Page 1


Johanna Lindsey Ο κουρσάρος της καρδιάς μου

Μ ετάφραση: Βιολέτα Ζεύκη

ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕLXIS


τίτλος πρωτοτύπου: GENTLE ROGUE © johanna lindsey, 1990 • © Για την ελληνική γ λώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2014 • Οι εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα • Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με την HarperCollinsP ublishers. ISBN: 978-618-81388-6-5 Ηλεκτρονική έκδοση: Δεκέμβριος 2014 Μετάφραση: Βιολέτα Ζεύκη • Επιμέλεια – διόρθωση: Φωτεινή Ξιφαρά • Σχεδιασμός εξωφύλλου: Γιώργ ος Παναρετάκης • Ηλεκτρονική σελιδοποιηση: Ελένη Οικονόμου Απαγ ορεύεται η αναπαραγ ωγ ή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγ γ ραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis • Αγ . Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι • Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 • info@elxisbooks.gr


Στην κουνιάδα μου, τη Λόρι, και τη χαρά της ζωής της, τη Νατάσα Κιλανοχεαακιλόχα Χάουαρντ


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

5

Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, 1818 Η Τζορτζίνα Άντερσον κράτησε ανάποδα το κουτάλι σαν καταπέλτη, το όπλισε με ένα καθαρισμένο ραπανάκι από το πιάτο της και το τράβηξε προς τα πίσω, εκτοξεύοντας το ραπανάκι στον απέναντι τοίχο. Για πολύ λίγο δεν κατάφερε να πετύχει την κατσαρίδα που είχε σημαδέψει. Το ραπανάκι χτύπησε στον τοίχο κι έλιωσε, ελάχιστα μόλις εκατοστά από το στόχο, αναγκάζοντας την κατσαρίδα να τρέξει να κρυφτεί στην πιο κοντινή ρωγμή. Αποστολή εξετελέσθη. Όσο δεν έβλεπε μπροστά της αυτά τα μικρά τέρατα, προσποιούνταν ότι δεν συμβίωνε μαζί τους. Γύρισε και πάλι στο μισοτελειωμένο δείπνο της, κοίταξε για μια στιγμή το νερόβραστο φαγητό κι έπειτα έσπρωξε το πιάτο μακριά της κάνοντας ένα μορφασμό. Και τι δεν θα ’δινε τώρα για ένα από τα πλούσια εφτά πιάτων γεύματα της Χάνα. Δώδεκα χρόνια μαγείρισσα στους Άντερσον, η Χάνα ήξερε τι ακριβώς άρεσε σε κάθε μέλος της οικογένειας. Η Τζορτζίνα ονειρευόταν τα φαγητά της για εβδομάδες. Αυτό ήταν απόλυτα αναμενόμενο, καθώς επί ένα μήνα έτρωγε μόνο το φαγητό του καραβιού. Από τότε που ήρθε στην Αγγλία, εδώ και πέντε ημέρες, είχε φάει καλά μόνο μία φορά, τη νύχτα που αγκυροβόλησαν. Τότε ο Μ ακ την είχε πάει για φαγητό σε ένα καλό εστιατόριο αφότου είχαν κάνει πρώτα κράτηση στο ξενοδοχείο Άλμπανι. Την επόμενη κιόλας μέρα θα έπρεπε να φύγουν από εκεί, για να αναζητήσουν


6

JOHANNA LINDSEY

ένα πολύ πιο οικονομικό κατάλυμα. Μ α βρέθηκαν σε αδιέξοδο όταν γυρνώντας στο ξενοδοχείο διαπίστωσαν πως όλα τα χρήματά τους είχαν κάνει φτερά από τις αποσκευές τους. Η Τζόρτζι, όπως την αποκαλούσαν τρυφερά συγγενείς και φίλοι, δεν μπορούσε να κατηγορήσει με ελαφριά την καρδιά το ξενοδοχείο, καθώς είχαν ληστέψει κι εκείνη και τον Μ ακ, αλλά σε διαφορετικά δωμάτια και σε διαφορετικούς ορόφους. Μ άλλον τους είχαν ληστέψει όταν οι αποσκευές τους μεταφέρθηκαν από την αποβάθρα στα ανατολικά ως το Πικαντίλι στα δυτικά, όπου βρισκόταν το διάσημο ξενοδοχείο Άλμπανι. Ήταν τότε που ο οδηγός και ο βοηθός του έδεσαν τις αποσκευές στην οροφή της άμαξας την οποία είχαν νοικιάσει, ενώ εκείνη κι ο Μ ακ κοιτούσαν με έκπληξη και χαρά για πρώτη φορά την πόλη του Λονδίνου. Ωστόσο, η κακοτυχία τους είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, όταν έφτασαν στην Αγγλία, μία εβδομάδα πριν. Τότε ανακάλυψαν ότι το πλοίο τους δεν μπορούσε να αγκυροβολήσει και θα περνούσαν έως και τρεις μήνες μέχρι να πάρει άδεια να ξεφορτώσει. Οι επιβάτες στάθηκαν πιο τυχεροί, γιατί βγήκαν στη στεριά με βάρκες. Μ α ακόμα και για να συμβεί αυτό πέρασαν αρκετές ημέρες. Έπρεπε όμως να το περιμένει. Ήξερε ότι υπήρχε πολύ σοβαρό κυκλοφοριακό πρόβλημα στον Τάμεση, γιατί τα πλοία έμπαιναν στο ποτάμι ανά εποχή, πάντα στο έλεος των απρόβλεπτων καιρικών συνθηκών. Το πλοίο της ήταν ένα εκ των δεκάδων που έφταναν από την Αμερική ταυτόχρονα. Υπήρχαν εκατοντάδες άλλα τέτοια πλοία που έρχονταν από όλο τον κόσμο. Το φριχτό κυκλοφοριακό πρόβλημα ήταν, μεταξύ άλλων, ένας λόγος για τον οποίο τα εμπορικά πλοία της οικογένειάς της δεν είχαν συμπεριλάβει το Λονδίνο στους προορισμούς τους ακόμα και πριν από τον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, πλοίο των Γραμμών Σκάιλαρκ είχε να φανεί στο Λονδίνο από το 1807, όταν η Αγγλία άρχισε τον αποκλεισμό της μισής Ευρώπης κατά τον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας. Το εμπόριο με την Άπω


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

7

Ανατολή και τις Δυτικές Ινδίες ήταν εξίσου προσοδοφόρο και πολύ λιγότερο προβληματικό για τη Σκάιλαρκ. Ακόμα κι όταν η χώρα της έλυσε τις διαφορές της με την Αγγλία υπογράφοντας συνθήκη στο τέλος του 1814, οι Γραμμές Σκάιλαρκ δεν ενεπλάκησαν με το αγγλικό εμπόριο, γιατί η έλλειψη αποθηκευτικών χώρων εξακολουθούσε να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Αρκετές φορές ευπαθή φορτία παρέμεναν στην αποβάθρα στο έλεος των κακών καιρικών συνθηκών και των ληστών, οι οποίοι έκλεβαν αγαθά αξίας μισού εκατομμυρίου στερλινών κάθε χρόνο. Και όταν τα ευπαθή προϊόντα δεν καταστρέφονταν από τις καιρικές συνθήκες, καταστρέφονταν από την καρβουνόσκονη, που τύλιγε ολόκληρο το λιμάνι. Δεν άξιζαν λοιπόν η επιβάρυνση και η απώλεια κέρδους, όταν άλλοι εμπορικοί δρόμοι ήταν εξίσου επικερδείς. Για αυτόν το λόγο η Τζορτζίνα δεν είχε έρθει στο Λονδίνο με πλοίο των Γραμμών Σκάιλαρκ και για τον ίδιο λόγο δεν μπορούσε να επιστρέψει δωρεάν στην πατρίδα της με τέτοιο πλοίο. Αυτό θα ήταν τελικά πρόβλημα, καθώς ο Μ ακ και η ίδια είχαν μόνο το αστρονομικό ποσό των είκοσι πέντε αμερικανικών δολαρίων, όσα είχαν στην τσέπη τους την ώρα της ληστείας, ενώ δεν ήξεραν πόσο θα έμεναν εκεί. Έτσι λοιπόν η Τζορτζίνα αναγκάστηκε να νοικιάσει προσωρινά ένα δωμάτιο πάνω από μια ταβέρνα στο Μ πόροου του Σάουθγουορκ. Σε ταβέρνα! Αν το μάθαιναν ποτέ τα αδέλφια της… Μ α, έτσι κι αλλιώς θα τη σκότωναν μόλις θα γύριζε, επειδή σάλπαρε χωρίς να το ξέρουν, όταν αυτοί ταξίδευαν με τα πλοία τους σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου. Σίγουρα θα έφευγε και χωρίς την άδειά τους. Ίσως θα έπρεπε απλώς να περιμένει να της κόψουν το χαρτζιλίκι για μία δεκαετία, να την κλειδώσουν στο δωμάτιό της για πολλά χρόνια και να τη μαστιγώνουν ένας-ένας με τη σειρά… Στην πραγματικότητα, θα τους ήταν αρκετό να της τα ψάλλουν ένα χεράκι. Σίγουρα πέντε θυμωμένα αδέλφια, πιο μεγάλα και πιο μεγαλόσωμα από εκείνη, να της φωνάζουν όλα


8

JOHANNA LINDSEY

μαζί και να την κατσαδιάζουν, από τη στιγμή που και η ίδια ήξερε ότι της άξιζε μια τέτοια συμπεριφορά, δεν ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένει. Μ άλιστα το σκεφτόταν και την έπιανε τρόμος. Ωστόσο, δυστυχώς, αυτό δεν την εμπόδισε να βάλει πλώρη για την Αγγλία με μοναδικό συνοδό και προστάτη τον Ίαν Μ ακΝτόνελ, χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση μαζί του. Μ ερικές φορές αναρωτιόταν αν η κοινή λογική, που χαρακτήριζε την οικογένειά της, είχε εξανεμιστεί όταν γεννήθηκε η ίδια. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα μόλις η Τζορτζίνα σηκώθηκε από το μικρό τραπέζι που υπήρχε στο δωμάτιο για να γευματίζει. Έπνιξε το «Περάστε» που είχε συνηθίσει να λέει αυθόρμητα, καθώς ήξερε μια ζωή πως συνήθως χτυπούσε την πόρτα της είτε κάποιος υπηρέτης είτε κάποιος από την οικογένειά της, ο οποίος ήταν καλοδεχούμενος. Μ α τότε, στα είκοσι δύο της χρόνια, είχε κοιμηθεί μόνο στο κρεβάτι της, στο δικό της δωμάτιο, στο σπίτι της στο Μ πρίτζπορτ του Κονέκτικατ ή σε μια αιώρα κάποιου πλοίου της Σκάιλαρκ, τουλάχιστον μέχρι πριν από ένα μήνα. Φυσικά κανείς, ευπρόσδεκτος ή μη, δεν μπορούσε να μπει στο δωμάτιο ενώ η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Κι ο Μ ακ φρόντιζε να της υπενθυμίζει πως έπρεπε να κλειδώνει πάντα την πόρτα της, ακόμα κι αν το ξένο, φτωχικό δωμάτιο δεν ήταν αρκετό για να της υπενθυμίζει ότι βρισκόταν μακριά από το σπίτι της και δεν θα έπρεπε να εμπιστεύεται κανέναν σε τούτη την αφιλόξενη και γεμάτη εγκληματικότητα πόλη. Μ α ο επισκέπτης της της ήταν γνωστός. Από την άλλη πλευρά της πόρτας αναγνώρισε τη σκοτσέζικη προφορά του Ίαν Μ ακΝτόνελ. Τον άφησε να μπει και παραμέρισε καθώς εκείνος πέρασε το κατώφλι, γεμίζοντας με τη μεγάλη κορμοστασιά του το μικρό δωμάτιο. «Μ ήπως είμαστε τυχεροί;» Εκείνος ξεφύσηξε πριν καθίσει στην καρέκλα από όπου σηκώθηκε εκείνη. «Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς, μικρή».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

9

«Κι άλλη παράκαμψη;» «Ναι, αλλά καλύτερα παράκαμψη παρά αδιέξοδο, λέω εγώ». «Μ άλλον», απάντησε εκείνη, χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Δεν περίμενε και περισσότερα με τόσο λίγα χρήματα που τους είχαν απομείνει για να περάσουν. Ο κύριος Κίμπολ, ένας από τους ναύτες του Πορτούνους, του πλοίου του αδελφού της, του Τόμας, κατάφερε μόνο να τη διαβεβαιώσει «με σιγουριά» πως είχε δει τον χαμένο μνηστήρα της, Μ άλκολμ Κάμερον, στα άρμενα του εμπορικού πλοίου Πογκρόμ, όταν τα πλοία τους συναντήθηκαν κατά την επιστροφή του Πορτούνους στο Κονέκτικατ. Ο Τόμας δεν μπορούσε να το επιβεβαιώσει, γιατί ο κύριος Κίμπολ τού το ανέφερε μόνο όταν έχασαν πια από τα μάτια τους το Πογκρόμ. Όμως το Πογκρόμ κατευθυνόταν προς την Ευρώπη, πιθανότατα στη βάση του στην Αγγλία, αν και μπορεί να μην πήγαινε κατευθείαν εκεί. Σε κάθε περίπτωση, αυτή ήταν η πρώτη είδηση που είχαν ακούσει για τον Μ άλκολμ τα έξι τελευταία χρόνια κατά τα οποία εκείνος είχε ναυτολογηθεί αμέσως μαζί με άλλους δύο στο πλοίο του άλλου αδελφού της, του Γουόρεν, το Νηρεύς, ένα μήνα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τον Ιούνιο του 1812. Η ναυτολόγηση Αμερικανών στο αγγλικό ναυτικό ήταν μία από τις αιτίες του πολέμου. Για κακή του τύχη, ο Μ άλκολμ ναυτολογήθηκε μόλις στο πρώτο του ταξίδι, μόνο και μόνο επειδή είχε την ελαφρά προφορά των κατοίκων της αγγλικής Κορνουά​λης, του τόπου στον οποίο έζησε το πρώτο μισό της ζωής του. Μ α τώρα ήταν Αμερικανός και οι γονείς του, πεθαμένοι πλέον, είχαν εγκατασταθεί στο Μ πρίτζπορτ ήδη από το 1806, χωρίς να έχουν την παραμικρή διάθεση να επιστρέψουν ποτέ στην Αγγλία. Ωστόσο, ο αξιωματικός του πλοίου Ντεβαστέισον του βασιλικού αγγλικού ναυτικού δεν πίστεψε τίποτα από τα παραπάνω και μια μικρή ουλή στο μάγουλο του Γουόρεν αποδείκνυε πόσο αποφασισμένοι ήταν να ναυτολογήσουν ακόμα περισσότερους άντρες. Και τότε η Τζορτζίνα έμαθε ότι το Ντεβαστέισον


10

JOHANNA LINDSEY

παροπλίστηκε στα μέσα του πολέμου και το πλήρωμά του σκορπίστηκε σε έξι άλλα πολεμικά πλοία. Μ α από τότε δεν είχε μάθει τίποτε άλλο. Tι έκανε ο Μ άλκολμ σε ένα αγγλικό εμπορικό πλοίο ενώ είχε τελειώσει ο πόλεμος δεν είχε καμία σημασία. Τουλάχιστον η Τζορτζίνα είχε επιτέλους τον τρόπο να τον βρει και δεν θα έφευγε από την Αγγλία αν δεν τα κατάφερνε. «Πού απευθύνθηκες αυτή τη φορά;» ρώτησε η Τζορτζίνα αναστενάζοντας. «Σε κάποιον που ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον που ίσως ξέρει πού είναι εκείνος;» Ο Μ ακ κρυφογέλασε. «Μ ιλάς λες και θα κάνουμε κύκλους για πάντα, γλυκιά μου. Τέσσερις μέρες ψάχνουμε μόνο. Προτείνω να είσαι πιο υπομονετική, όπως είναι κι ο αδελφός σου, ο Τόμας». «Μ η μου μιλάς για τον Τόμας, Μ ακ. Ακόμη είμαι έξω φρενών που δεν ήρθε εδώ ο ίδιος, αντί για μένα, να ψάξει τον Μ άλκολμ». «Θα το έκανε…» «Ναι, σε έξι μήνες! Ήθελε να περιμένω έξι μήνες για να γυρίσει από τις Δυτικές Ινδίες και μετά πόσους μήνες ακόμα για να έρθει εδώ, να βρει τον Μ άλκολμ και να επιστρέψουν μαζί. Ξέρεις, είναι πολύς καιρός, καθώς περιμένω ήδη έξι χρόνια». «Τέσσερα χρόνια», τη διόρθωσε εκείνος. «Δεν θα σε άφηναν να παντρευτείς τον πιτσιρικά πριν από τα δεκαοχτώ κι ας σε ζήτησε δύο χρόνια νωρίτερα». «Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Αν κάποιο από τα άλλα αδέλφια μου ήταν σπίτι, ξέρεις ότι θα ερχόταν εδώ αμέσως. Αλλά όχι, έπρεπε να είναι σπίτι ο αισιόδοξος Τόμας, ο μοναδικός αδελφός μου που διαθέτει υπομονή οσιομάρτυρα, ενώ μόνο το δικό του πλοίο, το Πορτούνους, ήταν διαθέσιμο – τι γκαντεμιά. Ξέρεις ότι γέλασε όταν του είπα ότι ο Μ άλκολμ δεν θα με θέλει πια αν μεγαλώσω πολύ;» Ο Μ ακ προσπάθησε να μη χαμογελάσει ειρωνικά στο άκουσμα αυτής της ειλικρινέστατης ερώτησης. Φυσικά και θα γέλασε ο αδελφός της όταν θα του είπε κάτι τέτοιο. Όμως η


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

11

μικροσκοπική κοπέλα ουδέποτε ασχολούνταν με την εμφάνισή της, καθώς η σημερινή της ομορφιά άνθησε πριν καλά-καλά συμπληρώσει τα δεκαεννιά της χρόνια. Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ διέθετε δικό της πλοίο, καθώς κύριο μέλημα των Γραμμών Σκάιλαρκ ήταν να της βρουν σύζυγο. Κι ο Μ ακ πίστευε ότι αυτό ήταν το κίνητρο του νεαρού Κάμερον όταν τη ζήτησε σε γάμο πριν αναχωρήσει για την Άπω Ανατολή με τον Γουόρεν, ένα ταξίδι που θα διαρκούσε τελικά αρκετά χρόνια. Εντάξει, πέρασαν λίγα χρόνια παραπάνω, εξαιτίας της έπαρσης των Βρετανών στις ανοιχτές θάλασσες. Μ α η κοπέλα δεν ακολούθησε τη συμβουλή των αδελφών της να ξεχάσει τον Μ άλκολμ Κάμερον. Αποφάσισε να τον περιμένει ακόμα κι όταν τελείωσε ο πόλεμος και έπρεπε να επιστρέψει, αλλά δεν το έκανε. Μ όνο και μόνο από αυτή της τη στάση ο Τόμας έπρεπε να είχε καταλάβει ότι δεν ήθελε να καθυστερήσει περιμένοντας πότε εκείνος θα επιστρέψει από τις Δυτικές Ινδίες και θα μοιράσει το φορτίο σε έξι διαφορετικά λιμάνια. Άραγε ήταν κι εκείνη περιπετειώδης τύπος όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειας; Το είχαν στο αίμα τους. Δεν ήταν γνωστό σε όλους ότι εκείνη δεν διέθετε την υπομονή του Τόμας; Φυσικά, θα μπορούσε να συγχωρήσει τον Τόμας επειδή σκέφτηκε ότι δεν τον αφορούσε το θέμα, μια και περίμεναν να επιστρέψει το πλοίο του αδελφού της, του Ντρου, στο τέλος του καλοκαιριού· και ο Ντρου έμενε πάντα πολλούς μήνες στο σπίτι πριν να φύγει για το επόμενο ταξίδι του. Κι εκείνος ο αχρείος ο γλεντζές δεν χαλούσε ποτέ χατίρι στην αδελφή του. Μ α η μικρή δεν ήθελε να περιμένει ούτε τον Ντρου. Έκλεισε θέση σε ένα πλοίο για να φύγει τρεις μόλις μέρες μετά την αναχώρηση του Τόμας και ζήτησε από τον Μ ακ να τη συνοδεύσει, αν και δεν ήξερε πώς θα κατάφερνε να το σκηνοθετήσει σαν δική του ιδέα και όχι δική της. «Λοιπόν, μικρή μου Τζόρτζι, δεν τα πάμε κι άσχημα, αν σκεφτείς ότι το Λονδίνο έχει περισσότερους κατοίκους από όλο το Κονέκτικατ. Χειρότερα θα ήταν με το Πογκρόμ στο λιμάνι


12

JOHANNA LINDSEY

και το πλήρωμα διασκορπισμένο στην πόλη. Υποτίθεται ότι ο άντρας που θα δω αύριο ξέρει πολύ καλά τον νεαρό. Αυτός που είδα σήμερα είπε ότι ο Μ άλκολμ έφυγε από το πλοίο με κάποιον κύριο Γουίλκοκς, ο οποίος μάλλον θα ξέρει πού βρίσκεται, αφού ήταν συγκάτοικοι». «Καλό αυτό», παραδέχτηκε η Τζορτζίνα. «Αυτός ο κύριος Γουίλκοκς μπορεί να σε οδηγήσει κατευθείαν στον Μ άλκολμ, άρα… έρχομαι κι εγώ μαζί σου». «Αποκλείεται», της είπε ο Μ ακ κοφτά και στάθηκε μπροστά της κοιτώντας τη συνοφρυωμένος. «Θα τον συναντήσω σε μια ταβέρνα». «Και λοιπόν;» «Μ α τι ρόλο παίζω εγώ; Είμαι εδώ για σε αποτρέψω να ξανακάνεις τρέλες χειρότερες από την τρέλα που έκανες όταν έφυγες». «Έλα τώρα, Μ ακ…» «Άσ’ τα αυτά που ξέρεις, μικρή», της είπε εκείνος αυστηρά. Όμως εκείνη τον κοίταζε με βλέμμα που μαρτυρούσε ότι έχει πεισμώσει. Εκείνος αναστέναξε σιγανά γιατί ήξερε ότι, αν έβαζε κάτι στο μυαλό της, τίποτα δεν θα την έκανε να αλλάξει γνώμη. Αυτό αποδείκνυε άλλωστε το γεγονός ότι βρισκόταν εκεί και όχι στο σπίτι της, όπως νόμιζαν τα αδέλφια της.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

13

Κεφάλαιο 2 Στην άλλη όχθη του ποταμού, στην καθωσπρέπει συνοικία Γουέστ Εντ, δυτικά της πόλης, η άμαξα στην οποία επέβαινε ο σερ Άντονι Μ άλορι σταμάτησε μπροστά σε μια κομψή αστική οικία του Πικαντίλι. Κάποτε έμενε εκεί, όταν ήταν εργένης, μα τώρα είχε επιστρέψει με τη νεαρή σύζυγό του, τη λαίδη Ρόσλιν. Μ έσα στο σπίτι, ο αδελφός τού Άντονι, ο Τζέιμς Μ άλορι, που έμενε εκεί όποτε ερχόταν στο Λονδίνο, σύρθηκε μέχρι την είσοδο, για να δει ποιος είχε έρθει τέτοια ώρα. Ίσα που πρόλαβε να δει τον αδελφό του να περνά το κατώφλι σηκώνοντας στην αγκαλιά του τη νύφη. Χωρίς να ξέρει ότι όντως ήταν η νύφη, η ήπια αντίδρασή του ταίριαζε στην περίσταση. «Μ άλλον δεν έπρεπε να το δω αυτό». «Μ άλλον», είπε ο Άντονι και προσπέρασε τον Τζέιμς κατευθυνόμενος προς τις σκάλες, κουβαλώντας ακόμη τη γυναίκα του στην αγκαλιά του. «Μ α αφού το είδες, σε πληροφορώ επίσης ότι το πήρα το κορίτσι». «Σιγά μην το πιστέψω!» «Αλήθεια λέει». Η νύφη γέλασε γοητευτικά. «Δεν αφήνω τον πρώτο τυχόντα να με σηκώνει στην αγκαλιά του. Για ποια με πέρασες;» Ο Άντονι σταμάτησε για μια στιγμή, βλέποντας την απορημένη έκφραση του αδελφού του. «Για τον Θεό, Τζέιμς, μια ζωή περίμενα να σε δω να μένεις άφωνος. Δεν σε πειράζει που δεν θα περιμένω να συνέλθεις;» Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και χάθηκε από τα μάτια του. Ο Τζέιμς κατάφερε τελικά να κλείσει το στόμα του κι έπειτα


14

JOHANNA LINDSEY

το ξανάνοιξε για να αδειάσει το ποτήρι με το μπράντι που κρατούσε ακόμη στο χέρι του. Απίστευτο! Ο Άντονι πέρασε την κουλούρα! Ο πιο ξακουστός γυναικάς του Λονδίνου· δηλαδή, ο πιο ξακουστός επειδή ο Τζέιμς τού παραχώρησε αυτό τον τίτλο όταν εγκατέλειψε την Αγγλία πριν από δέκα χρόνια. Μ α ο Άντονι; Γιατί να κάνει κάτι τόσο φριχτό; Φυσικά, η κυρία ήταν απαράμιλλης ομορφιάς, αλλά ο Άντονι θα μπορούσε να την έχει δική του και με άλλο τρόπο. Ο Τζέιμς τύχαινε να γνωρίζει ότι ο Άντονι την είχε ήδη αποπλανήσει, μάλιστα μόλις την περασμένη νύχτα. Άρα, για ποιο λόγο να την παντρευτεί; Εκείνη δεν είχε οικογένεια και κανείς δεν θα τον πίεζε να το κάνει. Βέβαια κανείς δεν μπορούσε να του πει τι να κάνει, εκτός ίσως από τον μεγαλύτερο αδελφό τους, τον Τζέισον, μαρκήσιο του Χάβερστον και αρχηγό της οικογένειας. Μ α ούτε κι ο Τζέισον δεν θα επέμενε να παντρευτεί ο Άντονι. Τόσα χρόνια τον πίεζε να το κάνει, αλλά χωρίς επιτυχία. Άρα ούτε κανείς του έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο, ούτε κανείς τον ανάγκασε να κάνει κάτι τόσο παράλογο. Άλλωστε, ο Άντονι δεν ήταν σαν τον Νίκολας Ίντεν, τον υποκόμη του Μ όντιθ, για να υποκύψει στις πιέσεις των μεγαλυτέρων του. Ο Νίκολας Ίντεν εξαναγκάστηκε να παντρευτεί την ανιψιά τους, τη Ρέιγκαν ή Ρέτζι, όπως την αποκαλούσε η υπόλοιπη οικογένεια. Μ άλιστα ο Άντονι ήταν αυτός που πίεσε τον Νίκολας, με τη βοήθεια του αδελφού τους, του Έντουαρντ, αλλά και της οικογένειας του Νίκολας. Μ α τον Θεό, ο Τζέιμς ευχόταν να ήταν κι αυτός εκεί μαζί τους, για να προσθέσει κι εκείνος τις απειλές του. Αλλά η οικογένεια δεν γνώριζε τότε ότι είχε επιστρέψει στην Αγγλία κι εκείνος προσπαθούσε να στήσει ενέδρα στον ίδιο υποκόμη, προκειμένου να του δώσει ένα χεράκι ξύλο για τελείως διαφορετικούς λόγους. Το ’πε και το ’κανε. Και λίγο έλειψε ο αλήτης να χάσει το γάμο του με τη Ρέιγκαν, την αγαπημένη ανιψιά του Τζέιμς. Κουνώντας το κεφάλι του, ο Τζέιμς επέστρεψε στο σαλόνι και στην καράφα με το μπράντι, κρίνοντας πως μερικά


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

15

ποτηράκια ακόμα θα τον βοηθούσαν να δώσει απαντήσεις. Την αγάπη την απέκλειε. Αφού ο Άντονι δεν είχε υποκύψει σ’ αυτό το συναίσθημα δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ξελόγιαζε το ασθενές φύλο, τότε είχε ανοσία στην αγάπη, όπως και ο Τζέιμς. Επίσης, απέκλειε την ανάγκη για διάδοχο, αφού οι απαραίτητοι τίτλοι για την οικογένεια ήταν ήδη εξασφαλισμένοι. Ο Τζέισον, ο μεγαλύτερος αδελφός τους, είχε ένα μοναχογιό, τον Ντέρεκ, ο οποίος είχε ενηλικιωθεί πια και έμοιαζε με τους νεότερους θείους του. Ο Έντουαρντ, ο δευτερότοκος Μ άλορι, είχε πέντε παιδιά, όλα σε ηλικία γάμου, εκτός από τη μικρότερη, την Έιμι. Ακόμα και ο Τζέιμς είχε ένα γιο, τον Τζέρεμι, αν και νόθο, που τον ανακάλυψε μόλις πριν από έξι χρόνια. Δεν είχε ιδέα για τον νεαρό, που μεγάλωσε με τη μητέρα του σε μια ταβέρνα και συνέχισε να δουλεύει εκεί μετά το θάνατό της. Μ α ο Τζέρεμι ήταν πλέον δεκαεφτά ετών κι έκανε ό,τι μπορούσε για να μοιάσει στον έκφυλο πατέρα του, με αξιοθαύμαστη επιτυχία. Έτσι ο Άντονι, ως τέταρτος γιος, δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τη διαιώνιση της οικογένειας. Το είχαν φροντίσει οι τρεις μεγαλύτεροι Μ άλορι. Ο Τζέιμς ξάπλωσε σε έναν καναπέ παίρνοντας αγκαλιά την καράφα με το μπράντι. Καθώς ήταν σχεδόν 1,80 ύψος, ίσα που χωρούσε. Σκέφτηκε τους νεόνυμφους στον επάνω όροφο και τι ακριβώς να έκαναν τώρα. Στα καλοσχηματισμένα κι αισθησιακά χείλη του χαράχτηκε ένα χαμόγελο. Δεν επρόκειτο να βρει γιατί ο Άντονι έκανε το φριχτό λάθος να παντρευτεί, ένα λάθος που ο Τζέιμς δεν θα έκανε ποτέ. Μ α παραδέχτηκε ότι, αφού ο Άντονι είχε αποφασίσει να κάνει αυτό το λάθος, θα έπρεπε να πάρει κάποια σαν τη Ρόσλιν Τσάντγουικ –όχι, τώρα λεγόταν Μ άλορι–, που ήταν κελεπούρι. Ο Τζέιμς είχε σκεφτεί να τη διεκδικήσει για τον εαυτό του, αν και ο Άντονι είχε ήδη πάρει ό,τι ήθελε από εκείνη. Μ α τότε, όταν κι οι δυο τους γλεντοκοπούσαν στην πόλη πριν από πολλά χρόνια, συχνά διεκδικούσαν την ίδια γυναίκα για πλάκα και νικητής αναδεικνυόταν ο πρώτος τον οποίο γλυκοκοίταζε η


16

JOHANNA LINDSEY

κυρία. Οι γυναίκες δύσκολα αντιστέκονταν στη διαβολική γοητεία του Άντονι, μα και ο Τζέιμς δεν πήγαινε πίσω. Κι όμως, τα δύο αδέλφια δεν έμοιαζαν καθόλου μεταξύ τους. Ο Άντονι ήταν πιο ψηλός και λεπτός, μελαχρινός, σαν τη γιαγιά τους, με μαύρα μαλλιά και καταγάλανα μάτια, ίδιο χρώμα με τα μάτια της Ρέιγκαν, της Έιμι και, δυστυχώς, του γιου του Τζέιμς, του Τζέρεμι, ο οποίος, ακόμα χειρότερα, έμοιαζε περισσότερο στον Άντονι παρά στον Τζέιμς. Ο Τζέιμς, ωστόσο, έμοιαζε με τους περισσότερους Μ άλορι, ξανθός, με πράσινα μάτια και γοητευτικός, όπως άρεσε στη Ρέιγκαν να τον χαρακτηρίζει. Ο Τζέιμς χαμογέλασε όταν σκέφτηκε το αγαπημένο του κορίτσι. Η μοναδική του αδελφή, η Μ ελίσα, πέθανε όταν η κόρη της ήταν μόλις δύο ετών κι έτσι εκείνος και τα αδέλφια του ανέλαβαν από κοινού να μεγαλώσουν τη Ρέιγκαν. Την είχαν σαν κόρη τους. Αλλά τώρα παντρεύτηκε εκείνο τον απατεώνα τον Ίντεν και μάλιστα με τη θέλησή της, άρα ο Τζέιμς δεν μπορούσε παρά να τον ανέχεται τον τύπο. Παρ’ όλα αυτά, ο Νίκολας Ίντεν αποδεικνυόταν υποδειγματικός σύζυγος. Άλλος ένας σύζυγος. Προφανώς ο Άντονι είχε χάσει τα λογικά του. Τουλάχιστον ο Ίντεν είχε μια δικαιολογία, λάτρευε τη Ρέι​γκαν. Μ α ο Άντονι λάτρευε όλες τις γυναίκες. Σε αυτό εκείνος και ο Τζέιμς έμοιαζαν. Ο Τζέιμς μπορεί να είχε μόλις κλείσει τα τριάντα έξι, αλλά δεν είχε γεννηθεί η γυναίκα που θα τον έριχνε στην παγίδα του γάμου. Το να τις αγαπά και να τις εγκαταλείπει ήταν ο μόνος τρόπος να σχετίζεται μαζί τους, μια κοσμοθεωρία που τον είχε βολέψει όλα αυτά τα χρόνια και θα συνέχιζε να την ακολουθεί και τα επόμενα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

17

Κεφάλαιο 3 Ο Ίαν Μ ακΝτόνελ ήταν Αμερικανός δεύτερης γενιάς, αλλά τα καροτί μαλλιά του και η λίγο τραχιά προφορά του μαρτυρούσαν τη σκοτσέζικη καταγωγή του. Το μόνο που του έλειπε ήταν η χαρακτηριστική σκοτσέζικη ιδιοσυγκρασία. Ο χαρακτήρας του ήταν μάλλον ήπιος μέχρι σήμερα, στα σαράντα πέντε του. Και η ψυχραιμία του είχε δοκιμαστεί χθες τη νύχτα, αλλά και σήμερα μέχρι το μεσημέρι, από τη μικρή κόρη των Άντερσον. Ως γείτονας των Άντερσον, ο Μ ακ ήξερε την οικογένεια όλη του τη ζωή. Σάλπαρε με τα πλοία τους επί τριάντα πέντε χρόνια, στην αρχή ως καμαρότος του παππού Άντερσον, σε ηλικία επτά ετών, και στο τέλος ως πρώτος αξιωματικός στο Νέπτουν του Κλίντον Άντερσον. Απέρριψε την πρόταση να αναλάβει πλοίαρχος σχεδόν δέκα φορές. Όπως ο μικρότερος αδελφός της Τζορτζίνα, έτσι και ο Μ πόιντ δεν επιθυμούσε τόσο μεγάλες ευθύνες· αν και ο νεαρός Μ πόιντ θα τις αναλάμβανε τελικά. Ακόμα κι όταν ο Μ ακ εγκατέλειψε τη θάλασσα πέντε χρόνια πριν, δεν μπόρεσε να μείνει μακριά από τα πλοία. Τώρα ασχολούνταν με τον έλεγχο της καταλληλότητας των πλοίων της Σκάιλαρκ κάθε φορά που επέστρεφαν από ταξίδι. Όταν ο παππούς Άντερσον πέθανε πριν από δεκαπέντε χρόνια και η γυναίκα του τον ακολούθησε λίγο αργότερα, ο Μ ακ λες και υιοθέτησε τα παιδιά τους, αν και είχε μόλις επτά χρόνια διαφορά από τον μεγαλύτερο, τον Κλίντον. Μ α ήταν πάντα κοντά στην οικογένεια. Είδε τα παιδιά να μεγαλώνουν, τα συμβούλευε όταν απουσίαζε ο παππούς και δίδαξε στα αγόρια, αλλά ουσιαστικά και στην Τζορτζίνα, όσα σήμερα γνωρίζουν για


18

JOHANNA LINDSEY

τα πλοία. Σε αντίθεση με τον πατέρα τους, που έμενε στο σπίτι μόλις έναν ή δύο μήνες ανάμεσα στα ταξίδια του, ο Μ ακ παρέμενε κάθε φορά έξι μήνες έως ένα χρόνο πριν μπαρκάρει. Όπως συμβαίνει συνήθως στους άντρες που αφοσιώνονται περισσότερο στη θάλασσα παρά στην οικογένειά τους, οι γεννήσεις των παιδιών στην οικογένεια Άντερσον καθορίζονταν από τα ταξίδια του πατέρα τους. Ο Κλίντον ήταν ο πρωτότοκος, σαράντα ετών σήμερα, μα λόγω της τετραετούς απουσίας του πατέρα στην Άπω Ανατολή, ο δεύτερος γιος γεννήθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Έτσι, ο πατέρας ήταν παρών μόνο στη γέννηση του Ντρου, καθώς μια καταιγίδα προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο πλοίο του και ανάγκασε το γέροντα να παραμείνει στη στεριά εκείνη τη χρονιά. Έπειτα οι απανωτές ατυχίες τον ανάγκασαν να μείνει στο σπίτι σχεδόν ένα χρόνο, αρκετά δηλαδή για να βιώσει τη γέννηση του Ντρου και να βάλει μπρος για τον Μ πόιντ, που γεννήθηκε έντεκα μήνες αργότερα. Έπειτα ήρθε το μικρότερο παιδί της οικογένειας, το μοναδικό κορίτσι, επίσης με τέσσερα χρόνια διαφορά από τον Μ πόιντ. Σε αντίθεση με τα αγόρια, που βγήκαν στη θάλασσα μόλις έφτασαν στην κατάλληλη ηλικία, η Τζορτζίνα ήταν πάντα σπίτι, για να υποδέχεται τα πλοία που επέστρεφαν. Γι’ αυτό είναι φυσικό που ο Μ ακ συμπαθούσε τη μικρή, καθώς περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί της όσο μεγάλωνε παρά με κάποιο από τα αδέλφια της. Την ήξερε καλά και γνώριζε όλα τα κόλπα της για να γίνεται το δικό της. Έτσι, όφειλε να παραμείνει ακλόνητος απέναντι στην τελευταία της αλλόκοτη επιθυμία. Κι όμως, τώρα στεκόταν δίπλα του στο μπαρ μιας από τις χειρότερες ταβέρνες της προκυμαίας. Αυτό ήταν αρκετό για να ξαναγυρίσει στη θάλασσα. Ο Μ ακ ένιωθε ευγνωμοσύνη που η μικρή είχε συνειδητοποιή​σει ότι το είχε παρακάνει αυτή τη φορά με τις τρελές ιδέες της. Ήταν ταραγμένη σαν κουταβάκι, παρά το στιλέτο που είχε κρύψει στο μανίκι της κι άλλο ένα ολόιδιο στην μπότα της. Κι όμως το καταραμένο πείσμα της δεν την άφηνε ήσυχη, ώσπου ο κύριος Γουίλκοκς τής πρότεινε να μεταμφιεστεί.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

19

Τουλάχιστον θα κατάφερναν να κρύψουν τη θηλυκότητά της αρκετά καλά. Ο Μ ακ σκέφτηκε ότι αυτό θα στεκόταν εμπόδιο στην προσπάθειά της να τον συνοδέψει απόψε, μα εν αγνοία του η κοπέλα είχε κλέψει μια μπουγάδα αργά τη νύχτα, προκειμένου να του δείξει τη μεταμφίεσή της το πρωί, όταν εκείνος πήγε να της πει ότι χρειά​ζονταν τέτοια ρούχα, αλλά δεν είχαν χρήματα να τα αγοράσουν. Τα ντελικάτα χέρια της κρύβονταν κάτω από τα πιο βρόμικα γάντια που είχε δει ποτέ του ο Μ ακ, τόσο μεγάλα ώστε με δυσκολία κατάφερνε να σηκώσει την κούπα με την μπίρα που της είχε παραγγείλει, ενώ η λεκιασμένη βράκα ήταν μεγάλη, αλλά τουλάχιστον η μπλούζα έκρυβε τη σφιχτή ζώνη στη μέση. Βέβαια, η μικρή δεν έπρεπε να σηκώσει τα χέρια της, γιατί τότε θα ανασηκωνόταν και η μπλούζα της. Στα πόδια φορούσε ένα ζευγάρι δικές της μπότες, τις οποίες είχε κόψει για να μοιάζουν με αντρικά παπούτσια που εδώ και χρόνια έπρεπε να είχαν καταλήξει στα σκουπίδια. Οι σκουρόχρωμες μπούκλες της κρύβονταν μέσα σε ένα μάλλινο καπέλο, κατεβασμένο χαμηλά ώστε να σκεπάζει το λαιμό, τα αυτιά και τα καστανόμαυρα μάτια της, αρκεί να παρέμενε σκυφτή – και το κατάφερνε μια χαρά. Η όψη της ήταν αξιοθρήνητη, αναμφισβήτητα, αλλά στην πραγματικότητα αυτή ταίριαζε περισσότερο με τους αρουραίους της προβλήτας απ’ ό,τι ο Μ ακ, του οποίου τα ρούχα δεν ήταν κομψά, αλλά σίγουρα ήταν καλύτερης ποιότητας από τα ρούχα που φορούσαν οι ναύτες – τουλάχιστον ως τη στιγμή που δύο καθωσπρέπει κύριοι πέρασαν το κατώφλι. Είναι αξιοθαύμαστο πώς μια αλλόκοτη παρουσία παγώνει την ατμόσφαιρα σε ένα θορυβώδες δωμάτιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακούγονταν η βαριά ανάσα κάποιων και ο ψίθυρος της Τζορτζίνα, τον οποίο ίσως άκουσαν κάποιοι. «Τι συμβαίνει;» Ο Μ ακ δεν απάντησε, κάνοντάς της νόημα να μείνει σιωπηλή, τουλάχιστον ώσπου να περάσουν τα πρώτα αμήχανα


20

JOHANNA LINDSEY

δευτερόλεπτα και όλοι να αναθαρρήσουν και να αποφασίσουν να τους αγνοήσουν. Όταν άρχισε και πάλι να απλώνεται φασαρία στο δωμάτιο, ο Μ ακ κοίταξε τη σύντροφό του, για να βεβαιωθεί ότι παρέμενε διακριτική, κρατώντας απλώς το βλέμμα της καρφωμένο στην κούπα με την μπίρα της. «Δεν είναι αυτοί οι δικοί μας. Από το καλοζωισμένο παρουσια​στικό τους, μου μοιάζουν για μεγαλοκτηματίες. Δύσκολα έρχονται τέτοιοι τύποι σε μέρη σαν κι αυτά». Ο Μ ακ άκουσε κάτι σαν ρουθούνισμα κι έπειτα έναν σιγανό ψίθυρο. «Πάντα έλεγα ότι έχουν τόση έπαρση που δεν ξέρουν τι να την κάνουν». «Πάντα;» Ο Μ ακ χαμογέλασε ειρωνικά. «Νόμιζα ότι άρχισες να το λες αυτό πριν από έξι χρόνια». «Τότε το κατάλαβα», απάντησε η Τζορτζίνα θυμωμένη. Ο Μ ακ λίγο έλειψε να σκάσει στα γέλια με το ύφος της και πολύ περισσότερο με το κραυγαλέο ψέμα της. Η έχθρα που ένιωθε για τους Άγγλους επειδή της έκλεψαν τον Μ άλκολμ δεν είχε ελαττωθεί με τη λήξη του πολέμου και δεν θα ελαττωνόταν εάν δεν τον ξανάφερνε κοντά της. Όμως πλάσαρε την απέχθειά της με μεγάλη αβρότητα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνος. Τα αδέλφια της φημίζονταν για το παραλήρημα και το μένος τους, εμπλουτισμένα με διάφορες ύβρεις, για τις αδικίες που διέπραξε η κυβερνητική αριστοκρατία των Βρετανών σε βάρος των Αμερικανών, και μάλιστα πολύ πριν από τον πόλεμο, όταν το εμπόριό τους επλήγη εξαιτίας του εμπάργκο των Βρετανών στα λιμάνια της Ευρώπης. Οι αδελφοί Άντερσον ήταν οι μόνοι που εξακολουθούσαν να νιώθουν έχθρα για τους Άγγλους. Έτσι, για πάνω από δέκα χρόνια η κοπέλα άκουγε να χαρακτηρίζουν τους Άγγλους «υπερόπτες μπάσταρδους», αλλά τότε δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Απλώς έγνεφε συγκαταβατικά, κατανοώντας τις δυσκολίες των αδελφών της, χωρίς να την αφορούν πραγματικά. Μ α όταν η βρετανική αλαζονεία την άγγιξε προσωπικά με τη στρατολόγηση του μνηστήρα της, τα πράγματα άλλαξαν. Μ όνο που δεν ήταν τόσο οξύθυμη όσο τα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

21

αδέλφια της. Ωστόσο, η περιφρόνησή της και η πλήρης αντιπάθεια για οτιδήποτε αγγλικό ήταν αναμφισβήτητες. Απλώς τις έδειχνε πολύ ευγενικά. Η Τζορτζίνα αντιλήφθηκε ότι ήταν έτοιμος να γελάσει χωρίς να δει το μορφασμό στο πρόσωπό του. Ήθελε να του δώσει μια κλοτσιά στο καλάμι. Έτρεμε ολόκληρη, διστάζοντας να σηκώνει το κεφάλι της να κοιτάξει τούτο το ασφυκτικά γεμάτο κολαστήριο, μετανιωμένη για το πείσμα της να την πάρει μαζί του. Κι εκείνος το έβρισκε αστείο; Λίγο έλειψε να υποκύψει στον πειρασμό και να κοιτάξει τους κομψούς κυρίους, που σίγουρα ήταν ντυμένοι στην τρίχα, με ανόητα πολύχρωμα ρούχα, όπως συνήθιζε η φάρα τους. Ούτε στιγμή δεν σκέφτηκε ότι ο Μ ακ θα μπορούσε να διασκεδάζει με τα λεγόμενά της. «Ο Γουίλκοκς, Μ ακ; Τον θυμάσαι; Γι’ αυτό είμαστε εδώ. Θα είχες την καλοσύνη να…» «Έλα, μη γίνεσαι αγενής», τη μάλωσε ευγενικά. Εκείνη αναστέναξε. «Συγγνώμη. Απλώς εύχομαι να εμφανιστεί γρήγορα ο τύπος. Είσαι σίγουρος ότι δεν είναι ήδη εδώ;» «Από ό,τι βλέπω υπάρχουν διάφοροι εδώ με μερικές κρεατοελιές στα μάγουλα και στις μύτες. Αλλά καμία από αυτές δεν είναι έναν πόντο μεγάλη, ούτε βρίσκεται στο κάτω χείλος ενός κοντόχοντρου, κιτρινομάλλη νεαρού γύρω στα είκοσι πέντε. Μ ε τέτοια περιγραφή, δεν νομίζω να μας ξεφύγει ο τύπος». «Αν είναι σωστή αυτή η περιγραφή», έκρινε σκόπιμο να διευκρινίσει η Τζορτζίνα. Ο Μ ακ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Αυτή έχουμε μόνο. Καλύτερα απ’ το τίποτα, πιστεύω. Δεν θα ήθελα να τριγυρνώ στα τραπέζια ρωτώντας: “Κύριε, βοηθήστε μας”. Φαίνονται οι μπούκλες σου, μικ…!» «Σσσς!» είπε η Τζορτζίνα πριν του ξεφύγει η λέξη «μικρή» και με το χέρι της τακτοποίησε τις μπούκλες που είχαν ξεφύγει από το σκούφο της.


22

JOHANNA LINDSEY

Δυστυχώς, με αυτή την κίνηση η μπλούζα της ανασηκώθηκε αποκαλύπτοντας τον εγκλωβισμένο πισινό της, που δύσκολα θα πίστευες ότι ανήκει σε αγόρι ή άντρα. Τον έκρυψε γρήγορα ακουμπώντας και πάλι τα χέρια της στο μπαρ, αν και πρόλαβε να τον παρατηρήσει ο ένας από τους δύο καλοντυμένους κυρίους που είχαν προηγουμένως προκαλέσει αίσθηση με την είσοδό τους και τώρα κάθονταν σ’ ένα τραπέζι περίπου δύο μέτρα πιο πέρα. Ο Τζέιμς Μ άλορι γοητεύτηκε, αν και δεν το έδειξε καθόλου. Ήταν η ένατη ταβέρνα που επισκέπτονταν σήμερα με τον Άντονι, αναζητώντας τον Τζόρντι Κάμερον, τον Σκοτσέζο ξάδελφο της Ρόσλιν. Το πρωί άκουσαν ότι ο Κάμερον πίεζε τη Ρόσλιν να τον παντρευτεί, την είχε απαγάγει μάλιστα, αν κι εκείνη είχε καταφέρει να δραπετεύσει. Έτσι, ο Άντονι παντρεύτηκε την κοπέλα, για να την προστατέψει από τον πρόστυχο ξάδελφό της, ή τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν ο Άντονι. Κι όμως ο Άντονι ήταν αποφασισμένος να τον βρει αυτό τον τύπο, να του κάνει έκπληξη ρίχνοντάς του ένα γερό χέρι ξύλο, να τον διαφωτίσει για το γάμο της Ρόσλιν και να τον στείλει πίσω στη Σκοτία, προειδοποιώντας τον να μην την ενοχλήσει ξανά. Όλα αυτά θα τα έκανε για να προστατέψει τη νεόνυμφη ή μήπως ο αδελφός του είχε εμπλακεί πιο προσωπικά στην υπόθεση; Όποια κι αν ήταν τα πραγματικά κίνητρά του, ο Άντονι ήταν βέβαιος ότι τον βρήκε μόλις είδε εκείνον τον κοκκινομάλλη στο μπαρ. Γι’ αυτό κάθισαν τόσο κοντά στην μπάρα, ελπίζοντας να κρυφακούσουν κάτι, καθώς για τον Τζόρντι Κάμερον γνώριζαν μόνο πως ήταν ψηλός, κοκκινομάλλης, γαλανομάτης και με αναμφισβήτητη σκοτσέζικη προφορά. Το τελευταίο το ανακάλυψαν αμέσως μετά, όταν ο τύπος μίλησε πιο δυνατά. Ο Τζέιμς θα ορκιζόταν ότι κατσάδιαζε τον κοντό φίλο του, μα το μόνο που παρατήρησε ο Άντονι ήταν η βαριά σκοτσέζικη διάλεκτος. «Μ ου φτάνει ό,τι άκουσα», είπε ο Άντονι λακωνικά και


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

23

σηκώθηκε όρθιος. Ο Τζέιμς, πολύ πιο εξοικειωμένος με τις ταβέρνες του λιμανιού από ό,τι ο Άντονι, ήξερε ακριβώς τι θα συνέβαινε αν ξεσπούσε καβγάς. Μ έσα σε δευτερόλεπτα θα πιάνονταν στα χέρια όλοι οι θαμώνες του μαγαζιού. Μ πορεί ο Άντονι να ήταν πρώτης τάξης πυγμάχος, όπως και ο Τζέιμς, μα οι κανόνες της αριστοκρατίας δεν ίσχυαν σε κάτι τέτοια μέρη. Ενώ θα προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τα χτυπήματα ενός άντρα, μπορεί κάποιος άλλος να τον μαχαίρωνε πισώπλατα. Μ όλις σχημάτισε στο μυαλό του τη συγκεκριμένη εικόνα, ο Τζέιμς άρπαξε το χέρι του αδελφού του και του ψιθύρισε: «Δεν άκουσες τίποτα. Λογικέψου, Τόνι. Κανείς δεν ξέρει πόσοι από εδώ μέσα είναι στη δούλεψή του. Ας περιμένουμε λίγο να βγει από το μαγαζί». «Εσύ να περιμένεις όσο θέλεις. Εγώ έχω πλέον μια σύζυγο στο σπίτι και δεν θέλω να με περιμένει άλλο». Ωστόσο, πριν κάνει το επόμενο βήμα, ο Τζέιμς είχε τη φαεινή ιδέα να φωνάξει: «Κάμερον;» ελπίζοντας να μην πάρει απάντηση και το θέμα να κλείσει εδώ, αφού ο Άντονι παραλογιζόταν. Δυστυχώς, κάποιος απάντησε. Η Τζορτζίνα και ο Μ ακ πετάχτηκαν αμέσως μόλις άκουσαν το όνομα Κάμερον. Εκείνη τρομοκρατήθηκε αντικρίζοντας όλο το χώρο, αλλά το έκανε ελπίζοντας να δει τον Μ άλκολμ. Ίσως να είχαν χαιρετήσει εκείνον. Ωστόσο, ο Μ ακ πήρε θέση μάχης όταν είδε τον ψηλό μελαχρινό αριστοκράτη να σπρώχνει το χέρι του ξανθού συντρόφου του, με την εχθρική του ματιά καρφωμένη στον Μ ακ. Μ έσα σε δευτερόλεπτα ο άντρας τούς έκλεισε το δρόμο. Η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό. Κοίταξε επίμονα τον ψηλό μελαχρινό άντρα που πλησίασε τον Μ ακ, τον πιο γοητευτικό, γαλανομάτη διάβολο που είχε δει ποτέ. Στο μυαλό της τον είχε ταυτίσει με κάποιον από τους «μεγαλοκτηματίες» που είχε αναφέρει ο Μ ακ, και δεν ταίριαζε καθόλου με την εικόνα την οποία είχε σχηματίσει γι’ αυτούς


24

JOHANNA LINDSEY

τους τύπους. Δεν είχε τίποτα το ανόητο πάνω του αυτός ο αριστοκράτης. Τα ρούχα του ήταν προφανώς πολύ καλής ποιότητας, αλλά διακριτικά. Ούτε φανταχτερά μετάξια, ούτε έντονα βελούδα. Εκτός από τον υπερβολικά μοδάτο λαιμοδέτη, ήταν περιποιημένος, όπως τα αδέλφια της όταν αποφάσιζαν να ντυθούν κομψά. Όλα αυτά αποτυπώθηκαν στο μυαλό της, αλλά δεν σταμάτησαν την ταραχή της, γιατί η συμπεριφορά του άντρα δεν είχε τίποτα το φιλικό. Αντίθετα, φαινόταν ότι μόλις και μετά βίας έλεγχε το θυμό του, απευθυνόμενος αποκλειστικά στον Μ ακ. «Κάμερον;» ρώτησε ήρεμα τον Μ ακ. «Το όνομά μου είναι Μ ακΝτόνελ, κύριος. Ίαν Μ ακΝτόνελ». «Λες ψέματα». Η Τζορτζίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό στο άκουσμα αυτής της κατηγορίας κι αιφνιδιάστηκε όταν ο άντρας άρπαξε τον Μ ακ από τα πέτα και τον ανασήκωσε, ώσπου οι δύο άντρες βρέθηκαν να αγριοκοιτάζονται ο ένας απέναντι στον άλλο, με τα πρόσωπά τους σχεδόν κολλημένα και τα γκρίζα μάτια του Μ ακ να βγάζουν σπίθες από την οργή. Δεν θα τους άφηνε να παλέψουν, προς Θεού. Ο Μ ακ μπορεί να ήταν καβγατζής, όπως όλοι οι ναύτες, αλλά, να πάρει η ευχή, δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους. Και δεν έπρεπε να τραβάνε την προσοχή – τουλάχιστον όχι η ίδια. Αγνοώντας το γεγονός ότι δεν ήξερε πώς να χειριστεί το θέμα, η Τζορτζίνα έβγαλε το μαχαίρι από το μανίκι της. Φυσικά και δεν θα το χρησιμοποιούσε, απλώς ήθελε να απειλήσει ήρεμα τον κομψό κύριο να υποχωρήσει. Μ α πριν προλάβει να πιάσει σφιχτά το μαχαίρι με τα υπερμεγέθη γάντια της, της ξέφυγε από τα χέρια και έπεσε στο πάτωμα. Τότε πανικοβλήθηκε στ’ αλήθεια, καθώς θυμήθηκε, αν και πολύ αργά, ότι ο συνομιλητής του Μ ακ δεν ήταν μόνος. Δεν καταλάβαινε γιατί είχαν διαλέξει εκείνη και τον Μ ακ για να καβγαδίσουν, αφού το δωμάτιο ήταν γεμάτο ευερέθιστους


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

25

πελάτες, αν ήθελαν να παίξουν λιγάκι. Μ α είχε ακούσει για παρόμοιες καταστάσεις, για αλαζόνες λόρδους που έκαναν επίδειξη της θέσης και της ισχύος τους τρομοκρατώντας τους κοινωνικά κατώτερούς τους. Ωστόσο, δεν θα έμενε άπραγη. Μ ε τίποτα. Η σκέψη ότι έπρεπε να παραμένει διακριτική διαγράφηκε από το μυαλό της απέναντι σε αυτή την απρόκλητη επίθεση, αλλά και στην αδικία της απώλειας του αγαπημένου της Μ άλκολμ. Έκανε μεταβολή και επιτέθηκε, τυφλά, οργισμένα, με όλη τη θλίψη και την αγανάκτηση των τελευταίων έξι χρόνων απέναντι στους Άγγλους, και ιδιαίτερα στους αριστοκράτες. Κλότσαγε και χτυπούσε, αλλά δυστυχώς το μόνο που κατάφερνε ήταν να πονέσουν τα χέρια και τα πόδια της. Ο άτιμος ο τύπος ήταν βράχος απόρθητος. Μ α και μόνο αυτό αρκούσε για να την εξοργίσει τόσο πολύ ώστε να μην έχει την αίσθηση να σταματήσει. Όλα αυτά θα συνεχίζονταν επ’ αόριστον αν ο βράχος δεν αποφάσιζε ότι έπρεπε να βάλει ένα τέλος. Η Τζορτζίνα βρέθηκε ξαφνικά στον αέρα με μεγάλη ευκολία και, το πιο φρικιαστικό, εκείνος την είχε αρπάξει από το στήθος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο μελαχρινός που κρατούσε τον Μ ακ ξαφνικά φώναξε δυνατά: «Για τον Θεό, είναι γυναίκα!» «Το ξέρω», απάντησε ο βράχος κι η Τζορτζίνα διέκρινε στη φωνή του πόσο πολύ το διασκέδαζε. «Ως εδώ, μπάσταρδοι!» φώναξε και στους δύο, γνωρίζοντας ότι η μεταμφίεσή της της ήταν πλέον άχρηστη. «Κάνε κάτι, Μ ακ!» Ο Μ ακ προσπάθησε, μα αν και δοκίμασε να ρίξει μια γροθιά στον μελαχρινό, εκείνος του άρπαξε το χέρι και το χτύπησε πάνω στον πάγκο. «Αυτό δεν ήταν απαραίτητο, Μ ακΝτόνελ», είπε ο μελαχρινός. «Έσφαλα. Λάθος χρώμα ματιών. Ζητώ συγγνώμη». Ο Μ ακ ξαφνιάστηκε από το πόσο εύκολα τη γλίτωσε. Δεν ήταν πολύ πιο μικροκαμωμένος από τον Άγγλο, αλλά δεν


26

JOHANNA LINDSEY

μπορούσε να σηκώσει τη γροθιά του για να σώσει το τομάρι του. Και είχε την αίσθηση πως, ακόμα κι αν μπορούσε, αυτό δεν θα του έβγαινε σε καλό. Επιφυλακτικός, έγνεψε πως δέχεται τη συγγνώμη, κι έτσι αφέθηκε ελεύθερος. Αλλά ο άλλος ταραξίας, ο ξανθός, που, κατά τον Μ ακ, φάνηκε με την πρώτη ματιά ότι ήταν ο πιο επικίνδυνος από τους δύο, εξακολουθούσε να κρατά σφιχτά την Τζορτζίνα. «Άφησέ τον ελεύθερο, φίλε, αν θέλεις το καλό σου. Αλλιώς θα δεις τι θα πάθεις». «Ήρεμα, Μ ακΝτόνελ», έσπευσε να τον διακόψει ο μελαχρινός. «Δεν θα κάνει κακό στη μικρή. Καλύτερα να σας συνοδέψουμε έξω». «Δεν είναι απαραίτητο». «Κοίτα γύρω σου, φιλαράκο», τον διέκοψε ο ξανθός. «Νομίζω ότι είναι άκρως απαραίτητο, εξαιτίας της γκάφας του αδελφού μου». Ο Μ ακ κοίταξε τριγύρω και του κόπηκε η ανάσα. Όλα τα μάτια στην αίθουσα κοίταζαν σαν ξερολούκουμο τη μικρή, την οποία ο μεγαλόσωμος αριστοκράτης είχε απιθώσει στο γοφό του και την είχε ακινητοποιήσει με το στιβαρό του χέρι εκεί όπως ένα σακί με σιτάρι, καθώς κατευθύνονταν προς την πόρτα. Εκείνη, ως εκ θαύματος, δεν παραπονιόταν καθόλου για αυτή την άγαρμπη λαβή, ή τουλάχιστον ο Μ ακ δεν παρατήρησε κάτι τέτοιο. Η διαμαρτυρία της είχε γρήγορα πνιγεί από το σκληρό σφίξιμο στα πλευρά της. Έτσι ο Μ ακ ακολουθούσε αμίλητος, συνειδητοποιώντας ότι, αν δεν την κουβαλούσε αυτός ο τόσο απειλητικός τύπος, δεν θα μπορούσαν να πάνε και πολύ μακριά. Η Τζορτζίνα είχε επίσης συνειδητοποιήσει ότι θα είχε μπλέξει άσχημα αν δεν έβγαινε γρήγορα από εκεί μέσα, κάτι για το οποίο έφταιγαν εκείνοι, αλλά αυτό δεν άλλαζε τα πράγματα. Κι αν ο βράχος μπορούσε να τη βγάλει έξω σώα και αβλαβή, τότε θα τον άφηνε να το κάνει, ακόμα κι αν το έκανε με τρόπο άκρως ταπεινωτικό. Αυτό εξανέμισε το θυμό της.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

27

Πράγματι, κάποιος τους σταμάτησε, αλλά ήταν η όμορφη σερβιτόρα, που εμφανίστηκε ξαφνικά και άρπαξε το ελεύθερο χέρι του κουβαλητή της. «Μ η μου πεις ότι θα φύγεις!» Η Τζορτζίνα ανασήκωσε λίγο το καπέλο της, για να διαπιστώσει πόσο όμορφη ήταν η κοπέλα και να ακούσει το βράχο να της απαντά: «Θα ξανάρθω αργότερα, αγαπητή μου». Η σερβιτόρα έλαμψε από χαρά, χωρίς να καταδεχτεί να ρίξει ούτε μια ματιά στην Τζορτζίνα, που διαπίστωσε έκπληκτη ότι η κοπέλα αποζητούσε τη συντροφιά αυτού του ανθρώπου των σπηλαίων. Το γούστο μερικών ανθρώπων είναι αδιανόητο, σκέφτηκε. «Τελειώνω στις δύο», του είπε η σερβιτόρα. «Τότε τα λέμε στις δύο». «Ε, όχι και τις δύο», είπε ένας ρωμαλέος ναύτης, που σηκώθηκε και τους έκλεισε το δρόμο προς την πόρτα. Η Τζορτζίνα έπνιξε ένα βογκητό. Αυτός κι αν ήταν ταραξίας. Έτσι θα τον αποκαλούσε ο Μ πόιντ, που θαύμαζε τους πυγμάχους. Ακόμα κι αν ο βράχος ήταν όντως βράχος, εκείνη ουσιαστικά δεν τον είχε δει και δεν ήξερε αν ήταν πολύ πιο μικρόσωμος από το ναύτη. Μ α ξεχνούσε τον άλλο λόρδο, που τον είχε αποκαλέσει αδελφό του. Στεκόταν δίπλα τους τώρα κι εκείνη άκουσε πρώτα τον αναστεναγμό του και μετά τη φράση: «Υποθέτω ότι δεν θέλεις να την αφήσεις κάτω και να τακτοποιήσεις εσύ το θέμα, Τζέιμς». «Ναι, πράγματι». «Το περίμενα». «Μ ην ανακατεύεσαι, φιλαράκο», προειδοποίησε ο ναύτης τον αδελφό. «Δεν έχει δικαίωμα να μπαίνει εδώ μέσα και να κλέβει όχι μία, αλλά δύο από τις γυναίκες μας». «Δύο; Αυτή η ζητιάνα είναι δική σας;» Ο αδελφός κοίταξε την Τζορτζίνα, που του έριξε το πιο δολοφονικό της βλέμμα. Ίσως γι’ αυτό να δίστασε πριν τη ρωτήσει: «Είσαι δική του, γλύκα;» Πόσο θα ήθελε να του πει ναι. Αν πίστευε ότι μπορούσε να το


28

JOHANNA LINDSEY

σκάσει όση ώρα οι δύο αλαζόνες λόρδοι θα γίνονταν σκόνη, θα το έκανε. Μ α δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Μ πορεί να ήταν έξω φρενών με αυτούς τους ανακατωσούρηδες αριστοκράτες, και κυρίως με εκείνον που τον έλεγαν Τζέιμς και την κουβαλούσε, αλλά οι συνθήκες την ανάγκαζαν να πνίξει το θυμό της και να γνέψει αρνητικά. «Πιστεύω ότι τώρα ρυθμίστηκαν όλα – σωστά;» Δεν θα το έλεγες ερώτηση αυτό. «Τώρα βγάλε το σκασμό και κάνε στην άκρη». Όλως περιέργως, ο ναύτης έμεινε ακίνητος. «Δεν πρόκειται να την πάρει αυτός από εδώ μέσα». «Ανάθεμα!» είπε κάπως νυσταγμένα ο λόρδος και χτύπησε με τη γροθιά του το ναύτη στο πιγούνι. Ο ναύτης έπεσε λιπόθυμος μερικά μέτρα πιο πέρα. Ο άντρας που καθόταν μαζί του σηκώθηκε από το τραπέζι τους μουγκρίζοντας, όχι όμως αρκετά δυνατά. Μ ια απότομη γροθιά τον προσγείωσε ξανά στην καρέκλα του. Το χέρι του σηκώθηκε για να σκουπίσει το αίμα που έτρεχε από τη μύτη του. Ο λόρδος έκανε αργά μεταβολή και είπε ανασηκώνοντας το μαύρο φρύδι του: «Άλλος κανείς;» Ο Μ ακ χαμογελούσε πίσω του διαπιστώνοντας πλέον πόσο τυχερός ήταν που δεν επιτέθηκε στον Άγγλο. Κανείς μέσα στο δωμάτιο δεν κινήθηκε, για να αποδεχτεί την πρόκληση. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Αναγνώρισαν έναν ικανότατο πυγμάχο με την πρώτη ματιά. «Πολύ καλά, μικρέ», είπε ο Τζέιμς συγχαίροντας τον αδελφό του. «Πάμε να φύγουμε επιτέλους;» Ο Άντονι έκανε μια μικρή υπόκλιση και χαμογέλασε. «Προηγούνται οι μεγαλύτεροι». Έξω, ο Τζέιμς άφησε τη μικρή να σταθεί όρθια μπροστά του. Για πρώτη φορά τον κοίταξε στο φως της λάμπας που κρεμόταν πάνω από την πόρτα της ταβέρνας κι αυτή η ματιά ήταν αρκετή για να δειλιάσει λίγο πριν τον κλοτσήσει στο καλάμι και εξαφανιστεί σαν αστραπή. Εκείνος την κυνήγησε βλαστημώντας,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

29

αλλά σταμάτησε ύστερα από λίγα μέτρα, αφού κατάλαβε ότι ήταν μάταιο. Την είχε ήδη χάσει από τα μάτια του στον σκοτεινό δρόμο. Έκανε μεταβολή, βλαστημώντας και πάλι όταν είδε ότι είχε εξαφανιστεί και ο Μ ακΝτόνελ. «Πού στα κομμάτια πήγε ο Σκοτσέζος;» Ο Άντονι έσκασε στα γέλια όταν τον άκουσε. «Τι έγινε πάλι;» Ο Τζέιμς χαμογέλασε σφιγμένα. «Ο Σκοτσέζος. Εξαφανίστηκε». Ο Άντονι σοβαρεύτηκε και κοίταξε πίσω του. «Αυτό κι αν είναι ευγνωμοσύνη. Ήθελα να τον ρωτήσω γιατί γύρισαν κι οι δυο τους μόλις άκουσαν το όνομα Κάμερον». «Σκασίλα μου μεγάλη», πετάχτηκε ο Τζέιμς. «Μ ου λες πώς θα την ξαναβρώ τώρα, μια και δεν ξέρω ποια είναι;» «Να την ξαναβρείς;» Ο Άντονι γέλασε για άλλη μία φορά. «Έλεος! Μ α είσαι αχόρταγος, αδελφέ μου. Γιατί θέλεις να μπλέξεις με το δουλικό, που προσπάθησε και να σου τις βρέξει, όταν η άλλη μετράει τις ώρες μέχρι να σε ξαναδεί;» Η σερβιτόρα με την οποία ο Τζέιμς είχε κανονίσει να συναντηθούν μετά τη δουλειά δεν τον ενδιέφερε τόσο πολύ πια. «Μ ε γοή​τευσε η μικρή», απάντησε απλά ο Τζέιμς κι έπειτα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Υποθέτω πως έχεις δίκιο. Μ ια χαρά είναι κι η νεαρή σερβιτόρα, αν και όσες φορές την πήρες αγκαλιά εσύ άλλες τόσες την πήρα κι εγώ». Έπειτα κοίταξε ξανά προς τον έρημο δρόμο πριν κατευθυνθούν και οι δυο τους προς την άμαξα που τους περίμενε.


