Page 1


ΡΟΖΑΜΟΥΝΤ ΠΙΛΤΣΕΡ

To μοναχικό λιοντάρι Μετάφραση ΜΑΡΙΑ ΣΑΚΚΗ

ΩΚΕΑΝΙΔΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Rosamunde Pilcher, Sleeping Tiger 1η έκδοση: Ιούνιος 1999 Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Σακκή © 1967, Rosamunde Pilcher ISBN 960-410-106-4


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Το νυφικό είχε ένα απαλό ζαχαρί χρώμα με μια υπόνοια ρόδινου που θύμιζε το εσωτερικό κοχυλιού. Ήταν φτιαγμένο από πολύ λεπτό, κολλαριστό μετάξι και σάρωνε το κόκκινο χαλί καθώς η Σέλινα προχωρούσε, κι όταν έστριβε, ο ποδόγυρος έμενε στη θέση του, έτσι που ένιωθε μέσα στο φόρεμα σαν μέσα σε πολυτελές περιτύλιγμα. Η μις Στέμπιγκς είπε με την ψιλή, καθωσπρέπει φωνή της, «Αχ, ναι, δεν θα μπορούσατε να διαλέξετε ωραιότερο. Σας πηγαίνει γάντι». Πρόφερε πηγιαίνει. «Πώς σας φαίνεται το μάκρος;» «Δεν ξέρω - εσείς τι λέτε;» «Ας το κοντύνουμε λιγάκι… κυρία Μπέλλοους». Η κυρία Μπέλλοους ξεκόλλησε από τη γωνιά όπου στεκόταν, περιμένοντας να τη φωνάξουν. Η μις Στέμπιγκς ήταν ντυμένη μ’ ένα μεταξωτό κρεπ ντραπέ, αλλά η κυρία Μπέλλοους φορούσε μια μαύρη νάιλον φόρμα και παπούτσια που έμοιαζαν πολύ με παντόφλες. Γονάτισε και, παίρνοντας καρφίτσες από το βελούδινο μαξιλαράκι που ήταν περασμένο με λάστιχο στον καρπό της, άρχισε να σηκώνει λίγο το στρίφωμα. Η Σέλινα παρακολουθούσε τη σκηνή στον καθρέφτη. Δεν ήταν καθόλου σίγουρη πως συμφωνούσε με την άποψη της μις Στέμπιγκς ότι το φόρεμα της πήγίαινε γάντι. Την έκανε να μοιάζει υπερβολικά αδύνατη (ήταν δυνατόν να είχε χάσει κι άλλο βάρος;) και το γλυκό, ζεστό χρώμα του τόνιζε ακόμα περισσότερο τη χλομάδα


της. Το κραγιόν της είχε φύγει και τ αυτιά της πετούσαν. Προσπάθησε να τα καλύψει με τα μαλλιά της, τινάζοντας το κεφάλι της, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μετακινήσει τη σατέν κουάφ που είχε στερεώσει στην κορφή του κεφαλιού της η μις Στέμπιγκς και, όταν σήκωσε το χέρι της για να τη συγκρατήσει, η φούστα ανασηκώθηκε και ζάρωσε, και η κυρία Μπέλλοους ρούφηξε την ανάσ« της μέσα από τα σφιγμένα δόντια της, σαν να επέκειτο μια τρομερή καταστροφή. «Συγγνώμη», είπε η Σέλινα. Η μις Στέμπιγκς βιάστηκε να χαμογελάσει για να την καθησυχάσει και ρώτησε σε ανάλαφρο τόνο, «Ορίσατε την ημερομηνία για το ευτυχές γεγονός;» «Λέμε… σ’ ένα μήνα… νομίζω». «Δεν θα κάνετε ανοιχτό γάμο…;» «Όχι». «Φυσικά… υπ’ αυτές τις συνθήκες». «Εγώ, ειλικρινά, δεν ήθελα κανονικό νυφικό. Αλλά ο Ρό-ντνυ… ο κύριος Όκλαντ…» Κόμπιασε ξανά και μετά το είπε, «Ο μνηστήρας μου…» Η μις Στέμπιγκς χαμογέλασε με αηδιαστική γλυκύτητα. «Επιμένει να ντυθώ νύφη. Λέει πως η γιαγιά μου θα με ήθελε ντυμένη στα άσπρα…» «Και βέβαια θα σας ήθελε. Πόσο δίκιο έχει! Πάντα έλεγα πως ένας πολύ κλειστός γάμος, με τη νύφη ντυμένη στα κάτασπρα, έχει μια δική του, ξεχωριστή γοητεία. Δεν θα έχετε


παράνυφους;» Η Σέλινα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ωραία. Θα είστε οι δυο σας. Τελειώσατε, κυρία Μπέλλοους; Μάλιστα. Πώς σας φαίνεται; Κάντε μερικά βήματα». Η Σέλινα υπάκουσε. «Ναι, είναι πολύ καλύτερο έτσι. Δεν θέλουμε να σκοντάψετε». Η Σέλινα μετακινήθηκε λίγο μέσα στο φόρεμα που θρόιζε. «Το αισθάνομαι κάπως φαρδύ». «Μου φαίνεται πως αδυνατίσατε», παρατήρησε η μις Στέμπιγκς, μαζεύοντας το ύφασμα στην πλάτη. «Μπορεί να ξαναπαχύνω ώς τη μέρα του γάμου». «Αμφιβάλλω. Καλύτερα να το στενέψουμε λίγο, για να είμαστε σίγουρες». Η κυρία Μπέλλοους σηκώθηκε κι έβαλε μερικές καρφίτσες στο ύψος της μέσης. Η Σέλινα γύρισε, έκανε μερικά βήματα ακόμα και μετά τις άφησε να της το βγάλουν με προσοχή· «Πότε θα είναι έτοιμο;» ρώτησε καθώς φορούσε το πουλόβερ της. «Σε δυο βδομάδες υπολογίζω», απάντησε η μις Στέμπιγκς. «Για το στεφανάκι αποφασίσατε;» «Ναι, μάλλον. Είναι αρκετά απλό». «Ωραία. Αυτό, θα σας το δώσω λίγες μέρες νωρίτερα ώστε να το


δείξετε στον κομμωτή σας. Θα ’λεγα να μαζέψετε ψηλά τα μαλλιά σας και να τα περάσετε μέσα από το διάδημα…» Η Σέλινα είχε τη μανία να κρύβει τ αυτιά της γιατί τα θεωρούσε μεγάλα και πεταχτά, αλλά μουρμούρισε ένα άβουλο, «ναι», κι έπιασε τη φούστα της. «Και μην ξεχάσετε τα παπούτσια, μις Μπρους». «Μείνετε ήσυχη, θ’ αγοράσω ένα ζευγάρι άσπρα. Ευχαριστώ πολύ για όλα, μις Στέμπιγκς». «Παρακαλώ». Η μις Στέμπιγκς της κράτησε ευγενικά τη ζακέτα του ταγιέρ της. Παρατήρησε πως η Σέλινα φορούσε τα μαργαριτάρια της γιαγιάς της, ένα κολιέ με δυο σειρές αστραφτερά μαργαριτάρια που κατέληγαν σ’ ένα κούμπωμα με ζαφείρια και διαμάντια. Παρατήρησε επίσης το δαχτυλίδι των αρραβώνων, ένα πελώριο ζαφείρι σε σχήμα άστρου, δεμένο με διαμαντάκια και μαργαριτάρια. Λαχταρούσε να το σχολιάσει, δεν ήθελε όμως να φανεί περίεργη και άξεστη. Έτσι, παρακολούθησε βυθισμένη σε μια διακριτική σιωπή τη Σέλινα να παίρνει τα γάντια της, και μετά παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα του δοκιμαστηρίου και τη συνόδευσε ώς έξω. «Αντίο, μις Μπρους. Ευχαριστώ που μας προτιμήσατε». «Εγώ ευχαριστώ. Αντίο, μις Στέμπιγκς». Κατέβηκε με το ασανσέρ, διέσχισε διάφορα τμήματα του πολυκαταστήματος κι έφτασε τελικά στην περιστρεφόμενη πόρτα που έβγαζε στο δρόμο. Ύστερα από τη ζέστη του εσωτερικού χώρου, η μαρτιάτικη μέρα της φάνηκε ακόμη


πιο*παγερή. Ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, σκόρπια μικρά άσπρα σύννεφα έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα σπρωγμένα από το δυνατό αέρα, τον ίδιο που ανακάτεψε τα μαλλιά της, σήκωσε τη φούστα της και γέμισε σκόνη τα μάτια της, όταν η Σέλινα στάθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου για να καλέσει ένα ταξί. «Πού πάμε;» ρώτησε ο οδηγός, ένας νεαρός με σπορ, καρό κασκέτο, που έμοιαζε με εκπαιδευτή σκύλων. «Στο Μπράντλυ, παρακαλώ». «Έγινε!» Το ταξί μύριζε άρωμα απορρυπαντικού ανακατεμένο με καπνό μπαγιάτικου πούρου. Η Σέλινα έτριψε τη σκόνη από τα μάτια της και κατέβασε το τζάμι. Το πάρκο ήταν γεμάτο κίτρινους νάρκισσους, τα δέντρα είχαν αρχίσει να πρασινίζουν και τα καινούργια φύλλα ήταν ολόδροσα κι απρόσβλητα ακόμη από την κάπνα και τη βρομιά της πόλης. Μια κοπέλα έκανε ιππασία καβάλα σ’ ένα καφέ άλογο. Ήταν μια μέρα για εξοχή, για να κατέβει κανείς ένα λόφο, να τρέξει προς τη θάλασσα, όχι για να διασχίζει το Λονδίνο. Οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα από κόσμο που είχε ξεχυθεί για το μεσημεριανό διάλειμμα, επιχειρηματίες και κυρίες που γύριζαν από τα ψώνια, δακτυλογράφους και μπίτνικς, Ινδιάνους και ερωτευμένους που αψηφούσαν γελώντας τον άνεμο, πιασμένοι από το χέρι. Μια γυναίκα πουλούσε βιολέτες σε μια γωνιά του πεζοδρομίου, κι ακόμα κι ο γέρος που σεργιανούσε φορώντας δυο διαφημιστικές ταμπέλες είχε βάλει στο πέτο του άθλιου, ξεχειλωμένου σακακιού του έναν κίτρινο νάρκισσο.


Το ταξί έστριψε στην οδό Μπράντλυ και σταμάτησε έξω από το ξενοδοχείο. Ο θυρωρός έτρεξε να της ανοίξει την πόρτα κι η Σέλινα του χαμογέλασε βγαίνοντας από το αυτοκίνητο. Την ήξερε, γιατί γνώριζε καλά τη γιαγιά της, τη γριά κυρία Μπρους. Η Σέλινα ερχόταν με τη γιαγιά της στο Μπράντλυ για φαγητό από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι. Τώρα η κυρία Μπρους ήταν νεκρή και η Σέλινα ερχόταν μόνη, αλλά ο θυρωρός την αναγνώριζε και τη χαιρετούσε με τ’ όνομά της. «Καλημέρα, μις Μπρους». «Καλημέρα». Άνοιξε την τσάντα της για να βγάλει το πορτοφόλι της. «Ωραία μέρα σήμερα». «Φυσάει πολύ». Πλήρωσε τον ταξιτζή, τον ευχαρίστησε και πήγε προς την πόρτα. «Ήρθε ο κύριος Όκλαντ;» «Ναι, πριν από πέντε λεπτά». «Ωχ, άργησα πάλι!» «Δεν πειράζει, τους κάνει καλό να περιμένουν λίγο». Της γύρισε την περιστρεφόμενη πόρτα, και η Σέλινα βρέθηκε απότομα μέσα στο ζεστό, πολυτελή χώρο του ξενοδοχείου. Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν η μυρωδιά των φρέσκων πούρων, των νόστιμων φαγητών, των λουλουδιών και των γυναικείων αρωμάτων. Βλέποντας τις μικρές συντροφιές των κομψών ατόμων που κάθονταν στις πανάκριβες πολυθρόνες, η Σέλινα αισθάνθηκε ξεμαλλιασμένη κι ασουλούπωτη. Ετοιμαζόταν να


τρέξει προς τις γυναικείες τουαλέτες για να φτιαχτεί κάπως, όταν ο άντρας που καθόταν μόνος στο μπαρ την είδε, σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος της. Ήταν ψηλός και καλοφτιαγμένος, γύρω στα τριάντα πέντε, και ντυμένος με τη στολή του επιτυχημένου επιχειρηματία: σκούρο γκρίζο κοστούμι, ριγέ πουκάμισο κι απρόσωπη, σοβαρή γραβάτα. Το πρόσωπό του ήταν αρυτίδωτο και με ωραία χαρακτηριστικά, και μικρά αυτιά κολλημένα στο κρανίο, και πυκνά, ίσια κάστανα μαλλιά που συναντούσαν στον αυχένα το καλοσιδερω-μενο κολάρο του αστραφτερού πουκαμίσου του. Στο μπροστινό μέρος του καλοραμμένου γιλέκου του κρεμόταν μια χρυσή αλυσίδα ρολογιού. Τα μανικετόκουμπα και το ρολόι του ήταν κι αυτά ολόχρυσα. Είχε την εμφάνιση ανθρώπου με οικονομική άνεση, καλή ανατροφή, καλό γούστο, αλλά με κάπως αυταρχικό και επιδεικτικό χαρακτήρα. «Σέλινα», είπε. Η Σέλινα γύρισε απότομα και τον είδε. «Ω, Ρόντνυ…» Κοντοστάθηκε. Εκείνος έσκυψε, τη φίλησε και είπε: «Άργησες». «Το ξέρω. Συγγνώμη. Είχε πολλή κίνηση». Τα μάτια του, αν και ευγενικά, της έλεγαν ξεκάθαρα πως την έβρισκε χάλια. Ήταν έτοιμη να του πει, «Πάω να φρεσκαριστώ», όταν ο Ρόντνυ την πρόλαβε λέγοντας, «Πήγαινε να φρεσκαριστείς λίγο». Η Σέλινα νευρίασε και προς στιγμήν


σκέφτηκε να του πει ότι αυτό ακριβώς ετοιμαζόταν να κάνει την ώρα που τη σταμάτησε, αλλά τελικά αποφάσισε πως δεν άξιζε τον κόπο. Έτσι, του χαμογέλασε μόνο, κι εκείνος της ανταπόδωσε το χαμόγελο, και χωρίστηκαν προσωρινά -και φαινομενικά σε πλήρη αρμονία. Όταν επέστρεψε, με τα κοκκινόχρυσα μαλλιά της χτενισμένα, λίγη πούδρα στη μύτη και ανανεωμένο το κραγιόν στα χείλη της, ο Ρόντνυ καθόταν και την περίμενε σ* ένα μικρό καναπεδάκι με σατέν ταπετσαρία. Στο τραπεζάκι μπροστά του, ήταν δυο ποτήρια, ένα με μαρτίνι γι’ αυτόν κι ένα με ξηρό λευκό τσέρι για τη Σέλινα. Κάθισε δίπλα του κι εκείνος είπε, «Αγάπη μου, πριν μιλήσουμε για οτιδήποτε άλλο, πρέπει να σου πω ότι το σχέδιό μας για σήμερα το απόγευμα αναβάλλεται. Έχω ραντεβού μ’ ένα σημαντικό πελάτη στις δύο. Δεν φαντάζομαι να σε πειράζει. Μπορούμε να το κάνουμε αύριο». Είχαν σχεδιάσει να πάνε στο καινούργιο διαμέρισμα, που είχε νοικιάσει ο Ρόντνυ και στο οποίο σκόπευαν να μείνουν μετά το γάμο τους. Οι μπογιατζήδες και οι ηλεκτρολόγοι είχαν τελειώσει και τώρα το μόνο που έμενε ήταν να πάρουν μέτρα για να παραγγείλουν τα χαλιά και τις κουρτίνες και να διαλέξουν τα χρώματα. Η Σέλινα του είπε πως φυσικά και δεν την πείραζε καθόλου αυτή η αναβολή. Ενδόμυχα, μάλιστα, χαιρόταν γι’ αυτήν, αφού για τις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες δεν θα ήταν αναγκασμένη να υποστεί το μαρτύριο της επιλογής των υφασμάτων και των χρωμάτων.


Ο Ρόντνυ της χαμογέλασε ξανά, ικανοποιημένος από τη συγκατάθεσή της. Έπιασε το χέρι της, έστριψε λίγο το δαχτυλίδι έτσι ώστε το ζαφείρι να βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του λεπτού δαχτύλου της και είπε: «Τι έκανες σήμερα το πρωί;» Η Σέλινα είχε να δώσει μια μάλλον ρομαντική απάντηση σ’ αυτή την ξερή ερώτηση. «Διάλεξα το νυφικό μου». «Αγάπη μου!» Φάνηκε ενθουσιασμένος. «Από πού;» Του είπε. «Θα σου φανεί πεζό, το ξέρω, αλλά πήγα στη μις Στέμπιγκς -είναι η προϊσταμένη του τμήματος γυναικείων, και η γιαγιά πήγαινε πάντα εκεί… και σκέφτηκα πως ήταν καλύτερα να πάω σε γνωστή. Αλλιώς μπορεί να διάλεγα κάτι τελείως ανάρμοστο και απαίσιο». «Γιατί το λες αυτό;» «Ε, ξέρεις τώρα πόσο εύκολα με τουμπάρουν οι πωλήτριες. Μπορούν να με πείσουν ν’ αγοράσω οτιδήποτε». «Πώς είναι αυτό που διάλεξες;» «Νά, είναι ζαχαρί και λίγο προς το ροζ. Δεν μπορώ να στο περιγράψω…» «Με μακριά μανίκια;» «Ναι, βέβαια».


«Κοντό ή μακρύ;» Κοντό ή μακρύ! Η Σέλινα γύρισε και τον κοίταξε έντρομη. «Κοντό ή μακρύ; Μακρύ, φυσικά! Αχ, Ρόντνυ, μήπως έπρεπε να πάρω κοντό; Δεν πέρασε καθόλου απ’ το μυαλό μου, δεν ήξερα καν πως φτιάχνουν κοντά νυφικά». «Ηρέμησε, αγάπη μου, πώς κάνεις έτσι;» ^ «Ίσως έπρεπε να πάρω κοντό. Αφού θα κάνουμε τοσο κλειστό γάμο, το μακρύ θα μοιάζει γελοίο, έτσι δέν είναι,» «Μπορείς να το αλλάξεις». «Όχι δεν μπορώ. Το έφεραν στα μέτρα μου». «Καλά, τότε…» Ο Ρόντνυ προσπάθησε να την καθησυχάσει. «Δεν πειράζει». «Δεν θα είμαι γελοία;» «Όχι, βέβαια». «Είναι πραγματικά πολύ όμορφο». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Έχω να σου αναγγείλω κι εγώ ένα ευχάριστο νέο. Μίλησα στον κύριο Άρθουρστοουν, και δέχτηκε να σε συνοδεύσει στην εκκλησία». «Α!» Ο κύριος Άρθουρστοουν ήταν ο μεγαλοδικηγόρος με τον οποίο συνεργαζόταν ο Ρόντνυ, ένας ηλικιωμένος εργένης με πολύ


σκουριασμένες ιδέες. Η Σέλινα ήξερε ότι υπέφερε από αρθριτικά στα γόνατα, και η σκέψη πως θα έμπαινε στην εκκλησία υποβαστάζοντας μάλλον τον κύριο Άρθουρστοουν παρά στηριγμένη στο μπράτσο του, της προκαλούσε φρίκη. Ο Ρόντνυ συνέχισε, υψώνοντας ελαφρά τα φρύδια, «Αγάπη μου, θα μπορούσες, νομίζω, να δείξεις λίγο περισσότερο ενθουσιασμό». «Ω, μα χάρηκα. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Αλλά, είναι υποχρεωτικό να με συνοδεύσει κάποιος; Δεν μπορούμε να πάμε μαζί στην’εκκλησία, να μπούμε μαζί μέσα, κ,αι να παντρευτούμε;» «Αυτό δεν γίνεται». «Μα, τον ξέρω ελάχιστα τον κύριο Άρθουρστοουν». «Όχι δα! Τον ξέρεις και μάλιστα πολύ καλά. Ασχολείται τόσα χρόνια με τις υποθέσεις της γιαγιάς σου». «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τον γνωρίζω καλά». «Δεν θα τον παντρευτείς, θα μπεις μόνο μαζί του στην εκκλησία! Κάποιος πρέπει να σε συνοδεύσει». «Δεν καταλαβαίνω γιατί». «Γιατί έτσι είθισται, αγάπη μου. Και δεν υπάρχει κανείς άλλος* το ξέρεις». Η Σέλινα, πράγματι, το ήξερε. Ούτε πατέρας, ούτε παππούς,


ούτε θείος, ούτε αδελφός. Δεν είχε κανέναν. Μόνο τον κύριο Άρθουρστοουν. Αναστέναξε βαθιά. «Έχεις δίκιο». Ο Ρόντνυ της χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι. «Έτσι μπράβο! Και τώρα, σου έχω μια έκπληξη. Ένα δώρο». «Ένα δώρο;» έκανε η Σέλινα όλο περιέργεια. Ήταν δυνατόν να είχε επηρεαστεί και ο Ρόντνυ από την ανοιξιάτικη ευφορία αυτής της ολόλαμπρης μαρτιάτικης μέρας; Είχε άραγε, στο δρόμο προς το Μπράντλυ και το ραντεβού του με τη Σέλινα, υποκύψει στον πειρασμό να μπει σε μια χαριτωμένη μπουτίκ για να της αγοράσει κάτι άχρηστο κι ανάλαφρο που θα έδινε μια ρομαντική πινελιά στην ημέρα της; «Αλήθεια, Ρόντνυ; Πού είναι;» (Στην τσέπη του; Τα ακριβά δώρα ήταν πάντα μικροσκοπικά.) Ο Ρόντνυ έβαλε το χέρι του πίσω από την πλάτη του και της παρουσίασε ένα πακέτο τυλιγμένο σε χαρτί βιβλιοπωλείου και δεμένο με σπάγκο. «Ορίστε», είπε. Η Σέλινα προσπάθησε να κρύψει την απογοήτευσή της. Ήταν ένα βιβλίο. Έλπιζε να ήταν τουλάχιστον ευχάριστο κι αστείο. «Α, βιβλίο!»


Το βάρος του έσβησε αμέσως την ελπίδα πως θα την έκανε να γελάσει. Έδειχνε μάλλον για κάποιο επιμορφωτικό βιβλίο με πολύπλοκες αναλύσεις για διάφορα επίκαιρα κοινωνικά προβλήματα. Εκτός κι αν ήταν ταξιδιωτικό, με προσωπικές μαρτυρίες σχετικά με τα ανιαρά ήθη και έθιμα των λαών της Κεντρικής Αφρικής. Ο Ρόντνυ το είχε βάλει σκοπο του να βελτιώσει τη μόρφωση της Σέλινα, και τον ενοχλούσε πολύ που εκείνη έδειχνε μια σαφή προτίμηση στα περιοδικά, τα βιβλία τσέπης και τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Το ίδιο συνέβαινε και σ’ άλλους τομείς. Η Σέλινα λάτρευε το θέατρο, αλλά δεν άντεχε τα βαριά έργα που διαρκούσαν τέσσερις ώρες και ασχολούνταν με την άθλια ζωή δύο ανθρώπων που ζούσαν στο δρόμο δίπλα σε σκουπιδοτενεκέδες. Αγαπούσε το μπαλέτο, αλλά προτιμούσε οι μπαλαρίνες να φοράνε τούλινες φουστίτσες και να χορεύουν Τσαϊκόφσκυ. Όσο για τα μουσικά της γούστα, δεν περιλαμβάνανε τα κονσέρτα με σόλο βιολί, που της άφηναν μια πικρή γεύση στο στόμα. «Ναι, ένα βιβλίο», είπε ο Ρόντνυ. «Το διάβασα κι εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ, που σου αγόρασα ένα αντίτυπο». «Σ’ ευχαριστώ». Ζύγισε το πακέτο. «Για τι πράγμα μιλάει;» «Για ένα νησί στη Μεσόγειο». «Ακούγεται ενδιαφέρον». «Είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας, μπορούμε να πούμε. Αυτός ο τύπος πήγε να ζήσει εκεί πριν από έξι-εφτά χρόνια. Διαρρύθμισε όπως το ήθελε ένα σπίτι, κι ανακατεύτηκε με τους ντόπιους. Τα σχόλιά του για τον ισπανικό τρόπο ζωής μου


φάνηκαν πολύ ισορροπημένα, πολύ λογικά και σωστά. Θα σου αρέσει, Σέλινα». «Ναι, σίγουρα θα μ’ αρέσει», συμφώνησε εκείνη, αφήνοντας το βιβλίο στον καναπέ, δίπλα της. «Σ’ ευχαριστώ πολύ, Ρόντνυ, που σκέφτηκες να μου το αγοράσεις». Μετά το φαγητό, και πριν χωρίσουν, στάθηκαν λίγο στο πεζοδρόμιο, ο Ρόντνυ με το καπέλο του κατεβασμένο ώς τη μύτη σχεδόν, και η Σέλινα με το δώρο της στο χέρι και τον αέρα να της ανακατεύει πάλι τα μαλλιά και να της τα φέρνει στο πρόσωπο. «Εσύ τι θα κάνεις σήμερα το απόγευμα;» τη ρώτησε. «Δεν ξέρω». «Δεν πας ως το Γούλλαντς να δεις για κουρτίνες; Διάλεξε μερικά δείγματα να τα πάρουμε μαζί μας στο διαμέρισμα, αύριο». «Ναι». Ήταν μια σωστή, λογική υπόδειξη. «Καλή ιδέα». Την ενθάρρυνε μ’ ένα χαμόγελο. Η Σέλινα του το ανταπόδωσε. «Λοιπόν, γεια σου», της είπε. Φυσικά, δεν τη φίλησε δημοσίως. «Γεια σου, Ρόντνυ. Σ’ ευχαριστώ για το γεύμα. Και για το δώρο», θυμήθηκε να προσθέσει. Έκανε μια χειρονομία για να της δείξει πως δεν άξιζε τον κόπο να τον ευχαριστεί για τίποτα από τα δύο. Μετά, μ’ ένα τελευταίο χαμόγελο, έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε με


γοργό βήμα, χρησιμοποιώντας την ομπρέλα του σαν μπαστούνι καθώς άνοιγε επιδέξια δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. Εκείνη έμεινε στη θέση της, περιμένοντας μήπως και γύριζε να της ρίξει μια τελευταία ματιά ή να της κουνήσει το χέρι, αλλά εκείνος δεν το έκανε. Η Σέλινα αναστέναξε. Η μέρα είχε ζεστάνει κι άλλο. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί από το δυνατό αέρα, ο ήλιος έλαμπε, κι εκείνης της φάνηκε ανυπόφορη η ιδέα να κλειστεί σ’ ένα αποπνικτικό μαγαζί για να διαλέξει ύφασμα για τις κουρτίνες του σαλονιού. Προχώρησε αμέριμνα προς το Πικαντίλλυ, διέσχισε το δρόμο με κίνδυνο της ζωής της και μπήκε στο πάρκο. Τα δέντρα είχαν βάλει την πιο ωραία φορεσιά τους και το γρασίδι ήταν φρέσκο και καταπράσινο, όχι πια καμένο και κιτρινισμένο από το χειμωνιάτικο κρύο. Το πατούσες και μύριζε όπως το καλοκαίρι. Κάτω από τα δέντρα απλώνονταν ολόκληρα χαλιά από ανθισμένους κίτρινους και μοβ κρόκους και, πάνω σ’ αυτά τα ζωντανά χαλιά, ήταν τοποθετημένες καρέκλες ανά δύο. Πήγε και κάθισε σε μια απ’ αυτές, άπλωσε τα πόδια της μπροστά κι έγειρε πίσω, στρέφοντας το κεφάλι της στον ήλιο. Σε λίγο ένιωσε στο δέρμα της το τσίμπημα της ζέστης. Ανακάθισε, έβγαλε το σακάκι του ταγιέρ της, ανέβασε τα μανίκια του πουλόβερ της και σκέφτηκε, μπορώ να πάω στο Γούλλαντς αύριο το πρωί. Από μπροστά της πέρασε ένα κοριτσάκι πάνω σ’ ένα ποδήλατο με βοηθητικές ρόδες. Πίσω του, ερχόταν ο πατέρας του μ’ ένα μικρό σκυλάκι. Το κοριτσάκι φορούσε κόκκινο καλσόν, μπλε φουστάνι και μια μαύρη κορδέλα στα μαλλιά. Ο πατέρας της


ήταν αρκετά νέος και φορούσε ένα πουλόβερ με γυριστό γιακά μέσα από το τουίντ σακάκι του. Όταν η μικρή σταμάτησε και κατέβηκε από το ποδήλατο για να πάει να μυρίσει τους κρόκους, εκείνος δεν δοκίμασε να την εμποδίσει, απλώς την παρακολουθούσε, κρατώντας το ποδήλατο για να μην τσουλήσει, και χαμογέλασε όταν το κοριτσάκι έσκυψε αποκαλύπτοντας τον χαριτωμένο κόκκινο πισινό του. «Δεν μυρίζουν», είπε η μικρή. «Θα στο έλεγα, αν με είχες ρωτήσει», της απάντησε ο πατέρας της. «Γιατί δεν μυρίζουν;» «Δεν έχω ιδέα». «Νόμιζα πως όλα τα λουλούδια έχουν μυρωδιά». «Τα περισσότερα έχουν. Έλα, πάμε». «Μπορώ να μαζέψω λίγα;» «Δεν θα στο συνιστούσα». «Γιατί;» «Γιατί δεν θ’ αρέσει στους φύλακες του πάρκου». «Γιατί δεν θα τους αρέσει;» «Γιατί το απαγορεύει ο κανονισμός». «Γιατί;»


«Για να μπορεί να τα βλέπει όλος ο κόσμος. Έλα, πάμε τώρα». Το κοριτσάκι υπάκουσε, ανέβηκε στο ποδηλατάκι του και συνέχισε να ποδηλατεί στο μονοπάτι, με τον πατέρα του από πίσω. Η Σέλινα παρακολούθησε τη σκηνή με ανάμικτα αισθήματα χαράς και θλιμμένης νοσταλγίας. Σ’ όλη της τη ζωή αφούγκραζόταν τις ζωές και τις συζητήσεις άλλων οικογενειών, άλλων παιδιών, άλλων γονιών. Αναρωτιόταν ασταμάτητα ποιες να ήταν οι σχέσεις τους. Όταν ήταν μικρή και πήγαινε στο πάρκο με την Άγκνες, την νταντά της, στεκόταν πάντα λίγο πιο πέρα από εκεί όπου έπαιζαν τα άλλα παιδιά, λαχταρώντας να την καλέσουν κι αυτή στο παιχνίδι τους, αλλά μην τολμώντας να το ζητήσει. Και την καλούσαν σπάνια, γιατί ήταν ένα πολύ ντροπαλό παιδί, πάντα πολύ καλοντυμένο και καθαρό, και η Άγκνες που καθόταν στο διπλανό παγκάκι κι έπλεκε είχε ένα πολύ αυστηρό κι απαγορευτικό ύφος. Μόλις της φαινόταν πως η Σέλινα κινδύνευε να μπει σε παρέα παιδιών που η κυρία Μπρους θα θεωρούσε «ακατάλληλα», η Άγκνες μάζευε το κουβάρι της, το τρυπούσε με τις βελόνες της και δήλωνε ότι ήταν ώρα να γυρίσουν στο Κουίνς Γκέητ. Εκεί κατοικούσαν μόνο θηλυκά -ένας μικρός γυναικείος κόσμος, τον οποίο κυβερνούσε η κυρία Μπρους. Η Άγκνες, που ήταν κάποτε καμαριέρα της, η κυρία Χόπκινς η μαγείρισσα, και η Σέλινα, ήταν όλες υπάκουες υπήκοοί της. Σπάνια διάβαινε το κατώφλι κάποιος άντρας εκτός από τον κύριο Άρθουρστοουν, το δικηγόρο της γιαγιάς, ή, πιο πρόσφατα, τον Ρόντνυ Όκλαντ, το βοηθό του κυρίου Άρθουρστοουν. Όποτε εμφανιζόταν κανένας άλλος -για να διορθώσει ένα σωλήνα, ή να βάψει, ή να


δει το ρολόι του ηλεκτρικού- η Σέλινα έτρεχε κοντά του και τον βομβάρδιζε με ερωτήσεις. Ήταν παντρεμένος; Είχε παιδιά; Πώς τα έλεγαν τα παιδιά του; Πού πήγαιναν διακοπές; Ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που θύμωναν την Άγκνες. «Τι θα πει η γιαγιά σου, αν μάθει πως απασχολούσες τον άνθρωπο από τη δουλειά του;» «Δεν τον απασχολούσα». Πού και πού η Σέλινα γινόταν πεισματάρα. «Γιατί θες να μιλάς με κάτι τέτοιους;» Δεν μπορούσε ν’ απαντήσει, γιατί δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια για ποιο λόγο ήταν γι’ αυτήν τόσο σημαντικό. Κανείς όμως δεν ήθελε να της μιλήσει για τον πατέρα της. Το όνομά του δεν αναφερόταν ποτέ. Η Σέλινα δεν ήξερε καν πώς τον έλεγαν, γιατί η κυρία Μπρους ήταν η μητέρα της μητέρας της και η Σέλινα είχε πάρει το δικό της επίθετο. Μια φορά που είχε αγαναχτήσει για κάτι, είχε ρωτήσει ευθέως, «Θέλω να μάθω πού είναι ο πατέρας μου. Γιατί δεν έχω μπαμπά; Όλα τ’ άλλα παιδιά έχουν». Είχε πάρει την ψυχρή, αν και με καλοσύνη, απάντηση, πως ο πατέρας της είχε πεθάνει. Η Σέλινα, που πήγαινε ταχτικά στο Κατηχητικό, ρώτησε: «Θες να πεις ότι βρίσκεται στον ουρανό;» Η κυρία Μπρους βάλθηκε να λύνει με επιμέλεια έναν κόμπο


στο μαλλί του πλεξίματός της. Δυσκολευόταν να δεχτεί πως Αυτός ο Άντρας έκανε παρέα με τους αγγέλους, αλλά το θρησκευτικό της αίσθημα επικράτησε -εξάλλου θα ήταν αμαρτία να απογοητεύσει το παιδί. «Ναι», είπε. «Πώς πέθανε;» «Σκοτώθηκε στον πόλεμο». «Πώς σκοτώθηκε;» (Δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα πιο φρικιαστικό από το θάνατο κάτω από τις ρόδες ενός λεωφορείου.) «Δεν μάθαμε ποτέ, Σέλινα. Ειλικρινά δεν μπορώ να σου πω. Και τώρα -» η κυρία Μπρους κοίταξε το ρολόι της με ύφος που έλεγε ότι η συζήτηση είχε τελειώσει. «Πήγαινε να πεις στην Άγκνες πως είναι η ώρα του περιπάτου σου». Η Άγκνες, όταν στριμώχτηκε, ήταν λίγο πιο αποκαλυπτική. «Άγκνες, ο πατέρας μου έχει πεθάνει». «Ναι», είπε η Άγκνες. «Το ξέρω». «Πότε πέθανε;» «Στον πόλεμο. Το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε». «Με γνώρισε;» «Όχι. Πέθανε πριν γεννηθείς».


Αυτό ήταν αποθαρρυντικό. «Εσύ τον είχες δει, Αγκνες;» «Ναι», απάντησε απρόθυμα η Άγκνες. αρραβωνιασμένος με τη μητέρα σου».

«Όταν

ήταν

«Πώς τον έλεγαν, Άγκνες;» «Αυτό, δεν μπορώ να σου το πω. Υποσχέθηκα στη γιαγιά σου να μη σου το πω. Δεν θέλει να ξέρεις». «Καλά… πες μου, όμως, ήταν καλός; Ήταν όμορφος; Τι χρώμα είχαν τα μαλλιά του; Πόσων χρόνων ήταν; Εσύ τον συμπαθούσες;» Η Άγκνες, που είχε και αυτή αρχές, απάντησε στη μοναδική ερώτηση που μπορούσε ν’ απαντήσει με ειλικρίνεια. «Ήταν πολύ όμορφος. Αρκετά είπαμε όμως. Προχώρα, Σέλινα, και μη σέρνεις τα πόδια σου. Θα χαλάσεις τις μύτες των καινούργιων παπουτσιών σου». «Θα ’θελα να ’χω κι εγώ μπαμπά», είπε η Σέλινα, κι αργότερα, το ίδιο απόγευμα, πέρασε πάνω από μισή ώρα κοντά σ’ έναν πατέρα κι ένα γιο που έπαιζαν μ* ένα καραβάκι στη λιμνούλα του πάρκου, παρακολουθώντας τους και πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο, με την ελπίδα ν’ ακούσει τι έλεγαν. Βρήκε τη φωτογραφία όταν ήταν δεκαπέντε χρόνων. Ήταν μια καταθλιπτική, βροχερή, λονδρέζικη Τετάρτη. Δεν είχε τίποτα να κάνει. Η Άγκνες είχε έξοδο, η κυρία Χόπκινς καθόταν με τα


πόδια της που έπασχαν από αρθριτικά πάνω σ’ ένα σκαμνάκι και διάβαζε απορροφημένη το Πηπλ ς Φρεντ. Η γιαγιά έπαιζε μπριτζ στο σαλόνι. Οι πνιχτές φωνές και η μυρωδιά των ακριβών τσιγάρων ξεγλιστρούσαν αλλοιωμένες από τη χαραμάδα της κλειστής πόρτας. Η Σέλινα, μην έχοντας τίποτα να κάνει, τριγύριζε άσκοπα μέσα στο σπίτι. Μπήκε στον ξενώνα, χάζεψε τη θέα από το παράθυρο, έκανε μερικές γκριμάτσες μπροστά στον τρίφυλλο καθρέφτη κι ετοιμαζόταν να βγει, όταν το μάτι της έπεσε στη μικρή βιβλιοθήκη, ανάμεσα στα δυο κρεβάτια. Σκέφτηκε πως ίσως έβρισκε κάποιο βιβλίο που να μην το είχε διαβάσει, κι έτσι πήγε κοντά κι άρχισε να ψάχνει. Το ακροδάχτυλό της σύρθηκε πάνω στις ράχες των βιβλίων και σταμάτησε στη Ρεβέκκα. Μια κιτρινισμένη έκδοση του μεσοπολέμου. Το τράβηξε, το άνοιξε και τότε έπεσε η φωτογραφία. Η φωτογραφία ενός άντρα. Η Σέλινα τη μάζεψε. Ένας άντρας με στολή. Με πολύ σκούρα μαλλιά, ακανόνιστα φρύδια, ένα λακκάκι στο πιγούνι και δυο μαύρα μάτια, λαμπερά και γελαστά, παρ’ όλο που το πρόσωπό του ήταν σοβαρό. Ήταν ένας στρατιώτης, καλοβαλμένος, με άψογη στολή κι ένα αστέρι να γυαλίζει στη μια επωμίδα του. Αυτή ήταν η αρχή μια θαυμάσιας υπόνοιας. Κάπου πίσω από το μελαχρινό, ακτινοβόλο πρόσωπο, υπήρχε μια υποψία του δικού της. Πήρε τη φωτογραφία και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη προσπαθώντας να βρει ομοιότητες στα οστά του προσώπου, στη γραμμή των μαλλιών, στο τετράγωνο σαγόνι της. Δεν υπήρχαν πολλές. Εκείνος ήταν πολύ όμορφος και η Σέλινα ασχημούλα. Τ’ αυτιά του ήταν κολλημένα στο κεφάλι του, ενώ τα δικά της πεταχτά.


Γύρισε τη φωτογραφία και διάβασε την αφιέρωση που ήταν γραμμένη στο πίσω μέρος της: Στη λ ατρευτή μου Χάρριετ, Τζ. και δυο σταυρουδάκια για φιλιά. Χάρριετ έλεγαν τη μητέρα της. Η Σέλινα βεβαιώθηκε πως ο άντρας της φωτογραφίας ήταν ο πατέρας της. Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν γι’ αυτήν την ανακάλυψη. Έβαλε τη Ρεβέκκα πίσω στη θέση της και πήρε τη φωτογραφία στο δωμάτιό της. Από τότε την κουβαλούσε πάντα μαζί της, τυλιγμένη σε τσιγαρόχαρτο για να την κρατάει καθαρή και γυαλιστερή. Επιτέλους, αισθανόταν πως είχε ρίζες, έστω και αδύναμες, συνέχιζε όμως να νιώθει ανικανοποίητη, κι εξακολουθούσε να παρατηρεί τις άλλες οικογένειες και να κρυφακούει τις συζητήσεις τους… Μια παιδική φωνή την αφύπνισε απ’ τις σκέψεις της. Η Σέλινα ονειρευόταν κάτω από τον ήλιο. Τώρα, καθώς συνήλθε ξαφνικά, έφτασε στ’ αυτιά της το αδιάκοπο μουγκρητό της κυκλοφορίας, οι κόρνες των αυτοκινήτων από το μποτιλιάρισμα στο Πικαντίλλυ και η τσιριχτή φωνή ενός μικρού κοριτσιού καθισμένου στο καροτσάκι του. Το άλλο κοριτσάκι με το ποδήλατο κι ο μπαμπάς του είχαν εξαφανιστεί προ πολλού. Τώρα η Σέλινα έβλεπε άλλες παρέες να περνούν, κι ένα ερωτευμένο ζευγάρι καθισμένο στο γρασίδι λίγα μέτρα πιο κει, αγκαλιασμένο κι αδιάφορο.


Η ξύλινη καρέκλα ήταν σκληρή και η Σέλινα ένιωθε πιασμένη. Κουνήθηκε λίγο για να ξεμουδιάσει, και το πακέτο που της είχε δώσει ο Ρόντνυ γλίστρησε από την ποδιά της κι έπεσε κάτω. Έσκυψε, το σήκωσε και τελείως αφηρημένα το άνοιξε. Το εξώφυλλο του βιβλίου ήταν από άσπρο γυαλιστερό χαρτί, με τον τίτλο γραμμένο με έντονα κόκκινα γράμματα: ΦΙΕΣΤΑ ΣΤΟ ΚΑΛΑ ΦΟΥΕΡΤΕ του Τζωρτζ Ντάυερ Η Σέλινα έκανε ένα μορφασμό απογοήτευσης. Το βιβλίο φαινόταν πολύ βαρύ. Το ξεφύλλισε και το έκλεισε, σαν να το είχε κιόλας διαβάσει όλο, με το οπισθόφυλλο προς τα πάνω. Το πρόσωπο ξεπήδησε θαρρείς απ’ τη φωτογραφία, όπως συμβαίνει συχνά με ένα όνομα που ξεπηδάει από τη στήλη μιας εφημερίδας. Ήταν μια ενσταντανέ φωτογραφία μεγεθυμένη, ώστε να γεμίσει το χώρο στο οπισθόφυλλο. Ο Τζωρτζ Ντάυερ φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό, που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την πολύ σκούρα επιδερμίδα του. Αμέτρητες ρυτίδες απλώνονταν ακτινωτά από τις άκρες των ματιών του, σχημάτιζαν αυλάκια από τη μύτη ώς τα χείλη του κι έσκαβαν το μέτωπό του. Παρ* όλα αυτά, ήταν το ίδιο πρόσωπο. Δεν είχε αλλάξει τόσο πολύ. Το λακκάκι στο πιγούνι ήταν πάντα εκεί. Τα μικρά, κολλητά στο κεφάλι αυτιά, το φως στα μάτια. Ο Τζωρτζ Ντάυερ. Ο συγγραφέας. Ο άντρας που είχε πάει να ζήσει σ’ ένα νησί στη Μεσόγειο κι έγραφε για τους κατοίκους ισορροπημένα και λογικά. Αυτό ήταν το όνομά του. Τζωρτζ Ντάυερ. Η Σέλινα άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε τη


φωτογραφία του πατέρα της και με τρεμάμενα δάχτυλα την έβαλε δίπλα στην άλλη. Ο Τζωρτζ Ντάυερ. Είχε εκδώσει ένα βιβλίο. Και ήταν ζωντανός.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Πήρε ένα ταξί για να γυρίσει στο Κουίνς Γκέητ, ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, μπήκε σαν σίφουνας στο διαμέρισμα και φώναξε την Άγκνες. «Εδώ είμαι, στην κουζίνα», της απάντησε εκείνη. Έφτιαχνε τσάι. Μόλις η Σέλινα μπήκε μέσα, η Άγκνες, που εκείνη τη στιγμή έριχνε το τσάι στην τσαγιέρα, σήκωσε τα μάτια της. Ήταν μια μικρόσωμη γυναίκα χωρίς ηλικία, με μια ελαφρώς ξινισμένη έκφραση που ήταν η άμυνά της απέναντι στις τραγωδίες της ζωής, γιατί κατά βάθος είχε την πιο χρυσή καρδιά του κόσμου και δεν άντεχε ν* ακούει για δυστυχίες, βάσανα και θλίψεις που δεν μπορούσε ν’ ανακουφίσει. «Οι κακόμοιροι οι Αλγερινοί», έλεγε καθώς έβαζε το καπέλο της για να πάει να στείλει μια ταχυδρομική επιταγή από το υστέρημά της. Και στη διάρκεια της εκστρατείας για το «Τέλος της Πείνας», είχε μείνει νηστική τα μεσημέρια επί επτά συνεχόμενες μέρες, με αποτέλεσμα να υποφέρει από εξάντληση και δυσπεψία. Το διαμέρισμα στο Κουίνς Γκέητ είχε ήδη πουληθεί, και, όταν ο Ρόντνυ και η Σέλινα θα παντρεύονταν και θα μετακόμιζαν στο καινούργιο τους σπίτι, η Άγκνες θα πήγαινε να μείνει μαζί τους. Είχαν δυσκολευτεί αρκετά μέχρι να την πείσουν: σίγουρα η Σέλινα δεν θα ήθελε τη γριά Άγκνες μέσα στα πόδια της… θα ήθελε να κάνει μια καινούργια αρχή στο δικό της πια σπιτικό… Η Σέλινα είχε καταφέρει να διαβεβαιώσει την Άγκνες πως αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ναι,


συνέχιζε τις αντιρρήσεις της η Άγκνες, αλλά δεν θα ήθελε ο κύριος Όκλαντ. Θα ’ταν σαν να του φόρτωναν ξαφνικά την πεθερά του του ανθρώπου! Ο Ρόντνυ, δασκαλεμένος από τη Σέλινα, είχε κατορθώσει να μεταπείσει την Άγκνες. Μετά εκείνη είχε πει πως δεν της άρεσε η ιδέα ν’ αλλάξει σπίτι, πως ήταν πολύ μεγάλη για μετακομίσεις αλλά, όταν της έδειξαν το καινούργιο διαμέρισμα, κατενθουσιάστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, από το πόσο φωτεινό ήταν, από τις βολές και τις ανέσεις του, τη μεγάλη αμερικάνικη κουζίνα που την έλουζε ο ήλιος, και το μικρό καθιστικό, με θέα στο πάρκο και τηλεόραση, που θα ήταν αποκλειστικά δικό της. Στο κάτω κάτω, έλεγε τώρα η Άγκνες στον εαυτό της, θα πήγαινε μαζί τους για να τους βοηθάει. Θα τους έκανε όλες τις δουλειές. Κι όταν θα ’ρχόταν η ώρα, θα ξαναγινόταν η νταντά της καινούργιας γενιάς μωρών κι αυτή η προοπτική ξύπνησε ξανά το ισχυρό μητρικό της ένστικτο. Τώρα είπε, «Νωρίς γύρισες. Νόμιζα πως θα πηγαίνατε να μετρήσετε τα πατώματα». Η Σέλινα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, αναψοκοκκινισμένη από το τρέξιμο, με τα γαλανά μάτια της να γυαλίζουν σαν κρυστάλλινοι βόλοι. Η Άγκνες συνοφρυώθηκε. «Τι έχεις καλή μου;» Η Σέλινα προχώρησε κι ακούμπησε ένα βιβλίο πάνω στο τραπέζι. Κοίταξε την Άγκνες στα μάτια και ρώτησε: «Τον έχεις ξαναδεί αυτόν τον άντρα;» Η Άγκνες, φανερά θορυβημένη, κατέβασε αργά τα μάτια της στο βιβλίο. Η αντίδρασή της ήταν πέρα για πέρα ικανοποιητική. Έβγαλε ένα πνιχτό αγκομαχητό, άφησε να της


πέσει το κουταλάκι που κρατούσε στο χέρι της και κάθισε απότομα στη γαλάζια καρέκλα. Η Σέλινα περίμενε πως θα έφερνε το χέρι στην καρδιά της. Έσκυψε πάνω από το τραπέζι. «Τον γνωρίζεις, Άγκνες;» «Ω», έκανε η Άγκνες. «Με κατατρόμαξες!» Η Σέλινα δεν πτοήθηκε. «Τον έχεις ξαναδεί, έτσι δεν είναι;» «Αχ, Σέλινα… πού το… Πώς έμαθες… Πότε…» Δεν μπορούσε να σχηματίσει μια σωστή πρόταση ή να ολοκληρώσει μια ερώτηση. Η Σέλινα τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί της. «Είναι ο πατέρας μου, έτσι δεν είναι;» Η Άγκνες φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Έτσι τον λένε; Τζωρτζ Ντάυερ; Αυτό ήταν το όνομα του πατέρα μου;» Η Άγκνες μάζεψε όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει για ν’ απαντήσει, «Όχι. Δεν τον έλεγαν έτσι». Η Σέλινα τα έχασε. «Πώς τον έλεγαν, τότε;» «Τζέρρυ… Ντώσον». «Τζέρρυ Ντώσον. Τζ. Ντ. Τα ίδια αρχικά. Το ίδιο πρόσωπο. Είναι ψευδώνυμο. Μα, ναι, αυτό είναι. Γράφει με ψευδώνυμο». «Μα, Σέλινα… ο πατέρας σου σκοτώθηκε». «Πότε;» «Αμέσως μετά την απόβαση στη Νορμανδία».


«Πώς ξέρουμε ότι σκοτώθηκε; Τον είδαν να πεθαίνει; Πέθανε στην αγκαλιά κάποιου συντρόφου του; Ξέρουμε με βεβαιότητα ότι σκοτώθηκε;» Η Άγκνες πέρασε τη γλώσσα πάνω απ’ τα χείλη της. «Ήταν αγνοούμενος και ανακηρύχθηκε νεκρός». Η ελπίδα ξαναγεννήθηκε στην καρδιά της Σέλινα. «Τότε δεν μπορούμε να είμαστε σίγουρες». «Περιμέναμε τρία χρόνια και μετά τον ανακήρυξαν νεκρό. Ειδοποίησαν τη γιαγιά σου γιατί η Χάρριετ… ξέρεις. Πέθανε όταν γεννήθηκες». «Ο πατέρας μου δεν είχε οικογένεια;» «Απ’ ό,τι ξέραμε, όχι. Ήταν ένα από τα πράγματα που ενοχλούσαν τη γιαγιά σου. Έλεγε πως δεν είχε υπόβαθρο. Η Χάρριετ τον γνώρισε σ’ ένα πάρτι. Δεν συστήθηκαν με τους τύπους, όπως θα ’θελε η γιαγιά σου». «Για το Θεό, Άγκνες, γινόταν πόλεμος! Ο πόλεμος μαινόταν ήδη επί πέντε χρόνια. Δεν το είχε παρατηρήσει η γιαγιά;» «Πώς, βέβαια, αλλά είχε τα κριτήρια και τις αρχές της και δεν άλλαζε τις πεποιθήσεις της. Δεν είναι κακό αυτό». «Καλά, ας τ’ αφήσουμε αυτά. Η μητέρα μου τον ερωτεύτηκε». «Τρελά», παραδέχτηκε η Άγκνες. «Και παντρεύτηκαν».


«Χωρίς την έγκριση της κυρίας Μπρους». «Κι εκείνη συγχώρησε τη Χάρριετ;» «Ω, ναι, δεν κρατούσε ποτέ κακία. Εξάλλου, η Χάρριετ ξανάρθε να μείνει εδώ. Βλέπεις, τον πατέρα σου τον έστειλαν… τότε έλεγαν “Κάπου στην Αγγλία”. Αλλά τον έστειλαν στη Γαλλία… δυο μέρες μετά τη μεγάλη απόβαση, νομίζω. Αμέσως μετά σκοτώθηκε. Δεν τον ξαναείδαμε». «Ώστε έμειναν παντρεμένοι…» «Τρεις βδομάδες». Η Άγκνες κατάπιε τον κόμπο που είχε σταθεί στο λαιμό της. «Τουλάχιστον, πρόλαβαν να ζήσουν το μήνα του μέλιτος». «Και η μητέρα μου έμεινε έγκυος», είπε η Σέλινα. Η Άγκνες την κοίταξε αμίλητη και φανερά σοκαρισμένη. Δεν περίμενε να ξέρει η Σέλινα τέτοιες λέξεις και γενικά τέτοια πράγματα. «Ε, ναι». Το βλέμμα της έπεσε στο πρόσωπο που φιγουράριζε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Το ίσιωσε μηχανικά, καθώς κοίταζε την πονηρή λάμψη στα σκούρα μάτια. Κι εκείνου τα μάτια ήταν σκούρα καστανά. Του Τζέρρυ Ντώσον. Μπορεί να ήταν ο Τζέρρυ Ντώσον; Σίγουρα του έμοιαζε, ή μάλλον κάπως έτσι θα ήταν τώρα, αν δεν είχε σκοτωθεί τόσο νέος και τόσο όμορφος. Οι αναμνήσεις ανάβλυσαν από τα βάθη της μνήμης της και δεν ήταν όλες κακές. Αυτός ο άντρας είχε δώσει στη Χάρριετ μια ακτινοβολία και μια ζωντάνια που η Άγκνες δεν είχε ξαναδεί, ούτε φανταζόταν πως μπορούσε να έχει μέσα της. Είχε


φλερτάρει και με την Άγκνες, αθώα, δίνοντάς της μια λίρα στα κρυφά. Η Άγκνες δεν ήταν περήφανη γι’ αυτό, αν και τότε την είχε διασκεδάσει. Μια νότα κεφιού και χαράς σε μια ζωή που ήταν ιδιαίτερα μουντή και μαύρη εκείνη την εποχή. Είχε φυσήξει ένας άνεμος ανδρισμού μέσα σ’ αυτό το καθαρά γυναικείο σπίτι. Μόνο η κυρία Μπρους είχε αντισταθεί στη γοητεία του. «Είναι ένας άχρηστος», είχε δηλώσει. «Φαίνεται με την πρώτη. Ποιος είναι; Τι είναι; Από πού κρατάει η σκούφια του; Αν του βγάλεις τη στολή θα μείνει ένας όμορφος τιποτένιος. Χωρίς αίσθημα ευθύνης. Χωρίς σχέδια για το μέλλον. Τι μπορεί να προσφέρει στη Χάρριετ;» Κατά κάποιο τρόπο, βέβαια, ζήλευε. Της άρεσε να διευθύνει τη ζωή των άλλων, να ελέγχει τη συμπεριφορά τους και τα χρήματα που ξόδευαν. Σκόπευε να διαλέξει εκείνη τον άντρα που θα παντρευόταν η Χάρριετ. Αλλά ο Τζέρρυ Ντώσον, εκτός από γοητεία είχε και προσωπικότητα και αποφασιστικότητα και στο τέλος είχε κερδίσει τη μάχη. Αργότερα, ύστερα από το θάνατό του, ύστερα κι από το θάνατο της Χάρριετ, που δεν την ήθελε πια τη ζωή της, η κυρία Μπρους είπε στην Άγκνες: «Θ’ αλλάξω το επώνυμο του μωρού από Ντώσον σε Μπρους. Μίλησα ήδη στον κύριο Άρθουρστοουν και θα το ταχτοποιήσει. Νομίζω ότι είναι το πιο λογικό». Η Άγκνες δεν συμφωνούσε. Αλλά δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση στην κυρία Μπρους. «Μάλιστα, κυρία», είχε πει.


«Και, Άγκνες, θα προτιμούσα να μεγαλώσει χωρίς να ξέρει τίποτα για τον πατέρα της. Ποιος ο λόγος άλλωστε; Μόνο κακό θα της κάνει… θα της δημιουργήσει αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Βασίζομαι σε σένα, Άγκνες, ξέρω πως δεν θα μ’ απογοητεύσεις». Κρατούσε το μωρό στα γόνατά της, είχε σηκώσει τα μάτια, και οι δυο γυναίκες είχαν κοιταχτεί πάνω από το χνουδωτό κεφαλάκι του. Μέτα από μια μικρή παύση, η Άγκνες είχε ξαναπεί, «Μά-λίστα, κυρία», κι είχε ανταμειφθεί μ* ένα φευγαλέο, ψυχρό χαμόγελο. Η κυρία Μπρους σήκωσε τη Σέλινα και την απόθεσε στην αγκαλιά της Άγκνες. «Τώρα είμαι πιο ήσυχη», είπε. «Σ’ ευχαριστώ, Άγκνες». Η Σέλινα είπε, «Πιστεύεις κι εσύ πως είναι ο πατέρας μου, έτσι δεν είναι;» «Η αλήθεια είναι πως δεν είμαι σίγουρη, Σέλινα». «Γιατί αρνιόσουν να μου πεις τ’ όνομά του;» «Είχα υποσχεθεί στη γιαγιά σου να μη σου το πω ποτέ. Και τώρα, πάτησα τον όρκο μου». «Δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς». Μια σκέψη πέρασε ξαφνικά από το μυαλό της Άγκνες. «Πώς ήξερες το παρουσιαστικό του;» «Βρήκα μια φωτογραφία, πριν χρόνια. Δεν το είπα ποτέ σε κανέναν».


«Δεν φαντάζομαι να θέλεις να κά… κάνεις κάτι». Η φωνή της Άγκνες έτρεμε από ταραχή, στη σκέψη και μόνο μιας τέτοιας προοπτικής. «Θα μπορούσα να πάω να τον βρω», είπε η Σέλινα. «Ποιο το όφελος; Ακόμα κι αν είναι ο πατέρας σου». «Είναι ο πατέρας μου. Το ξέρω. Το νιώθω. Όλα συνηγορούν. Όλα όσα μου είπες. Όλα όσα είπες…» «Αν είναι έτσι, τότε γιατί δεν γύρισε πίσω, στη Χάρριετ, μετά τον πόλεμο;» «Πού να ξέρω; Μπορεί να τραυματίστηκε, να έπαθε αμνησία. Συνέβαιναν αυτά τότε, ξέρεις». Η Άγκνες δεν μίλησε. «Μπορεί η γιαγιά μου να του είχε φερθεί τόσο απαίσια που…» «Όχι», την έκοψε η Άγκνες. «Αυτό δεν θα έπαιζε κανένα ρόλο για τον κύριο Ντώσον». «Θα ’θελε να ξέρει πως έχει μια κόρη. Πως απέκτησε εμένα. Κι εγώ θέλω να μάθω γι’ αυτόν. Θέλω να μάθω τι άνθρωπος είναι και πώς μιλάει και τι πιστεύει και τι κάνει. Θέλω να νιώσω πως ανήκω σε κάποιον. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι θα πει να μην ανήκεις πραγματικά σε κανέναν». Η Άγκνες όμως μπορούσε να καταλάβει, γιατί γνώριζε τη λαχτάρα της Σέλινα απ’ όταν ήταν παιδάκι ακόμη. Δίστασε, και μετά της έκανε τη μόνη πρόταση που μπόρεσε να σκεφτεί. «Γιατί δεν το συζητάς με τον κύριο Όκλαντ;» είπε.


Το γραφείο του εκδότη βρισκόταν στον τελευταίο όροφο του κτιρίου, στο τέλος μιας ανοδικής διαδρομής μ’ ένα τρεμάμενο ασανσέρ, που συνεχιζόταν με μια μικρή σκάλα, στενούς διαδρόμους και ξανά μια μικρή σκάλα. Τελικά, αρκετά λαχανιασμένη και με την εντύπωση πως όπου να ’ναι θα έβγαινε στην ταράτσα, η Σέλινα βρέθηκε μπροστά σε μια πόρτα που έγραφε «Α.Τζ. Ράτλαντ». Χτύπησε. Της απάντησε μόνο ο ήχος μιας γραφομηχανής. Η Σέλινα άνοιξε την πόρτα κι έριξε μια ματιά μέσα στο δωμάτιο. Η κοπέλα που δακτυλογραφούσε σήκωσε τα μάτια, σταμάτησε για μια στιγμή να χτυπάει τα πλήκτρα και είπε: «Παρακαλώ;» «Θα ήθελα να δω τον κύριο Ράτλαντ». «Έχετε ραντεβού;» «Τηλεφώνησα σήμερα το πρωί. Λέγομαι μις Μπρους. Μου είπε πως αν έρθω γύρω στις δέκα και μισή…» Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν δέκα και είκοσι. Η δακτυλογράφος κούνησε το κεφάλι της. «Είναι απασχολημένος αυτή τη στιγμή. Καθίστε μέχρι να τελειώσει». ^ανάσκυψε στη γραφομηχανή της. Η Σέλινα μπήκε, έκλεισε την πόρτα πίσω της και κάθισε σε μια μικρή, σκληρή καρέκλα. Από το εσωτερικό γραφείο ακούγονταν πνιχτές αντρικές φωνές. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου, τα μουρμουρητά ζωήρεψαν κι ακούστηκε ο ήχος μιας καρέκλας που σύρθηκε στο πάτωμα κι αμέσως μετά βήματα. Η πόρτα του εσωτερικού γραφείου άνοιξε και βγήκε ένας άντρας. Στην προσπάθειά του να φορέσει το


παλτό του, του έπεσε το ντοσιέ που κρατούσε. «Αχ, τι αδέξιος που είμαι…» Έσκυψε και μάζεψε τα χαρτιά. «Ευχαριστώ για όλα, κύριε Ράτλαντ…» «Παρακαλώ. Ελάτε ξανά, όταν θα έχετε κάποιες καινούργιες ιδέες για την εξέλιξη της πλοκής». «Θα έρθω, δίχως άλλο». Ο άντρας χαιρέτησε και βγήκε. Ο εκδότης ετοιμάστηκε να γυρίσει στο γραφείο του, και η Σέλινα αναγκάστηκε να σηκωθεί και να τον φωνάξει. Γύρισε και την κοίταξε. «Ναι;» Ήταν πιο μεγάλος απ’ ό,τι τον είχε φανταστεί, πολύ φαλακρός, με μικρά γυαλιά, απ’ αυτά που επιτρέπουν να βλέπεις κι από πάνω τους. Έτσι την κοίταζε τώρα, πάνω από τα γυαλιά, σαν δάσκαλος. «Ε… νομίζω πως έχουμε ραντεβού». «Αλήθεια;» «Μάλιστα. Είμαι η Σέλινα Μπρους. Σας τηλεφώνησα το πρωί». «Είμαι τρομερά απασχολημένος…» «Δεν θα σας απασχολήσω πολύ». «Είστε συγγραφέας;» «Όχι, τίποτα τέτοιο. Θέλω μόνο να με βοηθήσετε να… λύσω ορισμένες απορίες μου».


