Page 1


Josephine Cox

Τα παιχνίδια της μοίρας

Μετάφραση: Καίτη Οικονόμου ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΝΩΑΣ


ΑΦΙΕΡΩΣΗ Αφιερώνω αυτό το βιβλίο στην αξιολάτρευτη Τ ζεραλντίν, που ποτέ δε θα λησμονήσω το χαμόγελο και τον πρόσχαρο χαρακτήρα της. Σ’ ευχαριστώ για όλα, Τ ζεραλντίν. Ήσουν μία στο εκατομμύριο. Μια προειδοποίηση για κάθε μοναχικό κι ευάλωτο άνθρωπο, άντρα ή γυναίκα. Θα σας μιλήσω για δύο φίλες μου. Δε θα αποκαλύψω τα πραγματικά τους ονόματα για προφανείς λόγους, αλλά είναι κι οι δυο ‘ σπιτόγατοι, ανύπαντρες, έξυπνες κι ελκυστικές. Η μία εξαπατήθηκε από έναν άντρα που την έβαλε να υπογράψει τα γραμμάτια ενός αυτοκινήτου, τα οποία είναι υποχρεωμένη τώρα να πληρώσει. Η άλλη,πολύ επαγγελματίας,πικρά απογοητευμένη κι ευάλωτη σαν την πρώτη, εξαπατήθηκε άσπλαχνα κι έχασε το σπίτι και τις οικονομίες της. Ίσως σκεφτείτε πως ήταν ηλίθιες, αλλά θα κάνετε πολύ μεγάλο λάθος! Ήταν δύο έξυπνες, αξιαγάπητες και άξιες γυναίκες. Τ ο μόνο τους λάθος ήταν πως ήταν υπερβολικά καλόκαρδες κι εμπιστεύονταν τους ανθρώπους. Κανείς, ούτε καν η αστυνομία, δεν μπορεί να τιμωρήσει τον απατεώνα. Αυτό που θέλω να πω είναι ας καεί στην κόλαση.


Μέρος Πρώτο ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1895 Η ΦΥΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η ΚΑΡΔΙΑ Τ ΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΧΤ ΥΠΟΥΣΕ ΔΥΝΑΤ Α καθώς βάδιζε βιαστικά στη δημοσιά. Ο τσουχτερός άνεμος μαστίγωνε τα μακριά λυτά μαλλιά της και το παγερό χιονόνερο το πρόσωπό της, μα δε δείλιασε. Αντίθετα,τάχυνε το βήμα της. Δεν ήξερε πού πήγαινε, ούτε αν θα ηρεμούσε όταν έφτανε εκεί. Είχε πάρει μαζί της μόνο τα απολύτως απαραίτητα’ ίσα ίσα να περάσει μια βδομάδα και τα λεφτά, μολονότι δεν της έτρεχαν από τα μπατζάκια, θα της εξασφάλιζαν απόψε φαγητό και στέγη. Τ ο μοναδικό άλλο πράγμα που πήρε μαζί της ήταν οι ελπίδες και τα όνειρά της, που ήταν αρκετά να γεμίσουν και τη μεγαλύτερη καρδιά. Έπρεπε να επανεκτιμήσει τη ζωή της και για να το κάνει αυτό ήταν ανάγκη να φύγει από δω’ να βρει ένα μέρος όπου δε θα είχε ξαναπάει -ένα ασφαλές ήσυχο μέρος όπου ή θα λούφαζε και θα πνιγόταν στην αυτολύπηση ή, αν έβρισκε τη δύναμη, θα ξανάφτιαχνε τη ζωή της και θα ξεχνούσε ό,τι έγινε εδώ, σ’ αυτόν το δρόμό, σ’ αυτό το σπίτι… όλα τα όνειρα που έγιναν συντρίμμια. Ήξερε βαθιά μες στην καρδιά της πως δε θα ξανάβρισκε ποτέ μια αγάπη τόσο δυνατή και καταλυτική σαν αυτή που έζησε με το Ρόμπερτ, όμως το είχε πάρει απόφαση. Μπορεί να μην έβρισκε πλούτη ή ευτυχία, μα δεν είχε σημασία. Είχε αρχίσει ήδη να μετανιώνει, αλλά θα μάθαινε να ζει μ’ αυτό. Ό,τι κι αν γινόταν τώρα, δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Με τίποτα… και για κανέναν. Στη στροφή του δρόμου κοντοστάθηκε και έριξε μια ματιά πίσω της. Τ ον είδε να στέκει στο παράθυρο και να την κοιτάζει κρατώντας στο


χέρι του τη λάμπα. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους και κλότσησε η καρδιά της. Κι ύστερα τον είδε να τραβιέται από το παράθυρο. Η κοπέλα περίμενε λίγο, μα εκείνος δεν ξαναεμφανίστηκε και τότε έσκυψε το κεφάλι της και συνέχισε το δρόμο της με ανανεωμένη αποφασιστικότητα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Μέσα στο σπίτι, ο Ρόμπερτ. Σάλλιβαν ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, στην πίσω κρεβατοκάμαρα.Λνοιξε διάπλατα την πόρτα και στάθηκε εκεί, θαρρείς, για έναν αιώνα, με τους φαρδιούς του ώμους ακουμπισμένους στο κούφωμα και τα σμαραγδένια μάτια του γυάλινα από τον πόνο, καθώς προσπαθούσαν να διαπεράσουν το σκοτάδι της μικρής κάμαρας. Απ’ έξω, από το δρόμο του χωριού, άκουσε ένα ζευγαράκι να γελάει’ κι αμέσως σχεδόν το γέλιο έγινε θυμός κι οι φωνές τους θρυμμάτισαν τη σιγαλιά. Όλως παραδόξως, οι διαξιφισμοί έδωσαν τη θέση τους σε έναν άλλο θόρυβο, σύντομο και κοφτό σαν κροτάλισμα μαστιγίου ή θυμωμένο γυναικείο χέρι που χαστουκίζει ένα ανυπεράσπιστο αντρικό μάγουλο. Ακολούθησε μια σύντομη φορτισμένη σκοπή, που έδωσε όμως τη σειρά της σ’ ένα ηχηρό πηγαίο γέλιο. Ο Ρόμπερτ χαμογέλασε με νόημα. «Ερωτικό καβγαδάκι» μουρμούρισε κυνικά. Κι εκείνη τη μοναχική στιγμή τούς ζήλεψε. Συμμάζεψε τις σκέψεις του κι έστρεψε ξανά την προσοχή του στις μικρές κοιμισμένες σιλουέτες. Εκείνη τη στιγμή , έτσι καθώς φώτιζε τα προσωπάκια τους το θαμπό φως του δρόμου, ήταν σαν να τον κατηγορούσαν τα παιδιά του, μα φυσικά τίποτα τέτοιο δε συνέβαινε. Απόστρεψε το βλέμμα του’ παράξενα, αβάσταχτα συναισθήματα λυσσομανούσαν μέσα του. Αποτραβήχτηκε σκύβοντας το κεφάλι κι έκλεισε την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε το μέγεθος αυτού που έπρεπε να κάνει και παραλίγο να αλλάξει γνώμη.


Όμως, όπως ήταν αναπόφευκτος στιγμή πέρασε και ξαναβρήκε την αποφασιστικότητά του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μονολόγησε σιγανά: «Δεν έχεις άλλη επιλογή». Η φωνή του σκλήρυνε. «Δε σου άφησε άλλη επιλογή!» Στο βασανισμένο του μυαλό έβλεπε το πρόσωπό της’ όχι κλασικά ωραίο αλλά με μια απίστευτη παιδιάστικη ομορφιά. Έδιωξε τη μορφή της από το μυαλό του. Ποτέ δε θα τη συγχωρούσε! Ούτε εκείνος ούτε τα παιδιά! Κατέβηκε στο ισόγειο, διέσχισε το χολ και μπήκε στο καθιστικό,όπου έπεσε σε μια πολυθρόνα’ το πρόσωπό του λουζόταν από το φως του τζακιού,τα μάτια του ήταν κλειστά και το μυαλό του πιλάτευαν χίλιες δυο βασανιστικές σκέψεις. Μετά από λίγο έστρεψε απρόθυμα το βλέμμα του στη φωτογραφία πάνω στο πεζούλι του τζακιού. Η νεαρή ξανθιά γυναίκα χαμογελούσε και τα καστανά μάτια της ανταπέδιδαν το βλέμμα του. Ήθελε να τη μισήσει, μα ήταν αδύνατον να πνίξει την αγάπη του, κι έτσι απόστρεψε το βλέμμα. Σηκώθηκε ταραγμένος από την καρέκλα και πήρε τη φωτογραφία στα δυνατά τραχιά χέρια του. Ένα πικρό χαμόγελο άνθισε στα χείλη του. «Θα σ’ αγαπώ πάντα» της είπε με φωνή πνιχτή από συγκίνηση «κι ας έκανες αυτό που έκανες». Μια στιγμή μετάνοιας κι ύστερα φίλησε το ψυχρό ανασηκωμένο πρόσωπό της. «Αντίο, Μαίρη, ςκγάπη μου. Όπου κι αν πας… ο Θεός μαζί σου». Δεν μπορούσε να ξέρει πού θα πήγαινε. Δεν περίμενε να την ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Ας είναι. Ισως ήταν καλύτερα έτσι. Όμως υπήρχαν πιο άμεσες έγνοιες για την επόμενη μέρα και τη μοίρα των δύο αθώων πλασμάτων στο πάνω πάτωμα. Έβαλε στη θέση της τη φωτογραφία και την επόμενη ώρα καταπιάστηκε να τακτοποιήσει το δωμάτιο. Μάζεψε τα παιχνίδια των παιδιών -τη μικρή πάνινη κούκλα της Νάνσυ, με το στρογγυλό επίπεδο πρόσωπο και τα μεγάλα γαλάζια μάτια με τις τεράστιες ζωγραφιστές βλεφαρίδες, και το


αγαπημένο ξύλινο τρενάκι του Τ ζακ… ένα μακρύ μαύρο λεπτομερές αντίγραφο με κόκκινες ρόδες και μια σφυρίχτρα που ηχούσε σαν αληθινή. Ο Ρόμπερτ θυμήθηκε με καμάρι πώς το είχε φτιάξει με τα χέρια του από ένα κομμάτι ξύλο που βρήκαν αυτός κι ο Τ ζακ στο Γιαρντέικαρ Σπίννυ. Αφού συμμάζεψε το δωμάτιο, έφτιαξε ένα φλιτζάνι καυτό γάλα,προσθέτοντας μια γενναία δόση κονιάκ. Αποζητώντας για άλλη μια φορά την ευχαρίστηση στο γλυκό χαμόγελο της Μαίρης, ύψωσε με μια πλατιά κίνηση το φλιτζάνι του, αλλά δε μίλησε. Αυτές τις τελευταίες μέρες ειπώθηκαν πολλά… πάρα πολλά λόγια χωρίς ουσία! Πιο ικανοποιημένος τώρα, κάθισε κάμποση ώρα με τα μακριά του πόδια τεντωμένα και τα μπράτσα κρεμασμένα νωχελικά στα πλάγια της πολυθρόνας. Ανασκόπησε νοερά τα γεγονότα των τελευταίων ημερών κι εξοργίστηκε. Με εκείνη. Με τον εαυτό του. Η ζεστασιά και το κονιάκ είχαν αρχίσει να επιδρούν στις αισθήσεις του, το ήξερε, και πετάχτηκε από την πολυθρόνα αποφασισμένος να μην επιτρέψει στα γεγονότα να τον πάρουν από κάτω. Έπλυνε το άδειο φλιτζάνι του στην κουζίνα, το έβαλε να στραγγίξει, στηρίχτηκε στα τεντωμένα μπράτσα του και κοίταξε με άδειο βλέμμα το νεροχύτη. Τ η μισούσε! Όχι. Τ ην αγαπούσε.Ήθελε να τη σκοτώσει γι’ αυτό που έχανε! Και την ήθελε πίσω… αν μη τι άλλο,για να τον συμβουλέψει τι έπρεπε να κάνει. Αλλά δε θα γύριζε, δεν είχε νόημα να ελπίζει. Άνοιξε το κρύο νερό, έβαλε το κεφάλι του κάτω από τη βρύση, έκλεισε τα μάτια κι άφησε το παγωμένο νερό να κυλήσει στο πρόσωπο και στο λαιμό του. Ευτυχώς, ξεκαθάρισε το μυαλό του. Επιστρέφοντας στο καθιστικό,κοίταξε ολόγυρα. Ο σκούρος καναπές κι οι ασορτί πολυθρόνες είχαν υποκύψει στη φθορά, όμως η Μαίρη είχς γυαλίσει σαν καθρέφτη το σημαδεμένο από τόσες γενιές χρηστών μπουφέ.


Στον απέναντι τοίχο, ο οβάλ καθρέφτης με την ξύλινη κορνίζα πάνω από το τζάκι άστραφτε από καθαριότητα και το βελούδινο κάλυμμα του πεζουλιού από κάτω ήταν στρωμένο προσεκτικά, με τα μεταξωτά κρόσσια του να λικνίζονται απαλά στη ζεστή ανάσα της φωτιάς. Ήταν πράσινο κι απαλό στην αφή… ο Ρόμπερτ πλησίασε και χάιδεψε την επιφάνειά του, μα δεν είχε νόημα να το σιάζει. Θα ήταν κουτός αν πίστευε κάτι τέτοιο. Τ ο αγαπημένο του κομμάτι στο δωμάτιο ήταν ένας μοναχικός πίνακας που κρεμόταν στον πίσω τοίχο. Μεγάλος κι εντυπωσιακός, απεικόνιζε ολοζώντανα μια σκηνή στο παζάρι, όπου εξορμούσε τακτικά η‘Μαίρη τα Σαββατοκύριακα. Πόσες φορές αυτό τον τελευταίο χρόνο που έζησε μαζί του δε γύριζε από τη σαββατιάτικη επίσκεψή της στο Μπέντφορντ Τ άουν με πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο από ενθουσιασμό για κάποιο κελεπούρι που πέτυχε… Τ α είδε όλα με τη φαντασία του κι η γλυκόπικρη θύμηση έκανε την καρδιά του να κλοτσήσει. Ξεχείλισαν τα συναισθήματα. Παρά την αποφασιστικότητά του, δεν μπορούσε να το αντέξει. Άγριος θυμός ξέσπασε μέσα του. Άρπαξε μια μικρή καρέκλα και την πέταξε στον μπουφέ, ραγίζοντας το χαμόγελο στα χείλη της και σπάζοντας τη μορφή της σε χίλια κομμάτια. Μικροσκοπικά θραύσματα γυαλιού και πορσελάνινων μπιμπελό εκτοξεύτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Κοίταξε το κομματιασμένο πρόσωπό της για μια στιγμή κι ύστερα, με μια κραυγή αγωνίας,το τσαλαπάτησε,το πολτοποίησε με τη σόλα της μπότας του. Κοίταξε εξουθενωμένος γύρω του με μάτια κατακόκκινα’ η εικόνα της καταστροφής τού προκάλεσε μια παράξενη ικανοποίηση. Έκανε μεταβολή με βαριά καρδιά και πέτρινο πρόσωπο κι ανέβηκε στην κάμαρά του, όπου ρίχτηκε στο κρεβάτι κι αφέθηκε σε ένα βαθύ ανήσυχο ύπνο. Στο απέναντι δωμάτιο, το αγοράκι ήταν ξύπνιο. Άκουγε ξανά και ξανά τον πατέρα του να φωνάζει στον ύπνο του κι η ενοχή


πλημμύριζε την καρδιά του. Ήξερε τι είχε γίνει -ότι αυτός έφταιγε που έφυγε-και τον έπνιγε ο τρόμος. Τ α πράγματα είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο και δεν καταλάβαινε πια τα κίνητρά του. Αχ και να γύριζε η πραγματική τους μητέρα! Αν ξανάσμιγε με τον πατέρα τους, όλα θα διορθώνονταν. Τ ο αγόρι έτρεμε και στριφογύριζε στο κρεβάτι του. Απόψε δε θα έκλεινε μάτι. Πώς να κοιμηθεί τη στιγμή που δεν ήξερε τι θα φέρει το πρωί; Ένα ήταν σίγουρο.Ό,τι κι αν γινόταν, ήξερε πως έπρεπε να φανεί δυνατός… αν μη τι άλλο, για χάρη της αδερφού λαςτου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Η ΝΑΝΣΤ ΞΥΠΝΗΣΕ ΚΑΙ ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΠΟ Τ Ο ΚΡΕΒΑΤ Ι .Έτρεξε στο παράθυρο με παγωμένα τα γυμνά πόδια της και κραύγασε από χαρά. «Τ ζακ! Τ ζακ! Κοίτα το χιόνι!» Η φωνή της έτρεμε από έξαψη καθώς κόλλαγε το προσωπάκι της στο τζάμι. «ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ!» Η Νάνσυ, ένα όμορφο παιδάκι με πρόσωπο αγγέλου και καρδιά λιονταριού, έκλεινε σε λίγο τα τρία. «Κλείνει τα τρία και μπαίνει στα ενενήντα τρία» έλεγε γελώντας ο πατέρας της, αν και τώρα τελευταία δε γελούσε πολύ,ήταν μελαγχολικός συνήθως. Ο Τ ζακ από την άλλη άκρη της κάμαρας της χαμογέλασε , καθώς φορούσε τις τιράντες του παντελονιού του. «Ξέρω» αποκρίθηκε με αγορίστικο καμάρι. «Τ ο έχω δει». Τ ο προσωπάκι της αδερφής του σκοτείνιασε από απογοήτευση. «Α!» Ήθελε τόσο πολύ να δει πρώτη το χιόνι. «Σηκώθηκα όταν εσύ κοιμόσουν του καλού καιρού». Έστρεψε την προσοχή του στο κούμπωμα του πρώτου κουμπιού του ενός και μοναδικού καλού του πουκάμισου κι έριξε μια ματιά στην εμφάνισή του σε ένα μικρό καθρέφτη που κρεμόταν από ένα καρφί’ ψηλόλιγνος και συγκρατημένος από τη φύση του, σε αντίθεση με τη διαχυτική Νάνσυ,στα εφτά του χρόνια, εξαιτίας της προβληματικής


οικογενειακής τους κατάστασης, είχε υιοθετήσει ήδη μια προστατευτική στάση απέναντι στην πολυαγαπημένη μικρή αδερφή του. «Βλέπεις, είμαι πολλή ώρα ξύπνιος». Η Νάνσυ, απορροφημένη στιγμιαία από το χιόνι που έπεφτε, φάνηκε να μην άκουσε, αλλά μετά ρώτησε όλο περιέργεια, καθώς παρατηρούσε με τα υπέροχα μάτια της τις χοντρές αφράτες νιφάδες: «Πόση ώρα;». Ο Τ ζακ κοίταξε το ταβάνι βγάζοντας ένα στεναγμό. «Δεν ξέρω ακριβώς». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τ ρεις τέσσερις ώρες». Αναστέναξε πάλι. «Τ ο μόνο που ξέρω είναι ότι ξύπνησα πριν από πο-λ-λ-ή ώρα». Πρόφερε μακρόσυρτα τη λέξη για να τονίσει τη φριχτή ατέλειωτη νύχτα που πέρασε. «Μπορούμε να φτιάξουμε ένα χιονάνθρωπο, Τ ζακ; Γίνεται ;» Τ α γαλάζια ζαφειρένια μάτια της αδερφής του φωτίστηκαν . Πριν προλάβει να απαντήσει ο Τ ζακ,ακούστηκε μια άλλη φωνή. «Λυπάμαι, Νάνσυ, αλλά δεν προλαβαίνουμε». Στην πόρτα στεκόταν ο Ρόμπερτ, πλυμένος και ξυρισμένος, έτοιμος να φύγει. «Καλύτερα να ξεκινήσουμε πριν το στρώσει για τα καλά. Εμπρός! Κουνηθείτε!» Τ α παιδιά τον κοίταξαν ξαφνιασμένα από την τραχύτητα της φωνής του. Όπως ήταν αναμενόμενο,η Νάνσυ ήταν αυτή που μίλησε. «Πού πάμε, μπαμπά;» Απροετοίμαστος για την ευθεία ερώτηση της κόρης του, ο Ρόμπερτ αναζήτησε βιαστικά μια κατάλληλη απάντηση. «Πρέπει να βρούμε καινούριο σπίτι». Ήταν ασύστολο ψέμα και μίσησε τον εαυτό του γι’ αυτό. «Γιατί δε μένουμε εδώ;» Τ α χείλη της μικρής τρεμούλιασαν. «Γιατί πρέπει να κάνουμε μια καινούρια αρχή, να γιατί». Αυτό δεν ήταν ψέμα. Όλοι χρειάζονταν μια καινούρια αρχή -αυτός,η Μαίρη και τα παιδιά,σκέφτηκε. Τ ο μαρτύριο που ζούσε τον είχε πείσει γι’ αυτό.


«Θα έχει δεντρόκηπο και άλσος και θα είναι όπως εδώ;» Τ α γαλάζια μάτια της Νάνσυ είχαν γεμίσει δάκρυα. Μαλάκωσε η φωνή του. «Τ ο ελπίζω, καρδιά μου». Ο αδερφός της δεν πείστηκε τόσο εύκολα. «Θα αλλάξουμε και σχολείο;» ρώτησε βλοσυρά. «Μάλλον». Αιφνιδιασμένος από τη φωτιά στα μάτια του γιου του, ο Ρόμπερτ αναρωτήθηκε πόσα ήξερε το αγόρι. Ο πρόωρα ωριμασμένος Τ ζακ, ένα παιδί ήσυχο, εσωστρεφές και μυστικοπαθές, δεν ήταν διόλου απίθανο να τα ξέρει όλα. Η σκέψη αυτή τον τάραξε. «Ισως να μη χρειαστεί να αλλάξετε σχολείο» απάντησε με μισή καρδιά. «Θα εξαρτηθεί». Ο Τ ζακ αναθάρρησε. «Εννοείς ότι μπορεί να επιστρέψουμε εδώ,στο Χίλλτοπς… αν δε βρούμε σπίτι να μας αρέσει;» «Τ έρμα οι κουβέντες». Ο Ρόμπερτ κίνησε για την πόρτα, δείχνοντας πως είχε λήξει η συζήτηση. «Κουνηθείτε εσείς οι δύο. Αν βιαστούμε, μπορεί να προφτάσουμε το λεωφορείο των οχτώ και τέταρτο για την πόλη». «Μπαμπά;» «Τ ι ’ναι πάλι;» Γύρισε στο γιο του. Τ ο αγόρι τού χάρισε ένα πονηρό εξοργιστικό χαμόγελο κι όταν μίλησε ή φωνή του ήταν ένας ψίθυρος. «Χαίρομαι που έφυγε». Σκλήρυνε το πρόσωπο του Ρόμπερτ. Τ ελικά ήξερε, που να πάρει ο διάβολος! Ο μικρός δε συμπάθησε ποτέ τη Μαίρη και δεν έχανε ευκαιρία να μπαίνει ανάμεσά τους. «Κουνήσου!» πρόσταξε. Λογάριαζε ότι με την τριαντάλεπτη διαδρομή ως την πόλη θα έφταναν-στον προορισμό τους κατά τις εννιά παρά τέταρτο’ κι αν τα κανόνιζε μέσα σε πέντε λεπτά,τα παιδιά δε θα έμεναν πολλή ώρα στο κρύο. Έπρεπε να το κάνει. Γιά το δικό τους το καλό περισσότερο


παρά για το δικό του, έπρεπε να το κάνει. Κι ο Θεός ας τον συγχωρούσε. Βλέποντας ότι ο πατέρας του δε σήκωνε κουβέντα, ο Τ ζακ αποδέχτηκε αυτό που θα γινόταν, ό ,τι κι αν ήταν. «Έλα» παρακίνησε την αδερφή του. «Πρέπει να ντυθείς». Μάζεψε τα ρούχα της από την πλάτη της καρέκλας όπου τα είχε ακουμπήσει το προηγούμενο βράδυ και τα έβαλε στο κρεβάτι’ το μακρύ δαντελωτό μεσοφόρι, τις ζεστές κόκκινες κάλτσες και το μαλακό μάλλινο πράσινο φόρεμα με το μαύρο γιακά και τη ζώνη. Ανακουφισμένος που η κόρη του δέχτηκε την απάντησή του κι ο γιος του έπαψε να ρωτάει, ο Ρόμπερτ τούς χαμογέλασε’ μόνο που ήταν θλιμμένο το χαμόγελό του και δεν έφτασε στα ανταριασμένα πράσινα μάτια του. «Και τώρα, Νάνσυ,πήγαινε να πλυθείς, σαν καλό κορίτσι. Να μη νομίζει ο κόσμος πως είσαστε βρόμικα παιδάκια». Και πάλι αυτό το μελαγχολικό χαμόγελο. «Μην αργείς». «Δε θ’ αργήσω, μπαμπά». Έριξε μια τελευταία κλεφτή ματιά από το παράθυρο στον κόσμο που της ήταν οικείος: στους μεγάλους ακανόνιστους αγρούς που τους αγκάλιαζε το χιόνι και το δάσος που απλωνόταν στον ορίζοντα’ στην ασημένια λιμνούλα που λαμπύριζε και στη στρατιά των σπουργιτιών που κάθονταν στριμωγμένα σαν στρατιωτάκια στα κλαδιά του δέντρου κάτω από το παράθυρό της. Επειδή επισκέπτονταν καθημερινά το σπίτι, η Νάνσυ τούς είχε βγάλει ονόματα. Τ ο Χίλλτοπς ήταν το σπιτικό των παιδιών τους τελευταίους οχτώ μήνες. Ήταν ηλικίας τριών αιώνων και πρόβαλλε σθεναρή αντίσταση στο χρόνο. Η ωραία αγροικία στο παλιό εξοχικό δρομάκι με τα λιγοστά γειτονικά σπίτια είχε τρεις κρεβατοκάμαρες, ευρύχωρο καθιστικό και πολύ μικρή κουζίνα. Χτισμένο σε ένα μικρό χωριό,σε ένα από τα ωραιότερα εξοχικά τοπία του Μπεντφορσάιρ, ήταν κάπως απομονωμένο από τον έξω κόσμο, αλλά αυτή ήταν η χάρη του. Τ ο κοριτσάκι αποτράβηξε το βλέμμα από το παραμυθένιο σκηνικό που έβλεπε από το παράθυρό του, διέσχισε το δωμάτιο κι αγκάλιασε


τον πατέρα του. «Θα με πλύνει η Μαίρη». Η αθώα παρατήρηση μάτωσε την καρδιά του, «Όχι σήμερα, καρδιά μου» είπε βραχνά. Μια έκφραση απορίας αποτυπώθηκε στο πρόσωπό της. «Μα με πλένει πάντα!» Ο Ρόμπερτ απευθύνθηκε ανίσχυρος στο αγόρι. «Θα τη βοηθήσεις εσύ,γιε μου;» Τ ου έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα. «Kat συγκράτησε τη γλώσσα σου». Ο Τ ζακ κατάλαβε. «Έλα, Νάνσυ». Έπιασε από το χέρι την αδερφή του. «Θα σε βοηθήσω εγώ». Ο Ρόμπερτ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία κι επέστρεψε στο καθιστικό, όπου έγραψε βιαστικά ένα γράμμα που δε θα έβλεπαν τα παιδιά. Ενώ η Νάνσυ έβγαζε τη νυχτικιά και φόραγε το μεσοφόρι της, ο Τ ζακ κατέβηκε στην κουζίνα, όπου έβαλε λίγο ζεστό νερό σε μια λεκάνη’ έριξε στον ώμο του μια καθαρή πετσέτα κι ανέβηκε πάνω να βοηθήσει τη Νάνσυ να ξεπλύνει τον ύπνο από τα μάτια της. Τ η βοήθησε απρόθυμα να χτενίσει τα μακριά χρυσόξανθα μαλλιά της και μετά κράτησε το φόρεμά της για να φορέσει τα μανίκια. «Είμαι ωραία;» Η μικρή έκανε μια στροφή κρατώντας τον ποδόγυρο της, ενώ τα γαλάζια μάτια της άστραφταν σκανταλιάρικα. Ο Τ ζακ γέλασε . «Κούκλα ψεύτικη ». Η Νάνσυ έκανε άλλη μια στροφή, ζαλίστηκε κι έπεσε γελώντας στην αγκαλιά του, Τ η διασκέδασή τους διέκοψε η φωνή του Ρόμπερτ. «Είσαστε έτοιμοι;» Ο Τ ζακ απάντησε: «Σ’ ένα λεπτό». Είχε πολλές πιεστικές ερωτήσεις, μα δεν τολμούσε να τις κάνει.


Όταν κατέβηκαν κάτω, ο Ρόμπερτ βημάτιζε στο καθιστικό σαν λιοντάρι σε κλουβί. «Έχουμε φρυγανισμένο ψωμί και μαρμελάδα και σας έφτιαξα από ένα γάλα». Οδήγησε τη Νάνσυ στο τραπέζι και την κάθισε σε μια καρέκλα με μαξιλάρι. «Σε δέκα λεπτά πρέπει να φύγουμε». Ο Τ ζακ δεν έφαγε, αλλά η Νάνσυ έπεσε με τα μούτρα στο φρυγανισμένο ψωμί, αν και δεν ήπιε πολύ γάλα γιατί μόλις πρόσφατα είχε κόψει το μπιμπερό. Όταν ανέβηκε ο Ρόμπερτ να πάρει το καπέλο και το παλτό της, αποφάσισε να πάει μόνη της στην τουαλέτα. «Βλέπεις! Τ ώρα μπορώ να πηγαίνω μόνη μου» δήλωσε περήφανα, αν και χρειάστηκε να επέμβει ο πατέρας της,γιατί η κιλότα της είχε μπλεχτεί στο φόρεμα. Προς μεγάλη ανακούφιση του Ρόμπερτ, πρόλαβαν το λεωφορείο, παρόλο που χρειάστηκε να τρέξουν σαν τρελοί στα εξοχικά δρομάκια για να βγουν στη δημοσιά, προσπερνώντας την ξύλινη αποθήκη όπου ο γιος του κι αυτός πέρασαν τόσες ώρες κόβοντας και σκαλίζοντας το ξύλο και τον περασμένο χειμώνα έφτιαξαν ένα κουνιστό αλογάκι για τη Νάνσυ. Καθώς περνούσαν βιαστικά, ξανάβλεπαν αυτό το μέρος.

το

αγόρι

αναρωτήθηκε

αν

θα

Η Νάνσυ, που ήταν πολύ μικρή για να κάνει τέτοιες σκέψεις, πίστευε με όλη της την καρδιά ότι θα ξαναγύριζαν, γιατί ήταν φριχτή η ιδέα να φύγουν για πάντα. Τ α τελευταία οχτώ χρόνια είχε αγαπήσει κι αυτή, σαν τον Τ ζακ, το Χίλλτοπς. Τ α αγάπησε όλα… την αποθήκη όπου έβλεπαν τον μπαμπά να φτιάχνει το δεντρόσπιτο του Τ ζακ και τους μεγάλους πάγκους που κάρφωσαν στα δέντρα για να ταΐζουν πιο εύκολα τα πουλιά. Μετά ήταν ο δεντρόκηπος με τα οπωροφόρα δέντρα, οι σμεουριές με τους άφθονους καρπούς που ήταν αραδιασμένες στη σειρά και η πανδαισία χρωμάτων όταν τελείωνε το καλοκαίρι κι έμπαινε το φθινόπωρο’ ω, και το μαγικό άλσος όπου τα παιδιά πέρασαν τόσες ευτυχισμένες ώρες παίζοντας κρυφτό.


Δεν ένιωθαν ποτέ μοναξιά, κι ας μην είχαν πολλούς φίλους εκτός από το γιο του γαλατά, ο οποίος έπαιζε μερικές φορές αγορίστικα παιχνίδια με τον Τ ζακ, όπως κυνηγητό και πόλεμο και άλλα πράγματα που η Νάνσυ ήταν πολύ μικρή για να συμμετάσχει. Αλλά ερχόταν μόνο μια φορά τη βδομάδα και δεν έμενε πολύ, Και τώρα έφευγαν κι αυτοί και κανείς δεν ήξερε αν θα ξαναγυρίσουν. Τ ο Μπέντφορντ Τ άουν στις εννιά παρά τέταρτο το πρωί της Παρασκευής ήταν μια πόλη που μόλις είχε ξυπνήσει. Καθώς διέσχιζαν οι τρεις τους το χιονισμένο χώρο του παζαριού, οι αγουροξυπνημένοι έμποροι πηγαινοέρχονταν τουρτουρίζοντας από το κάρο στον πάγκο, μεταφέροντας και τοποθετώντας τις πραμάτειες τους, ώστε να είναι έτοιμοι για τη δουλειά που ήλπιζαν ότι θα πέσει. Ολόγυρά τους, άλογα τρόχαζαν στην πλατεία, πηγαίνοντας στις δουλειές τους’ μεγάλα ωραία ντόπια άλογα που έσερναν τα κάρα των ζυθοποιών, η γέρικη γκρίζα φοράδα του γαλατά που πλαγιοπόδιζε με τα μάτια καρφωμένα στα μεγάλα ζουμερά καρότα στους πάγκους της αγοράς, ακόμα κι ένα γαϊδουράκι… με δύο σάκους γεμάτους άχυρα και κρεμασμένους στα ακρώμια και ένα πλατύγυρο καπέλο που προστάτευε, θαρρείς,τα μακριά αυτιά του από το κρύο. «Κοίτα, Νάνσυ! Κοίτα το καπέλο του καρβουνιάρη!» Ο Τ ζακ έδειξε γελώντας στην αδερφή του το κασκέτο του άντρα με το στρογγυλό πρόσχαρο πρόσωπο, που στο σκληρό γείσο του ήταν στοιβαγμένο ένα παχύ στρώμα καρβουνόσκονης. Ο άντρας, πριν φορτωθεί στη ράχη του ένα τσουβάλι κάρβουνα, κούνησε το κεφάλι του, τινάζοντας τη μαύρη σκόνη που πήγε παντού κι ειδικά στη μύτη του, με αποτέλεσμα να φτερνιστεί και να τρομάξει τα περιστέρια που κάθονταν στις στέγες των γειτονικών σπιτιών. Πέταξαν φοβισμένα κι επέστρεψαν λίγο αργότερα, για να ξαναπετάξουν όταν το άλογο, που προφανώς ήταν συναχωμένο, φτερνίστηκε τόσο δυνατά, που τραντάχτηκε όλο το κάρο. Όταν ο Ρόμπερτ και τα παιδιά έφτασαν στο δημαρχείο, ήταν εννιά παρά δέκα’ όπως το σχεδίαζε ο Ρόμπερτ. «Θα περιμένουμε εδώ»


είπε στα παιδιά. «Δε θα αργήσουν να ανοίξουν». Κάθισαν, λοιπόν, και περίμεναν -μια αξιολύπητη μικρή συντροφιά στα γκρίζα .σκαλοπάτια του μεγάλου σκυθρωπού κτιρίουκι ολόγυρά τους πηγαινοέρχονταν πολυάσχολοι άνθρωποι που πήγαιναν στα μαγαζιά, στις λεωφόρους και στις δουλειές τους ή χάζευαν απλώς τους πάγκους που έστηναν οι υπαίθριοι πωλητές. Ο Ρόμπερτ, που φοβόταν μήπως τον δουν και τον θυμηθούν αργότερα,κυριεύτηκε από νευρικότητα. «Είναι καλά κουμπωμένο το παλτό σου;» ρώτησε αποστρέφοντας το πρόσωπό του από το περίεργο βλέμμα μιας γυναίκας κι έσκυψε να ελέγξει το παλτό της Νάνσυ, ώστε να βεβαιωθεί ότι η κόρη του θα είναι ζεστή μέχρι να έρθει κάποιος. Τ αυτόχρονα έβαλε με τρόπο στην τσέπη της το σημαντικό γράμμα. «Κι εσύ, Τ ζακ; Είσαι καλά, γιε μου;» Ο Τ ζακ έγνεψε καταφατικά, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Ρόμπερτ δεν παραξενεύτηκε. Είχε δει το επιτιμητικό βλέμμα στα μάτια του αγοριού και ντρεπόταν. Μετά από λίγο εμφανίστηκε μια νεαρή γυναίκα, μικροσκοπική κι ανεπιτήδευτη, με χτυπητό κόκκινο μαντίλι δεμένο στα μαύρα μαλλιά της, που έφταναν ως τους ώμους, και πανωφόρι μακρύ ως τις μπότες της. Δεν πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερη από το Ρόμπερτ. «Μπα, μπα! Με περιμένατε;» είπε. Είχε ζεστή φωνή και τη χαρακτηριστική προφορά της περιοχής του Μπέντφορντ. Ο Ρόμπερτ, προς μεγάλη του ανακούφιση, κατάλαβε από το αυθόρμητο χαμόγελό της ότι αυτή τη γυναίκα μπορούσε να την εμπιστευτεί. «Ελπίζω να μην αρπάξατε καμιά πούντα έτσι που καθόσαστε στα σκαλοπάτια»’ Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά και ξεκλείδωσε τη μεγάλη βαριά πόρτα. «Περάστε μέσα». Μόλις μπήκαν, τους έκανε νόημα να καθίσουν σε έναν πάγκο δίπλα στο παράθυρο του γραφείου. «Πριν μου πείτε ποια δουλειά σάς έφερε εδώ, περιμένετε να βγάλω το καπέλο και το πανωφόρι μου και να δω αν μπορώ να φτιάξω ένα ζεστό για τα παιδιά». Γέλασε και πρόσθεσε


κλείνοντας το μάτι: «Αν ψάξω πολύ, μπορεί να βρω και κανένα κουλουράκι». Ρώτησε το Ρόμπερτ αν ήθελε κάτι να πιει, αλλά εκείνος αρνήθηκε, φροντίζοντας να μην τραβήξει την προσοχή της ο ίδιος κι αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια. Όταν κάθισαν τα παιδιά στον πάγκο κι η γυναίκα πήρε να ετοιμάσει το ρόφημα, ο Ρόμπερτ έκανε την κίνησή του. «Εσείς περιμένετε εδώ» είπε. «Δε θα αργήσω». «Πού πας;» Τ ης Νάνσυ δεν της άρεσε η ιδέα να την αφήσει εκεί. «Θέλω να έρθω μαζί σομ». «Όχι, καρδούλα μου. Κάνει πολύ κρύο έξω κι άλλωστε η καλή αυτή γυναίκα θα σας φέρει κάτι να πιείτε. Όπως έλεγα… σε δυο τρία λεπτά θα είμαι πίσω». Τ ην αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε τρυφερά στο μέτωπο. Θα έκανε το ίδιο με τον Τ ζακ αν δεν τον κοίταζε τόσο εχθρικά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κούνησε το κεφάλι του: «Για τ’ όνομα του Θεού… μη με κοιτάς έτσι,γιε μου». Ασυγκίνητος από την παράκληση του πατέρα του, ο Τ ζακ απόστρεψε το βλέμμα. Ο Ρόμπερτ έσκυψε το κεφάλι του και χαμήλωσε τη φωνή του. «Να προσέχεις την αδερφή σου,γιε μου» είπε. «Ό,τι κι αν σκέφτεσαι, σας αγαπάω και τους δύο». «Όχι, δε μας αγαπάς». Τ ον κατακεραύνωσε με ένα άγριο βλέμμα. Αγκάλιασε τη μικρή και τη διαβεβαίωσε σιγανά: «Μη φοβάσαι, αδερφούλα. Θα σε προσέχω εγώ». Τ ην έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο διάδρομο. «Πάμε να βρούμε αυτή την καλή γυναίκα, ε;» Είχε γυρίσει ήδη την πλάτη στον πατέρα του. Ήταν πολύ δύσκολο για το Ρόμπερτ να το δεχτεί αυτό, μα δεν έφταιγε κανείς άλλος εκτός από τον εαυτό του. Ίσως ερχόταν μια μέρα που ο Τ ζακ θα τον


καταλάβαινε και θα τον συγχωρούσε. Αλλά σήμερα όχι. Σήμερα τελείωνε κάτι πολύτιμο . Ο Τ ζακ δε γύρισε να κοιτάξει τον πατέρα του. Ούτε η Νάνσυ· αν και το ήθελε. Υπήρχε κάτι σε αυτά που έλεγε ο Τ ζακ που την τρόμαξε. «Μην τους πεις τίποτα!» την ορμήνεψε. «Μη βγάλεις τσιμουδιά, Νάνσυ. Θα μιλήσω εγώ». Δεν είχε ιδέα τι θα τους συνέβαινε, αλλά για ένα ήταν σίγουρος… ο μπαμπάς τους δε θα γύριζε πίσω. Πρώτα τους εγκατέλειψε η μαμά τους, μετά η Μαίρη και τώρα εκείνος. Τ ώρα είχαν μείνει ολομόναχοι αυτός κι η Νάνσυ. «Πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς;» Η Νάνσυ, που έσφιγγε το χέρι του, τον κοίταξε βουρκωμένη. Ο Τ ζακ δεν απάντησε. Τ άχυνε το βήμα του και προχώρησε στο στενό μισοσκότεινο διάδρομο. Όταν η γυναίκα έμπασε τα παιδιά στη μικρή κουζίνα. ο Ρόμπερτ είχε βγει ήδη από το κτίριο. Απομακρύνθηκε βιαστικά. Δεν τολμούσε να χασομερήσει, ούτε να κοιτάξει πίσω. Άρχισε να τρέχει και, καθώς έτρεχε, έκλαιγε και τα δάκρυα κυλούσαν ασυγκράτητα στο πρόσωπό του. Η εγκατάλειψη των παιδιών του ήταν ό ,τι πιο σκληρό κι απάνθρωπο έκανε στη ζωή του. Αν και διευκόλυνε αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει τώρα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Με Τ ΑΡΑΓΜΕΝΟ NOT ΚΑΙ ME Τ Η ΣΚΕΨΗ στα παιδιά του, ο Ρόμπερτ περιπλανιόταν όλη μέρα στους δρόμους του Μπέντφορντ το κρύο και το αγιάζι τον περόνιαζαν και το χιόνι έπεφτε πυκνό στα πόδια του, μα ούτε που το ένιωθε. Έπεσε το σούρουπο χωρίς να συνειδητοποιήσει πως είχε βραδιάσει. Τ ο μόνο που ήξερε ήταν η αποτυχία του κι η φριχτή αλήθεια πως εγκατέλειψε τα λατρεμένα του παιδιά σε άγνωστα χέρια. Γιατί; Από δειλία, να γιατί! Κατέθεσε τα


όπλα. Είχε αγαπήσει πολύ τη γυναίκα του τη Ματίλντ. Στα δέκα χρόνια που ήταν παντρεμένοι κι απόκτησαν τα δύο παιδιά τους δεν κοίταξε ποτέ άλλη γυναίκα. Είχε πολλές ευκαιρίες, μα δεν ήθελε καμιά άλλη. Κι ύστερα, πριν από ένα χρόνο, έγινε ράκος όταν τους εγκατέλειψε, εκείνον και τα παιδιά. «Θα αρχίσω μια καινούρια ζωή» έγραψε στο γράμμα της. «Αγαπώ κάποιον άλλο». Αργότερα ανακάλυψε πως το είχε σκάσει με το σπιτονοικοκύρη τους, που ο πατέρας του είχε πεθάνει πρόσφατα, αφήνοντάς του μια σειρά από ακίνητα. Προφανώς,η Ματίλντ άρπαξε την ευκαιρία να καλυτερέψει τη ζωή της. Για χάρη των παιδιών κι επειδή την αγαπούσε ακόμα, έψαξε να τη βρει και την ικέτευσε να γυρίσει σπίτι, μα εκείνη ήταν αμετάπειστη, «Λυτό είναι που θέλω!» Στεκόταν στην πόρτα του ωραίου σπιτιού της φορώντας μετάξια και μαργαριτάρια και χλεύαζε τις προσπάθειές του να τη λογικέψει. «Τ ώρα αυτό είναι το σπίτι μου,Ρόμπερτ. Έχω υπηρέτες που εκτελούν κάθε μου επιθυμία και χρήματα να αγοράσω ό,τι θέλω». Τ ου γέλασε κατάμουτρα. «Τ ι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τα θυσιάσω όλα αυτά για ένα φτωχόσπιτο σε κάποιο στενοσόκακο και μια ζωή χωρίς λεφτά για πολυτέλειες; Εσύ και τα παιδιά κανονίστε την πορεία σας. Μόνο ο Θεός ξέρει ότι χαράμισα για σας τα καλύτερά μου χρόνια. Τ ώρα θα δεις τι τράβηξα. Δε σε χρειάζομαι, Ρόμπερτ Σάλλιβαν, κι όσο πιο γρήγορα το χωνέψεις τόσο το καλύτερο!» Και με αυτά τα λόγια τού επέστρεψε τη βέρα και του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Η περηφάνια του ήταν αυτή που τον εμπόδισε να σπάσει την πόρτα. Τ ις επόμενες βδομάδες συνέχισε να δουλεύει και της έγραψε αμέτρητα γράμματα παρακαλώντας τη να έρθει να δει τα παιδιά, για λίγη ώρα έστω, που έκλαιγαν και τη ζητούσαν. Μα εκείνη δεν απάντησε κι ο Ρόμπερτ απορούσε πώς αγάπησε μια γυναίκα τόσο εγωίστρια και σκληρόκαρδη, ώστε να εγκαταλείψει τα ίδια της τα παιδιά, ειδικά τη Νάνσυ, που ήταν μωρό στην αγκαλιά.


Τ ην τελευταία φορά που πήγε στο σπίτι της ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες… χιόνιζε με το τσουβάλι και φύσαγε ένας αέρας που σου ξύριζε το δέρμα. «Φύγε» του είπαν οι υπηρέτες. «Δεν ξέρουμε πότε’θα επιστρέψουν ο κύριος και η κυρία». Αυτό ήταν. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο. Μετά από μερικούς βασανιστικούς μήνες γνώρισε κι ερο^τεύτηκε τη Μαίρη -μια χαρά που πίστευε πως δε θα γευτεί ξανά-, αλλά όταν εγκαταστάθηκαν στο Χίλλτοπς, αντί να ζήσουν ευτυχισμένοι, κάτι πήγε στραβά ανάμεσά τους. Τ ρύπωσε στη ζωή τους η διαφωνία και τα κατέστρεψε όλα. Απόψε η ζωή του ξανάγινε συντρίμμια. Τ ριγύριζε, λοιπόν, στους, δρόμους και συλλογιζόταν μετανιωμένος την αλυσίδα των γεγονότων που τους οδήγησε σε αυτή τη θλιβερή κατάσταση. Μετά από ώρα, όταν ξεθόλωσε κάπως το μυαλό του, θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει. Έχοντας αυτό κατά νου, κίνησε για το σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν καιρός να θέσει σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου του. Αυτές τις λιγοστές ώρες που περιφερόταν άσκοπα στους παγωμένους δρόμους είχε σκεφτεί να γυρίσει να πάρει τα παιδιά του. Μα δεν είχε πια τίποτα να τους προσφέρει, μόνο την αγάπη του μικρή αποζημίωση για όσα έχασαν, πρώτα τη μητέρα τους και μετά την αγαπημένη του Μαίρη. Έσκυψε στο στηθαίο της γέφυρας των σιδηροδρομικών γραμμών και κοίτο,ξε κάτω,το χιόνι που στροβιλιζόταν και τις γραμμές του τρένου’ το μυαλό του βασάνιζαν τα πρόσωπα των παιδιών του. Τ ους άξιζαν περισσότερα από αυτά που μπορούσε να τους προσφέρει. Καλύτερα να τα άφηνε να βρουν ένα καινούριο στοργικό σπιτικό, με μια μητέρα που θα τα νανούριζε στην αγκαλιά της και θα τους πρόσφερε την καθοδήγηση που μόνο μια μάνα μπορεί να προσφέρει’ κι έναν πατέρα που θα είχε τη δύναμη να τα στηρίξει ακόμα κι όταν κατέρρεαν γύρω του τα πάντα.


Ο Ρόμπερτ Σάλλιβαν ήξερε πως ήταν δειλός, αλλά εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν είχε σημασία. Έσκυψε πιο πολύ στα κάγκελα, τεντώνοντας το σώμα του μέχρι που το βάρος του ταλαντεύτηκε επικίνδυνα στο στηθαίο και το πάνω μέρος του κορμιού του έγειρε μπροστά καθώς ανασηκώνονταν τα πόδια του από το έδαφος. Τ ο τσουχτερό αγιάζι πάγωνε το πρόσωπο κι έσκιζε τα χείλη του, αλλά δεν ένιωθε ούτε πόνο ούτε δισταγμό. Αυτό ήταν το σχέδιό του. Αυτό ήθελε’ αυτό του άξιζε. Τ ο μόνο που χρειαζόταν ήταν να πάψει να πιάνεται από το στηθαίο και να αφεθεί, και θα τελείωναν τα βάσανά του. «Ει, εσύ!» Ένας άντρας είχε πλησιάσει χωρίς να τον αντιληφθεί ο Ρόμπερτ. «Πρόσεχε, φίλε, γιατί θα πέσεις, όπως σε βλέπω και με βλέπεις!» Άδραξε το Ρόμπερτ από τα μπράτσα και τον τράβηξε πίσω. «Τ ο γλέντησες, ε;» Τ ον ταρακούνησε απαλά και τον έσπρωξε να προχωρήσει. «Κι εγώ το τσούζω καμιά φορά και γυρίζω σπίτι μου σουρωμένος» γέλασε. «Άντε λοιπόν. Πήγαινε στο σπίτι σου πριν αρχίσει να σε ψάχνει η κυρά σου!» Όταν βεβαιώθηκε ότι ο Ρόμπερτ απομακρύνθηκε αρκετά από τη γέφυρα ώστε να μην κινδυνεύει, συνέχισε το δρόμο του γελώντας σιγανά. «Θα βρει τον μπελά του ο φουκαράς όταν γυρίσει σπίτι, βάζω στοίχημα, αλλά καλά να πάθει… είναι στουπί στο μεθύσι!» Σφούγγισε τη μύτη στη μανσέτα του κι αναρίγησε στον παγωμένο αέρα. «Ευτυχώς που πέρασα και τον είδα, γιατί θα έπεφτε και θα έμενε στον τόπο». Τ υφλωμένος από το πυκνό χιόνι,ο Ρόμπερτ συνέχισε να περπατάει χωρίς να ξέρέι πού πηγαίνει. Αφού του φάνηκε πως πέρασε μια αιωνιότητα, είδε την ταμπέλα του πανδοχείου «Η Αλογοκεφαλή» και συνειδητοποίησε πως είχε επιστρέψει στο κέντρο της πόλης. Εκείνη τη στιγμή διασταυρώθηκε με μια οικογένεια’ δυο παιδάκια με τους γονείς τους. Ξάφνου, οι γονείς άρχισαν να τρέχουν και να γελάνε βομβαρδισμένοι από τις χιονόμπαλες τα>ν παιδιών.


Η ευθυμία τους διαπέρασε σαν ηλιαχτίδα το θολό μύα-λό του. Εκείνη τη στιγμή καθάρισε η σκέψή του και κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Η αποφασιστικότητά του μεγάλωνε καθώς τάχυνε το βήμα με κατεύθυνση το δημαρχείο. «Τ α παιδιά!» έλεγε και ξανάλεγε. «Θεέ μου! Τ α παιδιά!» Άρχισε να τρέχει αδέξια, γιατί τα παπούτσια του βούλιαζαν στο χιόνι και τον εμπόδιζαν. «Θα τα πάρω πίσω!» μουρμούριζε. «Θα βρω τρόπο. Θα ζήσουμε οι τρεις μας… Θα ζητήσω συγνώμη από τον Τ ζακ -για τη δειλία μου. Θα τα αποζημιώσω,το ορκίζομαι στο Θεό». Ενθουσιάστηκε, άρχισε να φωνάζει κι η φωνή του ανέβαινε στον ουρανό. Τ ώρα ανυπομονούσε να επανορθώσει. «Θα είμαστε μια χαρά εγώ και τα παιδιά μου. Θα φύγουμε, θα κάνουμε μια καινούρια αρχή». Γέλαγε κι έκλαιγε μαζί· πνιγόταν από αυτά που ήθελε να τους πει. Λίγα λεπτά αργότερα ανέβαινε τρέχοντας τα γλιστερά σκαλοπάτια του δημαρχείου. Όταν συνειδητοποίησε πως η βαριά ξύλινη πό^τα ήταν κλειστή, τρελάθηκε κι άρχισε να τη χτυπάει με τις γροθιές του, ενώ οι κραυγές του αντιλαλούσαν σε όλη την πλατεία «ΑΝΟΙΞΤ Ε ΜΟΥ! ΘΕΛΩ Τ Α ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ!» Μάταια. Δεν υπήρχε κανείς να τον ακούσει. «Θα γυρίσω αύριο πρωί πρωί!» είπε με λυγμούς. « Να τους το πείτε! Και να τους πείτε ότι ποτέ δε θα ξαναφήσω τα παιδιά μου!» Η εμφάνιση ενός αστυφύλακα τον έκανε να καταλάβει πως έπρεπε να φύγει. «Δε θα τα ωφελήσει σε τίποτα να κλειστώ στη φυλακή» μονολόγησε. Έφταναν οι εξηγήσεις που έπρεπε να δώσει αύριο το πρωί. Τ ον κυρίευσε μια απέραντη κούραση κι έγειρε στην πόρτα, πιέζοντας το τραχύ ταλαιπωρημένο πρόσωπό του στο σκληρό ξύλο, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι στα μάγουλά του. «Θα ξανάρθω να σας πάρω, μην ανησυχείτε. Θυμηθείτε τα λόγια μου… αύριο πρωί πρωί θα περιμένω εδώ^>.


Ένιωθε καλύτερα καθώς απομακρυνόταν, ασφαλής με κάποιον τρόπο. Ήταν γεγονός πως η γυναίκα του είχε φύγει από τη ζωή του, αλλά δεν υπέφερε πια γι’ αυτό. Η Μαίρη όμως; Θεέ μου! Τ ην αγαπούσε τόσο πολύ,που ο πόνος μέσα του ήταν σωματικός. Παρά τα όσα είχαν γίνει, δεν πίστεψε ποτέ πως θα φύγει, μα δεν την κατηγορούσε. Πώς μπορούσε άλλωστε; Ήταν πολύ άσχημη η κατάσταση, αλλά δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου. Θα τα έβγαζε πέρα’ τώρα ήταν σίγουρος. Ο Τ ζακ κι η Νάνσυ ήταν ακόμα εδώ και εγκαταλείποντάς τους φέρθηκε το ίδιο άσπλαχνα με τη μητέρα τους. Δεν άξιζε κάτι τέτοιο στα παιδιά. Τ ώρα,για πρώτη φορά, έπαψε να αισθάνεται κατάθλιψη και σκέφτηκε πως ίσως άξιζε τελικά να ζεις. Μην έχοντας διάθεση να επιστρέψει στο Χίλλτοπς και θέλοντας να το γιορτάσει, θυμήθηκε το πανδοχείο «Η Αλογοκεφαλή». Αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, θα κλείσω ένα δωμάτιο γι’ απόψε, σκέφτηκε. Και θα είμαι εδώ δίπλα για να πάρω αύριο τον Τ ζακ και τη Νάνσυ. Δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται πού θα περνούσαν τη νύχτα τους απόψε, αλλά, όσο αργά κι αν ήταν, αν ήξερε πού ήταν τίποτα στη γη δε θα μπορούσε να τον εμποδίσει να πάει εκεί. Τ ώρα που ξεμούδιασαν οι αισθήσεις του, άρχισε να νιώθει το κρύο που εισχωρούσε ως το μεδούλι. Τ α δόντια του χτύπαγαν και το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα. Είχε να φάει από χτες. Ένα ζεστό κομμάτι κρεατόπιτα κι ένα μεγάλο ποτήρι πικρή μπίρα θα είναι ό,τι πρέπει, είπε στον εαυτό του. Κι ύστερα στο κρεβάτι να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου. Θα κοιμηθώ νωρίς… και θα ξυπνήσω νωρίς. Έσφιξε πάνω του το πανωφόρι του καθώς βάδιζε με δυσκολία στο χιόνι και κόντρα στο δυνατό άνεμο, με προορισμό το πανδοχείο «Η Αλογοκεφαλή». Τ α χαρούμενα φωτισμένα παράθυρα κι η εύθυμη φασαρία των αντρών που διασκέδαζαν τον έκαναν να ταχύνει το βήμα του. Τ ο γέλιο τον εμψύχωσε. Χαμογέλασε άκεφα, «Τ ελικά δεν είναι τόσο άσχημη η ζωή» μουρμούρισε καθώς άνοιγε την πόρτα.


Αμέσως πλημμύρισε τα ρουθούνια του η μυρωδιά του καπνού και του ταγκού ιδρώτα, μα ήταν το γέλιο που τον άγγιξε βαθύτερα… ζεστό, ανθρώπινο, αναζωογονητικό. Είχε καιρό να ακούσει τόσο κατευναστικό ήχο. «Καλησπέρα, φίλε». Ο πανδοχέας ήταν μεγαλόσωμος’ ο Ρόμπερτ υπολόγισε πως ζύγωνε τα εβδομήντα. Τ α μικρά μάτια και τα χαλαρά χείλη του ήταν φωλιασμένα σε μια μάζα από σάρκες και μαλλιά κι η μεγάλη χοντρή μύτη του ήταν κατακόκκινη από την πολλή μπίρα. «Γεια! Πρέπει να έχεις κοκαλώσει απ’ το κρύο». Ο άντρας έγειρε στο μπαρ σταυρώνοντας τα χοντρά του μπράτσα και ρώτησε με ένα εύθυμο σπίθισμα στα μάτια, που ζέστανε την καρδιά του Ρόμπερτ: «Τ ι θα πάρεις,λεβέντη μου;». Δε χρειάστηκε να τον ρωτήσει δεύτερη φορά. «Ένα μεγάλο ποτήρι από την καλύτερη μπίρα σου» απάντησε χαμογελαστά. «Θα το πιω εκεί, αν δε σε πειράζει». Έτριψε τα χέρια του για να επαναφέρει την κυκλοφορία του αίματος κι έδειξε τη διπλανή σάλα. Από την ανοιχτή πόρτα φαίνονταν οι βαθιοί αναπαυτικοί καναπέδες και η χαρούμενη φωτιά στο μεγάλο τζάκι. Ο Ρόμπερτ ένιωθε τη ζέστη της από το σημείο όπου στεκόταν. Ο άντρας τού είπε ότι ήταν στη διάθεσή του όλοι οι χώροι του μαγαζιού. «Έχω στη φωτιά μια χύτρα με πηχτή κρεατόσουπα» του είπε «και την καλύτερη κρεατόπιτα που δοκίμασες ποτέ σου». Ο Ρόμπερτ έγλειψε ανυπόμονα τα χείλη του. «Βάλε δυο κομμάτια πίτα» απάντησε «και ρίξε πάνω τους μπόλικη σάλτσα κρέατος. Μου αρκεί αυτό προς το παρόν». Με το άδειο στομάχι του να γουργουρίζει, δεν ήθελε να περιορίσει τις επιλογές του. «Ένα μεγάλο ποτήρι μπίρα και δύο κομμάτια κρεατόπιτα». Ο πανδοχέας γέμισε ένα ποτήρι και το έσπρωξε προς το μέρος του, χύνοντας λίγο αφρό στον πάγκο ..«Οχτώ πένες όλα». Ο Ρόμπερτ έβγαλε τα λεφτά του μισθού του και μέτρησε τα κέρματα. Τ α υπόλοιπα τα δίπλωσε και τα έβαλε στην τσέπη του γιλέκου του.


«Μια φιλική συμβουλή». Ο πανδοχέας χαμήλωσε τη φωνή. «Εγώ στη θέση σου θα πρόσεχα περισσότερο τα λεφτά μου». Έριξε μια ματιά ολόγυρα. «Ποτέ δεν ξέρεις ποιος βλέπει… αν καταλαβαίνεις τι εννοώ…» Ο Ρόμπερτ καταλάβαινε τι εννοούσε και τον ευχαρίστησε για τη συμβουλή του. «Συνήθως είμαι πιο προσεκτικός» εκμυστηρεύτηκε «αλλά αυτή τη στιγμή έχω πολλά στο μυαλό μου. Δε σκέφτομαι καθαρά, κατάλαβες;». Χάιδεψε την τσέπη του γιλέκου του. «Εγώ και τα δυο παιδιά μου θα φύγουμε σύντομα από αυτή την περιοχή» εξήγησε. «Όποιος προσπαθήσει να μου τα πάρει θα βρει τον μπελά του, γιατί χρειάζομαι και την τελευταία δεκάρα». Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Τ ώρα που αποφάσισα να ξεκινήσω μια καινούρια ζωή με τα παιδιά μου». «Σου εύχομαι καλή τύχη». Ο πανδοχέας έγνεψε επιδοκιμαστικά. «Αλλά θυμήσου τα λόγια μου: Μη μοστράρεις τα λεφτά σου». «Αυτό θα κάνω. Σ’ ευχαριστώ, φίλε». Ο Ρόμπερτ κίνησε για το καθιστικό με το ποτήρι στο χέρι. Επειδή υπήρχαν κι άλλοι εκεί που ζεσταίνονταν στη φωτιά, δεν μπόρεσε να πλησιάσει, κι έτσι κάθισε σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο, αλλά δεν υπήρχε πρόβλημα, όλη η σάλα ήταν ζεστή κι ευχάριστη. Σε λίγο, όταν ζεστάθηκαν τα κόκαλά του, άρχισε να νυστάζει. Ανακουφισμένος από τη σκέψη ότι την άλλη μέρα θα έπαιρνε ξανά κοντά του τον Τ ζακ και τη Νάνσυ, σιγόπινε την μπίρα του κι έκανε σχέδια. Είναι καλό να έχεις ένα στόχο. Η μπίρα προκάλεσε μέσα του μια ευχάριστη ζεστασιά κι η φωτιά τού έφερε δίψα. Έτσι, όταν έφερε τις πίτες του ο πανδοχέας, παράγγειλε άλλο ένα ποτήρι μπίρα. «Θα ήθελα κι ένα δωμάτιο γι’ απόψε». «Λυπάμαι, φίλε» είπε απολογητικά ο άντρας. «Έχουμε έξι δωμάτια, αλλά είναι όλα πιασμένα. Αυτή την εποχή του χρόνου, ειδικά με τέτοιον καιρό, έρχεται κόσμος στην πόλη για τον ένα λόγο ή τον άλλο -εμπορικοί αντιπρόσωποι και τα σχετικά. Όταν χαλάει ο καιρός,


μένουν μέχρι να φτιάξει. Βλέπεις, οι τιμές μας είναι λογικές και σερβίρουμε γερό πρωινό κι αν μείνουν μια φορά εδώ μας ξανάρχονται», Γέλασε σιγανά, «Έχουμε δυο δωμάτια μέσα στα οποία δε θα έβαζα ούτε σκυλιά, αλλά μην το πεις πουθενά. Αν το μάθει η κυρά μου, θα με κρεμάσει από το ψηλότερο δέντρο. Πάντως, όλα τα δωμάτια είναι καθαρά. Δε θα σε φάνε ζωντανό οι ψύλλοι, α, όχι!» Ο Ρόμπερτ έκανε άλλη μια προσπάθεια. «Τ ο μόνο που χρειάζομαι είναι ένα κρεβάτι γι’ απόψε. Σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα;» Ο σωματώδης άντρας κούνησε λυπημένα το κεφάλι του. «Αν μπορούσα να σε βολέψω, θα το έκανα, μα δεν υπάρχει τίποτα. Λυπάμαι». «Τ ότε μπορείς να μου συστήσεις κάποιο άλλο πανδοχείο σαν το δικό σου;» «Θα μιλήσω στην κυρά μου αν θέλεις. Η Έθελ ξέρει καλύτερα από μένα αυτά τα πράματα. Εσύ κάτσε και ξεκουράσου μέχρι να σου φέρω την μπίρα». Κι έφυγε με το αργόσυρτο βήμα του. Ο Ρόμπερτ απογοητεύτηκε, αλλά δεν έχασε τις ελπίδες του. Έκανε αυτό που τον συμβούλεψε ο πανδοχέας: Χαλάρωσε στην καρέκλα του κι έκοψε μια μεγάλη δαγκωνιά από τη νόστιμη πίτα, Η έκρηξη των πλούσιων χυμών ερέθισε τη γεύση του κι έκανε τα σάλια του να τρέξουν ήταν η καλύτερη πίτα που δοκίμασε ποτέ του. «Καλή, ε;» Η φωνή ακούστηκε από κάπου εκεί δίπλα. «Μπορεί η γυναίκα του πανδοχέα να είναι σαν ετοιμόγεννη γουρούνα και να έχει μια γλώσσα που κόβει σαν ξυράφι, αλλά, μα το Θεό, καμιά δε φτιάχνει καλύτερες πίτες από την Έθελ Μόρτον!» Ο Ρόμπερτ σφούγγισε τα ζουμιά από το πιγούνι του και γύρισε να δει ποιος του μιλούσε. Ήταν ένας άντρας από το διπλανό τραπέζι. «Θα συμφωνήσω για την πίτα» αποκρίθηκε χαμογελαστά ο Ρόμπερτ «αλλά, καθώς δεν έχω δει ποτέ αυτή την κυρία, δε θα ήταν σωστό να εκφέρω γνώμη, σωστά;».


Ο άλλος άντρας χαμήλωσε τον τόνο του. «Άκου που σου λέω, αγόρι μου. Αν δεις μια φορά την Έθελ Μόρτον, θα σου μείνει αλησμόνητη. Μα δεν υπάρχει άντρας στο Μπέντφορντ που δε θα την παντρευόταν αν ήταν ελεύθερη -για τις κρεατόπιτές της, αν μη τι άλλο, έτσι δεν είναι, Μάρλον;» Στράφηκε στο νεότερο φίλο του για ηβική υποστήριξη. Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά κι έσκυψε να σχολιάσει ψιθυριστά: «Έχει δίκιο. Μπορεί να είναι άσχημη σαν αμαρτία η Έθελ, αλλά κάθε άντρας θα της τα συγχωρούσε όλα αν τον ξυπνούσε το πρωί με μια κρεατόπιτα». Κοίταξε το φαγητό του Ρόμπερτ. «Τ ρώγε τώρα… πριν σου ζητήσουμε μεζέ εγώ κι ο Τ ζόρντι από δω». Τ ο θορυβώδες γέλιο του αντιλάλησε σ,τη σάλα, αλλά σταμάτησε μόλις είδε να μπαίνει ο πανδοχέας με τη δεύτερη μπίρα του Ρόμπερτ. «Είσαι καλά, Ντάνιελ;» χαιρέτησε τον άντρα με ένα φιλικό χαμόγελο. Ο σωματώδης άντρας ακούμπησε την μπίρα στο τραπέζι κι αγριοκοίταξε τον άλλο. «Βλέπω πως βρίσκεις κάτι πολύ αστείο,νεαρέ Μάρλον» είπε αυστηρά. «Δε φαντάζομαι να γελάς εις βάρος της καημένης της γυναίκας μου;» Βλέποντας ότι ο σωματώδης άντρας μπορούσε να τους διαλύσει και τους δύο με ένα μόνο χτύπημα, αναφώνησαν κι οι δύο ζωηρά: «Όχι, όχι! Απλώς κουβεντιάζαμε με το παλικάρι από δω, αυτό είναι όλο». Ο νεότερος έδειξε το Ρόμπερτ. «Ούτε που αναφέραμε τη γυναίκα σου, έτσι δεν είναι, φίλε;» Ο Ρόμπερτ δεν το επιβεβαίωσε, ούτε το διέψευσε, γιατί αντιπάθησε από την πρώτη στιγμή τον αναιδή νεαρό. Ήταν πονηρό κουμάσι αυτός ο Μάρλον. «Έχετε καλύτερα πράγματα να κουτσομπολεύετε από τις ξένες γυναίκες, έτσι δεν είναι;» Ακολούθησε μια δυσοίωνη σιωπή, στη διάρκεια της οποίας ο Ντάνιελ Μόρτον κοίταζε επιτιμητικά μια τον ένα και μια τον άλλο, πριν κάνει ένα βήμα μπροστά για να εκμυστηρευτεί με πιο σιγανή φωνή : «Κρίμα,γιατί θα είχε πολλά να πει κανείς για την Έθελ μου… για τα στήθια της που μέσα τους μπορεί να χαθεί ένας άντρας να τρελαθεί από πόθο, πιστέψτε με. Πού


να τη δείτε όταν χορεύει το χορό της κοιλιάς γύρω από το κρεβάτι ειδικά με την πανσέληνο. Γδύνεται με αργές κινήσεις, να, έτσι…» έγλειψε τα χείλη του κι έσυρε αισθησιακά τις παλάμες του στο σώμα του «…και σείεται και λικνίζεται κόβοντας την ανάσα του άντρα». Τ ου ξέφυγε ένας μακρόσυρτος τρεμουλιαστός στεναγμός. «Δεν έχετε ιδέα». Ο Μάρλον κι ο Τ ζόρντι κοιτάζονταν σαστισμένοι. ενώ ο Ρόμπερτ χαμογελούσε κάτω από τα μουστάκια του. «Μα την αλήθεια!» Ο μεγαλύτερος άντρας δεν πίστευε στα αυτιά του. «Πλάκα μάς κάνεις;» Ο πανδοχέας έγνεψε αρνητικά. «Ξέχνα τις κρεατόπιτές σου, Μάρλον» βόγκηξε. «Θα χρειάζεσαι ένα παγωμένο ντους όταν τελειώσει μαζί σου!» Έκανε μεταβολή κι έφυγε αφήνοντάς τους με ανοιχτό το στόμα. «Ποτέ δε θα το φανταζόμουνα!» κοντανάσανε ο μεγαλύτερος άντρας. «Η Έθελ Μόρτον… να χορεύει το χορό της κοιλιάς γύρω από το κρεβάτι! Δεν το χωράει ο νους μου!» Ξαφνικά, δυνατά γέλια τράνταξαν τη σάλα. «Αν το πίστεψες αυτό, θα πιστέψεις τα πάντα Ι» Ο σωματώδης πανδοχέας στεκόταν στην πόρτα και χτυπιόταν στα γέλια ενώ είχε αρπάξει το πόμολο. «Αν προσπαθούσε η κυρά μου να χορέψει το χορό της κοιλιάς, θα γκρεμιζόταν το πάτωμα από το βάρος της!» Έβλεπε τόσο ζωηρά με τη φαντασία του την τρομακτική αυτή εικόνα, που ξέσπασε σε καινούρια χαχανητά, όπως και όλοι οι άλλοι στη σάλα, συμπεριλαμβανομένων του Ρόμπερτ και της παρέας του. «Επιτρέπεται να καθίσουμε στο τραπέζι σου, φίλε;» ρώτησε ο νεότερος το Ρόμπερτ. «Δε φτάνει η ζέστη εδώ πίσω». Ο Ρόμπερτ δεν είχε αντίρρηση, αν και στην αρχή οι δύο άντρες τού φάνηκαν πονηροί και άξεστοι, ειδικά ο νεότερος, ο Μάρλον. Σκέφτηκε ωστόσο ότι, εφόσον ο Ντάνιελ Μόρτον τούς ήξερε με τα ονόματά τους, θα πρέπει να ήταν εντάξει. Κι έτσι ήρθαν στο τραπέζι του και, καθώς κύλαγε η ώρα, κουβέντιαζαν κι έπιναν και σ’ε κάθε


ποτήρι μπίρα καλούσαν το Ρόμπερτ να τους συνοδεύσει, μέχρι που χαλάρωσε κι ένιωσε τόσο άνετα, που τους άνοιξε την καρδιά του. «Άκουσα να λες στον Νταν πως θέλεις δωμάτιο γι’ απόψε» είπε κάποια στιγμή ο Μάρλον. «Δεν έχεις σπίτι να γυρίσεις;» «Από αύριο όχι» απάντησε ο Ρόμπερτ. «Έριξα τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο του σπιτονοικοκύρη, πλήρωσα το τελευταίο νοίκι και παραιτήθηκα από τη δουλειά μου». «Και τι δουλειά κάνεις;» «Φορτοεκφορτωτής εμπορικών τρένων». «Χμμ. Σκληρή δουλειά, μα πληρώνεται καλά, έτσι μου έχουν πει». «Σωστά σου είπαν». «Και γιατί παραιτήθηκες; Τ ι σ’ έκανε να ξενοικιάσεις το σπίτι σου;» Για λόγους γνωστούς μόνο σ’ εκείνον, ο Ρόμπερτπροτίμησε να μην απαντήσει αναλυτικά σε αυτές τις ερωτήσεις. «Απλώς,ήταν καιρός». Καιρός να βάλει ένα τέλος. Καιρός να καταθέσει τα όπλα’ και να εγκαταλείψει τα παιδιά του σε ξένα χέρια. Για εγωιστικούς λόγους που τον έκαναν να ντρέπεται. Πώς να ξεστομίσει την αλήθεια, ειδικά σε αγνώστους; «Έχεις γυναίκα;» επέμενε ο Μάρλον. «Όχι πια». «Τ ότε φιλενάδα;» «Ούτε. Έφυγε χτες». Ήπιε άλλη μια γουλιά μπίρα. «Αλλά έχεις παιδιά;» Ο Ρόμπερτ χαμογέλασε. «Δύο: ένα αγόρι, τον Τ ζακ, κι ένα κορίτσι,τη Νάνσυ. Σε λίγο κλείνει τα τρία. Τ ο αγόρι είναι τέσσερα


χρόνια μεγαλύτερο». «Αν δεν έχεις σπίτι, ούτε γυναίκα ή φιλενάδα, ποιος κρατάει τα παιδιά;» Ο μεγαλύτερος άντρας, ο Τ ζόρντι, δεν ήταν αναίσθητος σαν το μαυρομάλλη φίλο του. Έδειχνε να έχει φιλικό χαρακτήρα. «Τ α έχω αφήσει κάπου. Θα τα πάρω το πρωί και θα φύγουμε». Δεν πρόσεξε ότι ο μαυρομάλλης παρήγγειλε άλλες τρεις μπίρες κι έσπρωξε τη μία κάτω από τη μύτη του Ρόμπερτ. Πήρε στη χούφτα του το ποτήρι κι ήπιε μια μεγάλη απολαυστική γουλιά, «Τ ι απόγινε η γυναίκα σου;» Η περιέργεια παραμέρισε το βαθύτερο και πιο κακόβουλο ενδιαφέρον του νεότερου άντρα. Μετά από μερικές γουλιές ακόμη, ο Ρόμπερτ είχε πιο εξομολογητική διάθεση. «Με παράτησε πριν από ένα χρόνο -για κάποιον πλούσιο». Υπήρχε μια χροιά αηδίας στη φωνή του που δεν μπόρεσε να κρύψει. «Κι η φιλενάδα;» Ο Ρόμπερτ ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να κρύψει λόγια. «Ώρα να πηγαίνω. Θέλω να ρωτήσω τον πανδοχέα αν ρώτησε τη γυναίκα του πού μπορώ να περάσω τη νύχτα». Σηκώθηκε-και κούνησε το κεφάλι του σαν να ήθελε να ξεθολώσει το μυαλό του. «Πρέπει να μείνω στην πόλη… να είμαι κοντά. Έχω μια σπουδαία δουλειά το πρωί… δεν πρέπει να αργήσω». Ο νεότερος άντρας επέμενε. «Μου κάνει εντύπωση που φεύγουν οι γυναίκες από έναν ωραίο άντρα σαν κι εσένα». Περιεργάστηκε με μια μοχθηρή ματιά τα ωραία χαρακτηριστικά του Ρόμπερτ και το ψηλόλιγνο κορμί του. «Θα έλεγα πως είσαι από τους άντρες που ξελογιάζουν τις γυναίκες των άλλων… σαν εκείνον που έκλεψε τη δικιά μου». Έκανε να σηκωθεί από τη θέση του, αλλά τον σταμάτησε ο Τ ζόρντι απλώνοντας το χέρι. «Φρόνιμα» είπε με σταθερό τόνο κι ο άλλος σώπασε μουτρωμένος. Δεν ήταν καιρός που τον εγκατέλειψε η φιλενάδα του και τον


έτσουζε ακόμη. «Δεν μπορείς να κατηγορείς κάθε άντρα που γνωρίζεις επειδή το έσκασε η δικιά σου με κάποιον άλλο». «Ήταν πουτάνα,γι’ αυτό έφυγε! Ένα είναι σίγουρο… δεν έφταιγα εγώ». Στη φωνή και στο φέρσιμο του νεότερου άντρα υπήρχε μια βίαιη οργή. Έσπρωξε το χέρι του φίλου του σε μια σκληρή προειδοποίηση. «Κι εσύ να κοιτάζεις τη δουλειά σου, αν θέλεις το καλό σου!» Ο φίλος του, που ήξερε ότι τελευταία είχε γίνει επικίνδυνα επιθετικός, υποχώρησε. Ο πανδοχέας είχε καλά νέα για το Ρόμπερτ. «Η κυρά μου λέει ότι υπάρχει ένα πανδοχείο δίπλα στο ποτάμι όπου μπορείς να βολευτείς. Φυσικά, δεν είναι καλό σαν το δικό μας, αλλά προσφέρει υποφερτά κρεβάτια και πρωινό σε λογικές τιμές. Θα προχωρήσεις ως τη δεύτερη γέφυρα και μετά θα στρίψεις δεξιά. Λέγεται “ Η Γέφυρα” απόκλείεται να μην το δεις. Ζήτησε τη Σάρα». Ο Ρόμπερτ τον ευχαρίστησε και του ευχήθηκε καληνύχτα. «Πες στην κυρά σου ότι της χρωστάω ευγνωμοσύνη». Ο Ντάνιελ το υποσχέθηκε και του έδωσε μια συμβουλή. «Πρόσεχε, φίλε μου, μην πέσεις στο ποτάμι. Εννοώ, το έτσουξες για τα καλά απόψε. Αν θες τη γνώμη του, καλύτερα να πάρεις μια άμαξα». «Δε χρειάζεται» αποφάσισε ο Ρόμπερτ. «Θα μου κάνουν καλό ο καθαρός αέρας και το περπάτημα δίπλα στο ποτάμι». Και με αυτά τα λόγια χαιρέτησε κι έφυγε από την παμπ. «Καιρός να πηγαίνουμε κι εμείς». Κάνα δυο λεπτά αργότερα ο Μάρλον έσπρωχνε το φίλο του στο δρόμο. «Κοίτα! Να τος!» Έδειξε στον Τ ζόρντι τη σιλουέτα του Ρόμπερτ που κατευθυνόταν στον κεντρικό δρόμο. «Ει!» Η φωνή του αντήχησε στον αέρα. «Περίμενέ μας,φίλε!» «Τ ι διάβολο κάνεις;» τον συγκράτησε ο φίλος του. « Τ ι τον θέλεις;» «Μη μου πεις πως δεν είδες το κομπόδεμά του;»


«Τ ο είδα, όπως κι εσύ. Και λοιπόν;» «Έλα τώρα, Τ ζόρντι. Μη μου πεις πως είσαι τόσο αργόστροφος!» «Όχι, ούτε τόσο απελπισμένος». Ο Τ ζόρντι, που ήταν οικογενειάρχης πριν τον χωρίσει η φυλακή από τη γυναίκα και τα παιδιά του, είχε συμπαθήσει το Ρόμπερτ. «Αρκετά βάσανα έχει ο άνθρωπος και χωρίς να του κλέψουμε τα λεφτά του. Άλλωστε, άκουσες ότι σκοπεύει να φύγει από τα μέρη μας κι αυτά τα λίγα χρήματα είναι το εισιτήριό του». Ο νεαρός απάντησε με έναν καγχασμό. «Δε φαντάζομαι να ’γινες πονόψυχος τώρα στα γεράματα;» «Άλλοτε ναι κι άλλοτε όχι. Αυτό που λέω είναι ότι υπάρχουν ένα σωρό χαραμοφάηδες να ξαφρίσουμε χωρίς να κλέβουμε τους δικούς μας». Ακούμπησε κατευναστικά το χέρι του στον ώμο του άλλου. «Άφησέ τον, παιδί μου. Δε χρειαζόμαστε τα λεφτά του». Ο νεάρός τον έσπρωξε. «Κι εγώ δε χρειάζομαι εσέναΐ» γρύλισε. «Στρίβε και παράτα με ήσυχο». Και,καθώς έτρεχε, φώναξε: «Και μη σου μπει καμιά ιδέα να με προδώσεις, γιατί θα το μετανιώσεις». «Μην είσαι κουτός,άνθρωπε μου». Ο Τ ζόρντι, που φοβόταν πιότερο για το φίλο του παρά για τον εαυτό του, τον πήρε στο κατόπι. «Σταμάτα, Μάρλον. Γύρνα πίσω!» Αλλά ο νεαρός κακοποιός είχε απομακρυνθεί ήδη. Τ α ταχύτερα πόδια του και το μαύρο μίσος στην καρδιά τού έδιναν φτερά. Ο Ρόμπερτ κόντευε να βγει στον κεντρικό δρόμο όταν τον έφτασε. Αιφνιδιασμένος και πάραζαλισμένος ακόμα από το ποτό,γύρισε αβέβαια όταν του φάνηκε πως άκουσε κάτι πίσω του. Ο διώκτης του όρμησε σαν λυσσασμένο ζώο κι άρχισε να τον χτυπά με γροθιές και κλοτσιές· ανήλεα, σαν να σκόπευε να σταματήσει μόνο όταν ο Ρόμπερτ θα έπεφτε νεκρός στο έδαφος. Ο ματωμένος και σαστισμένος Ρόμπερτ αντεπιτέθηκε επιτέλους και


το σκληραγωγημένο από τη δουλειά κορμί του, το δυνατό και γεμάτο μυς, τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. «Τ ι θέλεις από μένα;» φώναξε φτύνοντας αίμα. Άδραξε τον κακοποιό από τους ώμους και τον κόλλησε σε έναν τοίχο. «Τ α λεφτά μου, αυτά θέλεις; Ή είναι αυτό που είπε ο φίλος σου, ότι κατηγορείς όλους τους άντρες επειδή το έσκασε η γυναίκα σου; Ξύπνα, άνθρωπέ μου! Δεν είσαι ο πρώτος που τον προδίδει μια γυναίκα και δε θα είσαι ούτε ο τελευταίος, αυτό σ’ το υπογράφω!» Τ ον τράνταξε από τους ώμους και τον έσπρωξε πέρα. «Δίνε του και να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό που δε σε ξυλοφορτώνω όπως σου αξίζει. Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πώς αισθάνεσαι. Τ α πέρασα κι εγώ, μάρτυς μου ο Θεός. Ξέρω πως, αν το θελήσει η γυναίκα, μπορεί να σε τρελάνει. Φύγε λοιπόν!» Τ ο έσπρωξε στην πάροδο. «Ξεκουμπίσου… πριν αλλάξω γνώμη!» Όταν ξεπρόβαλε λαχανιασμένος ο Τ ζόρντι από τη γωνία, είδε το Ρόμπερτ να σπρώχνει το φίλο του. «Ει! Άφησέ τον!» κραύγασε. Όρμησε να αποσπάσει το νεαρό από τα χέρια του Ρόμπερτ, αλλά ο άλλος ήταν πολύ γρήγορος για εκείνον. Ο Μάρλον ρίχτηκε με μια κραυγή στο Ρόμπερτ και λίγο αργότερα είχαν πιαστεί κι οι τρεις στα χέρια. Στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να τους χωρίσει, ο Τ ζόρντι έπεσε στο έδαφος από μια αδέσποτη γροθιά του νεαρού. Τ αυτόχρονα ο Ρόμπερτ εκτινάχτηκε στο πεζοδρόμιο. Ξαφνικά, ο μεγαλύτερος άντρας σήκωσε το βλέμμα του και είδε μια τετράτροχη άμαξα που ερχόταν ολοταχώς προς το μέρος τους. Φώναξε πανικόβλητος, αλλά η προειδοποίησή του ήρθε καθυστερημένα. Ο Ρόμπερτ, που είχε χάσει την ισορροπία του, δεν μπόρεσε να την ανακτήσει, γιατί, ενώ προσπάθησε, ο νεαρός τον κλότσησε με δύναμη στην πλάτη, στέλνοντάς τον στο δρόμο των αλόγων. Τ ην επόμενη στιγμή τον πήραν από κάτω οι οπλές και δεν μπόρεσε να σώσει τον εαυτό του. Οι

έντρομες

στριγγλιές

των

αργοπορημένων

επιβατών

και


περαστικών γέμισαν τον αέρα καθώς έτρεχαν να βοηθήσουν. Στο μεταξύ,τα άλογα είχαν παρασύρει σε αρκετή απόσταση το Ρόμπερτ, πετώντας τον με τη σειρά τους στις ρόδες της άμαξας. Τ έλος, η άμαξα ελευθερώθηκε και τα άλογα κάλπασαν πανικόβλητα. Κάποια στιγμή σταμάτησαν επιτέλους και συγκεντρώθηκε γύρω τους ένα μικρό πλήθος που προσπάθησε να τα ηρεμήσει. Στην είσοδο της παρόδου, κάθισαν το σοκαρισμένο αμαξά στο πεζοδρόμιο. Ήταν γδαρμένος και μελανιασμένος, αλλά εκτός από ένα δάχτυλο που κρεμόταν από μια κλωστή, από την προσπάθειά του να συγκρατήσει τα αφηνιασμένα άλογα, δεν είχε άλλα εμφανή τραύματα. «Αφήνιασαν» έλεγε και ξανάλεγε. «Κάτι πετάχτηκε μπροστά τους… σκύλος, αρουραίος, κάτι. Και τρόμαξαν κι αφήνιασαν. Δεν μπόρεσα να τα συγκρατήσω». Τ ράβηξαν προσεκτικά το σακατεμένο κορμί του Ρόμπερτ από τη μάζα των μετάλλων και των ξύλων. «Φοβάμαι πως είναι νεκρός». Ο Ρόμπερτ, λουσμένος από την κορφή ως τα νύχια με το αίμα του, ήταν αγνώριστος. Όταν φώναξε κάποιος ότι ερχόταν η αστυνομία, ο Τ ζόρντι κι ο Μάρλον οπισθοχώρησαν κι εξαφανίστηκαν, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Ο μεγαλύτερος άντρας γέμισε φρίκη όταν είδε τι είχαν κάνει, αλλά ο άλλος δεν ένιωσε ούτε συμπόνια ούτε τύψεις για το μακελειό που προκάλεσε. Απεναντίας,καμάρο)νε’ ένιωθε ότι απένειμε δικαιοσύνη. Σε λίγο ήρθε η άμαξα του νοσοκομείου και πήρε το Ρόμπερτ. «Υπάρχει ακόμα μια ελπίδα». Ο τραυματιοφορέας είχε διακρίνει μια σπίθα ζωής καθώς σήκωναν το θύμα, Ο συνάδελφός του ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Έγινε κομματάκια ο δύστυχος» γρύλισε. Είχαν δει πολλά τα μάτια του, αλλά αυτό το δυστύχημα ήταν το χειρότερο. «Νομίζω πως τον χάσαμε ήδη».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Η ΜΑΙΡΗ, ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΣΠΡΩΓΜΕΝΗ από μια παρόρμηση της στιγμής και μετάνιωσε ήδη για τη βιαστική απόφασή της, πέρασε τη νύχτα σε ένα μικρό ξενοδοχείο του Μπέντφορντ. Δεν κοιμήθηκε πολύ. Βημάτιζε πάνω κάτω, ελπίζοντας ότι ο Ρόμπερτ την αγαπούσε αρκετά για να ψάξει να τη βρει, μα δεν ήρθε, και τώρα ήταν ντυμένη κι έτοιμη να φύγει για τα καλά. «Ευχαριστούμε, δεσποινίς». Η πρόσχαρη ρεσεψιονίστ με την πούδρα και το ρουζ τής έδωσε την απόδειξη. «Θαρρώ πως έρχεται μεγάλη κακοκαιρία». Καθάρισε τα νύχια της,σκάλισε τη μύτη της και τώρα χτυπούσε ελαφρά το διπλοσάγονό της. «Πέφτει αν δεν το προσέξεις» αστειεύτηκε χουφτώνοντας κι ανασηκώνοντας το πλούσιο στήθος της, « Όπως όλα». Η Μαίρη χαμογέλασε, παρά την άσχημη διάθεσή της. «Μήπως ξέρετε τι ώρα φεύγει το πρώτο τρένο από το σταθμό;» «Δεν ξέρω». Η γυναίκα σούφρωσε σκεφτικά τα χείλη. «Όχι,δεν έχω ιδέα. Λυπάμαι». Η Μαίρη έγνεψε παραιτημένη. «Δεν πειράζει» απάντησε. «Θα πάω εκεί και θα ρωτήσω μόνη μου». Η γυναίκα την κοίταξε από πάνω ως κάτω. «Θα έλεγα ότι έχεις προβλήματα με κάποιον άντρα». «Αλήθεια; Γιατί το λέτε αυτό;» «Γιατί το καταλαβαίνω, κοπέλα μου, να γιατί. Έχω τραβήξει πολλά από τους άντρες κι αναγνωρίζω τα σημάδια. Καθάρματα! Όλοι ίδιοι είναι. Μόλις πάρουν αυτό που θέλουν, δε σε χρειάζονται πια. Φεύγουν με την πρώτη σουρλουλού που είναι πρόθυμη να κατεβάσει τα βρακιά της». «Έλλεν!» Η φωνή του διευθυντή τις ξάφνιασε και τις δυο.


«Συγκεντρώσου, κορίτσι μου, γιατί θα επιστρέψεις στην κουζίνα πριν το καταλάβεις». «Μάλιστα, κύριε». Καθώς απομακρυνόταν ο διευθυντής, η ρεσεψιονίστ έσκυψε στον πάγκο και είπε εμπιστευτικά στη Μαίρη: «Τ α βλέπεις; Θα πίστευες πως ήμαστε εραστές μέχρι πριν από μια βδομάδα;». Έριξε μια ματιά στην εσωτερική πόρτα για να βεβαιωθεί πως δεν τις άκουγε κανείς και είπε στή Μαίρη: «Με κυνήγαγε από πίσω. Και μετά υπέκυψα και του κάθισα και τώρα κάνει πως δε με ξέρει. Απειλεί ότι θα με ξαναστείλει στην κουζίνα. Δε με θεωρεί αρκετά καλή για τη ρεσεψιόν. Χμμμ! Ήμουν καλή όταν με ξάπλωνε εδώ, στο πάτωμα, με το κομπινεζόν σηκωμένο ως τη μέση… ο μουρντάρης». Η Μαίρη τη συμπάθησε. «Έχεις δίκιο» παραδέχτηκε. «Εχω προβλήματα με έναν άντρα, αλλά όχι αυτά που νομίζεις. Είναι καλός άνθρωπος. Μόνο που παρουσιάστηκαν ανυπέρβλητες δυσκολίες». Η νέα γυναίκα γούρλωσε τα μάτια της σαν μπαλάκια του γκολφ, «Τ ι; Έπαψε να του σηκώνεται; Πίνει; Έπαθε την ανικανότητα του πότη;» Η Μαίρη γέλασε. «Όχι,τίποτα τέτοιο». Λίγο αργότερα η Μαίρη χαιρέτησε και βγήκε έξω. να αντιμετωπίσει τα στοιχεία της φύσης. Έξω είχε ακόμη παγωνιά. Ακολούθησε τον κεντρικό δρόμο και προχώρησε μέχρι που έφτασε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Ξεπαγιασμένη και σκονισμένη, πήγε γραμμή στο γκισέ των εισιτήριων και ρώτησε πού πηγαίνει το πρώτο τρένο που φεύγει από το Μπέντφορντ. Είπε στον ταμία ότι ήθελε να πάει όσο πιο μακριά γινόταν. «Ένα λεπτό, παρακαλώ». Ο συναχωμένος υπάλληλος έβγαλε ένα βρόμικο μαντίλι και φύσηξε δυνατά τη μύτη του. Κατόπιν έβηξε, φτερνίστηκε και σκούπισε τη μύτη του με την ανάστροφη του χεριού του. Μετά από μερικές ακόμα καθυστερήσεις, σάλιωσε το δάχτυλό του κι έπιασε τον πίνακα των δρομολογίων από μια στοίβα μπροστά του. «Λάιθαμ Σάιντ Ανς. Για να δούμε… Είναι πολύ μακριά από δω


και θα είσαστε κοντά στο Μπλάκπουλ, με όλες τις παραθαλάσσιες ομορφιές του. Έχουμε όμως και την ολοκαίνουρια ταχεία είναι το κάτι άλλο…» Στένεψε τα μάτια του μέχρι που έγιναν δυο σχισμές πίσω από τα βρόμικα γυαλιά του κι έλεγξε τα δρομολόγια. «Τ ο επόμενο τρένο θα σας πάει στο Ράγκμπυ -έρχεται σε δέκα λεπτά-κι από κει θα πάρετε το τρένο για το Πρέστον κι από κει για το Λάιθαμ. Με το ταξίδι αυτό κάνεις κύκλο, αλλά, τολμώ να πω, αξίζει τον κόπο, δεσποινίς». Περίμενε υπομονετικά να αποφασίσει η Μαίρη τι θα κάνει, παίζοντας με το μολύβι του. Επειδή η κοπέλα ήθελε να φύγει από το Μπέντφορντ, υποψιαζόταν ότι το έσκαγε από κάτι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που του έκαναν αυτή την ερώτηση. Τ ο καταλάβαινε πάντα όταν ο ταξιδιώτης -ή η ταξιδιώτισσα στην προκειμένη περίπτωση-δεν ενδιαφερόταν πού θα πάει, αρκεί να απομακρυνόταν από τα προβλήματα που τον βασάνιζαν. «Δεν έχω ξαναπάει στο Λάιθαμ Σάιντ Ανς» ομολόγησε η Μαίρη. «Πού είναι;» «Κατάλαβα!» Η παραδοχή της επιβεβαίωσε τις υποψίες του. «Είναι ένα ωραίο παραθαλάσσιο μέρος, όχι μακριά από το Μπλάκπουλ, όπως σας είπα,’αλλά χωρίς την πολυκοσμία και τη βαβούρα του, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Αν θέλετε ηρεμία και γαλήνη, θα σας αρέσει». Περιεργάστηκε με τρόπο τη Μαίρη κι αναγνώρισε τις ενδείξεις: σημάδια δακρύων στο πρόσωπό της, μια έκφραση απέραντης μοναξιάς κι ενοχή. Ω, ναι, υπήρχε πάντα ενοχή. «Τ ι ώρα είπατε ότι φεύγει;» Αναρωτήθηκε αν την έψαχνε ο Ρόμπερτ για να την πείσει να μείνει. Μα δεν το ήθελε αυτό,γιατί δεν το ήθελε ο Τ ζακ. «Για να δούμε». Σήκωσε το βλέμμα του και σούφρωσε τα χείλη του. «Σε οχτώ λεπτά».


Η Μαίρη έβγαλε το πορτοφόλι από την τσάντα της και ρώτησε: «Πόσο;». «Θα πάτε ως το τέρμα, δεσποινίς;» Έγνεψε καταφατικά. «Απλό ή μετ επιστροφής; Πρώτη, δεύτερη ή τρίτη θέση ;» «Απλό, παρακαλώ. Τ ρίτη θέση». Αναπήδησε όταν φτερνίστηκε δυνατά ο ταμίας κι άρχισε να φυσάει τη μύτη του σαν τρομπέτα. «Όπως είπα, είναι μεγάλο ταξίδι συνολικά διακόσια σαράντα χιλιόμετρα. Έχουμε και λέμε: Για τρίτη θέση μάς κάνει δώδεκα σελίνια κι έξι πένες, παρακαλώ!» Η Μαίρη πλήρωσε κοντανασαίνοντας και ζήτησε καταφύγιο στην αίθουσα αναμονής για τα τελευταία ένα δυο λεπτά. Σκέφτηκε πως ήταν πολύ φιλόξενη με τους πράσινους τοίχους και τις τέσσερις πολυθρόνες γύρω από τη φωτιά. Υπήρχε ακόμα κι ένα χαλάκι μπροστά στο τζάκι,όπως και στο σπίτι της. Η Μαίρη έτριψε τα χέρια της να τα ζεστάνει. «Τ ώρα πια δεν έχεις σπίτι, κοπέλα μου» μουρμούρισε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Η καρδιά και το μύαλό της ξαναγύρισαν στο Χίλλτοπς, στο Ρόμπερτ και στα παιδιά που αγάπησε σαν δικά της, αλλά το ένστικτό της την έσπρωχνε να φύγει, γιατί τα πράγματα ανάμεσά τους δε θα ξαναγίνονταν ποτέ όπως πρώτα. Πώς μπορούσαν; Ξεκούμπωσε το μακρύ πανωφόρι της, κάθισε δίπλα στη φωτιά κι αναπόλησε τα γεγονότα των τελευταίων μηνών. Αν είχαμε βρει μια λύση, σκέφτηκε. Έγειρε πίσω στην καρέκλα της και λαγοκοιμήθηκε. Ερωτεύτηκε το Ρόμπερτ από την πρώτη φορά που τον είδε και τον αγαπούσε ακόμα. Πάντα θα τον αγαπούσε. Μα δεν άντεχε άλλο αυτή την κατάσταση. Αν ήταν στο χέρι της, θα έκανε κάτι κάτι πιο δραστικό. Από μια άποψη κατηγορούσε το Ρόμπερτ, αλλά αναγνώριζε ότι δεν ήταν


εύκολο ούτε γι’ αυτόν. Ας είναι. Τ ώρα ήταν αργά. Υπήρχαν πολλά προβλήματα πριν εμφανιστεί αυτή που δεν είχαν λυθεί ακόμη. Προβλήματα που είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Προβλήματα της καρδιάς. Χρόνια κι επώδυνα. Που δεν τα δημιούργησε αυτή, μα αυτό δεν άλλαζε τίποτα. Απ’ όλους τους εμπλεκόμενους σ’ αυτή την κατάσταση,’ υπέφερε περισσότερο για το Ρόμπερτ. Τ ώρα έπεφτε στους ώμους του όλο το βάρος και, μολονότι ντρεπόταν που τον εγκατέλειψε, δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλη λύση. Τ ο σφύριγμα του τρένου την έβγαλε από τους στοχασμούς της. Έσφιξε πάνω της το πανωφόρι κι αφήνοντας απρόθυμα τη ζεστασιά της φωτιάς βγήκε στο τσουχτερό κρύο. Στην αποβάθρα είχαν εμφανιστεί κι άλλοι επιβάτες, θαρρείς από το πουθενά. Άλλοι αποβιβάζονταν από το σταματημένο τώρα τρένο και τυλίγονταν στους πυκνούς ατμούς που τους έκαναν να μοιάζουν σαν φαντάσματα. Περίμενε λίγα λεπτά να αραιώσει ο κόσμος κι ανέβηκε στο τρένο. Παγωμένη κι αποκαμωμένη, κουλουριάστηκε σε μια γωνία και βυθίστηκε στον ύπνο. Ένας φύλακας την ξύπνησε στο Ράγκμπυ και την οδήγησε στην ταχεία του Πρέστον. Η αγουροξυπνημένη Μαίρη,που έχανε την αυτοπεποίθησή της κάθε λεπτό αυτής της απερίσκεπτης φυγής, κάθισε και περίμενε να ξεκινήσει το μεγάλο τρένο. Στο Πρέστον, το τελευταίο σκέλος του ταξιδιού της, επιβιβάστηκε κουρασμένη σε ένα βαγόνι της τρίτης θέσης κουβαλώντας μαζί της την ταξιδιωτική τσάντα της. Τ ώρα της φαινόταν ασήκωτο το βάρος της. Απέναντί της κάθισε ένας κιτρινιάρης άντρας με πονηρά μάτια, που της προκάλεσε νευρικότητα. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα της την κοίταζε επίμονα. Τ ην τελευταία στιγμή μπήκε στο βαγόνι μια παχουλή πρόσχαρη γυναίκα κι η Μαίρη ένιωσε πιο ασφαλής. Πέρασαν δύο σταθμούς πριν ζεσταθεί και νιώσει άνετα η Μαίρη. Όταν έφθασαν στον τρίτο σταθμό, κοιμόταν πάλι.


«Τ ι παλιόκαιρος,ε;» Η παχουλή γυναίκα προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με τον κιτρινιάρη κύριο, αλλά αυτός γύρισε το πρόσωπό του στο παράθυρο χωρίς να πει κουβέντα. Λίγα λεπτά αργότερα έφυγε από το βαγόνι και δεν ξαναγύρισε. «Γρουσούζη!» Η γυναίκα κάθισε στη θέση του και χαμογέλασε στην κοιμισμένη Μαίρη. «Γεια. Είσαι πολύ όμορφο κορίτσι, μα την αλήθεια!» Τ ώρα, καθώς σταματούσε το τρένο σφυρίζοντας, η γυναίκα έσκυψε και σκέπασε τη γάμπα της Μαίρης με την άκρη του πανωφοριού της. «Δεν μπορώ να σε αφήσω έτσι» σχολίασε σουφρώνοντας τα χείλη της. «Ποιος ξέρει αν παραμονεύει κάνας πορνόγερος». Και με αυτά τα λόγια πήρε τη μεγάλη ταξιδιωτική τσάντα της Μαίρης κι αποβιβάστηκε ατάραχη και ψύχραιμη. Εξουθενωμένη από τα γεγονότα των δύο τελευταίων ημερών, η Μαίρη κοιμήθηκε σε όλο το ταξίδι και ξύπνησε όταν την σκούντησε ο ελεγκτής λέγοντας: «Φτάσαμε στο τέρμα, δεσποινίς. Βρισκόμαστε στο Λάιθαμ Σάιντ Ανς». Μόνο τότε αντιλήφθηκε ότι είχε εξαφανιστεί η ταξιδιωτική τσάντα της. Πανικοβλήθηκε. «Ω, Θεέ μου! Όλα μου τα υπάρχοντα ήταν σε αυτή την τσάντα!» Ήταν αργά το απόγευμα κι ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ένιωθε χαμένη, μόνη και τρομοκρατημένη. Στο γραφείο του σταθμού ο σταθμάρχης τής φέρθηκε με συμπάθεια. Τ ης ζήτησε την περιγραφή της κλέφτρας κι όταν την άκουσε αναστέναξε, βόγκηξε και βλαστήμησε μέσ’ απ’ τα δόντια του. «Είναι γνωστή κλέφτρα» την πληροφόρησε. «Λυπάμαι, κοπέλα μου, μα δε θα ξαναβρείς τα πράγματά σου. Η μητέρα Έβανς είναι τετραπέρατη. Η αστυνομία την κυνηγάει χρόνια, αλλά ξεγλιστρά σαν χέλι». Κράτησε, όπως είχε υποχρέωση, το όνομα της Μαίρης, αλλά όταν της ζήτησε τη διεύθυνσή της για να τη δώσει στις αρχές δεν είχε. «Μόλις ήρθα» εξήγησε. «Ψάχνω για δουλειά και μέρος να μείνω».


«Κατάλαβα». Ο σταθμάρχης την αναμέτρησε με το βλέμμα και κατέληξε στο συμπέρασμα πως μια κοπέλα τόσο καθωσπρέπει δεν ήταν σωστό να περιφέρεται στους δρόμους. «Υπάρχει μια πανσιόν στην προκυμαία που λέγεται “ Μπλούμπελ Χάουζ”» της είπε. Ο ιδιοκτήτης είναι καλός άνθρωπος. Τ ώρα που έχει τελειώσει η σεζόν κι έχουν αδειάσει τα μισά δωμάτια στο Λάιθαμ, δε νομίζω να έχει αντίρρηση να σε φιλοξενήσει». Η Μαίρη, απελπισμένη και σοκαρισμένη από την απώλεια της τσάντας της,του θύμισε: «Δεν έχω χρήματα να πληρα>σω! Τ ουλάχιστον μέχρι να βρω δουλειά». Ο σταθμάρχης κατάλαβε. «Ο Πολ Μάρσαλ είναι εξυπηρετικός άνθρωπος. Είμαι σίγουρος ότι θα σ’ αφήσει να μείνεις μέχρι να βρεις δουλειά. Άλλωστε, το πρόσωπό σου εμπνέει εμπιστοσύνη». Κι είναι τόσο όμορφο, σκέφτηκε, με αυτά τα ανοιχτά καστανά μάτια και τα ξανθά, μαζεμένα κότσο μαλλιά. Πήρε πένα και χαρτί κι έγραψε κάτι σε ένα σημειωματάριο. «Εδώ είναι το όνομα και η διεύθυνσή του». Έσκισε τη σελίδα και της την έδωσε. «Τ ουλάχιστον πήγαινε να τον δεις. Πες του πως σε στέλνει ο Άλαν». Η Μαίρη τον ευχαρίστησε, πήρε το χαρτί και κίνησε προς την κατεύθυνση που της είχε δείξει. «Θα προχωρήσεις ευθεία και θα στρίψεις αριστερά στην προκυμαία» της είχε πει. «Θα δεις ένα σπίτι ακριβώς απέναντι από την αμμουδιά λέγεται “ Μπλούμπελ Χάουζ”, όπως είπα». ‘ Η Μαίρη δε δυσκολεύτηκε να βρει τη διεύθυνση, αλλά κοντοστάθηκε διστακτικά καθώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια. Τ ι θα σκεφτούν για μένα· μια γυναίκα μόνη, χωρίς λεφτά κι υπάρχοντα; αναρωτήθηκε. Ντρεπόταν να απευθυνθεί σε έναν άγνωστο χωρίς να έχει χρήματα να πληρώσει, με τη χιλιοειπωμένη δικαιολογία πως της έκλεψαν την τσάντα. Εκείνη τη στιγμή είδε να ανασαλεύεις κουρτίνα της μπροστινής κάμαρας. Μόλις που την πρόλαβε το μάτι της, αλλά σε αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα είδε το πρόσωπο μιας γριάς κυρίας, που δεν


ήταν διόλου καλοκάγαθο. Κι ύστερα η κουρτίνα έπεσε κι έμεινε ακίνητη. Τ ο φευγαλέο περιστατικό την πανικόβαλε. Έκανε μεταβολή πριν τη δει κανείς και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια. Δε σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε στο δρόμο , που τον διέσχισε και κάθισε σε ένα παγκάκι απέναντι στην αμμουδιά. Η θάλασσα ήταν μουντή και μελαγχολική. Μέσα στο «Μπλούμπελ Χάουζ», η γριά κυρία μίλαγε στον ανιψιό της. «Μια κοπέλα ετοιμαζόταν να χτυπήσει την πόρτα μας» τον πληροφόρησε. «Δε μου άρεσε η φάτσα της,αλλά δεν πειράζει. Δε θα μας ενοχλήσει,γιατί μόλις με είδε έκανε μεταβολή και το έβαλε στα πόδια». «Τ ι κοπέλα;» Ο Πολ Μάρσαλ είχε συνηθίσει τα παράξενα καμώματα της γριάς θείας του. «Και γιατί να κάνει μεταβολή και να το βάλει στα πόδια;» Μόλις είχε ρίξει ξύλα στο τζάκι του καθιστικού της κι αφού συδαύλισε την όμορφη ζωηρή φωτιά κρέμασε τη μασιά στη βάση της. «Πού θες να ξέρω;» Όταν συνοφρυωνόταν όπως τώρα, τα ζαρωμένα γέρικα χαρακτηριστικά της εξαφανίζονταν ανάμεσα στις ρυτίδες. Ο Πολ χτένισε εκνευρισμένος με τα δάχτυλά του τα πυκνά καστανά μαλλιά του. «Αχ, θεία Άγκαθα!» Έρχονταν στιγμές που δεν ήξερε τι να κάνει μαζί της. «Δε φαντάζομαι να την αγριοκοίταξες από το παράθυρο, έτσι;» Τ ο είχε ξανακάνει, με αποτέλεσμα να χάσει πελάτες. «Χμ». Η γριά κάθισε στην πολυθρόνα της με πληγωμένο ύφος. «Αν την αγριοκοίταξα -και δε λέω ότι το έκανα-, ήταν γιατί ενδιαφέρομαι για τα συμφέροντά σου». Τ ο κατώχειλό της τρεμούλιασε. «Δεν ξέρω γιατί ασχολούμαι, με τέτοια αχαριστία». Ο άντρας συλλογίστηκε τα καμώματά της ξύνοντας το σβέρκο του, όπως έκανε πάντα όταν ήταν εκνευρισμένος. «Τ ι θα κάνω μαζί σου,


ε;» Τ ου χαμογέλασε αυθάδικα. «Θα με διο>ξεις, υποθέτω». Τ ου ξέφυγε ένα βροντερό γέλιο και είπε πονηρά: «Δεν είναι άσχημη ιδέα». Η θεία του έκανε πάντα τέτοια σχόλια, αλλά ο Πολ είχε καταλάβει πως ήταν απλώς παλικαρισμοί, ένας τρόπος να τον κάνει να αισθάνεται ένοχος όταν τη μάλωνε. «Αν συνεχίσεις να τρομάζεις τους πελάτες μου, θα καταστρέψεις τη δουλειά μου,το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Σ’ το έχω ξαναπεί, Πολ Μάρσαλ, δε χρειάζεται να δουλεύεις αφού έχεις εμένα». Παράστησε την κουρασμένη. «Από τότε που πέθανε ο καημένος ο θειος Τ ζος έχω τόσα λεφτά, που δεν ξέρω τι να τα κάνω. Μπορείς να τα πάρεις όλα, αρκεί να κλείσεις αυτή την αναθεματισμένη πανσιόν και να την κάνεις ένα ωραίο σπιτικό για μας τους δυο». Κοίταξε με τρόπο τον ανιψιό της και τον καμάρωσε. Ήταν χρυσός άνθρωπος: απλός, με καλοσυνάτα σκούρα μπλε μάτια και το δυνατό γεροδεμένο κορμί του άντρα που δούλεψε σκληρά από τότε που τελείωσε το σχολείο. «Είσαι τριάντα οχτώ χρονών» τον μάλωσε. «Μικρός δούλεψες στις αποβάθρες. Ήσουν φορτοεκφορτωτής στα συσκευαστήρια κι οδηγούσες άμαξες με βαριά φορτία μέχρι που μάτωναν τα χέρια σου από τα χαλινάρια». «Αυτό κάνει ο άντρας» αποκρίθηκε απλά. «Δουλεύει, κερδίζει χρήματα και αποταμιεύει για την οικογένεια που ελπίζει να δημιουργήσει κάποια μέρα». Ενώ εκείνη τον αναμετρούσε με το βλέμμα, ο ανιψιός της την περιεργαζόταν προσεκτικά. Τ α λεπτά, απίστευτα όμορφα χαρακτηριστικά ήταν τοποθετημένα σε ένα αλύπητα ρυτιδωμένο δέρμα. Τ α μάτια της ήταν σκούρα καστανά, σαν δύο μικρές σταφίδες τοποθετημένες σε βούτυρο, και το στόμα της σαρκώδες και υγρό σαν μικρής κοπέλας. Δυστυχώς, τα γηρατειά είχαν σβήσει τη λάμψη της


νιότης, κι έτσι μόνο να φανταστεί μπορούσε κανείς τι εντυπωσιακή καλλονή υπήρξε. «Μα δεν έχεις οικογένεια!» ρουθούνισε περιφρονητικά. «Αν δεν είχες περάσει όλη τη ζωή σου δουλεύοντας σαν σκλάβος, μπορεί να γνώριζες μια κοπέλα που θα σου πρόσφερε την οικογένεια που λαχταρά η καρδιά σου. Μην κατηγορείς, λοιπόν, κανέναν εκτός από τον εαυτό σου!» «Μπορεί να έχεις δίκιο». Ήταν γεγονός πως δεν είχε βρει ακόμα την κατάλληλη γυναίκα. «Αλλά υπάρχει χρόνος». «Όχι αν δουλεύεις από το πρωί ως το βράδυ! Δεν έχεις χρόνο για κοινωνική ζωή. Πάντα οργανώνεις,ανακαινίζεις, μαστορεύεις, φτιάχνεις και τα λοιπά. Δουλειά! Δουλειά! Δουλειά! Πώς θα φτιάξεις οικογένειας; Μου λες;» «Θεία Άγκι,τα ’χουμε ξανασυζητήσει όλα αυτά. Τ ώρα έχω δουλειά. Εσύ ξεκουράσου, εντάξει; Έχει έρθει η Έμιλυ να πάρει τα άπλυτα και να μου κάνει μερικές δουλειές». Η Έμιλυ ήταν η γενική βοηθός και στυλοβάτης του μικρού ξενοδοχείου. «Θα της πω να σου φέρει ένα ζεστό». Αλλά η γριά γυναίκα, όπως πάντα, δεν το άφησε να περάσει έτσι. «Δε Θέλω τσάι, ευχαριστώ, και σταμάτα να προσπαθείς να αλλάξεις θέμα! Τ ο μόνο που σου ζητάω είναι να με αφήσεις να κάνω πιο εύκολη τη ζωή σου. Έχω λεφτά. Δε χρειάζεται να διευθύνεις την πανσιόν. Ξεκουράσου. Ασχολήσου με τη γριά θεία σου κι ό,τι σ’ ευχαριστεί». Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι της. «Οποιοσδήποτε άλλος άντρας θα θυσίαζε το δεξί του χέρι γι’ αυτά που σου προσφέρω». Ο Πολ δεν αμφέβαλλε, αλλά γύρισε και της είπε: «Κοίτα, ξέρω πως ενδιαφέρεσαι για το καλό μου και σου είμαι ευγνώμων, αλλά δούλεψα σκληρά τόσα χρόνια για να κάνω επικερδή αυτή την πανσιόν. Δεν ήταν εύκολο, σε διαβεβαιώνω . Τ ώρα όμως είναι δική μου, αγορασμένη και πληρωμένη. Τ α τελευταία τέσσερα χρόνια κατόρθωσα να αποκτήσω μια καλή πελατεία ανθρώπους


καλοπληρωτές και καθωσπρέπει που έρχονται ξανά και ξανά‘γιατί προσφέρω καθαρή άνετη διαμονή κι εκλεκτό πλούσιο φαγητό στο τραπέζι. Δεν ξέρω τι λες εσύ,αλλά εγώ αισθάνομαι περήφανος». Η θεία του δε βρήκε τι να του απαντήσει κι εκείνος διέσχισε το δωμάτιο κι έσκυψε πάνω της. «Δε θα σε διώξω, μην ανησυχείς». Χαμογέλασε. «Αλλά, αν δεν πάψεις να με πιλατεύεις, μπορεί να σε κλειδώσω στο κελάρι». Πήρε το χέρι της στο δικό του. «Είναι πολύ γλυκό εκ μέρους σου, θεία Άγκαθα, αλλά δε θέλω τα λεφτά σου». «Μα είναι παράλογο! Αφού έτσι κι αλλιώς μια μέρα θα γίνουν δικά σου». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σε αυτή την περίπτωση θα τα χρησιμοποιήσω για να ανακαινίσω την πανσιόν» την πείραξε. «Ίσως μάλιστα να την επεκτείνω, ώστε να χωράει περισσότερους πελάτες. Ή θα αγοράσω άλλη μία ή θα κάνω αλυσίδα σε όλη τη χώρα». Παράστησε ότι το σκεφτόταν. «Θα μπορούσα να ανοίξω μία σε αυτά τα καινούρια εμπορικά και ψυχαγωγικά κέντρα που έχουν γίνει τόσο δημοφιλή σε τούτα τα μέρη. Ναι,γιατί όχι;» Τ ης’έκλεισε το μάτι. «Θα χαίρεσαι όταν σκέφτεσαι πού πήγαν τα λεφτά σου, έτσι δεν είναι;» Η θεία του γέλασε δυνατά και το γέλιο της ήταν εύθυμο κι αυθόρμητο για γυναίκα ογδόντα ετών. «Θα σε κυνηγά το φάντασμά μου αν το κάνεις! Αχ, πώς σου αρέσει να με βασανίζεις!» τον μάλωσε. «Θα σου τις βρέξω». Τ ώρα ήταν η σειρά του να γελάσει αυθόρμητα. «Χμ! Γιά δοκίμασε!» Τ ο δωμάτιο αντιλάλησε από τα γέλια τους. «Θα σ’ έδιωχνα» της είπε «αλλά ποιος θα με κάνει να γελάω;». Τ ον έσπρωξε παιχνιδιάρικα. «Παλιόπαιδο! Στείλε μου εκείνο το ζεστό με την Έμιλυ, αν θέλεις». «Αμέσως» είπε κι αφού της έδωσε ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο της


είπε να είναι φρόνιμη. «Δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ πώς ήσουνα στα είκοσι». «Να σου πω, μου άρεσαν τα αγόρια και μου άρεσε να γελάω. Τ ο πρόβλημα ήταν πως είχα μια μητέρα που πίστευε ότι τις νεαρές κυρίες δεν πρέπει ούτε να τις ακούς ούτε να τις βλέπεις» απάντησε κλείνοντας το μάτι. «Ευτυχώς, δεν ήξερε τι έκανα πίσω από την πλάτη της». Γέλασε. « Φαντάζομαι!» Γελούσε ακόμη καθώς πήγαινε στην πόρτα, Η Έμιλυ είχε βάλει ήδη γάλα στη φωτιά όταν μπήκε ο Πολ στην υπόγεια κουζίνα. «Σκέφτηκα πως θα ήθελε ένα ζεστό» είπε όταν τη ρώτησε αν ήταν για τη θεία του το γάλα. «Θα το προτιμούσε με μια στάλα τζιν, αλλά ας συμβιβαστεί με το κακάο». Ο Πολ σκέφτηκε με ένα χαμόγελο πόσο δίκιο είχε, «Απόψε είναι ανυπόφορη» εκμυστηρεύτηκε. Η Έμιλυ ανταπέδωσε το χαμόγελό του. «Τ ότε είναι που μ’ αρέσει περισσότερο», Η Έμιλυ, μια πενηντάρα χήρα χωρίς παιδιά, ήταν αξιολάτρευτη γυναίκα. Κοντούλα και παχουλή, είχε το κουρασμένο πρόσωπο του ανθρώπου που ταλαιπωρήθηκε στη ζωή του, αλλά ήταν πάντα πρόσχαρη κι ήξερε, όταν ήθελε, να παίζει το παιχνίδι της γριάς Άγκαθα. «Θα της πάω και λίγο κέικ που έφτιαξα χτες βράδυ» είπε στον Πολ. «Τ ης αρέσει πολύ και δε θα της βαρύνει το στομάχι». Ο Πολ ετοιμαζόταν να φύγει από την κουζίνα, αλλά το επόμενο σχόλιο της Έμιλυ τον έκανε να κοντοσταθεί. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να κάθεται κάποιος στο παγκάκι μέσα στο σκοτάδι, το καταχείμωνο. Θα πρέπει να τρελάθηκε η καημένη». Έδειξε το παράθυρο, απ’ όπου φαίνονταν τα πόδια των περαστικών. Ο Πολ πήγε κοντά της και ρώτησε: «Ποια; Πού;».


