Page 1


JOHANNA LINDSEY

Ένοχο μυστικό ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤ ΟΡΗΜΑ Τ ΩΝ ΜΑΛΟΡΙ μεταφραση: Βούλα Αυγουστίνου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕLXIS


τίτλος πρωτοτύπου: Stormy Persuasion (malory family #11) © Johanna Lindsey, 2014 / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2017 / Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Simon & Schuster Inc. & JLM Agency ISBN: 978-618-5229-23-8 Ηλέκτρονική έκδοση: Απρίλιος 2017 μετάφραση Βούλα Αυγουστίνου / επιμέλεια – διόρθωση: Βίκυ Κατσαρού / σχεδιασμός εξωφύλλου ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 / info@elxisbooks.gr


Κεφάλαιο ένα Η Τ ζούντιθ Μάλορι γονάτισε μπροστά στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας την οποία μοιραζόταν με την Τ ζάκλιν, την ξαδέλφη της. Είχαν στυλώσει και οι δύο τα μάτια στο ερειπωμένο σπίτι πίσω από το αρχοντικό και τους επίσημους κήπους του δούκα του Ράιτον. Αν και η Τ ζούντιθ ήταν μερικούς μήνες μεγαλύτερη, η Τ ζακ, όπως την είχε ονομάσει ο πατέρας της για να τσαντίσει τους Αμερικανούς κουνιάδους του, ήταν πάντοτε η αρχηγός – καπετάν φασαρίας για την ακρίβεια. Η Τ ζακ έλεγε ότι θα γινόταν άσωτη σαν τον πατέρα της, τον Τ ζέιμς Μάλορι. Η Τ ζακ έλεγε ότι θα γινόταν πειρατής, σαν τον πατέρα της. Η Τ ζακ έλεγε ότι θα γινόταν ασύγκριτη πυγμάχος… και πάει λέγοντας. Η Τ ζούντιθ τη ρώτησε κάποτε γιατί δεν έβαζε στόχο να γίνει σαν τη μητέρα της, οπότε η Τ ζακ της απάντησε, «Μα αυτό δεν θα είχε ενδιαφέρον». Η Τ ζούντιθ διαφωνούσε. Η ίδια ήθελε να γίνει σύζυγος και μητέρα, με αυτή τη σειρά. Μάλιστα, ο στόχος της δεν φάνταζε πλέον μακρινός. Αυτή και η Τ ζάκλιν έκλειναν φέτος τα δεκαοκτώ. Τα γενέθλιά της ήταν την περασμένη εβδομάδα, ενώ η Τ ζάκλιν θα τα γιόρταζε σε δύο μήνες. Η θερινή κοσμική σεζόν θα σηματοδοτούσε το επίσημο ντεμπούτο και των δύο στην καλή κοινωνία, αν και η Τ ζάκλιν θα έκανε το δικό της στην Αμερική και όχι στο Λονδίνο. Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν θα μοιραζόταν αυτή τη σημαντική στιγμή με την καλύτερή της φίλη. Αν και είχε δύο εβδομάδες καιρό για να βρει τρόπο να αλλάξει αυτόν τον δυσάρεστο διακανονισμό.


Οι κόρες των δύο νεότερων αδελφών Μάλορι, του Τ ζέιμς και του Άντονι, ήταν αχώριστες από τότε που θυμούνταν τον εαυτό τους. Και κάθε φορά που οι μητέρες τους τις πήγαιναν επίσκεψη στα ξαδέλφια τους, τον Μπράντον και την Τσέριλ, στο πατρογονικό κτήμα του δούκα στο Χαμσάιρ, περνούσαν ώρες μπροστά σε τούτο το παράθυρο, ελπίζοντας να ξαναδούν ένα φως να φέγγει απόκοσμα μέσα στα ερείπια. Το γεγονός αυτό τις είχε συνεπάρει τόσο πολύ τη νύχτα που το είχαν πρωτοδεί, ώστε δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τον ενθουσιασμό τους. Από τότε είχαν ξαναδεί μόνο άλλες δύο φορές εκείνο το φως. Όμως, μέχρι να αρπάξουν τα φανάρια και να διασχίσουν τρέχοντας τη μεγάλη έκταση γκαζόν για να φτάσουν στο παλιό, εγκαταλειμμένο σπίτι στη γειτονική ιδιοκτησία, το φως είχε εξαφανιστεί. Αναγκάστηκαν φυσικά να το πουν στον ξάδελφό τους, τον Μπράντον Μάλορι. Μπορεί να ήταν έναν χρόνο μικρότερος, αλλά στο κάτω κάτω δικό του ήταν το σπίτι. Ο τίτλος και η περιουσία του δούκα του Ράιτον είχαν περάσει στον Μπράντον μέσω της μητέρας του, της Κέλσι, που είχε παντρευτεί τον ξάδελφο των κοριτσιών, τον Ντέρεκ. Όταν γεννήθηκε ο Μπράντον, οι γονείς του επέλεξαν να μείνουν εκεί ώστε να μεγαλώσει με επίγνωση της κοινωνικής του θέσης και της βαρύτητας του τίτλου του. Ευτυχώς, το γεγονός ότι ήταν δούκας δεν είχε κάνει τα μυαλά του να πάρουν αέρα. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος δεν είχε δει το φως, οπότε δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για το αποψινό καραούλι των κοριτσιών, ούτε τώρα ούτε και καμία άλλη φορά. Αυτή τη στιγμή βρισκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου και ήταν απασχολημένος να δείχνει στη μικρή αδελφή της Τ ζούντιθ, την Τ ζέιμι, πώς παίζεται το ουίστ. Εξάλλου, ο Μπράντον, που είχε μόλις κλείσει τα δεκαεπτά, είχε αφήσει πλέον πίσω την παιδική ηλικία, είχε γίνει άντρας, και τώρα τον ενδιέφεραν περισσότερο τα κορίτσια παρά τα φαντάσματα. «Δεν είμαι πια αρκετά μεγάλη για να μάθω το Μυστικό;» ρώτησε τις ξαδέλφες της η Τσέριλ, η μικρή αδελφή του Μπράντον, από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου τους.


Η Τ ζέιμι Μάλορι πετάχτηκε όρθια από το τραπεζάκι όπου έπαιζαν χαρτιά και πλησίασε τρέχοντας την Τσέριλ, τραβώντας τη μέσα από το χέρι. Ύστερα, στράφηκε στη μεγάλη της αδελφή, την Τ ζούντιθ. «Ναι, είναι. Στην ηλικία της ήμουν κι εγώ όταν μου το είπατε». Όμως η Τ ζάκλιν αποπήρε αμέσως τη μικρή της ξαδέλφη. «Μόλις πέρυσι έγινε αυτό, ψιψίνα. Και σε αντίθεση με σένα, η Τσέριλ μένει εδώ. Πες της κι εσύ, Μπραντ. Αδελφή σου είναι. Θα πρέπει να ορκιστεί ότι δεν θα πάει ποτέ να εξερευνήσει μόνη της, κι εσύ θα πρέπει να φροντίσεις να κρατήσει την υπόσχεσή της». «Να εξερευνήσω;» Η Τσέριλ κοίταξε τις δύο μεγάλες της ξαδέλφες που αρνούνταν επί χρόνια να της φανερώσουν το μυστικό τους. «Πώς μπορώ να σας ορκιστώ κάτι αν δεν ξέρω τι είναι αυτό;» «Άσε τις σοφιστείες, ψιψίνα», είπε η Τ ζούντιθ, σιγοντάροντας την Τ ζάκλιν. «Πρώτα θα ορκιστείς. Και η Τ ζέιμι ορκίστηκε και δεν μένει καν εδώ. Εσύ όμως μένεις, και αν δεν ορκιστείς, θα καταλήξουμε να ανησυχούμε για σένα. Δεν θα το ήθελες αυτό, έτσι δεν είναι;» Η Τσέριλ το σκέφτηκε λίγο πριν κουνήσει τελικά το κεφάλι της. «Ορκίζομαι». Η Τ ζούντιθ σκούντησε την Τ ζάκλιν να της το πει αυτή, και η Τ ζακ της το ξεφούρνισε χωρίς περιστροφές. «Έχετε για γείτονα ένα φάντασμα. Μένει στο διπλανό σπίτι». Η Τσέριλ έσκασε στα γέλια, αλλά σοβάρεψε αμέσως βλέποντας ότι η Τ ζούντιθ και η Τ ζακ δεν γελούσαν. «Αλήθεια; Το έχετε δει;» ρώτησε με γουρλωμένα μάτια. «Ναι, πριν από πέντε χρόνια περίπου», είπε η Τ ζούντιθ. «Η Τ ζούντι του μίλησε κιόλας», πρόσθεσε η Τ ζάκλιν. «Όμως, η Τ ζακ είδε πρώτη το φως από αυτό εδώ το παράθυρο. Όπως καταλαβαίνεις, έπρεπε να πάμε να δούμε τι ήταν. Πάντα λέγαμε ότι εκείνο το παλιό σπίτι θα πρέπει να είναι στοιχειωμένο. Και είχαμε δίκιο!» Η Τσέριλ πλησίασε αργά στο παράθυρο και έριξε μια πεταχτή ματιά στο παλιό ρημάδι για το οποίο είχαν παραπονεθεί πολλές φορές


οι γονείς της. Ξεφύσηξε με ανακούφιση όταν δεν είδε κανένα φως. Δεν ήταν θαρραλέα σαν τις ξαδέλφες της. Παρ’ όλα αυτά, διέκρινε καθαρά στο φεγγαρόφωτο τη σιλουέτα του μεγάλου, παλιού αρχοντικού που είχε ερειπωθεί πολύ πριν από τη γέννησή τους. Μια μεγάλη, σκοτεινή, τρομακτική σιλουέτα. Αναρίγησε, έκανε μεταβολή και έτρεξε κοντά στον αδελφό της για προστασία. «Δεν μπήκατε στ’ αλήθεια εκεί μέσα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Τσέριλ. «Φυσικά και μπήκαμε», είπε η Τ ζακ. «Μα μας έχουν πει να μην πηγαίνουμε εκεί!» «Μόνο επειδή είναι επικίνδυνα γιατί έχουν σπάσει πολλές από τις σανίδες του πατώματος, οι τοίχοι έχουν γκρεμιστεί και μεγάλο μέρος της στέγης έχει καταρρεύσει. Και είναι γεμάτο ιστούς αράχνης. Όπου και να κοιτάξεις, βλέπεις ιστούς αράχνης. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση ώρα κάναμε εγώ και η Τ ζούντι εκείνη τη νύχτα για να τις καθαρίσουμε από τα μαλλιά μας». «Δεν το πιστεύω ότι μπήκατε εκεί μέσα, και μάλιστα νύχτα», είπε η Τσέριλ με μάτια ακόμα πιο γουρλωτά. «Και πώς αλλιώς θα μαθαίναμε ποιος είχε παραβιάσει το σπίτι; Ακόμα δεν ξέραμε πως ήταν φάντασμα». «Έπρεπε να πείτε απλά στον πατέρα μου ότι είδατε το φως», απάντησε η Τσέριλ. «Μα τότε δεν θα είχε πλάκα», επισήμανε η Τ ζακ. «Πλάκα; Δεν χρειάζεται να παριστάνετε τις θαρραλέες μόνο και μόνο επειδή είναι οι πατεράδες σας». Όταν τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια άρχισαν να γελούν, η Τσέριλ είπε: «Μου κάνετε πλάκα; Έπρεπε να το είχα καταλάβει!» Η Τ ζάκλιν της χαμογέλασε. «Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα σου κρατούσαμε τόσα χρόνια κρυφό το Μυστικό μόνο και μόνο για να σπάσουμε πλάκα; Ήθελες να το μάθεις και τώρα αποφασίσαμε να σ’ το πούμε. Ήταν τρομερά συναρπαστικό». «Και μόνο λιγάκι τρομακτικό», πρόσθεσε η Τ ζούντιθ. «Και παράτολμο», επέμεινε η Τσέριλ.


Η Τ ζακ κάγχασε. «Αν αφήναμε να μας σταματήσει κάτι τέτοιο, δεν θα διασκεδάζαμε ποτέ. Άσε που είχαμε όπλα μαζί μας. Είχα πάρει ένα φτυάρι από τον κήπο». «Κι εγώ πήρα μαζί μου το ψαλίδι μου», πρόσθεσε η Τ ζούντιθ. Η Τσέριλ πάντα ευχόταν να ήταν θαρραλέα σαν αυτές τις δύο. Τ ώρα χαιρόταν που δεν ήταν. Περίμεναν ότι θα έβρισκαν κάποιον άστεγο, αλλά στη θέση του βρήκαν ένα φάντασμα. Ήταν θαύμα που δεν είχαν ασπρίσει τα μαλλιά τους εκείνη τη νύχτα. Πάντως, τα χρυσαφένια μαλλιά της Τ ζούντι εξακολουθούσαν να έχουν μόνο χάλκινες ανταύγειες, χωρίς να γκριζάρουν καθόλου, ενώ της Τ ζακ ήταν ξανθά σαν του πατέρα της. «Όταν μπήκαμε μέσα στο σπίτι εκείνη τη νύχτα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού ερχόταν το φως», συνέχισε η Τ ζακ. «Γι’ αυτό χωριστήκαμε». «Εγώ τον βρήκα πρώτη», πήρε τη σκυτάλη η Τ ζούντιθ. «Δεν είμαι σίγουρη ούτε καν σε ποιο δωμάτιο βρισκόταν. Δεν πρόσεξα το φως παρά μόνο όταν άνοιξα την πόρτα. Και τότε τον είδα, να ίπταται στο κέντρο του δωματίου. Δεν χάρηκε καθόλου που με είδε. Του είπα αμέσως ότι καταπατούσε ξένη ιδιοκτησία κι εκείνος απάντησε ότι εγώ είχα καταπατήσει το σπίτι που ήταν δικό του. Του είπα ότι τα φαντάσματα δεν έχουν σπίτια. Εκείνος τέντωσε απλά το μπράτσο, δείχνοντας πίσω μου, και μου είπε να φύγω. Ήταν κάπως απότομος. Μου φάνηκε σαν να μου γρύλιζε, οπότε γύρισα πράγματι να φύγω». «Και τότε έφτασα εγώ», είπε η Τ ζακ. «Μόνο και μόνο για να δω την πλάτη του να χάνεται στο σκοτάδι. Του ζήτησα να περιμένει, όμως δεν με άκουσε. Μόνο μούγκρισε, “ Ξεκουμπιστείτε και οι δύο!” – τόσο δυνατά που σείστηκαν τα δοκάρια, ή ό,τι έχει απομείνει τέλος πάντων από δαύτα. Αυτό κάναμε κι εμείς, φύγαμε τρέχοντας από εκεί. Όμως, στα μισά του δρόμου για την έπαυλη, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν μπορούσε να μας βλάψει. Όπως επίσης και ότι χάναμε την ευκαιρία να τον βοηθήσουμε να περάσει στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό γυρίσαμε πίσω και ψάξαμε όλα τα δωμάτια, μα αυτός είχε ήδη εξαφανιστεί».


«Θέλατε να τον βοηθήσετε;» ρώτησε η Τσέριλ που δεν πίστευε στ’ αφτιά της. «Η Τ ζούντι ναι». Η Τσέριλ κοίταξε σαστισμένη τη λίγο μεγαλύτερη από τις δύο ξαδέλφες της. «Γιατί;» Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε αόριστα τους ώμους και είπε: «Ήταν ένας όμορφος νεαρός. Θα πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι όταν πέθανε. Και μου φάνηκε τόσο λυπημένος όταν τον πρωτοαντίκρισα, προτού βέβαια με δει και γίνει εριστικός και προστατευτικός με το ερειπωμένο ρημάδι του». «Κι επειδή εκείνη τη νύχτα ερωτεύτηκε ένα φάντασμα», πρόσθεσε η Τ ζακ μ’ ένα πνιχτό γελάκι. «Δεν τον ερωτεύτηκα!» αναφώνησε η Τ ζούντιθ. «Τον ερωτεύτηκες!» την πείραξε η Τ ζακ. «Απλά θα ήθελα να μάθω τι συνέβη και έγινε φάντασμα. Θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ τραγικό και τρομακτικό για να κάνει τα μαλλιά του να ασπρίσουν πριν πεθάνει». «Είχε άσπρα μαλλιά;» είπε η Τσέριλ με μάτια γουρλωμένα σαν της κουκουβάγιας. «Τότε θα πρέπει να είναι γέρος». «Μη λες βλακείες, ψιψίνα», την αποπήρε η Τ ζάκλιν. «Άσπρα μαλλιά δεν έχει και η Ντάνι, η γυναίκα του ξάδελφού μου; Και ήταν στην ηλικία μας όταν γνώρισε τον Τ ζέρεμι». «Δίκιο έχεις», παραδέχτηκε η Τσέριλ, και ύστερα ρώτησε την Τ ζούντιθ: «Ώστε ήταν πολύ όμορφος;» «Πάρα πολύ, και ψηλός, με υπέροχα σκουροπράσινα μάτια που έλαμπαν σαν σμαράγδια – και μην τολμήσεις να πας να τον ψάξεις χωρίς εμάς», πρόσθεσε η Τ ζούντιθ, σχεδόν σαν να ζήλευε. Η Τσέριλ φουρκίστηκε. «Δεν είμαι τολμηρή ούτε περίεργη σαν εσάς τις δύο. Δεν έχω καμία όρεξη να συναντήσω ένα φάντασμα, να μου λείπει το βύσσινο». «Καλύτερα, γιατί φαίνεται πως έχει και μαγικές ικανότητες. Δεν προσέξατε ότι η στέγη επισκευάστηκε;» Η Τσέριλ άφησε μια πνιχτή κραυγή. «Από ένα φάντασμα;»


«Ποιον άλλο;» «Όχι, δεν το πρόσεξα. Το δωμάτιό μου είναι στην άλλη πλευρά του σπιτιού». «Εγώ το πρόσεξα», πετάχτηκε ο Μπράντον. «Και παρότι δεν είδα ποτέ εργάτες εκεί πέρα, είναι γεγονός ότι η στέγη επισκευάστηκε πρόσφατα». «Δεν πιστεύω να το είπες στον πατέρα σου;» είπε η Τ ζάκλιν. «Όχι. Αν του το έλεγα, θα έπρεπε να του μαρτυρήσω το Μυστικό και δεν θέλω να παραβώ τον όρκο». Η Τ ζάκλιν του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Το ήξερα ότι μπορούσαμε να σου έχουμε εμπιστοσύνη, Μπραντ». «Εξάλλου, κάθε φορά που κάποιος μιλάει για εκείνο το παλιόσπιτο, ο πατέρας αρχίζει τη μουρμούρα. Νευριάζει που δεν μπορεί να το ξεφορτωθεί. Προσπάθησε να το αγοράσει με σκοπό να το γκρεμίσει, αλλά ο τελευταίος γνωστός ιδιοκτήτης του ήταν κάποια Μίλντρεντ Γουίνστοκ, η οποία απλά το κληρονόμησε και δεν έζησε ποτέ εκεί. Όχι ότι μου κάνει εντύπωση αυτό από τη στιγμή που το σπίτι έχει φάντασμα. Για την ακρίβεια, το σπίτι είναι άδειο από την εποχή του προ-προπάππου μου, και έτσι εξηγείται η ερειπωμένη του κατάσταση. Αλλά σας είπα όμως γιατί το έχτισε και σε ποια το έδωσε». «Σε ποια;» ρώτησε η Τσέριλ. «Είσαι πολύ μικρή για να μάθεις κάποια πράγματα», απάντησε o Μπράντον. «Στην ερωμένη του;» μάντεψε η Τσέριλ. Η Τ ζούντιθ στριφογύρισε τα μάτια της με το μεγαλίστικο σχόλιο της ξαδέλφης της και άλλαξε θέμα. «Είναι φοβερό που δεν ρήμαξε και αυτό εδώ το μέρος, παρότι έμεινε και αυτό άδειο για πέντε γενιές». «Όχι τελείως άδειο», απάντησε ο Μπράντον. «Ένα μέρος από τις προσόδους της περιουσίας του δούκα πήγαινε πάντα στη διατήρηση ενός ολιγάριθμου υπηρετικού προσωπικού εδώ πέρα προκειμένου να μη συμβεί αυτό. Ωστόσο, ο πατέρας δεν μπόρεσε να ανακαλύψει πού κληρονόμησε το ερείπιο η δεσποινίς Γουίνστοκ μετά τον θάνατό της,


οπότε έμεινε να βρομίζει την αυλή μας». Παρ’ όλα αυτά, ο Ντέρεκ είχε φυτέψει δέντρα και πυκνούς θάμνους κατά μήκος των ορίων της ιδιοκτησίας προκειμένου να κρυφτεί η θέα προς το ερειπωμένο παλιό σπίτι, ώστε οι ένοικοι της έπαυλης να μπορούν να απολαμβάνουν τη θέα στους κήπους χωρίς να είναι αναγκασμένοι να αντικρίζουν εκείνο το ρημάδι. Ωστόσο, τα δέντρα δεν έκρυβαν το παλιό σπίτι από τους ψηλότερους ορόφους της έπαυλης. Η Τ ζούντιθ αναστέναξε και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. «Εντάξει, ξαδελφάκια μου, ώρα να πάμε για ύπνο η Τ ζούντι και εγώ, και μάλλον κι εσείς το ίδιο. Το πρωί επιστρέφουμε στο Λονδίνο». Μόλις τα ξαδέλφια τους έφυγαν από το δωμάτιο, η Τ ζάκλιν είπε: «Τ ι περίμενες; Δεν έχουν δει το φάντασμα όπως εμείς». Η Τ ζούντιθ αναστέναξε. «Δεν με εκπλήσσει η έλλειψη περιπετειώδους πνεύματος της Τσέριλ. Ο Ντέρεκ και η Κέλσι τη μεγαλώνουν υπερβολικά προφυλαγμένη εδώ πέρα, ενώ εσύ κι εγώ ανατραφήκαμε στο Λονδίνο». «Α, ώστε ο αναστεναγμός σου ήταν επειδή αυτή τη φορά δεν είδαμε το φως; Αν θέλεις, μπορούμε να πάμε να εξερευνήσουμε το ερείπιο απόψε». «Όχι, το φάντασμα μας φανερώθηκε μόνο μία φορά. Είμαι σίγουρη ότι τώρα πια κρύβεται όποτε εισβάλλουμε στον χώρο του. Κρίμα», είπε η Τ ζούντιθ αναστενάζοντας πάλι. Η Τ ζάκλιν της πέταξε ένα μαξιλάρι. «Σταμάτα να μαραζώνεις για ένα φάντασμα. Το ξέρεις ότι δεν είναι τύπος για γάμο;» Η Τ ζούντιθ έσκασε στα γέλια. «Ναι, το έχω καταλάβει». «Ωραία, γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να εξασφαλίσεις ένα φιλί, πόσο μάλλον ένα καλό πασπάτεμα». Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε το φρύδι της. «Πασπάτεμα; Κι εγώ που νόμιζα ότι πέρυσι αποφάσισες να διαγράψεις την ασωτία από τη λίστα σου!» «Φάε τη γλώσσα σου. Όταν βρω τον ιδανικό άντρα, σκοπεύω ν’ ακολουθήσω το παράδειγμα της Έιμι, της ξαδέλφης μας, και να μη


δεχτώ το όχι για απάντηση. Και όταν τον βρω, ο Θεός να τον βοηθήσει. Ο τύπος δεν θα ξέρει από πού του ήρθε», πρόσθεσε η Τ ζάκλιν με ένα κατεργάρικο χαμόγελο. «Απλά φρόντισε να μην τον βρεις πολύ σύντομα. Και να μην τον βρεις στην Αμερική». Να το πάλι μπροστά τους το πρόβλημα του ταξιδιού της Τ ζάκλιν. Την πρώτη φορά που η Τ ζάκλιν είχε πάει με τους γονείς της στην Αμερική, η Τ ζούντιθ πέρασε τους δύο μήνες της απουσίας της σε κατάσταση απαρηγόρητης αλλοφροσύνης. Από τότε, τα δύο κορίτσια είχαν ορκιστεί να μην αποχωριστούν ποτέ ξανά η μία την άλλη, σε απόσταση μεγαλύτερη απ’ όση μπορούσε να καλύψει μια άμαξα. Έτσι, τη δεύτερη φορά που η Τ ζακ ταξίδεψε στην Αμερική, πήγε και η Τ ζούντιθ μαζί. Ωστόσο, τα κορίτσια δεν γνώριζαν τότε ακόμα τίποτα για την υπόσχεση που είχε δώσει ο Τ ζέιμς Μάλορι στους αδελφούς Άντερσον όταν γεννήθηκε η Τ ζακ. Οι Αμερικανοί θείοι της είχαν συμφωνήσει ότι η Τ ζάκλιν θα μεγάλωνε αποκλειστικά στην Αγγλία, εφόσον θα έκανε το ντεμπούτο της στην Αμερική, καθώς εύχονταν να παντρευτεί Αμερικανό. Ή τουλάχιστον ήθελαν να της δοθεί αυτή η ευκαιρία. Όταν τον ρώτησε πώς αποφάσισε να δώσει τη συγκατάθεσή του για κάτι τόσο έξω από τον χαρακτήρα του, ο Τ ζέιμς απάντησε, «Γιατί έτσι δεν θα χρειαζόταν να τους σκοτώσω, πράγμα που θα έκανε την Τ ζορτζ έξω φρενών μαζί μου». Δεν είχε άδικο αφού στο κάτω κάτω ήταν τ’ αδέλφια της Τ ζορτζ, αλλά και ο Τ ζέιμς δεν αστειευόταν όταν είπε ότι θα τους σκότωνε. Η Τ ζορτζ ήταν η μητέρα της Τ ζάκλιν. Το πραγματικό της όνομα ήταν Τ ζορτζίνα, αλλά ο Τ ζέιμς επέμενε να τη φωνάζει Τ ζορτζ γιατί ήξερε ότι αυτό θα εκνεύριζε τους αδελφούς της, αν και η αλήθεια ήταν πως τα πέντε μεγαλύτερα αδέλφια της έτσι την αποκαλούσαν κι εκείνοι κάπου κάπου. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη η παλιά υπόσχεση του Τ ζέιμς είχε επιτρέψει την διατήρηση ενός είδους άρρητης εκεχειρίας με τους πέντε Αμερικανούς κουνιάδους του. Η οποία ήταν απολύτως αναγκαία, αν αναλογιζόταν κανείς ότι κάποτε είχαν προσπαθήσει να


στείλουν τον Τ ζέιμς Μάλορι στην κρεμάλα. «Δεν πρόκειται να παντρευτώ πριν από σένα», καθησύχασε την ξαδέλφη της η Τ ζάκλιν, «οπότε κοίτα εσύ να μη βιαστείς. Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε ό,τι κάνουν όλες και να παντρευτούμε από την πρώτη μας σεζόν, ακόμα κι αν αυτό θέλουν οι μανάδες μας. Ο φετινός χρόνος είναι αφιερωμένος στη διασκέδαση, μπορούμε να παντρευτούμε τον επόμενο». «Αυτό δεν πρόκειται να σε σταματήσει από το να σαλπάρεις χωρίς εμένα», είπε θλιμμένα η Τ ζούντιθ. «Όχι, αλλά έχουμε ακόμα δύο εβδομάδες καιρό για να βρούμε λύση. Αμέσως μόλις επιστρέψουμε στο Λονδίνο θα μιλήσουμε στους γονείς μας. Τους δικούς σου πρέπει να πείσουμε. Ο πατέρας μου θα σε έπαιρνε μετά χαράς μαζί μας, αλλά όταν ο θείος Τόνι είπε όχι, εκείνος αναγκάστηκε να συμφωνήσει μαζί του. Επειδή είναι αδέλφια, καταλαβαίνεις∙ κι ιδιαίτερα αυτοί οι δύο υποστηρίζουν πάντα ο ένας τον άλλο. Παρ’ όλα αυτά, αν πω ότι δεν πρόκειται να πάω στην Αμερική σε περίπτωση που δεν έρθεις κι εσύ μαζί, θα αναγκαστούν υποχωρήσουν. Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί είπε όχι ο πατέρας σου; Αποκλείεται να το είπε επειδή ανυπομονεί για το ντεμπούτο σου. Όσο πλησιάζει ο καιρός έχει μεταμορφωθεί σε τέρας». Η Τ ζούντιθ έβαλε τα γέλια. «Ο πατέρας μου δεν είναι ποτέ τέρας. Παραδέχομαι ότι τώρα τελευταία έχει γίνει λίγο ευέξαπτος και απότομος, αλλά… έχεις δίκιο, θα ήταν απόλυτα ευχαριστημένος αν δεν παντρευόμουν ποτέ». «Ακριβώς. Άρα κανονικά θα έπρεπε ν’ αρπάξει την ευκαιρία να σε στείλει ταξίδι μαζί μου, αναβάλλοντας έτσι το αναπόφευκτο». «Είναι, όμως, αναπόφευκτος ο γάμος με πατέρες σαν τους δικούς μας;» Η Τ ζάκλιν έβαλε τα γέλια. «Αναφέρεσαι στην ξαδέλφη Ρετζίνα που τη μεγάλωσαν οι τέσσερις μεγαλύτεροι Μάλορι μετά τον θάνατο της μητέρας της και μονάκριβης αδελφής τους της Μελίσα, και που κανείς υποψήφιος γαμπρός δεν τους φαινόταν αρκετά καλός για την


ανιψιά τους, και που εξαιτίας τους η Ρέτζι αναγκάστηκε να περάσει πολλές σεζόν. Η φουκαριάρα. Αν θυμάσαι, όμως, την εποχή εκείνη οι αδελφοί Μάλορι δεν είχαν συζύγους που μπορούσαν να πατήσουν πόδι όπως κάνουν τώρα. Πιστεύεις πραγματικά ότι οι μανάδες μας δεν θα κάνουν ακριβώς αυτό όταν μας χτυπήσει την πόρτα ο έρωτας; Αλλά για στάσου μια στιγμή… αυτό είναι, έτσι; Η θεία Ρόσλιν ήταν αυτή που είπε ότι δεν μπορείς να έρθεις μαζί, και ο θείος Τόνι συμφώνησε απλά μαζί της για να μην ταράξει τα νερά;» Η Τ ζούντιθ έκανε έναν μορφασμό και έγνεψε. «Ανυπομονεί απίστευτα για το ντεμπούτο μου εδώ, πολύ περισσότερο από μένα. Έχει ξεχωρίσει μάλιστα έναν συγκεκριμένο υποψήφιο που θεωρεί ότι είναι ο ιδανικός». «Ποιον;» «Τον λόρδο Κάλεν, γιο μιας από τις Σκοτσέζες φίλες της», αποκρίθηκε η Τ ζούντιθ. «Τον γνώρισες;» «Έχω να τον δω από τότε που ήμασταν παιδιά, αλλά αυτή τον συνάντησε. Με διαβεβαίωσε ότι είναι πλούσιος και όμορφος, σωστό κελεπούρι απ’ όλες τις απόψεις». «Θα ζει στη Σκοτία, φαντάζομαι;» «Ναι, φυσικά». «Τότε δεν είναι κατάλληλος! Μα πώς της ήρθε να σε παντρολογήσει με κάποιον που θα σε πάρει μακριά μας;» Η Τ ζούντιθ έβαλε τα γέλια. «Πιθανόν σκέφτεται να μας αγοράσει σπίτι στο Λονδίνο για να μείνουμε εδώ». Η Τ ζακ κάγχασε. «Δεν παίρνουμε τέτοια ρίσκα, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με Σκοτσέζους που ξέρεις πόσο ξεροκέφαλοι μπορούν να γίνουν. Για στάσου, αυτός είναι ο λόγος που η θεία αρνείται να υποχωρήσει;» «Ανησυχεί μήπως τον προλάβει κάποια άλλη αν δεν είμαι εδώ στην έναρξη της σεζόν. Οπότε, ναι, δεν θα μου έκανε εντύπωση αν αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δεν θέλει να με αφήσει ν’ αναβάλω το ντεμπούτο μου για το ταξίδι στην Αμερική».


Η Τ ζάκλιν στριφογύρισε τα μάτια της. «Βρε χαζή, απλά δεν το χειριστήκαμε μαζί το θέμα. Είμαστε πολύ πιο αποτελεσματικές όταν ενώνουμε τις δυνάμεις μας. Όταν σαλπάρουμε θα είσαι μαζί μας στο καράβι, σ’ το υπογράφω. Δεν είχα ποτέ την παραμικρή αμφιβολία».


Κεφάλαιο δύο Η Τ ζούντιθ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα μάτια της ορθάνοιχτα. Η Τ ζάκλιν είχε αποκοιμηθεί αμέσως, όμως αυτή δεν μπορούσε καθώς είχε συνειδητοποιήσει ότι την επόμενη φορά που θα επισκεπτόταν τα ξαδέλφια της στο Χαμσάιρ μπορεί να ήταν παντρεμένη. Όχι με τον Ίαν Κάλεν, αλλά με κάποιον που θα έβρισκε ακαταμάχητο. Παρότι αυτή και η Τ ζάκλιν δεν ήθελαν να ερωτευτούν με την πρώτη, και σίγουρα όχι φέτος, η Τ ζούντιθ είχε δει τι είχαν πάθει τα μεγαλύτερα ξαδέλφια της. Ο έρωτας είχε τον τρόπο να ανατρέπει όλα σου τα σχέδια. Και με το που θα παντρευόταν, θα ξεχνούσε μάλλον το φάντασμά της. Τ ι στενάχωρη σκέψη. Για έναν παράξενο λόγο, δεν ήθελε να ξεχάσει μια τόσο συναρπαστική συνάντηση ούτε να μη δει ποτέ ξανά το φάντασμά της. Και τότε της μπήκε στο μυαλό ότι το φάντασμα μπορεί να της φανερωνόταν αν πήγαινε μόνη της στο σπίτι του, και αυτή η σκέψη την κρατούσε ξάγρυπνη. Τελικά αποφάσισε να ενδώσει στον πειρασμό, φόρεσε μια κάπα με κουκούλα, παπούτσια, και κατέβηκε κάτω για να βρει ένα λυχνάρι. Στη συνέχεια διέσχισε τρέχοντας τον πίσω κήπο. Όταν, όμως, έφτασε στο σκοτεινό, παλιό σπίτι και προσπάθησε να μπει από την μπροστινή είσοδο όπως παλιά, τη βρήκε κλειδωμένη. Όχι φρακαρισμένη, μα κανονικά κλειδωμένη. Να ήταν δουλειά του Ντέρεκ; Μα γιατί να κάνει τον κόπο, τη στιγμή που πολλά από τα παράθυρα δεν είχαν τζάμια και μπορούσε να μπει κανείς εύκολα από εκεί;


Άφησε το φανάρι της στο πάτωμα μέσα από ένα παράθυρο και σκαρφάλωσε μέσα. Δεν είχε διακρίνει κάποιο φως απέξω, παρ’ όλα αυτά τράβηξε κατευθείαν προς το δωμάτιο όπου τον είχε βρει και παλιά. Οι σανίδες έτριζαν κάτω από τα πόδια της. Αν το φάντασμα ήταν εκεί, θα την άκουγε και θα εξαφανιζόταν πάλι. Σκέφτηκε να φωνάξει, «Μη μου κρύβεσαι. Ξέρω ότι είσαι εδώ. Φανερώσου να σε δω». Δεν το έκανε φυσικά. Ήταν πολύ χαζό να πιστεύει ότι ένα φάντασμα θα έκανε ό,τι του ζητούσε. Την προηγούμενη φορά τον είχε αιφνιδιάσει. Αλλά αυτή τη φορά είχε κάνει τη βλακεία να χάσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αποφασισμένη να πάει να ψάξει πάλι σ’ εκείνο το δωμάτιο προτού τα παρατήσει και επιστρέψει στο κρεβάτι της. Άνοιξε την πόρτα. Αυτή τη φορά δεν έτριξε. Την είχαν λαδώσει; Σήκωσε ψηλά το φανάρι της για να φωτίσει το δωμάτιο. Φαινόταν διαφορετικό. Πολύ διαφορετικό. Οι ιστοί αράχνης είχαν εξαφανιστεί. Ο παλιός καναπές δεν ήταν πλέον σκονισμένος. Και στη γωνία του δωματίου ήταν στρωμένο ένα ράντζο με ένα μαξιλάρι πάνω του και μια τσαλακωμένη κουβέρτα. Άραγε έμενε και κάποιος άλλος εδώ, εκτός από το φάντασμα; Ένας πραγματικός καταπατητής ιδιωτικής περιουσίας αυτή τη φορά; Μέχρι και τα παράθυρα του δωματίου ήταν σκεπασμένα με κουβέρτες, οπότε το φως του φαναριού της δεν θα φαινόταν απέξω – άρα γι’ αυτό δεν είχαν δει το φως τόσο καιρό τώρα. Το φάντασμα θα πρέπει να ήταν πυρ και μανία που ένας άστεγος είχε εγκατασταθεί στο σπιτικό του, αλλά δεν θα είχε καταφέρει να τον τρομάξει και να τον κάνει να φύγει. Ωστόσο, ο άστεγος δεν ήταν τώρα εδώ. Ίσως να ήταν το φάντασμα όμως. Η Τ ζούντιθ ήταν έτοιμη να πει στον αόρατο φίλο της ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει λύση στο πρόβλημα με τον καταπατητή όταν ένα χέρι της έκλεισε το στόμα κι ένα μπράτσο τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της. Από την τρομάρα της της έπεσε το φανάρι από τα χέρια. Δεν έσπασε, αλλά κύλησε στο πάτωμα και έσβησε. Όχι! Απόλυτο σκοτάδι, και ένας άντρας με σάρκα και οστά


που είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω της. Ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει όταν ο άγνωστος της ψιθύρισε στο αφτί: «Άσχημο μέρος διάλεξες για το ραντεβουδάκι σου, κοπελιά. Είναι και ο εραστής σου εδώ; Σ’ αυτόν μιλούσες πριν; Απλά κούνα το κεφάλι σου καταφατικά ή αρνητικά». Η Τ ζούντιθ έκανε και τα δύο συγχρόνως. Ο άγνωστος άφησε ένα επιφώνημα εκνευρισμού. «Αν πάρω το χέρι μου από το στόμα σου για να μπορέσεις ν’ απαντήσεις, δεν θέλω ν’ ακούσω ουρλιαχτά. Έτσι και ουρλιάξεις θα σε φιμώσω, θα σε δέσω και θα σ’ αφήσω να σαπίσεις στο κελάρι. Συνεννοηθήκαμε;» Το να τη δέσει και να τη φιμώσει δεν την τρόμαζε τόσο πολύ, ενώ ήταν μάλιστα προτιμότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μπορούσε να της κάνει. Εξάλλου, η Τ ζακ θα την έβρισκε το πρωί καθώς θα καταλάβαινε πού ακριβώς είχε εξαφανιστεί. Οπότε έγνεψε. Ο άγνωστος απομάκρυνε το χέρι του από το στόμα της, αλλά συνέχισε να τη σφίγγει δυνατά πάνω του ώστε να μην μπορέσει να το βάλει στα πόδια. Μπορούσε να ουρλιάξει όμως… «Σε πόση ώρα θα εμφανιστεί το έτερον ήμισυ αυτού του ραντεβού;» «Δεν ήρθα για να συναντήσω κανέναν», τον διαβεβαίωσε χωρίς να το σκεφτεί. Γιατί δεν της έκοψε να πει, «Από στιγμή σε στιγμή;!» Τότε ο άγνωστος θα έφευγε – ή μήπως όχι; «Τότε γιατί ήρθες εδώ, και πώς μπήκες μέσα; Αφού είχα κλειδώσει την αναθεματισμένη πόρτα». «Εσύ την κλείδωσες; Μα ποιος ο λόγος τη στιγμή που κάποια από τα παράθυρα είναι ανοιχτά;» «Επειδή μια κλειδωμένη πόρτα υποδηλώνει κάτι. Λέει ξεκάθαρα ότι δεν είσαι ευπρόσδεκτη εδώ». «Ούτε εσύ», του αντιγύρισε η Τ ζούντιθ. «Μα καλά, δεν ξέρεις ότι αυτό το μέρος είναι στοιχειωμένο;» «Αλήθεια; Απλά περαστικός ήμουν. Πάντως, αν υπάρχουν φαντάσματα εδώ, δεν εμφανίστηκαν ακόμη». «Απλά περαστικός τη στιγμή που έχεις στρώσει κανονικό ράντζο


εδώ μέσα;» κάγχασε η Τ ζούντιθ. «Λες ψέματα. Επίσης, δεν ήσουν εδώ πριν από ένα λεπτό. Μέσα από τον τοίχο βγήκες; Μήπως υπάρχει κάποιο μυστικό δωμάτιο που επικοινωνεί με αυτό εδώ;» Ο άγνωστος γέλασε, αλλά ο ήχος του γέλιου αυτού ακούστηκε σφιγμένος. Η Τ ζούντιθ είχε την αίσθηση πως είχε μαντέψει σωστά. Μα πώς δεν το είχαν σκεφτεί αυτή και η Τ ζακ; Και η έπαυλη του δούκα είχε μυστικά δωμάτια και κρυφούς διαδρόμους. Όμως, ο άγνωστος ακούμπησε το πιγούνι του πάνω στον ώμο της. «Μεγάλη φαντασία έχεις, γλύκα μου. Αλλά τι λες να έκανα εγώ τις ερωτήσεις κι εσύ να έδινες τις απαντήσεις; Τ ι γυρεύεις εδώ πέρα μες στα μαύρα μεσάνυχτα αφού δεν ήρθες να συναντήσεις τον εραστή σου;» «Ήρθα να επισκεφτώ το φάντασμα που κατοικεί εδώ». «Άντε πάλι αυτή η βλακεία», την αποπήρε αυτός. «Δεν υπάρχουν φαντάσματα». Τ ι ωραία που θα ήταν αν το φάντασμά της διάλεγε αυτήν ακριβώς τη στιγμή για να εμφανιστεί και να τον διαψεύσει. Τότε, ο καταπατητής θα έστρεφε αλλού την προσοχή του και η Τ ζούντιθ θα κατάφερνε να το σκάσει και να πάει να φέρει τον Ντέρεκ για να τον πετάξει έξω με τις κλοτσιές. Όμως τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν τόσο σκοτεινά μέσα στο δωμάτιο που ακόμα και αν εμφανιζόταν το φάντασμα δεν θα τον έβλεπε. Άκρως εκνευρισμένη που ο καταπατητής της στερούσε την τελευταία της ευκαιρία να ξαναδεί το φάντασμα, το μόνο που ήθελε τώρα πια ήταν να φύγει και να γυρίσει πίσω στο κρεβάτι της. Προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του, όμως αυτός την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά πάνω του. «Σταμάτα να κουνιέσαι, αλλιώς θα με κάνεις να πιστέψω ότι θέλεις να τραβήξεις διαφορετικού είδους προσοχή. Μπας και το θες, γλύκα μου; Γιατί, αν ναι, μετά χαράς να σου κάνω το χατίρι». Η Τ ζούντιθ πήρε μια βαθιά ανάσα κι έμεινε εντελώς ακίνητη. «Τ ώρα απογοητεύτηκα», είπε ο άγνωστος και ακούστηκε πραγματικά απογοητευμένος. «Μυρίζεις υπέροχα. Το δέρμα σου είναι υπέροχο. Ήλπιζα να μάθω αν έχεις και υπέροχη γεύση».


Η Τ ζούντιθ κοκάλωσε. «Είμαι άσχημη σαν τις αμαρτίες σου, γεμάτη σπυριά και κρεατοελιές». Ο άγνωστος γέλασε σιγανά. «Γιατί δεν σε πιστεύω, μου λες;» «Άναψε πάλι το φανάρι και θα το δεις και μόνος σου». «Μπα, καλύτερα στα σκοτεινά. Λοιπόν, βλέπω την μπλόφα σου περί σπυριών και κρεατοελιών και ποντάρω στην ερωτική σου περιέργεια. Νομίζω ότι θα πάρω αυτή την παρτίδα». Παρά την προειδοποίηση –γιατί προειδοποίηση ήταν– η Τ ζούντιθ δεν περίμενε ότι θα τη γύριζε τόσο απότομα από την άλλη και θα τη φιλούσε πριν προλάβει να αντιδράσει για να τον σταματήσει. Δεν της ήρθε αναγούλα. Η ανάσα του μύριζε μπράντι. Και για πρώτο φιλί μπορεί και να μην ήταν τόσο άσχημο, αν είχε όρεξη να το εξερευνήσει. Όμως, δεν είχε καμία τέτοια διάθεση. Το χέρι της κινήθηκε σπασμωδικά μες στο σκοτάδι, ωστόσο στάθηκε τυχερή και βρήκε στόχο. Η σφαλιάρα έπεσε με δύναμη στο μάγουλό του και ο άγνωστος την άφησε. Η μόνη του αντίδραση ήταν να γελάσει. «Τ ι έγινε; Ένα πεταχτό φιλί σου έκλεψα μόνο. Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι βίαιη». «Εγώ φεύγω και καλά θα κάνεις να φύγεις κι εσύ, αν δεν θες μπλεξίματα». Τον άκουσε να αναστενάζει. «Ναι, αυτό το κατάλαβα. Αλλά πρώτα άσε με να σε συνοδέψω έξω με ασφάλεια. Δεν θέλω να το έχω βάρος στη συνείδησή μου αν πέσεις μέσα από το πάτωμα και σπάσεις τον σβέρκο σου». «Όχι! Περίμενε!» άρχισε να φωνάζει η Τ ζούντιθ, όταν τον ένιωσε να τη σηκώνει στα χέρια του. «Ξέρω τα κατατόπια του σπιτιού καλύτερα από σένα!» «Γι’ αυτό αμφιβάλλω», μουρμούρισε αυτός ενώ την κουβάλησε έξω από το δωμάτιο, διέσχισε την κεντρική αίθουσα, πλησίασε το πλησιέστερο παράθυρο και την πέρασε από μέσα. «Μη σου ξεφύγει ότι με είδες εδώ πέρα και εγώ σε διαβεβαιώνω ότι πριν ξημερώσει θα έχω φύγει». «Μα δεν σε είδα. Το φρόντισες εσύ αυτό».


Εξακολουθούσε να μην τον βλέπει. Το λιγοστό φως του φεγγαριού φώτιζε τη βεράντα, αλλά ο άγνωστος απομακρύνθηκε αμέσως από το παράθυρο μόλις την άφησε έξω, όπου τον κατάπιε το σκοτάδι στο εσωτερικό του σπιτιού. Η Τ ζούντιθ δεν περίμενε την απάντησή του, παρά το έβαλε στα πόδια και γύρισε τρέχοντας στην έπαυλη, όπου πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της. Παραλίγο να ξυπνήσει την Τ ζάκλιν για να της αφηγηθεί τη μικρή της κακοτυχία, αλλά αποφάσισε να περιμένει μέχρι το πρωί. Το μυαλό της εξακολουθούσε να το τριβελίζει η απορία πώς ένας φτωχός άστεγος είχε τη δυνατότητα να πίνει γαλλικό μπράντι. Οι δασμοί στο μπράντι ήταν τόσο υψηλοί που μόνο οι πλούσιοι είχαν την πολυτέλεια να το απολαμβάνουν. Γι’ αυτό το θεωρούσαν πρώτης τάξεως φορτίο οι λαθρέμποροι…


Κεφάλαιο τρία «Γιατί με κοιτάς σαν να έχω μπλέξει;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Μπόιντ Άντερσον, μπαίνοντας στην τραπεζαρία όπου θα έτρωγε μεσημεριανό με την αδελφή του, την Τ ζορτζίνα. Ο τόνος του ήταν πειρακτικός και το χαμόγελό του γνήσιο, αλλά μιλούσε εντελώς σοβαρά καθώς έβλεπε πόσο συνοφρυωμένο ήταν το πρόσωπό της. Τα δύο αδέλφια είχαν ίδια σκούρα καστανά μάτια, αλλά τα καστανά μαλλιά του ήταν μερικούς τόνους πιο ανοιχτόχρωμα από τα δικά της. Η Τ ζορτζίνα ήταν ντυμένη για να δεχτεί κόσμο, με μια όμορφη τουαλέτα σε κοραλλί χρώμα, ωστόσο είχε αφήσει τα μαλλιά της λυτά, όπως έκανε συχνά όταν περίμενε μόνο συγγενείς. Ο Μπόιντ ήταν ο μικρότερος από τους πέντε αδελφούς της και ο μοναδικός που ζούσε μόνιμα στο Λονδίνο. Είχε πάρει ο ίδιος την απόφαση και του είχε βγει σε καλό αφού ήταν ο τρίτος Άντερσον που είχε παντρευτεί μία Μάλορι. Η γυναίκα του, η Κέιτι, ήταν νόθα κόρη του Άντονι Μάλορι, ο οποίος δεν γνώριζε καν την ύπαρξή της ως τη μέρα που ο Μπόιντ άρχισε να την κυνηγάει. Αν και πρόσφατη προσθήκη στην οικογένεια, οι Μάλορι –και ήταν πολλοί– θα ξεσηκώνονταν σε περίπτωση που ο Μπόιντ δοκίμαζε να πάρει την Κέιτι στην Αμερική, παρά το γεγονός ότι εκεί είχε μεγαλώσει κι εκείνη. Η Τ ζορτζίνα προσπάθησε να του χαμογελάσει καθησυχαστικά, αν και χωρίς μεγάλη επιτυχία. «Κάθισε». Του έδειξε την καρέκλα απέναντι από τη δική της. «Ζήτησα από τη μαγείρισσα να ετοιμάσει


το αγαπημένο σου φαγητό. Δεν ήταν εύκολο να βρει άσπρες αχηβάδες». «Προσπαθείς να με δωροδοκήσεις; Άσ’ το, μην απαντάς. Πρόκειται για το ταξίδι της Τ ζάκλιν, έτσι; Τ ι συνέβη; Έπαθαν τίποτα τα αγόρια;» «Όχι, δεν τους πειράζει που θα παραμείνουν στο σχολείο. Δεν τους ενδιαφέρει το ντεμπούτο της αδελφής τους». «Νόμιζα ότι ήσουν σύμφωνη να πάει». «Είμαι. Ξέρω ότι εσύ και τα αδέλφια μας θέλετε το καλύτερο για την Τ ζακ και ότι αυτό το τόσο σημαντικό ταξίδι εξασφάλισε την ειρήνη στην οικογένειά μου – κι ας μας το επιβάλατε με το ζόρι». Ο Μπόιντ μόρφασε. «Είναι ανάγκη να το θέτεις έτσι;» «Ναι, είναι, αφού αυτή είναι η αλήθεια». Ο Μπόιντ αναστέναξε. «Ξέρω ότι ήμασταν πιεστικοί στην επιμονή μας να κάνει το ντεμπούτο της στην–» «Πάρα πολύ». «Και ναι, ξέρω ότι περνάμε πλέον πολύ περισσότερο χρόνο στην Αγγλία απ’ ό,τι στο Κονέκτικατ σε σχέση με τότε. Ωστόσο, υπάρχει άλλος ένας σημαντικότερος λόγος για τον οποίο πρέπει να πάει στην Αμερική για το ντεμπούτο της». Σώπασε κι έριξε μια ματιά στην πόρτα προτού προσθέσει σχεδόν ψιθυριστά: «Ελπίζω να μην είναι σπίτι ο άντρας σου. Δεν θα ήθελα να ακούσει την κουβέντα μας». «Ναι, ο Τ ζέιμς κατέβηκε στις αποβάθρες για να βεβαιωθεί ότι παραδόθηκαν όλες οι προμήθειες για το ταξίδι. Ωστόσο, δεν θα μου έκανε εντύπωση αν τραβούσε τον Τόνι πρώτα από του Νάιτον». «Να πάρει, μακάρι να με ειδοποιούσαν όποτε κανόνιζαν να πάνε εκεί. Απολαμβάνω αφάνταστα να παρακολουθώ ματς τέτοιου επιπέδου». «Όχι σήμερα. Ο Τ ζέιμς είναι πολύ εκνευρισμένος, οπότε ο αγώνας θα είναι αρκετά σκληρός». «Ένας λόγος παραπάνω! Αλλά για περίμενε. Γιατί είναι εκνευρισμένος; Μήπως επειδή σε στεναχώρησε… κάποιος;» «Κανείς δεν με στεναχώρησε, απλά ανησυχώ. Η Τ ζακ είναι αυτή


που τρώγεται με τα ρούχα της». «Για το ταξίδι;» «Κατά κάποιον τρόπο». «Μα νόμιζα ότι ήθελε να πάει». «Ότι ήθελε, ήθελε, μόνο που νόμιζε ότι θα ερχόταν και η Τ ζούντι μαζί. Όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και τώρα η Τ ζακ αρνείται να πάει χωρίς εκείνη». Ο Μπόιντ έβαλε τα γέλια. «Γιατί δεν με ξαφνιάζει αυτό άραγε; Ανέκαθεν ήταν αχώριστες αυτές οι δύο. Το ξέρουν οι πάντες. Γιατί λοιπόν να μην έρθει και η Τ ζούντι;» «Η μητέρα της αρνείται να την αφήσει. Η Ρόσλιν ετοιμάζεται μήνες τώρα για τη σεζόν και την περιμένει με μεγαλύτερη ανυπομονησία απ’ ό,τι οι κόρες μας. Ξέρει ήδη ποιες χοροεσπερίδες και δεξιώσεις πρόκειται να δοθούν κι έχει εξασφαλίσει προσκλήσεις για όλες ανεξαιρέτως. Ξέρει επίσης ποιοι είναι οι πιο πολύφερνοι γαμπροί, ενώ ανάμεσά τους είναι και ένας Σκοτσέζος τον οποίο έχει βάλει στο μάτι για την Τ ζούντι καθώς είναι ο γιος μιας στενής της φίλης. Δεν θέλει να αφήσει τίποτα στην τύχη και φοβάται ότι η Τ ζούντι μπορεί να χάσει κάποια σημαντική εκδήλωση αν έρθει μαζί μας στο ταξίδι». Ο Μπόιντ σήκωσε τα μάτια του στο ταβάνι. «Μα θα επιστρέψουν εγκαίρως για τη λονδρέζικη σεζόν∙ το πολύ πολύ να χάσουν μια δυο εβδομάδες. Θα έχουν την ευκαιρία να περάσουν όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι εδώ πέρα. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που φεύγουμε τόσο νωρίς την άνοιξη». «Ναι, αλλά το γεγονός ότι θα χάσει την έναρξη της σεζόν είναι ο λόγος που η μητέρα της πείσμωσε τόσο – και μπορεί να γίνει πολύ πεισματάρα. Και να σου πω την αλήθεια, την καταλαβαίνω, αφού είναι γνωστό ότι στην έναρξη της σεζόν εμφανίζονται οι πρώτες σπίθες ρομαντικής έλξης, δημιουργούνται τα ζευγάρια και ξεκινάει το κόρτε. Έστω και μία εβδομάδα καθυστέρηση μπορεί να κάνει όλη τη διαφορά, καθώς θα έχουν ήδη καπαρωθεί τα καλύτερα κελεπούρια. Φυσικά, περισσότερο την ενδιαφέρει εκείνος ο Σκοτσέζος, ο λόρδος


Κάλεν. Δεν θέλει να τον αρπάξει κανένα άλλο κορίτσι. Γι’ αυτό, λοιπόν, θέλει να είναι σίγουρη ότι η Τ ζούντι θα είναι εδώ όταν θα είναι κι εκείνος, δηλαδή στην έναρξη της σεζόν». «Πιστεύεις ειλικρινά ότι έχουν καμία σημασία όλα αυτά όταν μιλάμε για τις δύο ομορφότερες ντεμπιτάντ της φετινής σεζόν;» «Για την Τ ζακ καμία. Με το που θα βάλει κάποιον στο μάτι θα τον κυνηγήσει, κι ας πάνε στον κόρακα οι συνέπειες». «Για όνομα του Θεού, βρε Τ ζόρτζι, για την κόρη σου μιλάς, όχι για τους άσωτους Μάλορι». Η Τ ζορτζίνα ανασήκωσε το φρύδι της, ένα χαρακτηριστικό που είχε αποκτήσει αμέσως μετά τον γάμο της με τον Τ ζέιμς Μάλορι. «Απορείς που έμοιασε στον πατέρα της;» «Και του έμοιασε υπερβολικά, απ’ ό,τι φαίνεται», ψέλλισε ο Μπόιντ, προσθέτοντας επικριτικά, «και το κακό θα έπρεπε να καταπολεμηθεί εν τη γενέσει του». Η Τ ζορτζ έβαλε τα γέλια με το σχόλιο του αδελφού της. «Δεν γίνεται να καταπολεμηθεί μια τόσο ισχυρή επιρροή. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Σε αντίθεση με την Τ ζακ που μερικές φορές ενεργεί χωρίς να σκέφτεται, η Τ ζούντιθ είναι υπερβολικά καλόκαρδη και σκέφτεται πάρα πολύ τα συναισθήματα των άλλων και γι’ αυτό δεν πρόκειται να κάνει ποτέ κάτι που μπορεί να πληγώσει τον οποιονδήποτε. Και η Ρόσλιν ξέρει καλά την κόρη της. Αυτός είναι ο λόγος που αρνείται να επιτρέψει στην Τ ζούντι να χάσει τον πρώτο χορό της σεζόν εδώ στο Λονδίνο. Φοβάμαι ότι αν δεν μπορέσουμε να της αλλάξουμε γνώμη, δεν θα φύγουμε. Η Τ ζακ δήλωσε απλά και ξάστερα ότι δεν πρόκειται να κάνει το ντεμπούτο της χωρίς την καλύτερή της φίλη στο πλευρό της». «Να πάρει και να σηκώσει, Τ ζόρτζι, σε τρεις μέρες σαλπάρουμε. Είναι πολύ αργά για να το ακυρώσουμε. Η Κέιτι περιμένει πώς και πώς αυτό το ταξίδι». «Νομίζεις ότι εμένα μου αρέσει αυτή η κατάσταση; Έχουμε κιόλας πακετάρει. Το Μέιντεν Τζορτζ έχει ήδη φτάσει από τα νότια και έχει επανδρωθεί. Τ ώρα που μιλάμε, το πλοίο είναι


αγκυροβολημένο στον Τάμεση. Εδώ και μήνες προσπαθούμε να πείσουμε τη Ρόσλιν με πιέσεις και καλοπιάσματα, και τώρα μένουν λίγες μόλις μέρες κι εκείνη εξακολουθεί να αρνείται». «Μα τα αδέλφια μας έχουν ήδη ξεκινήσει για το Μπρίτζπορτ. Και σε λίγο θα φτάσει και η Έιμι για να επιβλέψει τις προετοιμασίες. Σάλπαρε με τον Γουόρεν την περασμένη εβδομάδα. Αν δεν μας δουν εκεί όπως περιμένουν, θα σκεφτούν ότι κάτι φοβερό συνέβη!» «Αν χρειαστεί, ο Τ ζέιμς θα πάει έτσι κι αλλιώς μόνος του για να τους πει τι συνέβη. Δεν θα τους αφήσουμε σε αναμμένα κάρβουνα. Λυπάμαι, Μπόιντ. Ξέρω ότι είναι κάτι που περιμένατε εδώ και πολύ καιρό εσύ και τα αδέλφια μας. Απλά δεν θέλω να θυμώσετε αν ο Τ ζέιμς δεν καταφέρει να τηρήσει την υπόσχεσή του. Δεν φταίει αυτός». Ο Μπόιντ κοίταξε την Τ ζορτζίνα μ’ ένα βλέμμα όλο νόημα. «Από πού κι ως πού κάνει κουμάντο η Τ ζακ; Θα την ανεβάσω εγώ ο ίδιος σηκωτή στο πλοίο αν εσύ και ο Τ ζέιμς δεν θέλετε να επιμείνετε». «Δεν είναι αυτό το θέμα, Μπόιντ. Δεν έχει νόημα να κάνουμε αυτό το ταξίδι αν η κόρη μου θα είναι δυστυχισμένη από την αρχή μέχρι το τέλος. Κανείς μας δεν είχε προβλέψει την αντίδραση της Ρόσλιν. Όλοι μας προσπαθήσαμε να της αλλάξουμε γνώμη. Ωστόσο, είναι ανυποχώρητη. Είναι Σκοτσέζα, όπως ξέρεις, κι έχασε πολλές φορές την ψυχραιμία της μ’ όλους εμάς που της πιπιλούσαμε το μυαλό». «Τότε μην περιμένεις να παντρευτεί ποτέ η Τ ζακ», είπε χωρίς περιστροφές ο Μπόιντ. Η Τ ζορτζίνα πετάχτηκε όρθια. «Τ ι είπες; Πάρε πίσω αυτό που είπες, Μπόιντ Άντερσον!» Ο αδελφός της πετάχτηκε κι αυτός όρθιος, με το ίδιο συνοφρυωμένο βλέμμα. «Όχι, δεν το παίρνω. Σου είπα ότι υπάρχει κι άλλος σημαντικότερος λόγος για τον οποίο η Τ ζακ πρέπει να κάνει το ντεμπούτο της στην Αμερική. Το ξέρεις ότι θα έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να βρει τον έρωτα μ’ έναν άντρα που δεν γνωρίζει τη φήμη του συζύγου σου. Εξαιτίας του οι νεαροί του Λονδίνου θα τρέμουν να την πλησιάσουν».


Η Τ ζορτζίνα ξανακάθισε βαριά στην καρέκλα της, αν και ήταν ακόμα φουρκισμένη με το σχόλιό του για τον άντρα της. «Η Τ ζακ δεν ανησυχεί γι’ αυτό ούτε κι εμείς». «Τότε αυταπατάστε, γιατί είναι θέμα ανθρώπινης φύσης. Δεν υπάρχει ούτε ένας που να τον γνωρίζει ή που να έχει ακούσει τις φήμες που κυκλοφορούν γι’ αυτόν και να ρίσκαρε να κάνει τον Τ ζέιμς Μάλορι πεθερό – αν, δηλαδή, ο Τ ζέιμς δεν προλάβει να τον σκοτώσει προτού ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας». Η Τ ζορτζίνα άφησε ένα πνιχτό επιφώνημα αγανάκτησης και ψέλλισε κάτι μέσα από τα δόντια της, προτού γυρίσει και του πει έξω φρενών: «Μετά απ’ όσα είπες συμφωνώ με την Τ ζακ. Για την ακρίβεια, δεν θέλω να πάω ούτε εγώ. Δεν θα άντεχα να περάσω τόσες εβδομάδες στη θάλασσα με κάποιον τόσο ξεροκέφαλο όσο είσαι εσύ!» Ο Μπόιντ έχασε κι αυτός την ψυχραιμία του και πήγε να φύγει από το δωμάτιο γρυλίζοντας. «Δεν πρόκειται ν’ αφήσω την ανιψιά μου να πετάξει μια χρυσή ευκαιρία στα σκουπίδια μόνο και μόνο επειδή δεν ξέρεις πότε να πατήσεις πόδι!» «Πώς τολμάς!» φώναξε η Τ ζορτζίνα, πετώντας του ένα πιάτο. Το πιάτο αστόχησε κι έγινε θρύψαλα στον διάδρομο. Η εξώπορτα άνοιξε πριν φτάσει ο Μπόιντ, και η Τ ζάκλιν σχολίασε με μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη: «Πάλι προσπαθεί να σου σπάσει πιάτα στο κεφάλι;» Ο Μπόιντ κάγχασε κι έπιασε την Τ ζακ αγκαζέ για να τη συνοδέψει πάλι έξω από το σπίτι. «Ποτέ της δεν είχε καλό σημάδι». Αλλά ύστερα πρόσθεσε αυστηρά: «Έχεις ιδέα τι αναστάτωση προκαλείς;» Η Τ ζακ χαμογέλασε πονηρά, χωρίς ίχνος μεταμέλειας. «Όλα γίνονται βάσει σχεδίου». «Και ποιο είναι το σχέδιό σου; Να μας τρελάνεις όλους;» «Να φροντίσω ώστε να είναι μαζί μας στο πλοίο η Τ ζούντι». «Έχω μια καλύτερη ιδέα. Έλα, πάμε να βρούμε έναν συγκεκριμένο Σκοτσέζο και να σκηνοθετήσουμε ένα ατυχηματάκι».


«Σοβαρολογείς;!» «Τέτοια διάθεση έχω αυτή τη στιγμή, αλλά φαντάζομαι ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε να τον λογικέψουμε πρώτα». «Φιλοδοξείς να λογικέψεις έναν Σκοτσέζο;» Η Τ ζακ έβαλε τα γέλια. Ο Μπόιντ πλατάγισε αποδοκιμαστικά τη γλώσσα του. «Απλά πες μου ότι βρίσκεται στο Λονδίνο. Δεν έχω όρεξη να ξεπαστρέψω ένα άλογο κάνοντας το ταξίδι προς και από τη Σκοτία μέσα σε τρεις μέρες». «Τότε θα χαρείς να μάθεις ότι βρίσκεται όντως εδώ για δουλειές. Έφτασε πριν από μερικές μέρες και επισκέπτεται καθημερινά την Τ ζούντι. Δεν μπορείς να φανταστείς τι έχω περάσει προκειμένου να φροντίσω να μην είναι ποτέ σπίτι για να τον δεχτεί, ελπίζοντας ότι θα πιάσει επιτέλους το υπονοούμενο και θα μας αδειάσει από μόνος του τη γωνιά. Όμως, η θεία Ρος ψυλλιάστηκε το σχέδιο όταν η Τ ζούντι βρήκε το θάρρος να της πει ότι θα αρνηθεί να συμμετάσχει στη σεζόν αν δεν της επιτρέψει να κάνει το ντεμπούτο της και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού». «Κατάφερε τίποτα;» «Όχι ακόμα, αλλά στο τέλος θα τα καταφέρει. Για την ώρα, η θεία Ρος είναι σίγουρη ότι η Τ ζούντι θα έρθει με τα νερά της μόλις σαλπάρουμε χωρίς αυτήν. Αν κι έχει αρχίσει να λέει πως είμαι πολύ κακή επιρροή», συμπλήρωσε χαμογελαστή η Τ ζακ, περήφανη γι’ αυτόν τον χαρακτηρισμό. «Δηλαδή η Τ ζούντι δεν έχει συναντήσει καν τον λόρδο Κάλεν για να ξέρουμε αν της αρέσει ή όχι;» «Όχι, έχει να τον δει απ’ όταν ήταν παιδιά, σε αντίθεση με εκείνον που την είδε πρόσφατα και ξετρελάθηκε μαζί της. Όμως η Τ ζούντι δεν βιάζεται να μάθει πώς έχει γίνει αυτός. Υποτίθεται ότι τώρα που μιλάμε θα συναντιόντουσαν στο πάρκο. Η Ρόσλιν σκόπευε να τη συνοδέψει. Ωστόσο η Τ ζούντι θα προσποιηθεί την άρρωστη». «Τότε, πάμε να τον συναντήσουμε εμείς στη θέση της. Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε το ξεμυάλισμά του προς όφελός μας και να του


πούμε ότι θα κάνει μεγάλη χάρη στην Τ ζούντι αν δεχτεί να ισχυριστεί πως έπαθε ένα ατύχημα που θα τον ανάγκαζε να απέχει για μερικές εβδομάδες από τη σεζόν. Εφόσον συμφωνήσει να πει ό,τι του ζητήσουμε στη Ρόσλιν ώστε η θεία σου να μην έχει πλέον λόγο να αντιτίθεται στο ταξίδι της Τ ζούντι, τότε δεν θα χρειαστεί να σακατέψω κανέναν». Η Τ ζάκλιν χαμογέλασε. «Συνειδητοποιείς ότι μιλάς σαν τον πατέρα μου;» «Φάε τη γλώσσα σου, Τ ζακ».


Κεφάλαιο τέσσερα «Βρήκες κάποια λύση ή ακόμα; Απομένουν δύο μέρες μέχρι να σαλπάρουμε και εξαιτίας της αδιαλλαξίας της γυναίκας σου τώρα δεν θέλει ούτε η Τ ζακ ούτε η Τ ζορτζ να έρθουν μαζί», είπε ο Τ ζέιμς, ρίχνοντας ένα δυνατό ντιρέκτ στο σαγόνι του Άντονι που έστειλε τον αδελφό του προς τα πίσω. Η είδηση είχε διαδοθεί αστραπιαία στη γειτονιά όταν είδαν τους δύο αδελφούς Μάλορι να μπαίνουν μαζί στο Νάιτονς Χολ. Τα καθίσματα γύρω από το ριγκ ήταν ήδη γεμάτα, λες και επρόκειτο για προγραμματισμένο αγώνα. Στην είσοδο, πλήθος ανθρώπων πάσχιζαν να μπουν. Ο Νάιτον είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά και είχε πάψει να προσπαθεί να τους εμποδίσει. Ο Άντονι, ο νεότερος αδελφός Μάλορι, ερχόταν σχεδόν όλη του τη ζωή στου Νάιτον για να εξασκείται στο ριγκ, αλλά οι αγώνες του δεν παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον αφού δεν έχανε ποτέ – εκτός κι αν πυγμαχούσε με τον αδελφό του, τον Τ ζέιμς. Κανείς δεν ήξερε ποιος αδελφός θα έβγαινε νικητής, κι έτσι τα στοιχήματα έπεφταν βροχή στην αίθουσα. Ο Άντονι έσμιξε τα μαύρα φρύδια του. «Όχι, και θα σε παρακαλούσα να σταματήσεις να ξεσπάς τα νεύρα σου πάνω μου». «Και σε ποιον να ξεσπάσω δηλαδή;» είπε ξερά ο Τ ζέιμς, ρίχνοντας άλλο ένα δυνατό κροσέ. «Τ ι λες τώρα;» «Που να πάρει, Τ ζέιμς. Δεν φταίω εγώ, διάολε». «Μα φυσικά και φταις, αγόρι μου. Είσαι ο μόνος που μπορείς να μεταπείσεις τη γυναίκα σου. Ή μήπως έχασες το χάρισμά σου; Θεέ και Κύριε, αυτό έγινε, έτσι;»


Ο Άντονι τον τιμώρησε για την αυθάδειά του με μια γερή γροθιά στο στέρνο, ενώ στη συνέχεια του έριξε ένα άπερκατ. Κανένα από τα δύο χτυπήματα δεν κατάφερε να μετακινήσει από τη θέση του τον Τ ζέιμς Μάλορι, τον οποίο πολλές φορές είχαν παρομοιάσει με πλίθινο τοίχο διάφοροι που είχαν προσπαθήσει να τον βάλουν κάτω – ανάμεσά τους και τα αδέλφια του. Όμως ο Άντονι έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του με το επόμενο χτύπημα του Τ ζέιμς που έκρινε και τον νικητή αυτού του γύρου. Που να πάρει και να σηκώσει. Ο Τ ζέιμς νικούσε με τεράστια ευκολία όταν ήταν νευριασμένος. Ωστόσο, ο Άντονι δεν χρειάστηκε να παραδεχτεί την ήττα του αφού εκείνη τη στιγμή σκαρφάλωσε στην άκρη του ριγκ ο αμαξάς του, ο οποίος άρχισε να κουνάει τα χέρια του για να του τραβήξει την προσοχή. Τον είδε και ο Τ ζέιμς, ο οποίος έκανε πίσω. Ο Άντονι σηκώθηκε όρθιος και πήγε να πάρει το σημείωμα που ανέμιζε ο άνθρωπός του, ξεκινώντας να το διαβάζει την ώρα που γυρνούσε προς το κέντρο του ριγκ όπου τον περίμενε ο Τ ζέιμς. Μ’ έναν καγχασμό, ο Άντονι είπε στον αδελφό του: «Η Τ ζούντι μου γράφει να γλιτώσω το πρόσωπό μου από τις μελανιές και να γυρίσω σπίτι για ν’ αρχίσω να πακετάρω. Απ’ ό,τι φαίνεται, η Ρος υποχώρησε». Ο Τ ζέιμς άρχισε να γελάει με τα καλά νέα κι έτσι ο Άντονι κατάφερε να τον αιφνιδιάσει με μια γροθιά, που έκανε τον μεγάλο του αδελφό να σκάσει στον πισινό του. Όμως, τα νεύρα του Τ ζέιμς είχαν εξανεμιστεί πια χάρη στα απρόσμενα καλά νέα, οπότε ανασήκωσε μόνο το χρυσαφένιο του φρύδι και από τη θέση του στο πάτωμα ρώτησε: «Προς τι η γροθιά τότε;» «Γιατί τώρα την έβαψα πραγματικά», γκρίνιαξε ο Άντονι που έδωσε το χέρι του στον Τ ζέιμς για να τον βοηθήσει να σηκωθεί από κάτω. «Δεν ξέρω ποιος της άλλαξε γνώμη ούτε πώς τα κατάφερε, αλλά ξέρω ότι σε μένα θα ξεσπάσει τον θυμό της». «Ευτυχώς που θα έρθεις μαζί μας τότε, ενώ η γυναίκα σου θα μείνει σπίτι. Θα έχει αρκετό χρόνο για να ηρεμήσει μέχρι να


επιστρέψουμε». Και οι δύο ήξεραν ότι η Ρόσλιν δεν θα πήγαινε μαζί τους εξαιτίας της ναυτίας που τη βασάνιζε. Αυτή και η μικρότερη κόρη του Άντονι, η Τ ζέιμι, πάθαιναν και οι δύο ναυτία, οπότε ακόμα κι αν η Ρόσλιν ήταν διατεθειμένη να υπομείνει αυτή την ταλαιπωρία για χάρη της Τ ζούντιθ, δεν θα υπέβαλε ποτέ ξανά την Τ ζέιμι στην ίδια δοκιμασία. Ούτε και θα την άφηνε μόνη της στο σπίτι για τους δύο μήνες που ήταν προγραμματισμένο να λείψουν. Ο Τ ζέιμς πρόσεξε ότι το σχόλιό του δεν φάνηκε να καθησυχάζει καθόλου τον αδελφό του. «Έλα τώρα, φίλε μου, μη μου πεις ότι ο πιο διαβόητος γυναικάς του Λονδίνου δεν μπορεί να μετατρέψει την οργή μιας κυρίας σε άλλου είδους πάθος», σχολίασε ο Τ ζέιμς, γέρνοντας μπροστά για να πιάσει το απλωμένο χέρι του αδελφού του. Ο Άντονι το τράβηξε μεμιάς μακριά. «Ο κώδικας τιμής μου μου απαγορεύει να χτυπήσω πεσμένο άντρα, αλλά για σένα θα μπορούσα να κάνω μια εξαίρεση». Ο Τ ζέιμς γέλασε καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Δεν θέλω να νομίσει η Τ ζούντι ότι το μήνυμά της δεν έφτασε εγκαίρως στα χέρια σου».

Καταμεσής του Ατλαντικού, το Νηρεύς έπλεε πλησίστιο προς το Μπρίτζπορτ του Κονέκτικατ. Αν και οι ακτοπλοϊκές γραμμές Σκάιλαρκ –η οικογενειακή επιχείρηση των Άντερσον– διέθεταν πολυάριθμο στόλο, το κάθε παιδί της οικογένειας είχε το δικό του πλοίο και το Νηρεύς ήταν το πλοίο του Γουόρεν, του δεύτερου κατά σειρά αδελφού Άντερσον και συζύγου της Έιμι Μάλορι. Το ζευγάρι περνούσε τον μισό χρόνο του στη θάλασσα, μαζί με τα παιδιά τους, τον Έρικ και τα δίδυμα, την Γκλοριάνα και τον Στιούαρτ, και φυσικά τους δασκάλους των παιδιών τους. Τον άλλο μισό χρόνο τον περνούσαν στο σπίτι τους στο Λονδίνο ώστε τα παιδιά τους να έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τη μεγάλη τους οικογένεια.


Η Έιμι απολάμβανε τον ανοιξιάτικο ήλιο πάνω στο κατάστρωμα, αν και ο αέρας ήταν τσουχτερός. Όντας η μοναδική γυναίκα στην οικογένεια Άντερσον που είχε περάσει μια επιτυχημένη κοσμική σεζόν στα σαλόνια του Λονδίνου, οι αδελφοί Άντερσον την είχαν παρακαλέσει να οργανώσει αυτή το κοινωνικό πρόγραμμα των δύο εβδομάδων που θα περνούσε η Τ ζάκλιν στο Μπρίτζπορτ. Η γυναίκα του Ντρου Άντερσον, η Γκάμπι, είχε κάνει κι εκείνη φυσικά το κοινωνικό ντεμπούτο της στο Λονδίνο, όμως η παραμονή της εκεί είχε διακοπεί απότομα όταν ο Ντρου μετέτρεψε τη σεζόν της σε σκανδαλώδη καταστροφή, επομένως δεν ήταν σε θέση να προσφέρει πολλές συμβουλές στο θέμα των κοινωνικών εμφανίσεων μιας ντεμπιτάντ. Παρ’ όλα αυτά, η Έιμι δεν βασιζόταν αποκλειστικά στη δική της εμπειρία. Είχε συμβουλευτεί την ξαδέλφη της, τη Ρετζίνα, την ειδική της οικογένειας Μάλορι στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Η Έιμι έπρεπε να φροντίσει ότι οι Άντερσον θα ήταν πανέτοιμοι για όλες αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις με το που θα έφταναν στην πατρίδα τους. Έπρεπε να οργανώσει τα μενού και να στείλει τις προσκλήσεις. Ο Γουόρεν θα τη βοηθούσε με τις προσκλήσεις αφού ήξερε ποιον έπρεπε να συμπεριλάβουν στη λίστα των προσκεκλημένων. Αν και η Έιμι είχε πάει δεκάδες φορές στο Μπρίτζπορτ και είχε γνωρίσει πολλούς από φίλους και γνωστούς των Άντερσον, δεν ήταν δυνατόν να τους θυμάται όλους. Ωστόσο, όλα έπρεπε να είναι τέλεια πριν από τον ερχομό της Τ ζάκλιν και των γονιών της. Τα παιδιά της έδειχναν πολύ μεγαλύτερο ενθουσιασμό γι’ αυτό το ταξίδι από την ίδια καθώς θα έπαιρναν μέρος σε όλες τις εκδηλώσεις. Στην Αγγλία θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι να κλείσουν τα δεκαοκτώ τους χρόνια προκειμένου να θεωρηθούν ενήλικοι, αλλά στην Αμερική δεν ίσχυαν τέτοιου είδους κανόνες. Η Έιμι ήταν τόσο αποκαμωμένη που δεν είχε δύναμη να νιώσει ενθουσιασμό. Είχε τόσα πολλά να κάνει, τόσο πολλές λίστες να συντάξει. Είχε τόσο πολλές έγνοιες στο μυαλό της που παραλίγο να μην προσέξει το αίσθημα που είχε αρχίσει να τρυπώνει μέσα της.


Ξαφνικά, όμως, ένιωσε κάτι που την έκανε να διπλωθεί στα δύο, σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι. Ο Γουόρεν που εκείνη τη στιγμή ερχόταν από πίσω της, πρόσεξε την αντίδρασή της και θορυβήθηκε αμέσως. Ακούμπησε μαλακά τα χέρια του στην πλάτη της. «Πού πονάς, αγάπη μου;» «Δεν πονάω». «Τότε...;» «Κάτι… κακό… πρόκειται να συμβεί». Ο Γουόρεν σήκωσε αμέσως τα μάτια του στον ουρανό περιμένοντας να δει τα πρώτα σημάδια μιας επικείμενης καταιγίδας που μπορεί να τους σακάτευε, αλλά δεν αντίκρισε ούτε ένα σκούρο σύννεφο. «Πότε;» «Δεν ξέρω». «Τ ι;» «Δεν ξέρω!» Ο Γουόρεν άφησε έναν αναστεναγμό. «Αφού έχεις που έχεις αυτά τα προαισθήματα, μακάρι να μπορούσες να τα ερμηνεύσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια». «Πάντα το ίδιο λες. Αλλά ξέρεις ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω, Γουόρεν». Πλαταγίζοντας τη γλώσσα του, ο άντρας της τη βοήθησε να ανασηκωθεί και τη γύρισε προς το μέρος του παίρνοντάς την αγκαλιά. «Δεν σκέφτεσαι καθαρά. Η μισή οικογένεια είναι ήδη καθ’ οδόν. Μέχρι και ο Τ ζέιμς με την Τ ζόρτζι και την Τ ζακ θα έχουν σαλπάρει πολύ προτού προλάβουμε να γυρίσουμε πίσω». «Μακάρι να υπήρχε πιο γρήγορος τρόπος ταξιδιού», μουρμούρισε εκνευρισμένη αυτή πάνω στο φαρδύ του στέρνο. Ο Γουόρεν γέλασε. «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, αλλά τουλάχιστον πάψαμε να πλέουμε οπλισμένοι με κανόνια–» «Παρ’ όλα αυτά, γέμισες τα αμπάρια με φορτίο που μας βαραίνει και μας καθυστερεί». «Μα φυσικά. Αυτή είναι η δουλειά μου. Ωστόσο, παρά το φορτίο,


πλέουμε με πολύ καλή ταχύτητα. Σε καμιά εβδομάδα πάνω-κάτω θα είμαστε στο Μπρίτζπορτ». «Αν συνεχίσουμε να έχουμε ευνοϊκό άνεμο», μουρμούρισε η Έιμι. «Φυσικά. Αλλά ξέρεις κάτι, ό,τι κι αν προμηνύει το προαίσθημά σου, μπορείς να μετριάσεις τις συνέπειες ώστε να μην είναι καταστροφικές. Κάν’ το τώρα. Πες κάτι που θα σου καθησυχάσει το μυαλό, αγάπη μου. Βάλε ένα στοίχημα. Ξέρεις ότι τα κερδίζεις πάντα». Η Έιμι σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε χαμογελώντας του τρυφερά που της το θύμισε. «Πάω στοίχημα ότι δεν θα συμβεί τίποτα που να μην μπορεί να αντιμετωπίσει η οικογένειά μου». «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να είσαι τόσο ασαφής;» «Δεν ήμουν ασαφής. Αυτό που είπα καλύπτει όλα τα μέλη της οικογένειάς μου και όλα τα μέλη της δικής σου, γυναίκες, άντρες και παιδιά».


Κεφάλαιο πέντε Το κελί κράτησης –ένα από τα πολλά– ήταν το μοναδικό που χρησιμοποιούνταν αυτή τη στιγμή. Το κελί δεν ανήκε σε σωφρονιστικό ίδρυμα ή φυλακή, αν και αυτή την αίσθηση δημιουργούσε σε όσους κρατούνταν εκεί μέσα. Έτσι υπόγειο και χωρίς παράθυρα όπως ήταν, οι κρατούμενοι θα ήταν συνεχώς βυθισμένοι στο σκοτάδι αν δεν έμενε αναμμένο νυχθημερόν ένα μοναδικό φανάρι. Παρότι το φως ήταν για τον φρουρό, όχι για τους κρατούμενους. Η έδρα του τελωνείου είχε χτιστεί γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν το Στέμμα άρχισε να περιπολεί πιο δραστικά τις νότιες θάλασσες, ιδιαίτερα κατά μήκος των ακτών της Κορνουάλης. Αρχικά αποτελούνταν μόνο από μία προκυμαία κι έναν στρατώνα στα μισά της απόστασης ανάμεσα στο Ντόρσετ και στο Ντέβον. Με τα χρόνια, όμως, επεκτάθηκε και γύρω του αναπτύχθηκε μια ολόκληρη κοινότητα. Δημιουργήθηκαν μαγαζιά, ένα ιπποστάσιο και ταβέρνες, αν και η βασική ενασχόληση παρέμενε η σύλληψη λαθρεμπόρων, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν με μεγάλη αυστηρότητα. Είτε εκτοπίζονταν στις αποικίες της Αυστραλίας είτε στέλνονταν στην αγχόνη. Και στις δύο περιπτώσεις προηγούνταν δίκες που ήταν πραγματική παρωδία. Ο Νέιθαν Τ ρεμέιν είχε ευχηθεί αμέτρητες φορές να είχε γεννηθεί τον περασμένο αιώνα, μια εποχή όπου ακόμα δεν είχαν οργανωθεί οι φοροεισπράκτορες. Εκείνον τον καιρό, τα λαθραία φορτία ξεφορτώνονταν ελεύθερα στις αποβάθρες οποιουδήποτε χωριού, ενώ όλοι οι κάτοικοι έβαζαν ένα χεράκι. Μέχρι και οι τοπικοί προύχοντες


έκαναν τα στραβά μάτια στις παράνομες δραστηριότητες αρκεί να εξασφάλιζαν το δικό τους κιβώτιο με μπράντι ή τσάι. Ήταν μια απλή μέθοδος για να αποφεύγουν την εξωφρενική φορολόγηση, και το μεγάλο μήκος της βραχώδους ακτογραμμής της Κορνουάλης έκανε εκείνο το κομμάτι της Αγγλίας ιδανικό για τη διάθεση εμπορευμάτων όπως το ρούμι, το μπράντι, το τσάι, ακόμα και το ταμπάκο, στους κατά τ’ άλλα νομοταγείς πολίτες σε λογικές τιμές. Καθώς την εποχή εκείνη οι φοροεισπράκτορες ήταν λιγοστοί, οι λαθρέμποροι δεν κινδύνευαν σχεδόν καθόλου. Δεν ίσχυε το ίδιο τώρα πια. Την εποχή αυτή, οι λιγοστοί λαθρέμποροι που εξακολουθούσαν να δρουν στην περιοχή, είχαν αρχίσει να μην έχουν πού να κρύψουν τα φορτία τους. Μέχρι και οι σήραγγες που είχαν σκαφτεί στα βράχια ανακαλύπτονταν σιγά σιγά και γίνονταν στόχος παρακολούθησης των τελωνειακών. Οι λαθρέμποροι είχαν καταφύγει στη λύση της αποθήκευσης των φορτίων τους πιο μέσα από την ακτή, μακριά από τους τελωνειακούς προτού το διανείμουν. Όμως και πάλι, τα εμπορεύματα έπρεπε να ξεφορτώνονται στην ακτή προτού μεταφερθούν… ή ξαναφορτωθούν στο πλοίο σε περίπτωση που κάποιος λαθρέμπορος ψυλλιαζόταν πως η κρυψώνα του είχε ανακαλυφθεί από κάποια τσούπρα που θα τον κατέδιδε πιθανόν αμέσως στις Αρχές. Έτσι είχαν κάνει τσακωτό τον Νέιθαν την περασμένη εβδομάδα. Το πλήρωμά του είχε καταφέρει να ξεφύγει, σκορπώντας σαν κοπάδι από αρουραίους σε υπόνομο. Αυτός και το πλοίο του όχι. Τον είχαν παγιδέψει. Οι τελωνειακοί τού την είχαν στημένη. Όμως, δεν μπορούσε να το αποδείξει αν δεν δραπέτευε πρώτα. Αλλά ήταν αδύνατο να δραπετεύσει από ένα τέτοιο μπουντρούμι. Αλυσοδεμένος χειροπόδαρα, με τις αλυσίδες μπηγμένες στον τοίχο από πίσω του, δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί όρθιος ή να φτάσει τον άνθρωπο που ήταν αλυσοδεμένος δίπλα του. Μέσα στο κελί κρατούνταν άλλοι τέσσερις σε παρόμοιες συνθήκες. Δεν τους ήξερε, δεν έκανε τον κόπο να τους μιλήσει. Έναν γέρο τον είχαν αφήσει λυτό. Η δουλειά του ήταν να δίνει στους υπόλοιπους κάτι τσίγκινες


γαβάθες με χυλό. Αν ήταν ξύπνιος. Αν δεν νευρίαζε επειδή τον ξύπνησαν. Ο Νέιθαν είχε ήδη χάσει μερικά γεύματα εξαιτίας του οξύθυμου γέρου. Κοιμόταν όταν ήρθαν να τον πάρουν, λύνοντάς τον από τον τοίχο και σέρνοντάς τον έξω από το κελί. Ο τελευταίος, που είχε φύγει με τον ίδιο τρόπο από εκεί μέσα, είχε αρχίσει να ουρλιάζει ότι ήταν αθώος ενώ δεν είχε επιστρέψει ποτέ πίσω. Ο Νέιθαν δεν είπε κουβέντα, αν και ένιωθε μέσα του να καίει μια βραδυφλεγής οργή. Στο ξεκίνημα της ζωής του είχε άλλες προοπτικές, άλλες ασχολίες, άλλους στόχους. Θα μπορούσε να είχε συνεχίσει στον ίδιο δρόμο αν δεν πέθαινε ο πατέρας του, ο Τ ζόρι. Όμως, το ένα έφερε το άλλο – μια μακριά αλληλουχία γεγονότων– κι έτσι βρέθηκε τώρα εδώ, αντιμέτωπος με την κρεμάλα ή τα ισόβια δεσμά. Οι δύο φρουροί που τον έβγαλαν σέρνοντας από το κελί, δεν του έδωσαν καν την ευκαιρία να περπατήσει μόνος του. Θα τους καθυστερούσε πάρα πολύ εξαιτίας των αλυσίδων που ήταν ακόμα περασμένες στα πόδια του, ενώ δεν υπήρχε περίπτωση να του τις αφαιρούσαν. Δεν μπόρεσε να βάλει καν το χέρι του πάνω από τα μάτια του για να προφυλαχτεί από το φως του ήλιου που τον τύφλωσε μόλις τον ανέβασαν πάνω. Στη συνέχεια, τον οδήγησαν σε ένα μεγάλο καθιστικό όπου τον κάθισαν κατευθείαν σε μια ξύλινη καρέκλα μπροστά από ένα γραφείο. Το πολυτελές δωμάτιο έμοιαζε περισσότερο με σαλόνι, το οποίο σήμαινε πως αυτός που καθόταν πίσω από το γραφείο ήταν κάποιος σπουδαίος. Ο Νέιθαν τον έκανε κάπου πέντε χρόνια μεγαλύτερό του, άρα θα πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα. Φορούσε αψεγάδιαστη στολή με αστραφτερά κουμπιά και είχε γαλανά μάτια στα οποία καθρεφτιζόταν μια υποψία περιέργειας. Έμοιαζε με αριστοκράτη. Ήταν σύνηθες φαινόμενο οι δευτερότοκοι γιοι ευγενών να απασχολούνται σε κάποιο κυβερνητικό πόστο. Ο άντρας έδιωξε τους φρουρούς και ύστερα στράφηκε προς το μέρος του. «Ονομάζομαι Άρνολντ Μπέρντις. Διοικητής Μπέρντις, για την ακρίβεια».


Ο Νέιθαν ξαφνιάστηκε που τον είχαν αφήσει ολομόναχο με τον αξιωματικό. Μήπως πίστευαν ότι θα είχε χάσει τις δυνάμεις του έχοντας περάσει μία εβδομάδα τρώγοντας μόνο χυλό, καταχωνιασμένος σε μια ανήλιαγη, κλειδαμπαρωμένη τρύπα; Μπορεί ο αξιωματικός να βρισκόταν στο κέντρο μιας βάσης γεμάτης φοροεισπράκτορες, αλλά για τον Νέιθαν θα ήταν παιχνιδάκι να τον βάλει κάτω. Είχε προσέξει κατευθείαν το παλιό πιστόλι πάνω στο γραφείο, το οποίο βρισκόταν εκεί για προφανείς λόγους. Ο Νέιθαν το κοίταξε για μερικές στιγμές, καθώς συλλογιζόταν αν είχε καμία ελπίδα να προλάβει να το αρπάξει πριν το φτάσει ο διοικητής. Όμως, η πιθανότητα να έχει μόνο μία σφαίρα τον βοήθησε να αποφασίσει, αφού θα του χρειάζονταν τουλάχιστον δύο αν ήθελε να δραπετεύσει – μία για τον διοικητή και μία για την αλυσίδα ανάμεσα στα πόδια του. Εκτός κι αν αποφάσιζε να πιάσει τον διοικητή όμηρο… «Θα ήθελες ένα μπράντι;» Ο άντρας γέμιζε ήδη ένα ποτήρι για τον ίδιο, ενώ μπροστά του στο τραπέζι υπήρχαν άλλα δύο. «Από τα δικά μου μπουκάλια είναι;» ρώτησε ο Νέιθαν. Οι άκρες του στόματος του Μπέρντις ανασηκώθηκαν ελαφρά. «Τ ι πρωτότυπο να διατηρείς την αίσθηση του χιούμορ σου παρά τη δυσάρεστη θέση σου». Ο διοικητής τού γέμισε παρ’ όλα αυτά ένα ποτήρι και το έσπρωξε πάνω στο γραφείο. Το κροτάλισμα που έκαναν οι αλυσίδες του καθώς ο Νέιθαν το έφερε στα χείλη του, ήταν περίτρανη απόδειξη αυτής της δυσάρεστης θέσης, αν και ο σαρκασμός δεν ήταν χιούμορ. Εξάλλου, ήπιε μόνο μια γουλιά ώστε να βρέξει το στεγνό του στόμα. Αν ο διοικητής είχε σκοπό να τον μεθύσει για να λυθεί η γλώσσα του, θα απογοητευόταν. «Είσαι μεγάλο κελεπούρι, Τ ρεμέιν. Αν και ήταν απλά θέμα χρόνου να σε πιάσουμε. Είχες αρχίσει να γίνεσαι απρόσεκτος, ή μήπως πρέπει να πω υπερβολικά τολμηρός για το δικό σου καλό;» «Δεν λέτε καλύτερα απελπισμένος;»


«Αλήθεια; Να το πάρω πάνω μου, δηλαδή;» «Για τη γαϊδουρινή επιμονή σας, ναι. Αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση μου την έφερε μια τσούπρα». Ο Μπέρντις δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο του. «Έχει συμβεί σε όλους μας κάποια στιγμή στη ζωή μας. Παρ’ όλα αυτά, ο πληροφοριοδότης μου δεν φορούσε φουστάνια». «Θα θέλατε να μου πείτε το όνομά του;» του πέταξε ο Νέιθαν κρατώντας την ανάσα του. Όμως, φάνηκε ότι ο διοικητής δεν προσπαθούσε να του πιάσει ψιλή κουβέντα ούτε ήταν τόσο απρόσεκτος ώστε να απαντήσει αυτόματα στην ξαφνική ερώτηση του Νέιθαν. Είχε τους λόγους του που του φερόταν τόσο εγκάρδια, απλά ο Νέιθαν δεν μπορούσε να σκεφτεί ποιοι μπορεί να ήταν αυτοί. Ωστόσο, είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι ο άλλος του έπαιζε παιχνίδι∙ ένα αρρωστημένο παιχνίδι, για τους δικούς του προσωπικούς λόγους, ένα παιχνίδι στο οποίο δεν είχε όρεξη να συμμετάσχει ο Νέιθαν. «Θα περάσω έστω από δίκη;» ρώτησε με σταθερή φωνή. Ο διοικητής στριφογύρισε το μπράντι στο ποτήρι του και το έφερε στη μύτη του προτού σηκώσει τα μάτια του και τον κοιτάξει με περιέργεια. «Έχεις υπεράσπιση;» τον ρώτησε. «Κάτι θα σκεφτώ». Ο Μπέρντις πλατάγισε τη γλώσσα του. «Είσαι υπερβολικά ετοιμόλογος για άνθρωπος που βρίσκεται σε αυτή τη δεινή θέση. Μπορώ να πω ότι το βρίσκω αξιοθαύμαστο, αλλά είναι περιττό. Έχεις καταλάβει ότι κρατάω τη ζωή σου στα χέρια μου; Θα σου πρότεινα, λοιπόν, να φροντίσεις να τιθασεύσεις τον σαρκασμό σου… τουλάχιστον μέχρι να μάθεις γιατί σε κάλεσα εδώ». Καρότο ήταν αυτό; Είχε αρχίσει να φαίνεται σχεδόν ότι θα γλίτωνε την κρεμάλα σήμερα. Παρ’ όλα αυτά, τα λόγια του διοικητή τον έκαναν πάλι καχύποπτο. Αν αυτή η συνάντηση δεν ήταν δίκη, με τον διοικητή σε ρόλο δικαστή κι ενόρκου, τότε τι διάολο ήταν; Γιατί η αλήθεια ήταν ότι τον είχαν πιάσει στα πράσα. Δεν είχε κανένα ελαφρυντικό, όπως ήξεραν και οι δύο.


Ο Νέιθαν κάθισε πίσω στην καρέκλα του. «Φυσικά, συνεχίστε». «Ο λόγος που είμαι πετυχημένος σε αυτή τη δουλειά είναι ότι φροντίζω να μαθαίνω τα πάντα για τα θηράματά μου, αλλά η δική σου περίπτωση αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ανωμαλία». «Δεν έχω τίποτα το ιδιαίτερο, διοικητά». «Απεναντίας. Ξέρω ότι έχεις κάνει κι άλλες δουλειές. Νόμιμες δουλειές. Αρκετές, μάλιστα, καθώς και ότι τα πήγες περίφημα σε όλες… φοβερό κατόρθωμα για κάποιον στην ηλικία σου. Τ ι έγινε λοιπόν; Δεν μπορούσες να αποφασίσεις τι ήθελες να κάνεις στη ζωή σου;» Ο Νέιθαν ανασήκωσε τους ώμους του. «Πέθανε ο πατέρας μου και μου άφησε το πλοίο και το πλήρωμά του. Έτσι μου τα έφερε η μοίρα». Ο Μπέρντις χαμογέλασε. «Ώστε, λοιπόν, πιστεύεις ότι έχεις το λαθρεμπόριο στο αίμα σου; Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω. Ήδη ξέρω για σένα περισσότερα απ’ όσα περίμενα να μάθω, Τ ρεμέιν. Χάρη στα προνόμια της θέσης μου και στη δυνατότητα πρόσβασης σε παλιά αρχεία». «Τότε, θα γνωρίζετε πιθανόν περισσότερα από μένα». «Πιθανόν, αν και αμφιβάλλω. Έχεις ξεπέσει πολύ χαμηλά στην κοινωνική σκάλα, που λέει ο λόγος, έτσι; Έκαναν όλες οι γυναίκες του γενεαλογικού σου δέντρου τόσο κακούς γάμους ή μόνο η μητέρα σου;» Οι αλυσίδες του κροτάλισαν καθώς ο Νέιθαν πετάχτηκε όρθιος κι έσκυψε απειλητικά πάνω από το γραφείο του διοικητή, γρυλλίζοντας. «Θες να φας το κεφάλι σου;» Ο διοικητής έπιασε αμέσως το πιστόλι του, το όπλισε και σημάδεψε τον Νέιθαν στο στήθος. «Κάτσε κάτω πριν φωνάξω τους φρουρούς». «Πιστεύεις ειλικρινά ότι μια σφαίρα θα μ’ εμπόδιζε να σου στρίψω το λαρύγγι;» Ο Μπέρντις άφησε ένα νευρικό γελάκι. «Ναι, έχεις διάπλαση πραγματικού κολοσσού, το βλέπω. Ωστόσο, ένας από τους


προγόνους σου ήταν κόμης και ως εκ τούτου θεωρώ την ερώτησή μου απόλυτα λογική». «Δεν σε αφορά όμως, διάολε». «Έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Απλά βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την πληροφορία για τους προγόνους σου, έστω κι αν είναι κάπως μακρινοί… Αναρωτιέμαι αν συνειδητοποιείς ότι θα μπορούσες κι εσύ να κάθεσαι σε μια καρέκλα σαν τη δική μου, αντί να βρίσκεσαι στη θέση που είσαι τώρα; Τα έχασα όταν το συνειδητοποίησα. Γιατί δεν εκμεταλλεύτηκες ποτέ τον τίτλο σου;» «Γιατί δεν χαρακτηρίζει αυτό που είμαι. Και ρωτάς υπερβολικά πολλά πράγματα για έναν άνθρωπο τον οποίο έχεις ήδη συλλάβει». «Η περιέργεια είναι το χούι μου, το παραδέχομαι. Και τώρα κάθισε, πριν αλλάξω γνώμη για σένα και σε στείλω πίσω στο κελί σου». Να το πάλι το καρότο, ο υπαινιγμός ότι η σύλληψή του θα μπορούσε να έχει διαφορετική έκβαση από την προφανή. Ο Νέιθαν άδειασε το μπράντι που είχε μπροστά του πριν σωριαστεί και πάλι στην καρέκλα του. Μπορούσε να πιει ένα ποτήρι χωρίς να χάσει τη νηφαλιότητά του. Αναθεματισμένοι αριστοκράτες! Ο Νέιθαν εξακολουθούσε να υποψιάζεται ότι ο διοικητής του έπαιζε κάποιο παιχνίδι, και τώρα μάντευε τον λόγο. Ο τίτλος του αριστοκράτη προγόνου του θα πρέπει να ήταν υψηλότερος από τον τίτλο του διοικητή. Για ποιον άλλο λόγο να ήθελε να τον φέρουν μπροστά του για να κοκορευτεί; «Θα μου πεις ποιος ήταν ο πληροφοριοδότης σου;» ρώτησε άλλη μια φορά ο Νέιθαν. «Ένας απλός λακές, αλλά δεν μπορείς να μαντέψεις για λογαριασμό τίνος δουλεύει; Έχω πληροφορίες από έγκυρη πηγή ότι τον ψάχνεις κι εσύ. Θα πρέπει να πίστεψε ότι είχες πλησιάσει πολύ κοντά στο να τον βρεις». Ο Νέιθαν σφίχτηκε. «Ο Χάμετ Γκριγκ;» «Ναι, το φαντάστηκα ότι αυτό το στοιχείο θα σου ήταν αρκετό. Ο ύποπτος για τον φόνο του πατέρα σου».


«Όχι μόνο ύποπτος. Υπήρχε και μάρτυρας». «Απ’ ό,τι άκουσα, ήταν απλά ξεκαθάρισμα λογαριασμών». «Ο πατέρας μου ήταν άοπλος. Ήταν δολοφονία». «Αυτό είχες κι εσύ κατά νου για τον Γκριγκ;» «Ναι, θέλω να τον σκοτώσω, αλλά σε δίκαιη μονομαχία – με τα ίδια μου τα χέρια». Ο Μπέρντις γέλασε. «Έχεις δει πώς είσαι, φίλε μου. Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα ήταν δίκαιη μια τέτοια μονομαχία; Όχι ότι έχω κάτι εναντίον της εκδίκησης. Πότε πότε νιώθω κι εγώ αυτή την ανάγκη. Ωστόσο, ο κύριος Γκριγκ θα πέσει στα χέρια μου και θα φροντίσω να κρεμαστεί πολύ προτού προλάβεις να τον πιάσεις στα δικά σου. Αυτός είναι ο επόμενος στόχος μου στο κάτω κάτω». «Κι εγώ θα είμαι νεκρός προτού τον πιάσεις». Ο Μπέρντις ξαναγέμισε το ποτήρι του Νέιθαν πριν του απαντήσει, «Παρεξήγησες τον λόγο που σ’ έφερα μπροστά μου. Σκοπεύω να σου δώσω την ευκαιρία να μ’ ευγνωμονείς μια μέρα». «Για ποιο πράγμα;» Ο διοικητής άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια καθαρή, ατσαλάκωτη σελίδα χαρτί, την οποία άφησε μπροστά του. Χτύπησε το δάχτυλό του πάνω στο χαρτί. «Αυτό εδώ είναι μια υπογεγραμμένη πλήρης αμνηστία, μια ευκαιρία να κάνεις μια νέα αρχή απαλλαγμένος από τα βάρη του παρελθόντος. Υπό όρους, φυσικά». Ο Νέιθαν μισόκλεισε τα μάτια. «Είναι κάποιο αστείο αυτό;» «Αντιθέτως. Αυτό το έγγραφο θα παραμείνει στα χέρια μου μέχρι να εκπληρώσεις τους όρους, αλλά η προσφορά μου είναι νόμιμη». «Θέλεις να πιάσω τον Γκριγκ και να σ’ τον παραδώσω χωρίς να τον σκοτώσω; Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα μπορέσω να αντισταθώ στον πειρασμό έτσι και τον πιάσω στα χέρια μου;» «Ξέχνα τον Γκριγκ! Σου είπα, σε διαβεβαιώνω ότι θα φροντίσω να κρεμαστεί». Για πρώτη φορά από την αρχή της συνάντησής τους, ο Άρνολντ Μπέρντις φάνηκε να χάνει το εγκάρδιο ύφος του. Ο Νέιθαν έπαψε να αμφιβάλλει για τις προθέσεις του, και είπε μόνο: «Φαίνεσαι


θυμωμένος». «Είμαι. Ο άντρας που άφησα να φυλάει το πλοίο σου σκοτώθηκε. Τον βρήκαμε να επιπλέει στο νερό εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται το Περλ ». «Έχασες το πλοίο μου!;» «Δεν το έχασα», γρύλισε ο Μπέρντις. «Το έκλεψαν, και όχι… δεν το πήρε ο Χάμετ Γκριγκ. Πιάσαμε έναν από τους κλέφτες. Τον τσακώσαμε την ώρα που σάλπαραν κι αυτός έπεσε μέσα στο νερό απ’ όπου τον ανασύραμε. Τους καταδιώξαμε φυσικά και πιθανόν να τους πιάναμε κιόλας, αν μόνο ξέραμε προς τα πού πήγαιναν. Αρχίσαμε αμέσως να ψάχνουμε πάνω-κάτω στην ακτή, αλλά εκείνοι έκαναν το αδιανόητο: έπλευσαν κατευθείαν στ’ ανοιχτά και μας ξέφυγαν». «Ποιοι ήταν;» «Δεν είναι Εγγλέζοι, αλλά κλέβουν εγγλέζικα πλοία εδώ και δέκα χρόνια περίπου. Απλά δρουν σποραδικά και δεν κλέβουν ποτέ από το ίδιο λιμάνι, με αποτέλεσμα να μην έχει συνδέσει κανείς τις κλοπές. Στην αρχή, οδηγούσαν απλά τα σκάφη στα ανοιχτά και τα βύθιζαν, αλλά μετά αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση και συγχρόνως να βγάλουν και κέρδος». «Εκδίκηση;» «Πρόκειται για δύο Αμερικανούς που μας έχουν άχτι εξαιτίας του τελευταίου πολέμου με τη χώρα τους, κατά τη διάρκεια του οποίου έμειναν ορφανοί. Ήταν παιδιά τότε και γι’ αυτό η εκδίκησή τους άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά πριν από μία δεκαετία». Ο Μπέρντις πέταξε ένα διπλωμένο χαρτί στον Νέιθαν. «Εκεί μέσα είναι οι πληροφορίες που απέσπασα από τον άνθρωπό τους. Οι ανώτεροί μου δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή γι’ αυτή την εγκληματική σπείρα που έχει βάλει στόχο τα λιμάνια μας. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το σινάφι σου. Όμως εμένα δεν μου αρέσει όταν μου πατούν τον κάλο, και αυτό ακριβώς έκαναν εκείνοι οι κλέφτες όταν σκότωσαν έναν από τους άντρες μου και έκλεψαν το τρόπαιό μου από τις αποβάθρες μου».


Ο Νέιθαν ανασήκωσε το φρύδι του. Το τρόπαιό του; «Μη μου πεις ότι μου ζητάς να σου φέρω πίσω το πλοίο μου». «Όχι. Αν καταφέρεις να βρεις το Περλ , είναι όλο δικό σου, αλλά μην ελπίζεις σε πολλά. Αφού κλέψουν τα σκάφη, τα περνούν ένα χέρι μπογιά, τους δίνουν καινούριο όνομα κι ύστερα τα πουλούν σε ανυποψίαστους συμπατριώτες τους, οι οποίοι θεωρούν πως έχουν να κάνουν με τίμιους ναυπηγούς. Κάνουν αυτή τη δουλειά με επιτυχία χρόνια τώρα. Όμως εσύ θα φροντίσεις να τους βάλεις ταφόπλακα. Θα δυσκολευτείς να πείσεις τους Γιάνκηδες να σου κάνουν χάρες, αλλά θα πρέπει να βρεις έναν τρόπο να πείσεις τις εκεί Αρχές να συνεργαστούν μαζί σου προκειμένου να βάλετε ένα τέλος στην επιχείρησή τους. Αυτός είναι ο όρος μου. Θέλω να μου φέρεις πίσω μια επιστολή Αμερικανού αξιωματούχου που να δηλώνει ότι οι κλέφτες συνελήφθησαν και ότι η επιχείρησή τους έκλεισε». «Αυτό είναι όλο;» του αντιγύρισε ξερά ο Νέιθαν. Ο διοικητής μισόκλεισε τα μάτια του και τον κοίταξε με προειδοποιητικό ύφος. «Και ούτε να σου περάσει από το μυαλό να το σκάσεις μόλις σου δώσω την ελευθερία σου για να κάνεις αυτή τη δουλειά. Όπως προανέφερα, έμαθα περισσότερα απ’ όσα περίμενα για σένα, όπως ότι είσαι κηδεμόνας των δύο εναπομείναντων συγγενών σου. Δεν θα ήθελα να δω τις ανιψιές σου να πληρώνουν για τα εγκλήματα του θείου τους. Συμφωνείς, λοιπόν, με τους όρους μου;» «Με αντάλλαγμα την ελευθερία μου… θέλει και ρώτημα;»


Κεφάλαιο έξι Τα περισσότερα μέλη της τεράστιας οικογένειας των Μάλορι στην Αγγλία, καθώς και λίγοι στενοί φίλοι, είχαν συγκεντρωθεί στην οικία του Έντουαρντ και της Σάρλοτ Μάλορι στην πλατεία Γκρόσβενορ για την αποχαιρετιστήρια γιορτή προς τιμήν της Τ ζακ και της Τ ζούντιθ, οι οποίες σάλπαραν το πρωί για την Αμερική. Το πλήρωμα είχε ήδη επιβιβαστεί στο Μέιντεν Τζορτζ, όπου είχαν παραδοθεί και τα μπαούλα με τις αποσκευές. Το μόνο που έμενε ήταν να επιβιβαστούν τα ξημερώματα και τα επτά μέλη της οικογένειας που θα ταξίδευαν στην Αμερική. Καθώς θα ήταν υπερβολικά νωρίς για αποχαιρετισμούς στην αποβάθρα, όμως, είχαν διοργανώσει το αποψινό πάρτι. Η Τ ζούντιθ έριξε μια ματιά ολόγυρα στο δωμάτιο ψάχνοντας τον Μπράντον για να τον ρωτήσει τι είχε γίνει με τον άστεγο καταπατητή. Του είχε πει ότι υποψιαζόταν πως ήταν λαθρέμπορος, και ο Μπράντον την είχε καθησυχάσει ότι αυτός και ο πατέρας του θα φρόντιζαν να τα μαζέψει και να φύγει. Όμως, φαινόταν ότι τα ξαδέλφια της από το Χαμσάιρ δεν θα έρχονταν στην αποψινή γιορτή. Η Τ ζούντιθ δεν απόρησε αφού αυτή και η Τ ζάκλιν τους είχαν επισκεφτεί πολύ πρόσφατα στο σπίτι τους, οπότε και είχαν ευχηθεί καλό ταξίδι στην Τ ζακ. Μάλιστα, ο Ντέρεκ είχε πει στην Τ ζούντιθ, «Πάω στοίχημα ότι η μαμά σου θα αλλάξει γνώμη, οπότε εύχομαι και σε σένα να έχεις ένα υπέροχο ταξίδι». «Μακάρι να μου το έλεγε η Έιμι αυτό», του απάντησε η Τ ζούντιθ και δεν αστειευόταν.


