν εγκυκλοπαίδειες. Στην άκρη του δωματίου βρήκε αυτό που έψαχνε, τα δημοφιλή μυθιστορήματα. Ήταν άτακτα βαλμένα σε ένα ράφι. Η Καρλότα χαμογέλασε αναγνωρίζοντας την ακαταστασία της Αντέλ. Έβαλε το βιβλίο που κρατούσε ανάμεσα στα υπόλοιπα και γύρισε να πάει προς την πόρτα. Καθώς διέσχιζε το δωμάτιο, ο ήλιος που έδυε πρόβαλε από τα σύννε-


φα και έστειλε τις ακτίνες του στο μεγάλο καμβά που δέσποζε στο μακρύ τοίχο. Ήταν ο πίνακας που είχε κερδίσει ο Τζέιμς από τον σερ Γκίλμπερτ. Η Καρλότα θυμόταν τον μπαμπά της να μιλά συχνά για τον Τιέπολο. Ο ζωγράφος αυτός είχε πεθάνει πριν γεννηθεί ο πατέρας της, αλλά η Καρλότα σκέφτηκε πως ο πατέρας της θα χαιρόταν αν η κόρη του έβλεπε έναν πίνακά του. Ο ήλιος εξαφανίστηκε απότομα όπως είχε έρθει. Η Καρλότα πήρε ένα κηροπήγιο και πήγε προς τον τοίχο για να μελετήσει τον πίνακα. Ήταν κλασική σκηνή: ο Μαικήνας στα πόδια του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Η Καρλότα συνοφρυώθηκε Υπήρχε κάτι πολύ οικείο στο στυλ, στα έντονα χρώματα και στις πινελιές του πίνακα. Πήγε πιο κοντά και κοίταξε το μανδύα του Μαικήνα που έπεφτε από τους ώμους του και γέμιζε το κέντρο του πίνακα. Της ξέφυγε ένα βογκητό. Ανάμεσα στις πτυχές του μανδύα διέκρινε ένα μικροσκοπικό σαλιγκάρι. Η Καρλότα οπισθοχώρησε σαστισμένη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η πρώτη της σκέψη ήταν πως έπρεπε να ειδοποιήσει τον Λιουκ και μάλιστα γρήγορα. Βγήκε στο διάδρομο και διέταξε έναν από τους υπηρέτες να της φωνάξει τον ιπποκόμο του λόρδου Ντάρβελ. Η Καρλότα βρισκόταν στο σαλόνι και έγραφε ένα σημείωμα όταν ο Μπίλι της χτύπησε την πόρτα. Έτρεξε κοντά του διπλώνοντας το σημείωμα. «Πήγαινέ το γρήγορα στον κύριό σου. Θα μπορέσεις να τον βρεις; Μπορεί να είναι ακόμα στο κυνήγι». Ο ιπποκόμος κοίταξε τα βαριά σύννεφα έξω από το παράθυρο. «Σκοτεινιάζει, κυρία, πιστεύω ότι τώρα θα είναι στα λουτρά». «Πολύ καλά. Βιάσου, αλλά να περάσεις απαρατήρητος». «Θα τρέξω», απάντησε ο Μπίλι βάζοντας το σημείωμα στην τσέπη του. «Αλλά ο κύριός μου είπε να μείνω εδώ και να προσέχω εσάς, κυρία». «Το ξέρω, αλλά αυτό είναι πολύ σημαντικό...» Η Καρλότα διέκοψε τη φράση της κοιτώντας έξω από την ανοιχτή πόρτα. «Το άκουσες αυτό; Είναι κανείς στο διάδρομο;»


Ο Μπίλι βγήκε στο διάδρομο και κοίταξε τριγύρω. «Δεν είναι κανείς εδώ, κυρία, μόνο οι υπηρέτες στην άλλη άκρη». «Έπρεπε να σου πω να κλείσεις την πόρτα όταν μπήκες μέσα», επέκρινε η Καρλότα τον εαυτό της. «Δεν πειράζει, κυρία», την καθησύχασε ο Μπίλι. «Όλοι οι καλεσμένοι είναι στα δωμάτιά τους κα ετοιμάζονται για το δείπνο. Και οι υπηρέτες ξέρουν ότι δεν επιτρέπεται να τριγυρνούν εδώ». «Έχεις δίκιο. Είμαι πολύ ανήσυχη απόψε. Πήγαινε τώρα». «Μα ο κύριος είπε...» Η Καρλότα κούνησε το κεφάλι της. «Υπόσχομαι ότι θα πάω αμέσως στο δωμάτιό μου και θα μείνω δίπλα στη θεία μου όλο το βράδυ. Δε θα κινδυνεύω. Είναι σημαντικό να λάβει το μήνυμά μου ο λόρδος Ντάρβελ το συντομότερο». Δίστασε και δάγκωσε τα χείλη της. «Μπορεί να κινδυνεύει». Ο Μπίλι έγνεψε καταφατικά. «Μάλιστα, κυρία. Πηγαίνω. Αλλά να θυμάστε πως μου υποσχεθήκατε να μείνετε με τη λαίδη Μπρόξτεντ». «Ναι, ναι. Πήγαινε τώρα!» *** Η ώρα περνούσε αργά στο δείπνο. Η Καρλότα δεν είχε όρεξη για το γεμιστό ψάρι ούτε για το αρνί που είχε μαγειρέψει με τόση φροντίδα ο ακριβός Γάλλος σεφ του κυρίου Έινσλοου, αλλά έφαγε λίγο μοσχαρίσιο ραγού. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα. Προσπαθούσε να αφουγκραστεί οποιοδήποτε θόρυβο άφιξης και το βλέμμα της στρεφόταν στην πόρτα κάθε φορά που άνοιγε, γεγονός που συνέβαινε συχνά καθώς οι υπηρέτες μπαινόβγαιναν με τις πιατέλες. Η Καρλότα υπολόγισε πόση ώρα θα χρειαζόταν ο Μπίλι για να βρει τον κύριό του. Σίγουρα μόλις ο Λιουκ διάβαζε το μήνυμά της θα καταλάβαινε και θα πρόσεχε. Εκείνη προσπαθούσε μάταια να δώσει προσοχή στην κυρία δίπλα της που την παρότρυνε να δοκιμάσει τη σάλτσα από βατόμουρο με τη μηλόπιτα, όταν κάτι την άγγιξε ανεπαίσθητα στο μπράτσο. Η καρδιά της αναπήδησε κι έφτασε στο λαιμό της όταν κοίταξε στην πο-


διά της και βρήκε ένα διπλωμένο χαρτί. Τρέμοντας, έριξε την πετσέτα της πάνω στο σημείωμα και κοίταξε γύρω της. Ποιος της το άφησε; Πίσω της ήταν αρκετοί υπηρέτες, όλοι αφοσιωμένοι στις δουλειές τους. Κάποιος από αυτούς θα ήταν, σκέφτηκε. Ίσως ο Λιουκ γύρισε κρυφά στο σπίτι και δωροδόκησε κάποιον απ’ αυτούς για να της το δώσει. Η Καρλότα δεν άντεχε την αγωνία να κάθεται με το σημείωμα αδιάβαστο στα πόδια της, αλλά δεν ήθελε να διακινδυνέψει να την ανακαλύψουν. Επιτέλους είδε το σημάδι ότι θα σηκώνονταν από το τραπέζι. Καθώς οι κυρίες έβγαιναν από την τραπεζαρία, εκείνη ζήτησε συγνώμη και έτρεξε σε μια ήσυχη γωνιά για να διαβάσει το σημείωμα χωρίς να τη δει κανείς. Αναγνώρισε αμέσως το γραφικό της χαρακτήρα: ήταν το σημείωμα που είχε δώσει εκείνη στον Μπίλι, αλλά κάτω από τα γράμματά της έγραφε Έλα στα λουτρά στις έντεκα η ώρα. Θα σε περιμένω. Μην το πεις σε κανέναν και απόφυγε το κεντρικό μονοπάτι. Δεν πρέπει να σε δουν. Ντ. Με χέρια που έτρεμαν η Καρλότα έβαλε το σημείωμα στο τσαντάκι της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ο Λιουκ της ζητούσε να τον συναντήσει! Της είχε υποσχεθεί ότι δε θα αποφασιζόταν τίποτα χωρίς τη δική της συγκατάθεση. Αυτός θα ήταν ο λόγος της κρυφής τους συνάντησης. Έντεκα η ώρα. Θα ήταν θεοσκότεινα, αλλά δε θα έπαιρνε φανάρι μαζί της. Ήλπιζε να της έφεγγε το φεγγάρι το δρόμο μέχρι τα λουτρά. Σε αυτή τη σκέψη ένιωσε ένα τρέμουλο στη σπονδυλική της στήλη. Ύστερα ίσιωσε την πλάτη της αποφασιστικά. Ο Λιουκ τη χρειαζόταν. Δε θα τον απογοήτευε. *** Η Καρλότα τράβηξε το μανδύα στους ώμους της. Το ρολόι έξω από τους στάβλους σήμανε τη μισή ώρα. Δέκα και μισή. Γύρισε στην υπηρέτρια που της είχαν δώσει. «Θυμήσου, Μαίρη, αν με ζητήσει κανείς, πρέπει να πεις ότι κοιμάμαι και δε θέλω να με ενοχλήσουν». Έδωσε στην κοπέλα ένα ασημένιο


νόμισμα. «Αν το κάνεις, θα σου δώσω κι άλλο όταν γυρίσω». Προχώρησε και άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. Άκουσε φωνές από το σαλόνι, όπου οι κυρίες περίμεναν τους κυρίους. Δεν την είχαν ρωτήσει τίποτα όταν αποσύρθηκε νωρίς προφασιζόμενη πονοκέφαλο, αλλά, αν την έβλεπαν τώρα, θα ήθελαν να μάθουν τι έκανε τόσο αργά έξω από το δωμάτιό της. Ευτυχώς, δε συνάντησε κανέναν στις πίσω σκάλες και γρήγορα βρέθηκε στο σκοτάδι έξω από την πλαϊνή πόρτα. Η παγωμένη αύρα που φυσούσε διέλυε τα σύννεφα, αφήνοντας να προβάλλει το χλομό φεγγάρι. Η Καρλότα έτρεξε γρήγορα στον κήπο και βγήκε στο πάρκο, όπου προχώρησε βιαστικά για να φτάσει στα δέντρα που θα την κάλυπταν. Ξεκίνησε το μακρύ δρόμο για τα λουτρά. Της έδινε δύναμη το γεγονός πως θα την περίμενε εκεί ο Λιουκ. Τη βοηθούσε να ξεπεράσει το φόβο της που περπατούσε στο σκοτάδι ολομόναχη. Της ήταν δύσκολο να διακρίνει το μονοπάτι και ήταν αναγκασμένη να πηγαίνει πολύ προσεκτικά για να μη σκοντάψει. Δεν είχε κάνει πολύ δρόμο όταν άκουσε ομιλίες και βήματα από μπότες στο κεντρικό μονοπάτι. Στο φως του φεγγαριού που περνούσε ανάμεσα στα δέντρα είδε μόνο μαύρες σκιές, αλλά κατάλαβε ότι ήταν οι άντρες που είχαν πάει για κυνήγι και επέστρεφαν τώρα σπίτι. Η Καρλότα κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα ακούγοντας κοντά της το γέλιο του κυρίου Πράις. Περίμενε να περάσουν όλοι τους και ύστερα, όταν δεν υπήρχε περίπτωση να τη δουν, συνέχισε το δρόμο της βιαστικά ανυπομονώντας να φτάσει στον Λιουκ. Το φεγγάρι έριχνε το φως του στο τετράγωνο κτίριο των λουτρών. Οι κολόνες της εισόδου φάνταζαν ασημόγκριζες με φόντο τη σκοτεινή βεράντα. Της φάνηκε πως είδε ένα θαμπό φως στα παράθυρα, αλλά θα μπορούσε να είναι και η αντανάκλαση του φεγγαριού. Μόλις έφτασε στο ξέφωτο έτρεξε στο γρασίδι και ανέβηκε τα σκαλιά. Η πόρτα άνοιξε εύκολα με ένα της άγγιγμα. Μπήκε μέσα. Το λουτρό της φάνηκε ζεστό μετά την παγωνιά έξω. Τα κεριά στους


τοίχους έδιναν ένα απαλό φως στις πέτρες. Το ρεύμα που σχηματίστηκε μόλις μπήκε η Καρλότα έκανε τις φλόγες των κεριών να τρεμοσβήσουν. Εκείνη πάγωσε ακίνητη καθώς της φάνηκε πως οι τοίχοι κινούνταν. Ένιωσε πανικό. «Λιουκ;» Ψιθύρισε το όνομά του απαλά και η λέξη σχημάτισε ηχώ στο δωμάτιο. «Λιουκ;» Η πόρτα πίσω της έκλεισε. Η Καρλότα γύρισε και βρέθηκε αντιμέτωπη με τον σερ Γκίλμπερτ Μάτινγουντ.