Αναστέναξε. «Καλά, περάστε». Παραμέρισε για να μπει στο γραφείο του η Σέλινα. Παντού υπήρχαν βιβλία και χειρόγραφα. Στις βιβλιοθήκες, πάνω στο γραφείο, στα τραπέζια, στις καρέκλες, ακόμα και πάνω στο κόκκινο τούρκικο χαλί. Δεν της ζήτησε συγγνώμη για την ακαταστασία. Δεν το θεωρούσε, φαίνεται, απαραίτητο… και πράγματι δεν ήταν. Έδει-ξε τη μοναδική ελεύθερη καρέκλα στη Σέλινα και πήγε να καθίσει πίσω από το γραφείο του. Πριν καν προλάβει να βολευτεί, η Σέλινα άρχισε να του εξηγεί. «Κύριε Ράτλαντ, σας ζητώ ειλικρινά συγγνώμη για την ενόχληση καί θα φροντίσω να σας απασχολήσω όσο το δυνατόν λιγότερο. Πρόκειται γι’ αυτό το βιβλίο που εκδώσατε, το Φιέστα στο Κάλ α Φουέρτε». «Α, ναι, του Τζωρτζ Ντάυερ». «Ναι. Ξέρετε… ξέρετε κάτι γι’ αυτόν;» Ο κύριος Ράτλαντ της απάντησε με μια σιωπή που την έκανε να παραλύσει, και μ’ ένα διαπεραστικό βλέμμα που την τρόμαξε ακόμα περισσότερο. «Γιατί;» τη ρώτησε στο τέλος. «Ξέρετε εσείς;» «Ναι. Ή τουλάχιστον νομίζω πως ξέρω. Ήταν φίλος… της γιαγιάς μου, η οποία πέθανε πριν έξι βδομάδες και θα… νά, θα ήθελα να τον ενημερώσω».


«Δώστε μου ένα γράμμα και θα φροντίσω να το λάβει». Η Σέλινα πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαναδοκίμασε. «Ξέρετε πολλά γι’ αυτόν;» «Υποθέτω όσα κι εσείς. Φαντάζομαι πως διαβάσατε το βιβλίο». «Εννοώ… τον έχετε συναντήσει;» «Όχι», είπε ο κύριος Ράτλαντ. «Δεν τον έχω γνωρίσει από κοντά. Μένει στο Κάλα Φουέρτε, στο νησί Σαν Αντόνιο. Νομίζω πως ζει εκεί τα τελευταία έξι ή επτά χρόνια». «Δεν ήρθε ποτέ στο Λονδίνο; Ούτε καν για την έκδοση του βιβλίου;» Ο κύριος Ράτλαντ κούνησε το κεφάλι του, και η φαλάκρα γυάλισε στο φως του ήλιου. «Ξέρετε… ξέρετε αν είναι παντρεμένος;» «Τότε δεν ήταν. Αλλά μπορεί, στο μεταξύ, να παντρεύτηκε». «Και πόσων χρόνων είναι;» «Δεν έχω ιδέα». Αρχισε ν’ ανυπομονεί. «Αγαπητή μου, με καθυστερείτε και δεν έχω χρόνο για χάσιμο». «Το ξέρω. Συγγνώμη, αλλά πίστευα πως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε. Σκεφτόμουν ότι ίσως βρισκόταν στο Λονδίνο αυτή την εποχή και μπορούσα να τον δω». «Οχι, λυπάμαι». Ο κύριος Ράτλαντ σηκώθηκε για να της δείξει πως η συζήτηση είχε τελειώσει. Η Σέλινα τον μιμήθηκε, κι


εκείνος τη συνόδευσε ώς την πόρτα. Αφού την άνοιξε είπε: «Πάντως, αν θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί του, ευχαρίστως να διαβιβάσω ένα γράμμα σας στον κύριο Ντάυερ». «Ευχαριστώ. Και πάλι συγγνώμη που σας καθυστέρησα». «Δεν πειράζει. Καλή σας μέρα». «Χαίρετε». Αλλά την ώρα που διέσχιζε το χώρο υποδοχής, είχε ένα τόσο απελπισμένο ύφος, που η καρδιά του κυρίου Ράτλαντ μαλάκωσε. Συνοφρυώθηκε, έβγαλε τα γυαλιά του και είπε: «Μις Μπρους». Η Σέλινα γύρισε. «Στέλνουμε όλες τις επιστολές του στο Γιοτ Κλαμπ του Σαν Αντόνιο, αλλά το σπίτι του λέγεται Κάζα Μπάρκο και είναι στο Κάλα Φουέρτε. Θα κερδίσετε χρόνο αν του γράψετε απευθείας. Κι αν το κάνετε, θυμίστε του πως ακόμα περιμένω την περίληψη του δεύτερου βιβλίου του. Του έχω στείλει μια ντουζίνα γράμματα, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχει διάθεση να μου απαντήσει». Η Σέλινα χαμογέλασε, και ο εκδότης έμεινε άφωνος βλέποντας πόσο τη μεταμόρφωσε αυτό το χαμόγελο. «Αχ, ευχαριστώ πολύ», του είπε. «Σας είμαι ευγνώμων». «Παρακαλώ», απάντησε ο κύριος Ράτλαντ.


Το άδειο διαμέρισμα δεν ήταν το πιο κατάλληλο μέρος για μια τόσο σημαντική συζήτηση, αλλά δεν υπήρχε άλλο. Η Σέλινα διέκοψε απότομα τις παρατηρήσεις του Ρόντνυ σχετικά με τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα των μονόχρωμων και των πολύχρωμων χαλιών, λέγοντας αποφασιστικά, «Ρόντνυ, θέλω να σου μιλήσω». Εκείνος την κοίταξε κάπως ενοχλημένος. Σ’ όλη τη διάρκεια του φαγητού αλλά και μετά, μέσα στο ταξί, του είχε φανεί διαφορετική. Είχε φάει ελάχιστα και ήταν αφηρημένη, σαν κάτι να την απασχολούσε. Επιπλέον, φορούσε μια μπλούζα που δεν πήγαινε με την κανελιά φούστα και το ασορτί παλτό της, και της είχε φύγει ένας πόντος στη δεξιά κάλτσα. Η Σέλινα ήταν πάντα καλοντυμένη και περιποιημένη σαν σιαμαία γάτα, κι αυτές οι μικρές ανωμαλίες του είχαν προκαλέσει ανησυχία. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. Η Σέλινα προσπάθησε να συναντήσει το βλέμμα του, να πάρει μια βαθιά ανάσα και να κρατήσει την ψυχραιμία της, αλλά η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα και το στομάχι της ανακατευόταν σαν να είχε μόλις βγει από έναν πολύ γρήγορο ανελκυστήρα. «Δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά πρέπει να σου μιλήσω». Ο Ρόντνυ κατσούφιασε. «Δεν μπορείς να περιμένεις ώς το βράδυ; Αυτή είναι η μοναδική ευκαιρία που έχουμε για να μετρήσουμε το…»


«Αχ, Ρόντνυ, σε παρακαλώ, βοήθησέ με κι άκουσε τι θέλω να σου πω». Εκείνος δίστασε για μια στιγμή κι ύστερα, με μια καρτερική έκφραση, άφησε κάτω το βιβλίο με τα δείγματα των χαλιών, δίπλωσε το ξύλινο μέτρο και το έβαλε στην τσέπη του. «Καλά, λοιπόν. Σε ακούω». Η Σέλινα σάλιωσε τα χείλη της. Το άδειο διαμέρισμα της προκαλούσε μια αλλόκοτη ταραχή. Οι φωνές τους αντηχούσαν μέσα στο μεγάλο χώρο και δεν υπήρχαν έπιπλα ή μπιμπελό να ψηλαφήσει, ούτε κάποιο μαξιλαράκι να διορθώσει για να εκτονώσει τη νευρικότητά της. Ένιωθε σαν να την είχαν ανεβάσει σε μια πελώρια άδεια σκηνή και είχε ξεχάσει ξαφνικά τα λόγια του ρόλου της. Πήρε βαθιά αναπνοή και είπε, «Πρόκειται για τον πατέρα μου». Η έκφραση του Ρόντνυ δεν άλλαξε. Ήταν καλός δικηγόρος και κάλος παίκτης του πόκερ. Ήξερε τα πάντα για τον Τζέρρυ Ντώσον, γιατί η κυρία Μπρους και ο κύριος Άρθουρστοουν είχαν θεωρήσει απαραίτητο να τον ενημερώσουν γι’ αυτόν πριν αρκετά χρόνια. Ήξερε επίσης πως η Σέλινα δεν γνώριζε το παραμικρό για τον πατέρα της. Και δεν σκόπευε να την ενημερώσει εκείνος. «Τι συμβαίνει με τον πατέρα σου;» ρώτησε καλοσυνάτα. «Νά… νομίζω πως ζει».


Ολοφάνερα ανακουφισμένος, ο Ρόντνυ έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες του και γέλασε πνιχτά. «Σέλινα…» «Όχι, μην το πεις. Μην πεις πως είναι πεθαμένος. Άκουσέ με πρώτα. Θυμάσαι το βιβλίο που μου χάρισες χθες; Το Φιέστα στο Κάλ α Φουέρτε. Δεν έχει στο οπισθόφυλλο τη φωτογραφία του συγγραφέα, του Τζωρτζ Ντάυερ;» Ο Ρόντνυ έγνεψε καταφατικά. «Ε, λοιπόν… είναι ίδιος ο πατέρας μου». Ο Ρόντνυ την κοίταξε για λίγο αμίλητος και, αφού αφομοίωσε την πληροφορία, ρώτησε: «Και πού ξέρεις πώς ήταν ο πατέρας σου;» «Ξέρω, γιατί πριν χρόνια βρήκα μια φωτογραφία του ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Και νομίζω πως είναι το ίδιο πρόσωπο». «Εννοείς πως ο Τζωρτζ Ντάυερ είναι…» Σταμάτησε εγκαίρως. «Ο Τζέρρυ Ντώσον», συμπλήρωσε θριαμβευτικά τη φράση του η Σέλινα. Ο Ρόντνυ ένιωσε σαν να έφευγε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. «Πώς ξέρεις τ’ όνομά του; Δεν έπρεπε να το μάθεις ποτέ». «Μου το είπες χθες η Άγκνες».


«Μα, η Άγκνες δεν είχε το δικαίωμα να…» «Αχ, Ρόντνυ, προσπάθησε να καταλάβεις! Δεν φταίει αυτή. Την αιφνιδίασα. Έβαλα τη φωτογραφία του Τζωρτζ Ντάυερ μπροστά της, πάνω στο τραπέζι, και παραλίγο να λιποθυμήσει». «Σέλινα, δεν το έχεις συνειδητοποιήσει ακόμη πως ο πατέρας σου έχει πεθάνει;» «Μα, Ρόντνυ, δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του. Ήταν αγνόούμενος και συμπέραναν πως ήταν νεκρός! Κανείς δεν έμαθε τι ακριβώς συνέβη…» «Τότε γιατί δεν γύρισε όταν τελείωσε ο πόλεμος;» «Μπορεί να ήταν άρρωστος. Μπορεί να έπαθε αμνησία. Μπορεί να έμαθε το θάνατο της μητέρας μου». «Και τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια;» «Δεν ξέρω. Αλλά τα τελευταία έξι χρόνια ζει στο Σαν Αντόνιο». Μόλις το είπε, συνειδητοποίησε πως ο Ρόντνυ θα την ρωτούσε πώς το είχε μάθει, και βιάστηκε να προσθέσει, «Το λέει στο βιβλίο του», γιατί δεν ήθελε να του πει πως είχε πάει στον κύριο Ράτλαντ. «Έχεις μαζί σου τη φωτογραφία του πατέρα σου;» «Όχι αυτή του βιβλίου». «Δεν εννοούσα αυτήν. Εννοούσα την άλλη»;


Η Σέλινα δίστασε. «Ναι, την έχω». «Γιά να τη δω». «Θα… μου την επιστρέψεις…;» Ένας ελαφρύς εκνευρισμός χρωμάτισε τη φωνή του Ρόντνυ. «Αγαπητό μου παιδί, για ποιον με πέρασες;» Η Σέλινα κοκκίνισε από ντροπή, γιατί ήξερε ότι ο Ρόντνυ δεν ήταν ικανός ούτε να σκεφτεί μια τέτοια ατιμία. Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε την πολύτιμη φωτογραφία και του την έδωσε. Εκείνος την πήρε και πήγε να την κοιτάξει στο φως, κοντά στο παράθυρο. Η Σέλινα τον ακολούθησε. «Δεν θα τη θυμάσαι καλά τη φωτογραφία στο εξώφυλλο του βιβλίου, αλλά παίρνω όρκο πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Οι ομοιότητες είναι πολλές: το λακκάκι στο πιγούνι, και τα μάτια, και το σχήμα των αυτιών…» «Τι είπε η Άγκνες;» «Δεν θέλησε να το παραδεχτεί, αλλά είμαι σίγουρη ότι κι αυτή πιστεύει ότι είναι ο πατέρας μου». Ο Ρόντνυ δεν απάντησε. Κοίταζε συνοφρυωμένος το μελαχρινο, κεφάτο πρόσωπο κι ένιωθε να τον κυριεύουν διάφορες ανησυχίες και άγχη. Πάνω απ’ όλα τον τρόμαζε η πιθανότητα να χάσει τη Σέλινα. Εξαιρετικά τίμιος και ειλικρινής, ο Ρόντνυ δεν είχε ποτέ δοκιμάσει να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά είχε γίνει σιγά σιγά, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει ούτε ο ίδιος, ένα ευχάριστο κομμάτι της ζωής


του. Την έβρισκε πολύ ελκυστική με τα μεταξένια κοκκινόχρυσα μαλλιά, το διάφανο δέρμα και τα ζαφειρένια μάτια της και, μολονότι τα ενδιαφέροντά της δεν· ήταν τόσο πνευματικά όσο τα δικά του, έδειχνε μια χαριτωμένη προθυμία να μορφωθεί. Έπειτα, ήταν και το θέμα της περιουσίας της. Μετά το θάνατο της γιαγιάς της, η Σέλινα είχε αποχτήσει μια σημαντική περιουσία και ήταν ένα ώριμο φρούτο, έτοιμο να πέσει στα χέρια κάποιου ασυνείδητου άντρα. Προς το παρόν, ο Ρόντνυ και ο κύριος Άρθουρστοουν διαχειρίζονταν από κοινού τις μετοχές και τα καταπιστεύματά της, αλλά σε έξι μήνες η Σέλινα θα έκλεινε τα είκοσι ένα και θ’ αναλάμβανε η ίδια τη διαχείριση της περιουσίας της. Η σκέψη πως όλα αυτά τα λεφτά θα έφευγαν από τα χέρια του τού προκαλούσε ρίγη. Γύρισε, έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του και συνάντησε το βλέμμα της Σέλινα. Δεν είχε γνωρίσει καμιά άλλη κοπέλα με τόσο γαλαζωπό το ασπράδι των ματιών. Ήταν σαν διαφήμιση απορρυπαντικού. Ανάδινε μια αόριστη μυρωδιά φρέσκων λεμονιών… Του φάνηκε πως άκουσε τη φωνή της κυρίας Μπρους να έρχεται από το παρελθόν και να κάνει καυστικά σχόλια για τον Τζέρρυ Ντώσον. Το επίθετο που είχε χαραχτεί πιο βαθιά στο μυαλό του Ρόντνυ ήταν «ανίκανος». Υπήρχαν όμως κι άλλα. Ανεύθυνος. Αναξιόπιστος. Οικονομικά αφερέγγυος. Έπιασε τη φωτογραφία από μια άκρη και τη χτύπησε μέσα στην παλάμη του αριστερού χεριού του. Ύστερα, μ’ ένα μικρο ξέσπασμα εκνευρισμού και νιώθοντας την ανάγκη να ρίξει σε κάποιον το φταίξιμο για όλα αυτά, είπε:


«Γία όλα αυτά φταίει, φυσικά, η γιαγιά σου. Δεν έπρεπε να σου κρύψει τα πάντα για τον πατέρα σου. Όλη αυτή η μυστικότητα, το να μην αναφέρουν ποτέ το όνομά του… ήταν λάθος, ένα γελοίο λάθος». «Γιατί;» ρώτησε μ’ ενδιαφέρον η Σέλινα. «Γιατί έτσι σου έγινε έμμονη ιδέα αυτός ο άνθρωπος!» ξέσπασε ο Ρόντνυ. Η Σέλινα τον κοίταξε σαν χαμένη, ολοφάνερα πληγωμένη, με το στόμα μισάνοιχτο, σαν μικρό, απορημένο παιδί. Όμως ο Ρόντνυ συνέχισε αμείλικτος. «Έχεις μια εμμονή με τους πατεράδες και τις οικογένειες και εν γένει την οικογενειακή ζωή. Το γεγονός ότι βρήκες αυτή τη φωτογραφία και την κράτησες -κρυμμένη όλα αυτά τα χρόνιαείναι ένα τυπικό σύμπτωμα». «Μιλάς σαν να έχω ιλαρά». «Προσπαθώ να σε κάνω να καταλάβεις ότι έχεις σύμπλεγμα με τον πεθαμένο πατέρα σου». «Μπορεί να μην είναι πεθαμένος», είπε η Σέλινα. «Κι αν έχω πράγματι σύμπλεγμα, μόλις τώρα αναγνώρισες πως δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Είναι τόσο κακό να έχει κανείς ένα σύμπλεγμα; Δεν είναι σαν το αλληθώρισμα ή το στραβισμό. Δεν φαίνεται». «Σέλινα, δεν είναι ώρα γι’ αστεία». «Δεν αστειεύομαι». Τα μάτια της γυάλιζαν παράξενα και πετούσαν σπίθες.


Καβγάδιζαν. Δεν είχαν καβγαδίσει ποτέ πριν και σίγουρα δεν ήταν αυτή η κατάλληλη στιγμή για ν’ αρχίσουν. «Συγγνώμη, αγάπη μου», είπε με φούρια κι έσκυψε να τη φιλήσει στο στόμα, αλλά εκείνη γύρισε από την άλλη και τα χείλη του βρήκαν το μάγουλό της. «Εσένα σκέφτομαι, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν θέλω να ταλαιπωρηθείς κυνηγώντας έναν άντρα ώς την άλλη άκρη του κόσμου και μετά ν’ ανακαλύψεις πως έκανες ένα φριχτό λάθος». «Ας υποθέσουμε όμως», διαμαρτυρήθηκε η Σέλινα, «ας υποθέσουμε, λέω, πως είναι στ’ αλήθεια ο πατέρας μου, ζωντανός. Και πως ζει στο Σαν Αντόνιο, γράφει βιβλία, κάνει ιστιοπλοΐα και παρέα με τους ντόπιους Ισπανούς. Δεν θα ’θελες να τον γνωρίσω; Δεν θα ’θελες να έχεις κι εσύ πεθερό;» Αυτό ακριβώς ήταν που δεν ήθελε με τίποτα ο Ρόντνυ, αλλά της είπε όσο πιο τρυφερά μπορούσε, «Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε μόνο τους εαυτούς μας. Πρέπει να σκεφτούμε κι αυτόν -τον Τζωρτζ Ντάυερ- είτε είναι πατέρας σου είτε όχι». «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια, έχει φτιάξει τη ζωή του. Όπως ακριβώς την ήθελε. Αν ήθελε οικογένεια, σύζυγο, γιους… και θυγατέρες… θα είχε αποκτήσει…» «Θες να πεις πως μπορεί να μη με θέλει; Πως δεν θα ’θελε να πάω να τον βρω;» Τώρα ο Ρόντνυ ταράχτηκε για τα καλά. «Δεν φαντάζομαι να σκοπεύεις να κάνεις κάτι τέτοιο!»


«Είναι πολύ σημαντικό για μένα. Μπορούμε αεροπορικώς ώς το Σαν Αντόνιο».

να πάμε

«Να πάμε;» «Θέλω να έρθεις μαζί μου. Σε παρακαλώ». «Αυτό αποκλείεται. Εξάλλου, όπως σου είπα, πρέπει να πάω στο Μπάουρνμαουθ και θα λείψω τρεις-τέσσερις μέρες». «Δεν μπορεί να περιμένει η κυρία Γουέστμαν;» «Όχι βέβαια». «Θέλω τόσο να έρθεις μαζί μου. Βοήθησέ με, Ρόντνυ». Ο Ρόντνυ παρεξήγησε το αίτημά της. Νόμισε πως το «βοήθησέ με» σήμαινε βοήθησέ με να βγάλω αεροπορικό εισιτήριο, βοήθησέ με να μπω στο σωστό αεροπλάνο, βοήθησέ με να περάσω το τελωνείο, να βρω ταξί και αχθοφόρους. Δεν είχε κάνει κανένα μακρινό ταξίδι μόνη της, και ήταν σίγουρος ότι δεν θα το αποτολμούσε τώρα. Απάντησε στην ικεσία της μ’ ένα γοητευτικό χαμόγελο. Έπιασε τρυφερά το χέρι της και είπε, προσπαθώντας να την εξευμενίσει, «Προς τι τόση βιασύνη; Κάνε λίγη υπομονή. Καταλαβαίνω ότι έχεις αναστατωθεί στη σκέψη πως ο πατέρας σου μπορεί να είναι ζωντανός. Καταλαβαίνω, επίσης, ότι υπήρχε πάντα κάποιο κενό στη ζωή σου, κι έλπιζα πως θα μπορούσα να το γεμίσω εγώ». Οι ευγενικές προθέσεις του την συγκίνησαν αλλά, «Δεν


πρόκειται γι’ αυτό, Ρόντνυ…» «Κι έπειτα, δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν τον Τζωρτζ Ντάυερ. Δεν θα ’πρεπε να κάνουμε κάποιες έρευνες πριν αποτολμήσουμε κάτι για το οποίο μπορεί να μετανιώσουμε;» Μιλούσε σαν μέλος της βασιλικής οικογένειας. «Γεννήθηκα μετά την εξαφάνισή του. Δεν ξέρει καν ότι υπάρχω». «Ακριβώς!» Ο Ρόντνυ τόλμησε να γίνει πιο επιβλητικός. «Ξέρεις, Σέλινα, υπάρχει μια παλιά και πολύ σωστή παροιμία: Μην ξυπνάς ποτέ ένα κοιμισμένο λιοντάρι». «Δεν τον φαντάζομαι σαν λιοντάρι. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πως μπορεί να είναι ζωντανός και πως είναι ο μόνος άνθρωπος που μου έλειψε, περισσότερο από κάθε άλλον, σ’ όλη μου τη ζωή». Ο Ρόντνυ αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα στο αίσθημα της προσβολής και του θυμού. «Τώρα μιλάς σαν παιδί». «Πες πως έχεις ένα νόμισμα. Κάθε νόμισμα έχει δυο πλευρές. Το ίδιο κι εγώ. Έχω την πλευρά των Μπρους και την πλευρά των Ντώσον. Σέλινα Ντώσον. Έτσι με λένε. Αυτή είμαι στην πραγματικότητα». Του χαμογέλασε και ο Ρόντνυ σκέφτηκε, μέσα στην απελπισία του, πως δεν είχε ξαναδεί αυτό το φωτεινό χαμόγελο που κυριολεκτικά τη μεταμόρφωνε. «Αγαπάς τη Σέλινα Ντώσον όσο αγαπάς και τη Σέλινα Μπρους;» τον ρώτησε. Κρατούσε ακόμα τη φωτογραφία του


πατέρα της στα χέρια του. Του την πήρε και την ξανάβαλε στην τσάντα της. Ο Ρόντνυ απάντησε με κάποια καθυστέρηση, «Ναι, βέβαια». Η Σέλινα έκλεισε την τσάντα της και την άφησε στο πάτωμα. «Και τώρα», είπε, στρώνοντας τη φούστα της σαν να ετοιμαζόταν ν αρχίσει μια απαγγελία, «ας μετρήσουμε αυτό το πάτωμα».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Κάτω από το πρώτο, χλομό φως της αυγής, το αεροδρόμιο της Βαρκελώνης ήταν σχεδόν πλημμυρισμένο από την καταιγίδα που είχε καταδιώξει το αεροσκάφος σ* όλη τη διαδρομή πάνω από τα Πυρηναία. Ένας ασθενικός άνεμος ερχόταν από τα βουνά, όλοι οι υπάλληλοι του αεροδρομίου βρομούσαν σκόρδο, και όλοι οι πάγκοι και οι καρέκλες ήταν πιασμένοι από κοιμισμένες φιγούρες, τυλιγμένες με παλτά και κουβέρτες, με πρόσωπα ταλαιπωρημένα από την αναμονή. Είχαν περάσει όλοι μια πολύ δύσκολη νύχτα. Οι πτήσεις από τη Ρώμη και την Πάλμα είχαν ματαιωθεί. Οι πτήσεις από τη Μαδρίτη είχαν καθυστέρηση. Η Σέλινα, ζαλισμένη ακόμα απ* το ταξίδι, μπήκε από τις κρυστάλλινες περιστρεφόμενες πόρτες κι αναρωτήθηκε ποιο έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα της. Είχε εισιτήριο για το Σαν Αντόνιο, αλλά χρειαζόταν άλλη κάρτα επιβίβασης. Ένας υπάλληλος ζύγιζε με κουρασμένο ύφος κάποιες αποσκευές, όρθιος πίσω από ένα γκισέ. Πήγε και στάθηκε μπροστά του αμίλητη. Όταν σήκωσε επιτέλους τα μάτια του, τον ρώτησε: «Μιλάτε Αγγλικά;» «Σι». «Έχω εισιτήριο για το Σαν Αντόνιο». Άπλωσε ανέκφραστος το χέρι του, το πήρε, έσκισε τη συγκεκριμένη σελίδα, συμπλήρωσε την κάρτα επιβίβασης, την έβαλε μέσα στο εισιτήριο και της το έδωσε.


«Ευχαριστώ. Τι ώρα φεύγει το αεροπλάνο;» «Στις επτάμισι». «Και οι αποσκευές μου;» «Θα πάνε κατευθείαν στο Σαν Αντόνιο». «Και τελωνείο πού θα περάσω;» «Είναι κι αυτό στο Σαν Αντόνιο». «Α, μάλιστα. Σας ευχαριστώ πολύ». Παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές της, δεν κατάφερε να του αποσπάσει ένα χαμόγελο. Ο άντρας είχε περάσει μια δύσκολη νύχτα και δεν είχε όρεξη για φιλοφρονήσεις. Η Σέλινα βρήκε μια άδεια καρέκλα και κάθισε. Ήταν εξουθενωμένη, αλλά ο εκνευρισμός δεν της επέτρεπε να χαλαρώσει ή να νυστάξει. Το αεροπλάνο είχε φύγει από το αεροδρόμιο του Λονδίνου στις δύο το πρωί, και δεν είχε κλείσει μάτι σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης. Με τα μάτια καρφωμένα σ’ ένα αδιόρατο σημείο μες στο σκοτάδι, έλεγε αυστηρά στον εαυτό της να μη βιάζεται, να παίρνει το κάθε πράγμα με τη σειρά του. Βαρκελώνη. Σαν Αντόνιο. Τελωνείο και έλεγχος διαβατηρίων. Μετά ταξί. Δεν θα δυσκολευόταν να βρει ένα ταξί. Και μετά το Κάλα Φουέρτε. Δεν θα ήταν μεγάλο. Πού μένει ο Εγγλέζος, ο Τζώρτζ Ντάυερ; θα ρωτούσε, και θα της έδειχναν το δρόμο για την Κάζα Μπάρκο κι εκεί θα τον έβρισκε. Η καταιγίδα τους χτύπησε όταν έφτασαν πάνω από τα


Πυρηναία. Η φωνή του πιλότου τους ξύπνησε και τους συνέστησε να σηκώσουν τις πλάτες των καθισμάτων τους και να δέσουν τις ζώνες ασφαλείας. Το αεροπλάνο άρχισε να κλυδωνίζεται και να τρέμει, ύστερα πήρε ύψος αλλά τα σκαμπανεβάσματα συνεχίστηκαν. Κάποιοι επιβάτες έκαναν εμετό. Η Σέλινα εκλεισε τα μάτια της και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να κρατηθεί και να μην τους μιμηθεί. Οταν αρχισαν να χαμηλώνουν προς το αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, οι κεραυνοί που τους καταδίωκαν έμοιαζαν να κυματίζουν σαν λαμπρά λάβαρα από τις άκρες των φτερών. Μόλις κατέβηκαν κάτω από τα σύννεφα, άρχισε να τους μαστιγώνει η βροχή, κι όταν πια προσγειώθηκαν μέσα σ’ ένα δαιμονισμένο αέρα, ο διάδρομος έμοιαζε με ρηχό ποτάμι, όπου καθρεφτίζονταν τα δεκάδες φώτα. Καθώς οι τροχοί ακούμπησαν στο έδαφος, σήκωσαν πίδακες νερού, κι όλοι έβγαλαν ταυτόχρονα ένα δυνατό στεναγμό ανακούφισης όταν το αεροπλάνο σταμάτησε επιτέλους κι έσβησε τις μηχανές του. Της φάνηκε περίεργο που, δεν την περίμενε κανείς εκεί. Κανονικά θα έπρεπε να βρει ένα σοφέρ με στολή κι ένα μεγάλο, ζεστό αυτοκίνητο. Ή την Άγκνες με μια κουβέρτα στα χέρια. Κάποιον που θα έβρισκε τη βαλίτσα της και θ* ασχολείτο με τις διατυπώσεις. Δεν υπήρχε όμως κανείς. Βρισκόταν στην Ισπανία. Στη Βαρκελώνη, στις έξι το πρωί, και ήταν ολομόναχη. Λίγο πριν τις επτά, πήγε στο μπαρ κι αγόρασε ένα φλιτζάνι καφέ, πληρώνοντάς το με τις λίγες πεσέτες που είχε επιμείνει να πάρει μαζί της ο καλός ανθρωπάκος της τράπεζας, στο Λονδίνο. Ο καφές δεν ήταν πολύ καλός, αλλά ήταν ευεργετικά ζεστός, και τον ήπιε αργά, χαζεύοντας την εικόνα της στον


καθρέφτη πίσω από το μπαρ. Φορούσε ένα καφέ φόρεμα από ζέρσεϊ, ένα παλτό στο χρώμα του πόριτζ κι ένα μεταξωτό μαντήλι που είχε γλιστρήσει στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Η κυρία Μπρους αποκαλούσε αυτή την αμφίεση: «ταξιδιωτική ενδυμασία». Είχε συγκεκριμένη άποψη για το τι έπρεπε να φορούν οι ταξιδιώτες. Το ζέρσεϊ ήταν άνετο και δεν τσαλακωνόταν, και το παλτό έπρεπε να πηγαίνει με όλα. Τα παπούτσια έπρεπε να είναι ελαφριά αλλά αρκετά ανθεκτικά, και η τσάντα μεγάλη και βολική. Τελείως αυτόματα, ακόμα κι αν η περίσταση ήταν δραματική, η Σέλινα ακολουθούσε αυτές τις πρακτικές οδηγίες, κι ας μη βοηθούσαν καθόλου, αφού δεν έπαυε να αισθάνεται ατημέλητη κι εξουθενωμένη. Φοβόταν τ’ αεροπορικά ταξίδια, και η ταξιδιωτική ενδυμασία δεν την έκανε απαραίτητα πεπειραμένη και άνετη ταξιδιώτισσα, ούτε διέλυε τους φόβους της πως θα έπεφτε το αεροπλάνο ή θα έχανε το διαβατήριό της. Το αεροπλάνο που πήγαινε στο Σαν Αντόνιο ήταν πολύ μικρό κι έμοιαζε ανησυχητικά με παιχνίδι, σκεφτόταν η Σέλινα, καθώς προχωρούσε στην πίστα του αεροδρομίου πατώντας σε λακκούβες με νερό, με τον άνεμο να φέρνει στο πρόσωπό της τις αναθυμιάσεις της βενζίνης. Υπήρχαν ελάχιστοι επιβάτες, που μπήκαν βλοσυροί μέσα στο μικρό αεροσκάφος, σαν να συμμερίζονταν τους φόβους της. Μόλις έδεσε τη ζώνη της, της έδωσαν μια καραμέλα κι άρχισε να την πιπιλάει μανιωδώς, σαν να ήταν κάποιο καινούργιο θαυματουργό φάρμακο για τον τρόμο. Δεν ήταν, βέβαια, αλλά το αεροπλάνο δεν έπεσε. Ο άσχημος καιρός, πάντως, συνεχίστηκε, και δεν είδαν το Σαν Αντόνιο παρά μόνο αφού προσγειώθηκαν. Έξω από τα παραθυράκια υπήρχαν μόνο σύννεφα, όγκοι από γκρίζο


βαμβάκι, και νερό. Και τελείως ξαφνικά, λίγο πριν την προσγείωση, κάτω από τη βροχή λαμπύρισαν λιβάδια, στέγες σπιτιών, ένας ανεμόμυλος, μια συστάδα πεύκων και η γη που είχε το χρώμα των κεραμιδιών. Το αεροδρόμιο είχε φτιαχτεί πρόσφατα και ο διάδρομος, που δεν είχε ακόμα ασφαλτοστρωθεί, ήταν μια θάλασσα από κόκκινη λάσπη. Μόλις σταμάτησε το αεροπλάνο, δυο εργάτες προσάρμοσαν, σπρώχνοντάς τη με τα χέρια, μια σκάλα στην πόρτα του αεροπλάνου. Φορούσαν κίτρινες φόρμες, λασπωμένες ώς τα γόνατα. Για πρώτη φορά κάνεις από τους επιβάτες δεν έδειχνε ν’ ανυπομονεί να βγει από το αεροπλάνο. Κι όταν τελικά βγήκαν, προχωρούσαν διστακτικά, προσέχοντας να μην πέσουν μέσα στις λακκούβες με τα λασπόνερα. Το Σαν Αντόνιο μύριζε πεύκο. Βρεγμένο ρετσίνι πεύκου. Η βΡ °ΧΎϊ ει Χε σταματήσει, ως εκ θαύματος. Ο άνεμος δεν ήταν πια τσουχτερός κι έκανε περισσότερη ζέστη. Εδώ δεν υπήρχαν βουνά με χιονισμένες κορφές, μόνο η ζεστή θάλασσα. Αυτό, λοιπόν, ήταν το Σαν Αντόνιο. Οι πτήσεις είχαν τελειώσει και η Σέλινα ήταν ακόμα ζωντανή. Έβγαλε το μαντίλι από το κεφάλι της κι άφησε τον αγέρα να της ανακατέψει γλυκά τα μαλλιά. Στον έλεγχο διαβατηρίων είχε ήδη σχηματιστεΓαρκετά μεγάλη ουρά. Οι άντρες της Γκουάρντια Σιβίλ1 επιθεωρούσαν το χώρο με αυστηρό βλέμμα, σαν να περίμεναν επιδρομή κακοποιών. Ήταν οπλισμένοι και σίγουρα όχι για φολκλορικούς λόγους. Ο υπάλληλος της υπηρεσίας μετανάστευσης χασομερούσε. Είχε πιάσει κουβέντα μ’ ένα συνάδελφό του. Διαπληκτίζονταν έντονα και σταματούσαν κάθε τόσο για να εξετάσουν με προσοχή, σελίδα προς σελίδα, κάποιο ξένο διαβατήριο. Η Σέλινα περίμενε κάπου δέκα λεπτά μέχρι να της βάλουν


επιτέλους τη σφραγίδα «ΕΝΤΡΑΔΑ» 2 και να της δώσουν πίσω το διαβατήριό της. Ρώτησε διστακτικά, «Οι αποσκευές μου…;» Ο υπάλληλος δεν κατάλαβε ή δεν ήθελε να καταλάβει, και της έκανε νόημα να προχωρήσει. Έβαλε το διαβατήριό της μέσα στη βολική τσάντα της και ξεκίνησε να ψάξει μόνη της. Το αεροδρόμιο του Σαν Αντόνιο, αν και μικρό, ήταν κατάμεστο, γιατί στις εννιά και μισή το αεροπλάνο της Βαρκελώνης επέστρεφε στην Ισπανία και όλοι προτιμούσαν αυτή την πρωινή πτήση. Ολόκληρες οικογένειες, με παιδιά που έκλαιγαν, μανάδες που τους φώναζαν να σταματήσουν, πατεράδες που τσακώνονταν με τους αχθοφόρους, ερωτευμένοι που στέκονταν πιασμένοι από το χέρι, περιμένοντας την ώρα του αποχαιρετισμού, όλοι στέκονταν στη μέση της αίθουσας κι έφραζαν τους διαδρόμους. Ο θόρυβος μέσα στο ψηλοτάβανο κτίριο ήταν εκκωφαντικός. «Συγγνώμη», έλεγε συνέχεια η Σέλινα καθώς προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα στο πλήθος. «Με συγχωρείτε… συγγνώμη…» Κάποιοι από τους συνταξιδιώτες της είχαν ήδη συγκεντρωθεί κάτω από μια πινακίδα που έλεγε «ΑΔΟΥΑΝΑ» 3, και η Σέλινα αγωνίστηκε να φτάσει κοντά τους. «Συγγνώμη» -σκόνταψε πάνω σ’ ένα γεμάτο καλάθι και παραλίγο να ρίξει κάτω ένα χοντρό μωρό μ’ ένα πλεχτό κίτρινο παλτό. «Συγγνώμη, παρακαλώ». Οι βαλίτσες είχαν ήδη αρχίσει να φτάνουν, και οι άντρες που τις κουβαλούσαν τις έβαζαν πάνω σ’ έναν αυτοσχέδιο πάγκο, όπου ο τελωνειακός υπάλληλος τις περιεργαζόταν, κάποιες από αυτές τις άνοιγε, και τελικά τις παρέδιδε στους ιδιοκτήτες τους.


Η βαλίτσα της Σέλινα δεν φαινόταν πουθενά. Ήταν γαλάζια με μια άσπρη λωρίδα, που δεν μπορούσε να μπερδευτεί με καμιά άλλη, αλλά, αφού περίμενε μια αιωνιότητα, συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχαν άλλες βαλίτσες και πως όλοι οι άλλοι ταξιδιώτες είχαν φύγει και είχε μείνει μόνη με τον τελωνειακό. Αυτός, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε καταφέρει με αρκετή επιτυχία να την αγνοήσει, έβαλε τα χέρια στους γοφούς του και την κοίταξε ανασηκώνοντας τα μαύρα φρύδια του. «Η βαλίτσα μου…» είπε η Σέλινα. «Είναι…» «No hablo Inglese».4 «Η βαλίτσα μου… Μιλάτε Αγγλικά;» Εμφανίστηκε ένας δεύτερος άντρας. «Λέει “Όχι”». «Εσείς, μιλάτε Αγγλικά;» Ανασήκωσε περισπούδαστα τους ώμους του, υπονοώντας πως ίσως, κάτω από πολύ κρίσιμες συνθήκες, θα μπορούσε να πει μια-δυο λέξεις. «Η βαλίτσα μου. Η αποσκευή μου». Κατέφυγε απελπισμένη στα Γαλλικά. «Mon Bagage». «Όχι εδώ;» «Όχι». «Από πού έρχεστε;» Τόνιζε υπερβολικά το ρο. «Από πού έρρρχεστε;»


«Από τη Βαρκελώνη. Και το Λονδίνο». «Αχά!» Έκανε σαν να είχε ακούσει κάτι πολύ σημαντικό και σοβαρό. Στράφηκε στο συνάδελφό του κι άρχισαν να μιλάνε στα Ισπανικά, σε τόνο προσωπικής συζήτησης. Η Σέλινα αναρωτήθηκε με απόγνωση μήπως αντάλλασαν οικογενειακά νέα. Μετά, εκείνος που μιλούσε αγγλικά ανασήκωσε πάλι τους ώμους του και στράφηκε στη Σέλινα. «Θα μάθω», της είπε. Εξαφανίστηκε. Η Σέλινα περίμενε. Ο πρώτος άντρας άρχισε να σκαλίζει τα δόντια του. Πιο κει, ένα μωρό έκλαιγε γοερά. Τα μεγάφωνα, για να χειροτερέψουν την κατάσταση, άρχισαν να παίζουν το είδος της μουσικής που συνοδεύει τις ταυρομαχίες. Μετά από δέκα λεπτά, ο εξυπηρετικός άντρας επέστρεψε μαζί μ’ έναν από τους φροντιστές του αεροπλάνου. Ο φροντιστής είπε χαμογελώντας, σαν να της έκανε κάποια μεγάλη χάρη, «Η βαλίτσα σας χάθηκε». «Χάθηκε!» Η λέξη βγήκε από τα χείλη της σαν απελπισμένος θρήνος. «Η βαλίτσα σας είναι, νομίζουμε, στη Μαδρίτη». «Στη Μαδρίτη! Τι δουλειά έχει στη Μαδρίτη;» «Δυστυχώς, την έβαλαν σε λάθος φορτηγάκι στη Βαρκελώνη… νομίζουμε. Από τη Βαρκελώνη έφευγε, την ίδια ώρα, ένα αεροπλάνο για τη Μαδρίτη. Νομίζουμε πως η αποσκευή σας πήγε κατά λάθος στη Μαδρίτη». «Μα στην ταμπέλα έγραφε Σαν Αντόνιο. Το έγραψαν στο


Λονδίνο, το είδα». Ακούγοντας τη λέξη «Λονδίνο», ο τελωνειακός έβγαλε πάλι αυτόν το χαρακτηριστικό ήχο. Η Σέλινα θα ήθελε πάρα πολύ να τον χαστουκίσει «Λυπάμαι», είπε ο φροντιστής. «Θα ειδοποιήσουμε τη Μαδρίτη και θα τους ζητήσουμε να στείλουν τη βαλίτσα στο Σαν Αντόνιο». «Και πότε θά ’ρθει;» «Δεν ξέρουμε ακόμα αν είναι σίγουρα στη Μαδρίτη», είπε ο φροντιστής, μη θέλοντας να εκτεθεί. «Πρέπει πρώτα να το μάθουμε». «Τέλος πάντων, πότε θα το ξέρουμε;» «Δεν ξέρω. Ίσως σε τρεις-τέσσερις ώρες». Τρεις-τέσσερις ώρες! Αν δεν ήταν τόσο θυμωμένη, θα έβαζε τα κλάματα. «Δεν μπορώ να περιμένω εδώ τρεις-τέσσερις ώρες». «Τότε, ίσως μπορείτε να ξανάρθετε. Αύριο, ίσως, για να δείτε αν ήρθε η βαλίτσα. Από τη Μαδρίτη». «Δεν μπορώ να σας τηλεφωνήσω;» Αυτό τους φάνηκε, προφανώς, πολύ αστείο. Μέσα από τα γέλια και τα χαμόγελα, της είπαν: «Σενιορίτα, υπάρχουν ελάχιστα τηλέφωνα εδώ».


«Πρέπει δηλαδή να ξανάρθω αυτοπροσώπως αύριο, για να δω αν βρήκατε τη βαλίτσα μου;» «Ή μεθαύριο», είπε ο φροντιστής, με το ύφος του ανθρώπου που είχε μια καλή ιδέα. Η Σέλινα έκανε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια. «Μα όλα όσα έχω είναι μέσα στη βαλίτσα μου». «Λυπάμαι». Συνέχισε να χαμογελάει. Εκείνη τη στιγμή η Σέλινα ένιωσε να πνίγεται, να βουλιάζει σε βαθιά νερά. Τους κοίταξε πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλο και κατάλαβε πως κανείς δεν θα τη βοηθούσε. Κανείς δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Ήταν μονή κι επρεπε να βοηθήσει μόνη της τον εαυτό της. Στο τέλος ρώτησε, με κάπως τρεμάμενη φωνή, «Θα μπορέσω να βρω ένα ταξί;» «Φυσικά. Έξω. Υπάρχουν πολλά ταξί». ^*πΎ)ΡΧανι πράγματι, τέσσερα. Η Σέλινα, που είχε ήδη αρχίσει να σκάει μέσα στο κρεμ παλτό, βγήκε με ανακούφιση στο ύπαιθρο. Μόλις εμφανίστηκε, όλοι οι οδηγοί άρχισαν να κορνάρουν, να κουνάνε τα χέρια τους, να φωνάζουν «Σενιορίτα», και βγήκαν από τ’ αυτοκίνητά τους προσπαθώντας ο καθένας τους να τραβήξει την προσοχή της. Φώναξε για να την ακούσουν. «Μιλάει κανείς σας Αγγλικά;» «Σι. Σι. Σι». «Θέλω να πάω στο Κάλα Φουέρτε».


«Κάλα Φουέρτε, σι». «Το ξέρετε το Κάλα Φουέρτε;» «Σι. Σι», απάντησαν, πάλι όλοι μαζί. «Μα, κανείς δεν μιλάει Αγγλικά…;» «Ναι», είπε μια φωνή. «Εγώ μιλάω». Ήταν ο οδηγός του τέταρτου ταξί. Όσο οι συνάδελφοί του προσπαθούσαν να προσελκύσουν τη Σέλινα, εκείνος περίμενε υπομονετικά καπνίζοντας το πούρο του. Τώρα, πέταξε την αρωματική γόπα στο έδαφος, την πάτησε και προχώρησε. Ήταν ένας τεράστιος άντρας, πολύ ψηλός και χοντρός, με αρκετά τρομαχτική εμφάνιση. Φορούσε ένα μπλε πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό, που αποκάλυπτε ένα τριχωτό στήθος. Μια παράξενα δουλεμένη δερμάτινη ζώνη με σχέδια συγκρατούσε το παντελόνι του, και στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ήταν στερεωμένο ένα αταίριαστο ψάθινο καπέλο, απ’ αυτά που φοράνε οι τουρίστες όταν γυρίζουν από τις διακοπές τους. Αν και ήταν νωρίς το πρωί και είχε συννεφιά, είχε κρύψει τα μάτια του πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, ενώ το λεπτό, μαύρο μουστάκι τον έκανε να μοιάζει με επίδοξο Δον Ζουάν. Φαινόταν τόσο παλιόμουτρο, που η Σέλινα οπισθοχώρησε. «Εγώ μιλάω Αγγλικά», είπε με έντονη αμερικάνικη προφορά. «Δουλεύω στην Ισπανία, σε μια στρατιωτική αεροπορική βάση των Η.Π.Α. Μιλάω Αγγλικά». «Α. Καλά…» Σίγουρα προτιμούσε έναν από τους άλλους τρεις οδηγούς, κι ας μη μιλούσαν Αγγλικά!


Εκείνος αγνόησε το δισταγμό της. «Πού θέλετε να πάτε;» «Στο… Κάλα Φουέρτε. Αλλά είμαι σίγουρη πως…» «Θα σας πάω εγώ. Με εξακόσιες πεσέτες». «Ε…» Κοίταξε με ελπίδα τους άλλους τρεις οδηγούς, αλλά εκείνοι είχαν ήδη αποθαρρυνθεί. Ο ένας μάλιστα είχε επιστρέψει στο αυτοκίνητό του και γυάλιζε το παρμπρίζ μ’ ένα κουρέλι. Στράφηκε ξανά στο μεγαλόσωμο άντρα με το ψάθινο καπέλο. Της χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τα σπασμένα δόντια του. Η Σέλινα ξεροκατάπιε και είπε: «Σύμφωνοι. Εξακόσιες πεσέτες». «Πού είναι οι αποσκευές σας;» «Χάθηκαν. Χάθηκαν στη Βαρκελώνη». «Κακό αυτό». «Ναι, η βαλίτσα μου μπήκε σε λάθος αεροπλάνο. Θα τη βρουν, και θα έρθω να την πάρω αύριο ή μεθαύριο. Τώρα όμως πρέπει να πάω στο Κάλα Φουέρτε και…» Κάτι στην έκφραση του τεράστιου άντρα την έκανε να κόψει στη μέση τη φράση της. Κοίταζε επίμονα την τσάντα της Σέλινα. Ακολούθησε το βλέμμα του και διαπίστωσε πως είχε συμβεί πράγματι κάτι αλλόκοτο. Ενώ τα δυο χερούλια ήταν περασμένα στο μπράτσο της, η τσάντα έχασκε ορθάνοιχτη. Τα δυο


μπροστινά λουριά ήταν κομμένα με ξυράφι. Και το πορτοφόλι της είχε κάνει φτερά! Τον ταξιτζή τον έλεγαν Τόνι. Της συστήθηκε επίσημα και μετά της έκανε το διερμηνέα σ’ όλη τη διάρκεια της πολύωρης κι επίπονης συζήτησής της με την Γκουάρντια Σιβίλ. Ναι, είχαν ληστέψει τη σενιορίτα. Σήμερα το πρωί, ανάμεσα στο πλήθος του αεροδρομίου, κυκλοφορούσε ένας κλέφτης με ξυράφι. Της είχαν κλέψει τα πάντα. Ό,τι είχε και δεν είχε. Και το διαβατήριό της; Οχι το διαβατήριό της. Αλλά τα λεφτά της, τις πεσέτες της, τα αγγλικά χρήματα, τις ταξιδιωτικές επιταγές της, το εισιτήριο της επιστροφής της στο Λονδίνο. Οι άντρες της Γκουάρντια Σιβίλ εξέτασαν με περισπούδαστο ύφος την τσάντα της Σέλινα. Δεν είχε νιώσει τίποτα η σενιορίτα; Τίποτα απολύτως. Πώς ήταν δυνατόν μέσα σ* εκείνο το συνωστισμό; Η τσάντα φαινόταν κομμένη με ξυράφι. Μάλιστα. Ξυράφι. Ο κλέφτης είχε ξυράφι. Πώς λεγόταν η σενιορίτα; Μις Σέλινα Μπρους, από το Λονδίνο, και ταξίδευε με βρετανικό διαβατήριο.


Και πού θα έμενε η μις Μπρους στο Σαν Αντόνιο; Στο… Η Σέλινα δίστασε για μια στιγμή, αλλά η κατάσταση δεν άφηνε πολλά περιθώρια για δισταγμούς. Στο Κάλα Φουέρτε, στην Κάζα Μπάρκο. Τι χρώμα είχε το πορτοφόλι; Πόσα χρήματα είχε μέσα; Ήταν υπογεγραμμένες οι ταξιδιωτικές επιταγές; Απαντούσε βαριεστημένα σ’ όλες αυτές τις ερωτήσεις. Οι δείκτες του ρολογιού προχωρούσαν αμείλικτα. Πήγε δέκα, δέκα και μισή, κι ήταν ακόμα εκεί. Οι χειρότεροι φόβοι της είχαν πραγματοποιηθεί. Είχε χάσει τη βαλίτσα της κι όλα της τα λεφτά. Και δεν είχε φτάσει ακόμα στο Κάλα Φουέρτε. Κάποια στιγμή τέλειωσε επιτέλους η κουραστική ανάκριση. Ο υπάλληλος της Γκουάρντια Σιβίλ συμπλήρωσε τα έντυπα και σηκώθηκε. Η Σέλινα τον ευχαρίστησε και του έσφιξε το χέρι. Έδειξε να σαστίζει αλλά δεν της χαμογέλασε. Η Σέλινα κι ο Τόνι διέσχισαν μαζί την άδεια πια αίθουσα του αεροδρομίου, βγήκαν έξω στο πεζοδρόμιο και στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Η Σέλινα είχε βγάλει πια το παλτό της και το κρατούσε στο χέρι, γιατί είχε αρχίσει να κάνει πολύ ζέστη. Τον κοίταζε αμίλητη, περιμένοντας να κάνει εκείνος την πρώτη κίνηση. Ο Τόνι έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του. «Πρέπει να πάω στο Κάλα Φουέρτε», είπε η Σέλινα. «Δεν έχετε λεφτά».


«Εσείς όμως θα πληρωθείτε, σας το υπόσχομαι. Όταν φτάσουμε στο Κάλα Φουέρτε… ο… πατέρας μου θα σας πληρώσει την κούρσα». Ο Τόνι σούφρωσε τα φρύδια του. «Ο πατέρας σας; Έχετε πατέρα εδώ; Γιατί δεν το είπατε;» «Γιατί να το πω; Δεν… δεν θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε μαζί του. Θα μπορούσαμε;» «Ο πατέρας σας μένει στο Κάλα Φουέρτε;» «Ναι. Σ’ ένα σπίτι που το λένε Κάζα Μπάρκο. Είμαι σίγουρη πως θα τον βρούμε εκεί και θα σας πληρώσει». Ο Τόνι την κοίταζε με καχυποψία κι έδειχνε να μην την πιστεύει. «Και δεν μπορείτε να μ’ αφήσετε εδώ. Δεν έχω ούτε το εισιτήριο της επιστροφής μου στο Λονδίνο». Εκείνος στύλωσε για λίγο το βλέμμα του στο άπειρο και μετά αποφάσισε ν’ ανάψει ένα τσιγάρο. Ήταν τελείως ανέκφραστος, σαν να μην ήθελε να της φανερώσει τις προθέσεις του. «Είπατε πως θα με πάτε», επέμεινε η Σέλινα. «Και θα φροντίσω να πληρωθείτε. Σας το υπόσχομαι». Είχε ανάψει το τσιγάρο του και φυσούσε τον καπνό με τα μαύρα μάτια του καρφωμένα τώρα στο πρόσωπο της Σέλινα. Ήταν χλομή και φανερά αγχωμένη, αλλά φαινόταν, επίσης, αρκετά πλούσια. Η κατεστραμμένη τσάντα ήταν από αλιγάτορα, το ίδιο και τα παπούτσια της. Το μαντίλι της ήταν μεταξωτό και το φόρεμα καθώς και το παλτό, πανάκριβα. Το ρολόι της ήταν χρυσό και, όταν κουνιόταν, μια επίσης χρυσή


αλυσίδα άστραφτε στο λαιμό της. Σίγουρα είχε λεφτά -αν όχι στην τσάντα της, κάπου εκεί γύρω. Εξάλλου, ήταν Μάρτης και οι κούρσες λιγοστές. Δεν τον έπαιρνε ν’ αρνηθεί τούτην εδώ. Επιπλέον, αυτή η κοπέλα, αυτή η νεαρή Ινγκλ έζα, μόνο για απατεώνας δεν έμοιαζε. Το αποφάσισε. «Εντάξει», είπε. «Θα σας πάω».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Μαλακωμένος από την ίδια του την καλοσύνη, ο Τόνι φλυαρούσε ασταμάτητα σ’ όλη τη διαδρομή. «Το Σαν Αντόνιο, μέχρι πριν πέντε χρόνια, ήταν ένα πολύ φτωχό νησί. Η επικοινωνία με την Ισπανία ήτανε δράμα, υπήρχε μόνο ένα μικρό πλοίο που έκανε δρομολόγιο δυο φορές την εβδομάδα. Τώρα όμως έχουμε αεροδρόμιο, και μπορούν να έρχονται τουρίστες, και το καλοκαίρι γεμίζουμε κόσμο, και τα πράγματα φτιάξανε πολύ». Η Σέλινα σκεφτόταν πως το πρώτο πράγμα που έπρεπε να φτιάξουν ήταν οι δρόμοι. Αυτός που είχαν πάρει ήταν σκέτος καρόδρομος, γεμάτος λακκούβες και ροδιές, πάνω στις οποίες η παλιά Όλτσμομπιλ του Τόνι χοροπηδούσε και κλυδωνιζόταν σαν καράβι σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Περνούσε ανάμεσα σε χαμηλούς πέτρινους φράχτες που χώριζαν την ύπαιθρο σε μικρές τετράγωνες αγροικίες. Το έδαφος έμοιαζε πετρώδες και άγονο, τα χαμηλά κτίσματα, ξασπρισμένα από το δυνατό ήλιο, είχαν το χρώμα της χρυσής άμμου. Οι γυναίκες που δούλευαν στα χωράφια φορούσαν μαύρες φούστες μακριές ώς τον αστράγαλο και μαύρα μαντίλια στο κεφάλι. Οι άντρες, με ξεθωριασμένα μπλε ρούχα, έσκαβαν τη σκληρή γη ή κυκλοφορούσαν με ξύλινα κάρα που τα έσερναν δυο μουλάρια. Παντού έβλεπες κατσίκες και λιπόσαρκες κότες, και κάθε ένα μίλι περίπου ένα πηγάδι, γύρω από το οποίο γύριζε υπομονετικά ένα άλογο με παρωπίδες, κι ένα μαγκάνι που άδειαζε κουβάδες με νερό στ’ αρδευτικά αυλάκια. Η Σέλινα το παρατήρησε και το σχολίασε. «Μα χθες βράδυ


έβρεξε πολύ». «Ήταν η πρώτη βροχή μετά από μήνες. Έχουμε πάντα έλλειψη νερού. Δεν υπάρχουν ποτάμια, μόνο πηγές. Ο ήλιος καίει πολύ και το χώμα ξεραίνεται γρήγορα». «Τη νύχτα, πέσαμε σε καταιγίδα πάνω από τα Πυρηναία». «Πάνε μέρες που η Μεσόγειος έχει κακοκαιρία». «Έτσι είναι πάντα ο καιρός το Μάρτη;» «Όχι, συνήθως κάνει ζέστη το Μάρτη». Εκείνη τη στιγμή, ο ήλιος ξεπρόβαλε σαν επιβεβαίωση μέσα από τα σύννεφα, λούζοντας τα πάντα μ’ ένα χρυσό φως. «Εκεί», συνέχισε ο Τόνι, «είναι η πόλη του Σαν Αντόνιο. Η εκκλησία στην κορφή του λόφου είναι πολύ παλιά, μια οχυρωμένη μητρόπολη». «Οχυρωμένη;» «Γία προστασία από τις επιθέσεις που έκαναν οι Φοίνικες, οι Πειρατές και οι Μαυριτανοί που είχαν για αιώνες το νησί στην κατοχή τους». Η πόλη ήταν χτισμένη σαν μέσα σε κορνίζα, με φόντο τη θάλασσα που απλωνόταν πίσω της. Ένας ολόκληρος λόφος από άσπρα σπίτια, με επιστέγασμα τους τρούλους και τους πυργίσκους της μητρόπολης. «Δεν θα περάσουμε μέσα από το Σαν Αντόνιο;» «Όχι, είμαστε στο δρόμο του Κάλα Φουέρτε», είπε ο Τόνι και


μετά από λίγο πρόσθεσε, «Δεν έχετε ξανάρθει στο νησί; Μόλο που ο πατέρας σας μένει εδώ;» Η Σέλινα παρατηρούσε τα αργοκίνητα πάνινα φτερά ενός ανεμόμυλου. «Όχι. Όχι, δεν έχω ξανάρθει». «Θα σας αρέσει το Κάλα Φουέρτε. Είναι μικρό αλλά πολύ ομορφο. Αρέσει πολύ στους ιστιοπλόους». «Ο πατέρας μου είναι ιστιοπλόος». Το είπε χωρίς να σκεφτεί, αλλά της άρεσε έτσι όπως το άκουσε, λες κι είχε γίνει πραγματικότητα, αλήθεια, τώρα που το είχε πει δυνατά. Ο πατέρας μου μένει στο Κάλα Φουέρτε. Σ’ ένα σπίτι που το λένε Κάζα Μπάρκο. Είναι ιστιοπλόος. Τα σύννεφα συνέχισαν να σκορπίζουν και να μετακινούνται, κι ο ήλιος ταξίδευε ανάμεσά τους, μέχρι που απομακρύνθηκαν για τα καλά και πήγαν να σταθούν στη γραμμή του ορίζοντα, λίγο πάνω από τη θάλασσα. Μια λαμπρή ζεστασιά έλουσε όλο το νησί. Η Σέλινα ανέβασε τα μανίκια του μάλλινου φουστανιού της, άνοιξε το παράθυρο κι άφησε τον αρωματισμένο αέρα να ανακατέψει τη σκόνη του δρόμου με τα μαλλιά της. Πέρασαν μέσα από χωριουδάκια και χρυσές πέτρινες πολίχνες, ειρηνικές και ήσυχες. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν ανοιχτές, και οι γριές κάθονταν σΐο πεζοδρόμιο, στητές πάνω σε ξύλινες καρέκλες, και κουβέντιαζαν ή παρακολουθούσαν τα εγγονάκια τους, ενώ τα γέρικα ροζιασμένα δάχτυλά τους έπλεκαν και κεντούσαν ασταμάτητα. Έφτασαν στο Κουραμαγιόρ, μια νυσταγμένη πόλη με μπεζ σπίτια και στενά δρομάκια. Ο Τόνι έτριψε το σβέρκο του,


σκούπισε με την ανάστροφη -ου χεριού του το στόμα του και δήλωσε πως διψούσε. Η Σέλινα, μην ξέροντας τι περίμενε απ’ αυτήν, δεν απάντησε. «Καλή θα ’ταν μια μπίρα», συνέχισε ο Τόνι. «Θα… θα σας κερνούσα ευχαρίστως μια μπίρα, αλλά δεν έχω λεφτά». «Θ’ αγοράσω εγώ μία», είπε ο Τόνι. Το στενό δρομάκι κατέληγε σε μια μεγάλη πλακόστρωτη πλατεία, με μια ψηλή εκκλησία, δέντρα και μαγαζιά. Έκανε το γύρο της και σταμάτησε μπροστά σ’ ένα καφενείο που βρήκε του γούστου του. «Καλό είναι αυτό». «Θα… θα σας περιμένω». «Πρέπει να πιείτε κι εσείς κάτι. Κάνει ζέστη και θα έχει ξεραθεί στο στόμα σας από τη σκόνη». Η Σέλινα ετοιμάστηκε ν’ αρνηθεί, αλλά δεν την άφησε. «Θα μου το πληρώσει ο πατέρας σας». Κάθισε σ’ ένα μικρό σιδερένιο τραπέζι που το έλουζε ο ήλιος. Πίσω της, μέσα στο μπαρ, ο Τόνι μιλούσε με τον ιδιοκτήτη. Την πλησίασε μια μικρή ομάδα παιδιών, που μόλις είχαν σχολάσει. Ήταν πολύ χαριτωμένα με τις μπλε βαμβακερές ποδιές τους και τις κάτασπρες, αστραφτερές κάλτσες τους. Της φάνηκαν όλα πανέμορφα -τα κοριτσάκια με τις σκούρες, σφιχτοδεμένες κοτσίδες και τους χρυσούς κρίκους στ’ αυτιά, τα ηλιοκαμένα σκούρα μέλη τους και τα κάτασπρα, μυτερά δοντάκια πίσω από τα γλυκά χαμόγελα.