Ο Ντέρεκ είχε βάλει τα γέλια. «Ναι, τότε το ταξίδι σου στην Αμερική θα ήταν εγγυημένο, σωστά;» Αυτή ήταν η αλήθεια. Η Έιμι δεν έχανε ποτέ της στοίχημα. Η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να είχε ζητήσει από την Έιμι να βάλει στοίχημα πριν αναχωρήσει με τον Γουόρεν. Ίσως, όμως, να το είχε κάνει από μόνη της, και αυτός να ήταν ο λόγος που η Τ ζούντιθ θα πήγαινε τελικά. Η Τ ζάκλιν ήρθε δίπλα της και της είπε εκνευρισμένη, «Κακώς ήρθε κι αυτός, τη στιγμή που δεν είναι στενός οικογενειακός φίλος, ενώ τον γνωρίζει μόνο η μητέρα σου». Η Τ ζούντιθ ακολούθησε το βλέμμα της ξαδέλφης της και είδε τη Ρόσλιν να περιποιείται τον λόρδο Κάλεν. «Ναι, μα τώρα τον γνωρίσαμε όλοι, και εξάλλου η μητέρα μου έχει δίκιο. Ήταν πολύ ευγενικό και κολακευτικό εκ μέρους του να έρθει απόψε εδώ για να μου ευχηθεί καλό ταξίδι τη στιγμή που θα πρέπει να πονάει από τον τραυματισμό του». «Βρίσκεται εδώ επειδή σ’ έχει βάλει στο μάτι κι η μητέρα σου έχει βάλει στο μάτι αυτόν για σένα. Πες μου ότι δεν τον έχεις βάλει κι εσύ στο μάτι, τη στιγμή που ορκιστήκαμε να μην παντρευτούμε φέτος». «Τ ώρα που τον ξαναείδα μετά από τόσα χρόνια, πρέπει να παραδεχτώ ότι έχει γίνει πολύ όμορφος νέος, δεν συμφωνείς;» της είπε πειρακτικά η Τ ζούντιθ και χαμογέλασε. «Αν σου αρέσουν τα σκούρα κόκκινα μαλλιά και τα όμορφα γαλανά μάτια. Φλέρταρε όσο θέλεις, απλά μην ερωτευτείς ακόμα». «Σταμάτα να ανησυχείς. Δεν ανυπομονώ να γυρίσω πίσω εξαιτίας του όταν δεν έχουμε φύγει ακόμη». Σε μια γωνία του δωματίου, ο Μπόιντ πήγε κοντά στον Τ ζέιμς και στον Άντονι, οι οποίοι περιεργάζονταν επίσης τον Σκοτσέζο. Ο Άντονι έλεγε, «Η Ρος έπρεπε να μου πει ότι ήθελε να τον προξενέψει στην Τ ζούντι. Όμως, δεν παραπονιέμαι αφού με τον τραυματισμό του κατάφερε να φέρει την ειρήνη στην οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν ήταν τόσο προφανές ότι το μωρό μου δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν, θα της τα έψελνα ένα χεράκι».


«Ναι, το πρόσεξα», συμφώνησε και ο Τ ζέιμς. «Αυτός, πάντως, είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της», πέταξε ο Μπόιντ. «Κι εσύ πού το ξέρεις, Γιάνκη;» τον ρώτησε ο Άντονι. «Γιατί, σαν ύστατη λύση, η Τ ζακ κι εγώ πήγαμε και τον βρήκαμε και του ζητήσαμε να προσποιηθεί τον τραυματισμένο για να βοηθήσει την Τ ζούντι να πείσει τη μητέρα της να την αφήσει να πάει στην Αμερική». «Ο νάρθηκας στο πόδι του είναι πολύ σφιχτός για να είναι ψεύτικος», παρατήρησε ο Τ ζέιμς. «Δεν είναι ψεύτικος», είπε χαμογελαστός ο Μπόιντ. «Ο άνθρωπος είναι ατσούμπαλος σαν βόδι. Αναστατώθηκε τόσο πολύ όταν άκουσε το σχέδιο που έπεσε πραγματικά από το άλογό του κι έσπασε το πόδι του». Ο Τ ζέιμς στριφογύρισε τα μάτια του. «Τελικά νομίζω ότι θα πρέπει να πω δύο κουβεντούλες με τη Ρόσλιν. Τ ι στην ευχή της ήρθε να θέλει να παντρολογήσει την κόρη μας μ’ έναν τέτοιο σκιτζή;» είπε ο Άντονι. «Πάντως, πρέπει να παραδεχτείς ότι το σχέδιο ήταν ευφυέστατο», σχολίασε ο Τ ζέιμς. «Αυτό με το σπασμένο πόδι. Έπρεπε να το σκεφτείς κι εσύ, Τόνι». «Πώς θα μπορούσα όταν δεν είχα καν ιδέα γι’ αυτόν;» «Απλά την επόμενη φορά που θα θελήσετε να μου την πέσετε, να θυμάστε ότι μου χρωστάτε χάρη και οι δύο», είπε ο Μπόιντ πριν απομακρυνθεί βιαστικά από κοντά τους. «Σε προκάλεσε ή μου φάνηκε;» είπε γελαστός ο Άντονι μ’ έναν τόνο δυσπιστίας. «Τον είδες πώς χαμογελούσε κιόλας!» Ο Τ ζέιμς ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα έπρεπε να ξέρει πια πως έχω πολύ κακή μνήμη όποτε με βολεύει. Και η μνήμη μου είναι σίγουρα κακή όταν πρόκειται για χρέη τιμής σε κάποιον Άντερσον – εξαιρουμένης της συζύγου μου, φυσικά». Ο λόρδος Κάλεν δεν έμεινε πολύ στη γιορτή ενώ κανονικά δεν έπρεπε να είχε έρθει καθόλου, μιας και ο γιατρός του είχε συστήσει


πλήρη ακινησία για τρεις μήνες. Αφού η Τ ζούντιθ τον ευχαρίστησε γι’ άλλη μια φορά που ήρθε και του ευχήθηκε καλή και ταχεία ανάρρωση, η Τ ζάκλιν την πήρε και πήγαν μαζί προς τις μητέρες τους. «Νιώθεις τον ενθουσιασμό;» τη ρώτησε η Τ ζακ. «Θα περάσουμε φανταστικά, ξέρεις. Το νιώθω, ξεχειλίζει από μέσα μου». «Η θριαμβολογία ξεχειλίζει από μέσα σου, όχι ο ενθουσιασμός. Υπάρχει διαφορά». «Πφφ, ό,τι κι αν είναι, πάμε να το μοιραστούμε με τη μητέρα σου. Μπορεί να υποχώρησε όταν έμαθε ότι ούτε ο Σκοτσέζος θα βρίσκεται εδώ για την έναρξη της σεζόν, αλλά εξακολουθεί να δυσανασχετεί με το ταξίδι, ή το “ κοινό μας μπαϊράκι” όπως το χαρακτήρισε. Κι αν δεν είναι χαρούμενη, τότε ο θείος Τόνι δεν θα εισπράξει κανέναν ζεστό αποχαιρετισμό απόψε και η διάθεσή του θα είναι χάλια σ’ όλο το ταξίδι». Η Τ ζούντιθ αναψοκοκκίνισε, ενώ η Τ ζάκλιν την τράβηξε προς την άλλη άκρη του δωματίου όπου βρίσκονταν οι μητέρες τους. Παρά την περιστασιακή ξεδιαντροπιά της Τ ζακ και το γεγονός ότι η Τ ζούντιθ την είχε πλέον συνηθίσει, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι κάποια πράγματα δεν έπρεπε να λέγονται ούτε καν να υπονοούνται, όπως και ότι τα πράγματα που έκαναν οι γονείς τους πίσω από κλειστές πόρτες ανήκαν σίγουρα σ’ αυτά. Τα δύο κορίτσια πλησίασαν τη Ρόσλιν και την αγκάλιασαν από τη μέση. Η Τ ζούντιθ είχε φτάσει πλέον τη μητέρα της στο ύψος, ήταν 1.65, και είχε τα ίδια χρυσαφένια, λαμπερά σαν τον ήλιο μαλλιά, με χαλκόχρωμες ανταύγειες, αλλά τα εξωτικά, μπλε, στο χρώμα του κοβαλτίου μάτια του πατέρα της – ήταν ένας εκθαμβωτικός συνδυασμός ή έτσι της έλεγαν τουλάχιστον οι συγγενείς της. Όμως, τα χαρακτηριστικά της Τ ζούντιθ έμοιαζαν και με της μητέρας της. Πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς, λεπτά σμιλεμένα ζυγωματικά, μικρή στενή μύτη, μέχρι και τα ίδια γεμάτα σαρκώδη χείλη. Η Τ ζάκλιν, από την άλλη, δεν έμοιαζε καθόλου στη μητέρα της. Δεν είχε κληρονομήσει το μικρό ύψος της Τ ζορτζίνα. Ήταν ψηλότερη, 1.70, και είχε τα ξανθά μαλλιά και τα πράσινα μάτια του Τ ζέιμς Μάλορι, αν


και τα χαρακτηριστικά της ήταν εντελώς ιδιαίτερα: ανασηκωμένη μύτη, ψηλά ζυγωματικά, αποφασιστικό πιγούνι και στόμα υπερβολικά αισθησιακό για γυναίκα. Αυτή τη στιγμή, τα χείλη της ήταν ανασηκωμένα σε ένα χαμόγελο που θα έλιωνε καρδιές. Ελάχιστοι έμεναν ανεπηρέαστοι μπροστά του, και η Ρόσλιν δεν ανήκε σ’ αυτούς, αλλά παρ’ όλα αυτά κατσάδιασε την ανιψιά της. «Άσε τα χαμόγελα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μου κατευνάσεις τη φούρκα με τα καλοπιάσματά σου». «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε η Τ ζάκλιν. «Γιατί δεν έχεις αρχίσει ακόμη τα σκοτσέζικα που θα με έπειθαν πως είσαι πραγματικά φουρκισμένη. Όμως, η Τ ζούντι δεν με πιστεύει, οπότε μερικά καθησυχαστικά λόγια από μέρους σου λίγο πριν σαλπάρουμε θα ήταν ό,τι πρέπει». Κι έπειτα, είπε με πολύ σοβαρό ύφος: «Μην την κάνεις να υποφέρει εξαιτίας ενός μικρού κωλύματος–» Η Τ ζορτζίνα τη διέκοψε μ’ ένα πνιχτό επιφώνημα. «Τ ζάκλιν Μάλορι! Δεν θέλω ν’ ακούσω άλλη κουβέντα από το στόμα σου!» Η Τ ζάκλιν κοίταξε απλά τη μητέρα της με σταθερό βλέμμα, χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Ήταν ανέκαθεν πολύ προστατευτική με την οικογένεια και ιδιαίτερα με την Τ ζούντιθ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που παρενέβαινε για να υποστηρίξει την Τ ζούντιθ, και αυτός ήταν ένας λόγος παραπάνω για να την αγαπάει η Ρόσλιν. «Δεν πειράζει, Τ ζορτζ», είπε η Ρόσλιν και στράφηκε στην Τ ζακ. «Έχεις δίκιο, αγάπη μου. Και δεν σκόπευα ν’ αφήσω την αγαπημένη μου κορούλα να φύγει χωρίς να της ευχηθώ μέσα από την καρδιά μου». Η Ρόσλιν έφερε το κεφάλι της κοντά στην Τ ζούντιθ. «Καλή διασκέδαση. Μάλιστα, θέλω να διασκεδάσεις κάθε ώρα και στιγμή του ταξιδιού σου». Ύστερα, όμως, πρόσθεσε σε αυστηρό τόνο: «Αλλά μην τολμήσεις να επιστρέψεις ερωτευμένη. Θα περιμένεις να ερωτευτείς εδώ. Κι αυτή είναι η τελευταία μου κουβέντα», συμπλήρωσε η Ρόσλιν που όμως χαμογελούσε. Η Τ ζακ έσκυψε μπροστά από τη Ρόσλιν και είπε στην Τ ζούντιθ, «Δεν της το είπες;» «Τ ι να μου πει;» ρώτησε η Ρόσλιν.


Η Τ ζάκλιν γέλασε. «Δεν πρόκειται να παντρευτούμε φέτος. Ίσως του χρόνου ή μπορεί και του παραχρόνου. Δεν βιαζόμαστε. Ειλικρινά». «Είναι αλήθεια, μητέρα», επιβεβαίωσε η Τ ζούντιθ. «Όλη η πλάκα θα είναι στην προσπάθεια, όχι στην πράξη αυτή καθαυτή». Όταν τα κορίτσια έφυγαν από κοντά τους για να κυκλοφορήσουν και στο υπόλοιπο δωμάτιο, η Ρόσλιν είπε στην Τ ζορτζίνα, «Είμαι σίγουρη ότι αυτά ήταν λέξη προς λέξη λόγια της κόρης σου». «Συμφωνώ απόλυτα», είπε η Τ ζορτζίνα. «Όμως, δεν μπορεί να είναι τόσο αφελείς. Όταν είναι να τους συμβεί, θα συμβεί, και δεν θα μπορέσουν να κάνουν το παραμικρό για να το εμποδίσουν». «Το ξέρω, αλλά μακάρι η Τ ζακ να είχε πει τα ίδια και στον πατέρα της. Μπορεί ο Τ ζέιμς να το κρύβει πολύ καλά, όμως από την αρχή του χρόνου γίνεται σκέτο μπαρούτι στη σκέψη και μόνο ότι ως το τέλος του έτους η Τ ζακ θα έχει παντρευτεί. Δεν πρόκειται να το διαχειριστεί με ευγένεια όταν η Τ ζακ θα ερωτευτεί, ξέρεις». «Νομίζεις ότι ο Τόνι πάει πίσω; Παλιότερα πήγαινε στο Νάιτονς Χολ λίγες φορές την εβδομάδα, αλλά εδώ και κάμποσους μήνες πηγαίνει καθημερινά. Θα ήθελε να σταματήσει τον χρόνο, αλλά δεν μπορεί και γι’ αυτό είναι εξαιρετικά εκνευρισμένος. Για να πω την αλήθεια, γι’ αυτό δεν ήθελα να αναβάλω το ντεμπούτο της Τ ζούντιθ εδώ πέρα και ευχόμουν να διαλέξει τον νεαρό Κάλεν πριν καν ξεκινήσει η σεζόν. Όσο πιο σύντομα παντρευτεί η Τ ζούντι τόσο πιο γρήγορα θα επανέλθει στο κανονικό η οικογένειά μου – ώσπου να ενηλικιωθεί και η Τ ζέιμι». Η Τ ζορτζίνα έβαλε τα γέλια. «Έπρεπε να το είχες πει νωρίτερα, καλή μου». «Πιθανότατα». Η Ρόσλιν αναστέναξε. «Μάρτυς μου ο Θεός, οι άντρες μας δεν έπρεπε να έχουν κάνει κόρες. Οι γιοι θα ήταν εντάξει, αλλά οι κόρες…! Είναι σαν να πηγαίνεις γυρεύοντας για μπελάδες. Ειλικρινά τρέμω για τους υποψήφιους μνηστήρες τους. Οι άντρες μας δεν είναι από τους ανθρώπους που θα κάνουν πίσω και θ’ αφήσουν


τη φύση να πάρει τον δρόμο της».


Κεφάλαιο επτά Η Τ ζούντιθ προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελό της όταν αυτή και η Τ ζακ απομακρύνθηκαν από τις μητέρες τους. Είχε αρχίσει να νιώθει ένα μέρος από τον ενθουσιασμό που είχε καταλάβει την Τ ζάκλιν. Και έβλεπε ότι η ξαδέλφη της καμάρωνε σαν γύφτικο σκερπάνι. Μη θέλοντας ν’ ακούσει το θριαμβευτικό «σ’ το είπα εγώ» που θα την εκνεύριζε αφού της το είχε πει ήδη πολλές φορές, έφερε το δάχτυλο στα χείλη της Τ ζάκλιν την ώρα που η τελευταία πήγε ν’ ανοίξει το στόμα της. «Μην το πεις. Άσε εμένα. Είχες δίκιο – όπως πάντα. Η μητέρα μου δεν είναι θυμωμένη μαζί μου επειδή τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν, οπότε τώρα μου έφυγε ένα βάρος και μπορώ πλέον να χαρώ ολόψυχα το ταξίδι». «Δεν θα έλεγα αυτό», απάντησε η Τ ζάκλιν και γύρισε την Τ ζούντιθ από την άλλη, προς τη δίφυλλη πόρτα. «Ποιος είναι αυτός εκεί και γιατί φαίνεται γνωστός;» Η Τ ζούντιθ είδε έναν άγνωστο άντρα. Ήταν ντυμένος κομψά, αν και όχι στο εγγλέζικο στιλ. Δεν φορούσε ρεντιγκότα, αλλά μανδύα φοδραρισμένο με μαύρη ερμίνα. Η βελάδα που φορούσε από κάτω ήταν κάπως υπερβολικά πτυχωτή για να είναι στη μόδα. Και τι ήταν αυτό που εξείχε κάτω από τον μανδύα; Σπαθί; Φαινόταν ξένος, αλλά η Τ ζάκλιν είχε δίκιο: έμοιαζε γνωστός. Και δεν ήταν οι μόνες που σκέφτηκαν το ίδιο. Ο θείος Έντουαρντ το επισήμανε αμέσως, κάνοντας ένα βήμα μπροστά και λέγοντας με τον χαρακτηριστικό πρόσχαρο τόνο του:


«Άλλος ένας χαμένος συγγενής; Περάστε, περάστε!» Όλοι γύρισαν ταυτόχρονα για να δουν για ποιον μιλούσε. Ο νεαρός άντρας στην πόρτα φάνηκε να νιώθει αμήχανα που βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής, και ίσως κάπως σαστισμένος που αντίκριζε τόσο πολλούς ανθρώπους μέσα στο δωμάτιο. Αν και η Τ ζούντιθ δεν πίστευε ότι ο ψηλός, όμορφος νέος ήταν συγγενής τους, ήταν σίγουρη ότι ο θείος της δεν το είπε στ’ αστεία. Αλλά πάλι, και πότε αστειευόταν ο θείος της για οικογενειακά θέματα; Ο άγνωστος δεν διαφώνησε με το συμπέρασμα του θείου της. Μάλιστα, ακούστηκε μάλλον έκπληκτος όταν απάντησε: «Πώς το καταλάβατε;» Η ξαδέλφη της Τ ζούντιθ, η Ρετζίνα, έκανε ένα βήμα μπροστά χαμογελώντας. Ο αδελφός τής Τ ζακ, ο Τ ζέρεμι, έκανε ένα βήμα μπροστά χαμογελώντας. Ο Άντονι έκανε απλά ένα βήμα μπροστά. Με τα εξωτικά, σχιστά γαλανά τους μάτια στο χρώμα του κοβαλτίου και τα μαύρα κορακίσια τους μαλλιά έμοιαζαν όλοι λίγο-πολύ με τον άγνωστο. «Άλλος ένας Μάλορι», δήλωσε με πολύ αλλόκοτο ύφος το προφανές ο Τ ζέιμς. Ο νεαρός τον κοίταξε κατάματα, χωρίς να δείχνει ίχνος από τον φόβο που επιδείκνυαν οι περισσότεροι όταν αντίκριζαν τον Τ ζέιμς, και είπε: «Όχι, κύριε, δεν ονομάζομαι Μάλορι. Είμαι ο κόμης Αντράσι Μπένεντεκ, από την Ουγγαρία». «Αλήθεια; Είστε πάντως συγγενής εξ αίματος. Πείτε μας, από ποια Στεφάνοφ κατάγεστε;» «Τη Μαρία – απ’ ό,τι φαίνεται». «Τη γιαγιά της γιαγιάς μας, της Αναστασία;» επισήμανε ο Άντονι. «Δεν φαίνεστε ιδιαίτερα σίγουρος». «Βρήκα τη συγκεκριμένη πληροφορία στο ημερολόγιο του προπάππου μου, το οποίο αποτελεί πλέον μακρινή ανάμνηση». Ο Άντονι έβαλε τα γέλια. «Κι άλλο ημερολόγιο;» Βλέποντας το περίεργο βλέμμα του Αντράσι, πρόσθεσε, «Βρήκαμε κι εμείς ένα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια περίπου, το οποίο ανήκε στη γιαγιά μας,


την Αναστασία Στεφάνοφ. Πριν το βρούμε, υπήρχε απλά η φήμη ότι στην οικογένειά μας κυλάει τσιγγάνικο αίμα». Ο Αντράσι έγνεψε. «Δεν έχω ακουστά καμία πρόγονο Στεφάνοφ. Νομίζω ότι ούτε ο αείμνηστος πατέρας μου τη γνώριζε. Από την Ουγγαρία περνούν συχνά φυλές Τσιγγάνων, αλλά δεν μένουν ποτέ για πολύ καιρό. Προσωπικά δεν έχω συναντήσει ποτέ μου Τσιγγάνους. Από τη δική μου πλευρά, λοιπόν, δεν υπήρχε ούτε καμία φήμη ούτε κανένα άλλο σχετικό στοιχείο, μέχρι που βρήκα το ημερολόγιο. Το ωραίο είναι ότι πιθανόν να μη μάθαινα ποτέ την ύπαρξή του και να μη μου δινόταν ποτέ η ευκαιρία να το διαβάσω, αν δεν τύχαινε να το βρει η ετεροθαλής μου αδελφή στη σοφίτα μας όπου είχε πάει να κρυφτεί σε μία από τις κρίσεις της. Αλλά αυτή είναι μια δυσάρεστη ιστορία με την οποία δεν χρειάζεται να σας κουράσω». «Μια άλλη φορά, ίσως», είπε ο Έντουαρντ που ήρθε μπροστά για να οδηγήσει τον Αντράσι μέσα στο δωμάτιο. «Τ ι συνέβη στο ημερολόγιο της προγόνου σας; Γιατί δεν το έχετε πια στα χέρια σας;» «Χάθηκε στη φωτιά που κατέστρεψε το σπίτι μου μαζί με όλα τα οικογενειακά μας κειμήλια». «Τ ι φρίκη», ακούστηκε από κάμποσα στόματα. «Και μείνατε χωρίς στον ήλιο μοίρα;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Όχι, απεναντίας. Ο πατέρας μου μπορεί να μην εμπιστευόταν τις τράπεζες, αλλά εγώ δεν συμμερίστηκα ποτέ την άποψή του. Κληρονόμησα τη μητέρα μου. Μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;» «Δεν υπάρχει λόγος, αγόρι μου», είπε ο Έντουαρντ. «Όλοι εδώ μέσα είναι μέλη της οικογένειάς μας». Τα λόγια του άφησαν άφωνο τον νεαρό, αλλά ήταν αλήθεια αφού παρόντες ήταν και οι τέσσερις μεγαλύτεροι αδελφοί Μάλορι: ο Τ ζέισον, ο τρίτος μαρκήσιος του Χάβερστον και μεγαλύτερος αδελφός∙ ο Έντουαρντ, ο δεύτερος σε σειρά ηλικίας∙ ο Τ ζέιμς και ο Άντονι. Επίσης, ήταν εκεί οι σύζυγοί τους, καθώς και τα περισσότερα από τα παιδιά τους, όπως επίσης και οι σύζυγοι των παιδιών τους, όπως και κάποια από τα μεγαλύτερα εγγόνια τους. Πάνω από είκοσι Μάλορι είχαν έρθει στο αποχαιρετιστήριο πάρτι της Τ ζακ και της


Τ ζούντιθ, και ήταν προφανές ότι ο νεαρός κόμης είχε σαστίσει. «Δεν είχα ιδέα», είπε ο Αντράσι και τα γαλανά του μάτια περιπλανήθηκαν αργά στο δωμάτιο, γυαλίζοντας κάπως από τη συγκίνηση. «Ήλπιζα ότι θα κατάφερνα να εντοπίσω κάνα δυο απογόνους της Μαρίας αλλά… ποτέ τόσο πολλούς. Και δεν δείχνετε καν έκπληξη για την παρουσία μου». Ο Έντουαρντ γέλασε. «Δεν είσαι ο πρώτος συγγενής που μας βρίσκει αφού έχει μεγαλώσει πια, αγόρι μου, αν και είσαι λίγο πιο μακρινός απ’ ό,τι θα περιμέναμε. Ωστόσο, είμαι σίγουρος πως όλοι μας θα θέλαμε ν’ ακούσουμε τι διάβασες στο ημερολόγιο της προπρογιαγιάς μας, της Μαρίας Στεφάνοφ». Ο Άντονι πρόσφερε ένα ποτό στον Αντράσι, ο οποίος το κρατούσε απλώς στο χέρι του ενόσω μιλούσε. «Το ημερολόγιο ανήκε στον προπάππου μου, τον Καρλ Μπένεντεκ, γιο της Μαρίας. Ο πατέρας του Καρλ δεν ήθελε να μιλήσει φυσικά για την αδιακρισία του με μια Τσιγγάνα, και το έκανε μόνο τη νύχτα που νόμιζε ότι θα πέθαινε. Μας είπε ότι το καραβάνι της Μαρίας περνούσε απλά από την περιοχή και ότι τους επέτρεψε να διανυκτερεύσουν για μία νύχτα στη γη του. Η Μαρία τον πλησίασε και του πρόσφερε το κορμί της σαν αντάλλαγμα. Ήταν νέα και όμορφη, όμως της αρνήθηκε ώσπου του είπε ότι από το σμίξιμό τους θα γεννιόταν ένας γιος. Ο Καρλ δεν είχε παιδιά, αν και είχε κάνει τέσσερις γάμους προσπαθώντας να αποκτήσει απογόνους. Ήταν τόσο απελπισμένος που την πίστεψε, αλλά το επόμενο πρωί θύμωσε γιατί νόμισε ότι τον είχε εξαπατήσει». «Όμως δεν του είχε πει ψέματα;» «Όχι, δεν ήταν ψέματα. Με κάποιον τρόπο, η Μαρία ήξερε τι θα γινόταν και ορκίστηκε να του φέρει το αγόρι που θα γεννιόταν. Αυτός και πάλι δεν πίστεψε ότι κουβαλούσε το παιδί του στα σπλάχνα της, αλλά καλού-κακού αρνήθηκε να την αφήσει να φύγει. Την κράτησε φυλακισμένη ώσπου ακριβώς εννιά μήνες μετά η Μαρία γέννησε έναν γιο. Τότε την άφησε να φύγει, ωστόσο κράτησε κοντά του τον γιο της, τον οποίο ονόμασε Καρλ. Η Μαρία είπε ότι το αγόρι θα μπορούσε να τη βρει, αν ποτέ τη χρειαζόταν, σε όποιο μέρος του


κόσμου κι αν βρισκόταν. Τ ι παράξενη υπόσχεση. Ο προ-προπάππους μου δεν την ξαναείδε ποτέ από τότε και δεν είπε τίποτα γι’ αυτήν στον γιο του και μοναδικό κληρονόμο του, μέχρι τη νύχτα που νόμιζε ότι θα πέθαινε». «Και πέθανε εκείνη τη νύχτα;» ρώτησε περίεργος ο Τ ζέιμς. «Όχι, έζησε άλλα δέκα χρόνια, αλλά αυτός και ο Καρλ δεν ξαναμίλησαν ποτέ για την παράξενη ιστορία του. Όμως, όταν τελικά πέθανε ο προ-προπάππους μου, ο Καρλ πήγε να βρει τη μητέρα του, τη Μαρία. Τη βρήκε στην Αγγλία, όπου εξακολουθούσε να ταξιδεύει με το καραβάνι των περιπλανώμενων Τσιγγάνων. Η εγγονή της, η Αναστασία, είχε μόλις παντρευτεί έναν Εγγλέζο μαρκήσιο». «Περίμενε», πετάχτηκε συνοφρυωμένος ο Τ ζέισον. «Δεν είναι δυνατόν ο Καρλ να μην έγραψε τίποτα άλλο για τον σύζυγο της Αναστασία. Μόνο ότι ήταν μαρκήσιος, και ότι ήταν από την Αγγλία;» «Όχι, το μόνο που έγραφε στο ημερολόγιο ήταν ότι λεγόταν Κρίστοφερ, μαρκήσιος του Χάβερστον. Πήγα στο Χάβερστον πρώτα, αλλά μου είπαν ότι ο τωρινός μαρκήσιος βρισκόταν στο Λονδίνο. Μου έδωσαν αυτή τη διεύθυνση, αλλά παραλίγο να μην έρθω απόψε εδώ καθώς είμαι απλά περαστικός από την Αγγλία. Πηγαίνω στην Αμερική για να αναζητήσω τον πραγματικό πατέρα της ετεροθαλούς μου αδελφής, της Κάθριν. Ήθελα να της βρω πρώτα ένα σπίτι για να απαλλαγώ από αυτήν πριν προσπαθήσω να εντοπίσω τυχόν απογόνους της Μαρίας εδώ πέρα. Απλά δεν μπόρεσα να αντισταθώ στο ενδεχόμενο να συναντήσω τουλάχιστον έναν από σας πριν αναχωρήσω από την Αγγλία». «Αρχίζω να υποψιάζομαι ότι δεν θέλουμε να γνωρίσουμε την ετεροθαλή σου αδελφή, ε;» μάντεψε ο Τ ζέιμς. Ο Αντράσι αναστέναξε. «Όχι, δεν θα το θέλατε». «Μην ανησυχείς, αγαπητό μου αγόρι», είπε ο Έντουαρντ. «Ο αδελφός μου, ο Τ ζέιμς, ξέρει να χειρίζεται πολύ αποτελεσματικά τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στην οικογένεια, γι’ αυτό και έχουμε μάθει να αφήνουμε κάτι τέτοια ζητήματα –ασήμαντα ή μη– πάνω του».


Από την έκφραση στο πρόσωπο του κόμη φάνηκε πως το συγκεκριμένο σχόλιο τον προσέβαλε. «Δεν ήρθα εδώ για να ζητήσω βοήθεια. Είμαι σε θέση να αναλάβω τις ευθύνες μου, και η αδελφή μου–» «Ναι, ναι, είναι ο σταυρός σου, το καταλάβαμε», είπε ο Άντονι, αγκαλιάζοντας τον Αντράσι από τον ώμο. «Ωστόσο, δεν άκουσες τον αδελφό μου να αρνείται να σε βοηθήσει, έτσι δεν είναι;» Ο Τ ζέιμς ανασήκωσε το χρυσαφένιο φρύδι του. «Αφήστε με μια στιγμή να το σκεφτώ», είπε, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ο Άντονι συνέχισε. «Η τύχη το έφερε –η δική μας, η δική σου, ποιος ξέρει– να σαλπάρουμε το πρωί για την Αμερική. Ευχαρίστως να έρθεις μαζί μας. Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα άλλο για την αδελφή σου αν δεν το θέλεις. Σκέψου ότι έτσι θα μας δώσεις την ευκαιρία να σε γνωρίσουμε λίγο καλύτερα, όπως κι εσύ εμάς. Ίσως να σ’ έφερε η μοίρα εδώ απόψε». Ο Αντράσι δεν δέχτηκε αλλά ούτε και αρνήθηκε την πρόταση. Και πριν καταλήξει σε μια οριστική απόφαση, όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας έδειξαν διάθεση να μιλήσουν μαζί του. Ο Τ ζέιμς και ο Άντονι στάθηκαν παράμερα, παρακολουθώντας με πόση προθυμία τον δέχτηκε η οικογένεια. Αυτή τη στιγμή τον είχαν στριμώξει η Τ ζακ και η Τ ζούντιθ. «Θα του πάρουν τ’ αφτιά», σχολίασε ο Άντονι. «Η Τ ζακ σίγουρα», συμφώνησε ο Τ ζέιμς. «Είναι πολύ καλή σε αυτό. Και αν θεωρήσει πως πρέπει να έρθει μαζί μας, τότε το θέμα έκλεισε». «Μπας και αμφιβάλλεις ότι είναι ένας από μας;» τον ρώτησε σκεπτικός ο Άντονι. «Δεν μπορώ να πω ότι τον υποδέχτηκες με ανοιχτές αγκάλες». «Δεν βλάπτει να ελέγξουμε το παρελθόν του», απάντησε ο Τ ζέιμς. «Θα ζητήσω από τον Τ ζέρεμι να δει τι μπορεί να μάθει γι’ αυτόν όσο θα λείπουμε. Όμως, δεδομένου ότι κατευθυνόμαστε προς την επικράτεια των Άντερσον, δεν βλάπτει να έχουμε άλλον έναν συγγενή των Μάλορι –όσο μακρινός κι αν είναι– στο πλευρό μας». Ο Τ ζέιμς


έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή. «Από την άλλη, δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι είναι καλή ιδέα να τον στριμώξουμε σ’ ένα πλοίο μαζί με όλους εμάς. Μόλις μας γνωρίσει καλύτερα, μπορεί να θελήσει να φύγει τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση». «Μίλα για τον εαυτό σου, γέρο μου». «Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά έχει ξανασυμβεί. Και πάνω στο πλοίο, δεν έχεις πού να τρέξεις». Ο Άντονι γέλασε. «Μήπως χρειάζεται να ξυπνήσουμε τον Νάιτον απόψε; Να εκτονώσουμε την επιθετικότητά μας προτού σαλπάρουμε. Μπορεί να μας φτάσει για καμιά εβδομάδα». «Δεν είναι ανάγκη. Έβαλα να μας κατασκευάσουν ριγκ στο αμπάρι του Μέιντεν Τζορτζ. Μου αρέσει να προνοώ για το μέλλον».


Κεφάλαιο οκτώ «Σίγουρα θες να το κάνεις αυτό, κάπτεν;» ρώτησε διστακτικά ο Κόρκι Μέναντιου που στεκόταν μαζί με τον Νέιθαν στην αποβάθρα του Λονδίνου. Ο Νέιθαν χαμογέλασε. «Να πάρω πίσω το πλοίο μου; Όπως σε βλέπω και με βλέπεις». «Εννοούσα να πας στις αποικίες πιάνοντας δουλειά σε πλοίο». «Νομίζω ότι πλέον ονομάζονται πολιτείες». «Ναι, μα δεν είναι ότι δεν θα μπορούσες να πληρώσεις για το ναύλο σου», είπε για πολλοστή φορά ο Κόρκι. Ο Νέιθαν γύρισε και κοίταξε τον ύπαρχό του. Τον είχε κληρονομήσει μαζί με το Περλ , αλλά γνώριζε τον μεγαλύτερο άντρα σχεδόν όλη του τη ζωή. Ο Κόρκι ήταν ο ύπαρχος του Τ ζόρι Τ ρεμέιν και ο Νέιθαν είχε μεγαλώσει λίγο-πολύ πάνω στο πλοίο του πατέρα του – ως τη μέρα που ο Τ ζόρι τον έδιωξε. Είχε νιώσει τέτοια ανίσχυρη οργή τότε, αλλά ό,τι κι αν είπε ή έκανε δεν μπόρεσε ν’ αλλάξει γνώμη στον Τ ζόρι. Ήταν για τη δική του προστασία, επέμενε ο Τ ζόρι, λες και ο Νέιθαν δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του. Επίσης, εξακολουθούσε να τον στοιχειώνει η σκέψη ότι ο πατέρας του μπορεί να ήταν ακόμα ζωντανός αν βρισκόταν κι αυτός εκεί τη νύχτα που πυροβολήθηκε. «Ξέχνα τον Γκριγκ! Σου είπα, σε διαβεβαιώνω ότι θα φροντίσω να κρεμαστεί». Όχι αν ο Νέιθαν κατάφερνε να τον βρει πριν από τον διοικητή Μπέρντις. Αλλά πρώτα έπρεπε να βρει ένα πλοίο. «Τ ’ άλλα πλοία θα σαλπάρουν σε μία εβδομάδα και κανένα δεν


έχει προορισμό το Κονέκτικατ, όπου πρέπει να πάω εγώ», θύμισε στον παλιό του φίλο ο Νέιθαν. «Κι αυτό εδώ πηγαίνει μόλις ογδόντα χιλιόμετρα δυτικά από εκεί που θέλω να πάω. Μου ήρθε λαχείο, δηλαδή, και νομίζω ότι είναι καιρός να μου χαμογελάσει κι εμένα λίγο η τύχη. Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελα να χαλάσω χρήματα για ναύλα –που δεν θέλω– δεν έχουμε τον χρόνο με το μέρος μας. Το Περλ θα πουληθεί αν δεν φτάσουμε εγκαίρως εκεί». «Απλά μ’ ανησυχεί το ταμπεραμέντο σου. Ο τελευταίος καπετάνιος απ’ τον οποίο πήρες διαταγές ήταν ο πατέρας σου κι αυτό έγινε πριν από πέντε χρόνια. Αναρωτιέμαι αν θυμάσαι πώς γίνεται». Ο Νέιθαν γέλασε δυνατά, αλλά ο Κόρκι πρόσθεσε, «Κι αυτός ο καπετάνιος πρέπει να είναι μεγιστάνας, αν κρίνω απ’ τους υψηλούς μισθούς που μας δίνει. Και ξέρω τι άποψη έχεις για τους πλούσιους». «Δεν χρειάζεται να έρθεις μαζί, ξέρεις», είπε ο Νέιθαν στον σγουρομάλλη φίλο του. «Και τι άλλο να κάνω, δηλαδή, μέχρι να γυρίσεις πίσω με το Περλ ;» Όταν ο Μπέρντις τον άφησε ελεύθερο, ο Νέιθαν πήγε και βρήκε τον Κόρκι και τα περισσότερα μέλη του πληρώματός του στο στέκι τους στο Σαουθάμπτον, εκεί όπου είχε εγκατασταθεί ο Νέιθαν αφότου έφυγε από την Κορνουάλη. Αρχικά σοκαρίστηκαν που τον είδαν, αλλά μετά σήκωσαν τον κόσμο στο πόδι με τις εκδηλώσεις ανακούφισης που ο Νέιθαν ήταν και πάλι ελεύθερος. Δεν περίμεναν ότι θα τον ξανάβλεπαν ποτέ ύστερα από τη σύλληψή του από τους φοροεισπράκτορες. Ο Νέιθαν δεν τους κρατούσε κακία που το έσκασαν τη νύχτα εκείνη που του κατάσχεσαν πλοίο και φορτίο. Ίσα ίσα που ήταν τρομερά χαρούμενος που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν, γιατί σ’ εκείνους δεν θα είχε δοθεί ποτέ αυτό το θείο δώρο. Ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν και πάλι ελεύθερος. Τελικά αποδείχτηκε ότι ο Μπέρντις δεν ήταν και τόσο κακός – για πλούσιος. Κανόνισε να προσφέρουν στον Νέιθαν ένα μπάνιο κι ένα χορταστικό γεύμα καθώς και να του επιστρέψουν τα προσωπικά του αντικείμενα, ανάμεσά τους και το πιστόλι του. Στη συνέχεια, τον


μετέφεραν στο λιμάνι του Σαουθάμπτον. Αφού τους είπε όλα τα καθέκαστα καθώς και το τι έπρεπε να κάνει τώρα, οι άντρες του αποφάσισαν να κλέψουν εκείνη τη νύχτα κιόλας ένα πλοίο για λογαριασμό του. Η αλήθεια ήταν ότι μπήκε στον πειρασμό, αλλά με τους όρους του διοικητή ακόμη νωπούς στο μυαλό του αναγκάστηκε να αρνηθεί λέγοντας ότι έπρεπε να ταξιδέψει με νόμιμο μέσο. «Αν κλέψεις οποιοδήποτε άλλο πλοίο εκτός από το δικό σου, η συμφωνία μας ακυρώνεται», του είχε πει ο Μπέρντις. «Τέρμα πια η παράνομη ζωή για σένα, κάπτεν Τ ρεμέιν». Του είχε θέσει υπερβολικά πολλούς όρους, διάολε, αλλά ο Νέιθαν ήταν αποφασισμένος να τους τηρήσει αφού χάρη σ’ αυτούς του δινόταν η ευκαιρία να πάρει πίσω το πλοίο του. Όταν αποφάσισε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του, ήξερε ότι ο δρόμος δεν θα ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Παρ’ όλα αυτά, του άρεσαν οι προκλήσεις της ζωής του λαθρέμπορου και διασκέδαζε όταν κατάφερνε να κοροϊδέψει τους φοροεισπράκτορες που τον κυνηγούσαν. Όταν έπλεε στη Μάγχη δεν κατάφεραν ποτέ να τον πλησιάσουν αρκετά για να τον πιάσουν. Όμως, το γεγονός ότι ήταν αναγκασμένος να βρίσκει διαρκώς καινούριες κρυψώνες για να αποθηκεύει τα διάφορα φορτία, είχε εξαντλήσει την υπομονή προκαλώντας του άπειρο εκνευρισμό. Πριν από μερικούς μήνες νόμισε ότι βρήκε επιτέλους τη λύση στο πρόβλημά του όταν ανακάλυψε το τέλειο κρησφύγετο: το εγκαταλειμμένο σπίτι στο Χαμσάιρ. Το σπίτι είχε ένα επιπλέον πλεονέκτημα, καθώς ο κοντινότερος γείτονας ήταν ο δούκας του Ράιτον. Κανείς φοροεισπράκτορας δεν θα τολμούσε να πάει να ψάξει σ’ εκείνη την περιοχή. Δεν είχε υπολογίσει, όμως, τα μέλη του υπηρετικού προσωπικού του δούκα που τους άρεσε να χώνονται σε ξένα χωράφια. Αν δεν ερχόταν εκείνη η τσούπρα ψάχνοντας για φαντάσματα ή για να συναντηθεί με τον εραστή της –αυτός υποψιαζόταν ότι ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο είχε τρυπώσει στο σπίτι– δεν θα είχε αναγκαστεί να μεταφέρει τόσο


βιαστικά το φορτίο του με αποτέλεσμα να τον πιάσουν. Όταν ειδοποίησε τους άντρες του πληρώματός του στο Σαουθάμπτον να φέρουν το πλοίο στον καθιερωμένο όρμο όπου ξεφόρτωναν συνήθως ώστε να το ξαναφορτώσουν, κάποιος ανάμεσά τους θα πρέπει να είπε το σχέδιό του σε ένα μέλος του πληρώματος του Γκριγκ. Ή μπορεί κάποιο μέλος του πληρώματος του Γκριγκ να άκουσε τους άντρες του να το συζητούν. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που τα δύο πληρώματα βρίσκονταν στην ίδια ταβέρνα. Προτιμούσε να πιστεύει ότι έτσι είχαν γίνει τα πράγματα, παρά ότι είχε έναν προδότη στο πλήρωμά του. Ωστόσο, η τσούπρα που κυνηγούσε φαντάσματα ήταν βασικά η πρωταίτια. Μιλούσε σοβαρά όταν είπε στον Μπέρντις ότι μια γυναίκα έφταιγε για τη σύλληψή του. Έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο για να εξασφαλίσει τη σιωπή της. Συνήθως ένα φιλί τις μαλάκωνε, αλλά δεν συνέβη το ίδιο και μ’ εκείνη. Είχε ποντάρει στο ότι θα κατάφερνε να την κάνει πιο φιλική και γλυκιά απέναντί του κι ότι έτσι θα την έπειθε να κρατήσει την παρουσία του στο σπίτι μυστική. Ίσως έπρεπε να είχε ανάψει το φανάρι της για να έβλεπε ποιον είχε απέναντί της. Ήταν συνηθισμένος να πετυχαίνει θαύματα με τις τσούπρες μ’ ένα και μόνο του χαμόγελο. Αλλά το φιλί που της έδωσε δεν είχε το αποτέλεσμα που περίμενε και τελικά κατέληξε να την προσβάλει. Δεν χρειάστηκε να τη δει για να καταλάβει ότι είχε γίνει έξω φρενών μαζί του. «Έχουμε χρόνο για μια μπίρα κι ένα γρήγορο πασπάτεμα, κάπτεν. Είσαι μέσα;» «Αν θυμάσαι καλά, σας ζήτησα να σταματήσετε να με φωνάζετε έτσι. Δεν είμαι ο καπετάνιος σας γι’ αυτό το ταξίδι». Παρ’ όλα αυτά, ο Νέιθαν είχε βαρεθεί να στέκεται άπραγος, περιμένοντας να εμφανιστούν κάρα. Έριξε μια ματιά τριγύρω στην αποβάθρα. Το τελευταίο κάρο είχε φύγει πριν από δέκα λεπτά και δεν έβλεπε κανένα άλλο να κατευθύνεται προς το μέρος τους. Θα έρχονταν κι άλλα, όμως, και δεν ήθελε να διακινδυνέψει να καθυστερήσει την αναχώρησή του για την Αμερική σε περίπτωση


που του έδιναν πόδι επειδή δεν ήταν εκεί για να τα ξεφορτώσει. Κάθε μέρα μετρούσε, από τη στιγμή που οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν κλέψει το Περλ είχαν σκοπό να το μετασκευάσουν και να το πουλήσουν άμεσα. Αρκετά είχε καθυστερήσει ήδη επειδή το πλοίο με το οποίο είχε σαλπάρει από το Σαουθάμπτον έκανε αυτή τη μικρή παράκαμψη από το Λονδίνο ώστε να πάρει επιβάτες. «Άντε έλα», τον καλόπιασε ο Κόρκι. «Μας ζήτησαν να περιμένουμε, αλλά κανείς δεν μας είπε ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε στην ταβέρνα εκεί πέρα. Άμα θες, μπορείς να κοιτάς από την πόρτα και να δεις πότε θα φτάσει το επόμενο κάρο, αν κι η βάρκα δεν γύρισε καν ακόμα από το πλοίο για να μεταφέρει το επόμενο φορτίο. Και το ταξίδι θα είναι μακρύ. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει απόψε είναι να βρω άλλη μια τσούπρα για καλό κατευόδιο». Ο Νέιθαν κάγχασε. «Δεν έχουν περάσει ούτε τρία βράδια που σε είδα παρέα με μια τσούπρα στο Σαουθάμπτον. Ή μήπως ήσουν τόσο μεθυσμένος που δεν το θυμάσαι;» «Α ναι». Ο Κόρκι χαμογέλασε. «Άλλο τότε όμως κι άλλο σήμερα που είναι η τελευταία μας νύχτα στη στεριά. Τ ρεις εβδομάδες στη θάλασσα είναι πολύς καιρός». «Το ταξίδι μπορεί να κρατήσει λιγότερο, ίσως δύο εβδομάδες, και εξάλλου δεν είναι υποχρεωτικό να έρθεις. Μπορείς κάλλιστα να επιστρέψεις στο Σαουθάμπτον και να με περιμένεις να γυρίσω». «Και να σ’ αφήσω να κάνεις το ταξίδι του γυρισμού χωρίς ύπαρχο; Κρίμα που μάθαμε πολύ αργά γι’ αυτό το πλοίο και δεν προλάβαμε να ειδοποιήσουμε και το υπόλοιπο τσούρμο». «Δεν θα είχα μάθει καν ότι ο καπετάνιος του ζητούσε πλήρωμα αν δεν τύχαινε να περάσω από τον Αλφ και την Πέγκι για να τους πω ότι θα λείψω για μερικούς μήνες». Ο γερο-Αλφ ήταν επιστάτης σε μια αγροικία μερικά χιλιόμετρα πέρα από την ακτή του Σαουθάμπτον. Ο Νέιθαν είχε γνωρίσει το ζευγάρι όταν έψαχνε για κάποιους προκειμένου να αναλάβουν τη φροντίδα των ανιψιών του όσο καιρό θα έλειπε με το Περλ . Τελικά, ο


διακανονισμός μαζί τους είχε αποδειχτεί πολύ καλύτερος απ’ ό,τι περίμενε, καθώς η αγροικία είχε δική της ιδιωτική αποβάθρα και ο Αλφ του είχε δώσει άδεια να τη χρησιμοποιεί σαν ρεμέντζο για το Περλ . Ο Αλφ φάνηκε πολύ γενναιόδωρος απέναντί του από τη στιγμή που η Πέγκι, η γυναίκα του, δέχτηκε να προσέχει τα κορίτσια. Δεν τον χρέωνε καν τέλος ελλιμενισμού, παρά μόνο του έθεσε ως όρο να μην ξεφορτώσει ποτέ φορτίο εκεί πέρα, καθώς ήξερε τι δουλειά έκανε ο Νέιθαν. Ο Αλφ αρνήθηκε να του δώσει πληροφορίες για το μεγαλύτερο σκάφος που ήταν δεμένο στην αποβάθρα του ή για τον λόγο που έμενε άδειο, ενώ και ο Νέιθαν δεν ήταν σε θέση να κάνει ερωτήσεις τη στιγμή που το ηλικιωμένο ζευγάρι του έκανε τόσο μεγάλη χάρη. «Τουλάχιστον τα κατάφερες ώστε να έρθω εγώ μαζί σου», είπε ο Κόρκι. «Μόνο επειδή τους έλειπε καραβομαραγκός και παζάρεψα μαζί τους για να προσλάβουν και σένα. Ο Αλφ δίσταζε ακόμα και να μου μιλήσει γι’ αυτή τη δουλειά καθώς ξέρει ότι δεν ασχολούμαι πια με την ξυλουργία. Η γυναίκα του, η Πέγκι, μου το είπε. Κάθε φορά που επισκέπτομαι τα κορίτσια, μου γκρινιάζει ότι πρέπει να ξαναρχίσω να κάνω μια δουλειά που δεν θα με οδηγήσει στη φυλακή. Ανησυχεί για μένα». «Συμπαθεί τις ανιψιές σου και ανησυχεί ότι θα ξαναμείνουν χωρίς κηδεμόνα. Κι έχει δίκιο, ξέρεις. Κοίτα πόσο κοντά έφτασες αυτή τη φορά στο να βγάλεις αληθινούς τους φόβους της. Θα ’θελα να ’ξερα, είσαι σίγουρος ότι θέλεις να πάρεις πίσω το καράβι σου;» «Τ ώρα θ’ αρχίσεις κι εσύ τις γκρίνιες;» «Μήπως εκείνη η κούπα μπίρα σου φαίνεται καλή ιδέα ξαφνικά;» του αντιγύρισε ο Κόρκι.


Κεφάλαιο εννιά Ο Νέιθαν γέλασε και αποφάσισε να ακολουθήσει την παραίνεση του φίλου του, οπότε τον πήρε και πήγαν λίγο πιο πέρα στην αποβάθρα. Η ταβέρνα που είχε βάλει στο μάτι ο Κόρκι βρισκόταν ανάμεσα σε μια αποθήκη και σ’ ένα εκδοτήριο εισιτηρίων. Ο Νέιθαν δεν ήξερε καθόλου τα κατατόπια στο Λονδίνο καθώς δεν είχε ξανάρθει, ενώ δεν είχε ακούσει και τίποτα καλό για δαύτο. Όμως οι ταβέρνες ήταν παντού οι ίδιες, και τούτη εδώ δεν φαινόταν να διαφέρει από τις ταβέρνες στην πόλη του, το Σαουθάμπτον. Αν και ο Νέιθαν δεν είχε όρεξη να βρει γυναίκα για την τελευταία του νύχτα στη στεριά αφού είχε τόσο πολλά στο κεφάλι του που δεν είχε μυαλό για τσούπρες, παρ’ όλα αυτά μια κούπα μπίρα θα ήταν ό,τι έπρεπε. Παρότι δεν τις είχε ζητήσει ποτέ του, εντούτοις είχε πλέον ευθύνες τις οποίες δεν είχε πέρυσι, όταν θα ήταν ο πρώτος που θα πρότεινε ένα πασπάτεμα στα πεταχτά. Όχι πια όμως. Όχι από τότε που πέθανε η αδελφή του, αφήνοντάς τον μοναδικό υπεύθυνο για τη φροντίδα των δύο παιδιών της. Όχι ότι πριν απ’ αυτό δεν είχε τα δικά του σχέδια. Απλά δεν τον είχε πιάσει καμιά πρεμούρα να βιαστεί για να πετύχει τους στόχους του. Οι ανιψιές του, η Κλαρίσα και η Άμπι, ήταν αξιαγάπητα κορίτσια. Ποτέ του δεν πίστευε ότι θα δενόταν τόσο πολύ και τόσο γρήγορα μαζί τους, αλλά κάθε φορά που τις επισκεπτόταν, του φαινόταν όλο και πιο δύσκολο να τις αποχωριστεί. Η επτάχρονη Κλαρίσα ήταν η μικρότερη και η πιο χαρωπή από τις δύο. Όποτε πήγαινε να τις δει, πάντα έτρεχε να πέσει στην αγκαλιά του με μια χαρούμενη τσιρίδα. Η


εννιάχρονη Άμπι ήταν πιο συγκρατημένη. Η καημενούλα προσπαθούσε ακόμα να μιμηθεί τους σνομπ συγγενείς του πατέρα της, νομίζοντας πως έτσι έπρεπε να συμπεριφέρεται. Ωστόσο, είχε αρχίσει να αλλάζει. Όποτε τον έβλεπε τώρα πια έδειχνε χαρά, και μια φορά μάλιστα ο Νέιθαν είχε νιώσει μια υγρασία στο μάγουλό της όταν τον αγκάλιασε για να τον αποχαιρετήσει μερικές μέρες αργότερα. Θεέ μου, πόσο δύσκολος ήταν ο αποχαιρετισμός την τελευταία φορά. Δεν τους άξιζε να ζουν μέσα στη φτώχεια απλά και μόνο επειδή είχαν χάσει τους γονείς τους. Έπρεπε να τις φροντίσει, να τους προσφέρει ένα σπίτι, ένα σταθερό σπιτικό. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα τους εξασφάλιζε την άνετη ζωή την οποία είχαν συνηθίσει. Τα κορίτσια είχαν μεγαλώσει εντελώς διαφορετικά απ’ αυτόν, αλλά ήταν αλήθεια ότι η αδελφή του, η Άντζι, είχε καλοπαντρευτεί. Είχε ένα όμορφο σπίτι στο Σάρεϊ, όπου οι κόρες της είχαν γκουβερνάντα, δασκάλους και ακριβά φορέματα. Κρίμα που όλα αυτά συνοδεύονταν από τόσο δυσάρεστα πεθερικά, οι οποίοι περνιούνταν για πολύ πιο σπουδαίοι απ’ ό,τι ήταν πραγματικά απλά και μόνο επειδή κατείχαν έναν δευτερεύοντα τίτλο ευγενείας. Ο Νέιθαν δεν συμπάθησε ποτέ τον σύζυγο της Άντζι γιατί αμέσως μετά τον γάμο είχε γίνει προφανές ότι ο μόνος λόγος που την παντρεύτηκε ήταν επειδή είχε καταγωγή από κόμη. Ο Νέιθαν δεν μπορούσε να επισκεφτεί καν την αδελφή του ή τα παιδιά της χωρίς να τρυπώσει μέσα σαν τον κλέφτη γιατί ο γαμπρός του είχε πληροφορηθεί ότι ο Τ ζόρι ήταν λαθρέμπορος και υπέθετε πως ήταν και εκείνος το ίδιο. Όμως, οι ανιψιές του είχαν χάσει πια τα πάντα∙ τους τα πήρε όλα η οικογένεια του πατέρα τους όταν πέθανε παίρνοντας και την Άντζι μαζί του, οδηγώντας μεθυσμένος και υπερβολικά γρήγορα την άμαξά του. Ο Νέιθαν δεν πίστευε ότι ήταν ποτέ δυνατό να μισήσει τους αριστοκράτες περισσότερο απ’ ό,τι τους μισούσε ήδη, αλλά αυτό έγινε όταν εκείνοι οι άκαρδοι σνομπ γύρισαν την πλάτη στις ίδιες τις εγγονές τους μόνο και μόνο επειδή δεν ενέκριναν την Άντζι. Το μόνο που είχε απομείνει στα κορίτσια ήταν τα ακριβά φορέματα που ούτε


καν τους έμπαιναν πια, κι ένας θείος που ευχόταν να καταφέρει να εκπληρώσει στόχους που κάθε λογικός άνθρωπος θα θεωρούσε αδύνατους. Παράγγειλε εκείνη την μπίρα, και μετά κι άλλη. Είχε αρχίσει να φουντώνει μέσα του η οργή που τον έπιανε πάντα όταν σκεφτόταν σοβαρά την κατάστασή του. Τελικά, ίσως να του έκανε καλό αν την τελευταία του νύχτα στη στεριά εμπλεκόταν σε έναν γερό καβγά. Με την μπίρα στο χέρι, ο Νέιθαν γύρισε κι έριξε μια ματιά στην αίθουσα, ψάχνοντας έναν υποψήφιο για να τα βάλει μαζί του, αλλά η ταβέρνα ήταν τόσο κατάμεστη που ήταν σίγουρος πως μια γροθιά θα οδηγούσε σε γενικευμένη σύρραξη. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα περνούσε μια νύχτα στη φυλακή επειδή ξεκίνησε καβγά, αλλά απόψε δεν είχε την πολυτέλεια για κάτι τέτοιο αν ήθελε πραγματικά να πάρει πίσω το Περλ . Κίνησε προς την πόρτα, αλλά ξαφνικά έκανε μεταβολή καθώς πέντε καινούριοι θαμώνες μπήκαν εκείνη τη στιγμή μέσα. Αναγνώρισε τον έναν. Διάολε! Αν ήταν ποτέ δυνατόν! Οι άντρες του Χάμετ Γκριγκ στο Λονδίνο; Η τελευταία φορά που είχε δει τον κύριο Όλιβι, τον ύπαρχο του Χάμετ, αυτόν τον οποίο μόλις αναγνώρισε, ήταν στο Σαουθάμπτον πριν από πέντε χρόνια. Ο Γκριγκ και μια χούφτα άντρες από το πλήρωμά του είχαν διπλαρώσει τον Νέιθαν για να μάθουν πού κρυβόταν ο Τ ζόρι. Όντας ακόμα εξοργισμένος με τον πατέρα του, τους είχε πει ότι ούτε ήξερε ούτε και τον ένοιαζε. Εκείνοι είχαν βάλει ανθρώπους να τον παρακολουθούν για λίγο, με την ελπίδα ότι θα τους οδηγούσε στον Τ ζόρι. Όμως, ο Νέιθαν δεν ξαναείδε τον πατέρα του, ενώ ο Χάμετ και οι άντρες του κατάφεραν τελικά να βρουν μόνοι τους τον Τ ζόρι… Ήταν στ’ αλήθεια τόσο τρελός ο λαθρέμπορος από την Κορνουάλη ώστε να έρθει να παραδώσει ένα φορτίο με αφορολόγητα είδη στη μεγαλύτερη πόλη της χώρας; Όχι, ήταν αδύνατο να χρησιμοποιήσει τις αποβάθρες του Λονδίνου. Θα πρέπει να βρισκόταν για άλλο λόγο εδώ, ίσως για να έβρισκε καινούριους αγοραστές. Μα αν οι άντρες του ήταν εδώ στις αποβάθρες, τότε μπορεί να ήταν και ο Γκριγκ


κάπου εδώ γύρω. Άραγε ήταν τόσο τυχερός που θα τον έβρισκε πριν από τον διοικητή Μπέρντις; Καβγά δεν γύρευε; Ε τώρα θα τον είχε, έτσι και προσπαθούσε να μάθει πού βρισκόταν ο Γκριγκ. Παρ’ όλα αυτά, θα προτιμούσε να γινόταν έξω από την ταβέρνα. Ή μπορούσε απλά να περιμένει και να τους πάρει από πίσω όταν θα έφευγαν από εδώ. Είχε χρόνο όμως; Έριξε μια ματιά πίσω του χωρίς να γυρίσει το σώμα. Οι πέντε άντρες στέκονταν ακόμη στην πόρτα, ψάχνοντας με τα μάτια την αίθουσα. Δεν υπήρχαν άδεια τραπέζια για να καθίσουν. Αν δεν αποφάσιζαν να φύγουν, θα έρχονταν στο μπαρ όπου στεκόταν τώρα ο Νέιθαν και τότε η αψιμαχία θα ήταν αναπόφευκτη… Έχοντας πάρει την απόφασή του, ο Νέιθαν πήγε προς την πόρτα περνώντας ανάμεσά τους και σκουντώντας τους. Δεν ήταν δύσκολο αφού ήταν πιο ψηλός και πιο ρωμαλέος απ’ όλους. Όπως το περίμενε, τον ακολούθησαν έξω. Το γεγονός ότι ήταν πέντε εναντίον ενός θα τους έκανε ξιπασμένους. Απλά δεν ήξεραν με ποιον είχαν να κάνουν, και ο Νέιθαν ήθελε να το κρατήσει έτσι για μερικά λεπτά ακόμα. Οι ξιπασμένοι άνθρωποι έχουν την τάση να μην προσέχουν τα λόγια τους. «Πας να φύγεις χωρίς να χαιρετήσεις, τζόβενε;» είπε ο κύριος Όλιβι, αρπάζοντας τον Νέιθαν από το μπράτσο για να τον σταματήσει. «Νόμιζες ότι δεν θα σε αναγνωρίζαμε;» «Τ ι γυρεύεις δω πέρα, ε;» ρώτησε ένας άλλος. «Γιατί δεν είσαι…; Μάθαμε πως σε μπουζουριάσανε». «Κι εγώ έμαθα ότι βάλατε κι εσείς το χεράκι σας σ’ αυτό», απάντησε ο Νέιθαν. «Πού είναι τ’ αφεντικό σας; Θα ήθελα να τον ευχαριστήσω». «Έλα τώρα, μη μας κατηγορείς επειδή εσύ δεν πρόσεχες, τζόβενε». «Στοίχημα πως ήρθε ν’ ανοίξει μαραγκούδικο στο Λονδίνο, τώρα που οι ’σπράκτορες τ’ άρπαξαν το πλοίο. Τ ι άλλο του μένει να κάνει;» Τα γέλια των αντρών σταμάτησαν απότομα όταν ο Νέιθαν άρπαξε


με το ένα χέρι τον άντρα από το λαρύγγι και τον κόλλησε πάνω στον τοίχο της ταβέρνας. «Δεν σας αφορά τι δουλειά έχω εδώ, όμως η δική σας δουλειά σίγουρα με αφορά. Και ξαναλέω, πού είναι το αφεντικό σας;» «Δεν είσαι σε θέση να κάνεις ερωτήσεις», είπε ο Όλιβι από πίσω του. «Ή μπας και πιστεύεις ότι μπορείς να τα βάλεις μ’ όλους μας;» «Αυτό θα το δούμε». Ο Νέιθαν έριξε έναν πήδο στο πλάι και πήρε θέση μάχης, έχοντας και τους πέντε πάλι μπροστά του. Πέντε εναντίον ενός δεν ήταν και οι καλύτερες πιθανότητες, αλλά ο Νέιθαν είχε με το μέρος του το πάθος και την αποφασιστικότητα, ενώ υποψιαζόταν πως εκείνοι ήθελαν απλά να σπάσουν λίγη πλάκα μαζί του. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να έρθει προς το μέρος του η πρώτη γροθιά. Την απέκρουσε ανταποδίδοντας με τη δική του. Δύο γρήγορα ντιρέκτ έκαναν έναν δεύτερο άντρα να τρεκλίσει προς τα πίσω. Με το αίμα να κυλάει ορμητικό στις φλέβες του, ο Νέιθαν ήταν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνε, παρά τις αντίξοες πιθανότητες, και ότι πριν τελειώσει η μάχη θα είχε την απάντηση που γύρευε. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν ν’ αφήσει έναν τους όρθιο και σε θέση να μιλήσει. Τον επόμενο ναύτη που του επιτέθηκε τον ξάπλωσε στο έδαφος, όμως εκείνος ξανασηκώθηκε πολύ γρήγορα, σκουπίζοντας το αίμα από το στόμα του. «Έπρεπε να γίνεις πυγμάχος, τζόβενε, αντί να χαραμίζεσαι με το καλέμι και το σφυρί. Θα ’βγαζες μια περιουσία». Το σχόλιο του Όλιβι απέσπασε στιγμιαία την προσοχή του Νέιθαν. Να πάρει και να σηκώσει. Ξαφνικά ένιωσε τα μπράτσα του να τραβιούνται με δύναμη προς τα πίσω και ο κύριος Όλιβι στάθηκε μπροστά του γελώντας. «Έπρεπε να το ’χες βάλεις στα πόδια όσο είχες τη δυνατότητα. Κι έπρεπε να τον αφήσεις στην ησυχία του. Ο Χάμετ είχε ξεμπερδέψει με την οικογένειά σου – μέχρι που έμαθε ότι τον ψάχνεις. Και δες πού σε έβγαλε αυτό». «Πήγαινε στον διάβολο», έφτυσε τις λέξεις ο Νέιθαν.


Αλλά ξαφνικά τα μπράτσα του ελευθερώθηκαν και άκουσε τον χαρακτηριστικό κούφιο ήχο που κάνουν δύο κεφάλια που τα τσουγκρίζουν μεταξύ τους. Δεν χρειάστηκε να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του για να καταλάβει ότι δύο από τους άντρες του Γκριγκ είχαν μόλις τραυματιστεί, αν δεν είχαν πέσει και ξεροί κάτω. Έπειτα, κάτι τον τράβηξε στην άκρη κι ένα ρωμαλέο μπράτσο έπεσε πάνω στον ώμο του. Προσπάθησε να πετάξει το χέρι από πάνω του, αλλά ένιωσε τη λαβή να δυναμώνει τόσο που τον ακινητοποίησε. Με το αίμα να κυλάει ακόμη ορμητικό στις φλέβες του, ο Νέιθαν ήταν έτοιμος να επιτεθεί με τις γροθιές του σε όποιον τον κρατούσε ακίνητο, όμως τότε τον είδε. Ψηλός και μελαχρινός, με ώμους φαρδιούς όσο του Νέιθαν, και ντυμένος με πανάκριβο πανωφόρι, ο άγνωστος θα μπορούσε να περάσει για αριστοκράτης με τη διαφορά ότι ένα μέλος της αριστοκρατίας δεν θα έμπλεκε ποτέ σε καβγά στον δρόμο, σωστά; Όχι, απλά θα φώναζε την αστυνομία. Ένας δεύτερος άντρας, ένας θηριώδης ξανθός γίγαντας που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί ο Νέιθαν, γρονθοκοπούσε τους ναύτες του Χάμετ. Άραγε να ήταν απλά δύο άσωτοι γλεντζέδες που είχαν βγει τσάρκα γυρεύοντας καβγάδες; Τότε θα τους έκανε τη χάρη, αφού δεν πίστευε ότι θα κατάφερνε να τους αποφύγει, και ίσως μάλιστα να έχανε το πλοίο του εξαιτίας τους. Όμως, αυτό που προείχε εκείνη τη στιγμή ήταν να βεβαιωθεί ότι τουλάχιστον ένας από τους ναύτες του Χάμετ θα διατηρούσε τις αισθήσεις του προκειμένου να μπορέσει να του δώσει απαντήσεις. Καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια ώστε ν’ ακουστεί λογικός, είπε στον μελαχρινό: «Άσε μου τα χέρια για να πάω να βοηθήσω». Αν και μάλλον εννοούσε να τον σταματήσει. «Φάε τη γλώσσα σου, παλικάρι μου. Δεν είναι γρύλισμα αυτό που βλέπεις στο πρόσωπο του αδελφού μου, αλλά χαμόγελο». Ύστερα, ο μελαχρινός αναστέναξε γιατί και οι πέντε ναυτικοί ήταν πλέον ξαπλωμένοι στο έδαφος. Γύρισε στον αδελφό του και είπε γκρινιάρικα: «Μα την πίστη μου, άνθρωπέ μου, θα μπορούσες να το είχες τραβήξει λ ιγάκι παραπάνω».


Το ξανθό γομάρι κοίταξε βαριεστημένα τον μελαχρινό προτού στρέψει τα διαπεραστικά πράσινα μάτια του στον Νέιθαν. «Ψάχνεις για δουλειά; Θα ήσουν καλός αντίπαλος στις προπονήσεις πυγμαχίας». Ο Νέιθαν έπνιξε ένα ανίσχυρο γρύλισμα. Μόλις είχε χάσει την ευκαιρία να πάρει απαντήσεις. Έπρεπε να είχε σταματήσει το γομάρι πριν τους ρίξει όλους αναίσθητους, αλλά είχαν γίνει τα πάντα τόσο γρήγορα. Κι αυτοί έκαναν σαν να τους χρωστούσε χάρη που τον είχαν βοηθήσει. «Όχι, ευχαριστώ, έχω δουλειά», κατάφερε να του πετάξει. Ο μελαχρινός που τον συγκρατούσε μέχρι τότε, τον άφησε να φύγει λέγοντας: «Ούτε ευχαριστώ δεν λες; Μπας και πρέπει να σου μάθουμε τρόπους, παλικάρι;» Αλλά τότε πρόσθεσε, «Πίσω σου, Τ ζέιμς». Αυτό που συνέβη μετά δεν άφησε περιθώριο για σκέψη. Πάντως, ο Νέιθαν αναρωτήθηκε φευγαλέα αν αυτοί οι δύο τον είχαν αφήσει απλά για το τέλος και σκόπευαν να του ρίξουν το ξύλο της ζωής του. Ωστόσο, τότε είδε έναν από τους ναύτες να σηκώνεται όρθιος τρεκλίζοντας. Ο Νέιθαν φώναξε, «Περίμενε!» – αλλά αυτός που λεγόταν Τ ζέιμς γύρισε προς τον ναύτη, ενώ ο ψηλός μελαχρινός άρπαξε πάλι τον Νέιθαν από τον ώμο, σφίγγοντάς τον σαν μέγγενη. Ως εδώ και μη παρέκει! Ο Νέιθαν γύρισε απότομα και αιφνιδίασε τον μελαχρινό με μια γροθιά στο πιγούνι που τον έριξε κάτω. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και στο γομάρι, ο οποίος κοιτούσε τώρα τον Νέιθαν με ανασηκωμένο το φρύδι. Ο Νέιθαν σφίχτηκε. Θα μπορούσε να το βάλει στα πόδια και να τρέξει βολίδα, όπως έκανε τώρα ο ναύτης, αλλά δεν ήθελε να τον ακολουθήσει τούτος εδώ. Ο Νέιθαν έκανε μερικά βήματα μακριά από το γομάρι και, δείχνοντας τον ναυτικό που το είχε βάλει στα πόδια, του είπε βιαστικά: «Χρειάζομαι απαντήσεις κι εσύ με τον φίλο σου μ’ εμποδίζετε να τις πάρω». «Τότε, τρέχα να τις πάρεις. Ο αδελφός μου θα έχει όρεξη για


καβγά τώρα, αλλά μην ανησυχείς–» Ο Νέιθαν δεν περίμενε ν’ ακούσει τίποτα άλλο. Μ’ ένα νεύμα, πήγε γύρω από την άμαξα των δύο αγνώστων, η οποία είχε σταματήσει μπροστά στην ταβέρνα, και άρχισε να κυνηγάει τον ναύτη στην αποβάθρα. Του φάνηκε πως άκουσε ένα γέλιο να αντηχεί από πίσω του, αλλά θα πρέπει να ήταν κάποιος μέσα από την ταβέρνα και δεν γύρισε να κοιτάξει. Ο ναύτης έστριψε σε μια γωνία και βγήκε σ’ έναν φαρδύ δρόμο. Ήταν σκοτεινός, μα όχι έρημος. Κάμποσοι ναύτες κατευθύνονταν προς τα πλοία τους, κάποιοι σκνίπα στο μεθύσι. Ο Νέιθαν διέσχισε τρέχοντας τον δρόμο, κοιτάζοντας όποιον άντρα προσπερνούσε. Του πήρε μερικά λεπτά μέχρι να εντοπίσει τον ναύτη του Χάμετ τη στιγμή που έστριβε σε μια άλλη γωνία. Πετώντας μια βλαστήμια, ο Νέιθαν έφτασε στο σημείο και αντίκρισε ένα στενό σοκάκι γεμάτο σπασμένα καφάσια και άλλα σκουπίδια. Ένα σκυλί γάβγισε στα αριστερά. Προς τα εκεί πήγε. Βρήκε το σκυλί, αλλά ο ναύτης παρέμενε άφαντος. Θα μπορούσε να είχε μπει σε οποιοδήποτε από τα κτίρια που υπήρχαν εκεί. Ένα φως άναψε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο από πάνω του. Ο Νέιθαν προσπάθησε ν’ ανοίξει την πόρτα εκείνου του κτιρίου αλλά ήταν κλειδωμένη. Προχώρησε στο επόμενο κτίριο. Αυτή τη φορά, η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και τρύπωσε μέσα. Ο διάδρομος όπου βρέθηκε ήταν σκοτεινός, αλλά όχι τόσο ώστε να μη διακρίνει τη σκιά που είχε λουφάξει στα σκοτεινά. Ο Νέιθαν πετάχτηκε μπροστά και τράβηξε έξω τον ναύτη προτού εκείνος που είχε ανάψει το φανάρι κατέβαινε να δει γιατί γάβγιζε ο σκύλος. Δεν σταμάτησε μέχρι που έστριψαν σε μια άλλη γωνία και τότε κόλλησε τον ναύτη πάνω στον πλαϊνό τοίχο ενός κτιρίου. «Τ ράβηξα την προσοχή εκείνου του γομαριού ώστε να μπορέσεις να του ξεφύγεις, αλλά τώρα θα σε αποτελειώσω εγώ αν δεν–» «Περίμενε!» τον παρακάλεσε ο άλλος. «Θα σου πω ό,τι ξέρω, μόνο μη με χτυπήσεις άλλο». «Πού είναι ο Γκριγκ;»


«Δεν έχει έρθει ακόμα στην πόλη, αλλά θα φτάσει αύριο για την παράδοση». «Σε ποιον;» «Σ’ έναν στα δυτικά που έχει μια ακριβή ταβέρνα. Ο κάπτεν τον προμηθεύει μπράντι εδώ και κάνα χρόνο». «Ποιος είναι; Πώς λέγεται η ταβέρνα;» Ο Νέιθαν τον έπιασε πιο σφιχτά από την μπλούζα. «Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι η παράδοση είναι μεγάλη και γι’ αυτό θα έρθει ο καπετάνιος αυτοπροσώπως. Προμηθεύει κάμποσα μέρη με τ’ ακριβό πράγμα που φέρνει τώρα – μέρη που δουλεύουν μ’ αριστοκράτες. Προσφέρει ασυναγώνιστη τιμή». «Θέλω ονόματα». «Στον λόγο μου, δεν ξέρω! Ο κύριος Όλιβι τους ξέρει. Αυτόν πρέπει να ρωτήσεις–» «Απόψε δεν είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις αλλά ούτε κι εσύ μου λες τίποτα χρήσιμο. Για το καλό σου κοίτα ν’ αλλάξεις τροπάρι, και σβέλτα». «Ο καπετάνιος σου έστησε παγίδα. Είχε βάλει κάποιον να παρακολουθεί το πλήρωμά σου στο Σαουθάμπτον. Δεν θα έπρεπε να είσαι τόσο προβλέψιμος, τζόβενε, και να γυρνάς πάντα στο ίδιο λιμάνι». Ο Νέιθαν αγνόησε για την ώρα το χαιρέκακο σχόλιο. «Ώστε έτσι κατάφερε να με αποφεύγει τόσο καιρό ο Γκριγκ;» «Ναι, δεν δένει ποτέ δύο φορές στο ίδιο μέρος. Εσύ όμως ναι, κι έτσι δεν ήταν δύσκολο να βάλει κάποιον να σπιουνέψει το πλήρωμά σου στο Σαουθάμπτον. Ο καπετάνιος ήταν εκεί όταν έστειλες στους άντρες σου το μήνυμα ότι έπρεπε να ξαναφορτώσεις το πλοίο σου για να μεταφέρεις το φορτίο σ’ ασφαλέστερο μέρος. Άκουσε μέχρι και πού και πότε θα έρχονταν να σε συναντήσουν με το πλοίο σου». «Και πώς κανονίστηκε τόσο γρήγορα η ενέδρα;» «Επειδή κείνο το βράδυ ο κάπτεν Γκριγκ ήταν στην πόλη. Έμαθε για την αλλαγή των σχεδίων σου κι έστειλε τον σπιούνο του σ’ ένα τελωνειακό πλοίο στο λιμάνι. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις».


«Αυτό που θέλω να μάθω είναι πού μπορώ να τον βρω, τζόβενε. Οπότε, εφόσον δεν έχει σταθερή βάση, γιατί δεν μου λες πού αποθηκεύει το φορτίο του». «Δεν μπορώ να σ’ το πω, γιατί δεν τ’ αποθηκεύει πουθενά. Δεν ξέρεις πόσους άντρες έχει στη δούλεψή του; Τους μισούς τους χρησιμοποιεί για να οδηγούν απλά τα κάρα και να τον περιμένουν ν’ αράξει και να ξεφορτώσει, κι ύστερα μεταφέρουν τα πράγματα κατευθείαν στους αγοραστές. Δεν κρύβει τα φορτία του, όπως γινόταν παλιά. Δεν δίνει στους φοροεισπράκτορες που περιπολούν στα νερά την ευκαιρία να μας βρουν. Τα κανονίζει όλα από πριν. Έτσι κάνει τις δουλειές του εδώ και χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να σου πω». «Κι όμως, υπάρχει», είπε ο Νέιθαν με πιο σιγανή φωνή. «Μπορείς να μου πεις γιατί σκότωσε τον πατέρα μου». «Ε, η αδελφ– δεν ξέρεις;» Ο Νέιθαν τον σήκωσε λίγο στον αέρα για να του δείξει ότι σοβαρολογούσε. «Πες μου». «Δεν ξέρω τίποτα. Τ ίποτα!» Το σαγόνι του ναύτη ήταν σφιγμένο, αλλά το σώμα του έτρεμε σαν το φύλλο. «Δεν δούλευα γι’ αυτόν τότε». Ο Νέιθαν τον απομάκρυνε από τον τοίχο και σήκωσε προειδοποιητικά τη γροθιά του. «Πες μου τ’ όνομα της ταβέρνας;» γρύλισε. «Τελευταία ευκαιρία να μου πεις κάτι χρήσιμο». Τα μάτια του ναύτη γούρλωσαν. «Πίσω απ’ την ταβέρνα υπάρχει ένα σοκάκι, αυτό έχω δει μόνο. Ο καπετάνιος λέει πως όσο λιγότερα ξέρουμε τόσο το καλύτερο. Μόνο ο κύριος Όλιβι ξέρει το πότε, το πού και το ποιος. Μα τον άκουσα να λέει ότι ο τύπος στον οποίο θα κάνουμε την παράδοση λέγεται Μπόμπι». «Ο ιδιοκτήτης;» «Δεν ξέρω, δεν ρώτησα». Ο Νέιθαν έχωσε τη γροθιά του στο πρόσωπο του ναυτικού. «Πάρα πολύ λίγα, πάρα πολύ αργά», μουρμούρισε, αν και ο άλλος δεν τον άκουγε πια.


Ο Νέιθαν πήρε βιαστικά τον δρόμο του γυρισμού για την ταβέρνα με σκοπό να συνεφέρει τον κύριο Όλιβι και να πάρει περισσότερες πληροφορίες, αλλά όταν έφτασε κοντά, έκοψε το βήμα του. Η αστυνομία είχε βρει τους δαρμένους άντρες του Γκριγκ. Και οι τέσσερις ήταν ακόμα αναίσθητοι και δεν κουνήθηκαν όταν τους σήκωσαν από κάτω και τους μετέφεραν σε μια άμαξα για να τους οδηγήσουν στη φυλακή. Ο Νέιθαν δεν ξαφνιάστηκε. Ο τύπος που τους είχε σακατέψει ήταν σωστό γομάρι. Ο Νέιθαν απογοητεύτηκε, αλλά σκέφτηκε ότι αν ο ναυτικός τον οποίο είχε ανακρίνει του είχε πει την αλήθεια –που μάλλον του την είχε πει– τότε ήξερε πια πολύ περισσότερα απ’ ό,τι πριν. Κι αν η τύχη συνέχιζε να του χαμογελάει, τότε ο Μπέρντις δεν θα κατάφερνε να πιάσει τον Γκριγκ προτού επιστρέψει ο ίδιος στην Αγγλία. Ο Κόρκι ήταν ανάμεσα στο ολιγάριθμο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί μπροστά από την ταβέρνα, αν και έψαχνε με ανήσυχο βλέμμα τον Νέιθαν αντί να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Ο Νέιθαν κούνησε το χέρι για να του τραβήξει την προσοχή. Ο Κόρκι έτρεξε αμέσως κοντά του. «Πρέπει να γυρίσουμε στο πόστο μας, και γρήγορα. Οι ιδιοκτήτες του πλοίου πέρασαν να δουν πώς πήγαινε το φόρτωμα και πιάστηκαν σε καβγά. Κάποιος μάλιστα έριξε αναίσθητο τον έναν. Έγινε έξω φρενών». «Μεγάλη… ατυχία», είπε ο Νέιθαν νιώθοντας το αίσθημα της ανησυχίας να φουντώνει μέσα του. «Ανέβηκαν στο πλοίο;» «Όχι, όχι απόψε. Πού χάθηκες εσύ;» Ο Νέιθαν του είπε με λίγα λόγια τι συνέβη, προσθέτοντας, «Οι άντρες του Γκριγκ βρίσκονται στην πόλη. Μίλησα μ’ έναν». «Κάνει δουλειές στο Λονδίνο; Ήξερα ότι είναι μυστικοπαθής, αλλά δεν τον είχα για τρελό». «Κάνει δουλειές μόνο με λίγους αγοραστές, αλλά πήρα πληροφορίες για έναν από δαύτους. Είναι το πρώτο στοιχείο που μαθαίνω σχετικά με το πού βρίσκεται ο Γκριγκ από τη στιγμή που σκότωσε τον Τ ζόρι. Και τώρα ξέρω πού θα τον βρω όταν επιστρέψουμε στην Αγγλία».


«Ή μπορείς να στείλεις την πληροφορία στον φίλο σου τον διοικητή». «Δεν υπάρχει περίπτωση, και δεν είναι φίλος μου. Είναι απλά ένας φοροεισπράκτορας που με χρησιμοποιεί για να πάρει προαγωγή. Απλά οι στόχοι μας συμπίπτουν – προσωρινά». Ο Κόρκι πλατάγισε τη γλώσσα του. «Οι διασυνδέσεις είναι χρήσιμες, ιδιαίτερα αν έχουν και τίτλο ευγενείας. Δεν σε συμφέρει να μισείς όλους τους ευγενείς απλά και μόνο εξαιτίας των πεθερικών της αδελφής σου». «Δεν τους μισώ όλους. Μόνο αυτούς που γνωρίζω. Είναι αργά και το πρωί σαλπάρουμε. Πρέπει να κοιμηθούμε λίγο. Μπορούμε να πούμε να μας ξυπνήσουν αν φανούν άλλα κάρα». «Συμφωνώ, μόνο που νομίζω ότι αυτό εδώ που έρχεται μπορεί να ’ναι για μας». Ο Κόρκι έδειξε το όχημα που πλησίαζε εκείνη τη στιγμή. Ήταν άμαξα, όχι κάρο. Παρ’ όλα αυτά σταμάτησε μπροστά τους και ο οδηγός είπε, «Είστε με το Μέιντεν Τζορτζ; Αν ναι, έχω επιβάτες που θέλουν να επιβιβαστούν από τώρα».


Κεφάλαιο δέκα Το προηγούμενο βράδυ, ο Νέιθαν και ο Κόρκι μετέφεραν με τη βάρκα στο Μέιντεν Τζορτζ ένα αλλόκοτο ζευγάρι με υπερβολικά πολλές και βαριές αποσκευές. Ο άντρας είχε συστηθεί ως κόμης Αντράσι Μπένεντεκ, και είπε ότι ήταν συγγενής του πλοιάρχου. Δεν είχαν μάθει το όνομα της γυναίκας. Μιλούσαν αγγλικά, αλλά ο άντρας είχε ξενική προφορά. Επίσης, δεν έδειχναν να συμπαθούν ο ένας τον άλλο. Αν και το ζευγάρι κουβέντιαζε ψιθυριστά, ο Νέιθαν είχε την εντύπωση ότι μάλωναν και δεν ήθελαν ν’ ακούσουν οι άλλοι τι έλεγαν. Στο όμορφο πρόσωπο της γυναίκας ήταν ζωγραφισμένος ο θυμός. Ο Νέιθαν λυπήθηκε τον άντρα πάντως. Του έδωσε την εντύπωση ενός καταπιεσμένου συζύγου, κι ας μη φαινόταν πάνω από είκοσι πέντε χρόνων – στην ηλικία του δηλαδή. Ήταν υπερβολικά νέος για να έχει μπλέξει με μια μέγαιρα, κι ας ήταν όμορφη – αν ήταν όντως γυναίκα του δηλαδή. Σήμερα το πρωί όμως, την ώρα που χάραζε ο ουρανός, ο Νέιθαν ξαφνιάστηκε βλέποντας τον Μπένεντεκ να έρχεται δίπλα του στην κουπαστή. Άραγε προσπαθούσε να ξεφύγει από τη μέγαιρα; Ο Νέιθαν μπορεί να έκανε κάποιο σχόλιο –σαν άντρας που συμπονάει έναν άλλο άντρα– αν δεν ήθελε ν’ αποφύγει να τραβήξει την προσοχή πάνω του σε αυτό το ταξίδι. Εξάλλου, ο άλλος ήταν ευγενής. Οι ταξικές διακρίσεις δεν σήμαιναν τίποτα για τον Νέιθαν. Αυτή του η στάση ήταν μάλλον απόρροια του γεγονότος ότι είχε πρόγονο έναν κόμη – όχι ότι το είχε αποκαλύψει σε κανέναν, ούτε και θα το


έκανε ποτέ. Τον εξόργιζε το γεγονός ότι το είχε μάθει ο Μπέρντις. Για την ακρίβεια, αν κάποιος τολμούσε να τον αποκαλέσει ευγενή αυτές τις μέρες, πιθανόν να του έριχνε μπουνιά. Προτιμούσε να φέρεται σ’ όλο τον κόσμο σαν ίσος προς ίσο, είτε τους άρεσε είτε όχι. Οι περισσότεροι αριστοκράτες το έβλεπαν διαφορετικά όμως. Τελικά, η επιφυλακτικότητά του του βγήκε σε καλό, καθώς ο κόμης δεν έμεινε μόνος για πολύ. Η σύντροφός του από χτες το βράδυ έφτασε μερικές στιγμές αργότερα, λέγοντας, «Δεν μπορείς να με αγνοείς, Αντράσι!» «Έτσι λες;» της αντιγύρισε απότομα ο Μπένεντεκ. «Δεν θέλω ν’ ακούσω άλλη κουβέντα γι’ αυτό, Κάθριν. Δεν υπάρχει περίπτωση να τους ζητήσω κι άλλες χάρες τη στιγμή που μόλις τους γνώρισα». «Μα μπορεί ένας απ’ όλους να έχει την ενόραση, κι ίσως θα μπορούσε να μου πει αν ο πατέρας μου είναι πράγματι ζωντανός, ή ακόμα και πού βρίσκεται. Μπορείς να ρωτήσεις τουλάχιστον». «Για να με πάρουν για τρελό; Οι δήθεν μαγικές ικανότητες των Τσιγγάνων είναι απλά ανόητες προλήψεις και τσαρλατανιές. Αυτό κάνουν οι Τσιγγάνοι. Εκμεταλλεύονται τις ελπίδες και τα όνειρα των αφελών. Σου λένε ό,τι θέλεις ν’ ακούσεις και πληρώνονται γι’ αυτό. Δεν είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα, και δεν σκοπεύω να προσβάλω την οικογένειά μου συζητώντας μαζί τους τις γελοίες απόψεις σου. Για όνομα του Θεού, ακούς τι ανοησίες τσαμπουνάς;» «Φυσικά και τα πιστεύω τη στιγμή που έχω δει μέχρι και σένα τον ίδιο να επιδεικνύεις περιστασιακά το τσιγγάνικο χάρισμά σου. Όσο και να το αρνείσαι, ξέρεις ότι είναι αλήθεια». «Το μόνο που διαθέτω είναι το ένστικτο του ιχνηλάτη και την τύχη με το μέρος μου. Δεν υπάρχει τίποτα μυστικιστικό από πίσω, Κάθριν. Και είμαι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσω αυτά τα ένστικτα ώστε να βρω τον πατέρα σου, αν είναι ν’ απαλλαγώ μια και καλή από σένα!» «Πώς τολμάς! Δεν θα γνώριζες καν ότι είχες αυτούς τους συγγενείς αν δεν ήμουν εγώ! Εγώ βρήκα εκείνο το ημερολόγιο που τους είπες. Σε μένα το χρωστάς!»


«Δεν σου χρωστάω τίποτα, αν και θα τιμήσω το χρέος που μου φόρτωσε ο πατέρας μου όταν παντρεύτηκε τη μητέρα σου!» «Τέλεια, καλέ μου. Είσαι πραγματικός μάστορας στον αυτοσχεδ–» Ο Νέιθαν δεν άκουσε παρακάτω, καθώς το ζευγάρι πήγε πιο πέρα στο κατάστρωμα. Πάντως, η φωνή της γυναίκας άλλαξε προς το τέλος, παίρνοντας έναν τόνο σαν νιαούρισμα, σαν να τον επαινούσε ειλικρινά. Χαρούμενος που έμεινε πάλι μόνος στην κουπαστή, ο Νέιθαν ύψωσε το κανοκιάλι που είχε δανειστεί από τον Άρτι, τον οξύθυμο παλιό ύπαρχο, για να δει καλύτερα την αποβάθρα. Από το πλοίο είχαν στείλει μια λάντζα για να παραλάβει τους επιβάτες που ήταν πολλοί. Ένα ολόκληρο πλήθος καλοντυμένων ανθρώπων στεκόταν στην προκυμαία και περίμενε. Όμως, ο Νέιθαν δεν κοίταζε αυτούς. Έστρεφε το κιάλι πάνω-κάτω στην αποβάθρα μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι του. Παρατηρούσε σχολαστικά, σταματώντας πάνω σε μεμονωμένα πρόσωπα για να σιγουρευτεί ότι δεν αναγνώριζε κανένα. Δεν περίμενε να δει τόσο σύντομα τους άντρες του Γκριγκ, αλλά υπήρχε μια πιθανότητα να εμφανιστεί ο ίδιος ο Γκριγκ για να τον ψάξει. Και σε περίπτωση που τον εντόπιζε, ο Νέιθαν δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι δεν θα διακινδύνευε να χάσει το Περλ αν ήταν να τον πιάσει τώρα στα χέρια του. Πριν από πέντε χρόνια, ο Τ ζόρι είχε αποφασίσει να διώξει τον Νέιθαν για να τον προφυλάξει. Παρά τον θυμό που είχε νιώσει τότε, ο Νέιθαν αγαπούσε ακόμη τον πατέρα του. Μέχρι και σήμερα τον έτρωγε η οργή, όμως για άλλο λόγο: επειδή αυτός και ο πατέρας του δεν είχαν καταφέρει να συμφιλιωθούν, και τώρα πια ήταν πολύ αργά γι’ αυτό. Όμως, έτσι είχε αποφασίσει ο Τ ζόρι. Να διακόψουν κάθε επικοινωνία μεταξύ τους ώστε ο Γκριγκ να μην μπορεί να οδηγηθεί στον Νέιθαν, τον οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στη συνέχεια για να πλήξει τον Τ ζόρι. Η απόφαση του Νέιθαν τώρα ήταν να ξεκαθαρίσει εκείνον τον παλιό λογαριασμό στη μνήμη του πατέρα του. Και παρότι το πλοίο θα σάλπαρε όπου να ’ναι, η σκέψη εξακολουθούσε να τον απασχολεί.


Την ώρα που ο Νέιθαν συνέχισε να κοιτάζει προσεκτικά την αποβάθρα με το κανοκιάλι, ταράχτηκε λίγο βλέποντας έναν άλλο τύπο με το κανοκιάλι του στραμμένο πάνω στον ίδιο. Δεν τον αναγνώρισε. Φορούσε καλοραμμένο πανωφόρι και φαινόταν τζέντλεμαν. Ο άνθρωπος έκανε μια χειρονομία προς το μέρος του κεφαλιού του, σαν να έβγαζε το καπέλο του στον Νέιθαν που τον είχε ανακαλύψει να κατασκοπεύει το Μέιντεν Τζορτζ. Μάλιστα, ο άντρας χαμογέλασε προτού κρύψει το κανοκιάλι του και ανέβει σε μια βάρκα που τον μετέφερε σ’ ένα από τα άλλα πλοία. Στον ποταμό ήταν σταματημένα πολλά πλοία που περίμεναν τη σειρά τους για να αγκυροβολήσουν. Και το λιμάνι του Σαουθάμπτον είχε κίνηση, αλλά δεν συγκρινόταν με τον κόσμο που υπήρχε στο Λονδίνο. Σε τούτη την πόλη θα μπορούσαν να περάσουν μέχρι κι εβδομάδες ακόμα προτού κάποιο πλοίο μπορέσει να εξασφαλίσει άδεια να δέσει. Έτσι είχε ακούσει τουλάχιστον. «Βλέπεις τίποτα ενδιαφέρον, κύριε Τ ρεμέιν;» Ο Νέιθαν έριξε μια ματιά στον ναύτη που είχε σταθεί δίπλα του. Είχε πει ότι τον έλεγαν Ουόλτερ. Ο Νέιθαν τον ήξερε φυσιογνωμικά από το Σαουθάμπτον, αλλά από την άλλη από εκεί ήταν ολόκληρο το πλήρωμα. «Όχι, απλά είδα κάποιον που δείχνει κάπως υπερβολικό ενδιαφέρον γι’ αυτό το πλοίο. Για την ακρίβεια, μας παρακολουθούσε με κανοκιάλι». Ο Ουόλτερ ανασήκωσε τους ώμους του. «Και λοιπόν; Θα ψάχνει κάποιον». «Ναι, μάλλον». Ο Νέιθαν έριξε μια ματιά στη λωρίδα του νερού ανάμεσα στο πλοίο και στην προβλήτα. Η λάντζα βρισκόταν στα μισά της απόστασης, και τελικά δεν ήταν γεμάτη επιβάτες – μόνο τέσσερις άντρες και πέντε κυρίες, χώρια οι ναυτικοί που τραβούσαν κουπί. Σκέφτηκε ότι κάποιοι από αυτούς μπορεί να ήταν καμαριέρες και υπηρέτες των κυριών. Το πλήθος που είχε δει στην προβλήτα θα πρέπει να ήταν απλά συγγενείς ή φίλοι που είχαν πάει να ξεπροβοδίσουν τους δικούς τους, αφού τους είδε να


μπαίνουν πάλι πίσω στις άμαξες. «Δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλοί επιβάτες», είπε. «Το πλοίο είναι ιδιωτικό, σχεδιασμένο για να εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικογένειας. Ο πλοίαρχος έβαλε να το ναυπηγήσουν σύμφωνα με τις δικές του προδιαγραφές. Όλες οι κύριες καμπίνες μοιάζουν με δωμάτια πολυτελούς ξενοδοχείου». Ο Νέιθαν ήξερε πόσο πλούσια διακοσμημένες ήταν οι καμπίνες. Δεν το είχε πει σε κανέναν, αλλά δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί στον πειρασμό να πάει να επιθεωρήσει το Μέιντεν Τζορτζ πέρυσι, όταν το Περλ ήταν αγκυροβολημένο δίπλα του. «Έχεις ξαναταξιδέψει μ’ αυτό το πλοίο;» ρώτησε ο Νέιθαν τον Ουόλτερ. «Μερικές φορές τα τελευταία δέκα χρόνια, και χαίρομαι γι’ αυτό. Για να είμαι ειλικρινής, έχω αποσυρθεί από την ενεργό δράση, αλλά ποτέ δεν λέω όχι σ’ ένα ταξίδι με το Μέιντεν Τζορτζ. Τα λεφτά είναι πολύ καλά για ν’ αρνηθείς, χώρια που το ταξίδι δεν είναι ποτέ βαρετό. Δεν αναρωτήθηκες γιατί δίνουν τόσο υψηλό μισθό γι’ αυτόν τον διάπλου;» «Είναι η πρώτη φορά που διασχίζω τον Ατλαντικό, οπότε δεν είχα μέτρο σύγκρισης», απάντησε αόριστα ο Νέιθαν. Ο Ουόλτερ γέλασε. «Δίνουν τα τριπλά, φίλε μου. Κρίμα που σαλπάρει τόσο σπάνια, αλλιώς τώρα θα ήμουν πλούσιος». «Και αφού δεν το χρησιμοποιεί και τόσο συχνά, τότε γιατί το κρατάει ο πλοιοκτήτης;» «Γιατί μπορεί». «Μόνο και μόνο για λόγους ευκολίας;» είπε ο Νέιθαν. «Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο αυτό, έτσι δεν είναι;» «Καθόλου συνηθισμένο. Αλλά από την άλλη, ούτε ο πλοίαρχός του είναι συνηθισμένος. Να, αυτός εκεί είναι. Ο υποκόμης Ράιντινγκ, ένας απ’ τους πολλούς τίτλους που κατέχει η οικογένειά του». Ο Νέιθαν ακολούθησε το βλέμμα του Ουόλτερ προς τη λάντζα που πλησίαζε. Τ ώρα που ο ουρανός είχε φέξει κι άλλο και το σκάφος είχε πλησιάσει, διέκρινε πιο καθαρά τους επιβάτες, αλλά δεν κοίταξε


πέρα από τον μεγαλόσωμο άντρα στο μπροστινό μέρος της βάρκας. Ήταν ξανθός, με φαρδιούς ώμους και πανωφόρι∙ το γομάρι που είχε σώσει τον Νέιθαν από καπρίτσιο. Στη βάρκα επέβαινε και ο μελαχρινός αδελφός του. Το αίσθημα ανησυχίας του Νέιθαν ξαναφούντωσε. Όταν οι πλοιοκτήτες δεν είχαν επιβιβαστεί χτες βράδυ, ο Νέιθαν είχε αρχίσει να ελπίζει ότι δεν θα σάλπαραν με το πλοίο τους. Έτσι έκαναν πολλοί που προσλάμβαναν απλά καπετάνιους για να διοικούν τα πλοία τους. Όμως, απ’ ό,τι φαινόταν, η τύχη του τον είχε εγκαταλείψει, και τώρα θα έπρεπε να φροντίσει να μην κάνει αισθητή την παρουσία του, τουλάχιστον μέχρι να ξανοιχτούν, οπότε θα ήταν λιγότερο πιθανό να τον πετάξουν στη θάλασσα. Το καλύτερο που είχε να κάνει θα ήταν να σκαρφαλώσει ψηλά στα ξάρτια προτού επιβιβαστούν στο πλοίο όλοι εκείνοι. Μάλιστα, ίσως να έμενε εκεί μέχρι να διασχίσουν το ποτάμι και να βγουν στη θάλασσα. Δεν είχε σημασία ποιος από τους δύο ήταν ο καπετάνιος. Ήταν και οι δύο αριστοκράτες και αυτός είχε χτυπήσει τον έναν τους. Όμως, ακόμα και αν κατάφερνε με κάποιον τρόπο να τα μπαλώσει μαζί τους, και πάλι δεν θα του άρεσε να δουλεύει για λογαριασμό ενός αριστοκράτη, όσο σύντομο κι αν ήταν το ταξίδι. Οι ευγενείς είχαν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης από τους απλούς ανθρώπους. Διέφεραν σαν τη μέρα με τη νύχτα. Μπορούσαν να προσβληθούν για τα απλούστερα πράγματα, στα οποία κανονικά κανείς δεν δίνει σημασία. Μπορεί να μην ήξερες καν ότι τους πρόσβαλες, μέχρι να ήταν πολύ αργά. Εκείνη τη στιγμή, ο ήλιος υψώθηκε πίσω από κάτι κτίρια στα ανατολικά και μια ακτίνα έπεσε στο νερό. Χαλκόχρωμα μαλλιά έλαμψαν σαν φλόγα στο φως του ήλιου, τραβώντας αμέσως την προσοχή του πάνω τους. Η νεαρή γυναίκα θα έπρεπε να φοράει μπονέ για να κρύβει αυτά τα υπέροχα μαλλιά, αλλά δεν φορούσε. Ήταν στην ηλικία –δεκαοκτώ, δεκαεννιά;– που έπρεπε να χτενίζει τα μαλλιά της ψηλά, σε περίτεχνες κομμώσεις, αλλά εκείνη τα είχε απλά δεμένα πίσω. Επειδή ήταν τόσο μακριά, όμως, ο άνεμος τα έριχνε


μπροστά από τους ώμους της. Τα ρούχα της, ωστόσο, ταίριαζαν προφανώς σε νεαρή δεσποινίδα της καλής κοινωνίας: μπλε βελούδινο παλτό με ζώνη στη μέση, άσπρη γούνινη ετόλ που της κάλυπτε απλά τους ώμους, φτάνοντας μέχρι τη μέση των μπράτσων της. Αυτό που του κέντρισε όμως τη μνήμη, αναδεύοντας μια ανάμνηση λίγο κάτω από την επιφάνεια του μυαλού του, ήταν το όμορφο, σε σχήμα καρδιάς, πρόσωπό της. «Η κοκκινομάλλα τσούπρα μου φαίνεται γνωστή». Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το είπε φωναχτά μέχρι που ο Ουόλτερ του είπε προειδοποιητικά: «Στη θέση σου, δεν θα την αποκαλούσα τσούπρα, αν δεν θέλεις να καταλήξεις στο μπαλαούρο του πλοίου, ή και χειρότερα. Ο καπετάνιος είναι δίκαιος άνθρωπος, αλλά μπορεί να γίνει λίγο μυγιάγγιχτος σε ό,τι έχει να κάνει με την οικογένεια, κι εκείνη εκεί πρέπει να είναι μέλος της. Δεν τον έχω ποτέ δει να παίρνει επιβάτες που δεν συγγενεύουν μαζί του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Ένα ολόκληρο πλοίο γεμάτο αριστοκράτες; Ο Κόρκι είχε δίκιο τελικά. Να πάρει και να σηκώσει. Παρ’ όλα αυτά, καθησύχασε τον άλλο ναυτικό. «Δεν το είπα για να την προσβάλω». «Μια φιλική συμβουλή σου δίνω, παλικάρι. Ξέρεις πώς είναι αυτή η οικογένεια. Πολύ, μα πάρα πολ ύ προστατευτικοί με τους δικούς τους ανθρώπους». «Και πού να το ξέρω. Δεν είχα ακουστά κανέναν Μάλορι μέχρι τη μέρα που έπιασα δουλειά στο πλοίο κι έμαθα το όνομα του καπετάνιου». «Αλήθεια; Νόμιζα πως τους ξέρουν όλοι». «Ώστε είναι διάσημοι; Ή διαβόητοι;» «Λίγο απ’ όλα». Ο Ουόλτερ απομακρύνθηκε γελώντας. Ο Νέιθαν έτρεξε άρον άρον στα ξάρτια και άρχισε να σκαρφαλώνει, αποφασισμένος να καθυστερήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την επόμενη συνάντησή του με τους Μάλορι.