Κεφάλαιο 15

Οι κύριοι ξεκίνησαν το δρόμο της επιστροφής μέσα από το πάρκο. Ο Λιουκ βιαζόταν και ήθελε να προχωρήσει μπροστά. Ωραία πέρασε στο κυνήγι, αλλά δεν έπαψε λεπτό να ανησυχεί για την Καρλότα. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι εκείνη θα ήταν ασφαλής στο σπίτι με τόσο κόσμο γύρω της και τον Μπίλι να την προσέχει, αλλά δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω για να τη δει. Δεν άντεχε να προχωρά αργά. «Δεν τα πήγαμε και άσχημα», είπε ο Τζέιμς. «Βέβαια, τον επόμενο μήνα θα κυνηγήσουμε φασιανούς, αλλά ελπίζω να συμφωνείτε ότι καλά περάσαμε και σήμερα». «Ναι, αλλά μακάρι να μην είχαμε στείλει τη χειράμαξα μπροστά», γκρίνιαξε ο κύριος Πράις. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ήταν τόσο μακρύς δρόμος και μάλιστα ανηφορικός». Μερικοί κύριοι γέλασαν. «Μα, κύριε», χαμογέλασε ο λόρδος Φέρμπριτζ, «θα καθόσαστε στη χειράμαξα ανάμεσα σε πάπιες, πέρδικες και μπεκάτσες;» «Θα καθόμουν. Δεν αντέχω άλλο να περπατάω με αυτές τις μπότες», γκρίνιαξε ο κύριος Πράις «Βλέπετε, είναι καινούριες. Είπα να δοκιμάσω τον καινούριο υποδηματοποιό στην οδό Ντέιβις. Δεν έκανε καλή δουλειά. Με χτυπάνε στα δάχτυλα! Όσο πιο γρήγορα τις βγάλω, τόσο το καλύτερο». «Φτάσαμε σχεδόν», είπε ο Τζέιμς. Άγγιξε το μπράτσο του Λιουκ. «Μ’ αρέσει να ευχαριστώ τους υπηρέτες στο τέλος του κυνηγιού», μουρμούρισε. «Έχω παραγγείλει να ετοιμάσουν μπολ με παντς για όλους τους, αλλά όπως έχουν τα πράγματα με την Αντέλ...» «Ξέρω, ανυπομονείς να τη δεις», απάντησε ο Λιουκ. «Άσ’ το σ’ εμένα, αδερφέ. Θα φροντίσω εγώ τους υπηρέτες». ***


Όταν η συντροφιά έφτασε στο σπίτι, ο Λιουκ πήγε στην αίθουσα των υπηρετών για να διαβιβάσει τις ευχαριστίες του αδερφού του. Του έκανε εντύπωση που δεν είδε εκεί τον Μπίλι. Κοίταξε στην κουζίνα περνώντας απέξω για να πάει στους στάβλους. Αλλά και η κουζίνα ήταν άδεια εκτός από το μάγειρα και μια υπηρέτρια που κουβαλούσαν μια μεγάλη κατσαρόλα στη φωτιά. Έξω η αυλή του στάβλου ήταν σκοτεινή και υπήρχε μόνο ένα μικρό φωτάκι στο σπιτάκι της άμαξας. Ο Λιουκ έτρεξε εκεί και βρήκε τον αμαξά του Τζέιμς και έναν νεαρό σταβλίτη, που τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά «μικρό Τζόουνς». «Α, εσείς είστε, κύριε». Ο Πέρκινς τον χαιρέτησε φέρνοντας το δάχτυλο στο κεφάλι του «Τελειώνουμε εδώ. Κρεμάμε τον εξοπλισμό που τον καθαρίσαμε για να είναι έτοιμος για την επόμενη φορά». «Είδες τον ιπποκόμο μου;» «Όχι, κύριε». «Εγώ τον είδα», πετάχτηκε ο μικρός Τζόουνς. «Την ώρα που έφερνα να φάμε από την κουζίνα τον είδα εκεί». «Είσαι σίγουρος;» Το αγόρι έγνεψε καταφατικά. «Ένας από τους υπηρέτες μπήκε και είπε ότι τον ήθελε η μις Ράιβινγκτον». Το αγόρι κοίταξε ανήσυχα τον αμαξά, που τον χτύπησε πατρικά στον ώμο. «Ο μικρός Τζόουνς είναι αξιόπιστος, κύριε». Ο Λιουκ συνοφρυώθηκε. «Πολύ καλά. Θα ρωτήσω στο σπίτι». Γύρισε να φύγει, μα στην πόρτα σταμάτησε. «Α, ο κύριος έχει παραγγείλει να σερβιριστεί παντς με ρούμι σε όλους σας. Το φτιάχνουν τώρα στην κουζίνα». «Αν δε σας πειράζει, κύριε, εγώ δε θέλω, μετά την τελευταία φορά». Ο Πέρκινς μετακινήθηκε αμήχανα. «Ο τροχός στην άμαξα της κυρίας... Ο κύριος είπε ότι θα με διώξει αν δεν μπορώ να κάνω το καθήκον μου. Δεν τον κατηγορώ». Πρόσθεσε ζωηρά: «Δε μου έχει ξανασυμβεί ποτέ όλα τα χρόνια που δουλεύω. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου...»


«Α, μάλιστα». Ο Λιουκ γύρισε να φύγει. «Είπες ότι μπορεί να ήταν κακό το ρούμι», είπε ο μικρός Τζόουνς για να τον βοηθήσει. «Γιατί ο κύριος Ριντ είχε και αυτός πονοκέφαλο». Ο Λιουκ γύρισε προς το μέρος τους. «Τι;» Κοίταξε τον Πέρκινς που έδειχνε αμήχανος. «Λοιπόν;» «Υποσχέθηκα να μην πω τίποτα. Ο Ριντ φοβάται τον κύριό του...» «Είπες ότι πίνατε με τον Ριντ το βράδυ πριν το ατύχημα της κυρίας Έινσλοου; Καλύτερα να μου πείτε την αλήθεια», πρόσθεσε ο Λιουκ επειδή ο Πέρκινς δίσταζε. «Ο Ριντ κι εγώ μιλούσαμε. Φαινόταν φιλικός, όχι υπερόπτης όπως μερικοί από το προσωπικό του σπιτιού που δεν καταδέχονται εμάς που δουλεύουμε έξω». «Ανακαλύψαμε πως μας αρέσουν και στους δυο τα χαρτιά πού και πού, κι έτσι ένα βράδυ μετά το βραδινό φαγητό ο κύριος Ριντ έφερε μια τράπουλα κι ένα μπουκάλι ρούμι και παίξαμε μερικές παρτίδες. Μόνο που...» ο Πέρκινς ανασήκωσε τους ώμους του, και το κοκκινωπό πρόσωπό του έγινε πιο κόκκινο. «Δε θυμάμαι καλά τι συνέβη, κύριε. Με βάλανε στο κρεβάτι με τις μπότες και ξύπνησα με τόσο φρικτό πονοκέφαλο το πρωί, που δεν μπορούσα να σηκωθώ. Έτσι, όταν η κυρία παρήγγειλε πως θέλει την άμαξα, της την ετοίμασε ο μικρός Τζόουνς». «Και έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα, κύριε. Πραγματικά», πρόσθεσε το αγόρι κοιτώντας ανήσυχο τον Λιουκ. «Δεν μπορώ να κατηγορήσω το αγόρι που δεν έβγαλε τα καλύμματα του άξονα για να ελέγξει αν οι τροχοί ήταν ασφαλείς», είπε ο Πέρκινς. «Το είπα αυτό στον κύριο όταν γύρισε με την κυρία. Εγώ φταίω, αν και ορκίζομαι ότι είχα ελέγξει και τους δυο τροχούς την προηγούμενη μέρα». «Και ο Ριντ έφερε το ρούμι;» «Ναι, αλλά ύστερα που είχαμε και οι δυο πονοκέφαλο μου ζήτησε να μην πω σε κανέναν ότι έπινε μαζί μου, γιατί θα τον έδιωχνε ο κύριός του. Φοβόταν πολύ». Ο Πέρκινς κοίταξε ανήσυχος τον Λιουκ. «Δεν


ήθελα να βρει τον μπελά του, κύριε...» «Ασφαλώς...» είπε αργά ο Λιουκ. «Ασφαλώς και δεν ήθελες». *** Ο Λιουκ έτρεξε πίσω στο σπίτι και συνάντησε τον μπάτλερ του αδερφού του στο πέρασμα των υπηρετών. «Πού είναι ο υπηρέτης του σερ Γκίλμπερτ;» τον ρώτησε αμέσως. «Νομίζω ότι πήγε ξανά πάνω, κύριε. Μόλις έφερε κάτω τις μπότες του αφέντη του για καθάρισμα». «Και η μις Ράιβινγκτον;» «Αποσύρθηκε νωρίς, κύριε». Ο Λιουκ βγήκε στο χολ, όπου βρήκε τον αδερφό του να κατεβαίνει τις σκάλες. Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Έρχομαι από την Αντέλ. Είναι πολύ καλύτερα σήμερα και λέει ότι μπορεί να κατέβει κάτω αύριο... Λιουκ; Τι συμβαίνει;» «Έλα στο γραφείο να μιλήσουμε». Ο Λιουκ ακολούθησε τον Τζέιμς στο γραφείο του και έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω του. «Βρήκα το δράστη». «Μη μου το λες! Ποιος είναι;» «Ο υπηρέτης του Μάτινγουντ, ο Ριντ. Ο Πέρκινς λέειότι έπιναν μαζί το βράδυ πριν αναποδογυρίσει η άμαξα. Πιστεύω ότι νάρκωσε τον Πέρκινς ρίχνοντας κάτι στο ρούμι που έφερε μαζί του, και ύστερα πείραξε τον τροχό. Ο Πέρκινς ήταν το μόνο άτομο που θα μπορούσε να ελέγξει ξανά την άμαξα πριν την πάρει η Αντέλ, κι εκείνος ήταν τόσο ζαλισμένος που δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι». «Έτσι εξηγείται η ανατροπή», είπε ο Τζέιμς, «αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να στηρίζει την υποψία σου ότι ο στόχος ήταν η μις Ράιβινγκτον». Ο Λιουκ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δυο επιθέσεις στον Ντουρίνι, ύστερα βγαίνει ο τροχός στην άμαξα που μεταφέρει την κόρη του. Κατά τη γνώμη μου, παραείναι σύμπτωση». «Μα τι στο καλό έχει αυτός ο άντρας εναντίον αυτής της οικογένειας;» «Ίσως να μην πρόκειται για τον Ριντ, αλλά για τον αφέντη του», είπε ο