Η Έμιλυ έριξε κακάο στο καυτό γάλα και το ανακάτεψε καλά. «Μια κοπέλα εκεί απέναντι. Σταμάτησα και τη ρώτησα αν είναι καλά, αλλά δεν είχε διάθεση για κουβέντες». Έβαλε το φλιτζάνι σε ένα δίσκο, πήρε το τεράστιο αφράτο κέικ κι έκοψε μερικές φέτες. «Όμορφη κοπέλα… και μου φάνηκε κλαμένη. Τ ην ξαναρώτησα αν είναι’καλά,αλλά δεν ήθελε να την ενοχλούν και την άφησα στην ησυχία της». Έβαλε το κέικ σε ένα πιάτο που το ακούμπησε δίπλα στο φλιτζάνι πριν σηκώσει το δίσκο και σχολιάσει σκεφτικά: «Μερικές φορές ο άνθρωπος έχει ανάγκη να μείνει μόνος του. Έτσι ένιωθα κι εγώ όταν έχασα τον άντρα μου. Βλέπεις, υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία δεν μπορεί κανείς να σε βοηθήσει». Περίεργος τώρα, ο Πολ την ακολούθησε στο σαλόνι του πάνω ορόφου, όπου καθόταν η θεία του με τα μάτια κλειστά κι απολάμβανε τη μουσική που έπαιζε το γραμμόφωνο. Σιγοτραγουδούσε και χτυπούσε το μπαστούνι της στο πάτωμα στο ρυθμό του βαλς. Η Έμιλυ ακούμπησε το δίσκο στο πλησιέστερο τραπεζάκι. «Τ ο γάλα σου»-φώναξε. Τ ράβηξε το τραπεζάκι κοντά στη γριά κυρία και τη σκούντησε στον ώμο. «Σου έφερα και κέικ». Ο Πολ έκλεισε το γραμμόφωνο κι έκανε μια ερώτηση στη θεία του. «Πώς ήταν εκείνη η κοπέλα;» Εκείνη τον κοίταξε σαστισμένη. «Ποια κοπέλα;» «Εκείνη που την τρόμαξες και την έδιωξες». Στύλωσε θιγμένη το κορμί και κοίταξε μια τον ένα και μια τον άλλο. «Δεν έδιωξα κανέναν!» Η Έμιλυ γέλασε ευχάριστα. «Αλλού αυτά» είπε. «Εγώ προσωπικά ξέρω τουλάχιστον έξι ταλαίπωρες που έδιωξες»,


Η Άγκαθα ρουθούνισε. «Γιατί ήταν ακατάλληλες». «Α, κατάλαβα». Μετά από δύο χρόνια υπηρεσίας, η Έμιλυ ήξερε καλά τη γριά κυρία. «Και ποιος λέει ότι ήταν ακατάλληλες;» «Εγώ. Και δεν είναι δική σου δουλειά. Εσύ είσαι μια απλή υπηρέτρια. Δουλειά σου είναι να πλένεις, να σιδερωνεις και να καθαρίζεις. Οι κατάλληλες γυναίκες γι’ αυτό το σπίτι είναι δική μου δουλειά -και του Πολ, φυσικά». Έριξε μια λοξή ματιά στον ανιψιό της, που έβρισκε διασκεδαστικά και ταυτόχρονα ενοχλητικά τα λόγια της. «Ώστε έτσι, ε;» θύμωσε η Έμιλυ. «Τ ότε θα πάψω να φτιάχνω κέικ και να κατσαρώνω τα μαλλιά σου, εντάξει; Και τι έχεις να πεις για τα νύχια των ποδιών που σου τα κόβω εγώ επειδή δεν τα φτάνεις; Θα πάψω να το κάνω κι αυτό!» «Αρκετά εσείς οι δυο». Ο Πολ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Μια δύστυχη γυναίκα ξεπαγιάζει στο κρύο κι εσείς οι δυο κάθεστε και τσακώνεστε». Απευθύνθηκε στην Έμιλυ. «Περίγραψε την κοπέλα στη θεία μου». Η Έμιλυ έκανε αυτό που της ζήτησε με όσο περισσότερες λεπτομέρειες θυμόταν. «Νόστιμη κοπέλα, θα έλεγα κάπου ανάμεσα στα είκοσι πέντε και στα τριάντα. Πρέπει να ήταν ψηλότερη από μένα». Η Άγκαθα γέλασε δυνατά. «Όλοι είναι ψηλότεροι από σένα! Τ ους είχαν τελειώσει τα πόδια όταν σ’ έφτιαχναν». Η Έμιλυ αγριοκοίταξέ τη γριά κυρία που χαχάνιζε σιγανά και συνέχισε: «Είχε το πρόσωπό της γυρισμένο από την άλλη κι ήταν καθισμένη, έτσι δεν μπόρεσα να τη δω καλά. Αλλά είχε ωραία μαλλιά, αυτά το είδα ξανθά, πιασμένα κότσο που είχε αρχίσει να χαλαρώνει. Κι είχε μια ήρεμη ευγένεια». Ο Πολ στράφηκε στη θεία του. «Είναι η ίδια γυναίκα;»


Μουτρωμένη εκείνη, το σκέφτηκε πριν απαντήσει. «Μπορεί». «Είναι;» Είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του. «Μάλλον». Ανασήκωσε εκνευρισμένη τους ώμους. «Αυτή πρέπει να είναι… και δεν υπάρχει λόγος να τα βάζεις μαζί μου, νεαρέ!» Έρχονταν στιγμές που ο Πολ αγανακτούσε τόσο πολύ μαζί της, ώστε ξεχνούσε πως τον έκανε να γελάει. Έκανε μεταβολή και πήγε βιαστικά στην πόρτα. «Για πού το ’βαλές;» φώναξε η Άγκι. «Οφείλουμε σε κάποιον μια συγνώμη,δε νομίζεις;» «Μπορεί να μην είναι η ίδια γυναίκα». «Δεν έχει σημασία. Όποια κι αν είναι, αν μείνει κι άλλο έξω, ειδικά με τέτοιον καιρό, θα πεθάνει από το κρύο. Άλλωστε, η Έμιλυ είπε ότι φαινόταν ταραγμένη». Οι δύο γυναίκες δεν απάντησαν κι ο Πολ απευθύνθηκε αυστηρά στη θεία του. «Και κάτι ακόμα. Εκτός από το διαμέρισμά σου,αυτό το σπίτι κι οι άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν δεν είναι δική σου υπόθεση. Είναι δική μου. Αυτό να το θυμάσαι». Και με αυτά τα λόγια βγήκε κι έκλεισε την πόρτα, άκουσε όμως τον καβγά που ξέσπασε πίσω του. «Είδες τι έκανες τώρα;» είπε με στριγγή φωνή η Άγκι. «Γιατί έπιασες και του είπες γι’ αυτή τη γυναίκα; Γιατί δεν κοιτάζεις τη δουλειά σου κι ανακατεύεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν;» «Γιατί,εσύ τι κάνεις;» αντέτεινε η άλλη. «Γιατί προσπαθείς να χάνεις κουμάντο στη ζωή του; Είναι μεγάλος άντρας με βαριές ευθύνες. Έστησε αυτή την πανσιόν πολύ πριν έρθεις εσύ. Τ α πηγαίνει μια χαρά και δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσει να ανακατευτείς!» «Ως εδώ και μη παρέκει. Φύγε. Απολύεσαι!» «Όχι δα. Μόνο αν το πει ο κύριος Μάρσαλ» την αποστόμωσε η


Έμιλυ. «Αυτός με προσέλαβε κι αυτός θα με διώξει αν το αποφασίσει». Ο Πολ βόγκηξε και κούνησε το κεφάλι του. «Τ ι αμαρτίες πληρώνω, Θεούλη μου, μ’ αυτές τις δυο;» Καθώς κατέβαινε βιαστικά να πάρει το πανωφόρι του κι ένα δεύτερο πανωφόρι, που έριξε στο μπράτσο του. ο καβγάς πίσω του είχε φουντώσει. Έπαψε να τις ακούει μόνο όταν έκλεισε πίσω του την πόρτα. Καθώς έβγαινε στο δρόμο με βιαστικό βήμα, φαντάστηκε τις δυο τους να τρέχουν στο μπροστινό παράθυρο για να δουν τι θα γίνει. Πράγματι, η θεία Άγκαθα στεκόταν ήδη στο παράθυρο κρατώντας το μπαστούνι της στο ένα χέρι κι ανασηκώνοντας την κουρτίνα με το άλλο. «Μα γιατί θέλει να μας την κουβαλήσει;» Είχε κολλήσει τη μύτη της στο τζάμι κι ήταν στ’ αλήθεια θυμωμένη. «Ποιος ξέρει ποια.είναι. Μπορεί να είναι καμιά του δρόμου!» Η Έμιλυ δεν την είχε συγχωρήσει ακόμα που την κορόιδεψε για τα κοντά της πόδια. «Και τι έχεις να πεις για την αφεντιά σου;» Η Άγκι τής έριξε ένα φονικό βλέμμα και ρώτησε επιτακτικά : «Τ ι ακριβώς εννοείς, κυρά μου;». «Εννοώ ότι κι εσένα σε μάζεψε από το δρόμο, αλλά δεν είσαι τσούλα». Χαμογέλασε αυθάδικα. «Τ ουλάχιστον απ’ ό,τι ξέρω». «Δε με μάζεψε από το δρόμο Ι» Τ α μάγουλα της γριάς κυρίας αναψοκοκκίνισαν από αγανάκτηση. «Τ ο ίδιο κάνει. Όταν πέθανε ο Τ ζος σου, πούλησες το σπίτι σου και μας κουβαλήθηκες. Ο Πολ,πονόψυχος καθώς είναι, δεν μπορούσε να σε διώξει, κι ας πιάνεις πολύτιμο χώρο που θα μπορούσε να φιλοξενήσει πελάτες». Η Άγκαθα την προειδοποίησε: «Πρόσεχε τα λόγια σου. Άλλωστε, θα τον πλήρωνα όσα κι αν μου ζητούσε, αλλά δε θέλει να ακούσει


κουβέντα». Χαμογέλασε πονηρά. «Όσο για το αν ήμουν τσούλα, υπήρξα ζωηρούλα ,τώρα όμως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, δυστυχώς». «Παλιόγρια!» Η Έμιλυ λάτρευε αυτούς τους ανώδυνους διαξιφισμούς μεταξύ τους, αν κι έρχονταν στιγμές που θα στραγγάλιζε ευχαρίστως τη γριά κυρία. «Θέλω να πω, Έμιλυ, χρυσή μου, ότι αυτή η γυναίκα, αν είναι η ίδια που ήρθε στο κατώφλι μας, δεν κρατούσε τσάντα και σίγουρα δεν είχε βαλίτσα. Για πες μου λοιπόν,γιατί περιφέρεται στους δρόμους μια τέτοια νύχτα και γιατί ήρθε εδώ, στο συγκεκριμένο σπίτι; Προφανώς, είναι τελείως άγνωστη στον Πολ». «Μην ξεχνάς πως είναι πανσιόν. Ίσως ήθελε δωμάτιο» είπε σαρκαστικά η Έμιλυ, «Δε νομίζω. Αν ήθελε στέγη και φαγητό για μια βδομάδα, θα είχε τουλάχιστον ένα μπαούλο. Αν ήθελε δωμάτιο μόνο για μία νύχτα, θα είχε ταξιδιωτική τσάντα. Κι επιπλέον , γιατί το έβαλε στα πόδια;» «Γιατί την τρόμαξες εσύ!» «Κολοκύθια!» Η γριά κυρία κοίταξε από το παράθυρο και βλαστήμησε όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπε πια τον ανιψιό της. «Δεν ξέρω τι να υποθέσω» συνέχισε «αλλά, αφού θα τη φέρει σίγουρα εδώ, δε θα αργήσουμε να μάθουμε την αλήθεια». Οι δύο γυναίκες, αφού είδαν ό,τι μπορούσαν να δουν κι εξάντλησαν τα επιχειρήματά τους, κάθισαν στη φωτιά κι έφαγαν κέικ, γελώντας και λέγοντας σκαμπρόζικες ιστορίες για άντρες και τα χαμένα νιάτα τους. Ο Πολ δεν έβλεπε κανένα ίχνος της γυναίκας που είχε περιγράψει η Έμιλυ. Περπάτησε πάνω κάτω στον παραθαλάσσιο δρόμο, αλλά δεν τη βρήκε ούτε στα παγκάκια ούτε στις παρόδους που κατέληγαν στην προκυμαία.


Χαμένος στις σκέψεις του, κοντοστάθηκε για μια στιγμή κι ατένισε τη θάλασσα με μια παράξενη θλίψη στην καρδιά. Απ’ ό,τι είπε η Έμιλυ, η κοπέλα πρέπει να ήταν φοβερά αναστατωμένη. Η ματιά του έφτασε στα ανοιχτά, όσο μακριά τού επέτρεπε το φεγγαρόφωτο. «Ελπίζω να μην έκανε καμιά ανοησία» ψιθύρισε. Αποκαρδιωμένος και παγωμένος ως το μεδούλι, κίνησε για το σπίτι του. Αναρωτήθηκε αν αναζήτησε αλλού κατάλυμα ή επέστρεψε εκεί απ’ όπου είχε έρθει… όπου κι αν ήταν. Με το κεφάλι σκυφτό κόντρα στον άνεμο, έστριψε στο δρόμο του. Όταν σήκωσε το βλέμμα του για να ανέβει τα σκαλοπάτια,την είδε. Ήταν μουσκεμένη και λερωμένη και κοντοστεκόταν στο κατώφλι του «Μπλούμπελ Χάουζ» σαν να φοβόταν να χτυπήσει. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια κι απολογήθηκε όταν γύρισε προς το μέρος του σαν τρομαγμένο πουλί. «Συγνώμη» της είπε. «Δεν ήθελα να σας τρομάξω». Κάτι πάνω της τον άγγιξε βαθιά. Η Μαίρη χαμογέλασε κι ύστερα φτερνίστηκε. «Ξέρετε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού;» ρώτησε νευρικά, ενώ χτυπούσαν τα δόντια της. «Πρέπει να του μιλήσω». «Τ ότε πρέπει να μιλήσετε σ’ εμένα» αποκρίθηκε εύθυμα «γιατί εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού». «Ω,συγνώμη… αλλά…» Ήταν τόση η αμηχανία της,που δεν ήξερε πώς να αρχίσει. «Δε θα μιλήσουμε μες στο κρύο». Άνοιξε το πανωφόρι που είχε ριγμένο στο μπράτσο του. «Ελάτε». Είχε πάρει μαζί του το δεύτερο πανωφόρι για την περίπτωση που θα την έβρισκε καθισμένη στο παγκάκι και τώρα, που κατάφερε να το διατηρήσει σχετικά στεγνό, το έριξε στους ώμους της. «Θα τα πούμε μέσα». Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του και ξεκλείδωσε βιαστνά. Με άλλη μια ενθαρρυντική κουβέντα την έσπρωξε απαλά στη ζεστασιά του χολ.


Δεν του έφερε αντιρρήσεις. Απεναντίας,του χαμογέλασε δειλά, γεμάτη ευγνωμοσύνη που γλίτωσε από την παγωνιά και τους δρόμους. «Γιατί έχετε μαζί σας κι άλλο πανωφόρι ;» ρώτησε με περιέργεια. Χαμογέλασε. «Έχουμε καιρό να σας εξηγήσω» απάντησε. «Πρώτα πρέπει να στεγνώσετε πριν αρπάξετε καμιά πούντα». Μόλις μπήκαν μέσα, ο Πολ τη βοήθησε να βγάλει το βρεγμένο πανωφόρι της και διαπίστωσε ανήσυχος ότι τα ρούχα από μέσα ήταν μουσκεμένα και κολλημένα στο σώμα της. Όταν άρχισε πάλι να φτερνίζεται, την έπιασε από το μπράτσο. «Έχει φωτιά στο καθιστικό» είπε οδηγώντας τη στο διάδρομο. «Λυπάμαι που εισβάλλω απρόσκλητη στο σπίτι’σας». Η Μαίρη περίμενε έναν ηλικιωμένο ιδιοκτήτη, αλλά τούτος δω δεν ήταν παραπάνω από… τριάντα πέντε; Και τι ευχάριστος άνθρωπος. «Οφείλω μια εξήγηση για τον ερχομό μου εδώ» του είπε. «Ειλικρινά,πρέπει να σας πω γιατί…» Κόμπιασε, κυριευμένη ξανά από ντροπή. Ο Πολ δήλωσε αποφασιστικά: «Καθετί με τη σειρά του». Τ ου είχε κινήσει την περιέργεια, όμως πρώτο μέλημά του τώρα ήταν η ζεστασιά κι η άνεσή της. Στο καθιστικό, η Έμιλυ κι η Άγκι αναπολούσαν ακόμα τα περασμένα. Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Πολ με την κοπέλα, στο πρόσωπο της γριάς κυρίας αποτυπώθηκε η εχθρότητα, ενώ η Έμιλυ ενδιαφέρθηκε αμέσως για την κατάσταση της επισκέπτριας. «Θεέ και Κύριε!» Πετάχτηκε από τη θέση της δίπλα στη φωτιά, όπου απολάμβανε μια ευχάριστη κουβεντούλα πριν σχολάσει κι επιστρέψει στο σπίτι και στις πολυαγαπημένες γάτες της. «Καημένο μου παιδί, είσαι μούσκεμα ως το κόκαλο!» Αμήχανη από το τόσο ενδιαφέρον, η Μαίρη σκέφτηκε ότι, πριν από οτιδήποτε άλλο, έπρεπε να εξηγήσει γιατί βρισκόταν εκεί. Στράφηκε στον Πολ και τον ευχαρίστησε που την έμπασε στο σπίτι του.


«Λέγομαι Μαίρη Χάνιγουελ,κύριε Μάρσαλ, και βρίσκομαι σε απελπιστική κατάσταση. Μου έκλεψαν, βλέπετε, την ταξιδιωτική τσάντα μου στο τρένο. Μέσα είχα το πορτοφόλι κι όλα τα πράγματά μου. Μου είπαν ότι ίσως μπορείτε να με βοηθήσετε». Ευθύς πετάχτηκε η Άγκαθα. «Έκλεψαν το πορτοφόλι σου; Χα! Ωραίο παραμύθι! Και, στο κάτω κάτω, γιατί να σε βοηθήσουμε εμείς;Δεν ξέρουμε καν ποια είσαι!» Ο Πολ έσπευσε να την επιπλήξει. «Σταμάτα! Αρκετά ταραγμένη είναι η κυρία, δε χρειάζεται να την παίρνεις κι εσύ από τα μούτρα». Τ αυτόχρονα είχε εκπλαγεί που τον αποκάλεσε με το όνομά του. Τ ην οδήγησε στα στοργικά χέρια της Έμιλυ και ρώτησε: «Πώς ξέρετε το όνομά μου;». Η Άγκαθα πετάχτηκε ξανά, αγνοώντας την προειδοποίηση του Πολ. «Τ ην ίδια ακριβώς απορία έχω κι εγώ. Και ποιος της έδωσε τη διεύθυνσή μας;» Κοίταξε τη Μαίρη σαν να ήταν εγκληματίας. «Εσύ ήσουν στην πόρτα μας νωρίτερα. Σε είδα από το παράθυρο να στέκεσαι απ’ έξω, με ύποπτους σκοπούς, κατά τη γνώμη μου». Η Μαίρη είχε αναγνωρίσει ήδη τη γριά κυρία που είδε από το παράθυρο. Εξαιτίας της το έβαλε στα πόδια. Και τώρα,που της μιλούσε με τόση απέχθεια, διπλασιάστηκε η νευρικότητά της. «Ε… εγώ…» Ξεροκατάπιε κι έκανε υπεράνθρωπη προσπάθεια να ηρεμήσει. «Έγιναν όλα όπως σας τα είπα. Μ’ έκλεψε μια γυναίκα στο τρένο κι όταν κατέβηκα πήγα στο σταθμάρχη, που είπε: ότι θα ειδοποιήσει την αστυνομία, μόνο που δεν είχα διεύθυνση να του δώσω, γιατί δε βρήκα ακόμα σπίτι. Βλέπετε, μόλις ήρθα». Τ α λόγια κυλούσαν σαν χείμαρρος από τα χείλη της. «Δεν είχα χρήματα, ούτε πού να πάω, κι ο σταθμάρχης είχε την καλοσύνη να μου δώσει το όνομα και τη διεύθυνση του κυρίου Μάρσαλ. Είπε ότι τον ξέρετε -λέγεται Άλαν-κι ότι ήταν σίγουρος πως θα με αφήνατε να μείνω εδώ μέχρι να βρω δουλειά και να σας πληρώσω». Κοίταξε και τους τρεις με τη σειρά. «Συγνώμη. Θα φύγω αμέσως και δε θα σας ξαναενοχλήσω ».


«Δεν έχετε να πάτε πουθενά». Θυμωμένος με τη θεία του, ο Πολ τής έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα πριν απευθυνθεί στην Έμιλυ. «Οδήγησε πάνω τη δεσποινίδα Χάνιγουελ και βοήθησέ τη να βγάλει τα βρεγμένα ρούχα της». «Αμέσως, κύριε Μάρσαλ». Η Έμιλυ έπιασε τη Μαίρη από το μπράτσο και την οδήγησε στην πόρτα, φλυαρώντας ευχάριστα με τη χαρακτηριστική προφορά του Λάνκαστερ και κερδίζοντας την καρδιά της Μαίρης χωρίς να προσπαθήσει. «Σ’ έκλεψαν, ε; Τ ς, τς, τς» μουρμούρισε. «Έχω ακούσει γι’ αυτούς τους αχρείους που ταξιδεύουν όλη μέρα με τα τρένα και κοιτάζουν ποιον θα πάρει ο ύπνος για να του κλέψουν τη βαλίτσα και το πορτοφόλι. Κρεμάλα θέλουν,όλοι τους!» «Έμιλυ, φρόντισε να δώσεις στην επισκέπτριά μας ό,τι χρειάζεται!» φώναξε ο Πολ καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο . «Α, μπορείς να τη βάλεις στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου που βλέπει στο δρόμο. Δεν έχουμε καμία κράτηση γι’ αυτό ως το τέλος Μαρτίου». Και απευθυνόμενος στη Μαίρη είπε: «Είναι το καλύτερο δωμάτιο του σπιτιού και το πιο ζεστό. Κι έχει θαυμάσια θέα στον παραθαλάσσιο δρόμο». Μόλις βγήκαν από το δωμάτιο οι δύο γυναίκες κι ανέβηκαν τη σκάλα, ο Πολ έκλεισε την πόρτα, στράφηκε στη θεία του και της είπε απερίφραστα τη γνώμη του για την απαράδεκτη συμπεριφορά της. «Μα τι σ’ έχει πιάσει;» γρύλισε. «Πώς μπόρεσες να μιλήσεις έτσι σε μια δύστυχη κοπέλα, μουσκεμένη και ξεπαγιασμένη; Σ’ το έχω ξαναπεί, εδώ είναι το σπίτι μου -το σπίτι μου!» «Μα δεν ξέρεις ποια είναι» επέμενε η γριά κυρία. «Δεν ξέρεις τίποτα για κείνη». «Ξέρω ότι έχει σοβαρά προβλήματα». «Χα! Σε θάμπωσε ένα ωραίο πρόσωπο. Αλλιώς δε θα ’βαζες μια άγνωστη στο σπίτι σου».


«Έβαλα κι εσένα ή μήπως το ξέχασες;» Η γριά κυρία αναδεύτηκε αμήχανα. «Άλλο εγώ. Εγώ είμαι συγγενής σου». Ο Πολ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν έχει διαφορά. Είχες να με δεις από δέκα χρονών και μια μέρα εμφανίστηκες ξαφνικά στην πόρτα μου με τις βαλίτσες σου σε μια άμαξα. Ουσιαστικά με ικέτευσες να σε δεχτώ». «Δεν ντρέπεσαι να λες τέτοια πράγματα!» Ανακάθισε στην καρέκλα της και του είπε προκλητικά: «Ήταν τελείως διαφορετική η δική μου κατάσταση. Μόλις είχα χάσει τον άντρα μου. Ήταν οδυνηρό να ζω στο ίδιο σπίτι που ζήσαμε μαζί τόσα χρόνια». Τ ης θύμισε, κουνώντας το δάχτυλό του: «Άλλα θυμάμαι εγώ. Θυμάμαι που μου έλεγες ότι είχες πάψει να τον αγαπάς εδώ και χρόνια… πως ήταν ένας στριμμένος γέρος που σου έκανε τη ζωή μαρτύριο». Τ ο πρόσωπο της Άγκαθα κοκκίνισε από ενοχή. «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση. Άλλωστε, εγώ είχα λεφτά, πάρα πολλά, ενώ αυτή η αδιάντροπη κουβαλήθηκε μόνο με τα ρούχα που φοράει. Και σαν να μην έφτανε αυτό,της έδωσες το μπροστινό δωμάτιο, ενώ ήξερες πως το ήθελα εγώ». «Έλα τώρα, Άγκι. Ξέρεις καλά πώς το δωμάτιο αυτό είναι το πιο προσοδοφόρο. Είναι κλεισμένο κάθε χρόνο από το Μάρτιο ως το Νοέμβριο. Κι άκουσες τι είπε η Μαίρη. Δε θα μείνει πολύ. Μέχρι να βρει δουλειά και στέγη». «Αχά! Τ ο3ρα έγινε και Μαίρη! Σε θάμπωσε το ωραίο της πρόσωπο, αυτό είναι. Βάζο} στοίχημα ότι θα μείνει περισσότερο απ’ όσο νομίζεις ειδικά όταν καταλάβει πόσο πονόψυχος είσαι, λες και δεν το κατάλαβε ακόμη. Κι αν δεν επικοινώνησα μαζί σου τόσα χρόνια, ήταν γιατί δεν έμενες στο ίδιο μέρος πάνω από πέντε λεπτά!»


Αλλά ο Πολ δεν της χαρίστηκε. «Έστω κι έτσι, δε σε αναγνώρισα όταν ήρθες» της θύμισε. «Όμως σε πίστεψα όταν μου είπες ποια είσαι και δέχτηκα να σε φιλοξενήσω -για κάνα δυο βδομάδες, είπες, αλλά έχουν περάσει δύο χρόνια κι είσαι ακόμα εδώ». «Μου λες να φύγω;» Τ ο κατώχειλό της τρεμούλιασε σαν παιδιού,όπως πάντα όταν καταλάβαινε πως δε θα περάσει το δικό της. «Θα φύγω αν θέλεις. Αφού είμαι ανεπιθύμητη , δε μένω ». «Δε σου είπα να φύγεις!» Τ ην πλησίασε και της χαμογέλασε τρυφερά. «Ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ. Τ ο μόνο που σου ζητάω είναι να μην είσαι σκληρή με την κοπέλα. Απ’ ό,τι φαίνεται, έχει μεγάλη ανάγκη από φίλους». Έσκυψε, πήρε στις χούφτες του το πρόσωπό της και τη ρώτησε σιγανά: «Μου υπόσχεσαι να είσαι καλή μαζί της;». Η Άγκι έγνεψε απρόθυμα, σφουγγίζοντας ένα δάκρυ. «Καλά. Σ’το υπόσχομαι». « Έξοχα! » Τ ην ευχαρίστησε. «Ξέρω ότι υπάρχει μια καρδιά θαμμένη κάτω από την απαίσια καχυποψία σου». Αργότερα, όταν ο Πολ ανέβηκε στο δωμάτιό του να ασχοληθεί με τα λογιστικά βιβλία, η Έμιλυ κατέβασε τα βρεγμένα ρούχα της Μαίρης και τα άπλωσε να στεγνώσουν. «Η κοπέλα είναι ψόφια στην κούραση» πληροφόρησε την Άγκαθα. «Άναψα φωτιά και ζέστανα το κρεβάτι και της είπα να ξαπλώσει. Θα μιλήσει αύριο με τον Πολ όσο τραβά η όρεξή της. Τ ον είδα που ανέβαινε στο γραφείο και μου είπε πως έκανα καλά». «Δε μου αρέσει αυτή η ιστορία, Έμιλυ». Η γριά κυρία είχε πει ψέματα στον Πολ. «Μου ζήτησε να είμαι καλή μαζί της και του το υποσχέθηκα, αλλά δεν το ’χω σκοπό. Με τίποτα! Δε μ’ αρέσει αυτή η γυναίκα… δεν την εμπιστεύομαι». «Μην είσαι σκληρή. Δώσ’ του μια ευκαιρία του καημένου». Η Έμιλυ έτριψε τα χέρια της μπροστά στη φωτιά. Όπως όλα τα παλιά σπίτια


της προκυμαίας, όλα τα δωμάτια ήταν παγωμένα το χειμώνα, κι οι κρεβατοκάμαρες δεν αποτελούσαν εξαίρεση. «Ας το συζητήσουμε αύριο, εντάξει ; Είμαι κουρασμένη τώρα. Υποσχέθηκα να της πάω ένα ζεστό γάλα και μετά φεύγω για το σπίτι μου». «Άκουσέ με!» Η Άγκαθα την τράβηξε παράμερα και χαμήλωσε τη φωνή της. «Να την προσέχεις! Να μην την εμπιστεύεσαι. Είναι κουμάσι, άκου που σου λέω». «Τ ι εννοείς;» «Εννοώ ότι τον έβαλε στο μάτι έβαλε στο μάτι τα λεφτά που κέρδισε με τόσο κόπο ο ανιψιός μου. Ψάχνει για έναν καλόβολο άντρα που να μπορεί να της εξασφαλίσει μια άνετη ζωή, αλλά σ’ το λέω να το ξέρεις!» Έσκυψε ακόμα πιο κοντά και εκμυστηρεύτηκε με τραχιά φωνή: «Δε θα τον αφήσω να πέσει στα νύχια της, με τίποτα. Σε λίγο θα την ξαποστείλω από κει που ’ρθε, περίμενε και θα δεις!». Πάνω στην ώρα άκουσαν τα βήματα του Πολ, που κατέβαινε τη σκάλα. «Και λέξη στον Πολ!»την προειδοποίησε. Όταν μπήκε ο Πολ,η Έμιλυ δραπέτευσε στην κουζίνα, ενώ η Άγκαθα τον υποδεχόταν με ένδι χαμόγελο. «Η Έμιλυ λέει ότι έπεσε αμέσως στο κρεβάτι το καημένο. Ελπίζω να αισθανθεί καλύτερα με ένα ζεστό φλιτζάνι γάλα κι έναν καλό ύπνο, ε;» Η Άγκαθα σκεφτόταν μέσα της ότι, αν είχε αρσενικό, θα το έριχνε στο γάλα της Μαίρης με την ελπίδα να μην ξυπνήσει ποτέ! ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 «Τ Ι ΕΧΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙΣ,ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;» Ο Κλάιβ Έννιγκτον, διευθυντής της Παιδικής Στέγης Γκαλλογουέυς,κοντός και γεροδεμένος, με μια τούφα καστανά μαλλιά κι ένα ζευγάρι γυαλιά που χόρευαν στην άκρη της μύτης του, δεν ήταν υπομονετικός άνθρωπος. «Λοιπόν; Περιμένω». «Τ ίποτα». Η άσχημη διάθεση του Τ ζακ δεν είχε βελτιωθεί στη


διάρκεια της παραμονής του στη Στέγη. Απεναντίας, αυτή την τελευταία βδομάδα χειροτέρευε σταθερά. «Τ ίποτα Τ Ι;» Τ α παγερά γαλάζια μάτια του άντρα κόντεψαν να πεταχτούν από τις κόχες τους. «Τ ίποτα… κύριε». Ο κύριος Έννιγκτον βάλθηκε να βηματίζει πάνω κάτω. «Έγινε καβγάς στην τραπεζαρία». Γύρισε θυμωμένος και ρώτησε: «Έτσι δεν είναι;». «Μάλιστα… κύριε». Ο ειρωνικός επιτονισμός της τελευταίας λέξης εξόργισε τον άντρα. Αναψοκοκκινισμένος κι έτοιμος να σκάσει, έδωσε μια σπρωξιά στον Τ ζακ. «Άνοιξε τα χέρια σου ΑΜΕΣΩΣ!» Όταν ο Τ ζακ άνοιξε προκλητικά μόνο το ένα χέρι, τον έπιασε από τους ώμους και τον ταρακούνησε τόσο δυνατά, που χτύπησαν τα δόντια του. «Και τα δύο. αν… αν έχεις την καλοσύνη]» Ο Έννιγκτον πρόφερε κάθε λέξη σαν να τον έπνιγε. Ο Τ ζακ άπλωσε απρόθυμα τα χέρια του, με τις παλάμες προς τα πάνω και τα δάχτυλα ενωμένα. Ήξερε πώς, γιατί το έκανε συχνά αυτή την τελευταία βδομάδα. «Δεν άρχισα εγώ, κύριε». Κοίταξε στα μάτια τον άντρα με το κεφάλι ψηλά και στητούς ώμους. «Με κορόιδευαν». Μια σκιά σκοτείνιασε τα μάτια του. «Δε μου αρέσει να με κοροϊδεύουν». Ο άντρας έριξε πίσω το κεφάλι γελώντας ειρωνικά με την παιδιάστικη περηφάνια του Τ ζακ. «Ώστε έτσι! Δε σου αρέσει να σε κοροϊδεύουν, ε;» Κοίταξε αυστηρά το μικρό. «Ελπίζω να σου αρέσει η αίσθηση του λουριού στο δέρμα σου,γιατί θα πάρεις το μάθημα της ζωής σου». Έσφιξε και ξέσφιξε τους μυς του, πήρε το μαστίγιο και το χτύπησε στον αέρα να ελευθερώσει τα δερμάτινα λουριά. Τ ο σήκωσε ψηλά με μια έκφραση ευχαρίστησης στο πρόσωπό του και με μια σβέλτη κίνηση χτύπησε τα ανοιγμένα χέρια του Τ ζακ… πρώτα το


ένα και μετά το άλλο… τέσσερα χτυπήματα σε κάθε χέρι. Περίμενε να φωνάξει το αγόρι κι όταν δεν το έκανε ο κύριος Έννιγκτον εξεπλάγη. Βάλθηκε να βηματίζει πέρα δώθε με ένα παράξενο πηδηχτό βήμα, τινάζοντας το μαστίγιο. «Βλέπετε;» ρώτησε βραχνά. Απευθυνόταν σε μια γυναίκα που λεγόταν Άλις Κόμπτον και καθήκον της ήταν να επιβλέπει τις τιμωρίες των παιδιών, ρίχνοντάς της ένα λοξό βλέμμα. «Προσέξατε πώς δέχτηκε το ξύλο;» Κούνησε θυμωμένος το κεφάλι του και η τούφα των μαλλιών που είχε χτενίσει από τη μια πλευρά για να κρύβει τη φαλάκρα του έπεσε στα μάτια του. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε» απάντησε εκείνη με σεβασμό. Η Άλις ήταν αυτή που βρήκε τον Τ ζακ και την αδερφή του στα σκαλοπάτια του δημαρχείου πριν από μια βδομάδα. Στο σύντομο αυτό διάστημα είχε αγαπήσει και τα δύο παιδιά ακόμα και τον Τ ζακ, που μπορούσε να γίνει δύστροπος και εκνευριστικός. Δυστυχώς, αυτό ήταν κάτι που έκανε συχνά. Ποιος θα τον αδικούσε όμως αν σκεφτόταν τον τρόπο που εγκατέλειψαν αυτόν και την αδερφή του; «Αλήθεια;» Τ ο αφεντικό της σταμάτησε απότομα και την κοίταξε στα μάτια. «Εννοώ ότι το δέχτηκε σαν άντρας Ι» Τ ης έριξε και πάλι εκείνο το περίεργο λοξό βλέμμα. «Δε συμφωνείτε, κυρία Κόμπτον;» Η Άλις κοίταξε το μικροκαμωμένο στητό αγόρι που γέμιζε με την παρουσία του το δωμάτιο. Χαμογέλασε συγκρατημένα. «Μάλιστα, κύριε, νομίζω ότι έχετε δίκιο» είπε . «Πράγματι, το δέχτηκε σαν άντρας». Η απάντησή της τον εκνεύρισε. «Ο μικρός είναι πολύ αλαζονικός» γρύλισε και ξαφνικά διέσχισε το δωμάτιο κι επιτέθηκε ξανά στον Τ ζακ’ αυτή τη φορά με τα χέρια του. «Αναιδέστατε! Αν συνεχίσεις τους καβγάδες, θα συνεχίσω κι εγώ να σε τιμωρώ». Και για να υπογραμμίσει τα λόγια του, έδωσε μια τόσο δυνατή κατακεφαλιά στον Τ ζακ, που τον πέταξε στον τοίχο. Η Άλις Κόμπτον,που κατάλαβε ότι σκόπευε να συνεχίσει τον


ξυλοδαρμό, διέσχισε με δυο δρασκελιές το δωμάτιο. Με το ένα χέρι αγκάλιασε προστατευτικά τον Τ ζακ από τους ώμους κι άπλωσε το άλλο για να σταματήσει μια γροθιά που είχε σηκωθεί ήδη, έτοιμη να εκτιναχτεί. «Ο μικρός λέει αλήθεια» δήλωσε θαρρετά. «Δεν άρχισε αυτός. Ήταν ο Τ ζέρρυ Ρέυνολντς». «Ανοησίες! Ο Ρέυνολντς είναι σοβαρό παιδί. Στα δύο χρόνια που βρίσκεται εδώ… έχει κερδίσει την εκτίμηση όλων!» «Όχι τη δίκη μου, κύριε, ούτε των μικρότερων παιδιών, ειδικά των κοριτσιών. Μάλιστα ο καβγάς άρχισε λόγω της αδερφής του Τ ζακ. Ο Ρέυνολντς την απειλούσε, έτσι μου είπε η Νέλλυ από την κουζίνα, και τόσα χρόνια που δουλεύουμε μαζί δεν την άκουσα ποτέ να λέει ψέματα. Μερικοί από μας έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια τι τραμπούκος είναι αυτό το παιδί. Άλλωστε, όπως ξέρετε κι εσείς ο ίδιος, τον έχω αναφέρει πολλές φορές για τη συμπεριφορά του». Ίσιωσε τους ώμους της και τον κοίταξε στα μάτια με αυτοπεποίθηση. «Πιστεύω πως είναι όλα καταχωρισμένα. Θέλω να πω, σε μια τουλάχιστον περίπτωση έχω υποβάλει γραπτή αναφορά για τη συμπεριφορά του». Ευθύς άλλαξε το ύφος του άντρα. Ξαφνικά, κυριεύτηκε από νευρικότητα και το πρόσωπό του σκοτείνιασε από φόβο. «Εννοείτε ότι δε διευθύνω καλά το ίδρυμα;» Στένεψε τα μάτια του και τη συμβούλεψε σιγανά: «Προσέξτε πώς θα απαντήσετε ». Ένιωθε κι η Άλις νευρικότητα. Ήξερε καλά ότι ο Έννιγκτον είχε καταστρέψει πολλές ζωές στο παρελθόν και θα κατέστρεφε και τη δική της αν το θεωρούσε απαραίτητο. «Όχι βέβαια,κύριε. Απλώς ο Τ ζακ από δω… είναι αθώος». Κοίταξε ανήσυχη ξεκινούσε από το αίμα. Αλλά δεν ταπείνωσης στα

το αγόρι. Είχε ένα μακρύ σημάδι από λουρί που μάτι κι έφτανε στο αυτί του, κι η μύτη του έτρεχε είχε λυγίσει. Με ώμους στητούς και δάκρυα μάγουλά του, ετοιμαζόταν για το επόμενο


απάνθρωπο χτύπημα. «Ησύχασε, παιδί μου». Ο θαυμασμός της Άλις για τον Τ ζακ είχε δεκαπλασιαστεί, καθώς, με ένα τρέμουλο αηδίας στη φωνή της, απευθυνόταν στον άντρα με σεβασμό αλλά και συγκρατημένη αποδοκιμασία. «Αν μου επιτρέπετε, κύριε, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσετε στον Τ ζέρρυ Ρέυνολντς. Έχει βάλει στο μάτι το μικρό, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Από την ημέρα που ήρθε με την αδερφή του, δεν τον έχει αφήσει σε χλωρό κλαρί αυτό το παλιόπαιδο». «Χμμμ!» Τ α τσεκουράτα λόγια της έφεραν αποτέλεσμα, γιατί ο άντρας υποχώρησε με ασυνήθιστη ταπεινότητα. «Σημειώνω τις παρατηρήσεις σας, κυρία Κόμπτον. Και τώρα, σας παρακαλώ, πάρτε από μπροστά μου αυτό το χαμίνι». Ενθαρρυμένη από την επιτυχία της, η Άλις τού ζήτησε κάτι. «Όταν οδηγήσω το μικρό στον κοιτώνα του, μπορείτε να μου παραχωρήσετε ένα λεπτό από το χρόνο σας, κύριε;» Ο Έννιγκτον αντέτεινε αγανακτισμένος: «Για το όνομα του Θεού, κυρά μου! Σας πληροφορώ ότι ο χρόνος μου είναι πολύτιμος και δεν μπορώ να τον σπαταλώ για ασήμαντα θέματα της κουζίνας, των κοιτώνων και διάφορων άλλων γυναικείων δουλειών. Μιλήστε στον ταμία. Ό,τι κι αν είναι, είμαι σίγουρος ότι θα το κανονίσει». Η Άλις επέμενε. «Δεν είναι ασήμαντο, κύριε, και δεν έχει σχέση με τα καθήκοντά μου. Είναι προσωπικό θέμα, καταλαβαίνετε ».


«Πολύ καλά» είπε κοφτά. Γεμάτος περιέργεια, πλησίασε στο μεγάλο δίφυλλο παράθυρο και στάθηκε με τα πόδια σε διάσταση και το μυαλό να δουλεύει σαν παγιδευμένος κάστορας. Γύρισε προς το μέρος της με ένα δυσάρεστο χαμόγελο και την κοίταξε στα μάτια. «Ελπίζω να μην υποβάλετε παραίτηση,αλλά,αν σκοπεύετε να κάνετε κάτι τέτοιο, θα το συζητήσουμε φυσικά». Η Άλις ξαφνιάστηκε. «Όχι, κύριε! Τ ίποτα τέτοιο». Τ η διέκοψε απότομα, πριν προλάβει να του εξηγήσει. «Και τώρα πηγαίνετε. Έχω δουλειά. Ελάτε όταν παραδώσετε το μικρό και θα συζητήσουμε τότε. Πέντε λεπτά! Αυτά μπορώ να διαθέσω». Τ ην έδιωξε με ένα κούνημα του χεριού του. Κι εκείνη, επειδή είχε ανάγκη τη δουλειά της. έφυγε αμέσως. Η Άλις ήλπιζε να αποδειχτεί γόνιμη η προσπάθειά της. ειδικά μετά τον τρόπο που αγνόησε ο κύριος Εννιγκτον τις αναφορές της μία μάλιστα γραπτή. Για να αγνοεί ένας διευθυντής ένα τέτοιο πράγμα, ή αμελούσε τα καθήκοντά του ή συνέβαινε κάτι ύποπτο, αν και δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό. Καθώς πήγαιναν στον κοιτώνα, ο Τ ζακ ρώτησε νευρικά: «Μπορώ να καληνυχτίσω την αδερφή μου;». Τ ώρα που έφυγε ο πατέρας του, και προηγουμένως η μητέρα του, η Νάνσυ είχε μόνο εκείνον στον κόσμο. «Γιατί όχι;» Άλλαξε κατεύθυνση και τον οδήγησε στο χτισμένο με κόκκινα τούβλα κτίριο όπου στεγάζονταν τα μικρότερα παιδιά. «Να ξέρεις όμως πως είναι εφτά η ώρα» τον προειδοποίησε καλοσυνάτα. «Μάλλον θα βρίσκονται ήδη στα κρεβάτια τους». «Θέλω να βεβαιωθώ πως είναι καλά». Ο Τ ζακ ανησυχούσε πολύ για τις απειλές του άλλου αγοριού εναντίον της Νάνσυ. Η Άλις, που κατάλαβε τι σκεφτόταν, τον καθησύχασε. «Μην ακούς


το Ρέυνολντς» τον παρακίνησε. «Δεν μπορεί να πειράξει την αδερφή σου. Τ ην προσέχουν πολύ -προσέχουν όλα τα μικρά-, κι άλλωστε δεν είναι παρά ένας φαφλατάς που του αρέσει να κάνει φασαρία. Κατά βάθος είναι θρασύδειλος». «Πάντως, εγώ θέλω να τη δω». «Εντάξει,χρυσό μου, αλλά μόνο για ένα λεπτό, αλλιώς θα με εκτελέσουν». Αναρωτήθηκε αν μία χάρη μπορούσε να ξεπληρωθεί με μια άλλη. «Τ ζακ;» Υπήρχαν ακόμα μερικοί άλυτοι γρίφοι. Ο Τ ζακ την κοίταξε, αλλά δεν είπε τίποτα. Είχε μάθει να λέει μόνο τα απαραίτητα. Η Άλις όμως επέμενε. «Θα ήθελα να μου ανοίξεις την καρδιά σου». Έμεινε σιωπηλός. «Γιατί δε μου λες για τους γονείς σου; Ποιος είσαι, Τ ζακ… κι είναι στ’ αλήθεια αυτό το όνομά σου;» Δεν πήρε απόκριση και πάλι. «Δεν καταλαβαίνω». Τ ώρα η Άλις σκεφτόταν δυνατά. «Κάναμε όλες τις απαραίτητες έρευνες… πήγα εγώ η ίδια και ρώτησα κόσμο, μα ήταν σαν να μην υπήρξατε ποτέ». Τ ον έπιασε απαλά από τους ώμους και τον ανάγκασε να σταματήσει. «Άκουσέ με,καρδιά μου». Τ ου χαμογέλασε με μάτια γεμάτα τρυφερότητα. «Βρήκα εσένα και τη Νάνσυ και σας αγάπησα… Βλέπεις, δεν είχα την τύχη να αποκτήσω παιδιά και ήλπιζα…» Σταμάτησε συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν συνετό να αποκαλύψει τα σχέδιά της,τουλάχιστον όχι ακόμη. «Αλλά αυτά θα τα πούμε αργότερα». Είχε κι άλλες ερωτήσεις. «Πού μένατε πριν, Τ ζακ; Σε κάποιο απομακρυσμένο μέρος στην εξοχή… που δε γνωρίζατε κανέναν; Ίσως δεν είχες φίλους, αυτό είναι; Γι’ αυτό δεν ήρθε κανείς να σας ζητήσει;


Και ποιος έγραψε το γράμμα που βρήκαμε στην τσέπη της αδερφής σου και ζητούσε να σας φροντίσουν γιατί δεν έχετε κανέναν στον κόσμο;» Όταν ο Τ ζακ κάρφωσε το βλέμμα του κάπου πίσω από την Άλις, στο κτίριο όπου βρισκόταν η Νάνσυ, του είπε ανυπόμονα: «Προσπαθώ να σε βοηθήσω, Τ ζακ. Ποιος σας άφησε στο δημαρχείο;». Αλλά ο Τ ζακ κρατούσε κλειστό το στόμα του κι η Άλις κατάλαβε πως δε θα του έπαιρνε κουβέντα. «Καλά». Αναστέναξε βαθιά. «Δε σε ξαναρωτάω, αλλά αν νιώσεις την ανάγκη να μιλήσεις… είμαι καλή ακροάτρια». Χαμήλωσε τη φωνή της και συμπλήρωσε: «Και ξέρω να κρατάω μυστικά». Ο Τ ζακ έκανε σαν να μην άκουσε κι η Άλις κούνησε απογοητευμένη το κεφάλι. «Έλα, παιδί μου. Πάμε να πούμε καληνύχτα στην αδερφούλα σου». Ανακουφισμένος που έπαψε να του κάνει ερωτήσεις, ο Τ ζακ τάχυνε το βήμα του. Συμπαθούσε την Άλις -τη συμπάθησε από την πρώτη στιγμή. Αλλά εκπροσωπούσε την εξουσία και δεν μπορούσε να την εμπιστευτεί. Τ α μικρότερα παιδιά είχαν πέσει για ύπνο, όπως τον προειδοποίησε η Άλις. Η Νάνσυ ήταν ακόμα ξύπνια, γιατί είχε ξαπλώσει πριν από ένα λεπτό. «Τ ι μου κάνεις,βρε Άλις. Θα με κρεμάσουν, θα με αποκεφαλίσουν και θα με τεμαχίσουν αν ανακαλύψουν πως σε άφησα να μπεις». Η Εντίθ Τ σαρλς, η βρεφοκόμος, ήταν μια κοντή στρουμπουλή γυναίκα με μεγάλα καστανά μάτια και μεγάλα αυτιά που πετάγονταν κάτω από το φιλέ των μαλλιών της. Από τότε που την κάλεσε η οικονόμος να δώσει εξηγήσεις για δύο σεντόνια που χάθηκαν, αισθανόταν έναν αφύσικο φόβο για τους προϊσταμένους της. Όταν η Άλις τής εξήγησε τι ήθελε, άρχισε να τρέμει από το φόβο της. «Δε γίνεται! Θα χάσω τη δουλειά μου».


Η Άλις την καλόπιασε. «Έλα τώρα, Έντι. Εγώ δε ρισκάρισα τη δουλειά μου όταν σε υπερασπίστηκα μπροστά στην οικονόμο; “ Μπορεί να είναι λίγο αργόστροφη η Εντίθ” είπα “ αλλά κλέφτρα δεν είναι”. Αυτό είπα και σε γλίτωσα, έτσι δεν είναι;» Η Εντίθ θυμόταν καλά το περιστατικό. «Ω, ναι, με γλίτωσες» κακάρισε «μόνο που τώρα με θεωρούν όλοι ηλίθια. Ειλικρινά, Άλις, δε μου έκανες χάρη όταν με είπες αργόστροφη». Η Άλις τής έκλεισε πονηρά το μάτι. «Έπιασε όμως. Όσο για το τι νομίζουν οι άλλοι, αγνόησέ τους. Ζηλεύουν γιατί ξέρουν πως είσαι πιο έξυπνη από εκείνους». Τ α μεγάλα μάτια της Εντίθ έγιναν ακόμα μεγαλύτερα. «Ω,Άλις,το πιστεύεις αυτό που λες;» Η Άλις κούνησε το κεφάλι της. « Οχι, αλλά δεν μπορώ να σ’ εμποδίσω να το πιστεύεις εσύ». Έβαλε τα γέλια, παρασύροντας και την Εντίθ. «Κατεργάρα , παραλίγο να σε πιστέψω». Σκασμένη στα γέλια, χτύπησε τόσο δυνατά την Άλις στην πλάτη, που κινδύνευσε να χάσει την ισορροπία της. Ο Τ ζακ χαμογέλασε. Σκέφτηκε πως ήταν κι οι δυο θεοπάλαβες, αλλά δεν μπορούσε να μην τις συμπαθήσει. Όμως αυτό που είχε σημασία τώρα ήταν να δει την αδερφή του. «Μπορούμε να τη δούμε τώρα;» ρώτησε ανυπόμονα. «Συγνώμη, παιδί μου». Η Άλις τον είχε ξεχάσει. Στράφηκε στην Εντίθ και ρώτησε: «Άκουσες το μικρό Τ ζακ. Μπορούμε να τη δούμε;». «Ελάτε λοιπόν». Η Άλις ήταν φίλη της και οι καλές φίλες σπάνιζαν. «Αφού με ξέμπλεξες εκείνη τη φορά, θα κάνω τώρα τα στραβά μάτια. Θέλω να πω, δε φταίω εγώ αν τρύπωσε απαρατήρητος ο μικρός». Γύρισε στον Τ ζακ και του χαμογέλασε πρόσχαρα. «Είσαι πολύ νοστιμούλης». Και γέλασε δυνατά όταν κοκκίνισε ο Τ ζακ. «Γία δες


τον, ο Θεός να τον έχει καλά». Αλλά κόπηκε το γέλιο της όταν ο Τ ζακ, που ανυπομονούσε, πήρε το πιο εχθρικό ύφος του. Έτσι καθώς στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο και το διαπεραστικό του βλέμμα καρφωμένο πάνω της, την τρόμαζε. «Βάζω στοίχημα, κοπέλα μου, πως έχει απαίσιο χαρακτήρα!» Οπισθοχώρησε ενστικτωδώς, βλέποντας μια άλλη πλευρά του Τ ζακ. που δεν της άρεσε διόλου. «Θα δυσκολευτείς να τον κουμαντάρεις , Άλις ». «Κάπως έτσι». Η Άλις ήξερε το χαρακτήρα του Τ ζακ γιατί είχε πάρει κι η ίδια μια γεύση. «Έχεις δίκιο, Εντίθ. Ο Τ ζακ είναι πολύ κακό αγόρι όταν το θέλει». Τ ου έκλεισε πονηρά το μάτι και το παιδί κατάλαβε πού το πήγαινε. Ξαφνικά, η Εντίθ ένιωσε σαν να καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. «Άντε, τελειώνετε, αλλά, προς Θεού, μην την ξεσηκώσετε. Και δε θα μείνετε παραπάνω από δύο λεπτά. Από στιγμή σε στιγμή θα περάσει η προϊσταμένη». Κοίταξε ανήσυχη την πόρτα. «Άντε, κοπέλα μου, τελείωνε». Έσπρωξε απαλά την Άλις. «Δυο λεπτά, εντάξει;» Προχώρησαν οι δυο τους βιαστικά στο διάδρομο και διέσχισαν το κεφαλόσκαλο της γαλαρίας. Όταν έφτασαν στον κοιτώνα, κοντοστάθηκαν μια στιγμή στην πόρτα. Τ ο ερευνητικό βλέμμα του Τ ζακ σάρωσε το δωμάτιο, εντοπίζοντας το ξανθό κεφαλάκι της Νάνσυ. «Να, εκεί είναι!» Έκανε να τρέξει, αλλά η Άλις τού θύμισε: «Ήσυχα». Οι ξύλινες σανίδες κάτω από τα πόδια τους έτριζαν και βογκούσαν, αναγγέλλοντας την παρουσία τους. Η Άλις κοίταξε ολόγυρα και είδε τα μωρά να κοιμούνται βαθιά στις ακαλαίσθητες ξύλινες κούνιες που είχαν κατασκευάσει τα μεγαλύτερα παιδιά της Στέγης και θύμιζαν περισσότερο φέρετρα. «Τ α καημενούλια». Η τρυφερή καρδιά της Άλις πλακωνόταν κάθε φορά που έμπαινε στους κοιτώνες. Δεν υπήρχαν σπιτικές ανέσεις σε ένα τέτοιο μέρος’ ούτε κουρτίνες στα μεγάλα βρόμικα παράθυρα ούτε ωραία χαλιά στο πάτωμα ούτε


λεπτοδουλεμένα χειροποίητα στρωσίδια να ζεστάνουν τα παιδιά. Ήταν σκεπασμένα με χοντρές γκρίζες κουβέρτες και τα τραχιά σκουφάκια τους δένονταν με λεπτά κορδόνια κάτω από το πιγούνι, που άφηναν κόκκινα σημάδια στο λαιμό τα οποία δεν έσβηναν όλη την ημέρα. Ήταν μάλιστα γνωστό πως κάποια παιδιά στραγγαλίστηκαν στον ύπνο τους από αυτά τα λεπτά κορδόνια. Επειδή τα κεφάλια των παιδιών ήταν γεμάτα κόνιδες και ψείρες, ο κανονισμός επέβαλε να φοράνε σκουφάκια στο κρεβάτι, κι οι κανονισμοί έπρεπε να τηρούνται με κάθε κόσμιος. Η Άλις, καθώς ακολουθούσε τον Τ ζακ στο δωμάτιο, κοίταξε ερευνητικά το αφιλόξενο αυτό μέρος κι η καρδιά της βάρυνε ακόμα περισσότερο. Σε όλους τους κοιτώνες υπήρχε μια μόνιμη μυρωδιά κλεισούρας και μούχλας από τη χρόνια παραμέληση, αλλά εδώ, στο κτίριο των παιδιών, υπήρχε και μια άλλη μυρωδιά. Ήταν σαν μια παράξενη παρουσία στην ατμόσφαιρα, μια αίσθηση φριχτής μοναξιάς, μια αίσθηση που σε άγγιζε βαθιά μέσα σου. Σήκωσε ψηλά τα μάτια της, στο βαρύ ξύλινο δοκάρι που κάλυπτε όλο το πλάτος της αίθουσας. «Ο Θεός μάς αγαπά όλους» έγραφε με μεγάλα χρυσωμένα γράμματα· δύο ανοιχτά χέρια αγκάλιαζαν ό ,τι υπήρχε από κάτω. · Η Άλις χαμογέλασε κυνικά. «Μερικούς τους αγαπά περισσότερο από άλλους» μουρμούρισε και μετά ντράπηκε. Ευτυχώς,τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά θα κατέληγαν σε στοργικά σπίτια. Άλλα δε θα ήταν τόσο τυχερά. Στους άλλους κοιτώνες υπήρχαν ορφανά που ζούσαν εδώ χρόνια. Μερικά έμεναν μέχρι να μεγαλώσουν και να βγουν στον κόσμο. Πολλά επέστρεφαν ικετεύοντας να τα πάρουν πίσω, αλλά φυσικά δεν τα δέχονταν. Η ζωή είναι σκληρή. «Είσαι καλά, Νάνσυ;» Η αγάπη του Τ ζακ για την αδερφή του εκφράστηκε με ένα ζεστό τρυφερό χαμόγελο που φώτισε το ωραίο πρόσωπό της. «Μη φοβάσαι, είμαι στο απέναντι κτίριο».


«Πότε θα γυρίσουμε στο σπίτι;» Στα ωραία γαλάζια μάτια της έλαμπαν δάκρυα και το κατώχειλό της έτρεμε. «Θέλω τον μπαμπά μου. Θέλω τη Μαίρη». Ο Τ ζακ πήρε το χέρι της στο δικό του και την καθησύχασε ψιθυρίζοντας στο αυτί της: «Μην ανησυχείς. Θα είμαστε μια χαρά οι δυο μας. Κάνε ό,τι σου λένε, προσπάθησε να μη στεναχωριέσαι και δε θα σε πειράξει κανείς». «Δεν τους είπα τίποτα,Τ ζακ» του απάντησε ψιθυριστά. Τ ην αγκάλιασε,την έσφιξε και όταν την είδε να αποκοιμιέται την κράτησε λίγο ακόμα να σιγουρευτεί. Η Αλις τούς παρακολουθούσε από διακριτική απόσταση. Αυτό που είδε αύξησε την αποφασιστικότητά της. Είδε την παθιασμένη αφοσίωση του Τ ζακ στην αδερφή του και το γάντζωμα της μικρής πάνω του, ακόμα και στον ύπνο της, και σκέφτηκε πως ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή της. Ήταν φανερό ότι τα δυο παιδιά είχαν περάσει μαζί δύσκολες στιγμές, γιατί μόνο οι άσχημες εμπειρίες δημιουργούν τέτοιους δεσμούς. Έκανε ένα βήμα μπροστά,έσκυψε και ψιθύρισε: «Πρέπει να πηγαίνουμε». Ο Τ ζακ έστρεψε πάνω της τα ταραγμένα καστανά μάτια του, αλλά η Άλις δεν είχε λόγια παρηγοριάς. Τ ι μπορούσε να πει για να διορθωθούν τα πράγματα; «Πρέπει να πηγαίνουμε, παιδί μου» επανέλαβε. Ο Τ ζακ απίθωσε τρυφερά τη Νάνσυ στο μαξιλάρι και τη σκέπασε με την κουβέρτα. Ακολούθησε αμίλητος την Άλις και κάθε τόσο γύριζε να κοιτάξει την αδερφή του. «Τ ον μισώ!» Τ α χαρακτηριστικά του συσπάστηκαν από αηδία. «Τ ους μισώ όλους!» «Ποιον μισείς, Τ ζακ;» Η Άλις ήλπιζε πως ίσως έπαιρνε τώρα τις


απαντήσεις που περίμενε. Έσκυψε το κεφάλι του. «Κανέναν», Έχοντας προδώσει τα πραγματικά αισθήματά του για πρώτη φορά από τότε που ήρθε εδώ, δεν έβγαλε λέξη μέχρι που έφτασαν στο κεντρικό κτίριο. «Ευχαριστώ» είπε σε μια σπάνια εκδήλωση ευγνωμοσύνης και άγγιξε μάλιστα το χέρι της. «Γιατί δε με αφήνεις να σε βοηθήσω;» επέμενε η Άλις. «Πού είναι η μαμά σου, Τ ζακ; Γιατί σας εγκατέλειψαν;» Αλλά εκείνος κούνησε το κεφάλι με χαμηλωμένα μάτια. Πέρασε άλλη μια στιγμή κι η Άλις τον οδήγησε στην πόρτα του κοιτώνα. «Καληνύχτα, παιδί μου» είπε τρυφερά. «Κι όνειρα γλυκά». Ένα νεύμα του κεφαλιού κι έφυγε, μπήκε σε αυτή την άψυχη αίθουσα όπου αγόρια της ηλικίας του και μεγαλύτερά του ονειρεύονταν άπιαστα πράγματα ένα σπιτικό, αγάπη, οικογένεια,,, πολύτιμα πράγματα που ορισμένα από αυτά δε γνώρισαν ποτέ. Η Άλις περίμενε να μπει μέσα. Άκουσε την πόρτα να κλείνει, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση. Περίμενε,κρατημένη εκεί από το ένστικτό της. Λίγο αργότερα δεν ξαφνιάστηκε όταν άκουσε ένα γέλιο μέσα από την αίθουσα. Χωρίς να καθυστερήσει λεπτό, άνοιξε την πόρτα κι επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες της. Ο Τ ζακ στεκόταν στο κέντρο της αίθουσας, ψηλός κι αποφασιστικός. Όπως το φοβόταν, τον είχαν κυκλώσει ήδη τρία μεγαλύτερα αγόρια. Αρχηγός της συμμορίας δεν ήταν άλλος από τον Τ ζέρρυ Ρέυνολντς. Έτρεξε προς το μέρος τους. «Τ ι συμβαίνει εδώ;» φώναξε. Βλέποντας το θυμό της, τα δύο αγόρια σκορπίστηκαν φοβισμένα. Πήδησαν στις κουκέτες τους και κουκουλώθηκαν με τις κουβέρτες, κρυφοκοιτάζοντας τι θα γίνει.


Ο Ρέυνολντς συνήλθε πρώτος. «Αυτός άρχισε!» κατηγόρησε τον Τ ζακ. «Μου έδωσε μια μπουνιά στο στομάχι καθώς περνούσε από δίπλα μου». Τ έσσερα χρόνια μεγαλύτερος από τον Τ ζακ, ήταν ένα ψηλό κοκκινοπρόσωπο αγόρι που έλεγε τόσο πειστικά ψέματα, που τα πίστευε κι αυτός ο ίδιος, «Εγώ κοιμόμουν του καλού καιρού κι αυτός ο διάολος με ξύπνησε. Και τους άλλους δυο». Η Άλις τον ρώτησε: «Πες μου. Ρέυνολντς. γιατί να το κάνει αυτό;». «Γιατί πάει γυρεύοντας για καβγά, όπως πάντα». Για τυπικούς λόγους έπρεπε να ρωτήσει και τον Τ ζακ. «Είναι αλήθεια, Τ ζακ;» Ο Τ ζακ έστρεψε το βλέμμα του στο μεγαλύτερο αγόρι και το κοίταξε για μερικές ατέλειωτες στιγμές, με μάτια σκοτεινιασμένα και σφιγμένες γροθιές. «Τ ζακ, απάντησέ μου!» Η Άλις ήξερε την αλήθεια. Απλώς ήθελε να την ακούσει. «Όπως τα λέει έγιναν;» Τ ο μεγαλύτερο αγόρι ανταπέδωσε το διαπεραστικό βλέμμα του Τ ζακ και πρόφερε βουβά τέσσερις λέξεις πίσω από την πλάτη της Άλις. «Μην ξεχνάς τη Νάνσυ». Ο Τ ζακ δε φοβόταν για τον εαυτό του, αλλά ανησυχούσε μήπως πέσει στα χέρια του η Νάνσυ,γιατί ήξερε πως, αν του δινόταν η ευκαιρία, θα της έκανε κακό. Απάντησε στην Άλις, μα δεν ήταν η απάντηση που ήθελε. «Λέει αλήθεια. Έγινε αυτό που είπε». Βούλιαξε η καρδιά της Άλις. «Αχ, Τ ζακ!» Έσκυψε το κεφάλι και του είπε σιγανά: «Δεν μπορεί να σου κάνει κακό. Ούτε στην αδερφή σου. Πίστεψέ με». Η πείρα είχε διδάξει τον Τ ζακ να μην εμπιστεύεται κανέναν. «Έγινε όπως σας είπε, κυρία Κόμπτον. Τ ου έδωσα μια μπουνιά στο στομάχι


καθώς περνούσα από το κρεβάτι του». Ο Ρέυνολντς ενθουσιάστηκε. «Τ ι σας έλεγα;» Κοίταξε περιφρονητικά την Άλις και μετά στράφηκε στον Τ ζακ. «Δε σου κρατάω κακία, φίλε» κόμπασε. «Και δε θα σε αναφέρω αν δε σε αναφέρει αυτή». Βαθιά μέσα του φοβόταν τον Τ ζακ. Φοβόταν αυτό το σκοτεινό,γεμάτο μίσος βλέμμα. Μα ποτέ δε θα το παραδεχόταν, ειδικά μπροστά στους άλλους. Η Άλις δεν ήταν κουτή. «Στα κρεβάτια σας κι οι δύο». Είχε θυμο)σει. Γιατί δεν την εμπιστευόταν ο Τ ζακ; Γιατί άφηνε αυτό τον τραμπούκο να τον κάνει ό ,τι θέλει; Είχε δει όμως το βλέμμα των φλογερών καστανών ματιών του Τ ζακ και το ένστικτό της της έλεγε ότι δε θα γλίτωνε τόσο εύκολα ο Ρέυνολντς. Παράλληλα όμως δεν μπορούσε παρά να ανησυχεί για τον Τ ζακ… να ’χει μέσα του τόσο μίσος και πικρία, τόση εχθρότητα για τον κόσμο… Δεν αμφέβαλε όμως στιγμή πως είχε τους λόγους του που ένιωθε έτσι. Περίμενε να ξαπλώσουν στα κρεβάτια τους και προειδοποίησε όλα τα παιδιά: «Άλλη μια τέτοια κουταμάρα και θα έχετε να κάνετε με τον κύριο Έννιγκτον, Σκεφτείτε το καλά!». Και κατάλαβαν ότι το εννοούσε. Η Άλις, χωρίς να χάσει χρόνο, κίνησε για το κεντρικό γραφείο,όπου ήλπιζε ότι ο διευθυντής θα είχε χρόνο να μιλήσουν. Λαχταρούσε, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να κάνει αυτό που είχε στο μυαλό της την τελευταία βδομάδα. Τ ελικά χρειάστηκε να περιμένει κάμποση ώρα έξω από το γραφείο του μέχρι να τη δεχτεί. «Έχει μέσα έναν κύριο». Η Άιρις Ντέυλυ,η οικονόμος,ήταν μια τραχιά μεσόκοπη γυναίκα με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα στο στεγνό της σβέρκο κι ένα μόνιμο συνοφρύωμα στο μέτωπό της. «Τ ι τον θέλεις;» Ήταν πολύ αδιάκριτη. «Είναι προσωπικό, αν δε σας πειράζει, κυρία Ντέυλυ». «Χμ! Μην αργήσεις πολύ».


«Ευχαριστώ, κυρία». Η Άλις δεν την αντιπαθούσε. Παρόλο που την αποκαλούσαν από αβρότητα «κυρία», ήταν γεροντοκόρη χωρίς οικογένεια και συγγενείς, με βαριές επαγγελματικές ευθύνες κι ένα σωρό δουλειές που την έκαναν να τρέχει από το πρωί ως το βράδυ. Έτσι, κατά τη γνώμη της Άλις, ήταν δικαιολογημένο το μόνιμο κατσούφιασμά της. Όταν έφυγε η οικονόμος, η Αλις σκέφτηκε να ζητήσει ένα φλιτζάνι τσάι από τη μαγείρισσα. Ήταν τόση η δίψα της, που μπορούσε να πιει όλη τη θάλασσα, κι η γλώσσα κόλλαγε στο στόμα της. Πριν φύγει, πήρε το θάρρος να αφουγκραστεί στην πόρτα του γραφείου. Οι πνιχτές φωνές τής φανέρωναν ότι η υπόθεση που συζητιόταν θα έπαιρνε αρκετή ώρα ακόμα. «Ώρα για ένα τσαγάκι» μουρμούρισε και κίνησε βιαστικά για την κουζίνα. Η μαγείρισσα ήξερε για τον επισκέπτη. «Τ ον έίδα να μπαίνει όταν πήγα το τσάι της κυρίας Ντέυλυ» εκμυστηρεύτηκε. Τ ο στρογγυλό πρόσχαρο πρόσωπό της ήταν ρόδινο από τη ζέστη του φούρνου. «Κύριος με τα όλα του». Χασκογελώντας, έφερε το ένα χέρι στη μέση, έσιαξε με το άλλο τα μαλλιά της και, προς μεγάλη απόλαυση της λαντζιέρισσας, άρχισε να χοροπηδάει γύρω γύρω. «Μεταξύ μας, θαρρώ πως είναι ο τύπος μου». Ρίχτηκε βογκώντας σε μια καρέκλα. «Ουφ! Πρέπει να το ξεπεράσω» αναφώνησε ξέπνοη. «Υπήρξε μία εποχή που μπορούσα να χορεύω όλη μέρα». Είπε στη λαντζιέρισσα να της φέρει μια λεμονάδα με μια στάλα τζιν για χρώμα και βάλθηκε να εξηγεί: «Αν κρίνω από τα ρούχα του, πρέπει να είναι ματσωμένος». Η Άλις έβαλε ένα φλιτζάνι τσάι και ρώτησε, καθώς τα λόγια της μαγείρισσας της είχαν κινήσει την περιέργεια: «Μήπως ξέρεις γιατί ήρθε;». Η μαγείρισσα είπε με θιγμένη αξιοπρέπεια: «Όχι, κι ούτε θέλω να μάθω, ευχαριστώ, δε θα πάρω. Τ ο μόνο που θέλω είναι να με αφήνουν ήσυχη στην κουζίνα μου».


Η Άλις πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε στο τραπέζι, όπου είχε βολευτεί κι η μαγείρισσα. «Πώς τα πάνε τα καινούρια παιδιά;» ρώτησε ενώ σιγόπινε το τζιν της και κοκκίνιζε όλο και πιο πολύ. «Άκουσα ότι αυτό το βρομόπαιδο ο Ρέυνολντς έχει βάλει στο μάτι το μικρό πώς τον λένε; Τ ζον… Τ ζέικ;» «Τ ζακ». Η Άλις χαμογέλασε. Η μαγείρισσα δεν είχε ποτέ καλή μνήμη στα ονόματα. «Η Νάνσυ ζητάει τον μπαμπά της» αποκάλυψε λυπημένα «κι όσο για το αγόρι… του κάνει δύσκολη τη ζωή ο Ρέυνολντς». «Δεν τον ανέφερες;» «Όχι». «Γιατί;» «Συμβαίνει να πιστεύω πως ίσως διορθωθούν μόνα τους τα πράγματα». «Με ποιον τρόπο;» Η μαγείρισσα ήπιε το τελευταίο τζιν κι έγνεψε στη λαντζιέρισσα να της βάλει άλλο ένα, πράγμα που το λιπόσαρκο κορίτσι έκανε απρόθυμα, γιατί ήξερε πως αν το έτσουζε η μαγείρισσα θα υπέφεραν όλοι. Η Άλις απάντησε στην ερώτησή της καθώς ετοιμαζόταν να φύγει. «Ο νεαρός Τ ζακ έχει κρυφά βάθη. Νομίζω ότι θα αντεπιτεθεί αν παραστριμωχτεί και τότε αλίμονο στο Ρέυνολντς». «Μμμ». Η μαγείρισσα συλλογίστηκε τα λόγια της Άλις. «Έχω ακούσει να λένε ότι ο Τ ζακ είναι κακό παιδί». Η Άλις αγνόησε το σχόλιο. «Μόνο όταν απειλείται». «Δεν έχει σημασία. Αν γίνει κακό ένα αγόρι, θα μείνει κακό για πάντα». Και με αυτά τα λόγια έπεσε από την καρέκλα της κι


αναγκάστηκαν να τη σηκώσουν. Χρειάστηκαν και η Άλις κι η λαντζιέρισσα για να τη στήσουν στη θέση της. «Πρέπει να πηγαίνω». Η Άλις κοίταξε το ρολόι πάνω από το τζάκι. «Δε θέλω να χάσω το ραντεβού μου με τον κύριο Έννιγκτον». Η μαγείρισσα της φώναξε τραυλίζοντας: «Πρόσεχε τον Τ ζακ, είναι κακό παιδί. Θα σου προκαλέσει προβλήματα μόλις γυρίσεις την πλάτη σου, θυμήσου τα λόγια μου!». Η Άλις δεν κατάλαβε τι της έλεγε γιατί έτρεχε ήδη σαν τον άνεμο να συναντήσει το μόνο άνθρωπο που μπορούσε να τη βοηθήσει. Όπως αποδείχτηκε, η προσπάθειά της ήταν μάταιη. «Έχω δίκιο να πιστεύω ότι θέλετε να φύγετε από το ίδρυμα ;» ρώτησε ο Έννιγκτον μόλις χτύπησε την πόρτα του γραφείου του και μπήκε μέσα. «Όχι, κύριε, κάθε άλλο». Τ ην εκνεύριζε η επιμονή του σε αυτό το θέμα. Χτύπησε απογοητευμένος τη γροθιά του στο γραφείο. «Τ ότε πείτε μου τι θέλετε. Δε θα ξημερωθούμε εδώ. Τ ι είναι τόσο σημαντικό που δεν μπορεί να περιμένει;» Η Άλις πήρε βαθιά ανάσα και το ξεφούρνισε: «Θα ήθελα να γίνω ανάδοχη μητέρα της Νάνσυ και του Τ ζακ». Τ ώρα που το είπε, ένιωσε πολύ καλύτερα. «Τ ι;» Τ ην κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. «Μου λέτε ότι θέλετε να αναλάβετε τα παιδιά; Εσείς!» Η φωνή του ήταν δυνατή και το ύφος του εμβρόντητο. Και μετά έβαλε τα γέλια -βροντερά εύθυμα γέλια που τράνταξαν το δωμάτιο και την έκαναν να τρέμει σύγκορμη. Τ έλος, όταν κόντευαν να πεταχτούν έξω τα μάτια του και τα σάλια έτρεχαν στο πιγούνι του σαν νεογέννητου, έκανε το γύρο του γραφείου του και σκύβοντας πάνω της ρώτησε σιγανά: «Αλήθεια, κυρία Κόμπτον,τρελαθήκατε τελείως;».


Η Άλις υπερασπίστηκε αγανακτισμένη τον εαυτό της. «Συγνώμη,κύριε,αλλά δε διαφέρω σε.τίποτα από οποιονδήποτε έρχεται εδώ να πάρει παιδί. Σε ορισμένους μάλιστα από αυτούς δε θα εμπιστευόμουν ούτε σκυλί, πόσο μάλλον παιδί. Έχω σύζυγο και ωραίο σπίτι και δεν έχω παιδιά». Στύλωσε το μικροκαμωμένο κορμί της και τον κοίταξε στα μάτια. «Θα έλεγα πως είμαι πολύ κατάλληλη υποψήφια,αν μη τι άλλο εξίσου κατάλληλη με τους υπόλοιπους». «Τ ότε κάνετε λάθος για δύο πολύ σοβ’αρούς λόγους». Είχε καταλάβει πόσο μαχητική μπορούσε να γίνει κι αυτό τον ανησυχούσε. «Πρώτον, αγαπητή μου κυρία Κόμπτον, είσαστε υπάλληλος του ιδρύματος και ως τέτοια δεν έχετε το δικαίωμα να πάρετε παιδί από δω». Η Άλις αιφνιδιάστηκε. «Αυτό δε μου το έχει πει κανείς. Και, όπως ξέρετε,ήμουν πολλά χρόνια υπάλληλος στο δημαρχείο πριν μου ζητήσουν να εργαστώ με τα παιδιά». «Τ ι σημασία έχει αν δε σας το είπαν, κυρία Κόμπτον;» Χαμογέλασε γοητευτικά. «Σας το λέω εγώ τώρα». «Σας παρακαλώ, κύριε Έννιγκτον. Τ α θέλω πολύ αυτά τα παιδιά. Έχουν περάσει τόσα πολλά και τους αξίζει μια καλύτερη ζωή. Θα είναι ευτυχισμένα μαζί μου, κύριε. Με ξέρουν. Κι έχουν ανάγκη μια σταθερή οικογενειακή ζωή». Κόμπιασε συγκινημένη. «Σας παρακαλώ, κύριε. Δεν μπορείτε να κάνετε μια εξαίρεση στην περίπτωσή μου;» Χαμογέλασε πονηρά και κάθισε πάλι στην καρέκλα του γραφείου του. «Δυστυχώς όχι» της είπε με μεγάλη ευχαρίστηση. «Είναι κανόνας του ιδρύματος και οι κανόνες είναι κανόνες, όπως ξέρετε, κυρία Κόμπτον». Και της έγνεψε να φύγει με μια ανυπόμονη κίνηση του χεριού του. «Πηγαίνετε τώρα. Έχω δουλειά». Η Άλις ήξερε πως δεν είχε νόημα να επιμείνει. Σηκώθηκε, λοιπόν, αμίλητη και κίνησε για την πόρτα, αλλά πριν βγει τον ρώτησε με περιέργεια: «Είπατε πως υπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι που δεν μπορώ


να αναλάβω τα παιδιά». Τ α μάτια της φωτίστηκαν. «Εμφανίστηκαν οι γονείς τους; Ω, κύριε Έννιγκτον… θα γυρίσουν επιτέλους σπίτι τους;» Αν ήταν έτσι, θα συμβιβαζόταν εύκολα με το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τα πάρει. Ο διευθυντής χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλά του στο γραφείο σαν να κλωθογύριζε κάτι στο μυαλό του πριν σχολιάσει: «Βλέπω τα έχετε συμπαθήσει». «Μάλιστα, κύριε! Ω, ναι, πολύ». Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να της αποκαλύψει τα σχέδιά του. Η Άλις ήταν ένα αγκάθι στο πλευρό του, αλλά δούλευε σκληρά κι είχε προσαρμοστεί τέλεια στην καινούρια θέση της όταν ήρθε από το δημαρχείο. Αντίθετα από τις άλλες,δεν ήταν ηλίθια. Ωστόσο, ούτε κι αυτή δεν είχε ανακαλύψει το μυστικό του ότι πούλαγε τα πιο ελκυστικά παιδιά σε όποιον πρόσφερε περισσότερα. Ένιωθε έξυπνος. Απρόσβλητος. Κανείς δεν τον υποψιαζόταν κι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν παραφουσκωμένος. Δεν ήθελε, λοιπόν, να αποκαλυφθεί η μικρή του επιχείρηση, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί αν αυτή η γυναίκα μάθαινε τι έκανε. Από την άλλη πλευρά, αν την έπειθε ότι τα παιδιά θα πήγαιναν σε καλό σπίτι -κάπου που θα τα αγαπούσαν-, ίσως ευχαριστιόταν για εκείνα. Παίρνοντας την απόφασή του,σηκώθηκε,την πλησίασε κι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα για να μην τους ακούσουν. «Ο δεύτερος λόγος που δεν μπορείτε να πάρετε τα παιδιά είναι ότι τους βρήκα ήδη · σπίτια». Όταν την είδε έτοιμη να μιλήσει, είχε προβλέψει την ερώτησή της. «Όχι, κυρία Κόμπτον, δεν είναι οι γονείς τους, δυστυχώς. Αλλά, νομίζω, κάτι εξίσου ικανοποιητικό. Μεθαύριο,λοιπόν,τα παιδιά θα βρίσκονται σε καλά χέρια κι εσείς θα ησυχάσετε ». Η Άλις ένιωθε να την κυριεύει απελπισία. «Μπορώ να μάθω πού πηγαίνουν;»


Χαμογέλασε και της κούνησε το δάχτυλο. «Ξέρετε, αγαπητή μου, πως δεν πρέπει να το ρωτάτε αυτό. Εφόσον δουλεύατε στο δημαρχείο, γνωρίζετε τους κανονισμούς. Τ α παιδιά κι ο τόπος διαμονής τους πρέπει να προστατεύονται. Μπορεί να ήταν πολύ κακό το περιβάλλον που έμεναν πριν, κι έτσι όσο λιγότεροι ξέρουν πού μένουν τώρα τόσο το καλύτερο. Για το καλό τους, καταλαβαίνετε». Η Άλις έγνεψε καταφατικά. «Καταλαβαίνω, κύριε». Αυτή η ίδια είχε βοηθήσει να επιβληθούν αυτοί οι κανονισμοί τα προηγούμενα χρόνια. «Σας διαβεβαιώνω, πάντως, ότι οι υποψήφιοι θα ελεγχθούν σχολαστικά, όπως πάντα. Είναι καθωσπρέπει άνθρωποι, που θα τους προσφέρουν σταθερότητα και αγάπη -αυτά ακριβώς που αναφέρατε κι εσείς». Χτύπησε τα χέρια του. «Μα γιατί είσαστε τόσο σκυθρωπή, κυρία Κόμπτον ; Νόμιζα πως θα χαιρόσασταν για τα παιδιά…» Η Άλις σκούπισε ένα δάκρυ. «Χαίρομαι, κύριε. Χαίρομαι!» «Ωραία. Τ ότε μπορώ να σας ζητήσω να μην πείτε λέξη μέχρι να ενημερώσω προσωπικά τα παιδιά;» Τ ης χάρισε και πάλι το πιο γοητευτικό του χαμόγελο. «Μπορεί μερικές φορές να γίνομαι ευερέθιστος κι απρόσιτος, αλλά, πιστέψτε με, πρώτο μου μέλημα είναι το συμφέρον τους». Τ α πονηρά λόγια του έκαναν την Άλις να αισθανθεί μικροπρεπής που δε χάρηκε αμέσως για τα καλά νέα. «Σας ευχαριστώ, κύριε Έννιγκτον» είπε. «Χαίρομαι γι’ αυτά που μου είπατε». Καληνύχτισαν ο ένας τον άλλο κι ενώ γύριζε εκείνος στο γραφείο του,η Άλις μάζεψε τα πράγματά της. Πέντε λεπτά αργότερα ήρθε η νυχτερινή της αντικαταστάτρια κι η Άλις έφυγε. Στην έξοδο συναντήθηκε με την Εντίθ, που δεν την κρατούσαν τα πόδια της από την κούραση. «Τ ι κουραστική μέρα. Χαίρομαι που γυρίζω σπίτι μου. Αλλά πρέπει να μαγειρέψω και να συγυρίσω πριν αναπαυτεί το ταλαιπωρημένο κορμί μου». Κοίταξε με ζήλια την


Αλις. «Ο άντρας μου δεν είναι σαν το δικό σου» βόγκηξε. «Δεν τον ενδιαφέρει αν γυρίζω νωρίς ή αργά, αν σέρνομαι στα πόδια μου -μόλις μπω στο σπίτι πρέπει να μαγειρέψω». Η Αλις όφειλε να παραδεχτεί πως ήταν κι αυτή κατάκοπη. «Ομολογώ ότι ανυπομονώ να ξεκουράσω τα πόδια μου» είπε. «Κι έχεις δίκιο, Εντίθ, είμαι τυχερή. Αν ξέρω καλά τον αγαπημένο μου Άντονυ, θα έχει βάλει το φαγητό στη φωτιά και το τσαγερό θα βράζει». Η Εντίθ είχε άλλη μια πιο προσωπική ερώτηση. «Και δεν υπάρχει ακόμα κανένα σημάδι…» κοίταξε με νόημα την κοιλιά της Άλις. «Ξέρεις τι εννοώ, κοπέλα μου». Η Άλις ήξερε τι εννοούσε, γιατί δε συζητούσαν για τίποτα άλλο. «Όχι». Χαμογέλασε νευρικά. «Δεν είμαι έγκυος. Αρχίζω να πιστεύω πως δεν είναι γραφτό να κάνω παιδιά». «Ποτέ δεν ξέρεις, κοπέλα μου. Νομίζω πως θα γίνει εκεί που δε θα το περιμένεις. Τ ο θέμα είναι να μη χάνεις τις ελπίδες σου». Έστρεψε το βλέμμα της προς τον ουρανό και είπε: «Όσο για μένα, δε θα ’θελα παιδί ακόμα κι αν ερχόταν σε συσκευασία δώρου. Μου φτάνουν τα διαβολάκια που βλέπω όλη μέρα. Τ ο τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να γυρίζω σπίτι και να με περιμένει άλλο ένα». Αυτή τη φορά, όταν αναστέναξε, υπήρχε αληθινή απογοήτευση στη φωνή της. «Άλλωστε, έχω ήδη ένα παιδί -έναν υπερτροφικό τεμπέλη που θέλει να τον φροντίζω όλη μέρα και όλη νύχτα… αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Η Άλις είχε μια ερώτηση να της κάνει, μια ερώτηση που της ερχόταν συχνά στο νου όλα αυτά τα χρόνια που δούλευαν μαζί, αλλά επειδή ήταν λεπτό το θέμα δεν την είχε κάνει πριν. Τ ώρα όμως ένιωσε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να ικανοποιήσει την περιέργειά της. «Μου κάνει εντύποχτη που δεν έχεις μείνει έγκυος ως τώρα…» Η Εντίθ δίστασε να απαντήσει, αλλά μετά χαμήλωσε τη φωνή και ομολόγησε: «Έχω μείνει… τρεις·φορές». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αλλά τα έριξα. Πήγα σ’ εκείνη τη γυναίκα στην οδό Άλμπερτ. Τ ην


τελευταία φορά παραλίγο να με σκοτώσει! Η αγελάδα!» Η αποκάλυψη ότι η Εντίθ έριξε τρία παιδιά βύθισε την Άλις σε βαθιά στοχαστική σιωπή. «Τ ώρα μετάνιωσα που σ’ το είπα». Η Εντίθ ήταν στεναχωρημένη. «Ξέρω πόσο θέλεις να αποκτήσεις παιδί και πόσο καιρό προσπαθείς να γίνεις μάνα». Έπιασε την Άλις από το μπράτσο, αναγκάζοντάς τη να σταματήσει. «Λυπάμαι, κοπέλα μου. Θα πρέπει να με μισείς τώρα». Η Άλις δεν ήθελε να την αφήσει να πιστεύει κάτι τέτοιο. «Όχι,όχι βέβαια» είπε στη φίλη της. «Ο καθένας θέλει διαφορετικά πράγματα και δεν είμαι εγώ αυτή που θα κρίνει τους άλλους». Αγκάλιασε αυθόρμητα την άλλη γυναίκα και της είπε: «Ποτέ δε θα σε μισήσω. Άλλωστε, είμαι βέβαιη πως είχες τους λόγους σου για να κάνεις ό,τι έκανες». Η Εντίθ τής εξήγησε τους λόγους. «Δεν είμαι μητρικός τύπος -σαν εσένα,Άλις. Ω, ξέρω να τα φροντίζω, αλλά αυτό είναι όλο… μια δουλειά. Δεν αισθάνομαι όπως εσύ για τα παιδιά. Γυρίζω σπίτι μου και τα ξεχνάω τελείως. Όπως σου είπα,για μένα είναι απλώς μια δουλειά». Συνέχισε το δρόμο της κι η Άλις την ακολούθησε. «Η δόλια η μάνα μου έκανε δεκατέσσερα» αποκάλυψε η Εντίθ. «Ήμαστε μεγάλο βάρος για κείνη. Ο πατέρας μου ήταν βάναυσος και δεν έδινε δεκάρα για μας τα παιδιά, ούτε για τη μάνα μας, εκτός βέβαια από τη διασκέδαση να την γκαστρώνει. Αλλά για κείνη δεν ήταν διασκέδαση, σ’ το λέω. Δεν είχε ζωή πέρα από τα παιδιά. Δε φόρεσε ποτέ ένα φόρεμα της προκοπής και της έβγαινε η πίστη για να μας ταΐσει και να μας ντύσει». Όταν σταμάτησε, η Αλις την προέτρεψε να συνεχίσει. Αν ήταν αυτό που βάραινε τόσα χρόνια το μυαλό της Εντίθ, ίσως ήρθε η στιγμή να το βγάλει από μέσα της. «Έλα, καλή μου,συνέχισε.


Θέλω να μάθω». Η Εντίθ ανασήκωσε τους ώμους της. «Σ’ τα είπα όλα…» απάντησε βραχνά. «Απλώς, θα ήθελα να προσθέσω ότι η μάνα μας έχασε τη μάχη στη γέννα του δέκατου πέμπτου παιδιού της. Ήταν φοβερό. Βρισκόταν στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού μας. Εμείς τα παιδιά τα ακούγαμε όλα…» Τ ώρα που απειλούσε να την πνίξει η συγκίνηση, προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. «Πήραν τη μάνα μας και λίγο αργότερα ο πατέρας μας σκοτώθηκε σε ένα δυστύχημα στη δουλειά. Κάποιοι είπαν ότι αυτοκτόνησε , μα δε θα το μάθουμε ποτέ. Παρενέβησαν οι αρχές και τα δεκατέσσερα παιδιά σκορπιστήκαμε σαν σπόροι από τη μια άκρη της χώρας ως την άλλη. Δεν ξαναείδαμε ποτέ ο ένας τον άλλο». Η Εντίθ, βλέποντας την έκφραση φρίκης στο πρόσωπο της Άλις, χαμογέλασε θλιμμένα. «Ξέρουμε πως οι αρχές δεν ενδιαφέρονται ya κρατήσουν μαζί τα αδέρφια». Σώπασε για μια στιγμή πριν προσθέσει σιγανά: «Αναρωτιέμαι συχνά γι’ αυτούς. Ξέρεις, πού είναι… τι απόγιναν». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Αλλά ξέρω ότι δε θα μάθω ποτέ». Όταν έφτασαν στην κεντρική λεωφόρο,χώρισαν οι δρόμοι τους. Η Εντίθ θα έπαιρνε το τραμ με προορισμό το Κέμπστον κι η Άλις εκείνο που θα την πήγαινε στο σπίτι της στην οδό Πριμπέντ. «Άλις;» Είχαν φτάσει στη στάση του τραμ κι η Εντίθ είχε να της πει κάτι. Η Άλις ετοιμαζόταν να ανέβει στα σκαλοπάτια, αλλά γύρισε όταν φώναξε η Εντίθ το όνομά της. «Σ’ ευχαριστώ». «Γιατί;»


Τ ώρα, όταν χαμογέλασε η Εντίθ, η Άλις δεν μπόρεσε να μην προσέξει πόσο ευχαριστημένη φαινόταν. «Που μ’ άκουσες» φώναξε. «Με βοήθησε όσο δε φαντάζεσαι». Η Άλις έγνεψε. Δε χρειάζονταν λόγια. Η ζεστή καλοσυνάτη έκφρασή της τα έλεγε όλα κι η Εντίθ έφυγε έχοντας πάρα πολύ καιρό να νιώσει τόσο καλά. Μόλις κάθισε στην ξύλινη θέση, η Άλις έβγαλε τα παπούτσια της. Τ α πόδια της έκαιγαν από την κούραση και τα μάτια της ήταν τόσο βαριά, που θα μπορούσε να κοιμηθεί εκεί. Μα δεν κοιμήθηκε. Δεν της κόλλαγε ύπνος. Η διαδρομή ως την οδό Πριμπέντ ήταν μόνο δέκα λεπτά, με τρεις ενδιάμεσες στάσεις. Όπως πάντα αυτή τη βραδινή ώρα, υπήρχαν λιγοστοί επιβάτες. Ο εισπράκτορας ήταν κουρασμένος.σαν·την Άλις. «Πότε θα ’ρθει το καλοκαίρι ;» είπε τρυπώντας το εισιτήριό της στο μηχάνημα που φορούσε στη ζώ;η. «Δεν αντέχω άλλο το κρύο και τη βροχή». Κι η Άλις συμφώνησε ολόψυχα. Δεν κατάλαβε για πότε έφτασε στη στάση της. «Καληνύχτα, χρυσή μου». Σκέφτηκε ότι ο εισπράκτορας με το κοριτσίστικο χαμόγελο και τα λεπτά μακριά δάχτυλα ήταν πολύ θηλυπρεπής, αλλά καλό και φιλικό παιδί. Τ ον χαιρέτησε πρόσχαρα και προχώρησε με βιαστικό βήμα στην οδό Πριμπέντ. Όπως πάντα, ο δρόμος την αγκάλιασε και την καλωσόρισε στο σπίτι της. Η Άλις, γέννημα θρέμμα αυτού του μικρού λαϊκού δρόμου, δεν ήθελε να ζήσει πουθενά αλλού. Τ ο χειμώνα η οδός Πριμπέντ ήταν ήσυχη, με λιγοστά παιδιά και σπάνιες εμφανίσεις των γυναικών που το καλοκαίρι σκότωναν την ώρα τους κουτσομπολεύοντας στα κατώφλια τους. Τ ους ατέλειωτους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού ο δρόμος ζωντάνευε. Τ α παιδιά έβγαιναν να παίξουν σχοινάκι χάι κουτσό ή έτρεχαν ξεκαρδισμένα στα γέλια. Οι άντρες μαζεύονταν σε πηγαδάκια και κάπνιζαν τις πίπες τους, κουβεντιάζοντας ευχαριστημένοι.


Τ ο χειμώνα όμως επικρατούσε μια δυσάρεστη ησυχία στο δρόμο, αν και όλα σχεδόν τα παράθυρα ήταν φωτισμένα κι έβλεπες μέσα τις οικογένειες που συγκεντρώνονταν στο βραδινό τραπέζι ή τη χαρούμενη φωτιά στο τζάκι -εικόνες που θύμιζαν στην Άλις ότι, χειμώνα ή καλοκαίρι, αυτή ήταν η ζωή της. Τ ο μόνο πράγμα που της έλειπε ήταν ένα παιδί. Στο δικό της σαλόνι δεν υπήρχε φως. Η Άλις χαμογέλασε μονάχη. Σίγουρα ο Άντονυ είναι στην κουζίνα, σκυμμένος πάνω από τις κατσαρόλες, συλλογίστηκε. Είχε δίκιο. Καθώς έμπαινε στο σαλόνι, ο άντρας της ήρθε από τηνχουζίνα να την προϋπαντήσει. «Γεια σου, αγάπη μου. Είσαι κουρασμένη;» Ο Άντονυ, ένας στιβαρός άντρας με γκρίζα μάτια και λακκάκια στα μάγουλα, πήρε το πανωφόρι της και την έβαλε να καθίσει. «Σήμερα γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά» της είπε, «Έστειλαν δυο λανθασμένα φορτία στην αποθήκη και το αφεντικό αρνήθηκε να τα παραλάβει. Θα ’χει ξημερώσει μέχρι να φέρουν τη σωστή παραγγελία». Η Άλις ξεκουράστηκε μερικά λεπτά και μετά τον ακολούθησε στην κουζίνα. «Θα σε βοηθήσω» είπε, αν και ήξερε πόσο του άρεσε να μαγειρεύει, «Δεν μπορώ να κάθομαι και να τα περιμένω έτοιμα», «Θα κάτσεις γιατί δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις» απάντησε. «Σ’ το είπα, σχόλασα νωρίτερα. Έχω φτιάξει τον πουρέ με μπόλικο βούτυρο,όπως σ’ αρέσει,και το λάχανο είναι βρασμένο τέλεια. Έχω ζεστάνει την κρεατόπιτα που έψησες χθες βράδυ και το μόνο που μένει είναι να στρώσουμε το τραπέζι». Γύρισε προς το μέρος της και της χαμογέλασε. «Αυτή τη δουλειά σ’ την αναθέτώ ευχαρίστως». Γέλασε δυνατά. «Δεν έχω μάθει να την κάνω σωστά έτσι μου λες». Η Άλις υποψιαζόταν ότι νοσταλγούσε την παλιά δουλειά του. «Σε παρακαλώ, αγάπη μου, στάσου μισό λεπτό ». «Τ ι συμβαίνει;»


«Κοίτα, ξέρω πως σιχαίνεσαι τη δουλειά στην αποθήκη και ξέρω επίσης ότι η μαγειρική είναι ό,τι σ’ αρέσει πιότερο στον κόσμο. Δες και μόνος σου!» Έδειξε τη λαχταριστή ποικιλία των λαχανικών και τον καλαίσθητο διακοσμητικό τρόπο με τον οποίο τα είχε τοποθετήσει στις πιατέλες. «Σ’ αυτή τη δουλειά έχεις ταλέντο». «Τ ο ξέρω». Δεν μπορούσε να πει ψέματα. «Επειδή είμαι άσχετος σε όλες τις άλλες». Γέλασε. «Πού θες να καταλήξεις ;» «Θέλω να γυρίσεις στην παλιά δουλειά σου. Να πεις στο διευθυντή στο Μπέντφορντ Αρμς ότι ήταν λάθος σου που έφυγες. Πιστεύω ότι θα σε δεχτεί με ανοιχτές αγκάλες, πόσο μάλιστα που μαθαίνω ότι ο καινούριος αρχιμάγειρας είναι άχρηστος». «Ποιος σ’ το είπε αυτό;» «Η Εντίθ». «Άκου, αγάπη μου, η Εντίθ είναι καλή κοπέλα και τη συμπαθώ, αλλά τυχαίνει να ξέρω ότι ο καινούριος αρχιμάγειρας τα πηγαίνει περίφημα!» Έπιασε τη γυναίκα του από τους ώμους. «Μα και άχρηστος να ήταν, όπως λέει η φιλενάδα σου, και να με παρακαλούσαν γονατιστοί να γυρίσω, δε θα πήγαινα. Μη χάνεις,λοιπόν,τα λόγια σου και μη μου στεναχωριέσαι. Είμαι μια χαρά, αγάπη μου. Βγάζω καλά λεφτά και είναι σταθερή δουλειά. Συζητιέται μάλιστα να μου δώσουν προαγωγή. Πώς σου φαίνεται αυτό, ε;» Η Άλις δεν ξεγελιότανε. «Τ ο κάνεις για τα λεφτά, έτσι;» «Τ ι εννοείς;» «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Ο αρχιμάγειρας δεν παίρνει ούτε τα μισά απ’ αυτά που δίνουν στην αποθήκη. Θεωρείς τον εαυτό σου υποχρεωμένο να φέρνει στο σπίτι περισσότερα λεφτά, σωστά;» Τ ον κοίταξε παρακλητικά. «Πριν τα φέρναμε βόλτα μια χαρά, έτσι δεν είναι;»


«Ναι, αλλά δεν είχαμε βάλει μπρος να κάνουμε παιδιά. Μια μέρα,τον άλλο μήνα… τον άλλο χρόνο, θα μείνεις έγκυος,Άλις. Τ ι άντρας θα είμαι αν δεν μπορώ να σας θρέψω ; Θα πάψει να μπαίνει στο σπίτι ο μισθός σου και θα ’χω άλλο ένα στόμα να ταΐσω. Έχε μου εμπιστοσύνη, αγάπη μου, ξέρω τι κάνω». Όταν την είδε έτοιμη να διαμαρτυρηθεί, της έδωσε ένα ηχηρό φιλί στο στόμα. «Δεν ακούω τίποτα. Θέλουμε κι οι δυο παιδιά και τα παιδιά μας πρέπει να έχουν το καλύτερο που μπορώ να τους προσφέρω. Απόλαυσε, λοιπόν, το φαγητό σου και ξέχνα την ιδέα ότι θα γυρίσω στις κουζίνες. Από δω και πέρα θα δουλεύω όπου πληρώνουν τα πιο πολλά λεφτά». «Αφού το λες εσύ». Η Άλις τον ήξερε καλά και δεν επέμενε. Στο τραπέζι τής μιλούσε ενθουσιασμένος για τα σχέδιά του για το μέλλον και μετά κουβέντιασαν για τη στεναχώρια της που θα έφευγαν τα δύο παιδιά. «Ξέρω πως είναι για το καλό τους» παραδέχτηκε «αλλά τα έχω συμπαθήσει». Ο άντρας της έπιασε το χέρι της. «Βλέπω ότι έχουν κερδίσει την καρδιά σου αυτά τα δυο παιδιά». Η Άλις έγνεψε καταφατικά. «Αχ, Άντονυ, αν έβλεπες πόσο δεμένα είναι μεταξύ τους. Είναι τόσο συγκινητικό». Τ ης χαμογέλασε με κατανόηση. «Ζήτησες να γίνεις ανάδοχη μητέρα, έτσι; Έλα, μην το αρνιέσαι». Η Άλις κοκκίνισε. «Τ ι σε κάνει να το λες αυτό;» «Τ ο ότι σε ξέρω πολύ καλά». «Θα σε πείραζε;» «Ίσως». «Γιατί;» «Πρώτα απ’ όλα δεν είμαι σίγουρος αν θα τα έβγαζα πέρα με το


αγόρι -τον Τ ζακ το κακό παιδί». «Δεν είναι κακός κατά βάθος». Ο Άντονυ κούνησε το δάχτυλό του. «Απ’ ό,τι μου λες εδώ και μια βδομάδα, είναι πολύ ανάποδος. Και τα μισά να ισχύουν, είναι πολύ για μένα. Αν ήταν δικό μου παιδί, ελπίζω πως θα ήξερα τι να κάνω. Μα δε θέλω να μάθω στο παιδί κάποιου άλλου». «Δηλαδή θα έλεγες όχι;» Έπιασε ξανά το χέρι της και το έσφιξε δυνατά. «Όχι αν το ήθελες τόσο πολύ, γλυκιά μου. Για χάρη σου θα δεχόμουν». Η Άλις έφαγε άλλη μια μπουκιά κρεατόπιτα πριν σπρώξει το πιάτο της. «Τ ώρα πια δεν έχει σημασία» του είπε θλιμμένα. «Ο κύριος Έννιγκτον είπε ότι τους βρήκε ήδη σπίτια κι έληξε η ιστορία». Ο Άντονυ, ανακουφισμένος αλλά κι απογοητευμένος ταυτόχρονα για λογαριασμό της γυναίκας του,την έσπρωξε παιχνιδιάρικα. «Φάε το φαγητό σου, κυρία Κόμπτον, γιατί δε θα σου δώσω γλυκό και θα είναι κρίμα, γιατί έχω φτιάξει ένα τεράστιο σκαλτσούνι με μπόλικη μαρμελάδα, που συνοδεύεται από πλούσια παχιά κρέμα». Τ ην έπεισε. Έφαγε την πίτα της και μετά το ωραιότερο σκαλτσούνι με κρέμα που δοκίμασε ποτέ της. Έκλεισαν το γεύμα τους με λίγη σπιτική σαμπούκα από το μαγαζάκι της γωνίας κι όταν έπλυναν τα πιάτα κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ. Η Άλις είχε διπλώσει τα πόδια κάτω από το σώμα της κι ο Άντονυ την αγκάλιαζε από τους ώμους. Μάντευε τι σκεφτόταν και θέλησε να την καθησυχάσει. «Τ α παιδιά θα είναι καλά, θα δεις» τη βεβαίωσε. «Άλλωστε. πρώτα ο Θεός, θα αποκτήσουμε κι εμείς κάνα δυο». Τ ην τράβηξε πιο κοντά του. «Δεν το έχουμε κάνει ποτέ στο χαλί μπροστά στο τζάκι» σχολίασε σκανταλιάρικα.


Η Άλις γέλασε σιγανά και τον κοίταξε με λατρεία. «Θέλεις να δοκιμάσουμε τώρα;» πρότεινε. «Πονηρούλα!» «Τ ότε κλείσε τις κουρτίνες. Δε θέλουμε να μας δουν οι γείτονες απ’ το παράθυρο». Γέλασε. «Μόνο αν κόψουμε εισιτήρια». Ενώ γδυνόταν η Άλις, ο Άντονυ έκλεισε τις κουρτίνες, χαμήλωσε τις λάμπες πετρελαίου κι έκαναν έρωτα τυλιγμένοι στη ρόδινη ανταύγεια της φωτιάς. Μόνο ο χρόνος θα έδειχνε αν θα έκαναν παιδί. Αργότερα, καθώς αναπολούσε τη μέρα του ο Άντονυ στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαράς τους, ένιωθε ικανοποιημένος σε γενικές γραμμές. Αντίθετα, η Άλις βασανιζόταν από τη σκέψη της Νάνσυ και του Τ ζακ. «Τ ι γονείς ήταν αυτοί που εγκατέλειψαν τέτοια παιδιά;» ρώτησε τον άντρα της. «Ένας Θεός ξέρει». Δεν είχε απαντήσεις, το μόνρ που μπορούσε να της πει ήταν: «Μην το σκέφτεσαι, αγάπη μου. Πες στον εαυτό σου πως είναι τυχερά. Τ ουλάχιστον αυτά δε θα μείνουν σε αυτή την τρύπα του διαβόλου, όπως κάποια άλλα παιδιά». Τ ην έσφιξε στην αγκαλιά του. «Αύριο θα φύγουν» μουρμούρισε «για το καινούριο σπιτικό τους κι ένα καλύτερο μέλλον. Σκέψου το και θα χαρείς για λογαριασμό τους». Η Άλις τον καληνύχτισε με ένα φιλί. «Έχεις δίκιο» είπε. «Σκέφτομαι εγωιστικά». Και με αυτά τα λόγια βυθίστηκε σε έναν ταραγμένο ύπνο που τον στοίχειωναν όνειρα και εικόνες. Κι επίκεντρο όλων αυτών ήταν η Νάνσυ και ο Τ ζακ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΗΤ ΑΝ ΓΡΗΓΟΡΕΣ και,χωρίς να το ξέρει η Άλις, είχε ξεκινήσει ήδη η διαδικασία για την παράδοση της Νάνσυ στους καινούριους θετούς γονείς της. Αν περνούσε από το χέρι του, ο Κλάιβ Έννιγκτον θα προτιμούσε να γίνουν όλα μυστικά και γρήγορα, αλλά είχαν προκύψει ήδη κάποιες μικρές δυσχέρειες. Ευτυχώς, όχι αξεπέραστες. Εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ, όπως και τόσα άλλα, ο Κλάιβ ετοιμαζόταν να φύγει για μια πολυαναμενόμενη φλογερή νύχτα με μια συγκεκριμένη κυρία από το Μπέντφορντ, όταν, προς μεγάλο εκνευρισμό του, έφεραν στο γραφείο του ένα επείγον γράμμα. Περίεργος ποιος του έστελνε μηνύματα τόσο αργά το βράδυ,το διάβασε με ενδιαφέρον. Μόλις έριξε μια ματιά, βλαστήμησε και βόγκηξε και, αφού το διάβασε από την αρχή ως το τέλος,το πέταξε στον άτυχο νεαρό που το είχε φέρει. «Φύγε από δω!» φώναξε. «Παρέδωσες το αναθεματισμένο γράμμα,τώρα ξεκουμπίσου!» Ο νεαρός ρώτησε με τρεμάμενη φωνή: «Συγνώμη, κύριε , δε θα απαντήσετε;». «ΦΥΓΕ!» Ο νεαρός, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τον εαυτούλη του παρά για την απάντηση, έκανε μεταβολή, αφήνοντας το γράμμα εκεί που είχε πέσει. Ο Έννιγκτον, βρίζοντας τόσο άγρια, που ακούστηκε από τη μία άκρη του ιδρύματος ως την άλλη, άρπαξε το γράμμα και το διάβασε δυνατά, ελπίζοντας πως δεν είχε καταλάβει σωστά. Όμως δεν είχε αλλάξει ούτε μια λέξη από την πρώτη φορά που το διάβασε: Αγαπητέ κύριε’Εννιγκτον,


Γνωρίζοντας σε πόσο μεγάλη ταλαιπωρία θα σας υποβάλω, ζητώ προκαταβολικά συγνώμη. Η αλήθεια είναι ότι θα χρειαστεί να απουσιάσω στο Λονδίνο για μία εβδομάδα.Έτσι, η συμφωνία μας πρέπει να ολοκληρωθεί συντομότερα απ’ό,τι υπολογίζαμε. Αναχωρώ για το Λονδίνο αύριο το πρωί, με το πρώτο τρένο, και, όπιν8 αντιλαμβάνεστε, πρέπει να παραλάβω το παιδί πολύ πιο γρήγορα από ns 8 π.μ. όπνο5 είχαμε κανονίσει. Λαμβάνσντας υπόψη το λόγο για τον οποίο θέλω να πάρω το παιδί, είναι απαραίτητο να ολοκληρωθεί η συμφωνία πριν από την αναχώρησή μου για το Λονδίνο. Σκοπεύω, λοιπόν, να έρθω στο Γκαλλογουέυ κάποια στιγμή μεταξύ 4 και 5 π.μ. Γνωρίζω πωΞ είναι πολύ νωρί8, αλλά επειδή πρέπει να παραλάβω το παιδί και να το τακτοποιήσω πριν φύγω για το Λονδίνο, δυστυχών δεν υπάρχει άλλη λύση, θα τα έχω όλα έτοιμα, onivs συμφωνήσαμε. Ειλικρινώς υμέτερος, Έντουαρντ Κόρνγουελ «Να πάρει και να σηκώσει!» Διέσχισε τους διαδρόμους και τις στοές μέχρι που ανακάλυψε την προϊσταμένη στο γραφείο της. «Θέλω να ετοιμάσετε ένα παιδί να φύγει» είπε κοφτά. «Τ ην περιμένει μεγάλο ταξίδι, γι’ αυτό ταΐστε τη μισή ώρα πριν ξεκινήσει. Δε θέλουμε να ξεράσει το βρομόπαιδο στην ωραία άμαξα του κυρίου». Η προϊσταμένη έφριξε. «Εννοείτε τώρα αμέσως;» «Όχι φυσικά, δεν εννοώ τώρα αμέσως!» Επιστράτευσε όλο του το κύρος. «Και θα με υποχρεώσετε αν δε μου κάνετε ερωτήσεις με τέτοιο ύφος». Η προϊσταμένη ανέκτησε την αταραξία της. «Μάλιστα, κύριε». Μα η αταραξία της πήγε περίπατο όταν της είπε τι ώρα θα έφευγε το


παιδί. «Ο κύριος θα έρθει κάποια στιγμή ανάμεσα στις τέσσερις και στις πέντε το πρωί». Έσφιγγε και ξέσφιγγε τις γροθιές του καθώς μιλούσε, γιατί συλλογιζόταν τις χαρές που θα στερούνταν εξαιτίας του συγκεκριμένου κυρίου. «Απ’ ό,τι πληροφορούμαι, επείγουσες υποθέσεις στο Λονδίνο τον ανάγκασαν να αλλάξει τα σχέδιά του. Δεν είναι δουλειά μας να ρωτάμε. Δουλειά μας είναι να τον εξυπηρετούμε». «Συγνώμη, κύριε, αλλά τα παιδιά κοιμούνται τέτοια ώρα», Η προϊσταμένη ήταν μια σωματώδης άχαρη γυναίκα με χέρια σαν φτυάρια και λαιμό σαν ψωμωμένο μπράτσο εργάτη, αλλά είχε γλυκιά φωνή και τους ανάλογους τρόπους. «Αν ξυπνήσουμε ένα, υπάρχει φόβος να ξυπνήσουν όλα » παρατήρησε, «Τ ότε θα τα κοιμίσετε ξανά!» Ο Έννιγκτον φημιζόταν για το σαρκασμό του. «Φυσικά, αν δεν μπορείτε, δεν έχετε παρά να το πείτε». «Μπορώ, κύριε». Είχε υποψιαστεί εδώ και καιρό τις ύποπτες δουλειές που γίνονταν στο ίδρυμα. Εκτός αυτού, έτρεφε μια προσωπική αντιπάθεια για τον Έννιγκτον, που τον θεωρούσε αλαζόνα και μοχθηρό άνθρωπο. Παρ’ όλα αυτά, είχε ανάγκη να δουλέψει και δεν τολμούσε να τον καταγγείλει στις αρχές. «Αν μου το είχαν πει νωρίτερα» διαμαρτυρήθηκε «θα χώριζα το παιδί από τα υπόλοιπα και θα αποφεύγαμε την αναστάτωση. Αυτή όμως είναι η πρώτη φορά που το ακούω». Τ ον κοίταξε θαρρετά. «Δεν ενημερώθηκα για κανέναν επισκέπτη, πόσο μάλλον για κάποιον που θα έρθει τόσο αργά τη νύχτα». «Σας ενημερώνω τώρα». Ένιωθε έντονα την αντιπάθειά της και γι’ αυτό είχε το νου του. «Να έχετε το κορίτσι έτοιμο στις τρεις και μισή και να βρείτε κάτι ευπρόσωπο να του φορέσετε. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι συνηθισμένος επισκέπτης. Είναι ισχυρός και πλούσιος και σας βεβαιώνω ότι δε θα θέλει να παραλάβει ένα ρακένδυτο παιδί». Τ α μάτια του άστραψαν προειδοποιητικά. «Καταλάβατε ;»


«Κατάλαβα, κύριε». Πράγματι, είχε καταλάβει πολύ καλά. «Ωραία! Πηγαίνετε, λοιπόν, και μην αρχίσετε τα κουτσομπολιά. Ο κύριος αυτός δε θέλει να σχολιάζονται οι ιδιωτικές του υποθέσεις». Σταμάτησε με ένα χαμόγελο που την έκανε να ανατριχιάσει. «Πιστεύω πως είστε λογική γυναίκα και, φυσικά, οι λογικοί άνθρωποι πρέπει να κάνουν ορισμένες φορές τα στραβά μάτια». Τ ο χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του. «Ελπίζω να κάνετε κι εσείς το ίδιο. Αν θέλετε να μείνετε στη δουλειά. Και δεν εννοώ μόνο αυτό το ίδρυμα. Εννοώ παντού!» Έσβησε το χαμόγελό του. «Ελπίζω να έγινα σαφής». «Απόλυτα σαφής, κύριε». Μισούσε τον εαυτό της που υποτασσόταν σε τέτοιον άνθρωπο. «Έκτακτα». Γύρισε να φύγει, δίνοντας άλλη μια εντολή καθώς απομακρυνόταν. «Στείλτε αμέσως ένα δίσκο στο γραφείο μου. Τ σάι και κέικ -α,και κρεατόπιτα. Μου άνοιξε η όρεξη». «Ποιο παιδί,κύριε;» «Τ ι;» γύρισε απότομα και κάρφωσε πάνω της τα χάντρινα μάτια του. «Τ ι είπες;» «Ποιο κορίτσι να ετοιμάσω, κύριε;» Ο Έννιγκτον ύψωσε το επιβλητικό ανάστημά του. «Μα την αλήθεια, περιστοιχίζομαι από ηλίθιους!» Είχε έναν απάνθρωπο τρόπο να εξευτελίζει τον άλλο. «Αυτό το κορίτσι που το λένε Νόρα… Νέλλυ για τ’ όνομα του θεού, προϊσταμένη, ξέρετε πολύ καλά ποια εννοώ!» «Τ η Νάνσυ; Αυτήν εννοείτε, κύριε;» «Αυτήν. Τ ο ήξερες απ’ την αρχή!» Έφτυσε το όνομα σαν να ήταν δηλητήριο. «Τ η Νάνσυ! Ασφαλώς. Φρόντισε να την πλύνεις, να την ντύσεις και να την ευπρεπίσεις».