Βλέποντας τη Σέλινα να τα κοιτάζει, άρχισαν να χαχανίζουν. Δυο από τα κοριτσάκια, τα πιο τολμηρά, σταμάτησαν μπροστά της και την κοίταξαν με τα γελαστά τους μάτια. Θέλοντας να τα ευχαριστήσει, άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα μακρύ μολύβι με μια κίτρινη και μπλε φούντα. Τους το έδειξε και τα παρότρυνε με νοήματα να το πάρουν. Στην αρχή ντρέπονταν, αλλά μετά η πιο μικρή άπλωσε δισταχτικά το χέρι, σαν να φοβόταν λίγο μήπως τη δαγκώσει, και το πήρε από το χέρι της Σέλινα. Ο Τόνι βγήκε από το μαγαζί με μια μπίρα στο ένα χέρι και μια πορτοκαλάδα για τη Σέλινα στο άλλο, και τα παιδιά αλαφιάστηκαν και σκορπίστηκαν σαν περιστέρια εδώ κι εκεί, παίρνοντας μαζί τους το μολύβι με τη φούντα. Η Σέλινα τα παρακολούθησε ν* απομακρύνονται, μαγεμένη ακόμη, και ο Τόνι είπε, «Τα μικρά…» με τόση περηφάνια και στοργή στη φωνή του, σαν να ήταν δικά του παιδιά. Συνέχισαν το ταξίδι τους. Το τοπίο είχε αλλάξει τελείως τώρα κι ο δρόμος περνούσε απ’ τα ριζά μιας οροσειράς, ενώ από την άλλη πλευρά τα λιβάδια κατέβαιναν απότομα προς τη θαλασσα και προς τον ομιχλώδη ορίζοντα. Ήταν σχεδόν τρεις ώρες στο δρόμο, όταν η Σέλινα διέκρινε ένα σταυρό στην κορφή ενός βουνού, ίσια μπροστά τους, με φόντο το γαλανό ουρανό. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε. «Ο Σταυρός του Σαν Εσταμπάν». «Μόνο ένας σταυρός; Στην κορφή του βουνού;» «Όχι, υπάρχει κι ένα μεγάλο μοναστήρι. Ένα κλειστό τάγμα».


Το χωριό του Σαν Εσταμπάν απλωνόταν στη βουνοπλαγιά, κάτω από τη σκιά του μοναστηριού. Στο σταυροδρόμι, αμέσως μετά την κεντρική πλατεία, μια πινακίδα έδειχνε επιτέλους το δρόμο για το Κάλα Φουέρτε. Ήταν η πρώτη που έβλεπε η Σέλινα. Ο Τόνι έστριψε δεξιά και πήρε το δρόμο που κατηφόριζε μέσα από λιβάδια με κάκτους και ελαιόδεντρα και συστάδες από αρωματικούς ευκάλυπτους. Μπροστά τους, η ακτή έμοιαζε με πυκνό δάσος από πεύκα, αλλά, όταν πλησίασαν, η Σέλινα διέκρινε τα αραιοσπαρμένα άσπρα σπίτια και τα φωτεινά ροζ, μπλε και κόκκινα λουλούδια των κήπων. «Αυτό είναι το Κάλα Φουέρτε;» «Σι». «Δεν μοιάζει με τ’ άλλα χωριά». «Όχι, είναι θέρετρο. Γιά τουρίστες. Πολλοί έχουν βίλες εδώ, για το καλοκαίρι, ξέρετε Έρχονται, μόλις πιάνουν οι ζέστες, από τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη». «Κατάλαβα». Τα πεύκα τους περικύκλωσαν και τους αγκάλιασαν με τη δροσερή σκιά τους και την έντονη μυρωδιά της ρητίνης. Πέρασαν μπροστά από την αυλή ενός αγροκτήματος όπου κακάριζαν δεκάδες κότες, μετά προσπέρασαν ένα-δυο σπίτια, μια μικρή κάβα ποτών κι έφτασαν σε μια μικρή πλατεία μ’ ένα τεράστιο πεύκο στη μέση. Στη μια πλευρά είχε ένα μαγαζί με λαχανικά και φρούτα απ’ έξω και σχοίνινα παπούτσια, φιλμ για φωτογραφικές μηχανές, ψάθινα καπέλα και καρτ-ποστάλ


στη βιτρίνα. Στην άλλη πλευρά υψωνόταν ένα εκτυφλωτικά ασπρισμένο σπίτι με μαυριτανικές καμάρες και μια βεράντα γεμάτη τραπέζια και καρέκλες. Πάνω από την είσοδο κρεμόταν μια ταμπέλα που έγραφε: «Ξενοδοχείο Κάλα Φουέρτε». Ο Τόνι σταμάτησε το ταξί στη σκιά του δέντρου κι έσβησε τη μηχανή. Η σκόνη κατακάθισε, όλα γύρω ήταν πολύ ήσυχα. «Φτάσαμε», της είπε. «Αυτό είναι το Κάλα Φουερτε». Βγήκαν από το αυτοκίνητο και τους υποδέχτηκε η ευχάριστη, δροσερή, θαλάσσια αύρα. Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν. Μια γυναίκα βγήκε από το μαγαζί για να πάρει πατάτες από ένα κοφίνι και να τις βάλει μέσα σε μια χάρτινη σακούλα. Κάτι παιδιά έπαιζαν μ’ ένα σκύλο. Δυο τουρίστες με πλεχτά πουλόβερ, Άγγλοι απ’ ό,τι έδειχναν, κάθονταν στη βεράντα του ξενοδοχείου κι έγραφαν κάρτες. Σήκωσαν τα μάτια, είδαν τη Σέλινα, αναγνώρισαν στην κοψιά της μια συμπατριώτισσα, και βιάστηκαν να στρέψουν αλλού το βλέμμα τους. Μπήκαν στο ξενοδοχείο, με τον Τόνι να προπορεύεται. Στο βάθος ήταν ένα μπαρ, πολύ καθαρό, δροσερό και φρεσκοασπρισμένο, με κιλίμια ριγμένα στο πέτρινο δάπεδο και μια ξύλινη σκάλα στο βάθος που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Κάτω από τη σκάλα, μια άλλη πόρτα έβγαζε στο πίσω μέρος του ξενοδοχείου. Μια μελαχρινή κοπέλα, με μια σκούπα στο χέρι, μετατόπιζε νωχελικά τη σκόνη από τη μια πλευρά του δαπέδου στην άλλη. Σήκωσε το κεφάλι και τους χαμογέλασε. «Μπουένος Ντίας».*


«Ντοντέ εστά ελ προπριετάριο;» 2 Η κοπέλα άφησε τη σκούπα. «Μομέντο», είπε και χάθηκε πίσω από την πόρτα που ήταν κάτω από τη σκάλα. Η πόρτα έκλεισε αυτόματα πίσω της. Ο Τόνι προχώρησε και κάθισε σ’ ένα από τα ψηλά σκαμνιά του μπαρ. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε πάλι, κι εμφανίστηκε ένας άντρας. Ήταν κοντός, αρκετά νέος, με μούσι και μάτια καλοσυνάτου βάτραχου. Φορούσε άσπρο πουκάμισο, σκούρο παντελόνι κι ένα ζευγάρι μπλε εσπαντρίγιες. «Μπουένος Ντίας», είπε κοιτάζοντας μια τον Τόνι και μια τη Σέλινα. Εκείνη βιάστηκε να ρωτήσει: «Μιλάτε Αγγλικά;» «Σι, σενιορίτα». «Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά ψάχνω να βρω κάποιον. Τον κύριο Τζώρτζ Ντάυερ». «Ναι;» «Τον ξέρετε;» Χαμογέλασε κι άνοιξε διάπλατα τα χέρια. «Και βέβαια. Ψάχνετε τον Τζωρτζ; Το ξέρει πως τον ψάχνετε;» «Όχι. Θα ’πρεπε;»


«Όχι, εκτός κι αν τον έχετε ειδοποιήσει για τον ερχομό σας». Η Σέλινα είπε, παριστάνοντας πως αστειευόταν, «Θέλω να του κάνω έκπληξη». Η απάντησή της φάνηκε να του κινεί την περιέργεια. «Από πού έρχεστε;» «Από το Λονδίνο. Έφτασα σήμερα στο αεροδρόμιο του Σαν Αντόνιο». Έδειξε τον Τόνι που άκουγε μουτρωμένος τη συζήτηση, σαν να μην του άρεσε που είχε χάσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. «Με έφερε εδώ ο ταξιτζής». «Έχω να δω τον Τζωρτζ από χθες. Πήγαινε στο Σαν Αντόνιο». , «Μα, όπως σας είπα, από κει ερχόμαστε». «Μπορεί να έχει γυρίσει σπίτι του. Δεν ξέρω. Δεν τον είδα να περνάει». Χαμογέλασε πλατιά. «Δεν είμαστε ποτέ σίγουροι αν το αυτοκίνητό του θα καταφέρει να κάνει τη διαδρο-μή». Ο Τόνι ξερόβηξε και είπε, «Πού μπορούμε να τον βρούμε;» Ο μουσάτος ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν γύρισε στο Κάλα Φουέρτε, θα είναι στην Κάζα Μπάρκο». «Πώς θα πάμε στην Κάζα Μπάρκο;» Ο άλλος κατσούφιασε και ο Τόνι, καταλαβαίνοντας την απροθυμία του, του εξήγησε. «Πρέπει να βρούμε τον σενιόρ Ντάυερ, γιατί αλλιώς δεν θα πληρωθώ. Η σενιορίτα δεν έχει λεφτά…» Η Σέλινα ξεροκατάπιε. «Ναι… ναι, δυστυχώς έτσι είναι. Μήπως


μπορείτε να μας δώσετε οδηγίες για να πάμε στην Κάζα Μπάρκο;» «Είναι δύσκολο να σας εξηγήσω. Δεν θα τη βρείτε. Αλλά», πρόσθεσε, «μπορώ να βρω κάποιον να σας πάει ώς εκεί». «Καλοσύνη σας. Ευχαριστώ πολύ, κύριε… συγγνώμη, δεν ξέρω το όνομά σας». «Ρουντόλφο. Όχι κύριος, σκέτο Ρουντόλφο. Περιμένετε μια στιγμή εδώ και θα το κανονίσω». Βγήκε απ’ το ξενοδοχείο, διέσχισε την πλατεία και μπήκε στο απέναντι μαγαζί. Ο Τόνι χαλάρωσε πάνω στο σκαμνί, πολύ μικρό για να χωρέσει το πάχος του που ξεχείλιζε δεξιά κι αριστερά, το ύφος του όμως έγινε ακόμα πιο βλοσυρό. Η Σέλινα άρχισε να νιώθει νευρικότητα κι αμηχανία. Προσπάθησε να τον καλοπιάσει. «Συγγνώμη γι’ αυτή την καθυστέρηση. Μου φερθήκατε με τόση καλοσύνη…» «Δεν ξέρουμε αν ο σενιόρ Ντάυερ θα είναι στην Κάζα Μπάρκο. Δεν τον είδαν να γυρίζει από το Σαν Αντόνιο». «Ε, αν δεν είναι, μπορούμε να περιμένουμε λιγάκι…» Μόλις το είπε, διαπίστωσε το λάθος της. «Εγώ δεν μπορώ να περιμένω. Είμαι εργαζόμενος. Για μένα ο χρόνος είναι χρήμα». «Ναι, βέβαια. Το καταλαβαίνω». Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του για να της δείξει ότι πολύ αμφέβαλε γι’ αυτό, και μετά της γύρισε την πλάτη σαν


υπερφυσικό, μουτρωμένο μαθητούδι. Η Σέλινα είδε με ανακούφιση τον Ρουντόλφο να επιστρέφει. Είχε συνεννοηθεί με το γιο της μπακάλισσας και τώρα ο μικρός θα τους οδηγούσε ως την Κάζα Μπάρκο. Έτσι κι αλλιώς είχε να παραδώσει μια παραγγελία στον σενιόρ Ντάυερ. Θα πήγαινε με το ποδήλατο του, κι εκείνοι μπορούσαν, αν ήθελαν, να τον ακολουθήσουν με το ταξί. «Ναι, πολύ ωραία, ευχαριστούμε πολύ». Η Σέλινα στράφηκε στον Τόνι και είπε με μια αισιοδοξία που δεν ένιωθε, «Θα σας πληρώσει την κούρσα κι έτσι θα μπορέσετε να επιστρέψετε αμέσως στο Σαν Αντόνιο». Ο Τόνι δεν φάνηκε να πείθεται, αλλά κατέβηκε από το σκαμνί κι ακολούθησε τη Σέλινα έξω, στην πλατεία. Δίπλα στο ταξί περίμενε ένα αδύνατο αγόρι, πάνω στο ποδήλατό του. Στο τιμόνι ήταν κρεμασμένα δυο πελώρια πανέρια απ’ αυτά που χρησιμοποιούσαν όλοι οι Ισπανοί χωρικοί. Ήταν γεμάτα κακοδιπλωμένα πακέτα όλων των μεγεθών και σχημάτων. Ανάμεσά τους προεξείχαν μακριές φραντζόλες ψωμί, ένα μάτσο κρεμμύδια κι ο λαιμός ενός μπουκαλιού. Ο Ρουντόλφο είπε, «Αυτός είναι ο Τομέου, ο γιος της Μαρία. Θα σας δείξει το δρόμο». Ο Τομέου ξεκίνησε και σαν μικρός πιλότος άρχισε να κατηφορίζει στο στενό, φιδογυριστό δρόμο κατά μήκος της ακτής, που ήταν όλο μικρούς κόλπους κι όρμους με γαλαζοπράσινα νερά. Πάνω από τα βράχια διακρίνονταν πανέμορφες μικρές βίλες με ολάνθιστους κήπους, ηλιόλουστες βεράντες και σανίδες κατάδυσης.


«Θα μ’ άρεσε να μένω εδώ», σχολίασε η Σέλινα, αλλά ο Τόνι, που η διάθεσή του είχε χαλάσει για τα καλά, δεν της απάντησε. Τώρα ο δρόμος είχε γίνει ακόμη πιο στενός και περνούσε ανάμεσα στους λουλουδιασμένους φράχτες των κήπων. Ανηφόριζε λίγο και μετά κατέβαινε απότομα προς τον τελευταίο και μεγαλύτερο κόλπο, μ’ ένα λιμανάκι όπου απάγκιαζαν μερικά ψαράδικα. Τα μεγαλύτερα σκάφη ήταν αγκυροβολημένα αρόδο. Το δρομάκι έφτανε ώς το πίσω μέρος των σπιτιών. Ο Τομέου, που πήγαινε μπροστά, στάθηκε και περίμενε. Μόλις είδε το ταξί να φτάνει στην κορφή του λόφου, κατέβηκε από το ποδήλατό του, το ακούμπησε στη μάντρα κι άρχισε να ξεφορτώνει τα τρόφιμα. «Αυτό πρέπει να είναι το σπίτι», είπε η Σέλινα. Δεν φαινόταν μεγάλο. Ο πίσω τοίχος ήταν ασπρισμένος και είχε μόνο ένα πολύ στενό παραθυράκι και μια σαραβαλιασμένη πόρτα κάτω από τη σκιά ενός φουντωτού, σκούρου πεύκου. Πίσω από το σπίτι, ο δρόμος, μονοπάτι πια, διακλαδιζόταν και περνούσε από το πίσω μέρος των άλλων σπιτιών. Εδώ κι εκεί, μερικές στενές σκάλες κατέβαιναν ανάμεσα στα κτίρια προς τη θάλασσα. Υπήρχε μια ευχάριστη ακαταστασία στην όλη εικόνα, με τις μπουγάδες ν’ ανεμίζουν στα σκοινιά, τα απλωμένα δίχτια και μια-δυο αδύνατες γάτες να πλένονται ξαπλωμένες νωχελικά στον ήλιο. Το ταξί του Τόνι χοροπηδούσε, κάνοντας τα λίγα τελευταία μέτρα, κι εκείνος γκρίνιαζε πως δεν είχε αρκετά χώρο για να στρίψει, πως το ταξί του δεν ήταν φτιαγμένο για τέτοιους


κατσικόδρομους και πως θα ζητούσε αποζημίωση, αν του γδερνόταν σε κανέναν τοίχο. Η Σέλινα τον άκουγε με μισό αυτί. Ο Τομέου είχε ανοίξει την πράσινη εξώπορτα και είχε εξαφανιστεί μέσα στο σπίτι σέρνοντας πίσω του τ’ ασήκωτα πανέρια. Το ταξί σταμάτησε απότομα και η Σέλινα βγήκε έξω. «Πάω να κάνω στροφή και θα γυρίσω για να πληρωθώ», είπε ο Τόνι. «Ναι», του απάντησε αφηρημένα η Σέλινα, με τα μάτια καρφωμένα στην ανοιχτή πόρτα. «Ναι, αυτό να κάνετε». —εκίνησε τόσο απότομα, που η Σέλινα αναγκάστηκε να τραβηχτεί προς τα πίσω για να μην την πατήσει η ρόδα του αυτοκινήτου, μόλις όμως εκείνο απομακρύνθηκε, πέρασε το στενό δρομο και μπήκε δισταχτικά στην Κάζα Μπάρκο. Αν και απέξω το σπίτι φαινόταν μικρό, μπαίνοντας βρέθηκε μέσα σ ένα τεράστιο, ψηλοτάβανο δωμάτιο. Τα παντζούρια ήταν κλειστά και ο χώρος πολύ δροσερός και σκοτεινός. Πίσω από ένα χαμηλό πάγκο ήταν στημένη η κουζίνα. Προχώρησε και είδε τον Τομέου, γονατιστό, να βάζει τις προμήθειες μέσα στο ψυγείο. Ο μικρός την άκουσε και γύρισε το κεφάλι του για να της χαμογελάσει. Η Σέλινα έσκυψε πάνω από τον πάγκο και τον ρώτησε, «Ο σενιόρ Ντάυερ;»


Κούνησε το κεφάλι του. «Νο ακουί». No ακουί. Όχι εδώ. Την έπιασε απελπισία. Δεν είχε γυρίσει από το Σαν Αντόνιο, και τώρα εκείνη θα ’ταν αναγκασμένη ν’ αρχίσει στον Τόνι τις συγγνώμες και τα παρακάλια να κάνει υπομονή, τη στιγμή που κανείς δεν ήξερε πόσο θα χρειαζόταν να περιμένουν. Ο Τομέου είπε κάτι που η Σέλινα δεν κατάλαβε, κι απόμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή. Για να της δείξει τι εννοούσε, βγήκε από τον πάγκο της κουζίνας, διέσχισε το δωμάτιο και άνοιξε τα παντζούρια. Το λαμπρό φως του ήλιου όρμησε μέσα και ζωντάνεψε το χώρο και τα χρώματα. Ο νότιος τοίχος, που έβλεπε προς το λιμάνι, ήταν σχεδόν όλος γυάλινος. Η διπλή μπαλκονόπορτα έβγαζε σε μια βεράντα σκεπασμένη με καλαμωτή. Μπροστά από το χαμηλό τοιχάκι, που την έκλεινε, ήταν αραδιασμένα μερικά ταλαιπωρημένα κιούπια και γλάστρες με γεράνια και, πίσω από το τοιχάκι, λαμπύριζε καταγάλανη η θάλασσα. Το σπίτι ήταν χωρισμένο με πολύ πρωτότυπο τρόπο. Δεν είχε εσωτερικούς τοίχους, και το ταβάνι της κουζίνας σχημάτιζε κάτι σαν μπαλκόνι με ξύλινα κάγκελα, στο οποίο ανέβαινες από μια καραβίσια σκάλα. Κάτω από τη σκάλα, μια πόρτα οδηγούσε σ’ ένα μικροσκοπικό μπάνιο, που φωτιζόταν και αεριζόταν από ένα μικρό φεγγίτη. Το μικρό αυτό μπάνιο είχε ένα νιπτήρα, μια τουαλέτα, ένα κάπως πρωτόγονο ντους, ένα ράφι με μπουκάλια, οδοντόπαστα και διάφορα είδη υγιεινής, έναν καθρέφτη και, στο δάπεδο, μια στρογγυλή σκάφη για το πλύσιμο των ρούχων.


Ο υπόλοιπος χώρος ήταν ένα ψηλοτάβανο σαλόνι, πολύ καλόγουστο, με ασπρισμένους τοίχους και πέτρινο δάπεδο πάνω στο οποίο ήταν σκορπισμένα ζωηρόχρωμα κιλίμια. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα τριγωνικό τζάκι, γεμάτο στάχτες από αρωματικά ξύλα που έμοιαζαν να ζητάνε μόνο ένα ελαφρό φύσημα για να ξανανάψουν. Δίπλα στο τζάκι και στο ίδιο ύψος με την εστία του, απλωνόταν κατά μήκος του τοίχου ένας χτιστός πάγκος στρωμένος με βελέντζες και σπαρμένος με μαξιλάρια, βιβλία, μια λάμπα, ένα κομμάτι σκοινί, στοίβες από εφημερίδες και περιοδικά και τέλος ένα κιβώτιο με άδεια μπουκάλια. Μπροστά στο τζάκι, με την πλάτη στη βεράντα και τη θάλασσα, βρισκόταν ένας τεράστιος, βουλιαγμένος εξαθέσιος καναπές. Είχε ένα ξεθωριασμένο μπλε λινό ύφασμα για κάλυμμα, κι από πάνω ήταν ριγμένη μια ριγέ άσπρη και κόκκινη κουβέρτα. Στην άλλη πλευρά του δωματίου υπήρχε ένα φτηνό ξύλινο γραφείο και πάνω του, μια γραφομηχανή, μια στοίβα χαρτιά, ένα ανοιχτό κουτί γεμάτο κλειστά γράμματα κι ένα ζευγάρι κιάλια. Στη γραφομηχανή ήταν περασμένη μια σελίδα, και η Σέλινα δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να ρίξει μια κλεφτή ματιά. «Το Καινούργιο Μυθιστόρημα του Τζωρτζ Ντάυερ», διάβασε. «Η τεμπέλα αλεπού πήδησε πάνω από κάτι σαν κυνηγόσκυλο». Ακολουθούσε μια σειρά από αστερίσκους κι ένα θαυμαστικό. Έκανε ένα μορφασμό. Άδικα έλπιζε ο κύριος Ράτλαντ! Ανάμεσα στην κουζινίτσα και στην πόρτα υπήρχε ένα πηγάδι,


μ’ ένα σιδερένιο σφυρήλατο γάντζο για τον κουβά, κι ένα φαρδύ ράφι, πάνω στο οποίο στέκονταν ένα μισοάδειο μπουκάλι κρασί κι ένας κάκτος. Η Σέλινα έσκυψε λίγο και είδε τη σκούρα λάμψη του νερού, μύρισε τη γλυκιά κι όμορ-φη μυρωδιά του κι αναρωτήθηκε αν ήταν πόσιμο. Η γιαγιά όμως ελεγε πάντα πως δεν έπρεπε να πίνεις νερό στο εξωτερικό, εκτός κι αν ήταν βρασμένο, κι αυτή δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να διακινδυνεύσει καμιά γαστρεντερίτιδα. Αφήνοντας πίσω της το πηγάδι, πήγε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το φαρδύ μπαλκόνι. Ανίκανη ν’ αντισταθεί στην επιθυμία της εξερεύνησης, ανέβηκε την καραβόσκαλα και βρέθηκε σε μια μαγευτική κρεβατοκάμαρα με επικλινές ταβάνι κι ένα τεράστιο, ξύλινο σκαλιστό, διπλό κρεβάτι (πώς στην ευχή το είχαν ανεβάσει εκεί πάνω;) με το κεφαλάρι στη μεριά το« πιο ψηλού τοίχου. Αν και δεν υπήρχε χώρος γι’ άλλα έπιπλα, είχαν καταφέρει να στριμώξουν δύο σεντούκια κατά μήκος των πιο χαμηλών τοίχων. Μια κουρτίνα εκτελούσε χρέη ντουλάπας κι ένα αναποδογυρισμένο πορτοκαλί κασόνι με ράφια, χρέη κομοδίνου. Τα ράφια ήταν γεμάτα βιβλία, και πάνω του ήταν τοποθετημένα μια λάμπα, ένα τρανζίστορ κι ένα ναυτικό χρονόμετρο. Ο Τομέου φώναξε από τη βεράντα «Σενιορίτα!» και η Σέλινα κατέβηκε τη σκάλα για να πάει κοντά του. Καθόταν πάνω στο τοιχάκι δίπλα σε μια τεράστια άσπρη περσική γάτα. Γύρισε, χαμογέλασε στη Σέλινα και πήρε τη γάτα στην αγκαλιά του σαν να ήθελε να της τη χαρίσει. «Σενιόρ Ντάυερ», είπε, δείχνοντας τη γάτα που νιαούρισε


αξιοθρήνητα και, μετά από μια σύντομη πάλη, ξέφυγε από τα χέρια του και πήγε να βολευτεί σε μια ηλιόλουστη γωνιά, τυλίγοντας την ουρά της γύρω από τα μπροστινά της πόδια. «Είναι πολύ μεγάλη», είπε η Σέλινα. Ο Τομέου σούφρωσε ερωτηματικά τα φρύδια. «Μεγάλη», ξανάπε, ανοίγοντας τα μπράτσα της για να του δείξει το μέγεθος. «Μεγάλη». Ο Τομέου γέλασε. «Σι, μούι γκράντε» 3. «Είναι η γάτα του σενιόρ Ντάυερ;» «Σι. Σενιόρ Ντάυερ». Η Σέλινα προχώρησε κι έσκυψε πάνω από το τοιχάκι. Από κάτω υπήρχε ένας μικρός και τριγωνικός βραχώδης κήπος με δυο-τρεις καχεκτικές ελιές. Η Σέλινα διαπίστωσε πως, όπως όλα τα σπίτια που είναι χτισμένα σε απότομες πλαγιές, η Κάζα Μπάρκο χωριζόταν σε μεγάλες πεζούλες και η βεράντα ήταν ταυτόχρονα η οροφή ενός λεμβοστασίου, με μια γλίστρα που κατέβαινε ώς το νερό. Μερικά σκαλοπάτια οδηγούσαν στο πιο κάτω επίπεδο, όπου δυο άντρες καθάριζαν ψάρια, καθισμένοι στις φτέρνες τους. Οι λάμες των μαχαιριών τους άστραφταν στο φως του ήλιου. Ξέπλεναν τα ψάρια στη θάλασσα, αναδεύοντας το ήρεμο, γαλαζοπράσινο νερό. Ο Τομέ-ου έσκυψε, έπιασε μια μικρή πέτρα και τους την πέταξε. Εκείνοι γύρισαν ξαφνιασμένοι να δουν ποιος ήταν, και βλέποντας τον Τομέου του χαμογέλασαν. «Όμπρε, Τομέου!» Ο μικρός τους φώναξε κάποια χαριτωμένη αναίδεια, γιατί


γέλασαν και μετά έσκυψαν ξανά στη δουλειά τους. Κάτω από τις παλάμες της Σέλινα ο πέτρινος τοίχος ήταν ζεστός, και λίγος ασβέστης είχε βγει στο μπροστινό μέρος της φούστας της κι έμοιαζε σαν κιμωλία. Γύρισε και κάθισε στο τοιχάκι με την πλάτη της στη θάλασσα, και τότε είδε το σχοινί με τα ρούχα που είχαν στεγνώσει και σχεδόν κοκαλώσει. Ένα ξεθωριασμένο μπλε πουκάμισο, ένα μαγιό, ένα άσπρο παντελόνι από καραβόπανο με μπαλώματα στα γόνατα κι ένα ζευγάρι παλιά αθλητικά παπούτσια που κρέμονταν από τα κορδόνια τους. Στη βεράντα υπήρχαν επίσης μερικά έπιπλα, αλλά όχι απ’ αυτά που βλέπει κανείς στο περιοδικόΣπίτι & Κήπος. Μια σαραβαλιασμένη μπαμπού πολυθρόνα, ένα ξύλινο τραπέζι με ξεφτισμένη την μπογιά του και μια ξαπλώστρα-πα-γίδα, απ’ αυτές που υποχωρούν μόλις κάθεσαι. Η Σέλινα θα ήθελε πολύ να μιλούσε Ισπανικά για να κουβεντιάσει με τον φιλικό Τομέου. Ήθελε να τον ρωτήσει τόσα πράγματα για τον σενιορ Ντάυερ. Τι άνθρωπος ήταν; Ποιο ήταν το σκάφος του; Ποτέ θα γύριζε από το Σαν Αντόνιο; Αλλά, πριν προλάβει ν’ αρχίσει κάποια συζήτηση, άκουσε το θόρυβο του ταξί του Τόνι, σαν πένθιμη κωδωνοκρουσία. Σταμάτησε έξω από την πόρτα, και αμέσως μετά ο Τόνι μπήκε στο σπίτι με ύφος στρυφνό και πιο απειλητικό από πριν. Η Σέλινα αναγκάστηκε να πει στον εαυτό της πως δεν θα την έτρωγε. «Ο σενιόρ Ντάυερ δεν έχει επιστρέψει», είπε σταθερά. Ο Τόνι δέχτηκε την πληροφορία με παγερή σιωπή. Μετά έβγαλε μια οδοντογλυφίδα κι άρχισε να σκαλίζει κάποιο από τα πίσω δόντια του. Σκούπισε την οδοντογλυφίδα στο παντελόνι του, την ξανάβαλε στην τσέπη του και είπε: «Τι στο διάολο κάνουμε τώρα;»


«Εγώ θα περιμένω εδώ. Δεν μπορεί ν’ αργήσει πολύ ακόμη. Ο Ρουντόλφο είπε πως δεν θ’ αργήσει. Όσο για σας, μπορείτε να περιμένετε ή μπορείτε να μου αφήσετε τ’ όνομα και τη διεύθυνσή σας και να επιστρέψετε στο Σαν Αντόνιο. Θα φροντίσω να πληρωθείτε σε κάθε περίπτωση». Χωρίς να το καταλάβει, είχε μιλήσει με το ύφος της γιαγιάς της, και, προς μεγάλη της έκπληξη, είχε αποτέλεσμα. Ο Τόνι δέχτηκε στωικά την κατάσταση. Πλατάγισε τη γλώσσα του, καθαρίζοντας λίγο ακόμα τα δόντια του, και μετά ανήγγειλε την απόφασή του. «Θα περιμένω κι εγώ. Αλλά όχι εδώ. Στο ξενοδοχείο». Στο ξενοδοχείο θα έβρισκε κονιάκ και θα μπορούσε να κάνει τη σιέστα του μέσα στο ταξί, κάτω από τη σκιά του δέντρου. Ήταν κιόλας δυόμισι, η ώρα που έπαιρνε συνήθως τον υπνάκο του, και δεν ήθελε να τον χάσει. «Όταν έρθει ο σενιόρ Ντάυερ, μπορείτε να έρθετε να μου το πείτε». Η Σέλινα‘ένιωσε τέτοια ανακούφιση, που της ήρθε να τον αγκαλιάσει, αλλά είπε μόνο, «Πολύ καλά, βεβαίως και θα σας ειδοποιήσω». Ύστερα όμως πρόσεξε πόσο αποθαρρημένος φαινόταν, και βιάστηκε να προσθέσει, «Λυπάμαι γι* αυτό που συνέβη αλλά μην ανησυχείτε, όλα θα διορθωθούν». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, άφησε έναν αναστεναγμό και κίνησε για το ταξί. Τον άκουσαν να βάζει μπροστά και να ξεκινάει για το ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε». Η Σέλινα πρόλαβε να σκεφτεί «Καημένε Ρουντόλφο» πριν στραφεί ξανά στον Τομέου.


«Εγώ θα μείνω εδώ», του είπε. Σούφρωσε ξανά τα φρύδια του στην προσπάθεια να καταλάβει. «Ουστέντ ακουί». «Ναι. Εδώ». Έδειξε το έδαφος. Ο Τομέου χαμογέλασε για να της δείξει πως κατάλαβε, και πήγε να μαζέψει τα άδεια πανέρια. «Αντίο, Τομέου, και σ’ ευχαριστώ». «Αντιός, σενιορίτα». Ο μικρός έφυγε και η Σέλινα έμεινε μόνη. Βγήκε έξω στη βεράντα λέγοντας στον εαυτό της πως περίμενε τον πατέρα της, αλλά ακόμα της φαινόταν και της ίδιας απίστευτο. Αναρωτήθηκε αν εκείνος θα καταλάβαινε ποια ήταν, χωρίς να του το πει. Κι αν δεν το καταλάβαινε, πώς θα του το έλεγε. Έκανε τρομερή ζέστη. Ο ήλιος χτυπούσε ανελέητα τη βεράντα, και η Σέλινα πρώτη φορά ένιωθε να καίει ολόκληρη. Οι νάιλον κάλτσες, τα δερμάτινα παπούτσια και το μάλλινο φόρεμα είχαν πάψει να είναι κατάλληλα και πρακτικά. Είχαν γίνει τελείως ανάρμοστα κι αφόρητα. Η γιαγιά όμως δεν ανεχόταν τα γυμνά πόδια, ούτε καν με καλοκαιρινά ρούχα, και θεωρούσε τα γάντια απαραίτητο αξεσουάρ για μια γυναίκα. Μία κυρία ξεχωρίζει από τα γάντια, δεν παρέλειπε να λέει. Και είναι απαράδεκτο να βγαίνει κανείς χωρίς καπέλο. Η γιαγιά όμως είχε πεθάνει. Την είχαν αγαπήσει, την είχαν


πενθήσει, την είχαν κλάψει, αλλά ήταν αναμφισβήτητα πεθαμένη. Η φωνή της είχε σιγήσει, οι δογματικές απόψεις της δεν θα ξανακούγονταν, και η Σέλινα ήταν μόνη, χιλιάδες μίλια μακριά από το Κουίνς Γκέητ, στο σπίτι του πατέρα της, και μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Μπήκε στο σπίτι, έβγαλε τις κάλτσες και τα παπούτσια της και μετά, νιώθοντας υπέροχα δροσερή κι ελεύθερη, έψαξε κάτι να φάει. Στο ψυγείο υπήρχε βούτυρο, κι άλειψε λίγο πάνω σε μια φέτα ψωμί. Πήρε μια ντομάτα κι ένα μπουκάλι παγωμένη σόδα. Έφαγε και ήπιε στη βεράντα, καθισμένη πάνω στο τοιχάκι, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Σε λίγο την έπιασε τρομερή νύστα, αλλά δεν ήθελε να τη βρουν κοιμισμένη. Έπρεπε λοιπόν να καθίσει σε κάποιο σκληρό και άβολο μέρος για να μείνει ξύπνια. Ξαναμπήκε στο σπίτι, ανέβηκε την εσωτερική σκάλα και βολεύτηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Μετά από λίγο, η πελώρια άσπρη γάτα την ακολούθησε κι ανέβηκε, γουργουρίζοντας και ζυμώνοντας, πάνω στα γόνατά της. Οι δείκτες του ρολογιού της συνέχισαν την αργή περιστροφή τους. 1 Πολιτοφυλακή. (Σ.τ.Μ.) 2 «ΕΙΣΟΔΟΣ». (Σ.τ.Μ.) 3 «ΤΕΛΩΝΕΙΟ». (Σ.τ.Μ.)


4 Δεν μιλώ Αγγλικά. (Σ.τ.Μ.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φύγεις», είπε η Φράνσις Ντόντζεν. «Σου είπα* πρέπει να ταΐσω την Περλ». «Η Περλ μπορεί να βρει μόνη της φαΐ. Γύρω από το σπίτι σου υπάρχουν αρκετά ψόφια ψάρια για να φάει ένας λόχος από γάτες. Μείνε άλλη μια νύχτα, αγάπη μου». «Δεν είναι μόνο η Περλ. Είναι και η Έκλ ειψη…» «Άντεξε ήδη μια καταιγίδα…» «Δεν ξέρω αν την άντεξε, και θα ξανάρθει κακοκαιρία…» «Καλά», αναστέναξε η Φράνσις, απλώνοντας το χέρι να πάρει άλλο ένα τσιγάρο. «Αφού νιώθεις έτσι, καλύτερα να φύγεις». Η μητέρα της τής είχε πει, πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν μικρή κοπέλα στο Τσιντσινάτι του Οχάιο, πως ο καλύτερος τρόπος για να κρατήσεις έναν άντρα είναι να του δίνεις, τουλάχιστον, την αίσθηση της ελευθερίας. Όχι πως έμπαινε θέμα να κρατήσει τον Τζωρτζ Ντάυερ, αφού δεν τον είχε κερδίσει ακόμα, αλλά η Φράνσις ήταν έμπειρη σ’ αυτό το συναρπαστικό παιχνίδι του κυνηγιού και διατεθειμένη να περιμένει όσο χρειαζόταν. Κάθονταν στη μικρή βεράντα του σπιτιού της, ψηλά στην παλιά πόλη του Σαν Αντόνιο. Το σπίτι δεν απείχε ούτε εκατό μέτρα από τη μητρόπολη, που δέσποζε στην κορφή του λόφου, και κάτω από τα πόδια του ξεδιπλωνόταν ένας λαβύρινθος από


στριφογυριστά, πλακόστρωτα σοκάκια, ψηλά και στενά σπίτια κι ατέλειωτα σχοινιά της μπουγάδας που έφταναν ώς τα τείχη του παλιού οχυρού. Πέρα από τα τείχη απλωνόταν η καινούργια πόλη με τους φαρδείς δρόμους και τις δενδροφυτεμένες πλατείες και πιο κάτω το λιμάνι, γεμάτα με ντόπιες σκούνες κι άσπρα ιστιοπλοϊκά με ψηλά κατάρτια. Το ατμόπλοιο που ερχόταν κάθε βδομάδα από τη Βαρκελώνη είχε μόλις αράξει. Η Φράνσις έμενε δυο χρόνια τώρα σ’ αυτό το πανέμορφο μέρος, από τότε που είχε έρθει με το γιοτ κάποιων πλούσιων Αμερικανών φίλων της. Μετά από έξι βδομάδες, η Φράνσις είχε βαρεθεί θανάσιμα τη συντροφιά τους και, όταν βγήκαν όλοι έξω για ένα πάρτι, εκείνη είχε μείνει στη στεριά. Ύστερα από το γλέντι, που κράτησε τρεις μέρες, είχε ξυπνήσει μ’ έναν τρομαχτικό πονοκέφαλο σ’ ένα άγνωστο κρεβάτι, για να διαπιστώσει ότι το γιοτ με τους επιβάτες του είχε φύγει χωρίς αυτήν. Η Φράνσις δεν ενοχλήθηκε καθόλου από το γεγονός. Είχε αποκτήσει ήδη ένα σωρό καινούργιους φίλους, ήταν πλούσια, δυο φορές παντρεμένη και χωρισμένη, χωρίς δεσμεύσεις. Το Σαν Αντόνιο της άρεσε και της πήγαινε. Ήταν γεμάτο ζωγράφους, διάφορους εκπατρισμένους, συγγραφείς και μπίτνικς, και η Φράνσις που είχε ζήσει κάποτε για αρκετούς μήνες μ’ έναν αποτυχημένο καλλιτέχνη στο Γκρίνουϊτς Βίλλατζ, αισθανόταν στο στοιχείο της. Δεν άργησε να βρει αυτό το σπίτι και, όταν τακτοποιήθηκε, άρχισε να ψάχνει για μια απασχόληση. Τελικά, αποφάσισε ν’ ανοίξει μια γκαλερί. Σ’ ένα μέρος με τόσους ζωγράφους και τόσους τουρίστες, μια γκαλερί έργων τέχνης ήταν μια σίγουρη επένδυση. Αγόρασε, λοιπόν,


ένα παλιό ιχθυοπωλείο στο λιμάνι, το μετέτρεψε σε αίθουσα εκθέσεων και άρχισε να τη διευθύνει με το επιχειρηματικό πνεύμα που είχε κληρονομήσει όχι μόνο από τον πατέρα της αλλά και από τους δυο πρώην συζύγους της. Δεν είχε πατήσει ακόμα τα σαράντα, και η εμφάνισή της διέψευδε το πέρασμα του χρόνου. Ψηλή, πολύ λεπτή, μελαψή σαν αγόρι, με τα ξανθά μαλλιά της να σχηματίζουν ακατάστατες μπούκλες γύρω από το αδύνατο πρόσωπό της, ντυνόταν συνήθως σαν τηνέητζερ: στενά παντελόνια, αντρικά πουκάμισα και μπικίνι μικρά σαν μαντιλάκια. Κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο κι έπινε κάπως υπερβολικά, αλλά τον περισσότερο καιρό, όπως σήμερα το πρωί για παράδειγμα, έβρισκε τη ζωή πολύ ωραία. Το χθεσινοβραδινό πάρτι, προς τιμήν της πρώτης έκθεσης του Όλαφ Σβένσεν, είχε μεγάλη επιτυχία. Ο Όλαφ ήταν ένας πολύ βρόμικος νεαρός, ακόμα και για τα κριτήρια του Σαν Αντόνιο, αλλά η ποπ γλυπτική του θα έκανε τον κόσμο να μείνει με το στόμα ανοιχτό, και της Φράνσις της άρεσε να σοκάρει το κοινό της. Είχε, φυσικά, καλέσει και τον Τζωρτζ Ντάυερ στο πάρτι μετά την έκδοση του βιβλίου του είχε γίνει διάσημος στο νησίαλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως θα ’ρχόταν, γι’ αυτό η Φράνσις καταχάρηκε όταν τον είδε να μπαίνει στην κατάμεστη και θολή απ’ τους καπνούς των τσιγάρων γκαλερί, και να προχωρεί προς το μέρος της. Της είπε πως είχε έρθει στο Σαν Αντόνιο για ν’ αγοράσει ένα ανταλλακτικό για το σκάφος του, και, όταν άκουσε τα σχόλιά του για τα έργα του Όλαφ, κατάλαβε πως είχε έρθει στο πάρτι μόνο και μόνο για να πιει τσάμπα, αλλά αυτό δεν την πείραξε, της έφτανε που ήταν εκεί, της έφτανε που είχε μείνει ώς το τέλος της δεξίωσης και μετά,


μαζί της. Τον γνώριζε ένα χρόνο περίπου. Την περασμένη άνοιξη είχε πάει στο Κάλα Φουέρτε για να δει τη δουλειά ενός νεαρού Γάλλου ζωγράφου που εμενε εκεί. Είχε καταλήξει, αναπόφευκτα, στο μπαρ του Ρου-ντολφο για να κεράσει το ζωγράφο μερικά μαρτίνι αλλά, μόλις μπήκε μέσα ο Τζωρτζ Ντάυερ, είχε παρατήσει τον Γάλλο για να κουβεντιάσει με τον Τζωρτζ, και είχαν καταλήξει να φάνε μαζί, να μείνουν μαζί ώς τις έξι το απόγευμα και να πίνουν καφέ μέχρι να έρθει η ώρα του κονιάκ. Συνήθως, πήγαινε στο Σαν Αντόνιο μια φορά την εβδομάδα για να πάρει την αλληλογραφία του από το Γιοτ Κλαμπ, να περάσει από την τράπεζα και ν’ αγοράσει προμήθειες για το σκάφος του, και επικοινωνούσε σχεδόν κάθε φορά με τη Φράνσις για να φάνε μαζί ή να πάνε σε κάποιο από τα πάρτι που γίνονταν στα παραλιακά μπαρ. Η Φράνσις ένιωθε μκχ τρομερή έλξη γι’ αυτόν και ήξερε πως εκείνος ήταν πολύ πιο αδιάφορος, αλλά αυτό τον έκανε ακόμα πιο ελκυστικό κι επιθυμητό. Την έκανε επίσης να ζηλεύει τα άλλα ενδιαφέροντά του κι οτιδήποτε τον κρατούσε μακριά της: το γράψιμο, το σκάφος του, και πάνω απ’ όλα την αυτάρκειά του. Θα ’θελε πολύ να τη χρειάζεται, όμως ο Τζωρτζ έδειχνε να μη χρειάζεται κανέναν και τίποτα. Τα χρήματά της δεν τον εντυπωσίαζαν, αλλά του άρεσε το κάπως χυδαίο και πολύ αντρικό χιούμορ της. Τώρα τον κοίταζε και σκεφτόταν με ικανοποίηση πως ήταν ο πρώτος αληθινός άντρας ντου είχε γνωρίσει. Ετοιμαζόταν να φύγει κι έβαζε τα πράγματα που είχε αγοράσει μέσα σ’ ένα πανέρι. Παρακολουθώντας τις κινήσεις των μελαψών χεριών του, η Φράνσις ένιωσε να φουσκώνει πάλι μέσα της το κύμα του πόθου. Ενάντια στη λογική της, αλλά με


την ελπίδα να τον κρατήσει λίγο ακόμα κοντά της, του είπε: «Δεν έφαγες τίποτα». «Θα φάω κάτι στο σπίτι». Στο σπίτι. Πόσο θα ’θελε να ήταν αυτό εδώ το σπίτι του. Έκανε άλλη μια προσπάθεια, «Ένα ποτό, τουλάχιστον;» Εκείνος γέλασε και την κοίταξε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα κόκκινα απ’ το ξενύχτι μάτια του. «Έχω τρεις ώρες οδήγηση, κούκλα μου». «Ένα ποτό δεν θα σε σκοτώσει». Χρειαζόταν κι εκείνη ένα. «Όχι, αλλά μπορεί να με σκοτώσει ένα μεγάλο φορτηγό, αν με πάρει ο ύπνος στο τιμόνι». Το πανέρι είχε γεμίσει. Σηκώθηκε και είπε, «Πρέπει να πηγαίνω». Σηκώθηκε και η Φράνσις, έσβησε το τσιγάρο της και πήγε να τον βοηθήσει να μεταφέρει τα πράγματά του. Ο Τζωρτζ σήκωσε τη βαριά κάσα με την προπέλα, κι εκείνη πήρε το πανέρι και κατέβηκε πρώτη τα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στην κλειστή αυλή της, όπου μια λεμονιά άνθιζε δίπλα στο πηγάδι. Άνοιξε τη δίφυλλη ξύλινη πόρτα που έβγαζε στο στενό δρομάκι και βγήκε έξω στο δυνατό ηλιόφως. Εκεί, στην απότομη πλαγιά του λόφου, ήταν παρκαρισμένο το αστείο αυτοκίνητο του Τζωρτζ, ένα παμπάλαιο Μόρρις Κόουλεϋ, με κίτρινες ρόδες και μια κουκούλα σαν αυτές που έχουν τα βρεφικά καροτσάκια. Φόρτωσαν τα πράγματα και ο Τζωρτζ γύρισε για να την


αποχαιρετήσει. «Ωραία περάσαμε». «Επειδή δεν το είχαμε προγραμματίσει, αγάπη μου. Ήταν, πώς το λένε; Αυθόρμητο». Τον φίλησε στο στόμα. Ήταν τόσο ψηλή που δεν χρειαζόταν να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της για να τον φτάσει, απλώς έγειρε προς τα μπρος και τον αιφνιδίασε. Φορούσε ένα ζωηρόχρωμο, παχύ στρώμα κραγιόν με γλυκιά γεύση που έμεινε στο στόμα του και, όταν αποτραβήχτηκε, το σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης του. Μπήκε στο αυτοκίνητο. «Αντίο, αγάπη μου». «Γεια σου, Φράνσις». «Γεια». Τράβηξε την πέτρα που είχαν βάλει γελώντας το προηγούμενο βράδυ κάτω από τον μπροστινό τροχό, κι ο Τζωρτζ ελυσε το χειρόφρενο. Το αυτοκίνητο κύλησε αναπτύσσοντας ολο και μεγαλύτερη ταχύτητα όσο προχωρούσε, παίρνοντας τις στροφές στο στενό, απόκρημνο δρόμο, σαν τα βαγονάκια του τρελού τρένου στα λούνα-παρκ. Οι κότες και τα γατιά σκορπίζονταν στο πέρασμά του, ενώ οι άντρες της Γκουάρ-ντια Σιβιλ, που στέκονταν στην πύλη του παλιού τείχους, πλατάγιζαν τις γλώσσες τους μ’ αποδοκιμασία. Πήρε το χωματόδρομο για το Κάλα Φουέρτε, περνώντας μέσα από φροντισμένα λιβάδια, δίπλα από ανεμόμυλους και


υπομονετικά άλογα που γυρνούσαν μαγκανοπήγαδα. Έφτασε επιτέλους στο φιδογυριστό δρόμο που περνούσε κάτω από τα βουνά και το σταυρό του Σαν Εστεμπάν. Μισοκλείνοντας τα μάτια, έψαξε μακριά, πάνω από τη θάλασσα, για τα σημάδια της επερχόμενης καταιγίδας, και σκέφτηκε τη Φράνσις. Γιά μια στιγμή του ήρθε να πάει να μείνει μαζί της στο Σαν Αντόνιο, μόνο και μόνο για να έχει την ικανοποίηση να πει στον Ράτλαντ, τον εκδότη του, να· πάει στο διάβολο, πως δεν θα έγραφε άλλα βιβλία και θα γινόταν ένας αργόσχολος που θα τον συντηρούσε μια πλούσια Αμερικανίδα. Στο Σαν Εστεμπάν η ώρα της σιέστας είχε περάσει, τα παντζούρια είχαν ανοίξει διάπλατα και κάποιοι ήσυχοι θαμώνες κάθονταν ήδη έξω από τα καφενεία. Καθώς ο Τζωρτζ πέρασε από μπροστά τους κορνάροντας, του φώναξαν «Όμπρε!» και του κούνησαν το χέρι γιατί τον γνώριζαν όλοι, αν όχι με το όνομά του, σίγουρα πάντως σαν τον τρελό Εγγλέζο με το κα-τσαριδάκι με τις κίτρινες ρόδες, που κυκλοφορούσε στο νησί φορώντας ένα κασκέτο και γράφοντας πού και πού βιβλία. Φτάνοντας στην τελευταία κατηφόρα που οδηγούσε στο Κάλα Φουέρτε, είχε μια μικρή αψιμαχία για λίγο με τον εαυτό του για το αν έπρεπε ή όχι να σταματήσει στου Ρουντόλφο για ένα ποτό. Προς μεγάλη του έκπληξη, κατέληξε στην απόφαση να μή σταματήσει. Ήταν σίγουρο πως θα συναντούσε γνωστούς, θα έμενε περισσότερο απ’ ό,τι υπολόγιζε, και θα έπινε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στον καιρό και η Περλ θα πεινούσε. Έτσι, πέρασε από την πλατεία κορνάροντας και χαιρετώντας μ’ ένα φιλικό κούνημα του χεριού όλους όσοι κάθονταν στη βεράντα του «Κάλα Φουέρτε». Δεν είδε πουθενά τον Ρουντόλφο, αλλά ένας-δυο θαμώνες του ανταπόδωσαν το


χαιρετισμό, και ο Τζωρτζ, με μια υπέροχη αίσθηση επιστροφής στο σπίτι του, άρχισε να σφυρίζει εύθυμα. Σφύριζε ακόμα, όταν μπήκε στο σπίτι. Η Σέλινα, που δεν είχε μετακινηθεί από τη σκάλα, άκουσε το αυτοκίνητο να κατεβαίνει την πλαγιά και να σταματάει μ’ ένα απαίσιο στρίγκλισμα των παλιών φρένων, έξω από την Κάζα Μπάρκο. Έμεινε ακίνητη, με την άσπρη γάτα κοιμισμένη στα γόνατά της. Όταν έσβησε η μηχανή, άκουσε το σφύριγμα. Μετά μια πόρτα ν’ ανοίγει και να κλείνει. Το σφύριγμα συνεχίστηκε, πιο δυνατό τώρα. Η εξώπορτα άνοιξε και μπήκε ένας άντρας. Κρατούσε στο ένα χέρι ένα πανέρι, είχε κάτω από την άλλη του μασχάλη ένα μεγάλο χαρτόκουτο, κι ένα μάτσο εφημερίδες ανάμεσα στα δόντια του. Έκλεισε την πόρτα με τον πισινό του, άφησε το πανέρι στο πάτωμα, έβγαλε από το στόμα του τις εφημερίδες, τις έριξε μέσα στο πανέρι και προχώρησε για ν’ ακουμπήσει προσεχτικά το χαρτόκουτο στο τραπέζι, δίπλα στη γραφομηχανή. Η Σέλινα δεν έβλεπε το πρόσωπό του, γιατί το έκρυβε το γείσο του ξεθωριασμένου κασκέτου του, αλλά τον είδε ν’ ανοίγει το κουτί και να ελέγχει το περιεχόμενό του, που ήταν τυλιγμένο με μαλακό χαρτί. Προφανώς ικανοποιημένος, πήρε τα κιάλια και βγήκε έξω, στη βεράντα. Η Σέλινα παρέμεινε ακίνητη, αλλά η γάτα ξύπνησε. Τη χάιδεψε, λίγο από νευρικότητα και λίγο γιατί δεν ήθελε να της φύγει. Ύστερα από δυο-τρία λεπτά ο άντρας ξαναμπήκε στο σπίτι, άφησε στη θέση τους τα κιάλια, έβγαλε το κασκέτο του και το πέταξε στο τραπέζι. Είχε σκούρα πυκνά μαλλιά με λίγες γκρίζες τρίχες. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο μπλε πουκάμισο, ένα χακί ξεβαμμένο τζιν κι ένα ζευγάρι σκονισμένες εσπαντρίγιες. Χωρίς να σταματήσει το σφύ-ριγμα, πήρε το πανέρι και το πήγε στην


κουζίνα, φεύγοντας και πάλι από το οπτικό πεδίο της Σέλινα. Τον άκουσε ν’ ανοίγει και να κλείνει την πόρτα του ψυγείου και μετά άκουσε τον ήχο που κάνει ένα υγρό πέφτοντας σ’ ένα ποτήρι. Όταν εμφανίστηκε ξανά, κρατούσε στο χέρι ένα χοντρό ποτήρι που εμοιαζε γεμάτο με σόδα. Βγήκε πάλι στη βεράντα και φώναξε, «Περλ!Λ Η γάτα τεντώθηκε στα γόνατα της Σέλινα. «Περλ! Πέρλυ!» Σούφρωσε τα χείλη του κι άρχισε να στέλνει φιλιά στον αέρα. Η γάτα νιαούρισε. Εκείνος την άκουσε και μπήκε στο σπίτι. «Περλ». Η Σέλινα πέρασε τη γλώσσα της πάνω στα ξεραμένα χείλη της, πήρε μια βαθιά αναπνοή και είπε, «Τη γάτα ψάχνετε;» Ο Τζωρτζ Ντάυερ σταμάτησε απότομα, σήκωσε το κεφάλι και είδε την κοπέλα που ήταν καθισμένη στην κορυφή της σκάλας. Είχε μακριά, γυμνά πόδια και η Περλ, σαν μεγάλο, άσπρο, γούνινο μαξιλάρι, ήταν ξαπλωμένη στα γόνατά της. Έσμιξε τα φρύδια του, προσπαθώντας να θυμηθεί. «Ήσασταν εδώ πριν λίγο, όταν μπήκα;» ρώτησε. «Ναι». «Δεν σας είδα». «Το ξέρω». Ο ΤζωρτΓ είπε μέσα του πως η φωνή της ήταν πολύ γλυκιά κι ευγενική. Η κοπέλα συνέχισε, «Περλ λένε τη γάτα σας;» «Ναι, γύρισα για να την ταΐσω».


«Καθόταν στα γόνατά μου όλο το απόγευμα». «Όλο το από-… Πόσην ώρα είστε εδώ;» «Από τις δυόμισι». «Από τις δυόμισι;» περασμένες πέντε».

Κοίταξε

το ρολόι

του. «Μα είναι

«Το ξέρω».’ Η Περλ αποφάσισε να πάρει μέρος στη συζήτηση και ανακάθισε, τεντώθηκε, νιαούρισε παραπονιάρικα και τέλος πήδησε ανάλαφρα από τα γόνατα της κοπέλας και κατέβηκε τη σκάλα. Γουργουρίζοντας τώρα, τρίφτηκε στα πόδια του Τζωρτζ, ο οποίος όμως, όλως περιέργως, την αγνόησε. «Ήρθατε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο;». «Ναι, ήρθα για να σας δω». «Τότε, δεν νομίζετε πως θα ’ταν καλύτερα να κατέβετε απ’ τη σκάλα;» Η Σέλινα υπάκουσε. Σηκώθηκε, φανερά πιασμένη από την πολύωρη ακινησία, και κατέβηκε ένα-ένα τα σκαλοπάτια, προσπαθώντας συγχρόνως να παραμερίσει τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. Σε σύγκριση με την Φράνσις Ντόντζεν και όλες τις άλλες ηλιοκαμένες κυρίες του Σαν Αντόνιο, αυτή εδώ φαινόταν πολύ χλομή και άσπρη, με τα ίσια χρυσοκόκκινα μαλλιά που έφταναν στους ώμους της, και μια φράντζα που έφτανε ώς τα φρύδια της. Τα μάτια της’ήταν


γαλάζια, και είχαν μαύρους κύκλους από την κούραση. Του φάνηκε πολύ νέα για να είναι όμορφη. Είπε, «Δεν σας ξέρω καν… σας ξέρω;» «Όχι. Όχι, δεν με ξέρετε. Ελπίζω να μη σας πειράζει που μπήκα έτσι μέσα στο σπίτι σας». «Δεν με πειράζει καθόλου». «Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη». «Δεν έχει κλειδαριά». Η Σέλινα χαμογέλασε, νομίζοντας πως το ’λεγε στ’ αστεία, αλλά όταν κατάλαβε πως δεν αστειευόταν, άφησε το χαμόγελό της να σβήσει, και προσπάθησε να βρει τι θα έλεγε στη συνέχεια. Υποσυνείδητα, περίμενε πως εκείνος θα την αναγνώριζε, θα έλεγε, «ποια μου θυμίζεις;» ή «μα κάπου σας έχω ξαναδεί, κάπου, κάποτε». Ωστόσο, όχι μόνο δεν της έλεγε τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά η όλη του εμφάνιση της προκαλούσε σύγχυση, δεν της θύμιζε το νεαρό αξιωματικό με τα λαμπερά μάτια και την περιποιημένη στολή που ήταν ο πατέρας της. Το είχε φανταστεί ότι θα ήταν πολύ μελαχρινός, αλλά δεν περίμενε να έχει τόσες ρυτίδες, ούτε τόσο κόκκινα μάτια. Επιπλέον, τα γένια των δύο ημερών δεν έκρυβαν μόνο το ελκυστικό λακκάκι στο πιγούνι του, αλλά του έδιναν και όψη κακοποιού. Τέλος, δεν φαινόταν καθόλου ευχαριστημένος που την έβλεπε. Η Σέλινα ξεροκατάπιε. «Θα… θ’ αναρωτιέστε γιατί βρίσκομαι εδώ».