Λιουκ αργά. «Τον Γκιλ;» Ο Τζέιμς γέλασε. «Τι σχέση μπορεί να έχει εκείνος με ένα ζωγράφο και την οικογένειά του; Μου έχει πει ότι ενδιαφέρεται ελάχιστα για τέχνη...» Ο Τζέιμς διέκοψε τη φράση του κα κοίταξε έντονα τον Λιουκ. «Ο Τιέπολο;» Ο Λιουκ κατευθύνθηκε στην πόρτα. «Πάμε να δούμε». «Μα, Λιουκ, μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι αληθινός;» ρώτησε ο Τζέιμς πηγαίνοντας προς τη βιβλιοθήκη. «Απέκτησες ειδικές γνώσεις τα τελευταία χρόνια;» «Όχι ακριβώς, αλλά υπάρχει κάτι που ξέρω καλά να το διακρίνω». Ο Λιουκ μπήκε στη βιβλιοθήκη πήρε ένα κηροπήγιο και στάθηκε μπροστά στον πίνακα. Κρατώντας κοντά του τα κεριά, άρχισε να τον εξετάζει προσεκτικά. «Τι ψάχνουμε ακριβώς;» «Κάτι... Α! Να το». Έδειξε. «Κοίτα εκεί στο μανδύα». Ο Τζέιμς κοίταξε πιο κοντά. «Είναι κάτι σαν σαλιγκάρι...» « Ναι. Λουμάκα. Είναι η υπογραφή του Ντουρίνι. Η Καρλότα μου είχε πει ότι ο πατέρας της συνήθιζε να αντιγράφει πίνακες για τουρίστες στην Ιταλία. Έλεγε πως δεν ήταν πλαστογραφία αφού τους υπέγραφε». Ο Τζέιμς κοίταξε τον Λιουκ. «Εννοείς ότι ο Μάτινγουντ μου έδωσε έναν άχρηστο πίνακα;» Παρά την ανησυχία του, ο Λιουκ χαμογέλασε. «Όχι και άχρηστο. Ο Ντουρίνι είναι εξαιρετικός ζωγράφος». «Ναι, αλλά ο Μάτινγουντ με κορόιδεψε για ένα χρέος τιμής». Ο Τζέιμς σφύριξε σιγανά. «Θα είναι καταστροφή για εκείνον αν μαθευτεί». «Γι’ αυτό προσπάθησε να εμποδίσει τον Ντουρίνι και την κόρη του να δουν αυτό τον πίνακα». Ο Τζέιμς κατευθυνόταν ήδη προς την πόρτα. «Πάμε αμέσως να τον βρούμε!» είπε βλοσυρός. Στο διάδρομο είδαν να βγαίνει κάποιος από την πόρτα των υπηρετών. «Κύριε!» Ο Λιουκ γύρισε αμέσως. Τον πλησίασε ο Μπίλι. Τα ρούχα του ήταν


σχισμένα κι εκείνος κρατούσε το πίσω μέρος του κεφαλιού του με το χέρι του. «Τι συνέβη;» «Μου επιτέθηκαν, κύριε. Πήγαινα στο σπίτι με τα λουτρά, όταν κάποιος με χτύπησε από πίσω. Ύστερα με πέταξε σ’ ένα ρυάκι. Νόμιζε πως θα πνιγόμουν γιατί ήταν γεμάτο νερά από τις βροχές, αλλά όταν συνήλθα είδα πως η ζώνη μου είχε πιαστεί σε μια ρίζα δέντρου και με κράτησε». «Σου είπα να μείνεις εδώ και να προσέχεις τη μις Ράιβινγκτον». «Μου το είπατε, κύριε, κι εγώ το έκανα, αλλά η μις Ράιβινγκτον επέμεινε να σας φέρω επειγόντως ένα σημείωμα». Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και το μελανιασμένο πρόσωπό του ταράχτηκε. «Περίεργο, εδώ το είχα βάλει...» «Πότε σου έδωσε το σημείωμα;» ρώτησε ο Λιουκ, και μια υποψία που είχε άρχισε να επιβεβαιώνεται προκαλώντας του πανικό. «Πριν το δείπνο, κύριε. Μου είπε να σας βρω και να σας το δώσω το συντομότερο δυνατόν». «Να πάρει!» Ο Λιουκ ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά και πίσω του έτρεξαν ο Τζέιμς και ο Μπίλι «Πες μου ποιο είναι το δωμάτιο της Καρλότα», πρόσταξε τον Τζέιμς που τον πρόφτασε. «Δεν είναι στο σαλόνι με τις κυρίες;» «Όχι, ο Γουίκς μου είπε ότι αποσύρθηκε νωρίς. Θα μου δείξεις το δωμάτιό της;» Ο Τζέιμς τον οδήγησε σιωπηλός σε μια πόρτα στην άκρη της δυτικής πτέρυγας. Ο Λιουκ χτύπησε απαλά. Ύστερα από λίγο, η πόρτα μισάνοιξε και πρόβαλε το κεφάλι της υπηρέτριας της Καρλότα. «Πρέπει να μιλήσω στη δεσποινίδα Ράιβινγκτον». Ίσως η υπηρέτρια φοβήθηκε με το απότομο ύφος του, αλλά η απάντησή της ξεσήκωσε τους χειρότερους φόβους του.


«Κοιμάται, κύριε. Δεν...» Αγνοώντας τις αδύναμες διαμαρτυρίες της, ο Λιουκ μπήκε στο δωμάτιο. Τα λίγα κεριά που το φώτιζαν τον βοήθησαν να δει ότι το κρεβάτι της Καρλότα ήταν απείραχτο. Ο Λιουκ στράφηκε στην υπηρέτρια. «Πού είναι;» «Δεν...» «Έλα, κορίτσι μου, πες μας τι ξέρεις», είπε ο Τζέιμς, που είχε ακολουθήσει τον Λιουκ στο δωμάτιο. Η υπηρέτρια κούνησε το κεφάλι της, πλέκοντας νευρικά τα δάχτυλά της. «Δε μου είπε, κύριε. Είπε μόνο ότι πάει έξω και να πω σε όποιον τη ζητήσει ότι κοιμάται». Ο Λιουκ κοίταξε τον αδερφό του, που έγνεψε καταφατικά. «Πάμε να βρούμε τον Ριντ». Δευτερόλεπτα αργότερα ο Λιουκ χτυπούσε δυνατά την πόρτα μιας άλλης κρεβατοκάμαρας. Στην πόρτα εμφανίστηκε ο Ριντ. «Ο σερ Γκίλμπερτ κοιμάται, κύριε. Θα σας ζητήσω να...» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του. Ο Λιουκ τον έσπρωξε, προχώρησε στο κρεβάτι κα τράβηξε τις κουρτίνες. Το κρεβάτι ήταν άδειο. Άκουσε πίσω του μια συμπλοκή. Στράφηκε και είδε τον Τζέιμς και τον Μπίλι να έχουν πιαστεί στα χέρια με τον υπηρέτη. Τον ανάγκασαν να καθίσει σε μια καρέκλα. «Πήγε να το σκάσει», μούγκρισε ο Τζέιμς κρατώντας τον ακίνητο. «Γιατί ξέρει ότι θα τον χτυπήσεις που επιχείρησε να σκοτώσει τη γυναίκα σου», είπε ο Λιουκ. «Όχι, όχι, δεν το έκανα εγώ», στρίγκλισε ο Ριντ τρομαγμένος από το άγριο βλέμμα του Τζέιμς. «Είμαι σίγουρος ότι ήσουν εσύ», είπε ο Λιουκ τραβώντας του τα μπράτσα πίσω από την πλάτη της καρέκλας. «Όχι, όχι, δεν ήταν δική μου ιδέα. Με διέταξαν να το κάνω». «Το καλό που σου θέλω να μου πεις ποιος, αν θέλεις να σώσεις το τομάρι σου», βρυχήθηκε ο Τζέιμς απειλητικά.


Ο υπηρέτης έγλειψε τα χείλη του κοιτάζοντας τρομαγμένος τους τρεις άντρες που στέκονταν από πάνω του. «Ο κύριός μου. Άκουσε ότι η κυρία Έινσλοου ήθελε την άμαξα το πρωί και μου είπε τι ήθελε να κάνω». «Και την επίθεση εναντίον του σινιόρ Ντουρίνι στο χωριό Μάλμπερι;» ρώτησε ο Λιουκ. Ο υπηρέτης έγνεψε αρνητικά. «Όχι, κύριε, το ορκίζομαι, δεν την έκανα εγώ. Ο σερ Γκίλμπερτ ήρθε πριν από μένα». «Και τη φωτιά στο σπίτι των Ντουρίνι;» ρώτησε άγρια ο Τζέιμς. Ο Ριντ δίστασε, σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει τι ήθελε να πει, και ο Τζέιμς κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του. «Γύρισες μέσα από τον κήπο πριν την αυγή», είπε ο Λιουκ. «Μην το αρνηθείς. Σε είδανε». «Εντάξει, εγώ ήμουν. Αλλά εκτελούσα εντολές. Ο σερ Γκίλμπερτ είπε πως ήθελε να τρομάξει τον Ντουρίνι. Ήθελε να τον διώξει από το Μάλμπερι». «Επειδή ο Τιέπολο είναι αντίγραφο», γρύλισε ο Τζέιμς. Ο υπηρέτης έγνεψε δυστυχισμένος. «Ο αφέντης μου τον αγόρασε από τον σινιόρ στη Ρώμη πριν χρόνια». «Και ανακάλυψε πως η μις Ράιβινγκτον είναι κόρη του Ντουρίνι», επέμεινε ο Λιουκ. «Πώς τα κατάφερε;» Ο Τζέιμς έπιασε το κεφάλι του. «Εκείνη την ημέρα στα σκαλιά», μουρμούρισε. «Όταν έδωσα στην Καρλότα το σημείωμα από τον πατέρα της. Ο Ριντ ήταν εκεί. Κρυφάκουσες». Ο Ριντ ξεροκατάπιε. «Ναι. Ο σερ Γκίλμπερτ με πληρώνει καλά για τις πληροφορίες που του δίνω». «Και πού είναι τώρα ο Μάτινγουντ;» ρώτησε ο Λιουκ. «Είναι ακόμα στα λουτρά». Το πανούργο βλέμμα του Ριντ στράφηκε στο πρόσωπο του Λιουκ. «Περιμένει τη μις Ράιβινγκτον. Εκείνη νομίζει ότι θα συναντήσει εσάς εκεί». Ο Λιουκ πάγωσε.


«Μπίλι», είπε σιγανά, «πήγαινε στους στάβλους και σέλωσέ μου ένα άλογο όσο πιο γρήγορα μπορείς». «Σέλωσε δυο άλογα», φώναξε ο Τζέιμς καθώς ο Μπίλι έβγαινε από το δωμάτιο. Ο Λιουκ τράβηξε το κορδόνι από τις κουρτίνες του κρεβατιού και έδεσε τα χέρια του Ριντ πίσω από την καρέκλα. «Θα πω σε δυο ανθρώπους μου να τον προσέχουν μέχρι να επιστρέψουμε», είπε ο Τζέιμς πηγαίνοντας στην πόρτα. «Ευχαριστώ. Και, Τζέιμς, φέρε τα πιστόλια σου».


Κεφάλαιο 16

«Δεν περίμενα να βρω εσάς εδώ, σερ Γκίλμπερτ», είπε η Καρλότα προσπαθώντας να φανεί αθώα και ξαφνιασμένη. Άραγε θα τον έπειθε ότι είχε μπλεχτεί άθελά της σε μια ερωτική πλεκτάνη; Μάλλον όχι, γιατί εκείνος δεν έδειξε καμιά έκπληξη με την παρουσία της. Η Καρλότα άρχισε να μιλά γρήγορα. «Νόμιζα ότι θα έχουν φύγει όλοι. Εσείς καθυστερήσατε;» Κοίταξε τις κάλτσες του και τις πόρπες στα παπούτσια του. «Μήπως ψάχνετε τις μπότες σας; Είναι αδύνατον να διασχίσετε το πάρκο χωρίς αυτές». «Ο Ριντ έχει πάρει τις μπότες μου στο Μάλμπερι Κορτ. Τώρα θα είναι παραταγμένες στη γραμμή μαζί με τις άλλες για καθάρισμα». Το χαμόγελό του την έκανε να τρέμει. «Όλοι θα πιστεύουν ότι είμαι στο κρεβάτι μου». «Α... αλήθεια;» Η Καρλότα άρχισε να οπισθοχωρεί. «Είπα στην καμαριέρα μου ότι θα έρθω εδώ για να πάρω κάτι. Θα ανησυχήσει αν δεν επιστρέψω γρήγορα...» Εκείνος γέλασε μαζί της. «Λέτε ψέματα, μις Ράιβινγκτον. Ξέρουμε και οι δυο πως δεν είπατε τίποτα στην καμαριέρα σας. Το σημείωμα έλεγε ‘μην το πεις σε κανέναν’. Σίγουρα έχετε ακολουθήσει τις οδηγίες του κατά γράμμα». Η Καρλότα τον κοίταξε επίμονα. «Πώς ξέρετε τι έλεγε το σημείωμα;» «Γιατί ο Ριντ το πήρε από τον ιπποκόμο του Ντάρβελ και μου το έφερε. Εγώ έγραψα την απάντηση». Η καρδιά της σταμάτησε. Είχε την αμυδρή, ανομολόγητη ελπίδα ότι ο Λιουκ θα την έσωζε, αλλά η ελπίδα της χάθηκε. Ξεροκατάπιε. «Τι θέλετε από μένα;» «Όχι την αρετή σου πάντως, αν γι’ αυτό έσφιξες πάνω σου το μανδύα σου. Δυστυχώς, ξέρεις το μυστικό μου». «Ποιο μυστικό;»