Κεφάλαιο έντεκα «Ελπίζω να μην είσαι ξεροκέφαλη σαν την ξαδέλφη σου», είπε η Νέτι ΜακΝτόναλντ μπαίνοντας στην καμπίνα της Τ ζούντιθ για να τη βοηθήσει να ετοιμαστεί για το δείπνο. Η Ρόσλιν είχε επιμείνει να στείλει την προσωπική της καμαριέρα στο ταξίδι για να φροντίζει τις ανάγκες και των δύο κοριτσιών. Η Νέτι ήταν περισσότερο μέλος της οικογένειας παρά υπηρετικό προσωπικό, και γι’ αυτό η Τ ζούντιθ ήταν καταχαρούμενη που θα πήγαινε μαζί τους. Η Νέτι ήταν η μοναδική καμαριέρα στο καράβι. Καθώς το Μέιντεν Τζορτζ δεν διέθετε πολλές καμπίνες, η Τ ζορτζίνα και η Κέιτι, οι μεγάλες αδελφές της Τ ζούντιθ, είχαν αποφασίσει να προσλάβουν απλά καμαριέρες όταν θα έφταναν στο Μπρίτζπορτ, αλλά από την άλλη είχαν και οι δύο συζύγους που θα μπορούσαν να τις βοηθήσουν στο ντύσιμο αν χρειάζονταν βοήθεια. «Η Τ ζακ είναι πάντοτε αγύριστο κεφάλι», απάντησε χαμογελαστή η Τ ζούντιθ. «Αλλά από ποια άποψη είναι ξεροκέφαλη απόψε;» «Δεν μ’ αφήνει να της ακουμπήσω τα μαλλιά. Μήτε φουστάνι δεχόταν να βάλει μέχρι που πάτησα πόδι. Της είπα πως δεν θα της έπλενα τα παντελόνια που της αρέσει να φοράει άμα δεν ντυνόταν καθωσπρέπει τουλάχιστον στο δείπνο». Η Τ ζάκλιν είχε βάλει να ράψουν ναυτικά ρούχα και για την Τ ζούντιθ, όχι ότι η ίδια σκόπευε να τα φορέσει παρά μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης. Προτιμούσε να έχει να κουμαντάρει τις φούστες της που θα ανέμιζαν στον αέρα, παρά να νιώθει άβολα φορώντας ρούχα ναυτικού. Ωστόσο, η Τ ζούντιθ είχε ήδη πλέξει τα


μαλλιά της κοτσίδα για απόψε, συμφωνώντας με την Τ ζάκλιν ότι πάνω στο πλοίο το να τα χτενίσει ψηλά, όπως τα χτένιζε συνήθως, θα ήταν σαν να πήγαινε γυρεύοντας να της τα μπλέξει ο αέρας. Παρ’ όλα αυτά, πήγε κατευθείαν και κάθισε στη μικρή τουαλέτα της θέλοντας να ευχαριστήσει τη Νέτι, η οποία όντως χαμογέλασε ενώ ξέπλεκε τα μαλλιά της Τ ζούντιθ για να της τα χτενίσει πιο κομψά. Αν και η καμπίνα της Τ ζούντιθ ήταν αρκετά ευρύχωρη, φαινόταν παρ’ όλα αυτά παραφορτωμένη, επιπλωμένη μ’ ένα μεγάλο κρεβάτι, ντουλάπα, μια άνετη πολυθρόνα, μια μικρή τουαλέτα, καθώς και μια μικρή ροτόντα για δύο άτομα, εκτός από τα μπαούλα της, τα οποία είχαν στοιβαχτεί δίπλα στον έναν τοίχο. Παρ’ όλα αυτά, δεν σκόπευε να περνάει πολύ χρόνο μέσα στην καμπίνα της. Η σημερινή μέρα ήταν εξαίρεση. Καθώς τα περισσότερα μέλη της οικογένειας ξεπακέταραν και προσπαθούσαν να συνέλθουν από το χθεσινοβραδινό πάρτι, όπως και από την πολύ πρωινή αναχώρηση, η ίδια πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας της με διάβασμα και ξεκούραση. Και προσπαθώντας να βρει τη θαλασσινή ισορροπία της, όπως αποκαλούσε η Τ ζακ την προσαρμογή στη συνεχή κίνηση του πλοίου. Την Τ ζούντιθ δεν την ενοχλούσε καθόλου το πλοίο. Για την ακρίβεια, ήταν ενθουσιασμένη που ξαναβρέθηκε στη θάλασσα. Μάλλον επειδή η θάλασσα της άρεσε περισσότερο και απ’ ό,τι άρεσε στην Τ ζάκλιν. Κρίμα που η μητέρα και η αδελφή της δεν ένιωθαν το ίδιο, γιατί τότε θα της είχαν δοθεί περισσότερες ευκαιρίες να ταξιδέψει με τον θείο της όλα αυτά τα χρόνια. Δεν έβλεπε την ώρα να συναντηθεί με την οικογένειά της στο αποψινό δείπνο στην πολύ μεγαλύτερη καμπίνα του θείου της και να ξαναδεί τον καινούριο τους ξάδελφο – υπέθετε ότι ο Αντράσι και η ετεροθαλής αδελφή του θα είχαν προσκληθεί στο δείπνο. Η Νέτι επιμελήθηκε τόσο προσεκτικά την εμφάνιση της Τ ζούντιθ ώστε δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τις εμφανίσεις της σε οποιαδήποτε επίσημη συνάθροιση πίσω στο Λονδίνο. Η βραδινή της τουαλέτα – από άσπρο αραχνοΰφαντο τούλι πάνω από γαλάζιο μεταξωτό,


κεντημένο με κρινάκια– δεν ήταν καινούρια, αλλά η νέα της γκαρνταρόμπα για τη σεζόν δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη αφού η μητέρα της δεν περίμενε ότι θα της χρειαζόταν για έναν μήνα ακόμα. Παρ’ όλα αυτά, την είχε φέρει μαζί της και γι’ αυτό είχε τα διπλάσια μπαούλα από την Τ ζακ, γεμάτα με ρούχα για το πλοίο και για τις πρώτες μέρες στο Μπρίτζπορτ, καθώς και μια πλήρη γκαρνταρόμπα που χρειαζόταν όμως μοδίστρα για να βάλει τις τελευταίες βελονιές. «Ορίστε, κούκλα όπως πάντα, κοριτσάκι μου», είπε η Νέτι, τελειώνοντας το χτένισμα της Τ ζούντιθ. «Αύριο θα φέρω έναν ναύτη εδώ μέσα για να ξεθάψει την μπιζουτιέρα σου. Δεν ξέρω πώς μας ήρθε να την πακετάρουμε μαζί με τις μισοτελειωμένες τουαλέτες». «Γιατί δεν σκέφτηκα ότι θα την χρειαζόμουν πριν φτάσουμε στην Αμερική. Που δεν τη χρειάζομαι, δηλαδή, αφού μόνο οικογενειακά δείπνα θα κάνουμε στο πλοίο, οπότε δεν υπάρχει λόγος να τη βγάλουμε». Η Τ ζούντιθ έφυγε βιαστικά από την καμπίνα της πριν η Νέτι αρχίσει τα μα και μου. Μόλις έκλεισε την πόρτα, αναπήδησε ξαφνιασμένη όταν μια γυναίκα είπε με υπερβολικά απότομο τόνο από πίσω της, «Φύγε από τον δρόμο μου!» Η Τ ζούντιθ σφίχτηκε μεμιάς και γυρίζοντας είδε ένα ζευγάρι συννεφιασμένα γκρίζα μάτια καρφωμένα πάνω της. Τα καστανά μαλλιά της άλλης γυναίκας ήταν σφιχτοπλεγμένα ψηλά στο κεφάλι της, και η θυμωμένη έκφραση στο πρόσωπό της δεν επέτρεψε στην Τ ζούντιθ να καταλάβει αν ήταν όμορφη ή άσχημη. Αλήθεια, είχε θυμώσει επειδή της είχε κλείσει τον δρόμο για μερικές στιγμές; Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να φανταστεί ποια ήταν, αλλά τότε το συνειδητοποίησε. Η ετεροθαλής αδελφή του Αντράσι, η Κάθριν; Άνοιξε το στόμα της για να συστηθεί, αλλά η Κάθριν ήταν τόσο ανυπόμονη που δεν την άφησε να πει ούτε λέξη. «Παραλίγο να με ρίξεις κάτω και τώρα κάθεσαι και με κοιτάζεις σαν χάννος; Σου ζήτησα να κάνεις στην άκρη!» Ήταν έτοιμη να σπρώξει την Τ ζούντιθ από τη μέση όταν η Τ ζάκλιν άνοιξε απότομα την πόρτα της από πίσω τους και γρύλισε


έξω στον στενό διάδρομο, «Απαγορεύονται οι τσιρίδες στο πλοίο! Ή μαθαίνεις τους κανόνες πριν επιβιβαστείς ή θα πεταχτείς στη θάλασσα». Και με τα λόγια αυτά, η Τ ζάκλιν έκλεισε ξανά την πόρτα της. Χαρακτηριστική Τ ζακ: πάντα έλεγε αλλόκοτα πράγματα όταν εκνευριζόταν. Το πρόσωπο της γυναίκας βάφτηκε κόκκινο. Η Τ ζούντιθ έπρεπε να φύγει από εκεί προτού σκάσει στα γέλια, πράγμα που θα χειροτέρευε την κατάσταση. Ο καημένος ο Αντράσι! Δεν αστειευόταν χτες βράδυ όταν είπε ότι δεν ήθελαν να γνωρίσουν την ετεροθαλή αδελφή του. Η Τ ζούντιθ ήξερε τώρα το γιατί. Πέρασε στριμωχτά δίπλα από την Κάθριν και ανέβηκε τρέχοντας στο κατάστρωμα πριν αρχίσει να γελάει. Περίμενε εκεί για μερικά λεπτά μέχρι να ανέβει και η Τ ζάκλιν. «Φαντάζομαι πως αυτή ήταν η ετεροθαλής αδελφή;» είπε η Τ ζακ όταν ανέβηκε τη σκάλα. «Το κόκκινο βελούδο που φορούσε δεν υποδεικνύει υπηρέτρια από το μαγειρείο πάντως». «Αν πήγε στην καμπίνα της, ας ελπίσουμε ότι θα μείνει μόνιμα εκεί», είπε φουρκισμένη η Τ ζακ. «Άκουσα κάθε λέξη. Τέτοια αγένεια–» «Έχει συνήθως μια αιτία». Η Τ ζούντιθ έπιασε την ξαδέλφη της αγκαζέ και κατευθύνθηκαν μαζί στο καρέ των αξιωματικών. «Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο. Μπορεί να ήταν έτσι επειδή πονούσε, κι όχι επειδή έχει φριχτό χαρακτήρα». Η Τ ζάκλιν πλατάγισε τη γλώσσα της. «Πάντα θέλεις να βλέπεις το καλό στους άλλους ανθρώπους». Η Τ ζούντιθ γέλασε και της είπε πειρακτικά, «Κι εσύ πάντα προσπαθείς να μην το βλέπεις!» «Δεν έχεις δίκιο! Εξάλλου, τις περισσότερες φορές η πρώτη εντύπωση είναι και η σωστή. Παρ’ όλα αυτά, αυτή τη φορά επιφυλάσσομαι να βγάλω τελικό συμπέρασμα, μόνο όμως επειδή ξέρω ότι αυτό θέλεις εσύ». Λίγα λεπτά αργότερα μπήκαν στην καμπίνα του πλοιάρχου χωρίς


να χτυπήσουν την πόρτα. Η καμπίνα βρισκόταν στην κορυφή μιας μικρής σκάλας που ξεκινούσε από το καρέ των αξιωματικών. Ο Τ ζέιμς και η Τ ζορτζίνα ήταν καθισμένοι στον καναπέ, και ο Τ ζέιμς είχε το μπράτσο του τυλιγμένο γύρω από τους ώμους της γυναίκας του. Ο Άντονι και η Κέιτι βρίσκονταν ήδη εκεί, καθισμένοι στη μακριά τραπεζαρία. Το μεγάλο δωμάτιο έμοιαζε με σαλόνι. Στη μια πλευρά υπήρχε ένας μακρύς καναπές, παραγεμισμένες πολυθρόνες και δύο τραπεζάκια, ενώ στην άλλη ήταν ένα μεγάλο γραφείο για τους χάρτες, δίπλα στην τραπεζαρία. Σε μία από τις πίσω γωνίες ένα διαχωριστικό σεπαρέ με περίτεχνα σκαλίσματα χώριζε το κρεβάτι από το υπόλοιπο δωμάτιο. Τα παράθυρα στο πίσω μέρος είχαν τις κουρτίνες ανοιχτές, αποκαλύπτοντας τον ωκεανό πίσω από το πλοίο και το φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στο νερό. Αυτό ήταν το αγαπημένο μέρος της Τ ζούντιθ σε όλο το πλοίο. Της άρεσε να κάθεται και να αγναντεύει από αυτά τα παράθυρα που τη μέρα πρόσφεραν μια υπέροχη θέα στον ωκεανό, ενώ τη νύχτα, αν το φεγγάρι δεν ήταν κρυμμένο πίσω από σύννεφα, η θέα σου έκοβε σχεδόν την ανάσα. Αφού φίλησε πεταχτά τον πατέρα και την αδελφή της, πλησίασε στα παράθυρα. Δεν έβλεπε το φεγγάρι καθώς ο άνεμος τους οδηγούσε νοτιοδυτικά, αλλά η αντιφεγγιά του έπεφτε πάνω στα κύματα. Η Τ ζάκλιν είχε πάει κοντά στους γονείς της στον καναπέ, και η Τ ζορτζίνα, βλέποντας την ανοιχτοπράσινη τουαλέτα της Τ ζακ, είπε πειρακτικά στην κόρη της, «Εκπλήσσομαι που δεν φόρεσες ακόμα παντελόνια». «Δεν μ’ άφησε η Σκοτσέζα», παραπονέθηκε η Τ ζακ. «Σκέφτομαι να αμπαρώσω την πόρτα μου». «Η Νέτι θέλει το καλό σου, οπότε γιατί δεν προσπαθείς να συνεννοηθείς μαζί της;» «Είναι δυνατόν να συνεννοηθείς με Σκοτσέζες;» είπε η Τ ζακ, με τα μάτια της καρφωμένα στον Άντονι. Ο Άντονι έσκασε στα γέλια. «Αν ήταν εδώ η Ρος θα σου τραβούσε


τ’ αφτιά που κακολογείς τους Σκοτσέζους». «Θα έπρεπε να με πιάσει πρώτα». Η Τ ζάκλιν χαμογέλασε. «Μακάρι να ήταν καλύτερες ναυτικοί η Ρόσλιν και η Τ ζέιμι ώστε να έρχονταν μαζί». Ο Άντονι αναστέναξε, αλλά είχε πολύ καλή διάθεση για να σταθεί σ’ αυτή τη λεπτομέρεια. «Παρ’ όλα αυτά, μιας κι ο Γιάνκης θα είναι αδιάθετος για μερικές μέρες, σκοπεύω να εκμεταλλευτώ στο έπακρο αυτή τη σπάνια ευκαιρία. Στο κάτω κάτω, πόσο συχνά έχω τις δύο μεγάλες μου κόρες ολόδικές μου;» Ύψωσε το ποτήρι του μπράντι του. «Πίνω στη ναυτία λοιπόν!» «Δεν είναι αστείο, πατέρα», είπε η Κέιτι, σπεύδοντας να υπερασπιστεί τον άντρα της, τον Μπόιντ. «Εγώ γέλασα πάντως», σχολίασε ο Τ ζέιμς. Ο Αντράσι έφτασε μερικά λεπτά μετά. Χτύπησε την πόρτα. Ο Τ ζέιμς του φώναξε απλά να περάσει μέσα. Ο καινούριος τους ξάδελφος ήταν επίσημα ντυμένος στα μαύρα, με κοντή πελερίνα με μαργαριταρένια αγκράφα και χιονάτο λαιμοδέτη, ενώ φορούσε ακόμα το σπαθί του. Μέχρι και ο τρόπος που τους χαιρέτησε όλους ήταν κάπως υπερβολικά επίσημος, ή ίσως να ένιωθε απλά νευρικός. Η Τ ζορτζίνα σηκώθηκε χαμογελαστή για να τον οδηγήσει σ’ ένα από τα καθίσματα, ρωτώντας, «Θα έρθει η αδελφή σου;» «Όχι, δεν νιώθει άνετα να δειπνήσει με την οικογένεια επειδή δεν είναι μία από “ μας” και δεν θέλει να μπλεχτεί στα πόδια μας ή να γίνει φόρτωμα. Μάλιστα, σας ευχαριστεί για τη γενναιοδωρία σας να την αφήσετε να ταξιδέψει μαζί σας και θέλει να σας το ξεπληρώσει δουλεύοντας για τα ναύλα της. Ίσως στο μαγειρείο ή–» «Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ ανάρμοστο και σε καμία περίπτωση απαραίτητο», είπε η Τ ζορτζίνα. «Κι όμως είναι. Η Κάθριν μπορεί να γίνει πολύ ευέξαπτη». Η Τ ζούντιθ και η Τ ζάκλιν κοιτάχτηκαν και στριφογύρισαν τα μάτια τους. «Και θα είναι πολύ πιο ήρεμη αν έχει κάτι να απασχολείται». Η Τ ζούντι αναρωτήθηκε αν ήταν πράγματι ιδέα της Κάθριν αυτό, ή μήπως του Αντράσι; Γιατί αν ήταν δική του, τότε ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που η ετεροθαλής αδελφή του ήταν τόσο θυμωμένη


απόψε. Ακούς εκεί να θέλει να τη βάλει να δουλέψει σαν λαντζιέρα! Το ίδιο θα πρέπει να σκέφτηκε και η Τ ζορτζίνα που ακούστηκε κάπως εκνευρισμένη όταν απάντησε, «Δεν είναι υπηρέτρια και δεν πρόκειται να της συμπεριφερθούμε έτσι». «Αυτό προσπάθησα να της εξηγήσω κι εγώ», είπε ο Αντράσι. «Απλά ανησυχώ ότι αν μείνει για πολύ καιρό άπραγη – μακάρι να είχαμε σκεφτεί να φέρουμε υλικά για να έχει κάτι να ασχολείται στο πλοίο. Είναι πολύ επιδέξια με τη βελόνα. Ράβει μέχρι και τα δικά της ρούχα, τόσο πολύ της αρέσει το ράψιμο. Οπότε, αν κάποια από σας τις κυρίες χρειαστεί επιδιορθώσεις στα ρούχα της, η Κάθριν θα ήταν πολύ χαρούμενη να βοηθήσει τουλάχιστον σε αυτόν τον τομέα». «Φαντάζομαι ότι θα μπορούσα να ξηλώσω μερικά στριφώματα», απάντησε χαμογελαστή η Τ ζορτζίνα. Ακούστηκαν κάποια γέλια. Η Τ ζούντιθ κράτησε τη γλώσσα της και κούνησε το κεφάλι της στην Τ ζακ για να μην αναφέρει ότι η Τ ζούντιθ χρειαζόταν μοδίστρα. Δεν είχε καμία διάθεση να φορτωθεί την Κάθριν πριν της δοθεί η ευκαιρία να σχηματίσει καλύτερη άποψη γι’ αυτήν – αν μπορούσε να σχηματίσει καλύτερη άποψη, δηλαδή. Όμως, το θέμα ξεχάστηκε όταν εμφανίστηκαν ο Άρτι και ο Χένρι για να αναγγείλουν πως το δείπνο ήταν έτοιμο. Τα σώματά τους φράκαραν την πόρτα καθώς προσπάθησαν να μπουν και οι δύο μαζί συγχρόνως. Αυτό δεν ξάφνιασε κανέναν, εκτός από τον Αντράσι. Οι δύο γερο-θαλασσόλυκοι μπορεί να ήταν οι καλύτεροι φίλοι, αλλά ένας ξένος δεν θα το καταλάβαινε ακούγοντάς τους πώς λογόφερναν συνεχώς. Τα δύο μέλη του παλιού πληρώματος του Τ ζέιμς από την δεκαετή του περιπλάνηση στις ανοιχτές θάλασσες, είχαν αποσυρθεί από την ενεργό δράση μαζί με τον τελευταίο και είχαν αναλάβει από κοινού τον ρόλο του μπάτλερ, ενώ μοιράζονταν και τη δουλειά του ύπαρχου γι’ αυτό το ταξίδι. Όλοι πήγαν στην τραπεζαρία καθώς άρχισαν να καταφτάνουν οι πολυάριθμες πιατέλες με τα φαγητά. Ο Αντράσι έσπευσε να τραβήξει μια καρέκλα για την Τ ζακ και ύστερα κάθισε δίπλα της. Μήπως έσπευσε υπερβολικά γρήγορα; Η Τ ζούντιθ αναρωτήθηκε αν μήπως


υπήρχε κάτι για το οποίο θα μπορούσε να πειράξει την Τ ζακ αργότερα. Η Τ ζούντιθ δεν πεινούσε καθώς είχε ήδη δοκιμάσει τα αποψινά φαγητά όταν επισκέφτηκε το μαγειρείο αργά εκείνο το απόγευμα. Πρόσεξε ότι και η Κέιτι, η οποία καθόταν δίπλα της, τσιμπολογούσε επίσης ανόρεχτα το φαγητό της, αν και για διαφορετικό λόγο. «Ανησυχείς για τον Μπόιντ;» μάντεψε η Τ ζούντιθ. Η Κέιτι έγνεψε. «Δεν μου αρέσει να τον βλέπω τόσο χάλια. Θα περίμενες ότι θα είχε καταφέρει να υπερνικήσει την ναυτία του μετά από τόσα χρόνια στη θάλασσα». «Δεν νομίζω ότι μπορεί να την υπερνικήσει κανείς». «Το ξέρω». Η Κέιτι αναστέναξε. «Απλά εύχομαι – ξέρεις ότι ζητούσε από τον γιατρό του πλοίου του να του φτιάχνει υπνωτικά μαντζούνια ώστε να μπορεί να κοιμάται μέχρι να του περάσει η ναυτία. Του πρότεινα να του κάνω το ίδιο, αλλά αρνείται γιατί θέλει να είναι ξύπνιος για να μου κάνει παρέα. Παρ’ όλα αυτά, συνήθως είναι τόσο αδιάθετος που δεν μπορεί να βγάλει λέξη! Οπότε, συνήθως καταλήγω να κοιμάμαι πάρα πολύ, όπως έκανα σήμερα. Και τώρα δεν πρόκειται να καταφέρω να κοιμηθώ απόψε, ενώ αυτή είναι η μοναδική ώρα που καταφέρνει να κοιμηθεί αυτός». «Τουλάχιστον η ναυτία του κρατάει μόνο τρεις με τέσσερις μέρες. Μα δεν έφερες κανένα βιβλίο να διαβάσεις όσο θα του κρατάς συντροφιά;» «Όχι, δεν το σκέφτηκα». «Εγώ έφερα και μόλις τελείωσα ένα πολύ καλό. Θα πάω να σ’ το φέρω σε περίπτωση που μείνεις άυπνη τη νύχτα». «Φάε πρώτα», επέμεινε η Κέιτι. Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Έφαγα το απόγευμα». Η κοπέλα είπε στον πατέρα της ότι θα επιστρέψει αμέσως και βγήκε αθόρυβα από την καμπίνα του πλοιάρχου. Μερικά φανάρια ήταν αναμμένα, αν και δεν ήταν απαραίτητο καθώς το κατάστρωμα ήταν λουσμένο στο φεγγαρόφωτο. Η Τ ζούντιθ είδε το φεγγάρι στα ανατολικά και κοντοστάθηκε να το χαζέψει. Θα προτιμούσε να είχε


πανσέληνο, αλλά ήταν και πάλι πανέμορφα. Αφού πήρε το βιβλίο που είχε τάξει στην Κέιτι, αποφάσισε να πάει στην κουπαστή για να αγναντέψει απρόσκοπτα το φεγγάρι προτού γυρίσει κοντά στην οικογένειά της. Όμως, την ώρα που ανέβαινε βιαστικά τη σκάλα, το βιβλίο της έπεσε από τα χέρια όταν σκόνταψε πάνω σ’ ένα φάντασμα. Μα όχι οποιοδήποτε φάντασμα, αλλά Το Φάντασμα.


Κεφάλαιο δώδεκα Η μόνη της αντίδραση ήταν να στυλώσει τα μάτια της πάνω του καθώς το φως ενός φαναριού στο κατάστρωμα τον φώτισε. Με μαλλιά άσπρα, όπως τα θυμόταν, που ανέμιζαν στους ώμους του. Με μάτια πιο βαθυπράσινα απ’ ό,τι μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της. Και ψηλός. Όχι… ψηλότερος απ’ ό,τι θυμόταν, συνειδητοποίησε τώρα που στεκόταν δίπλα του∙ τουλάχιστον ένα και ογδόντα. Βρισκόταν πολύ κοντά της. Η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε ότι την είχε αρπάξει από τους ώμους για να μην την αφήσει να κουτρουβαλήσει στα σκαλιά. Όμως έπρεπε να την αφήσει τώρα που είχε ξαναβρεί την ισορροπία της. Μπορεί να ερχόταν κανείς και να τους έβλεπε. Λόγου χάρη, ο πατέρας της. Θορυβημένη από αυτή τη σκέψη, έκανε ένα βήμα στο πλάι, μακριά από τη σκάλα, και τότε αυτός την άφησε. Το μόνο που της ήρθε να πει ήταν, «Είσαι νεκρός». «Όχι, δεν είμαι. Πώς σου ήρθε να πεις κάτι τέτοιο;» «Δεν θυμάσαι;» «Νομίζω ότι θα το θυμόμουν αν είχα πεθάνει». «Συναντηθήκαμε πριν από μερικά χρόνια σ’ εκείνο το παλιό ερείπιο στο Χαμσάιρ, δίπλα στο κτήμα του δούκα του Ράιτον. Νόμιζα ότι ήσουν φάντασμα όταν σε βρήκα εκεί. Τ ι γυρεύεις εδώ πέρα;» Του πήρε μια στιγμή μέχρι να συνδέσει το πότε και το πού, αλλά όταν έκανε τη σύνδεση, έβαλε τα γέλια. «Ώστε γι’ αυτό μου φαίνεσαι γνωστή. Είσαι το παιδί με τα μαλλιά σαν ηλιοβασίλεμα». Ένα


χαμόγελο ζωγραφίστηκε αργά στα χείλη του ενώ τα σμαραγδένια μάτια του περιδιάβηκαν το σώμα της από πάνω μέχρι κάτω και μετά πάλι προς τα πάνω. «Δεν είσαι πια παιδί, όμως». Το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε μεμιάς. Όχι, δεν ήταν πια παιδί, αλλά ήταν ανάγκη να γυρεύει την απτή απόδειξη στο σώμα της; Κακώς είχε αφήσει τη βραδινή εσάρπα της στην καμπίνα. Το φάντασμά της ήταν ένας κοινός ναύτης. Επίσης, δεν έπρεπε να μιλάει για τόση ώρα σε ένα μέλος του πληρώματος. Στον διάβολο, ήταν συναρπαστικός! Όταν πίστευε πως ήταν φάντασμα, ήθελε να μάθει τα πάντα γι’ αυτόν. Εξακολουθούσε να το θέλει. Με αυτόν τον σκοπό, έτεινε το χέρι της προς το μέρος του, αλλά το τράβηξε βιαστικά όταν εκείνος απλά το κοίταξε. Νιώθοντας κάποια νευρικότητα τώρα που είδε ότι ο ναύτης δεν ήξερε πώς να αντιγυρίσει τον τυπικό χαιρετισμό της, του είπε, «Με λένε Τ ζούντιθ Μάλορι. Οι φίλοι και οι δικοί μου άνθρωποι με φωνάζουν Τ ζούντι. Μπορείς να με φωνάζεις κι εσύ έτσι». «Δεν είμαστε φίλοι». «Όχι ακόμα, αλλά μπορούμε να γίνουμε. Μπορείς να κάνεις την αρχή λέγοντάς μου πώς σε λένε;» «Κι αν αρνηθώ;» «Είσαι πολύ δύστροπος για πρώην φάντασμα. Ώστε είσαι τόσο αγενής που δεν έχεις φίλους; Πολύ καλά». Έγνεψε. «Να με συγχωρείς». Πήγε στην κουπαστή και αγνάντεψε την τρεμουλιαστή αντανάκλαση του φεγγαρόφωτου πάνω στον μαύρο ωκεανό. Το θέαμα ήταν δραματικό και πανέμορφο, αλλά τώρα πια δεν μπορούσε να το απολαύσει με την ψυχή της γιατί είχε απογοητευτεί, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Της ερχόταν να κλάψει, το οποίο ήταν παράλογο – εκτός κι αν είχε δίκιο η Τ ζακ. Μπας κι είχε ερωτευτεί όντως ένα φάντασμα; Όχι, αυτό κι αν ήταν παράλογο. Απλά η σκέψη ότι ήταν φάντασμα, ότι υπήρχαν πραγματικά φαντάσματα, της είχε κινήσει την περιέργεια, της είχε εξάψει τη φαντασία. Ακόμα και όταν η Τ ζακ και αυτή μεγάλωσαν και παραδέχτηκαν πως δεν μπορεί να ήταν πραγματικά φάντασμα, και


πάλι ήταν πιο διασκεδαστικό και συναρπαστικό να τον φαντάζονται έτσι. Παρ’ όλα αυτά, εδώ μπροστά της βρισκόταν η απόδειξη πως ήταν ένας κανονικός άνθρωπος με σάρκα και οστά – και τόσο μα τόσο καλοφτιαγμένος! Όχι τόσο χλωμός όσο τον θυμόταν. Η επιδερμίδα του ήταν βαθιά ηλιοκαμένη τώρα. Επειδή δούλευε στα πλοία; Ποιος ήταν; Ναυτικός, προφανώς. Αλλά τι δουλειά είχε σ’ εκείνο το παλιό ερειπωμένο σπίτι μες στα μαύρα μεσάνυχτα τόσα χρόνια πριν; Το φάντασμα της είχε πει ότι το σπίτι ήταν δικό του. Αλλά πώς μπορούσε να έχει δικό του σπίτι ένας απλός ναύτης; Η περιέργειά της γι’ αυτόν είχε φουντώσει περισσότερο από ποτέ. Τα αναπάντητα ερωτηματικά θα την τρέλαιναν. Δεν έπρεπε να εγκαταλείψει τόσο εύκολα την προσπάθεια να πάρει κάποιες απαντήσεις. Η Τ ζακ δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Μήπως να ρωτούσε τον θείο Τ ζέιμς… «Νέιθαν Τ ρεμέιν», είπε μια μπάσα φωνή. Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε μόνη της και του έριξε μια πεταχτή ματιά. Ήταν τόσο ψηλός και τόσο όμορφος, με τα μακριά άσπρα μαλλιά του να ανεμίζουν στη θαλασσινή αύρα. Στεκόταν κάμποσα μέτρα μακριά της και αγνάντευε επίσης το αντιφέγγισμα του φεγγαρόφωτου πάνω στον ωκεανό, σαν να μην της είχε μιλήσει. Της είχε μιλήσει όμως. Άραγε ένιωθε κι αυτός την ίδια περιέργεια για εκείνη; «Χαίρω πολύ, Νέιθαν. Ή μήπως προτιμάς το Νέιτ;» «Δεν έχει σημασία. Το συνηθίζεις να πιάνεις κουβέντα με ξένους;» «Είσαι ξένος;» «Άγνωστος εννοούσα», της διευκρίνισε. «Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια, εσύ κι εγώ είμαστε παλιοί γνωστοί». Ο Νέιθαν γέλασε. «Το γεγονός ότι είπαμε ο ένας στον άλλο να ξεκουμπιστεί από ένα σπίτι πριν από πέντε χρόνια δεν μας κάνει γνωστούς. Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί καταπάτησες ξένη ιδιοκτησία εκείνη τη νύχτα;»


«Η ξαδέλφη μου κι εγώ είχαμε πάει να ερευνήσουμε το φως που είχαμε δει στο σπίτι. Εκείνο το σπίτι ήταν εγκαταλειμμένο από αμνημονεύτων χρόνων. Δεν έπρεπε να βρίσκεται κανείς εκεί μέσα. Όμως είδαμε το φως από το δωμάτιό μας στην έπαυλη του δούκα». «Και πιστέψατε ότι βρήκατε φάντασμα;» Η Τ ζούντιθ κοκκίνισε πάλι, αλλά αφού δεν κοιτάζονταν, δεν πίστευε ότι το παρατήρησε ο άλλος. «Όταν σε βρήκαμε εκεί μέσα, μας φάνηκε λογικό συμπέρασμα». «Ίσα ίσα, καθόλου λογικό». Γέλιο ήταν αυτό που άκουσε στη φωνή του; Του έριξε μια πεταχτή ματιά. Ήταν αδύνατο να αντισταθεί. Και ναι, όντως χαμογελούσε όταν πρόσθεσε, «Καταλήξατε σ’ ένα συμπέρασμα στο οποίο δεν θα έφτανε ποτέ ένας ενήλικος». «Κοίτα, δεν ήμουν μεγάλη τότε. Όλα αυτά έγιναν πριν από χρόνια. Επίσης, κρατούσες το φανάρι σου ψηλά έτσι που φώτιζε μόνο το πάνω μέρος του σώματός σου. Φαινόσουν σαν να ήσουν μετέωρος στον αέρα». Ο Νέιθαν γέλασε πάλι. Τ ι ευχάριστο που ήταν το γέλιο του, βαθύ και βροντερό. Ένα τσουλούφι έπεσε μπροστά στο πλατύ του μέτωπο. Τα μαλλιά του δεν ήταν κάτασπρα, όπως νόμιζε. Τ ώρα διέκρινε ξανθές πινελιές. «Εντάξει. Καταλαβαίνω πως μπορεί να σας έπαιξε παιχνίδια η φαντασία σας». «Λοιπόν, γιατί ήσουν εκεί εκείνη τη νύχτα και γιατί ήσουν τόσο λυπημένος;» «Λυπημένος;» «Δεν ήσουν;» «Μπα, καθόλου λυπημένος, γλύκα μου». Αντί να της εξηγήσει τι εννοούσε όμως, είπε, «Πιστεύεις αλήθεια στα φαντάσματα;» Η Τ ζούντιθ σήκωσε τα μάτια της και είδε ένα χαμογελάκι χαραγμένο στο στόμα του και το φρύδι του ανασηκωμένο. Μήπως την κορόιδευε; Ναι, αυτό ακριβώς έκανε! Η Τ ζούντιθ πρόσεξε επίσης ότι τα πράσινα μάτια του την κοιτούσαν διαπεραστικά. Είχε μεγάλο


θράσος για απλός ναυτικός, αν ήταν όντως ναυτικός. Μεγάλο θράσος γενικά, για την ακρίβεια, εφόσον είχαν μόλις γνωριστεί – εκείνη η άλλη φορά δεν μετρούσε. Για ν’ απαντήσει στο πείραγμά του, είπε, «Η ξαδέλφη μου κι εγώ παραδεχτήκαμε πριν από μερικά χρόνια πως είχαμε κάνει λάθος εκείνη τη νύχτα. Όμως, συνεχίσαμε να σε λέμε Φάντασμα γιατί μας φάνηκε αστείο. Ήταν το ιδιαίτερο μυστικό μας το οποίο μοιραστήκαμε μόνο με τα μικρότερα ξαδέλφια μας. Ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό να λέμε ότι είχαμε βρει ένα φάντασμα παρά τον καινούριο ιδιοκτήτη του σπιτιού. Ωστόσο, δεν μπορεί να είσαι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Τ ι δουλειά είχες εκεί;» «Ίσως να μου αρέσουν κι εμένα τα μυστικά όσο και σένα». Καθώς ένιωθε ότι βρισκόταν ένα βήμα πριν από την ανακάλυψη της αλήθειας και τη διαλεύκανση ενός μυστηρίου που της κέντριζε επί χρόνια τη φαντασία, η Τ ζούντιθ εκνευρίστηκε πάρα πολύ με την απάντησή του. «Ειλικρινά, δεν θέλεις να απαντήσεις;» «Δεν προσπάθησες ακόμα να με πείσεις να σου απαντήσω, γλύκα μου. Ένα όμορφο χαμόγελο μπορεί να καταφέρει….» Η Τ ζούντιθ κοκάλωσε τόσο που άρχισε να ακούει το σφυροκόπημα της καρδιάς της. Δεν μπορούσε να πιστέψει τη συνειδητοποίηση που είχε μόλις κάνει. Ήξερε ποιος ήταν. Το κατάλαβε όταν τον άκουσε να την αποκαλεί για δεύτερη φορά γλ ύκα μου. Την πρώτη φορά δεν το πρόσεξε γιατί ήταν ακόμα σαστισμένη, αλλά τώρα θυμήθηκε πού το είχε ξανακούσει. Μόλις δύο εβδομάδες νωρίτερα, από το στόμα ενός άντρα τον οποίο είχε θεωρήσει πολύ πιο επικίνδυνο από έναν απλό άστεγο. Θυμήθηκε πόσο παράξενο της είχε φανεί που ένας άστεγος έπινε γαλλικό μπράντι και καθώς και ότι είχε καταλάβει αμέσως ότι δεν ήταν αυτός που νόμιζε αρχικά. Κι όχι μόνο αυτό. Η Τ ζούντιθ άρχισε να συνδυάζει τα στοιχεία. Εκείνη τη νύχτα της είχε πει ότι γνώριζε τα κατατόπια του εγκαταλειμμένου σπιτιού καλύτερα απ’ αυτήν, οπότε είτε έμενε περισσότερο καιρό εκεί,είτε το είχε επισκεφτεί πάνω από μία φορά. Το γεγονός ότι είχε βάλει κλειδαριά σε μια


πόρτα που δεν του ανήκε. Το γεγονός ότι είχε βγει από ένα μυστικό δωμάτιο στο οποίο μπορεί να αποθήκευε λαθραία ή κλοπιμαία. Και τέλος, το γεγονός ότι την προειδοποίησε να μην πει σε κανέναν ότι τον είχε δει εκεί. Όλα αυτά τα στοιχεία υποδείκνυαν πως ήταν κάποιο είδος κακοποιού. Φυσικά, η Τ ζούντιθ τα είπε όλα στην Τ ζάκλιν το επόμενο πρωί, και φυσικά η Τ ζακ συμφώνησε με το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει και τη συμβούλεψε να το πει στον Μπράντον, ο οποίος θα μπορούσε να περιμένει λίγο προτού το πει τον πατέρα του ώστε να μη χρειαστεί να αποκαλύψει ότι η Τ ζούντιθ είχε συναντηθεί μ’ έναν κακοποιό στο παλιό ερείπιο. Πριν φύγουν για το Λονδίνο, ο Μπράντον την είχε ενημερώσει ότι είχε μιλήσει στον πατέρα του και την είχε διαβεβαιώσει ότι θα έπιαναν τον λαθρέμπορο στα πράσα την ίδια κιόλας μέρα. Επομένως, τι γύρευε τώρα εδώ, στο Μέιντεν Τζορτζ; Ο Νέιθαν φαινόταν να περιμένει την απάντησή της και η Τ ζούντιθ του έκανε τη χάρη λέγοντάς του φουρκισμένη, «Έπρεπε να είσαι στη φυλακή! Γιατί δεν είσαι λοιπόν;»


Κεφάλαιο δεκατρία Ο Νέιθαν ξαφνιάστηκε με την οργισμένη της ερώτηση. Παραλίγο να βάλει τα γέλια συνειδητοποιώντας πόσο κοντά στην αλήθεια έπεσε με το σχόλιό της, αν και δεν κατάλαβε πώς μπορεί να της είχε έρθει να ρωτήσει κάτι τέτοιο. Παρ’ όλα αυτά, λειτούργησε αμέσως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και έτσι της απάντησε βιαστικά. «Με παίρνεις για κάποιον άλλο. Όχι ότι εκπλήσσομαι. Πρώτα θεωρείς πως είμαι φάντασμα, μετά θεωρείς πως είμαι ιδιοκτήτης γης. Δεν είναι πιο προφανές ότι είμαι απλά ένας σκληρά εργαζόμενος θαλασσινός που προσπαθεί να βγάλει το ψωμί του;» «Δεν σε πιστεύω». «Γιατί όχι;» «Επειδή δεν θα ξεχνούσα ποτέ το πρόσωπο που μου στοίχειωνε τη σκέψη για πέντε χρόνια και τώρα αναγνώρισα και τη φωνή σου». «Από πριν πέντε χρόνια; Δεν νομίζω ότι είναι δυνατόν κάτι τέτοιο». «Όχι, από πριν δύο εβδομάδες, όταν με διπλάρωσες σ’ εκείνο το ερειπωμένο σπίτι», του είπε ξαναμμένη. «Είσαι εγκληματίας και δεν θα ανεχτώ να βρίσκεσαι στο πλοίο βάζοντας σε κίνδυνο την οικογένειά μου». Ώστε αυτή ήταν λοιπόν, σκέφτηκε ο Νέιθαν, και όχι μια υπηρέτρια του δούκα, όπως είχε υποθέσει εκείνη τη νύχτα. Τελικά, ίσως να μην ήταν και τόσο κυρία, παρά μόνο στον τίτλο. Πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη, και πολύ εύλογη, αν αναλογιζόταν τον τρόπο που την είχε συναντήσει και τις δύο προηγούμενες φορές: να


τριγυρνάει ολομόναχη μέσα στη νύχτα. Όπως και απόψε. «Εμένα μου φαίνεται ότι εσύ φέρεσαι εγκληματικά, τη στιγμή που καταπατάς σπίτια που δεν σου ανήκουν. Και όχι μόνο μια φορά. Για πες μου, γλύκα μου, είναι ενήμερη η οικογένειά σου για τα μεταμεσονύχτια ραντεβουδάκια σου;» Η Τ ζούντιθ πήρε βαθιά ανάσα. «Μην τολμήσεις να το ξαναπείς αυτό. Ξέρεις πολύ καλά ότι είπα την αλήθεια για τον λόγο που ήμουν εκεί εκείνο το βράδυ». «Και πού θες να το ξέρω εγώ αυτό, άμα δεν ήμουν εκεί; Ή μήπως… για στάσου… μπας και πήγες εκεί για να με ξαναδείς;» Χαμογέλασε, αρχίζοντας ξαφνικά να το καταδιασκεδάζει. «Εμένα με μορφή φαντάσματος, δηλαδή∙ αλλά, όπως και να ’χει, εμένα. Και μην ξεχνάς ότι ήδη παραδέχτηκες πως το έκανες τουλάχιστον μία φορά». Η Τ ζούντιθ κάγχασε. «Δεν πρόκειται να καταφέρεις να βγεις από πάνω, αλλά καλή προσπάθεια. Αυτό που έκανα εγώ δεν συγκρίνεται με το να είσαι λαθρέμπορος… ή μήπως κλέφτης; Τ ι από τα δύο είσαι;» «Και γιατί πρέπει να είμαι κάτι από αυτά;» «Γιατί αυτό δείχνουν όλα τα στοιχεία, και είναι πολλά. Μέχρι κι εκείνο το βράδυ απέδειξες ότι είσαι ψεύτης. Δεν ήσουν απλά περαστικός από εκεί τη στιγμή που είχες δικό σου ράντζο στημένο στο δωμάτιο». «Ένας εγκληματίας που μεταφέρει το ράντζο του όπου πάει; Συνειδητοποιείς πόσο απίθανο ακούγεται αυτό;» «Έβαλες κλειδαριά στην πόρτα». «Αν αυτός στον οποίο αναφέρεσαι έκανε τέτοιο πράγμα, νομίζω ότι το έκανε για να εμποδίζει τους ενοχλητικούς κυνηγούς φαντασμάτων να τον ξυπνούν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα. Όχι ότι κατάφερε τίποτα, όμως, έτσι;» «Σου φαίνεται αστείο;» Ο Νέιθαν χαμογέλασε. «Είπα εγώ τέτοιο πράγμα;» «Δεν χρειάστηκε, είναι γραμμένο στο πρόσωπό σου», του πέταξε. «Σ’ αυτό έχεις δίκιο, γλύκα μου. Αλλά δεν μου τυχαίνει κάθε μέρα


να με κατηγορούν για εγκληματικές δραστηριότητες. Πρέπει να παραδεχτώ ότι μου φαίνεται κάπως κωμικό όλο αυτό». «Έκρυβες παράνομα αγαθά εκεί πέρα και έβαλες την οικογένειά μου σε κίνδυνο! Θα μπορούσαν να είχαν ενοχοποιηθεί τα ξαδέλφια μου. Κανείς δεν θα πίστευε ότι δεν γνώριζαν τι συνέβαινε στην αυλή του σπιτιού τους. Το σκάνδαλο θα είχε επηρεάσει όλη μου την οικογένεια!» Είχε γίνει έξω φρενών υπερασπιζόμενη την οικογένειά της; Τουλάχιστον αυτό το συμμεριζόταν, απλά δεν άλλαζε το γεγονός ότι έπρεπε να την πείσει πως είχε κάνει λάθος. Οπότε γέλασε. «Ακούς τι λες; Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα κατηγορούσε έναν δούκα για το παραμικρό, πόσο μάλλον για παρανομία». «Ώστε το παραδέχεσαι λοιπόν; Βγήκες από ένα μυστικό δωμάτιο κι όταν με φίλησες γεύτηκα μπράντι. Δεν ήσουν απλά ένας άστεγος περαστικός, όπως ισχυρίστηκες! Και μάλιστα, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι επί πέντε χρόνια χρησιμοποιούσες εκείνο το ερειπωμένο σπίτι για να κρύβεις λαθραία αγαθά, καλά δεν λέω;» Χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να μη γελάσει. Είχε αντιληφθεί τα πάντα με εκπληκτική ακρίβεια. Έξυπνη κοπέλα. Και ομορφιά και μυαλό. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε συναντήσει αυτόν τον συνδυασμό; Ωστόσο, ήταν προφανές ότι έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα, ελπίζοντας ότι θα τον έκανε να ομολογήσει την ενοχή του. Αλλά αυτό δεν θα γινόταν ποτέ. Όμως, κάτι έπρεπε να κάνει για να την ξεγελάσει… Η φωνή του κατέβηκε μερικές οκτάβες, έγινε ένας βραχνός ψίθυρος, και το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Ξέρεις κάτι, γλύκα μου, αν εσύ κι εγώ είχαμε μοιραστεί στ’ αλήθεια ένα φιλί, θα ήταν μια ευχάριστη ανάμνηση που δεν θα ήθελα να ξεχάσω. Και τώρα με κάνεις να εύχομαι να είχε συμβεί...» Η Τ ζούντιθ είχε καρφώσει τα μάτια της στο στόμα του. Όπως το ευχόταν, είχε αρχίσει να της αποσπάει την προσοχή. Απλά δεν είχε υπολογίσει ότι το ίδιο θα πάθαινε και αυτός. Ένιωθε μια απίστευτα


ισχυρή επιθυμία να την ξαναφιλήσει επιτόπου στο κατάστρωμα, κάτω από το φως του φεγγαριού. Η υπέρτατη παράνοια. Ευτυχώς κατάφερε να βγει από τη δύσκολη θέση όταν άκουσε δύο μέλη του πληρώματος να κουβεντιάζουν, με τις φωνές τους να δυναμώνουν ολοένα καθώς πλησίαζαν. Τους άκουσε κι αυτή, και έριξε μια ανήσυχη ματιά από πίσω του. «Καληνύχτα, γλύκα μου. Καλύτερα να εξαφανιστώ σαν φάντασμα. Δεν θα ήθελα να πληροφορηθεί η οικογένειά σου την έφεσή σου στα μεταμεσονύχτια ραντεβού». Ο Νέιθαν απομακρύνθηκε. Ευχόταν ότι η διακριτική απειλή του, μαζί με την αμφιβολία που είχε προσπαθήσει να σπείρει στο μυαλό της, θα ήταν αρκετές για να την κάνουν να κρατήσει το στόμα της κλειστό για την ώρα. Είχε σκοπό να σκαρφαλώσει πάλι στη μαΐστρα, αλλά μην μπορώντας να αποφύγει να ρίξει μια τελευταία ματιά προς τα πίσω, πήγε απλά και κρύφτηκε στη σκιά του κεντρικού πανιού. Η Τ ζούντιθ είχε φτάσει στα μισά του καρέ όταν γύρισε κι αυτή να κοιτάξει πίσω της. Άραγε είχε σκεφτεί και άλλες κατηγορίες που ήθελε να του τρίψει στα μούτρα; Ο Νέιθαν χαλάρωσε βλέποντας ότι δεν έψαχνε αυτόν αλλά το βιβλίο που της είχε πέσει. Γύρισε πίσω για να το πάρει. Μερικές στιγμές αργότερα χάθηκε από μπροστά του καθώς μπήκε στην καμπίνα του καπετάνιου. Η εικόνα της, όμως, παρέμεινε χαραγμένη στο μυαλό του. Η γυναίκα ήταν πανέμορφη – αλλά ήταν μπελάς. Έπρεπε να σκαρφιστεί ένα καλύτερο σχέδιο προκειμένου να την εμποδίσει από το να εκμυστηρευτεί τις υποψίες της και σε άλλους ανθρώπους. Ωστόσο αυτό μπορούσε να περιμένει μέχρι αύριο.


Κεφάλαιο δεκατέσσερα Το πρωί, ο Νέιθαν πήγε να βρει τον Κόρκι για να συζητήσουν το καινούριο πρόβλημα που είχε προκύψει: την Τ ζούντιθ Μάλορι. Όμως, ο φίλος του είχε αναλάβει να σφουγγαρίσει το κύριο κατάστρωμα, ένα τόσο ταπεινό χαμαλίκι για το οποίο ο Κόρκι δεν σταμάτησε στιγμή να γκρινιάζει με αποτέλεσμα να μην προλάβει να του προτείνει μια λύση. Παρ’ όλα αυτά, ο Νέιθαν κάθισε να του κάνει παρέα ενώ συγχρόνως έλεγχε τις κουπαστές για τίποτα ξεχαρβαλωμένα καρφιά. Δεν ήταν κάτι που θα έκανε κανονικά τόσο νωρίς στο ταξίδι, μόνο που χτες βράδυ είχε δει την Τ ζούντιθ να στηρίζεται πάνω στην κουπαστή. «Τον νου σου, καπετάνιο», είπε ξαφνικά ο Κόρκι από πίσω του. «Νομίζω ότι ο μπελάς που μου ’λεγες έρχεται προς το μέρος σου». Ο Νέιθαν γύρισε και είδε την Τ ζούντιθ να προχωράει προς το μέρος του και τον Κόρκι να βγαίνει βιαστικά από τον δρόμο της. Ήταν ακόμα πιο όμορφη τη μέρα, με το φως του ήλιου να πέφτει πάνω στα υπέροχα ξανθοκόκκινα μαλλιά της, και μ’ ένα μακρύ βελούδινο παλτό το οποίο φορούσε ξεκούμπωτο πάνω από ένα γαλάζιο φόρεμα στο χρώμα του πάγου, διακοσμημένο με κίτρινη δαντέλα – και με τα γαλανά στο χρώμα του κοβαλτίου μάτια της να σπιθίζουν εχθρικά. Χτες βράδυ της είχαν πέσει μερικές φουρκέτες, τις οποίες είχε βρει ο Νέιθαν πάνω στο κατάστρωμα μετά που έφυγε, οπότε δεν ξαφνιάστηκε που σήμερα είχε πλέξει απλά τα μαλλιά της. Διαμαντένιες φουρκέτες. Σκέφτηκε να τις κρατήσει για αναμνηστικό,


αλλά τις ξέθαψε από την τσέπη του και της τις έδωσε ελπίζοντας ότι έτσι θα προλάβαινε άλλη μια κατσάδα. Δεν τα κατάφερε. «Δεν μου αρέσει καθόλου ο τρόπος που με απείλησες χτες βράδυ!» ήταν το πρώτο που του είπε. Ο Νέιθαν ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν σκοπεύεις ν’ αρχίσεις να με κατηγορείς για παράλογα πράγματα, μπορώ να κάνω κι εγώ το ίδιο σε σένα για κάτι πιο χειροπιαστό, όπως ότι δείχνεις μια έφεση στα νυχτερινά ραντεβουδάκια με αγνώστους». «Δεν μπορείς να συγκρίνεις τα δύο, τη στιγμή που εσύ βάζεις την οικογένειά μου σε κίνδυνο!» του πέταξε έξω φρενών. «Απαιτώ μια εξήγηση». Ο Νέιθαν έτριξε τα δόντια του αγανακτισμένος. Δεν είχε σκοπό να της ανοίξει την καρδιά του και να της μιλήσει για την ασυνήθιστη θέση στην οποία βρισκόταν τη στιγμή που δεν την ήξερε και δεν είχε κανέναν λόγο να την εμπιστευτεί. Μπορεί να ήταν η προσωποποίηση της ομορφιάς, αλλά εξακολουθούσε να είναι αριστοκράτισσα. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι η κοπέλα σκόπευε να αρχίσει να μιλάει δεξιά και αριστερά για τις υποψίες της. Αν αυτός ήταν ο σκοπός της, τότε γιατί να έρθει σήμερα το πρωί εδώ για να τον βρει και να ξανασυζητήσουν; Ο Νέιθαν έπρεπε απλά να βρει έναν τρόπο για να εξασφαλίσει τη σιωπή της ή τουλάχιστον μια πιστευτή εξήγηση ώστε να την κάνει να ξεχάσει τα γελοία συμπεράσματά της. Ή ίσως να έπρεπε να της πει απλά ένα μέρος της αλήθειας… «Τ ρεμέιν!» ακούστηκε ξάφνου μια βροντερή φωνή από το καρέ των αξιωματικών. «Να πάρει ο διάολος», είπε ο Νέιθαν μέσα από τα δόντια του. «Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να σου μιλάω όταν το πλοίο είναι γεμάτο συγγενείς σου – ανάμεσά τους και ο καπετάνιος μου». «Και γιατί βρίσκεσαι εσύ στο πλοίο, είπαμε; Μήπως ήθελες να ξεφύγεις από την κρεμάλα που σε περιμένει στην Αγγλία;» «Όχι, ήθελα να κυνηγήσω το πλοίο μου που μου το έκλεψαν», απάντησε απαυδισμένος αυτός. «Άλλο ένα από τα ψέματά σου είναι κι αυτό; Θεέ και Κύριε, λες


ποτέ την αλήθεια;» Και ύστερα πρόσθεσε με υπεροπτικό χαμόγελο, «Μη φοβάσαι όμως, αυτή ήταν απλά η φωνή του θείου μου που έλεγε “ έλα εδώ”, όχι “ έλα εδώ να πεθάνεις”. Αυτή τη φωνή θα την ακούσεις αργότερα, όταν του πω ποιος είσαι πραγματικά, Νέιθαν Τ ρεμέιν». Δεν προλάβαινε να τη μεταπείσει τώρα, οπότε το μόνο που της είπε ήταν, «Δώσε μου την ευκαιρία να σου εξηγήσω προτού κάνεις κάτι που θα μετανιώσουμε και οι δύο. Δεν είναι αυτό που νομίζεις». Με τα λόγια αυτά απομακρύνθηκε από κοντά της, ελπίζοντας ότι της είχε δημιουργήσει αρκετές αμφιβολίες ώστε να κρατήσει το όμορφο στόμα της κλειστό προς το παρόν. Ο Νέιθαν πλησίασε εκνευρισμένος τον κάπτεν Μάλορι. Ο τύπος δεν θα μπορούσε να τον είχε φωνάξει σε χειρότερη στιγμή, όταν το τσεκούρι της ανιψιάς του κρεμόταν ακόμα πάνω από το κεφάλι του. Όμως δεν πίστευε ότι μερικά ακόμα λεπτά με την Τ ζούντιθ θα απομάκρυναν αυτό το τσεκούρι. Μέσα σε δύο εβδομάδες η κοπέλα είχε πειστεί ότι οι υποψίες της γι’ αυτόν ήταν σωστές. Ίσως άλλο τόσο να του έπαιρνε κι εκείνου για να της αλλάξει γνώμη – αν θα τα κατάφερνε τελικά. Κι αν όχι; Αν τελικά αποφάσιζε να διαδώσει έτσι κι αλλιώς το παραμύθι της; Ένα ενδεχόμενο θα ήταν να την προλάβει και να ομολογήσει τα πάντα αυτή τη στιγμή στον θείο της – να του μιλήσει ως καπετάνιος προς καπετάνιο. Σε καμία περίπτωση. Αυτή η λύση θα είχε νόημα μόνο αν ο καπετάνιος δεν ήταν λόρδος. Οι αριστοκράτες ήταν πολύ απρόβλεπτοι, που να τους πάρει. Εξάλλου, δεν γνώριζε τίποτα για τον θείο της Τ ζούντιθ Μάλορι πέρα από το ότι ήταν ένας πλούσιος λόρδος με γροθιές σαν αμόνια – και ότι του άρεσε να μπλέκεται σε καβγάδες. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχε αποκομίσει τις προάλλες ο Νέιθαν. Ευτυχώς, δεν πίστευε ότι ο συγκεκριμένος Μάλορι ήταν αυτός τον οποίο έπρεπε να αποφύγει. Αμφέβαλλε ότι ο καπετάνιος θα ζητούσε να πάρει εκδίκηση για ό,τι είχε συμβεί στην αποβάθρα, τη στιγμή που ο ίδιος τον είχε αφήσει να φύγει για να πάει να κυνηγήσει


τον ναύτη του Χάμετ. Παρ’ όλα αυτά, ως καπετάνιος ήταν ο βασιλιάς του πλοίου για τη διάρκεια του ταξιδιού, ο λόγος του ήταν νόμος, οι προσταγές του –δίκαιες ή άδικες– έπρεπε να εκτελούνται κατά γράμμα, και αν ο Νέιθαν είχε καταφέρει να του μπει στο μάτι εξαιτίας μιας γυναίκας, τότε θα γινόταν έξω φρενών – με τον εαυτό του. Ήταν βλακεία του που άφησε εκείνο το όμορφο πρόσωπο να τον ζαλίσει το προηγούμενο βράδυ. Που της μίλησε λες και δεν θα υπήρχαν συνέπειες από την κουβέντα τους και που δεν έδωσε βάση στο γεγονός ότι τον κατηγόρησε για όσα τον κατηγόρησε, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμα χειρότερα μπερδέματα. Κανονικά θα έπρεπε να είχε φύγει μακριά της όταν του δόθηκε η ευκαιρία, πριν η Τ ζούντιθ συνειδητοποιούσε ποιος ήταν. Ήταν γελοίο. Υποτίθεται ότι αυτό θα ήταν το εύκολο κομμάτι του ταξιδιού. Υποτίθεται ότι τα δύσκολα θα ξεκινούσαν με το που θα έφτανε στο Κονέκτικατ και θα έπρεπε να πείσει τους Γιάνκηδες αστυνομικούς εκεί πέρα να τον βοηθήσουν –αυτόν, έναν Εγγλέζο– να βγάλει από τη μέση κάτι συμπατριώτες τους κακοποιούς. Το πολύ πολύ να του γελούσαν κατάμουτρα. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσαν να πετάξουν τον ίδιο στη φυλακή για το θράσος του ή να τον διώξουν από την πόλη. Όμως, είχε μερικές εβδομάδες καιρό μέχρι να μάθει πόση εχθρότητα υπήρχε ακόμα ανάμεσα στις δύο χώρες που είχαν πολεμήσει κάμποσες φορές η μία με την άλλη. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω του για να δει αν η υπαίτια γι’ αυτή την τελευταία κακοτυχία του το είχε βάλει στα πόδια ή όχι. Ωστόσο, εξακολουθούσε να τη βλέπει μέσα στο μυαλό του: τις απαλές εξαίσιες καμπύλες, τα γεμάτα αισθησιακά χείλη, την ανυπέρβλητη ομορφιά της. Αν δεν κατάφερνε να τη μεταπείσει, ίσως θα μπορούσε να την ξελογιάσει για να την κάνει να μην πει τίποτα. Αμέσως μόλις του ήρθε αυτή η ιδέα, το πήρε απόφαση. Έτσι θα αντιμετώπιζε την Τ ζούντιθ Μάλορι. Ποτέ δεν είχε ξανανιώσει τέτοια ικανοποίηση για μια του απόφαση. Και τι έγινε που ήταν περιτριγυρισμένη από συγγενείς σε τούτο το πλοίο και που ήταν όλοι τους αριστοκράτες; Ήταν μαθημένος να ζει επικίνδυνα.


Όταν ο Νέιθαν πλησίασε τον Τ ζέιμς Μάλορι, τον είδε να μιλάει με τον ύπαρχό του. Ο Άρτι είχε μετανιωμένο ύφος, σαν να είχε δεχτεί κατσάδα. «Δεν ήξερα πως ήθελες να στηθεί πριν σαλπάρουμε…» έλεγε ο Άρτι. Ο καπετάνιος είχε την πλάτη γυρισμένη στον Νέιθαν, οπότε δεν θέλησε να τους διακόψει. Με φαρδύ άσπρο πουκάμισο, ανοιχτό στον λαιμό, εφαρμοστό ωχροκίτρινο παντελόνι, μαύρες μπότες ως το γόνατο και μαλλιά που του έφταναν μέχρι τους ώμους, ο Μάλορι δεν θύμιζε σε τίποτα αριστοκράτη, όπως και τις προάλλες. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω του, ο Νέιθαν συνειδητοποίησε πως ήταν το μοναδικό μέλος του πληρώματος που ήταν ευπρεπώς ντυμένο. Όπως ο καπετάνιος έτσι και οι άλλοι ναύτες είχαν βγάλει όλοι τα σακάκια τους και δούλευαν με τα πουκάμισα για μεγαλύτερη άνεση. Στο κάτω κάτω, δεν βρίσκονταν σε πλοίο του πολεμικού ναυτικού όπου το πλήρωμα έπρεπε να φοράει ατσαλάκωτη στολή. Ο Νέιθαν ήταν έτοιμος να βγάλει κι αυτός το πανωφόρι του όταν ο Μάλορι γύρισε και τον είδε. «Ο αδελφός μου είναι θυμωμένος μαζί σου», δήλωσε χωρίς περιστροφές. Ο Νέιθαν μόρφασε. «Ευχόμουν ότι δεν θα με θυμόσασταν». «Ξεχνιούνται μαλλιά σαν τα δικά σου; Δεν νομίζω». Όμως, ο καπετάνιος ήταν χαμογελαστός, σαν να θυμόταν μια ευχάριστη ανάμνηση, και ο Νέιθαν πήρε το θάρρος να ρωτήσει επιφυλακτικά, «Δεν θυμώσατε που χτύπησα τον αδελφό σας;» «Καθόλου. Για την ακρίβεια, το βρήκα πολύ διασκεδαστικό. Δεν συμβαίνει συχνά να αιφνιδιάζεται έτσι ο Τόνι. Θα θέλει ρεβάνς, όμως, οπότε θα σε συμβούλευα να τον αποφύγεις για μερικές μέρες. Κατά τύχη, η εργασία που θέλω να σου αναθέσω θα έχει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα. Μου είπαν ότι είσαι ο μαραγκός μου, αλλά πόσο έμπειρος είσαι;» Ανακουφισμένος που δεν θα τον ρωτούσε για τον καβγά στην αποβάθρα ούτε θα τον επέπληττε επειδή μιλούσε με την ανιψιά του, ο Νέιθαν είπε την αλήθεια. «Έχω τρία χρόνια εμπειρία, κύριε. Δύο


χρόνια χρειάστηκα για να μάθω ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, ενώ ύστερα ασχολήθηκα για έναν χρόνο με την κατασκευή επίπλων. Πιο πριν κατασκεύαζα καπνοδόχους. Ακόμα πιο πριν, ασχολήθηκα με το βάψιμο σπιτιών και την κατασκευή σκεπών». «Ώστε είσαι πολυτεχνίτης… και στεριανός; Και τότε, τι γυρεύεις στο Μέιντεν Τζορτζ;» «Πριν από μερικά χρόνια κληρονόμησα το πλοίο του πατέρα μου, αλλά την περασμένη εβδομάδα μου το έκλεψαν. Μια συμμορία ληστών λυμαίνεται την Αγγλία εδώ και μία δεκαετία και βάλε, αλλά επειδή δεν δρουν πολύ συχνά, οι Αρχές δεν έχουν καταφέρει να ανακαλύψουν ποιοι είναι ή τι κάνουν τα πλοία που κλέβουν». «Αυτό δεν απαντάει στην ερώτησή μου, αν και δημιουργεί μια άλλη. Πώς ένας καπετάνιος κατέληξε καραβομαραγκός; Τόσο πολύ σου αρέσει η θάλασσα που είσαι διατεθειμένος να μπαρκάρεις με οποιαδήποτε ιδιότητα;» «Απλά ο προορισμός σας συμπίπτει με το μέρος που πρέπει να πάω για να πάρω πίσω το πλοίο μου». Ο Τ ζέιμς γέλασε. «Α, μάλιστα, τώρα φτάνουμε κάπου. Ώστε λοιπόν έχεις απώτερο σκοπό. Και οι ληστές σου είναι Γιάνκηδες; Μα την αλήθεια, το βρίσκω πολύ ξεκαρδιστικό όλο αυτό. Δεν βλέπω την ώρα να το πω στον γαμπρό μου. Αλλά πες μου, πώς κατέληξες σε αυτό το συμπέρασμα;» «Όχι εγώ. Κάποιος διοικητής Μπέρντις συνέλαβε έναν από τους ληστές και τώρα έχει προσωπικά μαζί τους γιατί σκότωσαν έναν από τους άντρες του. Δέχτηκε να μου πει πού θα βρω τους ληστές και το πλοίο μου αν δεχτώ να τους βγάλω από τη μέση για λογαριασμό του». «Ώστε στην πραγματικότητα δουλεύεις για την κυβέρνηση;» «Ανεπίσημα». «Φυσικό είναι. Δεν μπορούμε να πατάμε κάλους Γιάνκηδων γιατί ίσως προκαλέσουμε κι άλλο πόλεμο, σωστά;» είπε ξερά ο Τ ζέιμς. «Κάπως έτσι». «Μάλιστα. Τέλος πάντων, μπορεί να είσαι καπετάνιος, αλλά όχι σ’


αυτό το ταξίδι». «Είμαι έτοιμος να δουλέψω». «Και αυτό θα κάνεις, ξεκινώντας από τώρα μάλιστα. Ο ύπαρχός μου θυμήθηκε να φορτώσει τα απαραίτητα υλικά, αλλά μου λέει ότι ξέχασε να ενημερώσει και σένα πως θέλω να κατασκευαστεί ένα ριγκ προπόνησης στο αμπάρι του πλοίου μου. Πάρε τα σύνεργά σου και πήγαινε κάτω να τον συναντήσεις. Θα σου δείξει πού θα το κατασκευάσεις». «Ριγκ προπόνησης;» Ο Τ ζέιμς είχε αρχίσει να γυρίζει, αλλά σταμάτησε και στο πρόσωπό του χαράχτηκε ένα συνοφρύωμα. «Μη μου πεις ότι δεν ξέρεις τι είναι το ριγκ προπόνησης». Ο Νέιθαν σφίχτηκε, έτοιμος για μάχη. Ο καπετάνιος φαινόταν τελείως απειλητικός όταν συνοφρυωνόταν. Όμως ο Νέιθαν έπρεπε να ξέρει τι θα κατασκεύαζε. Τα μόνα ριγκ που γνώριζε ήταν για πυγμαχία. Σίγουρα δεν αναφερόταν σε κάτι τέτοιο ο καπετάνιος. Ή μήπως ναι; «Για μπουνίδι;» Το συνοφρύωμα έσβησε. «Τέλεια, ώστε ξέρεις τι είναι». «Πόσο μεγάλο θέλετε να είναι;» «Το μέγεθος του καναβάτσου θα καθορίσει τις διαστάσεις της εξέδρας. Τ ριάντα εκατοστά από το έδαφος θα είναι ό,τι πρέπει. Με διαβεβαίωσαν ότι όλα όσα θα χρειαστείς βρίσκονται ήδη κάτω. Και, Τ ρεμέιν, μην αργήσεις πολύ να το κατασκευάσεις. Έχω αρχίσει ήδη να νιώθω την ανάγκη να το χρησιμοποιήσω». «Δεν θα μου πάρει πάνω από μία μέρα, κάπτεν Μάλορι». «Τέλεια. Κάνε καλή δουλειά και θα μπορέσεις να το δοκιμάσεις μαζί μου. Ναι, ναι, ξέρω ότι σου πρόσφερα ήδη αυτή τη δουλειά και αρνήθηκες, αλλά μετά από όσα μου είπες για το χαμένο σου πλοίο και τα λοιπά, μου φαίνεται πως ίσως θελήσεις να εκτονώσεις τον θυμό που έχεις μέσα σου, οπότε ίσως το ξανασκεφτείς. Και μιας που το έφερε ο λόγος, πήρες τις απαντήσεις που γύρευες από εκείνον τον ναυτικό τις προάλλες;»


«Ναι». «Μάλλον πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη για την παρέμβασή μου στον μικρό διαπληκτισμό σου. Δεν φαινόσουν να χρειάζεσαι βοήθεια. Απλά δεν μου αρέσει να προσπερνάω μια ευκαιρία για εξάσκηση όταν μου παρουσιάζεται τόσο αβίαστα. Αλλά τώρα πήγαινε όμως. Πρέπει να κατασκευάσεις το ριγκ μου». Ο Μάλορι δεν φαινόταν κακός τύπος – για καπετάνιος. Ο Νέιθαν δεν του είχε πει τίποτα που δεν ήθελε να αποκαλύψει. Επίσης, είχε απόλυτο δίκιο: θα του έκανε καλό να εκτονώσει κάπου τον εκνευρισμό του, απλά όχι για τον λόγο που νόμιζε. Όμως, το να πυγμαχήσει με τον καπετάνιο του στη θάλασσα, δεν θα του έβγαινε μάλλον σε καλό. Ήταν προφανές ότι ο καπετάνιος δεν πίστευε ότι θα χάσει. Αν έχανε όμως; Και θύμωνε γι’ αυτό; Όχι, η καλύτερη λύση ήταν να αποφύγει οποιαδήποτε άλλη συζήτηση με τον καπετάνιο, που δεν θα ήταν δύσκολο. Μόνο ο ύπαρχος και ο λοστρόμος του έπαιρναν απευθείας διαταγές από αυτόν. Αυτοί οι δύο θα είχαν προσωπική επαφή με τον Τ ζέιμς Μάλορι στο ταξίδι. Όχι ο Νέιθαν. Δόξα τω Θεώ.


Κεφάλαιο δεκαπέντε Μόλις ο Νέιθαν ανέβηκε στο καρέ των αξιωματικών, η Τ ζούντιθ πήγε και στάθηκε ακριβώς από κάτω για ν’ ακούσει όσα θα έλεγαν χωρίς να τη δουν. Αυτά που άκουσε όμως τη φούντωσαν ακόμα πιο πολύ. Περισσότερα ψέματα. Έλεγε ποτέ του την αλήθεια; Θα αναγκαζόταν όμως. Ο μόνος λόγος που δεν είχε πάει μαζί του στον θείο της ήταν η φράση που της είχε πει: «Δώσε μου την ευκαιρία να σου εξηγήσω προτού κάνεις κάτι που θα μετανιώσουμε και οι δυο. Δεν είναι αυτό που νομίζεις». Αυτό, συν του ότι ο Τ ζέιμς ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειάς της ο οποίος θα ανασήκωνε απλά τους ώμους του αν μάθαινε ότι στο πλοίο του βρισκόταν ένας λαθρέμπορος. Τον πατέρα της έπρεπε να ενημερώσει, όχι τον αδελφό του. Αλλά ούτε τον Άντονι πήγε να βρει. Τη συγκράτησε το γεγονός ότι ο Νέιθαν της είχε φυτέψει στο μυαλό έναν σπόρο αμφιβολίας. Αντ’ αυτού πήγε στην καμπίνα της Τ ζάκλιν για να δει αν είχε ξυπνήσει. Η ξαδέλφη της δεν θα της το συγχωρούσε ποτέ αν δεν ήταν η πρώτη στην οποία θα έλεγε ότι το πρώην φάντασμα είχε βρεθεί, καθώς και το ποιος ήταν πραγματικά. Όμως, η Τ ζούντιθ δεν είχε βρει ακόμα την ευκαιρία να της το πει. Χτες βράδυ, όταν πήγε το βιβλίο στην Κέιτι, ο πατέρας της της είχε ζητήσει να παίξουν μια παρτίδα τάβλι και το παιχνίδι τους συνεχιζόταν ακόμη όταν η Τ ζακ έφυγε για να πάει για ύπνο. Όμως, η Τ ζάκλιν κοιμόταν ακόμα του καλού καιρού και η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε μεμιάς πού ήθελε να βρίσκεται αυτή τη


στιγμή. Με το μυαλό της κολλημένο ακόμα στον Νέιθαν Τ ρεμέιν, ξεκίνησε να πάει εκεί που ήξερε ότι θα τον έβρισκε. Αλλά όταν έφτασε εκεί, τον άκουσε να μιλάει με τον Άρτι, οπότε ανέβηκε πάλι στο κατάστρωμα. Ήξερε πως δεν ταίριαζε σε μια κυρία να μένει μόνη μ’ ένα μέλος του πληρώματος, και δεν ήθελε να δώσει στον Άρτι λαβή για να αναφέρει ότι την είδε να κατεβαίνει στο αμπάρι ψάχνοντας τον Νέιθαν. Με το που είδε τον Άρτι να ανεβαίνει πάλι στο κατάστρωμα, η Τ ζούντιθ ξαναπήρε τον δρόμο για το αμπάρι. Αφού έριξε πρώτα μια κλεφτή ματιά στο κατάστρωμα φορτίου, κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια. Ο Νέιθαν ήταν μόνος του. Εκείνη την ώρα άδειαζε ένα από τα κασόνια και δεν την άκουσε που ήρθε. Είχε βγάλει το σακάκι του και είχε ξεκουμπώσει τα πάνω κουμπιά στο πουκάμισό του, πολύ λογικό αφού στο αμπάρι έκανε περισσότερη ζέστη απ’ ό,τι στο κατάστρωμα. Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Ήταν χάρμα οφθαλμών. Αν τον έβλεπε η Τ ζακ, θα έλεγε ότι έμοιαζε με πειρατή – όχι, υπενθύμισε η Τ ζούντιθ στον εαυτό της, με λαθρέμπορο. Η υπενθύμιση αυτή την έκανε να πάρει για μια στιγμή τα μάτια της από πάνω του. Κοίταξε γύρω της το μεγάλο αμπάρι, το οποίο ήταν σχεδόν άδειο αφού το πλοίο δεν μετέφερε φορτίο. Οι προμήθειες για το ταξίδι είχαν αποθηκευτεί στις άκρες μέσα σε κασόνια και βαρέλια διαφόρων μεγεθών. Προς την πρύμνη είχαν διαμορφωθεί ειδικοί κλειστοί χώροι για τα ζώα που μεταφέρονταν στο μαγειρείο ανάλογα με τις ανάγκες. Άκουσε κακαρίσματα κοτόπουλων στο βάθος. Ο Νέιθαν στεκόταν δίπλα σε μια στοίβα ξυλουργικά υλικά, μα κατά τ’ άλλα το μεγαλύτερο μέρος του αμπαριού ήταν άδειο, οπότε υπήρχε πολύς χώρος για το ριγκ προπόνησης που τον είχαν βάλει να κατασκευάσει. «Δεν θα περίμενες να κάνει κάτι τέτοιο ένας καραβομαραγκός, έτσι;» Ο Νέιθαν σφίχτηκε στον ήχο της φωνής της, αλλά δεν σήκωσε το κεφάλι από τη δουλειά του. «Φύγε από εδώ, μπελά», της είπε με


γκρινιάρικο ύφος. «Μπορούμε να συνεχίσουμε τη διαμάχη μας αφού τελειώσω τη δουλειά». Η κοπέλα δεν έδωσε σημασία στον προσβλητικό χαρακτηρισμό και στην πρότασή του. «Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μερικά ζητήματα. Κι όσο πιο γρήγορα τελειώσεις τη δουλειά σου, τόσο πιο σύντομα θα το κάνουμε. Μπορώ να σε βοηθήσω». «Ούτε να το σκέφτεσαι». «Πρέπει να μετρήσεις το καναβάτσο πριν αρχίσεις την κατασκευή του ριγκ, έτσι δεν είναι; Μπορώ να σε βοηθήσω να το απλώσουμε». Ο Νέιθαν γύρισε και την κοίταξε. «Ώστε είχες στήσει αφτί;» Δεν υπήρχε λόγος να το αρνηθεί. «Απλά ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν θα σε σκότωνε ο θείος μου». Μισόκλεισε τα μάτια του. «Πες την αλήθεια, μου κάνεις πλάκα γι’ αυτόν ή όχι;» Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε τους ώμους. «Όπως το βλέπει κανείς. Για μένα είναι ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου, ο στοργικός πατέρας της καλύτερής μου φίλης, ο πιο αγαπημένος αδελφός του πατέρα μου. Στην πραγματικότητα είναι ένας μεγάλος, αγαπησιάρικος αρκούδος». «Ναι αλλά τι γνώμη έχουν γι’ αυτόν όσοι δεν είναι μέλη της οικογένειάς του;» «Κάποιοι τον φοβούνται, υποθέτω, αν και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί». Ο Νέιθαν μούγκρισε. «Εγώ ναι. Προχθές το βράδυ τον είδα να κάνει κιμά τέσσερις τύπους μέσα σε λίγα λεπτά. Οι γροθιές του είναι φονικές». «Ε καλά, αυτό το ξέρουν όλοι. Αυτός και ο πατέρας μου είναι ανυπέρβλητοι πυγμάχοι. Εδώ και χρόνια δηλαδή. Είναι μια ικανότητα που καλλιέργησαν όταν ήταν οι πιο διαβόητοι άσωτοι του Λονδίνου». «Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Η πυγμαχία και το ξελόγιασμα γυναικών δεν έχουν καμία σχέση το ένα με το άλλο». «Φυσικά και έχουν, αν σκεφτείς πόσο συχνά τους καλούσαν σε μονομαχία διάφοροι εξαγριωμένοι σύζυγοι. Ωστόσο, επειδή δεν είχαν


καμία όρεξη να σκοτώσουν κανέναν φουκαρά απλά και μόνο επειδή είχε άπιστη σύζυγο, αποφάσισαν να μεταφέρουν τις μονομαχίες στο ριγκ. Έτσι κι αλλιώς θα νικούσαν και στα δύο». Ο Νέιθαν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Νόμιζα ότι θα φρόντιζαν να κρατήσουν μακριά από ευαίσθητα αφτιά σαν τα δικά σου αυτά τα σκάνδαλα». Η Τ ζούντιθ μαζεύτηκε. Λόγω του θέματος που συζητούσαν είχαν πάρει άραγε τόσο αισθησιακή έκφραση τα πράσινα μάτια του; Οι παλμοί της ανέβηκαν. Πήρε βαθιά ανάσα για να καλμάρει, αλλά μέχρι και στα δικά της αφτιά η ανάσα της ακούστηκε σαν αναστεναγμός. Έσπευσε να του πει, «Όλοι το γνώριζαν, δεν ήταν κανένα οικογενειακό μυστικό». Ο Νέιθαν συνέχισε να έρχεται προς το μέρος της. «Ώστε έχει μυστικά η οικογένειά σου;» Η Τ ζούντιθ συνέχισε να οπισθοχωρεί μακριά του. «Οι περισσότερες οικογένειες κρύβουν κάνα δυο σκελετούς στις ντουλάπες τους, αν και όχι τόσους όσους η δική σου, φαντάζομαι». Από το μυαλό της πέρασε στιγμιαία η σκέψη να μην υποχωρήσει άλλο. Μήπως ήθελε να την τρομάξει που ήταν ολομόναχη μαζί του εδώ κάτω; Ίσως τελικά να μην ήταν και η πιο έξυπνη κίνηση να κατέβει στο αμπάρι τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός είχε μυστικά τα οποία ήθελε να κρύψει, κι αυτή ήταν η μόνη που τα ήξερε. Η κοπέλα συνέχισε να οπισθοχωρεί μακριά του, αλλά κάτι της έκοψε τον δρόμο. Τα γόνατά της έπεσαν πάνω σ’ ένα εμπόδιο και την επόμενη στιγμή βρέθηκε καθισμένη σ’ ένα κασόνι. Ο Νέιθαν έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, λες και αυτό ήθελε να πετύχει εξαρχής, και της είπε με μια δόση ευθυμίας, «Αν θες να κάτσεις κάτσε, απλά φρόντισε να μην μπλέκεσαι στα πόδια μου». Ώστε το είχε κάνει επίτηδες;! Η οργή της φούντωσε μεμιάς βλέποντάς τον να απομακρύνεται. Ήταν έτοιμη να του βάλει τις φωνές που προσπάθησε να την τρομάξει, όταν ο Νέιθαν κοντοστάθηκε και πρόσθεσε, «Εκτός κι αν θες κι εσύ το φιλί που σκεφτόμουν να σου δώσω». Γύρισε και την κοίταξε. «Θες;»


Δηλαδή να τη φιλήσει ήθελε μόνο; Μα γιατί δεν το έλεγε! «Φυσικά όχι», του αντιγύρισε φουρκισμένη. «Μη νευριάζεις, γλύκα μου. Ήθελα απλά να σου δείξω τη διαφορά», είπε ο Νέιθαν και γύρισε πάλι προς το μέρος της. «Ποια διαφορά;» «Ανάμεσα στο φιλί του λαθρεμπόρου σου και στο δικό μου. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ο πιο απολαυστικός τρόπος για να σου ξεδιαλύνω τη σύγχυση». «Αμφιβάλλω αν θα αποδείκνυες κάτι με αυτό». Ο Νέιθαν έβαλε τα γέλια. «Τόσο καλός ήταν;» Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε το φρύδι της. «Το λες σαν να νομίζεις πως εσύ θα ήσουν καλύτερος;» Ο Νέιθαν ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν μου έχουν παραπονεθεί ποτέ, το αντίθετο μάλιστα. Οπότε, ίσως θέλεις να σκεφτείς την προσφορά μου, αντί ν’ αφήσεις να σε τρώει η ανησυχία μήπως ένας λαθρέμπορος σου στρίψει τον όμορφο λαιμό προκειμένου να μη μαθευτεί το μυστικό του. Δεν σου πέρασε από το μυαλό;» «Ανοιχτή απειλή ήταν αυτό;» «Όχι βέβαια. Ποτέ δεν θα σε απειλούσα. Ίσα ίσα που νομίζω ότι θα σε προστάτευα και με τη ζωή μου ακόμα». Μ’ αυτά του τα λόγια κατάφερε να την αφήσει άφωνη από την κατάπληξη. «Γιατί;» «Επειδή για ελάχιστα πράγματα αξίζει να πεθάνεις: την οικογένεια, την πατρίδα… και την αγάπη μιας όμορφης γυναίκας». Πώς του ήρθε να της πει κάτι τέτοιο;! Μήπως προσπαθούσε να φυτέψει στο μυαλό της τη σκέψη ότι αν κρατούσε το μυστικό του τότε, ίσως θα μπορούσε να γεννηθεί μεταξύ τους κάποιο αίσθημα; Αυτός, όμως, δεν φάνηκε να περιμένει απάντηση, παρά καταπιάστηκε με τη δουλειά του αγνοώντας την παντελώς. Έβγαλε το καναβάτσο μέσα από το κασόνι και το έριξε στο κέντρο του αμπαριού πριν αρχίσει να το ξετυλίγει. Η Τ ζούντιθ συνέχισε να τον παρακολουθεί και είδε με πόση επιδεξιότητα έκανε τη δουλειά του. Ούτε μια στιγμή δεν έδειξε


δισταγμό, πράγμα που θα μαρτυρούσε πως ίσως δεν ήξερε τι έκανε. Αυτό την οδήγησε αναγκαστικά στο συμπέρασμα πως όντως είχε μάθει κάποια στιγμή την ξυλουργική τέχνη. Άραγε είχε πει αλήθεια στον Τ ζέιμς, ότι είχε δουλέψει για τρία χρόνια ως ξυλουργός; Πότε πρόλαβε αν πριν από πέντε χρόνια ήταν ήδη λαθρέμπορος; Πολύ καλά, παραδέχτηκε από μέσα της, μπορεί να μην ήταν λαθρέμπορος όλα αυτά τα χρόνια, αλλά σίγουρα ήταν τον τελευταίο καιρό. Είχε παραδεχτεί πως είχε δικό του πλοίο – αν ήταν αλήθεια αυτό που είχε πει στον θείο της. Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Κοίταζε σαν υπνωτισμένη τον τρόπο που τεντώνονταν οι μύες του καθώς κάρφωνε τους πασσάλους στις τέσσερις γωνίες του ριγκ. Ήταν υπερβολικά μυώδης για κοινός ναυτικός. Αν και μπορούσε να τον φανταστεί να διοικεί το δικό του πλοίο. Άραγε το είχε ναυπηγήσει μόνος του; Γι’ αυτό είχε μάθει ξυλουργική; Και, τότε, ποιος του είχε μάθει ναυσιπλοΐα; Θεούλη μου, είχε τόσο πολλά ερωτηματικά. Το ένα οδηγούσε στο άλλο. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να μην τον ρωτάει τίποτα αφού η ανάσα της κόπηκε σχεδόν όταν τον είδε να βγάζει το πουκάμισό του και να το πετάει στην άκρη καθώς άρχισε να καρφώνει το πρώτο πλαϊνό τοίχωμα της εξέδρας. Το στέρνο του γυάλιζε ήδη από τον ιδρώτα. Η Τ ζούντιθ ένιωσε να ζεσταίνεται κι αυτή, οπότε έβγαλε το πανωφόρι της και το άφησε πάνω στο κασόνι όπου καθόταν. «Εξάλλου, μπορώ να σκεφτώ ένα σωρό πολύ πιο ευχάριστα πράγματα που θα ήθελα να κάνω με τον λαιμό σου», της είπε ξαφνικά, σαν να συνέχιζαν μια προηγούμενη συζήτηση. Κι ύστερα πρόσθεσε: «Δεν κοκκινίζεις;» Η Τ ζούντιθ ξεκόλλησε τα μάτια της από το στέρνο του και είδε πως ο Νέιθαν είχε γυρίσει πάλι προς το μέρος της και την κοιτούσε, καθώς την είχε τσακώσει να τον χαζεύει. Τ ώρα κοκκίνισε. Δηλαδή, τον λαιμό της σκεφτόταν όλη αυτή την ώρα; «Η οικογένειά μου δεν είχε μόνο δύο άσωτους, οπότε δεν υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να με κάνουν να κοκκινίσω από


ντροπή». «Εγώ, πάντως, φαίνεται να το πετυχαίνω πανεύκολα», της είπε γελώντας. «Προσπαθείς επίτηδες να με φέρεις σε δύσκολη θέση, οπότε κόφ’ το». «Δεν το κάνω επίτηδες, ή μήπως νομίζεις ότι συνηθίζω να μιλάω με λεπτεπίλεπτες κυρίες σαν εσένα; Πίστεψέ με, οι γυναίκες που γνωρίζω εγώ δεν κοκκινίζουν από ντροπή». Της χαμογέλασε, αλλά μετά σοβαρεύτηκε. «Τ ι σ’ έκανε να νομίζεις πως είχες ξανακούσει τη φωνή μου και πριν από χτες το βράδυ – εκτός από το ότι μου είχες ξαναμιλήσει και πριν από πέντε χρόνια, που θα ξέρεις βέβαια πως είναι πάρα πολύ μεγάλο διάστημα για να θυμάσαι μια φωνή;» «Δεν ήταν η φωνή σου, αλλά το γεγονός ότι με αποκαλείς συνεχώς “ γλύκα μου”. Έτσι με αποκάλεσε και ο λαθρέμπορος». «Και πιστεύεις ότι τα γλυκόλογα είναι τόσο σπάνια; Ότι είμαι ο μοναδικός που χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο;» «Αν δεν είσαι λαθρέμπορος, τότε τι είσαι;» «Πλοιοκτήτης και ξυλουργός, όπως είπαμε ήδη. Ας μην το κουράζουμε άλλο». «Κι όμως, είπες ότι ο λόγος που βρίσκεσαι σ’ αυτό εδώ το πλοίο είναι για να βγάλεις το ψωμί σου», του υπενθύμισε. «Θα αντιλαμβάνεσαι φυσικά ότι ένα ψέμα σημαίνει πως όλα όσα λες είναι ύποπτα». Ο Νέιθαν γέλασε. «Είσαι πολύ καχύποπτη για τόσο νέα. Πώς και ξέρει τόσα πολλά για τους λαθρέμπορους και όλα αυτά μια λεπτεπίλεπτη κυρία σαν εσένα;» «Αν σου έλεγα σε τι έχουν μπλεχτεί κάποια από τα μέλη της οικογένειάς μου δεν θα το πίστευες». «Σαν τι δηλαδή;» «Δεν θα σου πω εγώ μυστικά, αλλά εσύ». «Όχι την ώρα που δουλεύω». Η Τ ζούντιθ δεν το σχολίασε, μόνο τον ρώτησε, «Θα μπορέσεις αλήθεια να κατασκευάσεις το ριγκ μέσα σε μία μέρα όπως είπες στον


θείο μου;» «Ναι, ακόμα κι αν έπρεπε να κόψω μόνος μου τα ξύλα, που δεν χρειάζεται. Ο Άρτι είπε ότι προμηθεύτηκε όλα τα υλικά από έναν επαγγελματία κατασκευαστή ριγκ, οπότε είναι ήδη κομμένα στα σωστά μέτρα και το μόνο που χρειάζεται είναι να συναρμολογηθούν. Αλλά γιατί ρωτάς; Ανησυχείς ότι θα μπω στο μάτι του θείου σου αν τον απογοητεύσω;» «Όχι. Όταν συμβεί αυτό, είμαι σίγουρη ότι δεν θα έχει καμία σχέση με τη δουλειά σου ως ξυλουργού». «Κι όμως, αυτό θα γίνει αν συνεχίσεις να μου αποσπάς την προσοχή», της αντιγύρισε. Η Τ ζούντιθ έπνιξε ένα χαμόγελο. «Εγώ καθόμουν ήσυχα ήσυχα εδώ πέρα. Εσύ άρχισες να μιλάς για λαιμούς». Ο Νέιθαν ξεφύσηξε καγχαστικά, αλλά συνέχισε να καρφώνει και δεν σταμάτησε να δουλεύει ούτε μερικά λεπτά αργότερα, όταν τη ρώτησε, «Πόσο συχνά έχαναν ο πατέρας σου και ο θείος σου στις μονομαχίες που είπες;» «Ποτέ». «Ποτέ; Ούτε καν άμα τους αιφνιδίαζαν;» «Ποιος θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο;» Η απάντησή της δεν φάνηκε να του καλαρέσει, αλλά καθώς φαινόταν να μπορεί να δουλεύει και να συζητάει ταυτόχρονα, η Τ ζούντιθ συνέχισε, αποφασίζοντας να δοκιμάσει μια άλλη προσέγγιση. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι η δικαιολογία που σκαρφίστηκες ήταν πολύ καλή, αντί να ομολογήσεις ότι τρέχεις για να ξεφύγεις από το χέρι του νόμου». «Ποια δικαιολογία;» «Ότι καταδιώκεις ένα κλεμμένο πλοίο. Εσύ το κατασκεύασες;» «Όχι, το κληρονόμησα από τον πατέρα μου πριν από δύο χρόνια». «Ώστε λοιπόν είσαι λαθρέμπορος μόνο τα δύο τελευταία χρόνια;» του πέταξε δήθεν αθώα, με την ελπίδα ότι θα της ξεφούρνιζε κατά λάθος την αλήθεια ενόσω ήταν προσηλωμένος στη δουλειά του. Πού τέτοια τύχη όμως!


Ο Νέιθαν έριξε μια ματιά προς το μέρος της. «Σου είπα ότι κάνεις λάθος. Παρ’ όλα αυτά φαίνεσαι να σε τρώει η περιέργεια για μένα, οπότε τι θα έλεγες να κάνουμε μια συμφωνία; Θα απαντήσω σε όλες σου τις ερωτήσεις κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αν δεχτείς να απαντήσεις κι εσύ σε μερικές δικές μου, και θα συμφωνήσουμε να κρατήσουμε ο ένας τα μυστικά του άλλου». «Εγώ δεν έχω μυστικά που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν στη φυλακή», του είπε αμέσως. Ο Νέιθαν ανασήκωσε τους ώμους του. «Ούτε εγώ. Πάντως, αν δεν θέλεις να κάνουμε συμφωνία, ας είναι». «Μη βιάζεσαι, δεν είπα αυτό. Για να είμαστε σαφείς, μου λες ότι θα μου πεις την ιστορία της ζωή σου – την αληθινή – αν δεχτώ να κρατήσω για τον εαυτό μου ό,τι πεις;» «Θα πρέπει να κάνεις κάτι παραπάνω. Δεν μπορείς να πεις σε κανέναν ότι έχουμε συναντηθεί και παλιότερα. Θα είναι το μυστικό μας». «Μα η ξαδέλφη μου–» «Σε κανέναν». Η Τ ζούντιθ έκλεισε το στόμα της. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα κατάφερνε να κρατήσει μυστικά από την Τ ζακ, και φυσικά δεν το ήθελε κιόλας τη στιγμή που σε όλη τους τη ζωή μοιράζονταν τα πάντα. Του είπε νευριασμένη, «Έχω την αίσθηση πως είμαι η ριγμένη αυτής της συμφωνίας. Θα πρέπει να σκεφτώ κάτι άλλο που μπορείς να κάνεις για μένα ώστε η συμφωνία να είναι ισότιμη». «Είμαστε σύμφωνοι λοιπόν;» «Σύμφωνοι». Σηκώθηκε από τη θέση της για να δώσουν τα χέρια, αλλά τότε άκουσε να τη φωνάζουν. «Πρέπει να φύγω. Με φωνάζει η Τ ζακ». «Τ ζακ; Μα η φωνή ήταν γυναικεία». «Ναι, είναι, αλλά δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω». «Έχεις χρόνο γι’ αυτό όμως». Η Τ ζούντιθ είχε ήδη αρχίσει να ανεβαίνει βιαστικά τη σκάλα και δεν είχε σκοπό να γυρίσει για να μάθει τι εννοούσε. Γι’ αυτό, δεν τον


είδε να αφήνει κάτω το σφυρί του και να απλώνει το χέρι του προς το μέρος της. Άξαφνα, όμως, βρέθηκε κολλημένη πάνω του με το ένα του μπράτσο τυλιγμένο γύρω από τη μέση της, ενώ το άλλο ήταν στους ώμους της, με την παλάμη του πίσω από τον λαιμό της. Την έγειρε λίγο προς τα πίσω και τα χείλη του τρίφτηκαν απαλά πάνω στα δικά της. Τ ι κλασική ρομαντική πόζα! Ωστόσο, η Τ ζούντιθ σκέφτηκε ότι προσπαθούσε και πάλι να της κλέψει ένα φιλί. Αυτή τη φορά, όμως, ήξερε ποιος το έκανε – όχι ένας απρόσωπος μπερμπάντης, αλλά ένας πανέμορφος άντρας. Οπότε, όταν αντέδρασε όπως ήξερε ότι έπρεπε να αντιδράσει, και προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του, η χλιαρή της προσπάθεια έκανε τα χέρια της να γλιστρήσουν πάνω στο γυμνό του στέρνο και στους ώμους του. Και πριν προλάβει να προσπαθήσει πάλι, η απολαυστική αίσθηση των χειλιών του που τρίβονταν πάνω στα δικά της, της ξύπνησε τόσο γαργαλιστικές αισθήσεις που δεν ήθελε πια να τραβηχτεί μακριά του. Ήταν τόσο αισθησιακή η επίθεση στις αισθήσεις της: ο τρόπος που της άνοιξε τα χείλη με τα δικά του, που ρούφηξε το κάτω χείλι της και πιπίλισε το πάνω γλείφοντας μετά και τα δύο, προτού η γλώσσα του συναντήσει φευγαλέα τη δική της. Την έσφιξε πιο δυνατά και το φιλί του έγινε πιο βαθύ, κάνοντας τους παλμούς της ν’ αρχίσουν να χτυπούν ακανόνιστα. Ένα κύμα κάψας απλώθηκε σε όλο της το κορμί. Την είχαν απορροφήσει τόσο πολύ αυτά που της έκανε που ξαφνιάστηκε όταν την άφησε και η Τ ζούντιθ έμεινε να στέκεται εκεί, χωρίς το στήριγμα του σώματός του. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει μ’ ένα παράξενο, ανεξιχνίαστο βλέμμα. «Υπήρχε διαφορά;» τη ρώτησε. Γι’ αυτό τη φίλησε; «Ξέρεις πολύ καλά ότι υπήρχε διαφορά γιατί ξέρεις πόσο σύντομο ήταν το άλλο φιλί, καθώς και ότι τελείωσε έτσι». Δεν τον χαστούκισε τόσο δυνατά όσο εκείνη τη νύχτα στο παλιό σπίτι. Αυτός θα πρέπει να ήταν και ο λόγος που ο Νέιθαν έβαλε τα


γέλια. «Να υποθέσω ότι δεν θα ισχύσει τελικά η συμφωνία μας;» «Κάθε άλλο, απλά θα προσπαθήσω να σκεφτώ κάτι πολύ δυσάρεστο ως αντάλλαγμα προκειμένου να τηρήσεις τη δική σου πλευρά της συμφωνίας… εκτός από το να μου πεις την αλήθεια δηλαδή». «Αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να είναι δυσάρεστο οτιδήποτε έχει να κάνει με σένα, γλύκα μου». «Ακόμα κι αν σε κάνω υποχείριο μου, και σου ζητήσω να μου κάνεις όλα τα χατίρια;» Ο Νέιθαν χαμογέλασε. «Μου φαίνεται ότι η συμφωνία έγινε ακόμα πιο γλυκιά για μένα». «Μην είσαι τόσο σίγουρος», του πέταξε φουρκισμένη αυτή. «Ω, μα είμαι. Εφόσον δεν είναι κάτι που θα με μπλέξει σε φασαρίες με τον καπετάνιο, τότε είμαι στις προσταγές σου. Θα ήθελες να επισφραγίσουμε τη συμφωνία μας μ’ ένα φιλί ακόμα;» Η Τ ζούντιθ δεν απάντησε παρά ανέβηκε με αποφασιστικά βήματα τη σκάλα. Αρκετά τον είχε διασκεδάσει για σήμερα. Όταν θα ξανασυναντιόντουσαν, θα είχε αυτή το πάνω χέρι και σκόπευε να μην το χάσει.


Κεφάλαιο δεκαέξι «Φαίνεται πολύ μόνη και θλιμμένη», είπε η Τ ζούντιθ στην Τ ζάκλιν ενώ κοιτούσαν την Κάθριν Μπένεντεκ, η οποία είχε εμφανιστεί μόλις στο κατάστρωμα, με τα καστανά μαλλιά της τόσο σφιχτά πιασμένα που ο άνεμος δεν τα είχε ανακατέψει ακόμα. «Και τι μας νοιάζει εμάς;» ρώτησε η Τ ζάκλιν. Κάθονταν σε μία από τις σκάλες που συνέδεαν τα καταστρώματα και τσιμπολογούσαν γλυκίσματα. Είχαν καθίσει άκρη άκρη στα σκαλοπάτια ώστε οι ναυτικοί να μπορούν να πηγαινοέρχονται χωρίς να τους ζητούν συνεχώς να φύγουν από τη μέση. Η Τ ζούντιθ ένιωθε ακόμα τύψεις για το ψέμα που είχε πει στην Τ ζακ, όταν η ξαδέλφη της τη ρώτησε πού είχε πάει. Τα μάγουλά της είχαν αναψοκοκκινίσει, αλλά η Τ ζάκλιν την άρπαξε αμέσως για να πάνε να καθίσουν στη σκάλα και δεν παρατήρησε το φούντωμά της. Θεέ μου, είχε ήδη αρχίσει τα ψέματα στην Τ ζακ. Πριν ανέβει στο κατάστρωμα, είχε περάσει τρέχοντας από το μαγειρείο και είχε πάρει δύο γλυκίσματα. Έπρεπε να έχει έτοιμη μια δικαιολογία γιατί δεν την είχε βρει στο κατάστρωμα. Έδωσε το ένα γλύκισμα στην Τ ζακ και είπε, «Πέρασα από το μαγειρείο για να πάρω αυτά». Παρ’ όλα αυτά, οι τύψεις επέμεναν. Πώς θα κατάφερνε να κρατήσει μυστικό από την καλύτερη της φίλη, τη στιγμή που η Τ ζακ την γνώριζε καλύτερα από τον καθένα; Ωστόσο, η μυστηριώδης Κάθριν Μπένεντεκ εμφανίστηκε πάνω στην ώρα για να της αποσπάσει το μυαλό από τα μυστικά και τα φιλιά και τα πρώην φαντάσματα, τουλάχιστον προς το παρόν. «Δεν


είσαι καθόλου περίεργη γι’ αυτήν;» «Ύστερα από τον τρόπο που σου μίλησε χτες βράδυ έξω από τις καμπίνες μας… όχι». «Εγώ ναι. Ποιος βάζει τις φωνές χωρίς λόγο;» «Αυτή». Η Τ ζούντιθ στριφογύρισε τα μάτια της. «Πάμε να της συστηθούμε». «Καλά. Αλλά έτσι κι αρχίσει πάλι να τσιρίζει, θα την πετάξω στο νερό». Η Τ ζάκλιν πέταξε το μισοφαγωμένο της γλύκισμα στη θάλασσα, σκούπισε τα χέρια της πάνω στο παντελόνι της και σηκώθηκε όρθια. Φορούσε ήδη τα ναυτικά της ρούχα: φαρδύ παντελόνι, ριχτό πουκάμισο κι ένα ροζ φουλάρι στο κεφάλι, με το οποίο είχε δέσει τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Επιπλέον, δεν είχε κάνει τον κόπο να φορέσει παπούτσια ή μπότες, προτιμώντας να είναι ξυπόλυτη. Είχε βάλει να της ράψουν τρία σετ ναυτικών ρούχων για το ταξίδι, και άλλα τρία για την Τ ζούντιθ, αν και η Τ ζούντιθ της είχε πει ότι δεν θα τα φορούσε. Λάτρευαν και οι δύο τη θάλασσα, απλά σε αντίθεση με την Τ ζακ, η Τ ζούντιθ δεν είχε καμία όρεξη να ασχολείται με τις εργασίες του πλοίου. «Ούτε που ακούμπησες το γλύκισμά σου», της είπε η Τ ζούντιθ, τινάζοντας τα ψίχουλα από τα χέρια της. «Είσαι καλά;» «Μάλλον έπρεπε να μην πιω το φρέσκο γάλα που μου έφερε χτες βράδυ η Νέτι. Εξαιτίας του παρακοιμήθηκα και τώρα νιώθω λίγη υπνηλία, αυτό είναι όλο». «Και σε μένα έφερε ένα ποτήρι γάλα, αλλά δεν μ’ έκανε να παρακοιμηθώ, οπότε δεν είμαι σίγουρη ότι φταίει το γάλα. Μήπως κόλλησες κάτι; Έχεις πυρετό;» Η Τ ζάκλιν έδιωξε το χέρι της Τ ζούντιθ μακριά όταν πήγε να της πιάσει το μέτωπο για να δει αν ήταν ζεστό. «Σταμάτα να με πιλατεύεις, μητέρα. Καλά είμαι». Η Τ ζούντιθ πλατάγισε τη γλώσσα της. «Η θεία Τ ζορτζ θα σ’ έστελνε κατευθείαν στο κρεβάτι. Εγώ ήθελα απλά να δω αν έχεις


πυρετό». «Δεν έχω. Και τώρα, μπορούμε να πάμε να γνωριστούμε με τη στρίγκλα και να τελειώνουμε;» Είχαν φτάσει σχεδόν δίπλα στην κομψοντυμένη γυναίκα, οπότε η Τ ζούντιθ της είπε ψιθυριστά, «Να είσαι ευγενική», πριν κάνει τις συστάσεις. Ένα ζεστό χαμόγελο αποκάλυψε ότι η άλλη γυναίκα ήταν πολύ όμορφη τελικά. «Είμαι η Κάθριν Μπένεντεκ. Χαίρομαι που σας γνωρίζω κάτω από καλύτερες συνθήκες». «Δηλαδή, δεν είσαι πάντα τόσο δύστροπη;» ρώτησε ψυχρά η Τ ζάκλιν. Η Κάθριν απάντησε ξαφνιασμένη, «Όχι, μόνο όταν πονάω, όπως χτες. Είχα ανυπόφορο πονοκέφαλο. Από την έλλειψη ύπνου, φαντάζομαι. Πήγαινα στην καμπίνα μου για να πάρω λίγο λάβδανο για να μου περάσει. Σας ζητώ συγγνώμη που ήμουν τόσο απότομη». «Έχεις ακόμα αμερικανική προφορά», παρατήρησε η Τ ζάκλιν. «Δεν ζεις στην Ευρώπη;» «Εκεί ζω». Η θλίψη επανήλθε στα ανοιχτόχρωμα γκρίζα μάτια της Κάθριν. «Αλλά η μητέρα μου ήταν Αμερικανίδα, γι’ αυτό–» «Ήταν;» τη διέκοψε η Τ ζάκλιν. «Ναι, πέθανε στην πρόσφατη πυρκαγιά που στοίχισε τη ζωή και στον πατέρα του Αντράσι». Η Τ ζούντιθ σκέφτηκε ότι αυτός ήταν ο λόγος της θλίψης της Κάθριν. «Τ ι φρίκη. Τα συλλυπητήριά μου». «Καλοσύνη σου. Οπότε, έχω πάρει την προφορά της μητέρας μου. Μου κάνει εντύπωση που την αναγνώρισες». «Η μητέρα της Τ ζάκλιν είναι Αμερικανίδα, όπως και οι πέντε θείοι της», της εξήγησε η Τ ζούντιθ. «Γι’ αυτό πηγαίνουμε στην Αμερική. Θα κάνουμε το ντεμπούτο μας στο Κονέκτικατ προκειμένου να ευχαριστήσουμε την αμερικανική πλευρά της οικογένειας. Ύστερα, θα κάνουμε ένα δεύτερο ντεμπούτο στην Αγγλία για να ευχαριστήσουμε και την άλλη πλευρά. Εμένα μου επέτρεψαν την τελευταία στιγμή να έρθω μαζί. Γι’ αυτό και είμαι τελείως απροετοίμαστη. Ολόκληρη η


γκαρνταρόμπα μου θέλει κάποιες τελευταίες βελονιές, κυρίως στα στριφώματα». Το πρόσωπο της Κάθριν φωτίστηκε. «Ώστε ο Αντράσι σας είπε ότι λατρεύω το ράψιμο; Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σε βοηθήσω». «Δεν θα ήθελα να σε βάλω σε τόσο κόπο». «Απεναντίας, θα μου έκανες μεγάλη χάρη και θα με γλίτωνες από την ανία. Υποσχέσου μου ότι θα το σκεφτείς τουλάχιστον». Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Φυσικά». Η Κάθριν συνέχισε να χαμογελάει, λίγο πιο πλατιά τώρα πια. «Πόσο ευχάριστο να ταξιδεύετε για έναν τέτοιο λόγο. Έχω κι εγώ οικογένεια στην Αμερική, αν και ο Αντράσι δεν πιστεύει ότι ο πατέρας μου μπορεί να είναι ακόμα ζωντανός μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει». «Εσύ όμως ναι;» «Πράγματι. Μετά από το ναυάγιο του πλοίου του στα ανοιχτά των ακτών της Φλόριντα, κηρύχθηκε νεκρός. Αλλά τελικά το ναυάγιο είχε επιζώντες οι οποίοι επέστρεψαν στη Σαβάνα, το μέρος όπου μέναμε. Μπορεί να επέζησε και ο πατέρας μου λοιπόν. Μπορεί να τραυματίστηκε και να ανασύρθηκε κάπου αλλού. Ίσως γι’ αυτό δεν επέστρεψε στο σπίτι μας. Μπορεί να γύρισε πολύ αργότερα και να μη μας βρήκε εκεί και να μην είχε ιδέα πού να μας ψάξει». «Δηλαδή, δεν πιστεύεις ότι ο γάμος της μητέρας σου με τον πατέρα του Αντράσι ήταν νόμιμος;» ρώτησε η Τ ζάκλιν. «Όχι, δεν το πιστεύω. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της, αλλά ήταν πολύ ηλίθιο και αισχρό από μέρους της που ξαναπαντρεύτηκε τόσο σύντομα. Τη μισούσα για πολλά χρόνια γι’ αυτόν τον γάμο». «Αλήθεια; Την ίδια σου τη μητέρα;» Η Τ ζούντιθ παρενέβη προτού η Τ ζακ ξανακάνει την Κάθριν να θυμώσει. «Μερικές φορές συγχέουμε τον θυμό με το μίσος. Όμως, είναι απόλυτα κατανοητό που θύμωσες με τη μητέρα σου επειδή εγκατέλειψε τον πατέρα σου ενώ εσύ πίστευες ότι μπορεί να είναι ακόμα ζωντανός». «Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια». Η Κάθριν χαμογέλασε


στην Τ ζούντιθ. «Δεν είχε περάσει ούτε ένας μήνας όταν η μητέρα μου μάζεψε τα πράγματά μας και μας έφερε στην Ευρώπη. Μου είπε ότι θα επισκεπτόμασταν απλά κάτι παλιούς φίλους της μητέρας της στην Αυστρία. Αλλά πριν περάσουν τρεις μήνες από την άφιξή μας εκεί, γνώρισε τον κόμη, ο οποίος είχε έρθει στη πόλη για δουλειές, και τον παντρεύτηκε. Τ ρεις μήνες! Και έτσι αναγκάστηκα να μείνω σ’ εκείνη την αρχαϊκή χώρα όπου δεν μιλάνε καν αγγλικά». «Λυπάμαι… λ υπούμαστε γι’ αυτό», είπε η Τ ζούντιθ. Όμως, η Τ ζακ τα χάλασε όλα, όταν πρόσθεσε, «Εμένα μου ακούγεται πολύ συναρπαστικό. Μια καινούρια ζωή σε μια εντελώς διαφορετική χώρα από τη δική σου. Δεν έχεις καθόλου περιπετειώδη διάθεση;» «Περιπετειώδη διάθεση; Αστειεύεσαι;» «Μάλλον», απάντησε ξερά η Τ ζάκλιν. Η Κάθριν δεν φάνηκε να προσέχει το ύφος της Τ ζάκλιν και άλλαξε θέμα. «Εσείς οι δύο δεν μοιάζετε καθόλου με Τσιγγάνες, σε αντίθεση με τον Αντράσι». «Γιατί, περίμενες να μοιάζουμε, τη στιγμή που η συγγένεια με την Άννα Στεφάνοφ είναι τόσο μακρινή;» απόρησε η Τ ζάκλιν. «Έχετε ίδια μάτια όμως, το ίδιο εξωτικό σχήμα». «Ελάχιστοι από μας έχουν τα μαύρα μαλλιά και τα μάτια που λες», είπε η Τ ζούντιθ. «Τα χαρίσματα όμως;» Η Τ ζούντιθ έσμιξε τα φρύδια της. «Τ ι ακριβώς θέλεις να–» Η Τ ζακ τη διέκοψε γελώντας. «Νομίζω ότι εννοεί την μαντική τέχνη και τα άλλα πράγματα για τα οποία είναι γνωστοί οι Τσιγγάνοι». Άξαφνα, η Κάθριν φάνηκε πολύ ενθουσιασμένη. «Ναι, ακριβώς. Εσείς έχετε τέτοιες ιδιαίτερες ικανότητες; Ή κάποιος άλλος στην οικογένειά σας; Παρακάλεσα τον Αντράσι να ρωτήσει, αλλά δεν πιστεύει σε τέτοια πράγματα». «Ούτε κι εμείς», απάντησε κοφτά η Τ ζάκλιν. Η άλλη φάνηκε να απογοητεύεται τόσο πολύ που η Τ ζούντιθ τη


λυπήθηκε. «Είναι αλήθεια ότι η οικογένειά μας είναι υπέρ το δέον τυχερή, αλλά κανείς δεν θα έλεγε ότι αυτό οφείλεται σε κάποιο τσιγγάνικο χάρισμα». «Ίσως και ναι όμως», έσπευσε να πει η Κάθριν. «Μπορείτε να μου δώσετε ένα παράδειγμα;» Η Τ ζακ την αγριοκοίταξε, αλλά η Τ ζούντιθ συνέχισε, «Για παράδειγμα, ο θείος Έντουαρντ είναι απίστευτα καλός στις επενδύσεις, αλλά μόνο μερικοί το αποδίδουν στην τύχη. Οι περισσότεροι θεωρούν απλά ότι γνωρίζει πολύ καλά τα οικονομικά ζητήματα. Η ξαδέλφη μας, η Ρετζίνα, είναι πολύ καλή προξενήτρα. Τα ζευγάρια που προξενεύει γίνονται συνήθως πολύ ευτυχισμένα. Ο πατέρας μου και ο αδελφός της Τ ζακ, ο Τ ζέρεμι, που έχουν και οι δύο τσιγγάνικα χαρακτηριστικά, είχαν πάντα μεγάλη τύχη με τις γυναίκες, ενώ στάθηκαν και πολύ τυχεροί και στους γάμους τους, αλλά ούτε αυτό μπορεί να θεωρηθεί χάρισμα. Και–» «–αυτά είναι όλα», πετάχτηκε η Τ ζάκλιν, βάζοντας τελεία στην απαρίθμηση της Τ ζούντιθ. «Σειρά σου τώρα να μας πεις τι περίμενες ν’ ακούσεις και γιατί;» «Μα δεν είναι προφανές; Ευχόμουν να έχω λίγη βοήθεια στην προσπάθειά μου να εντοπίσω τον πατέρα μου. Σκοπεύω να ξεκινήσω τις έρευνές μου στη Σαβάνα, αλλά καθώς εγώ και η μητέρα μου ήμασταν ο μοναδικός δεσμός του με την πόλη, είναι μάλλον απίθανο να βρίσκεται ακόμα εκεί. Τα εμπορικά του δρομολόγια ήταν ανάμεσα στη Σαβάνα και στην Καραϊβική, όπου ζούσε πριν γνωρίσει τη μητέρα μου. Θα είναι πολύ δύσκολο να πρέπει να επισκεφτώ κάθε λιμάνι της Καραϊβικής για να τον βρω! Οπότε, ήθελα τουλάχιστον μια επιβεβαίωση ότι είναι ζωντανός κάπου». Η Τ ζάκλιν ανασήκωσε το φρύδι της. Η Τ ζούντιθ κατάλαβε ότι η Κάθριν είχε αρχίσει να ταράζεται και έσπευσε να της πει, «Στη θέση σου, θα εμπιστευόμουν το ένστικτό μου και θα ξεκινούσα τις έρευνες από τη Σαβάνα. Είναι το πιο λογικό μέρος για αρχή. Σίγουρα εκεί θα βρεις κάποιες καινούριες πληροφορίες για τον πατέρα σου. Και τώρα μας επιτρέπεις, αλλά


έχουμε να ξεπακετάρουμε». Η Τ ζακ τράβηξε την Τ ζούντι μακριά από εκεί, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της, «Ήταν ανάγκη ν’ ακούσουμε την ιστορία της ζωής της;» «Ήμασταν απλά ευγενικές. Μα γιατί με διέκοψες εκεί πίσω;» «Γιατί ήσουν έτοιμη να της πεις για την Έιμι, και δεν έχει καμιά δουλειά να μάθει γι’ αυτήν». Η Τ ζούντιθ πλατάγισε αποδοκιμαστικά τη γλώσσα της. «Συζητούσαμε απλά το θέμα της τύχης, και πρέπει να παραδεχτείς ότι η Έιμι είναι πραγματικό φαινόμενο». «Ναι, αλλά μέχρι εκεί. Μη διανοηθείς ούτε για μια στιγμή ότι η Κάθριν είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης, Τ ζούντι. Εδώ που τα λέμε, ούτε τον Αντράσι εμπιστεύομαι εκατό τοις εκατό». «Αλήθεια;» «Δεν βρίσκεις κάπως ύποπτο το γεγονός ότι εμφανίστηκε ξαφνικά τη νύχτα πριν από την αναχώρησή μας και ότι κατέληξε να ταξιδεύει μαζί μας; Πολύ βολικό, δεν νομίζεις; Μόνο και μόνο επειδή τα μάτια του μοιάζουν με τα δικά σου, δεν σημαίνει ότι είναι συγγενής μας». Η Τ ζούντιθ γέλασε. «Ξεχνάς ότι ξέρει τα πάντα για τους Στεφάνοφ». «Από ένα ημερολόγιο που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε βρει κάπου τυχαία και να αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες για τους δικούς του καταχθόνιους σκοπούς». Η Τ ζούντιθ γέλασε πάλι. «Δεν το πιστεύεις πραγματικά αυτό». «Εντάξει, ίσως όχι καταχθόνιους. Και ίσως να είναι όντως συγγενής εξ αίματος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν έχει κακό σκοπό. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρόσεχε τι λες σ’ αυτούς τους δύο. Δεν είναι ανάγκη να αποκαλύψουμε τα οικογενειακά μας μυστικά απλά και μόνο επειδή φαίνεται ειλικρινής». Ήταν ανάγκη να μιλήσει για μυστικά, τη στιγμή που η Τ ζούντιθ είχε πλέον ένα τόσο μεγάλο;


Κεφάλαιο δεκαεπτά «Πού είναι η Τ ζάκλιν;» ρώτησε ο Αντράσι την Τ ζούντιθ το βράδυ, όταν εμφανίστηκε μόνη της για το δείπνο στην καμπίνα του καπετάνιου. «Τ ώρα έρχεται. Απλά δεν είναι πολύ καλά σήμερα. Παρακοιμήθηκε το πρωί και ύστερα παρακοιμήθηκε και το απόγευμα». Η Τ ζορτζίνα συνοφρυώθηκε. «Δεν πιστεύω να έχει αρρωστήσει;» «Δεν έχει πυρετό. Κοίταξα». «Μάλλον θα φταίει η κούραση των τελευταίων ημερών», είπε ο Τ ζέιμς, και πρόσθεσε για να καθησυχάσει τη γυναίκα του, «Δεν ανησυχώ, αγάπη μου». «Ό,τι κι αν κάνετε πάντως, μην της πείτε να πάει να πέσει στο κρεβάτι», είπε χαμογελαστή η Τ ζούντιθ. «Έχει νευριάσει με τον εαυτό της επειδή πέρασε πάρα πολλές ώρες ξαπλωμένη σήμερα». Μετά από το τελευταίο της σχόλιο, μόνο ο Αντράσι συνέχισε να φαίνεται ανήσυχος. Η Τ ζούντιθ αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά μήπως ο καινούριος τους ξάδελφος είχε τσιμπηθεί λιγάκι με την καλύτερή της φίλη. Ωστόσο, η Τ ζάκλιν έφτασε μερικά λεπτά αργότερα, με μάτια που έλαμπαν και εντελώς ξύπνια, χαίροντας άκρας υγείας. Χαιρέτησε ζωηρά τους πάντες, ενώ στη συνέχεια κατέφτασαν ο Άρτι και ο Χένρι με τα φαγητά, οπότε κάθισαν όλοι στο τραπέζι. Ο Αντράσι κάθισε δυστυχώς απέναντι από τα κορίτσια, ανάμεσα στον Τ ζέιμς και στον Άντονι, το οποίο δεν προμήνυε καλά πράγματα


γι’ αυτόν. Για την ακρίβεια, μετά απ’ όσα της είχε εκμυστηρευτεί η Τ ζάκλιν ύστερα από το μεσημεριανό γεύμα, η Τ ζούντιθ υποπτευόταν ότι ο Αντράσι θα περνούσε από ιερά εξέταση. Η Τ ζακ της είχε πει ότι δεν ήταν η μόνη που είχε επιφυλάξεις για τον Αντράσι. Είχε κρυφακούσει τους πατεράδες τους να συζητούν το ίδιο πράγμα. Και φυσικά, αυτός που εξέφρασε την υποψία ότι ο Αντράσι μπορεί να μην ήταν αυτός που ισχυριζόταν, ήταν ο πατέρας της Τ ζακ. Από την άλλη, και πότε ο Τ ζέιμς Μάλορι δεχόταν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη; Ήταν κατάλοιπο που του είχε μείνει από την εποχή της άγριας νιότης του και τη δεκαετή πειρατική του σταδιοδρομία στις ανοιχτές θάλασσες: πρώτα να είναι καχύποπτος κι ύστερα να μαλακώνει – κι αυτό όχι πάντα. Η Τ ζορτζίνα ξεκίνησε άθελά της την ανάκριση του Αντράσι όταν τον ρώτησε, «Πάλι δεν ήθελε να έρθει να φάει μαζί μας η αδελφή σου;» «Δεν της το πρότεινα». Η Τ ζορτζίνα έριξε μια ματιά στην άδεια θέση στο τραπέζι. «Γιατί όχι;» Άλλη μια αθώα ερώτηση. Αλλά πάλι, η Τ ζορτζίνα ήταν τελείως καλοπροαίρετη, σε αντίθεση με τον σύζυγό της. Οπότε, προφανώς ο Τ ζέιμς δεν είχε μοιραστεί ακόμα τις επιφυλάξεις του με τη γυναίκα του, μόνο με τον αδελφό του. «Όπως σας είπα χτες βράδυ, η Κάθριν έχει νευρικό χαρακτήρα και δεν είναι πάντοτε ευχάριστη παρέα», εξήγησε ο Αντράσι. Δηλαδή, δεν ήθελε να υποβάλει την καινούρια του οικογένεια σε κάτι τέτοιο; Η Τ ζούντιθ ένιωσε την ανάγκη να πει, «Την έχω δει σε μια άσχημη φάση της, όμως οποιοσδήποτε υποφέρει από δυνατό πονοκέφαλο μπορεί να γίνει αγενής, ανάμεσά τους κι εγώ. Η Τ ζακ κι εγώ κάναμε μια πολύ ωραία συζήτηση μαζί της όταν ένιωσε καλύτερα». «Δεν θα την χαρακτήριζα και ωραία», πετάχτηκε η Τ ζακ. «Δεν ήταν δυσάρεστη πάντως», επέμεινε η Τ ζούντιθ. «Αυτό το λες εσύ», μουρμούρισε η Τ ζακ ώστε να την ακούσει


μόνο η ξαδέλφη της. Ο Τ ζέιμς έριξε στην κόρη του ένα βλέμμα που της έλεγε να ηρεμήσει, πριν στραφεί στον Αντράσι και του πει, «Ώστε λοιπόν, θα περιέγραφες την αδελφή σου ως ευέξαπτη; Πολλές γυναίκες είναι έτσι, ανάμεσά τους και η Τ ζακ μου». Η Τ ζάκλιν γέλασε, εκλαμβάνοντας προφανώς το σχόλιο του πατέρα της ως κομπλιμέντο. Όμως, ο Αντράσι είπε, «Ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι, απλά θεωρώ ότι είναι κυκλοθυμική. Ένα καινούριο σπιτικό, ένας καινούριος πατέρας τη στιγμή που δεν είχε συμβιβαστεί ακόμα με την ιδέα ότι έπρεπε να σταματήσει να ελπίζει ότι θα έβρισκε τον πραγματικό της πατέρα. Ήταν δύσκολα όταν αυτή και η μητέρα της ήρθαν να ζήσουν μαζί μας». «Τ ι συνέβη στον πατέρα της;» ρώτησε η Κέιτι. Η Τ ζούντιθ σταμάτησε να προσέχει τη συζήτηση καθώς ειπώθηκαν πάλι όσα τους είχε ήδη πει η Κάθριν. Ήλπιζε πάντως η Τ ζάκλιν να πρόσεξε ότι και οι δύο αφηγήθηκαν λίγο-πολύ την ίδια εκδοχή της ιστορίας, πράγμα που την έκανε ακόμα πιο πιστευτή. Ποιος θα μπορούσε να επινοήσει μια τέτοια ιστορία; Αμέσως της ήρθε στο μυαλό ο Νέιθαν Τ ρεμέιν. Αυτός θα μπορούσε. Φαινόταν ιδιαίτερα ικανός παραμυθάς, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν ήρωα και όχι σαν τον εγκληματία που ήταν στην πραγματικότητα. Αναρωτήθηκε αν είχε τελειώσει τη δουλειά του κάτω στο αμπάρι. Πιθανόν όχι, αφού δεν ήταν μάλλον πραγματικά ξυλουργός. Ο καθένας μπορούσε να χειριστεί ένα σφυρί, αλλά είχε την ικανότητα να κατασκευάσει ένα ολόκληρο ριγκ; Θεέ μου, μακάρι ο θείος και ο πατέρας της να μην πάθαιναν κανένα ατύχημα όταν θα χρησιμοποιούσαν το ριγκ προπόνησης και αυτό θα γκρεμιζόταν κάτω από τα πόδια τους. Μα γιατί δεν μιλούσε απλά στον πατέρα της για τον λαθρέμπορο ώστε ο Νέιθαν να περάσει το υπόλοιπο ταξίδι στο μπαλαούρο όπου ανήκε κιόλας; Κακώς είχε κάνει τη συμφωνία μαζί του, όταν το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να του δώσει απλά περισσότερο χρόνο για να σκεφτεί ακόμα πιο ευφάνταστα ψέματα. Από την άλλη,


αναρωτιόταν αν θα ήταν τόσο νευρική με την όλη κατάσταση, αν δεν ήταν αναγκασμένη να κρατήσει την ύπαρξή του μυστική από την Τ ζακ. Και γιατί στην ευχή έψαχνε να βρει μια δικαιολογία για να σηκωθεί από το τραπέζι ώστε να μπορέσει να κατέβει στο αμπάρι και να δει τι έκανε; Έριξε μια ματιά απέναντι στο τραπέζι, στον Αντράσι που εκείνη τη στιγμή έλεγε, «Γι’ αυτόν τον λόγο το έσκαγε τόσο συχνά από το σπίτι όταν ήταν μικρή. Προσπαθούσε να επιστρέψει στην Αμερική όπου μεγάλωσε, για να ψάξει τον πατέρα της». «Αντί να ταξιδέψεις στην άλλη άκρη του κόσμου, αναζητώντας κάποιον που μπορεί να έχει πεθάνει προ πολλού, γιατί δεν την παντρεύεις να ησυχάσεις;» πρότεινε ο Άντονι. «Θα το έκανα αν πίστευα ότι αυτό θα την έκανε ευτυχισμένη. Όμως, μέχρι να ξεκαθαριστεί το θέμα του αγνοούμενου πατέρα της, αμφιβάλλω αν θα καταφέρει να βρει την ευτυχία στον γάμο». «Ώστε λοιπόν σ’ ενδιαφέρει η ευτυχία της;» ρώτησε ο Τ ζέιμς. «Φυσικά». Η ερώτηση φάνηκε να προσβάλει τον Αντράσι. «Οι νευρικές κρίσεις που είχε μικρή ήταν απόλυτα κατανοητές. Για να πω την αλήθεια, δεν μ’ ενοχλούν τα νεύρα της. Όπως είπατε, δεν είναι κάτι σπάνιο. Πολλές γυναίκες έχουν νεύρα. Απλά είναι ντροπιαστικό όταν ξεσπάει δημόσια. Αυτός ήταν ο μόνος λόγος που ήθελα να σας προειδοποιήσω ούτως ώστε να μην προσβληθείτε αν γίνετε μάρτυρες μιας τέτοιας δυσάρεστης σκηνής. Μετά από την πυρκαγιά δεν έχει πλέον άλλο στήριγμα εκτός από μένα. Όμως, το φορτίο είναι δικό μου, όχι δικό σας». «Σκοπεύεις να ξαναχτίσεις;» τον ρώτησε η Τ ζορτζίνα. «Ίσως μια μέρα, αλλά αυτό που επιθυμώ είναι να επιστρέψω στην Αυστρία όπου σπούδασα και να συνεχίσω τις σπουδές μου. Ζωγραφίζω». «Είσαι καλλιτέχνης;» «Το προσπαθώ. Ελπίζω να γίνω καλύτερος κάποια μέρα. Όμως, δεν μπορώ να κάνω τίποτα με τη ζωή μου αν δεν τακτοποιήσω πρώτα την ετεροθαλή μου αδελφή».