30

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 4 Η Τζορτζίνα καθόταν τρέμοντας στη βάση μιας σκάλας που οδηγούσε σε κάποιο υπόγειο. Κανένα φως δεν διαπερνούσε το βαθύ σκοτάδι στα τελευταία σκαλοπάτια όπου κρυβόταν. Το κτίριο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, έμοιαζε τουλάχιστον ήσυχο και σκοτεινό. Ήσυχος ήταν κι ο δρόμος, που απείχε αρκετά από την ταβέρνα. Δεν κρύωνε ακριβώς. Άλλωστε ήταν καλοκαίρι κι ο καιρός έμοιαζε με εκείνον στην πατρίδα της, τη Νέα Αγγλία. Έτρεμε μάλλον από το σοκ, μια καθυστερημένη αντίδραση σε όλα όσα βίωσε – πολύ θυμό, πολύ φόβο και πάρα πολλές εκπλήξεις. Αλλά ποιος θα φανταζόταν ότι ο βράχος θα είχε αυτή την όψη; Έβλεπε ακόμη τα μάτια του πάνω στο αριστοκρατικό του πρόσωπο να την κοιτάζουν ερευνητικά, μάτια σκληρά, περίεργα, ολοκάθαρα, πράσινα, ούτε σκούρα, ούτε και ανοιχτά, αλλά λαμπερά και τόσο μα τόσο… απειλητικά. Αυτή η λέξη τής ήρθε στο μυαλό, αν και δεν ήταν σίγουρη γιατί. Τα μάτια του προκαλούσαν δέος στους άντρες, πόσω μάλλον σε μια γυναίκα. Βλέμμα ευθύ, ατρόμητο, σκληρό. Η Τζορτζίνα άρχισε και πάλι να τρέμει. Άφησε τη φαντασία της να τη συνεπάρει. Τα μάτια του την είχαν άραγε κοιτάξει μόνο με περιέργεια; Όχι, δεν ήταν μόνο αυτό. Υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι που δεν της ήταν οικείο, κάτι που δεν το είχε βιώσει αρκετά για να μπορέσει να του δώσει όνομα, κάτι που αναμφισβήτητα την είχε ταράξει. Τι όμως; Μ α τι σημασία είχε τώρα πια; Γιατί δηλαδή να προσπαθεί να τον αναλύσει; Δόξα τον Θεό, δεν επρόκειτο να τον ξαναδεί ποτέ


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

31

στη ζωή της. Κι όταν θα περνούσε κι ο πόνος που ένιωθε στα δαχτυλάκια του ποδιού της από την κλοτσιά που του είχε ρίξει, θα σταματούσε εντελώς και να τον σκέφτεται. Άραγε, Τζέιμς ήταν το μικρό του όνομα ή το επώνυμό του; Δεν την ένοιαζε. Τι φαρδιές πλάτες που είχε, Θεέ μου! Σωστός βράχος, ένας ψηλός και χαριτωμένος βράχος. Ε, όχι και χαριτωμένος! Της ξέφυγε ένα γελάκι. Ένας καλοφτιαγμένος ή, μάλλον, ένας πολύ καλοφτιαγμένος βράχος. Όχι, όχι, μα τι σκέψεις ήταν αυτές; Ήταν απλώς ένας μεγάλος πίθηκος με συμπαθητικά χαρακτηριστικά. Άσε που ήταν και Άγγλος, πολύ μεγάλος για την ηλικία της και μάλιστα απ’ αυτούς τους μισητούς πάμπλουτους γαλαζοαίματους, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν όποιον θέλουν και το θράσος να κάνουν ό,τι θέλουν. Οι κανόνες δεν σήμαιναν τίποτα για έναν τέτοιον άνθρωπο. Δεν την είχε ήδη κακοποιήσει με τον χειρότερο τρόπο; Ο αχρείος, το κάθαρμα… «Τζόρτζι;» Ένας απαλός ψίθυρος έφτασε προς το μέρος της. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να ψιθυρίσει: «Εδώ κάτω, Μ ακ!» Σε λίγο άκουσε τα βήματα του Μ ακ να πλησιάζουν κι έπειτα είδε τη σκιά του στην κορυφή της σκάλας. «Μ πορείς ν’ ανέβεις τώρα, μικρή. Ο δρόμος είναι άδειος». «Το ακούω κι εγώ πως είναι άδειος», μουρμούρισε η Τζορτζίνα ανεβαίνοντας τις σκάλες. «Τι έκανες τόση ώρα; Δεν σ’ άφηναν να φύγεις;» «Όχι, περίμενα δίπλα από την ταβέρνα για να βεβαιωθώ ότι δεν σε είχαν ακολουθήσει. Φοβήθηκα πως ο ξανθός το είχε βάλει σκοπό, αλλά τελικά ο αδελφός του τον κορόιδευε τόσο πολύ που μάλλον το ξανασκέφτηκε». «Σιγά μη μ’ έπιανε εμένα αυτό το αργοκίνητο βόδι», πέταξε με περιφρόνηση η Τζορτζίνα. «Πάλι καλά που δεν χρειάστηκε καν να το προσπαθήσει», είπε ο Μ ακ καθώς τη συνόδευε στο δρόμο. «Κι ίσως να μ’ ακούσεις την επόμενη φορά…»


32

JOHANNA LINDSEY

«Μ α τον Θεό, Μ ακ! Αν μου πεις πως μου τα ’λεγες, θα κάνω να σου μιλήσω μία βδομάδα». «Εδώ που τα λέμε, ίσως και να είναι καλό αυτό τελικά». «Καλά, καλά, έκανα λάθος. Το παραδέχομαι. Ούτε στα δέκα μέτρα δεν πρόκειται να ξαναπεράσω από άλλη ταβέρνα, εκτός από εκείνη στην οποία είμαστε υποχρεωμένοι να μένουμε, και μάλιστα θα χρησιμοποιώ τις πίσω σκάλες, όπως έχουμε συμφωνήσει. Αναρωτιέμαι αν θα με συγχωρήσεις που παραλίγο να σε κάνουν λιώμα για χάρη μου». «Δεν χρειάζεται να μου ζητάς συγγνώμη για κάτι που δεν φταις, μικρή μου. Αυτοί οι κύριοι με πέρασαν για κάποιον άλλο. Δεν είχε να κάνει μ’ εσένα». «Μ α, έψαχναν για κάποιον Κάμερον. Κι αν εννοούσαν τον Μ άλκολμ;» «Μ πα, αδύνατον. Μ ε πέρασαν για κάποιον άλλο Κάμερον, που του έμοιαζα. Και σε ρωτώ, μοιάζω εγώ καθόλου με τον δικό σου Κάμερον;» Η Τζορτζίνα χαμογέλασε ανακουφισμένη. Όταν είχε δεχτεί με ενθουσιασμό την πρόταση γάμου που της έκανε, ο Μ άλκολμ ήταν ένας κοκαλιάρης δεκαοχτάρης. Τώρα πια θα ήταν άντρας, πιο γεροδεμένος, ίσως και λίγο ψηλότερος. Τα χρώματά του όμως δεν θα είχαν αλλάξει, μαύρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, παρόμοια με τα μάτια του αλαζονικού Άγγλου και σίγουρα καμιά εικοσαριά χρόνια νεότερος από τον Μ ακ. «Τέλος πάντων, όποιος κι αν είναι ο Κάμερον που ψάχνουν, τον λυπάμαι το φουκαρά», σχολίασε η Τζορτζίνα. Ο Μ ακ έπνιξε ένα γέλιο. «Τον φοβήθηκες – έτσι δεν είναι;» «Τον φοβήθηκα; Μ α, απ’ όσο θυμάμαι, ήταν δύο!» «Όντως, αλλά εγώ παρατήρησα ότι με τον έναν ασχολήθηκες». Δεν θα έμπαινε στη διαδικασία να διαφωνήσει. «Τι ήταν αυτό το τόσο… διαφορετικό που είχε αυτός ο άνθρωπος, Μ ακ; Θέλω να πω, ήταν ίδιοι και οι δύο, αλλά διέφεραν. Ήταν προφανώς αδέλφια, αν και δεν έμοιαζαν φυσιογνωμικά. Υπήρχε, ωστόσο,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

33

κάτι πολύ διαφορετικό σ’ αυτόν που τον έλεγαν Τζέιμς… Άσ’ το, καλύτερα. Δεν έχει σημασία. Ούτε κι εγώ είμαι σίγουρη τι θέλω να πω». «Μ ου κάνει εντύπωση που το ένιωσες, γλυκιά μου». «Τι πράγμα;» «Ότι ήταν ο πιο επικίνδυνος απ’ τους δύο. Τον έβλεπες και το καταλάβαινες· πώς σάρωσε με τα μάτια του την αίθουσα όταν πρωτομπήκαν μέσα, πώς κάρφωσε με το βλέμμα του κάθε ψυχή εκεί μέσα. Θα μπορούσε να είχε βάλει κάτω όλους τους μαχαιροβγάλτες και να γέλαγε κι από πάνω. Αν και αριστοκράτης, έμοιαζε να βρίσκεται στο στοιχείο του μέσα σ’ αυτό το τσούρμο των νταήδων». «Όλα αυτά τα κατάλαβες μόλις τον είδες;» είπε χαμογελώντας ειρωνικά. «Πες το ένστικτο, μικρή. Τους έχω ζήσει αυτούς τους τύπους. Κι εσύ το ένιωσες όμως, γι’ αυτό μη με κοροϊδεύεις. Και να χαίρεσαι που μπορείς και τρέχεις γρήγορα». «Τι εννοείς; Πιστεύεις ότι δεν θα μας είχε αφήσει να φύγουμε;» «Εμένα θα με άφηνε, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος για σένα. Αυτός ο άνθρωπος σε κρατούσε λες και δεν ήθελε να σε χάσει». Τα πονεμένα πλευρά της αυτό μαρτυρούσαν, αλλά η Τζορτζίνα αρκέστηκε σε ένα ειρωνικό γέλιο. «Θα του είχα σπάσει τη μύτη, αν δεν με κρατούσε τόσο σφιχτά». «Το προσπάθησες, απ’ όσο θυμάμαι, αλλά δεν τα κατάφερες». «Πες κι έναν καλό λόγο», αναστέναξε η Τζορτζίνα. «Πέρασα ολόκληρη δοκιμασία». Ο Μ ακ ξεφύσηξε. «Έχεις περάσει και χειρότερα απ’ τα ίδια σου τα αδέλφια». «Παιδικά παιχνίδια ήταν αυτά, και μάλιστα σου θυμίζω ότι συνέβησαν πριν από πολλά χρόνια», του ανταπάντησε. «Πέρσι το χειμώνα δεν κυνηγούσες τον Μ πόιντ μέσα στο σπίτι για να τον σκοτώσεις;»


34

JOHANNA LINDSEY

«Αυτός είναι ακόμη παιδί και τρομερό πειραχτήρι». «Είναι πιο μεγάλος από τον Μ άλκολμ σου». «Ως εδώ!» Η Τζορτζίνα τον προσπέρασε και γυρνώντας το κεφάλι της του είπε: «Είσαι κακός σαν αυτά τα ρεμάλια, Ίαν Μ ακΝτόνελ». «Αφού ήθελες παρηγοριά, κοριτσάκι μου, γιατί δεν μου το ’λεγες από την αρχή;» φώναξε πίσω της κι άφησε να ακουστεί το γέλιο που τόση ώρα συγκρατούσε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

35

Κεφάλαιο 5 Το Χέντον ήταν ένα αγροτικό χωριουδάκι, επτά μίλια βορειοδυτικά του Λονδίνου. Η διαδρομή με τα δύο γέρικα άλογα που είχε μισθώσει εκείνη τη μέρα ο Μ ακ ήταν ευχάριστη, σημαντική παραχώρηση για την Τζορτζίνα, η οποία εξακολουθούσε να απεχθάνεται οτιδήποτε είχε σχέση με την Αγγλία. Τα δάση που διέσχιζαν ήταν υπέροχα. Κοιλάδες και κυματιστοί λοφίσκοι τούς πρόσφεραν εξαίσιες εικόνες. Τα σκιερά δρομάκια ήταν γεμάτα φράχτες από κραίταγο, με ροζ και λευκά μπουμπούκια, και αγριοτριανταφυλλιές, αγιοκλήματα και καμπανούλες στις άκρες τους. Και το ίδιο το Χέντον ήταν γραφικό, με τις αγροικίες του, μια σχετικά καινούρια έπαυλη κι ένα μεγάλο πτωχοκομείο χτισμένο από κόκκινα τούβλα. Η αυλή ενός μικρού πανδοχείου ήταν γεμάτη κόσμο και ο Μ ακ επέλεξε να την αποφύγει, διαλέγοντας μια παλιά εκκλησία στο βόρειο τμήμα του χωριού, με ένα ψηλό πέτρινο καμπαναριό και έναν κισσό ολόγυρά της. Εκεί ήλπιζε να μάθουν πού βρισκόταν το σπίτι του Μ άλκολμ. Είχε εκπλαγεί όταν έμαθε πως ο Μ άλκολμ δεν κατοικούσε στο Λονδίνο. Τον αναζητούσε τρεις ολόκληρες εβδομάδες, ώσπου εντόπισε τον κύριο Γουίλκοξ, τον υποτιθέμενο στενό φίλο του Μ άλκολμ, ο οποίος τελικά αποδείχτηκε πως δεν ήταν καθόλου φίλος του. Τους είχε οδηγήσει, όμως, προς άλλη κατεύθυνση και τελικά η τύχη τούς βοήθησε, ή τουλάχιστον βοήθησε μόνο τον Μ ακ, και βρήκαν κάποιον ο οποίος γνώριζε πραγματικά πού βρισκόταν ο Μ άλκολμ. Ενώ ο Μ ακ περνούσε τη μισή του μέρα δουλεύοντας,


36

JOHANNA LINDSEY

προκειμένου να εξασφαλίσει τα χρήματα για τα ναύλα της επιστροφής στην πατρίδα, και την υπόλοιπη μισή αναζητώντας τον Μ άλκολμ, η Τζορτζίνα, ύστερα από δική του επιμονή, είχε περάσει τις τρεις εβδομάδες μετά το φιάσκο της ταβέρνας κλεισμένη στο δωμάτιό της, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το μοναδικό βιβλίο που είχε φέρει μαζί της για το υπερατλαντικό ταξίδι. Μ έχρι που το βαρέθηκε τρομερά, το πέταξε απ’ το παράθυρο και πέτυχε κατακούτελα έναν πελάτη ο οποίος έβγαινε από την ταβέρνα, εξοργίζοντας τόσο πολύ το σπιτονοικοκύρη της που παραλίγο να τη διώξει απ’ το δωμάτιο. Αυτό το ήπιο επεισόδιο ήταν η μοναδική συναρπαστική στιγμή των τελευταίων ημερών. Η Τζορτζίνα ήταν έτοιμη να αρχίσει να σκαρφαλώνει στους τοίχους ή να πετάει διάφορα αντικείμενα απ’ το παράθυρο, για να δει τι θα συμβεί, ώσπου το προηγούμενο βράδυ ο Μ ακ επέστρεψε με την είδηση πως ο Μ άλκολμ ζει στο Χέντον. Σήμερα θα έσμιγαν ξανά· ήταν ζήτημα λεπτών. Μ ετά βίας μπορούσε πλέον να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της. Σήμερα το πρωί είχε χρειαστεί πιο πολύ χρόνο να ετοιμαστεί απ’ όσο χρόνο χρειάστηκαν να φτάσουν εκεί. Για την ακρίβεια, της είχε πάρει περισσότερο χρόνο από ποτέ, εφόσον η εμφάνιση δεν ήταν ένα ζήτημα που την απασχολούσε ιδιαίτερα. Ένα φόρεμα κίτρινο, σαν το χρώμα των λουλουδιών του ασφόδελου, και ένα κοντό ασορτί ζακετάκι ήταν τα καλύτερα ρούχα που είχε φέρει μαζί της και είχαν τσαλακωθεί ελάχιστα από τη διαδρομή. Οι πυκνές καστανές της μπούκλες ήταν καλά στερεωμένες κάτω από το μεταξωτό, επίσης κίτρινο, σκουφάκι της, ενώ λίγες τουφίτσες ξέφευγαν από τον αέρα στο μέτωπο και στα μάγουλά της. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα και τα χείλη της λαμπερά ροζ. Όλοι γυρνούσαν να την κοιτάξουν όταν περνούσε από μπροστά τους, καθισμένη χαριτωμένα πάνω στο γέρικο αλογάκι, γοη​τεύοντας τους ευγενείς μέσα από τις άμαξες που συναντούσαν στη διαδρομή και τους κατοίκους του Χάμστεντ


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

37

απ’ όπου περνούσαν. 'Ομως μόνο ο Μ ακ το είχε προσέξει, γιατί η Τζορτζίνα ονειροπολούσε, ανασύροντας μνήμες του Μ άλκολμ, ελάχιστες δυστυχώς στην πραγματικότητα, αλλά πολύτιμες. Την ημέρα που είχε γνωρίσει τον Μ άλκολμ Κάμερον, ο Γουόρεν, μην αντέχοντας άλλο τις ζαβολιές της αδελφής του, την είχε πετάξει από το καράβι του στη θάλασσα και έξι λιμενεργάτες είχαν βουτήξει για να τη σώσουν. Οι μισοί από αυτούς δεν ήξεραν καν να κολυμπούν τόσο καλά όσο εκείνη, αλλά ο Μ άλκολμ, που βρισκόταν με τον πατέρα του στην αποβάθρα, σκέφτηκε να παίξει κι εκείνος το ρόλο του ήρωα. Το αποτέλεσμα ήταν να βγει η Τζορτζίνα μόνη της από το νερό και να χρειαστεί να σώσουν τον Μ άλκολμ. Εντυπωσιάστηκε όμως δεόντως από την πρόθεσή του και ξεμυαλίστηκε εντελώς μαζί του. Εκείνος ήταν το πολύ δεκατεσσάρων και εκείνη στα δώδεκα. Τη στιγμή εκείνη νόμιζε πως ήταν το πιο όμορφο, το πιο εκπληκτικό αγόρι σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα αισθήματα αυτά δεν άλλαξαν και πολύ στα χρόνια που πέρασαν, αν και την επόμενη φορά που συναντήθηκαν χρειάστηκε να υπενθυμίσουν στον Μ άλκολμ ποια ήταν, όπως συνέβη και τη μεθεπόμενη φορά. Ήταν και το πάρτι της Μ αίρη Ανν, στο οποίο η Τζορτζίνα είχε ζητήσει από τον Μ άλκολμ να χορέψουν και εκείνος την είχε πατήσει τουλάχιστον έξι φορές. Εκείνος ήταν τότε δεκάξι χρόνων και είχε αρχίσει να γίνεται άντρας. Μ ολονότι τη θυμήθηκε, έδειχνε μάλλον να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φίλη της, τη Μ αίρη Ανν, που ήταν συνομήλική του. Φυσικά, η Τζορτζίνα ούτε ήταν αποφασισμένη τότε να τον διεκ​δικήσει, ούτε του είχε αποκαλύψει με βεβαιότητα πως το ξεμυάλισμά της είχε γίνει έρωτας. Πέρασε άλλη μία χρονιά πριν αποφασίσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και μάλιστα με απόλυτα λογικό τρόπο. Ο Μ άλκολμ συνέχιζε να είναι το πιο όμορφο αγόρι της πόλης, αλλά οι προοπτικές του δεν ήταν οι καλύτερες. Η Τζορτζίνα γνώριζε ότι φιλοδοξούσε να κυβερνήσει


38

JOHANNA LINDSEY

δικό του πλοίο και ότι θα χρειαζόταν να δουλέψει σκληρά για να τα καταφέρει. Ήταν επίσης ρεαλίστρια σε ό,τι αφορούσε τον εαυτό της και ήξερε πως η εμφάνισή της δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο και πως έμοιαζε να χάνεται στο πλήθος. Τα πέντε αδέλφια της ήταν καλοφτιαγμένα, αλλά όσον αφορά στο μοναδικό κορίτσι της οικογένειας, κάτι είχε πάει στραβά. Είχε όμως αξιοσέβαστη προίκα, ένα πλοίο της Σκάιλαρκ στο όνομά της, το οποίο θα της ανήκε και επίσημα όταν θα έκλεινε τα δεκαοχτώ, όπως ακριβώς συνέβη με τα αδέλφια της. Εφόσον δεν ήταν δυνατόν να το κυβερνήσει μόνη της, όπως έκαναν τα αδέλφια της, θα μπορούσε κάλλιστα να το κυβερνήσει ο μελλοντικός σύζυγός της. Έτσι, προσπάθησε ώστε να μάθει ο Μ άλκολμ αυτή την πληροφορία. Ήταν ένα σχέδιο καλά οργανωμένο κι ένιωθε λίγη ντροπή που το είχε καταστρώσει, ιδιαίτερα όταν αυτό άρχισε να καρποφορεί. Ο Μ άλκολμ άρχισε να τη φλερτάρει έξι μήνες πριν κλείσει τα δεκάξι και ανήμερα στα γενέθλιά της τη ζήτησε σε γάμο. Ήταν δεκάξι χρόνων, ερωτευμένη και τρελή από χαρά! Δεν είναι απορίας άξιο ότι κατάφερε να αγνοήσει τις τυχόν ενοχές που μπορεί να ένιωθε αγοράζοντας στην ουσία το σύζυγό της. Άλλωστε, δεν τον είχε πιάσει και κανείς από το λαιμό. Εκείνος θα αποκτούσε αυτό που ήθελε κι εκείνη ακριβώς το ίδιο. Ήταν βέβαιη πως κάτι ένιωθε κι αυτός για κείνη και πως τα συναισθήματά του σιγά-σιγά θα καλλιεργούνταν, μέχρι να συναντήσουν κάποια στιγμή τα δικά της. Το σχέδιο θα είχε πάει περίφημα αν δεν είχαν βάλει το χεράκι τους οι αναθεματισμένοι οι Άγγλοι! Μ α το έβαλαν το χεράκι τους. Όπως έβαλαν το χεράκι τους και τα αδέλφια της. Έμαθε πως χαριστικά και μόνο την άφησαν να αρραβωνιαστεί στα δεκάξι, υποθέτοντας πως μέχρι τα δεκαοχτώ θα έχει αλλάξει γνώμη τουλάχιστον έξι-εφτά φορές, οπότε θα της επέτρεπαν και να παντρευτεί. Γελάστηκαν όμως, και κάθε φορά που επέστρεφαν στο σπίτι μετά το τέλος του πολέμου προσπαθούσαν να την πείσουν να ξεχάσει τον


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

39

Μ άλκολμ και να βρει άλλο σύζυγο. Της είχαν κάνει και άλλες προτάσεις γάμου. Σε κάθε περίπτωση, η προίκα της ήταν ισχυρό δέλεαρ. Και δεν ήταν τόσο ανόητη ώστε να μη βλέπει και να μη χαίρεται την αλλαγή στην εμφάνισή της τα τελευταία χρόνια. Παρέμενε, όμως, πιστή στη μία και μοναδική της αγάπη, ακόμα κι όταν γινόταν όλο και πιο δύσκολο να δικαιολογήσει το γεγονός ότι, παρόλο που είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τη λήξη του πολέμου, ο Μ άλκολμ δεν είχε επιστρέψει ακόμη, για να την παντρευτεί. Σίγουρα, όμως, ο λόγος θα ήταν σοβαρός και είχε φτάσει πια η μέρα που θα τον μάθαινε επιτέλους. Μ άλιστα πριν φύγει από την Αγγλία, θα τελούσαν το γάμο τους. «Αυτό εδώ πρέπει να είναι, μικρή». Η Τζορτζίνα περιεργάστηκε με το βλέμμα της τη χαριτωμένη αγροικία με τους ασβεστωμένους τοίχους και τα περιποιημένα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές. Έτριψε νευρικά τα χέρια της μεταξύ τους, αλλά όταν ο Μ ακ τη ρώτησε αν ήθελε να τη βοηθήσει να ξεπεζέψει, εκείνη δεν κουνήθηκε διόλου. Δεν θυμόταν ούτε τη στάση που έκαναν στην εκκλησία, ούτε την αναμονή της όσο ο Μ ακ ζητούσε οδηγίες. «Μ ήπως δεν είναι στο σπίτι;» Ο Μ ακ δεν είπε τίποτα, αλλά στεκόταν υπομονετικά κρατώντας ανοιχτά τα χέρια του προς το μέρος της. Είχαν δει κι οι δύο καπνό να βγαίνει από την καμινάδα. Σίγουρα κάποιος έμενε σε αυτό το σπίτι. Η Τζορτζίνα δάγκωσε το χείλι της πιο πολύ κι έπειτα ίσιωσε τους ώμους της. Μ α γιατί ένιωθε νευρικότητα; Ήταν μια κούκλα. Ήταν πολύ πιο όμορφη απ’ όσο θα τη θυμόταν ο Μ άλκολμ. Δεν θα μπορούσε παρά να χαρεί που είχε καταφέρει να τον βρει. Άφησε τον Μ ακ να την κατεβάσει κι έπειτα τον ακολούθησε κατά μήκος του πλακόστρωτου μονοπατιού που οδηγούσε στην πόρτα του σπιτιού. Ήθελε να κάνει μια μικρή στάση μήπως και καταφέρει να ελέγξει τους χτύπους της καρδιάς της, αλλά ο Μ ακ δεν υπολόγιζε τέτοια πράγματα. Χτύπησε ζωηρά την πόρτα. Κι έπειτα η πόρτα άνοιξε. Κι ο Μ άλκολμ Κάμερον


40

JOHANNA LINDSEY

εμφανίστηκε μπροστά της. Ίσως το πρόσωπό του να ήταν μια αμυδρή ανάμνηση, αλλά τώρα το ξαναθυμήθηκε. Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Είχαν εμφανιστεί κάποιες μικρές ρυτιδούλες γύρω από τα μάτια του, σημάδι ότι ήταν ναυτικός, αλλά κατά τα άλλα δεν έμοιαζε καθόλου να έχει μεγαλώσει· φαινόταν πολύ πιο νέος από είκοσι τεσσάρων χρόνων. Είχε ψηλώσει όμως. Ήταν πολύ, πολύ ψηλότερος, πάνω από 1,85, όσο περίπου κι εκείνος ο Τζέιμς… Μ α, για όνομα του Θεού, πώς τον θυμήθηκε πάλι αυτόν; Ωστόσο, το σώμα του Μ άλκολμ δεν είχε γεμίσει καθόλου, για να αντισταθμίσει το ύψος του. Ήταν αδύνατος, σχεδόν κρεμανταλάς, αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου. Οι φαρδιές πλάτες και τα γεροδεμένα μπράτσα ήταν πλέον στη λίστα με τα χαρακτηριστικά που αντιπαθούσε. Ο Μ άλκολμ φαινόταν παραπάνω από καλά. Ήταν ακόμη τόσο γοητευτικός ώστε η Τζορτζίνα δεν πρόσεξε ότι κρατούσε ένα μωρό, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι σχεδόν δύο χρόνων, με μακριά ξανθά μαλλιά και γκρίζα μάτια. Η Τζορτζίνα είχε μάτια μόνο για τον Μ άλκολμ, ο οποίος την κοιτούσε κι εκείνος, ομολογουμένως σαν να μην την είχε αναγνωρίσει. Μ α φυσικά την αναγνώρισε. Δεν είχε αλλάξει δα και τόσο πολύ. Ήταν απλώς έκπληκτος, και με το δίκιο του. Ήταν το τελευταίο πλάσμα που θα περίμενε να αντικρίσει στο κατώφλι του. Εκείνη θα έπρεπε κάτι να του πει, αλλά το μυαλό της δεν έμοιαζε να λειτουργεί κανονικά. Τότε ο Μ άλκολμ τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της και κοίταξε τον Μ ακ, αλλάζοντας αμέσως έκφραση. Μ όλις τον αναγνώρισε, το πρόσωπό του φωτίστηκε και ένα χαμόγελο καλωσορίσματος σχηματίστηκε, αγνοώντας τις συνέπειες αυτής της φαινομενικής αδιαφορίας του απέναντι στο κορίτσι, που είχε κάνει τόσο ταξίδι για να τον βρει. «Ίαν Μ ακΝτόνελ; Εσύ είσαι στ’ αλήθεια;» «Ναι, παλικάρι μου, εγώ αυτοπροσώπως». «Στην Αγγλία;» Ο Μ άλκολμ κουνούσε το κεφάλι του με δυσπιστία και ταυτόχρονα γελούσε. «Μ ’ έχεις αφήσει άναυδο,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

41

πραγματικά. Μ α έλα, φίλε μου, πέρασε μέσα. Θα χρειαστούμε ώρα πολλή για να τα πούμε. Τι έκπληξη κι αυτή, μα τον Θεό!» «Ναι, για όλους μας, νομίζω», είπε αγριωπά ο Μ ακ κοιτώντας την Τζορτζίνα. «Εσύ δεν έχεις να πεις τίποτα, μικρή;» «Έχω». Η Τζορτζίνα πέρασε στο μικρό σαλονάκι κι έριξε τριγύρω μια βιαστική ματιά. Το βλέμμα της επέστρεψε στον αρραβωνιαστικό της και τον ρώτησε ωμά: «Ποιανού είναι το παιδί, Μ άλκολμ;» Ο Μ ακ ξερόβηξε και κοίταξε το ταβάνι, λες κι η ξύλινη οροφή απέκτησε ξαφνικά μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Μ άλκολμ κοίταξε την Τζορτζίνα συνοφρυωμένος και άφησε απαλά το κοριτσάκι στο πάτωμα δίπλα του. «Σας γνωρίζω, δεσποινίς;» «Θέλεις να πεις πως πραγματικά δεν με αναγνωρίζεις;» είπε με μεγάλη ανακούφιση αυτή τη φορά. Ο Μ άλκολμ συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Θα έπρεπε;» Ο Μ ακ έβηξε και πάλι – ή μήπως πνίγηκε αυτή τη φορά; Η Τζορτζίνα σταμάτησε να τον κοιτάζει βλοσυρά και χάρισε στον έρωτα της ζωής της ένα από τα πιο λαμπερά χαμόγελά της. «Ναι, θα έπρεπε, αλλά σε συγχωρώ. Τέλος πάντων, έχει περάσει πολύς καιρός κι όλοι λένε πως έχω αλλάξει πολύ περισσότερο από όσο νομίζω. Υποθέτω πως πρέπει να το πιστέψω πλέον». Γέλασε νευρικά. «Νιώθω αμήχανα που πρέπει να συστηθώ, σ’ εσένα ειδικά. Είμαι η Τζορτζίνα Άντερσον, η αρραβωνιαστικιά σου, Μ άλκολμ». «Η μικρούλα η Τζόρτζι;» Εκείνος άρχισε να γελάει, αλλά δεν τα κατάφερε ακριβώς, καθώς ακούστηκε μάλλον σαν να τον στραγγάλιζαν. «Αποκλείεται. Η Τζόρτζι;» «Σε διαβεβαιώνω…» «Μ α, δεν είναι δυνατόν να είσαι εσύ!» αναφώνησε από πανικό μάλλον παρά από αμφιβολία. «Εσύ είσαι πανέμορφη! Εκείνη δεν… εννοώ πως δεν ήταν… Δεν μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει τόσο πολύ».


42

JOHANNA LINDSEY

«Προφανώς, είμαι αναγκασμένη να διαφωνήσω», είπε η Τζορτζίνα κάπως σκληρά. «Δεν συνέβη σε μία νύχτα, όπως γνωρίζεις. Αν ήσουν εκεί θα έβλεπες την αλλαγή που συντελέστηκε σταδιακά… αλλά εσύ δεν ήσουν – σωστά; Ο Κλίντον, που έλειπε τρία χρόνια, εξεπλάγη, αλλά τουλάχιστον με αναγνώρισε». «Μ α, είναι αδελφός σου!» διαμαρτυρήθηκε ο Μ άλκολμ. «Κι εσύ αρραβωνιαστικός μου!» του ανταπάντησε. «Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν να πιστεύεις ακόμη πως… Πόσα χρόνια έχουν περάσει, πέντε, έξι; Ποτέ δεν πίστεψα πως θα με περιμένεις. Αυτός ο πόλεμος τα άλλαξε όλα... Δεν καταλαβαίνεις;» «Όχι, δεν καταλαβαίνω. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος βρισκόσουν σε αγγλικό πλοίο, αλλά δεν φταις εσύ γι’ αυτό. Συνεχίζεις να είσαι Αμερικανός». «Κι όμως αυτό είναι το θέμα, κορίτσι μου. Ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου Αμερικανό. Οι γονείς μου ήθελαν να μεταναστεύσουμε εκεί, όχι εγώ». «Τι είναι αυτά που λες, Μ άλκολμ;» «Εγώ είμαι Άγγλος· πάντα ήμουν. Αυτό υποστήριξα όταν με ναυτολόγησαν, και λόγω του νεαρού της ηλικίας μου πίστεψαν πως δεν ήμουν λιποτάκτης. Μ ου επέτρεψαν να καταταγώ και χαίρομαι που το έκανα. Δεν με ένοιαζε με ποιας χώρας τα χρώματα ταξίδευα, μου έφτανε που ταξίδευα. Και τώρα τα πηγαίνω καλά. Είμαι ύπαρχος στο…» «Το γνωρίζουμε το πλοίο σου», τον διέκοψε απότομα η Τζορτζίνα. «Έτσι σε βρήκαμε, αν και μας πήρε ένα μήνα για να τα καταφέρουμε. Το σίγουρο είναι πάντως ότι, αν ο πλοιοκτήτης ήταν Αμερικανός, δεν θα κρατούσε τόσο άθλια αρχεία. Τα αδέλφια μου γνωρίζουν πού βρίσκεται ανά πάσα στιγμή κάθε μέλος του πληρώματος όταν το πλοίο πιάνει λιμάνι… αλλά αυτό δεν έχει σημασία – έτσι δεν είναι; Εσύ πήγες με το μέρος των Άγγλων! Τέσσερα από τα αδέλφια μου πρόσφεραν τα καράβια τους στον πόλεμο και δεν αποκλείεται να βρέθηκες απέναντί


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

43

τους κάποια φορά!» «Ηρέμησε, κοριτσάκι μου», παρενέβη ο Μ ακ. «Το ξέραμε από καιρό ότι αναγκάστηκε να πολεμήσει εναντίον μας». «Ναι, αλλά δεν ξέραμε ότι το έκανε με τη θέλησή του. Αυτός μόλις παραδέχτηκε πως είναι προδότης!» «Όχι, παραδέχθηκε την αγάπη του για την πατρίδα στην οποία γεννήθηκε. Δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις για κάτι τέτοιο». Όχι, δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει, όσο κι αν ήθελε. Να πάνε στην ευχή οι Άγγλοι. Θεέ μου, πόσο τους μισούσε! Όχι μόνο τον έκλεψαν από εκείνη, αλλά τον έκαναν και να πιστέψει ολόψυχα στον αγώνα τους. Είχε γίνει πλέον Άγγλος και μάλιστα καμάρωνε κιόλας. Συνέχιζε όμως να είναι και αρραβωνιαστικός της. Επιπλέον, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Ο Μ άλκολμ ήταν κατακόκκινος, αλλά η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να διακρίνει αν αυτό οφειλόταν στην ντροπή του ή στη θλίψη του, επειδή τον είχε κατηγορήσει. Και τα δικά της μάγουλα έκαιγαν. Δεν είχε φανταστεί έτσι τη συνάντησή τους. «Έχει δίκιο ο Μ ακ, Μ άλκολμ. Λυπάμαι που έχασα την ψυχραιμία μου για κάτι το οποίο… τέλος πάντων, δεν έχει πλέον σημασία. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, πράγματι. Τα αισθήματά μου σίγουρα όχι. Απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι βρίσκομαι εδώ τώρα». «Και ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο βρίσκεσαι εδώ;» Η Τζορτζίνα τον κοίταξε για μια στιγμή ανέκφραστα πριν τα μάτια της μισοκλείσουν λιγάκι. «Γιατί; Η απάντηση είναι προφανής. Το ερώτημα είναι γιατί έπρεπε να έρθω εγώ μέχρι εδώ, και σ’ αυτό μόνο εσύ μπορείς να δώσεις απάντηση. Γιατί δεν γύρισες στο Μ πρίτζπορτ μετά το τέλος του πολέμου, Μ άλκολμ;» «Δεν υπήρχε λόγος να γυρίσω». «Δεν υπήρχε λόγος;» είπε εκείνη με κομμένη ανάσα. «Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω. Υπήρχε το ζητηματάκι του γάμου μας. Ή μήπως αυτό είναι κάτι που είχες επιλέξει να ξεχάσεις;»


44

JOHANNA LINDSEY

Δεν μπορούσε να την κοιτάξει στα μάτια. «Δεν το ξέχασα. Απλώς θεωρούσα πως δεν θα με ήθελες πια, επειδή είμαι Άγγλος». «Μ ήπως εσύ δεν με θέλεις επειδή είμαι Αμερικανίδα;» επέμεινε εκείνη. «Δεν είναι έτσι», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Πραγματικά δεν πίστευα ότι θα με περίμενες. Το πλοίο μου βυθίστηκε. Φαντάστηκα πως με θεωρούσες νεκρό». «Η οικογένειά μου ασχολείται με τη ναυτιλία, Μ άλκολμ. Οι πληροφορίες που λαμβάνουμε είναι συνήθως ακριβείς. Όντως το πλοίο σου βυθίστηκε, μα δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες. Το γνωρίζαμε αυτό. Απλώς δεν ξέραμε τι απόγινες εσύ μετά το συμβάν… μέχρι πρόσφατα, που σε εντόπισαν στο Πογκρόμ. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι πίστευες πως δεν έχει νόημα να επιστρέψεις σε μια αρραβωνιαστικιά που ίσως σε περίμενε. Το σωστό θα ήταν να το επιβεβαιώσεις. Αν δεν ήθελες να κάνεις το ταξίδι, θα μπορούσες τουλάχιστον να γράψεις. Η επικοινωνία έχει αποκατασταθεί ανάμεσα στις δύο χώρες. Ήδη έχουν δέσει ένα-δύο αγγλικά πλοία στο λιμάνι μας». Ήξερε πως ο τόνος της ήταν σαρκαστικός, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όσο σκεφτόταν για πόσο ακόμη θα συνέχιζε να περιμένει αυτό τον άνθρωπο, για πόσα χρόνια ακόμη χωρίς εκείνος να έχει την παραμικρή πρόθεση να επιστρέψει! Αν δεν είχε ξεκινήσει να έρθει εδώ μόνη της, πιθανότατα ούτε εκείνη θα τον έβλεπε ποτέ ξανά, ούτε εκείνος θα προσπαθούσε να τη βρει. Ήταν πληγωμένη και αδυνατούσε να κατανοήσει τις δικαιολογίες του, ενώ εκείνος δεν μπορούσε ούτε να την κοιτάξει. «Σου έγραψα ένα γράμμα». Η Τζορτζίνα καταλάβαινε πως αυτό ήταν ψέμα, ένα δωράκι για την υπερηφάνειά της, μια διέξοδος για τον δειλό. Αυτό όμως που δεν καταλάβαινε εκείνος ήταν ότι η υπερηφάνειά της είχε ήδη θυσιαστεί για να τον αποκτήσει. Τώρα ήταν αδύνατον να αποκατασταθεί μόνο και μόνο επειδή της σέρβιρε ένα μάτσο


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

45

δικαιολογίες, που δεν έστεκαν καν. Για όνομα του Θεού, οι δικαιολογίες που είχε σκεφτεί εκείνη για χάρη του ήταν κλάσεις ανώτερες. Δεν θύμωσε, αν και ένιωθε πολύ, πολύ απογοητευμένη μαζί του. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε τέλειος, ούτε ευγενικός, ούτε καν απόλυτα ειλικρινής. Τον είχε στριμώξει στη γωνία κι εκείνος προσπαθούσε να μην της πει τη σκληρή αλήθεια, για να μην την πληγώσει. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό ήταν μάλλον προς τιμήν του, υπέθεσε εκείνη. «Προφανώς, αυτό το γράμμα δεν έφτασε ποτέ στα χέρια μου, Μ άλκολμ». Άκουσε τον Μ ακ να καγχάζει και παραλίγο να του δώσει μια κλοτσιά. «Να υποθέσω πως μου έγραφες ότι επέζησες από τον πόλεμο;» «Μ άλιστα». «Και πιθανώς θα αναφερόσουν στον πατριωτισμό που ανακάλυψες ότι νιώθεις για μια άλλη χώρα από τη δική μου;» «Πράγματι». «Και με βάση όλα αυτά, θα με αποδέσμευες από τον αρραβώνα μας;» «Ξέρεις, εγώ…» Η Τζορτζίνα διέκοψε το δισταγμό του. «Ή μήπως θα εξέφραζες την ελπίδα να σε δεχτώ και με τα νέα αυτά δεδομένα;» «Μ α, σίγουρα…» «Κι όταν είδες πως δεν σου απάντησα, θα υπέθεσες πως δεν ήθελα να συνεχίσουμε». «Έτσι ακριβώς». Η Τζορτζίνα αναστέναξε. «Τι κρίμα να μη φτάσει ποτέ στα χέρια μου τέτοιο γράμμα. Τόσος χρόνος χαμένος». «Τι εννοείς;» «Μ η δείχνεις τόσο έκπληκτος, Μ άλκολμ. Δέχομαι ακόμη να σε παντρευτώ. Γι’ αυτό ήρθα εδώ, έτσι κι αλλιώς. Μ όνο μη μου ζητήσεις να ζήσω στην Αγγλία. Αυτό ούτε για χάρη σου δεν θα το έκανα. Όμως, εσύ μπορείς να έρχεσαι εδώ όποτε θέλεις. Ως


46

JOHANNA LINDSEY

κυβερνήτης του πλοίου μου, της Αμφιτρίτης , μπορείς να προωθήσεις αποκλειστικά το αγγλικό εμπόριο, αν αυτό επιθυμείς». «Εγώ, εγώ… Χριστέ μου, Τζόρτζι… Εγώ...» «Μ άλκολμ;» Μ ια νεαρή γυναίκα εμφανίστηκε και τον διέκοψε. «Γιατί δεν μου είπες ότι έχουμε επισκέψεις;» Χαμογέλασε στην Τζορτζίνα και είπε: «Είμαι η Μ εγκ Κάμερον, κυρία μου. Έρχεστε από την έπαυλη; Θα έχουν πάλι δεξίωση, φαντάζομαι». Η Τζορτζίνα κάρφωσε το βλέμμα της στη γυναίκα που στεκόταν στην πόρτα κι έπειτα στο αγοράκι που κρυβόταν ντροπαλά πίσω από τη φούστα της, ένα αγοράκι σχεδόν πέντε χρόνων, το οποίο είχε τα μαύρα μαλλιά του Μ άλκολμ, τα γαλάζια μάτια του Μ άλκολμ και τα όμορφα χαρακτηριστικά του Μ άλκολμ. Έριξε άλλη μια γρήγορη ματιά στον πατέρα του αγοριού, ο οποίος τώρα έμοιαζε πραγματικά άρρωστος. «Είναι η αδελφή σου, Μ άλκολμ;» ρώτησε η Τζορτζίνα με τον πιο μελιστάλαχτο τόνο της φωνής της. «Όχι». «Καλά το κατάλαβα».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

47

Κεφάλαιο 6 Δεν τον αποχαιρέτησε. Ούτε του ευχήθηκε καλή τύχη. Ούτε καν τον έστειλε στο διάβολο. Απλώς του γύρισε την πλάτη της και βγήκε από το άσπρο σπιτάκι του Χέντον αφήνοντας πίσω της τις ελπίδες και τα κοριτσίστικα όνειρά της. Άκουσε τον Μ ακ κάτι να λέει, μάλλον για να δικαιολογήσει την αγενή συμπεριφορά της απέναντι στη Μ εγκ Κάμερον. Έπειτα την ακολούθησε και τη βοήθησε να ανέβει στο νοικιασμένο άλογο. Δεν της είπε κουβέντα, τουλάχιστον μέχρι να βγουν από το χωριό. Η Τζορτζίνα πίεσε το άλογο να τρέξει, καθώς ένιωθε την ανάγκη να φύγει το γρηγορότερο όσο πιο μακριά μπορούσε, αλλά το φουκαριάρικο το ζωντανό δεν μπορούσε να της κάνει τη χάρη. Ο αργός καλπασμός έδινε άπλετο χρόνο στον Μ ακ να την παρατηρήσει και να διακρίνει αυτό που κρυβόταν κάτω από τη φαινομενικά ήρεμη έκφρασή της. Ο Μ ακ είχε την ενοχλητική συνήθεια να γίνεται ωμός όταν το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται κάποιος είναι η ωμότητα. «Γιατί δεν κλαις, μικρή;» Σκέφτηκε να τον αγνοήσει. Εκείνος δεν θα επέμενε αν τον αγνοούσε. Όμως η καταιγίδα μέσα της έπρεπε να ξεσπάσει. «Είμαι έξω φρενών αυτή τη στιγμή. Το αναθεματισμένο το κάθαρμα πρέπει να παντρεύτηκε εκείνη την κοπέλα μόλις έπιασε το πρώτο λιμάνι, πολύ πριν τελειώσει ο πόλεμος. Παντρεύτηκε για να προσεταιριστεί τους Βρετανούς!» «Ναι, μπορεί και να ’γινε έτσι. Ή μπορεί να του γυάλισε, να την πήρε και την επόμενη φορά που έπιασε λιμάνι να τον τσάκωσαν».


48

JOHANNA LINDSEY

«Τι σημασία έχει το πότε ή το γιατί; Όλο αυτό τον καιρό που εγώ καθόμουν στο σπίτι μου και μαράζωνα για χάρη του, εκείνος παντρολογιόταν, έκανε παιδιά και περνούσε ζωή και κότα!» Ο Μ ακ γέλασε ειρωνικά. «Χαράμιζες το χρόνο σου, σίγουρα, αλλά δεν μαράζωνες κιόλας». Εκείνη σνόμπαρε την έλλειψη κατανόησης που της έδειχνε. «Τον αγαπούσα, Μ ακ». «Αγαπούσες την ιδέα να τον έχεις δικό σου, επειδή ήταν νοστιμούλης. Ήταν ένα παιδιάστικο καπρίτσιο, που θα έπρεπε να έχεις ξεπεράσει. Αν ήσουν λιγότερο πιστή και λιγότερο πεισματάρα, θα είχες παρατήσει αυτό το τρελό όνειρο εδώ και πολύ καιρό». «Δεν είναι…» «Άσε με να τελειώσω. Αν τον αγαπούσες πραγματικά, τώρα θα έκλαιγες κι ύστερα θα θύμωνες, όχι το αντίστροφο, όπως έκανες εσύ». «Κλαίω από μέσα μου», του είπε ψυχρά. «Εσύ απλώς δεν μπορείς να το δεις». «Σ’ ευχαριστώ που συγκρατείς τα δάκρυά σου για χάρη μου. Δεν αντέχω να βλέπω γυναίκες να κλαίνε». Τον κεραυνοβόλησε ρίχνοντάς του μια άγρια ματιά. «Όλοι οι άντρες είστε ίδιοι. Είστε αναίσθητοι σαν… ντουβάρια!» «Αν ζητάς παρηγοριά, δεν θα μπορέσω, μικρή. Αν θυμάσαι καλά, τέσσερα χρόνια σε συμβούλευα να τον ξεχάσεις αυτό τον τύπο. Σου έλεγα επίσης ότι θα το μετανιώσεις που θα έρθεις εδώ, και όχι μόνο επειδή θα σε τιμωρήσουν τα αδέλφια σου. Τι αποτέλεσμα είχε, λοιπόν, αυτή τη φορά το πείσμα σου;» «Απογοήτευση, ταπείνωση, ραγισμένη καρδιά…» «Αυταπάτη…» «Γιατί με εξοργίζεις ακόμα περισσότερο;» ξέσπασε εκείνη θυμωμένα. «Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, γλυκιά μου. Σ’ το είπα πως δεν αντέχω τα κλάματα. Κι όσο μου φωνάζεις, δεν κλαις τουλάχιστον πάνω στον ώμο μου… Έλα, Τζόρτζι μου, μη μου το


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

49

κάνεις αυτό», είπε βλέποντας πως η κοπέλα άρχισε να βουρκώνει. Τα δάκρυα όμως πλημμύρισαν τα μάτια της κι ο Μ ακ αναγκάστηκε να σταματήσει τα άλογα και να της ανοίξει την αγκαλιά του. Η Τζορτζίνα πήδηξε στην αγκαλιά του και κούρνιασε εκεί. Δεν της έφτανε όμως ένα γερό κλάμα σε μια συμπονετική αγκαλιά. Είχε πολύ θυμό μέσα της και το κλάμα της έγινε γοερό. «Αυτά τα πανέμορφα παιδάκια έπρεπε να είναι δικά μου, Μ ακ!» «Θα κάνεις και δικά σου, και μάλιστα ένα τσούρμο». «Δεν θα κάνω. Έχω αρχίσει να γερνάω». «Μ α φυσικά, πάτησες ήδη τα είκοσι δύο». Κούνησε το κεφάλι του με σοφία, παλεύοντας να συγκρατήσει τα γέλια του. «Γέρασες πολύ». Εκείνη σταμάτησε, για να τον αγριοκοιτάξει. «Διάλεξες την ώρα για να αρχίσεις να συμφωνείς μαζί μου». Τα δύο κατακόκκινα φρύδια του υψώθηκαν με προσποιητή έκπληξη. «Σοβαρά;» Η Τζορτζίνα ξαναρούφηξε τη μύτη της κι άρχισε πάλι να κλαίει γοερά. «Μ α, δεν μπορούσε αυτή η γυναίκα να μπει στο δωμάτιο λίγο νωρίτερα, πριν ρεζιλευτώ εντελώς λέγοντας σ’ αυτό το παλιόσκυλο ότι ακόμα κι έτσι θα τον παντρευτώ;» «Τώρα έγινε παλιόσκυλο, λοιπόν;» «Το ελεεινότερο, το αθλιότερο…» «Το έπιασα το νόημα, γλυκιά μου, αλλά εσύ θα έπρεπε να χαίρεσαι που του είπες όλα αυτά. Ήταν εκδίκηση πρώτης τάξεως, θαρρώ, αν ήθελες να εκδικηθείς». «Μ ήπως αυτή η ανδρική λογική παραείναι πολύπλοκη για το μυαλό των γυναικών; Δεν πήρα εκδίκηση, αλλά αντίθετα ταπεινώθηκα». «Όχι, έδειξες σ’ αυτό τον άνθρωπο τι έχασε εγκαταλείποντας εσένα, μια κοπέλα τόσο όμορφη, την οποία δεν κατάφερε να αναγνωρίσει, κι ένα πλοίο δικό του, να το κυβερνάει, αυτό που πάντα ήθελε. Το πιο πιθανό είναι ότι τώρα χτυπάει το κεφάλι


50

JOHANNA LINDSEY

του στον τοίχο, κι όσο σίγουρο είναι ότι σε αδίκησε, άλλο τόσο σίγουρο είναι ότι επί πολλά χρόνια ακόμη θα κλαίει γι’ αυτά που έχασε». «Ίσως κλαίει για το πλοίο, αλλά όχι για μένα. Έχει τη δουλειά του, καμαρώνει τα πανέμορφα παιδάκια του, την αξιαγάπητη γυναίκα του…» «Αξιαγάπητη, ναι, αλλά δεν είναι η Τζορτζίνα Άντερσον, πλοιο​κτήτρια της Αμφιτρίτης, συνιδιοκτήτρια των Γραμμών Σκάι​λαρκ, αν και το κακόμοιρο το κορίτσι δεν έχει λόγο στη διαχείριση της εταιρείας, παρά μόνο ίσο μερίδιο στα κέρδη της και, απ’ ό,τι λένε, είναι η πιο όμορφη κοπέλα στην ανατολική ακτή». «Αυτό είναι όλο;» «Μ άλλον δεν εντυπωσιάστηκες». «Όχι. Αυτό το κορίτσι μπορεί να είναι όμορφο τώρα, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Και τι σημασία έχει η καλή της εμφάνιση όταν έχει χαραμίσει τα καλύτερά της χρόνια;» Ένας τραχύς ήχος τη διέκοψε, αλλά αποφάσισε να τον αγνοήσει. «Και μπορεί να έχει δικά της χρήματα, ένα αξιοσέβαστο ποσό, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχει ούτε τα ναύλα της για να επιστρέψει στην πατρίδα της. Η εμφάνιση και η περιουσία της δεν αλλάζουν το γεγονός ότι είναι ανόητη, χαζή και αφελής, δεν ξέρει να κρίνει σωστά τους ανθρώπους, δεν είναι ιδιαίτερα ευφυής και…» «Λες τα ίδια και τα ίδια. Χαζή και όχι ιδιαίτερα ευφυής…» «Μ η με διακόπτεις». «Θα σε διακόπτω όσο λες ανοησίες. Τώρα σταμάτα να κλαις. κι άρχισε να βλέπεις τη θετική πλευρά των πραγμάτων». «Δεν υπάρχει θετική πλευρά». «Ναι, υπάρχει. Δεν θα ήσουν ποτέ ευτυχισμένη μ’ αυτό το ελεει​ν ό, άθλιο… παλιόσκυλο. Έτσι δεν τον αποκάλεσες;» Το χείλι της τρεμόπαιξε σε μια προσπάθεια να χαμογελάσει, αλλά δεν τα κατάφερε με επιτυχία. «Εκτιμώ αυτό που κάνεις, Μ ακ, αλλά δεν βοηθάει με όλα όσα νιώθω αυτή τη στιγμή. Το μόνο που θέλω είναι να γυρίσω σπίτι μου κι ελπίζω, μα τον Θεό,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

51

να μην ξανασυναντήσω άλλον Άγγλο στη ζωή μου. Σιχάθηκα την καθωσπρέπει προφορά τους, την καταραμένη ακλόνητη ψυχραιμία τους και τους άπιστους γιους τους». «Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, γλυκιά μου, αλλά όλες οι χώρες έχουν άπιστους γιους». «Επίσης όλες οι χώρες έχουν βράχους, αλλά δεν θα τον παντρευόμουν». «Να παντρευόσουν τον… Άρχισες πάλι να παραμιλάς, μου φαίνεται. Μ ου εξηγείς αυτή την εμμονή σου με τους βράχους;» «Πήγαινέ με σπίτι μου, Μ ακ. Βρες ένα πλοίο, οποιοδήποτε. Δεν χρειάζεται να είναι αμερικανικό, αρκεί να πηγαίνει στα μέρη μας και να σαλπάρει άμεσα, σήμερα, αν είναι δυνατόν. Πάρε το σμαραγδένιο μου δαχτυλίδι, για τα ναύλα». «Είσαι με τα καλά σου, μικρή; Αυτό το δαχτυλίδι σού το χάρισε ο πατέρας σου. Το είχε φέρει από…» «Δεν με νοιάζει, Μ ακ», επέμεινε εκείνη, παίρνοντας τώρα το πεισματάρικο ύφος της, αυτό που φοβόταν τόσο πολύ ο Μ ακ. «Αν δεν θέλεις να κλέψεις, κάτι που ξέρω πως δεν θα κάνεις, τότε μόνο έτσι θα καταφέρουμε να πληρώσουμε τα ναύλα μας. Σίγουρα δεν μπορώ να περιμένω να μαζέψεις χρήματα δουλεύοντας. Κι έπειτα, μπορούμε να ξαναγοράσουμε το δαχτυλίδι, μόλις γυρίσουμε στην πατρίδα». «Έτσι γρήγορα είχες πάρει και την απόφαση να κουβαληθούμε εδώ, μικρή. Υποτίθεται πως πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη μας, όχι να σπεύδουμε να ξανακάνουμε ακριβώς τα ίδια». «Αν αρχίσεις να μου κάνεις κήρυγμα περί υπομονής, ξέχνα το. Έκανα υπομονή έξι χρόνια κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος μου. Από δω και μπρος σκοπεύω να είμαι ανυπόμονη». «Τζόρτζι…» της είπε εκείνος προειδοποιητικά. «Μ α, γιατί μου πας κόντρα; Μ έχρι να σαλπάρουμε, θα έχεις στο πλάι σου μια κλαψιάρα. Νόμιζα ότι δεν αντέχεις τα κλάματα των γυναικών». Το γυναικείο πείσμα είναι ακόμα χειρότερο, σκέφτηκε μέσα


52

JOHANNA LINDSEY

του ο Μ ακ και παραδόθηκε αξιοπρεπώς βγάζοντας έναν αναστεναγμό. «Αφού το θέτεις έτσι…»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

53

Κεφάλαιο 7 Ο γεμάτος κατάρτια αραγμένων πλοίων ουρανός δεν αποτελούσε εγγύηση ότι τουλάχιστον ένα από όλα αυτά θα σάλπαρε προσεχώς για Αμερική. Έτσι θα νόμιζε κάποιος. Θα μπορούσε να βάλει και στοίχημα. Κι η Τζορτζίνα θα το είχε χάσει αυτό το στοίχημα, αν το είχε βάλει. Τα περισσότερα πλοία που αγκυροβόλησαν μαζί με το δικό τους είχαν σαλπάρει εδώ και καιρό για άλλα λιμάνια. Χωρίς να υπολογίζονται όσα δεν δέχονταν επιβάτες, ήταν αραγμένα αρκετά αμερικανικά πλοία, αλλά κανένα δεν προβλεπόταν να πιάσει λιμάνι στην πατρίδα της πριν από την επόμενη χρονιά, ένα ταξίδι υπερβολικά μεγάλο για την Τζορτζίνα, που ήταν πια ανυπόμονη. Επιπλέον, το ένα πλοίο που είχε προγραμματιστεί να πιάσει κατευθείαν Νέα Υόρκη, ιδανικό γιατί ήταν κοντά στο Μ πρίτζπορτ, δεν θα σάλπαρε σύντομα, σύμφωνα με τον ύπαρχο. Ο καπετάνιος του πολιορκούσε μια Αγγλιδούλα και είχε ορκιστεί πως δεν θα σαλπάρει μέχρι να την παντρευτεί. Όταν το άκουσε αυτό, η Τζορτζίνα έσκισε δύο φορέματα και πέταξε το δοχείο νυκτός έξω απ’ το παράθυρο. Ήθελε τόσο πολύ να φύγει από την Αγγλία. Είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά να ταξιδέψει οχτώ έως δέκα μήνες με ένα από εκείνα τα αμερικανικά πλοία που ήταν προγραμματισμένα να αποπλεύσουν μέσα στην εβδομάδα, και μάλιστα αφότου είχε προσπαθήσει μόνο ελάχιστες μέρες να βρει θέση. Όταν το είπε στον Μ ακ την τρίτη μέρα, εκείνος επέστρεψε λίγες ώρες αργότερα με τα ονόματα τριών αγγλικών πλοίων που θα σάλπαραν την επόμενη εβδομάδα. Δεν τα είχε αναφέρει πιο πριν


54

JOHANNA LINDSEY

γιατί είχε φανταστεί πως η Τζορτζίνα θα τα απέκλειε αμέσως επειδή ήταν αγγλικά και το πλήρωμά τους αποτελούνταν αποκλειστικά από Άγγλους. Η αποφυγή καθετί αγγλικού ήταν πλέον για κείνη τόσο σημαντική όσο και η επιστροφή στην πατρίδα της. Φυσικά τα απέκλεισε και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο. Τότε ο Μ ακ τής πρότεινε διστακτικά μια εναλλακτική που δεν είχε σκεφτεί έως τώρα. «Υπάρχει ένα πλοίο που θα σαλπάρει αύριο με την πρωινή παλίρροια. Δεν δέχεται επιβάτες, αλλά έχει ανάγκη από ένα ναύτη και… έναν καμαρότο». Τα μάτια της Τζορτζίνα άνοιξαν διάπλατα από ενδιαφέρον. «Εννοείς να πιάσουμε δουλειά για να πληρώσουμε τα ναύλα μας;» «Μ ια σκέψη έκανα… σίγουρα θα ήταν καλύτερο από το να περάσω έξι μήνες και παραπάνω στη θάλασσα παρέα μ’ ένα ανυπόμονο κορίτσι». Η Τζορτζίνα έπνιξε ένα γελάκι ακούγοντας το σχόλιό του. Ήταν η πρώτη φορά που της φάνηκε κάτι διασκεδαστικό από τότε που ανακάλυψε την προδοσία του Μ άλκολμ. «Ίσως να γίνω λιγότερο ανυπόμονο στη διάρκεια του ταξιδιού προς την πατρίδα. Μ ακ, νομίζω ότι είναι τέλεια ιδέα!» είπε με ξαφνικό ενθουσιασμό. «Είναι αμερικανικό πλοίο; Είναι μεγάλο; Τι φορτίο μεταφέρει;» «Σιγά-σιγά, μικρή, δεν είναι αυτό που νομίζεις. Το πλοίο λέγεται Μέιντεν Ανν, είναι από τις Δυτικές Ινδίες, τρικάταρτο και πεντακάθαρο. Πολύ καλό σκαρί. Εξωτερικά όμως έχει μετατραπεί σε πολεμικό και είναι επίσης πάνοπλο, αν και ιδιόκτητο». «Οι έμποροι από τις Δυτικές Ινδίες χρειάζονται σίγουρα βαρύ οπλισμό για να μπορούν να ταξιδεύουν σε θάλασσες που μαστίζονται από πειρατές. Όλα τα καράβια της Σκάιλαρκ που κινούνται στη θάλασσα της Καραϊβικής, αν και πάνοπλα, δέχονται συχνά επιθέσεις». «Σωστό κι αυτό», συμφώνησε εκείνος. «Αλλά το Μέιντεν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

55

Ανν δεν είναι εμπορικό, τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το ταξίδι. Δεν θα μεταφέρει φορτίο, παρά μόνο έρμα». «Καπετάνιος που σαλπάρει χωρίς κανένα κέρδος;» είπε πειρακτικά η Τζορτζίνα, γνωρίζοντας πως αυτό το σχόλιο θα ενοχλούσε κάποιον που μπαρκάρει επί τριάντα πέντε χρόνια σε εμπορικά πλοία. «Πειρατής θα είναι». Ο Μ ακ γέλασε ειρωνικά. «Είναι άνθρωπος που σαλπάρει για όπου του καπνίσει και του κάνει κέφι. Έτσι λένε οι ναύτες του». «Άρα ο καπετάνιος είναι και πλοιοκτήτης, και μάλιστα αρκετά πλούσιος ώστε να διατηρεί καράβι για το κέφι του και μόνο». «Όπως φαίνεται…» είπε εκείνος με απέχθεια. Η Τζορτζίνα χαμογέλασε. «Καταλαβαίνω πόσο σ’ ενοχλεί αυτό, αλλά σίγουρα δεν είναι πρωτάκουστο. Απ’ τη στιγμή που θα μας πάει στην πατρίδα μας, τι μας νοιάζει αν μεταφέρει φορτίο ή όχι;» «Α, ναι, είναι κι αυτό. Προορισμός του είναι η Τζαμάικα, όχι η Αμερική». «Η Τζαμάικα;» Η χαρά της που βρήκαν πλοίο μειώ​θηκε λίγο, αλλά η απογοήτευσή της δεν κράτησε πολύ. «Μ α, οι Γραμμές Σκάιλαρκ έχουν γραφεία στην Τζαμάικα. Δεν είναι ο τρίτος σταθμός στο πρόγραμμα του Τόμας; Θα μπορούσαμε θεωρητικά να φτάσουμε εκεί προτού ξαναφύγει ο Τόμας. Κι αν δεν προλάβουμε, η εταιρεία έχει κι άλλα πλοία που περνούν συχνά από την Τζαμάικα, όπως του Μ πόιντ, του Ντρου, ακόμα και το δικό μου». Χαμογελούσε και πάλι. «Δηλαδή δεν θα καθυστερήσουμε πάνω από μερικές εβδομάδες μέχρι να φτάσουμε στην πατρίδα. Είναι καλύτερο απ’ το να περιμένω έξι μήνες και σαφώς καλύτερο απ’ το να μείνω εδώ έστω και μία μέρα παραπάνω». «Δεν ξέρω, μικρή. Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιστεύω πως δεν έπρεπε καν να σου το προτείνω». «Κι εγώ όσο το σκέφτομαι, τόσο μ’ αρέσει η ιδέα. Έλα, Μ ακ, είναι η τέλεια λύση». «Ναι, αλλά θα πρέπει να δουλέψεις», της υπενθύμισε. «Θα


56

JOHANNA LINDSEY

μεταφέρεις τα μηνύματα του καπετάνιου, θα φέρνεις τα γεύματά του, θα καθαρίζεις την καμπίνα του και ό,τι άλλο σου ζητήσει. Θα έχεις πολλή δουλειά». «Και λοιπόν;» είπε εκείνη προκλητικά. «Θες να πεις ότι δεν είμαι ικανή να κάνω τόσο απλά πράγματα όταν έχω ήδη τρίψει καταστρώματα, έχω καθαρίσει κανόνια, έχω ξύσει αμάκα από τις γάστρες, έχω σκαρφαλώσει στ’ άρμενα…» «Όλα αυτά τα έκανες πριν από πολλά χρόνια, καλή μου, όταν ήσουν κοριτσάκι, τώρα είσαι γυναίκα. Ο πατέρας και τα αδέλφια σου σε άφηναν χατιρικά να τριγυρνάς στα καράβια τους όταν ήταν δεμένα στο λιμάνι και να μαθαίνεις πράγματα που δεν είχες καμιά δουλειά να μάθεις. Τώρα όμως θα ζεις και θα δουλεύεις πλάι σε άντρες άγνωστους. Δεν είναι αυτή δουλειά για γυναίκα, κι όσο θα την κάνεις δεν θα μπορείς να είσαι γυναίκα». «Δεν το παραβλέπω αυτό το ζήτημα, Μ ακ. Και λοιπόν; Θ’ αφήσω στην άκρη τα φουστάνια μου. Ορισμένοι συνειρμοί γίνονται αυτόματα όταν φοράει κάποιος παντελόνια, όπως έχουμε ήδη μάθει. Βάλε φουστάνια στο αγόρι και γίνεται άσχημο κορίτσι, βάλε παντελόνια στο κορίτσι και γίνεται όμορφο αγόρι. Έτσι κι αλλιώς, καλά τα κατάφερα εκείνο το βράδυ…» «Μ έχρι που άνοιξες το στόμα σου ή άρχισες να κοιτάζεις τους άλλους στα μάτια», τη διέκοψε αυστηρά, για να της το θυμίσει. «Τόσο κράτησε η μεταμφίεσή σου». «Επειδή προσπάθησα να παραστήσω τον άντρα, το οποίο δεν ήταν και πολύ έξυπνο, τώρα που το σκέφτομαι, ειδικά με το πρόσωπο που έχω. Εντάξει, το κατάλαβα». Τον σταμάτησε, για να μην την ξαναδιακόψει. «Το ξέρω, προσπάθησες να μου το πεις και δεν σε άκουσα. Ας μην ασχοληθούμε άλλο. Όμως, το ξέρεις ότι αυτό είναι εντελώς διαφορετικό. Τα αγόρια έχουν πολλές φορές λεπτά χαρακτηριστικά. Είναι συχνό φαινόμενο. Μ ε το ύψος και το βάρος μου, τη χροιά της φωνής μου και», είπε κοιτάζοντας το στήθος της, «λίγο σφιχτό δέσιμο σε κάποια σημεία, θα περνούσα εύκολα για αγοράκι εννιά ή δέκα χρόνων». Γι’ αυτή την υπόθεση η Τζορτζίνα εισέπραξε ένα βλέμμα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

57

συγκατάβασης. «Θα σε πρόδιδε η εξυπνάδα σου». «Εντάξει, λοιπόν, ένα πανέξυπνο δωδεκάχρονο, που δεν έχει μεστώσει ακόμη». Κι έπειτα είπε με αποφασιστικότητα: «Θα τα καταφέρω, Μ ακ. Αν δεν το πίστευες κι εσύ, δεν θα μου το είχες προτείνει καν». «Μ ου φαίνεται πως χάζεψα. Σίγουρα έχω χαζέψει, αλλά ξέρουμε καλά κι οι δυο μας ποιος φταίει». «Έλα, τώρα», τον μάλωσε χαμογελώντας. «Είμαι ένα κοριτσάκι που σε λίγο θα γίνει αγοράκι. Είναι δυνατόν να είμαι μπελάς;» Ακούστηκε ένας πολύ απρεπής ήχος. «Δες το κι αλλιώς. Όσο πιο σύντομα φτάσω σπίτι μου, τόσο πιο σύντομα θα με ξεφορτωθείς». Αυτή τη φορά ακούστηκε μόνο ένα γρύλισμα. «Είναι και το άλλο. Αυτή η μεταμφίεση θα πρέπει να κρατήσει έναν ολόκληρο μήνα, ίσως και περισσότερο. Όλο αυτό το διάστημα εσύ θα πρέπει να κρύβεσαι όταν θα κάνεις την ανάγκη σου, ενώ οι άντρες θα στέκονται απλώς με την πλάτη στον άνεμο και…» «Μ ακ!» Είχε στ’ αλήθεια κοκκινίσει. Αν και είχε πέντε αδέλφια, που μερικές φορές ξεχνούσαν πως είχαν και μια αδελφή στο σπίτι, η Τζορτζίνα είχε ακούσει και είχε δει όλα όσα δεν έπρεπε να ακούσει και να δει ένα κορίτσι. «Δεν είπα πως δεν θα αντιμετωπίσω κάποιες δυσκολίες, αλλά είμαι αρκετά ευρηματική, για να αντιμετωπίσω τα πάντα. Αν και κορίτσι, γνωρίζω τα πλοία απέξω κι ανακατωτά, ακόμα και τα μέρη που αποφεύγουν οι ναυτικοί. Θα τα καταφέρω, έστω κι αν χρειαστεί να πηγαίνω στα αμπάρια με τα ποντίκια. Και εντέλει, ακόμα κι αν αποκαλυφθώ, ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να μου συμβεί; Πιστεύεις ειλικρινά ότι θα με πετάξουν απ’ το καράβι στη μέση του ωκεανού; Φυσικά και όχι. Το πιο πιθανό είναι να με κλειδώσουν κάπου μέχρι να πιάσουμε λιμάνι και τότε θα με ξεφορτωθούν. Και θα μου αξίζει, αν φανώ τόσο απρόσεκτη και προδοθώ». Η λογομαχία συνεχίστηκε λίγο ακόμα μέχρι που ο Μ ακ αναστέναξε. «Εντάξει, λοιπόν, αλλά θα προσπαθήσω πρώτα να


58

JOHANNA LINDSEY

σε πάρουν χωρίς να χρειαστεί να δουλεύεις. Ίσως συμφωνήσουν, αν τους πω ότι δεν θα ζητήσω αμοιβή και τους πείσω πως είσαι αδελφός μου και πρέπει να σε πάρω μαζί μου». Το βελούδινο φρύδι της υψώθηκε και τα μάτια της φωτίστηκαν από τα γέλια. «Αδελφός σου; Και πού είναι η σκοτσέζικη προφορά μου;» «Θετός αδελφός, τότε», συναίνεσε εκείνος, «…που μεγάλωσε σε άλλα μέρη, κι έτσι δεν θα φανεί παράξενη και η μεγάλη διαφορά ηλικίας». «Μ α, νόμιζα πως είχαν ανάγκη από καμαρότο. Αν ισχύει αυτό, θα επιμείνουν. Ξέρω ότι τα αδέλφια μου δεν σαλπάρουν ποτέ χωρίς καμαρότο». «Είπα ότι θα το προσπαθήσω. Μ πορεί μέχρι το τέλος της ημέρας να βρουν άλλο παιδί για τη δουλειά». «Ε, λοιπόν, εγώ εύχομαι να μη βρουν», απάντησε η Τζορτζίνα και το εννοούσε. «Προτιμώ να δουλεύω στη διάρκεια του ταξιδιού παρά να κάθομαι άπραγη, αφού έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να είμαι μεταμφιεσμένη. Και μη σου περάσει απ’ το μυαλό να πεις πως είμαι αδελφή σου γιατί, αν αρνηθούν, θα χάσουμε την ευκαιρία να φύγουμε. Πάμε λοιπόν πριν μας την πάρουν άλλοι τη δουλειά». «Θα χρειαστείς αγορίστικα ρούχα». «Θα τ’ αγοράσουμε καθ’ οδόν». «Και πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τα πράγματά σου». «Θα τ’ αφήσω στο σπιτονοικοκύρη». «Και τα μαλλιά σου;» «Θα τα κόψω». «Αυτό αποκλείεται. Θα με σκοτώσουν τα αδέλφια σου, αν και δεν τη γλιτώνω έτσι κι αλλιώς!» Η Τζορτζίνα έψαξε στο μπαούλο της, ξετρύπωσε το μάλλινο σκουφάκι που είχε χρησιμοποιήσει την προηγούμενη φορά και το ανέμισε κάτω από τη μύτη του. «Ορίστε! Σταμάτα τώρα να με βασανίζεις και ξεκίνα. Φύγαμε». «Νόμιζα ότι θα δεν θα ήσουν πια ανυπόμονη», μουρμούρισε


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

59

εκείνος. Τον έσπρωξε έξω από την πόρτα γελώντας. «Δεν έχουμε σαλπάρει ακόμη, Μ ακ. Από αύριο θα το φροντίσω. Σ’ το υπόσχομαι».