«Ελάτε τώρα, μις Ράιβινγκτον. Ή μήπως να σας λέω μις Ντουρίνι; Ας μην υποκρινόμαστε άλλο Εσείς τουλάχιστον το ξέρετε πως ο Τιέπολο είναι αντίγραφο». «Ναι... αλλά δεν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Αν εξηγηθείτε...» «Να εξηγηθώ; Έκανα απάτη, αγαπητή μου. Για ένα χρέος τιμής. Η υψηλή κοινωνία θα είναι ανελέητη μαζί μου, όλοι θα με αποφεύγουν και κανένας δε θα με αναγνωρίζει. Πόσος καιρός φαντάζεστε ότι θα περάσει πριν αρχίσουν να με καταδιώκουν οι πιστωτές μου; Θα καταστραφώ». «Μα κανένας δε χρειάζεται να το μάθει», είπε γρήγορα η Καρλότα. «Εγώ δε θα πω τίποτα...» «Δυστυχώς, αγαπητή μου, δεν μπορώ να το διακινδυνέψω. Πρέπει να σε ξεφορτωθώ». «Δεν... δε θα τολμήσετε», ψιθύρισε η Καρλότα συνεχίζοντας να απομακρύνεται από κοντά του. «Κι όμως, θα τολμήσω». «Μα δε θα κερδίσετε τίποτα. Αργά ή γρήγορα θα το παρατηρήσει και κάποιος άλλος». «Ελπίζω να έχω ξανά τον πίνακα στην κατοχή μου πριν συμβεί αυτό. Είμαι σίγουρος ότι θα πείσω τελικά τον Έινσλοου να μου τον πουλήσει». Η Καρλότα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αμφιβάλλω. Η κυρία Έινσλοου σας είπε ότι της αρέσει». «Αυτό είναι βέβαια ένα μικρό πρόβλημα, αλλά η κυρία Έινσλοου δεν είναι καλά ακόμα. Αν πάθει κάτι, νομίζετε πως ο άντρας της θα καθίσει ν’ ασχοληθεί με τον πίνακα; Μάλλον θα χαρεί αν τον ξεφορτωθεί για να μην του θυμίζει τη γυναίκα του. Ναι, έτσι θα γίνει. Στην αρχή σκέφτηκα πως ήταν κρίμα που ήταν και η Αντέλ μαζί σας στην άμαξα, αλλά τώρα βλέπω πως αυτό με συμφέρει». «Ώστε εσείς προκαλέσατε το ατύχημα;» «Ναι. Περίμενα στο δάσος, έτοιμος για το τελικό χτύπημα αν επι-


ζούσε κάποια από τις δυο σας, αλλά βρέθηκαν στο λόφο αυτοί οι παλιοβοσκοί που έτρεξαν να σας σώσουν. Αυτή τη φορά όμως δεν είναι κανείς εδώ για να σε σώσει». Η Καρλότα σούφρωσε τα χείλη της. «Είστε τρελός αν νομίζετε ότι θα ξεφύγετε». «Μα έχω ήδη ξεφύγει. Την επίθεση στον Ντουρίνι τη φόρτωσαν σε Τσιγγάνους και, όσο για την άμαξα, ο αμαξάς του Έινσλοου ήταν τόσο μεθυσμένος που δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Αν ήταν δικός μου υπηρέτης, θα τον είχα διώξει για ανικανότητα». Η Καρλότα ένιωσε να τη διαπερνά ένα παγωμένο ρίγος ακούγοντας τον σερ Γκίλμπερτ. Εκείνος συνέχισε να φλυαρεί, κι εκείνη άρχισε να σκέφτεται ότι επρόκειτο για διαταραγμένη προσωπικότητα. Συλλογίστηκε την κατάστασή της. Ο Μάτινγουντ στεκόταν μπροστά στην είσοδο εμποδίζοντας τη διαφυγή της. Η Καρλότα υπέθεσε ότι θα υπήρχε πόρτα για τους υπηρέτες πέρα από το ζεστό δωμάτιο. Αν κατάφερνε να φτάσει ως εκεί, ίσως ξέφευγε στο πάρκο. Έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει προς την πόρτα του δωματίου. Ένιωσε ένα τράβηγμα καθώς ο Μάτινγουντ την άρπαξε από το μανδύα της που ανέμιζε. Τα κορδόνια του όμως είχαν λυθεί και ο μανδύας γλίστρησε εύκολα από τους ώμους της. Η πόρτα απείχε μόνο λίγα μέτρα. Αν μπορούσε να τη φτάσει και να την κλείσει, θα κέρδιζε πολύτιμο χρόνο για να ξεφύγει. «Άσε με! Βοήθεια! Βοήθεια!» «Φώναζε όσο θες, δεν υπάρχει κανένας να σε ακούσει». Της κόλλησε τα μπράτσα στα πλευρά της και την κράτησε πάνω στο στήθος του. Η Καρλότα τον κοίταξε στα μάτια και είδε το βλέμμα του ν’ αλλάζει. «Χμμ, κρίμα να σε σκοτώσω πριν γευτώ τις χάρες σου». Την κοίταξε λοξά. Την κράτησε πιο σφιχτά και χαμήλωσε το κεφάλι του προς το δικό της. Η Καρλότα έστρεψε το πρόσωπό της από την άλλη, στριφογυρίζοντας το σώμα της για να ελευθερωθεί μόλις ένιωσε τα χείλη του πάνω στο δέρμα της. Προσπάθησε να φύγει, αλλά εκείνος ήταν πιο δυνατός και την τράβηξε πάλι πάνω του. Η Καρλότα κατακλύστηκε από αποστροφή


και φόβο. Σταμάτησε να παλεύει, συγκεντρώνοντας τη δύναμή της για μια τελική απόπειρα. «Έτσι μπράβο», ψιθύρισε ο Μάτινγουντ πάνω στο λαιμό της. «Ηρέμησε και απόλαυσέ το». Άρχισε να τη χαϊδεύει. Η μυρωδιά από λάδι στα ξανθά μαλλιά του την αηδίαζε, αλλά η Καρλότα προσπάθησε να την αγνοήσει. Πλησίασε κοντά του και τον δάγκωσε στο αυτί. Εκείνος ούρλιαξε από πόνο. Η Καρλότα ένιωσε άγρια ευχαρίστηση. Πάλεψε απεγνωσμένα να ελευθερωθεί. Τον γρατζούνισε στο μάγουλο κάνοντάς τον να ματώσει. Εκείνος την έπιασε από τα χέρια και την έσυρε μαζί του στο νερό. Το σοκ του παγωμένου νερού παρέλυσε την Καρλότα, αλλά αμέσως συνειδητοποίησε ότι ο σερ Γκίλμπερτ δεν την κρατούσε πια τόσο σφιχτά. Άρχισε να κλοτσάει μανιασμένα και ένιωσε τα πέτρινα σκαλοπάτια κάτω από τα πόδια της. Τα ανέβηκε, αλλά, πριν προλάβει να βγει από το νερό, ο σερ Γκίλμπερτ την άρπαξε και τη βούλιαξε στα πιο βαθιά. Εκείνη άρχισε να χτυπιέται, αλλά οι μηροί της μπλέκονταν στις πτυχές του φορέματός της. Το βάρος του σερ Γκίλμπερτ την έσπρωχνε προς τον πάτο. Η Καρλότα ξέφυγε και ανέβηκε στην επιφάνεια λαχανιασμένη. Αλλά εκείνος της έσπρωξε πάλι το κεφάλι κάτω από το νερό. Τα πνευμόνια της κόντευαν να σκάσουν από την προσπάθεια να κρατήσει την αναπνοή της. Κατάλαβε ότι σύντομα θα τελείωναν όλα. Ο παλμός της σφυροκοπούσε στα αυτιά της. Άρχισε να εκπνέει πολύ αργά. Έβλεπε τις φυσαλίδες του αέρα να ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Μετά θα έπρεπε να εισπνεύσει και τα πνευμόνια της θα γέμιζαν με το παγωμένο νερό. Και τότε θα πνιγόταν. Προσπάθησε να κρατήσει λίγο αέρα, αλλά ήταν αδύνατον. Έχασε και την τελευταία της φυσαλίδα. Τα πνευμόνια της φώναζαν να αναπνεύσει. Παραδώσου άκουσε με το νου της. Παραδώσου. Θα πονέσεις μια στιγμή και ύστερα θα τελειώσουν όλα. Καταλάβαινε ότι έχανε τις δυνάμεις της. Δεν άντεχε να παλεύει άλλο. Και τότε, ως εκ θαύματος, ένιωσε να φεύγει το βάρος από πάνω της.


Δυνατά χέρια την έβγαλαν από το νερό. Η Καρλότα βρέθηκε μπρούμυτα πάνω στις κρύες πέτρες, βήχοντας και βαριανασαίνοντας. Όταν τελικά τόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια της, διαπίστωσε ότι ήταν ξαπλωμένη σε μια λίμνη απ’ τα νερά που έσταζαν από τα ρούχα και τα μαλλιά της. *** «Πάνω στην ώρα, ευτυχώς». Η φωνή του Λιουκ έτρεμε, αλλά τα χέρια του ήταν σταθερά πάνω στους ώμους της καθώς τη βοήθησε να καθίσει. Η Καρλότα σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον σερ Γκίλμπερτ γονατιστό και τον Τζέιμς να στέκεται από πάνω του κρατώντας ένα πιστόλι. Ο Τζέιμς την κοίταξε και της χαμογέλασε. «Ευτυχώς δε χρειάστηκε να πηδήξουμε στο νερό για να σε σώσουμε». Η Καρλότα γύρισε στον Λιουκ. «Πώς... πώς το ήξερες;» «Ήρθε και με βρήκε ο Μπίλι...» Ο σερ Γκίλμπερτ σήκωσε το κεφάλι του. «Αδύνατον. Είναι νεκρός». «Όχι, είναι πάρα πολύ ζωντανός», τον διαβεβαίωσε ο Λιουκ γνέφοντας προς την πόρτα όπου στεκόταν ο Μπίλι με τα πόδια ανοιχτά, έτοιμος να παλέψει. «Ο Ριντ νόμιζε ότι τον ξεφορτώθηκε αλλά ο άνθρωπός μου δεν πεθαίνει εύκολα». Η Καρλότα άγγιξε το χέρι του Λιουκ. «Σου έγραψα ένα σημείωμα. Νόμιζα ότι ήθελες να συναντηθούμε...» Η φωνή της έσβησε κι εκείνη άρχισε να τρέμει. Ο Λιουκ τη βοήθησε να σηκωθεί όρθια. «Θα τα πούμε αργότερα. Τζέιμς, πάρε τον Μάτινγουντ στο σπίτι και κλείδωσέ τον κάπου. Ο Μπίλι θα σε βοηθήσει». «Εσύ δε θα έρθεις;» Ο Λιουκ σήκωσε την Καρλότα στην αγκαλιά του. «Όχι. Πρέπει να ζεστάνω την Καρλότα κα γρήγορα μάλιστα. Δε θέλω να κρυώσει. Πες στην καμαριέρα της να στείλει με την άμαξα μερικά στεγνά ρούχα για την κυρία της». Ο Τζέιμς έγνεψε καταφατικά. «Πολύ καλά, αδερφέ». Έπιασε τον σερ Γκίλμπερτ από το γιακά.