«Ε, ναι, μάλλον, αλλά είμαι σίγουρος πως κάποτε θα μου το πεις». «Ήρθα αεροπορικώς από το Λονδίνο… σήμερα το πρωί, χθες βράδυ. Όχι, σήμερα το πρωί». Του μπήκε μια φοβερή υποψία. «Σ’ έστειλε ο Ράτλαντ;» «Ποιος; Α, ο κύριος Ράτλαντ, ο εκδότης. Όχι, δεν μ’ έστειλε αυτός, αν και με παρακάλεσε να σας πω ν’ απαντήσετε στα γράμματά του». «Δεν αμφιβάλλω». Του ήρθε μια άλλη ιδέα. «Τον ξέρεις όμως». «Ναι, πήγα να τον δω για να τον ρωτήσω πώς μπορούσα να σας βρω». «Μα, ποια είσαι;» «Με λένε Σέλινα Μπρους». «Κι εμένα Τζωρτζ Ντάυερ, αλλά φαντάζομαι πως το ξέρεις». «Ναι, το ξέρω…» Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή. Άθελά του, ο Τζωρτζ ένιωσε την περιέργειά του να φουντώνει. «Μπας κι είσαι καμιά θαυμάστρια; Κάτι σαν Γραμματέας της Λέσχης Θαυμαστών του Τζωρτζ Ντάυερ, να πούμε». Η Σέλινα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Τότε, μένεις στο ξενοδοχείο “Κάλα Φουέρτε” και διάβασες το βιβλίο μου;» Κούνησε ξανά το κεφάλι της. «Θα παίξουμε το παιχνίδι των είκοσι ερωτήσεων; Είσαι διάσημη;


Είσαι ηθοποιός; Τραγουδάς;» «Όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά έπρεπε να σας δω, γιατί…» Έχασε το θάρρος της.«Γιατί», συνέχισε, «είμαι υποχρεωμένη να σας ζητήσω να μου δανείσετε εξακόσιες πεσέτες». Ο Τζωρτζ Ντάυερ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η κατάπληξή του ήταν τόση, που ακούμπησε το ποτήρι του πάνω στο τραπέζι γιατί φοβήθηκε μην του πέσει. «Τι είπες;» «Έχετε να μου δανείσετε εξακόσιες πεσέτες;» είπε η Σέλινα, προφέροντας δυνατά και καθαρά την κάθε λέξη, σαν ν απευθυνόταν σε βαρήκοο. «Εξακόσιες πεσέτες!» Γέλασε, αλλά δεν φαινόταν καθόλου να διασκεδάζει. «Θ’ αστειεύεσαι». «Μακάρι ν’ αστειευόμουν». «Εξακόσιες πεσέτες! Δεν έχω ούτε είκοσι!» «Μα πρέπει να βρω εξακόσιες για να πληρώσω τον ταξι-τζή». Ο Τζωρτζ κοίταξε γύρω του. «Πώς μας προέκυψε αυτός ο ταξιτζής;» «Αναγκάστηκα να πάρω ταξί από το αεροδρόμιο για να έρθω στο Κάλα Φουέρτε. Είπα στον οδηγό πως θα τον πληρώνατε εσείς, γιατί εγώ δεν είχα καθόλου χρήματα. Μου έκλεψαν το πορτοφόλι στο αεροδρόμιο, την ώρα που περίμενα για να δω αν


θα μπορούσαν να βρουν τις αποσκευές μου… Κοιτάξτε…» Πήγε να φέρει την τσάντα της και να του δείξει τα κομμένα χερούλια. «Ο υπάλληλος της Γκουάρντια Σιβίλ είπε πως πρέπει να το έκανε ένας πολύ πεπειραμένος κλέφτης, γιατί δεν ένιωσα τίποτα και μου πήρε μόνο το πορτοφόλι μου». «Μόνο το πορτοφόλι σου. Και τι είχε μέσα το πορτοφόλι σου;» «Τις ταξιδιωτικές επιταγές μου, μερικές αγγλικές λίρες και μερικές πεσέτες. Και», πρόσθεσε με το ύφος του ανθρώπου που θέλει να είναι απόλυτα ειλικρινής, «το εισιτήριο της επιστροφής μου». «Κατάλαβα», είπε ο Τζωρτζ. «Κι ο ταξιτζής περιμένει τώρα, στο ξενοδοχείο “Κάλα Φουέρτε”. Εσάς. Για να τον πληρώσετε». «Θες να πεις πως πήρες ένα ταξί από το αεροδρόμιο και ήρθες εδώ να με βρεις για να πληρώσω την κούρσα; Είναι ανήκουστο…» «Μα σας εξήγησα… Βλέπετε, η βαλίτσα μου δεν έφτασε ποτέ…» «Θες να πεις πως έχασες και τη βαλίτσα σου!» «Δεν την έχασα εγώ -αυτοί την έχασαν. Η αεροπορική εταιρεία». «Αυτά έχουν τα ταξίδια με τα τζετ. Παίρνεις πρωινό στο Λονδίνο, μεσημεριανό στην Ισπανία, και οι αποσκευές σου πάνε στη Βομβάη».


«Εμένα έφτασε ώς τη Βαρκελώνη, αλλά πιστεύουν πως από κει την έστειλαν στη Μαδρίτη». «Ώστε», είπε ο Τζωρτζ με το ύφος έμπειρου τηλεπαρουσιαστή που ανακεφαλαιώνει, «η βαλίτσα σου είναι στη Μαδρίτη, σου έκλεψαν το πορτοφόλι και θες εξακόσιες πεσέτες για να πληρώσεις το ταξί που σ’ έφερε ώς εδώ». «Ακριβώς», απάντησε η Σέλινα, ενθουσιασμένη που εκείνος είχε αντιληφθεί επιτέλους την κατάσταση. «Και πώς είπες ότι σε λένε;» «Σέλινα Μπρους». «Ε, λοιπόν, μις Μπρους, αν και χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, και, φυσικά, στενοχωρήθηκα που σε βρήκαν τόσες ατυχίες μαζεμένες, εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά». «Νομίζω πως έχετε, και μάλιστα μεγάλη», είπε η Σέλινα. «Μπα;» «Ναι. Βλέπετε… νομίζω πως είμαι κόρη σας». «Νομίζεις…» Η πρώτη του σκέψη ήταν πως είχε να κάνει με παλαβή. Μια απ’ αυτές τις τρελές γυναίκες που τριγυρνάνε και λένε παντού πως είναι η Αυτοκράτειρα Ευγενία. Μόνο που η πάθηση ετούτης εδώ είχε να κάνει μαζί του.


«Ναι. Νομίζω πως είστε ο πατέρας μου». Όχι δεν ήταν τρελή. Ήταν τελείως αθώα και πίστευε στ’ αλήθεια αυτά που έλεγε. Συμβούλεψε τον εαυτό του να κρατήσει την ψυχραιμία του και να φερθεί λογικά. «Πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα;» «Έχω μια μικρή φωτογραφία του πατέρα μου. Τον νόμιζα πεθαμένο. Αλλά έχει το ίδιο πρόσωπο με σας». «Τον κακομοίρη!» «Ω, όχι, δεν είναι καθόλου κακομοίρης…» «Έχεις μαζί σου αυτή τη φωτογραφία;» «Ναι, εδώ την έχω…» Έπιασε ξανά την τσάντα της, ενώ εκείνος προσπαθούσε να μαντέψει την ηλικία της. Προσπάθησε να θυμηθεί, με κάθε τρόπο, σαν να εξαρτιόταν η ζωή του απ’ αυτό, αν υπήρχε έστω και η παραμικρή πιθανότητα ν’ αλήθευε αυτή η κατηγορία. «Εδώ είναι… την κουβαλάω πάντα μαζί μου από τότε που τη βρήκα, πριν πέντε χρόνια. Κι όταν είδα τη δική σας φωτογραφία στο οπισθόφυλλο, του βιβλίου σας…» Άπλωσε το χέρι της και του την έδωσε. Εκείνος την πήρε χωρίς να τραβήξει τα μάτια του από το πρόσωπό της. «Πόσων χρόνων είσαι;» τη ρώτησε. «Είκοσι». Η ανακούφισή του ήταν τόση, που του λύθηκαν τα γόνατα. Γιά να κρύψει την έκφραση του προσώπου του, χαμήλωσε τα μάτια στη φωτογραφία που του είχε δώσει η Σέλινα. Δεν μίλησε.


Μετά, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο Ρόντνυ όταν του την πρωτοέδειξε η Σέλινα, ο Τζωρτζ Ντάυερ την πήγε κοντά στο φως. Ύστερα από λίγο ρώτησε, «Πώς τον έλεγαν;» Η Σέλινα ξεροκατάπιε. «Τζέρρυ Ντώσον. Έχετε όμως τα ίδια αρχικά». «Τι μπορείς να μου πεις γι’ αυτόν;» «Όχι πολλά. Βλέπετε, από μικρή μου έλεγαν πως σκοτώθηκε πριν γεννηθώ. Τη μητέρα μου την έλεγαν Χάρριετ Μπρους και πέθανε αμέσως μετά τη γέννησή μου, έτσι με μεγάλωσε η γιαγιά μου και γι’ αυτό λέγομαι Σέλινα Μπρους». «Η γιαγιά σου. Η μητέρα της μητέρας σου». «Μάλιστα». «Και βρήκες αυτή τη φωτογραφία…;» «Πριν πεντε χρόνια. Μέσα σ’ ένα βιβλίο της μητέρας μου. Και μετά μου… χάρισαν το Φιέστα στο Κάλ α Φουέρτε, και είδα τη φωτογραφία σας στο οπισθόφυλλο και μου φάνηκε ίδια. Το ίδιο πρόσωπό, θέλω να πω. Το ίδιο άτομο». Ο Τζωρτζ Ντάυερ δεν απάντησε. Γύρισε αργά από την μπαλκονόπορτα και της επέστρεψε τη φωτογραφία. Μετά άναψε ένα τσιγάρο και, αφού έσβησε προσεκτικά το σπίρτο και το έβαλε προσεκτικά στο τασάκι, ακριβώς στη μέση, είπε: «Είπες ότι σου έλεγαν πως σκοτώθηκε. Τι εννοούσες;»


«Ότι μου το έλεγαν. Εγώ όμως ήξερα από μικρή ότι η γιαγιά μου δεν τον συμπαθούσε. Δεν ήθελε να παντρευτεί την κόρη της. Κι όταν είδα τη φωτογραφία σκέφτηκα πως μπορεί να είχε γίνει κάποιο λάθος. Πως δεν είχε τελικά σκοτωθεί. Πως είχε τραυματιστεί ή είχε χάσει τη μνήμη του. Συνέβησαν πολλά τέτοια στον πόλεμο». «Δεν συνέβησαν όμως στον πατέρα σου. Ο πατέρας σου είναι νεκρός». «Μα εσείς…» Τη διέκοψε όσο πιο μαλακά μπορούσε. «Δεν είμαι ο πατέρας σου». «Μα…» «Είσαι είκοσι χρόνων. Εγώ είμαι τριάντα επτά. Μπορεί να φαίνομαι μεγαλύτερος, αλλά είμαι μόνο τριάντα επτά. Δεν πολέμησα καν στον πόλεμο -τουλάχιστον όχι σ’ εκείνον». «Αλλά οι φωτογραφίες…» «Έχω την εντύπωση πως ο Τζέρρυ Ντώσον ήταν δεύτερος ξάδελφος μου. Η ομοιότητά μας αποτελεί ένα από τα μυστήρια της κληρονομικότητας. Αν και, στην πραγματικότητα, δεν νομίζω πως μοιάζαμε τόσο πολύ. Η φωτογραφία του πατέρα σου και η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου τραβήχτηκαν με! αρκετά χρόνια διαφορά. Κι ακόμα και στα νιάτα μου, δεν ήμουν ποτέ τόσο ωραίος». Η Σέλινα τον περιεργάστηκε πιο προσεχτικά. Πρώτη φορά


έβλεπε τόσο μελαχρινό άντρα, και κάποιος έπρεπε να ράψει κανένα κουμπί στο πουκάμισό του γιατί έχασκε ανοιχτό ώς κάτω, αποκαλύπτοντας το σκούρο τρίχωμα του στέρνου του, ενώ ο τρόπος που είχε ανασηκώσει τα μανίκια μέχρι τους αγκώνες, έδειχνε πως του ήταν τελείως αδιάφορη η εμφάνισή του. Η Σέλινα αισθάνθηκε περίεργα, σαν να έχανε τον έλεγχο του κορμιού της. Τα γόνατά της μπορεί να λύγιζαν, τα μάτια της να γέμιζαν δάκρυα, μπορεί ακόμα και να τον χτυπούσε, έτσι που στεκόταν εκεί και της έλεγε ότι δεν ήταν ο πατέρας της. Ότι τόσα χρόνια της έλεγαν την αλήθεια, κι ότι ο Τζέρρυ Ντώσον ήταν νεκρός. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει, πάντα στον ίδιο μαλακό τόνο. «… λυπάμαι που έκανες τόσο δρόμο. Μη νιώθεις άσχημα γι’ αυτό… είναι ένα κατανοητό λάθος… στο κάτω κάτω…» Είχε έναν κόμπο στο λαιμό που την πονούσε, και το πρόσωπό του, τόσο κοντά στο δικό της, άρχισε να γίνεται μια θολή, κινούμενη εικόνα, λες και βούλιαζε στον πάτο μιας λίμνης. Μέχρι εκείνη την ώρα ζεσταινόταν πολύ αλλά τώρα είχε παγώσει, ένιωθε τα μπράτσα της ν’ ανατριχιάζουν. Της φάνηκε πως η φωνή του ερχόταν από πολύ μακριά όταν την ρώτησε, «Είσαι καλά;» και τότε συνειδητοποίησε, καταντροπιασμένη, πως δεν θα σωριαζόταν λιπόθυμη τελικά, ούτε θα τον χτυπούσε από οργή, αλλά θ’ αναλυόταν σε καυτά, ατιμωτικά δάκρυα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 «Δεν φαντάζομαι να έχεις κανένα μαντίλι, ε;» είπε. Δεν είχε, αλλά πήγε κι έφερε ένα μεγάλο κουτί με χαρτομάντιλα και της το έδωσε. Η Σέλινα τράβηξε ένα, φύσηξε τη μύτη της και είπε, «Δεν νομίζω πως θα τα χρειαστώ όλα». «Ποτέ δεν ξέρεις». «Συγγνώμη, δεν το ήθελα. Που έβαλα τα κλάματα, θέλω να πω». «Σε πιστεύω». Τράβηξε άλλο ένα χαρτομάντιλο και φύσηξε ξανά τη μύτη της. «Περίμενα τόσον καιρό. Κι ένιωσα ξαφνικά τόσο κρύο». «Ο καιρός ψύχρανε. Κρύφτηκε, βλέπεις, ο ήλιος. Όπου να ’ναι θα έχουμε κι άλλη καταιγίδα. Έλα να καθίσεις». Την έπιασε από τον αγκώνα και την οδήγησε στο μεγάλο καναπέ και, επειδή εκείνη έτρεμε ακόμα, σκέπασε τα πόδια της με τη ριγέ ασπρο-κόκκινη κουβέρτα και της είπε πως θα της έφερνε να πιει λίγο μπράντι. Η Σέλινα του είπε πως δεν της άρεσε το μπράντι αλλά εκείνος δεν την άκουσε, και τον παρακολούθησε να πηγαίνει πίσω από τον πάγκο της μικρής κουζίνας, να βρίσκει ένα μπουκάλι κι ένα ποτήρι και να της σερβίρει ένα ποτό. Μόλις της το έφερε, του είπε:


«Αυτό που πραγματικά χρειάζομαι, είναι να φάω κάτι». «Καλά, αλλά πιες πρώτα αυτό». Το ποτήρι ήταν μικρό και χοντρό, και το μπράντι πολύ καλό και δυνατό. Η Σέλινα ρίγησε. Όταν άδειασε το ποτήρι, εκείνος το πήρε από τα χέρια της και, πηγαίνοντας πάλι προς την κουζίνα, ανακάτεψε τις στάχτες στο τζάκι κι έριξε μέσα ένα κούτσουρο. Οι στάχτες σηκώθηκαν σαν σύννεφο κι έπεσαν πάνω στο καινούργιο ξύλο, σκεπάζοντάς το με μια γκρίζα σκόνη. Μετά από λίγο, μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Σέλινα, αναπτύχθηκε μια κόκκινη λάμψη από την οποία ξεπήδησε μια μικρή φλόγα. Είπε απορημένα, «Δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσεις ούτε δαδί… η φωτιά άναψε σαν από μόνη της». «Ξέρουν να φτιάχνουν τζάκια σ’ αυτά τα μέρη. Τι θες να φας;» «Ό,τι να ’ναι, δεν με νοιάζει». «Σούπα. Ψωμί με βούτυρο. Κρύο κρέας. Φρούτα». «Αν έχεις λίγη σούπα…;» «Σε κονσέρβα…» «Δεν σε κουράζω;» «Λιγότερος μπελάς από τα δάκρυά σου». Πληγωμένη η Σέλινα επανέλαβε, «Δεν το ’θελα».


Εκείνος έβαλε τη σούπα να ζεσταθεί, και γύρισε να καθίσει πλάι στο τζάκι. «Πού μένεις;» τη ρώτησε, βγάζοντας ένα τσιγάρο κι ανάβοντάς το μ’ ένα μικρό κλαράκι από τη φωτιά. «Στο Λονδίνο». «Με τη γιαγιά σου;» «Η γιαγιά μου πέθανε». «Και μένεις μόνη;» «Όχι. Με την Αγκνες». «Ποια είναι η Αγκνες;» «Η νταντα μου», είπε η Σέλινα και την ίδια στιγμή το μετάνιωσε. «Θέλω να πω… ήταν κάποτε νταντά μου». «Δεν έχεις κανέναν άλλον;» «Έχω», απάντησε η Σέλινα. «Τον Ρόντνυ». «Ποιος είναι ο Ρόντνυ;» Η Σέλινα κόμπιασε. «Είναι ο… δικηγόρος μου». «Το ξέρει κανείς πως είσαι εδώ;» «Η Άγκνες ξέρει πως θα ’ρχόμουν». «Κι ο δικηγόρος…;»


«Έλειπε. Για δουλειές». «Άρα, δεν θ’ ανησυχήσει κανείς για σένα;» «Όχι». «Κάτι είναι κι αυτό». Η σούπα είχε αρχίσει να κοχλάζει μέσα στην κατσαρόλα. Ο Τζωρτζ Ντάυερ πήγε ξανά στη μικρή κουζίνα για να τη σερβίρει σ’ ένα μπολ, και η Σέλινα του φώναξε: «Μ* αρέσει το σπίτι σου». . «Αλήθεια;» «Ναι. Δημιουργεί ένα ευχάριστο συναίσθημα, σαν να έγινε τυχαία. Σαν να μη σχεδιάστηκε». Έφερε στο μυαλό της το διαμέρισμα στο Λονδίνο όπου σκόπευαν να μείνουν με τον Ρόντνυ μετά το γάμο τους. Σκέφτηκε πόσο χρόνο και πόση σκέψη είχαν αφιερώσει για να διαλέξουν τα χαλιά και τις κουρτίνες και το σωστό φωτισμό και τα μαξιλάρια και τα καλάθια των αχρήστων και τα έπιπλα της κουζίνας και τα τηγάνια και τις κατσαρόλες. Είπε, «Νομίζω πως έτσι πρέπει να είναι ένα σπίτι. Να εξελίσσεται. Όπως τα άτομα που ζουν μέσα σ’ αυτό». Ο Τζωρτζ Ντάυερ έφτιαχνε ένα ουίσκι για τον εαυτό του και δεν της απάντησε. Εκείνη συνέχισε, «Πρέπει, βέβαια, να έχει κανείς ορισμένα απαραίτητα, μια στέγη πάνω από το κεφάλι του κι ένα τζάκι, και… φαντάζομαι, ένα μέρος για να κοιμάται». Εκείνος επέστρεψε από την κουζίνα, κρατώντας στο ένα του χέρι ένα


μπολ με αχνιστή σούπα κι ένα κουτάλι, και στο άλλο το ποτό του. Η Σέλινα πήρε το μπολ και ρώτησε: «Πώς ανέβασες το κρεβάτι στον εξώστη;» «Σε κομμάτια. Το συναρμολογήσαμε επί τόπου». «Είναι πολύ μεγάλο». «Στην Ισπανία το λένε ματριμονιάλ ε. Νυφικό κρεβάτι». Ένιωσε κάποια αμηχανία. «Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς το ανέβασες εκεί πάνω. Δεν… δεν έπρεπε να κοιτάξω, και σου ζητώ συγγνώμη για την αδιακρισία μου, αλλά ήθελα να τα δω όλα πριν έρθεις». «Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;» τη ρώτησε. Η Σέλινα χαμήλωσε τα μάτια στη σούπα της και την ανακάτεψε μηχανικά. Ήταν χορτόσουπα με παστούλα σε σχήμα γραμμάτων. «Τι άλλο από το να γυρίσω πίσω;» «Χωρίς εισιτήριο και χωρίς λεφτά;» «Αν μπορώ να δανειστώ ένα μικρό ποσόν, θα γυρίσω στο Σαν Αντόνιο με το ταξί του Τόνι. Και από κει θα πάρω την πρώτη πτήση για το Λονδίνο». «Αλήθεια σου έλεγα πριν ότι δεν έχω εξακόσιες πεσέτες», τη διαβεβαίωσε ο Τζωρτζ. «Ένας από τους λόγους για τους οποίους πήγα στο Σαν Αντόνιο χθες ήταν για να πάρω χρήματα, αλλά καθυστέρησαν να έρθουν από την τράπεζα της Βαρκελώνης, κι


έτσι είμαι τελείως άφραγκος αυτή τη στιγμή». «Και τι θα κάνω με τον ταξιτζή; Πρέπει να τον πληρώσω». «Ίσως μας βοηθήσει ο Ρουντόλφο, στο “Κάλα Φουέρτε”». «Δεν θα ’ταν υπερβολικό;» «Είναι συνηθισμένος». «Δεν χρειάζομαι μόνο τις εξακόσιες πεσέτες για το ταξί. Πρέπει ν’ αγοράσω και καινούργιο εισιτήριο». «Το ξέρω». Η σούπα έκαιγε ακόμα πολύ. Η Σέλινα την ανακάτεψε για να κρυώσει και είπε, «Θα σου φαίνομαι τελείως ηλίθια». Εκείνος δεν το αρνήθηκε κι έτσι συνέχισε, «Έπρεπε να σου είχα γράψει προηγουμένως, αλλά δεν άντεχα να περιμένω την απάντηση». Εκείνος εξακολούθησε να σωπαίνει και η Σέλινα ενιωσε την ανάγκη να δικαιολογηθεί. «Θα ’λεγε κανείς πως συνηθίζεις στη σκέψη να μην έχεις πατέρα, κυρίως αν δεν τον εχεις γνωρίσει καθόλου. Εγώ όμως δεν συνήθισα ποτέ. Τον σκεφτόμουν συνέχεια. Ο Ρόντνυ λέει πως μου έχει γίνει έμμονη ιδέα». «Δεν είναι κακό να σου έχει γίνει έμμονη ιδέα ο πατέρας σου». «Έδειξα στην Άγκνες τη φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σου, κι έμεινε άφωνη, βλέποντας πόσο μοιάζεις στον πατέρα μου. Αυτό μ’ έκανε ν’ αποφασίσω να έρθω, γιατί η Άγκνες τον ήξερε πολύ καλά. Και δεν θα έδινα την εντύπωση ότι είμαι τόσο χαζή, αν δεν μου είχαν κλέψει το πορτοφόλι.


Μέχρι εκείνη τη στιγμή τα είχα καταφέρει μια χαρά. Είχα πάρει τις σωστές ανταποκρίσεις, και δεν είναι δικό μου το σφάλμα που η βαλίτσα μου βρέθηκε στη Μαδρίτη». «Δεν είχες ξαναταξιδέψει ποτέ μόνη σου;» είπε ο Τζωρτζ σαν να του φαινόταν απίστευτο. «Πώς, πολλές φορές. Αλλά μόνο με τρένα που πήγαιναν σε σχολεία». Η έκφρασή του την ανάγκασε να φανεί απόλυτα ειλικρινής. «Και πάντα με περίμενε κάποιος…» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Ξέρεις». «Όχι, δεν ξέρω, αλλά σε πιστεύω». Άρχισε να τρώει τη σούπα της. «Αφού ο πατέρας μου ήταν ξάδελφος σου, τότε είμαστε κι εμείς συγγενείς». «Μακρινός, δεύτερος ξάδελφος». «Έτσι όπως το λες, ακούγεται περίεργα. Όπως στις βασιλικές οικογένειες. Τον ήξερες;» «Όχι, δεν τον γνώρισα ποτέ». Σούφρωσε τα φρύδια του. «Πώς είπες ότι σε λένε;» «Σέλινα». «Σέλινα. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, αυτή είναι μια ακόμα απόδειξη πως δεν είσαι κόρη μου». «Γιατί; Τι εννοείς;» «Δεν θα έδινα ποτέ τέτοιο όνομα σε μια κοπέλα».


«Πώς θα την έβγαζες;» «Σπανίως οι άντρες φαντάζονται κόρες. Μόνο γιους. Τζωρτζ Ντάυερ Τζούνιορ, ίσως». Ύψωσε το ποτήρι του σ’ αυτό το μυθικό γιο, το άδειασε και το ακούμπησε δίπλα του. «Έλα, φάε τη σούπα σου για να πάμε να βρούμε τον ταξιτζή». Όση ώρα τακτοποιούσε το πιάτο και το ποτήρι στο νεροχύτη και τάιζε την πεινασμένη Περλ, η Σέλινα έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπό της στο μπάνιο του, χτένισε τα μαλλιά της και φόρεσε τις κάλτσες και τα παπούτσια της. Όταν βγήκε, εκείνος ήταν έξω στη βεράντα και κοίταζε το λιμάνι με τα κιάλια του. Η Σέλινα πήγε και στάθηκε δίπλα του. «Ποιο είναι το σκάφος σου;» «Εκείνο εκεί». «Πώς το λένε;» «Έκλειψη». «Φαίνεται μεγάλο για να το κουμαντάρει ένα άτομο». «Είναι. Συνήθως έχω πλήρωμα». Πρόσθεσε, «Ανησυχώ όταν πιάνει αυτή η κακοκαιρία. Η θάλασσα φουσκώνει πολύ σ’ αυτό το σημείο και ξεσέρνει την άγκυρά του». «Μου φαίνεται ότι είναι ασφαλές εκεί». «Μπα, υπάρχουν βράχια και στα βαθιά». Ύψωσε το βλέμμα της στον ουρανό. Ήταν γεμάτος μολυβιά


σύννεφα. «Θα ’χουμε κι άλλη καταιγίδα;» «Ναι, ο αέρας άλλαξε. Οι προβλέψεις είναι άσχημες». Χαμήλωσε τα κιάλια και την κοίταξε. «Σας έπιασε η χθεσινοβραδινή καταιγίδα;» «Μας καταδίωξε πάνω από τα Πυρηναία. καταφέραμε να προσγειωθούμε στη Βαρκελώνη».

Μόλις

που

«Στη θάλασσα δεν με τρομάζουν οι καταιγίδες, αλλά στον αέρα παραλύω απ’ το φόβο. Είσαι έτοιμη;» «Ναι». «Θα πάρουμε το αυτοκίνητο». Μπήκαν στο σπίτι, ο Τζωρτζ άφησε τα κιάλια στο γραφείο, και η Σέλινα πήρε την τσάντα της κι αποχαιρέτησε σιωπηλά την Κάζα Μπάρκο. Ανυπομονούσε τόσο να έρθει εδώ, και τώρα, λίγες μόνο ώρες μετά την άφιξή της, έφευγε πάλι. Γιά πάντα. Μάζεψε το παλτό της. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τζωρτζ. «Το παλτό μου. Στο Λονδίνο κάνει κρύο». «Θα το πιστέψεις αν σου πω ότι το είχα ξεχάσει; Δώσ’ το σε μένα». Το έριξε στον ώμο του και πρόσθεσε, «Το καλό, όταν χάνεις τη βαλίτσα σου, είναι πως δεν έχεις να την κουβαλάς». Βγήκαν μαζί από το σπίτι, και η Σέλινα έμεινε άφωνη όταν είδε το αυτοκίνητό του. Έμοιαζε με παιχνίδι, και μάλιστα με αστείο παιχνίδι. Ήθελε πολύ να τον ρωτήσει αν είχε βάψει, αυτός κίτρινα τα λάστιχα, αλλά δεν τόλμησε. Μπήκαν, και ο Τζωρτζ


ακούμπησε το παλτό της Σέλινα στα γόνατά της κι άναψε τη μηχανή. Έβαλε ταχύτητα κι άρχισε να κάνει πότε όπισθεν και πότε μπρος για να στρίψει, αλλά μ’ έναν τρόπο που σου έκοβε την ανάσα. Τη’ μια στιγμή ήταν έτοιμοι να πέσουν πάνω σ’ έναν τοίχο και την άλλη οι πίσω ρόδες βρίσκονταν στην άκρη μιας στενής σκάλας. Η Σέλινα έκλεισε τα μάτια της. Όταν βρέθηκαν επιτέλους στον ανηφορικό δρόμο, τους τύλιξε η μυρωδιά του καυσαερίου και το μουγκρητό της μηχανής. Η Σέλινα άνοιξε τα μάτια της. Αλλόκοτοι, δυσοίωνοι ήχοι έβγαιναν από ένα σημείο κάτω από τα πόδια της, τα καθίσματα ήταν βουλιαγμένα και γεμάτα τρύπες, και το δάπεδο, που είχε χάσει προ πολλού την ταπετσαρία και τα χαλάκια του, έμοιαζε με πάτο σκουπιδοτενεκέ. Για το καλό του Τζωρτζ, η Σέλινα ευχήθηκε να ήταν το γιοτ του σε καλύτερη κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ ευχάριστο να διασχίζει κανείς τους δρόμους του Κάλα Φουέρτε με το αυτοκίνητο του Τζωρτζ Ντάυερ. Όλα τα παιδιά στρίγκλιζαν, γελώντας και κουνώντας τα χέρια, και τους χαιρετούσαν χαρωπά. Όλες οι γυναίκες, που κάθονταν στους κήπους τους ή κουτσομπόλευαν έξω από τις πόρτες τους, γύριζαν και τους χαιρετούσαν χαμογελώντας. Όλοι οι άντρες, που κάθονταν έξω από τα καφενεία ή γύριζαν στο σπίτι από τη δουλειά, σταματούσαν για να τους αφήσουν να περάσουν και φώναζαν στα Ισπανικά διάφορα αστεία που η Σέλινα δεν καταλάβαινε. «Τι λένε;» ρώτησε τον Τζωρτζ που προφανώς καταλάβαινε. «Θέλουν να μάθουν πού βρήκα την καινούργια σενιορίτα μου». «Αυτό μόνο;»


«Δεν φτάνει;» Έφτασαν στο ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε» και σταμάτησαν τόσο απότομα, που οι ρόδες σήκωσαν ένα άσπρο σύννεφο σκόνης και το σκόρπισαν πάνω από τα τραπέζια και τα ποτά των πελατών που απολάμβαναν το πρώτο απεριτίφ της βραδιάς. Ένας Άγγλος μουρμούρισε, «Μωρέ μπράβο τρόποι!» αλλά ο Τζωρτζ Ντάυερ τον αγνόησε, βγήκε από το αυτοκίνητο πηδώντας πάνω απ’ την πόρτα, ανέβηκε τα σκαλιά της βεράντας και μπήκε στο ξενοδοχείο με τη Σέλινα ξοπίσω του. «Ρουντόλφο!» Ο Ρουντόλφο ήταν πίσω από το μπαρ. «Δεν χρειάζεται να φωνάζεις», του είπε στα Ισπανικά. «Ρουντόλφο, πού είναι ο ταξιτζής;» Ο Ρουντόλφο δεν χαμογελούσε. Έβαλε μερικά ποτά σ’ ένα δίσκο και είπε: «Ο ταξιτζής έφυγε». «Έφυγε; Δεν ήθελε τα λεφτά του;» «Αν τα ’θελε, λέει; Εξακόσιες πεσέτες». «Ποιος τον πλήρωσε;» «Εγώ», είπε ο Ρουντόλφο. «Και θέλω να σου μιλήσω. Περίμενε μέχρι να σερβίρω τους πελάτες μου». Βγήκε από το μπαρ, τους προσπέρασε αμίλητος κι αγέλαστος,


και προχώρησε προς τη βεράντα. Η Σέλινα κοίταξε απο-ρημένη τον Τζωρτζ. «Είναι θυμωμένος;» «Ενοχλημένος, πάντως, είναι σίγουρα». «Πού είναι ο Τόνι;» «Έφυγε. Τον πλήρωσε ο Ρουντόλφο». Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει η Σέλινα τι σήμαινε αυτό. «Μα, αν έφυγε… πώς θα γυρίσω στο Σαν Αντόνιο;» «Ένας Θεός ξέρει». «Θα πρέπει να με πας εσύ». «Δεν ξαναπάω στο Σαν Αντόνιο απόψε, αλλά κι αν ακόμα το έκανα, εξακολουθώ να μην μπορώ να σου αγοράσω ένα αεροπορικό εισιτήριο». Η Σέλινα δαγκώθηκε. «Ο Ρουντόλφο ήταν τόσο ευγενικός και καλός προηγουμένως», ψέλλισε. «Όπως όλοι μας, έχει κι αυτός δυο πλευρές». Ο Ρουντόλφο επέστρεψε, άφησε στον πάγκο τον άδειο δίσκο και στράφηκε στον Τζωρτζ. Αρχισε να τον κατσαδιάζει, ευτυχώς στα Ισπανικά, γιατί οι λέξεις που χρησιμοποιούσε δεν ήταν για τ* αυτιά μια καλοαναθρεμμένης Αγγλίδας σενιορίτας. Ο Τζωρτζ υπερασπιζόταν τον εαυτό του σε εξίσου έντονο ύφος. Όσο


ύψωναν τις φωνές τους, η Σέλινα, μη μπορώντας ν’ αγνοήσει το γεγονός ότι αναφέρονταν συχνά σ’ αυτήν, έλεγε, «Αχ, σας παρακαλώ, πείτε μου περί τίνος πρόκειται», ή «Μπορείτε να μιλάτε Αγγλικά για να καταλαβαίνω κι εγώ;» αλλά κανείς τους δεν της έδινε την παραμικρή σημασία. Ο διαπληκτισμός διακόπηκε από την άφιξη ενός χοντρού Γερμανού που ζήτησε μια μπίρα και, όταν ο Ρουντόλφο μπήκε πίσω από το μπαρ για να τον σερβίρει, η Σέλινα άδραξε την ευκαιρία για να τραβήξει τον Τζωρτζ από το μανίκι και να τον ρωτήσει: «Τι συμβαίνει; Πες μου επιτέλους!» «Ο Ρουντόλφο θύμωσε γιατί είπες πως θα περίμενες στην Κάζα Μπάρκο και νόμιζε πως κι ο ταξιτζής θα περίμενε εκεί, μαζί σου. Δεν του αρέσει να κάθονται ταξιτζήδες στο μπαρ του και να μεθάνε, και φαίνεται πως αυτόν ειδικά τον αντιπάθησε πολύ». «Α». «Μάλιστα, α». «Αυτό είναι όλο;» «Όχι, βέβαια. Στο τέλος, για να τον ξεφορτωθεί, ο Ρου-ντόλφο τον πλήρωσε. Και τώρα λέει πως του χρωστάω εξακόσιες πεσέτες και ανησυχεί γιατί δεν πιστεύει πως θα μπορέσω να του τις επιστρέψω». «Μα, θα του τις επιστρέψω εγώ… το υπόσχομαι…»


«Το πρόβλημα είναι πως τις θέλει τώρα». Ο χοντρός Γερμανός, νιώθοντας τη βαριά ατμόσφαιρα, πήρε την μπίρα του και βγήκε στη βεράντα. Μόλις έφυγε, ο Ρουντόλφο και ο Τζωρτζ ετοιμάστηκαν να ξαναρχίσουν τον καβγά, αλλά η Σέλινα πρόλαβε να μπει ανάμεσά τους. «Αχ, σας παρακαλώ, κύριε… Ρουντόλφο ήθελα να πω. Εγώ φταίω για όλα και θα φροντίσω να πάρετε πίσω τα λεφτά σας, αλλά, βλέπετε, μου έκλεψαν το πορτοφόλι μου και…» Ο Ρουντόλφο είχε ξανακούσει την ιστορία. «Είπες πως θα περίμενες στην Κάζα Μπάρκο. Μαζί με τον ταξιτζή». «Δεν ήξερα πως θα έμενε τόσο πολύ εδώ». «Κι εσύ», ο Ρουντόλφο στράφηκε ξανά στον Τζωρτζ. «Πού ήσουνα, τέλος πάντων; Φεύγεις για το Σαν Αντόνιο και δεν γυρίζεις και κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεσαι…» «Κι εσένα τι σε νοιάζει; Το πού πάω και το τι κάνω είναι δικός μου λογαριασμός». «Είναι και δικός μου, όταν πληρώνω τα χρέη σου». «Δεν σου ζήτησε κανείς να τα πληρώσεις. Και δεν ήταν δικό μου το χρέος. Και τα ’κάνες και μούσκεμα, γιατί τώρα η σε-νιορίτα δεν μπορεί να γυρίσει στο Σαν Αντόνιο». «Να την πας εσύ!» «Σιγά μην την πάω!» έβαλε τις φωνές ο Τζωρτζ. Και χωρίς άλλη


λέξη, βγήκε απ’ το ξενοδοχείο, διέσχισε τη βεράντα, κατέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στο αυτοκίνητό του. Η Σέλινα έτρεξε ξοπίσω του. «Κι εγώ;» Γύρισε και την κοίταξε. «Τι θα γίνει, θα ’ρθεις ή θα μείνεις εδώ;» «Δεν θέλω να μείνω εδώ». «Τότε έλα». Μήπως μπορούσε να κάνει αλλιώς; Το μισό χωριό κι όλοι οι πελάτες του Ρουντόλφο έμοιαζαν να διασκεδάζουν αφάνταστα με τη σκηνή. Ο Τζωρτζ έσκυψε για να της ανοίξει την πόρτα, και η Σέλινα μπήκε και κάθισε δίπλα του. Εκείνη τη στιγμή, λες κι ένας ουράνιος διευθυντής σκηνής έδωσε το σύνθημα, ξέσπασε η καταιγίδα. Προηγήθηκαν μια αστραπή που έσχισε τον ουρανό στα δύο, η δυνατή βροντή του κεραυνού και μια ξαφνική πνοή ανέμου που έκανε τα πεύκα να λυγίσουν. Τα τραπεζομάντιλα άρχισαν ν’ ανεμίζουν σαν πανιά ιστιοφόρου που είχαν χαλαρώσει τα σκοινιά τους, κι ένα καπέλο ξέφυγε από την κρεμάστρα έξω από το μαγαζί της Μαρία κι άρχισε να κυλάει σαν μεγάλος ροζ και κίτρινος τροχός πάνω στον κεντρικό δρόμο. Ένας στρόβιλος σκόνης σηκώθηκε από την πλατεία κι αμέσως το φύσημα του ανέμου το ακολούθησε η βροχή, ένα πυκνό υδάτινο παραπέτασμα με τόσο μεγάλες και βαριές στάλες, που μέσα σε δευτερόλεπτα τα ρείθρα πλημμύρισαν. Όλοι έτρεξαν να χωθούν μέσα στα κτίρια. Οι πελάτες του


Ρουντόλφο, οι κουτσομπόλες γυναίκες, τα παιδιά που έπαιζαν, δυο άντρες που δούλευαν στο δρόμο. Η πλατεία ερήμωσε σε χρόνο μηδέν, σαν να είχε ακουστεί ξαφνικά η σειρήνα μιας αεροπορικής επιδρομής. Είχε μείνει μόνο το κατσαριδά-κι του Τζωρτζ, εκείνος και η Σέλινα. Ετοιμάστηκε να βγει, αλλά ο Τζωρτζ είχε ήδη ανάψει τη μηχανή και την τράβηξε πίσω. «Δεν μπορούμε να καλυφθούμε κι εμείς;»*τον ρώτησε. «Για ποιο λόγο; Δεν φαντάζομαι βροχούλα;»

να σε τρομάζει

μια

«Βροχούλα;» Ήταν τελείως ανέκφραστος κι απαξίωσε να της απαντήσει. «Δεν ανεβαίνει η κουκούλα;» Εκείνος έβαλε ταχύτητα και ξεκίνησαν απότομα, σαν πύραυλος. «Έχει δέκα χρόνια ν’ ανέβει», της φώναξε για ν’ ακουστεί πάνω από το θόρυβο της μηχανής, της βροχής και του αγέρα. Το νερό είχε φτάσει ήδη ώς τη μέση των φτερών και τα πο-δια της Σέλινα ήταν κιόλας μούσκεμα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τα σηκώσει και να τα βάλει πάνω στο κάθισμα. «Τι την έχεις την κουκούλα, αν δεν σηκώνεται;» «Ωχ, πάψε να γκρινιάζεις». «Δεν γκρινιάζω, αλλά…» Ο Τζωρτζ πάτησε γκάζι και τα λόγια της πνίγηκαν σ’ ένα φοβισμένο βογκητό. Κατέβαιναν σαν σφαίρα το δρόμο κι


έπαιρναν τις στροφές τόσο απότομα, που τα λάστιχα στρίγκλιζαν και τίναζαν παντού κίτρινη λάσπη. Η θάλασσα είχε πάρει ένα μολυβί χρώμα, και οι κήποι των χαριτωμένων μικρών σπιτιών υπέφεραν από τις ριπές του ανέμου, που έκανε να πετάνε ολόγυρά τους διάφορα αντικείμενα, φύλλα, ψάθες και πευκοβελόνες. Όταν έφτασαν επιτέλους στην κορφή του λόφου και πήραν το στενό δρομάκι για την Κάζα Μπάρκο, το νερό, στριμωγμένο ανάμεσα στους ψηλούς τοίχους, είχε πάρει διαστάσεις μικρού χειμάρρου, και το μικρό αυτοκίνητο του Τζωρτζ είχε μετατραπεί σε βάρκα που την παρέσυρε το ρεύμα. Η κατηφόρα έστελνε όλον αυτόν τον υδάτινο όγκο προς τα σκαλιά που οδηγούσαν στο λιμάνι, αλλά ένα μεγάλο μέρος του είχε εισβάλει στην παλιά αποθήκη για τα δίχτια που ο Τζωρτζ χρησιμοποιούσε σαν γκαράζ. Απτόητος εκείνος, οδήγησε το αυτοκίνητο μέσα στον πλημμυρισμένο χώρο και σταμάτησε μόλις λίγα εκατοστά από τον τοίχο. Έσβησε τη μηχανή, πήδησε έξω και φώναξε, «Εμπρός, βγες κι έλα να με βοηθήσεις να κλείσουμε τις πόρτες». Η Σέλινα ήταν πολύ τρομαγμένη για να διαμαρτυρηθεί. Βγήκε από το αυτοκίνητο και χώθηκε σε δέκα πόντους βρώμικο, παγωμένο νερό για να πάει να τον βοηθήσει να κλείσει τις ξεχαρβαλωμένες πόρτες. Τελικά τα κατάφεραν ακουμπώντας μ’ όλο τους το βάρος πάνω τους, και ο Τζωρτζ κατόρθω- σε’ Χρησιμοποιώντας όλη του τη δύναμη, να βάλει τον πρωτόγονο σύρτη. Μετά την έπιασε από τον καρπό και χώθηκαν τρέχοντας στην Κάζα Μπάρκο, τη στιγμή που άλλη μια αστραπή έσχιζε στα δύο το μαύρο ουρανό. Την ακολούθησε μια τόσο δυνατή βροντή, που η Σέλινα φοβήθηκε πως θα έπεφτε η στέγη.


Ακόμα και μέσα στο σπίτι δεν ένιωσε ασφάλεια. Ο Τζωρτζ έτρεξε κατευθείαν έξω στη βεράντα κι άρχισε να παλεύει με τα παντζούρια. Φυσούσε τόσο δυνατά, που νόμιζες ότι θα ξεκολλούσαν από τους μεντεσέδες τους. Οι γλάστρες και τα κιούπια με τα λουλούδια είχαν ήδη πέσει, άλλα πάνω από το τοιχάκι κι άλλα στη βεράντα, όπου σχημάτιζαν σωρούς από σπασμένα πήλινα κομμάτια και λάσπη. Όταν κατάφερε επιτέλους να κλείσει τα παντζούρια και τις μπαλκονόπορτες, το σπίτι φάνταξε σκοτεινό κι άγνωστο. Ο Τζωρτζ πήγε ν’ ανάψει τα φώτα, αλλά είχε κοπεί το ηλεκτρικό. Η βροχή που έμπαινε από την καμινάδα είχε σβήσει τη φωτιά στο τζάκι και το πηγάδι κελάρυζε σαν να επρόκειτο να ξεχειλίσει από στιγμή σε στιγμή. «Μήπως κινδυνεύουμε;» τόλμησε να ρωτήσει η Σέλινα. «Γιατί να κινδυνεύουμε;» «Φοβάμαι τις βροντές». «Κανείς δεν έπαθε τίποτα απ’ τις βροντές». «Από κεραυνό όμως;» «Τότε, να φοβάσαι τον κεραυνό». «Τον φοβάμαι κι αυτόν». Η Σέλινα ήθελε να τον ακούσει να της ζητάει συγγνώμη, αλλά εκείνος έβγαλε από την τσέπη του ένα μουσκεμένο πακέτο τσιγάρων, το πέταξε στο τζάκι κι άρχισε να ψάχνει μανιωδώς να βρει ένα άλλο. Τελικά έφερε ένα απ’ την κουζίνα, άναψε ένα τσιγάρο και μετά έβαλε σ’ ένα ποτήρι αρκετό ουίσκι. Πήγε μ’


αυτό στο πηγάδι, έβγαλε νερό με τον κουβά και με εντυπωσιακή επιδεξιότητα, αποκτημένη προφανώς μετά από χρόνια εξάσκησης, πρόσθεσε νερό στο ποτήρι, κατευθείαν από τον κουβά, χωρίς να στάξει ούτε σταγόνα. «Θες ένα ποτό;» τη ρώτησε. «Όχι, ευχαριστώ». Ήπιε μια γερή γουλιά ουίσκι, κι έτσι καθώς στεκόταν και την κοίταζε, η Σέλινα δεν μπορούσε να καταλάβει αν γελούσε ή όχι. Ήταν κι οι δυο μούσκεμα, σαν να είχαν βγει από μια μπανιέρα γεμάτη νερό. Η Σέλινα είχε βγάλει τα παπούτσια της και στεκόταν στη μέση μιας λιμνούλας που ολοένα μεγάλωνε καθώς έσταζε το φουστάνι της, ενώ τα μαλλιά της είχαν κολλήσει στο πρόσωπο και στο λαιμό της. Ο Τζωρτζ Ντάυερ ήταν κι αυτός μούσκεμα, αλλά δεν έδειχνε να τον πειράζει όσο εκείνην. Του είπε, κάπως επιτιμητικά, «Φαίνεται ότι είσαι συνηθισμένος σε κάτι τέτοια», και δοκίμασε να στίψει το στρίφωμα της φούστας της. «Κι όμως, δεν υπήρχε λόγος να βραχούμε τόσο πολύ. Μπορούσαμε να προστατευτούμε μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Ο Ρουντόλφο θα μας άφηνε να…» Άφησε το ποτήρι του στον πάγκο της κουζίνας κι ανέβηκε δυοδυο τα σκαλιά που οδηγούσαν στον εξώστη. «Ορίστε», της είπε και της πέταξε ένα ζευγάρι πιτζάμες. «Και ορίστε». Τις ακολούθησε ένα μπουρνούζι. Ακούστηκε ο θόρυβος ενός συρταριού που ανοιγόκλεισε. «Και ορίστε». Μια πετσέτα. Στεκόταν με τα χέρια στην κουπαστή και την κοίταζε. «Χρησιμοποίησε το μπάνιο. Βγάλε όλα σου τα ρούχα, τρίψου


καλά με την πετσέτα, κι άλλαξε». Η Σέλινα προχώρησε και μάζεψε τα στεγνά ρούχα. Τη στιγμή που άνοιγε την πόρτα του μπάνιου, ένα βρεγμένο πουκάμισο πέταξε πάνω από την κουπαστή και προσγειώθηκε στο πάτωμα του καθιστικού. Το ακολούθησε ένα μουσκεμένο τζιν. Κλείστηκε γρήγορα μέσα στο μπάνιο και κλείδωσε την πόρτα. Όταν βγήκε, στεγνή και φορώντας τα υπερβολικά μεγάλα ρούχα, με τα μαλλιά της τυλιγμένα στην πετσέτα, ανακάλυψε πως το καθιστικό είχε μεταμορφωθεί ξανά. Η φωτιά τριζοβολούσε στο τζάκι κι υπήρχαν τρία-τέσσε-ρα κεριά αναμμένα μέσα σε ισάριθμες άδειες μπουκάλες κρασιού. Το τρανζίστορ έπαιζε ένα φλαμέγκο, και ο Τζωρτζ Ντάυερ δεν είχε μόνο αλλάξει αλλά είχε και ξυριστεί. Φορούσε άσπρο πουλόβερ με γυριστό γιακά, μπλε παντελόνι και κόκκινες δερμάτινες παντόφλες. Καθόταν μπροστά στο τζάκι με την πλάτη γυρισμένη στη φωτιά και διάβαζε μια από τις αγγλικές εφημερίδες με την άνεση και το ύφος των κυρίων της πατρίδας του. Μόλις την άκουσε να μπαίνει,^σήκωσε το κεφάλι. «Έτοιμη;» «Τι να κάνω τα βρεγμένα;» «Άστα κάπου στο μπάνιο. Θα τα φροντίσει η Χουανίτα αύριο το πρωί». «Ποια είναι η Χουνίτα;» «Η παραδουλεύτρα μου. Η αδελφή της Μαρία. Ξέρεις ποια


είναι η Μαρία; Αυτή που έχει το μπακάλικο στο χωριό». «Η μητέρα του Τομέου». «Βλέπω ότι τον γνώρισες κιόλας τον Τομέου». «Αυτός μας έφερε εδώ, το πρωί. Μας έδειξε το δρόμο με το ποδήλατό του». «Και μαζί με όλα τ’ άλλα ψώνια, έφερε κι ένα κοτόπουλο. Είναι ήδη στο φούρνο. Έλα να καθίσεις κοντά στη φωτιά να ζεσταθείς. Θα σου βάλω ένα ποτό». «Δεν θέλω να πιω». «Δεν πίνεις ποτέ;» «Η γιαγιά μου δεν ενέκρινε το πιοτό». «Με συγχωρείς που στο λέω, αλλά η γιαγιά σου θα πρέπει yoi ήταν μια γριά καρακάξα». Η Σελίν α χαμογέλασε άθελά της. «Δεν ήταν». Το χαμόγελό της τον ξάφνιασε. Κοιτάζοντάς την πιο προσεκτικά. τη ρώτησε, «Σε ποια περιοχή του Λονδίνου μένεις;» «Στο Κουίνς Γκέητ». «Κουίνς Γκέητ, ΝΔ7. Πολύ καλή συνοικία. Και υποθέτω πως η νταντά σου σε πήγαινε περίπατο στους Κήπους Κεν-σινγκτον, ε;»


«Ναι». «Έχεις αδέλφια;» «Όχι». «Θειους ή θείες;» «Όχι. Κανέναν». «Δεν απορώ πατέρα».

που χρειαζόσουν τόσο απεγνωσμένα

έναν

«Δεν τον χρειαζόμουν απεγνωσμένα. Απλώς ήθελα να έχω έναν». Ο Τζωρτζ κούνησε λίγο το ποτήρι του, με το βλέμμα προσηλωμένο στο κεχριμπαρένιο υγρό. «Ξέρεις», είπε, «τώρα δα σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που… αγαπάς… συνεχίζουν να ζουν μέχρι να σου πει κάποιος ανόητος ότι πέθαναν». «Μου το είπαν πριν πολλά χρόνια πως ο πατέρας μου πέθανε», απάντησε η Σέλινα. «Το ξέρω, αλλά σήμερα στο είπαν για δεύτερη φορά. Και τον σκότωσα εγώ». «Δεν φταις εσύ…» «Πάντως λυπάμαι και σου ζητώ συγγνώμη». Και πρόσθεσε, πιο γλυκά, «Θα σου κάνει καλό ένα ποτό. Θα σε ζεστάνει». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κι εκείνος δεν επέμεινε, αν και


ένιωθε άβολα. Είχε συνηθίσει να πίνει παρέα με την Φράνσις που τον ακολουθούσε κατά πόδας, έστω κι αν ζαλιζόταν λίγο προς το τέλος της βραδιάς και γινόταν εριστική. Ωστόσο την επομένη ήταν ξεμέθυστη και με λαμπερά μάτια, και μόνο από το ελαφρό τρέμουλο των χεριών της, όταν τ’ άπλωνε για να πάρει το δέκατο τσιγάρο του πρωινού, καταλάβαινες πως είχε πιει το προηγούμενο βράδυ. Αλλά αυτό το παιδί… Την κοίταξε καλύτερα. Το δέρμα της έμοιαζε μ’ ελεφαντόδοντο, λευκό κι αψεγάδιαστο. Καθώς την κοίταζε, εκείνη έβγαλε την πετσέτα από το κεφάλι της κι άρχισε να τρίβει τα μαλλιά της για να στεγνώσουν, αποκαλύπτοντας τα κάπως πεταχτά αυτιά της που ήταν συγκινητικά τρωτά,, σαν το σβερκάκι ενός μωρού. «Τι θα κάνουμε;» ρώτησε. «Σχετικά με τι;» «Με τα λεφτά. Με την πληρωμή του Ρουντόλφο και την επιστροφή μου στο Λονδίνο». «Δεν ξέρω. Δεν το ’χω σκεφτεί ακόμα». ν «Μπορώ να τηλεγραφήσω στην τράπεζά μου στο Λονδίνο, και να τους ζητήσω να μου στείλουν χρήματα». «Καλή ιδέα». «Θα πάρει πολύ χρόνο;» «Τρεις-τέσσερις μέρες».


«Δεν νομίζεις πως θα ’ταν καλύτερα να πάω να μείνω στο ξενοδοχείο “Κάλα Φουέρτε;”» «Αμφιβάλλω αν θα σε δεχτεί ο Ρουντόλφο». «Δεν τον κακίζω, ξέρεις. Ακόμα και ξεμέθυστος, ο Τόνι ήταν αρκετά τρομακτικός. Μεθυσμένος, θα πρέπει να ήταν πραγματικό τέρας». «Δεν πιστεύω πως τρόμαξε τον Ρουντόλφο». «Τότε… πού θα μείνω;» «Εδώ, πού αλλού; Στο ματριμονιάλ ε. Θα πήγαινα να κοιμηθώ στην Έκλ ειψη, <χν δεν ήταν τόσο κακός ο καιρός, αλλά δεν θα ’ναι η πρώτη φορά που θα κοιμηθώ στον καναπέ». «Αν κάποιος πρέπει να κοιμηθεί στον καναπέ, αυτή είμαι εγώ». · «Όπως θες. Το ίδιο μου κάνει. Λυπάμαι που η Κάζα Μπάρκο δεν έχει περισσότερες ανέσεις, αλλά αυτό δεν διορθώνεται. Δεν φαντάστηκα ποτέ πως θα ’ρχόταν να μ’ επισκεφτεί μια κόρη». «Μα, δεν είμαι κόρη σου». «Τότε ας πούμε πως είσαι ο Τζωρτζ Ντάυερ Τζούνιορ». 1 «Καλημέρα». (Σ.τ.Μ.) 2


«Πού είναι ο ιδιοκτήτης;» (Σ.τ.Μ.) 3 «Ναι, πολύ μεγάλη». (Σ.τ.Μ.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Πριν από έξι χρόνια, όταν ο Τζωρτζ Ντάυερ πήγε να εγκατασταθεί στο Κάλα Φουέρτε, η Χουανίτα είχε παρουσιαστεί στο κατώφλι του και του είχε αναγγείλει, με μεγάλη αξιοπρέπεια, πως θα ’θελε να δουλέψει γι’ αυτόν. Ήταν παντρεμένη μ’ έναν αγρότη από το Σαν Εσταμπάν, είχε τέσσερα παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο του χωριού και η φτώχεια παραμόνευε πάντα έξω από την πόρτα της. Ήθελε να δουλέψει επειδή είχε ανάγκη τα λεφτά, όμως την έβλεπες πάντα στητή και περήφανη, με το κεφάλι ψηλά, σαν να μην είχε την παραμικρή έγνοια. Ήταν μάλλον κοντούλα, γεροδεμένη όμως, όπως όλοι οι χωρικοί που δουλεύουν σκληρά στα χωράφια, με σκούρα μάτια, κοντά πόδια κι ένα πολύ γοητευτικό χαμόγελο που το χαλούσε ελαφρώς το γεγονός ότι δεν έπλενε ποτέ τα δόντια της. Κάθε πρωί σηκωνόταν στις τεσσερισήμισι, έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού της, τάιζε την οικογένειά της, τους ξεπροβόδιζε και μετά κατέβαινε από το Σαν Εσταμπάν στο Κάλα Φουέρτε με τα πόδια για να είναι στις επτάμισι στην Κάζα Μπάρκο. Καθάριζε και μαγείρευε για τον Τζωρτζ, έπλενε και σιδέρωνε τα ρούχα του, περιποιόταν τη γάτα και ξεχορτάριαζε τον κήπο, και δεν είχε καμία αντίρρηση, όποτε χρειαζόταν, να πάρει το βαρκάκι και να πάει να τρίψει το κατάστρωμα της Έκλ ειψης. Όταν κυκλοφόρησε το Φιέστα στο Κάλ α Φουέρτε, ο Τζωρτζ της χάρισε ένα αντίτυπο με την αφιέρωση: «Στη Χουανίτα, από τον


Τζωρτζ Ντάυερ, με αγάπη και σεβασμό», κι αυτό ήταν ίσως το πιο πολύτιμο απόκτημά της, μετά το γαμήλιο κρεβάτι που της είχε κληροδοτήσει η γιαγιά της και τα λινά σεντόνια που είχε κεντήσει μόνη της και ζύγιζαν έναν τόνο. Δεν μιλούσε αγγλικά και δεν ήξερε καν να διαβάζει, αλλά το βιβλίο δέσποζε σε μια περίοπτη θέση του σπιτιού της, βαλμένο σαν στολίδι πάνω σ’ ένα δαντελένιο σεμέν. Το πρωί, δεν έμπαινε ποτέ από μόνη της στο σπίτι του. Σύμφωνα με τους κανόνες της Χουανίτα, κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ απρεπές. Καθόταν λοιπόν έξω, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της, και περίμενε να της ανοίξει την πόρτα ο Τζωρτζ για να μπει. Εκείνος την καλωσόριζε μ’ ένα «Μπουένος Ντίας, Χουανίτα», κι αφού έλεγαν κάποιο αστείο για τον καιρό, τον ρωτούσε πώς είχε κοιμηθεί. Ο Τζωρτζ δεν είχε καταλάβει ποτέ το λόγο αυτής της παράξενης ιεροτελεστίας, αλλά υποψιαζόταν ότι είχε κάποια σχέση με το γεγονός ότι δεν ήταν παντρεμένος. Το πρωί μετά την καταιγίδα ξύπνησε στις επτά. Είχε, τελικά, κοιμηθεί στον καναπέ, γιατί δεν του έκανε καρδιά να κρατήσει το άνετο κρεβάτι για τον εαυτό του. Ξύπνησε μέσα σε μια απόλυτη ησυχία. Ο αέρας είχε πέσει τελείως και, όταν σηκώθηκε, άνοιξε τα παντζούρια και βγήκε έξω στη βεράντα, διαπίστωσε πως το πρωινό ήταν δροσερό κι αστραφτερό σαν μαργαριτάρι, χωρίς ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Η ατμόσφαιρα είχε μια υγρή και γλυκιά μυρωδιά μετά την βροχή, αν και η θάλασσα στο λιμάνι ήταν θολή ύστερα από τη χθεσινοβραδινή φουρτούνα, και είχαν γίνει ορισμένες καταστροφές. Αρχισε να συμμαζεύει τα ψάθινα έπιπλα που ο άνεμος είχε σκορπίσει στις τέσσερις γωνιές της βεράντας,


σκούπισε με την παλάμη του τη λιμνούλα που είχε σχηματιστεί πάνω στο τραπέζι, και μετά μπήκε ξανά μέσα, άναψε ένα τσιγάρο και πήγε να φτιάξει τσάι. Δεν υπήρχε όμως νερό μέσα στην τσαγιέρα και δεν θέλησε να ρίξει τον κουβά μέσα στο πηγάδι για να μην ξυπνήσει τη Σέλινα. Έψαξε να βρει τα ρούχα του, αλλά το πουλόβερ και το παντελόνι που φορούσε την προηγουμένη δεν ήταν κατάλληλα για τη δουλειά που σκόπευε να κάνει, κι έτσι ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα για να πάρει άλλα. Η Σέλινα κοιμόταν ακόμα σαν μικρό παιδί, απίστευτα μικρούλα μέσα στις πελώριες πιτζάμες του Τζωρτζ και πάνω στο τεράστιο, διπλό κρεβάτι. Νυχοπατώντας, πήρε το πρώτο πουκάμισο και το πρώτο παντελόνι που βρήκε μπροστά του, και κατέβηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Έκανε ένα ντους (το νερό ήταν παγωμένο μετά τη θύελλα), ντύθηκε και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα για τη Χουανίτα. Δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά αν έβρισκε την πόρτα ανοιχτή θα έμπαινε μέσα και θα του ετοίμαζε το πρωινό του. Μετά βγήκε ξανά στη βεράντα, κατέβηκε τα σκαλιά, έριξε τη βάρκα στο νερό κι άρχισε να κωπηλατεί για να φτάσει στην Έκλ ειψη. Το σκάφος φαινόταν να έχει αντιμετωπίσει τη θύελλα με τη συνήθη ηρεμία του. Ο Τζωρτζ έλεγξε τα σχοινιά πριν ανέβει στο κατάστρωμα. Ευτυχώς, είχε προβλέψει την καταιγίδα και είχε σκεπάσει την τιμονιέρα μ’ ένα μουσαμά. Έτσι, την βρήκε σχετικά στεγνή. Χαλάρωσε κάποια από τα μαντάρια* ( Σκοινί για το ανέβασμα του πανιού στα ιστιοπλοϊκά σκάφη. (Σ.τ.Μ.) που είχαν τεντωθεί υπερβολικά, και ύστερα κατέβηκε στις καμπίνες για να βεβαιωθεί πως δεν είχαν μπει νερά από τα φινιστρίνια. Μετά από την ικανοποιητική επιθεώρηση,


επέστρεψε στην τιμονιέρα, κάθισε πάνω στο κουβούσι κι άναψε ένα τσιγάρο. Η μέρα προμηνυόταν πολύ ζεστή. Ήδη το νερό εξατμιζό-ταν, σχηματίζοντας μικρά σύννεφα ατμού πάνω από το κατάστρωμα και το μουσαμά τον οποίο είχε απλώσει για να στεγνώσει. Η ατμοσφαίρα ήταν τόσο διαυγής ώστε διέκρινε καθαρα το σταυρό του Σαν Εσταμπάν και, ακόμα μακρύτερα, το εσωτερικό του νησιού, ώς εκεί που έφτανε το μάτι του. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, ο Τζωρτζ άκουγε πεντακάθαρα την κάθε λέξη που έλεγε ένας ψαράς στο σύντροφό του σε μια διπλανή βάρκα. Ο κυματισμός της θάλασσας ήταν ανεπαίσθητος και η πλώρη της μικρής βάρκας αντιστεκόταν μ’ έναν ελαφρό παφλασμό, ενώ η Έκλ ειψη λικνιζόταν μαζί της σαν ν’ ανάσαινε. * Μέσα σ’ αυτό το τόσο οικείο περιβάλλον, με τους γνώριμους ήχους και τις οσμές, ο Τζωρτζ άρχισε να χαλαρώνει. Τώρα μπορούσε να σκεφτεί ήρεμα τα προβλήματα που του είχαν παρουσιαστεί, και να προγραμματίσει όσο μπορούσε την καινούργια μέρα. Το πρώτο πρόβλημα ήταν ο Ρουντόλφο. Δεν τον απασχολούσε ο καβγάς τους. Δεν ήταν ο πρώτος τους, ούτε θα ήταν ο τελευταίος, αλλά ο Ρουντόλφο δεν ήταν πλούσιος κι έπρεπε να του επιστραφούν σύντομα οι εξακόσιες πεσέτες. Ο Τζωρτζ ήξερε πως δεν μπορούσε να βασίζεται στο πότε θα έρχονταν τα δικά του χρήματα από τη Βαρκελώνη. Τέτοιου είδους καθυστερήσεις γίνονταν συχνά, και μια φορά είχε αναγκαστεί να κάνει υπομονή σχεδόν ένα μήνα μέχρι να τα λάβει. Αν όμως έστελναν ένα τηλεγράφημα στην τράπεζα της Σέλινα, υπήρχαν πολλές πιθανότητες να έρθουν τα λεφτά σε τρεις ή τέσσερις


μέρες, και τότε ο Ρουντόλφο θα δεχόταν μετά χαράς να μείνει η κοπέλα στο ξενοδοχείο του. Έτσι θα κρατούσαν τα προσχήματα και δεν θα πρόσβαλαν την κοινή γνώμη και τους ιδιαίτερα ευαίσθητους κατοίκους του Κάλα Φουέρτε. Η άλλη λύση ήταν η Φράνσις. Η Φράνσις θα του δάνειζε ευχαρίστως εξακόσιες πεσέτες καθώς και τα χρήματα για το εισιτήριο της επιστροφής της Σέλινα, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο Τζωρτζ θα έπειθε τον εαυτό του να της τα ζητήσει. Όμως εκείνος δεν ήθελε να χρεωθεί για λογαριασμό του Ρουντόλφο, ούτε για μια κοπέλα που είχε έρθει να βρει τον πατέρα της. Θα το έκανε μόνο για τον εαυτό του, γιατί μόνο εκείνος θα μπορούσε να την ξεπληρώσει. Με την άκρη του ματιού έπιασε μια κίνηση στη βεράντα της Κάζα Μπάρκο και, σηκώνοντας τα μάτια, είδε τη Χουα-νίτα ν’ απλώνει τη ριγέ κουβέρτα του καναπέ στο σχοινί για ν’ αεριστεί. Ύστερα ξαναμπήκε στο σπίτι για μια στιγμή για να πάρει τη σκούπα και να καθαρίσει τα χώματα που είχαν σκορπιστεί από τις σπασμένες γλάστρες. Ο Τζωρτζ αναρωτήθηκε πώς θα της εξηγούσε την παρουσία της Σέλινα στο κρεβάτι του. Μέχρι τώρα είχε φροντίσει να μη δημιουργηθεί ποτέ μια τέτοια κατάσταση, και δεν ήξερε πώς θ’ αντιδρούσε η Χουανίτα. Δεν ήθελε να της πει ψέματα, αλλά ούτε και να τη χάσει -για κανένα λόγο. Μπορούσε, βέβαια, να της πει την αλήθεια, ήταν όμως τόσο απίθανη που πολύ αμφέβαλε αν θα την έτρωγε η απλοϊκή Χουανίτα. Αν της έλεγε ότι η Σέλινα ήταν μια ξαδέλφη του που είχε έρθει να τον επισκεφτεί και αναγκάστηκε να μείνει τη νύχτα εξαιτίας της καταιγίδας; Μετά από αρκετή σκέψη, κατέληξε πως αυτό ήταν


το καλύτερο παραμύθι, το οποίο άλλωστε δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα. Πέταξε το τσιγάρο του στη θάλασσα, κατέβηκε στο βαρκάκι κι έπιασε τα κουπιά για να γυρίσει στην Κάζα Μπάρκο. Η Χουανίτα. ήταν στην κουζίνα κι έβραζε νερό για να φτιάξει τον πρωινό καφέ του. «Μπουένος ντίας, Χουανίτα». Γύρισε μ’ ένα πλατύ, φωτεινό χαμόγελο στα χείλη. «Μπουένος ντίας, σενιόρ». Ο Τζωρτζ μπήκε κατευθείαν στο θέμα. «Μήπως ξύπνησες τη σενιορίτα τραβώντας νερό από το πηγάδι;» «Όχι, σενιόρ, κοιμάται ακόμα, σαν μικρό παιδί». Ο Τζωρτζ κοίταξε παραξενεμένος τη Χουανίτα. Η φωνή της ήταν τρυφερή και στα μάτια της διάβαζες τη συγκίνηση. Δεν ήταν η αντίδραση που περίμενε ο Τζωρτζ. Δεν της είχε πει ακόμα το παραμύθι για την ξαδέλφη, κι όμως η Χουανίτα ήταν ήδη βουρκωμένη… γιατί; «Την… είδες…;» «Σι, σενιόρ, πήγα να δω αν ξύπνησε. Αλλά, σενιόρ», τώρα στη φωνή της υπήρχε παράπονο, «γιατί δεν μου είπατε ποτέ πως έχετε κόρη;»


Ο Τζωρτζ πιάστηκε από τον καναπέ και κάθισε. «Δεν στο είπα ποτέ;» επανέλαβε σαν χαμένος. «Όχι, δεν μου μιλήσατε ποτέ για την κόρη σας. Κι όταν μου είπε η Μαρία, σήμερα το πρωί, την ώρα που περνούσα από το Κάλα Φουέρτε, ότι η κόρη του σενιόρ μένει στην Κάζα Μπάρκο, δεν ήθελα να το πιστέψω. Αλλά είναι αλήθεια». Ο Τζωρτζ ξεροκατάπιε και είπε, προσπαθώντας να φανεί ήρεμος, «Στο είπε η Μαρία. Και στη Μαρία ποιος το είπε;» «Ο Τομέου της το είπε». «Ο Τομέου;» «Σι, σενιόρ. Ο ταξιτζής που την έφερε εδώ, έμεινε πολλές ώρες στο μπαρ του Ρουντόλφο και είπε στη Ροζίτα που δουλεύει εκεί ότι είχε φέρει την κόρη του σενιόρ Ντάυερ στην Κάζα Μπάρκο. Η Ροζίτα το είπε στον Τομέου όταν πήγε ν’ αγοράσει σαπούνι σε σκόνη, κι ο Τομέου το είπε στη Μαρία, και η Μαρία το είπε στη Χουανίτα». «Και σ’ όλο το υπόλοιπο χωριό, υποθέτω», μουρμούρισε στ’ Αγγλικά ο Τζωρτζ, βλαστημώντας σιωπηλά τη Σέλινα. «Είπατε τίποτα, σενιόρ;» «Τίποτα, Χουανίτα». «Δεν είστε ευχαριστημένος που ήρθε η κόρη σας;» «Είμαι, και βέβαια είμαι».