60

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 8 Ο σερ Άντονι Μ άλορι έκανε νόημα στο σερβιτόρο να του φέρει άλλο ένα μπουκάλι πόρτο κι έπειτα ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του και κοίταξε στα μάτια τον αδελφό του. «Ξέρεις, Τζέιμς, έχω την εντύπωση, μα τον Θεό, ότι θα μου λείψεις. Αν είχες τακτοποιήσει τις υποθέσεις σου στην Καραϊβική πριν έρθεις, δεν θα ήσουν υποχρεωμένος να ξαναπάς εκεί τώρα που σε συνήθισα κοντά μου». «Και πού να φανταστώ ότι θα ήταν τόσο εύκολο να εξαφανίσω τον αχρείο τον Χοκ, για να μπορώ να παραμείνω εδώ;» απάντησε ο Τζέιμς. «Ξεχνάς πως ήρθα στην πατρίδα μόνο και μόνο για να τακτοποιήσω τους λογαριασμούς μου με τον Ίντεν. Δεν είχα ιδέα ούτε ότι με το γάμο του σκόπευε να γίνει μέλος της οικογένειας, ούτε ότι η οικογένειά μας θα αποφάσιζε να με ξαναδεχτεί, μια και η πειρατεία είναι πλέον για μένα παρελθόν». «Τα μεγάλα μας αδέλφια συγκινήθηκαν όταν είδαν τον Τζέρεμι, τον νέο τους ανιψιό, κι αυτό βοήθησε, νομίζω. Όσον αφορά στην οικογένεια, είναι πολύ συναισθηματική, πανάθεμά την». «Γιατί, εσύ δεν είσαι, δηλαδή;» Ο Άντονι χαμογέλασε. «Ναι, κι εγώ είμαι. Φρόντισε να επιστρέψεις σύντομα. Τώρα που σε είχα κοντά μου ήταν όπως παλιά». «Περνούσαμε καλά εκείνες τις τρελές εποχές – έτσι δεν είναι;» «Κυνηγούσαμε τις ίδιες γυναίκες». Ο Άντονι χαμογέλασε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

61

«Ακούγαμε κι οι δυο τα σχολιανά μας απ’ τους μεγαλύτερους». «Τ’ αδέλφια μας έχουν καλές προθέσεις. Ο Τζέισον κι ο Έντι ανέλαβαν πολύ νωρίς την ευθύνη όλων μας. Δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να διασκεδάσουν στη ζωή τους. Ήταν πάντα απασχολημένοι με τη φροντίδα μας». «Δεν χρειάζεται να τους δικαιολογείς», απάντησε ο Τζέιμς. «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι τους κρατώ κακία; Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ θα με είχα αποκηρύξει αμέσως, όπως κάνατε κι εσείς οι τρεις». «Εγώ δεν σε αποκήρυξα ποτέ», διαμαρτυρήθηκε ο Άντονι. «Πιες το ποτό σου, αγαπητέ μου», αποκρίθηκε ξερά ο Τζέιμς. «Ίσως ξυπνήσει τη μνήμη σου». «Η μνήμη μου λειτουργεί στην εντέλεια, σου λέω. Φυσικά εξοργίστηκα όταν εξαφανίστηκες με τη Ρέτζι εκείνο το καλοκαίρι πριν από οκτώ χρόνια· τρεις μήνες σε πειρατικό καράβι με ένα κοριτσάκι μόλις δώδεκα χρόνων τότε! Αλλά, όταν την έφερες πίσω, σου τις έβρεξα, όπως σου άξιζε, και ηρέμησα. Κι εσύ έκατσες και τις έφαγες. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Μ ήπως θέλεις να μου το εξηγήσεις τώρα;» Ο Τζέιμς ανασήκωσε το ξανθό του φρύδι. «Μ α είναι δυνατόν να πιστεύεις πως θα μπορούσα να μην τις είχα φάει; Τρεις εναντίον ενός; Μ άλλον με υπερεκτιμάς, αγαπητέ μου». «Άσ’ τα αυτά, αδελφέ. Εσύ δεν σήκωσες χέρι εκείνη τη μέρα. Ούτε καν προσπάθησες. Ίσως να μην το πρόσεξε ο Τζέισον ή ο Έντι, αλλά εγώ έχω παλέψει πολλές φορές μαζί σου στο ρινγκ, για να μην το προσέξω». Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Ένιωσα ότι μου άξιζε. Μ ου είχε φανεί τότε πολύ αστείο να αρπάξω τη μικρή κάτω απ’ τη μύτη του μεγάλου μας αδελφού. Ήμουν, πώς να το πω, αρκετά ενοχλημένος με τον Τζέισον, επειδή είχε αρνηθεί να μ’ αφήσει να βλέπω τη Ρέιγκαν αφότου…» «Τη Ρέτζι», τον διόρθωσε μηχανικά ο Άντονι. «Τη Ρέιγκαν», επανέλαβε με μεγαλύτερη ένταση ο Τζέιμς,


62

JOHANNA LINDSEY

ξαναρχίζοντας τη διαφωνία που είχε με όλα του τα αδέλφια σχετικά με το χαϊδευτικό της ανιψιάς τους, της Ρετζίνα, μια διαφωνία η οποία πήγαζε από τη μακροχρόνια επιμονή του Τζέιμς να είναι πάντα διαφορετικός, να τα κάνει όλα όπως θέλει εκείνος και να ακολουθεί μόνο τους δικούς του κανόνες. Ο Άντονι όμως υποχώρησε. «Εντάξει, λοιπόν, απόψε θα τη λέμε Ρέιγκαν». Ο Τζέιμς χτύπησε τ’ αυτί του με την παλάμη του. «Άκουσα καλά ή κάτι έπαθαν τ’ αυτιά μου;» «Αμάν, πια!» είπε ο Άντονι γρυλίζοντας και γελώντας ταυτόχρονα. «Τελείωνε επιτέλους την ιστορία σου, γιατί θα με πάρει ο ύπνος. Α, να, ήρθε και το δεύτερο μπουκάλι». «Ελπίζω να μην έχεις σκοπό να με ξεγελάσεις». «Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό», είπε ο Άντονι γεμίζοντας τα ποτήρια μέχρι πάνω. «Νομίζω ότι τα ίδια έλεγες και την προηγούμενη φορά που ήμασταν εδώ στου Γουάιτ και μας γύρισε και τους δυο σηκωτούς στο σπίτι ο φίλος σου, ο Άμχερστ… μέρα μεσημέρι κιόλας. Δεν έμαθα ποτέ τι σου είπε η γυναικούλα σου εκείνη τη μέρα». «Είπε πολλά, ομολογουμένως, δεν αξίζει να τα ξαναλέω», απάντησε ο Άντονι πικαρισμένος. Το αυθόρμητο γέλιο του Τζέιμς έκανε πολλούς να στρίψουν το κεφάλι τους προς το τραπέζι τους. «Ειλικρινά δεν ξέρω πού έχει πάει η καπατσοσύνη σου, αγαπητέ μου. Έπεσες στη δυσμένεια της κυράς σου από τη δεύτερη μέρα του γάμου σου, απλώς επειδή δεν κατάφερες να την πείσεις ότι δεν έκανες τίποτα μ’ εκείνη την γκαρσόνα που πήρες για ελάχιστα λεπτά αγκαλιά. Για κακή σου τύχη, εκείνη άφησε λίγες ξανθές τρίχες στο γιακά σου, με συνέπεια να τις βρει η γυναίκα σου. Μ α δεν είπες ποτέ στη Ρόσλιν ότι πήγες στην ταβέρνα γιατί έψαχνες να βρεις τον ξάδελφό της, τον Κάμερον, για χάρη της;» «Φυσικά και το είπα». «Ε, τότε δεν της είπες επίσης ότι εκείνη η κοπελιά ήταν δική


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

63

μου κι όχι δική σου;» Ο Άντονι κούνησε το κεφάλι του με πείσμα. «Κι ούτε πρόκειται. Έπρεπε να το καταλάβει όταν της είπα πως δεν συνέβη τίποτα, πως η κοπέλα μού έκανε μια πρόταση, αλλά εγώ αρνήθηκα. Είναι θέμα εμπιστοσύνης… Μ α, νομίζω πως την έχουμε ξανακάνει αυτή την κουβέντα και μάλιστα στην ίδια ταβέρνα. Σταμάτα να στενοχωριέσαι για τα ερωτικά μου, αδελφέ. Η Σκοτσέζα νυφούλα μου θα συνέλθει. Το δουλεύω με τον δικό μου τρόπο. Τι λες, γυρνάμε τώρα πάλι στη σπουδαία σου εξομολόγηση;» Ήταν η σειρά του Τζέιμς να πιάσει το ποτήρι, για να μη μείνει πίσω απ’ τον Άντονι στο ποτό. «Όπως σου είπα, με είχε πειράξει που ο Τζέισον δεν μου επέτρεπε ούτε να δω τη Ρέιγκαν». «Μ α, πώς να σου το επιτρέψει; Ήσουν ήδη δύο χρόνια πειρατής». «Μ πορεί να ήμουν ο φόβος και ο τρόμος στις ανοιχτές θάλασσες, Τόνι, αλλά δεν είχα αλλάξει. Το ήξερε κι ο ίδιος πολύ καλά ότι, αν μου επέτρεπε να τη βλέπω, θα είχα παρατήσει και τον Χοκ και όλα. Μ ε είχε, όμως, ήδη αποκηρύξει, επειδή πήρα τις θάλασσες και ντρόπιασα την οικογένεια, αν και κανείς, ούτε στην Αγγλία, ούτε και παραέξω, δεν γνώριζε πως ο κάπτεν Χοκ και ο Τζέιμς Μ άλορι, υποκόμης του Ράιντινγκ, ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ο Τζέισον έκανε τη δήλωσή του και δεν υποχωρούσε. Τι έπρεπε να κάνω εγώ, δηλαδή; Να μην την ξαναδώ; Η Ρέιγκαν είναι σαν κόρη μου. Όλοι μαζί τη μεγαλώσαμε». «Θα μπορούσες ίσως να εγκαταλείψεις την πειρατεία», επεσήμανε εύλογα ο Άντονι. Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε αργά στο πρόσωπο του Τζέιμς. «Και να ακολουθήσω τις προσταγές του Τζέισον; Πότε το έκανα; Άσε που περνούσα διαολεμένα καλά παίζοντας τον πειρατή. Οι προκλήσεις, ο κίνδυνος, μα πιο πολύ η πειθαρχία που ξανάφερε η πειρατεία στη ζωή μου μπορεί και να έσωσαν την υγεία μου. Η άσωτη ζωή του Λονδίνου με είχε εξουθενώσει. Καλά περνούσαμε, δεν λέω, αλλά πέρα απ’ το να καταφέρουμε


64

JOHANNA LINDSEY

να ρίξουμε κάποια γυναίκα δεν υπήρχαν πια άλλες προκλήσεις, και στο τέλος ούτε κι αυτό δεν άξιζε. Διάβολε, η φήμη μου ήταν τόσο κακή που δεν με καλούσε κανείς ούτε να αναμετρηθούμε, έτσι για να σπάσει λίγο η μονοτονία». Ο Άντονι έσκασε στα γέλια. «Τι να σου πω, φίλε μου, πονάει η καρδιά μου που σ’ ακούω». Αυτή τη φορά πήρε ο Τζέιμς το μπουκάλι για να γεμίσει τα ποτήρια. «Πιες, βρε κάθαρμα. Δείχνεις μεγαλύτερη συμπόνια όταν είσαι τύφλα». «Εγώ ποτέ δεν γίνομαι τύφλα. Προσπάθησα να το εξηγήσω αυτό στη γυναίκα μου, αλλά δεν με πίστεψε. Βγήκες, λοιπόν, στη θάλασσα για να ζήσεις την καθαρή και υγιεινή ζωή του πειρατή». «Του αριστοκράτη πειρατή», τον διόρθωσε ο Τζέιμς. Ο Άντονι συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του. «Σωστά. Υπάρχει διαφορά. Ποια είναι η διαφορά, για να έχουμε καλό ρώτημα;» «Δεν βύθισα ποτέ καράβι, ούτε το κούρσεψα χωρίς να του δώσω την ευκαιρία να αναμετρηθεί με το δικό μου. Μ ’ αυτό τον τρόπο έχασα καλά σκαριά, καθώς τ’ άφησα να ξεφύγουν. Δεν καυχήθηκα ποτέ πως ήμουν πετυχημένος πειρατής, όμως ήμουν ανυποχώρητος». «Να πάρει η ευχή, Τζέιμς, ένα παιχνίδι ήταν όλο κι όλο για σένα – έτσι δεν είναι; Και άφησες εν γνώσει σου τον Τζέισον να πιστεύει πως άρπαζες, λεηλατούσες κι έριχνες ανθρώπους στους καρχαρίες!» «Γιατί όχι; Χαίρεται να αποδοκιμάζει τη συμπεριφορά μας. Αντί να αποδοκιμάζει τη δική σου, καλύτερα να αποδοκιμάζει τη δική μου. Εγώ δεν δίνω και δεκάρα, ενώ εσύ…» «Ωραία στάση κρατάς», είπε σαρκαστικά ο Άντονι. «Βρίσκεις;» Ο Τζέιμς χαμογέλασε και κατέβασε μονορούφι το ποτό του. Ο Άντονι έσπευσε να το ξαναγεμίσει. «Έτσι κι αλλιώς την ίδια στάση κρατούσα πάντα». «Μ άλλον έτσι είναι», συμφώνησε ο Άντονι απρόθυμα. «Από τότε που σε θυμάμαι αψηφούσες και προκαλούσες τον Τζέισον


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

65

σκόπιμα». Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Τι είναι η ζωή χωρίς λίγο ενδιαφέρον, αγαπητέ μου;» «Εγώ νομίζω πάντως ότι σ’ αρέσει να βλέπεις τον Τζέισον να γίνεται πυρ και μανία. Παραδέξου το». «Μ α, αφού το κάνει τόσο καλά!» Ο Άντονι έπνιξε τα γέλια του. «Εντάξει, λοιπόν, τα γιατί και τα διότι δεν έχουν πλέον σημασία. Έγινες και πάλι δεκτός στο ποίμνιο και πήρες άφεση αμαρτιών. Δεν μου απάντησες, όμως, ακόμη για το ξύλο που έφαγες αδιαμαρτύρητα». Το χρυσαφένιο του φρύδι υψώθηκε και πάλι. «Δεν απάντησα; Μ άλλον επειδή συνέχεια με διακόπτεις». «Θα το ράψω, λοιπόν». «Μ άλλον αδύνατον». «Τζέιμς…» «Έλα, Τόνι, μπες στη θέση μου και θα την πάρεις την απάντησή σου. Δεν είναι δα και τόσο πολύπλοκο. Ήθελα το χρόνο μου με τη Ρέιγκαν, την αγαπημένη μας ανιψιά. Φαντάστηκα ότι θα της άρεσε να γνωρίσει λίγο τον κόσμο, και παρεμπιπτόντως, της άρεσε. Αλλά όσο κι αν χαιρόμουν που την είχα μαζί μου, κατάλαβα πριν καν τη φέρω πίσω πόσο μεγάλη χαζομάρα ήταν αυτό που έκανα. Δεν ήμουν ενεργός στην πειρατεία όσο την είχα μαζί μου. Όμως η θάλασσα είναι απρόβλεπτη. Καταιγίδες, άλλοι πειρατές, εχθροί δικοί μου, όλα ήταν πιθανά να συμβούν. Το ρίσκο ήταν μικρό, αλλά υπαρκτό. Κι αν τυχόν πάθαινε κάτι η Ρέιγκαν…» «Θεέ και Κύριε, ο αδίστακτος Τζέιμς Μ άλορι βασανίζεται από τύψεις; Αδιανόητο!» «Προφανώς, έχω κι εγώ τα καλά μου», είπε ο Τζέιμς ξερά, κοιτώντας αποδοκιμαστικά τον Άντονι, που καθόταν και τον περιγελούσε. «Μ α τι είπα;» ρώτησε αθώα ο Άντονι. «Τέλος πάντων. Έλα, ας πιούμε άλλο ένα». Τα ποτήρια ξαναγέμισαν. «Σκεφτόμουν, ξέρεις», πρόσθεσε ο Άντονι


66

JOHANNA LINDSEY

χαμογελώντας ειρωνικά, «πως, όταν είχα εγώ το κορίτσι, έκανε παρέα με τα ρεμάλια τους φίλους μου, οι οποίοι του φέρονταν άψογα, βεβαίως, αν θες να μάθεις, κι όταν το είχες εσύ, έκανε παρέα με ένα τσούρμο μαχαιροβγάλτες…» «Οι οποίοι το λάτρευαν και ήταν οι ευγενέστεροι μαχαιροβγάλτες όλου του κόσμου όσο το κορίτσι ήταν στο καράβι». «Φυσικά, και σίγουρα βάλαμε κι οι δυο το χεράκι μας ώστε να αποκτήσει ευρεία μόρφωση». «Αυτό πίστευα κι εγώ. Πώς όμως κατέληξε να παντρευτεί το παλιόμουτρο τον Ίντεν;» «Δυστυχώς, η μικρή τον αγάπησε». «Αυτό το έχω καταλάβει ακόμα κι εγώ». «Έλα, Τζέιμς, δεν τον συμπαθείς γιατί σου θυμίζει υπερβολικά εμάς τους δύο. Και όποιος είναι σαν κι εμάς δεν αξίζει στη Ρέτζι μας». «Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω, αγαπητέ μου, αλλά μου φαίνεται πως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εσύ δεν τον συμπαθείς. Εγώ συγχώρησα όσες προσβολές μού πέταξε κατάμουτρα σαλπάροντας μετά το επεισόδιο που είχαμε μαζί στη θάλασσα πριν από χρόνια, προσβολές τις οποίες ξεστόμισε αφότου σακάτεψε το σκαρί μου». «Μ α, εσύ του επιτέθηκες», επεσήμανε ο Άντονι, που είχε ήδη ακούσει αρκετές λεπτομέρειες για τη ναυμαχία, αλλά και για τον τραυματισμό του γιου του Τζέιμς, ο οποίος ήταν και ο λόγος να εγκαταλείψει την πειρατεία οριστικά. «Δεν έχει σημασία», επέμεινε ο Τζέιμς. «Και τέλος πάντων, εκτός από τις προσβολές, χίμηξε να με σκοτώσει όταν με πέτυχε πέρσι στη φυλακή». «Αυτό έγινε αφού εσύ πρώτος τον έκανες μαύρο στο ξύλο. Επίσης, μου είπες ότι ο Νίκολας χρηματοδότησε την απόδρασή σου λίγο πριν το σκάσει για τις Δυτικές Ινδίες. Το έκανε από τύψεις;» «Εκείνος πάντως είπε πως το έκανε γιατί έτσι κι αλλιώς δεν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

67

θα ήταν παρών όταν θα με κρεμούσαν». Ο Άντονι σφύριξε. «Έτσι ακριβώς μιλάει, το ξιπασμένο κουτάβι. Πρέπει όμως να το παραδεχτείς, αδελφέ. Αν δεν σε είχαν συλλάβει, χάρη στον ανιψιό μας, δεν θα έχεις καταφέρει να καταστρώσεις τόσο τέλεια την υποτιθέμενη εξολόθρευση του Χοκ, να πάρεις την αμοιβή από την επικήρυξή σου και να σβήσεις το παρελθόν σου. Τώρα πια μπορείς να περπατάς και πάλι στους δρόμους του Λονδίνου χωρίς να κοιτάζεις διαρκώς πίσω σου». Όσα είπε ο Άντονι έκαναν τον Τζέιμς να αδειάσει και πάλι μονορούφι το ποτήρι του. «Πότε άρχισες να υπερασπίζεσαι αυτό το κοκοράκι;» «Θεέ και Κύριε, αυτό έκανα;» είπε ο Άντονι παίζοντας τον τρομοκρατημένο. «Συγχώρησέ με, αδελφάκι μου. Δεν θα το ξανακάνω, να είσαι σίγουρος. Τομάρι είναι κι όμοιό του δεν υπάρχει». «Η Ρέιγκαν όμως τον βάζει στη θέση του», είπε ο Τζέιμς χαμογελώντας με καμάρι. «Τι εννοείς;» «Κάθε φορά που λογοφέρνει με έναν από τους δυο μας και τυχαίνει εκείνη να τον ακούσει, τον στέλνει να κοιμηθεί στον καναπέ». «Πλάκα μού κάνεις». «Αλήθεια σου λέω. Ο ίδιος μου το ’πε. Πρέπει να πηγαίνεις πιο συχνά να τους βλέπεις όταν θα φύγω». «Το υπόσχομαι. Άντε στην υγειά μας!» Ο Άντονι γέλασε. «Ο Ίντεν στον καναπέ. Αυτό είναι για τα πανηγύρια!» «Το ίδιο γελοία είναι και τα μπερδέματα που έχεις εσύ με τη δική σου τη γυναίκα». «Μ ην αρχίζεις πάλι». «Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό. Ελπίζω, όμως, ότι σε λίγους μήνες που θα γυρίσω θα έχει καλμάρει η φουρτούνα, γιατί όταν θα σου πάρω τον Τζέρεμι από το σπίτι, θα μείνεις, φίλε μου, χωρίς προστάτη. Μ όνος εσύ… και η Σκοτσέζα».


68

JOHANNA LINDSEY

Ο Άντονι χαμογέλασε με σιγουριά και λίγη πονηριά. «Δεν θα αργήσεις να επιστρέψεις – έτσι δεν είναι;»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

69

Κεφάλαιο 9 Ολόκληρη η οικογένεια είχε συγκεντρωθεί για να αποχαιρετήσει τον Τζέιμς, ο Τζέισον κι ο Ντέρεκ, ο Έντουαρντ με όλα του τα κουτσούβελα, ο Άντονι με τη Σκοτσεζούλα του, η οποία φαινόταν κάπως αδιάθετη, δικαιολογημένα, αφού πρόσφατα ο Άντονι είχε μάθει πως θα γίνει πατέρας. Το ζιζάνιο, ο Τζέρεμι, ήταν σε μεγάλα κέφια, παρότι θα αποχωριζόταν για πρώτη φορά τον Τζέιμς στα έξι χρόνια που τον είχε κοντά του. Μ άλλον φανταζόταν ότι τώρα, μόνο υπό τον έλεγχο του θείου Τόνι, θα μπορούσε να κάνει του κόσμου τις σκανταλιές. Ωστόσο, θα ανακάλυπτε γρήγορα ότι ο Τζέισον και ο Έντι σκόπευαν επίσης να τον παρακολουθούν στενά. Θα του τραβούσαν γερά τα λουριά, ίσως πιο γερά από τότε που βρισκόταν υπό την επιτήρηση του Τζέιμς και του ύπαρχού του, του Κόνραντ. Η παλίρροια έβαλε τέλος στους αποχαιρετισμούς. Το βαρύ κεφάλι του Τζέιμς απ’ το χτεσινοβραδινό πιοτό, για το οποίο έφταιγε ο Άντονι, δεν άντεχε άλλες χαιρετούρες. Παραλίγο, όμως, να γίνει αιτία να ξεχάσει το σημείωμα που είχε γράψει στη Σκοτσεζούλα, στο οποίο εξηγούσε την ιστορία με την γκαρσόνα που νόμιζε ότι ξελόγιασε τον άντρα της. Φώναξε στον Τζέρεμι να ανέβει στη μαδερόσκαλα και του το έδωσε. «Φρόντισε να το δώσεις στη θεία Ρόσλιν, αλλά χωρίς να το δει ο Τόνι». Ο Τζέρεμι έβαλε στην τσέπη του το σημείωμα. «Δεν πιστεύω να είναι ραβασάκι;» «Ραβασάκι;» κάγχασε ο Τζέιμς. «Άντε από ’δω, βρε νιάνιαρο. Και κοίταξε να μην…»


70

JOHANNA LINDSEY

«Ξέρω, ξέρω». Ο Τζέρεμι σήκωσε τα χέρια του ψηλά γελώντας. «Δεν θα κάνω κάτι που δεν θα έκανες εσύ». Κατέβηκε σβέλτα τη μαδερόσκαλα, πριν προλάβει ο Τζέιμς να τον κατσαδιάσει για την αναίδειά του. Ωστόσο, ο Τζέιμς χαμογελούσε ακόμη όταν γύρισε από την άλλη, κι ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Κόνραντ Σαρπ, τον ύπαρχο και καλύτερό του φίλο. «Τι ήταν αυτό;» Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του, συνειδητοποιώντας ότι ο Κόνι τον είχε δει να δίνει το σημείωμα. «Αποφάσισα τελικά να βοηθήσω την κατάσταση. Έτσι όπως το χειρίζεται ο Τόνι, θα τα κάνει μαντάρα». «Είχα μείνει με την εντύπωση ότι δεν θα ανακατευόσουν», του υπενθύμισε ο Κόνι. «Ε, τι να κάνουμε; Αδελφός μου είναι. Αν και κανονικά, μετά το χτεσινοβραδινό χουνέρι, δεν ξέρω γιατί μπλέκομαι». Παρά τον πονοκέφαλο, χαμογέλασε όταν είδε το ανασηκωμένο φρύδι του Κόνι. «Μ άλλον υπέθεσε ο φουκαράς πως, αν ήμουν χάλια, δεν θα σάλπαρα σήμερα». «Εσύ όμως του έκανες το χατίρι και συνέχισες να πίνεις κανονικά». «Φυσικά. Νομίζεις πως θα τον άφηνα να με κάνει φέσι; Όμως πρέπει να αναλάβεις εσύ τον απόπλου, Κόνι. Δυστυχώς, είμαι έτοιμος να καταρρεύσω. Έλα στην καμπίνα μου για αναφορά όταν θα είμαστε σε πορεία».

Ύστερα από μία ώρα, ο Κόνι γέμισε ένα ποτήρι με ουίσκι από το καλά εφοδιασμένο ερμάρι της καμπίνας του καπετάνιου και συνάντησε τον Τζέιμς στο γραφείο του. «Δεν πιστεύω να ανησυχείς για το παιδί;» «Γι’ αυτό το διαβολάκι;» Ο Τζέιμς κούνησε το κεφάλι του, κάνοντας έναν ελαφρύ μορφασμό μόλις επανήλθε ο πονοκέφαλος, και ήπιε μια γουλιά από το τονωτικό που του είχε


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

71

στείλει το μαγειρείο. «Ο Τόνι θα φροντίσει να μην μπλεχτεί ο Τζέρεμι σε σοβαρούς καβγάδες. Εσύ μου φαίνεται ότι ανησυχείς πιο πολύ. Έπρεπε να έχεις κάνει παιδιά, Κόνι». «Μ πορεί ήδη να έχω. Απλώς δεν τα έχω βρει ακόμη, όπως βρήκες εσύ το γιο σου. Κι εσύ φαντάζομαι πως θα ’χεις κι άλλα, μόνο που δεν το ξέρεις». «Θεέ και Κύριε, μου φτάνει το ένα», απάντησε ο Τζέιμς κάνοντας τον τρομοκρατημένο και προκαλώντας τα γέλια του φίλου του. «Ακούω την αναφορά σου, λοιπόν. Πόσοι ήταν διαθέσιμοι από το παλιό πλήρωμα;» «Δεκαοχτώ. Δεν είχαμε πρόβλημα να αναπληρώσουμε τις θέσεις, εκτός απ’ το λοστρόμο, όπως σου είχα πει». «Σαλπάραμε χωρίς λοστρόμο; Θα κουραστείς πολύ, Κόνι». «Θα κουραζόμουν σίγουρα, αλλά χτες βρήκα κάποιον ή, μάλλον, εκείνος προθυμοποιήθηκε. Ήθελε να έρθει ως επιβάτης, μαζί με τον αδελφό του. Όταν του είπα ότι το Μέιντεν Ανν δεν παίρνει επιβάτες, προσφέρθηκε να δουλέψει. Δεν έχω ξαναδεί τόσο πεισματάρη Σκοτσέζο». «Κι άλλος Σκοτσέζος; Συνέχεια στα πόδια μου μπλέκονται τελευταία αυτοί οι Σκοτσέζοι. Ευτυχώς που οι δικοί σου Σκοτσέζοι πρόγονοι είναι μακρινό παρελθόν, Κόνι. Απ’ τη μια το κυνήγι του ξαδέλφου της λαίδης Ρόσλιν κι απ’ την άλλη το συναπάντημα μ’ εκείνη την αλεπουδίτσα και το συνοδό της…» «Νόμιζα ότι το είχες ξεχάσει αυτό». Ο Τζέιμς συνοφρυώθηκε. «Και πώς γνωρίζεις ότι αυτός ο Σκοτσέζος σκαμπάζει από ναυτικές δουλειές;» «Τον δοκίμασα, για να δω τι καταφέρνει, και νομίζω πως την έχει ξανακάνει αυτή τη δουλειά. Λέει πως μπάρκαρε για χρόνια ναύκληρος, καραβομαραγκός και λοστρόμος». «Αν αληθεύει αυτό, θα βολευτούμε. Καλώς, λοιπόν. Τίποτε άλλο;» «Ο Τζόνι παντρεύτηκε». «Ο Τζόνι, ο καμαρότος μου;» Τα μάτια του Τζέιμς άνοιξαν διά​πλατα. «Για τον Θεό! Στα δεκαπέντε; Τι στα κομμάτια πήγε κι


72

JOHANNA LINDSEY

έκανε;» Ο Κόνι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Λέει πως τον χτύπησε ο έρωτας και δεν μπορεί ν’ αφήσει πίσω τη γυναικούλα του». «Τη γυναικούλα του;» είπε ο Τζέιμς περιφρονητικά. «Μ άνα χρειάζεται αυτός ο ξιπασμένος ηλίθιος, όχι γυναίκα». Άρχισε πάλι να τον πονάει το κεφάλι του και ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο τονωτικό του. «Σου βρήκα άλλον καμαρότο, τον αδελφό του Μ ακΝτόνελ…» Ο Τζέιμς ξέρασε το τονωτικό πάνω στο γραφείο. «Τον… ποιον;» ρώτησε βήχοντας. «Πού να πάρει, Τζέιμς! Τι σ’ έπιασε;» «Μ ακΝτόνελ είπες; Και το όνομά του είναι Ίαν;» «Έτσι ακριβώς». Τώρα τα μάτια του Κόνι άνοιξαν διάπλατα. «Μ η μου πεις πως είναι ο Σκοτσέζος της ταβέρνας;» Ο Τζέιμς κούνησε το χέρι του σαν να μην ήθελε να απαντήσει. «Τον αδελφό του τον είδες καλά;» «Τώρα που το σκέφτομαι, όχι. Ήταν ένας τυπάκος ήσυχος, αλλά κρυμμένος πίσω απ’ το πανωφόρι του αδελφού του. Δεν είχα άλλη επιλογή, αναγκάστηκα να συμφωνήσω. Μ όλις προχτές μου ανέφερε ο Τζόνι ότι θα μείνει στην Αγγλία. Μ η μου πεις πως…» «Κι όμως σ’ το λέω». Και ξαφνικά ο Τζέιμς έσκασε στα γέλια. «Θεέ μου, τι πλάκα, Κόνι! Τριγυρνούσα τότε εκεί γύρω για να ξαναβρώ τη μικρή, ξέρεις, με τον Σκοτσέζο, αλλά είχαν γίνει άφαντοι. Και να την τώρα που έπεσε κατευθείαν μέσα στην αγκαλιά μου». Ο Κόνι αναστέναξε. «Προβλέπω ευχάριστο ταξίδι για σένα, λοιπόν». «Να είσαι βέβαιος». Το μειδίαμα του Τζέιμς ήταν σίγουρα άγριο σαν αρπακτικού. «Μ α δεν θα ξεσκεπάσουμε από τώρα το μυστικό της. Θέλω να το διασκεδάσω λίγο πρώτα». «Μ πορεί και να κάνεις λάθος, ξέρεις. Ίσως να πρόκειται


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

73

πράγματι για αγόρι». «Αμφιβάλλω», αποκρίθηκε ο Τζέιμς. «Θα το διαπιστώσω, όμως, όταν θα πιάσει δουλειά». Μ όλις έφυγε ο Κόνι, ο Τζέιμς σωριάστηκε στην άνετη, μαλακή πολυθρόνα του. Χαμογελούσε ακόμη, κατάπληκτος από την απίστευτη τύχη του να επιλέξουν η μικρή και ο Σκοτσέζος της το δικό του καράβι ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα που ήταν διαθέσιμα, και μάλιστα με εντελώς ανεξήγητο τρόπο. Ο Κόνι είπε ότι προσπάθησαν πρώτα να αγοράσουν εισιτήριο. Άρα πρέπει να έχουν χρήματα. Γιατί λοιπόν δεν βρήκαν άλλο καράβι; Ο Τζέιμς είχε υπόψη του άλλα δύο που ετοιμάζονταν να σαλπάρουν για τις Δυτικές Ινδίες και το ένα απ’ αυτά είχε πολλές θέσεις για επιβάτες. Γιατί να μπει το κορίτσι στη διαδικασία να μεταμφιεστεί, διακινδυνεύοντας να αποκαλυφθεί στη συνέχεια; Ήταν άραγε όντως μεταμφιεσμένη; Διάβολε, την προηγούμενη φορά που την είχε συναντήσει, είχε κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Μ ήπως έτσι ντυνόταν πάντα; Όχι, είχε ενοχληθεί όταν ο Τόνι γνωστοποίησε ότι ήταν γυναίκα κι όχι άντρας. Έκρυβε το φύλο της τότε όπως το κρύβει και τώρα, ή τουλάχιστον ελπίζει να το κρύψει. Άκου καμαρότος. Τι θράσος! Ο Τζέιμς κούνησε το κεφάλι του γελώντας. Θα είναι πράγματι πολύ ενδιαφέρον να δει πώς σκοπεύει να τα καταφέρει. Άλλο η μισοφωτισμένη ταβέρνα κι άλλο το καράβι κάτω από τον λαμπερό ήλιο της μέρας. Όμως, τουλάχιστον τον Κόνι τον ξεγέλασε ολοφάνερα. Ίσως να κατάφερνε να ξεγελάσει και τον Τζέιμς, αν δεν είχε προηγηθεί η συνάντησή τους στην ταβέρνα. Μ α η συνάντηση είχε όντως προηγηθεί κι ο Τζέιμς τη θυμόταν καλά· τα χαριτωμένα της οπίσθια, που τον μάγεψαν, και το τρυφερό της στήθος, που ταίριαξε τόσο καλά μέσα στο χέρι του. Τα χαρακτηριστικά της ήταν εξαιρετικά φίνα, καλοσμιλεμένα ζυγωματικά, αυθάδικη μυτούλα, μεγάλα αισθησιακά χείλη. Δεν είχε δει ούτε τα φρύδια της, ούτε τα μαλλιά της, αλλά τις ελάχιστες στιγμές που τον κοίταξε


74

JOHANNA LINDSEY

επιτέλους έξω απ’ την ταβέρνα, εκείνος χάθηκε μέσα στα βελούδινα καστανά της μάτια. Τον τελευταίο μήνα είχε επιστρέψει πολλές φορές εκεί για να τη βρει. Τώρα καταλάβαινε γιατί δεν τα είχε καταφέρει. Δεν τους ήξερε κανείς γιατί δεν ήταν από κείνα τα μέρη και μάλλον έρχονταν πρώτη φορά στο Λονδίνο. Θα στοιχημάτιζε πως έρχονταν από τις Δυτικές Ινδίες και τώρα γυρνούσαν στην πατρίδα τους, και όχι το αντίθετο. Ο Μ ακΝτόνελ ήταν Σκοτσέζος, αλλά η μικρή όχι. Ο Τζέιμς δεν είχε καταφέρει να διακρίνει την ιδιαίτερη προφορά της, αλλά δήλωσε με σιγουριά ότι δεν ήταν αγγλική. Αυτό το κορίτσι ήταν ένα μυστήριο κι εκείνος σκόπευε να το λύσει. Πρώτα, όμως, θα διασκέδαζε με τη μεταμφίεσή της, βάζοντάς την να κοιμηθεί στην καμπίνα του και αφήνοντάς την να πιστεύει πως ο καμαρότος του κοιμάται πάντα εκεί. Θα κάνει πως δεν την αναγνώρισε ή θα την αφήσει να πιστέψει πως απλώς δεν θυμόταν τη συνάντησή τους. Φυσικά, υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο να μην τον θυμόταν εκείνη, αλλά δεν πειράζει. Πριν τελειώσει το ταξίδι, δεν θα μοιραζόταν μαζί του μόνο την καμπίνα, αλλά και το κρεβάτι του.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

75

Κεφάλαιο 10 Η ιδέα να κρυφτεί κάποιος στο μαγειρείο δεν ήταν και η πιο φαεινή, αφού το καλοκαίρι δεν έλεγε να φύγει κι η δροσερή αύρα του ωκεανού ήταν ακόμη μακριά. Όταν θα έβγαιναν στ’ ανοιχτά, δεν θα ήταν κι άσχημα, αλλά τώρα οι τεράστιοι πλίνθινοι φούρνοι έκαιγαν αξημέρωτα κι οι ατμοί που ξέφευγαν από τα τσουκάλια με το νόστιμο βραδινό φαγητό ήταν τόσο καυτοί που ένιωθε σαν να βρισκόταν στην κόλαση. Ο μάγειρας κι οι δύο βοηθοί του είχαν ήδη πετάξει τα περισσότερα ρούχα από πάνω τους, όταν το πλήρωμα άρχισε να μπαινοβγαίνει στην κουζίνα, για να πάρει ένα γρήγορο πρωινό, μόνο ένας ή δύο τη φορά, καθώς η ώρα πριν λύσουν τους κάβους ήταν η πιο απαιτητική στο πλοίο. Η Τζορτζίνα είχε παρακολουθήσει για λίγο την κίνηση πάνω στο καράβι από την αποβάθρα, όταν φορτώνονταν οι τελευταίες προμήθειες και ο εξοπλισμός, για να μεταφερθούν στα αμπάρια και στο μαγειρείο. Της ήταν οικεία αυτή η εικόνα και δεν κράτησε για πολύ το ενδιαφέρον της. Εκτός αυτού, της έφταναν όσα είχε δει από Αγγλία, ήταν αρκετά για μια ζωή. Έμεινε, λοιπόν, μέσα στο μαγειρείο, έτσι ώστε να μην εμποδίζει και να μη φαίνεται. Είχε κουρνιάσει σ’ ένα σκαμνάκι απέναντι από εκεί όπου στοίβαζαν τις προμήθειες, τα βαρέλια και τα φλασκιά, τα σακιά με τα δημητριακά και το αλεύρι, τόσο πολλές ώστε δεν χωρούσαν άλλες και έπρεπε οι υπόλοιπες να αποθηκευθούν στο αμπάρι. Αν δεν είχε τόση ζέστη, θα της άρεσε εκεί, γιατί ήταν πραγματικά το καθαρότερο μαγειρείο που είχε δει ποτέ της.


76

JOHANNA LINDSEY

Αλλά κι ολόκληρο το καράβι έδειχνε ολοκαίνουριο. Μ άλιστα της είπαν πως το είχαν μόλις ανακαινίσει πλήρως. Ανάμεσα στους φούρνους και τις εστίες υπήρχε ένας κάδος ξέχειλος από κάρβουνα. Ένα μακρύ τραπέζι, σχεδόν αγρατζούνιστο, δέσποζε στο κέντρο του χώρου, ενώ ένας μπαλτάς στη μια του άκρη, ο οποίος πρόσμενε το αίμα από τη σφαγή των πραγματικά πολλών ζωντανών που ήταν μαντρωμένα στο αμπάρι, υποσχόταν φρέσκο κρέας σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Ο χώρος ήταν τίγκα στα πράγματα, όπως όλα τα μαγειρεία. Μ παχαρικά και κατσαρόλες κρέμονταν παντού, μπαούλα και σκεύη, όλα τους ήταν καλά βιδωμένα στο πάτωμα, τους τοίχους ή το ταβάνι. Άρχοντας εκεί μέσα ήταν ένας μελαχρινός Ιρλανδός με το απίθανο όνομα Σον Ο’Σον, που δεν είχε πάρει μυρωδιά ότι ο Τζόρτζι Μ ακΝτόνελ ήταν κάτι άλλο απ’ αυτό που φαινόταν. Ο Ο’Σον ήταν ένα φιλικό παλικάρι γύρω στα είκοσι πέντε, με χαρούμενα πράσινα μάτια, που επιθεωρούσαν διαρκώς το βασίλειό του. Είχε επιτρέψει στην Τζορτζίνα να βρίσκεται εκεί, υπό την προϋπόθεση, αν χρειαζόταν, να βάλει ένα χεράκι. Εκείνη προθυμοποιήθηκε και κάθε τόσο, όταν ήταν απασχολημένοι οι δύο βοηθοί του, έκανε καμιά δουλίτσα. Ήταν τύπος ομιλητικός και απαντούσε εύκολα στις ερωτήσεις της, αλλά ήταν κι εκείνος νιόφερτος και δεν γνώριζε πολλά ούτε για το πλοίο, ούτε για τον καπετάνιο. Δεν είχε γνωρίσει πολλούς από το πλήρωμα, αν και είχαν κοιμηθεί στο καράβι το προηγούμενο βράδυ, ή μάλλον προσπάθησαν να κοιμηθούν. Ξυπνούσαν συνέχεια από τους άντρες που έμπαιναν στα πρόστεγά τους μεθυσμένοι μετά την τελευταία τους βραδιά στο λιμάνι κι έψαχναν στο σκοτάδι για τις αιώρες τους. Έτσι ο ύπνος δεν ήταν στο πρόγραμμα, εκτός αν κάποιος ήταν τύφλα. Απ’ όσο είχε καταλάβει, οι άντρες ήταν ένα ετερόκλητο τσούρμο διαφόρων εθνικοτήτων, καθόλου παράξενο για ένα πλοίο που ταξίδευε παντού, στα λιμάνια όλου του κόσμου,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

77

αφήνοντας και παίρνοντας πλήρωμα. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε πως ήταν απίθανο να βρίσκονται στην παρέα και μερικοί Άγγλοι· και πράγματι αυτό συνέβαινε. Ο ένας ήταν ο ύπαρχος, ο Κόνραντ Σαρπ, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Κόνι, αλλά μέχρι στιγμής η Τζορτζίνα είχε ακούσει μόνο έναν άνθρωπο να τολμάει να τον αποκαλεί έτσι. Ήταν ακριβολόγος, όπως ένας αναθεματισμένος αριστοκράτης, και φαινόταν σοβαρός και λογικός άνθρωπος. Ήταν αρκετά ψηλός και λεπτοκαμωμένος, με κόκκινα μαλλιά, πιο σκούρα από του Μ ακ, και μπόλικες φακίδες στα μπράτσα και τα χέρια, που κατά πάσα πιθανότητα κάλυπταν ολόκληρο το σώμα του. Ωστόσο, το πρόσωπό του ήταν ηλιοκαμένο, χωρίς φακίδες. Και τα μελιά του μάτια ήταν τόσο διεισδυτικά ώστε η καρδιά της Τζορτζίνα σταμάτησε κάποιες στιγμές νομίζοντας πως είχε αποκαλυφθεί η μεταμφίεσή της. Παρ’ όλα αυτά, την προσέλαβε. Τη δέχτηκε γι’ αυτό που πίστεψε πως ήταν. Δεν ήταν άνθρωπος των διαπραγματεύσεων, όπως είχε ήδη διαπιστώσει ο Μ ακ. Ήταν υποχρεωμένοι να δουλέψουν, ειδάλλως δεν θα μπάρκαραν με το Μέιντεν Ανν, κάτι που μπορεί να βόλευε την Τζορτζίνα, αλλά δεν έβρισκε απολύτως σύμφωνο τον Μ ακ. Δεν έβρισκε ψεγάδι στον κύριο Σαρπ, τουλάχιστον όχι ακόμα. Εκ πεποιθήσεως και μόνο, δεν τον συμπαθούσε. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν ήταν δίκαιο, αλλά αυτή τη στιγμή η Τζορτζίνα δεν ενδια​φερόταν για τη δικαιοσύνη απέναντι στους Άγγλους, που τους είχε κατατάξει στην ίδια κατηγορία με τα ποντίκια, τα φίδια και άλλα σιχαμερά πλάσματα. Φυσικά, αυτό που ένιωθε θα το κρατούσε για τον εαυτό της. Δεν ήθελε να τον κάνει εχθρό της. Τους εχθρούς μας πρέπει να τους παρακολουθούμε στενά. Απλώς θα φρόντιζε να τον αποφεύγει όσο μπορούσε, όπως και τους υπόλοιπους Άγγλους στο πλοίο. Δεν είχε συναντήσει ακόμη τον κάπτεν Μ άλορι, καθώς εκείνος δεν είχε έρθει μέχρι που η Τζορτζίνα κατέβηκε στο μαγειρείο. Ήξερε πως έπρεπε να πάει να τον βρει, να του παρουσιαστεί και να μάθει τις λεπτομέρειες για τα καθήκοντά


78

JOHANNA LINDSEY

της. Στο κάτω-κάτω, κάθε καπετάνιος είναι διαφορετικός. Ο Ντρου απαιτούσε να είναι κάθε μέρα το μπάνιο του έτοιμο στην καμπίνα, ακόμα κι αν ήταν με θαλασσινό νερό. Ο Κλίντον ήθελε ζεστό γάλα πριν κοιμηθεί και απαιτούσε από τον καμαρότο του όχι μόνο να του το φέρνει, αλλά να φροντίζει και την αγελάδα από την οποία το έπαιρνε. Ο καμαρότος του Γουόρεν διατηρούσε απλώς την καμπίνα καθαρή, αφού εκείνος προτιμούσε να κουβαλάει μόνος του το φαγητό του και να τρώει με το πλήρωμα. Ο κύριος Σαρπ είχε απαριθμήσει τα βασικά της καθήκοντα, μα τώρα ήταν σειρά του καπετάνιου να της πει τι άλλο επιθυμούσε. Αυτή τη στιγμή θα ήταν απασχολημένος με τον απόπλου, κάτι το οποίο ήταν προς όφελός της. Ωστόσο, η Τζορτζίνα συνέχισε να χασομεράει. Σε κάθε περίπτωση, για εκείνον αγωνιούσε πιο πολύ, αν θα καταφέρει να τον παραπλανήσει, γιατί μαζί του θα βρισκόταν πιο συχνά σε επαφή. Και οι πρώτες εντυπώσεις είναι οι πιο σημαντικές, καθώς τείνουν να παραμένουν και να επηρεά​ζουν όλες τις επόμενες κρίσεις. Αν λοιπόν κατάφερνε να μην παρατηρήσει ο καπετάνιος κάτι περίεργο επάνω της στην πρώτη τους συνάντηση, τότε θα μπορούσε κάπως να ηρεμήσει. Ωστόσο, δεν σηκώθηκε να πάει να τον βρει. Αυτό το τεράστιο «αν» την κράτησε ώρα στο αποπνικτικό μαγειρείο, μέχρι που κόλλησαν τα ρούχα πάνω της και τα μαλλιά της έγιναν σαν βρεγμένο χαλάκι, κρυμμένα κάτω από τη σφιχτή κάλτσα και το σκουφάκι. Αν ο καπετάνιος δεν παρατηρούσε επάνω της κάτι παράξενο, όλα θα πήγαιναν καλά. Όμως τι θα γινόταν εάν τα μάτια του ήταν τα πιο διεισδυτικά μάτια του πλοίου και δεν κατάφερνε να τον ξεγελάσει; Αν την αποκάλυπτε πριν φτάσουν στο κανάλι, θα ήταν ικανοποιημένη να την κατεβάσουν στο επόμενο λιμάνι, παρά να την κλείσουν στο μπαλαούρο μέχρι το τέλος του ταξιδιού. Ακόμα χειρότερα, θα μπορούσαν να την αφήσουν στη στεριά ολομόναχη. Στο κάτωκάτω, τον Μ ακ τον χρειάζονταν περισσότερο απ’ όσο τον καμαρότο. Και αν ο καπετάνιος δεν επέτρεπε στον Μ ακ να πάει


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

79

μαζί της και τον έθετε υπό κράτηση, προκειμένου να μην την ακολουθήσει, δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Έτσι λοιπόν, η Τζορτζίνα παρέμεινε στο μαγειρείο, όπου την είχαν ήδη αποδεχτεί ως Τζόρτζι Μ ακΝτόνελ. Όμως κατάλαβε ότι είχε παρακαθίσει όταν ο Ο’Σον τής άφησε στα χέρια έναν βαρύ δίσκο με φαγητό. Βλέποντας τα ασημένια σκεύη και τα κομψά μαχαιροπήρουνα κατάλαβε ότι δεν ήταν για εκείνη. «Είναι ήδη, λοιπόν, στην καμπίνα του;» «Για όνομα του Θεού! Πού τα ’χεις τα μυαλά σου, παλικάρι μου; Όλοι ξέρουν πως ο καπετάνιος έχει φριχτό πονοκέφαλο. Είναι κλεισμένος στην καμπίνα του από τότε που ήρθε. Τους κάβους τούς έλυσε ο κύριος Σαρπ». «Μ άλιστα». Διάβολε, γιατί δεν της το είχε πει κανείς; Κι αν τη χρειάστηκε και την έψαχνε; Κι αν θύμωσε που δεν είχε άνθρωπο να τον φροντίσει; Δεν ήταν αυτός ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσουν. «Νομίζω ότι πρέπει… ναι, ναι, πρέπει να…» «Πρέπει και γρήγορα μάλιστα. Χριστέ μου, πρόσεχε μ’ αυτό το δίσκο! Μ ήπως σου πέφτει λίγο βαρύς; Όχι; Εντάξει, δεν πειράζει. Μ ονάχα θυμήσου να σκύψεις, αν τα δεις ξαφνικά να ’ρχονται καταπάνω σου». Τα πιάτα κροτάλισαν πάνω στο δίσκο όταν η Τζορτζίνα σταμάτησε ξαφνικά μπροστά στην πόρτα. «Γιατί να μου ’ρθουν… Θεέ μου, θα μου τα πετάξει;» Ο Ο’Σον ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του με ένα πλατύ χαμόγελο. «Πού να ξέρω; Ούτε εγώ έχω δει ακόμη τον καπετάνιο. Αλλά από άνθρωπο με πονοκέφαλο όλα να τα περιμένεις. Φυλάξου, παλικάρι μου. Αυτή είναι η συμβουλή μου κι είναι καλή συμβουλή». Υπέροχα. Ό,τι πρέπει για να ψαρώσει ο νεοσύλλεκτος. Δεν είχε καταλάβει ότι ο κύριος Ο’Σον διέθετε τόσο καλή αίσθηση του χιούμορ – που να πάρει η ευχή. Ήταν μακρύς ο δρόμος μέχρι την πρύμνη, όπου βρίσκονταν


80

JOHANNA LINDSEY

οι καμπίνες των αξιωματικών και του καπετάνιου. Το γεγονός ότι η Αγγλία φαινόταν δεξιά κι αριστερά του πλοίου έκανε τη διαδρομή ατελείωτη. Η Τζορτζίνα προσπαθούσε να περπατάει χωρίς να χαζεύει τις όχθες του ποταμού. Κοιτούσε τριγύρω μπας και δει τον Μ ακ. Είχε ανάγκη να πει δυο κουβέντες μαζί του, για να πάρει κουράγιο. Όμως δεν τον έβλεπε πουθενά και τα χέρια της είχαν αρχίσει να κουράζονται από το βάρος του δίσκου. Έτσι κι αλλιώς, δεν έπρεπε να αργήσει άλλο. Πώς να κατευνάσεις έναν κακότροπο και πονεμένο άνθρωπο προσφέροντάς του κρύο φαγητό; Ωστόσο, όταν στάθηκε έξω από την καμπίνα του καπετάνιου, ισορροπώντας επικίνδυνα το δίσκο με το ένα χέρι, για να μπορέσει με το άλλο να χτυπήσει την πόρτα, δεν κατάφερε να χτυπήσει τόσο δυνατά ώστε να ακουστεί και να μπορέσει να περάσει. Έστεκε καρφωμένη, ακίνητη, εκτός από τα χέρια και τα πόδια της, που έτρεμαν. Ο δίσκος πήγαινε πέρα-δώθε κι όλα τα «αν» στροβιλίζονταν μέσα στο μυαλό της. Μ α γιατί ήταν τόσο ταραγμένη; Ακόμα κι αν συνέβαινε το χειρότερο, δεν θα ερχόταν δα και το τέλος του κόσμου. Έξυπνη ήταν, κάποιον άλλον τρόπο θα έβρισκε να επιστρέψει στην πατρίδα της… μόνη… κάποια στιγμή. Να πάρει! Γιατί δεν είχε καταφέρει να μάθει κάτι περισσότερο από το όνομα αυτού του καπετάνιου; Δεν ήξερε αν ήταν νέος ή γέρος, καλός ή κακός, αν τον σέβονταν… ή αν τον μισούσαν. Είχε γνωρίσει καπετάνιους κέρβερους σωστούς, γεμάτους έπαρση από την απόλυτη εξουσία που ασκούσαν στο πλήρωμά τους. Αφού ο κύριος Ο’Σον δεν απάντησε στις ερωτήσεις της, θα έπρεπε να ρωτήσει κάποιον άλλον. Δεν ήταν αργά. Ίσως αν καθυστερούσε λίγο ακόμα, αν ρωτούσε κάποιον εκεί κοντά της στο κατάστρωμα, θα μπορούσε να μάθει πως ο κάπτεν Μ άλορι ήταν ο πιο καλός κι ευγενικός γεράκος που θα μπορούσε να έχει κάποιος για αφεντικό του στο καράβι. Τότε τα χέρια της θα στέγνωναν απ’ τον ιδρώτα και όλα τα «αν» θα εξαφανίζονταν… αλλά η πόρτα άνοιξε τη στιγμή ακριβώς που γύρισε για να φύγει.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

81

Κεφάλαιο 11 Η Τζορτζίνα κόντεψε να πάθει συγκοπή. Λίγο έλειψε να της πέσει και το φαγητό που κρατούσε όταν στράφηκε για να αντικρίσει τον καπετάνιο του Μέιντεν Ανν. Ωστόσο, το κατώφλι της πόρτας γέμιζε με την παρουσία του ο ύπαρχος, που εκείνη νόμισε πως την κοίταζε εξονυχιστικά με τα μελιά του μάτια, αν και στην πραγματικότητα δεν της έριξε παρά μια γρήγορη ματιά. «Βρε, βρε, μια σταλιά είσαι εσύ. Πώς και δεν το πρόσεξα όταν σε ναυτολόγησα». «Ίσως επειδή ήσασταν καθιστ…» Τα λόγια της πνίγηκαν όταν ο ύπαρχος έπιασε το σαγόνι της ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του κι άρχισε να γυρνάει το πρόσωπό της δεξιά κι αριστερά. Η Τζορτζίνα χλόμιασε, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να το πρόσεξε. «Ούτε μία τριχούλα ακόμη», παρατήρησε με ύφος σαφώς υποτιμητικό. Άρχισε και πάλι να αναπνέει προσπαθώντας να μετριάσει την αγανάκτηση που ένιωθε ως Τζόρτζι. «Μ α, είμαι μόνο δώδεκα χρόνων, κύριε», του επισήμανε με σύνεση. «Μ ικροκαμωμένος είσαι για δώδεκα. Μ α τον Θεό, αυτός ο δίσκος είναι πιο μεγάλος από σένα». Τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από το μπράτσο της. «Πού είναι τα ποντίκια σου;» «Στην ανάπτυξη είμαι ακόμη», είπε εκείνη με σφιγμένα δόντια, αρχίζοντας να θυμώνει από τον εξονυχιστικό έλεγχο. Ξέχασε προσωρινά την ταραχή της. «Σε έξι μήνες δεν θα με αναγνωρίζετε». Πράγματι, τότε δεν θα ήταν μεταμφιεσμένη.


82

JOHANNA LINDSEY

«Είναι άραγε οικογενειακό σας;» Τον κοίταξε με δυσπιστία. «Ποιο πράγμα;» «Το μπόι, παλικάρι μου. Τι στην ευχή νόμισες; Η όψη σίγουρα όχι, γιατί δεν μοιάζεις καθόλου με τον αδελφό σου». Ξαφνικά άρχισε να γελάει δυνατά και ηχηρά. «Δεν καταλαβαίνω τι σας φαίνεται αστείο. Είμαστε από διαφορετική μάνα». «Α, μάλιστα, σίγουρα κάτι μου φάνηκε διαφορετικό. Η μάνα σας, λοιπόν. Γι’ αυτό μάλλον δεν έχεις σκοτσέζικη προφορά;» «Πρέπει, δηλαδή, να σας πω την ιστορία της ζωής μου για αυτή τη δουλειά;» «Γιατί αρπάζεσαι, βρε τσιλιβήθρα;» «Σταμάτα, Κόνι». Ακούστηκε μια άλλη βαθιά φωνή, με τόνο σαφώς προειδοποιητικό. «Μ ην το τρομάξουμε το παιδί και γίνει καπνός». «Και να πάει πού;» είπε ο ύπαρχος πνίγοντας ένα γελάκι. Τα μάτια της Τζορτζίνα μισόκλεισαν καχύποπτα. Τελικά, δεν αντιπαθούσε αυτό τον κοκκινοτρίχη Άγγλο μόνο λόγω αρχών. «Θα κρυώσει το φαγητό, κύριε Σαρπ», τόνισε αγανακτισμένη με άκαμπτη φωνή. «Παρακαλώ, ελεύθερα, πήγαινέ το μέσα, αν και δεν νομίζω ότι έχει όρεξη για φαγητό». Η ταραχή της επέστρεψε και μάλιστα έντονη. Η φωνή που τους διέκοψε ανήκε στον καπετάνιο. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει έστω και για ένα λεπτό πως εκείνος ήταν μέσα και περίμενε; Το χειρότερο ήταν πως μάλλον είχε ακούσει όλα όσα ειπώθηκαν, μαζί και την αυθάδειά της προς τον ύπαρχο. Αν και την προκάλεσε ο ίδιος, η συμπεριφορά της εξακολουθούσε να είναι απαράδεκτη. Για τον Θεό, ένας απλός καμαρότος απαντούσε στον Κόνραντ Σαρπ λες και ήταν ίσοι… λες κι ήταν η Τζορτζίνα Άντερσον κι όχι ο Τζόρτζι Μ ακΝτόνελ. Μ ερικά ακόμα λάθη σαν κι αυτό και δεν θα χρειαζόταν πλέον ούτε να φοράει το σκουφάκι της, ούτε να δένει το στήθος της.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

83

Μ ετά τα τελευταία αινιγματικά λόγια του, ο ύπαρχος της έκανε νόημα να περάσει μέσα κι έφυγε από την καμπίνα. Χρειάστηκε συντονισμένη προσπάθεια για να μπορέσει η Τζορτζίνα να κουνήσει τα πόδια της και, όταν τελικά τα κατάφερε, πετάχτηκε σαν βολίδα από την πόρτα μέχρι το κέντρο της καμπίνας, όπου βρισκόταν το τραπέζι, ένα έπιπλο βαρύ, φτιαγμένο από οξιά, σε στιλ Τιδόρ, αρκετά μακρύ για να φιλοξενήσει άνετα πάνω από έξι αξιωματικούς. Τα μάτια της Τζορτζίνα ήταν προσηλωμένα στο δίσκο του φαγητού και συνέχισαν να είναι προσηλωμένα εκεί ακόμα κι αφού τον είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι. Λίγο πιο μακριά, μια μεγαλόσωμη φιγούρα στεκόταν μπροστά στον τοίχο με τα παράθυρα βιτρό, τα οποία άφηναν το φως να λούζει το χώρο. Δεν μπορούσε να διακρίνει με ακρίβεια τη μεγαλόσωμη φιγούρα, που έκρυβε το φως, αλλά κατάλαβε ότι ήταν ο καπετάνιος. Είχε θαυμάσει αυτά τα παράθυρα την προηγούμενη μέρα, όταν της επέτρεψαν να μπει στην καμπίνα, για να εξοικειωθεί με το χώρο και να βεβαιωθεί πως ήταν όλα έτοιμα για το ταξίδι. Όλα ήταν εντάξει, όπως άρμοζε σε βασιλιά. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της κάτι παρόμοιο, τουλάχιστον στα πλοία των Γραμμών Σκάιλαρκ. Τα πολυτελέστατα έπιπλα ήταν όλα ένα προς ένα. Στην άκρη της μεγάλης τραπεζαρίας υπήρχε μία και μοναδική πολυθρόνα σε γαλλικό αυτοκρατορικό στιλ, την τελευταία λέξη της μόδας, με μπρούντζινα καρφιά πάνω στο μαόνι και μπουκέτα πολύχρωμων λουλουδιών κεντημένα σε ιβουάρ φόντο πάνω στο μαλακό κάθισμα, την πλάτη και τα μπράτσα. Άλλες πέντε καρέκλες στο ίδιο στιλ ήταν σκορπισμένες στο χώρο, δύο μπροστά από το παράθυρο, δύο μπροστά από ένα γραφείο και μία από πίσω του. Το βαρύ γραφείο ήταν επίσης ένα κομψοτέχνημα, με οβάλ κιονοστάτες αντί για πόδια, διακοσμημένους με σπείρες, καμπύλες γραμμές και σχέδια. Το δε κρεβάτι ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα, αντίκα της ιταλικής Αναγέννησης, με ψηλά, ανάγλυφα κολονάκια, ακόμα ψηλότερο θολωτό ουρανό


84

JOHANNA LINDSEY

και ένα λευκό μεταξωτό κάλυμμα. Αντί για κασέλα, υπήρχε μια ψηλή κινέζικη ντουλάπα από ξύλο τικ, παρόμοιο με εκείνο το οποίο ο πατέρας της είχε φέρει στη μητέρα της όταν είχε επιστρέψει από την Άπω Ανατολή την πρώτη φορά που ταξίδεψε μετά το γάμο τους, διακοσμημένη με νεφρίτες, φίλντισι και λαζούρι. Υπήρχε και μια συρταριέρα, με ποδαράκια φτιαγμένα από καρυδιά σε αγγλικό στιλ. Ανάμεσά τους ορθονώταν ένα ψηλό μοντέρνο ρολόι από έβενο και μπρούντζο. Αντί για εντοιχισμένα ράφια, είχε μια μαονένια βιβλιοθήκη, με επιχρυσωμένα και ξυλόγλυπτα διακοσμητικά, και τζαμένια πορτάκια, τα οποία αποκάλυπταν οκτώ ράφια γεμάτα βιβλία πέρα ως πέρα. Η Τζορτζίνα πρόσεξε πως το κομοδίνο ήταν σε στιλ Ράισνερ, με μαρκετερί, κλαρωτό διάκοσμο και επιχρυσωμένα σκαλίσματα. Και πίσω από το απαλό δερμάτινο παραβάν με τα ζωγραφισμένα τοπία της αγγλικής υπαίθρου, που χώριζε τη μία γωνιά της καμπίνας, βρισκόταν μια πορσελάνινη μπανιέρα, η οποία είχε φτιαχτεί σίγουρα κατόπιν παραγγελίας, έτσι μεγάλη και φαρδιά όπως ήταν, αλλά ευτυχώς όχι πολύ βαθιά, αφού εκείνη θα κουβαλούσε το νερό. Από αντικείμενα υπήρχαν κυρίως ναυτιλιακά όργανα, αραδιασμένα πάνω ή κοντά στο γραφείο, ένα καθιστό γυμνό άγαλμα από μπρούντζο, περίπου μισό μέτρο ψηλό, και μια χάλκινη τσαγιέρα κοντά στο νιπτήρα πίσω από το παραβάν. Τα φωτιστικά, όλα διαφορετικά μεταξύ τους, ήταν γερά βιδωμένα στα έπιπλα ή κρέμονταν από γάντζους στους τοίχους και την οροφή. Μ ε τους μικρούς και τους μεγάλους πίνακες και το παχύ χαλί, που κάλυπτε το πάτωμα απ’ άκρη σ’ άκρη, έμοιαζε πιο πολύ με δωμάτιο μεγάρου στο οποίο διέμενε κυβερνήτης παρά με καμπίνα πλοίου. Δεν πρόδιδε κάτι για τον πλοίαρχο Μ άλορι, εκτός από το ότι ήταν μάλλον εκκεντρικός ή ότι του άρεσε να περιτριγυρίζεται από όμορφα πράγματα, αν και ατάκτως ερριμμένα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

85

Η Τζορτζίνα δεν ήξερε αν ο καπετάνιος ήταν στραμμένος προς το μέρος της ή αν κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Δεν τον είχε αντικρίσει ακόμα· δεν ήθελε. Όμως, η σιωπή είχε παρατραβήξει και τα νεύρα της ήταν έτοιμα να σπάσουν. Ευχόταν να μπορούσε να φύγει χωρίς να τραβήξει την προσοχή του, αν δεν την είχε ήδη τραβήξει. Μ α γιατί δεν της μιλούσε, αφού ήξερε πως ήταν ακόμη εκεί περιμένοντας να προσφέρει τις υπηρεσίες της. «Το φαγητό σας, καπετάνιε…» «Γιατί ψιθυρίζεις;» Η φωνή του ακούστηκε απαλή σαν ψίθυρος, όπως η δική της. «Μ ου είπαν πως… δηλαδή, ακούστηκε πως υποφέρετε επειδή παρα…» Καθάρισε το λαιμό της και προσπάθησε ζωηρά να επανορθώσει. «Επειδή έχετε πονοκέφαλο, κύριε. Ο αδελφός μου, ο Ντρου, δεν αντέχει τη φασαρία όταν… έχει πονοκέφαλο». «Νόμιζα πως τον αδελφό σου τον λένε Ίαν». «Έχω πολλά αδέλφια». «Κι εγώ το ίδιο. Τι μπελάς!» είπε ξερά. «Ο ένας προσπάθησε να με μεθύσει χτες βράδυ. Του φάνηκε διασκεδαστικό να μην καταφέρω να σαλπάρω σήμερα». Η Τζορτζίνα σχεδόν χαμογέλασε. Πόσες φορές είχαν κάνει το ίδιο πράγμα οι δικοί της, όχι σε εκείνη, αλλά μεταξύ τους. Μ α είχε πέσει κι εκείνη θύμα στις πλάκες τους: ρούμι στη σοκολάτα της, σφιχτοδεμένοι κόμποι στα κορδόνια του καπέλου της, κρεμασμένα μεσοφόρια της στον ανεμοδείκτη ή, ακόμα χειρότερα, στο άρμπουρο του πλοίου κάποιου άλλου αδελφού, για να μην κατηγορηθεί ο πραγματικός υπαίτιος. Προφανώς, οι φάρσες μεταξύ αδελφών ήταν παγκόσμιο φαινόμενο, δεν γίνονταν μόνο στο Κονέκτικατ. «Σας καταλαβαίνω, καπετάνιε», σκέφτηκε να πει. «Γίνονται κουραστικοί καμιά φορά». «Όπως τα λες». Εκείνη διέκρινε έναν εύθυμο τόνο στη φωνή του, λες και


86

JOHANNA LINDSEY

θεώρησε υπερβολική την παρατήρηση αυτή από ένα δωδεκάχρονο – και όντως έτσι ήταν. Θα έπρεπε να ζυγίζει καλύτερα τα λόγια της πριν τα ξεστομίσει. Δεν έπρεπε να ξεχνάει πως ήταν αγόρι, και μάλιστα μικρό. Όμως, εκείνη τη στιγμή δυσκολευόταν, γιατί είχε μόλις παρατηρήσει ότι η προφορά του ήταν αγγλική. Τι μεγάλη ατυχία να ήταν κι εκείνος Άγγλος! Τους υπόλοιπους στο πλοίο μπορούσε να τους αποφεύγει, μα όχι και τον καπετάνιο… Καθώς φανταζόταν πώς θα βουτήξει στη θάλασσα, για να φτάσει στην ακτή, άκουσε τη ζωηρή φωνή του: «Παρουσιάσου, νεαρέ μου. Για να σε δω». Εντάξει. Ένα-ένα. Η προφορά του πιθανόν να ήταν παραπλανητική. Έτσι κι αλλιώς, ο άνθρωπος είχε περάσει καιρό στην Αγγλία. Ξεκίνησε, λοιπόν, έκανε το γύρο του τραπεζιού κατευθυνόμενη προς τη σκοτεινή φιγούρα του κι έφτασε δίπλα στις ψηλές γυαλιστερές μπότες του. Φορούσε ανοιχτόχρωμο γκρίζο παντελόνι, εφαρμοστό στα μυώδη πόδια του. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, έριξε μια κλεφτή ματιά λίγο ψηλότερα, στο λευκό λινό πουκάμισό του, με τα φουσκωτά μανίκια και τις μανσέτες δεμένες σφιχτά στους καρπούς του, που ήταν ακουμπισμένοι μάλλον αλαζονικά πάνω στους στενούς γοφούς του. Ωστόσο, κοίταξε μόνο το σκούρο δέρμα στο στήθος του από το βαθύ άνοιγμα του πουκαμίσου, κι έφτασε ως εκεί χωρίς να εγκαταλείψει την ταπεινή στάση της, όμως ήταν τόσο ψηλός… και φαρδύς. «Μ η στέκεσαι στη σκιά», συνέχισε να την προστάζει. «Έλα αριστερά, στο φως. Έτσι μπράβο». Κι έπειτα επεσήμανε το προφανές: «Είσαι ταραγμένος;» «Είναι η πρώτη μου δουλειά». «Και δεν θέλεις να τα θαλασσώσεις. Ηρέμησε, καλό μου αγόρι. Δεν παίρνω κεφάλια μωρών… μόνο μεγάλων αντρών». Υποτίθεται ότι το χιούμορ του θα την έκανε να νιώσει καλύτερα; «Χαίρομαι που τ’ ακούω». Θεέ μου, πόσο σαρκαστικό ακούστηκε αυτό. Πρόσεχε το αναθεματισμένο σου στόμα, Τζόρτζι!