Στην πόρτα κοντοστάθηκε ξανά, «Τ ώρα που το σκέφτομαι… Δεν έχω χρόνο για το δίσκο». Κοίταξε το ρολόι πάνω από το γραφείο της -ένα κομψό αντικείμενο που ερχόταν σε αντίθεση με τον όγκο της, «Πήγε κιόλας δέκα η ώρα, Μμμ», Μετά από σκέψη μιας στιγμής τα άπληστα μάτια του φωτίστηκαν. «Έχω μια δουλειά στην πόλη, προϊσταμένη. Θα επιστρέψω εγκαίρως. Στο μεταξύ, έχετε το νου σας». «Μάλιστα, κύριε». Κοίταξε απηυδισμένη το ταβάνι. Μήπως δεν ήταν πάντα αυτή που φρόντιζε για όλα, είτε ήταν εκεί είτε απουσίαζε ο διευθυντής; «Μπράβο, καλή γυναίκα». Γέλασε’σιγανά, συγκαταβατικά κι ύστερα έφυγε με ένα θρόισμα του παλτού του. Τ ο χτύπημα της πόρτας ανήγγειλε την αναχώρησή του. «Στα τσακίδια και να μην ξαναγυρίσεις!» είπε ψιθυριστά, από φόβο μην την ακούσει. Λίγα λεπτά αργότερα η προϊσταμένη μετέφερε τις εντολές στη νυχτερινή βρεφοκόμο. «Τ ι σκαρώνει πάλι ο παλιάνθρωπος, που σηκώνει το παιδί από τό ζεστό του κρεβατάκι και το διώχνει σαν κλέφτη μες στη νύχτα;» Η βρεφοκόμος ήταν σαν μικρό πουλί σε σύγκριση με τη σωματώδη προϊσταμένη της. Τ α ρούχα έπεφταν πάνω της σαν τσουβάλι. Όμως ήταν δυναμικός χαρακτήρας και δε μάσαγε τα λόγια της. «Είναι μεγάλο κάθαρμα!» Μίλησε χαμηλόφωνα για να μην ξυπνήσει τα μωρά που κοιμόντουσαν ολόγυρά τους. «Πιστεύω ότι πουλάει τα δόλια τα παιδάκια σ’ όποιον δίνει τα περισσότερα». Η προϊσταμένη την προειδοποίησε τρομαγμένη. «Πρόσεχε τα λόγια σου, Μέιβις» σφύριξε μες απ’ τα δόντια της. «Δεν αμφιβάλλω πως είναι αλήθεια αυτό που λες .-Ξέρουμε όλοι τι συμβαίνει». «Ο Έννιγκτον είναι εγκληματίας! Πουλάει τα νεοφερμένα παιδιά πριν πάρουν μυρωδιά οι αρχές πως βρίσκονται εδώ».


«Σ’ το ξαναλέω, Μέιβις! Δεν είναι καλό να το λες δυνατά». Κοίταξε ολόγυρα σαν να φοβόταν μήπως τις άκουγε κανείς. «Χα! Λες να κρυφακούει πίσω από την πόρτα; Να με συγχωρείς, προϊσταμένη, αλλά, αν με ρωτήσει τη γνώμη μου, θα την ακούσει και στο διάβολο οι συνέπειες». «Δεν το εννοείς αυτό». Η προϊσταμένη ήξερε πως η μικροκαμωμένη γυναίκα είχε ανάγκη από δουλειά. «Άλλωστε , δεν είναι εδώ. Είχε μια επείγουσα δουλειά στην πόλη». Μόλις το άκουσε η άλλη,γέλασε δυνατά. «Χμ! Μήπως θες να πεις γυναικοδουλειά; Βάζω στοίχημα πως πάει να το γλεντήσει». «Δεν το ξέρουμε αυτό». Η προϊσταμένη, φοβούμενη μη χάσει τη δουλειά της η άλλη γυναίκα, ευχόταν να είχε πει μόνο τα απολύτως απαραίτητα. «Τ ο ξέρουμε, προϊσταμένη. Ξέρουμε πως είναι παντρεμένος και φέρεται στη γυναίκα του σαν να είναι σκουπίδι, γιατί ο ξάδερφός μου είναι εφημεριδοπώλης στη γειτονιά τους. Τ ους ακούει να τσακώνονται κι ο κύριος Έννιγκτον της φωνάζει σαν τρελός. Άλλωστε, θυμάσαι που τον είδε ένα βράδυ η μαγείρισσα αγκαζέ με μια μπογιατισμένη παστρικιά. Είναι πορνόγερος κι ελπίζω να τιμωρηθεί όπως του αξίζει». Η προϊσταμένη της είπε να σωπάσει. «Τ α ξέρω όλα αυτά» ομολόγησε «και ξέρω γιατί μένει εδώ κάποιες νύχτες, όταν έρχεται κρυφά η τσούλα του και νομίζει πως δεν ξέρουμε τι συμβαίνει». Έφερε το δάχτυλο στα χείλη της, εμποδίζοντας τη Μέιβις να μιλήσει. «Αλλά, όπως σου είπα, είναι επικίνδυνο να συζητάμε τέτοια πράματα. Έχουν αυτιά κι οι τοίχοι». «Και ποιος θα ετοιμάσει το παιδί, μου λες;» Η Μέιβις ήταν πνιγμένη στη δουλειά. «Η Άννα πήγε να δει την άρρωστη μητέρα της κι εγώ πρέπει να πλύνω τα σεντόνια. Ποιος θα την ετοιμάσει, ε;»


Παρά τις προσπάθειές της, η προϊσταμένη δεν μπορούσε να κάνει τη Μέιβις να σωπάσει. «Κι αν ξυπνήσουν τα άλλα;» συνέχισε η μικροκαμωμένη γυναίκα. «Ποιος θα τα κοιμίσει -γιατί εγώ δεν μπορώ! Έχω πλύσιμο και σιδέρωμα και να αλλάξω τα μωρά, αλλά, αν χρειαστεί να τα ησυχάσω, σηκώνω ψηλά τα χέρια. Μόλις με βλέπουν μπήγουν τα κλάματα τα σκασμένα». Κάθισε ξαφνικά, κουρασμένη από το ξέσπασμά της. «Η μόνη που μπορεί να τα ησυχάσει όταν αρχίσουν να κλαίνε είναι η Άλις Κόμπτον, και δε βρίσκεται εδώ, έτσι δεν είναι;» Κούνησε το κεφάλι της. «Να με συγχωρείς, προϊσταμένη, αλλά ησύχασέ τα εσύ». Η προϊσταμένη χαμογέλασε. «Δεν πρόκειται». Η Μέιβις απελπίστηκε. «Σε παρακαλώ! Δεν μπορώ να τα ησυχάσω τα διαβολάκια, δεν μπορώ!» «Δε θα χρειαστεί» αποκάλυψε η σωματώδης γυναίκα. «Σκοπεύω να στείλω να φωνάξουν την Άλις. Έχει ξανασηκωθεί από το κρεβάτι όταν παρουσιάστηκε ανάγκη κι είμαι σίγουρη ότι θα έρθει να μας σώσει». Η Μέιβις ανάσανε ανακουφισμένη. «Ευτυχώς! Κανείς δεν μπορεί να τα ησυχάσει σαν την Άλις… έχει φυσικό χάρισμα με τα παιδιά, Και το σπουδαιότερο, έπιασε φιλίες με τα δύο καινούρια που δεν μπορεί να τα πλησιάσει κανείς». Κοίταξε ανήσυχη την άλλη γυναίκα. «Ένας Θεός ξέρει τι θα πει όταν μάθει πως θα τα χωρίσουν». Αυτό το είχε σκεφτεί κι η προϊσταμένη. «Γι’ αυτό τη θέλω εδώ. Έχω ένα προαίσθημα πως θα γίνει φασαρία». Η βρεφοκόμος σκέφτηκε κάτι. «Δεν έχει τραμ τη νύχτα. Ποιος θα πάει να τη φέρει;» Η προϊσταμένη το είχε προβλέψει. «Θα στείλω τον Τ ζο, τον επιστάτη. Θα τη φέρει με τη σούστα στο τσάκα τσάκα». Ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Μέιβις. «Χαρά


που θα πάρει ο άντρας της! Ειδικά αν τους διακόψει την ώρα που προσπαθούν να κάνουν το παιδί που τόσο λαχταράνε». Η προϊσταμένη τη μάλωσε. «Απ’ ό,τι μου έχει πει η Άλις για εκείνον, ο κύριος Κόμπτον θα δείξει κατανόηση». Καθώς η προϊσταμένη έφευγε να συνεννοηθεί με το γέρο Τ ζο,η Μέιβις βάλθηκε να πλένει και να σιδερώνει. Μετά έλεγξε τα μωρά, κι έτσι,χωρίς να καταλάβει πώς πέρασε η ώρα, πήγε δυόμισι το πρωί, «Ώρα για ένα ζεστό» αποφάσισε και κατέβηκε στην κουζίνα, Χωρίς να χάσει στιγμή, έβαλε νερό στη φωτιά να φτιάξει ένα τσάι. «Μου αξίζει» είπε κι έκοψε ένα κομμάτι κέικ από τον ίδιο δίσκο που θα πήγαινε στον κύριο Έννιγκτον αν δεν είχε φύγει. Η Μέιβις έκοψε μια δαγκωνιά. «Δε θα στεναχωρηθεί ο παλιόγερος μ’ αυτό που δεν ξέρει!» Έκοψε άλλη μια δαγκωνιά γελώντας σιγανά. Μετά ήπιε μια γουλιά τσέρι για να πάει κάτω το κέικ κι άλλη μια να ζεσταθεί το κοκαλάκι της. Και μετά πήρε έναν υπνάκο στην καρέκλα. Πριν κλείσει καλά καλά τα μάτια της, ροχάλιζε του καλού καιρού. Ξαφνικά, άνοιξε διάπλατα η πόρτα της κουζίνας, κάνοντάς τη να πεταχτεί από τη θέση της και να σφίξει τα χέρια στην καρδιά της. «Για τ’ όνομα του Θεού, Τ ζο… μου ’κοψες το αίμα!» Ο Τ ζο, ένας πρόσχαρος άνθρωπος με ατίθασα κόκκινα μαλλιά κι ένα μουστάκι που έκρυβε το μισό του πρόσωπο, γέλασε δυνατά. «Όχι δα! Έπρεπε να δεις το χρώμα του προσώπου σου, Μέιβις. Ήρθα απλώς να σου ζητήσω να κρατήσεις ζεστό το φαγητό μου, γιατί πάω να φέρω την Άλις». Γέλασε πάλι. «Πρώτη φορά βλέπω γυναίκα να με φοβάται. Πρωτόγνωρη εμπειρία». Η Μέιβις δεν έβλεπε τίποτα το αστείο. «Θρασύτατε! Θα σου δώσω εγώ μια “ πρωτόγνωρη εμπειρία” αν δεν τσακιστείς να φύγεις από δω. Όσο για το φαγητό σου, να μείνεις νηστικός έτσι που με τρόμαξες. Κόβεις το αίμα μιας ανυπεράσπιστης γυναίκας θα ’πρεπε να


ντρέπεσαι». Άρπαξε μια βρεγμένη πατσαβούρα,τον σημάδεψε κι έσκασε στα γέλια όταν τον πέτυχε στα μούτρα. «Τ ο δίχως άλλο, είχες να πλυθείς χρόνια» κακάρισε κι όταν γράπωσε μια κατσαρόλα ο Τ ζο το έσκασε σαν κυνηγημένη γάτα. «Είναι θεοπάλαβη η γυναίκα» μουρμούριζε καθώς διέσχιζε βιαστικά τους διαδρόμους. «Τ ο μόνο που ήθελα εγώ ο καημένος ήταν να της πω για το φαγητό μου». Άθελά του όμως γέλασε. «Φαίνεται ότι και μόνο που με βλέπουν οι γυναίκες τρελαίνονται». Κορδώθηκε κι έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό του. «Φαίνεται πως δεν έχω χάσει τη γοητεία μου». Θυμήθηκε ότι έπρεπε να φέρει την Άλις ως τις τρεισήμισι και τάχυνε το βήμα του, που, χάρη στην αντίδραση της Μέιβις όταν τον είδε,ήταν αισθητά πιο ζωηρό κι ανάλαφρο από προηγουμένως. Η Άλις Κόμπτον δεν είχε κοιμηθεί καλά κι όταν φώναξε ο Τ ζο από τη σχισμή του γραμματοκιβωτίου στην πόρτα πετάχτηκε από το κρεβάτι και κατέβηκε στο ισόγειο σαν αστραπή. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη σήκωναν από τον ύπνο. «Ποιος είναι;» Καθώς δεν ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού της δίπλα του, ο Άντονυ ανασήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι. «Άλις;Τ ι συμβαίνει,αγάπη μου;» Σηκώθηκε μισοκοιμισμένος, φόρεσε το παντελόνι του και την ακολούθησε. Στο σαλόνι βρήκε τον Τ ζο να εξηγεί το λόγο της επίσκεψής του. «Συγνώμη, Άλις» απολογήθηκε ο επιστάτης. «Παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα στη Στέγη και πιστεύουν πως είσαι η μόνη που μπορείς να το λύσεις,τόσο καλά που τα καταφέρνεις με τα παιδιά». Πριν προλάβει να ρωτήσει η Άλις,την έκοψε η φωνή του Άντονυ. «Τ ι πρόβλημα;» Ο Τ ζο γύρισε μουδιασμένος προς το μέρος του. «Α, κύριε Κόμπτον,συγνώμη που σας ξύπνησα,αλλά με έστειλαν επειγόντως».


Ο Άντονυ, που είχε αρπάξει το πουκάμισό του καθώς έβγαινε από την κρεβατοκάμαρα, το φορούσε τώρα βιαστικά. Αυτά τα παλιά σπίτια είχαν πολύ λεπτούς τοίχους και τη νύχτα έμπαζαν υγρασία. «Ελπίζω να είναι κάτι σοβαρό» είπε θυμωμένος. Αν και καλοσυνάτος, σκότωνε άνθρωπο όταν ήταν αγουροξυπνημένος. «Να μας ξυπνάτε τέτοια ώρα το πρωί». Η Άλις απάντησε: «Άντε να κοιμηθείς, αγάπη μου. Δεν υπάρχει λόγος να χάσεις τον ύπνο σου. Θα το κανονίσω μόνη μου». Ο άντρας της ήξερε πόσο ικανή ήταν, αλλά ο ύπνος σκέπαζε τις αισθήσεις του σαν πέπλο. «Τ ώρα ξύπνησα» γρύλισε «ας φτιάξω λοιπόν για όλους μας ένα τσάι». Ο Τ ζο κοίταξε νευρικά το ρολόι στο πεζούλι του τζακιού. Ήταν κιόλας τρεις παρά τέταρτο. «Μόλις που προλαβαίνουμε» είπε ευγενικά. «Ευχαριστώ ναι, θα ήθελα ένα τσάι». Χαμογέλασε στην Άλις, «Η Μέιβις έχει τις παραξενιές της. Αρνήθηκε να ζεστάνει το φαγητό μου μέχρι να γυρίσω». Η Άλις τού ανταπέδωσε το χαμόγελο. Όλο αρπάζονταν αυτός κι η Μέιβις, μα τους πέρναγε αμέσως και ξαναγίνονταν οι καλύτεροι φίλοι. Αυτή τη στιγμή όμως είχε πιο σημαντικά πράγματα στο μυαλό της. «Τ ι συμβαίνει, Τ ζο; Ποιο είναι το πρόβλημα;» Ο Τ ζο τής είπε ό,τι ήξερε. «Η προϊσταμένη λέει πως πρόκειται για ένα από τα παιδιά… φεύγει. Ο κύριος θα έρθει στις τέσσερις η ώρα να την πάρει, αυτό είναι το μόνο που ξέρω». Σφίχτηκε η καρδιά της Άλις. «Αυτό το παιδί… μη μου πεις πως το λένε Νάνσυ». Ο Τ ζο σκάλισε τη μνήμη του και κούνησε το κεφάλι. «Δε θυμάμαι» απάντησε με ειλικρίνεια. «Δε νομίζω να αναφέρθηκε το όνομά της». Η Άλις ήθελε να πάει το γρηγορότερο στο ίδρυμα. Αν ήταν η Νάνσυ και δεν το ήξερε ο Τ ζακ, θα γινόταν χαμός. «Τ ζο, κάθισε να πιεις το


τσάι σου μέχρι να ετοιμαστώ». Έτρεξε πάνω, έβγαλε τη νυχτικιά της, έριξε κρύο νερό στη λεκάνη και σαπούνισε τα χέρια και το πρόσωπό της. Μόλις ξεπλύθηκε, ντύθηκε βιαστικά φορώντας μια καφέ φούστα ως τους αστραγάλους και μια πλέχτη μπλε μπλούζα με ασορτί ζακέτα, που τις είχε πλέξει και τις δύο με τα χέρια της. Ένα βιαστικό βούρτσισμα στα μαλλιά και ήταν έτοιμη. Σε πέντε λεπτά η Άλις κι ο Τ ζο είχαν ξεκινήσει. Ο Άντονυ τους ξεπροβόδισε τουρτουρίζοντας. «Προσοχή στο δρόμο. Δε φαντάζομαι να ξέρεις τι ώρα θα γυρίσεις;» Η Άλις έγνεψε αρνητικά. «Άντε να κοιμηθείς» του είπε τρυφερά. «Μη με περιμένεις». Έγνεψε, κούνησε το χέρι και μέχρι να μπει στο σπίτι είχαν στρίψει στη γωνία. Ήταν μια παράξενη διαδρομή. Τ α σπίτια που προσπερνούσαν ήταν κατασκότεινα. Μερικές λάμπες στους δρόμους είχαν σβήσει. Αυτές που ήταν αναμμένες έβγαζαν εκείνο το παράξενο .σφύριγμα καθώς το γκάζι τροφοδοτούσε τη φλόγα. Τ ο φως χόρευε και τρεμόσβηνε, διαπερνούσε το σκοτχδι κι έμενε εκεί, σχηματίζοντας μικρά σαβανωμένα φωτοστέφανα που αιχμαλώτιζαν τις σκιές και τις έκαναν να ανασαλεύουν. Κι οι δυο τους κινούνταν μες στη νύχτα αμίλητοι, νυσταγμένοι, συλλογισμένοι, στο ρυθμό των οπλών των αλόγων που χόρευαν στο καλντερίμι. Η Άλις ήταν τόσο απορροφημένη από τις σκέψεις της, που όταν μίλησε ο Τ ζο τινάχτηκε ξαφνιασμένη. «Συγνώμη, ήμουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά» ομολόγησε. «Δεν άκουσα τι είπες». Όταν έκανε κρύο, η μύτη του Τ ζο έσταζε στο μουστάκι του.


Συνήθως τη σφούγγιζε στο μανίκι του, αλλά τώρα που κρατούσε με τα δυο του χέρια τα χαλινάρια ρουθούνιζε κι έβηχε και της μίλησε με σφιγμένα χείλη. «Έλεγα τι ψοφόκρυο είναι αυτό. Αν δεν αντέχω κάτι, αυτό είναι το κρύο. Περονιάζει τα γέρικα κόκαλά μου». Η Άλις έβλεπε πως αισθανόταν άβολα. «Ορίστε». Τ ράβηξε την κουβέρτα που είχε ρίξει στα πόδια της πριν ξεκινήσουν. «Πάρε την κουβέρτα. Εγώ δεν κρυώνω όσο εσύ». Αλλά ο Τ ζο δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. «Όχι, κοπέλα μου, κράτησέ την. Κοντεύουμε να φτάσουμε και άλλωστε…» χαχάνισε «αφού μπορώ να αντέξω τη δηλητηριώδη γλώσσα της Μέιβις, σίγουρα δε θα κωλώσω με λίγο κρύο». Η Άλις γέλασε δυνατά κι εκείνος τη μιμήθηκε. «Κοίτα, λυπάμαι ειλικρινά που σε σήκωσα από το ζεστό σου κρεβατάκι, αλλά η προϊσταμένη ήταν πολύ αναστατωμένη». Χαμήλωσε τη φωνή του. «Αν θες τη γνώμη μου, περιμένει φασαρίες -από αυτές που μόνο εσύ μπορείς να αντιμετωπίσεις». Τ ην κοίταξε με θαυμασμό. «Είναι γνωστό πως έχεις τον τρόπο σου με τα παιδιά… ειδικά τα δυο καινούρια». «Κι είσαι σίγουρος ότι δεν ανέφερε ποιο παιδί θα φύγει ;» Τ ο ένστικτο της Άλις της έλεγε ότι πιθανόν να ήταν η Νάνσυ. «Όχι, δεν το ανέφερε, ειλικρινά». Τ ράβηξε τα χαλινάρια κι έστριψε στην οδό Μίντλαντ. «Γιατί; Κι αν είναι αυτή η Νάνσυ; Θα κάνει φασαρία;» «Ελπίζω όχι, Τ ζο, αλλά μπορεί να κάνει ο αδερφός της». Ο επιστάτης έγνεψε. «Νομίζω ότι η Μέιβις ανέφερε αυτούς τους δύο -τη Νάνσυ και τον Τ ζακ,έτσι δεν τους λένε; Τ α παιδιά που εγκατέλειψαν στο δημαρχείο και τα βρήκες εσύ». «Όχι ακριβώς. Τ α έφερε ένας άντρας και τα άφησε. Έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Νόμιζα πως ήταν ο πατέρας τους, αλλά ποιος πατέρας θα


εγκατέλειπε έτσι τα παιδιά «Κανένας» απάντησε σοβαρά ο Τ ζο.’«Εκτός αν αντιμετώπιζε ανυπέρβλητα προβλήματα». Η Άλις έφερε στο νου της τη μορφή του άντρα. «Τ ον είδα για κάνα δυο λεπτά μόνο. Θα έλεγα πως ήταν σαραντάρης και πολύ καλοφτιαγμένος. Τ ώρα που το σκέφτομαι, πράγματι φαινόταν ταραγμένος, το έβλεπες στα μάτια του. Πήγα να τους φτιάξω ένα τσάι, αλλά πώς το μετανιώνω . Αν έμενα, μπορεί να μου άνοιγε την καρδιά του αντί να εξαφανιστεί με αυτό τον τρόπο. Ήταν λιγομίλητος άνθρωπος και πολύ τρυφερός με τα παιδιά. Αναρωτιέμαι συχνά για εκείνον. Πού πήγε; Γιατί δε γύρισε;» Κι η γνωστή αμφιβολία. «Ίσως τελικά να μην ήταν παιδιά του». Ο Τ ζο το φιλοσόφησε όπως πάντα,γνέφοντας,γρυλίζοντας και ρουφώντας τη μύτη του. «Δε φαντάζομαι να μάθουμε ποτέ». «Μάλλον έχεις δίκιο. Πάντως,από τα παιδιά δε θα μάθουμε τίποτα, αυτό είναι σίγουρο. Δε λένε λέξη για κείνον. Ούτε δίνουν πληροφορίες για την ταυτότητα και το σπίτι τους. Βάλαμε ανακοινώσεις σε όλη την πόλη, αλλά δεν εμφανίστηκε κανείς». «Και το σχολείο;» ρώτησε ο Τ ζο. «Απ’ ό,τι είπε η Μέιβις, το αγόρι είναι αρκετά μεγάλο για να πηγαίνει σχολείο». «Αν πήγαινε». Η Άλις χαμογέλασε μελαγχολικά. «Τ ο ξέρεις δα, Τ ζο. Μερικά παιδιά κρύβονται επί μέρες για να μην πάνε σχολείο. Πάντως,εμείς ρωτήσαμε σε όλα τα σχολεία της περιοχής, αλλά κανένα δεν μπόρεσε να μας βοηθήσει». «Αυτό μου λέει δύο πράγματα». Ο Τ ζο καμάρωνε για το ένστικτό του. «Όπως είπες, ή ο μικρός έκανε σκασιαρχείο και δεν πάταγε στο σχολείο -οπότε ο υπάλληλος που συλλαμβάνει τους σκασιάρχες παίρνει τσάμπα το μισθό του-ή πήγαινε σχολείο, μα όχι σε αυτή την περιοχή».


«Αυτό σκέφτηκε κι ο Κλάιβ Έννιγκτον». «Πάντως, είναι μυστήρια περίπτωση,το δίχως άλλο». Η Άλις δεν είχε απαντήσεις. «Δοκιμάσαμε τα πάντα» θυμήθηκε. «Να φανταστείς ότι εγώ γύρισα στους δρόμους και ρώτησα αν τα ήξερε κανένας, αλλά θαρρείς και ήταν ανύπαρκτα αυτά τα παιδιά». «Προφανώς ήταν ανύπαρκτα τουλάχιστον εδώ γύρω». Ο Τ ζο εξέφρασε την ίδια σκέψη που είχε περάσει ξανά και ξανά από το μυαλό της. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ» παρατήρησε. «Αν είχαν εγκατασταθεί πρόσφατα στην περιοχή μας, είναι φυσικό να μην τους ξέρει κανείς». Τ ης ξέφυγε ένας βαθύς αναστεναγμός. «Είναι μυστήριο, μα υπάρχει κάτι ξεκάθαρο: η αφοσίωση του Τ ζακ στη μικρή αδερφή του». «Γι’ αυτό ανησυχείς μήπως είναι η αδερφή του το κορίτσι που θα φύγει, και μάλιστα τέτοια παράξενη ώρα». «Η Νάνσυ επρόκειτο να φύγει από τη Στέγη» εκμυστηρεύτηκε η Άλις. «Θα την έπαιρνε ένας πλούσιος κύριος. Αλλά δεν είπαν ότι’ θα τη φυγάδευαν με τέτοιον τρόπο». «Εύχομαι να μην είναι αυτή. Εύχομαι να είναι κάποιο άλλο κοριτσάκι». Οδήγησε τα άλογα σε μια αψιδωτή πύλη. «Σε λίγο θα μάθεις» δήλωσε «γιατί φτάσαμε, δόξα τω Θεώ!». Κατέβηκε από τη θέση του κι έκανε το γύρο της σούστας για να βοηθήσει την Άλις να κατέβει, αν και δε χρειαζόταν βοήθεια. «Καληνύχτα λοιπόν ή μάλλον καλημέρα» χαχάνισε κάτω απ’ τα μουστάκια του. «Πάω για φαγητό και ύπνο, κοπέλα μου, και μόλις βρεθώ στη χώρα των ονείρου δε θα με ξυπνάνε ούτε κανόνια». Τ ης έριξε μια λοξή ματιά. «Εσύ φαντάζομαι θα μείνεις τουλάχιστον μέχρι να αρχίσουν να κυκλοφορούν τα τραμ;» Η Άλις χαμογέλασε. «Ναι, Τ ζο, ευχαριστώ. Πήγαινε να ξαπλώσεις.


Δε θα σε χρειαστώ άλλο για σήμερα». Τ ης έκλεισε πονηρά το μάτι. «Είσαι καλή κοπέλα!» Η προϊσταμένη ένιωσε μεγάλη ανακούφιση μόλις την είδε. «Ποτέ δε θα σε σήκωνα από το κρεβάτι αν δεν το θεωρούσα απαραίτητο» τη διαβεβαίωσε. Η Άλις την καθησύχασε. «Δεν κοιμόμουνα βαθιά» της είπε «γι’ αυτό μην αισθάνεσαι άσχημα». Η προϊσταμένη τής είπε να καθίσει. Όταν βολεύτηκε η Άλις, η προϊσταμένη κάθισε σε μια καρέκλα δίΛλα της. «Όταν άκουσα το πόνι και τη σούστα, παρήγγειλα να μας φέρουν μια κανάτα με κακάο. Θέλεις να φας κάτι; Κουλουράκια, ένα σάντουιτς ίσως;» Η Άλις αρνήθηκε ευγενικά. «Ο Τ ζο ανέφερε κάποιο πρόβλημα». «Ελπίζω να μη φτάσουμε ως εκεί, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι ανησυχώ. Ξέρεις ότι η μικρή Νάνσυ πρόκειται να φύγει;» Η Άλις έγνεψε καταφατικά. «Με ενημέρωσε ο κύριος Έννιγκτον». «Και ξέρεις ότι θα πάει σε μια πλούσια οικογένεια;» «Μου το ανέφερε κι αυτό, ναι. Αλλά δεν είπε τίποτα άλλο». Εκείνη τη στιγμή ήρθε η Μέιβις με ένα δίσκο και μια συγνώμη. «Θα έφερνα κέικ με φρούτα» είπε μουδιασμένη «αλλά το καταβρόχθισε κάποιος λαίμαργος διάβολος». Όμως το κοκκίνισμα του προσώπου της φανέρωνε την αλήθεια. Η Άλις γύρισε από την άλλη το πρόσωπό της για να κρύψει το χαμόγελό της. Η προϊσταμένη όμως κατάφερε να διατηρήσει το σοβαρό της ύφος. «Δεν πειράζει, Μέιβις» απάντησε. «Τ ο κακάο είναι αρκετό. Ευχαριστώ». Η Μέιβις αποσύρθηκε ανακουφισμένη.


Όταν έκλεισε η πόρτα, η προϊσταμένη σερβίρισε το κακάο. «Αν καταβρόχθισε κάποιος το κέικ» γέλασε σιγανά «να είσαι σίγουρη πως ήταν η ίδια η Μέιβις». Η Άλις χαμογέλασε. « Εχει αδυναμία στα γλυκά». «Δεν πειράζει, έστω κι αν στερεί από μας τους άλλους ένα κομμάτι από το καλύτερο κέικ». Η προϊσταμένη έδωσε στην Άλις το φλιτζάνι της με ένα χαμόγελο. «Και τώρα, ο κύριος που θα έρθει σε μια ώρα είναι πολύ πλούσιος και ισχυρός άνθρωπος. Έχει δουλειές στο Λονδίνο, που τον κρατάνε μέρες μακριά από το σπίτι του. Αλλά ακόμα κι όταν είναι σπίτι λείπει από το πρωί ως το βράδυ». «Δε μου φαίνεται πολύ σταθερή αυτή η ζωή για τη Νάνσυ» σχολίασε ανήσυχη η Άλις. «Τ α λεφτά δεν είναι το παν. Δεν αντισταθμίζουν την έλλειψη πατρικής αγάπης και οικογενειακής ασφάλειας». «Όχι,και σε κάθε άλλη περίπτωση θα συμφωνούσα,αλλά τώρα είναι διαφορετικά. Βλέπεις,Άλις, υπάρχει ειδικός λόγος που θέλουν τη Νάνσυ σε αυτό το σπίτι». Οι υποψίες της Άλις επιβεβαιώθηκαν. «Ώστε η Νάνσυ είναι αυτή που θα φύγει τόσο ακατάλληλη ώρα;» Άφησε το φλιτζάνι της στο τραπεζάκι δίπλα της, έσκυψε και ρώτησε με σοβαρή έκφραση: «Γιατί την παίρνουν τόσο βιαστικά; Γιατί δεν περιμένουν να ξημερώσει… χάι τι θα γίνει με τον Τ ζακ; Ξέρει ότι φεύγει η αδερφή του; Θα του επιτρέψουν να την αποχαιρετίσει ή θα ξυπνήσει και θα ανακαλύψει πως έφυγε για πάντα;». Θα ήταν απάνθρωπο κάτι τέτοιο. «Σε παρακαλώ, Άλις, άκουσέ με» τη διέκοψε η προϊσταμένη. «Σε κάθε άλλη περίπτωση θα θύμωνα όπως εσύ. Μάλιστα αγανάκτησα όταν μου είπαν να ετοιμάσω το παιδί. Όμως, πριν από λίγο ο κύριος Έννιγκτον μου εξήγησε την κατάσταση. Πιστεύω πως, αν άκουγες τι είπε, θα δικαιολογούσες τη βιασύνη». Είχε δει πόσο οργίστηκε η Άλις και περίμενε να ηρεμήσει. «Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κύριο Έννιγκτον, υπάρχουν… ή μάλλον


υπήρχαν… τρία παιδιά στην οικογένεια. Δυστυχώς, το μικρότερο κορίτσι πνίγηκε πριν από λίγο καιρό κι η μητέρα δεν μπορεί να το ξεπεράσει». Η Άλις λυπήθηκε βαθιά. «Τ ι φοβερό!» «Η μητέρα είναι ένα ράκος, όπως καταλαβαίνεις. Ο άντρας της, που είναι τόσο πολυάσχολος, δεν είχε χρόνο να μένει μαζί της όσο θα ήθελε. Τ ης πήρε λοιπόν μια νοσοκόμα, αλλά η νοσοκόμα δεν ήταν ευπρόσδεκτη. Η μητέρα, όπως καταλαβαίνεις, δεν ήθελε να της φέρονται σαν να είναι ανάπηρη. Τ ο μόνο που ήθελε ήταν το παιδί της, αλλά, φυσικά,το παιδί δε γυρίζει πίσω». Αίφνης η Άλις τα κατάλαβε όλα. «Η Νάνσυ, λοιπόν, θα αντικαταστήσει το χαμένο παιδί, έτσι δεν είναι;» Γενικά δεν ήταν ευχάριστη κατάσταση. «Κοντολογίς, ναι. Μα είναι τόσο κακό αυτό;» «Δε θα είναι άσχημα αν η μητέρα αγαπήσει τη Νάνσυ γι’ αυτό που είναι. Αλλά θα είναι άσχημα αν απορρίψει τη Νάνσυ,όπως απέρριψε τη νοσοκόμα. Θα είναι απάνθρωπο να γίνει θυσία στον πόνο της μητέρας ένα τόσο γλυκό κοριτσάκι». «Όχι, Άλις. Δεν κατάλαβες. Δε θα γίνει αυτό! Η αγάπη είναι εκεί, περιμένει το κατάλληλο άτομο να γεμίσει την καρδιά της δύστυχης γυναίκας. Πιστεύω ότι η Νάνσυ είναι το κατάλληλο άτομο. Τ ης δίνεται η ευκαιρία να βρει ένα σπίτι που θα την αγαπάνε και θα την προσέχουν όσο ποτέ πριν. Είναι πολύ τυχερό κορίτσι. Δεν το βλέπεις;» Η προϊσταμένη σηκώθηκε από την καρέκλα της παίρνοντας μια βαθιά ανάσα κι έσκυψε πάνω από την Άλις ρωτώντας αυστηρά: «Τ ότε πες μου: Θα προτιμούσες να μείνει στο ίδρυμα; Να μην της δοθούν οι ίδιες ευκαιρίες με το καημένο το κοριτσάκι που χάθηκε; Δίνεται στη Νάνσυ η ιδανική ευκαιρία να βρει την ευτυχία και, όπως είπες, την οικογενειακή ασφάλεια και τη μητρική αγάπη. Σκέψου, Άλις! Θα το αρνιόσουν αυτό στη Νάνσυ;».


«Όχι, όχι! Ασφαλώς όχι». Η Άλις ένιωσε και πάλι ένα τσίμπημα ενοχής, «Τ ο μόνο που θέλω είναι να την αγαπήσουν και να γίνει ευτυχισμένη». Ψέματα. Αυτό που ήθελε στ’ αλήθεια ήταν να πάρει στο σπίτι της τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Αλλά ήταν ανέφικτο. «Τ ότε θα με βοηθήσεις, Άλις;» συνέχισε η προϊσταμένη. «Με ποιον τρόπο;» «Όπως σου εξήγησα ήδη,η Νάνσυ θα πάει σε ένα καλό σπίτι, όπου δε θα της λείπει τίποτα. Ο Τ ζακ, από την άλλη, θα μείνει εδώ μέχρι να βρεθεί και γι’ αυτόν σπίτι. Απ’ ό,τι μου είπε ο κύριος Έννιγκτον, πιστεύω ότι τον έχει πλησιάσει ήδη κάποιος που ενδιαφέρεται για το αγόρι. Ένας οικογενειάρχης -αγρότης. Αλλά δεν έχει κανονιστεί ακόμη, γι’ αυτό καλύτερα να μην του το αναφέρουμε κι αρχίσει να ελπίζει». Τ ώρα η Άλις καταλάβαινε γιατί την έφεραν εδώ. «Θέλετε να πω εγώ στον Τ ζακ ότι φεύγει η αδερφή του;» Η προϊσταμένη έγνεψε καταφατικά. «Είσαι το καταλληλότερο πρόσωπο γι’ αυτή τη δουλειά» παραδέχτηκε. «Και το κυριότερο, κάποιος πρέπει να καθησυχάσει τη Νάνσυ όταν καταλάβει ότι δε θα πάει μαζί της ο Τ ζακ». Η Άλις τρομοκρατήθηκε. «Εννοείς ότι δεν το ξέρει ακόμα ;» Στην ερώτησή της απάντησε η μουδιασμένη έκφραση της προϊσταμένης. «Χρειάζομαι τη βοήθειά σου,Άλις. Θέλω να μιλήσεις στα παιδιά. Θα το κάνεις, σε παρακαλώ;» Η νέα γυναίκα χαμογέλασε άκεφα. «Δε νομίζω ότι έχω άλλη επιλογή». Η ανακούφιση της προϊσταμένης ήταν πρόδηλη. «Θα το κάνεις πολύ πιο εύκολο για τα παιδιά». Έσκυψε προς το μέρος της και χαμήλωσε τη φωνή. «Μη νομίζεις πως δεν ξέρω πόσο έχεις δεθεί με αυτά τα


παιδιά. Ξέρω τι υπέροχη μητέρα θα γινόσουν, καλή μου, κι αν ήταν στο χέρι μου θα σ’ τα έδινα τώρα αμέσως». Όταν η Άλις σήκωσε το βλέμμα της, στα μάτια της ήταν αποτυπωμένη η θλίψη. «Έχεις δίκιο. Η Νάνσυ πηγαίνει σ’ ένα καλό σπίτι, καλύτερο απ’ αυτό που μπορώ να της προσφέρω. Κι ο Τ ζακ επίσης. Θα μιλήσω στα παιδιά,αφού θες να βοηθήσω». Σφούγγισε το πρόσωπο με τις παλάμες της και σηκώθηκε. «Πού είναι τώρα η Νάνσυ;» «Τ ην έντυνε η Μέιβις όσο μιλάγαμε», Η Άλις δίστασε προς στιγμή, αλλά η μεγαλύτερη γυναίκα την έπιασε από τον ώμο και είπε με τρυφερή φωνή: «Κάνε ό,τι μπορείς, καλή μου. Κάν’ το πιο εύκολο και για τους δυο». Με αυτόν το στόχο στο μυαλό της, η Άλις πήγε στην κουζίνα, όπου βρήκε τη Μέιβις και το παιδί. Καθισμένοι στο τραπέζι γυναίκα και παιδί έτρωγαν κρύα μηλόπιτα. «Α, Άλις! Έλα, κοπέλα μου, πέρασε». Σκούπισε μουλωχτά τα ζουμιά απ’ το πιγούνι της και της έκανε νόημα να περάσει. «Τ σιμπάγαμε κάτι, έτσι, παιδί μου;» Η Μέιβις δε μάθαινε ποτέ τα ονόματα των παιδιών. Τ α αποκαλούσε όλα «παιδί μου». Η Άλις κάθισε δίπλα στο κοριτσάκι, που το πρόσωπό του φωτίστηκε μόλις την είδε. «Τ ελείωσε τη μηλόπιτά σου» είπε στη Μέιβις. «Μην αισθάνεσαι άσχημα εξαιτίας μου». Ήξερε πώς είναι να νιώθεις ενοχή. Η Μέιβις σκούπισε το πιάτο της γελώντας και φλυαρώντας, όπως και η Νάνσυ. «Λοιπόν, εγώ σας αφήνω» είπε όταν απόφαγε κι έφυγε βιαστικά απ’ την κουζίνα. Η Άλις πήρε το κοριτσάκι στα γόνατά της και το αγκάλιασε στοργικά. «Είσαι πανέμορφη». Έβλεπε πως κάποιος είχε καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες για να έχει τις ομορφιές της η Νάνσυ. «Πολύ ωραίο φόρεμα, μωρό μου».


Τ ο παιδί την κοίταξε με τα λαμπερά γαλάζια μάτια του. «Είναι δώρο» είπε με τη μωρουδίστικη φωνή της. «Δώρο από την κυρία Μέιβις». Ψηλάφισε την κορδέλα στα μαλλιά της. «Κι αυτή κοίτα». Τ ο αυθόρμητο χαμόγελό της ήταν σαν το φως του ήλιου μια συννεφιασμένη μέρα. «Σου είπαν πού θα πας, καρδιά μου;» Η Άλις συγκρατούσε με κόπο τη συγκίνησή της. «Στην καινούρια μου μαμά». «Δεν είναι υπέροχο;» «Πού είναι ο Τ ζακ;» Τ ο χαμόγελο άρχισε να σβήνει. Η Άλις ήξερε πως έπρεπε να το χειριστεί πολύ προσεκτικά. «Φαντάζομαι στο κρεβάτι». «Θα έρθει κι αυτός,έτσι δεν είναι;» Η φωνή της έτρεμε. Η Άλις την έσφιξε στην αγκαλιά της. «Δε νομίζω, καρδιά μου. Υπάρχει μια άλλη καλή^κυρία που θέλει να πάρει τον Τ ζακ για παιδάκι της. Είναι τυχερός, δε νομίζεις;» Τ α γαλάζια μάτια βούρκωσαν και το κατώχειλο τρεμούλιασε. «Δεν ξέρω». «Νάνσυ;» Τ ο παιδί την κοίταξε έτοιμο να βάλει τα κλάματα. «Πρέπει να φανείς γενναία, για χάρη του Τ ζακ. Εντάξει ;» Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή, στη διάρκεια της οποίας η μικρή κοίταζε κατάματα την Άλις. Τ έλος, είπε με σιγανή φωνή: «Ο Τ ζακ είπε ότι είμαι πολύ γενναία». «Κι είχε δίκιο. Είσαι γενναία».


«Δε θα κλάψω». «Μπράβο,καλό κορίτσι». «Θα του το πεις;» Μην μπορώντας να μιλήσει γιατί την έπνιγε ένας κόμπος στο λαρύγγι,η Άλις περιορίστηκε σε ένα νεύμα. Ένα χεράκι τρύπωσε στο δικό της και ξαφνικά η Άλις έσφιγγε τόσο δυνατά τη Νάνσυ, που ένιωθε τους χτύπους της καρδούλας της πάνω στη δική της. Έτσι αγκαλιασμένες τις βρήκε η προϊσταμένη και στα μάτια της Άλις, που κοίταξε πάνω από τον ώμο του παιδιού, έλαμπαν χοντρά δάκρυα. Ήταν αδικία να πρέπει να πείσει εκείνη το παιδί να φύγει αδιαμαρτύρητα. Ξέροντας πόσο ενδιαφερόταν η Άλις για το κοριτσάκι και πόσο την εμπιστευόταν ή Νάνσυ, η προϊσταμένη δεν μπόρεσε να κρύψει τα αισθήματά της. «Καλύτερα να πηγαίνεις» είπε πνιχτά στην Άλις. «Ήρθε ο κύριος». «Έλα, καρδιά μου». Η Άλις άφησε το παιδί. «Πήγαινε με την προϊσταμένη. Σε λίγο θα έρθω κι εγώ». «Θέλω να έρθεις μαζί μου!» «Σου υπόσχομαι να σε ξεπροβοδίσω όταν θα φύγεις με τον καινούριο σου μπαμπά, αλλά πρώτα έχω να κάνω κάτι άλλο». Τ ο πρόσωπο της Νάνσυ φωτίστηκε. «Θα φέρεις τον Τ ζακ ;» «Θα δούμε». Η Άλις την παρέδωσε στην προϊσταμένη. «Δώσ’ μου δέκα λεπτά» είπε στη μεγαλύτερη γυναίκα. «Μην την αφήσεις να φύγει αν δεν έρθω». Η προϊσταμένη τής το υποσχέθηκε. «Άλλωστε, αμφιβάλλω αν θα φύγει αδιαμαρτύρητα αν δεν είσαι εκεί. Κάνε γρήγορα όμως. Ο κύριος Έννιγκτον βιάζεται». Καθώς η προϊσταμένη έφευγε με το παιδί, η Αλις προχώρησε


βιαστικά στο διάδρομο. Έπρεπε να δει τον Τ ζακ. Να του πει τι είχε γίνει. Δεν είχε ιδέα πώς θα αντιδρούσε, αλλά θα έκανε ό ,τι μπορούσε να τον πείσει πως ήταν για το καλό τους. Καθώς έστριβε στη γωνία,γύρισε και κοίταξε τη Νάνσυ, που βάδιζε προς την αντίθετη κατεύθυνση του διαδρόμου, κουνώντας με ταχύτητα τα ποδαράκια της για να προλάβει το βήμα της προϊσταμένης. Τ ραβούσε το χέρι της προϊσταμένης με γυρισμένο το κεφαλάκι της για να δει προς τα πού πήγαινε η Άλις. «Όλα θα πάνε καλά, καρδιά μου» ψιθύρισε η Άλις. «Μη φοβάσαι». Μα δεν το ήξερε αυτό. Ήλπιζε μόνο και προσευχόταν να πάνε όλα καλά. Η Άλις συνεννοήθηκε με την υπεύθυνη και μπήκε αθόρυβα στον κοιτώνα, όπου βρήκε τον Τ ζακ να κοιμάται βαθιά. Τ ον σκούντησε απαλά ψιθυρίζοντας: «Τ ζακ, είμαι η Άλις. Έχω κάτι να σου πω. Ξύπνα. Ξύπνα, Τ ζακ». Τ ο αγόρι τεντώθηκε, χασμουρήθηκε και την κοίταξε με μάτια θολά από τον ύπνο. «Πρέπει να μιλήσουμε». Η Άλις τράβηξε τα σκεπάσματα. «Πρέπει να σου πω κάτι». Τ ον έπιασε από το χέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι. «Συγνώμη που σε ξύπνησα» κοντανάσανε. Ο Τ ζακ την ακολούθησε τρίβοντας τα μάτια του και βγήκαν από την αίθουσα στο μεγάλο προθάλαμο. «Τ ι είναι ;» Ήταν ενστικτωδώς καχύποπτος. «Γιατί με ξυπνήσατε ;» Η Άλις δεν του απάντησε μέχρι που έφτασαν στο γραφείο’ είχε ζητήσει ήδη να χρησιμοποιήσει το δωμάτιο για μερικά λεπτά, αφού τόσος ήταν ο χρόνος που είχε στη διά-θέση της για να εξηγήσει στον Τ ζακ τι’ είχε γίνει. «Σου έχουν πει ότι έχει βρεθεί ένα καλό σπίτι για τη Νάνσυ, έτσι δεν είναι, Τ ζακ;» «Ναι, αλλά τους είπα ότι θέλω να είμαστε μαζί».


«Τ ο ξέρω, αλλά μερικές φορές δε γίνεται». Πετάχτηκε από την καρέκλα του και την κοίταξε όπως η γάτα το ποντίκι. «Θα φύγει, έτσι;» ρώτησε επιτακτικά. «Βρήκαν άνθρωπο να την πάρει… αλλά εμένα δε με θέλει!» Η Άλις κάπως ανακουφίστηκε που κατάλαβε μόνος του το λόγο που τον ξύπνησε. «Λυπάμαι, αγάπη μου». Τ ον έπιασε τρυφερά από τον ώμο, εκείνος όμως τραβήχτηκε με μάτια που γυάλιζαν και φωνή που έτρεμε από θυμό. «Δε θα τους αφήσω να την πάρουν, δε θα τους αφήσω!» Κόλλησε στον τοίχο και την κοίταξε με μίσος. «Τ ης υποσχέθηκα πως ποτέ 5ε θα την αφήσω… και θα κρατήσω το λόγο μου!» Η Άλις δεν τον πλησίασε. «Έστω κι αν αυτό σημαίνει πως θα της κάνεις μεγάλο κακό;» «Τ ι εννοείτε;» «Η Νάνσυ έχει μια θαυμάσια ευκαιρία να ανατραφεί σαν κυρία. Θα μορφωθεί και δε θα της λείπει τίποτα. Αν της στερήσεις τώρα την ευκαιρία, ίσως να μην ξαναπαρουσιαστεί τέτοια τύχη». «Δε θα θέλει να πάει χωρίς εμένα!» «Αχ, Τ ζακ >>. Η Άλις βρισκόταν σε δίλημμα. Ακόμα και τώρα δεν ήταν βέβαιη ότι η Νάνσυ θα έβρισκε την αγάπη που περιέγραφε στον Τ ζακ. Από την άλλη, αυτή η οικογένεια είχε υποστεί μια τραγική απώλεια κι η Νάνσυ θα ήταν η ηλιαχτίδα που χρειάζονταν για να την ξεπεράσουν. Επιπλέον, ήταν τόσο αξιολάτρευτο παιδί, που δεν υπήρχε περίπτωση να μην την αγαπήσουν. «Άκουσέ με, αγόρι μου». «Πού είναι;» Ο Τ ζακ έτρεξε στην πόρτα κι η Αλις τον ακολούθησε’ κράτησε κλειστή την πόρτα και του μίλησε ήρεμα, πιστεύοντας με την καρδιά της κάθε λέξη που έλεγε. «Θα σου πω τώρα κάτι που δεν το έχω πει σε κανέναν. Σας αγαπώ σαν παιδιά μου εσένα και τη


Νάνσυ. Αν υπήρχε τρόπος να σας πάρω στο σπίτι μου και να σας μεγαλώσω σαν παιδιά μου, θα κινούσα γη και ουρανό για να γίνει. Αλλά δε γίνεται, έτσι θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για σας, με όποιον τρόπο περνάει από το χέρι μου». Ξαφνικά, την άρπαξε από τα πέτα και την ικ.έτευε, κλαίγοντας ασυγκράτητα. «Πάρτε μας» έλεγε. «Πείτε τους ότι θα μας πάρετε εσείς». Η Άλις έγνεψε αρνητικά,δακρυσμένη κι αυτή. «Δε γίνεται, Τ ζακ. Δεν επιτρέπεται». Τ ον έπιασε από τα μπράτσα και κοίταξε τα πονεμένα μάτια του. «Ο κύριος που θέλει να πάρει σπίτι του τη Νάνσυ είναι πολύ πλούσιος. Θα της προσφέρει τα πάντα. Θα έχει δική της κρεβατοκάμαρα και γκουβερνάντα να την προσέχει. Κι όταν φτάσει στην κατάλληλη ηλικία, θα της πάρει δασκάλους να της μάθουν ξένες γλώσσες, πιάνο και πώς θα γίνει κυρία. Σκέψου το, Τ ζακ. Θέλεις να της στερήσεις τέτοια τύχη;» Τ ην κοίταξε για μια ατέλειωτη στιγμή και το πρόσωπό του άρχισε να συσπάται μέχρι που αναλύθηκε σε λυγμούς. «Ήθελα να μείνουμε μαζί. Με χρειάζεται». Η Άλις τον πήρε στην αγκαλιά της. «Τ ο ξέρω». Χάιδεψε τα μαλλιά του, τον φίλησε στο μέτωπο και ψιθύρισε: «Μερικές φορές τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα θέλουμε». Και ποιος το ήξερε αυτό καλύτερα από την Άλις Κόμπτον; Ο Τ ζακ τραβήχτηκε με ένα βαθύ αναστεναγμό. «Θα την πάρουν τώρα;» Η Άλις έγνεψε καταφατικά. «Μπορώ να τη δω;» Άπλωσε το χέρι της. «Πρέπει να βιαστούμε». Πήγε μαζί της και σε όλο το δρόμο δεν έβγαλε λέξη.


Όταν άνοιξαν την πόρτα, η σκηνή που τους υποδέχτηκε ήταν φιλική και άνετη: Ο Κλάιβ Έννιγκτον μίλαγε στην προϊσταμένη , ενώ λίγο πιο πέρα η Νάνσυ έκανε ερωτήσεις σε έναν κύριο. Ψηλός και λιγνός, με γκρίζους κροτάφους και καλοσυνάτο πρόσωπο, έσκυβε να ακούσει τι είχε να του πει η μικρούλα. Ξαφνικά, έβαλε τα γέλια κι η Νάνσυ έκανε το ίδιο. Η Άλις ξαφνιάστηκε όσο κι ο Τ ζακ βλέποντας πόσο άνετα ένιωθε η Νάνσυ με τον κύριο. «Συμπάθησαν αμέσως ο ένας τον άλλο» μουρμούρισε. Ενώ ο Τ ζακ κι η Άλις παρακολουθούσαν από διακριτική απόσταση, ο κύριος έβγαλε από τη μεγάλη τσέπη του μακριού παλτού του μια πορσελάνινη κούκλα με ξανθά μαλλιά και τεράστια γαλάζια μάτια και την έδωσε στη Νάνσυ. «Σου μοιάζει» της είπε χαμογελαστά. Ενθουσιασμένη με το δώρο, η Νάνσυ τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον έσφιξε δυνατά. «Τ ι όμορφη που είναι ! Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ!» Ο Τ ζακ αναστατώθηκε. «Με ξέχασε ήδη» ψιθύρισε. «Μη σκέφτεσαι έτσι» τον συμβούλεψε σιγανά η Άλις. «Παιδάκι είναι… ξεχνιέται εύκολα». Τ ον έπιασε από το χέρι για να τον οδηγήσει στη Νάνσυ, να της μιλήσει και να ηρεμήσει. Αλλά εκείνος της ξέφυγε με μια γρήγορη κίνηση που την αιφνιδίασε κι έτρεξε προς την κατεύθυνση των κοιτώνων. Η Άλις έτρεξε ξοπίσω του. ξέροντας πόσο ταραγμένος ήταν. Οι μόνοι που είδαν τι έγινε ήταν η προϊσταμένη και ο Κλάιβ Έννιγκτον. «Πήγαινε το κορίτσι στην άμαξα!» ψιθύρισε τραχιά στην προϊσταμένη. «Και μετά βρες το αγόρι. Δε θέλω φασαρίες!» Η προϊσταμένη πήρε στην αγκαλιά της το κορίτσι κι έτρεξε στην άμαξα όσο πιο γρήγορα της επέτρεπε ο όγκος της,ενώ πίσω της


άλλαζε χέρια μεταξύ των δύο αντρών ένα χοντρό πακέτο χαρτονομίσματα. «Ευχαριστώ που το οργανώσατε τόσο γρήγορα» είπε ο Έντουαρντ Κόρνγουελ κι ο Έννιγκτον απάντησε με ένα γλοιώδες χαμόγελο. «Κρατώ τις υποσχέσεις μου» είπε πειστικά ψέματα. Όταν τελείωσε η συναλλαγή, έσφιξαν τα χέρια και χωρίστηκαν. Η Άλις πρόφτασε τον Τ ζακ στη μέση του διαδρόμου. Είχε γυρισμένη την πλάτη και το πρόσωπό του κολλημένο στο τζάμι και δεν άκουσε τα βήματά της καθώς πλησίαζε αθόρυβα. Όταν η Άλις πρόφερε σιγανά το όνομά του, γύρισε ξαφνιασμένος, αλλά δεν έκανε προσπάθεια να το σκάσει’ συνέχισε να κοιτάζει την άμαξα από το παράθυρο. «Σε ένα λεπτό θα έχει φύγει» είπε με ραγισμένη φωνή. Ξέροντας πως δεν υπήρχαν λόγια να τον παρηγορήσει, η Άλις τον αγκάλιασε από τους ώμους και κοίταξε μαζί του από το παράθυρο. Εκείνη τη στιγμή ο κύριος έμπαινε στην άμαξα με τη Νάνσυ, που κοίταξε από το πίσω τζάμι σαν να έψαχνε για κάποιον. «Δε θέλω να φύγει». Ο Τ ζακ έλεγε στον εαυτό του πως έπρεπε να αποδεχτεί αυτό που συνέβαινε, αν μη τι άλλο για χάρη της Νάνσυ. Μα ήταν δύσκολο’ ακόμη πιο δύσκολο από τότε που τους εγκατέλειψε η μητέρα τους, από τότε που έφυγε η Μαίρη και μετά ο πατέρας τους. «Τ ώρα δεν έχω κανέναν». Η φωνή του ράγισε. «Κάνεις λάθος, Τ ζακ». Η Άλις ήξερε πόσο σκληρό ήταν για κείνον. «Σε λίγο θα έχεις κι εσύ μια οικογένεια». «Θα είναι καλά η αδερφή μου;» Τ ο μυαλό του Τ ζακ ήταν στη Νάνσυ. «Έτσι νομίζω,Τ ζακ» απάντησε η Άλις. «Τ ο ελπίζω». «Όταν δεθεί μαζί τους, όταν θα ζει στο ωραίο σπίτι και θα κάνει τα


πράγματα που είπατε, θα με ξεχάσει. Θα ξεχάσει το πρόσωπό μου κι όλα αυτά που κουβεντιάζαμε. Θα τα ξεχάσει όλα!» Τ ο αγόρι γύρισε και την κοίταξε. Τ α ανταριασμένα μάτια του κι η απελπισμένη έκφρασή του ράγισαν την καρδιά της. «Άκουσέ με, αγόρι μου». Τ ον έπιασε από τους ώμους και τον κούνησε απαλά. «Ποτέ δε θα σε ξεχάσει η αδερφή σου. Θα είσαι πάντα ο ήρωάς της». «Δε θα την ξαναδώ, έτσι δεν είναι;» Η φωνή του ήταν άψυχη. «Δεν μπορώ να σου απαντήσω σ’ αυτό, Τ ζακ, αλλά πιστεύω πως κάποια μέρα θα θελήσει να σε βρει». «Δε θέλω να περιμένω μέχρι τότε. Θέλω να πάω να τη δω τώρα. Θέλω να δω πού μένει και πώς είναι αυτοί οι άνθρωποι. Έχω υποχρέωση να την προσέχω». «Τ ι βαρύ φορτίο για ένα μικρό αγόρι! Θα σου πω κάτι, Τ ζακ. Έκανες θαυμάσια δουλειά, αλλά τώρα αυτό το βάρος έφυγε από τους ώμους σου. Μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου με την οικογένεια που σε θέλει για γιο της. Η Νάνσυ πήγε σε καλούς ανθρώπους και το ίδιο θα κάνεις κι εσύ. Ο άνθρωπος που σε ζήτησε είναι αγρότης. Σκέψου το, Τ ζακ! Αγρότης! Ζώα… πρόβατα και αγελάδες, μπορεί κι ένα άλογο να το καβαλάς. Ισως να υπάρχει και λίμνη να ψαρεύεις κι ένα άλσος να παίζεις και να σκαρφαλώνεις όσο τραβάει η καρδιά σου. Ω, Τ ζακ! Θα είναι ένας παράδεισος με ανοιχτούς αγρούς και χίλια δυο πράγματα να κάνεις». «Πότε φεύγω;» Δεν υπήρχε ενθουσιασμός στη φωνή του, αλλά οτιδήποτε ήταν καλύτερο από το Γκαλλογουέυς. «Ίσως αύριο ή μεθαύριο πάντως σύντομα, μου είπαν». «Θέλω να δω πρώτα τη Νάνσυ. Να ξέρω πού βρίσκεται». Η Αλις ήξερε πως αυτό ήταν αδύνατον, μα δεν ήθελε να καταστρέψει


όλες τις ελπίδες του, έτσι του απάντησε γενικόλογα, μη θέλοντας να του πει ψέματα. «Όταν περάσει ο αρχικός ενθουσιασμός,πιστεύω ότι η Νάνσυ θα σε ζητήσει. Όσο για το αν θα μπορέσεις να την επισκεφτείς, θα περιμένουμε να δούμε». Ο Τ ζακ δεν την άκουγε,γιατί η άμαξα είχε ξεκινήσει και κούναγε το χέρι του σαν τρελός. Η Νάνσυ δεν τον έβλεπε. Ο Τ ζακ έμεινε πολλή ώρα εκεί, με τις παλάμες κολλημένες στο τζάμι, «Δε μου κούνησε το χέρι» μουρμούρισε. «Δε με χαιρέτησε». «Είμαι σίγουρη ότι σε χαιρέτησε, απλώς δεν την είδες. Μην ξεχνάς πόσο μικρούλα είναι,Τ ζακ. Εκτός αν της είπαν να καθίσει ακίνητη για λόγους ασφαλείας. Άλλωστε, είναι δύσκολο να σε δει από το πίσω παράθυρο όταν κινείται η άμαξα». Δεν απάντησε. Τ ο μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι η αδερφή του δεν τον αποχαιρέτισε. «Σας το είπα, δε σας το είπα;» Χαμογέλασε πονεμένα. «Η αδερφή μου δε με θέλει πια». «Σε παρακαλώ, μη σκέφτεσαι έτσι». Η καρδιά της Άλις είχε ματώσει. Ο Τ ζακ δεν την κοίταξε’ δε μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι κι έκλαψε, σιγανά στην αρχή κι ύστερα με δυνατά αναφιλητά που τράνταζαν όλο το κορμί του. Με τα χέρια κολλημένα στο τζάμι και το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσά τους, παρουσίαζε ένα θλιβερό θέαμα. «Έλα §ω, καρδιά μου». Η Άλις τον τράβηξε από το παράθυρο, αλλά, αντί να πέσει στην αγκαλιά της, της έβαλε τις φωνές: «Εσύ την έδιωξες! Σε μισώ! Σε μισώ!». Όταν προσπάθησε να τον αγκαλιάσει, έκανε σαν τρελός, τη χτύπαγε με τις σφιγμένες γροθιές του, την κλότσαγε. «ΠΑΡΑΤ Α ΜΕ ΗΣΥΧΟ!» Μετά από μια σύντομη συμπλοκή, της ξέφυγε απότομα κι έτρεξε στο διάδρομο, προς την εξώπορτα. Η Άλις τον κυνήγησε. «Όχι, Τ ζακ. Δε βγαίνει τίποτα έτσι. Τ ΖΑΚ!»


Ο Τ ζακ έπεσε με θόρυβο πάνω στην τρομακτική σιλουέτα του Κλάιβ Έννιγκτον, που τον άρπαξε από το αυτί. «Τ ι διάβολο γίνεται εδώ;» Τ α αετίσια μάτια του είδαν την Άλις να έρχεται τρέχοντας. «Εξηγηθείτε!» Έσπρωξε το αγόρι στο πλάι κρατώντας το σφιχτά από το αυτί, ενώ περίμενε τις εξηγήσεις της Άλις. Εκείνη σκέφτηκε γρήγορα κι έκανε ό ,τι μπορούσε για να προστατεύσει τον Τ ζακ. «Εγώ φταίω» είπε. «Τ ου υποσχέθηκα να αποχαιρετίσει την αδερφή του, αλλά έφυγε η άμαξα πριν το καταλάβω. Φυσικά,το αγόρι ταράχτηκε». «Δεν είχατε κανένα δικαίωμα να υποσχεθείτε τέτοιο πράμα!» «Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω» αντέτεινε η Άλις. «Είναι απάνθρωπο να μην τους αφήσουμε να αποχαιρετιστούνε ». Αγριοκοίταξε την Άλις και την προειδοποίησε σιγανά: «Αν θέλετε να μείνετε στη δούλεψή μου, κυρία Κόμπτον, πρέπει να θυμάστε πως τέτοιες αποφάσεις τις παίρνω εγώ… όχι εσείς». Πήρε μια βαθιά ανάσα από τα τεράστια ρουθούνια του, ικανοποιημένος που δεν αμφισβήτησε την εξουσία του η Άλις, και στράφηκε μοχθηρά στον Τ ζακ, που όλη αυτή την ώρα προσπαθούσε να του ξεφύγει. «Όσο για σένα!» Τ ον έφερε μια βόλτα μπήγοντας τα νυχιά του στο λοβό του αυτιού του, έτσι ώστε να βρεθεί απέναντί του. Ο ψηλός άντρας κοίταξε απειλητικά το παιδί. που του ανταπέδωσε προκλητικά το βλέμμα. «Αυτή η αλαζονεία σου πρέπει να θεραπευτεί μια για πάντα». Έσκυψε πάνω του, πιτσιλίζοντας με σάλια το πρόσωπό του καθώς συνέχισε ερεθισμένος: «Είσαι πολύ κακό παιδί, Τ ζακ! Και πρέπει να διορθωθείς, έτσι δεν είναι; Θα είναι λάθος να σε στείλουμε στον καλό αγρότη αν δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι πως δε θα του δημιουργήσεις προβλήματα». Η απάντηση του Τ ζακ ήταν να μεγάλα χοντρά δάχτυλα του κραύγασε. Αγνοώντας τα ξαναδάγκωσε. «Δεν ήθελε να

μπήξει τα κοφτερά διευθυντή. «Εσύ ουρλιαχτά του φύγει μακριά μου,

δόντια του στα την έδιωξες!» Έννιγκτον,τον αλλά εσύ την


έδιωξες. Εσύ είσαι κακός, εγώ! Σε μισώ!» Παρόλο που τα δόντια του Τ ζακ κόντευαν να φτάσουν στο κόκαλο, ο άντρας τον κράτησε μπροστά του πλημμυρισμένος από ανεξέλεγκτη οργή και είπε κάτι που πόνεσε τον Τ ζακ πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε πονέσει εκείνος. «Και βέβαια» ψιθύρισε τόσο σιγανά, που δεν τον άκουσε η Άλις. «Τ η στείλαμε μακριά γιατί το ζήτησε εκείνη». Ο Τ ζακ τον κοίταξε δύσπιστα. «Ακριβώς. Και το κυριότερο, δεν ήθελε να σε αποχαιρετίσει η αγαπημένη σου αδερφούλα». Τ όνισε τις τέσσερις τελευταίες λέξεις απολαμβάνοντας την απόγνωση του Τ ζακ. «Τ ης έδωσα την ευκαίρια και είπε όχι». Κόλλησε σχεδόν το πρόσωπό του στο πρόσωπο του αγοριού χαμογελώντας σαν μανιακός. «Όπως καταλαβαίνεις, Τ ζακ, δεν έβλεπε την ώρα να σε ξεφορτωθεί. Μου είπε ότι δε θέλει να σε ξαναδεί». Με κάθε σκληρή λέξη, ο Τ ζακ έλιωνε, θαρρείς, μπροστά στα μάτια του. Όταν στύλωσε το κορμί του, το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα μίσους’ τα μάτια του είχαν γίνει δυο σκοτεινές σχισμές και τα δόντια του ήταν γυμνωμένα σαν λυσσασμένου σκύλου. Τ ον έσπρωξε με όλη του τη δύναμη κραυγάζοντας μανιασμένα: «Είσαστε ψεύτης, κύριε!». Ο Έννιγκτον, που το απολάμβανε με όλη του την ψυχή, του έκλεισε το στόμα με μια δυνατή κατακεφαλιά. «Δεν είμαι ψεύτης» είπε με ένα μειλίχιο χαμόγελο. «Αυτό που σου είπα είναι αλήθεια. Προσπάθησε να το χωνέψεις». Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο γερο-Τ ζο ρωτώντας αν έπρεπε να κλειδώσει. «Α, εσένα γύρευα!» Ο Κλάιβ Έννιγκτον άρπαξε τον έκπληκτο Τ ζο. «Για έλα δω, Τ ζόζεφ. Πες στο μικρό ότι ρώτησα την αδερφή του αν θέλει να δει τον αδερφό της πριν φύγει κι εκείνη μου είπε ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί. Πες του, Τ ζο! Με θεωρεί ψεύτη κι αυτό δεν μπορούμε να το δεχτούμε, έτσι δεν είναι;» Όλοι αντιλήφθηκαν τη συγκαλυμμένη απειλή,εκτός από το αγόρι. «Άκου, παιδί μου». Ο Έννιγκτον απευθύνθηκε στον Τ ζακ με ένα μοχθηρό χαμόγελο. «Ο άνθρωπος αυτός ήταν μπροστά όταν μίλησα


με την αδερφή σου και θα σου πει τι έγινε». Έπιασε το γέρο επιστάτη από το μπράτσο και τον οδήγησε μπροστά στον Τ ζακ, που ήλπιζε να τα αρνηθεί όλα ο Τ ζο. Ο Τ ζο κατάλαβε αμέσως τους κακούς σκοπούς του Έννιγκτον και δίστασε. «Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς…» Μόρφασε όταν ο άλλος τον τσίμπησε στο μπράτσο, αν και το αντιλήφθηκε μόνο η Άλις. «Πες του, άνθρωπέ μου!» γρύλισε ο Έννιγκτον. «Πες του πως δε θέλει καμιά σχέση μαζί του». Ο Τ ζο ξεροκατάπιε και κοίταξε την Άλις. που του έγνεψε με τρόπο «όχι». «Τ ι έπαθες;» Ο Έννιγκτον χαμογέλασε πρόσχαρα. «Κατάπιες τη γλώσσα σου; Σου ζητάω να επιβεβαιώσεις ότι λέω την αλήθεια». Τ ο χαμόγελο δεν έσβησε στιγμή από τα χείλη του, αλλά η Άλις κι ο Τ ζο ήξεραν ότι πίσω από αυτό κρυβόταν ένα τέρας με εκπληκτικό ταλέντο να κάνει τη ζωή των άλλων αβίωτη ειδικά αν δεν υπέκυπταν στις απαιτήσεις του. Ο Τ ζο έχασε το θάρρος του. «Λέει αλήθεια,γιε μου» είπε ντροπιασμένος. «Ο κύριος Έννιγκτον ρώτησε την αδερφή σου αν ήθελε να σε δει πριν φύγεις κι εκείνη είπε όχι». «Ευχαριστώ, Τ ζο» είπε κοφτά ο διευθυντής. «Και τώρα πήγαινε να κλειδώσεις, αλλά φρόντισε να είσαι εδώ στις οχτώ». «Μάλιστα, κύριε Έννιγκτον». Άγγιξε το κασκέτο του κι έφυγε βιαστικά, αφήνοντας πίσω του έναν πανευτυχή άντρα κι ένα καταρρακωμένο παιδί. Ο Τ ζακ αρνήθηκε να πιστέψει τον Κλάιβ Έννιγκτον, αλλά εμπιστευόταν τον ηλικιωμένο επιστάτη. Αν και δυσκολευόταν να πιστέψει πως θα στρεφόταν εναντίον του η Νάνσυ, έπρεπε να είναι αλήθεια για να το λέει ο Τ ζο.


Καθώς έκλαιγε βουβά με ματωμένη την καρδούλα του, ο Έννιγκτον του είπε: «Και τώρα, κακό παιδί, δεν πρέπει να μείνεις ατιμώρητος. Κι αν δημιουργήσεις άλλα προβλήματα, θα τιμωρηθείς ξανά και ξανά αν είναι απαραίτητο». Ο Έννιγκτον πήρε μια βαθιά τρεμουλιαστή ανάσα που έκανε τα παράθυρα να τρίξουν. «Κι αν δε συμμορφωθείς παρά τις τιμωρίες, θα αναγκαστούμε να σε κρατήσουμε εδώ για όσο χρειαστεί. Και θα στείλουμε ένα αγόρι που αξίζει στον καλό αγρότη». Έσπρωξε το παιδί προς το μέρος της Άλις και πρόσταξε αυστηρά: «Θα μείνει κλειδωμένος χωρίς φαγητό δύο μέρες και δύο νύχτες. Μετά θα μου τον φέρεις να δούμε αν πήρε το μάθημά του». Η Άλις έγνεψε, αν και απρόθυμα. Πήρε τον Τ ζακ, που την ακολούθησε πειθήνια. Ήταν αμίλητος και μουδιασμένος, τελείως διαφορετικός από το απελπισμένο αγόρι που έτρεχε στο διάδρομο θέλοντας να αποχαιρετίσει με ένα φιλί την αδερφή του. Τ ώρα είχε καταρρεύσει, γιατί δεν άντεχε στην ιδέα ότι τον αρνήθηκε η Νάνσυ. Η Άλις τον αγκάλιασε από τους ώμους και κοίταξε άφοβα τον Κλάιβ Έννιγκτον. «Συγνώμη, κύριε, αλλά ήταν απαραίτητο να του πείτε κάτι τόσο φοβερό;» Χαρούμενος που είχε τσακίσει το ηθικό του αγοριού, ο Κλάιβ Έννιγκτον της χάρισε ένα χαμόγελο. «Τ ου είπα αυτό που έπρεπε να μάθει. Τ ου είπα την αλήθεια» είπε ψέματα. «Τ ώρα ίσως σταματήσει να κλαψουρίζει». Κούνησε προειδοποιητικά το δάχτυλο στον Τ ζακ. «Θυμάσαι τι σου είπα, μικρέ; Ή θα υποταχτείς ή θα υποστείς τις συνέπειες». Η Άλις δεν είχε μισήσει άνθρωπο σε όλη τη ζωή της,τώρα όμως μισούσε και το μίσος είχε πικρή γεύση στο στόμα της. «Έλα, Τ ζακ». Τ ον πήρε κι έφυγε. «Ας κάνουμε αυτό που λέει ο κύριος Έννιγκτον». Πολύ αργότερα, αφού οδήγησε τον Τ ζακ στην τιμωρία του, η Άλις έψαξε να βρει το γερο-Τ ζο. Μετά από αρκετό ψάξιμο τον βρήκε να καπνίζει την πίπα του στο λεβητοστάσιο. «Για τ’ όνομα του Θεού,


Τ ζο, γιατί είπες τέτοιο ψέμα;» ρώτησε αυστηρά. «Δεν καταλαβαίνεις τι έκανες σε αυτό το αγόρι;» «Συγνώμη, κοπέλα μου». Ο Τ ζο ντρεπόταν γι’ αυτό που τον έβαλαν να κάνει. «Μα είμαι γέρος άνθρωπος και μου μένουν λίγα χρόνια να δουλέψω. Δε θέλω να με διώξουν με τις κλοτσιές σε αυτή την ηλικία. Χρειάζομαι το μισθό μου για να έχω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου κι ένα πιάτο φαγητό. Δεν το καταλαβαίνεις;» Η Αλις είδε πόσο μετανιωμένος ήταν και μαλάκωσε. «Προσπάθησα να πω στον Τ ζακ πως ήταν δουλειά του κυρίου Έννιγκτον, όλα ψέματα από την αρχή ως το τέλος, μα δεν ακούει λέξη. Πίστεψε στ’ αλήθεια ότι η Νάνσυ έφυγε χωρίς ίχνος αγάπης για κείνον στην καρδιά της. Τ ώρα βλέπει αλλιώς την αδερφή του». «Μικρός είναι, θα του περάσει». Η Άλις έμεινε εμβρόντητη. «Πώς μπορείς να λες τέτοιο πράμα;Πληγώθηκε βαθιά σε τόσο τρυφερή ηλικία. Η Νάνσυ ήταν το παν για κείνον». «Κοίτα, κοπέλα μου, ξέρω τι σου λέω. Εσύ κι εγώ έχουμε αποδεχτεί τη μοίρα μας, που δεν είναι δα και σπουδαία. Όμως ο μικρός Τ ζακ βρίσκεται στο ξεκίνημα. Έχει όλη τη ζωή μπροστά του. Είναι έξυπνο παιδί και προβλέπω ότι θα έρθει μια μέρα που θα έχει στα πόδια του όλο τον κόσμο». Τ ράβηξε μια ρουφηξιά από την πίπα του και φύσηξε τον καπνό. «Θυμήσου τα λόγια μου» είπε σκεφτικά. «Δε θα αργήσει να ξεχάσει τι έγινε εδώ. Έτσι είναι τα παιδιά. Άλλωστε , δε θα ξαναδεί την αδερφή του! Μικρό το κακό λοιπόν!» Η Άλις δεν πείστηκε και τον άφησε να τα βγάλει πέρα με τη συνείδησή του: Εκείνη τη νύχτα, όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι της, άρχισε να σκέφτεται τι της είπε. Ήταν αλήθεια. Ο Τ ζακ ήταν πράγματι έξυπνο


αγόρι. «Ελπίζω να έχει δίκιο ο Τ ζο» εκμυστηρεύτηκε στον Άντονυ. «Ελπίζω να έρθει: μια μέρα που θα έχει στα πόδια του όλο τον κόσμο». Κι ο άντρας της, που ήταν πρακτικός άνθρωπος, είπε ότι ο καθένας πρέπει να βρει μόνος του το δρόμο του στη ζωή. «Ο χρόνος θα δείξει» μουρμούρισε πριν αποκοιμηθεί. «Ο χρόνος θα δείξει». ‘ ‘ ‘, Μετά από δυο μέρες και δυο νύχτες τιμωρίας, που όμως δεν πείνασε χάρη στην Άλις, ο Τ ζακ παραδόθηκε σε έναν αγρότη ονόματι Τ ζάστιν Λάιντχερστ. Ο Τ ζάστιν ήταν ένας τραχύς σωματώδης τύπος με γέλιο που βούλιαζε καράβι, αλλά ήταν καλόκαρδος και γελαστός κι ο Τ ζακ τον συμπάθησε αμέσως. «Ελπίζω να είσαι καλό παιδί» είπε στον Τ ζακ καθώς πήγαιναν με μια άμαξα στο σταθμό. «Ελπίζω να είσαι δουλευταράς και να κάνεις όλες τις δουλειές. Βλέπεις, δεν έχω γιο» αποκάλυψε «και μια μέρα μπορεί να τςι αφήσω όλα σ’ εσένα». Ο Τ ζακ δεν κατάλαβε το βαθύτερο νόημα των λόγων του Τ ζάστιν, αλλά γέλασε με τα αστεία του και χάρηκε το ταξίδι ως το καινούριο του σπίτι. Κι επειδή δεν άν ;εχε τον πόνο αυτού που του έκανε η Νάνσυ,την έβγαλε από το μυαλό του. Ήταν ο μόνος τρόπος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Ο ΑΝΤ ΡΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤ ΑΝ Τ ΖΟΡΝΤ Ι κοίταζε από το παράθυρο πάνω από μία ώρα. «Πού είναι;Τ ι βρομοδουλειά σκαρώνει πάλι;» είπε δυνατά. Παρά το παγερό κρύο έξω, το δέρμα του γυάλιζε από ιδρώτα, ο οποίος σχημάτιζε μικρούς λαμπερούς κόμπους που κυλούσαν στο πρόσωπο και στο λαιμό του.


«Είναι θεοπάλαβος!» Σφούγγισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με το μανίκι του πουκαμίσου του και χτύπησε τις γροθιές του στο πρεβάζι. «Πού είχα το μυαλό μου όταν έμπλεκα με αυτό τον παρανοϊκό;» Άκουσε θόρυβο στο δρόμο και κοίταξε από το παράθυρο. Ήταν ένας σκύλος που ψαχούλευε στα σκουπίδια. Ένα μεγάλο μαύρο ζώο με την ανάλογη όρεξη, που πήγαινε από τον ένα σκουπιδοντενεκέ στον άλλο, μέχρι που, μες στην απογοήτευσή του, αναποδογύρισε έναν, σκορπίζοντας ολόγυρα βρομιές και σκουπίδια. «Ουστ, κοπρόσκυλο!» φώναξε. «Φύγε από δω!» Άνοιξε το παράθυρο και πέταξε ένα καυσόξυλο, που χτύπησε το ζώο στα καπούλια. Ο σκύλος γάβγισε πονεμένα και το έβαλε στα πόδια, με την ουρά κάτω από τα σκέλια, χωρίς να κοιτάξει πίσω. «Και μην ξαναγυρίσεις» κραύγασε «γιατί την επόμενη φορά δε θα είναι μόνο ένα!». Τ ραβήχτηκε θυμωμένος από το παράθυρο, αλλά μετά καλμάρισε και ψιθύρισε εύθυμα: «Πόσες φορές το σκάσαμε εγώ κι ο Μάρλον με την ουρά κάτω από τα σκέλια; Έχασα το λογαριασμό!». Θυμήθηκε αποτυχημένες διαρρήξεις και γυναικοδουλειές κι έβαλε τα γέλια. Λίγες στιγμές αργότερα κόπηκε το γέλιο του και συννέφιασε το πρόσωπό του. «Δεν είναι έτσι όμως τώρα. Τ ώρα έχουμε μπελάδες και καβγάδες και δοσοληψίες με κακοποιούς που τους αξίζει κρεμάλα!» Ανήσυχος και φοβισμένος,άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω . Στη σκέψη του τι θα μπορούσε να σκαρώνει αυτή τη φορά ο φίλος του τον έπιανε πανικός. Τ άχυνε το βήμα του τόσο πολύ, που έτρεχε σχεδόν πέρα δώθε. «Είμαι πολύ γέρος για τέτοιες δουλειές» είπε στους τοίχους. «Με πηγαίνει σε μέρη που δε θέλω, Κάνει παρέα με κάτι καθάρματα κι έχει γίνει σαν τα μούτρα τους. Μα τολμάω να του το πω; Τ ολμάω ; Θα με πάρει σ~ο λαιμό του το παλιόπαιδο!» Ιδρώτας κυλούσε στο λαιμό του και μούσκευε το πουκάμισό του. Δεν άντεχε στην ιδέα να ξαναμπεί στη φυλακή . Πού ήταν αυτός ο


διάβολος ο Μάρλον; Πλησίασε στο τζάκι, έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του και το έφερε στα χείλη. Έσκισε ένα κομματάκι από μια παραπεταμένη εφημερίδα, το τύλιξε ρολό και το άναψε στη φωτιά. Μετά άγγιξε την άκρη του τσιγάρου του στο αναμμένο χαρτί και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Μόλις άναψε το τσιγάρο, πέταξε το χαρτί στη φωτιά κι έμεινε για λίγο ακίνητος, χαμένος στις σκέψεις του. Ζοφερές σκέψεις τον βασάνιζαν… η θύμηση ενός συγκεκριμένου καβγά κι ένας οικογενειάρχης που παρασύρθηκε από τα άλογα και τους τροχούς μιας άμαξας. «Κακό πράμα» μουρμούρισε κουνώντας το κεφάλι του. «Φριχτό κι απαίσιο!» Θυμόταν το πρόσωπο και το σακατεμένο κορμί του Ρόμπερτ σαν να ήταν χτες… τις σάρκες που σκίστηκαν και τα κόκαλα που έσπασαν σε βαθμό που να γίνει αγνώριστος. Αναρίγησε κι έκλεισε τα μάτια του’ δεν άντεχε να το σκέφτεται , Μετά από λίγο πήγε πάλι στο παράθυρο. Ο φίλος του δε φαινόταν πουθενά. Τ ον έζωσαν τα φίδια. «Δεν μπορώ να περιμένω εδώ» είπε. «Ποιος ξέρει πού έμπλεξε απόψε. Μπορεί να είναι στη φυλακή -δε θα ξαφνιαστώ». Κοίταξε ολόγυρα, το μικρό πτυσσόμενο τραπέζι και τις δύο σαρακοφαγωμένες καρέκλες από το παλιατζίδικο, Τ η σιφονιέρα με τη λεκάνη και την κανάτα κι ένα αναποδογυρισμένο κιβώτιο από την αγορά, που το έκλεψαν όταν ήταν γεμάτο πορτοκάλια. Δεν υπήρχαν κουρτίνες· δεν ήταν απαραίτητες, γιατί τα παράθυρα ήταν θολά από τη βρόμα και την κάπνα και, όπως είπε και στο Μάρλον όταν παραπονέθηκε ότι μπορούσαν να τους δουν απ’ έξω,τα πίσω παράθυρα έβλεπαν σε ένα έρημο σοκάκι. Τ ο δωμάτιο είχε μια δυσάρεστη μυρωδιά κάπνας και ταγκής μπίρας και το αποχετευτικό σύστημα τα είχε φτύσει από καιρό. «Δε θα περιμένω άλλο». Είχε πάρει την απόφασή του. Αυτή η αναμονή τον τρέλαινε. Ψάχνοντας για μολύβι και χαρτί, βρήκε ένα σημείωμα κάτω από το μαξιλάρι του Μάρλον. Ο νεαρός κοιμόταν μερικές φορές στο


ελεύθερο δωμάτιο, όταν κρυβόταν για τον ένα ή τον άλλο λόγο. «Τ ι ’ναι αυτό, ε;» Διάβασε με δυσκολία το σημείωμα με το παιδιάστικο ανορθόγραφο γράψιμο: «Επιτέλους, κατάφερα να μπω στο χάρτοπεχτικό πεχνίδι. Απόψε νιόθω τηχερός και καλά θα κάνουν να προσέχουν». Ο Τ ζόρντι βαριαναστέναξε. «Ένας Θεός ξέρει πώς περνάει τη μέρα του». Πήρε μολύβι και χαρτί, κατέβηκε στο ισόγειο και κάθισε στο τραπέζι. Είναι σειρά μου να του αφήσω σημείωμα, σκέφτηκε νευριασμένος, να του πω ως εδώ και μη παρέκει. Θέλω να φύγω! Ήταν λάθος μου που έμπλεξα με αυτόν το μανιακό. Ανάθεμα την ώρα. Πιο μεγάλη η ζημιά παρά το όφελός του. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να νιώθει ως ένα βαθμό αφοσίωση στο νεαρό κακοποιό. Άφησε, λοιπόν,το μολύβι και βάλθηκε να βηματίζει πάνω κάτω, γρυλίζοντας και βλαστημώντας καθώς πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο. Τ ράβηξε μερικές βαθιές ρουφηξιές από το τσιγάρο του κι άρχισε να βήχει. Μπήκε καπνός στα μάτια του και τον έκανε να δακρύσει, μα δεν πήρε το τσιγάρο από τα χείλη του’ αντίθετα, τράβηξε μια ακόμα πιο βαθιά ρουφηξιά. «Χριστέ μου! Είμαι όλος νεύρα» γρύλισε «κι όλα αυτά’εξαιτίας αυτού του παλαβού!». Πήγε ξανά στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Δεν είδε ψυχή στο δρόμο, οπότε’κάθισε δίπλα στη φωτιά κι άρχισε να βρίζει πατόκορφα το φίλο του. Ύστερα σηκώθηκε ξανά και βάλθηκε να βηματίζει σαν θηρίο στο κλουβί.


«Έπρεπε να ’χει γυρίσει από ώρα. Γιατί αργεί;» Γέλασε με ένα ξερό κυνικό γέλιο. «Θα ’ναι στην παμπ, στουπί στο μεθύσι, και θα ανοίγει το στόμα του και θα λέει στους άλλους τι έχουμε κάνει, χωρίς να σκέφτεται ότι μπορεί να μας κλείσουν στη στενή!» Ξαφνιασμένος από δυνατές αντρικές φωνές, τράβηξε από τα χείλη του το τσιγάρο και το πέταξε στη φωτιά. Έτρεξε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Απ’ όσο μπορούσε να δει με το φως του φανοστάτη, τέσσερις άντρες βρίσκονταν στο σοκάκι. Οι δύο κρατούσαν έναν άντρα και ο ψηλός της παρέας τού έριχνε μπουνιές και κλοτσιές. Κάποια στιγμή το θύμα άρχισε να ικετεύει να του δείξουν οίκτο και να τον αφήσουν να φύγει, και τότε ο Τ ζόρντι αναγνώρισε τη φωνή του φίλου του. «Θεέ Μεγαλοδύναμε… αυτός είναι!» Βγήκε από το δωμάτιο, έτρεξε στο διάδρομο και πετάχτηκε έξω. Όταν έφτασε στο σοκάκι, είχαν τελειώσει όλα. Οι τρεις άντρες είχαν φύγει κι ο νεαρός Μάρλον ήταν πεσμένος μπρούμυτα στο ρείθρο, μουσκεμένος στο αίμα του, σαν άψυχος. «Χριστέ μου, δες τι σου έκαναν». Ανακατεύτηκε το στομάχι του και όχι μόνο. Με τα μάτια της φαντασίας του έβλεπε το Ρόμπερτ, όχι το Μάρλον, να κείτεται στο δρόμο. Πλημμύρισε θυμό. «Σου είπα πως θα βρεις τον μπελά σου, αλλά δε μ’ άγουσες! Ποτέ δεν ακούς!» Τ ον έπιασε από τα μπράτσα και τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. «Έλα,πάμε μέσα». Ανέβηκαν βήμα βήμα τη σκάλα και τον οδήγησε στο δωμάτιό του, όπου τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο Μάρλον άνοιξε τα μαυρισμένα μάτια του και χαμογέλασε λοξά. «Με ακολούθησαν». Σφούγγισε το αίμα από το στόμα του. «Ένα λεπτό ακόμα και θα ήμουν σώος και ασφαλής στο σπίτι». Κρίνοντας από το τραύλισμά του, ήταν πιωμένος. «Έχεις τα χάλια σου». Ο Τ ζόρντι εξέτασε ταραγμένος τα τραύματά του: Η μύτη του είχε στραβώσει σε τέτοια γωνία, που μάλλον ήταν σπασμένη, και τα μάτια του ήταν πρησμένα σαν πορτοκάλια και κολυμπούσαν στο αίμα. Τ α χείλη του ήταν κομμάτια και το αυτί του σκισμένο στο λοβό. «Τ ι έκανες, άνθρωπέ μου, κι έφαγες τόσο ξύλο;»


Τ ου έκλεισε το μάτι. «Έπαιξα το παιχνίδι τους και πήρα όλα τα λεφτά τους, μόνο που δεν τους άρεσε η ιδέα» μόρφασε «να τα κρατήσω». Προσπάθησε να ανασηκωθεί, αλλά έπεσε πίσω. «Άσε με τώρα. Θα μου περάσει». «Είσαι ηλίθιος, να τι είσαι!» Δούλευαν μαζί δύο χρόνια στο δρόμο κι ο Τ ζόρντι είχε μάθει να περιμένει τα πάντα από εκείνον. «Μια μέρα θα σε φέρουν σπίτι τέσσερις». «Δίνε του!» Ο νεαρός κλότσησε θυμωμένος στον αέρα. «Δε σε χρειάζομαι». «Κι εγώ σου λέω πως με χρειάζεσαι περισσότερο απ’ όσο νομίζεις» αγανάκτησε ο Τ ζόρντι. «Αλλά κοντεύει να εξαντληθεί η υπομονή μου, γι’ αυτό, αν ήμουν στη θέση σου, θα συγκρατούσα τα αναθεματισμένα νεύρα μου». Έσπρωξε το νεαρό στο μαξιλάρι και τον προειδοποίησε: «Αν θες να φύγεις τώρα αμέσως, δε θα σε κρατήσω. Αν θέλεις όμως τη βοήθειά μου, θα κάνεις ό,τι σου λέω». Τ ο ύφος του Τ ζόρντι έδειξε στον τραυματία πως εννοούσε κάθε του λέξη. «Εντάξει, αλλά σταμάτα να με κατσαδιάζεις» είπε μουτρωμένος. «Μ’ έσπασαν στο ξύλο κι εσύ το μόνο που κάνεις είναι να γκρινιάζεις. Βούλωσέ το, αυτό μόνο σου ζητάω». «Θα το βουλώσω όταν θέλω εγώ» τον αποπήρε ο Τ ζόρντι. «Και τώρα μείνε ξαπλωμένος. Έχει ζεστό νερό στο βραστήρα. Θα σε καθαρίσω όσο καλύτερα μπορώ. Αλλά, αν με ρωτούσες, θα σου έλεγα πως χρειάζεσαι γιατρό». Ο νεαρός άρχισε να πανικοβάλλεται. «Όχι γιατρό!» Κούνησε σπασμωδικά τα χέρια του και παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. «Δε θέλω να χώσει τη μύτη του στις δουλειές μου κανένας κομπογιαννίτης!» Ο Τ ζόρντι ανασήκωσε τους ώμους του. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ενδιέφερε αν θα ζούσε ή θα πέθαινε ο θερμοκέφαλος Μάρλον. «Ό,τι πεις εσύ». Κατέβηκε στην κουζίνα να πάρει λεκάνη και πετσέτα’ ο


βραστήρας ήταν στη φωτιά. Έριξε λίγο νερό στη λεκάνη και το δοκίμασε. Ήταν ζεστό ακόμη. «Καλό είναι». Όταν ανέβηκε, βρήκε το φίλο του καθισμένο, να καπνίζει αλαζονικός όπως πάντα. «Σ’ το είπα, δεν έχω τίποτα» είπε μουτρωμένος. «Κάτσε φρόνιμα κι άκουσέ με μια φορά!» Έβγαλε το πουκάμισο του νεαρού, καθάρισε τα αίματα στο λαιμό και στο στήθος του,τον σκούπισε και του έφερε καθαρό πουκάμισο να φορέσει. Η μικρή κάμαρα ήταν παγωμένη. Κατόπιν σφούγγισε απαλά το πρόσωπό του με μια υγρή φανέλα και μετά έλεγξε τη μύτη του. «Δε φαίνεται σπασμένη, αλλά είναι άσχημα χτυπημένη. Για κάνα δυο μέρες δε θα ανασαίνεις εύκολα από τη μύτη, αυτό σ’ το υπογράφω». Ο Μάρλον δεν είχε διάθεση για νουθεσίες. Τ α τραύματα έτσουζαν και το κεφάλι του πόναγε από το μεθύσι. «Γιατί δε στρίβεις, όπως σου είπα;» γρύλισε. «Δε θέλω να μου κάνεις κήρυγμα σαν επαρχιακός εφημέριος. Χάσου από τα μάτια μου». «Θα φύγω, ναι, όταν τελειώσω μαζί σου και δε θα ξαναγυρίσω». Ο Τ ζόρντι είχε προβάρει πολλές φορές αυτά τα λόγια τις τελευταίες βδομάδες· σχεδίαζε ένα μακρύ απολογητικό χαιρετισμό, μα τώρα, πάνω στο θυμό του, το ξεφούρνισε με μιαν ανάσα. Ο Μάρλον ταράχτηκε. «Τ ι εννοείς δε θα ξαναγυρίσεις ;» Ο Τ ζόρντι τού εξήγησε με ψυχρά σκληρά λόγια, σκυμμένος πάνω του και με τα μάτια καρφωμένα στα δικά του. «Βαρέθηκα πια. Όταν ξεκινήσαμε, κάναμε μικροκλοπές για να βγάλουμε λίγα λεφτά,έτσι είπαμε. Μπουκάραμε σε αποθήκες και σπίτια και καμιά φορά ξαφρίζαμε τις τσέπες των πλουσίων». Ο Μάρλον άνοιξε το στόμα του να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο μεγαλύτερος άντρας τον σταμάτησε σηκώνοντας το χέρι. «Άκουσέ με. Θα τα πω μια φορά». Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε: «Στην αρχή είχε πλάκα. Κερδίζαμε αρκετά για να γεμίσουμε τις τσέπες μας και να κάνουμε το κέφι μας, αλλά όλα αυτά άλλαξαν και δε μ’ αρέσει».


«Έπρεπε να αλλάξουν!» αναφώνησε ο Μάρλον. «Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν ήταν αρκετά μερικά πορτοφόλια, μια ασημένια καμέα ή ένα κιβώτιο με ποτά. Ψιλοπράματα. Τ ώρα κυνηγάω μεγάλες δουλειές». «Σκάσε. Σου είπα να μ’ ακούσεις». Ο Μάρλον έγειρε ξανά στο μαξιλάρι κι ο Τ ζόρντι τού είπε τους φόβους του. «Δεν έπρεπε να αλλάξουν. Περνάγαμε μια χαρά. Κι ύστερα, ξαφνικά, δεν ήταν απλές κλοπές. Ανοίγαμε κεφάλια για να κλέψουμε πορτοφόλια ή ακινητοποιούσαμε τρομοκρατημένες γυναίκες για να αρπάξουμε τις τσάντες τους. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισες να συναναστρέφεσαι τους αρουραίους των υπονόμων, μεταπηδώντας σε μια μορφή εγκλήματος με την οποία δε θέλω να έχω καμία σχέση. Έγινες απερίσκεπτος, φίλε μου. Δε σου αρκεί να πάρεις τα λεφτά τους, θέλεις να τους αφήσεις μισοπεθαμένους». «Μερικοί πάνε γυρεύοντας». «Σου είπα να σκο σεις!» Ο Τ ζόρντι πήρε στις χούφτες το μωλωπισμένο πρόσωπο του Μάρλον και τον κοίταξε με μίσος. Η φωνή του έτρεμε όταν είπε: «Τ ι έχεις να πεις για το παλικάρι που ληστέψαμε την περασμένη βδομάδα… “ Πήγαινε γυρεύοντας”;». «Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου». Τ ο πρόσωπό του ήταν ζουληγμένο στα μεγάλα χέρια του Τ ζόρντι κι η φωνή του στραγγαλισμένη καθώς τον τράβαγε από το πιγούνι. Ο Μάρλον τρομοκρατήθηκε. «Αυτός έφταιγε». «Όχι». Ο Τ ζόρντι έγνεψε αρνητικά. «Ήταν ένας απλός άνθρωπος. Οικογενειάρχης. Σου μίλησε φιλικά, ανθρώπινα. Και ποιο ήταν το αντάλλαγμα για την καλοσύνη του; Τ ον ακολούθησες στο σκοτάδι και του επιτέθηκες σαν λυσσασμένο κτήνος». Ο νεαρός γέλασε νευρικά. «Ναι. αλλά πήραμε το πορτοφόλι του. Κι ήταν φουσκωμένο».


«Ίσως. Δε χρειαζόταν όμως να τον σπρώξεις στις ρόδες της άμαξας. Οι οπλές των αλόγων τον έλιωσαν,τον έκαναν κιμά. Τ ο τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να σκοτώσεις άνθρωπο. Αν σ’ αρέσει έτσι, προχώρα μόνος σου. Όταν σου φορέσουν τη θηλιά, δε σκοπεύω να κρεμαστώ δίπλα σου!» Τ ον έσπρωξε με ένα γρύλισμα. «Μου προκαλείς αηδία, το ξέρεις;» «Δεν τον σκοτώσαμε». Ο Μάρλον φούσκωνε από υπεροψία κι είχε στα χείλη του ένα πονηρό χαμόγελο. «Δεν πέθανε ο τύπος, αν έτσι νομίζεις». «Τ ι εννοείς;» Τ ον άρπαξε από το γιακά και τον ανασήκωσε, με φωνή πνιχτή από θυμό. «Είδες τι του έκανε η άμαξα». Τ ον άφησε σαστισμένος. «Καταραμένε ψεύτη!» Ο Μάρλον επέμενε, σίγουρος ότι είχε το πάνω χέρι. «Σου λέω την αλήθεια,φίλε. Κοιμάμαι,βλέπεις,με μια γυναίκα που είναι παντρεμένη με έναν από τους αρουραίους των υπονόμων που ανέφερες». Γέλασε δυνατά,κι ας πόνεσε. «Αν μάθει ότι κλέβω την κυρά του και τα λεφτά του, δε φαντάζεσαι τι έχει να γίνει. Αλλά είναι λειψός στο μυαλό. Είναι θέμα χρόνου,να του αρπάξω την επιχείρηση». «Γία συνέχισε!» «Η κυρά του ,η Σάλλυ, τυχαίνει να δουλεύει στο γραφείο της ρεσεψιόν του θεραπευτηρίου και μου είπε ότι ο τύπος με τον οποίο παλέψαμε εκείνη τη νύχτα βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, αλλά δεν έχει πεθάνει. Τ ουλάχιστον όχι ακόμα». Γέλασε. «Όπως βλέπεις,δε σκοτώσαμε κανέναν». Ο Τ ζόρντι εξεπλάγη από αυτή την πληροφορία. Τ α νέα ήταν καλά και τον ανακούφισαν από τις φοβερές τύψεις που ένιωθε από εκείνη τη νύχτα. «Και πού ξέρει η Σάλλυ ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος που ληστέψαμε, ο ίδιος που έσπρωξες στις ρόδες της άμαξας;» ζήτησε να μάθει. «Πώς μπορεί να το ξέρει, ε;» «Γιατί έχει μεγάλο στόμα και της αρέσει να φλυαρεί». Ρουθούνισε


περιφρονητικά. «Ακόμα και την ώρα που το κάνουμε, δεν παύει να μιλάει μπλα, μπλα, μπλα. Αλλά χαλάλι της, σ’ το λέω». Τ ου έκλεισε πονηρά το μάτι. «Μπορεί να είναι γλωσσοκοπάνα, ξέρει όμως πώς να ευχαριστήσει έναν άντρα». Ο Τ ζόρντι τον πίστεψε, παρά τις επιφυλάξεις του. «Χαίρομαι που είναι ζωντανός. Τ ώρα θα μπορώ να κοιμάμαι τις νύχτες». «Τ ι;» Ο άλλος τον κοίταξε έκπληκτος. «Εννοείς ότι έχασες για έναν άγνωστο τον ύπνο σου; Χα! Σιγά μην κάτσω να σκάσω αν ζει ή πέθανε ο βλάκας, αν και,γία να σου πω τη μαύρη αλήθεια, λυπάμαι που δεν κάναμε καλύτερη δουλειά. Ίσως πρέπει να τρυπώσουμε στο θεραπευτήριο καμιά νύχτα και’ να τον αποτελειώσουμε, ε;» Και ξάπλωσε στο μαξιλάρι με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Τ ουλάχιστον τώρα δεν μπορούν να μας κατηγορήσουν για φόνο». Ο Τ ζόρντι, που είχε ακούσει αρκετά, άρπαξε το πανωφόρι του. «Θέλεις να πεις ότι εσύ δε θα κατηγορηθείς για φόνο. Εσύ τον έσπρωξες στην άμαξα. Όχι εγώ». Ο νεότερος άντρας χαχάνισε νυσταγμένα. «Έλα, μωρέ Τ ζόρντι. Δε θα με άφηνες ποτέ να φορτωθώ όλο το φταίξιμο. Ξέρεις τι δειλός είμαι. Δε θα μου άρεσε να κρεμαστώ ολομόναχος». «Ξέρω τι τομάρι είσαι» είπε τώρα ο Τ ζόρντι. Είχε καταλάβει από καιρό το βίαιο χαρακτήρα του φίλου του κι αυτά που άκουσε τώρα απλώς επιβεβαίωσαν τους φόβους του. «Είχες δίκιο σε αυτό που είπες προηγουμένως» συμπλήρωσε σιγανά. «Δε με χρειάζεσαι,γι’ αυτό φεύγω και. όπως σου είπα, δε θα ξαναγυρίσω. Μπορείς να κρατήσεις τα πράγματα που έχουμε μαζέψει. Δε θέλω τίποτα». Κι έφυγε, αλλά όχι πριν ρίξει μια τελευταία βολή. «Έχεις μεγάλη κακία μέσα σου, Μάρλον. Είσαι πολύ επικίνδυνος για να κυκλοφορείς ελεύθερος». Καθώς έκλεινε την πόρτα, τον ακολούθησε η φωνή του νεότερου


άντρα. «Στα τσακίδια! Χαίρομαι που σε ξεφορτώνομαι. Αλλά θα ’μαι πάντα εδώ γύρω, κι αν ανοίξεις το αναθεματισμένο στόμα σου, θα#στείλω τους καινούριους φίλους μου να σ’ το κλείσουν. Αν τολμήσεις να με πουλήσεις, θα σε κάνω να τρέμεις σαν φύλλο. Μ’ ακούς, γέρο;» Ο Τ ζόρντι σταμάτησε στα πόδια της σκάλας. «Σ’ ακούω» μουρμούρισε «μα δε θα δεις ποτέ τη μέρα που θα τρέμω εξαιτίας σου σαν φύλλο». Έξω, ανάσανε βαθιά τον αναζωογονητικό παγωμένο νυχτερινό αέρα. «Σε ξεφορτώθηκα, δόξα τω Θεώ» είπε ανακουφισμένος. «Λυπάμαι μόνο που δεν το έκανα πολύ νωρίτερα». Καθώς έβγαινε για τελευταία φορά από το μικρό άθλιο κτίριο, ο Τ ζόρντι σκάλιζε το μυαλό του. «Πώς την είπε, μωρέ, αυτή τη γυναίκα… Σίρλεϋ; Σάλλυ;» Κροτάλισε χαρούμενα τα δάχτυλά του. «Αυτό είναι, Σάλλυ». Κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει και σήκωσε το γιακά του πανωφοριού του καθώς έλεγε δυνατά: «Σάλλυ, καλή μου, θα σου κάνω μια επίσκεψη». Και με αυτό κατά νου, κίνησε για τη λεωφόρο με ταχύ βήμα. Λίγα λεπτά αργότερα κατευθυνόταν στο θεραπευτήριο. Αποφασισμένος,αν και ανήσυχος,περπατούσε στους σκοτεινούς δρόμους βαθιά συλλογισμένος: Η απόφαση να πάει στο θεραπευτήριο ήταν εύκολη. Τ ώρα έπρεπε να σκεφτεί τι θα έκανε όταν θα έφτανε εκεί. Ο Τ ζόρντι διάβηκε την είσοδο του θεραπευτηρίου με την καρδιά του να χτυπά δυνατά από αγωνία. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε ολόγυρα. Υπήρχαν ελάχιστοι άνθρωποι στο χώρο αναμονής τούτη την προχωρημένη ώρα: ένα παλικάρι με νάρθηκα στο χέρι κι ένα ηλικιωμένο αντρόγυνο, που παρηγορούσε ο ένας τον άλλο σε μια γωνιά. Εκτός από αυτούς, επικρατούσε ησυχία.


Κοίταξε απέναντι, στο γραφείο, και περιεργάστηκε με τρόπο τις γυναίκες που κάθονταν εκεί. Η νεότερη, μια κοκαλιάρα με κιτρινιάρικο πρόσωπο και μακριά ξανθά μαλλιά, πρέπει να ήταν μαθητευόμενη, γιατί άκουσε προσεκτικά τι της έλεγε η μεγαλύτερη συνάδελφός της, με μάτια καρφωμένα στο λογιστικό βιβλίο που είχε μπροστά της. Η μεγαλύτερη γυναίκα ήταν ελκυστική με έναν τραχύ τρόπο . Με τα πυκνά μαύρα μαλλιά της και τα ζωηρά μαύρα μάτια, είχε τον αέρα της αυτοπεποίθησης και της σιγουριάς ότι αρέσει στους άντρες. Αυτή πρέπει να ήταν η Σάλλυ. Ο Τ ζόρντι χαμογέλασε κάτω απ’ τα μουστάκια του. Ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερη από αυτό τον ηλίθιο το Μάρλον. Έβλεπε όμως γιατί ξελόγιασε το νεαρό, κι ας κινδύνευαν η ζωή κι η ακεραιότητά του απ’ αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι. Εκείνη τη στιγμή τον είδε η γυναίκα. «Συγνώμη, κύριε, περιμένετε κανέναν;» Ο Τ ζόρντι πλησίασε με ένα ευγενικό χαμόγελο. «Ήρθα να δω έναν παλιό φίλο μου. Είναι ο άνθρωπος που παρασύρθηκε πρόσφατα από μιαν άμαξα… είπαν πως σκοτώθηκε, αλλά τώρα άκουσα πως είναι ζωντανός. Άκουσα καλά ;» «Ναι,αλλά,δυστυχώς,είναι σε άσχημη κατάσταση». «Θα ήθελα να τον δω». «Δεν μπορείτε. Έχει περάσει η ώρα του επισκεπτηρίου. Ελάτε αύριο, αν και μπορεί να μην επιτρέψει επισκέψεις ο γιατρός». «Θέλω να τον δω τώρα». «Κουφός είσαι, άνθρωπέ μου;» Ξεχνώντας τη θέση της, χτύπησε με το δάχτυλό της το γραφείο και τον αγριοκοίταξε φανερά εκνευρισμένη. «Σου είπα ήδη ότι δεν μπορείς να τον δεις απόψε και, απ’ όσο ξέρω το δόκτορα Μόρρισον, ούτε αύριο».