«Δεν ήξερα πως ο σενιόρ ήταν παντρεμένος». Ο Τζωρτζ σκέφτηκε για μια στιγμή κι ύστερα είπε, «Η μητέρα της έχει πεθάνει». Η Χουανίτα καταστενοχωρήθηκε. «Αχ, σενιόρ, δεν το ήξερα. Και ποιος μεγάλωσε τη σενιορίτα;» «Η γιαγιά της», είπε ο Τζωρτζ, ενώ αναρωτιόταν για πόσον καιρό θα μπορούσε να κρύψει την αλήθεια. «Χουανίτα, πες μου… ο Ρουντόλφο ξέρει πως… η σενιορίτα είναι κόρη μου;» «Δεν έχω δει τον Ρουντόλφο, σενιόρ». Το νερό έβρασε και η Χουανίτα πήγε να αποτελειώσει τον καφέ. Το άρωμά του ήταν εξαίσιο, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να φτιάξει το κέφι του Τζωρτζ. Η Χουανίτα γέμισε την πήλινη καφετιέρα και είπε: «Είναι πολύ όμορφη, σενιόρ». «Όμορφη;» Η φωνή του φανέρωσε όλη του την έκπληξη. «Ναι, αμέ;». Η Χουανίτα μετέφερε το δίσκο με το πρωινό έξω, στη βεράντα. «Ο σενιόρ δεν χρειάζεται να κρύβεται από μένα». Κάθισε και πήρε το πρωινό του. Ένα πορτοκάλι, μια γλυκιά ενσαμάδα κι όλο τον καφέ που περιείχε η καφετιέρα. Η Χουανίτα συγύριζε το σπίτι όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Μετά από λίγο βγήκε κρατώντας τη μεγάλη στρογγυλή σκάφη, που ήταν γεμάτη ρούχα.


«Η σενιορίτα βράχηκε πολύ χθες βράδυ», είπε ο Τζωρτζ, «και της είπα ν’ αφήσει τα ρούχα της στο μπάνιο». «Σι, σενιόρ, τα βρήκα». «Κάν’ τα όσο πιο γρήγορα μπορείς. Δεν έχει τίποτ’ άλλο να φορέσει». «Σι, σενιόρ». Τον προσπέρασε και κατέβηκε τα σκαλιά για να πάει στο μικρο πλυσταριό της, όπου έπλενε χωριστά τα σεντόνια, τις κάλτσες και τα πουκάμισα, με βραστό νερό και μια πλάκα σαπούνι μεγάλη και σκληρή σαν τούβλο. Το πρώτο που επρεπε να κάνει ο Τζωρτζ ήταν να πάει να βρει τον Ρουντολφο. Περνώντας μέσα από το σπίτι, έριξε μια μα-τια προς τον εξώστη, αλλά δεν είδε καμιά κίνηση, ούτε άκουσε τίποτα. Βλαστήμησε άλλη μια φορά μέσα του την επισκέπτρια του, αλλά την άφησε να κοιμηθεί και βγήκε έξω. Δεν είχε καμιά διάθεση να παλέψει για ν’ ανοίξει την πόρτα κι έτσι, αντί να πάρει το αυτοκίνητό του, ξεκίνησε με τα πόδια για το χωριό. Το μετάνιωσε πικρά. Γιατί, μέχρι να φτάσει στο ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε», τουλάχιστον επτά άτομα τον σταμάτησαν για να τον συγχαρούν για τον ερχομό της ^όρης του. Μετά από κάθε συνάντηση, ο Τζωρτζ άνοιγε λίγο το βήμα του για να δείξει πως είχε κάποια πολύ επείγουσα δουλειά και πως, αν και ήθελε να σταθεί και να συζητήσει αυτό το ευχάριστο γεγονός, δεν είχε χρόνο να το κάνει. Το αποτέλεσμα ήταν να φτάσει στο


ξενοδοχείο του Ρουντόλφο λαχανιασμένος, καταϊδρωμένος, και με το αίσθημα ότι είχε πιαστεί σε παγίδα. Στάθηκε στο κατώφλι, κοντανασαίνοντας και ρώτησε, «Ρουντόλφο, μου επιτρέπεις να μπω;» Ο Ρουντόλφο στεκόταν πίσω από το μπαρ και γυάλιζε τα ποτήρια. Μόλις είδε τον Τζωρτζ, τα χέρια του ακινητοποιήθηκαν κι ένα χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπό του. «Τζωρτζ, φίλε μου». Άφησε το ποτήρι που κρατούσε και βγήκε από το μπαρ, σαν έτοιμος να τον αγκαλιάσει. Ο Τζωρτζ τον κοίταξε μ’ επιφύλαξη. «Δεν θα μου ρίξεις καμιά;» «Εσύ θα ’πρεπε να μου ρίξεις. Αλλά δεν το ’ξέρα. Σήμερα το πρωί πια μου είπε η Ροζίτα πως η σενιορίτα είναι κόρη σου. Γιατί δεν μου το είπες χθες βράδυ; Πως είναι το παιδί σου. Δεν ήξερα καν πως έχεις παιδί. Και τόσο όμορφο…» «Ρουντόλφο, έγινε κάποιο λάθος…» «Και ήτανε δικό μου. Τι θα σκέφτηκες για μένα, που χάλασα τον κόσμο για μια τόση δα εξυπηρέτηση προς έναν παλιό φίλο και το παιδί του;» «Μα…» Ο Ρουντόλφο τον έκοψε με μια χειρονομία. «Δεν θέλω μα. Εξακόσιες πεσέτες… τέλος πάντων», ανασήκωσε τους ώμους του, «δεν τις βρίσκω στο δρόμο, αλλά ούτε και θα φτωχύνω». «Ρουντόλφο…»


«Φίλε μου, σταμάτα σε παρακαλώ, μην πεις τίποτα, γιατί θα πιστέψω πως δεν με συγχώρεσες. Έλα να πιούμε κάτι μαζί - ένα κονιάκ…» Δεν γινόταν τίποτα. Αρνιόταν ν’ ακούσει την αλήθεια και ο Τζωρτζ δεν μπορούσε να του τη βάλει με το ζόρι στο κεφάλι. «Θα προτιμούσα έναν καφέ», είπε μ’ έναν αναστεναγμό παραίτησης, και ο Ρουντόλφο πήγε να τον παραγγείλει, ενώ ο Τζωρτζ σκαρφάλωνε σ’ ένα σκαμνί κι άναβε τσιγάρο. Όταν γύρισε ο Ρουντόλφο, του είπε: «Θα τα πάρεις πίσω τα λεφτά σου. Θα τηλεγραφήσουμε στο Λονδίνο…» «Πρέπει να πάτε στο Σαν Αντόνιο για να στείλετε το τηλεγράφημα». «Ναι, το ξέρω. Πόσες μέρες λες πως θα κάνουν να έρθουν τα χρήματα;» Ο Ρουντόλφο ανασήκωσε τους ώμους του. «Δυο-τρεις. Μπορεί και μια βδομάδα. Αλλά δεν πειράζει. Μπορώ να περιμένω μια βδομάδα». «Είσαι καλός άνθρωπος, Ρουντόλφο». «Αρπάζομαι εύκολα, όμως. Ανάβω με το παραμικρό». «Παρ’ όλα αυτά είσαι καλός άνθρωπος». Η Ροζίτα, η ακούσια πηγή του προβλήματος, έφερε τον καφέ. Παρακολουθώντας τη να βάζει μπροστά τους τα μικροσκοπικά


φλιτζάνια, ο Τζωρτζ σκεφτόταν πως ήταν βουτηγμένος για τα καλά μέσα στο ψέμα και την απάτη. Και συνειδητοποίησε, μ’ ένα ελαφρύ σφίξιμο στην καρδιά, ότι τώρα πια δεν μπορούσε να ζητήσει τη δεύτερη χάρη από τον Ρουντόλφο. Αφού ολοι είχαν περάσει τη Σέλινα για κόρη του, δεν υπγ)ΡΧε καμιά δικαιολογία να πάει να μείνει στο ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε». Τελικά, η Περλ ήταν αυτή που ξύπνησε τη Σέλινα. Είχε μείνει έξω όλη τη νύχτα, είχε κουραστεί από το κυνήγι κι έψαχνε ένα μαλακό, ζεστό μέρος για να κοιμηθεί. Μπήκε στην Κάζα Μπάρκο από την μπαλκονόπορτα της βεράντας, ανέβηκε αθόρυβα τη σκάλα και πήδησε στο κρεβάτι. Ανοίγοντας τα μάτια, η Σέλινα αντίκρισε το άσπρο μουσουδάκι της Περλ. Η γάτα ποδοπάτησε λίγο τα σκεπάσματα για να φτιάξει μια φωλιά και μετά, αφού βολεύτηκε σε μια καμπύλη του σώματος της Σέλινα, κουλουριάστηκε κι αποκοιμήθηκε. Η Σέλινα τη μιμήθηκε. Τη δεύτερη φορά το ξύπνημά της ήταν πιο απότομο. «Έλα, ξύπνα. Είναι έντεκα η ώρα. Εμπρός, σήκω». Ένα χέρι την ταρακουνούσε δυνατά. Ανοιξε τα μάτια και είδε τον Τζωρτζ Ντάυερ να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. «Ώρα να σηκωθείς», της ξανάπε. «Μμμμ;» Η γάτα ήταν ακόμα εκεί, υπέροχα βαριά και ζεστή. Ο Τζωρτζ, έτσι όπως έσκυβε από πάνω της, της φάνηκε τεράστιος κι απειλητικός. Φορούσε ένα μπλε, βαμβακερό πουκάμισο και μια βλοσυρή έκφραση στο πρόσωπό του. Η καρδιά της Σέλινα σφίχτηκε. Δεν ήταν ποτέ ευδιάθετη μόλις ξυπνούσε.


«Ώρα να σηκωθείς». «Τι ώρα είναι;» «Στο είπα. Κοντεύει έντεκα. Πρέπει να μιλήσουμε». «Α». Ανασηκώθηκε κι έψαξε να βρει τα μαξιλάρια που είχαν εξαφανιστεί. Ο Τζωρτζ έσκυψε, τα μάζεψε από κάτω και τα έβαλε πίσω από το κεφάλι της. «Και τώρα, άκου», είπε. «Πήγα να δω τον Ρουντόλφο…» «Είναι ακόμα θυμωμένος;» «Όχι, δεν είναι θυμωμένος. Όχι πια. Διότι, ο Ρουντόλφο, αλλά και όλο το χωριό, πιστεύει πως είσαι κόρη μου. Ξέρεις, φαντάζομαι, γιατί το πιστεύουν αυτό, έτσι δεν είναι; Επειδή τους το είπε ο ταξιτζής σου, αυτός ο μεθύστακας, που να τον πάρει και να τον σηκώσει!» «Ωχ», έκανε η Σέλινα. «Μάλιστα. Ωχ. Εσύ είπες στον ταξιτζή ότι είμαι ο πατέρας «Ναι», ομολόγησε. «Γιατί, που να πάρει η ευχή;» «Αναγκάστηκα, για να τον πείσω να με φέρει ώς εδώ. Του είπα, “ο πατέρας μου θα πληρώσει την κούρσα”, και μόνο έτσι δέχτηκε να με φέρει». «Δεν είχες το δικαίωμα να το κάνεις αυτό. Ν’ ανακατέψεις έναν αθώο…»


«Εσένα;» «Ναι, εμένα. Κολυμπάω μες στο ψέμα τώρα». «Δεν περίμενα πως θα το έλεγε σ’ όλο το χωριό». «Δεν το είπε αυτός. Αυτός το είπε στη Ροζίτα, την κοπέλα που δουλεύει στο μπαρ του Ρουντόλφο. Κι η Ροζίτα το είπε στον Τομέου. Κι ο Τομέου το είπε στη μητέρα του. Κι η Μαρία είναι ο Επίσημος Ενημερωτικός Φορέας αυτής της πλευράς του νησιού». «Κατάλαβα», είπε η Σέλινα. «Λυπάμαι. Δεν μπορούμε όμως να τους πούμε την αλήθεια;» «Τώρα πια, όχι». «Γιατί;» «Γιατί εδώ οι άνθρωποι…» διάλεξε με προσοχή τις λέξεις, «έχουν πολύ αυστηρές ηθικές αρχές». «Τότε γιατί μ’ άφησες να μείνω εδώ χθες βράδυ;» Αγανάκτησε. «Γιατί έβρεχε. Γιατί τσακώθηκα Ρουντόλφο. Γιατί δεν υπήρχε άλλη λύση».

με

τον

«Και είπες πως είμαι κόρη σου;» «Δεν είπα πως δεν είσαι». «Μα είσαι πολύ νέος για πατέρας μου. Το υπολογίσαμε, έτσι δεν είναι;».


«Αυτό δεν το ξέρει κανείς άλλος». «Μα δεν είναι αλήθεια». «Ούτε όταν το είπες στον ταξιτζή ήταν αλήθεια». «Ναι, αλλά εγώ δεν το ήξερα πως δεν ήταν αλήθεια!» «Ενώ εγώ το ξέρω. Αυτό θες να πεις; Ε, λοιπόν, λυπάμαι αν παραβίασα τις αρχές σου, όμως αυτοί οι άνθρωποι είναι φίλοι μου και δεν θέλω να τους απογοητεύσω. Όχι πως με έχουν περί πολλού, αλλά τουλάχιστον δεν με θεωρούν ψεύτη». Φαινόταν ακόμα πολύ συγχυσμένη, και γι* αυτό άλλαξε θέμα. «Ας μιλήσουμε τώρα για τα λεφτά. Είπες πως μπορείς να τηλεγραφήσεις στην τράπεζά σου…» «Ναι». «Όχι όμως από το Κάλα Φουέρτε. Πρέπει να πάμε στο Σαν Αντόνιο για να στείλουμε το τηλεγράφημα. Μπορούμε να τηλεγραφήσουμε κατευθείαν στην τράπεζά σου, ή, όπως σκέφτηκα στο δρόμο της επιστροφής, μπορούμε να επικοινωνήσουμε με το δικηγόρο σου…» «Α, όχι», βιάστηκε να αρνηθεί η Σέλινα με τόσο πάθος, που ο Τζωρτζ σήκωσε έκπληκτος τα φρύδια του. «Γιατί όχι;» «Καλύτερα να τηλεγραφήσουμε στην τράπεζα». «Ο δικηγόρος σου όμως θα μπορέσει να πάρει τα χρήματα πολύ


πιο γρήγορα». «Δεν θέλω να τηλεγραφήσω στον Ρόντνυ». «Δεν τον συμπαθείς;» «Δεν είναι αυτό. Απλώς… νά, έκρινε πως όλη αυτή η ιστορία να έρθω να βρω τον πατέρα μου ήταν τελείως παράλογη». «Έτσι όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, δεν είχε κι άδικο». «Δεν θέλω να μάθει σε τι φιάσκο κατέληξαν όλα αυτά. Προσπάθησε ya καταλάβεις». «Εντάξει, καταλαβαίνω, αλλά αν πρόκειται να έρθουν πιο γρήγορα τα λεφτά…» Φαινόταν πεισματικά αμετακίνητη και ο Τζωρτζ, μπαϊλντισμένος ξαφνικά από την όλη κατάσταση, παραιτήθηκε από την προσπάθεια να τη μεταπείσει. «Όπως θέλεις. Δικά σου είναι τα λεφτά, δικός σου και ο χρόνος. Και η υπόληψη». Η Σέλινα αγνόησε το υπονοούμενο. «Θες να πάμε σήμερα στο Σαν Αντόνιο;» «Μόλις σηκωθείς και ντυθείς. Πεινάς;» «’Οχι πολύ». «Θες ένα φλιτζάνι καφέ;» «Αν υπάρχει». «Θα σου φτιάξω».


Ήταν στη μέση της σκάλας όταν τον φώναξε. «Κύριε Ντάυερ…» Γύρισε μόνο το κεφάλι. «Δεν έχω τίποτα να φορέσω», του θύμισε η Σέλινα. «Θα συνεννοηθώ με τη Χουανίτα». Τη βρήκε στη βεράντα να σιδερώνει. «Χουανίτα». «Σενιόρ;» «Τα ρούχα της σενιορίτα είναι έτοιμα;» «Σι, σενιόρ». Χαμογέλασε πλατιά, πολύ ευχαριστημένη από τον εαυτό της, και του έδωσε μια στοίβα καλοδιπλωμένα ρούχα. Ο Τζωρτζ την ευχαρίστησε και μπαίνοντας στο σπίτι είδε τη Σέλινα να κατεβαίνει τη σκάλα. Μέσα στις πελώριες πιτζάμες, φάνταζε ατημέλητη και νυσταλέα. «Ορίστε», της είπε και της έδωσε τα ρούχα. «Αχ, ευχαριστώ». «Το ξενοδοχείο μας έχει σπουδαίο σέρβις». «Πότε πρόλαβε… δεν περίμενα να…» Η φράση της έμεινε στη μέση. Ο Τζωρτζ συνοφρυώθηκε. Η Σέλινα είχε ξεδιπλώσει το φουστάνι της και το κοίταζε σαν χαμένη. Ή μάλλον, ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτό. Η Χουανίτα είχε πλύνει το αγνό βρετανικό


μαλλί με τον ίδιο τρόπο που έπλενε όλα τα ρούχα. Με καυτό νερό, σκληρό σαπούνι και πολύ τρίψιμο. Η Σέλινα το κρατούσε από τους ώμους και ο Τζωρτζ διαπίστωσε πως θα έκανε με δυσκολία σε ένα εξάχρονο παιδί. Το μόνο που είχε μείνει ανέπαφο ήταν η μεταξωτή ετικέτα του Φόρτνουμ & Μέησον στο εσωτερικό του γιακά. Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή και μετά ο Τζωρτζ είπε, «Είναι ένα Μικρό Καφέ Φόρεμα». «Το επλυνε! Ήταν ανάγκη να το πλύνει; Δεν χρειαζόταν πλύσιμο. Είχε βραχεί μόνο…» «Δεν φταίει αυτή, εγώ φταίω. Της είπα να το πλύνει και η Χουανίτα κάνει πάντα ό,τι της λέω». Έβαλε τα γέλια. «Δεν το βρίσκω καθόλου αστείο. Εσύ μπορεί να γελάς, αλλά τι θα φορέσω τώρα;» «Τι άλλο μπορώ να κάνω;» «Εμένα μου ’ρχεται να βάλω τα κλάματα». ν «Δεν θα λύσουν το πρόβλημα». «Δεν μπορώ να μείνω όλη μέρα με τις πιτζάμες». «Γιατί όχι; Σου πάνε». «Δεν μπορώ να πάω έτσι στο Σαν Αντόνιο». Ο Τζωρτζ, χωρίς να χάσει το κέφι του, αλλά προσπαθώντας να φανεί λογικός, έξυσε το κεφάλι του. «Δεν μπορείς να βάλεις το


παλτό σου;» «Θα σκάσω απ’ τη ζέστη. Αχ, γιατί να συμβαίνουν σε μένα όλα αυτά τα φοβερά και φριχτά πράγματα;» Προσπάθησε να την ηρεμήσει. «Κοίτα…» «Όχι, δεν κοιτάω!» Χάνοντας την υπομονή του μετά απ’ αυτό το άδικο ξέσπασμα, ο Τζωρτζ κατέληξε για πολλοστή φορά στο συμπέρασμα πως δεν ήταν δυνατόν να συνεννοηθεί κανείς με καμιά γυναίκα. «Πολύ καλά, μην κοιτάς. Άντε να πέσεις στο κρεβάτι και να κλάψεις ώς το βράδι, αλλά, πριν το κάνεις, κατέβα να με βοηθήσεις να συντάξω το τηλεγράφημα που θα στείλουμε στην τράπεζά σου. Θα πάω μόνος μου στο Σαν Αντόνιο. Εσύ μείνε εδώ να σκας και να πλαντάζεις». «Αυτό που λες είναι φριχτό και άδικο και…» «Εντάξει, Τζούνιορ, είναι φριχτό. Ίσως λέω φριχτά πράγματα επειδή είμαι φριχτό άτομο. Τόσο το καλύτερο για σένα που το ανακάλυψες εγκαίρως. Έλα τώρα να καθίσεις και να βάλεις το μικρό μυαλουδάκι σου να δουλέψει για να συντάξουμε το τηλεγράφημα». «Δεν έχω μικρό μυαλουδάκι», διαμαρτυρήθηκε η Σέλινα. «Αλλά ακόμα κι αν είχα, δεν με ξέρεις αρκετά για να το λες. To μόνο που είπα είναι πως δεν μπορώ να τριγυρνάω όλη μέρα με τα εσώρουχα…»


«Ακου να δεις, βρισκόμαστε στο Κάλα Φουέρτε του Σαν Αντόνιο, όχι στο Κουίνς Γκέητ του Λονδίνου. Προσωπικά, δεν με νοιάζει αν θα γυρνάς και τσίτσιδη, αλλά θα προτιμούσα να πάρω τα λεφτά το γρηγορότερο δυνατό και να σε επιστρέψω άσπιλη και αμόλυντη στο Κένσινγκτον Γκάρντενς και στην νταντά σου». Ήταν σκυμμένος πάνω από το γραφείο του ψάχνοντας χαρτί και μολύβι, αλλά τώρα σήκωσε το κεφάλι, την κοίταξε με τα καστανά μάτια του τελείως ανέκφραστα και πρόσθεσε, «Αν ήσουν μεγαλύτερη και πιο έμπειρη, νομίζω πως θα με είχες χαστουκίσει». Η Σέλινα σκέφτηκε πως δεν θα το συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της αν έβαζε τα κλάματα, είτε από θυμό είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Έτσι, είπε με φωνή που έτρεμε ανεπαίσθητα, «Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό». «Ωραία. Κι ούτε να τ’ αφήσεις να περάσει». Κάθισε στο γραφείο και τράβηξε μια κόλλα χαρτί. «Πες μου τώρα το όνομα και τη διεύθυνση της τράπεζάς σου…»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Ύστερα από την ησυχία και τη δροσιά του πευκόφυτου Κάλα Φουέρτε, το Σαν Αντόνιο του φάνηκε υπερβολικά ζεστό, σκονισμένο και γεμάτο κόσμο. Οι δρόμοι ήταν πηγμένοι, Αυτοκίνητα, μοτοσακό, ξύλινα κάρα και ποδήλατα συνωστίζονταν μαζί με τους πεζούς που δεν χωρούσαν στα στενά πεζοδρόμια και περπατούσαν στο οδόστρωμα, με κίνδυνο της ζωής τους. Διαπιστώνοντας πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος να προχωρήσει, ο Τζωρτζ δεν έπαιρνε σχεδόν καθόλου το χέρι του από την κόρνα του αυτοκινήτου. Το τηλεγραφείο βρισκόταν στην κεντρική πλατεία της πόλης, απέναντι από την τράπεζά του. Ο Τζωρτζ πάρκαρε σ’ ένα σκιερό μέρος, άναψε ένα τσιγάρο και μετά μπήκε πρώτα στην τράπεζα για να δει μήπως τυχόν είχαν έρθει τα δικά του χρήματα από τη Βαρκελώνη. Αν ναι, σκόπευε να τα σηκώσει όλα, να σκίσει το τηλεγράφημα της Σέλινα και να πάει κατευθείαν στο αεροδρόμιο για ν’ αγοράσει το εισιτήριο της επιστροφής της στο Λονδίνο. Τα χρήματα όμως δεν είχαν έρθει. Ο ταμίας του πρότεινε να περιμένει τέσσερις ή πέντε ώρες, όσο δηλαδή εκείνος θα προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τη Βαρκελώνη για να μάθει τι είχε συμβεί. Ο Τζωρτζ τον ρώτησε με ζωηρό ενδιαφέρον γιατί θα έπρεπε να περιμένει τόσο πολύ, και ο ταμίας του απάντησε με απόλυτη φυσικότητα πως είχαν χαλάσει τα τηλέφωνα και η βλάβη δεν είχε αποκατασταθεί ακόμα. Μετά από έξι χρόνια στο νησί, ο Τζωρτζ εξακολουθούσε να διασκεδάζει αλλά και ν’ αγανακτεί με τη στάση των ντόπιων


απέναντι στο χρόνο. Είπε όμως πως δεν πείραζε, πως μπορούσε να τα βγάλει πέρα και χωρίς τα λεφτά, και βγήκε από την τράπεζα, διέσχισε την πλατεία με τα σιντριβάνια και τις δεντροφυτεμένες αλέες κι ανέβηκε την επιβλητική μαρμάρινη σκάλα για να μπει στο τηλεγραφείο. Αντέγραψε το κείμενο στο κανονικό έντυπο και πήγε να σταθεί στη μεγάλη ουρά. Όταν έφτασε επιτέλους μπροστά στο γκισέ, κόντευε να χάσει την υπομονή του. Ο υπάλληλος που καθόταν πίσω από τα κάγκελα, με κολλητά καστανά μαλλιά και μια κρεατοελιά στη μύτη, δεν μιλούσε λέξη Αγγλικά. Έκανε πολλή ώρα για να διαβάσει το μήνυμα, να μετρήσει τις λέξεις και να συμβουλευτεί τα σχετικά εγχειρίδια. Τελικά, σφράγισε το έντυπο και είπε στον Τζωρτζ πως το τηλεγράφημα κόστιζε ενενήντα επτά πεσέτες. Ο Τζωρτζ πλήρωσε. «Και πότε θα φτάσει στο Λονδίνο;» Ο άντρας κοίταξε το ρολόι. «Απόψε… ίσως». «Θα το στείλετε αμέσως;» Ο άλλος δεν έκανε καν τον κόπο να του απαντήσει. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του Τζωρτζ και είπε, «Ο επόμενος, παρακαλώ». Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Βγήκε από το κτίριο, άναψε ένα τσιγάρο κι αναρωτήθηκε ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή του. Κατέληξε στην απόφαση να πάει ώς το Γιοτ Κλαμπ για να πάρει την αλληλογραφία του, αλλά χωρίς το αυτοκίνητό του.


—εκίνησε λοιπόν με τα πόδια, όμως το πλήθος ήταν τόσο πυκνό, που τον επιασε κλειστοφοβία. Έμεινε στη μέση του δρομου, παραμερίζοντας κάθε τόσο για ν’ αφήνει να περνάνε τα τροχοφορα. Πάνω από το κεφάλι του, τα μικρά μπαλκόνια ήταν κι αυτα* γεμάτα κόσμο. Χοντρές μαυροντυμένες γιαγιάδες κάθονταν και κεντούσαν, απολαμβάνοντας τον ανοιξιάτικο ήλιο. Τσούρμα παιδιών, με μάτια σαν ρώγες σταφυλιού, χάζευαν μέσα απ’ τα κάγκελα και τις απλωμένες μπουγάδες που ανέμιζαν σαν γιορτινά λάβαρα, κάνοντας αλλόκοτα ζιγκζαγκ από τη μια μεριά του δρόμου ώς την άλλη. Κι όλα τα σκέπαζε το χαρακτηριστικό άρωμα του Σαν Αντόνιο. Η μυρωδιά των αποχετεύσεων και της ψαρίλας, του ξύλου και των τσιγάρων, ανακατεμένη με την ακαθόριστη οσμή του λιμανιού που ερχόταν από τη θάλασσα. Έφτασε επιτέλους σ’ ένα μικρό σταυροδρόμι κι ανέβηκε στην άκρη του πεζοδρομίου, περιμένοντας ν’ αραιώσει η κυκλοφορία για να περάσει απέναντι. Ένας ανάπηρος πουλούσε λαχεία μπροστά στο γωνιακό μαγαζί με τις κεντημένες μπλούζες, τα βαμβακερά φορέματα, τα καπέλα, τα παπούτσια και τα μαγιό. Ο Τζωρτζ έριξε μ’α ματιά στη βιτρίνα και σκέφτηκε τη Σέλινα. Δεν έβλεπε την ώρα να τη βάλει σ’ ένα αεροπλάνο και να την ξεφορτωθεί, αλλά χωρίς φουστάνι δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει. Ίσως έπρεπε να της αγοράσει ένα. Ωστόσο, την ώρα που έμπαινε στο μαγαζί του ήρθε μια πολύ πιο διασκεδαστική ιδέα. «Μπουένος ντίας, σενιόρ», είπε ευγενικά η κοκκινομάλλα που στεκόταν πίσω από το γυάλινο πάγκο.


«Μπουένος ντίας», ανταπόδωσε το χαιρετισμό ο Τζωρτζ και μετά της είπε τι ήθελε με απόλυτη σοβαρότητα. Πέντε λεπτά αργότερα, βρισκόταν και πάλι έξω στους πολυσύχναστους δρόμους, μ’ ένα μικρό πακέτο τυλιγμένο προσεκτικά σ’ ένα ριγέ ροζ και άσπρο χαρτί. Χαμογελούσε ικανοποιημένος, όταν άκουσε τη δυνατή κόρνα ενός αυτοκινήτου ακριβώς πίσω του. Βλαστήμησε και παραμέρισε, καθώς η μακριά μαύρη μουσούδα μιας Σιτροέν πέρασε ξυστά δίπλα του και σταμάτησε. «Μπα, μπα», έκανε μια γνώριμη φωνή. «Για δες ποιος ήρθε στην πόλη μας!» Ήταν η Φράνσις. Καθόταν στο ανοιχτό αυτοκίνητό της με μια έκφραση έκπληξης και χαράς στο χαμογελαστό πρόσωπό της. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο ροζ πουκάμισο, μαύρα γυαλιά κι ένα ψάθινο αντρικό καπέλο στο κεφάλι. Έσκυψε και του άνοιξε την πόρτα. «Μπες μέσα και θα σε πάω όπου θες». Με το που κάθισε δίπλα της το δερμάτινο κάθισμα τον έκαψε και τινάχτηκε, αλλά η Φράνσις είχε ήδη ξεκινήσει, πριν καν προλάβει να κλείσει την πόρτα. «Δεν περίμενα να σε δω τόσο σύντομα», του είπε. «Ούτε εγώ περίμενα να ξανάρθω τόσο σύντομα». «Πόση ώρα είσαι εδώ;» «Κανένα μισάωρο. Έπρεπε να στείλω ένα τηλεγράφημα».


Η Φράνσις δεν το σχολίασε. Ήταν απασχολημένη με το πλήθος που τους έκλεινε το δρόμο μπροστά τους. Χοντρές κυρίες με βαμβακερά φορέματα και άσπρες ζακέτες, με ολοκαίνουργια ψάθινα καπέλα και κατακόκκινα πρόσωπα καμένα από τον ήλιο. Η Φράνσις άρχισε πάλι να κορνάρει κι εκείνες σήκωσαν έκπληκτες τα μάτια τους από τις καρτ ποστάλ που αγόραζαν, κι ανέβηκαν αδιαμαρτύρητα στα ήδη ξέχειλα πεζοδρόμια. «Από πού στο διάολο ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί;» θέλησε να μάθει ο Τζωρτζ. «Βγήκαν από ένα κρουαζιερόπλοιο. Το πρώτο της σεζόν». «Ωχ, Χριστέ μου, άρχισαν κιόλας οι τουρίστες;» Η Φράνσις ανασήκωσε τους ώμους. «Δες το απ’ την καλή πλευρά. Φέρνουν τουλάχιστον μετρητά». Έριξε μια ματιά στο πακέτο που ήταν στην ποδιά του. «Τι αγόρασες από το μαγαζί της Τερέζα;» «Πώς ξέρεις ότι είναι από το μαγαζί της Τερέζα;» «Αναγνώρισα το ροζ χαρτί περιτυλίγματος. Αέγε, με τρώει η περιέργεια». Ο Τζωρτζ σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει. «Μαντίλια για τη μύτη», είπε στο τέλος. «Δεν ήξερα πως χρησιμοποιείς τέτοια μαντίλια». Είχαν πια φτάσει στον κεντρικό δρόμο της πόλης, όπου ένας οξύθυμος άντρας της Γκουάρντια Σιβίλ ρύθμιζε την κυκλοφορία. Η Φράνσις έβαλε δευτέρα κι έκοψε ταχύτητα πριν ρωτήσει:


«Πού θες να πας;» «Έλεγα να περάσω από το Γιοτ Κλαμπ μήπως έχω κανένα γράμμα». «Δεν τα πήρες χθες;» «Ναι, αλλά μπορεί να ήρθαν κι άλλα στο μεταξύ». Του έριξε μια λοξή ματιά. «Έφτασες καλά στο σπίτι;» «Ναι, μια χαρά». «Το σκάφος είναι εντάξει;» «Ναι. Σας έπιασε η χθεσινή καταιγίδα;» «Όχι, πέρασε ξυστά». «Είστε τυχεροί. Ήταν γερή». Περίμεναν να γίνει πράσινο το φανάρι και μετά η Φράνσις έστριψε σ’ ένα στενό δρομάκι για να βγει στη φαρδιά παραλιακή λεωφόρο του λιμανιού. Αυτή ήταν η αγαπημένη συνοικία του Τζωρτζ, γεμάτη μικρά παραλιακά μπαράκια, προμηθευτές πλοίων και μαγαζιά που μύριζαν πίσσα και παραφίνη. Το λιμάνι ήταν γεμάτο σκάφη. Ψαρόβαρκες, σκούνες, γιοτ, το πλοίο της Βαρκελώνης, έτοιμο να σαλπάρει, και το κρουαζιερόπλοιο από τη Βρέμη, δεμένο στο βόρειο ντόκο. Είδε ένα καινούργιο σκάφος που δεν το είχε δει την προηγούμενη μέρρ, «Έχει ολλανδική σημαία», παρατήρησε.


«Το έχει ένα νεαρό ζευγάρι, ονόματι Φαν Τρίκερ, που κάνει τον περίπλου της γης». Η Φράνσις φρόντιζε να είναι πάντα ενημερωμένη. «Μέσω της Μεσογείου;» «Γιατί όχι; Γι’ αυτό υπάρχει το Κανάλι του Σουέζ». Γέλασε. Η Φράνσις έσκυψε, πήρε από το ντουλαπάκι ένα πακέτο τσιγάρα και του το έδωσε. Ο Τζωρτζ άναψε ένα τσιγάρο για τον εαυτό του κι ένα γι’ αυτήν. Έφτασαν στο Γιοτ Κλαμπ, και ο Τζωρτζ μπήκε να πάρει την αλληλογραφία του. Η Φράνσις τον περίμενε έξω και, όταν εκείνος επέστρεψε με δυο γράμματα στην πίσω τσέπη του παντελονιού του, τον ρώτησε, «Πού πάμε τώρα;» «Εγώ θα πάω για ένα ποτό». «Θα ’ρθω μαζί σου». «Δεν θα ’πρεπε να είσαι στην γκαλερί και να πουλάς αυθεντικούς Όλαφ Σβένσον σ’ όλους αυτούς τους καλούς τουρίστες;» «Έχω αφήσει στο πόδι μου μια νεαρή φοιτήτρια. Μπορεί ν’ ασχοληθεί αυτή με τους Γερμανούς». Πήρε μια απότομη στροφή και πρόσθεσε, «Εγώ προτιμώ ν’ ασχοληθώ μαζί σου». Πήγαν στο μπαρ του Πέδρο, που είχε βγάλει μερικά τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο, και κάθισαν κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Ο Τζωρτζ παρήγγειλε μια μπίρα για τον εαυτό του κι ένα κονιάκ για τη Φράνσις.


«Αγάπη μου, έγινες ξαφνικά πολύ εγκρατής», παρατήρησε εκείνη. «Πεθαίνω στη δίψα». «Ελπίζω να μην είναι άσβεστη». Άπλωσε το χέρι της, τράβηξε τα γράμματα από την κω-λότσεπή του, τα έβαλε πάνω στο τραπέζι μπροστά του και είπε, «Άνοιξέ τα». «Γιατί;» «Γιατί είμαι περίεργη. Θέλω να ξέρω τι λένε τα γράμματα, ιδίως των άλλων. Δεν μ’ αρέσει να τα φαντάζομαι να γερνάνε με χάρη σαν καθωσπρέπει γριές κυρίες. Ορίστε…» Έπιασε το μαχαίρι κι έσχισε προσεκτικά τους φακέλους. «Τώρα το μονο που σου μένει να κάνεις, είναι να τα βγάλεις και να τα διαβάσεις». Για να μην της χαλάσει το χατίρι, ο Τζωρτζ υπάκουσε. Το πρώτο ήταν μια επιστολή από ένα ναυτικό περιοδικό, κι έλεγε πως θα του πλήρωναν οκτώ λίρες και δέκα σελίνια το άρθρο που τους είχε στείλει. Το εδωσε στη Φράνσις κι εκείνη, αφού το διάβασε, είπε: «Τι σου έλεγα; Καλά νέα». «Καλύτερα από το τίποτα». Έβγαλε το δεύτερο γράμμα. «Τι θέμα είχε το άρθρο;»


«Τα αυτόματα κιβώτια ταχυτήτων». Τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Καλά λέω εγώ πως είσαι πανέξυπνο παιδί. Αυτό από ποιον είναι;» Ήταν από τον εκδότη του, αλλά, απορροφημένος στο διάβασμα, δεν άκουσε την ερώτηση.

Κον Τζωρτζ Ντάυερ Κλ αμπ Νότιχα Σαν Αντόνιο Βαλ εαρίδες, ΙΣΠΑΝΙΑ Αγαπητέ κύριε Ντάυερ, Σας έχω γράψει τουλ άχιστον πέντε επιστολ ές τους τελ ευταίους τέσσερις μήνες, με την ελ πίδα πως Θα μπορούσατε να μας στείλ ετε τουλ άχιστον κάποια περίλ ηψη του δεύτερου βιβλ ίου που θ’ ακολ ουθούσε την έκδοση του Φιέστα στο Κάλα Φουέρτε. Δεν έλ αβα απάντηση σε καμιά απ’ αυτές. Τις έστειλ α όλ ες στο Κλ αμπ Νότικα του Σαν Αντόνιο και τώρα αναρωτιέμαι μήπως δεν ισχύει πλ έον αυτή η διεύθυνση. Όπως’ σας τόνισα όταν συμφωνήσαμε για την έκδοση του Φιέστα στο Κάλα Φουέρτε, ένα δεύτερο βιβλ ίο είναι απαραίτητο για να διατηρήσουμε ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού. Το Κάλα Φουέρτε πήγε πολ ύ καλ ά, έκανε ήδη τρίτη έκδοση και διαπραγματευόμαστε να κυκλ οφορήσει και σε έκδοση τσέπης. Πρέπει όμως να έχουμε σύντομα το δεύτερο βιβλ ίο σας, για να μην πέσουν οι πωλ ήσεις. Είναι κρίμα που δεν μπορέσαμε να έχουμε μια προσωπική συνάντηση για να συζητήσουμε αυτό το θέμα, αλ λ ά νομίζω πως σας ξεκαθάρισα, όταν συμφωνήσαμε να εκδώσουμε το Φιέστα στο Κάλα Φουέρτε, ότι θα το κάναμε μόνο εφόσον θα ήταν το πρώτο μίας σειράς μυθιστορημάτων, και έμεινα με την εντύπωση ότι το είχατε καταλ άβει καλ ά αυτό.


Εν πάση περιπτώσει, θα σας παρακαλ ούσα να απαντήσετε σ’ αυτή την επιστολ ή. Ειλ ικρινά, δικός σας, ΑΡΘΟΤΡ ΡΑΤΛΑΝΤ

Το διάβασε δυο φορές και μετά το άφησε να πέσει στο τραπέζι. Το γκαρσόνι έφερε τα ποτά τους, και η μπίρα ήταν τόσο παγωμένη που, όταν το χέρι του αγκάλιασε το θολό ποτήρι, πόνεσε σαν να είχε πιάσει πάγο. «Από ποιον είναι;» ξαναρώτησε η Φράνσις. «Διάβασέ το». «Δεν θέλω, αν προτιμάς να μην το διαβάσω». «Ωχ, διάβασέ το σου είπα». Το διάβασε, όσην ώρα εκείνος έπινε την μπίρα του. Όταν έφτασε στην υπογραφή, είπε: «Σωστός καταπέλτης. Ποιος νομίζει ότι είναι;» «Ο εκδότης μου». «Για το Θεό, δεν έχεις υπογράψει κανένα συμβόλαιο!» «Οι εκδότες δεν θέλουν συγγραφείς του ενός βιβλίου, Φράνσις». «Σου έχει ξαναγράψει;»


«Ναι, βέβαια. Με βομβαρδίζει με επιστολές τους τελευταίους τέσσερις ή πέντε μήνες. Γ ι’ αυτό δεν θέλω πια ν’ ανοίγω τα γράμματά μου». «Προσπάθησες να γράψεις ένα δεύτερο βιβλίο;» «Αν προσπάθησα; Ζορίστηκα μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Αλλα τι στο διάολο να γράψω; Έγραψα το πρώτο επειδή νόμιζα ότι μου τέλειωναν τα λεφτά κι επειδή δεν είχα τι να κάνω το χειμώνα -ήταν ένας μακρύς, κρύος χειμώνας. Ούτε που μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως θα εκδιδόταν». «Είσαι, όμως, κοσμογυρισμένος, Τζωρτζ… έχεις κάνει τόσα πράγματα στη ζωή σου. Εκείνη η κρουαζιέρα στο Αιγαίο…» «Λες να μην προσπάθησα να γράψω γι’ αυτήν; Πέρασα τρεις βδομάδες κοπανώντας τα πλήκτρα της γραφομηχανής μου, αλλά όσα έγραψα ήταν τόσο βαρετά όσο και qi βδομάδες που έκανα για να τα γράψω. Εξάλλου, έχουν ξαναγραφτεί βιβλία μ’ αυτό το θέμα. Για τα πάντα έχουν γραφτεί βιβλία». Η Φράνσις τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου της και το έσβησε προσεκτικά στο τασάκι. Οι μελαψές παλάμες της ήταν μεγάλες σαν αντρικές, με πλατιά νύχια βαμμένα κατακόκκινα. Φορούσε ένα βαρύτιμο χρυσό βραχιόλι που, όπως κουνούσε το χέρι της, χτυπούσε πάνω στο ξύλινο τραπέζι. «Κι είναι τόσο τρομερό αυτό;» ρώτησε προσεκτικά. «Στο κάτω κάτω, έγραψες ένα επιτυχημένο βιβλίο κι αν δεν μπορείς να γράψεις δεύτερο, ε, δεν μπορείς βρε αδελφέ». Ένας σκάφος έβγαινε αργά από τη μαρίνα του Γιοτ Κλαμπ. Η αύρα έφερε στ’ αυτιά τους το τρίξιμο των σχοινιών, καθώς το


πανί άρχισε ν’ ανεβαίνει στο κατάρτι. Γιά μια στιγμή έμεινε κρεμασμένο χαλαρά και μετά το σκάφος έστριψε κόντρα στον άνεμο. Το πανί τρεμούλιασε, ξεδιπλώθηκε και φούσκωσε, ενώ το σκάφος ανέπτυξε ταχύτητα κι άρχισε να κυλάει πάνω στα γαλάζια νερά σαν δελφίνι. «Δεν μ’ αρέσει να αθετώ μια υπόσχεση», είπε ο Τζωρτζ. «Αχ, αγάπη μου, το λες σαν να πρόκειται για κάτι προσωπικό». «Δεν είναι;» «Όχι, είναι επαγγελματικό». «Εσύ θα αθετούσες έτσι αβασάνιστα μια επαγγελματική υπόσχεση;» «Όχι, βέβαια. Αλλά το γράψιμο δεν είναι μια οποιαδήποτε δουλειά, όπως το εμπόριο, το χρηματιστήριο ή τα λογιστικά. Είναι δημιουργική δουλειά και δεν υπόκειται στους ίδιους κανόνες. Αν έχεις πάθει συγγραφικό μπλοκάρισμα, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να το ξεπεράσεις». «Έτσι το λένε;» ρώτησε με πικρία ο Τζωρτζ, «συγγραφικό μπλοκάρισμα;» Ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του κι ένιωσε το βάρος του βραχιολιού της. «Γιατί δεν το ξεχνάς; Γράψε σ’ αυτόν τον κύριο…» έριξε μια ματιά στην υπογραφή, στο κάτω μέρος της επιστολής, «Ράτλαντ και πες του, εντάξει, αφού το θέτεις έτσι, στο διάολο τα βιβλία, δεν γράφω άλλα».


«Πιστεύεις στ’ αλήθεια πως μου είναι εύκολο; Και μετά τι θα κάνω;» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Ε… υπάρχουν κι άλλες ασχολίες», είπε κομπιάζοντας. «Όπως…» «Σε δυο βδομάδες έχουμε Πάσχα». Έπιασε το μαχαίρι με το οποίο είχε ανοίξει τους φακέλους, κι άρχισε να σχεδιάζει με τη μύτη του τα νερά του ξύλινου τραπεζιού. «Με κάλεσαν στο Μάλαγκαρ για την χορίντα1 που γίνεται την Κυριακή του Πάσχα.

Έχω

πολλούς

Αμερικανούς

φίλους

εκεί.

Είναι

μανιώδεις αφισιονάδος.2 Στο Μάλαγκαρ έχουν τους καλύτερους ταύρους και τους καλύτερους τορέρος3 της Ισπανίας. Και γίνονται πάρτι συνέχεια, όλη μέρα κι όλη νύχτα». «Μου θυμίζει όνειρο ταξιδιωτικού πράκτορα». «Αγάπη μου, μην τα βάζεις μαζί μου. Δεν το έγραψα το γράμμα, το διάβασα μόνο». «Το ξέρω, με συγχωρείς». «Θα έρθεις μαζί μου; Στο Μάλαγκαρ;» Ο σερβιτόρος στεκόταν παράμερα και περίμενε. Ο Τζωρτζ τον φώναξε, πλήρωσε τα ποτά, ο μικρός μάζεψε τα ποτήρια, ο Τζωρτζ του έδωσε φιλοδώρημα και, όταν εκείνος απομακρύνθηκε, μάζεψε το κασκέτο του, το ροζ πακέτο και τα γράμματά του.


Η Φράνσις είπε, «Δεν απάντησες στην ερώτησή μου». Σηκώθηκε κι ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της καρέκλας του. «Νομίζω πως ξέχασες ότι δεν υπήρξα ποτέ αφισιονάδο. Η θέα του αίματος μου προκαλεί λιποθυμία». «Σε θέλω μαζί μου…» επέμεινε εκείνη σαν μικρό παιδί. «Θα σου χαλάσω τη διασκέδαση». Έστρεψε αλλού το πρόσωπό της για να κρύψει την απογοήτευσή της. «Πού θα πας τώρα;» ρώτησε. «Πίσω στο Κάλα Φουέρτε». «Δεν μπορείς να μείνεις εδώ;» «Όχι, πρέπει να γυρίσω σπίτι». «Μη μου πεις πάλι πως πρέπει να ταΐσεις τη γάτα». «Έχω να κάνω πολύ περισσότερα», της απάντησε αινιγματικά και την αποχαιρέτησε αγγίζοντας ελαφρά τον ώμο της. «Ευχαριστώ για την παρέα». Το σούρουπο βρήκε τον Τζωρτζ στο δρόμο της επιστροφής του προς το Κάλα Φουέρτε. Μόλις έπεσε ο ήλιος, ο αέρας έγινε ψυχρός, και ο Τζωρτζ σταμάτησε κοντά σε μια μοναχική αγροικία για να βάλει το πουλόβερ που είχε πάρει μαζί του. Την ώρα που το κεφάλι του ξεπρόβαλε από το λαιμό του πουλόβερ, είδε τη γυναίκα του αγρότη να βγαίνει απ’ το σπίτι


για να τραβήξει νέρό από το πηγάδι. Η σιλουέτα της διαγραφόταν έτσι όπως είχε πίσω της το χρυσαφί φως που έβγαινε από την ανοιχτή πόρτα, και ο Τζωρτζ της φώναξε «Μπουένας τάρδες». Εκείνη πλησίασε για να κουβεντιάσει λίγο μαζί του, κρατώντας τη στάμνα της στερεωμένη στο γοφό όσην ώρα τον ρωτούσε από πού ερχόταν και πού πήγαινε. Διψούσε κι έτσι δέχτηκε το νερό που του πρόσφερε, και μετά ξεκίνησε, ανάβοντας τα φώτα του αυτοκινήτου, που διαπέρασαν το σκούρο ζαφειρένιο πέπλο του δειλινού. Τα πρώτα αστέρια άρχισαν να λαμπυρίζουν στο στερέωμα, και το Σαν Εσταμπάν έμοιαζε με φωτισμένο ιπτάμενο δίσκο κάτω από τη σκιά του βουνού. Μόλις ο Τζωρτζ πήρε την τελευταία κατηφόρα προς το Κάλα Φουέρτε, ο θαλασσινός άνεμος έφερε μαζί του τη φρέσκια ευωδιά της ρητίνης των πεύκων. Όπως πάντα, ανεξήγητα αλλά απαράλλαχτα, η αίσθηση της επιστροφής στο σπίτι του έφτιαξε τη διάθεση. Τώρα, με τονωμένο το ηθικό, συνειδητοποίησε ξαφνικά πόσο αποθαρρημένος και κουρασμένος ένιωθε όλη μέρα. Τίποτα δεν είχε πάει καλά. Το γράμμα του κυρίου Ράτλαντ βάραινε τη συνείδησή του, κι εξακολουθούσε να έχει τη μις Κουίνς Γκέητ στην πλάτη του. Διερωτήθηκε πώς να είχε περάσει άραγε τη μέρα της και απάντησε μόνος του ότι δεν τον ενδιέφερε, αλλά δεν μπόρεσε να μην ελπίζει, καθώς έπαιρνε το δρόμο για την Κάζα Μπάρκο, πως δεν θα την έβρισκε ακόμη μουτρωμένη και κακόκεφη. Έβαλε το αυτοκίνητο στο γκαράζ, έσβησε τη μηχανή και κοίταξε το ρολόι του. Ήταν περασμένες οχτώ. Βγήκε από το αυτοκίνητο, διέσχισε το μικρό δρομάκι, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στην


Κάζα Μπάρκο. Δεν την είδε πουθενά, αλλά η παρουσία της ήταν αισθητή. Η φωτιά τριζοβολούσε, τα φώτα ήταν αναμμένα, και το χαμηλό τραπέζι μπροστά στο τζάκι ήταν στρωμένο μ’ ένα καρό μπλε και άσπρο τραπεζομάντιλο που ο Τζωρτζ δεν ήξερε ότι είχε, και πάνω του ήταν βαλμένα ποτήρια και μαχαιροπίρουνα Υπήρχε ακόμα ένα βάζο με αγριολούλουδα, ενώ απ’ την κουζινίτσα ερχόταν μια γαργαλιστική μυρωδιά φαγητού. Άφησε το κασκέτο του και βγήκε στη βεράντα, αλλά τη βρήκε σκοτεινή και άδεια. Η καλεσμένη του δεν ήταν ούτε εκεί. Έσκυψε πάνω από το τοιχάκι, αλλά και η γλίστρα ήταν έρημη. Ακουγόταν μόνο ο ψίθυρος της θάλασσας και το τρίξιμο του σχοινιού με το οποίο ήταν δεμένο το βαρκάκι του. Μετά, έφτασαν στ’ αυτιά του οι ζεστές νότες μιας κιθάρας από ένα απ’ τα καφενεία του λιμανιού, και μια γυναίκα άρχισε να τραγουδάει έναν παράξενο δίχρονο σκοπό, κληροδότημα των Μαυριτανών. Συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος, και ξαναμπήκε στο σπίτι. Ο εξώστης ήταν σκοτεινός, αλλά το φως στην κουζινίτσα είχε ανάψει, και, καθώς έσκυψε πάνω από τον πάγκο, είδε τη Σέλινα καθισμένη στις φτέρνες μπροστά στον ανοιχτό φούρνο να ανακατεύει το περιεχόμενο μιας κατσαρόλας με πολύ μεγάλη προσοχή. «Καλησπέρα», είπε στην κορφή του κεφαλιού της. Η Σέλινα γύρισε προς το μέρος του. Δεν την είχε αιφνιδιάσει. Κατάλαβε πως τον είχε πάρει είδηση από την αρχή κι αυτό τον αποσυντόνισε. Της έδινε κάποιο πλεονέκτημα. «Γεια!» του είπε εύθυμα.


«Τι κάνεις;» «Μαγειρεύω το δείπνο». «Μυρίζει ωραία». «Ελπίζω να είναι καλό και στη γεύση. Δεν είμαι και πολύ σπουδαία μαγείρισσα». «Τι είναι;» «Κρέας με κρεμμύδια, πιπεριές και διάφορα άλλα». «Δεν ήξερα πως είχαμε τρόφιμα στο σπίτι». «Δεν είχαμε. Πήγα στη Μαρία και ψώνισα». «Αλήθεια;» Είχε εντυπωσιαστεί. «Μα… η Μαρία δεν μιλάει Αγγλικά». «Όχι, το ξέρω. Βρήκα όμως ένα λεξικό στο συρτάρι του γραφείου σου». «Με τι λεφτά τα πήρες;» «Τα χρέωσα στο λογαριασμό σου. Αγόρασα κι ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες. Έκαναν οκτώ πεσέτες. Ελπίζω να μη σε πειράζει». «Καθόλου». Κοίταξε σκεφτική την κατσαρόλα. «Σου φαίνεται καλό;»


«Μου φαίνεται περίφημο». «Ήθελα να τσιγαρίσω λίγο το κρέας, αλλά δεν βρήκα βούτυρο ή λίπος, μόνο ελαιόλαδο, και σκέφτηκα πως δεν θα εκα-νε γι’ αυτή τη δουλειά». Έπιασε μια πετσέτα, σκέπασε με το καπάκι την κατσαρόλα και την ξανάβαλε στο φούρνο. Έκλεισε την πόρτα και σηκώθηκε. Τώρα στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον, με τον πάγκο ανάμεσά τους, και η Σέλινα ρώτησε, «Πώς ήταν η μέρα σου, καλή;» Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα της οικογενειακής θαλπωρής, ο Τζωρτζ είχε ξεχάσει τη μέρα που είχε περάσει. «Τι… α, ναι. Ναι, καλή ήταν». «Έστειλες το τηλεγράφημα;» «Ναι. Ναι, το έστειλα». Είχε μερικές φακίδες στη μύτη της και κάτω από το φως τα μεταξένια μαλλιά της γυάλιζαν με ανοιχτόχρωμες ανταύγειες. «Είπαν πόσες μέρες θα κάνουν να έρθουν τα λεφτά;» «Όσες υπολογίζαμε. Τρεις-τέσσερις». Ακούμπησε τους αγκώνες του στον πάγκο και ρώτησε μ’ ενδιαφέρον, «Εσύ πώς πέρασες; Τι έκανες όλη μέρα;» «Ω…» Για να κρύψει τη νευρικότητά της, άρχισε να σκουπίζει τον πάγκο με το πανί που κρατούσε, σαν ευσυνείδητη μπάργουμαν. «Νά, έπιασα φιλίες με τη Χουανίτα, έλουσα τα μαλλιά μου, κάθισα έξω στη βεράντα και λιάστηκα…»


«Απέκτησες φακίδες». «Ναι, το ξέρω. Δεν είναι απαίσιες; Και μετά πήγα στο χωριό να ψωνίσω και καθυστέρησα πολύ, γιατί όλοι ήθελαν να μου μιλήσουν κι εγώ, φυσικά, δεν καταλάβαινα λέξη απ’ όσα μου έλεγαν. Και μετά γύρισα και καθάρισα τα λαχανικά…» «Και άναψες το τζάκι…» συνέχισε ο Τζωρτζ διακόπτοντάς την. «Κι έβαλες λουλούδια στα βάζα…» «Το πρόσεξες, ε; Θα έχουν μαραθεί ώς αύριο, είναι αγριολούλουδα, βλέπεις. Τα μάζεψα στο δρόμο, γυρίζοντας από το χωρίο». Ο Τζωρτζ δεν είπε τίποτα κι εκείνη βιάστηκε να συνεχίσει, σαν να φοβόταν τη σιωπή, «Έφαγες για μεσημέρι;» «Οχι. Ηπια μόνο μια μπίρα, γύρω στις τέσσερις». «Πεινάς;» «Σαν τρελός». «Έχω να κάνω μόνο τη σαλάτα. Σε δέκα λεπτά θα είναι όλα έτοιμα». «Μήπως υπονοείς ότι πρέπει ν’ ανέβω να φορέσω γραβάτα και σακάκι;» «Όχι, καθόλου». Της χαμογέλασε, τράβηξε τα χέρια του απ’ τον πάγκο και τεντώθηκε. «Θα κάνουμε μια συμφωνία», της είπε. «Εγώ θα πάω να πλυθώ, κι εσύ θα μου φτιάξεις ένα ποτό».