«Ένα τέτοιο βάρος σαν αυτό που κουβαλάς μπορεί να σκοτώσει την έμπνευση», είπε σκεπτικός ο Τ ζέιμς. «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί να υπερβάλλεις εαυτόν τη στιγμή που δεν σας ενώνουν καν δεσμοί αίματος. Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, παλικάρι μου, αυτό μου μυρίζει καταναγκασμό εκ μέρους της. Οπότε, αν μου επιτρέπεις την ερώτηση, υπάρχει κάτι με το οποίο σε κρατάει δέσμιο και το οποίο δεν έχεις αναφέρει;» «Τ ζέιμς!» διαμαρτυρήθηκε η Τ ζορτζίνα. Αλλά ο Αντράσι γέλασε απλά. «Χαίρομαι που νιώθετε πως μπορείτε να μου μιλήσετε έξω από τα δόντια. Αλλά για σκεφτείτε το μια στιγμή. Είμαι ο τελευταίος της γενιάς των Μπένεντεκ, αλλά όχι ο τελευταίος της γενιάς της Μαρίας. Ωστόσο, δεν θα το μάθαινα ποτέ αν η Κάθριν δεν έβρισκε το ημερολόγιο του προπάππου μου. Γι’ αυτό, όταν με παρακάλεσε να τη βοηθήσω να βρει τον αγνοούμενο πατέρα της, δεν μπορούσα να της αρνηθώ ελαφρά τη καρδία τη στιγμή που κι εγώ ο ίδιος ήμουν έτοιμος ν’ αρχίσω μια παρόμοια αναζήτηση για την οικογένειά μου». Ο Αντράσι κοίταξε τους συνδαιτυμόνες γύρω από το τραπέζι μ’ ένα ζεστό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. «Εσείς οι Μάλορι αποδειχτήκατε κάτι πολύ πιο σπουδαίο απ’ ό,τι είχα φανταστεί ποτέ μου. Με καλωσορίσατε με ανοιχτές αγκάλες». Μόνο η Τ ζάκλιν ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα ενοχής ακούγοντας το σχόλιό του. «Όμως, ο πατέρας μου έκανε την Κάθριν μέλος του στενού οικογενειακού μου κύκλου και παρά την αναστάτωση που προκάλεσε, δεν το μετάνιωσε ποτέ γιατί η μητέρα της τον έκανε ευτυχισμένο». «Τόσο απλά λοιπόν; Υποκινείσαι από μια αίσθηση καθήκοντος, ευθύνης και χρέους;» «Το ίδιο θα έκανες κι εσύ, Τ ζέιμς», του είπε η Τ ζορτζίνα, κοιτώντας τον με νόημα. «Μα για στάσου, το έχεις ήδη κάνει, ή μήπως δεν ήταν αυτοί οι λόγοι που δέχτηκες να βοηθήσεις την Γκαμπριέλ Μπρουκς;» Ο Τ ζέιμς γέλασε. «Σωστό κι αυτό». «Για να μην πω ότι κατέληξες σε φυλακή πειρατών εξαιτίας


εκείνης της περιπέτειας». «Εντάξει, καταλ άβαμε, Τ ζορτζ». Κανείς δεν προσφέρθηκε να εξηγήσει τη στιχομυθία στον Αντράσι, μα από την άλλη επρόκειτο για πολύ λεπτό ζήτημα: το γεγονός ότι οι Άντερσον, πλούσιοι ναυπηγοί και ιδιοκτήτες μεγάλου εμπορικού στόλου, είχαν πλέον συγγενέψει με πρώην πειρατές και στις δύο πλευρές του ωκεανού. Έναν που είχε αποσυρθεί προ πολλού από την ενεργό δράση (τον σύζυγο της Τ ζορτζίνα, τον Τ ζέιμς) κι έναν άλλο που είχε μεταπηδήσει στο κυνήγι θησαυρών (τον πεθερό του Ντρου, τον Νέιθαν Μπρουκς). Παρ’ όλα αυτά, στον καιρό τους είχαν σπείρει και οι δύο τον πανικό στις ανοιχτές θάλασσες. Η Τ ζούντιθ έφερε πάλι την κουβέντα στις προσπάθειες του Αντράσι να βοηθήσει την ετεροθαλή αδελφή του, λέγοντας, «Βρίσκω αξιοθαύμαστο αυτό που κάνεις. Κατάφερες να δώσεις στην Κάθριν την ελπίδα, έτσι δεν είναι;» «Ναι, έτσι νομίζω, αλλά φοβάμαι ότι θα πρέπει να μάθει και πώς να κάνει υπομονή». Η Τ ζάκλιν άνοιξε το στόμα της, αλλά η Τ ζούντι της έριξε μια τσιμπιά κάτω από το τραπέζι καθώς κατάλαβε ότι η ξαδέλφη της ετοιμαζόταν να πει ότι είχαν γνωρίσει από πρώτο χέρι το μέγεθος της ανυπομονησίας της, καθώς και ότι της είχε καρφωθεί στο μυαλό ότι κάποιος Μάλορι με τσιγγάνικα χαρίσματα θα μπορούσε να τη βοηθήσει περισσότερο από τον Αντράσι – αλλά αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί, οπότε δεν ήταν ανάγκη να συζητηθεί. Η Τ ζούντιθ είπε στον Αντράσι, «Μπορεί να χρειαστεί ένα διάστημα, αλλά ίσως ανακαλύψεις ότι όλη αυτή η προσπάθεια θα τη βοηθήσει να βελτιωθεί. Γιατί δεν σκέφτεσαι να κάνετε μια στάση στο Μπρίτζπορτ και να επιτρέψεις στην αδελφή σου να διασκεδάσει λιγάκι πριν συνεχίσετε το ταξίδι σας;» Και μ’ αυτά τα λόγια σηκώθηκε από το τραπέζι. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να ξεγλιστρήσει από την καμπίνα προτού τελειώσουν όλοι το φαγητό τους. «Και τώρα, μου επιτρέπετε, αλλά δεν κατάφερα να ξεκουραστώ όσο η Τ ζακ. Νιώθω πολύ κουρασμένη».


«Φυσικά, κουκλίτσα μου», είπε ο Άντονι. Πριν φύγει όμως, έσκυψε στο αφτί της Τ ζάκλιν και της ψιθύρισε, «Κατάφερα να σε γλιτώσω από την γκάφα που πήγαινες να κάνεις. Κοίτα μην τα κάνεις θάλασσα με το που θα φύγω». Η μόνη αντίδραση της Τ ζακ ήταν να καγχάσει.


Κεφάλαιο δεκαοκτώ Μόνο δύο φανάρια ήταν ακόμα αναμμένα στο αμπάρι, και τα δύο δίπλα στο ριγκ προπόνησης. Παρ’ όλα αυτά, η Τ ζούντιθ δεν βρήκε τον Νέιθαν εκεί. Το ριγκ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα, η εξέδρα όμως ναι. Είχε καρφώσει μέχρι και το καναβάτσο, ενώ είχε στερεώσει και δύο από τους τέσσερις πήχεις στις γωνίες. Το μόνο που έλειπε ήταν οι δύο τελευταίοι πάσσαλοι και τα σκοινιά ανάμεσά τους. Μάλλον θα σκέφτηκε ότι θα προλάβαινε να το ολοκληρώσει γρήγορα γρήγορα το πρωί πριν κατέβει ο Τ ζέιμς για να επιθεωρήσει το έργο του. Η Τ ζούντιθ απογοητεύτηκε που ο Νέιθαν είχε σχολάσει γι’ απόψε καθώς αυτή μπορεί να ήταν η τελευταία τους ευκαιρία να βρεθούν μόνοι και να μιλήσουν. Σκεφτόταν ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ίσως να της δινόταν η ευκαιρία να τον ρωτήσει για κάποιο ναυτικό θέμα, ή ακόμα και να τον ξεμοναχιάσει στα ξάρτια όπου θα μπορούσαν να μιλήσουν μακριά από τους άλλους. Μα τότε θα ήταν αναγκασμένη να φορέσει εκείνα τα διόλου κολακευτικά ρούχα που είχε βάλει να της ράψουν η Τ ζακ, και εξάλλου, η Τ ζακ θα έλεγε ότι μπορούσε να της δείξει αυτή όσα ήθελε να μάθει για τη ναυσιπλοΐα – εκτός κι αν η Τ ζούντιθ αποφάσιζε να της εκμυστηρευτεί ότι ενδιαφερόταν για τον Νέιθαν. Μα τότε θα ήταν σαν να μαρτυρούσε το μυστικό, σωστά; Αλλά όχι. Μια ματιά να του έριχνε η Τ ζακ και θα καταλάβαινε για ποιο λόγο ενδιαφερόταν γι’ αυτόν η Τ ζούντι. Το μόνο που της έμενε να κάνει τώρα ήταν να πάει να πέσει για ύπνο, πρώτα όμως πλησίασε το ριγκ για να το εξετάσει. Σκέφτηκε να σκαρφαλώσει στην εξέδρα για να σιγουρευτεί ότι το δάπεδο ήταν όσο


γερό έπρεπε, αλλά ήταν λίγο ψηλά, οπότε το πίεσε απλά με τις παλάμες της. «Δεν άντεξες να μείνεις μακριά;» Γύρισε απότομα βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή. Ο Νέιθαν καθόταν κατάχαμα ανάμεσα σε δύο κασόνια, στο ένα από τα οποία ήταν ακόμα αφημένο το παλτό της. Ήταν γερμένος πάνω στον μπουλμέ, κρατώντας στο ένα χέρι ένα πιάτο και στο άλλο ένα πιρούνι. Η Τ ζούντιθ πήγε αργά προς το μέρος του, παρατηρώντας ότι είχε ξαναφορέσει τουλάχιστον το πουκάμισό του. Παρ’ όλα αυτά, οι παλμοί της ανέβηκαν. «Νόμιζα ότι είχες φύγει». «Έφυγα μόνο για να πάω να πάρω λίγο φαγητό – και πρέπει να πω ότι το φαΐ είναι πεντανόστιμο για πλοίο. Καμία σχέση με ό,τι μας σέρβιραν στο σύντομο ταξίδι από το Χαμσάιρ στο Λονδίνο». «Δεν θα πρέπει να υπήρχε ακόμα κανονικός μάγειρας στο πλοίο τότε. Αυτός που μαγειρεύει τώρα δεν είναι θαλασσινός. Η θεία και ο θείος μου παίρνουν και τους υπηρέτες τους στα ταξίδια τους, και οι περισσότεροι επιβιβάστηκαν στο Λονδίνο». «Όλες τις ανέσεις του σπιτιού, ε; Δυστυχώς, από δω και πέρα, δεν θα είμαι ποτέ ξανά ευχαριστημένος με τον δικό μου μάγειρα». Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε με το γκρινιάρικο ύφος του. «Μη μου πεις ότι έχεις κανονικό μάγειρα; Νόμιζα ότι οι λαθρέμποροι εκτελούν μόνο σύντομα δρομολόγια στη Μάγχη, οπότε δεν τους χρειάζεται μάγειρας». «Και πού θες να το ξέρω εγώ αυτό. Αλλά θα αρκεστώ στα λόγια σου, αφού φαίνεσαι να γνωρίζεις πολύ περισσότερα από μένα για το λαθρεμπόριο. Μα κάθισε όμως. Μπορείς να με κοιτάς να τρώω ενώ θα μου μιλάς για τη ζωή σου». Ο σαρκασμός του ήταν οφθαλμοφανής. Παρ’ όλα αυτά, το ύφος του ήταν φιλικό, μέχρι που της χαμογέλασε κιόλας. Ώστε την πείραζε μόνο; «Ήρθα να πάρω το παλτό μου», του είπε, αν και κάθισε πάλι πάνω στο κασόνι όπου το είχε αφήσει. «Θα σ’ το επέστρεφα εγώ».


Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε το φρύδι της. «Και πώς θα το έκανες αυτό χωρίς να αποκαλύψεις ότι κατέβηκα εδώ κάτω;» «Δεν πιστεύεις ότι θα κατάφερνα να σε ξεμοναχιάσω;» «Όχι τη στιγμή που περνάω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας με την Τ ζακ, ενώ τα βράδια είμαστε με την οικογένειά μας. Οπότε όχι, δεν πιστεύω ότι θα τα κατάφερνες». Ο Νέιθαν γέλασε. «Έχω ένα κρεβάτι στην αποθήκη του ξυλουργείου. Όμως, και με κίνδυνο να σε βγάλω από τα ρούχα σου, θα ήθελα να προσθέσω ότι πρόκειται απλά για ένα ράντζο». Περίμενε την αντίδρασή της, αλλά η Τ ζούντιθ είχε αποφασίσει να μη θίξει ξανά το θέμα του ράντζου. Απλά κάγχασε γιατί είχε καταφέρει να τον διαψεύσει. Ο Νέιθαν συνέχισε, «Αλλά είναι ολόδικό μου και μένω εκεί μόνος μου. Η πόρτα μου θα είναι ανοιχτή όποιο βράδυ θελήσεις να–» «Σταμάτα. Μπορεί εσένα να σου φαίνεται αστείο, αλλά θα έπρεπε να θυμάσαι ότι πάνω από το κεφάλι σου κρέμεται ακόμα η θηλιά». «Δηλαδή, θα αθετήσεις τη συμφωνία; Σοβαρολογείς; Νόμιζα ότι εσείς οι ευγενείς είχατε μεγαλύτερη αίσθηση τιμής». «Ήταν μια ηλίθια συμφωνία…» «Την κάναμε όμως – και την επισφραγίσαμε κιόλας. Α, να το αναψοκοκκίνισμα που θυμάμαι τόσο καλά». «Είσαι ανυπόφορος». «Όχι, απλά έχω πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου, και μία από αυτές είσαι κι εσύ. Όμως, αν ο λόγος της τιμής σου είναι απλά μια κενή υπόσχεση, τότε δεν μπορώ να σ’ εμπιστευτώ, σωστά;» «Θα κρατήσω τον λόγο μου, αλλά μόνο για όσο κρατήσει το ταξίδι, όπως συμφωνήσαμε». «Δεν είπαμε κάτι τέτοιο». «Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται», του είπε, μη θέλοντας να υποχωρήσει στο συγκεκριμένο σημείο. «Μην ανησυχείς όμως, θα έχεις χρόνο να εξαφανιστείς αφού δέσουμε». «Και πιστεύεις ότι εσύ θα εξακολουθείς να θέλεις να εξαφανιστώ;» Η ερώτησή του άφηνε να εννοηθεί ότι οι σχέσεις τους θα γίνονταν


πολύ πιο στενές στην πορεία του ταξιδιού. Μάλιστα, η φωνή του χαμήλωσε κι έγινε ένας βραχνός ψίθυρος! Η Τ ζούντιθ αναστατώθηκε και τής γεννήθηκαν ένα σωρό ερωτηματικά στα οποία όμως έπρεπε να δώσει απάντηση η ίδια, όχι να περιμένει απάντηση απ’ αυτόν. Ένιωθε υπερβολ ική έλξη γι’ αυτόν τον άντρα και αντιλαμβανόταν πως ήταν εντελώς έξω από τα νερά της. Αυτή η έλξη την είχε εμποδίσει να κάνει αυτό που έπρεπε να είχε κάνει από την πρώτη στιγμή που κατάλαβε ποιος ήταν, και την είχε οδηγήσει να κάνει αυτή τη συμφωνία μαζί του. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε ν’ αφήσει την τελευταία του ερώτηση αναπάντητη. «Εσύ κι εγώ δεν πρόκειται να–» Το κοφτό του γέλιο την έκανε να σωπάσει. «Απλά εννοούσα ότι όταν θα δέσουμε θα έχεις πειστεί πια πως είμαι αθώος και όχι ο παλιάνθρωπος που νομίζεις». Να ήταν αλήθεια αυτό; Άραγε χρησιμοποιούσε πράγματι τις υποψίες της σαν ασπίδα ώστε να μην παραδοθεί σ’ αυτή την έλξη; Όχι, απλά ο Νέιθαν ήταν μάστορας στο να της δημιουργεί αμφιβολίες. Η Τ ζούντιθ του θύμισε κοφτά, «Η συμφωνία μας ήταν να μου πεις την αλήθεια. Αναρωτιέμαι αν ξέρεις καν πώς γίνεται αυτό;» «Φυσικά και ξέρω, γλύκα μου. Εσύ, όμως, ξέρεις ν’ αναγνωρίζεις την αλήθεια όταν την ακούς;» της είπε, χωρίς να περιμένει απάντηση, όχι ότι θα μπορούσε να του δώσει κάποια τη στιγμή που ήξερε ότι όλες του οι τακτικές συμπυκνώνονταν σε μία και μόνη λέξη: υπεκφυγή. Ο Νέιθαν δεν επέμεινε, παρά έφερε την κουβέντα στο θέμα που είχαν αφήσει στη μέση το πρωί. «Πες μου, λοιπόν, πώς γίνεται να πάρει μια γυναίκα το παρατσούκλι Τ ζακ;» «Δεν είναι παρατσούκλι. Είναι το όνομα που της έδωσε ο πατέρας της όταν γεννήθηκε». «Αλήθεια;» «Βέβαια, το γεγονός ότι οι θείοι της από την πλευρά της μητέρας της, τους οποίους δεν συμπαθεί καθόλου ο Τ ζέιμς, ήταν όλοι παρόντες την ώρα της γέννησης, μπορεί να επηρέασε λιγάκι την απόφασή του, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να τον πείσει να το αλλάξει».


«Είναι τόσο ξεροκέφαλος;» Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Εξαρτάται από το ποιον ρωτάς, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν αμετακίνητος. Παρ’ όλα αυτά, η μητέρα της Τ ζακ, η Τ ζορτζ, φρόντισε να–» «Θεέ και Κύριε, άλλη μια γυναίκα με αντρικό όνομα;» «Όχι, το κανονικό της όνομα είναι Τ ζορτζίνα. Απλά ο Τ ζέιμς την φωνάζει Τ ζορτζ. Έτσι τη φώναζε κι έτσι θα τη φωνάζει πάντα. Η Τ ζορτζ, λοιπόν, φρόντισε να αναγραφεί το όνομα “ Τ ζάκλιν” στη ληξιαρχική πράξη γέννησης της κόρης της. Παρ’ όλα αυτά, όλοι στην οικογένεια είχαν ήδη συνηθίσει το Τ ζακ». «Υποθέτω πως έτσι εξηγείται και το παράξενο όνομα αυτού του πλοίου, το Μέιντεν Τζορτζ;» «Ναι, το όνομα του πρώτου πλοίου του Τ ζέιμς ήταν Μέιντεν Ανν, αλλά το πούλησε όταν ξεμπάρκαρε. Έβαλε να κατασκευάσουν αυτό εδώ το πλοίο όταν η μητέρα της Τ ζακ του ζήτησε να την πάει στο Κονέκτικατ ώστε να δει τον τόπο καταγωγής της. Περιττό έξοδο, αν θες τη γνώμη μου, τη στιγμή που η Τ ζορτζ και τα αδέλφια της είναι ιδιοκτήτες της ναυτιλιακής εταιρείας Σκάιλαρκ, η οποία διαθέτει τεράστιο στόλο εμπορικών πλοίων υπό αμερικανική σημαία, και τουλάχιστον ένα από αυτά είναι ανά πάσα στιγμή δεμένο στην Αγγλία. Αλλά όπως είπα, ο θείος μου δεν πολυσυμπαθεί τους πέντε Αμερικανούς γαμπρούς του. Αρνείται να ταξιδέψει με τα πλοία τους παρά μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Και τώρα είναι η σειρά μου να σου κάνω ερώτηση». Ο Νέιθαν σηκώθηκε ξαφνικά όρθιος καθώς ακούστηκε ένας θόρυβος από το τέρμα του αμπαριού, εκεί όπου φυλούσαν τα ζώα. Η Τ ζούντιθ γύρισε να κοιτάξει κι αυτή προς τα εκεί. Πιθανόν να είχε περάσει από μπροστά κάποιος αρουραίος ή καμιά γάτα που κυνηγούσε ποντίκια. Όπως και να ’χε, ο Νέιθαν άφησε το πιάτο του πάνω σ’ ένα κασόνι και πήγε να ερευνήσει την πηγή του θορύβου. Η Τ ζούντιθ συλλογίστηκε κάπως νευριασμένη ότι μάλλον προσπαθούσε να αθετήσει τον όρο της Συμφωνίας που έλεγε ότι ο καθένας θα απαντούσε με τη σειρά του στις ερωτήσεις του άλλου,


και αποφάσισε να του το επισημάνει όταν θα γύριζε πίσω. Αλλά δεν γύρισε πίσω…


Κεφάλαιο δεκαεννιά Ο Νέιθαν δεν περίμενε να βρει τίποτα στο πίσω μέρος του αμπαριού, απλά δεν ήθελε να χάσει το πλεονέκτημα σε τούτο τον λεκτικό διαξιφισμό του με την Τ ζούντιθ, και ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να το αποφύγει αν την άφηνε να ξαναρχίσει να τον ανακρίνει τόσο γρήγορα. Προτιμούσε να της αποκρύψει τα γεγονότα για όσο περισσότερο γινόταν, ή τουλάχιστον μέχρι να είναι σε θέση να προβλέψει την αντίδρασή της σε όσα θα της αποκάλυπτε. Δεν είχε αποφασίσει αν έπρεπε να κάνει έκκληση στη συμπόνια της –αν είχε καθόλου– λέγοντάς της κάποιες αλήθειες που δεν θα τον έβλαπταν. Ή και να της ομολογήσει τα πάντα, όπως ότι το σπίτι στο Χαμσάιρ ήταν δικό του, καθώς και ότι του είχε αποδοθεί χάρη. Δυστυχώς, δεν πίστευε ότι η Τ ζούντιθ θα πίστευε είτε το ένα είτε το άλλο. Από την άλλη, αν της αποκάλυπτε πάρα πολλά και την έπειθε για την αθωότητά του, τότε η συμφωνία τους θα ακυρωνόταν και θα έχανε τη συντροφιά της. Και του άρεσε πολύ η συντροφιά της. Του άρεσε επίσης να την πειράζει. Του άρεσε ο τρόπος που σούφρωνε νευριασμένη τα χείλη της. Του άρεσε ο τρόπος που τα μάτια της σπίθιζαν από οργή ή ευθυμία. Και σίγουρα του άρεσε όταν την έκλεινε στην αγκαλιά του. Να πάρει ο διάολος, τα πάντα πάνω της του άρεσαν – εκτός από την εμμονή της να τον θεωρεί λαθρέμπορο. Γιατί ήταν τόσο σίγουρη γι’ αυτό; Τ ι μπορεί να του διέφευγε; Δέχτηκε επίθεση τη στιγμή που πέρασε μπροστά από το κασόνι πίσω από το οποίο ήταν λουφαγμένος ο λαθρεπιβάτης. Το φταίξιμο ήταν όλο δικό του, αφού αντί να σκέφτεται την προκειμένη


κατάσταση, είχε αφήσει την Τ ζούντιθ να του πλημμυρίσει το μυαλό. Ο τύπος που τον έριξε κάτω δεν ήταν κανένα μισερό ανθρωπάκι, αλλά σχεδόν το ίδιο μεγαλόσωμος με τον Νέιθαν. Με μια φευγαλέα ματιά που πρόλαβε να ρίξει, είδε έναν νεαρό άντρα με ξανθά μαλλιά δεμένα κοτσίδα πίσω και σκούρα μάτια, ξυπόλυτο μα όχι φτωχοντυμένο, με φίνο λινό πουκάμισο και ακριβή χρυσή αλυσίδα στον λαιμό. Ο Νέιθαν δεν τον αναγνώρισε ως μέλος του πληρώματος, ενώ δεν πίστευε ότι θα του έκανε ποτέ επίθεση ένας από τους υπηρέτες των Μάλορι. Το πατατράκ όταν τα σώματά τους έσκασαν με δύναμη στο δάπεδο, τρόμαξε τα κοτόπουλα που άρχισαν να κακαρίζουν, ενώ ένα από τα γουρούνια άρχισε να σκούζει. Η έκπληξη του Νέιθαν κράτησε μόλις μια στιγμή προτού αναλάβει δράση το ένστικτο. Στριφογύρισε το κορμί του παίρνοντας και τον άλλο μαζί, και πρόλαβε να ρίξει μια δυνατή γροθιά πριν ο αντίπαλος τον σπρώξει δυνατά προς τα πίσω και σηκωθεί όρθιος. Αλλά δεν το έβαλε στα πόδια. Τ ράβηξε ένα μαχαίρι από το πίσω μέρος του παντελονιού του και όρμηξε στον Νέιθαν την ώρα που σηκωνόταν κι αυτός όρθιος. Ο Νέιθαν ένιωσε το τσίμπημα της λεπίδας στο στέρνο του, αλλά δεν κατέβασε τα μάτια για να δει την πληγή. Το χτύπημα έκανε την οργή του να χτυπήσει κόκκινο. Δεν είχε ξανακάνει μονομαχία με μαχαίρι, ενώ δεν είχε κανένα όπλο πάνω του για να τον αντιμετωπίσει. Θα μπορούσε ίσως να αυτοσχεδιάσει μ’ ένα σφυρί ή μια λάμα, αλλά η εργαλειοθήκη του βρισκόταν πολύ μακριά και το πιθανότερο ήταν να δεχόταν μια μαχαιριά πισώπλατα έτσι κι έκανε να τρέξει προς τα εκεί. Οπότε, έφερε τα μπράτσα του μπροστά ώστε να μπλοκάρει την επόμενη επίθεση, αλλά καθώς δεν ήταν σίγουρος αν θα ήταν αποτελεσματική αυτή η κίνηση, προσπάθησε απλά να κρατηθεί μακριά από την τροχιά του μαχαιριού. Ωστόσο, σε πολύ λίγο αυτό δεν θα ήταν αρκετό. Ζυγίζοντας τις επιλογές του, κατάλαβε πως είχε ελάχιστες. Μπορούσε να πετάξει το μαχαίρι από το χέρι του αντιπάλου του ώστε να παλέψουν στα ίσα, οπότε και ήξερε ότι θα μπορούσε να τον νικήσει, ή να στείλει την Τ ζούντιθ να φέρει βοήθεια αν δεν το είχε


ήδη βάλει στα πόδια. Η δεύτερη επιλογή δεν του άρεσε καθόλου, και εξάλλου θα ήταν νεκρός πριν έρθει βοήθεια. Και τότε, μια τρίτη επιλογή γλίστρησε πάνω στο δάπεδο και σταμάτησε κοντά στα πόδια του: το σφυρί του. Το είδε και ο άλλος, ο οποίος έκανε αμέσως ένα βήμα μπροστά με το μαχαίρι του απλωμένο μπροστά ώστε να αναγκάσει τον Νέιθαν να πισωπατήσει και να απομακρυνθεί από το σφυρί. Ο Νέιθαν δεν είχε χρόνο να σκεφτεί, αλλά ήταν αποφασισμένος να μη χαραμίσει την ευκαιρία που του είχε δώσει μόλις η Τ ζούντιθ. Γυρίζοντας την πλάτη του στον άγνωστο, έπεσε στο πάτωμα και στυλώνοντας τα χέρια του πάνω στο δάπεδο, έριξε μια κλοτσιά προς τα πίσω. Η κλοτσιά του δεν πέτυχε τον αντίπαλο, αλλά τον αιφνιδίασε δίνοντας στον Νέιθαν τον χρόνο που χρειαζόταν για να πιάσει το σφυρί και να πεταχτεί πάλι όρθιος, κραδαίνοντάς το. Το σφυρί πέτυχε τον άλλο στον ώμο κάνοντάς τον να πισωπατήσει. Ο Νέιθαν είχε πάρει πλέον το πάνω χέρι, και το ήξεραν και οι δύο. Ο άγνωστος πήρε αμέσως θέση άμυνας και άρχισε να κουνάει σταθερά το μαχαίρι πέρα-δώθε. Σπινθήρες πετάχτηκαν στον αέρα όταν το κεφάλι του σφυριού συγκρούστηκε με τη λεπίδα, αλλά ο ξανθός τύπος συνέχιζε να κρατάει σταθερά το μαχαίρι του, παρότι ο Νέιθαν τον είχε αναγκάσει να κινείται προς τα πίσω. Σε λίγο θα βρισκόταν με την πλάτη κολλημένη στο μαντρί με τα ζώα και δεν θα είχε πια χώρο για ελιγμούς, αλλά μπορεί να μην το είχε αντιληφθεί ακόμα. Έχοντας πλέον πάρει το πλεονέκτημα και μη θέλοντας να σκοτώσει τον αντίπαλο, ο Νέιθαν του είπε, «Παράτα τα, φίλε. Εκτός κι αν θέλεις να σου λιώσω το κεφάλι». «Άει πηδήξου!» του γρύλισε ο άλλος, αλλά στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η απόγνωση, οπότε ο Νέιθαν κατάλαβε ότι ο αντίπαλος θα δοκίμαζε να αντεπιτεθεί. Αυτό και έκανε. Στριφογύρισε το μαχαίρι μες στο χέρι του, το έπιασε από την άκρη της αιχμής και σήκωσε το μπράτσο του για να το εκσφενδονίσει. Ο Νέιθαν έπρεπε να αντιδράσει αστραπιαία και ο πιο γρήγορος τρόπος για να βγει


εκτός της τροχιάς του μαχαιριού ή να το σταματήσει ήταν να ρίξει μια βουτιά καταπάνω στον αντίπαλο. Αυτό ακριβώς έκανε, με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δύο πάνω στην περίφραξη του μαντριού των ζώων, η οποία διαλύθηκε κάτω από το βάρος των σωμάτων τους. Οι δύο άντρες σωριάστηκαν στο πάτωμα και τα ζώα σκόρπισαν μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο πανικόβλητων φωνών. Ωστόσο, ο Νέιθαν κατάφερε να κολλήσει το φαρδύ του στέρνο πάνω στο οπλισμένο χέρι του αντιπάλου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μετακινήσει το όπλο – αν το κρατούσε ακόμα, δηλαδή. Αφήνοντας το σφυρί να πέσει κάτω, ο Νέιθαν φύτεψε τη γροθιά του στο πρόσωπο του άλλου, μία, δύο, τρεις φορές. Με την δεύτερη τον έριξε αναίσθητο. Ο Νέιθαν πήρε βαθιά ανάσα και ανακάθισε. Το μαχαίρι βρισκόταν ακόμα κοντά στο χέρι του αντιπάλου του, οπότε ο Νέιθαν το έσπρωξε έξω από το μαντρί και μετά κοίταξε το στέρνο του για να δει αν είχε πληγωθεί. Η λεπίδα του είχε σκίσει το πουκάμισο και το δέρμα του έτσουζε. Μια γρατζουνιά ήταν μόνο και όχι πολύ βαθιά – είχαν τρέξει μόνο μερικές σταγόνες αίμα. «Είσαι καλά;» Ακόμα εκεί ήταν η Τ ζούντιθ; Σηκώνοντας τα μάτια του, είδε πόσο ταραγμένη ήταν, οπότε της είπε καθησυχαστικά, «Καλά είμαι». «Μα σου επιτέθηκε. Γιατί;!» «Δεν έχω ιδέα». Ο Νέιθαν σηκώθηκε όρθιος και έσυρε τον αναίσθητο άντρα έξω από το μαντρί προτού προσθέσει, «Δεν είναι μέλος του πληρώματος προφανώς». Η Τ ζούντιθ κοιτούσε συνοφρυωμένη τον αναίσθητο άντρα. «Δεν ανήκει ούτε στο προσωπικό της κουζίνας του θείου μου. Τους γνωρίζω όλους». «Θα πρέπει να είναι λαθρεπιβάτης». «Μα οι λαθρεπιβάτες δεν προσπαθούν να σκοτώσουν κόσμο όταν τους ανακαλύπτουν». Είχε δίκιο. Το να είναι κανείς λαθρεπιβάτης ήταν ένα πταίσμα για το οποίο ο δράστης τιμωρούνταν συνήθως με ολιγοήμερη κράτηση


στο μπαλαούρο, ή με καταναγκαστική εργασία μέχρι το πλοίο να πιάσει λιμάνι. Στη συνέχεια, οι περισσότεροι καπετάνιοι άφηναν απλά τον λαθρεπιβάτη να φύγει. Η επιθετικότητα αυτού του ανθρώπου δεν έβγαζε νόημα. Επίσης, δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο αμπάρι από τη μέρα που σάλπαραν από το Λονδίνο. Ο Νέιθαν ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Τα ζώα θα είχαν προδώσει την παρουσία του, και οι ναυτικοί που κατέβαιναν στο αμπάρι πολλές φορές τη μέρα για να μεταφέρουν προμήθειες θα τον είχαν πάρει χαμπάρι. Άρα, θα πρέπει να κρυβόταν κάπου αλλού και να τρύπωσε εδώ την ώρα που ο Νέιθαν πήγε να πάρει το βραδινό του. Ο Νέιθαν πήρε τώρα ένα κασόνι και το χρησιμοποίησε για να μπαλώσει το διαλυμένο τμήμα της περίφραξης ώστε να κλείσει μέσα τα ζώα μέχρι να το επισκευάσει κανονικά. Η Τ ζούντιθ που τον κοιτούσε, άφησε ξάφνου μια πνιχτή κραυγή. «Πληγώθηκες!» «Όχι, δεν είναι τίποτα». «Άσε με να δω». Έτρεξε κοντά του. Ο Νέιθαν στριφογύρισε τα μάτια του, αλλά η Τ ζούντιθ ήταν αποφασισμένη να σκίσει κι άλλο το πουκάμισό του ώστε να εξετάσει το τραύμα. Ωστόσο, η αντίδρασή της τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως η κοπέλα έδειχνε πολύ μεγαλύτερη ανησυχία απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από κάποια που είχε δηλώσει ότι ήθελε να τον δει στη φυλακή. Ήταν άραγε τόσο συμπονετική που θα βοηθούσε οποιονδήποτε είχε ανάγκη; Τελικά, η Τ ζούντιθ σήκωσε τα μάτια της στα δικά του. «Μια γρατζουνιά είναι μόνο». Ο Νέιθαν της χαμογέλασε. «Το ξέρω. Έπρεπε να το είχες βάλει στα πόδια όταν ξεκίνησε η μάχη, αλλά χαίρομαι που δεν το έκανες. Το σφυρί έγειρε την πλάστιγγα υπέρ μου. Πολύ έξυπνη η σκέψη σου». Η Τ ζούντιθ κοκκίνισε. «Θύμωσα βλέποντας ότι δεν μονομαχούσε δίκαια. Στην αρχή σκέφτηκα να τον κοπανήσω μ’ ένα μαδέρι, αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν θα τον χτυπούσα αρκετά δυνατά».


Ο Νέιθαν γέλασε μόλις φαντάστηκε τη σκηνή. Γελούσε πολύ όταν ήταν μαζί της – άλλος ένας λόγος που του άρεσε η συντροφιά της. «Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι κάποια στιγμή θα ένιωθα ευγνωμοσύνη για τον ευέξαπτο χαρακτήρα σου, ή θα βρισκόμουν στη θέση να σ’ ευχαριστήσω γι’ αυτό, αλλά να που βρέθηκα. Σ’ ευχαριστώ, γλύκα μου». «Παρακαλώ». Ο Νέιθαν έσκυψε, σήκωσε τον αναίσθητο άντρα από κάτω και τον φόρτωσε στον ώμο του. «Πού τον πας;» «Ο θείος σου πρέπει να ενημερωθεί γι’ αυτό που έγινε, οπότε πάρε το παλτό σου και φύγε πριν ξεσπάσει σαματάς. Μπορεί να διατάξει να ψάξουν όλο το πλοίο απόψε κιόλας για την περίπτωση που υπάρχουν κι άλλοι λαθρεπιβάτες, και είμαι σίγουρος ότι δεν θέλεις να σε βρουν εδώ κάτω». «Έχεις απόλυτο δίκιο. Φεύγω αμέσως. Δεν χρειάζεται να με περιμένεις». Ωστόσο, αυτός κοντοστάθηκε στη σκάλα μέχρι που βεβαιώθηκε ότι η Τ ζούντιθ έφυγε σώα και ασφαλής από εκεί και μετά ανέβηκε πάνω. Το ενδεχόμενο να υπήρχε κι άλλος λαθρεπιβάτης στο πλοίο θα εξηγούσε τον λόγο που ο αναίσθητος άντρας επιτέθηκε στον Νέιθαν αντί απλά να παραδοθεί. Μήπως ήθελε να του αποσπάσει την προσοχή ώστε να μην βρει τον συνεργό του; Όταν ο Νέιθαν έφτασε στο κύριο κατάστρωμα, έριξε κάτω το βαρύ φορτίο. Ο αναίσθητος άντρας δεν σάλεψε, αλλά ο Νέιθαν δεν μπορούσε να τον αφήσει μόνο του εκεί πέρα, οπότε φώναξε απλά τον ύπαρχο. Εκείνη την ώρα πάνω στο κατάστρωμα υπήρχαν ελάχιστοι μόνο ναύτες, οι οποίοι ήρθαν αμέσως να δουν τι είχε συμβεί και ο ένας τους έφερε ένα φανάρι. «Όπα, στούμπηξες υπηρέτη του καπ’τάνιου απ’ το Λονδίνο;» είπε ένας από τους ναύτες. «Ο καπ’τάνιος θα σαλτάρ’». «Φέρτε τον να μας πει», απάντησε ο Νέιθαν. Τότε ήρθε και ο Άρτι ο οποίος κοίταξε προσεκτικά τον αναίσθητο


άντρα. «Δεν είν’ δικός μας. Πού τον βρήκες, κύριε Τ ρεμέιν;» Ο Νέιθαν εξήγησε στον Άρτι τι είχε συμβεί, ενώ χρειάστηκε να τα επαναλάβει όταν ήρθε ο καπετάνιος. Αν ο Μάλορι νευρίασε που κάποιος είχε το θράσος να ανέβει στο πλοίο του χωρίς άδεια, το έκρυψε καλά. Για την ακρίβεια, το πρόσωπό του παρέμεινε εντελώς ανέκφραστο. «Δεν είναι απ’ το δικό μας πλήρωμα, κάπτεν, κι απ’ ό,τι μας είπε ο κύριος Τ ρεμέιν, δεν φαίνεται συνηθισμένος λαθρεπιβάτης», επεσήμανε ο Άρτι. «Όχι, έχεις δίκιο». Ο Τ ζέιμς κοίταξε προσεκτικά τον αναίσθητο άντρα και τον σκούντηξε με τη μύτη της μπότας του για να δει αν ήταν έτοιμος να συνέλθει, αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε. «Ήταν ανάγκη να τον χτυπήσεις τόσο δυνατά, κύριε Τ ρεμέιν;» «Μου έπεσε το σφυρί πρώτα», ήταν το μόνο που είπε ο Νέιθαν για να δικαιολογηθεί. Οι άκρες του στόματος του καπετάνιου ανασηκώθηκαν αδιόρατα και τόσο φευγαλέα που ήταν αδύνατον να καταλάβει αν του είχε φανεί αστείο. «Εφόσον δεν βρισκόταν στο πλοίο για να ταξιδέψει τζάμπα, γεννάται το ερώτημα: τι δουλειά είχε στο πλοίο μου;» είπε ο Τ ζέιμς. «Και γιατί δεν έχει πάει ακόμα κανείς να φέρει νερό ώστε να τον συνεφέρουμε και να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει;» Στη στιγμή ένας ναύτης έφυγε τρέχοντας για να πάει να φέρει έναν κουβά, αλλά τότε εμφανίστηκε ο Αντράσι με το σπαθί στο χέρι, ουρλιάζοντας, «Πώς τόλμησε να βάλει σε κίνδυνο την οικογένειά μου; Θα τον σκοτώσω!» Ο κόμης κατέβηκε τρέχοντας από το καρέ των αξιωματικών και φαινόταν τόσο οργισμένος που ίσως και να το έκανε. Ο Νέιθαν έπεσε πάνω του για να τον σταματήσει. Το ίδιο έκανε και ο Τ ζέιμς, ο οποίος έσπρωξε νευριασμένος τον Αντράσι προς τα πίσω. «Τ ι διάολο νομίζεις ότι κάνεις;» τον ρώτησε με απειλητικό ύφος ο Τ ζέιμς. «Χρειάζομαι απαντήσεις, όχι αίμα». «Μα… δεν κινδυνεύουν οι γυναίκες;» ρώτησε ο Αντράσι, κατεβάζοντας το σπαθί του.


«Που να πάρει και να σηκώσει», γρύλισε ο Τ ζέιμς. «Απλά μην ανακατεύεσαι στο–» «Κάπτεν!» Ο Νέιθαν γύρισε και είδε ότι την ώρα που είχαν στρέψει αλλού την προσοχή τους, ο λαθρεπιβάτης θα πρέπει να πετάχτηκε όρθιος, να έριξε κάτω τον μοναδικό ναύτη που έστεκε ακόμα δίπλα του, αυτόν που είχε βγάλει τη φωνή, και να πήδηξε στη θάλασσα. Ο Νέιθαν πρόλαβε να δει μόνο τα πόδια του πριν εξαφανιστεί κάτω από την κουπαστή. Έτρεξε αμέσως εκεί, μην πιστεύοντας στα μάτια του. «Τ ι διάολο; Νομίζει ότι θα γυρίσει στην Αγγλία κολυμπώντας;» Τότε, ήρθαν και οι άλλοι στην κουπαστή. Ένας ναύτης φώναξε, «Να τον ψαρέψουμε;» «Πώς;» είπε απογοητευμένος ο ναύτης που κρατούσε ένα φανάρι πάνω από την κουπαστή. «Μπας και τον βλέπεις κει κάτω; Γιατί εγώ όχι». Ούτε ο Νέιθαν τον έβλεπε. Σε αντίθεση με το χθεσινό βράδυ που ο ουρανός ήταν ξάστερος, η αποψινή πυκνή συννεφιά έκρυβε το φεγγάρι. Εκείνη τη στιγμή, έφτασαν κι άλλοι κοντά τους, φέρνοντας ακόμα περισσότερα φανάρια, αλλά και πάλι το φως δεν ήταν αρκετό για να μπορέσουν να εντοπίσουν τον λαθρεπιβάτη. Ο Νέιθαν άκουγε παφλασμούς που σήμαινε ότι ο λαθρεπιβάτης απομακρυνόταν από το πλοίο κολυμπώντας. Και τότε άκουσε και κάτι άλλο… «Κουπιά», είπε στον Τ ζέιμς. «Υπάρχει τουλάχιστον μία βάρκα εδώ κοντά, άρα θα πρέπει να υπάρχει και πλοίο». «Άρτι!» Ο Τ ζέιμς άρχισε να μοιράζει διαταγές με κοφτή φωνή. «Πες σ’ όλους τους άντρες ν’ ανέβουν στο κατάστρωμα οπλισμένοι σε περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με αιφνιδιαστική επίθεση. Εσείς», είπε σε δύο ναυτικούς, «ρίξτε μία από τις μικρότερες βάρκες στο νερό και κυνηγήστε τους. Αν δεν επίκειται επίθεση, θέλω να μου φέρετε τον αναθεματισμένο λαθρεπιβάτη πίσω. Χένρι, βρες τον ναύτη με την καλύτερη νυχτερινή όραση και πες του ν’ ανέβει στα ξάρτια. Θέλω να μάθω τι συμβαίνει εκεί κάτω».


Ο Νέιθαν έτρεξε στην άλλη πλευρά του πλοίου, αλλά και πάλι δεν έβλεπε τίποτα στο νερό. Διαπίστωσε μόνο ότι ο ήχος των κουπιών ακουγόταν αποκλειστικά από τη μία πλευρά του πλοίου, από την πλευρά από την οποία είχε πηδήξει ο άγνωστος. Ο ήχος άρχισε να σβήνει σταδιακά μέχρι που ακουγόταν μόνο από την πρύμνη. Την ώρα που πήγαινε να αναφέρει τα ευρήματά του στον Τ ζέιμς, ο Ουόλτερ, ο ναύτης με την καλύτερη νυχτερινή όραση, που δεν είχε χρειαστεί να σκαρφαλώσει πολύ ψηλά για να δει τι συνέβαινε, έβγαλε φωνή, «Πίσω μας, κάπτεν!» Ο Τ ζέιμς κατευθύνθηκε αμέσως προς την πρύμνη, με όλο το πλήρωμα πίσω του. Ο Άρτι του έδωσε το κανοκιάλι του, αν και ο Τ ζέιμς δεν έκανε τον κόπο να το χρησιμοποιήσει, παρά μόνο έριξε μια ματιά στην πυκνή συννεφιά από πάνω τους και πέταξε μια αισχρή βλαστήμια. Ο Ουόλτερ φώναξε πάλι: «Μόνο μία βάρκα που κινείται ταχύτατα προς το μεγάλο πλοίο. Η βάρκα μας δεν έχει πλησιάσει αρκετά ακόμη, κάπτεν. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να τους προφτάσουμε». Εκείνη τη στιγμή, τα σύννεφα αραίωσαν λιγάκι επιτρέποντας στο φεγγάρι να ρίξει τη χλωμή του λάμψη πάνω στο νερό. Ο Τ ζέιμς έφερε βιαστικά το κανοκιάλι στο μάτι του και την επόμενη στιγμή είπε, «Είναι τρικάταρτο και πλήρως αρματωμένο και στρίβει με σκοπό να παρουσιάσει τα κανόνια του». «Για να μας κανονιοβολήσουν;» ρώτησε κάποιος. «Μπα, δεν είναι αρκετά κοντά. Φαντάζομαι πως ο λόγος που κάνουν τον ελιγμό είναι για να μας αποτρέψουν να επιχειρήσουμε να φέρουμε τον άντρα τους πίσω για ανάκριση. Άρτι, δώσε διαταγή στη βάρκα μας να επιστρέψει. Δεν πρόκειται να βάλω σε κίνδυνο τις ζωές των αντρών μου εφόσον δεν υπάρχει πιθανότητα να προφτάσουν την άλλη βάρκα». Τότε, ο Τ ζέιμς πέταξε άλλη μια βλαστήμια καθώς το φως του φεγγαριού χάθηκε πάλι. «Σιχαίνομαι τα αναθεματισμένα μυστήρια». Αν και το σχόλιό του δεν απευθυνόταν σε κανέναν συγκεκριμένα, τα μέλη του πληρώματος άρχισαν να προσπαθούν να δώσουν κάποια


εξήγηση σε αυτό που είχε συμβεί. «Δεν είναι πειρατές, αλλιώς θα μας έριχναν με τα κανόνια». «Μόνο μία βάρκα, οπότε δεν ήταν αιφνιδιαστική επίθεση», είπε κάποιος άλλος. «Την ώρα που πήδηξε ο τύπος στη θάλασσα, η βάρκα βρισκόταν ήδη στα μισά της απόστασης προς το Μέιντεν Τζορτζ, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε κανονιστεί συνάντηση για κάποια στιγμή απόψε», αποτόλμησε μια εικασία ο Νέιθαν. «Καθώς δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, θα συμφωνήσω», είπε ο Τ ζέιμς. «Μα ταξιδεύουμε μόλις δύο μέρες. Τ ι μπορεί να περίμενε να πετύχει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;» «Σαμποτάζ», πρότεινε ο Άρτι. «Για να μας βυθίσει;» Ο Τ ζέιμς κούνησε το κεφάλι του. «Υπερβολικά δραστικό και στοιχίζει αθώες ζωές». «Ίσως να μην τους νοιάζει», είπε ο Άρτι, «Παρ’ όλα αυτά, θα βάλω να ψάξουν το πλοίο από πάνω ως κάτω». «Αν βρισκόταν εδώ για λόγους εκδίκησης, ίσως να είχε κανονίσει να κάνει το φονικό απόψε κι ύστερα να εγκαταλείψει το πλοίο». «Αλλά εσύ τον πρόλαβες; Είναι πιθανό, φαντάζομαι, αν και οι εχθροί μου έχουν την τάση να είναι ανυπόμονοι. Αν με ήθελε νεκρό θα είχε ήδη αποπειραθεί να με σκοτώσει. Υποθέτω ότι θα μπορούσαμε να ανακρίνουμε το πλήρωμα για να διαπιστώσουμε αν έχει και κανείς άλλος κάποιον άσπονδο εχθρό». Ο Νέιθαν είχε έναν τέτοιο εχθρό, αλλά ο Γκριγκ δεν θα έστελνε κάποιον άντρα του σε αποστολή αυτοκτονίας ώστε να τον σκοτώσει, ακόμα κι αν είχε ανακαλύψει πως βρισκόταν σε αυτό το πλοίο, οπότε δεν είπε τίποτα. Αντ’ αυτού, πρότεινε ένα όχι και τόσο καταχθόνιο ενδεχόμενο. «Ίσως ο λαθρεπιβάτης να ήθελε να πάρει κάτι που κατέληξε κατά λάθος στο πλοίο. Μπορεί να νόμιζε ότι θα προλάβαινε να το βρει μέσα σε δύο μέρες, και ίσως να τα κατάφερε. Μπορεί να περίμενε να φύγω από το αμπάρι όπου κρυβόταν, αλλά έτυχε να τον βρω εγώ


πρώτα». «Αυτή η πιθανότητα δεν είναι τελείως παράλογη, αν και δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι σου επιτέθηκε αμέσως αντί να προσπαθήσει να σε πείσει να τον αφήσεις να φύγει. Θα μπορούσε να ισχυριστεί πως ήταν μέλος του πληρώματος ή του υπηρετικού προσωπικού. Εξάλλου, μόνο οι ύπαρχοι γνωρίζουν όλους τους επιβαίνοντες στο πλοίο μου». Μάλιστα, ίσως έτσι να είχε καταφέρει να κυκλοφορεί απαρατήρητος στο πλοίο, να τρώει και να κάνει ό,τι άλλο ήθελε, σκέφτηκε ο Νέιθαν. Ωστόσο, αποφάσισε πως έπρεπε να σταματήσουν να κάνουν εικασίες που δεν οδηγούσαν πουθενά. «Τ ι κάνουμε λοιπόν, κάπτεν; Στρίβουμε;» ρώτησε ένας από τους άντρες. «Όχι, δεν θα τους καταδιώξουμε όταν έχω την οικογένειά μου στο πλοίο», είπε ο Τ ζέιμς. «Ωστόσο, θέλω το πλοίο που μας ακολουθεί να είναι υπό διαρκή παρακολούθηση. Αν κάνει ότι πλησιάζει, θέλω να ενημερωθώ αμέσως. Επίσης, θέλω να τοποθετηθούν ένοπλα περίπολα στο Μέιντεν Τζορτζ γι’ απόψε». «Αρχίζω κι εγώ να σιχαίνομαι τα μυστήρια», μουρμούρισε ο Νέιθαν. Ο Τ ζέιμς έγνεψε και στράφηκε στον ύπαρχό του. «Υποψιάζομαι ότι η υπόθεση θ’ αργήσει να διαλευκανθεί προς το παρόν, αλλά θέλω να συγκεντρώσεις όλο το υπόλοιπο πλήρωμα και να ψάξετε όλο το πλοίο για οτιδήποτε ασυνήθιστο. Μην αφήσετε σπιθαμή που να μην ερευνήσετε προκειμένου να βεβαιωθούμε ότι δεν πρόκειται για ομαδική επιχείρηση. Θέλω να μου αναφέρετε τα αποτελέσματα της έρευνας με το που θα την ολοκληρώσετε. Γυρίζω πίσω στην καμπίνα μου». Τότε όμως, ο Τ ζέιμς κοντοστάθηκε και στράφηκε πάλι στον Νέιθαν. «Ολοκλήρωσες το ριγκ μου, κύριε Τ ρεμέιν;» «Θα το έχω τελειώσει εντός της ώρας, κάπτεν». «Μπορεί να περιμένει μέχρι το πρωί. Αρκετά έκανες για σήμερα». Ο Νέιθαν έγνεψε. «Είπατε “ Θ’ αργήσει να διαλευκανθεί προς το παρόν”. Πιστεύετε ότι θα συνεχίσουν να μας ακολουθούν σε


περίπτωση που δεν πέτυχαν αυτό που ήθελαν;» «Ω, το ελπίζω».


Κεφάλαιο είκοσι Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα το ξαναέκανε. Δεν ήταν καθόλου του χαρακτήρα της να κάνει πράγματα στα μουλωχτά. Θα πρέπει να υπήρχε κι άλλος τρόπος για να μιλάει με τον Νέιθαν χωρίς να κινεί την περιέργεια. Ωστόσο δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν. Έτσι, κατέβηκε βιαστικά στο χαμηλότερο επίπεδο, αν και ήξερε ότι είχε τόσο λίγο χρόνο στη διάθεσή της που κακώς έκανε τον κόπο. Ήταν ήδη αργά το πρωί. Δεν είχε σκοπό να κοιμηθεί τόσο πολύ και η Τ ζακ θα πρέπει να είχε ήδη αρχίσει να την ψάχνει, εκτός κι αν είχε παρακοιμηθεί πάλι και η ίδια. Ήταν πιθανό, όμως, αφού χτες βράδυ η ξαδέλφη της είχε περάσει από την καμπίνα της πριν πάει στη δική της. Η Τ ζακ ήθελε να της πει όλα όσα είχε μάθει από τον πατέρα της σχετικά με τον λαθρεπιβάτη και η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να παραδεχτεί καν πως ήξερε ήδη τα μισά. Αναθεματισμένα μυστικά… Βρήκε τον Νέιθαν να μαζεύει τα εργαλεία του. Το ριγκ προπόνησης ήταν έτοιμο, ενώ είχε ήδη επισκευάσει και την περίφραξη των ζώων. Αν αργούσε λίγα λεπτά ακόμα δεν θα τον έβρισκε εδώ. Της το επιβεβαίωσε και ο ίδιος, λέγοντας, «Ετοιμαζόμουν να φύγω. Δεν περίμενα να έρθεις να μ’ επισκεφτείς – και τι διάολο είναι αυτά που φοράς;» «Ευκολοφόρετα ρούχα. Η καμαριέρα μου με άφησε να παρακοιμηθώ και δεν προλάβαινα να την περιμένω να γυρίσει. Όπως έχουν τα πράγματα, δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου». Ο τρόπος που κοιτούσε το παντελόνι της την έκανε να κοκκινίσει.


Είχε βάλει τα μπατζάκια μέσα από ένα ζευγάρι μπότες ιππασίας που της έφταναν ως τη μέση της γάμπας, αλλά το ύφασμα του παντελονιού δεν ήταν χοντρό. Η Τ ζακ ήθελε να φοράει άνετα ρούχα, που σήμαινε μαλακά. Γι’ αυτό, η Τ ζούντιθ δεν είχε βάλει από μέσα το μακρύ άσπρο πουκάμισο, παρά το είχε αφήσει να κρέμεται απέξω, σκεπάζοντας τα οπίσθιά της, ενώ το είχε σφίξει με ζώνη. Ήταν σίγουρη πως η εμφάνισή της ήταν για γέλια, αλλά τα πράσινα μάτια του δεν μαρτυρούσαν τίποτα τέτοιο. «Θες να πεις ότι σου επιτρέπουν να ντύνεσαι έτσι;» «Όταν βρίσκομαι πάνω σε πλοίο, ναι. Φορούσα παντελόνια και την τελευταία φορά που ταξίδεψα με πλοίο πριν από χρόνια. Η μητέρα μου συμφώνησε. Καλύτερα από το να σου παίρνει ο άνεμος τη φούστα». «Για ένα παιδί, μπορεί, αλλά τώρα πια είσαι γυναίκα με καμπύλες που–» «Σταμάτα να κοιτάζεις!» του πέταξε απότομα. Ο Νέιθαν έβαλε τα γέλια. «Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορεί να αποφύγει ένας άντρας, γλύκα μου». Η Τ ζούντιθ μισόκλεισε τα μάτια. «Επίτηδες το κάνεις ώστε να ξοδέψεις τον ελάχιστο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου προτού η Τ ζακ αρχίσει να αναρωτιέται πού είμαι;» Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. «Δεν πηγαίνει όπως περίμενες το σχέδιό σου να μ’ έχεις του χεριού σου, έτσι; Όχι όταν πρέπει να κανονίζεις κάθε μας συνάντηση σύμφωνα με τις κινήσεις της ξαδέλφης σου». Το είχε συνειδητοποιήσει κι αυτή, αλλά ήταν ανάγκη να το λέει σαν να το έβρισκε τρομερά αστείο; «Αν πρέπει να πας κάπου αλλού, είσαι ελεύθερος να–» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της, καθώς ο Νέιθαν την έπιασε από τη μέση και την ανέβασε στο κασόνι δίπλα του. Ήταν κάπως ψηλό για κάθισμα, με αποτέλεσμα τα πόδια της να κρέμονται μερικά εκατοστά πάνω από το δάπεδο. Αμέσως μετά κάθισε κι αυτός δίπλα της! Το κασόνι δεν ήταν αρκετά πλατύ και για τους δύο.


Δηλαδή ήταν, αλλά μόνο αν ακουμπούσαν οι μηροί τους. Η Τ ζούντιθ μπορεί και να μην πρόσεχε καν την επαφή αν φορούσε φούστα και μεσοφόρι, αλλά μέσα από το λεπτό, μαύρο παντελόνι ένιωθε κάθε σπιθαμή του ποδιού του πλάι στο δικό της και τη ζεστασιά του μηρού του. Καθώς ο Νέιθαν δεν φορούσε σακάκι, αισθανόταν και τη ζεστασιά του μπράτσου του που ήταν κολλημένο πάνω στο δικό της. Ήταν μια στάση υπερβολικής οικειότητας και της έφερε στον νου την αίσθηση του ημίγυμνου κορμιού του που είχε κολλήσει πάνω της όταν τη φίλησε χτες… Εκείνο το ευχάριστο φτερούγισμα ξύπνησε πάλι μέσα της και την έκανε να τα χάσει ακόμη περισσότερο. Πήγε να κατέβει από το κασόνι αλλά συνειδητοποίησε ότι αν κάθονταν δίπλα δίπλα δεν θα ήταν αναγκασμένη να τον κοιτάζει και να χαθεί στο όμορφο πρόσωπό του και στο αισθησιακό του βλέμμα. Φτάνει να κατάφερνε να αγνοήσει το γεγονός ότι αγγίζονταν. Φτάνει να κατάφερνε να μη σκέφτεται αν ο λόγος που την είχε βάλει να καθίσει τόσο κοντά του ήταν επειδή ήθελε να την ξαναφιλήσει. Άφησε ένα νοερό βογκητό. Δεν υπήρχε περίπτωση να του αποσπάσει απαντήσεις αν συνέχιζε να μπαίνει στη μέση η έλξη που ένιωθε γι’ αυτόν. «Πού μεγάλωσες;» τον ρώτησε ξαφνικά. Να μια απλή ερώτηση, στη οποία δεν θα μπορούσε ν’ απαντήσει με υπεκφυγές. Αυτός βρήκε τον τρόπο πάντως. «Έχει καμία σημασία;» Με το βλέμμα καρφωμένο στο ριγκ προπόνησης μπροστά τους, το οποίο φώτιζαν άπλετα δύο φανάρια που κρέμονταν από τους γωνιακούς πασσάλους, η Τ ζούντιθ είπε αυστηρά: «Έτσι σκοπεύεις να τηρήσεις τη συμφωνία;» «Κοίτα, αν σου πω πού μεγάλωσα, θα το πάρεις στραβά». «Θεέ και Κύριε, μεγάλωσες στην Κορνουάλη;» μάντεψε. «Μα ναι, ασφαλώς. Στο μοναδικό μέρος της Αγγλίας που είναι γνωστό για τους λαθρεμπόρους του. Τ ι ρωτάω;» «Σου είπα ότι θα το έπαιρνες στραβά. Όμως η Κορνουάλη έχει ό,τι έχει και οποιαδήποτε άλλη κομητεία –μέχρι και αριστοκράτες– οπότε δεν μπορείς να σκιαγραφείς όλους τους κατοίκους της με τα


μελανά χρώματα της καχυποψίας σου». «Έχεις δίκιο». «Αλήθεια;» ρώτησε έκπληκτος. «Είσαι ικανή να σκέφτεσαι λογικά πού και πού;» «Είμαι υπέρ της λογικής, και αυτό που είπες ήταν μια λογική δήλωση για μια γεωγραφική περιοχή». Ο Νέιθαν κάγχασε. «Σου έχω δώσει πολλές λογικές–» «Όχι, δεν μου έχεις δώσει λογικές απαντήσεις σε θέματα που σε αφορούν προσωπικά. Και πότε έμαθες ξυλουργική; Πριν ή αφού ασχολήθηκες με τη θάλασσα;» «Σειρά μου να σου κάνω ερώτηση». «Τ ι; Πολύ καλά, ρώτα με. Δεν έχω μυστικά να κρύψω, εκτός από σένα». «Μου αρέσει να είμαι το μυστικό σου». Γιατί τα λόγια του την έκαναν να κοκκινίσει; Το γεγονός ότι η φωνή του κατέβηκε μερικές οκτάβες και πήρε αισθησιακή χροιά δεν σήμαινε ότι υπονοούσε κάτι. Ή μήπως ναι; Μπορεί να προσπαθούσε επίτηδες να την αποσυντονίσει. Ή μήπως είχε παρασυρθεί κι αυτός από την έλξη που ένιωθε η Τ ζούντιθ; Η σκέψη της έφερε σχεδόν ζάλη. Αν δεν ήταν εγκληματίας… ήταν όμως, και η Τ ζούντιθ δεν έπρεπε να το ξεχάσει αυτό. «Ερώτηση ήταν αυτή;» τον ρώτησε. Ο Νέιθαν γέλασε. «Πόσο μεγάλη είναι η οικογένειά σου;» «Η άμεση; Και οι δύο γονείς μου είναι ακμαιότατοι. Η αδελφή μου, η Τ ζέιμι, είναι δύο χρόνια μικρότερή μου. Την ενοχλεί το ταξίδι στη θάλασσα, γι’ αυτό έμεινε στο σπίτι με τη μητέρα μου. Η ετεροθαλής αδελφή μου, η Κέιτι, είναι πολύ μεγαλύτερη και έχει έρθει στο ταξίδι μαζί με τον άντρα της, τον Μπόιντ». «Συνολικά, εννοούσα». Η Τ ζούντιθ είχε την υποψία ότι δεν εννοούσε αυτό, αλλά του απάντησε ούτως ή άλλως. «Δεν τους έχω μετρήσει ποτέ όλους. Ο πατέρας μου είναι ο νεότερος από τέσσερις αδελφούς, οι οποίοι είναι όλοι παντρεμένοι με παιδιά, μέχρι και μερικά εγγόνια, οπότε με μια


πρόχειρη εκτίμηση πρέπει να είμαστε πάνω από τριάντα». Της φάνηκε ότι τον άκουσε να πνίγει ένα γέλιο. Όμως, δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσει να κοιτάξει προς το μέρος του για να βεβαιωθεί. Το σχέδιό της να αποφύγει να τον κοιτάξει είχε αποτέλεσμα – κατά κάποιον τρόπο. Τουλάχιστον είχε σταματήσει ν’ αναρωτιέται αν θα τη φιλούσε – Θεέ μου, και τώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Η εμπειρία ήταν συναρπαστική, αν και κάπως τρομακτική, αλλά οι αισθήσεις που είχε ξυπνήσει μέσα της ήταν τόσο όμορφες που δεν ήταν να δυνατόν να μη θέλει να τις ξαναδοκιμάσει. «–την περισσότερη ζωή μου», έλεγε ο Νέιθαν. «Τ ι;» «Απαντώ στην ερώτησή σου». «Ναι, αλλά τι είπες;» «Πού χάθηκε ο νους σου;» Ακούγοντας την ευθυμία στη φωνή του αναρωτήθηκε αν είχε ήδη καταλάβει την απάντηση, και αυτό την έκανε να αναψοκοκκινίσει ακόμα περισσότερο. «Μπορείς να τα πεις από την αρχή, σε παρακαλώ;» «Όταν με ρωτάς τόσο γλυκά, ασφαλώς. Είπα ότι αρχικά ήμουν ναυτικός και ότι ταξίδευα με τον πατέρα μου την περισσότερη ζωή μου». «Εκτός από τα τρία χρόνια που δούλεψες ως μαραγκός. Έτσι είπες στον θείο μου. Πού και πώς έμαθες αυτή την τέχνη, αφού είχες ήδη δουλειά πλάι στον πατέρα σου;» «Απαγορεύεται να κλέβεις, γλύκα μου. Μου έκανες τρεις ερωτήσεις στη σειρά». Η Τ ζούντιθ ξεφύσηξε φουρκισμένη. «Δεν θα χρειαζόταν να το κάνω αν απαντούσες ολοκληρωμένα, αντί να μου δίνεις λακωνικές απαντήσεις που οδηγούν σε δέκα περαιτέρω ερωτήσεις». Ο Νέιθαν γέλασε. «Ώστε είσαι οπαδός της λογικής και της υπερβολής… ω, και να μην ξεχάσω την ξεροκεφαλιά σου. Έχω αρχίσει να φτιάχνω λίστα». «Κι εσύ είσαι οπαδός των υπεκφυγών. Νομίζεις ότι δεν είναι


προφανές τι κάνεις;» «Ξέρεις κάτι; Δυσκολεύομαι να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου». Η Τ ζούντιθ πήρε μια βαθιά ανάσα και κάρφωσε τα μάτια της στα δικά του. Η έκφρασή του μαρτυρούσε ότι δεν προσπαθούσε να της αποσπάσει την προσοχή. Αυτό που είδε στα μάτια του ήταν πόθος, σφοδρός και λάγνος. Άγγιξε μια χορδή μέσα της, άναψε μια φλόγα… «Απλά σκέφτηκα να σ’ το πω», πρόσθεσε και ύστερα τράβηξε το βλέμμα του και τη ρώτησε. «Πού μεγάλωσες;» Η Τ ζούντιθ χρειάστηκε μια στιγμή για να ξανακατέβει στη γη. Για την ακρίβεια, της πήρε περισσότερο. Παρότι δεν την είχε αγγίξει, οι ακόμα σκληρές ρώγες της εξακολουθούσαν να τσούζουν και οι παλμοί της δεν είχαν ηρεμήσει. Θα ήθελε να πιστεύει ότι θα τον σταματούσε αν προσπαθούσε να τη φιλήσει εκείνη τη στιγμή, αλλά ήξερε πως θα τον άφηνε. Μα γιατί δεν τη φιλούσε;! Θεέ μου, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος απ’ όσο πίστευε – επικίνδυνος για τις αισθήσεις της. Έριξε ένα σάλτο από το κασόνι για να βάλει λίγη απόσταση ανάμεσά τους. Έπρεπε ν’ αρχίσει να φυλάγεται καλύτερα από τις τακτικές του. «Στο Λονδίνο», είπε, χωρίς άλλες περαιτέρω διευκρινίσεις. Καθώς εξακολουθούσε να τον κοιτάζει, παρατήρησε το αδιόρατο σφίξιμο του στόματός του, που της έδωσε να καταλάβει ότι ούτε σ’ αυτόν άρεσαν οι σύντομες απαντήσεις. «Δεν είναι εκνευριστική η λακωνικότητα;» «Θα καταφέρω να επιβιώσω». Η Τ ζούντιθ κάγχασε με την ετοιμόλογη απάντησή του. «Τέλος πάντων, επειδή εγώ είμαι συνήθως πιο σαφής, θα προσθέσω ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Λονδίνο, όπου έλαβα και τη μόρφωσή μου. Για την ακρίβεια, σπανίως έφευγα από την πόλη και αυτό μόνο για να επισκεφτώ συγγενείς σε άλλα μέρη της Αγγλίας, όπως στο Χαμσάιρ, όπου σε πρωτοσυνάντησα». «Και τουλάχιστον δύο φορές στην Αμερική». Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Πριν μιλήσω γι’ αυτό, απαιτώ άλλη μια


απάντηση από σένα. Γιατί έμαθες ξυλουργική αφού δούλευες ήδη με τον πατέρα σου;» Ο Νέιθαν γύρισε πάλι και την κοίταξε γελώντας δυνατά. Της άρεσε που το χιούμορ είχε την ικανότητα να τον αφοπλίζει έτσι∙ το μαρτυρούσαν το πρόσωπο, το στόμα, τα μάτια, τα πάντα πάνω του. Της έδειχνε ότι είχε αρχίσει να νιώθει άνετα μαζί της και ότι δεν φοβόταν πια μην τυχόν γίνει η αιτία να μπει στη φυλακή. Όμως, γιατί ήταν τόσο σίγουρος; Επειδή πίστευε ότι θα κατάφερνε να της αλλάξει γνώμη ή μήπως επειδή ήταν πραγματικά αθώος; Ιδού το ερώτημα. Αν η Τ ζούντιθ ήξερε αυτή την απάντηση, τότε δεν θα ήταν εδώ – ή μπορεί και να ήταν, απλά για διαφορετικό λόγο. Ο Νέιθαν απάντησε στην τελευταία της ερώτηση. «Όταν ήμουν είκοσι χρόνων μάλωσα με τον πατέρα μου κι έφυγα για πάντα από την Κορνουάλη. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκα στο Σαουθάμπτον κι εκεί ασχολήθηκα με την ξυλουργική». Η Τ ζούντιθ του ανταπέδωσε την ειλικρίνεια. «Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Αμερική, πάλι με την Τ ζακ, για να επισκεφτούμε την πατρίδα της μητέρας της, το Μπρίτζπορτ. Αυτό το ταξίδι γίνεται για να κάνει το ντεμπούτο της εκεί πριν κάνουμε το δεύτερο ντεμπούτο μας στο Λονδίνο. Βέβαια, είναι ασυνήθιστο να κάνεις δύο φορές το ντεμπούτο σου, αλλά επέμεναν οι Αμερικανοί θείοι της. Αν δεν ξέρεις τι σημαίνει ντεμπούτο–» «Ξέρω. Είναι αυτό που κάνετε εσείς οι αριστοκράτισσες για να βρείτε σύζυγο. Ώστε θα βγεις στην αγορά του γάμου, έτσι; Για κάποιον λόγο δεν πιστεύω ότι σου χρειάζεται». Κομπλιμέντο ήταν αυτό που της είχε πει, αλλά με απαξιωτικό ύφος; «Δεν μου χρειάζεται. Ούτε ξέρω πόσοι άντρες έχουν ήδη ζητήσει την άδεια του πατέρα μου να με κορτάρουν αυτό το καλοκαίρι». «Ώστε ορδές υποψήφιων γαμπρών περιμένουν με αγωνία την επιστροφή σου στην Αγγλία;» «Όχι, αν θες να ξέρεις, ο πατέρας μου πέταξε όλους εκείνους τους φερέλπιδες κυρίους έξω από το σπίτι. Δεν του άρεσε που του


θύμισαν ότι έφτανα σε ηλικία γάμου». «Μπράβο του». Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε το φρύδι της. «Σοβαρολογείς; Από πού κι ως πού συμφωνείς μαζί του σε αυτό το θέμα;» «Γιατί οι γυναίκες δεν πρέπει να παντρεύονται με το που φτάνουν στη κατάλληλη ηλικία». «Μιλάς από προσωπική πείρα, έτσι;» μάντεψε η Τ ζούντιθ. Ο Νέιθαν έγνεψε. «Ναι, για την αδελφή μου. Έπρεπε να περιμένει μέχρι να βρει έναν καλύτερο σύζυγο, κάποιον που θα την έκανε ευτυχισμένη, αντί να δεχτεί την πρώτη πρόταση γάμου που της έγινε. Δεν είχε αίσιο τέλος». Η Τ ζούντιθ περίμενε να συνεχίσει, αλλά τότε ακούστηκαν φωνές να έρχονται προς το μέρος τους. Της ξέφυγε μια πνιχτή κραυγή. «Ο πατέρας μου και ο θείος μου». «Κρύψου, που να πάρει ο διάολος».


Κεφάλαιο είκοσι ένα Δεν θα μπορούσαν να είχαν διαλέξει χειρότερη στιγμή, από κάθε άποψη. Ο Νέιθαν είχε μόλις αρχίσει να ανοίγεται, απαντώντας στις ερωτήσεις της χωρίς να της ζητάει να απαντήσει πρώτα στις δικές του. Η εκ βαθέων συζήτηση μπορεί να συνεχιζόταν αν δεν τους διέκοπταν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν ανάγκη να πει στην Τ ζούντιθ να πάει να κρυφτεί, αφού είχε αρχίσει να τρέχει ήδη προς τα κασόνια όταν το μπράτσο του Νέιθαν τη γράπωσε από τη μέση και ούτε λίγο ούτε πολύ την απόθεσε πίσω από ένα. Τουλάχιστον είχε χώρο να κρυφτεί εκεί πέρα, αφού οι προμήθειες ήταν τοποθετημένες μακριά από το κύτος του πλοίου προκειμένου να μπορούν να το ελέγχουν τακτικά για τυχόν διαρροές. Αυτό ήταν ένα από τα καθήκοντα του Νέιθαν ως καραβομαραγκού – όταν δεν τον ανέκρινε η ανιψιά του καπετάνιου. Η Τ ζούντιθ μόλις που πρόλαβε να σκύψει πίσω από το κασόνι όταν άκουσε τη φωνή του πατέρα της μέσα στο αμπάρι, να λέει «… απάντησε αμέσως χωρίς να κομπιάσει. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί καθόλου». «Που πάει να πει;» ρώτησε ο Τ ζέιμς. «Νόμιζα ότι αυτό θα σ’ έπειθε πως το παλικάρι λέει την αλήθεια». «Δεν είπα ότι λέει ψέματα, Τόνι. Μπορεί κάλλιστα να είναι αυτός που λέει, αλλά συγχρόνως να έχει και κρυφές επιδιώξεις. Το ότι λέει την αλήθεια δεν σημαίνει ότι δεν έχει παραλείψει να μας αναφέρει κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες». Της φάνηκε σχεδόν σαν να μιλούσαν για τον Νέιθαν, αλλά η


Τ ζούντιθ ήξερε ότι δεν ήταν έτσι. Συζητούσαν για τον Αντράσι, αν και ο Νέιθαν μπορεί να μην το είχε καταλάβει. Μα γιατί δεν είχε φύγει ακόμη; Τον έβλεπε να στέκεται ακόμη ανάμεσα στα δύο κασόνια, δίπλα στα εργαλεία του, με την πλάτη του γυρισμένη προς την είσοδο, λιγότερο από ένα μέτρο μακριά της. Η θέση του σώματός του την έκρυβε ακόμα περισσότερο, μα η επιθετική στάση των φαρδιών του ώμων μαρτυρούσε πως ήταν σφιγμένος. Μήπως περίμενε κάποια σύγκρουση; Ή μήπως απλά περίμενε ότι θα χρειαζόταν να την προστατεύσει; Πολύ ιπποτικό από μέρους του, αλλά η Τ ζούντιθ δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει να φτάσουν μέχρι εκεί τα πράγματα. Σαν να μην της έφτανε η αγωνία της, την έπιασε τρόμος όταν συνειδητοποίησε γιατί είχαν κατέβει εδώ κάτω ο πατέρας και ο θείος της. Για να χρησιμοποιήσουν το καινούριο ριγκ. Επομένως δεν θα έφευγαν σύντομα, το οποίο σήμαινε πως ούτε αυτή μπορούσε να φύγει. Σήμαινε επίσης ότι θα άκουγαν την Τ ζακ να τη φωνάζει όταν δεν θα την έβρισκε στο κατάστρωμα, πράγμα που θα συνέβαινε από στιγμή σε στιγμή. Φανταζόταν ήδη τον πατέρα της να βάζει τους πάντες πάνω στο πλοίο να την ψάξουν. Η φωνή του Τ ζέιμς ακούστηκε πιο μακρινή, σαν να είχε ήδη ανέβει στο ριγκ. Η Τ ζούντιθ δεν τόλμησε να κρυφοκοιτάξει πίσω από το κασόνι για να διαπιστώσει αν ήταν όντως έτσι. Με το που θα ξεκινούσαν τον αγώνα όμως, ίσως η προσοχή τους να αφαιρούνταν αρκετά και να κατάφερνε να ξεγλιστρήσει. Φυσικά, θα έπρεπε να μπουσουλήσει πίσω από τις προμήθειες, αλλά αυτό δεν θα ήταν δύσκολο χάρη στο παντελόνι που φορούσε. «Η γυναίκα του ανιψιού μου έχει μαλλιά σαν τα δικά σου», είπε ο Άντονι με απατηλά φιλικό τόνο. Τα μάτια της Τ ζούντιθ γούρλωσαν. Η φωνή του πατέρα της ακούστηκε σαν να στεκόταν ακριβώς μπροστά από το κασόνι πίσω από το οποίο ήταν κρυμμένη! Παρ’ όλα αυτά, κατάλαβε ότι μιλούσε στον Νέιθαν. «Να χαρείς, πες μου ότι δεν έχεις συγγένεια με την οικογένεια


Χίλαρι». «Ούτε που τους ξέρω», απάντησε επιφυλακτικά ο Νέιθαν. «Ωραία». Η Τ ζούντιθ δεν χρειάστηκε να το δει με τα μάτια της για να καταλάβει ότι ο πατέρας της είχε μόλις ρίξει γροθιά στο στομάχι του Νέιθαν. Ο ήχος ήταν χαρακτηριστικός. Μα γιατί; Και δεν σταμάτησε στη μία. Η Τ ζούντιθ μόρφαζε με κάθε γροθιά που ακουγόταν. Ήξερε πόσο βάναυσος γινόταν ο πατέρας της όταν πυγμαχούσε. Άραγε ο Νέιθαν προσπαθούσε έστω να υπερασπιστεί τον εαυτό του; Η Τ ζούντιθ φοβόταν να κοιτάξει. Δεν μπορούσε να κοιτάξει. Ο Νέιθαν έσκυψε για να αποφύγει την επόμενη γροθιά. Είχε κινηθεί έτσι ώστε ο Άντονι να αναγκαστεί να γυρίσει την πλάτη του προς την κρυψώνα της. Από τη θέση του μέσα στο ριγκ, ο Τ ζέιμς ήταν στραμμένος προς το μέρος της, αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα στους δύο άντρες από κάτω του και ο τόνος του ήταν ξερός όταν είπε: «Επιτρέπεται να αντεπιτεθείς, κύριε Τ ρεμέιν. Ο αδελφός μου δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί αν δεν το κάνεις». Ο Νέιθαν απέκρουσε μια γροθιά που κατευθύνθηκε στο πρόσωπό του και αντεπιτέθηκε μ’ ένα δεξί ντιρέκτ που πέτυχε τον Άντονι στο σαγόνι, ρίχνοντας το κεφάλι του λίγο προς τα πίσω. Η Τ ζούντιθ μόρφασε, για τον πατέρα της αυτή τη φορά, αν και ήταν σίγουρη ότι ο Τόνι χαιρόταν από μέσα του που δεν θα κέρδιζε τόσο εύκολα. Του άρεσε ένας καλός αγώνας. Όλοι οι Μάλορι το γνώριζαν αυτό. Όμως, ακόμα κι αν εκτιμούσε το γεγονός ότι ο Νέιθαν δεν είχε πέσει ακόμα ανάσκελα, ωστόσο δεν έδειξε τίποτα. Συνέχισε να ρίχνει τη μία γροθιά μετά την άλλη, επικεντρώνοντας τα χτυπήματά του στον θώρακα του αντιπάλου του, ενώ ο Νέιθαν του κατάφερε άλλες δύο γροθιές, μία στο πιγούνι και μία στο μάγουλο. «Φτάνει, Τόνι. Δεν θέλω να τραυματιστούν τα χέρια του. Τα χρειάζεται για να κάνει τη δουλειά του», είπε τελικά ο Τ ζέιμς. «Μπορεί να κάνει άλλος τη δουλειά του, που να πάρει», απάντησε γρυλίζοντας ο Άντονι. «Όχι, δεν μπορεί», του αντιγύρισε ο Τ ζέιμς. «Έχουμε μόνο έναν


μαραγκό στο καράβι». «Αυτός δεν βρήκε τον κρυμμένο αχρείο χτες βράδυ;» «Ναι». Άλλη μια γροθιά. «Πολύ καλά, τελείωσα. Θεωρώ πως είμαστε πάτσι… Τ ρεμέιν, είπαμε; Εκτός κι αν κάνεις κάτι που θα γείρει πάλι την πλάστιγγα». «Παράξενη ιδέα έχεις για το τι σημαίνει πάτσι… μιλόρδε». Η Τ ζούντιθ άφησε ένα νοερό βογκητό με τον διόλου συμφιλιωτικό τόνο της απάντησης, αλλά ο Άντονι φάνηκε να το βρίσκει αστείο και είπε περιπαικτικά: «Ίσα ίσα, αγόρι μου. Ακόμα όρθιος δεν είσαι;» «Αν χρειάζεσαι ξεκούραση μετά από το ματς, Τόνι, μπορώ να περιμένω για να δοκιμάσουμε μια άλλη μέρα το ριγκ», πρότεινε μεγαλόψυχα ο Τ ζέιμς. «Φάε τη γλώσσα σου, γέρο. Απλά έκανα προθέρμανση». Ο Άντονι το απέδειξε μπαίνοντας στο ριγκ μαζί με τον Τ ζέιμς. Ο Νέιθαν θα έπρεπε να σηκωθεί και να φύγει, όμως αυτός κάθισε στο κασόνι πίσω απ’ όπου ήταν ακόμα κρυμμένη η Τ ζούντιθ, η οποία είχε καθίσει οκλαδόν, με το πρόσωπο στραμμένο προς το τοίχωμα του κύτους και την πλάτη στηριγμένη πάνω στο μεγάλο κιβώτιο. Φαντάστηκε ότι ο Νέιθαν ήθελε απλά να ξελαχανιάσει, παρακολουθώντας τη δράση στο ριγκ. Γι’ αυτό ξαφνιάστηκε όταν μερικά λεπτά αργότερα τον άκουσε να λέει με σιγανή, μα κατάπληκτη φωνή, «Πώς μπορεί και το κάνει αυτό στην ηλικία του, μετά από το ξύλο που του έριξα;» Αναφερόταν στις γροθιές που αντάλλαζαν ο πατέρας και ο θείος της στο ριγκ. «Μην εξισώνεις την ηλικία με την ικανότητα», του απάντησε το ίδιο ψιθυριστά αυτή. «Ο πατέρας μου έχει χρόνια εξάσκησης στην πλάτη του, για να μη μιλήσουμε για τους συχνούς αγώνες με τον αδελφό του, σαν αυτόν που παρακολουθείς αυτή τη στιγμή». Ο Νέιθαν κάγχασε σιγανά. «Σου έδωσα την ευκαιρία να φύγεις – γιατί δεν το έκανες;»


Η Τ ζούντιθ δεν απάντησε, μόνο τον ρώτησε, «Σε χτύπησε πολύ;» «Εσύ τι λες;» «Πόσο πολύ;» «Μπορεί και να επιζήσω». Άρχισε να σμίγει τα φρύδια της, αλλά τότε συνειδητοποίησε πως την πείραζε. Ωστόσο, ήθελε να μάθει κάτι ακόμα. «Τ ι έκανες και προκάλεσες την οργή του;» «Γιατί πρέπει να φταίω εγώ;» «Ξέρω τον πατέρα μου και καταλαβαίνω πότε είναι τσαντισμένος με κάποιον. Γιατί;» «Ίσως τον έριξα ξερό στην αποβάθρα του Λονδίνου πριν σαλπάρουμε». Η Τ ζούντιθ άφησε μια πνιχτή κραυγή. «Πώς; Μόνο από τον θείο Τ ζέιμς έχει χάσει ποτέ». «Μπορείς να πεις ότι τον αιφνιδίασα. Άκουσες τι είπε όμως: τώρα είμαστε πάτσι». Παραλίγο να του πει «Μην είσαι τόσο σίγουρος», αλλά δεν ήθελε να τον κάνει επιφυλακτικό και να σταματήσει να της μιλάει εξαιτίας του πατέρα της. Ίσως να γινόταν ούτως ή άλλως μετά από αυτό που είχε γίνει, αλλά δεν είχε σκοπό να βάλει τα χεράκια της και να βγάλει τα ματάκια της. «Φύγε τώρα που η προσοχή τους είναι στραμμένη αλλού. Μείνε σκυφτή», πρόσθεσε ο Νέιθαν. «Κι εσύ πρέπει να φύγεις». «Δεν υπάρχει περίπτωση. Άλλοι πληρώνουν για να παρακολουθήσουν πυγμάχους τέτοιου διαμετρήματος. Εξάλλου –και μην το πάρεις στραβά, γλύκα μου– θέλω να δω τον γέρο σου να χάνει». Αυτό την έκανε έξω φρενών, σε βαθμό που του είπε με σφιγμένα δόντια, «Δεν πρόκειται να το δεις σήμερα αυτό. Ο θείος μου θα τον αφήσει να νικήσει το ματς, σ’ το υπογράφω». «Γιατί να κάνει κάτι τόσο ανόητο;» Ο Νέιθαν ακούστηκε κατάπληκτος.


«Επειδή αυτοί οι δύο έχουν πολύ στενό δέσιμο. Μπορεί να μην είναι πάντα προφανές, αλλά είναι η αλήθεια. Κι επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο θα τον καλμάρει, ίσως μάλιστα να του φτιάξει και τη διάθεση – κι αυτό μπορεί να τον βοηθήσει να σε ξεχάσει για το υπόλοιπο ταξίδι. Απλά μην περιμένεις ότι ο θείος μου θα σου ξανακάνει τη χάρη όταν δέσουμε και πάψεις να δουλεύεις για λογαριασμό του».


Κεφάλαιο είκοσι δύο «Πιθανόν να έπρεπε να το κάνω νωρίτερα, αλλά θέλω να σου πω ότι μ’ ενδιαφέρει κάποιος», είπε η Τ ζούντιθ στην ξαδέλφη της. Οι δύο κοπέλες κάθονταν οκλαδόν στο κέντρο του μεγάλου κρεβατιού στην καμπίνα της Τ ζάκλιν, με χαρτιά στο χέρι, ενώ η υπόλοιπη τράπουλα βρισκόταν πάνω στην κουβέρτα ανάμεσά τους. Η Τ ζακ ήταν ξυπόλυτη και φορούσε τα ναυτικά της ρούχα, τα οποία δεν σκόπευε να αλλάξει μέχρι να πιάσουν λιμάνι. Η Τ ζούντιθ εξακολουθούσε να μη θέλει να τα φοράει, ιδιαίτερα από τότε που είδε την αντίδραση του Νέιθαν. Φορούσε ένα απλό, γαλάζιο καθημερινό φόρεμα με κοντά μανίκια. Έπαιζαν συχνά ουίστ μόνες τους, αν και ήθελε τέσσερις παίκτες. Απλά άλλαζαν τους κανόνες και η καθεμιά τους έπαιζε δύο φορές. Δεν είχε τόσο ενδιαφέρον ν’ ανησυχείς μόνο για έναν αντίπαλο αντί για τρεις, αλλά περνούσε η ώρα τους, και η Τ ζούντιθ το έβρισκε πιο διασκεδαστικό από το σκάκι όπου νικούσε πάντα η Τ ζακ. Η Τ ζάκλιν δεν σήκωσε καν τα μάτια της ακούγοντας τη δήλωση της ξαδέλφης της, και η Τ ζούντιθ απογοητεύτηκε γιατί της είχε πάρει πολλές μέρες για να βρει το θάρρος να της το πει. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να είναι σφιγμένη. Κανονικά θα ξεχείλιζε από ενθουσιασμό αποκαλύπτοντας ένα τέτοιο νέο, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση την έτρωγε η ανησυχία μην της ξεφύγουν κατά λάθος περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. «Στο Λονδίνο;» ρώτησε η Τ ζακ, ενώ σήκωσε το δεύτερο πακέτο χαρτιών για να παίξει και δεύτερη φορά.


«Όχι, στο πλοίο». Αυτό το τελευταίο τράβηξε επιτέλους την προσοχή της Τ ζακ και άφησε ένα γέλιο. «Θεέ και Κύριε, μη μου πεις ότι είναι ο Αντράσι! Το ξέρω ότι είναι όμορφος, αλλά είναι ξάδελφός μας». Το σχόλιο της ξαδέλφης της έκανε την Τ ζούντιθ να γελάσει και να της πει, «Η συγγένεια είναι πολύ μακρινή για να μετράει. Τ ι, δηλαδή, θα τον σύστηνες ως πέμπτο, έκτο ή δέκατο ξάδελφό μας, τη στιγμή που το μέτρημα σταματάει συνήθως μετά από τον δεύτερο βαθμό συγγένειας; Αλλά όχι, δεν είναι ο Αντράσι». «Ποιος τότε; Δεν υπάρχουν άλλοι επιβάτες εκτός από τους κοινούς ναύτες… Οχι, μη μου πεις!» Η Τ ζακ έβγαλε έναν ήχο ανάμεσα σε πνιχτό επιφώνημα έκπληξης και σε καγχασμό. «Καλά που μου το είπες ώστε να μπορέσουμε να το σταματήσουμε εν τη γενέσει του. Οι γονείς σου δεν θα σε δώσουν ποτέ σε κάποιον που δεν έχει τουλάχιστον κάποιες προοπτικές!» Η Τ ζούντιθ στριφογύρισε τα μάτια της. «Ξεχνάς τι έγινε όταν έκλεισα τα δεκαοκτώ; Η μισή περιουσία μου από την πλευρά της μητέρας μου πέρασε στα χέρια μου. Έχω περισσότερα χρήματα απ’ όσα θα χρειαστεί ποτέ μια οικογένεια. Οπότε, πιστεύω ότι οι προοπτικές δεν θα είναι θέμα». «Το ένα δεν έχει σχέση με το άλλο, όπως ξέρεις πολύ καλά», έσπευσε να της επισημάνει η Τ ζακ. «Τ ώρα γίνεσαι σνομπ». «Όχι! Απλά ρεαλίστρια. Φυσικά, αν σκοπεύεις να κλεφτείς αντί να ζητήσεις την άδεια των γονιών σου, τότε δεν θα πω λέξη σε κανέναν». Η Τ ζούντιθ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο της. Η συζήτηση είχε πάρει πολύ διαφορετική τροπή από αυτή που περίμενε. Αλλά τουλάχιστον η υπερπροστατευτικότητα της Τ ζάκλιν είχε κάνει να λυθεί ο κόμπος που την έπνιγε τόσες μέρες. «Μη βιάζεσαι, Τ ζακ. Δεν είπα ότι βρήκα τον μέλλοντα σύζυγό μου. Απλά ο άντρας αυτός μου κίνησε το ενδιαφέρον και θα ήθελα να τον γνωρίσω καλύτερα∙ ίσως να περάσω λίγη ώρα μαζί του για να


μπορέσουμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Κι αν θες να ξέρεις, δεν είναι ένας κοινός ναύτης, είναι μαραγκός». Όπως επίσης και το φάντασμά μου, ήθελε να προσθέσει, αλλά τελικά της είπε μόνο αυτά που είχε αποκαλύψει ο Νέιθαν στον Τ ζέιμς για το κλεμμένο πλοίο του. Η Τ ζακ χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας τα λακκάκια της. «Μόνη μαζί του, ε; Είσαι σίγουρη ότι θα μπορέσεις να αρθρώσεις λέξη, πόσο μάλλον να κάνεις ολόκληρη συζήτηση, από τη νευρικότητα; Δεν έχεις βρεθεί ποτέ μόνη σου με άντρα που δεν είναι συγγενής». «Νομίζω ότι θα τα καταφέρω. Εξάλλου, σε πλοίο είμαστε. Δεν μπορεί να το σκάσει παίρνοντάς με μαζί του, ενώ όλο και κάποιος ναύτης ή υπηρέτης του πατέρα σου θα βρίσκεται κοντά ώστε να μ’ ακούσει αν φωνάξω». Η Τ ζακ γέλασε. «Εντάξει, έχεις δίκιο. Και είναι αλήθεια ότι ακούγεται πολύ ενδιαφέρων τύπος. Το όνομά του;» «Νέιθαν Τ ρεμέιν». Η Τ ζακ ανασήκωσε το χρυσό της φρύδι, ακριβώς όπως έκανε και ο πατέρας της. «Μέχρι και τ’ όνομά του ακούγεται ωραίο». Η κοπέλα άρχισε να σκέφτεται φωναχτά. «Τ ζούντιθ Τ ρεμέιν. Τ ζούντι Τ ρε–» «Σου είπα ότι δεν–» «Ναι, ναι. Κι επίσης δεν πρόκειται να παντρευτούμε για άλλον έναν χρόνο τουλάχιστον. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να εκμεταλλευτείς αυτό το διάστημα για να γνωρίσεις καλύτερα αυτόν τον τύπο. Εξάλλου, είναι καλό να έχεις επιλογές, και θα πρέπει να έχεις συγκεντρώσει πολλές ως τη στιγμή που θα πρέπει να επιλέξεις σύζυγο». Έπειτα, η Τ ζακ σηκώθηκε από το κρεβάτι σκορπώντας τα φύλλα της τράπουλας, και τράβηξε την Τ ζούντιθ μαζί της. «Πού πηγαίνουμε;» Η Τ ζακ της πέταξε ένα ζευγάρι παπούτσια, αν και η ίδια δεν έκανε τον κόπο να φορέσει. «Πρέπει να γνωρίσω τον νεαρό σου. Πάμε να τον βρούμε». Η Τ ζούντιθ δεν έφερε αντίρρηση καθώς είχαν περάσει δύο ολόκληρες μέρες χωρίς να τον δει. Και δεν ήταν ότι κάθε φορά που


ανέβαινε στο κατάστρωμα δεν τον έψαχνε. Ωστόσο, έχοντας πάρει την απόφαση να μην ξαναπάει να τον ψάξει στα κρυφά, δεν κατάφερε να τον βρει τελικά και συμπέρανε ότι η δουλειά του θα πρέπει να τον κρατούσε απασχολημένο κάπου αλλού. Τον βρήκαν στο πρώτο μέρος που έψαξε η Τ ζάκλιν: στην αποθήκη του μαραγκού. Η Τ ζακ ήξερε ακριβώς πού ήταν το δωμάτιο, καθώς είχε εξερευνήσει όλο το πλοίο σπιθαμή προς σπιθαμή την τελευταία φορά που είχαν ταξιδέψει μ’ αυτό. Τότε είχε μάθει επίσης και την παραμικρή λεπτομέρεια της λειτουργίας του. Φυσικά, εκείνη την εποχή δεν είχε απαρνηθεί ακόμα τον στόχο της να γίνει πειρατίνα. Μάλιστα, είχε προσπαθήσει να διδάξει στην Τ ζούντιθ όλα όσα είχε μάθει, αλλά η ξαδέλφη της, που δεν συμμεριζόταν το ενδιαφέρον της για τα πλοία, την άκουγε με μισή καρδιά. Το δωμάτιο ήταν μικρότερο από τις καμπίνες τους, όμως είχε αρκετό χώρο για να δουλεύει ένας άνθρωπος. Τα υλικά δεν ήταν αποθηκευμένα εδώ, αλλά στο αμπάρι. Σε τούτο το δωμάτιο υπήρχε μόνο ένας μακρύς πάγκος εργασίας και διάφορα σύνεργα, καθώς επίσης και το στενό ράντζο που της είχε αναφέρει ο Νέιθαν. Το ράντζο ήταν ξέστρωτο, άρα φαινόταν πως το χρησιμοποιούσε. Ο Νέιθαν στεκόταν μπροστά στον πάγκο του και ξέμπλεκε παλιά σκοινιά για να φτιάξει ξεφτίσματα με τα οποία γέμιζαν συνήθως τα κενά ανάμεσα στις σανίδες του κύτους ώστε να το στεγανοποιήσουν. Η Τ ζούντιθ θυμόταν αόριστα την Τ ζακ να της εξηγεί τη διαδικασία. Είχε βάλει το άσπρο, μισοκουμπωμένο και ιδρωμένο του πουκάμισο μέσα από το παντελόνι και είχε διπλώσει τα μανίκια. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, αλλά το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό. Τα μαλλιά του δεν ήταν αρκετά μακριά για να μπορεί να τα δέσει πίσω, όποτε είχε τυλίξει ένα μαντίλι γύρω από το μέτωπο για να μην πέφτει ιδρώτας στα μάτια του. Μερικά κοντά τσουλούφια είχαν ξεφύγει, όμως, και αυτό τον έκανε να μοιάζει με παλιόμουτρο και ακόμα πιο αρρενωπό. Η Τ ζάκλιν, που τράβηξε την Τ ζούντιθ μέσα στο δωμάτιο μαζί της, έμεινε κυριολεκτικά άναυδη και κατάφερε να ψιθυρίσει μόνο, «Ξέχασες να πεις ότι είναι σαν Ολύμπιος θεός και τόσο όμορφος που


καταπίνεις τη γλώσσα σου». Τα μάγουλα της Τ ζούντιθ βάφτηκαν μεμιάς κόκκινα, αλλά ο Νέιθαν δεν φάνηκε να άκουσε το ψιθυριστό σχόλιο της ξαδέλφης της. Όταν γύρισε προς το μέρος τους, είπε απλά, «Εσύ πρέπει να είσαι η Τ ζακ». «Σου μίλησε για μένα η Τ ζούντι; Μα φυσικά σου μίλησε. Και μήπως σου είπε πως ούτε εγώ ούτε αυτή σκοπεύουμε να παντρευτούμε φέτος; Απλά κοιτάμε, δεν αγοράζουμε ακόμα. Έχε το αυτό στον νου σου, Νέιτ». Ο Νέιθαν γέλασε μ’ εκείνο το βαθύ, βροντερό γέλιο που τόσο της είχε λείψει. «Σου έχει πει κανείς ότι είσαι πολύ γλωσσού για κοπέλα της ηλικίας σου;» «Και να μου το έλεγαν, δεν θ’ άλλαζε τίποτα», του αντιγύρισε η Τ ζακ. «Οι Μάλορι δεν υπακούμε σε χρυσούς κανόνες, φτιάχνουμε τους δικούς μας». Ο Νέιθαν έριξε μια ματιά στην Τ ζούντιθ. «Ώστε έτσι;» Αυτή στριφογύρισε τα μάτια της. «Κάποιοι από μας». Η Τ ζάκλιν έδειξε μ’ ένα νεύμα το σκοινί που βαστούσε ακόμη στο χέρι του. «Αυτή τη δουλειά θα μπορούσες να την κάνεις και στο κατάστρωμα, όπου έχει περισσότερη δροσιά. Γιατί δεν είσαι εκεί λοιπόν;» «Ίσως να προσπαθούσα ν’ αποφύγω μια συνάντηση μ’ εσάς τις δύο», απάντησε ο Νέιθαν με ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Γιατί; Δεν δαγκώνω… χωρίς λόγο». «Σε πειράζει, Τ ζακ. Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω το χιούμορ του». Η Τ ζάκλιν κοίταξε μία την ξαδέλφη της και μία τον Νέιθαν. «Και πότε προλάβατε να γνωριστείτε τόσο καλά εσείς οι δύο;» «Δεν γνωριζόμαστε καλά», απάντησε η Τ ζούντιθ κοκκινίζοντας ελαφρά. «Έχουμε μιλήσει ελάχιστες φορές». Τότε η Τ ζακ έγνεψε και είπε στην Τ ζούντιθ, «Πάω να βρω τον Αντράσι για να μάθω αν ξέρει να χρησιμοποιεί πραγματικά το σπαθί


που κουβαλάει. Μην αργήσεις να έρθεις να μας βρεις στο κατάστρωμα». Ύστερα, γύρισε και χαμογέλασε φιλικά στον Νέιθαν. «Χάρηκα που σε γνώρισα, Νέιτ». Αλλά αμέσως μετά το χάλασε, προσθέτοντας, «Δεν θέλω να συμβεί τίποτα ανάρμοστο σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο, γιατί τότε θα σε ξεκοιλιάσω – αν δεν με προλάβει ο πατέρας της». Η Τ ζακ έφυγε τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει. Η Τ ζούντιθ έριξε μια ματιά από την πόρτα για να βεβαιωθεί ότι η ξαδέλφη της ανέβηκε όντως στο κύριο κατάστρωμα. «Δεν μασάει τα λόγια της», είπε ο Νέιθαν. Η Τ ζούντιθ γύρισε προς το μέρος του. «Έτσι είναι η Τ ζακ. Είναι πολύ προστατευτική μαζί μου… δηλαδή, με όλα τα μέλη της οικογένειας. Είναι οικογενειακό χαρακτηριστικό όλων των Μάλορι. Όμως, νομίζω ότι εκνευρίστηκε μαζί μου που δεν της μίλησα νωρίτερα για σένα». «Υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να της μιλήσεις καθόλου για μένα». «Όχι, ο όρος σου ήταν να μην αναφέρω ότι έχουμε ξανασυναντηθεί, τον οποίο και τήρησα. Της είπα μόνο ό,τι είπες κι εσύ στον πατέρα της. Αλλά η προσπάθεια να κρυφτώ από την Τ ζακ είχε αρχίσει να μου σπάει τα νεύρα. Όπως βλέπεις, δεν χρειάζεται να συνεχίσω να της κρύβομαι πια». «Και πώς το κατάφερες αυτό;» «Την έπεισα ότι ενδιαφέρομαι για σένα». Ο Νέιθαν χαμογέλασε. «Θα πρέπει να δυσκολεύτηκες πολύ». «Ναι, πάρα πολύ», του αντιγύρισε με σφιγμένα δόντια. Με μια απότομη κίνηση, ο Νέιθαν άφησε το σκοινί που ξέμπλεκε πάνω στον πάγκο και την άρπαξε από τη μέση. Της ξέφυγε μια πνιχτή κραυγή, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να την απιθώσει πάνω στον πάγκο. Προσπαθούσε να την αποσυντονίσει πάλι; Θα πρέπει να θυμόταν πόσο εύκολο του ήταν. Έτσι, η Τ ζούντιθ βρέθηκε πολύ κοντά του –ακριβώς μπροστά του για την ακρίβεια– και αυτός δεν φάνηκε να έχει σκοπό να βάλει μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσά τους. «Γιατί με καθίζεις συνεχώς κάτω;» τον ρώτησε η Τ ζούντιθ


φουντωμένη. «Πάνω σε κάθισα, και το κάνω γιατί είσαι μισή μερίδα». Μετά, όμως, έγειρε ακόμα πιο κοντά της και πρόσθεσε, «Και ίσως επειδή μου αρέσει να σε αγγίζω». Η Τ ζούντιθ αναψοκοκκίνισε και πήδηξε από τον πάγκο για να απομακρυνθεί λίγο από κοντά του, αλλά ένιωσε αμέσως τα χέρια του και πάλι στη μέση της. Την κάθισε πάλι πάνω στον πάγκο και αυτή τη φορά δεν απομάκρυνε αμέσως τα χέρια του. Τα ένιωθε ακόμα στη μέση της. Και όλες εκείνες οι ευχάριστες αισθήσεις που συνέδεε μόνο μ’ αυτόν, άρχισαν να ξυπνούν ξανά μέσα της. Δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, δεν μπορούσε να σκεφτεί, περίμενε… «Ώστε σου αρέσει το άγγιγμά μου;» «Όχι… εγώ…» «Τότε, ίσως μείνεις ακίνητη αυτή τη φορά». Η Τ ζούντιθ έκλεισε απότομα το στόμα της. Τ ι αυταρχικός που ήταν, ανάθεμά τον! Τότε, απομάκρυνε επιτέλους τα χέρια του από τη μέση της, πολύ αργά όμως. Σκέφτηκε να σηκωθεί και να φύγει, αλλά ήταν σίγουρη ότι αυτό ήθελε να την αναγκάσει να κάνει, γι’ αυτό της συμπεριφερόταν έτσι. Μήπως έτρεφε την ελπίδα ότι η ανάκρισή της είχε τελειώσει, βλέποντας ότι δεν είχε ψάξει να τον βρει τις δύο τελευταίες μέρες; Και τώρα προσπαθούσε να την πείσει να τα παρατήσει πραγματικά; Κακό του κεφαλιού του. Η Τ ζούντιθ ήταν πολύ πεισματάρα για να του επιτρέψει να τη χειραγωγήσει έτσι ή να εγκαταλείψει την προσπάθεια να του αποσπάσει την αλήθεια. Είχε θυμώσει. Όχι επειδή δεν τη φίλησε επιτόπου, όπως περίμενε ότι θα έκανε, αλλά επειδή της φαινόταν ότι προσπαθούσε να αθετήσει τη συμφωνία τους. Τ ις δύο τελευταίες μέρες που δεν τον είχε δει καθόλου, της δόθηκε πολύς χρόνος να σκεφτεί και είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν τον είχε ρωτήσει τίποτα σχετικά με το λαθρεμπόριο. Τον ρωτούσε πράγματα για να ικανοποιήσει την περιέργειά της για την προσωπική του ζωή. Επομένως, μέχρι στιγμής δεν είχε καταφέρει τίποτα πέρα από το να κινδυνέψει να την τσακώσουν να κρύβεται στο αμπάρι. Ο


ίδιος της ο πατέρας μάλιστα. «Μου έλειψες». Πετάρισε έκπληκτη τα βλέφαρά της. Όλος ο θυμός έφυγε πάρα πολύ γρήγορα από μέσα της, κάνοντάς τη να συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να είχε αρχίσει πάλι τα ίδια κόλπα: να της έλεγε πράγματα μόνο και μόνο για να της αποσπάσει την προσοχή. Αλλά δεν είχε τελειώσει. «Μου φάνηκε ότι μύρισα το άρωμά σου μερικές φορές». Γέλασε. «Γυρνούσα και κοιτούσα πίσω μου, περιμένοντας ότι θα σ’ έβλεπα. Μέχρι και πόρτες άνοιξα, τόσο σίγουρος ήμουν ότι σε μύριζα κάπου κοντά. Μάλλον θα ήταν ευσεβής πόθος από μέρους μου». Η Τ ζούντιθ έσμιξε τα φρύδια της με καχυποψία. «Το ξέρεις ότι δεν πιστεύω ούτε λέξη». Ο Νέιθαν χαμογέλασε. «Το ξέρω». Απομακρύνθηκε κι άλλο από κοντά της και πήγε στο ράντζο όπου κάθισε. Ξαφνιάστηκε που δεν είχε καθίσει πάλι δίπλα της, αλλά σκέφτηκε ότι ο πάγκος εργασίας δεν θα άντεχε το βάρος και των δύο. Όμως, όταν κάθισε τον είδε να μορφάζει, και αμέσως άρχισε να αναρωτιέται αν πονούσε ακόμη από το ματς που είχε δώσει με τον πατέρα της. «Ό,τι κι αν σου πω, θα σου φανεί ύποπτο», συνέχισε αυτός. «Επειδή δεν με ξέρεις τόσο καλά ώστε να ξέρεις πότε σου λέω την αλήθεια. Αν έρθεις εδώ και καθίσεις στα πόδια μου, ίσως μπορέσουμε να το αλλάξουμε αυτό». Η Τ ζούντιθ κάγχασε. Τώρα δεν έδειχνε σαν να πονούσε. Ή απλούστατα μπορεί να ήξερε ότι ποτέ της δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα. Ήταν τόσο εξωφρενική η πρότασή του που δεν καταδέχτηκε καν να του απαντήσει. «Πώς είναι η μελανιά;» ρώτησε αντ’ αυτού. «Μαύρη». «Ακόμα;» «Νομίζω ότι μου προκάλεσε ρήξη στομάχου. Δεν μπορώ να κρατήσω τίποτα στο στομάχι μου».


Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, αλλά αμέσως συνειδητοποίησε ότι θα πρέπει να την πείραζε. «Κουταμάρες. Θα ήσουν νεκρός αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο». Ύστερα, χαμογέλασε πονηρά. «Μπορεί να υποφέρεις από ναυτία. Δεν θα ήταν ξεκαρδιστικό;» Ο Νέιθαν κάγχασε. «Όχι, απλά παράλογο». «Μα δεν έχεις περάσει ποτέ τόσο πολύ καιρό στη θάλασσα ώστε να είσαι σίγουρος, έτσι δεν είναι;» «Μια υπερβολή είπα μόνο για να σου δείξω την άποψή μου για τον πατέρα σου». «Α». Άραγε είχε κάνει ένα κομπλιμέντο για την ικανότητα του Άντονι στο ριγκ ή τον είχε προσβάλει; Δεν ήταν συνηθισμένη να βλέπει ανθρώπους στα μαχαίρια με τον πατέρα της. Το ένστικτό της της έλεγε να υπερασπιστεί τον γονιό της, παρ’ όλα αυτά κράτησε τη γλώσσα της καθώς θυμήθηκε πόσο σκληρό ήταν εκείνο το ματς. Ίσως ο Νέιθαν να δικαιούνταν να γκρινιάζει λίγο, τουλάχιστον μέχρι να συνέλθει τελείως∙ αν και απ’ ό,τι φαινόταν, αυτός είχε κάνει την αρχή. Φυσικά, η Τ ζούντιθ δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί. Ακόμα. «Και τώρα πρέπει και να στραβολαιμιάσω», παραπονέθηκε ο Νέιθαν. «Τουλάχιστον έλα να κάτσεις εδώ». Έδειξε τη θέση δίπλα του στο ράντζο. «Να κάτσω σε κρεβάτι; Μαζί σου; Αυτό θα ήταν εξωφρενικά ανάρμοστο, οπότε μπορείς να το ξεχάσεις». «Κλείσε την πόρτα πρώτα. Ποιος θα το μάθει;» Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Σταμάτα να προσπαθείς να με ξελογιάσεις». Ο Νέιθαν πετάχτηκε βολίδα από το κρεβάτι και σταμάτησε μόνο όταν στάθηκε από πάνω της. «Πετυχαίνει όμως, έτσι; Αν είναι να παραδεχτείς κάτι, γλύκα μου, παραδέξου ότι με θέλεις όσο κι εγώ». Άραγε να ήταν αλήθεια; Να ήταν πόθος όλα αυτά τα συναισθήματα που είχε ξυπνήσει μέσα της; Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που τη μια ένιωθε ταραχή και την άλλη έξαψη μαζί του. Δεν


είχε ξανανιώσει ποτέ της ερωτικό πόθο. Ο Νέιθαν είχε σταθεί ανάμεσα στα πόδια της, αν και η φούστα της δεν ήταν τόσο φαρδιά ώστε να του επιτρέπει να πλησιάσει πολύ κοντά της. Η Τ ζούντιθ δεν είχε ιδέα πώς τα κατάφερε ώσπου ένιωσε την παλάμη του στο εξωτερικό μέρος του μηρού της… πάνω στο γυμνό της δέρμα. Το χέρι του κινήθηκε σταθερά προς τα πάνω, ανασηκώνοντας και τη φούστα μαζί. Αντανακλαστικά έβαλε το χέρι της στο δικό του για να σταματήσει την πορεία του προς τα πάνω. Τα κατάφερε, μόνο που ο Νέιθαν δεν απομάκρυνε το χέρι του, ενώ και η Τ ζούντιθ θα θυμόταν αργότερα πως ούτε αυτή απομάκρυνε το δικό της. Είχε βυθιστεί στο παιχνίδι της προσμονής. Όμως ένιωθε και φόβο μην τους ανακαλύψουν έτσι όπως η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και ο καθένας θα μπορούσε να περάσει ανά πάσα στιγμή απέξω και να τους δει. Παρ’ όλα αυτά, ούτε που της πέρασε από το μυαλό να τον σπρώξει μακριά της. Το μάγουλό του τρίφτηκε στο δικό της πριν γείρει το κεφάλι του και ανασάνει βαθιά πάνω στον λαιμό της. «Να το πάλι». Τα χείλη του χάιδεψαν το δέρμα της καθώς σχημάτιζαν τις λέξεις, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει σύγκορμη και δημιουργώντας ένα μονοπάτι γαργαλιστικών αισθήσεων στους ώμους και στην πλάτη της. «Το άρωμα της αμβροσίας». «Γιασεμί», τον διόρθωσε ξέπνοη. «Και βανίλια… με μια στάλα κάρδαμο...» «Τότε αυτό είναι η αμβροσία: εσύ». Ανασήκωσε το κεφάλι του και το βλέμμα του βυθίστηκε ξάφνου στο δικό της. Πόση ώρα έμειναν έτσι! Τ ι ένταση, Θεέ μου! Ήταν σαν να προσπαθούσε να δει μες στην ψυχή της. Και τότε τη φίλησε με τόσο πάθος που της έκοψε την ανάσα. «Θα μισήσω τον εαυτό μου για την αβροφροσύνη μου». Τα λόγια του της χάιδεψαν τα χείλη. «Μα αν δεν φύγεις αυτή τη στιγμή από εδώ, θα σε πάω στο κρεβάτι μου. Και αυτή είναι υπόσχεση, γλύκα μου, όχι προειδοποίηση».


Στα λόγια του, η λογική της επανήλθε με δριμύτητα, και μαζί το κοκκίνισμα της ντροπής. Όμως ο Νέιθαν δεν έκανε πίσω ώστε να μπορέσει να κατέβει από τον πάγκο χωρίς να γλιστρήσει πάνω στο κορμί του. Άκουσε το βογκητό του λίγο πριν φύγει τρέχοντας από εκεί. Κοντοστάθηκε στο τέρμα του διαδρόμου, λίγο πριν τη σκάλα, και τότε την κατέλαβε δυνατό τρέμουλο. Έγειρε την πλάτη στον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Τα μάγουλά της έκαιγαν. Τ ι είχε συμβεί μόλις τώρα;! Αν και ήξερε την απάντηση αφού γι’ άλλη μια φορά δεν είχε καταφέρει να του κάνει ούτε μία ουσιαστική ερώτηση. Ο Νέιθαν είχε βρει τον τέλειο τρόπο για να την αποφεύγει. Χρησιμοποιούσε το σεξ για να την απομακρύνει από κοντά του. Τ ι θα συνέβαινε, όμως, αν δεν έφευγε; Θα της είχε κάνει πραγματικά έρωτα; Δεν ήταν καν κοντά του και παρ’ όλα αυτά η σκέψη και μόνο έκανε τα γόνατά της να λυθούν.


Κεφάλαιο είκοσι τρία Ο Νέιθαν έφυγε από την αποθήκη πριν τα κάνει όλα γης μαδιάμ. Μα πώς διάολο μπόρεσε και την άφησε να φύγει έτσι; Ήταν έτοιμη να του δοθεί. Το είχε δει στα μάτια της. Και οι γυναίκες μαλάκωναν και γίνονταν πιο φιλικές και πιο εύπιστες μετά. Αυτό ακριβώς δεν ήθελε να πετύχει; Αλλά το γεγονός πως θύμωσε με τον εαυτό του που την άφησε έδειχνε ξεκάθαρα πόσο ανόητα τον έκανε να φέρεται αυτή η κοπέλα. Η λογική του έλεγε να μείνει μακριά της. Αυτό προσπαθούσε να κάνει τόσες μέρες καθώς ήξερε πολύ καλά σε τι μπελάδες θα τον έμπλεκε, ακόμα και πριν τον πείσει ο πατέρας της γι’ αυτό. Ωστόσο, δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του και τσάκωνε τον εαυτό του να τη σκέφτεται διαρκώς. Την ήθελε. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Απλά δεν γινόταν να την κάνει δική του, κι αυτό θα έπρεπε να είναι η βασική του σκέψη. Δεν έπρεπε να ξαναμείνουν μόνοι οι δυο τους. Αν του απέδειξε κάτι το σημερινό ήταν ότι, όταν βρίσκονταν μόνοι, δεν μπορούσε να κρατήσει τα χέρια του μακριά της. Ο μόνος τρόπος για να διασφαλίσει ότι δεν θα ξαναβρισκόταν σε τέτοιο πειρασμό ήταν να της δώσει τις απαντήσεις που ζητούσε ώστε να σταματήσει να προσπαθεί να τον ξεμοναχιάσει. Μ’ αυτή τη σκέψη ανέβηκε στο κατάστρωμα περιμένοντας ότι θα την έβρισκε εκεί. Και ήταν όντως εκεί, η προσωποποίηση της ηρεμίας και της αυτοκυριαρχίας. Αυτός πάλι δεν ήταν καθόλου έτσι, οπότε αποφάσισε να μην την πλησιάσει ακόμα. Αντ’ αυτού, πήγε στην πρύμνη και πήρε το επιπλέον κανοκιάλι που


του είχε δώσει ο Άρτι. Ήταν και ο ύπαρχος εκεί, κάνοντας το ίδιο πράγμα. Χτες, ο Νέιθαν είχε δει τον καπετάνιο να παρατηρεί επίσης τον ωκεανό μ’ ένα κανοκιάλι. Όμως, ο Τ ζέιμς δεν είχε πει τίποτα για το πλοίο που τους ακολουθούσε τη νύχτα που είχε δραπετεύσει ο λαθρεπιβάτης, ενώ δεν το είχαν ξαναδεί από τότε. Αντιθέτως, είχε ξαφνιάσει τον Νέιθαν δίνοντάς του μια διαφορετικού είδους πληροφορία: «Υπάρχει ένας Γιάνκης στο πλοίο με τον οποίο ίσως θέλεις να μιλήσεις. Ονομάζεται Μπόιντ Άντερσον. Τ ις πρώτες μέρες κάθε ταξιδιού υποφέρει πάντα από ναυτία, και μάλλον γι’ αυτό δεν τον έχεις προσέξει ακόμα. Ωστόσο, μπορεί να σε παραπέμψει στους ανθρώπους με τους οποίους θα πρέπει να συζητήσεις το σχέδιό σου όταν θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Ίσως σε βοηθήσει να κερδίσεις λίγο χρόνο». «Ευχαριστώ, κάπτεν». «Τ ίποτα. Κάποιοι Γιάνκηδες μπορεί να φανούν χρήσιμοι κάπου κάπου… Θου Κύριε, πρέπει να φάω τη γλώσσα μου». Και μ’ αυτή την παράξενη δήλωση έφυγε. Ο Άρτι κατέβασε το κανοκιάλι του και, βλέποντας τον Νέιθαν, τον ρώτησε, «Έχεις κι εσύ τον νου σου μην τους δεις, φίλε;» «Από περιέργεια». Ο Άρτι έγνεψε. «Δεν τους ξανάδαμε. Είτε πήραν αυτό που ήθελαν είτε τα παράτησαν… είτε ξέρουν πού πηγαίνει το Μέιντεν Τζορτζ, οπότε δεν είναι ανάγκη να μας παρακολουθούν από κοντά». Μετά γρύλισε. «Μια εποχή θα στρίβαμε και θα τους κάναμε ρεσάλτο… ή θα τους τινάζαμε στον αέρα με τα κανόνια μας». «Αλήθεια;» Ο ύπαρχος έκλεισε το στόμα του κι έφυγε βιαστικά, μη θέλοντας προφανώς να δώσει άλλες εξηγήσεις – ή επειδή είχε συνειδητοποιήσει πως είπε κάτι που δεν έπρεπε. Ο Νέιθαν στράφηκε με σκοπό να τον ρωτήσει κι άλλα, όμως τότε είδε την Τ ζούντιθ. Δεν κοιτούσε προς το μέρος του παρά παρακολουθούσε έναν αγώνα ξιφασκίας ανάμεσα στα ξαδέλφια της πάνω στο κύριο κατάστρωμα. Ήταν γερμένη στην


κουπαστή, με την πλάτη γυρισμένη στη θάλασσα, και στεκόταν με τα μπράτσα σταυρωμένα μπροστά και τις χρυσοκόκκινες μπούκλες της να ανεμίζουν στους ώμους και στην πλάτη της. Την είχε απορροφήσει τόσο ο αγώνας που μπορεί να μην τον είχε προσέξει καν όταν ανέβηκε στο κατάστρωμα. Ο Νέιθαν δεν χρειαζόταν να το αλλάξει αυτό… αλλά τα πόδια του ήταν σαν να κινήθηκαν από μόνα τους. Σταμάτησε ένα μέτρο μακριά της και για μερικά λεπτά έμεινε να παρακολουθεί τους δύο ξιφομάχους. Κατάλαβε ότι η Τ ζάκλιν Μάλορι δεν έκανε απλά το κέφι της∙ φαινόταν να γνωρίζει πραγματικά πώς να χειρίζεται το λεπτό ξίφος που κρατούσε στο χέρι της. Με τις επιθέσεις, τις προσποιήσεις και τις γρήγορες αντιδράσεις της, δεν άφηνε στον Αντράσι κανένα περιθώριο πέρα από το να προσπαθεί να αμυνθεί. Μην μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του, ο Νέιθαν ρώτησε, «Τ ι σόι δασκάλους είχατε εσείς οι δύο;» «Κανονικούς». «Κανονικούς για ποιους; Για πειρατές;» Η Τ ζούντιθ έσκασε στα γέλια. Ο Νέιθαν την κοίταξε. «Πού βρίσκεις το αστείο;» «Είναι μεγάλη ιστορία, δεν θα καταλάβεις», του απάντησε, εξακολουθώντας να χαμογελάει. «Για πες μου, λοιπόν – τι ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» «Ερώτηση-παγίδα είναι αυτή που θα έπρεπε να αποφύγω;» «Καθόλου, απλά όποτε ρωτούσαν το ίδιο την Τ ζακ όταν ήταν μικρή, έλεγε ότι ήθελε να γίνει πειρατίνα. Φυσικά, τώρα που μεγάλωσε άλλαξε γνώμη. Ευτυχώς». «Είσαι σίγουρη;» «Ναι, απολύτως». «Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως καλλιέργησε μία από τις ικανότητες που απαιτεί η δουλειά του πειρατή». Η Τ ζούντιθ γέλασε. «Ναι, το ξέρω». «Έκανες κι εσύ το ίδιο;» «Προς Θεού, όχι. Είχαμε τους ίδιους δασκάλους καθώς μένουμε


πολύ κοντά, μόνο που εναλλάσσαμε τις εβδομάδες και τα μαθήματα: τη μία εβδομάδα στο σπίτι μου για λογοτεχνία, γεωγραφία και ξένες γλώσσες, την άλλη εβδομάδα στο δικό της για ιστορία, μαθηματικά και γενικές γνώσεις πολιτικών επιστημών, και ύστερα πάλι στο δικό μου, και ούτω καθεξής. Απλά διέφεραν τα ατομικά μας προγράμματα. Αυτή ενδιαφερόταν για ξιφασκία, πυγμαχία και σκοποβολή, πράγματα που της δίδαξε μετά χαράς ο πατέρας της, ενώ εγώ ενδιαφερόμουν για κέντημα και διάφορα μουσικά όργανα. Εσύ;» «Πήρα μαθήματα γενικής παιδείας σε μια εκκλησία της περιοχής. Αλλά δεν σε πιστεύω ότι έμαθε πυγμαχία. Ποιος ο λόγος για κάτι τέτοιο, τη στιγμή που δεν θα της χρειαζόταν ποτέ;» Είδε ένα χαμόγελο να διαγράφεται στο πρόσωπό της, αν και δεν απευθυνόταν σ’ αυτόν, αφού δεν είχε γυρίσει ακόμη ούτε μια φορά να τον κοιτάξει. Έπειτα, όμως, του είπε με εμπιστευτικό τόνο, «Το ίδιο θα έλεγα κι εγώ αν δεν την είχα δει να πυγμαχεί με τον μεγάλο της αδελφό. Ο Τ ζέρεμι μπορεί να σταθεί επάξια στο ριγκ. Είναι σαν νεότερη εκδοχή του πατέρα μου… αλλά και πάλι η Τ ζακ κατάφερε να τον νικήσει. Η ταχύτητα και μερικά κόλπα μπορούν να αντισταθμίσουν τη σωματική διάπλαση και τους μυς». Ύστερα, η Τ ζούντιθ έβαλε τα γέλια. «Φυσικά τα κατάφερε μόνο μια φορά. Ο Τ ζέρεμι κατάλαβε τα κόλπα της και δεν την άφησε να του τη φέρει και δεύτερη». Ήταν αλήθεια ότι η Τ ζακ ήταν μερικά εκατοστά ψηλότερη από την Τ ζούντιθ, αλλά και πάλι ο Νέιθαν αδυνατούσε να πιστέψει αυτά που του έλεγε. Ωστόσο, του γεννήθηκε η απορία μήπως ήταν και η Τ ζούντιθ καλή στα ψέματα ή απλά καλή στις υπερβολές. Όμως, εξακολουθούσε να μην τον κοιτάζει. Γιατί; Δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό της; Ένα χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στο πρόσωπό του, αλλά μετατράπηκε σε νοερό βογκητό. Έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται ότι η Τ ζούντιθ ένιωθε γι’ αυτόν την ίδια έλξη που ένιωθε αυτός για εκείνη. Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ένα κόλπο εκ μέρους της προκειμένου να τον κάνει να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Μα γιατί δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;


Μια όμορφη μεγαλύτερη γυναίκα εμφανίστηκε τότε στο καρέ των αξιωματικών, ντυμένη κομψά με μια βελούδινη πράσινη κάπα με κουκούλα, την οποία φορούσε φυσικά για να προστατεύσει το χτένισμά της από τον αέρα. «Η θεία σου η Τ ζορτζ;» «Ναι», απάντησε η Τ ζούντιθ. Βλέποντας τη γυναίκα να παρακολουθεί με γαλήνιο βλέμμα την ξιφομαχία, είπε, «Δεν την ενοχλούν τα καμώματα της κόρης της;» «Πιστεύεις ειλικρινά ότι μπορεί να μην κατάλαβε ότι ο πατέρας της Τ ζακ της έκανε μαθήματα; Φυσικά και δεν την πειράζει. Είναι περήφανη για τα επιτεύγματα της Τ ζακ, από το να μην αστοχεί ποτέ με το πιστόλι μέχρι τη χάρη της στο βαλς. Και μιας που το ανέφερα, ξέρεις να χορεύεις βαλς;» Η ερώτησή της τον αιφνιδίασε και γύρισε απότομα να την κοιτάξει, αλλά είδε ότι αυτή εξακολ ουθούσε να κρατά το βλέμμα της στραμμένο αλλού. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει. «Και γιατί να μάθω; Αν είναι να χορέψεις, ο χορός πρέπει να είναι διασκεδαστικός». «Νομίζεις ότι το βαλς δεν είναι διασκεδαστικό;» «Φυσικά όχι, είναι απλά αυτό που κάνετε εσείς οι αριστοκράτες για να φροντίσετε να μη χύσετε στάλα ιδρώτα. Έχω δει πώς χορεύεται. Δεν είναι καθόλου διασκεδαστικό». «Θ’ αλλάξεις γνώμη όταν σε μάθω εγώ να χορεύεις. Θα κάνουμε μάθημα στο κατάστρωμα». «Ούτε να το σκέφτεσαι», κάγχασε ο Νέιθαν. «Δεν μπορείς να δείξεις ότι μου φέρεσαι διαφορετικά». «Θα είμαι προσεκτική. Θα φέρω την Τ ζακ και μερικούς ακόμα ναύτες ώστε να φανεί ότι απλά θέλουμε να διασκεδάσουμε τη βαρεμάρα του ταξιδιού». «Κάνε ό,τι θες, αλλά εμένα μη με υπολογίζεις για τέτοιες ανοησίες». «Απεναντίας, θα σου ζητήσω να τιμήσεις την υπόσχεση που έδωσες να μου κάνεις τα καπρίτσια, και θα επιμείνω ότι πρέπει να μάθεις τρόπους… τουλάχιστον πώς να φέρεσαι σε μια κυρία. Το βαλς


είναι απλά η αρχή». «Γιατί; Αφού μόλις κατέβω απ’ αυτό το πλοίο, δεν πρόκειται να συναναστραφώ ποτέ ξανά με κυρίες, άρα τα μαθήματά σου θα πάνε στράφι. Εξάλλου, πιστεύεις ότι δεν γνωρίζω πως μια κυρία δεν μένει ποτέ μόνη της μ’ έναν άντρα; Ότι έχει πάντοτε συνοδό μαζί της. Ίσως εσύ να χρειάζεσαι μαθήματα, γλύκα μου». «Οι συνθήκες είναι… ασυνήθιστες. Ή μήπως θα ήθελες να κάνω τις ερωτήσεις μου μπροστά σε κοινό;» «Αυτή τη στιγμή, πάντως, τα πας τέλεια παριστάνοντας ότι είμαι αόρατος, έτσι; Και μιλάμε και δεν είμαστε μόνοι. Αν συνεχίσεις έτσι, θα πάψω να πιστεύω ότι με ψάχνεις για κάτι περισσότερο–» «Σταμάτα!» τον έκοψε μ’ έναν οργισμένο ψίθυρο. «Ξέρεις πολ ύ καλ ά ότι αυτά που λες είναι ανάρμοστα». Ο Νέιθαν γέλασε. «Ναι, αλλά δεν φαίνεται ότι πρέπει να είμαστε μόνοι για να σ’ τα πω. Ή μήπως θέλεις να φύγω μέχρι να έρθει κάποιος να σταθεί εδώ μαζί μας; Μια κανονική συνοδός; Όπως είναι το πρέπον, δηλαδή;» Πιθανόν να μην έκανε καλά που την έφερνε σε τόσο δύσκολη θέση. Μπορεί τώρα να είχε αναψοκοκκινίσει, αλλά ήξερε πως ήταν απρόβλεπτη και ότι είχε την ικανότητα να βγαίνει από πάνω. «Δεν εννοούσα να ξεκινήσουν αμέσως τα μαθήματα καλής συμπεριφοράς», του είπε σφιγμένα. «Μάλιστα, αυτή τη στιγμή θέλω να μου πεις γιατί φαινόσουν τόσο θλιμμένος τη νύχτα που σε πέρασα για φάντασμα». «Γυρίσαμε πάλι στα ίδια;» «Ναι, και αυτή τη φορά δεν θέλω υπεκφυγές».


Κεφάλαιο είκοσι τέσσερα «Απάντησέ μου», ζήτησε επιτακτικά η Τ ζούντιθ όταν ο Νέιθαν δεν είπε λέξη. Αλλά αυτός είπε μόνο, «Αναρωτιέμαι γιατί λογοφέρνουν ο Άρτι με τον Χένρι». «Πάλι προσπαθείς ν’ αλλάξεις θέμα;» τον ρώτησε μην πιστεύοντας στ’ αφτιά της. «Σοβαρά τώρα;» «Ναι, σοβαρά». Απηυδισμένη, ακολούθησε την κατεύθυνση του βλέμματός του. «Έχεις περάσει αρκετό καιρό στο πλοίο για να ξέρεις ότι αυτοί οι δύο λογοφέρνουν διαρκώς για κάτι. Δεν σημαίνει τίποτα. Για την ακρίβεια, το διασκεδάζουν. Αυτό που μπορεί να μην ξέρεις είναι ότι δεν είναι απλά ύπαρχοι του Μέιντεν Τζορτζ αλλά και μπάτλερ του θείου Τ ζέιμς στο σπίτι του στο Λονδίνο. Ναι, μοιράζονται κι αυτή τη δουλειά. Είναι επίσης καλύτεροι φίλοι, αν και κάποιες φορές –όπως τώρα– δεν τους φαίνεται. Ταξιδεύουν από παλιά με τον θείο μου. Όταν άφησε τη θάλασσα–» «Δηλαδή, ασχολιόταν κανονικά με τη θάλασσα;» «Όταν ήταν νέος, ναι, για δέκα χρόνια περίπου. Αλλά όπως σου έλεγα, ο Άρτι και ο Χένρι ξεμπάρκαραν μαζί του και έγιναν μπάτλερ του». «Δύο μπάτλερ; Είναι φυσιολογικό αυτό;» «Καθόλου φυσιολογικό. Αλλά ο θείος Τ ζέιμς δεν υπακούει σε συμβάσεις. Ο Άρτι και ο Χένρι θα έριχναν κλήρο για το ποιος θα ήταν ύπαρχος σ’ αυτό το ταξίδι, όμως τελικά αποφάσισαν να μοιραστούν


κι αυτή τη δουλειά. Και τώρα–» Ο Νέιθαν τη διέκοψε αποτολμώντας μια εικασία. «Ο καπετάνιος ήταν πειρατής, έτσι;» Η Τ ζούντιθ άφησε μια πνιχτή κραυγή. «Πώς… πώς έφτασες σε τόσο γελοίο συμπέρασμα;» «Από κάτι που είπε ο Άρτι – ότι παλιά τίναζαν πλοία στον αέρα. Κι εσύ μόλις ομολόγησες ότι η ξαδέλφη σου ήθελε να γίνει σαν τον πατέρα της». «Δεν είπα τέτοιο πράγμα! Μη μου βάζεις στο στόμα λόγια που δεν έχω πει». Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Νέιθαν είχε καταφέρει να το μαντέψει τόσο εύκολα, αλλά το συγκεκριμένο θέμα ήταν επτασφράγιστο μυστικό της οικογένειας και δεν είχε σκοπό να αποκαλύψει το παραμικρό. Οι μέρες του Τ ζέιμς ως κάπτεν Χοκ –ο τζέντλεμαν πειρατής, όπως χαρακτήριζε το παλιό του επάγγελμα η ξαδέλφη Ρετζίνα– είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Μέχρι και τον θάνατό του είχε «σκηνοθετήσει» όταν επέστρεψε τελικά στην Αγγλία για να συμφιλιωθεί με τα αδέλφια του, αν και, μετά από τη συνάντησή του με τον πειρατή Λακρός πριν από λίγο καιρό, κάποιοι παλιοί του σύντροφοι είχαν μάθει πως ζούσε και βασίλευε. Ωστόσο, δεν σκόπευε να πει τίποτα από αυτά στον Νέιθαν. «Ώστε το μυαλό σου πάει αμέσως στους πειρατές αντί για το πολεμικό ναυτικό; Μα ναι, φυσικά, τι άλλο θα σκεφτόταν ένας λαθρέμπορος». «Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής σου». «Τότε μη λες πράγματα για να μ’ εξαγριώσεις. Αν θες να μάθεις κάτι για τον θείο μου, ρώτα τον ίδιο – αν τολμάς. Αλλά πρώτα, θα απαντήσεις στην ερώτησή μου. Γιατί ήσουν λυπημένος τη νύχτα που πρωτοσυναντηθήκαμε;» Ο Νέιθαν αναστέναξε. «Δεν ήμουν λυπημένος. Απογοητευμένος, ναι, και αφού θέλεις όλη την αλήθεια, και λίγο θυμωμένος. Η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου είχε μόλις πεθάνει. Δεν την ήξερα καλά, είχα να τη δω μάλιστα από τότε που ήμουν πιτσιρίκι.


Ζούσε μόνη της στο Λονδίνο, ενώ εγώ ζούσα με τους γονείς μου στην Κορνουάλη. Ο πατέρας μου δεν τα πήγαινε καλά μαζί της, κι αυτή δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μ’ εμάς μετά από τον θάνατο της μητέρας μου. Οπότε, δεν το περίμενα όταν ο δικηγόρος της ήρθε και με βρήκε για να μου παραδώσει τους τίτλους ιδιοκτησίας εκείνου του σπιτιού». «Θες να πεις ότι το αρχοντικό είναι όντως δικό σου;» «Σ’ το είπα όταν ήσουν μικρή. Κι αν ήμουν εκεί τις προάλλες, τότε που λες ότι εισέβαλες πάλι στο σπίτι, το ίδιο θα σου έλεγα: να σηκωθείς και να φύγεις γιατί καταπατάς ξένη ιδιοκτησία». «Κι εγώ πρέπει να σε πιστέψω, δηλαδή, τώρα; Σου έδωσα την ευκαιρία να μου πεις αν ήταν δικό σου την πρώτη φορά που σε ρώτησα. Αλλά εσύ δεν το έκανες γιατί προφανώς δεν είναι αλήθεια». «Ένα ρημάδι είναι, διάολε». «Ένα ρημάδι που διαθέτει τεράστια έκταση γης. Ο ξάδελφός μου, ο Ντέρεκ, θα πλήρωνε μια περιουσία για να το αγοράσει, τόσο που δεν θα χρειαζόταν να ξαναδουλέψεις ποτέ στη ζωή σου». «Ίσως να μη θέλω να το πουλήσω». «Ίσως επειδή δεν είναι πραγματικά δικό σου!» Ξαφνικά, την κοίταξε με το φρύδι του ανασηκωμένο. «Γιατί θυμώνεις τόσο, γλύκα μου; Μήπως επειδή βρήκες έναν άλλο καταπατητή στο σπίτι ή μήπως επειδή δεν βρήκες εμένα ενώ αυτό ευχόσουν; Θύμωσες που δεν είμαι το φάντασμά σου;» Η Τ ζούντιθ ήταν έτοιμη να εκραγεί και γι’ αυτό πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήταν καν σίγουρη γιατί είχε θυμώσει τόσο. Μόνο και μόνο επειδή δεν είχε παραδεχτεί νωρίτερα πως ήταν συγγενής της Μίλντρεντ Γουίνστοκ, η οποία είχε αριστοκρατική καταγωγή; Όμως ο Νέιθαν δεν περίμενε την απάντησή της, παρά συνέχισε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Δεν υπάρχει λόγος να καμαρώνω ή να καυχιέμαι επειδή μου ανήκει ένα σπίτι που καταρρέει». «Δεν ήξερες ότι ήταν ερείπιο πριν από εκείνη τη νύχτα, έτσι;» μάντεψε η Τ ζούντιθ.


Αυτός άφησε ένα κοφτό, πικρό γέλιο. «Όχι. Αν θες να ξέρεις, πήγα εκεί για να εγκατασταθώ. Όλα αυτά έγιναν μετά από τον καβγά μου με τον πατέρα μου, για τον οποίο σου μίλησα ήδη». «Ο καβγάς που σ’ έκανε να φύγεις από την Κορνουάλη. Ναι, αλλά δεν είπες για ποιο λόγο καβγαδίσατε». «Προτιμώ να μη μιλάω γι’ αυτό. Μου φτάνει ο πόνος που δεν ξαναείδα τον πατέρα μου προτού πεθάνει». Αυτή ήταν η αλήθεια άραγε ή μήπως προσπαθούσε πάλι να ξεγλιστρήσει με υπεκφυγές; Του έριξε μια ματιά για να δει την έκφρασή του, αλλά αφαιρέθηκε από την ομορφιά του. Δεν φορούσε πλέον μαντίλι στο κεφάλι και, έτσι όπως ο δυνατός ήλιος φώτιζε τα μαλλιά του, έμοιαζαν πάλι ολόλευκα, ενώ ο αέρας τα έκανε να ανεμίζουν μπροστά στο πρόσωπό του, αν και ο ίδιος δεν φαινόταν να το προσέχει καν. Η έκφρασή του φανέρωνε κάτι σαν οργή ανάμεικτη με μελαγχολία, πράγμα που την έκανε να του πει τελικά, «Λυπάμαι». «Κι εγώ. Όταν έγινε, θύμωσα τόσο που αποφάσισα να κόψω όλους τους δεσμούς μαζί του και να ζήσω μόνος μου, αλλά μονάχα επειδή πίστευα ότι η γιαγιά μου μου είχε αφήσει τα μέσα για να το κάνω. Το οποίο αποδείχτηκε ένα μεγάλο αστείο». «Σίγουρα δεν το έκανε επίτηδες». «Όχι. Αμφιβάλλω αν πάτησε ποτέ το πόδι της στο σπίτι, οπότε δεν θα πρέπει να είχε συνειδητοποιήσει πως το μόνο που μου άφησε ήταν ένα ρημάδι. Το σπίτι ανήκε στη γιαγιά της γιαγιάς μου, αλλά σύμφωνα με τη μαμά μου, η γιαγιά μου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο και δεν έφυγε ποτέ από εκεί. Πιθανόν να ήταν απλά μια καλή δικαιολογία γιατί η γιαγιά μου δεν ερχόταν ποτέ να μας δει στην Κορνουάλη, αντί να μου πει την αλήθεια, ότι δηλαδή η γριά μισούσε τον πατέρα μου». Η Τ ζούντιθ μπήκε στον πειρασμό να τον πιστέψει, που σήμαινε ότι μάλλον δεν έπρεπε. Μπορεί να είχε σκαρφιστεί όλη αυτή την ιστορία για να προκαλέσει τη συμπάθειά της. Εξάλλου, δεν είχε παραδεχτεί ότι το σπίτι ήταν δικό του την πρώτη φορά που είχαν


μιλήσει στο πλοίο ούτε το είχε αναφέρει στις άλλες συζητήσεις τους. Αλλά τότε συνειδητοποίησε πως μπορούσε να επιβεβαιώσει αν όσα της είχε πει για το σπίτι ήταν αλήθεια. «Πώς έλεγαν τη γιαγιά σου;» «Δεν έχει σημασία». «Έχει και παραέχει. Ξέρω ποια ήταν η τελευταία καταγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Αν όμως εσύ δεν ξέρεις το όνομα, τότε–» Ο Νέιθαν γύρισε απότομα προς το μέρος της και τη ρώτησε με επιτακτική φωνή, «Πάντα τόσο καχύποπτη είσαι μ’ όλο τον κόσμο;» «Μόνο με τους λαθρέμπορους», του απάντησε ατάραχα. «Και βλέπω ότι αποφεύγεις να πεις το όνομα». Ο Νέιθαν κάγχασε. «Μίλντρεντ Γουίνστοκ. Και τώρα μπορείς να μου πεις πώς ξέρεις τη γιαγιά μου;» Η Τ ζούντιθ ξαφνιάστηκε με το μέγεθος της ανακούφισής της μιας και πλέον είχε την απόδειξη ότι της έλεγε την αλήθεια. Οι προηγούμενες συναντήσεις τους στο Χαμσάιρ άρχισαν να βγάζουν νόημα. Το γεγονός ότι το σπίτι ήταν δικό του εξηγούσε την κλειδαριά στην πόρτα και τον ισχυρισμό του ότι γνώριζε τα κατατόπια του σπιτιού καλύτερα απ’ αυτήν, όπως και την προσθήκη του ράντζου. Το μόνο που την παραξένευε ακόμη ήταν που της είχε ζητήσει να μην πει σε κανέναν ότι τον είχε δει εκεί. Καθώς και ο τρόπος που την πλεύρισε. Ένας ιδιοκτήτης δεν είχε λόγο να συμπεριφερθεί έτσι. Επίσης, το γεγονός ότι δεν ήθελε να ξανανάψει το φανάρι για να μην την αφήσει να δει το πρόσωπό του. Οπότε, όσο κι αν προσπαθούσε να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες μέσα στο μυαλό της, δεν μπορούσε να το κάνει ακόμα, όχι τη στιγμή που υπήρχαν τόσο πολλά στοιχεία που καταδείκνυαν παράνομες δραστηριότητες. «Δεν ήξερα τη γιαγιά σου», του εξήγησε. «Ο ξάδελφός μου ο Ντέρεκ έμαθε την ταυτότητα του τελευταίου καταγεγραμμένου ιδιοκτήτη ώστε να μπορέσει να αγοράσει το σπίτι». «Γιατί;» Η Τ ζούντιθ δίσταζε να του πει την αλήθεια, αν και θα έπρεπε να


είχε καταλάβει από μόνος του πόσο απαίσιο θέαμα παρουσίαζε το ρημάδι του δίπλα στη μεγαλοπρεπή έπαυλη ενός δούκα. Οπότε, του το έφερε με τρόπο: «Γιατί θέλει να του κάνει μια σωστή κηδεία». «Αφού στέκει ακόμη». «Μετά βίας». «Ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το σπίτι, αλλά δεν πρόκειται να το πουλήσω ώστε να μπορέσει να το γκρεμίσει ο ευγενής ξάδελφός σου. Είναι το μοναδικό πράγμα που μου έχει μείνει από την πλευρά της μητέρας μου». Η Τ ζούντιθ προσπάθησε ν’ ακουστεί χαρούμενη όταν του πρότεινε, «Επισκεύασέ το τότε». «Αυτό έχω σκοπό να κάνω». «Αλήθεια;» «Γιατί εκπλήσσεσαι τόσο; Αυτός είναι ο μόνος λόγος που έμαθα ξυλουργική». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Ο Ντέρεκ θα του δώριζε πιθανόν ό,τι χρειαζόταν, θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να βελτιωθεί η θέα από το πίσω μέρος του σπιτιού του. «Είχες πέντε χρόνια καιρό για να ξεκινήσεις. Αν είναι θέμα υλικών–» «Ήταν, αλλά όχι πια. Όλο αυτό το διάστημα συγκεντρώνω τα απαραίτητα υλικά και τα καταχωνιάζω σ’ εκείνο το μυστικό δωμάτιο ώστε να μην τα κλέψει κανείς όταν δεν είμαι εκεί. Απλά μέχρι πρόσφατα δεν βιαζόμουν να ξεκινήσω τις επισκευές. Έκανα κάποιες εργασίες στη στέγη, μόνο που δεν έχω βάλει ακόμα κεραμίδια. Θα μπορούσα να την επισκευάσω με φτηνές πλάκες, όμως δεν θα ταίριαζαν σ’ ένα τέτοιο σπίτι». «Θέλεις να χρησιμοποιήσεις πήλινα κεραμίδια, όπως αυτά που έχει ήδη;» Ο Νέιθαν έγνεψε. «Όσα έχουν απομείνει τέλος πάντων. Απλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ακριβά είναι τα πήλινα. Επιπλέον, δεν περίμενα να με καθυστερήσει κι άλλο η ανάγκη να κάνω αυτό το ταξίδι». «Τ ι άλλαξε πρόσφατα και σε ώθησε να ξεκινήσεις τις επισκευές


στο σπίτι;» «Δεν είμαι μόνος μου πια». Τα μάτια της πέταξαν σπίθες. «Είσαι παντρεμένος;!» Ο Νέιθαν ξέσπασε σε δυνατά γέλια, τραβώντας την προσοχή κάμποσων ανθρώπων – ιδιαίτερα της Τ ζορτζίνα και της Τ ζακ. Η Τ ζακ γλίστρησε μάλιστα, δίνοντας στον Αντράσι την πρώτη του ευκαιρία να περάσει στην αντεπίθεση. Το νευριασμένο επιφώνημα της Τ ζακ ακούστηκε σε όλο το κατάστρωμα. Ο Νέιθαν το πρόσεξε και είπε νευρικά, «Πρέπει να πηγαίνω». «Αυτό που έπρεπε να είχες κάνει ήταν να μου πεις ότι είσαι παντρεμένος πριν με φιλήσεις», είπε εξοργισμένη η Τ ζούντιθ. «Σιχαίνομαι τους άπιστους συζύγους!» Ο Νέιθαν ανασήκωσε έκπληκτος το φρύδι του, αλλά μόνο για μια στιγμή. Εξακολουθούσε να ρίχνει ματιές γύρω γύρω στο κατάστρωμα, προσπαθώντας να εκτιμήσει πόση ζημιά είχε προκαλέσει η προσοχή που είχαν τραβήξει πάνω τους οι φωνές της. Παρ’ όλα αυτά, της απάντησε. «Γιατί ανάβεις έτσι, γλύκα μου; Ζηλεύεις;» «Καθόλου!» «Τότε σταμάτα να φωνάζεις και γύρνα από την άλλη», της είπε προειδοποιητικά και ξαφνικά πρόσθεσε ψιθυριστά, «Που να πάρει ο διάολος. Έλα να με βρεις απόψε στην κορακοφωλιά, ξέρεις πού εννοώ, ψηλά στο κατάρτι όπου τοποθετούνται οι παρατηρητές, και θα σου εξηγήσω γιατί κάνεις λάθος. Όμως, δεν πρόκειται να μείνω εδώ γι’ αυτό». Το αυτό ήταν ο Τ ζέιμς και ο Άντονι, οι οποίοι είχαν μόλις εμφανιστεί στο καρέ των αξιωματικών και είχαν σταθεί δίπλα στην Τ ζορτζίνα, ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά της. Κανείς τους δεν παρακολουθούσε την ξιφομαχία όμως. Απλώς κοιτούσαν την Τ ζούντιθ και τον Νέιθαν.


Κεφάλαιο είκοσι πέντε Ο Νέιθαν έφυγε άρον άρον και επέστρεψε πάλι στο κάτω κατάστρωμα. Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο, εφόσον δεν ήθελε ν’ αφήσει τη «φωτιά» να πάρει διαστάσεις. Αν ήταν κάποιος να κάνει τον Νέιθαν κομμάτια επειδή ήταν παντρεμένος, θα ήταν αυτή, όχι ο πατέρας της. Οπότε κότσαρε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο, κούνησε το χέρι στον πατέρα της και πήγε κοντά του στο καρέ των αξιωματικών. Και κατάφερε να κρύψει την οργή της. Ο πατέρας της, πάλι, όχι. Ήταν κατσουφιασμένος την ώρα που τύλιξε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. «Τ ι δουλειά είχες μ’ εκείνον τον τύπο;» «Σκεφτόμουν αν έπρεπε να τον πετάξω στη θάλασσα». «Αν σε πρόσβαλε θα τον σκοτώσω». Η Τ ζούντιθ στριφογύρισε τα μάτια της. «Το ίδιο λες για όποιον άντρα τύχει να μου μιλήσει. Αστειευόμουν, όμως, οπότε δεν υπάρχει λόγος να σκοτώσεις κανέναν σ’ αυτό το ταξίδι. Απλά σοκαρίστηκε από την επίδειξη ικανοτήτων της Τ ζακ στην ξιφασκία, επομένως του εξηγούσα γιατί και πώς τις απέκτησε». «Να κοιτάζει τη δουλειά του». «Νόμιζα ότι συμφωνήσαμε πως δεν θα μισούσες όποιον άντρα γνωρίζω. Η μητέρα με διαβεβαίωσε μάλιστα». Αυτό το τελευταίο ήταν το δυνατό της χαρτί και πέτυχε. Ο Άντονι κάλμαρε λιγάκι, μέχρι που γέλασε κιόλας. Αλλά η Τ ζορτζίνα που τους άκουγε, σχολίασε, «Πολύ όμορφο παλικάρι δεν είναι;» «Και για ποιον λόγο το πρόσεξες εσύ, Τ ζορτζ;» ρώτησε ο Τ ζέιμς.


Η Τ ζορτζίνα γέλασε. «Μήπως πρέπει να παριστάνω την τυφλή;» Τότε παρενέβη η Τ ζούντιθ. «Όμορφος ναι, αλλά χωρίς τρόπους. Ενδιαφέρων τύπος πάντως». Ο Άντονι κοίταξε τον αδελφό του πάνω από το κεφάλι της Τ ζορτζίνα. «Που να πάρει και να σηκώσει, Τ ζέιμς, μίλησες σ’ όλ ους για την ασυνήθιστη αποστολή του;» «Μόνο σε σένα, φίλε μου», είπε ο Τ ζέιμς και στη συνέχεια εξήγησε τα πάντα στη γυναίκα του. Ο Άντονι κοίταξε διαπεραστικά την Τ ζούντιθ. «Κι εσύ πώς το έμαθες;» τη ρώτησε με διαπεραστική φωνή. Η κοπέλα δεν το αρνήθηκε. «Νομίζεις ότι η αποστολή του να εντοπίσει κλέφτες πλοίων είναι το μοναδικό πράγμα που τον κάνει ενδιαφέροντα; Ναι, του έχω μιλήσει και πριν από το σημερινό, κι έτσι έμαθα ότι είναι ο ιδιοκτήτης εκείνου του μεγάλου παλιού σπιτιού πίσω από τα κτήματα του Ράιτον. Ξέρεις την ιστορία του σπιτιού, έτσι;» «Δεν νομίζω». «Εγώ ναι», πετάχτηκε η Τ ζορτζίνα. «Το έχτισε ο παλιός δούκας για την ερωμένη του και της το έδωσε για να τη δελεάσει… σαν δωροδοκία, ε;» «Σαν κίνητρο, ναι», συμφώνησε η Τ ζούντιθ. «Ήταν χήρα της καλής κοινωνίας, αλλά ο δούκας ήθελε να την έχει κάπου πιο κοντά του κι όχι στο Λονδίνο όπου τη γνώρισε και την ερωτεύτηκε. Ο Ντέρεκ έμαθε την ιστορία όταν προσπάθησε να αγοράσει την ιδιοκτησία. Ο κύριος Τ ρεμέιν είναι ο τρισέγγονός της». «Ώστε είναι ευγενής;» «Δεν έχει σημασία», μουρμούρισε ο Άντονι. «Φυσικά και έχει», είπε η Τ ζορτζίνα, κλείνοντας το μάτι στην Τ ζούντιθ. «Και γοητευτικός καπετάνιος και σημαίνων γαιοκτήμονας. Μήπως να άφηνες αυτή την ιστορία να πάρει τον δρόμο της, Τόνι;» Ακούγοντάς το σχόλιό της, ο Άντονι γρύλισε. «Τ ζέιμς, έχεις την καλοσύνη να ζητήσεις από την Τ ζορτζ να μην ανακατεύεται;» Ο Τ ζέιμς έβαλε τα γέλια. Η Τ ζούντιθ βρήκε την ευκαιρία να ρίξει


μια ματιά στην κορακοφωλιά που βρισκόταν ψηλά στα ξάρτια. Κάμποσες σκοινένιες ανεμόσκαλες έφταναν ως εκεί, αλλά και πάλι… δεν υπήρχε περίπτωση να σκαρφαλώσει εκεί πάνω απόψε. Για την ακρίβεια, δεν έδινε δεκάρα αν δεν θα ξανάβλεπε ποτέ στη ζωή της τον Νέιθαν Τ ρεμέιν. Αλλά ήθελε η απόφαση αυτή να είναι δική της, όχι του πατέρα της. Έτσι λοιπόν, πριν της ανακοινώσει ότι δεν έπρεπε να τον ξαναδεί, πρόλαβε και του είπε, «Απλά βαριέμαι και τον βρίσκω ενδιαφέροντα, τίποτα παραπάνω. Δεν είμαι σαν την Τ ζακ που μπορεί και βρίσκει δεκάδες τρόπους διασκέδασης στο πλοίο – πηδαλιουχεί, σκαρφαλώνει στα ξάρτια, ως και ξιφομαχίες κάνει». «Μήπως σε παραμέλησα, κουκλίτσα μου;» τη ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον ο Άντονι. Η Τ ζούντιθ του χαμογέλασε. «Φυσικά όχι, και δεν χρειάζεται να φροντίζεις για τη διασκέδασή μου. Δεν σου δίνεται συχνά η ευκαιρία να έχεις την Κέιτι όλη δική σου, όπως τώρα που ο Μπόιντ είναι αδιάθετος. Σε καταλαβαίνω». «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να μας κάνεις παρέα όταν δεν έχεις την Τ ζακ μαζί σου». Η Τ ζούντιθ γέλασε και του υπενθύμισε, «Και πόσο συχνά νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό;» Ο Άντονι στριφογύρισε τα μάτια του. Εκείνη τη στιγμή ήρθε τρέχοντας κοντά τους η Τ ζάκλιν. Λαχανιασμένη, έπιασε την Τ ζούντιθ αγκαζέ και άρχισε να την τραβάει από εκεί, λέγοντας, «Ώρα ν’ αλλάξουμε για το δείπνο!» Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ώρα ακόμα, αλλά κανείς δεν έφερε αντίρρηση καθώς η Τ ζακ χρειαζόταν προφανώς ένα μπάνιο ύστερα από την έντονη σωματική άσκηση. Ωστόσο, μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά ώστε να μην τις ακούν, η Τ ζακ ρώτησε, «Σ’ έσωσα; Πες ναι!» «Πιθανότατα. Τουλάχιστον, ο πατέρας δεν πρόλαβε να μου απαγορεύσει να ξαναμιλήσω στον Νέιθαν». «Δεν γίνεται να τον αφήσεις να σου κουτσουρέψει τις επιλογές,


Τ ζούντι, όσο κι αν προσπαθήσει. Είμαι σίγουρη ότι κάποια μέρα θα περάσω κι εγώ τα ίδια με τον δικό μου πατέρα, οπότε θα πρέπει να μείνουμε ενωμένες». «Το ξέρω». Ξαφνικά, η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε με καθυστέρηση ότι στην προσπάθειά της να εξηγήσει στον Άντονι πως το ενδιαφέρον της για τον Νέιθαν δεν ήταν ρομαντικό, είχε παραβεί τη συμφωνία τους. Δηλαδή, όχι ακριβώς∙ απλά η Τ ζακ δεν έπρεπε να μάθει πως αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του ερειπίου, οπότε θα τα έβαζε κάτω και θα καταλάβαινε ότι ο Νέιθαν ήταν το πρώην φάντασμά τους. Παρ’ όλα αυτά, θα έπρεπε να προειδοποιήσει τον Νέιθαν. Σιγά μην έπρεπε, δηλαδή! Όπως την είχε προειδοποιήσει αυτός πως ήταν παντρεμένος; Καθώς ήταν ακόμα πυρ και μανία μαζί του, δεν ήταν και η καλύτερη στιγμή όταν η Τ ζακ είπε, «Είμαι τόσο χαρούμενη για σένα. Είναι απίθανα όμορφος, έτσι;» «Ναι». «Και γενναίος. Η καταδίωξη ενός κλεμμένου πλοίου είναι επικίνδυνη υπόθεση». «Ναι». «Γίνεται να μην απαντάς μόνο με ναι;» «Θα ειδοποιήσει τις Αρχές, οπότε θα έχει βοήθεια. Μπορεί να μην είναι καθόλου επικίνδυνο». «Ή μπορεί να μη βγει ζωντανός». «Τ ζακ!» «Ανησυχείς ήδη γι’ αυτόν, βλέπω. Μου φαίνεται ότι είσαι κάτι παραπάνω από απλά τσιμπημένη μαζί του», την πείραξε η Τ ζακ. «Όχι, και όχι. Για την ακρίβεια, μου χρωστάει ορισμένες εξηγήσεις», της αντιγύρισε η Τ ζούντιθ. «Η κουβέντα μας κόπηκε απότομα όταν έφτασαν στο κατάστρωμα οι πατεράδες μας, οπότε θα τον συναντήσω μετά το δείπνο για να την ολοκληρώσουμε». «Εξηγήσεις για ποιο πράγμα;» «Θα σου πω μετά. Δεν θέλω να τον κυνηγήσεις με το ξίφος σου». Η Τ ζάκλιν ανασήκωσε το φρύδι της. «Μου φαίνεται πως εσένα


σου πέρασε ήδη από το μυαλό να το κάνεις. Έχεις θυμώσει πραγματικά μαζί του, έτσι;» «Λίγο. Εντάξει… πολύ. Αλλά μη ρωτάς περισσότερα γιατί μπορεί να πρόκειται απλά για παρεξήγηση. Δεν θέλω να σου δημιουργήσω λανθασμένη εντύπωση με βάση απλά μια εικασία». «Όπως έκανες εσύ, δηλαδή;» μάντεψε η Τ ζακ. «Θεούλη μου, αν είσαι τόσο ευαίσθητη για τα πιο ασήμαντα θέματα, τότε είσαι όντως τσιμπημένη. Τουλάχιστον παραδέξου αυτό». Η Τ ζούντιθ δεν το παραδέχτηκε, αλλά το γεγονός ότι δεν είπε τίποτα, έπεισε την Τ ζακ πως είχε δίκιο, οπότε τουλάχιστον δεν τσαντίστηκε που η ξαδέλφη της δεν της είπε τα πάντα χαρτί και καλαμάρι. Και τουλάχιστον το όνομα του Νέιθαν δεν αναφέρθηκε στο δείπνο εκείνο το βράδυ. Υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν ο Μπόιντ, ο οποίος έκανε επιτέλους την εμφάνισή του. Ο Γιάνκης είχε συνέλθει πια και έτσι ο Τ ζέιμς και ο Άντονι δεν τον άφησαν σε χλωρό κλαρί. Ο Μπόιντ δεν ήταν απλά κουνιάδος του Τ ζέιμς, αλλά και γαμπρός του Άντονι, επομένως απ’ όλους τους Άντερσον ήταν ο μόνος που είχε διπλούς δεσμούς με την οικογένεια. Πράγμα που δεν τους εμπόδισε να τον πειράζουν ανελέητα για τη ναυτία του σε όλη τη διάρκεια του δείπνου. «Αν θες να μείνεις άλλη μία εβδομάδα στο κρεβάτι, μείνε ήσυχος, Γιάνκη∙ θα τα καταφέρουμε μια χαρά χωρίς εσένα», είπε ο Τ ζέιμς. «Ούτε που θα προσέξουμε την απουσία σου». Η ευαισθησία του στη θάλασσα του προκαλούσε μεγάλη ντροπή παλιότερα, καθώς ήταν πλοιοκτήτης. Όμως, ήταν πλέον τόσο συνηθισμένος στα πειράγματα των Μάλορι που δεν τον ενοχλούσαν πια. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αδελφού του, του Γουόρεν, τον οποίο έβαζαν επίσης στην πρέσα αυτοί οι δύο, είτε γελούσε και αυτός μαζί τους είτε τους αγνοούσε. Και συνήθως το κόλπο πετύχαινε. Όμως, απόψε, ο Τ ζέιμς τον άφησε ήσυχο και για έναν άλλο λόγο. Ο Αντράσι φλέρταρε κάπως υπερβολικά με την Τ ζάκλιν, κάνοντάς


της κομπλιμέντα για τα πάντα: από τα μαλλιά και το φόρεμά της –η Νέτι είχε κερδίσει τη μάχη απόψε– μέχρι τις ικανότητές της στην ξιφασκία. Η Τ ζακ το διασκέδαζε. Ο Τ ζέιμς, πάλι, όχι. Παρότι οι κυρίες θεώρησαν ότι ήταν πολύ γενναίο εκ μέρους του Αντράσι που θέλησε να υπερασπιστεί την οικογένεια κατά τη διάρκεια του περιστατικού με τον λαθρεπιβάτη, έστω και αν είχε παρερμηνεύσει την κατάσταση, ο Τ ζέιμς δεν ήταν έτοιμος να παραβλέψει το γεγονός ότι η παρέμβαση του Αντράσι είχε δώσει στον λαθρεπιβάτη την ευκαιρία να δραπετεύσει. Η Τ ζούντιθ ήξερε ότι ο θείος της έτρεφε εξαρχής αμφιβολίες γι’ αυτόν, αλλά από τη στιγμή που ο Αντράσι έγινε –έστω και άθελά του– η αιτία να μην πάρει τις απαντήσεις που ήθελε από τον λαθρεπιβάτη, οποιαδήποτε πιθανότητα να συμπαθήσει τον καινούριο τους ξάδελφο είχε μάλλον χαθεί. Παρ’ όλα αυτά, η Τ ζούντιθ δεν πολυασχολήθηκε μ’ αυτό το θέμα, καθώς πλησίαζε γοργά η ώρα του ραντεβού της με τον Νέιθαν. Δεν αναρωτιόταν καν γιατί το γεγονός πως ήταν παντρεμένος αποτελούσε στο μυαλό της χειρότερο έγκλημα από το ότι ήταν λαθρέμπορος. Αλλά σε λίγη ώρα, θα σκαρφάλωνε στην κορακοφωλιά για να μάθει τι είχε να πει γι’ αυτό ο Νέιθαν.


Κεφάλαιο είκοσι έξι Γι’ αυτή τη συνάντηση, η Τ ζούντιθ φόρεσε τα ναυτικά της ρούχα και έπλεξε τα μαλλιά της ώστε μην την εμποδίζουν στο σκαρφάλωμα. Άφησε επίσης τα παπούτσια της στην καμπίνα της, καθώς ξυπόλυτη θα πατούσε πιο σταθερά στα σκοινένια σκαλιά. Όμως, όταν στάθηκε πλάι στην ανεμόσκαλα και έβαλε το χέρι της στο πρώτο σκαλί, συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κάνει το πρώτο βήμα. Δεν χρειάστηκε καν να κοιτάξει προς τα πάνω για να δει πόσο ψηλά ήταν η κορακοφωλιά. Άξιζαν πραγματικά τον κόπο μιας τόσο παράτολμης ανάβασης οι απαντήσεις που γύρευε; Η σκάλα δεν ήταν καν σταθερή! Ταλαντευόταν τόσο πολύ που το χέρι της γλίστρησε. Έκανε ένα βήμα πίσω έχοντας αλλάξει γνώμη, και τότε είδε τον Νέιθαν να προσγειώνεται στο κατάστρωμα δίπλα της. Ώστε γι’ αυτό κουνιόταν η σκάλα. «Να πω την αλήθεια, δεν περίμενα ότι θα δεχόσουν την πρόσκλησή μου σε ραντεβού στην κορακοφωλιά, γλύκα μου». Η Τ ζούντιθ ανακουφίστηκε που τον είδε στο κατάστρωμα. «Τ ώρα που είσαι εδώ, μπορούμε–» «Πάμε». Της έπιασε τα χέρια και τα τοποθέτησε πάνω στη σκάλα ενώ στάθηκε τόσο κολλητά από πίσω της που η Τ ζούντιθ δεν είχε πού αλλού να πάει παρά μόνο προς τα πάνω. «Έχω αναλάβει την αποψινή σκοπιά και δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου από εδώ κάτω». Η Τ ζούντιθ γύρισε και τον κοίταξε. «Γιατί κατέβηκες λοιπόν;» «Πίστεψες πραγματικά ότι θα σ’ άφηνα να σκαρφαλώσεις μόνη


σου;» Η αλήθεια ήταν πως αυτό ακριβώς περίμενε, ενώ φανταζόταν ότι ο Νέιθαν δεν θα καταλάβαινε καν πως ήταν εκεί μέχρι να φτάσει στην κορυφή. Αλλά αυτός θα πρέπει να είχε τον νου του για την ώρα που θα την έβλεπε. «Και να χάσω την ευκαιρία να γίνω ο ήρωάς σου και να σε πιάσω αν πέσεις… στην αγκαλιά μου;» πρόσθεσε τώρα. Αλλά το είπε με πειρακτικό τόνο. Η Τ ζούντιθ αναρωτήθηκε αν ντρεπόταν να της δείξει αυτή την ιπποτική πλευρά του. Παρ’ όλα αυτά, άρχισε να σκαρφαλώνει. Δεν αισθανόταν καμία νευρικότητα τώρα πια, τη στιγμή που τον ένιωθε πίσω της. Και αυτός δεν την άγγιξε ξανά, μάλλον γιατί φοβόταν μην την ξαφνιάσει και γλιστρήσει – ώσπου έφτασαν στην κορακοφωλιά και ένιωσε τα χέρια του στα οπίσθιά της να της δίνουν μια σπρωξιά για να τη βοηθήσει να σκαρφαλώσει στην κορυφή. Η κορακοφωλιά είχε σχήμα μεγάλης μπανιέρας. Κάποιες κορακοφωλιές ήταν απλά επίπεδες εξέδρες και άλλες ήταν στρογγυλεμένες, ενώ υπήρχαν και κάποιες, σαν αυτή, που ήταν στρογγυλές και κατασκευασμένες από γερό ξύλο με σανιδένια πλαϊνά. «Είχα ήδη προσφερθεί να αναλάβω την αποψινή βάρδια, διαφορετικά δεν θα σε υπέβαλα στη δοκιμασία του σκαρφαλώματος της ανεμόσκαλας», είπε ακολουθώντας τη στην κορυφή. Η Τ ζούντιθ στάθηκε όρθια και άφησε μια σιγανή κραυγή βλέποντας τη θέα. «Θεέ μου». Η αποψινή πανσέληνος φάνταζε μεγαλύτερη από εδώ πάνω και ήταν πανέμορφη. Το φεγγάρι δεν είχε φτάσει ακόμα αρκετά ψηλά στον ορίζοντα και φάνταζε τεράστιο. Η πανοραμική θέα της σελήνης και της κυματιστής της αντανάκλασης πάνω στο νερό έκοβε την ανάσα και δημιουργούσε μια ρομαντική ατμόσφαιρα. Η Τ ζούντιθ απόδιωξε βιαστικά αυτή τη σκέψη και στράφηκε στον Νέιθαν. Αυτός όμως κοιτούσε ακόμη το φεγγάρι. «Γι’ αυτό ανέλαβα τη σκοπιά ενώ δεν ανήκει στα καθήκοντά μου».


«Κι αν είχε συννεφιά απόψε;» Ο Νέιθαν την κοίταξε πριν απαντήσει. «Πρέπει να ρισκάρεις αν θες να δεις κάτι τόσο όμορφο». Η Τ ζούντιθ ένιωσε ένα κύμα ζεστασιάς στα μάγουλά της, όπως και μέσα της. Αλλά όχι, δεν έπρεπε να τον αφήσει να της αποσπάσει την προσοχή με γαλιφιές – αν, δηλαδή, αυτό ήθελε να πετύχει με το τελευταίο του σχόλιο. «Νομίζω ότι έχεις κάτι να μου πεις;» «Ότι δεν είμαι παντρεμένος; Δεν είμαι και δεν σκοπεύω να παντρευτώ. Δεν ξέρω πώς έφτασες στο συγκεκριμένο συμπέρασμα από αυτό που είπα προηγουμένως». «Επειδή το “ δεν είμαι μόνος μου πια” δεν υποδηλώνει την ύπαρξη οικογένειας, αλλά την πρόσφατη απόκτηση οικογένειας, πράγμα που παραπέμπει συνήθως στον γάμο». «Όχι πάντα, και όχι στη δική μου περίπτωση. Η αδελφή μου και ο άντρας της σκοτώθηκαν πέρυσι σε δυστύχημα με άμαξα. Είχαν δύο μικρές κόρες, τις οποίες δεν ήθελε η οικογένειά του, οπότε τώρα πρέπει να τις φροντίζω εγώ». Για πρώτη φορά δεν της απάντησε με υπεκφυγές, αλλά η Τ ζούντιθ δεν περίμενε σε καμία περίπτωση αυτή την απάντηση∙ ούτε περίμενε να νιώσει τέτοια ανακούφιση που δεν ήταν παντρεμένος – τόσο που την έπιασε ζάλη σχεδόν. «Πόσων χρόνων είναι οι ανιψιές σου;» «Η Κλαρίσα επτά και η Άμπι εννιά. Είναι η μόνη μου οικογένεια τώρα πια και σκοπεύω να τους προσφέρω ένα κανονικό σπιτικό όσο γίνεται πιο σύντομα. Στο μεταξύ, όμως, βρήκα ένα συμπαθητικό ζευγάρι που τις φροντίζει. Ίσως τους ξέρεις, μάλιστα». Της εξήγησε πού έμεναν τα κορίτσια, ολοκληρώνοντας με τη φράση: «Δεν είναι ειρωνεία της τύχης που αυτή τη στιγμή μένουν σ’ ένα σπίτι που ανήκει στον θείο σου;» «Ο θείος Τ ζέιμς αγόρασε εκείνη την ιδιοκτησία ώστε να έχει ένα μέρος για να δένει το πλοίο του μακριά από τις πολύβουες αποβάθρες του Λονδίνου. Αλλά όχι, δεν γνωρίζω τους επιστάτες του. Και γιατί δεν είπες τίποτα για τις ανιψιές σου νωρίτερα;» «Οι υποχρεώσεις μου δεν σε αφορούν. Εξάλλου, όλο αυτό το


διάστημα σκιαγραφούσες τον χαρακτήρα μου μ’ ένα και μόνο χρώμα: το μελανό». Στην υπενθύμισή του, η Τ ζούντιθ του αντιγύρισε: «Δεν έχω δει ακόμη καμία γκρίζα απόχρωση όμως. Για την ακρίβεια, θεωρώ μεγάλη ανευθυνότητα εκ μέρους σου το ότι δεν παράτησες το λαθρεμπόριο αμέσως μόλις πήρες την κηδεμονία των ανιψιών σου». Τον προσκαλούσε να το αρνηθεί, αλλά αυτός δεν το έκανε, παρά γύρισε και κοίταξε πάλι το φεγγάρι. Η Τ ζούντιθ μετάνιωσε αμέσως για τον επικριτικό της τόνο τη στιγμή που δεν γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες. Μπορεί να είχε τους λόγους του που δεν εγκατέλειψε τη δουλειά που έκανε πριν γίνει κηδεμόνας των κοριτσιών. Μπορεί να είχε άλλες υποχρεώσεις ή χρέη, ή απλούστατα να μην είχε ακόμη την οικονομική άνεση για να τα παρατήσει εφόσον χρησιμοποιούσε όλα του τα χρήματα για να αγοράζει υλικά για την επισκευή εκείνου του ερειπωμένου σπιτιού. Ή μπορεί να ήταν πολύ απλά εθισμένος στην έξαψη και στον κίνδυνο του λαθρεμπορίου, κι ας ήξερε πως, αν θα πιανόταν, θα κατέληγε στη φυλακή ή και χειρότερα. Όπως και να ’χε, δεν μπορούσε να συνεχίσει να είναι θυμωμένη μαζί του τώρα που της είχε πει ότι δεν ήταν παντρεμένος. Αν ήταν αλήθεια, δηλαδή. Για όνομα του Θεού, θα τον πίστευε ποτέ έτσι απλά, χωρίς να αναρωτιέται διαρκώς αν της έλεγε ψέματα; «Δεν θα σου ζητήσω συγγνώμη–» άρχισε να του λέει. «Ασφαλώς όχι. Οι αριστοκράτες δεν ζητούν ποτέ συγγνώμη». «Και πιστεύεις ότι αυτό είναι δικαιολογία;» Ο Νέιθαν γύρισε και την κοίταξε σαστισμένος. «Τ ι;» «Αποδείχτηκε ότι είσαι ευγενής. Αν νομίζεις ότι αυτό σε θέτει υπεράνω του νόμου–» Το γέλιο του ήταν γνήσιο. «Ο τρίτος γιος ενός τρίτου γιου και πάει λέγοντας. Κανείς δεν θυμάται τον λόρδο που ανήκε στην οικογένειά μας. Όχι, δεν είμαι ευγενής, γλύκα μου, κι ούτε θέλω να είμαι. Λέγε με όσο θες παλιάνθρωπο, αλλά μη με λες αριστοκράτη». «Δεν έχεις επιλογή. Την οικογένειά σου δεν τη διαλέγεις».


«Αν δεν ξέρεις ποιοι είναι οι πρόγονοί σου, αν δεν ξέρεις τα ονόματά τους, τότε δεν έχει καμία σημασία», κάγχασε ο Νέιθαν. «Όλα αυτά είναι καταγεγραμμένα… κάπου. Απλά δεν έχεις ψάξει». «Ίσως επειδή είναι κάτι που δεν χρειάζεται ή δεν θέλω να μάθω». «Γιατί δείχνεις τόσο έντονη εχθρότητα απέναντι στους ευγενείς;» είπε η Τ ζούντιθ, εκνευρισμένη με τη στάση του. «Αυτό δεν σε αφορά, γλύκα μου». «Έτσι νομίζεις ότι θα τηρήσεις τη συμφωνία μας;» «Οι απόψεις και οι αντιλήψεις μου δεν είναι μέρος της συμφωνίας μας». «Τότε, εφόσον παρακάμπτεις τους κανόνες, θέλω να σου πω ότι μου ξέφυγε και είπα στην οικογένειά μου πως το αρχοντικό σου ανήκει. Όχι, όμως, και ότι συναντηθήκαμε εκεί. Επίσης, η Τ ζακ δεν το ξέρει ακόμα, οπότε δεν σ’ έχει συνδέσει με το φάντασμά μας… και τον λαθρέμπορο που με διπλάρωσε». «Αν της το πει κάποιος όμως, θα τα συνδέσει;» Η Τ ζούντιθ μόρφασε. «Πιθανόν». «Δεν ξέρεις να κρατάς μυστικά, έτσι;» Δεν ακούστηκε θυμωμένος, απλά απογοητευμένος, και αυτό την έκανε να νιώσει απαίσια. Και συγχρόνως μια παγωνιά. Είχε περάσει λίγη ώρα από το σκαρφάλωμα και, επειδή ένιωθε πλέον την ψύχρα, κάθισε κάτω ώστε να μην τη φυσάει ο αέρας. Πάντως, εξακολουθούσε να βλέπει το μεγαλύτερο μέρος της σελήνης πάνω από την κορυφή της κορακοφωλιάς, καθώς και τη σιλουέτα του Νέιθαν να διαγράφεται μπροστά της. «Δεν το έκανα επίτηδες. Τ ι σημασία έχει αν ο πατέρας, η θεία και ο θείος μου ξέρουν ότι το ερειπωμένο σπίτι είναι δικό σου;» Έτσι όπως τον φώτιζε από πίσω το λαμπρό φεγγάρι, η Τ ζούντιθ δεν διέκρινε το πρόσωπό του όταν γύρισε προς το μέρος της. Ο Νέιθαν κάθισε δίπλα της πριν της μιλήσει. «Δεν θέλω η οικογένειά σου να με βλέπει σαν ίσο, είτε είμαι είτε όχι. Δεν κάνω φιλίες με αριστοκράτες».


«Τότε, θα πρέπει να σου είναι τρομερά δύσκολο να μιλάς μαζί μου, έτσι;» «Όχι. Εσύ, γλύκα μου, είσαι η μεγαλύτερη εξαίρεση που θα μπορούσε να υπάρξει στον κανόνα». Πιο ήρεμη τώρα ύστερα από αυτό που της είπε, ένιωσε μια αίσθηση προσμονής να φουντώνει μέσα της. Κάθονταν πολύ κοντά, αν και δεν αγγίζονταν, και η θέρμη του κορμιού του τη ζέσταινε. Ένιωθε κάπως ξέπνοη και λίγο νευρική που βρισκόταν εδώ πάνω ολομόναχη μαζί του. Ήταν τελείως απρόβλεπτος. «Μίλα μου για τις ανιψιές σου. Πώς είναι;» του είπε θέλοντας να ελαφρύνει την αμήχανη ατμόσφαιρα. Διέκρινε τη σκιά ενός χαμόγελου στο πρόσωπό του, όταν της είπε: «Η Κλαρίσα είναι έξω καρδιά και πολύ εκδηλωτική. Πήρε από μένα και την αδελφή μου, κι έχει ανοιχτόχρωμα ξανθά μαλλιά. Τα μαλλιά της Άμπι είναι σκούρα ξανθά και φέρεται σαν μικρομέγαλη κυρία. Αλλά και τα δύο κορίτσια λατρεύουν τις κορδέλες και μου ζητούν συνεχώς να τους φέρνω καινούριες. Γύρνα μια στιγμή». Η Τ ζούντιθ δεν ήταν σίγουρη γιατί έκανε αυτό που της ζήτησε∙ πιθανόν επειδή της άρεσε να τον ακούει να μιλάει για τις ανιψιές του. Ωστόσο, αυτός είχε βάλει στο μάτι την κορδέλα της. Νιώθοντας ότι η πλεξούδα της λύθηκε, κατάλαβε ότι της την τράβηξε από τα μαλλιά. «Μερικές φορές τα κορίτσια φορούν την κορδέλα στη μια πλευρά του κεφαλιού τους». Έσκυψε μπροστά και φίλησε την δεξιά πλευρά του κεφαλιού της Τ ζούντιθ. «Άλλες φορές προτιμούν την άλλη πλευρά». Φίλησε την αριστερή πλευρά. «Αλλά μερικές φορές φορούν την κορδέλα γύρω από τον λαιμό τους, παριστάνοντας ότι είναι κολιέ». Της ξέφυγε μια πνιχτή κραυγή όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να τη χαϊδεύουν ανάλαφρα μια στιγμή προτού τα χείλη του κολλήσουν στο πλάι του λαιμού της, αυτή τη φορά όμως όχι πεταχτά. Η αίσθηση ήταν τόσο ηδονική και γαργαλιστική που η Τ ζούντιθ έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι για να του δώσει καλύτερη πρόσβαση.


«Σκέφτηκα ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο μέρος όπου θα έμπαινα στον πειρασμό να σε φιλήσω», της είπε ξαφνικά, πριν προσθέσει αναστενάζοντας, «Έκανα λάθος». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, αλλά ο Νέιθαν την είχε ήδη τραβήξει πάνω στα πόδια του και είχε αιχμαλωτίσει τα χείλη της με τα δικά του. Φωλιασμένη στην αγκαλιά του, με το κεφάλι της στηριγμένο πάνω στο μπράτσο του, τον ένιωσε να υφαίνει πάλι γύρω της τον ιστό της μαγείας στην οποία είχε υποκύψει και τις δύο προηγούμενες φορές, και να ξυπνάει μέσα της ένα πάθος που γνώριζε πλέον πολύ καλά. Το δικό της. Είχε περάσει πάρα πολύ χρόνο μαζί του και είχε χαζέψει για πάρα πολλή ώρα το ψηλό, υπέροχο κορμί του. Εκείνη την πρώτη μέρα στο αμπάρι, όταν τον είχε δει ημίγυμνο, είχαν ξυπνήσει μέσα της πρωτόγονες ορμές, ορμές πολύ πιο ισχυρές απ’ ό,τι είχε συνειδητοποιήσει. Τα πάμπολλα απρεπή σχόλια με τα οποία την είχε σοκάρει επανήλθαν τώρα στο μυαλό της, ανοίγοντας ρωγμές στην αθωότητά της. Η κοπέλα γλίστρησε το ένα της μπράτσο γύρω από τον λαιμό του και τύλιξε το άλλο πίσω από την πλάτη του, ενώ μετακίνησε τα πόδια της ώστε να καθίσει καβάλα πάνω στα δικά του. Όλα αυτά τα έκανε δίχως σκέψη, την ώρα που η γλώσσα του άνοιγε τα χείλη της για να βαθύνει το φιλί τους. Ο Νέιθαν βόγκηξε, μα η Τ ζούντιθ ούτε που το άκουσε πάνω από το δυνατό σφυροκόπημα της καρδιά της. Το χέρι του άρχισε να της χαϊδεύει τον μηρό και τα οπίσθια, ξεσηκώνοντας μια πλημμυρίδα ζεστών, απολαυστικών αισθήσεων βαθιά μέσα της. Το ύφασμα του παντελονιού της ήταν απίστευτα λεπτό, σχεδόν ανύπαρκτο! Γι’ αυτό είχε παγώσει λίγο πριν, αν και τώρα δεν ένιωθε ψύχρα, το αντίθετο μάλιστα. Η παλάμη του έκλεισε γύρω από το στήθος της και η Τ ζούντιθ βόγκηξε ηδονικά καθώς την κατέκλυσε ένα κύμα σχεδόν αφόρητης κάψας. Ο Νέιθαν ξεκούμπωσε ένα κουμπί κι έβαλε το χέρι του μέσα από το πουκάμισο και κάτω από το μεσοφόρι της. Δεν την ένοιαξε. Η μόνη της αντίδραση ήταν να λυγίσει την πλάτη της προς τα πίσω, κολλώντας ακόμα περισσότερο πάνω στο στιβαρό του χέρι και σφίγγοντας δυνατά τους ώμους του.


Τον φίλησε με ασυγκράτητη ορμή και η γλώσσα της άρχισε να χορεύει με τη δική του, ενώ ο Νέιθαν έπιασε και τα δύο στήθη της και ξεκίνησε να τα μαλάζει τρυφερά. Παραλίγο να ουρλιάξει όταν ένιωσε τους αντίχειρές του να διαγράφουν κύκλους γύρω από τις ρώγες της, ερεθίζοντάς τες με το ανάλαφρο άγγιγμά του και κάνοντάς τη να αποζητάει ακόμα περισσότερα χάδια. Η Τ ζούντιθ ήταν πλέον ανίκανη να ελέγξει τις αντιδράσεις της. Η μόνη σκέψη της ήταν ότι δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ αυτή η νύχτα. «Είσαι ο πιο γλυκός μπελάς που γνώρισα ποτέ μου, γλύκα μου». Τα χέρια του πήγαν στα οπίσθιά της και ξανάρχισε να τη φιλάει, όλο και πιο βαθιά, καθώς η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε πως της είχε κατεβάσει το παντελόνι. Νιώθοντας τα γεμάτα κάλους δάχτυλά του να χαϊδεύουν το απαλό της δέρμα, σπαρτάρησε μέσα στην αγκαλιά του και βόγκηξε από ηδονή μόλις τον ένιωσε να σκληραίνει από κάτω της. Όμως, κάποια πράγματα μπορούσαν ακόμα να σοκάρουν τις αθώες της αισθήσεις, και αυτό ακριβώς έγινε όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να κινούνται ανάμεσα στα πόδια της. Διέκοψε το φιλί τους με μια πνιχτή κραυγή έκπληξης και τραβήχτηκε λίγο, καρφώνοντας τα μάτια της στο φλογερό σμαραγδί του βλέμμα. Έμειναν να κοιτάζονται, ανήμποροι να ξεκολλήσουν τα μάτια τους, και η Τ ζούντιθ κατάλαβε επιτέλους τι σήμαινε να ενώνεσαι μ’ έναν άντρα. Ο Νέιθαν έσκυψε μπροστά και τη φίλησε πεταχτά στα χείλη ενώ συγχρόνως της ανέβασε το παντελόνι. «Δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη που σε ποθώ, αλλά αυτό εδώ δεν είναι το κατάλληλο μέρος για σένα. Είναι πάρα πολύ κρύο και καθόλου μαλακό. Δώσε μου ένα λεπτό και θα σε βοηθήσω να κατέβεις τη σκάλα». Η Τ ζούντιθ δεν είπε τίποτα, αν και δεν μπορούσε να συμφωνήσει μαζί του. Μ’ ένα τέτοιο φεγγάρι να τους φωτίζει από ψηλά, το μέρος αυτό ήταν πολύ ρομαντικό και ό,τι έπρεπε για φιλιά – και για όλα τα υπόλοιπα που έκαναν. Και το πιο παράλογο ήταν πως εκείνη τη στιγμή ένιωσε μετανιωμένη που τον είχε σταματήσει.


Κεφάλαιο είκοσι επτά Το πρωί, η Νέτι βγήκε από την καμπίνα της Τ ζούντιθ, αφού τη βοήθησε να ντυθεί. Η Κάθριν έφτασε πριν κλείσει η πόρτα, με την κίτρινη τουαλέτα της Τ ζούντιθ περασμένη στο μπράτσο της και, απ’ ό,τι φαινόταν, τελειωμένη. Η Νέτι είχε προσπαθήσει να βάλει τις τελευταίες πινελιές στην γκαρνταρόμπα της Τ ζούντιθ, αλλά τον τελευταίο καιρό η γλυκιά Σκοτσέζα δεν έβλεπε πολύ καλά για μια τόσο σχολαστική δουλειά, οπότε η Τ ζούντιθ της είχε πει να σταματήσει και είχε αποφασίσει να δεχτεί την προσφορά της Κάθριν να της ράψει κάποια ρούχα. Η Κάθριν είχε ήδη τελειώσει τρία φορέματα. Περνούσε λίγες ώρες κάθε μέρα στην καμπίνα της Τ ζούντιθ, τελειοποιώντας την γκαρνταρόμπα για το ντεμπούτο της. Όπως αποδείχτηκε, ο Αντράσι είχε δίκιο όταν εκθείασε τις ικανότητές της με τη βελόνα. Η δουλειά της ήταν τόσο άψογη που η Τ ζακ σκεφτόταν να της ζητήσει να στριφώσει ξανά και τις δικές της βραδινές τουαλέτες. Τα τελευταία βράδια, η Κάθριν είχε δειπνήσει μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια στην καμπίνα του Τ ζέιμς και μάλλον θα συνέχιζε να τρώει μαζί τους και στο υπόλοιπο ταξίδι. Η συμπεριφορά της ήταν ευγενική και τόσο ευχάριστη που η Τ ζούντιθ –και δεν ήταν η μόνη– άρχισε ν’ αναρωτιέται μήπως ο Αντράσι δεν είχε απλά υπερτονίσει τα ελαττώματα της ετεροθαλούς αδελφής του, αλλά τους είχε παραπλανήσει επίτηδες. Αν και όλοι πίστευαν ότι μπορεί παλιότερα να είχε επαναστατήσει ενάντια στο γεγονός ότι αναγκάστηκε να μπει σε μια οικογένεια που δεν ήθελε, το οποίο θα


ήταν κατανοητό, ωστόσο η τωρινή της συμπεριφορά έδειχνε ότι με τα χρόνια είχε ξεπεράσει εκείνη την παλιά της δυσαρέσκεια. Η Τ ζούντιθ στράφηκε στην Κάθριν και της είπε, «Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας στο κατάστρωμα; Θα κάνουμε μάθημα χορού. Θα περάσουμε ωραία». «Δεν μπορεί να μην ξέρεις ήδη να χορεύεις;» Η Τ ζούντιθ γέλασε. «Φυσικά. Η Τ ζακ κι εγώ θα διδάξουμε χορό στο πλήρωμα». Η Κάθριν χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, αλλά ομολογώ ότι δεν μου αρέσει πολύ ο χορός. Ειλικρινά, περνάω πολύ καλύτερα με τη βελόνα μου, οπότε μπορείτε να πάτε χωρίς εμένα». Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε τους ώμους της. «Βολέψου σαν στο σπίτι σου τότε, είτε εδώ είτε με την Τ ζορτζίνα. Δεν σε προσκάλεσε να περνάς τη μέρα σου στην καμπίνα της;» «Ναι, κάθισα χτες μαζί της… μέχρι που γύρισε ο θείος σου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου προκαλεί νευρικότητα». «Σε πολύ κόσμο έχει αυτή την επίδραση. Απλά πρέπει να τον συνηθίσεις. Όμως, με περιμένει η Τ ζακ, επομένως πρέπει να τρέξω». Δεν έτρεξε, αν και θα το ήθελε. Είχαν περάσει δύο μέρες από την τελευταία της συνάντηση με τον Νέιθαν. Αυτή τη φορά τον απέφευγε αυτή, φροντίζοντας να συνοδεύεται πάντα από κάποιο μέλος της οικογένειάς της ώστε να μην μπορεί να του μιλήσει άμα τον έβλεπε. Ωστόσο, είχε περάσει αρκετός χρόνος από εκείνη τη νύχτα και η ντροπή της γι’ αυτό που είχε συμβεί στην κορακοφωλιά είχε καταλαγιάσει. Εκείνη τη νύχτα, την κατέβασε από την κορακοφωλιά κουβαλώντας τη στην πλάτη του. Επέμενε, λέγοντας ότι δεν ήθελε να έχει βάρος στη συνείδησή του τις γρατζουνισμένες της παλάμες. Η Τ ζούντιθ δεν είχε παραπονεθεί ότι την έτσουζαν, αλλά ο Νέιθαν θα πρέπει να το κατάλαβε γιατί οι ναυτικοί ήταν συνηθισμένοι να παθαίνουν συγκάματα από τα σκοινιά. Την ώρα που κατέβαινε, έκανε μόνο ένα άσεμνο σχόλιο, λέγοντάς της με πονηρό ύφος, «Ονειρευόμουν να νιώσω τα πόδια σου τυλιγμένα σφιχτά γύρω μου, αλλά μου άρεσε περισσότερο όταν


καθόμασταν στην κορακοφωλιά». Θα τον χαστούκιζε αν δεν είχε τα μπράτσα της σφιχτά τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό του. Ήταν προφανές ότι δεν ήξερε να συμπεριφέρεται σε καλοαναθρεμμένες κυρίες. Ωστόσο, είχαν περάσει δύο μέρες χωρίς να τον δει και είχε αρχίσει να νιώθει τη στέρηση, με αποτέλεσμα το προηγούμενο βράδυ να του στείλει ένα σημείωμα λέγοντάς του τι ώρα να παρουσιαστεί στο κατάστρωμα το επόμενο πρωί. Δεν του ανέφερε τον λόγο αφού της είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ήθελε να κάνει μαθήματα χορού. Η Τ ζάκλιν ήταν ήδη εκεί και δίδασκε δύο ναύτες να σιγοτραγουδούν έναν σκοπό. Είχαν καλέσει άλλους τρεις, ενώ είχε έρθει μέχρι και ο Άρτι, περίεργος να δει τι σκόπευαν να κάνουν. Το κύριο μέλημα της Τ ζούντιθ ήταν να μη φανεί σαν να ξεχώριζε τον Νέιθαν, και η Τ ζακ το ήξερε. Το μέγεθος της ομάδας θα αποσοβούσε αυτόν τον κίνδυνο και θα τον καθησύχαζε – αν εμφανιζόταν δηλαδή. Η Τ ζούντιθ έβαλε τα γέλια όταν πήγε κοντά στην ομάδα της Τ ζακ και ρώτησε, «Λες να τα καταφέρουν;» «Φυσικά και θα τα καταφέρουν. Εξάλλου, στο πλοίο δεν υπάρχει μουσικό όργανο ούτε για δείγμα, οπότε δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αναγνώρισες το τραγούδι, έτσι;» Η Τ ζούντιθ απάντησε σιγοτραγουδώντας τον ίδιο σκοπό ενώ άρχισε να κοιτάζει δήθεν αδιάφορα τα καταστρώματα, ρίχνοντας μια ματιά μέχρι και στα ψηλά ξάρτια. Ο Νέιθαν δεν ήταν πουθενά όμως. Η Τ ζακ ήταν έτοιμη για την πρώτη επίδειξη και έπιασε την Τ ζούντιθ ώστε να χορέψουν μαζί βαλς. Η Τ ζακ είχε φορέσει μάλιστα παντελόνι ώστε να μην υπάρξει καμία σύγχυση σχετικά με το ποια θα έπαιζε τον ρόλο του καβαλιέρου για τους σκοπούς του μαθήματος. «Δώστε προσοχή στη θέση των χεριών», είπε στο ακροατήριό της η Τ ζάκλιν, «και στην απόσταση που πρέπει να κρατάτε από την ντάμα σας». Οι δύο κοπέλες χόρεψαν για λίγο ώσπου η Τ ζούντιθ αναγκάστηκε να της πει ψιθυριστά, «Υποτίθεται ότι θα οδηγούσες εσύ, αλλά τώρα


σκουντουφλάμε η μία πάνω στην άλλη χωρίς να οδηγεί καμιά μας. Ας δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό». Η Τ ζούντιθ άφησε την Τ ζακ και, εξακολουθώντας να κρατάει τα χέρια της υψωμένα στη σωστή θέση, άρχισε να στριφογυρίζει μόνη της. Για μια στιγμή, μάλιστα, έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε ότι χόρευε με τον Νέιθαν. Αλλά τότε ένιωσε να νευριάζει λίγο, γιατί περίμενε ότι θα χόρευε όντως μαζί του, όμως αυτός αρνιόταν να συμμορφωθεί και να παρουσιαστεί στο μάθημα. «Άρτι, έχεις δει αρκετά βαλς και ξέρεις πώς χορεύεται. Έλα να κάνεις επίδειξη στους άντρες σου», είπε η Τ ζακ από πίσω της. «Ούτε να το–» εναντιώθηκε ο Άρτι. «Μη μ’ αναγκάσεις να φωνάξω τον πατέρα μου να κάνει την επίδειξη», τον έκοψε η Τ ζάκλιν. «Σιγά μην ερχόταν», είπε γελώντας ο Άρτι. «Για μένα θα το έκανε. Φυσικά, θα εκνευριζόταν αν τον ανάγκαζα να πάρει μέρος και μετά θα ξεσπούσε τα νεύρα του σε όλο τον κόσμο». Ο Άρτι άρπαξε την Τ ζακ από τη μέση και άρχισε να στριφογυρίζει μαζί της με κάπως φανφαρονίστικες κινήσεις. Η Τ ζακ έβαλε τα γέλια. Διασκέδαζε με την ψυχή της. Το ίδιο και ο Άρτι μερικές στιγμές μετά. Και τότε, η Τ ζούντιθ είδε επιτέλους τον Νέιθαν να κοιτάζει από μακριά, γερμένος πάνω στην κουπαστή, με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος. Του έκανε νόημα να πλησιάσει, όμως αυτός δεν κουνήθηκε. Αν αναγκαζόταν να πάει κοντά του, θα έβλεπαν όλοι ότι τον ξεχώριζε. Ωστόσο, τότε τον είδε και η Τ ζακ που έτρεξε κοντά του και τον τράβηξε στον χορό, ξεκινώντας ένα μάθημα μαζί του. Η Τ ζούντιθ τους παρακολουθούσε ευχαριστημένη –δεν χόρταινε να τους κοιτάζει, μάλιστα– και γι’ αυτό ξαφνιάστηκε όταν ο Αντράσι την άρπαξε ξαφνικά και άρχισε να τη χορεύει σε όλο το κατάστρωμα. Το αξιαγάπητο χαμόγελο που της χάρισε ήταν ο μόνος λόγος που η Τ ζούντιθ δεν θύμωσε με το θράσος του. «Έπρεπε να μου πεις ότι χρειαζόσουν καβαλιέρο», της είπε,


δείχνοντάς της πως δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο αγγλικό βαλς και στην ευρωπαϊκή εκδοχή του. «Δεν χορεύουμε απλά και μόνο για να χορέψουμε, θέλουμε να μάθουμε χορό στο πλήρωμα. Αλλά μιας και είσαι εδώ, μπορούμε να δείξουμε πόσο εκλεπτυσμένος και κομψός χορός είναι το βαλς. Ο πατέρας μου και η θεία μου σου κρατούν καλή συντροφιά;» «Χαίρομαι που έμαθα τα παιχνίδια με τράπουλα που παίζετε στη χώρα σας. Ωστόσο, ο πατέρας σου είναι ανελέητος στο σκάκι». «Το ξέρω», του είπε χαμογελαστή. «Αυτός μ’ έμαθε». «Θα εκτιμούσα μερικά μαθήματα στο πώς μπορώ να τον νικήσω, αν έχεις όρεξη». «Ίσως αργότερα. Αλλά ήθελα να σε ρωτήσω σχετικά με την Κάθριν. Είναι απίστευτα εξυπηρετική, μέχρι και γλυκιά, μπορώ να πω – καμία σχέση με ό,τι μας έλεγες». «Ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό. Οι αδελφικές διαφορές μας μπορεί να μ’ έκαναν να φανώ πιο επικριτικός απ’ όσο ήθελα. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να είναι πολύ χαριτωμένη όταν προσπαθεί, και χαίρομαι που σ’ αυτό το ταξίδι επιδεικνύει την καλύτερη συμπεριφορά της». Η Τ ζούντιθ κράτησε τη γλώσσα της, προσπαθώντας να μη δώσει παραπάνω σημασία σ’ αυτή τη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Χρειάστηκε να υπενθυμίσει στον εαυτό της πως ήταν εξαρχής με το μέρος του Αντράσι, σε αντίθεση με την Τ ζακ και τον Τ ζέιμς, και ότι δεν θα ήθελε ν’ αρχίσει να τον αμφισβητεί τώρα. Εξάλλου, δεν ήταν απίθανο ο Αντράσι να τους είχε δώσει τη λάθος εντύπωση για την ετεροθαλή αδελφή του εξαιτίας κάποιας πρόσφατης διαφωνίας τους. «Ομολογώ πως ο βασικός μου φόβος ήταν μήπως την πιάσουν τα νεύρα της από τη βαρεμάρα στο πλοίο, αλλά εσύ μας γλίτωσες από αυτό το ενδεχόμενο, επομένως σου είμαστε ευγνώμονες και οι δύο», πρόσθεσε ο Αντράσι. «Μόνο όταν ράβει νιώθει τέτοια ικανοποίηση και ηρεμία». Η Τ ζακ είχε αφήσει τον Νέιθαν και είχε πιάσει έναν άλλο ναύτη. Ο Νέιθαν δεν έμεινε να παρακολουθήσει, παρά πήγε να φύγει. Η Τ ζούντιθ σταμάτησε να χορεύει με τον Αντράσι για να πάει από πίσω


του, λέγοντας στον ξάδελφό της, «Σ’ ευχαριστώ για τον χορό, αλλά πρέπει να συνεχίσω το μάθημα προτού γυρίσουν στις δουλειές τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι». Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να σταματήσει τον Νέιθαν μπαίνοντας μπροστά του και κλείνοντάς του τον δρόμο, αλλά αυτός σήκωσε το χέρι του για να την παραμερίσει. Χωρίς να της πει λέξη κιόλας. Η αντίδρασή του φανέρωσε εκνευρισμό, ίσως ακόμα και ανυπομονησία. Ή μήπως ζήλια; Ζήλια;! Για τον Αντράσι;! Η Τ ζούντιθ του άρπαξε το χέρι και το τέντωσε προς τα δεξιά με το δικό της, ενώ ακούμπησε τον καρπό του άλλου της χεριού πάνω στο μπράτσο του. «Δείξε μου τι σου έμαθε η Τ ζακ». «Όχι». Η Τ ζούντιθ έτριξε τα δόντια της. «Για σένα γίνεται όλο αυτό. Μη με απογοητεύεις». Ο Νέιθαν έμεινε απλά να την κοιτάζει για μια παρατεταμένη στιγμή, αλλά η Τ ζούντιθ είδε στα πράσινα μάτια του ότι είχε αρχίσει να υποχωρεί. «Έδειχνες πολύ ανόητη όταν χόρευες μόνη σου». Η Τ ζούντιθ προσπάθησε να μη χαμογελάσει. «Δεν μ’ ενδιαφέρει να κάνω καλή εντύπωση, είμαι εδώ για να διδάξω. Και τώρα που έχουμε τα χέρια μας στις σωστές θέσεις–» «Για μένα δεν είναι αυτές οι σωστές θέσεις. Την άποψή μου λέω μόνο, γλύκα μου, αλλά θα προτιμούσα χίλιες φορές να άγγιζα–» «Μάθημα πρώτο». Η Τ ζούντιθ έγειρε μια ιδέα προς το μέρος του και είπε μέσα από τα δόντια της, «Κράτα τις άσεμνες σκέψεις στο μυαλό σου, όχι στα χείλη σου». Ο χορός ξεκίνησε. Σε πολύ λίγο ο Νέιθαν άρχισε να οδηγεί, κάνοντάς τη να αναρωτηθεί αν είχε ξαναχορέψει βαλς, ώσπου της είπε, «Αν σε πατήσω, θα φωνάξεις;» «Δεν θα ήταν η πρώτη φορά, αλλά ένας κύριος δεν φοράει συνήθως τόσο βαριές μπότες, οπότε προσπάθησε να μην το κάνεις, σε παρακαλώ». Αλλά ο Νέιθαν αποφάσισε να επαναφέρει τη συζήτηση στο


προηγούμενο σχόλιό του, λέγοντας, «Νόμιζα ότι σου άρεσε η ειλικρίνεια». «Μου αρέσει, απλά όχι το είδος της ειλικρίνειας που μπορούν να μοιράζονται μόνο τα παντρεμένα ζευγάρια». «Μου λες, δηλαδή, ότι πρέπει να σε παντρευτώ προκειμένου να μπορώ να σου λέω την άποψή μου;» Την πείραζε φυσικά, παρ’ όλα αυτά η Τ ζούντιθ παραπάτησε. «Βλέπω ότι όντως καταλαβαίνεις». Ο Νέιθαν κούνησε το κεφάλι του. «Υπερβολικά ακραίο μέτρο. Προτιμώ ν’ ανέχομαι τα φλογισμένα σου μάγουλα – και τα δικά σου είναι τόσο όμορφα που θέλω να τα βλέπω συχνά». «Ώστε επιλέγεις να είσαι αδιόρθωτος; Άσ’ το, δεν χρειάζεται να απαντήσεις το προφανές. Ωστόσο, ένα πράγμα που απαιτείται στο βαλς είναι η ευγενική συζήτηση όση ώρα κρατάει ο χορός. Για να δούμε αν μπορείς να ελέγχεις τα πόδια σου και να μιλάς συγχρόνως». Ο Νέιθαν γέλασε. «Αυτό δεν κάνουμε τόση ώρα;» «Η λέξη-κλειδί είναι “ ευγενική”». «Πολύ καλά, ποιο ευγενικό θέμα θα ήθελες να συζητήσουμε;» «Τ ι θα κάνεις το αρχοντικό όταν επισκευαστεί;» Ο Νέιθαν ανασήκωσε το φρύδι του. «Δηλαδή, εσύ επιτρέπεται να μου τσιτώνεις τα νεύρα αλλά εγώ όχι;» «Δεν είναι κανένα ευαίσθητο θέμα». «Για μένα, είναι». Η Τ ζούντιθ αναστέναξε, αλλά αποφάσισε ότι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να επιμείνει στις ερωτήσεις της, οπότε ξαφνιάστηκε όταν ο Νέιθαν είπε, «Θα μείνω εκεί με τις ανιψιές μου». «Ενώ θα δουλεύεις ως μαραγκός στο Σαουθάμπτον;» «Όχι, το σπίτι έχει τη δική του γη. Έλεγα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη γεωργία». Η Τ ζούντιθ μόρφασε καθώς το μυαλό της πήγε στον ξάδελφό της, τον Ντέρεκ. Δεν θα του άρεσε να έχει ένα αγρόκτημα στην πίσω αυλή της κατοικίας του. Όχι ότι πίστεψε απόλυτα τον Νέιθαν. Θα γινόταν αγρότης; Δεν μπορούσε να τον φανταστεί να καλλιεργεί τη


γη. Φυσικά, ένας άντρας στη δική του θέση δεν θα ήταν υποχρεωμένος να οργώνει ο ίδιος τα κτήματά του. Οι ευγενείς γαιοκτήμονες προσλάμβαναν εργάτες. Ωστόσο, ήταν σίγουρη ότι ο Νέιθαν σκόπευε να δουλεύει τη γη μόνος του. «Έχεις δίκιο», του είπε, «το σπίτι διαθέτει μεγάλη έκταση γης προς τα ανατολικά. Σκέφτηκες ποτέ να χτίσεις σπίτια, τα οποία θα μπορούσες να νοικιάσεις; Οι πρόσοδοι θα σου επέτρεπαν να ζεις πολύ άνετα». Η πρότασή της φάνηκε να τον ξαφνιάζει. «Είναι κάτι που δεν θα είχα σκεφτεί ποτέ από μόνος μου». Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Ώστε λοιπόν σου ανοίγω τους ορίζοντες; Τότε είσαι τυχερός που με γνώρισες». «Όταν το μόνο που κάνεις είναι να μου προκαλείς μπελάδες;» κάγχασε ο Νέιθαν και πρόσθεσε, «Επίσης, αρκετή ώρα έκανα μάθημα για κάτι που ξέρω ήδη». Η Τ ζούντιθ βλεφάρισε έκπληκτη. «Ξέρεις βαλς; Μα είπες–» Την άφησε γελώντας. «Μαθαίνω γρήγορα, γλύκα μου. Μου πήρε μόλις λίγα λεπτά για να πάρω το κολάι». «Επιλεκτική μάθηση», του πέταξε φουρκισμένη αυτή, κοιτάζοντάς τον να απομακρύνεται.


Κεφάλαιο είκοσι οκτώ Οι δύο με τέσσερις εβδομάδες που, όπως είχε πει ο Νέιθαν στον Κόρκι, μπορεί να κρατούσε το ταξίδι, δεν του είχε φανεί τόσο μεγάλο διάστημα πριν σαλπάρουν, αν και τώρα είχε αλλάξει γνώμη. Φυσικά, όπως ο Κόρκι έτσι κι αυτός ταξίδευε για πρώτη φορά τόσο μακριά από τη στεριά. Τα δρομολόγια ανάμεσα στη Γαλλία και στην Αγγλία μέσω της Μάγχης δεν ήταν τίποτα μπροστά στον διάπλου του Ατλαντικού. Γι’ αυτό και δεν είχε ιδέα πώς θα ήταν αυτού του είδους η απομόνωση. Τ ώρα ήξερε πάντως, και μπορούσε να πει ότι έμοιαζε με κόλαση, ιδιαίτερα από τη στιγμή που στο ίδιο καράβι βρισκόταν μια τόσο ποθητή γυναίκα όσο η Τ ζούντιθ – μια γυναίκα που αρνιόταν να τον αφήσει στην ησυχία του. Ήταν επικίνδυνη από πάρα πολλές απόψεις. Τον είχε κάνει να της ανοιχτεί. Δεν θυμόταν άλλη φορά στη ζωή του που να είχε πει τόσο πολλά για τον εαυτό του σ’ έναν άλλο άνθρωπο. Τον έκανε να θέλει να γίνει κάτι παραπάνω από αυτό που ήταν. Τον έκανε να εύχεται να μην ήταν τόσο διαφορετικές οι συνθήκες της ζωής τους. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι, αν και ήξερε πως δεν μπορούσε να την κάνει δική του, αυτό δεν τον εμπόδιζε να την ποθεί. Πλέον είχε αρχίσει να διαλέγει προσεκτικά τις ώρες που ανέβαινε στο κατάστρωμα, φροντίζοντας να μην είναι αυτή εκεί. Ωστόσο, εδώ και μερικές μέρες προσπαθούσε να πετύχει τον Μπόιντ Άντερσον μόνο του, χωρίς να χρειαστεί να τον ενοχλήσει στην καμπίνα του. Και σήμερα τον είδε επιτέλους – όχι μόνο του, αλλά στο κατάστρωμα.


«Ο καπετάνιος μου πρότεινε να σας μιλήσω, κύριε Άντερσον, αν έχετε λίγα λεπτά καιρό». Η γυναίκα με την οποία ήταν ο Μπόιντ, είπε: «Φυσάει λίγο δυνατά για μένα σήμερα. Θα επιστρέψω στις καμπίνες». «Έχετε όμορφη σύζυγο», είπε ο Νέιθαν ενώ την κοιτούσαν να απομακρύνεται. Ο Μπόιντ γύρισε και τον κοίταξε χαμογελαστός. «Το ξέρω». Τότε όμως κάτι τράβηξε το βλέμμα του στη μέση του Νέιθαν. «Μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις φτάνει να μου πεις τι σέρνεται μέσα από το πουκάμισό σου». Ο Νέιθαν γέλασε κι έβγαλε έξω το γατάκι. «Κοιμόταν». «Δεν πιστεύω να ήθελες να το πετάξεις στη θάλασσα; Είναι πολύτιμα στο καράβι». «Δεν νομίζω σε αυτό το μέγεθος, αλλά όχι. Το βρήκα να σουλατσάρει ολομόναχο στον διάδρομο. Έψαξα για λίγο τη μητέρα του, όμως έχει κρύψει πολύ καλά τα μικρά της». Ο Μπόιντ εξακολουθούσε να κοιτάζει το γατάκι που είχε κουλουριαστεί μέσα στην παλάμη του Νέιθαν. «Ξέρω ότι ο Άρτι έφερε μαζί τον κεραμιδόγατό του, αλλά δεν περίμενα ότι θα ήταν τόσο ρομαντικός ώστε να του φέρει και θηλυκή συντροφιά». «Θα συμφωνήσω μ’ αυτή την άποψη», είπε χαμογελαστός ο Νέιθαν. «Το πιθανότερο είναι κάποια θηλυκιά να πήδηξε στο καράβι στις νότιες ακτές πολύ προτού σαλπάρουμε, κρίνοντας από το μέγεθος των γατιών της». «Τέλος πάντων, σου εύχομαι καλή τύχη στην προσπάθεια να βρεις τη μητέρα. Μόνο μην αφήσεις τη γυναίκα μου να δει αυτό το πραγματάκι, γιατί τότε θα θελήσει να το υιοθετήσει. Οι γυναίκες χαζεύουν όταν έχουν να κάνουν με αξιολάτρευτα μωράκια. Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν ήθελες να μου μιλήσεις για χαμένα γατάκια, ε;» «Όχι. Ο καπετάνιος και ο ύπαρχος με παρέπεμψαν σ’ εσάς. Ο Άρτι είπε ότι είστε Αμερικανός μέχρι τα μπούνια, και θα χρειαστώ αμερικανική βοήθεια όταν πιάσουμε λιμάνι».


«Πώς κι έτσι;» «Γνωρίζετε την πόλη Νιου Λόντον;» «Είναι γύρω στη μισή μέρα με την άμαξα από το Μπρίτζπορτ. Είναι φαλαινοθηρική πόλη και ανταγωνίστριά μας». «Στη φαλαινοθηρία;» «Όχι, στη ναυπηγία. Η οικογένειά μου έχει ναυπηγείο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν κατασκευάζουμε πλοία μόνο για τον δικό μας στόλο, αλλά αναλαμβάνουμε και παραγγελίες». «Μήπως ξέρετε αν κάποιοι από τους ανταγωνιστές σας απλά ισχυρίζονται ότι κατασκευάζουν τα πλοία που πουλάνε;» Ο Μπόιντ έβαλε τα γέλια. «Περίεργη ερώτηση». «Δεν θα σας φαίνεται περίεργη όταν ακούσετε και τα υπόλοιπα που έχω να σας πω». Ο Νέιθαν του εξήγησε την κατάσταση, ολοκληρώνοντας με τη φράση: «Δεν ήξερα ότι οι κλέφτες δραστηριοποιούνται σε φαλαινοθηρική πόλη. Η σκέψη ότι μπορεί να μετατρέψουν το Περλ σε φαλαινοθηρικό με αηδιάζει. Πρέπει να βρω το πλοίο μου πριν πουληθεί». Ο Μπόιντ κουνούσε το κεφάλι του, μην μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε. «Να κλέβουν πλοία κάτω από τη μύτη των Εγγλέζων επί μία δεκαετία; Αναρωτιέμαι…» «Τ ι;» «Πριν από τέσσερα χρόνια, η Σκάιλαρκ έχασε ένα από τα πλοία της από το λιμάνι του Πλίμουθ στην Αγγλία. Σκεφτήκαμε ότι απλά σάλπαρε πριν από την προγραμματισμένη του αναχώρηση, αλλά καθώς το πλοίο και ο καπετάνιος του δεν ξαναφάνηκαν από τότε, συμπεράναμε ότι αντιμετώπισαν πρόβλημα στη θάλασσα». «Αν το σκάφος σας ήταν ένα από τα κλεμμένα, τότε μπορεί να σκότωσαν τον καπετάνιο σας εφόσον ήταν πάνω στο πλοίο όταν το έκλεψαν. Οι κλέφτες σκότωσαν έναν άνθρωπο όταν έκλεψαν το δικό μου, οπότε είναι φανερό πως δεν τους ενδιαφέρει αν πάθει κανείς κακό. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, όμως, κλέβουν μόνο εγγλέζικα πλοία».