«Για δες!» Ο Τ ζόρντι κούνησε το κεφάλι του παίζοντας το τελευταίο χαρτί του. «Κι ο Μάρλον με βεβαίωσε ότι θα δείξεις κατανόηση. Είπε ότι θα με αφήσεις σίγουρα’να δω το φιλαράκι μου». «Ο Μάρλον;» Πάνιασε το πρόσωπο της γυναίκας. «Και ποιος είναι αυτός;» «Δεν το πιστεύω!» Ξέροντας ότι είχε κερδίσει ήδη, παράστησε τον ξαφνιασμένο. «Μου είπαν ότι εσείς οι δυο έχετε…» κοίταξε τη γυναίκα και χαμήλωσε εμπιστευτικά τη φωνή του «…πολύ στενές σχέσεις». Τ ο υπονοούμενο, μαζί με το πονηρό κλείσιμο του ματιού έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η γυναίκα που λεγόταν Σάλλυ σάστισε προς στιγμή κι έχασε τα λόγια της. «Δεν έχω ιδέα τι εννοείς!» Τ ον κοίταξε καχύποπτα και στύλωσε το κεφάλι της. Ικανοποιημένος από την αντίδρασή της, ο Τ ζόρντι βεβαιώθηκε πως ήταν η Σάλλυ κι είχε καταφέρει να την τρομοκρατήσει. «Η Σάλλυ είσαι,έτσι;» Η Σάλλυ, κοιτάζοντας τη νεότερη συνάδελφό της, είπε: «Βικτόρια, πήγαινε να ελέγξεις τα ασπρόρουχα. Έχω την εντύπωση ότι το πλυντήριο έστειλε λάθος παραγγελία». Η Βικτόρια έγνεψε αρνητικά. «Όχι, όχι, στείλανε τη σωστή,γιατί την έλεγξα μόλις ήρθα στη δουλειά». «Πήγαινε να την ξαναελέγξεις!» πρόσταξε νευριασμένη η Σάλλυ. Η νεότερη γυναίκα κατάλαβε πως κάτι παράξενο συνέβαίνε και δεν έφερε άλλες αντιρρήσεις.’Πήρε μολύβι και χαρτί κι έφυγε βιαστικά, Η Σάλλυ διαμαρτυρήθηκε, απευθυνόμενη στον Τ ζόρντι με έναν τραχύ ψίθυρο: «Κάποιο λάθος κάνεις. Δεν ξέρω κανένα Μάρλον!». Ο Τ ζόρντι εξήγησε χαμηλόφωνα τους λόγους της επίσκεψής του. «Καταλαβαίνω γιατί δε θέλεις να παραδεχτείς ότι τον ξέρεις είναι


μεγάλο μούτρο ο Μάρλον μας. Αλλά τον ξέρεις, και πολύ καλά μάλιστα, αν μου επιτρέπεις. Είσαστε εραστές, έτσι μου είπε». Τ ης έκλεισε με νόημα το μάτι. «Βάζω στοίχημα ότι ο άντρας σου δεν ξέρει ότι τον απατάς. Τ ς,τς. Φαντάζομαι τι έχεις να πάθεις αν·το μάθει. Έχω ακούσει πως είναι φοβερά αψίθυμος». Η γυναίκα προσπάθησε να συγκρατήσει τα νεύρα της και συνειδητοποίησε πως ήταν άσχημα στριμωγμένη. «Μου δίνεις το λόγο σου ότι δε θα πεις σε κανέναν αυτό που ξέρεις… σε κανέναν;» Έγνεψε καταφατικά. «Στο λόγο της αντρικής μου τιμής». «Εντάξει. Καταλαβαίνεις ότι κινδυνεύω να χάσω τη δουλειά μου αν μαθευτεί ότι σε άφησα να δεις τον ασθενή ;» «Αφού σου έδωσα το λόγο μου». «Πέντε λεπτά τότε και θα είμαι παρούσα». «Καμιά αντίρρηση, Σάλλυ». Δεν απάντησε, αν και έτρεμε ακόμα από τα νεύρα της. Φώναξε τη Βικτόρια και την έβαλε να ελέγξει τα λογιστικά βιβλία για τυχόν λάθη. «Δε θα αργήσω» την πληροφόρησε κοφτά και, γυρίζοντας στον Τ ζόρντι, είπε: «Από δω». Εκείνος την ακολούθησε αμίλητος κι ανακουφισμένος που βρήκε τρόπο να δει το Ρόμπερτ. Διασχίζοντας στοές και διαδρόμους, τον οδήγησε από το μακρύτερο αλλά λιγότερο χρησιμοποιούμενο δρόμο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους στην πτέρυγά του. «Βγάλε αυτές τις βαριές μπότες» πρόσταξε στην πόρτα. «Θα τους ξυπνήσεις όλους». Ο Τ ζόρντι, καθώς περνούσε κλεφτά μπροστά από το γραφείο της νοσοκόμας, είδε ανακουφισμένος πως ήταν σκυμμένη σε μια στοίβα χαρτιά και δεν καταλάβαινε τι γινόταν γύρω της. «Δε θα μας δει αν δεν κάνεις φασαρία». Η Σάλλυ έδειξε έναν πλαϊνό θάλαμο. «Εκεί είναι. Μην αργήσεις». Κρυφοκοίταξε στο διάδρομο. «Θα περιμένω


εδώ και θα προσέχω μην έρθει κανένας». Ο Τ ζόρντι είχε μια ερώτηση. «Με ποιο όνομα τον έχετε γραμμένο;» «Δεν είπες πως είναι φίλος σου;» παρατήρησε ξαφνιασμένη. «Είναι». Ο Τ ζόρντι έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα μια δικαιολογία. «Τ ο πρόβλημα είναι πως αλλάζει τόσο συχνά ονόματα, που δεν ξέρω πώς να τον λέω». Τ ον κοίταξε καχύποπτα. «Να τον λες Ρόμπερτ» απάντησε. «Ρόμπερτ Σάλλιβαν. Αυτό το όνομα βρήκαμε πάνω του». Νευρικός κι αβέβαιος για το τι θα αντίκριζε, ο Τ ζόρντι προχώρησε αθόρυβα. Τ ο δωμάτιο του αρρώστου ήταν μικρό και κακοφωτισμένο . Ένας γλόμπος έριχνε το φως του στον άντρα που βρισκόταν στο κρεβάτι από κάτω. Υπήρχε επίσης μια μυρωδιά, η αηδιαστική μυρωδιά όλων των νοσοκομείων, πυκνή και στυφή,που κάλυπτε τη γλώσσα και πότιζε το δέρμα. Ο αέρας ήταν τόσο βαρύς απ’ αυτή, που ο Τ ζόρντι δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Προς στιγμή τού ήρθε να κάνει μεταβολή και να φύγει, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει τώρα που ανακάλυψε ότι ζούσε ο άτυχος άντρας. Πλησίασε με την ψυχή στο στόμα. «Γεια». Η φωνή του ήταν σιγανή xat τρεμάμενη. «Είμαι ο Τ ζόρντι. Ήρθα να…» Ξαφνικά,τον είδε και βούλιαξε η καρδιά του. Ο Ρόμπερτ ήταν ολόκληρος τυλιγμένος με επιδέσμους, Τ α πόδια του ήταν κρεμασμένα τριάντα πόντους πάνω από το κρεβάτι και τα βαλμένα στο γύψο μπράτσα του τεντωμένα και δεμένα στα πλευρά με ένα φαρδύ δερμάτινο ιμάντα. Διακρίνονταν μόνο οι άκρες των δαχτύλων του’ τα μακριά ωραία δάχτυλα ήταν τώρα δεμένα σε λεπτούς νάρθηκες. «Θεέ μου!» Τ ο πρόσωπο και το κεφάλι του Ρόμπερτ τράβηξαν το έντρομο βλέμμα του Τ ζόρντι. Τ ο πρόσωπο ήταν καλυμμένο με επιδέσμους και υπήρχαν μόνο δύο μικρές σχισμές στη θέση των


ματιών, αν και, κατά τα φαινόμενα, ο Ρόμπερτ είχε καιρό να δει με αυτά τα μάτια. Η κορυφή του κεφαλιού ήταν ξυρισμένη, με παράξενα βαθουλώματα σε ορισμέ\ α σημεία και πρηξίματα σε άλλα. «Ω, Θεέ μου!» βογκούσε ξανά και ξανά ο Τ ζόρντι. «Ω, Θεέ μου, κοίτα τι σου έκανε!» Ξανάφερε στο νου του πώς ήταν ο Ρόμπερτ εκείνη τη νύχτα, ψηλός και καλοφτιαγμένος, παρά το άγχος του ένας άνθρωπος γεμάτος ζωντάνια, που μίλαγε για τα παιδιά του κι ανυπομονούσε να τα πάρει και να φύγει. «Ο Θεός να μας συγχωρήσει». Κι άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Δάκρυα αυλάκωναν τα μάγουλά του και γέμιζαν αλμύρα το στόμα του. Δεν περίμενε να βρει αυτό τον ωραίο άντρα σε τέτοια κατάσταση και δεν άντεξε το θέαμα. Άπλωσε τα τραχιά χέρια του και τα ακούμπησε τρυφερά στα δεμένα χέρια του Ρόμπερτ. «Ήρθα να σου ζητήσω συγνώμη» ψιθύρισε με ραγισμένη φωνή. «Δεν ήθελα να συμβεί αυτό. Δεν μπόρεσα να τον σταματήσω,βλέπεις. Μη νομίζεις όμως ότι πως θα του ρίξω όλο το φταίξιμο, γιατί δε θα το κάνω. Α, όχι! Φταίω κι εγώ, γιατί έπρεπε να τον είχα σταματήσει από καιρό». Δεν πήρε απόκριση -άλλωστε δεν περίμενε να πάρει-, έσκυψε το κεφάλι κι έσφιξε απαλά τα δάχτυλα του Ρόμπερτ. «Θα ξανάρθω να σε δω αν μου το επιτρέψουν» τον βεβαίωσε. «Θέλω να επανορθώσω, βλέπεις». Η φωνή του έτρεμε ακόμα και δεν μπορούσε να μιλήσει για ένα λεπτό, αλλά μετά εκμυστηρεύτηκε: «Από εκείνη τη νύχτα έχω χάσει τον ύπνο μου. Ξαγρυπνούσα και σε σκεφτόμουνα και μετά αποκοιμιόμουνα και σ’ έβλεπα να πέφτεις στις ρόδες της άμαξας και να… να σε παρασέρνουν τα άλογα». Τ α δάκρυα κυλούσαν ασυγκράτητα, τον τύφλωναν, κι απόστρεψε το βλέμμα του. Πάνω στην ώρα άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η Σάλλυ. «Ώρα να πηγαίνουμε». Κι ύστερα έκλεισε βιαστικά την πόρτα λέγοντας: «Κάποιος έρχεται! Περίμενε μισό λεπτό».


Ο Τ ζόρντι έστρεψε ξανά το βλέμμα του στο Ρόμπερτ. «Πρέπει να φύγω» του είπε «αλλά θα ξανάρθω, να είσαι σίγουρος!». Σκούπισε τα δάκρυα, ρούφηξε τη μύτη του, ίσιωσε τους ώμους και τραβήχτηκε. «Θα προσεύχομαι για σένα, φίλε -για σένα και την οικογένειά σου. Σ’ το υπόσχομαι. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω». Καθώς γύριζε να φύγει, του φάνηκε πως άκουσε ένα θόρυβο , σαν θρόισμα υφάσματος ή στεναγμό. Ό ,τι κι αν ήταν, τον έκανε να γυρίσει. «Ρόμπερτ;» Δεν πήρε απόκριση κι έσκυψε και ξαναρώτησε: «Ρόμπερτ,τι είναι;». Ένιωσε μια αντίδραση, αν και δεν την είδε. Κι ύστερα είδε! Μέσα από τις σχισμές των επιδέσμων διέκρινε ένα αμυδρό λαμπύρισμα στα ανοιχτά μάτια του Ρόμπερτ. Τ ον κοίταζε κατάματα! Ξαφνιασμένος, ο Τ ζόρντι τραβήχτηκε ενστικτωδώς. «Χριστέ Μεγαλοδύναμε!» Έσκυψε πάλι ντροπιασμένος και κοίταξε αυτά τα σκοτεινά ανταριασμένα μάτια μέσα από τους επιδέσμους. «Τ ι είναι; Τ ι προσπαθείς να μου πεις;» Τ ου φάνηκε πως διέκρινε στο λιγοστό φως μια σπίθα αντίληψης. «Θέλεις τη νοσοκόμα; Θα τη φωνάξω, μην ανησυχείς». Έκανε να τραβηχτεί και ταράχτηκε όταν τα ακροδάχτυλα του Ρόμπερτ άγγιξαν το χέρι του και τον κράτησαν εκεί. «Τ ι είναι τότε;» Ο Τ ζόρντι έμεινε κοντά του, με εξημμένη την περιέργεια. «Δε θέλεις να φωνάξω τη νοσοκόμα… θέλεις κάτι άλλο;» Πρώτη φορά αντιμετώπιζε τέτοια κατάσταση και δεν ήξερε τι να κάνει. «Είναι κάτι που είπα;» Σκέφτηκε τα τελευταία λόγια του. «Θέλεις να προσεύχομαι για σένα; Ναι, φυσικά, θα προσεύχομαι. Σ’ το υποσχέθηκα». Τ α σκοτεινά μάτια συνέχισαν να τον ικετεύουν. «Όχι; Τ ότε τι;» Προσπάθησε απεγνωσμένα να σκεφτεί. «Τ ι είπα… κάτι για την οικογένειά σου;»


Τ α μάτια μαλάκωσαν. Ο Ρόμπερτ ήξερε βαθιά μέσα στην καρδιά και στην ψυχή του, όπου η ζημιά ήταν μικρότερη, ότι μπορούσε να εμπιστευτεί αυτό τον άνθρωπο. Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε, ελπίζοντας να καταλάβει ο άλλος. «Θεέ μου!» Ο Τ ζόρντι κατάλαβε πως άγγιξε τη σωστή χορδή. «Ώστε είναι η οικογένειά σου, έτσι;» Ο Ρόμπερτ ένιωσε την καρδιά του να πλημμυρίζει ανακούφιση . Δεν μπορούσε να απαντήσει ούτε καν με ένα γνέψιμο, αλλά έπρεπε να μιλήσει σε αυτό τον άνθρωπο για τα παιδιά του.Έπρεπε να του δώσει να καταλάβει! Η ανάγκη κι η συγκίνηση τον έπνιξαν. «Χριστέ μου!» Ο Τ ζόρντι είδε τα μάτια του Ρόμπερτ να πλημμυρίζουν δάκρυα και συγκινήθηκε τόσο πολύ. που έχασε τη φωνή του. Ξεροκατάπιε και προσπάθησε να θυμηθεί. «Έχεις χωρίσει από τη γυναίκα σου, αν θυμάμαι καλά;» Ο Ρόμπερτ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Αλλά τα παιδιά; Θα τα έπαιρνες να φύγετε;» Τ α δάχτυλα σφίχτηκαν και τα δάκρυα κύλησαν. Ήταν η πρώτη φορά μετά το δυστύχημα που ο Ρόμπερτ κατάφερνε να επικοινωνήσει με κάποιον. Κι ήταν απίστευτα υπέροχο. Ο Τ ζόρντι δεν ήξερε τι να κάνει. «Δε θέλεις τη γυναίκα σου, αλλά ανησυχείς για τα παιδιά σου, αυτό δεν είναι;» Αυτή η παράξενη αλλά υπέροχη συζήτηση συνεχίστηκε για κάμποσα λεπτά μέχρι να αποσπάσει ο Τ ζόρντι τις απαραίτητες πληροφορίες. «Εντάξει, φίλε. Δεν ξέρω πώς, αλλά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα βρω τα παιδιά σου και θα σ’ τα φέρω». Τ α επόμενα αγωνιώδη λεπτά ο Τ ζόρντι έλεγε το αλφάβητο κι ο Ρόμπερτ ανοιγόκλεινε τα μάτια του στο σωστό γράμμα, μέχρι που σχηματίστηκαν τα ονόματα των παιδιών του.


«Νάνσυ» αναφώνησε χαρούμενα ο Τ ζόρντι «και Τ ζακ. Έτσι λέγονται τα παιδιά, σωστά;». Ο Ρόμπερτ το επιβεβαίωσε κουνώντας τα βλέφαρά του. Αλλά αυτή ήταν η τελευταία του απάντηση, γιατί αμέσως, εξουθενωμένος από την προσπάθεια, βούλιαξε σε ένα βαθύ επικίνδυνο ύπνο. Ο Τ ζόρντι έμεινε λίγο ακόμα κοιτάζοντας με δέος αυτές τις μικρές σχισμές που ήταν τώρα κλειστές και άψυχες. Είχε εξαντληθεί κι αυτός από την προσπάθεια να συνεννοηθεί με το Ρόμπερτ και τώρα ένιωθε βαθιά ταπεινωμένος από το τεράστιο σθένος του άλλου. Η πόρτα άνοιξε ξαφνιάζοντάς τον. «χώρα!» Η Σάλλυ είχε βεβαιωθεί πως ήταν ελεύθερο το πεδίο. «Πρέπει να φύγουμε γρήγορα!» Έγνεψε καταφατικά, αλλά πριν φύγει ξανακοίταξε αυτό το πρόσωπο που δεν ήταν πρόσωπο και τα μάτια του βούρκωσαν από λύπη. «Ησύχασε τώρα» ψιθύρισε στο αυτί του κοιμισμένου άντρα. «Θα κάνω ό,τι μπορώ». Επέστρεψαν χωρίς απρόοπτα στο γραφείο της ρεσεψιόν κι ο Τ ζόρντι ρώτησε τη Σάλλυ αν ήξερε τίποτα για τα παιδιά του Ρόμπερτ. Τ ου είπε ότι δεν ήξεραν αν είχε οικογένεια. «Βρήκαμε το όνομά του μέσα στις μπότες του, αν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να το έχει γραμμένο στις μπότες του κοτζάμ άντρας». Ο Τ ζόρντι ήξερε το λόγο. «Τ ο έκανα κι εγώ» ομολόγησε «όπως και πολλοί άλλοι. Βλέπεις, αν δουλεύεις σε ένα μέρος που πρέπει να αλλάξεις μπότες για να κάνεις τη δουλειά σου, θέλεις να είσαι σίγουρος πως δε θα ισχυριστεί κάποιος άλλος ότι είναι δικές του». «Και γιατί να πρέπει να αλλάξεις τις μπότες σου;» «Τ ο επιβάλλουν οι κανονισμοί». Έδειξε προς την κατεύθυνση από την οποία είχαν έρθει. «Ο φίλος μας δούλευε φορτοεκφορτωτής στα τρένα, έτσι νομίζω, αλλά παλιότερα πρέπει να δούλευε σε χυτήριο


σιδήρου, όπου υπάρχει κίνδυνος να πέσει κάτι στα πόδια σου και να σου λιώσει τα δάχτυλα. Τ α πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν, βλέπεις. Κάποτε το αφεντικό δεν έδινε δεκάρα αν έκανες τη δουλειά σου ξυπόλυτος, αρκεί να την έκανες. Τ ώρα όμως υπάρχουν κανονισμοί, όπως σου είπα, κι οι εργοδότες με φιλότιμο προσφέρουν κατάλληλες μπότες στους εργαζόμενους, εφόσον οι ίδιοι δεν έχουν χρήματα να τις αγοράσουν». Η Σάλλυ έγνεψε. «Καλό αυτό. Ορισμένα εργοστάσια είναι κόλαση. Ξέρω τουλάχιστον δύο άτομα που έχασαν τα δάχτυλα των ποδιών τους κι άλλον ένα που έχασε τη ζωή του». «Όπως σου έλεγα λοιπόν, έχουν επιβληθεί κανονισμοί κι οι εργοδότες δε θέλουν να πληρώσουν πρόστιμο τα μισά κέρδη της χρονιάς. Βέβαια, υπάρχουν κι άλλοι που δεν πήραν ακόμα το μήνυμα». «Εσύ κοίτα τη δουλειά σου!» Βλέποντας τη νεαρή συνάδελφό της,τη Βικτόρια, να πασχίζει να ακούσει τη συζήτησή τους,η Σάλλυ άρχισε να ανησυχεί. «Κοίτα,πρέπει να φύγεις» είπε στον Τ ζόρντι. «Ποτέ δεν είδες αυτόν το δόλιο. Κι εγώ δεν ξέρω κανένα Μάρλον. Κράτα το στόμα σου κλειστό». Δεν ήταν κακή κοπέλα. Ο Τ ζόρντι χαμογέλασε. «Όπως σου είπα ήδη, ο λόγος μου είναι συμβόλαιο. Α, και κάτι που πρέπει να πεις στο γιατρό». Έριξε μια ματιά στο διάδρομο. «Ο Ρόμπερτ μπορεί να επικοινωνήσει, αν έχεις υπομονή. Με τα μάτια του. Κοίταξέ τον στα μάτια και θα καταλάβεις τι έχει στο μυαλό του. Πες το στο γιατρό αυτό». Όταν έφυγε, η Σάλλυ θυμήθηκε την τελευταία του παρατήρηση και χαμογέλασε. «Χμ! Έφυγε, δόξα τω Θεώ. Κι αν νομίζει ότι θα καθίσω να πω στο δόκτορα Μόρρισον τέτοια πράγματα, με περνάει για τρελή σαν εκείνον!» Όταν βγήκε έξω, ο Τ ζόρντι κοίταξε τα αστέρια και γυρόφερε στο


μυαλό του αυτά που είχε μάθει. «Θα κάνω ότι μπορώ» μουρμούρισε «αλλά θα πάρει χρόνο. Δε χωράει αμφιβολία. Πρέπει να βρω δύο παιδιά που λέγονται Νάνσυ και Τ ζακ». Κοίταξε τον ουράνιο θόλο. «Ξέρω, Θεέ μου, πως ήμουνα κακός άνθρωπος, αλλά τώρα προσβλέπω σ’ Εσένα,γιατί θα χρειαστώ βοήθεια. Νάνσυ και Τ ζακ» μονολόγησε. «Τ ο μόνο που έχω είναι αυτά τα ονόματα». Ξανάφερε στο νου του το σακατεμένο κορμί του Ρόμπερτ και τα ανταριασμένα μάτια του και κατάλαβε πως, όσο καιρό κι αν του έπαιρνε, δε θα κατέθετε τα όπλα μέχρι να βρει τα δύο παιδιά.

Μέρος Δεύτερο ΙΟΥΝΙΟΣ 1895 ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΗΤ ΑΝ ΜΙΑ ΛΑΜΠΡΗ ΜΕΡΑ T OT ΙΟΥΝΗ. T o μεσημέρι θ ήλιος μεσουρανούσε στο στερέωμα κι ο ουρανός είχε ένα υπέροχο γαλάζιο χρώμα. Μια μέρα σαν αυτήν, που η αβάσταχτη ζέστη μούσκευε την πλάτη του ανθρώπου και στράγγιζε τη δύναμή του, όλες οι δουλειές έπαυαν στις δώδεκα και ξανάρχιζαν δύο ώρες αργότερα. Τ ουλάχιστον αυτό γινόταν στο αγρόκτημα Γουέδερφιλντ στο χωριουδάκι λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Μπάρνλεϋ, όπου ο Τ ζάστιν Λάιντχερστ είχε υιοθετήσει τον Τ ζακ. Ο Τ ζάστιν εφάρμοζε αυτή την πρακτική κάθε καλοκαίρι εδώ και τριάντα χρόνια κι η σημερινή μέρα δεν αποτελούσε εξαίρεση. «Πρώτη φορά αισθάνομαι τέτοια ζέστη» παραπονέθηκε στη γυναίκα του τη Βιόλα «κι έχω σκάσει από τη δίψα. Δε θα ’λεγα όχι για ένα φλιτζάνι από το καλύτερό σου τσάι και κάνα σάντουιτς με ζαμπόν».


«Πείνασες λοιπόν!» του απάντησε. «Τ έτοια ώρα όμως δε θα ’πρεπε να βρίσκομαι έξω στον ήλιο, αλλά μέσα στο σπίτι». Η Βιόλα Λάιντχερστ μισούσε τον ήλιο και τη ζέστη. Στην πραγματικότητα, μισούσε το κρύο και τη βροχή, το χιόνι και τον αέρα και,πάνω απ’ όλα,τη δουλειά που συνεπαγόταν η ζωή στο αγρόκτημα. Εκείνη λαχταρούσε τη ζωή της μεγαλοκυρίας, που δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει παρά να τεμπελιάζει και να σκορπίζει τα λεφτά απ’ το παράθυρο. «Φυσικά και είμαι καλά!» απάντησε κοφτά. «Γιατί να μην είμαι;» «Έχεις ένα ύφος σαν να ταξιδεύεις μίλια μακριά». «Αλλά δεν ταξιδεύω! Είμαι εδώ, μες στον ήλιο, και λιώνω τα δάχτυλά μου στη δουλειά και γερνάω πριν την ώρα μου». Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Ελπίζω να καλυτερέψουν τα πράγματα μια μέρα…» Όταν θα ’σαι κάτω από το χώμα και θα βάλω στο χέρι ό,τι αφήσεις! σκέφτηκε με απληστία. «Θέλεις λοιπόν σάντουιτς και τσάι, έτσι;» «Σ’ ευχαριστώ, καλή μου. Θα έρθω σε ένα λεπτό». Έκρυψε με δυσκολία την απέχθειά της. «Περιμένεις το μικρό, έτσι;» Προτιμούσε να μην καταλάβει ο άντρας της πόσο μισούσε αυτό το σιχαμένο. Αλλά δεν άντεξε στον πειρασμό να προσθέσει: «Πάντως, του έχεις υπερβολική αδυναμία, αν θες τη γνώμη μου!». «Απλώς, τον προσέχω. Δες πώς κόβει και στοιβάζει τα ξύλα, κι είναι μόλις οχτώ χρονών». «Ναι, αλλά το ίδιο πρόθυμο θα ήταν κάθε άλλο φτωχό παιδί που θα έπαιρνες από το ορφανοτροφείο και θα του πρόσφερες ένα σπιτικό». «Ίσως, αλλά τον βλέπω. Είναι γεννημένος για αγρότης, σ’ το λέω». Περηφάνια και στοργή χρωμάτιζαν τη φωνή του. «Αφού το λες εσύ, άντρα μου».


Κοίταξαν κι οι δυο από την πόρτα του αχυρώνα τον Τ ζακ που έκανε τις δουλειές του. «Έχει τη στόφα του πραγματικού άντρα, δε συμφωνείς, Βιόλα;» Ο Τ ζάστιν Λάιντχερστ μιλούσε με καμάρι όταν αναφερόταν στο μικρό. Όταν έφερε τον Τ ζακ στο αγρόκτημα Γουέδερφιλντ, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πώς θα πήγαιναν τα πράγματα,τώρα όμως που έβλεπε το ζήλο του στη δουλειά ήταν βέβαιος πως πήρε τη σωστή απόφαση. Και, το κυριότερο, το είχε πει αυτό και στον ίδιο τον Τ ζακ. και το παιΠριν από εφτά χρόνια, όταν πέθανε από φυματίωση ο πρώτος της άντρας, αφήνοντάς τη χήρα με ένα μωρό ενός έτους, παντρεύτηκε μες στην απελπισία της τον Τ ζάστιν, με την προσδοκία ότι θα τα τίναζε σύντομα, αφού εκείνος ήταν γύρω στα εξήντα, ενώ αυτή περίπου σαράντα. Μέχρι στιγμής όμως είχε απογοητευτεί οικτρά, παρόλο που ο άντρας της είχε προβλήματα υγείας. Ωστόσο τίποτα δεν έδειχνε ότι θα αποβιώσει σύντομα, με αποτέλεσμα η ιδέα να ρίξει στο φαγητό του ποντικοφάρμακο να της φαίνεται όλο και πιο ελκυστική καθώς περνούσαν τα χρόνια. Και να που τώρα εμφανίστηκε ένας καινούριος κίνδυνος για όσα θα έπρεπε να γίνουν δικά της κάποια μέρα. Ο Τ ζακ, αυτό το καταραμένο παιδί που συμπάθησε τόσο πολύ ο Τ ζάστιν, ήταν ένα αγκάθι στο πλευρό της! Τ ίποτα δε θα την ευχαριστούσε περισσότερο από το να τους ξεφορτωθεί και τους δυο μαζί. Αχ και να συνέβαινε κάποιο δυστύχημα που θα άφηνε εκείνη και την κόρη της εύπορες κληρονόμους! «Κατάπιες τη γλώσσα σου;» Ο Τ ζάστιν, που δε γνώριζε τις εχθρικές σκέψεις της για τον ίδιο και το αγόρι, τη σκούντησε παιχνιδιάρικα. «Τ ι;» Η Βιόλα ήταν μια ψηλή αντρογυναίκα με κόκκινο άχαρο πρόσωπο. Στη μίζερη ζωή της δεν είχε νιώσει ποτέ την επιθυμία να φορέσει ένα ωραίο ρούχο, να βάψει το πρόσωπό της ή να κατσαρώσει τα ίσια καστανά μαλλιά της. Τ α χέρια της ήταν χοντρά


και δυνατά σαν του άντρα της και, αντίθετα με,τον Τ ζάστιν, που τελευταία είχε αρχίσει να αποφεύγει τις πιο σκληρές δουλειές του αγροκτήματος, εκείνη ήταν δυνατή κι ανθεκτική σαν βόδι. «Είσαι καλά, γυναίκα;» Τ ου Τ ζάστιν δεν του άρεσε όταν βυθιζόταν στις σκέψεις της. «Όπως σου είπα, είναι γεννημένος αγρότης» συνέχισε ο Τ ζάστιν. «Εσύ τι λες, γυναίκα;» «Ω, ναι, είναι πολύ καλός». Αναγκάστηκε να το παραδεχτεί, αλλά ήταν σαν να έκοβε το δεξί της χέρι. Ο ηλικιωμένος άντρας την κοίταξε με περιέργεια. «Είσαι σίγουρη ότι τον συμπαθείς;» Γύρισε με ένα χαμόγελο. «Μα μόλις σ’ το είπα». Ανακουφίστηκε. «Ναι, αλλά μήπως το λες για να με ευχαριστήσεις ;» Ήταν πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να νιώθει η γυναίκα του για τον Τ ζακ όπως αυτός. «Τ ην προηγούμενη φορά που είχαμε πάρει ένα αγόρι το κατάτρεχες». «Ποτέ! Απλώς τεμπέλιαζε. Τ ο ξέρεις. Άλλωστε, εσύ τον έδιωξες, όχι εγώ». Στένεψε τα μάτια της. «Ή το ξέχασες;» «Όχι. Έχεις δίκιο. Ο Κλεμ ήταν τεμπέλης. Δεν έκανε για το κτήμα ούτε με σφαίρες. Ήταν λάθος μου που τον πήρα». «Αυτός όμως όχι;» Η Βιόλα είχε καταφέρει να ξεφορτωθεί τον τελευταίο παρείσακτο, ήξερε όμως ότι αυτή τη φορά θα ήταν πολύ πιο δύσκολο, γιατί, όπως είπε ο γερο -αγρότης, ο Τ ζακ ήταν δουλευταράς και ήσυχο αγόρι. Μέχρι στιγμής δεν είχε καταφέρει να στρέψει τον άντρα της εναντίον του. Αλλά υπήρχε χρόνος. Κι είχε πολλούς άσους στο μανίκι της.


Όταν στρώθηκε το τραπέζι με τα σάντουιτς και το τσάι, ο Τ ζάστιν πήγε να πλυθεί. Σκουπίστηκε στο νεροχύτη και είπε: «Φώναξε το μικρό,γυναίκα. Θα ’ναι ψόφιος από την πείνα». Η Βιόλα βγήκε απρόθυμα στην αυλή, όπου δούλευε ο Τ ζακ. «Σε θέλει μέσα» του είπε απότομα. «Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα πάταγες το πόδι σου μέσα στο σπίτι μου, ούτε σήμερα ούτε καμιά άλλη φορά». «Τ ο ξέρω,κυρία». Ο Τ ζακ δεν την κοίταξε. Συνέχισε να δί, ξέροντας ότι υπήρχε κάποιος που πίστευε σ’ εκείνον, προσαρμόστηκε πιο εύκολα στο καινούριο σπιτικό του. «Πολύ τον παινεύεις» μουρμούρισε. «Θα πάρουν αέρα τα μυαλά του». Η Βιόλα δε χώνευε τον Τ ζακ, ό,τι κι αν έκανε, όσο σκληρά κι αν δούλευε. Γενικά, δε χώνευε τα παιδιά,εκτός από την κόρη της από τον πρώτο της άντρα. Η συνομήλικη με τον Τ ζακ Λίζυ ήταν προορισμένη να γίνει μια μάλλον άχαρη κι αδιάφορη κοπέλα και, γι’ αυτόν το λόγο και μόνο, ήταν η χαρά και το καμάρι της μητέρας της’ Η Βιόλα Λάιντχερστ πίστευε με πάθος ότι δε θα βρισκόταν ποτέ άντρας άξιος για την κόρη της. «Τ ον συμπαθείς κι εσύ το μικρό, έτσι δεν είναι;» Η ανήσυχη φωνή του Τ ζάστιν διέκοψε τις σκέψεις της. «Θέλω να πω, ξέρεις πόσο τον συμπαθώ. Θ’ απογοητευτώ πολύ αν δεν αισθάνεσαι κι εσύ το ίδιο». «Ασφαλώς και τον συμπαθώ». Είχε τόσο εύκολο το ψέμα. «Και χαίρομαι που τον πήρες να σου δώσει ένα χεράκι. Σ’ το είχα πει, είναι καλό να σε βοηθάει στο κτήμα ένας άντρας». Η Βιόλα από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να μη δείξει τα αισθήματά της για τον Τ ζακ. Παρίστανε μάλιστα ότι ένιωθε τον ίδιο θαυμασμό και την ίδια στοργή με τον εύπιστο άντρα της. Αλλά, όταν έλειπε ο Τ ζάστιν ή δεν έβλεπε, φερόταν στον Τ ζακ σαν να ήταν κανένας αλήτης που μάζεψαν από το δρόμο ή σκλάβος υποχρεωμένος να τρέχει, να δουλεύει και να ιδρώνει μέχρι να πονέσουν όλα τα


κόκαλα του κορμιού του. Όσο για τον Τ ζακ, ποτέ δεν παραπονέθηκε, ούτε μαρτύρησε την αλήθεια στον άντρα που τον εμπιστεύτηκε. αν και είχε μισήσει αυτή τη γυναίκα με ένα πάθος που του άφηνε μια πικρή γεύση στα χείλη. «Όπως σου είπα, είναι γεννημένος αγρότης» συνέχισε ο Τ ζάστιν. «Εσύ τι λες, γυναίκα;» «Ω, ναι, είναι πολύ καλός». Αναγκάστηκε να το παραδεχτεί, αλλά ήταν σαν να έκοβε το δεξί της χέρι. Ο ηλικιωμένος άντρας την κοίταξε με περιέργεια. «Είσαι σίγουρη ότι τον συμπαθείς;» Γύρισε με ένα χαμόγελο. «Μα μόλις σ’ το είπα». Ανακουφίστηκε. «Ναι, αλλά μήπως το λες για να με ευχαριστήσεις ;» Ήταν πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να νιώθει η γυναίκα του για τον Τ ζακ όπως αυτός. «Τ ην προηγούμενη φορά που είχαμε πάρει ένα αγόρι το κατάτρεχες». «Ποτέ! Απλώς τεμπέλιαζε. Τ ο ξέρεις. Άλλωστε, εσύ τον έδιωξες, όχι εγώ». Στένεψε τα μάτια της. «Ή το ξέχασες;» «Όχι. Έχεις δίκιο. Ο Κλεμ ήταν τεμπέλης. Δεν έκανε για το κτήμα ούτε με σφαίρες. Ήταν λάθος μου που τον πήρα». «Αυτός όμως όχι;» Η Βιόλα είχε καταφέρει να ξεφορτωθεί τον τελευταίο παρείσακτο, ήξερε όμως ότι αυτή τη φορά θα ήταν πολύ πιο δύσκολο, γιατί, όπως είπε ο γερο αγρότης, ο Τ ζακ ήταν δουλευταράς και ήσυχο αγόρι. Μέχρι στιγμής δεν είχε καταφέρει να στρέψει τον άντρα της εναντίον του. Αλλά υπήρχε χρόνος. Κι είχε πολλούς άσους στο μανίκι της. Όταν στρώθηκε το τραπέζι με τα σάντουιτς και το τσάι, ο Τ ζάστιν


πήγε να πλυθεί. Σκουπίστηκε στο νεροχύτη και είπε: «Φώναξε το μικρό,γυναίκα. Θα ’ναι ψόφιος από την πείνα». Η Βιόλα βγήκε απρόθυμα στην αυλή, όπου δούλευε ο Τ ζακ. «Σε θέλει μέσα» του είπε απότομα. «Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα πάταγες το πόδι σου μέσα στο σπίτι μου, ούτε σήμερα ούτε καμιά άλλη φορά». «Τ ο ξέρω,κυρία». Ο Τ ζακ δεν την κοίταξε. Συνέχισε να κόβει ξύλα, αποφασισμένος να μην τη’ς δείξει πόσο τον πλήγωνε. «Μπορώ να φάω στον αχυρώνα» της είπε. «Δε με πειράζει». «Εκεί είναι η θέση σου… στον αχυρώνα με τους άλλους αρουραίους και τα σκουπίδια!» Ο Τ ζακ σταμάτησε τη δουλειά του και γύρισε να την κοιτάξει με το τσεκούρι στο χέρι. «Γιατί με μισείτε τόσο πολύ;» Τ α μαύρα του μάτια γυάλιζαν από έχθρα. Για μια στιγμή τρόμαξε. Κοίταξε αυτά τα μάτια και είδε ότι το μίσος που ένιωθε για κείνον συναγωνιζόταν το μίσος του γι’ αυτήν. Είδε επίσης το τσεκούρι που κρατούσε και το μίσος της έγινε οργή. Τ ον χτύπησε κι άρπαξε το εργαλείο από το χέρι του. «Δε σε μισώ!» γρύλισε. «Σιχαίνομαι ακόμα και το χώμα που πατάς. Αλλά μη φανταστείς ότι θα φτιάξεις την τύχη σου εδώ. Νομίζεις ότι τον έχεις του χεριού σου κι όταν πεθάνει θα σου αφήσει ό,τι έχει και δεν έχει, αλλά δεν πρόκειται! Μπορεί να κέρδισες τη δική του συμπάθεια, υστερόβουλο τέρας, μα τη δική μου ποτέ!» «Κάνετε λάθος,κυρία». Τ ο τελευταίο πράγμα που σκεφτόταν ο Τ ζακ ήταν να επωφεληθεί από τον άνθρωπο που του έδειξε τόση καλοσύνη. «Τ ο μόνο που θέλω είναι να δουλεύω και να τον βοηθάω. Να του δείξω την ευγνωμοσύνη μου». «Ψεύτη!» Τ ον χτύπησε με τη λαβή του τσεκουριού, ρίχνοντάς τον ανάσκελα στη στοίβα με τα ξύλα. «Ένα πράγμα σού λέω, μπάσταρδε. Μόλις φύγει αυτός, έφυγες κι εσύ. Θα σε πετάξω στο δρόμο, εκεί


που είναι η θέση σου. να το ξέρεις!» Ο Τ ζακ σηκώθηκε όρθιος και της απάντησε ανάλογα, αν και δεν είχε νόημα να τσακώνεται μαζί της. «Πόσες φορές πρέπει να σας το πω, κυρία; Δε θέλω τίποτα!» φώναξε. «Έχω σε μεγάλη υπόληψη τον κύριο Λάιντχερστ». «Όσο γι’ αυτό, είμαι σίγουρη, γιατί περιμένεις να κληρονομήσεις το γερο-βλάκα, αλλά να θυμάσαι τι σου είπα: Αν φύγει, θα φύγεις κι εσύ, κι αν μπορέσω να βρω τρόπο να σε ξεφορτωθώ νωρίτερα, να ’σαι σίγουρος ότι θα φύγεις τόσο γρήγορα, που θα βγάλεις φτερά στα πόδια σου». «Αν ήταν εδώ ο κύριος Λάιντχερστ, δε θα τα λέγατε αυτά». «Έξυπνο παιδί. Πιστεύω πως είσαι πολύ έξυπνος που δεν του μαρτυράς τις κουβεντούλες μας. Αλλά πάλι, έτσι εξυπηρετούνται καλύτερα τα ύπουλα σχέδιά σου, έτσι δεν είναι; Αν ήξερε πως σε κατατρέχω, θα ήταν ακόμα πιο προστατευτικός απέναντί σου, κι αυτό δε θα το ανεχόμουνα, σωστά;» «Είσαστε τρελή! Γιατί κάθομαι και σας ακούω;» Κόντευε να κλάψει από το θυμό του κι η φωνή του έτρεμε από την ένταση. «Δεν έχω κανένα ύπουλο σχέδιο. Εσείς είσαστε ύπουλη. Ο κύριος Λάιντχερστ είναι θαυμάσιος άνθρωπος. Τ ου άξιζε κάτι καλύτερο από σας. Ο μπαμπάς μου με παράτησε σαν να ήμουνα ένα τίποτα. Και μετά έκανε το ίδιο κι η αδερφή μου. Αλλά όχι ο κύριος Λάιντχερστ! Αυτός με πήρε από εκείνο το άθλιο ορφανοτροφείο στο Μπέντφορντ και μου πρόσφερε δουλειά και σπίτι. Είναι ο μόνος φίλος που έχω και θα κάνω ό,τι μπορώ για να τον ξεπληρώσω. Μετά θα φύγω από δω, μην ανησυχείτε». «Βιόλα;Τ ζακ; Γιατί αργείτε;» φώναξε ο Τ ζάστιν από το σπίτι. «Θα κρυώσει το φαγητό!» Ο Τ ζακ και η γυναίκα δεν απάντησαν,γιατί κοιτάζονταν στα μάτια, προσπαθώντας να κάνει ο ένας τον άλλο να τα χαμηλώσει, οπότε ο


Τ ζάστιν βγήκε από το σπίτι και απευθύνθηκε στον Τ ζακ καθώς πλησίαζε. «Έλα,παιδί μου. Είναι ώρα να ξεκουραστείς». «Μόλις ετοιμαζόμουν να έρθω, κύριε». Ο Τ ζακ τίναξε τη σκόνη από πάνω του,τέντωσε την πλάτη του και σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. «Η κυρία Λάιντχερστ είπε ότι με θέλετε». Τ ης έριξε ένα φονικό βλέμμα. «Δεν είχα τελειώσει, αλλά τώρα είμαι έτοιμος». Τ ο γεύμα ήταν μια δοκιμασία για τον Τ ζακ. Ένιωθε απαίσια που καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τη γυναίκα που τον μισούσε. Πικαριζόταν επίσης που είχε τη δύναμη να τον ταράζει κάθε φορά που τον κοιτούσε ή τον πετύχαινε μονάχο του να δουλεύει στα χωράφια. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που φρόντιζε να τον βρει για να τον μειώσει και να τον ταπεινώσει, ειδικά μπροστά στη Λίζυ, πράγμα που ήταν φοβερά οδυνηρό για κείνον. Μέσα του υπήρχε ένας άσβεστος αδιάλλακτος θυμός γι’ αυτό που του έκαναν η μητέρα του κι ο πατέρας του, ακόμα κι η Μαίρη. Αν τον αγαπούσαν, δε θα τον εγκατέλειπαν με αυτό τον τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος εξακολουθούσε να τους αγαπάε? και να τους χρειάζεται, μα δε θα τους συγχωρούσε ποτέ γι’ αυτό το φέρσιμό τους στον ίδιο και στη Νάνσυ. Όμως η Νάνσυ ήταν αυτή που είχε ραγίσει την καρδιά του. Κι όμως, κατά βάθος δεν ένιωθε θυμό για κείνη. Μόνο πόνο κι απογοήτευση. Ακόμα και τώρα, αν τον καλούσε, θα έτρεχε κοντά της. Μα δε θα τον καλούσε. Μετά τον τρόπο που έφυγε, χωρίς ούτε ένα αντίο, ο Τ ζακ πίστευε πως τον είχε βγάλει για πάντα από τη ζωή της. Η αλήθεια ήταν πως, αν δεν υπήρχαν ο κύριος Λάιντχερστ κι η προγονή του, η Λίζυ, θα το είχε σκάσει ήδη. Στα πρόσωπά τους όμως βρήκε δύο πολύτιμους φίλους και, πληγωμένος κι ευάλωτος καθώς ήταν, δεν ήταν διατεθειμένος να τους χάσει. Έτσι, έφαγε το σάντουιτς του κι απάντησε στις ερωτήσεις που του έκαναν κι όταν του χαμογέλασε η γυναίκα τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, γιατί ήξερε πως έβλεπε ο κύριος Λάιντχερστ.


«Ωραία λοιπόν» σχολίασε η Βιόλα με καλοσυνάτη φωνή που τον εκνεύρισε. «Και τώρα ας γυρίσουμε στις δουλειές μας, ε, αγόρι μου;» Η απάντηση σφήνωσε στο λαιμό του. Μόνο όταν παρενέβη ο κύριος Λάιντχερστ σήκωσε τα μάτια. «Συμβαίνει τίποτα, παιδί μου;» Ο Τ ζάστιν Λάιντχερστ τον κοίταζε από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. «Για δες,γυναίκα!» είπε στη Βιόλα. «Ο Τ ζακ μας δεν έφαγε τίποτα σχεδόν!» Η Βιόλα κοίταξε το πιάτο του Τ ζακ και παράστησε την ταραγμένη. «Θα αρρωστήσεις αν δεν τρως το φαγητό σου». Σηκώθηκε από την καρέκλα της και πήρε το πιάτο του παιδιού. «Δε σ’ αρέσουν τα σάντουιτς, το βλέπω. Περίμενε και θα σου φέρω κάτι άλλο. Έχει μείνει λίγη κρεατόπιτα». Έσκυψε στον Τ ζακ με ένα μοχθηρό χαμόγελο. «Δε θέλουμε να μείνεις πεινασμένος, έτσι; Μικρό παιδί, που δουλεύεις σαν άντρας με το τσεκούρι και τα σχετικά. Ο κύριος Λάιντχερστ έχει δίκιο. Πρέπει να κρατήσεις τις δυνάμεις σου,αλλιώς ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθεις». Ο Τ ζακ ένιωσε να απειλείται και σηκώθηκε βιαστικά από το τραπέζι. «Ευχαριστώ, είμαι εντάξει». Η απάντησή του απευθυνόταν στον άντρα. «Περισσότερο διψούσα παρά πεινούσα». Ο Τ ζάστιν έδειξε, όπως πάντα, κατανόηση. «Ο ήλιος φταίει… καίει πολύ αυτή την εποχή». Απευθύνθηκε στη γυναίκα του, λέγοντάς της: «Γέμισε ένα μπουκάλι με κρύο τσάι, καλή μου. Είναι το καλύτερο φάρμακο για τη δίψα. Α,τύλιξέ του κι ένα κομμάτι κρεατόπιτα. Θα βρει ευκαιρία να τη φάει καθώς θα πηγαίνουμε στα χωράφια». Γέλασε εύθυμα. «Βάλε ένα και για μένα». Στράφηκε στον Τ ζακ. «Η δουλειά ανοίγει την όρεξη του άντρα, σωστά;» Τ ο γέλιο του ηλικιωμένου άντρα ήταν μεταδοτικό και το πλατύ χαμόγελο στο απλοϊκό πρόσωπό του ζέστανε την καρδιά του Τ ζακ. «Μάλιστα, κύριε, έτσι είναι». Ο Τ ζάστιν σηκώθηκε από την καρέκλα του κι ανακλαδίστηκε. «Για να σας πω την αλήθεια, θα ήθελα να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα, αλλά


υπάρχουν τόσο πολλές δουλειές να γίνουν, που θα ένιωθα τύψεις αν ξάπλωνα στο κρεβάτι». Η ιδέα ότι θα μπερδευόταν ο άντρας της μες στα πόδια της έκανε τη Βιόλα να του υπενθυμίσει αυστηρά: «Πήγαινε στη δουλειά σου, γιατί, όπως είπες, θα σε φάει η έγνοια». Η ωραιότερη ώρα της μέρας ήταν όταν τον έβλεπε να παίρνει το μονοπάτι και να χάνεται από τα μάτια της. Κλείνοντας το μάτι στον Τ ζακ, έγνεψε. «Έχει δίκιο. Κουρασμένος ξε.-κουρασμένος, δεν υπάρχει χρόνος για ύπνο. Είπα ότι θα ανοίξω τη λίμνη στους ψαράδες και θα το κάνω. Για να β^άλω λεφτά πρέπει να αρχίσουν να ψαρεύουν και για να αρχίσουν να ψαρεύουν πρέπει να ανοίξω το δρόμο για τη λίμνη». Έτριψε τα χέρια του κι έκλεισε ξανά το μάτι. «Ένα σελίνι την ημέρα από κάθε ψαρά είναι καλά λεφτά. Όταν μαθευτεί, θα μαζεύω περισσότερα από όσα βγάζω όλο το χρόνο πουλώντας αγελάδες και δαμάλες». Πήρε το καπέλο του από την κρεμάστρα, το φόρεσε κι εκείνο κάθισε στη συνηθισμένη θέση του, πάνω ακριβώς από τα αυτιά του, σαν αναποδογυρισμένη πουτίγκα της γυναίκας του. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, φλυαρούσε. «Δε θέλω να περνάνε οι ψαράδες από τα βοσκοτόπια μου και να ανοίξουν μόνιμο μονοπάτι εκεί που τους βολεύει». Ο ηλικιωμένος άντρας καμάρωνε για τα φροντισμένα βοσκοτόπια του. Πριν λίγο καιρό, όταν σχολίασε κάποιος ντόπιος ότι τα βοσκοτόπια του έμοιαζαν περισσότερο με πάρκο, καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. Τ ώρα χασμουρήθηκε βαθιά. «Έχω αρχίσει να γερνάω». Περίμενε άλλο ένα λεπτό να ετοιμάσει τις κρεατόπιτες η γυναίκα του, φλυαρώντας. «Βλέπεις, Τ ζακ, πρέπει να φτιάξω καινούριο μονοπάτι από την παλιά είσοδο στην άλλη πλευρά του δάσους. Έχει μείνει χρόνια αχρησιμοποίητο και μας περιμένει πολλή δουλειά, σ’ το λέω». Ο Τ ζακ παραξενεύτηκε. «Δεν ήξερα ότι υπάρχει κι άλλη είσοδος στο κτήμα σας».


«Α, ναι. Έχει να χρησιμοποιηθεί από…» Έξυσε σαστισμένος το κεφάλι του. «Από τόσο παλιά, που δε θυμάμαι. Ξέρω όμως ότι, αν ανοίξουμε καινούριο μονοπάτι από την παλιά είσοδο,που θα περνάει μέσα από το δάσος, θα είναι εύκολο να τό ακολουθήσεις και να βγεις στη λίμνη. Έτσι ,οι ψαράδες θα μπαίνουν και θα βγαίνουν χωρίς να ενοχλούν τις αγελάδες, κι ούτε θα ξέρω αν ήρθαν». Έκλεισε πονηρά το μάτι. «Μέχρι την Παρασκευή, που θα πηγαίνω να πάρω τα χρήματα». Έγειρε στο πλάι το κεφάλι κι έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό του. «Χωρίς να θέλω να το παινευτώ, είναι καλό σχέδιο». Ο Τ ζακ συμφώνησε. «Καλό ακούγεται». «Α, ναι, αυτό να λέγεται,γιε μου. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Αφού θα βγάλουμε λεφτά, πρέπει να το κάνουμε με κέφι,χωρίς γκρίνιες. Κι όταν τελειώσουμε με το δάσος, θα πρέπει να καθαρίσουμε τη λίμνη. Μα δε θα το κάνουμε μόνοι μας, κανόνισα να έρθουν να μας βοηθήσουν τρεις καλοί άνθρωποι από το Χάργουντ. Είναι μεγάλη δουλειά το καθάρισμα της λίμνης». Βόγκηξε από τα βάθη της καρδιάς του. «Κουράζομαι και μόνο που το σκέφτομαι!» «Θα ανοίξω εγώ το μονοπάτι στο δάσος αν θέλετε να ξαπλώσετε». Ο Τ ζακ άρπαξε την ευκαιρία να δείξει την αξία του. «Μου έχετε μάθει πώς να χρησιμοποιώ το τσεκούρι και ξέρω να προσέχω για φίδια στα χορτάρια. Σας παρακαλώ, κύριε… Ξέρω να το κάνω!» Τ ο πρόσωπό του είχε κοκκινίσει από ενθουσιασμό. Ο Τ ζάστιν αγκάλιασε από τους ώμους τον Τ ζακ. «Άσε το γέρο να σε βοηθήσει, για σήμερα μόνο, εντάξει;» Ξαφνικά, έβαλε τα γέλια. «Κι αν μπερδεύομαι στα πόδια σου, μπορείς να με ξαποστείλεις σπίτι. Μη νομίζεις ότι θα θυμώσω… επειδή είμαι το αφεντικό». Έριξε ένα νευρικό βλέμμα στην αγέλαστη γυναίκα του. «Αλλά μπορείς να με ξαποστείλεις, δε θα παρεξηγηθώ». Λίγη ώρα αργότερα έφευγαν από το μονοπάτι μέ το κολατσιό τους


τυλιγμένο σε ένα κομμάτι μουσελίνα και κρεμασμένο στη ζώνη τους. Η Βιόλα τούς κοίταζε. «Μακάρι να πέσετε κι οι δυο στη λίμνη και να πνιγείτε» γρύλισε. «Δε θα μου λείψει κανένας σας». Τ ους έβριζε και τους βλαστημούσε μέχρι που μπήκαν στο δάσος και χάθηκαν από τα μάτια της. Μετά μπήκε στην κουζίνα κι έβγαλε το άχτι της πλένοντας τα πιάτα. Έβρισε σαν βαρκάρης όταν πέταξε ένα πιάτο στην εμαγιέ λεκάνη και την πιτσίλισαν στο πρόσωπο οι σαπουνάδες. «Αυτό το αναθεματισμένο αγόρι νομίζει ότι θα μου τη φέρει!» Σκούπισε το πρόσο3πό της με την πατσαβούρα. «Αλλά ας κάνει όρεξη. Δεν τελείωσα ακόμα μαζί του, κάθε άλλο ». Ο Τ ζακ βάδιζε με ζωηρό βήμα και το τσεκούρι του στον ώμο δίπλα στον άντρα που τον έκανε να νιώθει τόσο περήφανος. «Μου αρέσει το δάσος» εκμυστηρεύτηκε. «Μερικές φορές, όταν τελειώνω τις δουλειές μου, μου αρέσει να κάθομαι και να αφουγκράζομαι όλα τα ζώα γύρω μου. Μια φορά είδα ένα ελάφι -τι όμορφο που ήταν». Κοίταξε τον Τ ζάστιν με μάτια που έλαμπαν από θαυμασμό. «Ήρθε πολύ κοντά, τόσο κοντά, που θα μπορούσα να το αγγίξω. Είδα όλα τα χρώματα του τριχώματος του». Ο Τ ζάστιν τού χαμογέλασε. «Δεν είχες ξαναδεί ελάφι;» Ο Τ ζακ έγνεψε αρνητικά κι όταν τον τύλιξε η θλίψη ο ηλικιωμένος άντρας δεν του έκανε άλλες ερωτήσεις. Τ ο επόμενο μισάωρο περπατούσαν χωρίς να βιάζονται ανάμεσα στις αγελάδες και στα μικρά τους που βοσκούσαν στα λιβάδια. Έφτασαν σε ένα ύψωμα και μπήκαν στο δάσος, αλλά ο Τ ζακ βάδιζε ακόμα σκυφτός, βυθισμένος σε μια σιωπή που ο Τ ζάστιν δε θέλησε να σπάσει. Ο Τ ζακ διατήρησε τη σιωπή του καθώς προχωρούσαν, μέχρι που τον ρώτησε ήρεμα ο Τ ζάστιν: «Μου επιτρέπεις να σου δώσω μια συμβουλή, παιδί μου;».


«Μάλιστα, κύριε». Ο Τ ζακ τον θεωρούσε τον πιο σοφό άνθρωπο του κόσμου. Ο γερο-αγρότης έκοψε το βήμα και είπε με καλοσυνάτη φωνή στον Τ ζακ: «Κάθε φορά που με στεναχωρεί κάτι, ανακουφίζομαι όταν το κουβεντιάζω με κάποιον». Ο Τ ζακ τού έριξε ένα βλέμμα κι η καρδιά του ηλικιωμένου άντρα ράγισε βλέποντας τα ανταριασμένα μάτια του. «Δε στεναχωριέμαι, κύριε» απάντησε ο Τ ζακ. «Απλώς σκεφτόμουνα». Ο Τ ζάστιν συνέχισε το δρόμο του. «Τ ον μπαμπά σου;» Ο Τ ζακ αιφνιδιάστηκε και δεν απάντησε αμέσως. Κι όταν μίλησε,η φωνή του ήταν γεμάτη πίκρα. «Γιατί να τον σκέφτομαι; Αυτός δεν ενδιαφέρεται για μένα! Ούτε για την αδερφούλα μου!» Υπήρχε θυμός μέσα του και πόνος και μια απορία που δεν μπορούσε να λυθεί. «Δε νομίζεις όμως ότι θα σε ανακούφιζε να μιλήσεις για εκείνον; Βλέπεις,παιδί μου, δε μου είπες ποτέ τι συνέβη… όχι ότι είναι δουλειά μου, αλλά ίσως σε βοηθήσει να βάλεις τις σκέψεις σου σε τάξη». «Δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα». «Όπως προτιμάς. Δε θα σε ξαναρωτήσω, αλλά να θυμάσαι πως είμαι εδώ αν θελήσεις να ξαλαφρώσεις την καρδιά σου». «Ευχαριστώ, κύριε». Δεν ήθελε όμως να ξαναπιάσει στο στόμα του το όνομα του πατέρα του και της μητέρας του μετά από αυτό που έκαναν σε κείνον και τη Νάνσυ. Όσο για τη Μαίρη, ήξερε πως το φταίξιμο ήταν δικό του, αλλά ήταν κάτι που δεν άντεχε να το σκέφτεται. «Δεν κάνει τίποτα». Ο Τ ζάστιν όμως είχε να πει και κάτι άλλο. «Κοίτα, αν δε σε πειράζει, υπάρχει κάτι που θέλω να σου πω».


Έφτιαξε η διάθεση του Τ ζακ. «Ευχαρίστως!» «Τ ώρα που γνωριστήκαμε κάπως καλύτερα, μπορείς να σταματήσεις να με λες “ κύριο” και να μου μιλάς στον πληθυντικό. Με κάνεις να νιώθω σαν αριστοκράτης αντί για γερο-αγρότης». « Ω,κύ…» Σταμάτησε. «Είσαστε σίγουρος;» Ο Τ ζάστιν χάιδεψε τα μαλλιά του. «Και βέβαια, αλλιώς δε θα σ’ το ζητούσα». «Ευχαριστώ». Ανασήκωσε το πιγούνι, ίσιωσε τους ώμους και πρόφερε με άνεση το όνομα: «Τ ζάστιν!» Ο ηλικιωμένος άντρας γέλασε δυνατά. «Έτσι μπράβο!» Ο Τ ζακ σκέφτηκε κάτι που παραλίγο να του καταστρέψει τη χαρά. «Και τι θα πει η κυρία Λάιντχερστ όταν το μάθει;» «Δε θα την πειράξει, αλλά, ακόμα κι αν την πειράξει, θα της εξηγήσω πως ήταν δική μου ιδέα και δε θέλω να ακούσω κουβέντα γι’ αυτό το θέμα. Εντάξει;» Κούνησε το δάχτυλό του. «Αλλά. προς Θεού, μη σου περάσει από το νου να φωνάξεις τη γυναίκα μου με το μικρό της όνομα. Έχει παλιά μυαλά η Βιόλα μου». «Όχι βέβαια». Και μόνο στην ιδέα να φωνάξει τη γυναίκα με το μικρό της όνομα επαναστατούσε όλο του το είναι. Ο Τ ζάστιν κούνησε το κεφάλι. «Ωραία λοιπόν». Συνέχισαν αμίλητοι το δρόμο τους και λίγο αργότερα ο Τ ζάστιν μίλησε πάλι. «Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση, παιδί μου;» Ο Τ ζακ ανάβλεψε πάλι γεμάτος περιέργεια,απολαμβάνοντας την αίσθηση της συντροφικότητας καθώς αποκαλούσε ξανά με το όνομά του τον αγρότη. «Ό,τι θέλεις, Τ ζάστιν!» Ένιωθε υπέροχα. Ο Τ ζάστιν σταμάτησε το αγόρι και το έπιασε από τους ώμους. Στο


πρόσωπό του υπήρχε μια έκφραση ανησυχίας καθώς συνέχιζε σιγανά: «Ξέρω ότι δε θα μπορέσω ποτέ να αντικαταστήσω αυτό που έχασες και φαντάζομαι πόσο υποφέρεις, αλλά, βλέπεις, δεν είχα ποτέ μου γιο. Δεν είχα ποτέ μου παιδί, παρόλο που η Λίζυ είναι γλυκό κοριτσάκι και την αγαπώ με όλη μου την καρδιά». Τ ο αχνό παράξενο χαμόγελό του φανέρωνε την αλήθεια των λόγων του. «Μα κάθε άντρας χρειάζεται ένα γιο. Μια μέρα θα το καταλάβεις». Σταμάτησε και χάιδεψε τα πυκνά μαλλιά του Τ ζακ καθώς πάσχιζε να βρει τα σωστά λόγια. «Αυτό που θέλω να πω είναι ότι πήγα στο ορφανοτροφείο να δω αν μπορούσα να βοηθήσω ένα παιδί -αγόρι-, ναι, αυτό είχα κατά νου. Για χάρη μου και για να υπάρχει κάποιος να φροντίζει τη Λίζυ». Σταμάτησε και πάλι. Δυσκολευόταν να πει στον Τ ζακ αυτό που είχε στην καρδιά του. Δεν ήθελε να νομίζει το αγόρι πως προσπαθούσε να κουμαντάρει τη ζωή του ή να αντικαταστήσει τον πατέρα του, που, όπως φαινόταν, αγαπούσε ακόμα, παρόλο που τον εγκατέλειψε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε σιγανά πέντε υπέροχες λέξεις που ζέσταναν την καρδιά του Τ ζακ. «Θέλω να γίνεις γιος μου». Τ ο χαμόγελο του ηλικιωμένου άντρα αγκάλιασε τον Τ ζακ σαν ζεστή φωτιά σε παγερή νύχτα. «Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος, το ομολογώ». Γέλασε. «Ήσουν φοβερός, οργίλος κι ατίθασος κι έκανες ό ,τι μπορούσες για να δυσκολέψεις τη ζωή μου. Δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι κάποια στιγμή σκέφτηκα να σε στείλω πίσω!» Σταμάτησε με πρόσωπο ρυτιδωμένο από συγκίνηση. «Κι ύστερα είδα πόσο υπέφερες μέσα σου και κατάλαβα ότι έπρεπε να απαλλαγείς από το θυμό σου. Ω, ξέρω πως δεν έσβησε τελείως, όχι ακόμη, αλλά δεν είσαι πια κακό παιδί και χαίρομαι γι’ αυτό». Κούνησε απαλά τους ώμους του Τ ζακ. «Είδα την αγάπη σου για το ύπαιθρο, είδα την καλοσύνη που ’χεις μέσα σου και είμαι περήφανος για σένα!» Ο ηλικιωμένος άντρας ένιωσε τα μάτια του να βουρκώνουν και


συγκράτησε τα δάκρυά του. «Αν μου χάριζε ένα γιο ο Θεός, θα ’θελα να ’ναι σαν εσένα». Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα, συγκρατώντας τα προδοτικά δάκρυα, και χαμογέλασε στον Τ ζακ με πατρική αγάπη. «Λοιπόν! Τ ι λες, Τ ζακ, παιδί μου… θέλεις να γίνεις γιος μου;» Ο Τ ζακ, βαθιά συγκινημένος, χαμήλωσε τα μάτια του. Αγαπούσε τον αληθινό πατέρα του και τη Μαίρη, ακόμα και τη μητέρα του, που δεν του είχε πει ποτέ ότι τον αγαπούσε, αλλά του γύρισαν όλοι την πλάτη, όπως και στη Νάνσυ. Και να που τώρα αυτός ο υπέροχος άνθρωπος που είχε αγαπήσει του ζητούσε να γίνει γιος του. Δυσκολευόταν να το πιστέψει. Ο ηλικιωμένος άντρας απολογήθηκε, νομίζοντας πως είχε προσβάλει τον Τ ζακ. «Συγνώμη, παιδί μου. δεν έπρεπε να…» Σταμάτησε απότομα όταν ο Τ ζακ άρχισε να κλαίει. Δυνατοί ασυγκράτητοι λυγμοί τράνταζαν το νεανικό κορμί του. Τ ο αγόρι, ανίκανο να μιλήσει, αγκάλιασε από τη μέση τον ηλικιωμένο άντρα και τον έσφιξε με ένα πάθος που συγκλόνισε τον Τ ζάστιν. Τ ότε κατάλαβε ότι το αγόρι φοβόταν ακόμη και τώρα που έγινε παιδί του κι ότι τον περίμενε μια δύσκολη και σκληρή δουλειά τα επόμενα χρόνια. Αλλά ήταν μια δουλειά που θα έκανε με όλη του την αγάπη, γιατί αυτό το δυστυχισμένο αγόρι ήταν ένα ξεχωριστό πλάσμα. Παρά την προκλητικότητα και την ανυπακοή που ξεπηδούσαν κάποιες στιγμές από μέσα του, ο Τ ζακ ήταν από καλή πάστα. Ο Τ ζάστιν το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή και το έβλεπε και τώρα. Μετά από λίγο έσπρωξε απαλά το αγόρι. «Πρέπει να πηγαίνουμε,γιε μου»τον προέτρεψε τρυφερά. «Μας περιμένει πολλή δουλειά». Τ ότε, σε μια στιγμή που δε θα ξεχνούσε ποτέ ο Τ ζακ, ο ηλικιωμένος άντρας τον αγκάλιασε από τους ώμους. Δεν κοίταξε το αγόρι, ούτε μίλησε, μα η τρυφερή, γεμάτη αγάπη χειρονομία του ήταν πιο εύγλωττη από τα λόγια.


Κάτι υπέροχο είχε εισβάλει στις μοναχικές ζωές τους. Τ ους έσμιξαν η τύχη και οι περιστάσεις και τώρα, με τη βοήθεια του χρόνου, θα δημιουργούσαν και θα έχτιζαν μαζί. Παρ’ όλα αυτά, ο δεσμός που σφυρηλατήθηκε εκείνη τη μέρα θα κρατούσε όλη τους τη ζωή. Μια ώρα αργότερα,ζεσταμένοι κι ιδρωμένοι, κόντευαν να βγουν από την άλλη πλευρά του δάσους. Δούλεψαν όσο δεν είχαν ξαναδουλέψει ποτέ στη ζωή τους, ανοίγοντας με κόπο ένα δρόμο προς το φως. Ο Τ ζάστιν προπορευόταν, κόβοντας τους κλώνους που κρέμονταν από τα δέντρα και ξεπατώνοντας τους πυκνούς θάμνους που είχαν ρίξει γερές ρίζες με τα χρόνια. Πίσω του ο Τ ζακ καθάριζε τα μικρότερα κλαδιά και κλωνάρια. Άνοιγε ένα φαρδύ μονοπάτι, απομακρύνοντας με το φτυάρι τα χαμόκλαδα που κάλυπταν το έδαφος σαν αποπνικτικό πέπλο. Άνοιγαν δρόμο σπιθαμή τη σπιθαμή. Η ανυπόφορη ζέστη κι η πυκνή βλάστηση έκαναν τη δουλειά τους πολύ πιο δύσκολη, αλλά κανείς τους δε σταμάτησε και δεν παραπονέθηκε καθώς άνοιγαν το δρόμο. Όταν βγήκαν επιτέλους σε ανοιχτό έδαφος, ο Τ ζάστιν πήρε μια ανάσα σαν να ήταν η τελευταία του. «Επιτέλους! Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόση δουλειά είχε!» Κάθισε χάμω, έσκυψε και περίμενε να ξαναβρεί την ανάσα του, σκουπίζοντας το πρόσωπό του. «Έπρεπε να το είχα καθαρίσει από χρόνια» σχολίασε εξουθενωμένος. «Να κρατήσω ανοιχτό το μονοπάτι μα δεν το χρειαζόμουν. Πήγαινα στη λίμνη από τα βοσκοτόπια». Κι ο Τ ζακ ήταν ξεθεωμένος. Πέταξε το τσεκούρι του και ρίχτηκε στο έδαφος με τα χέρια απλωμένα, τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό και τον ιδρώτα να σταλάζει από το πρόσωπό του και να απορροφάται από το χώμα, μέχρι που ένιωσε να γίνεται ένα με τη γη. Έμειναν κάμποση ώρα έτσι. Ξεκουράστηκαν και τους δρόσισε το αεράκι που ερχόταν από τη λίμνη. Ο Τ ζακ ήταν ο πρώτος που ανακάθισε και κοίταξε γύρω του με


μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη. «Ω,Τ ζάστιν! Κοίτα τη λίμνη… τι όμορφη που είναι!» Η επιφάνεια της λίμνης έλαμπε και χόρευε στον ήλιο, αιχμαλωτίζοντας το φως κι αντανακλώντας το σαν να ήταν ζωντανό. Δεξιά κι αριστερά απλώνονταν καταπράσινα βοσκοτόπια’ αγελάδες εβο-σκαν και λαγοί κάθονταν στα πισινά τους πόδια, με τα αυτιά τεντωμένα και τα λαμπερά χάντρινα μάτια τους να κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο ήλιος έστελνε τις χρυσαφένιες αχτίνες του από ψηλά να ζεστάνουν τη γη και να φωτίσουν τον κόσμο. Σε όλη αυτή την ομορφιά δεν ακουγόταν κανένας άλλος θόρυβος εκτός από τα πουλιά στα δέντρα που τραγουδούσαν το μελωδικό σκοπό τους. Συγκινημένος από το θαυμασμό στα μάτια του Τ ζακ, ο Τ ζάστιν ανακάθισε να δει. «Ναι, παιδί μου» μουρμούρισε «είναι υπέροχα». Συνέχισε εξηγώντας στον Τ ζακ: «Τ ούτη τη γη τη δούλεψε κι ο πατέρας μου και πριν από αυτόν ο πατέρας του… κι ο παππούς του!». Κοίταξε το παιδί χωρίς να μπορεί να κρύψει την αγάπη του, «Τ ώρα που έχω κι εγώ γιο, μπορώ να ξεκουραστώ ήσυχος» εκμυστηρεύτηκε. «Θα μάτωνε η γέρικη καρδιά μου αν έφευγε από τα χέρια της οικογένειας όλη αυτή η ομορφιά». Έδειξε τη λίμνη, «Βλέπεις εκεί;» Ο Τ ζακ έγνεψε κι ο Τ ζάστιν συνέχισε: «Ψάρευα σε αυτή τη λίμνη όλη μου τη ζωή, μικρός και μεγάλος». Χαμογέλασε νοσταλγικά, κούνησε το κεφάλι του και πήρε μια βαθιά αναζωογονητική ανάσα ικανοποίησης. «Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να κάθεσαι ήσυχος έχοντας για συντροφιά τα ζώα και τα ψάρια». Άνοιξε τα μάτια του και χαμήλωσε με σεβασμό τη φωνή του. «Είναι τόσο ήσυχα, που, σ’ ορκίζομαι, ακούγονται τα ψάρια που κόβουν κύκλους κάτω από το νερό. Κι αν αφουγκραστείς προσεκτικά , ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου. Είναι μαγεία, γιε μου. Σκέτη μαγεία!» Ο Τ ζακ ήταν συνεπαρμένος. «Μέναμε στην εξοχή» άκουσε τη φωνή του να λέει. Θυμήθηκε με ανάμεικτα συναισθήματα πα>ς ήταν.


«Ήταν ήσυχα, όπως εδώ, και κάπως μοναχικά. Δεν ξέραμε πολύ κόσμο. Μερικές φορές κάναμε μέρες να δούμε άνθρωπο. Ήταν σαν να ζούσαμε σε έναν άλλο κόσμο». Άπλωσε τα μπράτσα να αγκαλιάσει το δάσος και το γύρω τοπίο, γέμισε τα μάτια και την καρδιά του με το θέαμα, μα ήταν η λίμνη που αιχμαλώτισε τη φαντασία του. «Δεν είχαμε λίμνη» είπε λυπημένα. «Ήταν ωραία εκεί που μέναμε, μα όχι τόσο υπέροχα όσο εδώ». Η φωνή του έγινε ένας πνιχτός ψίθυρος, καθώς αναθυμόταν το παρελθόν. «Ούτε είχε τόση ησυχία. Ο μπαμπάς κι η Μαίρη καβγάδιζαν, όπως καβγάδιζε ο μπαμπάς με τη μαμά, κι ύστερα εκείνη έφυγε». Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε το έδαφος. «Βλέπεις, ήμουν κακό παιδί, Τ ζάστιν. Εγώ φταίω που έφυγε η Μαίρη». Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαρύγγι του καθώς συλλογιζόταν τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς του. Ήταν τόσο οδυνηρό, τόσο προσωπικό, που δεν μπόρεσε να πει περισσότερα. «Ξέρεις, γιε μου, πως είναι η πρώτη φορά που μου μιλάς για τη ζωή σου, για το πώς ήταν πριν;» Ο Τ ζάστιν έβλεπε πόσο απαίσια ένιωθε ο Τ ζακ και θέλησε να τον καθησυχάσει. «Χαίρομαι που μου μίλησες. Αλλά δε χρειάζεται να μου πεις τίποτα αν δε θέλεις». Θυμωμένος με τον εαυτό του που αποκάλυψε αυτά τα μυστικά του, ο Τ ζακ απόστρεψε το βλέμμα. Οι οδυνηρές αναμνήσεις τον έπνιγαν ήδη. Και, μολονότι πάσχιζε να τις διώξει, ο θυμός που φούντωνε μέσα του ήταν πολύ ισχυρός. «Μπορούμε να φύγουμε τώρα,σε παρακαλώ;» ρώτησε. Βλέποντας την κατάστασή του, ο ηλικιωμένος άντρας έκανε μια κίνηση. «Ναι, καλύτερα να πηγαίνουμε. Πρέπει να δούμε και τη λίμνη». Ξεκίνησε κι ο Τ ζακ τον ακολούθησε. «Υπάρχει μια καλύβα εκεί πέρα» τον πληροφόρησε ο Τ ζάστιν. «Πρέπει να πάρουμε εργαλεία και τα σχετικά πριν αρχίσουμε. Σε λίγο θα έρθουν οι εργάτες και


πρέπει να είμαστε έτοιμοι». Κοντοστάθηκε για μια στιγμή και ρώτησε: «Ξέρεις κολύμπι ;». «Κολύμπαγα στο ποταμάκι». Αν και όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελε. Ο Τ ζάστιν έγνεψε επιδοκιμαστικά. Άλλη μια πληροφορία που ξέφυγε του Τ ζακ. Τ ουλάχιστον το αγόρι είχε αρχίσει να ανοίγει την καρδιά του κι αυτό ήταν καλό. Σιγά σιγά όμως. Δεν υπήρχε βιάση. Λίγο αργότερα προχωρούσαν στην όχθη με δύο χειράμαξες γεμάτες εργαλεία: φτυάρια, μαδέρια, σκοινιά και άλλα απαραίτητα, μεταξύ των οποίων δύο μεγάλα δίχτυα με τα οποία θα μάζευαν τα ψάρια. Θα τα έβαζαν σε ένα μεγάλο ντεπόζιτο που ήταν εγκατεστημένο ήδη δίπλα στη λίμνη. «Ωραία,γιε μου. Τ ώρα είμαστε έτοιμοι». Περήφανοι αλλά κουρασμένοι, κάθισαν και περίμεναν τους εργάτες από το χωριό. Ο Τ ζάστιν αποφάσισε πως ήταν ώρα να απολαύσουν το κολατσιό τους και είπε στο αγόρι να το ξετυλίξει. «Για να δούμε τι καλούδια έχουμε». Όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο, μόνο οι κρεατόπιτες και μια μποτίλια κρύο τσάι, με μια κατάλευκη κολλαριστή πετσέτα να σκουπίσουν τα χέρια τους. «Ήλπιζα πως θα μας είχε βάλει και λίγο κέικ» ομολόγησε ο Τ ζάστιν, γλείφοντας τα χείλη του. «Είναι φοβερή μαγείρισσα η Β ι μου όταν θέλει». Ενώ έτρωγαν κι έπιναν το τσάι τους, ο Τ ζάστιν εξήγησε πώς θα καθάριζαν το βυθό της λίμνης και θα την ανεφοδίαζαν. «Είναι μεγάλη δουλειά» σχολίασε. «Αν προσπαθούσαμε να αδειάσουμε τελείως τη λίμνη, θα ήταν πολύ διαφορετικά, αλλά δε θα το κάνουμε αυτό. Τ ο μόνο που θέλω είναι να μαζέψουμε όλα τα σκουπίδια που θολώνουν και βρομίζουν το νερό και τη γλίτσα που έχει μαζευτεί στην επιφάνεια». «Πότε θα έρθουν τα καινούρια ψάρια;» Ο Τ ζακ είχε ακούσει ότι θα έρχονταν με το κάρο ντεπόζιτα με ψάρια για τη λίμνη.


«Όχι ακόμη,γιε μου. Δε θα ρίξω καινούρια ψάρια στη λίμνη αν δε βεβαιωθώ ότι καθάρισε και δεν κινδυνεύουν να ψοφήσουν. Μου κόστισαν ένα σωρό λεφτά και δε θέλω να τα χάσω, σ’ το λέω! Βλέπεις, παιδί μου, όταν είναι πολύ βρόμικο το νερό, εξαντλείται γρήγορα το οξυγόνο, κι αν συμβεί αυτό, δεν ασχημαίνει μόνο η λίμνη αλλά και τα ψάρια μέσα της αρχίζουν να υποφέρουν, και δεν το θέλουμε αυτό». «Τ ι είδους ψάρια είναι;» Ο Τ ζακ ήξερε ελάχιστα από αυτά τα πράγματα, αλλά είχε ζήλο να μάθει. «Κυρίως κυπρίνοι. Μια φορά κι έναν καιρό η λίμνη είχε μεγάλα αποθέματα κυπρίνων , αλλά τώρα δεν έχω ιδέα τι υπάρχει εκεί μέσα. Παρ’ όλα αυτά, όταν έρθουν τα καινούρια ψάρια, θα δώσουν νέα ζωή στη λίμνη… και θα κάνουν ευτυχισμένους τους ψαράδες, ε;» Η σκέψη των χρημάτων που θα κέρδιζε τόσο εύκολα τον έκανε να γελάσει, «Πανευτυχείς, θα έλεγα, αφού θα βγάζουν τον ένα κυπρίνο μετά τον άλλο». Κουβέντιαζαν ακόμη όταν ήρθαν οι εργάτες από το χωριό , φέρνοντας μαζί τους ένα μεγάλο μηχάνημα που ο Τ ζάστιν το αποκάλεσε «εκσκαφέα», «Θα καθαρίσει τις όχθες στο πι και φι» εξήγησε στον Τ ζακ, «Βλέπεις αυτό το μακρύ χέρι;» Έδειξε έναν ατσάλινο βραχίονα γύρω στα έξι μέτρα και συνέχισε: «Βλέπεις τον κουβά στην άκρη του; Θα τον ρίχνουν στο νερό, όσο πιο βαθιά μπορούν, θα μαζεύουν το βόρβορο και τα σκουπίδια και θα τα ρίχνουν σε αυτό το κάρο». Έδειξε το κάρο με τις ψηλές πλευρές που είχε σταματήσει πίσω από τον εκσκαφέα και φώναξε στον οδηγό: «Γεια σου, Μάλκολμ. Τ ι χαμπάρια, φίλε;». «Ποτέ δεν ήμουνα καλύτερα. Εσύ;» Φορούσε μια πράσινη βράκα,κολλαριστή ποδιά και ένα μικρό μυτερό καπέλο. Τ α πόδια του δεν ήταν πιο μακριά από του Τ ζακ και δε φαινόταν ικανός να οδηγήσει ένα τόσο μεγάλο κάρο που έσερναν τόσο γεροδεμένα άλογα. Έτσι όπως ρούφαγε την πίπα του με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί ως το άλλο, έμοιαζε περισσότερο με πρόσχαρο καλικάντζαρο.


«Τ α ίδια όπως πάντα» απάντησε ο Τ ζάστιν. «Πάρα πολλή δουλειά, δε με φτάνουν οι ώρες της ημέρας». Απευθύνθηκε στον Τ ζακ και του είπε να μην πλησιάζει το μηχάνημα. «Μακριά,γιε μου. Κοίτα να μαθαίνεις,γιατί μπορεί να έρθει κάποια μέρα που θα οργανώνεις εσύ τη δουλειά. Εντάξει;» «Εντάξει… Τ ζάστιν». Κάθε φορά που έλεγε το όνομα του Τ ζάστιν τον κατέκλυζε ένα κύμα ευχαρίστησης, που εκδηλωνόταν με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του. «Έτσι μπράβο,γιε μου». Τ ο χαμόγελό του ήταν φωτεινό σαν του Τ ζακ. «Και τώρα κάνε πίσω. Όταν σε χρειαστώ, θα σε φωνάξω». Κι απομακρύνθηκε να συνεννοηθεί με τους εργάτες. Ήταν τέσσερις συνολικά -πέντε με τον Τ ζάστιν-κι έφταναν, κατά τη γνώμη του, να τελειώσουν έγκαιρα τη δουλειά. Για τον Τ ζακ ήταν μια συναρπαστική εμπειρία να βλέπει τους άντρες να δουλεύουν. Τ ους είδε να τοποθετούν το μεγάλο μηχάνημα και να ρίχνουν στο νερό τον κουβά. Λίγα λεπτά αργότερα ανασύρθηκε γεμάτος βρομιές και χορτάρια, ρίζες δέντρων και άλλα δύσοσμα υλικά που δεν ήξερε ο Τ ζακ κι ούτε ήθελε να μάθει. Δύο φορές γέμισε ξέχειλο το κάρο και τα περισσευούμενα νερά έτρεχαν από πίσω καθώς προχωρούσε στο μονοπάτι που οδηγούσε στη χωματερή. Η όλη διαδικασία επαναλήφθηκε άλλες τέσσερις φορές όταν ακούστηκε μια κραυγή: «Μα το Θεό! Κοιτάξτε!» Ξαφνικά, σταμάτησαν όλα. Ο Τ ζάστιν ήρθε και είπε στον Τ ζακ: «Υπάρχει ένας γιγάντιος λούτσος, που ’χει λουφάξει βαθιά μέσα στη λάσπη. Μείνε εδώ που είσαι,γιε μου». «Γιατί;» «Γιατί οι λούτσοι είναι άτιμα πλάσματα, να γιατί. Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι. Αλλά κι ένας μόνο φτάνει να σε κάνει μια μπουκιά αν πλησιάσεις πολύ κοντά. Κάτσε,λοιπόν, εδώ κι απόλαυσε


τη λιακάδα. Θα αργήσουμε λιγάκι». Ο Τ ζακ έκανε ό,τι του είπε κι από το σημείο που καθόταν τους παρακολούθησε να βγάζουν έναν τεράστιο λούτσο… με μήκος κάπου δυόμισι μέτρα, μαύρο και γυαλιστερό σαν τον ίδιο το Σατανά. Κι ύστερα άλλον ένα, μικρότερο αλλά εξίσου τρομακτικό. Τ ους άφησαν στο χορτάρι, αρκετά μακριά από τη λίμνη, ώστε να μην μπορέσουν να ξαναγλιστρήσουν στο νερό, κι ο Τ ζακ άκουσε τους άντρες να γελάνε ενθουσιασμένοι. «Απόψε θα φάμε νόστιμο φαγητό, ε;» φώναζαν. Στον Τ ζακ φαινόταν κρίμα να τεμαχιστούν και να φαγωθούν αυτά τα μεγαλόπρεπα πλάσματα. Λίγο αργότερα ήρθε ο Τ ζάστιν να καθησυχάσει τον Τ ζακ, σχολιάζοντας με δέος: «Είναι οι μεγαλύτεροι λούτσοι που είδα ποτέ μου, κι έχω δει πολλούς στη ζωή μου!». Συμπλήρωσε ότι θα πρέπει να είχαν γίνει τόσο τεράστιοι επειδή έφαγαν όλους τους κυπρίνους που κολύμπαγαν κάποτε στη λίμνη. Έβγαλε το καπέλο του και σκούπισε το μέτο^πό του. «Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχουν άλλοι τέτοιοι διάβολοι πριν ξαναρίξουμε τα ψάρια κι αμολήσουμε τους καινούριους κυπρίνους». Και μ’ αυτό κατά νου, επέστρεψε στους άλλους. Λίγο αργότερα ο Τ ζάστιν γύρισε και ρώτησε τον Τ ζακ αν μπορούσε να του κάνει μια χάρη. «Όπως φαίνεται, θα δουλεύουμε μέχρι να σκοτεινιάσει» είπε «κι υποσχέθηκα στη γυναίκα μου να πάρω τη Λίζυ από το σχολείο. Θα πας εσύ,γιε μου; Στάσου στη δημοσιά και περίμενε να έρθει το κορίτσι. Πήγαινέ τη γραμμή στο σπίτι και πες στη Β ι ότι εγώ θα αργήσω». Ο Τ ζακ, που έκανε ό,τι μπορούσε για να ευχαριστήσει τον Τ ζάστιν και συμπαθούσε πολύ τη Λίζυ, δέχτηκε πρόθυμα. «Θα μπορέσεις να βρεις το δρόμο σου στο δάσος;» Ο Τ ζακ ήταν ακόμα καινούριος στην περιοχή κι ο Τ ζάστιν ήταν φυσικό να ανησυχεί. «Δε θα χαθείς, έτσι,γιε μου;»


«Αν γυρίσω από το δρόμο που ήρθαμε, όχι, δε θα χαθώ». «Πήγαινε λοιπόν. Και εξήγησε στο κορίτσι γιατί δεν μπόρεσα να το πάρω εγώ». Ο Τ ζακ τού το υποσχέθηκε κι έφυγε τρέχοντας. «Ει!» τον προειδοποίησε ο Τ ζάστιν «προχώρησε ευθεία μόλις μπεις στο δάσος, γιατί αλλιώς Qa χαθείς. Δε θα είσαι ο πρώτος, κάθε άλλο». Κοίταζε τον Τ ζακ μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του. «Πώς τα πάει ο μικρός;» Ο φίλος του ο Μαλκ είχε έρθει πίσω του και τον ρώτησε με περιέργεια για τον Τ ζακ και την πρόοδο που είχε κάνει. «Είναι πολύ καλό παιδί» απάντησε περήφανα ο Τ ζάστιν. «Δε θα ’βγαίνε καλύτερος αν ήταν σάρκα κι αίμα μου». «Χα!» κάγχασε ο Μάλκολμ. «Δε γίνεται έτσι, Τ ζάστιν, παλιόφιλε, γιατί εγώ έχω δικό μου γιο κι είναι τελείως άχρηστος! Τ εμπέλης κι ανεπρόκοπος! Αν έφευγε αύριο και δεν ξαναγύριζε, θα ευχαριστούσα το τυχερό μου αστέρι». Ο Τ ζάστιν ήξερε την κακή φήμη του νεαρού και λυπήθηκε το φίλο του. «Δυστυχώς, δε μας έρχονται όπως τα θέλουμε στη ζωή» απάντησε σκεφτικά. «Όσο κι αν το ευχόμαστε». Οι δύο φίλοι συνέχισαν να κουβεντιάζουν για το δύστροπο γιο του Μαλκ καθώς επέστρεφαν στην όχθη της λίμνης κι ο Τ ζακ, μετά από αυτά που άκουσε, ευχαρίστησε το Θεό που του έστειλε ένα παιδί σαν το μικρό Τ ζακ. «Τ ον εγκατέλειψε η οικογένειά του είπες;» ρώτησε με περιέργεια ο Μαλκ. «Έτσι μου είπαν στο ορφανοτροφείο». «Χαίρομαι που είσαι ευχαριστημένος μαζί του». Ήταν γνωστό σε όλη την περιοχή πόσο λαχταρούσε ένα γιο ο Τ ζάστιν. Τ ο τελευταίο αγόρι που είχε πάρει, ο Κλεμ,ήταν σκέτη καταστροφή.


«Δεν καταλαβαίνω όμως». Ο Μάλκολμ, όπως και πολλοί άλλοι, αναρωτιόταν για το παρελθόν του Τ ζακ. «Πού είναι η μάνα του; Και πώς γύρισε την πλάτη ο πατέρας του σε έναν τέτοιο γιο;» Ο Τ ζάστιν κούνησε το κεφάλι του. «Από τα λίγα που μου είπε, θαρρώ πως οι γονείς του ήταν χωρισμένοι. Τ ους εγκατέλειψε η μητέρα του… και μετά ήρθε κάποια Μαίρη, αυτά είναι τα μόνα που ξέρω. Όσο για τον πατέρα, έχω κι εγώ την ίδια απορία μ’ εσένα. Μου είναι αδύνατον να καταλάβω γιατί εγκατέλειψε το μικρό Τ ζακ». Ο Τ ζακ διέσχισε το δάσος αγνοώντας το ενδιαφέρον που είχε προκαλέσει και βγήκε στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησαν αυτός κι ο Τ ζάστιν πριν από κάμποσες ώρες. Από εκεί χρειάστηκε λίγα μόνο λεπτά να τρέξει στο χωριό κι άλλα λίγα να βρει τη δημοσιά και, στο τέρμα της, το σχολείο. Η πέτρινη αγροικία ανήκε κάποτε σε έναν ευγενή της περιοχής, όπως και όλα τα σπίτια σε ακτίνα έξι χιλιομέτρων. Τ ο τελευταίο μέλος εκείνης της οικογένειας ήταν μια μοναχική γεροντοκόρη που πέρασε σε αυτό το χωριό όλη τη ζωή της. Στη διαθήκη της άφησε εντολή να πουληθεί το αρχοντικό και με τα χρήματα να ανακαινιστούν όλα τα σπίτια που νοίκιαζε η οικογένεια, Και κατόπιν να παραχωρηθεί δωρεάν στους ενοικιαστές η κυριότητά τους, Τ η δική της άνετη αγροικία την άφησε στο χωριό, με οδηγίες να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα που περίσσεψαν από τη μετατροπή της σε σχολείο για τα παιδιά του χωριού , Όταν πέθανε η καλή κυρία, τοποθετήθηκε μια πλάκα στη μνήμη της κι όποιο παιδί διάβαινε την πόρτα του σχολείου μάθαινε την ιστορία του και τη γενναιοδωρία της ευεργέτη . Ο Τ ζακ έφτασε λίγα λεπτά πριν ανοίξουν οι πόρτες του σχολείου και παραλάβουν τα παιδιά οι γονείς τους, που περίμεναν, όπως πάντα, στην είσοδο.


Η Λίζυ ήταν από τους τελευταίους που βγήκαν. Ο Τ ζακ την είδε αμέσως. Ήταν μικροκαμωμένη, με μακριά ανοιχτοκάστανα μαλλιά και ήρεμα γαλάζια μάτια. Βλέποντας τον Τ ζακ, έτρεξε κοντά του, «Τ ζακ! Πού είναι ο μπαμπάς;» Κοίταξε ανήσυχη πίσω του, στη δημοσιά, «Μην ανησυχείς». Ο Τ ζακ τής εξήγησε βιαστικά. «Έπρεπε να μείνει στη λίμνη. Τ ην καθαρίζουν κι έχει πολλή δουλειά ακόμη. Βρήκαν ένα λούτσο και πρέπει να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχουν άλλοι πριν ρίξουν τα ψάρια». Τ ο στήθος του φούσκωσε από περηφάνια. «Κι έστειλε εμένα να σε πάρω». Τ ο πρόσωπό του κοκκίνισε. «Αν δεν έχεις αντίρρηση». «Ω, Τ ζακ, ξέρεις πως δεν έχω». Τ ο ερευνητικό του βλέμμα έκανε το κάπως άχαρο αλλά συμπαθητικό πρόσωπό της να ροδίσει. «Πάμε λοιπόν» την παρακίνησε. «Ας μη χασομεράμε, γιατί θα με κατσαδιάσει η μητέρα σου». Η Λίζυ απογοητεύτηκε. «Ο μπαμπάς μού υποσχέθηκε να γυρίσουμε από το κανάλι. Θα με πας εσύ, Τ ζακ; Θα με πας;» «Αν θέλεις». Πώς μπορούσε να της αρνηθεί; Τ ο κανάλι δεν ήταν ο συντομότερος δρόμος για το σπίτι , αλλά θα έστριβαν δεξιά αντί για αριστερά και σε λίγο θα συναντούσαν το δρόμο για το σπίτι. Μπήκαν μαζί στο χωριό και διέσχισαν τον κεντρικό δρόμο που τους έβγαλε στην άλλη άκρη. Μετά πέρασαν ένα φράχτη κι ένα γεφυράκι και λίγα λεπτά αργότερα κατηφόρισαν στο ανάχωμα και κάθισαν δίπλα δίπλα σε έναν κομμένο κορμό δέντρου, περιμένοντας να περάσουν από μπροστά τους οι μαούνες. Η Λίζυ την είδε πρώτη. «Κοίτα, Τ ζακ. Να μία!» Τ ην έσερνε ένα δυνατό άλογο κι ήταν φορτωμένη εμπορεύματα και ζωγραφισμένη με χαρούμενα χρώματα από την πρύμνη ως την πλώρη. Ο άντρας στη


λαγουδέρα τούς χαιρέτησε, τα παιδιά του ανταπέδωσαν το χαιρετισμό κι ο Τ ζακ σκέφτηκε πως ήταν πολύ όμορφα όλα αυτά. Κάθονταν στην όχθη, σε απόσταση μιας δρασκελιάς από το νερό, και γελούσαν και κουβέντιαζαν σαν να γνωρίζονταν χρόνια. «Δε φαντάζομαι να υπάρχουν μυρμήγκια εδώ πέρα, ε;» Η Λίζυ τα φοβόταν. Γέλασε.« Όχι, αλλά, κι αν υπήρχαν, θα τα έδιωχνα ». Από την πρώτη μέρα που τον σύστησε ο Τ ζάστιν στο κορίτσι, ένιωσε απέναντί του ένα ισχυρό προστατευτικό αίσθημα. Κοίταξαν τη μαούνα που περνούσε και μετά εμφανίστηκε άλλη μία και τη χάζευαν μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους, αλλά, όταν προσπέρασε κι αυτή, κανείς από τους δυο δεν έκανε κάποια κίνηση να φύγει. «Τ ζακ;» Η Λίζυ είχε τα μάτια καρφωμένα στο κανάλι. «Ναι;» «Η μητέρα μου σε συμπαθεί πολύ». Ο Τ ζακ, ξαφνιασμένος από το σχόλιό της, δεν ήξερε τι να πει και προτίμησε να σιωπήσει. «Κατά βάθος είναι καλή». Η Λίζυ ήθελε τόσο πολύ να τον κάνει να νιώσει σαν στο σπίτι του. «Θα δεις πως έχω δίκιο όταν τη γνωρίσεις καλύτερα». Ο Τ ζακ τής χάρισε ένα θερμό ντροπαλό χαμόγελο. «Αφού το λες εσύ». Βέβαια, αυτός ήξερε την αλήθεια, αλλά, αν ευχαριστούσε τη Λίζυ να θεωρεί τη μητέρα της καλύτερη απ’ ό ,τι ήταν στην πραγματικότητα, ποιος ήταν αυτός που θα την απογοήτευε; «Πώς ήταν η δική σου μαμά, Τ ζακ;» Αιφνιδιασμένος από την ευθύτητά της, δεν της απάντησε αμέσως. «Βασικά, κυκλοθυμική».


Ο Τ ζακ έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας του τη μητέρα του σαν να την είχε μπροστά του. Η Ματίλντ Σάλλιβαν ήταν ένα μικροκαμωμένο ζωηρό πλάσμα με πυκνά μαλλιά και γαλάζια μάτια σαν της Νάνσυ. Αλλά τα μάτια της ήταν σκληρά και ψυχρά, ενώ της Νάνσυ τρυφερά και όμορφα. Η Λίζυ τον σκούντησε απαλά και ξαναρώτησε: «Η μητέρα σου… ήταν όμορφη;». «Είχε ωραία μαλλιά και φορούσε ωραία ρούχα». Εκείνος συνέδεε τη λέξη «ωραίος» με την αγάπη και τη ζεστασιά, αλλά η μητέρα του δε διέθετε αυτά τα πράγματα. «Τ ότε πρέπει να ήταν ωραία». «Μας παράτησε». Στύλωσε την πλάτη του και το στόμα του έγινε ξαφνικά μια σκληρή γραμμή. «Δε μας ήθελε». Προς στιγμή η Λίζυ μετάνιωσε που ρώτησε, αλλά τελικά υπερίσχυσε η περιέργειά της. «Η μητέρα σου σε άφησε στο δημαρχείο του Μπέντφορντ;» Ο Τ ζακ ένιωσε πάλι το θυμό του να φουντώνει. «Ώρα να γυρίσουμε σπίτι, Λίζυ. Αλλιώς θα μας κατσαδιάσουν». Ήθελε να της τα πει όλα, αλλά φοβόταν ότι θα έχανε τη συμπάθειά της αν το έκανε. Παρ’ όλα αυτά, δεν έκανε καμιά κίνηση να σηκωθεί, ούτε κι εκείνη. Τ ου είπε λυπημένα: «Δεν έπρεπε να σου κάνω τέτοιες ερωτήσεις». Η απολογία της τον μαλάκωσε. «Δεν πειράζει». «Σε πονάει ακόμα… αυτό που έγινε;» «Δε θέλω να το συζητήσω» απάντησε ήρεμα. «Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει». «Αν θέλεις, μπορείς να μιλήσεις σ’ εμένα,Τ ζακ. Θα προσπαθήσω να σε καταλάβω».


Γλίστρησε το χέρι της στο δικό του κι ο Τ ζακ κατάλαβε πως είχε μια φίλη και του φάνηκε ξαφνικά το φυσικότερο πράγμα του κόσμου να της πει τι είχε γίνει μ’ εκείνον και τη Νάνσυ. Όμως χρειάστηκε κάνα δυο λεπτά για να βρει τη δύναμη να μιλήσει. «Η μαμά κι ο μπαμπάς τσακώνονταν συνέχεια» μουρμούρισε. «Η μαμά έφυγε μια φορά κι ύστερα ξαναγύρισε και μετά τσακώθηκαν ακόμα χειρότερα, οπότε έφυγε και μας είπε πως δε θα ξαναγυρίσει». «Και δεν ξαναγύρισε;» Τ ης απάντησε με ένα αρνητικό γνέψιμο. Η θύμηση ήταν ένα μαχαίρι στην καρδιά του. «Λίγο καιρό αργότερα ο μπαμπάς γνώρισε τη Μαίρη και μετακομίσαμε στο Χίλλτοπς. Ήταν καλά, αλλά…» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δε…» Σταμάτησε ταραγμένος. «Ήμουν…» «Τ ι;» Κόμπιασε κι όταν συνέχισε χαμηλόφωνα η φωνή του χρωματιζόταν από ντροπή και μετάνοια. «Τ ης φερόμουν άσχημα. Ήθελα να φύγει. Σκεφτόμουνα ότι, αν έμενε πολύ καιρό μαζί μας, θα ξανάρχιζαν οι καβγάδες και θα έφευγε και θα μέναμε πάλι χωρίς μαμά. Ήθελα να γυρίσει η αληθινή μαμά μου και κατηγορούσα τη Μαίρη. Ήθελα να τη μισήσω. Τ ης φερόμουν πολύ άσχημα». Η φωνή του έγινε ένας ψίθυρος. «Τ ότε είπε στον μπαμπά ότι της έκανα το βίο αβίωτο, δεν της έδινα καμιά ευκαιρία. Είπε ότι προσπαθούσα να τους χωρίσω κι ήταν αλήθεια, μα δε μ’ ένοιαζε… τότε όχι». Τ ώρα τον ένοιαζε, αλλά ήταν αργά. «Ο μπαμπάς δεν την πίστεψε κι εκείνη έφυγε για μια ολόκληρη βδομάδα. Ήταν απαίσια. Ο μπαμπάς το πήρε κατάκαρδα. Άλλοτε κλειδωνόταν στην κάμαρά του κι άλλοτε έφευγε από το σπίτι και γύριζε αργά τη νύχτα. Εγώ κι η Νάνσυ ήμαστε συνηθισμένοι…» Αναγκάστηκε να σταματήσει. Ένας κόμπος στο λαρύγγι τον εμπόδιζε να συνεχίσει. Η Λίζυ έσφιξε το χέρι του. «Συνέχισε, Τ ζακ. Ο μπαμπάς λέει πως είναι καλό να ανοίγουμε την καρδιά μας. Πες μου, Τ ζακ. Θα είναι το


μυστικό μας, σ’ το υπόσχομαι». «Εγώ κι η Νάνσυ ήμαστε συνηθισμένοι να καθόμαστε στο σκοτάδι και να τον περιμένουμε ώρες ατέλειωτες να γυρίσει σπίτι… στουπί στο μεθύσι». Ράγισε η φωνή του. «Δεν έφταιγε αυτός, ούτε η Μαίρη. Έφταιγα εγώ!» «Και δεν ξαναγύρισε η Μαίρη;» «Γύρισε. Αλλά είπε ότι, αν της ξαναφερθώ άσχημα, θα φύγει κι αυτή τη φορά δε θα ξαναγυρίζει κι ότι έπρεπε να εξηγήσω στον μπαμπά ποιος έφταιγε». Κούνησε αργά το κεφάλι του. «Εγώ ήθελα να ξανασμίξουν η μαμά κι ο μπαμπάς. Σκέφτηκα πως,αν.έφευγε για πάντα η Μαίρη, θα γινόμαστε πάλι μια κανονική οικογένεια!» Η Λίζυ κατάλαβε. «Και φέρθηκες ξανά άσχημα στη Μαίρη;» Ο Τ ζακ έγνεψε καταφατικά. «Κι εκείνη έφυγε, έτσι;» Ο Τ ζακ έγνεψε και πάλι. «Ήταν φριχτό! Τ ην επόμενη μέρα ο μπαμπάς μάς πήγε στο δημαρχείο και μας άφησε εκεί. Νομίζω πως είχε χάσει τα λογικά του. Τ ου άρεσε πολύ η Μαίρη κι ήξερε πως δε θα ξαναγυρίσει». «Είπες κάτι για μια Νάνσυ. Ποια είναι;» Ο Τ ζακ σάστισε που δεν ήξερε. Νόμιζε ότι θα της το είχε πει ο Τ ζάστιν, αν και, από μια μεριά,χαιρόταν που δεν το είπε, γιατί, αν δεν το ήξερε η Λίζυ, δε θα το ήξερε ούτε η μητέρα της κι αυτό το προτιμούσε. «Η Νάνσυ ήταν η αδερφή μου, αλλά δεν είναι πια». Δάκρυα γυάλισαν στα μάτια του. «Ούτε κι αυτή με ήθελε. Τ ην πήρε στο σπίτι του ένας πλούσιος κύριος κι έφυγε χωρίς να με αποχαιρετίσει». Ξαφνικά,χτύπησε τη γροθιά του στον κορμό τόσο δυνατά, που έτρεξε αίμα. «Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου δε με θέλουν, ούτε η αδερφή μου!» Η φωνή του έτρεμε από απελπισία.


«Επειδή είμαι κακό παιδί! Να γιατί! Τ ο κακό παιδί ο Τ ζακ, έτσι μ’ έλεγαν, κι ήταν αλήθεια. Η Μαίρη ήταν καλή κοπέλα… ο μπαμπάς την αγαπούσε κι εγώ την έδιωξα». Χοντρά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. «Δεν ήθελα να γίνει αυτό που έγινε». Η Λίζυ τον αγκάλιασε από τη μέση. «Μη στεναχωριέσαι» τον παρακάλεσε. «Η αδερφή σου κι ο μπαμπάς σου κι η μαμά σου κι η Μαίρη να δεις που θα γυρίσουν μια μέρα, είμαι σίγουρη». Ξαφνικά, σκέφτηκε κάτι που την τρόμαξε. «Αν γυρίσουν όμως, δε θα μας αφήσεις, έτσι, Τ ζακ; Δε θέλω να φύγεις». Τ α αναστατωμένα μάτια της έψαξαν το πρόσωπό του,ζητώντας να την καθησυχάσει. Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τ ζακ, κάποιος τους χώρισε βίαια. «Τ ι στο διάβολο κάνετε εδώ πέρα!» Η Βιόλα Λάιντχερστ όρμησε πάνω τους σαν τρελή,κουνώντας τα χέρια της με πρόσωπο κατακόκκινο από θυμό. «Εσύ!» Έδειξε τον Τ ζακ. «Μην την αγγίζεις!» Τ ου έδωσε μια δυνατή σπρωξιά με τα δυο της χέρια και τον πέταξε προς το νερό. Ο Τ ζακ προσπάθησε να σταματήσει, αλλά έπεφτε με μεγάλη φόρα. Τ ο τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν πέσει στο κανάλι και βουλιάξει στο νερό ήταν η φωνή της Λίζυ, που φώναζε πανικόβλητη το όνομά του. Τ ο σοκ του παγωμένου νερού και η ταχύτητα με την οποία έπεσε τον αποπροσανατόλισαν προς στιγμή κι ένιωσε να πνίγεται. Μα πριν προλάβει να ισιώσει το κορμί του και να ανέβει στην επιφάνεια,η Λίζυ βρισκόταν δίπλα του. Ήταν δεινή κολυμβήτρια και τον βοήθησε να ανέβει στην επιφάνεια, ενώ στο γλυκό απλοϊκό της πρόσωπο ζωγραφιζόταν η φρίκη γι’ αυτό που έκανε η μητέρα της. Όταν κολύμπησαν και πιάστηκαν από το ανάχωμα, η Βιόλα χοροπηδούσε στριγγλίζοντας σαν τρελή. Μέσα σε λίγα λεπτά δύο μαουνιέρηδες έβγαλαν τα παιδιά από το νερό και τα απίθωσαν στο μονοπάτι του καναλιού.


«Κοίτα τι έκανες!» Η Βιόλα κούνησε τη γροθιά της στον Τ ζακ, άρπαξε στην αγκαλιά της την κόρη της, που έτρεμε, και την έσφιξε. «Τ ο ήξερα πως θα μας βάλεις σε μπελάδες από την πρώτη στιγμή που σ’ αντίκρισα» άφρισε. «Περίμενε να γυρίσει σπίτι ο μπαμπάς της! Θα σε μαυρίσει στο ξύλο… και θα σε διώξει με τις κλοτσιές!» Η Λίζυ ξέφυγε από τη σιδερένια αγκαλιά της κι έσπευσε να αθωώσει τον Τ ζακ. «Περιμέναμε να δούμε τις μαούνες. Ο μπαμπάς είπε στον Τ ζακ να με φέρει από το σχολείο. Μην τον κατηγορείς, δε φταίει αυτός. Σε παρακαλώ, μαμά». Έκπληκτη κι εξοργισμένη από την έκκληση του κοριτσιού, η γυναίκα την έπιασε από τους ώμους και την ταρακούνησε όπως τινάζεται το σκυλί μετά’το κολύμπι. «Θα κάνεις ό,τι σου λέω» είπε άγρια «και θα μ’ ακούς, νεαρή μου! Είσαι υπερβολικά πολύτιμη για να συναναστρέφεσαι αυτό το σκουπίδι!» Η Λίζυ άρχισε να διαμαρτύρεται, οπότε η Βιόλα την άρπαξε από το βρεγμένο γιακά της και κίνησε, τρέχοντας σχεδόν, για το σπίτι, βρίζοντας και φωνάζοντας και κάνοντας τη Λίζυ να αισθάνεται ακόμα χειρότερα απ’ ό,τι ένιωθε ήδη. Δεν πρόλαβαν να πάνε μακριά όταν εμφανίστηκε ένας ντόπιος με το κάρο του. Όταν είδε τι γινόταν,προσφέρθηκε να τις πάει στο χωριό με το κάρο του. Στην αρχή η Βιόλα αρνήθηκε. «Δεν μπαίνω σ’ αυτό το πράμα!» Τ ο κάρο ήταν φορτωμένο με τσουβάλια κάρβουνα. «Κι άλλωστε θα.πάρει ένα καλό μάθημα η νεαρή αν γυρίσει με τα πόδια σπίτι, βρεγμένη και ταλαιπωρημένη» πρόσθεσε κοφτά. «Έτσι, θα το ξανασκεφτεί πριν πέσει σε βαθιά νερά για να βοηθήσει ένα χαμένο κορμί!» «Στη θέση σας θα το ξανασκεφτόμουνα». Τ α επιχειρήματα του άντρα δεν άργησαν να την πείσουν. «Καλά θα κάνετε να βάλετε τη μικρή σε μια μπανιέρα με ζεστό νερό όσο πιο γρήγορα γίνεται» την προειδοποίησε. «Μπορεί να κάνει ζέστη, μα δεν τη γλιτώνει την


πνευμονία έτσι που είναι βρεγμένη». Σε ένα λεπτό η Λίζυ βρισκόταν στην άμαξα, δίπλα στη μητέρα της, που μουρμούριζε κι έβριζε και κούναγε το δάχτυλο στην κόρη της κι αναθεμάτιζε τον Τ ζακ. «Αυτό το παιδί είναι ένα τέρας, δεν πρέπει να συναναστρέφεται καθωσπρέπει ανθρώπους!» Η Λίζυ αγνόησε τα λόγια της κι έστρεψε το λυπημένο πρόσωπό της στη μοναχική μουσκεμένη σιλουέτα που στεκόταν στο ανάχωμα. Ο Τ ζακ τής χαμογέλασε και συνέχισε να την κοιτάζει μέχρι που απομακρύνθηκε. Τ ο βλέμμα της Λίζυ έμεινε καρφωμένο στον Τ ζακ, ικετεύοντάς τον βουβά να τις ακολουθήσει. Ήξερε όμως ότι δε θα το έκανε. Ήταν πολύ περήφανος. Κι ίσως να φοβόταν λιγάκι. Όταν την έχασε από τα μάτια του, ο Τ ζακ δέχτηκε με ευγνωμοσύνη την προσφορά να τον πάρουν στη μαούνα, όπου γδύθηκε, τυλίχτηκε με την κουβέρτα που του έδωσαν κι ήπιε ένα ζεστό να του περάσουν τα ρίγη, καθώς περίμενε να στεγνώσουν τα ρούχα του. «Είδαμε τι έγινε» είπε ένας νεαρός μαουνιέρης. «Σίγουρα δε στέκει στα καλά της η γυναίκα για να σε ρίξει με αυτό τον τρόπο στο κανάλι». Αλλά ο Τ ζακ δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ήπιε το τσάι του κι όταν στέγνωσαν τα ρούχα του ευχαρίστησε τους μαουνιέρηδες γι (χ την καλοσύνη τους και πήρε το δρόμο της επιστροφής στο αγρόκτημα Γουέδερφιλντ, όπου πήγε κατευθείαν στον αχυρώνα του Τ ζάστιν και ξάπλωσε στα άχυρα. Λίγο αργότερα τον ξύπνησε μια θυμωμένη αντρική φωνή κι ο πάταγος μιας πόρτας, που τον ακολούθησε μια δυσοίωνη σιωπή. Κάποιοι τσακώνονταν κι η σκέψη του πέταξε στους γονείς του και στους καβγάδες τους. Κουλουριάστηκε ενστικτωδώς στα άχυρα και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Σε λίγο άνοιξε η πόρτα του αχυρώνα και στο άνοιγμα διαγράφηκε η σιλουέτα του Τ ζάστιν. Κοίταξε ολόγυρα και φώναξε το όνομά του.


«Τ ζακ; Τ ζακ, παιδί μου, είσαι εδώ;» Ο Τ ζακ, που χρειαζόταν ένα φίλο, σηκώθηκε νευρικά. Ο Τ ζάστιν άκουσε το θρόισμα του σανού και σήκωσε ψηλά τη λάμπα. «Δόξα τω Θεώ!» Ήταν μεγάλη η ανακούφισή του που είδε σώο και ασφαλή τον Τ ζακ. «Έλα δω, γιε μου» τον παρότρυνε στοργικά. «Μη φοβάσαι». Ο Τ ζακ ζύγωσε διστακτικά κι ο ηλικιωμένος άντρας τον έσφιξε στο στήθος του. «Αχ, Τ ζακ! Τ ι θα σκέφτεσαι για μας;» Έπιασε από τα μπράτσα το αγόρι,το απομάκρυνε ελαφρά και είπε: «Μου είπαν τι έγινε. Πήγα στο κανάλι και σ’ έψαξα κι όταν δε σε βρήκα… αχ, γιε μου, τρελάθηκα. Μετά κάθισα και σκέφτηκα κι αναρωτήθηκα μήπως είχες έρθει εδώ… στον αχυρώνα». Ράγισε η φωνή του. «Θα ’πρεπε να το ’χα καταλάβει,γιε μου, γιατί πού αλλού θα πήγαινες; Εδώ είναι το σπίτι σου! Πάντα θα είναι το σπίτι σου!» «Συγνώμη, Τ ζάστιν». Η καρδιά του Τ ζακ ήταν σαν μολύβι. «Νόμιζα πως θα έχεις θυμώσει μαζί μου». «Είμαι θυμωμένος!» Ο ηλικιωμένος άντρας ήταν ψηλός κι όταν στύλωνε το κορμί του όπως τώρα έπαιρνε φοβερή όψη. «Μα όχι μ’ εσένα, γιε μου, όχι!» Η φωνή του έτρεμε από συγκίνηση όταν φώναξε: «Τ ι την έπιασε και σε παράτησε εκεί, μόνο σου, τρομαγμένο, το δίχως άλλο. Και, απ’ ό,τι άκουσα, μισοπνιγμένο στο καταραμένο κανάλι!». «Δε φοβήθηκα», Τ ώρα ήταν η σειρά του Τ ζακ να θυμώσει. «Ούτε ήμουν μισοπνιγμένος. Σου είπα ήδη ότι κολύμπαγα στο ποταμάκι». «Μπορεί. Αλλά το ποταμάκι και το κανάλι είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Τ α κανάλια είναι επικίνδυνα και ύπουλα. Ξέρω μεγάλους ανθρώπους που πνίγηκαν στο σημείο ακριβώς που πέσατε εσύ κι η Λίζυ».