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

87

«Ωραίο το χαλί μου;» «Παρακαλώ;» «Βλέπω ότι δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Ή μήπως σου είπαν πως είμαι τόσο κακάσχημος που θα μεταμορφωθείς σε μπιζελόσουπα μόλις με αντικρίσεις;» Το άκακο αστείο του, το οποίο είπε για να τη χαλαρώσει, παραλίγο να την κάνει να χαμογελάσει. Είχε όντως χαλαρώσει από τη μεγάλη της ταραχή. Την κοιτούσε εξονυχιστικά κάτω από το λαμπερό φως και δεν την είχε απορρίψει. Όμως, η συνέντευξη δεν είχε τελειώσει ακόμη. Καλύτερα να νομίζει πως εξακολουθούσε να είναι ταραγμένη έτσι ώστε να αποδίδει στην ταραχή της τα τυχόν λάθη που έκανε. Η Τζορτζίνα κούνησε το κεφάλι της αντί να απαντήσει, όπως ακριβώς θα έκανε ένα αγοράκι στην ηλικία αυτή, κι έπειτα σήκωσε αργά-αργά το πιγούνι της. Θα του έριχνε μια γρήγορη ματιά από πάνω έως κάτω αυτή τη φορά κι ύστερα θα ξανάσκυβε το κεφάλι σαν ντροπαλό παιδί, ελπίζοντας να τον διασκεδάσει και να του επιβεβαιώσει την ανωριμότητά της. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι ακριβώς. Κρυφοκοίταξε, ξανακατέβασε το κεφάλι, όπως είχε σχεδιάσει, αλλά μέχρι εκεί έφτασε το σχέδιό της. Αυθόρμητα, ξανασήκωσε το κεφάλι της απότομα και κάρφωσε το βλέμμα της στα πράσινα μάτια που θυμόταν τόσο καλά, λες και στοίχειωναν τα όνειρά της, και όντως κάποιες νύχτες τα είχαν στοιχειώσει. Δεν ήταν δυνατόν. Ο βράχος; Εδώ; Εκείνος ο ξιπασμένος κακοποιός, τον οποίο κανονικά δεν θα ξανάβλεπε ποτέ στη ζωή της; Εδώ; Δεν μπορεί εκείνος να είναι ο καπετάνιος τον οποίο δεσμεύτηκε να υπηρετήσει. Δεν μπορεί να ήταν τόσο άτυχη. Ανασήκωσε το ξανθό φρύδι του κοιτάζοντας με περιέργεια την κατατρομαγμένη Τζορτζίνα, που είχε καρφώσει το βλέμμα της επάνω του. «Συμβαίνει κάτι, παλικάρι μου;» «Όχι», είπε πνιχτά και έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα τόσο γρήγορα που πόνεσαν τα μηνίγγια της. «Βλέπεις που δεν έγινες σούπα τελικά;»


88

JOHANNA LINDSEY

Μ ετά βίας έβγαλε έναν ήχο, για να απαντήσει αρνητικά στην αλλόκοτη ερώτησή του. «Έξοχα! Δεν θα άντεχε ο οργανισμός μου τέτοια αηδία στο πάτωμα αυτή τη στιγμή». Μ α τι ήταν αυτά που της αράδιαζε; Κανονικά θα έπρεπε να έχει σηκώσει το δάχτυλό του, να την είχε επιπλήξει έντονα και να της είχε πει: «Εσύ!» Μ α δεν την αναγνώρισε; Και τότε κατάλαβε. Είχε δει καθαρά το πρόσωπό της και συνέχιζε να την αποκαλεί «παλικάρι». Ξανασήκωσε τότε το πρόσωπό της, για να τον κοιτάξει πιο προσεκτικά. Στα μάτια και στην έκφρασή του δεν υπήρχε ούτε έκπληξη, ούτε υποψία, ούτε αμφιβολία. Μ ε το ευθύ του βλέμμα συνέχιζε να προκαλεί δέος, αλλά έμοιαζε να διασκεδάζει με την ταραγμένη της συμπεριφορά. Δεν τη θυμόταν καθόλου. Ούτε καν το όνομα του Μ ακ δεν είχε ξυπνήσει τη μνήμη του. Απίστευτο. Η εμφάνισή της ήταν βεβαίως διαφορετική από τότε στην ταβέρνα, όταν φορούσε ρούχα άλλα μεγαλύτερα κι άλλα μικρότερα από το νούμερό της. Τώρα τα ρούχα της ταίριαζαν απόλυτα στο σώμα της, ούτε στενά, ούτε φαρδιά, και όλα ολοκαίνουρια, μέχρι και τα παπούτσια. Μ όνο το σκουφάκι της παρέμενε το ίδιο. Το σφιχτό δέσιμο στο στήθος της και το πιο χαλαρό στους γοφούς της έκανε το σώμα της ίσιο σαν αγορίστικο. Κι ο φωτισμός εκείνη τη νύχτα δεν ήταν ο καλύτερος. Ίσως να μην την είχε προσέξει τόσο καλά όσο τον πρόσεξε εκείνη. Εξάλλου, γιατί να πρέπει να θυμάται το συμβάν; Αν αναλογιστεί κάποιος πόσο χοντροκομμένα της είχε φερθεί στην ταβέρνα, μάλλον ήταν τύφλα στο μεθύσι. Ο Τζέιμς Μ άλορι ένιωσε πότε ακριβώς χαλάρωσε η Τζορτζίνα και πότε πίστεψε στην προσποίησή του, ότι δεν την αναγνώρισε. Ανησυχούσε μήπως αναφέρει εκείνη την αρχική τους συνάντηση και κράτησε την ανάσα του όταν η Τζορτζίνα τον αναγνώρισε, φοβούμενος πως θα τελείωνε πολύ γρήγορα αυτό το παιχνίδι και θα την έπιαναν πάλι τα μπουρίνια της, όπως τότε στην ταβέρνα. Καθώς όμως η Τζορτζίνα δεν υποπτεύθηκε


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

89

ότι εκείνος ήξερε ποια είναι, κράτησε το στόμα της κλειστό και συνέχισε να προσποιείται, δηλαδή έκανε ακριβώς αυτό που έλπιζε ο Τζέιμς. Θα μπορούσε κι εκείνος τώρα να ηρεμήσει, αλλά είχε μεγάλη σεξουαλική διέγερση από τη στιγμή που η Τζορτζίνα μπήκε στο δωμάτιο, κάτι που δεν είχε ξανανιώσει τόσο δυνατά μπροστά σε γυναίκα εδώ και… Θεέ και Κύριε, είχε περάσει τόσος καιρός που δεν θυμόταν πόσος. Κατακτούσε τις γυναίκες τόσο εύκολα πια. Εδώ και δέκα χρόνια, πολύ πριν φύγει από την Αγγλία, ο ανταγωνισμός με τον Άντονι για τις πιο όμορφες κυρίες δεν αποτελούσε πλέον πρόκληση. Είχε γίνει άθλημα· το έπαθλο δεν μετρούσε και πολύ. Όταν υπήρχαν τόσο πολλές για να διαλέξεις, δεν είχε και μεγάλη σημασία η κατάκτηση μιας συγκεκριμένης. Εδώ όμως υπήρχε κάτι εντελώς διαφορετικό, μια πραγματική πρόκληση, μια κατάκτηση ιδιαίτερα σημαντική. Ένας άντρας με πλούσιο παρελθόν όπως ήταν ο Τζέιμς είχε βρεθεί ξαφνικά σε αμηχανία μπροστά σ’ αυτό το γεγονός. Για πρώτη φορά στη ζωή του δεν ήταν αρκετή η κατάκτηση μιας οποιαδήποτε γυναίκας. Ήθελε αυτή τη συγκεκριμένη. Ίσως επειδή την είχε χάσει μία φορά και είχε νιώσει απογοήτευση. Δεν είχε συνηθίσει στις απογοητεύσεις. Ίσως έφταιγε το μυστήριο που την περιέβαλλε. Ίσως να μην ήταν τίποτα περισσότερο από τα μικρά, χαριτωμένα της οπίσθια, τα οποία αδυνατούσε να ξεχάσει. Όπως και να είχαν τα πράγματα, η κατάκτησή της ήταν πολύ σοβαρή, αλλά η έκβασή της έμοιαζε αβέβαιη. Η αβεβαιότητα είχε ραγίσει το κέλυφος της πλήξης του, τον είχε γεμίσει ένταση, μια ένταση που τον βασάνιζε όταν εκείνη βρισκόταν κοντά του. Λίγο έλειψε μάλιστα να έχει στύση, γεγονός που του φάνηκε εξωφρενικό, καθώς ούτε την είχε καν αγγίξει ακόμη, ούτε και θα μπορούσε, τουλάχιστον όχι όπως θα επιθυμούσε, αν σκόπευε να παίξει αυτό το παιχνίδι έως το τέλος. Αυτό το παιχνίδι υποσχόταν πολλές ευκαιρίες για απόλαυση και δεν είχε σκοπό να το παρατήσει. Άφησε λοιπόν λίγο χώρο ανάμεσα στον εαυτό του και τον


90

JOHANNA LINDSEY

πειρασμό και προχώρησε προς το τραπέζι, για να εξετάσει τι υπήρχε κάτω από τις ασημένιες καμπάνες που σκέπαζαν τα πιάτα. Πριν τελειώσει ακούστηκε το αναμενόμενο χτύπημα στην πόρτα. «Τζόρτζι είπες;» «Ορίστε, καπετάνιε;» Της έριξε μια ματιά πίσω από τον ώμο του. «Έτσι δεν σε λένε;» «Α, μάλιστα! Τζόρτζι». Έγνεψε καταφατικά. «Πρέπει να ήρθε ο Άρτι με τα μπαούλα μου. Άδειασέ τα εσύ μέχρι να τσιμπήσω λίγο από τούτο το παγωμένο φαγητό». «Μ ήπως θα θέλατε να πάω να σας το ζεστάνω, καπετάνιε;» Διέκρινε στα λόγια της την ελπίδα που μαρτυρούσε την επιθυμία της να φύγει από το δωμάτιο. Ωστόσο, δεν σκόπευε να της επιτρέψει κάτι τέτοιο μέχρι το Μέιντεν Ανν να απομακρυνθεί αρκετά από τις ακτές της Αγγλίας. Αν το κορίτσι διέθετε στάλα εξυπνάδας, σίγουρα θα γνώριζε τον αυξημένο κίνδυνο να αποκαλυφθεί εξαιτίας της προηγούμενης συνάντησής τους. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή, ακόμα κι αν ο Τζέιμς έμοιαζε τώρα να μην τη θυμάται. Μ ε αυτό το δεδομένο θα είχε σκεφτεί την εναλλακτική να εγκαταλείψει το πλοίο πριν να είναι πολύ αργά, ακόμα κι αν ήταν αναγκασμένη να κολυμπήσει μέχρι την ακτή, αν ήξερε κολύμπι φυσικά. Ο Τζέιμς δεν ήταν διατεθειμένος να της αφήσει αυτή την επιλογή. «Εντάξει είναι το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς δεν πεινάω ακόμη». Όταν είδε πως η Τζορτζίνα συνέχιζε να στέκεται εκεί όπου την είχε αφήσει, πρόσθεσε: «Την πόρτα, αγαπητό μου παιδί. Δεν ανοίγει μόνη της». Παρατήρησε τα σφιγμένα χείλη της ενώ κατευθυνόταν προς την πόρτα. Δεν της άρεσε να την προστάζουν. Ή μήπως την ενόχλησε ο ψυχρός τόνος της φωνής του; Πρόσεξε επίσης τον αυταρχικό τρόπο με τον οποίο καθοδηγούσε τον Άρτι με τα μπαού​λα, τον οποίο άλλαξε βιαστικά σε παιδική πραότητα όταν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

91

την αγριοκοίταξε ο ναυτικός. Ο Τζέιμς λίγο έλειψε να σκάσει στα γέλια, αλλά μετά σκέφτηκε ότι ο οξύθυμος χαρακτήρας της θα της δημιουργούσε πρόβλημα, αν κάθε φορά που θύμωνε ξεχνούσε ποιον παρίστανε. Το πλήρωμα δεν σήκωνε τέτοια υπεροπτική συμπεριφορά από ένα υποτιθέμενο παιδαρέλι. Δεν μπορούσε να πει στο πλήρωμα ότι την έχει υπό την προστασία του, γιατί τα νέα μέλη θα γελούσαν πίσω απ’ την πλάτη του, τα παλιά θα άρχιζαν να εξετάζουν τον νεαρό πιο προσεκτικά και ο Κόνι θα πέθαινε στα γέλια. Η μόνη λύση ήταν να προσέχει ο ίδιος ο Τζέιμς την Τζόρτζι Μ ακΝτόνελ. Δεν θα ήταν και μεγάλη ταλαιπωρία άλλωστε. Ήταν τόσο αξιολάτρευτη με την αγορίστικη περιβολή της. Το θυμόταν το μάλλινο σκουφάκι που έκρυβε τα μαλλιά της, αλλά τα σκούρα φρύδια της μαρτυρούσαν και σκούρα μαλλιά, ίσως σκούρα καστανά, όπως τα μάτια της. Το σκουφάκι δεν φούσκωνε περίεργα, άρα είτε τα μαλλιά της δεν ήταν πολύ μακριά είτε τα είχε κόψει για τη μεταμφίεσή της, αν και ειλικρινά το απευχόταν. Η λευκή πουκαμίσα της είχε μακριά μανίκια, ψηλό κολάρο και έφτανε περίπου μέχρι τη μέση των μηρών της, κρύβοντας αποτελεσματικά τα χαριτωμένα της οπίσθια. Προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε κάνει με το στήθος και τη λεπτή μέση που είχε αγκαλιάσει. Η πουκαμίσα δεν ήταν φαρδιά, εφάρμοζε ακριβώς στο σώμα της και της έδινε μια ίσια γραμμή, που τονιζόταν από μια φαρδιά μαύρη ζώνη. Αν υπήρχαν φουσκώματα, παρέμεναν κρυμμένα κάτω από το κοντό γιλεκάκι που φορούσε πάνω από την πουκαμίσα. Αυτό το ρούχο ήταν μεγαλοφυής λύση και ιδανικό για το σκοπό της. Είχε πυκνή γούνα απ’ τη μια πλευρά και σκληρό δέρμα από την άλλη, και έστεκε πάνω της σαν σιδερένιο κλουβί, τόσο άκαμπτο που ούτε ο δυνατότερος άνεμος δεν μπορούσε να το σηκώσει. Ξεκούμπωτο, φανέρωνε μονάχα δέκα πόντους από την πουκαμίσα της, δέκα πόντους επίπεδου στήθους και


92

JOHANNA LINDSEY

επίπεδης κοιλιάς. Η πουκαμίσα κάλυπτε όλα τα υπόλοιπα, μέχρι την κίτρινη βράκα της. Η βράκα έφτανε λίγο πιο κάτω από τα γόνατα και οι λεπτές της γάμπες κρύβονταν μέσα σε χοντρές μάλλινες κάλτσες. Έτσι όπως δεν ήταν ούτε φαρδιές ούτε στενές, έκαναν τα καλοφτιαγμένα πόδια της να μοιάζουν εντελώς αγορίστικα. Παρακολουθούσε σιωπηλά πώς έπαιρνε καθετί από τα μπαούλα και το τοποθετούσε είτε στη συρταριέρα είτε στην ντουλάπα. Ο Τζόνι, ο προηγούμενος καμαρότος, θα είχε αρπάξει αγκαλιές τα ρούχα και θα τα είχε χώσει στο κοντινότερο συρτάρι. Πόσες φορές δεν τον είχε μαλώσει ο Τζέιμς γι’ αυτό; Ο μικρός Τζόρτζι όμως προδόθηκε από τη θηλυκή του νοικοκυροσύνη. Ο Τζέιμς αμφέβαλλε αν καταλάβαινε η ίδια τι έκανε ή αν ήξερε κάποιον άλλον τρόπο για να το κάνει. Για πόσον καιρό, άραγε, θα κατάφερνε να μην αποκαλυφθεί κάνοντας τέτοιες μικρές γκάφες; Προσπάθησε να τη δει όπως θα την έβλεπε κάποιος που δεν ήξερε το μυστικό της. Δεν του ήταν εύκολο, γιατί γνώριζε τι υπήρχε κάτω απ’ αυτά τα ρούχα. Αλλά, αν δεν το γνώριζε… Μ α τον Θεό, δεν ήταν και τόσο εύκολο να το καταλάβει κάποιος. Το μέγεθος τη βοηθούσε πολύ. Ο Κόνι είχε δίκιο, ήταν ένα μικροσκοπικό πλασματάκι, με μπόι δεκάχρονου, αν και είχε πει ότι ήταν δώδεκα. Διάβολε, μήπως ήταν πολύ μικρή για κείνον; Δεν μπορούσε φυσικά να ρωτήσει την ίδια. Όχι, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο μικρή, όχι έπειτα από όσα είχε νιώσει εκείνη τη νύχτα στην ταβέρνα, όχι με αυτό το αισθησιακό στόμα, αυτά τα μάτια, που του ρουφούσαν την ψυχή. Ήταν μικρή, αλλά όχι τόσο μικρή. Έκλεισε το καπάκι του δεύτερου άδειου μπαούλου κι έριξε μια ματιά προς το μέρος του. «Να τα βγάλω αυτά έξω, καπετάνιε;» Το χαμόγελο σχηματίστηκε χωρίς να το θέλει. «Αμφιβάλλω αν μπορείς, αγαπητό μου παιδί. Μ ην μπαίνεις λοιπόν στον κόπο να κουράσεις τα ισχνά σου ποντικάκια. Θα περάσει αργότερα ο


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

93

Άρτι να τα πάρει». «Είμαι πιο δυνατός απ’ όσο φαίνομαι», επέμεινε εκείνη με πείσμα. «Ώστε έτσι; Χρήσιμη πληροφορία αυτή, αφού θα πρέπει κάθε μέρα να μετακινείς όλες αυτές τις βαριές καρέκλες. Τα βράδια συνήθως τρώμε μαζί με τον ύπαρχο». «Μ όνο με τον ύπαρχο;» Τα μάτια της κοίταξαν βιαστικά τις πέντε καρέκλες που βρίσκονταν στο δωμάτιο, εκτός από τη μία, στην οποία ήταν τώρα καθισμένος ο Τζέιμς. «Χωρίς τους υπόλοιπους αξιωματικούς;» «Το πλοίο δεν είναι στρατιωτικό», της επεσήμανε. «Και μ’ αρέσει να έχω την ησυχία μου». Η Τζορτζίνα αμέσως χάρηκε. «Να σας αφήσω, λοιπόν…» «Όχι, τόσο γρήγορα, μικρέ». Την σταμάτησε καθ’ οδόν προς την πόρτα. «Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις όταν μοναδικό σου καθήκον είναι να δουλεύεις σε τούτη την καμπίνα;» «Εγώ… υπέθεσα ότι… επειδή αναφέρατε την ησυχία σας, δηλαδή». «Μ ήπως ο τόνος της φωνής μου; Μ ήπως σου φάνηκε απότομος, παλικάρι μου;» «Κύριε;» «Τραυλίζεις». Εκείνη έσκυψε το κεφάλι. «Συγγνώμη, καπετάνιε». «Άσ’ τα τώρα αυτά. Όταν υπάρχει λόγος να ζητήσεις συγγνώμη, θα με κοιτάς στα μάτια, και… μέχρι στιγμής δεν υπάρχει λόγος. Δεν είμαι πατέρας σου, για να σου τραβήξω τ’ αυτί ή για να βγάλω τη λουρίδα. Είμαι ο καπετάνιος σου. Μ η ζαρώνεις, λοιπόν, κάθε φορά που υψώνω τη φωνή μου ή έχω τις μαύρες μου και σε αγριοκοιτάζω. Κάνε αυτά που σου λέω χωρίς ερωτήσεις ή αντιρρήσεις και θα τα πάμε μια χαρά οι δυο μας. Κατανοητό;» «Απόλυτα». «Έξοχα. Παλουκώσου λοιπόν εκεί και φάε το φαγητό μου. Δεν θέλω να νομίσει ο κύριος Ο’Σον ότι δεν εκτιμώ τις


94

JOHANNA LINDSEY

προσπάθειές του, γιατί ποιος ξέρει τι θα βρω στο πιάτο μου την επόμενη φορά». Όταν η Τζορτζίνα έκανε να διαμαρτυρηθεί, την πρόλαβε λέγοντας: «Φαίνεσαι έτοιμος να πεθάνεις απ’ την πείνα, πανάθεμά σε. Αλλά μέχρι να φτάσουμε στην Τζαμάικα θα σου ’χουμε βάλει λίγο κρεατάκι πάνω σ’ αυτά τα κόκαλα. Έχεις το λόγο μου». Η Τζορτζίνα άρπαξε μια καρέκλα και την έσυρε στο τραπέζι κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να μη συνοφρυωθεί όταν είδε πως το φαγητό ήταν σχεδόν ανέγγιχτο. Όχι πως δεν πεινούσε. Πεινούσε. Αλλά πώς να φάει με τα μάτια του καρφωμένα πάνω της; Έπρεπε να πάει να βρει τον Μ ακ, δεν μπορούσε να σπαταλήσει το χρόνο της τρώγοντας. Ήθελε να του πει τα αναπάντεχα νέα σχετικά με την ταυτότητα του καπετάνιου πριν να ήταν πολύ αργά για να δράσουν. «Παρεμπιπτόντως, μικρέ μου, το ζήτημα της ησυχίας μου δεν ισχύει για σένα», είπε ο καπετάνιος σπρώχνοντας το δίσκο με το κρύο φαγητό προς το μέρος της. «Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν έχεις καθήκον να βρίσκεσαι διαρκώς κοντά μου; Εξάλλου, σε λίγες μέρες ούτε που θα σε βλέπω, κι ας είσαι μες στα πόδια μου». Αυτό ήταν ενθαρρυντικό, αλλά δεν άλλαζε το γεγονός ότι τώρα την έβλεπε και την περίμενε μάλιστα να αρχίσει να τρώει. Η Τζορτζίνα είδε με έκπληξη τραγανά λαχανικά στον ατμό, φρέσκα φρούτα και βραστό ψάρι, χωρίς ίχνος πηγμένου λίπους επάνω του. Αν και κρύο, το φαγητό έδειχνε πεντανόστιμο. Καλά λοιπόν, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει γρήγορα, για να τελειώνουμε. Η Τζορτζίνα άρχισε να καταβροχθίζει το φαγητό με τρομερή βιασύνη και λίγα λεπτά αργότερα κατάλαβε το λάθος της. Της ήρθε αναγούλα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από τη φρίκη και αναζήτησαν το κομό. Τα πόδια της την πήγαν τρέχοντας μέχρι εκεί, για να πάρει το δοχείο νυκτός. Μ ία και μοναδική σκέψη κυριαρχούσε στο μυαλό της: Κάνε, Θεούλη μου, να είναι άδειο. Και πράγματι ήταν άδειο. Το τράβηξε κοντά της πάνω στην ώρα, ακούγοντας αμυδρά από πίσω της τον


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

95

καπετάνιο να λέει περιπαικτικά: «Ω, Θεέ μου, μη μου πεις ότι θα… Μ άλιστα, αυτό κάνεις». Δεν την ένοιαζε καθόλου τι θα σκεφτεί ο καπετάνιος όταν ξερνούσε όλες τις μπουκιές που είχε κατεβάσει με το ζόρι. Λίγο πριν τελειώσει, ένιωσε ένα κρύο, υγρό πανί στο μέτωπό της κι ένα βαρύ χέρι συμπάθειας στον ώμο της. «Συγγνώμη, παλικάρι μου, έπρεπε να το φανταστώ ότι ήσουν ακόμη πολύ ταραγμένος για να φας. Έλα να σε βοηθήσω να ξαπλώσεις στο κρεβάτι». «Όχι, εγώ…» «Μ η μου φέρνεις αντιρρήσεις. Το πιο πιθανό είναι ότι τέτοια πρόσκληση δεν θα σου ξαναγίνει ποτέ, και τούτο το κρεβάτι είναι πολύ αναπαυτικό, το άτιμο. Εκμεταλλεύσου τη μετάνοιά μου και χρησιμοποίησέ το». «Μ α, δεν θέλω να…» «Νόμιζα πως συμφωνήσαμε να υπακούς στις διαταγές μου. Σε διατάζω, λοιπόν, να ξαπλώσεις στο κρεβάτι και να ξεκουραστείς για λίγο. Θα πας ή πρέπει να σε κουβαλήσω κιόλας;» Ο τρόπος του ήταν γλυκός, έπειτα απότομος και στο τέλος δήλωνε σχεδόν ανυπομονησία. Η Τζορτζίνα δεν του απάντησε. Μ ονάχα έτρεξε και έπεσε πάνω στο μεγάλο κρεβάτι. Το έβλεπε πως ήταν αυταρχικός, πως ήταν από κείνους που πίστευαν ότι στο πλοίο του ο καπετάνιος είναι ο Θεός ο Μ εγαλοδύναμος. Ένιωθε, όμως, πραγματικά απαίσια και όντως είχε ανάγκη να ξαπλώσει, αλλά όχι στο δικό του το κρεβάτι, να πάρει η ευχή. Και να τος τώρα που στεκόταν δίπλα της κι έσκυβε από πάνω της. Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή κι έπειτα προσευχήθηκε να μην την είχε ακούσει, γιατί ο Τζέιμς ήθελε μόνο να βάλει ένα κρύο πανί στο μέτωπό της. «Καλό είναι να βγάλεις το σκουφί και το γιλέκο σου. Και τα παπούτσια σου επίσης. Θα είσαι πιο άνετα». Η Τζορτζίνα έχασε το χρώμα της. Θα αναγκαζόταν να μην υπακούσει από τώρα; Το έθεσε απλά, προσπαθώντας να μην ακουστεί σαρκαστική.


96

JOHANNA LINDSEY

«Ξέρω να φροντίζω τον εαυτό μου, καπετάνιε, έστω κι αν δεν το πιστεύετε. Μ ια χαρά είμαι κι έτσι». «Όπως νομίζεις», απάντησε εκείνος ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του και έστριψε από την άλλη, προς ανακούφισή της. Ένα λεπτό αργότερα, όμως, τον άκουσε από την απέναντι μεριά του δωματίου να λέει: «Παρεμπιπτόντως, Τζόρτζι, όταν νιώσεις λίγο καλύτερα, θυμήσου να πας να φέρεις εδώ την αιώρα και τα πράγματά σου από το πρόστεγο. Ο καμαρότος πάντα κοιμάται στην καμπίνα μου, για να είναι κοντά μου όποτε τον χρειαστώ».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

97

Κεφάλαιο 12 «Όποτε με χρειαστείτε;» είπε βραχνά η Τζορτζίνα και ανακάθισε στο μεγάλο κρεβάτι. Τα μάτια της στένεψαν και κοίταξαν καχύποπτα τον καπετάνιο, που βολευόταν τεμπέλικα στην καρέκλα στην οποία καθόταν πριν εκείνη. Τώρα βρισκόταν ακριβώς απέναντί της και την παρακολουθούσε. «Σε τι θα με χρειαστείτε μες στη νύχτα;» «Κοιμάμαι πολύ ελαφρά, ξέρεις. Ξυπνάω συχνά απ’ τους θορύβους του καραβιού». «Κι εγώ τι σχέση έχω;» «Μ α, Τζόρτζι, αγόρι μου», είπε με τόνο υπομονετικό σαν να μιλούσε σε παιδί. «Τι θα γίνει αν χρειαστώ κάτι;» Η Τζορτζίνα προσπάθησε να του πει πως θα μπορούσε να το πάρει και μόνος του, όταν εκείνος πρόσθεσε: «Δική σου υποχρέωση δεν είναι να μου το φέρεις;» Καθώς δεν είχε ξεκαθαριστεί ποια ακριβώς θα ήταν τα καθήκοντά της, δεν μπορούσε και να το αρνηθεί. Αλλά να χάνει τον ύπνο της επειδή εκείνος έχανε το δικό του; Και να σκεφτεί κανείς πως η ίδια ήθελε να πιάσει αυτή τη δουλειά. Τώρα πια είχε αλλάξει γνώμη. Δεν την ήθελε πλέον αυτή τη δουλειά, τώρα που ήταν υποχρεωμένη να υπηρετεί έναν αυταρχικό βράχο. Συμφώνησε μαζί του, αλλά ήθελε διευκρινίσεις. «Φαντάζομαι πως όταν λέτε υποχρεώσεις εννοείτε, ας πούμε, να σας φέρω κάτι απ’ το μαγειρείο να φάτε;» «Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος. «Αν και μερικές φορές χρειάζομαι μόνο μια απαλή φωνή, να με νανουρίσει και να ξανακοιμηθώ. Υποθέτω πως ξέρεις γράμματα – έτσι δεν είναι;»


98

JOHANNA LINDSEY

«Φυσικά και ξέρω», είπε εκείνη αγανακτισμένα. Μ όλις το ξεστόμισε, συνειδητοποίησε πως, αν το είχε αρνηθεί, θα μπορούσε να είχε γλιτώσει από μία ακόμα αγγαρεία. Αν φυσικά συνέχιζε να βρίσκεται στο πλοίο. Και αυτή τη στιγμή πραγματικά το απευχόταν με όλη της την ψυχή. Φαντάστηκε τον εαυτό της να του διαβάζει μες στη μαύρη νύχτα· εκείνος να είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, εκείνη καθισμένη στην καρέκλα δίπλα του ή στην άκρη του κρεβατιού, σε περίπτωση που της παραπονιόταν πως δυσκολεύεται να την ακούσει. Μ όνο μια λάμπα θα ήταν αναμμένη, για να μπορεί να διαβάζει. Τα μάτια του θα ήταν νυσταγμένα και τα μαλλιά του ανακατωμένα. Ο χαμηλός φωτισμός θα μαλάκωνε τα χαρακτηριστικά του και θα τον έκανε να μοιάζει λιγότερο απειλητικός και πιο… Που να πάρει ο διάβολος, έπρεπε να πάει να βρει τον Μ ακ και γρήγορα μάλιστα. Κατέβασε βιαστικά τα πόδια της από το κρεβάτι, αλλά αμέσως ακούστηκε η αυστηρή φωνή του: «Ξάπλωσε, Τζόρτζι!» Έριξε μια ματιά προς το μέρος του και είδε πως είχε σκύψει μπροστά στην καρέκλα του συνοφρυωμένος, σημάδι πως, αν εκείνη τολμούσε να σηκωθεί, θα σηκωνόταν κι εκείνος και θα στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Και, μα τον Θεό, τούτη τη στιγμή δεν είχε το κουράγιο να το δοκιμάσει, έτσι τρομαχτικός που έδειχνε. Τι γελοιότητες είναι αυτές, Θεέ μου, σκέφτηκε ξαπλώνοντας και πάλι στο κρεβάτι. Γύρισε στο πλευρό της και σχεδόν τον αγριοκοίταξε. Έτριξε λίγο τα δόντια της από την ένταση κι έπειτα είπε με πείσμα: «Μ α δεν χρειάζεται, καπετάνιε. Νιώθω πολύ καλύτερα τώρα». «Εγώ θα το κρίνω αυτό, παλικάρι μου», είπε εκείνος αυταρχικά γέρνοντας πάλι πίσω στην καρέκλα του, αφού η Τζορτζίνα είχε κάνει αυτό που της είχε ζητήσει. «Είσαι χλομός σαν το πάπλωμα του κρεβατιού. Μ είνε, λοιπόν, εκεί μέχρι να σου πω».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

99

Χωρίς να το καταλάβει, ο θυμός έβαψε τα μάγουλά της. Κοίταξέ τον πώς κάθεται σαν κακομαθημένος λόρδος, πραγματικά κακομαθημένος και πολύ πιθανόν και λόρδος! Αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να είχε σηκώσει ποτέ το δαχτυλάκι του να κάνει το παραμικρό. Αν το ανεπιθύμητο και καταπιεστικό ενδιαφέρον του για εκείνη την ανάγκαζε να εγκλωβιστεί σε τούτο το πλοίο για τις επόμενες εβδομάδες υπηρετώντας τον ίδιο και τους ομοίους του, τότε η Τζορτζίνα θα καταντούσε ράκος και θα μισούσε την κάθε στιγμή. Δεν άντεχε ούτε να το σκέφτεται. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν υπήρχε τρόπος να φύγει από την καμπίνα, εκτός αν ερχόταν σε ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί του. Όμως αυτό δεν μπορούσε να το κάνει ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Μ ε αυτό το δεδομένο, η Τζορτζίνα θέλησε να μάθει πού είχε σκοπό να τη βάλει να κοιμηθεί, εάν τη νύχτα βρισκόταν ακόμη στο καράβι. «Νόμιζα, καπετάνιε, ότι όλες οι διαθέσιμες καμπίνες είναι γεμάτες». «Είναι. Τι θες να πεις, παλικάρι μου;» «Αναρωτιόμουν πού θα τακτοποιηθώ, ώστε να μπορώ να βρίσκομαι αρκετά κοντά για να σας ακούσω, σε περίπτωση που με χρειαστείτε μες στη νύχτα». Αυτή η φράση τον έκανε να γελάσει. «Πού στην ευχή πιστεύεις ότι θα τακτοποιηθείς;» Όσο εκνευριστικό κι αν ήταν το ανεπιθύμητο ενδιαφέρον του, άλλο τόσο εκνευριστική ήταν κι η κοροϊδία σε βάρος της. «Στο διάδρομο», του απάντησε. «Ο οποίος οφείλω να σας πω ότι δεν μου ταιριάζει καθ…» «Σταμάτα, μικρέ, γιατί θα με πιάσουν τα κλάματα. Τι ανοησίες είναι αυτές; Εδώ θα κοιμηθείς φυσικά, όπως κοιμούνταν ο προηγούμενος καμαρότος μου και όλοι οι άλλοι πριν από αυτόν». Αυτό ακριβώς φοβόταν κι εκείνη. Ευτυχώς ήταν κάτι που το είχε ξανακούσει κι έτσι δεν έκανε το λάθος να εξοργιστεί σαν κοριτσάκι. Γνώριζε αρκετούς καπετάνιους που μοιράζονταν την


100

JOHANNA LINDSEY

καμπίνα τους με τα νεότερα μέλη του πληρώματος, μόνο και μόνο για να τα προστατέψουν. Ο αδελφός της, ο Κλίντον, το συνήθιζε από τότε που τρία μέλη του πληρώματος είχαν κάνει καψόνι στον καμαρότο του και τον είχαν τραυματίσει σοβαρά. Δεν είχε μάθει ποτέ τις λεπτομέρειες του συμβάντος, παρά μόνο ότι ο Κλίντον είχε γίνει τόσο έξω φρενών που μαστίγωσε άγρια τους τρεις υπαίτιους. Ωστόσο, αυτός ο καπετάνιος γνώριζε πως στο πλοίο βρισκόταν κι ο αδελφός της, που θα φρόντιζε για την προστασία της, άρα η επιμονή του να την εγκαταστήσει εκεί είχε να κάνει με τη δική του τη βολή και όχι με την έγνοιά του για τη δική της ακεραιό​τητα. Δεν είχε σκοπό όμως να φέρει αντιρρήσεις. Την είχε προει​δοποιήσει, άλλωστε, ότι δεν θέλει αντιρρήσεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς θα ήταν ανώφελες. Δεν είχε νόημα να διαμαρτυρηθεί, εφόσον αυτή ήταν η τακτική του και προφανώς όλοι οι καμαρότοι μοιράζονταν την καμπίνα του. Η μοναδική της ερώτηση λοιπόν ήταν: «Πού ακριβώς είναι το εδώ, δηλαδή;» Μ ε ένα νεύμα του κεφαλιού του της έδειξε μια άδεια γωνιά της καμπίνας δεξιά από την πόρτα. «Θα βολευτείς, πιστεύω. Έχει αρκετό χώρο για το μπαούλο σου και για ό,τι άλλο έχεις φέρει. Υπάρχουν ήδη στηρίγματα για την αιώρα σου πάνω στον τοίχο». Η Τζορτζίνα κοίταξε τους γάντζους που ήταν τοποθετημένοι σε απόσταση μεταξύ τους, ώστε να χωράει μια αιώρα διαγώνια. Περιέργως δεν τους είχε προσέξει την προηγούμενη μέρα όταν είχε μπει στην καμπίνα. Τουλάχιστον η συγκεκριμένη γωνιά απείχε αρκετά από το κρεβάτι του, αλλά δυστυχώς αυτό ήταν το μοναδικό καλό, καθώς ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένα έπιπλο αρκετά ψηλό ώστε να της εξασφαλίζει στοιχειώδη απομόνωση. Σ’ εκείνη την πλευρά της καμπίνας υπήρχαν μόνο η μπανιέρα με το παραβάν στην απέναντι γωνία, δίπλα στα παράθυρα, και το χαμηλό κομό ανάμεσα στη γωνία και την πόρτα. Η τραπεζαρία


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

101

βρισκόταν προς το κέντρο του χώρου και τα υπόλοιπα έπιπλα ήταν στα αριστερά της πόρτας, το κρεβάτι από πίσω, η ντουλάπα και η συρταριέρα στον απέναντι αριστερό τοίχο και η βιβλιοθήκη στον ίδιο τοίχο, αλλά στη γωνιά του γραφείου, μπροστά από τα παράθυρα, για να φωτίζεται καλύτερα. «Σου κάνει, παλικάρι μου;» Λες και θα την έβαζε κάπου αλλού αν εκείνη αρνιόταν! Ήξερε πολύ καλά πως δεν θα έμπαινε στον κόπο να κάνει τα χατίρια του καμαρότου του. «Υποθέτω πως ναι, αλλά θα σας πείραζε να χρησιμοποιήσω αυτό το παραβάν;» «Μ α για ποιο λόγο;» Για λίγη απομόνωση, βρε ηλίθιε! Δείχνοντας να διασκεδάζει τόσο πολύ από την ερώτησή της, η Τζορτζίνα απάντησε μόνο: «Απλώς κάτι σκέφτηκα». «Άσε τις σκέψεις, αγόρι μου. Τη λογική σου να χρησιμοποιείς. Το παραβάν είναι βιδωμένο στο πάτωμα. Όλα είναι βιδωμένα εκτός απ’ τις καρέκλες, που μάλιστα είναι δική σου δουλειά να τις ασφαλίζεις μόλις δεις το πρώτο σημάδι ότι έρχεται φουρτούνα». Η Τζορτζίνα ένιωσε έντονα τούτη τη φορά το χρώμα να ανεβαίνει στα μάγουλά της. Αυτό το γνώριζε από γεννησιμιού της. Στο καράβι όλα βιδώνονται, δένονται ή στερεώνονται με κάποιον τρόπο, διαφορετικά καταλήγουν κάπου που δεν πρέπει και στην πορεία τους προκαλούν και ζημιές. Μ α πού είχε το μυαλό της και ξέχασε κάτι τόσο γνωστό; «Δεν σας είπα ποτέ πως έχω ξαναταξιδέψει», απάντησε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την ανοησία της. «Απ’ την Αγγλία είσαι, λοιπόν;» «Όχι, δα!» είπε εκείνη κοφτά κι απότομα. «Θέλω να πω, ναι, ταξίδεψα για να έρθω μέχρι εδώ, αλλά ως επιβάτης». Και καταφέρνοντας να φανεί ακόμα πιο αδαής, είπε οργισμένα: «Απλώς δεν έδινα σημασία ποτέ μου σ’ αυτά τα πράγματα». «Δεν πειράζει. Τώρα που είσαι κανονικό μέλος του


102

JOHANNA LINDSEY

πληρώματος, θα μάθεις όλα όσα χρειάζεται. Να ρωτάς άφοβα ό,τι θέλεις, παλικάρι μου». «Τότε, καπετάνιε, αν σας βρίσκεται λίγος χρόνος, θα είχατε την καλοσύνη να μου εξηγήσετε τα καθήκοντά μου, εκτός από αυτά που έχετε ήδη αναφ…» Η φράση της έμεινε στη μέση όταν είδε ένα απ’ τα ξανθά του φρύδια να ανασηκώνεται με θυμηδία. Μ α τι στην ευχή είπε πάλι και τον έκανε να μορφάζει σαν χωριάτης; Δεν την κράτησε και πολύ σε αγωνία. «Αν θα είχα την καλοσύνη;» Τώρα πλέον γελούσε κανονικά. «Θεέ και Κύριε, παλικάρι μου, δεν θα το ’λεγα. Όταν ήμουν κι εγώ στην ηλικία σου είχα καλοσύνη, αλλά ιδιαίτερα καλός δεν ήμουν ποτέ». «Τρόπος τού λέγειν», απάντησε εκείνη με δυσφορία. «Σημάδι της καλής σου ανατροφής, παλικάρι μου. Πολύ εκλεπτυσμένους τρόπους έχεις για καμαρότος». «Θέλετε να πείτε πως η έλλειψη τρόπων είναι προϋπόθεση για αυτή τη δουλειά; Δεν μου το είπε κανείς». «Μ ην αυθαδιάζεις, παλιόπαιδο, γιατί θα σ’ αρπάξω απ’ τα αυτιά, αν καταφέρω βέβαια να τα βρω κάτω απ’ αυτό το αναθεματισμένο σκουφί». «Εκεί βρίσκονται, καπετάνιε, μην ανησυχείτε. Μ όνο που είναι λίγο μυτερά και μεγάλα. Ειδάλλως, γιατί να τα κρατάω κρυμμένα;» «Μ ε απογοητεύεις, νεαρέ. Κι εγώ που ήμουν σίγουρος ότι ο λόγος ήταν η πρώιμη καράφλα. Μ όνο μεγάλα και μυτερά αυτιά κρύβεις εκεί μέσα;» Της ξέφυγε ένα χαμόγελο. Το ιδιόρρυθμο πνεύμα του ήταν πραγματικά διασκεδαστικό. Ποιος θα έβλεπε αυτό τον αυταρχικό βράχο και θα φανταζόταν ότι θα μπορούσε να έχει χιούμορ; Ήταν πραγματικά εκπληκτικό, και πιο εκπληκτικό ακόμα ήταν ότι η Τζορτζίνα είχε τα κότσια να χαριτολογεί μαζί του. Και δεν τον πήρε στα σοβαρά όταν τη χαρακτήρισε παλιόπαιδο κι απείλησε να της τραβήξει τ’ αυτιά, αν και έδειχνε σοβαρός όταν το είπε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

103

«Α, μάλιστα», της είπε και χαμογέλασε βλέποντάς τη να χαμογελά. «Έχει και δόντια το αγοράκι μας. Είχα αρχίσει να αμφιβάλλω. Είναι και κάτασπρα σαν μαργαριτάρια. Μ α, φυσικά, είσαι νέος ακόμη. Σε λίγο καιρό, θα έχουν σαπίσει και τα δικά σου». «Τα δικά σας όμως δεν σάπισαν». «Θέλεις να πεις ότι είμαι τόσο γέρος που θα ’πρεπε κανονικά να είμαι φαφούτης;» «Δεν είπα ότι…» Σταμάτησε τη φράση της αλαφιασμένη. «Τελικά, θα μου εξηγήσετε τα καθήκοντά μου;» «Δεν σου τα είπε όλα αυτά ο Κόνι όταν σε ναυτολόγησε;» «Είπε μόνο ότι θα βρισκόμουν αποκλειστικά στην υπηρεσία τη δική σας και όχι των υπόλοιπων αξιωματικών. Αλλά όχι, δεν μου μίλησε συγκεκριμένα. Είπε μόνο πως πρέπει να κάνω ό,τι μου ζητήσετε». Έτριξε τα δόντια της μέχρι να ηρεμήσει και να καταφέρει να πει: «Κάπτεν Μ άλορι, έχω ακούσει για άλλους καμαρότους που έπρεπε να αρμέγουν αγελάδες…» «Ποπό, ειλικρινά τους συμπονώ!» είπε κάνοντας τον τρομαγμένο και αμέσως μετά ξαναχαμογέλασε. «Εμένα δεν μ’ αρέσει το γάλα, μικρέ, οπότε μείνε ήσυχος. Αυτή η δουλειά δεν ανήκει στα καθήκοντά σου». «Μ α ποια θα είναι τελικά τα καθήκοντά μου;» επέμεινε εκείνη. «Δυο-τρία πραγματάκια θα κάνεις, που λέει ο λόγος. Θα είσαι λακές την ώρα του φαγητού, μπάτλερ όταν θα βρίσκεσαι στην καμπίνα, υπηρέτης γενικότερα και, δεδομένου ότι δεν πήρα μαζί μου σ’ αυτό το ταξίδι τον βαλέ μου, θα αναλάβεις εσύ και τα δικά του καθήκοντα. Τίποτα ιδιαίτερα κουραστικό, όπως βλέπεις». Τίποτα, απλώς θα τον υπηρετούσε όλη μέρα κι όλη νύχτα, για να μη χρειαστεί να κουνήσει εκείνος ούτε το δαχτυλάκι του· καλά το είχε καταλάβει. Παραλίγο να τον ρωτήσει αν θα έπρεπε επίσης να του πλένει την πλάτη και να του σκουπίζει τον πισινό,


104

JOHANNA LINDSEY

αλλά, παρόλο που της είχε πει ότι δεν ρίχνει σφαλιάρες, δεν είχε καμιά όρεξη να τον βάλει σε πειρασμό. Ήταν σχεδόν γελοίο. Διάβολε, ο καμαρότος του Ντρου μόνο το φαγητό τού έφερνε. Απ’ όλους τους καπετάνιους στο λιμάνι του Λονδίνου, της έλαχε ένας αναθεματισμένος Άγγλος, κι όχι απλώς ένας Άγγλος, αλλά και ένας άχρηστος αριστοκράτης. Αν είχε κάνει έστω και την παραμικρή δουλειά ποτέ στη ζωή του, η Τζορτζίνα θα έτρωγε το καπέλο της. Όλα αυτά δεν τα είπε βέβαια στον ξιπασμένο. Ενοχλημένη ήταν, όχι τρελή. Ο Τζέιμς κρατήθηκε για να μη σκάσει στα γέλια. Το κορίτσι έκανε γενναία προσπάθεια να μη διαμαρτυρηθεί για τα τόσα καθήκοντα που της είχε μόλις φορτώσει. Τα περισσότερα της τα είχε πει σκόπιμα, ειδικά εκείνο που αφορούσε τον βαλέ, καθώς εδώ και δέκα χρόνια δεν είχε κάποιον στη δούλεψή του. Ωστόσο, όσο περισσότερο την κρατούσε απασχολημένη στην καμπίνα, τόσο λιγότερο θα έβλεπε το πλήρωμα ή, μάλλον, τόσο λιγότερο θα την έβλεπε το πλήρωμα. Ο Τζέιμς δεν ήθελε να ανακαλύψει κανείς το μυστικό της μέχρι να το αποκαλύψει ο ίδιος. Εξάλλου, όσο περισσότερο βρισκόταν στην καμπίνα του, τόσο περισσότερο θα την είχε εκείνος για τον εαυτό του. Όμως τώρα έπρεπε να αυξήσει την απόσταση που τους χώριζε στο δωμάτιο. Έτσι όπως την έβλεπε τόσην ώρα κουλουριασμένη στο κρεβάτι, το μυαλό του γέμιζε ιδέες που δεν ήταν της παρούσης. Αυτοσυγκράτηση, φίλε μου, συμβούλεψε τον εαυτό του. Αν δεν την επιδείξεις εσύ, τότε ποιος; Ωραίο ανέκδοτο κι αυτό. Εδώ και πάρα πολύ καιρό δεν είχε βρεθεί μπροστά σε κανέναν πειρασμό. Ο αυτοέλεγχος ήταν εύκολη υπόθεση όταν τα συναισθήματα ήταν σε καταστολή, όμως διέφερε όταν ξυπνούσαν κι έκαναν έντονη την παρουσία τους. Η Τζορτζίνα αποφάσισε πως η συζήτηση με τον κάπτεν Μ άλορι δεν άξιζε τον εκνευρισμό που της προξενούσε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

105

Εξάλλου, η σιωπή της μπορεί να τον έκανε να ασχοληθεί με κάτι άλλο, όπως να κυβερνήσει το πλοίο του ή να βγει από την καμπίνα του, προκειμένου να μπορέσει επιτέλους να βγει κι εκείνη. Δεν φαντάστηκε ότι η σιωπή της θα τον έκανε να την πλησιάσει, για να δει αν ήταν καλά. Αλίμονο, δεν είχε και πολλή τύχη σήμερα με τον αυτοσχεδιασμό. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να τριγυρίζει από πάνω της. «Ακόμα χλομός είσαι, βλέπω», είπε. «Κι εγώ που νόμιζα ότι κατάφερα να ησυχάσω το ταραγμένο σου στομάχι». «Μ α τα καταφέρατε, καπετάνιε», τον διαβεβαίωσε εκείνη. «Δεν είναι πια ταραγμένο;» «Καθόλου». «Έξοχα. Τότε δεν πρέπει να μένεις για πολύ ακόμη ξαπλωμένος. Μ ήπως βιαζόμαστε όμως; Τώρα που το σκέφτομαι, μέχρι να σερβίρεις το επόμενο γεύμα δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις. Οπότε, ένας υπνάκος είναι ό,τι πρέπει, για να ξαναφέρει το χρώμα στα μάγουλά σου». «Μ α, δεν είμαι καθόλου…» «Μ ήπως σκοπεύεις να διαφωνείς με ό,τι λέω, Τζόρτζι;» Το ύφος του δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Η Τζορτζίνα είχε ηρεμήσει από τη φιλική κουβεντούλα μαζί του κι είχε ξεχάσει πόσο επικίνδυνος ήταν αυτός ο άνθρωπος τελικά. «Μ ια που το αναφέρατε, είναι αλήθεια πως δεν κοιμήθηκα αρκετά χτες το βράδυ». Προφανώς αυτή η απάντηση ήταν η σωστή, γιατί η έκφρασή του άλλαξε και πάλι. Δεν έγινε ακριβώς φιλική, καθώς ποτέ δεν ήταν πραγματικά φιλική, αλλά σίγουρα έγινε λιγότερο αυστηρή και, για μία φορά ακόμα, απέκτησε μια χροιά θυμηδίας. «Είσαι πολύ μικρός για να έκανες ό,τι έκαναν οι άντρες μου χτες βράδυ, οπότε γιατί ξαγρύπνησες;» «Οι άντρες σας έκαναν φασαρία», του απάντησε, «επιστρέφοντας από τη βραδινή τους έξοδο». Γέλασε. «Σε λίγα χρόνια, αγόρι μου, θα έχεις γίνει πιο ανεκτικός».


106

JOHANNA LINDSEY

«Δεν είμαι αδαής, καπετάνιε. Ξέρω τι κάνουν οι ναυτικοί την τελευταία νύχτα στο λιμάνι». «Ώστε έτσι; Γνωρίζεις, λοιπόν, κι αυτή την πλευρά της ζωής;» Θυμήσου πως είσαι αγόρι, θυμήσου πως είσαι αγόρι και μην ξανακοκκινίσεις, που να πάρει η ευχή! «Βεβαίως», απάντησε η Τζορτζίνα. Κάτι μυρίστηκε όταν είδε εκείνη τη διαολεμένη καμπύλη του φρυδιού του, το γέλιο που γυάλιζε στα καταπράσινα μάτια του. Αν και κρατιόταν, δεν άντεξε όταν άκουσε την επόμενη ερώτηση. «Από ό,τι έχεις ακουστά ή… από προσωπική εμπειρία;» Η Τζορτζίνα έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, πνίγηκε κι άρχισε να βήχει για πάνω από δέκα δευτερόλεπτα, στη διάρκεια των οποίων ο καλός καπετάνιος τη χτυπούσε στην πλάτη. Όταν κατάφερε να ξαναπάρει ανάσα, υπέθεσε πως σίγουρα κάποιοι σπόνδυλοι θα είχαν σπάσει, χάρη στις πέτρινες γροθιές του βράχου. «Κάπτεν Μ άλορι, το αν έχω ή δεν έχω προσωπική εμπειρία πιστεύω πως δεν σχετίζεται καθόλου με τη δουλειά μου». Είχε κι άλλα πολλά να πει για την ανορθόδοξη ανάκριση που της επέβαλλε, αλλά το «Πολύ σωστά», που είπε εκείνος, της έκοψε τη φόρα. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόταν σαν δωδεκάχρονο. Όσο για κείνον, είχε κι άλλα να πει. «Πρέπει να με συγχωρήσεις, Τζόρτζι. Έχω την τάση να γίνομαι προσβλητικός, ξέρεις, κι οι διαμαρτυρίες με κάνουν ακόμα χειρότερο. Προσπάθησε, λοιπόν, να μην το παίρνεις προσωπικά, καθώς, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, η έκφραση της θλίψης σου απλώς με διασκεδάζει». Δεν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή της κάτι τόσο… τόσο απαράδεκτο και της το είχε ξεστομίσει χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Λες και ήθελε να την τσιγκλήσει. Λες και ήθελε να την πειράξει. Λες και ήθελε να την προσβάλει. Ήταν χειρότερο κάθαρμα απ’ όσο είχε νομίσει στην αρχή, που να τον πάρει ο διάβολος!


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

107

«Θα μπορούσατε, άραγε, να μην με προκαλείτε τόσο πολύ… κύριε;» είπε με σφιγμένα τα δόντια. Εκείνος γέλασε απότομα. «Και να χάνω τέτοια διαμαντάκια σαν κι αυτό; Όχι, αγόρι μου, εγώ δεν χάνω τέτοιες στιγμές απόλαυσης στη ζωή μου για χάρη κανενός, ούτε άνδρα, ούτε γυναίκας, ούτε παιδιού. Άλλωστε, είναι τόσο λίγες οι απολαύσεις στη ζωή μου». «Δεν δείχνετε, δηλαδή, έλεος σε κανέναν; Ούτε στα άρρωστα παιδιά; Ή μήπως θεωρείτε ότι έχω αναρρώσει αρκετά ώστε να σηκωθώ πια, καπετάνιε;» «Έτσι όπως τα λες είναι… εκτός αν πεις “ήμαρτον”. Αυτό θα το λάβω υπόψη μου. Θα το πεις;» «Τι να πω;» «Θα πεις “ήμαρτον”;» Πανάθεμά τον, την προκαλούσε βάζοντας τον παράγοντα του εγωισμού στη μέση. Τα αγόρια στην αμήχανη ηλικία των δώδεκα είναι γεμάτα εγωισμό, κι εκείνος πατούσε αναμφισβήτητα σ’ αυτό ακριβώς. Ένα κορίτσι αυτής της ηλικίας θα έλεγε “ήμαρτον” και θα έκλαιγε και με μαύρο δάκρυ. Το αγόρι θα προτιμούσε να πεθάνει απ’ το να παραδεχτεί πως δεν αντέχει τα πειράγματα, ακόμα και τα πολύ σκληρά. Μ α πώς στα κομμάτια να φερθεί μια γυναίκα που θέλει διακαώς να ρίξει μια ανάστροφη στο αλαζονικό του πρόσωπο, αλλά δεν μπορεί, γιατί ο μεταμφιεσμένος Τζόρτζι δεν θα το έκανε ποτέ; Να τος, με πρόσωπο ανέκφραστο, στέρνο κι ώμους σφιγμένους, λες κι η απάντησή της ήταν σημαντική για κείνον. Προφανώς είχε στο τσεπάκι του κάποιο δηλητηριώδες σαρκαστικό σχόλιο και δεν ήθελε να το χαραμίσει. «Έχω αδέλφια, καπετάνιε, κι είναι όλα μεγαλύτερά μου», του είπε με φωνή τραχιά και ψυχρή. «Έχω συνηθίσει να με τυραννούν, να με πρήζουν και να με πειράζουν. Τα αδέλφια μου το ευχαριστιούνται… αλλά σίγουρα λιγότερο από εσάς». «Καλά τα λες, παλικάρι μου!» Μ ε λύπη είδε πως φαινόταν όντως ευχαριστημένος. Αχ, και


108

JOHANNA LINDSEY

να μπορούσε να του δώσει έστω ένα χαστούκι προτού φύγει από το Μέιντεν Ανν. Ωστόσο, πρωτόγνωρα συναισθήματα άρχισαν να την κατακλύζουν όταν ο καπετάνιος έσκυψε κοντά της και την έπιασε από το πιγούνι, όπως ακριβώς είχε κάνει κι ο κύριος Σαρπ, για να εξετάσει προσεκτικά το πρόσωπό της. Το δικό του άγγιγμα ήταν όμως διαφορετικό από του κυρίου Σαρπ. Εκείνος χάιδεψε πολύ τρυφερά με τα δύο του δάχτυλα το αριστερό της μάγουλο. «Τόσο θάρρος και, όπως είπε ο Κόνι, ούτε λίγο χνούδι». Τα δάχτυλά του χάιδεψαν το απαλό της μάγουλο ως το πιγούνι, αργά, πολύ αργά, ή τουλάχιστον έτσι το ένιωσαν οι ταραγμένες της αισθήσεις. «Θα τα πας μια χαρά, σπόρε». Αυτή η περίεργη ταραχή στο κάτω μέρος της κοιλιάς της την έκανε για μια στιγμή να νομίσει πως θα ξανακάνει εμετό. Όταν όμως ο καπετάνιος πήρε το χέρι του από πάνω της, η ένταση στην κοιλιά της κόπασε. Απλώς έμεινε να τον κοιτάζει καθώς εκείνος έβγαινε από την καμπίνα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

109

Κεφάλαιο 13 Η έξαψη και η ταραχή της Τζορτζίνα μπορεί στιγμιαία να κόπασαν, αλλά πέρασαν τουλάχιστον πέντε λεπτά μέχρι να καταλαγιάσουν οι θυελλώδεις σκέψεις της και να συνειδητοποιήσει πως ήταν επιτέλους μόνη στην καμπίνα. Όταν το συνειδητοποίησε, έβγαλε έναν τόσο δυνατό ήχο απέχθειας ώστε, αν βρισκόταν κάποιος απ’ έξω, θα τον άκουγε σίγουρα. Ωστόσο, δεν υπήρχε κανείς, όπως διαπίστωσε αμέσως μετά ανοίγοντας απότομα την πόρτα. Μ ουρμουρίζοντας κάτι για βράχους και ξιπασμένους Άγγλους λόρδους, ανέβηκε αποφασιστικά τις σκάλες και στη μέση περίπου θυμήθηκε πως την είχε διατάξει να κοιμηθεί. Σταμάτησε κι η ανησυχία ζωγραφίστηκε στο κάτω χείλι της, με τα «μαργαριταρένια δοντάκια», όπως είχε σχολιάσει ο κάπτεν Μ άλορι. Άρα τι έπρεπε να κάνει; Το σίγουρο ήταν πως δεν υπήρχε περίπτωση να πάει να ξαπλώσει, παρά την ανόητη διαταγή του. Οι προτεραιότητές της ήταν σαφείς. Έπρεπε πρώτα να συναντήσει τον Μ ακ και να βρουν τρόπο να φύγουν απ’ το Μέιντεν Ανν προτού να ήταν πολύ αργά. Ωστόσο, δεν ήταν μικρό πράγμα να αψηφήσει τη διαταγή του καπετάνιου, ανεξάρτητα από το πώς και το γιατί αυτή δόθηκε. Άρα… έπρεπε να φροντίσει ώστε ο καπετάνιος να μην καταλάβει ότι τον παράκουσε. Πολύ απλά. Κι αν εκείνος δεν είχε απομακρυνθεί πολύ; Μ ε την ατυχία που την έδερνε σήμερα… Όχι, έπρεπε να σκέφτεται θετικά. Αν τον έβλεπε κάπου, θα περίμενε το πολύ ένα με δύο λεπτά ώσπου εκείνος να φύγει ή να κοιτάξει από την άλλη. Είχε σκοπό να


110

JOHANNA LINDSEY

ανεβεί στο κατάστρωμα είτε εκείνος ήταν παρών είτε όχι. Εάν την έπιανε στα πράσα, θα του έλεγε ότι ήθελε να δει την Αγγλία για τελευταία φορά, αν κι αυτό το ψέμα θα της καθόταν σίγουρα στο στομάχι. Σε κάθε περίπτωση, εκνευρισμένη με τον εαυτό της που έχανε πολύτιμο χρόνο ανησυχώντας, έβγαλε προσεκτικά το κεφάλι της από την ανοιχτή καταπακτή και είδε ότι ο καπετάνιος δεν ήταν εκεί. Δυστυχώς όμως, δεν είδε τον Μ ακ ούτε εκεί τριγύρω, ούτε ψηλά, να ασχολείται με τα άρμενα. Σκαρφάλωσε την υπόλοιπη σκάλα έως το κατάστρωμα και κατευθύνθηκε βιαστικά προς την πλώρη. Δεν τολμούσε να κοιτάξει προς το κατάστρωμα της πρύμνης, ώστε να διαπιστώσει αν βρισκόταν κάποιος εκεί που θα μπορούσε να έχει σαφή εικόνα για ό,τι συνέβαινε σε όλα τα καταστρώματα πιο κάτω. Σχεδόν έτρεχε, ελπίζοντας πως δεν θα χρειαζόταν να ψάξει από την πλώρη έως την πρύμνη, για να βρει τον Μ ακ. Σταμάτησε απότομα στη μέση του πλοίου, στο στενό πέρασμα ανάμεσα στην κουπαστή και στο στέγαστρο, και κοίταξε πέρα δεξιά. Μ προστά της παντού ωκεανός, τίποτε άλλο δεν φαινόταν. Γύρισε απότομα το κεφάλι της προς τη μεριά της πρύμνης κι είδε πίσω τη στεριά. Αριστερά και δεξιά της δεν διακρίνονταν οι κοντινές ακτές, όπως έλπιζε απεγνωσμένα, αλλά ο μεγάλος όγκος της Αγγλίας, που χανόταν σιγά σιγά και μίκραινε πίσω από τ’ απόνερα του πλοίου. Η Τζορτζίνα έμεινε απλώς να ατενίζει, βλέποντας την ευκαιρία της να ξεφύγει από το πλοίο να εξαφανίζεται γοργά στο βάθος. Μ α πώς έγινε αυτό; Τα μάτια της στράφηκαν στον συννεφιασμένο ουρανό, μην τολμώντας καν να μαντέψει τι ώρα ήταν. Ήταν τόσο αργά όταν πήγε το δίσκο του φαγητού στον καπετάνιο; Έριξε μια ματιά στα φουσκωμένα πανιά και κατάλαβε πως το καράβι ταξίδευε πολύ γρήγορα, καθώς οι θυελλώδεις άνεμοι το έσπρωχναν στα ανοιχτά. Μ α πώς άφησαν πίσω τους την Αγγλία τόσο γρήγορα; Όταν κατέβηκε για να συναντήσει τον καπετάνιο, διέπλεαν ακόμη το ποτάμι.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

111

Γρήγορα κυριεύτηκε από άγριο θυμό. Ανάθεμά τον και πάλι ανάθεμά τον! Αν δεν ήθελε σώνει και καλά να διασκεδάσει μαζί της με τα προκλητικά πειράγματα και την περιττή του ανησυχία, που τώρα ήταν πεπεισμένη πως δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ευκαιρία να επιβάλει τις δεσποτικές του επιθυμίες, θα μπορούσε να μην τον ξαναδεί στα μάτια της. Τώρα, που να πάρει η ευχή, ήταν εγκλωβισμένη στο καράβι του, έρμαιο στα αηδια​στικά καπρίτσια του. Σίγουρα περίμενε να συμβούν ακόμα χειρότερα απ’ όσα συνέβησαν στα χέρια του το μεσημέρι. Άλλωστε, ο ίδιος δεν παραδέχτηκε ότι διασκεδάζει να φέρνει τον άλλον στα όριά του; Όσο μειλίχια κι αν ήταν, και διαβεβαίωσε τον εαυτό της ότι πράγματι ήταν, δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολύ καιρό τέτοιες καλομελετημένες προκλήσεις. Θα την προκαλούσε και θα την ξαναπροκαλούσε μέχρι να τη φέρει σε σημείο να τον χαστουκίσει ή να αντιδράσει σαν κορίτσι και τελικά να προδοθεί. Κι έπειτα; Μ ε την απάνθρωπη αίσθηση του χιούμορ που τον χαρακτήριζε, η Τζορτζίνα δεν ήθελε καν να φανταστεί τις συνέπειες. Σήμερα η Θεά Τύχη την είχε εγκαταλείψει εντελώς. Προς στιγμή την είχε εγκαταλείψει και η σύνεση. Ένα αυστηρό σκούντημα στον ώμο την έβγαλε από τον πανικό της και την επανέφερε στην πραγματικότητα. Η Τζορτζίνα φώναξε: «Τι;!» με μια φωνή γεμάτη υπεροψία και αγανάκτηση. Φυσικά, η αναίδειά της της στοίχισε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι. Από το χτύπημα έπεσε πάνω στην κουπαστή. Τα πόδια της γλίστρησαν αργά προς τα εμπρός κάνοντάς τη να πέσει με τον πισινό στο κατάστρωμα. Σάστισε μάλλον, παρά ζαλίστηκε, αν και το αυτί της βούιζε και πονούσε. Δεν χρειαζόταν να της εξηγήσει κάποιος το λάθος της, αλλά ο απειλητικός ναύτης που στεκόταν μπροστά της της τα ’πε, έτσι κι αλλιώς, ένα χεράκι. «Βγάλε μου ξανά γλώσσα, μυξιάρικο, και θα σε φουντάρω πριν προλάβεις να βγάλεις τσιμουδιά. Και μη σε ξαναπιάσω, κακομοίρη μου, να μπλοκάρεις το πάσο!» Ο χώρος δεν ήταν τόσο στενός ώστε να μην μπορεί να


112

JOHANNA LINDSEY

περάσει δίπλα της. Δεν ήταν δα και τόσο μεγαλόσωμος· μάλλον αδύνατος ήταν. Η Τζορτζίνα, όμως, δεν είπε τίποτα. Μ άζεψε μοναχά τα πόδια της γρήγορα, γιατί εκείνος ετοιμαζόταν να τα κλοτσήσει στο πέρασμά του. Στο μεταξύ, στο κατάστρωμα της πρύμνης ο Κόνραντ Σαρπ αγωνιζόταν να συγκρατήσει τον καπετάνιο, που είδε το χαστούκι στο κορίτσι και ήθελε να σαλτάρει από το κιγκλίδωμα στο κάτω κατάστρωμα. Ήταν δύσκολο να το κάνει διακριτικά. «Άσ’ το να πάει στα κομμάτια, Χοκ. Έλα, τελείωσε τώρα. Αν πας και ανακατευτείς, θα…» «Να ανακατευτώ; Θα του τσακίσω τα κόκαλα!» «Ακόμα καλύτερα», του πέταξε σαρκαστικά ο Κόνι. «Τι καλύτερος τρόπος να δείξεις στο πλήρωμα ότι τον μικρούλη Τζόρτζι δεν τον αντιμετωπίζουμε σαν καμαρότο, αλλά σαν ιδιοκτησία του καπετάνιου; Βγάλ’ της το σκουφί, φέρ’ της κι ένα φουστάνι... Όπως και να ’χει, όλη η προσοχή των αντρών σου θα πέσει πάνω στη μικρή σου φίλη. Θα θελήσουν να καταλάβουν τι ιδιαίτερο έχει αυτός ο καμαρότος που για χάρη του έφτασες μέχρι το φονικό. Και μη μου σηκώνεις εμένα το φρύδι, ανόητε. Θα τον σκότωνες αυτό το φουκαρά από το πολύ ξύλο, και το ξέρεις». «Καλά, λοιπόν, θα τον δέσω στην καρίνα». Ακούγοντας αυτό τον ξερό τόνο, ο Κόνι κατάλαβε πως ο Τζέιμς είχε ξαναβρεί τα λογικά του, χαμογέλασε κι έκανε πίσω. «Ε, όχι δα. Πώς θα το δικαιολογήσεις; Η μικρή ήταν αναιδής. Την ακούσαμε κι εμείς από δω πάνω. Όλοι οι άντρες στο καράβι το ίδιο θα έκαναν, αν τους προκαλούσε ένα μυξιάρικο μ’ αυτό τον τρόπο. Εξάλλου, κατά πώς φαίνεται, θα καθαρίσει ο αδελφός της, και κανείς δεν θα αναρωτηθεί γιατί υπερασπίζεται εκείνος το παιδαρέλι». Και οι δύο είδαν τον Ίαν Μ ακΝτόνελ να πλησιάζει απειλητικά τον Τιντλς και να τον αρπάζει τη στιγμή που ήταν έτοιμος να κλοτσήσει το κορίτσι. Ο Σκοτσέζος βούτηξε τον μικροκαμωμένο άντρα από το πουκάμισο και τον σήκωσε ψηλά,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

113

με τα πόδια του να κρέμονται. Ο Μ ακΝτόνελ δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του, αλλά η προειδοποίησή του αντήχησε σ’ όλο το κατάστρωμα. «Αν ξαναπειράξεις τον μικρό, φίλε μου, νομίζω πως θ’ αναγκαστώ να σε σκοτώσω». «Καλά δεν τα λέει;» σχολίασε ο Τζέιμς. «Και κανείς δεν θ’ απορήσει… επειδή είναι αδελφός της». «Εντάξει, Κόνι, καταλάβαμε. Ας μην το εξαντλήσουμε το θέμα. Τι στην ευχή λένε τώρα με τον Σκοτσέζο;» Η κοπέλα είχε ήδη σηκωθεί και συνομιλούσε ζωηρά, αλλά αθόρυβα, με τον αδελφό της, ο οποίος κρατούσε ακόμη τον Τιντλς ψηλά. «Φαίνεται πως προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξύπνιο κορίτσι. Ξέρει ποιος έφταιξε. Αν δεν ήταν εκεί να χαζεύει…» «Φταίω κι εγώ λίγο γι’ αυτό», τον διέκοψε ο Τζέιμς. «Α, έχω χάσει επεισόδια. Μ ήπως της κάρφωσες τα πόδια στο κατάστρωμα;» «Πολύ ορεξάτο σε βρίσκω. Όπως βλέπεις, όμως, φίλε μου, εγώ δεν γελάω». «Κρίμα, γιατί γελάω εγώ», είπε ο Κόνι και συνέχισε να χαμογελά αμετανόητος. «Βλέπω όμως ότι θυσιάζεσαι για την αρετή. Οπότε, ακούω. Εκμυστηρεύσου μου γιατί νομίζεις πως ευθύνεσαι για την αναίδεια της μικρής». «Δεν νομίζω, είμαι βέβαιος», απάντησε ο Τζέιμς αγριοκοιτάζοντας το φίλο του. «Μ όλις με αναγνώρισε, πήρε την απόφαση να πηδήξει απ’ το πλοίο». «Σ’ το είπε;» «Δεν ήταν ανάγκη να μου το πει», απάντησε ο Τζέιμς. «Φαινόταν πεντακάθαρα στο πρόσωπό της». «Λυπάμαι, αλλά πρέπει να σου τονίσω μια μικρή λεπτομέρεια, παλιόφιλε. Βρίσκεται ακόμη στο καράβι». «Φυσικά», είπε απότομα ο Τζέιμς. «Αφού την κράτησα στην καμπίνα μου ώσπου να μην μπορεί να κάνει καμιά βλακεία. Δεν ήρθε στο κατάστρωμα για να χαζέψει. Έβλεπε να χάνεται η


114

JOHANNA LINDSEY

μοναδική της ευκαιρία να το σκάσει… κι εκείνη τη στιγμή σίγουρα με καταριόταν, ευχόταν να πάω για πάντα στην κόλαση». «Πάντως, δεν νομίζω να ξανακάνει αυτό το λάθος, δηλαδή να μπλεχτεί στα πόδια του πληρώματος. Μ ια σφαλιάρα συνήθως αρκεί για να πάρει κάποιος το μάθημά του». «Τώρα όμως ο Τιντλς είναι εναντίον της. Κι ο Άρτι θα της είχε ρίξει κλοτσιά, αν δεν ήμουν εγώ εκεί. Έπρεπε να άκουγες με τι αυταρχικό τρόπο τού έδινε διαταγές». «Λες το μυξιάρικο να είναι καμιά αρχόντισσα;» Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Ό,τι και να είναι, σίγουρα ξέρει πολύ καλά να διατάζει τους κατωτέρους της. Πρέπει να είναι και μορφωμένη ή να ξέρει καλά να παριστάνει την ανώτερη». Ξαφνικά ο Κόνι έχασε το χιούμορ του. «Να πάρει! Αυτό αλλάζει τα πράγματα, Χοκ». «Σιγά μην τα αλλάζει. Δεν της φόρεσα εγώ τα παντελόνια. Και τι στην ευχή νόμιζες ότι ήταν, δηλαδή; Καμιά πόρνη του λιμανιού;» Ο Κόνι δεν απάντησε, αλλά σώπασε, προκαλώντας έτσι το ειρωνικό γέλιο του Τζέιμς. «Άσε τους ιπποτισμούς, Κόνι. Δεν σου ταιριάζουν, όπως δεν ταιριάζουν και σ’ εμένα. Ας είναι και πριγκίπισσα αυτή η πανούργα τσαπερδόνα. Ούτε που με κόφτει. Προς το παρόν όμως και μέχρι νεωτέρας, είναι ο καμαρότος μου. Μ όνη της διάλεξε αυτό το ρόλο κι εγώ σκοπεύω να την αφήσω να τον παίξει». «Για πόσο;» «Όσο αντέξω». Έπειτα, βλέποντας πως ο Σκοτσέζος είχε πια ελευθερώσει το θύμα του, πρόσθεσε: «Για τον Θεό, ούτε μια γροθιά δεν του ’ριξε! Εγώ θα του είχα…» «…τσακίσει τα κόκαλα, ξέρω», αναστέναξε ο Κόνι. «Μ ου φαίνεται ότι το πήρες λίγο προσωπικά». «Καθόλου. Όσο είμαι εγώ εδώ, δεν μπορεί κανείς να χτυπάει γυναίκες και να πιστεύει ότι δεν θα τιμωρηθεί». «Αυτή τη νέα άποψη την υιοθέτησες από τότε που


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

115

σαλπάραμε; Έλα, Τζέιμς, αγόρι μου», πρόσθεσε κατευναστικά, όταν ο Τζέιμς στράφηκε προς το μέρος του. «Άσε τις δολοφονικές ματιές για το πλήρωμα, όταν θα χρειαστεί… Καλά, καλά», επανόρθωσε απρόθυμα καθώς είδε τον Τζέιμς να έρχεται καταπάνω του. «Τα παίρνω όλα πίσω. Είσαι ο προστάτης όλων των γυναικών». «Ας μην το παρατραβάμε κιόλας». Το χιούμορ του Κόνι επανήλθε αμέσως μόλις είδε το τρομαγμένο ύφος στο πρόσωπο του φίλου του. «Δεν θα το έκανα, φίλε μου, αν δεν ήσουν τόσο ευαίσθητος σήμερα». «Ευαίσθητος; Εγώ; Επειδή θέλω να μαστιγώσω κάποιον που κακοποιεί γυναίκες;» «Θα επισημάνω μια μικρή λεπτομέρεια πάλι. Ο Τιντλς δεν είχε ιδέα ότι χτυπούσε γυναίκα». «Άσχετο, αλλά θα συμφωνήσω. Χτυπούσε παιδί, λοιπόν. Ούτε αυτό μπορώ να το ανεχτώ. Και πριν ανοίξεις πάλι το φλύαρο στόμα σου, για να υπερασπιστείς αυτό τον ηλίθιο, πες μου αν θα τολμούσε να ρίξει σφαλιάρα στον Μ ακΝτόνελ σε περίπτωση που εκείνος του έκλεινε το δρόμο». Ο Κόνι αναγκάστηκε να συμφωνήσει: «Τολμώ να πω ότι μάλλον θα πήγαινε απ’ την άλλη πλευρά». «Έτσι ακριβώς. Τώρα, αφού απέρριψες όλα τα αντίποινα που θα είχα επιλέξει για να τιμωρήσω το νταηλίκι του και αφού ο Σκοτσέζος πραγματικά με απογοήτευσε που τον άφησε να φύγει μόνο με μια προειδοποίηση…» «Πιστεύω πως γι’ αυτό φρόντισε η μικρή». «Και πάλι άσχετο. Δεν μας ενδιαφέρει τι θέλει η μικρή. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα δεις τον κύριο Τιντλς, να του πεις να κρατάει προσευχητάρι». Ο Τζέιμς δεν αναφερόταν στο θρησκευτικό βιβλίο, αλλά στη μαλακή πέτρα που χρησιμοποιούσαν για να καθαρίσουν με τα χέρια ή τα πόδια τις επιφάνειες του καταστρώματος στις οποίες δεν χωρούσαν οι μεγάλες ελαφρόπετρες. Αφού έβρεχαν το κατάστρωμα, ή περίμεναν να βρέξει, για να μην αναγκάζονται να


116

JOHANNA LINDSEY

κουβαλούν το νερό επάνω, έριχναν άμμο σε όλη την επιφάνεια κι ύστερα την έξυναν μπρος-πίσω με τη λεία πλευρά της μεγάλης ελαφρόπετρας, που είχε σκοινιά κι απ’ τις δυο μεριές της, για να μπορούν να τη χειρίζονται. Μ ία από τις χειρότερες δουλειές του καραβιού ήταν να κάνεις το ίδιο πεσμένος στα τέσσερα. «Θες να τον βάλεις να τρίψει τα πεντακάθαρα καταστρώματα;» τον ρώτησε ο Κόνι για να το επιβεβαιώσει. «Για τέσσερις βάρδιες το λιγότερο… τέσσερις συνεχόμενες βάρδιες». «Να πάρει ο διάβολος, Χοκ! Δεκάξι ώρες στα τέσσερα δεν θα του μείνει δέρμα στα γόνατα. Θα πλημμυρίσει όλο το κατάστρωμα από το αίμα του». Η επισήμανση αυτή δεν άλλαξε τη γνώμη του Τζέιμς, όπως έλπιζε. «Έτσι, ακριβώς. Αλλά τουλάχιστον θα γλιτώσει τα κόκαλά του». «Ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι η τιμωρία αυτή θα τον κάνει να αντιπαθήσει ακόμα περισσότερο το παλικάρι σου». «Καθόλου. Είμαι βέβαιος ότι θα σκεφτείς κάτι, ώστε αυτή η ήπια τιμωρία να θεωρηθεί δίκαιη. Το σουλούπι του ή τα ρούχα του, ίσως. Το πουκάμισό του έγινε σίγουρα κουβάρι όταν τον άρπαξε στα χέρια του ο Μ ακΝτόνελ – έτσι δεν είναι; Όποια δικαιολογία όμως κι αν βρεις, εσένα θα αντιπαθήσει, καλέ μου φίλε, όχι τον Τζόρτζι». «Τώρα με υποχρέωσες», είπε σαρκαστικά ο Κόνι. «Θα μπορούσες να δώσεις τόπο στην οργή, ξέρεις. Όπως έκαναν κι αυτοί οι δύο». Ο Τζέιμς παρακολουθούσε τα αδέλφια Μ ακΝτόνελ καθώς κατευθύνονταν στο πρόστεγο. Η Τζόρτζι κρατούσε με το χέρι της το πονεμένο αυτί της. «Αμφιβάλλω ότι αυτοί έδωσαν τόπο στην οργή, αλλά εγώ δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να το κάνω. Άσε, λοιπόν, τις παρατηρήσεις για την τιμωρία που επιλέγω, Κόνι. Ή αυτό ή ο βούρδουλας. Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για το αίμα που θα χυθεί στο κατάστρωμα...»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

117

Κεφάλαιο 14 «Τι είναι αυτά που μουρμουράς πάλι για βράχους; Τόσο δυνατά σε χτύπησε αυτός ο τύπος; Έπρεπε να μ’ αφήσεις να τον κανονίσω όπως…» «Τον καπετάνιο εννοούσα», ψιθύρισε νευριασμένη, καθώς τραβούσε βιαστικά τον Μ ακ σε κάποια ήσυχη γωνιά, για να τα πούνε. «Είναι αυτό το τεράστιο βόδι που με έσυρε έξω απ’ την ταβέρνα εκείνο το βράδυ και που έλπιζα να ξεχάσω για πάντα». Ο Μ ακ σταμάτησε απότομα. «Μ η μου πεις ότι εννοείς εκείνον το λόρδο με τα ξανθά μαλλιά; Αυτός είναι ο βράχος που λες και ξαναλές;» «Είναι ο καπετάνιος μας». «Οχ, μαύρα τα μαντάτα». Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της ακούγοντας την ήρεμη απάντησή του. «Άκουσες τι σου είπα; Ο κάπτεν Μ άλορι είναι ο ίδιος άντρας που…». «Ναι, ναι, το άκουσα. Και δεν σ’ έκλεισε στ’ αμπάρι; Μ ήπως δεν σ’ έχει δει ακόμη;» «Δεν με αναγνώρισε». Ο Μ ακ ανασήκωσε τα φρύδια του, όχι γιατί ένιωσε έκπληξη από την απάντησή της, αλλά επειδή η Τζορτζίνα ακουγόταν πικαρισμένη. «Είσαι σίγουρη ότι σε είδε καλά;» «Απ’ την κορφή ως τα νύχια», επέμεινε. «Απλώς δεν με θυμάται». «Εντάξει, Τζόρτζι μου, μην το παίρνεις προσωπικά. Εκείνο το βράδυ είχαν άλλα πράγματα κι οι δύο στο μυαλό τους. Έπιναν κιόλας. Κάποιοι άνθρωποι ξεχνούν και τ’ όνομά τους έπειτα από


118

JOHANNA LINDSEY

ένα κακό μεθύσι». «Το σκέφτηκα κι αυτό. Και δεν το παίρνω προσωπικά». Ρούφηξε τη μύτη της με αγανάκτηση μόνο που το σκέφτηκε. «Απλώς ανακουφίστηκα… αφού ξεπέρασα το σοκ που έπαθα όταν τον είδα μπροστά μου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μόλις δει εσένα, ας πούμε, δεν θα ξαναθυμηθεί». «Έχεις δίκιο», είπε ο Μ ακ σκεπτικός. Έριξε μια ματιά πίσω απ’ τον ώμο του, εκεί όπου η Αγγλία δεν ήταν παρά μια κουκίδα στον ορίζοντα. «Είναι πολύ αργά για κάτι τέτοιο», είπε εκείνη μαντεύοντας τη σκέψη του. «Έτσι είναι», συμφώνησε εκείνος κι έπειτα είπε: «Έλα. Εδώ μπορεί να μας ακούσουν». Δεν την οδήγησε στο πρόστεγο, αλλά κάτω απ’ το κατάστρωμα, στη θέση του λοστρόμου, που τώρα ήταν δική του, ένα δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τα περίσσια σκοινιά. Η Τζορτζίνα έπεσε φαρδιά πλατιά πάνω σε μια μεγάλη κουλούρα σκοινί, ενώ ο Μ ακ μπήκε σε συλλογισμούς, καθώς πηγαινοερχόταν, αναστέναζε και πλατάγιαζε τη γλώσσα του. Η Τζορτζίνα προσπάθησε να περιμένει υπομονετικά για πέντε ολόκληρα λεπτά, πριν ρωτήσει: «Λοιπόν; Τι κάνουμε τώρα;» «Θα προσπαθήσω να αποφεύγω τον καπετάνιο όσο μπορώ περισσότερο». «Κι όταν δεν θα μπορείς να το κάνεις πια αυτό;» «Ελπίζω να έχουν μεγαλώσει τα γένια μου μέχρι τότε», είπε χαμογελώντας. «Ένας κόκκινος θάμνος πάνω στο γερασμένο δέρμα μου πιστεύω πως θα είναι η καλύτερη μεταμφίεση». «Λες;» είπε χαρούμενη για μια στιγμή. «Αυτό όμως λύνει μόνο ένα απ’ τα προβλήματά μας». «Μ α, εγώ νόμιζα πως ένα ήταν το πρόβλημά μας». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και ακούμπησε με την πλάτη της πάνω στο διάφραγμα του πλοίου. «Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να αποφεύγω κι εγώ τον καπετάνιο». «Ξέρεις ότι αυτό είναι αδύνατον, μικρή… εκτός αν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