«Τα δικά μας πλοία δεν ξεχωρίζουν. Σταματήσαμε να κρατάμε τη σημαία μας υψωμένη όταν δένουμε σε εγγλέζικα λιμάνια. Άμα διατυμπανίζαμε ότι είμαστε Αμερικανοί, θα μας πετούσαν ένα σωρό σκουπίδια στο κατάστρωμα μέσα στη νύχτα. Προφανώς, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ξεχάσει τις παλιές έχθρες». «Ναι, αλλά το σκάφος σας μπορεί να χάθηκε όντως στη θάλασσα, όπως υποθέσατε αρχικά. Δεν είστε σίγουροι ότι αυτά τα γεγονότα σχετίζονται». «Δεν είμαστε σίγουροι ούτε ότι δεν σχετίζονται. Όπως και να ’χει, αν και πιθανότατα να μην επιβεβαιωθεί ποτέ τίποτα από αυτά, κάποιος πρέπει να σταματήσει τους ανθρώπους που περιγράφεις. Προσωπικά, δεν έχω κανέναν γνωστό στην κυβέρνηση του Νιου Λόντον, αλλά έχω έναν παλιό φίλο που πήγε να μείνει εκεί, ο οποίος θα ξέρει σίγουρα κάποιον. Έχουμε περάσει πολλά με τον Τ ζον Χάμπαρντ και μου χρωστάει χάρη». «Τότε θα φροντίσω να τον βρω». «Θα τον βρούμε και οι δύο», τον διόρθωσε ο Μπόιντ. «Θα έρθω μαζί σου».


Κεφάλαιο είκοσι εννιά Η Τ ζούντιθ ανησύχησε λίγο βρίσκοντας την Κάθριν και τον Αντράσι στην καμπίνα της όταν γύρισε ν’ αλλάξει ρούχα. Ένας ναύτης που πέρασε τρέχοντας από μπροστά της είχε ρίξει κατά λάθος έναν κουβά νερό και την είχε κάνει μούσκεμα. Ο ναύτης ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη, αλλά η Τ ζούντιθ κατανοούσε τη βιασύνη και την ξαφνική του απροσεξία. Μάλλον είχε δει κι αυτός την καταιγίδα που ερχόταν καταπάνω τους και είχε τρομάξει από τον ξαφνικό κεραυνό. Παρά το ξάφνιασμά της, η κοπέλα χαμογέλασε στον ξάδελφο και στην ετεροθαλή του αδελφή και είπε: «Ώρα να σανιδώσουμε τα κουβούσια, που λένε και πάνω». «Που σημαίνει;» ρώτησε ο Αντράσι. Η Τ ζούντιθ γέλασε. «Δεν είμαι σίγουρη. Αλλά αν δεν το προσέξατε, έρχεται ισχυρή καταιγίδα. Οπότε πρέπει να φυλάξετε όσα πράγματα στις καμπίνες σας υπάρχει κίνδυνος να πέσουν μόλις το πλοίο θ’ αρχίσει να τραμπαλίζεται στη θαλασσοταραχή και να φροντίσετε να στερεώσετε καλά και να σβήσετε τα φανάρια σας». «Μα δεν μπορώ να δουλέψω στα σκοτεινά», είπε εκνευρισμένη η Κάθριν. Η Τ ζούντιθ έπνιξε την παρόρμηση να στριφογυρίσει τα μάτια της απαυδισμένη. «Νομίζω ότι μια καταιγίδα δεν είναι η καταλληλότερη στιγμή για να δουλεύεις με βελόνα. Εξάλλου, σήμερα θα μαζευτούμε νωρίς στην καμπίνα του θείου μου για να φάμε. Αν ο καιρός επιδεινωθεί ραγδαία, μπορεί να σβήσουν τη φωτιά στον φούρνο του μαγειρείου, οπότε αυτό ενδέχεται να είναι το τελευταίο ζεστό μας


γεύμα μέχρι να περάσει η καταιγίδα. Αλλά πρέπει να βιαστείτε. Η καταιγίδα θα φτάσει σύντομα». Μόλις η Κάθριν έφυγε, η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να της ζητήσει να κάνει υπομονή μια στιγμή για να τη βοηθήσει να φορέσει ένα άλλο φόρεμα. Δυσκολεύτηκε περισσότερο απ’ όσο περίμενε για να βγάλει αυτό που φορούσε τώρα. Έσκισε τουλάχιστον μια κόπιτσα καθώς πάσχιζε να στρίψει το φόρεμα προκειμένου να φτάσει τα υπόλοιπα θηλύκια. Έτσι, καθώς η Νέτι είχε ήδη ενημερωθεί για την καταιγίδα και είχε πάει να βοηθήσει να ασφαλίσουν τα πράγματα στο μαγειρείο, και καθώς η Τ ζακ είχε ήδη πάει στην καμπίνα του καπετάνιου, της ήταν αδύνατο να φορέσει άλλο φόρεμα. Οπότε, δεν είχε άλλη επιλογή από το να φορέσει τα αγαπημένα ρούχα της Τ ζακ. Τουλάχιστον έβαλε το παντελόνι και το πουκάμισο στον μισό χρόνο απ’ ό,τι θα της έπαιρνε για να φορέσει φουστάνι. Στη συνέχεια, μάζεψε σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε μέσα στο δωμάτιό της και τα έριξε όλα σ’ ένα από τα μπαούλα της. Στο τέλος, έσβησε τα δύο φανάρια που είχε ανάψει η Κάθριν, άρπαξε μια κάπα σε περίπτωση που είχε ήδη αρχίσει να βρέχει, και πήγε βιαστικά στο κύριο κατάστρωμα, το οποίο θα έπρεπε να διασχίσει για να φτάσει στην καμπίνα του Τ ζέιμς κάτω από το καρέ των αξιωματικών. Η θύελλα είχε φτάσει∙ μόνο η βροχή δεν είχε ξεκινήσει ακόμη. Ήδη φυσούσαν δυνατές ριπές και το πλήρωμα έτρεχε αλαφιασμένο γύρω γύρω προσπαθώντας να δέσουν οτιδήποτε δεν ήταν ασφαλισμένο και να κατεβάσουν τα πανιά. Ένα γέλιο ακούστηκε από ψηλά κάνοντάς τη να σηκώσει τα μάτια της προς τα εκεί και να κοντοσταθεί. Ο Νέιθαν κρεμόταν από τον ιστό της μαΐστρας, όπου αυτός και κάτι άλλοι ναύτες έδεναν ένα από τα μεγαλύτερα πανιά. Το πουκάμισό του είχε βγει έξω από το παντελόνι του και ανέμιζε δυνατά σαν τα μαλλιά του. Παρ’ όλα αυτά έδειχνε ενθουσιασμένος, αδιαφορώντας τελείως για την επικίνδυνη καταιγίδα που θα έπληττε σε λίγο το πλοίο.


«Ώστε σ’ αρέσουν οι καταιγίδες;» του φώναξε από κάτω. Αυτός φάνηκε να ταράζεται όταν την είδε και πήδηξε αμέσως στο κατάστρωμα δίπλα της. «Γιατί δεν είσαι μέσα;» «Πάω σε λίγο. Εσύ όμως;» Την είχε ήδη πιάσει από το μπράτσο για να τη συνοδέψει κατευθείαν στην καμπίνα του καπετάνιου. «Τ ις λατρεύω – στη θάλασσα τουλάχιστον. Στη στεριά ούτε που θα έδινα σημασία. Αλλά εδώ είναι μια μάχη ενάντια στα στοιχεία της φύσης, με τη Μητέρα Φύση να κραδαίνει το μαστίγιό της, και ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα βγει νικητής στο τέλος. Όμως τώρα–» Το κύμα έπνιξε τα λόγια του. Ήταν τεράστιο και έσκασε ξαφνικά πάνω στο κατάστρωμα, ρίχνοντάς τους και τους δύο κάτω. Το κύμα παρέσυρε την Τ ζούντιθ, η οποία άρχισε να ουρλιάζει και να κουνάει άγρια τα μπράτσα της, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει από κάπου να κρατηθεί. Άκουσε τον θείο της να φωνάζει το όνομά της, αλλά δεν ήταν κοντά για να την πιάσει πριν… Ω, Θεέ μου, όχι στο νερό! Δεν ήταν τόσο καλή κολυμβήτρια και σίγουρα θα πνιγόταν μέσα στη μανιασμένη θάλασσα πριν προλάβει να φτάσει κάποιος κοντά της για να τη σώσει. Αυτές οι σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό της πριν νιώσει ένα χέρι να την αρπάζει από το πόδι. Φτύνοντας, σήκωσε το κεφάλι και είδε ότι βρισκόταν ελάχιστα μόλις εκατοστά μακριά από το πλοίο, το οποίο είχε γείρει επικίνδυνα κοντά στο νερό. Έκλεισε τα μάτια της καθώς ένα κύμα που υποχωρούσε έπεσε πάνω στο πρόσωπό της. Η καρδιά της εξακολουθούσε να βροντοχτυπάει στο στήθος της όταν είδε το νερό να κυλάει ανάμεσα στις σανίδες της κουπαστής. Οι πλευρές του πλοίου ήταν τόσο ψηλές που η κοπέλα μπορεί να μην κατέληγε στη θάλασσα, αλλά το κύμα παραλίγο να τη ρίξει με δύναμη πάνω στην κουπαστή. Η πρόσκρουση θα τη σκότωνε ή τουλάχιστον θα την τραυμάτιζε σοβαρά. Ανακάλυψε ποιος την έσωσε όταν ο Νέιθαν τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Παραλίγο, διάολε». «Είσαι καλά, Τ ζούντι;» ρώτησε ο Τ ζέιμς που βρέθηκε ξαφνικά


δίπλα τους. Ο Νέιθαν εξακολ ουθούσε να την κρατάει! Την έσφιγγε τόσο δυνατά πάνω στο στήθος του που η Τ ζούντιθ άκουγε το σφυροκόπημα της καρδιάς του. Βλέποντας τον θείο της να την κοιτάζει ανήσυχος, έσπευσε να πει με τρεμουλιαστή φωνή, «Ναι, καλά είμαι τώρα». «Πήγαινέ τη μέσα, Τ ρεμέιν», πρόσταξε κοφτά ο Τ ζέιμς προτού αρχίσει και πάλι να φωνάζει διαταγές στο πλήρωμα. Ο Νέιθαν την ανέβασε στο καρέ των αξιωματικών. «Αν φύγεις από την καμπίνα του… απλά μη φύγεις. Αρκετές ψυχρολουσίες έφαγες σήμερα». Ψυχρολουσίες; Ώστε είχε δει το ατύχημά της με τον κουβά; Μα δεν τον είχε προσέξει στο κατάστρωμα, κι ας τον είχε ψάξει. Πάντα τον έψαχνε. Είχε αρχίσει να την εκνευρίζει η ευκολία με την οποία κατάφερνε να την αποφεύγει στον σχετικά περιορισμένο χώρο του πλοίου. Ωστόσο, ο Νέιθαν δεν της έδωσε την ευκαιρία να τον ρωτήσει γι’ αυτό∙ για την ακρίβεια, μόλις που πρόλαβε να του πει, «Σ’ ευχαριστώ… που δεν μ’ άφησες να πέσω στη θάλασσα», πριν την αφήσει κάτω για ν’ ανοίξει την πόρτα της καμπίνας του Τ ζέιμς και την ξανακλείσει με το που όρμησε μέσα η Τ ζούντιθ. Ο Άντονι πρόσεξε αμέσως ότι ήταν μούσκεμα και πήγε κοντά της. «Είσαι καλά; Τ ι συνέβη; Άρχισε κιόλας να βρέχει;» «Όχι, με πιτσίλισε ένα κύμα», είπε αδύναμα η Τ ζούντιθ θέλοντας να τον καθησυχάσει. Η Τ ζορτζίνα σηκώθηκε από την καρέκλα της. «Έλα μαζί μου, Τ ζούντι. Θα σου βρω στεγνά ρούχα να φορέσεις». Η Τ ζούντιθ έγνεψε και ακολούθησε τη θεία της στην κρεβατοκάμαρα της καμπίνας. Δεν είχε σκοπό να τους πει τι είχε συμβεί τη στιγμή που η Κέιτι, η Κάθριν αλλά ακόμα και ο Αντράσι έδειχναν ήδη πολύ ταραγμένοι, κι ας μην είχε ξεσπάσει ακόμη όλη η μανία της καταιγίδας. Άλλαξε βιαστικά ρούχα με τη βοήθεια της Τ ζορτζίνα και ύστερα στέγνωσε τα μαλλιά της με μια πετσέτα πριν


τα πλέξει ξανά και πάει πάλι κοντά στην οικογένειά της για να περιμένει να ξεθυμάνει η καταιγίδα. Η Τ ζάκλιν της έγνεψε από μακριά, αλλά είχε ήδη αρχίσει να παίζει μια παρτίδα ουίστ με τη μητέρα της, την Κέιτι και τον Μπόιντ σ’ ένα από τα τραπέζια. Ο Άντονι που περίμενε την Τ ζούντιθ για να ξεκινήσουν στο άλλο τραπέζι τη δική τους παρτίδα με τον Αντράσι και την Κάθριν, τη φώναξε να πάει κοντά τους. «Πού ήσουν; Γιατί άργησες, κουκλίτσα μου;» «Δυσκολεύτηκα ν’ αλλάξω». Ήταν πολύ ενοχλητικό που δεν μπορούσε να ντυθεί ή να ξεντυθεί χωρίς βοήθεια. «Κάποια στιγμή η υψηλή μόδα θα πρέπει να λάβει υπόψη την απουσία καμαριέρας». «Δεν το νομίζω», είπε η Κάθριν με ένα αδιόρατο χαμόγελο, πριν η έκφρασή της γίνει και πάλι σφιγμένη. Ούτε ο Αντράσι φαινόταν χαλαρός. Ούτε ο Μπένεντεκ είχε εμπειρία από τρικυμίες, όπως και η Τ ζούντιθ. Το πρώτο της ταξίδι είχε κυλήσει χωρίς απρόοπτα. Η Τ ζορτζίνα φαινόταν επίσης αγχωμένη, αλλά ο Τ ζέιμς ήταν ακόμα στο κατάστρωμα και δεν επρόκειτο να χαλαρώσει μέχρι να γυρίσει κοντά τους. Η Τ ζακ ήταν κεφάτη όπως πάντα, θαρρείς και δεν είχε αντιληφθεί καν την καταιγίδα. Ο Μπόιντ φαινόταν ήρεμος και προφανώς ανησυχούσε μόνο για την Κέιτι, της οποίας έσφιγγε το χέρι. Η Τ ζούντιθ δεν ανησυχούσε πλέον για την καταιγίδα κι ας κινδύνεψε να τη ρίξει στη θάλασσα. Παρέμεινε ψύχραιμη ακόμα και όταν το πλοίο άρχισε να τραμπαλίζεται και να κλυδωνίζεται. Η στάση του Νέιθαν απέναντι στην καταιγίδα τής είχε δώσει μια παράξενη αίσθηση ηρεμίας τώρα που ήταν ασφαλής και στεγνή στην καμπίνα. Ωστόσο, κάποια στιγμή το τραπέζι έγειρε τόσο απότομα που τα χαρτιά της τράπουλας γλίστρησαν πάνω του προτού το πλοίο ορθωθεί και πάλι. Εκείνη τη στιγμή το μυαλό της πέταξε στον Νέιθαν και ευχήθηκε να κρατιόταν από κάπου κατά τη διάρκεια των κλυδωνισμών. Αλλά τότε θύμισε στον εαυτό της ότι αυτός διασκέδαζε εκεί έξω και ότι είχε πολύχρονη εμπειρία στη θάλασσα,


επομένως θα ήξερε πώς να προφυλαχτεί. Ο λόγος που έπαιζαν χαρτιά ήταν για να ξεχάσουν την κακοκαιρία και ως επί το πλείστον τα κατάφεραν. Ο Μπόιντ, που ήταν έμπειρος θαλασσόλυκος, τους καθησύχασε ότι όσο πιο βίαιη η καταιγίδα τόσο πιο γρήγορα ξεθύμαινε. Η Τ ζούντιθ δεν βρήκε ιδιαίτερα καθησυχαστικά τα λόγια του, αλλά αποδείχτηκε πως ήταν αλήθεια. Η καταιγίδα ήταν τόσο δυνατή που πέρασε από πάνω τους σε λιγότερο από μία ώρα, αφήνοντας πίσω της μια σιγανή ψιχάλα που κι αυτή σταμάτησε πολύ γρήγορα. Όταν ησύχασε ο καιρός, είχαν λόγους να το γιορτάσουν. Δεν είχαν σημειωθεί καθόλου ζημιές, ενώ οι δυνατοί άνεμοι πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας είχαν σπρώξει το πλοίο πολύ πιο μπροστά στη σωστή κατεύθυνση, κι ας είχαν τα πανιά κατεβασμένα κατά τη διάρκεια της θαλασσοταραχής. Ωστόσο, η γιορτή σήμαινε και περισσότερο κρασί τόσο στο μεσημεριανό όσο και στο δείπνο αργότερα. Γι’ αυτό η Τ ζούντιθ ένιωθε πολύ νυσταγμένη όταν πήγε για ύπνο εκείνο το βράδυ. Φορώντας και πάλι φουστάνι περίμενε να έρθει η Νέτι για να τη βοηθήσει να το βγάλει, και στο μεταξύ ξάπλωσε στο κρεβάτι της και είχε ήδη μισοκοιμηθεί όταν άκουσε τον χτύπο στην πόρτα. «Δεν είναι ανάγκη να χτυπάς», φώναξε στη Νέτι. «Νομίζω πως είναι», απάντησε μια σιγανή μπάσα φωνή. Αφήνοντας μια πνιχτή κραυγή, η Τ ζούντιθ πετάχτηκε βολίδα από το κρεβάτι και πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα. Ο Νέιθαν στεκόταν στο άνοιγμα, με τα ρούχα του στεγνά και περιποιημένα, και τα μαλλιά του χτενισμένα προς τα πίσω – ήταν ακόμα βρεγμένα, προφανώς από το μπάνιο. Της φάνηκε σαν να ντρεπόταν λιγάκι και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, ώσπου είδε ότι είχε το ένα του μπράτσο πίσω από την πλάτη του, σαν να της έκρυβε κάτι. Όμως, τα μάτια της ανέβηκαν στα δικά του όταν τη ρώτησε, «Τα έβγαλες πέρα με την καταιγίδα;» Αυτό είχε έρθει να τη ρωτήσει τόσες ώρες μετά από το τέλος της θαλασσοταραχής; «Ναι, μια χαρά, και νομίζω ότι σου οφείλω ένα


ευχαριστώ γι’ αυτό. Όταν είδα πόσο διασκέδαζες εκεί έξω στο μάτι της καταιγίδας, έπαψε να μου φαίνεται τόσο τρομακτική όσο περίμενα». «Δηλαδή δεν φοβήθηκες για μένα;» Η Τ ζούντιθ δεν σκόπευε να παραδεχτεί ότι προς στιγμή φοβήθηκε, ούτε ότι μόλις σταμάτησε η βροχή πήγε να βρει τον Άρτι για να ρωτήσει αν ήταν όλοι καλά. Μόνο ανασήκωσε το φρύδι της και είπε: «Προσπαθείς να ψαρέψεις μια διακήρυξη ενδιαφέροντος;» «Τόσο προφανής είμαι;» της είπε χαμογελαστός. «Λιγάκι. Αλλά πες μου, τι κρύβεις εκεί πίσω;» «Έλα πιο κοντά και θα δεις», την προσκάλεσε, ανασηκώνοντας πονηρά τα φρύδια του. «Ή μπορείς απλά να μου το δείξεις», του αντιγύρισε αυτή. «Μα τότε δεν θα έχει πλάκα». Ήταν αδιόρθωτος. Δεν προσπαθούσε καν να κρύψει το γέλιο στο βλέμμα του. Η Τ ζούντιθ ήταν συνηθισμένη στα πειράγματα, καθώς η οικογένειά της είχε μια έφεση σ’ αυτά, αλλά το συγκεκριμένο είδος πειράγματος έμοιαζε πολύ με άσεμνο φλερτ και την έβγαζε εντελώς έξω από τα νερά της. Την τάραζε. Την έκανε να κοκκινίζει. Μερικές φορές της έφερνε πραγματική ζάλη. Η κοπέλα προσπάθησε να συγκρατήσει το γέλιο της, κι αυτό την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι είχε αρχίσει να εξοικειώνεται υπερβολικά με τον άσεμνο τρόπο που την πείραζε συνήθως ο Νέιθαν. Τότε όμως, ένιωσε το χέρι του να σηκώνει το δικό της και ξαφνικά ο Νέιθαν τοποθέτησε κάτι ζεστό μέσα στην παλάμη της. Ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια βλέποντας την άσπρη γούνινη μπαλίτσα που κρατούσε τώρα στο χέρι της. Την επόμενη στιγμή γέλασε όταν η μπαλίτσα ξεδιπλώθηκε και συνειδητοποίησε τι ήταν. Δύο μεγάλα πράσινα μάτια με μαύρο χρώμα γύρω γύρω, σαν βαμμένα με σκιά, την κοιτούσαν από το κέντρο ενός χαρακτηριστικού μικρού προσώπου με ασημένιες πινελιές στα μάγουλα και στο μέτωπο και μαύρη μυτούλα. Η φουντωτή ουρά είχε κι αυτή ασημένιες πινελιές, αλλά κατά τ’ άλλα το τρίχωμά του ήταν κατάλευκο. Η Τ ζούντιθ δεν


μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από το πλασματάκι και αναρωτήθηκε φωναχτά, «Και τι να το κάνω εγώ ένα νεογέννητο γατάκι;» «Να το ταΐζεις, να το παίζεις… να το αγαπάς. Ξέρεις, ό,τι κάνεις συνήθως με τα αξιολάτρευτα πράγματα». Η απάντησή του ακούστηκε κάπως υπερβολικά προσωπική, σαν να μη μιλούσε για το γατάκι. Όταν τον κοίταξε, είδε τα πράσινα μάτια του καρφωμένα πάνω της. Χρειάστηκε να ξεροβήξει για να μπορέσει να πει, «Φυσικά και θα το κρατήσω, αν υποσχεθείς να μου φέρνεις κάθε μέρα φρέσκο γάλα από την αγελάδα στο αμπάρι». Ο Νέιθαν ξαφνιάστηκε. «Θέλεις ν’ αρμέγω την αγελάδα;» Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Νόμιζες ότι δεν θα χρειάζεται να το κάνεις αν είναι να γίνεις γεωργός. Τα αγροκτήματα έχουν συνήθως ζωντανά». Ο Νέιθαν κάγχασε, αλλά δεν αρνήθηκε τον όρο που του έθεσε. Όχι ότι η Τ ζούντιθ θα του γύριζε πίσω το δωράκι του αν αρνιόταν. Ήταν πια πολύ αργά για κάτι τέτοιο. Και η Τ ζούντιθ ήταν σίγουρη ότι ο Νέιθαν θα συνειδητοποιούσε αρκετά γρήγορα ότι θα μπορούσε να παίρνει το γάλα από το μαγειρείο αφού κάποιος άλλος θα άρμεγε πρώτα την αγελάδα. «Τ ι βαστάς κει πέρα, κοκόνα μου;» ρώτησε η Νέτι που έφτασε επιτέλους. «Τον καινούριο ένοικο της καμπίνας μου». Το γεγονός ότι η Νέτι γύρισε και κοίταξε αμέσως τον Νέιθαν από πάνω μέχρι κάτω, τους έκανε και τους δύο να βάλουν τα γέλια. Αλλά η καλόψυχη γυναίκα πήρε το γατάκι από τα χέρια της Τ ζούντιθ και το κράτησε ψηλά για να το εξετάσει. «Άχου τι γλυκούλι που ’ναι. Θα φέρω στάρι απ’ το μαγερειό για το κουτί του». «Κάνει και η άμμος τη δουλειά», πρότεινε ο Νέιθαν. «Κι έχουμε μπόλικη στα βαρέλια του έρματος. Αύριο θα φέρω μερικούς κουβάδες». Η Νέτι μπήκε στην καμπίνα με το γατάκι κουλουριασμένο στην


αγκαλιά της. Η Τ ζούντιθ στράφηκε στον Νέιθαν και του είπε, «Σ’ ευχαριστώ για το δώρο». Αυτός κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι δώρο, απλά μου κάνεις χάρη παίρνοντάς το από τα χέρια μου». «Δεν συμπαθείς τις γάτες;» «Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι είχα αρχίσει να συμπαθώ υπερβολικά τη συγκεκριμένη, από τη στιγμή που ανέλαβα να τη φροντίζω τις τελευταίες μέρες». «Α, κι αυτό δεν είναι και τόσο αρρενωπό, έτσι;» μάντεψε η Τ ζούντιθ. «Πιστεύεις ειλικρινά ότι παίζει κανέναν ρόλο αυτό για μένα; Απλά με το που θα πιάσουμε λιμάνι θα έχω δουλειές να κάνω, και δεν μπορώ να πάρω ένα γατάκι μαζί μου. Γι’ αυτό σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερο αν το έδινα από τώρα. Κι εσύ είσαι η μόνη που είμαι σίγουρος ότι θα το φροντίσεις όπως πρέπει». «Σίγουρος, ε; Γιατί;» «Επειδή δεν έχω γνωρίσει πιο καλόψυχο άνθρωπο από σένα, γλύκα μου. Γι’ αυτό κοίτα να φροντίσεις καλά το γατάκι μας». Η Τ ζούντιθ άφησε μια πνιχτή κραυγή όταν συνειδητοποίησε τι της είχε πει. «Το γατάκι μας; Δεν είμαι απλά η νταντά του. Είναι δικό μου τώρα!» Όμως δεν ήταν σίγουρη αν την άκουσε ή όχι, αφού είχε ήδη φύγει.


Κεφάλαιο τριάντα Το πρωί, η Τ ζάκλιν έδωσε άλλον έναν αγώνα ξιφομαχίας με τον Αντράσι στο κατάστρωμα. Η Τ ζούντιθ τους παρακολουθούσε από το καρέ των αξιωματικών. Ήταν μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα. Η θεία της και η αδελφή της είχαν έρθει να της κάνουν παρέα και στέκονταν δεξιά και αριστερά της. «Πάει καλύτερα το κρύωμα της Νέτι;» ρώτησε την Τ ζούντιθ η Τ ζορτζίνα. «Το συνάχι έχει αρχίσει να υποχωρεί, αλλά χτες βράδυ ανέβασε πυρετό κι έτσι δέχτηκε να μείνει τουλάχιστον στο κρεβάτι. Η Κάθριν προσφέρθηκε να τελειώσει την τελευταία μου τουαλέτα στο δωμάτιο της Νέτι για να της κάνει παρέα, ενώ εγώ θα πάω να καθίσω μαζί της το απόγευμα». «Όχι πολύ κοντά της», τη συμβούλεψε η Κέιτι. «Δεν γίνεται να κρυολογήσεις τώρα, όταν μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα πρέπει να πας πιθανότατα στον πρώτο σου χορό». Η Τ ζορτζίνα της είπε απλά, «Δεν έχω δει τον νεαρό σου φίλο από τη μέρα της καταιγίδας, όταν σ’ έμπασε μέσα στην καμπίνα». Ούτε η Τ ζούντιθ τον είχε δει, ή τουλάχιστον όχι όσο θα ήθελε. Κι ας είχε θεωρήσει πως είχε βρει το τέλειο σχέδιο για να τον βλέπει κάθε μέρα για το υπόλοιπο ταξίδι, ζητώντας του να της προμηθεύει καθημερινά γάλα για το γατάκι. Ωστόσο, δύο φορές είχε γυρίσει στην καμπίνα της και είχε βρει το φρέσκο γάλα να την περιμένει ήδη εκεί. Και δεν το έφερνε η Νέτι. Τη μία φορά, η Νέτι άνοιξε την πόρτα, πήρε το μπολ με το γάλα από τα χέρια του, και την έκλεισε αμέσως


μ’ ένα απλό, «Φχαριστώ, παλικάρι μου». Μόνο μια φορά έτυχε η Τ ζούντιθ να είναι μόνη της στην καμπίνα την ώρα που ήρθε αυτός. Χτες, τη δωδέκατη μέρα τους στη θάλασσα. Μόλις είχε βάλει τα ναυτικά της ρούχα, τα οποία θα φορούσε αναγκαστικά ώσπου να γίνει καλά η Νέτι, όταν ο Νέιθαν της χτύπησε την πόρτα. Της έδωσε το μπολάκι με το γάλα και ύστερα πέρασε από δίπλα της και μπήκε στην καμπίνα χωρίς να ζητήσει άδεια. Δεν κοίταξε καν αν ήταν μόνη της! Ωστόσο, πήγε κατευθείαν στο γατάκι. Το σήκωσε ψηλά και το κράτησε μέσα στην παλάμη του που ήταν τόσο μεγάλη ώστε χωρούσε αυτό και ακόμα ένα, και τη ρώτησε, «Τ ι όνομα του έδωσες;» «Δεν του έδωσα». «Γιατί όχι;» «Επειδή δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Εσύ ξέρεις;» «Δεν κοίταξα. Το φώναζα απλά Ψιψινάκι». «Κι εγώ το φώναζα απλά Γατάκι». Ο Νέιθαν γύρισε το γατί ανάποδα για να το εξετάσει, αλλά τότε έβαλε τα γέλια. «Ούτε εγώ μπορώ να καταλάβω. Κάποιο ουδέτερο όνομα λοιπόν;» «Όπως;» «Μπαλάκι; Απ’ ό,τι φαίνεται, θα έχει μακρύτερο τρίχωμα απ’ το συνηθισμένο». Η Τ ζούντιθ κούνησε το κεφάλι της. «Δεν θα μου άρεσε αυτό το όνομα αν ήμουν θηλυκό γατάκι». Ο Νέιθαν την κοίταξε σαν να ήταν έτοιμος να της πει κάτι, αλλά τελικά δεν μίλησε, μόνο φάνηκε να χάνεται στο βλέμμα της. Έμεινε κάμποση ώρα να την κοιτάζει έτσι πριν της πει τελικά, «Έχεις απίθανα μάτια». Αλλά αμέσως μετά χάλασε την ατμόσφαιρα, προσθέτοντας, «Κρίμα που έχει τα ίδια κι ο πατέρας σου». Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. «Θέλεις να πεις ότι σου θυμίζω τον πατέρα μου;»


«Όχι, αυτός μου θυμίζει εσένα». «Πάλι ανταλλάξατε κουβέντες;» «Μόνο εχθρικά βλέμματα. Όμως, δεν σκοπεύω να ρίξω λάδι στη φωτιά αφήνοντας να μας ξαναδούν μαζί». Και μ’ αυτά τα λόγια έφυγε προτού η Τ ζούντιθ προλάβει να βρει ένα πρόσχημα για να παρατείνει κι άλλο την επίσκεψή του. Παρ’ όλα αυτά, πήγε στην πόρτα και φώναξε ξοπίσω του, «Πώς σου φαίνεται το Σίλβερ για όνομα;» «Μου κάνει», της απάντησε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Τ ι εκνευριστικό. Και το χειρότερο ήταν ότι το ταξίδι έφτανε σχεδόν στο τέλος του. Τ ρεις με πέντε μέρες ακόμα, ανάλογα με τον άνεμο, όπως της είπαν χτες βράδυ στο δείπνο. Είχε την αίσθηση ότι μόλις θα έδεναν, δεν θα ξανάβλεπε τον Νέιθαν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν ακόμα εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι δεν ήταν εγκληματίας. Δηλαδή, προφανώς έγερνε προς το όχι, αλλιώς δεν θα είχε αφήσει ποτέ να καλλιεργηθεί αυτή η επιφυλακτική φιλία ανάμεσά τους. Του είχε εμπιστοσύνη ότι θα την προστάτευε αν χρειαζόταν προστασία. Αυτό σήμαινε πολλά. Είχε εμπιστοσύνη ότι δεν θα ξαναέβαζε σε κίνδυνο την οικογένειά της – αν το είχε κάνει στο παρελθόν, δηλαδή. Ναι, είχαν γίνει φίλοι – κατά κάποιον τρόπο. Και ο Νέιθαν θα πρέπει να είχε καταλάβει πια ότι η Τ ζούντιθ δεν θα τον κατέδιδε αν παραδεχόταν ότι ήταν λαθρέμπορος. Όμως, είχε σκοπό να ξαναγυρίσει σ’ εκείνη την καριέρα έτσι και κατάφερνε να πάρει το πλοίο του πίσω; Τη στιγμή που είχε δύο μικρές ανιψιές που βασίζονταν πάνω του; Έπρεπε να τον ρωτήσει αυτό τουλάχιστον – αν έμενε ποτέ ξανά μόνη μαζί του. Η Τ ζορτζίνα, που εξακολουθούσε να περιμένει απάντηση στο σχόλιό της, πρόσθεσε, «Θέλεις να τον προσκαλέσω σε δείπνο;» «Θεέ και Κύριε, όχι – και δεν είναι ο νεαρός μου φίλος». «Αλήθεια; Άλλη εντύπωση μου έδωσες τη μέρα που μίλησες γι’ αυτόν. Κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να σχηματίζεται ένας δεσμός ανάμεσά σας». «Όχι… εγώ… δεν».


«Δεν έχεις αποφασίσει ακόμη;» «Ο πατέρας μου δεν τον συμπαθεί. Δεν θα ήταν καλή ιδέα να τους βάλουμε και τους δύο στο ίδιο δωμάτιο». «Για ποιον μιλάμε;» θέλησε να μάθει η Κέιτι. «Για τον Νέιθαν Τ ρεμέιν», απάντησε η Τ ζορτζίνα. «Τον γνώρισες;» «Συναντηθήκαμε στιγμιαία. Ο Μπόιντ θέλει να τον βοηθήσει. Για την ακρίβεια, σκοπεύει να μ’ εγκαταλείψει με το που θα πατήσουμε το πόδι μας στη στεριά για να πάει μαζί του στο Νιου Λόντον. Ο Τ ζέιμς;» Η Τ ζορτζίνα έβαλε τα γέλια. «Είμαι σίγουρη ότι θα του άρεσε πολύ να συμμετείχε στην αποστολή. Θα προτιμούσε χίλιες φορές να μπλεχτεί σε οποιονδήποτε καβγά αντί να πρέπει να πηγαίνει σε δεξιώσεις – αν οι δεξιώσεις δεν γίνονταν για την Τ ζακ και την Τ ζούντι. Εδώ που τα λέμε, ούτε ο Μπόιντ θα πρέπει να λείψει από αυτές». «Δεν νομίζω ότι περιμένει να λείψει για πολύ», είπε η Κέιτι. «Μερικές μέρες το πολύ». Ακούγοντας την κουβέντα τους, η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε ότι η ιστορία του Νέιθαν, σχετικά με το πλοίο που καταδίωκε, θα πρέπει να ήταν αλήθεια. Γιατί να σκαρφιστεί ένα τέτοιο παραμύθι και να ζητήσει βοήθεια και από άλλους; Μάλιστα, τα περισσότερα απ’ όσα είχε πει για τον εαυτό του ήταν μάλλον αλήθεια. Αλλά είχε δηλώσει ποτέ ξεκάθαρα ότι δεν ήταν λαθρέμπορος; Όχι, δεν θυμόταν να της είχε δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση, μόνο υπεκφυγές. Αργότερα εκείνο το βράδυ, η Τ ζούντιθ πέρασε να δει άλλη μια φορά τη Νέτι προτού αποσυρθεί για ύπνο, αλλά η καλόκαρδη γυναίκα κοιμόταν βαθιά και δεν ήθελε να την ενοχλήσει. Μπαίνοντας στη δική της καμπίνα λίγα λεπτά αργότερα, είχε ήδη αρχίσει να βγάζει τις κορδέλες που κρατούσαν τα μαλλιά της, όταν στα μισά του δωματίου αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν μόνη της και σταμάτησε απότομα. Ο Νέιθαν ήταν εκεί, μισοξαπλωμένος στην πολυθρόνα, με το κεφάλι του γερμένο λίγο στο πλάι κι ένα τσουλούφι πεσμένο μπροστά από


το ένα του μάτι, με τα χέρια του σταυρωμένα στην κοιλιά του και τα δάχτυλα πλεγμένα. Κοιμόταν! Και το γατάκι είχε κουρνιάσει στο κέντρο του στήθους του, με τα πόδια λυγισμένα, το κεφάλι προς τα πάνω και τα μάτια κλειστά. Το γουργούρισμά του ακουγόταν σε όλο το δωμάτιο. Μην μπορώντας να το πιστέψει, η Τ ζούντιθ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της κι έμεινε να τους κοιτάζει. Ξαφνικά την κατέκλυσε τέτοια συγκίνηση που ένιωσε δάκρυα να της ανεβαίνουν στα μάτια. Η εικόνα αυτών των δύο, της χαράς, της αγάπης και της εμπιστοσύνης που μοιράζονταν, ήταν το απαύγασμα της τρυφερότητας. Το γατάκι είχε επιλέξει προφανώς ποιον άνθρωπο προτιμούσε. Η Τ ζούντιθ θα έπρεπε να το επιστρέψει στον Νέιθαν όταν θα τελείωνε τη δουλειά του στην Αμερική. Ήξερε πού θα μπορούσε να τον βρει στην Αγγλία. Οπότε, ίσως αυτό το ταξίδι να μην ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε. Η σκέψη αυτή την καθησύχασε, και κάτι παραπάνω. Δεν ήθελε να τους ενοχλήσει. Το φως δίπλα στον Νέιθαν δεν ήταν δυνατό, απλά έλουζε την καμπίνα με μια απαλή λάμψη που της επέτρεπε όμως να τον περιεργαστεί από πάνω μέχρι κάτω. Η ομορφιά του της έκοψε την ανάσα. Ακόμα κι όταν πίστευε πως ήταν φάντασμα, η εμφάνισή του την είχε μαγέψει. Ως άντρας με σάρκα και οστά, όμως, της ξυπνούσε αναρίθμητες συγκινήσεις. Έτσι κοιμισμένος, ήταν αξιολάτρευτος σαν μικρό αγοράκι. Όταν ήταν ξύπνιος, τη σαγήνευε με την αρρενωπότητα της ρώμης και της σωματικής του διάπλασης. Ήταν σίγουρα κατεργάρης. Και προκλητικός. Αλλά αν ποτέ της συμπεριφερόταν σαν τζέντλεμαν, πιθανόν να του έλεγε να σταματήσει. Ώστε λοιπόν είχε συνηθίσει τόσο πολύ το φέρσιμό του και τις χοντροκοπιές του; Αφήνοντας έναν αναστεναγμό, τον πλησίασε τελικά και σήκωσε προσεκτικά το γατάκι από πάνω του, αφήνοντάς το δίπλα στο γάλα που είχε φέρει απόψε εδώ. Ύστερα, τον σκούντηξε μαλακά στον ώμο και απομακρύνθηκε, σε περίπτωση που πεταγόταν πάνω ξαφνικά, όπως κάνουν κάποιοι όταν ξυπνάνε. Όμως, τα μάτια του άνοιξαν


αργά και στράφηκαν πρώτα στο στήθος του όπου βρισκόταν το γατάκι. Όταν προσγειώθηκαν πάνω της, άνοιξαν διάπλατα. Ο Νέιθαν ανακάθισε μπροστά και τεντώθηκε προτού πει κάπως ντροπιασμένα, «Συγγνώμη. Πίστευα ότι θα είχα προλάβει να φύγω πολύ προτού τελειώσεις το δείπνο σου». «Θα πρέπει να σε νανούρισε το γουργούρισμα. Είναι τόσο ευχάριστος ήχος. Ώστε λοιπόν συνεχίζεις να με αποφεύγεις;» «Θεώρησα πως ήταν το καλύτερο από τη στιγμή που πρέπει να παλεύω με νύχια και με δόντια με τον εαυτό μου για να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου». Έπρεπε να το περιμένει ότι θα έλεγε κάτι που θα την έκανε να κοκκινίσει∙ αυτό έκανε πάντα. Αλήθεια ή όχι, πάντως, ο Νέιθαν χαμογέλασε όταν είδε τα μάγουλά της να φλογίζονται. Η Τ ζούντιθ του είπε, «Δεν θα έλεγα ότι αυτή η απάντηση τιμά τη συμφωνία μας». Ο Νέιθαν ανασήκωσε το φρύδι του. «Νόμιζα ότι θα σου είχαν τελειώσει πια οι ερωτήσεις». «Δεν θα το ’λεγα. Για παράδειγμα, μου είπες ότι είσαι υπεύθυνος για δύο μικρά κορίτσια που δεν έχουν κανέναν άλλο στον κόσμο. Σκοπεύεις να παρατήσεις το λαθρεμπόριο για χάρη τους;» «Εξακολ ουθείς να το πιστεύεις αυτό;» είπε εμφανώς εκνευρισμένος. «Αν ήμουν ποτέ εγκληματίας, έπαψα πλέον να είμαι. Σκοπεύω να πάρω πίσω το πλοίο μου ή να πεθάνω προσπαθώντας. Δεν έχω αποφασίσει τι θα κάνω μετά. Αλλά σου ορκίζομαι ότι δεν με περιμένει κρεμάλα ούτε στην Αγγλία ούτε πουθενά αλλού». «Σε πιστεύω». Ξαφνικά την κοίταξε με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Σηκώθηκε όρθιος και έκλεισε τα μάγουλά της μέσα στις μεγάλες του παλάμες. «Λες αλήθεια;» «Ναι». Και τότε έκανε κάτι που την ξάφνιασε: την αγκάλιασε. Από ανακούφιση; Πιθανόν. Όταν όμως σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε, είδε κάτι ακόμα στην έκφρασή του. Αυτό που συνέβη μετά


της φάνηκε σαν μια φυσική έκρηξη των αισθήσεων. Δεν τη φίλησε απλά, τη σήκωσε κυριολεκτικά στον αέρα για να τη φέρει στο στόμα του και εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του για να την κρατήσει εκεί, σφίγγοντάς την τόσο δυνατά πάνω του ώστε η Τ ζούντιθ ένιωσε να την τυλίγει η ζεστασιά του, να τη συνεπαίρνει χωρίς όρια. Συνειδητοποίησε ότι λαχταρούσε να τον νιώσει έτσι περισσότερο απ’ ό,τι είχε καταλάβει. Ήθελε να γευτεί το πάθος του, να το απολαύσει. Τύλιξε το μπράτσο της γύρω από τον λαιμό του ενώ το άλλο της χέρι γλίστρησε μέσα στα μαλλιά του και τα έσφιξε δυνατά στη χούφτα της, καθώς του ανταπέδιδε το φιλί με μια θέρμη που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έκρυβε μέσα της. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ο Νέιθαν την πήγαινε στο κρεβάτι ώσπου την άφησε πάνω στο στρώμα. Η Τ ζούντιθ εξακολουθούσε να τον σφίγγει δυνατά και τον τράβηξε προς τα κάτω μαζί της, ανήμπορη να τον αφήσει έστω και για μια στιγμή. Όταν τον ένιωσε σκληρό ανάμεσα στα πόδια της, η αίσθηση ήταν τόσο απρόσμενη που ένα βογκητό πόθου της ξέφυγε από τα χείλη. Ο Νέιθαν πετάχτηκε γρήγορα μακριά της, σαν να τον είχε τσουρουφλίσει. Είχε μισοσηκωθεί από το κρεβάτι όταν η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε ότι θα την άφηνε. «Μη φεύγεις». Δεν ήθελε να τελειώσει το φιλί τους. Ο Νέιθαν θα πρέπει να σκέφτηκε ότι εννοούσε κάτι άλλο γιατί την κοίταξε με απύθμενη λαχτάρα κι εκείνη τη στιγμή η Τ ζούντιθ συνειδητοποίησε ότι όντως ήθελε κάτι άλλο. Του χαμογέλασε ντροπαλά. Ο Νέιθαν έβγαλε έναν ήχο σαν να πονούσε και ενέδωσε. Γύρισε πάλι κοντά της και καβάλησε τους γοφούς της για να της βγάλει εύκολα το πουκάμισο. Παρ’ όλα αυτά, δυσκολεύτηκε. Το μεσοφόρι, πάλι, ναι. Ύστερα, ήρθε το κοκκίνισμα και η στιγμή της αναποφασιστικότητας. Ο Νέιθαν την κοιτούσε διαπεραστικά, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της, καθώς τα χέρια του άρχισαν να εξερευνούν τα μέρη του σώματός της που είχε ξεγυμνώσει. Η Τ ζούντιθ ένιωθε σαν υπνωτισμένη από τον πόθο που έβλεπε στο


βλέμμα του, από τις αισθήσεις που ξυπνούσε μέσα της, τόσο τρυφερές στην αρχή. Όταν άρχισε να της μαλάζει το στήθος, η φλόγα φούντωσε και, μόλις το δάχτυλό του χάιδεψε τη ρώγα της, ρίγη τη συντάραξαν ως τα τρίσβαθα του είναι της. Ήθελε, είχε ανάγκη να τον αγγίξει κι αυτή, αλλά έφτανε μόνο τους μηρούς του έτσι όπως είχε καθίσει από πάνω της. Άρχισε να τον χαϊδεύει ενώ αυτός ξέσκισε κυριολεκτικά το πουκάμισό του για να το βγάλει. Η Τ ζούντιθ άκουσε το ύφασμα να σκίζεται και της ήρθε να γελάσει. Ο Νέιθαν σηκώθηκε από το κρεβάτι για να βγάλει το παντελόνι του, αλλά γύρισε αμέσως δίπλα της. Πολύ καλύτερα έτσι. Τ ώρα μπορούσε ν’ αγγίξει τους ώμους, τον λαιμό, τα μαλλιά του. Τα ένιωσε σαν μετάξι πάνω στο στήθος της όταν έσκυψε από πάνω της και πήρε το στήθος της στο στόμα του. Αναφώνησε πνιχτά από την κάψα που την πλημμύρισε ορμητικά. Η γλώσσα του στριφογύρισε πάνω στη ρώγα της προτού τη ρουφήξει δυνατά, κάνοντάς τη να βογκήξει πάλι πνιχτά. Αυτή τη φορά δεν τραβήχτηκε από πάνω της. Φαινόταν να καταλαβαίνει πια ότι οι ήχοι που έβγαιναν από μέσα της ήταν έκφραση ηδονής, όχι έκκληση να σταματήσει αυτό που έκανε. Ο ρυθμός του έγινε αβίαστος, καθώς άρχισε να τη χαϊδεύει στα στήθη και στο στομάχι, στον λαιμό και στα μπράτσα, και να τη φιλάει – θαρρείς και δεν ήθελε ν’ αφήσει σπιθαμή του κορμιού της ανεξερεύνητη. Σιγά σιγά της έβγαλε τα παπούτσια και το παντελόνι, αν και η Τ ζούντιθ ούτε που το κατάλαβε αφού υπήρχαν τόσες άλλες αισθήσεις που την ξάφνιαζαν και τη γέμιζαν αγαλλίαση. Τα γεμάτα κάλους χέρια του δεν ήταν απαλά. Τα χείλη του όμως ήταν. Τα ένιωθε σαν αναλυτό βελούδο να περιδιαβαίνουν το κορμί της. Αυτές οι δύο αντίθετες αισθήσεις –η μία συναρπαστικά τραχιά, η άλλη σαγηνευτικά απαλή– ήταν ένας εκπληκτικός συνδυασμός που από τη μια την ερέθιζε και από την άλλη την καταπράυνε, φουντώνοντας ακόμα περισσότερο τη φωτιά του πάθους της. Ο Νέιθαν γύρισε ανάσκελα πάνω στο στρώμα παίρνοντάς τη μαζί του. Της άρεσε όταν κάθισε καβάλα από πάνω του, με τα γόνατά της


δεξιά και αριστερά του, καθώς τώρα είχε καλύτερη πρόσβαση στο φαρδύ του στέρνο, όπου ένιωθε τους μυς του να κυματίζουν κάτω από τα ακροδάχτυλά της. Ενθουσιάστηκε μόλις ανακάλυψε ότι οι ρώγες του ήταν το ίδιο ευαίσθητες με τις δικές της. Όμως, δεν την άφησε για πολύ σ’ αυτή τη θέση. Τη γύρισε πάλι από κάτω του και λύγισε το ένα της πόδι στο γόνατο, ενώ η Τ ζούντιθ έκανε το ίδιο με το άλλο της πόδι. Το στήθος του τρίφτηκε στο δικό της καθώς γλίστρησε προς τα πάνω για να της δώσει ένα βαθύ φιλί που τη συντάραξε ως τα μύχια της ψυχής της. Η φωνή του ήταν βραχνή όταν της είπε, «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο συχνά το σκεφτόμουν αυτό, κάθε ώρα και λεπτό, αλλά ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν είχα φανταστεί τον τρόπο που με κάνεις να νιώθω. Το νιώθεις κι εσύ;» Με το καυτό του στόμα κολλημένο στον λαιμό της στέλνοντας ρίγη ηδονής σ’ όλο της το κορμί, η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να σκεφτεί καλά καλά, όχι ν’ απαντήσει. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να του πει πνιχτά, «Αυτό που νιώθω είναι… χαρά…» Ο Νέιθαν ανασήκωσε το κεφάλι του, χαμογελώντας. «Αλήθεια;» «Και τέτοιο εκνευρισμό που μου έρχεται να σε πνίξω!» «Ξέρεις γιατί νιώθεις έτσι;» «Ναι, νομίζω πως ξέρω». «Τότε κάνε με ό,τι θες, γλύκα μου. Ή ακόμα καλύτερα...» Η ιδέα του για το τι σήμαινε «ακόμα καλύτερα» ήταν να πλέξει τα δάχτυλά του με τα δικά της και να τη φιλήσει με πάθος ακριβώς πριν μπει μέσα της. Αυτό ήταν που πέθαινε να νιώσει. Αν φώναξε, η κραυγή της πνίγηκε μέσα στο φιλί του, παρότι δεν πίστευε ότι δεν έβγαλε άχνα. Τόσο αβίαστη, τόσο γρήγορη, τόσο ευπρόσδεκτη ήταν η ένωσή τους. Όταν αισθάνθηκε εκείνη τη μεγάλη ζεστασιά να τη γεμίζει, έμεινε ακίνητη, θέλοντας απλά να γευτεί τη βαθιά ικανοποίηση της στιγμής. Θέλοντας να την κάνει να νιώσει άνετα, ο Νέιθαν έμεινε εντελώς ακίνητος, κουνώντας μόνο το στόμα του πάνω από το δικό της. Το μόνο που έκανε τώρα ήταν να τη φιλάει βαθιά μα τρυφερά.


Ήταν πολύ γλυκό από μέρους του, όμως η Τ ζούντιθ είχε απολαύσει τη στιγμή που τον πρωτοένιωσε μέσα της και τώρα κάθε νευρική απόληξη του κορμιού της ούρλιαζε για κάτι παραπάνω. Οι μύες της σφίχτηκαν γύρω του και ο Νέιθαν άρχισε να κινείται, να βυθίζεται μέσα της, αργά στην αρχή, ωστόσο η Τ ζούντιθ άρχισε να του δείχνει με κάθε τρόπο πως δεν ήταν αρκετό. Τα χέρια της έσφιξαν ακόμα πιο δυνατά τους ώμους του και άρχισε να κινείται μαζί του, άγρια, σαν κάτι να την έσπρωχνε προς κάποια άγνωστη απόλαυση. Όταν έφτασε η στιγμή της κορύφωσης, εκείνη η απερίγραπτη πλημμυρίδα έκστασης έσκασε πάνω της σε κύματα, κάνοντας την καρδιά και τα λαγόνια της να σφυροκοπούν. Η Τ ζούντιθ γραπώθηκε γερά από πάνω του και αφέθηκε να παρασυρθεί από τη θύελλα μέχρι που τον καταπόντισε κι αυτόν το ίδιο ολοκληρωτικά. Η ανάσα του ακουγόταν τραχιά δίπλα στο αφτί της και το πρόσωπό του βυθίστηκε στο στρώμα πάνω από τον ώμο της. Έτρεμε ακόμη σύγκορμος. Η Τ ζούντιθ χαμογέλασε. Όταν ο Νέιθαν κατάφερε να ανασηκωθεί εντέλει, σύρθηκε προς το προσκέφαλο του κρεβατιού, παίρνοντάς τη μαζί του. Όλο εκείνο το ερωτικό παιχνίδι είχε εξελιχθεί στην άκρη του στρώματος και δεν είχαν πλησιάσει ακόμα τα μαξιλάρια. Με το μπράτσο του γύρω της και το μάγουλό της ακουμπισμένο πάνω στο στέρνο του, ο Νέιθαν της ψιθύρισε καθησυχαστικά, «Θα φύγω πριν ξημερώσει. Απλά άσε με να σε κρατήσω για λίγο». Αντί άλλης απάντησης, η Τ ζούντιθ έβαλε το πόδι της πάνω από το δικό του. Δεν ήθελε να μιλήσει. Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο βαθιά ικανοποίηση και… ευτυχία. Ναι, ευτυχία. Αυτή την αίσθηση απολάμβανε περισσότερο. Την είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος όταν τον άκουσε να λέει, «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Θέλω να ξέρεις αυτό τουλάχιστον». Τα λόγια του ήταν όμορφα, αν και ακούστηκαν σχεδόν σαν αποχαιρετισμός. Που θα πρέπει να ήταν κιόλας. Η Τ ζούντιθ ήξερε ότι ζούσαν κλεμμένες στιγμές. Ο Νέιθαν δεν ήξερε, όμως, ότι όταν θα τελείωνε αυτό το ταξίδι, η Τ ζούντιθ είχε κάθε πρόθεση να τον


ξαναδεί.


Κεφάλαιο τριάντα ένα «Από πότε κοιμάσαι όλη μέρα;» παραπονέθηκε η Τ ζάκλιν πέφτοντας βαριά στο κρεβάτι της ξαδέλφης της. Η Τ ζούντιθ κουλουριάστηκε στο πλάι, γυρίζοντας την πλάτη στην Τ ζακ και τραβώντας την κουβέρτα μέχρι τον λαιμό της. «Σ’ εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που δεν με πιάνει ύπνος, φυσικά. Και τώρα φύγε». «Μα–» «Λίγες ώρες ακόμα, αλλιώς θα χασμουριέμαι όλη μέρα». «Καλά, αλλά αν αργήσεις για το μεσημεριανό, θα ξανάρθω», την προειδοποίησε η Τ ζακ και έφυγε φουρκισμένη από το δωμάτιο. Μόλις έκλεισε η πόρτα, το γατάκι πήδηξε πάνω στο κρεβάτι και γαργάλισε τη μύτη της Τ ζούντιθ με τα μουστάκια του. «Ξουτ. Δεν πρόκειται να δεθώ μαζί σου αν είναι να σε δώσω πίσω σ’ αυτόν». Το γατάκι δεν υπάκουσε, παρά θρονιάστηκε στο μαξιλάρι δίπλα της. Η Τ ζούντιθ δεν κοιμόταν. Ήταν πολλές ώρες ξύπνια. Απλά ήταν τόσο όμορφη η ονειροπόλησή της που δεν ήθελε να σηκωθεί. Θα μπορούσε να μείνει όλη μέρα στο κρεβάτι και να συλλογίζεται τη χτεσινή νύχτα. Αν και θα έπρεπε να ντυθεί πριν έρθει κανείς στην καμπίνα της. Δεν θα ήταν εύκολο να εξηγήσει στην Τ ζακ τον λόγο που ήταν γυμνή από τη στιγμή που οι καμπίνες τους δεν ήταν υπερβολικά ζεστές. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθει τύψεις που είχε καταπατήσει κάθε έννοια ευπρέπειας, αλλά δεν ένιωθε καμία. Θα ήθελε, όμως, να ήταν ακόμα εκεί ο Νέιθαν όταν ξύπνησε. Για την ακρίβεια, θα ήθελε να τον βλέπει κάθε πρωί δίπλα της. Όμως αυτό


συνεπαγόταν μια δέσμευση που δεν φαινόταν να είναι μέσα στα ενδιαφέροντά του. Απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Τα πάντα ήταν δυνατά, και δεν είχε τελειώσει ακόμη με τον Νέιθαν Τ ρεμέιν. Σηκώθηκε και ντύθηκε βιαστικά πριν κάνει την εμφάνισή της η Κάθριν. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της όταν βρήκε τα χτεσινοβραδινά της ρούχα σκορπισμένα στο πάτωμα. Η Τ ζακ ήταν πολύ τσαπατσούλα και πιθανόν να μην είχε προσέξει την ακαταστασία. Η Νέτι θα την πρόσεχε, όμως, αφού η Τ ζούντιθ ήταν τόσο τακτική που δίπλωνε τα λερωμένα ρούχα της πριν τα βάλει στη στοίβα με τα άπλυτα. Εξάλλου, ίσως χρειαζόταν να τα πλύνει μόνη της αν η Νέτι δεν συνερχόταν σύντομα από το κρύωμα. Πράγματι, η Κάθριν έφτασε πριν η Τ ζούντιθ προλάβει να φύγει από το δωμάτιο και πήγε κατευθείαν στην ντουλάπα για να φυλάξει την τελευταία τουαλέτα που είχε τελειώσει. Η Τ ζούντιθ έστρωνε το κρεβάτι της, αλλά χαμογέλασε πρόσχαρα. Ευχήθηκε να μην της δημιουργούσε πρόβλημα αυτό σήμερα: το γεγονός ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελάει ούτε καν όταν ήταν μόνη της. Η Κάθριν κοντοστάθηκε για μια στιγμή και τη ρώτησε, «Είμαστε σίγουρες ότι αυτή είναι η τελευταία τουαλέτα; Έτσι δήλωσε η καμαριέρα σου, αλλά είχε ήδη αρχίσει να φταρνίζεται όταν το είπε, οπότε μπορεί να μην έψαξε σε όλα τα μπαούλα σου». «Θα χρειαστώ τη βοήθεια κάποιου ναύτη για να μετακινήσω τα πάνω μπαούλα ώστε να ψάξω στα από κάτω», είπε η Τ ζούντιθ. Ήξερε από ποιον ακριβώς θα ζητούσε βοήθεια. Άλλο ένα αστραφτερό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Ωστόσο, δεν είχε λόγο να χαμογελάει γι’ αυτό που είπε. Αυτή η ασυγκράτητη ευτυχία που ξεχείλιζε από μέσα της θα αποτελούσε πρόβλημα. Η Κάθριν έγνεψε. «Ποια βραδινή τουαλέτα θα φορέσεις στο τελευταίο δείπνο; Εκπλήσσομαι που η οικογένειά σου θέλει να ντυθείτε επίσημα για την περίσταση». «Το κίτρινο με κρεμ, νομίζω». Η Τ ζούντιθ είχε φυλάξει χτες το συγκεκριμένο φουστάνι και γι’ αυτό το είχε ακόμα νωπό στη μνήμη της.


«Έχεις κοσμήματα που να του ταιριάζουν; Αν όχι, έχω ένα κεχριμπαρένιο μενταγιόν που μπορείς να φορέσεις». Η Τ ζούντιθ γέλασε. «Έχω πετράδια σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν έφερα το κεχριμπαρένιο μου μαζί. Μέχρι στιγμής δεν είχαμε λόγο να φορέσουμε κοσμήματα, γι’ αυτό δεν θυμάμαι τι έβαλα στην μπιζουτιέρα μου για το ταξίδι». «Μπορώ να κοιτάξω αν θες. Πού τα φυλάς;» Η Τ ζούντιθ γέλασε πάλι. «Ούτε γι’ αυτό είμαι σίγουρη! Σ’ ένα από τα μπαούλα. Δεν την είδες όταν έβγαζες έξω τις τουαλέτες;» «Η καμαριέρα σου κρεμούσε στην ντουλάπα όσα φορέματα χρειάζονταν ράψιμο για να τα πάρω εγώ, ενώ εκεί κρεμούσα κι εγώ τις τελειωμένες τουαλέτες ώστε να μπορέσει να τις ξαναβάλει μέσα στα μπαούλα σου». «Θα τη βρω όταν–» «Εσύ εκεί!» φώναξε η Κάθριν σ’ έναν ναύτη που έτυχε να περνάει εκείνη τη στιγμή από τον διάδρομο. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, αν μπορείς». Ύστερα, στράφηκε στην Τ ζούντιθ και της είπε, «Εσύ ψάξε για την μπιζουτιέρα σου κι εγώ θα βεβαιωθώ ότι είναι έτοιμες όλες οι τουαλέτες σου». Η Τ ζούντιθ αναστέναξε. Κι αυτή που ήθελε να έχει μια καλή δικαιολογία για να ξαναφέρει τον Νέιθαν στο δωμάτιό της; Δεν άργησε να εντοπίσει την μπιζουτιέρα της στο τρίτο μπαούλο στο οποίο έψαξε. Όταν όμως άνοιξε την κοσμηματοθήκη, της κόπηκε η ανάσα. «Χάθηκαν!» Η Κάθριν, που εξακολουθούσε να είναι σκυμμένη πάνω από ένα μπαούλο, είπε, «Ποιοι, καλή μου;» «Τα κοσμήματά μου χάθηκαν όλα!» Όχι όλα δηλαδή. Είδε με ανακούφιση ότι το πολυτιμότερο απόκτημά της ήταν σφηνωμένο στη γωνία της θήκης – το μικροσκοπικό δαχτυλίδι από χορτάρι που της είχε φτιάξει η Τ ζακ όταν ήταν μικρές. Είχε και η Τ ζακ ένα ίδιο. Είχαν περάσει μια ολόκληρη μέρα φτιάχνοντάς τα η μία για την άλλη. Τα φορούσαν για μήνες μέχρι που τα δαχτυλίδια άρχισαν να ξεφτίζουν και η Τ ζούντιθ


αναγκάστηκε να φυλάξει το δικό της για να μην το χαλάσει. Παρότι ήταν πια πολύ μικρό και δεν της χωρούσε στο δάχτυλο, εξακολουθούσε να είναι πολύτιμο. Και ευτυχώς χωρίς καμία αξία για έναν κλέφτη. Όμως, όλα τα άλλα κοσμήματα που υπήρχαν μέσα στην μπιζουτιέρα κόστιζαν μια περιουσία, αφού η Ρόσλιν δεν είχε τσιγκουνευτεί τα έξοδα όταν παράγγειλε τα κοσμήματα για το ντεμπούτο της Τ ζούντιθ. Το μόνιμο παράπονο της μητέρας της ήταν ότι ο σύζυγός της δεν την άφηνε να συνεισφέρει στα έξοδα διαβίωσής τους με τη μεγάλη περιουσία της. Ο Άντονι επέμενε να πληρώνει για τα πάντα. Γι’ αυτό κακομάθαινε τα παιδιά της με περιττά δώρα, αν και το έκανε με την καρδιά της. Η Κάθριν κοίταξε την άδεια κοσμηματοθήκη πάνω από τον ώμο της Τ ζούντιθ. «Μήπως τα κοσμήματα έπεσαν μέσα στο μπαούλο; Ίσως κατά τη διάρκεια της καταιγίδας;» «Όντως, εκείνη τη μέρα ένα μπαούλο γλίστρησε κι έπεσε από τη στοίβα. Βαθουλώθηκε, αλλά ήταν κλειδωμένο και δεν άνοιξε». Η Τ ζούντιθ άρχισε να ψάχνει μέσα στο μπαούλο. Δεν της πήρε πολλή ώρα. Η κοσμηματοθήκη ήταν ξέχειλη γιατί είχε τρεις τιάρες που έπιαναν πολύ χώρο καθώς και διπλά κολιέ με σκληρό δέσιμο τα οποία δεν λύγιζαν. Οποιοδήποτε από αυτά τα κοσμήματα θα φαινόταν αμέσως ανάμεσα στα ρούχα. Θέλοντας να σιγουρευτεί απόλυτα όμως, έβγαλε όλα τα φορέματα από το μπαούλο και τα τίναξε. Κανένα κόσμημα δεν έπεσε στο πάτωμα. Η Τ ζούντιθ αναστέναξε. Η Κάθριν την αγκάλιασε από τους ώμους. «Μη βάζεις ακόμα το χειρότερο με τον νου σου», της είπε καθησυχαστικά. «Ρώτα την καμαριέρα σου πρώτα. Μπορεί για κάποιον λόγο να άλλαξε θέση στα κοσμήματά σου. Οι ηλικιωμένες υπηρέτριες ξεχνούν μερικές φορές να σου πουν τι έκαναν». Η Τ ζούντιθ κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, η Νέτι μπορεί να είναι μεγάλη αλλά έχει μυαλό ξυράφι. Με έκλεψαν. Καλύτερα να ελέγξεις κι εσύ τα κοσμήματά σου. Δεν πιστεύω ότι έβαλαν στόχο μόνο


εμένα». Η Κάθριν άφησε μια πνιχτή κραυγή. «Μα δεν μπορώ να αντικαταστήσω τα κοσμήματά μου! Πήγαινε να το πεις αμέσως στον θείο σου. Θα πρέπει να ψάξουν όλο το πλοίο ώστε να βρεθεί ο ένοχος και τα κλοπιμαία προτού πιάσουμε λιμάνι. Μπορεί να τα έκρυψε, αλλά θα είναι ακόμα κάπου πάνω στο πλοίο». Η Τ ζούντιθ έγνεψε. Τουλάχιστον δεν χρειαζόταν ν’ ανησυχεί πια για το χαμόγελό της.


Κεφάλαιο τριάντα δύο Η Τ ζούντιθ έτρεξε στην καμπίνα του καπετάνιου, αλλά ο Τ ζέιμς δεν ήταν εκεί, οπότε ο πατέρας της, που έπαιζε σκάκι με τον Αντράσι, έστειλε έναν ναύτη να τον φωνάξει. Η Τ ζάκλιν, κατακόκκινη από οργή –όπως ήταν αναμενόμενο– έτρεξε αμέσως να ψάξει την καμπίνα της. Η Κέιτι τη μιμήθηκε και πήγε να ψάξει τη δική της. Η Τ ζορτζίνα ανακάλυψε πολύ γρήγορα ότι η μπιζουτιέρα της ήταν ανέπαφη, αν και κανείς δεν περίμενε να έχουν κλαπεί τα δικά της κοσμήματα αφού η καμπίνα του καπετάνιου δεν ήταν ποτέ άδεια. «Υπάρχει περίπτωση να έγινε πριν σαλπάρουμε;» αναρωτήθηκε ο Άντονι. «Δεν νομίζω», απάντησε η Τ ζούντιθ. «Τα μπαούλα μου παραδόθηκαν στο πλοίο το βράδυ πριν αναχωρήσουμε υπ’ ευθύνη των υπηρετών μας. Εξάλλου, όλα μου τα μπαούλα έχουν λουκέτο και ήταν κλειδωμένα όταν πήγα στην καμπίνα μου. Το κλειδί το είχα εγώ. Και δεν ξεκλείδωσα κανένα μπαούλο παρά μόνο αφού ανοιχτήκαμε στη θάλασσα». «Δηλαδή, δεν άνοιξες την μπιζουτιέρα σου όσο είμαστε στη θάλασσα; Μέχρι σήμερα, εννοώ;» ρώτησε ο πατέρας της. «Όχι, δεν είχα λόγο να την ανοίξω». «Τ ι κοσμήματα έφερες μαζί σου στο ταξίδι;» «Πάρα πολλά. Όλα τα σετ που μου αγόρασε η μητέρα, διαμάντια, ζαφείρια, σμαράγδια…» «Θεέ και Κύριε, μη μου πεις ότι σου αγόρασε πολλά!» «Μα ναι, φυσικά. Επίσης, πήρα μαζί μου τη μαργαριταρένια τιάρα


που μου χάρισες εσύ, το περιδέραιο της Τ ζέιμι…» «Θα σου αγοράσω άλλη τιάρα, κουκλίτσα μου». «Μα μου τη χάρισες στα δέκατα έκτα μου γενέθλια. Θυμάσαι πόσο χάρηκα που απέκτησα το πρώτο μου–» Ο Άντονι την αγκάλιασε σφιχτά. «Τα κοσμήματα μπορούν να κλαπούν, αγάπη μου, αλλά κανείς δεν μπορεί να σου κλέψει τις αναμνήσεις. Αυτές θα τις έχεις πάντα». Του χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της, αν και δεν ένιωσε καλύτερα. Η Κάθριν ήρθε τρέχοντας κατευθείαν στον αδελφό της, κλαίγοντας. «Τα πήραν όλα, Αντράσι! Ό,τι αξίας μου είχε απομείνει. Κάνε κάτι!» Ο Αντράσι φάνηκε να νιώθει άβολα με την υστερική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ετεροθαλής αδελφή του, παρ’ όλα αυτά την αγκάλιασε για να την παρηγορήσει. «Θα σου αγοράσω άλλα». «Δεν μπορείς να αντικαταστήσεις την καρφίτσα της μητέρας μου. Πρέπει να τη βρεις!» Έπειτα ήρθε η Τ ζάκλιν που ξέσπασε. «Θα καρυδώσω όποιον το έκανε!» «Ώστε χάθηκαν και τα δικά σου;» ρώτησε η Τ ζορτζίνα. «Μέχρι και το τελευταίο. Αυτό που έγινε θα καταστρέψει το ντεμπούτο μας. Χωρίς τα κατάλληλα κοσμήματα, μια τουαλέτα είναι απλά ένα φόρεμα. Είμαι έξω φρενών!» «Φυσικό είναι, αγάπη μου», είπε καθησυχαστικά η Τ ζορτζίνα. «Αν χρειαστεί, θα φορέσεις τα δικά μου κοσμήματα». Όμως ήταν αδύνατο να καλμάρει την Τ ζακ που είπε φουρκισμένη, «Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, μαμά, τα κοσμήματά σου είναι παλ ιομοδίτικα». Η Τ ζορτζίνα στριφογύρισε τα μάτια της. «Τα κοσμήματα δεν φεύγουν ποτέ από τη μόδα». Έπειτα ήρθε η Κέιτι μαζί με τον Μπόιντ, και είπε με έναν αναστεναγμό, «Και τα δικά μου χάθηκαν». Ο Άντονι αναφώνησε. «Διάολε, κανείς δεν κλειδώνει την πόρτα του εκτός από μένα;»


Η Κέιτι, η μοναδική που είχε πέσει θύμα κλοπής αλλά δεν έδειχνε αναστατωμένη, είπε, «Μα όχι φυσικά. Για ποιο λόγο να κλειδώνουμε; Ταξιδεύουμε με ιδιωτικό πλοίο, με συνεπιβάτες συγγενείς». «Κι έναν κλέφτη». «Ε ναι, προφανώς». Ο Αντράσι, που εξακολουθούσε να προσπαθεί να παρηγορήσει την Κάθριν που έκλαιγε γοερά, είπε, «Μήπως το έκανε εκείνος ο λαθρεπιβάτης;» «Όχι», απάντησε η Κέιτι. «Τα κοσμήματά μου ήταν όλα στη θέση τους μετά από εκείνο το συμβάν». Η Τ ζούντιθ σκούπισε τα μάτια της με το μαντίλι που της είχε δώσει η Τ ζορτζίνα και πλησίασε την Κάθριν. Ένιωθε άσχημα γι’ αυτήν. Όλες οι υπόλοιπες δεν θα δυσκολεύονταν να αντικαταστήσουν τα κλεμμένα κοσμήματα. Η Τ ζούντιθ και η Κέιτι είχαν δικές τους περιουσίες, ενώ η Τ ζακ είχε οκτώ θείους και δύο γονείς που θα της γέμιζαν πάλι την μπιζουτιέρα με όσα κοσμήματα τραβούσε η ψυχή της. Όμως, η Κάθριν εξαρτιόταν από τον Αντράσι, η μόνη περιουσία του οποίου ήταν η κληρονομιά του. Ο λόγος που πήγαινε τώρα στην Αμερική ήταν για να απαλλαγεί από την ετεροθαλή του αδελφή, οπότε η Τ ζούντιθ ήταν σίγουρη ότι δεν θα αναλάμβανε πρόθυμα το έξοδο της αντικατάστασης όλων των κλεμμένων κοσμημάτων της. Η Τ ζούντιθ τύλιξε το μπράτσο της γύρω από τη μέση της Κάθριν και την τράβηξε παράμερα, λέγοντάς της, «Δεν χάθηκαν όλα ακόμη. Αυτό που έγινε είναι εξωφρενικό, αλλά τα πράγματά μας βρίσκονται ακόμη κάπου στο πλοίο, και κανείς δεν θα κατέβει ακόμα. Εξάλλου, χάρη σε σένα το ανακαλύψαμε πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι θα μπορούσαμε, οπότε έχουμε χρόνο να βρούμε όσα πράγματα εκλάπησαν πριν αγκυροβολήσουμε». «Έχεις δίκιο, φυσικά. Δεν έπρεπε να ταραχτώ τόσο πολύ. Απλά η καρφίτσα είναι το μόνο πράγμα που μου έχει μείνει από τη μητέρα μου. Θα καταρρακωθώ αν δεν την πάρω πίσω».


«Θα την πάρεις όμως, σου δίνω τον λόγο μου». «Τ ι συνέβη;» ρώτησε ο Τ ζέιμς, μπαίνοντας στην καμπίνα. Όλοι άρχισαν να μιλούν ταυτόχρονα ώσπου φώναξε δυνατά, «Τ ζορτζ!» Η Τ ζορτζίνα πλατάγισε τη γλώσσα της ακούγοντας τον τόνο της φωνής του και τον ρώτησε, «Γιατί άργησες τόσο;» «Ο Άρτι δυσκολεύτηκε να με βρει, καθώς είχα ανέβει στην κορακοφωλιά. Είπε ότι κάποιο μέλος του πληρώματός μου έγινε κλέφτης κοσμημάτων;» «Μάλλον το αντίθετο συνέβη: ο κλέφτης παρίστανε τον ναυτικό. Όλα έγιναν με μεγάλη προσοχή και ήταν προμελετημένα. Εκτός από μένα, όλ ες οι γυναίκες εδώ μέσα έπεσαν θύματα κλοπής, αλλά καμία δεν το πήρε είδηση μέχρι πριν από ένα τέταρτο, όταν η Τ ζούντιθ ανακάλυψε την μπιζουτιέρα της άδεια, οπότε πήγαν όλες να κοιτάξουν και τις δικές τους. Τα γεγονότα δεν φαίνεται να υποδεικνύουν πως κάποιος ναύτης έδρασε παρορμητικά. Μιλάμε για παραβίαση τεσσάρων διαφορετικών δωματίων, Τ ζέιμς». Η Τ ζούντιθ είδε το βλέμμα του θείου της να πέφτει πάνω στην Κάθριν και μετά πάνω στον Αντράσι. Η Κάθριν θα πρέπει να το παρατήρησε επίσης γιατί έσκυψε πιο κοντά στην Τ ζούντιθ και ψιθύρισε, «Δεν το έκανα εγώ, το ορκίζομαι! Ξέρω ότι ο Αντράσι είπε στην οικογένειά σου ότι ήμουν ατίθαση όταν πρωτοέφτασα στο σπίτι του. Ίσως να σας είπε μέχρι και ότι άρπαζα πράγματα πάνω στον θυμό μου για να εκδικηθώ τη μητέρα μου, αλλά, για όνομα του Θεού, ήμουν παιδί τότε, και ποτέ δεν πήρα τίποτα αξίας. Βασικά δεν… δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σας το ανέφερε, αφού έγινε τόσο παλιά». Ούτε η Τ ζούντιθ το καταλάβαινε, εφόσον ο Αντράσι το είχε πει όντως σε κάποιο μέλος της οικογένειάς της – εκτός και αν το είχε κάνει επίτηδες ώστε να φυτέψει έναν σπόρο καχυποψίας στο μυαλό όλων τους. Αλλά για ποιο λόγο; Γι’ αυτό; Θεέ και Κύριε, μήπως ο Αντράσι δεν ήταν καν αυτός που έλεγε πως είναι; Όλοι ήξεραν ότι ζούσε από την κληρονομιά του απλά και μόνο επειδή έτσι τους είχε πει ο ίδιος. Επίσης, ο Τ ζέιμς και η Τ ζακ είχαν εκφράσει και οι δύο


αμφιβολίες για το άτομό του. Η Τ ζούντιθ τον υπερασπίστηκε με σθένος, όμως δεν θα ήταν η πρώτη φορά που είχε παρεξηγήσει τον χαρακτήρα κάποιου. Για παράδειγμα, είχε πέσει εντελώς έξω σε σχέση με τον Νέιθαν. «Εξακριβώσαμε ότι τουλάχιστον μία από τις κλοπές συνέβη την τελευταία εβδομάδα», άρχισε να λέει η Τ ζορτζίνα. «Τ ις τέσσερις τελευταίες μέρες, για την ακρίβεια», ξεκαθάρισε η Κέιτι. «Είμαι σίγουρη ότι τόσος καιρός πέρασε από τότε που έβγαλα τα σκουλαρίκια μου από αμέθυστο μέσα από την μπιζουτιέρα μου για να τα φορέσω στο δείπνο. Ταιριάζουν τέλεια μ’ εκείνο το λιλά φόρεμα που φόρεσα τις προάλλες. Θα πρέπει να μου πάρεις καινούρια, Μπόιντ». «Όχι», είπε ο Μπόιντ, που έσπευσε να προσθέσει γελώντας, «προτιμώ να σου βρω τα πρωτότυπα, και αυτό ακριβώς θα κάνω». «Πράγματι», συμφώνησε ο Τ ζέιμς. «Όλα τα κλεμμένα κοσμήματα θα βρεθούν προτού αγκυροβολήσουμε. Θέλω να ψαχτούν όλες οι βαλίτσες και οι καμπίνες σας να ερευνηθούν σπιθαμή προς σπιθαμή. Κι επειδή έχουμε την τάση να μην παρατηρούμε λεπτομέρειες σε οικείο περιβάλλον, θέλω κάθε δωμάτιο να ερευνηθεί με φρέσκια ματιά. Οπότε: Τόνι, εσύ πάρε το δωμάτιο του Μπόιντ και της Κέιτι. Ο Μπόιντ θα πάρει του Αντράσι∙ κι εσύ, Αντράσι, θα πάρεις το δωμάτιο του Τόνι. Κέιτι, εσύ θα ψάξεις το δωμάτιο της Κάθριν. Τ ζακ και Τ ζούντι, εσείς οι δύο θα ανταλλάξετε δωμάτια. Κι εσύ, Κάθριν, μπορείς να βοηθήσεις τη γυναίκα μου, καθώς αυτή εδώ είναι η μεγαλύτερη καμπίνα. Ψάξτε κάθε γωνίτσα και εσοχή, αγαπημένοι μου. Ο κλέφτης μπορεί να έκρυψε τη λεία του στο πιο απίθανο μέρος». «Μπορούμε να φάμε πρώτα τουλάχιστον;» ρώτησε ο Άντονι μεταξύ αστείου και σοβαρού. Ο Τ ζέιμς κοίταξε διαπεραστικά τον αδελφό του αλλά δεν υποχώρησε. «Κανείς δεν θα γευματίσει μέχρι να έχω τον ένοχο στο μπαλαούρο. Αν κάποιος από σας δεν έφαγε πρωινό, όπως ο αγαπημένος μου αδελφός προφανώς, περάστε από το μαγειρείο πριν


ξεκινήσετε. Μόλις ολοκληρώσετε τις έρευνες στα δωμάτια, θα έρθετε να με βοηθήσετε να ψάξουμε και το υπόλοιπο πλοίο. Αν η πρώτη έρευνα δεν φέρει αποτέλεσμα, τότε θα την ξανακάνουμε από την αρχή. Μέχρι το τέλος της μέρας, θέλω να ξέρω ποιος διάολος τόλμησε να διαπράξει ληστεία στο πλοίο μου».


Κεφάλαιο τριάντα τρία «Αρχίζει να μου αρέσει όλο αυτό». Η Τ ζάκλιν χαμογέλασε σηκώνοντας έναν μικρό ξύλινο σκαλιστό ελέφαντα από το ντουλάπι ενός ναύτη του πληρώματος. «Δεν νιώθεις σαν να είμαστε κυνηγοί θησαυρών;» Η Τ ζούντιθ που ερευνούσε ένα άλλο ντουλάπι δίπλα της, είπε: «Σαν ρακοσυλλέκτες θες να πεις». «Δεν νομίζω, αν σκεφτείς τι έκλεψαν. Τα δικά σου κοσμήματα μόνο κοστίζουν μια περιουσία, ξέρεις. Φαντάσου όλα μαζί!» Η Τ ζούντιθ δεν κοκκίνισε ούτε προσπάθησε να δικαιολογήσει τη μητέρα της για τα λεφτά που ξόδεψε. Οι πάντες στην οικογένεια γνώριζαν πόσο σπάταλη μπορούσε να γίνει η Ρόσλιν όποτε έβρισκε λόγο για να ξοδέψει τα χρήματά της. Η Τ ζούντιθ ήλπιζε ότι θα έβρισκε τον Νέιθαν στην ομάδα του Τ ζέιμς που ερευνούσε τους χώρους διαμονής του πληρώματος όπου πήγαν αυτή και η Τ ζακ όταν τελείωσαν το ψάξιμο στις δικές τους καμπίνες. Όμως, παρότι ο Τ ζέιμς είχε χωρίσει το πλήρωμα που δεν είχε δουλειά με την πλοήγηση του πλοίου σε δύο ομάδες –η μία έψαχνε το αμπάρι υπό την εποπτεία του Άρτι, ενώ η άλλη είχε αναλάβει να ψάξει το κύριο κατάστρωμα και τα κανόνια με επικεφαλής τον Χένρι– δεν εμπιστεύτηκε την έρευνα των χώρων αυτών σε κανέναν ναύτη γιατί θεωρούσε πως εκεί ήταν η πιθανότερη κρυψώνα για τα κοσμήματα. Ο Τ ζέιμς που έψαχνε μόνος του δεν κατάφερε να σημειώσει μεγάλη πρόοδο, οπότε δέχτηκε μετά χαράς τη βοήθεια της Τ ζακ και


της Τ ζούντιθ, όπως και του Άντονι που πήγε και τους βρήκε αργότερα, αν και ο Άντονι βασικά του αποσπούσε την προσοχή με τις θεωρίες του για το ποιος τους είχε ληστέψει. Ο Μπόιντ είχε ξεκινήσει την έρευνα από την άλλη άκρη του καταστρώματος και κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Δεν υπήρχε λόγος να σκίσουν τα στρώματα στον μεγάλο κοιτώνα του πληρώματος καθώς ήταν τόσο λεπτά που, αν κάποιος είχε ράψει εκεί μέσα τα κλοπιμαία, θα τα εντόπιζαν και ψηλαφητά. Κάποια στιγμή, ο Μπόιντ μπήκε στον χώρο διαμονής του πληρώματος και κάτι είπε στον Τ ζέιμς. Λίγο μετά, ο Τ ζέιμς φώναξε τα κορίτσια κοντά του. «Ο Μπόιντ βρήκε αυτό εδώ», τους είπε δείχνοντάς τους ένα κεχριμπαρένιο δαχτυλίδι. «Λέει ότι δεν είναι της Κέιτι. Το αναγνωρίζει καμιά σας;» Η Τ ζούντιθ το αναγνώρισε. Ήταν το δαχτυλίδι που πήγαινε σετ με το κεχριμπαρένιο μενταγιόν και βραχιόλι της συλλογής της. Ώστε το είχε φέρει μαζί της τελικά. Δεν ήταν τόσο ακριβό όσο τα υπόλοιπα κοσμήματά της, αλλά ήταν πολύ καλοφτιαγμένο, ιδιαίτερα το οβάλ μενταγιόν, το οποίο είχε γύρω του μικροσκοπικά μαργαριτάρια. Ο πατέρας της πλησίασε κι αυτός για να ρίξει μια ματιά στο δαχτυλίδι και απάντησε για λογαριασμό της, «Είναι το δαχτυλίδι της Τ ζούντι. Εγώ ο ίδιος της το έδωσα. Δεν βρέθηκαν και τα υπόλοιπα κομμάτια μαζί;» «Όχι», είπε ο Τ ζέιμς κι έγνεψε στον Μπόιντ, ο οποίος έφυγε αμέσως. Ο Τ ζέιμς δεν φάνηκε ιδιαίτερα ανακουφισμένος με την ανακάλυψη, μόνο είπε στα κορίτσια: «Πρέπει να ενημερώσω την Τ ζορτζ ότι μπορεί να σταματήσει να προσέχει την Κάθριν. Πιστεύω ότι προς το παρόν η δουλειά μας εδώ τελείωσε, οπότε ελάτε κι εσείς μαζί». «Την υποψιάστηκες κι εσύ;» ρώτησε η Τ ζακ που άρχισε να περπατάει δίπλα του. «Γιατί εγώ ναι». Η Τ ζούντιθ πλατάγισε τη γλώσσα της, αλλά ο Τ ζέιμς συμφώνησε με την κόρη του. «Αυτήν – ή τον αδελφό της. Γιατί νομίζεις ότι σας έστειλα να ψάξετε σε διαφορετικές καμπίνες. Ήθελα να τους


κρατήσω μακριά από τις δικές τους». «Φρόντισε, πάντως, να μην της δείξεις ότι την υποψιάστηκες», έσπευσε να του πει η Τ ζούντιθ που τους ακολουθούσε από πίσω. «Αρκετά άσχημα ένιωσε νωρίτερα και μόνο που την κοίταξες». Και ύστερα πρόσθεσε με κάπως κόκκινα μάγουλα, «Αν και ομολογώ ότι προς στιγμή αμφέβαλα κι εγώ για τον Αντράσι». «Το μέρος όπου βρέθηκε το κόσμημα απαλλάσσει και τους δύο από οποιαδήποτε υποψία εμπλοκής», είπε ο Τ ζέιμς. «Ώστε κάποιος ναύτης το είδε και του γυάλισε;» μάντεψε η Τ ζακ. «Ή το είχε προσχεδιάσει», απάντησε ο Τ ζέιμς. «Μα θα το μάθουμε πολύ σύντομα. Ο Μπόιντ πήγε να τον φέρει στην καμπίνα μου». Η Τ ζούντιθ συνοφρυώθηκε πριν καν φτάσουν στην καμπίνα του Τ ζέιμς. Εφόσον το δαχτυλίδι δεν βρέθηκε στον χώρο διαμονής του πληρώματος ή σε κάποιο συγκεκριμένο ντουλάπι, τότε πώς ήξεραν ποιον να φέρουν για ανάκριση; «Τ ζορτζ, αλ ήθεια τώρα;» παραπονέθηκε ο Τ ζέιμς μόλις μπήκε στην καμπίνα του και την είδε να ψαχουλεύει στο γραφείο του, έχοντας σκορπίσει όλα τα χαρτιά που υπήρχαν πάνω του. Η Τ ζορτζίνα σήκωσε τα μάτια της και του χαμογέλασε γλυκά. «Δεν είχα πού αλλού να ψάξω, αγάπη μου». «Μπορείς να σταματήσεις το ψάξιμο». Η Κάθριν, που στεκόταν μπροστά στα παράθυρα, στράφηκε και ρώτησε γεμάτη ελπίδα, «Απαλλάσσομαι δηλαδή;» Η Τ ζούντιθ ξαφνιάστηκε με την ερώτησή της. Το ίδιο και ο Τ ζέιμς. Η Τ ζούντιθ δεν θυμόταν να έχει ξαναδεί τον θείο της να έρχεται σε δύσκολη θέση, αλλά έτσι έδειξε εκείνη τη στιγμή. Η μόνη του απάντηση ήταν, «Φυσικά». Ο Άντονι κάθισε σ’ έναν από τους καναπέδες και τέντωσε τα μπράτσα του πάνω από την πλάτη του καναπέ. «Ποιος είναι ο ένοχος λοιπόν; Θα τον έκανα ευχαρίστως κομματάκια που τρύπωσε κρυφά στο δωμάτιο της Τ ζούντι, για να μην πω που την έκλεψε». Ο Τ ζέιμς πλατάγισε τη γλώσσα του. «Θα πρέπει να τον


παραδώσουμε ακέραιο στις Αρχές μόλις θα αγκυροβολήσουμε». «Τότε μου αρκούν λίγα λεπτά μαζί του. Ειλικρινά τώρα, Τ ζέιμς, μη μου πεις ότι δεν είσαι το ίδιο έξω φρενών που ο μπαγάσας τόλμησε–» «Φυσικά και είμαι». Ο Άντονι στριφογύρισε τα μάτια του με τον ήρεμο τόνο της απάντησής του. Αλλά ήξερε πως ήταν σχεδόν αδύνατον να κάνει τον Τ ζέιμς να δείξει τι αισθάνεται. Το είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς πολλές φορές στο παρελθόν. Ο Μπόιντ επέστρεψε βλοσυρός μαζί με την Κέιτι και κάθισαν και οι δύο στον καναπέ δίπλα στον Άντονι. Ο Μπόιντ ήταν αυτός που είχε δείξει τη μικρότερη ταραχή όταν έμαθε για τη ληστεία. Μετά από τόσα χρόνια στη θάλασσα, είχε μάθει να ταξιδεύει χωρίς τιμαλφή που δεν θα μπορούσαν να αντικατασταθούν εύκολα, και είχε προσπαθήσει να πείσει την Κέιτι να κάνει το ίδιο. Γι’ αυτό ήταν τόσο παράξενη η τωρινή του ταραχή. Η Τ ζορτζίνα το παρατήρησε κι αυτή και πήγε να καθίσει στο μπράτσο του καναπέ δίπλα στον αδελφό της για να τον ρωτήσει τι είχε. Η Τ ζακ, που στεκόταν δίπλα στην Τ ζούντιθ, έσκυψε στο αφτί της και της ψιθύρισε, «Ποιος λες να είναι;» «Αυτό που μου κάνει εμένα περιέργεια είναι γιατί ο πατέρας σου δεν μας είπε ακόμα όνομα». «Γιατί και να μας το έλεγε δεν θα το ξέραμε. Μήπως ξέρεις όλα τα ονόματα του πληρώματος; Εγώ πάντως όχι». «Φυσικά. Δεν το σκέφτηκα», της απάντησε ψιθυριστά η Τ ζούντιθ και αναστέναξε. «Άφησα την καχυποψία να με τρελάνει. Όλη αυτή η κατάσταση μας έχει αναστατώσει πάρα πολύ». «Και λίγα λες», γρύλισε σιγανά η Τ ζακ. «Δεν μας έχουν ξαναληστέψει ποτέ, ούτε εσένα ούτε εμένα, και η εμπειρία δεν μ’ αρέσει καθόλου, διάολε». «Μα ο κλέφτης πιάστηκε και σε λίγο θα πάρουμε πίσω τα κοσμήματά μας. Δεν υπάρχει λόγος να εξακολουθείς να είσαι τόσο θυμωμένη».


«Δεν μπορώ να συγκρατηθώ», ψέλλισε η Τ ζακ. Ο Άρτι έφτασε συνοδευόμενος από τέσσερις ναύτες, ανάμεσά τους και ο Νέιθαν. Οι παλμοί της Τ ζούντιθ ανέβηκαν και μόνο που τον είδε, αλλά ένιωσε να την κατακλύζει και ντροπή μετά απ’ ό,τι είχαν κάνει το προηγούμενο βράδυ. Παρ’ όλα αυτά του χαμογέλασε, όμως το χαμόγελό της έσβησε όταν είδε τη σφιγμένη έκφραση στο πρόσωπό του. Επίσης, δεν την είχε δει ακόμη μέσα στην καμπίνα. Είχε τα μάτια καρφωμένα στον Τ ζέιμς, όπως και οι υπόλοιποι ναύτες. Ο Τ ζέιμς πλησίασε τους ναύτες και τους έδειξε το κεχριμπαρένιο δαχτυλίδι. «Το αναγνωρίζετε;» Δεν φάνηκε να ρωτάει κάποιον συγκεκριμένα, αλλά ο Νέιθαν απάντησε. «Γιατί να το αναγνωρίζω; Δεν είμαι ο κλέφτης που ψάχνετε». «Κι όμως, βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι σου. Μήπως σου έπεσε κατά λάθος; Δεν το άκουσες να πέφτει και να χάνεται από κάτω; Μεγάλη απροσεξία». Η Τ ζούντιθ άσπρισε, όλο το αίμα έφυγε από το πρόσωπό της. Ήταν τόσο μεγάλο το σοκ της που δεν κατάφερε να μείνει σιωπηλή. «Θεέ μου, και λαθρέμπορος και κλέφτης κοσμημάτων! Πώς μπόρεσες;!» Ο Νέιθαν δεν απάντησε, αλλά τα σμαραγδένια μάτια του δεν ήταν τόσο όμορφα όταν τα σκοτείνιαζε η οργή. Το βλέμμα του ήταν απειλητικό. Προφανώς επειδή τον είχαν ξεσκεπάσει. Η Τ ζούντιθ ήταν σίγουρη πως η οργή της θα φούντωνε μόλις θα της περνούσε η διάθεση να βάλει τα κλάματα. «Τ ι είναι λέει;» ρώτησαν με μια φωνή πολλοί μαζί. Η Κάθριν δεν θα μπορούσε να διαλέξει χειρότερη στιγμή για να πει, «Αυτός μπήκε στην καμπίνα σου, Τ ζούντιθ, κι έφερε ένα μπολάκι γάλα για εκείνο το γατάκι που υιοθέτησες. Ξαφνιάστηκε πολύ βλέποντας ότι το δωμάτιο δεν ήταν άδειο όταν με βρήκε να ράβω τις τουαλέτες σου εκεί». Η Τ ζούντιθ έφριξε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποίησε ότι


ο Νέιθαν θα πρέπει να την είχε κλέψει πριν από το χτεσινό βράδυ, και παρ’ όλα αυτά της είχε κάνει έρωτα. Το είχε δει σαν το κερασάκι στην τούρτα, λοιπόν; Ή μήπως είχε σκεφτεί ότι έτσι θα τον υπερασπιζόταν σε περίπτωση που συνέβαινε αυτό που συνέβη; Τ ις τέσσερις τελευταίες μέρες του είχαν δοθεί άπειρες ευκαιρίες να τους ληστέψει. Χάρη στο γατάκι. Άραγε το ζώο ήταν απλώς ένα πρόσχημα, σε περίπτωση που τον τσάκωναν μόνο του μέσα στο δωμάτιό της; Ήταν ιδανική δικαιολογία. Κι αυτή είχε πέσει με τα μούτρα στην παγίδα του, επιμένοντας να της φέρνει ο ίδιος γάλα. Επίσης, χτες βράδυ δεν της είχε πει ότι δεν ήταν εγκληματίας, αλλά ότι αν ήταν ποτέ, είχε πάψει πια να είναι. Ο τύπος έπαιζε με τις λέξεις, και εξαιτίας της δικής της αφέλειας να τον εμπιστευτεί είχε καεί η γούνα όλ ων τους! «Γιατί δεν μας είπες ότι ήταν λαθρέμπορος;» τη ρώτησε ο Τ ζέιμς. Τα μάγουλα της Τ ζούντιθ βάφτηκαν κατακόκκινα όταν αναγκάστηκε να ομολογήσει. «Επειδή ήταν απλά μια υποψία που είχα. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να τον έχω στον νου μου και να του αποσπάσω την αλήθεια». «Προσπάθησε να εξαγοράσει τη σιωπή σου, έτσι;» της είπε μαλακά η Τ ζορτζίνα. «Εκμεταλλευόμενος τα συναισθήματά σου;» «Εννοείς αν με ξελόγιασε για να μη μιλήσω;» «Ε… ναι». «Θα τον σκοτώσω!» γρύλισε ο Άντονι και πετάχτηκε όρθιος από τον καναπέ. «Περιμένετε!» είπε ένας από τους άλλους ναύτες. Αλλά ο Τ ζέιμς είχε ήδη αρπάξει τον αδελφό του προσπαθώντας να τον συγκρατήσει. «Όχι τώρα, Τόνι. Πρώτα τα κοσμήματα και μετά τον σκοτώνεις αν εξακολουθείς να το θέλεις». Ο άλλος ναύτης πήρε πάλι τον λόγο, αλλά τώρα η φωνή του έσταζε αηδία. «Τ ι παράξενα φρούτα που είστε σεις οι αριστοκράτες, διάολε. Ο Νέιτ δεν είναι κλέφτης. Το εγγυώμαι εγώ προσωπικά». Ο Τ ζέιμς έσπρωξε τον Άντονι προς τα πίσω πριν στραφεί στον ναύτη που είχε πάρει τον λόγο.


«Πώς;» «Είμαι ο ύπαρχός του», απάντησε ο άλλος με καμάρι. «Τ ι μας λες;» είπε ο Τ ζέιμς, κι ύστερα στράφηκε στον Νέιθαν. «Και πόσοι άλλοι από το πλήρωμά μου ανήκαν παλιά στο δικό σου;» Ο Νέιθαν φαινόταν κάτι παραπάνω από εξαγριωμένος. Ευτυχώς που οι άλλοι δύο ναύτες τον κρατούσαν πλέον από τα μπράτσα. «Μόνο ο Κόρκι, και μην τον μπλέκετε σ’ όλο αυτό». «Πολύ λογικό να έχεις συνεργό-τσιλιαδόρο, που λένε. Πιάσ’ τους και τους δύο», είπε ο Τ ζέιμς στον Άρτι. «Οι κυρίες δεν χρειάζεται να είναι παρούσες στην ανάκριση».


Κεφάλαιο τριάντα τέσσερα «Απλά άσε με λίγο μόνο μαζί του», είπε ο Άντονι στον αδελφό του, ενώ βημάτιζε πέρα-δώθε στην καμπίνα του καπετάνιου. «Θα μάθω στο άψε-σβήσε πού βρίσκεται η κρυψώνα του». Ο Τ ζέιμς ανασήκωσε το φρύδι του. «Νόμιζα ότι σου είχε περάσει η έχθρα». «Λήστεψε την κόρη μου. Η έχθρα μου ξαναγύρισε στο εκατονταπλάσιο». Ο Άντονι κοίταξε πάνω από τον ώμο του την Τ ζούντιθ, η οποία καθόταν στον καναπέ ανάμεσα στην Τ ζορτζίνα και στην Τ ζακ που την παρηγορούσαν. Ο Τ ζέιμς είχε σταυρώσει τα μπράτσα του και στεκόταν χαλαρός με την πλάτη γερμένη πάνω στην πόρτα. Ήταν προφανές, όμως, ότι στεκόταν εκεί για να εμποδίσει τον αδελφό του να τον προσπεράσει, σε μια όχι και τόσο διακριτική προσπάθεια να του δείξει ότι δεν επρόκειτο να τον αφήσει να κάνει κανέναν κομματάκια ακόμα. Ο Τ ζέιμς πήρε τον λόγο. «Ο Άρτι έχει αναλάβει να ψάξει και το υπόλοιπο πλοίο, αν και δεδομένου ότι ο ληστής μας είναι ξυλουργός, με την ικανότητα να δημιουργεί δικές του κρυψώνες, είναι μάλλον μάταιος κόπος. Παρ’ όλα αυτά, θα δώσω στον Τ ρεμέιν μερικές ώρες καιρό για να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος τρόπος για να αποφύγει να σαπίσει σε κάποια αμερικανική φυλακή είναι να συνεργαστεί, επιστρέφοντάς μας τα κοσμήματα και κάνοντας έκκληση στη φιλευσπλαχνία μας». «Καμία φιλευσπλαχνία, Τ ζέιμς», του είπε προειδοποιητικά ο Άντονι. «Είτε επιστρέψει τα κοσμήματα είτε όχι, παραμένει ληστής


και του αξίζει να σαπίσει στη φυλακή. Χώρια που είναι και λαθρέμπορος. Θα είναι τυχερός αν καταφέρει να βγει ζωντανός από τη φυλακή». Ο Τ ζέιμς γέλασε. «Οι Γιάνκηδες δεν πρόκειται να τον φυλακίσουν επειδή μπήκε στη μύτη των Εγγλέζων φοροεισπρακτόρων. Το πιθανότερο είναι να τον χτυπήσουν φιλικά στην πλάτη γι’ αυτό. Εξάλλου, οι λαθρέμποροί μας δεν είναι τίποτα μαχαιροβγάλτες, αλλά φυσικό επακόλουθο της άδικα υψηλής φορολογίας – άνθρωποι που διάλεξαν αυτή τη ζωή σαν τρόπο διαμαρτυρίας, που λέει ο λόγος. Μέχρι και επαναστάτες μπορεί να τους χαρακτηρίσει κανείς. Αγωνίζονται για να βοηθήσουν τους άλλους. Οι κλέφτες κοσμημάτων, πάλι, είναι άλλη φάρα. Κλέβουν για να βοηθήσουν τον εαυτό τους – ή επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή». «Τ ι στην ευχή πάει να πει αυτό;» «Θα σε παρακαλούσα να θυμάσαι ότι η Ντάνι, νύφη μου και ανιψιά σου εξ αγχιστείας, έκανε επίσης ληστείες. Οπότε γνωρίζεις εκ πείρας ότι οι εξαιρετικές συνθήκες μπορούν να αναγκάσουν κάποιον να κάνει κάτι που δεν θέλει». Ο Άντονι κάγχασε. «Δεν είναι η ίδια περίπτωση. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι κανένας φουκαράς που δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Έχει δικό του πλοίο, που να πάρει, και μεγάλη ιδιοκτησία στο Χαμσάιρ». «Ακριβώς». «Ε; Πού το πας τώρα;» «Αποφάσισε τι από τα δύο ισχύει, Τόνι. Δεν μπορεί να αληθεύουν και τα δύο. Αν είναι ληστής–» «Αν;!» «Τότε, όλα όσα είπε για τον εαυτό του είναι πιθανότατα ψέματα», συνέχισε ο Τ ζέιμς. «Για σκέψου το: ένας ληστής με εύκολη πρόσβαση σε πλουσιόσπιτα λόγω της ιδιότητάς του ως ξυλουργού, μαθαίνει για το ταξίδι μας, όπως και ότι στο πλοίο θα βρίσκονται τέσσερις πλούσιες οικογένειες, καθώς και ότι χρειαζόμαστε καραβομαραγκό. Πλούσια λεία σ’ ένα και μόνο μέρος. Δεν ακούγεται σαν την εκπλήρωση του μεγαλύτερου ονείρου ενός ληστή; Συν του


ότι θα μπορέσει να ταξιδέψει δωρεάν σε μια νέα ήπειρο, όπου θα κάνει μερικές ληστείες ακόμα προτού επιστρέψει στην Αγγλία. Όλα αυτά ακούγονται πολύ εύλογα. Δεν ακούγεται λογικό όμως να είναι και αριστοκράτης και ληστής. Ωστόσο, ο τύπος είναι πολύ καλός ψεύτης. Συνειδητοποιείς ότι δεν θα τον υποψιαζόμασταν καν αν το δαχτυλίδι δεν τύχαινε να πέσει από την κρυψώνα του χωρίς να το πάρει είδηση πριν πάει να κρύψει και τα υπόλοιπα κλοπιμαία. Άρα την πάτησε από μια απροσεξία. Μεγάλη κακοτυχία». «Αρρωσταίνω όταν σκέφτομαι το ψέμα που είπε για το Περλ », πρόσθεσε ο Μπόιντ που είχε έρθει κοντά τους. «Σκαρφίστηκε μέχρι και όνομα για ένα φανταστικό πλοίο. Και όχι, δεν μ’ έπιασε πάλι ναυτία», πρόσθεσε εκνευρισμένος προτού ένας από τους δύο κλασικούς χωρατατζήδες συγγενείς του αρχίσει πάλι το δούλεμα. «Ανυπομονούσα να τον βοηθήσω να ξαναβρεί το πλοίο του στο Νιου Λόντον». «Καλά, μόνο εμένα δεν κατάφερε να τουμπάρει δηλαδή;» αναρωτήθηκε ο Άντονι. «Αυτό ξέχνα το, Τόνι», είπε ο Τ ζέιμς. «Ο Τ ρεμέιν –αν αυτό είναι το αληθινό του όνομα– δεν είναι βλάκας. Δεν θα έκανε ποτέ αυτό που σκέφτεσαι». Ο Άντονι δεν αρνήθηκε ότι του είχε περάσει άλλη μια υποψία από το μυαλό. «Έτσι λες; Είχε το θράσος να τη ληστέψει, επομένως δεν πιστεύω πως αυτό είναι το μόνο που έκλεψε από εκείνη». «Ρώτα τη», είπε απλά ο Τ ζέιμς. «Σιγά μην τη ρωτήσω», απάντησε αμήχανα ο Άντονι κι έριξε μια ματιά πίσω του στην Τ ζούντιθ, που καθόταν στον καναπέ. «Αυτό θα ανήκε στη δικαιοδοσία της Ρόσλιν και δεν είναι–» «Τ ζορτζ», φώναξε ο Τ ζέιμς. «Ρώτα την!» «Η Τ ζορτζ δεν ξέρει τι συζητάμε», ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του ο Άντονι. «Φυσικά και ξέρει», του απάντησε ο Τ ζέιμς. «Θες να μου πεις ότι η Ρος δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη σου όσο εύκολα διαβάζει η Τ ζορτζ τη δική μου;»


Η Τ ζούντιθ τους είχε ακούσει. Όταν θύμωνε ο πατέρας της, σπανίως το κρατούσε μέσα του. «Το μόνο που κατάφερε να μου κλέψει ήταν τη φιλία μου – και την εμπιστοσύνη μου», είπε αδύναμα. «Με έπεισε για την αθωότητά του τη στιγμή που δεν είναι σε καμία περίπτωση αθώος. Έπρεπε να εμπιστευτώ το ένστικτό μου. Δεν έπρεπε να τον πιστέψω ποτέ». «Δεν φταις εσύ, καρδούλα μου», της είπε καθησυχαστικά η Τ ζορτζίνα. «Σου πούλησε ένα παραμύθι με σκοπό να εκμεταλλευτεί την καλοσύνη σου∙ φυσικό ήταν να τον πιστέψεις». Στη συνέχεια, η Τ ζορτζίνα είπε με δηκτικό ύφος στον Τ ζέιμς, «Όλοι το ίδιο πάθαμε. Όμως, αρκετά τον αφήσατε να βράζει στο ζουμί του. Βάλε ένα τέλος στην υπόθεση, Τ ζέιμς, ώστε να μπορέσουμε να την αφήσουμε πίσω μας».