Πρώτη έγνοια του Τ ζακ ήταν το κορίτσι. «Είναι καλά η Λίζυ; Έπεσε μετά από μένα για να με σώσει. Η μαμά της θύμωσε τόσο πολύ, που νόμιζα ότι θα τη δείρει». Ο Τ ζάστιν έπιασε από τον ώμο τον Τ ζακ και τον οδήγησε έξω από τον αχυρώνα. «Δεν έπαθε κανείς τίποτα» είπε ήρεμα «αλλά πρέπει να γίνει μια συζήτηση. Α, ναι, είναι καιρός να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα σε αυτό το σπίτι». Και με αυτά τα λόγια οδήγησε τον Τ ζακ στο σπίτι. Η Βιόλα μπάλωνε μπροστά στο τζάκι, με τη Λίζυ δίπλα της. Όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει,γύρισε να κοιτάξει και οργίστηκε βλέποντας ποιος είναι. «Βγάλ’ τον έξω!» Πετάχτηκε από την πολυθρόνα της, τραβώντας κοντά της τη Αίζυ, «Πάρ’ τον από δω!» Έδειξε τον Τ ζακ με τρεμάμενο δάχτυλο και τον κοίταξε περιφρονητικά. «Δεν τον θέλω μες στο σπίτι μου» φώναξε. «Δε θέλω να τον ξαναδώ κοντά στην κόρη μου,ποτέ ξανά!» Η φωνή της Λίζυ αντιλάλησε σε όλο το δωμάτιο. «ΟΧΙ! Δεν έφταιγε ο Τ ζακ. Αν δεν τον έσπρωχνες τόσο δυνατά, δε θα έπεφτε στο κανάλι. Δεν έφταιγε αυτός!» Κι αναλύθηκε σε δυνατούς λυγμούς. «Πάψε» της είπε αυστηρά η Βιόλα. «Δεν ξέρεις τι λες». Ο Τ ζάστιν άφησε τον ώμο του Τ ζακ, πλησίασε τη γυναίκα του αργά και με αξιοπρέπεια και της μίλησε με ψυχρή αποφασιστική φωνή. «Μη βγάζεις ψεύτρα τη Λίζυ» την προειδοποίησε. «Τ ο ίδιο ακριβώς μου είπαν κι οι μαουνιέρηδες που περιμάζεψαν τον Τ ζακ όταν τον παράτησες εκεί. Τ ους πλησίασες από πίσω κι όρμησες στον Τ ζακ σαν λυσσασμένη… φωνάζοντας και τσιρίζοντας και στολίζοντάς τον με τις χειρότερες βρισιές. Κι επειδή δε σου έφτανε αυτό, του έδωσες μια δυνατή σπρωξιά και τον έριξες στο κανάλι κι όταν πήγε η Λίζυ να τον βοηθήσει, αντί να την ευχαριστήσεις για τη γενναιότητά της,τη σκυλόβρισες την καημένη». «Δεν είχε κανένα λόγο να πέσει στο κανάλι να τον σώσει. Ω, ξέρω ότι κολυμπάει σαν ψάρι και δεν πίστεψα στιγμή ότι κινδύνευε. Μ’


αυτόν τα έχω!» Η ψηλή γυναίκα έτρεμε από την ένταση του μίσους της. Έδειξε τον Τ ζακ κι απευθύνθηκε στον Τ ζάστιν χαμηλώνοντας τη φωνή. «Συμμάζεψες πάλι έναν άχρηστο, άντρα μου. Γιατί δεν το παραδέχεσαι ; Διώξ’ τον. Δεν τον θέλω εδώ», Ο Τ ζάστιν περιορίστηκε σε ένα χαμόγελο. Τ ης απάντησε αποφασιστικά: «Εσύ, εγώ,η Λίζυ και.ο Τ ζακ… είμαστε τώρα μία οικογένεια. Είναι ο γιος μου, ο γιος μας, Βι, όπως και η Λίζυ είναι κόρη μας. Είναι ευπρόσδεκτος σε αυτό το σπίτι όσο κι εμείς, αυτό να το θυμάσαι». Στράφηκε στη Λίζυ και τη ρώτησε καλοσυνάτα: «Είσαι καλά, κορίτσι μου;». «Ναι. Ναι, μπαμπά!» Έτρεξε κοντά του και κρεμάστηκε από το λαιμό του. «Δε θέλω να φύγει ο Τ ζακ. Ποτέ,ποτέ!» Ο Τ ζάστιν την απίθωσε στο πάτωμα και στράφηκε στον Τ ζακ. «Πήγαινε να ετοιμαστείς για το φαγητό». Οσμίστηκε τον αέρα. «Αν δεν κάνω λάθος, έχουμε κρεατόπιτα και φρέσκα λαχανικά, έτσι δεν είναι, καλή μου;» Χαμογέλασε στη γυναίκα του, περιμένοντας απάντηση με τα μάτια καρφωμένα πάνω της και την αποφασιστικότητά του στο θέμα του Τ ζακ γραμμένη καθαρά στο πρόσωπό του. «Ναι» είπε και πρόσθεσε νευριασμένη: «Μόνο που δε θα είχαν παραβράσει αν με άφηνες να σερβίρω πριν βγεις στο σκοτάδι να ψάξεις για,..». Έφτασε στην άκρη της γλώσσας της άλλος ένας υβριστικός χαρακτηρισμός για τον Τ ζακ, αλλά το σκέφτηκε καλύτερα. Θα έβρισκε άλλους τρόπους, άλλα μέσα να ξεφορτωθεί το μικρό τέρας. Είχε το χρόνο με το μέρος της. Παρηγορήθηκε με τη σκέψη ότι δε θα ζούσε για πάντα ο Τ ζάστιν να τον προστατεύει . Έτσι, ο Τ ζακ ανέβηκε στο πάνω πάτωμα να πλυθεί και να αλλάξει κι όταν κατέβηκε το τραπέζι του δείπνου ήταν στρωμένο. «Κάθισε,γιε


μου». Ο Τ ζάστιν τράβηξε μια καρέκλα δίπλα στη Λίζυ. Εκείνος κάθισε απέναντι, δίπλα στην κατσουφιασμένη γυναίκα του. Τ ο φαγητό ήταν νόστιμο, όπως πάντα. Ο Τ ζάστιν είχε να το λέει τι σπουδαία μαγείρισσα ήταν η γυναίκα του. Στη διάρκεια του φαγητού μίλησαν για τα σχέδια που είχε ο Τ ζάστιν για την καινούρια του επιχείρηση. «Πιστεύω ότι θα βγάλω καλά λεφτά» είπε στη γυναίκα του. «Τ ο σκέφτηκα και λέω να στήσω μια αλιευτική επιχείρηση. Ακούω πως είναι αναπτυσσόμενος τομέας. Πρώτα όμως πρέπει να οργανώσω τη δουλειά με τους ψαράδες». Χαμογελούσε πλατιά όταν τους κοίταξε έναν έναν. «Δε σας κρύβω ότι υπάρχει τόση ζήτηση, που δε θα προλαβαίνω να μαζεύω τα λεφτά». Η Βιόλα ενθουσιαζόταν πάντα όταν επρόκειτο να βγάλουν χρήματα. «Δηλαδή πιστεύεις πως θα κάνουμε χρυσές δουλειές, ε;» «Σίγουρα. Αν πάνε όλα καλά, θα βγάλουμε παρά με ουρά». Φωτίστηκαν τα μάτια της ψηλής γυναίκας. «Και θα ανακαινίσουμε το σπίτι,τι λες;» Μπορούσε να ξοδέψει τα χρήματα πολύ πιο γρήγορα απ’ ό ,τι τα κέρδιζε ο άντρας της. «Γιατί όχι; Κι η νεαρή Λίζυ από δω θα αποκτήσει το καινούριο πιάνο που της υποσχέθηκα. Όπως μου λέτε εσύ κι η δασκάλα της, τα πηγαίνει πολύ καλά στην εξάσκησή της στο παλιό». Ενώ κουβέντιαζαν οι μεγάλοι, τα δύο παιδιά έλεγαν τα δικά τους. «Πώς ήταν η μαούνα;» ζήτησε να μάθει η Λίζυ. Ο Τ ζακ τής είπε για τη μικρή στόφα και όλα τα μπακίρια που έλαμπαν σαν χρυσάφι κανάτες, κουβάδες και τα λοιπά-και τα μάτια του κοριτσιού έλαμψαν σαν ήλιος το καταμεσήμερο . Τ ην ώρα που συζητούσαν ενθουσιασμένα τα παιδιά, η Βιόλα άκουγε τον Τ ζάστιν να της περιγράφει το μέλλον τους, αλλά δεν τράβηξε στιγμή τα μάτια της από τον Τ ζακ κι έκανε σχέδια με το μοχθηρό


μυαλό της. Ο Τ ζακ το έβλεπε αυτό κι ανησυχούσε. Ήξερε πως στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας είχε αποκτήσει ένα φοβερό εχθρό. Αν ήθελε να μείνει εδώ με τη Λίζυ και τον Τ ζάστιν, έπρεπε να μάθει να μην αφήνει ακάλυπτα τα νώτα του. Ούτε για μια στιγμή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Ο ΕΝΤ ΟΥΑΡΝΤ ΚΟΡΝΓΟΤ ΕΛ ΕΙΧΕ το ωραιότερο σπίτι στο Γουόμπερν. Είχε μια συλλογή έργων τέχνης που ήταν η χαρά κι η περηφάνια του, έξι υπηρέτες και μια σύζυγο, τη Ρόζμαρυ, που δεν της έλειπε τίποτα. Όμως εκείνη, αν και εξακολουθούσε να είναι ελκυστική και περιποιητική με τον τρόπο της, δεν αρκούσε πια να ικανοποιήσει τις σαρκικές επιθυμίεςτου. Ο γιος του, ο εννιάχρονος Ντέιβιντ, ήταν το καμάρι του, ενώ η κόρη του,η δωδεκάχρονη Πόλιν, πολλά υποσχόμενη πιανίστρια,ήταν τελείως κακομαθημένη και φοβερά απαιτητική . Αν ήθελε κάτι, έκλαιγε και χτυπιόταν μέχρι να το αποκτήσει. Ο Έντουαρντ είχε επίσης μια ερωμένη κάπου είκοσι χρόνια νεότερή του κι ένα μεγάλο διαμέρισμα στο Μπάγκλεϋ Ρόουντ, όπου ζούσε πολυτελώς η Νορίν, έτοιμη να ικανοποιήσει κάθε του επιθυμία. Η σημερινή μέρα δεν αποτελούσε εξαίρεση. «Δεν μπορώ να μείνω πολύ» την προειδοποίησε τώρα. «Πρέπει να είμαι στο σπίτι για το τσάι». Η Νορίν, που είχε φροντίσει να γίνει όμορφη με μια καινούρια περίτεχνη κόμμωση και ακριβά εσώρουχα, ανυπομονούσε να τον έχει δικό της τουλάχιστον για λίγες ώρες. «Αμάν πια,βρε Έντουαρντ!


Ξέρεις πόσο με ενοχλεί να φευ-γεις βιαστικά». Η Νορίν Ντριού ήταν ψηλόλιγνη, με μαύρα μάτια και πυκνά μαύρα μαλλιά. Τ α λεπτά μακριά της δάχτυλα ήταν φορτωμένα με τα δαχτυλίδια που της δώριζε για τις περιποιήσεις που του έκανε και το διαμέρισμα στολισμένο με ό,τι καλύτερο μπορούσε να εξασφαλίσει το χρήμα. Ο Έντουαρντ δεν την αγαπούσε, όπως δεν τον αγαπούσε κι εκείνη άλλωστε. Η σχέση τους ήταν μια απλή εμπορική συναλλαγή κι ο καθένας έπαιρνε αυτό που ήθελε από τον άλλο. Όμως, όταν έφευγε ο Έντουαρντ από τις συχνές σύντομες επισκέψεις του, η Νορίν ένιωθε απογοητευμένη από πολλές απόψεις. Στο πρόσωπο του Έντουαρντ είχε βρει έναν ευεργέτη, που, αν και απαιτούσε το χρόνο και την ενέργειά της, φρόντιζε να της προσφέρει όλα τα καλά. Όμως από την πρώτη στιγμή η ερωμένη του είχε έναν απώτερο στόχο: Σκόπευε να τον πείσει να εγκαταλείψει τη γυναίκα του και να παντρευτεί εκείνη. Μέχρι στιγμής δεν είχε καμία ένδειξη ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο, μα η Νορίν ήταν αποφασιστική γυναίκα και δεν το έβαζε εύκολα κάτω. Τ ώρα, όπως πάντα, υπήρχε ελάχιστος χρόνος για συζήτηση. Ο Έντουαρντ γδυνόταν ήδη κι όταν στάθηκε μπροστά της με όλη τη δόξα της γερασμένης του γύμνιας έβγαλε ένα ένα τα εσώρουχά της, αργά και προκλητικά, βλέποντας τον ανδρισμό του να μεγαλώνει και να διαστέλλεται από την επιθυμία του για εκείνη. «Έλα δω, παλιοκόριτσο !» γρύλισε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Ένα λεπτό αργότερα κυλιόντουσαν στο κρεβάτι,εκείνη με τα πόδια τυλιγμένα γύρω από το γυμνό κορμί του κι αυτός με τα χέρια στους γλουτούς της, βυθισμένα στη σάρκα της. ανυπομονώντας να μπει μέσα της, όπου θα έμενε, παρατείνοντας τη στιγμή και βασανίζοντας ηδονικά τον εαυτό του. όσο περισσότερο μπορούσε. Κατόπιν τον σφούγγισε με χλιαρό γάλα που έγλειψε με τη γλώσσα της, ενώ αυτός απολάμβανε τις περιποιήσεις της. «Τ ο ξέρεις ότι με τρελαίνεις;» μουρμούρισε με πνιχτή ψιθυριστή φωνή. «Μερικές φορές θαρρώ πως είσαι μάγισσα!»


«Δεν είμαι ευτυχισμένη μαζί σου, Έντουαρντ» του είπε κατσουφιασμένη. «Πάλι θα φύγεις. Ποτέ δε μένεις πάνω από μία ώρα. Κάνουμε έρωτα κι ύστερα φεύγεις και-μένω ολομόναχη. Δεν έχουμε χρόνο να μιλήσουμε! Είναι αδικία! Γιατί βιάζεσαι να γυρίσεις σπίτι σου; Γιατί δε μένεις καμιά ωρίτσα;» Πότε θα τον έφερνε με τα νερά της -πότε θα τον έκανε να θέλει να είναι πάντα μαζί της; Ο Έντουαρντ κατάλαβε ότι θα άρχιζε την γκρίνια και τη μάλωσε. «Ήξερες τη συμφωνία μας, ότι η δουλειά κι η οικογένειά μου θα έρχονται πάντα πρώτες». Τ ης χαμογέλασε προειδοποιητικά καθώς ντυνόταν. «Θέλεις να πεις ότι δε σε ικανοποιεί πια η συμφωνία μας; Γιατί, αν είναι έτσι, τη λύνουμε εδώ και τώρα. Υπάρχουν ένα σωρό γυναίκες πρόθυμες να μου προσφέρουν αυτό που θέλω με αντάλλαγμα ένα τέτοιο σπίτι». «Είσαι ένα άκαρδο κτήνος!» γουργούρισε. «Στ’ αλήθεια θα μπορούσες να με αφήσεις να φύγω τόσο εύκολα;» «Αν ήταν απαραίτητο, ναι». Δεν ήθελε να νομίζει η Νορίν ότι τον είχε του χεριού της, αν και θα δυσκολευόταν πολύ να αντικαταστήσει μια τέτοια γυναίκα. Παρ’ όλα αυτά, δεν έπρεπε να την αφήσει να καταλάβει την αδυναμία που της είχε. «Όλες οι γυναίκες είναι ίδιες,το ξέρω από πείρα». «Δε σε πιστεύω». Άνοιξε τη ρόμπα της, τον ξάπλωσε στο κρεβάτι, ανέβηκε πάνω του κι άρχισε να λικνίζει τους γοφούς του χαϊδεύοντας το στόμα του με την άκρη της γλώσσας της. «Καμιά δεν μπορεί να σου προσφέρει ό,τι εγώ». Ο Έντουαρντ άρχισε να λυγίζει. «Τ ελικά είσαι μάγισσα!» «Δηλαδή θα μείνεις;» Τ ην έσπρωξε θυμωμένος. «Σου είπα… δεν μπορώ». Η Νορίν κατάλαβε πως έπρεπε να προσέξει να μην τον τρομάξει. «Συγνώμη» είπε γλυκά. «Αλλά μου λείπεις, Τ έντυ, αγάπη μου, και


θα ’θελα να μένεις περισσότερο πότε πότε». Καθησυχασμένος, κούμπωσε το παντελόνι του και φόρεσε το σακάκι του. «Κι εγώ» ομολόγησε. «Αλλά δεν μπορώ, πρέπει να το καταλάβεις». «Και γιατί είσαι τόσο βιαστικός σήμερα;» «Είναι τα γενέθλια της μικρής. Έγινε κιόλας τεσσάρων χρονών». Κοίταξε το ταβάνι και ομολόγησε κουρασμένα: «Δεν το πιστεύω πώς πέρασε ο καιρός από τότε που έφερα το παιδί στοΠέισλυ Χολ, πριν από ένα χρόνο», «Τ ι!» Η ερωμένη του εξεπλάγη και θύμωσε ταυτόχρονα. «Θες να πεις ότι μ’ αφήνεις για ένα πάρτι γενεθλίων και δεν είναι καν δικό σου το παιδί;» Απτόητος εκείνος την αποχαιρέτισε με ένα φιλί. «Ακριβώς, αλλά πρέπει να παίζω πότε πότε το ρόλο του καλού πατέρα. Έλειπα τρεις μέρες για δουλειές κι η γυναίκα μου ξέρει πως θα έπρεπε να έχω γυρίσει ήδη, οπότε δεν έχω άλλη δικαιολογία». Και πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της να διαμαρτυρηθεί , είχε φύγει από το σπίτι και δεν της κούνησε καν το χέρι όταν η Νορίν έτρεξε στο παράθυρο. Ανέβηκε στην άμαξα που τον περίμενε με το βλέμμα στυλωμένο ίσια μπροστά. «Στα τσακίδια, κάθαρμα!» Νιώθοντας προδομένη κι εξοργισμένη, χτύπησε δυνατά τη γροθιά της στο τζάμι. «Δε δίνω δεκάρα αν θα ξαναγυρίσεις!» Όταν η άμαξα χάθηκε από τα μάτια της και καταλάγιασε ο θυμός της, χαμογέλασε πονηρά. «Γενέθλια, ξε-γενέ-θλια, θα έρθει μια μέρα όχι και τόσο μακρινή που δε θα μπορείς να ζήσεις χωρίς εμένα. Θα φροντίσω, Έντουαρντ Κόρνγουελ, να γυρίσεις σύντομα την πλάτη στην πολυαγαπημένη οικογένειά σου». Τ ο βλέμμα της πλανήθηκε στο ευρύχωρο φωτεινό δωμάτιο, που ήταν επιπλωμένο με ωραία πανάκριβα κομμάτια. Όμως δεν της έφτανε


αυτό. «Θέλω κάτι περισσότερο» μουρμούρισε. «Θέλω σύζυγο και σπιτικό. Θέλω σιγουριά κι ασφάλεια.., ό ,τι δίνεις σ’ εκείνη!» Πήγε στο ερμάρι, έβαλε ένα ποτήρι κρασί και βάλθηκε να το σιγοπίνει σκεφτική, απολαμβάνοντας και την τελευταία σταγόνα. «Θέλω να γίνω η επόμενη κυρία Κόρνγουελ. Απαιτώ σεβασμό,χρήματα, κοινωνική θέση,γόητρο. Δούλεψα σκληρά, ικανοποίησα κάθε σου επιθυμία και νομίζω ότι τα δικαιούμαι!» Έγλειψε με τη γλώσσα της το χείλος του ποτηριού. «Έχε το νου σου, κυρία Κόρνγουελ. Είναι θέμα χρόνου να σε εκτοπίσω». Τ ην ίδια ώρα στο Πέισλυ Χολ η Ρόζμαρυ Κόρνγουελ είχε μόνο ένα πράγμα στο μυαλό της: το πάρτι γενεθλίων. Ήθελε να είναι όλα τέλεια και γι’ αυτόν το λόγο κατέβηκε στην κουζίνα, όπου βρήκε τη μαγείρισσα να γκλασάρει την τούρτα γενεθλίων. Ήταν ένα τεράστιο τριώροφο αριστούργημα με ροζ και κίτρινες γαρνιτούρες και στο κέντρο στεκόταν σε χορευτική στάση ένα φίνο πορσελάνινο κοριτσάκι με πράσινο φόρεμα και παπούτσια. «Όλα καλά, κυρία Μπέλλαμυ;» ρώτησε καθώς πλησίαζε την παχουλή μαγείρισσα και, βλέποντας την εντυπωσιακή τούρτα,χτύπησε τα χέρια της με παιδιάστικο ενθουσιασμό. «Είναι υπέροχη!» αναφώνησε. «Όλα τα χρόνια που είσαι μαζί μας,ποτέ δε με απογοήτευσες». Αφού είδε την τούρτα, έλεγξε τις υπόλοιπες λιχουδιές που είχε αραδιάσει στον πάγκο η μαγείρισσα: βυσσινί ζελέ που σχημάτιζαν κουνελάκια κι αρκουδάκια, ροζ μπλανμανζέ, μικρά κέικ πασπαλισμένα με άχνη και ζαχαρένια κουκλάκια, εύγευστα σάντουιτς με κρέας και στρογγυλές πάστες και πιατέλες με τυριά και διάφορους μεζέδες για το τέλος. Και δίπλα σε όλα αυτά μια σειρά ποτήρια και τέσσερις κανάτες με σαμπούκα και σπιτική λεμονάδα. «Μα εσύ ξεπέρασες τον εαυτό σου» είπε στη μαγείρισσα. «Όλα φαίνονται υπέροχα. Τ α παιδιά θα ενθουσιαστούν». Η μαγείρισσα κοκκίνισε από ευχαρίστηση. «Έκανα ό,τι μπορούσα,


κυρία» αποκρίθηκε και κανείς δεν αμφέβαλλε στιγμή γι’ αυτό, πόσο μάλλον η Μεγκ,η βοηθός της μαγείρισσας. Όταν έφυγε η κυρία τους, η Μεγκ πλησίασε να δει τι έκανε η μαγείρισσα. Τ ην είδε να γράφει το όνομα στην τούρτα και να σχηματίζει στις άκρες της γαρνιτούρες. Έσκαγε από περιέργεια να ρωτήσει, αλλά ήξερε πως δεν άρεσε στη μαγείρισσα να την ενοχλούν και φοβόταν να ανοίξει το στόμα της. Η μαγείρισσα διαισθάνθηκε το δίλημμά της. «Πες το λοιπόν!» την παρακίνησε ανυπόμονα. «Τ ι έχεις στο μυαλό σου;» Η Μεγκ δάγκωσε τα χείλη της, ξανακοίταξε την τούρτα και σχολίασε με σιγανή νευρική φωνή: «Έγραψες στην τούρτα το όνομα ΣάραΤ ζέιν». «Ναι,γιατί όχι;» «Γιατί το όνομά της είναι Νάνσυ, όχι Σάρα-Τ ζέιν». «Αλήθεια;» Όταν νεύριαζε η μαγείρισσα,είχε το συνήθιο να ξεφυσάει δυνατά από τα ρουθούνια της, πράγμα που έκανε και τώρα, «Μήπως σου στρίψε, κοπέλα μου;» «Ω.όχι! Μου το είπε η ίδια -το όνομά της είναι Νάνσυ. Αυτό ήταν πάντα. Δε θέλει να τη φωνάζουν Σάρα-Τ ζέιν, ούτε κι εγώ». Η μαγείρισσα άφησε στο μπολ το εργαλείο γαρνιρίσματος και πήρε παράμερα τη δύστυχη γυναίκα. «Άκουσε καλά, Μεγκ» την προειδοποίησε χαμηλόφωνα. «Έχουμε εντολή να φωνάζουμε το παιδί Σάρα-Τ ζέιν κι αυτό θα κάνουμε. Μη σε νοιάζει τι λέει το ίδιο το παιδί. Τ ο μισθό μας τον πληρώνουν ο κύριος κι η κυρία και θα κάνουμε ό ,τι μας λένε. Κατάλαβες;» Η Μεγκ ψιθύρισε φοβισμένη, με μάτια διάπλατα από απορία: «Μα η Σάρα-Τ ζέιν… Η Σάρα-Τ ζέιν…». Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να το ξεστομίσει.


«Σκοτώθηκε!» συμπλήρωσε για λογαριασμό της η μαγείρισσα. «Πνίγηκε το καημένο το παιδί κι η αδερφή της δεν μπόρεσε να τη σώσει. Αυτό προσπαθείς να πεις,ηλίθιο πλάσμα! Λες να μην το ξέρω; Ασφαλώς και το ξέρω, αλλά το κοριτσάκι το έφεραν εδώ για να ανακουφίσει τον πόνο της κυράς μας. Κι αν αυτή θέλει να το φωνάζει με το όνομα της κόρης της, εμάς δε μας πέφτει λόγος. Άλλωστε, δεν είναι κακό». «Απλώς,δε μου φαίνεται σωστό, αυτό είναι όλο». «Σωστό ή λάθος, δεν είναι δική μας δουλειά». Κάρφωσε το βλέμμα της στην άλλη γυναίκα. «Σωστά;» Κι όταν η Μεγκ δεν έδωσε καμία απάντηση, πολύ ταραγμένη ξανάπε: «Είπα ότι δεν είναι δική μας δουλειά… σωστά;». «Σωστά». Η Μεγκ κούνησε υπάκουα το κεφάλι. «Δεν είναι δική μας δουλειά». Η Ρόζμαρυ, που αγνοούσε τη συζήτηση που γινόταν στην κουζίνα, συνέχισε τον έλεγ χο. Πρώτα πήγ ε στη σάλα όπου θα γ ινόταν το πάρτι και μέτρησε τα δώδεκα μικρά δώρα με τα ωραία περιτυλίγ ματα: οχτώ γ ια κορίτσια και τέσσερα γ ια αγ όρια, με έναν ωραίο φιόγ κο στο πάνω μέρος. Η αίθουσα ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμες γ ιρλάντες-αλυσίδες κι ένα μεγ άλο μαγ ικό φανάρι που θα αποσπούσε την προσοχή των επισκεπτών. Στα ήδη στρωμένα τραπέζια υπήρχαν ροζ πιάτα γ ια τα κοριτσάκια και γ αλάζια γ ια τα αγ οράκια. Στο βάθος της σάλας είχαν κάνει χώρο γ ια τον κλόουν, που θα ερχόταν αργ ότερα να ψυχαγ ωγ ήσει τα παιδιά. « Υπέροχα!» Η Ρ όζμαρυ διέσχισε τη σάλα γ ια να μιλήσει με μια υπηρέτρια, που τη συνεχάρη γ ια την εμφάνιση του χώρου. « Τα παιδιά θα ενθουσιαστούν!» σχολίασε ευχαριστημένη. Η επόμενη στάση της ήταν στο πάνω πάτωμα,γ ια να δει πώς τα πάει η εορτάζουσα. Σε μισή ώρα άρχιζε το πάρτι κι έπρεπε να είναι ντυμένη κι έτοιμη να υποδεχτεί τα άλλα παιδιά. Η Νάνσυ ετοιμαζόταν στο δωμάτιό της. Είχε λούσει τα μαλλιά της με χαμομήλι και γ υάλιζαν από το βούρτσισμα και της είχαν φορέσει ένα ωραίο βελούδινο κρεμ φόρεμα με καφέ γ ιακά και ζώνη. Τα παπούτσια με τα λουράκια στους αστραγ άλους ήταν κι αυτά καφέ, ασορτί με το φιόγ κο στα μαλλιά της.


« Τι όμορφη που είσαι!» Η Ρ όζμαρυ μπήκε τη στιγ μή που έδενε τη ζώνη της η υπηρέτρια. « Σαν πριγ κίπισσα» . Έτρεξε κι αγ κάλιασε το κοριτσάκι. « Είμαι τόσο περήφανη γ ια σένα, μωρό μου. Το ίδιο θα νιώσει κι ο πατέρας σου» . Το κοριτσάκι ανταπέδωσε το αγ κάλιασμά της. « Θα είναι στο πάρτι μου;» Η Ρ όζμαρυ γ έλασε. « Μας το υποσχέθηκε, έτσι δεν είναι;» Το παιδί έγ νεψε καταφατικά.

«Τ ότε θα είναι». Πράγματι, την ώρα που μιλούσαν ο Έντουαρντ άνοιγε την εξώπορτα. Δεν αναζήτησε τη γυναίκα του, ούτε ρώτησε τι κάνουν τα παιδιά του. Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του κι απορροφήθηκε από τα χαρτιά της δουλειάς του. Μετά από λίγο άκουσε τα παιδιά να έρχονται θορυβώδη , όπως πάντα, και με τις φωνές και τα γέλια τους διέκοψαν την αυτοσυγκέντρωσή του. «Να πάρει!» Συνειδητοποίησε πως έπρεπε να σταματήσει τη δουλειά και μάζεψε τα χαρτιά του βάζοντάς τα στην άκρη γι’ αργότερα.


Ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα όταν την έσπρωξε η Ρόζμαρυ απ’ έξω. «Α, εδώ είσαι, Έντουαρντ!» Τ ου έτεινε το μάγουλό της για ένα πεταχτό φιλί. «Τ α παιδιά είναι όλα εδώ. Η Πόλιν κι ο Ντέιβιντ κατεβαίνουν με τη Σάρα-Τ ζέιν κι ετοιμαζόμαστε να φέρουμε την τούρτα». Κι επέστρεψε βιαστικά στους μικρούς καλεσμένους της. Τ α δικά της παιδιά, ο Ντέιβιντ κι η Πόλιν, είχαν κατέβει ήδη και περίμεναν να εμφανιστεί η Νάνσυ. «Δεν κατέβηκε ακόμα!» Η Πόλιν από μικρή ήταν δύστροπο κορίτσι. «Αν δεν έρθει γρήγορα, θα κόψω χωρίς αυτήν την τούρτα». «Μην είσαι στριμμένη» την προειδοποίησε ο Ντέιβιντ. «Ντρέπεται, αυτό είναι όλο. Δεν είναι συνηθισμένη σε μεγάλα θορυβώδη πάρτι σαν εσένα». Τ ρία χρόνια μικρότερος από την αδερφή του, είχε ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα. Καλόκαρδος και τρυφερός, από την πρώτη στιγμή πήρε υπό την προστασία του τη μικρούλα, αν και το ενδιαφέρον του για το νέο μέλος της οικογένειας προκάλεσε τη ζήλια της αδερφής του. «Συγνώμη». Η Νάνσυ ξεπρόβαλε πίσω τους με δάκρυα στα μάτια. «Δεν ήθελα να αργήσω». Η Ρόζμαρυ την πήρε στην αγκαλιά της. «Δεν πειράζει, αγαπούλα μου» είπε. «Ξέρω πως δεν ήθελες μεγάλο πάρτι στα προηγούμενα γενέθλια και σε καταλαβαίνω. Αυτή τη φορά όμως το συζητήσαμε κι είπες πως δεν έχεις πρόβλημα». Η Νάνσυ, νευρική κι αβέβαιη ακόμα, σφούγγισε τα δάκρυά της. «Θέλω πάρτι. Αλήθεια λέω». «Ψεύτρα!» Η Πόλιν τής έδωσε μια σπρωξιά στην πλάτη. «Δε θέλεις,γιατί δεν έχεις κοντά σου εκείνο τον κουρελιάρη που κλαις γι’ αυτόν στον ύπνο σου. Πώς τον λένε; Τ ζακ. Ποιος είναι αυτός,τέλος πάντων;» «Πολίν! Αρκετά!» Η Ρόζμαρυ είχε θυμώσει. «Άλλη μια λέξη και θα σε στείλω στο δωμάτιό σου. Δε θα σου επιτρέψω να χαλάσεις το


πρώτο πάρτι της Σάρα-Τ ζέιν>ν. Στράφηκε στη Νάνσυ και τη ρώτησε τρυφερά: «Αυτό το αγόρι που λες στον ύπνο σου το όνομά του ήταν στο ορφανοτροφείο ; Φίλος σου;» Βούρκωσαν τα μάτια της Νάνσυ. «Δεν ξέρω». Τ ο μόνο που θυμόταν ήταν το όνομα και το πρόσωπό του. Ποτέ δε θα λησμονούσε αυτό το καλοσυνάτο πρόσωπο. «Δεν ξέρω ποιος είναι», «Δεν πειράζει,χρυσό μου, δεν έχει πια σημασία. Μπορεί να ήταν ένα παλιόπαιδο που σε τρόμαζε ή κάποιος που έτυχε να δεις εκεί. Άλλωστε, ήσουν μωράκι όταν σε πήρε ο μπαμπάς σου από εκείνο το φριχτό μέρος. Υπήρχαν τόσα πολλά παιδιά εκεί κι είναι φυσικό να μη θυμάσαι κάποιο συγκεκριμένο. Καλύτερα έτσι,γιατί όλα αυτά ανήκουν τώρα στο παρελθόν. Έχεις μια καινούρια ζωή μ’ εμάς,την οικογένειά σου. Τ ώρα είσαι το μωρό μου και δε θ’ αφήσω κανέναν να σε πειράξει, σ’ το υπόσχομαι». Με το σαματά, τα γέλια και τα κανακέματα των άλλων η Νάνσυ δεν άργησε να ξεχάσει τις έγνοιες της και να αρχίσει να διασκεδάζει. Στο βάθος του μυαλού της όμως έβλεπε το πρόσωπο του Τ ζακ και γέμιζε θλίψη η καρδιά της. Ήξερε, χωρίς να θυμάται πώς ακριβώς, ότι ο Τ ζακ στάθηκε καλός μαζί της. Ευχόταν με όλη την καρδιά της να ξανανταμώσουν. Αργότερα, όταν κάθισαν να πάρουν το τσάι τους τα παιδιά κι έφεραν την τούρτα, η Ρόζμαρυ την πήγε να σβήσει τα κεράκια. «Πάρε μια βαθιά ανάσα» της είπε τρυφερά «και μετά φύσηξε». Εντυπωσιασμένη από την τεράστια τούρτα, η Νάνσυ πήρε βαθιά ανάσα κι ετοιμάστηκε να φυσήξει, αλλά τότε είδε το όνομα και κοντοστάθηκε. «Δεν είναι δική μου αυτή η τούρτα!» Η Ρόζμαρυ εκνευρίστηκε. «Τ ι εννοείς, παιδί μου; Δική σου είναι». Η Νάνσυ επέμενε. «Όχι! Κοίτα,έχει άλλο όνομα. Τ ο δικό μου αρχίζει από “ Ν”». Ήταν έξυπνο παιδί κι ήξερε απέξω κι ανακατωτά το αλφάβητο,γιατί το δωμάτιο παιχνιδιού του Πέισλυ Χολ ήταν γεμάτο


υπέροχα βιβλία και παιχνίδια. Η Ρόζμαρυ χαμογέλασε. «Α, κατάλαβα. Γράφει ΣάραΤ ζέιν» επιβεβαίωσε «αλλά δεν είναι ξένο αυτό το όνομα, αγάπη μου. Τ ώρα είναι δικό σου». Η Νάνσυ τραβήχτηκε κουνώντας το κεφάλι της. «Δεν είναι δική μου αυτή η τούρτα… δεν είναι». Έκανε μεταβολή κι έτρεξε στην πόρτα. Τ α άλλα παιδιά είχαν σαστίσει κι αναρωτιόντουσαν τι συνέβαινε. Η Ρόζμαρυ έτρεξε πίσω της, λέγοντας’ στους υπηρέτες να ξεκινήσει η γιορτή. Ήθελε να το συζητήσει με το κοριτσάκι μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. «Είδες που μου έλεγες ότι δε θυμάσαι ποιο ήταν αυτό το αγόρι αυτό που φο^νάζεις στον ύπνο σου το όνομά του;» άρχισε. Η Νάνσυ, δακρυσμένη τώρα, έγνεψε καταφατικά. «Βλέπεις,ήταν μια άλλη ζο^ή. Σου έχω πει ήδη ότι τώρα έχεις μια καινούρια ζωή, μια καινούρια οικογένεια. Γι’ αυτό έπρεπε να σου δώσουμε ένα καινούριο όνομα. Πού ξέρουμε , άλλωστε, ότι σ’ έλεγαν πράγματι Νάνσυ; Μπορεί να σου έδωσαν στην τύχη αυτό το όνομα στο ορφανοτροφείο. Ποιος ξέρει; Στην αρχή σε φωνάζαμε Νάνσυ γιατί το είχες συνηθίσει. Αλλά δε σκοπεύαμε να κρατήσουμε αυτό το όνομα. Πάντα ήθελα κάτι άλλο για σένα». Έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της και του είπε ψιθυριστά: «Θέλω να πάρεις το όνομα Σάρα-Τ ζέιν. Είναι το δώρο μου σ’ εσένα. Βλέπεις, είχα ένα κοριτσάκι που χάθηκε σε ένα φριχτό δυστύχημα. Κι ήμουν πολύ, πολύ στεναχωρημένη μέχρι που σ’ έφερε ο μπαμπάς σου και τότε είδα πως υπήρχε ένα άλλο κοριτσάκι να πάρει τη θέση εκείνου που έχασα». Μόλις το άκουσε αυτό η Νάνσυ, σταμάτησε να κλαίει. «Δεν ήξερα πως είχες κι άλλο κοριτσάκι» είπε. «Νόμιζα πως είχες μόνο την Πολίν και τον Ντέιβιντ».


«Και πώς σου έμοιαζε!» Πήρε στις χούφτες της το πρόσωπο της Νάνσυ και την ικέτευσε: «Μου χάρισες τόση ευτυχία από τότε που ήρθες εδώ. Αν δεχτείς το όνομα της Σάρα-Τ ζέιν, θα γίνω η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου. Θα μου κάνεις αυτή τη χάρη; Θα μου δείξεις πόσο μ’ αγαπάς; Ναι;» Η Νάνσυ,που ήταν πολύ μικρή για να συλλάβει τις επιπτώσεις, σκέφτηκε αυτό που είπε η «μητέρα» της. Τ ο μόνο που ήξερε ήταν ότι αυτή η γυναίκα την αγαπούσε και της φερόταν καλά και τώρα ήθελε να ανταποδώσει αυτή την καλοσύνη αν μπορούσε. Δεν ήταν υπερβολικό αυτό που της ζητούσε — να δεχτεί ένα καινούριο όνομα. «Είναι πολύ ωραίο όνομα» είπε ντροπαλά. «Θα γίνεις, λοιπόν,η Σάρα-Τ ζέιν μου;» Καθώς κοίταζε τη Νάνσυ, ξεπρόβαλε μπροστά της το πρόσωπο του αγαπημένου χαμένου παιδιού της, που ράγισε την καρδιά της καημένης της Ρόζμαρυ. Ακολούθησε μια παρατεταμένη φορτισμένη σιωπή κι ύστερα η Νάνσυ έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει». Η Ρόζμαρυ την αγκάλιασε. «Σ’ ευχαριστώ» ψιθύρισε. Έπιασε τη Νάνσυ από τα μπράτσα,την απομάκρυνε λιγάκι και είπε κεφάτα: «Σύντομα θα κανονίσουμε με τον παπά τη βάφτισή σου». «Τ ι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι θα γίνεις στ’ αλήθεια η Σάρα-Τ ζέιν». Χάιδεψε τα ξανθά μαλλιά της μικρούλας. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι σημαίνεις για μένα». Η Νάνσυ, βαθιά συγκινημένη από την αγάπη της Ρόζμαρυ, την αγκάλιασε. «Σ’ αγαπώ, μανούλα» ψιθύρισε κι η Ρόζμαρυ την έσφιξε στην αγκαλιά της για μια ατέλειωτη πολύτιμη στιγμή. Τ ο πάρτι είχε τρομερή επιτυχία. Τ α παιδιά τα έφαγαν όλα, δεν άφησαν ψίχουλο, και διασκέδασαν με την ψυχή τους. Ο κλόουν ενθουσίασε τους πάντες’ ακόμα κι οι υπηρέτες στο βάθος της σάλας


διπλώνονταν από τα γέλια. Όταν ήρθε η ώρα να πάρουν τα παιδιά οι γκουβερνάντες τους,τους μοίρασαν τα δωράκια τους. Η Νάνσυ πήρε μια τεράστια πορσελάνινη κούκλα, ίσια σχεδόν με το μπόι της. Η Ρόζμαρυ θέλησε να την ανεβάσει εκείνη στην κάμαρά της, αλλά το κορίτσι επέμενε να την πάει μόνο του, παρόλο που χρειάστηκε ο διπλός χρόνος κ’αι κάποια στιγμή κινδύνευσε να κουτρουβαλήσει τις σκάλες, αλλά ευτυχώς ήταν δίπλα της η Ρόζμαρυ και πρόλαβε να τη συγκρατήσει, προς μεγάλη απογοήτευση της Πόλιν. Αργότερα η Νάνσυ είπε σε μια υπηρέτρια πως ήταν η πρώτη αληθινή κούκλα που είχε στη ζωή της. Τ ο νέο μεταδόθηκε στην κουζίνα, όπου όλοι συμφώνησαν πως ήταν ένα γλυκύτατο και διόλου κακομαθημένο κοριτσάκι. Η μαγείρισσα προχώρησε περισσότερο. «Είναι πολύ καλή κι αθώα γι’ αυτό το σπίτι» σχολίασε βλοσυρά. «Ίσως ήταν καλύτερα να πάει σε ένα συνηθισμένο σπιτικό». «Τ ι εννοείς;» ρώτησε η Μεγκ, περίεργη όπως πάντα. «Μακάρι να μεγάλωνα κι εγώ σ’ ένα σπίτι σαν κι αυτό… με λεφτά κι ανέσεις. Τ ο παιδί έχει δική του γκουβερνάντα που έρχεται κάθε πρωί». «Καλά είναι τα λεφτά» είπε πνιχτά η κυρία Μπέλλαμυ «μα δεν είναι το παν. Δε σου κρύβω ότι ανησυχώ για το καημένο το κοριτσάκι». «Γιατί;» Η μαγείρισσα έμεινε κάμποση ώρα σιωπηλή πριν δώσει μια απάντηση που ικανοποίησε την περιέργεια της Μεγκ. «Νομίζω ότι δεν τη χωνεύει η Πολίν, να γιατί». «Αυτό το ξέρω ήδη. Έπρεπε να δεις το πρόσωπό της όταν χάρισαν στη μικρή εκείνη την τεράστια κούκλα. Αν σκότωνε το βλέμμα!.., Αλλά η κυρία ξέρει καλά τη μεγάλη κόρη της, Σε λίγο θα τη βάλει στη θέση της, όπως έκανε το πρωί, που η δεσποινίς Πολίν κατσάδιασε το κορίτσι»,


Η μαγείρισσα έγνεψε. «Μάλλον έχεις δίκιο». Ωστόσο ήταν πολύ καιρό εδώ, αρκετό για να την ανησυχήσει η αλυσίδα των τελευταίων γεγονότων. Υπήρχαν πράγματα που τριβέλιζαν το μυαλό της και δεν την άφηναν να ησυχάσει. Φριχτά πράγματα που δεν τολμούσε να τα ξεστομίσει σε κανέναν. Τ ην άλλη μέρα η Νάνσυ εμφανίστηκε στο τραπέζι του πρωινού κρατώντας την κούκλα της, που την έβαλε να καθίσει δίπλα της στο τραπέζι. «Είναι βλακεία να κουβαλάς αυτό το ηλίθιο πράγμα στο τραπέζι». Η Πόλιν δεν έχανε ευκαιρία να βασανίζει τη μικρή αδερφή της. «Περίμενε να κατέβει η μαμά. Μόλις τη δει, θα σ’ την πάρει». Ο Ντέιβιντ μάλωσε την Πόλιν και καθησύχασε τη Νάνσυ, λέγοντας ότι η μητέρα τους δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Μετά κάθισε δίπλα της κι άρχισαν να σχολιάζουν χαρούμενα το πάρτι,ενώ η Πολίν παρακολουθούσε με ζήλια, μισώντας και τους δύο. Λίγο αργότερα, όταν κατέβηκε η Ρόζμαρυ, είπε στη Νάνσυ ότι δεν υπήρχε πρόβλημα που έφερε την κούκλα στο τραπέζι. «Μόνο για σήμερα όμως, χρυσό μου» είπε. «Είναι καλύτερα να την αφήνεις στο δωμάτιό σου». Κοίταξε ανήσυχα την Πολίν,γιατί η μεγάλη της κόρη αγριοκοίταζε τη Νάνσυ χωρίς να μπορεί να κρύψει το μίσος της. Τ ελικά, η Ρόζμαρυ προτίμησε να αγνοήσει την έχθρα της Πολίν κι έκανε μια ανακοίνωση. «Η Νάνσυ έχει άλλο ένα δώρο γενεθλίων» είπε στους άλλους «το οποίο ελπίζω να εγκρίνετε κι οι δύο». Κοίταξε το γιο της και τα δυο κορίτσια και συνέχισε: «Η αδερφή σας απέκτησε καινούριο όνομα. Από σήμερα λέγεται Σάρα-Τ ζέιν Κόρνγουελ». Τ ο νέο το πήραν πολύ ήρεμα, αν και ο Ντέιβιντ έκανε ένα σχόλιο. «Μήπως προτιμάει to δικό της όνομα η Νάνσυ ;» Είχε δει πώς αντέδρασε για το όνομα στην τούρτα γενεθλίων κι ανησυχούσε,


«Κουταμάρες! Τ ο συζητήσαμε ήδη και συμφώνησε ότι το ΣάραΤ ζέιν τής ταιριάζει. Τ ης… της ανήκει». Η Πολίν χαμογέλασε κάτω απ’ τα μουστάκια της. Δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα, μα η μητέρα της έπαιζε το παιχνίδι της. «Έχεις δίκιο, μαμά» παρατήρησε επιδοκιμαστικά. «Τ ο όνομα αυτό τής ανήκει». Εκείνη ήταν πολύ ευχαριστημένη. Η Νάνσυ, σφίγγοντας την κούκλα της, ακολούθησε υπάκουα τη Ρόζμαρυ στο γραφείο και κοντοστάθηκε στην πόρτα. «Έλα μέσα, χρυσό μου». Τ α συναισθήματα του Έντουαρντ Κόρνγουελ γι’ αυτό το παιδί ήταν αλληλοσυγκρουόμενα. Είχε πάντα κάποιες σκοτεινές υποψίες, παρόλο που δεν τολμούσε να τις εκφράσει σε κανέναν, αν και τώρα ρώτησε: «Πώς δέχτηκε η Πολίν το γεγονός ότι η αδερφή της θα λέγεται τώρα Σάρα-Τ ζέιν;». «Πολύ θετικά». Η Ρόζμαρυ ξαφνιάστηκε που ασχολήθηκε με αυτό το θέμα. «Βασικά, τόσο η Πολίν όσο κι ο Ντέιβιντ ενθουσιάστηκαν,αν και στην αρχή ο Ντέιβιντ εξέφρασε κάποιες επιφυλάξεις». Χαμογέλασε περήφανα. «Έχει αναλάβει το ρόλο του προστάτη της μικρής». «Αλήθεια;» Ο Έντουαρντ δεν ήταν σίγουρος ότι του άρεσε αυτό. Τ ώρα, κοιτάζοντας το κορίτσι, ένιωσε για μια φευγαλέα στιγμή την καρδιά να υπερισχύει του μυαλού, αλλά μετά την πληροφόρησε με κοφτή φωνή: «Η γυναίκα και τα παιδιά μου σ’ έχουν αγαπήσει, γι’ αυτό θα ζητήσω άδεια από τις αρχές να σε υιοθετήσω επίσημα. Έχεις να πεις τίποτα γι’ αυτό;». Η Σάρα-Τ ζέιν κοίταξε ερωτηματικά τη Ρόζμαρυ, κι όταν εκείνη τής έγνεψε ενθαρρυντικά, απάντησε: «Μάλιστα, κύριε». «Ναι;» Είχε προσέξει ήδη πόσο έξυπνο ήταν το κορίτσι, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Η γνώμη της γκουβερνάντας της είχε επιβεβαιώσει την εντύπωσή του και τώρα η ίδια η μικρούλα έθετε υπό συζήτηση τις προθέσεις του. «Και τι θα μπορούσες να πεις;»


«Τ ι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι θα γίνουμε οι νόμιμοι γονείς σου. Χαίρεσαι ;» Γιά μια στιγμή πρόβαλε μπροστά της το πρόσωπο του Τ ζακ. Γπήρχαν κι άλλα ενός άντρα και ίσως μιας γυναίκας. Εκείνη τη στιγμή της αβεβαιότητας τους χρειαζόταν. Ένιωθε ασφαλής μαζί τους. «Δεν ξέρω, κύριε». «Κατάλαβα». Έσκυψε ανυπόμονα στα χαρτιά του. «Μπορείς να την πάρεις, αγαπητή μου» είπε στη γυναίκα του. «Θα το συζητήσουμε αργότερα. Αυτή τη στιγμή έχω χιλιάδες δουλειές». Αργότερα εκείνο το απόγευμα η Πολίν επιτέθηκε στο διάδρομο στη Νάνσυ. «Ώστε τώρα κλέβεις το όνομα της αδερφής μου, έτσι;» ψιθύρισε. «Καλά λένε ότι ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει. Ήταν κι αυτή σκέτος μπελάς, σαν εσένα. Ποτέ μου δεν τη χώνεψα, από τη στιγμή που γεννήθηκε». Τ ο χαμόγελό της ήταν μοχθηρό. «Αλλά ησυχάσαμε γιατί δεν είναι πια εδώ. Εσύ όμως είσαι, και τώρα μάλιστα πήρες το όνομά της». Έσκυψε για να κοιτάξει τη Νάνσυ στα μάτια και την προειδοποίησε : «Πρόσεχε, μυξιάρικο… γιατί da έχεις το ίδιο τέλος μ ’ εκείνη». Όταν όμως είδε τον Ντέιβιντ να πλησιάζει, τραβήχτηκε-βιαστικά. «Μην πεις λέξη σε κανέναν, γιατί θα το μετανιώσεις!» ψιθύρισε πριν φύγει. Ο Ντέιβιντ τη ρώτησε τι της έλεγε η αδερφή του. «Δε φαντάζομαι να σε μάλωνε πάλι;» Η Νάνσυ κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω» απάντησε αόριστα. Πράγματι, δεν ήξερε τι να πιστέψει. Αργότερα εκείνο το βράδυ, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, συλλογίστηκε τα λόγια της Πολίν κι όταν άρχισε να ανησυχεί σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στην κουνιστή πολυθρόνα όπου είχε αφήσει την κούκλα της, γονάτισε, την κοίταξε με συννεφιασμένα μάτια κι άρχισε να μιλάει. «Δε μου αρέσει η Πολίν» ψιθύρισε. «Με


κάνει να φοβάμαι». Η κούκλα την κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα μάτια της, βουβή κι ανεξιχνίαστη. Η Νάνσυ συνέχισε χαμηλόφωνα, σίγουρη ότι μπορούσε να την ακούσει: «Δεν είναι καλό κορίτσι, έτσι;». Κοίταξε την κούκλα σαν να περίμενε απάντηση . Κι όταν δεν πήρε, την αγκάλιασε, την πήγε στο κρεβάτι και την έστησε στο μαξιλάρι. Μετά ανέβηκε δίπλα της,κάθισε και της έπιασε το χέρι. Έσκυψε, έφερε τα χείλη της κοντά στο αυτί της κούκλας και της άνοιξε την καρδιά της με ψιθυριστή φωνή. «Δεν είναι φίλη μου και μερικές φορές λέει απαίσια πράγματα». Τ ο πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. «Αλλά μ’ αρέσει η καινούρια μαμά μου… είναι καλή». Συνοφρυώθηκε ξανά. «Για τον καινούριο μου μπαμπά δεν είμαι σίγουρη…» Ένα δάκρυ λαμπύρισε στα μάτια της. «Τ ι έγινε ο παλιός μπαμπάς μου;Η Πολίν είπε ότι είχα έναν μπαμπά,αλλά ήταν κακός γιατί μ’ έδωσε». Σκούπισε τα δάκρυα με τις γροθιές της. «Αν το έκανε αυτό, δε θέλω να γυρίσει». Κι ύστερα χαμογέλασε με ένα γλυκό αθώο χαμόγελο που έβγαινε από την καρδιά της. «Μ’ αρέσει όμως ο Ντέιβιντ. Είναι καλός. Με προσέχει». Ένιωθε ασφαλής με τον Ντέιβιντ. «Είναι σαν…» Τ ο μυαλό της μπερδεύτηκε στη σκέψη του Τ ζακ. Τ ελευταία δυσκολευόταν να τον θυμηθεί. «Είναι σαν τον Τ ζακ, μα δεν ξέρω ποιος είναι. Πού είναι, Ντόλλυ; Πού πήγε ο Τ ζακ;» Κούνησε το κεφάλι της σαν να ήθελε να ξεθολώσει το μυαλό της. «Μίλησα για εκείνον στη μαμά, αλλά μου είπε ότι έφυγε και δε θα ξαναγυρίσει και ότι πρέπει να τον ξεχάσω». Ανασήκωσε τους ώμους. «Κι αυτό πρέπει να κάνω , αφού δεν μπορώ πια να δω το πρόσωπό του». Πράγμα που τη λυπούσε πολύ. Αναρίγησε. «Θα ’θελα να φύγει η Πολίν» ψιθύρισε. «Κι εσύ, έτσι δεν είναι;» Έριξε μια ματιά στην πόρτα σαν να φοβόταν μήπως μπει κανένας. «Η Πολίν μάς φοβίζει και τις δύο».


Ξαφνικά, άρχισε να κλαίει με σιγανούς σπαρακτικούς λυγμούς που έπνιγαν το λαιμό και το στήθος της. Μετά από λίγο αποκοιμήθηκε, αγκαλιάζοντας με τα δυο της χέρια τη μεγάλη πορσελάνινη κούκλα. Έξω, στο κεφαλόσκαλο, η Πολίν τραβήχτηκε από την πόρτα. Είχε ακούσει αρκετά για να σχηματιστεί ένα χαμόγελο στα χείλη της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 «ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ ΣΗΜΕΡΑ,ΦΙΛΕ ΜΟΤ ;» Ήταν η πολλοστή επίσκεψη του Τ ζόρντι στο θεραπευτήριο του Μπέντφορντ, όπου ο Ρόμπερτ ανάρρωνε ακόμη από την άγρια επίθεση που δέχτηκε πριν ένα χρόνο και βάλε. «Σε φροντίζουν καλά;» Ο Ρόμπερτ έγνεψε καταφατικά. «Πολύ… καλά». Με τα ράμματα στη μια πλευρά του στόματός του και το λαιμό του στο νάρθηκα, δυσκολευόταν πολύ στην ομιλία. Η ζωή του ήταν ακατάπαυστοι πόνοι κι απόγνωση, αλλά χαιρόταν πάντα όταν τον επισκεπτόταν ο Τ ζόρντι. Αυτός ο αυθεντικός απλοϊκός άνθρωπος ήταν ο πολύτιμος δίαυλος επικοινωνίας του με τον έξω κόσμο κι η μοναδική του ελπίδα να βρει τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Μα και κάτι περισσότερο, αφού τώρα είχε γίνει αφοσιωμένος κι έμπιστος φίλος. Ο Τ ζόρντι τού μετέφερε τα νέα καθώς τακτοποιούσε τα φρούτα που είχε φέρει σε ένα μπολ στο κομοδίνο του Ρόμπερτ. «Δεν είναι πολλά» τον προειδοποίησε «αλλά φαίνεται πως, λίγο αφότου πήγαν τα παιδιά σου στο ορφανοτροφείο, δόθηκαν σε δύο διαφορετικές οικογένειες. Προς το παρόν είναι το μόνο που μπόρεσα να μάθω, και με μεγάλη δυσκολία, να ξέρεις». Ανέφερε πώς πήρε την πληροφορία. «Ένα χαμόγελο και μια φιλική κουβέντα μπορούν να κάνουν θαύματα.αλλά το να μάθεις τι συμβαίνει στο Γκαλλογουέυς είναι σαν να προσπαθείς να βγάλεις αίμα από την πέτρα. Τ ρέμουν όλοι μη χάσουν τις δουλειές τους». Ή κάτι άλλο, σκέφτηκε κυνικά, αν και δεν το ανέφερε στο Ρόμπερτ. Αρκετά είχε υποφέρει ο καημένος κι υπέφερε ακόμα, ο Θεός να τον


λυπηθεί. Χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Αλλά δε θα το βάλω κάτω» υποσχέθηκε. «Τ ώρα που έπιασα φιλίες μ’ εκείνη τη γυναίκα που εργάζεται εκεί, θα συνεχίσω την προσπάθεια». Κατάλαβε από την έκφραση των ματιών του ότι ο Ρόμπερτ αγωνιούσε να μάθει περισσότερα, έτσι του έκανε την περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας. «Λέγεται Άιρις Ντέυλυ». Μιλούσε σιγανά για να μην τον ακούσουν οι άλλοι στο μεγάλο θάλαμο. «Είναι η οικονόμος του ορφανοτροφείου». Κοίταξε απηυδισμένος το ταβάνι και βόγκηξε σαν να πονούσε. «Και, μα το Θεό, κακάσχημη! Δεν υπάρχει σε όλο τον κόσμο πιο κακομούτσουνη και κακορίζικη γυναίκα εκτός από την πρώην γυναίκα μου. Αυτή πια ξίνιζε το γάλα μες στο καταχείμωνο!» Κι ύστερα,καταλαβαίνοντας ότι ο Ρόμπερτ ενδιαφερόταν για ένα και μόνο πράγμα, σοβάρεψε και συνέχισε: «Δύσκολα της παίρνεις λόγια για το ορφανοτροφείο, γι’ αυτό πρέπει να την πάω λάου λάου. Αλλά θα μάθω περισσότερα, να είσαι σίγουρος». Χαμογέλασε στον άρρωστο. «Δε θα μπορέσει να αντισταθεί στη γοητεία μου, έτσι δεν είναι; Εννοώ, ένας άντρας με την ομορφιά μου… τι διάβολο! Μπορεί να είναι σκληρό καρύδι, αλλά σε λίγο θα τρώει απ’ τη χούφτα μου». Ο Ρόμπερτ άρχισε να αναρωτιέται αν συνέβαινε κάτι ύποπτο στο Γκαλλογουέυς ή αν ήταν στ’ αλήθεια όπως τα έλεγε ο Τ ζόρντι ότι οι υπάλληλοι φοβόντουσαν μη χάσουν τη δουλειά τους αν τους έπιαναν να κουτσομπολεύουν. Ό,τι κι αν συνέβαινε, μετά από αυτά που άκουσε φοβόταν ακόμα περισσότερο. «Μίλησέ… της!» Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, στηρίχτηκε στο ένα χέρι και με το άλλο έπιασε τον Τ ζόρντι από το πέτο, με μάτια διάπλατα, γεμάτα αγωνία’ η ανάσα του έβγαινε λαχανιασμένη. «Πες της… θέλω… παιδιάμον\» Έπεσε εξαντλημένος στο μαξιλάρι κι έκλεισε τα μάτια. Ήταν τόσο βαριά η ανάσα του, που ο Τ ζόρντι φώναξε τη νοσοκόμα. Εκείνη, αφού βεβαιώθηκε πως ήταν καλά ο ασθενής κι η στιγμιαία


του κατάρρευση οφειλόταν στην υπερπροσπάθεια, προειδοποίησε τον Τ ζόρντι: «Χρειάζεται ηρεμία,αλλιώς θα σε διώξω». Ήξερε την αφοσίωσή του στο Ρόμπερτ, μα πρώτο της μέλημα ήταν ο ασθενής. «Μην ξεχνάς πως δεν έχει διαφύγει Απόλυτα τον κίνδυνο» ψιθύρισε πριν απομακρυνθεί. Ο Τ ζόρντι αναστατώθηκε. «Δεν πρέπει να ταράζεσαι, φίλε μου, εντάξει; Τ ο μόνο που θέλω είναι να βοηθήσω. Δεν είπα ποτέ ότι δε θα πάρεις πίσω τα παιδιά σου. Απεναντίας, σου υποσχέθηκα να κινήσω γη και ουρανό, και θα το κάνω. Αλλά θα πάρει χρόνο». Ο Ρόμπερτ, που είχε συνέλθει κάπως, μουρμούρισε: «Δεν έχω… κανέναν άλλο». Ο Τ ζόρντι το καταλάβαινε αυτό και του το είπε. «Ο εντοπισμός τους είναι πιο δύσκολος απ’ ό,τι περίμενα» ομολόγησε. «Και τώρα που έπιασα δουλειά κι έγινα καθωσπρέπει, δεν έχω τον ελεύθερο χρόνο που είχα πριν». Σκέπασε το χέρι του Ρόμπερτ με το δικό του. «Είπες όμως ότι μ’ εμπιστεύεσαι» συμπλήρωσε σιγανά. «Δε θα σε απογοητεύσω». « Τ ο… ξέρω». Τ ώρα που ο Ρόμπερτ τον κοίταζε με πιο ζωηρό βλέμμα και πιο ήρεμη ανάσα, ο Τ ζόρντι συνειδητοποίησε τι πόνους είχε τραβήξει αυτός ο άνθρωπος και τον έπνιξαν ξανά οι τύψεις. «Κοίτα, πρέπει να φύγω» μουρμούρισε αδέξια. «Χρειάζεσαι ξεκούραση». Ο Ρόμπερτ δε διαμαρτυρήθηκε. Ξαφνικά, ένιωθε απέραντη κούραση κι ευχαρίστησε τον καλό Θεό γι’ αυτή την ασυνήθιστη φιλία. Σιγά σιγά και με μεγάλη δυσκολία έσυρε τα δάχτυλά του στο χέρι του Τ ζόρντι και χαμογέλασε αχνά. Αρκούσε αυτό. Πνιγμένος από συγκίνηση, ο Τ ζόρντι έμεινε για λίγο αμίλητος. Αλλά πριν φύγει έπρεπε να μάθει κάτι. «Θέλεις να πάω στις αρχές;» ρώτησε. «Αυτοί θα μάθουν πιο γρήγορα από μένα».


Ο Ρόμπερτ επικίνδυνο».

αρνήθηκε

με

μια

απότομη

χειρονομία.

«Πολύ

Ο Τ ζόρντι έγνεψε. «Σωστά. Τ ην περίμενα αυτή την απάντηση, αφού σ’ το έχω προτείνει τόσες φορές κι αρνήθηκες. Καταλαβαίνω γιατί δε θέλεις να ανακατέψεις τις αρχές. Θα πουν ότι δεν είσαι σε θέση να πάρεις τα παιδιά. Αυτό δεν είναι; Αυτό σ’ ανησυχεί». Ο Ρόμπερτ έγνεψε αργά και προσπάθησε να απαντήσει. «Εσύ… τα βρεις». Για ένα μεγάλο διάστημα ο Ρόμπερτ δυσκολευόταν να τον αποδεχτεί, πόσο μάλλον αφού ο Τ ζόρντι και ο φίλος του ήταν αυτοί που τον έστειλαν στο θεραπευτήριο. Προς το παρόν όμως ο ψηλός άντρας ήταν η μόνη του ελπίδα. Ο Τ ζόρντι μάντεψε τις σκέψεις του. Στο βάθος του μυαλού του περίμενε πάντα ότι κάποια μέρα, όταν θα έβρισκε τις δυνάμεις του ο Ρόμπερτ, θα του μιλούσε για εκείνη την τραγική νύχτα που τον πέταξαν στην άμαξα. Τ ι θα γινόταν τότε η φιλία τους; Δε θα τον κατηγορούσε αν του έκοβε το κεφάλι’ και του φίλου του γι’ αυτό που είχε κάνει. Παρ’ όλα αυτά, ήλπιζε να του δείξει λίγη κατανόηση. Ήλπιζε ότι μετά τις επισκέψεις του κι όλες τις προσπάθειές του να επανορθώσει, ίσως ο Ρόμπερτ να έβρισκε τη δύναμη να τον συγχωρήσει. Ο Ρόμπερτ τον ακολούθησε με το βλέμμα καθώς έβγαινε από το θάλαμο. Στα χείλη του είχε ένα αχνό χαμόγελο κι όταν έκλεισε η πόρτα πίσω από τον άλλο άντρα έκλεισε τα μάτια του και βυθίστηκε σε έναν ταραγμένο ύπνο, φωνάζοντας και κλαίγοντας, μέχρι που ήρθε η νοσοκόμα να του δώσει το ηρεμιστικό του. «Φτωχό, βασανισμένο πλάσμα» είπε στην προϊσταμένη όταν γύρισε στο γραφείο. «Λες να το ξεπεράσει;» «Ποιος ξέρει;» ήρθε η απάντηση. «Αν θες τη γνώμη μου, με τα βαριά τραύματα που είχε όταν τον έφεραν, είναι θαύμα που έφτασε ως


εδώ!» Κοίταξε προς την κατεύθυνση του Ρόμπερτ. «Κάτι ή κάποιος τον σπρώχνει να γίνει καλά. Είναι παράξενη η φιλία αυτών των δύο, δε νομίζεις, αδελφή;» Έδειξε την πόρτα από την οποία είχε βγει ο Τ ζόρντι. «Ποτέ δε θα φανταζόμουν ότι έχουν κάτι κοινό». Η νοσοκόμα συμφώνησε με ένα γνέψιμο. .«Κι εγώ το σκέφτηκα αυτό» ομολόγησε «αλλά βλέπω ότι υπάρχει ένας ξεχωριστός δεσμός ανάμεσά τους. Άκουσα το μεγαλύτερο άντρα να του λέει ότι δε θα ησυχάσει αν δεν επανορθώσει γι’ αυτό που έκανε». «Δεν ξέρω τι μπορεί να έχει κάνει και δεν είναι δική μας δουλειά, αλλά ξέρω ένα πράγμα». Η προϊσταμένη κοίταξε προς τη μεριά του Ρόμπερτ κι η καρδιά της γέμισε συμπόνια. «Ειλικρινά, πιστεύω ότι ο επισκέπτης μας θα βάδιζε και σε αναμμένα κάρβουνα για να βοηθήσει αυτό το εξαιρετικό παλικάρι». Εκείνη τη νύχτα ο Τ ζόρντι πήγε στην ίδια παμπ που σύχναζε κάθε Παρασκευή βράδυ, με την αμυδρή ελπίδα να δει την Άιρις Ντέυλυ ή κάποιον άλλο που δούλευε στην Παιδική Στέγη Γκαλλογουέυς. Μέχρι στιγμής δε στάθηκε τυχερός, αλλά έπρεπε να συνεχίσει την προσπάθεια. Κάποιος πρέπει να ήξερε κάτι για τα παιδιά του Ρόμπερτ και, από την πείρα του, όλοι έχουν μια τιμή. Ήταν θέμα χρόνου να βρει την άκρη. Μπήκε μέσα με την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που ήταν γνωστός εκεί γύρω και παρήγγειλε ένα ποτό στον ταβερνιάρη. «Ένα ποτήρι μπίρα για μένα κι ένα για το φίλο μου από δω». Χαιρέτησε τον άντρα που στεκόταν δίπλα του στο μπαρ, έναν ψηλόλιγνο τύπο με κόκκινο πρόσωπο, προφανώς από την πολλή μπίρα και την κακή διατροφή. «Γεια σου και πάλι». Ο άντρας τον λοξοκοίταξε και γρύλισε μιαν απάντηση. «Δεν το βάζεις κάτω, έτσι;» «Κατά κανόνα όχι». Ο άλλος άντρας τού χάρισε ένα πονηρό μειδίαμα. «Ακόμα κάνεις


ερωτήσεις, έτσι; Ακόμα ελπίζεις να πάρεις απαντήσεις;» «Σωστά». «Χμ!» Κοίταξε τον Τ ζόρντι από πάνω ως κάτω όπως κοιτάζει η γάτα το ποντίκι. «Περιμένεις τη γεροντοκόρη;» «Ποια γεροντοκόρη;» Ο Τ ζόρντι πίστευε πως ήταν πιο διακριτικός τη μία και μοναδική φορά που μίλησε με τη συγκεκριμένη γυναίκα. Ο αδύνατος άντρας χαμογέλασε με θράσος. «Εμένα δε με κοροϊδεύεις. Λέγεται Άιρις Ντέυλυ. Δουλεύει στο ορφανοτροφείο , κι ας κάνεις πως δεν το ξέρεις. Έρχεται εδώ κάθε Παρασκευή βράδυ για να γεμίσει με μπίρα την κανάτα της. Είναι, η γεροντοκόρη με την οποία μίλησες την πέρα-σμένη βδομάδα». Έδειξε μια γωνιά όπου κουβέντιαζαν δύο καλοβαλμένοι κύριοι. «Καθόσουν σ’ εκείνη τη γωνιά που κάθονται οι αριστοκράτες και νόμιζες πως δε φαινόσουνα». Χαμογέλασε. «Τ ο μάτι μου κόβει,δε μου ξεφεύγει τίποτα». Ο Τ ζόρντι εντυπωσιάστηκε. «Τ ο βλέπω». «Χάνεις το χρόνο σου με τη γεροντοκόρη. Δε θα βγάλεις τίποτα». «Ναι; Γιατί;» «Γιατί είναι σαν όλους που δουλεύουν εκεί μέσα δεν της παίρνεις λέξη. Όπως σου έχω ξαναπεί, πηγαίνω κάθε βδομάδα και παίρνω τα σκουπίδια, γι’ αυτό ξέρω τι σου λέω. Η Άιρις Ντέυλυ δε διαφέρει από τις άλλες γυναίκες που δουλεύουν εκεί. Τ ην ενδιαφέρει περισσότερο η δουλειά της από μερικά ψωροσελίνια. Γιατί τι θα κάνει όταν τελειώσουν τα σελίνια, ε;» Ο Τ ζόρντι αναρωτήθηκε αν τον ψάρευε ο άλλος. «Κοίτα, αυτά που μου λένε δεν πάνε παραπέρα,οπότε ποιος θα το μάθει, ε;» «Τ ο ίδιο κάνει. Δε θα μιλήσει απόψε περισσότερο απ’ όσο μίλησε την προηγούμενη βδομάδα. Αν δεν υπάρχει δουλειά, δεν υπάρχουν


λεφτά. Αν δεν υπάρχουν λεφτά,δεν μπορεί να πληρώσει τους λογαριασμούς της και δε θα αργήσει να βρεθεί στο δρόμο. Είναι πολύ απλό, δε ρισκάρει να κουβεντιάσει τι συμβαίνει εκεί μέσα. Δεν την παίρνει να χάσει τη δουλειά της, φίλε, όσο πληκτική και δυσάρεστη κι αν είναι. Είναι το μόνο που έχει και δε ρισκάρει να τη χάσει για κανένα λόγο». Όταν τους έφερε ό ταβερνιάρης τις μπίρες τους, ο Τ ζόρντι έσπρωξε τα χρήματα στον πάγκο και τον ευχαρίστησε. Περίμενε λίγες στιγμές μέχρι να απομακρυνθεί ο ταβερνιάρης για να σερβίρει έναν άλλο πελάτη και μετά στράφηκε στον αδύνατο άντρα. «Κι εσύ;» «Τ ι εγώ;» «Εσύ τι ξέρεις;» Τ ου έκλεισε το μάτι. «Αξίζει μισή κορόνα αυτό που έχεις να μου πεις;» Ο άντρας κατέβασε την μπίρα του, σκούπισε τον αφρό από το πιγούνι του κι ακούμπησε στον πάγκο το ποτήρι. «Δε θα ’λεγα όχι για μισή κορόνα» ομολόγησε «μα δεν έχω τίποτα να σου πω. Συγνώμη κι ευχαριστώ για την μπίρα». Σήκωσε το ποτήρι του στον Τ ζόρντι. «Σου εύχομαι να μάθεις αυτό που θέλεις». «Χμ! Δεν το βλέπω. Αν σφραγίζουν όλοι το στόμα τους όταν ρωτάω…» «Γιατί είναι λεπτό το θέμα. Κάτι ύποπτο συμβαίνει εκεί μέσα, αν θες τη γνώμη μου». «Εξηγήσου». Ο αδύνατος άντρας έκλεισε το ένα μάτι και κοίταξε τον Τ ζόρντι με το άλλο. «Πρώτον, σου έκανα μια ερώτηση και δε μου απάντησες,γι’ αυτό θα την επαναλάβω. Γιατί σε ενδιαφέρουν τόσο πολύ αυτά τα δύο νιάνιαρα; Υπάρχει κάτι που δεν το λες; Δίνουν αμοιβή σε όποιον τα βρει τι;» Ήπιε άλλη μια μεγάλη γουλιά μπίρα. «Ακόμα κι αν δίνουν, θα δυσκολευτείς πολύ να μάθεις τι συμβαίνει πίσω από τις


κλειστές πόρτες. Οι υπεύθυνοι είναι απατεώνες κι οι εργαζόμενοι υποχρεωμένοι να κλείνουν τα μάτια. Αν τους ξεφύγει έστω και μία λέξη, θα βρουν τόσους μπελάδες, που δεν μπορείς να φανταστείς». Έσκυψε κοντά του κι εκμυστηρεύτηκε: «Υπάρχουν άνθρωποι που εξαφανίστηκαν επειδή έκαναν ερωτήσεις, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ…». Ο Τ ζόρντι δεν είχε καμιά αμφιβολία τι εννοούσε. «Αν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα,γιατί δεν το καταγγέλλει κανένας στις αρχές;» Ο άλλος γέλασε. «Χαζός είσαι; Αφού σου είπα, οι υπεύθυνοι του ιδρύματος είναι οι αρχές, κατάΧαβες;» Τ ώρα που έμαθε την αλήθεια γι’ αυτό το μέρος και τους διευθυντές του, ο Τ ζόρντι αναρωτιόταν αν υπήρχε ελπίδα να βρει τα παιδιά του Ρόμπερτ. Ρώτησε ανοιχτά τον άλλο άντρα για τα χαμένα παιδιά. «Δεν ξέρω τίποτα για τα μυξιάρικα που λες» ήρθε η απάντηση. «Εντάξει, σε πιστεύω. Αλλά όλο και κάτι έχεις ακούσει. Μίλα μου λοιπόν. Πες μου τι ξέρεις». «Όχι. Σου είπα ήδη πολλά». Ο Τ ζόρντι πέταξε μισή κορόνα στον πάγκο, «Αυτό θα λύσει τη γλώσσα σου», Ο αδύνατος άντρας άρπαξε τα χρήματα κι ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ το ποτό του, Χτύπησε το άδειο ποτήρι του στον πάγκο και ψιθύρισε τρομαγμένος στον Τ ζόρντι: «Φαίνεται ότι αυτοί οι διάβολοι καλύπτουν πολύ καλά τα ίχνη τους. Είναι πανέξυπνοι. Απ’ ό,τι έχω ακούσει, τοποθετούν μερικά παιδιά στα κατάλληλα σπίτια για να ικανοποιήσουν τις αρχές αν θελήσουν να ρίξουν μια ματιά στα βιβλία». Ρούφηξε τη μύτη του και την έσφιξε με τις άκρες των δαχτύλων και τον αντίχειρα, «Τ α λίγα παιδιά που πηγαίνουν σε κανονικά σπίτια είναι τυχερά. Τ α άλλα είναι να τα λυπάσαι».


«Τ ι εννοείς;» Τ ου Τ ζόρντι δεν του άρεσε αυτό που άκουσε. Ο αδύνατος άντρας έσκυψε πιο κοντά κι έτριψε τα δάχτυλα κάτω από τη μύτη του Τ ζόρντι. «Θα σου κοστίσει». Τ ου έδωσε άλλη μισή κορόνα και παραπονέθηκε: «Θα με αφήσεις αδέκαρο». Αλλά θύμισε στον εαυτό του ότι τα λεφτά πήγαιναν για καλό σκοπό και, όπως αποδείχτηκε, η πληροφορία ήταν διαφωτιστική. « Όπως σου είπα, κυκλοφορούν διάφορες φήμες» εκμυστηρεύτηκε ο άντρας με σιγανή εμπιστευτική φωνή. «Ψίθυ-ροΐ. κουτσομπολιά για τα παιδιά που πηγαίνουν εκεί και δεν τα ξαναβλέπει κανείς. Κάποιοι λένε ότι πουλιούνται τα δύστυχα σε όποιον δίνει τα περισσότερα, αν κι ένας Θεός ξέρει πού θα καταλήξουν! Μετά είναι τα μικρότερα και ωραιότερα που νοικιάζονται, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Μερικά τρελαίνονται, τα δύστυχα, και τα φυλακίζουν για πάντα». «Θεέ Μεγαλοδύναμε!» Είχε υπόνοιες ότι συνέβαινε κάτι ύποπτο σε αυτό το απαίσιο μέρος, αλλά ποτέ δε φαντάστηκε την κλίμακά του. Ο άλλος δεν είχε τελειώσει ακόμα και συνέχισε τόσο χαμηλόφωνα, που ο Τ ζόρντι δυσκολεύτηκε να τον ακούσει. «Πριν από δύο χρόνια μια γυναίκα της νυχτερινής βάρδιας ξύπνησε από φοβερές κραυγές και ουρλιαχτά. Έτρεξε στο ισόγειο να-δει τι συμβαίνει, αλλά την έδιωξαν κακήν κακώς, της είπαν να γυρίσει στο δωμάτιό της και να κρατήσει το στόμα της κλειστό, αν ήθελε το καλό της. Πριν τη διώξουν όμως, πρόλαβε και είδε ένα κοριτσάκι που δεν το είχε ξαναδεί. Τ ο ξυλοκοπούσαν κι έκλαιγε και ζήταγε τη μαμά του…» Ο Τ ζόρντι,που είχε ανακατευτεί το στομάχι του, ρώτησε νευρικά: «Και τι έγινε; Δεν πήγε στην αστυνομία αυτή η γυναίκα;». «Ήθελε να πάει και το συζήτησε με τον άντρα της, αλλά αυτός τής είπε να μην ανακατεύεται, γιατί θα έβρισκε τον μπελά της». Και συνέχισε πνιχτά: «Τ ην άλλη μέρα που πήγε στη δουλειά δεν υπήρχε ίχνος .του κοριτσιού. Τ ο έβγαλε, λοιπόν, από το μυαλό της, όπως της


είχε πει ο άντρας της. Κι ύστερα, δύο μέρες αργότερα, το κοριτσάκι βρέθηκε πνιγμένο στον ποταμό Άουζ». Γέλασε κυνικά. «Από επίσημους κύκλους διέρρευσε ότι το κορίτσι ήταν κακό εκτός ελέγχου, είπαν. Ισχυρίστηκαν ότι το είχε σκάσει. Οι υπεύθυνοι του ορφανοτροφείου υποστήριζαν ότι το έψαχναν όλη νύχτα! Και μετά το Κορίτσι πνίγηκε κι έκαναν ότι ξαφνιάστηκαν και στεναχωρήθηκαν!» Ο Τ ζόρντι σοκαρίστηκε. «Στ αλήθεια το είχε σκάσει;» Ο αδύνατος άντρας τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε· του είπε σιγανά, με φωνή εύγλωττη σαν το χαμόγελό του: «Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο, είσαι πιο αφελής απ’ ό,τι νόμιζα». Και με αυτά τα λόγια τον καληνύχτισε κι έφυγε βιαστικά, κοιτώντας ανήσυχος γύρω του. Ο Τ ζόρντι ήταν τόσο σοκαρισμένος από αυτά που άκουσε,ώστε άρχισε να σκέφτεται πως θα υπήρχε κάποιος τρόπος να οδηγηθούν οι ένοχοι στη δικαιοσύνη. Πρώτο του μέλημα ήταν να τελειώσει τη δουλειά που ανέλοφε. Ήταν δοσμένος ολόψυχα στην ανακάλυψη των δύο παιδιών του Ρόμπερτ, αλλιώς δε θα ησύχαζε. Μόλις έφυγε.ο άντρας, μπήκε η Άιρις Ντέυλυ. Συνήθιζε πάντα να πηγαίνει γραμμή στο μπαρ και να δίνει στον ταβερνιάρη την κανάτα της να τη γεμίσει με την καλύτερη μπίρα του, Τ ο ίδιο έκανε κι απόψε, αγνοώντας επιδεικτικά τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των αντρών που κάθονταν ολόγυρα. Δεν ήταν σωστό για μια γυναίκα να συχνάζει στις παμπ. Ήταν το μικρό βασίλειό τους και δυσανασχετούσαν με την παρουσία της εκεί. Ο ταβερνιάρης δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Τ ο χρήμα είναι χρήμα, απ’ όπου κι αν προέρχεται. «.. .σπέρα, κυρία». Τ ης χάρισε το καλύτερο χαμόγελό του. «Τ ο συνηθισμένο;» Τ ο χαμόγελό του έσβησε όταν τον κατσάδιασε: «Ναι, παλιόγερε, και δε θέλω κλεψιές όπως την προηγούμενη βδομάδα». «Ει! » αναφώνησε θιγμένος. «Τ ι εννοείς;»


«Εννοώ, κυρ ταβερνιάρη, ότι την προηγούμενη βδομάδα πλήρωσα μία πίντα κι εσύ μου έβαλες τρία τέταρτα. Αυτή τη βδομάδα, λοιπόν, θα μου βάλεις μια πίντα. αν έχεις την καλοσύνη, και θα πληρώσω τρία τέταρτα. Για να πατσίσουμε». Ο ταβερνιάρης ξαφνιάστηκε τόσο πολύ από το τουπέ της, που έσκασε στα γέλια, όπως και όλοι όσοι την άκουσαν. «Θα σου πω κάτι, κυρά μου» χαχάνισε «επειδή τα λες τόσο τσεκουράτα: Θα σου γεμίσω ξέχειλη την κανάτα και δε θα σου χρεώσω ούτε ένα φαρδίνι. Τ ι έχεις να πεις γι’ αυτό;». Εκείνη χασκογέλασε σαν κοριτσόπουλο και του είπε ότι είναι τζέντλεμαν. «Ξέρεις πώς να φερθείς σε μια κυρία» είπε σεμνότυφα. Ενώ περίμενε να γεμίσει την κανάτα της, ο Τ ζόρντι την παρατηρούσε. «Μπορούμε να συζητήσουμε λίγο εμείς οι δύο;» ρώτησε πλησιάζοντας δίπλα της. «Α, εσύ!» Αναγνώρισε τον άντρα που την πλεύρισε την προηγούμενη βδομάδα και του είπε αβέβαια: «Πήγαινε, σε παρακαλώ. Δεν έχω τίποτα να σου πω». «Κοίτα, δε θα γίνω ενοχλητικός, το μόνο που ζητάω είναι ένα λεπτό από το χρόνο σου». Έσκυψε στο αυτί της. «Με το αζημίωτο». Υποχώρησε. «Αν είναι για ένα λεπτό… Έχω ένα ολόκληρο τέταρτο πριν φύγω». Τ ης έδειξε ένα γωνιακό τραπέζι. «Μπορούμε να τα πούμε εκεί, αν θέλεις, ή προτιμάς να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου και να κουβεντιάσουμε στο δρόμο;» «Εντάξει». Έριξε μια βιαστική ματιά γύρω της και τράβηξαν την προσοχή της οι δύο καλοβαλμένοι κύριοι που κουβέντιαζαν απορροφημένοι σε μικρή απόσταση. «Υπάρχει πολύς κόσμος εδώ» είπε «και δεν έχω να σου πω περισσότερα απ’ αυτά που σου είπα την περασμένη βδομάδα. Αν επιμένεις όμως να πληρώσεις μερικά


σελίνια για την ευχαρίστηση της συντροφιάς μου, δεν έχω καμιά αντίρρηση να με συνοδεύσεις». Όταν της έφεραν την ξέχειλη κανάτα, έβγαλε ένα κομμάτι μουσελίνα από το ψάθινο καλάθι της και το τοποθέτησε προσεκτικά πάνω στο ποτήρι. Έδεσε τη μουσελίνα με ένα σπάγκο κι έβαλε την κανάτα στο καλάθι της, στηρίζοντάς τη με άλλη μουσελίνα. Από πάνω ακούμπησε μια διπλωμένη εφημερίδα. «Δε θέλω να βλέπει ο κόσμος τι έχω στο καλάθι μου» είπε, κι ο Τ ζόρντι,που το διασκέδαζε,συμφώνησε πρόθυμα. Πριν φύγει, είχε δυο λόγια για τον ταβερνιάρη. «Στο μέλλον να μη με ξαναπείς “ κυρία”. Δεν είμαι παντρεμένη κι ούτε προβλέπεται να παντρευτώ, αλλά μη με λυπάσαι για την ατυχία μου, γιατί ήταν επιλογή μου. Θα μπορούσα να πάρω όποιον ήθελα». Ανασήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε επίμονα, προκλητικά στα μάτια για μια ατέλειωτη στιγμή πριν διασχίσει καμαρωτά τη σάλα, με το κεφάλι ψηλά και το καλάθι της στο χέρι, αφήνοντας τους πελάτες ξεκαρδισμένους στο πέρασμά της. Έξω, ο Τ ζόρντι την ακολούθησε ασθμαίνοντας καθώς βάδιζε με βιαστικό ζωηρό βήμα. «Περίμενε!»την ικέτευσε πιάνοντάς την από τον αγκώνα. «Τ ι τρέχεις, κυρά μου; Προσπαθείς να με εξοντώσεις;» Κοντοστάθηκε, αλλά μόνο για να ρίξει μια ματιά στο καλάθι της και να βεβαιωθεί ότι δεν είχε χυθεί η μπίρα. «Εσείς οι άντρες είσαστε όλοι ίδιοι» είπε περιφρονητικά. «Κυνηγάτε τις γυναίκες κι ό,τι αρπάξετε!» «Τ ι;» Τ ην κοίταξε με ανοιχτό το στόμα το άχαρο, άσχημο σχεδόν πρόσωπο, τα κατσιασμένα μαλλιά και το κακοσχηματισμένο σώμα, που κανένας άντρας, ούτε ο πιο απελπισμένος, δε θα ήθελε να αγκαλιάσει. «Δεν ποθώ το κορμί σου» της είπε με ειλικρίνεια, προσπαθώντας να μη γελάσει. «Πληροφορίες θέλω ». Έκανε ένα βήμα πίσω. «Τ ι πληροφορίες;»


Βάδισε δίπλα της όταν ξεκίνησε. «Για τα δύο παιδια που σου είπα». Έψαξε στην τσέπη του και ψάρεψε ένα σελίνι. Έπιασε το χέρι της κι έβαλε το νόμισμα στη χούφτα της. «Πρέπει να τα βρω». Η γυναίκα σταμάτησε, άνοιξε το χέρι της, κοίταξε και, όταν είδε το σελίνι, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Μην το ελπίζεις». «Γιατί;» Από το μυαλό του πέρασαν κάθε λογής φοβερά πράγματα. «Πάθανε κάτι,αυτό εννοείς;» Έσφιξε το σελίνι στη χούφτα της και τάχυνε το βήμα. «Παράτα με ήσυχη. Δεν έχω τίποτα να σου πω». Ο Τ ζόρντι δεν το έβαλε κάτω, έτρεξε πίσω της. «Λέγονται Νάνσυ και Τ ζακ Σάλλιβαν είναι αδέρφια. Εγκαταλείφθηκαν στο δημαρχείο πριν από ένα χρόνο και κάτι και τα πήγαν στο Γκαλλογουέυς. Για το όνομα του Θεού, κυρά μου! Πού είναι; Γιατί δε με βοηθάς;» Τ ώρα η γυναίκα έτρεχε σχεδόν. «Σου είπα να φύγεις. Δεν ξέρω τίποτα. Δεν έχω ξανακούσει τα ονόματά τους, αλλά, ακόμα κι αν τα είχα, δε θα σ’ το έλεγα». Ο Τ ζόρντι επέμενε. «Ο πατέρας τους θέλει να μάθει αν είναι καλά. Έπαθε ένα δυστύχημα,γι’ αυτό δεν ήρθε να τα πάρει. Τ ου υποσχέθηκα να τα βρω. Πού είναι; Κοίτα, θα σε πληρώσω για ό,τι μου πεις. Δεν έχω λεφτά τώρα, αλλά θα βρω. Αν έχεις καρδιά,πες μου πού είναι, σε εξορκίζω!» Η γυναίκα σταμάτησε ξαφνικά κι η καρδιά του φούσκωσε από ελπίδα, αλλά βάρυνε σαν μο’λύβι όταν του πέταξε στα μούτρα το σελίνι. «Κράτησε τα καταραμένα λεφτά σου! Μόνο μπελάδες θα μου φέρουν. Άλλωστε, σου είπα, δεν ξέρω τίποτα!» Τ ου κούνησε το δάχτυλο με πρόσωπο παραμορφωμένο από θυμό. «Μείνε μακριά μου γιατί θα πω στην αστυνομία ότι με παίρνεις από πίσω και με φοβίζεις χωρίς κανένα λόγο. Τ ο εννοώ! Δε θα διστάσω να σε στείλω φυλακή».


Κι άρχισε να τρέχει σαν τρομαγμένη γάτα,χωρίς να νοιάζεται αν θα χυθεί η μπίρα. Σκαρφάλωσε σε ένα περαστικό τραμ κι ο Τ ζόρντι την είδε απ’ έξω να κάθεται σε μια θέση φανερά αναστατωμένη, να γέρνει πίσω και να κλείνει τα μάτια. Τ ο πρόσωπό της ήταν ιδρωμένο, είτε από το τρέξιμο είτε από θυμό. Καθώς απομακρυνόταν το τραμ, ο Τ ζόρντι την είδε να βγάζει την κανάτα από το καλάθι. Κοίταξε προσεκτικά γύρω της πριν τη φέρει στα χείλη της και πιει μια γουλιά. Μετά την έβαλε στο καλάθι, τη σκέπασε και ξαφνικά γύρισε και τον κοίταξε από το τζάμι. Εκείνη τη στιγμή ο Τ ζόρντι σάστισε από τον απόλυτο γυμνό φόβο που αντίκρισε στα μάτια της. Μετανιωμένος που την αναστάτωσε, κίνησε να φύγει. Καθώς περπάταγε με τα χέρια στις τσέπες και βαριά καρδιά, άρχισε να μουρμουρίζει για τον άντρα που του έδωσε τόσες πληροφορίες, ώστε να ανησυχήσει, κι αυτή τη δύστυχη γυναίκα, που πανικοβλήθηκε από το φόβο της. «Συμβαίνει κάτι πολύ άσχημο σε αυτό το μέρος» μουρμούρισε. «Ο κόσμος φοβάται να ανοίξει το στόμα του. Πέφτω , ξανά και ξανά, πάνω σ’ έναν τοίχο». Κοντοστάθηκε και κοίταξε μπροστά σαν να μιλούσε σε κάποιον, μα στο μυαλό του είχε το Ρόμπερτ. «Θα συνεχίσω την προσπάθεια,φίλε μου» μουρμούρισε «αλλά θαρρώ πως όσο περισσότερο συζητώ με κόσμο τόσο πιο πολύ θα ανησυχώ». Κούνησε απελπισμένος το κεφάλι του. «Η αλήθεια είναι , Ρόμπερτ, ότι όσο κι αν προσπαθήσω, όπου κι αν πάω, αρχίζω να πιστεύω ότι… δε θα ξαναβρείς τα παιδιά σου». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 «ΕΛΑ ΠΑΙΔΙ MOT , ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙΣ». Η φωνή του Τ ζάστιν έβγαλε τον Τ ζακ από το βαθύ του ύπνο. «Γεννάει η γριά


Μέιζι και χρειάζομαι όλα τα χέρια. Σήκω και κάνε γρήγορα. Θα με βρεις στο μεγάλο αχυρώνα». Όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι ο Τ ζακ, ο Τ ζάστιν είχε ήδη φύγει. Ο Τ ζακ φόρεσε βιαστικά το παντελόνι,το πουλόβερ και τα παπούτσια του, έτρεξε κάτω και, αρπάζοντας ένα σακάκι από την κρεμάστρα πίσω από την πόρτα, βγήκε στο χιόνι, διέσχισε την αυλή και μπήκε στο μεγάλο αχυρώνα, όπου ο Τ ζάστιν είχε στρωθεί κιόλας στη δουλειά. «Μπράβο, καλό παιδί». Ο ηλικιωμένος άντρας χαμογέλασε ως τα αυτιά όταν τον είδε. «Έλα να την κρατήσεις από το λαιμό για να δω τι γίνετα^από κάτω». Ο Τ ζακ έκανε ό ,τι του είπε και κατάλαβε αμέσως ότι η γέρικη φοράδα είχε πρόβλημα’ ήταν λουσμένη στον ιδρώτα και νευρική από τους πόνους. «Ήρεμα» της είπε σίγανά ο Τ ζακ. «Μη φοβάσαι. Σε λίγο θα ’χεις γεννήσει. Δε θα σε αφήσουμε να πάθεις κακό». Η φοράδα έμεινε ακίνητη σαν να κατάλαβε τι της έλεγε, ενώ ο Τ ζάστιν έκανε μια γρήγορη εξέταση. Όταν τελείωσε, ξέπλυνε τα χέρια του σε έναν κουβά με ζεστό νερό και σόδα. Τ α σκούπισε σε μια παλιά πετσέτα που είχε φέρει για την περίσταση και είπε σοβαρά στον Τ ζακ: «Δεν είμαι κτηνίατρος, αλλά θαρρώ πως το πουλάρι έρχεται ανάποδα. Αν δεν τη βοηθήσουμε, θα τη χάσουμε». Τ αραγμένος από τα νέα, ο Τ ζακ χάιδεψε το κεφάλι του ζώου. «Τ ι θα πει έρχεται ανάποδα;» Ο Τ ζάστιν πέταξε στην άκρη την πετσέτα και του εξήγησε : «Τ ο πουλάρι, αντί να έρθει με το κεφάλι, κατεβαίνει με τα πόδια. Δηλαδή ανάποδα. Τ ο έχω ξαναδεί. Αν δε γυρίσει μόνο του,θα πεθάνουν κι οι δυο… και δεν είναι ωραίος θάνατος για το καημένο το κορίτσι μας». Χάιδεψε το λαιμό της Μέιζι και της είπε: «Υπομονή, χαρά μου. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε να σε βοηθήσουμε». «Θέλεις να φέρω τον κτηνίατρο;» Ο Τ ζακ διάβαζε τα σημάδια.


«Ξέρω πού μένει. Θα κόψω από τα χωράφια και θα τον φέρω σε χρόνο μηδέν». «Σύρε, παιδί μου». Ο Τ ζάστιν ήξερε ότι μπορούσε να βασίζεται στο αγόρι. «Όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πέρνα όμως πρώτα από το σπίτι να φορέσεις τις μπότες σου και να ντυθείς ζεστά. Κάνει ψοφόκρυο σήμερα». Χιόνιζε αποβραδίς, αν και μόλις τώρα είχε αρχίσει να το στρώνει. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τ ζακ ήταν στο σπίτι και πολύ γρήγορα άλλαξε τα παπούτσια του με ψηλές μπότες και το σακάκι του με ένα χοντρό πανωφόρι. Φόρεσε κι ένα μάλλινο σκούφο, που τον τράβηξε ως τα αυτιά. Αφού ετοιμάστηκε, έφυγε τρέχοντας από την αγροικία, σκαρφάλωσε στο φράχτη του δεντρόκηπου κι έκοψε από τα χωράφια, περνώντας από το γεφυράκι. Δεν ήταν εύκολη διαδρομή έτσι καθώς ήταν ντυμένος σαν κρεμμύδι κι όταν διέσχισε το τελευταίο χωράφι κι έφτασε στην πλατεία του χωριού είχε βγάλει το σκούφο και κούτσαινε, γιατί οι μπότες του είχαν βαρύνει από το χιόνι. Ο κτηνίατρος ξύπνησε από τις γροθιές του Τ ζακ στην πόρτα του. Ανοιξε το παράθυρο του πάνω ορόφου, παρουσιάζοντας ένα κωμικό θέαμα με το σκούφο του ύπνου. «Προς Θεού,άνθρωπέ μου! Έτσι που κάνεις, θα ξυπνήσεις και τους πεθαμένους!» Ο Τ ζακ έκανε χωνί τις χούφτες του και φώναξε: «Πρέπει να έρθετε αμέσως στο αγρόκτημα Γουέδερφιλντ! Η Μέιζι έχει πρόβλημα!». Δε χρειαζόταν άλλα λόγια ο κτηνίατρος. «Περίμενε εκεί που είσαι, Τ ζακ. Θα πάμε μαζί». Μέσα σε πέντε λεπτά είχε κατέβει, φορώντας ψηλές μπότες και πανωφόρι και κρατώντας την τσάντα με τα σύνεργα της δουλειάς του. «Κράτα αυτό, παιδί μου». Τ ου έδωσε την τσάντα και πήγε στο στάβλο του’ λίγο αργότερα βγήκε με ένα άλογο και μια σούστα. «Έλα. Φεύγουμε». Ο Τ ζακ ανέβηκε βαθιά ανακουφισμένος και ξεκίνησαν αμέσως.


Σαν έφτασαν στο Γουέδερφιλντ, ο Τ ζακ ξαφνιάστηκε βλέποντας τη Λίζυ στο μεγάλο αχυρώνα. Ενώ ο Τ ζάστιν έκανε τις ετοιμασίες για τον κτηνίατρο, φέρνοντας κουβάδες με ζεστό νερό και τα σχετικά, η κόρη του καθησύχαζε τη φοράδα. «Σε άκουσα να φεύγεις» εξήγησε στον Τ ζακ «και κατάλαβα πως είχε πρόβλημα η Μέιζι, κι έτσι κατέβηκα». «Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτήν» εκμυστηρεύτηκε περήφανα ο Τ ζάστιν. «Είναι πολύ μυαλωμένη για οχτώ χρονών κορίτυι. Ορκίζομαι πως ούτε εγώ δε θα κρατούσα τόσο ήρεμη τη γριά Μέιζι, αν έμενα κοντά της». Ο κτηνίατρος ετοιμάστηκε γρήγορα’ έριξε μια ματιά στον ηλικιωμένο άντρα κι ανησύχησε για εκείνον όσο και για τη φοράδα. «Κάτσε κάτω» είπε στον Τ ζάστιν. «Δε σε χρειάζομαι ακόμα». Στράφηκε στον Τ ζακ και πρόσθεσε: «Θα τα καταφέρουμε οι δυο μας. Ο μπαμπάς σου είναι ξεθεωμένος». Ο Τ ζάστιν δεν άκουγε κουβέντα. «Ει! Δεν ξόφλησα ακόμα! Έχω είκοσι χρόνια αυτή τη φοράδα και δε θα την εγκαταλείψω τώρα». Και με αυτά τα λόγια, στάθηκε δίπλα στο κεφάλι της Μέιζι, γλίστρησε το μπράτσο του στους ώμους της Λίζυ και της είπε: «Έκανες σπουδαία δουλειά». Έκλεισε το μάτι στον Τ ζακ, που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του κτηνίατρου. «Κι εσύ, γιε μου. Θα γίνεις αγρότης, όπως λαχταρά η καρδιά μου». Τ έτοιες παρατηρήσεις έκαναν την καρδιά του Τ ζακ να φουσκώνει από περηφάνια. «Κι εγώ αυτό θέλω να γίνω» απάντησε. «Αγρότης». Ο κτηνίατρος, που παρακολουθούσε τη συζήτηση με το χέρι χωμένο στα σπλάχνα της φοράδας, ανάβλεψε ακούγοντας τα λόγια του Τ ζάστιν, αλλά απευθύνθηκε στον Τ ζακ. «Γία να γίνεις καλός αγρότης πρέπει να είσαι ένας ξεροκέφαλος γερο-στριμμένος, σαν εσένα, ε, Τ ζάστιν;» Γέλασε με το αστείο του. «Αυτό θα το μάθει σίγουρα από σένα. Είσαι ο χειρότερος γερο-στριμμένος που γνώρισα ποτέ μου!»


«Αλήθεια;» ρώτησε ευγενικά ο Τ ζάστιν. «Να ξέρεις ότι θα διψάσεις την επόμενη φορά που θα θελήσεις μια μποτίλια σπιτική σαμπούκα!» Οι διαξιφισμοί των δύο παλιών φίλων έκαναν τα παιδιά να γελάσουν. Τ α γέλια σταμάτησαν όταν ο κτηνίατρος έβγαλε το χέρι του και τους είπε την εκτίμησή του. «Έρχεται ανάποδα» είπε στον Τ ζάστιν. «Δεν μπορεί να γεννήσει μόνη της». Έπλυνε τα χέρια του στον κουβά και πρόβλεψε: «Θα είναι μεγάλη νύχτα. Μήπως πρέπει να στείλεις αυτούς τους δυο στα κρεβάτια τους;». Οι δυνατές διαμαρτυρίες τους έκαναν τον Τ ζάστιν να γνέψει αρνητικά. «Δεν αντέχω τις στριγγλιές τους» απάντησε. «Είναι γερά παιδιά και τα δύο». Τ ους έκλεισε το μάτι. «Θα μείνουν μέχρι να λιποθυμήσουν, ούτε στιγμή παραπάνω!» Ο κτηνίατρος έβαλε τους όρους του. «Αν μπορεί να μου φέρνει ζεστό νερό το αγόρι όσο δουλεύω και το κορίτσι να ηρεμεί τη φοράδα, κι εσύ καθίσεις στη γωνιά σου μέχρι να σε φωνάξω, δεν έχω καμιά αντίρρηση». Έτσι ο Τ ζακ πηγαινοερχόταν, ενώ η Λίζυ έμεινε και μιλούσε καθησυχαστικά στη Μέιζι. Ο κτηνίατρος στρώθηκε στη δουλειά κι ο Τ ζάστιν κάθισε σε μια μπάλα σανό και ξεκουράστηκε μετά την ταλαιπωρία του. Όπως το πρόβλεψε ο κτηνίατρος, ήταν μια μεγάλη δύσκολη νύχτα. Δεν ήταν εύκολη δουλειά να τραβήξουν σιγά σιγά το πουλάρι χωρίς να σκίσουν και να τραυματίσουν τη φοράδα. Κάποιες στιγμές χρειαζόταν ξεκούραση, το ίδιο κι εκείνη. Όταν η Μέιζι φάνηκε έτοιμη να εγκαταλείψεις Λίζυ κι ο Τ ζακ τής μιλούσαν ενθαρρυντικά κι εκείνη άντλησε θάρρος. Τ ο πουλάρι γεννήθηκε τις μικρές ώρες’ μετά από ένα τελευταίο τράβηγμα, γλίστρησε έξω κι έπεσε στα άχυρα σαν τσουβάλι με κάρβουνα. «Μπα!» έκανε ξαφνιασμένος ο Τ ζάστιν. «Δεν έχω ξαναδεί μεγαλύτερο νεογέννητο!»


Τ α μάτια του Τ ζακ είχαν γεμίσει δέος,γιατί ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε να γεννιέται πουλάρι. «Τ ι όμορφο που είναι!» Η φωνή του έτρεμε από θαυμασμό. «Μπορώ να το χαϊδέψω;» «Όχι ακόμα». Ο κτηνίατρος ήταν προσεκτικός άνθρωπος. «Άσε να τον πλύνει πρώτα η μαμά του και μετά δε θα την πειράξει». Όταν τελείωσε το γλείψιμο και το καθάρισμα, το πουλάρι προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του, έπεσε όμως κάμποσες φορές και ξαναπροσπάθησε. Η Λίζυ γονάτισε με δάκρυα στα μάτια δίπλα στο νεογέννητο . Χάιδεψε την υγρή γυαλιστερή μουσούδα του με τρυφερές κινήσεις. «Κοίτα, Τ ζακ». Έπιασε το χέρι του και το ακούμπησε στο πρόσωπο του πουλαριού. «Δες, είναι σαν μετάξι». Τ α επόμενα λεπτά, ενώ παρακολουθούσαν οι δύο άντρες και η φοράδα,ο Τ ζακ και η Λίζυ μιλούσαν στο πουλάρι για να τους γνωρίσει κι ένιωσαν μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση από τον τρόπο που έδειχνε να τους ακούει. «Μπορούμε να το κρατήσουμε;» ρώτησε το κοριτσάκι κοιτώντας με αγωνία τον πατριό του. Ο Τ ζάστιν ξερόβηξε, έφτυσε κι έχωσε τα χέρια του στις τσέπες με στεναχωρημένο ύφος. «Δεν το νομίζω, κορίτσι μου» απάντησε. «Είναι πολύ ωραίο πουλάρι θα γίνει θαυμάσιος επιβήτορας». Στράφηκε στον κτηνίατρο, κλείνοντάς του το μάτι. «Θυμάσαι το γερο-Χένρυ Άρμιτατζ, που ήθελε πάντα έναν επιβήτορα από τη Μέιζι;» Ο κτηνίατρος μπήκε στο κόλπο. «Πώς να το ξεχάσω, αφού με ζαλίζει κάθε φορά που τον επισκέπτομαι; Πάντα έλεγε τι ωραίο άλογο είναι η Μέιζι και πόσο ευτυχισμένο θα τον έκανε ένα πουλάρι της. Μ’ ένα τέτοιο πουλάρι μάλιστα θα πηδήξει από τη χαρά του». «Δηλαδή πιστεύεις πως θα το πληρώσει αδρά;» Ο κτηνίατρος, με διάθεση σκανταλιάρικη σαν του φίλου του του


Τ ζάστιν, είπε σκεφτικά: «Δε χωρά αμφιβολία. Δεν έχω ξαναδεί πουλάρι με ωραιότερο σκελετό. Ναι,είμαι σίγουρος ότι θα πληρώσει ένα ολόκληρο νομισματοκοπείο για να το πάρει». Πάνω που άρχισαν τα παιδιά να απελπίζονται, τα τραχιά χαρακτηριστικά του Τ ζάστιν φωτίστηκαν από ένα χαμόγελο και κατάλαβαν το παιχνίδι του. «Θα το κρατήσουμε!» φώναξε ενθουσιασμένος ο Τ ζακ. Η Λίζυ έτρεξε στον πατέρα της και κρεμάστηκε από το λαιμό του, φωνάζοντας ανακουφισμένη: «Σ’ ευχαριστώ». Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Είναι δικός σου» τη βεβαίωσε ο Τ ζάστιν, «Δικός σου και του Τ ζακ», Τ ην απίθωσε χάμω και ρώτησε: «Τ ι όνομα θα του δώσουμε;», Ο Τ ζακ ήξερε, «Σαμψών!» είπε χωρίς να διστάσει στιγμή. Όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν πρώτος μίλησε ο Τ ζάστιν. «Έχεις δίκιο, παιδί μου. Σαμψών… του ταιριάζει». Συμφώνησαν όλοι. «Είναι δυνατός κι ωραίος» είπε ο κτηνίατρος. «Δεν υπάρχει όνομα που να του ταιριάζει περισσότερο»; Η Λίζυ ρώτησε τη φοράδα , που εκείνη τη στιγμή έδειχνε μητρικό ενδιαφέρον για το βλαστάρι της: «Εσύ τι λες; Θέλεις να βγάλουμε Σαμψών το πουλαράκι σου;». Χάιδεψε τη μουσούδα της φοράδας κι εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι κι έτριψε τη μουσούδα της στο πρόσωπό της. «Τ ης αρέσει!» γέλασε η Λίζυ. «Λέει “ ευχαριστώ”». Έτσι κανονίστηκε. Γιά πρώτη φορά στη ζωή του ο Τ ζακ ήταν κατά το ήμισυ ιδιοκτήτης ενός μελλοντικού επιβήτορα. Εκείνη την ξεχωριστή ευτυχισμένη στιγμή είχε μόνο μια κρυφή επιθυμία να τη μοιραζόταν μαζί’του η αδερφή του η Νάνσυ,


Μα είχε τη Λίζυ, Και χαιρόταν γι’ αυτό, Ήταν εφτά η ώρα το πρωί όταν έφυγαν επιτέλους από τον αχυρώνα. Ο ουρανός μόλις είχε αρχίσει να φωτίζεται από τον ερχομό της καινούριας μέρας και κάτω από τα πόδια τους το χιόνι έλιωνε στη γη σαν ζάχαρη πάνω σε πουτίγκα. «Σε λίγο θα έχει λιώσει όλο» δήλωσε ο Τ ζάστιν. «Κάναμε καλή δουλειά. Αν φτιάξει ο καιρός, θα κάνουμε τις επείγουσες εξωτερικές δουλειές μας». Αν σιχαινόταν κάτι ο γεροαγρότης ήταν ο χειμώνας,παρόλο που ήταν ο πρώτος που παραδεχόταν τη μαγεία του χιονιού και τη λάμψη του πρωινού παγετού. Όταν έφυγε ο γιατρός, έριξαν μια τελευταία ματιά στη μάνα και στο πουλάρι, έκλεισαν την πόρτα του αχυρώνα κι έβαλαν το μάνταλο, Πριν γυρίσουν σπίτι, ο Τ ζάστιν ανακλαδίστηκε, έτριψε το σβέρκο του και τους είπε πόσο κουρασμένος ένιωθε. «Ήταν δύσκολη νύχτα» είπε. «Εσείςγυρίστε στα κρεβάτια σας να κοιμηθείτε κάνα δυο ωρίτσες. Με κάνατε περήφανο σήμερα, κι οι δύο». Αγκάλιασε με το ένα χέρι του τον Τ ζακ και με το άλλο τη Λίζυ καθώς γύριζαν σπίτι. «Περιμένετε να δει η μαμά σας τι υπέροχο πλάσμα φέραμε στον κόσμο». Και μ’ αυτό κατά νου, τάχυνε το βήμα του. «Η Βι θα ρωτάει να μάθει πού ήμαστε τόσες ώρες». Έκανε λάθος. Η γυναίκα του ούτε ενδιαφέρθηκε ούτε εντυπωσιάστηκε. Μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι, με τα μπικουτί ακόμα στα μαλλιά της. Με τα ξινισμένα αγουροξυπνημένα μούτρα της μουρμούριζε και γκρίνιαζε καθώς ετοίμαζε κακόκεφη το πρωινό. «Τ α άλογα είναι άλογα» είπε. «Εμένα μου φαίνονται όλα ίδια. “ Υπέροχο” λέει! Θα προτιμούσα ένα σκύλο να κουβαλάει το καλάθι μου από την αγορά». Ο Τ ζάστιν πειράχτηκε. «Είχαμε κάποτε σκύλο και, αν θυμάμαι καλά, έφερνε και κουβάλαγε, αλλά εσύ όλο γκρίνιαζες πως μπλεκόταν στα πόδια σου. Κι όταν ψόφησε, δεν έχυσες ούτε ένα δάκρυ».


«Χμ! Ενώ εσύ ο συναισθηματικός έκλαιγες σαν μωρό». Δεν τον άφηνε ποτέ να ξεχάσει πως η δυνατή ήταν εκείνη, αλλά μόνο γιατί δε χώνεψε ποτέ αυτό το κοπρόσκυλο. «Τ έλος πάντων, σταμάτα την γκρίνια αν δε θες να ετοιμάσεις μόνος σου το πρωινό σου. Εχω φοβερό πονοκέφαλο. Ξέρεις πως δεν αντέχω τις κουβέντες όταν με πιάνει το κεφάλι μου. Κι ενώ βλέπεις την κατάστασή μου, συνεχίζεις να φλυαρείς για το άλογο που ξεγέννησες. Δε νομίζεις ότι, σαν μάνα,τα ξέρω ήδη όλα αυτά; Δεν είμαι καλά, δε βλέπεις;» Ο Τ ζάστιν, που την ήξερε καλά, γέλασε. «Βλέπω ότι έχεις τις κακές σου» είπε. «Καλά λοιπόν, θα σε ρωτήσω μόνο ένα πράγμα και μετά θα το βουλώσω σαν καλός σύζυγος που είμαι». Έκλεισε το μάτι στα παιδιά και τη ρώτησε: «Τ ι όνομα λες ότι του δώσαμε; Σαμψών. Μη μου πεις πως δεν είναι ένα σπουδαίο όνομα για ένα σπουδαίο πουλάρι;». «Σαμψών!» Μόλις είχε σπάσει δύο αυγά στο τηγάνι και γύρισε προς το μέρος τους σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της. Κοίταξε επιτιμητικά τον Τ ζακ. «Δική σου ιδέα ήταν, έτσι;» Η Λίζυ έσπευσε να τον υπερασπιστεί. «Είναι ωραίο όνομα, μαμά» διαμαρτυρήθηκε. «Νομίζω ότι ο Τ ζακ έκανε καλά που το σκέφτηκε». «Σοβαρά;» Σκόπευε να ειρωνευτεί το όνομα, όπως ειρωνευόταν καθετί που έκανε ο Τ ζακ, μα συγκρατήθηκε. Δεν έπρεπε να δείχνει την αντιπάθειά της στο μυξιάρικο, όχι μπροστά στη Λίζυ και κυρίως μπροστά στον Τ ζάστιν. Όχι, για να διατηρήσει τη βιτρίνα της καλής συζύγου και μητέρας, έπρεπε να υποκρίνεται’ μέχρι στιγμής η εξαπάτηση του Τ ζάστιν ήταν κάτι που της έβγαινε αβίαστα, σαν την ανάσα της. «Φαντάζομαι πως έχεις δίκιο» σχολίασε χαμογελώντας στον Τ ζακ. «Αφού αρέσει τόσο πολύ στη Λίζυ μου, πώς μπορεί να μην αρέσει σ’ εμένα;» Τ ο ψεύτικο χαμόγελο απευθύνθηκε σε όλους. «Ναι, ωραίο όνομα». Κι επέστρεψε στο μαγείρεμα μισώντας μέσα της τον Τ ζακ για την αναστάτωση που έφερε σε αυτό το σπίτι.


«Έχεις δίκιο. Είναι σπουδαίο όνομα». Ο Τ ζάστιν ευχαριστήθηκε που το ενέκρινε. «Ο κτηνίατρος είπε ότι είναι το όνομα που του ταιριάζει περισσότερο». Η Βιόλα είχε μιλήσει αρκετά γι’ αυτό το θέμα, σώπασε λοιπόν, έκανε σχέδια και τελείωσε το μαγείρεμα του πρωινού . Σκεφτόταν πως όσο πιο γρήγορα έτρωγε ο Τ ζάστιν τόσο πιο γρήγορα θα έφευγε από το σπίτι,για να ασχοληθεί με τα ζώα του και τα μηχανήματά του. Με λίγη τύχη, ο Τ ζακ θα πήγαινε μαζί του. Πεινασμένοι από τη δουλειά της νύχτας, οι τρεις έφαγαν το πρωινό τους και, προς μεγάλο εκνευρισμό της Βιόλα, συνέχισαν να κουβεντιάζουν για τη φοράδα και το πουλάρι , λέγοντας τι υπέροχο είναι να βλέπεις ένα νεογέννητο ζώο να έρχεται στον κόσμο. Στο τέλος σώπασαν, αφού έγλειψαν τα πιάτα τους. Όσα ελαττώματα κι αν είχε η Βιόλα, ήταν άξια να σερβίρει ένα σπουδαίο γεύμα, είτε πρωινό είτε δείπνο είτε απλώς μια πιατέλα σάντουιτς έξω στον κήπο μια καλοκαιρινή μέρα. Η ίδια δεν έτρωγε ποτέ πριν τις έντεκα το πρωί, οπότε μασούλαγε λίγο φρεσκοψημένο κέικ ή ένα κουλουράκι με μέλι. Εκείνο το πρωί η Λίζυ έφαγε φρυγανισμένο ψωμί και σπιτικό χοιρομέρι, ο Τ ζακ αυγά με μπέικον κι ο Τ ζάστιν. όπως πάντα, δύο αυγά, δύο χοντρά λουκάνικα, μια λεπτή φέτα μπέικον και μια μεγάλη μερίδα τηγανητές πατάτες που περίσσεψαν από το προηγούμενο βράδυ. «Ό,τι διατάζει ο γιατρός!» δήλωσε χαϊδεύοντας το στομάχι του. Βλέποντας πώς καταβρόχθιζε το φαγητό του, η Λίζυ κι ο Τ ζακ αντάλλαξαν εύθυμα βλέμματα. Τ ον αγαπούσαν όσο αγαπιόντουσαν μεταξύ τους. Και πώς να μην αγαπήσουν έναν τόσο καλό και συμπαθητικό άνθρωπο, που τους πρόσφερε απλόχερα την αγάπη του; Η Βιόλα ήπιε μόνο ένα φλιτζάνι τσάι. Δεν μπορούσε να φάει τίποτα μόλις ξυπνούσε, όπως δεν είχε μια καλή κουβέντα κι ένα χαμόγελο για κανέναν.