«Εμπρός, πάμε. Εσένα σε περιμένει η φυλακή. Και αυτό είναι πολύ χειρότερο, νομίζω, από το να σε αποφεύγει η υψηλή κοινωνία». Σήκωσε όρθιο τον σερ Γκίλμπερτ ενώ ο Λιουκ μετέφερε την Καρλότα στο άλλο δωμάτιο. Ήταν σκοτεινά, μόνο το φεγγάρι έφεγγε αχνά από τα ψηλά παράθυρα και η θράκα στο τζάκι. Αλλά ο Λιουκ δε χρειαζόταν φως. Διέσχισε γρήγορα το δωμάτιο και ξάπλωσε την Καρλότα απαλά σε έναν από τους καναπέδες. «Θα ανάψω φως και ύστερα θα βγάλουμε αυτά τα βρεγμένα ρούχα από πάνω σου». Η Καρλότα τον κοίταξε ζαλισμένη. Εκείνος άναψε ένα κερί από το τζάκι και στη συνέχεια άναψε και τα υπόλοιπα κεριά. Στο δωμάτιο ξεχύθηκε ένα χρυσό φως. Φάνηκε η ακαταστασία του. Τα τραπεζάκια ήταν γεμάτα πιάτα, μπουκάλια και ποτήρια από το δείπνο των κυρίων. Ο Λιουκ πήγε σε ένα από τα κομό και έβγαλε μια μεγάλη πετσέτα και μια χρυσοκέντητη ρόμπα. «Πάρε αυτά. Θα δυναμώσω τη φωτιά. Σύντομα θα είσαι πάλι στεγνή. Το ίδιο κι εγώ». Χαμογέλασε καθώς έβγαλε τη ρεντικότα του και την πέταξε σε μια καρέκλα. «Βράχηκα κι εγώ όπως σε μετέφερα». Η Καρλότα προσπάθησε να ξεκουμπώσει το ζακετάκι της ενώ εκείνος κάθισε στις φτέρνες του μπροστά από το τζάκι ταΐζοντας τη φωτιά για να ζωντανέψει. «Τώρα είναι καλύτερα». Η Καρλότα κοίταξε τις φλόγες που έγλειφαν το τζάκι. Είχε καταφέρει να βγάλει το ζακετάκι της, αλλά παιδευόταν με τα κορδόνια από τα βρεγμένα μποτάκια της. Έτρεμε τόσο, που τα δάχτυλά της δεν υπάκουγαν. Ο Λιουκ ήρθε και κάθισε δίπλα της. «Άσε με να το κάνω εγώ». Ακούμπησε μαλακά το πόδι της πάνω στο γόνατό του, ξέσφιξε τα κορδόνια και πέταξε το μποτάκι στο πάτωμα. «Έχω πείρα στο να γδύνω μια γυναίκα», αστειεύτηκε ο Λιουκ σηκώνοντας το άλλο της πόδι. «Το έμαθα από πολύ νωρίς». Το μποτάκι της έπεσε στο πάτωμα. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίτα-


ξε. Τα μάτια του χαμογελούσαν, αλλά η Καρλότα δεν μπορούσε να τους ανταποδώσει το χαμόγελό τους. Αμίλητος ο Λιουκ έσπρωξε τα φορέματά της με το χέρι του και έπιασε τη μεταξωτή της κάλτσα για να την αφαιρέσει. Εκείνη πρόσεξε πως τα δάχτυλά του έτρεμαν καθώς τράβηξαν την καλτσοδέτα της, αλλά δεν την άγγιζαν παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν γι’ αυτή τη δουλειά. Μόλις λύθηκε η κορδέλα, της έβγαλαν αμέσως την κάλτσα της. «Μπορείς να σηκωθείς όρθια;» τη ρώτησε τρυφερά. «Για να βγάλουμε το φόρεμά σου». Η Καρλότα υπάκουσε στην πίεση του χεριού του στο μπράτσο της και σηκώθηκε. «Φοβάμαι πως κατέστρεψα τον καναπέ», μουρμούρισε κοιτάζοντας το υγρό σημάδι στο σημείο που καθόταν. «Δεν πειράζει. Έχει κι άλλους. Γύρνα από δω». Ο Λιουκ τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμα και τα εσώρουχά της και η Καρλότα τυλίχτηκε με τη βαριά, χρυσοκέντητη ρόμπα. Της έπεφτε πολύ μεγάλη και ζάρωνε σε χοντρές πτυχές στα πόδια της. Ο Λιουκ αφαίρεσε τα τσιμπιδάκια της και τα μαλλιά της ξεχύθηκαν λυτά στους ώμους της. Εκείνος έμεινε ακίνητος να την κοιτά. Ένα χαμόγελο τρεμόπαιζε στην άκρη των χειλιών του. «Φαίνεσαι πολύ άτακτη, μις Ράιβινγκτον». Για πρώτη φορά όλο το βράδυ, η Καρλότα κατάφερε να χαμογελάσει. «Ακόμα τρέμεις». Ο Λιουκ την έσπρωξε απαλά πάνω στο χαλί. «Κάθισε εδώ. Θα ζεσταθείς γρήγορα με τη φωτιά». Εκείνη τον κοίταξε. «Δε θα με αφήσεις, ε;» Ο Λιουκ δίστασε, ύστερα κάθισε πλάι της. «Θα είμαι δίπλα σου όσο με χρειάζεσαι». Έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και γύρισε την πλάτη της προς το μέρος του. Άρχισε να περνά τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά της για να τα χτενίσει και να ξεμπλέξει τις μπούκλες της. Η Καρλότα αναστέναξε. Η ζεστασιά της φωτιάς και τα τρυφερά χάδια του Λιουκ απελευθέρωναν την ένταση από τους μυς της. Ήταν πια σε θέση να σκεφτεί τα γεγονότα της αποψινής βραδιάς. «Ώστε ο σερ Γκίλμπερτ ήταν υπεύθυνος για ό,τι φρικτό συνέβη;»


«Ναι. Επιτέθηκε στον πατέρα σου και μετά έστειλε τον υπηρέτη του να βάλει φωτιά στο σπίτι του και να ξελασκάρει τον τροχό από την άμαξα. Τα ομολόγησε όλα ο Ριντ όταν σε ψάχναμε». Η Καρλότα αναστέναξε. «Όλα για έναν πίνακα. Ήταν πρόθυμος να... σκοτώσει για να μην ντροπιαστεί...» «Έχασε τη λίγη περιουσία που είχε στα χαρτιά και τώρα ζει από τους φίλους του. Αν αποκτούσε φήμη απατεώνα, θα καταστρεφόταν». Η Καρλότα άρχισε πάλι να τρέμει. «Απερίγραπτος άνθρωπος». Ο Λιουκ ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της. «Πέρασε τώρα, κάρα. Είσαι ασφαλής». «Το ξέρω». Η Καρλότα έγειρε το κεφάλι της και ακούμπησε το μάγουλό της στο χέρι του κλείνοντας τα μάτια της. Το άλλο του χέρι την έσφιξε πάνω του. Η Καρλότα έγειρε στο στήθος του, τα μαλλιά της ακούμπησαν στο βολάν του πουκαμίσου του. Περισσότερο ένιωσε παρά άκουσε τον αναστεναγμό του. «Καρλότα». Η ανάσα του ήταν ζεστή στο μάγουλό της. «Καρλότα, θέλω να... Τι στο καλό είναι αυτός ο θόρυβος;» Και η Καρλότα άκουσε φασαρία στο διπλανό δωμάτιο. Φωνές και γρήγορα, βαριά βήματα που πλησίαζαν. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι εκείνη έπνιξε ένα βογγητό. Στο άνοιγμά της στεκόταν ο Ντάνιελ Γούλατ.


Κεφάλαιο 17

«Για όνομα του Θεού, τι κάνεις εσύ εδώ;» απαίτησε να μάθει ο Λιουκ βοηθώντας την Καρλότα να σηκωθεί. Ο κύριος Γούλατ έδειξε την Καρλότα έντρομος. «Το θέμα είναι τι κάνει η μις Ράιβινγκτον ντυμένη με αυτή τη...;» «Είναι αντρική ρόμπα», εξήγησε η Καρλότα. «Τα δικά μου ρούχα είναι βρεγμένα, βλέπετε». Στο δωμάτιο μπήκε ο Τζέιμς κουβαλώντας μια βαλίτσα. «Είναι όπως σου τα είπα, Γούλατ. Ο Μάτινγουντ προσπάθησε να πνίξει τη μις Ράιβινγκτον». Ο Τζέιμς κοίταξε τον αδερφό του απολογητικά. «Ο Γούλατ επέστρεψε την ώρα που ερχόμουν, Λιουκ. Επέμενε να έρθει μαζί μου». Ο Λιουκ κοίταξε πάλι τον κύριο Γούλατ. «Λυπάμαι που σας υποδέχτηκαν τόσο άσχημα νέα». «Ποτέ άλλοτε δεν έπαθα τέτοια ταραχή», είπε ο κύριος Γούλατ βαριά. Κοιτούσε ακόμα την Καρλότα επίμονα. «Ήρθες εδώ κάτω μόνη σου;» Η Καρλότα κοκκίνισε. «Ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους μου, το ξέρω, αλλά ευτυχώς ο κύριος Έινσλοου και ο λόρδος Ντάρβελ έφτασαν πάνω στην ώρα...» «Ο Έινσλοου μου είπε ότι νόμιζες πως θα συναντούσες εδώ τον Ντάρβελ». «Ναι, του είχα γράψει ένα σημείωμα, βλέπετε...» «Σημείωμα;» Ακόμα και με το φως των κεριών η Καρλότα είδε τη φλέβα στον κρόταφο του Γούλατ να τινάζεται. Η ενόχλησή του ήταν προφανής. «Τι στο καλό σου ήρθε να κάνεις τέτοιο πράγμα; Είσαι ανύπαντρη κυρία, δεν επιτρέπεται να γράφεις σημειώματα σε κυρίους. Ειδικά αν έχουν τη φήμη του λόρδου Ντάρβελ». Η Καρλότα ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της. «Ήταν πολύ επείγον.


Έπρεπε να του πω...» «Να πήγαινες στη θεία σου να εξηγήσεις την κατάσταση. Και σαν να μην έφτανε το σημείωμα, έφυγες κρυφά για να έρθεις σε ραντεβού!» Η Καρλότα τον κοίταξε επίμονα. Στα χείλη της ανέβηκε μια πληρωμένη απάντηση, αλλά στον ώμο της ένιωσε να την πιέζει το χέρι του Λιουκ. Ο Λιουκ είπε ψυχρά: «Κανονικά, Γούλατ, θα έπρεπε να εκφράζεις τη χαρά σου που η μις Ράιβινγκτον είναι καλά». «Βέβαια, βέβαια. Είμαι ευγνώμων γι’ αυτό... αλλά τόσο ανάρμοστη συμπεριφορά... δεν ξέρω τι να πω. Έχω μείνει άναυδος». Κούνησε το κεφάλι του με ένα ύφος απέχθειας. «Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Έινσλοου αναγκάστηκε να μου πει για... τους γονείς σου». Η Καρλότα σήκωσε ψηλά το κεφάλι της. «Αλήθεια; Και τι κακό έχουν δηλαδή οι γονείς μου;» «Νομίζω πως δε χρειάζεται να σου το πω εγώ», απάντησε με έντονο ύφος ο κύριος Γούλατ. «Η μητέρα σου το έσκασε για να παντρευτεί, και μάλιστα ζωγράφο! Πρέπει να πω ότι δεν ήσουν καθόλου ειλικρινής μαζί μου». Ο Λιουκ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Μπορεί να είναι λίγο ασυνήθιστη η καταγωγή της μις Ράιβ.. Ντουρίνι, αλλά είναι απόλυτα αξιοσέβαστη. Ο λόρδος Μπρόξτεντ δε θα ζούσε με την ανιψιά του αν είχε την παραμικρή αμφιβολία». «Το ξέρω πολύ καλά!» απάντησε ο κύριος Γούλατ οργισμένος. «Αλλά δε μου αρέσει ο τρόπος που χειρίστηκαν αυτό το θέμα. Δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα πει η μητέρα μου όταν της το πω. Θα πρέπει να δοθούν εξηγήσεις». Ο Λιουκ ξεφύσηξε με αποδοκιμασία και έκανε τις παλάμες του γροθιές. Η Καρλότα τον ακούμπησε στον ώμο γνέφοντας ανεπαίσθητα με το κεφάλι της. «Έχετε δίκιο, κύριε Γούλατ», είπε η Καρλότα ήσυχα, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Όφειλα να είμαι ειλικρινής μαζί σας από την αρχή. Είμαι σίγουρη ότι η μητέρα σας θα στενοχωρηθεί μαθαίνοντας την α-