Το μπαλαούρο του πλοίου χρησίμευε περισσότερο σαν χώρος για να ηρεμούν τα μέλη του πληρώματος όταν μπλέκονταν σε καβγάδες ή χρειάζονταν απλά μια μικρή επίπληξη. Δεν ήταν κατάλληλο για παρατεταμένη παραμονή. Το ονόμαζαν μπαλαούρο μόνο επειδή είχε σιδερένια κάγκελα στην πόρτα. Στην πραγματικότητα ήταν ένα μικροσκοπικό δωμάτιο –ένα από τέσσερα– στον διάδρομο έξω από το μαγειρείο, όπου ο μάγειρας αποθήκευε σακιά με στάρι. Ο Κόρκι είχε πάρει ένα από τα μικρότερα σακιά και το χρησιμοποιούσε για προσκεφάλι, αν και δεν κοιμόταν κανείς. Δύο στενοί σανιδένιοι πάγκοι ήταν καρφωμένοι στους τοίχους δεξιά και αριστερά του τετράγωνου δωματίου με διαστάσεις ενάμισι επί ενάμισι μέτρο. Κουκέτες δεν ήταν πάντως. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχαν πού αλλού να κοιμηθούν, παρά μόνο αν ξάπλωναν κατάχαμα. Δεν υπήρχε χώρος ούτε να περπατήσεις, αν και αυτό που θα ήθελε να κάνει ο Νέιθαν ήταν να ρίξει μια γροθιά στον τοίχο. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε θυμώσει τόσο με γυναίκα. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν συμπεριφερθεί όπως περίμενε να συμπεριφερθούν οι αριστοκράτες,


αλλά η Τ ζούντιθ; Μετά απ’ ό,τι είχαν μοιραστεί οι δυο τους, πώς μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα την έκλεβε; Αυτήν! Οι άδικες κατηγορίες των άλλων δεν συγκρίνονταν καν με τη δική της προδοσία. Ωστόσο, το φταίξιμο ήταν όλο δικό του, αφού είχε εμπιστευτεί μια αριστοκράτισσα. Και τώρα, εξαιτίας εκείνου του λάθους, μπορεί να περνούσε όλη την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή. «Θα ‘θελα να ’ξερα ποιος σ’ την έστησε, για να ξέρω ποιον να πνίξω μετά». Ο Κόρκι δεν είχε ανησυχήσει που τους φυλάκισαν, καθώς ήταν σίγουρος για την αθωότητά τους, όπως και ότι μόλις θα έπιαναν τον πραγματικό κλέφτη θα τους άφηναν ελεύθερους ζητώντας τους γονατιστοί συγγνώμη. Ωστόσο, υπήρχαν ενοχοποιητικά στοιχεία, που σήμαινε ότι κανείς δεν θα ερευνούσε βαθύτερα την υπόθεση από τη στιγμή που πίστευαν ότι είχαν ήδη βρει τον ένοχο. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει μετά∙ τουλάχιστον για μένα», είπε ο Νέιθαν, πιάνοντας τα κάγκελα και ταρακουνώντας τα δυνατά, αν και ούτε που έτριξαν. «Εσένα θα σ’ αφήσουν αναγκαστικά. Δεν μπορούν να φυλακίσουν κάποιον επειδή ομολόγησε ότι είναι φίλος μου». «Τουλάχιστον ο Άρτι μας άφησε ένα φανάρι. Μου έκανε εντύπωση, μετά από το οργισμένο βλέμμα που σου έριξε. Και μιας που το ανέφερα, έκανες κάποιον εχθρό που ξέχασες να μου αναφέρεις;» «Εκτός από τον λόρδο Άντονι, θες να πεις; Απ’ ό,τι ξέρω, όχι. Αλλά όσο κι αν τον αντιπαθώ, δεν πιστεύω ότι θα μου έστηνε ποτέ τέτοια παγίδα, κρύβοντας ένα κλεμμένο δαχτυλίδι κάτω από το κρεβάτι μου. Είναι πιο ευθύς τύπος, προτιμάει να παίρνει εκδίκηση με τις γροθιές του». «Προτιμάει το “ σερ Άντονι”». Ο Νέιθαν γύρισε και τον κοίταξε. «Ποιος;» «Ο σερ Άντονι. Ο πατέρας του ήταν μαρκήσιος, οπότε είναι φυσικά λόρδος, αλλά σύμφωνα με τον δεύτερο ύπαρχο, προτιμάει να τον αποκαλούν σερ Άντονι, καθώς κέρδισε τον τίτλο μόνος του». «Δεν δίνω δεκάρα για το τι προτιμάει». Ο Νέιθαν κάθισε στον


πάγκο απέναντι από τον Κόρκι. «Το πιθανότερο είναι ότι διάλεξαν να με ενοχοποιήσουν γιατί, εκτός από τους δύο ύπαρχους, είμαι ο μόνος από το πλήρωμα που αποφάσισε να μην κοιμάται μαζί με τους άλλους στο κύριο κατάστρωμα. Αν “ φύτευαν” το κόσμημα σε κοινόχρηστο χώρο δεν θα μπορούσαν να υποδείξουν κάποιον συγκεκριμένα σαν κλέφτη. “ Φυτεύοντάς” το στο δωμάτιό μου όμως στρέφουν το δάχτυλο κατευθείαν πάνω μου». «Κατάφερα να γνωριστώ με τους άντρες», είπε σκεπτικός ο Κόρκι. «Ήθελα να μάθω αν θα ’θελε να έρθει κανείς μαζί μας στο ταξίδι του γυρισμού. Αλλά διάολε, δεν θα μου περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό πως κάποιος από δαύτους θα μπορούσε να ’ναι τόσο πανούργος, πόσο μάλλον κανονικός κλέφτης κοσμημάτων. Αν μου έλεγες να μαντέψω–» «Μην κάνεις τον κόπο. Η μόνη περίπτωση να βγω απο εδώ μέσα είναι να βρεθούν τα κοσμήματα πάνω σε κάποιον άλλο... Σιωπή!» προειδοποίησε ο Νέιθαν που σηκώθηκε όρθιος και άρπαξε πάλι τα κάγκελα καθώς άκουσε βήματα. «Κάποιος έρχεται». «Ή απλά περνάει απο εδώ στον δρόμο για το μαγειρείο», είπε ο Κόρκι ξεφυσώντας. «Θα περίμενες να βάλουν το μπαλαούρο στα έγκατα του αναθεματισμένου πλοίου, όχι τόσο κοντά στο μαγειρείο που να σου σπάει τη μύτη το φαγητό;» Ο Νέιθαν δεν απάντησε βλέποντας ότι είχε έρθει να τους δει ο καπετάνιος. Ο Μάλορι έριξε μια ματιά τριγύρω για να βρει πού κρεμόταν το κλειδί πριν συνεχίσει να προχωράει στον διάδρομο. Του Νέιθαν του ήρθε να βάλει τα γέλια. Πού θα πήγαινε αν μπορούσε να φτάσει το κλειδί; Δεν μπορούσε όμως. Ακόμα και αν χρησιμοποιούσε ένα παπούτσι για να φτάσει πιο μακριά, και πάλι δεν θα έφτανε μέχρι το μπροστινό μέρος του μικρού διαδρόμου. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο καπετάνιος δεν γνώριζε πού βρισκόταν το κλειδί μαρτυρούσε ότι το δωμάτιο αυτό δεν χρησιμοποιούνταν συχνά. Δεν θα του έκανε καμία εντύπωση αν μάθαινε ότι ο Μάλορι ζήτησε οδηγίες για το πώς να έρθει εδώ. Ο Τ ζέιμς σταμάτησε μπροστά στο κελί. Η έκφρασή του δεν


έδειχνε τη διάθεσή του, τα λόγια του όμως ναι. «Με απογοήτευσες». «Τα αισθήματα είναι αμοιβαία. Οποιοσδήποτε μπορεί να έβαλε τα δαχτυλίδι κάτω από το κρεβάτι μου και το ξέρεις. Το ίδιο και ο κλέφτης, προφανώς. Ο πραγματικός. Παρ’ όλα αυτά, είμαι κλεισμένος εδώ μέσα, παγιδευμένος για κάτι που δεν έκανα. Το ότι κάποιος είναι λαθρέμπορος δεν σημαίνει ότι είναι και κλέφτης – όχι ότι αποδέχομαι καμία από τις δύο κατηγορίες» «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, Τ ρεμέιν. Δεν με νοιάζει τι ήσουν παλιά, μόνο τι έκανες από τη στιγμή που επιβιβάστηκες στο πλοίο μου. Το μόνο που απομένει τώρα είναι να ομολογήσεις πού καταχώνιασες τα υπόλοιπα κοσμήματα». «Ώστε ψάξατε ήδη όλους όσους επιβαίνουν στο πλοίο;» «Τ ι νόημα θα είχε αυτό; Τα πράγματα κλάπηκαν από τέσσερις ξεχωριστές κοσμηματοθήκες, και κάποια ήταν πολύ ογκώδη – περιδέραια και τιάρες που δεν λυγίζουν– ώστε δεν μπορεί να τα κρύψει κανείς πάνω του». «Δεν έχω κλέψει ποτέ τίποτα στη ζωή μου, αλλά αν το έκανα, δεν θα ήμουν σε καμία περίπτωση τόσο βλάκας ώστε να κρύψω τα κλοπιμαία σ’ ένα πλοίο που δεν έχει δει ακόμη στεριά. Θα περίμενα μέχρι να φαινόταν δρόμος διαφυγής στον ορίζοντα». «Ναι, αλλά εσύ είσαι ξυλουργός, αγόρι μου». «Και λοιπόν;» «Και ποιος είναι πιο κατάλληλος για να κατασκευάσει μια κρυψώνα; Μπορεί να κατασκεύασες μια καμαρούλα σε οποιονδήποτε τοίχο, πάτωμα ή ταβάνι και να την έκρυψες για να μη φαίνεται. Θα ήταν παιχνιδάκι για έναν ξυλουργό με τις δικές σου ικανότητες. Θα εκνευριστώ πάρα πολύ έτσι και αναγκαστώ να ξηλώσω όλο μου το πλοίο ώστε να βρω την καμαρούλα σου. Υπερβολικά μάλιστα». «Το ίδιο θα πάθαινα κι εγώ». Ο Τ ζέιμς γέλασε με την απάντησή του. «Ναι, το φαντάζομαι – αν έλεγες την αλήθεια. Δυστυχώς, τα θύματα της ληστείας είναι μέλη της οικογένειάς μου, οπότε αυτή τη στιγμή δεν βλέπω με πολύ θετικό μάτι τις διακηρύξεις του νούμερο ένα υπόπτου. Οι αποδείξεις, από


την άλλη, μιλούν από μόνες τους. Θα σου δώσω λίγο χρόνο για να σκεφτείς τη θέση στην οποία βρίσκεσαι, αλλά όχι πάρα πολύ. Πιστεύω ότι αύριο θα δούμε στεριά στα βόρεια του προορισμού μας, οπότε μπορεί να φτάσουμε στο Μπρίτζπορτ μέχρι αργά αύριο το βράδυ. Αν αποκαλύψεις την κρυψώνα και βρεθούν τα κοσμήματα, ίσως καταφέρω να καλμάρω την οικογένειά μου και να σ’ αφήσουν να φύγεις». Ο Νέιθαν κάγχασε. «Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο εφόσον είμαι ένοχος, αλλά καθώς δεν είμαι, δεν μπορώ να σου πω πού βρίσκονται τα κλοπιμαία, έτσι δεν είναι;» Ο Τ ζέιμς ανασήκωσε τους ώμους. «Ποιος ξέρει τι στάση θα κρατήσει η οικογένειά μου μόλις βρεθούν τα κοσμήματα. Από την άλλη, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα τι στάση κρατούν αυτή τη στιγμή: ζητούν το αίμα σου». «Ο αδελφός σου, εννοείς». «Ε ναι, αυτό εξυπακούεται. Κατάφερες να προδώσεις την εμπιστοσύνη της κόρης του. Αν πήγες ένα βήμα παραπέρα και την έριξες στο κρεβάτι μόνο και μόνο για να εξασφαλίσεις την υποστήριξή της για το σχέδιο να μας ληστέψεις, τότε θα σε σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Το έκανες;» «Νομίζεις ότι θα το παραδεχόμουν ποτέ μετά από μια τέτοια δήλωση;» «Φαντάζομαι πως όχι». «Γιατί δεν ρωτάς την ίδια;» «Τη ρωτήσαμε. Αλλά η γλυκιά μου έχει τον τρόπο της με τα λόγια και μπορεί να σε μπερδέψει. Αν έδωσε μια οριστική απάντηση, πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν την κατάλαβα». Ο Κόρκι ήρθε και στάθηκε κοντά στον Νέιθαν πίσω από τα κάγκελα. «Αν σταματούσες να κατηγορείς τον λάθος άνθρωπο, καπετάνιε, ίσως έβλεπες πιο καθαρά ότι μπορεί να υπάρχουν άλλα κίνητρα. Παλιές έχθρες, λόγοι εκδίκησης, ακόμα και θέμα ζήλιας ή απλά οργής. Έχω δει άνθρωπο να κάνει θρύψαλα ένα ανεκτίμητο κειμήλιο πάνω σ’ ένα ξέσπασμα οργής. Επίτηδες. Και να κλαίει σαν


μωρό παιδί μετά. Δεν νομίζω ότι θα ήταν δύσκολο να πετάξεις έναν σάκο με κοσμήματα στη θάλασσα, έτσι δεν είναι; Θα χανόταν στη στιγμή. Ούτε που θα προλάβαινες να το μετανιώσεις. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;» «Τα κοσμήματα που λες κοστίζουν μια ολόκληρη περιουσία, πραγματικός θησαυρός. Κανείς λογικός άνθρωπος–» «Ακριβώς. Ποιος είναι λογικός όταν είναι εξοργισμένος, ε;» Ο καπετάνιος κούνησε το κεφάλι του. Ο Κόρκι του έριξε ένα βλέμμα περιφρόνησης και κάθισε πάλι στον πάγκο του. Ο Νέιθαν δεν είχε σκεφτεί το ενδεχόμενο να υπήρχαν κρυφά κίνητρα, αλλά το έκανε τώρα. «Αυτό που είπε ο φίλος μου είναι κάπως παρατραβηγμένο, αλλά υπάρχει και κάτι που δεν είναι. Βρήκαμε έναν λαθρεπιβάτη που δεν πρόλαβε να προκαλέσει κάποια εμφανή ζημιά στο πλοίο, αλλά τον οποίο περισυνέλεξε ένα άλλο πλοίο που μας ακολουθούσε κατά πόδας. Η επιχείρηση ήταν προσχεδιασμένη και είναι πιθανό ένας ή και παραπάνω μέλη του πληρώματος να συνεργάζονταν εξαρχής μαζί τους. Το γεγονός ότι εκείνο το πλοίο δεν ξαναφάνηκε από τότε δεν σημαίνει ότι δεν συνεχίζουν να μας ακολουθούν». «Για να βλάψουν εμένα ή την οικογένειά μου;» «Όχι, για τον θησαυρό που μόλις είπες ότι χάθηκε. Εκείνος ο λαθρεπιβάτης μπορεί να έβαλε τα κοσμήματα μέσα σ’ ένα κασόνι που επιπλέει στο νερό, να το κατέβασε στη θάλασσα και μετά να έκανε σινιάλο στο άλλο πλοίο για να ψάξουν να το βρουν. Τα κοσμήματα μπορεί κάλλιστα να βρίσκονται σ’ εκείνο το πλοίο. Μπορεί αυτό να επιδίωκαν εξαρχής». «Ή μπορεί ο συνεργός τους να είσαι εσύ και να έκανες αυτό ακριβώς που περιέγραψες», είπε ο Τ ζέιμς ενώ απομακρυνόταν. «Αυτή η ανοησία θα μου στοιχίσει το πλοίο μου, διάολε!» του πέταξε οργισμένος ο Νέιθαν. «Κανένα κόσμημα δεν αξίζει τόσα για μένα!» Περίμενε μια απάντηση αλλά δεν την πήρε, οπότε άρχισε να τραντάζει και πάλι με μανία τα κάγκελα. Όμως, ούτε τώρα


κουνήθηκαν από τη θέση τους. Αυτός και ο Κόρκι δεν επρόκειτο να βγουν από το κελί τους. Το πλοίο του θα πουλιόταν. Θα επέστρεφε στη φυλακή παρά την αμνηστία που του είχε δοθεί. Ακόμα και αν οι Μάλορι δεν είχαν εχθρούς έξω στην ανοιχτή θάλασσα, είχαν πλέον έναν πάνω στο πλοίο τους.


Κεφάλαιο τριάντα πέντε «Δεν με ξεγελάς», είπε η Τ ζάκλιν που στάθηκε δίπλα στην Τ ζούντιθ μπροστά στην κουπαστή. «Δεν ακούμπησες το φαγητό σου χτες βράδυ ούτε σήμερα το πρωί. Δεν έχεις πει λέξη για τη στεριά που αγναντεύεις τόση ώρα. Είσαι ακόμα πληγωμένη, έτσι;» Είμαι; αναρωτήθηκε η Τ ζούντιθ. Αυτό νιώθω; Ήταν ακόμα κάπως σοκαρισμένη και τελείως αποκαρδιωμένη ενώ το προηγούμενο βράδυ είχε αποκοιμηθεί κλαίγοντας. Τα μάτια της ήταν ακόμα κόκκινα από το κλάμα. Από την άλλη, όμως, δεν είχε περάσει ούτε μία μέρα από τη στιγμή που έπιασαν τον Νέιθαν για την κλοπή των κοσμημάτων. «Δεν λέω ότι είμαι, αλλά θα περάσει ποτέ ο πόνος;» απάντησε η Τ ζούντιθ. «Φυσικά και θα περάσει». «Πώς το ξέρεις; Κανείς δεν σου έχει ραγίσει την καρδιά». «Επειδή αυτό είναι το λογικό, έτσι δεν είναι; Αν όχι, τότε ο μισός κόσμος δεν θα σταματούσε να κλαίει». «Αμφιβάλλω ότι ο μισός κόσμος–» «Το ένα τέταρτο τέλος πάντων. Αλλά αφού θέλεις συγκεκριμένα παραδείγματα, δες την αδελφή σου. Πέρυσι τον χειμώνα δεν έλεγε ότι είναι ερωτευμένη με τον νεαρό λόρδο Γκίλμπερτ; Το σίγουρο είναι ότι έκλαψε πολλές ώρες για χάρη του. Κι όμως, δύο μέρες μετά γελούσε πάλι σαν καρακαηδόνα και το στόμα της έσταζε μέλι για τον λόρδο Τόμας». «Η Τ ζέιμι δεν ήταν καλά καλά δεκαέξι χρόνων. Επιτρέπεται να ερωτεύεται και να ξερωτεύεται μέχρι να ανακαλύψει τι είναι


πραγματικός έρωτας – και αυτό δεν της έχει συμβεί ακόμη. Είναι πολύ μικρή–» «Ώστε εσύ το ανακάλυψες λοιπόν;» «Απλά νιώθω απίστευτα προδομένη. Μ’ έκανε να πιστέψω ότι ήμασταν φίλοι και μετά με… μας λήστεψε». «Φίλοι και εραστές;» «Τ ζακ!» Αν και τα μάγουλα της Τ ζούντιθ βάφτηκαν ροζ από ντροπή, η Τ ζάκλιν σπανίως ένιωθε αμηχανία για οποιοδήποτε θέμα συζήτησης, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αποφασισμένη να μη μείνει με την απορία. «Δεν θα έκανες έρωτα χωρίς να μου το πεις, έτσι δεν είναι; Δεν νομίζω ότι θα σε συγχωρούσα αν μου κρατούσες μυστικό κάτι τέτοιο». «Εγώ… δεν». Δεν ήταν ψέμα, δεν ήταν! Θα της το έλεγε τελικά. Απλά δεν άντεχε να το κάνει τώρα που η σκέψη και μόνο του πόσο κοντά βρέθηκε με τον Νέιθαν δυνάμωνε ακόμα περισσότερο τον πόνο της. Της σκοτείνιαζε το μυαλό και της πλάκωνε την καρδιά. Γι’ αυτό αιφνιδιάστηκε εντελώς όταν η Τ ζακ της είπε, «Παρ’ όλα αυτά, δεν μου είπες ότι αυτός ήταν το φάντασμά μας». Η Τ ζούντιθ βόγκηξε στην κυριολεξία. Η Τ ζακ δεν θα τη συγχωρούσε ποτέ για τα μυστικά που της είχε κρατήσει. «Το μάντεψες;» «Καθόλου», απάντησε η Τ ζακ και η φωνή της ακούστηκε πληγωμένη. «Αυτά τα τόσο ξανθά μαλλιά που μοιάζουν άσπρα δεν πρόδωσαν το μυστικό. Κι άλλοι έχουν τέτοια μαλλιά. Αλλά χτες βράδυ, όταν σηκώθηκες κι έφυγες από το τραπέζι του δείπνου, άκουσα τη μητέρα μου να ψιθυρίζει στον πατέρα μου ότι τουλάχιστον ο Νέιθαν δεν είναι τελικά ο γείτονας του Ντέρεκ και ότι το γεγονός ότι παρίστανε τον ευγενή δεν ήταν το χειρότερο απ’ όλα όσα έκανε. Οπότε τη ρώτησα τι εννοούσε μ’ αυτό και μου εξήγησε. Ξαφνικά, το τόσο έντονο ενδιαφέρον σου για τον Νέιθαν Τ ρεμέιν μου φάνηκε λογικό».


«Μου ζήτησε να το κρατήσω μυστικό και τώρα ξέρω το γιατί, επειδή ήταν άλλο ένα ψέμα. Εκείνο το σπίτι δεν είναι δικό του. Απλά το χρησιμοποιούσε για να κρύβει λαθραία. Σου μίλησα για τις υποψίες μου όταν είχαμε πάει να επισκεφτούμε τον Ντέρεκ και την οικογένειά του». «Ώστε αυτός είναι ο λαθρέμπορος που είδες τη νύχτα πριν φύγουμε από το Χαμσάιρ;» «Δεν τον είδα πραγματικά εκείνη τη νύχτα. Αλλά όταν τον είδα στο πλοίο και τον αναγνώρισα ως το πρώην φάντασμά μας, είπε κάτι που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως ήταν ο ίδιος ύποπτος άντρας τον οποίο είχα συναντήσει στο ερειπωμένο σπίτι. Τον κατηγόρησα ότι ήταν λαθρέμπορος. Το αρνήθηκε φυσικά και υποσχέθηκε να μου εξηγήσει τα πάντα αν δεν μιλούσα γι’ αυτό». «Αυτό δεν είναι κανένα μεγάλο κακούργημα», επισήμανε η Τ ζακ. «Κάποιοι μάλιστα θεωρούν τους λαθρέμπορους λαϊκούς ήρωες, ξέρεις. Θέλω να πω, πώς θα ένιωθες εσύ αν δεν είχες πια λεφτά για να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι τη στιγμή που το έπινες όλη σου τη ζωή;» «Το ξέρω. Και αυτός ήταν ο μόνος λόγος που κράτησα το στόμα μου κλειστό». «Φαντάζομαι ότι δεν έχει καμία σχέση με το πόσο όμορφος είναι», κάγχασε η Τ ζακ. «Ούτε με το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια ήσουν ερωτευμένη με το φάντασμα;» «Η ομορφιά του… ίσως». «Δεν υπάρχει ίσως. Σε είχε μαγέψει από τότε και σε μαγεύει ακόμη. Φυσικά, αν τον θέλεις για άντρα σου θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι σε εξέθεσε ανεπανόρθωτα – άσχετα από το αν το έκανε ή όχι. Ίσως αυτός να είναι ο μόνος τρόπος για να τον γλιτώσεις από τη φυλακή – αν τον θέλεις για άντρα σου». «Αυτό το ξαναείπες». «Κάποια πράγματα πρέπει να τα λες και να τα ξαναλές. Η φυλακή μπορεί να καταστρέψει έναν άνθρωπο. Τ ώρα είναι η ώρα να τον σώσεις». Νιώθοντας ήδη ανυπόφορο πόνο στην καρδιά της και το βάρος της


ενοχής να τη συντρίβει, η Τ ζούντιθ ξαφνικά ξέσπασε. «Κάναμε έρωτα». «Το ξέρω». Η Τ ζούντιθ άφησε μια πνιχτή κραυγή. «Όχι, δεν μπορεί να το ήξερες!» «Το κατάλαβα», της αντιγύρισε η Τ ζακ. «Νομίζεις ότι δεν πρόσεξα το χαζοχαρούμενο χαμόγελο που δεν μπορούσες να σβήσεις από το πρόσωπό σου χτες το πρωί; Νομίζεις ότι δεν το έχω δει αμέτρητες φορές στα πρόσωπα των γυναικών της οικογένειάς μας; Για όνομα του Θεού, μέχρι κι η μητέρα μου παίρνει αυτό το ύφος κάθε φορά που αυτή και ο πατέρας μου–» «Εντάξει, το ’πιασα». «Θα περιμένω να καταλαγιάσει πρώτα ο πόνος σου πριν επιμείνω να μου τα πεις όλα με κάθε λεπτομέρεια, αλλά ούτε λεπτό παραπάνω. Δεν το πιστεύω ότι μου το κράτησες μυστικό. Από μένα!» Η Τ ζούντιθ έκανε έναν μορφασμό. «Το ξέρω. Με παραπλάνησε για να μη μιλήσω. Προσπαθούσα να εξιχνιάσω την αλήθεια και μου φάνηκε ότι ο μόνος τρόπος ήταν να δεχτώ τους όρους του. Αλλά τώρα συνειδητοποιώ ότι το μόνο που έκανα ήταν να του δώσω χρόνο για να μου πουλήσει ένα πειστικό παραμύθι». «Ένα παραμύθι που ήθελ ες να πιστέψεις, θες να πεις». «Ναι. Καθώς και χρόνο για να με πείσει ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Αυτό είναι το χειρότερο. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τον εμπιστεύτηκα!» «Θεέ και Κύριε, μην ξαναβάλεις τα κλάματα! Ξέχνα ό,τι είπα. Δεν θα τον σώσουμε τον αχρείο. Ας πάει φυλακή, και πολύ του είναι!» Η Τ ζάκλιν δεν είπε άλλη κουβέντα, μόνο τύλιξε το μπράτσο της γύρω από τη μέση της ξαδέλφης της και την έσφιξε δυνατά. Ο άνεμος της στέγνωσε γρήγορα τα δάκρυα. Συνέχισε να ατενίζει την ακτογραμμή που φανταζόταν ότι θα πρέπει να ανήκε σε μία από τις πολιτείες βόρεια του Κονέκτικατ. Όχι ότι είχε καμία σημασία. Είχε χάσει πια κάθε ενδιαφέρον γι’ αυτό το ταξίδι. Είχε χάσει μέχρι και την όρεξή της, όπως της είχε επισημάνει η Τ ζακ. Το μόνο που


μπορούσε να σκεφτεί ήταν ο αβυσσαλέος πόνος που τη συνέτριβε. Της είχε περάσει από το μυαλό να πάει να αντιμετωπίσει τον Νέιθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Εκείνο το πρωί, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να κατέβει στον διάδρομο που οδηγούσε στο αυτοσχέδιο μπαλαούρο. Όμως, δεν κατάφερε να κάνει βήμα παραπέρα γιατί άρχισε πάλι να κλαίει. Ήταν πολύ νωρίς για να του μιλήσει χωρίς να βάλει τις φωνές ή τα κλάματα. Και τι θα μπορούσε να της πει αυτός για να της εξηγήσει γιατί την είχε ληστέψει; Έτσι κι αλλιώς δεν θα τον πίστευε, δεν μπορούσε να τον ξαναπιστέψει πια, τη στιγμή που της είχε πει ψέματα για τόσο πολλά. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό της. Η εικόνα του Νέιθαν να κοιμάται μαζί με το γατάκι στην καμπίνα της ήταν τόσο αξιολάτρευτη, τόσο… αθώα, και της είχε κολλήσει στο μυαλό. Φυσικά, ακόμα κι ένας δολοφόνος μπορούσε ν’ αγαπάει το κατοικίδιό του. Η στοργή του για το γατάκι δεν σήμαινε πως ήταν και αθώος. Όμως, η εικόνα εκείνη της είχε ζεστάνει την καρδιά. Την είχε κάνει να βγάλει συμπεράσματα που ευχόταν να μπορούσε να ξεχάσει. Ο θείος Τ ζέιμς είχε πει ότι δεν ήταν λογικό ο Νέιθαν να είναι και ευγενής και κλέφτης. Θα έπρεπε να προσθέσει πως ούτε το να είναι και λαθρέμπορος και κλέφτης ήταν λογικό. Γιατί να γίνει λαθρέμπορος ένας κλέφτης τη στιγμή που το λαθρεμπόριο δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο επικερδές όσο οι ληστείες; Άρα δεν μπορεί να ήταν και τα δύο. Πάντως, δεν ήταν σίγουρα ικανός κλέφτης εφόσον είχε κάνει την απροσεξία ν’ αφήσει πίσω του στοιχεία. Να ήταν άραγε η πρώτη του απόπειρα; Ή μήπως τον εξανάγκασαν να κλέψει απειλώντας ίσως τις ανιψιές του… Βόγκηξε από μέσα της καθώς αντιλήφθηκε ότι έψαχνε δικαιολογίες που θα την έπειθαν για την αθωότητά του, αφού η σκέψη ότι μπορεί να πήγαινε στη φυλακή την αρρώσταινε. Άσχετα απ’ ό,τι είχε κάνει, αυτή η σκέψη τη γέμιζε τρόμο, σάμπως να αντιμετώπιζε η ίδια αυτό το δυσοίωνο μέλλον. Άραγε γι’ αυτό ένιωθε τόση δυστυχία; Ίσως να μην πονούσε λόγω της ραγισμένης της


καρδιάς, αλλά από συμπόνια για έναν φίλο. Έναν υποτιθέμενο φίλο. Όχι, που να πάρει, δεν ήταν πραγματικός της φίλος, διάολε. «Αναρωτιέμαι ποια πόλη είναι αυτή», είπε η Τ ζακ. «Πάω να κοιτάξω τους χάρτες και να ξεθάψω τον πορτολάνο του θείου Τόμας για να μάθω. Είδες τον πορτολάνο που έδωσε στον πατέρα μου; Είναι ένας χάρτης ολόκληρης της ανατολικής ακτής της Αμερικής και είναι τόσο καλοσχεδιασμένος που ο πατέρας μου δεν τον πέταξε μεμιάς, απλά και μόνο επειδή τον σχεδίασε ένας Άντερσον». Η Τ ζακ έβαλε τα γέλια. «Μπορεί η χαρτογραφία να είναι απλά ένα χόμπι του Τόμας, αλλά είναι πολύ σχολαστικός». Η Τ ζούντιθ κοίταξε πιο προσεκτικά την πόλη που είχε κινήσει την περιέργεια της Τ ζάκλιν. Διέκρινε ισόγεια σπίτια, το καμπαναριό μιας εκκλησίας και λιγοστές χαμηλές προκυμαίες όπου ήταν δεμένες μόνο ψαρόβαρκες. Το Μέιντεν Τζορτζ βρισκόταν σχετικά κοντά στην ακτή και μπορούσε να διακρίνει μέχρι και ανθρώπους να τους χαιρετούν από την ακτή, ή το πιθανότερο να κουνούν τα χέρια στα παιδιά που κολυμπούσαν στο νερό. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Ένας ρωμαλέος άντρας θα μπορούσε πολύ εύκολα να βγει κολυμπώντας στην ακτή από αυτή την απόσταση. Δεν χρειαζόταν να παντρευτεί τον Νέιθαν για να τον γλιτώσει από τη φυλακή. Έπρεπε απλά να τον βγάλει από το κελί του. Ακολούθησε βιαστικά την Τ ζακ για να ρίξει κι αυτή μια ματιά στον χάρτη. Ο Τ ζέιμς είχε πει ότι θα έφταναν στο Μπρίτζπορτ κάποια στιγμή ανάμεσα στα μεσάνυχτα και στην αυγή. Παρ’ όλα αυτά, θα κοιμόντουσαν στο πλοίο το βράδυ καθώς δεν σκόπευε να δέσει στο λιμάνι πριν το ξημέρωμα. Επομένως, η Τ ζούντιθ θα μπορούσε να τον βγάλει από το κελί κάποια στιγμή αφότου θα αγκυροβολούσαν στο λιμάνι, ή ακόμα και νωρίτερα, αρκεί να μάθαινε σε ποιο ακριβώς σημείο της ακτής βρίσκονταν. Το αίσθημα τρόμου καταλάγιασε τώρα που είχε καταφέρει να καταστρώσει ένα ασφαλές σχέδιο. Ωστόσο, εξακολουθούσαν να της τριβελίζουν το μυαλό κάποιες αμφιβολίες. Τα κοσμήματα δεν είχαν


βρεθεί ακόμα. Η οικογένειά της θα γινόταν έξω φρενών μαθαίνοντας ότι βοήθησε τον Νέιθαν να δραπετεύσει. Η Τ ζακ ήταν η μόνη που θα καταλάβαινε τον λόγο που το είχε κάνει. Όμως, όταν κατέβηκε κρυφά στο μπαλαούρο αργά τη νύχτα, το βρήκε αδειανό. Ο Νέιθαν είχε ήδη φύγει.


Κεφάλαιο τριάντα έξι Ήταν αργά τη νύχτα και ο καιρός ήταν κάτι παραπάνω από τσουχτερός στο Κονέκτικατ – αν εκεί βρίσκονταν όντως. Με τα ρούχα τους να στάζουν, κουρασμένοι από το μακρύ κολύμπι ως την ακτή, ο Νέιθαν και ο Κόρκι τουρτούριζαν ανηφορίζοντας την παραλία με κατεύθυνση τα φώτα του μοναδικού μέρους στην πόλη που φαινόταν να είναι ακόμη ανοιχτό τόσο αργά τη νύχτα: μια ταβέρνα. Ο Νέιθαν δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει πως ήταν ελεύθεροι. Οι συνθήκες που τους είχαν οδηγήσει εδώ ήταν απίστευτες. Ένας θόρυβος τους ξύπνησε τυχαία μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Παρ’ όλα αυτά, παραλίγο να ξανακοιμηθεί χωρίς να προσέξει ότι η πόρτα του μπαλαούρου ήταν ανοιχτή. Ξεχνώντας πόσο στενό ήταν το αυτοσχέδιο κρεβάτι του, παραλίγο να πέσει στο πάτωμα έτσι γρήγορα που σηκώθηκε για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν. Η πόρτα ήταν όντως ανοιχτή, αλλά δεν είδε κανέναν στον διάδρομο, οπότε δεν ήξερε ποιον έπρεπε να ευχαριστήσει γι’ αυτό. Πιθανόν κάποιο μέλος του πληρώματος που ήξερε ότι οι Μάλορι τον είχαν αδικήσει. Ή ίσως ο πραγματικός κλέφτης να είχε μετανιώσει που τον παγίδεψε; Όπως και να ’χε, αυτός και ο Κόρκι αποχαιρέτησαν με συνοπτικές διαδικασίες το Μέιντεν Τζορτζ. Δεν σκέφτηκαν καν να πάρουν τα πράγματά τους πρώτα. Βούτηξαν κατευθείαν στη θάλασσα και κολύμπησαν προς τα φώτα της ακτής. «Πες μου ότι είχες λεφτά στην τσέπη σου όταν μας έχωσαν στο μπαλαούρο», είπε γεμάτος ελπίδα ο Κόρκι. «Ένα δυνατό ποτό θα


ήταν ό,τι πρέπει αυτή τη στιγμή». «Οι τσέπες μου είναι άδειες σαν τις δικές σου». Ο Κόρκι βόγκηξε. «Είμαστε μούσκεμα, έχουμε ξυλιάσει, δεν έχουμε λεφτά ούτε τίποτα για ν’ ανταλλάξουμε, και σε λίγη ώρα θ’ αρχίσει να μας ψάχνει μια πανίσχυρη οικογένεια του τόπου. Δεν φαίνονται καλά τα πράγματα, κάπτεν». Όχι… όχι ακόμα τουλάχιστον. Αν, όμως, κατάφερνε να βρει το Περλ όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τα άμεσα προβλήματά τους θα λύνονταν επειδή ήξερε κάτι για το πλοίο που δεν ήξερε κανείς άλλος, ούτε καν ο Κόρκι. Τουλάχιστον ευχόταν να μην το γνώριζε κανείς άλλος. Ωστόσο, αν δεν βρίσκονταν καν στη σωστή πολιτεία… Ο Νέιθαν επιστράτευσε τον πιο ενθαρρυντικό του τόνο για χάρη του φίλου του. «Όλα θα πάνε μια χαρά μόλις φτάσουμε στο Νιου Λόντον». «Ναι, ο φίλος του Γιάνκη θα μας βοηθήσει». Ο Νέιθαν κούνησε το κεφάλι του. «Αυτή η ευκαιρία χάθηκε όταν οι Μάλορι μας έριξαν στο μπαλαούρο. Τ ώρα πια δεν μπορούμε να βασιστούμε στην ελπίδα ότι ο Τ ζον Χάμπαρντ θα μας πιστέψει απλά αν παρουσιαστούμε μπροστά του έτσι κακοντυμένοι και χωρίς συστατική επιστολή από τον Μπόιντ Άντερσον, ο οποίος δεν έκανε τον κόπο να τη γράψει αφού σχεδίαζε να έρθει μαζί μας. Το πιθανότερο είναι ότι ο Χάμπαρντ θα στείλει πρώτα μήνυμα στον Άντερσον για να επιβεβαιώσει την ιστορία μας». «Όπως είπα, λοιπόν, δεν φαίνονται καλά τα πράγματα», μουρμούρισε ο Κόρκι. «Σταμάτα ν’ ανησυχείς. Έχω σκεφτεί εναλλακτικό σχέδιο, αλλά θα πρέπει να ζητήσουμε οδηγίες πρώτα και δεν σκοπεύω να περιμένω να ξημερώσει για να τις πάρω. Πάμε». Μπήκαν στην ταβέρνα. Εκτός από τον ξερακιανό ταβερνιάρη και μια μεσόκοπη γκαρσόνα, θα πρέπει να υπήρχαν καμιά δωδεκαριά θαμώνες εκεί μέσα, οι μισοί από τους οποίους κάθονταν στο μπαρ. Αν και η ξαφνική θαλπωρή του δωματίου ήταν ευπρόσδεκτη, ο Νέιθαν δεν είχε πάει εκεί για να χασομερήσει.


«Καλησπέρα, φίλοι μου», είπε δυνατά ώστε να τραβήξει τα βλέμματα όλων πάνω τους. Όλες οι κουβέντες και τα χωρατά σταμάτησαν μεμιάς ώσπου ένας μυώδης νεαρός που καθόταν στο μπαρ ρώτησε με επιτακτική φωνή, «Ποιοι, διάολο, είστε εσείς;» «Να σφουγγαρίσετε ήρθατε;» είπε κοροϊδευτικά ένας άλλος. Το σχόλιο προκάλεσε δυνατά γέλια. Ο Νέιθαν έπρεπε να παραδεχτεί πως φαίνονταν γελοίοι με τα βρεγμένα μαλλιά και ρούχα τους να σχηματίζουν λιμνούλες στα πόδια τους, ενώ δεν φορούσαν ούτε καν ένα σακάκι για να προφυλαχτούν από τον τσουχτερό νυχτερινό αέρα. «Αν μας πείτε κατά πού πέφτει το Νιου Λόντον, θα σας αδειάσουμε τη γωνιά», απάντησε ο Νέιθαν. Όμως, τα λόγια του προκάλεσαν ακόμα περισσότερα γέλια, ενώ κάνα δυο απάντησαν, «Καταμεσής του βρίσκεστε». Αυτό ήταν το Νιου Λόντον; Δεν μπορεί να ήταν απλά μια τυχερή σύμπτωση. Κάποιος στο πλοίο του Μάλορι θα πρέπει ν’ άνοιξε επίτηδες την πόρτα του μπαλαούρου την ώρα που το πλοίο πλησίαζε την πόλη που ήθελε να επισκεφτεί. Ωστόσο, προτού ο Νέιθαν προλάβει να ρωτήσει το παραμικρό σχετικά με το ύποπτο ναυπηγείο και τον ιδιοκτήτη του, το όνομα του οποίου του είχε αποκαλύψει ο διοικητής Μπέρντις, ο μεγαλόσωμος νεαρός τον πλησίασε και του έριξε μια σπρωξιά στον ώμο. Η σπρωξιά ήταν τόσο δυνατή που κάποιος πιο μικροκαμωμένος θα είχε πέσει κάτω. Ο Νέιθαν δεν κουνήθηκε από τη θέση του, αλλά η επιθετική στάση του άλλου δεν άλλαξε. Ο άντρας τον έσπρωξε πάλι λέγοντας, «Δεν θέλουμε ξένους στην πόλη μας, κι ακόμα λιγότερο ύποπτους Βρετανούς που εμφανίζονται μούσκεμα μες στη νύχτα». Άραγε ήταν κάποιος που μισούσε την Αγγλία ή απλά ένας ντόπιος ταραχοποιός; Ο Νέιθαν ευχήθηκε να είχε σκεφτεί να κρύψει την προφορά του, αν και δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο θα τα κατάφερνε. Παρ’ όλα αυτά, απόψε του δινόταν μια ευκαιρία να πετύχει τον


πρώτο στόχο του και δεν σκόπευε να φύγει από εδώ χωρίς να πάρει οδηγίες για το ναυπηγείο. Αποφάσισε να προσπαθήσει να βάλει στη θέση του μια και καλή τον επιθετικό νεαρό και ευχήθηκε ότι οι υπόλοιποι δεν θα έτρεχαν να βοηθήσουν τον φίλο τους. «Δεν θέλουμε φασαρίες», είπε ο Νέιθαν, ρίχνοντας μια γροθιά στην κοιλιά του άλλου, ενώ αμέσως μετά του έσκασε μία στο σαγόνι και τον ξάπλωσε κάτω. «Ειλικρινά». Δυστυχώς, ο τύπος πετάχτηκε αμέσως όρθιος. Ήταν μεγαλόσωμος, μερικά εκατοστά ψηλότερος από τον Νέιθαν, και εξέπεμπε αυτοπεποίθηση, ενώ τώρα χαμογελούσε κιόλας. Όμως, ο Νέιθαν δεν είχε την πολυτέλεια να χάσει απ’ αυτόν τη στιγμή που η ταβέρνα ήταν το κατάλληλο μέρος για να ζητήσει βοήθεια ή και να βρει τους άντρες για το πλήρωμα που θα χρειαζόταν για το ταξίδι της επιστροφής. Ωστόσο, τίποτα από τα δύο δεν θα γινόταν αν έχανε ή έκανε πίσω στον καβγά. Ο Νέιθαν ευχήθηκε ο άλλος να κάνει μια κίνηση την οποία είτε θα μπορούσε να αποφύγει εύκολα είτε να εκμεταλλευτεί για να πάρει το πάνω χέρι, αλλά ο αντίπαλός του φαινόταν πως δεν ήταν πρωτάρης και απλά δοκίμασε μερικές γροθιές για να τσεκάρει τα αντανακλαστικά του. Το ίδιο έκανε και ο Νέιθαν. Για μερικά λεπτά κανείς τους δεν έπαιρνε το πάνω χέρι. Ήδη κουρασμένος από το μακρινό κολύμπι, ο Νέιθαν ήξερε ότι δεν θα άντεχε για πολύ αν συνέχιζαν να τσεκάρουν ο ένας τη δύναμη του άλλου. Οπότε, τη στιγμή που ο αντίπαλος βρήκε ένα άνοιγμα στην άμυνά του και του έριξε μια γερή γροθιά στο στήθος, ο Νέιθαν ανταπέδωσε μ’ ένα αριστερό γυριστό χτύπημα στο πλάι του κεφαλιού του και αμέσως μετά μ’ ένα γρήγορο δεξί στο σαγόνι. Ο Νέιθαν έβαλε όλη του τη δύναμη στο χτύπημα και ο άλλος έπεσε πάλι στο πάτωμα. «Ειλ ικρινά δεν θέλουμε φασαρίες», επανέλαβε ο Νέιθαν και, πρόθυμος να τα παίξει όλα για όλα, έδωσε το χέρι του στον άντρα τον οποίο είχε σωριάσει κάτω για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Ο πεσμένος κοίταξε για μια στιγμή το χέρι του Νέιθαν και αμέσως μετά έβαλε τα γέλια και το έπιασε. Ο Νέιθαν συστήθηκε. Ο τέως


αντίπαλός του είπε ότι τον λένε Τσάρλι και παρήγγειλε ένα ουίσκι για τον Νέιθαν, το οποίο ο τελευταίος έδωσε στον Κόρκι. Στη συνέχεια, ρώτησε γενικά αν γνώριζε κανείς τον Χένρι Μπόστγουικ και το ναυπηγείο του. Οι απαντήσεις που πήρε ήταν περισσότερες απ’ ό,τι περίμενε. «Δούλεψα για λογαριασμό του πριν από μερικά χρόνια, αλλά η δουλειά δεν ήταν σταθερή, κι εκτός αυτού μου ’κοψε τον μισθό, οπότε δεν ξαναπήγα», είπε ο Τσάρλι. Κάποιος άλλος είπε, «Και μένα μου ’κοψε τον μισθό, και μάλιστα χωρίς λόγο, αφού δημοπρατεί πλοία τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο. Φυσικά τ’ αγοράζει παλιά κι απλά τα φέρνει εδώ και τα επισκευάζει, οπότε τα πουλάει κοψοχρονιά». «Μην τον δικαιολογείς, Πόλι. Ο αδελφός μου ορκίζεται ότι κάποιον λάκκο έχει η φάβα με δαύτον. Έχει κι άλλα πλοία που τα πουλάει ιδιωτικά, αλλά ποιος μπορεί να καταλάβει τη διαφορά έτσι κλειστό που ’ναι το ναυπηγείο του». «Ώστε έτσι δικαιολογεί ο Μπόστγουικ το γεγονός ότι δεν κατασκευάζει πλοία από το μηδέν;» ρώτησε ο Νέιθαν. «Κατασκευάζει και καινούρια, απλά όποτε παρουσιάζεται κάποιο παλιό παίρνει τους μάστορες απ’ τα καινούρια και τους στέλνει στα παλιά, γι’ αυτό κι ένα καινούριο μπορεί να κάνει χρόνια να τελειώσει. Αλλά έτσι έκανε πάντα, απ’ όσο ξέρω», είπε ο Πόλι ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Πάντα αναρωτιόμουν πώς καταφέρνει και βρίσκει τόσα πλοία», είπε ο Τσάρλι. «Τα λίγα που ’χω δει να ’ρχονται όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν καθόλου παλιά, οπότε θα πρέπει να πλήρωσε πολλά λεφτά για να τ’ αποκτήσει. Πώς βγάζει κέρδος μ’ αυτόν τον τρόπο;» «Βγάζει κέρδος επειδή δεν τα αγοράζει, αλλά τα κλέβει από αγγλικά λιμάνια», απάντησε ο Νέιθαν. Κάποιος γέλασε. «Τ ι μας λες;» Ο Νέιθαν σφίχτηκε και αναρωτήθηκε αν ήταν γραφτό να αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, ρώτησε τον άντρα που είχε μιλήσει, «Ξέρεις τίποτα γι’ αυτό;»


«Ξέρω ότι κάποια από τα πλοία που έφτασαν εδώ ήταν όντως βρετανικά. Έριξα μια ματιά στα ημερολόγια γέφυρας πριν τα κάψουν. Ποιος νοιάζεται όμως;» «Καταλαβαίνω γιατί εσάς μπορεί να μη σας φαίνεται κατακριτέος ο τρόπος που δουλεύει, αλλά εμένα μου φαίνεται, αφού έχω λόγους να πιστεύω ότι το πλοίο που έχει αυτή τη στιγμή στο ναυπηγείο του είναι δικό μου». Ο άντρας ανασήκωσε απλά τους ώμους και ξαναγύρισε στο ποτό του. Ο Τσάρλι ρώτησε τον Νέιθαν, «Γι’ αυτό βρίσκεσαι εδώ;» «Ναι. Για να πάρω πίσω το πλοίο μου και να ζητήσω από τις τοπικές Αρχές να σταματήσουν τον Χένρι Μπόστγουικ και τη σπείρα του». «Καλή τύχη», είπε χλευαστικά κάποιος. «Ο λόγος ενός Βρετανού ενάντια στον λόγο ενός ντόπιου επιχειρηματία;» «Ξέρω κάποια πράγματα για το πλοίο μου που δεν μπορεί να γνωρίζει ο Μπόστγουικ και που ελπίζω να μην ανακάλυψε ακόμη, αλλά πρώτα πρέπει να εξακριβώσω αν το πλοίο μου βρίσκεται όντως εδώ. Μπορεί να με πάει κάποιος εκεί… τώρα;» «Και γιατί να κάνουμε τέτοιο πράγμα;» ρώτησε ο Πόλι. «Τη νύχτα ξαμολάνε σκυλιά φύλακες μέσα απ’ την εξωτερική περίφραξη, ενώ τα πλοία που βρίσκονται στο ναυπηγείο είναι κλεισμένα στο μεγάλο υπόστεγο όπου τα επισκευάζουν. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπεις εκεί μέσα και να δεις κάτι». Όλοι συμφώνησαν με αυτή την άποψη. Αλλά εφόσον υπήρχε η πιθανότητα το Περλ να ήταν ακόμα στο Νιου Λόντον, δεν υπήρχε περίπτωση ο Νέιθαν να περιμένει μέχρι αύριο για να το ανακαλύψει. Κανονικά το πλοίο του έπρεπε να βρίσκεται ακόμα εδώ. Ήταν πάνω από είκοσι χρόνων. Θα τους έπαιρνε αρκετό χρόνο μέχρι να το περάσουν όλο με γυαλόχαρτο και να του δώσουν την όψη και τη μυρωδιά καινούριου σκαριού. Αυτή ήταν η μόνη του ελπίδα, μάλιστα: ο χρόνος που θα τους έπαιρνε για να τρίψουν ολόκληρο το σκαρί. «Πληρώνω όσο κι όσο για να δω το πλοίο μου απόψε», είπε ο


Νέιθαν. «Για να δούμε τα λεφτά σου, Βρετανέ». Ο Νέιθαν δεν έδωσε σημασία στο σχόλιο. «Επίσης, θα χρειαστώ πλήρωμα για το ταξίδι της επιστροφής στην Αγγλία. Πάω στοίχημα ότι κάποιοι από σας που βρίσκεστε εδώ τέτοια ώρα αντί να είστε στα κρεβάτια σας χρειάζεστε δουλειά». Κάποιοι γέλασαν με το σχόλιό του, επιβεβαιώνοντας πως ήταν αλήθεια. Ωστόσο, ο ίδιος άπιστος Θωμάς φώναξε πάλι, «Δείξε μας πρώτα το πλοίο πριν προσλάβεις πλήρωμα». «Υπόσχεσαι πράγματα που δεν έχουμε!» του ψιθύρισε προειδοποιητικά ο Κόρκι. «Έχε μου εμπιστοσύνη», ήταν το μόνο που του απάντησε επίσης ψιθυριστά ο Νέιθαν. Τελικά ήταν ο Τσάρλι που άδειασε μονορούφι το ποτήρι του και προσφέρθηκε. «Θα σε πάω εγώ». Ο Νέιθαν χαμογέλασε και, αρπάζοντας τον Κόρκι, ακολούθησε τον μεγαλόσωμο άντρα έξω από την ταβέρνα. Λίγη ώρα αργότερα, πλησίασαν το ναυπηγείο του Μπόστγουικ από τη στεριά. Ο περιφραγμένος περίβολος πλάι στο μεγάλο υπόστεγο ήταν αρκετά μεγάλος για την κατασκευή πλοίων, αλλά ήταν άδειος με εξαίρεση μερικές στοίβες ξύλα και τα σκυλιά που τριγύριζαν ελεύθερα. Σε τι να εξυπηρετούσε το υπόστεγο άραγε; Το είχαν κατασκευάσει προκειμένου να μη διακόπτονται οι εργασίες όταν έπιανε βαρυχειμωνιά – ή μήπως για να κρύβει όσα γίνονταν εκεί μέσα; Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν αρκετά ψηλό ώστε να χωράει ιστιοφόρα πλοία, εκτός κι αν είχαν σκάψει το έδαφος από μέσα. «Κόρκι, εσύ μείνε απ’ αυτή την πλευρά του φράχτη ώστε ν’ αποσπάσεις τα σκυλιά σε περίπτωση που δεν καταφέρω ν’ ανοίξω αρκετά γρήγορα την μπροστινή πύλη», είπε ο Νέιθαν. «Δεν έχουν λόγο να κλειδώνουν την πύλη αν υπάρχουν φύλακες μέσα και ξέρω ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας», είπε ο Τσάρλι. «Μένω εδώ κοντά και τον έχω δει να βγαίνει περιπολία τη νύχτα». Ο Νέιθαν έγνεψε και έδωσε καινούριες οδηγίες στον Κόρκι.


«Ακολούθησέ μας μέσα αν η πύλη είναι ανοιχτή, απόσπασε την προσοχή των σκυλιών αν δεν είναι. Τσάρλι–» «Πάμε», είπε ο μεγαλόσωμος άντρας και πήδηξε πάνω από τον φράχτη πριν ο Νέιθαν ολοκληρώσει τη φράση του. Ο Νέιθαν χαμογέλασε και τον ακολούθησε μέσα. Δυστυχώς, η πύλη ήταν κλειδωμένη. Ήταν παλιά όμως. Θα μπορούσε να τη διαρρήξει εύκολα, αλλά τότε θα τους έπαιρναν αμέσως χαμπάρι οι φύλακες όπως και τα σκυλιά. Ωστόσο, δεν ήξεραν πόσους ένοπλους φρουρούς θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν. «Να τη ρίξουμε κάτω με κλοτσιές;» ρώτησε ο Τσάρλι. «Όχι, ας προσπαθήσουμε να τη σπάσουμε πρώτα, αθόρυβα», ψιθύρισε ο Νέιθαν. «Δεν θα χρειαστεί μεγάλη δύναμη για να σπάσουν οι μεντεσέδες, αλλά τα σκυλιά θα μας μυριστούν σύντομα, οπότε πρέπει να είμαστε γρήγοροι». Ακούμπησαν και οι δύο τους ώμους τους πάνω στην πύλη και έσπρωξαν, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε αμέσως. Ένα σκυλί άρχισε να γρυλίζει – πολύ κοντά τους. Ο Νέιθαν δεν κάθισε να το σκεφτεί∙ σήκωσε το πόδι του για να ρίξει κλοτσιά στην πύλη, όταν η πόρτα άνοιξε ξαφνικά. Ο φρουρός που στεκόταν από πίσω φάνηκε να ξαφνιάζεται τόσο πολύ που τους είδε μπροστά του ώστε καθυστέρησε να σηκώσει το όπλο του. Ο Νέιθαν το άρπαξε από τα χέρια του και τον κοπάνησε με το κοντάκι στο κεφάλι. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να το ξανακάνει γιατί ο Τσάρλι είχε ήδη σπρώξει τον Νέιθαν από τη μέση ώστε να κλείσει την πόρτα αφήνοντας απέξω το σκυλί που άρχισε να γαβγίζει, αν και το γάβγισμα κράτησε μόνο μια στιγμή. Ο Κόρκι θα πρέπει να είχε βρει έναν τρόπο για να του αποσπάσει την προσοχή. Στο πίσω μέρος του υπόστεγου υπήρχε ένας διάδρομος που οδηγούσε σ’ ένα γραφείο στην άλλη πλευρά. Το γραφείο είχε παράθυρα που έβλεπαν στην κεντρική περιοχή, η οποία ήταν όντως πολύ χαμηλότερη. Το φως στο γραφείο αποκάλυψε άλλους δύο φρουρούς καθισμένους σ’ ένα τραπέζι. Στο κέντρο του υπόστεγου από κάτω τους βρισκόταν ένα πλοίο, αλλά ο χώρος ήταν σκοτεινός


οπότε ο Νέιθαν δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα πέρα από το ότι το πλοίο είχε ίδιο μέγεθος με το Περλ . Εφόσον ήταν τοποθετημένο μέσα σε τάφρο, θα μπορούσε να το βγάλει απο εκεί με την παλίρροια αφού θα άνοιγαν τις δύο πελώριες πύλες του υπόστεγου. «Λες να πρέπει να βγάλουμε και τους άλλους φρουρούς από τη μέση;» ρώτησε ο Τσάρλι. «Κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε πυροβολισμούς και θα προτιμούσα να το αποφύγω. Απλά πρέπει ν’ ανέβω στο πλοίο για να επιβεβαιώσω ότι είναι το δικό μου, και νομίζω ότι μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μας πάρουν είδηση. Πάμε». Δύο σκάλες κατέβαιναν στον χώρο εργασιών – η μία από το γραφείο και η άλλη από την πύλη. Ο Νέιθαν μπήκε μπροστά και ανέβηκε τρέχοντας τη μακριά ράμπα που οδηγούσε στο πλοίο. «Κρύψου εδώ πέρα κι έχε τον νου σου στο γραφείο», είπε στον Τσάρλι όταν έφτασαν στο κύριο κατάστρωμα. «Ειδοποίησέ με αν βγουν έξω οι φρουροί». Ο Νέιθαν χρειάστηκε μόλις λίγες στιγμές για να βρει αυτό που έψαχνε: το κρυφό χώρισμα που είχε κατασκευάσει στο κατάστρωμα κάτω από το τιμόνι. Κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο του όταν ανακάλυψε όλα του τα λεφτά ακόμα εκεί μέσα. Ο Μπόστγουικ δεν το είχε βρει. Τα αρχικά του ονόματός του, τα οποία είχε σκαλίσει ο Νέιθαν στο χώρισμα, θα πρέπει να είχαν περάσει επίσης απαρατήρητα. Ωστόσο, εκείνο το χώρισμα ήταν η μόνη απόδειξη που χρειαζόταν ότι το πλοίο ήταν όντως το δικό του. Μόλις βγήκαν πάλι έξω και οι δύο περνώντας ξανά πάνω από τον φράχτη, ο Κόρκι ήρθε τρέχοντας προς το μέρος τους. «Λοιπόν;» «Είχαν την καλοσύνη να καθαρίσουν τις πεταλίδες απ’ το σκαρί του Περλ ». Ο Κόρκι άφησε ένα δυνατό γέλιο πριν σηκώσει και τους δείξει το γυμνό του πόδι. «Αναγκάστηκα να δώσω τη μπότα μου για να κάνω το σκυλί να ενδιαφερθεί για κάτι πέρα από σας». Ο Νέιθαν χτύπησε το μέρος στο πουκάμισό του όπου είχε κρύψει τα κέρδη του από τα λαθραία. «Θα πάρουμε καινούρια ρούχα το


πρωί». «Θα ’θελα να προσληφθώ στο πλήρωμά σου, αλλά δεν βλέπω πώς θα καταφέρεις να πάρεις πίσω το πλοίο σου», του είπε τότε ο Τσάρλι. «Δεν υπάρχει περίπτωση οι Αρχές να πιστέψουν έναν Βρετανό που κατηγορεί έναν Αμερικανό για κλοπές πλοίων». «Ποιος είναι ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του Μπόστγουικ;» ρώτησε ο Νέιθαν. «Ο Κορνέλιους Άλαν. Γιατί;» Ο Νέιθαν χαμογέλασε. «Επειδή αυτός θα με πιστέψει».


Κεφάλαιο τριάντα επτά Ο Τόμας, ο τρίτος μεγαλύτερος αδελφός της Τ ζορτζίνα, τους περίμενε στην αποβάθρα, καθώς είχε ειδοποιηθεί με το που φάνηκε το Μέιντεν Τζορτζ. Η Τ ζακ του κουνούσε το χέρι από το κατάστρωμα, αλλά έβαλε τα γέλια όταν είδε πόσες άμαξες και κάρα σταμάτησαν πίσω του. «Αναρωτιέμαι αν ο θείος μου περιμένει περισσότερους Μάλορι απ’ όσους έχουμε στο πλοίο». «Αυτός δεν είναι το πιο πρακτικό πνεύμα απ’ όλους τους Άντερσον;» απάντησε η Τ ζούντιθ. «Είναι πιο εύκολο να διώξεις μερικές άμαξες παρά να βρεις κι άλλες αν τις χρειαστείς. Δεν βλέπω την ώρα να πατήσω πάλι το πόδι μου στη στεριά!» «Μην παριστάνεις ότι δεν πέρασες καλά στο ταξίδι – στο μεγαλύτερο μέρος του τέλος πάντων». Η Τ ζούντιθ δεν απάντησε. Είχε ζητήσει από την Τ ζάκλιν να μην της αναφέρει ποτέ ξανά το όνομα του Νέιθαν. Της έφτανε που εκείνο το πρωί όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν, κάνοντας διάφορες εικασίες για τον τρόπο που το είχε σκάσει. Δεν πήγε να ενημερώσει η ίδια για την απόδραση, αλλά ένα μέλος του πληρώματος ήρθε και τους ειδοποίησε την ώρα που η οικογένεια προγευμάτιζε, προτού ο Τ ζέιμς οδηγήσει το πλοίο στην αποβάθρα. Φυσικά, ακούγοντας την είδηση, κάμποσα ζευγάρια μάτια στράφηκαν προς το μέρος της. Η Τ ζούντιθ κατάφερε να πει με ειλικρίνεια ότι δεν το είχε κάνει αυτή και απλά φρόντισε να μην τους αποκαλύψει ότι σκόπευε να τον βγάλει από το μπαλαούρο αν δεν την προλάβαινε κάποιος άλλος που είχε την ίδια ιδέα.


Με τον Σίλβερ φωλιασμένο στην αγκαλιά της, η Τ ζούντιθ και η Τ ζάκλιν ήταν οι πρώτες που κατέβηκαν τη σανιδόσκαλα του πλοίου. Οι τρεις άλλοι αδελφοί της Τ ζορτζίνα έφτασαν στην αποβάθρα πριν αποβιβαστεί και η υπόλοιπη οικογένεια. Η Τ ζορτζίνα τους σύστησε την Κάθριν και τον Αντράσι, αναφέροντάς τους με λίγα λόγια τον δεσμό του Αντράσι με τους Μάλορι. Ο Αντράσι έσπευσε να καθησυχάσει τους Άντερσον. «Η αδελφή μου κι εγώ δεν θα σας γίνουμε βάρος. Θα συνεχίσουμε αμέσως το ταξίδι μας». Η Τ ζορτζίνα έφερε αντίρρηση και, παραδόξως, το ίδιο έκανε και η Κάθριν. «Να πω την αλήθεια, θα ήθελα να αποδεχτώ την πρόσκλησή τους να πάρω μέρος σε κάποιες από τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Αντράσι, πες ναι, σε παρακαλώ. Έχει περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που πήγα σε χορό». Προς στιγμή, ο Αντράσι αγριοκοίταξε με οργή την ετεροθαλή του αδελφή που τον είχε φέρει σε τόσο δύσκολη θέση, αλλά σαν τζέντλεμαν που ήταν, απάντησε ευγενικά. «Πολύ καλά. Μπορούμε να μείνουμε για λίγες μέρες». Λίγη ώρα μετά, η Τ ζούντιθ και η Τ ζάκλιν ήταν καθισμένες μέσα σε μια άνετη ανοιχτή άμαξα, πηγαίνοντας μαζί με τους γονείς τους στο μέγαρο με τα κόκκινα τούβλα των Άντερσον, το οποίο δεν απείχε πολύ από την πόλη. Οι τέσσερις αδελφοί Άντερσον τους συνόδευαν έφιπποι, δύο από κάθε πλευρά, ώστε να συνεχίσουν να μιλούν με την Τ ζορτζίνα στον δρόμο για το μέγαρο. Ο Τ ζέιμς έριξε μια ματιά στους κουνιάδους που αντιπαθούσε και σχολίασε, «Γιατί νιώθω σαν να με πηγαίνουν στην κρεμάλα, Τ ζορτζ;» «Λόγω του μέρους, αγάπη μου», απάντησε χαμογελαστή η Τ ζορτζίνα. «Δεν θα τους συγχωρήσεις ποτέ που θέλησαν να σε κρεμάσουν εδώ;» «Φυσικά όχι», μουρμούρισε ο Τ ζέιμς. «Νόμιζες ότι θα χρειαζόσουν ενισχύσεις, Τ ζέιμς;» είπε ο Ντρου από τα αριστερά τους, κοιτάζοντας τον Άντονι. «Ο αδελφός μου δεν ήθελε ν’ αφήσει την κόρη του να έρθει μόνη


της», απάντησε ο Τ ζέιμς. «Είναι μεγάλη μας χαρά που την ξαναβλέπουμε. Εσένα, πάλι...» Ο Ντρου γέλασε και προχώρησε πιο μπροστά. «Μπορώ να σκοτώσω κάνα δυο όσο θα είμαστε εδώ, Τ ζορτζ;» ρώτησε τη γυναίκα του ο Τ ζέιμς. «Θα είμαι ήρεμος». Η Τ ζορτζίνα πλατάγισε τη γλώσσα της. «Αυτού του είδους οι σκοτωμοί δεν είναι ποτέ ήρεμοι. Αλλά υποσχέθηκες ότι θα προσέχεις τη συμπεριφορά σου». «Όχι, υποσχέθηκα να υποφέρω βουβά». «Κανείς δεν περιμένει κάτι τέτοιο από σένα. Παρ’ όλα αυτά, ήξερες ότι θα σε τσιγκλήσουν τώρα που βρίσκεσαι στο δικό τους τερέν, που λέει ο λόγος. Μην τους κακιώνεις γι’ αυτό τη στιγμή που εσύ και ο Τόνι είστε ανελέητοι μαζί τους όταν μας επισκέπτονται στο Λονδίνο». Όταν έφτασαν στο μέγαρο των Άντερσον, η Έιμι έτρεξε έξω να τους καλωσορίσει. «Το ταξίδι ήταν καλό; Είστε όλοι καλά;» Ο Τ ζέιμς ανασήκωσε το φρύδι του. «Γιατί, τι περίμενες, ψιψίνα;» Η Έιμι αναψοκοκκίνισε όταν ομολόγησε, «Φοβόμουν ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά, αλλά ξέρετε πόσο ανησυχώ πάντα». «Κάτι πήγε όντως στραβά», είπε ο Άντονι. «Έκλεψαν όλα τα κοσμήματα των κυριών, μέχρι και το τελευταίο πετράδι». «Αυτό είναι μόνο;» Η Έιμι φάνηκε να ανακουφίζεται, αλλά τα μπάλωσε αμέσως. «Θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι χειρότερο». Κάποιοι έστρεψαν τα μάτια τους στην Έιμι. «Πρέπει να επιστρέψω στην πόλη», είπε ο Τ ζέιμς. «Και τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία, αφού οι κυρίες θα χρειαστούν λίγο χρόνο μέχρι να τακτοποιηθούν. Θα ήθελα να προσλάβω μερικούς ντόπιους μαραγκούς ώστε ν’ ανοίξουν κάποια μέρη του Μέιντεν Τζορτζ για να δουν αν τα κοσμήματα είναι κρυμμένα κάπου στο πλοίο. Μέχρι στιγμής, οι έρευνες ήταν άκαρπες». «Μήπως ξεχνάς κάτι;» ρώτησε ο Άντονι κοιτάζοντας με νόημα τον Τ ζέιμς. «Πρέπει να ενημερώσουμε επίσης τις τοπικές Αρχές ότι πιάσαμε τους κλέφτες αλλά δραπέτευσαν από το πλοίο χτες τη νύχτα.


Θα είναι εύκολο να τους εντοπίσουν λόγω της βρετανικής προφοράς και της έλλειψης χρημάτων, εφόσον ξεκινήσουν αμέσως τις έρευνες». Η Τ ζούντιθ ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Δηλαδή, ο Νέιθαν ήταν φυγάς τώρα πια;

«Αυτές οι καινούριες μπότες είναι διαολεμένα άνετες», είπε για πολλοστή φορά ο Κόρκι. «Με βλέπω να συνηθίζω αυτά τα ρούχα». «Είναι αλήθεια ότι είσαι πιο ευπαρουσίαστος απ’ ό,τι συνήθως», είπε χαμογελαστός ο Νέιθαν. Χτες βράδυ, ο Νέιθαν είχε νοικιάσει δωμάτια στο ξενοδοχείο της περιοχής. Το ζεστό μπάνιο, το καλό φαγητό και μερικές στάσεις για καινούρια ρούχα αυτό το πρωί, τους είχαν κάνει να μοιάζουν με δύο επιχειρηματίες της περιοχής. Τ ώρα βρίσκονταν στο γραφείο του Κορνέλιους Άλαν και περίμεναν να δουν τον ναυπηγό. Ο κύριος Άλαν ήταν ένας αξιοσέβαστος πολίτης, επιτυχημένος επιχειρηματίας και ο κύριος ανταγωνιστής του Χένρι Μπόστγουικ, γι’ αυτό και ο Νέιθαν βασιζόταν στο ότι θα ήθελ ε να τον πιστέψει όταν θα του παρουσίαζε τα στοιχεία εναντίον του Μπόστγουικ. Όταν τους δέχτηκε ο μεσόκοπος άντρας, τους είπε με ελπίδα, «Ο διευθυντής με ενημέρωσε για τον ισχυρισμό σας ότι έχετε αποδείξεις πως ο Χένρι Μπόστγουικ είναι κλέφτης. Το καλό που σου θέλω, νεαρέ μου, να μην είναι κανένα αστείο γιατί έχω χρόνια ν’ ακούσω τόσο ευχάριστη συκοφαντία». «Είναι αλήθεια», διαβεβαίωσε τον κύριο Άλαν ο Νέιθαν. «Χτες βράδυ επιβεβαίωσα ότι το πλοίο που επισκευάζει στο ναυπηγείο του αυτή τη στιγμή είναι δικό μου. Όταν το έκλεψαν οι άντρες του, σκοτώθηκε ένας άνθρωπος. Ωστόσο, συνελήφθη και ένας από τους δικούς του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν, ο Μπόστγουικ και η σπείρα των ληστών του κλέβουν εδώ και μία δεκαετία πλοία από αγγλικά λιμάνια. Μπορεί αρχικά να το έκανε για να εκδικηθεί τους Βρετανούς, αλλά από τότε εξελίχθηκε σε πολύ


επικερδή επιχείρηση, οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιεί πλέον την εκδίκηση σαν δικαιολογία. Όπως καταλαβαίνετε, η κυβέρνησή μου θέλει να μπει τέλος στη δράση του – κι εγώ θέλω πίσω το πλοίο μου». «Ενδιαφέρουσα ιστορία», είπε ο Κορνέλιους. «Όπως καταλαβαίνεις, όμως, δεν αρκεί μόνο ο λόγος σου. Χωρίς παρεξήγηση… Τ ριμέι, είπες ότι σε λένε;» «Νέιθαν Τ ρεμέιν, και δεν υπάρχει καμία παρεξήγηση». «Κοίτα, δεν είναι μυστικό ότι απεχθάνομαι τον Χένρι Μπόστγουικ. Μ’ ενοχλεί εδώ και χρόνια. Δεν προσφέρει μόνο χαμηλότερες τιμές από τις δικές μου, αλλά δείχνει και μια γελοία μυστικοπάθεια έτσι όπως έχει κλείσει από παντού όλο του το ναυπηγείο. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι αγοράζει τα πλοία που ανακαινίζει και, παρότι θα ήθελα πολύ να δω τα αρχεία αυτών των αγορών, δεν είχα ποτέ εύσχημο λόγο για να του ζητήσω να τα παρουσιάσει για επιθεώρηση». Ο Νέιθαν χαμογέλασε στον μεγαλύτερο άντρα. «Μέχρι τώρα. Αν διαθέτει αρχεία, θα είναι σίγουρα πλαστά. Αλλά μέχρι στιγμής έχει καταφέρει να τη σκαπουλάρει, οπότε αμφιβάλλω αν θα κάνει καν τον κόπο να καλύπτει τα ίχνη του πλαστογραφώντας έγγραφα». «Οπότε, γιατί προσέγγισες εμένα μ’ αυτή την ιστορία;» ρώτησε γελώντας ο Άλαν. «Εκτός από το γεγονός ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». «Επειδή είστε ένα αξιοσέβαστο μέλος της κοινότητάς σας και η στήριξή σας μπορεί να εξασφαλίσει το γρήγορο κλείσιμο της υπόθεσης, ίσως σήμερα κιόλας. Επίσης, σας είπα ότι διαθέτω την απόδειξη που θα χρειαστείτε για να το πετύχετε. Υπάρχουν δύο πράγματα στο πλοίο μου τα οποία δεν γνωρίζει κανείς άλλος εκτός από μένα. Όταν ήμουν παιδί, σκάλισα τα αρχικά μου στο αμπάρι τη μέρα που ο πατέρας μου μου είπε ότι το πλοίο του θα γινόταν κάποτε δικό μου. Θέλησα ν’ αφήσω το σημάδι μου, αλλά δεν ήθελα να το δει ο πατέρας μου, γι’ αυτό σκάλισα τα αρχικά στο πίσω μέρος ενός από τα δοκάρια που βρίσκονται κοντά στη γάστρα. Ακόμα κι αν


ο Μπόστγουικ έβαλε να το βάψουν, ο μπογιατζής δεν θα παρατήρησε ότι τα αρχικά ήταν εκεί ώστε να βάλει να τα τρίψουν πρώτα για να τα εξαφανίσουν. Επίσης, κατασκεύασα ένα κρυφό χώρισμα στο Περλ , την ύπαρξη του οποίου δεν γνωρίζει ο Μπόστγουικ». «Δεν είναι ανάγκη να τη γνωρίζει κιόλας, εφόσον είπε ότι αγόρασε απλά ένα παλιό πλοίο. Ωστόσο, το στοιχείο με τα αρχικά ακούγεται ελπιδοφόρο». «Υπάρχει και κάτι ακόμη. Μίλησα με κάποιους ντόπιους που εργάστηκαν για τον Μπόστγουικ στο παρελθόν. Κάποιοι από αυτούς έχουν δει μερικά από τα πλοία που μεταφέρθηκαν κρυφά στην ιδιοκτησία του μες στη νύχτα. Είναι διατεθειμένοι να καταθέσουν ότι ήταν βρετανικά πλοία και όχι αμερικανικά, και ότι τα παρουσίασε ως καινούρια όταν τα πούλησε. Αυτά τα έμαθα από τις μαρτυρίες μιας χούφτας ανθρώπων. Θα πρέπει να υπάρχουν ακόμα περισσότεροι στην πόλη που θα έχουν να προσθέσουν κι άλλα στοιχεία σχετικά με τις παράνομες δραστηριότητές τους. Ωστόσο, οι ντόπιοι είπαν επίσης ότι ο Μπόστγουικ κατασκευάζει από καιρό σε καιρό κάποιο καινούριο καράβι, επομένως μην του δώσετε την ευκαιρία να πει ότι αγόρασε το δικό μου. Απλά ζητήστε να δείτε τα έγγραφα της αγοράς πριν προλάβει να πει τίποτα. Αν δεν έχει προλάβει να πλαστογραφήσει το σχετικό έγγραφο για να σας το δείξει, τότε μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτός κατασκεύασε το πλοίο μου. Αν το κάνει, θα τον έχετε πιάσει επ’ αυτοφώρω, γιατί δεν μπορεί να σας δείξει πού βρίσκεται το μυστικό χώρισμα του πλοίου, ενώ εγώ μπορώ». Ο Κορνέλιους Άλαν χαμογέλασε με προφανή ικανοποίηση. «Μ’ έπεισες από τη στιγμή που μίλησες για ντόπιους μάρτυρες. Αλλά πες μου κάτι: προφανώς έχεις σκεφτεί πολύ καλά τον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρεις να φέρεις τον Μπόστγουικ στη δικαιοσύνη –όχι ότι παραπονιέμαι γι’ αυτό, να εξηγούμαι– αλλά τώρα δείχνεις τρομερή βιασύνη να τελειώνεις με την υπόθεση. Υπάρχει και κάποιος άλλος λόγος που του κρατάς τόση κακία;» Ο Νέιθαν γέλασε. «Δεν αρκεί που μου έκλεψε το πλοίο; Όχι, απλά


λείπω πολύ καιρό από την πατρίδα. Ανυπομονώ να γυρίσω πίσω με το πλοίο μου, καθώς και μ’ ένα επίσημο έγγραφο που θα πιστοποιεί ότι η επιχείρηση αυτών των ληστών έκλεισε διά παντός». Φυσικά δεν μπορούσε να προσθέσει, Προτού εμφανιστούν οι Μάλ ορι με την αστυνομία για να με συλ λ άβουν, πράγμα που μπορεί να συμβεί σήμερα κιόλ ας.


Κεφάλαιο τριάντα οκτώ Εκείνο το πρωί, η Τ ζούντιθ και η Τ ζάκλιν διασκέδασαν πολύ την έξοδό τους με τα άλογα, ολοκληρώνοντας τη βόλτα τους με μια κούρσα μέχρι το σπίτι. Η Τ ζούντιθ κέρδισε, αλλά ο ιπποκόμος δεν κατάφερε να ακολουθήσει την ταχύτητά τους, και γι’ αυτό η Τ ζάκλιν ήταν σκασμένη στα γέλια όταν ξεπέζεψε μπροστά από το σπίτι. «Δεν βλέπω την ώρα να ξαναδώ τον Κουέντιν απόψε το βράδυ», εκμυστηρεύτηκε η Τ ζάκλιν καθώς έδιναν τα γκέμια τους στον αργοπορημένο ιπποκόμο. «Μιλάτε ήδη στον ενικό;» απάντησε η Τ ζούντιθ. Η Τ ζακ είχε γνωρίσει τον νεαρό στο χτεσινοβραδινό σουαρέ της Έιμι. Η Τ ζακ χαμογέλασε. «Ναι. Είναι συμπαθέστατος, γοητευτικός και αστείος – και ελπίζω ότι απόψε θα προσπαθήσει να με φιλήσει». «Στη δεύτερη συνάντησή σας;!» «Πάω στοίχημα ότι θα το κάνει». Η Τ ζακ χαμογέλασε πλατιά. «Οι Γιάνκηδες δεν δίνουν την ίδια σημασία με τους Εγγλέζους στους κανόνες ευπρέπειας, και εξάλλου ξέρει ότι δεν θα είμαι για πολύ εδώ, οπότε ενδείκνυται ένα γρήγορο κορτάρισμα. Κοίτα να το θυμάσαι κι εσύ αυτό και ν’ αρχίσεις να διασκεδάζεις λιγάκι. Είναι η τρίτη μας μέρα εδώ πέρα και δεν σ’ έχω δει να χαμογελάς ούτε μία φορά!» «Απλά είμαι αφηρημένη». «Έτσι το λες τώρα; Πρέπει να ξεχάσεις εκείνον τον παλιάνθρωπο που σε λίγο θα πάει φυλακή και να μπεις στο εορταστικό πνεύμα. Αλήθεια τώρα, Τ ζούντι, θα έπρεπε να χαίρεσαι που στον αποψινό χορό θα γνωρίσεις τον Ρέιμοντ Ντένισον αντί να σκας για έναν άντρα


τον οποίο πιθανόν να μην ξαναδείς ποτέ σου. Η Έιμι μου εκμυστηρεύτηκε ότι είναι σίγουρη πως θα λατρέψεις τον Ντένισον». «Έτσι κι έβαλε τέτοιο στοίχημα, ίσως αναγκαστώ να της στρίψω το λαρύγγι». Η Τ ζακ στριφογύρισε τα μάτια της. «Ποτέ δεν θα το έκανε αυτό». Ξάφνου, άκουσαν την Κάθριν να τις φωνάζει και, όταν γύρισαν, την είδαν να έρχεται προς το μέρος τους από τον δρόμο της πόλης. «Αφού ήθελες να πάρεις καθαρό αέρα, γιατί δεν ήρθες μαζί μας στη βόλτα με τα άλογα;» είπε η Τ ζακ όταν η Κάθριν τις έφτασε. «Σας ευχαριστώ, αλλά δεν τα πάω καλά με τα άλογα. Εξάλλου, έπρεπε να πάω στα μαγαζιά στην πόλη για κάποια αξεσουάρ ώστε να φρεσκάρω το φόρεμά μου για απόψε. Δεν έφερα βραδινή τουαλέτα στο ταξίδι, αλλά δεν χρειάζονται και πολλά για να μετατρέψεις ένα απλό φόρεμα σε τουαλέτα». Αλ ήθεια; αναρωτήθηκε από μέσα της η Τ ζούντιθ. Ίσως όχι για κάποια με τις ικανότητες της Κάθριν με τη βελόνα. Η Κάθριν και ο Αντράσι ήταν ακόμα μαλωμένοι. Μπορεί ο Αντράσι να της έκανε τη χάρη και να δέχτηκε να μείνουν λίγες ακόμη μέρες προτού συνεχίσουν το ταξίδι τους, αλλά ήταν προφανές ότι δεν χάρηκε γι’ αυτό. Τους είχαν δει μέχρι και να μαλώνουν ψιθυριστά. Τα κορίτσια ακολούθησαν την Κάθριν μέσα στο σπίτι. Υπηρέτες έτρεχαν πέρα-δώθε ετοιμάζοντας το σπίτι για τον αποψινό χορό, με την Έιμι να στέκεται στο χολ και να δίνει διαταγές. Φαινόταν πελαγωμένη, αλλά ήθελε όλα να είναι τέλεια. Η Κάθριν ζήτησε συγγνώμη και ανέβηκε πάνω. Η Έιμι πήγε κοντά στα κορίτσια και δείχνοντας μ’ ένα νεύμα την Κάθριν είπε, «Αυτή η γυναίκα μου προκαλεί μια παράξενη αίσθηση». Η Τ ζακ έβαλε τα γέλια. «Πολλοί το νιώθουν αυτό. Η Τ ζούντι είναι η μόνη που τη συμπαθεί πραγματικά». «Δεν είναι αλήθεια», έσπευσε να υπερασπιστεί την Κάθριν η Τ ζούντιθ. «Κι η μητέρα σου τη συμπαθεί». Η Τ ζακ κάγχασε. «Η μητέρα μου είναι πολύ ευγενική για να δείξει την πραγματική της άποψη».


«Την είδα να μιλάει μ’ έναν νεαρό χτες στην πόλη», ανέφερε η Έιμι. «Και ήταν κάπως υπερβολικά φιλικοί για να έχουν μόλις γνωριστεί. Έχει φίλους στο Μπρίτζπορτ;» «Δεν μου φαίνεται και πολύ πιθανό αυτό», απάντησε η Τ ζούντιθ. «Έχει να έρθει στην Αμερική από παιδί». Η Τ ζακ χαχάνισε και μάντεψε. «Ίσως να πρόλαβε ήδη να βρει φίλο από την πρώτη της μέρα εδώ πέρα, την ώρα που όλοι εμείς προσπαθούσαμε να τακτοποιηθούμε. Μπορεί να είναι πιο περπατημένη και έμπειρη με τους άντρες απ’ ό,τι πιστεύαμε, ξέρεις».

Στον πάνω όροφο, ο Αντράσι τρύπωσε αθόρυβα στο δωμάτιο της Κάθριν. Δεν περίμενε να τη βρει να μαζεύει τα πράγματά της. «Μήπως το έβαλες για κάπου χωρίς να μου το πεις, αδελφούλα; Νόμιζα ότι δεν ήσουν ακόμα έτοιμη να φύγεις από το Μπρίτζπορτ». Η Κάθριν γύρισε ξαφνιασμένη. «Φεύγουμε αύριο, όπως συμφωνήσαμε. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένω μέχρι την τελευταία στιγμή για να μαζέψω τα πράγματά μου». Τα μάτια του μισόκλεισαν από οργή. «Λες ψέματα. Σκοπεύεις να το σκάσεις κρυφά χωρίς εμένα». Την άρπαξε και προσπάθησε να τη φιλήσει, αλλά η Κάθριν τον έσπρωξε μακριά της. «Σταμάτα! Σε προειδοποίησα ότι αυτά θα κόβονταν από τη στιγμή που άρχισες να υποδύεσαι τον ρόλο για τον οποίο σε προσέλαβα. Κι έπαιξες εξαιρετικά τον ρόλο σου, αλλά όλα αυτά τελειώνουν αύριο, όταν θα χωρίσουν οι δρόμοι μας. Δεν έχει αλλάξει τίποτα από το αρχικό σχέδιο, Άντι». «Άλλαξες ήδη το σχέδιο τη στιγμή που αποφάσισες να μείνουμε εδώ ενώ υποτίθεται ότι θα φεύγαμε αμέσως μόλις φτάναμε στο λιμάνι. Μήπως για να μπορέσεις να το σκάσεις χωρίς να μου δώσεις το μερτικό μου;» Η Κάθριν πλατάγισε τη γλώσσα της και του πέταξε ένα μικρό πουγκί. «Ικανοποιημένος τώρα;»


Ο Άντι άνοιξε το πουγκί, είδε τα κοσμήματα πάνω πάνω, και μετά το καταχώνιασε στην τσέπη του. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί η Κάθριν διακινδύνεψε τα πάντα καθυστερώντας την αναχώρησή τους. Αλλά τότε τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. «Δεν σκοπεύεις να εκτελέσεις το παρανοϊκό σχέδιο του φίλου σου, έτσι; Απέτυχε ήδη μια φορά και δεν μπορείς να το διακινδυνέψεις πάλι, όχι με τόσους συγγενείς τριγύρω. Ο πατέρας σου θα μείνει ικανοποιημένος με τον θησαυρό των κοσμημάτων που έκλεψες για λογαριασμό του. Με διαβεβαίωσες γι’ αυτό». «Ξέρω τον πατέρα μου. Δεν θα μείνει ικανοποιημένος παρά μόνο αν πάρει τα πάντα!» «Δεν θα σ’ αφήσω να το κάνεις!» «Αν πεις ή κάνεις το παραμικρό για να με σταματήσεις, θα πω στους Μάλορι ποιος είσαι πραγματικά, ότι ήταν δική σου ιδέα να κλέψουμε τα πετράδια και ότι με ανάγκασες να σε βοηθήσω!» «Δεν θα σε πιστέψουν. Με αγαπούν, με θεωρούν δικό τους άνθρωπο. Έπαιξα καλά τον ρόλο μου». «Θα με πιστέψουν και θα με παραπιστέψουν. Έβγαλα τα κοσμήματα από το πλοίο ράβοντάς τα στα στριφώματα των φουστανιών μου, αλλά έραψα μερικά και στα δικά σου ρούχα, και δεν πρόκειται να σου πω ποια ενδύματα της εκτεταμένης γκαρνταρόμπας σου έχουν μετατραπεί σε κοσμηματοθήκες. Θα το πω όμως στους Μάλορι αν επιμείνεις να μου καταστρέψεις την αποψινή βραδιά». Αλλά τότε η Κάθριν πρόσθεσε πιο γλυκά, «Ανυπομονώ τόσο πολύ για τον πρώτο αμερικανικό χορό μου».


Κεφάλαιο τριάντα εννιά Η Νέτι βοήθησε την Τ ζούντιθ να ετοιμαστεί για τον χορό και ύστερα έσπευσε να βοηθήσει και την Τ ζάκλιν με το χτένισμά της. Η Τ ζούντιθ παρέμεινε καθισμένη μπροστά στην τουαλέτα του δωματίου της, με το βλέμμα καρφωμένο στον καθρέφτη, κοιτάζοντας το κολιέ που φορούσε στον λαιμό της. Η Νέτι την είχε βοηθήσει να το βάλει, αλλά την είχε αφήσει να φορέσει μόνη της το βραχιόλι και τα σκουλαρίκια του σετ. Τα κοσμήματα ήταν δανεικά από την Έιμι, όμως δεν είχε σημασία σε ποια ανήκαν. Είχε την αίσθηση ότι κάθε φορά που θα φορούσε κοσμήματα από εδώ και πέρα, θα θυμόταν τον Νέιθαν. Και τότε, της ξέφυγε μια πνιχτή κραυγή καθώς είδε ξαφνικά μέσα στον καθρέφτη την αντανάκλασή του ακριβώς από πίσω της, σάμπως να τον είχε γεννήσει η φαντασία της. Άγγιξε τον καθρέφτη, αλλά δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Βρισκόταν πραγματικά εκεί. Σηκώθηκε τόσο απότομα που έριξε κάτω το βελούδινο σκαμπό της και τον είδε να πετάει θυμωμένος μια χούφτα χρυσά νομίσματα πάνω στο κρεβάτι της. Δεν είχε ιδέα αν είχε χρησιμοποιήσει την πόρτα ή κάποιο από τα ανοιχτά παράθυρα για να μπει μέσα, όμως αν τον τσάκωναν… «Δεν πρέπει να βρίσκεσαι εδώ». «Δεν μπορούσα να φύγω από τη χώρα χωρίς να ξεκαθαρίσω πρώτα την κατάσταση. Δεν έκλεψα εγώ τα κοσμήματά σου. Δεν χρειάζομαι τίποτα από σας τους Μάλορι». Είχε διακινδυνέψει να τον πιάσουν μόνο και μόνο για να της πει


αυτό το πράγμα; Θα μπορούσε να του επισημάνει ότι το γεγονός πως είχε χρήματα μπορεί να σήμαινε απλά ότι είχε ήδη πουλήσει κάποια από τα κοσμήματα. Η κίνησή του δεν αποδείκνυε τίποτα, παρ’ όλα αυτά η Τ ζούντιθ δεν χρειαζόταν καμία απόδειξη. Ήξερε βαθιά μέσα της ότι δεν μπορεί να ήταν αυτός ο ένοχος ή τουλάχιστον ότι δεν είχε κλέψει την ίδια. Ανήμπορη ακόμη να πιστέψει ότι βρισκόταν εκεί και ότι έδειχνε τόσο οργισμένος, τον ρώτησε διστακτικά, «Όλες αυτές τις μέρες κρυβόσουν στο Μπρίτζπορτ;» «Όχι, είχα δουλειά προσπαθώντας να πάρω πίσω το πλοίο μου». «Ώστε έχεις πραγματικά δικό σου πλοίο;» Δεν έπρεπε να του το πει αυτό! Ακούστηκε ακόμα πιο οργισμένος όταν της απάντησε, «Το Περλ είναι πραγματικό, κι έχω τελειώσει σχεδόν την επάνδρωσή του. Το έχω αγκυροβολήσει μερικά χιλιόμετρα ανατολικά απο εδώ». «Και όταν συγκεντρωθεί όλο το πλήρωμα;» «Θα βάλω πλώρη για το Χαμσάιρ». «Ώστε εκείνο το σπίτι είναι πραγματικά δικό σου;» «Απλά υποκρινόσουν ότι με πίστευες;» Η Τ ζούντιθ μόρφασε με τον απότομο τόνο του. Ό,τι κι αν του έλεγε, φαινόταν να τον θυμώνει ακόμα περισσότερο, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, φοβόταν τόσο πολύ – γι’ αυτόν. Ο πατέρας της βρισκόταν στο τέρμα του διαδρόμου και μπορεί να έμπαινε ανά πάσα στιγμή στο δωμάτιό της για να τη συνοδέψει κάτω. Έπρεπε να προειδοποιήσει τον Νέιθαν να φύγει, αλλά δεν ήθελε να τον αφήσει! Πώς μπορούσε να σκεφτεί καθαρά τη στιγμή που στεκόταν τόσο κοντά της; Έψαξε απεγνωσμένα για ένα θέμα που δεν θα τον νευρίαζε. «Ανυπομονείς να ξαναδείς τις ανιψιές σου;» Η έκφρασή του μαλάκωσε λιγάκι. «Φυσικά». Προσπάθησε να ελαφρύνει κι άλλο την ατμόσφαιρα. «Θυμήθηκες να τους πάρεις κορδέλες;» Η προσπάθειά της πήγε άκαρπη όμως. Ξαφνικά, ο Νέιθαν την


αγριοκοίταξε και αυτό που είχε στο μυαλό του βρήκε φωνή. «Πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι σ’ έκλεψα;» «Σοκαρίστηκα από τις ληστείες, αλλά κι εσύ δεν αρνήθηκες ποτέ ξεκάθαρα ότι είσαι λαθρέμπορος. Κάθε φορά που σε ρωτούσα, απαντούσες πάντα είτε αινιγματικά είτε με υπεκφυγές. Οπότε δεν ήξερα τι να σκεφτώ, αλλά όταν ηρέμησα, συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορούσες να κάνεις κάτι τόσο απαίσιο. Πρέπει όμως να παραδεχτείς πόσο άσχημο φάνηκε. Μάλιστα, προς στιγμή σκέφτηκα –όπως το σκέφτηκαν και οι συγγενείς μου– ότι μπορεί να μου έδειξες προσοχή γιατί ήθελες να κρατήσω το στόμα μου κλειστό σχετικά με τις υποψίες μου ότι ήσουν λαθρέμπορος, καθώς και για να μπορέσεις να μπεις στην καμπίνα μου και να βάλεις στο χέρι τα κοσμήματά μου». «Τ ώρα υποτιμάς τα θέλγητρά σου; Επίτρεψέ μου να σου δώσω μια μικρή συμβουλή μιας και ετοιμάζεσαι να κάνεις το κοινωνικό σου ντεμπούτο, γλύκα μου. Είσαι μια γυναίκα που δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς μήπως οι άντρες που γνωρίζεις έχουν απώτερα κίνητρα. Είσαι ελαφρόμυαλη και υποκρίτρια σαν όλες τις αριστοκράτισσες, αλλά ποτέ μην αμφιβάλλεις ότι είσαι όμορφη». Ο τόνος του ήταν τόσο καυστικός που την ξάφνιασε τελείως όταν την άρπαξε από τους ώμους και την τράβηξε πάνω του. Το στόμα του κόλλησε στο δικό της σ’ ένα βαθύ, οργισμένο φιλί που φανέρωσε ακόμα πιο βαθιά συναισθήματα απ’ ό,τι μαρτυρούσαν τα λόγια του. Όμως, για την Τ ζούντιθ δεν είχε σημασία γιατί τη φιλούσε τόσο παθιασμένα∙ της έφτανε που τη φιλούσε. Η καρδιά της πέταξε στα ουράνια καθώς όλα τα συναισθήματά της βγήκαν στην επιφάνεια. Ωστόσο, ο Νέιθαν δεν της έδωσε την ευκαιρία να του ανταποδώσει το φιλί ούτε καν να τυλίξει τα μπράτσα της γύρω του! Απλά την άφησε και έφυγε. «Καλή αναζήτηση συζύγου, γλύκα μου», της πέταξε πάνω από τον ώμο του προτού σκαρφαλώσει στο περβάζι ενός από τα παράθυρα και πηδήξει προς ένα κοντινό δέντρο. Η Τ ζούντιθ έτρεξε στο παράθυρο για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε τραυματιστεί από το άλμα. Τον είδε μια στιγμή προτού πηδήξει από


το τελευταίο κλαδί του δέντρου, λίγο πάνω από το έδαφος, και χαθεί στο σκοτάδι. Η κοπέλα ξαναγύρισε στο δωμάτιό της και σήκωσε το σκαμπό που είχε ρίξει προηγουμένως κάτω. Εκείνη τη στιγμή, διέκρινε την αντανάκλασή της στον καθρέφτη και έβαλε τα γέλια βλέποντας το ανόητο χαμόγελο που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. Είχε έρθει να τη βρει πριν φύγει από τη χώρα, είχε σκαρφαλώσει μέχρι και δέντρο για χάρη της! Ναι, ήταν θυμωμένος∙ ναι, εξακολουθούσε να μισεί την οικογένειά της∙ αλλά δεν την ένοιαζε. Τουλάχιστον είχε ακόμα ελπίδες μαζί του, και αν δεν ερχόταν ο ίδιος να τη βρει στην Αγγλία, θα τον έβρισκε αυτή. Επιτέλους, είχε κάτι να περιμένει.


Κεφάλαιο σαράντα Η γραμμή υποδοχής στον χορό ήταν πολύ μακριά με τόσους Άντερσον και Μάλορι παρόντες. Ο Κλίντον στάθηκε στην κορυφή της γραμμής με την Τ ζορτζίνα και την Τ ζάκλιν δίπλα του, ώστε να συστήνει την ανιψιά του στους παλιούς φίλους της οικογένειας. Οι Γουίλαρντ, που ήταν γνωστοί για τους δικούς τους χορούς κάθε χειμώνα, πέρασαν πρώτοι. Επόμενος ήταν ο αιδεσιμότατος Τ ιλ, ο οποίος κοντοστάθηκε και είπε στον Τ ζέιμς, «Πολύ χαίρομαι που εσύ και η Τ ζορτζίνα είστε ακόμα παντρεμένοι». Όταν ο Τ ζέιμς είχε εμφανιστεί μελανιασμένος και δαρμένος στην ιδιωτική γαμήλια τελετή που είχε τελέσει ο Τ ιλ πριν από πολλά χρόνια, ο αιδεσιμότατος ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο Τ ζέιμς είχε εξαναγκαστεί να παντρευτεί, οπότε το αποψινό του σχόλιο ήταν ειλικρινές. «Προσπαθήσαμε να τους το διαλύσουμε, αιδεσιμότατε», είπε ο Γουόρεν από τα δεξιά του Τ ζέιμς. «Κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να πειθαναγκάσουμε και δεύτερη φορά τον Τ ζέιμς». Ο Τ ζέιμς ανασήκωσε το χρυσαφένιο του φρύδι προς τον Γουόρεν. Παλιότερα, τούτος ο Άντερσον ήταν ο πιο ευέξαπτος απ’ όλους, και ήταν αυτός που είχε προσπαθήσει να στείλει τον Τ ζέιμς στην κρεμάλα. Ωστόσο, ο χαρακτήρας του είχε αλλάξει άρδην όταν παντρεύτηκε την Έιμι – σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ο Τ ζέιμς δεν μπορούσε να τον κάνει να θυμώσει όσο συχνά κι αν το είχε προσπαθήσει όλα αυτά τα χρόνια.


«Νιώθεις θαρραλέος τώρα που είσαι στον τόπο σου, έτσι;» είπε ξερά ο Τ ζέιμς στον κουνιάδο του. «Αν ήξερα ότι αυτό χρειαζόταν μόνο, θα σας επισκεπτόμουν πιο συχνά». Ο Γουόρεν χαμογέλασε. «Καλά, τώρα σε πιστέψαμε. Κρίμα που δεν βρήκες τρόπο να αποφύγεις κι αυτή την επίσκεψη. Ελπίζαμε… νομίζαμε ότι κάτι θα σκεφτόσουν!» «Η σκέψη να τα ξαναβάλω με σένα και τους αδελφούς σου στον τόπο του προσωρινού σας θριάμβου ήταν ακαταμάχητη, αγόρι μου. Φυσικά, αυτή τη φορά η Τ ζορτζ θα επιμείνει να είμαστε ένας προς έναν – όχι πέντε προς έναν». «Δεν πρόκειται να επιτρέψει τέτοιο πράγμα και το ξέρεις», του αντιγύρισε με σιγουριά ο Γουόρεν. «Μπορούμε να περιμένουμε μέχρι να πάει να πέσει για ύπνο». Όμως η Τ ζορτζίνα τον άκουσε κι έσκυψε μπροστά για να πει στον δεύτερο μεγαλύτερο αδελφό της, «Μην τον τσιγκλάς, Γουόρεν. Ο Τ ζέιμς μου υποσχέθηκε ότι απόψε θα είναι τύπος και υπογραμμός». «Κρίμα», είπε ο Τ ζέιμς που περίμενε ώσπου η Τ ζορτζίνα να γυρίσει από την άλλη για να ρίξει μια δυνατή αγκωνιά στον Γουόρεν. «Το ξανασυζητάμε αύριο, Γιάνκη». Μόλις έφτασαν και οι τελευταίοι καλεσμένοι, ο Τ ζέιμς και ο Άντονι συνόδεψαν τις κόρες τους στην πίστα για να ξεκινήσει ο χορός. Τα σκούρα επίσημα ρούχα τους ταίριαζαν τέλεια με τις αστραφτερές τουαλέτες των κοριτσιών – ροζ της Τ ζακ και σιέλ της Τ ζούντι. Ο Ντρου και ο Γουόρεν στάθηκαν δίπλα στην Τ ζορτζίνα στην άκρη της πίστας. «Ξέρει να χορεύει;» «Βούλωσ’ το, Ντρου», είπε η Τ ζορτζίνα χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, ενώ σκούπισε το δάκρυ που είχε κυλήσει καθώς έβλεπε τον σύζυγο και την κόρη της να στροβιλίζονται στον ρυθμό της μουσικής. «Πρέπει να παραδεχτείς πάντως ότι όλο αυτό δεν είναι καθόλου του χαρακτήρα του», είπε ο Γουόρεν από την άλλη πλευρά. «Για απόψε ναι. Θα κάνει τα πάντα για την Τ ζακ, όπως να τιμήσει παραδόσεις που σε άλλη περίπτωση θα περιφρονούσε – καθώς και να


μας φέρει εδώ». «Αυτό σφραγίστηκε με αίμα πριν από πολύ καιρό», της θύμισε ο Ντρου. Η Τ ζορτζίνα στριφογύρισε τα μάτια της. «Μην ξεχνάτε για ποιον μιλάτε εδώ πέρα. Μη θαρρείτε ότι κάτι που είπε ο Τ ζέιμς τη μέρα που γεννήθηκε η Τ ζακ, όταν τον είχε πνίξει η συγκίνηση, θα έκανε την παραμικρή διαφορά σήμερα – ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε σε ποιους το είπε». Ο Ντρου έβαλε τα γέλια. «Συγκινημένος ο Τζέιμς;» Η Τ ζορτζίνα προσπάθησε να του ρίξει μια φάπα στον ώμο, αλλά ο Ντρου είχε μάθει να αποφεύγει τα χτυπήματα της αδελφής του όταν τα έβλεπε να έρχονται. «Η Τ ζακ ήταν αυτή που ήθελε να έρθει», τους είπε. «Δεν ήθελε να απογοητεύσει τους θείους της, και γι’ αυτό ήρθαμε». Ο Γουόρεν έβαλε το μπράτσο του στη μέση της και την έσφιξε τρυφερά. «Ξέρουμε πόσο την αγαπάει, Τ ζόρτζι». Στην πίστα, η Τ ζάκλιν έκανε σχεδόν την ίδια σκέψη με τους θείους της. «Δεν το περίμενα αυτό, ξέρεις». Ο Τ ζέιμς χαμογέλασε. «Όχι;» «Λες και δεν ξέρω πόσο σιχαίνεσαι τους χορούς. Θα μπορούσες να πεις ότι στραμπούληξες το πόδι σου. Θα σε υποστήριζα και θα σε βοηθούσα να προχωράς κούτσα κούτσα». «Κούτσα κούτσα; Εγώ;» Στριφογύρισε τα μάτια του. «Και δεν στραμπουλάω τα πόδια μου. Ωστόσο, είμαι εκεί ακριβώς που θέλω να είμαι, καρδούλα μου. Εξάλλου, όλοι αυτοί οι νεαροί διάνοι θα ξέρουν τώρα με ποιον θα έχουν να κάνουν για να σε πλησιάσουν». Η Τ ζάκλιν του χαμογέλασε πλατιά, άσχετα από το αν σοβαρολογούσε ή όχι. Η Τ ζούντιθ, που χόρευε παραδίπλα με τον πατέρα της, χαμογελούσε επίσης, πράγμα που έκανε τον Άντονι να σχολιάσει, «Η διάθεσή σου φαίνεται να βελτιώθηκε πολύ, κουκλίτσα μου. Ελπίζω όχι επειδή κέρδισε ήδη το ενδιαφέρον σου κάποιος από αυτούς τους Γιάνκηδες». Η Τ ζούντιθ γέλασε με την καθόλου διακριτική του προσπάθεια να


της εκμαιεύσει λόγια. «Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα σ’ το έλεγα αν ήταν έτσι;» «Ορκίζομαι να μην τον σκοτώσω». Το είπε χαμογελαστός, και η Τ ζούντιθ του αντιγύρισε το χαμόγελο. «Το ξέρω. Αλλά όχι, κανείς δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον ακόμη». «Ούτε καν ο νεαρός Ντένισον; Η Έιμι ήταν σίγουρη ότι θα σου άρεσε». Υποτίθεται ότι ο Ρέιμοντ Ντένισον θα ερχόταν απόψε, αλλά η Τ ζούντιθ δεν θυμόταν να τον έχει γνωρίσει. «Δεν μπόρεσε να έρθει στο σουαρέ. Ίσως να μην μπόρεσε να έρθει ούτε στον χορό». «Τ ζούντι!» είπε ο Άντονι, κοιτάζοντάς τη με απορία. «Σου έκανε τρία κομπλιμέντα στη γραμμή υποδοχής. Ένα ακόμη να ξεστόμιζε και θα τον έσπρωχνα να προχωρήσει διά της βίας. Αλήθεια δεν θυμάσαι;» Η Τ ζούντιθ αναψοκοκκίνισε ελαφρά, αλλά μετά χαμογέλασε. «Θα πρέπει να ήμουν αφηρημένη, καθώς σκεφτόμουν τη συμβουλή της μαμάς να διασκεδάσω χωρίς να ερωτευτώ κανέναν Αμερικανό. Αν, όμως, θέλεις να δείξω ενδιαφέρον στον κύριο Ντένισον, μπορείς να με πας να τον συναντήσω και πάλι μόλις τελειώσουμε τον χορό μας». «Φάε τη γλώσσα σου. Εφόσον δεν σου έκανε αρκετά μεγάλη εντύπωση, ας το αφήσουμε έτσι». Παρ’ όλα αυτά, αργότερα συνάντησε όντως τον Ρέιμοντ Ντένισον και χόρεψε μαζί του. Φαινόταν μεγάλο κελεπούρι. Μέχρι και η Τ ζάκλιν παραδέχτηκε μουτρωμένη πως ήταν πιο όμορφος από τον Κουέντιν. Η Τ ζούντιθ δεν ήταν σίγουρη αν την πείραζε. Αλλά ο Ρέιμοντ ήταν το ανάλογο ενός Άγγλου τζέντλεμαν, ένας πλούσιος Αμερικανός. Απ’ ό,τι φαινόταν, η οικογένειά του είχε επιτυχημένες επιχειρήσεις όχι μόνο στο Κονέκτικατ, αλλά σε ολόκληρη τη Νέα Αγγλία, και ο νεαρός Ρέιμοντ θα κληρονομούσε τα πάντα. Ήταν διασκεδαστικός. Την έκανε να γελάσει, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλοι νεαροί με τους οποίους χόρεψε. Ωστόσο, είχε την αίσθηση ότι ακόμα και το κακό χιούμορ θα την έκανε να γελάσει απόψε, τόσο


ευτυχισμένη ένιωθε. Παρ’ όλα αυτά, με όποιον και να χόρεψε, ευχόταν να ήταν ο Νέιθαν στη θέση του… Η Έιμι ήταν εκστατική από χαρά. Καθώς η βραδιά προχωρούσε προς το τέλος της, δεχόταν τόσο πολλά κομπλιμέντα που ήταν προφανές πως το πρώτο της γκαλά έκανε πάταγο. Μέχρι και η πρώτη της απόπειρα να κάνει προξενιό φαινόταν να έχει επιτυχία. Όταν βρέθηκε με την Τ ζάκλιν μπροστά στο τραπέζι με τα ποτά μετά από τον χορό της με τον Αντράσι, της είπε, «Η Τ ζούντι φαίνεται εντυπωσιασμένη από τον Ρέιμοντ Ντένισον. Πρόσεξες πόσες φορές την έχει κάνει να γελάσει απόψε;» Η Τ ζακ χαμογέλασε. «Όπως συνέβη και με την Τ ζέιμι, το μόνο που χρειάστηκε για να ξεπεράσει τη θλίψη της για τον λάθος άντρα ήταν να βρει έναν καινούριο». «Σου είπε κάτι για τον Ρέιμοντ δηλαδή;» «Δεν έχω βρει χρόνο να τη ρωτήσω αφού δεν έχει σταματήσει να χορεύει!» «Αν μιλάς για την Τ ζούντιθ, συμφωνώ απόλυτα», είπε η Κάθριν που ήρθε κοντά τους. «Ήθελα να ζητήσω τη γνώμη της γι’ αυτόν τον θαυμάσιο άντρα που γνώρισα». «Ποιον;» ρώτησε η Έιμι, αλλά δεν περίμενε ν’ ακούσει την απάντηση παρά είπε γελώντας, «Θα σε ξαναρωτήσω αργότερα! Πρέπει να πάω να μάθω για ποιο λόγο έχει λιγοστέψει τόσο η σαμπάνια». «Μα η βραδιά έχει τελειώσει σχεδόν!» φώναξε η Τ ζάκλιν ξοπίσω της, μη θέλοντας να μείνει μόνη με την Κάθριν. Όμως η Έιμι δεν σταμάτησε παρά απομακρύνθηκε βιαστικά. «Μπορείς να έρθεις μια στιγμή μαζί μου στον κήπο για να τον γνωρίσεις;» συνέχισε η Κάθριν. «Θέλω μόνο να δω τι γνώμη θα σχηματίσει γι’ αυτόν μια άλλη νεαρή κοπέλα πριν αποφασίσω να αναβάλω πάλι το ταξίδι μου… εξαιτίας του». «Πρόκειται για τον άντρα που συνάντησες στην πόλη όταν έκανες τα ψώνια σου;» τη ρώτησε η Τ ζακ. «Μα ναι, γι’ αυτόν πρόκειται».


«Τότε, γιατί δεν τον φέρνεις μέσα;» «Επειδή δεν είναι καλεσμένος. Ωστόσο, χορέψαμε στον κήπο. Ήταν πολύ ρομαντικό. Εκπλήσσομαι που δεν το δοκίμασες και με τον δικό σου νεαρό». Αυτό ήταν ένα θέμα που την πονούσε. Η Τ ζάκλιν είχε προσπαθήσει δύο φορές να βγει με τον Κουέντιν έξω στον κήπο, αλλά και τις δύο τον είχε σταματήσει κάποιος από τους πολλούς φίλους του. Ίσως αν εξαφανιζόταν για λίγη ώρα, να έπιανε το υπονοούμενο. Γι’ αυτό, συμφώνησε να συνοδέψει την Κάθριν, αλλά όταν είδε τον Κουέντιν, τον χαιρέτησε από μακριά ώστε να καταλάβει πού πήγαινε. Η βεράντα φωτιζόταν άπλετα από τα όμορφα φανάρια με τα οποία την είχε διακοσμήσει η Έιμι για τον χορό, όμως το φως τους δεν έφτανε πολύ μακριά. Παρ’ όλα αυτά, ο εκτεταμένος κήπος είχε παλιούς φανοστάτες διασκορπισμένους στα πολυάριθμα μονοπάτια του. Ωστόσο, μερικοί είχαν σβήσει, δημιουργώντας μεγάλα σκοτεινά κενά ανάμεσά τους. Η Κάθριν συνέχισε να προχωράει όλο και πιο βαθιά στον κήπο. «Για ακάλεστος στη δεξίωση, τα κατάφερε μια χαρά να παραμείνει άφαντος πάντως», σχολίασε ανυπόμονα η Τ ζάκλιν. «Πρέπει να είναι ακόμη εδώ», ψιθύρισε η Κάθριν δίπλα της. «Τον διαβεβαίωσα ότι θα γύριζα πίσω». Ο άντρας ξεπρόβαλε ξαφνικά μέσα από τις σκιές και χαμογέλασε στην Τ ζάκλιν. Η κοπέλα ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Ήταν όμορφος, πολύ όμορφος. Είχε μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια, και φορούσε πανωφόρι με διπλή σειρά κουμπιών και καπέλο με παράξενο σχήμα και φτερά στο πλάι. Η Τ ζάκλιν σκέφτηκε ότι η Κάθριν δεν ήθελε να πάρει πραγματικά μια δεύτερη γνώμη γι’ αυτόν. Ήθελε απλά να κοκορευτεί γιατί είχε καταφέρει να βρει τον πιο όμορφο άντρα σε όλο το Μπρίτζπορτ! Όμως, η Κάθριν ψιθύρισε ξαφνικά, «Κάνε γρήγορα!» Τα λόγια της έκαναν την Τ ζάκλιν να συνέλθει από τη στιγμιαία της κατάπληξη. Στράφηκε συνοφρυωμένη προς το μέρος της και τότε


ένιωσε να της χώνουν ένα πανί στο στόμα ενώ ένα ατσάλινο μπράτσο τυλίχτηκε σφιχτά γύρω από το στήθος της. Όμως, είδε και τον Αντράσι να τρέχει προς το μέρος τους, με το σπαθί του στο χέρι. Δόξα τω Θεώ! Ό,τι κι αν είχε σκαρώσει η Κάθριν, ο αδελφός της δεν θα την άφηνε να το πετύχει. «Άσε την Τ ζακ, Κάθριν!» διέταξε εξαγριωμένος ο Αντράσι. «Σε προειδοποίησα–» Τα μάτια της Τ ζάκλιν άνοιξαν διάπλατα καθώς κάποιος άλλος πλησίασε τον Αντράσι από πίσω και τον χτύπησε στο κεφάλι. Το σπαθί έπεσε κάτω. Το ίδιο και ο Αντράσι που έμεινε ξαπλωμένος στο έδαφος, ακίνητος. Τον σκότωσαν;! Αυτό ήταν το τελευταίο που είδε η Τ ζάκλιν. Χωρίς να πουν κουβέντα, οι άγνωστοι την πήραν σηκωτή και έφυγαν απο εκεί.