Τον κοίταξε κατσουφιασμένη. «Τι είδους ποτό;» «Ένα ουίσκι με σόδα. Και πάγο». «Δεν ξέρω πόσο ουίσκι να βάλω». «Δυο δάχτυλα». Της έδειξε. «Ή μάλλον τρία δικά σου. Κατάλαβες;» «Θα προσπαθήσω». «Έτσι μπράβο». Πήρε ένα καθαρό πουκάμισο από την ντουλάπα, έκανε ένα γρήγορο, παγωμένο ντους, ντύθηκε και χτένισε τα μαλλιά του μπροστά στον καθρέφτη. Το είδωλό του τού είπε ότι χρειαζόταν ξύρισμα. Ο Τζωρτζ απάντησε στο είδωλό του, χωρίς περιστροφές, ότι περισσότερο απ’ το ξύρισμα χρειαζόταν ένα ποτό. Απτόητο το είδωλο, συνέχισε φαρισαϊκά: —Αφού έκανε τον κόπο να στρώσει τραπέζι και να μαζέψει λουλούδια, μπορείς κι εσύ να ξυριστείς. —Δεν της ζήτησα να μαζέψει λουλούδια. —Δεν της ζήτησες ούτε να μαγειρέψει, αλλά θα φας. —Ωχ, πάψε πια! είπε ο Τζωρτζ κι έπιασε το ξυράφι του. Όχι μόνο ξυρίστηκε αλλά έβαλε και μερικές σταγόνες άφτερ


σέιβ από ένα μπουκάλι που χρησιμοποιούσε τόσο σπάνια, ώστε το υγρό είχε αρχίσει να πήζει στον πάτο του. Πολύ ωραία, του είπε το είδωλό του, οπισθοχωρώντας λίγο για να τον θαυμάσει. Ικανοποιήθηκες; ρώτησε χαμογέλασε σαρδόνια.

ο

Τζωρτζ

και

το

είδωλο

του

Το ουίσκι τον περίμενε πάνω στο τραπεζάκι, μπροστά στο τζάκι, αλλά η Σέλινα είχε γυρίσει στην κουζίνα κι ανακάτευε τη σαλάτα μέσα σε μια μεγάλη ξύλινη γαβάθα. Ο Τζωρτζ πήρε το τρανζίστορ του και πήγε να καθίσει με την πλάτη στη φωτιά. Έψαξε να βρει ένα σταθμό με μουσική, και η Σέλινα παρατήρησε: «Γίνεται κάποιο πάρτι, κάτω στο λιμάνι. Το τραγούδι ακούγεται ώς εδώ». «Ναι. Δεν είναι σαν να σε υπνωτίζει;» «Δεν μοιάζει με κανονικό σκοπό». «Όχι, είναι Μαυριτάνικο». Μετά από κάποια βραχνά παράσιτα, ο Τζωρτζ έπιασε μια γλυκιά μουσική κιθάρας. Ακούμπησε το τρανζίστορ δίπλα του, πήρε το ποτήρι του και την ίδια στιγμή η Σέλινα είπε, «Ελπίζω να είναι καλό το ποτό σου». Το δοκίμασε. Ήταν πολύ δυνατό. «Τέλειο», είπε.


«Μακάρι να είναι και το φαγητό τέλειο. Έπρεπε να πάρω και φρέσκο ψωμί από τη Μαρία, αλλά είχαμε τόσο πολύ που δεν πήρα». «Η Χουανίτα έχει μια κρυφή μανία με το ψωμί. Τρώει μια μεγάλη φέτα κάθε πρωί στις έντεκα, μαζί με κατσικίσιο τυρί κι ένα μεγάλο ποτήρι βίνο τίντο 4 . Απορώ πώς καταφέρνει να μένει ξύπνια μετά απ’ αυτό». Η Σέλινα πήρε τη γαβάθα με τη σαλάτα, έκανε το γύρο του πάγκου και την απόθεσε στη μέση του τραπεζιού. Φορούσε ένα ριγέ μπλε και πράσινο πουκάμισο που ώς τώρα δεν του άρεσε καθολου του Τζωρτζ, κι ένα σκούρο μπλε παντελόνι, άψογα σιδερωμένο, που το συγκρατούσε στη μέση της μια λεπτή δερμάτινη ζώνη. Ο Τζωρτζ είχε ξεχάσει τελείως τον πρωινό τους καβγά και τι τον είχε προκαλέσει. Τώρα όμως, τον ανέσυρε από το υποσυνείδητό του, αναγνώρισε τη ζώνη του και, καθώς εκείνη απομακρυνόταν ξανά, πρόλαβε και την έπιασε από κει. «Πού το βρήκες αυτό το παντελόνι;» ρώτησε. Η Σέλινα σταμάτησε απότομα, σαν κουτάβι πιασμένο από την ουρά. «Δικό σου είναι». Ο αδιάφορος τόνος της δεν τον καθησύχασε καθόλου. «Δικό μου;» Ήταν δικό του. Ήταν πράγματι το καλύτερο σκούρο μπλε παντελόνι του. Άφησε το ποτήρι του και την ανάγκασε να γυρίσει για να τον αντικρίσει. «Μα, σου κάνει». Εκείνη απέφυγε να τον κοιτάξει. «Τι έκανες στο καλύτερο παντελόνι μου;»


«Ε, νά…» Τώρα τον κοίταξε κατάματα. «Όταν έφυγες το πρωί, δεν είχα τι να κάνω κι άρχισα να συμμαζεύω, και παρατήρησα πως, νά, το παντελόνι που φορούσες χθες βράδυ ήταν αρκετά βρόμικο. Θέλω να πω, είχε κάτι λεκέδες στο μπατζάκι, σαν από σάλτσα ή κάτι τέτοιο. Το πήρα, λοιπόν, και το έδειξα στη Χουανίτο., κι εκείνη το έπλυνε. Και μπήκε». Μετά απ’ αυτό το εξωφρενικό παραμύθι, είχε τουλάχιστον το φιλότιμο να κοκκινίσει. Ο Τζωρτζ έβαλε τις φωνές. «Αυτό είναι ένα διαβολεμένο ψέμα και το ξέρεις. Το παντελόνι είχε μόλις έρθει από το καθαριστήριο, κι από τη στιγμή που μπήκα στο σπίτι έχεις αυτό το χαριτωμένο υφάκι… έπρεπε να το καταλάβω πως κάτι είχες σκαρώσει! Κι εγώ ο ηλίθιος πίστεψα πως ήσουνα χαρούμενη επειδή είχες την έξυπνη ιδέα να μαγειρέψεις ( στο φουκαρά το γέρο Τζωρτζ ένα καλό δείπνο. Την πάτησα όμως, ε;» Η Σέλινα πήρε ένα παραπονιάρικο ύφος. «Μα, δεν είχα τίποτα να φορέσω». «Και πήρες την εκδίκησή σου καταστρέφοντας το καλύτερο παντελόνι μου». «Δεν το ’κανα για εκδίκηση». «Μόνο και μόνο επειδή δεν ανέχεσαι ένα αστείο εις βάρος σου». «Απ’ ό,τι βλέπω, ούτε κι εσύ το δέχεσαι». «Δεν είναι το ίδιο».


«Γιατί δεν είναι το ίδιο;» Την αγριοκοίταξέ, αλλά ένιωθε ήδη το θυμό του να καταλαγιάζει καθώς έβλεπε το αστείο της όλης κατάστασης. Επιπλέον, υπήρχε μια λάμψη στα μάτια της Σέλινα που του αποκάλυπτε μια απροσδόκητη πτυχή του χαρακτήρα της. «Δεν περίμενα πως θα είχες τα κότσια να κάνεις κάτι τέτοιο». «Γι’ αυτό θύμωσες…;» «Όχι βέβαια. Χαίρομαι που σου κόβει. Κι έπειτα», πρόσθεσε, καθώς θυμήθηκε ενθουσιασμένος πως μπορούσε να της ανταποδώσει τα ίσα. «Έχω κάτι για σένα». «Αλήθεια;» «Ναι». Είχε αφήσει το πακέτο μαζί με το κασκέτο του πάνω στο γραφείο, και σηκώθηκε για να πάει να το πάρει. «Σου αγόρασα ένα δώρο από το Σαν Αντόνιο. Ελπίζω να σ’ αρέσει». Κοίταξε με καχυποψία το μικρό πακέτο. «Δεν μπορεί να είναι κάτι που φοριέται…» «Άνοιξέ το και θα δεις», είπε ο Τζωρτζ, πιάνοντας ξανά το ποτό του. Η Σέλινα έλυσε προσεχτικά την κορδέλα. Όταν άνοιξε το χαρτί, εμφανίστηκε το μικροσκοπικό ροζ μπικίνι που της είχε αγοράσει. «Το πρωί φαινόσουν πολύ συγχυσμένη που δεν είχες τίποτα να φορέσεις», της είπε με πολύ σοβαρό ύφος. «Ελπίζω να σου


πηγαίνει το χρώμα». Η Σέλινα δεν έβρισκε τι να πει. Το μπικίνι της φαινόταν σκανδαλιστικό κι άσεμνο. Το γεγονός ότι της το πρόσφερε ο Τζωρτζ Ντάυερ, της προκαλούσε αφάνταστη αμηχανία. Ήταν δυνατόν να είχε φανταστεί πως θα το φορούσε; Κατακόκκινη από ντροπή, χαμήλωσε τα μάτια και κατάφερε να ψελλίσει, «Ευχαριστώ». Ο Τζωρτζ έβαλε τα γέλια. Η Σέλινα σήκωσε τα μάτια της, συνοφρωμενη, κι εκείνος της είπε καλοσυνάτα, «Δεν σ’ έχει πειράξει ποτέ κανείς;» Ντράπηκε ακόμα περισσότερο, αυτή τη φορά για την ανοησία της. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ούτε καν η νταντά σου;» Το είπε μ’ έναν πολύ αστείο τόνο και μονομιάς η κατάσταση έπαψε να της προκαλεί αμηχανία κι άρχισε να τη διασκεδάζει. «Άσε την νταντά μου ήσυχη», τον μάλωσε, αλλά το κέφι του ήταν μεταδοτικό, κι εκείνος της απάντησε, «Συνέχισε να χαμογελάς. Θα ’πρεπε να χαμογελάς συνέχεια. Είσαι πραγματικά πολύ όμορφη όταν χαμογελάς». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Το άλλο πρωί, στις επτάμισι, ο Τζωρτζ Ντάυερ άνοξε την πόρτα στη Χουανίτα και τη βρήκε καθισμένη, όπως πάντα, στο χαμηλό τοιχάκι, με τα χέρια στην ποδιά της κι ένα καλάθι στα πόδια της. Το καλάθι ήταν σκεπασμένο μ’ ένα καθαρό άσπρο πανί, κι


η Χουανίτα χαμογέλασε αμήχανα όταν το έπιασε και σηκώθηκε για να μπει στο σπίτι. «Τι έχεις εκεί μέσα, Χουανίτα;» τη ρώτησε ο Τζωρτζ. «Ένα δώρο για τη σενιορίτα. Πορτοκάλια από το δέντρο του Πέπε, του άντρα της Μαρία». «Τα στέλνει η Μαρία;» «Σι, σενιόρ». «Καλοσύνη της». «Η σενιορίτα κοιμάται ακόμα;» «Έτσι νομίζω. Δεν ανέβηκα να δω». Όσην ώρα η Χουανίτα έβγαζε νερό από το πηγάδι για να φτιάξει τον καφέ του, ο Τζωρτζ άνοιξε τα παντζούρια κι άφησε το πρωινό φως να πλημμυρίσει το σπίτι. Βγήκε έξω, και οι πλάκες της βεράντας ήταν δροσερές κάτω από τα πόδια του. Η Έκλ ειψη στεκόταν ακίνητη πάνω στο νερό, με τις τραβέρσες της να φαντάζουν κατάλευκες πίσω από τα καταπράσινα πεύκα. Αποφάσισε να της περάσει σήμερα την καινούργια προπέλα. Αλλιώς δεν θα είχε τίποτα να κάνει. Η μέρα απλωνόταν μπροστά του, εξαίσια άδεια, για να τη γεμίσει με όποιον τρόπο ήθελε. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό: ήταν καταγάλανος. Υπήρχαν μόνο μερικά σύννεφα στην ενδοχώρα, πίσω από το Σαν Εσταμπάν, αλλά η βροχή μαζευόταν πάντα γύρω από τις ψηλές κορφές των βουνών, αφήνοντας καθαρό τον ουρανό πάνω από τη θάλασσα. ν


Ο μεταλλικός ήχος που έκανε ο κουβάς, χτυπώντας στα τοιχώματα του πηγαδιού, ξύπνησε τη Σέλινα, και τώρα βγήκε να σταθεί δίπλα στον Τζωρτζ φορώντας μόνο το πουκάμισο που είχε δανειστεί το προηγούμενο βράδυ, και προφανώς τίποτ’ άλλο. Τα μακριά, λεπτά πόδια της δεν ήταν πια άσπρα σαν το γάλα. Είχαν πάρει το γλυκό χρώμα ενός φρέσκου αυγού, και είχε μαζέψει τα μαλλιά της στην κορφή του κεφαλιού της σ’ έναν κότσο απ’ όπου ξέφευγαν μια-δυο μακριές τούφες. Έσκυψε πάνω από το τοιχάκι δίπλα του, και ο Τζωρτζ διέκρινε τη λεπτή χρυσή αλυσίδα που φορούσε στο λαιμό της, κι από την οποία κρεμόταν αναμφίβολα κάποιο παιδικό μενταγιόν ή ένας χρυσός βαφτιστικός σταυρός. Αντιπαθούσε πάντα τη λέξη αθωότητα, γιατί τη συνέδεε με παχουλά, ροδαλά μωρά και γυαλιστερές κάρτες με χαριτωμένα γατάκια, αλλά τώρα αντήχησε απρόσκλητη στο μυαλό του, καθαρή και βροντερή σαν τον ήχο μιας καμπάνας. Παρακολουθούσε την Περλ, που έκανε την πρωινή τουαλέτα της ξαπλωμένη σ’ ένα μικρό ηλιόλουστο τετράγωνο της γλίστρας, κάτω από τα πόδια τους. Κάθε τόσο, ένα ψάρι ξεπεταγόταν στα ρηχά, και η Περλ σταματούσε να πλένεται κι έμενε τελείως ακίνητη, με το πίσω πόδι τεντωμένο, έτοιμη να ορμήσει, αλλά αμέσως μετά επέστρεφε στη δουλειά της. Η Σέλινα είπε, «Τη μέρα που μας έφερε εδώ ο Τομέου, δυο ψαράδες καθάριζαν ψάρια εκεί κάτω κι ο Τομέου τους μίλησε». «Ο ένας θα ήταν ο Ραφαέλ, ο ξάδελφος του Τομέου. Δένει το σκάφος του δίπλα στο δικό μου». «Όλοι εδώ στο χωριό είναι συγγενείς;»


«Περίπου. Η Χουανίτα σου έφερε ένα δώρο». Γύρισε και τον κοίταξε, κι οι τούφες των μαλλιών της που κρέμονταν ανέμισαν σαν μεταξωτές φούντες. «Αλήθεια; Τι είναι;» «Πήγαινε να δεις». «Την καλημέρισα, αλλά δεν μου είπε τίποτα για δώρο». «Επειδή δεν μιλάει Αγγλικά. Άντε, πήγαινε, ανυπομονεί να στο δώσει». Η Σέλινα εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι. Ο Τζωρτζ άκουσε μια περίεργη συζήτηση και, μετά από λίγο, εκείνη ξαναβγή-κε κρατώντας το καλάθι με το πανί. «Πορτοκάλια». «Λας ναράνχας», είπε ο Τζωρτζ. «Έτσι τα λένε; Νομίζω πως είπε ότι τα στέλνει η Μαρία». «Οι πορτοκαλιές είναι του άντρα της». «Δεν είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους της;» «Πρέπει να πας να την ευχαριστήσεις». «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αν δεν μάθω να μιλάω Ισπανικά. Εσύ σε πόσον καιρό τα έμαθες;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σε τέσσερις μήνες. Μένοντας εδώ.


Πριν έρθω, δεν ήξερα ούτε λέξη». «Ήξερες όμως Γαλλικά». «Ναι. Και λίγα Ιταλικά. Τα Ιταλικά με βοήθησαν πολύ». «Πρέπει να προσπαθήσω να μάθω έστω και λίγες λέξεις». «Έχω να σου δώσω μια γραμματική. Έτσι θα μπορέσεις να μάθεις και μερικά ρήματα». «^ερω πως το Μπουένος ντίας σημαίνει καλημέρα…» «Και το Μπουένας τάρδες καλησπέρα, και το Μπουένας νότσες καληνύχτα». «Και ξέρω και το Σι. Σημαίνει ναι». «Και το No είναι όχι. Μια λέξη που πρέπει οπωσδήποτε να ξέρει μια νέα κοπέλα». «Ακόμα κι εγώ, με το μικρό μυαλουδάκι, μπορώ να το θυμάμαι αυτό». «Μπα, μην είσαι και τόσο σίγουρη». Η Χουανίτα βγήκε με το δίσκο του πρωινού κι άρχισε ν’ αραδιάζει τα φλιτζάνια του καφέ και τα πιάτα πάνω στο στρογγυλό τραπέζι. Ο Τζωρτζ της είπε πως η σενιορίτα είχε χαρεί πολύ με το δώρο της Μαρία και πως θα πήγαινε αργότερα στο χωριό για να την ευχαριστήσει προσωπικά. Η Χουανίτα χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά, τίναξε προς τα πίσω το κεφάλι της και μετέφερε τον άδειο πια δίσκο πίσω στην


κουζίνα. Η Σέλινα έπιασε μια ενσαμάδα και ρώτησε, «Τι είναι αυτό;» Της εξήγησε. «Τις φτιάχνει κάθε πρωί ο φούρναρης στο Σαν Εσταμπάν και η Χουανίτα μου τις φέρνει, ολόφρεσκες, για το πρωινό μου». «Ενσαμάδας». Η Σέλινα δάγκωσε μία και το στόμα της γέμισε μαλακό, αφράτο ψωμί και ζάχαρη. «Η Χουανίτα δουλεύει κι αλλού ή μόνο εδώ, σε σένα;» «Δουλεύει για τον άντρα και τα παιδιά της. Στα χωράφια και στο σπίτι. Δεν έκανε τίποτ’ άλλο σ’ όλη της τη ζωή. Δούλευε, παντρεύτηκε, συνέχισε να δουλεύει, να κάνει παιδιά και να πηγαίνει στην εκκλησία». «Φαίνεται όμως τόσο ευχαριστημένη, δεν συμφωνείς; Είναι πάντα χαμογελαστή». «Έχει τα πιο κοντά πόδια που έχω δει. Το παρατήρησες;» «Τι σχέση’έχουν τα κοντά πόδια με την καλή της διάθεση;» «Καμιά. Αλλά είναι μια από τις λίγες γυναίκες στον κόσμο που μπορεί να σφουγγαρίζει το πάτωμα χωρίς να γονατίζει». Αφού έφαγαν το πρωινό τους, και πριν πιάσει η πολλή ζέστη, πήγαν με τα πόδια ώς το χωριό για να κάνουν τα ψώνια της ημέρας. Η Σέλινα φορούσε το σκούρο μπλε παντελόνι του Τζωρτζ και τις εσπαντρίγιες που είχε αγοράσει την προηγουμένη, και ο Τζωρτζ κουβαλούσε τα πανέρια και στο δρόμο της έμαθε να λέει «Μούτσας γκράτσιας παρα λας


ναράνχας 5». Μπήκαν στο μαγαζί της Μαρία, διέσχισαν το μπροστινό μέρος με τα ψάθινα καπέλα, τα αντηλιακά, τα φιλμ και τις πετσέτες του μπάνιου, κι έφτασαν στο ψηλοτάβανο σκοτεινό δωμάτιο στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Εκεί, στη δροσιά, ήταν βαλμένα τα βαρέλια με το κρασί, και τα καφάσια με τ’ αρωματικά φρούτα και λαχανικά, και οι μακριές φρατζόλες του ψωμιού. Η Μαρία, ο άντρας της ο Πέπε και ο Τομέου εξυπηρετούσαν τους πελάτες που έκαναν ουρά, αλλά, μόλις μπήκαν ο Τζωρτζ και η Σέλινα, σταμάτησαν και τους κοίταξαν. Ο Τζωρτζ έδωσε μια σκουντιά στη Σέλινα που είπε, «Μαρία, μούτσας γκράτσιας παρα λας ναράνχας», κι όλος ο κόσμος γέλασε και κάποιος τη χτύπησε στην πλάτη, σαν να είχε κάνει κανένα κατόρθωμα. Γέμισαν τα καλάθια τους με μπακαλικά, μπουκάλες κρασί, ψωμί και φρούτα, και τ’ άφησαν στον Τομέου για να τα πάει στην Κάζα Μπάρκο με το ποδήλατό του. Ο Τζωρτζ δέχτηκε το ποτήρι με το μπράντι που τον κέρασε ο Πέπε, και μετά πήγαν μαζί με τη Σέλινα στο ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε» για να δουν τον Ρουντόλφο. Κάθισαν στο μπαρ κι ο Ρουντόλφο τους πρόσφερε καφέ και, όταν του είπαν ότι είχαν στείλει το τηλεγράφημα στην Αγγλία και σε μερικές μέρες θα του έδιναν πίσω τα λεφτά του, γέλασε και είπε πως δεν τον ένοιαζε πόσο θα περίμενε. Ο Τζωρτζ ήπιε άλλο ένα μπράντι, και μετά χαιρέτησαν και πήραν το δρόμο για το σπίτι. Οταν έφτασαν στην Κάζα Μπάρκο, ο Τζωρτζ ξέθαψε την ισπανική γραμματική που τον είχε βοηθήσει να μάθει αυτή την καινούργια γλώσσα, και την έδωσε στη Σέλινα.


«Θ αρχίσω τώρα αμέσως», δήλωσε εκείνη. «Καλα αλλά, πριν αρχίσεις, εγώ θα πάω στην Έκλ ειψη. Μήπως θέλεις νά ’ρθεις μαζί μου;» «Θα τη βγάλεις βόλτα;» «Θα τη βγάλω βόλτα; Δεν είμαστε στο Φρίντον, ξέρεις». Πρόσθεσε με την αστεία προφορά των Κόκνυ, «Μισή λίρα ο γύρος του νησιού». «Σκέφτηκα απλώς πως μπορεί να πήγαινες μια βόλτα με το σκάφος», είπε η Σέλινα, αλλά χωρίς να θυμώσει. «Όχι». Μαλάκωσε. «Πρέπει όμως να πάω κάποτε την καινούργια προπέλα στο σκάφος και σκέφτηκα να το κάνω σήμερα. Αν θες μπορείς να κολυμπήσεις, αλλά σε προειδοποιώ, το νερό θα είναι παγωμένο». «Μπορώ να πάρω μαζί μου τη γραμματική;»

ν

«Πάρε ό,τι θες. Μπορούμε να κάνουμε και πικ νικ». «Πικ νικ;» «Η Χουανίτα δεν θα έχει αντίρρηση να βάλει μερικά τρόφιμα σ’ ένα καλάθι. Δεν θα ’ναι βέβαια γεμάτο με καλούδια από το Φόρτνουμ & Μέισον6 αλλά…». «Αχ, ναι, πες της να μας φτιάξει ένα. Έτσι δεν θα είμαστε υποχρεωμένοι να γυρίσουμε για φαγητό».


Μισή ώρα αργότερα έμπαιναν στο βαρκάκι. Η Σέλινα κάθισε στην πρύμνη, με την κούτα που είχε μέσα την προπέλα ανάμεσα στα πόδια \ης. Κρατούσε στο χέρι το βιβλίο της γραμματικής, ένα λεξικό και μια πετσέτα για την περίπτωση που θα ήθελε να κολυμπήσει. Το καλάθι του πικ νικ το έβαλαν στα πόδια του Τζωρτζ, που τραβούσε και κουπί. Την ώρα που απομακρύνονταν από τη γλίστρα, η Χουανίτα, σκυμμένη πάνω από το τοιχάκι της βεράντας, τους κουνούσε ένα ξεσκονόπανο σαν να τους αποχαιρετούσε για πάντα, ενώ η Περλ έκανε βόλτες πάνω κάτω στην παραλία νιαουρίζοντας με παράπονο γιατί -ρην είχαν αφήσει πίσω. «Γιατί δεν την πήραμε μαζί μας;» ζήτησε να μάθει η Σέλινα. «Δεν θα της άρεσε καθόλου πάνω στο σκάφος. Τόσο νερό ολόγυρα της προκαλεί ψυχικά τραύματα». Η Σέλινα έβρεξε τα δάχτυλά της στη θάλασσα κι έσκυψε να κοιτάξει τα πράσινα φύκια που λικνίζονταν κάτω από την επιφάνειά του. «Δεν μοιάζουν με γρασίδι; Ή με ανεμοδαρμε-νο δάσος». Το νερό ήταν παγωμένο. Τράβηξε το χέρι της και γύρισε να κοιτάξει την Κάζα Μπάρκο, γοητευμένη από το πώς φαινόταν από μακριά. «Είναι τελείως διαφορετικό από τα άλλα σπίτια», παρατήρησε. «Ήταν λεμβοστάσιο. Μπάρκο σημαίνει σκάφος». «Ήταν λεμβοστάσιο όταν ήρθες να μείνεις εδώ;» Ο Τζωρτζ σταμάτησε να κωπηλατεί. «Αν και Οργανωτική Γραμματέας της Λέσχης Θαυμαστών του Τζωρτζ Ν,τάυερ, δεν διάβασες με μεγάλη προσοχή το βιβλίο μου. Ή μήπως δεν το


διάβασες καθόλου;» «Όχι, το διάβασα, αλλά έψαχνα μόνο να βρω στοιχεία για σένα μέσα σ’ αυτό, επειδή νόμιζα πως ήσουν ο πατέρας μου. Και, φυσικά, δεν έμαθα τίποτα για σένα. Μιλάς μόνο για το χωριό και το λιμάνι και την Έκλ ειψη και γι’ άλλα τέτοια». Ο Τζωρτζ έπιασε ξανά τα κουπιά. «Είδα για πρώτη φορά το Κάλα Φουέρτε από τη θάλασσα. Ερχόμουν από τη Μασσαλία, ολομόναχος, γιατί δεν είχα βρει πλήρωμα, κι είχα δυσκολευτεί πολύ να βρω το μέρος. Μπήκα στο λιμάνι με τη μηχανή κι έριξα άγκυρα λίγα μέτρα πιο κει από εκεί που είναι τώρα». «Το σκεφτόσουν από τότε να μείνεις και να φτιάξεις το σπιτικό σου εδώ;» «Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν. Ήμουν πολύ κουρασμένος για να σκεφτώ οτιδήποτε. Θυμάμαι όμως πόσο όμορφα μύριζαν τα πεύκα εκείνο το ξημέρωμα». Έφτασαν δίπλα στην Έκλ ειψη, και ο Τζωρτζ σηκώθηκε όρθιος, πιάστηκε από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και, κρατώντας το παλαμάρι, σκαρφάλωσε στο κατάστρωμα της πρύμνης, εδεσε το βαρκάκι και μετά πήρε από τη Σέλινα τα πράγματα. Του εδωσε την πετσέτα και τα βιβλία της και το καλάθι του πικ νικ, κι ύστερα ανέβηκε κι αυτή, ενώ ο Τζωρτζ πήδηξε πάλι στο βαρκάκι για να πάρει την κούτα με την προπέλα. Το μουσαμαδένιο κάλυμμα της τιμονιέρας ήταν ακόμα απλωμένο πάνω στην οροφή της καμπίνας, όπως το είχε αφήσει ο Τζωρτζ, και ήταν τελείως στεγνό, κοκαλωμένο. Η Σέλινα μπήκε στην τιμονιέρα, άφησε το καλάθι του πικ νικ πάνω σ’ ένα


από τα καθίσματα και κοίταξε γύρω της με την απορία και το θαυμασμό κάποιου που δεν έχει ξαναβρεθεί σε τόσο μικρό σκάφος. «Μια σταλιά είναι», παρατήρησε. «Τι περίμενες; Το Κουήν Μαίρη;» Ο Τζωρτζ άφησε την προπέλα στο δάπεδο και μετά γονάτισε για να την σπρώξει και να την ασφαλίσει κάτω από το κάθισμα. «Όχι, ασφαλώς όχι». Ο Τζωρτζ σηκώθηκε. «Έλα να σου δείξω τα κατατόπια». Μια μικρή σκάλα οδηγούσε στην κουζίνα που στη μια πλευρά της είχε ένα τραπέζι πλοήγησης με συρτάρια αρκετά βαθιά για να χωράνε οι χάρτες. Στη συνέχεια ήταν η καμπίνα με δυο κουκέτες δεξιά κι αριστερά ενός πτυσσόμενου τραπεζιού. Η Σέλινα ρώτησε τον Τζωρτζ αν κοιμόταν εκεί, και, όταν εκείνος της απάντησε καταφατικά, παρατήρησε πως οι κουκέτες είχαν μήκος ένα και σαράντα, ενώ ο Τζωρτζ ήταν τουλάχιστον ένα κι ογδόντα. Ο Τζωρτζ, με ύφος ταχυδακτυλουργού, της έδειξε πώς οι κουκέτες προεκτείνονταν κάτω από τα ντουλάπια. «Α, μάλιστα, κατάλαβα. Κοιμάσαι με τα πόδια μέσα στην τρύπα». . «Ακριβώς. Και είναι πολύ βολικά». Στα ράφια υπήρχαν ένα σωρό βιβλία στερεωμένα με μια βέργα και τα μαξιλάρια στις κουκέτες ήταν ριγέ, μπλε και κόκκινα. Από την οροφή κρεμόταν μια λάμπα παραφίνης. Υπήρχαν


ακόμα φωτογραφίες της Έκλ ειψης, με τα πανιά ανοιγμένα και φουσκωμένα από τον άνεμο. Ο Τζωρτζ προχώρησε, πέρασε δίπλα από την άσπρη βάση του άλμπουρου, και η Σέλινα τον ακολούθησε και βρέθηκε σ’ ένα μικρό τριγωνικό δωμάτιο, όπου ήταν η τουαλέτα, το βαρούλκο της άγκυρας και μερικά ντουλάπια για τα πανιά. «Μου φαίνονται όλα τόσο μικροσκοπικά», ξανάπε. «Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να ζει τόσο στριμωγμένα». «Συνηθίζεις. Κι όταν είσαι μόνος, στην ουσία βρίσκεσαι συνέχεια μέσα στην τιμονιέρα. Γ ι* αυτό είναι τόσο κοντά η κουζίνα, για να μπορείς ν’ απλώνεις το χέρι και να παίρνεις ό,τι χρειάζεσαι χωρίς ν’ αφήνεις το τιμόνι. Έλα, πάμε πίσω». Η Σέλινα προχώρησε κι εκείνος την ακολούθησε σταματώντας κάθε τόσο για ν’ ανοίξει τα φινιστρίνια. Όταν έφτασαν στην κουζίνα, άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το καλάθι του πικ νικ για να το βάλει στη σκιά. Το κρασί ήταν ήδη χλιαρό. Το είπε στον Τζωρτζ κι εκείνος έδεσε το μπουκάλι μ’ ένα σχοινί και το έριξε στη θάλασσα για να κρυώσει. Μετά κατέβηκε ξανά στην καμπίνα κι επέστρεψε κουβαλώντας ένα πλαστικό στρώμα. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Σέλινα. «Σκέφτηκα πως ίσως θες να κάνεις λίγη ηλιοθεραπεία». Έβαλε το στρώμα στην οροφή της καμπίνας που την έλουζε ο ήλιος. «Εσύ τι θα κάνεις; Θα βάλεις την προπέλα;» «Όχι, θα περιμένω να ζεσταθεί λίγο η θάλασσα, ή θα βρω κάποιον άλλον να το κάνει». Εξαφανίστηκε ξανά στην κοιλιά


του σκάφους, και η Σέλινα πήρε το βιβλίο της γραμματικής, σκαρφάλωσε στην οροφή της καμπίνας και ξάπλωσε στο μαλακό στρώμα. Ανοιξε τη γραμματική κι άρχισε να διαβάζει, «Τα ουσιαστικά έχουν δύο γένη, αρσενικό και θηλυκό. Πρέπει να μαθαίνονται πάντα μαζί με το άρθρο». Έκανε πολλή ζέστη. Ακούμπησε το κεφάλι της στο ανοιχτό βιβλίο κι έκλεισε τα μάτια της. Το νερό έγλυφε το σκάφος μ έναν ανεπαίσθητο παφλασμό, το άρωμα των πεύκων πλανιόταν στον αέρα, οι αχτίδες του ήλιου ζέσταιναν τα πάντα γύρω της. Άνοιξε τα μπράτσα της, τέντωσε τις παλάμες και τα δάχτυλά και παραδόθηκε στην υπέροχη ζεστασιά. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος ξεθώριασε σιγά σιγά και χάθηκε, ώσπου εμεινε σαν μοναδική πραγματικότητα εκείνη εκεί η στιγμή, ένα άσπρο σκάφος αραγμένο σ’ ένα γαλάζιο όρμο και ο Τζωρτζ Ντάυερ που πηγαινοερχόταν από κάτω, στην καμπίνα, ανοίγοντας και κλείνοντας ντουλάπια και βλαστημώντας κάθε τόσο, όταν του έπεφτε κάτι. Αργότερα, άνοιξε τα μάτια της και είπε, «Τζωρτζ». «Μμμμ…;» Καθόταν στην τιμονιέρα, γυμνός από τη μέση και πάνω, και κάπνιζε ένα τσιγάρο καθώς τύλιγε ένα σχοινί σε τέλεια κουλούρα. «Έμαθα για το αρσενικό και το θηλυκό γένος». «Μπράβο, αυτό είναι μια καλή αρχή». «Λέω να κολυμπήσω». «Κολύμπα».


Ανακάθισε και παραμέρισε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. «Λες να είναι τρομερά κρύο το νερό;» «Μετά το Φρίντον, τίποτα δεν μπορεί να σου φανεί πολύ κρύο». «Πού το ξέρεις ότι πήγαινα στο Φρίντον;» «Μου το είπε το αρχέγονο ένστικτό μου. Σε φαντάζομαι να περνάς τα καλοκαίρια σου εκεί με την νταντά. Μελανιασμένη από το κρύο». «Δεν έπεσες έξω. Η παραλία ήταν γεμάτη βότσαλα, και φορούσα πάντα ένα πελώριο πουλόβερ πάνω από το μαγιό μου. Και η Άγκνε£ το σιχαινόταν αυτό το μέρος. Ένας Θεός μόνο ξέρει γιατί μας έστελναν εκεί». Σηκώθηκε κι άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της. «Είναι πολύ βαθιά», την προειδοποίησε ο Τζωρτζ. «Ξέρεις κολύμπι;» «Φυσικά». «Θα έχω πρόχειρο το καμάκι για την περίπτωση που θα εμφανιστούν καρχαρίες». «Τι κρύο αστείο!» Έβγαλε το πουκάμισο κι έμεινε με το μπικίνι που της είχε χαρίσει. «Χριστέ και Παναγιά!» ψιθύρισε ο Τζωρτζ. Της το είχε πάρει για να την πειράξει, και δεν φανταζόταν ποτέ πως θα είχε την τόλμη να το φορέσει, αλλά


τώρα αισθανόταν σαν ηλίθιος. Η λέξη αθωότητα εμφανίστηκε ξανά στην οθόνη του νου του, και σκέφτηκε χωρίς να το θέλει -και άδικα- τη Φράνσις με το ψημένο από τον ήλιο κορμί και τα προκλητικά μπικίνι που πάνω της φάνταζαν μόνο χυδαία. Δεν ήξερε αν η Σέλινα άκουσε το επιφώνημα της έκπληξης γιατί την ίδια στιγμή εκείνη βούτηξε στη θάλασσα, και την παρακολούθησε να κολυμπάει με άψογο στιλ, με τα μακριά μαλλιά της ν’ απλώνονται πίσω της, σαν ένα καινούργιο και πανέμορφο είδος φυκιών. Όταν ανέβηκε στο σκάφος ύστερα από λίγο, τρέμοντας απ’ το κρύο, της πέταξε μια πετσέτα και κατέβηκε στην κουζίνα για να της φέρει κάτι να φάει, μια φέτα ψωμί και λίγο από το κατσικίσιο τυρί της Χουανίτα. Βγαίνοντας ξανά στο κατάστρωμα, είδε τη Σέλινα πάνω στην οροφή της καμπίνας να σκουπίζει τα μαλλιά της με την πετσέτα. Του θύμισε την Περλ. Της έδωσε το ψωμί κι εκείνη είπε, «Στο Φρίντον, το κολατσιό ήταν πάντα μπισκότα πιπερόριζας. Η Άγκνες τ’ αποκαλούσε μπουκιές για το ρίγος». «Πώς αλλιώς!» «Μην την κοροϊδεύεις. Δεν την ξέρεις καν». «Συγγνώμη». «Μάλλον θα τη συμπαθούσες. Μοιάζετε σε πολλά. Η Αγκνες έχει μονίμως ένα θυμωμένο ύφος, που όμως δεν σημαίνει τίποτα. Γαβγίζει πολύ αλλά δεν δαγκώνει».


«Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια». «Το είπα σαν φιλοφρόνηση. Αγαπώ πολύ την Άγκνες». «Που ξερεις, αν μάθω να πλέκω, ίσως συμπαθήσεις κι εμένα». «Υπάρχει άλλο ψωμί; Πεινάω ακόμα». Κατέβηκε ξανά στην κουζίνα κι όταν επέστρεψε τη βρήκε ξαπλωμένη μπρούμυτα με τη γραμματική ανοιγμένη μπροστά της. Ελεγε, «Γίο — εγώ. Του — εσύ, Ουστέντ — εσείς». «Όχι Ουστέντ. Ουστέδ… σαν να ψευδίζεις λίγο». « Ουστέδ…» Πήρε το ψωμί κι άρχισε να το μασουλάει αφηρημένα. «Ξέρεις, είναι περίεργο, ενώ εσύ γνωρίζεις τα πάντα σχεδόν για μένα… αναγκάστηκα να στα πω, φυσικά, αφού νόμιζα πως ήσουν ο πατέρας μου… εγώ δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για σένα». Δεν πήρε απάντηση και γύρισε να τον κοιτάξει. Στεκόταν μέσα στην τιμονιέρα, με το κεφάλι του στο ίδιο ύψος με το δικό της, αλλά το πρόσωπο στραμμένο προς τη θάλασσα. Παρακολουθούσε ένα ψαροκάικο να βγαίνει από το λιμάνι, γλιστρώντας πάνω στο γαλαζοπράσινο νερό, κι έτσι έβλεπε μόνο ένα μέρος του προφίλ του, το μέτωπο, το μάγουλο και το σαγόνι. Δεν γύρισε όταν του μίλησε, αλλά, μετά από λίγο, είπε, «Ναι, πράγματι δεν ξέρεις». «Κι είχα δίκιο, έτσι δεν είναι; Το Φιέστα στο Κάλ α Φουέρτε δεν μιλάει για σένα. Εμφανίζεσαι ελάχιστα σ’ όλο το βιβλίο».


Το ψαροκάικο πέρασε ξυστά από τις σημαδούρες και βγήκε στα βαθιά. «Τι θες να μάθεις;» ρώτησε ο Τζωρτζ. «Τίποτα». Το ’χε κιόλας μετανιώσει που άνοιξε αυτό το θέμα. «Τίποτα το ιδιαίτερο». Τσάκισε λίγο τη σελίδα της γραμματικής κι αμέσως μετά την ίσιωσε πάλι, γιατί της είχαν μάθει πως αυτή ήταν μια πολύ κακιά συνήθεια. «Γενικά, είμαι μάλλον περίεργο άτομο. Ο Ρόντνυ, ο δικηγόρος μου -ξέρεις, σου έχω μιλήσει γι’ αυτόν- αυτός μου χάρισε το βιβλίο σου. Κι όταν του είπα πως νόμιζα ότι ήσουν ο πατέρας μου και ήθελα να έρθω να σε βρω, μου είπε πως δεν έπρεπε να ξυπνήσω το κοιμισμένο λιοντάρι». «Φαίνεται να διαθέτει μεγάλη φαντασία αυτός ο Ρόντνυ». Το ψαροκάικο τους προσπέρασε, έβαλε στο φουλ τις μηχανές του και ξεμάκρυνε. Ο Τζωρτζ γύρισε και την κοίταξε. «Εγώ ήμουν το λιοντάρι;» «Όχι. Απλώς δεν ήθελε να σκαλίσω την υπόθεση και να δημιουργήσω περιπλοκές». «Δεν άκουσες τη συμβουλή του». «Το ξέρω». «Πού θέλεις να καταλήξεις;» «Νά, πως είμαι από φυσικού μου περίεργη και μ’ αρέσει να χώνω τη μύτη μου παντού. Συγγνώμη». «Δεν έχω να κρύψω τίποτα».


«Μ’ αρέσει να μαθαίνω διάφορα για τους ανθρώπους. Για την οικογένειά τους και τους γονείς τους… τέτοια». «Ο πατέρας μου σκοτώθηκε το σαράντα». «Σκοτώθηκε κι ο δικός σου πατέρας;» «Το αντιτορπιλικό του τορπιλίστηκε από ένα υποβρύχιο στον Ατλαντικό». «Υπηρετούσε στο ναυτικό;» Ο Τζωρτζ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Πόσων χρόνων ήσουν τότε;» «Δώδεκα». «Είχες αδέλφια;» «Όχι». «Και τι έκανες μετά;» «Τι έκανα; Τέλειωσα το σχολείο και μετά υπηρέτησα τη θητεία μου και τελικά αποφάσισα να μείνω στο στρατό και να γίνω αξιωματικός». «Δεν ήθελες να πας στο ναυτικό, όπως ο πατέρας σου;» «Όχι. Πίστευα πως ο στρατός θα ήταν πιο διασκεδαστικός». «Και ήταν;» «Μερικές φορές. Όχι όλες. Μετά, ο θείος μου ο Τζωρτζ, που δεν είχε γιους, μου πρότεινε να μπω στην οικογενειακή


επιχείρηση». «Τι είδους επιχείρηση ήταν αυτή;» «Εργοστάσιο επεξεργασίας μαλλιού, στο Γουέστ Ράιντινγκ του Γιόρκσαιρ». «Και πήγες;» «Ναι. Το θεώρησα, κατά κάποιο τρόπο, καθήκον μου». «Αλλά δεν ήθελες να πας». «Ο». δεν ήθελα». «Και τι έγινε εκεί;» «Τίποτα το ιδιαίτερο», της απάντησε αόριστα. «Έμεινα πέντε χρόνια στο Μπράντενφορντ, όπως είχαμε συμφωνήσει, και μετά πούλησα το μερίδιό μου κι έφυγα». «Ο θείος σου δεν στενοχωρήθηκε;» «Πάντως, σίγουρα δεν χάρηκε». «Και μετά τι έκανες;» «Αγόρασα την Έκλ ειψη με τα λεφτά από τις μετοχές, κι αφού περιπλανήθηκα μερικά χρόνια με το σκάφος, κατέληξα εδώ, εγκαταστάθηκα, κι έζησα εγώ καλά κι εσείς καλύτερα». «Και μετά έγραψες το βιβλίο σου».


«Ναι, βέβαια, έγραψα το βιβλίο μου». «Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχεις κάνει». «Γιατί είναι τόσο σημαντικό;» «Γιατί είναι δημιουργικό. Βγαίνει από μέσα σου. Είναι μεγάλο χάρισμα να μπορείς να γράφεις. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, δεν έχω κανένα ταλέντο». «Ούτε εγώ μπορώ», είπε ο Τζωρτζ, «γι’ αυτό μου έστειλε ο κύριος Ράτλαντ αυτό το μήνυμα με σένα». «Δεν θα γράψεις άλλο βιβλίο;» «Αν μπορούσα, σε διαβεβαιώ πως θα το έκανα. Άρχισα να γράφω κάτι, αλλά ήταν τόσο απαίσιο, που το έκανα χίλια κομμάτια και το ‘ έκαψα. Δεν μπορώ να σου πω πόσο αποθαρρυντική ήταν αυτή η εμπειρία. Και είχα υποσχεθεί στον τύπο να κάνω μια δεύτερη προσπάθεια, να του παρουσιάσω έστω και μια ιδέα μόνο, μέσα σ’ ένα χρόνο, αλλά, φυσικά, δεν το έκανα. Κάποιος μου είπε ότι έχω πάθει συγγραφικό μπλοκάρισμα, που σημαίνει, αν ενδιαφέρεσαι, ότι έχω τη χειρότερη μορφή διανοητικής δυσκοιλιότητας». «Γία τι πράγμα προσπάθησες να γράψεις τη δεύτερη φορά;» «Για ένα ταξίδι στο Αιγαίο που έκανα πριν έρθω να εγκατασταθώ εδώ». «Και τι δεν πήγε καλά;»


«Ήταν ανιαρό. Το ταξίδι ήταν υπέροχο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το περιέγραφα το έκανε να μοιάζει βαρετό όσο μια βόλτα με το λεωφορείο στους δρόμους του Λιντς μια βροχερή Κυριακή του Νοέμβρη. Εξάλλου, έχουν γραφτεί κι άλλα βιβλία γι’ αυτό το θέμα». «Δεν έχει σημασία. Μπορούσες να το παρουσιάσεις με κάποιο πρωτότυπο τρόπο, ή να το δεις από άλλη άποψη. Αυτό δεν κάνουν, συνήθως, οι συγγραφείς;» «Ναι, βέβαια». Της χαμογέλασε. «Τελικά δεν είσαι τόσο ανώριμη όσο φαίνεσαι». «Είσαι απαίσιος όταν κάνεις κομπλιμέντα». «Το ξέρω. Έχω διεστραμμένο μυαλό. Αλλά αρκετά ασχοληθήκαμε με μένα. Ασχολήσου λίγο και με τις προσωπικές αντωνυμίες». Η Σέλινα έστρεψε ξανά την προσοχή της στο βιβλίο. αΟυ-στέδεσείς. Ελ - αυτός. Έλλα…» «Προφέρεις τα δύο λάμδα σαν ν’ ακολουθεί ένα “ι”. Έλία». «Έλία», είπε η Σέλινα και σήκωσε ξανά τα μάτια της πάνω του. «Δεν παντρεύτηκες ποτέ;» Δεν της απάντησε αμέσως, αλλά το πρόσωπό του συσπάστηκε και σκλήρυνε, σαν του είχε ρίξει απότομα ένα δυνατό φως στα μάτια. Μετά είπε, αρκετά ήρεμα, «Δεν παντρεύτηκα ποτέ, αλλά υπήρξα κάποτε αρραβωνιασμένος». Η Σέλινα περίμενε και, παρακινημένος ίσως από τη σιωπή της, ο Τζωρτζ συνέχισε,


«Συνέβη όταν έμενα στο Μπράντενφορντ. Οι γονείς της ήταν πολύ πλούσιοι, πολύ ευγενικοί, αυτοδημιούργητοι. Το καμάρι της περιοχής, δηλαδή. Ο πατέρας οδηγούσε μια Μπέντλεϋ, η μητέρα οδηγούσε μια Τζάγκουαρ κι η Τζεννυ είχε ένα πελώριο άλογο κυνηγιού, ένα πανύψηλο χά-ντερ κι ένα αυτόματο φορτηγό για τη μεταφορά του, και πήγαιναν στο Σαν Μόριτζ για σκι και στο Φορμεντόρ για καλοκαιρινές διακοπές και στο Μουσικό Φεστιβάλ του Λιντς, επειδή νόμιζαν ότι αυτό έπρεπε να κάνουν». «Δεν ξέρω αν μιλάς γι’ αυτούς καλόκαρδα ή με σκληρότητα». «Ούτε εγώ ξέρω». «Και γιατί διέλυσε τον αρραβώνα;» «Δεν τον διέλυσε εκείνη. Εγώ τον διέλυσα. Δυς βδομάδες πριν τον πιο σπουδαίο γάμο που είχε γίνει ποτέ στο Μπράντενφορντ. Επί μήνες δεν μπορούσα να πλησιάσω την Τζέν-νυ γιατί είχαν μπει ανάμεσά μας οι παράνυφοι, τα προικιά της, η οργάνωση της δεξίωσης, οι φωτογράφοι και τα γαμήλια δώρα. Χριστέ μου, αυτά τα γαμήλια δώρα! Κι όλα αυτά είχαν ορθώσει ένα ψηλό τείχος ανάμεσά μας και δεν μπορούσα να την πλησιάσω. Κι όταν συνειδητοποίησα ότι εκείνη δεν την ενοχλούσε αυτό το τείχος, ότι δεν το αντιλαμβανόταν καν… τι να πω, δεν είχα ποτέ υπερβολικό αυτοσεβασμό, αλλά τον λίγο που είχα, ήθελα νο. τον κρατήσω». «Της είπες πως δεν θα την παντρευόσουν;» «Ναι. Πήγα στο σπίτι της. Το είπα στην Τζέννυ και μετά το είπα και στους γονείς της. Κι όλα αυτά διαδραματίστηκαν μέσα


σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο κουτιά και χαρτιά περιτυλίγματος και ασημένια κηροπήγια και σαλατιέρες και σερβίτσια τσαγιού και αμέτρητες τοστιέρες. Ήταν μακάβριο. Απαίσιο». Η ανάμνηση του προκάλεσε ένα μικρό ρίγος. «Ένιωθα σαν δολοφόνος». Η Σέλινα σκέφτηκε το καινούργιο διαμέρισμα, τα χαλιά και τις κουρτίνες, την ιεροτελεστία του άσπρου νυφικού και του θρησκευτικού γάμου, και φαντάστηκε τον εαυτό της να προχωρεί στο μπράτσο του κυρίου Άρθουρστοουν. Ο πανικός που αισθάνθηκε ξαφνικά έμοιαζε με τον πανικό ενός εφιάλτη. Στον οποίο έχεις χαθεί και το ξέρεις. Ξέρεις πως κάπου έστριψες λάθος και τώρα είχες μπροστά σου μόνο καταστροφή, απότομους γκρεμούς, χαράδρες και κάθε λογής ανείπωτους φόβους. Ήθελε να τιναχτεί όρθια και ν’ αρχίσει να τρέχει για να ξεφύγει απ’ όλα όσα είχε δεσμευτεί να κάνει. «Τότε… τότε έφυγες από το Μπράντενφορντ;» «Μην παίρνεις αυτό το τόσο τρομαγμένο ύφος. Όχι, δεν έφυγα τότε. Έμεινα άλλα δυο χρόνια, αλλά ήμουν ανεπιθύμητος σχεδόν παντού. Ο φόβος κι ο τρόμος των μανάδων που είχαν κορίτσια της παντρειάς. Πολλοί έπαψαν να με καλούν στα σπίτια τους, ακόμα και να μου μιλάνε. Ήταν μια μάλλον ενδιαφέρουσα εμπειρία, ανακάλυψα ποιοι ήταν οι .πραγματικοί μου φίλοι…» Προχώρησε κι ακούμπησε τους αγκώνες του στην άκρη της οροφής της καμπίνας όπου καθόταν η Σέλινα. «Όλα αυτά όμως δεν σε βοηθάνε να μάθεις Ισπανικά. Δοκίμασε να κλίνεις τον ενεστώτα του Χαμπλ άρ». Η Σέλινα άρχισε ν’ απαγγέλει. αΧάμπλ ο — μιλάω. Ουστέδ χάμπλ α - μιλάς. Ήσουν ερωτευμένος μαζί της;»


Ο Τζωρτζ της έριξε μια γοργή ματιά, αλλά δεν υπήρχε θυμός στα σκούρα μάτια του, μόνο πόνος. Μετά έβαλε τη μεγάλη μελαψή παλάμη του πάνω στη σελίδα της γραμματικής και είπε μαλακά: «Χωρίς να κοιτάς. Μην κλέβεις». Η Σιτροέν μπήκε στο Κάλα Φουέρτε την ώρα που η ζέστη είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Ο ήλιος πύρωνε στο κέντρο ενός ανέφελου, καταγάλανου ουρανού, οι σκιές ήταν μαύρες, η σκόνη και τα σπίτια εκτυφλωτικά άσπρα. Στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Τα παντζούρια ήταν κλειστά και, όταν η Φράνσις σταμάτησε μπροστά στο ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε» κι εσβησε τη μηχανή του δυνατού αυτοκινήτου της, την απόλυτη σιωπή τη διέκοπτε μόνο το θρόισμα των πεύκων που τ’ ανάδευε μια μυστηριώδης, ανύπαρκτη αύρα. Βγήκε από το αυτοκίνητο, έκλεισε με πάταγο την πόρτα, ανεβηκε τα σκαλοπάτια και μπήκε στο μπαρ του Ρουντόλφο. Μέτα το εκτυφλωτικό φως, τα μάτια της χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να προσαρμοστούν στο σκοτάδι και να δει τον Ρουντολφο που έπαιρνε έναν υπνάκο σε μια από τις πολυθρόνες. Ακούγοντάς τη να μπαίνει, εκείνος ξύπνησε κι ανακάθισε, ξαφνιασμένος και νυσταγμένος. «Γεια σου, αμίγκο», του είπε εύθυμα. Έτριψε τα μάτια του. «Φραντσέσκα! Πώς βρέθηκες εδώ;» «Μόλις ήρθα από το Σαν Αντόνιο. Θα μου δώσεις κάτι να πιω;» Ο Ρουντόλφο πήγε πίσω από το μπαρ. «Τι θες;»


«Έχεις κρύα μπίρα;» Σκαρφάλωσε σ’ ένα σκαμνί, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε μ* ένα σπίρτο από το κουτί που έσπρωξε προς το μέρος της ο Ρουντόλφο. Στο μεταξύ, εκείνος άνοιξε ένα μπουκάλι μπίρα και γέμισε προσεχτικά ένα ποτήρι, χωρίς αφρό. «Δεν είναι ώρα αυτή για να κυκλοφορεί κανείς με ανοιχτό αυτοκίνητο», παρατήρησε. «Μπα, δεν με πειράζει». «Κάνει υπερβολική ζέστη για την εποχή». «Είναι η πιο ζεστή μέρα της φετινής χρονιάς. Το Σαν Αντόνιο μοιάζει με σαρδελοκούτι. Εδώ στην εξοχή, ανασαίνεις τουλάχιστον». «Γι’ αυτό ήρθες;» «Όχι μόνο. Ήρθα να δω τον Τζωρτζ». Ο Ρουντόλφο απάντησε σ’ αυτό με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, ανασηκώνοντας δηλαδή τους ώμους του και κατεβάζοντας τις άκρες των χειλιών του, σαν κάτι να υπονοούσε. Η Φράνσις σούφρωσε τα φρύδια της. «Δεν είναι εδώ;» «Πώς, εδώ είναι». Μια πονηρή λάμψη κακίας άστραψε στα μάτια του. «Ξέρεις πως έχει επισκέψεις στην Κάζα Μπάρκο;» «Επισκέψεις;» «Την κόρη του».


«Την κόρη του!» Μετά από μια στιγμή άφωνης κατάπληξης, η Φράνσις έβαλε τα γέλια. «Τρελάθηκες;» «Δεν τρελάθηκα. Η κόρη του είναι εδώ». «Μα… μα ο Τζωρτζ δεν παντρεύτηκε ποτέ». «Αυτό δεν το ξέρω», είπε ο Ρουντόλφο. «Για το Θεό, πόσων χρόνων είναι;» Ανασήκωσε ξανά τους ώμους του. «Δεκαεπτά;» «Αδύνατον…» Ο Ρουντόλφο άρχισε να εκνευρίζεται. «Φραντσέσκα, σου λέω πως είναι εδώ». «Είδα τον Τζωρτζ στο Σαν Αντόνιο χθες. Γιατί δεν μου είπε τίποτα;» «Δεν σου είπε τίποτα απολύτως;» «Όχι. Τίποτα». Αυτό όμως δεν ήταν απόλυτα σωστό, γιατί η όλη του στάση χθες ήταν περίεργη, και επομένως ύποπτη στα μάτια της Φράνσις. Αυτή η επείγουσα ανάγκη να στείλει ένα τηλεγράφημα τη στιγμή που ήταν στην πόλη την προηγουμένη, η μυστηριώδης αγορά από το μαγαζί της Τερέζα που είχε μόνο γυναικεία είδη, κι αυτό που είχε πει λίγο πριν φύγει, ότι είχε να κάνει πολύ περισσότερα από το να ταΐσει τη γάτα, ήταν όλα πολύ παράξενα κι ασυνήθιστα. Όλο το απόγευμα και το μεγαλύτερο


μέρος της νύχτας, η Τερέζα αναμασούσε κι επεξεργαζόταν αυτά τα τρία στοιχεία, σίγουρη πως υποδήλωναν κάτι που έπρεπε να μάθει, κι έτσι, νωρίς το πρωί, μην αντέχοντας άλλο την άγνοια και την αμφιβολία, αποφάσισε να έρθει στο Κάλα Φουέρτε για ν’ ανακαλύψει τι συνέβαινε. Αλλά ακόμα κι αν δεν υπήρχε τίποτα ν’ ανακαλύψει, θα έβλεπε τον Τζωρτζ. Και η αλήθεια ήταν πως οι πολυσύχναστοι δρόμοι και τα πεζοδρόμια του Σαν Αντόνιο είχαν αρχίσει να της δίνουν στα νεύρα, και έβρισκε πολύ δελεαστική την ιδέα να βρεθεί στον ήσυχο γαλάζιο όρμο με την υπέροχη μυρωδιά των πεύκων, στο Κάλα Φουέρτε.