λήθεια για την οικογένειά μου. Ή μάλλον ξέρω ότι θα της φανεί αποτροπιαστική τέτοια συγγένεια. Δεν είναι για να το σκεφτόμαστε. Ίσως είναι καλύτερα να της πείτε ότι έγινε μια παρεξήγηση και δεν υπήρξε ποτέ αρραβώνας». Η Καρλότα έβγαλε το διαμαντένιο δαχτυλίδι από το δάχτυλό της και άπλωσε το χέρι της να του το δώσει. Ακολούθησε σιωπή. Η Καρλότα ήξερε πως ο Λιουκ, ο Τζέιμς και ο κύριος Γούλατ την κοιτούσαν Χρειάστηκε όλη τη δύναμη της θέλησής της για να παραμείνει ακίνητη με το χέρι τεντωμένο. Επιτέλους, ο κύριος Γούλατ έγνεψε συμφωνώντας και πήρε το δαχτυλίδι. Και μόνο τότε συνειδητοποίησε η Καρλότα ότι τόση ώρα κρατούσε την αναπνοή της. Εξέπνευσε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, ελπίζοντας να μη φανεί η ανακούφισή της. «Ίσως ήμαστε λίγο βιαστικοί», μουρμούρισε ο κύριος Γούλατ. «Αλλά δε χάθηκαν όλα, δεν έχει γίνει η αναγγελία ακόμα. Θα πάρουμε λίγο χρόνο να το σκεφτούμε». Έσφιξε τα χείλη του σκεφτικός. «Ίσως την επόμενη σεζόν φέρω τη μητέρα μου στην πόλη για να σας συστήσω. Φυσικά, θα της είναι δύσκολο να σε συγχωρέσει που ακύρωσες τον αρραβώνα, αλλά μόλις γνωριστείτε και αν φερθείς με την πρέπουσα σεμνότητα, δεν αμφιβάλλω ότι με τον καιρό θα σε συμπαθήσει». Η Καρλότα χαμογέλασε βεβιασμένα και ένιωσε ευγνωμοσύνη που δε χρειάστηκε να απαντήσει, καθώς ο Τζέιμς έσπευσε να δηλώσει εγκάρδια: «Εντάξει λοιπόν, αφού τακτοποιήθηκε κι αυτό, πάμε πίσω στο σπίτι. Έχω στεγνά ρούχα για σας σε αυτή τη βαλίτσα, μις Ράιβ... δηλαδή, μις Ντουρίνι». Ο Λιουκ πήρε τη βαλίτσα. «Πήγαινε εσύ, Τζέιμς, και πάρε μαζί σου και τον Γούλατ. Η μις Ντουρίνι είναι ακόμα πολύ χλομή. Δε θέλω να βγει έξω στο κρύο. Στείλτε αργότερα την άμαξα να μας πάρει». Τα δυο αδέρφια κοιτάχτηκαν. Η Καρλότα είδε τα βλέμματα που αντάλλαξαν και μια φωνούλα μέσα της την παρότρυνε να διαμαρτυρηθεί. Να πει πως ήταν καλά για τη μικρή διαδρομή μέχρι το σπίτι. Αλλά ήταν πολύ μικρή αυτή η φωνούλα και τη σώπασε εύκολα. Ο Τζέιμς ήταν ήδη στην πόρτα.


«Εντάξει. Έλα πάμε σπίτι, Γούλατ. Έχω ένα πολύ ωραίο κονιάκ στο γραφείο μου, ό,τι πρέπει για τέτοιες περιπτώσεις». Ο Γούλατ προχώρησε μπροστά και ο Τζέιμς τον ακολούθησε. «Τζέιμς!» «Ναι, Λιουκ;» «Μη βιαστείς να μας στείλεις την άμαξα». Ο Τζέιμς κοίταξε προς το μέρος της Καρλότα. Εκείνη έπιασε τις μελαχρινές μπούκλες στους ώμους της. «Θα είναι μεγάλη απερισκεψία να βγω έξω με τα μαλλιά βρεγμένα». Εκείνος χαμογέλασε σαν να κατάλαβε, κάνοντάς την να κοκκινίσει. «Όπως θέλετε». *** Η Καρλότα δεν κινήθηκε. Αφουγκράστηκε τις φωνές που απομακρύνονταν, την εξωτερική πόρτα που έκλεισε, κι ύστερα σιωπή. Τελικά μίλησε ο Λιουκ. «Είσαι πολύ χλομή». «Ναι». «Αν φέρω έναν καναπέ πιο κοντά στη φωτιά, θα καθίσεις;» Η Καρλότα έγνεψε καταφατικά. Ο Λιουκ έσυρε ένα βελούδινο καναπέ στην άκρη του χαλιού. Ύστερα πήγε σ’ ένα τραπεζάκι και της έβαλε ένα ποτήρι κρασί από ένα ανοιχτό μπουκάλι. «Οι υπηρέτες δε θα έρθουν νωρίτερα από το πρωί. Ας χρησιμοποιήσουμε λοιπόν ό,τι υπάρχει εδώ». Κάθισε δίπλα της δίνοντάς της το ποτήρι. «Πιες το. Μπορεί να σε βοηθήσει». Πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. Και η Καρλότα ένιωσε πως ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο να γείρει πάνω του. «Τα μαλλιά σου θα στέγνωναν πιο γρήγορα αν γονάτιζες μπροστά στη φωτιά». «Μα εδώ είναι πολύ πιο άνετα». Η Καρλότα ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι. Το κρασί ήταν σκούρο και ζεστό και είχε γεύση από μούρα.


«Νομίζεις ότι θα το κάνει;» «Ποιο πράγμα;» «Να με συστήσει στη μητέρα του την επόμενη σεζόν». «Πολύ πιθανόν, αλλά μέχρι τότε εσύ θα είσαι η λαίδη Ντάρβελ». Η Καρλότα έπινε μια γουλιά κρασί εκείνη την ώρα και κόντεψε να πνιγεί. Έδωσε το ποτήρι της στον Ντάρβελ, που το ακούμπησε στο δάπεδο δίπλα από τον καναπέ. «Δηλαδή, μου ζητάς να σε παντρευτώ;» ρώτησε όταν σταμάτησε να βήχει. «Όχι, γλυκιά μου ζωή, σου λέω ότι θα παντρευτούμε ακόμα και αν πρέπει να σε πάω στην εκκλησία με το ζόρι». Η Καρλότα σούφρωσε τα χείλη της. «Και... τι θα γίνει με την άτυχη καταγωγή μου;» «Δεν υπάρχει τίποτα ατυχές σε αυτή. Ο πατέρας σου είναι σπουδαίος ζωγράφος. Ελπίζω μόνο να με θεωρεί άξιο για άντρα σου. Έχω πολύ μικρή περιουσία, όπως μου επεσήμανες τόσες φορές». Η Καρλότα κοκκίνισε. «Ήταν πολύ άπρεπο εκ μέρους μου. Ντρέπομαι». Εκείνος έσφιξε το μπράτσο του γύρω της. «Δεν είχα καταλάβει πόσο σε είχα πληγώσει». «Εκείνη την ημέρα πέρυσι το καλοκαίρι...» Η Καρλότα άρχισε να παίζει με το κορδόνι της ρόμπας της. «Όντως θα μου έκανες πρόταση γάμου;» «Ναι. Αλλά άκουσα τον Μπρόξτεντ να σου προτείνει να σε πάρει μαζί του. Ήταν δικαίωμά σου να μπεις στην υψηλή κοινωνία». Η Καρλότα θυμήθηκε την απόγνωσή της τότε. Έσκυψε το κεφάλι της. «Ήμουν τόσο δυστυχισμένη! Δεν ήθελα να φύγω και να ζήσω με το θείο μου. Το έκανα μόνο επειδή νόμιζα ότι... δε μ’ αγαπούσες». Ο Λιουκ την άρπαξε από τους ώμους και τη γύρισε προς το μέρος του. «Δε σ’ αγαπούσα; Ξέρεις πόσο μου στοίχισε που έφυγα από το Μάλμπερι εκείνη την ημέρα; Ήταν σαν να μου ξερίζωναν την καρδιά!» Η Καρλότα σήκωσε τα μάτια της στο πρόσωπό του. Το φλογερό του βλέμμα την έκαψε. Ήθελε να τον τραβήξει κοντά της και να νιώσει τα


χείλη του στα δικά της, αλλά εκείνος συνέχισε να μιλά. «Έφυγα από το Μάλμπερι και πήγα στα κτήματά μου όπου στρώθηκα στη δουλειά. Όπως έπρεπε να έχω κάνει χρόνια πριν. Ήθελα, όταν ο Μπρόξτεντ σε έφερνε στο Λονδίνο, να έχω να σου προσφέρω κάτι παραπάνω από χρέη. Και τα κατάφερα. Η έπαυλη Ντάρβελ αρχίζει να βγάζει τα έξοδά της, η γη είναι εύφορη, όλα πάνε καλά. Αλλά, όσο καιρό έμεινα εκεί, έτρεμα μήπως έβρισκες κάποιον άλλον και δεν προλάβαινα...» Η Καρλότα ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια της για να μην κλάψει. «Ποτέ δεν υπήρξε άλλος». Του άγγιξε απαλά το μάγουλο. «Ποτέ δεν αγάπησα άλλον εκτός από σένα, Λιουκ». Εκείνος γύρισε το πρόσωπό του και πίεσε τα χείλη του πάνω στην παλάμη της. Ύστερα άρπαξε την Καρλότα στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Και ο πόθος της για τον Λιουκ που είχε μείνει φυλακισμένος τους τελευταίους δώδεκα μήνες ελευθερώθηκε. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ανταπέδωσε το φιλί του. Τα χείλη της μισάνοιξαν πρόθυμα. Πίεσε το σώμα της πάνω στο δικό του και κύλησαν μαζί από τον καναπέ στο χαλί. Ο Λιουκ την ξάπλωσε απαλά κοιτάζοντάς τη βαθιά στα μάτια, σαν να την παρότρυνε να τον εμπιστευτεί. Εκείνη ανταποκρίθηκε μ’ ένα τρεμουλιαστό χαμόγελο κι εκείνος τη φίλησε ξανά, αλλά αυτή τη φορά το φιλί του ήταν αργό και νωχελικό, λιώνοντας τις αντιστάσεις της. Την δάγκωσε απαλά στο πάνω χείλι και η Καρλότα βόγκηξε από τον έντονο, γλυκό πόθο που φούντωνε μέσα της. Ο Λιουκ τράβηξε το κορδόνι στη μέση της και η ρόμπα της άνοιξε. Η Καρλότα ένιωσε να τρέμε καθώς εκείνος άγγιξε τη γυμνή της μέση. Ύστερα έσυρε τρυφερά τα χέρια του πιο ψηλά πάνω στα πλευρά της, μέχρι που κράτησε τα στήθη της στις παλάμες του. Με τον αντίχειρά του έκανε κύκλους γύρω από τη θηλή της, εντείνοντας την έξαψή της. Η Καρλότα έγειρε πίσω το κεφάλι της προσφέροντάς του τον εαυτό της. Ο Λιουκ της φίλησε το πιγούνι και ύστερα το λαιμό. Η γλώσσα του έβαζε φωτιά στο κορμί της καθώς προχωρούσε προς τα κάτω. Το χέρι