119

αρρωστήσεις». Χάρηκε, καθώς πίστεψε ότι μόλις έλυσε το πρόβλημα. «Μ ήπως νιώθεις λίγο αδιάθετη;» «Δεν πρόκειται να πιάσει αυτό το κόλπο, Μ ακ». «Θα πιάσει». Εκείνη έγνεψε και πάλι αρνητικά. «Θα ’πιανε αν κοιμόμουν στο πρόστεγο, όπως νομίζαμε, αλλά με ενημέρωσαν πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει». Κι έπειτα είπε σαρκαστικά: «Ο καπετάνιος προσφέρθηκε μεγαλόψυχα να μοιραστεί την καμπίνα του μαζί μου». «Ορίστε!;» «Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ, αλλά επέμενε, ο καταραμένος. Θέλει να μ’ έχει κοντά του μήπως και χρειαστεί κάτι μες στη νύχτα, το τεμπελόσκυλο. Τι άλλο να περιμένει κανείς, άλλωστε, από έναν κακομαθημένο Άγγλο λόρδο;» «Τότε πρέπει να του το πούμε». Ήρθε η δική της η σειρά να πεταχτεί όρθια με κομμένη την ανάσα. «Τι πράγμα!; Δεν πιστεύω να σοβαρολογείς;» «Να το πιστέψεις, μικρή». Ο Μ ακ ήταν ανένδοτος. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μοιραστείς καμπίνα μ’ έναν άντρα που δεν είναι ούτε φίλος, ούτε συγγενής». «Μ α, νομίζει πως είμαι αγόρι». «Δεν έχει σημασία. Τ’ αδέλφια σου…» «Δεν θα το μάθουν ποτέ», τον διέκοψε θυμωμένη. «Για όνομα του Θεού, αν το πεις στον Μ άλορι, μπορεί να καταλήξω να μοιράζομαι σίγουρα την καμπίνα του έτσι όπως δεν θα μ’ άρεσε καθόλου. Αυτό δεν το σκέφτηκες;» «Δεν θα τολμούσε!» μούγκρισε ο Μ ακ. «Έτσι νομίζεις;» ρώτησε. «Τόσο γρήγορα ξέχασες ποιος κάνει κουμάντο εδώ μέσα; Μ πορεί να κάνει ό,τι θέλει. Και αν διαμαρτυρηθείς, θα βρεθείς αλυσοδεμένος». «Μ όνο το χειρότερο κάθαρμα θα έκανε κάτι τέτοιο». «Σωστά. Τι σε κάνει όμως να πιστεύεις ότι δεν είναι το χειρότερο κάθαρμα; Θέλεις να ρισκάρεις την αγνότητά μου πιστεύο​ν τας σε μια μικρή πιθανότητα να είναι ελάχιστα έντιμος;


120

JOHANNA LINDSEY

Εγώ πάντως, όχι». «Μ α, μικρή…» «Το εννοώ, Μ ακ», επέμεινε εκείνη πεισματικά. «Δεν θα πεις λέξη. Σε περίπτωση που κάτι συμβεί και αποκαλυφθώ, θα καταλάβω αμέσως αν έχει καθόλου τσίπα πάνω του αυτός ο Άγγλος, αν και πολύ αμφιβάλλω. Δεν με απασχολεί να κοιμάμαι στην καμπίνα του. Όμως, οι αντοχές μου δοκιμάζονται όταν βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί του. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο απαράδεκτος είναι, πόσο χαίρεται να γίνεται κακός. Το παραδέχτηκε κι ο ίδιος ότι αυτή είναι μία απ’ τις ελάχιστες απολαύσεις που του έχουν απομείνει». «Ποια, δηλαδή;» «Να στριμώχνει τους ανθρώπους, να τους πιέζει. Να τους φέρεται λες κι είναι έντομα, που τα στριμώχνει με τα κοφτερά του λόγια στη γωνία». «Μ ήπως από την αντιπάθειά σου είναι λίγο υπερβολική, μικρή;» Ήταν όντως υπερβολική, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Αν ήταν πράγματι αγόρι, όπως νόμιζε ο καπετάνιος, δεν θα είχε παρεξηγηθεί από τη συμπεριφορά του. Τα συνηθίζουν αυτά οι άντρες μεταξύ τους, ο μεγαλύτερος και πιο έμπειρος να κάνει καψόνια στον μικρότερο και πιο άπειρο. Και το ζήτημα του σεξ πάντα συζητιέται στις αντροπαρέες, εν απουσία των γυναικών. Πόσες παρόμοιες κουβέντες ανάμεσα στ’ αδέλφια της δεν έχει κρυφακούσει, ενώ αγνοούσαν πως εκείνη βρισκόταν κάπου κοντά; Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να απαντήσει στον Μ ακ, γιατί εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα. Ένας νεαρός ναύτης μπήκε βιαστικά και φάνηκε να νιώθει ανακούφιση μόλις είδε πως ο λοστρόμος ήταν εκεί. «Το σκοινί του δεύτερου ιστίου είναι έτοιμο να σκιστεί απ’ τον αέρα, κύριε. Μ ε έστειλε ο κύριος Σαρπ να φέρω ένα καινούριο, γιατί εσάς δεν μπορούσε να σας βρει». «Θα το τακτοποιήσω εγώ, φίλε», είπε κοφτά ο Μ ακ


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

121

ψάχνοντας τριγύρω για το σωστό σκοινί. Ο άπειρος ναύτης έφυγε χαρούμενος. Η Τζορτζίνα αναστέναξε, γιατί καταλάβαινε πως ο Μ ακ δεν μπορούσε να ασχοληθεί άλλο μαζί της. Δεν ήθελε όμως ούτε να λήξει έτσι άσχημα η κουβέντα τους, ούτε να τον αφήσει να ανησυχεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υποκύψει και να παραδεχτεί: «Έχεις δίκιο, Μ ακ. Άφησα την αντιπάθειά μου να με πείσει πως αυτός ο άνθρωπος είναι χειρότερος από όσο είναι στην πραγματικότητα. Εξάλλου το είπε κι ο ίδιος, σε λίγες μέρες ούτε σημασία δεν θα μου δίνει. Μ άλλον δοκίμαζε τις αντοχές μου και τώρα δεν πρόκειται να ξανασχοληθεί μαζί μου». «Θα κάνεις ό,τι μπορείς να μην τραβάς την προσοχή του;» «Δεν θα φτύνω καν μες στο πιάτο της σούπας του πριν τη σερβίρω σ’ αυτό το βόδι». Εκείνη χαμογέλασε, για να του δείξει ότι αστειεύεται. Εκείνος έκανε τον τρομαγμένο, για να της δείξει ότι το ήξερε. Γέλασαν κι οι δύο πριν ο Μ ακ κατευθυνθεί προς την πόρτα. «Θα έρθεις, λοιπόν;» «Όχι», είπε τρίβοντας τ’ αυτί της κάτω απ’ το σκουφί. «Το κατάστρωμα είναι πιο επικίνδυνο απ’ όσο θυμόμουν». «Αχ, δεν ήταν καλή ιδέα όλο αυτό, μικρή», είπε εκείνος μετανοιωμένος που είχαν πιάσει δουλειά στο καράβι για να καταφέρουν να γυρίσουν στην πατρίδα. Εκείνος είχε την ιδέα αρχικά, αν και προσπάθησε αργότερα να τη μεταπείσει. Αν κάτι συνέβαινε… Του χαμογέλασε, μια και δεν τον κατηγορούσε καθόλου για την τροπή που πήραν τα πράγματα. Είχαν απλώς την ατυχία να βρεθούν σ’ ένα πλοίο στο οποίο ιδιοκτήτης και καπετάνιος ήταν ένας Άγγλος, και μάλιστα ο συγκεκριμένος. «Έλα τώρα, άσ’ τα αυτά. Το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε πάρει το δρόμο του γυρισμού πλέον. Θα χαμογελάσουμε και θα κάνουμε υπομονή ένα μήνα. Θα τα καταφέρω, Μ ακ, σου το υπόσχομαι. Δεν είπαμε πως κάνω εξάσκηση στην υπομονή μου;» «Ναι, μόνο μην ξεχνάς να εξασκείς την υπομονή σου και όταν


122

JOHANNA LINDSEY

αυτός είναι κοντά σου», της απάντησε βραχνά. «Ειδικά τότε. Άντε, πήγαινε τώρα πριν κατέβει κι άλλος για το σκοινί. Εγώ θα μείνω εδώ για λίγο, μέχρι να με καλέσει και πάλι το καθήκον». Ο Μ ακ έγνεψε καταφατικά κι έφυγε. Η Τζορτζίνα σφηνώθηκε ανάμεσα σε δύο χοντρές κουλούρες σκοινιού κι ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στο διάφραγμα. Αναστέναξε καθώς σκέφτηκε ότι η μέρα αυτή δεν μπορούσε να γίνει χειρότερη. Μ άλορι. Όχι, είχε και μικρό όνομα. Τζέιμς Μ άλορι. Αποφάσισε ότι δεν της άρεσαν ούτε το όνομα, ούτε ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Έτσι δεν είναι, Τζορτζίνα; Δεν αντέχεις ούτε να τον βλέπεις. Για όνομα του Θεού, το άγγιγμά του σε αηδιάζει. Τον αντιπαθούσε πολύ, πάρα πολύ, όχι μόνο επειδή ήταν Άγγλος. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της να μην το δείχνει, να προσποιείται τουλάχιστον την αδιάφορη. Χασμουρήθηκε κι έτριψε το πανί που έδενε το στήθος της. Ήθελε πολύ να το βγάλει για λίγες ωρίτσες, αλλά δεν τολμούσε. Το να αποκαλυφθεί τώρα θα ήταν χειρότερο απ’ όσο είχε αρχικά υπολογίσει, γιατί εκείνος αποφάσιζε πλέον για τη μοίρα της. Λίγο πριν αρχίσει να την παίρνει ο ύπνος, τα χείλη της σχημάτισαν ένα πονηρό χαμογελάκι. Ο άνθρωπος ήταν και χαζός, εκτός από ενοχλητικός. Τι εύκολα που τον είχε ξεγελάσει! Εκείνος έβλεπε μόνο όσα του έδειχνε. Αυτό την έκανε να νιώθει ικανοποίηση, και με το παραπάνω.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

123

Κεφάλαιο 15 «Τζόρτζι!» Το κεφάλι της είχε κρεμαστεί μπροστά καθώς κοιμόταν, μα τώρα τινάχτηκε και χτύπησε με δύναμη πάνω στο διάφραγμα. Ευτυχώς, τα μαλλιά κάτω από το σκουφί της μετρίασαν τη δύναμη του χτυπήματος, αλλά έτσι κι αλλιώς αγριοκοίταξε τον Μ ακ, που συνέχιζε να την τραντάζει από τους ώμους, για να την ξυπνήσει. Άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνος μίλησε πρώτος. «Τι στην οργή κάνεις ακόμη εδώ κάτω; Έχει βάλει ανθρώπους και σε ψάχνουν σ’ όλο το καράβι!» «Τι; Ποιος;» Κι αμέσως συνειδητοποίησε πού βρισκόταν και ποιος άλλος βρισκόταν στο πλοίο. «Α, μάλιστα», είπε περιφρονητικά. «Ας πάει, λοιπόν, να…» Όχι, λάθος συμπεριφορά. «Τι ώρα είναι; Άργησα να του σερβίρω το βραδινό του;» «Πάνω από μία ώρα, θα έλεγα». Στάθηκε με δυσκολία στα πόδια της και κατευθύνθηκε αμέσως προς την πόρτα βρίζοντας μέσα από τα δόντια της. «Λες να πάω κατευθείαν εκεί ή να πάω να πάρω το φαγητό του πρώτα;» τον ρώτησε πάνω από τον ώμο της. «Πρώτα το φαγητό. Αν πεινάει, αυτό θα τον ηρεμήσει». Εκείνη έκανε μεταβολή και τον κοίταξε. «Να τον ηρεμήσει; Γιατί; Είναι θυμωμένος;» «Δεν τον έχω δει, αλλά βάλε και λίγο το νιονιό σου να δουλέψει, μικρή», τη συμβούλεψε ο Μ ακ. «Πρώτη σου μέρα στην υπηρεσία του κι έχεις ήδη αμελήσει…»


124

JOHANNA LINDSEY

«Δεν φταίω εγώ που με πήρε ο ύπνος», τον διέκοψε εκείνη, δικαιολογώντας λίγο παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε τον εαυτό της. «Εξάλλου, αυτός με διέταξε να κοιμηθώ». «Ε, τότε, λοιπόν, να μην ανησυχείς. Άντε, πήγαινε τώρα και μην καθυστερείς άλλο». Η Τζορτζίνα έφυγε, αλλά δεν μπορούσε να μην ανησυχεί. Ο καπετάνιος τής είχε δώσει εντολή να κοιμηθεί στην καμπίνα του, όπου θα την ξυπνούσε όταν θα έφτανε η ώρα να του φέρει το φαγητό του. Γι’ αυτό την ήθελε κοντά του, για να είναι παρούσα όταν θα τη χρειαστεί. Και τώρα είχε αναγκαστεί να στείλει τους άντρες του να τη βρουν. Ανάθεμα και πάλι ανάθεμα! Εκεί που πίστευε πως είχαν τελειώσει οι σκοτούρες της, για σήμερα τουλάχιστον… Όρμησε στο μαγειρείο τόσο βιαστικά ώστε οι τρεις άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί σταμάτησαν τη δουλειά τους και τη χάζευαν. «Είναι έτοιμος ο δίσκος με το φαγητό του καπετάνιου, κύριε Ο’Σον;» Της κούνησε το αλευρωμένο του δάχτυλο. «Έτοιμος εδώ και ώρα…» «Είναι ζεστό το φαγητό;» Ίσιωσε το κορμί του θιγμένος. «Φυσικά και είναι ζεστό. Τρίτη φορά το ξαναζέστανα. Είχα σκοπό να στείλω τον Χόγκαν… εδώ…» Οι λέξεις του έσβησαν αργά καθώς η Τζορτζίνα όρμησε έξω τόσο βιαστικά όσο είχε μπει, κρατώντας ένα δίσκο μεγαλύτερο από τον πρώτο, που τη βάραινε πολύ, αλλά δεν της ανέκοπτε την ταχύτητα. Στη διαδρομή τρεις άντρες τής φώναξαν ότι την έψαχνε ο καπετάνιος. Εκείνη ούτε που σταμάτησε, για να τους απαντήσει. Μ όνο αγχώθηκε περισσότερο. Σου είπε ότι δεν θα σου ρίξει σφαλιάρα. Σου το είπε. Συνέχιζε, όμως, να το υπενθυμίζει στον εαυτό της σε όλη τη διαδρομή μέχρι την καμπίνα, και ακόμα μία φορά πριν χτυπήσει την πόρτα και ακούσει την κοφτή του διαταγή να περάσει. Και το υπενθύμισε στον εαυτό της μία τελευταία φορά πριν μπει στην


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

125

καμπίνα του. Και το πρώτο πράγμα που άκουσε μόλις μπήκε ήταν η φωνή του ύπαρχου να λέει: «Του χρειάζεται ένα σκαμπίλι». Στ’ αλήθεια, πόσο τον μισούσε αυτό τον άνθρωπο! Για να μη φανεί το θυμωμένο βλέμμα της, έσκυψε το κεφάλι περιμένοντας να ακούσει την άποψη του Τζέιμς Μ άλορι, η οποία ήταν και η μοναδική που μετρούσε γι’ αυτήν. Ωστόσο, δεν άκουσε τίποτα, μόνο εκκωφαντική σιωπή, που δεν μαρτυρούσε καθόλου τη διάθεση του καπετάνιου. Απέφυγε εντελώς να συναντήσει το βλέμμα του, φοβούμενη πως η έκφρασή του θα ήταν κάτι παραπάνω από τρομακτική και θα της έκοβε τα πόδια. Αναπήδησε όταν τελικά τον άκουσε να λέει: «Λοιπόν, τι έχεις να πεις, μικρέ;» Λογικός. Θα ήταν λογικός και θα άκουγε οποιαδήποτε από τις δικαιολογίες της. Ήταν τόσο αναπάντεχο αυτό, που σήκωσε το κεφάλι της για να συναντήσει τα λαμπερά πράσινα μάτια του. Εκείνος καθόταν στο τραπέζι, το αδειανό τραπέζι, μαζί με τον Κόνραντ Σαρπ. Ξαφνικά η Τζορτζίνα συνειδητοποίησε ότι η καθυστέρησή της είχε κάνει και τους δύο άντρες να περιμένουν το φαγητό τους. Ένιωσε ανακουφισμένη, ωστόσο, που ο καπετάνιος δεν την είχε κεραυνοβολήσει. Συνέχιζε να είναι τρομακτικός, ως συνήθως, έτσι μεγαλόσωμος όπως ήταν, σαν βόδι. Δεν υπήρχε όμως ίχνος θυμού στη στάση του. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι δεν ήξερε πώς ήταν θυμωμένος. Μ πορεί να ήταν όπως τώρα. «Ίσως κι ένα μαστίγωμα», πρότεινε ο Κόνραντ βλέποντας πως η σιωπή συνεχιζόταν. «Για να μάθει το παλιόπαιδο να απαντάει όταν το ρωτούν κάτι». Η Τζορτζίνα δεν δίστασε αυτή τη φορά να του ρίξει ένα άγριο βλέμμα, στο οποίο ο ψηλός κοκκινομάλλης απάντησε μ’ ένα πνιχτό γέλιο. Μ ια γρήγορη ματιά στον καπετάνιο επιβεβαίωσε ότι εκείνος ακόμη περίμενε την απάντησή της με έκφραση ανεξιχνίαστη.


126

JOHANNA LINDSEY

«Λυπάμαι πολύ, κύριε», είπε τελικά προσθέτοντας στον τόνο της φωνής της αρκετή μεταμέλεια. «Κοιμόμουν… όπως με διατάξατε». Ανασήκωσε το ξανθό του φρύδι με ενοχλητική επιτήδευση. «Για φαντάσου, Κόνι», είπε ο καπετάνιος χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. «Απλώς εκτελούσε τις διαταγές μου. Αν θυμάμαι καλά όμως, του είχα πει να κοιμηθεί εδώ, σ’ εκείνο το κρεβάτι». Η Τζορτζίνα έκανε ένα μορφασμό. «Το ξέρω, και πράγματι προσπάθησα. Δεν ένιωθα άνετα να… Θέλω να πω… Διάβολε, το κρεβάτι σας είναι πολύ μαλακό». Καλύτερα να πει ψέματα παρά να παραδεχτεί ότι δεν το έκανε μόνο και μόνο επειδή το κρεβάτι ήταν δικό του. «Ώστε δεν σου αρέσει το κρεβάτι μου;» Η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί γελούσε ο ύπαρχος. Και το ενοχλητικό φρύδι του καπετάνιου ανασηκώθηκε ακόμα περισσότερο. Διέκρινε και κάποια θυμηδία στα μάτια του; Θα έπρεπε να νιώθει ανακουφισμένη. Αντίθετα, ένιωθε σαν να είχε γίνει ο περίγελος. Είχε πραγματικά βαρεθεί να αποτελεί πηγή διασκέδασης χωρίς να γνωρίζει το λόγο. Υπομονή, Τζορτζίνα. Αδιαφορία. Εσύ κι ο Τόμας είστε οι μοναδικοί απ’ την οικογένεια Άντερσον που δεν έχετε νεύρα. Όλοι το λένε. «Είμαι σίγουρη ότι το κρεβάτι σας είναι πολύ καλό, κύριε, το καλύτερο αν σας αρέσουν τα μαλακά. Εγώ προτιμώ τα πιο σκληρά, οπότε…» O ύπαρχος έσκασε στα γέλια κι η Τζορτζίνα άφησε στη μέση τη φράση της συνοφρυωμένη. Ο Τζέιμς Μ άλορι μάλλον είχε πνιγεί, γιατί ήταν σκυμμένος στην καρέκλα του και έβηχε. Παραλίγο να ρωτήσει τον Σαρπ γιατί γελάει, αλλά ο δίσκος είχε βαρύνει πολύ στα χέρια της. Καθώς την είχαν αφήσει όρθια, με το δίσκο στα χέρια, να τους εξηγεί γιατί καθυστέρησε, τώρα ήθελε απλώς να τελειώνει. «Λοιπόν», συνέχισε ζωηρά, για να τραβήξει και πάλι την


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

127

προσοχή τους. «Σκέφτηκα να πάω να φέρω την αιώρα μου, όπως μου είπατε. Πηγαίνοντας, όμως, στο πρόστεγο… πέτυχα τον αδελφό μου, που ήθελε να μου μιλήσει. Κατέβηκα κάτω μαζί του για ένα λεπτάκι, αλλά τότε… άρχισε πάλι να με ταλαιπωρεί το στομάχι μου και ξάπλωσα λίγο, για να μου περάσει. Το μόνο που θυμάμαι μετά είναι τον Μ ακ να προσπαθεί να με ξυπνήσει και να με κατσαδιάζει, επειδή με πήρε ο ύπνος και παραμέλησα τα καθήκοντά μου». «Σε κατσάδιασε; Αυτό ήταν όλο;» Μ α, τι ήθελε επιτέλους; Να χυθεί αίμα; «Μ ου τράβηξε μια καρπαζιά στ’ αυτιά. Και σίγουρα τώρα θα έγιναν ακόμα πιο τεράστια». «Ώστε έτσι; Άρα δεν χρειάζεται να το κάνω εγώ». Κι έπειτα πρόσθεσε πιο απαλά: «Πόνεσες, Τζόρτζι;» «Φυσικά και πόνεσα», απάντησε εκείνη. «Μ ήπως θέλετε να δείτε τι έπαθα;» «Είσαι διατεθειμένος να μου δείξεις τα μυτερά αυτιά σου, παλικάρι μου; Πραγματικά, κολακεύομαι». Τώρα πια τον αγριοκοίταζε. «Μ ην κολακεύεστε, γιατί δεν πρόκειται να σας τα δείξω. Θα πρέπει να αρκεστείτε στο λόγο μου. Ξέρω ότι σας φαίνεται διασκεδαστικό, καπετάνιε, αλλά αν το είχατε πάθει εσείς, δεν θα το βλέπατε έτσι». «Ω, έχω φάει αμέτρητες καρπαζιές… μέχρι που άρχισα να ρίχνω κι εγώ μερικές. Θα χαρώ να σου δείξω πώς να το κάνεις». «Να κάνω τι;» «Να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου, αγόρι μου». «Να χτυπήσω… τον ίδιο μου τον αδελφό;» Ο τόνος της φωνής της άφηνε να εννοηθεί ότι δεν θα το έκανε ποτέ. «Τον αδελφό σου ή όποιον άλλον σε πειράξει». Τα μάτια της στένεψαν με καχυποψία. «Είδατε τι συνέβη;» «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για τι πράγμα μιλάς. Για πες μου τώρα, θέλεις να σε μάθω να ρίχνεις γροθιές ή όχι;» Λίγο έλειψε να την πιάσουν τα γέλια απ’ αυτή την ανοησία. Λίγο έλειψε να συμφωνήσει θεωρώντας ότι θα ήταν χρήσιμο


128

JOHANNA LINDSEY

κάτι τέτοιο πάνω στο καράβι. Αυτό όμως θα σήμαινε ακόμα περισσότερο χρόνο μαζί του. «Όχι, κύριε, σας ευχαριστώ. Τα καταφέρνω και μόνος μου». Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Όπως νομίζεις, Τζόρτζι. Την επόμενη φορά, όμως, που θα σου ζητήσω να κάνεις κάτι, κοίτα να το κάνεις όπως το λέω εγώ, όχι όπως θέλεις εσύ. Και μη με ξαναβάλεις σε μπελάδες. Φοβήθηκα ότι έπεσες στη θάλασσα. Την άλλη φορά, μα τον Θεό, θα σε θέσω υπό περιορισμό στην καμπίνα μου». Τον κοίταξε και τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν. Ο Τζέιμς είχε μιλήσει χωρίς να υψώσει καθόλου τη φωνή του, αλλά η προειδοποίησή του ήταν σαφής. Η Τζορτζίνα δεν αμφέβαλλε στιγμή πως το εννοούσε. Μ α ήταν γελοίο. Λίγο έλειψε να του απαντήσει ότι ήξερε να κυκλοφορεί μες στο καράβι πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε ναύτη κι ότι οι πιθανότητες να πέσει στη θάλασσα ήταν μηδενικές. Δεν μπορούσε, όμως, να πει κάτι τέτοιο, γιατί υποτίθεται ότι δεν ήξερε καθόλου από καράβια. Δεν πίστεψε φυσικά ότι ανησύχησε για την ακεραιότητά της. Η λέξη «μπελάδες» τα έλεγε όλα. Δεν ανησύχησε, αλλά πείνασε. Αυτό ήθελε εκείνος να σιγουρέψει, πως δεν θα ξανασυμβεί. Ένας καταραμένος αριστοκράτης ήταν όλο κι όλο, κι αυτό εκείνη το είχε ήδη καταλάβει. Τη σιωπή έσπασε η ξερή ερώτηση του κυρίου Σαρπ: «Μ ια και δεν θα ζητήσουμε να μας φέρουν το βούρδουλα, μπορούμε επιτέλους να φάμε, Τζέιμς;» «Πάντα ήσουν κοιλιόδουλος, Κόνι», απάντησε εξίσου ξερά ο Τζέιμς. «Τι να κάνουμε; Κάποιοι από εμάς ευχαριστιούνται με απλά πράγματα. Λοιπόν, τι περιμένεις;» Η Τζορτζίνα φαντάστηκε τι ωραία που θα ήταν να έπεφτε πάνω στον ύπαρχο ολόκληρος ο δίσκος με το φαγητό. Αναρωτήθηκε αν θα τολμούσε να υποκριθεί ότι σκόνταψε. Μ πα, άσ’ το καλύτερα, γιατί τότε θα πήγαινε ο ίδιος να φέρει το βούρδουλα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

129

«Θα σερβιριστούμε μόνοι μας, Τζόρτζι, μια που έχεις καθυστερήσει σήμερα με τις υποχρεώσεις σου», είπε ο καπετάνιος όταν η Τζορτζίνα απόθεσε το δίσκο με το φαγητό πάνω στο τραπέζι. Τον κοίταξε με μια δόση περιέργειας. Δεν είχε σκοπό να νιώσει ενοχές επειδή αμέλησε να κάνει κάτι το οποίο δεν της είχε πει. Εκνευρίστηκε, όμως, γιατί δεν της εξηγούσε τι ακριβώς εννοούσε. Ο Τζέιμς δεν της έδινε καν σημασία, καθώς παρατηρούσε το φαγητό που είχε μόλις ξεσκεπάσει ο αντιπαθητικός φίλος του. «Σε ποια υποχρέωσή μου έχω καθυστερήσει, καπετάνιε;» «Σε ποια; Μ α στο λουτρό μου, φυσικά. Το παίρνω αμέσως μετά το βραδινό φαγητό». «Μ ε κανονικό νερό ή με θαλασσινό;» «Μ ε κανονικό, βεβαίως. Έχουμε μπόλικο. Ζεστό, αλλά όχι καυτό. Συνήθως χρειάζονται περίπου οχτώ κουβάδες». «Οχτώ!» Έσκυψε αμέσως το κεφάλι της ελπίζοντας ότι εκείνος δεν θα προσέξει την απογοήτευσή της. «Μ άλιστα, κύριε, οχτώ κουβάδες. Κάθε βδομάδα ή κάθε δεκαπενθήμερο;» «Πολύ αστείο, μικρέ μου!» είπε γελώντας. «Κάθε μέρα, φυσικά». Η Τζορτζίνα αναστέναξε. Δεν άντεξε άλλο. Και δεν την ένοιαξε καθόλου αν ακούστηκε ή όχι. Αυτό το μεγάλο βόδι ήταν, εκτός των άλλων, και σχολαστικό με την καθαριότητα. Κι εκείνη θα ήθελε να κάνει κάθε μέρα μπάνιο, αλλά όχι όταν έπρεπε να κουβαλάει όλους αυτούς τους κουβάδες από την κουζίνα. Έκανε να φύγει, αλλά το σχόλιο του ύπαρχου τη σταμάτησε: «Θα βρεις μια ράγα για τους κουβάδες κρεμασμένη στο πρόστεγο, σπόρε. Μ πορείς να δοκιμάσεις αν θέλεις, αλλά αμφιβάλλω ότι έχεις τα απαραίτητα ποντίκια για να σηκώσεις τέσσερις κουβάδες μαζί. Χρησιμοποίησε και το βαρελάκι που είναι πάνω στη σκάλα για το κρύο νερό. Έτσι θα κερδίζεις λίγο χρόνο κι εγώ θα πω να σου το γεμίζουν κάθε βράδυ».


130

JOHANNA LINDSEY

Εκείνη τον ευχαρίστησε κουνώντας το κεφάλι της. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο αυτή τη στιγμή. Τι κι αν της το πρότεινε παριστάνοντας τον καλό; Ακόμη τον αντιπαθούσε, κι αυτόν και τον σχολαστικό του καπετάνιο. Μ όλις η πόρτα έκλεισε πίσω της, ο Κόνι ρώτησε: «Από πότε κάνεις κάθε βράδυ μπάνιο στο καράβι, Χοκ;» «Από τότε που απέκτησα αυτό το χρυσό κορίτσι, για να με βοηθάει». «Έπρεπε να το είχα καταλάβει», είπε σαρκαστικά ο Κόνι. «Αλλά δεν νομίζω πως θα χαίρεται όταν θα μετράει τις φουσκάλες στα χέρια της». «Μ α πίστεψες ότι θα την αφήσω να κουβαλάει όλους αυτούς τους κουβάδες; Δεν θέλω με τίποτα να κάνει ποντίκια εκεί που δεν χρειάζεται. Όχι, έχω ήδη κανονίσει με τον Ανρί να αποδείξει πόσο τρυφερή ψυχή έχει». «Ο Ανρί;» χαμογέλασε ο Κόνι. «Τρυφερή ψυχή ο Ανρί;» Κι έπειτα: «Δεν του είπες ότι…» «Φυσικά και όχι». Ο Τζέιμς γέλασε πονηρά. «Κόνι, παλιόφιλε, έχεις συνηθίσει να μου κάνεις ανάκριση για τα πάντα που ξεχνάς ότι κανένας άλλος δεν τολμάει κάτι τέτοιο».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

131

Κεφάλαιο 16 Τα χέρια της Τζορτζίνα έτρεμαν λίγο ενώ μάζευε τα πιάτα στο δίσκο και καθάριζε το τραπέζι του καπετάνιου. Δεν ήταν από την κούραση. Τους κουβάδες με το νερό τούς είχε κουβαλήσει μόνο από την πόρτα μέχρι την μπανιέρα. Την είχε βοηθήσει ένας ψευτονταής Γάλλος, που έγινε έξω φρενών μαζί της επειδή έριξε νερά στο κατάστρωμα. Ονομαζόταν Ανρί και, αγνοώ​ν τας τις αντιρρήσεις της, πρόσταξε δύο μέλη του πληρώματος, όχι πολύ μεγαλύτερα από τον υποτιθέμενο Τζόρτζι, να κουβαλήσουν εκείνα τους κουβάδες. Τα αγόρια ήταν πιο γεροδεμένα και σαφώς πιο δυνατά, αλλά εκείνη διαμαρτυρήθηκε μόνο και μόνο επειδή ένιωσε υποχρεωμένη και υπέθεσε πως τα παιδιά θα γκρίνιαζαν, καθώς αναγκάζονταν να κάνουν τη δική της δουλειά. Όμως τ’ αγόρια δεν διαμαρτυρήθηκαν, ενώ στο τέλος ο Ανρί σχολίασε σχετικά με το θέμα ότι θα έπρεπε να είχε μεγαλώσει κι άλλο πριν μπαρκάρει. Η Τζορτζίνα πειράχτηκε λίγο, αλλά είχε τη σύνεση να κρατήσει το στόμα της κλειστό. Στο κάτω-κάτω, ο άνθρωπος την είχε βοηθήσει, έστω κι αν ο ίδιος δεν το έβλεπε έτσι. Ωστόσο, έπρεπε κι εκείνη να κουβαλήσει, γιατί οι βοηθοί της άφησαν το φορτίο στην πόρτα, αρνούμενοι να μπουν στην καμπίνα του καπετάνιου. Δεν τους κατηγορούσε. Ούτε κι εκείνη θα ήθελε να μπει στο βασίλειό του, αν δεν ήταν υποχρεωμένη. Το λίγο κουβάλημα που έκανε όμως δεν ευθυνόταν για το τρέμουλο στα χέρια της· έτρεμαν επειδή ο Τζέιμς Μ άλορι βρισκόταν πίσω από το παραβάν του λουτρού κι έβγαζε τα


132

JOHANNA LINDSEY

ρούχα του. Αυτό και μόνο την έκανε να νιώσει μεγαλύτερη νευρικότητα απ’ όση είχε νιώσει όλη μέρα. Ευτυχώς, δεν ήταν υποχρεωμένη να παραμείνει στην καμπίνα. Έπρεπε να επιστρέψει τα πιάτα στο μαγειρείο και να πάρει την αιώρα της από το θάλαμο του πληρώματος στο πρόστεγο. Μ α δεν είχε βγει ακόμη από το δωμάτιο όταν άκουσε τον παφλασμό του νερού. Προσπάθησε να την αποφύγει, αλλά η εικόνα του μεγάλου κορμιού του να βυθίζεται αργά στο ζεστό νερό, του ατμού να τον τυλίγει και να μουσκεύει τα πυκνά, χρυσά μαλλιά του σχηματίστηκε στο μυαλό της. Σταγόνες υγρασίας θα σχηματίζονταν στο πλατύ του στήθος και στο δέρμα του θα καθρεφτιζόταν το φως του φαναριού που κρεμόταν από πάνω του. Θα ξάπλωνε πίσω και θα έκλεινε για μια στιγμή τα μάτια του, καθώς το σώμα του θα χαλάρωνε μέσα στην ανακουφιστική ζεστασιά του νερού… Και τότε η εικόνα χάθηκε. Η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό τον άντρα να χαλαρώνει. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν συνειδητοποίησε τι έκανε. Μ α ήταν τρελή; Μ πα, θα ήταν το άγχος και η ένταση αυτής της φρικτής μέρας, η οποία μάλιστα δεν είχε τελειώσει ακόμη. Πέταξε θυμωμένη το τελευταίο πιάτο στο δίσκο, τον άρπαξε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Πριν φτάσει, άκουσε τη βαθιά φωνή του καπετάνιου να ταξιδεύει προς το μέρος της. «Χρειάζομαι τη ρόμπα μου, Τζόρτζι». Τη ρόμπα του; Πού την είχε βάλει, άραγε; Α, ναι, την είχε κρεμάσει στην ντουλάπα. Ήταν μια λεπτή σμαραγδί μεταξωτή ρόμπα, που μετά βίας τού έφτανε ως τα γόνατα. Μ ια τέτοια ρόμπα δεν θα τον ζέσταινε. Είχε αναρωτηθεί μάλιστα νωρίτερα για τη χρησιμότητά της. Δεν είχε βρει πιτζάμες στα πράγματά του και υπέθεσε πως ο καπετάνιος τη φοράει στον ύπνο. Ακούμπησε και πάλι το δίσκο στο τραπέζι, άρπαξε σβέλτα τη ρόμπα από την ντουλάπα, έτρεξε στην άλλη άκρη της καμπίνας και την πέταξε πίσω από το παραβάν. Πριν όμως στρίψει προς το τραπέζι, εκείνος ξαναμίλησε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

133

«Έλα από δω, παλικάρι μου». Οχ, όχι. Όχι και πάλι όχι. Δεν ήθελε να τον δει έτσι χαλαρό. Δεν ήθελε να αντικρίσει το γυαλιστερό δέρμα που είχε μόλις φανταστεί. «Πρέπει να πάω να φέρω την αιώρα μου, κύριε». «Μ πορεί να περιμένει». «Μ α δεν θέλω μετά να σας ενοχλήσω όταν θα την τοποθετώ». «Δεν θα μ’ ενοχλήσεις». «Μ α…» «Έλα εδώ, Τζόρτζι». Άκουσε την ανυπομονησία στη φωνή του. «Ένα λεπτό θα σου πάρει». Έριξε μια νοσταλγική ματιά στην πόρτα, τη μοναδική της δια​φυγή. Ένα χτύπημα στην πόρτα εκείνη τη στιγμή θα την έσωζε από την υποχρέωση να πάει πίσω απ’ το παραβάν, όμως κανένα χτύπημα, καμία διαφυγή. Αυτή ήταν η εντολή του. Προσπάθησε να συνέλθει και ίσιωσε την πλάτη της. Και λοιπόν; Τι είχε να φοβηθεί; Τα αδέλφια της τα έβλεπε όλη της τη ζωή να κάνουν μπάνιο. Τους έφερνε πετσέτες, τους έλουζε τα μαλλιά, μέχρι κανονικό μπάνιο είχε κάνει τον Μ πόιντ όταν είχε κάψει τα χέρια του. Φυσικά, τότε εκείνος ήταν δέκα κι εκείνη έξι, αλλά, τέλος πάντων, είχε δει άντρα γυμνό. Μ ε πέντε αδέλφια κάτω από την ίδια στέγη ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστο που όλα αυτά τα χρόνια είχε τύχει να ρίξει μόνο μια-δυο κλεφτές και αμήχανες ματιές. «Τζόρτζι…» «Έρχομαι, για όνομα του… Θέλω να πω…» Η Τζορτζίνα πέρασε πίσω από το παραβάν. «Τι μπορώ να… κάνω…για σας;» Θεέ μου, δεν ήταν το ίδιο. Δεν ήταν αδελφός της. Ήταν ένας μεγαλόσωμος, ωραίος άντρας, με τον οποίο δεν είχε καμιά συγγένεια. Το υγρό και ηλιοκαμένο του δέρμα γυάλιζε και τεντωνόταν πάνω στους σφιχτούς σαν πέτρα μυς του. Τα μαλλιά του δεν είχαν μουσκέψει. Ήταν πολύ πυκνά για να μουσκέψουν, δυο-τρεις τούφες μονάχα έπεφταν σγουρές πάνω στο μέτωπό


134

JOHANNA LINDSEY

του. Τον έβλεπε σαν ταύρο, έτσι όπως ήταν τόσο μεγαλόσωμος και φαρδύς. Ήταν μεγαλόσωμος, αλλά γεροδεμένος. Αμφέβαλλε αν υπήρχε μαλακό σημείο σε όλο του το κορμί… εκτός από ένα ίσως. Αναψοκοκκίνισε και μόνο στη σκέψη και προσευχήθηκε να μην το πρόσεξε ο καπετάνιος. «Τι στα κομμάτια σού συμβαίνει, μικρέ μου;» Ήταν φανερά ενοχλημένος που δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στο κάλεσμά του. Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια της στο πάτωμα, το προσωρινό της καταφύγιο, ελπίζοντας να δείχνει μετανιωμένη, όπως έπρεπε. «Συγχωρήστε με, κύριε. Θα φροντίσω στο εξής να είμαι πιο σβέλτος». «Να το φροντίσεις. Πάρε». Ένα σαπούνι τυλιγμένο μέσα σε ένα μικρό πανί τη χτύπησε στο κέντρο του στήθους της. Το σαπούνι έπεσε στο πάτωμα. Έπιασε το πανί. Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα από τον τρόμο. «Θέλετε να σας φέρω άλλο σαπούνι;» ρώτησε ευελπιστώντας. Άκουσε ένα ρουθούνισμα ανυπομονησίας. «Μ ια χαρά είναι κι αυτό. Έλα να μου πλύνεις την πλάτη». Το φοβόταν πως αυτό θα της ζητούσε. Δεν μπορούσε να το κάνει. Να πλησιάσει το γυμνό του δέρμα; Να το αγγίξει; Πώς θα μπορούσε; Μα, είσαι αγόρι, Τζόρτζι, κι αυτός είναι άντρας. Δεν θεωρεί λάθος να σου ζητήσει να του πλύνεις την πλάτη, γιατί νομίζει πως είσαι αγόρι. «Μ ήπως η καρπαζιά επηρέασε την ακοή σου;» «Μ άλιστα… εννοώ, όχι». Αναστέναξε. «Ήταν μια δύσκολη μέρα σήμερα, καπετάνιε». «Κι η ένταση κουράζει τα παιδιά. Το καταλαβαίνω απόλυτα, παλικάρι μου. Μ πορείς να πας νωρίς για ύπνο, μια που δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις απόψε… αφού μου τρίψεις την πλάτη». Η Τζορτζίνα κοκάλωσε. Νόμισε για μια στιγμή ότι θα την απάλλασσε από αυτή την υποχρέωση. Μ άταια όμως. Εντάξει, λοιπόν, θα του την έτριβε την καταραμένη του την πλάτη.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

135

Μ πορούσε να κάνει κι αλλιώς; Κι ίσως τον έγδερνε και λιγάκι πάνω στη διαδικασία. Έπιασε από κάτω το σαπούνι και πήγε στην άκρη της μπανιέρας. Εκείνος έγειρε μπροστά και της αποκάλυψε ολόκληρη την πλάτη του, τόσο μεγάλη, τόσο φαρδιά, τόσο… αρρενωπή. Το νερό που είχε ρίξει μέσα στην μπανιέρα έφτανε μόλις λίγο πιο πάνω από τους γοφούς του· τόσο μεγάλη ήταν η μπανιέρα. Και το νερό δεν είχε θολώσει. Τούτος ο άντρας είχε καλοφτιαγμένους γλουτούς. Συνειδητοποίησε ότι στεκόταν εκεί και τον κοίταζε, απλώς τον κοίταζε, ποιος ξέρει πόση ώρα. Μ άλλον όχι πολλή, γιατί σίγουρα κάτι θα είχε πει αυτός ο ανυπόμονος διάβολος. Εκνευρισμένη με τον εαυτό της κι εξοργισμένη μαζί του, επειδή την ανάγκαζε να το κάνει, πέταξε το πανί στο νερό κι άρχισε να τρίβει σαν τρελή το σαπούνι πάνω του, μέχρι που έφτιαξε αρκετή σαπουνάδα για να πλύνει δέκα ανθρώπους. Έπειτα, πέταξε το πανί με δύναμη πάνω στην πλάτη του κι άρχισε να τον τρίβει με μανία. Εκείνος δεν έβγαλε κουβέντα. Μ ια στιγμή αργότερα, η Τζορτζίνα άρχισε να νιώθει άσχημα βλέποντας τις κοκκινίλες που άφηνε στην πλάτη του. Χαλάρωσε την πίεση και μαζί χαλάρωσε και το θυμό της. Έμεινε πάλι να τον κοιτάζει, γοητευμένη από την ανατριχίλα που ένιωθε όταν τον άγγιζε σε ευαίσθητο σημείο, παρακολουθώντας το ηλιοκαμένο δέρμα του να εξαφανίζεται κάτω από τις σαπουνάδες κι έπειτα να ξαναεμφανίζεται. Το πανί ήταν τόσο λεπτό σαν να μην υπήρχε, σαν να μην υπήρχε τίποτα ανάμεσα στο χέρι της και το λείο δέρμα του. Οι κινήσεις της έγιναν πιο αργές. Έπλενε και περιοχές που είχε ήδη πλύνει. Και τότε συνέβη. Το φαγητό που είχε καταβροχθίσει βιαστικά περιμένοντας το νερό να βράσει στο μαγειρείο άρχισε να ανακατεύεται στο στομάχι της. Ήταν πολύ περίεργη αίσθηση, αλλά η Τζορτζίνα δεν είχε καμιά αμφιβολία πως θα εξελισσόταν σε κανονική ναυτία. Θα γινόταν εντελώς ρεζίλι αν έκανε πάλι εμετό μπροστά του. Μα τι να κάνω που αρρωσταίνω κοντά σας,


136

JOHANNA LINDSEY

καπετάνιε; Τι ωραία δικαιολογία. «Τελείωσα, κύριε». Του έδωσε το πανί πάνω από τον ώμο του. Εκείνος δεν το πήρε. «Όχι, ακόμα, παλικάρι μου. Δεν μου έτριψες τη μέση». Τα μάτια της έπεσαν στο σημείο όπου οι σαπουνάδες έκαναν αυλάκια κυλώντας προς τα κάτω. Δεν θυμόταν αν πραγματικά είχε πλύνει αυτό το σημείο ή όχι. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, ανακουφισμένη που δεν φαινόταν τίποτα μέσα στο νερό από τις πολλές σαπουνάδες. Βύθισε το πανί λίγο μέσα στο νερό, στη βάση της σπονδυλικής του στήλης, για να μην έχει να λέει ότι δεν έκανε τέλεια δουλειά. Για να καταφέρει όμως να φτάσει σε αυτό το σημείο, αναγκάστηκε να σκύψει και να τον πλησιάσει τόσο πολύ που μύρισε τα μαλλιά του. Μ ύρισε και το φρεσκοπλυμένο κορμί του. Κι άκουσε καθαρά το βογκητό του. Πετάχτηκε πίσω τόσο γρήγορα που χτύπησε στον τοίχο. Γύρισε κι εκείνος το ίδιο γρήγορα για να την κοιτάξει. Η ένταση στα μάτια του την ακινητοποίησε. «Συγγνώμη», του είπε με κομμένη ανάσα. «Ορκίζομαι πως δεν ήθελα να σας πονέσω». «Ηρέμησε, Τζόρτζι». Εκείνος ξαναγύρισε μπροστά κι έσκυψε το κεφάλι του ανάμεσα στα λυγισμένα του γόνατα. «Έχω μια μικρή… ακαμψία. Δεν ξέρεις εσύ απ’ αυτά. Μ πορείς να φύγεις. Θα τελειώσω μόνος μου τώρα». Εκείνη δάγκωσε το χείλι της. Ο άνθρωπος έδειχνε να πονάει. Κανονικά η Τζορτζίνα θα έπρεπε να χαρεί, αλλά περιέργως δεν χάρηκε καθόλου. Για κάποιο λόγο ένιωσε την ανάγκη να… να κάνει τι; Να ανακουφίσει τον πόνο του; Μ α έχει τρελαθεί εντελώς; Έφυγε από κει μέσα όσο πιο γρήγορα μπορούσε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

137

Κεφάλαιο 17 Όταν η Τζορτζίνα επέστρεψε στην καμπίνα, ο Τζέιμς έπινε ήδη το δεύτερο ποτήρι μπράντι. Είχε καταφέρει να ηρεμήσει, αλλά το έφερνε βαρέως που ένα αθώο κοριτσίστικο άγγιγμα τον είχε ερεθίσει τόσο εύκολα. Το καλοστημένο του σχέδιο πήγε περίπατο. Θα τον ξέπλενε, θα του έδινε την πετσέτα του, θα τον βοηθούσε να βάλει τη ρόμπα του. Θα έβλεπε τα όμορφα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Έτσι το είχε φανταστεί. Αντιθέτως, αν είχε σηκωθεί όρθιος εκείνη τη στιγμή, μάλλον εκείνος θα κοκκίνιζε. Ποτέ στη ζωή του δεν ντράπηκε για τη φυσική αντίδραση του κορμιού του κι ούτε θα ντρεπόταν τώρα, μόνο που το κορίτσι θα νόμιζε πως σ’ αυτή την κατάσταση τον έφερε ένα αγόρι. Κατάρα, τι μπέρδεμα! Κανονικά θα έπρεπε να είναι παιχνιδάκι. Το πλεονέκτημα ήταν δικό του, γιατί εκείνη βρισκόταν σε ευάλωτη θέση. Θα τη σαγήνευε με την αρρενωπή κορμοστασιά του και ο σφοδρός πόθος θα την έκανε να πετάξει το σκουφί της και να τον ικετέψει να την κάνει δική του. Έξοχη φαντασίωση! Εκείνος παίζει το ανύποπτο κι αθώο αρσενικό, που δέχεται την επίθεση του ακόλαστου καμαρότου. Θα διαμαρτυρόταν. Εκείνη θα τον παρακαλούσε γλυκά να της δώσει το κορμί του. Και τότε εκείνος, σαν πραγματικός τζέντλεμαν, θα υπέκυπτε. Πώς θα γίνονταν, όμως, όλα αυτά όταν ο «κύριος» εκεί κάτω σήκωνε το κεφάλι του κάθε φορά που τον πλησίαζε η Τζορτζίνα; Κι αν εκείνη το έβλεπε αυτό, θα νόμιζε πως στον καπετάνιο αρέσουν τ’ αγοράκια και κάτι τέτοιο θα της προκαλούσε μόνο αποστροφή. Θ’ αναγκαζόταν να αποκαλύψει τη μεταμφίεσή της,


138

JOHANNA LINDSEY

για να μην μπουν στο δικό του μυαλό οι πονηρές ιδέες. Την ακολούθησε με τα μάτια να διασχίζει το χώρο πηγαίνοντας στη γωνιά που της είχε παραχωρήσει. Κουβαλούσε μια τσάντα από καραβόπανο στο ένα χέρι και την αιώρα στον ώμο της. Η τσάντα ήταν πολύ φουσκωμένη. Έμοιαζε να περιέχει περισσότερα ρούχα απ’ όσα χρειάζονται τα αγόρια. Σίγουρα θα είχε μέσα δυο-τρία φουστάνια κι ίσως και κάτι το οποίο θα μπορούσε να ρίξει λίγο φως στο μυστήριο που την περιέβαλλε. Απόψε εκείνος είχε καταφέρει να συμπληρώσει μερικά κομμάτια στο παζλ. Ο Κόνι παρατήρησε πόσο απλά είχε αναφέρει η μικρή το πρόστεγο. Αυτός ήταν ναυτικός όρος που δεν γνωρίζουν οι στεριανοί κι εκείνη είχε ισχυριστεί ότι δεν έχει ιδέα απ’ αυτά. Επίσης, τον αδελφό της τον αποκαλούσε Μ ακ. Απ’ αυτή τη μικρή λεπτομέρεια κατάλαβε πως ο Σκοτσέζος μάλλον δεν ήταν συγγενής της. Φίλοι και γνωστοί θα αποκαλούσαν «Μ ακ» τον Μ ακΝτόνελ, αλλά οι συγγενείς θα τον φώναζαν ή με το μικρό του όνομα ή με κάποιο παρατσούκλι. Το σίγουρο ήταν ότι η κοπέλα είχε ένα ή δύο αδέλφια. Τα είχε αναφέρει χωρίς πολλή σκέψη. Τι της ήταν λοιπόν ο Μ ακ; Φίλος, εραστής… σύζυγος; Προς Θεού, καλύτερα όχι εραστής. Συζύγους ας είχε όσους ήθελε και μια ντουζίνα ακόμα, ο εραστής όμως ήταν σοβαρή υπόθεση κι αυτό το ρόλο τον ήθελε ο ίδιος για τον εαυτό του. Η Τζορτζίνα ένιωθε καρφωμένα πάνω της τα μάτια του όσο κρεμούσε την αιώρα της στον τοίχο. Τον βρήκε να κάθεται πίσω από το γραφείο του όταν μπήκε, αλλά, καθώς δεν της μίλησε, δεν του είπε κι εκείνη τίποτα. Ούτε ξανακοίταξε προς το μέρος του. Μ όνο μια κλεφτή ματιά… Φορούσε εκείνη τη σμαραγδί ρόμπα. Δεν είχε συνειδητοποιή​σει πόσο όμορφο είναι το σμαραγδί όταν το φοράει το σωστό άτομο. Πάνω του έκανε πιο βαθύ το πράσινο των ματιών του, τόνιζε τις ανοιχτόχρωμες ξανθές μπούκλες του και μαλάκωνε το βαθύ μπρούντζινο χρώμα του δέρματός του. Ήταν σχεδόν γυμνός. Το άνοιγμα της ρόμπας του ήταν βαθύ και


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

139

κάλυπτε ελάχιστα το στέρνο του. Το δασύ χρυσαφένιο στήθος του έλαμπε στο φως της λάμπας από θηλή σε θηλή, από πάνω μέχρι… πιο κάτω. Η Τζορτζίνα χαλάρωσε λίγο τον ψηλό γιακά του πουκαμίσου της. Απόψε έκανε τρομερή ζέστη σ’ αυτή την καταραμένη καμπίνα. Τα ρούχα της τη βάραιναν, τα πανιά που έσφιγγαν το σώμα της είχαν γίνει ανυπόφορα. Ωστόσο, πριν πέσει για ύπνο, τόλμησε να βγάλει μόνο τις μπότες της. Κάθισε στο πάτωμα, τις έβγαλε και τις ακούμπησε με τάξη δίπλα στον τοίχο. Ένιωθε ακόμη πάνω της τα μάτια του Μ άλορι να παρακολουθούν κάθε της κίνηση. Μ άλλον ήταν η φαντασία της. Γιατί, άλλωστε, να την παρακολουθεί, εκτός αν… Έριξε μια ματιά στην αιώρα της και χαμογέλασε. Ο καπετάνιος περίμενε να τη δει να προσπαθεί να σκαρφαλώσει στην αιώρα και να πέφτει φαρδιά πλατιά στο πάτωμα. Σίγουρα θα είχε στο τσεπάκι του κάποιο σχόλιο για την αδεξιότητα ή την απειρία της, κάτι εγγυημένα κακεντρεχές και δυσάρεστο. Όμως, αυτή τη φορά ατύχησε. Η Τζορτζίνα ανεβοκατέβαινε σε αιώρες από τότε που άρχισε να περπατάει, έπαιζε και κοιμόταν εκεί όταν ήταν κοριτσάκι, περνούσε μέρες ολόκληρες σε όποιο πλοίο της Εταιρείας Σκάιλαρκ τύχαινε να είναι αραγμένο στο λιμάνι. Πιο πιθανό ήταν να πέσει από κρεβάτι παρά από αιώρα. Ο καπετάνιος θα έπρεπε αυτή τη φορά να καταπιεί το σχόλιό του, και μακάρι να πνιγόταν κιόλας. Βολεύτηκε στο κρεμαστό της κατάλυμα με την ευκολία θαλασσόλυκου κι έπειτα έριξε μια ματιά προς το γραφείο στην άλλη άκρη της καμπίνας ελπίζοντας να διακρίνει την έκπληξη του καπετάνιου. Κοιτούσε προς το μέρος της, αλλά δυστυχώς ήταν ανέκφραστος. «Μ η μου πεις ότι θα κοιμηθείς μ’ όλα αυτά τα ρούχα, παλικάρι μου;» «Μ άλιστα, καπετάνιε, έτσι θα κοιμηθώ». Μ άλλον τον είχε αποστομώσει, γιατί τον είδε να συνοφρυώνεται. «Ελπίζω να μη σου έδωσα την εντύπωση πως


140

JOHANNA LINDSEY

θα σε κρατώ ξάγρυπνο όλη νύχτα. Αυτό φαντάστηκες;» «Όχι, δεν είναι αυτό». Άλλο ένα ψέμα μέσα στα πολλά. «Πάντα με τα ρούχα κοιμάμαι. Δεν θυμάμαι πότε άρχισα, πάει πολύς καιρός, και μου ’γινε συνήθεια πλέον». Προληπτικά, στην περίπτωση που εκείνος θα είχε το θράσος να της ζητήσει ν’ αλλάξει συνήθειες, πρόσθεσε: «Αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να με πάρει ο ύπνος χωρίς τα ρούχα μου». «Όπως νομίζεις. Έχω κι εγώ τις δικές μου συνήθειες στον ύπνο, αν και τολμώ να πω πως είναι διαμετρικά αντίθετες από τις δικές σου». Τι εννοούσε, δηλαδή; Η Τζορτζίνα αναρωτήθηκε, αλλά δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να μάθει. Ο άντρας σηκώθηκε από το γραφείο και πέταξε από πάνω του τη ρόμπα πηγαίνοντας προς το κρεβάτι. Θεέ μου! Θεέ μου! Δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνει αυτό. Περπατάει κορδωμένος και τσίτσιδος μέσα στο δωμάτιο κι ούτε νοιάζεται που μου τα δείχνει όλα. Κι όμως το έκανε, προκαλώντας τη γυναικεία της ευαισθησία. Η Τζορτζίνα, ωστόσο, δεν έκλεισε τα μάτια, όχι αμέσως τουλάχιστον. Εξάλλου, αυτό ήταν κάτι που ούτε έβλεπε κάθε μέρα, ούτε είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Είχε μπροστά της ένα έξοχο δείγμα ανδρισμού από την κορφή έως τα νύχια. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί, όσο κι αν έψαχνε να βρει ψεγάδι πάνω του, μαξιλαράκια γύρω από τη μέση, μεγάλη κοιλιά ή μικρό… Μην κοκκινίζεις, βρε κουτορνίθι. Δεν άκουσε κανείς τις σκέψεις σου. Τι κι αν είναι ωραίος από κάθε πλευρά; Εσένα δεν σε αφορά. Έκλεισε επιτέλους τα μάτια της σφιχτά, αλλά είχε ήδη δει περισσότερα από όσα έπρεπε. Η εικόνα του γυμνού κορμιού του δεν ήταν κάτι που θα ξεχνούσε αμέσως. Που να τον πάρει ο διάβολος, ο άνθρωπος ήταν εντελώς ξεδιάντροπος. Όχι, δεν ήταν δίκαιος αυτός ο χαρακτηρισμός. Υποτίθεται πως η Τζορτζίνα ήταν αγόρι. Οι άντρες δεν έχουν πρόβλημα να τριγυρνούν γυμνοί μεταξύ τους. Εκείνη όμως σίγουρα έχει.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

141

«Δεν σβήνεις τις λάμπες, Τζόρτζι;» Η Τζορτζίνα βόγκηξε και φοβήθηκε ότι μάλλον την άκουσε, γιατί ο Τζέιμς αναστέναξε και πρόσθεσε: «Άσ’ το καλύτερα. Έχεις ήδη ξαπλώσει, και καλύτερα να μην προκαλέσουμε τη Θεά Τύχη, που σε βοήθησε να μη σωριαστείς την πρώτη φορά». Έτριξε τα δόντια της. Δεν μπορούσε να μη ρίξει την μπηχτή του. Ήταν ο διάβολος μεταμορφωμένος. Λίγο έλειψε να του πει ότι θα σηκωθεί εκείνη για τις λάμπες. Ήθελε να του δείξει ότι η Θεά Τύχη δεν είχε καμιά σχέση με το πώς ανεβαίνει εκείνη στις αιώρες. Αλλά για να το κάνει αυτό θα έπρεπε ν’ ανοίξει τα μάτια της, πράγμα αδύνατο, διότι ο Τζέιμς δεν είχε χωθεί ακόμη κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν ήθελε να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του τώρα που ήταν ολόγυμνος… Καλύτερα όχι. Ωστόσο, μισάνοιξε τα μάτια της. Δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Σκέφτηκε πως, αφού ο άνθρωπος ήθελε να κάνει παράσταση, έπρεπε να έχει κι ένα κοινό για να τον εκτιμήσει. Όχι πως η ίδια τον εκτιμούσε. Σίγουρα όχι. Μ άλλον περιέργεια ήταν και ένστικτο αυτοσυντήρησης. Πρέπει να παρακολουθούμε τους εχθρούς μας από κοντά – έτσι δεν είναι; Όσο κι αν έβρισκε ενδιαφέρουσα αυτή την ασυνήθιστη εμπειρία, ευχόταν μέσα της να τελειώσει το γρηγορότερο. Είχε αρχίσει να νιώθει πάλι ναυτία κι ας μην ήταν κοντά της. Τι καλοφτιαγμένο σώμα… Και τι ζέστη που έκανε σ’ αυτή την καμπίνα… Μ ακριά πόδια, σφιχτά λαγόνια. Η αρρενωπότητά του ήταν ακαταμάχητη, σκανδαλώδης, τρομακτική. Θεέ και Κύριε, ερχόταν προς το μέρος της; Ναι! Μ α γιατί; Α, ναι, για να σβήσει τη λάμπα πάνω από το νιπτήρα. Ανάθεμά τον και πάλι ανάθεμά τον, που την κοψοχόλιασε έτσι. Όταν έσβησε τη λάμπα, το δωμάτιο σκοτείνιασε από τη δική της την πλευρά. Είχε μείνει μόνο ένα φως δίπλα στο κρεβάτι του. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της και τα κράτησε κλειστά. Δεν είχε σκοπό να τον δει να ξαπλώνει στο ονειρεμένο κρεβάτι του. Κι αν δεν σκεπαζόταν; Το φεγγάρι είχε ήδη βγει, λούζοντας με το φως του το κατάστρωμα, και σίγουρα θα φώτιζε την καμπίνα μέσα από τα


142

JOHANNA LINDSEY

παράθυρα. Για να σώσει την ψυχή της, δεν έπρεπε να ξανανοίξει τα μάτια της. Ίσως ήταν υπερβολικό, αλλά έπρεπε να σώσει την ψυχή της. Πού να βρισκόταν τώρα, άραγε; Δεν είχε ακούσει τα βήματά του προς το κρεβάτι. «Βρε, παλικάρι μου, Τζόρτζι είναι το κανονικό σου όνομα ή το χαϊδευτικό σου;» Δεν είναι δυνατόν να στέκεται δίπλα μου τσίτσιδος. Δεν είναι δυνατόν. Το φαντάζομαι, είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Ποτέ δεν έβγαλε τη ρόμπα του. Έχουμε ήδη αποκοιμηθεί κι οι δυο μας. «Τι είπες; Δεν σ’ άκουσα, παλικάρι μου». Μ α τι να ακούσει; Η Τζορτζίνα δεν είχε πει τίποτα και ούτε επρόκειτο. Άσ’ τον να νομίζει ότι την πήρε ο ύπνος. Κι αν την άγγιζε, για να την ξυπνήσει και να του απαντήσει στη χαζή ερώτησή του; Μ ε την ένταση που είχε αυτή τη στιγμή σίγουρα θα ούρλιαζε, και κάτι τέτοιο θα ήταν λάθος. Απάντησέ του, βρε κουτορνίθι, για να φύγει! «Είναι το κανονικό μου όνομα, κύριε». «Το φαντάστηκα. Μ α τι πράγματα είναι αυτά; Κάτι κορίτσια μόνο ξέρω που τις λένε Τζορτζέτα ή Τζορτζιάνα και τις φωνάζουν Τζόρτζι για χαϊδευτικό. Θες να σε περνούν κι εσένα για κορίτσι;» «Δεν το ’χω σκεφτεί και πολύ, να σας πω την αλήθεια», απάντησε εκείνη με μια παράξενη φωνή, κάτι ανάμεσα σε μουγκρητό και τσιρίδα. «Μ η στενοχωριέσαι, αγόρι μου. Μ πορεί να σου έδωσαν αυτό το όνομα, αλλά εγώ αποφάσισα να σε φωνάζω Τζορτζ. Δεν νομίζεις πως είναι πολύ πιο αρρενωπό;» Ο Τζέιμς δεν έδινε δεκάρα για το τι νόμιζε η Τζορτζίνα κι η Τζορτζίνα δεν έδινε δεκάρα για το τι νόμιζε ο Τζέιμς. Μ α δεν θα άνοιγε ψιλή κουβεντούλα με έναν ολόγυμνο άντρα σε απόσταση αναπνοής. «Ό,τι σας ευχαριστεί, καπετάνιε».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

143

«Ό,τι μ’ ευχαριστεί; Μ ’ αρέσει η στάση σου, Τζορτζ, μ’ αρέσει πολύ». Ο Τζέιμς απομακρύνθηκε κι η Τζορτζίνα αναστέναξε. Δεν αναρωτήθηκε καν γιατί χασκογελούσε μόνος του. Και παρά τη σταθερή της απόφαση, ξανάνοιξε τα μάτια της. Δεν τον πρόλαβε όμως. Είχε ήδη ξαπλώσει στο κρεβάτι και είχε σκεπαστεί. Καθώς το φεγγαρόφωτο έλουζε το δωμάτιο, τον έβλεπε καθαρά να χαμογελάει ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με τα χέρια κάτω από το κεφάλι του. Χαμογελούσε; Μ άλλον οφθαλμαπάτη. Τι σημασία είχε, έτσι κι αλλιώς; Αγανακτισμένη με τον εαυτό της, γύρισε από την άλλη, για να μην ξαναμπεί στον πειρασμό να τον κοιτάξει. Αναστέναξε και πάλι σαν μπαλόνι που ξεφουσκώνει.


144

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 18 Η Τζορτζίνα δυσκολεύτηκε πολύ να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα και το πρώτο πράγμα που άκουσε το πρωί ήταν τον καπετάνιο να της φωνάζει: «Δείξε μας και λίγο πόδι, Τζορτζ», μια παλιά ναυτική ατάκα που σήμαινε: «Σήκω απ’ το κρεβάτι και πιάσε δουλειά». Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της και, όταν είδε το φως που έλουζε την καμπίνα, κατάλαβε ότι είχε παρακοιμηθεί. Ο υπαίτιος της χθεσινής της αϋπνίας ήταν, δόξα σοι ο Θεός, ντυμένος ή έστω μισοντυμένος. Οι κάλτσες και το παντελόνι ήταν καλύτερα από το τίποτα. Τον παρακολούθησε να βάζει μια μαύρη μεταξωτή πουκαμίσα σαν την άσπρη που φορούσε χτες, μόνο που δεν έδεσε τα μπροστινά κορδόνια. Το παντελόνι του ήταν κι αυτό μαύρο. Άμα του ’βαζες κι ένα σκουλαρίκι, με αυτό το φουσκωτό πουκάμισο και το στενό παντελόνι, θα ήταν φτυστός πειρατής, ο καταραμένος, σκέφτηκε αυστηρά η Τζορτζίνα. Μ α της κόπηκε η ανάσα όταν είδε πως όντως φορούσε σκουλαρίκι σήμερα. Ένα μικρό χρυσό σκουλαρίκι μόλις που φαινόταν κάτω από τις ξανθές μπούκλες του, ακόμη ανακατεμένες από τον ύπνο, καθώς δεν τις είχε χτενιστεί προς τα πίσω. «Φοράτε σκουλαρίκι!» Η φράση της έκανε τα λαμπερά πράσινα μάτια του να στραφούν προς το μέρος της κι ένα από τα ξανθά φρύδια του να ανασηκωθεί, συνήθεια που η Τζορτζίνα θεωρούσε αλαζονική και εκνευριστική. «Το παρατήρησες, βλέπω. Πώς σου φαίνεται;» Ήταν πολύ νυσταγμένη ακόμη, για να πει μια κολακεία αντί


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

145

την αλήθεια. Είπε απλώς: «Μ οιάζετε με πειρατή». Το μειδίαμά του ήταν πέρα για πέρα μοχθηρό. «Λες; Κι εγώ που νόμιζα ότι με κάνει πιο τολμηρό». Η Τζορτζίνα συγκράτησε την περιφρόνησή της. Κατάφερε να φανεί απλώς περίεργη: «Γιατί φοράτε σκουλαρίκι;» «Γιατί όχι;» Ομιλητικότατος σήμερα – έτσι; Η Τζορτζίνα δεν έδινε δεκάρα αν ο Τζέιμς ήθελε να κάνει τον πειρατή, εκτός κι αν ήταν στην πραγματικότητα. «Έλα, Τζορτζ, σήκω», είπε ζωηρά. «Μ εσημέριασε πια». Ανασηκώθηκε τρίζοντας τα δόντια της, κουνήθηκε στην αιώρα μια-δυο φορές κι έπειτα έπεσε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα. Είχε προφέρει το όνομα Τζορτζ απολαμβάνοντάς το τόσο πολύ, λες κι ήξερε πόσο θα την εκνεύριζε. Η Τζορτζίνα ήξερε αρκετούς Τζορτζ που τους αποκαλούσαν Τζόρτζι, αλλά καμία γυναίκα δεν τη φώναζαν έτσι, εκτός από την ίδια. «Δεν έχεις συνηθίσει να κοιμάσαι σε αιώρα;» Τον αγριοκοίταξε απηυδισμένη από τα άστοχα σχόλιά του. «Στην πραγματικότητα…» «Σ’ άκουγα που στριφογύριζες όλη νύχτα. Ομολογώ πως ξύπνησα πολλές φορές απ’ το σκοινί που έτριζε. Ελπίζω αυτό το περιστατικό να μην επαναλαμβάνεται κάθε βράδυ, Τζορτζ. Θα μ’ αναγκάσεις να μοιράζομαι το κρεβάτι μου μαζί σου μόνο και μόνο για να μη μ’ ενοχλείς». Εκείνη χλόμιασε, αν και φάνηκε πως κάτι τέτοιο θα του ήταν δυσάρεστο. Ωστόσο, δεν αμφέβαλλε πως στην ανάγκη θα το έκανε και θα επέμενε κιόλας, παρά τις αντιρρήσεις της. Μ όνο πάνω απ’ το πτώμα της. «Δεν θα επαναληφθεί, καπετάνιε». «Φρόντισέ το, λοιπόν. Τώρα, ελπίζω να έχεις σταθερό χέρι». «Γιατί;» «Γιατί θέλω να με ξυρίσεις». Να τον ξυρίσει; Αδύνατον. Θα πάθαινε πάλι ναυτία και θα ξερνούσε πάνω του αυτή τη φορά. Έπρεπε να του μιλήσει για


146

JOHANNA LINDSEY

την ταραχή της όταν την πλησιάζει. Βόγκηξε μέσα της. Πώς να του μιλήσει για κάτι τέτοιο; Θα τον προσέβαλλε κι ένας Θεός ξέρει πώς θα αντιδρούσε. Θα της έκανε τη ζωή μαρτύριο, χειρότερη από όσο ήταν. «Δεν έχω ξυρίσει ποτέ κανέναν, καπετάνιε. Φοβάμαι μη σας κόψω». «Κι εγώ ελπίζω να μη με κόψεις, νεαρέ μου, γιατί το ξύρισμα περιλαμβάνεται στα καθήκοντά σου. Ως προσωπικός μου υπηρέτης, οφείλεις να βελτιωθείς. Δεν ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά αναγκάστηκα να ντυθώ μόνος μου σήμερα το πρωί». Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Ήταν αδύνατον να αποφύγει τη στενή επαφή. Μ ε τον καιρό εκείνος θα παρατηρούσε ότι της προκαλεί αποστροφή. Άλλωστε, πώς να μην το παρατηρήσει, αν εκείνη έπρεπε να τρέχει κάθε φορά στο δοχείο; Ίσως να μην ήταν εκείνος το πρόβλημα. Ίσως να την πείραζε η θάλασσα. Πάντως, στα κοντινά ταξίδια που είχε κάνει με τα αδέλφια της κατά μήκος της ανατολικής ακτής, η θάλασσα δεν την είχε πειράξει. Ούτε ένιωσε την παραμικρή ενόχληση διασχίζοντας τον ωκεανό προς την Αγγλία. Εκείνος ήταν το πρόβλημα. Θα μπορούσε βέβαια να του πει πως την πειράζει η θάλασσα. Ένιωσε ξαφνικά πολύ καλύτερα και του υποσχέθηκε χαμογελώντας: «Αύριο θα τα πάω καλύτερα, καπετάνιε». Δεν κατάλαβε γιατί την κοίταζε επί ώρα αμίλητος πριν της πει κοφτά: «Πολύ καλά. Πάω εγώ να συνεννοηθώ για κάτι με τον Κόνι κι εσύ έχεις δέκα λεπτά να ετοιμάσεις το ζεστό νερό και να βγάλεις τα ξυριστικά μου. Μ η με κάνεις να περιμένω, Τζορτζ». Δεν άντεξε να μην υπογραμμίσει το γεγονός ότι ντύθηκε μόνος του, σκέφτηκε η Τζορτζίνα καθώς εκείνος βρόντηξε την πόρτα πίσω του. Δε σκοτίστηκε ούτε να βάλει τις μπότες του. Ευχήθηκε να του χωθούν ακίδες στα πόδια. Μ πα, καλύτερα όχι, γιατί μετά θα την ανάγκαζε να του τις βγάλει. Αναστέναξε κι έπειτα συνειδητοποίησε ότι για λίγα λεπτά θα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

147

είχε στην αποκλειστική διάθεσή της την καμπίνα. Δεν δίστασε καθόλου να πάει κατευθείαν στην τουαλέτα. Αν δεν την πίεζε το αναθεματισμένο πρόγραμμα του Μ άλορι, δεν θα το τολμούσε. Όμως στα δέκα λεπτά που της έδωσε προκειμένου να ετοιμάσει το νερό για το ξύρισμα δεν προλάβαινε να κατέβει στο αμπάρι, όπου είχε κρύψει ένα δοχείο νυκτός. Ούτε μπορούσε να περιμένει μέχρι να τελειώσει το ξύρισμα. Μ α έπειτα από όλα αυτά, κατάλαβε πως για να της μένει περισσότερος χρόνος, θα έπρεπε να προσπαθεί να σηκώνεται πριν από εκείνον. Ο Τζέιμς ξαναμπήκε με πολύ θόρυβο, όπως είχε βγει, χτυπώντας την πόρτα πάνω στον τοίχο αυτή τη φορά. Το ήξερε ότι η Τζόρτζι θα ξαφνιαστεί και το έκανε επίτηδες, για να δει το σαστισμένο της χαμόγελο, που το ένιωθε βαθιά μέσα στα σωθικά του. Το ότι την ξάφνιασε ήταν το μόνο σίγουρο. Κρίνοντας απ’ το χρώμα στα μάγουλά της, όχι απλώς την ξάφνιασε, αλλά την έκανε να καταντραπεί. Ωστόσο, κι εκείνος ξαφνιάστηκε πολύ. Τι ανόητος που ήταν να μη σκεφτεί ότι μια γυναίκα που έκρυβε το φύλο της έπρεπε να σκαρφιστεί κάτι για να λύσει θέματα όπως το μπάνιο και η τουαλέτα, ακόμα και τον τρόπο να αλλάζει τα ρούχα της πάνω σε ένα πλοίο γεμάτο άντρες. Φέρνοντάς την να μείνει στην καμπίνα του, της είχε προσφέρει λίγη περισσότερη ιδιωτικότητα, αλλά αυτό το είχε κάνει για χάρη του, όχι για χάρη της, ήταν μέρος του παιχνιδιού. Η πόρτα δεν είχε κλειδαριά, οπότε δεν υπήρχε κάποιο μέρος που να της εξασφαλίζει λίγες στιγμές απομόνωσης. Μ ε το μυαλό του επικεντρωμένο στο πώς θα της βγάλει τα παντελόνια, αυτά τα ζητήματα πραγματικά ούτε καν είχαν περάσει από το μυαλό του. Σίγουρα εκείνη όμως κάτι θα είχε σκαρφιστεί πριν αποφασίσει να μεταμφιεστεί. Και προφανώς η επιλογή της καμπίνας του για καταφύγιο έκρυβε το ρίσκο να την ανακαλύψουν. Εκείνος την ανάγκασε με τον τρόπο του να πάρει αυτό το ρίσκο, αναθέτοντάς της καθήκοντα αμέσως μόλις ξύπνησε. Ο ίδιος έφταιγε που τώρα έκρυβε το πρόσωπό της πάνω στα όμορφα γυμνά της γόνατα. Πώς να χειριστεί άραγε την


148

JOHANNA LINDSEY

ντροπή της χωρίς να την αναγκάσει να αποκαλύψει το ψέμα της; Αν η Τζόρτζι ήταν αγόρι, δεν θα έφευγε σαν κυνηγημένος από το δωμάτιο ζητώντας συγγνώμη. Θα αντιμετώπιζε το θέαμα σαν κάτι συνηθισμένο. Όμως η Τζόρτζι δεν ήταν αγόρι και, μα τον Θεό, το θέαμα δεν ήταν διόλου συνηθισμένο. Η κοπέλα είχε κατεβάσει τα παντελόνια της κι εκείνος έμεινε να απολαμβάνει το θέαμα από τη στιγμή που μπήκε σαν σίφουνας μες στο δωμάτιο. Ο Τζέιμς έστρεψε τα μάτια του στο ταβάνι και με αδέξιες κινήσεις άρχισε να ψάχνει τις μπότες του γύρω από το κρεβάτι. Αυτό πάει πολύ, σκέφτηκε. Μ ε κοιτάζει κι ερεθίζομαι. Τη βλέπω να κάθεται στο αναθεματισμένο δοχείο κι ερεθίζομαι. «Κάνε τη δουλειά σου, Τζορτζ», είπε πιο δυνατά από όσο ήθελε. «Ξέχασα τις μπότες μου». «Σας παρακαλώ, καπετάνιε!» «Μ ην κάνεις σαν κοριτσόπουλο, βρε αδελφέ. Όλοι το χρησιμοποιούμε αυτό το πράγμα». Ο αναστεναγμός της του έδωσε να καταλάβει ότι δεν την παρηγορούσε, κι έτσι σηκώθηκε απλώς κι έφυγε με τις μπότες στο χέρι, χτυπώντας για άλλη μία φορά την πόρτα πίσω του. Φοβόταν πως αυτή η αναποδιά θα του στοίχιζε. Κάποιες γυναίκες είναι περίεργες με αυτά τα ζητήματα· δεν θέλουν, για παράδειγμα, να ξαναδούν στα μάτια τους εκείνον ο οποίος ήταν η αιτία ή ήταν παρών σε ένα περιστατικό που τις έκανε να νιώσουν αμηχανία. Κι ο Θεός να φυλάει όποιον τύχαινε να κάνει και τα δύο. Να πάρει η ευχή! Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς θα αντιδράσει η μικρή, αν θα ξεπερνούσε το συμβάν γελώντας, αν θα ένιωθε ντροπή για λίγες μέρες, αν θα χωνόταν κάτω από το πλησιέστερο κρεβάτι και δεν θα ξανάβγαινε ποτέ. Ευχόταν το κορίτσι να είναι ανθεκτικό. Κρίνοντας από τη μεταμφίεσή της συμπέραινε πως είχε κότσια και θράσος μπόλικο. Ωστόσο, δεν ήξερε. Κι η διάθεσή του χάλασε από αυτή την αναποδιά, ειδικά μετά την πρόοδο που είχε κάνει το περασμένο βράδυ.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

149

Η Τζορτζίνα δεν σκέφτηκε να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Οι επιλογές της ήταν συγκεκριμένες. Ή θα εγκατέλειπε το πλοίο ή θα έκανε παρέα με τα ποντίκια στο αμπάρι σε όλη τη διαδρομή ή θα σκότωνε τον Τζέιμς Μ άλορι. Από όποια πλευρά κι αν το έβλεπε, η τελευταία επιλογή τής φαινόταν η πιο ελκυστική. Όταν ανέβηκε στο κατάστρωμα, άκουσε ότι ο καπετάνιος σήμερα μοίραζε τιμωρίες δεξιά κι αριστερά χωρίς σοβαρό λόγο ή, όπως είπε ένας ναύτης, είχε στρείδι στον πισινό του. Αυτό σήμαινε πως κάτι τον είχε δυσαρεστήσει και ξεσπούσε πάνω σε όποιον έκανε την ανοησία να βρεθεί σήμερα μπροστά του. Αμέσως εξαφανίστηκε κάπως το αίσθημα της ντροπής που έβαφε ακόμη τα μάγουλά της. Επιστρέφοντας στην καμπίνα κουβαλώντας το νερό για το ξύρισμα της εξοχότητάς του, σκεφτόταν πως πιθανόν ο καπετάνιος να ντράπηκε περισσότερο... Μ πα, αποκλείεται περισσότερο. Κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν είχε νιώσει πιο εξευτελισμένος από εκείνη. Αν, όμως, εκείνος ντράπηκε έστω και λίγο, τότε κι η Τζορτζίνα θα το ξεπερνούσε, τώρα ειδικά που τον είδε αναστατωμένο από το περιστατικό και μες στα νεύρα. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή προσέδιδε στον Τζέιμς μια ευαισθησία για την οποία η Τζορτζίνα δεν τον θεωρούσε ικανό. Η αντίδρασή του σχετιζόταν απόλυτα με τη δική της. Αν δεν είχε φερθεί σαν κουτορνίθι, σαν κοριτσόπουλο, όπως την είχε αποκαλέσει, ο Τζέιμς δεν θα είχε δώσει σημασία. Είχε καταλάβει ότι αυτό το περιστατικό την έκανε να ντραπεί πολύ περισσότερο από όσο τα πειράγματά του, κι ένιωθε άσχημα. Λίγα λεπτά αργότερα, η πόρτα άνοιξε διστακτικά. Η Τζορτζίνα κόντεψε να βάλει τα γέλια βλέποντας τον πλοίαρχο του Μέιντεν Ανν να προβάλλει διστακτικά το κεφάλι του πίσω από την πόρτα, για να δει αν μπορούσε να μπει μέσα χωρίς να ενοχλήσει. «Έτοιμος να μου κόψεις το λαρύγγι με το ίδιο μου το ξυράφι, μικρέ;» «Ελπίζω να μην είμαι τόσο αδέξιος». «Κι εγώ το ελπίζω».