1Και τώρα αυτό. Η κόρη του. Ο Τζωρτζ είχε κόρη. Σβήνοντας το τσιγάρο της, παρατήρησε πως το χέρι της έτρεμε. Ρώτησε, οσο πιο ήρεμα κι αδιάφορα μπορούσε, «Πώς τη λένε;» «Τη σενιορίτα; Σέλινα». «Σέλινα». Πρόφερε το όνομα σαν να της άφηνε μια άσχημη γεύση στο στόμα. «Είναι πολύ χαριτωμένη». Η Φράνσις τέλειωσε την μπίρα της. Άφησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο και είπε: «Λέω να πάω να το διαπιστώσω και μόνη μου». «Αυτό να κάνεις». Κατέβηκε από το ψηλό σκαμνί, πήρε την τσάντα της και πήγε


προς την πόρτα. Σταμάτησε όμως, γύρισε και είδε τον Ρουντόλφο να την κοιτάζει με μια πονηρή λάμψη στα βατραχίσια μάτια του. «Ρουντόλφο, αν θελήσω να μείνω εδώ απόψε… έχεις κανένα δωμάτιο για μένα;» «Φυσικά, Φραντσέσκα. Θα σου ετοιμάσω ένα». Η Φράνσις ξεκίνησε για την Κάζα Μπάρκο, σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη πίσω της, κι όταν έφτασε εκεί, άφησε το αυτοκίνητο στο μοναδικό σκιερό σημείο και διέσχισε το στενό δρομάκι για να πάει στο σπίτι. Άνοιξε την πράσινη εξώπορτα και φώναξε, «Είναι κανείς εδώ;» αλλά δεν πήρε απάντηση κι έτσι μπήκε μέσα. Το σπίτι ήταν άδειο. Είχε μια γλυκιά μυρωδιά καμένου ξύλου και φρούτων και ήταν δροσερό έτσι όπως έμπαινε απ’ τα ανοιχτά παράθυρα η θαλάσσια αύρα. Η Φράνσις άφησε την τσάντα της σέ μια καρέκλα κι άρχισε να τριγυρνάει ψάχνοντας για σημάδια γυναικείας παρουσίας, αλλά δεν βρήκε κανένα. Άκουσε κάποιον αχνό θόρυβο επάνω, σηκώνοντας όμως το κεφάλι είδε πως δεν ήταν παρά η γελοία άσπρη γάτα του Τζωρτζ που είχε πηδήσει από το κρεβάτι και κατέβαινε τη σκάλα για να καλωσορίσει την επισκέπτρια. Η Φράνσις δεν συμπαθούσε τις γάτες, ιδιαίτερα αυτήν, κι έδωσε στην Περλ μια σπρωξιά με την άκρη του ποδιού της, αλλά η Περλ δεν έχασε την αξιοπρέπειά της. Της γύρισε την πλάτη και βγήκε έξω στη βεράντα με τεντωμένη την ουρά της. Μετά από λίγο η Φράνσις την ακολούθησε, παίρνοντας μαζί της τα κιάλια του Τζωρτζ. Η Έκλ ειψηήταν αγκυροβολημένη στη θέση της. Η Φράνσις έφερε τα


κιάλια στα μάτια της, τα εστίασε στο σκάφος, κι αμέσως οι επιβάτες του εμφανίστηκαν μπροστά της. Ο Τζωρτζ ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα από τα καθίσματα της τιμονιέρας, με το παλιό κασκέτο του κατεβασμένο στα μάτια του κι ένα ανοιχτό βιβλίο στο στήθος του. Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη στην οροφή της καμπίνας, με απλωμένα τα τροφαντά μέλη της και τα μακριά χρυσοκόκκινα μαλλιά της. Φορούσε ένα πουκάμισο που έμοιαζε ν’ ανήκει στον Τζωρτζ, αλλά δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό της. Ήταν μια σκηνή ήρεμης, ευτυχισμένης συντροφικότητας, και η Φράνσις χαμήλωσε τα κιάλια, συνοφρυωμένη. Τα έβαλε πίσω στη θέση τους, πάνω στο γραφείο του Τζωρτζ, και μετά πήγε να βάλει ένα ποτήρι από το γλυκό, δροσερό νερό του πηγαδιού. Το πήρε έξω στη βεράντα, τράβηξε τη λιγότερο επικίνδυνη πολυθρόνα στη σκιά της καλαμωτής και ξάπλωσε να περιμένει την επιστροφή του. «Είσαι ξύπνια;» ρώτησε ο Τζωρτζ. «Ναι». «Νομίζω πως πρέπει να τα μαζέψουμε και να γυρίσουμε. Κάθισες πολλή ώρα στον ήλιο». Η Σέλινα ανακάθισε και τεντώθηκε. «Αποκοιμήθηκα». «Το ξέρω». «Φταίει αυτό το έξοχο κρασί». «Ναι, μάλλον». Γύρισαν στην Κάζα Μπάρκο με το βαρκάκι να ίπταται θαρρείς


σαν συννεφάκι πάνω στο γαλαζοπράσινο νερό, ρίχνοντας τη σκιά του στα φύκια, που αναδεύονταν κάτω από την επιφάνειά. Ο κόσμος ήταν ακίνητος, ζεστός και ήσυχος, κι έμοιαζε να περιεχει μόνο τους δυο τους. Το δέρμα της Σέλινα ήταν τσιτωμένο σαν φλοιός ώριμου φρούτου, αλλά αυτή η αίσθηση δεν ήταν δυσάρεστη -αντίθετα, ήταν μέρος της εξαίσιας μέρας. Τράβηξε το άδειο καλάθι ανάμεσα στα πόδια της και είπε, «Το πικ νικ ήταν έξοχο. Το καλύτερο που έκανα ποτέ», και περίμενε πως ο Τζωρτζ θα της απαντούσε με κάποιο πειραχτικό σχόλιο για το Φρίντον, αλλά, προς μεγάλη της έκπληξη κι ευχαρίστηση, εκείνος δεν είπε τίποτα, της χαμογέλασε μόνο σαν να το είχε ευχαριστηθεί κι αυτός. Έφερε το βαρκάκι στη μικρή αποβάθρα και βγήκε για να δέσει το παλαμάρι. Η Σέλινα του έδωσε τα πράγμοίτα και μετά βγήκε κι αυτή. Το τσιμέντο της έκαψε τις γυμνές πατούσες. Διέσχισαν τη γλίστρα κι ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στη βεράντα, με τον Τζωρτζ να προπορεύεται, έτσι ώστε η Σέλινα, που βρισκόταν πίσω του, ν’ ακούσει τη φωνή της Φράνσις Ντόντζεν πριν την δει. «Βρε καλώς τον!» Γιά μια στιγμή ο Τζωρτζ φάνηκε να κοκαλώνει. Μετά, σαν να μην είχε ακούσει τίποτα απολύτως, συνέχισε το δρόμο του ώς τη βεράντα. «Γεια σου, Φράνσις», είπε. Η Σέλινα τον ακολούθησε επιβραδύνοντας το βήμα της. Η Φράνσις ήταν ξαπλωμένη στην παλιά μπαμπού πολυθρόνα με


τα πόδια πάνω στο τραπέζι. Φορούσε ένα καρό μπλε-άσπρο πουκάμισο, δεμένο κάτω από το στήθος, έτσι ώστε να φαίνεται το ηλιοκαμένο στομάχι της, κι ένα άσπρο, στενό παντελόνι από χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Είχε βγάλ.ει τα παπούτσια της, και τα πόδια της, σταυρωμένα στην άκρη του τραπεζιού, ήταν μαυρισμένα απ’ τον ήλιο και σκονισμένα, με κατακόκκινα νύχια. Δεν έκανε καμία κίνηση ν’ ανακαθίσει ή να σηκωθεί, έμεινε όπως ήταν, με τα χέρια πεσμένα στα πλάγια, και παρατηρούσε τον Τζωρτζ κάτω από το θύσανο των κοντοκομμένων ξανθών μαλλιών της. «Πώς σου φαίνεται η μικρή μου έκπληξη;» Κοίταξε πάνω από τον ώμο του και είδε τη Σέλινα. «Γεια σου!» Η Σέλινα χαμογέλασε αχνά. «Γεια». Ο Τζωρτζ άφησε κάτω το καλάθι. «Πώς από δω;» «Ε, νά, στο Σαν Αντόνιο έκανε υπερβολική ζέστη, είχε πολύ κόσμο και φασαρία, και σκέφτηκα να πάρω δυο μέρες άδεια από τον εαυτό μου». «Θα μείνεις δηλαδή;» «Ο Ρουντόλφο είπε πως θα μου ετοιμάσει ένα δωμάτιο». «Είδες τον Ρουντόλφο;» «Ναι, σταμάτησα και ήπια ένα ποτό, πριν έρθω». Τον κοίταξε περιπαιχτικά, σαν να τον κορόιδευε επειδή δεν ήξερε πόσα της είχε πει ο Ρουντόλφο.


Ο Τζωρτζ κάθισε στην άκρη του τραπεζιού. «Σου είπε ο Ρουντόλφο πως φιλοξενώ τη Σέλινα;» «Ναι, βέβαια, μου το είπε». Χαμογέλασε στη Σέλινα. «Ξέρεις, είσαι η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μου. Τζωρτζ, δεν μας σύστησες ακόμα». «Συγγνώμη. Σέλινα, από δω η κυρία Ντόντζεν…» «Φράνσις», βιάστηκε να διορθώσει η Φράνσις. «Κι αυτή είναι η Σέλινα Μπρους». Η Σέλινα προχώρησε με απλωμένο το χέρι για να πει «Χαίρω πολύ», αλλά η Φράνσις αγνόησε τη χειρονομία της. «Ήρθες για επίσκεψη;» «Ναι, είμαι…» «Τζωρτζ, δεν μου είπες ποτέ πως έχεις κόρη». «Δεν είναι κόρη μου», της απάντησε ο Τζωρτζ. Η Φράνσις έδειξε να το δέχεται αδιάφορα, με τελείως ανέκφραστο πρόσωπο. Μετά, κατέβασε αργά τα πόδια της από το τραπέζι κι ανακάθισε. «Θέλεις να πεις…» «Μια στιγμή. Σέλινα…» Η Σέλινα γύρισε και τον κοίταξε με ύφος αμήχανο, συγχυσμένο και, ίσως, λίγο πληγωμένο. Της είπε, «Θα σε πείραζε να μ αφήσεις μόνο με τη Φράνσις, για λίγο;»


«Ω, όχι. Ασφαλώς όχι». Προσπάθησε να χαμογελάσει για να δείξει ότι δεν την πείραζε καθόλου, κι άφησε με βιαστικές κινήσεις τα πράγματα που κρατούσε, την πετσέτα και το βιβλίο της γραμματικής, σαν να ’θελε να τα ξεφορτωθεί πριν το βάλει στα πόδια. «Μόνο για λίγα λεπτά…» «θα πάω πίσω στη βάρκα. Κάνει δροσιά εκεί κάτω». «Εντάξει, πήγαινε». Έφυγε γοργά κι εξαφανίστηκε στο κάτω μέρος της σκάλας. Αμέσως μετά, η Περλ που καθόταν πάνω στο τοιχάκι της βεράντας, σηκώθηκε, τεντώθηκε, πήδησε ανάλαφρα κάτω και την ακολούθησε. Ο Τζωρτζ στράφηκε στη Φράνσις και ξανάπε, «Δεν είναι κόρη μου». «Τότε ποια στην ευχή είναι;» «Ήρθε από το Λονδίνο, τελείως απροειδοποίητα, για να με βρει, επειδή πίστευε ότι είμαι ο πατέρας της». «Τι την έκανε να το πιστεύει αυτό;» «Η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου». «Μοιάζεις με τον πατέρα της;» «Ναι. Ήταν, μάλιστα, μακρινός μου ξάδελφος, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Είναι νεκρός. Χρόνια πεθαμένος. Σκοτώθηκε στον πόλεμο».


«Και πώς φαντάστηκε ότι είχε ξαναζωντανέψει;» «Υποθέτω πως, όταν θες κάτι πάρα πολύ, πιστεύεις ότι γίνονται θαύματα». «Ο Ρουντόλφο μου είπε ότι είναι κόρη σου». «Ναι, το ξέρω. Έγινε μια παρανόηση, το νέο κυκλοφόρησε στο χωριό και δεν το διέψευσα για χάρη της. Έμεινε ήδη δυο μέρες εδώ». «Εδώ -μαζί σου; Μα, καλά, τρελάθηκες;» «Δεν γινόταν αλλιώς. Η αεροπορική εταιρεία έχασε τη βαλίτσα της, και της έκλεψαν το πορτοφόλι και το αεροπορικό εισιτήριο της επιστροφής της, στο αεροδρόμιο». «Γιατί δεν μου τα είπες όλα αυτά χθες;» «Γιατί θεώρησα πως δεν σε αφορούσαν». Μόλις το είπε κατάλαβε πόσο προσβλητικό ήταν. «Συγγνώμη, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα». «Τι θα πουν οι φίλοι σου στο Κάλα Φουέρτε όταν μάθουν πως δεν είναι τελικά κόρη σου; Όταν θ’ ανακαλύψουν πως τους έλεγες ψέματα;» «Θα τους εξηγήσω όταν φύγει». «Και πότε θα γίνει αυτό;» «Μόλις έρθουν τα λεφτά από το Λονδίνο. Χρωστάμε ήδη εξακόσιες πεσέτες στον Ρουντόλφο και πρέπει ν’ αγοράσουμε


άλλο αεροπορικό εισιτήριο, και τα δικά μου χρήματα είναι μπλοκαρισμένα στη Βαρκελώνη…» «Θες να πεις πως το πρόβλημα είναι μόνο χρηματικό;Γι’ αυτό είναι ακόμα εδώ; Γι’ αυτό δεν την έστειλες κατευθείαν πίσω στην πατρίδα της;» «Είναι ένας αρκετά σοβαρός λόγος». «Μα, για τ’ όνομα του Θεού, γιατί δεν απευθύνθηκες σε μένα;» Ο Τζωρτζ άνοιξε το στόμα του να της εξηγήσει το γιατί, αλλά το ξανάκλεισε χωρίς να μιλήσει. Η Φράνσις τον κοίταξε καχύποπτα. «Θέλει να μείνει εδώ; Εσύ τη θέλεις εδώ;» «Όχι βέβαια. Εκείνη ανυπομονεί να γυρίσει σπίτι της κι εγώ ανυπομονώ να την ξεφορτωθώ. Στο μεταξύ, η κατάσταση είναι μάλλον ακίνδυνη». «Ακίνδυνη; Μα, είσαι τόσο αφελής; Η κατάσταση είναι τόσο ακίνδυνη όσο κι ένα βαρέλι με δυναμίτη». Ο Τζωρτζ δεν απάντησε. Καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, με τους ώμους κυρτούς, και τα χέρια του έσφιγγαν τόσο δυνατά το ξύλο, που είχαν ασπρίσει. Η Φράνσις, με μια κίνη-ση γεμάτη τρυφερή κατανόηση, ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του κι εκείνος δεν το τράβηξε. «Τώρα που τα ξέρω όλα», του είπε, «άσε με να σε βοηθήσω. Στις εφτά το βράδυ, φεύγει από το αεροδρόμιο του Σαν Αντόνιο ένα αεροπλάνο για τη Βαρκελώνη. Απ’ ό,τι ξέρω υπάρχει μια ανταπόκριση για το Λονδίνο που φτάνει εκεί γύρω στα μεσάνυχτα. Θα της δώσω αρκετά χρήματα για το εισιτήριο και για το ταξί που θα την


πάει σπίτι της». Βλέποντας ότι εκείνος δεν μιλούσε, συνέχισε, πιο γλυκά, «Αγάπη μου, άσε τους δισταγμούς. Έχω δίκιο και το ξέρεις. Δεν μπορεί να μείνει άλλο εδώ». Η Σέλινα καθόταν στην άκρη της μικρής προβλήτας, με την πλάτη της γυρισμένη προς το σπίτι και τα πόδια της κρεμασμένα στο νερό. Άκουσε τα βήματά του στα σκαλοπάτια και μετά στη γλίστρα και στα σανίδια που έτριξαν, αλλά δεν γύρισε. Τη φώναξε, αλλά δεν του απάντησε. Πήγε δίπλα της και κάθισε στις φτέρνες του για να βρεθεί στο ίδιο ύψος μ’ αυτήν. «Άκου. Θέλω να σου μιλήσω». Εκείνη τραβήχτηκε λιγάκι σκύβοντας πάνω από το νερό, και τα μαλλιά της χώρισαν στο σβέρκο της κι έπεσαν δεξιά κι αριστερά από το πρόσωπό της, κρύβοντάς το τελείως από τα μάτια του. «Σέλινα, προσπάθησε να καταλάβεις». «Δεν είπες τίποτα ακόμα». «Μπορείς να γυρίσεις στο Λονδίνο απόψε. Έχει αεροπλάνο στις εφτά η ώρα, και θα είσαι εκεί τα μεσάνυχτα, το αργότερο στη μία το πρωί. Η Φράνσις προσφέρθηκε να πληρώσει το εισιτήριό σου…» «Θες να φύγω;» «Δεν έχει σημασία το τι θέλω ή το τι θες. Πρέπει να κάνουμε το σωστό και το καλύτερο για σένα. Κανονικά, δεν έπρεπε απ’ την αρχή να σε κρατήσω εδώ, αλλά παρασυρθήκαμε από τις συνθήκες. Παραδέξου το: το Κάλα Φουέρτε δεν είναι το


κατάλληλο μέρος για σένα, και η καημένη η Άγκνες σίγουρα θ’ ανησυχεί. Ειλικρινά, νομίζω πως πρέπει να φύγεις». Η Σέλινα σήκωσε τα μακριά πόδια της από το νερό, ακούμπησε το πιγούνι στα γόνατά της και τα αγκάλιασε, λες και προσπαθούσε έτσι να κρατηθεί για να μην καταρρεύσει. «Δεν σε διώχνω… εσύ θ’ αποφασίσεις…» είπε ο Τζωρτζ. «Η φίλη σου είναι πολύ γενναιόδωρη». «Θέλει να βοηθήσει». «Αν πρόκειται να φύγω για το Λονδίνο απόψε», είπε η Σέλινα, «δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου». «Θα σε πάω εγώ στο Σαν Αντόνιο». «Όχι!» Η σχεδόν βίαιη αντίδρασή της τον ξάφνιασε, καθώς γύρισε απότομα και τον κοίταξε για πρώτη φορά. «Όχι, δεν θέλω να με πας εσύ. Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάποιος άλλος! Ο Ρουντόλφο ή ένα ταξί ή κάτι τέτοιο. Κάτι θα υπάρχει». Προσπάθησε να μη δείξει τη στενοχώρια του. «Ναι, βέβαια, αλλά…» «Δεν θέλω να με πας εσύ». «Εντάξει. Δεν πειράζει». «Και στο Λονδίνο θα τηλεφωνήσω στην Άγκνες από το αεροδρόμιο. Θα είναι σπίτι. Θα πάρω ένα ταξί, κι εκείνη θα με περιμένει».


Ήταν σαν να είχε ήδη φύγει κι είχαν μείνει ο καθένας μόνος του. Εκείνη ήταν μόνη μέσα στο αεροπλάνο, μόνη στο Λονδίνο, στο κρύο, γιατί μετά το Σαν Αντόνιο θα της φαινόταν πολύ κρύο, προσπαθώντας να τηλεφωνήσει στην Άγκνες από έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Και θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα, και η Άγκνες θα κοιμόταν και θ’ αργούσε να ξυπνήσει. Το τηλέφωνο θα κουδούνιζε μέσα στο άδειο διαμέρισμα, και η Άγκνες θα σηκωνόταν και θα φορούσε τη ρόμπα της και θα πήγαινε να το σηκώσει, ανάβοντας τα φώτα στο διάβα της. Και μετά θα γέμιζε μια μπουγιότα με νερό, θα ξέστρωνε το κρεβάτι και θα ’βάζε να ζεστάνει γάλα. Δεν έβλεπε όμως πιο πέρα. «Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε. «Όταν γυρίσεις στο Λονδίνο; Θέλω να πω, όταν τελειώσουν όλα αυτά και ξεχαστούν;» «Δεν ξέρω». «Δεν είχες σχέδια;» Μετά από ένα μικρό δισταγμό, κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Να κάνεις», της είπε απαλά. «Όμορφα, καλά σχέδια». Ταυρομαχία. (Σ.τ.Μ.) 2 Λάτρεις της ταυρομαχίας. (Σ.τ.Μ.) 3


Ταυρομάχοι.‘(Σ.τ.Μ.) 4 Κόκκινο κρασί. (Σ.τ.Μ.) 5 «Ευχαριστώ πολύ για τα πορτοκάλια». (Σ.τ.Μ.) 6 «Κατάστημα με ντελικατέσεν του Λονδίνου». (Σ.τ.Μ.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Αποφασίστηκε να ρωτήσουν τον Πέπε, τον άντρα της Μαρία, αν μπορούσε να πάει τη Σέλινα στο αεροδρόμιο. Ο Πέπε δεν είχε ταξί, πότε πότε όμως καθάριζε το αυτοκίνητό του από τα άχυρα και τις κοπριές και τα διάφορα άλλα αγροτικά απομεινάρια, και εξυπηρετούσε τους τουρίστες που δεν είχαν μεταφορικό μέσο. Ο Τζωρτζ πήρε το αυτοκίνητο της Φράνσις και πήγε να βρει τον Πέπε για να τον ρωτήσει αν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει κι αυτούς, και η Σέλινα έμεινε μόνη με τη Φράνσις και την Περλ στην Κάζα Μπάρκο κι άρχισε να ετοιμάζεται για την αναχώρησή της. Δεν της πήρε πολλή ώρα. Έκανε ένα ντους και φόρεσε το παντελόνι του Τζωρτζ που είχε μπάσει με τόση ευσυνειδησία η Χουανίτα, ιτο ριγέ πουκάμισο και τις εσπαντρίγιες που είχε αγοράσει από το μαγαζί της Μαρία. Το καλό μάλλινο φουστάνι της το είχε ήδη χαρίσει στη Χουνίτα για να το χρησιμοποιεί σαν ξεσκονόπανο, και το μπικίνι της ήταν τόσο μικρό που χωρούσε άνετα μέσα στην τσάντα της. Δεν είχε τίποτ’ άλλο. Χτένισε τα μαλλιά της, έριξε το παλτό της στην πλάτη μιας καρέκλας και, αρκετά απρόθυμα, γιατί δεν είχε όρεξη για συζήτηση, βγήκε έξω στη βεράντα, όπου η Φράνσις είχε σωριαστεί πάλι στη σεζ λονγκ. Είχε κλειστά τα μάτια της αλλά, όταν άκουσε τα βήματα της Σέλινα, τα άνοιξε και γύρισε να την κοιτάξει, καθώς εκείνη καθόταν στο τοιχάκι απέναντί της. «Έτοιμη;» ρώτησε.


«Ναι». «Δεν άργησες καθόλου». «Δεν είχα να μαζέψω τίποτα. Έχασα τη βαλίτσα μου μ* όλα μου τα ρούχα. Την έστειλαν κατά λάθος στη Μαδρίτη». «Γίνονται συχνά τέτοια λάθη». Ανακάθισε κι άπλωσε να πάρει το πακέτο με τα τσιγάρα της. «Τσιγαράκι;»· «Όχι, ευχαριστώ». Η Φράνσις άναψε ένα τσιγάρο. «Ελπίζω να μη σε πείραξε που ανακατεύτηκα, ούτε να νομίζεις ότι σε διώχνω από δω». «Μπα… Έτσι κι αλλιώς έπρεπε να φύγω. Όσο πιο γρήγορα γυρίσω σπίτι μου, τόσο καλύτερα». «Μένεις στο Αονδίνο;» «Ναι. Στο Κουίνς Γκέητ». «Μπράβο. Το ευχαριστήθηκες το ταξίδι σου στο Σαν Αντόνιο;» Η Σέλινα είπε, «Ήταν πολύ ενδιαφέρον». «Πίστευες πως ο Τζωρτζ ήταν πατέρας σου». «Νόμιζα ότι μπορεί να ήταν. Αλλά έκανα λάθος». «Το βιβλίο του το διάβασες;» «Όχι όλο. Αλλά θα το διαβάσω όταν γυρίσω, και θα έχω


περισσότερο χρόνο». Πρόσθεσε, «Είχε μεγάλη επιτυχία». «Ναι, βέβαια», είπε η Φράνσις αδιάφορα. «Εσάς δεν σας άρεσε;» «Πώς, καλό ήταν. Δροσερό και πρωτότυπο». Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο της κι έριξε τη στάχτη στις πλάκες της βεράντας. «Αλλά δεν θα γράψει άλλο». Η Σέλινα έσμιξε τα φρύδια της. «Γιατί το λέτε αυτό;» «Γιατι δεν πιστεύω ότι διαθέτει αρκετή αυτοπειθαρχία για να καθίσει να γράψει ένα δεύτερο βιβλίο». «Του είπαν πως έχει πάθει συγγραφικό μπλοκάρισμα». Η Φράνσις εβαλε τα γέλια. «Χρυσό μου, εγώ του το είπα αυτό». «Αφού πιστεύετε ότι δεν είναι ικανός να γράψει άλλο βιβλίο, γιατί του είπατε ότι έπαθε συγγραφικό μπλοκάρισμα;» «Ω, επειδή ήταν στενοχωρημένος και ήθελα να του φτιάξω το κέφι. Ο Τζωρτζ δεν είναι υποχρεωμένος να γράφει. Έχει λεφτά για να ζήσει, και το γράψιμο είναι μια πολύ σκληρή δουλειά που δεν του ταιριάζει».1 ν «Μα… πρέπει να γράψει κι άλλο βιβλίο». «Γιατί;» «Γιατί συμφώνησε να το κάνει. Γιατί ο εκδότης του το περιμένει. Για τον εαυτό του».


«Όλα αυτά δεν είναι σοβαροί λόγοι, είναι σαχλαμάρες». «Εσείς δεν θέλετε να συνεχίσει να γράφει;» «Το τι θέλω ή δεν θέλω εγώ, είναι άσχετο. Λέω απλώς τη γνώμη μου. Άκου, χρυσό μου, διευθύνω μια γκαλερί. Αντιμετωπίζω συνέχεια κυκλοθυμικούς και ιδιόρρυθμους καλλιτέχνες. Τους ξέρω καλά. Και δεν νομίζω πως ο Τζωρτζ είναι δημιουργικός καλλιτέχνης». «Μα, αν δεν γράφει, τι θα κάνει;» «Αυτό που έκανε και πριν γράψει το Φιέστα στο Κάλ α Φουέρτε. Τίποτα. Είναι πολύ εύκολο να μην κάνεις τίποτα στο Σαν Αντόνιο, να λες σε όλα, “Μανίάνα”*». Χαμογέλασε. «Μην παίρνεις αυτό το ύφος. Ο Τζωρτζ κι εγώ έχουμε τα διπλά σου χρόνια, και στα σαράντα χάνεις κάποιες από τις ψευδαισθήσεις τών νιάτων, τα όνειρά σου τσαλακώνονται λίγο στις άκρες. Η ζωή δεν φαντάζει τόσο αληθινή και τόσο σοβαρή όσο στα δεκαοχτώ… ή στα… δεν ξέρω πόσο είσαι…» «Είκοσι», είπε η Σέλινα. Η φωνή της είχε γίνει ξαφνικά ψυχρή, και η Φράνσις χάρηκε γιατί πίστεψε πως την είχε εκνευρίσει. Ξάπλωσε πάλι στην πολυθρόνα της και περιεργάστηκε την κοπέλα, χωρίς να τη φοβάται πια όπως την πρώτη στιγμή που την είχε δει, γιατί η Σέλινα θα ’φεύγε όπου να ’ναι. Σε μισή ώρα θα ήταν στο δρόμο για το αεροδρόμιο. Κι από κει θα πήγαινε στο Αονδίνο, στην ήρεμη ζωούλα της στο Κουίνς Γκέητ, για την οποία η Φράνσις δεν ήθελε να ξέρει απολύτως τίποτα. Ο θόρυβος της Σιτροέν τάραξε την αμήχανη, άβολη σιωπή που τις τύλιγε. Τον ακολούθησε το τρίξιμο των φρένων του


αυτοκινήτου του Πέπε. Η Σέλινα σηκώθηκε. «Ήρθε το ταξί». «Α, ωραία!» Η Φράνσις πέταξε το τσιγάρο της κάτω και το πάτησε. «Έλα να σου δώσω τα λεφτά». Της ήταν πάρα πολύ δύσκολο να τα πάρει αλλά, τελικά, βρέθηκε να τα κρατάει στο χέρι της τη στιγμή που μπήκε μέσα ο Τζωρτζ. Φαινόταν το ίδιο αμήχανος με τη Σέλινα, όμως το μόνο που είπε ήταν ότι θα της χρειάζονταν λίρες στο Λονδίνο, και τότε η Φράνσις συμπλήρωσε μια επιταγή της Αμέ-ρικαν Εξπρές και της την έδωσε. «Μπορείς να την εξαργυρώσεις στο αεροδρόμιο». «Σας ευχαριστώ πολύ». «Μπα, η ευχαρίστηση είναι όλη δική μου», της απάντησε η Φράνσις. «Μην το κάνεις θέμα». «Θα… θα φροντίσω να σας επιστραφούν…» «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Ο Τζωρτζ ρώτησε, «Πού είναι η τσάντα σου;» «Μέσα». Πήγε να τη φέρει, κι αφού πήρε τα λεφτά από το χέρι της Σέλινα, τα έβαλε ο ίδιος μέσα σε μια εσωτερική τσέπη. «Μην τα ξαναχάσεις», είπε. «Δεν θα το αντέξω». Ήταν μια αδέξια προσπάθεια ν’ αστειευτεί, για την οποία μετάνιωσε αμέσως γιατί ήταν σαν να εννοούσε ότι δεν άντεχε να του ξαναγίνει


βάρος. Βιάστηκε να προσθέσει, για να διορθώσει την γκάφα του, « Εχεις το διαβατήριό σου;» Η Σέλινα κατένευσε. «Είσαι σίγουρη;» «Ναι, βέβαια». «Τότε, καλύτερα να ξεκινήσεις. Δεν έχεις μεγάλο περιθώριο χρόνου…» , Την ξαπόστελνε με γλυκό κι ευγενικό αλλά σταθερό τρόπο. Δεν θα ξαναγύριζε ποτέ εδώ. Τον ακολούθησε με βήμα αργό μέσα στο σπίτι. Εκείνος έπιασε το κρεμ παλτό της και παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Πίσω της, η Φράνσις Ντόντζεν στεκόταν στο άνοιγμα της μπαλκονόπορτας. Ο Τζωρτζ είπε, περιμένει…»

όσο πιο μαλακά

μπορούσε,

«Ο

ίΐέπε

Η Σέλινα ξεροκατάπιε. «Μ* έπιασε, ξαφνικά, μια τρομερή δίψα», είπε. «Προλαβαίνω να·πιω κάτι…;» «Φυσικά». Πήγε προς το πηγάδι, αλλά η Σέλινα τον πρόλαβε. «Όχι. Προτιμώ να πιω μια παγωμένη σόδα από το ψυγείο. Άσε. Θα την πάρω μόνη μου. Δεν θ’ αργήσω». Περίμεναν ακίνητοι, ενώ η Σέλινα γλίστρησε πίσω από τον πάγκο της κουζίνας κι έσκυψε για ν’ ανοίξει την πόρτα του ψυγείου και να βγάλει το μπουκάλι. Γιά μια στιγμή χάθηκε από τα μάτια τους και μετά σηκώθηκε πάλι, με το μπουκάλι στο χέρι, το άνοιξε, γέμισε ένα ποτήρι και το ήπιε τόσο γρήγορα, που ο Τζωρτζ την προειδοποίησε ότι κινδύνευε να πνιγεί.


«Δεν πνίγομαι». Άφησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο και χαμογέλασε. Λες και η παγωμένη σόδα είχε λύσει ξαφνικά όλα της τα προβλήματα. «Ήταν ό,τι έπρεπε». Βγήκαν έξφ στο φως του ήλιου, όπου τους περίμενε ο Πέπε. Πήρε το παλτό της Σέλινα και το άπλωσε προσεκτικά στο φρεσκοκαθαρισμένο πίσω κάθισμα, και η Σέλινα αποχαιρέτησε τη Φράνσις και την ευχαρίστησε για τη βοήθεια και την καλοσύνη της, και μετά στράφηκε στον Τζωρτζ. Δεν άπλωσε το χέρι της, κι εκείνος δεν μπορούσε να τη φιλήσει. Αποχαιρετίστηκαν χωρίς ούτε ένα άγγιγμα, αλλά ο Τζωρτζ ένιωσε σαν να σχιζόταν στα δύο. Μπήκε μέσα στο παλιό αυτοκίνητο στητή, συγκινητική κι απελπιστικά ευάλωτη. Ο Πέπε κάθισε δίπλα της, και ο Τζωρτζ του έδωσε μισή ντουζίνα τελευταίες οδηγίες κι απείλησε να τον σκοτώσει αν κάτι πήγαινε στραβά. Ο Πέπε κουνούσε καταφατικά το κεφάλι και στο τέλος γέλασε φαφούτικα καθώς έβαζε ταχύτητα. Το αυτοκίνητο σκαρφάλωσε αργά στην ανηφόρα κι απομακρύνθηκε. Ο Τζωρτζ έμεινε να ατενίζει το λόφο αρκετή ώρα αφότου είχε χαθεί από τα μάτια του, γιατί άκουγε ακόμα το βόμβο της μηχανής. Εκείνο το βράδυ έγινε ένα μεγάλο πάρτι στο ξενοδοχείο «Κάλα Φουέρτε». Δεν ήταν προσχεδιασμένο, απλώς προέκυψε, έτσι όπως προκύπτουν τα καλύτερα πάρτι, από παρέες που ανοίγονται για να συμπεριλάβουν μια ντουζίνα διαφορετικές εθνικότητες που καταναλώνουν απίστευτες ποσότητες αλκοόλ. Ήρθαν όλοι στο κέφι. Μια χοντρή κοπέλα δοκίμασε ν’ ανέβει


να χορέψει σ’ ένα τραπέζι, αλλά έπεσε στην αγκαλιά του φίλου της κι έμεινε εκεί, κοιμισμένη, ώς το τέλος της βραδιάς. Ένας από τους βαρκάρηδες του λιμανιού άρχισε να παίζει κιθάρα, και μια Γαλλίδα χόρεψε ένα φλαμέγκο με τόσο αστείο τρόπο, που ο Τζωρτζ λύθηκε απ’ τα γέλια. Ωστόσο, γύρω στη μία και μισή το πρωί, ανήγγειλε ξαφνικά πως θα γύριζε σπίτι του, στην Κάζα Μπάρκο. Του απάντησαν με κραυγές διαμαρτυρίας, πειράγματα, κατηγορίες ότι χαλούσε την παρέα, κάποιοι του είπαν ότι ήταν η σειρά του να κεράσει μια γύρα, αλλά εκείνος ήταν αμετάπειστος, γιατί ήξερε πως έπρεπε να φύγει πριν σταματήσει τα γέλια κι αρχίσει τα κλάματα. Δεν υπήρχε τίποτα χειρότερο από έναν κλαψιάρη μεθυσμένο. Σηκώθηκε κι έσπρωξε προς τα πίσω την καρέκλα του μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο. «Θα ’ρθω μαζί σου», δήλωσε η Φράνσις. «Εσύ θα διανυκτερεύσεις εδώ, το ξέχασες;» «Θα σε πάω σπίτι με το αυτοκίνητο. Γ ιατί να περπατήσεις, τη στιγμή που έχουμε ένα αμάξι έξω, στην πόρτα;» Υποχώρησε γιατί δεν είχε όρεξη να κάνει σκηνή. Έξω, τα αστέρια έλαμπαν μες στη ζεστή νύχτα. Η Σιτροέν ήταν παρχαρισμένη στη μέση της πλατείας, και, καθώς πήγαιναν προς τα κει, η Φράνσις έβαλε τα κλειδιά στη φούχτα του Τζωρτζ και είπε, «Οδήγησε εσύ». Ήταν απόλυτα ικανή να οδηγήσει, αλλά της άρεσε να παριστάνει πότε πότε το ανίσχυρο θηλυκό, κι έτσι ο Τζωρτζ πήρε τα κλειδιά και κάθισε στο τιμόνι. Σκέφτηκε πως ενώ το δικό του, μικρό κι αστείο αυτοκινητάκι με


τους κίτρινους τροχούς, ήταν απλώς ένα μέσο για να κυκλοφορεί στο νησί, η Σιτροέν της Φράνσις, γρήγορη και δυνατή, ήταν κατά κάποιο τρόπο μια σέξι προέκταση της προσωπικότητάς της. Τώρα καθόταν δίπλα του, με το πρόσωπο στραμμένο στ’ άστρα, το μελαψό λαιμό της να προβάλλει απ’ το βαθύ V ντεκολτέ του ξεκούμπωτου πουκαμίσου. Ο Τζωρτζ ήξερε πως περίμενε να τη φιλήσει, αλλά, αντί γι’ αυτό, εκείνος άναψε τσιγάρο πμν ανάψει τη μηχανή κι εκείνη ρώτησε, «Γιατί δεν με φιλάς;» «Δεν κάνει να σε φιλήσω», της απάντησε. «Δεν μου το επιτρέπουν οι αρχές μου». «Γιατί τα ρίχνεις όλα στ’ αστείο;» «Φταίει ο βρετανικός μηχανισμός άμυνας που έχω». Κοίταξε το ρολόι της στο άπλετο ασημένιο φως των άστρων. «Είναι μία. Λες να ’χει φτάσει στο Λονδίνο;» «Κανονική, ναι». «Στο Κουίνς Γκέητ. Μακριά από τα δικά μας λημέρια, αγάπη μου». Ο Τζωρτζ άρχισε να σφυρίζει σιγανά ένα σκοπό που του είχε κολλήσει από την αρχή της βραδιάς. «Δεν φαντάζομαι ν’ ανησυχείς γι’ αυτήν, ε;» «Όχι, δεν ανησυχώ. Έπρεπε όμως να την πάω στο αεροδρόμιο, κι όχι να την αφήσω να πάει με τον Πέπε και το σαράβαλό του!


Αυτό δεν είναι αυτοκίνητο, είναι ραπτομηχανή με τέσσερις ρόδες». «Δεν ήθελε να την πας εσύ. Θα είχε αρχίσει να κλαψουρίζει στην αγκαλιά σου, και θα αισθανόσασταν κι οι δυο πολύ άσχημα». Δεν της απάντησε κι η Φράνσις έβαλε τα γέλια. «Μοιάζεις με πεισματάρα αρκούδα που δεν θέλει να βοσκήσει». «Είμαι πολύ μεθυσμένος για τέτοια». «Πάμε σπίτι τότε». Οδηγούσε συνεχίζοντας να σφυρίζει αυτόν τον αναθεματισμένο σκοπό. Όταν έφτασαν στην Κάζα Μπάρκο κι έσβησε τη μηχανή και βγήκε από το αυτοκίνητο, η Φράνσις τον ακολούθησε. Σαν να το είχαν συμφωνήσει, μπήκε μαζί του στο σπίτι που ήταν δροσερό και σκοτεινό, αλλά ο Τζωρτζ άναψε τα φώτα και πήγε, μηχανικά, να σερβίρει στον εαυτό του ένα ποτό, γιατί χωρίς ποτό θα πέθαινε ή θα έπεφτε στο κρεβάτι ξεσπώντας σε λυγμούς, και δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να κάνει τίποτα απ’ όλα αυτά μπροστά στη Φράνσις. Εκείνη σωριάστηκε με άνεση στον καναπέ, με τα πόδια της ανεβασμένα στο ένα μπράτσο και το κατσαρό της κεφάλι σ’ ένα από τα γαλάζια μαξιλάρια του. Στην προσπάθειά του να φτιάξει δυο ποτά, του Τζωρτζ του έπεσε το ανοιχτήρι και δυοτρία παγάκια, και η Φράνσις του φώναξε, «Τι είναι αυτό που σφυρίζεις; Δεν ξέρεις άλλο σκοπό;» «Δεν ξέρω καν ποιος είναι αυτός». «Τότε σταμάτα να τον λες».


Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει, του φαινόταν πως ήταν περικυκλωμένος από λιμνούλες με νερό και παγάκια που έλιωναν και δεν έβρισκε τίποτα για να τα σκουπίσει. Πήρε τα ποτήρια, πήγε κοντά στη Φράνσις, της έδωσε το ένα κι εκείνη το πήρε, κοιτάζοντάς τον επίμονα, κι εκείνος κάθισε μπροστά στο τζάκι με την πλάτη του στη σβηστή εστία και το ποτήρι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Εντελώς ήρεμα, του είπε, «Ξέρεις, αγάπη μου, είσαι έξω φρενών μαζί μου». «Ναι;» «Ναι». «Γιατί;» «Γιατί ξεφορτώθηκα τη φιλεναδούλα σου. Και γιατί κατά βάθος ξέρεις ότι έπρεπε να το είχες κάνει μόνος σου. Και μάλιστα αμέσως, από την αρχή». «Δεν μπορούσα να της αγοράσω αεροπορικό εισιτήριο χωρίς λεφτά». «Αυτό, και με συγχωρείς που στο λέω, είναι η πι» γελοία δικαιολογία που έχω ακούσει να δίνει κανείς στον εαυτό του». Χαμήλωσε τα μάτια του στο ποτό του. «Ναι», είπε μετά από λίγο. «Μπορεί να είναι». Ο σκοπός συνέχιζε να παίζεται στο βάθος του μυαλού του. Μετά από λίγο, η Φράνσις είπε:


«Την ώρα που είχες πάει να βρεις τον Πέπε, και η μικρή ετοιμαζόταν για την αναχώρησή της, έριξα μια ματιά στο γραφείο σου. Απ’ ό,τι είδα, δεν είσαι και τόσο παραγωγικός». «Δεν είμαι καθόλου παραγωγικός. Δεν έχω γράψει ούτε λέξη». «Απάντησες στον κύριο Ράτλαντ;» «Όχι. Αλλά», πρόσθεσε με πονηρό ύφος, «συμβουλεύτηκα έναν ειδικό που μου είπε ότι πάσχω από συγγραφικό μπλοκάρισμα». «Επιτέλους», είπε με κάποια ικανοποίηση η Φράνσις, «μια αναλαμπή του παλιού, κακού εαυτού σου. Κι αφού αποφάσισες να πετάξεις το γάντι, θα σε μιμηθώ. Βλέπεις, αγάπη μου, δεν πιστεύω πως .θα γράψεις ποτέ αυτό το δεύτερο βιβλίο». «Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» «Σε ξέρω. Ξέρω τι άνθρωπος είσαι. Το γράψιμο είναι σκληρή δουλειά κι εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς τους κλασικούς, τεμπέληδες, εκπατρισμένους Άγγλους που δεν κάνουν τίποτα, με περισσότερη χάρη απ’ οποιαδήποτε άλλη ράτσα στον κόσμο». Δέχτηκε τα λόγια της δείχνοντας αυθόρμητα ότι μάλλον το διασκέδαζε, και η Φράνσις ανακάθισε, αναθαρρημένη απ’ τη διαπίστωση ότι δεν είχε χάσει την ικανότητά της να τον κάνει να γελάει. «Τζωρτζ, αν δεν θες να έρθεις στο Μάλαγκαρ, αν δεν σ’ αρέσουν οι ταυρομαχίες, τότε δεν θέλω να πάω ούτε εγώ. Γιατί όμως να μην πάμε κάπου μαζί; Μπορούμε να πάρουμε την Έκλ ειψη και να πάμε στη Σαρδηνία ή στην Αυστραλία ή… να διασχίσουμε με μια καμήλα την έρημο Γκόμπι…»


«Με τα συμπράγκαλα στην μπροστινή καμπούρα». «Πάλι ειρωνεύεσαι. Αλλά εγώ το λέω σοβαρά. Είμαστε ελεύθεροι κι έχουμε άπειρο χρόνο στη διάθεσή μας. Γ ιατί να χτυπιέσαι και να δέρνεσαι μπροστά σε μια γραφομηχανή; Έχει μείνει κάτι στον κόσμο, για το οποίο να μπορείς να γράψεις πραγματικά καλά;» «Δεν ξέρω, Φράνσις». Έγειρε πίσω στα μαξιλάρια. Είχε τελειώσει το ποτό της κι άφησε το άδειο ποτήρι να πέσει πλάι της, στο δάπεδο. Ήταν ξαπλωμένη προκλητικά, με κάτι το ελκυστικά πρόστυχο και τρομαχτικά θηλυκό επάνω της. «Σ’ αγαπώ», είπε. «Και το ξέρεις». Δεν υπήρχε λόγος να μην της κάνει έρωτα. Άφησε το ποτήρι του και πήγε να καθίσει δίπλα της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε σαν να ήθελε να πνιγεί μέσα στο στόμα της. Εκείνη έβγαλε μικρές κραυγές ηδονής κι έχωσε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα μαλλιά του. Ο Τζωρτζ άφησε το στόμα της κι έτριψε το μάγουλό του στην έντονη γραμμή του πιγουνιού της. Η Φράνσις ένιωσε τα σκληρά γένια του να γρα-τζουνάνε το δέρμα της, κι έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του, τυλίγοντας σαν μέγκενη τα δυνατά μπράτσα της γύρω από το λαιμό του. «Μ’ αγαπάς;» τον ρώτησε, κι όταν εκείνος δεν μπόρεσε να της απαντήσει, άλλαξε την ερώτηση: «Σ’ αρέσω; Με θέλεις;» Ο Τζωρτζ ξετύλιξε τα μπράτσα της από το λαιμό του και τραβήχτηκε. Η Φράνσις έβαλε τα γέλια. Η προσαρμοστικότητα στις περιστάσεις και το χιούμορ της ήταν δυο από τα


προτερήματα που του άρεσαν σ’ αυτήν. «Μου φαίνεται ότι είσαι τελείως μεθυσμένος», του είπε όταν σταμάτησε να γελάει. Ο Τζωρτζ σηκώθηκε και πήγε να βρει τα τσιγάρα του, και η Φράνσις τον ακολούθησε, στρώνοντας με τα δάχτυλα τα κοντοκομμένα μαλλιά της. «Πρέπει να συγυριστώ λιγάκι πριν γυρίσω στο ξενοδοχείο του Ρουντόλφο», είπε. «Τον ξέρεις δα, έχει σκουριασμένες ιδέες περί ηθικής. Μπορώ να χρησιμοποιήσω το δωμάτιό σου;» «Φυσικά», είπε ο Τζωρτζ και της άναψε τα φώτα του εξώστη. Εκείνη ανέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, με τα τακούνια των εξώφτερνων παπουτσιών της να χτυπούν δυνατά πάνω στα ξύλινα σκαλοπάτια. Τραγουδούσε τώρα το σκοπό που τον βασάνιζε όλο το βράδυ, αλλά πάντα χωρίς λόγια, και μετά, τελείως ξαφνικά, το τραγούδι σταμάτησε, λες και κάποιος είχε κλείσει απότομα το ραδιόφωνο. Η σιωπή τον τάραξε περισσότερο απ’ ό,τι μια στριγκλιά, και σταμάτησε να ψάχνει για τσιγάρο, τέντωσε τ’ αυτιά του κι αφουγκράστηκε με την καχυποψία ενός κυνηγόσκυλου. Αμέσως μετά, η Φράνσις εμφανίστηκε στο κεφαλόσκαλο κι άρχισε να κατεβαίνει με μια ανεξιχνίαστη έκφραση στο πρόσωπό της. Τη ρώτησε βλακωδώς, «Τι τρέχει; Δεν βρήκες χτένα;» «Δεν ξέρω», είπε η Φράνσις. «Δεν έψαξα. Δεν κοίταξα πέρα από το κρεβάτι…» «Το κρεβάτι;» Η απορία του ήταν απόλυτα γνήσια.


«Και μη μφυ πεις πως είναι αστείο. Ένα ακόμη δείγμα της απίθανης βρετανικής αίσθησης του χιούμορ…» Ο Τζωρτζ συνειδητοποίησε, προς μεγάλη του απελπισία, ότι ήταν πραγματικά θυμωμένη. Πίσω από την προσεχτικά συγκρατημένη φωνή της υπήρχε το τρέμουλο της επικείμενης έκρηξης. «Φράνσις, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Η κοπέλα. Η κόρη σου. Η Σέλινα. Όπως διάολο σ’ αρέσει να την λες. Ξέρεις πού είναι; Δεν είναι στο Λονδίνο. Ούτε καν στο αεροδρόμιο του Σαν Αντόνιο. Είναι εκεί πάνω…» Έδειξε με τρεμάμενο δάχτυλο την κρεβατοκάμαρά του και μετά, τα νεύρα της, σαν τεντωμένο λάστιχο, έσπασαν, κι έχασε την ψυχραιμία της. «Στο κρεβάτι σου!» «Αδύνατον». «Πήγαινε να δεις και μόνος σου. Εμπρός, άντε να ρίξεις μια ματιά». Ο Τζωρτζ δεν κουνήθηκε. «Δεν ξέρω τι γίνεται εδώ, Τζωρτζ, αλλά δεν έδωσα του κόσμου τα λεφτά για να ξαναβρώ αυτό το τσουλάκι στο κρεβάτι σου…» «Δεν είναι τσουλάκι». «… κι αν ετοιμάζεσαι να μου δώσεις κάποια εξήγηση, φρόντισε να είναι πειστική, γιατί δεν πρόκειται να χάψω ξανά κάποιο παραμύθι σαν το προηγούμενο… ότι δήθεν έχασε τη βαλίτσα και τα λεφτά και νόμιζε πως είσαι ο χαμένος μπαμπάκας της…»


«Δεν ήταν παραμύθι, ήταν η αλήθεια». «Η αλήθεια; Για να σου πω, κάθαρμα, ποιον νομίζεις πως κοροϊδεύεις;» Ούρλιαζε τώρα, κι αυτό ήταν από τα λίγα πράγματα που μπορούσαν να τον τρελάνουν. «Δεν ήξερα πως είχε γυρίσει…» «Τότε διώξ’ την, αυτή τη στιγμή…» «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό…» «Μάλιστα». Η Φράνσις κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια κι άρπαξε την τσάντα της. «Αν θέλεις να συγκατοικήσεις μ’ αυτή τη σιγανοπαπαδιά τσούλα, δεν έχω καμιά αντίρρηση…» «Πάψε!» «… αλλά μη μ’ ανακατεύεις στα μπουρδουκλωμένα σου σχέδια προκειμένου να σώσεις την υπόληψη και των δυο σας, γιατί, κατά τη γνώμη μου, δεν αξίζει δεκάρα». Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και γύρισε για να του πετάξει μια τελευταία βρισιά, αλλα της χάλασε τα σχέδια η είσοδος της Περλ. Η γατα περίμενε έξω από την πόρτα και, μόλις η Φράνσις την άνοιξε, μπήκε στητή και περήφανη, νιαουρίζοντας σιγανά για να δείξει την ευγνωμοσύνη της. «Καλύτερα να φύγεις», είπε ο Τζωρτζ, όσο πιο ήρεμα μπορούσε, και η Φράνσις του απάντησε έξαλλη, «Μην ανησυχείς. Έχω ήδη φύγει!» και, αφού έδωσε μια κλωτσιά γεμάτη κακία στην Περλ, βγήκε και βρόντησε την πόρτα πίσω της με τόση δύναμη, που τραντάχτηκε όλο το σπίτι.


Αμέσως μετά η ησυχία της νύχτας διαταράχτηκε από το μουγκρητό της Σιτροέν που ξεκίνησε απότομα κι ανέβηκε με την όπισθεν το λόφο, με μια ταχύτητα που έκανε τον Τζωρτζ να σφίξει τα δόντια του. Έσκυψε και πήρε την Περλ στην αγκαλιά του. Ευτυχώς, είχαν πληγωθεί μόνο τα αισθήματά της και τίποτ’ άλλο, και, αφού τη χάιδεψε λιγάκι, την άφησε μαλακά πάνω στο αγαπημένο της μαξιλάρι, στον καναπέ. Μια κίνηση πάνω από το κεφάλι του τον έκανε να στρέψει το βλέμμα στον εξώστη. Η Σέλινα στεκόταν με τα χέρια στο κάγκελο και τον παρακολουθούσε. Φορούσε ένα άσπρο νυχτικό με γαλάζια κορδέλα στο λαιμό, και ρώτησε με ανησυχία, «Είναι καλά η Περλ;» «Ναι, μια χαρά. Τι κάνεις εδώ;» «Ήμουν στο κρεβάτι. Κοιμόμουν». «Τώρα δεν κοιμάσαι. Φόρεσε κάτι και κατέβα». Ένα λεπτό αργότερα κατέβαινε από τον εξώστη, ξυπόλυτη, αλλά δένοντας τις κορδέλες ενός γελοίου, άσπρου μεταξωτού νεγκλιζέ που ήταν ασορτί με το νυχτικό της. «Πού τα βρήκες αυτά;» ρώτησε ο Τζωρτζ σμίγοντας τα φρύδια του. Η Σέλινα διέσχισε το δωμάτιο για να πάει κοντά του. «Ήρθε η βαλίτσα μου. Από τη Μαδρίτη». Χαμογέλασε, λες και περίμενε ότι αυτό το νέο θα τον χαροποιούσε, και ο Τζωρτζ αναγκάστηκε να καταφύγει στο σαρκασμό.


«Ώστε τα κατάφερες να φτάσεις ώς το αεροδρόμιο;» «Ω, ναι». «Και τι συνέβη αυτή τη φορά; Ακυρώθηκε η πτήση; Δεν βρήκες θέση στο αεροπλάνο; Σας έπιασε λάστιχο στο δρόμο;» «Όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά». Είχε ανοίξει τα μάτια της το-σο πολύ, που το ασπράδι σχημάτιζε δαχτυλίδι γύρω απ’ τις γαλάζιες κόρες. «Έχασα το διαβατήριό μου». «Τι έκανε λέει;» Όσο κι αν κρατήθηκε, δεν μπόρεσε να μην ουρλιάξει. «Ναι, είναι τελείως απίστευτο. Θυμάσαι που με ρώτησες, λίγο πριν φύγω, αν είχα το διαβατήριό μου; Ε, λοιπόν, ήταν στην τσάντα μου, και δεν θυμάμαι να την ξανάνοιξα, αλλά, όταν έφτασα στο αεροδρόμιο και πήγα να βγάλω εισιτήριο, το διαβατήριο δεν ήταν πουθενά». Τον κοίταζε προσεχτικά για να δει την αντίδρασή του. Εκείνος ξάπλωσε στα μαξιλάρια του καναπέ, τελείως ήρεμος. «Κατάλαβα. Και μετά τι έκανες;» «Το είπα φυσικά στην Γκουάρντια Σιβίλ». «Και τι σου είπε ο υπάλληλος της Γκουάρντια Σιβίλ;» «Α, ήταν πολύ ευγενικός κι έδειξε μεγάλη κατανόηση. Μετά από λίγη ώρα, σκέφτηκα πως ήταν καλύτερα να γυρίσω εδώ και να περιμένω μέχρι να το βρουν».


«Ποιοι;» «Οι κύριοι της Γκουάρντια Σιβίλ». Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή, καθώς κοιτάζονταν αμίλητοι. Μετά ο Τζωρτζ είπε, «Σέλινα». «Ναι;» «ξέρεις τι κάνει η Γκουάρντια Σιβίλ στα άτομα που χάνουν το διαβατήριό τους; Τα βάζει φυλακή. Τα θεωρεί πολιτικούς κρατούμενους. Τ’ αφήνει να σαπίζουν σε μπουντρούμια μέχρι να βρεθούν τα διαβατήριά τους». «Ε, εμένα δεν μου το έκαναν αυτό». «Λες ψέματα, έτσι δεν είναι; Πού έβαλες το διαβατήριό σου;» «Δεν ξέρω. Το έχασα». «Μήπως το άφησες στο αυτοκίνητο του Πέπε;» «Χάθηκε, σου λέω». «Ακου, Τζούνιορ, στην Ισπανία δεν πρέπει να παίζει κανείς με τα διαβατήρια». «Δεν παίζω». «Είπες στον Πέπε για το διαβατήριο;» «Αφού δεν μιλάω Ισπανικά, πώς να του το πω;»


«Του είπες όμως να σε φέρει πίσω». Φάνηκε να τα χάνει για μια στιγμή, αλλά μετά είπε με θάρρος, «Ναι». «Τι ώρα γύρισες;» «Γύρω στις έντεκα». «Σε ξυπνήσαμε όταν μπήκαμε;» Η Σέλινα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Τότε, άκουσες τι είπαμε;» «Να σου πω, προσπάθησα να κουκουλωθώ με τα σκεπάσματα για να μην ακούω, αλλά η κυρία Ντόντζεν έχει πολύ δυνατή φωνή. Λυπάμαι που δεν με συμπαθεί». Χωρίς να περιμένει απάντηση -τι σχόλιο μπορούσε να κάνει κανείς σ’ αυτό;συνέχισε, μ’ ένα ύφος κοσμικό και πολύ πολιτισμένο που θα έκανε περήφανη της γιαγιά της, «Θα την παντρευτείς;» «Ξέρεις κάτι; Μ’ αρρωσταίνεις». «Είναι παντρεμένη;» «Τώρα πια όχι». «Τι απέγινε ο άντρας της;» «Δεν ξέρω… πού να ξέρω; Μπορεί να πέθανε». «Τον σκότωσε;» Ξαφνικά τα χέρια του απέκτησαν δική τους προσωπικότητα. Λαχταρόύσαν ν’ αρπάξουν τη Σέλινα και ν’ αρχίσουν να την


τραντάζουν μέχρι να κροταλίσουν τα δόντια της, να της μπατσίσουν τ’ αυτιά και να διώξουν αυτή την αυτάρεσκη έκφραση από το πρόσωπό της. Τα έχωσε στις τσέπες του κι έσφιξε τις γροθιές του για να συγκρατήσει αυτό το πρωτόγονο ένστικτο, αλλά η Σέλινα έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται τη θύελλα που είχε ξεσηκωθεί μέσα του. «Φαντάζομαι ότι είχε δίκιο που θύμωσε όταν με βρήκε εδώ, αλλά δεν κάθισε ν’ ακούσει τις εξηγήσεις μου. Και κλώτσησε και την καημένη την Περλ… Θα ’ταν πολύ πιο δίκαιο να κλωτσήσει εμένα». Κοίταξε κατάματα τον Τζωρτζ, ο οποίος είχε πάθει σοκ από το θράσος της. «Θα πρέπει να σε ξέρει πολύ καλά, για να σου μιλήσει έτσι. Όπως έκανε απόψε, εννοώ. Ήθελε να της κάνεις έρωτα». «Πας γυρεύοντας, Σέλινα». «Κι απ’ ό,τι είπε, πιστεύει πως δεν θα γράψεις ποτέ άλλο βιβλίο». «Σ’ αυτό μπορεί να έχει δίκιο». «Δεν θα δοκιμάσεις καν;» Ο Τζωρτζ είπε αργόσυρτα, «Τι στο διάολο σε νοιάζει εσένα;» αλλά ούτε αυτό την πτόησε. «Μου φαίνεται πως φοβάσαι μήπως αποτύχεις, πριν καν αρχίσεις. Η κυρία Ντόντζεν είχε δίκιο: είσαι φτιαγμένος από την κλασική πάστα των ανεπρόκοπων Άγγλων» (η Σέλινα μιμήθηκε τέλεια την αργόσυρτη φωνή της Φράνσις) «που δεν κάνουν τίποτα, με μοναδική χάρη. Και φαίνεται πως δεν θέλεις


να χαλάσεις αυτή την εικόνα. Εξάλλου, τι σημασία έχει; Δεν είσαι υποχρεωμένος να γράψεις. Δεν ζεις απ’ αυτό. Όσο για τον κύριο Ράτλαντ, τι είναι η αθέτηση μιας υπόσχεσης; Τίποτα το σπουδαίο. Μπορείς ν’ αθετήσεις το λόγο σου, όπως αθέτησες την υπόσχεση που είχες δώσει στην κοπέλα που θα παντρευόσουν». Πριν προλάβει ο Τζωρτζ να σκεφτεί ή να συγκρατηθεί, το χέρι του είχε δραπετεύσει από τη φυλακή της τσέπης του και την είχε χαστουκίσει. Το σκαμπίλι αντήχησε σαν σκάσιμο φουσκωμένης χαρτοσακούλας. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν, το λιγότερο, οδυνηρή. Η Σέλινα απόμεινε να τον κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα από την έκπληξη, αλλά χωρίς παράπονο ή κακία, ενώ ο Τζωρτζ έτριβε την πονεμένη παλάμη του στο παντελόνι του. Θυμήθηκε πως δεν είχε βρει τελικά τα τσιγάρα που εψαχνε. Πήγε να τα βρει τώρα, πήρε ένα, το άναψε και παρατήρησε με φρίκη το τρέμουλο των χεριών του. Όταν γύρισε επιτέλους, διαπίστωσε έντρομος ότι η Σέλινα κατέβαλε τεραστία προσπάθεια για να μην κλάψει. Στη σκέψη των δακρύων, των, επικρίσεων και των απολογιών που ήταν αναπόφευκτο ν’ ακολουθήσουν, δεν άντεξε. Εξάλλου, ήταν πολύ αργά για οποιαδήποτε απολογία. Της είπε ανυπόμονα, αλλά όχι σκληρά, «Ωχ, άντε, ξεκουμπίσου!» και, όταν εκείνη γύρισε και ξεμάκρυνε βιαστικά, σαν μια θολή εικόνα μακριών, γυμνών ποδιών και άσπρου μεταξωτού, της φώναξε, «Και μη χτυπήσεις την πόρτα», αλλά το αστείο ήταν κρύο κι έπεσε, φυσικά, στο κενό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 Ξύπνησε πολύ αργά. Το κατάλαβε από τη γωνία που σχημάτιζαν οι ακτίνες του ήλιου καθώς έμπαιναν στο δωμάτιο, από τις φωτοσκιάσεις που αντανακλούσε η θάλασσα στο ταβάνι, από το σιγανό θόρυβο της σκούπας που σήμαινε ότι η Χουανίτα καθάριζε τη βεράντα. Προετοιμάστηκε ενστικτωδώς για τον πονοκέφαλο που ήξερε ότι θα τον χτυπούσε μόλις κουνιόταν, άπλωσε το χέρι για να πάρει το ρολόι του και είδε πως ήταν δέκα και μισή το πρωί. Είχε χρόνια να κοιμηθεί τόσο πολύ. Κούνησε προσεχτικά το κεφάλι του, δεξιά κι αριστερά, περιμένοντας μ’ αγωνία την πρώτη σουβλιά. Δεν ένιωσε τίποτα. Έγινε πιο τολμηρός και γύρισε τα μάτια του μέσα στις κόγχες τους. Δεν πόνεσαν. Παραμέρισε τη ριγέ κουβέρτα κι ανακάθισε. Το θαύμα συνεχίστηκε. Αισθανόταν μια χαρά. Καλύτερα από ποτέ, με ξεκάθαρο μυαλό, δροσερός και γεμάτος ενεργητικότητα. Αφού μάζεψε τα ρούχα του, μπήκε στο μπάνιο να κάνει ένα ντους και να ξυριστεί. Την ώρα που έτριβε το πρόσωπό του, ήρθε ξανά στο νου του ο σκοπός που του είχε κολλήσει το προηγούμενο βράδυ, αλλά αυτή τη φορά είχε και λόγια, και τότε κατάλαβε, κάπως αργά, γιατί είχε ενοχληθεί τόσο πολύ η Φράνσις όταν τον άκουσε να τον σφυρίζει. Συνήθισα το πρόσωπό της. Θαρρείς πως φέρνει την αυγή. Λοιπόν, ρώτησε τον εαυτό του που χαμογελούσε ηλίθια μέσα


απ’ τον καθρέφτη, πόσο σαχλός και γλυκανάλατος μπορείς να γίνεις; Κι όμως, αφού ντύθηκε, βγήκε και ξέθαψε το παλιό πικάπ του, ξεσκόνισε το δίσκο του Φρανκ Σινάτρα και τον έβαλε να παίξει. Η Χουανίτα είχε τελειώσει το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα της βεράντας και τώρα, ακούγοντας τη μουσική, άφησε τη σκούπα της και μπήκε μέσα, με τα βρεγμένα πόδια της ν’ αφήνουν αποτυπώματα πάνω στα πλακάκια. «Σενιόρ», είπε. «Χουανίτα! Μπουένος ντίας». «Κοιμήθηκε καλά ο σενιόρ;» «Υπερβολικά καλά, θα έλεγα». Συνήθισα το σκοπό Που σφυρίζει βράδυ πρωί. «Πού είναι η σενιορίτα;» «Πήγε στο πλοίο του σενιόρ, να κολυμπήσει». «Πώς πήγε εκεί;» «Πήρε το μικρό βαρκάκι». Σήκωσε τα φρύδια του παραξενεμένος. «Μπράβο της. Χουανίτα, υπάρχει καθόλου καφές;»


«Θα σας φτιάξω». Πήγε να βγάλει έναν κουβά νερό από το πηγάδι, και ο Τζωρτζ αισθανόταν τόσο καλά, που ένιωσε την επιθυμία για ένα τσιγάρο. Βρήκε ένα, το άναψε και μετά άρχισε να λέει, επιφυλακτικά, «Χουανίτα;» «Σι, σενιόρ». «Μια Αμερικάνα έμεινε χθες βράδυ στο ξενοδοχείο “Κάλα Φουέρτε”…» «Όχι, σενιόρ». Συνοφρυώθηκε. «Πώς όχι;» Η Χουανίτα ήταν στην κουζίνα κι έβαζε το νερό να βράσει. «Δεν έμεινε, σενιόρ. Γύρισε στο Σαν Αντόνιο χθες βράδυ. Δεν χρησιμοποίησε το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Η Ροζίτα το είπε στον Τομέου, κι ο Τομέου το είπε στη Μαρία, και η…» «Ξέρω, ξέρω. Η Μαρία το είπε σε σένα». Τα νέα που του ’φερε η Χουανίτα του προκάλεσαν μια μεγάλη, αν και επαίσχυντη, ανακούφιση, μολονότι η σκέψη πως η Φράνσις είχε γυρίσει στο Σαν Αντόνιο μες στη νύχτα μ’ εκείνο το διαβολικά γρήγορο αυτοκίνητό της, του προκαλούσε ρίγη. Προσευχήθηκε να μην της είχε συμβεί κανένα ατύχημα και να μη βρισκόταν, αυτή τη στιγμή, παγιδευμένη σε κάποια χαράδρα με το αυτοκίνητο από πάνω της. Με το ύφος του ανθρώπου που τον έχουν στριμώξει για τα καλά οι μπελάδες, έξυσε το σβέρκο του και βγήκε στη βεράντα για ν’


αναζητήσει τον άλλο του πονοκέφαλο. Πήρε τα κιάλια και τα εστίασε στην Έκλ ειψη αλλά, ενώ το βαρκάκι λικνιζόταν ρυθμικά δεμένο στην πρύμνη της, δεν είδε πουθενά τη Σέλινα. Η μέρα, ωστόσο, ήταν πανέμορφη. Φωτεινή όπως η χθεσινή, αλλά πιο δροσερή, με τη θάλασσα να φουσκώνει στην είσοδο του λιμανιού. Τα πεύκα λίκνιζαν τις αρωματικές κορφές τους κάτω από την αύρα, και μικρά κύματα έγλυφαν χαρωπά τις γλίστρες. Ήταν όλα σκέτη απόλαυση. Ο γαλανός ουρανός, η γαλάζια θάλασσα, η Έκλ ειψη που έγερνε ελαφρά, γαλήνια, τραβώντας τα σκοινιά της, η άσπρη βεράντα, τα κόκκινα γεράνια, όλα αγαπητά και γνώριμα κι ωστόσο μαγικά καινούργια σήμερα το πρωί. Η Περλ καθόταν στην άκρη της προβλήτας και καταβρόχθιζε τ’ απομεινάρια ενός ψαριού. Η Φράνσις είχε γυρίσει στο Σαν Αντόνιο, και η Χουανίτα του έφτιαχνε καφέ. Ο Τζωρτζ δεν θυμόταν πότε είχε νιώσει για τελευταία φορά τόση αισιοδοξία, τόση ελπίδα, τόση ευεξία. Αες και ζούσε ·επί μήνες με τη σκοτεινή απειλή μιας επικείμενης καταιγίδας, και τώρα είχε περάσει η θύελλα, είχε φύγει το βάρος, είχε διαλυθεί η πίεση, και μπορούσε ν’ ανασάνει ελεύθερα πάλι. Είπε στον εαυτό του πως ήταν ένα κάθαρμα, πως κανονικά θα έπρεπε να τον βασανίζουν οι τύψεις, αλλά η σωματική ευεξία του ήταν τόση, που νικούσε τη συνείδησή τοψ. Όλη αυτή την ώρα έσκυβε με τις παλάμες ακουμπισμένες στο τοιχάκι της βεράντας και τώρα, καθώς όρθωσε το κορμί του, είδε πως οι παλάμες του ήταν κάτασπρες από τον ασβέστη. Η πρώτη του κίνηση ήταν να τις σκουπίσει στο τζιν του, αλλά, ξαφνικά, τράβηξαν την προσοχή του οι γραμμές των αποτυπωμάτων του, που ξεχώριζαν πάνω στο άσπρο και σχημάτιζαν έναν


καλοσχεδιασμένο, μικροσκοπικό χάρτη. Το χάρτη του εαυτού του, του μοναδικού Τζωρτζ Ντάυερ, όπως μοναδική ήταν η ζωή που είχε ζήσει και όλα όσα έλεγε ή έκανε. Δεν ήταν ιδιαίτερα περήφανος για τον εαυτό του. Όλα αυτά τα χρόνια είχε πληγώσει και προσβάλει πολλούς ανθρώπους, και χθες τη νύχτα είχε φτάσει σε μια αποκορύφωση, που δεν άντεχε ούτε να τη σκέφτεται. Ωστόσο, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να μετριάσει την αγαλλίαση που ένιωθε τώρα αναγνωρίζοντας την ταυτότητά του. Συνήθισα το πρόσωπό της Ο δίσκος είχε τελειώσει, και ο Τζωρτζ μπήκε μέσα για να κλείσει το πικάπ. Την ώρα που κατέβαζε το καπάκι, φώναξε, «Χουανίτα». Έβαζε τον καφέ στην κούπα του. «Σενιόρ;» «Χουανίτα, το ξέρεις ότι ο Πέπε, ο άντρας της Μαρία, πήγε τη σενιορίτα στο αεροδρόμιο χθες το απόγευμα;» «Σι, σενιόρ», είπε η Χουανίτα, αλλά χωρίς να τον κοιτάζει. «Σου είπε κι ότι την έφερε πίσω, εδώ;» «Σι, σενιόρ. Το ξέρει όλο το χωριό». Ήταν αναμενόμενο κι αναπόφευκτο, και ο Τζωρτζ αναστέναξε, αλλά συνέχισε την ανάκριση.