του χάιδευε ακόμα το ένα της στήθος και, όταν το στόμα του βρέθηκε πάνω στο άλλο, εκείνη βόγκηξε από ηδονή. Ο Λιουκ γεύτηκε τη σκληρή θηλή της και ο πόθος της Καρλότα την κατέκλυσε. Οι αισθήσεις που της ξυπνούσε ήταν μεθυστικές. Το χέρι του κατέβηκε στην κοιλιά της και ύστερα πιο χαμηλά. Τα δάχτυλά του την έκαναν να ανοίξει τα πόδια της και μετά γλίστρησαν ανάμεσά τους. Η Καρλότα ήταν πολύ καυτή και υγρή. Το σώμα της παλλόταν, έτοιμο να τον δεχτεί. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει να χάνει τόσο πολύ τον έλεγχο, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε πανικός. Ο Λιουκ την κρατούσε στην αγκαλιά του, τη χάιδευε τρυφερά. Και το σώμα της ανταποκρινόταν μόνο του στα δικά του χάδια. Η Καρλότα αναστέναξε βαθιά και άνοιξε για λίγο τα μάτια της. Σήκωσε το βλέμμα της στους ζωγραφισμένους τοίχους του δωματίου. Ξαφνικά, οι εικόνες έβγαζαν νόημα, ζευγάρια σε ερωτικές περιπτύξεις. Το βλέμμα της στάθηκε σε ένα συγκεκριμένο ζευγάρι: η γυναίκα ήταν σκυφτή ανάμεσα στα πόδια του άντρα, ενώ εκείνος είχε ρίξει το κεφάλι του προς τα πίσω, εκστασιασμένος με το άγγιγμά της. Η Καρλότα έσπρωξε απαλά το κεφάλι του Λιουκ από το στήθος της. Αμέσως τα δάχτυλά του που της έδιναν ηδονή έμειναν ακίνητα ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνος την κοίταξε ερωτηματικά. «Είσαι ακόμα ντυμένος». Δική της ήταν η φωνή που άκουσε; Δεν την αναγνώρισε. Της φάνηκε πιο βαθιά, πιο μεστή. Ένα θριαμβευτικό κύμα ευτυχίας φούσκωσε μέσα της. Τράβηξε το πουκάμισό του και τον βοήθησε να το περάσει από το κεφάλι του για να το βγάλει. Ύστερα ξεκούμπωσε το παντελόνι του ανυπόμονα. Ο Λιουκ γέλασε. «Πρόσεχε, αγάπη μου. Δεν υπάρχει βιασύνη». Υπάρχει, σκέφτηκε εκείνη, λαχταρώντας να ξανανιώσει ανάμεσα στα πόδια της τα χάδια από τα μαγικά του δάχτυλα. Ενώ ο Λιουκ έβγαζε τα υπόλοιπα ρούχα του, η Καρλότα ανασηκώθηκε και άφησε τη χρυσοκέντητη ρόμπα της να πέσει στο πάτωμα. Έπειτα ξάπλωσε μπροστά του γυμνή, ξαφνιασμένη και η ίδια με την τόλμη της. Εκείνος γονά-


τισε και την κοίταξε. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε η Καρλότα ανασφαλής. «Τίποτα, αγάπη μου. Είσαι πολύ όμορφη». Σήκωσε τα χέρια της να τον αγγίξει, αλλά εκείνος της τα κράτησε. «Αν θέλεις να σταματήσω, αν θέλεις να περιμένεις μέχρι την πρώτη νύχτα του γάμου μας για την πρώτη μας ένωση, πες το μου τώρα». Και πρόσθεσε με μια δόση χιούμορ. «Θα βουτήξω στο νερό και θα ηρεμήσω». Η φωνή του έτρεμε και η Καρλότα πλημμύρισε αγάπη βλέποντας τη φροντίδα του για εκείνη. Ελευθέρωσε το ένα της χέρι και έβαλε την παλάμη της στο λείο του μάγουλο. «Κρατήθηκες άλλη μια φορά και κόντεψα να σε χάσω», του είπε τρυφερά. Ο Λιουκ πάλι δεν κινήθηκε. «Μετά απ’ αυτό, δεν υπάρχει επιστροφή», την προειδοποίησε. «Θα είσαι δική μου, στην καρδιά και στο σώμα». «Θα είσαι κι εσύ δικός μου;» «Εγώ είμαι ήδη δικός σου, Καρλότα». Το νωχελικό του χαμόγελο την καθησύχασε και, όταν κατάλαβε τη διέγερσή του, ο πόθος της έγινε ασυγκράτητος. Τον τράβηξε πάνω της και τον φίλησε, αλλά μετά από λίγο τον έσπρωξε και τον ξάπλωσε ανάσκελα. Η έκπληξη που είδε στα μάτια του της προκάλεσε άλλο ένα κύμα ηδονής. Τον φίλησε στο στόμα ενώ τα χέρια της χάιδευαν το σώμα του και ύστερα, καθώς θυμήθηκε την επίδραση που είχαν τα δικά του χάδια και φιλιά στο δικό της σώμα, άρχισε να κατεβαίνει πιο χαμηλά. Φίλησε το λαιμό του και το σκληρό λείο στήθος του. Ο βαθύς αναστεναγμός του την έκανε να νιώσει πανίσχυρη. Λάτρευε τη γεύση της σάρκας του. Το εκρηκτικό μείγμα από το άρωμά του και το δέρμα του έβαζε φωτιά στις αισθήσεις της. Εξερεύνησε το σώμα του με τα χέρια και το βλέμμα της νιώθοντας δέος μπροστά στο κορμί του που ήταν τόσο όμορφο, συναρπαστικό και παράξενο για εκείνη όσο και μια ξένη χώρα. Φίλησε το επίπεδο στομάχι του, ενώ τα χέ-


ρια της συνέχισαν να τον χαϊδεύουν. Ο Λιουκ αναστέναξε από ηδονή. Η Καρλότα κοίταξε την τοιχογραφία ψηλά και έγλειψε τα χείλη της. Ήθελε να του δώσει όση ηδονή της είχε δώσει κι εκείνος. Του ξέφυγε ένα βογκητό μόλις τον φίλησε πιο χαμηλά. Τον άκουσε να της λέει λόγια αγάπης και να την καθοδηγεί σε αυτό που του έκανε. Ξαφνικά τραβήχτηκε και τη γύρισε ανάσκελα. «Φτάνει», ψιθύρισε με τη βαθιά φωνή του. «Θα τελειώσουμε μαζί». Το στόμα του πήρε ξανά το δικό της και τα δάχτυλά του γλίστρησαν πάλι στο μαγικό σημείο της. Οι γοφοί της ανασηκώθηκαν για να τον συναντήσουν. Ο Λιουκ ήρθε πάνω της κι εκείνη άνοιξε τα πόδια της ανυπομονώντας να τον δεχτεί. Μπήκε μέσα της και η Καρλότα βόγκηξε απαλά. Κινήθηκε μέσα της αργά, χαϊδεύοντας το κορμί της. Την κοιτούσε με φροντίδα, ώσπου εκείνη άρχισε να κινείται μαζί του. Συγκράτησε το δικό του πόθο μέχρι που την έκανε να βογκά από ηδονή, ενώ το σώμα της παλλόταν εκτός ελέγχου. Η Καρλότα τίναξε πίσω το κεφάλι της, μισάνοιξε τα χείλη της και σφίχτηκε πάνω του. Και τότε μόνο αφέθηκε ο Λιουκ να νιώσει την έκσταση αγκαλιάζοντάς την σφιχτά και προφέροντας το όνομά της. Ύστερα κατέρρευσαν και οι δυο τους στο χαλί λαχανιασμένοι. Η φωτιά είχε γίνει μια χρυσή, φωτεινή μάζα που τους τύλιγε στη γλυκιά ζεστασιά της. Εκείνος ξάπλωσε ανάσκελα δίπλα της. Της έπιασε το χέρι και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Ποτέ δεν περίμενα κάτι τόσο όμορφο», ψιθύρισε. «Σε... ευχαρίστησα;» Ο Λιουκ ανασηκώθηκε στον αγκώνα του και την κοίταξε στα μάτια. Τα δικά του έλαμπαν. «Ήσουν... φανταστική». Τη φίλησε, αλλά όταν αποχωρίστηκε τα χείλη της εκείνη γέλασε. «Πήρα οδηγίες από τις ζωγραφιές». Έδειξε τους τοίχους. «Ώστε έτσι, ε;» Ο Λιουκ γέλασε και τη φίλησε ξανά. «Ίσως ο πατέρας σου ζωγραφίσει αυτές τις σκηνές στην κρεβατοκάμαρά μας στην έπαυ-


λη Ντάρβελ. Έχεις αντίρρηση;» «Αν αυτό θέλεις». Ο Λιουκ έφερε το δάχτυλό του στα χείλη της κι ύστερα το έσυρε απαλά μέχρι στα στήθη της. «Όχι θέλω μόνο εσένα, συνέχεια, κάθε βράδυ!» Της χαμογέλασε. «Να παντρευτούμε με ειδική άδεια το συντομότερο δυνατό. Δεν αντέχω να κοιμάμαι μόνος μου έπειτα από αυτό». Η Καρλότα άγγιξε το μάγουλό του. «Ούτε εγώ». Τη φίλησε τρυφερά, και το γυμνό του σώμα σκλήρυνε μόλις την ακούμπησε. «Βλέπεις τι μου κάνεις;» ψιθύρισε γλείφοντας το αυτί της. «Μετά την αποψινή νύχτα, η θεία και ο θείος σου θα σε κρατάνε μακριά μου». Η Καρλότα χάιδεψε τη σκληρή του σάρκα και ένιωσε μεγάλη έξαψη καθώς εκείνος ανταποκρίθηκε στο άγγιγμά της. Τον τράβηξε πάνω της. «Τότε ας μη χάνουμε ούτε λεπτό», ψιθύρισε.


Κεφάλαιο 18

Ένα φωτεινό, ανοιξιάτικο πρωινό, η κομψή ταξιδιωτική άμαξα του λόρδου Ντάρβελ πέρασε καλπάζοντας τις πύλες του Μάλμπερι Κορτ. Ανίκανη να συγκρατηθεί, η Καρλότα έβγαλε το κεφάλι της έξω από το παράθυρο. «Σύντομα θα φανεί το σπίτι... Να το! Το βλέπεις, Λιουκ;» «Βλέπω κάτι που μ’ αρέσει πολύ περισσότερο». Ο Λιουκ την έπιασε από τη μέση και την τράβηξε πάνω του. Εκείνη κατέρρευσε στην αγκαλιά του γελώντας. «Φρόνιμα, κύριε». Ο Λιουκ τη φίλησε, προκαλώντας της κύματα έξαψης. Άραγε θα πάθαινε ποτέ ανοσία στα χάδια του; Η Καρλότα ήλπιζε πως όχι. «Πώς να είμαι φρόνιμος μαζί σου; Σε λατρεύω». Κάθισε δίπλα του και είπε με αυστηρή φωνή: «Δοκίμασε, Λιουκ. Αλλιώς ο αδερφός σου δε θα μας θέλει για νονούς του μικρού Τζέιμς». Ο Λιουκ έκανε ένα κοροϊδευτικό μορφασμό, αλλά, μόλις η άμαξα σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά του Μάλμπερι Κορτ, πήδηξε έξω και γύρισε να τη βοηθήσει να κατέβει, παίζοντας το ρόλο του σοβαρού συζύγου καθώς ο Τζέιμς βγήκε έξω να τους προϋπαντήσει. «Γρήγορα ήρθατε», τους είπε κάνοντας χειραψία με τον αδερφό του. Ύστερα στράφηκε και χαιρέτησε την Καρλότα, τη φίλησε στο μάγουλο και την κοίταξε με θαυμασμό. «Φαίνεσαι πολύ καλά. Να συμπεράνω ότι σε προσέχει ο άσωτος ο αδερφός μου;» «Με κακομεταχειρίζεται φρικτά». «Τις αποσκευές!» Ο Λιουκ χαμογέλασε. «Πες μου αλήθεια, Τζέιμς. Σου μοιάζει η Καρλότα με παραμελημένη σύζυγο;» «Καθόλου. Για την ακρίβεια, και οι δυο σας φαίνεστε πολύ ευτυχισμένοι. Πήγατε στο Λονδίνο;» «Όχι. Όπως ξέρεις, αμέσως μετά το γάμο πήγαμε στην πόλη. Ο πεθερός μου ήθελε να με δείξει σε όλους τους συγγενείς του!»