«Ωραία λοιπόν». Ο Τ ζάστιν, αφού ρεύτηκε δυνατά και ζήτησε καλοδιάθετα συγνώμη, πήγε το άδειο πιάτα του στο νεροχύτη και δήλωσε: «Και τώρα φεύγω. Έχω δουλειές στο κτήμα». «Τ ι δουλειές;» Ο Τ ζακ δεν ήθελε να μείνει με τη Βιόλα. «Γία να δούμε…» Ο Τ ζάστιν χάιδεψε το πιγούνι του καθώς σκεφτόταν τις δουλειές που είχαν μείνει και περίμεναν από το φθινόπωρο, καθώς και τις πιο πρόσφατες που δεν μπορούσαν να περιμένουν ούτε ώρα παραπάνω. «Να σου πω, το κάρο χρειάζεται επισκευή πριν κουβαλήσω τα ξύλα από το δάσος. Μετά πρέπει να αντικαταστήσω τις σπασμένες σανίδες της αποθήκης κι άλλη μία στην πόρτα του αχυρώνα. Δεν πρέπει να αφήσουμε τη φοράδα και το πουλάρι εκτεθειμένους στο κρύο του χειμώνα, έτσι δεν είναι;» «Χα!» Η Βιόλα, από το τραπέζι, κούνησε το κουταλάκι που κρατούσε. «Τ ώρα τελευταία μένεις τόσες ώρες στην ευλογημένη αποθήκη, που απορώ γιατί δε μετακομίζεις εκεί!» «Δεν είναι άσχημη ιδέα», Ο Τ ζάστιν δέχτηκε την παρατήρησή της με ένα χαμόγελο . «Τ ο σπίτι είναι σαν την Ανταρκτική όταν φυσάει ανατολικός άνεμος, ενώ οι αχυρώνες δεν παγώνουν ποτέ». Η Βιόλα έπρεπε να έχει την τελευταία λέξη, «Τ ότε να μετακομίσουμε όλοι εκεί». Τ ο άγριο βλέμμα που έριξε στον Τ ζακ έδειχνε ότι εκείνον δε θα τον προσκαλούσε. Ο Τ ζάστιν πήγε στην πόρτα της κουζίνας, όπου φόρεσε το πανωφόρι και τις μπότες του, σφυρίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό. «Μη σφυρίζεις στο σπίτι» τον μάλωσε η γυναίκα του. «Σ’ το έχω πει, είναι γρουσουζιά». Σφύριξε στον αχυρώνα όσο τραβά η ψυχή σου, σκέφτηκε κακιωμένη. Κι αν πέσει η στέγη και σε πλακώσει, τόσο το καλύτερο. «Αυτά είναι προλήψεις».


«Τ ο εννοώ. Μη σφυρίζεις». «Τ ότε καλύτερα να πηγαίνω» είπε. «Τ α παιδιά θα ξαπλώσουν κάνα δυο ωρίτσες. Γιατί δεν κάνεις το ίδιο;» Έκλεισε το μάτι στα παιδιά. «Τ ην επόμενη φορά να σηκωθείτε με το δεξί από το κρεβάτι, εντάξει;» «Αναιδέστατε!» Η Βιόλα έβαλε άλλο ένα φλιτζάνι τσάι και χασμουρήθηκε δίπλα στη στόφα. «Λέω να ξαπλώσω μισή ώρα, αν δε σε πειράζει». Στην πραγματικότητα δεν έδινε δεκάρα τι τον πείραζε και τι όχι. Ο Τ ζάστιν, σαν αγαθός άνθρωπος που ήταν, δεν είχε ιδέα πώς αισθανόταν για εκείνον η γυναίκα του. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και τη φίλησε στο μέτωπο. «Ναι, καλή μου» την παρακίνησε. «Γύρισε στο κρεβάτι σου». Κούνησε το δάχτυλο στα παιδιά. «Κι εσείς οι δυο το ίδιο. Θα χρειαστώ καμιά ώρα να επισκευάσω το κάρο και να φέρω τα ξύλα από το δάσος. Όταν γυρίσω, θα κάνω θόρυβο και θα σας ξυπνήσω». Μια στιγμή αργότερα είχε φύγει. «Εσύ θα ξαπλώσεις, Τ ζακ;» Η Λίζυ ήταν κατάκοπη και είχε αρχίσει να χασμουριέται. «Δεν ξέρω». Όταν δεν ήταν κοντά του ο Τ ζάστιν, ένιωθε απειλημένος. Η Βιόλα μάζεψε το τραπέζι μιλώντας. «Δεν έχει σημασία τι θέλει ο Τ ζακ» είπε στη Λίζυ. «Ο πατέρας σου είπε να ξαπλώσετε κι αυτό θα κάνετε ». Πλησίασε το κορίτσι να πάρει το πιάτο του και το αγκάλιασε. «Δε θέλουμε να χάσεις τον ύπνο σου, έτσι δεν είναι ;» Έριξε ένα φονικό βλέμμα στον Τ ζακ πάνω από τον ώμο της Λίζυ. Τ ο μίσος της ήταν μια φυσική παρουσία στον αέρα. Η Λίζυ ανησυχούσε για τον Τ ζακ. «Είσαι κουρασμένος ;» ρώτησε.


«Λιγάκι». Αν πήγαινε τώρα δυσκολευόταν να κοιμηθεί.

στο

κρεβάτι,

ήξερε

πως

θα

Η Βιόλα τελείωσε το συμμάζεμα με τη βοήθεια της κόρης της. «Ωραία. Τ ελειώσαμε πάμε στα κρεβάτια μας. Θα μας ξυπνήσει ο πατέρας σου όταν γυρίσει». Άνοιξε την πόρτα και της έδειξε τη σκάλα. «Έλα λοιπόν, νεαρή μου». Η Λίζυ κοίταξε τον Τ ζακ καθώς έφευγε. «Θα σε δω αργότερα, ε;» Ο Τ ζακ έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει». Όταν έφυγαν, ο Τ ζακ κάθισε κάμποση ώρα με τους αγκώνες στο τραπέζι και το κεφάλι του σκυμμένο. Όταν ήταν αποκαρδιωμένος, θυμόταν τη ζωή του με τη Νάνσυ, τον πατέρα του και τη Μαίρη και τον πλημμύριζε ένα κύμα ενοχής, θλίψης και μετάνοιας. Κι ύστερα σκεφτόταν τη Λίζυ και τον Τ ζάστιν κι αναθάρρευε η καρδιά του. Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η Βιόλα. «Πήγαινε στο κρεβάτι σου» είπε κλείνοντας την πόρτα καθώς έμπαινε. «Δε θέλω να μένεις μόνος σου εδώ. Μπορεί να το σκάσεις με τις πορσελάνες μου ή δεν ξέρω τι άλλο. Βλέπεις, δεν ξέρουμε από πού κρατάει η σκούφια σου». «Δεν είμαι κλέφτης!» «Μπα; Κι εγώ πού το ξέρω, ε;» Τ ον είχε πλησιάσει τώρα και διακρίνονταν τα ασπράδια των ματιών της. «Μπορεί να έχεις ξανακλέψει! Μπορεί να σ’ έκλεισαν στο ίδρυμα γιατί ήσουν κακό παιδί. Ποιος ξέρει τι είχες κάνει! Βλέπεις γιατί δε σ’ εμπιστεύομαι;» «Δεν έκλεψα ποτέ μου». « Ψεύτη !» Τ ον άρπαξε από το λαιμό με μια σβέλτη αιφνιδιαστική κίνηση. «Θα σου πω τι δε θα κλέψεις: την κόρη μου κι αυτή τη γη. Αν τα τίναζε αύριο ο άντρας μου, θα πουλούσα το κτήμα μέχρι να πεις κύμινο. Άλογα, αγελάδες, αχυρώνες… όλα! Και μαζί θα έφευγες


κι εσύ! Θα αγαλλίαζε η καρδιά μου να σε δω στους δρόμους,γιατί εκεί είναι η θέση ατόμων σαν εσένα. Στους δρόμους… να ζητιανεύεις ένα κομμάτι ψωμί. Τ εμπέλη κι αχαΐρευτε!» Έσφιγγε το λαιμό του κι ακούγοντάς τον να πνίγεται μάνιαζε πιο πολύ. «Ο χρόνος σου είναι μετρημένος, αγόρι μου! Μην απλώνεις τα πόδια σου πιο μακριά από το στρώμα σου,γιατί σκοπεύω να σε ξεφορτωθώ με την πρώτη ευκαιρία. Δε σε θέλω εδώ, δε σε θέλω κοντά στην κόρη μου. Εξαιτίας του» κοίταξε από το παράθυρο «αναγκάζομαι να σε βλέπω με το κοριτσάκι μου, να περπατάτε μαζί στα χωράφια, να μιλάτε και να γελάτε». Έσκυψε πάνω του κι ένιωσε τη ζέστη της ανάσας της. «Δε σε χάνω από τα μάτια μου, μην ανησυχείς». Τ ον έσπρωξε ρίχνοντάς τον στο πλάι. «Σκέψου αυτά που σου είπα και, αν θελήσεις να το σκάσεις μια σκοτεινή νύχτα, εγώ τουλάχιστον δε θα στεναχωρηθώ». Και με αυτά τα λόγια πήγε στο νεροχύτη κι έφτιαξε ένα τσάι ήρεμα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ενώ πίσω της άκουγε τον Τ ζακ να πνίγεται. Λίγο αργότερα είχε φύγει κι ο Τ ζακ απόμεινε να τρίβει το λαιμό του προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του. Πρώτη φορά ένιωθε μέσα του τόσο μίσος’ ήταν τόσο δυνατό, που έτρεμε από τη συγκρατημένη βία του. Ξαφνικά, πετάχτηκε όρθιος και φόρεσε τις μπότες και το πανωφόρι του. Άνοιξε την πόρτα της κουζίνας όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, βγήκε ακροπατώντας και την έκλεισε απαλά. Αλλά όχι τόσο απαλά ώστε να μην ακούσει η Λίζυ. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της, κοίταξε από το παράθυρο και είδε τη δυνατή σβέλτη σιλουέτα του να διασχίζει τρέχοντας την αυλή και να κατευθύνεται στον αχυρώνα. «Πάει να βρει τον μπαμπά». Άρχισε να πανικοβάλλεται. Προς στιγμή σκέφτηκε να τον ακολουθήσει’


μάλιστα πήγε στην καρέκλα όπου είχε αφήσει τα ρούχα της. Μετά όμως το σκέφτηκε καλύτερα και γύρισε στο παράθυρο. «Στο καλό,Τ ζακ» ψιθύρισε. «Θα σε δω αργότερα, έτσι;» Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, έκλεισε τα μάτια της και το τελευταίο πράγμα που είδε με τη φαντασία της πριν την πάρει ο ύπνος ήταν το γελαστό πρόσωπο του Τ ζακ’ που είχε συνηθίσει κι αγαπήσει τόσο πολύ. Καθώς πλησίαζε ο Τ ζακ στον αχυρώνα, είδε το κάρο να στρίβει στο δρομάκε. Έβαλε φτερά στα πόδια του κι έκοψε δρόμο μέσα από τα χωράφια, περνώντας από το γεφυράκι. Καθώς ετοιμαζόταν να βγει στη δημοσιά ο ηλικιωμένος άντρας,ο Τ ζακ κόντευε να τον φτάσει. «Περίμενέ με!» φώναξε. Βγήκε μέσα από τους θάμνους κι αρπάχτηκε από το πίσω μέρος του κάρου ενώ το ακινητοποιούσε ο Τ ζάστιν. «Τ ι διάβολο νομίζεις ότι κάνεις;» είπε σαστισμένος. Βοήθησε τον Τ ζακ να ανέβει και τον μάλωσε πατρικά. «Δε σου είπα να κοιμηθείς όσο θα λείπω;» Ο Τ ζακ ζήτησε συγνώμη που δεν τον υπάκουσε. «Δεν είμαι καθόλου κουρασμένος κι ήθελα να έρθω μαζί σου» του είπε. Ο Τ ζάστιν τον κοίταξε επίμονα. Στο πρωινό φως ο Τ ζακ φαινόταν σαν να είχε κλάψει. «Είσαι καλά,γιε μου;» Ο Τ ζακ φόρεσε το καλύτερό του χαμόγελο κι απάντησε: «Φυσικά… τώρα που είμαι μαζί σου». Τ ώρα ήταν αποφασισμένος, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, όσο κι αν προσπαθούσε να τον διώξει αυτή η απαίσια γυναίκα, όσο δύσκολη κι αν έκανε τη ζωή του, να μη φύγει’ να μην αφήσει τη Λίζυ κι αυτόν το χρυσό άνθρωπο. «Καλά,γιε μου». Έδωσε στον Τ ζακ τα χαλινάρια, έγειρε πίσω στον ξεχαρβαλωμένο πάγκο και χασμουρήθηκε. «Οδήγησε εσύ να ξεκουραστώ μια στάλα». Αν κι ένιωσε μια κάποια νευρικότητα, δε χρειάστηκε να του το πει


δεύτερη φορά. «Έχω οδηγήσει το κάρο μόνο άλλες δυο φορές, κι αυτές μέσα στην αυλή». «Μα τα πήγες μια χαρά, αλλιώς δε θα σου έδινα τα χαλινάρια». Ενθαρρυμένος από την εμπιστοσύνη του Τ ζάστιν, ο Τ ζακ ρώτησε με ελπίδα: «Δηλαδή θα οδηγήσω σε όλο το δρόμο, να πάμε και να ’ρθουμε;». Δεν πήρε απάντηση. Γύρισε να δει και χαμογέλασε. «Α, κατάλαβα!» Ο ηλικιωμένος άντρας είχε αποκοιμηθεί στη στιγμή. Σε ένα λεπτό ροχάλιζε τόσο δυνατά, που τρόμαζε και τους ατρόμητους. Ο Τ ζακ λάτρευε το δάσος. Νωρίς το πρωί έλαμπε από τη δροσιά κι αργά το βράδυ φώτιζαν τα αστέρια τις σκοτεινότερες γωνιές του. Εκείνο το πρωί, με τις χιονισμένες κορφές των δέντρων,ήταν μαγεία. «Δεν υπάρχει άλλη τέτοια ομορφιά σε όλο τον κόσμο και δεν πρέπει ποτέ να καταστραφεί». Ο Τ ζάστιν ξύπνησε με το σταμάτημα του κάρου. «Για κάθε δέντρο που κόβω, φυτεύω ένα άλλο. Έτσι δεν πεθαίνει ποτέ το δάσος». Ξεπέζεψε με πρόσωπο που έλαμπε από ευχαρίστηση, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και κοίταξε τα δέντρα και τα χαμόδεντρα ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια. «Όταν ήμουν μικρός, έπαιζα εδώ» εκμυστηρεύτηκε για πολλοστή φορά. «Όταν ήμουν νεαρός φλερτάριζα εδώ τα κορίτσια κι όταν πέθανε ο πατέρας μου έγινα φύλακας του δάσους». Τ ο στήθος του φούσκωσε από περηφάνια. «Δεν έκανα ποτέ παλιανθρωπιές με αυτό το δάσος,ούτε μια φορά!» Πλησίασε τον Τ ζακ και τον αγκάλιασε από τους ώμους. «Υποσχέσου μου ότι θα κάνεις το ίδιο και θα πεθάνω ήσυχος». Ο Τ ζακ ανάβλεψε. «Τ ι θέλεις να σου υποσχεθώ;» «Ότι θα φροντίζεις πάντα το δάσος, όπως εγώ όλα αυτά τα χρόνια. Κι


αν έρθει κανείς να σου προσφέρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό γι’ αυτό -γιατί θα έρθουν, όπως πλησίασαν τόσες φορές κι εμένα-, θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα τους στείλεις από εκεί που ήρθαν». «Γιατί να μου προσφέρουν χρήματα για ένα δάσος;» «Για την ξυλεία, παιδί μου. Σε αυτό το δάσος υπάρχει μια ολάκερη περιουσία». «Εννοείς ότι θα έκοβαν όλα τα δέντρα;» «Μέχρι το τελευταίο. Αυτό ακριβώς θα έκαναν οι αναθεματισμένοι αν μπορούσαν να το βάλουν στο χέρι! Και το χειρότερο, ούτε που θα σκέφτονταν να φυτέψουν άλλα δέντρα στη θέση τους. Έτσι θα πέθαινε το δάσος, κι αυτό δε θα το θέλαμε, έτσι δεν είναι;» Έπιασε τον Τ ζακ από τους ώμους και τον γύρισε προς το μέρος του. «Δε μου έδωσες ακόμη την υπόσχεση που σου ζήτησα». Ο Τ ζακ δίσταζε. «Μα πώς να σ’ το υποσχεθώ; Αφού δε μου ανήκει το δάσος. Είναι δικό σου. Και της Λίζυ!» Δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό η ιδέα ότι η Βιόλα Λάιντχερστ ήθελε το δάσος. «Τ η Λίζυ θα την εξασφαλίσω με άλλους τρόπους. Άλλωστε, το κορίτσι δε θα ξέρει τι να κάνει με το δάσος και δε θα είναι σωστό να φορτώσω τους ώμους της με τόσο βάρος. Μια μέρα θα παντρευτεί και ίσως ο άντρας της να μην αγαπά τη φύση κι αυτού του είδους την ομορφιά. Θα σ’ το πω από τώρα, γιε μου. Όταν δε θα υπάρχω εγώ, το δάσος αυτό θα γίνει δικό σου. Θα είσαι εσύ υπεύθυνος για την προστασία του». Ήταν μεγάλη τιμή για τον Τ ζακ. «Στ’ αλήθεια με θεωρείς άξιο;» «Ναι,παιδί μου. Δεν αμφέβαλα στιγμή». Τ ον σκούντησε ανάλαφρα. «Θα μου δώσεις, λοιπόν, αυτή την υπόσχεση για να ασχοληθούμε και με τη δουλειά μας;» Ο Τ ζακ έγνεψε καταφατικά. «Σ’ το υπόσχομαι» απάντησε. «Δε θ’


αφήσω κανέναν να το πειράξει». Τ ρομαγμένος από τον τρόπο που μιλούσε ο Τ ζάστιν, έβαλε έναν όρο. «Αλλά πρέπει να ζήσεις πολύ,για να με μάθεις πώς να το φροντίζω». Ακούγοντας τα λόγια του, ο Τ ζάστιν γέλασε δυνατά’ καταλάβαινε τους φόβους του Τ ζακ και τους σεβόταν . «Να ξέρεις,έχεις κερδίσει την καρδιά μου» είπε. «Μη φοβάσαι, δε σκοπεύω να φύγω ακόμη. Θα είμαι εδώ πάρα πολύ καιρό, αν το θέλει ο Θεός». Οι φόβοι του Τ ζακ εξανεμίστηκαν κι έδειξε την ανακούφισή του με ένα παιδιάστικο γέλιο. «Θα είμαστε οι φρουροί του δάσους, εντάξει;» «Ναι,γιε μου». Στρώθηκαν στη δουλειά, ευχαριστημένοι ο ένας από τη συντροφιά του άλλου και δουλεύοντας δίπλα δίπλα, εφοδιασμένοι με δενδρύλλια, σκοινιά και φτυάρια. Πρώτα έκοψαν τα κλαδιά των γέρικων δέντρων κι ο Τ ζάστιν εξέπληξε τον Τ ζακ σκαρφαλώνοντας πάνω τους σαν ακροβάτης. «Τ ο κάνω τόσο συχνά, που μου έχει γίνει δεύτερη φύση» εξήγησε ο ηλικιωμένος άντρας. «Όταν μεγαλώσεις λιγάκι, θα σου δείξω πώς να το κάνεις». Ο Τ ζακ μάθαινε πολλά απλώς και μόνο παρακολουθώντας. Κι όταν έπεσαν κάτω τα δύο γέρικα δέντρα,του έδωσε ένα φτυάρι. Έσκαψαν μαζί τις τρύπες, τις γέμισαν σάπια φύλλα και φύτεψαν με μεγάλη προσοχή τα δενδρύλλια που θα αντικαθιστούσαν τα κομμένα δέντρα. «Έτοιμοι!» Ο Τ ζάστιν ίσιωσε την πονεμένη πλάτη του με καρδιά γεμάτη χαρά. «Βλέπεις,γιε μου; Τ α δενδρύλλια αυτά θα ψηλώσουν και θα δυναμώσουν, σαν εσένα» υποσχέθηκε. «Όταν θα γίνεις παλικάρι, θα έχουν ρίξει ρίζες και κλαδιά. Θά είναι κομμάτι του δάσους κι εσύ δικό τους». Ο Τ ζακ ήταν μαγεμένος’ στο σημείο που είχαν φυτέψει τα δενδρύλλια τρύπωνε ένα αχνό φως που φώτιζε με μια γλυκύτητα


ευλαβική σχεδόν. Δίπλα τους ήταν πεσμένα τα γέρικα δέντρα,ροζιασμένα και ξοδεμένα, κατάλληλα μόνο για καυσόξυλα. «Είναι τόσο όμορφα εδώ» είπε στον ηλικιωμένο άντρα. «Δε θα σε απογοητεύσω, σ’ το υπόσχομαι». Ο Τ ζάστιν δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. «Τ ο ξέρω» είπε. «Κατάλαβα τι άνθρωπος είσαι από την πρώτη στιγμή που σ’ αντίκρισα». Η φωνή του πνίγηκε από συγκίνηση. «Ακολούθησα το ένστικτό μου και σε πήρα και δεν το μετάνιωσα στιγμή». Ξάφνου, προς μεγάλη έκπληξη του Τ ζακ, ο ηλικιωμένος άντρας άρχισε να κλαίει’ οι μικροί κοφτοί λυγμοί τον έκαναν να κυρτώσει το κορμί του και να σκύψει το κεφάλι του. «Μην κλαις. Σε παρακαλώ, σταμάτα». Ο Τ ζακ τον αγκάλιασε και, νιώθοντας το γιγαντόσωμο άντρα να τρέμει από συγκίνηση, δάκρυα αυλάκωσαν το πρόσωπό του. Έφταιξε σε τίποτα; Τ ον απογοήτευσε με τον έναν τρόπο ή τον άλλο; Ο Τ ζακ κατηγορούσε τον εαυτό του. Δικό του ήταν το λάθος, αλλιώς γιατί να κλαίει έτσι ο Τ ζάστιν; Για το βασανισμένο μυαλό του Τ ζακ ήταν μια τιμωρία για όλες τις κακές του πράξεις. Σύντομα όμως πέρασε η στιγμή και στέγνωσαν τα δάκρυα. Ο Τ ζάστιν απολογήθηκε ντροπιασμένος. «Συγνώμη,παιδί μου» μουρμούρισε. «Ξέρω ότι το έχω ξανακάνει. Αλλά, βλέπεις, έζησα πολλά χρόνια και δεν είχα ποτέ ένα γιο. Τ ώρα που απέκτησα εσένα και ξέρω ότι θα έρθει μια μέρα που θα αφήσω το Γουέδερφιλντ στα άξια χέρια σου, θα πάψει να με τρώει η έγνοια… αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Μερικές φορές δεν μπορώ να πιστέψω στην καλή μου τύχη’ ότι μου χάρισε ο Θεός έναν τόσο υπέροχο γιο, όταν είχα χάσει κάθε ελπίδα». Τ ο γεγονός ότι είδε αυτόν το χρυσό άνθρωπο να κλαίει σαν μωρό ήταν μια εμπειρία ωρίμανσης για τον Τ ζακ. Εκείνη την ξεχωριστή αλησμόνητη στιγμή έγινε από παιδί άντρας. «Χαίρομαι» απάντησε σιγανά. «Κι είμαι περήφανος που έχεις τέτοια γνώμη για μένα».


Όταν πήγαν να φέρουν τα πριόνια και τα τσουβάλια μέσα στα οποία θα έβαζαν τα κομμένα ξύλα, ο Τ ζάστιν είχε άλλη μια ερώτηση για τον Τ ζακ. «Θα μου δώσεις άλλη μια υπόσχεση, γιε μου;» «Τ ι;» Στο σκανταλιάρικο γέρικο πρόσωπο του Τ ζάστιν σχηματίστηκε πάλι εκείνο το πονηρό χαμόγελο. «Μην τολμήσεις να πεις σε κανέναν ότι έκλαψα σαν μωρό». Ο Τ ζακ δε δίστασε. «Όχι βέβαια». Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. «Υπό τον όρο…» Ο Τ ζάστιν σταμάτησε απότομα. «Ποιον όρο;» «Υπό τον όρο ότι θα με αφήσεις να οδηγήσω πάλι το κάρο». Ήθελε τόσο πολύ να τον δει η Λίζυ να γυρίζει κρατώντας τα χαλινάρια. Ο Τ ζάστιν στην αρχή έμεινε με ανοιχτό το στόμα κι ύστερα έσκασε στα γέλια. «Βρε παλιόπαιδο! Για μια στιγμή με τρόμαξες!» Τ α γέλια τους αντιλάλησαν στο δάσος. Τ ου άντρα και του αγοριού. Τ ου πατέρα και του γιου. Κι η μοναδική τους σχέση δυνάμωσε ακόμα πιο πολύ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 «ΚΑΛΑ ΝΕΑ,ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΣΑΛ!» Ο γιατρός άφησε την πένα του και χαμογέλασε στη Μαίρη. «Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου και τις πληροφορίες που μου δώσατέ, θα έλεγα πως είστε τριών μηνών έγκυος, συν ή πλην μια δυο μέρες». Δεν ήταν τα νέα που ήθελε να ακούσει η Μαίρη. Ήθελε παιδιά, αυτό να λέγεται. Αλλά όχι τώρα. Όχι έτσι. Ήταν λάθος μέρος’ λάθος χρόνος. Λάθος άντρας.


«Σας ευχαριστώ, γιατρέ». Κρύβοντας τα μύχια συναισθήματά της, άκουσε τις συμβουλές του γιατρού κι έκλεισε το επόμενο ραντεβού στο γραφείο της ρεσεψιόν. «Στις 4 Αυγούστου» είπε η ρεσεψιονίστ. «Σε τρεις βδομάδες». «Ωραία, ευχαριστώ». Η Μαίρη έφυγε γρήγορα όπως είχε έρθει, αλλά με πιο βαριά καρδιά και πλήθος αμφιβολίες για το μέλλον. Βγαίνοντας από το μουντό ιατρείο στη λαμπερή καλοκαιρινή μέρα, η Μαίρη σκεφτόταν πως ήταν κρίμα να αισθάνεται έτσι μια τέτοια μέρα, ειδικά τώρα που μεγάλωνε μέσα της μια καινούρια ζωή. Η επιβεβαίωση των χειρότερων φόβων της της είχε προκαλέσει δίψα, κι έτσι πήγε γραμμή σε ένα καφέ στη σπιανάδα. «Τ σάι, παρακαλώ» είπε στη σερβιτόρα. «Κι ένα από αυτά τα μικρά κέικ». Η πυραμίδα με τα ορεκτικά κέικ βρισκόταν κάτω από ένα μεγάλο γυάλινο θόλο. «Εκείνο εκεί». Έδειξε ένα κάτω κάτω, που στήριζε τα άλλα, αλλά η σερβιτόρα δεν έδειξε να ενοχλείται. «Όλοι ζητάνε τα από κάτω» είπε πρόσχαρα. «Ακόμα κι αν τους αλλάξω θέση και βάλω τα πάνω κάτω, πάλι τα κάτω θα ζητήσουν». «Συγνώμη». Η Μαίρη ένιωσε τύψεις, αλλά ήταν το κέικ που της χτύπησε στο μάτι. Η κοπέλα κοίταξε την ανοιχτή ζακέτα της Μαίρης. «Συμβαίνουν αυτά στην κατάστασή σας» σχολίασε. «Τ ι εννοείς;» «Τ ην εγκυμοσύνη. Σε κάνει να λιγουρεύεσαι πότε το ένα και πότε το άλλο. Όπως εσείς αυτά τα μικρά κέικ». «Πώς κατάλαβες ότι είμαι έγκυος;» «Τ ο καταλαβαίνω πάντα. Από το βλέμμα, από τη λάμψη του προσώπου, δεν είμαι σίγουρη». Γέλασε. «Μπορεί να είναι και το κέικ ξέρετε, που θέλετε το κάτω κάτω».


Η Μαίρη ξαφνιάστηκε δυσάρεστα. «Νόμιζα πως δε φαίνεται ακόμη». Η νεαρή τράβηξε το κέικ και το έβαλε σε ένα πιάτο με λίγο βούτυρο κι ένα μαχαίρι. Τ ο τοποθέτησε στο δίσκο με την τσαγιέρα,τη μικρή γαλατιέρα,το φλιτζάνι,το πιατάκι, το σουρωτήρι και το κουτάλι. «Θα βρείτε ζάχαρη στο τραπέζι » είπε. «Ευχαριστώ». Η Μαίρη έβγαλε το πορτοφόλι της και περίμενε να αθροίσει η κοπέλα το λογαριασμό, πράγμα που έκανε μονολογώντας με κωμικό τρόπο. «Εξίμισι πένες, παρακαλώ». Πήρε τα χρήματα, ένα κέρμα των έξι κι ένα των τριών πενών, έδωσε δυόμισι πένες ρέστα και, καθώς η Μαίρη πήγαινε στο τραπέζι της, στράφηκε στη συνάδελφό της που ετοίμαζε κάτι σάντουιτς λίγο πιο πέρα. «Να σου πω κάτι» είπε. Η Μαίρη άκουγε κάθε λέξη της, αν και δεν κατέβαλλε καμία προσπάθεια. Η συνάδελφός της ανάβλεψε με περιέργεια. «Τ ι ’ναι;» «Αυτή εκεί η κυρία…» Η άλλη κοπέλα έγλειψε το βούτυρο από τα δάχτυλά της και κοίταξε τη Μαίρη. «Τ ι;» «Είναι έγκυος». «Και λοιπόν;» «Και λοιπόν! Δεν είναι του άντρα της. Βάζω στοίχημα ό,τι θέλεις». «Γιατί το λες αυτό;» Η άλλη κοπέλα ξεφύσηξε, Η πρώτη ανασήκωσε τους ώμους. «Τ ο ξέρω,αυτό είναι όλο » είπε με ύφος πολύξερο. «Χμ! Όπως ήξερες την περασμένη βδομάδα’ ότι άρεσα σε εκείνο τον κύριο, επειδή με κοίταζε, ε; Όμως δεν κοίταζε μόνο, έτσι δεν είναι;


Και δε μου είπες τίποτα. Α, όχι! Μ’ άφηνες να πηγαινοέρχομαι και να γελοιοποιούμαι!» «Μη με κατηγορείς γι’ αυτό. Πού να ξέρω ότι είχε πιαστεί η φούστα σου στην κιλότα σου; Τ ην επόμενη φορά να προσέχεις περισσότερο όταν πηγαίνεις στην τουαλέτα». «Θα το έκανα αν δεν κοίταζες το ρολόι κάθε φορά που πηγαίνω. Τ ι αφεντικό είσαι εσύ; Πέντε λεπτά το πιπί κι οχτώ το άλλο. Πώς να σιαχτεί μια κοπέλα με τόση βιάση, ε;» Είχε αρχίσει να θυμώνει και σκούντησε δυνατά στα πλευρά την προϊσταμένη της. «Κανονικά θα έπρεπε να σηκωθώ να φύγω τώρα αμέσως!» «Φύγε λοιπόν. Σκασίλα μου». Η άλλη πήρε τοις μετρητοίς τα λόγια της. Άφησε το μαχαίρι του βουτύρου κι έσκυψε κάτω από τον πάγκο να πάρει το σακάκι της. «Θα μου φέρονται καλύτερα στο εργοστάσιο και θα παίρνω πιο πολλά λεφτά!» Ξέροντας ότι δε θα τα έβγαζε πέρα χωρίς εκείνη, η προϊσταμένη τής έκλεισε το δρόμο. «Μη βιάζεσαι τόσο πολύ. Τ ι θα έλεγες αν σου κάνω αύξηση έξι πένες τη βδομάδα;» «Δε φτάνουν». «Πόσα;» «Ένα σελίνι;» «Δέκα πένες». «Και δέκα λεπτά όταν πηγαίνω στην τουαλέτα;» «Όχι δα! Οχτώ». «Εννιά. Αλλιώς φεύγω!»


«Σκάσε επιτέλους και γύρνα στη δουλειά σου». «Και;» «Δέκα πένες τη βδομάδα και εννιά λεπτά στην τουαλέτα. Ικανοποιήθηκες;» «Προς το παρόν». Η Μαίρη είχε ακούσει όλη τη στιχομυθία, που την έκανε να χαμογελάσει. Ευχόταν να είχε κι αυτή μια φίλη με την οποία να τσακώνεται και να τα ξαναβρίσκει. Κάποια στην οποία θα μπορούσε να ανοίξει την καρδιά της. Είναι θλιβερό να μην έχεις φίλους. Έτρωγε τη δεύτερη μπουκιά του κέικ της όταν σκέφτηκε την Έμιλυ. Τ ελικά είχε μια φίλη, κατά κάποιον τρόπο. Ήταν καλόκαρδη, εξυπηρετική κι από τότε που πήγε η Μαίρη στην πανσιόν του Πολ την πήρε υπό την προστασία της. «Η Έμιλυ!» Για την καημένη τη Μαίρη ήταν μια ανακούφιση και μόνο που είπε το όνομά της. Θα δω αν μπορεί να με συμβουλέψει,σκέφτηκε. Έβγαλε από την τσάντα της την κάρτα του ραντεβού με το γιατρό και την κοίταξε. «Κυρία Μάρσαλ» έγραφε. Τ ην έκρυψε ντροπιασμένη. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε τέτοιο ασύστολο ψέμα. Ανύπαντρη και έγκυος. Πού είχε το μυαλό της; Κοίταξε από το παράθυρο τον κόσμο που περνούσε. Αναρωτήθηκε ποια ήταν τα προβλήματά τους. Όλοι είχαν προβλήματα, μα τα δικά της φάνταζαν πολύ πιο δύσκολα. Έπρεπε να μιλήσει στην Έμιλυ. Με αυτή τη σκέψη κατά νου.ήπιε το τσάι της, αλλά άφησε μισοφαγωμένο το κέικ. «Γεια σας». Η κοπέλα την κοίταξε που έφευγε. «Σ’ το λέω» είπε καθώς απομακρυνόταν στο δρόμο η Μαίρη «το παιδί δεν είναι του άντρα της». «Δε με νοιάζει αν είναι και του ενεχυροδανειστή! Ήρθε πελάτης,


κοίτα! Σταμάτα τη φλυαρία και πήγαινε να δεις τι θέλει». «Μη μου λες εμένα τι να κάνω!» «Γιατί; Κι εσύ μια ζωή λες σ’ εμένα». Κι η συζήτηση αυτή συνεχίστηκε πολλή ώρα αφότου έφυγε η Μαίρη. Η Έμιλυ έμενε σε ένα σπίτι μπροστά στην αγορά. Η Μαίρη είχε ξαναπάει μια φορά που κουβάλησε τα βαριά ψώνια της αξιαγάπητης γυναίκας, κι έτσι τώρα δε δυσκολεύτηκε νάτο βρει. Ήταν ένα χαριτωμένο σπιτάκι με άσπρη εξώπορτα και γλάστρες με ροζ γεράνια δεξιά κι αριστερά, που τώρα ήταν ολάνθιστα’ μικρό και βολικό, αλλά αρκετά μεγάλο για ένα άτομο. Η Μαίρη προχώρησε στο μονοπάτι της πρασιάς και χτύπησε την πόρτα μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό. Άκουσε από μέσα κάποιον να έρχεται κι ύστερα άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η Έμιλυ,χαρούμενη που την είδε. «Μαίρη,κορίτσι μου. Έλα μέσα». Παραμέρισε και την κάλεσε πάλι: «Έλα μέσα». Η Μαίρη την ακολούθησε στο στενό διάδρομο και μπήκε στο σαλόνι,ένα μικρό δωμάτιο με καλογυαλισμένα έπιπλα, απλό αλλά εξυπηρετικό. Στα παράθυρα υπήρχαν χαρούμενες λουλουδάτες κουρτίνες και μπροστά στο τζάκι μια πολύχρωμη κουρελού φτιαγμένη από τα χέρια της γυναίκας. Στο τζάκι βρισκόταν ένα βάζο με λουλούδια από τον κήπο της κουζίνας και τα παράθυρα ήταν διάπλατα ανοιχτά στη λιακάδα. Γενικά,ήταν ένα ευχάριστο δωμάτιο με την οικεία ατμόσφαιρα που δημιουργούσε όπου πήγαινε η Έμιλυ. «Τ ι σε φέρνει εδώ;» ρώτησε τώρα. «Ελπίζω όχι η θεία Αγκαθα;» Τ ην κοίταξε ανήσυχα. «Δεν είναι άρρωστη, έτσι; Είδα πως είχε χλωμιάσει σήμερα το πρωί, αφού μίλησε με τον Πολ για τα καινούρια του σχέδια επέκτασης. Τ ης είπα: “ Δεν είναι δική σου δουλειά, αλλά εσύ επιμένεις να κουρντίζεσαι πότε με το ένα και πότε με το άλλο”. Δεν


ακούει όμως,την ξέρεις!» «Όχι, δεν ήρθα για την Άγκαθα. Είναι όπως πάντα ή τουλάχιστον ήταν νωρίτερα που έφυγα». Η Μαίρη ένιωθε άσχημα που την ανησύχησε, αλλά είχε ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον, αλλιώς θα τρελαινόταν. «Γία μένα ήρθα» είπε σιγανά. «Θέλω να μιλήσουμε». Παρερμηνεύοντας τα σημάδια,η Έμιλυ σκέφτηκε ότι το είχε προβλέψει. «Έλα, κάθισε». Κοίταξε το παράθυρο. «Εκτός αν προτιμάς να καθίσουμε στον κήπο». «Ναι, θα το ήθελα». Η Μαίρη κοίταξε έξω, που έλαμπε ο ήλιος. «Ωραία!» Ένα χαμόγελο φώτισε το καλοσυνάτο πρόσωπο της Έμιλυ. «Δούλευα έξω όταν ήρθες, ξεβοτάνιζα και τα σχετικά. Είναι τόσο όμορφα αυτή την εποχή». Η Μαίρη έγνεψε. «Ξέρω τι εννοείς.·Ο Πολ έχει κάνει θαύματα στον κήπο του ξενοδοχείου. Οι πελάτες τον λατρεύουν. Κι εγώ,όταν έχω χρόνο». «Δουλεύεις σκληρά και δε σε ζηλεύω γι’ αυτό». Έτριψε τα χέρια της. «Ωραία λοιπόν, θα φέρω αναψυκτικά. Εσύ, κοπέλα μου, κάτσε στον κήπο. Δε θα αργήσω. Κι ύστερα θα κουβεντιάσουμε όσο τραβά η καρδιά σου». Η Έμιλυ είχε δίκιο’ ο κήπος ήταν πανέμορφος. Η Μαίρη κάθισε στο άσπρο σιδερένιο τραπέζι κάτω από την παλιά λουλουδάτη ομπρέλα κήπου. Τ ο τραπέζι ήταν φτιαγμένο από τετράγωνες πλάκες κι από κει ξεκινούσε το μονοπάτι που διέσχιζε το κέντρο του μεγάλου ευρύχωρου κήπου. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν λουλούδια και θάμνοι κάθε χρώματος και σχήματος’ ψηλόλιγνα λούπινα σε εκτυφλωτικές αποχρώσεις, μενεξελιές ορτανσίες και διάφοροι άλλοι θάμνοι και λουλούδια, πολλά από τα οποία δε γνώριζε καν η Μαίρη. Κι όλα φροντισμένα με αγάπη. «Είναι πολύ περιποιημένος ο κήπος σου» σχολίασε όταν ήρθε η


Έμιλυ με τα αναψυκτικά και σπιτικά κουλουράκια. «Είναι η χαρά και το καμάρι μου» δήλωσε η γυναίκα. «Αλλά δεν ήρθες να μιλήσουμε για τον κήπο μου». Τ ράβηξε μια καρέκλα και γέμισε ένα ποτήρι με σαρσαπαρίλα για τη Μαίρη κι ένα για τον εαυτό της. «Έλα,χρυσό μου». Τ ης πρόσφερε το πιάτο με τα κουλουράκια, αλλά η Μαίρη αρνήθηκε . «Έφαγα ένα κέικ στο καφέ κοντά στο γιατρό» της είπε η Μαίρη. «Στο γιατρό; Είσαι άρρωστη, κορίτσι μου;» Η Μαίρη έγνεψε αρνητικά. «Άρρωστη όχι». «Τ ότε τι σε απασχολεί;» Έφερε το χέρι της στο στόμα της και κοίταξε τη Μαίρη με γουρλωμένα μάτια. «Αυτό το τέρας η Άγκαθα, έτσι; Τ ο ήξερα πως θα σ’ την κάνει τη ζημιά αργά ή γρήγορα, η παλιόγρια! Μην της δίνεις σημασία Είναι στριμμένο άντερο και δεν ξέρει πότε πρέπει να κοιτάξει τη δουλειά της!» Η Μαίρη ήπιε μια γουλιά σαρσαπαρίλα. «Είναι κάτι που δεν έχει καμιά σχέση με την Άγκαθα» εκμυστηρεύτηκε . Δεν ήξερε πώς να αρχίσει. «Τ ότε τι είναι;» Η Έμιλυ προσπαθούσε να βοηθήσει. Η Μαίρη ανέβαλε τη στιγμή πίνοντας άλλη μια γουλιά και μετά της είπε την αλήθεια με μιαν ανάσα. «Είμαι έγκυος». «Ω, Θεέ μου!» Η μεγαλύτερη γυναίκα σοκαρίστηκε. Ένα εξώγαμο παιδί δεν ήταν παίξε γέλασε αν και, βλέποντας την αγωνία της Μαίρης, αποφάσισε να κρύψει τα αισθήματά της γι’ αυτό το θέμα. «Τ ο ξέρει ο Πολ;» Η Μαίρη έγνεψε αρνητικά. «Μόλις σήμερα το επιβεβαίωσα κι εγώ». «Θα του το πεις, έτσι;»


«Δεν αποφάσισα ακόμα τι θα κάνω». «Μα πρέπει να το μάθει!» Η Έμιλυ πίστευε στην ευθύτητα και στην ειλικρίνεια. Οτιδήποτε άλλο μόνο προβλήματα προκαλούσε. «Δικό του είναι το παιδί, έτσι;» «Ω, Έμιλυ,τίνος άλλου;» Ξαφνιάστηκε που ρωτούσε η άλλη γυναίκα. «Φυσικά. Ήταν ηλίθια ερώτηση, συγχώρεσε με». Δεν ήξερε κι η ίδια γιατί το είπε αυτό. «Αλλά αφού είναι παιδί του, γιατί δεν του το λες;» επέμενε. Η Μαίρη είχε κάνει πολλές φορές την ίδια ερώτηση στον εαυτό της και δεν ήταν σίγουρη για την απάντηση. «Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω» απάντησε. «Δεν ξέρω αν θέλω να το μάθει. Δεν ξέρω τι απαντήσεις θα του δώσω». «Τ ον αγαπάς, έτσι δεν είναι;» «Τ ον αγαπάω, ναι, μα όχι με τον τρόπο που νομίζει». Σκέφτηκε λίγο πριν εκφράσει τις μύχιες σκέψεις της. «Έκανα ένα λάθος. Δεν έπρεπε να τον αφήσω να πιστέψει πως ανταποδίδω τα αισθήματά του», Η Έμιλυ,που είχε αγαπήσει τη Μαίρη,ήθελε να βοηθήσει. «Κάτι σε προβληματίζει. Πρέπει να το βγάλεις από μέσα σου,κορίτσι μου. Πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη». Η Μαίρη τής είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, κι έτσι ακολούθησε το ένστικτό της και είπε τα πάντα στην άλλη γυναίκα, από την αρχή ως το τέλος. Τ ης είπε το λόγο για τον οποίο ήρθε στο Λάιθαμ Σάιντ Ανς. «Θα μπορούσα να πάω οπουδήποτε» εξήγησε σοβαρά. «Εκείνη τη στιγμή δεν είχε καμία σημασία. Έπρεπε να φύγω». «Να φύγεις από τι, από ποιον;» «Από το Ρόμπερτ, το μοναδικό άντρα που αγάπησα αληθινά». Ορίστε, το είπε. Κι ο πόνος του χωρισμού έγινε εκείνη τη στιγμή αβάσταχτος.


«Και γιατί τον εγκατέλειψες;» Η Έμιλυ, όπως και η Άγκαθα,αναρωτιόταν πάντα ποιες καταστάσεις οδήγησαν τη Μαίρη να ζητήσει κατάλυμα στο ξενοδοχείο, χωρίς χρήματα κι αποσκευές. «Σε κακομεταχειριζόταν αυτό είναι ;» «Ω, όχι». Οι σκέψεις της Μαίρης γύρισαν στο Ρόμπερτ, αυτό τον καλόκαρδο και τρυφερό άντρα’ τον άντρα που απογοήτευσε οικτρά. «Θα μπορούσαμε να είμαστε τόσο ευτυχισμένοι» μουρμούρισε μελαγχολικά. «Μα δεν καταλαβαίνω, κορίτσι μου, Αν ήταν καλός άνθρωπος και τον αγαπούσες,τι σ’ έκανε να φύγεις;» «Ο γιος του, αυτός μ’ έκανε να φύγω». Μίλησε στην Έμιλυ για το Ρόμπερτ, τον Τ ζακ και τη μικρούλα Νάνσυ και πώς την ανάγκασε να φύγει το αγόρι, που ήταν αποφασισμένο να τη διώξει με όποιον τρόπο μπορούσε. «Με μισούσε τόσο πολύ». Θυμήθηκε τι είχε τραβήξει, αλλά τώρα που έβλεπε τα πράγματα από απόσταση αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να είναι πιο καλή μαζί του, να του μιλά περισσότερο, όμως είχε κάνει τόσες προσπάθειες χωρίς να αλλάξει τίποτα. Απεναντίας,χειροτέρευε η κατάσταση. «Δε με άφηνε να τον πλησιάσω. Βλέπεις, τους είχε εγκαταλείψει η μητέρα του — για πλουσιότερα βοσκοτόπια, όπως έλεγε ο Ρόμπερτ. Κι ο μικρός κατηγορούσε εμένα, παρόλο που η μητέρα του είχε φύγει καιρό πριν εμφανιστώ εγώ». «Μα ήταν παιδί. Γιατί τον άφησες να σε διώξει;» «Για χάρη του Ρόμπερτ και της μικρής Νάνσυ, έμεινα όσο περισσότερο μπορούσα». Τ ην πλημμύρισαν αναμνήσεις. «Ήταν τόσο άσχημη η κατάσταση, που ήξερα πως ήταν θέμα χρόνου να στρέψει εναντίον μου τον πατέρα του, κι αγαπούσα πάρα πολύ το Ρόμπερτ για να επιτρέψω να συμβεί αυτό». Άρχισε να τρέμει’ παρά τη ζεστασιά του ήλιου, είχε παγώσει από τον πόνο. «Ήταν απαίσιο παιδί, Έμιλυ… απαίσιο!»


«Από ποια άποψη;» «Από όποια άποψη μπορείς να φανταστείς. Έλεγε ψέματα , φοβερά ψέματα, ότι τον έδερνα, ενώ δεν άπλωσα ούτε μια φορά χέρι πάνω του. Ποτέ δε θα έκανα τέτοιο πράγμα. Στην αρχή δεν τον πίστευε ο Ρόμπερτ, αλλά μετά άρχισε να αυτοτραυματίζεται. Μια φορά μάλιστα έπεσε επίτηδες από τη σκάλα του κελαριού κι έμεινε εκεί και ούρλιαζε μέχρι που φτάσαμε τρέχοντας. Είπε στο Ρόμπερτ ότι τον έσπρωξα εγώ. Από τότε έβλεπα την αμφιβολία στα μάτια του Ρόμπερτ. Είπε ότι δεν πίστευε το γιο του, μα είχε αλλάξει, αρκετά για να πιστέψω ότι είχε αρχίσει να έχει υπόνοιες ότι ίσως ο Τ ζακ έλεγε την αλήθεια». «Και δεν προσπάθησες να ξεμπροστιάσεις αυτό τον Τ ζακ;» «Δε συνειδητοποιούσε τι έκανε. Έρχονταν στιγμές που πίστευε κι ο ίδιος ότι εγώ ήμουν η κακιά κι αυτός το θύμα. Αυτός κι η Νάνσυ είχαν από έναν κουμπαρά. Ο Ρόμπερτ έδινε δύο πένες τη βδομάδα στον καθένα. Μετά από ένα διάστημα είχε μαζευτεί ένα συμπαθητικό ποσό, αλλά το αγόρι μού έπαιξε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι. Άδειασε τον κουμπαρά του στο πορτοφόλι μου και μετά άρχισε να φωνάζει πως του έκλεψαν τα λεφτά του. Είχα τις υποψίες μου κι όταν βρήκα τα λεφτά στο πορτοφόλι μου τα επέστρεψα αμέσως». Η Μαίρη δεν άντεχε να θυμάται αυτές τις άσχημες αναμνήσεις . Αναρίγησε. «Είπα στο Ρόμπερτ ότι δεν είχα καμία σχέση κι έληξε το θέμα. Μα έμεινε μια σκιά στη σχέση μας. Κάθε φορά που με κοίταζε τον ένιωθα να αμφιβάλλει». Η Έμιλυ σοκαρίστηκε. «Σίγουρα αυτό το παιδί δεν έστεκε στα καλά του». «Έτσι νομίζω κι εγώ. Τ ου σάλεψε από τον πόνο όταν τους εγκατέλειψε η μητέρα του. Ήταν μωρά ακόμα, Έμιλυ. Ήταν άσχημη


κατάσταση. Έκανα ό,τι μπορούσα για να αναπληρώσώ το κενό από τη φυσική τους μητέρα, μα το αγόρι με αντιπάθησε από την πρώτη στιγμή. Σιγά σιγά, μπήκε ανάμεσα σ’ εμένα και στο Ρόμπερτ. Ήταν έξυπνο παιδί, πολυμήχανο. Ο Ρόμπερτ δεν ήξερε ούτε τα μισά, όπως εκείνη τη φορά που με είδε ο Τ ζακ να απλώνω την μπουγάδα και μόλις γύρισα την πλάτη μου έλυσε το σκοινί κι έριξε όλα τα ρούχα στη λάσπη». «Σ’ έφερε στα όριά σου, έτσι;» «Υπήρχαν και πολλά μικρά εκνευριστικά πράγματα. Πολλές φορές έβαζα κάτι κάπου κι όταν πήγαινα να το πάρω είχε εξαφανιστεί. Έκανε διάφορα πράγματα για να με πικάρει. Στο τέλος δεν άντεξα. Όσο κι αν αγαπούσα το Ρόμπερτ, άρχισα να αναρωτιέμαι αν τον αγαπούσα αρκετά για να τα ανεχτώ όλα αυτά’ να κάνω υπομονή σε όλη μου τη ζωή. Προσπάθησα να του μιλήσω, του είπα ότι το παιδί ήταν άρρωστο και χρειαζόταν βοήθεια. Τ ου είπα ότι, αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, θα αναγκαζόμουνα να φύγω,αλλά με ικέτευσε να μείνω». «Μίλησε στο γιο του;» «Ναι, και για ένα διάστημα βελτιώθηκαν τα πράγματα, αλλά μετά ξανάρχισε τα ίδια. Έβρισκα ξεριζωμένα τα λουλούδια που μόλις είχα φυτέψει στον κήπο’ σκουπίδια σκορπισμένα στα σκαλοπάτια. Ήταν φριχτό. Δεν κατηγορούσα τον Τ ζακ’ κατηγορούσα τη μητέρα του. Όλα έδειχναν πως ήταν μια εγωίστρια άπληστη γυναίκα που ήθελε από τη ζωή περισσότερα από αυτά που μπορούσε να της προσφέρει ο Ρόμπερτ. Αλλά την πλήρωσαν τα παιδιά». «Και το κορίτσι;» Η Μαίρη χαμογέλασε. «Η Νάνσυ ήταν ένα γλυκό φρόνιμο πλασματάκι, μπερδεμένο απ’ όλα αυτά που σίγουρα την πλήγωσαν όσο και τον Τ ζακ». «Πώς φερόταν στην αδερφή του το αγόρι;»


Η Μαίρη ποτέ δε θα ξεχνούσε αυτή την υπέροχη σχέση. «Τ η λάτρευε!» Τ ην αγαπούσε τόσο πολύ αυτός τη λάτρευε κι εκείνη τον είχε σαν θεό της, δεν πήγαινε πουθενά χωρίς αυτόν. Ο Τ ζακ ήταν προστατευτικός και τρυφερός απέναντί της. Νομίζω ότι βαθιά μέσα του προσπαθούσε να αναπληρώσει το κενό που της άφησε η μητέρα της». «Τ ότε, υπήρχε κάτι καλό μέσα του;» «Είμαι σίγουρη πως είχε πολλά καλά στοιχεία, Έμιλυ. Όπως σου είπα,δεν κατηγορώ τον Τ ζακ. Αντιδρούσε σπασμωδικά, με το μόνο τρόπο που μπορούσε. Ήταν κι αυτός θύμα σαν εμένα». Όταν την έπνιξαν οι αναμνήσεις,τα βαθύτερα αισθήματα της Μαίρης ξέσπασαν με βουβά πικρά δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλά της. «Στο τέλος δε φέρθηκα καλύτερα από τη μητέρα του… Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν όταν είπε στο Ρόμπερτ ότι με είδε να φιλιέμαι με έναν άντρα στον αχυρώνα. Είπα στο Ρόμπερτ ότι έλεγε ψέματα, αλλά έγινε ένας φοβερός καβγάς». Σφούγγισε διακριτικά τα δάκρυά της και συνέχισε: «Στο τέλος νομίζω ότι τον έπεισα πως ο Τ ζακ προσπαθούσε να σπείρει ζιζάνια ανάμεσά μας, αλλά ήταν αργά. Κάτι είχε αλλάξει για πάντα ανάμεσά μας. Τ ότε κατάλαβα πως δεν είχα άλλη επιλογή από το να φύγω». Η Έμιλυ τη συμπόνεσε με όλη της την καρδιά. «Και τον αγαπάς ακόμα, έτσι δεν είναι;» «Πάντα θα τον αγαπάω» εκμυστηρεύτηκε. «Γι’ αυτό νιώθω τόσο ένοχη για τον Πολ. Ποτέ δε θα τον αγαπήσω, τουλάχιστον με τον τρόπο που αγαπώ το Ρόμπερτ. Αλλά τον άφησα να με παρασύρει, γιατί νιώθω κάτι για εκείνον. Όμως έπρεπε να του πω την αλήθεια και δεν το έκανα. Τ ώρα έχω στα σπλάχνα μου το παιδί του και δεν ξέρω τι να κάνω. Τ ο τελευταίο που θα ήθελα είναι να τον πληγώσω». Η Έμιλυ κλωθογύρισε το θέμα στο μυαλό της. «Θαρρώ πως έχεις


τρεις επιλογές: να μην πεις στον Πολ ότι είσαι έγκυος’ να γυρίσεις στο Ρόμπερτ και να του πεις την αλήθεια με την ελπίδα ότι σε αγαπάει αρκετά ώστε να δεχτεί το παιδί ενός άλλου άντρα ή να φύγεις μόνη σου και να προσπαθήσεις να φτιάξεις τη ζωή σου, αν και δε θα είναι εύκολο, σ’ το λέω. Η ζωή είναι σκληρή για μια γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της το παιδί της». «Και η τρίτη επιλογή;» «Να ξεχάσεις το Ρόμπερτ, αν μπορείς. Να αφήσεις τον Πολ να πιστέψει ότι τον αγαπάς -είπες ότι αισθάνεσαι κάτι για εκείνον και, απ’ ό ,τι βλέπω, είσαστε πολύ ταιριαστό ζευγάρι. Να φτιάξεις τη ζωή σου μαζί του και με το παιδί σου και μια μέρα -ποιος ξέρειμπορεί να ανακαλύψεις ότι τον έχεις αγαπήσει». «Μα αυτή η επιλογή δε θα ήταν άδικη για τον Πολ;» «Δε νομίζω. Βλέπω ότι ενδιαφέρεσαι αρκετά γι’ αυτόν ώστε να τον κάνεις ευτυχισμένο. Και, μόλις έρθει το μωρό, πιστεύω ότι θα είσαι ευχαριστημένη από την καινούρια ζωή σου». Ήθελε να κάνει το σωστό η Μαίρη, αλλά ταυτόχρονα ήθελε να γίνει ευτυχισμένη. «Να θυμάσαι, αγάπη μου, ότι δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν και πολλές φορές είναι το παρελθόν που καθορίζει το μέλλον. Τ ο μέλλον σου είναι εδώ, στο Λάιθαμ και στο “ Μπλούμπελ Χάουζ”, με τον Πολ και το μωρό». Σηκώθηκε από την καρέκλα. «Έτσι έχουν τα πράγματα, κορίτσι μου. Βέβαια,η απόφαση είναι δική σου και’, μέχρι να την πάρεις, εγώ θα φτιάξω μια σουπίτσα να φάμε». Και με αυτά τα λόγια μπήκε στην κουζίνα, αφήνοντας τη Μαίρη να το σκεφτεί. Εκείνο το ίδιο βράδυ ο Πολ έβγαλε για φαγητό τη Μαίρη σε ένα εστιατόριο με θαλασσινά που πήγαιναν συχνά. Με θέα στη θάλασσα,τη μεγάλη βεράντα και τον απαλό φωτισμό, ήταν ένα ρομαντικό μέρος όπου μπορούσαν να κρυφτούν από το άγρυπνο μάτι της Άγκαθα και να μείνουν μόνοι τους. Η Μαίρη ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν της είπε ο Πολ ότι θα τη βγάλει έξω’ εδώ, σε αυτό


το ήσυχο φιλικό περιβάλλον, θα ήταν πιο εύκολο να του πει αυτό που έπρεπε να μάθει. Τ ο γεύμα ήταν μια γαστρονομική πανδαισία’ το ψητό ψάρι ήταν ολόφρεσκο και τα λαχανικά έλιωναν στο στόμα. Απόλαυσαν, όπως πάντα, ό,τι τους σερβίρισαν, ειδικά τη μηλόπιτα με κρέμα, που ήταν το αγαπημένο γλυκό της Μαίρης. Σαν απόφαγαν, κουβέντιασαν για πολλά και διάφορα κι ο Πολ τής είπε πόσο την αγαπούσε. «Θέλω να σου πω κάτι» άρχισε η Μαίρη, αλλά την εμπόδισε ακουμπώντας το δάχτυλο στα χείλη της. «Όχι ακόμα» είπε με ένα χαμόγελο. «Άσε με να σε κοιτάξω λίγο». Η Μαίρη, που ήταν λουσμένη στο φως της λάμπας, κολακεύτηκε όταν της είπε πως είναι πανέμορφη. «Λάμπεις!» της είπε. Τ η φίλησε στο στόμα χωρίς να νοιάζεται που τους έβλεπαν. Έκανε νόημα στο σερβιτόρο και παρήγγειλε το καλύτερο κρασί. «Σου έχω μια έκπληξη» την πληροφόρησε. «Ανυπομονούσα όλη μέρα να σ’ το πω, αλλά η θεία Άγκαθα ήταν πανταχού παρούσα κι ήθελα τόσο πολύ να το μάθεις πρώτη». Τ ης κίνησε την περιέργεια’ ένιωθε επίσης νευρικότητα, γιατί, μετά την πρωινή της επίσκεψη στην Έμιλυ, βασανιζόταν προσπαθώντας να αποφασίσει τι ήταν καλύτερο να κάνει. Τ ώρα που το αποφάσισε, ήθελε να το πει στον Πολ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, πριν αλλάξει γνώμη. Αλλά να που είχε δικά του νέα να της ανακοινώσει κι έπρεπε να περιμένει κι άλλο πριν του το αποκαλύψει. Όταν ήρθε το κρασί,τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό του και της είπε τα νέα. «Αγόρασα το ξενοδοχείο ‘Όλντ Πάλας”». Τ ο χαμογελαστό πρόσωπό του ήταν χάρμα οφθαλμών. Η Μαίρη ενθουσιάστηκε για λογαριασμό του και του το είπε με ένα


φιλί. «Δεν το πιστεύω ότι το πήρα! ενδιαφερόμενοι και το πήρα εγώ!»

Υπήρχαν τουλάχιστον έξι

Η Μαίρη τού έδωσε συγχαρητήρια. «Δεν είχα ιδέα ότι ήθελες να το αγοράσεις». «Α! Γιατί ήθελα να σου κάνω έκπληξη αν το έπαιρνα και να μην απογοητευτείς αν δεν το έπαιρνα,αφού δε θα το ήξερες». Γέλασε. «Ήξερα ότι έχεις κάτι στο μυαλό σου.αλλά είναι ερείπιο αυτό το ξενοδοχείο». «Αυτή τη στιγμή, ναι. Τ ο οικόπεδο όμως ξεπερνά τα οχτώ στρέμματα και βρίσκεται πάνω στη σπιανάδα». Ο ενθουσιασμός του ήταν μεταδοτικός. «Δεν καταλαβαίνεις, Μαίρη; Υπάρχουν άπειρες προοπτικές». «Δε σου είπαν οι τεχνίτες ότι θα χρειαστείς μια περιουσία να το ανακαινίσεις;» «Ναι, σίγουρα. Μα δεν πειράζει. Τ α έχω σκεφτεί όλα. Θα το συζητήσουμε αργότερα. Αυτό που έχει σημασία τώρα είναι πως έγινε δικό μας… δικό σου και δικό μου. Η πρώτη μας κοινή επιχείρηση». Πήρε τα χέρια της στα δικά του και την τύλιξε με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη. «Τ ο αγόρασα για σένα, αγάπη μου». Η Μαίρη απάντησε επιφυλακτικά: «Ελπίζω όχι. Ελπίζω να το αγόρασες γιατί είναι μια καλή επένδυση». «Και γι’ αυτό φυσικά. Είναι καλή επένδυση, αλλιώς δε θα πήγαινα να μπλέξω. Αλλά εσύ ήσουν αυτή που μου έδωσε την αυτοπεποίθηση να το επιχειρήσω. Αν δε σκεφτόμουν εσένα,δε θα αποτολμούσα να πάρω ένα τόσο μεγάλο ρίσκο». Έφερε’το χέρι της στα χείλη του και το φίλησε απαλά,χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το πρόσωπό της. «Δεν έχεις συνειδητοποιήσει πόσο άλλαξες τη ζωή


μου. Με κάνεις να θέλω να ανέβω σε βουνά, να κολυμπήσω σε ποτάμια, να χτίσω αυτοκρατορίες!» Γέλασε δυνατά. «Αχ, Μαίρη Χάνιγουελ,πόσο σ’ αγαπώ!» Ξαναγέμισε το ποτήρι της κι η Μαίρη το σήκωσε. «Στην επιτυχία σου» είπε και το εννοούσε από τα βάθη της καρδιάς της. Ο Πολ το άξιζε. Δούλευε από το πρωί ως το βράδυ και ζητούσε ελάχιστα σε αντάλλαγμα. Ήταν το όνειρό του κι η Μαίρη χαιρόταν για λογαριασμό του. Αφού ήπιαν, ο Πολ άφησε το ποτήρι του και είπε: «Συγνο”)μη, αγάπη μου, παρασύρθηκα και κόντεψα να ξεχάσω ότι έχεις κάτι να μου πεις». Εκείνη τη στιγμή που ο Πολ τής ζητούσε να μιλήσει η Μαίρη συνειδητοποίησε ότι είχε μόνο μια επιλογή. Πώς μπορούσε να τον εγκαταλείψει τώρα που πήρε ένα τόσο μεγάλο ρίσκο για χάρη της; «Τ ίποτα» είπε. «Μπορεί να περιμένει». Ο Πολ επέμενε. «Όχι, πρέπει να μου πεις, γιατί θα με φάει η περιέργεια». Έσκυψε προς το μέρος της. «Δε φαντάζομαι να είναι τόσο φοβερό;» Η Μαίρη χαμογέλασε. «Δε νομίζω πως είναι φοβερό». « Τ ότε λέγε». Τ ου είπε, περιμένοντας νευρικά την αντίδρασή του: «Σήμερα το πρωί πήγα στο γιατρό κι επιβεβαίωσε τις υποψίες μου. Είμαι τριών μηνών έγκυος». Τ ο νέο τον άφησε με στόμα ορθάνοιχτο και μάτια γουρλωμένα. «Ω, Θεέ μου» ψιθύρισε. «Ω, Θεέ μου! Θα γίνω μπαμπάς, αυτό εννοείς;» Η Μαίρη έγνεψε καταφατικά κι εκείνος πετάχτηκε όρθιος, φωνάζοντας στο σερβιτόρο: «Σαμπάνια! Κερνάω όλο το μαγαζί! Θα γίνω πατέρας!».


Προς μεγάλη αμηχανία και χαρά της Μαίρης, άρχισαν όλοι να τους δίνουν συγχαρητήρια. Ο Πολ γελούσε κι έκλαιγε, την αγκάλιασε και της είπε πόσο τέλεια έκανε τη ζωή του. Με φωνή δυνατή, που την άκουσαν όλοι, της είπε: «Θα παντρευτούμε αμέσως. Αύριο,την άλλη βδομάδα -δε βλέπω την ώρα. Ω, Μαίρη! Τ ι νέο! Τ ι υπέροχο, υπέροχο νέο!». Η Μαίρη παρασύρθηκε από τον ενθουσιασμό του’ βλέποντας τα δάκρυα χαράς στα μάτια του, ξέχασε όλες τις επιφυλάξεις της. Αργότερα, καθώς γύριζαν αγκαζέ στο σπίτι, ο Πολ ανησύχησε από τη σκεφτική διάθεσή της. «Τ ι έχεις, αγάπη μου;» Η Μαίρη ανάβλεψε πιο ήρεμη τώρα. «Τ ι να έχω;» Μην ξέροντας πώς να απαντήσει, αντέστρεψε την ερώτηση. Εκείνος τη σταμάτησε, την έπιασε από τους ώμους και μελέτησε ανήσυχος το πρόσωπό της. «Δε στεναχωριέσαι -εννοώ για το παιδί;» «Κάθε άλλο!» Ανυπομονούσε ήδη να κρατήσει το μωρό στην αγκαλιά της. «Και θέλεις να με παντρευτείς, έτσι δεν είναι;» Η Μαίρη θα ’θελε να είχε το σθένος να του πει πως ήταν ο «ριγμένος» της συμφωνίας’ ότι ποτέ δε θα τον αγαπούσε όσο όφειλε,γιατί ήταν ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα. Τ ώρα όμως, βλέποντάς τον τόσο ευτυχισμένο από τα σχέδιά του για το κοινό τους μέλλον, καταλάβαινε πως θα ήταν απάνθρωπο να καταστρέψει τις ελπίδες του. Άλλωστε, με τι κουράγιο να γυρίσει στο Ρόμπερτ και να του ζητήσει να δεχτεί το παιδί ενός άλλου άντρα; Πήγαινε πολύ! Και, όπως είπε κι η Έμιλυ, ήταν πολύ δύσκολο να τα βγάλει πέρα μόνη της μια γυναίκα με ένα παιδί, αν και δεν υπήρχε καν αυτή η επιλογή, γιατί ο Πολ δε θα την άφηνε ποτέ να πάρει το μωρό και ποιος θα τον κατηγορούσε; Ήταν ο πατέρας του παιδιού. Είχε δικαίωμα να το


μεγαλώσει και να το αγαπήσει, να σχεδιάσει το μέλλον του. Ήταν και δικό της παιδί. Είχε καθήκοντα ως μάνα. Στο κάτω κάτω, ήξερε εκ πείρας το κακό που προκάλεσε στο μικρό Τ ζακ η εγκατάλειψη από τη μητέρα του. Η απελπισμένη φωνή του Πολ την έβγαλε από τους συλλογισμούς της. «Μαίρη; Τ ι συμβαίνει;» Γύρισε προς το μέρος του φορώντας το καλύτερό της χαμόγελο. «Τ ίποτα» απάντησε τρυφερά. «Και γιατί να μη θέλω να σε παντρευτώ, ε;» Τ ύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του. «Άλλωστε,πώς μπορώ να σε απογοητεύσω τώρα;» τον ρώτησε σκανταλιάρικα. «Που μου αγόρασες κοτζάμ ξενοδοχείο;» Ο Πολ γέλασε, της έδωσε ένα φλογερό φιλί στο στόμα και, γλιστρώντας το χέρι του στη μέση της, την οδήγησε στο σπίτι για να ανακοινώσουν τα νέα στη θεία Άγκαθα. «Ελπίζω να μην της κολλήσει η τρελή ιδέα να γίνει παράνυμφος!» αστειεύτηκε. Η Μαίρη λάτρευε το χιούμορ του. Ήταν ένα από τα πράγματα που την τράβηξαν από την πρώτη στιγμή. «Α, νομίζω ότι θα είναι ένα θαυμάσιο ζευγάρι στο γάμο μας… ντυμένες με μετάξια και δαντέλες, με ωραίους φιόγκους στα μαλλιά. Κόκκινα και κίτρινα λουλούδια κι εκρού σατέν παπούτσια». «Τ ι λες τώρα ;» «Εννοώ την Άγκαθα και την Έμιλυ. Θα τις ήθελα παράνυμφους, αν συμφωνείς κι εσύ. Θα είναι υπέροχες». Δυσκολευόταν να κρατήσει σοβαρό το πρόσωπό της. «Ε… δε νομίζω, γέλασε. Κι ανοίγοντας την πόρτα, την έσπρωξε μέσα. Τ ο άλλο πρωί, αφού ήρθε η Έμιλυ κι ετοιμαζόταν να φτιάξει το πρωινό, σκέφτηκαν πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, τώρα που ήταν


όλοι μαζί, να ανακοινώσουν τα νέα. Πρώτα ο Πολτούς είπε ότι αγόρασε το ξενοδοχείο «Ολντ Πάλας». Η θεία του αντέδρασε με μια κραυγή φρίκης. «Ανόητε! Πέταξες τα λεφτά σου. Κανένας λογικός επιχειρηματίας δε θα αγόραζε αυτό το ερείπιο!» Απτόητος, ο Πολ τής είπε να μην ανησυχεί, ότι την ενημέρωσε απλώς από αβρότητα και τα λεφτά που ρισκάριζε ήταν δικά του, όχι δικά της. Μόλις το άκουσε αυτό η ηλικιωμένη γυναίκα, έγειρε πίσω στην καρέκλα της με χείλη που έτρεμαν και το πονεμένο βλέμμα της καρφωμένο στο πάτωμα. Τ ο δεύτερο νέο έγινε δεκτό με κατάπληκτη σιωπή από την Άγκαθα κι ενθουσιασμό από την Έμιλυ. «Πάντα ήλπιζα ότι θα παντρευτείτε εσείς οι δυο» είπε κλείνοντας πονηρά το μάτι στη Μαίρη. «Δεν ξέρετε πόση χαρά μού δώσατε». Στο τρίτο νέο η Άγκαθα μόνο που δε λιποθύμησε. «Έγκυος!» Σηκώθηκε τρέμοντας από την καρέκλα της και κοίταξε αηδιασμένη τη Μαίρη. «Θα ’πρεπε να ντρέπεσαι! Ανύπαντρη και γκαστρωμένη… πώς μπόρεσες;» Μπήκε στη μέση ο Πολ. «Αν μου επιτρέπεις, κάπου φταίω κι εγώ, θεία Άγκαθα. Δε θυμάμαι περίπτωση που να έμεινε μόνη της έγκυος μια γυναίκα». Εξοργισμένης Άγκαθα κούνησε και στους δύο τη γροθιά της. «Θα μετανιώσετε την ώρα και τη στιγμή… θυμηθείτε τα λόγια μου!» Και βγήκε φουριόζα από το δωμάτιο, μουρμουρίζοντας και βλαστημώντας με έναν τρόπο που έκανε τους άλλους να χαμογελάσουν άκεφα. «Θα το χωνέψει» τους βεβαίωσε η Έμιλυ. «Θα της μιλήσω όταν ηρεμήσει». Από την κορφή της σκάλας ακούστηκε η φωνή της Άγκαθα, που


υψώθηκε ως τον ουρανό. «Δεν υπάρχει περίπτωση. Μάλιστα, καλύτερα να γυρίσεις σπίτι σου γιατί δε σε χρειάζομαι άλλο. Αυτοί οι δυο ντρόπιασαν το σπίτι των Μάρσαλ κι εσύ τους συγχαίρεις. Τ ι αίσχος, Θεέ μου! Φύγε. Απολύεσαι!» Η Έμιλυ αναστέναξε και χαμογέλασε. Είχε συνηθίσει τις εκρήξεις της ηλικιωμένης κυρίας. «Όπως σας είπα, θα περιμένω να ηρεμήσει και θα της πω δυο λογάκια». «Αυτό να κάνεις» συμφώνησε σοβαρά ο Ρόμπερτ. «Πες της επίσης ότι ή θα δεχτεί τα πράγματα όπως είναι ή να ψάξει αλλού για σπίτι. Αρκετά ανέχτηκα τις ιδιοτροπίες της κι έκανα πως δεν καταλαβαίνω. Τ ώρα όμως είναι διαφορετικά. Δε θα την αφήσω να μπει ανάμεσά μας ούτε τώρα ούτε ποτέ». Πήρε τη Μαίρη στην αγκαλιά του και την κοίταξε με το βλέμμα του βαθιά ερωτευμένου άντρα. «Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν ποτέ πιο ευτυχισμένος». Πέντε βδομάδες αργότερα η Μαίρη και ο Πολ παντρεύτηκαν σε μια μικρή εκκλησία κοντά στο ξενοδοχείο που είχε αγοράσει πρόσφατα. Ήταν ένα πανέμορφο εκκλησάκι με υπέροχα βιτρό που απεικόνιζαν τη Σταύρωση και πάνω από την Αγία Τ ράπεζα έναν Εσταυρωμένο σε φυσικό μέγεθος, με χέρια απλωμένα σαν να έδινε την ευλογία Τ ου. Τ ους τελευταίους μήνες η Μαίρη είχε περάσει πολλές ώρες σ’ αυτή την εκκλησία, μιλώντας στο Θεό, ζητώντας τη συμβουλή του, προσευχόμενη να την καθοδηγήσει. Και τώρα της φαινόταν ότι πήρε τις απαντήσεις,γιατί, να, παντρευόταν τον Πολ κι είχε στα σπλάχνα της το παιδί του. Κι όμως, οι αμφιβολίες βάραιναν ακόμα την καρδιά της. Σε όλη τη διάρκεια της τελετής ο Πολ δεν τράβηξε στιγμή τα μάτια του από πάνω της. Ντυμένη με κρεμ λινό ντε πιες, με φούστα ως τους αστραγάλους και απλό κοντό βέλο ως τα μάτια και κρατώντας κόκκινα τριαντάφυλλα, ήταν εντυπωσιακά όμορφη. «Είσαι υπέροχη»


της έλεγε ξανά και ξανά κι εκείνη του ανταπέδιδε το χαμόγελο, ενώ αναρωτιόταν μέσα της πώς στριμώχτηκε τόσο άσχημα. Ήξερε ότι σήμερα ήταν η μέρα που θα χανόταν κάθε ελπίδα να ξανασμίξει με το Ρόμπερτ.


Έλεγε στον εαυτό της πως δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Ήταν αργά. Τ ο μόνο που μπορούσε να ελπίσει ήταν μια καλή ζωή με τον Πολ και το παιδί τους. Ήξερε βαθιά μες στην καρδιά της πως δε θα ζούσε την ολοκληρωμένη ευτυχία που ονειρευόταν για τον εαυτό της και το Ρόμπερτ κι ότι δε θα έσβηνε ποτέ η αγάπη της για εκείνον. Όσο κι αν το ήθελε, για χάρη του Πολ, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η αγάπη της για το Ρόμπερτ θα έμενε δυνατή,όπως πάντα. Δεν αμφέβαλε στιγμή γι’ αυτό. Ήταν ένα μυστικό που έπρεπε να κρύψει από τον Πολ. Ένα μυστικό που δεν μπορούσε να μοιραστεί. Ήταν μια ωραία τελετή. Υπήρχε αρκετός κόσμος πελάτες του ξενοδοχείου, γείτονες και, φυσικά, η Έμιλυ, που χαμογέλαγε στη Μαίρη σε όλη τη διάρκεια της τελετής. Οι περισσότεροι όμως ήταν επαγγελματικοί συνεργάτες του Πολ με τις συζύγους ή τις αγαπημένες τους, ντυμένες με τα καλύτερά τους ρούχα, τα ωραία τους καπέλα και τις δαντέλες τους, που κουβέντιαζαν χαρούμενα μεταξύ τους καθώς μαζεύονταν για το φωτογράφο, που τους είπε: «Κοιτάξτε τη νύφη!». Εξαναγκασμένη από την Έμιλυ, η Άγκαθα άφησε να την οδηγήσουν απρόθυμα στην εκκλησία’ σκυθρωπή και κατσουφιασμένη όπως πάντα, έριχνε εχθρικά βλέμματα στη Μαίρη καθώς διέσχιζε το διάδρομο πηγαίνοντας στην πόρτα. «Τ ώρα είναι παντρεμένοι» είπε η Έμιλυ στην ηλικιωμένη γυναίκα. «Καλά θα κάνεις να το χωνέψεις». «Ποτέ δε θα το χωνέψω» ψιθύρισε η μεγαλύτερη γυναίκα. «Ο μόνος λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι για να της δείξω ότι δεν το βάζω κάτω». «Αν δεν μπορείς να συνηθίσεις στην ιδέα ότι παντρεύτηκαν ο Πολ κι η Μαίρη, τότε καλύτερα να κάνεις αυτό που λέει ο Πολ και να ψάξεις για σπίτι». «Μη λες βλακείες. Δεν το εννοούσε. Τ ο είπε πάνω στα νεύρα του, αυτό είναι όλο».


Η Έμιλυ τη σκούντησε. «Μα δεν μπορείς να είσαι σίγουρη , έτσι;» Η Έμιλυ είχε δίκιο. Μετά από εκείνη τη φοβερή νύχτα η Άγκαθα αναρωτιόταν μήπως είχε εξαντλήσει την υπομονή του ανιψιού της. Συνειδητοποιούσε ότι δεν έπαιξε έξυπνα το παιχνίδι της. Έπρεπε να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Πολ και να προσπαθήσει να ξεφορτωθεί τη γυναίκα του με την πρώτη ευκαιρία. «Ειλικρινά, δεν πιστεύω ότι θα με διώξε ι» απάντησε ψιθυριστά «αλλά δε θα του δώσω την ευκαιρία. Άλλωστε, θα παραμελούσα τα καθήκοντά μου αν τον άφηνα στα νύχια αυτής της γυναίκας». Έδειξε με τον αντίχειρα τη Μαίρη και τον Πολ, που έβγαιναν αγκαζέ από την εκκλησία. «Έχει βάλει στο μάτι τα λεφτά του, γι’ αυτό φρόντισε να μείνει έγκυος. Αλλά δεν είναι τόσο έξυπνη, ώστε να αποφύγει κάθε παραπάτημα. Θα την παρακολουθώ άγρυπνα. Δε θα μου γλιτώσει». Η Έμιλυ έφτυσε στον κόρφο της. «Φόρεσε το καλύτερο χαμόγελό σου» την ορμήνεψε. «Πώς θα ρίξεις κομφετί με αυτά τα μούτρα;» Όταν βγήκαν έξω, η Άγκαθα έκανε ό ,τι μπορούσε να χαμογελάσει κι έριξε μια χούφτα ρύζι που της έδωσε η Έμιλυ. . Οι καλεσμένοι γελούσαν κι επευφημούσαν κι έδιναν ευχές στο ζευγάρι καθώς το έραιναν με κομφετί και ρύζι· αν και ο γεροκαντηλανάφτης, που στεκόταν σε κάποια απόσταση, σκέφτηκε με ένα βογκητό πως αυτός κι οι μικροί βοηθοί του θα έπρεπε να τα σκουπίσουν μετά. Κατόπιν το γιόρτασαν σε ένα γειτονικό πανδοχείο που είχε κλείσει ο Πολ με τη βοήθεια κάποιων προμηθευτών του. Ενώ οι άντρες συζητούσαν την αγορά των μετοχών του ξενοδοχείου, η Μαίρη βρήκε την ευκαιρία να βγει στον κήπο, όπου κάθισε δίπλα στη στέρνα χαμένη στις σκέψεις της. Προσευχόταν να πήρε τη σωστή απόφαση, αν και είχε αρχίσει ήδη να το μετανιώνει. «Να είσαι σίγουρη πως θα ζήσετε ευτυχισμένοι εσύ, ο Πολ και το μωρό». Η Έμιλυ είχε πλησιάσει αθόρυβα και κάθισε δίπλα της. «Δώσε στον εαυτό σου χρόνο να προσαρμοστεί, αγάπη μου. Κάτι


μου λέει ότι όλα θα πάνε καλά στο τέλος». «Τ ο ελπίζω» είπε χαμηλόφωνα η Μαίρη. Εκείνη δεν ήταν τόσο σίγουρη. «Γιατί αλλιώς θα έχω κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου». Εκείνη τη νύχτα, στη σουίτα του ξενοδοχείου που είχαν κλείσει για μια βδομάδα, η Μαίρη βρέθηκε για πρώτη φορά στην αγκαλιά του Πολ ως συζύγου του. Αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα, έτσι δεν ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία, ούτε συναρπαστική για τη Μαίρη. Είχαν ξανακάνει έρωτα μόνο μια φορά, όταν ο Πολ βρήκε τη Μαίρη μόνη και θλιμμένη στην κουζίνα’ η κοπέλα είχε ξυπνήσει τις μικρές ώρες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ο έρωτάς τους ήταν τρυφερός, παρηγορητικός. Από το σμίξιμο αυτό η Μαίρη έμεινε έγκυος και παγιδεύτηκε. Τ ην πρώτη νύχτα του γάμου τους ο έρωτάς τους ήταν τελείως διαφορετικός,γιατί τώρα ήταν σύζυγοι. Ο Πολ είχε δικαιώματα’ η Μαίρη καθήκοντα. Καθώς έγερνε τρυφερά πάνω της, η Μαίρη υπέκυψε γιατί έτσι ήταν το σωστό, όμως δεν το έκανε με την καρδιά και την ψυχή της. «Είσαι ευτυχισμένη;» της ψιθύρισε κι εκείνη απάντησε ναι, ήταν. Ένιωθε τη σάρκα του πάνω στη δική της και το φιλί του στο στόμα της, αλλά δεν τη συγκινούσαν, δεν την ερέθιζαν. Μετά από λίγο, αφού εξερεύνησε κάθε σπιθαμή του κορμιού της, άνοιξε τα πόδια της και μπήκε μέσα της με μια κραυγή αγωνίας και για μια σύντομη στιγμή ξύπνησαν οι αισθήσεις της, αλλά μόνο γιατί ήΐαν μια γυναίκα διψασμένη γι’ αγάπη. Τ ώρα, καθώς της έκανε έρωτα, έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε το Ρόμπερτ. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, γέμισαν δάκρυα τα μάτια της. Όταν κύλησαν από το πρόσωπό της και ύγραναν το μαξιλάρι, ο Πολ δεν το


αντιλήφθηκε. Με το κεφάλι ψηλά και τα χέρια τεντωμένα, τραβήχτηκε κοντανασαίνοντας από ευχαρίστηση. Μέχρι την επόμενη φορά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 ΜΕΤ Α ΑΠΟ ΑΡΚΕΤ Α ΧΡΟΝΙΑ που έζησε μισερός, ο Ρόμπερτ δυσκολευόταν να πιστέψει αυτά που του έλεγε ο γιατρός. «Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι μαζί σου και τα πας τόσο καλά,που αποφασίσαμε πως είναι καιρός να σηκωθείς από το αναπηρικό καροτσάκι και να σταθείς στα πόδια σου. Έχουμε φτιάξει ένα πρόγραμμα για να ξεκινήσεις και είμαι σίγουρος ότι με το ιστορικό σου» ανασήκωσε τα φρύδια του και χαμογέλασε λοξά «και το αλύγιστο πείσμα σου, δε θα αργήσεις να περπατήσεις χωρίς να χρειάζεσαι βοήθεια». Τ α υπέροχα νέα τού έκοψαν την ανάσα. Νόμιζε πως τον είχαν φέρει εδώ για ένα τσεκάπ ρουτίνας και περίμενε να τον εξετάσουν, να του δώσουν το εβδομαδιαίο πρόγραμμα ασκήσεων και να τον ξαναστείλουν στη μονάδα αποκατάστασης του θεραπευτηρίου, όπου ζούσε πολλούς μήνες τώρα. Αντί γιαυτό όμως,του είπαν τα καλύτερα νέα της ζωής του. «Ω, Θεέ μου!» Ένας λυγμός έπνιξε.την ανάσα του κι έκρυψε το πρόσωπο στις χούφτες του για να μη φανεί η συγκίνησή του. «Δε φαντάζεστε τι σημαίνει αυτό για μένα» μουρμούρισε. «Πώς θα μπορέσω να σας ευχαριστήσω;» Τ ώρα ανάβλεψε, με τα πράσινα μάτια του υγρά από δάκρυα που προσπαθούσε να συγκρατήσει, και ρώτησε: «Πότε αρχίζουμε;». Ο γιατρός τον προειδοποίησε αυστηρά: «Ξέρω πόσο ανυπομονείς και πόσο προσπάθησες, αλλά δε θέλω να τα χαλάσεις όλα τώρα, στο τελευταίο στάδιο». Ο δόκτωρ Μόρρισον ήταν πάρα πολλά χρόνια γιατρός’ είχε δει κάθε λογής ατυχήματα κι επείγοντα περιστατικά κι υπήρξαν πολλές φορές


που απελπίστηκε από την ανθρώπινη αδυναμία, αλλά ο Ρόμπερτ Σάλλιβαν ήταν τελείως διαφορετική περίπτωση. Ο Ρόμπερτ ανυπομονούσε. «Σε πόσο καιρό θα περπατήσω, γιατρέ; Έχω πολλά να κάνω… να βρω την οικογένειά μου». Οι λέξεις κατρακυλούσαν η μία πάνω στην άλλη από τη βιασύνη του. Ο γιατρός τον καταλάβαινε. «Ξέρω για την οικογένειά σου, Ρόμπερτ» -του είχαν πει ότι ο Ρόμπερτ έψαχνε τα παιδιά του«και θέλω να την ξαναβρείς όσο το θέλεις κι εσύ, αλλά πρέπει να τονίσω την ανάγκη σύνεσης». Σταμάτησε για να χωνέψει ο άλλος την προειδοποίησή του. «Θα σου πω κάτι» συνέχισε. «Μάρτυς μου ο Θεός, δεν ξέρω πώς κατάφερες να φτάσεις ως εδώ. Από εκείνο το σακατεμένο τσακισμένο πλάσμα που δεν περιμέναμε να ζήσει παραπάνω από μια δυο μέρες, αναδύθηκες αποφασισμένος και δυνατός. Χρειάστηκε πάρα πολύς καιρός,το ομολογώ, μα όλο αυτό το διάστημα δεν παρεξέκλινες στιγμή από αυτό που ήξερες πως έπρεπε να γίνει για να σταθείς ξανά στα πόδια σου». Σηκώθηκε από την καρέκλα του. κάθισε στην άκρη του γραφείου μπροστά στο αναπηρικό καροτσάκι και κούνησε δύσπιστα το κεφάλι του. «Στην πολύχρονη σταδιοδρομία μου δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο να υποφέρει από τόσους πόνους και τραύματα και να τα ξεπερνά όπως εσύ. Χρειάστηκαν χρόνια σκληρής προσπάθειας εκ μέρους σου και μεγάλο σθένος κι αποφασιστικότητα για να φτάσεις εδώ που είσαι τώρα. Θυμήσου πώς ήσουν -πρώτα το κώμα, στη συνέχεια οι κρίσεις-και μετά δεν ξέραμε από πού να αρχίσουμε, γιατί υπήρχαν τόσα πολλά που έπρεπε να γίνουν κι ήσουν ακόμα επικίνδυνα εξασθενημένος. Σ’ το λέω, άνθρωπέ μου,ήμαστε έτοιμοι να καταθέσουμε τα όπλα». Ο Ρόμπερτ θυμόταν. «Αλλά δεν τα καταθέσατε, έτσι δεν είναι;» είπε συγκινημένος. «Όχι, μα θα μπορούσαν να πάνε όλα στραβά. Ένας Θεός ξέρει πόσες


εγχειρίσεις κάναμε θλάση κρανίου, σπασμένα χέρια και πόδια, κανένα κόκαλο δεν είχε μείνει ανέπαφο. Όλα τα όργανα μωλωπισμένα και τραυματισμένα. Η διάσειση εγκεφάλου ήταν τόσο βαριά, που κινδύνευσες να πεθάνεις από τις κρίσεις! Τ ι να σου πω, άνθρωπέ μου. Σου κάναμε γενική επισκευή. Υπάρχει τίποτα που δεν αποκαταστήσαμε, αντικαταστήσαμε ή απλώς πετάξαμε;» Ο Ρόμπερτ ξαφνιάστηκε. «Πρώτη φορά μού το λέτε αυτό». «Γιατί δεν ήσουν έτοιμος να το ακούσεις. Τ ώρα όμως… έχεις κάνει θαύματα. Κοντολογίς, Ρόμπερτ, είσαι ένας εκπληκτικός άνθρωπος,για τον οποίο εγώ και όλο το προσωπικό νιώθουμε μεγάλο θαυμασμό. Σε παρακαλώ, μη θέσεις σε κίνδυνο όλη αυτή την προσπάθεια με την ανυπομονησία σου». «Μην ανησυχείτε, γιατρέ. Δεν έφτασα μέχρι εδώ για να τα καταστρέψω όλα» υποσχέθηκε ο Ρόμπερτ. «Θέλω να μάθω όμως… πότε αρχίζουμε; Πόσος καιρός θα χρειαστεί ;» Ο δόκτωρ Μόρρισον κάθισε πάλι στο γραφείο του και ξαναπήρε το τυπικό του ύφος. «Θα αρχίσουμε όταν πω εγώ» απάντησε. «Όσο για το πόσος καιρός θα χρειαστεί, δεν έχο) ιδέα. Βδομάδες, μήνες… ένας χρόνος. Δεν είναι εύκολο, Ρόμπερτ. Πρώτα πρέπει να δυναμώσουμε τους μυς των ποδιών σου για να μπορέσουν να qz σηκώσουν. Μετά πρέπει να φροντίσουμε κι άλλα πράγματα. Ο συντονισμός, για παράδειγμα, θα χρειαστεί χρόνο κι υπομονή. Η καρδιά θα πρέπει να δουλέψει πιο εντατικά απ’ ό,τι δουλεύει ήδη. Κατόπιν θα σε κυριεύσει κατάθλιψη· θα έρθουν μέρες που θα νομίζεις ότι, αντί να καλυτερεύεις,χειροτερεύεις κι άλλες που θα θέλεις να ουρλιάζεις από απελπισία. Αλλά στο τέλος θα έρθει η ώρα, όσος καιρός κι αν χρειαστεί, που θα φύγεις περπατώντας από το νοσοκομείο. Θεού θέλοντος, θα απαλλαγούμε επιτέλους από σένα και… βγάλ’ τα πέρα μόνος σου». Τ ην τελευταία παρατήρηση την έκανε με ένα χαμόγελο στα χείλη. Ήταν αυτή η τελευταία παρατήρηση που συντάραξε το Ρόμπερτ. «Βγάλ’ τα πέρα μόνος σου». Ήταν μια τρομακτική προοπτική για


έναν άνθρωπο που είχε ζήσει τόσα χρόνια σε ένα ίδρυμα. Όλο αυτό το διάστημα δεν είχε προσωπική ζωή. Αλλά αυτό θα άλλαζε σύντομα, γιατί τώρα ήταν έτοιμος. Έτοιμος κι ανυπόμονος να φύγει. Εκείνο το βράδυ περίμενε χαρούμενος την καθημερινή επίσκεψη του Τ ζόρντι για να του πει τα νέα. «Περιμένεις κανέναν;» Η νοσοκόμα ήταν καινούρια στην πτέρυγα. «Περιμένω τον Τ ζόρντι» απάντησε ο Ρόμπερτ. «Είναι φίλος μου». Ο καλύτερος, σκέφτηκε περήφανα. Σερβιρίστηκε το βραδινό, αλλά ο Ρόμπερτ, αν και πείναγε, δεν μπόρεσε να φάει. Τ ο στομάχι του ήταν σφιγμένο από νευρικότητα και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάει το ρολόι, ελπίζοντας να έρθει νωρίς ο Τ ζόρντι. Ο λεπτοδείκτης διέγραφε κύκλους και πέρασε μια ώρα. αλλά ο Τ ζόρντι δεν είχε φανεί ακόμα. «Αν δεν έρθει σύντομα» του είπε η νοσοκόμα «θα λήξει το επισκεπτήριο». Τ ο βλέμμα του Ρόμπερτ γύριζε μια στην πόρτα και μια στο ρολόι και το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως, αν αργούσε πολύ ο Τ ζόρντι, δε θα τον άφηναν να μπει και τα υπέροχα νέα του θα έπρεπε να περιμένουν ως αύριο. Εκείνη την ώρα ο Τ ζόρντι είχε πιο επείγοντα πράγματα στο μυαλό του κι είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. «Θέλω τώρα τα λεφτά μου, ρε γαμώτο!» «Δε νομίζεις ότι θα ήταν πιο φρόνιμο να περιμένουμε να πάψουν να ψάχνουν οι μπάτσοι γι’ αυτόν που λήστεψε εκείνον το φουκαρά;» ρώτησε ειρωνικά ο Μάρλον. «Είπα ότι θέλω τώρα τα λεφτά μου! Τ α χρειάζομαι. Έχασα, όπως ξέρεις,τη δουλειά μου, αλλιώς δε θα έμπλεκα ξανά μαζί σου. Και μη με υπολογίζεις πια για συνεργάτη σου. Θα βρω άλλη δουλειά. Δεν


ξόφλησα ακόμη, κάθε άλλο. Βλέπεις, δεν είμαι σαν εσένα. Δεν έχω πρόβλημα να δουλέψω για να βγάλω το ψωμί μου». Ο Τ ζόρντι στράφηκε στον άλλο νέο άντρα με τον οποίο έκαναν τη ληστεία, που είχε μιλήσει ελάχιστα από τότε. Αυτή τη στιγμή στεκόταν στις σκιές και άκουγε χωρίς να συμμετέχει. Ο Τ ζόρντι ήθελε να ξέρει τους κινδύνους που τον περίμεναν , «Αν ήμουν στη θέση σου, θα αποχωρούσα τώρα που μπορώ» τον συμβούλεψε. «Τ ο να κλέβεις τη μισθοδοσία από αυτόν που τη μεταφέρει και άλλες παρόμοιες βρομοδουλειές… είναι φοβερά επικίνδυνο. Όσο για το φίλο από δω» έδειξε το Μάρλον,τον παλιό του συνεταίρο, «είναι το χειρότερο κουμάσι». Ο νεαρός γέλασε σιγανά. «Αλήθεια;» «Δε σου είπα πως παραλίγο να σκοτώσει έναν άνθρωπο ρίχνοντάς τον στις ρόδες και στο άλογο μιας άμαξας; Παρασύρθηκε ο φουκαράς σε απόσταση πολλών μέτρων κι έγινε κομμάτια σαν κρέας που το ξεσκίζουν άγρια σκυλιά. Αν επέζησε, το χρωστάει μόνο στο Θεό. Παρ’ όλα αυτά, είναι χρόνια στο νοσοκομείο κι έχασε την οικογένειά του». «Κι εμένα τι με νοιάζει;» Ο νεαρός βγήκε από τις σκιές. Είχε ζωηρόχρωμα μαλλιά και λεγόταν Τ ζέρρυ Ρέυνολντς· μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο Γκαλλογουέυς, όπου ήταν τραμπούκος, και τώρα είχε εξελιχθεί σε κακοποιό κι ήταν μπλεγμένος σε κάθε λογής απάτες. «Σ’ εμένα θα πεις για βρομοδουλειές;Ώστε αυτός ο τύπος έμεινε πολλά χρόνια στο νοσοκομείο. Ας δοκίμαζε να μείνει σε ένα ίδρυμα σαν αυτό που έζησα εγώ. Πέρασα τη μισή ζωή μου στο ορφανοτροφείο και ξέρω τι θα πει βρομοδουλειές. Γι’ αυτό μη μου κάνεις κήρυγμα,φοβιτσιάρη!» Ακούγοντάς το αυτό, ο Τ ζόρντι όρμησε πάνω του, αλλά τον συγκράτησε ο Μάρλον, «Ήρεμα, Τ ζόρντι. Δε θέλουμε φασαρίες, Ο Τ ζέρρυ από δω μόλις βγήκε από τη φυλακή και δε θέλει να ξαναγυρίσει τόσο γρήγορα». Στράφηκε στον άλλο και του έκλεισε το


μάτι. «Έτσι δεν είναι, Τ ζέρρυ , αγόρι μου;» Ο Τ ζέρρυ είχε αγριέψει κι ανυπομονούσε να χρησιμοποιήσει τις γροθιές του, αλλά υποχώρησε όταν του έδωσε το σύνθημα ο Μάρλον, αν και είχε να πει κάτι. «Αφού το θέλει, άσ’ τον να φύγει! Θα τα καταφέρουμε και χωρίς εκείνον». Στράφηκε στον Τ ζόρντι. «Θα ’μαστέ μια χαρά εγώ κι ο Μάρλον» είπε θυμωμένος. «Μάλιστα ήμασταν πολύ καλύτερα πριν σε πάρουμε μαζί μας». Ο Τ ζόρντι ελευθερώθηκε από τη λαβή του Μάρλον και τον προειδοποίησε ξανά. «Θα ο το πω άλλη μια φορά. Σκέψου το καλά πριν συνεχίσεις μαζί του,γιε μου. Ο άνθρωπος αυτός είναι δολοφόνος όταν το βάλει στο μυαλό του». «Αλήθεια;» Ο Τ ζέρρυ Ρέυνολντς, αλαζονικός όπως πάντα, δεν έπαιρνε από συμβουλές. «Άκουσε πού σου λέω. Μπορεί να είναι φίλος σου σήμερα . αλλά δεν το ’χει σε τίποτα να σε πουλήσει αύριο. Σου είπα τι έκανε σ’ αυτό τον άνθρωπο μόνο και μόνο γιατί τον παράτησε η κυρά του και ζήλεψε την οικογένεια αυτού του φουκαρά». «Σκάσε επιτέλους!» Τ ου Μάρλον δεν του άρεσε να του πετάν κατάμουτρα το παρελθόν του, ειδικά μπροστά στον καινούριο συνεργάτη του, που έπρεπε να ξέρει μόνο όσα ήθελε αυτός. «Τ ι έχεις να πεις για τον εαυτό σου, Τ ζόρντι, αγόρι μου; Έγινες δειλός, ε; Τ ο βάζεις στα πόδια στην πρώτη δυσκολία;» «Θα έπρεπε να έχω φύγει γρηγορότερα». Άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο κουτός ήταν που έμπλεξε ξανά με αυτό τον άνθρωπο. Ο Μάρλον συνέχισε, θέλοντας να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά του: «Σε πληροφορώ ότι δε θα σε είχα δεχτεί πίσω αν δε χρειαζόταν ενισχύσεις ο Τ ζέρρυ από δω, την ώρα που εγώ έκανα τη δουλειά, Η πλάκα είναι ότι θα μπορούσα να κάνω μόνος μου τη δουλειά αν το ήξερα, Ο τύπος με τη μισθοδοσία ήταν πολύ εύκολος στόχος. Μόλις του έριξα μία στο κεφάλι, έπεσε κάτω ξερός».


«Κοίτα,δε μ’ ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες». Τ ου Τ ζόρντι δεν του άρεσε το ύφος του καινούριου συνεταίρου του Μάρλον, ούτε η τροπή που έπαιρναν τα πράγματα. «Δώσ’ μου το μερτικό μου» άπλωσε ανυπόμονα το χέρι «και θα σου αδειάσω τη γωνιά». Ο Μάρλον, που μέσα του έβραζε, έβγαλε μια δεσμίδα χαρτονομίσματα. «Ορίστε το μερτικό σου» είπε στον Τ ζόρντι. «Και τώρα εξαφανίσου πριν το μετανιώσω». Ο Τ ζόρντι έφυγε χωρίς να πει λέξη. Βγήκε στο σοκάκι από την πίσω πόρτα της παλιάς αποθήκης. Δε σταμάτησε να κοιτάξει γύρω του, ούτε έκλεισε την πόρτα πίσω του. Τ ο μόνο που ήθελε ήταν να φύγει από κει, να πάει στο θεραπευτήριο και να δει το Ρόμπερτ. Καθώς προχωρούσε βιαστικά στο σοκάκι, μουρμούριζε: «Τ ακτοποιήθηκαν όλα, Ρόμπερτ. Τ ώρα έχω λεφτά να τη βγάλουμε για ένα διάστημα. Δε θ’ αργήσω να βρω καινούρια δουλειά και στέγη. Όταν βγεις από το νοσοκομείο, θα πρέπει να έχεις κάπου να μείνεις, ε;». Είχε αγαπήσει σαν αδερφό του το Ρόμπερτ. Τ ώρα πια ό ,τι έκανε ήταν για τον άρρωστο. Στην αποθήκη, ο Μάρλον έβραζε ακόμα. «Ο μπάσταρδος! Δεν έπρεπε να τον βάλω στη δουλειά. Δεν τον χρειαζόμουνα!» Ο Τ ζέρρυ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία προς όφελός του. «Θα μπορούσαμε να μοιραστούμε οι δυο μας τις λίγες λίρες που του έδωσες» σχολίασε. «Άλλωστε,δεν τα κέρδισε με τον κόπο του». Ο Μάρλον έπιασε το νόημα, πήγε στην πόρτα κι έπιασε ένα σιδερένιο λοστό που είχαν εκεί για να διώχνουν τους ανεπιθύμητους. «Ξέρεις κάτι, Τ ζέρρυ; Νομίζω πως έχεις δίκιο». Σήκωσε το λοστό. «Χρειάζεται ένα μάθημα για να μάθει να συγκρατεί τη γλώσσα του». Χτύπησε το λοστό στο πόδι του με ένα χαμόγελο που φανέρωνε κακές προθέσεις. «Έχει γίνει τόσο θρήσκος, που είναι ικανός να ανοίξει το στόμα του και να μας καρφώσει στην αστυνομία. Δεν


μπορούμε να το επιτρέψουμε αυτό». Ο Τ ζέρρυ Ρέυνολντς τον πλησίασε με μια σκληρή κι απάνθρωπη έκφραση. «Άσ’ το πάνω μου» είπε φρόνιμα, αν και δεν ήταν διόλου φρόνιμο αυτό που είχε στο μυαλό του. Ο Τ ζόρντι είχε προχωρήσει αρκετά στο στενοσόκακο όταν άκουσε το θόρυβο πίσω του. Δεν πρόλαβε να γυρίσει, ούτε καν να φωνάξει όταν δέχτηκε το χτύπημα που τον πέ -τάξε βίαια στο έδαφος, και ακόμα κι όταν τον χτυπήσαν για δεύτερη φορά στο κεφάλι δεν είχε καταλάβει τι συνέβαινε. Ο λοστός κατέβηκε ξανά και ξανά στο κεφάλι του κι εκείνος δεν είχε καταλάβει ακόμα, μέχρι που στην επιθανάτια αγωνία του σήκωσε τα κοκκινισμένα μάτια του και είδε το μοχθηρό πρόσωπο του Τ ζέρρυ. «Εσύ!» Καθώς έσβηνε το φως από τα μάτια του, σκέφτηκε το Ρόμπερτ και λυπήθηκε μόνο για εκείνον. Ο Ρέυνολντς έσκυψε, έψαξε τις τσέπες του Τ ζόρντι κι έβγαλε ό ,τι υπήρχε μέσα -κάτι σαν γράμμα, χαρτιά και γόπες που κόλλαγαν στα δάχτυλά του, Τ α πέταξε όλα στο ρείθρο του δρόμου. Όλα εκτός από τα χρήματα, που τα κούνησε στον αέρα χαχανίζοντας σαν τρελός καθώς κοίταζε το τσακισμένο κορμί του Τ ζόρντι, «Δε θα τα χρειαστείς, γέρο μου!» Ο Τ ζέρρυ Ρέυνολντς απομακρύνθηκε πιτσιλισμένος με αίματα κι ευχαριστημένος, «Σου έκανα χάρη, αγόρι μου!» γέλασε καθώς γύριζε να ρίξει μια τελευταία ματιά στο άψυχο κορμί που κειτόταν σε μια λίμνη αίματος. «Εσύ δε θα χρειαστεί να μείνεις χρόνια στο νοσοκομείο». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ΒΑΡΙΑΝΑΣΑΙΝΟΝΤ ΑΣ ΚΑΙ ΒΟΓΚΩΝΤ ΑΣ, ο Έντουαρντ Κόρνγουελ ακινητοποίησε τη γυναίκα στο κρεβάτι με απλωμένα μπράτσα. «Έρχονται στιγμές που θα μπορούσα να σε σκοτώσω με γυμνά χέρια» είπε με πάθος «κι άλλες που δεν αντέχω να σ’ αφήσω


ούτε για ένα λεπτό». Έσκυψε στο λαιμό της μουγκρίζοντας σαν λαβωμένο ζώο και δάγκωσε την τρυφερή σάρκα, «Με τρελαίνεις» της είπε. «Γιατί διώχνω τόσο εύκολα τις γυναίκες όταν τις βαριέμαι , ενώ εσένα δεν μπορώ; Ο Θεός να με λυπηθεί, Κίττυ, δε σε χορταίνω». Τ ου γέλασε κατάμουτρα. «Γιατί είμαι καλύτερη από τις άλλες γυναίκες που είχες» του είπε ειρωνικά. «Σ’ έχω μαγέψει, Τ έντυ». «Σσστ. Μη μιλάς». Έπεσε πάνω της με όλο το βάρος του και πίεσε το κορμί της· πήρε στις χούφτες του τα στήθη της και βάλθηκε να τα φιλά και να τα γλείφει. «Τ ι όμορφη που είσαι». «Πιο όμορφη από τις άλλες;» Αποζητούσε το θαυμασμό και γινόταν πανευτυχής όταν κάποιος εύπιστος άντρας τροφοδοτούσε τη ματαιοδοξία της. Ήθελε να ξέρει πο^ς ήταν η καλύτερη, πως αρκούσε να κουνήσει το μακρύ λεπτό της δαχτυλάκι για να τρέξει κοντά της. Δεν αγαπούσε τον ‘Εντουαρντ Κόρνγουελ. Δεν τον ποθούσε καν. Αυτό που ήθελε ήταν τα λεφτά του, όσο πιο πολλά μπορούσε πριν προχωρήσει στον επόμενο. Δεν της απάντησε αμέσως. Γδύθηκε και, με το γυμνό μέλος του ανυπόμονο για εκείνη, έβγαλε μια παράξενη πνιχτή κραυγή πριν γλιστρήσει δυνατά μέσα της, ενθουσιασμένος από τις εκστατικές κραυγές της καθώς ανασήκωνε το κορμί της με ένα πάθος που συναγωνιζόταν το δικό του, θέλοντας όλο και περισσότερο, όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που λούστηκαν κι οι δυο στον ιδρώτα. Κατόπιν έμειναν για πολλή ώρα ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα, ρουφώντας λαίμαργα τον αέρα, με τα γυμνά κορμιά τους να αγγίζονται και τα χέρια τους να είναι απλωμένα. Δε μιλούσαν. Ποτέ δεν το έκαναν μετά από ένα βίαιο παθιασμένο σμίξιμο. Δε μίλησαν ούτε όταν σηκώθηκε ο Έντουαρντ από το κρεβάτι και πήγε στο λουτρό να πλυθεί. Έμειναν σιωπηλοί ακόμη κι όταν γύρισε και άρχισε να ντύνεται, ενώ εκείνη έμεινε ξαπλωμένη, υπέροχα


γυμνή, εκπληκτικά όμορφη με τα κατακόκκινα μαλλιά και τα πράσινα γατίσια μάτια της. Με τα μακριά λεπτά μέλη της, ήταν η προσωποποίηση της θηλυκότητας σε πλήρη άνθιση. «Έλα εδώ ». Η Κίττυ χαμογέλασε προκλητικά, χτυπώντας δίπλα της το κρεβάτι. «Πρέπει να φύγω». Φόρεσε το παντελόνι του και της έστειλε ένα φιλί. «Θα σε δω αργότερα. Μην ξεχάσεις ότι απόψε θα σε βγάλω για φαγητό στο Μάρτσαντ». Τ ο χαμόγελό της πλάτυνε. «Δε φοβάσαι μη μας δει η γυναίκα σου;» Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν υπάρχειιτερίπτωση, ωραία μου. Απόψε θα συνοδέψει τα κορίτσια στο μάθημα μουσικής». «Μουσικής, ε;» Τ ον μιμήθηκε με ένα κελαρυστό κυνικό γελάκι. «Τ ις μαθαίνει να είναι κυρίες. Να παίζουν πιάνο όταν σας επισκέπτεται ο εφημέριος». Ενοχλημένος από το σαρκασμό της,της έριξε ένα βλέμμα σκληρό σαν ατσάλι. «Κάτι τέτοιο». «Ω, Θεέ μου. Σε στεναχώρησα;» «Κάθε άλλο». Φόρεσε το σακάκι του και κρέμασε στο χέρι την ομπρέλα. «Θα σε δω το βράδυ». «Έλα εδώ… έστω για λίγο». Η φωνή της ήταν βραχνή, προκλητική. Χαμογέλασε ανόητα, κολακευμένος από τον πόθο της για εκείνον. «Φόρεσε τα καλύτερά σου ρούχα» πρρσταξε. «Εκείνο το μαύρο σύνολο ταιριάζει τέλεια με τα χρώματά σου. Και χτένισε τα μαλλιά σου όπως τα είχες την προηγούμενη φορά που σε.πήγα εκεί… λυτά, να πέφτουν στους ώμους». Τ ου ξέφυγε ένα κοφτό γελάκι. «Δεν ξέρεις πώς μ’ αρέσει να σε τρώνε με τα μάτια οι άλλοι άντρες». «Έτσι ντυνόταν κι εκείνη για να σ’ ευχαριστήσει;» ρώτησε με ζήλια.


«Ποια;» Λες και δεν ήξερε. «Η Νορίν, αυτή που έμενε εδώ μέχρι πρόσφατα. Αυτή που ξάπλωνε σε τούτο το κρεβάτι. Δούλευε στο ίδιο πρακτορείο μ’ εμένα, μέχρι που τη διάλεξες». Μισόκλεισε τα μάτια της με έναν τρόπο που φανέρωνε υποταγή. «Ήθελα να διαλέξεις εμένα. Αλλά εσύ ούτε που γύρισες να με κοιτάξεις». «Θα πρέπει να ήμουνα τυφλός». «Ήταν καλή σαν εμένα;» «Ήταν…» δίστασε. «Αναλώσιμη». «Αλλά ήταν καλή;» «Σ’ το ’χω ξαναπεί,δεν υπάρχει σύγκριση μεταξύ σας». Τ αραζόταν όταν του έκανε ερωτήσεις για την προκάτοχό της. «Εξαντλήθηκαν οι εκπλήξεις της κι εξαντλήθηκε η υπομονή μου». «Λένε ότι δολοφονήθηκε. “ Τ η βρήκαν στο ποτάμι με το λαρύγγι κομμένο πέρα ως πέρα”. Έτσι άκουσα». «Λάθος σε πληροφόρησαν!» Η καρδιά του κλότσησε όταν θυμήθηκε τι είχε γίνει. «Απ’ ό,τι ξέρω, πήγε στο Λονδίνο να ανοίξει δική της δουλειά. Τ ο συζητούσε από καιρό και με τα λεφτά που μάζεψε αποφάσισε να κάνει μια προσπάθεια». «Φαίνεται την πλήρωνες καλά» είπε μουτρωμένη η Κίττυ. «Όχι καλύτερα από σένα!» «Αφού το λες εσύ». «Τ ο λέω». Και την προειδοποίησε εκνευρισμένος: «Αν συνεχίσεις να μιλάς για πράγματα περασμένα και ξεχασμένα, ίσως πάψω να σε βρίσκω τόσο ελκυστική».