Κεφάλαιο σαράντα ένα Η Τ ζούντιθ πλησίασε την Τ ζορτζίνα, την Έιμι και την Γκαμπριέλ που στέκονταν κοντά στην είσοδο. Αν και είχαν μείνει λίγα ακόμα βαλς στο πρόγραμμα, οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν ήδη αποχωρήσει, και η Τ ζούντιθ ένιωθε πως είχε χορέψει αρκετά για απόψε. «Λοιπόν, πώς ήταν ο πρώτος επίσημος χορός σου;» ρώτησε η Τ ζορτζίνα, αγκαλιάζοντάς την. «Δεν θα μπορώ να πάρω τα πόδια μου αύριο το πρωί», είπε χαμογελαστή η Τ ζούντιθ. «Μα πού είναι η Τ ζακ; Δεν μπορεί να πήγε από τώρα για ύπνο;» «Αποκλείεται, θα μου το έλεγε». «Όπως κι εσύ, χόρευε σχεδόν όλο το βράδυ», είπε η Γκαμπριέλ. «Αν και τώρα που το λες, έχω ώρα να τη δω». «Τελευταία φορά που την είδα ήταν με την Κάθριν στο τραπέζι με τα ποτά, αλλά έχει περάσει ώρα από τότε», απάντησε η Έιμι. Η Τ ζούντιθ έριξε άλλη μια ματιά στην αίθουσα. «Ούτε την Κάθριν βλέπω». «Ούτε τον Αντράσι, τώρα που το λες», είπε η Τ ζορτζίνα που άρχισε να συνοφρυώνεται. «Δεν υπάρχει περίπτωση αυτοί οι δύο να έφυγαν χωρίς να μας αποχαιρετήσουν, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Έιμι. Όμως, η Τ ζορτζίνα ήταν κάτι παραπάνω από ανήσυχη πια. «Άσ’ τους αυτούς, ας αρχίσουμε να ψάχνουμε την Τ ζακ. Θα στείλω τους άντρες να κοιτάξουν στον κήπο». Η Τ ζούντιθ άφησε ένα βογκητό και ανέβηκε τρέχοντας τη σκάλα


μαζί με την Γκάμπι για να πάνε να δουν στις κρεβατοκάμαρες. Η Τ ζακ ήταν πιθανόν στον κήπο και έπαιρνε εκείνο το φιλί που ήθελε από τον Κουέντιν. Θα πέθαινε από ντροπή όταν θα την έβρισκαν εκεί οι πατεράδες τους. Και το φταίξιμο ήταν όλο δικό της. Έπρεπε να είχε σκεφτεί να την ψάξει πρώτα στον κήπο. Η κρεβατοκάμαρα της Τ ζακ ήταν άδεια, όπως το περίμενε η Τ ζούντιθ. Η Γκάμπριελ τη συνάντησε στον διάδρομο και της είπε ότι τα πράγματα της Κάθριν ήταν ακόμα στο δωμάτιό της. Η Γκάμπι κατέβηκε τρέχοντας κάτω για να το πει και στους άλλους. Η Τ ζούντιθ πήγε να την ακολουθήσει, αλλά σκέφτηκε να πάει πρώτα να κοιτάξει πού ήταν ο Αντράσι. Συμπαθούσε τόσο πολύ την Τ ζακ που μπορεί να ήξερε πού ήταν, ή τουλάχιστον πού ήταν η ετεροθαλής αδελφή του. Αφού θα έβρισκαν την Τ ζακ, μπορεί να χρειαζόταν να ψάξουν και την Κάθριν. Όμως, το δωμάτιο του Αντράσι ήταν επίσης άδειο, αν και τα μπαούλα του ήταν ακόμα εκεί. Ένας φάκελος πάνω στο γραφείο του την παραξένεψε και γι’ αυτό τον πήρε μαζί με το μικρό βελούδινο πουγκί όπου στηριζόταν. Πάνω στον φάκελο ήταν γραμμένο το όνομα του Τ ζέιμς. Ίσως ο Αντράσι και η αδελφή του να είχαν τελικά φύγει όντως κρυφά, και αυτό εδώ να ήταν το αποχαιρετιστήριο γράμμα τους. Χωρίς τα πράγματά τους όμως; Κατέβηκε βιαστικά κάτω την ώρα που ο πατέρας και ο θείος της έμπαιναν μέσα από τον κήπο – χωρίς την Τ ζακ. Ένιωσε μια σουβλιά φόβου βλέποντας την ανησυχία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Ο Κλίντον τους ενημέρωσε, «Έστειλα να φέρουν την πολιτοφυλακή, Τ ζέιμς. Θα ψάξουμε ολόκληρη την πόλη και ακόμη παραπέρα αν χρειαστεί, αλλά θα τη βρούμε». «Μήπως πρέπει να διαβάσεις πρώτα αυτό, θείε Τ ζέιμς;» Η Τ ζούντιθ του έδωσε τον φάκελο. «Σκέφτηκα ότι ήταν μόνο ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα από τον Αντράσι, το οποίο άφησε στο δωμάτιό του για να το βρούμε αύριο το πρωί, αλλά μπορεί να είναι κάτι πιο σημαντικό». Ο Τ ζέιμς άνοιξε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει.


Ο Άντονι γκρίνιαξε. «Που να πάρει ο διάολος, Τ ζέιμς, μη μας κρατάς σε αγωνία. Διάβασέ το δυνατά, πανάθεμά σε». Ο Τ ζέιμς δεν έδωσε σημασία στον Άντονι μέχρι που τελείωσε την ανάγνωση του γράμματος. Ήταν προφανές πόσο οργισμένος ήταν αφού δεν είπε λέξη, παρά μόνο έδωσε το γράμμα στον αδελφό του. Ο Άντονι ήταν έτοιμος να το διαβάσει κι αυτός σιωπηλά, αλλά η Τ ζορτζίνα του το άρπαξε από το χέρι και το διάβασε δυνατά για ν’ ακούσουν όλοι: Ο μόνος λ όγος που διαβάζετε αυτό το γράμμα είναι επειδή δεν κατάφερα να εμποδίσω το σχέδιο της πρώην ερωμένης μου, της Κάθριν, να απαγάγει την Τζάκλ ιν. Δεν ήθελ α ποτέ να συμβεί αυτό, αλ λ ά αυτή και οι συνεργοί της είναι αποφασισμένοι να διαπράξουν αυτό το απαίσιο έγκλ ημα για να ευχαριστήσουν τον πατέρα της. Αύριο θα λ άβετε με το ταχυδρομείο μια επιστολ ή για λ ύτρα. Όχι, δεν είμαι αυτός που σας είπα. Είμαι επαγγελ ματίας ηθοποιός που έπεσα σαν βλ άκας θύμα της γοητείας της. Με προσέλ αβε για να τη βοηθήσω στην πλ εκτάνη της επειδή έχω όντως τσιγγάνικο αίμα και ήθελ ε να παρουσιαστώ ως συγγενής σας. Τη βοήθησα να κλ έψει τα κοσμήματα, αλ λ ά αφήνω εδώ το μερτικό μου για να σας αποδείξω ότι είμαι έντιμος άνθρωπος. Η Τζάκλ ιν δεν θα πάθει κακό. Θα το φροντίσω εγώ ο ίδιος, όπως θα φροντίσω να εξιλ εωθώ απέναντι στην οικογένεια Μάλ ορι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε.

Η Τ ζορτζίνα είχε αρχίσει να κλαίει πριν τελειώσει το γράμμα. Ο Άντονι ήταν ο πρώτος που αντέδρασε. «Οι νεκροί δεν μπορούν να εξιλεωθούν». Όλοι συμφώνησαν οργισμένοι με τη δήλωσή του. «Έτσι εξηγείται η κακή μου προαίσθηση», είπε δυστυχισμένα η Έιμι. «Ήξερα ότι θα συμβεί κάτι κακό, αλλά όταν μου είπατε για την κλοπή, νόμιζα πως ήταν αυτό. Έπρεπε να το καταλάβω ότι θα ήταν


κάτι πολύ χειρότερο». Η Τ ζούντιθ σοκαρίστηκε τόσο πολύ από τις αποκαλύψεις του Αντράσι που παραλίγο να ξεχάσει το πουγκί, το οποίο έδωσε τελικά στον Τ ζέιμς. «Αυτό εδώ ήταν μαζί με το γράμμα». Ο Τ ζέιμς το άνοιξε και άδειασε τα περιεχόμενα στην παλάμη του. Λίγα φτηνά ψεύτικα κοσμήματα κύλησαν μαζί με κάμποσες πέτρες που είχαν προστεθεί για βάρος στο πουγκί. Ο Άντονι ξεφύσηξε καγχαστικά. «Ασφαλώς και δεν είναι Μάλορι. Είναι πολύ ηλίθιος. Τον αντάμειψε με μια χούφτα πέτρες». «Έχει επίσης εξαιρετικά κακό γούστο στις γυναίκες», πρόσθεσε ο Τ ζέιμς, αναφερόμενος στην Κάθριν. Η Τ ζούντιθ ένιωθε άδεια μέσα της. Είχε γίνει φίλη με την Κάθριν, είχε υπερασπιστεί τον Αντράσι! «Τους πίστεψα ασυζητητί, ενώ εσύ όχι, θείε Τ ζέιμς. Αμφέβαλλες εξαρχής γι’ αυτούς». «Η μοναδική του απόδειξη ότι ήταν συγγενής μας καταστράφηκε σε φωτιά, το οποίο ήταν πολύ βολικό και σήμαινε ότι έπρεπε να βασιστούμε μόνο στον λόγο του. Αλλά ο λόγος ενός ξένου δεν είναι αρκετά πειστικό στοιχείο όταν εμπλέκεται η οικογένειά μου. Θα πρέπει να ήταν πολύ εύκολο να μάθει πληροφορίες για τους Στεφάνοφ, ιδιαίτερα στο Χάβερστον, όπου ο κόσμος θυμάται ακόμη την Αναστασία». «Αναρωτιέμαι αν μπορούμε να εμπιστευτούμε αυτά που έγραψε», αναρωτήθηκε η Κέιτι. «Στο κάτω κάτω, είναι Τσιγγάνος». «Ακόμα κι αυτό μπορεί να είναι ψέμα», είπε στη γυναίκα του ο Μπόιντ. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος μπήκε τρέχοντας μέσα και άρχισε να φωνάζει ότι τα πλοία στο λιμάνι του Μπρίτζπορτ δέχονταν επίθεση. Ο Τ ζέιμς έφυγε αμέσως, ενώ όλοι οι άλλοι τον ακολούθησαν μόλις τα άλογα σελώθηκαν ή ζεύτηκαν, με τις κυρίες να επιβιβάζονται στην άμαξα, ενώ οι υπόλοιποι ακολούθησαν έφιπποι. Η σκηνή που αντίκρισαν φτάνοντας στο λιμάνι ήταν απερίγραπτη. Το Μέιντεν Τζορτζ είχε γείρει στο πλάι καθώς η προβλήτα όπου ήταν δεμένο είχε γκρεμιστεί από κάτω του παρασύροντας το πλοίο στον βυθό. Το


πλοίο στην άλλη πλευρά της ίδιας προβλήτας είχε αρχίσει να γέρνει επίσης προς την αντίθετη μεριά. Σε ολόκληρη την αποβάθρα δεν φαινόταν να υπάρχει ούτε ένα πλοίο που να μη βυθιζόταν. Σάμπως ολόκληρη η περιοχή να είχε κανονιοβολιστεί, αλλά δεν υπήρχαν ούτε φωτιές ούτε κανένα πλεούμενο στ’ ανοιχτά του λιμανιού που να εξηγεί το μέγεθος αυτής της καταστροφής. Ο Τ ζέιμς περπατούσε στο πλάι του πλοίου του, ψάχνοντας για την τρύπα που είχε προκαλέσει τη βύθισή του. Ένας άντρας του πληρώματός του βγήκε κολυμπώντας από το αμπάρι και ανέφερε, «Μια πριονισμένη και ξεχαρβαλωμένη σανίδα, κάπτεν, όπως το υποψιάστηκες. Θα πρέπει να έγινε νωρίτερα απόψε και μάλιστα υποβρύχια, γι’ αυτό και ο φύλακας δεν είδε τίποτα ώσπου ήταν πια πολύ αργά». Ο Τ ζέιμς πήδηξε στην ακτή και είπε στον Άντονι, «Έστειλα τον Άρτι να ξυπνήσει τον λιμενάρχη. Αν η Κάθριν και τα τσιράκια της δεν ήθελαν να λάβουμε την επιστολή για τα λύτρα μέχρι αύριο, ίσως να περιέχει κάποιο στοιχείο για το πού πηγαίνουν την Τ ζακ». «Προφανώς σκοπεύουν να ξανοιχτούν στη θάλασσα, αλλιώς δεν θα βύθιζαν τα μέσα με τα οποία θα μπορούσαμε να τους καταδιώξουμε άμεσα», είπε ο Μπόιντ. «Πιθανόν», απάντησε ο Γουόρεν, «ή ίσως αυτό να θέλουν να σκεφτούμε». Τότε, όμως, κάποιος φώναξε ξαφνικά, «Κοιτάξτε εκεί!» Ένα πλοίο φάνηκε εκείνη τη στιγμή πίσω από μια καμπή, λίγο πέρα από τα περίχωρα της πόλης. Κατευθυνόταν προς το κέντρο του πορθμού – και τον ωκεανό παραπέρα. Ο Τ ζέιμς άρχισε να βλαστημάει. Της Τ ζούντιθ της φάνηκε ότι διέκρινε μια γυναίκα στο κατάστρωμα, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά για να είναι σίγουρη. Όμως, ο Χένρι ήταν παρών και είχε μαζί το κανοκιάλι του. Το έδωσε στον Τ ζέιμς. «Η Κάθριν είναι». Ήταν εξοργιστικό να τους βλέπουν απλά να φεύγουν χωρίς να έχουν τρόπο να τους σταματήσουν. Ο Τ ζέιμς δεν ήταν πλέον ο μόνος που βλαστημούσε. Εκείνη τη στιγμή, επέστρεψε ο Άρτι με το γράμμα


για τα λύτρα. Ο Τ ζέιμς το διάβασε δυνατά αυτή τη φορά: Έλ α στο Σεντ Κιτς αν θέλ εις να πετύχεις την απελ ευθέρωση της κόρης σου. Εκεί θα επικοινωνήσουμε μαζί σου για περαιτέρω οδηγίες. Θα είναι μια απλ ή ανταλ λ αγή: εσύ για την κόρη σου. «Αφού θέλουν εμένα, γιατί διάολο δεν με πήραν εξαρχής;» γρύλισε ο Τ ζέιμς χωρίς να απευθύνεται σε κανέναν συγκεκριμένα. «Μιλώντας εκ πείρας», είπε προσεκτικά ο Γουόρεν, «δεν είσαι σε καμία περίπτωση εύκολος στόχος απαγωγής. Όποιος είναι αυτός που θέλει να σε βάλει στο χέρι, προφανώς το γνωρίζει». «Μα γιατί να αναγκάσουν τον θείο Τ ζέιμς να κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι για την ανταλλαγή;» αναφώνησε η Τ ζούντιθ. «Γιατί δεν κάνουν την ανταλλαγή εδώ πού είμαστε;» «Γιατί ο Τ ζέιμς μπορεί να συγκεντρώσει ολόκληρο στρατό εδώ πέρα», είπε η Τ ζορτζίνα, που είχε ξαναρχίσει να κλαίει σιγανά. «Προφανώς θέλουν να είναι μόνος του, που σημαίνει–» Η Τ ζορτζίνα δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τη σκέψη της, αλλά η Τ ζούντιθ κατάφερε να συμπληρώσει τα κενά. Δεν ζητούσαν χρήματα, όπως είχαν ζητήσει γι’ αυτήν όταν την απήγαγαν μικρή. Ήθελαν συγκεκριμένα τον Τ ζέιμς, το οποίο μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: Σκόπευαν να τον σκοτώσουν. «Μα δεν βγαίνει νόημα», παρενέβη και ο Μπόιντ. «Θέλουν να τους ακολουθήσεις, αλλά σου στερούν το μέσο με το οποίο θα μπορούσες να το κάνεις;» «Προφανώς δεν θέλουν να γίνει ναυμαχία και πιθανόν να μην είναι προετοιμασμένοι γ’ αυτό το ενδεχόμενο». «Ούτε εμείς», απάντησε ο Μπόιντ. «Αυτό δεν θα μ’ εμπόδιζε να τους εμβολίσω και να τους φουντάρω». «Όχι όταν είναι και η Τ ζακ στο πλοίο», τον μάλωσε η Τ ζορτζίνα, αν και την ίδια στιγμή τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του. «Ή να καταλάβω το πλοίο τους», αντιγύρισε ο Τ ζέιμς. Η Τ ζούντιθ δεν άντεχε να σκέφτεται πόσο τρομαγμένη θα πρέπει


να ήταν η Τ ζακ, ενθυμούμενη τον δικό της τρόμο όταν την είχαν απαγάγει από το Χάιντ Παρκ. Κοιτάζοντας τη θεία και τον θείο της, καταλάβαινε πως ήταν εξίσου τρομαγμένοι. Απλά ο Τ ζέιμς το αντιμετώπιζε διαφορετικά από τον περισσότερο κόσμο. Θα κινούσε γη και ουρανό για να πάρει πίσω την κόρη του – και θα συνέτριβε όποιον έμπαινε στον δρόμο του. Η Τ ζούντιθ ήξερε ότι ο θείος της θα έσωζε την Τ ζακ. Αλλά με τι προσωπικό κόστος; Η μοναδική του ελπίδα ήταν να φτάσει την Τ ζακ πριν οι απαγωγείς της φτάσουν στον προορισμό τους. Πήγε κοντά στον Άρτι για να του ζητήσει κάτι και τότε είδε τον Κλίντον να πλησιάζει τον Τ ζέιμς και να του λέει, «Ίσως μπορέσουμε να βρούμε κάποιο άλλο πλοίο πριν το δικό σου ξαναγίνει αξιόπλοο. Θα στείλω απόψε κιόλας άντρες στα άλλα λιμάνια του πορθμού. Πιθανόν να μη βρούμε καινούριο, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε έναν καπετάνιο που να είναι διατεθειμένος να πουλήσει το δικό του. Ωστόσο, δεν πρόκειται να προλάβεις να τους προφτάσεις». «Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορεί να γίνει αυτό», είπε ο Τ ζέιμς. «Προσωπικά δεν θα πουλούσα ποτέ το πλοίο μου για να χρησιμοποιηθεί σε μια διάσωση που δεν έχει καμία σημασία για μένα, οπότε δεν περιμένω να το κάνει κάποιος άλλος». «Όχι, αλλά θα βοηθούσες», είπε η Τ ζορτζίνα. «Το έχεις κάνει στο παρελθόν». «Όπως και να ’χει, θα μαζέψω τους εργάτες του ναυπηγείου μας για ν’ αρχίσουν αμέσως δουλειά στο πλοίο σου», είπε ο Τόμας. Αν και ήταν ο πιο ήρεμος απ’ όλους τους αδελφούς Άντερσον, παρ’ όλα αυτά ακόμα κι εκείνος απόψε ήταν βλοσυρός. Ο Τ ζέιμς έγνεψε, αλλά την ώρα που έφυγε ο Τόμας, ο Γουόρεν πρόσθεσε, «Ωστόσο, θα μας πάρει κάμποσες μέρες και βάλε. Δεν είναι η πρώτη φορά που θα κάνουμε δεξαμενισμό πλοίου, αν και είναι πολύ πιο εύκολο στο ναυπηγείο μας. Όλα όσα χρειάζονται θα πρέπει να μεταφερθούν εδώ. Μόνο που θα χρειαστεί να διαλύσουμε την προβλήτα για να κάνουμε χώρο για τις εργασίες. Μόλις φτάσουν όλα τα σύνεργα εδώ, μπορούμε να ξεκινήσουμε δουλειά».


Ο Ντρου είπε τότε, «Ζητούν εσένα αντί για λεφτά; Ξέρεις σαν ποιον ακούγεται, έτσι, Τ ζέιμς;» Ο Τ ζέιμς κούνησε το κεφάλι του. «Ο Λακρός είναι στη φυλακή ισόβια. Δεν είναι αυτός». «Είσαι σίγουρος; Πώς ξέρεις ότι δεν δραπέτευσε; Και μην ξεχνάς ότι μερικοί άντρες του ξέφυγαν τη νύχτα που σώσαμε τον πατέρα της Γκάμπι. Μπορεί κάποιος απ’ αυτούς να προσπαθεί να σ’ εκδικηθεί για τον Λακρός». Ο Τ ζέιμς ξεφύσηξε καγχαστικά. «Αυτό έγινε πριν από πολλά χρόνια, Ντρου. Εξάλλου, πιστεύεις ειλικρινά ότι ο πειρατής εκείνος είχε φίλους. Προς το τέλος, οι περισσότεροι από τους άντρες του είχαν εξαναγκαστεί να δουλεύουν για λογαριασμό του – ανάμεσά τους και ο πεθερός σου. Όλα αυτά τα έκανε η Κάθριν, για λογαριασμό του πατέρα της, όποιος κι αν είναι». Ο Ντρου αναγκάστηκε να συμφωνήσει κάπως εκνευρισμένος. «Μια σκέψη έκανα μόνο. Δεν μου αρέσει να μη γνωρίζουμε τι ακριβώς αντιμετωπίζουμε». «Ούτε εμένα», είπε ο Τ ζέιμς κι έριξε μια ματιά στη σύζυγο του Ντρου. «Δεν φαντάζομαι να σκόπευε να έρθει στην επανασύνδεση και ο πατέρας σου και απλά να καθυστέρησε να φτάσει;» «Λυπάμαι, Τ ζέιμς, αλλά όχι», απάντησε η Γκάμπριελ. «Πρόσφατα έπεσε στα χέρια του ένας καινούριος χάρτης θησαυρού, που σημαίνει ότι θα κάνουμε μήνες να τον δούμε». Ο Τ ζέιμς είχε αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα σε εκρηκτικό σημείο, καθώς έπεφτε συνεχώς στο ένα εμπόδιο μετά το άλλο. Άρχισε να διαλύει την προβλήτα με γυμνά χέρια, πολύ προτού φτάσουν εκεί οι εργάτες. Ήταν οδυνηρό να τον βλέπει κανείς. Όσο περνούσαν οι ώρες, ο Τ ζέιμς ήξερε –όπως ήξεραν όλοι τους– ότι αύριο θα ήταν πια πολύ αργά για να προφτάσει την Κάθριν και τους συνεργούς της προτού φτάσουν στο Σεντ Κιτς. Ακόμα κι αν κατάφερναν να αγοράσουν κάποιο πλοίο, και πάλι θα ήταν αργά. Αλλά τότε μπήκε στο λιμάνι το Περλ .


Κεφάλαιο σαράντα δύο «Το θράσος του είναι απίστευτο», έλεγε ο Άντονι ενώ κρατούσε προστατευτικά την Τ ζούντιθ κοντά του. «Να καταπλέει σεινάμενοςκουνάμενος ενώ ξέρει ότι εδώ πέρα τον περιμένει η αγχόνη;» Τουλάχιστον οι μισοί είχαν πλησιάσει στην αποβάθρα όπου κατευθυνόταν το Περλ για να δέσει σ’ ένα άδειο ρεμέτζο. Ο Τ ζέιμς που είχε επιβεβαιώσει με το κανοκιάλι ότι ο Νέιθαν ήταν πάνω στο πλοίο, είπε στον αδελφό του, «Κάνε μου τη χάρη και σταμάτα να γκρινιάζεις για κάτι που δεν ισχύει πλέον, τη στιγμή που είσαι για άλλο λόγο τσαντισμένος. Και κοίτα να μην αρχίσεις να του επιτίθεσαι. Χρειάζομαι το πλοίο του, κατά προτίμηση με τη συνεργασία του». Η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί ο Νέιθαν. Είχε στείλει τον Άρτι να τον ψάξει στην ακτή, ελπίζοντας ότι θα ήταν διατεθειμένος να βοηθήσει στη διάσωση της Τ ζακ. Αλλά ο Άρτι είχε επιστρέψει τη στιγμή που φάνηκε το Περλ για να της πει ότι δεν είχε προλάβει να βρει τον Νέιθαν προτού σαλπάρει. Τ ώρα άρχισε να τον αναζητάει πάνω στα καταστρώματα, αλλά το μόνο που είδε ήταν άντρες με ασυνήθιστες στολές οι οποίοι δεν έμοιαζαν καθόλου με ναυτικούς. «Έφερε μαζί του τον στρατό;» «Μου μοιάζουν με άντρες της τοπικής πολιτοφυλακής», επιβεβαίωσε ο Κλίντον, αναγνωρίζοντας έναν απ’ αυτούς. «Χα!» είπε χαιρέκακα ο Άντονι. «Ώστε τελικά πέρασε τις


τελευταίες μέρες αλυσοδεμένος». «Μακάρι να μην είναι έτσι – για χάρη του Τ ζέιμς». «Γιατί το λες αυτό;» «Γιατί αυτή τη στιγμή ο αδελφός σου έχει πρόσφορο καράβι κι έναν καπετάνιο με τον οποίο μπορεί να διαπραγματευτεί, πράγμα που δεν είχε λίγα λεπτά νωρίτερα. Αν όμως ο καπετάνιος αυτός έχει συλληφθεί, τότε το πλοίο του θα μείνει δεμένο μέχρι τη δίκη». «Αυτό δεν πρόκειται να σταματήσει τον αδελφό μου, Γιάνκη». «Να σου θυμίσω ότι αυτή εδώ είναι η πατρίδα της Τ ζορτζίνα. Δεν θα θέλει να κηρυχτεί παράνομος εδώ». Βλέποντας το βλοσυρό βλέμμα που του έριξε ο Τ ζέιμς, ο Άντονι αποφάσισε να συγκρατήσει τη γλώσσα του προς το παρόν. Ένας από τους πολιτοφύλακες πήδηξε από το πλοίο στην αποβάθρα για να δέσει τον κάβο. Ο Τ ζέιμς και ο Μπόιντ πήγαν να τον βοηθήσουν όταν φάνηκε ότι δεν ήταν σίγουρος τι έπρεπε να κάνει. Από το κατάστρωμα έριξαν μια πλατιά σανιδόσκαλα για την αποβίβαση. Αλλά προτού προλάβει ν’ ανέβει κανείς τους στο πλοίο, άρχισαν να κατεβάζουν κάποια άλογα, ήδη σελωμένα, ενώ μετά ακολούθησαν οι πολιτοφύλακες. Ο Άντονι σταμάτησε έναν τους. «Έχετε συλλάβει τον Νέιθαν Τ ρεμέιν;» Ο άλλος έβαλε τα γέλια. «Να τον έχουμε συλλάβει; Ο άνθρωπος είναι ήρωας. Βοήθησε το Νιου Λόντον να εξαρθρώσει μια σπείρα ληστών που δρούσαν κάτω από τη μύτη μας για μια ολόκληρη δεκαετία». Ώστε γι’ αυτό είχε την τόλ μη να καταπλ εύσει στο Μπρίτζπορτ, σκέφτηκε η Τ ζούντιθ. Δεν είχε πάρει απλά την τοπική πολιτοφυλακή με το μέρος του, τους είχε πάρει κυριολεκτικά μαζί του! «Τόνι, για τελ ευταία φορά...» Αυτό μόνο πρόλαβε να πει ο Τ ζέιμς, όταν ο Άντονι τον σταμάτησε γρυλίζοντας. «Το ’πιασα. Επομένως, ήταν αλήθεια ότι του έκλεψαν το πλοίο. Αυτό δεν αλλάζει τίποτα». «Τότε σκέψου το λίγο ακόμα, γιατί αλλάζει τα πάντα».


«Τ ι βλέπω; Επιτροπή υποδοχής; Με συγκινείτε». Γύρισαν όλοι. Ο Νέιθαν στεκόταν στην κορυφή της σανιδόσκαλας, με τα μπράτσα σταυρωμένα και τη φωνή του παγερή. Φαινόταν έτοιμος για καβγά. Και η Τ ζούντιθ δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. «Θα ήθελα να μιλήσουμε, Τ ρεμέιν», είπε ο Τ ζέιμς ανεβαίνοντας μέχρι τα μισά της σανιδόσκαλας. Ο Νέιθαν δεν άλλαξε στάση ούτε έκανε στην άκρη για ν’ αφήσει τον Τ ζέιμς ν’ ανέβει στο Περλ , ενώ δεν έδειξε ούτε καν να τον ακούει. Μόνο κοιτούσε την Τ ζούντιθ, που στεκόταν ακόμη δίπλα στον Άντονι, με το μπράτσο του τυλιγμένο σφιχτά γύρω της. Ο Τ ζέιμς, που κοιτούσε μια τον Νέιθαν και μια την Τ ζούντιθ, ρώτησε, «Γιατί ήρθες εδώ;» Τα μάτια του Νέιθαν στράφηκαν στον Τ ζέιμς. «Το Νιου Λόντον είναι γεμάτο φαλαινοθηρικά. Είναι δύσκολο να επανδρώσεις πλοίο σε μια πόλη όπου οι περισσότεροι προτιμούν να κυνηγούν φάλαινες, αν και προσπάθησα για δύο μέρες. Οι πολιτοφύλακες από εδώ σκέφτηκαν ότι στην πόλη τους θα ήμουν πιο τυχερός και θα κατάφερνα να βρω τους τελευταίους άντρες που χρειάζομαι, ενώ προσφέρθηκαν κιόλας να μας βοηθήσουν να φτάσουμε μέχρι εδώ σαν ευχαριστώ». «Δηλαδή, ο μόνος λόγος που είσαι εδώ είναι για να βρεις πλήρωμα;» «Ακριβώς. Απογοητεύτηκες που δεν με βλέπεις αλυσοδεμένο;» «Καθόλου. Απόψε μάθαμε ποια έκλεψε τα κοσμήματα, αλλά δεν είναι το μόνο έγκλημα που διέπραξε. Χρειάζομαι το πλοίο σου για να μας πάει στην Καραϊβική. Θα σε–» Τα λόγια του διέκοψε το σκληρό γέλιο του Νέιθαν. «Δεν πρόκειται να βοηθήσω κανέναν αναθεματισμένο Μάλορι μετά από αυτό που μου κάνατε». «Αυτό είναι πολύ… κρίμα… δεδομένου ότι κάποιος από το πλοίο μου σε βοήθησε να βγεις από τη δυσάρεστη θέση σου». Ο Νέιθαν έριξε μια παρατεταμένη, σκληρή ματιά στον Τ ζέιμς. Δεν


ήταν ξεκάθαρο αν διέκρινε κάτι άλλο στα λόγια του. Η Τ ζούντιθ, όμως, ναι. Το ίδιο και ο Άντονι, ο οποίος άρχισε να βλαστημάει μέσα από τα δόντια του. Ωστόσο, η επόμενη ερώτηση του Νέιθαν δεν παραξένεψε κανέναν, καθώς όλοι φορούσαν ακόμα τα βραδινά τους ρούχα. «Έχετε χορό στην αποβάθρα απόψε;» Μετά, αφού έριξε μια ματιά στην προκυμαία, πρόσθεσε, «Ή μήπως πόλεμο; Τ ι έγινε εδώ πέρα;» «Η κόρη μου έπεσε θύμα απαγωγής. Τα καθάρματα φρόντισαν να μην μπορώ να τους ακολουθήσω αμέσως». «Η ξαδέλφη της Τ ζούντι, η Τ ζακ;» Το βλέμμα του Τ ζέιμς πήγε πάλι από τον Νέιθαν στην Τ ζούντιθ, οι όποιοι εξακολουθούσαν να κοιτάζονται, προτού κάνει την απόφαση του Νέιθαν ευκολότερη λέγοντας, «Θα σου δώσω τα τριπλά απ’ όσα αξίζει το πλοίο σου». «Σε κάποια πράγματα δεν μπαίνει τιμή», απάντησε θυμωμένα ο Νέιθαν. Ο Τ ζέιμς έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά. «Πραγματικά δεν θέλεις να μάθεις μέχρι πού είμαι διατεθειμένος να φτάσω για να πάρω πίσω την κόρη μου. Δέξου την προσφορά μου, Τ ρεμέιν. Είναι δίκαιη, ενώ θα σε αφήσω ακόμη και να παραμείνεις καπετάνιος στο πλοίο σου, παρότι δεν είναι ακριβώς αυτό που θα ήθελα να κάνω, αλλά μπορώ να φανώ λογικός». «Εφόσον πετύχεις αυτό που θέλεις;» «Ακριβώς». Ο Νέιθαν δεν απάντησε αμέσως, το οποίο ήταν καλύτερο από άλλη μια κοφτή άρνηση. Όμως, τότε, ήρθε μπροστά ο Μπόιντ που προσπάθησε να γλυκάνει την προσφορά, λέγοντας, «Θα σου δώσω επίσης ένα πλήρες πλήρωμα, μόλις μας φέρεις πίσω. Θα σου προσφέρω μια γεύση της ζωής του εμπόρου – αν δεν την έχεις δοκιμάσει ακόμη». «Ποιους εσάς δηλαδή;» «Τους αδελφούς μου κι εμένα. Η Τ ζάκλιν είναι ανιψιά μας. Παρότι δεν συμπαθούμε τρομερά τον γαμπρό μας, θα προτιμούσαμε να μην


τον δούμε να ανταλλάσσεται για την Τ ζακ. Οπότε, πρέπει να την πάρουμε πίσω προτού συμβεί αυτό». «Εσύ είσαι τα λύτρα;» είπε ο Νέιθαν στον Τ ζέιμς. «Ναι». «Και το μυστηριώδες πλοίο είναι αυτό που μας… σας ακολουθούσε στη θάλασσα;» «Δεν το ξέρουμε, αλλά είναι πιθανόν». Ο Νέιθαν περιέφερε το βλέμμα του στα πρόσωπα που τον κοιτούσαν όλο προσμονή στην αποβάθρα. Το βλέμμα του στάθηκε πάλι περισσότερη ώρα στην Τ ζούντιθ, όμως το σώμα του σφίχτηκε όταν κοίταξε τον Άντονι. Παρ’ όλα αυτά, είπε στον Τ ζέιμς, «Ανέβα πάνω, μόνος σου, αν θέλεις ν’ ακούσεις τους δικούς μου όρους». Η Τ ζούντιθ ξεφύσηξε με ανακούφιση. Ο Νέιθαν συμφωνούσε, απλά υπό όρους. Που ήταν απόλυτα κατανοητό. Τουλάχιστον θα βοηθούσε. Μα φυσικά θα βοηθούσε. Μπορεί να είχε τη δική του ατζέντα, μπορεί να ήταν ακόμα έξω φρενών μαζί τους, αλλά είχε καλή καρδιά. Και εφόσον το Περλ ξεκινούσε σύντομα, θα είχαν ακόμα ελπίδα να προφτάσουν το άλλο πλοίο προτού φτάσει καν στην Καραϊβική, επομένως τόσο η Τ ζακ όσο και ο Τ ζέιμς έβγαιναν αλώβητοι από τούτη την περιπέτεια. Πάνω στο πλοίο, ο Νέιθαν οδήγησε τον Τ ζέιμς στο κέντρο του καταστρώματος, όπου δεν φαίνονταν από την αποβάθρα. Ο Τ ζέιμς είχε ήδη μαντέψει τι ήθελε να του πει: «Υποθέτω ότι δεν θέλεις να έρθει ο αδελφός μου μαζί;» «Σωστά. Δεν πρόκειται να πατήσει το πόδι του στο πλοίο μου – ούτε τώρα ούτε ποτέ». «Αν είναι μόνο αυτό–» «Δεν είναι. Μπορείς να φέρεις μόνο τρεις Άντερσον μαζί σου. Συνυπολογίζοντας και σένα, μόνο τόσοι άντρες μου λείπουν για να συμπληρωθεί το πλήρωμά μου. Μπορείς να τους διαλέξεις μόνος σου, αλλά θα σε συμβούλευα να ρωτήσεις αν ξέρει να μαγειρεύει κανείς». Ο Τ ζέιμς στριφογύρισε τα μάτια του. «Συμφωνούμε λοιπόν;»


«Αν μπορέσεις να μου εξασφαλίσεις τον καινούριο καμαρότο μου – την Τ ζούντιθ». Ο Τ ζέιμς κοκάλωσε. «Κι εγώ που ευχόμουν να μη χρειαστεί να σε σκοτώσω». «Δεν το διαπραγματεύομαι. Και μην είσαι υποκριτής. Έτυχε ν’ ακούσω τον Άρτι να πειράζει τη σύζυγό σου για την εποχή που ήταν εκείνη καμαρότος σου, κι ας ήξερες ότι είναι γυναίκα παρότι η ίδια πίστευε ότι δεν το είχες καταλάβει». «Εγώ την παντρεύτηκα στο τέλος», γρύλισε ο Τ ζέιμς. «Έτερον εκάτερον. Αυτοί είναι οι όροι μου, υποκόμη Ράιντινγκ». Ο Τ ζέιμς άργησε να απαντήσει. Τελικά είπε, «Έχεις καμπίνα γι’ αυτήν;» «Ναι, μία. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να κοιμάστε με το πλήρωμα». «Τότε, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Αν η ίδια δεχτεί αυτή την κουταμάρα –γιατί η απόφαση θα πρέπει να είναι δική της– δεν θα την αγγίξεις, ούτε καν τυχαία. Απαιτώ να μου δώσεις τον λόγο σου γι’ αυτό». «Σύμφωνοι. Αλλά εφόσον σκοπεύεις να την αφήσεις ν’ αποφασίσει μόνη της, θέλω να της θυμίσεις τη συμφωνία που έκανε μαζί μου – και ότι μου οφείλει κάτι». Ο Τ ζέιμς τον κοίταξε απλά με μισόκλειστα μάτια και κατέβηκε από το πλοίο. Πήρε την Τ ζούντιθ παράμερα για να της εξηγήσει τις απαιτήσεις του Νέιθαν και να της αναφέρει όσα είχε πει για τη συμφωνία τους. Ο Άντονι πήγε κοντά τους πριν προλάβει να δώσει την απάντησή της. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Άντονι. «Φεύγουμε ή εξακολουθεί να είναι μουτρωμένος επειδή πέρασε λίγες ώρες στο μπαλαούρο σου;» «Οι όροι του είναι οι εξής: εσύ δεν έρχεσαι – η Τ ζούντι ναι». «Δεν υπάρχει περίπτωση!» γρύλισε ο Άντονι. «Δεν είναι ταξιδάκι αναψυχής, διάολε. Θα μείνει εδώ με τις υπόλοιπες γυναίκες». «Δέχτηκα ήδη τους όρους του». Η Τ ζούντιθ ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του πατέρα της. «Θα το ζητούσα κι εγώ η ίδια», είπε, χωρίς να είναι σίγουρη αν ήταν


ψέμα. «Μιλάμε για την Τ ζακ. Θα πάω. Θέλω απλά να πάρω μερικά πράγματα από το σπίτι και θα γυρίσω πριν φορτωθούν οι προμήθειες». Πήγε να φύγει, αλλά τότε άκουσε πίσω της, «Να πάρει και να σηκώσει, Τ ζέιμς, γιατί δεν τον πέταξες στη θάλασσα και να πάρεις με το έτσι θέλω το αναθεματισμένο πλοίο του;» «Επειδή οι φίλοι του είναι ακόμη εδώ και τον θεωρούν ήρωα και έχουν την εξουσία να στρέψουν ολόκληρη την πόλη εναντίον μας. Δεν πρόκειται να πάρουμε πίσω την Τ ζακ αν μας χώσουν στη φυλακή. Η Τ ζούντι θα είναι μια χαρά υπό την προστασία μου». Θα ήταν; Είχε δει τον θυμό στα μάτια του Νέιθαν. Μπορεί να την είχε φιλήσει νωρίτερα σήμερα και να την είχε γεμίσει ελπίδα, αλλά εξακολουθούσε να είναι πυρ και μανία μαζί της. Και δεν έβλεπε να μετριάζεται καθόλου η οργή του, ιδιαίτερα από τη στιγμή που την είχε συμπεριλάβει στους όρους του για να τους βοηθήσει. Ήθελε όντως να τιμήσει τη συμφωνία τους; Ή ήθελε απλά να εκδικηθεί τόσο αυτήν όσο και την οικογένειά της επειδή τον είχαν κατηγορήσει για κάτι που δεν έκανε;


Κεφάλαιο σαράντα τρία «Σου ξέφυγε ένα σημείο». «Το πάτωμα δεν είναι καν βρόμικο!» «Επειδή φροντίζεις εσύ γι’ αυτό». Ο Νέιθαν δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από την Τ ζούντιθ που σηκώθηκε θυμωμένη όρθια, με τον κουβά της στο χέρι, και ήρθε στο πλάι του γραφείου του για να δει πού της έδειχνε. Πέφτοντας πάλι στα τέσσερα, πήρε το πατσαβούρι και το κοπάνησε με τόση δύναμη στο πάτωμα που το νερό τινάχτηκε προς το μέρος του. «Έπρεπε να μου το πεις ότι ήθελες να μου γυαλίσεις τις μπότες». Ο Νέιθαν γύρισε στην καρέκλα του ώστε να φέρει τα πόδια του κοντά της. Η Τ ζούντιθ τον αγριοκοίταξε. «Το διασκεδάζεις, έτσι – κάπως υπερβολικά;» Της χαμογέλασε. «Να πω την αλήθεια, ναι». Ο Νέιθαν ένιωσε άσχημα την πρώτη φορά που η Τ ζούντιθ μπήκε στην καμπίνα του το πρωί αφότου σάλπαραν από το Μπρίτζπορτ. Δεν διέθετε καμία από τις πολυτέλειες στις οποίες ήταν συνηθισμένη και δεν είχε σχεδόν καθόλου έπιπλα. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα πρέπει να της φάνηκε. Το Περλ ήταν τρικάταρτο, όπως το πλοίο του θείου της, αλλά δεν ήταν τόσο μακρύ ή πλατύ όσο εκείνο. Η καμπίνα του μπορεί να βρισκόταν στο ίδιο σημείο του πλοίου με την καμπίνα του καπετάνιου του Μέιντεν Τζορτζ, αλλά δεν είχε ούτε το μισό της μέγεθος. Ο πατέρας του δεν κοιμόταν εκεί, παρά μόνο τη χρησιμοποιούσε για δωμάτιο χαρτών καθώς και για να δειπνεί με τον Κόρκι – και τον Νέιθαν, όταν ήταν στο καράβι. Ο Νέιθαν είχε


μετατρέψει την καμπίνα σε προσωπικό του διαμέρισμα και είχε προσθέσει και μία αιώρα για να κοιμάται. Ένας από τους άντρες του Μπόστγουικ στο Νιου Λόντον είχε στήσει ένα ράντζο, και ο Νέιθαν αποφάσισε να το κρατήσει. Ο Νέιθαν δεν γνώριζε τους τρεις Άντερσον –τον Γουόρεν, τον Τόμας και τον Ντρου– τους οποίους είχε διαλέξει ο Τ ζέιμς για να έρθουν μαζί. Θα προτιμούσε να ερχόταν ο Μπόιντ, αλλά θυμήθηκε ότι ο Τ ζέιμς είχε πει πως ο Μπόιντ θα ήταν άχρηστος για το μισό ταξίδι εξαιτίας της ναυτίας του. Ο Τ ζέιμς και οι τρεις αδελφοί Άντερσον δούλευαν σκληρά, αν και ο Νέιθαν τους είχε τσακώσει και τους τρεις να δίνουν διαταγές στους άλλους ναυτικούς, ή τέλος πάντων είχαν αρχίσει να το κάνουν προτού θυμηθούν ότι σε τούτο το ταξίδι δεν διοικούσαν αυτοί το πλοίο. Ήταν άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να είναι καπετάνιοι σχεδόν όλη τους τη ζωή, οπότε τους ήταν δύσκολο να κόψουν τη συνήθεια αυτή. Το πρώτο πρωί στη θάλασσα η Τ ζούντιθ του είχε στρώσει το κρεβάτι, είχε ξεσκονίσει το γραφείο του, είχε σκουπίσει το πάτωμα και του είχε φέρει πρωινό, χωρίς να πει κουβέντα. Δεν τον κατσάδιασε που την είχε βάλει στη θέση της υπηρέτριας, δεν τον ρώτησε γιατί το είχε κάνει αυτό και δεν είχε δείξει ίχνος δυσαρέσκειας. Φερόταν περισσότερο σαν οσιομάρτυρας, πρόθυμη να κάνει ό,τι χρειαζόταν για να σώσει την ξαδέλφη της. Φαινόταν μάλιστα να είναι ευγνώμων απέναντί του επειδή τους βοηθούσε στην αποστολή διάσωσης. Αλλά ο Νέιθαν δεν ήθελε την ευγνωμοσύνη της. Αν και κατάφερνε να συγκρατήσει την οργή του, η αλήθεια ήταν ότι μέσα του έβραζε – ιδιαίτερα μαζί της. Την είχε εμπιστευτεί. Γι’ αυτό δεν έλεγε να του περάσει το άχτι που της είχε. Ποτέ άλλοτε δεν είχε εμπιστευτεί τόσο πολύ άλλον άνθρωπο, όταν όλα τον προειδοποιούσαν να μην το κάνει. Μέχρι και τους αριστοκράτες είχε αρχίσει να βλέπει διαφορετικά εξαιτίας της, καθώς του είχε δείξει ότι δεν ήταν όλοι άκαρδοι ψηλομύτηδες, όπως τα πεθερικά της Άντζι. Και όλα αυτά για να αποδειχτεί τελικά ότι είχε δίκιο εξαρχής.


Ο Κόρκι της είχε παραχωρήσει την καμπίνα του. Το Περλ είχε μόνο τρεις καμπίνες, και οι αδελφοί Άντερσον είχαν διεκδικήσει την τρίτη. Ο Νέιθαν δεν ήξερε πού κοιμόταν ο Τ ζέιμς, αλλά δεν θα ξαφνιαζόταν αν τον έβλεπε στον διάδρομο έξω από την καμπίνα της Τ ζούντιθ, ή ακόμα και στο πάτωμα μέσα. Ο Νέιθαν είχε υποσχεθεί ότι δεν θα την άγγιζε και αυτό σκόπευε να κάνει, αλλά ο Τ ζέιμς τον βοηθούσε παρ’ όλα αυτά να κρατήσει τον λόγο του. Δεν χτυπούσε ποτέ την πόρτα όταν έμπαινε στην καμπίνα του Νέιθαν και δεν το έκρυβε ότι το έκανε επίτηδες, εκτός και αν ήξερε ότι η Τ ζούντιθ δεν ήταν εκεί. Τότε χτυπούσε. Όμως όποτε ήταν η Τ ζούντιθ στην καμπίνα μαζί με τον Νέιθαν, ο Τ ζέιμς φρόντιζε να περάσει μια δυο φορές από εκεί. Αναπάντεχα. Αθόρυβα. Χωρίς να δίνει καμία δικαιολογία! Ο Νέιθαν το έβρισκε εκνευριστικό, αλλά δεν ήταν βλάκας για να του ζητήσει να σταματήσει να το κάνει όταν ήξερε πολύ καλά ότι αυτός είχε ξεπεράσει πρώτος τα όρια με τους όρους που είχε βάλει. Ήταν μια στιγμή τρέλας που ο Τ ζέιμς θα τον έκανε σίγουρα να την πληρώσει μόλις θα έπαιρνε πίσω την κόρη του. Η ειρωνεία ήταν ότι ο Νέιθαν δεν θα έπρεπε να βρίσκεται καν εδώ. Θα μπορούσε να είχε πάει σε άλλες πόλεις για να βρει ναυτικούς για το πλήρωμά του αντί για την πόλη όπου βρισκόταν η Τ ζούντιθ. Θα έπρεπε να έχει ήδη πάρει τον δρόμο του γυρισμού για την Αγγλία όπου τον περίμεναν οι δικές του ανιψιές αντί να εμπλακεί στα οικογενειακά προβλήματα των Μάλορι. Αν μόνο δεν είχε γνωρίσει την Τ ζάκλιν – θαρραλέα, τολμηρή, αστεία… και η καλύτερη φίλη της Τ ζούντιθ. Μπορεί να έλεγε όχι αν δεν είχε γνωρίσει ποτέ την Τ ζακ ή δεν είχε δει την ικεσία στο βλέμμα της Τ ζούντιθ εκεί στην αποβάθρα… Εξάλλου, η Τ ζούντιθ δεν συνέχισε να παριστάνει για πολύ τη σιωπηλή οσιομάρτυρα. Τα νεύρα της είχαν κλονιστεί από την πρώτη φορά που τη διέταξε να κάνει κάτι που δεν περίμενε ότι θα έπρεπε να κάνει, όπως να του πλύνει τα ρούχα ή να σφουγγαρίσει το πάτωμα και σήμερα, τη στιγμή που το είχε ξανακάνει μόλις χτες. «Δεν είναι ισότιμη ανταλλαγή αυτό που κάνεις», του επισήμανε


τώρα. «Εγώ δεν σου έχω ζητήσει τίποτα». «Μα θα μπορούσες, γλύκα μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες νύχτες πέρασα ξάγρυπνος με το να σκέφτομαι όλους τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσες να μ’ εκμεταλλευτείς». Η Τ ζούντιθ έγινε κόκκινη σαν παντζάρι. Ο Νέιθαν τη λυπήθηκε και έβαλε τα πόδια του κάτω από το γραφείο πριν αρχίσει να του γυαλίζει τις μπότες. Ωστόσο, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της όταν άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα. Παρότι με φουστάνι ή τουαλέτα ήταν εκθαμβωτική, παρέμενε πολύ όμορφη και με τα αγορίστικα ρούχα της, που ήταν τα μόνα που φορούσε στο πλοίο του. Αυτή τη στιγμή είχε υπέροχη θέα στα οπίσθιά της, που διαγράφονταν πολύ όμορφα μέσα από το παντελόνι της καθώς έσκυψε μπροστά για να σφουγγαρίσει το πάτωμα. Του ήταν όλο και πιο δύσκολο να μην την αγγίζει, ιδιαίτερα όταν την έβλεπε σε μια τόσο προκλητική στάση και όταν βρισκόταν τόσο κοντά του που τη μύριζε, όπως τώρα. Έπρεπε να είναι μαζοχιστής για να βάζει τον εαυτό του σε τέτοια δοκιμασία τη στιγμή που εξακολουθούσε να την ποθεί τόσο πολύ, απλά και μόνο για να μπορέσει να περάσει λίγες ακόμα μέρες μαζί της προτού οι δρόμοι τους χωριστούν για πάντα και δεν την ξαναδεί ποτέ. Ξαφνικά, η Τ ζούντιθ σήκωσε το κεφάλι και τον ρώτησε, «Ποιος σε άφησε να βγεις από το μπαλαούρο;» Χαρούμενος που έδειχνε ακόμα περιέργεια γι’ αυτόν αλλά και θυμωμένος με το θέμα που είχε μόλις θίξει, ο Νέιθαν συνειδητοποίησε ότι έκανε πάλι το ίδιο: ξυπνούσε αντιφατικά συναισθήματα μέσα του. Όχι ότι παραξενεύτηκε. Η Τ ζούντιθ δεν είχε ιδέα τι έντονα συναισθήματα του ανακινούσε. Δεν της είχε δείξει ποτέ πώς ένιωθε γι’ αυτήν, ούτε καν εκείνη την εκπληκτική νύχτα που της είχε κάνει έρωτα. Όμως, η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν πως την είχε ερωτευτεί. Το γεγονός ότι δεν είχε καμία ελπίδα για ένα μέλλον μαζί της, ούτε και είχε ποτέ, πυροδότησε την οργή του. «Δεν ήμουν ξύπνιος για να δω ποιος το έκανε, αλλά προφανώς δεν ήσουν εσύ», της είπε με πίκρα.


Η Τ ζούντιθ πήγε να απαντήσει κάτι, αλλά άλλαξε γνώμη, και μετά ξαναπήγε να μιλήσει αλλά στο τέλος έκλεισε πάλι το στόμα της. Τα φρύδια του έσμιξαν καθώς την κοιτούσε. «Τ ι;!» Η Τ ζούντιθ κατέβασε τα μάτια στο πάτωμα και είπε τόσο σιγά που μετά βίας την άκουσε, «Θα το έκανα». «Τ ι θα έκανες;» «Θα σ’ έβγαζα από εκεί. Περίμενα μέχρι να κοιμηθούν όλοι. Αλλά άργησα. Είχες ήδη φύγει». Ο Νέιθαν ξεφύσηξε καγχαστικά. «Πολύ βολικό να το λες τώρα αυτό». Τα μπλε στο χρώμα του κοβαλτίου μάτια της ήταν ολοστρόγγυλα από την έκπληξη όταν τον ξανακοίταξαν. «Δεν με πιστεύεις;» «Γιατί να σε πιστέψω;» «Ίσως επειδή δεν σου έχω πει ποτέ ψέματα; Έχω πει ψέματα για σένα, αλλά ποτέ σε σένα, ή τουλάχιστον για τίποτα σημαντικό». «Για τίποτα σημαντικό; Τ ι εννοείς μ’ αυτό;» Η Τ ζούντιθ ανασήκωσε τους ώμους της. «Ίσως να είπα ψέματα για μέλη της οικογένειάς μου, αλλά τα οικογενειακά μυστικά είναι οικογενειακά μυστικά, όπως καταλαβαίνεις, και μπορούν να τα αποκαλύψουν μόνο εκείνα τα μέλη της οικογένειας τα οποία αφορούν προσωπικά κατά τη διακριτική τους ευχέρεια. Σίγουρα όχι κατά τη δική μου. Εσύ, από την άλλη, μου είπες ψέματα. Ή μήπως σκοπεύεις να συνεχίσεις ακόμα και τώρα να μου λες ότι δεν ήσουν ποτέ λαθρέμπορος;» «Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα σου απαντήσω σ’ αυτό; Δεν μπορώ να σου έχω εμπιστοσύνη, γλύκα μου». Η Τ ζούντιθ σφίχτηκε, εμφανώς θιγμένη, αλλά ο Νέιθαν διέκρινε την πονεμένη έκφραση που ζωγραφίστηκε φευγαλέα στα μάτια της και του τρύπησε την καρδιά. Πήγε να την αγγίξει, αλλά την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε. Η αναθεματισμένη του υπόσχεση… όμως, σταθερός σαν ρολόι, ο Τ ζέιμς άνοιξε εκείνη τη στιγμή την πόρτα – και συνοφρυώθηκε όταν δεν είδε αμέσως την Τ ζούντιθ.


Όμως τότε σηκώθηκε όρθια με τον κουβά στο χέρι, μαντεύοντας ποιος είχε έρθει χωρίς να χτυπήσει, και είπε σφιγμένα στον Νέιθαν, «Το πάτωμα τελείωσε και είναι ώρα για το μεσημεριανό σου». Βγήκε έξω βιαστικά χωρίς να ρίξει ούτε μια μάτια στον θείο της, αλλά ο Τ ζέιμς δεν έφυγε μαζί της. Προχώρησε αργά μέσα στο δωμάτιο και η δυσοίωνη στάση του προμήνυε ότι η εκδίκηση θα ερχόταν μια ώρα αρχύτερα. «Ξέρω ότι αυτή η μάχη δεν είναι δική σου, Τ ρεμέιν, και γι’ αυτό οι όροι σου ήταν εξωφρενικοί–» «Άσε τις δυσοίωνες προβλέψεις, να χαρείς. Δεν την κακομεταχειρίζομαι καθόλου. Και κάνεις λάθος. Ήθελα να έρθω». «Ναι; Δεν είχα καταλάβει πως ήμουν τόσο πειστικός». Ο Νέιθαν γέλασε τραχιά. «Δεν ήσουν. Αλλά οι λόγοι μου είναι προσωπικοί. Εφόσον δεν πάθει τίποτα αυτό εδώ» –σήκωσε ένα έγγραφο από το συρτάρι και το ξανάβαλε μέσα– «τότε δεν έχει σημασία ποτέ θα επιστρέψω στην Αγγλία». «Και τι είναι αυτό το χαρτί;» «Απόδειξη ότι εκπλήρωσα την αποστολή μου». «Εγώ είμαι όλη η απόδειξη που χρειάζεσαι, αγόρι μου. Ή, σε περίπτωση που δεν βγω ζωντανός από αυτό, η οικογένειά μου». «Χωρίς παρεξήγηση, λόρδε Μάλορι, αλλά προτιμώ το έγγραφο που μου ζητήθηκε να παρουσιάσω». «Αρχίζω να καταλαβαίνω… είναι όρος για απόδοση χάριτος;» Ο Νέιθαν γέλασε πάλι. «Είσαι φοβερός. Η συμπερασματική λογική σου με αφήνει άφωνο». «Ώστε δεν θέλεις να πεις για ποιο λόγο θα σου δοθεί αμνηστία; Δεν είναι ανάγκη. Έχω ζήσει πολύ ταραχώδη ζωή, έχω δει περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα. Παρότι θα επιστρέψεις στην πατρίδα με το πλοίο σου, το γεγονός ότι θα πρέπει να παραδώσεις γραπτή απόδειξη ότι εκπλήρωσες τον στόχο σου μιλάει από μόνο του. Στόχος σου είναι είτε μια προαγωγή είτε η απόδοση χάριτος, και εφόσον δεν είσαι στρατιωτικός…» Ο Τ ζέιμς γύρισε αργά προς την πόρτα, αλλά κοντοστάθηκε για μια στιγμή και έριξε μια ματιά πίσω


του. «Σε συμπάθησα από την αρχή. Το ότι έριξες αναίσθητο τον αδελφό μου –για τους όποιους λόγους σου– ήθελε κότσια. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σε σκοτώσω στο τέλος». Ο Νέιθαν έγειρε μπροστά. «Εσύ με άφησες να φύγω από το μπαλαούρο του πλοίου σου;» Το πρόσωπο του Τ ζέιμς παρέμεινε εκνευριστικά ανέκφραστο. «Αυτό θα σήμαινε πως μου χρωστάς χάρη, έτσι δεν είναι;» «Δεν θα μου απαντήσεις;» «Εγώ; Να κάνω καλές πράξεις;» Ο Τ ζέιμς γέλασε και βγήκε από την καμπίνα. Ο Νέιθαν κάρφωσε για μια στιγμή το βλέμμα στην πόρτα, εκνευρισμένος. Ήταν πολύ άσχημη αυτή η συνήθεια του Μάλορι ν’ αφήνει τα πράγματα στον αέρα. Φυσικά και δεν το είχε κάνει αυτός, τη στιγμή που ο ίδιος είχε κλείσει τον Νέιθαν στο μπαλαούρο. Τ ώρα πια, οι Μάλορι γνώριζαν ότι η Κάθριν ήταν η κλέφτρα τους, αλλά δεν το ήξεραν όταν ήταν ακόμα στο Μέιντεν Τζορτζ. Ο Νέιθαν δεν είχε σκοπό να ψάξει να βρει έναν λόγο που θα τον καθιστούσε υπόχρεο σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Προτιμούσε να ισχύει το αντίστροφο.


Κεφάλαιο σαράντα τέσσερα Είχαν περάσει τέσσερις μέρες και ακόμα δεν είχαν δει το πλοίο που προσπαθούσαν να προφτάσουν. Ο Τ ζέιμς είχε πει ότι ίσως τους έπαιρνε μία εβδομάδα για να φτάσουν στο Σεντ Κιτς, και ούτε μέρα λιγότερο, εκτός και αν τύχαινε να τους ευνοήσουν τα ρεύματα και ο άνεμος. Ήταν σίγουροι ότι μόνο αν προλάβαιναν το πλοίο της Κάθριν στην πορεία του θα κατάφερναν να σώσουν την Τ ζακ χωρίς να χαθεί καμία ζωή – από την πλευρά τους. Αλλά προφανώς δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν το προβάδισμα του άλλου πλοίου, όποτε αναγκάστηκαν να καταστρώσουν ένα εναλλακτικό σχέδιο. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Τ ζούντιθ είχε άλλον έναν σκοπό, εκτός από το να πάει πρωινό στον Νέιθαν όταν πήγε στην καμπίνα του εκείνο το πρωί. Ο Νέιθαν στεκόταν στο γραφείο του, αλλά σήκωσε αμέσως τα μάτια και την κοίταξε, και το βλέμμα του έμεινε για κάμποση ώρα καρφωμένο πάνω της, προτού κατεβάσει πάλι τα μάτια στους χάρτες που ήταν ανοιγμένοι πάνω στο τραπέζι. Οι χάρτες της Καραϊβικής που του είχε δώσει ο Τ ζέιμς. Είχαν βραχεί τελείως όταν τους έφερε ο Άρτι από το Μέιντεν Τζορτζ προτού σαλπάρουν. Τ ώρα που είχαν στεγνώσει όμως, μπορούσαν να διαβαστούν και πάλι. «Μόνο ένα πιάτο έφερες πάλι;» είπε ο Νέιθαν πριν η Τ ζούντιθ προλάβει να πει αυτό που την απασχολούσε. «Δεν είσαι πολύ καλή στο να ακλουθείς διαταγές, έτσι;» Η κοπέλα του χαμογέλασε. «Δεν είναι σωστό να τρώω μαζί σου – εφόσον έχω τον ρόλο της υπηρέτριάς σου».


«Δεν πρόκειται να σε απαλλάξω από τη δουλειά του καμαρότου μου». «Γιατί, σ’ το ζήτησα;» «Όχι, δεν μου το ζήτησες – και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί δεν μου το ζήτησες;» Η Τ ζούντιθ ξαφνιάστηκε. Ήταν η πρώτη φορά που της αποκάλυπτε ότι η πλήρης υποταγή της στην απαίτησή του να γίνει υπηρέτριά του, μπορεί να τον είχε παραξενέψει. Όμως, δεν υπήρχε περίπτωση να παραδεχτεί πόσο είχε χαρεί που την είχε συμπεριλάβει στους όρους του. Στην αρχή ήταν κάπως νευρική, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ όταν φάνηκε ξεκάθαρα ότι το μόνο που ήθελε απ’ αυτήν ήταν να κάνει τις καθιερωμένες δουλειές ενός καμαρότου. Ο Νέιθαν δεν ήξερε ότι η δουλειά της εδώ πέρα την έκανε να νιώθει σαν να βοηθούσε με κάποιον μικρό τρόπο να πάρουν πίσω την Τ ζακ. Αντί άλλης απάντησης, του είπε, «Γιατί, για να μου αρνηθείς; Δεν μου χρειάζεται, ευχαριστώ πολύ». Υστέρα, όμως, έσπευσε να προσθέσει, «Πλησιάζουμε στο Σεντ Κιτς. Πρέπει να συζητήσουμε με την οικογένειά μου το θέμα της στρατηγικής που θα ακολουθήσουμε. Πρότεινα να δειπνήσουμε στην καμπίνα σου απόψε ώστε να πάρεις κι εσύ μέρος». Ο Νέιθαν ανασήκωσε το φρύδι του. «Κάπως αυθαίρετο από μέρους σου, δεν συμφωνείς;» Η Τ ζούντιθ τον κοίταξε αθώα. «Δεν θέλεις να πάρεις μέρος;» «Με σένα να σερβίρεις το φαγητό; Φαντάζομαι τι καλά που θα το πάρει η οικογένειά σου. Με πόσους θα πρέπει να μαλώσω προτού αρχίσουν να συζητούν το παραμικρό;» «Δεν πρόκειται να τρίψω στα μούτρα τους την κακοτροπιά σου. Απόψε θα φάω μαζί σας». Ο Νέιθαν έβαλε τα γέλια. «Ώστε είμαι κακότροπος;» «Καλύτερα αυτό από το να πούμε ότι θέλεις να με εκδικηθείς». «Αυτό ποτέ, γλύκα μου». «Εσύ πώς θα το χαρακτήριζες τότε;» «Απλή ανάγκη για καμαρότο».


Η Τ ζούντιθ έσφιξε τα χείλη της εκνευρισμένη που δεν φαινόταν διατεθειμένος να της αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο ζήτησε να την κάνει υπηρέτριά του, όπως κι εκείνη δεν ήταν διατεθειμένη να πει γιατί δεν την πείραζε. Πλησίασε το κρεβάτι του για να το στρώσει. Ένιωθε τα μάτια του ακόμα καρφωμένα πάνω της. Ήταν σαν να την άγγιζε σχεδόν. Μα γιατί δεν την άγγιζε;! Εντάξει, είχε υποσχεθεί στον θείο της ότι δεν θα το έκανε, και ο Τ ζέιμς την είχε διαβεβαιώσει πως αυτός και οι κουνιάδοι του θα ξεσήκωναν ανταρσία αν το έκανε, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι ο Νέιθαν θα έμενε τόσο απαρέγκλιτα πιστός στον λόγο του. Τότε, της είπε ξαφνικά, «Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ’ ένα νευροκαβαλίκεμα στον σβέρκο που δεν λέει να περάσει. Έλα εδώ να δεις αν μπορείς να το κάνεις καλά». Τα μάτια της γούρλωσαν. Ίσιωσε την πλάτη και γύρισε αργά προς το μέρος του. Ο Νέιθαν είχε καθίσει πλέον στο γραφείο. Η Τ ζούντιθ τον ρώτησε επιφυλακτικά, «Και η υπόσχεση που έδωσες στον θείο μου;» «Δεν την παραβιάζω. Ο θείος σου είπε ότι δεν μπορώ να σ’ αγγίξω, όμως δεν σου απαγόρεψε ν’ αγγίζεις εσύ εμένα». Το στομάχι της φτερούγισε στη σκέψη αυτή, αλλά ανησυχούσε που έπρεπε να πάει τόσο κοντά του, ανησυχούσε ότι δεν θα μπορούσε να κάνει αυτό που της ζητούσε χωρίς να τον αγγίξει έτσι όπως ήθελε να τον αγγίξει. Η ανάσα της έγινε πιο γρήγορη πριν καν φτάσει κοντά του. Όταν στάθηκε πίσω του, κοιτάζοντας τους φαρδιούς του ώμους, ένιωσε ένα κύμα ζεστασιάς και πόθου να την τυλίγει. Έπρεπε να υποκριθεί ότι δεν ήταν αυτός. Έκλεισε τα μάτια της και το δοκίμασε, φροντίζοντας να κρατάει τα δάχτυλά της πάνω από το πουκάμισό του. «Δεν σε νιώθω καν». Σηκώθηκε από την καρέκλα, γύρισε προς το μέρος της και άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. Η Τ ζούντιθ βόγκηξε από μέσα της, αλλά δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του, και όταν έβγαλε το πουκάμισό του και το κρέμασε στην πλάτη της καρέκλας, το βλέμμα


της κατηφόρισε από το μυώδες στέρνο του μέχρι την αγκράφα της ζώνης του. «Και τώρα ξαναπροσπάθησε». Όταν σήκωσε τα μάτια της, τον είδε να μισοχαμογελάει. Το διασκέδαζε όλο αυτό! Η Τ ζούντιθ πήρε βαθιά ανάσα και αποφάσισε να τον κάνει να νιώσει τόσο άβολα όσο ένιωθε κι αυτή σε τούτη την ιδιωτική στιγμή που είχε σκηνοθετήσει. Ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω στην απαλή επιδερμίδα του σβέρκου του και άρχισε να τα κινεί ρυθμικά πάνω-κάτω, κατεβάζοντάς τα μέχρι την κορυφή των ώμων του. Το τρίψιμο των μαλλιών του πάνω στις ράχες των χεριών της ήταν τόσο απολαυστική αίσθηση που παραλίγο να της ξεφύγει μια πνιχτή κραυγή! Αν και ξεκίνησε τρίβοντάς τον, σε λίγη ώρα του μάλαζε τους ώμους, κάνοντάς τους βαθύ μασάζ, ενώ στη συνέχεια το άγγιγμά της έγινε ελαφρύ σαν χάδι. Τον άκουσε να βογκάει και μετά ν’ αναστενάζει. Πολύ γρήγορα, η Τ ζούντιθ ένιωσε να χάνεται στις θωπείες της που του προκαλούσαν τόσο εμφανή ευχαρίστηση, να βυθίζεται στις σκέψεις τού τι θα μπορούσε να συμβεί μετά… Έσκυψε μπροστά και τον ρώτησε, «Με νιώθεις τώρα;» «Δεν ήταν–» Ο Νέιθαν πετάχτηκε όρθιος από την καρέκλα. «Φύγε. Τ ώρα!» Η Τ ζούντιθ έφυγε τρέχοντας και πήγε κατευθείαν στην καμπίνα της, μένοντας εκεί μέχρι να περάσει το ξάναμμα στα μάγουλά της και το τρέμουλο στα χέρια της. Τ ι αντιφατικός άνθρωπος! Ευχόταν ο σβέρκος του να τον πονούσε ακόμα χειρότερα – όχι, δεν το ευχόταν στ’ αλήθεια αυτό. Ή μήπως δεν τον πονούσε καν ο σβέρκος του; Της είχε μιλήσει κάπως αυτάρεσκα όταν της είπε ότι αυτή μπορούσε να τον αγγίξει. Μήπως ήταν απλά μια πλεκτάνη του που είχε γυρίσει μπούμεραγκ; Η σκέψη αυτή την έκανε να νιώσει λίγο αυτάρεσκα με τη σειρά της. Παρ’ όλα αυτά, δεν επέστρεψε στην καμπίνα του πριν από την ώρα του δείπνου – με την οικογένειά της. Το δείπνο θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί πολύ χειρότερα απ’ ό,τι εξελίχθηκε, αλλά οι Άντερσον τηρούσαν ουδέτερη στάση απέναντι


στον Νέιθαν, παρότι η Τ ζούντιθ ήταν κουνιάδα του αδελφού τους, του Μπόιντ, και ανιψιά της Τ ζορτζίνα. Η Τ ζούντιθ είχε φροντίσει να τους καλμάρει διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν την πείραζε να συμβάλει στον «κοινό σκοπό». Όμως, η καμπίνα του Νέιθαν δεν είχε σχεδιαστεί για καλεσμένους. Το τραπέζι του χωρούσε μόνο τέσσερα άτομα και γέμισε τόσο ασφυκτικά με τα φαγητά που έφτασαν από το μαγειρείο ώστε κανείς δεν κάθισε να φάει στο τραπέζι. Εξάλλου, η συζήτηση είχε ήδη ανάψει. Ο Τόμας και ο αδελφός του, ο Ντρου, στέκονταν γερμένοι πάνω στον τοίχο ενώ έτρωγαν. Ο Γουόρεν, ο Τ ζέιμς και η Τ ζούντιθ χρησιμοποίησαν τρεις καρέκλες, ενώ ο Νέιθαν παρέμεινε καθισμένος πίσω από το γραφείο του. «Δεν γίνεται να πας και να τους παραδοθείς έτσι απλά», έλεγε ο Τόμας στον Τ ζέιμς. «Όταν φτάσουμε εκεί, θα πρέπει να βρούμε πού κρατάνε την Τ ζάκλιν πριν καταλάβουν ότι είμαστε εκεί». «Αν αγκυροβολούσαμε αλλού;» πρότεινε ο Ντρου. «Δεν είναι απαραίτητο», πετάχτηκε ο Γουόρεν. «Η Κάθριν είναι η μόνη που μπορεί να μας αναγνωρίσει, αλλά δεν θα αναγνωρίσει αυτό το πλοίο». «Να μπούμε στην πόλη μεταμφιεσμένοι τότε;» είπε ο Τόμας. Ο Γουόρεν έγνεψε. «Ναι, τουλάχιστον μέχρι να βρούμε έναν από δαύτους για να τον ανακρίνουμε». «Και αν η Τ ζακ δεν είναι καν εκεί;» είπε ο Τ ζέιμς. «Τ ι εννοείς;» ρώτησε ο Γουόρεν. «Μου είπαν να πάω εκεί μόνο και μόνο για να μου δώσουν περαιτέρω οδηγίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός είναι και ο τελικός προορισμός τους». «Ναι, αλλά τι νόημα θα είχε μια τέτοια τακτική;» ρώτησε ο Τόμας. «Να με κάνουν να μπω σε διαφορετικό πλοίο – μόνος μου». «Μην το κάνεις, Τ ζέιμς», τον προειδοποίησε ο Τόμας. «Δεν γίνεται να τους παραδώσεις τον μοναδικό μας μοχλό πίεσης. Εσένα


δηλαδή». «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αν μπορέσουμε να σκεφτούμε ποιος είναι ο πατέρας της Κάθριν, τότε θα μπορέσουμε να βρούμε έναν τρόπο να του ανατρέψουμε τα σχέδια», επέμεινε ο Ντρου. «Σκέψου λίγο, άνθρωπέ μου. Ποιος θέλει να σ’ εκδικηθεί τόσο πολύ που θα έμπαινε σε τόση φασαρία για να το πετύχει;» «Τον αποκλείσαμε ήδη, και εξάλλου δεν έχει νόημα να κάνουμε εικασίες. Πάτησα πολλούς κάλους στον καιρό μου, ανάμεσά τους και τους δικούς σας. Ειλικρινά, έχω χάσει το μέτρημα των εχθρών μου σε τούτη την πλευρά του κόσμου». «Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο Χοκ έχει πεθάνει», θύμισε στον Τ ζέιμς ο Γουόρεν. «Αυτό από μόνο του περιορίζει πολύ τους πιθανούς υποψήφιους». «Ποιος είναι ο Χοκ;» ρώτησε ο Νέιθαν. Η ερώτησή του έγινε δεκτή με σιωπή, αλλά μερικοί Άντερσον γύρισαν και κοίταξαν τον Τ ζέιμς για να δουν αν θα απαντούσε – ή θα περιλάβαινε τον Γουόρεν που ανέφερε αυτό το όνομα. Όμως, ο Τ ζέιμς κοίταξε για κάμποση ώρα τον Νέιθαν πριν απαντήσει, «Ήταν το όνομα που χρησιμοποιούσα όταν έπλεα σ’ αυτά τα νερά πριν από χρόνια». «Όταν ήσουν πειρατής;» επέμεινε ο Νέιθαν. Ακολούθησε χειρότερη σιωπή. Τεταμένη σιωπή. Η Τ ζούντιθ βόγκηξε από μέσα της και παραλίγο να πετάξει ότι δεν το είχε πει αυτή στον Νέιθαν. Αλλά ο Τ ζέιμς έβαλε τα γέλια. «Όπως ήσουν εσύ λαθρέμπορος;» Ο Νέιθαν κάγχασε. «Σωστό κι αυτό». «Αλλά εγώ είμαι το μαύρο πρόβατο της οικογένειάς μου», συνέχισε ο Τ ζέιμς. «Και για κάποιο διάστημα ήμουν αναγκασμένος να τους προστατέψω από τις μπαγαποντιές μου χρησιμοποιώντας πλαστό όνομα. Δεν μπορούσα να τους δώσω κι άλλους λόγους για να με ξεγράψουν τη στιγμή που είχαν ήδη τόσο πολλούς, αν με καταλαβαίνεις». Ο Νέιθαν έγνεψε αποδεχόμενος την ασαφή του απάντηση. «Τότε,


επιτρέψτε μου να σας πω ότι παραβλέπετε το προφανές. Αν αποφασίσετε να μπείτε κρυφά στο Σεντ Κιτς, φροντίστε να αρπάξετε την Κάθριν. Έτσι, η ανταλλαγή θα έχει πολύ πιο ισότιμο διακύβευμα». Η ιδέα του κέρδισε τη γενική συγκατάθεση. Ωστόσο, ο Τ ζέιμς πρόσθεσε και κάτι ακόμα: «Εφόσον το πλοίο της βρίσκεται εκεί. Μπορεί ν’ άφησαν απλώς κάποιον στο πόδι τους για να μου δώσει οδηγίες για αλλού. Παρ’ όλα αυτά, έχοντας εξετάσει διάφορα πιθανά σενάρια, είμαστε τουλάχιστον προετοιμασμένοι για διάφορα ενδεχόμενα».


Κεφάλαιο σαράντα πέντε Η Κάθριν έβραζε στο ζουμί της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τέτοιον εκνευρισμό όταν βρισκόταν στο πλοίο του. Τον ήθελε. Τ ι ωραία που θα ήταν αν κατάφερνε να προσθέσει το επιπλέον κέρδος μιας παθιασμένης σχέσης στον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε πείσει τον πατέρα της να την αφήσει να συμμετάσχει σε αυτή την επιχείρηση. Γνωρίζοντας ότι είχαν μπροστά τους ένα τόσο μακρινό ταξίδι μέχρι την Αγγλία και πάλι πίσω, ήταν απόλυτα σίγουρη ότι θα κατάφερνε να ξελογιάσει τον καπετάνιο. Ωστόσο, όπως έμαθε πολύ αργά, ο καπετάνιος μισούσε τον πατέρα της και γι’ αυτόν τον λόγο δεν άντεχε την παρουσία της στο πλοίο του. Θα έπρεπε να το γνώριζε αυτό, αλλά ο πατέρας της δεν της έλεγε ποτέ τίποτα! «Νόμιζα ότι αυτοί οι άντρες ήταν δικοί σου, αλλά δεν δείχνουν να σε συμπαθούν», είπε ο Άντριου όταν πήγε κοντά της στο κατάστρωμα. «Βούλωσ’ το. Δεν έπρεπε να είσαι καν εδώ». «Γιατί είμαι τότε;» «Θέλει και ρώτημα, μετά από την ηλίθια ηθική μεταστροφή σου; Δεν μπορούσα να σου έχω εμπιστοσύνη ότι δεν θα τα ξέρναγες όλα στους Μάλορι προτού σαλπάρουμε». Ο Άντριου βιάστηκε ν’ αλλάξει θέμα. «Πού πηγαίνουμε;» «Μετά από το Σεντ Κιτς; Σ’ ένα άλλο νησί, τόσο μικρό που δεν έχει καν όνομα. Δεν θα σ’ αρέσει όμως». «Γιατί όχι;»


«Πειρατές», απάντησε υπεροπτικά η Κάθριν. «Ώστε πειρατές είναι όλοι αυτοί;» Η Κάθριν κάγχασε. «Σου φαίνονται για πειρατές;» «Εδώ που τα λέμε…» είπε επιφυλακτικά, κοιτάζοντας ολόγυρα στο κατάστρωμα. Η Κάθριν γέλασε. «Όλα αυτά είναι απλά φήμες της Καραϊβικής και τίποτα παραπάνω. Δεν είναι άντρες του πατέρα μου αυτοί εδώ». «Ώστε τους προσέλαβες;» «Όχι, αλλά ο καπετάνιος ακολουθεί τις διαταγές του πατέρα μου. Του ανέθεσε να αρπάξει την Τ ζάκλιν. Ο μόνος λόγος που με άφησε να συμμετάσχω σε αυτή την επιχείρηση ήταν για να συγκεντρώσω μια περιουσία σε κοσμήματα γι' αυτόν. Με θεωρεί το ίδιο ανίκανη με τα άλλα μπάσταρδά του. Ήθελε να με δοκιμάσει, και ήταν σίγουρος ότι θα αποτύχω. Αλλά δεν απέτυχα. Μέχρι που βοήθησα μάλιστα τον καπετάνιο στην δική του αποστολή, οπότε τώρα πια ο πατέρας θα καταλάβει ότι μπορώ να του φανώ χρήσιμη και δεν θα με ξαναστείλει ποτέ πια μακριά». «Ούτε που τον ξέρεις καλά καλά. Δεν πέρασες σχεδόν όλη σου τη ζωή προσπαθώντας να τον βρεις; Δεν καταλαβαίνω γιατί θέλεις να τον εντυπωσιάσεις;» «Είναι ο πατέρας μου! Η μοναδική οικογένεια που μου έχει απομείνει». «Ναι, αλλά εφόσον δεν σου ζήτησε να απαγάγεις την Τ ζάκλιν, θα μπορούσες να την αφήσεις να φύγει». «Μη λες βλακείες. Έχει–» «Όλη την προσοχή του καπετάνιου. Νομίζεις ότι δεν πρόσεξα πώς τον κοιτάζεις – όπως κοίταζες παλιά εμένα». Η Κάθριν τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Ήθελαν να σε αλυσοδέσουν. Μη με κάνεις να το μετανιώσω που σε ελευθέρωσα». «Λέω απλά το προφανές. Τον θέλεις, αλλά δεν θα καταφέρεις να τον κάνεις δικό σου όταν βρίσκεται στο πλοίο μια καλλονή σαν την Τ ζάκλιν – κλειδωμένη στην καμπίνα του. Δεν την έχει αφήσει ούτε μια φορά να βγει έξω. Έχεις ιδέα έστω αν είναι καλά;»


«Φυσικά και είναι καλά. Είναι το πολ ύτιμο φορτίο του», είπε με καυστικό ύφος η Κάθριν που γύρισε και αγριοκοίταξε την κλειδωμένη πόρτα που είχε αναφέρει ο Άντριου. «Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί βοήθησες τον άντρα τους ν’ ανέβει κρυφά στο Μέιντεν Τζορτζ τη στιγμή που έτσι κι αλλιώς μας ακολουθούσαν ως το Μπρίτζπορτ. Τ ι λόγο είχες;» «Πολλά ρωτάς», μουρμούρισε αυτή. «Δεν ξέρεις καν τον λόγο, έτσι;» μάντεψε ο Άντριου. «Ο καπετάνιος το αποφάσισε. Εγώ είχα βρει ήδη έναν τρόπο – εσένα– που θα μου εξασφάλιζε την είσοδο στο πλοίο που θα σάλπαρε κουβαλώντας μια ολόκληρη περιουσία σε κοσμήματα. Εκείνοι προσπάθησαν να αρπάξουν την Τ ζάκλιν προτού σαλπάρουν οι Μάλορι, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο καπετάνιος δεν ήθελε να χάσει χρόνο ακολουθώντας τους Μάλορι μέχρι την Αμερική εφόσον κατάφερναν να κλέψουν την Τ ζάκλιν από το πλοίο λίγες μόλις μέρες μακριά από την Αγγλία». «Έβαλε τον άνθρωπό του να τη ναρκώσει, έτσι; Τ ις πρώτες μέρες στη θάλασσα έλεγε συνεχώς πόσο κουρασμένη ένιωθε. Αυτό μου μυρίζει απόγνωση, εφόσον το να την απαγάγει από το πλοίο θα τον βοηθούσε να κερδίσει το πολύ μία με δύο εβδομάδες χρόνο». Η Κάθριν ανασήκωσε τους ώμους της. «Ο ίδιος θεωρούσε πως ο χρόνος ήταν σημαντικός. Δεν είπε γιατί, οπότε μη με ρωτάς! Είναι τόσο μυστικοπαθής που δεν ξέρω καν πώς τον λένε, διάολε». Ο Άντριου έμεινε άφωνος. «Μα δουλεύει για τον πατέρα σου». «Ο πατέρας μου δεν λέει ποτέ τίποτα σε κανέναν χωρίς λόγο, ούτε για τους άντρες του ούτε για οτιδήποτε άλλο». Ο καπετάνιος βγήκε ξαφνικά από την καμπίνα του, χτυπώντας με δύναμη την πόρτα. Φαινόταν εξοργισμένος. «Τ ι συμβαίνει;» ρώτησε η Κάθριν. «Αρνείται να φάει. Δεν έχει αγγίξει ούτε μια φορά το φαγητό της, και είμαστε τέσσερις μέρες στη θάλασσα. Η κοιλιά της διαμαρτύρεται, αλλά αυτή αρνείται!» Ήταν αλήθεια ότι το φαγητό ήταν απαίσιο σε σύγκριση με ό,τι


έτρωγαν στο Μέιντεν Τζορτζ, στεγνό, άγευστο, τις μισές φορές καμένο, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που η Τ ζάκλιν επαναστατούσε. Ο άντρας αυτός ήταν τόσο όμορφος που η Κάθριν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι δεν είχε καταφέρει να καλοπιάσει την κοπέλα ώστε να φερθεί λογικά. Ώστε απαγωγέας και θύμα δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά; Αυτή η επίγνωση κατεύνασε λιγάκι τη ζήλια της, αν και όχι αρκετά. «Άσε με να της μιλήσω εγώ», πρότεινε η Κάθριν. «Θα την πείσω να συνεργαστεί αν μπορέσω να τη δω – μόνη». «Τη στιγμή που εσύ την έφερες σ’ εμένα στον κήπο; Πιστεύει ότι είσαι μία από μας». «Έτσι της είπες;» «Δεν της είπα τίποτα». «Τότε μπορώ να την πείσω να φάει τουλάχιστον». Πήγε να της αρνηθεί, αλλά μετά έγνεψε κοφτά και της έδειξε με μια θεατρινίστικη χειρονομία την πόρτα. Η Κάθριν περίμενε ότι η Τ ζάκλιν θα φορούσε ακόμη τη βραδινή της τουαλέτα, αλλά όταν μπήκε στην καμπίνα, τη βρήκε να φοράει ένα από τα μακριά πουκάμισά του και τίποτα άλλο! Κάρφωσε τα μάτια της στα γυμνά της πόδια από τα γόνατα και κάτω, και τα είδε όλα κόκκινα. Άραγε είχαν κάνει έρωτα; Η Τ ζάκλιν στεκόταν μπροστά στα παράθυρα που έβλεπαν στο πίσω μέρος του πλοίου. Δεν υπήρχε ολόκληρη σειρά από παράθυρα, μόνο δύο, αλλά τα τζάμια ήταν διάφανα και καθαρά. Σίγουρα προσευχόταν να δει το πλοίο του πατέρα της να εμφανίζεται. Με την πλάτη άκαμπτη και τα μπράτσα σταυρωμένα, η Τ ζάκλιν γύρισε με μάτια που πετούσαν φωτιές, όταν άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει. Η οργή της δεν κάλμαρε καθόλου βλέποντας την Κάθριν. «Τ ι θες;» ρώτησε απότομα η Τ ζακ. «Ο εραστής μου δεν είναι ευχαριστημένος μαζί σου, Τ ζάκλιν». «Ο ποιος σου;» «Δεν σου μίλησε για τη σχέση μας;» «Είσαι τρελή; Πώς μπορείς να συναναστρέφεσαι μ’ εκείνο το


κάθαρμα; Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου!» Η Κάθριν πλατάγισε τη γλώσσα της. «Ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα είσαι σε θέση να βοηθήσεις, έτσι δεν είναι; Όχι αν είσαι τόσο αδύναμη που δεν θα μπορείς να σταθείς όρθια εξαιτίας της παιδιάστικης άρνησής σου να φας». Η Τ ζάκλιν πήγε αποφασιστικά στο γραφείο του καπετάνιου, όπου βρισκόταν ένα πιάτο με φαγητό, ανέγγιχτο. Η Κάθριν χαμογέλασε, αναλογιζόμενη πόσο ευγνώμων θα ήταν ο καπετάνιος για την επιτυχία της να πείσει την Τ ζάκλιν να συμπεριφερθεί λογικά. Αλλά η κοπέλα δεν σήκωσε το πιάτο για να φάει. Η Κάθριν βγήκε τρέχοντας από την καμπίνα, αλλά όχι προτού το πιάτο εκσφενδονιστεί ξοπίσω της και σπάσει με δυνατό πάταγο στο κατάστρωμα κάνοντάς τα όλα άνω-κάτω. Η Κάθριν χαμογέλασε κρυφά, παρότι είδε τον καπετάνιο να την αγριοκοιτάζει. Δεν της καιγόταν καρφί αν η Τ ζάκλιν θα έτρωγε προτού την παραδώσουν στον πατέρα της. Δεν ήταν απαραίτητο να χαίρει άκρας υγείας όταν θα γινόταν η ανταλλαγή. Ο Άντριου είδε το κρυφό χαμόγελο της Κάθριν την ώρα που απομακρύνθηκε ατάραχη από εκεί. Αποφάσισε να το διακινδυνεύσει και πλησίασε τον καπετάνιο. «Ήταν λάθος σου, ξέρεις. Η Τ ζακ δεν συμπάθησε ποτέ την Κάθριν. Δεν υπήρχε περίπτωση να την ακούσει, αλλά εμένα θα μ’ ακούσει. Σου εγγυώμαι ότι αν με αφήσεις να της μιλήσω, θ’ αρχίσει να τρώει το φαγητό της». «Σου δίνω διορία μέχρι την ώρα που θα έρθει το επόμενο γεύμα, ούτε στιγμή παραπάνω». Ο Άντριου έγνεψε. Η Κάθριν δεν είχε κάνει τον κόπο να κλείσει την πόρτα. Έριξε μια ματιά από την πόρτα για να βεβαιωθεί ότι η Τ ζακ δεν ήταν έτοιμη να πετάξει κάτι άλλο και μετά μπήκε βιαστικά μέσα. Όμως η Τ ζάκλιν δεν χάρηκε ούτε όταν είδε αυτόν. «Κι εσύ, Αντράσι;» γρύλισε. Της χαμογέλασε αδύναμα. «Για την ακρίβεια, με λένε Άντριου, αλλά δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω τώρα. Ξέρεις ότι δεν πήρα μέρος σε όλ ο αυτό», της ψιθύρισε με επιτακτική φωνή. «Αλλά ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω να δραπετεύσεις».


«Δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο παρά μόνο πώς θα αποδράσω – όταν δεν σκέφτομαι τρόπους να σκοτώσω εκείνον. Αλλά πώς; Τ ις νύχτες με κρατάει δεμένη, τη μέρα κλειδώνει την πόρτα». Ο Άντριου έγνεψε προς τα δύο παράθυρα. «Χρησιμοποίησε μια κουβέρτα για να σπάσεις τα τζάμια, όσο πιο αθόρυβα μπορείς. Θα χτυπήσω τρεις φορές την πόρτα για να σε ειδοποιήσω όταν θα βρισκόμαστε κοντά στο λιμάνι του Σεντ Κιτς. Τότε θα πρέπει να δράσεις και γρήγορα μάλιστα, ενόσω ο καπετάνιος θα είναι απασχολημένος με την αγκυροβόληση του πλοίου και τα του λιμανιού. Όμως, στο μεταξύ θα πρέπει να φας, αλλιώς δεν θα έχεις τη δύναμη να το κάνεις». «Σχεδόν το ίδιο είπε και η Κάθριν, απλά χωρίς να αναφέρει τίποτα για απόδραση, οπότε πώς θες να σε εμπιστευτώ;» «Απλά θα σου κάνω σινιάλο, Τ ζακ. Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από σένα. Μόλις δραπετεύσεις όμως, θα σε συμβούλευα να κρυφτείς και να μείνεις κρυμμένη ώσπου αυτοί εδώ να τα παρατήσουν και να φύγουν». «Κι αν δεν φύγουν;» «Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα μείνουν να αντιμετωπίσουν τον πατέρα σου αν δεν σ’ έχουν στα χέρια τους;» Η Τ ζάκλιν χαμογέλασε για πρώτη φορά. «Όχι, δεν θα ήταν και πολύ έξυπνο από μέρους τους».

Δύο μέρες αργότερα, έφτασαν στο Σεντ Κιτς αργά το πρωί. Ο Άντριου είχε κάνει το συμφωνημένο σινιάλο στην Τ ζάκλιν, αλλά καθώς δεν του επέτρεψαν να κατέβει από το πλοίο και η καμπίνα του καπετάνιου παρέμεινε κλειδωμένη, δεν ήξερε αν η Τ ζακ είχε καταφέρει να αποδράσει. Ο καπετάνιος κατέβηκε στη στεριά για να συνεννοηθεί με τον διαμεσολαβητή. Η ανταλλαγή δεν θα γινόταν εδώ. Απλά ήθελαν να σιγουρέψουν ότι ο Τ ζέιμς Μάλορι δεν θα κατέφτανε με ολόκληρο στόλο προτού του δώσουν οδηγίες για τον


επόμενο και τελικό προορισμό. Όταν επέστρεψε πια στο πλοίο και έδωσε εντολή να σαλπάρουν και πάλι, η Τ ζάκλιν ήταν από ώρες φευγάτη. Ίσως μάλιστα έφευγαν χωρίς να καταλάβουν καν ότι το είχε σκάσει αν ο καπετάνιος δεν πήγαινε κατευθείαν στην καμπίνα του με το που γύρισε στο πλοίο. Φυσικά πανικοβλήθηκε όταν είδε πως η Τ ζάκλιν είχε δραπετεύσει και έστειλε τους άντρες του να την ψάξουν στην αποβάθρα εκεί κοντά. Η Κάθριν πήγε βιαστικά κοντά του. «Πες τους να γυρίσουν πίσω», τον προειδοποίησε. «Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο εδώ πέρα τώρα που η όμηρός σου εξαφανίστηκε και ο πατέρας της μπορεί να φτάσει από στιγμή σε στιγμή». «Δεν υπάρχει περίπτωση. Βύθισα όλα τα πλοία στο λιμάνι τους». «Τον υποτιμάς αν νομίζεις ότι ο Μάλορι δεν θα βρήκε άλλο πλοίο μέσα σε λίγες ώρες. Πρέπει να πάμε αμέσως στον πατέρα μου. Ο θησαυρός που του πηγαίνω θα απαλύνει το πλήγμα της αποτυχίας σου – ή θα μπορούσα να πω ψέματα για χάρη σου». «Ψέματα;» Η Κάθριν ακούμπησε ναζιάρικα το χέρι της στο μπράτσο του. «Μπορώ να του πω ότι η κοπέλα πήδηξε από το πλοίο και πνίγηκε. Ότι δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Φυσικά, θα πρέπει να τον διαβεβαιώσεις ότι θα φύγεις αμέσως για να απαγάγεις μια άλλη Μάλορι ώστε να τη χρησιμοποιήσεις σαν όμηρο στη θέση της κόρης του. Τη γυναίκα του, ίσως, όσο είναι ακόμη στην Αμερική. Ή μπορείς να επιστρέψεις εδώ και να τσακώσεις μόνος σου τον Μάλορι ενόσω θα ψάχνει για την κόρη του, αν και σε διαβεβαιώνω ότι πιθανόν αυτό να μην έχει αίσια κατάληξη… για σένα. Εν πάση περιπτώσει, επιμένω να με επιστρέψεις τώρα αμέσως στον πατέρα μου. Δεν μπορείς να διακινδυνέψεις να χάσεις την περιουσία για την οποία κινδύνεψα τόσο, αφήνοντάς με εδώ πέρα όπου μπορεί να με ανακαλύψουν». Ο Άντριου που βρισκόταν αρκετά κοντά και άκουσε τα περισσότερα, παρατήρησε πόσο εκνευρίστηκε η Κάθριν όταν ο καπετάνιος δεν της απάντησε ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Παρ’ όλα


αυτά, σήκωσαν άγκυρα κι έφυγαν βιαστικά. Καθώς απομακρύνονταν, ο Άντριου κοιτούσε με λαχτάρα την ακτή και αναρωτιόταν αν έπρεπε να τολμήσει να πηδήξει στη θάλασσα. Όμως, η Κάθριν θα έστελνε πιθανότατα το πλοίο πίσω για να τον περιμαζέψουν. Γνώριζε πάρα πολλά πια. Εξάλλου, η Τ ζακ δεν μπορούσε να βγει από την κρυψώνα της αν δεν έφευγαν πρώτα. Γι’ αυτό, δεν πήδηξε στην θάλασσα και απλά ευχήθηκε να μην έκανε ακόμα μεγαλύτερο λάθος απ’ ό,τι όταν υπέκυψε στη θέληση της Κάθριν. Ο τελικός προορισμός τους απείχε μόλις λίγες ώρες από εκεί. Το μικροσκοπικό νησάκι ήταν κατάφυτο από πυκνή βλάστηση και ψηλούς φοίνικες. Φαινόταν ακατοίκητο, αν και άλλα δύο πλοία ήταν αγκυροβολημένα στα σμαραγδένια του νερά. Το μοναδικό κτίσμα που φαινόταν από το πλοίο ήταν η κορυφή ενός παμπάλαιου ερειπωμένου οχυρού. Αποβάθρα δεν υπήρχε. Βγήκαν στη στεριά τραβώντας κουπί και άρχισαν να σκαρφαλώνουν έναν απότομο, αμμουδερό λόφο. Στην κορυφή, ένα χωριουδάκι με καλύβες ήταν απλωμένο σ’ ένα ξέφωτο στη ζούγκλα. Στο εσωτερικό του οχυρού, κοντά στις καλύβες, υπήρχε ένα καινούριο, μεγάλο κτίσμα, όπου και κατευθύνθηκαν. Η Κάθριν ήταν εμφανώς χαρούμενη και ενθουσιασμένη που είχε γυρίσει πίσω, ιδιαίτερα από τη στιγμή που είχε πετύχει να εκπληρώσει την αποστολή της, και έτρεξε μπροστά απ’ όλους για να περηφανευτεί στον πατέρα της για την επιτυχία της. Ο καπετάνιος, ο οποίος είχε αποτύχει στη δική του αποστολή, έδειχνε εμφανώς ανήσυχος, μεταδίδοντας την ανησυχία του και στον Άντριου σε τέτοιο βαθμό που τα πόδια του σταμάτησαν να κινούνται. Φώναξε στον καπετάνιο, «Θα περιμένω στο πλοίο σου, αν δεν σε πειράζει». Ο άλλος γύρισε προς το μέρος του. «Δεν σε κάλεσα εγώ εδώ, αλλά αυτή, και θα σε είχε αφήσει πίσω στο Σεντ Κιτς αν είχε ξεμπερδέψει μαζί σου. Προχώρα». «Μα… είναι πραγματικά επικίνδυνος ο πατέρας της;»


Ο καπετάνιος έπιασε τον Άντριου από το μπράτσο για να τον κάνει να προχωρήσει. «Ναι. Αλλά αν είσαι ακόμα υπό την προστασία της, τότε δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Απλά προσπάθησε να μην τραβήξεις την προσοχή του πάνω σου, και αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, τότε προσφώνησέ τον με σεβασμό κάπτεν Λακρός». Μπήκαν σ’ έναν μεγάλο, ανοιχτό χώρο με μεγάλα, μακριά τραπέζια που θύμιζε σάλα μεσαιωνικού πύργου. Από τον εξώστη στο πίσω μέρος ξεκινούσαν δωμάτια που εκτείνονταν τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω. Αλλά αυτή η κεντρική αίθουσα ήταν ο χώρος όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι άντρες. Η Κάθριν είχε αγκαλιάσει έναν μεγαλύτερο άντρα, ο οποίος είχε σηκωθεί όρθιος από ένα από τα μακριά τραπέζια. Τότε, όμως, η Κάθριν γύρισε και έδειξε με το δάχτυλο τον Άντριου. «Μπαμπά, αυτός βοήθησε την κόρη του Μάλορι να δραπετεύσει!» Ύστερα, έδειξε τον όμορφο καπετάνιο. «Και ο καπετάνιος σου δεν έκανε τίποτα για να το αποτρέψει!»


Κεφάλαιο σαράντα έξι Ο Ντρου γνώριζε καλά το Σεντ Κιτς αφού εδώ ζούσε ο πεθερός του. Ωστόσο, το γνώριζαν και τα περισσότερα αδέλφια του Ντρου, καθώς το πολυπληθές νησί ανήκε από παλιά στα εμπορικά δρομολόγια της Σκάιλαρκ. Σύμφωνα με το σχέδιό τους, όλοι οι Άντερσον θα έβγαιναν αμέσως στη στεριά για να ψάξουν στην πόλη και να κάνουν ερωτήσεις. Δεν χρειάστηκε. Η Τ ζακ στεκόταν στην αποβάθρα και τους περίμενε, ξυπόλυτη, φορώντας τη βρεγμένη τουαλέτα της. Ο Τ ζέιμς δεν περίμενε να δέσει πρώτα το πλοίο ούτε να κατέβει η σανιδόσκαλα, παρά πήδηξε απλά στην αποβάθρα και έτρεξε να κλείσει την Τ ζακ στην αγκαλιά του. Μόλις έριξαν τη σανιδόσκαλα, την ανέβασε αμέσως στο πλοίο. Ακόμα δεν ήξεραν τι είχαν να αντιμετωπίσουν και ήθελε να εξασφαλίσει την ασφάλειά της προτού το διαπιστώσουν. Η Τ ζακ πέρασε απ’ όλους∙ όλοι ήθελαν να την αγκαλιάσουν, κι έτσι ήταν πλέον όλοι μούσκεμα από την τουαλέτα της. Η Τ ζούντιθ την αγκάλιασε τελευταία και φαινόταν να μη θέλει να την αποχωριστεί, ψιθυρίζοντάς της, «Φοβήθηκα τόσο πολ ύ για σένα, Τ ζακ!» «Καλά ήμουν», απάντησε η Τ ζακ με κοφτό γέλιο. «Έξω φρενών, αλλά καλά». «Σε άφησαν απλά να φύγεις ή δραπέτευσες;» ήθελε να μάθει ο Τ ζέιμς. «Έσπασα ένα παράθυρο και πήδηξα στο νερό την ώρα που έδεναν στο λιμάνι».


«Μα εσύ στάζεις ακόμη. Μόλις τώρα συνέβη αυτό; Μήπως είναι ακόμα εδώ και σε ψάχνουν;» Η πολεμοχαρής λάμψη έκανε τα πράσινα μάτια του Τ ζέιμς να γυαλίσουν. Περίμενε την απάντησή της πριν ξαμοληθεί να βρει τους απαγωγείς της. «Πριν από λίγες ώρες. Κολύμπησα πίσω από τα άλλα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα εδώ. Ευχόμουν ότι ένα απ’ όλα θα ανήκε στη Σκάιλαρκ, αλλά δεν βρήκα κανένα. Από την άλλη, δίσταζα να διασχίσω την αποβάθρα με τέτοια εμφάνιση, γιατί θα τραβούσα την προσοχή και μπορεί κάποιος να τους οδηγούσε σ’ εμένα. Γι’ αυτό έμεινα στο νερό, κρυμμένη πίσω από το τελευταίο πλοίο στη σειρά στην άκρη της προκυμαίας. Επέπλεα εκεί μέχρι που τους είδα να φεύγουν χωρίς εμένα πριν από καμιά ώρα». «Θείε Τ ζέιμς, σε παρακαλώ», παρενέβη η Τ ζούντιθ. «Αφού έφυγαν, μπορώ να δώσω στην Τ ζακ μερικά στεγνά ρούχα πριν ακούσουμε τι συνέβη;» Ο Τ ζέιμς έγνεψε. «Φυσικά. Φέρ’ τη στην καμπίνα του Τ ρεμέιν όταν τελειώσετε». «Του Τ ρεμέιν;» ρώτησε η Τ ζακ την ώρα που η Τ ζούντιθ την οδηγούσε κάτω στην καμπίνα της. «Αυτό είναι το πλοίο του και δεν είναι σχεδιασμένο για επιβάτες, αλλά εμφανίστηκε πάνω στην ώρα και δέχτηκε να βοηθήσει στη διάσωσή σου. Είχαν σακατέψει το Μέιντεν Τζορτζ». «Ναι, το ξέρω, τα άκουσα όλα», είπε με απέχθεια η Τ ζακ. Η Τ ζούντιθ άφησε ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο πάνω στο ράντζο. «Δόξα τον Θεό, φοβόμουν ότι θα μου έδινες ένα από τα κομψά σου φορέματα». Η Τ ζούντιθ έβαλε τα γέλια καθώς η Τ ζακ έβγαλε την βρεγμένη τουαλέτα και το μεσοφόρι της. Η κοπέλα ένιωθε σαν να είχε χρόνια να γελάσει. «Πώς στο καλό κολύμπησες μ’ αυτό; Δεν μπλεκόταν στα πόδια σου;» «Πρώτα μάζεψα τη φούστα ψηλά και την έδεσα σαν φασκιά, και απλά την έλυσα πριν βγω από το νερό. Αν και κουράστηκα πολύ… τα


πόδια μου, δηλαδή. Δεν φαντάζεσαι πόσο εξαντλητικό είναι να προσπαθείς να επιπλεύσεις στο ίδιο σημείο για πάνω από μία ώρα». Καθόντουσαν και συζητούσαν γι’ αυτά τα ανούσια θέματα τη στιγμή που η Τ ζούντιθ είχε τόσο πολλές ερωτήσεις να της κάνει που ένιωθε ότι θα έσκαγε. Όμως, δεν ήθελε να την αναγκάσει να επαναλάβει τα ίδια, γι’ αυτό συγκράτησε προς το παρόν την περιέργειά της. Ωστόσο, η Τ ζακ ήθελε να μάθει. «Ώστε τον συγχώρησες;» «Δεν έχει σημασία, αφού αυτός δεν μ’ έχει συγχωρήσει». Η Τ ζακ μόρφασε για λογαριασμό της ξαδέλφης της. «Καλά, μη σκας. Αν θες εσύ, θα το κάνεις να λογικευτεί». «Ε;» Η Τ ζούντιθ κατάφερε να χαμογελάσει. «Πώς δηλαδή; Με τον ευσεβή πόθο;» «Καμία σχέση! Απλά με λίγο σπρωξιματάκι. Θα βρούμε τη λύση μόλις γυρίσουμε σπίτι. Αχ, πόσο θέλω να γυρίσω σπίτι, Τ ζούντι. Δεν μου αρέσει πια αυτό το μέρος του κόσμου». Η Τ ζούντιθ έγνεψε και πήρε την Τ ζακ για να την οδηγήσει βιαστικά στην καμπίνα του Νέιθαν. Απαγωγή, βύθιση πλοίων, πόνος. Η Τ ζούντιθ ήθελε κι αυτή να γυρίσει σπίτι. Μόνο ο Νέιθαν καθόταν, εκεί πίσω από το γραφείο του. Όταν τα κορίτσια έφτασαν στην καμπίνα του, κάρφωσε τα μάτια του για κάμποση ώρα στην Τ ζούντιθ προτού γυρίσει στην Τ ζακ και την καλωσορίσει με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Ύστερα, κάρφωσε σκεπτικός τα μάτια σε μια μακριά πένα που στριφογύριζε ανάμεσα στα δάχτυλά του, σαν να μην τον ενδιέφερε καθόλου αυτή η επανασύνδεση. Πριν φτάσουν στο Σεντ Κιτς, της είχε πει ότι την απάλλασσε από τα καθήκοντά της καθώς ήξερε ότι θα ήθελε να περάσει κάθε ώρα και στιγμή με την Τ ζακ μόλις θα την έπαιρναν πίσω. Πολύ μεγαλόψυχο εκ μέρους του, αλλά η Τ ζούντιθ δεν ήθελε να την απαλλάξει! Ευχόταν ότι θα είχαν αρκετό χρόνο μαζί ώστε να καταφέρει να σπάσει τις άμυνές του. Έπαιρνε τόση δύναμη κάθε φορά που τον έβλεπε να της γελάει ή να της χαμογελάει. Αλλά μετά η συμπεριφορά του γινόταν και πάλι σφιγμένη, με την οργή να σιγοβράζει λίγο κάτω


από την επιφάνεια, και η Τ ζούντιθ φοβόταν πως ό,τι είχαν μεταξύ τους, είχε χαθεί οριστικά. Ούτε και μπορούσε να του κακιώσει γι’ αυτό από τη στιγμή που τον είχε κατηγορήσει σαν κλέφτη μαζί με όλη την υπόλοιπη οικογένειά της. Πώς συγχωρείς κάποιον που δείχνει να σκέφτεται τα χειρότερα για σένα; «Σε πλήγωσαν;» ρώτησε προσεκτικά ο Τ ζέιμς πλησιάζοντας την Τ ζακ. «Όχι, μόνο την περηφάνια μου. Μ’ έπιασαν πολύ εύκολα». Ο Τ ζέιμς χαμογέλασε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Ξέρεις τι έχει εναντίον μου. Γιατί το έκανε αυτό;» «Ο καπετάνιος που με άρπαξε; Ούτε καν σε ξέρει, δουλεύει για κάποιον άλλο. Δεν μου είπε το όνομά του, οπότε του έδωσα εγώ ένα. Μπάσταρδος. Μπορείτε να τον λέτε κι εσείς έτσι. Εγώ αυτό έκανα πάντως». Τα λόγια της Τ ζακ προκάλεσαν μερικά χαμόγελα. Ο Τ ζέιμς δεν ήταν από αυτούς που χαμογέλασαν πάντως. «Γιατί σε κρατούσαν στην καμπίνα του καπετάνιου;» Η Τ ζακ αναψοκοκκίνισε. «Πώς το–;» «Είναι η μοναδική καμπίνα του πλοίου που θα είχε αρκετά μεγάλα παράθυρα ώστε να μπορέσεις να δραπετεύσεις». «Προσποιήθηκε ότι μπορούσα να διαλέξω: είτε εκεί είτε στο μπαλαούρο του. Όταν διάλεξα το μπαλαούρο, αυτός απλά γέλασε. Δεν ήθελε το τρόπαιό του να υποφέρει από την στέρηση. Αλλά δεν συνέβη τίποτα ανάρμοστο – εκτός από το γεγονός ότι προσπάθησα να τον σκοτώσω. Και τότε, ο Αντράσι –δηλαδή, Άντριου τον λένε κανονικά– με βοήθησε να δραπετεύσω. Δική του ιδέα ήταν να πηδήξω από το παράθυρο ενώ μου έκανε σινιάλο όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή για την απόδραση». «Ώστε, λοιπόν, φαίνεται πως είπε την αλήθεια», είπε ο Τ ζέιμς. «Για ποιο πράγμα;» «Μας άφησε ένα γράμμα ομολογίας. Παραδέχτηκε ότι δεν έχει καμία συγγένεια μ’ εμάς, ότι η Κάθριν τον προσέλαβε για να παραστήσει τον συγγενή μας ώστε να εξασφαλίσουν μια θέση στο


Μέιντεν Τζορτζ και να κλέψουν τα κοσμήματα». «Αυτοί το έκαναν;» ρώτησε έκπληκτη η Τ ζακ. Κάποιοι κοίταξαν αμήχανα τον Νέιθαν. Η έκφρασή του δεν ήταν πλέον ούτε σκεπτική ούτε αποστασιοποιημένη. Τα μάτια του κινήθηκαν σε όλο το δωμάτιο και κατέληξαν πάνω στην Τ ζούντιθ. Η οργή του είχε ξαναφουντώσει. Ο Τ ζέιμς και η Τ ζακ δεν είδαν τι συνέβη, ενώ η Τ ζακ είπε στον πατέρα της, «Το ήξερα ότι δεν θα σε εξέπληττε το γεγονός ότι είναι απατεώνες. Από την αρχή δεν τους εμπιστεύτηκες». «Όχι, αλλά η κλοπή δεν ήταν αρκετή για την Κάθριν. Ο Άντριου υποψιάστηκε ότι θα προσπαθούσε να σε απαγάγει. Αντί να μας προειδοποιήσει προτού συμβεί, σκέφτηκε βλακωδώς ότι θα μπορούσε να το σταματήσει». «Να πω την αλήθεια, προσπάθησε, αλλά τον έριξαν αναίσθητο. Δεν ήξερα καν ότι τον είχαν πάρει μαζί, μέχρι που του επέτρεψαν να έρθει να με δει μια φορά στο πλοίο. Τότε, με διαβεβαίωσε ότι θα με βοηθούσε να δραπετεύσω. Μακάρι να έριχναν το φταίξιμο στην Κάθριν, αλλά μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί. Αυτή και ο μπάσταρδος είναι φίλοι. Πολ ύ φίλοι, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω». Η Τ ζούντιθ κοίταξε περίεργα την Τ ζακ. Ο τόνος της ήταν υπερβολικά καυστικός. Αλλά τότε, η Τ ζακ αγκάλιασε πάλι τον πατέρα της και πρόσθεσε, «Θέλω απλά να γυρίσω σπίτι». Ο Νέιθαν σηκώθηκε όρθιος. «Ξεκινάω την αναχώρηση». Όμως, ο Τ ζέιμς τον σταμάτησε. «Πρέπει να κατέβω στη στεριά πρώτα, καπετάνιε Τ ρεμέιν. Δεν θ’ αργήσω». Ο Ντρου ακολούθησε τον Τ ζέιμς έξω από την καμπίνα. «Πιστεύεις ότι κάποιοι από αυτούς μπορεί να είναι ακόμα εδώ;» «Ακόμα κι αν είναι, το να τους ψάξουμε θα είναι σαν να γυρεύουμε βελόνα στ’ άχυρα, που λέει ο λόγος, και θα μας πάρει πολύ χρόνο για να τους ξετρυπώσουμε σε μια τόσο μεγάλη πόλη. Παρ’ όλα αυτά, το πρώτο ένστικτο είναι συνήθως και το πιο σωστό, οπότε έλα μαζί μου. Θέλω να με πας στα γραφεία της Σκάιλαρκ εδώ


πέρα. Θέλω να μου βρεις έναν αξιόπιστο άνθρωπο για να μάθει αν ο κοινός μας εχθρός είναι ακόμα στη φυλακή και να με ειδοποιήσει. Θα ήθελα να μάθω αν πρέπει να τον διαγράψω από τη λίστα –ή όχι– πριν επιστρέψω πάλι εδώ για να τακτοποιήσω το θέμα». «Ελπίζω να με συμπεριλάβεις στους άντρες σου όταν θα το κάνεις». «Ψοφάς για μάχη, Γιάνκη;» «Δεν μου αρέσ