«Γιατί όχι;» έκανε η Καρλότα. «Είναι πολύ περήφανος για τον καινούριο του γιο. Που είναι μάλιστα και βαρόνος!» Ο Λιουκ της χαμογέλασε και της φίλησε το χέρι. «Από τότε μείναμε στην έπαυλη Ντάρβελ. Τώρα παίρνω τις ευθύνες μου ως κτηματίας πολύ στα σοβαρά». «Ε, καιρός ήταν! Πάμε μέσα. Η Αντέλ είναι στο δωμάτιό της με το μωρό, αλλά μου είπε να πάτε να τη δείτε αμέσως μόλις έρθετε». «Πώς είναι;» ρώτησε η Καρλότα τον Τζέιμς καθώς τους οδηγούσε στο διάδρομο. «Είναι καλά στην υγεία της. Αν θυμάσαι, εγώ ανησυχούσα λίγο που δεν ήθελε να πάρει τροφό για το μωρό. Αλλά θα δεις, κι εκείνη και το μωρό είναι μια χαρά». Ο Τζέιμς τους οδήγησε στις σκάλες και ύστερα στο μεγάλο υπνοδωμάτιο. «Ορίστε, αγάπη μου, τους έφερα κατευθείαν σ’ εσένα, όπως μου ζήτησες. Δεν πρόλαβαν καν να βγάλουν τα παλτά τους». Η Αντέλ ήταν μισοξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο φορώντας μια μπλε μεταξωτή ρόμπα και λικνίζοντας απαλά μια κούνια δίπλα της. Χαμογέλασε και τους άπλωσε τα χέρια της. «Καλή μου Καρλότα. Λιουκ! Ελάτε να δείτε το μικρό σας βαφτιστήρι. Δεν είναι πανέμορφος;» Ο Λιουκ έριξε μια ματιά στον μικρό που ήταν ξαπλωμένος στην κούνια και μουρμούρισε κάτι ακατανόητο. Η Καρλότα κοίταξε την Αντέλ στα μάτια και γέλασε. «Είναι αξιολάτρευτος», παρατήρησε με θαυμασμό σπρώχνοντας τον Λιουκ λίγο πιο πέρα. «Είναι καλό μωρό, ε;» «Κοιμάται πολύ, αλλά όταν είναι ξύπνιος είναι πολύ απαιτητικός, όπως ο πατέρας του», απάντησε η Αντέλ και τα μάτια της έλαμπαν. «Και όλοι λένε ότι έχει το βλέμμα των Έινσλοου». «Εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό», μουρμούρισε ο Τζέιμς. «Είχαμε τόσο πολλούς επισκέπτες που ευχόμουν να είχαμε μετατρέψει το σαλόνι σε υπνοδωμάτιο της Αντέλ. Ο λόρδος και η λαίδη Μπρόξτεντ


μας επισκέφτηκαν χτες και ο κύριος και η κυρία Πράις προχτές. Πήγαιναν στην πόλη να παραγγείλουν το νυφικό της Τζούλια». «Α, ναι, το καλοκαίρι παντρεύεται τον υποκόμη Φέρμπριτζ». Η Καρλότα έγνεψε καταφατικά «Χαίρομαι. Νομίζω πως είναι ταιριαστό ζευγάρι». Έκανε μια παύση. «Είχατε νέα από τον κύριο Γούλατ;» Τα μάτια της Αντέλ έλαμψαν εύθυμα. «Οι κατάσκοποί μου λένε ότι η μητέρα του έχει βρει μια πολύ ταιριαστή νύφη για εκείνον με εξαιρετική ανατροφή, αρκετή περιουσία και από πολύ αξιοσέβαστη οικογένεια». «Ακούγεται υπερβολικά βαρετό», είπε ο Λιουκ. «Όμως και ο Γούλατ βαρετός είναι». Τράβηξε τη Καρλότα στην αγκαλιά του. «Είσαι πολύ καλύτερα μαζί μου, το ξέρεις». Η Καρλότα κοκκίνισε και ύστερα γέλασε καθώς ο Τζέιμς έκανε ένα μορφασμό μπροστά στην εκδήλωση αγάπης του αδερφού του. Ένα πνιχτό κλάμα από την κούνια έστρεψε ξανά την προσοχή τους στο μωρό. Η Αντέλ άρχισε να κουνά πάλι την κούνια και ο Τζέιμς πήγε κοντά να δει το γιο του. «Φοβόμουν πολύ μήπως δεν έβλεπα ποτέ αυτή τη μέρα», είπε ο Τζέιμς σκύβοντας να χαϊδέψει το ροδαλό μάγουλο του μωρού. «Όταν αναποδογύρισε η άμαξα, φοβήθηκα πως σας έχασα και τους δύο». Η Αντέλ του άπλωσε το χέρι της χαμογελώντας του με αγάπη. «Ήξερες όταν παντρευτήκαμε ότι έχω γερή κράση, αγάπη μου. Μια τούμπα δεν αρκεί για να με ξεκάνει». «Παρ’ όλα αυτά, εγώ ποτέ άλλοτε δεν έχω πάει να σκοτώσω άνθρωπο όπως όταν έμαθα ότι ο Ριντ είχε πειράξει τον τροχό. Χαίρομαι που καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα. Αν του έδιναν ελαφρύτερη ποινή, θα έμπαινα στον πειρασμό να πάρω εγώ το νόμο στα χέρια μου». Συνοφρυώθηκε με την ανάμνηση. «Και ο Μάτινγουντ; Περιμένει ακόμα τη μεταφορά του;» ρώτησε ο Λιουκ. «Εκείνος ήταν ο βασικός ένοχος. Ο Ριντ δικές του εντολές εκτε-


λούσε». «Καταδικάστηκε ισόβια σχεδόν μόλις φύγατε για την Ευρώπη». Έμειναν όλοι σιωπηλοί. Ο μικρός Τζέιμς ξέσπασε σε κλάματα και διέκοψε τη σιωπή. Ο Τζέιμς σήκωσε το μωρό τρυφερά και το έδωσε στην Αντέλ. Εκείνη το λίκνισε απαλά στην αγκαλιά της μέχρι να αποκοιμηθεί ξανά. Ο Τζέιμς παρακολούθησε για λίγο τη γυναίκα και το γιο του κι ύστερα στράφηκε στον αδερφό του. «Ο Ντουρίνι θα σας ζωγραφίσει την έπαυλη Ντάρβελ;» «Δυστυχώς όχι! Είναι πολύ απασχολημένος. Μένουν σ’ ένα σπίτι στο Μπράιτον για το καλοκαίρι Δουλεύει τώρα σ’ ένα παλάτι». Το γελαστό βλέμμα του Λιουκ στράφηκε στην Καρλότα. «Ωστόσο μου υποσχέθηκε ότι θα μας ζωγραφίσει το κτίριο για τα λουτρά. Παρεμπιπτόντως, Τζέιμς... θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε το δικό σας όσο είμαστε εδώ. Θέλω να μάθω στην Καρλότα κολύμπι». Η Καρλότα κοκκίνισε νιώθοντας πάνω της το βλέμμα της Αντέλ. «Εξαιρετική ιδέα. Μόλις το μωρό σταματήσει να θηλάζει, να μου μάθεις κι εσύ, Τζέιμς. Θα μου έκανε πολύ καλό η άσκηση». «Ίσως», είπε ο Τζέιμς δείχνοντας αναστατωμένος. «Θα δούμε». «Ξέρεις, αγάπη μου, έχω δει κι εγώ τις τοιχογραφίες στα λουτρά», είπε η Αντέλ διαλέγοντας ένα ζαχαρωτό από ένα πιατάκι στο κομοδίνο της. «Μπήκαμε κρυφά πέρυσι το καλοκαίρι που κάναμε βόλτα». «Δε μου το είπες ποτέ αυτό!» «Νόμιζα ότι θα σκανδαλιζόσουν. Ωστόσο η Καρλότα είναι παντρεμένη κυρία τώρα και η Τζούλια σχεδόν παντρεμένη, οπότε δεν έγινε και τίποτα». «Αντιθέτως», μουρμούρισε ο Λιουκ ρίχνοντας ένα σκανταλιάρικο βλέμμα στην Καρλότα, που κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Ένιωσε ανακούφιση με την πρόταση του κουνιάδου της να αφήσουν την Αντέλ να ξεκουραστεί κι εκείνοι να πάνε στον ξενώνα να τακτοποιηθούν. ***


«Ο Τζέιμς είναι οικογενειάρχης τώρα», παρατήρησε ο Λιουκ όταν έμειναν μόνοι τους. «Είναι φανερό ότι του ταιριάζει ο γάμος». Κοίταξε την Καρλότα που έλυσε τις κορδέλες του καπέλου της, το πέταξε στην άκρη κι ύστερα έβγαλε το πανωφόρι της. Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και, όπως την έλουζε το φως, ο Λιουκ μπορούσε να διακρίνει τις καμπύλες του σώματός της μέσα από τη λεπτή μουσελίνα της. «Και τι πιστεύεις εσύ για το γάμο τώρα που τον έχεις δοκιμάσει μερικούς μήνες;» Ο Λιουκ της άνοιξε την αγκαλιά του κι εκείνη φώλιασε ανάμεσα στα μπράτσα του. «Πιστεύω ότι και σ’ εμένα ταιριάζει». Την έσφιξε πάνω του. Κοίταξε τα μαύρα μάτια της που κοιτούσαν με εμπιστοσύνη τα δικά του, και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Λάτρευε τη γυναίκα του. «Όχι, δεν είναι ο γάμος», είπε αργά, «εσύ είσαι που μου ταιριάζεις, κάρα». Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της κι εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως στο φιλί του. Μισάνοιξε το στόμα της, ενώ το σώμα της έγειρε πάνω στο δικό του ξυπνώντας τον πόθο του. Ο Λιουκ τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. «Λιουκ! Μόλις ήρθαμε». «Δε θα μας ενοχλήσει κανείς. Κλείδωσα την πόρτα». «Ναι, μα δε θα μας περιμένει ο Τζέιμς;» ρώτησε η Καρλότα βραχνά, λαχανιασμένη, σημάδι πως τον ήθελε κι εκείνη. «Όχι, αγάπη μου. Ο Τζέιμς θα πήγαινε να καθίσει με την Αντέλ. Δε χρειάζεται να εμφανιστούμε ξανά πριν το δείπνο». Τράβηξε απαλά τα κορδόνια που έσφιγγαν το μπούστο της. «Θα θέλεις να αλλάξεις φόρεμα...» Έγδυσαν αργά ο ένας τον άλλον, διεγείροντας τις αισθήσεις τους με όλους τους τρόπους που είχαν μάθει τις ημέρες και τις νύχτες φλογερού πάθους που περνούσαν μετά το γάμο τους. «Με το σώμα μου, σου δείχνω πόσο σε λατρεύω», ψιθύρισε ο Λιουκ


ανάμεσα στα φιλιά και τα χάδια τους. Έφτασαν μαζί στην ολοκλήρωση, αγκαλιά, καθώς το πάθος τους ξεχύθηκε με ένα κύμα ευδαιμονίας που τους άφησε και τους δυο αποκαμωμένους. *** Η ανοιξιάτικη μέρα πλησίαζε στο τέλος της, το φως εξασθένιζε. Σύντομα θα τους καλούσαν για το δείπνο. Ο Λιουκ ανασηκώθηκε στον αγκώνα του και κοίταξε την Καρλότα. Εκείνη ήταν κουλουριασμένη στο πλάι, με το χέρι της κάτω από το μάγουλό της. Έσκυψε και τη φίλησε. «Είναι ώρα να σηκωθούμε, κάρα. Σύντομα θα μας χτυπήσει την πόρτα η υπηρέτριά σου». Η Καρλότα γέλασε κοιμισμένη ακόμα. «Δε θα χτυπήσει. Ξέρει». Ανασηκώθηκε και πήγε να πιάσει τη ρόμπα της. Ο Λιουκ την άκουσε να αναστενάζει. «Καρλότα, τι είναι;» «Σκεφτόμουν την Αντέλ και την περιουσία της. Η περιουσία που σου έφερα εγώ είναι ασήμαντη...» «Δε λες και ασήμαντο ποσό τις δέκα χιλιάδες λίρες του θείου σου!» «Όχι, αλλά ο θείος μου επέμεινε να το δεσμεύσει με όρους και διακανονισμούς». «Και καλά έκανε. Σε προστατεύει από τον Άσωτο Βαρόνο». «Ήσουν ποτέ στ’ αλήθεια... άσωτος;» Ο Λιουκ χαμογέλασε και την τράβηξε ξανά πίσω στο κρεβάτι. «Όχι. Ήμουν περισσότερο... άγριος Αλλά τώρα εσύ με έχεις δαμάσει». «Όχι εντελώς, ελπίζω». «Όχι, αγάπη μου, όχι εντελώς». Η Καρλότα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα του αναστενάζοντας ξανά, αλλά αυτή τη φορά με ικανοποίηση. «Είμαι τόσο τυχερή, τόσο... τόσο ευλογημένη που έχω έναν άντρα σαν εσένα, που με αγαπά τόσο πολύ. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο στον κόσμο». Η καρδιά του Λιουκ ξεχείλισε από αγάπη ακούγοντας τα λόγια της. Την έσφιξε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. «Και θα συνεχίσω να σ’


αγαπώ τόσο πολύ», ψιθύρισε και έσκυψε για να τη φιλήσει ξανά, «για πάντα».

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ  
Ο ΑΣΩΤΟΣ ΒΑΡΩΝΟΣ  
Advertisement