Η Κίττυ ήξερε πότε έπρεπε να κλείσει το στόμα της και του υποσχέθηκε: «Δε θα ξανακούσεις λέξη για εκείνη, τουλάχιστον όχι από μένα». «Είσαι λογική γυναίκα». Καθώς πήγαινε στην πόρτα, της κούνησε το δάχτυλο. «Και να θυμάσαι, θα είμαι εδώ στις οχτώ ακριβώς. Θα δυσαρεστηθώ αν δε σε βρω έτοιμη». Γέλασε με το ανάλαφρο κοριτσίστικο γέλιο της που τον συνάρπαζε. «Δεν είμαι πάντα έτοιμη για σένα;» Και για να του το αποδείξει, άνοιξε τα πόδια της αφήνοντάς τον να δει τα πάντα. «Και τώρα είμαι έτοιμη» μουρμούρισε αναστατώνοντας τις αισθήσεις του. «Είσαι ξεδιάντροπη!» Αλλά γι’ αυτό την ήθελε τόσο πολύ. Η ζωή του ήταν γεμάτη καθωσπρεπισμό κι απαγορευτικούς κανόνες. Όταν ήταν μαζί της, μπορούσε να κάνει ό,τι τρέλα ήθελε. «Έλα εδώ» γουργούρισε η Κίττυ. «Θα έρθεις;» Έβγαλε τη γλώσσα της κι έγλειψε προκλητικά τα χείλη της. Γιά μια στιγμή μπήκε σε μεγάλο πειρασμό και το σκληρό του μέλος σκίρτησε μες στο παντελόνι του. « Όχι!» Κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι και της θύμισε: «Στις οχτώ. Μην το ξεχάσεις». Σ’ ένα λεπτό είχε φύγει’ τον περίμεναν βαρετές συσκέψεις και μετά ένα βουνό χαρτιά στο γραφείο του. Νωρίς το ίδιο απόγευμα η γυναίκα του Ρόζμαρυ του μίλησε κάμποσες φορές χωρίς να την ακούσει. «Τ ι έχεις, αγάπη μου;» Είχε προσέξει την αφηρημάδα του τις τελευταίες βδομάδες. «Σ’ ανησυχεί τίποτα;» « Κάθε άλλο » της είπε ψέματα. Τ ο μυαλό του ήταν στην κοκκινομάλλα. Μέρα με τη μέρα δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να βγάλει από το μυαλό του την Κίττυ. «Γιατί το λες αυτό;» Η Ρόζμαρυ χαμογέλασε μ’ εκείνο το νωχελικό της χαμόγελο.


«Τ ίποτα, απλώς σου μιλάω εδώ και πέντε λεπτά χωρίς να μπορώ να τραβήξω την προσοχή σου». «Συγνώμη». Άνοιξε την εφημερίδα που είχε στα γόνατά του και μετά την παράτησε. «Απόψε έχω μια σημαντική επαγγελματική συνάντηση, όπως σου είπα. Εκεί έχω το μυαλό μου». Η γυναίκα του αναστέναξε. «Σκοτώνεσαι στη δουλειά». «Έτσι βγαίνουν τα λεφτά, καλή μου». Αγκάλιασε με μια πλατιά χειρονομία το δωμάτιο με τις ακριβές ταπισερί και τα ασημικά, θυμίζοντάς της: «Αν δε δούλευα από το πρωί ως το βράδυ, δε θα ζούσαμε με τόση πολυτέλεια». Η Ρόζμαρυ ντράπηκε. «Συγνώμη,αγάπη μου. Σε καταλαβαίνω». Δίπλωσε το εργόχειρό της και παρατήρησε: «Ευτυχώς που είπα να σερβίρουν νωρίς το δείπνο απόψε. Τ ουλάχιστον δε θα φύγεις με άδειο στομάχι, αν και θα ήθελα να τρως περισσότερο. Ίσα που τσιμπάς το φαγητό σου! Πάντα έτσι συμβαίνει όταν έχεις αυτές τις βραδινές συναντήσεις που τραβάν ως αργά. Τ ην περασμένη βδομάδα γύρισες στις δύο τα ξημερώματα». Έβαλε το εργόχειρό της σε μια υφασμάτινη τσάντα,την έκλεισε και την ακούμπησε δίπλα στην καρέκλα. «Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούν να γίνουν αυτές οι συναντήσεις πιο πολιτισμένη ώρα». «Γιατί δεν υπάρχει χρόνος την ημέρα». Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει το ενδιαφέρον της και της είπε κοφτά: «Ασχολήσου με το σπίτι και τα παιδιά. Δε χρειάζεται να σκοτίζεις το μυαλό σου με τις δικές μου υποθέσεις». «Με άλλα λόγια, με βάζεις στη θέση μου;» «Ακριβώς, αγαπητή μου». Τ ο είπε με ένα αχνό χαμόγελο, αλλά ήταν σαφές το νόημα. Όπως όλοι οι άντρες της θέσης του, δεν ανεχόταν


ερωτήσεις για τις δραστηριότητές του. Η Ρόζμαρυ έπιασε το υπονοούμενο και βιάστηκε να αλ. λάξει θέμα. «Πρέπει να ετοιμάσω τα κορίτσια. Τ ην προηγούμενη βδομάδα φτάσαμε στις επτά και τριάντα πέντε, δηλαδή με πέντε λεπτά καθυστέρηση… απαράδεκτο! Η δεσποινίς Ντριούερ δυσκολεύτηκε πολύ να βρει ελεύθερη ώρα γι’ αυτό το μάθημα, και το έκανε μόνο απ’ την καλή της την καρδιά». Ο Έντουαρντ γέλασε. «Κι εγώ που νόμιζα πως το έκανε γιατί πληρώνεται αδρά για τον κόπο της!» Η Ρόζμαρυ κούνησε το δάχτυλό της. «Δε θα της πω ότι το είπες αυτό» τον μάλωσε. «Η δεσποινίς Ντριούερ είναι πολύ ευαίσθητη γυναίκα». Αγνόησε τα λόγια της και κοίταξε το ρολόι στο πεζούλι του τζακιού. «Σε λίγο πρέπει να ετοιμαστώ κι εγώ. Δε θέλω να αργήσω σε ένα τόσο σημαντικό ραντεβού». Η σκέψη ότι θα ξανάβλεπε αυτή τη γυναίκα τον έκανε να αναψοκοκκινίσει από ευχαρίστηση. «Τ ι μπελάς όμως». Η Ρόζμαρυ, που αγνοούσε τις αισθησιακές σκέψεις του, συνέχισε τη φλυαρία. «Ένας Θεός ξέρει πότε θα έρθει αυτός ο άνθρωπος να κουρντίσει το πιάνο. Δε μου αρέσει διόλου να πηγαινοφέρνω τα παιδιά στην άλλη άκρη της πόλης». Τ ον κοίταξε ερωτηματικά. «Θυμήθηκες να τον ειδοποιήσεις να έρθει, έτσι;» Τ ης έδωσε ένα πεταχτό φιλί καθώς περνούσε δίπλα του. «Πώς θα μπορούσα να ξεχάσω ένα τόσο σημαντικό θέμα; Μάλιστα αποφάσισα πως, αν δεν έρθει σύντομα, θα διώξω αυτό το πιάνο και θα παραγγείλω καινούριο». Τ ης Ρόζμαρυ δεν της άρεσε η ιδέα. «Α, όχι, μην το κάνεις αυτό». Τ ο βλέμμα της στράφηκε στο πιάνο με την ουρά, στη γωνία δίπλα στο παράθυρο. «Ήταν του πατέρα σου κι είναι τόσο όμορφο κομμάτι». Τ ον καθησύχασε. «Μπορώ να περιμένω αν χρειαστεί. Θα έχει δουλειές ο άνθρωπος».


«Όπως θες, αγαπητή μου». Ήξερε ότι η γυναίκα του θα αντιδρούσε στην ιδέα να πετάξουν αυτό το υπέροχο πιάνο με την οικογενειακή ιστορία. Είχε ξεχάσει τελείως να ειδοποιήσει τον κουρδιστή. Η ώρα είχε περάσει κι η Ρόζμαρυ ζήτησε συγνώμη και βγήκε από το δωμάτιο. Πέρασε πρώτα από την κουζίνα και είπε στη μαγείρισσα να ετοιμάσει ένα φλασκί φρουτοχυμό και ίσως λίγο κολατσιό. «Μετά το μάθημα μπορεί να πάω τα παιδιά στο πάρκο» είπε στην κυρία Μπέλλαμυ. «Είναι πολύ όμορφα αυτή την ώρα της ημέρας κι ίσως κάνουμε ένα πικνίκ». Ήταν ένα ηλιόλουστο απόγευμα του Σεπτέμβρη και τα παιδιά βρίσκονταν στον κήπο. Από το σημείο όπου στεκόταν η Ρόζμαρυ τα έβλεπε καλά. «Δεν είναι πανέμορφα παιδιά, τι λες;» Η μαγείρισσα ήρθε να δει. «Ναι, κυρία» συμφώνησε. «Είναι». Εκτός από την Πολίν, σκέφτηκε. Αυτό το παιδί ασχήμαινε περισσότερο χρόνο με το χρόνο, όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και στο χαρακτήρα’ αν και δε θα συμφωνούσε ποτέ μ’ αυτό η μητέρα της. Τ ο μόνο ωραίο στοιχείο στην Πολίν ήταν τα πυκνά γερά μαύρα μαλλιά της, που ξεχύνονταν κυματιστά στην πλάτη της. Ήταν πάντα ψηλό κορίτσι και τώρα, στα δεκαεφτά της, είχε παχύνει αισθητά. Ήταν επίσης δυνατή κι αδέξια, με τσουχτερή γλώσσα που δοκίμαζε κυρίως το κορίτσι που λεγόταν κάποτε Νάνσυ και τώρα το ήξεραν όλοι με το όνομα Σάρα-Τ ζέιν,για λόγους που η μαγείρισσα δεν ήθελε να σκέφτεται. Η μαγείρισσα είχε δει πολλές φορές την Πολίν να επιτίθεται στη Σάρα-Τ ζέιν και να αφήνει κλαμένο το μικρότερο κορίτσι με τις βρισιές και τις κοροϊδίες της. Αλλά ήταν γενναίο πλασματάκι και δεν το έβαζε κάτω. Ήταν κανόνας για το υπηρετικό προσωπικό να μην παρεμβαίνει όταν τσακώνονταν τα παιδιά. «Πρέπει να μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Δεν είναι δική μας δουλειά, εκτός αν αγριέψουν πολύ τα πράγματα και πρέπει να τους χωρίσουμε» τους θύμιζε η μαγείρισσα.


«Άλλωστε, δε θα είναι πάντα μικρή κι ανίσχυρη. Θα έρθει μια μέρα που θα αντεπιτεθεί, κι όταν γίνει αυτό, ούτε ψύλλος στον κόρφο της μεγάλης. Όπως όλοι οι θρασύδειλοι, δε θα ξέρει τι να κάνει όταν γυρίσει ο τροχός». Μέχρι στιγμής οι επιθέσεις ήταν μόνο λεκτικές, κι έτσι δεν είχε χρειαστεί να παρέμβει κανένας, αλλά η Μεγκ, η υπηρέτρια της κουζίνας, αγανακτούσε όταν έβλεπε τι γινόταν. «Αν έβλεπε η κυρία τι κάνει στη Νάνσυ, θα την τιμώ-ρούσε, είμαι σίγουρη. Νομίζω πως πρέπει’να της το πούμε». «Αλήθεια; Αν έχεις σκοπό να πεις στην κυρία ότι η μεγάλη κόρη της είναι τραμπούκος, καλά θα κάνεις να ψάξεις από τώρα για δουλειά!» την αποστόμωσε η μαγείρισσα, θυμίζοντάς της επίσης ότι το όνομα της μικρής ήταν ΣάραΤ ζέιν και όχι Νάνσυ. Βασικά, δεν περνούσε μέρα που να μη χρειαστεί να της το θυμίσει έστω μία φορά,παρόλο που το κορίτσι ήταν πια εννιά χρονών, αν και τους φαινόταν σαν χθες που ήρθε στο Πέισλυ Χολ ένα τρομαγμένο νήπιο. Η μαγείρισσα τινάχτηκε όταν διέκοψε απότομα τις σκέψεις της η φωνή της Ρόζμαρυ. «Η Σάρα-Τ ζέιν έχει γίνει πολύ όμορφη, δε νομίζεις;» Η μεγαλύτερη γυναίκα δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει. «Ω, ναι» εΐπε με ένα χαμόγελο στο αφράτο πρόσωπό της. «Θα κάψει καρδιές όταν μεγαλώσει», Η μαγείρισσα παρατήρησε τη Νάνσυ που έτρεχε δίπλα στο χαμηλό τοίχο γύρω από τον κήπο και πρόσεξε πόσο μακριά ήταν τα μέλη της και πώς χόρευαν τα ξανθά μαλλιά της στο αεράκι. Έβλεπε πώς έλαμπαν τα μάτια της στον ήλιο, άλλοτε γελαστά κι άλλοτε θλιμμένα, και ζεσταινόταν η γέρικη καρδιά της. «Είναι γλυκό και καλόκαρδο πλασματάκι» πρόσθεσε «και πανέξυπνη για την ηλικία της». Η Ρόζμαρυ άνοιξε το παράθυρο και φώναξε τα παιδιά να έρθουν μέσα. «Ώρα για μάθημα, κορίτσια» είπε κι εκείνα κίνησαν για το σπίτι.


«Κι ο κύριος Ντέιβιντ έχει γίνει θαυμάσιο παλικαράκι» σχολίασε τρυφερά η μαγείρισσα. «Ψήλωσε κι ομόρφυνε και σε λίγο θα κάνει τις καρδιές των κοριτσιών να φτερουγίζουν , είμαι σίγουρη ». Ο Ντέιβιντ, που είχε κλείσει τα δεκατέσσερα, ήταν πράγματι πολύ ωραίο αγόρι. Είχε μαύρα μαλλιά και καστανά μάτια κι η τρυφεράδα της παιδικής ηλικίας είχε δώσει τη θέση της στα στέρεα σμιλεμένα χαρακτηριστικά του νεαρού άντρα. Καλόκαρδος και γενναιόδωρος από χαρακτήρα, διατηρούσε την προστατευτική του συμπεριφορά απέναντι στη Νάνσυ. Οι δυο τους δένονταν όλο και περισσότερο καθώς κυλούσαν τα χρόνια. «Δε θ’ αφήσει να πειράξουν το κορίτσι» σχολίαζε η Μεγκ και τώρα η μαγείρισσα, βλέποντας τη στοργή που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο, συμφώνησε με όλη την καρδιά της. Όταν μπήκαν μέσα τα κορίτσια, η μητέρα τους τους είπε να ανεβούν πάνω για να ετοιμαστούν με τη βοήθεια της Μεγκ, που, μετά την αιφνίδια αναχώρηση της γκουβερνάντας για «οικογενειακούς» λόγους, ανέλαβε και το ρόλο της καμαριέρας. Όπως γνώριζε όλο το υπηρετικό προσωπικό , δενήταν η ασθένεια της μητέρας της που ανάγκασε τη νεαρή γυναίκα να φύγει εσπευσμένα αλλά η σκληρή επιθετική συμπεριφορά της Πολίν, και μέχρι στιγμής η οικογένεια δεν είχε βρει αντικαταστάτριά της. Στις επτά και τέταρτο η Ρόζμαρυ και τα κορίτσια πήγαν στο σαλόνι να χαιρετήσουν τον μπαμπά. Ο Έντουαρντ τις άφησε να τον φιλήσουν -πρώτα την Πολίν, γιατί ήταν ζηλιάρα-και τους είπε κοφτά: «Να μελετάτε τα μαθήματά σας, Θα θυμώσω αν μάθω πως^πετάω τα λεφτά μου στον αέρα». «Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό» υποσχέθηκε η Ρόζμαρυ. «Ξέρω ήδη ένα τραγουδάκι» είπε .χαρούμενα η ΣάραΤ ζέιν. «Θέλεις να σ’ το παίξω;» Τ ο χαμόγελό της στον Έντουαρντ ήταν μαγεία. «Σε παρακαλώ!» Η Πολίν τής έκοψε τη φόρα, «Σταμάτα τη φιγούρα, κακομαθημένο ! Ξέρεις καλά πως είναι ξεκούρντιστο το πιάνο!»


Ο Έντουαρντ κούνησε το δάχτυλο. «Μην είσαι στριμμένη» τόνισε στην κόρη του. Στράφηκε σ’τη Ρόζμαρυ και ρώτησε: «Πού είναι ο Ντέιβιντ;». «Έρχεται. Σε παρακαλώ, μην τον βάλεις πάλι να διαβάσει. Προτιμά πολύ περισσότερο το ύπαιθρο να κόβει ξύλα και τα σχετικά». Χαμογέλασε. «Αν θες τη γνώμη μου, είναι γεννημένος αγρότης». Ο Έντουαρντ σηκώθηκε από την καρέκλα του και την κοίταξε βλοσυρά. «Δε θέλω να γίνει αγρότης, γυναίκα! Ο γιος μου είναι πολύ καλός στα μαθηματικά. Κόβει το μυαλό του κι έχει ταλέντο στις επιχειρήσεις. Όταν τελειώσει τις σπουδές του, θα τον πάρω κοντά μου και θα γίνει ένας από τους καλύτερους χρηματιστές στο Σίτυ του Λονδίνου. Αυτό είναι το μέλλον του: το Σίτυ και τα οικονομικά. Όχι ένα απομονωμένο αγρόκτημα στη μέση του πουθενά !» Από τότε που γεννήθηκε το αγόρι, ο Έντουαρντ είχε σχέδια για το γιο του, που γίνονταν όλο και πιο φιλόδοξα καθώς ωρίμαζαν οι ικανότητες του παιδιού. Η Ρόζμαρυ επέμενε, αν και κάπως φοβισμένη. «Μα, Έντουαρντ, ξέρεις ότι δεν του αρέσουν τα οικονομικά. Υποφέρει κάθε φορά που τον παίρνεις στο Σίτυ». «Σ’ το έχει πει;» Ανασήκωσε θυμωμένος το πιγούνι και την κοίταξε στα μάτια. Η Ρόζμαρυ είπε ψέματα. «Όχι, όχι». «Βλέπεις λοιπόν;» Ο Έντουαρντ χαλάρωσε. «Είναι λάθος να βγάζεις αυθαίρετα συμπεράσματα. Άλλωστε, εγώ θα αποφασίσω για το μέλλον του. Τ ο παιδί είναι γεννημένο για το εμπόριο και τις επενδύσεις». Η Ρόζμαρυ έγνεψε καταφατικά. «Όπως νομίζεις». Κοίταξε την πόρτα και της είπε: «Στείλ’ τον εδώ. Θέλω να του πω δυο λόγια πριν φύγω».


«Πολύ καλά, Έντουαρντ». Για άλλη μια φορά είχε χάσει τη μάχη με αυτό τον αλαζονικό αυταρχικό άντρα. «Ωραία λοιπόν. Πηγαίνετε». Και τις έδιωξε με μια κίνηση του χεριού του, οπότε αποσύρθηκαν η μια πίσω από την άλλη’ ο Έντουαρντ όμως σκέφτηκε κάτι άλλο και φώναξε τη γυναίκα του να της μιλήσει ιδιαιτέρως. «Αγαπητή μου, νομίζω ότι η Πολίν έχει αρχίσει να χάνει κάθε έλεγχο στο σώμα της. Καλό θα ήταν να τη βάλεις σε αυστηρή δίαιτα. Μην ξεχνάς πως σύντομα πρέπει να αποφασίσουμε και για το δικό της μέλλον». Ξεφύσησε αγανακτισμένος. «Αν και δεν ξέρω πώς θα της βρούμε έναν καλό γαμπρό αν δεν προσέξει τη σιλουέτα της. Γενικά πρέπει να κάνεις κάτι, γιατί είναι τελείως άχαρη. Η μικρή Νάνσυ είναι δυο φορές πιο γλυκιά και όμορφη, με άψογους τρόπους». Γέλασε με νόημα. «Μερικές φορές, βέβαια, είναι λίγο πεισματάρα κι άγρια, όπως έχω προσέξει, αλλά σε ορισμένους άντρες αρέσουν αυτές οι γυναίκες. Είμαι σίγουρη ότι αυτή δε θα δυσκολευτούμε να την παντρέψουμε όταν έρθει η ώρα». Η Ρόζμαρυ τον διόρθωσε σε ένα συγκεκριμένο σημείο. «Αγάπη μου, το όνομά της δεν είναι Νάνσυ. Να θυμάσαι ότι τώρα τη λένε ΣάραΤ ζέιν». «Μμμ». Δεν του άρεσε από την αρχή αυτή η αλλαγή και τον ενοχλούσε όλο και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου. «Δεν είμαι σίγουρος πως είναι καλή ιδέα να τη φωνάζουμε με το όνομα της νεκρής κόρης μας». «Δε συμφωνώ. Τ ης ταιριάζει αυτό το όνομα. Κι η Πολίν χαίρεται που ξαναβρήκε την αδερφή της, έστω κατ’ όνομα». Τ ο σκέφτηκε λιγάκι κι έγνεψε καταφατικά. «Ναι, μπορεί να έχεις δίκιο, αγαπητή μου. Θυμάμαι πόσο απελπισμένη ήταν εκείνο το διάστημα και, ναι, δείχνει να βρήκε παρηγοριά στη νεοφερμένη, αν και μερικές φορές την κατατρέχει, όπως ακριβώς έκανε και με τη Σάρα-Τ ζέιν μας. Άλλο ένα γνώρισμα του χαρακτήρα της που πρέπει


να προσπαθήσουμε να αποθαρρύνουμε». Ακολούθησε άλλη μια παύση και μετά ο Έντουαρντ είπε συλλογισμένος: «Δεν είναι κακό να αλλάξουμε το όνομα του παιδιού και μάλιστα τη στιγμή που δεν ξέρουμε στα σίγουρα το παλιό της όνομα». Η Ρόζμαρυ συμφώνησε με όλη την καρδιά της. «Και τι ακριβώς θέλεις να κάνω με την Πολίν;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Πώς μπορώ να τη βοηθήσω;» «Α, ναι. Ίσως είναι καλή ιδέα να φροντίσεις να κάνει μερικά μαθήματα για τη σωστή στάση του σώματος και τη βελτίωση των τρόπων και της συμπεριφοράς της. Γιατί δεν προσπαθείς να τη διαμορφώνεις με πρότυπο τη μικρή;» Η Ρόζμαρυ θεώρησε λογική την πρότασή του κι υποσχέθηκε να τη σκεφτεί. Έξω από την πόρτα,η Πολίν κι η Νάνσυ τα είχαν ακούσει όλα. «Πουφ! Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε να διαμορφωθεί με πρότυπο εσένα!» Τ ο μεγαλύτερο κορίτσι έριξε μια σπρωξιά στη Νάνσυ και την πέταξε στον τοίχο. «Είσαι ένα τίποτα -το είπε κι ο μπαμπάς. Δεν ξέρουμε καν το αληθινό σου όνομα». «Τ ο όνομά μου είναι Νάνσυ». «Όχι πια, γιατί πήρες το όνομα μιας νεκρής. Που ήταν δέκα φορές πιο όμορφη από σένα, αλλά όχι τόσο έξυπνη όσο εγώ». Έσκυψε πάνω από το μικρότερο κορίτσι. «Δε σε συμφέρει να είσαι πολύ έξυπνη. Δε σε συμφέρει να νομίζεις πως είσαι καλύτερη από μένα». «Δεν το νομίζω». «Έτσι μπράβο. Δεν πρέπει να ξεχνάς τη θέση σου». Σκούντησε δυνατά με το δάχτυλο τα πλευρά της Νάνσυ. «Ο πατέρας μου δε σε συμπαθεί, αν έτσι νομίζεις. Σ’ έφερε εδώ για χάρη της μητέρας. Βασικά, κανείς δε σε θέλει. Ίσως είναι καλύτερα να σηκωθείς να φύγεις». Εφερε το πρόσωπό της κοντά στο πρόσωπο της Νάνσυ και


σφύριξε: «Σε μισώ. Μισώ την παρουσία σου εδώ, στο σπίτι μου». Η Νάνσυ της ανταπέδωσε το βλέμμα. «Εγώ δε σε μισώ». Δεν ένιωθε φόβο ή ζήλια για το άλλο κορίτσι, όσο κι αν την προκαλούσε. Η ντόμπρα απάντησή της αιφνιδίασε την Πολίν. Οπισθοχώρησε και κοίταξε με μίσος τη Νάνσυ. «Δεν ξέρεις πόσο άσχημα έχεις μπλέξει, έτσι;» «Τ ι εννοείς;» Μια υποψία φόβου κέντρισε τα σπλάχνα της. «Σου είπα ήδη για την αδερφή μου -αυτή που έκλεψες το όνομά της;» «Δεν το έκλεψα». Ήταν οδυνηρό για τη Νάνσυ να τη φωνάζουν με ένα όνομα που δεν ήταν δικό της. Τ ο μεγαλύτερο κορίτσι τής γέλασε κατάμουτρα. «Στη θέση σου δε θα ανησυχούσα ιδιαίτερα. Δεν έχει σημασία, γιατί δε θα το έχεις για πολύ ακόμα». Τ α λόγια της παραξένεψαν τη Νάνσυ μετά από την τόση επιμονή της Ρόζμαρυ να της δώσει αυτό το όνομα. Παρ’ όλα αυτά, τη βόλευε αν κατάφερνε η Πολίν να αλλάξει γνώμη στη μητέρα της, αφού προτιμούσε το δικό της όνομα πολύ περισσότερο. Λίγο αργότερα η Ρόζμαρυ έλεγξε τα δύο κορίτσια, έστρωσε τα μαλλιά τους και βεβαιώθηκε πως ήταν γυαλισμένα τα παπούτσια τους. Όταν ικανοποιήθηκε από την εμφάνιση τους,τις οδήγησε στην άμαξα που περίμενε έξω από την πόρτα. Ο Ντέιβιντ τις είδε από το παράθυρο να φεύγουν. Κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της Νάνσυ και της κούνησε το χέρι’ εκείνη τον αντιχαιρέτησε χαρούμενη. Λίγο αργότερα χάθηκε από τα μάτια του κι αυτό τον έκανε να νιώσει μοναξιά. Η Πόλιν, θυμωμένη ήδη από τη συζήτηση των γονιών της που είχε


κρυφακούσει, είδε το θερμό χαιρετισμό μεταξύ των δύο παιδιών και γέμισε οργή. Μια σκοτεινή άγρια οργή, που φούντωνε όλο και περισσότερο καθώς κατευθύνονταν στον προορισμό τους. Η Ρόζμαρυ φλυαρούσε, όπως πάντα, σε όλο το δρόμο -για τον υπέροχο σεπτεμβριάτικο καιρό, για τα ρούχα που φορούσαν οι περαστικές κι ότι «θα ήταν καλή ιδέα το χάσιμο λίγου βάρους». Δεν είχε το θάρρος να το πει στα ίσια στην Πολίν και προσπαθούσε να κρύψει τα κίνητρά της, συμπεριλαμβάνοντας στο πρόγραμμα τον εαυτό της και τη Σάρα-Τ ζέιν. «Όταν πλησιάζει ο χειμώνας, αρχίζουμε να τρώμε υπερβολικά. Φέτος πρέπει να προσέξουμε, έτσι δεν είναι;» Χαμογέλασε στη Νάνσυ και μετά στην Πολίν και, μολονότι της ανταπέδωσε το χαμόγελο η Νάνσυ, η μεγάλη κόρη της κοίταζε κατσουφιασμένη από το παράθυρο, κάνοντας ότι δεν είχε ακούσει. Η διαδρομή δε διήρκεσε παραπάνω από δεκαπέντε λεπτά, αλλά ήταν πολύ μακριά για να πάνε με τα πόδια’ το σπίτι της δασκάλας μουσικής βρισκόταν στην άλλη άκρη του Γουόμπερν, στις παρυφές του χωριού Ρίτζμοντ. «Φτάσαμε». Ο αμαξάς τις βοήθησε να κατέβουν η μια μετά την άλλη. «Ένα σελίνι, αν έχετε την καλοσύνη». Πήρε το νόμισμα από τη Ρόζμαρυ κι ανέβηκε στη θέση του ρωτώντας: «Θέλετε να περιμένω ή να ξανάρθω μια ορισμένη ώρα;». Η Ρόζμαρυ είχε ξεχάσει να του πει. «Α, ναι, ευχαριστώ. Όταν τελειώσουμε τη δουλειά μας, θα κάνουμε έναν περίπατο στο πάρκο. Αν τελειώσουμε νωρίς, μπορεί να κάνουμε πικνίκ». Ο αμαξάς βρήκε καλή την ιδέα. «Τ ο πάρκο είναι πολύ όμορφο αυτή την εποχή» συμφώνησε. «Δυστυχώς, δεν έχω χρόνο να πάω εκεί. Όταν τελειώνω τη δουλειά μου, είμαι τόσο κουρασμένος, που ούτε τα κορδόνια των παπουτσιών μου δεν μπορώ να λύσω». «Καταλαβαίνω». Η Ρόζμαρυ χαμογέλασε με κατανόηση . «Αν έρθεις στην πύλη του πάρκου κατά τις εννιά η ώρα, θα είμαστε έτοιμες να


γυρίσουμε σπίτι». «Θα έρθω». Άγγιξε με σεβασμό το καπέλο του,τίναξε τα χαλινάρια και ξεκίνησε με το πάσο του. Τ ο σπίτι της δασκάλας μουσικής ήταν μια ωραία-αγροικία με αχυρένια στέγη πίσω από τη Χάι Στριτ. Ήταν παμπάλαιο, με χαμηλούς τοίχους καλυμμένους από αναρριχητικά λουλούδια και μικρά παράθυρα διάστικτα με φως. Δεξιά κι αριστερά της πόρτας και σε όλο το πλακόστρωτο υπήρχαν γλάστρες με κάθε λογής φυτά, ολάνθιστα με όλες τις αποχρώσεις του ροζ,του κόκκινου,του κίτρινου και του άσπρου,το καθένα με το δικό του υπέροχο άρωμα. «Είναι σαν να ξεπήδησε από κάποιο παραμύθι!» Η Νάνσυ είχε έρθει πολλές φορές και κάθε φορά τής άρεσε περισσότερο. «Θα ’θελα να ζω σ’ ένα σπιτάκι σαν αυτό». Η Ρόζμαρυ έφριξε. «Μα τι λες! Δε φαντάζομαι να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Όταν έρθει η ώρα να παντρευτείτε, ο πατέρας σας κι εγώ έχουμε κάτι πολύ καλύτερο στο μυαλό μας». Η Νάνσυ δεν είπε τίποτα, αλλά απογοητεύτηκε. Η Ρόζμαρυ σήκωσε το λεπτό γαντοφορεμένο χέρι της και χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε αμέσως κι εμφανίστηκε μπροστά τους μια κωμική μικροκαμωμένη γυναίκα’ κοντή κι αδύνατη, με πράσινη μπλούζα και ροζ παντόφλες, ταίριαζε με το σπιτάκι. Τ ο χαμόγελό της ήταν τσαχπίνικο. «Περάστε, αγαπητές μου». Παραμέρισε και,καθώς έμπαιναν μία μία,επιφύλαξε ένα ξεχωριστό χαμόγελο στη Νάνσυ. Η μικρόσωμη γυναίκα συνεννοήθηκε με τη Ρόζμαρυ, πήρε την αμοιβή της κι οργάνωσε το μάθημα. «Εσύ κάθισε να διαβάσεις αυτό το βιβλίο μουσικής» είπε στη Νάνσυ «ενώ εγώ θα δουλεύω στο πιάνο με την Πολίν». Στη Ρόζμαρυ είπε: «Εσείς μπορείτε να κάνετε έναν περίπατο μέχρι να τελειώσω με τα κορίτσια».


Η Ρόζμαρυ της είπε ότι θα επιστρέψει σε μισή ο^ρα, όπως πάντα, κι αποσύρθηκε διακριτικά. Φεύγοντας από το σπιτάκι, που το έβρισκε πολύ κλειστοφοβικό, περπάτησε στους εξοχικούς δρόμους και βγήκε στα χωράφια, όπου κάθισε σε έναν οδοδείκτη και βάλθηκε να χαζεύει τα παιδιά που έπαιζαν σε έναν κήπο. Είχε πολλά να σκεφτεί και δεν ήταν εύκολο να το κάνει όταν βρισκόταν σπίτι, με τρία παιδιά στο μυαλό της και τις ευθύνες ενός μεγάλου σπιτικού. Στην πραγματικότητας Ρόζμαρυ περίμενε ανυπόμονα αυτές τις ήσυχες στιγμές, όταν τα κορίτσια έκαναν μαθήματα πιάνου. Μέσα στο σπιτάκι η Νάνσυ έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο, προς μεγάλο ενθουσιασμό της Πολίν. «Όχι, όχι!» Η μικρόσωμη γυναίκα άγγιξε απαλά με το χάρακα τα δάχτυλα της Νάνσυ. «Παίξ’ το απ’ την αρχή, παιδί μου, κι αυτή τη φορά να θυμάσαι τι σου είπα να ακούς το μετρονόμο. Να παίζεις κάθε νότα σε συγχρονισμό με κάθε τικ». Η Νάνσυ προσπάθησε ξανά, αλλά δυσκολευόταν να τεντώσει τα δάχτυλά της στα αντίστοιχα πλήκτρα. «Κάτσε να σου δείξω». Η μικρόσωμη γυναίκα είπε στη Νάνσυ να της κάνει χώρο στο σκαμνί, κάθισε κι άρχισε να παίζει. Τ ο κορίτσι γοητεύτηκε από τη δεξιότητά της και τα μακριά καλοσχηματισμένα δάχτυλά της, που έρχονταν σε αντίθεση με το υπόλοιπο κοντό και κάπως κυρτό κορμί. «Έτσι. βλέπεις;» Τ ραβήχτηκε πίσω. «Έτσι πρέπει να παίζεις πιάνο!» Η Νάνσυ προσπάθησε πάλι κι αυτή τη φορά κατάφερε να παίξει το κομμάτι χωρίς διακοπή, αν και πόνεσαν τα δάχτυλά της από το τέντωμα. Η Πολίν δεν είχε τέτοιες δυσκολίες. Έμπειρη πιανίστρια πια,έκανε χρόνια μαθήματα στο σχολείο. Με δάχτυλα μακριά και δυνατά σαν αντρικά, έλεγχε άνετα όλα τα πλήκτρα. Καθώς έπαιζε, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν ταλαντούχα πιανίστρια. Αυτές τις στιγμές που αποσπούσε τους πιο μαγικούς ήχους από το πιάνο, η καινούρια της δασκάλα καθόταν δίπλα της και λικνιζόταν στο ρυθμό της μελωδίας με κλειστά μάτια.


Όταν έσβησε αισθαντικά η τελευταία νότα,η Νάνσυ χειροκρότησε αυθόρμητα. «Ω, Πολίν, έπαιξες υπέροχα!» Σταμάτησε να χειροκροτεί όταν το μεγαλύτερο κορίτσι γύρισε προς το μέρος της και γρύλισε: «Σου άρεσε; Εσύ δε θα μάθεις ποτέ να παίζεις έτσι». «Τ ι λόγια είναι αυτά!» τη μάλωσε η δασκάλα της. «Η μικρή μόλις άρχισε τα μαθήματα. Θα χρειαστεί χρόνος να εξοικειωθεί με τα πλήκτρα». Χάιδεψε την Πολίν στην πλάτη. «Πάντως,αγάπητή μου, έχεις μεγάλο ταλέντο στο πιάνο. Είμαι βέβαιη ότι, αν συνεχίσεις τη μελέτη και συγκεντρώνεσαι στην ατμόσφαιρα του κομματιού που παίζεις, μια μέρα θα γίνεις μεγάλη πιανίστρια». Λίγο αργότερα επέστρεψε η Ρόζμαρυ. «Πώς τα πήγατε;» ρώτησε και η δασκάλα τής είπε: «Πολύ καλά. Τ ους έβαλα από ένα κομμάτι για εξάσκηση, αλλά, φυσικά, αυτό εξαρτάται από το πότε θα κουρντίσετε το πιάνο. Θα με ειδοποιήσετε μόλις είναι έτοιμο, έτσι δεν είναι;». «Φυσικά». «Ωραία, τότε θα έρχομαι στο Πέισλυ Χολ για τα μαθήματα. Αν όχι, θα σας ξαναδώ την ίδια ώρα την ερχόμενη βδομάδα». Στο δρόμο για το πάρκο η Πολίν γκρίνιαζε στη μητέρα της για την κακή απόδοση της Νάνσυ. «Τ ο παίξιμό της είναι χάλια» βόγκηξε. «Σ’ το είπα ότι είναι πεταμένα λεφτά τα μαθήματα πιάνου. Δεν μπορεί να παίξει». «Γιατί είναι πολύ κοντά τα δάχτυλά μου» διαμαρτυρήθηκε η Νάνσυ. «Δεν είναι τα δάχτυλά σου, είσαι εσύ! Δεν έχεις μουσικό αυτί». «Αυτό είναι άδικο! Εσύ παίζεις τόσα χρόνια. Όταν μεγαλώσω , θα σε φτάσω, θα δεις». Η Ρόζμαρυ βιάστηκε να μπει ανάμεσά τους πριν αρπαχτούν


χειρότερα. «Σίγουρα, Σάρα-Τ ζέιν». Απευθύνθηκε στην Πολίν και της είπε αυστηρά: «Δε θέλω να την απελπίζεις όταν βλέπεις ότι προσπαθεί τόσο πολύ». Τ α δύο κορίτσια κρέμασαν μούτρα σε όλο το δρόμο ως το πάρκο. Βρήκαν μια στεγνή γωνιά κάτω από μία κερασιά κι η Ρόζμαρυ είπε να καθίσουν. «Από δω βλέπουμε και τη λίμνη» σχολίασε. «Έχουμε λίγο χρόνο πριν πάμε στην πύλη. Έτσι, όταν φάμε, μπορούμε να κατέβουμε στην όχθη και να ταΐσουμε τις πάπιες με τα αποφάγια». Άνοιξε το σκεπαστό καλάθι του πικνίκ κι έβγαλε τις άσπρες πετσέτες που είχε τυλίξει τόσο όμορφα η μαγείρισσα. Τ ις άπλωσε, έβγαλε τα σάντουιτς και το φλασκί με το χυμό και παρότρυνε τα κορίτσια να φάνε, πράγμα που έκαναν. Στο μεταξύ, εκείνη σερβίρισε το χυμό στα ποτήρια. Αργότερα, όταν έφαγαν το φαγητό τους κι ήπιαν όλο το χυμό,πήγαν στις πάπιες και τους έριξαν κόρες και ψίχουλα. «Ήταν πολύ ωραία έξοδος». Η Ρόζμαρυ τους είπε να μαζέψουν τα πράγματα,ενώ εκείνη έμεινε λίγο ακόμα στην όχθη. «Είναι τόσο όμορφα εδώ» ρέμβασε. Κι ειρηνικά, σκέφτηκε. Μερικές φορές ευχόταν να μπορούσε να ξεφύγει από τη φασαρία και τη φούρια της ζωής της στο μεγάλο σπίτι και να ζήσει σαν την κωμική μικροκαμωμένη γυναίκα, σε ένα σπιτάκι με μόνη συντροφιά τα λουλούδια και τη μουσική. Αλλά πάλι θύμισε στον εαυτό της πόσο αγαπούσε τα παιδιά της. Και τον Έντουαρντ. Χαμογέλασε τρυφερά. Πώς θα τα έβγαζε πέρα χωρίς εκείνη; Στο δρόμο της επιστροφής η Ρόζμαρυ κουβέντιαζε γι’ αυτά που έκαναν και τους είπε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένη από την πρόοδό τους. Υποσχέθηκε να κουρντίσουν γρήγορα το πιάνο και τους μίλησε για τις διακοπές στη Γαλλία που σχεδίαζε ο πατέρας τους για τα Χριστούγεννα.


Η Νάνσυ ενθουσιάστηκε, αλλά η Πολίν το θεώρησε δεδομένο’ ε,ίχε ταξιδέψει πολλές φορές στο εξωτερικό κι ήξερε τι να περιμένει. Ενώ περιέγραφε η Ρόζμαρυ στην καινούρια κόρη της το μέρος στο οποίο έμεναν συνήθως, η Πολίν κοίταξε από το παράθυρο της άμαξας κι έπαθε το σοκ της ζωής της. Στο λιγοστό φως του δειλινού είδε τον πατέρα της να κατεβαίνει από μια άμαξα. Γύρισε πίσω χαμογελαστός και περιποιητικός, έπιασε ένα λεπτό γαντοφορεμένο χέρι και βοήθησε μια γυναίκα να κατέβει από την άμαξα. Ήταν εντυπωσιακά ωραία, με λυτά τα κόκκινα σαν φλόγες μαλλιά της και μια κρεμ σιφόν εσάρπα ριγμένη στους ώμους, που έπεφτε στο στήθος κι ανασάλεψα για μια στιγμή στο ζεστό αεράκι. Η εμβρόντητη Πολίν παρατήρησε κάθε λεπτομέρεια’ τι ψηλή και λεπτή που ήταν, πώς βάδισε σαν γαζέλα προς το μέρος του Έντουαρντ και πόσο σαγηνεμένος ήταν ο πατέρας της από την ομορφιά και την παρουσία της. Όταν τον πλησίασε, ο Έντουαρντ έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα, κοίταξε με θαυμασμό το πρόσωπό της και της ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνη γέλασε πρόσχαρα και μπήκαν αγκαζέ στο ξενοδοχείο, ενώ εκείνη τον κοίταζε, γουργούριζε και του χαμογελούσε τυλίγοντάς τον στο μικρό της δαχτυλάκι όπως μόνο εκείνη μπορούσε. Σε ένα λεπτό είχαν εξαφανιστεί μέσα στο ξενοδοχείο. Η Πολίν κοίταξε με αγωνία τη μητέρα της, που φλυαρούσε ακόμα χαρούμενα. «Θα ξετρελαθείς» έλεγε στη Νάνσυ. «Ανυπομονώ να δεις τις Άλπεις. Είναι υπέροχες!» Στην υπόλοιπη διαδρομή, ενώ οι άλλες δυο κουβέντιαζαν για τη Γαλλία και πώς θα περνούσαν,η Πολίν δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της την εικόνα του πατέρα της μ’ εκείνη τη γυναίκα. Σε κάθε περιστροφή των τροχών της άμαξας η καρδιά της μαύριζε περισσότερο, μέχρι που πλημμύρισε μίσος.


Τ ο άλλο πρωί η Ρόζμαρυ κρεβατώθηκε από ένα κρυολόγημα. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο κρεβάτι, σκεπασμένη με κουβέρτες για να μην κρυώνει. Ενώ τα παιδιά μελετούσαν τα μαθήματά τους, ήρθε ο κουρδιστής και ζωντάνεψε το πιάνο. «Έτοιμο» είπε στη Μεγκ. «Πες στην κυρία σου ότι τώρα παίζει σαν τις άρπες του παραδείσου». Και,για να το αποδείξει, έσυρε τα δάχτυλα στα πλήκτρα, παράγοντας ένα γλυκό βελούδινο ήχο που λίγωσε τη Μεγκ. Όταν έφυγε, η Πολίν ήταν η πρώτη που εξασκήθηκε στο πιάνο. Γιά τη συγκεκριμένη περίπτωση διάλεξε ένα δυνατό δραματικό κομμάτι που έπαιξε με τόσο πάθος και συναίσθημα, ώστε όλοι στο σπίτι σταμάτησαν τις δουλειές τους κι αφουγκράστηκαν μαγεμένοι. «Αν έπαιζα έτσι, δε θα χρειαζόταν να γίνω μαγείρισσα, αυτό είναι σίγουρο» είπε η κυρία Μπέλλαμυ. Η Μεγκ συμφώνησε, «Μερικοί είναι τυχεροί» συμφώνησε με δυστυχισμένο ύφος, «Δυστυχώς, δε γεννιόμαστε όλοι με ένα ασημένιο κουτάλι στο στόμα, ε;» Μάλιστα ήταν τόσο κατσουφιασμένη, που η μαγείρισσα της είπε: «Άλλαξε ύφος,γιατί θα ξινίσει το γάλα!». Όταν τελείωσε το κομμάτι,η Πολίν έμεινε στη θέση της βαθιά συλλογισμένη. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό της την εικόνα του πατέρα της μ’ εκείνη τη γυναίκα. Τ ην κυνήγαγε στον ύπνο της όλη νύχτα και την κράτησε αμίλητη όλη την ημέρα. Και τώρα ήταν τόσο πικραμένη, που όταν μπήκε ο πατέρας της στο σαλόνι εκείνη έφυγε με μια δικαιολογία. Η Νάνσυ περίμενε να ανέβει η Πολίν στο δωμάτιό της πριν εξασκηθεί στο κομμάτι της’ ήταν μια όμορφη απαλή μελωδία που δεν απαιτούσε την ίδια αυτοσυγκέντρωση με τη δυνατή ερμηνεία της Πολίν. Τ ην επομένη η κατάσταση της Ρόζμαρυ χειροτέρεψε, αλλά, όταν


πρότεινε ο Έντουαρντ να καλέσουν το γιατρό, εκείνη τον απέτρεψε. «Είναι ένα απλό κρυολόγημα, όχι πνευμονία» του είπε με το πιο φωτεινό της χαμόγελο. «Αν μείνω κάνα δυο μέρες στη ζεστασιά του κρεβατιού, θα γίνω περδίκι». Έτσι που το έθετε, πώς να διαφωνήσει ο άντρας της; Εκείνο το βράδυ ο Έντουαρντ πήγε στο δωμάτιό της και της είπε ότι έπρεπε να λείψει για λίγο. «Προέκυψε κάτι επείγον» εξήγησε. «Είναι στα σκαριά μια συμφωνία για μια επένδυση και πρέπει να δω τους συνεταίρους. Λυπάμαι , αγαπητή μου, αλλά δε θα γυρίσω πριν τα μεσάνυχτα». Και πρόσθεσε, με ψεύτικο ενδιαφέρον: «Θα είσαι εντάξει;». «Σταμάτα να κάνεις έτσι» είπε. «Ένα απλό κρυολόγημα είναι. Δεν έχω τίποτα. Η μαγείρισσα μου φτιάχνει μια ειδική σούπα για να ξορκίσει τα κακά πνεύματα, καθώς λέει». Γέλασε και μαζί της γέλασε κι ο Έντουαρντ. «Ελπίζω να με κάνει να κοιμηθώ βαθιά». Έβηξε και για μια στιγμή κόπηκε η ανάσα της. «Λένε πως ο ύπνος είναι το καλύτερο γιατρικό». «Φυσικά» συμφώνησε πρόθυμα. «Κοίτα, θα πω να μου ετοιμάσουν το κρεβάτι στο δωμάτιο των ξένων για να μη σε ξυπνήσω όταν γυρίσω». Η Ρόζμαρυ εκτίμησε το ενδιαφέρον του. «Καλοσύνη σου» είπε νυσταγμένη. «Ελπίζω να είμαι καλύτερα το πρωί». Όταν ο Ρόμπερτ έκλεισε πίσω του την εξώπορτα, η Πολίν πήγε στην κουζίνα, οπού, προς μεγάλη αποστροφή της Μεγκ, σερβιρίστηκε κρύο κρέας, πίτες,γλυκά κι ένα τεράστιο κομμάτι τυρί και μπουκώθηκε μέχρι που κόντεψε να σκάσει. «Για τ’ όνομα του Θεού! Μόνο άλλη μια φορά έχω δει να καταβροχθίζουν έτσι» ψιθύρισε στη μαγείρισσα. «Τ α γουρούνια στο χωράφι του πατέρα μου». «Σσστ!» Η κυρία Μπέλλαμυ της έριξε μια προειδοποιητική σκουντιά στα πλευρά. Ήξερε τι προβλήματα μπορούσε να δημιουργήσει η


Πολίν Κόρνγουελ. Βλέποντας το ‘ φοβισμένο πρόσωπο της μαγείρισσας, η Μεγκ γύρισε στη δουλειά της. Αργότερα το ίδιο βράδυ ο Ντέιβιντ κι η Νάνσυ αποφάσισαν να επισκεφτούν τη Ρόζμαρυ. «Είσαι καλά, μαμά;» Ο Ντέιβιντ τη σκούντησε απαλά. Η Ρόζμαρυ χάρηκε που τους είδε όταν άνοιξε τα μάτια της. «Ναι, γιε μου, αισθάνομαι ήδη καλύτερα» είπε. «Αλλά εσείς οι δυο δε θα έπρεπε να βρίσκεστε εδώ. Δε θέλω να σας κολλήσω». Η Νάνσυ πλησίασε. «Μου λείπεις». Από τότε που την έφεραν στο Πέισλυ Χολ, η γυναίκα αυτή ήταν τόσο καλή και τρυφερή μαζί της, που την είχε αγαπήσει αληθινά. «Πότε θα σηκωθείς από το κρεβάτι;» Η Ρόζμαρυ χάιδεψε το ανήσυχο πρόσωπο του κοριτσιού. «Θα δούμε» απάντησε σιγανά. «Ίσως αύριο». Απευθύνθηκε στον Ντέιβιντ και του είπε: «Πες στη μαγείρισσα ότι είμαι έτοιμη για εκείνη την ειδική σούπα α, κι ένα ζεστό κακάο θα με βοηθήσει να κοιμηθώ». Τ α δύο παιδιά τη φίλησαν πεταχτά στο μάγουλο. «Θα της το πω αμέσως» υποσχέθηκε ο Ντέιβιντ κι έτσι έκανε. Λίγο αργότερα, όταν έφαγε και την τελευταία κουταλιά της νόστιμης σούπας της μαγείρισσας,η Ρόζμαρυ βυθίστηκε σε έναν ήρεμο ύπνο, αφού πρώτα έδωσε οδηγίες να ξαπλώσουν τα παιδιά το αργότερο στις εννιά. «Αλλά μην πείτε στον πατέρα τους ότι τα άφησα να μείνουν τόσο αργά». Ρώτησε για την Πολίν και της είπαν: «Είναι στο σαλόνι , κυρία, και διαβάζει τις εφημερίδες». Στο σαλόνι,η Πολίν κρατούσε μια φωτογραφία με κείνη, τον Ντέιβιντ και τους γονείς τους. Περιεργαζόταν ώρα το πρόσωπο του πατέρα της με ερωτηματικό βλέμμα. Στο τέλος το βλέμμα της έγινε σκληρό, μοχθηρό. «Πρέπει να τιμωρηθείς γι’ αυτό που έκανες». Η απειλή στη φωνή της ήταν μια φυσική παρουσία.


Έβαλε στη θέση της τη φωτογραφία και πήρε τη διπλανή της’ ήταν η Ρόζμαρυ με την Πολίν, τον Ντέιβιντ και το κοριτσάκι που βρήκε τραγικό θάνατο -κι έμοιαζε εντυπωσιακά με τη Νάνσυ. Δεν είπε τίποτα. Πίεσε τον αντίχειρα στο πρόσωπο της νεκρής αδερφής της. Κράτησε πολλή ώρα εκεί το δάχτυλο, κρύβοντας τα χαρακτηριστικά της. Μετά έβαλε ήρεμα στη θέση της τη φωτογραφία και βγήκε από το σαλόνι. Λίγο αργότερα βρισκόταν στον κήπο, κοντά στο σημείο όπου ο Ντέιβιντ κι η Νάνσυ κάθονταν στο γρασίδι και κουβέντιαζαν ευχαριστημένοι. Δεν μπορούσαν να τη δουν, ούτε αυτή εκείνους, αλλά η Μεγκ έβλεπε και τους τρεις από το παράθυρο της κουζίνας. «Κοίταξέ την!» Η Μεγκ δε χώνευε την Πολίν και δε φοβόταν να το δείξει. «Είναι σαν παγιδευμένο ζώο». Η μαγείρισσα έριξε μια ματιά’ είδε την Πολίν να βαδίζει πάνω κάτω, πάνω κάτω, φοβερά αναστατωμένη. «Κάτι την απασχολεί» συμφώνησε. «Ετοιμάσου για φασαρίες». _ · «Τ ι εννοείς;» Η μαγείρισσα είχε μετανιώσει ήδη για τα λόγια της και είπε στη Μεγκ: «Φύγε από το παράθυρο. Δεν πρέπει να μας δει». Καθώς συνέχιζαν τις δουλειές τους, η Μεγκ ρώτησε: «Λες να είναι τρελή;». Η μαγείρισσα κούνησε προειδοποιητικά το δάχτυλο. «Δε μας πληρώνουν για να σκεφτόμαστε. Κάνε τη δουλειά σου και μη χώνεις τη μύτη σου σε πράγματα που δε σε αφορούν». Υπήρχε κάτι που δεν καταλάβαινε η Μεγκ, αλλά κράτησε κλειστό το στόμα της και ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά για να ξεχαστεί. Προς μεγάλη έκπληξη της μαγείρισσας, ετοίμασε σε χρόνο ρεκόρ τη


ζύμη για το αυριανό ψωμί. Στις εννιά παρά δέκα, αφού έφαγαν το βραδινό τους κι έκαναν το μπάνιο τους,τα παιδιά βρίσκονταν ήδη στα κρεβάτια τους. Σε λίγο η Νάνσυ κοιμόταν του καλού καιρού. Ο Ντέιβιντ έριξε άλλη μια ματιά στις σημειώσεις του πάνω στα Οικονομικά Θέματα, όπως του είχαν πει. και μετά τις έσπρωξε κάτω από το κρεβάτι και κοιμήθηκε. Η Πολίν όμως δεν κοιμόταν. Ούτε καν είχε φορέσει τη νυχτικιά της. Περίμενε μέχρι να ησυχάσει όλο το σπίτι πριν βγει κρυφά κι αθόρυβα από το δωμάτιό της και διασχίσει το κεφαλόσκαλο με τα παπούτσια της στο χέρι. Έξω από το δωμάτιο του Ντέιβιντ, κόλλησε το αυτί της στην πόρτα κι αφουγκράστηκε. Όταν βεβαιώθηκε ότι κοιμόταν, προχώρησε στο δωμάτιο της Νάνσυ. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα βαδίζοντας με τις μύτες στο χαλί για να μην την ξυπνήσει. Στάθηκε πολλή ώρα πάνω από το κρεβάτι της και την κοίταξε με ένα χαμόγελο στα χείλη. «Σάρα-Τ ζέιν». Τ ο ψιθύρισε δύο φορές, με όλο και πιο πλατύ χαμόγελο, και μετά βγήκε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε μπει. Στο δωμάτιο της μητέρας της, αφουγκράστηκε έξω από την πόρτα. Δεν ακουγόταν τίποτα κι η χαραμάδα ήταν σκοτεινή. Κατέβηκε ικανοποιημένη τις σκάλες, πήρε το πανωφόρι της από το ντουλάπι του χολ και βγήκε από το σπίτι. Καθώς έκλεινε πίσω της την πόρτα, άκουσε το εκκρεμές να σημαίνει έντεκα. Μόλις βγήκε από το Πέισλυ Χολ, άρχισε να τρέχει στο ιδιωτικό δρομάκι μέχρι που έφτασε στον κεντρικό δρόμο. Έψαξε για άμαξα και γρήγορα ανακάλυψε μία σταματημένη στην άκρη του δρόμου’ μέσα κοιμόταν ο αμαξάς, περιμένοντας να εξυπηρετήσει τους ξενύχτηδες. «Ει, εσύ!» Χτύπησε δυνατά την πόρτα κόβοντας το αίμα του κακομοίρη του αμαξά. «Θέλω να με πας στο Μπάγκλευ Ρόουντ».


«Χριστέ μου!» Κατέβηκε από τη θέση του, έτριψε τα μάτια του και την κοίταξε με τη σκέψη πω^ήταν πολύ μικρή για να τριγυρίζει μόνη της τέτοια ώρα. Αλλά ήταν μια κούρσα κΐ’η κούρσα συνεπαγόταν χρήματα και τα χρήματα σήμαιναν ότι θα πλήρωνε το νοίκι του. «Στο Μπάγκλεϋ Ρόουντ, ε;» Έγνεψε καθώς ανέβαινε το κορίτσι. «Τ ρεις πένες, δεσποινίς». Άπλωσε το χέρι του, αλλά στάθηκε άτυχος«Θα σε πληρώσω όταν φτάσουμε» τον αποπήρε. Τ ο Μπάγκλεϋ Ρόουντ δεν ήταν μακριά, βρισκόταν προς την πλευρά του Χιθ εντ Ριτς, σε απόσταση εξίμισι χιλιομέτρων. Υπήρχαν μερικά σπίτια εκεί, που ανήκαν κυρίως σε ανθρώπους με πολλά λεφτά για πέταμα. «Εκεί μένεις;» ρώτησε δυνατά ο αμαξάς,για να ακουστεί μέσ’ από το θόρυβο των οπλών στον έρημο δρόμο. Δεν του απάντησε και δεν την ξαναρώτησε. «Παλιοκόριτσο!» μουρμούρισε. Στην αρχή την πέρασε για παιδί. Τ ώρα όμως προτιμού? ε να πιστεύει πως, παρά την ασχήμια της, ήταν πόρνη πολυτελείας που είχε βγει παγανιά. Ήξερε, άλλωστε, ότι μερικά από τα σπίτια του Μπάγκλεϋ Ρόουντ νοικιάζονταν γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν όταν του είπε να την αφήσει στη γωνία του Μπάγκλεϋ Ρόουντ. Αν δε ζήτησε συγκεκριμένη διεύθυνση, ήταν γιατί σκόπευε να περιμένει να περάσει κάποιος πλούσιος κύριος που αναζητούσε βραδινή ψυχαγωγία. Όταν έφυγε η άμαξα,η Πολίν κατευθύνθηκε σε ένα συγκεκριμένο σπίτι’ το ήξερε καλά γιατί είχε πάει κι άλλες φορές. Στάθηκε για λίγο απ’ έξω, κοιτάζοντάς το. Δεν υπήρχαν φώτα, ούτε περίμενε κάποια άμαξα να παραλάβει τον πατέρα της. «Δε γύρισαν ακόμα. Ωραία!» Βρήκε ένα βολικό σημείο, κρύφτηκε στο σκοτάδι και περίμενε. Πριν περάσει πολλή ώρα, σταμάτησε μια άμαξα κοντά στο σημείο όπου στεκόταν τόσο κοντά, που άκουσε κάθε λέξη που ειπώθηκε.


«Σταμάτα εδώ, αμαξά!» Ήταν η φωνή του πατέρα της. Πονηρός καθώς ήταν, πρόσταξε τον αμαξά να σταματήσει σε τέτοια απόσταση, ώστε να μη δει το σπίτι που θα έμπαινε η γυναίκα. Φρόντισε επίσης να μη φανεί καθαρά το πρόσωπό του, ώστε να μην μπορεί να τον αναγνωρίσει ο αμαξάς αν τον ξανασυναντούσε. Γιά τον ίδιο λόγο αποχαιρέτισε εκεί τη γυναίκα. «Θα σε δω αύριο;» Η Κίττυ ήταν άπληστη, ήθελε να αρπάξει αυτόν και τα λεφτά του. Η απάντησή του ήταν ένα γρήγορο χάδι στο στήθος της κι ένα φιλί. Μετά εκείνη κίνησε για το σπίτι κι αυτός έφυγε με την άμαξα. Η Πολίν, από την πλευρά της, ήταν πολύ ευχαριστημένη που πήγαιναν όλα σύμφωνα με το σχέδιό της. Αλλά ήξερε τις κινήσεις του. Είχε ξαναδεί αυτή τη σκηνή. Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένας μεθυσμένος στο βάθος του δρόμου. Η Πολίν βλαστήμησε. «Ανάθεμα!» Λούφαξε στο σκοτάδι και περίμενε ένα λεπτό. Ήταν αναγκασμένη να περιμένει μέχρι να μείνει μόνη της με την πόρνη. Κόντευε δύο τα ξημερώματα. Η μαγείρισσα είχε δυσπεψία και κατέβηκε στην κουζίνα να πάρει ένα ποτήρι νερό για να πιει το φάρμακό της, όταν άκουσε θόρυβο απ’ έξω. Σκέφτηκε ότι θα ήταν κανένας κλέφτης, έσβησε τρομοκρατημένη τη λάμπα και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα της κουζίνας, σφίγγοντας στο χέρι της τον πλάστη. Μετά από λίγο άρχισε να αναρωτιέται μήπως παράκουσε . Μα όχι! Από το σημείο όπου στεκόταν έπιασε το μάτι της μια κίνηση στο σκοτεινό κήπο’ έκαιγε μια μικρή φωτιά, στο φως της οποίας διαγραφόταν καθαρά μια σιλουέτα. Βαδίζοντας στις μύτες των ποδιών της, πλησίασε το παράθυρο, προσέχοντας να μην τη δουν απ’ έξω. Ήταν η Πολίν. Έριχνε κάτι ρούχα στη μικρή φωτιά που είχε ανάψει, ρίχνοντας


νευρικές ματιές στο σπίτι, προφανώς γιατί φοβόταν μην τη δει κανείς. Ξαφνικά, γύρισε και κάρφωσε τα μάτια της στο παράθυρο της κουζίνας, προκαλώντας στη μαγείρισσα τη μεγαλύτερη τρομάρα της ζωής της. Τ ρέμοντας σαν φύλλο και χωρίς να είναι σίγουρη αν την είδε ή όχι, η μαγείρισσα έσκυψε το κεφάλι κι έμεινε τελείως ακίνητη, χωρίς να σαλεύει ούτε τα ματόκλαδά της’ μέχρι να τραβήξει το βλέμμα της η Πολίν, είχαν πονέσει όλα τα κόκαλα του κορμιού της. Τ ρέμοντας ακόμα από το σοκ,η μαγείρισσα έφυγε τόσο βιαστικά,που ξέχασε το νερό και το φάρμακο καθώς έτρεχε στο δωμάτιό της. Δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται τι σκάρωσε πάλι η Πολίν. Ένα όμως ήταν σίγουρο. Δεν ξαφνιάστηκε που είδε τις παράξενες κινήσεις της κοπέλας. Κάπως, κάπου το περίμενε. Τ ο άλλο πρωί, μετά από έναν ταραγμένο ύπνο, η μαγείρισσα πήγαινε στην κουζίνα, όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την Πολίν, Για μια τρομακτική στιγμή, όταν διασταυρώθηκαν στο στενό διάδρομος Πολίν φάνηκε έτοιμη να πει κάτι. Τ ελικά όμως χαμήλωσε τα μάτια της και την προσπέρασε. Βαθιά ανακουφισμένη, η μαγείρισσα τρύπωσε στην κουζίνα, όπου η Μεγκ ετοίμαζε ήδη το πρόγευμα της οικογένειας. «Πού ήσουνα;» Έτρεχε σαν τρελή πέρα δώθε ζεσταμένη κι αναψοκοκκινισμένη. «Ήμουν έτοιμη να φωνάξω την καμαριέρα να με βοηθήσει», Η μαγείρισσα χαμογέλασε παρά την ταλαιπωρία της, «Χμ! Δε νομίζω να κατάφερνες τίποτα» απάντησε δένοντας την ποδιά της, «Είναι εδώ έξι μήνες και δε νομίζω να έχει πει παραπάνω από μια ντουζίνα λέξεις. Μοιάζει με τον κουρδιστή του πιάνου έρχεται, κάνει τη δουλειά της και φεύγει». «Μπορεί να μη μιλάει πολύ, αλλά είναι καλή στη δουλειά της. Οι


κρεβατοκάμαρες λάμπουν από καθαριότητα και δε βρίσκεις ίχνος σκόνης ούτε κάτω από τα κρεβάτια». Αλλά η μαγείρισσα είχε πάψει ήδη να την ακούει. Έσπασε τα αυγά στο τηγάνι και γύρισε το μπέικον να ροδίσει κι από την άλλη, ενώ δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της το περιστατικό της νύχτας. Ήταν πολύ παράξενο αυτό που έγινε. Αργότερα, κάπο ία στιγμή που δε θα την έβλεπε κανείς, θα έβγαινε στον κήπο να δει τι είχε κάνει η Πολίν. «ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ,Μ’ΑΚΟΤ Σ!» ξελαρυγγιάστηκε η Μεγκ. «Χριστός και Παναγία!» Η μαγείρισσα γύρισε οργισμένη, φέρνοντας το χέρι στην καρδιά της. «Βάλθηκες να με ξεκάνεις;» Στο μεταξύ, η Μεγκ είχε πλησιάσει τόσο κοντά, που την πήρε σβάρνα η ογκώδης κυρία Μπέλλαμυ. Τ ο απότομο γύρισμά της έσπρωξε προς την αντίθετη πλευρά τη Μεγκ. «Πρόσεχε, μαγείρισσα!» Ρίχτηκε σε μια καρέκλα τρέμοντας ακόμα. «Δεν υπάρχει λόγος να τα βάζεις μαζί μου. Προσπαθούσα απλώς να σε κάνω να με ακούσεις. Μήπως κουφάθηκες ξαφνικά;» «Άσε τα λόγια και φέρε τις πιατέλες!» Σήμερα το πρωί η μαγείρισσα δεν είχε διάθεση για πολλά λόγια κι η Μεγκ, βλέποντάς την έτοιμη να την καταχερίσει με τη σπάτουλα, έφυγε τρέχοντας. «Τ ελείωνε λοιπόν! Βιάσου πριν καεί το φαγητό!» Η μαγείρισσα κράδαινε τη σπάτουλα σαν όπλο. «Σε λίγο θα κατέβουν και θα ζητάνε το πρωινό τους. Κουνήσου, άχρηστο πλάσμα!» Η Μεγκ ήρθε φορτωμένη με τις βαριές πορσελάνινες πιατέλες και τις ακούμπησε στο τραπέζι. «Μα τι έχεις πάθει;» Κοίταξε δυσαρεστημένη τη μαγείρισσα, που γέμιζε τις πιατέλες’ στη μια έβαλε το μπέικον και τα λουκάνικα και στην άλλη τα αυγά. «Σαν αρκούδα με πονοκέφαλο κάνεις». «Φέρε το τρόλεϊ». Στο μεταξύ, η μαγείρισσα είχε ηρεμήσει. «Ωραία!


Πήγαινέ το στην τραπεζαρία πριν απολυθούμε κι οι δύο». Παραλίγο να το ξεχάσει, «Ξέρεις αν θα κατέβει η κυρία;» Η Μεγκ έγνεψε αρνητικά. «Είναι χάλια ακόμα. Μάλιστα δε θα ξαφνιαστώ αν καλέσουν το γιατρό. Αν με ρωτάς, έχει πυρετό». «Δε σε ρώτησα!» Η μαγείρισσα δεν ήθελε πολλά λόγια. «Ρώτησα μόνο αν θα κατέβει». «Όχι βέβαια. Ζήτησε κι άλλη σούπα». Η Μεγκ γέλασε πονηρά. «Πρέπει να τη θεωρεί θαυματουργή ή κάτι τέτοιο». «Χμ! Ευτυχώς, έφτιαξα αρκετή για να φτάσει για δυο μέρες». Έσπρωξε ανυπόμονα τη Μεγκ. «Πήγαινε λοιπόν! Μέχρι να σερβίρεις το πρωινό, θα την έχω ζεστάνει. Θα ρίξω και λίγο ζωμό κρέατος και θα είναι σαν φρέσκια». Τ ο είπε και το έκανε. Μέχρι να γυρίσει η Μεγκ για να παραγγείλει κι άλλο τσάι για τον Έντουαρντ, η σούπα σιγόβραζε στη φωτιά. Όταν ετοιμάστηκε το τσάι,η Μεγκ το πήγε στην τραπεζαρία και γύρισε κατσουφιασμένη. «Αυτή η Πολίν μού τη δίνει ώρες ώρες στα νεύρα. Τ ο παλιοκόριτσο». Η μαγείρισσα καθόταν στο τραπέζι περιτριγυρισμένη από κιβώτια με λαχανικά και πρόσωπο άσπρο σαν χαρτί. «Συνέβη κάτι τρομερό» είπε βραχνά στην υπηρέτρια. «Μόλις έφερε ο μανάβης την παραγγελία μας και μου είπε ότι έγινε ένας φόνος χτες τη νύχτα στο Μπάγκλεϋ Ρόουντ. Βρέθηκε μια κοκκινομάλλα σφαγμένη στο κατώφλι της». Η Μεγκ τρόμαξε,γιατί η μαγείρισσα φαινόταν έτοιμη να λιποθυμήσει. «Θα σου φέρω ένα ποτήρι νερό» είπε καλοσυνάτα. «Πήρες μεγάλη τρομάρα». Έβαλε νερό φλυαρώντας με τον αμίμητο τρόπο της. «Άσχημη δουλειά, αυτό είναι σίγουρο. Για φαντάσου! Να τη δολοφονήσουν στο κατώφλι της. Πάει,χάλασε ο κόσμος».


Όταν γύρισε κρατώντας το ποτήρι, η μαγείρισσα είχε εξαφανιστεί. «Μαγείρισσα, είσαι καλά; Πού είσαι;» Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, τη φώναξε κάμποσες φορές, μα δεν πήρε απόκριση, κι έτσι ήπιε η ίδια το νερό. «Θα πήγε να ξαπλώσει το δίχως άλλο» μονολόγησε. «Η καημένη». Συνειδητοποιώντας ότι είχε μείνει μόνη της, στρώθηκε να τελειώσει τις δουλειές που είχε αφήσει στη μέση η μαγείρισσα. Γέμισε ένα πιάτο σούπα, το έβαλε σε ένα δίσκο με ασημένιο κουτάλι και καθαρή πετσέτα και το ανέβασε στη Ρόζμαρυ. «Να το φάτε όλο, κυρία» είπε θαρρετά, παίρνοντας πολύ στα σοβαρά τις υποχρεώσεις της τώρα που εξαφανίστηκε τόσο άκαιρα η μαγείρισσα. Ετοιμαζόταν να πει στη Ρόζμαρυ για το φόνο, όταν τη ρώτησε εκείνη για τα παιδιά. «Α, είναι μια χαρά, κυρία. Μόλις πήγαν στη βιβλιοθήκη, όπου τα περίμενε ο δάσκαλος να αρχίσουν τα μαθήματά τους». ‘ Η κυρία της ησύχασε, γιατί μέχρι να ανοίξει η Μεγκ τις κουρτίνες και να σιάξει το κρεβάτι είχε αδειάσει το μισό πιάτο. «Δεν μπορώ να φάω άλλο» πληροφόρησε τη Μεγκ «αλλά πες στη μαγείρισσα πως ήταν πεντανόστιμη». Κι ύστερα φτερνίστηκε δυνατά κι η Μεγκ έφερε δυο καθαρά μαντίλια. «Πρέπει να πηγαίνω» είπε στη Ρόζμαρυ κι έφυγε τρέχοντας για να μην κολλήσει αυτό το απαίσιο κρυολόγημα. Η Ρόζμαρυ φτερνίστηκε άλλη «Ετοιμαζόσουν να μου πεις κάτι».

μια

φορά

και

της φώναξε:

«Ναι, κυρία;» Η Μεγκ είχε αρπάξει κάποτε μια γρίπη που την έριξε δεκαπέντε μέρες στο κρεβάτι και δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει. Άλλωστε,δεν ήταν ώρα να στεναχωρήσει την κυρία της μιλώντας της για ένα φονικό. «Δεν ήταν τίποτα, κυρία». Καθώς έκλεινε πίσω της την πόρτα, κοίταξε από το άνοιγμα που στένευε. «Σίγουρα μπορεί να περιμένει».


Η Ρόζμαρυ έγνεψε. Τ ι παράξενο πλάσμα που είναι η Μεγκ, σκέφτηκε μέσα της. Μα είχε καλή καρδιά. Φτερνίστηκε άλλη μια φορά τόσο δυνατά, που ταρακουνήθηκε το κεφαλόσκαλο και το φτέρνισμά της ακούστηκε ως κάτω, την ώρα που η Μεγκ έμπαινε στην κουζίνα. «Γείτσες!» φώναξε και καταπιάστηκε με τη δουλειά της. Ανυπομονούσε να πει τα φοβερά νέα σε κάποιον -οποιονδήποτε-, αλλά η μαγείρισσα είχε ξαπλώσει, η κυρία της δεν ήταν σε θέση να ακούσει κάτι τόσο τρομακτικό κι η μονόχνοτη καμαριέρα δε θα της έλεγε ούτε τι ώρα είναι. Έτσι, έχοντας για μόνη συντροφιά τον εαυτό της, άνοιξε μαζί του μια μεγάλη συζήτηση. «Τ η δολοφόνησαν! Τ ης έκοψαν το λαρύγγι! Ποιος έκανε τέτοιο πράμα; Αχ! Πρέπει να έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα όταν γυρίζω στο σπίτι μου τη νύχτα». Γούρλωσε τα μάτια της και κοίταξε ολόγυρα. «Μόνο ένας Θεός ξέρει τι τρελοί γυρίζουν στους δρόμους». Μουρμούριζε ακόμα όταν κουβάλησε τα τελευταία πιάτα στο νεροχύτη. Μετά ανάβλεψε και είδε τη μαγείρισσα να διασχίζει το μονοπάτι πηγαίνοντας προς την έξοδο. «Χριστός και Παναγία! Πρώτα πέφτει ξερή από τα νέα και τώρα ξεπορτίζει». Πλατάγισε τα χείλη της, αναστέναξε, κούνησε το κεφάλι της κι έπιασε άλλη συζήτηση για τη μαγείρισσα και τις παράξενες συνήθειές της, καταλήγοντας: «Έτσι που κάνει, φοβάμαι πως ξεκούτιανε, ο Θεός να τη λυπηθεί». Ήταν ενάμισι χιλιόμετρο ως την εκκλησία και σε κάθε βήμα η μαγείρισσα κοίταζε φοβισμένη πίσω της, μήπως και την παρακολουθούν. Γλίστρησε στην εκκλησία σαν κλέφτης τη νύχτα, πήγε γραμμή στο εξομολογητήριο και μπήκε μέσα. Αμέσως το πρόσωπο ενός παπά έσκυψε στο καφασωτό κι η φωνή του, απαλή σαν βελούδο, τη χαιρέτησε στο όνομα του Κυρίου. «Ευλόγησέ

με,πάτερ,γιατί

αμάρτησα»

ψιθύρισε

φοβισμένη

η


μαγείρισσα. Τ ης έδωσε την ευλογία του και περίμενε την εξομολόγησή της. Τ ου είπε ψιθυριστά, σχεδόν ξέπνοα: «Ξέρω κάτι φοβερό. Θα έπρεπε νά το έχω πει από καιρό» συνέχισε «αλλά είναι τόσο φριχτό, που φοβήθηκα. Τ ώρα δεν ξέρω τι να κάνω, πάτερ. Μου έχει δημιουργήσει άγχος. Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα. Δεν ξέρω τι είναι καλύτερο να κάνω. Αχ, πόσο φοβάμαι». «Πες μου τι ’ναι αυτό που σε φοβίζει». «Δεν μπορώ, πάτερ. Δεν τολμώ!» · «Αν δεν μπορείς να πεις στον Κύριο τι σε στεναχωρεί, πώς θα σε βοηθήσει;» Σταμάτησε. «Μπορώ να μάθω το όνομά σου;» Η μαγείρισσα το σκέφτηκε λιγάκι. «Άννι» μουρμούρισε. «Δεν μπορώ να πω τίποτα άλλο». «Έχε μου εμπιστοσύνη, Άννι» την παρακίνησε. «Ό ,τι κι αν μου εξομολογηθείς τώρα, θα το ξέρουμε μόνο εμείς οι δυο κι ο Κύριος». «Δε θα το πείτε;» «Όχι,Άννι, δε θα το πω. Σ’ το υπόσχομαι». Τ ο γυρόφερε για λίγο στο μυαλό της, θέλοντας να τον εμπιστευτεί, και μετά έσκυψε πιο κοντά στο καφασωτό. «Ξέρω κάποιον που σκότωσε… τρεις φορές, πάτερ!» Από την άλλη πλευρά του καφασωτού ακούστηκε μια κοφτή ανάσα κι ακολούθησε μια ψιθυριστή προσευχή. Τ έλος, ο παπάς τής είπε σοβαρά, με φωνή γεμάτη δέος: «Είναι φοβερό να κουβαλάς έναν τέτοιο σταυρό. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις». «Τ ι, πάτερ μου; Τ ι πρέπει να κάνω;»


«Να πας αμέσως στην αστυνομία». Η μαγείρισσα ανακάθισε. Είχε μοιραστεί το μυστικό της κι ένιωθε καλύτερα, αλλά δεν είχε ξεπεράσει το φόβο της. «Θα προσευχηθείτε για μένα, πάτερ;» «Θα προσευχηθούμε μαζί και μετά θα βρεις το θάρρος να πεις στην αστυνομία ό,τι ξέρεις». «Δε θα πείτε τίποτα, πάτερ, έτσι; Δε θα με προδώσετε;» «Δεν μπορώ να προδώσω την εμπιστοσύνη σου. Εσύ πρέπει να πας στην αστυνομία. Πρώτα όμως θα προσευχηθούμε στον Κύριο να σε βοηθήσει». Άρχισε να προσεύχεται κι η μαγείρισσα έκανε το ίδιο με σιγανή φωνή. Όταν τελείωσε όμως εκείνος, αυτή είχε φύγει’ ξεγλίστρησε αθόρυβα όπως είχε έρθει. Μόλις το συνειδητοποίησε ο παπάς, έτρεξε στο διάδρομο αναζητώντας την. Όταν δεν τη βρήκε πουθενά, βγήκε έξω, αλλά μόλις που πρόλαβε να τη δει να στρίβει στη γωνία. Τ ην ακολούθησε με την ελπίδα να την προλάβει. Αλλά εκείνη έτρεχε σαν να την κυνηγούσε ο διάβολος. Ένα λεπτό αργότερα είχε εξαφανιστεί μαζί με το φοβερό μυστικό της. Ο παπάς σκεφτόταν τα λόγια της καθώς επέστρεφε στην εκκλησία: «Ξέρω κάποιον που σκότωσε… τρεις φορές, πάτερ!». Κοίταξε γύρω του αφηρημένος τους περιποιημένους κήπους και το γρασίδι πού ήταν τακτικά και ήσυχα, όπως πάντα. Αλλά υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσε να τα δει το μάτι κι αυτά τα πράγματα ήταν που κλωθογύριζαν τώρα στο μυαλό του. Σκέφτηκε τις συνέπειες αυτού που είχε ακούσει και βούλιαξε η καρδιά του. «Ο Θεός να μας βοηθήσει» μουρμούρισε. «Αν είχε το


κουράγιο να κάνει αυτό που ξέρει πως είναι το σωστό!» Δεν το είχε όμως. Απεναντίας, το έσκασε τρομαγμένη. Δυστυχώς, ο παπάς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Δύο βράδια αργότερα η μαγείρισσα βρήκε το κουράγιο να επισκεφτεί μια παλιά άρρωστη φίλη και, καθώς γύριζε,της φάνηκε πως κάποιος την παρακολουθούσε. Κοίταξε αρκετές φορές πίσω της, μα δεν είδε κανέναν. Δε συμβαίνει τίποτα, είπε στον εαυτό της, χωρίς όμως να μπορέσει να διώξει το φόβο στο σκοτάδι της νύχτας. Συνέχισε το δρόμο της βαδίζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε και ήταν τόση η νευρικότητά της, που έτρεχε σχεδόν όταν έφτασε στη Χάι Στριτ. «Βοήθα με, Θεέ μου» έλεγε και ξανάλεγε. «Συμβαίνουν άσχημα πράγματα». Αργότερα την ίδια νύχτα τη βρήκε ένα ζευγαράκι στο κέντρο του Γουόμπερν,κουλουριασμένη στην είσοδο ενός καταστήματος σε μια λίμνη αίματος. Είχε πέσει θύμα άγριας δολοφονίας’ της είχαν κόψει πέρα ως πέρα το λαιμό. Δεν υπήρχε φανερό κίνητρο, γιατί το πορτοφόλι της βρισκόταν ακόμα μέσα στην τσάντα της και το δαχτυλίδι με το ρουμπίνι που φορούσε πάντα ήταν ακόμα στο δάχτυλό της. Η αστυνομία έκανε εξονυχιστικές έρευνες,αλλά δε βρήκε κανένα στοιχείο. Ο επιθεωρητής απορούσε που μια τόσο αξιαγάπητη γυναίκα, όπως είχαν δείξει οι έρευνές του ότι ήταν η κυρία Μπέλλαμυ, σφαγιάστηκε τόσο άγρια. «Παραλίγο να λιποθυμήσει όταν πληροφορήθηκε το φόνο της πόρνης. Η υπηρέτρια είπε πως έτρεμε σαν φύλλο». Ο υπαστυνόμος είχε εξετάσει το φόνο από κάθε σκοπιά, μέχρι που άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. «Αυτό δε λέει τίποτα» είπε αδιάφορα ο επιθεωρητής. «Φαντάζομαι πως κάθε καθωσπρέπει άνθρωπος στο Γουόμπερν, ειδικά της ηλικίας


της, θα έτρεμε σαν φύλλο ακούγοντας ένα τόσο φοβερό νέο». «Ναι, αλλά αυτή η Μεγκ λέει ότι έφυγε ξαφνικά. Πού πήγε; Στη φίλη της πάντως όχι,γιατί είχε να τη δει μια βδομάδα πριν από τη νύχτα της δολοφονίας της». «Αυτό εξηγείται εύκολα. Θα έλεγα πως ένιωσε την ανάγκη να βγει έξω, να πάρει καθαρό αέρα μετά το σοκ μιας τέτοιας είδησης. Όσο για το πού πήγε, πρέπει να συνεχίσουμε τις έρευνες. Κι ίσως να το μάθουμε». Χάιδεψε σκεφτικά το πιγούνι του. «Θα έλεγα ότι έκανε απλώς έναν περίπατο . Αυτό τείνω να πιστέψω, αφού μέχρι στιγμής δεν έχουμε βρει στοιχεία πως έκανε κάτι άλλο». Ο υπαστυνόμος είχε μια θεωρία. «Ίσως ο δολοφόνος να μην ήταν από αυτή την περιοχή» υπέθεσε. «Με τις δύο πόρνες και τη δύστυχη ηλικιωμένη γυναίκα,δε θα μου έχανε εντύπωση αν είναι ένας μανιακός που βρέθηκε στα μέρη μας. Μήπως πρέπει να το ελέγξουμε κι αυτό;» «Χμ». Ο επιθεωρητής είχε σκεφτεί ήδη αυτή τη θεωρία. «Η ουσία είναι ότι όποιος σκοτώνει αυτές τις γυναίκες πρέπει να είναι ή τελείως τρελός… ή προσωποποίηση της κακίας». Κάθισε στην άκρη του γραφείου του και κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε με τις σκέψεις του. «Δολοφονήθηκαν ήδη τρεις γυναίκες με τον πιο βάρβαρο τρόπο». Κοίταξε τον υπαστυνόμο, που είχε αρχίσει να βηματίζει πάνω κάτω. «Για να πω την αλήθεια, αναρωτιέμαι αν θα σταματήσει εδώ». «Τ ι σας κάνει να το λέτε αυτό;» «Καταρχήν, δε φαίνεται να υπάρχει κίνητρο μέχρι στιγμής τουλάχιστον δε βρήκαμε κανένα. Στην αρχή νόμιζα πως αυτό συνέβαινε γιατί οι άλλες γυναίκες ήταν παρδαλές -και ξέρεις πόσο τις σιχαίνονται ορισμένοι άνθρωποι. Τ ώρα όμως, με αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα -μια αξιοσέβαστη μαγείρισσα-δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ. Βλέπεις, αν δεν υπάρχει κίνητρο, θα πρέπει να σκοτώνει απλώς και μόνο γιατί το απολαμβάνει. Κι αυτό σημαίνει ότι δε θα


αργήσουμε να βρούμε και κάποια άλλη δύστυχη σφαγμένη». Ο υπαστυνόμος σταμάτησε να βηματίζει. «Αν είναι έτσι, πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας να πιάσουμε αυτό το κτήνος! Αλλιώς,την επόμενη φορά θα κινδυνεύσουν τα δικά μας κεφάλια». Στη γειτονική εκκλησία, ο παπάς ήταν γονατισμένος μπροστά στην Αγία Τ ράπεζα. «Τ ι να κάνω, Κύριε;» Ανασήκωσε το πρόσωπό του προς τον Εσταυρωμένο. «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι πρόκειται για την ίδια γυναίκα, αλλά μου είπε ότι την έλεγαν Άννι, σαν τη δολοφονημένη». Είδε με τα μάτια της φαντασίας του τη μαγείρισσα που έφευγε τρέχοντας. «Από την περιγραφή που δίνουν οι εφημερίδες και από τη γυναίκα που είδα εδώ, πιστεύω ότι το θύμα κι η βασανισμένη ψυχή που ήρθε να με βρει είναι ένα και το αυτό πρόσωπο». Βαθιά ταραγμένος, έσκυψε το κεφάλι του και προσευχήθηκε. «Οι νόμοι του Θεού και της εκκλησίας μού δένουν τα χέρια. Δεν μπορώ να προδώσω την εμπιστοσύνη της» μουρμούρισε. «Αλλά πώς θα μπορέσω να κρατήσω ένα τόσο φριχτό μυστικό;» Κοίταξε ξανά τον Εσταυρωμένο με δάκρυα στα μάτια. «Δεν τη βοήθησα, Κύριε. Ήρθε ζητώντας μου βοήθεια και δεν μπόρεσα να της την προσφέρω. Τ ώρα,για τιμωρία μου, το βάρος της έγινε δικό μου. Σε παρακαλώ, Κύριε, δώσ’ μου τη δύναμη να το σηκώσω, όπως ξέρω ότι πρέπει». Ο παπάς ήταν αφοσιωμένος ολόψυχα στην εκκλησία, αλλά για πρώτη.φορά ένιωσε αμφιβολίες. Θα τον καταδίωκε για πάντα η σκέψη αυτής της φτωχής γυναίκας που ήταν τόσο τρομοκρατημένη, ώστε φοβόταν να του ανοίξει την καρδιά της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15


ΣΤ ΙΣ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 1901, αφού μετακινήθηκε από το ένα θεραπευτικό ίδρυμα στο άλλο, ο Ρόμπερτ βγήκε τελικά από το ίδιο νοσοκομείο όπου είχε εισαχθεί αρχικά. Ήταν μια μεγάλη βασανιστική περίοδος της ζωής του, αλλά, επιτέλους, κόντευε να τελειώσει. Είχε υποβληθεί τουλάχιστον σε τέσσερις εγχειρίσεις για να ισιώσει το δεξί του πόδι κι η ανάρρωσή του προχωρούσε εξαιρετικά καλά. «Ποτέ δε θα γίνει τέλειο» του είπε ο δόκτωρ Μόρρισον «αλλά με λίγη τύχη θα είσαι ο μόνος που θα το προσέχει». Έσφιξε τα χείλη του έτοιμος να του πει κι άλλα νέα, όχι. και τόσο ικανοποιητικά. «Φοβάμαι πως το ισχίο δεν ανταποκρίθηκε με τον ίδιο τρόπο. Θα κουτσαίνεις ανεπαίσθητα, αλλά για έναν άνθρωπο που τραυματίστηκε τόσο βαριά, να θεωρείς πολύ μικρό το τίμημα για τη σωτηρία της ζωής σου». Ο Ρόμπερτ, που ένιωθε απέραντη ευγνωμοσύνη, συμφώνησε απόλυτα μαζί του. Ευχαρίστησε από τα βάθη της καρδιάς του αυτό τον υπέροχο ταλαντούχο άνθρωπο που τον βοήθησε να ξεπεράσει την πιο σκοτεινή περίοδο της ζωής του. «Πότε μπορώ να φύγω;» ρώτησε. Είχε πράγματα να κάνει. Πράγματα που τον βασάνιζαν καιρό. «Σε καμιά βδομάδα, δύο το πολύ». Ο δόκτωρ Μόρρισον σηκώθηκε από την άκρη του κρεβατιού όπου καθόταν πάντα, προς μεγάλη δυσφορία της προϊσταμένης, όταν μιλούσε με τους ασθενείς, και χτύπησε φιλικά στην πλάτη το Ρόμπερτ. «Ανυπομονώ να μας αδειάσεις τη γωνιά όσο κι εσύ». Χαμογέλασε πονηρά. «Χρειάζομαι το κρεβάτι για τον επόμενο ασθενή». Συνεπής στο λόγο του, ο χειρουργός έδωσε το εξιτήριο στο Ρόμπερτ μετά από δυο βδομάδες. Η μέρα που βγήκε από το νοσοκομείο στη λαμπρή λιακάδα ήταν για το Ρόμπερτ Σάλλιβαν η καλύτερη της ζωής του. «Νόμιζα πως δε θα


αναπνεύσω ξανά καθαρό αέρα» μουρμούρισε καθώς ευχαριστούσε το Θεό εκεί ψηλά, που τον βοήθησε να γίνει χαλά. Κρατούσε ένα βαλιτσάκι που του είχε δώσει μια νοσοκόμα. Είχε μέσα δύο πουκάμισα, ένα παντελόνι και μερικά εσώρουχα. Εκτός από αυτά, μόνη περιουσία του ήταν τα ρούχα που φορούσε, δέκα σελίνια από το φιλανθρωπικό ταμείο του νοσοκομείου και δύο επιστολές στην τσέπη του, που του έδωσε ο χειρουργός πριν φύγει. «Θα σε βοηθήσουν στο ξεκίνημα» εξήγησε. «Πήγαινέ τες στις διευθύνσεις που γράφουν. Έχω κανονίσει να σε περιμένουν». Συνόδευσε το Ρόμπερτ στην πόρτα του γραφείου του. «Δε θέλω να περιφέρεσαι άσκοπα στους δρόμους μετά από τόσους κόπους και προσπάθειες που κάναμε για να ’ρθει αυτή η μέρα». Στάθηκε στην πόρτα και κοίταξε το Ρόμπερτ που έφευγε. Μετά, περήφανος κι ικανοποιημένος, επέστρεψε στη δουλειά του κι ετοιμάστηκε ήρεμα για τον επόμενο ασθενή που χρειαζόταν τη βοήθειά του. Εκείνο το πρωί ο Ρόμπερτ δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του από τη χαρά του και τώρα το στομάχι του άρχισε να γουργουρίζει και να διαμαρτύρεται, αναγκάζοντάς τον να σταματήσει σε ένα καφέ. «Τ σάι και φρυγανισμένο ψωμί» έδωσε την παραγγελία του στην όμορφη μισοκοιμισμένη σερβιτόρα. «Και μπόλικη ζάχαρη,παρακαλώ». Τ ο αυθόρμητο χαμόγελό του την έκανε να κοκκινίσει ως τις ρίζες των μαλλιών της,αλλά δεν ήταν στις προθέσεις του να της προκαλέσει αμηχανία’ αυτός χαιρόταν απλώς και μόνο που ήταν ζωντανός. Βολεύτηκε στην καρέκλα κι έβγαλε τις επιστολές από την τσέπη του. Η μία απευθυνόταν στον κύριο Μόρτιμερ Τ ζάκσον, ο οποίος, σύμφωνα με το χειρουργό, είχε ένα στόλο άμαξες. «Τ ον ξέρω πάρα πολλά χρόνια» είχε πει στο Ρόμπερτ «και ψάχνει πάντα για υπεύθυνους οδηγούς. Τ ου είπα ότι δε θα τον απογοητεύσεις αν σου δώσει μια ευκαιρία». Η δεύτερη επιστολή απευθυνόταν σε κάποια δεσποινίδα Στιούαρτ, ιδιοκτήτρια μιας ευυπόληπτης πανσιόν στα περίχωρα του Μπέντφορντ’ παλιά ήταν νοσοκόμα στο νοσοκομείο, καθώς επίσης


και ευγνώμων ασθενής του χειρουργού . «Ορίστε,κύριε». Προφανώς,η σερβιτόρα είχε φροντίσει την εμφάνισή της,γιατί τώρα τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα και τα χείλη της βαμμένα’ αξιοπρόσεκτη αλλαγή από το αχτένιστο και άβαφο πρόσωπο που τον υποδέχτηκε. «Έβαλα πολλή ζάχαρη στο τσάι σας, όπως ζητήσατε, και μπόλικο βούτυρο στο ψωμί σας. Έχουμε και μαρμελάδα φράουλα, αν θέλετε…» Τ ου Ρόμπερτ του άρεσε η ιδέα της μαρμελάδας. «Φέρτε μου λοιπόν» είπε με εκείνο το αυθόρμητο χαμόγελο που της έλυνε τα γόνατα. Τ ου έφερε το βάζο και χαμογελούσε ντροπαλά καθώς εκείνος άλειφε το ψωμί του, ρίχνοντας χωρίς να το προσέξει λίγη μαρμελάδα στο παπούτσι του. Οταν τελείωσε το πρωινό του και πήγε στον πάγκο να πληρώσει, η κοπέλα κοκκίνισε, χαμογέλασε και ξανακοκκίνισε, μέχρι που ο Ρόμπερτ δεν ήξερε τι να κάνει. Έτσι, της φίλησε το χέρι, οπότε εκείνη κόντεψε να λιποθυμήσει. «Ω!» Αυτό ήταν το μόνο που είπε κι ο Ρόμπερτ βιάστηκε να φύγει πριν αρχίσουν να της μπαίνουν ιδέες. Άλλωστε, μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο. Όταν βγήκε έξω, γέλασε μονάχος του. «Χρειάζεται έναν άντρα καλύτερο από μένα» μουρμούρισε. «Εγώ δεν ξέρω καν αν εξακολουθώ να είμαι ικανός». Ξάφνου,το μυαλό του κατακλύστηκε από τη σκέψη της Μαίρης. Η καρδιά του είπε το όνομά της κι ύστερα το ψιθύρισαν τα χείλη του. «Μαίρη». Σοβάρεψε απότομα. «Πού να ’σαι τώρα;» Σκέφτηκε και τα παιδιά του, που ζούσαν στο μυαλό και στην καρδιά του όλα αυτά τα χρόνια. Σκέφτηκε τη μικρή του οικογένεια κι η αποφασιστικότητά του δυνάμωσε όσο ποτέ ως τότε. «Θα τους βρω» ορκίστηκε σιγανά. «Θα τους βρω όλους!» Πρώτα όμως έπρεπε να βρει τον άνθρωπο που σκότωσε τον έναν και μοναδικό φίλο του,τον Τ ζόρντι. Είχε συγκλονιστεί όταν


πληροφορήθηκε τη δολοφονία του. Τ ο ένστικτό του του έλεγε ότι υπεύθυνος ήταν ο ίδιος άνθρωπος που τον έριξε στις ρόδες της άμαξας. «Θα σε βρω, κάθαρμα!» γρύλισε με σφιγμένα δόντια. «Θα πληρώσεις γι’ αυτό που έκανες… σε μένα και στον Τ ζόρντι. Όπου κι αν είσαι. Θα σε ξετρυπώσω και δε θα σε γλιτώσει τίποτα». Ήταν παράξενο, γιατί πίστευε πως είχε ξεπεράσει το τραύμα εκείνης της φριχτής νύχτας,τώρα όμως, καθώς ετοιμαζόταν να διασχίσει το δρόμο, εμφανίστηκε μια τετράτροχη άμαξα. Ο Ρόμπερτ μαρμάρωσε στη θέση του με κομμένη την ανάσα’ χρειάστηκε μερικά λεπτά κι ατσάλινη αποφασιστικότητα για να συνέλθει και να περάσει το δρόμο. Άρχισε να συνειδητοποιεί αποθαρρυμένος ότι ο έξω κόσμος ήταν μια νέα εμπειρία και θα χρειαζόταν χρόνο να προσαρμοστεί. «Ακόμα κι αν θελήσουν να με προσλάβουν, θα μπορέσω να οδηγήσω άλογο και άμαξα;» Μέχρι τότε δεν είχε περάσει από το μυαλό του αυτή η ερώτηση. Πρώτη του στάση ήταν η πανσιόν. Μετά από μια σύντομη διαδρομή με άμαξα και αφού έστριψε σε λάθος δρόμο όταν κατέβηκε, ο Ρόμπερτ βρήκε επιτέλους το οίκημα δίπλα στην τοξωτή γέφυρα του’ποταμού. Μεγάλο κι επιβλητικό, δεν ήταν όπως φανταζόταν μια πανσιόν. Απόμεινε κάμποση ώρα να το κοιτάζει. Τ ο οίκημα είχε έντονη προσωπικότητα. Ήταν ένα παμπάλαιο κτίριο με ψηλά παράθυρα, που είχαν πέτρινα κατακόρυφα χωρίσματα. Στην εξώπορτα οδηγούσε ένα ελικοειδές πλακόστρωτο μονοπάτι με υπέροχα παρτέρια δεξιά κι αριστερά. Στη γιγάντια παλαιική πόρτα ήταν σκαλισμένα ρόδα και στο κέντρο κρεμόταν ένα μπρούντζινο ρόπτρο σε σχήμα λεοντοκεφαλής. Ήταν πολύ εντυπωσιακό οίκημα. «Τ ι δουλειά έχω εγώ εδώ;» Ο Ρόμπερτ προχώρησε γεμάτος νευρικότητα. «Έλα, Ρόμπερτ, αγόρι μου. Δε θα σε έστελνε εδώ ο δόκτωρ Μόρρισον αν είχε επιφυλάξεις». Σήκωσε το βλέμμα στον


ουρανό, ανασήκωσε τους ώμους του και συγκέντρωσε το κουράγιο του. «Άλλωστε, αυτή τη στιγμή δεν έχεις άλλη επιλογή». Προχώρησε απρόθυμα στο μονοπάτι. Όταν έφτασε στην πόρτα, έπιασε επιφυλακτικά το ρόπτρο, το χτύπησε στη μεταλλική πλάκα και τινάχτηκε, γιατί ο θόρυβος ήταν πιο δυνατός απ’ ό,τι περίμενε. Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως. «Σας είδα που ερχόσαστε απ’ το μονοπάτι» είπε κοφτά η γυναίκα. «Προς στιγμή δεν ήμουν σίγουρη αν θα έρθετε». Η δεσποινίς Στιούαρτ, μια ψηλόλιγνη γυναίκα με μεγάλα άσπρα δόντια και γκρίζα μαλλιά μαζεμένα ψηλά, σου προκαλούσε ένα αίσθημα κατωτερότητας με το στητό αυταρχικό παρουσιαστικό της. «Κληρονόμησα αυτό το σπίτι από τον πατέρα μου» πληροφόρησε το Ρόμπερτ καθώς έμπαινε. «Ανήκει εδώ και γενιές στην οικογένειά μας». Παρατηρώντας το σταφιδιασμένο πρόσωπο και το λιπόσαρκο κορμί με τη μακριά μαύρη φούστα και την κολλαριστή ποδιά, ο Ρόμπερτ αναρωτήθηκε αν εννοούσε το σπίτι ή τον εαυτό της. Όμως, παρά την άχαρη εμφάνισή της, γλιστρούσε στο πάτωμα σαν κύκνος σε λίμνη. «Ακολουθήστε με!χ> Διέσχισε αγέρωχα το χολ κάνοντας διάφορα σχόλια καθώς προχωρούσε «Βλέπεις, ήμουν νοσοκόμα… σταμάτησα πριν από δώδεκα χρόνια. Δεν παντρεύτηκα δεν ήθελα-και μόνοι στενοί μου συγγενείς ήταν οι γονείς μου. Όταν πέθαναν, μου έμεινε αυτό το υπέροχο σπίτι». Είχε διασχίσει έναν ανοιχτό χώρο με ψηλά παράθυρα και ταπισερί στους τοίχους και μπήκε σε ένα στενό διάδρομο που οδηγούσε στους άλλους χώρους του σπιτιού. Ο σχολιασμός συνεχίστηκε. «Για ένα μεγάλο διάστημα δεν έμενα εδώ, αλλά μετά ένιωσα μοναξιά κι αποφάσισα να νοικιάσω δωμάτια. Τ ώρα, φυσικά, δε βγάζω μόνο το ψωμί μου αλλά βλέπω και τον κόσμο που έρχεται και φεύγει».


Καθώς γύρισε να του χαμογελάσει, το πρωινό φως που έμπαινε από τα βιτρό πάνω από την πόρτα έπεσε στα δόντια της, που φωτίστηκαν σαν ζωγραφική σε μουσαμα’ ξάφνου πάνω τους καθρεφτίστηκαν τα πιο συναρπαστικά χρώματα. Ήταν ένα τρομακτικό, μαγικό θέαμα. «Πολύ ενδιαφέρον σπίτι». Ο Ρόμπερτ σκέφτηκε ότι το σπίτι ταίριαζε τέλεια στη γυναίκα’ ήταν και τα δύο παμπάλαια, στέρια και, με έναν παράξενο τρόπο, ζεστά και φιλόξενα. Όταν έφτασαν μπροστά σε δύο κλειστές πόρτες, άπλωσε τα χέρια της με μια εκφραστική χειρονομία. «Εδώ είναι τα ιδιαίτερα διαμερίσματά μου». Κοντοστάθηκε και τον κοίταξε στα μάτια’ εκτός από τα ανασηκωμένα φρύδια της, το πρόσωπό της ήταν τελείως ανέκφραστο, αν και υπήρχε μια προειδοποίηση στη φωνή της καθώς του εξηγούσε σιγανά: «Κανείς δεν πήρε την άδεια να διαβεί αυτές τις πόρτες και ούτε θα την πάρει. Είμαι μια γυναίκα που της αρέσει η ησυχία της». Ξαφνικά, χωρίς να περιμένει την απάντηση του Ρόμπερτ, έκανε μεταβολή και προχώρησε προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει. Έστριψε αριστερά στο χολ,άνοιξε μια πόρτα και ξαφνικά ήταν σαν να άνοιγε όλος ο κόσμος. «Ω!» Έκπληκτος από ευχαρίστησης Ρόμπερτ δεν πίστευε στα μάτια του. «Τ ι υπέροχο δωμάτιο!» «Ευχαριστώ». Είχε ένα χαμόγελο ως τα αυτιά και τα δόντια της έλαμπαν εκτυφλωτικά στο αφύσικα δυνατό φως. «Εδώ είναι το καθιστικό. Αυτή τη στιγμή έχω οχτώ πελάτες και υπάρχει άφθονος χώρος για να βολεύονται όλοι άνετα εδώ. Κάθε πρωί μού φέρνουν τις εφημερίδες και έχω μια πλούσια συλλογή βιβλίων για όποιον ενδιαφέρεται». Γ όρισε προς το μέρος του και πρόσθεσε, ντροπαλά σχεδόν: «Χαίρομαι που σας αρέσει». Γιά το Ρόμπερτ ήταν αναμφίβολα το εκπληκτικότερο δωμάτιο που αντίκρισε ποτέ του. Ο τεράστιος χώρος ήταν πλημμυρισμένος φως. Στη μία πλευρά υπήρχαν τρία τεράστια παράθυρα που καταλάμβαναν όλο σχεδόν τον τοίχο’ το μεσαίο είχε από κάτω ένα χτιστό κάθισμα και τα δύο που το πλαισίωναν ήταν ψηλά και φαρδιά. Ενδιάμεσα κρέμονταν μουσταρδί βελούδινες κουρτίνες και στο χτιστό κάθισμα


υπήρχε μια ολόκληρη συλλογή από ωραία αφράτα ασορτί μαξιλαράκια. «Τ ις κουρτίνες και τα μαξιλαράκια τα έχω ράψει εγώ η ίδια» είπε περήφανα η δεσποινίς Στιούαρτ. «Ένα από τα πράγματα για τα οποία επέμενε η μητέρα μου ήταν να μάθω ραπτική, από πολύ μικρή ηλικία». Αριστερά και δεξιά στους έντονα βαμμένους τοίχους κρέμονταν πίνακες με τοπία και θαλασσογραφίες. Υπήρχε ένα μακρύ ντουλάπι κι από πάνω ράφια με βιβλία κι εφημερίδες, καθώς και ένα βάζο με καλοκαιρινά λουλούδια. Ολόγυρα ήταν σκορπισμένοι άνετοι καναπέδες και τρεις βαθιές πολυθρόνες με καλύμματα από τα ωραιότερα υφάσματα. «Όλα έργο των χεριών μου» έλεγε κάθε τόσο κι ο Ρόμπερτ εντυπωσιάστηκε βαθιά. Σε λίγο ολοκληρώθηκε η ξενάγηση. Η τραπεζαρία ήταν το ίδιο ευχάριστη, με οχτώ μικρά στρογγυλά τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα, στρωμένα για το δείπνο. «Οι πελάτες λείπουν στις δουλειές τους» του είπε. «Τ ο πρωινό τελειώνει νωρίς, αλλά μπορώ να σας φτιάξω αυγά με μπέικον, αν είστε πεινασμένος». Και συμπλήρωσε αμήχανα: «Ο δόκτωρ Μόρρισον μου είπε την ιστορία σας, κύριε Σάλλιβαν. Θέλω να αισθανθείτε άνετα εδώ. Θέλω να νιώσετε σαν στο σπίτι σας για όσο διάστημα θελήσετε να μείνετε». Ο Ρόμπερτ την ευχαρίστησε βαθιά υποχρεωμένος και προχώρησαν. Τ ου έδειξε το ντουλάπι με τα πανωφόρια και ένα βεσέ με νιπτήρα και λεκάνη με καζανάκι. «Έχω βάλει υδραυλική εγκατάσταση» είπε. «Όπως βλέπετε, υπάρχει ένα βεσέ εδώ και δύο λουτρά στο πάνω πάτωμα. Υπάρχουν εννιά κρεβατοκάμαρες, όλες με θέα στο ποτάμι, και πόρτα για τον πίσω δρόμο, ώστε να μπαινοβγαίνουμε εύκολα». Όταν είδε το δωμάτιο όπου θα έμενε, ο Ρόμπερτ ενθουσιάστηκε. Ήταν μετρίου μεγέθους, βολικό και φωτεινό, με λουλουδάτες κουρτίνες και ένα νιπτήρα στη γωνία. Τ ο κρεβάτι με το πάπλωμα πάτσγουρκ ήταν μεγάλο και δελεαστικό και στον πίσω τοίχο υπήρχε μια σιφονιέρα με βαθιά συρτάρια και καθρέφτη, δίπλα σε μια μικρή ντουλάπα. Κοντολογίς, υπήρχαν όλα τα χρειαζούμενα.


Η θέα στο ποτάμι ήταν υπέροχη. Από το φαρδύ παράθυρο φαίνονταν η αψιδωτή γέφυρα κι ο κεντρικός δρόμος στο βάθος. Έξι χαριτωμένοι κύκνοι έπλεαν σε μικρή απόσταση από το σπίτι και λίγο πιο πάνω ένας κωπηλάτης έσκιζε τα ήρεμα νερά. Φορούσε γιλέκο και φαρδύ παντελόνι και φαινόταν πολύ έμπειρος. Στην όχθη άνθιζαν μυριάδες αγριολούλουδα’ τα παρτέρια που πλαισίωναν τα δρομάκια ήταν χάρμα οφθαλμών και τα κλαδιά των γέρικων ιτιών έσκυβαν στο νερό σαν να ήθελαν να πιουν. «Μαγεία!» κοντανάσανε ο Ρόμπερτ. «Ωραία!» Τ ου χάρισε ένα χαμόγελο που αποκάλυψε ξανά τα δόντια της και βγήκε από το δωμάτιο, θεωρώντας ότι ο Ρόμπερτ θα την ακολουθούσε. Τ ην ακολούθησε κουτσαίνοντας ελαφρά στο γραφείο του ισογείου, όπου του είπε τις τιμές της πανσιόν. «Ένα σελίνι η διανυκτέρευση χωρίς πρωινό και τρεις πένες επιπλέον για το πρωινό. Τ ο δείπνο είναι έξι πένες». Ανάβλεψε από τα κιτάπια της και τον πληροφόρησε σοβαρά: «Παίρνω πάντα επτά σελίνια προκαταβολή». Ο Ρόμπερτ σκέφτηκε ότι, παρά τη συστατική επιστολή, μπορεί να μην έβρισκε αμέσως δουλειά και βούλιαξε η καρδιά του. Αν πλήρωνε τώρα τόσα πολλά χρήματα, θα έμενε αδέκαρος. «Αλλά όχι από σας, κύριε Σάλλιβαν!» Τ ου χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο κατανόηση. «Ο δόκτωρ Μόρρισον με διαβεβαίωσε ότι είσαστε άνθρωπος φερέγγυος, με σπάνια τιμιότητα, γι’ αυτό αποφάσισα να μη σας ζητήσω πρόκαταβολή. Είμαι σίγουρη ότι θα χρειαστείτε και την τελευταία σας δεκάρα στο άμεσο μέλλον». Ο Ρόμπερτ την ευχαρίστησε με απέραντη ανακούφιση. «Καλοσύνη σας». Η πρώτη του εντύπωση ήταν πως είχε να κάνει με μια άκαμπτη γυναίκα, μια σκληρή επιχειρηματία που δεν υποχωρούσε σπιθαμή. Χαιρόταν τώρα που έβλεπε πόσο έξω είχε πέσει. Τ ου έδωσε τρία κλειδιά: ένα του δωματίου του κι από ένα για την


μπροστινή και την πίσω πόρτα. «Τ ι λέτε; Θέλετε πρωινό;» «Αν μου επιτρέπετε, θα προτιμούσα να ψάξω για δουλειά. Έχω μια συστατική επιστολή από το γιατρό να δω κάποιον Μόρτιμερ Τ ζάκσον. Έχει ένα στόλο αμαξών, απ’ ό,τι μου είπαν». Η γυναίκα σηκώθηκε. «Καλά σας είπαν» τον πληροφόρησε. «Έχει επίσης καλή φήμη. Πηγαίνετε να τον δείτε. Είμαι σίγουρη ότι δε θα απογοητευτείτε». Τ ου έδειξε ξανά τα δόντια της με ένα πλατύ χαμόγελο. «Έχω χίλια πράγματα να κάνω » εξήγησε. «Βλέπετε, κρατάω μόνη μου την πανσιόν. Πέρασαν αμέτρητες βοηθοί, αλλά καμιά δεν αποδείχτηκε κατάλληλη. Στο τέλος κατάλαβα πως μπορώ να βασιστώ μόνο στον εαυτό μου. Άλλωστε, μ’ επιβραβεύει η δουλειά. Με βοηθά να κρατώ τη φόρμα μου και τα φτιάχνω όλα όπως θέλω εγώ. Και, φυσικά, εξοικονομώ ένα μισθό, δηλαδή βγαίνω απ’ όλες τις απόψεις κερδισμένη». Σηκώθηκε χωρίς να προσθέσει λέξη κι αποσύρθηκε στα διαμερίσματά της, αφήνοντας το Ρόμπερτ να βρει μόνος του το δρόμο για το δωμάτιό του, πράγμα που έκανε χωρίς καθυστέρηση. Όταν ανέβηκε, τακτοποίησε τα πράγματά του στην ντουλάπα και πλύθηκε στο νιπτήρα. Κατόπιν χτενίστηκε, συγυρίστηκε και βγήκε από την πίσω πόρτα, με ελπιδα στην καρδιά του και μερικά νομίσματα στην τσέπη του. Ακολούθησε την όχθη προς την κατεύθυνση της πόλης και σταμάτησε να ρωτήσει για τη διεύθυνση που έγραφε η επιστολή. Αφού βεβαιώθηκε πως βάδιζε προς τη σωστή κατεύθυνση, συνέχισε το δρόμο του με πιο ζωηρό βήμα. Σε λίγο βγήκε στη Χάι Στριτ, όπου μετά από περπάτημα δέκα λεπτών έφτασε στη διεύθυνση. Τ ο κτίριο ήταν μια παλιά αποθήκη στην άκρη του κεντρικού δρόμου. Από μπροστά φαινόταν μικρό, αλλά όταν κοίταξε μέσα από την πύλη είδε ότι είχε μεγάλο βάθος -έφτανε ως τις σιδηροδρομικές γραμμές


σχεδόν. Απέναντι υπήρχε ένα άλλο μικρότερο κτίριο κι ανάμεσα μια πλακόστρωτη αυλή με κάμποσες εντυπωσιακές γυαλιστερές μαύρες άμαξες, που ετοιμάζονταν για τη δουλειά της ημέρας. Ο Ρόμπερτ επέστρεψε στην κεντρική είσοδο και κοίταξε την πινακίδα πάνω από την πύλη: ΜΟΡΤΙΜΕΡ ΤΖΑΚΣΟΝ Άμαξες για όλες τις περιστάσεις Μπήκε και πήγε γραμμή στο γραφείο της ρεσεψιόν. «Ο κύριος Τ ζάκσον σάς περιμένει» τον βεβαίωσε η νεαρή γυναίκα. «Μου είπε να σας πω ότι θα σας δει σε πέντε λεπτά, όταν τελειώσει με τον πελάτη που μιλάει». Σε λιγότερο από ένα λεπτό βγήκαν δύο άντρες από μια πόρτα στα αριστερά. Ήταν μεσόκοποι, με γκρίζα μαλλιά από το άγχος της δουλειάς. Ο ένας ήταν λεπτός, με κυρτούς ώμους και κουρασμένο ύφος’ ο άλλος εύσωμος, φαλακρός, με κοινά χαρακτηριστικά. Ο δεύτερος δε χαμογέλασε ούτε μια φορά, ούτε όσο μίλαγε με τον πρώτο ούτε όταν τον αποχαιρέτισε. Όταν έφυγε ο λεπτός άντρας κι έκλεισε πίσω του η πόρτα, ο μεσόκοπος κύριος πήγε στη ρεσεψιόν κι άφησε μερικά χαρτιά. Ύστερα στράφηκε στο Ρόμπερτ. «Κι εσύ ποιος είσαι;» Κοίταξε το Ρόμπερτ με ενδιαφέρον. «Λέγομαι Ρόμπερτ Σάλλιβαν. Με στέλνει ο δόκτωρ Μόρρισον». «Α, ναι». Χάιδεψε το πιγούνι του κοιτάζοντας το Ρόμπερτ από πάνω ως κάτω και δείχνοντας ότι του άρεσε αυτό που έβλεπε. «Έχεις μια επιστολή;» «Μάλιστα, κύριε. Εδώ την έχω». Τ ην έβγαλε από την τσέπη του και την έδωσε με το ένα χέρι, απλώνοντας το άλλο για χειραψία. «Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε». Έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε, μα ο άλλος δεν του ανταπέδωσε το .χαμόγελο.