«Ο Πέπε είπε ότι η σενιορίτα είχε χάσει το διαβατήριό της;» «Δεν ήξερε πως είχε χαθεί. Μόνο πως δεν το είχε». «Το είπε όμως στην Γκουάρντια Σιβίλ στο αεροδρόμιο;» «Δεν ξέρω, σενιόρ». Έριξε το βραστό νερό στην κούπα κι ανακάτεψε τον καφέ. «Χουανίτα…» Ο Τζωρτζ ακούμπησε το χέρι του στο γυμνό μπράτσο της, και τότε εκείνη γύρισε απότομα το κεφάλι της, και ο Τζωρτζ είδε με έκπληξη πως τον κορόιδευε, γιατί τα σκούρα μάτια της γελούσαν πονηρά. «Χουανίτα… η σενιορί-τα δεν είναι κόρη μου». «Όχι, σενιόρ», απάντησε η Χουανίτα σεμνότυφα. «Μη μου πεις πως το ήξερες κι αυτό». «Σενιόρ», απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους της, «ο Πέπε είπε πως δεν φερόταν σαν κόρη σας». «Πώς φερόταν;» «Ήταν πολύ δυστυχισμένη, σενιόρ». «Χουανίτα, δεν είναι κόρη μου αλλά μικρή μου ξαδέλφη». «Σι, σενιόρ». «Θα το πεις στη Μαρία; Και πες στην Μαρία να το πει στον Τομέου, κι ίσως ο Τομέου να το πει στη Ροζίτα, κι εκείνη στον Ρουντόλφο…» Γελούσαν κι οι δυο τώρα, σαν άτακτα παιδιά.


«Δεν είπα ψέματα, Χουανίτα. Αλλά δεν είπα ούτε την αλήθεια». «Ο σενιόρ δεν χρειάζεται ν’ ανησυχεί. Είτε είναι κόρη είτε ξαδέλφη…» Η Χουανίτα κούνησε με έμφαση τους ώμους της για να δείξει πως δεν υπήρχε λόγος να γίνεται συζήτηση. «Γία το Κάλα Φουέρτε ο σενιόρ είναι φίλος. Τ’ άλλα δεν έχουν σημασία». Τόση ευφράδεια ήταν πρωτάκουστη εκ μέρους της, και ο Τζωρτζ είχε συγκινηθεί τόσο πολύ, που ήθελε να τη φιλήσει, αλλα ήξερε πως θα την έφερνε σε μεγάλη αμηχανία. Έτσι, είπε μόνο πως πεινούσε και, έχοντας διάθεση για συντροφιά, μπήκε μαζί της στην κουζίνα κι άνοιξε την ψωμιέρα για να φτιάξει ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα βερύκοκο. Όπως πάντα, η ψωμιέρα ήταν γεμάτη, με το φρέσκο ψωμί πάνω από το μπαγιάτικο. Παρατήρησε με επιτιμητικό ύφος, «Χουανίτα, αυτή η ψωμιέρα είναι πολύ βρώμικη* Το ψωμί στον πάτο έχει μουχλιάσει». Και, για να της το αποδείξει, τη γύρισε ανάποδα, αδειάζοντας όλο το ψωμί στο δάπεδο. Τελευταίο έπεσε το μουχλιασμένο κομμάτι, και μετά το άσπρο χαρτί που είχε βάλει η Χουανίτα στον πάτο της ψωμιέρας, κι ύστερα ένα λεπτό, σκούρο μπλε βιβλιαράκι. Κειτόταν στο δάπεδο, ανάμεσά τους, κι αυτοί κοιτάζονταν ερωτηματικά, ο καθένας πιστεύοντας πως ο άλλος ήταν υπεύθυνος. «Τι είναι αυτό;» Ο Τζορτζ το μάζεψε και το περιεργάστηκε. «Είναι ένα


διαβατήριο. Ένα βρετανικό διαβατήριο». «Μα, τίνος είναι;» «Νομίζω πως είναι της σενιορίτα». Η ιδέα του ήταν ν’ αρχίσει, όχι από την αρχή του ταξιδιού, αλλά από τη μέση - από την εβδομάδα που η Έκλ ειψη είχε μπει στο λιμάνι της Δήλου. Και μετά θα γύριζε προς τα πίσω για να δείξει, με μια σειρά από αναδρομές, πώς είχε σχεδιαστεί αρχικά το ταξίδι και πώς είχε εξελιχθεί. Το χαρτί ήταν χοντρό και λείο ανάμεσα στα δάχτυλά του την ώρα που το περνούσε στον κύλινδρο, και η γραφομηχανή του δούλευε γλυκά σαν μια καλολαδωμένη μηχανή. Η Σέλινα κολυμπούσε ακόμα, και η Χουανίτα είχε κατέβει στο πλυσταριό της και πάλευε με τα σεντόνια του Τζωρτζ, έχοντας σαν όπλο μια μεγάλη πλάκα σαπούνι. Τραγουδούσε δυνατά ένα ντόπιο ερωτικό τραγούδι, κι έτσι ο Τζωρτζ δεν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ένα πολύ διακριτικό χτύπημα, που το σκέπαζε και ο θόρυβος της γραφομηχανής. Μην παίρνοντας απάντηση, ο επισκέπτης έσπρωξε την εξώπορτα, κι αυτή η κίνηση τράβηξε την προσοχή του Τζωρτζ, ο οποίος γύρισε να δει, με τα δάχτυλα να αιωρούνται πάνω από τα πλήκτρα. Ο άντρας που στεκόταν στο κατώφλι ήταν νέος, ψηλός και πολύ εμφανίσιμος. Φορούσε κοστούμι, ένα κανονικό επαγγελματικό κοστούμι, άσπρο πουκάμισο με κολλαριστό γιακά και γραβάτα, αλλά παρ’ όλα αυτά κατάφερνε να φαίνεται εξοργιστικά φρέσκος και άνετος καθώς έλεγε: «Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά χτύπησα και δεν μου


απάντησε κανείς. Αυτή είναι η Κάζα Μπάρκο;» «Μάλιστα». «Τότε, θα είστε ο Τζωρτζ Ντάυερ». «Ναι, είμαι…» Σηκώθηκε. «Λέγομαι Ρόντνυ Όκλαντ». Σ’ αυτό το σημείο σταμάτησε, νιώθοντας προφανώς πως η συζήτηση δεν μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς τον τυπικό χαιρετισμό. Διέσχισε το δωμάτιο κι έσφιξε το χέρι του Τζωρτζ. «Χαίρω πολύ». Γερή χειραψία, είπε μέσα του ο Τζωρτζ. Σταθερό βλέμμα, απόλυτα αξιόπιστος. Και μετά, σαν να το ξανασκέφτηκε, φριχτά βαρετός. «Αν δεν απατώμαι, μένει εδώ η Σέλινα Μπρους». «Ναι, εδώ μένει». Ο Ρόντνυ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα γύρω του. «Έχει πάει για μπάνιο, αυτή τη στιγμή». «Α, μάλιστα. Τότε, καλύτερα να σας εξηγήσω. Είμαι ο δικηγόρος της». Ο Τζωρτζ δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Και πολύ φοβάμαι ότι, χωρίς να το θέλω, εγώ φταίω γι’ αυτό το ταξίδι της στο Σαν Αντόνιο. Εγώ της χάρισα το βιβλίο σας, και είδε τη φωτογραφία που την έκανε να πιστέψει ότι είστε ο πατέρας της. Μου μίλησε γι’ αυτό. Μου είπε πως ήθελε να έρθει να σας βρει και μου ζήτησε να τη συνοδεύσω, αλλά, δυστυχώς, ήμουν υποχρεωμένος να κάνω ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Μπάουρνμαουθ για να δω ένα σημαντικό πελάτη, κι όταν επεστρεψα στο Λονδίνο η Σέλινα είχε φύγει. Έλειπε ήδη τρεις η τέσσερις μέρες κι έτσι, όπως ήταν φυσικό, πήρα το πρώτο αεροπλάνο για το Σαν Αντόνιο, και… νά, νομίζω πως πρέπει


να την πάρω πίσω, μαζί μου». Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και μετά ο Ρόντνυ πρόσθεσε, «Φυσικά, δεν είστε ο πατέρας της». «Όχι. δεν είμαι. Ο πατέρας της έχει πεθάνει». «Του μοιάζετε όμως, πράγματι, πάρα πολύ. Ακόμα κι εγώ το βλέπω». «Ο Τζέρρυ Ντώσον ήταν μακρινός μου ξάδελφος». «Τι απίθανη σύμπτωση!» «Ναι», συμφώνησε ο Τζωρτζ. «Απίθανη». Για πρώτη φορά ο Ρόντνυ φάνηκε να σαστίζει. «Κύριε Ντάυερ, δεν ξέρω καθόλου πώς εξελίχτηκε αυτή η… μάλλον ασυνήθιστη επίσκεψη της Σέλινα, ούτε πόσο σας μίλησε για τον εαυτό της. Αλλά είχε πάντα μια έντονη επιθυμία… μια μανία, θα έλεγα, με τον πατέρα της. Τη μεγάλωσε η γιαγιά της και η παιδική της ηλικία ήταν διαφορετική, για να μην πω κάτι πιο βαρύ…» «Ναι, μου το είπε». «Τότε, μιας και ξέρετε τα γεγονότα, είμαι σίγουρος πως συμφωνείτε μαζί μου». «Ναι, μάλλον». Ο Τζωρτζ χαμογέλασε και πρόσθεσε, «Ωστόσο, θα ήθελα να μάθω, έτσι, από περιέργεια, ποια θα ήταν η αντίδρασή σας, αν είχε αποδειχθεί ότι τελικά είμαι ο πατέρας της Σέλινα». «Να σας πω…» Ο Ρόντνυ έχασε για μια στιγμή την ευφράδειά


του. «Νά, εγώ… ε…» Τελικά αποφάσισε να το ρίξει στ* αστείο και γέλασε. «Υποθέτω πως μάλλον θα σας έφερνα προ τετελεσμένου ζητώντας σας το χέρι της». «Το χέρι της;» «Μάλιστα. Κάπως καθυστερημένα, βέβαια, αφού είμαστε ήδη αρραβωνιασμένοι. Παντρευόμαστε τον ερχόμενο μήνα». Ο Τζωρτζ είπε μόνο, «Το επαναλαμβάνετε, παρακαλώ;» κι αυτή η φράση φανέρωνε όλη του τη σύγχυση. Είχε να τη χρησιμοποιήσει χρόνια, από τότε που συμμετείχε στις κοινωνικές και επίσημες εκδηλώσεις στο Μπράντενφορντ και στο Χαντ Μπολς, και νόμιζε πως την είχε ξεχάσει τελείως. Την ανέσυρε όμως από το υποσυνείδητό του το σοκ που επαθε. «Είμαστε ήδη αρραβωνιασμένοι. Δεν το ξέρατε;» «Όχι, δεν το ήξερα». «Θέλετε να πείτε πως η Σέλινα δεν σας το είπε; Τι περίεργο κορίτσι που είναι!» «Γιατί να μου το πει; Δεν με αφορά το θέμα». «Όχι, αλλά γι’ αυτήν θα ’πρεπε να είναι σημαντικό. Το πρώτο πράγμα για το οποίο θα ’πρεπε να μιλήσει». Φαντασμένο γουρούνι, είπε μέσα του ο Τζωρτζ. «Τέλος πάντων, δεν έχει και πολλή σημασία. Τώρα που τα ξέρετε όλα, είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνετε ότι πρέπει να την πάρω και να φύγουμε, το συντομότερο δυνατόν».


«Ναι, βέβαια». Ο Ρόντνυ τον προσπέρασε και βγήκε έξω, στη βεράντα. «Τι υπέροχη θέα! Είπατε πο^ς η Σέλινα έχει πάει για μπάνιο; Δεν την βλέπω». Ο Τζωρτζ τον ακολούθησε. «Δεν φαίνεται, γιατί είναι στ’ ανοιχτά, πίσω από το σκάφος. Θα πάω να τη φέρω…» Μόλις το είπε, θυμήθηκε πως δεν μπορούσε να πάει γιατί η Σέλινα είχε πάρει το βαρκάκι. Μετά όμως σκέφτηκε πως μπορούσε να δανειστεί το σκάφος του Ραφαέλ, του ξαδέλφου του Τομέου. «Μπορείτε να περιμένετε εδώ; Καθίστε. Σαν στο σπίτι σας. Δεν θ’ αργήσω». «Μήπως θέλετε να έρθω μαζί σας;» Έκανε την πρόταση χωρίς ενθουσιασμό, και ο Τζωρτζ του απάντησε, «Όχι, δεν υπάρχει λόγος. Το σκάφος θα είναι γεμάτο λέπια και θα λερώσετε το κοστούμι σας». «Καλά, αν νομίζετε…» και μπροστά στα μάτια του Τζωρτζ, ο Ρόντνυ τράβηξε μια μπαμπού πολυθρόνα στον ήλιο και στρογγυλοκάθισε με την άνεση ενός κοσμοπολίτη Άγγλου με καλή ανατροφή. Ο Τζωρτζ τράβηξε το σκάφος του Ραφαέλ, πάνω στη γλίστρα και το έριξε στη θάλασσα, βλαστημώντας με κάθε ανάσα που έπαιρνε. Ήταν μακρύ, βαρύ και δύσκολο στο χειρισμό, γιατί είχε μόνο ένα κουπί κι έτσι ήταν αναγκασμένος να κωπηλατεί από την πρύμνη φέρνοντάς το μια δεξιά και μια αριστερά, και το ’κανε πολύ αδέξια, κι αυτό τον εξόργιζε, γιατί ο Ρόντνυ Όκλαντ με το λείο ανέκφραστο πρόσωπο ^και τη λεία


ανέκφραστη φωνή και το ατσαλάκωτο σκούρο γκρίζο κοστούμι του τον παρακολουθούσε από τη βεράντα της Κάζα Μπάρκο. Στο τέλος, έφτασε στην Έκλ ειψη βρίζοντας και καταϊδρωμένος, αλλά όταν φώναξε το όνομα της Σέλινα δεν πήρε απάντηση. Έστριψε με αρκετή δυσκολία τη δυσκίνητη βάρκα του, πέρασε κάτω από το σχοινί της Έκλ ειψης και τότε μόνο διέκρινε τη Σέλινα να κάθεται σαν γοργόνα πάνω σ’ ένα βράχο, στην αντικρινή ακτή. Είχε ανέβει τα κομψά σκαλιά μιας από τις λευκές, σαν γαμήλ^ς τούρτες, βίλες που ήταν χωμένες ανάμεσα στα πεύκα και καθόταν με τα μπράτσα της τυλιγμένα γύρω από τα γόνατά της και τα μαλλιά της να πέφτουν βρεγμένα στο σβέρκο της σαν τρίχωμα φώκιας. Η ψαρόβαρκα του Ραφαέλ γλίστρησε κάτω από την αριστερή πλευρά της Έκλ ειψης. Ο Τζωρτζ στερέωσε το βαρύ κουπί, σηκώθηκε όρθιος κι έκανε τις παλάμες του χωνί για να τη φωνάξει. «Σέλινα!» Τ’ όνομά της αντήχησε σαν εξοργισμένη κραυγή, κι εκείνη σήκωσε αμέσως το κεφάλι της. «Έλα δω, θέλω κάτι να σου πω». Μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό, σηκώθηκε, κατέβηκε τα άσπρα σκαλοπάτια, βούτηξε στο νερό κι άρχισε να κολυμπάει προς το μέρος του. Μόλις έφτασε στη βάρκα, διαπίστωσαν πως η κουπαστή ήταν πολύ ψηλή γι’ αυτήν, κι έτσι αναγκάστηκε να περάσει τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες της και να την τραβήξει για να την ανεβάσει, βρεγμένη και στάζοντας, σαν φρέσκο ψάρι. Κάθισαν ο ένας αντίκρυ στον άλλον, πάνω στους δυο πάγκους της βάρκας, και η Σέλινα είπε, «Με συγχωρείς. Ήθελες το βαρκάκι;»


Η πρώτη σκέψη του Τζωρτζ ήταν πως οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θ’ απαιτούσε, πριν οποιαδήποτε άλλη συζήτηση, μία συγγνώμη για τη χθεσινοβραδινή συμπεριφορά του. Αλλά η Σέλινα δεν ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα. «Ελπίζω να μη σε πείραξε που το πήρα…» «Όχι, καθόλου». «Κοιμόσουν όταν κατέβηκα. Ανοιξα εγώ στη Χουανίτα». Την κοίταζε, χωρίς ν’ ακούει αυτά που του έλεγε, και προσπαθούσε να αφομοιώσει την πληροφορία ότι θα παντρευόταν τον Ρόντνυ Όκλαντ, ότι όλο αυτό το διάστημα ήταν αρραβωνιασμένη και δεν του το είχε πει. «… η φίλη σου είναι καλά; Ελπίζω να μη θύμωσε πάρα πολύ». «Η φίλη μου; Α, εννοείς τη Φράνσις. Δεν ξέρω πόσο θύμωσε. Γύρισε στο Σαν Αντόνιο χθες βράδυ. Εξάλλου, δεν έφταιγες εσύ. Θα της περάσει». «Δεν έπρεπε να γυρίσω στην Κάζα Μπάρκο, τώρα το καταλαβαίνω, αλλά…» Δεν άντεχε άλλο. «Σέλινα». Συνοφρυώθηκε. «Τι τρέχει;» «Άκου. Σε περιμένει κάποιος στην Κάζα Μπάρκο. Ήρθε να σε πάρει πίσω στο Λονδίνο. Τον λένε Ρόντνυ Όκλαντ». Κοκάλωσε. Τα χείλη της κουνήθηκαν, σχημάτισαν τη λέξη


«Ρόντνυ», αλλά δεν βγήκε κανένας ήχος από το στόμα της. «Ήρθε αεροπορικώς από το Λονδίνο, χθες βράδυ. Επιστρέφοντας από το Μπάουρνμαουθ, ανακάλυψε πως είχες έρθει μόνη σου στο Σαν Αντόνιο κι έτσι πήρε την πρώτη πτήση για εδώ. Του είπα πως δεν είμαι ο πατέρας σου, και ομολογώ πως δεν ξαφνιάστηκε. Πάντως, θέλει να σου μιλήσει». Η αύρα ήταν δροσερή και η Σέλινα ρίγησε. Ο Τζωρτζ είδε την άκρη της λεπτής χρυσής αλυσίδας της, που εξαφανιζόταν μέσα στο σουτιέν του μικροσκοπικού μπικίνι που της είχε αγοράσει, αλλά τώρα ήξερε ότι δεν κρεμόταν από εκεί ένας βαφτιστικός σταυρός. Άπλωσε το χέρι του, έπιασε την αλυσίδα, την τράβηξε κι εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια του το δαχτυλίδι με το ζαφείρι και τα διαμάντια του Ρόντνυ Όκλαντ. Ταλαντευόταν μπροστά στα μάτια του κι αντανακλούσε τις αχτίδες του ήλιου κι έμοιαζε να τον κοροϊδεύει. «Σέλινα. Γιατί δεν μου το είπες;» Τα μάτια της εκείνη τη στιγμή φάνταζαν τόσο σκούρα μπλε όσο το ζαφείρι του δαχτυλιδιού της. «Δεν ξέρω». «Είσαι αρραβωνιασμένη με τον Ρόντνυ;» Του έκανε ναι με το κεφάλι. «Θα τον παντρευτείς τον άλλο μήνα;». Η ίδια κίνηση. «Και, για ποιο λόγο - τόση μυστικότητα;» «Δεν υπάρχει μυστικότητα. Μίλησα στον Ρόντνυ για σένα. Του είπα πως πίστευα ότι ο Τζωρτζ Ντάυερ ήταν ο πατέρας μου. Και ήθελα να έρθει μαζί μου για να σε βρούμε. Αλλά δεν μπορούσε. Είχε δουλειά στο Μπάουρνμαουθ και δεν περίμενε πως θα ’ρχόμουν μόνη μου. Είπε πως αν ήσουν ο πατέρας μου,


θα σ’ έφερνα σε δύσκολη θέση με την ξαφνική εμφάνισή μου. Κι αν δεν ήσουν, τότε θα έκανα τζάμπα τον κόπο και τα έξοδα. Δεν καταλάβαινε πόσο σημαντικό ήταν για μένα να έχω ρίζες, οικογένεια, και ν’ ανήκω πραγματικά σε κάποιον». «Τον ξέρεις καιρό;» «Από μικρό κοριτσάκι. Η νομική εταιρεία του ασχολείτο με τις υποθέσεις της γιαγιάς μου. Τον συμπαθούσε πολύ και ξέρω πως ήθελε να τον παντρευτώ». «Και τώρα θα το κάνεις». «Ναι. Συνήθως, έκανα τελικά αυτό που ήθελε εκείνη». Μια σπίθα συμπόνοιας άστραψε στα καστανά μάτια του Τζωρτζ και η Σέλινα δεν άντεχε να τη λυπάται. Βιάστηκε λοιπόν να προσθέσει, «Δεν θα μείνουμε στο Κουίνς Γκέητ. Βρήκαμε ένα υπέροχο διαμέρισμα σε μια καινούργια πολυκατοικία. Μακάρι να μπορούσες να το δεις. Το λούζει ο ήλιος κι έχει θαυμάσια θέα. Η Άγκνες θα έρθει να μείνει μαζί μας. Έχω αγοράσει ακόμα και το νυφικό μου. Είναι άσπρο και πολύ μακρύ. Με ουρά». «Αλλά έκρυβες το δαχτυλίδι των αρραβώνων σου». «Νόμιζα πως ήσουν ο πατέρας μου. Ήθελα να σε γνωρίσω, για πρώτη φορά, όντας ο εαυτός μου. Χωρίς ν’ ανήκω σε κάποιον άλλον, χωρίς να έχω άλλη ζωή». «Είσαι ερωτευμένη μαζί του;» «Σου την έκανα κι εγώ αυτή την ερώτηση χθες, και δεν θέλησες


να μου απαντήσεις». «Δεν είναι το ίδιο. Μιλούσαμε για το παρελθόν μου. Τώρα πρόκειται για το μέλλον σου». «Το ξέρω. Γι’ αυτό έχουν όλα τόση σημασία». Ο Τζωρτζ δεν απάντησε. Η Σέλινα έφερε αργά τα χέρια πίσω στο λαιμό της και ξεκούμπωσε τη χρυσή αλυσίδα. Το δαχτυλίδι γλίστρησε στη φούχτα της. Το πήρε και το πέρασε πάλι στο δάχτυλό της. Μετά ξανακούμπωσε την αλυσίδα γύρω από το λαιμό της. Όλα αυτά τα έκανε με ήρεμο, προσεχτικό και συγκροτημένο τρόπο. Μετά είπε: «Δεν είναι σωστό ν’ αφήσω τον Ρόντνυ να περιμένει». «Ναι, βέβαια. Πάρε το βαρκάκι κι εγώ θα σ’ ακολουθήσω μ’ αυτή τη μαούνα του Ραφαέλ. Αλλά μη φύγεις χωρίς να πεις αντίο». «Δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Το ξέρεις». Μετά από λίγο, ο Ρόντνυ ζεστάθηκε υπερβολικά έξω στη βεράντα. Μπορούσε βέβαια να βγάλει το σακάκι του, αλλά φορούσε τιράντες και του φαινόταν σχεδόν άσεμνο να τριγυρνάει με τις τιράντες έξω κι έτσι σηκώθηκε από την μπαμπού πολυθρόνα και μπήκε στο δροσερό σπίτι. Τριγύριζε μέσα σ’ αυτό, χαζεύοντας και προσπαθώντας να καταλάβει την πρωτότυπη διαρρύθμισή του, όταν η Σέλινα ανέβηκε αθόρυβα τα σκαλια, εφτασε απαρατήρητη στη βεράντα και είπε τ’ όνομά του.


Ο Ρόντνυ σταμάτησε την περατζάδα του και γύρισε. Η Σέλινα στεκόταν στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Ο Ρόντνυ γούρλωσε τα μάτια του μόλις την είδε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν δυνατόν ν’ αλλάξει τόσο πολύ κάποιος, μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Έβλεπε πάντα τη Σέλινα σαν ένα άχρωμο πλάσμα, με άτονη επιδερμίδα και πυρόξανθα μαλλιά, και μόνο τα έντονα γαλανά, γατίσια μάτια της να σπάζουν τη μονοτονία της ομοιοχρωμίας. Τώρα όμως ήταν μαυρισμένη απ’ τον ήλιο και τα μαλλιά της, βρεγμένα ακόμα από το κολύμπι, είχαν ανταύγειες, σαν ηλιαχτίδες. Φορούσε ένα μπικίνι που κατά τη γνώμη του ήταν τόσο μικρό ώστε να καταντάει κακόγουστο, και, καθώς στεκόταν εκεί και τον κοίταζε, μια πελώρια άσπρη γάτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή λιαζόταν στη βεράντα, ήρθε και τυλίχτηκε αγαπησιάρικα γύρω από τους γυμνούς αστραγάλους της. Η στιγμή ήταν φορτισμένη με μια αλλόκοτη αμηχανία. Μετά η Σέλινα είπε, «Γεια σου, Ρόντνυ. Τι έκπληξη», προσπαθώντας να δώσε*, μια νότα ενθουσιασμού στη φωνή της, αλλά δεν τα κατάφερε. «Ναι», είπε ο Ρόντνυ, «το φαντάστηκα πως θα ξαφνιαζόσουν». Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς πως είχε μόλις φτάσει από το Λονδίνο, πως είχε μείνει ντυμένος όλη νύχτα κι είχε έρθει με τα πόδια από το χωριό ώς την Κάζα Μπάρκο. Τα παπούτσια του ήταν, ομολογουμένως, λίγο σκονισμένα από το περπάτημα στο χωματόδρομο, αλλά κατά τα άλλα ήταν άψογος σαν φιγονρίνι. Πήγε κοντά της για να τη φιλήσει, ακουμπώντας μαλακά τα χέρια του στους ώμους της, και μετά την απομάκρυνε λίγο κι έσμιξε επιτιμητικά τα φρύδια του κοιτάζοντας το μπικίνι της. «Τι είναι αυτό που φοράς;»


Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν είχα τίποτ’ άλλο να βάλω για να κολυμπήσω». Στο σχοινί του απλώματος κρεμόταν ένα παλιό μπουρνούζι του Τζωρτζ. Το πήρε και το φόρεσε. Ήταν στεγνό και σκληρό απ’ το αλάτι και τον ήλιο και είχε τη μυρωδιά του Τζωρτζ. Το τύλιξε σφιχτά γύρω της και, κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο, της έδωσε κουράγιο. «Ήταν μεγάλη απερισκεψία αυτό που έκανες, να έρθεις εδώ χωρίς να με ειδοποιήσεις», είπε ο Ρόντνυ. «Μπορεί να τρελαινόμουν από την ανησυχία». «Ήξερα πως ήσουν στο Μπάουρνμαουθ». «Σου τηλεφώνησα αμέσως μόλις γύρισα στο Λονδίνο, και η Άγκνες μου είπε πού ήσουν. Φυσικά, πήρα το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα κατευθείαν εδώ», πρόσθεσε. «Καλοσύνη σου, Ρόντνυ». «Σκέφτεσαι να επιστρέψεις;» «Θα είχα ήδη επιστρέψει, αλλά μου έκλεψαν όλα μου τα λεφτά στο αεροδρόμιο, μαζί με το εισιτήριο της επιστροφής μου, και δεν μπορούσα ν’ αγοράσω άλλο». «Θα μπορούσες να με ειδοποιήσεις. Θα σου είχα στείλει χρήματα». «Δεν… δεν ήθελα να σ’ ενοχλήσω. Και», πρόσθεσε σ’ ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας, «σκέφτηκα πως θα έλεγες “σε είχα προειδοποιήσει”. Επειδή είχες δίκιο κι εγώ άδικο, και ο Τζωρτζ Ντάυερ δεν ήταν ο πατέρας μου… δεν είναι πατέρας μου…»


«Ναι, το είχα προβλέψει». «Καταλαβαίνεις, όμως, πως έπρεπε να βεβαιωθώ;» Ήταν μια έκκληση για κατανόηση, αλλά ο Ρόντνυ δεν το κατάλαβε. «Φοβάμαι πως εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο ν’ άφηνες εμένα να το ψάξω». «Μα σου ζήτησα να έρθεις μαζί μου. Ήθελα να έρθεις, αλλά εσύ δεν ήθελες». «Όχι δεν ήθελα. Δεν μπορούσα. Το ξέρεις». «Μπορούσες ν’ αναβάλεις το ραντεβού σου με την κυρία Πώςτη-λένε». «Σέλινα!» Ο τρόπος της τον είχε σοκάρει και συνειδητοποίησε, ίσως για πρώτη φορά, πως η αλλαγή της δεν ήταν μονό εμφανισιακή αλλά πιο βαθιά και πολύ πιο ουσιώδης. Η Σέλινα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τέλος πάντων», είπε, «δεν μετανιώνω για τίποτα. Χαίρομαι που ήρθα, κι ας μην είναι ο Τζωρτζ ο πατέρας μου. Και θα το ξανάκανα». Ήταν μια ανοιχτή πρόκληση για αντιπαράθεση, αλλά πριν προλάβει ο Ρόντνυ να σκεφτεί κάποια απάντηση, εμφανίστηκε ο Τζωρτζ Ντάυερ, με την Περλ στην αγκαλιά του, και μπήκε ενεργά και χαρωπά στη συζήτησή τους. «Α, μπράβο. Να λοιπόν που ξανασμίξατε. Τι θα λέγατε για ένα


ποτό, έτσι για να δροσιστούμε;» «Δεν θέλω να πιω τίποτα, ευχαριστώ», είπε ξερά ο Ρόντνυ. «Τσιγάρο;» «’Οχι, όχι τώρα». Καθάρισε το λαιμό του. «Έλεγα στη Σέλινα πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να γυρίσουμε το συντομότερο στο Λονδίνο. Το ταξί μου περιμένει στο ξενοδοχείο του Κάλα Φουέρτε. Μπορούμε να πάμε κατευθείαν στο αεροδρόμιο». «Τα έχετε προβλέψει όλα», παρατήρησε ο Τζωρτζ. Ο Ρόντνυ του έριξε μια ματιά για να διαπιστώσει αν τον κορόιδευε, αλλά τα σκούρα μάτια που τον κοίταζαν ήταν πολύ σοβαρά. Στράφηκε ξανά στη Σέλινα, αν και όχι απόλυτα καθησυχασμένος. «Θα πρέπει να ετοιμαστείς. Πού μένεις;» Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή. Ο Ρόντνυ κοίταζε τη Σέλινα. Η Σέλινα κοίταξε τον Τζωρτζ και μετά ξανά τον Ρόντνυ. Ο Τζωρτζ χάιδευε νωχελικά την Περλ. Η Σέλινα είπε, «Εδώ». Ο Ρόντνυ χλόμιασε αισθητά. «Εδώ;» «Ναι. Εδώ. Στην Κάζα Μπάρκο». «Εδώ κοιμάσαι;» «Δεν είχα πού αλλού να πάω…»


Ρίγησε ελαφρά, και ο Τζωρτζ κατάλαβε πως ένιωθε νευρικότητα. Ο Ρόντυ όμως δεν έδειξε να το κατάλαβε, γιατί όταν ξαναμίλησε η φωνή του ήταν παγερή. «Δεν είναι λίγο… ανάρμοστο αυτό;» Ο Τζωρτζ άφησε απότομα την Περλ πάνω σε μια καρέκλα και μπήκε στη συζήτηση. «Όχι, δεν νομίζω. Μην ξεχνάτε πως η Σέλινα είναι ξαδέλφη μου». «Ας μην ξεχνάμε όμως και πόσο μακρινή. Εξάλλου, δεν είναι αυτό το θέμα». «Τότε ποιο είναι το θέμα;» «Νά, η Σέλινα εμφανίστηκε εδώ απρόσκλητη, απροειδοποίητα, σας ήταν τελείως άγνωστη, κι εσείς την αφήσατε να μείνει, να ζει μέσα σ’ αυτό το σπίτι, να κοιμάται σχεδόν -απ’ ό,τι βλέπωστο ίδιο δωμάτιο με σας. Αντιλαμβάνομαι βέβαια πως μπορεί να μην σας ενδιαφέρει η δική σας υπόληψη, αλλά για χάρη της Σέλινα θα μπορούσατε να είχατε βρει κάποια άλλη λύση». «Ίσως να μη θέλαμε», είπε ο Τζωρτζ. Ο Ρόντνυ έχασε την ψυχραιμία του. «Λυπάμαι, κύριε Ντάυερ, αλλά προφανώς δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Βρίσκω απαράδεχτη τη στάση σας». «Λυπάμαι». «Αδιαφορείτε πάντα έτσι για τους κανόνες της ευπρεπούς συμπεριφοράς;» «Ναι, πάντα. Και δεν είναι δικοί μου κανόνες».


Γιά μια στιγμή ο Ρόντνυ φλέρταρε με την ιδέα να του ρίξει μια γροθιά, αλλά μετά αποφάσισε πως ο Τζωρτζ δεν άξιζε ούτε την περιφρόνησή του και προτίμησε να τον αγνοήσει. Στράφηκε στη Σέλινα. «Σέλινα…» Εκείνη τινάχτηκε ξαφνιασμένη. «Λυπάμαι για όλα αυτά, αλλά θέλω να πιστεύω ότι το φταίξιμο δεν ήταν δικό σου. Είμαι διατεθειμένος να τα ξεχάσω, θα πρέπει όμως να φροντίσουμε να μη διαρρεύσει τίποτα απ’ όλα αυτά στο Λονδίνο». Η Σέλινα τον κοίταξε σκεφτική. Το πρόσωπό του ήταν λείο και καλοξυρισμένο. Δεν είχε ούτε μια ρυτίδα και της ήταν αδύνατον να τον φανταστεί γέρο, έμπειρο και ευχάριστα τσακισμένο. Έτσι θα ήταν και στα ογδόντα του, το ίδιο απρόσωπος κι ατσαλάκωτος σαν φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο. «Γιατί, Ρόντνυ;» ρώτησε. «Ε… δεν θα ήθελα να τα μάθει ο κύριος Άρθουρστοουν». Η απάντηση ήταν τόσο γελοία που της ήρθε να βάλει τα γέλια. Ο κύριος Άρθουρστοουν, με τ’ αρθριτικά στα γόνατα, που θα την συνόδευε στην εκκλησία… τι σχέση είχαν όλα αυτά με τον κύριο Άρθουρστοουν; «Και τώρα» -ο Ρόντνυ κοίταξε το ρολόι του- «δεν έχουμε άλλο χρόνο για χάσιμο. Ντύσου και πάμε να φύγουμε». Ο Τζωρτζ άναβε τσιγάρο τη στιγμή που ο Ρόντνυ έδινε αυτή την εντολή. Τίναξε το σπίρτο, έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα του και είπε, «Δεν μπορεί να έρθει στο Λονδίνο μαζί σας. Έχασε το διαβατήριό της».


«Τι έκανε λέει;» «Έχασε το διαβατήριό της. Χθες. Κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο». «Λέει αλήθεια, Σέλινα;» «Ω. Εγώ… ε, ναι…» Ο Τζωρτζ της έκλεισε το στόμα με τη βροντερή φωνή του. «Και βέβαια! Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι γίνεται εδώ, αγαπητέ μου κύριε Όκλαντ. Είναι ικανοί να σου κλέψουν και τα χρυσά δόντια σου, αν τους αφήσεις». «Μα, το διαβατήριό σου, Σέλινα. Καταλαβαίνεις πόσο σοβαρό είναι αυτό;» «Ε… εγώ…» ψέλλισε η Σέλινα. «Ενημέρωσες το Βρετανικό Προξενείο;» «Όχι», πετάχτηκε ο Τζωρτζ, παίρνοντας ξανά τη συζήτηση στα χέρια του, «αλλά το είπε στην Γκουάρντια Σιβίλ, στο αεροδρόμιο, κι αυτοί έδειξαν μεγάλη κατανόηση και προθυμοποιήθηκαν να ψάξουν». «Απορώ πώς δεν την έβαλαν αμέσως φυλακή». «Κι εγώ απόρησα, αλλά είναι απίστευτα τα θαύματα που κάνει ένα ωραίο χαμόγελο, ακόμα και στην Ισπανία». ««Και τι πρέπει να κάνουμε τώρα;»


«Να σας πω, αφού με ρωτάτε, θα πρότεινα να πάτε να πάρετε το ταξί σας και να επιστρέψετε στο Λονδίνο και ν’ αφήσετε τη Σέλινα εδώ, με μένα… Ναι, ναι», έκοψε απότομα την εξοργισμένη απόπειρα του Ρόντνυ να διαμαρτυρηθεί, «πιστεύω ειλικρινά πως είναι η καλύτερη λύση. Εκεί, θα μπορέσετε να κινήσετε κάποια νήματα, και μαζί ίσως καταφέρουμε να την κρατήσουμε μακριά από τη φυλακή. Και πάψε ν’ ανησυχείς τόσο πολύ για τους κανόνες της ηθικής συμπεριφοράς, νεαρέ μου. Στο κάτω κάτω, φαίνεται πως είμαι ο πλησιέστερος συγγενής της Σέλινα κι είμαι πρόθυμος ν’ αναλάβω την ευθύνη…» «Ευθύνη; Εσύ;» Έκανε μια ύστατη έκκληση στη Σέλινα. «Δεν φαντάζομαι να θες να μείνεις εδώ!» Ο Ρόντνυ κόντευε να εκραγεί και μόνο που το σκεφτόταν. «Να σου πω…» Ο δισταγμός της τον έπεισε. «Δεν σε αναγνωρίζω! Ο εγωισμός σου με αφήνει άναυδο! Λες και δεν καταλαβαίνεις πως δεν διακυβεύεται μόνο η δική σου υπόληψη. Έχω κι εγώ ένα όνομα και μια υπόληψη που θέλω να διαφυλάξω, και βρίσκω τη συμπεριφορά σου τελείως απαράδεχτη! Ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι τι θα πει ο κύριος Άρθουρστοουν». «Θα την εξηγήσεις πολύ καλά την κατάσταση στον κύριο Άρθουρστοουν, Ρόντνυ. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Και… μαζί με τις εξηγήσεις, καλά θα κάνεις να του πεις πως δεν θα χρειαστεί τελικά να με συνοδεύσει στην εκκλησία. Ειλικρινά λυπάμαι, αν και ξέρω πως, κατά βάθος, θα νιώθεις ανακούφιση. Σίγουρα δεν θα θες να με φορτωθείς, μετά απ’ όσα συνέβησαν. Και… ορίστε


το δαχτυλίδι σου…» Το έβγαλε και του έδωσε τα αστραφτερά διαμάντια και το βαθυγάλαζο ζαφείρι που νόμιζε ότι θα την έδενε για πάντα μαζί του. Εκείνος πολύ θα ήθελε να κάνει μια μεγαλόπρεπη χειρονομία, πετώντας το πάνω από το τοιχάκι της βεράντας στη θαλασσα, αλλά του είχε κοστίσει πολλά λεφτά, γι’ αυτό καταπιε την περηφάνια του και το πήρε. «Λυπάμαι, Ρόντνυ». Η αξιοπρέπειά του τού υπαγόρευε να μείνει σιωπηλός και σοβαρος. Γύρισε και κίνησε προς την πόρτα, όμως ο Τζωρτζ τον πρόλαβε και του την άνοιξε. «Κρίμα που πήγε στράφι το ταξίδι σου», είπε. «Έπρεπε να έρθεις στο Κάλα Φουέρτε λίγο αργότερα, μαζί με τους τουρίστες. Είμαι σίγουρος πως θα χαιρόσουν το θαλάσσιο σκι και το ψάρεμα. Πάντως, καλοσύνη σου που ήρθες». «Μη φανταστείτε, κύριε Ντάυερ, πως εγώ ή οι συνεργάτες μου θα τ’ αφήσουμε να περάσει έτσι αυτό». «Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου αυτή η σκέψη. Είμαι σίγουρος πως ο κύριος Άρθουρστοουν θα έχει κάποιες έξυπνες ιδέες και πως θα λάβω εν ευθέτω χρόνω κάποια τυπική και αυστηρή επιστολή. Σίγουρα δεν θες να σε πάω ώς το χωριό;» «Ευχαριστώ, προτιμώ να περπατήσω». «Καλώς, chacun a son gout 2. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία. Αντίο».


Χωρίς ν* απαντήσει, ο Ρόντνυ βγήκε με οργισμένες δρασκελιές από το σπίτι. Ο Τζωρτζ τον ακολούθησε με το βλέμμα μέχρι να φτάσει στη στροφή του δρόμου και μετά μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Γυρίζοντας, είδε τη Σέλινα να στέκει στη μέση του δωματίου, εκεί που την είχε αφήσει ο Ρόντνυ. Έμοιαζε να περιμένει άλλη μια βίαιη σκηνή, αλλά εκείνος είπε σε πολύ ήρεμο τόνο, «Δεν θα ’σουν στα καλά σου όταν αποφάσισες να παντρευτείς αυτόν τον άνθρωπο. Θα περνούσες τη μισή σου ζωή αλλάζοντας για το δείπνο και την άλλη μισή ψάχνοντας στο λεξικό για να βρεις αυτές τις πομπώδεις λέξεις που χρησιμοποιεί. Και ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο κύριος Άρθουρστοουν;» «Είναι ο μεγαλοδικηγόρος του γραφείου όπου δουλεύει ο Ρόντνυ. Είναι πολύ γέρος και υποφέρει από αρθριτικά». «Κι αυτός θα σε συνόδευε στην εκκλησία;» «Δεν υπήρχε άλλος». Ήταν μια απελπισμένη δήλωση. Ο Τζωρτζ είπε, «Μιλάς για τον κύριο Άρθουρστοουν ή για τον Ρόντνυ;» «Και για τους δύο, νομίζω». «Ίσως», είπε πολύ γλυκά ο Τζωρτζ, «ίσως να περνούσες μια μεγάλη κρίση πατρομανίας». «Ναι. Ίσως». «Και τώρα;»


«Το ξεπέρασα». Ρίγησε ξανά, κι εκείνος χαμογέλασε. «Ξέρεις, Σέλινα, δεν πίστευα ποτέ ότι ήταν δυνατόν να μάθει κανείς τόσα πολλά για έναν άλλο άνθωπο, μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα, ξέρω πως όταν λες ψέματα, κι αυτό γίνεται θλιβερά συχνά, ανοίγεις τα μάτια σου τόσο, που οι γάλαζιες κόρες τους περικυκλώνονται απ’ το άσπρο και μοιάζουν με νησιά. Κι όταν προσπαθείς να συγκρατηθείς και να μη γελάσεις με κάποια απ’ τις παλαβομάρες που λέω, κατεβάζεις τις άκρες των χειλιών σου και δημιουργείς ένα απροσδόκητο λακκάκι. Κι όταν νιώθεις νευρικότητα, ανατριχιάζεις. Νιώθεις νευρικότητα τώρα». «Όχι. Απλώς κρυώνω γιατί είμαι γυμνή και βρεγμένη». «Τότε πήγαινε να ντυθείς». «Πρώτα όμως πρέπει να σου πω κάτι…» «Μου το λες μετά. Άντε να ντυθείς». Βγήκε έξω στη βεράντα κι άναψε ένα τσιγάρο, για να την περιμένει. Ο ήλιος περνούσε μέσα από το λεπτό βαμβακερό ύφα^ σμα του πουκαμίσου και του έκαιγε τους ώμους. Ο Ρόντνυ Όκλαντ είχε φύγει μακριά από την Κάζα Μπάρκο, κι είχε βγει απ’ τη ζωή της Σέλινα. Όπως ακριβώς και η Τζέννυ: το φάντασμά της είχε εξορκιστεί οριστικά όταν μίλησε στη Σέλινα γι αυτήν. Η Τζέννυ κι ο Ρόντνυ ανήκαν κι οι δυο στο παρελθόν και το παρόν ήταν φωτεινό, όμορφο και χαρούμενο, και το μέλλον γεμάτο ελπίδες κι ευχάριστες εκπλήξεις, σαν χριστουγεννιάτικο δώρο.


Κάτω στην αυλή η Χουανίτα άπλωνε τα σεντόνια, συνεχίζοντας να τραγουδάει ανέμελα, σαν να μην είχε αντιληφθεί το δράμα που είχε παιχτεί όση ώρα εκείνη ασχολείτο με την καθημερινή πλύση. Τον πλημμύρισε ξαφνικά ένα κύμα στοργής γι’ αυτήν. Αν και ήξερε καλύτερα από τον καθένα πως η προσωπική του πορεία προς την κόλαση ήταν στρωμένη με τις καλύτερες προθέσεις, ο Τζωρτζ υποσχέθηκε τώρα στον εαυτό του πως, όταν θα εκδιδόταν το καινούργιο βιβλίο του, δεν θα της έδινε μόνο ένα αντίτυπο για να διακοσμήσει το σπίτι της, αλλά κάτι περισσότερο. Κάτι που ήθελε πολύ και που δεν θα μπορούσε ποτέ να το αγοράσει μόνη της. Ένα μεταξωτό φουστάνι ή ένα κόσμημα ή μια καινούργια κουζίνα γκαζιού. Τα βήματα της Σέλινα πίσω του τον έκαναν να γυρίσει. Φορούσε ένα λινό φόρεμα χωρίς μανίκια, σε χρώμα βερυκοκί, και πέδιλα με τακούνια που την έφερναν σχεδόν στο ίδιο ύψος μ’ αυτόν. Την κοίταξε παραξενεμένος που δεν είχε συνειδητοποιήσει ώς τότε πόσο όμορφη ήταν. «Είναι η πρώτη φορά που σε βλέπω ντυμένη κανονικά», είπε απλά. «Χαίρομαι που βρήκες τη βαλίτσα σου». Η Σέλινα πήρε μια βαθιά αναπνοή και είπε, «Τζωρτζ, πρέπει να σου μιλήσω». «Για τι πράγμα;» «Για το διαβατήριό μου». «Για το διαβατήριό σου;» «Ναι. Βλέπεις… Δεν χάθηκε».


Τινάχτηκε και σούφρωσε κατάπληκτος τα φρύδια του. «Δεν χάθηκε;» «Όχι. Βλέπεις… νά, χθες το απόγευμα, πριν φύγω με τον Πέπε… το έκρυψα». «Σέλινα». Έδειχνε τρομερά σοκαρισμένος. «Γιατί το έκανες αυτό;» «Ξέρω πως ήταν απαίσιο, αλλά δεν ήθελα να φύγω. Δεν ήθελα να σ’ αφήσω με την κυρία Ντόντζεν. Ήξερα πως δεν ήθελε να γράψεις αυτό το δεύτερο βιβλίο. Ήθελε να πας στην Αυστραλία ή στην έρημο Γκόμπι ή κάπου αλλού. Μαζί της. Γ ι’ αυτό, όταν πήγα στην κουζίνα για να πάρω τη σόδα από το ψυγείο, ε…» ξεροκατάπιε. «Έκρυψα το διαβατήριό μου μέσα στην ψωμιέρα». «Τι εξωφρενική ιδέα!» «Ναι, το ξέρω. Αλλά σκεφτόμουν εσένα, κι αυτό που προσπαθώ να σου πω τώρα είναι πως τίποτα πια δεν μ’ εμποδίζει να γυρίσω πίσω στο Αονδίνο με τον Ρόντνυ. Θέλω να πω, δεν πρόκειται να τον παντρευτώ, βέβαια. Καταλαβαίνω τώρα πόσο ηλίθια ήταν αυτή μου η απόφαση. Αλλά δεν μπορώ να μείνω επ’ άπειρον εδώ». Η φωνή της έσπασε. Ο Τζωρτζ δεν την βοηθούσε καθόλου. «Το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;» «Ναι, βέβαια». Πήρε την έκφραση του έντιμου και δίκαιου ανθρώπου. «Και πρέπει να κάνουμε το σωστό». «Ναι… ναι, αυτό λέω κι εγώ». «Τότε», συνέχισε απτόητος, ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του,


«αν είναι να φύγεις με τον Ρόντνυ, καλά θα κάνεις να βάλεις τα πατίνια σου, γιατί αλλιώς θα μπει στο ταξί του και θα γίνει καπνός πριν προλάβεις να φτάσεις στο ξενοδοχείο “Κάλα Φουέρτε”…» Και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια της, σηκώθηκε, ξεσκόνισε τον ασβέστη από το τζιν του, και την επόμενη στιγμή καθόταν μπροστά στη γραφομηχανή και πατούσε τα πλήκτρα με μανία, σαν να εξαρτιόταν η ζωή του απ’ αυτό που έγραφε. Δεν ήταν η αντίδραση που έλπιζε η Σέλινα. Περίμενε λίγο, αλλά όταν είδε πως δεν της έδινε σημασία, κατάπιε τον κομπο που έφραζε το λαιμό της, ανοιγόκλεισε τα μάτια της για ν ανακουφιστεί από το τσούξιμο των δακρύων που δεν ετρεχαν, κι ύστερα πήγε στην κουζίνα, άδειασε την ψωμιέρα πάνω στον πάγκο και τράβηξε το άσπρο χαρτί που ήταν στον πάτο της για να πάρει από κάτω το διαβατήριό της. Δεν ήταν εκεί. Τα δάκρυα, η απογοήτευση, όλα πνίγηκαν σ ένα τεράστιο κύμα πανικού. Το διαβατήριό της είχε πράγματι χαθεί. «Τζωρτζ!» Χτυπούσε τόσο δυνατά τα πλήκτρα που δεν την άκουσε. «Τζωρτζ, ε… έχασα το διαβατήριό μου!» Σταμάτησε να δακτυλογραφεί και ύψωσε τα φρύδια του. «Πάλι;» «Δεν είναι εδώ! Το είχα βάλει στον πάτο της ψωμιέρας και τώρα δεν το βρίσκω! Το έχασα!» «Πω, πω!» έκανε ο Τζωρτζ.


«Τι μπορεί να συνέβη;» Η φωνή της βγήκε τσιριχτή από την απελπισία. «Μήπως το βρήκε η Χουανίτα; Μήπως καθάρισε την ψωμιέρα και το έκαψε; Ή το πέταξε! Αχ, Θεέ μου, τι θ’ απογίνω τώρα;» «Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι…» «Τι μου ’ρθε να το βάλω εκεί μέσα!» «Πιάστηκες στην παγίδα που έστησες», είπε ο Τζωρτζ με φαρισαϊκό ύφος κι επέστρεψε στο γράψιμο. Η Σέλινα άρχισε επιτέλους να υποψιάζεται πως κάτι συνέβαινε, και σούφρωσε τα φρύδια της. Παραήταν ήρεμος! Κι είχε διακρίνει στα μάτια του μια λάμψη που είχε μάθει να μην εμπιστεύεται. Μπας κι είχε βρει το διαβατήριο; Το είχε βρει, το είχε κρύψει και δεν της είχε πει τίποτα; Αφήνοντας την άδεια ψωμιέρα, άρχισε να τριγυρίζει στο δωμάτιο, ψάχνοντας για κάποια ένδειξη, σηκώνοντας τα περιοδικά, κοιτάζοντας πίσω από τα μαξιλάρια, σαν να έπαιζε το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού. Τελικά βρέθηκε πίσω του. Φορούσε το τριμμένο τζιν με τις ασπρίλες από το θαλασσινό νερό, κι η δεξιά κωλότσεπη φαινόταν παράξενα τετράγωνη και σκληρή, σαν να ’χε μέσα ένα μικρό βιβλιαράκι ή μια μεγάλη κάρτα… Εξακολουθούσε να δακτυλογραφεί με μανία, αλλά όταν η Σέλινα άπλωσε το χέρι της για να ψάξει στην τσέπη του, το δικό του τινάχτηκε και το έπιασε στον αέρα. Ο πανικός της πέρασε αμέσως. Γέλασε γεμάτη ανακούφιση. Και ευτυχία. Και αγάπη. Τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του και


παραλίγο να τον στραγγαλίσει μέσα στην αγκαλιά της. «Εσύ το έχεις! Το βρήκες! Το είχες και δεν είπες τίποτα, παλιόπαιδο!» «Το θες πίσω;» «Όχι, εκτός κι αν θέλεις να γυρίσω στο Λονδίνο με τον Ρόντνυ». «Δεν θέλω», είπε ο Τζωρτζ. Τον φίλησε, τρίβοντας το απαλό, βελούδινο μάγουλό της πάνω στο τραχύ, αξύριστο δικό του, και δεν ήταν λείο, ούτε αρωματισμένο με άφτερ σέιβ, αλλά ζαρωμένο και ηλιοκαμένο και γεμάτο ρυτίδες, ανεμοδαρμένο και γνώριμο όσο κι ένα από τα ταλαιπωρημένα, σκληρά, βαμβακερά πουκάμισά του. Είπε, «Ούτε εγώ θέλω να γυρίσω». Είχε γράψει μια ολόκληρη σελίδα γραφομηχανής. Η Σέλινα ακούμπησε το σαγόνι της στην κορφή του κεφαλιού του και ρώτησε: «Τι γράφεις;» «Μια περίληψη». «Του καινούργιου βιβλίου; Τι θέμα θα έχει;» «Την κρουαζιέρα στο Αιγαίο». «Και τίτλο;» «Δεν ξέρω ακόμη. Πάντως θα το αφιερώσω σε σένα». «Θα είναι καλό;»


«Το ελπίζω. Έχω όμως, ήδη, μια ιδέα για ένα τρίτο βιβλίο. Ένα μυθιστόρημα αυτή τη φορά…» Έπιασε το χέρι της και την τράβηξε έτσι ώστε να καθίσει στην άκρη του γραφείου, μπροστά του. «Σκέφτομαι να γράψω για έναν τύπο που ζούσε σ’ ένα ήσυχο, μικρό μέρος, χωρίς να πειράζει κανέναν, κοιτάζοντας τη δουλειά του. Μέχρι που εμφανίζεται ένα παλιοκόριτσο. Κολλάει πάνω του σαν στρείδι. Δεν τον αφήνει ήσυχο. Διώχνει όλους τους φίλους του, ξοδεύει όλα του τα λεφτά, τον σπρώχνει στο πιοτό. Ο τύπος γίνεται αλκοολικός, απόκληρος της κοινωνίας, ένα ρεμάλι». «Και πώς τελειώνει η ιστορία;» «Την παντρεύεται φυσικά. Τον παγιδεύει. Δεν έχει τρόπο διαφυγής. Είναι τραγικό». «Εμένα δεν μου φαίνεται τόσο τραγικό». «Θα ’πρεπε». «Τζωρτζ, μπας και, κατά τύχη, μου ζητάς να σε παντρευτώ;» «Μάλλον, με το δικό μου παλαβό και διεστραμμένο τρόπο, ναι. Συγγνώμη για χθες βράδυ. Και σ’ αγαπώ». «Το ξέρω». Έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα. «Χαίρομαι που μ’ αγαπάς». Τον ξαναφίλησε κι εκείνος έσπρωξε τη γραφομηχανή και σηκώθηκε για να την πάρει στην αγκαλιά του. Αργότερα, η Σέλινα είπε, «Θα πρέπει να ειδοποιήσουμε την Άγκνες». «Δεν θά ’ρθει τρέχοντας για να προσπαθήσει να μας εμποδίσει;»


«Ασφαλώς όχι. Θα σε λατρέψει». «Πρέπει να της στείλουμε ένα τηλεγράφημα. Από το Σαν Αντόνιο. Σήμερα το απόγευμα, αν θέλουμε να το λάβει πριν επικοινωνήσει μαζί της ο Ρόντνυ Όκλαντ. Και μιας και θα είμαστε στην πόλη, θα πάμε να υποβάλλουμε τα σέβη μας στον Άγγλο πάστορα και να μάθουμε πότε μπορεί να γίνει ο γάμος. Και θα ζητήσουμε από το Ρουντόλφο να γίνει κουμπάρος…» «Θα ’θελα τη Χουανίτα για παράνυφο». Η Χουανίτα. Είχαν ξεχάσει τελείως τη Χουανίτα. Τώρα, γελώντας, πιασμένοι από το χέρι, βγήκαν έξω να τη βρουν, να σκύψουν πάνω από το τοιχάκι της βεράντας και να φωνάξουν τ’ όνομά της. Αλλά η Χουανίτα δεν ήταν τόσο αφελής όσο φαινόταν. Το χωριάτικο ένστικτό της δεν την γελούσε σχεδόν ποτέ, κι ανέβαινε ήδη απ’ την αυλή, στητή όπως πάντα, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο χαράς και με τα μπράτσα ανοιγμένα, σαν να ήθελε να τους κλείσει και τους δυο στην αγκαλιά της. 1 Αύριο. (Σ.τ.Μ.) 2 Καθένας με τα γούστα του. (Σ.τ.Μ.)

ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ  
ΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ  
Advertisement