150

JOHANNA LINDSEY

Έδιωξε την αστεία έκφραση αβεβαιότητας, που έδειχνε τόσο αταίριαστη πάνω του, και κατευθύνθηκε αργά και νωχελικά μέχρι το τραπέζι, όπου η Τζορτζίνα είχε τοποθετήσει τη λεκάνη με το νερό. Τα ξυριστικά του ήταν απλωμένα πάνω σε μια πετσέτα, ενώ δίπλα υπήρχαν στοιβαγμένες κι άλλες πετσέτες και ένα μικρό δοχείο μέσα στο οποίο η κοπέλα είχε ήδη ετοιμάσει αφρό για το ξύρισμα. Ο Τζέιμς είχε λείψει πολύ περισσότερο από δέκα λεπτά κι έτσι εκείνη είχε προλάβει να συγυρίσει το δωμάτιο, να φτιάξει το κρεβάτι του, να τακτοποιήσει το δικό της και να μαζέψει τα πεταμένα ρούχα του, για να τα πλύνει αργότερα. Μ όνο το πρωινό, που του ετοίμαζε αυτή τη στιγμή ο Σον Ο’Σον, δεν είχε προλάβει να φέρει ακόμη. Παρατηρώντας τις προετοιμασίες για το ξύρισμα, ο Τζέιμς σχολίασε: «Το έχεις ξανακάνει, λοιπόν;» «Όχι, αλλά παρατηρούσα πώς το έκαναν τα αδέλφια μου». «Πάλι καλά, απ’ το καθόλου... Άντε, λοιπόν, ξεκίνα». Έβγαλε το πουκάμισό του, το πέταξε πέρα στο τραπέζι, γύρισε την καρέκλα του στο πλάι και κάθισε απέναντί της. Η Τζορτζίνα τον κοιτούσε αμίλητη. Δεν είχε προβλέψει ότι θα τον ξύριζε μισόγυμνο. Δεν ήταν καθόλου απαραίτητο αυτό. Είχε φέρει μεγάλες πετσέτες, για να τις τυλίξει γύρω από τους ώμους του και να μη λερώσει το πουκάμισό του. Που να τον πάρει ο διάβολος, θα του έβαζε έτσι κι αλλιώς μία, για να τον σκεπάσει. Όταν όμως το προσπάθησε, ο Τζέιμς την πέταξε μακριά του. «Αν θελήσω ποτέ να με πνίξεις, Τζορτζ, θα σ’ το πω». Η ιδέα να του κόψει το λαρύγγι άρχισε να γίνεται όλο και πιο ελκυστική. Θα ενέδιδε άμεσα στην παρόρμησή της, αλλά σκέφτηκε τα αίματα που θα έπρεπε να μαζέψει μετά. Έτσι όπως της αποσπούσε την προσοχή με τη γύμνια του δεν ήταν διόλου απίθανο να συμβεί, κατά λάθος φυσικά. Μ πορούσε να τον ξυρίσει. Έπρεπε να το κάνει. Καλύτερα να το έκανε όσο το δυνατόν γρηγορότερα πριν την πιάσει η καταραμένη ναυτία και γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Μην κοιτάς, Τζορτζι, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε πουθενά


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

151

αλλού, μόνο στα γένια του. Πόσο να σ’ επηρεάσουν τα γένια του; Άπλωσε ένα παχύ στρώμα αφρού από απόσταση, αλλά έπρεπε να πλησιάσει περισσότερο για να τον ξυρίσει. Κοιτώντας μόνο τα μάγουλά του προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στην αποστολή της. Εκείνος είχε καρφωμένα τα μάτια του πάνω της. Όταν το βλέμμα του τύχαινε να συναντήσει το δικό της, οι παλμοί της ανέβαιναν. Εκείνος δεν τράβηξε το βλέμμα του. Το τράβηξε όμως εκείνη, αλλά συνέχισε να νιώθει πάνω της τα μάτια του να της προκαλούν ξαφνική ταραχή. «Άσε τις ντροπές τώρα», τη μάλωσε. «Άντρες είμαστε και κυκλοφορούμε και ξεβράκωτοι άμα γουστάρουμε». Μ α δεν σκεφτόταν αυτό, που να τον πάρει η ευχή. Το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε πάλι και θα συνέχιζε έτσι, γιατί ο Τζέιμς δεν σκόπευε ν’ αφήσει το θέμα να ξεχαστεί. «Δεν ξέρω γιατί, αλλά θα ζητήσω συγγνώμη για ό,τι έγινε πριν, Τζορτζ», είπε κοφτά, «αν κι η καμπίνα είναι δική μου. Έκανες σαν κοριτσάκι που το πιάνουν στα πράσα, πανάθεμά σε». «Λυπάμαι, κύριε». «Δεν πειράζει, πάει αυτό. Απλώς βάζε μια ταμπελίτσα απ’ έξω στο εξής, αφού ντρέπεσαι τόσο πολύ. Θα το σεβαστώ και δεν θα μπαίνει και κανένας άλλος χωρίς άδεια». Μ ια κλειδαριά στην πόρτα θα ήταν ακόμα καλύτερα, αλλά δεν τόλμησε να το προτείνει. Δεν το περίμενε. Είχε μείνει κατάπληκτη που αυτός ο άνθρωπος έδειχνε τόση διακριτικότητα, τόση γενναιοδωρία, χωρίς να έχει υποχρέωση. Τώρα θα μπορούσε να κάνει κανονικό μπάνιο, αντί για ένα γρήγορο σφούγγισμα στο αμπάρι. «Ανάθεμά σε, Τζορτζ, μ’ αρέσει η φάτσα μου. Άσε και λίγο δέρμα!» Ξαφνιάστηκε τόσο που χωρίς να σκεφτεί είπε απότομα: «Τότε να ξυριστείς μόνος σου!» και πέταξε το ξυράφι στο τραπέζι. Εκείνη άρχισε να απομακρύνεται με ύφος όταν την κεραυνοβόλησε η ξερή του απάντηση. «Βρε, βρε, έχει και νευράκια ο σπόρος;»


152

JOHANNA LINDSEY

Κοντοστάθηκε με μάτια διάπλατα μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Αναστέναξε κι όταν γύρισε προς το μέρος του ο φόβος ήταν ολοφάνερος πάνω της. «Συγχωρήστε με, καπετάνιε. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε. Λίγο απ’ όλα, υποθέτω, αλλά ειλικρινά δεν είμαι νευρικός άνθρωπος, ρωτήστε και τον Μ ακ». «Εσένα ρώτησα. Μ ήπως φοβάσαι να είσαι ειλικρινής μαζί μου, Τζορτζ;» Αυτό την έκανε να βγάλει έναν ακόμα αναστεναγμό, αν και τούτη τη φορά από μέσα της. «Καθόλου, καπετάνιε. Θα έπρεπε να φοβάμαι;» «Δεν βλέπω το λόγο. Έχεις πλεονέκτημα λόγω μεγέθους, ξέρεις. Είσαι πολύ μικροκαμωμένος για να σου βάλω χειροπέδες ή να σε μαστιγώσω. Ούτε σκοπεύω να χάσω τη βολή μου τιμωρώντας σε με παραπανίσιες αγγαρείες. Οπότε, μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα, Τζορτζ. Πες μου ό,τι θες. Έτσι κι αλλιώς, η σχέση μας είναι στενή». «Κι αν παραφερθώ και δείξω έλλειψη σεβασμού;» δεν άντεξε να μην τον ρωτήσει. «Μ α τότε θα σου κάνω τον πισινό μαύρο από το ξύλο, φυσικά. Το μόνο όπλο που έχω για πιτσιρίκια σαν κι εσένα. Δεν θα χρειαστεί όμως – έτσι δεν είναι, Τζορτζ;» «Όχι, κύριε, σίγουρα δεν θα χρειαστεί», είπε μέσα από τα δόντια της, τρομοκρατημένη και εξοργισμένη ταυτόχρονα. «Άντε, έλα να τελειώσεις το ξύρισμα. Προσπάθησε, όμως, να είσαι προσεκτικός αυτή τη φορά». «Αν μπορούσατε… να μη μιλάτε, θα τα κατάφερνα να συγκεντρωθώ λίγο περισσότερο», του πρότεινε με απόλυτο σεβασμό. Το αντιπαθητικό του φρύδι, ωστόσο, ανασηκώθηκε. «Μ α εσείς δεν μου ζητήσατε να είμαι ειλικρινής;» μουρμούρισε θυμωμένη πηγαίνοντας να πάρει το ξυράφι. «Και μια που ξεκίνησα, δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτό που κάνετε». Τότε εκείνος σήκωσε και το άλλο του φρύδι, έκπληκτος αυτή τη φορά. «Τι κάνω;»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

153

Η Τζορτζίνα έδειξε το πρόσωπό του με το χέρι που κρατούσε το ξυράφι. «Αυτό το αυτάρεσκο και υπερφίαλο ανασήκωμα των φρυδιών σας». «Μ α τον Θεό, μικρέ! Το λεξιλόγιό σου μ’ αφήνει άναυδο». «Πιστεύετε ότι είναι αστείο;» «Αυτό που πιστεύω, καλό μου παιδί, είναι ότι ακολουθείς κατά γράμμα όσα σου είπα. Όταν σου ζήτησα να είσαι ειλικρινής μαζί μου, δεν εννοούσα να κάνεις την ανοησία να κριτικάρεις τον ίδιο τον καπετάνιο. Κάτι τέτοιο ξεπερνά τα όρια, όπως πολύ καλά ξέρεις». Το ήξερε, απλώς έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα, που λέει ο λόγος, να δει πόσο μπορούσε να το τραβήξει μέχρι να βρει τον μπελά της. Προφανώς όχι και πολύ. «Συγγνώμη, καπετάνιε». «Νομίζω ότι χτες συμφωνήσαμε να με κοιτάς στα μάτια όταν ζητάς συγγνώμη. Έτσι μπράβο. Ώστε, δεν σ’ αρέσει καθόλου, λοιπόν;» Να πάρει ο διάβολος, τώρα εκείνος το διασκέδαζε. Κι αυτό το σιχαινόταν περισσότερο κι από το ανασηκωμένο φρύδι, ειδικά όταν εκείνος δεν έμπαινε ποτέ στον κόπο να της εξηγήσει πού έβρισκε το αστείο. «Νομίζω πως με συμφέρει καλύτερα να μην απαντήσω, καπετάνιε». Ο Τζέιμς έσκασε στα γέλια όταν το άκουσε. «Σωστά τα λες, Τζορτζ! Μ αθαίνεις, βλέπω». Διασκέδαζε τόσο πολύ μαζί της που της έδωσε ένα χτύπημα στην πλάτη. Δυστυχώς, από το χτύπημα εκείνη έγειρε ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του. Για να μην πέσει πάνω στα πόδια του, ο Τζέιμς αναγκάστηκε να την αρπάξει. Το ίδιο έκανε κι εκείνη στην προσπάθειά της να κρατηθεί. Όταν συνειδητοποίησαν κι οι δυο τους πως βρέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ακόμα κι αν το πλοίο βυθιζόταν, είδηση δεν θα έπαιρναν. Εκείνη η ηλεκτρισμένη στιγμή ήρθε κι έφυγε σε κλάσματα δευτερολέπτου, γιατί έσπευσαν κι οι δυο να απομακρυνθούν.


154

JOHANNA LINDSEY

Σαν να μην είχε ανάψει φωτιά ανάμεσά τους εκείνη τη σύντομη στιγμή, ο καπετάνιος είπε με μια μικρή αστάθεια στη φωνή: «Τα γένια μου μεγάλωσαν τρεις πόντους από την ώρα που άρχισες να με ξυρίζεις, Τζορτζ. Ελπίζω μέχρι να φτάσουμε στην Τζαμάικα να έχεις πάρει το κολάι». Η Τζορτζίνα ήταν πολύ ταραγμένη για να του απαντήσει. Ακούμπησε το ξυράφι στο πρόσωπό του κι άρχισε να ξυρίζει το άλλο του μάγουλο. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Φυσικό δεν ήταν; Μ περδεύτηκε στο πόδι του και παραλίγο να πέσει με το κεφάλι στο πάτωμα. Η ταραχή της δεν οφειλόταν στο άγγιγμά του. Όταν γύρισε το πρόσωπό του, για να τελειώσει το πρώτο μάγουλο, είδε σταγόνες από αίμα στα σημεία που τον είχε κόψει. Χωρίς να το σκεφτεί, σκούπισε απαλά τις σταγόνες αίματος με τα δάχτυλά της. «Δεν ήθελα να σας πληγώσω». Η φωνή της ήταν απαλή, αλλά η δική του ήταν πολύ, πολύ πιο απαλή όταν της απάντησε: «Το ξέρω». Θεέ μου, έρχεται πάλι η ναυτία, σκέφτηκε εκείνη.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

155

Κεφάλαιο 19 «Μ ήπως είσαι άρρωστος, Τζόρτζι, παλικάρι μου;» «Το σκέτο Τζόρτζι αρκεί, Μ ακ». «Όχι, δεν αρκεί». Έριξε μια γρήγορη ματιά στο κατάστρωμα της πρύμνης, για να βεβαιωθεί πως ήταν μόνοι, κι έπειτα πρόσθεσε: «Δεν ξέρεις πόσες φορές πήγα να σε πω “μικρή”. Τη χρειάζομαι την υπενθύμιση». «Όπως νομίζεις». Η Τζορτζίνα έσκυψε αδιάφορα στο καλάθι που βρισκόταν ανάμεσά τους, για να πάρει ένα κομμάτι σκοινί και να το ενώσει μ’ εκείνο που βρισκόταν στην ποδιά της και το είχε ήδη ενώσει με άλλα τρία πλέκοντας τις άκρες τους. Είχε προσφερθεί να βοηθήσει τον Μ ακ σε τούτη την ανιαρή δουλειά, για να περάσει λίγο η ώρα της, αλλά δεν ήταν πολύ συγκεντρωμένη σε αυτό που έκανε. Ο Μ ακ ήδη είχε αναγκαστεί να ανοίξει με το σουβλί μια ένωση και να τη βάλει να την ξαναφτιάξει. Εκείνη δεν είπε λέξη, μια και δεν είχε καν παρατηρήσει το λάθος της. Ο Μ ακ την κοιτούσε κουνώντας το κεφάλι του. «Οχ, σίγουρα άρρωστη θα είσαι. Τόσο ήσυχη και υπάκουη». Αυτό την ενόχλησε τόσο ώστε του είπε: «Πάντα είμαι ήσυχη και υπάκουη». «Όχι, από τότε που σου κατέβηκε η ιδέα να σαλπάρεις για την Αγγλία, δεν είσαι ούτε ήσυχη ούτε υπάκουη. Ένας μπελάς και μισός είσαι». Είχε κερδίσει τώρα την προσοχή της. «Τι ωραία!» είπε εκείνη χολωμένη. «Δεν ήσουν υποχρεωμένος να έρθεις μαζί μου, ξέρεις. Μ ια χαρά θα πήγαινα στην Αγγλία και χωρίς εσένα».


156

JOHANNA LINDSEY

«Ξέρεις πολύ καλά πως δεν θα σ’ άφηνα να φύγεις μόνη σου. Δεν είχα άλλη επιλογή, εκτός απ’ το να σε κλειδαμπαρώσω, ίσως. Και τώρα που το σκέφτομαι, αυτό έπρεπε να είχα κάνει». «Ίσως και να έπρεπε». Την άκουσε να αναστενάζει και της είπε σαρκαστικά: «Βλέπεις που συμφωνείς πάλι μαζί μου; Ήταν παράξενη η συμπεριφορά σου όλη τη βδομάδα που πέρασε. Μ ήπως ο καπετάνιος σε βάζει να δουλεύεις σκληρά;» Σκληρά; Δεν θα το ’λεγε. Στην πραγματικότητα, τα μισά από όσα της είχε πει ότι έπρεπε να κάνει δεν τα έκανε, γιατί δεν πρόφταινε. Ο Τζέιμς σηκωνόταν συνήθως το πρωί και μισοντυνόταν πριν από εκείνη. Μ ια φορά που η Τζορτζίνα κατάφερε να σηκωθεί πρώτη, της φέρθηκε λες και είχε κάνει κάτι λάθος. Μ άθαινε σιγά-σιγά να αναγνωρίζει τις διαθέσεις του, τη συνηθισμένη του καζούρα από τους πραγματικά κακοήθεις χλευασμούς, όταν ήταν πολύ ενοχλημένος. Εκείνο το πρωί είχε σίγουρα ενοχληθεί πολύ. Τον είχε βοηθήσει να ντυθεί και την έκανε να νιώσει λες κι αυτό ήταν αγγαρεία. Τα σχόλιά του, ο τρόπος του, τα πάντα, την έκαναν να ορκιστεί πως δεν θα σηκωνόταν πριν από εκείνον στο υπόλοιπο ταξίδι. Έλπιζε να μην ξαναζήσει τέτοιο σπάσιμο νεύρων. Της ήταν έτσι κι αλλιώς δύσκολο να βρίσκεται κοντά του, πόσω μάλλον όταν ήταν και θυμωμένος… Τέλος πάντων, δεν ξανασυνέβη από τότε. Ούτε της ζητούσε να τον βοηθάει να γδυθεί πριν από το βραδινό του μπάνιο. Ακόμα κι αυτό δεν ήταν τελικά καθημερινή υπόθεση, όπως εκείνος είχε αφήσει να εννοηθεί. Συνέχισε να της ζητάει να του τρίβει την πλάτη όταν λουζόταν, αλλά τις δύο από τις επτά μέρες που πέρασαν της είπε ότι δεν χρειάζεται και της πρότεινε μάλιστα, αν θέλει, να χρησιμοποιήσει την μπανιέρα. Ωστόσο, η Τζορτζίνα δεν ήταν έτοιμη να το ρισκάρει και να γδυθεί τελείως, αν και το σύστημα με την ταμπέλα έξω από την πόρτα λειτουργούσε κι εκείνος το σεβόταν και δεν έμπαινε όποτε το


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

157

έβλεπε. Ήταν και το ξύρισμα. Εκείνη την πρώτη φορά δεν ήξερε γιατί της είχε έρθει ναυτία. Μ ια τρικυμία κυριαρχούσε στα σωθικά της. Αν είχε αναγκαστεί να μείνει εκεί περισσότερο, η έκβαση θα ήταν διαφορετική. Γι’ αυτό βιάστηκε να ξυρίσει το πιγούνι του με δυο-τρεις κινήσεις, του πέταξε μια πετσέτα κι έφυγε από την καμπίνα τρέχοντας, πριν εκείνος προλάβει να τη σταματήσει, και του φώναξε πως θα επέστρεφε αμέσως με το πρωινό του. Από τότε της είχε ζητήσει μόνο μία φορά να τον ξυρίσει και τον έκοψε σε τόσο πολλά σημεία που της είπε σαρκαστικά ότι θα ήταν πιο συνετό να αφήσει μούσι. Δεν το έκανε, όμως. Τα περισσότερα μέλη του πληρώματος, συμπεριλαμβανομένου του ύπαρχου, άφηναν μούσι, αλλά ο καπετάνιος συνέχιζε να ξυρίζεται καθημερινά, είτε το πρωί είτε αργά το μεσημέρι. Απλώς το έκανε μόνος του τώρα πια. Δεν είχε χρειαστεί ούτε μία φορά να τον σερβίρει στο τραπέζι. Έτρωγε κατευθείαν από το δίσκο που του έφερνε η Τζορτζίνα ή την έδιωχνε με μια κίνηση του χεριού του όταν προσπαθούσε να τοποθετήσει τα πιάτα μπροστά του. Κι ούτε μία φορά δεν την ενόχλησε στον ύπνο της, για να της ζητήσει κάτι μες στη νύχτα, όπως είχε αρχικά δηλώσει. Μ ε λίγα λόγια, δεν ήταν πολύ απασχολημένη κι είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή της. Όταν η καμπίνα ήταν άδεια, περνούσε τον καιρό της εκεί και, όταν η καμπίνα είχε κόσμο, πήγαινε στο κατάστρωμα με τον Μ ακ, προσπαθώντας να περιορίσει την επαφή της με τον καπετάνιο μόνο στα απαραίτητα. Μ α για την παράξενη συμπεριφορά της, την οποία παρατήρησε ο Μ ακ, μοναδικός υπαίτιος ήταν ο Τζέιμς Μ άλορι. Αυτές οι λίγες μέρες στο πλοίο έμοιαζαν αιώνας. Η Τζορτζίνα βρισκόταν μονίμως σε ένταση, είχε χάσει την όρεξή της, καθώς και τον ύπνο της. Συνέχισε να παθαίνει ναυτία όταν την πλησίαζε, όταν την κοιτούσε με συγκεκριμένο τρόπο, όταν τον κοιτούσε η ίδια ώρα πολλή και όταν της επιδείκνυε απροκάλυπτα το γυμνό του κορμί, δηλαδή κάθε αναθεματισμένο


158

JOHANNA LINDSEY

βράδυ. Πώς να κοιμάται καλά; Πώς να μην είναι ράκος από τα νεύρα; Και πώς να περάσει αυτό απαρατήρητο από τον Μ ακ; Προτιμούσε να μην το κουβεντιάζει καθόλου, καθώς ένιωθε μπερδεμένη με τα συναισθήματά της. Μ α ο Μ ακ καθόταν δίπλα της και την κοιτούσε περιμένοντας μια απάντηση. Ίσως η συνετή του συμβουλή να τη βοηθούσε να καταλάβει τι της προκαλούσε αυτή την ανησυχία. «Η δουλειά δεν με κουράζει σωματικά», παραδέχτηκε η Τζορτζίνα με το βλέμμα της καρφωμένο στο σκοινί που έφτιαχνε. «Εκείνο που με κουράζει είναι ότι είμαι αναγκασμένη να υπηρετώ έναν Άγγλο. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος…» «Α, μάλιστα, το έπιασα το νόημα. Εκεί που είχες πάθει υστερία να φύγεις…» Σήκωσε απότομα το κεφάλι της. «Υστερία; Άκου υστερία!» «Εντάξει, ανυπομονησία. Η αλήθεια είναι ότι βιαζόσουν τόσο να φύγεις απ’ την Αγγλία και τους Άγγλους που, ακριβώς λόγω της ανυπομονησίας σου, αναγκάζεσαι τώρα να κάνεις ό,τι προσπαθούσες ν’ αποφύγεις. Το γεγονός ότι είναι και λόρδος το κάνει ακόμα πιο δύσκολο». «Θα συμφωνήσω ότι φέρεται σαν λόρδος», είπε εκείνη περιφρονητικά. «Αμφιβάλλω, όμως, αν πράγματι είναι. Δεν έχουν έναν άγραφο νόμο που λέει ότι οι αριστοκράτες δεν ασχολούνται με το εμπόριο;» «Κάπως έτσι είναι, αλλά δεν τον ακολουθούν όλοι. Εξάλλου δεν μεταφέρει φορτίο, αν θυμάσαι καλά, οπότε δεν ασχολείται με το εμπόριο, τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το ταξίδι. Πάντως έμαθα πως είναι όντως λόρδος και μάλιστα υποκόμης». «Έξοχα», είπε περιφρονητικά η Τζορτζίνα κι έπειτα αναστέναξε βαθιά. «Είχες δίκιο. Δυσκολεύουν έτσι τα πράγματα. Ένας αναθεματισμένος αριστοκράτης. Κακώς αμφέβαλλα». «Δέξου αυτή την εμπειρία σαν εξιλέωση για την παρορμητικότητά σου και ελπίζω τ’ αδέλφια σου να το λάβουν αυτό υπόψη τους, πριν σε κλειδώσουν σπίτι για πάντα». Ένα ελαφρό μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της. «Το ήξερα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

159

ότι θα με κάνεις να νιώσω καλύτερα». Εκείνος ξεφύσηξε και συνέχισε να ενώνει τα σκοινιά. Γύρισε κι εκείνη στη δουλειά της, αλλά πολύ γρήγορα σκοτείνιασε πάλι, γιατί άρχισε να σκέφτεται τους πραγματικούς λόγους της ανησυχίας της. Τελικά αποφάσισε να ανοίξει και πάλι το θέμα. «Έχεις ακούσει ποτέ να αρρωσταίνει κάποιος όταν έρχεται σε επαφή με κάτι, Μ ακ;» Τα ανοιχτά γκρίζα μάτια του την κάρφωσαν με ένα περίεργο συνοφρύωμα. «Πώς να αρρωσταίνει, δηλαδή;» «Ξέρεις, να νιώθει ναυτία». Το συνοφρύωμά του εξαφανίστηκε στη στιγμή. «Ναι, φυσικά, συμβαίνει καμιά φορά με κάποιες τροφές μετά το μεθύσι ή στην εγκυμοσύνη». «Όχι, όχι σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Εννοώ να είναι εντελώς καλά και, μόλις έρχεται σε επαφή με αυτό το συγκεκριμένο πράγμα, να αρρωσταίνει». Συνοφρυώθηκε πάλι. «Ποιο συγκεκριμένο πράγμα; Γιατί δεν μου λες τι είναι εκείνο που σε αρρωσταίνει;» «Δεν μίλησα για τον εαυτό μου». «Τζόρτζι…» «Εντάξει, λοιπόν», είπε απότομα. «Ο καπετάνιος μ’ αρρωσταίνει. Τις μισές φορές που τον πλησιάζω, το στομάχι μου αντιδρά περίεργα». «Τις μισές φορές;» «Ναι, δεν συμβαίνει κάθε φορά». «Και αρρωσταίνεις στ’ αλήθεια; Κάνεις και εμετό, δηλαδή;» «Μ ία φορά έκανα, την πρώτη μέρα που έμαθα ποιος ήταν. Μ ε πίεσε να φάω και ήμουν τόσο αναστατωμένη και νευρική που δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Από τότε έχει μείνει μόνο η ναυτία, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο, αλλά εμετό δεν έχω ξανακάνει, μέχρι στιγμής». Ο Μ ακ συλλογιζόταν όσα του είπε χαϊδεύοντας τις κόκκινες τρίχες που κάλυπταν πλέον το πιγούνι του. Κάτι του πέρασε από


160

JOHANNA LINDSEY

το μυαλό, αλλά αμέσως το προσπέρασε και δεν το ανέφερε. Η Τζορτζίνα αντιπαθούσε τόσο πολύ τον καπετάνιο που αποκλείεται να ένιωθε έλξη για κείνον. Αποκλείεται να ένιωθε σεξουαλική επιθυμία και να νόμιζε πως ήταν ναυτία. Τελικά, της είπε: «Μ ήπως, κοπέλα μου, σ’ ενοχλεί κάποια μυρωδιά πάνω του, το άρωμα ή το σαπούνι του; Ή κάτι που βάζει στα μαλλιά του;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα κι έπειτα γέλασε. «Μ α πώς δεν το σκέφτηκα;» Τινάχτηκε όρθια και πέταξε το σκοινί της πάνω στα γόνατά του. «Για πού το ’βαλες;» «Δεν είναι το σαπούνι, γιατί κι εγώ το χρησιμοποιώ. Στα μαλλιά του δεν βάζει τίποτα, τ’ αφήνει απλώς να πετάνε από δω κι από κει. Έχει όμως ένα μπουκαλάκι με κάτι που χρησιμοποιεί μετά το ξύρισμα. Πάω τώρα να το μυρίσω κι αν είναι αυτό που με κάνει να νιώθω έτσι, μάντεψε πού θα το στείλω». Χάρηκε που την είδε να χαμογελάει και πάλι, αλλά της υπενθύμισε: «Θα το αναζητήσει αν το πετάξεις στη θάλασσα». Ήθελε να του πει ότι δεν θα κάτσει ν’ ασχοληθεί τώρα με αυτό, αλλά αποφάσισε να μην μπλέξει και πάλι σε μπελάδες. «Τότε θα του πω την αλήθεια. Είναι ένα ξιπασμένο κτήνος, αλλά… τέλος πάντων, δεν είναι τόσο αναίσθητος για να συνεχίσει εν γνώσει του να χρησιμοποιεί κάτι που μ’ αρρωσταίνει. Τα λέμε αργότερα, Μ ακ, ή μάλλον τα λέμε αύριο», διόρθωσε τον εαυτό της βλέποντας ότι ο ήλιος πήγαινε να δύσει. «Μ ου υπόσχεσαι ότι δεν θα κάνεις κάτι για το οποίο θα τιμωρηθείς;» Αν ήξερε με τι τιμωρία την είχε προειδοποιήσει ο καπετάνιος, δεν θα ήταν ανάγκη να ρωτήσει. «Το υπόσχομαι». Το είπε και το εννοούσε. Αν όντως η κολόνια του της έφερνε τέτοια ταραχή, δεν υπήρχε λόγος να μην του το πει. Μ ε τη σκέψη ότι έπρεπε μάλιστα να το είχε αναφέρει και νωρίτερα, έπεσε ξαφνικά πάνω του στο κατάστρωμα. Το στομάχι της έγινε κόμπος και δεν πρόλαβε να κρύψει το


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

161

μορφασμό στο πρόσωπό της. «Α!» παρατήρησε ο Τζέιμς Μ άλορι μόλις την είδε. «Μ άλλον διάβασες τη σκέψη μου, Τζορτζ». «Καπετάνιε;» «Η έκφρασή σου μαρτυρά πως μάντεψες ότι έχω ένα ζήτημα μαζί σου και θέλω να το λύσω. Αφορά στην προσωπική σου καθαριότητα ή, μάλλον, στην απουσία της». Το πρόσωπό της άρχισε να ροδοκοκκινίζει κι έπειτα έγινε σχεδόν μαβί από την αγανάκτηση. «Πώς τολμάτε να…» «Έλα τώρα, Τζορτζ. Λες να μην ξέρω πως τα αγόρια της ηλικίας σου θεωρούν το μπάνιο φρικτό βασανιστήριο; Ήμουν κι εγώ μικρός κάποτε, ξέρεις. Απ’ τη στιγμή όμως που μοιράζεσαι την καμπίνα μου…» «Δεν το επέλεξα εγώ», τον διέκοψε. «Τέλος πάντων, θέλω να τηρούνται κάποιες βασικές αρχές, μεταξύ των οποίων και η καθαριότητα ή, τουλάχιστον, η μυρωδιά της καθαριότητας». Κούνησε και τη μύτη του, για να το κάνει πιο σαφές. Αν δεν ήταν εξοργισμένη από την προσβολή, θα μπορούσε να είχε σκάσει στα γέλια, δεδομένης της συζήτησης που μόλις είχε προηγηθεί με τον Μ ακ. Ο καπετάνιος έβρισκε τη δική της μυρωδιά αποκρουστική; Τι τραγική ειρωνεία, Θεέ μου, ν’ αρρωσταίνει κι αυτός από τη μυρωδιά της! Εκείνος συνέχισε: «Κι επειδή δεν έχεις κάνει καμιά προσπάθεια να συμμορφωθείς με τις αρχές μου…» «Θέλω να ξέρετε…» «Μ η με ξαναδιακόψεις, Τζορτζ», τη σταμάτησε αυταρχικά. «Έχω καταλήξει στην απόφασή μου. Εφεξής, θα χρησιμοποιείς την μπανιέρα μου για να κάνεις πλήρες λουτρό το λιγότερο μία φορά την εβδομάδα, ή και συχνότερα, αν το επιθυμείς, αρχίζοντας από σήμερα. Κι αυτό, αγαπητό μου παιδί, είναι διαταγή. Προτείνω, λοιπόν, να βιαστείς, αν συνεχίζεις να ντρέπεσαι σαν κοριτσόπουλο και θέλεις να είσαι μόνος σου. Έχεις διορία μέχρι την ώρα του δείπνου».


162

JOHANNA LINDSEY

Άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί για τη νέα επίδειξη της αλαζονείας του, αλλά όταν είδε εκείνο το αντιπαθητικό ανασηκωμένο φρύδι του, θυμήθηκε πως δεν έπρεπε να το επιχειρήσει, ειδικά αφού επρόκειτο για αναθεματισμένη διαταγή. «Μ άλιστα, κύριε», είπε προσθέτοντας στο «κύριε» τόση περιφρόνηση όση έπρεπε για να μη φάει σφαλιάρα. Ο Τζέιμς την παρακολουθούσε συνοφρυωμένος να απομακρύνεται με βήματα βαριά. Αναρωτιόταν μήπως είχε μόλις κάνει ένα τεράστιο λάθος. Για το καλό της τη διέταξε να κάνει μπάνιο, και μάλιστα προσφέροντάς της απομόνωση και διακριτικότητα. Παρακολουθούσε στενά τις κινήσεις της και ήξερε πως δεν είχε καταφέρει να κάνει κανονικό μπάνιο από τότε που είχε έρθει στο πλοίο. Ήξερε πόσο λάτρευαν το μπάνιο οι περισσότερες γυναίκες, ιδιαίτερα οι κυρίες. Ήταν σίγουρος πως η Τζόρτζι απλώς δεν το τολμούσε, γιατί φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί. Έπρεπε, λοιπόν, να πάρει το ζήτημα στα χέρια του και να τη βάλει με το ζόρι να κάνει κάτι για το οποίο θα τον ευγνωμονούσε. Δεν περίμενε ότι θα νιώσει προσβεβλημένη. Αν το μυαλό του, όμως, ήταν καθαρό, που δεν ήταν, θα το είχε προβλέψει. Δεν λένε σε μια κυρία ότι βρομάει, βρε ηλίθιε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

163

Κεφάλαιο 20 Ο θυμός της Τζορτζίνα διαλύθηκε μέσα στο ζεστό νερό, αμέσως μόλις ξάπλωσε αναπαυτικά στη μεγάλη μπανιέρα. Ήταν θεϊκή, σχεδόν σαν την μπανιέρα του σπιτιού της. Η δική της ταίριαζε πιο πολύ στο μπόι της, αλλά κι αυτή η μεγάλη ήταν ωραία, πολύ ωραία. Τα μόνα που της έλειπαν ήταν τα αρωματικά της έλαια, η καμαριέρα της, για να τη βοηθήσει να ξεπλύνει τα μακριά μαλλιά της, κι η σιγουριά ότι δεν θα την ενοχλήσει κανείς. Η μπανιέρα ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να βυθιστεί μέσα ολόκληρη, ακόμα και το κεφάλι της. Όταν άγγιξε το νερό, ένιωσε ένα κάψιμο στο ερεθισμένο κι αυλακωμένο δέρμα γύρω από τα στήθη της, αλλά ακόμα κι αυτό ωχριούσε μπροστά στη χαρά της καθαριότητας, της γύμνιας, της ελευθερίας από τα δεσμά. Αυτή η επιμονή του καπετάνιου, όμως… Μ α τον Θεό, τελικά ήταν πολύ χαρούμενη που εκείνος επέμενε. Θα είχε περάσει τουλάχιστον μία εβδομάδα ακόμα μέχρι να βρει το κουράγιο να το τολμήσει μόνη της. Το δέρμα της κολλούσε τόσο πολύ από τον θαλασσινό αέρα, τη ζέστη του μαγειρείου και την κάψα της καμπίνας κάθε φορά που γδυνόταν ο καπετάνιος. Το γρήγορο σφούγγισμα με το πανάκι δεν ήταν αρκετό. Όσο κι αν το επιθυμούσε, δεν μπορούσε να χαλαρώσει πολλή ώρα μες στην μπανιέρα. Έπρεπε να έχει ολοκληρώσει τη μεταμφίεσή της πριν από την ώρα του δείπνου, να στεγνώσει και να κρύψει τα μαλλιά της, και να εξαφανίσει το στήθος της. Υπήρχε και η πιθανότητα να χρειαστεί κάτι ο καπετάνιος από την καμπίνα του και να μπει αγνοώντας την πινακίδα που είχε


164

JOHANNA LINDSEY

κρεμάσει στην πόρτα. Ήταν κρυμμένη βέβαια πίσω από το παραβάν, αλλά κοκκίνιζε ακόμα και στη σκέψη ότι θα βρισκόταν ολόγυμνη στον ίδιο χώρο μαζί του. Μ α εκείνος κράτησε το λόγο του και μπήκε μέσα πολύ αργότερα. Εκείνη είχε ήδη φάει και είχε φέρει το φαγητό, για δύο, αν κι ο Κόνραντ Σαρπ δεν ήρθε να δειπνήσει με τον καπετάνιο. Πηγαίνοντας να κουβαλήσει το νερό για το μπάνιο του, θυμήθηκε το μπουκαλάκι με την κολόνια. Είχε αποφασίσει να το μυρίσει αμέσως μόλις ο καπετάνιος πήγαινε πίσω από το παραβάν, όμως εκείνος την έστειλε να φέρει κι άλλο νερό, για να λούσει και να ξεβγάλει τα μαλλιά του, και όταν επέστρεψε είχε έρθει η ώρα να του τρίψει την πλάτη. Εκνευρισμένη πιο πολύ με τον εαυτό της, που είχε χάσει την ευκαιρία να βρει το μπουκαλάκι όταν ήταν μόνη της, του έτριψε την πλάτη στα γρήγορα. Θα είχε λίγο χρόνο να ψάξει όσο εκείνος θα σκουπιζόταν. Μ ε τη σκέψη της επικεντρωμένη σε αυτά και όχι σε ό,τι έκανε εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσε ναυτία, αν και δεν το πήρε καθόλου είδηση ότι όλα ήταν καλά τούτη τη φορά. Άφησε όπως πάντα τις πετσέτες αρκετά κοντά του, έριξε απότομα τον τελευταίο κουβά με νερό πάνω στην πλάτη του και κατευθύνθηκε βιαστικά στη συρταριέρα. Μ ε την ατυχία της τον τελευταίο καιρό, δεν ήταν άξιο απορίας που ο καπετάνιος βγήκε από το παραβάν και τη βρήκε με το μπουκαλάκι στο χέρι. Την είχε πιάσει στα πράσα, καθώς εκείνη είχε απογοητευτεί όταν το μύρισε και δεν είχε βιαστεί να το βάλει στη θέση του. Η μυρωδιά ήταν πιπεράτη, μύριζε μόσχο, αλλά δεν της προκαλούσε ναυτία, κάτι για το οποίο ήταν σίγουρη. Ο ίδιος ο καπετάνιος τής προκαλούσε ναυτία, όχι η μυρωδιά του. «Ελπίζω να μην παραβίασες τις διαταγές μου, Τζορτζ», ακούστηκε η φωνή του αυστηρή. «Κύριε;» «Τι ακριβώς πας να κάνεις μ’ αυτό το μπουκαλάκι;» Συνειδητοποιώντας τι εννοούσε, έκλεισε γρήγορα το


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

165

μπουκάλι με το φελλό του και το ξανάβαλε στη θέση του. «Δεν είναι αυτό που νομίζετε, καπετάνιε. Δεν είχα σκοπό να το χρησιμοποιήσω, ακόμα κι αν υπήρχε ανάγκη, που δεν υπάρχει, δηλαδή. Όντως έκανα μπάνιο. Σας τ’ ορκίζομαι. Δεν είμαι τόσο ανόητος να φαντάζομαι ότι μπορώ να κρύψω την ενοχλητική μου μυρωδιά με λίγο άρωμα απ’ το μπουκαλάκι. Ξέρω κάποιους που το κάνουν, αλλά εγώ… τέλος πάντων, δεν θα το έκανα». «Χαίρομαι που τ’ ακούω αυτό, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου, μικρέ». «Α, μάλιστα στην ερώτησή σας. Ήθελα να…» Να το μυρίσω; Μα αφού το φοράει συνέχεια. Δεν θα σε πιστέψει, Τζόρτζι. Γιατί δεν του λες την αλήθεια; Εκείνος δεν δίστασε ούτε στιγμή να σου πει πόσο ενοχλητική βρίσκει τη μυρωδιά σου. «Στην πραγματικότητα, καπετάνιε…» «Έλα εδώ, Τζορτζ. Θα διαπιστώσω μόνος μου αν λες αλήθεια». Έσφιξε τα δόντια της γεμάτη απόγνωση. Ο καταραμένος ήθελε να τη μυρίσει κι εκείνη δεν μπορούσε να φέρει καμία αντίρρηση. Αν διαμαρτυρόταν, θα τη διέταζε να το κάνει κι έπειτα θα εκνευριζόταν γι’ αυτό. Όμως, ήταν ντυμένος μόνο μ’ αυτή την προκλητικά λεπτή ρόμπα. Η Τζορτζίνα είχε ήδη αρχίσει να ζεσταίνεται πολύ. Έκανε αργά το γύρο του κρεβατιού. Στάθηκε μπροστά του απελπισμένη, στρίβοντας τα χέρια της. Χωρίς πολλά πολλά, εκείνος έσκυψε, έχωσε τη μύτη του στο λαιμό της και τη μύρισε. Το περιστατικό θα είχε λήξει αν το μάγουλό του δεν είχε αγγίξει το δικό της. «Για ποιο λόγο βογκάς εσύ τώρα;» Της το είπε λες και θα έπρεπε να βογκάει εκείνος. Ακούστηκε ενοχλημένος. Μ α η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ένιωθε σαν να υπήρχε κάτι μέσα της που απαιτούσε να βγει. Έκανε πίσω, πολύ πίσω, για να μπορέσει και πάλι να αναπνεύσει. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. «Συγγνώμη, καπετάνιε, αλλά… πώς να το πω ευγενικά; Μ ε


166

JOHANNA LINDSEY

αρρωσταίνετε». Δεν θα παραξενευόταν αν σηκωνόταν και της έριχνε μια ανάστροφη, αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε ρούπι. Το μόνο που ξεστόμισε με τον πιο περιφρονητικό τόνο που είχε ακούσει ποτέ ήταν: «Ορίστε;» Χίλιες φορές θα προτιμούσε να είχε φάει ανάστροφη παρά να πρέπει να του εξηγήσει τι εννοούσε. Μ α πώς της πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να του πει την αλήθεια, μια αλήθεια που προκαλούσε τόσο μεγάλη αμηχανία σ’ εκείνη, όχι σ’ εκείνον. Προφανώς, η ίδια είχε το πρόβλημα. Κανείς άλλος δεν αρρώσταινε όταν πλησίαζε τον καπετάνιο. Δεν θα την πίστευε, γιατί θα νόμιζε ότι όλα αυτά τα λέει για να τον εκδικηθεί που την κατηγόρησε ότι μυρίζει άσχημα, ενώ η ίδια ήξερε πως αυτό δεν ίσχυε. Κάτι τέτοιο θα είχε σκεφτεί και θα είχε γίνει έξω φρενών. Γιατί δεν είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό, που να πάρει; Ωστόσο, ήταν πολύ αργά και πριν προλάβει να την αρχίσει στις κλοτσιές, η Τζορτζίνα ξεκίνησε να του εξηγεί: «Καπετάνιε, δεν είχα καμιά πρόθεση να σας προσβάλω, σας τ’ ορκίζομαι. Ρώτησα τον Μ ακ και μου είπε ότι ίσως έφταιγε το άρωμά σας. Αυτό πήγα να κάνω, να μυρίσω το μπουκαλάκι. Δεν φταίει όμως αυτό. Μ ακάρι να ήταν αυτό, αλλά δεν είναι. Ίσως τελικά να είναι σύμπτωση». Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Αυτή η σκέψη ίσως τελικά την έσωζε και τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα της, για να του εξηγήσει. «Ναι, είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για σύμπτωση». «Τι σύμπτωση;» Δόξα σοι ο Θεός, ακουγόταν και φαινόταν ήρεμος. Έτρεμε μήπως εκείνος είχε θυμώσει έπειτα απ’ όλα αυτά. «Αρρωσταίνω μόνο όταν σας πλησιάζω, και μάλιστα πολύ κοντά». Καλύτερα να μην αναφερθεί στις στιγμές που τον κοιτάζει ή την κοιτάζει. Καλύτερα να κλείσει το θέμα εδώ και τώρα. «Δικό μου είναι το πρόβλημα, κύριε. Δεν πρόκειται να τ’ αφήσω να με αποσπάσει από τα καθήκοντά μου. Σας παρακαλώ να ξεχάσετε ότι σας το ανέφερα καν».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

167

«Να ξεχάσω…» Εκείνος ακούστηκε σαν να πνίγηκε. Η Τζορτζίνα ζάρωσε. Ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Τελικά δεν ήταν ήρεμος, όπως νόμιζε. Μ άλλον είχε σαστίσει από το θράσος της ή ήταν τόσο θυμωμένος που έχασε τα λόγια του. «Τι είδους… αρρώστια… δηλαδή;» Από το κακό στο χειρότερο. Ήθελε και λεπτομέρειες. Άραγε την πίστεψε ή προσπαθούσε να την κάνει να φανεί εκδικητική, για να δικαιολογήσει την τιμωρία της; Ακόμα κι αν έκλεινε τώρα το ζήτημα, ο καπετάνιος θα νόμιζε ότι αποπειράθηκε να τον εκδικηθεί, αλλά μετάνιωσε και το πήρε πίσω. Είχε όντως μετανιώσει που άνοιξε το στόμα της και μίλησε, αλλά εφόσον τα πράγματα είχαν φτάσει ως εδώ, ήταν καλύτερα να συνεχίσει να λέει την αλήθεια. Πήρε θάρρος και είπε: «Λυπάμαι, καπετάνιε, αλλά μόνο με τη ναυτία μπορώ να συγκρίνω αυτό που νιώθω». «Δηλαδή σου ’ρχεται πραγματικά να…;» «Όχι! Νιώθω μια παράξενη ταραχή, μου κόβεται κάπως η ανάσα και μετά αρχίζω και ζεσταίνομαι… καίγομαι, δηλαδή, αλλά πυρετό δεν έχω, σίγουρα. Και μετά με κυριεύει μια αδυναμία λες και χάνεται όλη μου η δύναμη». Ο Τζέιμς απλώς την κοιτούσε, ανίκανος να πιστέψει όσα άκουγε. Μ α καλά δεν είχε ιδέα το κορίτσι τι είναι αυτό που περιγράφει; Πώς μπορούσε να είναι τόσο αθώα; Και τότε του ήρθε κατακέφαλα, τον χτύπησε εκεί που τον πονούσε κι ένιωσε όλα όσα ένιωθε κι εκείνη. Τον ήθελε. Η ανορθόδοξη αποπλάνησή του είχε φέρει εν αγνοία του καρπούς. Το αγνοούσε, γιατί το αγνοού​σε κι εκείνη. Κόλαση! Η άγνοια υποτίθεται πως είναι ευλογία, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση η δική της άγνοια τον είχε στείλει κατευθείαν στην κόλαση. Έπρεπε ν’ αλλάξει στρατηγική. Αν η Τζορτζίνα δεν καταλάβαινε αυτό που ένιωθε, δεν θα μπορούσε να του επιτεθεί και να τον παρακαλέσει να την πάρει. Πάει περίπατο αυτή η καταπληκτική φαντασίωση. Όμως, ο Τζέιμς δεν ήθελε να χάσει


168

JOHANNA LINDSEY

την αποκάλυψή της. Θα διατηρούσε το πλεονέκτημα αν η Τζορτζίνα αγνοούσε ότι εκείνος ήξερε πως ήταν μεταμφιεσμένη. «Αυτά τα συμπτώματα, λοιπόν, σου είναι πολύ δυσάρεστα;» τη ρώτησε προσεκτικά. Η Τζορτζίνα συνοφρυώθηκε. Δυσάρεστα; Τρομακτικά ίσως, γιατί ήταν πρωτόγνωρα, αλλά όχι δυσάρεστα. «Όχι και πολύ», παραδέχτηκε. «Τότε, στη θέση σου δεν θα έδινα και πολλή σημασία, Τζορτζ. Το έχω ακουστά το πρόβλημά σου». Ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της. «Σοβαρά;» «Σοβαρότατα. Και ξέρω και τη θεραπεία». «Την ξέρετε;» «Βεβαίως. Άντε στο κρεβάτι σου τώρα, αγόρι μου, κι άσ’ το πάνω μου. Θα το φροντίσω εγώ… προσωπικά. Να είσαι σίγουρος». Βλέποντας το χαιρέκακο χαμόγελό του, η Τζορτζίνα είχε την αίσθηση πως της έκανε πλάκα. Ίσως να μην την πίστεψε τελικά.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

169

Κεφάλαιο 21 «Τζορτζ, κοιμάσαι;» Κανονικά θα έπρεπε να κοιμάται. Είχε ήδη ξαπλώσει εδώ και μία ώρα. Ωστόσο, δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Απόψε δεν έφταιγε η γύμνια του καπετάνιου, γιατί αυτή τη φορά είχε συνέχεια τα μάτια της κλειστά από τότε που ανέβηκε στην αιώρα. Όχι, απόψε ξαγρυπνούσε από απλή περιέργεια. Αναρωτιόταν αν ο καπετάνιος ήξερε όντως από τι πάσχει και αν υπήρχε πράγματι θεραπεία. Και τι θεραπεία ήταν αυτή; Σίγουρα κάποιο σιχαμένο υγρό με απαίσια γεύση. Κι αν δεν είχε απαίσια γεύση, εκείνος θα το έκανε σίγουρα να έχει. «Τζορτζ;» Της πέρασε από το μυαλό να κάνει πως κοιμάται, μα άλλαξε γνώμη. Αν του έφερνε από το μαγειρείο κάτι που θα της ζητούσε, ίσως να ερχόταν επιτέλους η πολυπόθητη κούραση. «Ορίστε;» «Δεν μπορώ να κοιμηθώ». Αυτό ήταν ολοφάνερο. Το είχε ήδη καταλάβει. «Να σας φέρω κάτι;» «Όχι, θέλω κάτι να με ηρεμήσει. Ίσως αν μου διάβαζες λιγάκι. Ναι, νομίζω πως έτσι θα καταφέρω να κοιμηθώ. Άναψε μια λάμπα, αν μπορείς». Μ ην έχοντας άλλη επιλογή, κατέβηκε από την αιώρα της. Την είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Απόψε ούτε εκείνη μπορούσε να κοιμηθεί, οπότε δεν την πείραζε. Η ίδια ήξερε γιατί ξαγρυπνούσε, αναρωτιόταν, όμως, τι ήταν αυτό που κρατούσε εκείνον ξάγρυπνο.


170

JOHANNA LINDSEY

Άναψε τη λάμπα που κρεμόταν δίπλα στο κρεβάτι της και την πήρε μαζί της μέχρι τη βιβλιοθήκη. «Θέλετε να σας διαβάσω κάτι συγκεκριμένο, καπετάνιε;» «Υπάρχει ένας λεπτός τόμος στο κάτω ράφι, τέρμα δεξιά. Είναι ό,τι πρέπει, νομίζω. Φέρε και μια καρέκλα εδώ κοντά. Θέλω απαλή φωνή, για να ηρεμήσω, όχι τσιρίδες από την άλλη άκρη της καμπίνας». Εκείνη κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να βρίσκεται κοντά στο κρεβάτι του κι εκείνος να είναι ξαπλωμένος. Ωστόσο, υπενθύμισε στον εαυτό της ότι θα ήταν αξιοπρεπώς σκεπασμένος. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν υποχρεωμένη να τον κοιτάζει. Της είχε ζητήσει απλώς να του διαβάσει κάτι κι ευχόταν το βιβλίο να ήταν αρκετά βαρετό, για να νυστάξει κι η ίδια. Υπάκουσε. Έσυρε μια καρέκλα έως τα πόδια του κρεβατιού κι ακούμπησε τη λάμπα στο τραπέζι πίσω της. «Είναι μια σελίδα μαρκαρισμένη, νομίζω», της είπε μόλις βολεύτηκε στην καρέκλα της. «Μ πορείς ν’ αρχίσεις από κει». Βρήκε τη σελίδα, καθάρισε το λαιμό της κι άρχισε να διαβάζει. «“Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ήταν τα μεγαλύτερα που είχα δει ποτέ μου, τόσο στρογγυλά, τόσο ώριμα. Τα δόντια μου έτριζαν απ’ τη λαχτάρα να τα δαγκώσω”». Τι σαχλαμάρες, Θεέ μου. Σε λίγο θα έχουμε αποκοιμηθεί κι οι δύο. «“Τσίμπησα το ένα και την άκουσα να βογκά από την απόλαυση. Το άλλο προσκαλούσε δελεαστικά το στόμα μου, που ανυπομονούσε να του κάνει το χατίρι. Ω, ουρανοί! Ω, γλυκιά ευτυχία, η γεύση του ζουμερού της… στήθους…”» Η Τζορτζίνα έκλεισε απότομα το βιβλίο κι έβγαλε μια άναρθρη κραυγή. «Αυτό… αυτό…» «Ναι, ξέρω. Ερωτική λογοτεχνία λέγεται, αγαπητό μου παιδί. Μ η μου πεις ότι δεν έχεις διαβάσει ποτέ σου τέτοια σκουπίδια; Όλα τ’ αγόρια στην ηλικία σου τέτοια διαβάζουν, αν ξέρουν γράμματα, φυσικά». Ήξερε ότι έπρεπε ν’ αντιδράσει όπως τ’ άλλα αγόρια, αλλά


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

171

ντράπηκε τόσο πολύ που δεν νοιάστηκε. «Εγώ πάντως δεν τα έχω διαβάσει». «Πάλι σαν κοριτσόπουλο κάνεις, Τζορτζ. Άντε, συνέχισε το διάβασμα. Αν μη τι άλλο, θα μάθεις και πέντε πράγματα». Ήταν στιγμές σαν και τούτη που πραγματικά μισούσε τη μεταμφίεσή της. Ως Τζορτζίνα επιθυμούσε να του βάλει τις φωνές, που διαφθείρει τα μικρά αγόρια, αλλά ως Τζόρτζι ήθελε να τη διαφθείρει. «Σας αρέσουν πραγματικά αυτά τα… σκουπίδια, όπως τα αποκαλέσατε;» «Ο Θεός να φυλάει! Αν μου άρεσαν, δεν θα τα διάβαζα για να με πάρει ο ύπνος – έτσι δεν είναι;» Ο αποτροπιασμός του έδιωξε κάπως την ντροπή της. Δεν είχε, όμως, σκοπό να ξανανοίξει αυτό το σιχαμένο βιβλίο ούτε υπό την απειλή βασανιστηρίων, τουλάχιστον όχι όσο βρισκόταν εκείνος μες στο δωμάτιο. «Αν δεν σας πειράζει, καπετάνιε, θα προτιμούσα να βρω άλλο βιβλίο, για να σας κάνω να βαρεθείτε, κάτι λιγότερο…» «Μ ας βγήκες και σεμνότυφος τώρα;» Ακούστηκε ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός από την άλλη άκρη του κρεβατιού. «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν θα καταφέρω να σε κάνω άντρα μέσα σε λίγες εβδομάδες. Δεν πειράζει, Τζορτζ. Έτσι κι αλλιώς, ο λόγος που με κρατάει ξάγρυπνο είναι ο πονοκέφαλος και ίσως τα δαχτυλάκια σου να κατάφερναν να με βοηθήσουν. Έλα λίγο να μου τρίψεις τους κροτάφους και, πριν το καταλάβεις, θα έχω αποκοιμηθεί». Να του τρίψει τους κροτάφους, δηλαδή να τον αγγίξει και να τον πλησιάσει; Δεν κουνήθηκε ρούπι από την καρέκλα της. «Μ α, δεν ξέρω πώς να… » «Φυσικά και δεν ξέρεις. Θα σου δείξω εγώ. Δώσε μου τα χέρια σου». Αναστέναξε από μέσα της. «Καπετάνιε…» «Έλεος, Τζορτζ!» τη διέκοψε απότομα. «Πώς φέρνεις αντιρρήσεις σ’ έναν άνθρωπο που πονάει; Θέλεις να υποφέρω


172

JOHANNA LINDSEY

όλη νύχτα;» Βλέποντας πως η Τζορτζίνα παρέμενε ακόμη ακίνητη, χαμήλωσε την ένταση της φωνής του, αλλά διατήρησε τον τόνο του κοφτό. «Αν φοβάσαι μήπως αρρωστήσεις πάλι, παλικάρι μου, προσπάθησε λίγο να το βγάλεις απ’ το μυαλό σου. Αλλά είτε σε ξαναπιάσει είτε όχι, προτεραιότητα έχει το δικό μου το πρόβλημα τώρα». Είχε δίκιο, φυσικά. Ο καπετάνιος ήταν πιο σημαντικός, ενώ εκείνη ήταν ένας απλός καμαρότος. Η προσπάθεια να βάλει πρώτα τον εαυτό της θα την έκανε να μοιάζει με κακομαθημένο κι άμυαλο παιδί. Άλλαξε αργά θέση και κάθισε πολύ επιφυλακτικά δίπλα του στο κρεβάτι. Κάνε αυτό που σου είπε, βγάλ’ το από το μυαλό σου και μην τον κοιτάζεις καθόλου. Εστίασε το βλέμμα της στα διακοσμητικά κολονάκια στο κεφαλάρι του κρεβατιού κι ετοιμάστηκε ν’ αρχίσει, όταν τα δάχτυλά του φυλάκισαν τα δικά της και τα τράβηξαν στο πρόσωπό του. Πες πως είναι ο Μακ. Αν σου το ζητούσε ο Μακ ή κάποιο απ’ τα αδέλφια σου, δεν θα το έκανες με προθυμία; Οι άκρες των δακτύλων της πίεζαν τους κροτάφους του με πολύ μικρές κυκλικές κινήσεις. «Ηρέμησε, Τζορτζ. Δεν θα πεθάνεις κιόλας». Αυτή ήταν η επόμενη σκέψη της, αλλά όχι τόσο κυνικά. Τι σκέψεις περνούσαν, άραγε, από το μυαλό του; Ότι τον φοβόταν. Πράγματι τον φοβόταν, αν και δεν ήξερε πια γιατί. Μ ετά τη συγκατοίκηση μαζί του την τελευταία εβδομάδα, πίστευε ειλικρινά πως δεν θα της έκανε κακό… Όμως; «Μ όνος σου τώρα, Τζορτζ. Συνέχισε τις ίδιες κινήσεις». Η ζεστασιά των χεριών του, που κρατούσαν τα δικά της, χάθηκε. Τώρα εκείνη άρχισε να νιώθει τη ζεστασιά του δέρματός του κάτω από τις άκρες των δαχτύλων της. Τον άγγιζε. Δεν ήταν και πολύ δυσάρεστο… ώσπου εκείνος μετακινήθηκε λίγο και τα μαλλιά του άγγιξαν το επάνω μέρος


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

173

των χεριών της. Τι απαλά και δροσερά που ήταν. Μ εγάλη αντίθεση. Κι η ζέστη ακόμα περισσότερη. Την ένιωθε να αναβλύζει από το κορμί του δίπλα στο γοφό της. Κατάλαβε πως δεν ήταν σκεπασμένος με το πάπλωμα, αλλά με το μεταξωτό σεντόνι, εκείνο το λεπτό μεταξωτό σεντόνι κάτω από το οποίο διαγραφόταν ολόκληρο το κορμί του. Δεν υπήρχε λόγος να κοιτάξει, κανένας απολύτως. Κι αν τον έπαιρνε ο ύπνος; Θα συνέχιζε εκείνη να του κάνει μασάζ χωρίς λόγο; Θα το καταλάβαινε από το ροχαλητό του. Μ α δεν τον είχε ακούσει ούτε μία φορά να ροχαλίζει. Ίσως να μη ροχάλιζε ποτέ. Κι αν είχε ήδη αποκοιμηθεί; Κοίταξέ τον! Ρίξε μια ματιά και τελείωνε! Κοίταξε και κατάλαβε ότι σωστά την είχε προειδοποιήσει το ένστικτό της… Δεν έπρεπε να είχε κοιτάξει. Ο άντρας φαινόταν να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, με τα μάτια του κλειστά. Στα χείλη του είχε σχηματιστεί ένα αισθησιακό χαμόγελο. Ήταν τόσο όμορφος και τόσο αμαρτωλός. Δεν κοιμόταν, απλώς απολάμβανε το άγγιγμά της… Θεέ και Κύριε! Οι αισθήσεις έρχονταν σε κύματα, η ζέστη, η αδυναμία, η καταιγίδα που είχε ξεσπάσει στα σωθικά της. Απομάκρυνε τα χέρια της από πάνω του. Εκείνος τα άρπαξε τόσο γρήγορα που της έκοψε την ανάσα. Τα ξανάβαλε αργά στο πρόσωπό του, όχι στους κροτάφους αυτή τη φορά, αλλά στα μάγουλα. Κρατούσε με τα χέρια της το πρόσωπό του, κοιτάζοντας τα διει​σδυτικά του μάτια, τα καταπράσινα, γοητευτικά του μάτια. Και τότε συνέβη, χείλη με χείλη, τα δικά του πάνω στα δικά της. Το στόμα του ακούμπησε το δικό της κι άνοιξε καυτό. Εκείνη άρχισε να στροβιλίζεται, να βυθίζεται σε μια δίνη αισθήσεων που τη ρουφούσε όλο και πιο βαθιά. Ποτέ δεν θα μάθαινε πόση ώρα είχε περάσει, αλλά σιγά-σιγά η Τζορτζίνα άρχισε να συνειδητοποιεί τι συνέβαινε. Ο Τζέιμς Μ άλορι τη φιλούσε με όλο το πάθος που μπορεί ένας άντρας να βάλει στο φιλί του κι εκείνη ανταπέδιδε λες κι η ζωή της κρεμόταν απ’ αυτό το φιλί. Κι όμως είχε την αίσθηση ότι όλα


174

JOHANNA LINDSEY

ήταν σωστά. Η ναυτία είχε επιστρέψει δριμύτερη από ποτέ, αλλά η αίσθηση ήταν τώρα εκπληκτική, ήταν σωστή. Σωστή; Αυτό που συνέβαινε πάντως δεν ήταν καθόλου σωστό. Τη φιλούσε… Όχι, τον Τζόρτζι φιλούσε! Από το σοκ, ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της κι έπειτα πάγωσε. Τον πέταξε από πάνω της με μανία, αλλά εκείνος την κράτησε γερά. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σταματήσει το φιλί, κι αυτό ήταν αρκετό. «Καπετάνιε, σταματήστε! Τρελαθήκατε; Αφήστε με…» «Σιωπή, μικρή μου. Δεν θα το παίξω άλλο αυτό το παιχνίδι». «Ποιο παιχνίδι; Μ α τρελαθήκατε στ’ αλήθεια! Όχι, μια στιγμή, περίμενε…!» Την τράβηξε και την έφερε από κάτω του. Την καθήλωσε με το βάρος του πάνω στο μαλακό κρεβάτι. Για μια στιγμή δεν μπόρεσε να σκεφτεί. Η γνωστή ναυτία ξεχάστηκε κι έγινε απόλαυση, που απλώθηκε σε ολόκληρο το κορμί της. Και τότε ήρθε η συνειδητοποίηση. Μικρή μου; «Το είχες καταλάβει!» είπε με κομμένη την ανάσα σπρώχνοντας τους ώμους του προς τα πίσω, για να μπορέσει να εξαπολύσει τις κατηγορίες της κοιτάζοντάς τον κατάματα. «Το είχες καταλάβει από την αρχή;» Ο Τζέιμς βίωνε τις ωδίνες του δυνατότερου πόθου της ζωής του. Δεν είχε χάσει, όμως, και το μυαλό του, για να κάνει το λάθος να το ομολογήσει, τώρα που έβλεπε ότι η γλυκιά της διάθεση είχε αρχίσει να αλλάζει. «Μ α τον Θεό, μακάρι να το είχα καταλάβει», μούγκρισε βγάζοντάς της το γιλέκο. «Και θα σου ζητήσω αναφορά μετά, να είσαι σίγουρη». «Τότε πώς...; Ω!» Εκείνος έσυρε το καυτό του στόμα από το λαιμό μέχρι το αυτί της κι εκείνη κόλλησε πάνω του. Όταν η γλώσσα του στριφογύρισε μέσα στο αυτί της, η Τζορτζίνα ρίγησε από ηδονή. «Δεν είναι καθόλου μυτερά τ’ αυτιά σου, μικρή μου ψεύτρα». Άκουσε το γέλιο του και με έκπληξη διαπίστωσε πως της ήρθε


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

175

να χαμογελάσει. Θα έπρεπε να νιώθει φόβο τώρα που είχε αποκαλυφθεί, αλλά το στόμα του πάνω της είχε εξαφανίσει κάθε φόβο. Έπρεπε να τον σταματήσει, αλλά το στόμα του πάνω της είχε εξαφανίσει κάθε της δύναμη. Δεν της είχε απομείνει ούτε μια σταλιά θέλησης, για να το προσπαθήσει. Ο Τζέιμς τράβηξε με μια κίνηση και της έβγαλε το σκουφί. Ο σκούρος χείμαρρος των μαλλιών της ελευθερώθηκε πάνω στο μαξιλάρι αποκαλύπτοντας την αλήθεια. Η Τζορτζίνα έμεινε με κομμένη την ανάσα. Ανησυχούσε τώρα, όπως όλες οι γυναίκες, μήπως τον απογοητεύσει το θέαμα. Εκείνος την εξέτασε προσεκτικά κοιτώντας την απόλυτα ακίνητος. Όταν τα πράσινα μάτια του συνάντησαν επιτέλους τα δικά της, έβγαζαν πάλι φλόγες από το πάθος. «Πρέπει να σε ξυλοφορτώσω, που μου τα έκρυβες αυτά τόσον καιρό». Τα λόγια του δεν τη φόβισαν. Τα διέψευδε ο τρόπος με τον οποίο την κοιτούσε. Αντίθετα. Το κρυφό τους μήνυμα την έκανε να ριγήσει από την κορφή έως τα νύχια. Το αχόρταγο φιλί που ακολούθησε πλημμύρισε άγρια ρίγη κάθε γωνιά του κορμιού της. Πέρασε πολλή ώρα μέχρι ν’ ανασάνει και πάλι. Ποιος χρεια​ζόταν ανάσα; Εκείνη πάντως όχι. Κι εξακολουθούσε να μην μπορεί να ανασάνει, καθώς πραγματικά της είχε κοπεί η ανάσα όσο τα έμπειρα χείλη του περνούσαν από το πρόσωπο και το λαιμό της. Ούτε που κατάλαβε πότε της έβγαλε τρυφερά το πουκάμισο. Μ όνο τα δόντια του ένιωσε πάνω στο πανί που έσφιγγε τα στήθη της. Έπειτα ανέλαβαν τα χέρια του, που με μια κίνηση το έσκισαν στα δύο. Δεν το περίμενε αυτό, μα έτσι κι αλλιώς όλα όσα συνέβαιναν ήταν τόσο διαφορετικά από όσα είχε ζήσει, που δεν υπήρχε πιθανότητα να τα έχει προβλέψει. Από το θολό μυαλό της πέρασε η σκέψη ότι την έγδυνε για να την ξεμπροστιάσει, για να βεβαιωθεί πως δεν θα υπάρξουν άλλες εκπλήξεις. Μ α τα φιλιά; Δεν μπόρεσε να επιμείνει σ’ αυτή τη σκέψη όταν τα μάτια του καρφώθηκαν στο στήθος της.