Ο Τ ζάκσον διάβασε την επιστολή βηματίζοντας πάνω κάτω. Ο Ρόμπερτ περίμενε αμίλητος· και ήλπιζε. Ο κύριος Τ ζάκσον γύρισε προς το μέρος του. «Μμμ! Φαίνεται ότι ο φίλος μου ο δόκτωρ Μόρρισον σε έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Εδώ λέει πως έχεις τσαγανό και κουράγιο». «Αυτό δεν το ξέρω, κύριε» είπε σεμνά ο Ρόμπερτ. «Η αλήθεια είναι πως δε θα τα κατάφερνα χωρίς τη βοήθεια του δόκτορα Μόρρισον. Με παρέπεμψε σε τόσους γιατρούς και ειδικούς, που δεν τους θυμάμαι όλους, αλλά υποσχέθηκε να φύγω περπατώντας από το νοσοκομείο, και το έκανε. Τ ου χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη». Ο άλλος άντρας τον κοίταξε επίμονα. «Συνήθως χρειάζονται δύο» σχολίασε κοφτά. «Είμαι βέβαιος ότι ο Μόρρισον, όσο καλός κι αν είναι, δε θα τηρούσε την υπόσχεσή του αν δεν ανταποκρινόσουν κι εσύ». « Ισως». Ο Ρόμπερτ είχε την αίσθηση ότι ο κύριος Τ ζάκσον ήταν ισχυρογνώμων και δεν του άρεσε να του φέρνουν αντιρρήσεις. «Λέει ότι πέρασες δύσκολες στιγμές». «Ναι, κύριε, αλλά τώρα είμαι σε θέση να δουλέψω». «Μμμ». Έκανε μια βόλτα γύρω από το Ρόμπερτ παρατηρώντας την ψηλόλιγνη σιλουέτα,την ίσια πλάτη και τους ώμους. Έβλεπε ότι ο Ρόμπερτ κούτσαινε από το ένα πόδι και το σχολίασε χωρίς συναισθηματισμούς. «Έχεις πρόβλημα με το πόδι σου;» «Τ ο πόδι μου δεν έχει κανένα πρόβλημα, κύριε, απλώς δεν είναι ίσιο σαν το άλλο. Δε μ’ εμποδίζει να δουλέψω». «Σ’ εμποδίζει να οδηγήσεις;» «Όχι, κύριε, είμαι βέβαιος πως όχι». «Έχεις άδεια οδηγού άμαξας;»


«Όχι, κύριε». «Μμμ». Τ ον ζύγιασε ξανά με το βλέμμα -τα ωραία χαρακτηριστικά, τα πυκνά μαλλιά. «Θα σου άρεσε να οδηγείς άμαξα;» Ο Ρόμπερτ άρχισε να χαλαρώνει. «Ναι. Ανυπομονώ να πιάσω δουλειά και να βγάλω το ψωμί μου. Χάρη στο δόκτορα Μόρρισον, βρήκα δωμάτιο σε ένα ωραίο σπίτι στο ποτάμι. Δε θέλω ελεημοσύνη, κύριε. Θέλω να κερδίσω τη ζωή μου κι όσο πιο γρήγορα βρω δουλειά τόσο καλύτερα. Η δουλειά του αμαξά μού φαίνεται μια χαρά». «Θέλω να ξέρω,γιατί είναι υπεύθυνη δουλειά. Δεν πρέπει να την παίρνεις ελαφρά!» «Τ ο καταλαβαίνω, κύριε». Ξαφνικά, ο κύριος Τ ζάκσον σταμάτησε μπροστά του και κοίταξε κατάματα το Ρόμπερτ, σαν να έψαχνε για την αλήθεια. «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, Σάλλιβαν;» «Μάλιστα, κύριε. Φυσικά». Αν και δεν του άρεσε ο τόνος του άλλου. Ετοιμάστηκε για το χειρότερο. «Πώς να σ’ το πω τώρα;» Συνέχισε καλοσυνάτα: «Μου είπαν ότι σε χτύπησε μια τετράτροχη άμαξα, ότι σε παρέ-σύρε σε μεγάλη απόσταση κι όταν σε πήγαν στο θεραπευτήριο βρισκόσουν ένα βήμα πριν απ’ το θάνατο». «Ναι, έτσι πληροφορήθηκα κι εγώ». Ήταν μια ανάμνηση που ήθελε να ξεχάσει, αλλά τώρα τη θυμήθηκε κι ήταν μια βασανιστική εμπειρία . «Σ’ αυτή την περίπτωση δε νιώθεις άγχος που θα οδηγήσεις άμαξα;» «Μάλιστα, κύριε, δεν αρνιέμαι ότι ίσως να είναι δυσάρεστο. Μα έχει περάσει πολύς καιρός. Πρέπει να το ξεχάσω , αν μπορώ». Αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του. «Κοιτάξτε, κύριε Τ ζάκσον… πιστεύω ότι θα γίνω καλός οδηγός, αν μου δώσετε την


ευκαιρία». «Έλα μαζί μου». Ξαφνικά,ο Τ ζάκσον κίνησε βιαστικά, γνέφοντας στο Ρόμπερτ να τον ακολουθήσει. «Γρήγορα. Έχω έναν πελάτη που περιμένει σε δέκα λεπτά». Ο Ρόμπερτ τον ακολούθησε μέσα στο γραφείο, βγήκαν από μια πίσω πόρτα και διέσχισαν την αυλή όπου ήταν σταθμευμένες οι άμαξες. «Τ ι λες γι’ αυτή;» Ο Τ ζάκσον τον οδήγησε σε μια πολύ μεγάλη άμαξα. Ήταν κλειστή, με κουκούλα, και την έσερνε ένα άλογο. «Λέω πως είναι πολυτελείας». Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες από εκείνη τη νύχτα, που κλόνισαν την αυτοπεποίθησή του. «Μμμ!» Ο κύριος Τ ζάκσον, με φουσκωμένο στήθος και μια υποψία χαμόγελου στα χείλη του, φαινόταν ευχαριστημένος. «Πολυτελείας, ναι… αυτό είναι!» Ήταν πολύ περήφανος. «Μια από τις πιο καινούριες μου» εξήγησε. «Η δουλειά αυξάνεται και πρέπει να μεγαλώσω το στόλο μου. Γι’ αυτό ψάχνω για καλούς οδηγούς». Ο Ρόμπερτ δεν είχε τι να απαντήσει. Ήλπιζε μόνο να μη χάσει το θάρρος του όταν ερχόταν η στιγμή. «Ανέβα». «Τ ι είπατε, κύριε;» Ο Ρόμπερτ είχε ακούσει, μα ξαφνικά λύθηκαν τα γόνατά του. Ο μεγαλύτερος άντρας συνοφρυώθηκε. «Είπα,ανέβα!» Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε βλοσυρά το Ρόμπερτ κάτω από τα μεγάλα πυκνά φρύδια του. «Εκτός αν έχασες το θάρρος σου». Σκίρτησε η καρδιά του Ρόμπερτ. Αυτή ήταν η δοκιμασία του. Η στιγμή που θα μάθαινε αν ξεπέρασε την ανάμνηση εκείνης της νύχτας. «Άντε, άνθρωπέ μου!»


«Μάλιστα, κύριε». Ο Ρόμπερτ πήρε βαθιά ανάσα και πλησίασε την άμαξα με δυνατό χτυποκάρδι. Όταν γύρισε ξαφνικά το άλογο και τον κοίταξε, κοντοστάθηκε, αλλά μετά συνέχισε και πλησίασε, αναγκάζοντας τα πόδια του να προχωρήσουν. Ο κύριος Τ ζάκσον και ο σταβλίτης του ο Τ ζεφ περίμεναν’ ο πρώτος μετά χέρια στις τσέπες και μια μικρή αμφιβολία στο μυαλό του κι ο δεύτερος έτοιμος, κρατώντας τα χαλινάρια και ψιθυρίζοντας καθησυχαστικά στο άλογο καθώς πλησίαζε ο Ρόμπερτ. «Με αυτοπεποίθηση, άνθρωπέ μου!» προειδοποίησε ο κύριος Τ ζάκσον. «Τ ο άλογο μυρίζεται το φόβο από ένα χιλιόμετρο μακριά. Θα τρομάξει περισσότερο από σένα. Ήρεμα τώρα! Ήρεμα». Ο Ρόμπερτ έπνιξε το φόβο του κι έφερε τη Μαίρη στο μυαλό του’ εκείνη είχε τη δύναμη να τον γαληνεύει. Χάιδεψε το άλογο στο λαιμό και μετά πιάστηκε από τις πλαϊνές λαβές κι ανέβηκε στην άμαξα. Ο ιδρώτας σχημάτιζε λαμπερές σταγόνες στο μέτωπό του και κυλούσε στην πλάτη του. Ο σταβλίτης έγνεψε στο αφεντικό του και εκείνο ανταπέδωσε το γνέψιμο. «Ωραία, κύριε Σάλλιβαν. Και τώρα κάνε μια βόλτα στην αυλή. Γνωρίζω πως δεν ξέρεις να στρίβεις, αλλά θέλω να προσπαθήσεις. Και να θυμάσαι: Τ ο άλογο θα βοηθήσει, αλλά μόνο αν το θελήσεις κι εσύ». Ο Τ ζεφ τού έδειξε τι να κάνει κι ο Ρόμπερτ έκανε κάμποσους κύκλους στην αυλή πριν ικανοποιηθεί ο Τ ζάκσον. Ο σταβλίτης οδήγησε πίσω το Ρόμπερτ για να ακούσει την ετυμηγορία. «Μμμ». Ο κύριος Τ ζάκσον βάδιζε πάνω κάτω, με τα χέρια στις τσέπες και τα χείλη σουφρωμένα. «Μμμ…» Κοίταξε το Ρόμπερτ. «Πώς αισθάνεσαι;» Ο Ρόμπερτ ένιωθε χαλαρωμένος και το είπε. «Για να είμαι ειλικρινής» εκμυστηρεύτηκε «δεν περίμενα να βρω το θάρρος,αλλά ναι, μου αρέσει. Μου αρέσει πολύ!». Τ όλμησε μάλιστα να γελάσει.


«Θαρρώ, κύριε, πως θα γίνω άριστος αμαξάς!» Ο Τ ζάκσον κοίταξε το σταβλίτη. «Εσύ τι λες, Τ ζεφ; Θα τα καταφέρει;» Ο Τ ζεφ ήταν ένας πρόσχαρος άντρας με κόκκινα μαλλιά ως τους ώμους και ίσια αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Χαμογέλασε χαρούμενα. «Νομίζω πως θα τα πάει μια χαρά». Ο κύριος Τ ζάκσον κοίταξε το Ρόμπερτ, που χαμογελούσε χαρούμενα σαν το σταβλίτη, και είπε: «Δε μου αρέσουν τα χασομέρια σε ώρες εργασίας. Δε μου αρέσουν τα κουτσομπολιά και δεν ανέχομαι την τεμπελιά. Αν δεν υπάρχει, κούρσα, θέλω οι αμαξάδες να πλένουν την άμαξα και να ταΐζουν τα άλογα, κι όταν τελειώσουν, να είναι τόσο καθαρή η αυλή, που να μπορείς να φας από κάτω».


Ο Ρόμπερτ, που φούντωναν ολοένα οι ελπίδες του. έγνεψε ζωηρά. «Μάλιστα,κύριε!» «Θέλω τα άλογα να γυαλίζουν σαν καθρέφτης όταν βγαίνουν στο δρόμο, το ίδιο και οι άμαξες κι οι άντρες που κάθονται στη’θέση του οδηγού. Πρέπει να σκεφτώ την καλή μου φήμη. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, Σάλλιβαν;» «Πολύ καλά, κύριε». «Η δουλειά αυτή είναι η χαρά και το καμάρι μου. Δεν έχω οικογένεια, μόνο την αγαπημένη μου επιχείρηση. Χρειάστηκαν τριάντα χρόνια σκληρής δουλειάς ώστε από απλός αμαξάς σε νοικιασμένη άμαξα να γίνω ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου στόλου του Μπεντφορντσάιρ». ‘ «Είστε αξιέπαινος, κύριε». Ο Ρόμπερτ είχε αρχίσει να συμπαθεί αυτό τον άνθρωπο, αλλά το κατά πόσο ήταν αμοιβαία τα αισθήματα, αυτό δεν μπορούσε να το ξέρει. Ο κύριος Τ ζάκσον σκυθρώπιασε ξαφνικά. «Αξιέπαινος ίσως,αλλά μόνο εγώ ξέρω πόσον ιδρώτα,αίμα και δάκρυα έχυσα για να γίνει η επιχείρηση αυτό που είναι σήμερα!» Ξαφνικά, για κάποιο λόγο, ο Ρόμπερτ ένιωσε ότι τον προειδοποιούσε. Έριξε μια λοξή ματιά στο σταβλίτη,που ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να του έλεγε: «Μη μιλάς!». «Ξέρεις ότι τώρα υπάρχουν μηχανοκίνητα οχήματα που διεκδικούν τους δρόμους μας;» άστραψε και βρόντησε ο Τ ζάκσον. «Όχι, κύριε. Δεν το ήξερα αυτό». «Μμμ!» Ο άντρας σκέφτηκε για λίγο. «Φυσικά,ήσουν κλεισμένος στο νοσοκομείο. Αλλά, ναι… μηχανοκίνητα οχήματα, ποιος θα το περίμενε! Τ ολμώ να πω ότι θα έρθει μια μέρα που θα αντικατασταθούν αυτές οι υπέροχες άμαξες από σιδερένια τέρατα!»


«Θα ήταν κρίμα, κύριε». «Μπορεί, αλλά σαν έξυπνος άνθρωπος που είμαι, παρακολουθώ τις νέες εφευρέσεις και μόλις σήμερα το πρωί συμφώνησα να πάω να δω αυτά τα μοντέρνα οχήματα. Όπως βλέπεις,λοιπόν,δεν έχω πρόθεση να κρατήσω καθηλωμένη την επιχείρησή μου». «Τ ο βλέπω,κύριε». «Είμαι δίκαιος άνθρωπος και πληρώνω δίκαιους μισθούς, άδεια μια βδομάδα το χρόνο και μια παραπανίσια μέρα τα Χριστούγεννα». «Είστε πολύ γενναιόδωρος, κύριε». Και πάλι,αυτή τη φορά μόνο για μια φευγαλέα στιγμή, ο Τ ζάκσον συνοφρυώθηκε καθώς κοίταζε το Ρόμπερτ προστάζοντας : «Κατέβα κάτω!». Ο Ρόμπερτ κατέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στάθηκε απέναντι στον κύριο Τ ζάκσον κι ο μεγαλύτερος άντρας συνέχισε με αυστηρό τόνο: «Έχω διαπιστώσει ότι για να παραμείνω μπροστά από τον ανταγωνισμό πρέπει να κρατάω πολύ μακρύ ματσούκι». «Μάλιστα, κύριε». «Μη γελιέσαι, αν τσακώσω κανέναν να σπαταλά το χρόνο μου, δε θα διστάσω να του δείξω την πόρτα». «Μάλιστα, κύριε». «Μμμ». Η σιωπή ήταν αβάσταχτη, αλλά διακόπηκε το ίδιο απότομα όπως είχε αρχίσει. «Ξεκινάς τη Δευτέρα το πρωί, στις επτά η ώρα και μην αργήσεις».


Ο Ρόμπερτ είδε το σταβλίτη να χαμογελάει και να κλείνει το μάτι και δεν μπορούσε να πιστέψει πως πήρε τη δουλειά! «Σας ευχαριστώ, κύριε!» Κοιτάχτηκαν στα μάτια με ένα αίσθημα αλληλοεκτίμησης. «Δε θα σας απογοητεύσω, κύριε». Ο κύριος Τ ζάκσον,με μια απρόβλεπτη κίνηση,χτύπησε το Ρόμπερτ στον ώμο. «Ωραία, Σάλλιβαν». Και φεύγοντας συμπλήρωσε: «Και κοίτα να βάλεις λίγο κρέας πάνω σου. Δε θέλω να νομίζει ο κόσμος πως κακοπληρώνω τους ανθρώπους που έχω στη δούλεψή μου και δεν έχουν να φάνε!». Πίσω του, ο Ρόμπερτ κι ο κοκκινομάλλης σταβλίτης γελούσαν κι έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλο. «Δίκιο έχει» είπε ο Τ ζεφ. «Είσαι αδύνατος σαν σπιρτόξυλο, αλλά τουλάχιστον βρήκες δουλειά. Και μην ανησυχείς. Θα σ’ τη μάθω καλά. Πριν το καταλάβεις, θα είσαι ο καλύτερος απ’ όλους μας». Ο Ρόμπερτ πετούσε από τη χαρά του. «Γύρισα» είπε σιγανά. «Μετά από τόσα χρόνια,γύρισα!» Ένιωθε υπέροχα. Ο Ρόμπερτ περπάταγε στην πόλη σφυρίζοντας και τραγουδώντας, χωρίς να τον νοιάζει αν τον κοίταζαν οι άλλοι σαν να ήταν τρελός για δέσιμο. Η επόμενη στάση του ήταν στο δημαρχείο. Μόλις πάτησε στα σκαλοπάτια,πλημμύρισαν την καρδιά και την ψυχή του οδυνηρές αναμνήσεις από εκείνη τη χιονισμένη μέρα πριν από έξι χρόνια και νόμιζε ότι θα τρελαθεί. Μετά από λίγο ανέβηκε με αποφασιστικό βήμα, μπήκε στο φουαγέ και πήγε στο γραφείο της υπαλλήλου. «Θέλω να μιλήσω με κάποιον υπεύθυνο» της είπε. «Κάποιον που ασχολείται με τα εγκαταλειμμένα παιδιά». Η κοπέλα τον κοίταξε απορημένη. «Τ ι ακριβώς εννοείτε, κύριε ;» «Εννοώ, αν ένας άντρας τρελαθεί από τα προβλήματα κι αφήσει τα


παιδιά του στην πόρτα του δημαρχείου, ποιος θα ασχοληθεί μαζί τους;» Εκείνη τον περιεργάστηκε. Φαινόταν απόλυτα φυσιολογικός, αν και κάπως ταραγμένος. «Θα φωνάξω τον κύριο Τ όμπσον. Αυτός θα ξέρει να απαντήσει στην ερώτησή σας καλύτερα από μένα». Τ ου έδειξε τον πάγκο. «Καθίστε , παρακαλώ, δε θα αργήσω ». Ο Ρόμπερτ γύρισε και είδε ότι ο πάγκος που του έδειχνε ήταν ο ίδιος ακριβώς που άφησε τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Αυτή η συνειδητοποίηση του έφερε έναν κόμπο στο λαρύγγι του, που τον έπνιξε. Πώς να καθίσει τώρα; Δε θα μπορούσε να το κάνει ακόμα κι αν εξαρτιόταν από αυτό η ζωή του. Τ αράχτηκε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Τ α συναισθήματά του ξεχείλισαν. Βάλθηκε, λοιπόν, να βηματίζει μέχρι που άνοιξε η πόρτα και ήρθε προς το μέρος του ένας άντρας με σκυφτό κορμί κι έντονα χαρακτηριστικά. «Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε;» Ο Ρόμπερτ τού εξήγησε ότι πριν από μερικά χρόνια είχε αφήσει τα παιδιά του στο δημαρχείο κι από τότε πέρασε από πολλά νοσοκομεία κι έκανε αμέτρητες εγχειρίσεις μετά από ένα φοβερό δυστύχημα. «Τ α άφησα μια ολόκληρη μέρα κι ύστερα, όταν ξεθόλωσε το μυαλό μου, γύρισα να τα πάρω, αλλά δεν μπόρεσα. Βλέπετε,ήταν κλειστό το δημαρχείο. Και μετά πήγαν όλα στραβά. Ήρθα όμως τώρα. Έχω ένα μέρος να μείνω και μια αξιοπρεπή δουλειά. Κοιτάξτε, πρέπει να τα βρω. Πρέπει να τους πω ότι δεν ήθελα να τα εγκαταλείψω». Ράγ&σε η φωνή του. «Σας παρακαλώ ! Πρέπει να τα βρω». Ο άντρας τον συμπόνεσε, αλλά του ξεκαθάρισε πώς είχαν τα πράγματα. «Λυπάμαι, κύριε, αλλά, αν τα αφήσατε εδώ και δεν επιστρέψατε, σίγουρα τα παιδιά τοποθετήθηκαν στο κατάλληλο σπίτι». Κοίταξε το Ρόμπερτ, σκέφτηκε λιγάκι και τα μάτια του φωτίστηκαν. «Νομίζω πως θυμάμαι το περιστατικό» είπε. «Ήταν η κυρία Κόμπτον που ασχολήθηκε μαζί τους. αν δεν κάνω λάθος».


«Πού μπορώ να τη βρω;» «Ω, έχει αλλάξει δουλειά εδώ και κάμποσα χρόνια. Δυστυχώς όμως δε θα μπορούσε να σας βοηθήσει έτσι κι αλλιώς. Μόλις βρεθεί σπίτι για τα παιδιά, προέχει το συμφέρον τους. Άλλωστε, χωρίς παρεξήγηση, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες, είναι γεγονός ότι τα εγκαταλείψατε. Μπορεί να μετανιώσατε, αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Φοβάμαι πως δε θα ξαναβρείτε τα παιδιά σας». «Όχι! Πρέπει να με βοηθήσετε!» Ο Ρόμπερτ έχασε προς στιγμή τον έλεγχό του κι άρπαξε τον άλλον από τα πέτα, αλλά μετά τον άφησε κι απολογήθηκε. «Σας παρακαλώ. Θα κάνω τα πάντα για να τα πάρω πίσω». Ο άντρας ήταν κατηγορηματικός. «Λυπάμαι, κύριε. Σε ό,τι μας αφορά,το θέμα έχει κλείσει. Πέρασε πάρα πολύς καιρός. Σίγουρα τα παιδιά είναι μια χαρά και μεγαλώνουν με μια καλή οικογένεια. Ειλικρινά, δεν μπορώ να σας βοηθήσω». Ζήτησε συγνώμη κι έφυγε, αφήνοντας το Ρόμπερτ μες στην απελπισία. «Κύριε;» Η κοπέλα στο γραφείο είχε ακούσει τα πάντα. «Λυπάμαι, αλλά πρέπει να φύγετε». Ο Ρόμπερτ πήγε κοντά της και τη ρώτησε: «Ακούσατε ;». «Μάλιστα, κύριε». «Ποτέ δε θα εγκατέλειπα τα παιδιά μου, απλώς δεν μπορούσα να έρθω να τα πάρω… Τ ’ ορκίζομαι, θα ερχόμουν να τα πάρω, αλλά ήμουν βαριά τραυματισμένος». Βλέποντάς τον σ’ αυτή την κατάσταση, αναστατωμένο, βουρκωμένο,τον συμπόνεσε. «Πηγαίνετε να δείτε την Άλις Κόμπτον. Ο κύριος Τ όμπσον είπε ότι ασχολήθηκε αυτή με τα παιδιά. Ίσως μπορέσει να σας βοηθήσει».


Αναπτερώθηκαν οι ελπίδες του. «Ξέρετε πού μπορώ να τη βρω;» Έγνεψε αρνητικά. «Έφυγε πριν έρθω εδώ εγώ, αν και την είδα κάνα δυο φορές, αλλά θα προσπαθήσω να μάθω πού μένει. Αν ναι, θα της πω ότι θέλετε να της μιλήσετε». «Θα της πείτε πόσο δυστυχισμένος είμαι; Ότι αγαπώ τα παιδιά μου περισσότερο κι απ’ τη ζωή μου; Ότι τα θέλω πίσω, όπου κι αν είναι; Τ α θέλω πίσω. Είμαι ο πατέρας τους. Είναι τα παιδιά μου. Πείτε της ότι δε θα κάνω φασαρίες. Τ ο μόνο που θέλω είναι να μου πει πού μπορώ να τα βρω». «Ναι, κύριε, θα της μεταφέρω ό,τι μου είπατε». «Κοιτάξτε, ξέρω ότι τα πήγαν στην Παιδική Στέγη Γκαλλογουέυς πριν τα δώσουν σε οικογένειες, αλλά δεν ξέρω πού τα έστειλαν. Σκοπεύω να κάνω έρευνες κι εκεί. Πείτε στην κυρία Κόμπτον ότι μπορεί να με βρει στην παμπ δίπλα στο ορφανοτροφείο. Θα την περιμένω εκεί κάθε Παρασκευή . Δώστε της την περιγραφή μου για να με αναγνωρίσει. Πείτε της να έρθει γρήγορα. Θα το κάνετε αυτό;» «Θα προσπαθήσω. Δε σας υπόσχομαι τίποτα, εντάξει; Αλλά θα προσπαθήσω». Ο Ρόμπερτ έγνεψε γεμάτος ευγνωμοσύνη. «Κάντε ό,τι μπορείτε». «Σας το υπόσχομαι». Τ ην ευχαρίστησε και κίνησε για το ορφανοτροφείο. Στο Γκαλλογουέυς, ο Ρόμπερτ τα βρήκε μπαστούνια. Έγινε καβγάς στην είσοδο και φώναξαν τον Κλάιβ Έννιγκτον να αντιμετωπίσει τον ταραξία. Εκείνος ήταν τόσα χρόνια διευθυντής του ορφανοτροφείου κι είχε ασχοληθεί πολλές φορές με θυμωμένους δύσκολους ανθρώπους. «Ποιος νομίζεις πως είσαι;» ρώτησε αυστηρά αρπάζοντας το Ρόμπερτ από το γιακά και τραβώντας τον στο πλάι. «Έρχεσαι και


κάνεις φασαρία,για ποιο λόγο,ε;Λέγε , τι θέλεις εδώ;» Ο Ρόμπερτ ελευθερώθηκε χωρίς δυσκολία και απάντησε, με φωνή που έτρεμε από θυμό: «Ήρθα για τα παιδιά μου και δε θα φύγω αν δε μάθω από σένα ή κάποιον άλλον πού μπορώ να τα βρω». «Είσαι αλήτης!» Τ ώρα, καθώς κοίταζε το Ρόμπερτ, σκέφτηκε πως έμοιαζε πάρα πολύ με κάποιον… ένα αγόρι ίσως; Αλλά ποιο αγόρι; Είχαν περάσει τόσα πολλά από δω. Τ ο πονηρό μυαλό του έκανε μια αναδρομή στο παρελθόν και σοκαρίστηκε όταν ήρθε στο νου του ολοζώντανη η μορφή του Τ ζακ. «Θεέ μου!» Έσπρωξε φοβισμένος το Ρόμπερτ. «Δεν επιτρέπω σε άτομα σαν εσένα να κάνουν το ίδρυμα άνω κάτω. Φύγε». Τ ου έδωσε άλλη μια σπρωξιά, πιο δυνατή αυτή τη φορά. «Φύγε, είπα -δίνε του!» Ο Ρόμπερτ έμεινε στη θέση του, καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να μην αρπάξει από το λαιμό αυτό το κάθαρμα. «Σου είπα ήδη. Δεν πάω πουθενά αν δε μου πείτε πού θα βρω τα παιδιά μου… ένα κοριτσάκι που λέγεται Νάνσυ κι ένα αγοράκι που λέγεται Τ ζακ». «Και πού θες. να θυμάμαι τα ονόματα των παιδιών σου;» Μέσα του έτρεμε κι ήξερε πολύ καλά ποια παιδιά εννοούσε, αλλά, αν το ομολογούσε σ’ αυτό τον άνθρωπο, θα ήταν σαν να πήγαινε γυρεύοντας να τις φάει, και δεν ήταν τόσο χαζός. «Για τ’ όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου! Έχουν περάσει εκατοντάδες,χιλιάδες παιδιά από αυτό το ίδρυμα όλα αυτά τα χρόνια. Δεν μπορώ να τα θυμάμαι ένα προς ένα». «Κοίτα στα βιβλία σου. Κρατάτε αρχεία των παιδιών που έρχονται και φεύγουν, έτσι δεν είναι; Κοίτα πριν από έξι χρόνια». «Τ α αρχεία είναι κρατική ιδιοκτησία. Μετά από τόσα χρόνια,το συγκεκριμένο βιβλίο θα έχει αρχειοθετηθεί στα κεντρικά γραφεία ». «Ήταν τραγικές οι συνθήκες. Πίστεψα ότι δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα. Ήθελα να αυτοκτονήσω, αλλά μ’ εμπόδισε κάποιος. Τ ο ίδιο


βράδυ της ημέρας που τα άφησα μετάνιωσα. Γύρισα πίσω, μα βρήκα κλειστό το δημαρχείο και,είτε το πιστεύεις είτε όχι,δεν μπόρεσα να ξαναπάω παρά σήμερα μόλις αν και δεν έφταιγα εγώ,μάρτυς μου ο Θεός». Μη θέλοντας να εξηγήσει γιατί δεν πήγε να πάρει τα παιδιά του, επέμενε: «Πες μου πού είναι και θα σε αφήσω στην ησυχία σου». «Χα! Θα με αφήσεις τώρα στην ησυχία μου, αλλιώς θα καλέσω την αστυνομία. Αν σε κλείσουν στη φυλακή, δε θα μπορέσεις να βρεις τα παιδιά σου, έτσι δεν είναι;» Βλέποντας ότι ο άνθρωπος αυτός δεν επρόκειτο να τον βοηθήσει και μη θέλοντας να καταλήξει σε ένα άλλο ίδρυμα όπου θα έμενε ίσως χρόνια, ο Ρόμπερτ προτίμησε να υποχωρήσει. «Δεν τελειώσαμε εδώ» τον προειδοποίησε. «Είμαι αποφασισμένος να βρω τα παιδιά μου, και θα τα βρω. Και τότε θα πρέπει να απαντηθούν κάποιες ερωτήσεις». Χτύπησε με το δάχτυλό του το στήθος του άλλου χαμηλώνοντας τη φωνή. «Κάτι βρομάει εδώ μέσα και θα το μάθω, θα δεις». Ο Κλάιβ Έννιγκτον άρχισε να τρέμει, γιατί επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες του ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο πατέρας των δύο παιδιών ενός κοριτσιού που πούλησε με μεγάλο κέρδος κι ενός αγοριού που, για να τηρήσει τα προσχήματα, έστειλε σε μια καλή οικογένεια. Για να κρατήσει τη θέση του κι επειδή υπήρχε μια υπολογίσιμη πιθανότητα να βρεθεί ο ίδιος στη φυλακή αν μαθευόταν η αλήθεια, προσπάθησε μάταια να ηρεμήσει αυτό τον άντρα, που προφανώς είχε κληροδοτήσει στο γιο του τον επιθετικό χαρακτήρα του. «Κοίτα, κύριε…;» Δε θυμόταν καν το επίθετο. «Σάλλιβαν, πατέρας της Νάνσυ και του Τ ζακ Σάλλιβαν και άνθρωπος που δεν εξαπατάται. Άνθρωπος που δε θα ησυχάσει αν δε βρει τα παιδιά του».


«Κοίταξε, κύριε Σάλλιβαν, μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι τα παιδιά σου βρίσκονται σε καλά σπίτια». Μπλοφάρισε. αποφασισμένος να μη δώσει καμιά χρήσιμη πληροφορία. «Εκτός από αυτό,δεν είμαι ελεύθερος να δώσω κανένα στοιχείο για τα παιδιά που περνάνε από αυτό το ίδρυμα. Είναι θέμα των αρχών. Αν θέλεις να βρεις τα παιδιά σου, πρέπει να κάνεις αίτηση στα δικαστήρια, αλλά σε προειδοποιώ ότι δεν είσαι ο μόνος που θέλει να πάρει πίσω τα παιδιά του αφού τα εγκατέλειψε. Άλλωστε, αυτό από μόνο του είναι αδίκημα. Ξέρω μάλιστα κάποιον που τον έκλεισαν στη φυλακή γιατί έκανε πολλές ερωτήσεις για τα παιδιά που εγκατέλειψε». Ο Ρόμπερτ διαμαρτυρήθηκε οργισμένος. «Δεν είμαι εγκληματίας! Γύρισα το ίδιο βράδυ κι είχαν φύγει. Πώς τα “ εγκατέλειψα”; Σ’ το είπα μια φορά, μα βλέπω πως πρέπει να το επαναλάβω: Θέλω τα παιδιά μου κι ορκίζομαι πως θα κινήσω γη και ουρανό μέχρι να τα πάρω πίσω». «Τ ότε είσαι βλάκας, άνθρωπέ μου! Τ α δικαστήρια δεν αντιμετωπίζουν με συμπάθεια άτομα σαν εσένα. Τ ι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα παραδώσουν δύο αθώα παιδιά σε έναν άνθρωπο που τα παράτησε σε ξένους και μια μοίρα που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει;» Παρασυρμένος από τις ψεύτικες ηθικολογίες του, ο Έννιγκτον δήλωσε αγέρωχα: «Αν θες τη γνώμη μου, ευτυχώς που βρεθήκαμε εμείς και τα σώσαμε τα καημένα». «Μπα; Και τι θα σκεφτούν τα δικαστήρια για κάποιον που παίρνει αυθαίρετα δύο παιδιά και μετά αρνείται να δώσει έστω στον πατέρα τους τη διεύθυνσή τους για να βεβαιωθεί πως τα μεταχειρίζονται καλά;» «Σου είπα ήδη, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι βρίσκονται σε καλά χέρια, όπως όλα τα παιδιά που δίνουμε σε σπίτια. Επιπλέον, θα είναι πολύ ευχαριστημένα και θα σε έχουν ξεχάσει. Απορώ πώς αντέχεις να τα ξεριζώσεις από την καινούρια τους ζωή απλώς και μόνο για να καθησυχάσεις τη συνείδησή σου. Τ ι άνθρωπος είσαι;» Εκείνη τη στιγμή παρενέβη μια άλλη φωνή. «Καλύτερα να πηγαίνετε,


κύριε. Εδώ δεν έχετε καμιά ελπίδα». Η γυναίκα έριξε μια παράξενη εχθρική ματιά στο διευθυντή, που μόνο ο Ρόμπερτ φάνηκε να προσέχει. «Δε θέλουμε να έρθει να σας συλλάβει η αστυνομία, αλλά αυτό θα γίνει αν επιμένετε να κάνετε φασαρία». Τ ο πλατύ πλαδαρό πρόσωπο του Κλάιβ Έννιγκτον φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. «Σ’ ευχαριστώ, Εντίθ. Είμαι σίγουρος ότι ο κύριος θα λάβει υπόψη του τα σοφά σου λόγια». Ο Ρόμπερτ κοίταξε τη γυναίκα κι όταν του έγνεψε εκείνη, με ένα κρυφό μήνυμα στα μάτια,κατάλαβε. «Εντάξει» είπε στο διευθυντή. «Θα ξαναγυρίσω όμως, να είσαι σίγουρος». «Καλέ μου άνθρωπε!» Ο Έννιγκτον χαλάρωσε αισθητά. «Τ ώρα που έληξε το θέμα, πρέπει να επιστρέψω στα καθήκοντά μου». Τ ο χαμόγελό του ήταν γλοιώδες. «Να ασχοληθώ με τα παιδιά». Όταν έφυγε ο διευθυντής,η Εντίθ Τ σαρλς αποδείχτηκε φίλη. «Εννοεί αυτά που λέει» προειδοποίησε το Ρόμπερτ. «Θα σας στείλει φυλακή ώσπου να πείτε κύμινο». Ο Ρόμπερτ εκτίμησε την προειδοποίησή της, αλλά: «Κι εγώ εννοώ αυτά που είπα. Δε θα ησυχάσω αν δεν τα βρω». Η γυναίκα κοίταξε δεξιά κι αριστερά και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τους άκουγε κανείς,εκμυστηρεύτηκε: «Αυτή που χρειάζεστε είναι η Άιρις Ντέυλυ. Ήταν τόσο καιρό οικονόμος,που κανείς δεν την πρόσεχε. Ερχόταν κι έφευγε και δεν της ξέφευγε τίποτα. Αν ξέρει κάποιος πού είναι τα παιδιά σας, αυτή είναι η Άιρις». Μετά από ένα στιγμιαίο μπέρδεμα ο Ρόμπερτ θυμήθηκε κάτι που του είχε πει ο Τ ζόρντι. Ανέφερε συχνά μια γυναίκα ονόματι Άιρις Ντέυλυ. Μα, ναι, έλεγε ότι ήξερε πολλά, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει! «Πού μπορώ να τη βρω;» Κοίταξε γύρω του σαν να περίμενε να τη δει να στέκεται λίγο πιο πέρα.


Η Εντίθ κούνησε το δάχτυλό της. «Δε θα τη βρείτε εδώ. Α, όχι! Βλέπετε, την έδιωξαν! Μίλησε για κάποια πράγματα. Είχε το θάρρος να τα βάλει μαζί του» έδειξε προς την κατεύθυνση που είχε φύγει ο διευθυντής «και την προειδοποίησε, όπως κι εσάς, για τις αρχές και τα σχετικά. Κρίμα!». Αναστέναξε στεναχωρημένη. «Τ ην απέλυσαν τη δόλια. Βλέπετε, την τσάκωσαν στο κελάρι να μπεκροπίνει. Ήταν η αφορμή που γύρευε ο διευθυντής για να την απολύσει, χωρίς να γίνουν ερωτήσεις, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Τ ην πέταξε με τις κλοτσιές έξω. Δεν έχει οικογένεια,το ξέρετε αυτό;» Ο Ρόμπερτ δεν ήξερε τίποτα άλλο πέρα από αυτά που του είχε πει ο Τ ζόρντι, κι αυτά ήταν ελάχιστα. Απ’ ό,τι του είπε αυτή η γυναίκα, φέρθηκαν πολύ άσχημα στην Άιρις Ντέυλυ,αλλά αυτή τη στιγμή για εκείνον προείχε η οικογένειά του. «Πού θα τη βρω λοιπόν;» «Κοιτάξτε στην παμπ απέναντι. Άκουσα ότι πηγαίνει συχνά εκεί». Έσκυψε προς το μέρος του και του ψιθύρισε: «Λένε πώς το έριξε στο πιοτό… δεν μπορεί να κάνει χωρίς αυτό, φαίνεται». Ο Ρόμπερτ, βρίσκοντας μια άκρη από το νήμα που οδηγούσε στα παιδιά του, ένιωσε γενναιόδωρος. «Ευχαριστώ». Έβγαλε έξι πένες από την τσέπη του και, προς μεγάλη της έκπληξη, τις έβαλε στη χούφτα της. «Αχ, σας ευχαριστώ, κύριε! Σας ευχαριστώ!» Ο μισθός της ήταν τόσο πενιχρός, που οι έξι πένες τής φάνηκαν σαν μάννα εξ ουρανού. «Αυτά που σας είπαν, ότι η γριά οικονόμος το ’ρίξε στο πιοτό…» είπε σκεφτικά ο Ρόμπερτ. «Τ ι;» «Έχω σαν κανόνα να μη δίνω βάση στα κουτσομπολιά. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Ντροπιασμένη, τον ευχαρίστησε ξανά. «Έχετε δίκιο» συμφώνησε. «Δεν είναι κακιά η καημένη. Από δω και πέρα δε θα πιστεύω ό,τι


κακοήθεια λέγεται για εκείνη». Κοίταξε γύρω της να βεβαιωθεί ότι δεν τους είχε δει κανείς να μιλάνε και μετά γύρισε προς το μέρος του με διάπλατα, φοβισμένα μάτια. Δε συμφέρει να προκαλείς φασαρίες όταν δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, έτσι δεν είναι; Έτρεξε στο διάδρομο πριν προλάβει να τη σταματήσει ο Ρόμπερτ και μπήκε στη δίφυλλη πόρτα μονολογώντας. Ο Ρόμπερτ απογοητεύτηκε όταν βρήκε κλειστή την παμπ όπου σύχναζε η Άιρις. «Ο ταβερνιάρης χρειάστηκε να πάει στα βόρεια για μια προσωπική υπόθεση» του είπε ένας περαστικός. «Αλλά θα ανοίξει το βράδυ». Αν και κουρασμένος από το πολυάσχολο πρωινό του, ο Ρόμπερτ δε γύρισε κατευθείαν στην πανσιόν. Καθώς δυνάμωνε ο ήλιος κι αυξανόταν η αισιοδοξία του ότι θα βρει τη Νάνσυ και τον Τ ζακ, περπάταγε, περπάταγε μέχρι που πόνεσε η πλάτη του και πιάστηκαν τα πόδια του, περνώντας από τον ένα δρόμο στον άλλο, χωρίς να ξέρει, ούτε να ενδιαφέρεται, πού πηγαίνει. Κατέγραφε όλες τις γνωστές εικόνες και τους ήχους’ στεκόταν πότε πότε να χαζέψει μια βιτρίνα ή να ανταλλάξει δυο λόγια με μοναχικά άτομα, αν είχαν διάθεση. Τ έλος, αργά το απόγευμα πήρε το δρόμο για το σπίτι, αλλά σταμάτησε και κάθισε για λίγο δίπλα στο ποτάμι. Είδε τους κύκνους που γλιστρούσαν στο νερό με τη γνωστή χάρη τους, θαύμασε τους κωπηλάτες που εξασκούνταν κι ένιωσε μια παράξενη γαλήνη. Με εξαίρεση το θέμα των παιδιών του, ένιωθε απρόσμενα καλά. Κι επιπλέον χαιρόταν την ελευθερία του. Μετά από τόσον καιρό που ζούσε μες στους πόνους και στις αρρώστιες, ήταν σαν να ξαναγεννήθηκε. Στις τρεις η ώρα το στομάχι του τον οδήγησε σε ένα γειτονικό καφέ, όπου παρήγγειλε δύο μεγάλα σάντουιτς με μπέικον και μια κούπα καυτό τσάι. Μετά από αυτό ένιωσε κατάκοπος και γύρισε στην πανσιόν,όπου πήγε γραμμή στο κρεβάτι και βυθίστηκε σε έναν αναζωογονητικό ύπνο.


Ήταν οχτώ και μισή όταν σηκώθηκε, ξεκούραστος κι ανανεωμένος. Πλύθηκε κι άλλαξε και καθώς έβγαινε είπε στη σπιτονοικοκυρά: «Ήταν καλή η μέρα μου. Βρήκα δουλειά και ξεκινάω τη Δευτέρα, οπότε θα ξοφλήσω αυτά που σας χρωστάω». «Θα μείνετε για το βραδινό φαγητό;» Η δεσποινίς Στιούαρτ καμάρωνε για τη μαγειρική της. «Όχι απόψε, αν δε σας πειράζει» απάντησε, αν και ήταν ευγνώμων για την υπενθύμιση. «Ελπίζω να συναντήσω κάποιον». «Τ ότε δε θα βάλω σερβίτσιο. Αλλά, αν θελήσετε να φάτε κάποιο βράδυ, θα με υποχρεώσετε αν μου το πείτε από την προηγούμενη, ώστε να ξέρω πόσο να μαγειρέψω. Απόψε μάλιστα έφτιαξα μια μερίδα παραπάνω, αλλά δεν πειράζει. Θα σερβίρω περισσότερο φαγητό στους άλλους». Τ ου είπε ότι χαιρόταν που βρήκε δουλειά και του ευχήθηκε καλό βράδυ. Κι επειδή δεν ήταν γυναίκα προ της άρεσαν τα πολλά λόγια, πήγε να ετοιμάσει το φαγητό, ενώ ο Ρόμπερτ κινούσε για την παμπ απέναντι από το ορφανοτροφείο. Μπήκε μέσα ανακουφισμένος που τη βρήκε ανοιχτή και ξαφνιάστηκε βλέποντας τόσους πελάτες. «Τ ι θα πάρετε;» Ο ταβερνιάρης ήταν σωματώδης, με πρόσχαρους τρόπους. Καθώς σερβίριζε την μπίρα του Ρόμπερτ,του είπε: «Καινούριος στα μέρη μας, έτσι;». Ο Ρόμπερτ απέφυγε φρόνιμα τις πολλές εξηγήσεις’ ήξερε πώς διαδίδουν οι ταβερνιάρηδες τα κουτσομπολιά. «Με φιλοξενεί ένας φίλος» είπε. «Σε λίγο καιρό θα φύγω». Μόλις βρω τον Τ ζακ και τη Νάνσυ, σκέφτηκε, και ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. «Ορίστε, κύριε. Τ έσσερις πένες». Ο ψηλός άντρας έσπρωξε στον πάγκο το ποτήρι με την μπίρα. «Περιμένετε κάποιο φίλο;» ρώτησε αργόσυρτα. Τ ώρα που οι άλλοι πελάτες κουβέντιαζαν απορροφημένοι, ο Ρόμπερτ σκέφτηκε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να ρωτήσει. «Μήπως ξέρετε κατά τύχη μια γυναίκα που λέγεται Άιρις Ντέυλυ;»


Ο ταβερνιάρης γούρλωσε τα μάτια από την έκπληξη. «Μπα, μπα! Αυτήν περιμένετε; Τ ώρα, καθώς έβαζα την μπίρα σας, πρόσεξα ότι κοιτάζατε την είσοδο». Έσμιξε παραξενεμένος τα φρύδια του. «Τ ην Άιρις Ντέυλυ, ε; Μπα, μπα». «Θέλω να της μιλήσω, αυτό είναι όλο» είπε ψυχρά ο Ρόμπερτ. Ο ψηλός άντρας γέλασε, αν και καλοσυνάτα. «Δε μιλάει με κανέναν» είπε. «Είναι στριμμένο άντερο. Έρχεται εδώ τον τελευταίο καιρό και δε λέει ούτε καλησπέρα». Έσκυψε προς το μέρος του κι εξήγησε σιγανά: «Τ ην έδιωξαν από το άλλο μαγαζί που έπινε». Μετέφερε αυτά που είχε ακούσει. «Πέταξε,λένε, ένα ποτήρι μπίρα σε κάποιον δύστυχο… είναι τρελή, λένε ». «Αλήθεια;» Ο Ρόμπερτ αναρωτήθηκε αν ήταν σκόπιμο να την πλησιάσει. Δεν ήθελε να τραβήξει πάνω του την προσοχή, αλλά, πάλι, έπρεπε να μάθει πού έστειλαν τη Νάνσυ και τον Τ ζακ και, σύμφωνα με τη γυναίκα στο ορφανοτροφείο , ήταν πολύ πιθανό η Άιρις Ντέυλυ να γνώριζε την αλήθεια. «Α, ναι». Ο ταβερνιάρης εξήγησε: «Ο τύπος αυχός της έκανε επίμονες ερωτήσεις και γινόταν φορτικός όταν την έβλεπε. Τ ην περίμενε κάθε Παρασκευή, που ήταν η μέρα που πήγαινε να πιει». Έσμιξε τα φρύδια του. «Δεν την άφηνε ήσυχη κι είναι να απορείς τι της βρήκε. Θα πρέπει να ήταν απελπισμένος,γιατί είναι ζαρωμένη σαν σταφίδα κι άσχημη όσο δεν παίρνει. Χα! Θα περίμενε κανείς να βρει καμιά καλύτερη αντί να κολλάει σε μια κακάσχημη γριά». Χαχάνισε. «Όπως είπα όμως, θα πρέπει να ήταν απελπισμένος». Ξάφνου, το μυαλό του Ρόμπερτ πήγε στον Τ ζόρντι, αν και δεν είχε αναφέρει ότι τον περιέλουσε με μπίρα. Αλλά ο Τ ζόρντι δε θα ήθελε να μάθω κάτι τέτοιο, είπε στον εαυτό του. Ήθελε να μού φέρνει μόνο καλά νέα, αν και, δυστυχώς , ήταν ελάχιστα! «Βασικά, έχω κι εγώ κάποιες ερωτήσεις για την κυρία» εκμυστηρεύτηκε στον ταβερνιάρη. «Ψάχνω, βλέπετε,για έναν παλιό φίλο. Κάποιος μου είπε ότι η Άιρις Ντέυλυ ξέρει τα πάντα για τους


πάντες». «Ναι, αυτό είναι γεγονός. Είναι ελάχιστα αυτά που δε γνωρίζει και πολύ λίγοι αυτοί που δεν την ξέρουν εξ όψεο^ς. Παλιά δούλευε στο ορφανοτροφείο, αλλά προκάλεσε πολλά προβλήματα, έτσι μου είπαν». Ξαφνικά,άνοιξε η πόρτα. «Ει! Δες ποιος ήρθε». Χαμογέλασε πονηρά. «Μπορείς να τη ρωτήσεις ό,τι τραβά η καρδιά σου, γιατί αυτή είναι. Πρόσεξε μόνο να μην την εκνευρίσεις, δεν έχω όρεξη να σφουγγαρίζω». Ο Ρόμπερτ, μόλις γύρισε και κοίταξε τη γυναίκα, σοκαρίστηκε. Σκυφτή, με κυρτή ράχη, διέσχισε βασανιστικά αργά την αίθουσα. Τ α μακριά γκρίζα μαλλιά της έπεφταν μπλεγμένα στους ώμους της και τα βρόμικα ρούχα που φορούσε την έκαναν να μοιάζει με γυναίκα του δρόμου. Ο ταβερνιάρης είχε να πει δυο λόγια πριν από τον καθένα. «Νομίζω πως σ’ το είπα δε θέλω να μπαίνεις στην παμπ». Θυμωμένος από το θράσος της, ήθελε να τη βάλει στη θέση της. «Σ’ το είπα χίλιες φορές να περιμένεις στην πόρτα να σου φέρουν την μπίρα σου». Η γυναίκα ακούμπησε πάνω στον πάγκο μια στενόμακρη κανάτα και τράβηξε το κατάλευκο πανί από το στόμιό της’ το βλέμμα που.του έριξε ήταν φονικό. «Γέμισέ τη!» πρόσταξε τραχιά. Η μόνη άλλη επιλογή ήταν να την πετάξει έξω και δεν του έκανε καρδιά, οπότε ο ταβερνιάρης άρπαξε την κανάτα κι άρχισε να τη γεμίζει μουρμουρίζοντας θυμωμένος. «Εδώ είναι αντρική επικράτεια» την προειδοποίησε. «Δεν τους αρέσει να τους ενοχλούν γριές που μπεκροπίνουν». Δεν του απάντησε. Πέταξε δυο νομίσματα στον πάγκο, σκέπασε με το πανί την κανάτα της και, σφίγγοντάς τη στο στήθος της, κίνησε με συρτό βήμα για την πόρτα.


«Τ ΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤ Ο ΠΟΥ ΣΟΥ ΛΕΩ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤ ΗΝ ΠΟΡΤ Α!» βρυχήθηκε πίσω της ο ταβερνιάρης. Πήραν θάρρος κι οι άλλοι κι άρχισαν να φωνάζουν. «Δεν έχουν καμιά δουλειά εδώ μέσα οι γυναίκες! Ξεκουμπίσου!» Κι αυτό ακριβώς έκανε. Ο Ρόμπερτ περίμενε διακριτικά να περάσουν λίγα λεπτά και την ακολούθησε. Η Άιρις, αφού έφτασε στην άλλη άκρη του στενού δρόμου, σταμάτησε να πιει μια γουλιά’ τότε την πρόφτασε ο Ρόμπερτ. Η γυναίκα τραβήχτηκε πίσω χύνοντας λίγη μπίρα. «Ποιος είσαι; Κοίτα, δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Φύγε! Για τ όνομα του Θεού, άσε με ήσυχη! Δε φτάνουν αυτά που έκανες; Μου είπες να κρατήσω το στόμα μου κλειστό και το έκανα. Μάρτυς μου ο Θεός!» «Κάνεις λάθος». Ο Ρόμπερτ κατάλαβε ότι η γυναίκα τον πέρασε για κάποιον από αυτούς που την εκφόβιζαν και προσπάθησε να την καθησυχάσει. «Δε θα σου κάνω κακό». Βλέποντάς την τόσο τρομαγμένη, τη λυπήθηκε. «Δώσ’ μου ένα λεπτό από το χρόνο σου» ζήτησε. «Τ ο μόνο που θέλω είναι να μάθω τι απόγιναν ο γιος μου ο Τ ζακ κι η αδερφή του η Νάνσυ. Τ α έφεραν στο ορφανοτροφείο πριν από έξι χρόνια. Θέλω να μάθω πού τα έστειλαν». Η Άιρις’ έβαλε την κανάτα στο καλάθι της και ξεκίνησε βιαστικά. «Παράτα με ήσυχη,γιατί θα βάλω τις φωνές». Απτόητος, ο Ρόμπερτ έτρεξε ξοπίσω της. «Έχω λεφτά. Δε ζητάω τσάμπα πληροφορίες». «Δεν ξέρω τίποτα και δε λέω τίποτα». «Σίγουρα ξέρεις για τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Ήσουν στο Γκαλλογουέυς εκείνο το διάστημα. Μου είπαν πως ξέρεις πού τους έστειλαν. Σε παρακαλώ, είναι σάρκα κι αίμα μου. Μπορεί να κινδυνεύουν. Πρέπει να τους βρω!»


Κοντοστάθηκε απότομα, αναγκάζοντάς τον να σταματήσει κι εκείνος. «Θα με βοηθήσεις, σε παρακαλώ ;»’Έβγαλε τα τελευταία νομίσματα από τις τσέπες του και της τα έδωσε. «Θα πληρώσω… όσο όσο!» Τ ον κοίταξε για λίγο αμίλητη κι ύστερα ψιθύρισε φοβισμένη: «Μ’ έδιωξαν». Έτρεμε από το φόβο της καθώς μιλούσε. «Ήταν και κάποιος άλλος που μου έκανε ερωτήσεις. Δεν του είπα τίποτα, μα δε με πίστεψαν». Σήκωσε τη μανσέτα της και του έδειξε ένα πλατό κόκκινο σημάδι που τύλιγε τον καρπό της σαν βραχιόλι. «Τ ο βλέπεις;» Κοίταξε τρομαγμένη γύρω της. «Είπαν ότι την επόμενη φορά έχει σειρά ο λαιμός μου!» Ο Ρόμπερτ σοκαρίστηκε. «Ποιος;» Έκανε ένα βήμα μπροστά κι αυτή έκανε ένα βήμα πίσω. «Ποιος σ’ το έκανε αυτό; Κάποιος από το ορφανοτροφείο;» Θυμήθηκε την άσχημη υποδοχή που επιφύλαξαν στον ίδιο. «Συμβαίνει κάτι ύποπτο σ’ αυτό το μέρος; Για τ’ όνομα του Θεού, κυρά μου! Τ ι έκαναν στα παιδιά μου;» «Τ α έδωσαν κάπου… όπως δίνουν όλα τα παιδιά». «Πού, Άιρις;Πού έδωσαν τα παιδιά μου;» Η καρδιά του σκίρτησε από ελπίδα. Έβαλε το χέρι σαν χωνί στο αυτί της και ρώτησε: «Πώς είπες ότι τα λένε;». «Νάνσυ και Τ ζακ. Προσπάθησε να θυμηθείς… πρέπει να τα έχεις δει, να ασχολήθηκες μαζί τους. Πού τα έστειλαν ; Μόνο αυτό θέλω να μάθω. Και δε θα σε ξαναενοχλήσω». Ξάφνου, η Άιρις νόμιζε πως είδε κάποιον με την άκρη του ματιού της να κρύβεται στις σκιές. Φώναξε κι ο Ρόμπερτ γύρισε,μα δεν υπήρχε κανένας. Όταν στράφηκε πάλι προς το μέρος της, η Άιρις είχε φύγει, την είχαν καταπιεί οι σκιές της νύχτας.


Για μια ώρα περίπου ο Ρόμπερτ έτρεχε στους δρόμους, ψάχνοντας στα στενοσόκακα και φωνάζοντας το όνομά της, και τρελάθηκε από απελπισία όταν συνειδητοποίησε ότι την είχε χάσει. Κίνησε αποκαρδιωμένος για το δωμάτιό του. Λίγη ώρα αργότερα άκουγε τους θορύβους από το δρόμο ξαπλωμένος στο κρεβάτι του· άκουσε το ρολόι του χολ να σημαίνει μεσάνυχτα, μετά μία και τώρα δύο η ώρα, κι ήταν ακόμα ξύπνιος. Κόντευε τρεις το πρωί όταν τον πήρε ο ύπνος, αλλά ήταν τόσο ζωντανά τα όνειρα κι οι εφιάλτες του, που στριφογύριζε και πάλευε μέχρι που στο τέλος, από την εξάντληση, βυθίστηκε σε ένα βαρύ σκοτεινό ύπνο. Εκείνο το Σαββατοκύριακο πήρε ξανά τους δρόμομς και διένυσε χιλιόμετρα ρωτώντας όποιον θα μπορούσε να ξέρει κάτι για τα παιδιά του. Διαπιστώνοντας ότι οι άνθρωποι που ρώταγε είτε έβαζαν σκόπιμα εμπόδια είτε δεν ήξεραν πράγματι είτε τον έπαιρναν για τρελό και βιάζονταν να απομακρυνθούν, βούλιαξε σε μαύρη απελπισία. Μα δεν το έβαζε κάτω. Ήξερε στο βάθος της καρδιάς του ότι θα τα βρει. Έπρεπε να τα βρει,γιατί, σε τελευταία ανάλυση, εκείνος έφταιγε που χάθηκαν. Εκείνος ήταν που θέλησε να βάλει τέλος στη ζωή του, αντί να αγωνιστεί για χάρη τους. Εκείνος τα εγκατέλειψε στο έλεος αγνώστων. Ανακάλυψε όμως κάτι, το μέρος που έθαψαν τον αγαπημένο του φίλο Τ ζόρντι. Αργά το απόγευμα του Σαββάτου ξόδεψε τέσσερις πένες στην αγορά για ένα μικρό αλλά όμορφο μπουκέτο λουλούδια κι άλλες δύο πένες για ένα πήλινο βάζο. Μετά πήρε το τραμ για τα περίχωρα του Κέμπστον, όπου του είπαν ότι ήταν θαμμένος ο Τ ζόρντι.


Κατέβηκε από το τραμ και διένυσε πεζός τα τετρακόσια μέτρα ως την εκκλησία. Ο επιστάτης τον αντιμετώπισε με κατανόηση. «Θα βρείτε τη γωνιά των απόρων εκεί. Στους περισσότερους έχω βάλει σταυρούς» είπε «αλλά υπάρχουν ορισμένοι που δεν τους αξίζει σταυρός, ούτε προσευχή». Ο Ρόμπερτ έψαξε, μέχρι που βρήκε τελικά ένα μικρό παραμελημένο τάφο σε μια γωνιά σε κάποια απόσταση από τη μάντρα της εκκλησίας. Εκεί ήταν κρυμμένες από τα μάτια οι ανόσιες ψυχές, μαζί με τους δύστυχους που δεν είχαν ούτε χρήματα ούτε οικογένεια. Πολλά ονόματα ήταν μισοσβησμένα, αλλά ο Ρόμπερτ επέμενε και τον βρήκε. Δίπλα σε μια γέρικη οξιά, ο μικρός ξύλινος σταυρός προστατευόταν αρκετά από τα στοιχεία της φύσης. Τ ο όνομα του Τ ζόρντι ήταν σκαλισμένο με μεγάλα ακανόνιστα γράμματα. Δεν υπήρχε επώνυμο, ούτε ημερομηνίες. Έγραφε απλώς το όνομα Τ ζόρντι. Ο Ρόμπερτ έμεινε πολλή ώρα εκεί να κοιτάζει το όνομα και να σκέφτεται τον άνθρωπο που στάθηκε αιτία να υποφέρει τόσα χρόνια, αλλά συνάμα, όταν πίστεψε πως δεν είχε νόημα η ζωή, αυτός ο ίδιος άνθρωπος ανακούφισε τον πόνο του και τού έδωσε ελπίδα. «Δεν μπορέσαμε να μάθουμε το επίθετό του». Ο επιστάτης είχε ακολουθήσει το Ρόμπερτ. «Μας είπε το όνομά του μια γριά» εξήγησε. «Μια ρυπαρή γριά, νευρική, που φοβόταν ακόμα και τη σκιά της». Ο Ρόμπερτ εξεπλάγη. Η περιγραφή ταίριαζε τέλεια σε αυτήν που υποπτευόταν. «Μήπωςτην έλεγαν Άιρις;» Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είπε το όνομά της» απάντησε σκεφτικά. «Τ ο μόνο που ξέρω είναι ότι, καθώς τον κατέβαζα στον τάφο, με χτύπησε στον ώμο. Με κοψοχόλιασε, μα την αλήθεια!» Αναρίγησε σαν να φύσηξε πάνω του παγωμένος αέρας. «Μου είπε ότι της είχε πει κάποτε το όνομά του. “ Τ ζόρντι” είπε κι έφυγε και δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ».


Αφού τα είπε αυτά, έβγαλε το καπέλο του, έξυσε το κεφάλι του και το ξαναφόρεσε. «Έχω δουλειά» μουρμούρισε. «Πρέπει να πηγαίνω». Σαν έμεινε μόνος, ο Ρόμπερτ μίλησε στον παλιό του φίλο. «Χαίρομαι που έγραψαν το όνομά σου» είπε. «Μόλις μπορέσω, θα σου βάλω μια ωραία ταφόπλακα». Γονάτισε, ξερίζωσε τα αγριόχορτα κι όταν καθάρισε κι έστρωσε το χώμα απίθωσε την ταπεινή ανθοδέσμη του στη βάση του σταυρού. «Ήσουν καλός φίλος» είπε. «Δε φαντάζεσαι πόσο μου λείπεις». Μουρμούρισε μια προσευχή και μια υπόσχεση. «Δε θα γλιτώσουν γι’ αυτό που έκαναν» είπε. «Θα πληρώσουν, έστω κι αν είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω». Κάθισε στοχαστικός άλλη μια στιγμή κι ύστερα έφυγε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 Τ Η ΔΕΥΤ ΕΡΑ Τ Ο ΠΡΩΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤ παρουσιάστηκε στο Μόρτιμερ Τ ζάκσον. «Είμαι έτοιμος για δουλειά» είπε κι υπήρχε πάνω του μια νιόφαντη αποφασιστικότητα, μια ήρεμη δύναμη που άντλησε από την επίσκεψη στον τάφο του Τ ζόρντι και τα πολλά, διαφορετικά συναισθήματα που ένιωσε στο σύντομο διάστημα που βρισκόταν έξω από το νοσοκομείο. Ο Μόρτιμερ Τ ζάκσον διέκρινε κάτι πάνω του που τον άγγιξε βαθιά. Είδε τους στητούς ώμους και το δεσμευμένο ύφος· ένιωσε το θυμό και την εσωτερική του πάλη, τη δύναμη της αποφασιστικότητάς του, και κατάλαβε πως είχε απέναντί του έναν άνθρωπο που είχε πράγματα να κάνει, ένα στόχο να εκπληρώσει. Τ ου κίνησε την περιέργεια. Αλλά δεν ήταν τύπος που έχωνε τη μύτη του σε ξένες υποθέσεις. Απλώς, ένιωσε σεβασμό και συμπάθεια για το Ρόμπερτ Σάλλιβαν. Ήταν ένας άνθρωπος που το έλεγε η καρδιά του. «Ωραία!» Τ ον οδήγησε στο προαύλιο, όπου ήταν ήδη έτοιμη μια ελαφριά άμαξα με τον αμαξά της. «Θα περάσεις δυο μέρες μαζί με το


Σταν και θ’ ακούς προσεκτικά ό,τι σου λέει. Δε θα δουλέψεις μόνος σου αν δε βεβαιωθείτε απόλυτα κι οι δύο ότι μπορείς να τα καταφέρεις». Σύστησε το Ρόμπερτ στον αμαξά, που ήταν τόσο χοντρός, ώστε μόλις που χώρεσε ο Ρόμπερτ να καθίσει δίπλα του. «Πήγαινε τώρα και φρόντισε να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά. Όταν αποφασίσει ο Σταν πως είσαι έτοιμος, θα σου δώσει για λίγο τα χαλινάρια». Απευθύνθηκε στο Σταν και τον προειδοποίησε: «Να του δώσεις τα χαλινάρια στους πίσω δρόμους, μακριά από το κανάλι. Δε θέλω να πέσετε στο νερό και να πνιγείτε. Αλλά, ακόμα κι αν θες εσύ να φας το κεφάλι σου, δεν έχω καμιά διάθεση να χάσω ένα από τα καλύτερα άλογά μου και την άμαξα εκπαίδευσης». Πριν φύγει το αφεντικό, έκλεισε το μάτι στο Σταν, που ήξερε καλά τα χούγια του -που ήξερε, αντίθετα με το Ρόμπερτ, ότι παρίστανε σκόπιμα τον αναίσθητο. Ο Ρόμπερτ, χαρούμενος για την πρώτη του μέρα στη δουλειά μετά από τόσον καιρό, απόλαυσε την κάθε στιγμή’ ακόμα κι όταν του έδωσε ο Σταν τα χαλινάρια και κόντεψε να ρίξει την άμαξα στον πλαϊνό τοίχο μιας αποθήκης. Άνθρωποι σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις μέχρι να καταφέρει να συγκρατήσει το άλογο, νιώθοντας τη φλόγα του θυμού τους. «Είναι τρελός!» φώναζαν. «Μαζέψτε τον πριν σκοτώσει κανέναν!» Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Ρόμπερτ δεν πανικοβλήθηκε, αν και όταν ακινητοποίησε την άμαξα ήταν λουσμένος στον ιδρώτα κι ο χοντρός αμαξάς αρπαγμένος από τα πλαϊνά της άμαξας. Χρειάστηκε κάμποσες στιγμές για να συνέλθει. «Έχει δίκιο!» κοντανάσανε ο.Σταν. «Είσαι τρελός για δέσιμο!» Ο Ρόμπερτ, σίγουρος ότι η σύντομη σταδιοδρομία του έληξε για πάντα, έκανε να του δώσει τα χαλινάρια κι ανακουφίστηκε όταν ο άλλος έβαλε τα γέλια. «Εσύ, παιδάκι μου, είσαι γεννημένος αμαξάς!


Μα το Θεό! Πάνω που νόμιζα ότι θα πάμε στα θυμαράκια, μας έσωσες χωρίς να πα-νικοβληθείς ούτε στιγμή». Έδειξε το δρόμο μπροστά τους. «Πήγαινέ μας πίσω αν μπορείς» είπε. «Έχω κατουρηθεί πάνω μου!» Στο δρόμο της επιστροφής στο σταθμό των αμαξών, αποκάλυψε στο Ρόμπερτ κάποια πράγματα. «Δεν υπάρχει ούτε ένας οδηγός που να μην έπεσε έστω και μια φορά σε κάποιον τοίχο ή να μη μάγκωσε τις μπροστινές ρόδες στις γραμμές του τραμ… Φαντάσου να βλέπεις το τραμ να έρχεται και να έχεις μόλις ένα λεπτό να γλιτώσεις. Ένας συνάδελφος έπεσε στο κανάλι -άλογο, άμαξα κι επιβάτης! Ευτυχώς, σώθηκαν αμαξάς και επιβάτης, αλλά ο δύστυχος ο αμαξάς έχασε τη δουλειά του. Όπως είπε το αφεντικό, είναι ανθρώπινο να χάσεις μια ρόδα, μα να χάσεις ολάκερη άμαξα είναι σκέτη αμέλεια!» Και γέλασε δυνατά με το καλαμπούρι του. «Τ ι θα πεις στο αφεντικό όταν σε ρωτήσει πώς τα πήγα σήμερα;» Ο Ρόμπερτ είχε ακόμη αγωνία. «Θα του πω την αλήθεια!» ήρθε η απάντηση. «Θα του πω πώς πετάχτηκε μπροστά στο άλογο αυτή η αναθεματισμένη γάτα και το πανικόβαλε». «Μα δεν πετάχτηκε γάτα!» «Ναι, αλλά το αφεντικό δεν το ξέρει αυτό!» Ο Σταν τού έκλεισε το μάτι. «Και μετά θα πω ότι μας έβγαλες από τα δύσκολα χωρίς να πεταρίσεις καν τα μάτια». Ο Ρόμπερτ γέλασε. «Όμως η απόπειρα δολοφονίας των μισών εργατών της αποθήκης δεν είναι και τόσο καλό ξεκίνημα , σωστά;» «Χμ! Δεν είδες τίποτα ακόμα, αγόρι μου!» Γέλασε τόσο δυνατά, που τρόμαξε το άλογο. «Ει, αρκετά!» φώναξε. «Φτάνουν οι συγκινήσεις για σήμερα!» Ο Ρόμπερτ ένιωθε πολύ ευχαριστημένος όταν επέστρεψαν στο


σταθμό. Επιτέλους, γύριζε στη ζωή, ανακτώντας τον αυτοσεβασμό του και κερδίζοντας το ψωμί του. Είχε ένα καλό προαίσθημα ότι δε θα αργούσαν να καρποφορήσουν οι έρευνές του για τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Τ ις επόμενες δύο βδομάδες δούλευε τόσο σκληρά και για τόσο πολλές ώρες,που είχε ελάχιστο χρόνο να συνεχίσει τις έρευνές του. Σηκωνόταν πρωί πρωί και γύριζε σπίτι αργά τη νύχτα, κατάκοπος κι έτοιμος για ύπνο. «Τ α πηγαίνεις πολύ καλά, γιε μου» σχολίαζε ο Μόρτιμερ Τ ζάκσον., που είχε να λέει σε φίλους και γνωστούς ότι βρήκε «ένα πολλά υποσχόμενο άτομο στο πρόσωπο του Ρόμπερτ Σάλλιβαν». Κάθε διαδρομή που έκανε, είτε για να πάρει έναν άντρα από τη δουλειά του είτε για να γυρίσει σπίτι μια οικογένεια που έκανε τα ψώνια της, ο Ρόμπερτ είχε το νου του μήπως βρεθεί κάποιος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει τα παιδιά του. Μια μέρα τού φάνηκε πως είδε την Άιρις ν’ αφήνει κάτι κουνουπίδια έξω από ένα οπωροπωλείο, μα όταν γύρισε να δει δεν ήταν εκείνη. Άλλη μια φορά πήρε κούρσα δύο γυναίκες που μίλαγαν τόσο δυνατά, που νόμιζε πως ήταν κουφές, όμως τα λόγια τους τράβηξαν την προσοχή του… «Λένε ότι μπορεί να κλείσουν την Παιδική Στέγη…» είπε η μία. «Μπα, αποκλείεται» απάντησε η άλλη. «Τ ότε πού θα πηγαίνουν τα καημένα τα ορφανά;» Η πικρή αλήθεια δεν αύξησε απλώς τις ενοχές του Ρόμπερτ αλλά και τον έκανε να σκεφτεί πως ήταν θλιβερό που για ορισμένα παιδιά το ίδρυμα αυτό ήταν το μοναδικό σπιτικό που γνώριζαν στη ζωή τους. ‘ Τ ο απόγευμα της δεύτερης Παρασκευής ο Μόρτιμερ Τ ζάκσον τον άφησε να σχολάσει νωρίς. «Πέρασες με άριστα» του είπε καλοσυνάτα. «Από σήμερα θα παίρνεις ολόκληρο το μεροκάματο, αλλά να ξέρεις πως είσαι ακόμα υπό δοκιμή μέχρι να πω κάτι διαφορετικό». Ήταν από τους ανθρώπους που για να σου δώσουν κάτι σού βγάζουν την πίστη. Αλλά ο Ρόμπερτ τον ευχαρίστησε και είπε πως ποτέ δε φανταζόταν ότι θα του άρεσε τόσο πολύ αυτή η


δουλειά. Γυρίζοντας σπίτι, είχε μια δουλειά να κάνει. Πλύθηκε, άλλαξε, πήγε στο δημαρχείο πέντε λεπτά πριν κλείσουν κι απογοητεύτηκε όταν βρήκε έναν άντρα στο γραφείο της ρεσεψιόν. «Τ ην τελευταία φορά που ήρθα ήταν εδώ μια κοπέλα». Τ ην περιέγραψε στον υπάλληλο. «Μπορώ να τη δω;» Ο άντρας με το οστεώδες πρόσωπο έγνεψε αρνητικά. «Εννοείτε την Ανν Μουρ. Λυπάμαι,η δεσποινίς Μουρ έχει αρπάξει μιαν άσχημη γρίπη και λείπει τις τελευταίες μέρες. Περάστε την άλλη βδομάδα» τον συμβούλεψε. «Είμαι σίγουρος ότι δε θ’ αργήσει να επιστρέψει στη δουλειά». Χαμογέλασε τυπικοί. «Μήπως μπορώ να σας εξυπηρετήσω εγώ;» Ο Ρόμπερτ τον ευχαρίστησε, αλλά είπε: «Όχι. Θέλω να μιλήσω με τη δεσποινίδα Μουρ». Κι άλλη απογοήτευση, σκέφτηκε. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρώ ευκαιρία να περάσω από δω. Έφυγε απογοητευμένος. Βγαίνοντας στο όμορφο δροσερό απόγευμα, έπαιξε για μια στιγμή με την ιδέα να περάσει από το ορφανοτροφείο, αλλά δεν είχε νόημα. Αφού δεν του έδωσαν καμιά πληροφορία την προηγούμενη φορά, τώρα θα είχαν κλεισμένο ακόμα πιο σφιχτά το στόμα τους. Κι ίσως ο ύπουλος διευθυντής να πραγματοποιούσε την απειλή του και να τον έριχνε στη φυλακή, κάτι που θα ήταν το τέλος των ερευνών του για τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Όχι! Έπρεπε να το παίξει διαφορετικά. Να φερθεί πονηρά σαν εκείνους. Άλλωστε, υπήρχε ακόμα η Άιρις Ντέυλυ. αρκεί να κατάφερνε να τη βρει αλλά ήταν σαν να έψαχνε ψύλλους στα άχυρα. Τ η γνώριζαν πολλοί, αλλά κανείς δεν ήξερε που έμενε. Όμως την ερχόμενη βδομάδα θα περνούσε ξανά από το δημαρχείο, οπότε δεν είχε χαθεί κάθε ελπίδα. Μ’ αυτά στο μυαλό, πήγε στην παμπ και, ξοδεύοντας ένα σελίνι, πέρασε μια ήσυχη βραδιά καθισμένος σε μια γωνιά, απ’ όπου κοίταζε κι άκουγε ελπίζοντας ν’ αρπάξει κάποια χρήσιμη πληροφορία. Αλλά


ούτε είδε ούτε άκουσε κάτι χρήσιμο. Στις δέκα και τέταρτο καληνύχτισε τον ταβερνιάρη κι επέστρεψε στο σπίτι του, όπου ήπιε ένα φλιτζάνι κακάο με τη συντροφιά δύο μοναχικών εμπορικών αντιπροσώπων από τα βόρεια. Τ ην άλλη μέρα, Σάββατο, έκανε έναν περίπατο στην αγορά’ ο θόρυβος κι η πολυκοσμία απόσπασαν για λίγο το μυαλό του από τα θέματα που το βασάνιζαν μεταξύ των οποίων και τη Μαίρη, τη γυναίκα που αγάπησε όσο καμία άλλη. Η αγορά ήταν ένα μέρος γεμάτο ζωντάνια, κόσμο και φασαρία. Ήταν καλό να ξεχαστεί με όλα αυτά, έστω και για λίγο. Βάλθηκε να χαζεύει τα εμπορεύματα που προσφέρονταν. Αγόρασε από έναν πάγκο ένα κομψό ζευγάρι καφέ παπούτσια που του έρχονταν γάντι. «Έχουν φορεθεί μόνο μια φορά» του είπε ο ιδιοκτήτης του πάγκου. «Ανήκαν σε έναν πλούσιο,αλλά έπαθε ποδάγρα και παραμορφώθηκαν τα πόδια του. Τ ώρα είναι αναγκασμένος να κάνει παραγγελία τα παπούτσια του… τουλάχιστον έτσι μου λέει ο υπηρέτης του». Ο ιδιοκτήτης του πάγκου έδειχνε παραμυθάς κι ο Ρόμπερτ δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πιστέψει. Αλλά,τελικά, τι σημασία είχε; Τ α παπούτσια ήταν άριστης ποιότητας, του έρχονταν καλά και ήταν τα πιο άνετα που φόρεσε ποτέ στα πόδια του. «Πόσο;» Ο άντρας έκανε ένα μορφασμό, πλατάγισε τα χείλη του και είπε την τιμή. «Δύο σελίνια, φίλε». Ο Ρόμπερτ άφησε τα παπούτσια πάνω στον πάγκο. «Πολύ ακριβά». Έκανε να φύγει. «Ει! Περίμενε!» φώναξε ο άλλος. «Καλά λοιπόν… ένα και εννέα πένες, αλλά θα βάλω λουκέτο έτσι που πάω». Ο Ρόμπερτ χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του και συνέχισε το δρόμο του. Είχε καλύτερα πράγματα να κάνει με τα λεφτά του.


«Καλά ένα κι έξι πένες και δεν κατεβαίνω άλλο!» Ο Ρόμπερτ κοντοστάθηκε και γύρισε. «Ένα και δύο πένες δεν έχω παραπάνω ». «Είσαι ληστής, άνθρωπέ μου!» Ο άντρας έκανε άλλον ένα μορφασμό κουνώντας το στόμα του πέρα δώθε. Βόγκηξε , αναστέναξε και κοίταξε απηυδισμένος τον ουρανό. «Διάβολε, θα φαλιρίσω!» Αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά κι έγνεψε καταφατικά. «Καλά λοιπόν, αλλά κάνεις πολύ σκληρά παζάρια ». Ο Ρόμπερτ πλήρωσε κι έφυγε χαρούμενος με ένα ζευγάρι ακριβά κι ολοκαίνουρια σχεδόν παπούτσια. Θα του κρατούσαν χρόνια. Χωρίς να το ξέρει ο Ρόμπερτ, καθώς έφευγε αυτός από τη μια πλευρά της αγοράς, η Άλις Κόμπτον έμπαινε από την αντίθετη κατεύθυνση. Η Άλις είχε εκπληρώσει το όνειρό της να αποκτήσει ένα παιδί κι έσπρωχνε περήφανη το καροτσάκι του, Ο Τ ζόννι της ήταν ένα στρουμπουλό αγοράκι με μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια κι αφράτα μάγουλα. «Καλημέρα, κυρία». Η εμπόρισσα στον πάγκο ήταν μια ευτραφής μητρική μορφή που το αθώο πρόσχαρο χαμόγελό της έκρυβε το κοφτέ-ρό επιχειρηματικό μυαλό της. «Έλα να δεις. Έχουμε ωραία πλεχτά παλτουδάκια που θα πηγαίνουν υπέροχα στο μωράκι σου». Είχε δει πολλές φορές την Άλις στην αγορά κι όταν είχε χρόνο και δεν περίμεναν πελάτες της έπιανε την κουβέντα. «Έλα, λοιπό ν, να ρίξεις μια ματιά!» την παρακίνησε. «Δες τι ωραία δουλειά έχουν». Έριξε ένα γαλάζιο παλτουδάκι στο μπράτσο της κι έδειξε στην Άλις πώς έμπαιναν σε θηλιές τα μικροσκοπικά κουμπιά κι ότι το παλτουδάκι ήταν αρκετά μακρό: «Για να κρατά ζεστό το παιδί». Τ ης Άλις της άρεσε αυτό που είδε. «Εντάξει λοιπόν» είπε δίνοντας έξι πένες. «Αλλά δε θέλω τίποτα άλλο» προειδοποίησε δείχνοντας το μωρό. «Πέρασε άσχημη νύχτα και δε μας άφησε να κλείσουμε μάτι.


Βγήκα να πάρω λίγο καθαρό αέρα. Ήλπιζα να αποκοιμηθεί κι αυτός, αλλά είναι ακόμα ξύπνιος». Χασμουρήθηκε δυνατά. «Συγνώμη, αλλά είμαι τόσο κουρασμένη, που μου ’ρχεται να ξαπλώσω δίπλα του». «Εμένα μου φαίνεσαι δροσερή δροσερή». Η ευτραφής γυναίκα δε θεωρούσε ιδιαίτερα όμορφη την Άλις, αλλά ευχάριστη και συμπαθητική. «Κράτησέ τον έξω όσο μπορείς κι απόψε θα πέσει σαν μολύβι». Η Άλις χασμουρήθηκε ξανά. «Τ ο ελπίζω». Εμφανίστηκε κάποιος πελάτης κι η εμπόρισσα έστρεψε σ’ αυτόν την προσοχή της. «Να προσέχεις» είπε στην Άλις κι εκείνη τη διαβεβαίωσε ότι αυτό θα έκανε. Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ όταν άκουσε να φωνάζουν το όνομά της. «Άλις! Άλις Κόμπτον! Στάσου μισό λεπτό!» Μέχρι να γυρίσει να δει ποια ήταν, η γυναίκα βρισκόταν ήδη δίπλα της λαχανιασμένη και γαργαλούσε το λαιμό του μωρού. «Δεν ήξερα πως έκανες παιδί. Αχ,τι όμορφος που είναι! Πώς τον λένε;» Η Άλις ξαφνιάστηκε βλέποντας ότι η γυναίκα που την είχε φωνάξει ήταν η Ανν Μουρ. Ήταν πολλά χρόνια που είχε φύγει από αυτή τη δουλειά και χαιρόταν πάντα όταν έβλεπε κάποιον από το δημαρχείο. «Τ ον λένε Τ ζόννι. Εσύ τι κάνεις, Ανν;» Πρόσεξε ότι η νεότερη γυναίκα στηριζόταν βαριά στο καροτσάκι. Πρόσεξε επίσης ότι το πρόσωπό της ήταν αδύνατο και μαραγκιασμένο, ενώ παλιά ήταν πάντα ροδαλό και λαμπερό. «Πέρασα μια φοβερή γρίπη» της είπε η νεότερη γυναίκα «γι’ αυτό δεν πρέπει να πλησιάζω το μωρό. Τ ώρα αισθάνομαι πολύ καλύτερα, αλλά ο γιατρός λέει πως δεν πρέπει να πάω στη δουλειά τουλάχιστον για άλλη μια βδομάδα». «Κάνει να βγαίνεις έξω;» ρώτησε ανήσυχα η Άλις. «Δε θα ’πρεπε να βρίσκεσαι στο κρεβάτι;»


Η νεότερη γυναίκα απέρριψε την ιδέα. «Δεν άντεχα άλλη μια μέρα χωρίς καθαρό αέρα». Πήρε παράμερα την Άλις και της είπε: «Πάντως,χαίρομαι που σε πέτυχα,γιατί υποσχέθηκα σε κάποιον να σου μιλήσω με την πρώτη ευκαιρία». «Για ποιο θέμα;» Η Ανν τής εξήγησε. «Πριν αρρωστήσω, ήρθε ένας άντρας στο δημαρχείο και σε ζητούσε. Είπε πως ήσουν εκεί την ημέρα που άφησε τα παιδιά του. Είπε πως γύρισε να τα πάρει, αλλά το δημαρχείο είχε κλείσει και, για λόγους ανώτερους της θέλησής του, δεν μπόρεσε να ξαναπεράσει και τώρα έχει χάσει τα παιδιά του και δεν ξέρει τι να κάνει». Θα συνέχιζε να φλυαρεί, αλλά τη διέκοψε η Άλις. «Ας πάμε καλύτερα να καθίσουμε κάπου» πρότεινε. «Φαίνεσαι κουρασμένη. Θα μου τα πεις καθώς θα πίνουμε το τσάι μας, εντάξει;» Η Ανν έγνεψε ανακουφισμένη και προχώρησαν, χωρίς να ξέρουν πως,αν περπατούσαν μερικά βήματα ακόμα, θα έπεφταν πάνω στο Ρόμπερτ. Σε λίγα λεπτά έφτασαν σε ένα καφέ και μετά από λίγο είχαν μπροστά τους το τσάι τους και φρυγανισμένο ψωμί. «Και τώρα τι θέλεις να μου πεις;» ρώτησε με περιέργεια η Άλις. «Όπως σου έλεγα,ήρθε κάποιος στο δημαρχείο και ρώτησε για σένα σε περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια. Είπε ότι λέγεται Ρόμπερτ Σάλλιβαν και ψάχνει για τα παιδιά του». Η Άλις απόρησε. «Πρώτη φορά ακούω αυτό το όνομα. Και τι τον κάνει να πιστεύει ότι ξέρω πού βρίσκονται τα παιδιά του;» Η νεότερη γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους της. «Φαινόταν καλός άνθρωπος» εξήγησε. «Ήταν τρελός από ανησυχία, αυτό να λέγεται». Μετέφερε με κάθε λεπτομέρεια στην Άλις ό,τι ακριβώς της είχε πει ο


Ρόμπερτ. «Ήταν πολύ χλωμός, σαν να είχε καιρό να βγει έξω. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν στη φυλακή, αλλά κάτι δε μου κόλλαγε. Φαινόταν πονεμένος άνθρωπος, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Κι ύστερα, καθώς έφευγε, πρόσεξα πως κούτσαινε ανεπαίσθητα. Αναρωτήθηκα αν είχε πάθει κάποιο ατύχημα κι έμεινε καιρό στο νοσοκομείο. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δεν μπόρεσε να γυρίσει να πάρει τα παιδιά του και τώρα είναι σαν κυνηγημένος». «Τ ι σου είπε για τα παιδιά;» Η Άλις είχε αρχίσει να μπαίνει στο νόημα. «Σου τα περιέγραψε;» «Όχι ακριβώς. Είπε μόνο πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι… η Νάνσυ κι ο Τ ζακ, έτσι είπε». «Ω, Θεέ μου!» Η Άλις έπιασε ενστικτωδώς το λαιμό της. «Τ α ξέρω αυτά τα παιδιά». Βούρκωσαν τα μάτια της και πέρασαν μερικές στιγμές πριν μπορέσει να μιλήσει. «Τ ι συμβαίνει, Άλις;» Η Ανν, όπως και ^πολλοί άλλοι, είχε ακούσει ψιθύρους για συναλλαγές κάτω από το τραπέζι στο ορφανοτροφείο και τώρα ανησύχησε. «Πάθανε τίποτα ;» Η Άλις ανέκτησε την ψυχραιμία της. Δε θα ξεχνούσε ποτέ τη Νάνσυ και τον Τ ζακ. Βασανιζόταν κι αυτή σαν τον πατέρα τους από την ιδέα ότι ίσως ήταν δυστυχισμένα,χωρίς να φταίνε σε τίποτα τα ίδια. «Η αλήθεια είναι ότι τα έδωσαν σε σπίτια». «Πού;» «Τ ο αγόρι ήταν ανυπάκουο» αποκάλυψε. «“ Ο κακός Τ ζακ”, έτσι τον έλεγαν, αλλά, κατά βάθος, δεν ήταν. Ήταν απλώς μπερδεμένος και φοβισμένος και ξέσπαγε σε όποιον έβρισκε μπροστά του». Κι εξομολογήθηκε: «Ξέρεις,ήθελα να τα πάρω εγώ, Ήθελα ειλικρινά να τα πάρω σπίτι μου, τον Τ ζακ και τη μικρή αδερφή του, τη Νάνσυ». Κατάπιε έναν κόμπο στο λαρύγγι της και συνέχισε: «Ήταν τόσο όμορφο κοριτσάκι, ήσυχο, με μεγάλα γαλάζια μάτια… αχ, Ανν! Ήταν κουκλίτσα. Κι ο αδερφός της τη λάτρευε κι ήταν προστατευτικός


απέναντί της». «Τ ι απόγιναν;» ψιθύρισε η Ανν. «Δεν είμαι σίγουρη» ομολόγησε. «Αλλά ένα απόγευμα που κάλεσαν τον Έννιγκτον να ασχοληθεί με ένα ατίθασο παιδί, μπήκα κρυφά στο γραφείο του κι έριξα μια ματιά στο προσωπικό αρχείο του». «Θεέ μου!» Ο Έννιγκτον ήταν γνωστός για το φριχτό χαρακτήρα του. «Δε σ’ έπιασε, έτσι;» «Όχι, αλλά έμαθα μερικά πράγματα» ομολόγησε επιφυλακτικά. «Τ ο παιδί στάλθηκε σε ένα αγρόκτημα κάπου στο βορρά. Αυτό πρέπει να ήταν νόμιμο,γιατί ήταν καταγεγραμμένο και στο επίσημο αρχείο. Όσο για το κοριτσάκι, τη Νάνσυ, πάντα υποπτευόμουν ότι πουλήθηκε. Υπήρχε μια καταχώριση την ημέρα που έφυγε. Έγραφε “ το κορίτσι”. Αναφερόταν και κάποιο χρηματικό ποσό, αλλά δεν μπορώ να ξέρω αν είχε άμεση σχέση με τη Νάνσυ». «Ω, Άλις! Είναι θαύμα που δε σε τσάκωσε, γιατί θα σε μαστίγωνε μέχρι να φανούν τα κόκαλά σου». Φοβόταν και μόνο που άκουγε τι έκανε η Άλις. «Τ ο είπες στις αρχές;» Η Άλις έγνεψε αρνητικά. «Όχι, και ντρέπομαι. Τ ο σκέφτηκα και θα τον κατήγγειλα, αλλά την επόμενη φορά που μπήκα κρυφά στο γραφείο του το προσωπικό αρχε.ίο του Έννιγκτον είχε εξαφανιστεί». «Είναι πανούργος, σίγουρα κατάλαβε πως κάποιος σκάλισε τα βιβλία του». «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Τ ο θέμα είναι ότι δεν μπορούσα ν’ αποδείξω τίποτα. Τ ο σκεφτόμουν καιρό και δεν ήξερα τι να κάνω. Αν πήγαινα στις αρχές,ποιος μου εγγυόταν ότι δεν ήταν κι αυτοί στο κόλπο; Από την άλλη, αν δεν τον κατήγγειλα, πόσα παιδιά ακόμη θα πουλιόντουσαν;» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Υπήρχαν όμως άλλα δύο πράγματα που με


εμπόδισαν να τον καταγγείλω πέρα από το ότι δεν ήμουν σίγουρη πως δεν τα είχε κάνει πλακάκια με τις αρχές». Τ ο βλέμμα της έπεσε στο γιο της που τώρα κοιμόταν του καλού καιρού. «Πρώτον, κατάλαβα πως ήμουνα έγκυος. Και, δεύτερον, σύμφωνα με το προσωπικό αρχείο του Έννιγκτον,η Νάνσυ δεν κακόπεσε. Διαφορετικά, θα τα έλεγα όλα αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Αλλά, δόξα τω Θεώ, την έστειλαν σε μια πλούσια ευυπόληπτη οικογένεια, να γιατρέψει την καρδιά μιας άτυχης γυναίκας που έχασε το παιδί της. Μάλιστα είδα τον κύριο που την πήρε. Φαινόταν καλός άνθρωπος και σίγουρα ήταν εύπορος. Στο τέλος έπεισα τον εαυτό μου ότι έπεσε σε καλά χέρια». Η Ανν έγνεψε επιδοκιμαστικά. «Καλά έκανες και δε μι-λησες. Όπως είπες, μπορεί να συνεργάζεται με κάποιον από τις αρχές, οπότε ένας Θεός ξέρει τι θα είχε γίνει. Υπάρχουν τόσο πολλά σάπια μήλα στο σύστημα, που δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς από τη μια στιγμή στην άλλη». Η Άλις ξανάφερε στο μυαλό της εκείνη τη νύχτα. «Ήταν φοβερό» ομολόγησε. «Δεν έπρεπε να χωρίσουν τα παιδιά. Τ ο αγόρι ήταν απαρηγόρητο… και τα δύο, αλλά το κοριτσάκι ήταν ουσιαστικά μωρό και δεν είχε πλήρη επίγνωση αυτού που συνέβαινε. Αλλά, αν έβλεπες το πρόσωπο του Τ ζακ όταν την έπαιρναν, που νόμιζε ότι η αδερφή του δεν ήθελε να τον ξαναδεί… Δεν έχω ξαναδεί τόση δυστυχία. Κι όμως, σκεφτόταν την ευτυχία της και την έβαζε πάνω από τον εαυτό του. Ήξερε ότι θα περνούσε καλά εκεί που πήγαινε και, παρόλο που ράγισε η καρδιά του,το αποδέχτηκε’ κι ας πίστευε ότι του γύρισε την πλάτη». «Γιατί πίστευε κάτι τέτοιο;» «Γιατί δεν τον είδε όταν έφευγε. Δεν μπορούσε, κατάλαβες; Τ ο παράθυρο της άμαξας ήταν πολύ ψηλό για να μπορέσει να δει έξω κι ο κύριος της είχε φέρει παιχνίδια για να την πάρει χωρίς φασαρία. Απορροφήθηκε για λίγο από το πονηρό του τέχνασμα και ξέχασε να γυρίσει να κοιτάξει για τον αδερφό της καθώς έφευγε».


Η Άλις έβλεπε ολοκάθαρα το πρόσωπο του Τ ζακ και μάτωνε η καρδιά της. «Βρισκόταν σε απόγνωση» θυμήθηκε. «Πίστευε πως ήταν ο προστάτης της και απέτυχε στην αποστολή του. Και μετά εκείνη ξέχασε να γυρίσει και να τον αποχαιρετίσει…» Κούνησε αργά το κεφάλι της. «Σε λίγο έφυγε κι αυτός. Τ ον πήρε ένας αγρότης, αν θυμάμαι καλά. Πιστεύω πως πήγε σε ένα καλό σπιτικό,αλλά ποιος μπορεί να ξέρει; Τ ο μόνο που ξέρω είναι ότι δεν έπρεπε να τους χωρίσουν». «Τ ι θα γίνει μ’ αυτό τον άντρα,τον πατέρα τους; Σίγουρα θα ξανάρθει. Τ ι να του πω;» «Πότε γυρίζεις στη δουλειά;» «Σε μια βδομάδα, είπε ο γιατρός». «Τ ότε έχω μια βδομάδα να το σκεφτώ. Θα έρθω να σε δω στο δημαρχείο την άλλη Δευτέρα το πρωί. Μέχρι τότε καλύτερα να μην πεις τίποτα». Μίλησαν λίγο ακόμα για το Ρόμπερτ Σάλλιβαν, για τα παιδιά και το γάμο κι όλα όσα ενδιαφέρουν τις γυναίκες. Σε λίγο χώρισαν και πήρε καθεμιά το δρόμο της. «Δε θα το πω πουθενά» υποσχέθηκε η νεότερη γυναίκα καθώς έφευγε. «Χαίρομαι όμως που σε είδα, γιατί με απασχολούσε αυτό το θέμα», Η Άλις την ευχαρίστησε και κίνησε με το μωρό για το σπίτι της. Είχε πολλά να σκεφτεί κι ανυπομονούσε να μιλήσει με τον καλό της άντρα,τον Άντονυ. «Δεν πρέπει να ανακατευτείς!» Ο Άντονυ ταράχτηκε όταν άκουσε αυτά που είχε να του πει. «Πρώτ’ απ’ όλα, δεν τον ξέρεις αυτό τον άνθρωπο. Πώς είσαι σίγουρη ότι είναι ο πατέρας των παιδιών;» «Έτσι δείχνουν όλα». Η ίδια η Άλις δεν είχε αμφιβολία. «Ήξερε τα ονόματά τους και την περιγραφή μου. Περιέγραψε επίσης πώς τα άφησε στο δημαρχείο. Κι αν δε σου αρκούν αυτές οι αποδείξεις,


νομίζω ότι θυμάμαι τον άντρα που έφερε τα παιδιά κι εξαφανίστηκε. Από την περιγραφή της Ανν, είμαι βέβαιη πως είναι ο πατέρας των παιδιών». «Και τι θα κάνεις;» Ο άντρας της, που βημάτιζε πάνω κάτω, άπλωσε τα χέρια του. «Θα πας στον Έννιγκτον και θα ζητήσεις να μάθεις πού είναι τα παιδιά; Θα το πεις στις δημοτικές αρχές με την ελπίδα να βρουν την άκρη, ενώ είναι σίγουρα μπλεγμένοι κι αυτοί οι ίδιοι; Και τα παιδιά; Τ ι θα γίνει αν βρεθούν και είναι ευτυχισμένα στο καινούριο τους σπίτι; Αν δε θέλουν τον πατέρα που τα εγκατέλειψε το σκέφτηκες αυτό; Για τ’ όνομα του Θεού, Άλις! Έχουν περάσει πάνω από έξι χρόνια από τότε!» Η Άλις συνειδητοποίησε ότι ήταν ο πρώτος τους καβγάς μετά από πάρα πολύ καιρό, αλλά είχε ανάγκη να εκφράσει τα αισθήματά της, είτε συμφωνούσε ο άντρας της είτε όχι. «Κάποιος πρέπει να του το πει» αντέτεινε. «Έχει δικαίωμα να μάθει». Ο Άντονυ διαφώνησε με πάθος. «Δεν έχει κανένα δικαίωμα!» Άρχισε να φωνάζει. «Μην ξεχνάς πώς τα εγκατέλειψε και τώρα έχει την απαίτηση να τα πάρει πίσω έτσι απλά, σαν να μη συνέβη τίποτα». «Μα γύρισε και βρήκε κλειστό το δημαρχείο. Είπε στην Ανν ότι μετά δεν μπόρεσε να ξανάρθει,για λόγους ανώτερους της θέλησής του. Και τον πιστεύω. Είδα πώς τους φερόταν κι αν υπάρχει πατέρας που αγαπάει τα παιδιά του, είναι αυτός. Είδα τα μάτια του όταν τα κρατούσε στην αγκαλιά του». «Και γιατί τα εγκατέλειψε;» «Δεν ξέρω να σου απαντήσω» παραδέχτηκε. «Τ ο μόνο που ξέρω είναι πως, αν δεν του πω για το αρχείο και τις πληροφορίες που βρήκα εκεί, δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου». «Σ’ Τ Ο ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ!» Ο Άντονυ κοπάνησε τη γροθιά του στο τραπέζι. «Δε θέλω να ανακατευτείς,κατάλαβες;»


Η Άλις τού γύρισε την πλάτη σοκαρισμένη και θυμωμένη από τον τόνο της φωνής του, αλλά αυτός βρέθηκε δίπλα της, την αγκάλιασε και προσπάθησε να τη μεταπείσει. «Ανησυχώ για τις συνέπειες αν μπλεχτείς σε μια τέτοια ιστορία. Είναι πολύ επικίνδυνο! Θυμάσαι την επίθεση που δέχτηκε η οικονόμος τότε που της έκανε κάποιος ερωτήσεις; Όλοι ξέρουν τι γίνεται εκεί μέσα». Τ ην έσφιξε στην αγκαλιά του. «Δε θέλω να κινδυνέψεις, αυτό είναι όλο». Τ ην έπιασε από τα μπράτσα, την απομάκρυνε λιγάκι και ρώτησε σιγανά: «Δε σκέφτεσαι το παιδί μας;». «Τ ι εννοείς;» ρώτησε φοβισμένη. «Εννοώ ότι, αν ξυλοκόπησαν μια γριά, λες να λυπηθούν το βρέφος;» Τ ην κούνησε απαλά. «Σκέψου,Άλις! Σκέψου πόσα χρόνια προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί. Κοίτα, αγάπη μου,έχουμε μια όμορφη ζωή. Φτιάξαμε την οικογένεια που ονειρευόμασταν κι είμαστε ευτυχισμένοι. Γιατί να βάλεις σε κίνδυνο όλα αυτά για κάποιον που εγκατέλειψε τα παιδιά του;» Πάγωσε το αίμα της Άλις. «Ο Τ ζόννι μας; Δεν το είχα σκεφτεί αυτό». «Σκέψου το λοιπόν τώρα, πριν κάνεις καμιά βλακεία». Αναστέναξε. «Σε παρακαλώ… μην ανακατεύεσαι. Εάν αυτός ο άνθρωπος θέλει στ’ αλήθεια τα παιδιά του, θα τα βρει και χωρίς τη βοήθειά σου». Έσκυψε πάνω της. «Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» «Ναι». «Ωραία!» Εξέφρασε την ανακούφισή του με το χαμόγελό του και τον τρυφερό τρόπο που τη φίλησε. «Συγνώμη που σου έβαλα τις φωνές». «Δεν πειράζει». Χάρηκε που ξαφνικά άρχισε να κλαίει το μωρό. «Πάω να δω». Χωρίς να χάσει στιγμή, ανέβηκε στο δωμάτιο του παιδιού. Όταν έφτασε εκεί, ο γιος της κλαψούριζε σιγανά.


Τ ου άλλαξε πάνα και τον έβαλε ξανά στην κούνια του· το πρόσωπό της έλιωσε από αγάπη καθώς τον κοίταζε. «Τ ι θα κάνω αν σε πάρει κανείς;» ψιθύρισε. «Θα κινήσω γη και ουρανό για να σε βρω… κι οι δυο μας». Τ ο μωρό έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε. «Καληνύχτα κι όνειρα γλυκά, αγαπούλα μου». Έσκυψε,το φίλησε στο μέτωπο και μετά πήγε στο παράθυρο και στάθηκε κάμποση ώρα, κοιτώντας τον ουρανό που σκοτείνιαζε. Σκεφτόταν αυτά που της είχε πει μόλις ο Άντονυ κι εκείνα που της είπε πρωτύτερα η Ανν και στριφογύριζε το κεφάλι της. «Τ ι να κάνω;» ψιθύρισε. Ένα ήταν σίγουρο. Αυτά που της είπε ο άντρας της την έβαλαν σε σκέψεις κι αναγνώριζε πως είχε δίκιο. Τ ι μάνα θα ήταν αν έβαζε σε κίνδυνο αυτό το πανέμορφο μωρό; Λίγο αργότερα πήγε στην κούνια, έσιαξε τα σκεπάσματα και κάθισε κοντά του μερικά λεπτά ακόμη. «Πονάει η καρδιά μου που αφήνω αυτό τον άνθρωπο να αγωνιά για τα παιδιά του» μουρμούρισε «ειδικά αν μπορώ να τον βοηθήσω». Καθώς έκλεινε την πόρτα, έριξε άλλη μια ματιά στο γιο της. «Είσαι υπερβολικά πολύτιμος για μένα, ώστε να ρισκάρω να πάθεις κάτι. Αλλά,αν υπάρχει τρόπος να βοηθήσω χωρίς να το μάθει κανένας, θα το σκεφτώ». Ανατρίχιασε στην ιδέα ότι θα πάθαινε κακό το μωρό της. «Όχι! Είναι πολύ επικίνδυνο». Γύρισε στο καθιστικό όπου ο Άντονυ διάβαζε την εφημερίδα του. Μόλις μπήκε, εκείνος άρχισε να σχολιάζει τις ειδήσεις και ειδικά τη νεοσυσταθείσα Κοινοπολιτεία και τη σημασία των πειραμάτων του Μαρκόνι για την ασύρματη επικοινωνία. «Είναι τόσο γρήγορες οι εξελίξεις» είπε σηκώνοντας τα μάτια από την εφημερίδα. Κι όταν συμφώνησε εκείνη, της είπε ότι χαιρόταν που αποφάσισε να μην μπλεχτεί «σ’ αυτή την υπόθεση με τα παιδιά».


Η Άλις έγνεψε χαμογελαστά, αλλά η ίδια δε χαιρόταν διόλου. Έτσι, ενώ εκείνος διάβαζε την εφημερίδα του, αυτή έραβε και σκεφτόταν και λικνιζόταν στην πολυθρόνα της και γυρόφερνε στο μυαλό της κάθε λέξη που της είχε πει η Ανν για το Ρόμπερτ Σάλλιβαν, που ήταν σαν κυνηγημένος. Κι ύστερα σκέφτηκε τα επιχειρήματα του Άντονυ, πράγμα που την έκανε να αναλογιστεί τις συνέπειες αν αποφάσιζε ν’ αποκαλύψει αυτά που ήξερε για τον Έννιγκτον και τα παιδιά του Ρόμπερτ. Πίστευε με όλη της την καρδιά ότι άξιζε τη βοήθειά της ο Ρόμπερτ Σάλλιβαν. Αλλά, πάλι, μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο ό ,τι αγαπούσε για να βοηθήσει αυτό τον άνθρωπο έναν άγνωστο, σε τελική ανάλυση, που εγκατέλειψε τα παιδιά του; Κοίταξε τον άντρα της κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο φιλόξενο δωμάτιο. Σήκωσε το βλέμμα στο πάνω πάτωμα, όπου κοιμόταν ο γιος της. Προς στιγμή θόλωσε το μυαλό της από διάφορες σκέψεις. Κι ύστερα συνέχισε το ράψιμό της κι ευχαρίστησε τον καλό Θεό γι’ αυτά που της είχε δώσει.

Μέρος Τρίτο ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1901 ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17 T O 1901 ΗΤ ΑΝ ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΓΕΜΑΤ Η ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ, ο πόλεμος των Μπόερ συνεχιζόταν και πολλές οικογένειες δεν μπορούσαν να ησυχάσουν μέχρι να επιστρέψουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Στο εσωτερικό εντείνονταν οι φήμες για την υγεία της βασίλισσας Βικτόρια κι ο κόσμος φοβόταν ότι δε θα γινόταν ποτέ καλά. Ο κόσμος άλλαζε κι αυτό προκαλούσε μια διάχυτη ανησυχία σε όλη τη χώρα.


«Με τόσους πολέμους, θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που δε μ’ ενόχλησαν ακόμη». Ο Πολ είχε εξηγήσει την κατάστασή του στις αρχές,τονίζοντας ότι η γυναίκα του δεν είχε συνέλθει ακόμη από την απώλεια του παιδιού τους και είχε μια υπερήλικη θεία που εξαρτιόταν απόλυτα από εκείνον. Επιπλέον,είχε στη δούλεψή του γύρω στους είκοσι άντρες που θα έχαναν τη δουλειά και τα μέσα να θρέψουν τις οικογένειές τους. Μέχρι στιγμής τα επιχειρήματά του αποδείχτηκαν πειστικά. Και όχι μόνο’ το ξενοδοχείο «Ολντ Πάλας» ανακαινίστηκε έγκαιρα,χάρη στην πρόσθετη χρηματοδότηση και την πρόσληψη εργατών από άλλες πόλεις. Τ ώρα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, το ξενοδοχείο, που είχε μετονομαστεί σε «Ρίτζενσυ»,ήταν ανοιχτό στο κοινό για τη γιορτινή νύχτα. Ήταν μια παραμονή Πρωτοχρονιάς που θα τους έμενε αλησμόνητη! Η θάλασσα λυσσομανούσε στην ακτή, το χιόνι που έπεφτε στοιβαζόταν στους θαμνοφράχτες και το έδαφος ήταν επικίνδυνο από τον τελευταίο παγετό. Καθώς κυλούσε η ώρα, ο άνεμος που άρχισε νωρίτερα σαν ένα απαλό αεράκι δυνάμωσε και τώρα έκανε τα παραθυρόφυλλα να βροντάνε και τα δέντρα στη σπιανάδα να λυγίζουν. Ο Πολ ήταν απελπισμένος. Μετά από ένα χρόνο σκληρής δουλειάς για να ανακτήσει το ξενοδοχείο το παλιό του μεγαλείο όλα έδειχναν ότι δε θα γινόταν η προγραμματισμένη γιορτή εξαιτίας της κακοκαιρίας. «Δε θα έρθει κανείς τέτοια νύχτα» βόγκηξε. « Κάθε λογικός άνθρωπος θα καθίσει στο σπίτι του, δίπλα στην ωραία ζεστή φωτιά». Η Μαίρη καταλάβαινε πώς αισθανόταν. «Είναι νωρίς ακόμα» του θύμισε. «Οι προσκλήσεις γράφουν οχτώ και μισή κι είναι μόλις οχτώ και τέταρτο».


Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του. «Πάντα κάποιοι έρχονται νωρίτερα, αλλά τώρα δεν πάτησε κανείς». Συνέχισε να κοιτάζει από το παράθυρο, ελπίζοντας πέρα από κάθε προσδοκία ότι οι καλεσμένοι θα αψηφούσαν τα στοιχεία της φύσης’ όμως κάθε λεπτό που κυλούσε έσβηναν οι ελπίδες του. Η Μαίρη ήταν πιο αισιόδοξη. «Υπάρχει ακόμα χρόνος» επέμενε καθώς πήγαινε δίπλα του. «Άλλωστε, αν δε γίνει απόψε η δεξίωση, υπάρχουν κι άλλες νύχτες». Ο Πολ γύρισε και την κοίταξε. «Μάλλον θα είμαστε οι δυο μας και ποιος άντρας θα μπορούσε να σου αντισταθεί έτσι όπως είσαι τώρα;» Τ ην κοίταξε αχόρταγα από την κορφή ως τα νύχια: τα ξανθά μεταξένια μαλλιά που ήταν κομμένα καρέ,το εφαρμοστό φόρεμα με το ντεκολτέ και την εβαζέ φούστα κι εκείνα τα όμορφα παπούτσια που άφηναν γυμνούς τους αστραγάλους. «Είσαι πανέμορφη». Δεν ήταν μόνο το ξενοδοχείο που ήθελε να δείξει στους καλεσμένους του’ ήθελε να τους δείξει πόσο τυχερός ήταν που είχε μια γυναίκα σαν τη Μαίρη. Κοίταξε τα ήρεμα καστανά της μάτια κι έσκυψε να τη φιλήσει. «Έχεις δίκιο» είπε παρασυρμένος από την αισιοδοξία της. «Μπορεί να έρθουν, αλλά ακόμα κι αν δεν έρθουν θα το γιορτάσουμε οι δυο μας». Τ ην έπιασε από τη μέση και τη γύρισε προς το δωμάτιο. «Δεν το πιστεύω ότι φτάσαμε ως εδώ» είπε. «Δε σου κρύβω ότι ήρθαν στιγμές που πίστεψα ότι δε θα τα καταφέρουμε». Η Μαίρη δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. «Εγώ ήμουν σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις» παρατήρησε σιγανά. «Είσαι από τους ανθρώπους που δεν το βάζουν κάτω». Ήταν παράξενος όμως ο τρόπος που την είχε αποκλείσει, σχεδόν άθελά του. Τ ο «Ρίτζενσυ»ήταν ξενοδοχείο του Πολ, όχι δικό της, όπως της υποσχέθηκε. Η Μαίρη δε συμμετείχε σε τίποτα, ούτε καν


στην επιλογή των χρωμάτων των τραπεζομάντιλων, αν και, προς μεγάλη της έκπληξη, τη ρώτησε τι τραπέζια ταίριαζαν καλύτερα κατά τη γνώμη της, στρογγυλά ή τετράγωνα. Η Μαίρη είπε στρογγυλά, αλλά τελικά την αγνόησε και διάλεξε τετράγωνα. Ήξερε πως δεν ήθελε να τη σνομπάρει ή να υποτιμήσει τη νοημοσύνη της. Απλώς, έτσι λειτουργούσε’ είχε, όπως οι περισσότεροι άντρες, τη δική του επικράτεια κι εκείνη τη δική της. Ναι, έπρεπε να το παραδεχτεί: «Είναι όλα τόσο όμορφα». Η συγκεκριμένη αίθουσα ήταν η κεντρική τραπεζαρία όπου απολάμβαναν οι πελάτες το γεύμα τους, είτε ήταν πρωινό είτε μεσημεριανό είτε δείπνο. Τ ο τσάι και τα βουτήματα σερβίρονταν σε μια μικρότερη, διπλανή αίθουσα, εξίσου όμορφη και με την ίδια πανοραμική θέα στον κήπο. Τ ούτος ο μεγάλος χώρος είχε δημιουργηθεί από την ένωση μικρότερων. Με τα φαρδιά παράθυρα και τα ψηλά ταβάνια, ήταν ηλιόλουστος και φωτεινός το καλοκαίρι και υπέροχα ζεστός το χειμώνα. Η ανεμπόδιστη θέα της θάλασσας από μπροστά και των απέραντων περιποιημένων κήπων από πίσω εισχωρούσε, θαρρείς, στην αίθουσα, προκαλώντας σου την επιθυμία να μείνεις. Ο Πολ ρώτησε, αποζητώντας την επιδοκιμασία της: «Σ’ αρέσει στ’ αλήθεια; Τ α χρώματα και το ντεκόρ εννοώ». Κοίταξε ολόγυρα τους κρεμ τοίχους με τα λίγο πιο σκούρα πλαίσια με τους πίνακες στο κέντρο τους. Πρόσεξε τις απλίκες από κρύσταλλο και χρώμιο και τοος δύο τεράστιους ασορτί πολυελαίους. «Έκανες σπουδαία δουλειά» είπε με ειλικρίνεια, αν και τα τετράγωνα τραπέζια ενοχλούσαν την αισθητική της. Όφειλε να παραδεχτεί ότι η αίθουσα, αν και υπερβολικά επίσημη για τα γούστα της,ήταν υπέροχα διακοσμημένη με τα λευκά τραπεζομάντιλα πάνω στο πράσινο λινό. Στα τραπέζια υπήρχαν τα καλύτερα μαχαιροπίρουνα και κρυστάλλινα ποτήρια και δίπλα σε


κάθε σερβίτσιο υπήρχε ένα αναμνηστικό δωράκι για κάθε καλεσμένο. «Κανείς δε θα το έκανε καλύτερα» του είπε κι αυτός χαμογέλασε σαν σχολιαρόπαιδο με καινούριο παιχνίδι. Στύλωσε το κορμί του. «Αύριο αρχίζει ένας καινούριος χρόνος,το ξεκίνημα του εικοστού αιώνα» δήλωσε περήφανα «και δε βλέπω την ώρα». Ξαφνικά, το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Κρίμα που δεν έχω ένα γιο να του τα αφήσω όλα αυτά». Βλέποντας την ταραχή της, ντράπηκε. «Ω, αγάπη μου, συγνώμη!» Τ ην τράβηξε στην αγκαλιά του χωρίς να προσέξει πώς σφίχτηκε το κορμί της. «Μίλησα απερίσκεπτα. Συγνώμη. Τ ι ηλίθιος που είμαι!» Τ ου ξέφυγε ένα βαθύ βογκητό και προσπάθησε να τα μπαλώσει. «Ξέρω πόσο ήθελες να μου χαρίσεις ένα γιο. Κι είμαι ευγνώμων που δεν έχασα κι εσένα από το πέσιμο από τη σκάλα». Τ ην έσφιξε στην αγκαλιά του και συνέχισε: «Είσαι νέα και υγιής, Θα κάνουμε άλλα παιδιά. Λίγη υπομονή». Εκείνη τη στιγμή, σφιγμένη στην αγκαλιά του, η Μαίρη δεν ένιωθε τίποτα για εκείνον. Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε αν ήξερε πως ήταν η Άγκαθα, η πολυαγαπημένη θεία του, αυτή που προκάλεσε την πτώση που του κόστισε το γιο τους. Ξάφνου, προς μεγάλη της ανακούφιση, ακούστηκε ο θόρυβος άμαξας απ’ έξω. Ο Πολ άφησε τη Μαίρη κι έτρεξε στο παράθυρο. «Μια άμαξα!» αναφώνησε ενθουσιασμένος. «Κι άλλη! Έλα να δεις, αγάπη μου. Έλα να δεις!» Παρασυρμένη από τον ενθουσιασμό του,η Μαίρη έτρεξε στο παράθυρο. Πράγματι, είχαν αρχίσει να φτάνουν οι καλεσμένοι. Ο Πολ μόνο που δε χόρευε από τη χαρά του. « Έρχονται!» είπε χαρούμενος. «Γρήγορα, Μαίρη, φώναξε τους υπηρέτες. Εγώ πάω στην είσοδο… θα τους υποδεχτούμε μαζί. Γρήγορα! Δεν πρέπει να


μας βρουν ανοργάνωτους». Έτσι, ενώ η Μαίρη έτρεχε να φωνάξει τους υπηρέτες, ο Πολ πήγε βιαστικά στην είσοδό, άνοιξε ανυπόμονα την πόρτα και κ