176

JOHANNA LINDSEY

«Είναι έγκλημα, αγάπη μου, αυτό που έκανες σε τούτες τις δύο ομορφιές». Μ όνο και μόνο το βλέμμα του την έκανε να κοκκινίζει, όσο για τα λόγια του… Σαν από θαύμα δεν ήταν συνέχεια αναψοκοκκινισμένη. Και σαν από θαύμα εξαφανίστηκε κάθε σκέψη από το μυαλό της, όταν μετά το σχόλιό του άρχισε να περνάει τη γλώσσα του πάνω στις κόκκινες γραμμές και τις αυλακιές που είχαν αφήσει οι επίδεσμοι πάνω στα στήθη της. Έπιασε με τα χέρια του ένα-ένα τα στήθη της κι άρχισε να τα τρίβει απαλά, σαν να τα παρηγορούσε για τη μακρόχρονη φυλάκισή τους. Το ίδιο θα έκανε κι εκείνη, αν αφαιρούσε μόνη της τους επιδέσμους, κι ούτε που σκέφτηκε να τον αποτρέψει. Κι όταν το χέρι του άρπαξε το ένα στήθος της, για να το προσφέρει στο στόμα του, δεν απέμεναν πια σκέψεις παρά μόνο αισθήσεις. Σε αντίθεση με την Τζορτζίνα, ο Τζέιμς βρισκόταν σε πλήρη διαύγεια. Ήταν απλώς ασυγκράτητος. Δεν χρειαζόταν να πασχίσει, όπως θα έκανε αποπλανώντας κάποιαν άλλη, γιατί αυτό το κορίτσι συνεργαζόταν με μεγάλο ενθουσιασμό. Αναρωτιόταν μάλιστα ποιος αποπλανεί ποιον. Όχι ότι αυτό είχε και μεγάλη σημασία εκείνη τη στιγμή. Μ α τον Θεό ήταν υπέροχη, πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόταν. Τα γνωστά πια λεπτά χαρακτηριστικά της τονίζονταν εξαιρετικά από τα πλούσια μαλλιά που πλαισίωναν το μικρό της πρόσωπο. Ακόμα και στην πιο ακραία του φαντασίωση δεν είχε φανταστεί πόσο αισθησιακό θα μπορούσε να είναι το μικροσκοπικό κορμί της. Δεν φαινόταν ότι τα στήθη της θα ήταν τόσο πληθωρικά και η μέση της τόσο στενή. Όλο αυτό το διάστημα, όμως, ήξερε ότι τα χαριτωμένα οπίσθιά της, που τον είχαν σκανδαλίσει τότε στην ταβέρνα, θα ήταν τέλεια σε σχήμα και σε αίσθηση, και όντως δεν τον απογοήτευσαν. Τα γύμνωσε και τα φίλησε, και υποσχέθηκε στον εαυτό του να αφιερώσει αργότερα περισσότερο χρόνο στη λατρεμένη αυτή περιοχή, όμως τώρα…


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

177

Η Τζορτζίνα δεν ήταν εντελώς αδαής στα ερωτικά. Είχε κρυφακούσει πολλές φορές τ’ αδέλφια της να μιλούν γι’ αυτά τα πράγματα με λόγια άχαρα και συχνά χοντροκομμένα, και είχε σχηματίσει μια γενική εντύπωση. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να συνδέσει όσα ήξερε με όσα της συνέβαιναν τώρα, που ένιωθε το κορμί του στο κορμί της, το δέρμα του στο δέρμα της, τη φωτιά του να φουντώνει τη φωτιά της. Πώς και πότε την έγδυσε τελείως ούτε που το κατάλαβε. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε μόνο πως ήταν κι οι δύο ολόγυμνοι κι ένιωσε τόσα πράγματα που δεν υπήρχαν περιθώρια για ντροπές. Βρισκόταν πάνω της και την πίεζε μέσα στην απόλυτη κυριαρχία του. Της πέρασε μια αμυδρή σκέψη πως μπορεί και να την έλιωνε αυτός ο τεράστιος βράχος, αλλά δεν συνέβη τίποτε απολύτως από όλα αυτά. Κράτησε το πρόσωπό της μες στα μεγάλα χέρια του και τη φίλησε, την ξαναφίλησε αργά, τρυφερά κι ύστερα παθιασμένα. Η γλώσσα του βυθιζόταν μέσα στο στόμα της, τη γευόταν, την άφηνε να δοκιμάσει και τη δική του γεύση. Εκείνη δεν ήθελε καθόλου να σταματήσουν όλα όσα της έκανε, όλα όσα ένιωθε, ωστόσο… Δεν θα έπρεπε, άραγε, να βάλει ένα τέλος ή, τουλάχιστον, να προσπαθήσει; Αν ενέδιδε συνειδητά, ήταν σχεδόν σίγουρη πού θα κατέληγαν όλα αυτά, δηλαδή θα συμφωνούσε και θα το αποδεχόταν. Ήταν όμως έτσι πραγματικά; Μ α πώς να είναι σίγουρη γι’ αυτό όταν αδυνατούσε ακόμα και να σκεφτεί; Αν πήγαινε δυο-τρία μέτρα μακριά του, ή μάλλον δέκα, ίσως και να μπορούσε. Μ α τώρα δεν τους χώριζε ούτε εκατοστό, κι εκείνη το απολάμβανε. Θεέ και Κύριε, μάλλον χωρίς να το καταλάβει είχε ήδη ενδώσει. Όχι! Έπρεπε να κάνει μια προσπάθεια να σιγουρευτεί, μόνο και μόνο για τη συνείδησή της, που την επόμενη μέρα θα τη ρωτούσε: «Τι συνέβη;». «Καπετάνιε;» κατάφερε να ρωτήσει ανάμεσα σε δύο φιλιά. «Μ μμμ;» «Τώρα κάνουμε έρωτα;»


178

JOHANNA LINDSEY

«Ναι, γλυκό μου κορίτσι». «Πιστεύετε πως είναι σωστό;» «Απολύτως. Έτσι κι αλλιώς είναι η θεραπεία γι’ αυτό που σε ταλαιπωρεί». «Θ’ αστειεύεστε». «Καθόλου. Η ναυτία σου, καλή μου, δεν ήταν τίποτα άλλο από τον πόθο σου… για μένα». Τον ποθούσε; Μ α εκείνη δεν τον συμπαθούσε καν. Ωστόσο, έτσι μπορούσε να εξηγήσει γιατί το απολάμβανε τόσο πολύ. Προφανώς δεν είναι απαραίτητο να συμπαθεί κάποιος αυτόν που ποθεί. Τούτη η απάντηση της φάνηκε αρκετή. Όλα αυτά τα λόγια, η προσπάθεια να συγκεντρωθεί, να σκεφτεί έστω και για ένα λεπτό, δεν άλλαξαν όσα ένιωθε. Όλες οι αισθήσεις της ήταν εκεί, παράφορα διεγερμένες. Ναι, τον ποθούσε, τουλάχιστον αυτή τη μοναδική φορά. Έχετε την άδειά μου να προχωρήσετε, καπετάνιε. Δεν το είπε φωναχτά, γιατί σίγουρα εκείνος θα το έβρισκε αστείο, και μια τέτοια στιγμή δεν ήθελε να τον κάνει να γελάσει. Έτσι κι αλλιώς, η σκέψη που έκανε αφορούσε τη συνείδησή της. Του έδειξε όμως την επιθυμία της αγκαλιάζοντάς τον. Κι εκείνος έπιασε το υπονοούμενο, και γρήγορα μάλιστα. Διέγερση; Οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν την αίσθηση. Ο Τζέιμς βολεύτηκε ανάμεσα στα πόδια της κι όλο της το σώμα λες κι άνοιξε για να τον χωρέσει. Τα χείλη του επέστρεψαν στα δικά της κι έπειτα κατέβηκαν στο λαιμό της, στα στήθη της. Ανασηκώθηκε κάπως κι η Τζορτζίνα δυσανασχέτησε λίγο. Της άρεσε να νιώθει πάνω της το βάρος του. Ήρθε όμως η ανταμοιβή, καθώς ένιωσε μεγαλύτερη πίεση εκεί κάτω και, Θεέ και Κύριε, αυτή τη ζέστη. Τον ένιωθε μεγάλο και σκληρό να μπαίνει μέσα στη δική της ζεστασιά, να τη γεμίζει απόλυτα και να τη συγκλονίζει. Γνώριζε το σώμα του, γνώριζε ακριβώς τι είχε διεισδύσει μέσα της. Δεν φοβόταν… ωστόσο, δεν της είχε πει κανείς ότι θα πόναγε. Της κόπηκε η ανάσα, από την έκπληξη περισσότερο, μα δεν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

179

μπόρεσε να το αρνηθεί. Πόνεσε. «Καπετάνιε, σας είπα ότι δεν το έχω ξανακάνει;» Έπεσε πάνω της με όλο του το βάρος. Έχωσε το πρόσωπό του στο λαιμό της και τα καυτά χείλη του άγγιξαν το δέρμα της. «Μ άλλον το ανακάλυψα μόνος μου πριν από λίγο», τον άκουσε να ψιθυρίζει. «Νομίζω πως τώρα επιτρέπεται να με αποκαλείς Τζέιμς». «Θα το σκεφτώ, αλλά προς το παρόν θα σας πείραζε αν σας ζητούσα να σταματήσετε;» «Ναι». Γελούσε; Το σώμα του τρανταζόταν. «Ακούστηκα υπερβολικά ευγενική;» ήθελε να μάθει. Χωρίς αμφιβολία γελούσε τώρα, δυνατά και καθαρά. «Συγγνώμη, αγάπη μου, συγγνώμη αλλά… μα τον Θεό, ξαφνιάστηκα. Δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι… Μ α, ήσουν τόσο παθιασμένη… Βρε, τι πάθαμε». «Διστάζετε, καπετάνιε;» «Έτσι φαίνεται». Σήκωσε λίγο το κεφάλι του, για να περάσει απαλά τα χείλη του πάνω από τα δικά της, κι έπειτα χαμογέλασε. «Καλή μου, δεν υπάρχει πλέον λόγος να σταματήσω, ακόμα κι αν μπορούσα. Η ζημιά έχει ήδη γίνει κι ο πόνος πέρασε και πάει». Έσπρωξε μέσα της, για να της το αποδείξει, και τα μάτια της πήραν φωτιά, γιατί ένιωσε μόνο ηδονή. «Επιμένεις να σταματήσω;» Αυτό είναι για σένα, συνείδηση. «Όχι». «Δόξα σοι ο Κύριος!» Η προφανής ανακούφισή του την έκανε να χαμογελάσει. Το φιλί που ακολούθησε την έκανε να βογκήξει. Οι αργές κινήσεις της λεκάνης του τη γέμισαν αισθήσεις ολοένα και πιο έντονες, ξεπέρασαν οτιδήποτε είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της, ώσπου η ηδονή κορυφώθηκε και μια έκρηξη από μικρούς σπασμούς τη συγκλόνισε. Έβγαλε μια κραυγή, μα ο ήχος πέρασε από το στόμα της στο δικό του, κι όταν κορυφώθηκε κι η δική του ηδονή, επέστρεψε στο δικό της.


180

JOHANNA LINDSEY

Συγκλονισμένη ακόμη, η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε νιώσει έτσι, πως ήταν δυνατόν να νιώσει κάποιος έτσι. Αγκάλιασε σφιχτά τον άντρα που της αποκάλυψε τις δυνατότητες του κορμιού της. Ένιωθε ευγνωμοσύνη, τρυφερότητα και κάτι άλλο, που την έκανε να θέλει να τον ευχαριστήσει, να τον φιλήσει, να του πει πόσο υπέροχα ήταν, πόση ευφορία ένιωθε τώρα. Δεν το έκανε, φυσικά. Συνέχισε να τον αγκαλιάζει, πού και πού να τον χαϊδεύει, και τέλος τον φίλησε τόσο απαλά στον ώμο που αποκλείεται εκείνος να το κατάλαβε. Κι όμως το κατάλαβε. Οι αισθήσεις του Τζέιμς Μ άλορι, ειδήμονα στις γυναίκες και κακομαθημένου αριστοκράτη, είχαν τόσο οξυνθεί που ένιωθε ακόμα και τις παραμικρές κινήσεις της κοπέλας. Είχε συγκινηθεί με την τρυφερότητά της περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Δεν είχε ξανανιώσει κάτι παρόμοιο στο παρελθόν κι αυτό τον φόβιζε, να πάρει η ευχή.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

181

Κεφάλαιο 22 «Τώρα καταλαβαίνω γιατί το κάνουν αυτό το πράγμα οι άνθρωποι». Ο Τζέιμς αναστέναξε με ανακούφιση. Αυτό ακριβώς είχε ανάγκη να ακούσει, μια ανοησία, για να ξαναμπούν τα πράγματα στη θέση τους. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα θηλυκό, αν και ένα πρώτης τάξεως θηλυκό. Δεν διέφερε σε τίποτα από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα είχε βάλει στόχο να αποπλανήσει. Τώρα που δεν υπήρχε πλέον πρόκληση, δεν υπήρχε και τίποτε άλλο να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Γιατί, λοιπόν, δεν σηκωνόταν από πάνω της και δεν την έστελνε στο δικό της κρεβάτι; Διότι δεν ήθελε με τίποτα να το κάνει ακόμη. Στηρίχτηκε στους αγκώνες του κι άρχισε να την κοιτάζει. Το δέρμα της ήταν ακόμη αναψοκοκκινισμένο, τα χείλη της έμοιαζαν λεηλατημένα. Προσπάθησε με το δάχτυλό του να τα ανακουφίσει. Το απαλό βλέμμα στα βελούδινα καστανά μάτια της τον έκανε για κάποιο λόγο να χαίρεται. Δεν ήταν από τα συνηθισμένα της βλέμματα. Συνήθως στα μάτια της καθρεφτιζόταν η ανησυχία, ή το άγχος ή ο εκνευρισμός, τόσο διασκεδαστική όπως ήταν ντυμένη αγόρι… Μ α τον Θεό, είχε ξεχάσει τη μεταμφίεσή της και τους λόγους για τους οποίους το έκανε. Ορίστε λοιπόν το μυστήριο που θα κρατούσε το ενδιαφέρον του. «Αυτό το πράγμα, Τζορτζ;» Το ανασηκωμένο του φρύδι φανέρωσε καλύτερα κι από τα λεγόμενά του ότι άρχισε πάλι να διασκεδάζει εις βάρος της. Και λοιπόν; Τώρα δεν της φαινόταν και τόσο εκνευριστικό αυτό.


182

JOHANNA LINDSEY

«Δεν ακούστηκε πολύ ρομαντικό αυτό. Δεν συμφωνείς;» ρώτησε η Τζορτζίνα τρυφερά κι ένιωσε μια ξαφνική ντροπή. «Ούτε και πολύ ερωτικό, αλλά το μήνυμα ελήφθη, καλό μου κορίτσι. Το απόλαυσες – έτσι δεν είναι;» Εκείνη δεν κατάφερε να πει λέξη κι έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά. Ρίγος τη διαπέρασε και πάλι όταν εκείνος της χάρισε ένα χαμόγελο. «Εσείς το απολαύσατε;» Τζόρτζι! Πώς τολμάς να κάνεις αυτή την ερώτηση; Τρελάθηκες εντελώς; «Θέλω να πω…» Εκείνος έσκασε στα γέλια και ξάπλωσε στο πλάι, παρασύροντας κι εκείνη μαζί του. Τώρα ήταν η Τζορτζίνα πάνω του και τον κοιτούσε, έχοντας καλύτερο έλεγχο από τη θέση αυτή, ώσπου άνοιξε τα πόδια του κι εκείνη γλίστρησε ανάμεσά τους. «Τι θα κάνω μ’ εσένα, Τζορτζ;» Γελούσε ακόμη καθώς την αγκάλιαζε. Δεν την ενοχλούσε που διασκέδαζε, απλώς δεν καταλάβαινε το αστείο, ως συνήθως. «Πρώτα απ’ όλα, θα σταματήσετε να με λέτε Τζορτζ». Το μετάνιωσε μόλις το είπε. Έμεινε ακίνητη ελπίζοντας ότι το σχόλιό της δεν του θύμισε την απάτη της. Ωστόσο, έμεινε κι εκείνος ακίνητος. Χαμογελούσε ακόμη, αλλά η αλλαγή μέσα του ήταν ολοφάνερη. Ο σαρδόνιος δυνάστης είχε επιστρέψει και πάλι. «Πες μου λοιπόν, καλή μου, πώς να σε φωνάζω; Μ ε το αληθινό σου όνομα, ίσως;» «Τζόρτζι είναι το αληθινό μου όνομα». «Κάνε άλλη μία προσπάθεια, γλυκιά μου, κι ελπίζω αυτή τη φορά να με πείσεις». Καμία απάντηση. Στην πραγματικότητα, εκείνη πείσμωσε περισσότερο. «Μ άλιστα, πρέπει να σ’ το βγάλω με το ζόρι, δηλαδή. Να φέρω τα εργαλεία της Ιεράς Εξέτασης, μαστίγια, τροχούς και τα λοιπά;» «Δεν είναι αστείο», του απάντησε. «Μ άλλον για σένα δεν είναι αστείο, αλλά εγώ το βρίσκω διασκεδαστικό… Μ η φοβάσαι, καλή μου, μια χαρά είναι τα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

183

βασανιστήρια, αλλά τώρα έχω διάθεση για εξηγήσεις. Ας ξεκινήσουμε με το λόγο για τον οποίο μεταμφιέστηκες». Η Τζορτζίνα αναστέναξε κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. «Έπρεπε να φύγω απ’ την Αγγλία». «Είχες μπλεξίματα;» «Όχι, απλώς δεν άντεχα να μείνω στην Αγγλία ούτε μία μέρα παραπάνω». «Και γιατί δεν έφυγες με τον κανονικό τρόπο, βγάζοντας εισιτήριο;» «Γιατί τα μόνα πλοία που θα διέσχιζαν τον Ατλαντικό ήταν αγγλικά». «Φαντάζομαι πως θα υπάρχει κάποια λογική σ’ αυτό. Μ ισό λεπτό να καταλάβω… Μ πα, αδύνατον. Πες μου, λοιπόν, τι πρόβλημα έχεις με τα αγγλικά πλοία;» Ανασηκώθηκε συνοφρυωμένη και τον κοίταξε. «Εσείς φυσικά δεν βρίσκετε κανένα πρόβλημα, αλλά εγώ τυγχάνει να απεχθάνομαι οτιδήποτε αγγλικό». «Ώστε έτσι, λοιπόν; Απεχθάνεσαι κι εμένα;» Όταν το φρύδι του ανασηκώθηκε αυτή τη φορά, η Τζορτζίνα ένιωσε την ανάγκη να του δώσει μια, για να κατέβει. «Στο παρελθόν, ναι. Δεν έχω αποφασίσει αν ισχύει ακόμη». Εκείνος χαμογέλασε και του ξέφυγε ένα γέλιο. «Μ ου φαίνεται ότι άρχισα να καταλαβαίνω, Τζορτζ. Μ ήπως είσαι απ’ αυτούς τους θερμοκέφαλους τους Αμερικάνους; Αυτό θα εξηγούσε και την απροσδιόριστη προφορά σου». «Και αν είμαι;» ρώτησε αμυνόμενη. «Ε, τότε θα αναρωτιόμουν μήπως πρέπει να σε κλειδώσω στο αμπάρι, φυσικά. Στο ασφαλέστερο μέρος για όσους αρχίζουν πολέμους». «Δεν κάναμε εμείς την αρχή…» Της έκλεισε το στόμα μ’ ένα φιλί. Έπειτα, κρατώντας το πρόσωπό της στα χέρια του, τη φίλησε ξανά και ξανά, ώσπου της έκοψε την ανάσα και μπόρεσε να της πει: «Δεν θα τσακωθώ μαζί σου για παλιές ιστορίες, καλή μου. Είσαι Αμερικανίδα, λοιπόν.


184

JOHANNA LINDSEY

Σε συγχωρώ». «Τι…» Ο Τζέιμς πίστευε πως, όταν κάτι φέρνει αποτελέσματα, αξίζει να επαναλαμβάνεται. Έτσι της έκλεισε πάλι το στόμα μ’ ένα ατελείωτο φιλί, κι η Τζορτζίνα παραδόθηκε. Ήταν κι εκείνος ερεθισμένος και μετάνιωσε που την είχε πειράξει. «Δεν δίνω δεκάρα για την εθνικότητά σου», είπε με τα χείλη του απέναντι στα δικά της. «Εγώ ποτέ δεν μπλέχτηκα σ’ αυτό τον γελοίο πόλεμο, και ποτέ δεν υποστήριξα ούτε τον πόλεμο, ούτε τις πολιτικές που οδήγησαν εκεί τα πράγματα. Κι αν θες να ξέρεις, εκείνο τον καιρό ζούσα στις Δυτικές Ινδίες». «Ναι, αλλά είσαι Άγγλος», είπε εκείνη με λιγότερη θέρμη. «Σωστά, αλλά δεν έχει και πολλή σημασία. Ή, μήπως έχει, αγάπη μου;» Καθώς τη ρωτούσε φιλούσε τα χείλη της κι έτσι εκείνη δεν κατάφερε να φέρει την παραμικρή αντίρρηση. Ψιθύρισε ένα «όχι» κι άρχισε να φιλάει κι αυτή τα δικά του. Είχε νιώσει την αλλαγή στο σώμα του κι ήξερε πια τι σημαίνει. Στο πίσω μέρος του μυαλού της πέρασε η σκέψη ότι θα σταματούσε η ανάκριση αν έκαναν έρωτα. Φυσικά το γεγονός ότι είχαν αρχίσει πάλι να ξυπνούν οι εκπληκτικές αισθήσεις στα σωθικά της δεν είχε καμία σχέση. Μ α λίγο αργότερα, όταν τα στρωσίδια έγιναν και πάλι κουβάρι κι η Τζορτζίνα βρέθηκε από πάνω του, αν και όχι τελείως αυτή τη φορά, ο Τζέιμς είπε: «Θα κουβεντιάσουμε, λοιπόν, για το πώς ένιωσα όταν ανακάλυψα ότι είσαι θηλυκό κι όχι ο νεαρός που είχα υπό την προστασία μου; Για τη φρίκη που νιώθω όταν αναλογίζομαι τις φορές που με βοηθούσες στο λουτρό μου, τις φορές που… γδύθηκα μπροστά σου;» Η Τζορτζίνα ένιωσε πολύ άσχημα όταν τον άκουσε να το θέτει έτσι. Η απάτη της ήταν έτσι κι αλλιώς λάθος, αλλά ακόμα χειρότερο ήταν το γεγονός ότι τον είχε φέρει, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, σε μια κατάσταση την οποία εκείνος θεωρούσε τώρα πολύ ενοχλητική. Έπρεπε να είχε ομολογήσει την αλήθεια από


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

185

την πρώτη κιόλας μέρα, όταν εκείνος της ζήτησε να τον βοηθήσει να κάνει μπάνιο. Αντίθετα, εκείνη είχε πιστέψει, ανόητα, πως θα κατάφερνε να κάνει το ταξίδι χωρίς ν’ αποκαλυφθεί. Είχε κάθε λόγο να είναι εξοργισμένος μαζί της. Μ ε μεγάλο δισταγμό τον ρώτησε: «Είστε πολύ θυμωμένος;» «Όχι πολύ. Όχι πια. Θα έλεγα πως αποζημιώθηκα για όλες τις στιγμές που μ’ έφερες σε δύσκολη θέση. Ουσιαστικά, μόλις πλήρωσες για τα ναύλα σου και για ό,τι άλλο θελήσεις». Η Τζορτζίνα πήρε μια απότομη ανάσα. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Πώς μπορούσε να ξεστομίζει αυτά τα λόγια έπειτα από τις προσωπικές στιγμές που είχαν μόλις μοιραστεί; Εύκολα, βρε κουτορνίθι. Άγγλος δεν είναι; Ένας αλαζόνας, καταραμένος αριστοκράτης δεν είναι; Πώς σε αποκάλεσε; Θηλυκό. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, τι γνώμη έχει για σένα. Σηκώθηκε αργά. Όταν γύρισε και τον κοίταξε με πρόσωπο γεμάτο οργή, δεν υπήρχε ούτε μία αμφιβολία στο μυαλό του Τζέιμς ότι ένιωσε προσβεβλημένη. «Θα μπορούσες να περιμένεις τουλάχιστον ως το πρωί μέχρι να ξαναγίνεις κακός, κάθαρμα». «Παρακαλώ;» «Καλά κάνεις και με παρακαλείς!» Ο Τζέιμς έκανε να την πιάσει, αλλά εκείνη πήδηξε από το κρεβάτι. Προσπάθησε να της εξηγήσει. «Δεν το εννοούσα έτσι, Τζορτζ». Εκείνη έκανε απότομα μεταβολή και τον αγριοκοίταξε. «Μ η με λες έτσι!» Συνειδητοποιώντας τον παραλογισμό της στιγμής, της επεσήμανε με ήρεμη φωνή: «Μ α ξέρεις, δεν μου έχεις πει ακόμη πώς σε λένε». «Τζορτζίνα με λένε». «Θεέ και Κύριε, έχεις την αμέριστη συμπόνια μου. Θα παραμείνω στο “Τζορτζ”, αν δεν σε πειράζει».


186

JOHANNA LINDSEY

Άραγε, το είπε για να την κάνει να γελάσει; Λίγο έλειψε να της ξεφύγει ένα χαμόγελο βλέποντας την έκφραση φρίκης που συνόδευε τα λόγια του. Μ α δεν χαμογέλασε. Αυτό το αστείο για τα πληρωμένα ναύλα την είχε πληγώσει πολύ. «Πάω για ύπνο, καπετάνιε. Στο δικό μου κρεβάτι», είπε με σκληρότητα και υπεροψία, στέλνοντάς του ένα σαφές μήνυμα, έστω κι αν στεκόταν εκεί μπροστά του ολόγυμνη. «Θα το εκτιμούσα αν κανονίζατε άλλο κατάλυμα για μένα αύριο το πρωί». «Ώστε τώρα βλέπουμε επιτέλους τον πραγματικό Τζορτζ, με τον τρομερά οξύθυμο χαρακτήρα του;» «Άι στο διάολο!» μουρμούρισε εκείνη κάνοντας το γύρο του κρεβατιού, για να μαζέψει τα ρούχα της. «Θίχτηκες από ένα κομπλιμέντο που σου έκανα… με τον τρόπο μου, βέβαια». «Ε, λοιπόν, ο τρόπος σας είναι αισχρός», του είπε εκείνη και, αφού το σκέφτηκε, πρόσθεσε με περιφρόνηση: «...κύριε». Ο Τζέιμς αναστέναξε, αλλά μια στιγμή αργότερα, καθώς την παρακολουθούσε να διασχίζει το δωμάτιο καμαρωτή, με τα σκουροκάστανα μαλλιά της να χαϊδεύουν τα χαριτωμένα της οπίσθια, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Τι ευχάριστη έκπληξη που ήταν αυτό το κορίτσι! «Πώς τα κατάφερες, βρε Τζορτζ, κι ήσουν τόσο υπάκουος όλη την εβδομάδα;» «Καταπίνοντας τη γλώσσα μου. Πώς αλλιώς;» του φώναξε από μακριά. Εκείνος γέλασε τότε, αλλά σιγανά, μήπως τον ακούσει η Τζορτζίνα. Γύρισε στο πλάι, για να μπορεί να παρακολουθεί τους θεα​τρινισμούς της, καθώς εκείνη πετούσε τα ρούχα της στη γωνία σαν κακομαθημένο κοριτσόπουλο. Όμως, η Τζορτζίνα συνειδητοποίησε αμέσως τι έκανε και πήρε το πουκάμισό της να το φορέσει. Έκανε ν’ ανέβει στην αιώρα της, το μετάνιωσε, πήρε και το παντελόνι απ’ το σωρό και το φόρεσε κι αυτό με βιαστικές κινήσεις. Φανερά ικανοποιημένη που σκέπασε τη γύμνια της,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

187

ανέβηκε με άνεση στην αιώρα. Η ευκολία της ν’ ανεβαίνει στην αιώρα θύμισε στον Τζέιμς ότι το κορίτσι δεν αντιμετώπισε ποτέ ιδιαίτερη δυσκολία με αυτό το επισφαλές κρεβάτι. «Έχεις ξαναταξιδέψει με καράβι, Τζορτζ; Εκτός από την εκδρομούλα σου στην Αγγλία, εννοώ». «Νομίζω πως έχω αποδείξει επαρκώς, όπως το θέσατε κι εσείς, ότι δεν είμαι Τζορτζ». «Κάν’ το μου σαν χάρη τότε, καλό μου κορίτσι. Μ ’ αρέσει να σε λέω Τζορτζ. Έχεις ταξιδέψει λοιπόν…» «Φυσικά», τον διέκοψε και γύρισε προς τον τοίχο, ελπίζοντας έτσι να του δώσει να καταλάβει τον υπαινιγμό. Δεν άντεξε όμως και πρόσθεσε: «Έχω δικό μου πλοίο, εξάλλου». «Βεβαίως κι έχεις, καλή μου», της είπε συγκαταβατικά. «Στ’ αλήθεια έχω, καπετάνιε». «Μ α σε πιστεύω, πραγματικά. Για ποιο λόγο λοιπόν ήρθες στην Αγγλία, την οποία τόσο αντιπαθείς;» Έτριζε τα δόντια της ακούγοντας τον συγκαταβατικό του τόνο. «Αυτό δεν σας αφορά καθόλου». «Αφού κάποια στιγμή θα μου τα πεις όλα, Τζορτζ, γιατί δεν μου τα λες από τώρα;» «Καληνύχτα, καπετάνιε. Κι ελπίζω να σας ξανάρθει ο πονοκέφαλος… αν είχατε ποτέ, γιατί τώρα πολύ αμφιβάλλω». Τον άκουσε τότε να γελάει. Δεν είχε καταφέρει να συγκρατηθεί, γιατί σκέφτηκε πως αυτή η εκδήλωση οργής δεν θα συγκρινόταν με τη στάση της όταν θα μάθαινε ότι ο Τζέιμς γνώριζε εξαρχής πως ήταν γυναίκα. Την επόμενη φορά που θα ένιωθε πλήξη θα της το έλεγε, για να δει τι θα συμβεί.


188

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 23 Το επόμενο πρωί ο Τζέιμς στάθηκε για ώρα πολλή πάνω από την αιώρα κοιτάζοντας το κορίτσι να κοιμάται. Από τη στιγμή που ξύπνησε είχε μετανιώσει που δεν την έφερε πίσω στο κρεβάτι του το προηγούμενο βράδυ. Καθώς ήταν άντρας με έντονες ορμές και ξυπνούσε συχνά με ερωτικές διαθέσεις, όποιο θηλυκό χουζούρευε στο πλάι του απολάμβανε τη συνέχεια της προηγούμενης νύχτας και με το παραπάνω. Αυτός ήταν κι ο λόγος για τον οποίο είχε φερθεί απότομα στην Τζορτζίνα μερικές μέρες πριν, όταν εκείνη σηκώθηκε νωρίτερα και δεν την είχε αφήσει να τον ντύσει, όπως ήταν υποχρεωμένη να κάνει. Στην αρχή δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να ελέγξει το κορμί του, αλλά τα κατάφερε με κάποιον τρόπο. Χαμογέλασε στη σκέψη ότι αυτό το πρόβλημα δεν θα αποτελούσε πλέον πρόβλημα. Δεν ήταν υποχρεωμένος πια να κρύβει το γεγονός ότι ποθούσε πολύ αυτό το κορίτσι. Ναι, σίγουρα είχε μετανιώσει που δεν κοιμήθηκε πλάι στο απαλό της κορμάκι, επιτρέποντάς της για μια νύχτα να νιώσει όσο φουρκισμένη ήθελε. Μ α τώρα είχαν τελειώσει όλα αυτά. Απόψε θα μοιραζόταν το κρεβάτι του και θα παρέμενε εκεί. «Δείξε μας και λίγο πόδι, Τζορτζ». Έσπρωξε με το γόνατό του την αιώρα, για να την κουνήσει. «Αποφάσισα να μην ανακοινώσω στον μικρό μας κόσμο εδώ στη θάλασσα ότι είσαι κάτι άλλο απ’ αυτό που παριστάνεις. Ξανακρύψε, λοιπόν, τα υπέροχα βυζάκια σου και πήγαινε να φέρεις το πρωινό μου». Τον κοίταξε με βλέμμα αδειανό και μάτια μισάνοιχτα. Χασμουρήθηκε, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της κι έπειτα ξύπνησε


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

189

εντελώς ανοίγοντας διάπλατα τα βελούδινα καστανά της μάτια. «Δηλαδή, θα συνεχίσω να κάνω τον καμαρότο σας;» τον ρώτησε δύσπιστα. «Έξοχο συμπέρασμα, Τζορτζ», αποκρίθηκε ο Τζέιμς με την πιο ξερή και αντιπαθητική φωνή που διέθετε. «Μ α…» Έκανε μια παύση, για να σκεφτεί την ιδέα να συνεχίσουν όπως πριν. Μ ε αυτό τον τρόπο δεν θα χρειαζόταν να πει στον Μ ακ ότι αποκαλύφθηκε. Δεν θα χρειαζόταν να εξηγήσει τι συνέβη· λες και το μπορούσε. Δεν ήταν καν βέβαιη τι είχε συμβεί, αλλά σίγουρα δεν ήθελε να το μάθει κανείς άλλος. «Πολύ καλά, καπετάνιε, αλλά θέλω δικό μου κατάλυμα». «Ούτε που να το συζητάς». Όταν άρχισε τις αντιρρήσεις, ο Τζέιμς σήκωσε το χέρι του ψηλά. «Κοιμάσαι στην καμπίνα μου εδώ και μία εβδομάδα, καλή μου. Η οποιαδήποτε αλλαγή θα προκαλέσει ανεπιθύμητες συζητήσεις. Εξάλλου, δεν υπάρχει άλλο δια​θέσιμο κατάλυμα, και το ξέρεις. Κι ούτε να διανοηθείς να κοιμηθείς στο πρόστεγο μ’ όλους τους άλλους, γιατί προτιμώ να σε κλειδαμπαρώσω παρά να σ’ αφήσω να πας εκεί πέρα». Τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Μ α γιατί; Αφού όλοι νομίζουν πως είμαι αγόρι». «Εγώ πάντως εύκολα συμπέρανα την αλήθεια». «Επειδή σας έκανα εκείνη την ανόητη εξομολόγηση, που ήταν τόσο γελοία και αφελής», είπε αγανακτισμένη με τον εαυτό της. Το χαμόγελο που της χάρισε ήταν από τα πιο τρυφερά χαμόγελα που είχε δει ποτέ της. Ήταν τόσο συγκινητικό που κόπηκε η ανάσα της. «Τη βρήκα γλυκιά την εξομολόγησή σου, καλό μου κορίτσι». Χάιδεψε με το πίσω μέρος των δακτύλων του το μάγουλό της. «Μ η μου πεις ότι έπαθες πάλι… ναυτία, τώρα;» Το άγγιγμά του είχε έντονη επίδραση πάνω της. Εκείνο το χαμόγελο είχε κάνει τη ζημιά. Δεν επρόκειτο, όμως, να κάνει το ίδιο λάθος και να γελοιοποιηθεί, όπως την προηγούμενη νύχτα. Εξάλλου, αυτό που συνέβη δεν έπρεπε να ξανασυμβεί. Δεν ήταν


190

JOHANNA LINDSEY

αυτός ο κατάλληλος άντρας για κείνη, όσο κι αν έκανε τους σφυγμούς της ν’ αυξάνονται και τα σωθικά της να ριγούν. Ήταν Άγγλος, για όνομα του Θεού, κι ακόμα χειρότερα, ήταν ένας αντιπαθέστατος αριστοκράτης. Η χώρα του βασάνιζε τη δική της επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Αλλά και πριν από τον πόλεμο, τ’ αδέλφια της καταφέρονταν εναντίον του δεσποτισμού της Αγγλίας. Αυτό δεν μπορούσε να το αγνοήσει, όσο κι αν ήθελε. Τ’ αδέλφια της δεν θα τον άφηναν ούτε το κατώφλι του σπιτιού τους να περάσει! Όχι, ο Τζέιμς Μ άλορι, ο άρχοντας αυτού του βασιλείου, σίγουρα δεν ήταν για κείνη. Από δω και μπρος έπρεπε να το υπενθυμίζει συχνά στον εαυτό της και να περάσει το μήνυμα και σ’ εκείνον, έστω κι αν ήταν το απόλυτο ψέμα. «Όχι, καπετάνιε, δεν νιώθω καθόλου ναυτία. Υποσχεθήκατε ότι θα με γιατρέψετε και, προφανώς, τα καταφέρατε. Σας ευχαριστώ πολύ. Δεν χρειάζομαι άλλη δόση από το φάρμακο». Απ’ το χαμόγελό του κατάλαβε πως δεν την πίστεψε καθόλου. «Τι κρίμα!» της είπε. Μ όνο αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει να κοκκινίσει. «Σχετικά με το κατάλυμά μου…;» ρώτησε μόλις κατέβηκε από την αιώρα και απομακρύνθηκε λίγο. «Έχει τελειώσει αυτή η συζήτηση, Τζορτζ. Θα παραμείνεις εδώ. Τέλος». Άνοιξε πάλι το στόμα της για να διαφωνήσει, αλλά αμέσως το ξανάκλεισε. Θα υποχωρούσε σε αυτό το ζήτημα υπό την προϋπόθεση ότι ο Τζέιμς θα καταλάβαινε πως δεν ήταν κτήμα του και δεν μπορούσε να της δίνει διαταγές για τα πάντα. Στην πραγματικότητα, εφόσον δεν υπήρχε άλλο δωμάτιο στο οποίο θα μπορούσε να μείνει μόνη, προτιμούσε την καμπίνα του από οποιοδήποτε άλλο κατάλυμα. Τουλάχιστον εκεί μπορούσε να αφαιρεί τους επιδέσμους και να κοιμάται πιο άνετα στη διάρκεια του ταξιδιού. «Πολύ καλά, υπό την προϋπόθεση ότι η διευθέτηση του ύπνου μας θα παραμείνει ως έχει». Του το είπε απερίφραστα. «Και δεν νομίζω πως είναι σωστό να σας τρίβω πλέον την


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

191

πλάτη… κύριε». Ο Τζέιμς λίγο έλειψε να γελάσει. Πόσο καθωσπρέπει μιλούσε σήμερα η κοπελίτσα και πόσες απαιτήσεις πρόβαλλε! Αναρωτήθηκε πάλι τι είδους ζωή έκανε όταν δεν φορούσε παντελόνια. Μ ετά τη χθεσινή βραδιά βεβαιώθηκε πως σίγουρα δεν επρόκειτο για πόρνη του λιμανιού. «Δεν χρειάζεται να σου υπενθυμίσω, Τζορτζ, πως είσαι ο μοναδικός μου καμαρότος. Μ όνη σου ανέλαβες αυτή τη θέση κι εκεί θα παραμείνεις μέχρι να σου πω εγώ. Ή μήπως ξέχασες ότι εγώ είμαι ο καπετάνιος εδώ μέσα;» «Και βλέπω πως σκοπεύετε να μην είστε συνεργάσιμος». «Καθόλου. Απλώς υπογραμμίζω ότι εσύ η ίδια δεν μου δίνεις άλλη επιλογή απ’ το να επιμείνω. Μ ήπως νομίζεις ότι σκοπεύω να σ’ εκμεταλλεύομαι μόνο και μόνο επειδή ήσουν τόσο καλόβολη χτες βράδυ;» Τον παρατήρησε προσεκτικά, αλλά η έκφρασή του δεν πρόδιδε κάτι. Τελικά αναστέναξε. Μ έχρι ο ίδιος να της δείξει ότι σκοπεύει να της επιβάλει τις επιθυμίες του, η Τζορτζίνα δεν είχε άλλη επιλογή από το να είναι δίκαιη και να υποθέσει πως εκείνος δεν θα την ενοχλούσε αν η ίδια δεν τον παρότρυνε. «Πολύ καλά, ας συνεχίσουμε όπως ήμασταν… πριν από τη χθεσινή βραδιά». Μ ε αυτή την παραχώρηση, του χάρισε κι ένα επιφυλακτικό χαμόγελο. «Και τώρα θα ντυθώ κανονικά, όπως προτείνατε, κύριε, και θα φέρω το πρωινό σας». Την είδε να μαζεύει τα υπόλοιπα ρούχα της από το πάτωμα και να κατευθύνεται προς το δερμάτινο παραβάν, για να ντυθεί χωρίς να τη βλέπει εκείνος. Δάγκωσε τη γλώσσα του, για να αποφύγει να σχολιάσει αυτή την εκδήλωση σεμνοτυφίας μετά την προηγούμενη βραδιά, όταν παρέλασε απολαυστικά μπροστά του ολόγυμνη. Αντίθετα, παρατήρησε: «Δεν είναι απαραίτητο να μου μιλάς τόσο τυπικά, ξέρεις». Σταμάτησε, για να του ρίξει μια ματιά. «Μ ε συγχωρείτε, αλλά έτσι είναι το σωστό. Εξάλλου, είστε τόσο μεγάλος που θα


192

JOHANNA LINDSEY

μπορούσατε να είστε πατέρας μου, κι εγώ πάντα στους μεγαλυτέρους μου φέρομαι με σεβασμό». Ο Τζέιμς προσπάθησε να διακρίνει το σφίξιμο στα χείλη της, το θρίαμβο στα μάτια της, την ένδειξη ότι σκόπιμα προσπαθούσε να τον προσβάλει. Είχε δεχτεί καίριο πλήγμα. Δεν ένιωθε απλώς αγανακτισμένος, είχαν πληγωθεί σοβαρά η υπερηφάνεια και η ματαιοδοξία του. Όμως δεν υπήρχε κάτι τέτοιο στην έκφρασή της. Αντίθετα, εκείνη έδειχνε ότι είπε όλα αυτά τα λόγια πολύ απλά, σχεδόν αυτόματα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζέιμς έσφιξε τα δόντια του. Για πρώτη φορά τα ξανθά φρύδια του δεν κουνήθηκαν ούτε ελάχιστα. «Πατέρας σου; Πρέπει να σου πω, καλή μου, ότι αυτό είναι αδύνατον. Έχω, βέβαια, ένα γιο δεκαεφτά χρόνων, αλλά…» «Έχετε γιο;» Έκανε ολόκληρη μεταβολή και τον κοίταξε. «Έχετε και γυναίκα;» Δίστασε ν’ απαντήσει, γιατί τον εξέπληξε το αποκαρδιωμένο ύφος της. Ήταν απογοήτευση; Εκείνη όμως συνήλθε πριν απαντήσει. «Δεκαεφτά;» του είπε σχεδόν φωνάζοντας με δυσπιστία. Έπειτα πρόσθεσε θριαμβευτικά: «Δεν έχω να πω κάτι άλλο», και προχώρησε προς το παραβάν. Ο Τζέιμς, αδυνατώντας για πρώτη φορά να απαντήσει έξυπνα, έκανε στροφή κι έφυγε από την καμπίνα, πριν ενδώσει στην επιθυμία του να πνίξει το αυθάδικο νιάνιαρο. Δεν έχω να πω κάτι άλλο! Εκείνος ήταν και παραήταν στο άνθος της ηλικίας του. Πώς τόλμησε το παλιοθήλυκο να τον πει γέρο; Μ έσα στην καμπίνα και πίσω από το παραβάν, η Τζορτζίνα χαμογελούσε επί πέντε ολόκληρα λεπτά. Έπειτα ένιωσε το τσίμπημα της συνείδησής της. Δεν έπρεπε να πλήξεις την αυτοπεποίθησή του, Τζορτζίνα. Τον έκανες έξω φρενών. Κι εσένα τι σε νοιάζει; Αφού ούτε εσύ τον συμπαθείς. Εξάλλου, το άξιζε. Παραήταν αδιακαιολόγητα αυτάρεσκος. Σωστά. Πριν ξαναγίνει ο παλιός κακός του εαυτός χτες βράδυ,


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

193

εσύ τον θεωρούσες το τελειότερο πλάσμα του κόσμου. Το ήξερα! Χαίρεσαι γιατί νομίζεις ότι έκανα τεράστιο λάθος. Και λοιπόν; Δική μου είναι η ζωή, κι αν θέλω, κάνω και λάθη. Δεν το αρνούμαι. Εγώ του έδωσα την άδεια. Δεν τη χρειαζόταν. Θα σε είχε παρασύρει είτε του την έδινες είτε όχι. Αν είναι έτσι όπως τα λες, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Παραήσουν εύκολη. Δεν σε άκουσα να παραπονιέσαι και πολύ χτες βράδυ… Ω, Θεέ μου, μόνη μου μιλάω.


194

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 24 «Λίγο κονιάκ, Τζορτζ;» Η Τζορτζίνα ξαφνιάστηκε. Ο Τζέιμς καθόταν τόσο ήσυχος πίσω από το γραφείο του που εκείνη είχε σχεδόν ξεχάσει πως βρισκόταν στο δωμάτιο. Σχεδόν, αλλά όχι εντελώς. Τέτοιος άντρας δύσκολα περνά απαρατήρητος. «Όχι, καπετάνιε, ευχαριστώ». Του χαμογέλασε αυθάδικα. «Δεν το βάζω στο στόμα μου». «Είσαι μικρή ακόμη – σωστά;» Το σώμα της σφίχτηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το σχόλιό του υπονοούσε πως ήταν παιδί ή σκεφτόταν σαν παιδί ή φερόταν σαν παιδί, κι ας είχε διαπιστώσει πως ήταν μια ολοκληρωμένη γυναίκα. Η Τζορτζίνα καταλάβαινε ότι το έκανε για να την εκδικηθεί, επειδή είχε αφήσει κι εκείνη να εννοηθεί πως της έπεφτε μεγάλος. Μ α δεν θα του επέτρεπε να την εκνευρίσει, όχι ακόμη τουλάχιστον. Εξάλλου, της φερόταν με ευγένεια ή, μάλλον, με ψυχρή ευγένεια, που φανέρωνε πόσο τον είχε πειράξει το σχόλιο για την ηλικία του. Είχαν περάσει τρεις μέρες από τη μοιραία νύχτα της αποκάλυψής της και, μολονότι είχε δηλώσει πως θα συνέχιζαν ακριβώς όπως πριν, ο Τζέιμς δεν της είχε ζητήσει να τον βοηθήσει να πλυθεί, δεν επιδείκνυε τη γύμνια του μπροστά της και κάτω από τη ρόμπα του φορούσε παντελόνι πριν κοιμηθεί, όπως τώρα. Δεν την είχε καν αγγίξει από εκείνο το πρωί που χάιδεψε τρυφερά το μάγουλό της με τα δάχτυλά του. Βαθιά μέσα της, εκεί όπου ήταν ειλικρινής μέχρι υπερβολής με τον εαυτό της, παραδεχόταν πως ένιωθε λίγη θλίψη που ο Τζέιμς δεν θα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

195

προσπαθούσε να ξανακάνει έρωτα μαζί της. Δεν θα τον άφηνε βέβαια, αλλά θα μπορούσε τουλάχιστον εκείνος να κάνει μια προσπάθεια. Απόψε τελείωσε γρήγορα τις δουλειές της. Ήταν ξαπλωμένη στην αιώρα και λικνιζόταν απαλά, τρώγοντας τα νύχια της, για να τα κάνει να μοιάζουν περισσότερο με μικρού αγοριού. Ήταν έτοιμη να κοιμηθεί φορώντας το παντελόνι και το πουκάμισό της, μα δεν ένιωθε καθόλου κουρασμένη. Έριξε μια λοξή ματιά στον άντρα που καθόταν πίσω από το γραφείο. Δεν θα είχε αντίρρηση να έριχναν έναν καβγά, για να ξεκαθαρίσουν τις παρεξηγήσεις, να του δώσει μια ευκαιρία να ξεσπάσει. Ωστόσο, δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε τον άλλο Τζέιμς, εκείνον που την έκανε να λιώνει με ένα του βλέμμα. Ίσως να ήταν προτιμότερο να τον αφήσει να σιγοβράζει στη δυστυχία του για το υπόλοιπο ταξίδι. «Για την ακρίβεια, καπετάνιε», είπε απαντώντας στο καυστικό του σχόλιο, «είναι θέμα προτίμησης. Ποτέ δεν μου άρεσε το κονιάκ. Το πόρτο όμως…» «Πόσο χρόνων είσαι, βρε σποράκι;» Επιτέλους την έκανε, λοιπόν, αυτή την ερώτηση, όλος νεύρα μάλιστα. Εκείνη αναρωτιόταν πόσο θα άντεχε. «Είκοσι δύο». Εκείνος κάγχασε. «Μ ε τέτοια αυθάδεια, περίμενα να είσαι το λιγότερο είκοσι έξι». Ώστε, λοιπόν, γύρευε κι εκείνος καβγά; Ξαφνικά χαμογέλασε σκανταλιάρικα, αποφασίζοντας να μην του κάνει τη χάρη. «Βρίσκεις, Τζέιμς;» τον ρώτησε γλυκά. «Θα το εκλάβω ως κομπλιμέντο. Πάντα στενοχωριόμουν που έδειχνα μικρότερη απ’ την ηλικία μου». «Όπως είπα, παραείσαι αυθάδης». «Ποπό, πολύ γκρινιάρης είσαι απόψε». Παραλίγο να την πιάσουν τα γέλια. «Αναρωτιέμαι γιατί». «Καθόλου γκρινιάρης», αντιτάχθηκε εκείνος ψυχρά ανοίγοντας ένα συρτάρι στο γραφείο του. «Κι η τύχη το ’φερε να έχω εδώ το ποτό της αρεσκείας σου. Τράβα λοιπόν μια


196

JOHANNA LINDSEY

καρέκλα κι έλα να κάτσεις μαζί μου». Αυτό δεν το περίμενε. Ανασηκώθηκε αργά κι άρχισε να σκέφτεται λόγους να αρνηθεί ευγενικά την πρόσκλησή του ενώ τον παρατηρούσε να γέρνει το μπουκάλι με το πόρτο και να γεμίζει ένα ποτήρι που είχε επίσης κρυμμένο στο συρτάρι. Έπειτα σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της και κατέληξε πως δεν θα πάθαινε και τίποτα να πιει μισό ποτηράκι, ίσα-ίσα θα τη βοηθούσε να κοιμηθεί. Άρπαξε τη βαριά καρέκλα από την τραπεζαρία και την έσυρε μέχρι το γραφείο του. Πήρε το ποτήρι που της πρόσφερε πριν καθίσει, προσέχοντας να μην παγιδευτεί στα σκυθρωπά πράσινα μάτια του και να μην αγγίξει τα δάχτυλά του. Πολύ απλά και με χαμόγελο, ύψωσε το ποτήρι μπροστά του πριν πιει. «Πολύ κοινωνικό από μέρους σου, θα ’λεγα, Τζέιμς». Το ότι του μιλούσε τώρα στον ενικό και μάλιστα με το μικρό του όνομα έβλεπε πως τον ενοχλούσε, όπως το είχε φανταστεί. «Ειδικά», συνέχισε, «όταν είχα σχηματίσει την εντύπωση πως ήσουν θυμωμένος μαζί μου για κάποιο λόγο». «Θυμωμένος; Πώς να με θυμώσει ένα τόσο γοητευτικό παλιόπαιδο; Πώς σου πέρασε καν απ’ το μυαλό;» Όταν το άκουσε, λίγο έλειψε να πνιγεί από το γλυκό κόκκινο κρασί. «Είδα τα μάτια σου που έβγαζαν φωτιές», είπε με αναίδεια. «Πάθος, καλό μου κορίτσι. Αγνό… και καθαρό… πάθος». Έμεινε ακίνητη κι η καρδιά της άρχισε να χτυπά γοργά. Χωρίς να το καλοσκεφτεί, η ματιά της ανέβηκε να συναντήσει τη δική του κι είδε αυτό ακριβώς το πάθος για το οποίο μιλούσε, καυτό, σαγηνευτικό και αισθησιακό, ένα πάθος που διαπέρασε όλο της το κορμί. Έλιωσε ή όχι ακόμη; Θεέ και Κύριε, ήταν αναπόφευκτο. Κατέβασε με μια γουλιά το υπόλοιπο πόρτο και πνίγηκε στ’ αλήθεια. Ευτυχώς, γιατί ο βήχας κατέστρεψε προς στιγμήν τη μαγεία κι η Τζορτζίνα κατάφερε να πει με σύνεση: «Είχα δίκιο, λοιπόν. Διέκρινα την παθιασμένη οργή σου».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

197

Τα χείλη του σχημάτισαν ένα αμυδρό χαμόγελο. «Σε βρίσκω σε φόρμα, μικρή. Όχι, όχι, πού πας; Κάτσε κάτω», πρόσθεσε αυστηρά όταν την είδε ν’ αφήνει το ποτήρι της και να σηκώνεται. «Δεν έχουμε προσδιορίσει ακόμη την αιτία… της παθιασμένης μου οργής. Μ ’ αρέσει όπως το έθεσες. Να θυμηθώ να το πω στον Τζέισον την επόμενη φορά που θα γίνει πυρ και μανία». «Τον Τζέισον;» ρώτησε, για να τον αποσπάσει από την κουβέντα που έκανε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. «Τον αδελφό μου», είπε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. «Έναν απ’ τους πολλούς. Μ α, ας μην αλλάξουμε θέμα, γλυκιά μου». «Όχι, ας το αλλάξουμε. Είμαι τόσο κουρασμένη», είπε συνοφρυωμένη βλέποντας πως της ξαναγέμισε το ποτήρι. «Φοβητσιάρα». Είχε έναν τόνο θυμηδίας στη φωνή του, αλλά εκείνη σφίχτηκε από την απερίφραστη πρόκληση. «Πολύ καλά». Άρπαξε το ποτήρι και παραλίγο να το χύσει, γιατί αυτή τη φορά το είχε γεμίσει πάνω από τη μέση. Έγειρε πίσω στην καρέκλα της και ήπιε μια τονωτική γουλιά. «Τι θέλεις να συζητήσουμε;» «Την παθιασμένη μου οργή, φυσικά. Αναρωτιέμαι πώς σου ήρθε στο μυαλό η οργή όταν ανέφερα το πάθος;» «Γιατί… γιατί… γιατί ξέρεις πολύ καλά, Μ άλορι, ότι είσαι εκνευρισμένος μαζί μου». «Δεν ξέρω τίποτα τέτοιο». Τώρα πραγματικά χαμογελούσε, όπως η γάτα που ετοιμάζεται ν’ αρπάξει το θήραμά της. «Δεν μου λες εσύ καλύτερα γιατί θα έπρεπε να είμαι εκνευρισμένος μαζί σου;» Αν παραδεχόταν ότι είχε θίξει την υπερηφάνειά του, θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι το έκανε επίτηδες. «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα», επέμεινε ανοίγοντας τα αθώα μάτια της όσο πιο διά​πλατα μπορούσε. «Ώστε δεν έχεις ιδέα;» Το χρυσό του φρύδι ανασηκώθηκε κι εκείνη συνειδητοποίησε πόσο της είχε λείψει αυτή η κίνηση τις


198

JOHANNA LINDSEY

τελευταίες μέρες. «Για έλα εδώ, Τζορτζ». Τα μάτια της άνοιξαν. «Οχ, όχι», είπε κουνώντας με έμφαση το κεφάλι της. «Θέλω μόνο να σου δείξω πως δεν νιώθω την παραμικρή οργή για σένα». «Ο λόγος σου μου αρκεί, σε διαβεβαιώνω». «Τζορτζ…» «Όχι!» «Τότε έρχομαι εγώ σ’ εσένα». Η Τζορτζίνα αναπήδησε και κράτησε το ποτήρι μπροστά της με έναν γελοίο τρόπο, λες και θα κατάφερνε έτσι να τον απωθήσει. «Καπετάνιε, διαμαρτύρομαι». «Κι εγώ επίσης», είπε πηγαίνοντας προς το μέρος της, καθώς εκείνη έφευγε από την άλλη μεριά του γραφείου. «Δεν μ’ εμπιστεύεσαι, Τζορτζ;» Δεν ήταν ώρα για διπλωματίες. «Όχι». Το γέλιο του δεν την άφησε να συνεχίσει. «Καλά κάνεις. Λένε για μένα ότι είμαι ένας άσωτος, αλλά εγώ προτιμώ το “ειδήμων στις γυναίκες”, όπως με οξυδέρκεια με αποκαλεί η Ρέιγκαν. Πιο καλό δεν ακούγεται;» «Μ ου φαίνεται πως μέθυσες». «Θα κακοφαινόταν πολύ στον αδελφό μου αυτό, αν το άκουγε». «Δεν πάτε να πνιγείτε κι εσείς κι ο αδελφός σας!» του είπε απότομα. «Είναι τρελό αυτό που συμβαίνει, καπετάνιε». Σταμάτησε να γυρνάει γύρω από το τραπέζι όταν σταμάτησε κι εκείνος. Κρατούσε ακόμη στο χέρι της το ποτήρι και περιέργως είχε καταφέρει να μη χύσει σταγόνα. Το ακούμπησε στο τραπέζι και τον αγριοκοίταξε. Την κοίταξε κι εκείνος χαμογελώντας. «Θα συμφωνήσω μαζί σου, Τζορτζ. Δεν θα με κάνεις εσύ να τρέχω γύρω απ’ το τραπέζι, σαν κάτι χούφταλα που κυνηγάνε σερβιτόρες». «Κάτι μου θυμίζει αυτό», είπε χωρίς να το σκεφτεί κι έπειτα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

199

ξεροκατάπιε καταλαβαίνοντας την γκάφα της. Ο Τζέιμς έχασε ξαφνικά το χιούμορ του. «Τώρα θα σε κάνω να τα ξεχάσεις όλα», μούγκρισε πηδώντας πάνω από το τραπέζι. Η Τζορτζίνα ήταν αποσβολωμένη, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα κατάφερνε να απομακρυνθεί πολύ στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που έκανε ο Τζέιμς να προσγειωθεί μπροστά της. Αμέσως μετά τα μεγάλα και γερά μπράτσα του τυλίχτηκαν γύρω της και την έφεραν κοντά του, τόσο κοντά ώσπου ένιωσε κάθε εκατοστό του δυνατού κορμιού του πάνω στο δικό της. Κανονικά θα έπρεπε να είναι άκαμπτη, εξοργισμένη ή, έστω, αδιάφορη. Όμως το σώμα της τον λαχταρούσε, του παραδινόταν, αν και δεν θα έπρεπε. Ταίριαζε τόσο τέλεια με το δικό του, ώστε ένιωθε σαν να ήταν το δικό της. Το μυαλό της, λειτουργώντας με καθυστέρηση, άρχισε να σκαρφίζεται έξυπνες δικαιολογίες, για να τον αποφύγει, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Έπεσε θύμα ενός νωχελικού φιλιού προκλητικά γλυκού και αισθησιακού, το οποίο την τύλιξε σε ένα δίχτυ μαγικό, που δεν έσπαγε με τίποτα. Κράτησε ώρα εκείνο το φιλί κι ήταν κλιμακωτή η επιρροή του τόσο που δεν κατάλαβε πότε ακριβώς η ευχαρίστηση γιγαντώθηκε σε πόθο. Όταν ο Τζέιμς δάγκωσε απαλά τα χείλη της, εκείνη ήταν πλέον σίγουρη πως δεν ήθελε να την αφήσει. Του το είπε μπλέκοντας τα δάχτυλά της στα πυκνά μαλλιά του. Του το είπε κολλώντας το κορμί της πάνω στο δικό του. Τέλος, του το είπε ψιθυρίζοντας απαλά το όνομά του. Κι εκείνος της χάρισε ένα τόσο συγκινητικό χαμόγελο που την έκανε να λιώσει. «Ο σεμνότυφος Τζορτζ μάλλον πήγε για ύπνο;» είπε βραχνά. «Κοιμάται του καλού καιρού». «Κι εγώ που νόμιζα ότι είχα χάσει το χάρισμά μου… τώρα στα γεράματα». «Αυτό πόνεσε», είπε εκείνη. «Συγγνώμη, αγάπη μου», είπε ο Τζέιμς χαμογελώντας αμετανόητος. «Δεν πειράζει. Είμαι συνηθισμένη στους άντρες που βγάζουν


200

JOHANNA LINDSEY

απλώς και λίγη χαιρεκακία». «Μ ήπως σου θυμίζει κάτι κι αυτό;» «Ποιο;» «Η χαιρεκακία». Ο άνθρωπος ήταν ο διάβολος μεταμορφωμένος. Κατάφερνε να την κάνει να γελάει όταν το μόνο που ήθελε ήταν να τον γευθεί ολόκληρο. «Όχι ιδιαίτερα. Θυμάμαι, όμως, κάτι άλλο». «Τι;» Η γλώσσα της έγλειψε αισθησιακά το κάτω του χείλι. «Τη γεύση απ’ τα χείλη σου». Την έσφιξε τόσο δυνατά που της κόπηκε η ανάσα. «Μ ’ αυτά τα λόγια κερδίζεις τη συγγνώμη μου κι ό,τι άλλο θες». «Κι αν θέλω μόνο εσένα;» «Αγάπη μου, αυτό δεν χρειάζεται καν να το ζητήσεις», της είπε και την πήρε στην αγκαλιά του, για να την πάει στο κρεβάτι. Η Τζορτζίνα γαντζώθηκε πάνω του, παρόλο που ένιωθε σαν πούπουλο στα δυνατά του μπράτσα. Ήθελε το κορμί της κολλημένο στο δικό του κι αρνιόταν να τον αφήσει, ακόμα και την ώρα που την έγδυνε. Μ α πώς της πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να αγνοήσει όλα όσα είχε νιώσει, και συνέχιζε να νιώθει, γι’ αυτό τον άντρα; Τις προηγούμενες μέρες είχε πραγματικά προσπαθήσει. Ο θυμός του την είχε διευκολύνει. Μ α τώρα δεν ήταν πια θυμωμένος κι η Τζορτζίνα είχε κουραστεί να αντιστέκεται σε κάτι τόσο δυνατό. Τι αισθήσεις ήταν αυτές, Θεέ μου… Έμεινε ξέπνοη από τη φλόγα που έκαψε το δέρμα της όταν εκείνος πήρε στο στόμα του το ένα της στήθος. Σφάδαζε από την ηδονή όταν πήρε και το άλλο. Τον ήθελε τώρα αμέσως, αλλά εκείνος την απολάμβανε αργά, τη γύριζε από όλες τις μεριές, την τρέλαινε με την αφοσίωσή του σε κάθε σπιθαμή του κορμιού της, ειδικά στους σφριγηλούς γλουτούς της. Τους φιλούσε, τους μάλαζε και τους δάγκωνε κάνοντάς τη να καίγεται ολόκληρη. Όταν τελικά τη γύρισε ανάσκελα, το δάχτυλο που μπήκε μέσα της και την τελείωσε. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή και το στόμα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

201

του συνάντησε το δικό της, για να δεχτεί την επιβράβευση της ικανότητάς του. Αμέσως μετά μπήκε μέσα της κι η πείρα του ήταν φανερή στην κάθε διείσδυση. Καθεμία ήταν διαφορετική, όλο και πιο απολαυστική από την προηγούμενη, καθεμία ήταν ικανή να φέρει στα χείλη της, τα σφραγισμένα από το φιλί του, την κραυγή της ηδονής. Ειδήμων στις γυναίκες; Δόξα σοι ο Θεός!

Λίγο αργότερα, η Τζορτζίνα βρισκόταν ξαπλωμένη στη μια μεριά του κρεβατιού, ο Τζέιμς στην άλλη κι ανάμεσά τους υπήρχε ένα μεγάλο σκάκι. Τι στην ευχή την έπιασε κι απάντησε καταφατικά όταν τη ρώτησε αν ξέρει να παίζει; Το παιχνίδι είχε αρχίσει κι η πρόκληση την κρατούσε ξύπνια. Της είχε υποσχεθεί ότι μπορούσε να περάσει το επόμενο πρωί στο κρεβάτι κι έτσι έπαιζαν χωρίς βιασύνη. Το ενδεχόμενο να κερδίσει τον Μ άλορι έκανε το παιχνίδι συναρπαστικό. Μ άλιστα υποπτευόταν πως προσπαθούσε να της αποσπάσει την προσοχή με την κουβέντα. Σύντομα θα ανακάλυπτε ότι το κόλπο του δεν θα έφερνε αποτελέσματα, γιατί η Τζορτζίνα είχε μάθει να παίζει σκάκι με ολόκληρη την οικογένειά της παρούσα, κι όταν βρίσκονταν όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο, δεν υπήρχε ποτέ ησυχία. «Πολύ καλά, Τζορτζ», είπε ο Τζέιμς όταν του πήρε ένα στρατιώτη εκθέτοντας σε κίνδυνο τον αξιωματικό του. Στην επόμενη κίνηση, η Τζορτζίνα δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ενώ ο Τζέιμς έπρεπε να προστατεύσει τον αξιωματικό του. «Δεν πιστεύω να νόμιζες ότι θα ήταν εύκολο αυτό το παιχνίδι;» τον ρώτησε. «Έλπιζα το αντίθετο. Καλοσύνη σου που δεν με απογοήτευσες». Μ ετακίνησε τη βασίλισσά του, για να προστατεύσει τον αξιωματικό, μια κίνηση που ήξεραν κι οι δυο τους πως ήταν μάταιη. «Και τι είπες ότι σου είναι ο Μ ακΝτόνελ;» Η Τζορτζίνα σχεδόν γέλασε με τον τρόπο που πέταξε δήθεν


202

JOHANNA LINDSEY

αδιάφορα αυτή την ερώτηση στη μέση του παιχνιδιού, ελπίζοντας ίσως πως θα του απαντούσε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Έπρεπε να του δώσει πόντους για την πονηριά του, αλλά δεν ήταν πια απαραίτητο. Δεν χρειαζόταν πλέον να παριστάνει ότι ο Μ ακ ήταν αδελφός της. «Δεν είπα. Θέλεις να μάθεις;» «Πάντως, έχουμε καταλήξει ότι δεν είναι αδελφός σου». «Αλήθεια; Και πότε καταλήξαμε σ’ αυτό το συμπέρασμα;» «Ανάθεμά σε, Τζορτζ, είναι αδελφός σου ή δεν είναι;» Τον άφησε να περιμένει λίγο μέχρι να κάνει την επόμενη κίνησή της απειλώντας τη βασίλισσά του. «Όχι. Ο Μ ακ είναι ένας πολύ καλός οικογενειακός φίλος, σαν αγαπημένος θείος, ας πούμε. Ήταν πάντα δίπλα μου και μ’ έχει σαν κόρη του. Σειρά σου». «Μ άλιστα». Αντί να αποκρούσει την τελευταία της κίνηση, της πήρε ένα στρατιώτη με το άλογό του απειλώντας με αυτή την κίνηση κι εκείνος τη βασίλισσά της. Κι εφόσον κανείς από τους δύο δεν ήταν έτοιμος να θυσιάσει τη βασίλισσά του, η Τζορτζίνα οπισθοχώρησε προσωρινά, δίνοντας στον Τζέιμς το πλεονέκτημα της επίθεσης. Εκείνος δεν το περίμενε κι έκανε μια μικρή παύση, για να μελετήσει την κατάσταση. Η Τζορτζίνα σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει και η ίδια την τακτική του αντιπερισπασμού. «Και γιατί όλο αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον για τον Μ ακ; Μ ιλήσατε;» «Φυσικά και μιλήσαμε. Λοστρόμος μου δεν είναι;» Η Τζορτζίνα πάγωσε. Το να γνωρίζει πως ο Μ ακ δεν ήταν αδελφός της ίσως να μην είχε και πολλή σημασία, όμως δεν ήθελε να τον αναγνωρίσει και να θυμηθεί τη νύχτα που πρωτοσυναντήθηκαν στην ταβέρνα. Αυτό θα οδηγούσε σε μια σειρά ερωτήσεων στις οποίες δεν ήθελε να απαντήσει, ιδιαίτερα όσον αφορά στο λόγο της παρουσίας της εκεί. Εξάλλου, ο Τζέιμς ίσως το εκλάμβανε ως διπλή απάτη και θύμωνε πολύ. Δεν ήταν μόνο η μεταμφίεση, ήταν και το γεγονός ότι είχαν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

203

ξανασυναντηθεί. «Και;» τον ρώτησε προσεκτικά. «Τι και, Τζορτζ;» «Που να πάρει η ευχή, Τζέιμς, τον αναγν… Του είπες τίποτα για μας;» «Για μας;» «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ, Τζέιμς Μ άλορι, κι αν δε μου απαντήσεις αυτή τη στιγμή θα σε… θα σου κοπανήσω το σκάκι στο κεφάλι!» Ο Τζέιμς έσκασε στα γέλια. «Ποπό, πόσο λατρεύω τα νευράκια σου, γλυκιά μου. Τόσο εύφλεκτο υλικό σ’ ένα μικρό κορμάκι!» Άπλωσε το χέρι του και της τράβηξε απαλά τα μαλλιά. «Φυσικά και δεν είπα τίποτα στο φίλο σου για μας. Για δουλειές του καραβιού μιλήσαμε, τίποτα προσωπικό». Κάτι θα είχε πει αν είχε αναγνωρίσει τον Μ ακ – έτσι δεν είναι; Θα είχε μιλήσει κι ο Μ ακ. Καταλήγοντας σ’ αυτό το συμπέρασμα, η Τζορτζίνα χαλάρωσε. «Έπρεπε να μ’ αφήσεις να σου κοπανήσω το σκάκι στο κεφάλι», του είπε με χιούμορ. «Έτσι κι αλλιώς χάνεις». «Θα ’θελες», είπε εκείνος καγχάζοντας. «Σε τρεις κινήσεις σού ’χω πάρει το βασιλιά». Τέσσερις κινήσεις αργότερα ο Τζέιμς βρέθηκε πάλι να απειλείται και, προκειμένου να ικανοποιήσει ταυτόχρονα την περιέργειά του, δοκίμασε να αποσπάσει για άλλη μία φορά την προσοχή της. «Γιατί πηγαίνεις στην Τζαμάικα;» Η Τζορτζίνα χαμογέλασε με θρασύτητα. «Επειδή πηγαίνεις κι εσύ». Η απάντησή της προκάλεσε ένα ανασηκωμένο φρύδι, όπως το περίμενε, άλλωστε. «Να τολμήσω να κολακευτώ;» «Όχι. Το καράβι σου ήταν το πρώτο που σάλπαρε προς εκείνα τα μέρη, δεν ήταν αγγλικό κι εγώ ήμουν πολύ ανυπόμονη για να περιμένω κι άλλο. Αν ήξερα ότι εσύ ήσουν Άγγλος…» «Δεν θα ξαναρχίσουμε αυτή τη συζήτηση – έτσι;» «Όχι», είπε εκείνη γελώντας. «Κι εσύ; Επιστρέφεις στην


204

JOHANNA LINDSEY

Τζαμάικα ή απλώς πηγαίνεις για επίσκεψη;» «Και τα δύο. Ζούσα εκεί για κάμποσο καιρό, αλλά αποφάσισα να επιστρέψω μόνιμα πλέον στην Αγγλία, οπότε πρέπει να πάω στην Τζαμάικα για να τακτοποιήσω τις υποθέσεις μου». «Μ άλιστα», είπε έχοντας επίγνωση της απογοήτευσης που ένιωσε από την απάντησή του, ελπίζοντας ταυτόχρονα να μην την είχε προσέξει εκείνος. Ήταν λάθος της να υποθέσει ότι ο Τζέιμς ζούσε στην Τζαμάικα, βασιζόμενη μόνο και μόνο στα λεγόμενα του Μ ακ πως το πλοίο είχε ξεκινήσει από τις Δυτικές Ινδίες. Στην Τζαμάικα η Τζορτζίνα θα ξαναπήγαινε ευχαρίστως. Την Αγγλία δεν ήθελε να ξαναδεί στα μάτια της. Φυσικά το ταξίδι δεν είχε τελειώσει ακόμη, αλλά… Η Τζορτζίνα προσπάθησε να βγάλει αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. Μ α τι σκέψεις ήταν αυτές; Ήταν δυνατόν να υπάρξει ποτέ μέλλον με αυτό τον άνθρωπο; Ήξερε καλά πόσο απίθανο ήταν· η οικογένειά της δεν θα τον δεχόταν ποτέ. Εξάλλου, δεν ήταν καν σίγουρη αν ένιωθε για κείνον κάτι περισσότερο από πάθος. «Άρα, δεν θα μείνεις καιρό στα νησιά;» συμπέρανε. «Όχι. Υπάρχει κάποιος στη διπλανή φυτεία που ενδιαφέρεται εδώ και καιρό να αγοράσει τη δική μου. Θα μπορούσα ίσως να είχα τακτοποιήσει την υπόθεση μέσω αλληλογραφίας». Ναι, αλλά έτσι δεν θα είχαμε ξανασυναντηθεί, σκέφτηκε η Τζορτζίνα. «Χαίρομαι πάντως που αποφάσισες να το αναλάβεις προσωπικά». «Κι εγώ το ίδιο, καλή μου. Κι ο δικός σου προορισμός;» «Η πατρίδα μου, φυσικά. Η Νέα Αγγλία». «Όχι άμεσα, ελπίζω». Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της, αφήνοντάς τον να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Από εκείνον εξαρτάται, σκέφτηκε, αλλά δεν είχε το θάρρος να του το πει. Στην πραγματικότητα, εξαρτιόταν και από το πόσο σύντομα θα έπιανε λιμάνι κάποιο πλοίο των Γραμμών Σκάιλαρκ, αλλά αυτό δεν υπήρχε λόγος να το ξέρει εκείνος. Δεν ήθελε να τα σκέφτεται


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

205

ακόμη αυτά. Και για να αδειάσει και το δικό του το μυαλό από παρόμοιες σκέψεις, προχώρησε σε ένα σαχ ματ. «Κατάρα!» είπε εκείνος βλέποντας τι του είχε κάνει. «Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου, Τζορτζ, να αποσπάσεις την προσοχή μου, για να χάσω». «Εγώ;! Εσύ δεν άρχισες να μου κάνεις όλες αυτές τις ερωτήσεις; Αλλά, έτσι είναι», είπε χολωμένη, «είσαι κι εσύ σαν όλους τους άντρες που πασχίζουν να βρουν δικαιολογία όταν χάνουν από μια γυναίκα». Ο Τζέιμς γέλασε, τη σήκωσε και την έφερε στη δική του μεριά στο κρεβάτι. «Δεν εννοούσα τις ερωτήσεις, αγαπημένο μου κορίτσι. Το γλυκό σου κορμάκι μού αποσπά την προσοχή και γι’ αυτό δεν με νοιάζει καθόλου αν χάσω». «Μ α, αφού φοράω το πουκάμισό μου», διαμαρτυρήθηκε. «Και τίποτε άλλο». «Μ ιλάς κι εσύ που φοράς αυτό το ανύπαρκτο ρούχο», είπε αγγίζοντας τη μεταξένια ρόμπα του. «Σου αποσπούσε κι εσένα την προσοχή;» «Αρνούμαι ν’ απαντήσω». Έκανε πως εξεπλάγη. «Θεέ και Κύριε, μη μου πεις ότι έχασες επιτέλους τα λόγια σου; Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι εγώ έχασα το χάρισμά μου». «Εννοείς το χάρισμα ν’ αφήνεις τον κόσμο άναυδο με τα αστεία σου;» «Ακριβώς. Και τώρα που σ’ άφησα άναυδη, αγάπη μου…» Ήθελε να του πει ότι δεν ήταν τόσο αμείλικτη με την εξυπνάδα του όσο εκείνος νόμιζε, τουλάχιστον όχι πάντα. Όμως ο Τζέιμς τής απέσπασε και πάλι την προσοχή.


206

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 25 Η Τζορτζίνα δυσκολευόταν πολύ να παριστάνει τον Τζορτζ Μ ακΝτόνελ, τον καμαρότο, όταν βρισκόταν με τον Τζέιμς εκτός καμπίνας. Όσο περνούσαν οι μέρες και πλησία​ζαν στις Δυτικές Ινδίες, την ήθελε μαζί του στο κατάστρωμα, στο πλάι του ή κάπου εκεί κοντά, για να την προσέχει. Δεν ήταν εύκολο να μην αποκαλύπτονται όσα ένιωθε για κείνον στην έκφρασή της, και ιδιαίτερα στα μάτια της, που γέμιζαν τρυφερότητα ή πάθος όταν τον κοίταζε. Δυσκολευόταν, αλλά τα είχε καταφέρει, τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Καμιά φορά αναρωτιόταν αν το πλήρωμα είχε καταλάβει ή είχε υποψιαστεί τι συνέβαινε. Εκείνοι που κάποτε ούτε την πρόσεχαν, έβλεπε πως τώρα της χαμογελούσαν, της έγνεφαν ή την καλημέριζαν όταν περνούσε από μπροστά τους. Ακόμα κι εκείνος ο Άρτι ο καβγατζής κι ο Γάλλος ο γκρινιάρης, ο Ανρί, της φέρονταν τώρα με μεγαλύτερη ευγένεια. Είχε περάσει βέβαια ένας μήνας κι ήταν φυσικό ο χρόνος να φέρει οικειότητα. Υπέθεσε πως έπειτα από τόσον καιρό ήταν αναμενόμενο να την έχει συνηθίσει πια το πλήρωμα. Για το καλό του Μ ακ έλπιζε πως δεν έχει καταλάβει κανείς τη μεταμφίεσή της… ή, μάλλον, για το καλό το δικό της, ξέροντας πώς θα αντιδρούσε ο Μ ακ αν μάθαινε ότι ο Τζέιμς Μ άλορι ήταν εραστής της. Θα γινόταν πυρ και μανία, όπως είχε πει ο Τζέιμς, και με το δίκιο του. Καμιά φορά αμφέβαλλε κι η ίδια αν ήταν πραγματικότητα. Κι όμως ήταν. Ο Τζέιμς ήταν πλέον ο εραστής της από κάθε άποψη, εκτός από μία, ότι δεν την αγαπούσε πραγματικά. Την ποθούσε, όμως. Χωρίς αμφιβολία. Και τον ποθούσε κι εκείνη.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

207

Μ ετά τη δεύτερη φορά που ενέδωσε στην τρυφερή του επιμονή, δεν ξαναπροσπάθησε να τον αρνηθεί. Είπε πολύ απλά στον εαυτό της ότι τέτοιοι άντρες έρχονταν μία φορά στη ζωή των κοριτσιών, κι αυτό αν είναι τυχερά. Γιατί, λοιπόν, να μην τον απολαύσει όσο είχε την ευκαιρία; Το τέλος του ταξιδιού ήταν κοντά και σύντομα θα χώριζαν. Εκείνος θα πήγαινε να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του στο νησί κι εκείνη θα γύριζε στην πατρίδα της με το πρώτο πλοίο των Γραμμών Σκάιλαρκ που θα έπιανε Τζαμάικα. Τι την περίμενε στην πατρίδα, όμως; Μ ια απλή καθημερινότητα, όπως τα τελευταία έξι χρόνια, μέρα τη μέρα, χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς έναν άντρα στη ζωή της, χωρίς καν αναμνήσεις από έναν άντρα. Τούτη τη φορά τουλάχιστον, οι αναμνήσεις της από αυτό τον άντρα θα ήταν γεμάτες όνειρα και φαντασιώσεις. Έτσι έλεγε στον εαυτό της, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να μη σκέφτεται τον αναπόφευκτο χωρισμό τους. Δεν ήθελε να καταστρέψει το εδώ και το τώρα. Αντιθέτως, ήθελε να ρουφήξει την κάθε στιγμή που περνούσε με αυτό τον «άσωτο». Τον απολάμβανε ακόμα και τώρα, γερμένη στην κουπαστή δίπλα στο θάλαμο των αξιωματικών, όπου στεκόταν και τον χάζευε. Εκείνος ήταν σκυμμένος πάνω στους χάρτες του συζητώντας με τον Κόνι για την πορεία του καραβιού και δεν της έδινε σημασία. Η Τζορτζίνα υποτίθεται πως βρισκόταν εκεί για να μεταφέρει τα μηνύματά του, κάτι που σπανίως έκανε, γιατί έδινε τις εντολές του στον Κόνι, ο οποίος με τη σειρά του τις βροντοφώναζε στο κατάστρωμα. Δεν την πείραζε καθόλου που δεν της έδινε σημασία αυτή τη στιγμή. Της δινόταν έτσι η ευκαιρία να ηρεμήσει μετά το τελευταίο παθιασμένο και πολλά υποσχόμενο βλέμμα του Τζέιμς για το τι θα επακολουθούσε αργότερα στην καμπίνα. Το πρόσωπό της ήταν τόσο κατακόκκινο από την επιθυμία που, αν την έβλεπε κάποιος, θα νόμιζε πως την έκαψε ο ήλιος. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ, δεν υπήρχε πρόγραμμα στον έρωτά τους.


208

JOHANNA LINDSEY

Όποτε την επιθυμούσε, της έστελνε σαφές μήνυμα κι η Τζορτζίνα ανταποκρινόταν με μεγάλη προθυμία ό,τι ώρα κι αν ήταν. Τζορτζίνα Άντερσον, έχεις καταντήσει πλέον μια ξεδιάντροπη τσούλα. Η Τζορτζίνα χαμογέλασε στη συνείδησή της. Το γνωρίζω κι απολαμβάνω την κάθε στιγμή. Ευχαριστώ για την επισήμανση. Τις απολάμβανε αυτές τις στιγμές, μα πόσο τις απολάμβανε, πόσο τρελαινόταν απλώς να τον χαζεύει, να νιώθει «ναυτία» στο έπακρο, να ξέρει πως πολύ σύντομα θα τη γιατρέψει με τον δικό του τρόπο. Εκείνος είχε βγάλει το σακάκι του. Καθώς πλησίαζαν τα νερά της Καραϊβικής, ο δυνατός και θερμός αέρας ανέμιζε το πειρατικό του πουκάμισο, όπως αποκαλούσε η Τζορτζίνα τις μακρυμάνικες πουκαμίσες με τα κορδόνια που φορούσε ο Τζέιμς. Τον έκανε να δείχνει τόσο αμαρτωλά όμορφος, σε συνδυασμό με το χρυσό του σκουλαρίκι, τα στενά παντελόνια και τις ψηλές του μπότες. Τον λάτρευε ο άνεμος, χάιδευε τα δυνατά του μέλη, όπως ήθελε να τα χαϊδέψει κι εκείνη… Μ α πώς να καταφέρει να ηρεμήσει; Από αυτοάμυνα, για να μην μπει στον πειρασμό να τον σύρει η ίδια στην καμπίνα, όπως της έκανε εκείνος τις τελευταίες μέρες, η Τζορτζίνα έστρεψε το βλέμμα της στη θάλασσα και διέκρινε μακριά ένα πλοίο τη στιγμή ακριβώς που ακούστηκε η προειδοποίηση από την κόφα. Δεν ήταν κάτι περίεργο. Είχαν δια​σταυρωθεί με πολλά πλοία στο ταξίδι τους. Υπήρχε κι ένα που ακολουθούσε την πορεία τους, αλλά έπειτα από μια σύντομη καταιγίδα, εξαφανίστηκε. Όμως, αυτό το πλοίο ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Όπως ακούστηκε αργότερα από το παρατηρητήριο, ήταν πειρατικό. Η Τζορτζίνα πάγωσε και γαντζώθηκε στην κουπαστή, ελπίζοντας ότι το παλικάρι πάνω στην κόφα θα ανακοίνωνε πως είχε κάνει λάθος. Όλα της τα αδέλφια είχαν συναντήσει πειρατές με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στη διάρκεια των πολλών ταξιδιών τους στη θάλασσα. Όμως, η ίδια δεν επιθυμούσε


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

209

καθόλου να μετέχει σε αυτή την οικογενειακή παράδοση. Το κακό ήταν ότι το πλοίο του Τζέιμς δεν κουβαλούσε φορτίο, παρά μόνο έρμα. Τίποτα δεν αγριεύει περισσότερο τους αιμοδιψείς πειρατές όσο η διαπίστωση πως το πλοίο που μόλις κατέλαβαν έχει άδεια αμπάρια. «Καλοσύνη τους που θέλουν να μας διασκεδάσουν λίγο», άκουσε πίσω της τον Κόνι να σχολιάζει στον Τζέιμς. «Θα παίξεις εσύ μαζί τους πρώτος ή θες να περιμένεις;» «Η αναμονή θα τους μπερδέψει – έτσι δεν είναι;» απάντησε ο Τζέιμς. «Έχει τα προτερήματά της και η σύγχυση». «Πολύ σωστά». Η Τζορτζίνα στράφηκε αργά προς το μέρος τους. Δεν την ξάφνιασαν τα λόγια τους, αλλά η ηρεμία με την οποία μιλούσαν. Μ ε τα κιάλια κοιτούσαν κι οι δύο το πλοίο που πλησίαζε, αλλά, αν τους άκουγε κάποιος, θα νόμιζε πως δεν ανησυχούσαν ούτε στο ελάχιστο. Ήταν η επιτομή του αγγλικού φλέγματος. Μ α δεν είχαν καμία αίσθηση του κινδύνου; Έτυχε εκείνη τη στιγμή ο Τζέιμς να κατεβάσει το κιάλι, για να της ρίξει μια ματιά. Όταν παρατήρησε πως έδειχνε ταραγμένη, άλλαξε αμέσως την έκφραση του προσώπου του, όμως η Τζορτζίνα κατάλαβε σ’ εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου πως δεν ήταν καθόλου ατάραχος. Έμοιαζε ενθουσιασμένος, σχεδόν χαρούμενος με τους πειρατές που τους απειλούσαν. Και συνειδητοποίησε ότι οι προκλήσεις τον ενέπνεαν, του έδιναν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει όλη του τη ναυτική μαστοριά στην αναμέτρηση με έναν αντίπαλο, χωρίς να σκέφτεται πως, αν έχανε τη μάχη, ο αντίπαλος αυτός δεν θα του ευχόταν καλή τύχη την επόμενη φορά, αλλά θα τον σκότωνε. «Να σου πω την αλήθεια, Κόνι», είπε χωρίς να πάρει τα μάτια του από την Τζορτζίνα, «εγώ λέω να κάνουμε αυτό που κάνει ο Ίντεν, να τους βγάλουμε τη γλώσσα και ν’ απομακρυνθούμε». «Ν’ απομακρυνθούμε; Χωρίς να ρίξουμε ούτε μία μπαταριά;» Ο ύπαρχος ακούστηκε δύσπιστος. Η Τζορτζίνα δεν γύρισε να


210

JOHANNA LINDSEY

δει την έκφρασή του. Τα μάτια της ήταν φυλακισμένα στα άλλα, τα καταπράσινα, και δεν τ’ άφηναν να φύγουν. «Να σου θυμίσω, επίσης», πρόσθεσε ο Κόνι, «πως, όταν σου είχε βγάλει εσένα τη γλώσσα εκείνο το παιδαρέλι ο Ίντεν, μόνο που δεν τον σκότωσες». Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του με τα μάτια καρφωμένα στην Τζορτζίνα. Τα λόγια του διαπέρασαν τα σωθικά της: «Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω όρεξη να παίξω σήμερα… μαζί τους». Ο Κόνι ακολούθησε τη ματιά του κι έπειτα μουρμούρισε: «Εμάς δεν μας σκέφτεσαι καθόλου; Εμείς δεν έχουμε άλλη διασκέδαση στο πλοίο». Ακούστηκε τόσο αγανακτισμένος που ο Τζέιμς γέλασε, αλλά αυτό δεν τον απέτρεψε από το να αρπάξει το χέρι της Τζορτζίνα και να κατευθυνθεί προς τις σκάλες. «Ξέφυγέ τους, Κόνι, και προσπάθησε να το κάνεις χωρίς εμένα – εντάξει;» Ο Τζέιμς δεν περίμενε την απάντησή του. Βγήκε από το θάλαμο των αξιωματικών κι άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά τις επόμενες σκάλες, πριν η Τζορτζίνα προλάβει να μάθει τις προθέσεις του. Έπρεπε να το είχε καταλάβει. Την τράβηξε μες στην καμπίνα κι άρχισε να τη φιλάει πριν καλά-καλά κλείσει η πόρτα πίσω τους. Όλη αυτή η διέγερση που έκανε στιγμιαία το αίμα να κυλήσει γρήγορα στις φλέβες του μπροστά στο ενδεχόμενο της μάχης βρήκε διέξοδο. Αυτή η διέξοδος ήταν τόσο απολαυστική που την επεδίωξε αδίστακτα, όπως θα έκανε και στη μάχη. Η μάχη; Μ α για όνομα του Θεού, με τους πειρατές ξοπίσω τους; Πώς μπορούσε να σκέφτεται τον έρωτα τώρα; «Τζέιμς!» Ξεκόλλησε τα χείλη της από τα δικά του, αλλά εκείνος δεν σταμάτησε να τη φιλάει. Άλλαξε απλώς κατεύθυνση. Τη φίλησε στο λαιμό. Κι έπειτα πιο κάτω. «Είχες σκοπό να αναμετρηθείς με πειρατές!» τον μάλωσε καθώς το βαρύ γιλέκο της έπεφτε στο πάτωμα. «Ξέρεις πόσο


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

211

παράτολμο είναι αυτό; Όχι, περίμενε, όχι το πουκάμισό μου!» Βγήκε το πουκάμισο. Βγήκαν και οι επίδεσμοι. Τόσο γρήγορα! Δεν τον είχε ξαναδεί τόσο… ανυπόμονο, τόσο παθιασμένο. «Τζέιμς, είναι σοβαρό!» «Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω, αγάπη μου», είπε εκείνος καθώς τη σήκωνε ψηλά για να φέρει το στήθος της στο στόμα του και να τη μεταφέρει πισωπατώντας προς το κρεβάτι. «Μ πελάς είναι. Σοβαρό είναι μόνο αυτό εδώ». Το στόμα του έκλεισε πάνω στο στήθος της και δεν άφησε καμιά αμφιβολία σχετικά με το αυτό εδώ. Το στόμα του έμεινε στο στήθος της ακόμα κι όταν έβγαζε τα ρούχα της και τα δικά του. Τι υπέροχο στόμα ήταν αυτό! Ο Τζέιμς Μ άλορι ήταν αναμφισβήτητα καταπληκτικός εραστής και το γνώριζε. Κι η Τζορτζίνα, βέβαια, βρισκόταν τώρα στην προνομιακή θέση να το γνωρίζει, και μάλιστα από πρώτο χέρι. «Μ α, Τζέιμς», προσπάθησε ξέπνοα να του υπενθυμίσει τους πειρατές για άλλη μία φορά. Η γλώσσα του βυθίστηκε στον αφαλό της κι ανάμεσα στα γλειψίματα της είπε: «Μ η βγάλεις άλλη κουβέντα, Τζορτζ, εκτός αν είναι ερωτόλογα». «Τι ερωτόλογα;» «Όπως “Μ ’ αρέσει αυτό που κάνεις, Τζέιμς. Κι άλλο, Τζέιμς. Πιο χαμηλά… Τζέιμς”». Εκείνη λαχάνιασε όταν εκείνος κατέβηκε πιο χαμηλά και της είπε: «Ωραία. Αχ, αγάπη μου, τώρα καίγεσαι και στάζεις ολόκληρη για μένα – έτσι δεν είναι;» «Αυτά είναι… τα δικά σου… ερωτόλογα;» Μ ετά βίας κατάφερνε να μιλήσει από την τόση ηδονή. «Σε κάνουν να θέλεις να μπω μέσα σου;» «Ναι!» «Αρκετά είπαμε, λοιπόν». Κράτησε την ανάσα του και διείσδυσε γρήγορα και βαθιά μέσα της, κρατώντας με τα χέρια τους γλουτούς της, για να τη σηκώσει προς τα πάνω και να τον δεχτεί ολόκληρο μέσα της. «Για την ώρα». Ευτυχώς οι πειρατές είχαν μείνει πίσω, αλλά η Τζορτζίνα δεν


212

έδινε δεκάρα πλέον.

JOHANNA LINDSEY


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

213

Κεφάλαιο 26 «Έφτασε η άμαξά σου, Τζέιμς», ανακοίνωσε ο Κόνι από την ανοιχτή πόρτα. «Δεν βιάζομαι. Έχει πολλή κίνηση έξω. Θα περιμένω πρώτα ν’ αδειάσει η αποβάθρα από τα κάρα που φορτώνουν εκείνο το αμερικάνικο στο διπλανό ρεμέτζο. Πέρασε μέσα για ένα ποτάκι, παλιόφιλε». Είχαν πιάσει λιμάνι πριν από μερικές ώρες. Εκείνο το πρωί η Τζορτζίνα ετοίμαζε τα μπαούλα του Τζέιμς, αλλά δεν της είχε μιλήσει ακόμη για τη διαμονή της στη φυτεία. Ήθελε να την εντυπωσιάσει με τη μεγαλοπρέπεια του νησιώτικου σπιτιού του κι αργότερα, κάτω από το φως των κεριών, στο βραδινό τραπέζι με τις τζαμαϊκανές νοστιμιές, σκόπευε να της ζητήσει να γίνει η ερωμένη του. Ο Κόνι διέσχισε το δωμάτιο και στάθηκε δίπλα στο γραφείο, για να κοιτάξει έξω από τα παράθυρα. Διέκρινε καθαρά το αμερικάνικο πλοίο και τις προετοιμασίες για το σαλπάρισμα. «Κάπου το ξέρουμε αυτό – σωστά;» «Μ ήπως ήταν ένα από τα τρόπαια του Χοκ;» Ο Κόνι χαμογέλασε. «Δεν θα μου έκανε εντύπωση». «Τότε καλύτερα που ετοιμάζεται να φύγει». «Μ α γιατί;» ρώτησε ο Κόνι. «Το Μέιντεν Ανν δεν ταξίδεψε ποτέ με αληθινό όνομα. Και για να έχουμε καλό ρώτημα, από πότε άρχισες να αποφεύγεις λίγες στιγμές διασκέδασης, όπως είναι οι αβάσιμες κατηγορίες για πειρατεία; Άφησες να χαθεί κι εκείνη η ευκαιρία για λίγη περιπέτεια στη θάλασσα…» «Δικαιολογημένα», του υπενθύμισε ο Τζέιμς. Δεν είχε σκοπό


214

JOHANNA LINDSEY

να βάλει σε κίνδυνο την Τζόρτζι του μόνο και μόνο για να περάσει μερικές συναρπαστικές ώρες δράσης. «Να σου πω την αλήθεια, ούτε και τώρα έχω καμιά όρεξη». Ο Κόνι γύρισε για να πάρει το ποτό του. «Φαίνεσαι πολύ ικανοποιημένος. Για κάποιον ιδιαίτερο λόγο;» «Έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο έτοιμο να δεσμευτεί, Κόνι. Αποφάσισα να κρατήσω την Τζόρτζι κοντά μου για λίγο καιρό. Και μη δείχνεις τόσο έκπληκτος, που να πάρει η ευχή!» «Μ α είμαι έκπληκτος, που να πάρει η ευχή, κι έχω κάθε λόγο να είμαι. Πώς την έλεγαν εκείνη την άλλη κοπέλα που είχες πάρει μαζί σου;» Ο Τζέιμς συνοφρυώθηκε όταν άκουσε την ερώτηση. «Εστέλ, Στέλλα. Τι σημασία έχει;» «Είχες αποφασίσει να την κρατήσεις κι αυτήν για λίγο καιρό. Μ άλιστα την άφησες να διακοσμήσει την καμπίνα σου μ’ όλα αυτά τα φρικτά αταίριαστα έπιπλα…» «Τώρα που τα συνήθισα, θα έλεγα ότι μ’ αρέσουν κιόλας». «Κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις; Περνούσες καλά με την κοπέλα, ήσουν γενναιόδωρος μέχρι αηδίας, αλλά πριν κλείσει η εβδομάδα έκανες αναστροφή στο πλοίο και την άφησες εκεί όπου τη βρήκες. Η στενή επαφή μαζί της σε τρέλανε. Υπέθετα πως έπειτα απ’ όλες αυτές τις εβδομάδες εγκλεισμού με το κακομαθημένο, δεν θα έβλεπες την ώρα και τη στιγμή να την ξεφορτωθείς τώρα που πιάσαμε λιμάνι». «Η Τζορτζ είναι πολύ ευχάριστη παρέα». «Ευχάριστη; Αυτό το αναιδέστατο πλάσμα…» «Πρόσεχε, Κόνι, πως μιλάς για τη μέλλουσα ερωμένη μου». Τα φρύδια του Κόνραντ ανασηκώθηκαν. «Δεν είναι παρατραβηγμένο να δεσμευτείς έτσι; Γιατί να το κάνεις;» «Μ α τι ανόητη ερώτηση!» απάντησε ο Τζέιμς ενοχλημένος. «Εσύ γιατί στην ευχή λες να το κάνω; Επειδή το συμπάθησα το Αμερικανάκι. Εσένα μπορεί να μη σου δείχνει τον γλυκό της εαυτό, αλλά σ’ εμένα η Τζορτζ έχει φανεί πολύ περιποιητική από τότε που σταματήσαμε τις προσποιήσεις».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

215

«Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, αλλά εσύ δεν ορκιζόσουν ότι δεν θα συντηρείς ποτέ σου ερωμένες; Δεν έλεγες ότι πάντα την παντρειά έχουν στο μυαλό τους, ακόμα κι αν ισχυρίζονται το αντίθετο; Έμεινες αρκετά χρόνια πιστός στην απόφαση να μη δεσμευτείς, Χοκ, κι ας μην ξεχνάμε πως δεν σου έλειψε ποτέ η γυναικεία συντροφιά. Όποτε ήθελες την είχες και μάλιστα πολύ φθηνότερα». Ο Τζέιμς απέρριψε αυτό το συλλογισμό με μια κίνηση του χεριού του. «Επομένως, μου χρειάζεται μια αλλαγή. Εξάλλου, η Τζορτζ δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το γάμο. Ήμουν ξεκάθαρος μαζί της σ’ αυτό το ζήτημα κι εκείνη δεν έχει αναφέρει ξανά κάτι τέτοιο». «Όλες οι γυναίκες ενδιαφέρονται για το γάμο. Δικά σου λόγια είναι αυτά». «Ανάθεμά σε, Κόνι, δεν υπάρχει περίπτωση να με πείσεις να μην την κρατήσω. Το σκέφτηκα καλά την περασμένη εβδομάδα και δεν είμαι έτοιμος ακόμη να την αποχωριστώ». «Κι αυτή τι λέει;» «Θα χαρεί, φυσικά. Μ ε συμπαθεί κι εκείνη». «Χαίρομαι που τ’ ακούω», απάντησε ξερά ο Κόνι. «Τότε τι γυρεύει πάνω σ’ εκείνο το πλοίο;» Ο Τζέιμς γύρισε τόσο γρήγορα που παραλίγο να ρίξει κάτω την καρέκλα. Μ έσα σε λίγα δευτερόλεπτα σάρωσε με το βλέμμα του το κατάστρωμα του αμερικάνικου πλοίου κι είδε αυτό που είχε εντοπίσει ο Κόνραντ. Την Τζορτζίνα με τον Σκοτσέζο από πίσω της. Μ ιλούσε με κάποιον αξιωματικό του πλοίου, ίσως να ήταν κι ο καπετάνιος. Φαινόταν πως τον γνώριζε, γιατί ο αξιωματικός την έπιασε από τους ώμους, την ταρακούνησε και αμέσως μετά την τράβηξε στην αγκαλιά του. Όταν το είδε αυτό ο Τζέιμς, πετάχτηκε όρθιος ρίχνοντας αυτή τη φορά κάτω την καρέκλα. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, βρίζοντας μέσα από τα δόντια του όταν άκουσε το σχόλιο του Κόνι: «Αν έχεις σκοπό να την πάρεις πίσω…»


216

JOHANNA LINDSEY

«Πρώτα θα του σπάσω τα μούτρα και μετά θα μαζέψω την Τζορτζ. Αυτό έχω σκοπό!» Ο Τζέιμς είχε ήδη βγει από την πόρτα κι ο Κόνι αναγκάστηκε να του φωνάξει: «Μ άλλον θα δυσκολευτείς λίγο και για τα δύο, παλιόφιλε! Το πλοίο μόλις σάλπαρε!» «Σιγά μη σάλπαρε!» ακούστηκε από το διάδρομο. Έπειτα, ο Τζέιμς εμφανίστηκε και πάλι στην πόρτα και κάρφωσε το βλέμμα του στα παράθυρα, για να δει το καράβι που απέπλεε αργά. «Κατάρα!» «Δες την καλή πλευρά, Χοκ», είπε ο Κόνι δίχως ίχνος συμπόνιας. «Λίγες εβδομάδες θα περνούσες ακόμη μαζί της μέχρι να επιστρέψουμε στην Αγγλία. Έστω και αν σκεφτόσουν να την πάρεις μαζί σου, απ’ όσα μου έχεις πει σχετικά με την απέχθειά της για την πατρίδα, εκείνη δεν θα συμφωνούσε ποτέ να…» «Ανάθεμά σε, Κόνι, η γκόμενα με παράτησε και μάλιστα χωρίς την άδειά μου. Μ η μου μιλάς για πιθανά μελλοντικά προβλήματα τώρα που μόλις έφαγα χυλόπιτα!» Ο Κόνραντ ξεφύσηξε περιφρονητικά, αλλά ο Τζέιμς τον αγνόη​σε. Στεκόταν όρθιος και κοιτούσε το αδειανό ρεμέτζο πλάι στο Μέιντεν Ανν και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Τζόρτζι είχε φύγει. Εκείνο το πρωί τον ξύπνησε με τα γλυκά της χείλη πάνω στα δικά του, τα χεράκια της πάνω στο πρόσωπό του κι εκείνο το χαμόγελο που έλεγε «πάρε με», ένα χαμόγελο που του χάριζε μόνο όποτε ήταν ξαπλωμένοι και πάντα ξυπνούσε πρωτόγονα ένστικτα μέσα του, ένστικτα των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε. Κι είχε φύγει; «Μ α τον Θεό, όχι!» είπε δυνατά κι ύστερα κάρφωσε τον Κόνραντ με ένα αποφασιστικό βλέμμα που έκανε τον κοκκινοτρίχη ν’ αναστενάξει. «Πόσα μέλη του πληρώματος κατέβηκαν στη στεριά;» «Για όνομα του Θεού, Τζέιμς, δεν έχεις σκοπό να…» «Αυτό ακριβώς έχω σκοπό να κάνω», τον έκοψε ο Τζέιμς κι ο θυμός του φαινόταν καθαρά στον τόνο της φωνής του. «Φέρ’


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

217

τους πίσω κι εγώ πάω να μάθω ό,τι μπορώ για κείνο το καράβι. Σε μία ώρα από τώρα θέλω να είμαι στο κατόπι του».

Αμέσως μόλις γύρισε την πλάτη του ο Ντρου, η Τζορτζίνα αψήφησε την εντολή να πάει στην καμπίνα του. Της είχε ήδη υποσχεθεί ένα γερό χέρι ξύλο, που θα την έκανε να ταξιδέψει όρθια μέχρι την πατρίδα. Αυτή τη στιγμή δεν την ένοιαζε και πολύ εάν εκείνος της μίλησε έτσι επειδή ήταν νευριασμένος μαζί της ή εάν θα έβγαζε πραγματικά τη λουρίδα. Ήταν πραγματικά θυμωμένος, έξαλλος μάλιστα. Στην αρχή, όταν την είδε να στέκεται μπροστά του χαμογελώντας, ξαφνιάστηκε. Έπειτα ανησύχησε, γιατί υπέθεσε πως κάποια τεράστια καταστροφή την έφερε στην Τζαμάικα να τον βρει. Όταν τον διαβεβαίωσε πως δεν είχε πεθάνει κανείς, η ανακούφισή του μετατράπηκε σε θυμό. Την άρπαξε και την ταρακούνησε, επειδή τον τρόμαξε τόσο, αλλά γρήγορα την πήρε στην αγκαλιά του, πραγματικά ανακουφισμένος που δεν άκουσε κακά μαντάτα. Εξάλλου, ήταν η μοναδική αδελφή του και την αγαπούσε πολύ. Εκείνος έβαλε τις φωνές όταν του πέταξε, δήθεν αδιάφορα, πως μόλις είχε επιστρέψει από την Αγγλία. Και να φανταστεί κανείς ότι ο Ντρου ήταν από τους πιο ήρεμους αδελφούς της, ο πιο μειλίχιος μετά τον Τόμας. Σε αντίθεση με τον Γουόρεν, που είχε εκρηκτικό χαρακτήρα και ανάγκαζε τους πάντες να πηγαίνουν με τα νερά του, ή τον Μ πόιντ και τον Κλίντον, οι οποίοι ενίοτε παραήταν σοβαροί, ο Ντρου ήταν ένας παράτολμος μάγκας, με ορδές γυναικών να τον κυνηγούν. Αυτός, λοιπόν, θα έπρεπε να καταλαβαίνει γιατί η Τζορτζίνα είχε θεωρήσει απαραίτητο να ακολουθήσει τον Μ άλκολμ. Αντίθετα, εκείνος θύμωσε τόσο πολύ που έβγαλαν φωτιές τα μαύρα του μάτια. Αν τη χτυπούσε ο Ντρου, φαντάσου τι θα έκαναν τα μεγαλύτερα αδέλφια της, ο Κλίντον κι ο Γουόρεν, όταν θα το μάθαιναν. Αυτή τη στιγμή, όμως, δεν την ένοιαζε και πολύ.


218

JOHANNA LINDSEY

Όταν είδε το πλοίο του Ντρου, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που έτρεξε αμέσως κατά κει. Δεν συνειδητοποίησε ότι το Τρίτων ετοιμαζόταν να σαλπάρει και μάλιστα ότι έριχνε κάβους την ώρα που της τα έψελνε ο Ντρου. Τώρα στεκόταν στην κουπαστή. Τα αστραφτερά νερά της Καραϊβικής την απομάκρυναν όλο και περισσότερο από το Μέιντεν Ανν. Εκείνη έψαξε με τα μάτια της να δει για τελευταία φορά τον Τζέιμς στο κατάστρωμα του άλλου πλοίου. Όταν τελικά τον είδε στο κατάστρωμα, με τα χρυσά του μαλλιά ν’ ανεμίζουν στη θαλασσινή αύρα και τις φαρδιές πλάτες του, τέτοιες που δεν είχε άλλος άντρας, ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της και της έκοψε την ανάσα. Προσευχήθηκε να κοιτάξει κι εκείνος προς το μέρος της. Ήταν μακριά για να φωνάξει και να ακουστεί, αλλά θα μπορούσε τουλάχιστον να τον χαιρετήσει. Εκείνος, όμως, δεν κοιτούσε προς τη μεριά της θάλασσας. Τον παρακολούθησε να κατεβαίνει από το πλοίο, να περπατάει βιαστικά στην αποβάθρα κι έπειτα να χάνεται στο πλήθος. Ω, Θεέ μου, δεν ήξερε καν ότι η Τζορτζίνα είχε φύγει. Θα υπέθεσε ότι βρίσκεται κάπου μέσα στο Μέιντεν Ανν και θα την έβρισκε όταν θα ξαναγυρνούσε. Εξάλλου, όλα της τα πράγματα είχαν μείνει ακόμη εκεί, όπως το αγαπημένο της δαχτυλίδι, που της είχε χαρίσει ο πατέρας της. Δεν ήξερε πως δεν θα προλάβαινε να τα πάρει, κι εκείνη τη στιγμή ούτε που την ένοιαζε για αυτά. Ένιωθε διαλυμένη, γιατί δεν είχε προλάβει να αποχαιρετήσει τον Τζέιμς, δεν είχε προλάβει να του πει… τι άραγε; Ότι τον είχε ερωτευτεί. Σχεδόν γέλασε. Μ α ήταν αστείο, πραγματικά. Αγάπα τον εχθρό σου, μα όχι στην κυριολεξία. Ο μισητός Άγγλος, ο απεχθής κι αλαζόνας αριστοκράτης, κατάφερε να την επηρεάσει τόσο πολύ, κατάφερε να φτάσει μέχρι την καρδιά της. Ήταν ανοησία που το άφησε να συμβεί και θα ήταν ακόμα χειρότερα αν του το είχε εξομολογηθεί. Ένα βράδυ που είχε τυλιγμένα τα χέρια του γύρω της και η καρδιά του χτυπούσε ήρεμα κάτω από


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

219

το αυτί της, τον ρώτησε αν είχε παντρευτεί ποτέ. «Θεός φυλάξοι, όχι!» αναφώνησε εκείνος με φρίκη. «Δεν θα με δεις ποτέ να κάνω τα λάθη που κάνουν οι ανόητοι». «Γιατί όχι;» θέλησε να μάθει εκείνη. «Γιατί όλες οι γυναίκες γίνονται άπιστες μόλις φορέσουν βέρα. Ελπίζω να μην παρεξηγήθηκες, αγάπη μου, αλλά είναι αλήθεια». Το σχόλιό του της θύμισε πολύ τη στάση του Γουόρεν σε σχέση με τις γυναίκες και την έκανε να βγάλει, εσφαλμένα, το δικό της συμπέρασμα. «Λυπάμαι. Έπρεπε να το καταλάβω ότι σε πρόδωσε κάποια στιγμή στη ζωή σου μια γυναίκα που αγάπησες. Μ ην κατηγορείς, όμως, όλες τις γυναίκες επειδή σε απάτησε μία. Ο αδελφός μου, ο Γουόρεν, κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, αλλά είναι λάθος». «Δεν θέλω να σ’ απογοητεύσω, Τζορτζ, αλλά δεν αγάπησα ποτέ μου πολύ κάποια γυναίκα. Μ ιλούσα από την προσωπική μου εμπειρία με πολλές γυναίκες που απάτησαν τους άντρες τους μαζί μου. Ο γάμος είναι για τους ανόητους, που δεν ξέρουν τι τους γίνεται». Η Τζορτζίνα περίμενε εξαρχής ότι η απάντησή του θα ήταν κάπως έτσι. Έμοιαζε με τον Γουόρεν ανεξήγητα. Τουλάχιστον, ο Γουόρεν είχε δικαιολογία που δεν παντρευόταν, που φερόταν με απαράδεκτο τρόπο στις γυναίκες, που τις εκμεταλλευόταν χωρίς να τις αφήνει ποτέ να τον πλησιάσουν. Είχε πληγωθεί πολύ από μια γυναίκα την οποία σκόπευε να παντρευτεί. Ωστόσο, ο Τζέιμς δεν είχε τέτοια δικαιολογία. Ήταν απλώς αυτό που της είχε πει, ένας άσωτος. Κι ούτε που ντρεπόταν γι’ αυτό. «Έλα τώρα, μικρή, δεν θα σε δείρει στ’ αλήθεια ο αδελφός σου», είπε ο Μ ακ καθώς την πλησίαζε. «Δεν έχεις λόγο να κλαις. Πρέπει όμως να κατέβεις κάτω, όπως σου είπε. Άσε τον Ντρου να ηρεμήσει πριν σε ξαναδεί κι ακούσει τα χειρότερα». Εκείνη σκούπισε τα μάγουλά της και του έριξε μια λοξή ματιά. «Τα χειρότερα;» «Ότι αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε για τα ναύλα μας».


220

JOHANNA LINDSEY

«Α, αυτό», είπε ρουφώντας τη μύτη της, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που της έδινε κάτι άλλο να σκεφτεί και που υπέθεσε πως η ταραχή της οφειλόταν στο θυμό του Ντρου. Και πρόσθεσε αναστενάζοντας: «Δεν νομίζω πως θα του κάτσει και πολύ καλά αν το μάθει αυτή τη στιγμή. Γιατί πρέπει να του το πούμε;» «Θα πεις ψέματα στον αδελφό σου;» «Μ ε απείλησε ότι θα με δείρει, Μ ακ», του υπενθύμισε με αγανάκτηση. «Και μιλάμε για τον Ντρου, τον Ντρου, που να πάρει η ευχή. Δεν θέλω να δω την αντίδρασή του όταν θα μάθει ότι τον τελευταίο μήνα κοιμόμουν στην ίδια καμπίνα με τον Άγγλο». «Α, μάλιστα, κατάλαβα τι εννοείς. Ένα μικρό ψεματάκι δεν πειράζει. Μ άλλον καλύτερα να μην του πούμε ότι μας έκλεψαν και τα λεφτά. Έχεις να αντιμετωπίσεις και τους υπόλοιπους και η αντίδρασή τους θα είναι ακόμα χειρότερη, φαντάζομαι». «Σ’ ευχαριστώ, Μ ακ. Ήσουν πάντα ο αγαπημένος μου…» «Τζορτζίνα!» η φωνή του Ντρου τη διέκοψε με μια σαφή προει​δοποίηση. «Βγάζω τη λουρίδα μου». Εκείνη έκανε αμέσως μεταβολή, για να δει αν την έβγαζε στ’ αλήθεια. Ο όμορφος αδελφός της έδειχνε πως αυτό ακριβώς σκόπευε να κάνει, αν εκείνη δεν εξαφανιζόταν αμέσως. Η Τζορτζίνα, όμως, πλησίασε και αγριοκοίταξε τον πανύψηλο καπετάνιο του Τρίτωνα. «Είσαι ένα αναίσθητο κτήνος, Ντρου! Ο Μ άλκολμ πήγε και παντρεύτηκε μιαν άλλη κι εσύ το μόνο που κάνεις είναι να με μαλώνεις», του είπε κι άρχισε αμέσως να κλαίει σπαρακτικά. Ο Μ ακ κάγχασε αηδιασμένος. Δεν είχε ξαναδεί άντρα να ξεπερνά το θυμό του τόσο γρήγορα όσο ο Ντρου Άντερσον.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

221

Κεφάλαιο 27 Η Τζορτζίνα ένιωθε κάπως καλύτερα και ήταν αναμφίβολα πολύ πιο αισιόδοξη για την αντίδραση των αδελφών της, αφού ο Ντρου έδειξε να κατανοεί απόλυτα τη θλίψη της. Φυσικά, ο Ντρου πίστευε ότι όλα τα δάκρυά της ήταν για τον Μ άλκολμ. Δεν υπήρχε λόγος να του πει ότι δεν σκεφτόταν πια καθόλου τον Μ άλκολμ, εκτός αν κάποιος ανέφερε τ’ όνομά του. Όχι, οι σκέψεις και τα συναισθήματά της επικεντρώνονταν σε κάποιον άλλο άντρα, του οποίου το όνομα δεν είχε αναφέρει ποτέ, παρά μόνο για να περιγράψει ποιος ήταν ο καπετάνιος του πλοίου που την έφερε στην Τζαμάικα. Ένιωθε ενοχές που εξαπατούσε τον Ντρου. Πολλές φορές σκέφτηκε να του πει την αλήθεια. Μ α δεν ήθελε να της θυμώσει πάλι. Ο θυμός του την είχε ξαφνιάσει στ’ αλήθεια. Ήταν ο πιο πλακατζής αδελφός της, εκείνος που την πείραζε περισσότερο, εκείνος στον οποίο βασιζόταν πάντα για να της τονώνει το ηθικό. Και τα κατάφερνε μια χαρά. Απλώς δεν ήξερε τι πραγματικά τη στενοχωρούσε. Θα το μάθαινε κάποια στιγμή. Όλοι θα το μάθαιναν. Μ α τα χειρότερα νέα θα μπορούσαν να περιμένουν λίγο ακόμη, ώσπου η πληγή της να κλείσει, ώσπου εκείνη να καταλάβει πόσο άσχημα θα αντιδρούσαν οι υπόλοιποι σε κάτι που η ίδια δεν θεωρούσε τόσο σημαντικό, τουλάχιστον σε σύγκριση με ό,τι έπρεπε να τους πει έπειτα από έναν ή δύο μήνες, όταν θα απαιτούσαν να μάθουν τίνος ήταν το παιδί που μεγάλωνε μέσα της. Τι είχε πει ο Τζέιμς για τον αδελφό του, τον Τζέισον; Ότι συχνά γινόταν έξαλλος; Σε λίγο θα συνέβαινε το ίδιο και στα


222

JOHANNA LINDSEY

πέντε της αδέλφια. Δεν ήταν ακόμη σίγουρη για τα συναισθήματά της απέναντι στις συνέπειες της σύντομης αμαρτίας της. Προφανώς και φοβόταν. Ήταν λίγο μπερδεμένη, λίγο... πάλι καλά. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Μ άλλον θα προκαλούσε ένα σωρό δυσκολίες, αλλά και σκάνδαλο, μα τα συναισθήματά της περικλείονταν μέσα σε τέσσερις λέξεις: «το παιδί του Τζέιμς». Τι άλλο μπορούσε να έχει σημασία εκτός από αυτό; Ήταν τρελό. Θα έπρεπε να νιώθει συντετριμμένη που κυοφορούσε ένα παιδί το οποίο θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα, αλλά δεν ένιωθε καθόλου έτσι. Δεν μπορούσε να έχει τον Τζέιμς, και δεν ήθελε κανέναν άλλο άντρα, μα θα μπορούσε να έχει το παιδί του και να το κρατήσει. Κι αυτό ακριβώς σκόπευε να κάνει. Αγαπούσε υπερβολικά τον Τζέιμς για να μην το κάνει. Το παιδί, καθώς και η βεβαιότητα της Τζορτζίνα ότι αυτό ήταν πραγματικότητα και όχι απλώς πιθανότητα, οδήγησαν στη βελτίω​ση της διάθεσής της όταν το Τρίτων έπλευσε στον πορθμό του Λονγκ Άιλαντ κατά την τελευταία φάση του ταξιδιού της επιστροφής, τρεις εβδομάδες μετά την αναχώρηση από την Τζαμάικα. Και όταν είδαν το Μ πρίτζπορτ και έστριψαν στον ποταμό Πέκονοκ, που σχημάτιζε ένα βαθύ λιμάνι για τα υπερωκεάνια, ήταν ενθουσια​σμένη, μια και βρισκόταν και πάλι στην πατρίδα της, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο του χρόνου, την αγαπημένη της, που ο καιρός δεν είχε ψυχράνει πολύ και τα φθινοπωρινά χρώματα του ηλιοβασιλέματος εξακολουθούσαν να επικρατούν παντού. Ήταν ενθουσιασμένη τουλάχιστον ώσπου είδε πόσα πλοία της Σκάιλαρκ ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι, τα τρία από τα οποία ευχόταν να βρίσκονταν οπουδήποτε αλλού. Η διαδρομή προς το μέγαρο με τα κόκκινα τούβλα που ονόμαζε σπίτι της στα προάστια της πόλης ήταν ήσυχη. Ο Ντρου καθόταν δίπλα της στην άμαξα, της κρατούσε το χέρι και το έσφιγγε κάθε τόσο, για να της δώσει κουράγιο. Ήταν σαφώς με το μέρος της πλέον, μα αυτό δεν θα την ωφελούσε ιδιαίτερα όταν θα αντιμετώπιζε τα άλλα της αδέλφια. Ο Ντρου δεν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

223

μπορούσε ποτέ να τους εναντιωθεί περισσότερο από όσο τους εναντιωνόνταν εκείνη, ειδικά όταν τα υπόλοιπα αδέλφια ήταν ενωμένα. Τα ρούχα του καμαρότου που φορούσε είχαν εξαφανιστεί. Αυτή η αμφίεση ευθυνόταν έως ένα βαθμό για την κορύφωση του θυμού του Ντρου, αλλά τουλάχιστον οι υπόλοιποι δεν θα παραπονούνταν για κάτι τέτοιο. Είχε κλέψει ρούχα από το πλήρωμα του Ντρου, για το ταξίδι, αλλά τώρα φορούσε το υπέροχο φόρεμα που είχε αγοράσει ο ίδιος, για να το κάνει δώρο στη σύζυγό του όταν θα έπεστρεφε στο Μ πρίτζπορτ. Προφανώς θα της αγόραζε ένα άλλο στο επόμενο λιμάνι. «Χαμογέλασε, Τζορτζίνα μου. Δεν ήρθε άλλωστε κι η συντέλεια του κόσμου». Κοίταξε τον Ντρου με την άκρη του ματιού της. Εκείνος άρχιζε να βρίσκει εύθυμη την κατάστασή της κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Μ α συνήθιζε να κάνει τέτοια σχόλια. Ήταν τόσο διαφορετικός από τ’ άλλα αδέλφια της. Ήταν ο μόνος στην οικογένεια με τόσο σκούρα μάτια, σχεδόν μαύρα, θα μπορούσες να τα πεις. Επίσης, ήταν ο μόνος που, αν τον έριχνες κάτω, θα σηκωνόταν γελώντας, κάτι που είχε συμβεί άπειρες φορές όταν καβγάδιζε με τον Γουόρεν ή τον Μ πόιντ. Κι όμως, εμφανισιακά έμοιαζε πολύ στον Γουόρεν. Τι μυστήριο κι αυτό! Και οι δύο είχαν χρυσοκάστανα μαλλιά, σγουρά, που συχνά έμοιαζαν με σφουγγαρίστρες. Κι οι δύο ήταν πανύψηλοι και είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά, που τους έκαναν ακαταμάχητα γοητευτικούς. Μ α, ενώ τα μάτια του Ντρου ήταν μαύρα σαν κατράμι, του Γουόρεν ήταν ανοιχτά πράσινα, όπως και του Τόμας. Και ενώ οι κυρίες λάτρευαν τον Ντρου για την ελκυστική του γοητεία και τους αγορίστικους τρόπους του, ήταν πιο προσεκτικές με τον Γουόρεν, λόγω του μελαγχολικού κυνισμού και του ευέξαπτου χαρακτήρα του, αν και όχι αρκετά προσεκτικές, προφανώς. Ο Γουόρεν ήταν αναμφίβολα παλιάνθρωπος στις σχέσεις του με τις γυναίκες. Η Τζορτζίνα λυπόταν κάθε γυναίκα που


224

JOHANNA LINDSEY

υπέκυπτε στην ψυχρή του αποπλάνηση. Κι όμως, δεν ήταν λίγες αυτές οι γυναίκες. Είχε κάτι το ακαταμάχητο. Κάτι που εκείνη δεν μπορούσε να δει. Παράλληλα, έβλεπε καθημερινά το χαρακτήρα του, ο οποίος τον ακολουθούσε από τότε που γεννήθηκε, και δεν αφορούσε τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Μ όλις θυμήθηκε το χαρακτήρα του Γουόρεν, απάντησε στο σχόλιο του Ντρου με τη φράση: «Εύκολο να το λες. Νομίζεις ότι θ’ ακούσουν τις εξηγήσεις μου πριν με σκοτώσουν; Πολύ αμφιβάλλω». «Τι να σου πω; Ο Κλίντον δεν θα σ’ ακούσει για πολύ, μόλις δια​κρίνει την απαίσια αγγλική προφορά σου. Καλύτερα να μιλήσω μόνο εγώ». «Πολύ γλυκό εκ μέρους σου, Ντρου. Μ α, αν είναι εκεί ο Γουόρεν…» «Ξέρω τι εννοείς». Χαμογέλασε σαν αγοράκι, καθώς θυμήθηκε την τελευταία φορά που ο Γουόρεν τον είχε κατσαδιάσει άγρια. «Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι διανυκτέρευσε στο πανδοχείο Ντακς και θα επιστρέψει μετά την ετυμηγορία του Κλίντον. Είσαι τυχερή που είναι ο Κλίντον στο σπίτι». «Τυχερή; Τυχερή!» «Σσσς!» ψιθύρισε. «Φτάσαμε. Δεν χρειάζεται να καταλάβουν ότι ήρθαμε». «Όλο και κάποιος θα τους είπε ότι αγκυροβόλησε το Τρίτων». «Ναι, όχι όμως ότι ήσουν κι εσύ μέσα. Το στοιχείο του αιφνιδιασμού, Τζόρτζι, μπορεί να σου δώσει την ευκαιρία να υπερασπιστείς τον εαυτό σου». Όντως θα μπορούσε, αν ο Μ πόιντ δεν ήταν στο γραφείο μαζί με τον Κλίντον και τον Γουόρεν όταν μπήκε μέσα η Τζορτζίνα ακολουθούμενη από τον Ντρου. Πρώτος την είδε ο μικρότερος αδελφός της και πετάχτηκε από την καρέκλα του. Όση ώρα την αγκάλιαζε, την ταρακουνούσε και τη βομβάρδιζε με τόσο πολλές ερωτήσεις ώστε της ήταν αδύνατο να τις απαντήσει, οι δύο μεγαλύτεροι άντρες είχαν συνέλθει από την ξαφνική έκπληξη. Την πλησίασαν με ύφος που πρόδιδε ότι όλα αυτά ήταν μόνο η


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

225

αρχή. Επίσης, φαίνονταν έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια για το ποιος θα ασχολούνταν πρώτος μαζί της. Η ελάχιστη βεβαιότητα της Τζορτζίνα ότι τ’ αδέλφια της δεν θα της έκαναν πραγματικά κακό, τουλάχιστον όχι μεγάλο, εξανεμίστηκε μόλις άρχισαν να την πιέζουν. Μ ε μια κίνηση ξέφυγε από τη λαβή του Μ πόιντ, τον τράβηξε μαζί της, δίπλα στον Ντρου, κι εκείνη στάθηκε, έξυπνα, από πίσω τους. Κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του Μ πόιντ, κάτι όχι ιδιαίτερα εύκολο, αφού ο Μ πόιντ, όπως και ο Τόμας, ήταν σχεδόν δύο μέτρα, παρόλο που ο Ντρου τού έριχνε μισό κεφάλι, η Τζορτζίνα φώναξε πρώτα στον Κλίντον: «Υπάρχει εξήγηση!» και πρόσθεσε στον Γουόρεν: «Αλήθεια!» Επειδή αυτό όχι μόνο δεν τους πτόησε, αλλά άρχισαν να την περικυκλώνουν, εκείνη πέρασε ανάμεσα στον Μ πόιντ και τον Ντρου, κι έτρεξε κατευθείαν πίσω από το γραφείο του Κλίντον. Ωστόσο, σκέφτηκε, ετεροχρονισμένα, ότι το γραφείο δεν θα στεκόταν εμπόδιο αν κάποιος άλλος ήθελε να την πλησιάσει. Και φάνηκε ότι ο Κλίντον κι ο Γουόρεν θύμωσαν ακόμα περισσότερο που προσπάθησε να τους ξεφύγει. Αλλά εκείνη αναθάρρησε όταν είδε τον Ντρου να πιάνει από τον ώμο τον Γουόρεν, για να τον εμποδίσει να την ακολουθήσει. Όμως λίγο έλειψε να φάει ξύλο για αυτή του την προσπάθεια. «Για όνομα του Θεού! Είστε κι οι δυο σας άδικοι». «Βούλωσ’ το, Τζόρτζι!» φώναξε ο Γουόρεν. «Δεν πρόκειται. Δεν σου οφείλω απαντήσεις, Γουόρεν Άντερσον, όσο είναι παρών ο Κλίντον. Γι’ αυτό σταμάτα εκεί που είσαι, αλλιώς…» Άρπαξε ό,τι βρήκε μπροστά της πάνω στο γραφείο. «...θα σε χτυπήσω». Εκείνος όντως σταμάτησε, άγνωστο για ποιο λόγο· ίσως τον αιφνιδίασε η πρωτόγνωρη αντίρρησή της ή φοβήθηκε να μην του ανοίξει το κεφάλι. Ωστόσο, σταμάτησε κι ο Κλίντον. Στην πραγματικότητα, κι οι δυο τους έδειχναν ανήσυχοι. «Άσε κάτω το βάζο, Τζόρτζι», είπε ο Κλίντον ήρεμα. «Παραεί​ν αι πολύτιμο για να το χαραμίσεις στο κεφάλι του


226

JOHANNA LINDSEY

Γουόρεν». «Αυτός έχει άλλη άποψη», απάντησε εκείνη αηδιασμένη. «Όντως», είπε πνιχτά ο Γουόρεν, «έχω άλλη άποψη». «Προς Θεού, Τζόρτζι!» ακούστηκε ο Μ πόιντ. «Δεν ξέρεις τι κρατάς στα χέρια σου. Άκουσε τον Κλίντον, σε παρακαλώ». Ο Ντρου κοίταξε το ωχρό πρόσωπο του μικρού αδελφού του κι έπειτα τις στιβαρές πλάτες μπροστά του και τη μικρή του αδελφή στο βάθος να κραδαίνει το συγκεκριμένο βάζο σαν ραβδί. Ξαφνικά έσκασε στα γέλια. «Τα κατάφερες, μικρή μου Τζόρτζι, μια χαρά τα κατάφερες», φώναξε ενθουσιασμένος. Εκείνη ίσα που καταδέχτηκε να του ρίξει μια ματιά. «Δεν έχω διάθεση για τ’ αστεία σου αυτή τη στιγμή, Ντρου», και πρόσθεσε: «Τι κατάφερα, δηλαδή;» «Τους έχεις στο χέρι, να τι κατάφερες. Τώρα, σίγουρα. θα σε ακούσουν». Το απορημένο της βλέμμα στράφηκε και πάλι στον μεγαλύτερο αδελφό της. «Αλήθεια, Κλίντον;» Εκείνος αναζητούσε τον καλύτερο τρόπο να της μιλήσει, με αυστηρότητα και επιμονή ή με τρυφερές κολακείες, όταν παρενέβη απρόσμενα ο Ντρου. «Εγώ είμαι πρόθυμος να την ακούσω, αν εσείς…» «Δεν έχει αν», διέκοψε εκείνη. «Ή ναι ή…» «Να πάρει, Τζορτζίνα!» ξέσπασε επιτέλους ο Γουόρεν. «Δώσ’ μού το». «Βούλωσ’ το, Γουόρεν», ψιθύρισε ο Κλίντον. «Έτσι θα την τρομάξεις και θα σου το πετάξει». Κι έπειτα, απευθύνθηκε στην αδελφή του: «Κοίτα, Τζόρτζι, δεν καταλαβαίνεις τι κρατάς στα χέρια σου». Εκείνη κοίταξε το βάζο, κρατώντας το ακόμη ψηλά. Της ξέφυγε ένας αναστεναγμός, γιατί ποτέ της δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Τα τοιχώματά του ήταν τόσο λεπτά, σχεδόν ημιδιάφανα, και είχε μια ανατολίτικη σκηνή ζωγραφισμένη με ατόφιο χρυσάφι πάνω σε λευκό φόντο, με εξαιρετικές


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

227

λεπτομέρειες. Τώρα κατάλαβε ακριβώς την αξία του και η πρώτη της αντίδραση ήταν να αφήσει κάτω το πανέμορφο κομμάτι από παλιά πορσελάνη πριν της πέσει κατά λάθος. Κόντευε να το ακουμπήσει κάτω, πολύ προσεκτικά, φοβούμενη μήπως το σπάσει μόνο με την ανάσα της, αλλά ο ομαδικός αναστεναγμός ανακούφισης που άκουσε την έκανε να αλλάξει γνώμη την τελευταία στιγμή. Ανασηκώνοντας το ένα της φρύδι, αντιγράφοντας στην εντέλεια την αντίστοιχη έκφραση ενός Άγγλου καπετάνιου που η ίδια είχε βρει ενοχλητική, ρώτησε τον Κλίντον: «Πολύτιμο, είπες;» Ο Μ πόιντ φώναξε. Ο Γουόρεν τής γύρισε την πλάτη, για να μην τον ακούσει που βλαστημούσε, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αφού φώναζε την κάθε λέξη. Ο Ντρου απλώς γελούσε κι ο Κλίντον έδειχνε και πάλι έξαλλος. «Αυτό λέγεται εκβιασμός, Τζορτζίνα», της είπε ο Κλίντον μέσα από τα δόντια του. «Καθόλου. Αυτοπροστασία, θα το έλεγα. Άλλωστε, ακόμη το θαυμάζω…» «Εντάξει, καταλάβαμε, μικρή. Καλύτερα να καθίσουμε όλοι κι εσύ ν’ ακουμπήσεις το βάζο στα πόδια σου». «Συμφωνώ απόλυτα». Όταν έκανε την πρότασή του, ο Κλίντον δεν περίμενε ότι εκείνη θα καθόταν στη θέση του πίσω από το γραφείο. Κοκκίνισε λίγο μόλις την είδε και θύμωσε ακόμα περισσότερο. Η Τζορτζίνα ήξερε ότι έπαιζε με την τύχη της, αλλά απολάμβανε να βλέπει έτσι τ’ αδέλφια της. Φυσικά, σε κάθε περίπτωση, καλό θα ήταν να κρατήσει κοντά της το βάζο, για το οποίο όλοι ανησυχούσαν. «Μ πορείτε να μου πείτε γιατί είστε όλοι τόσο θυμωμένοι μαζί μου; Δεν έκανα και τίποτα τρομερό. Απλώς πήγα…» «Στην Αγγλία!» αναφώνησε ο Μ πόιντ. «Απ’ όλα τα μέρη, αυτό διάλεξες, Τζόρτζι; Είναι παλιοχώρα και το ξέρεις». «Δεν ήταν και τόσο άσχημα…»


228

JOHANNA LINDSEY

«Και μάλιστα μόνη σου!» επεσήμανε ο Κλίντον. «Ολομόναχη, για όνομα του Θεού! Δεν έχεις καθόλου μυαλό;» «Ήταν κι ο Μ ακ μαζί μου». «Δεν είναι αδελφός σου». «Έλα τώρα, Κλίντον. Αφού ξέρεις ότι είναι σαν πατέρας μας». «Ναι, αλλά είναι επιεικής μαζί σου. Σ’ αφήνει πάντα να κάνεις το δικό σου». Καθώς όλοι τους ήξεραν πως αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί, τα μάγουλά της κοκκίνισαν, ειδικά όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα έχανε ποτέ την αγνότητά της, ή την καρδιά της, για χάρη ενός Άγγλου αγύρτη όπως ήταν ο Τζέιμς Μ άλορι, αν την είχε συνοδέψει κάποιος αδελφός της αντί για τον Μ ακ. Ούτε θα είχε καν συναντήσει τον Τζέιμς, ούτε θα ζούσε την απόλυτη έκσταση. Ή την απόλυτη κόλαση. Και δεν θα μεγάλωνε ένα μωρό λίγο πιο κάτω από την καρδιά της, που θα προκαλούσε το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία του Μ πρίτζπορτ. Μ α δεν είχε νόημα να κάνει υποθέσεις. Και ειλικρινά δεν θα ισχυριζόταν ότι ευχόταν να της συμβεί οτιδήποτε άλλο. «Ίσως ήμουν λίγο παρορμητική». «Λίγο;» είπε ο Γουόρεν, χωρίς να έχει ηρεμήσει καθόλου. «Εντάξει, ίσως πολύ. Μ α δεν έχει σημασία το γιατί θέλησα να φύγω;» «Φυσικά και όχι!» Κι ο Κλίντον πρόσθεσε: «Καμία εξήγηση δεν θα είναι αρκετή μπροστά στην ανησυχία που μας προκάλεσες. Ήταν τελείως αδικαιολόγητο κι εγωιστικό αυτό που έκανες». «Μ α, υποτίθεται ότι δεν θα ανησυχούσατε!» φώναξε αμυνόμενη. «Υποτίθεται ότι δεν θα ξέρατε ότι έφυγα. Υποτίθεται ότι θα επέστρεφα πριν από όλους σας. Παρεμπιπτόντως, πώς και είστε στο σπίτι;» «Είναι μεγάλη ιστορία και σχετίζεται με το βάζο που κρατάς. Αλλά μην αλλάζεις θέμα συζήτησης, μικρή. Ξέρεις ότι δεν είχες


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

229

καμία δουλειά να πας στην Αγγλία, αλλά το έκανες. Το ήξερες ότι θα φέρναμε αντίρρηση, ήξερες τα συναισθήματά μας απέναντι στη συγκεκριμένη χώρα και παρ’ όλα αυτά πήγες». Ο Ντρου δεν άντεξε άλλο. Βλέποντας τους ώμους της Τζορτζίνα να χαμηλώνουν από το βάρος της ενοχής, ήρθαν στην επιφάνεια τα προστατευτικά του ένστικτα και ξέσπασε: «Καταλάβαμε, Κλίντον, αλλά η Τζορτζίνα υπέφερε αρκετά. Δεν της χρειάζεται όλη αυτή η στενοχώρια που της προκαλείτε οι τρεις σας». «Εκείνο που χρειάζεται είναι ένα γερό χέρι ξύλο!» επέμεινε ο Γουόρεν. «Κι αν δεν το αναλάβει ο Κλίντον, να είσαι σίγουρος ότι θα χαρώ να το κάνω εγώ!» «Δεν νομίζεις ότι είναι λίγο μεγάλη για κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Ντρου, παραβλέποντας το γεγονός ότι είχε κι εκείνος την ίδια άποψη όταν τη βρήκε στην Τζαμάικα. «Οι γυναίκες δεν είναι ποτέ μεγάλες για ένα χεράκι ξύλο». Δεν δόθηκε απάντηση, αλλά οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες· ο Ντρου χαμογέλασε, ο Μ πόιντ κρυφογέλασε κι ο Κλίντον άνοιξε διάπλατα τα μάτια του. Για μια στιγμή, όλοι τους ξέχασαν ότι η Τζορτζίνα βρισκόταν στο δωμάτιο. Μ α, όσο καθόταν κι άκουγε αυτές τις αλλόκοτες κουβέντες, ο τρόμος της είχε μετατραπεί σε θυμό κι ήταν έτοιμη να πετάξει το πολύτιμο βάζο στο κεφάλι του Γουόρεν. Κι ο Ντρου δεν κατάφερε να γλιτώσει λέγοντας: «Οι γυναίκες γενικά μπορεί, όντως, αλλά οι αδελφές είναι μια ξεχωριστή κατηγορία. Κι εσένα τι σ’ έπιασε και θέλεις ξαφνικά να δείρεις;» Η απάντηση δεν δόθηκε από τον Γουόρεν, αλλά από τον Μ πόιντ. «Μ όλις χτες αγκυροβόλησε, και όταν του είπαμε τι έκανε η αδελφή μας, επισκεύασε το πλοίο του και θα έφευγε σήμερα το απόγευμα… για την Αγγλία». Η Τζορτζίνα τον ρώτησε κατάπληκτη: «Όντως θα ερχόσουν να με βρεις, Γουόρεν;» Η μικρή ουλή στο αριστερό του μάγουλο κουνήθηκε.


230

JOHANNA LINDSEY

Προφανώς, δεν ήθελε να μαθευτεί ότι είχε ανησυχήσει τόσο για εκείνη, και μάλιστα περισσότερο από όλους τους άλλους. Και δεν θα έδινε απάντηση ούτε στην ίδια, αλλά ούτε και στον Ντρου. Εκείνη δεν χρειαζόταν απάντηση. «Γιατί, Γουόρεν Άντερσον, αυτό είναι το ωραιότερο πράγμα που σκέφτηκες ποτέ να κάνεις για εμένα». «Να πάρει!» μούγκρισε εκείνος. «Μ ην ντρέπεσαι», του είπε εκείνη χαμογελώντας. «Μ όνο η οικογένειά σου βρίσκεται εδώ, η οποία διαπιστώνει ότι δεν είσαι τόσο ψυχρός και σκληρός όσο θέλεις να νομίζουν οι άλλοι». «Θα σε κάνω μαύρη στο ξύλο, Τζόρτζι μου! Σ’ το υπόσχομαι». Δεν πήρε στα σοβαρά την προειδοποίησή του, ίσως επειδή δεν ήταν αρκετά θερμή. Απλώς του χαμογέλασε τρυφερά, σαν να του έλεγε ότι τον αγαπά κι εκείνη. Μ α μες στη σιωπή, ο Μ πόιντ ρώτησε τον Ντρου, αν και καθυστερημένα: «Τι στο διάολο εννοούσες όταν είπες ότι υπέφερε αρκετά;» «Το πρόβλημα είναι ότι βρήκε τον αγαπημένο της, τον Μ άλκολμ». «Και λοιπόν;» «Τι και λοιπόν; Τον βλέπεις εδώ μαζί μας;» «Εννοείς ότι δεν την ήθελε;» ρώτησε ο Μ πόιντ μην μπορώντας να το πιστέψει. «Ακόμα χειρότερα», είπε ξεφυσώντας ο Ντρου. «Παντρεύτηκε κάποια άλλη, πριν από περίπου πέντε χρόνια». «Μ α γιατί…» «…έκανε κάτι τέτοιο…» «…ο αχρείος;» Η Τζορτζίνα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της ικανοποιημένη από το θυμό τους, καθώς αυτή τη φορά είχαν πάρει το μέρος της. Δεν το περίμενε, αν και θα έπρεπε, ξέροντας πόσο προστατευτικοί ήταν μαζί της. Φανταζόταν τι θα έλεγαν για τον


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

231

Τζέιμς όταν θα έφτανε η ώρα της μεγάλης εξομολόγησης. Δεν άντεχε ούτε να το σκέφτεται. Εκείνοι συνέχισαν να βλαστημούν με τον τρόπο τους, με κοσμητικά επίθετα, όταν ο μεσαίος αδελφός μπήκε στο δωμάτιο. «Δεν μπορώ να το πιστέψω», είπε, τραβώντας την προσοχή όλων. «Και οι πέντε μας μαζί στο σπίτι. Πρέπει να έχουν περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που το είχαμε καταφέρει αυτό». «Τόμας!» φώναξε ο Κλίντον. «Αν είναι δυνατόν, Τομ! Από πίσω μου ερχόσουν;» ρώτησε ο Ντρου. «Περίπου». Εκείνος γέλασε. «Σας εντόπισα στα ανοιχτά των ακτών της Βιρτζίνια, αλλά μετά σας έχασα πάλι». Κι έπειτα απευθύνθηκε στην Τζορτζίνα, απλώς και μόνο γιατί ξαφνιάστηκε που την είδε να κάθεται στο γραφείο του Κλίντον. «Δεν θα με χαιρετήσεις, καλή μου; Δεν πιστεύω να είσαι ακόμη θυμωμένη που καθυστέρησα την αναχώρησή σου για την Αγγλία;» Θυμωμένη; Ξαφνικά ήταν έξω φρενών. Όπως πάντα, ο Τόμας αδιαφορούσε για τα συναισθήματά της και θεωρούσε ότι όλα ήταν τέλεια τώρα που εκείνος γύρισε στο σπίτι. «Την αναχώρησή μου;» Έκανε το γύρο του γραφείου με το βάζο στο χέρι. Ήταν τόσο θυμωμένη που είχε ξεχάσει ότι το κρατούσε ακόμη. «Δεν ήθελα να πάω στην Αγγλία, Τόμας. Σου ζήτησα να πας εσύ στη θέση μου. Σε ικέτεψα να πας εσύ για χάρη μου. Μ α δεν θα το έκανες – σωστά; Οι ανησυχίες μου δεν ήταν αρκετά σημαντικές για ν’ αλλάξουν το αναθεματισμένο το πρόγραμμά σου». «Άκουσέ με, Τζόρτζι», είπε εκείνος με τον συνήθη ήρεμο τόνο του. «Είμαι πρόθυμος να πάω τώρα, και είσαι ευπρόσδεκτη, αν θες να έρθεις μαζί μου». «Ήδη πήγε», τον ενημέρωσε κοφτά ο Ντρου. «Πού πήγε;» «Πήγε στην Αγγλία και γύρισε». «Να πάρει η ευχή!» Τα καταπράσινα μάτια του Τόμας


232

JOHANNA LINDSEY

κοίταξαν και πάλι την Τζορτζίνα γεμάτα ταραχή. «Τζόρτζι, δεν θα έκανες τέτοια ανοησία…;» «Όχι;» τον διέκοψε κοφτά, μα ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν, χωρίς να το θέλει, δάκρυα. «Εσύ φταις που είμαι… είμαι… Ε, να λοιπόν!» Του πέταξε το βάζο και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο, ντροπιασμένη που έκλαιγε πάλι για έναν άκαρδο Άγγλο με το επίθετο Μ άλορι. Μ α άφησε πίσω της ένα πανδαιμόνιο, το οποίο δεν οφειλόταν στα δάκρυά της. Ο Τόμας έπιασε το βάζο που του πέταξε, ενώ παράλληλα τέσσερις δίμετροι άντρες έπεσαν στα πόδια του, προσπαθώντας να το σώσουν, στην περίπτωση που εκείνος δεν τα κατάφερνε.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

233

Κεφάλαιο 28 Ο Τζέιμς στεκόταν ανυπόμονος στην κουπαστή, περιμένοντας τη μικρή λέμβο που επιτέλους ερχόταν προς το πλοίο. Τρεις μέρες περίμενε σε αυτό τον όρμο στην ακτή του Κονέκτικατ. Αν ήξερε ότι ο Άρτι και ο Ανρί θα καθυστερούσαν τόσο πολύ να του φέρουν τις πληροφορίες που ζήτησε, θα είχε πάει ο ίδιος. Παραλίγο να το κάνει χτες. Μ α ο Κόνι τού επισήμανε με ηρεμία ότι η τωρινή του διάθεση λειτουργούσε αποτρεπτικά και ότι, αν οι Αμερικανοί δεν σιωπούσαν λόγω της γενικότερης βρετανικής ευγένειας, του κύρους και της συγκαταβατικότητας, η στάση του θα τους έκανε δύσπιστους, αν όχι εχθρικούς απέναντί του. Ο Τζέιμς έφερε αντιρρήσεις στο θέμα της συγκαταβατικότητας κι ο Κόνι απλώς γέλασε. Τα δύο άλλα επιχειρήματά του έφταναν για να τον πείσουν. Ο Τζέιμς δεν γνώριζε καθόλου τα συγκεκριμένα αμερικανικά ύδατα, αλλά αποφάσισε να μην ακολουθήσει το σκάφος μέσα στο λιμάνι, γιατί δεν ήθελε η Τζόρτζι να καταλάβει ότι ήταν εκεί. Βεβαιώθηκε ότι το πλοίο της αγκυροβόλησε στην παραλιακή πόλη και δεν έπλευσε τον ποταμό. Έπειτα έδεσε το Μέιντεν Ανν σ’ ένα ακρωτήρι στις εκβολές του ποταμού κι έστειλε τον Άρτι και τον Ανρί στην πόλη, για να μάθουν ό,τι μπορούσαν. Μ α δεν περίμενε να τους πάρει και τρεις μέρες. Ήθελε μόνο να μάθει πού θα έβρισκε το κορίτσι, όχι λεπτομέρειες για ολόκληρη την πόλη. Μ α τώρα επέστρεψαν επιτέλους, και τη στιγμή που ανέβαιναν στο πλοίο τούς ρώτησε: «Λοιπόν;» και αλλάζοντας ύφος: «Στην καμπίνα μου».


234

JOHANNA LINDSEY

Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο απότομο ύφος του. Είχαν να του πουν πολλά κι, άλλωστε, ο τρόπος του καπετάνιου ήταν σχεδόν ο ίδιος από τότε που είχαν αφήσει την Τζαμάικα. Τον ακολούθησαν κάτω, όπως κι ο Κόνι. Μ α ο Τζέιμς δεν περίμενε να κάτσει στο γραφείο του και ξαναζήτησε αναφορά. Ο Άρτι μίλησε πρώτος. «Δεν θα σου αρέσει, καπετάνιε… ίσως πάλι όχι. Το πλοίο που ακολουθούσαμε ανήκει στις Γραμμές Σκάιλαρκ». Ο Τζέιμς συνοφρυώθηκε και σκεφτικός κάθισε αργά στην καρέκλα του. «Γιατί μου λέει κάτι αυτό το όνομα;» Η μνήμη του Κόνι έσπευσε να δώσει την απάντηση: «Ίσως γιατί ο Χοκ είχε συναντηθεί με δύο πλοία της Σκάιλαρκ. Το ένα το κυριεύσαμε, το άλλο μας ξέφυγε, αλλά αφού πρώτα του προκαλέσαμε πολλές ζημιές». «Και το Μ πρίτζπορτ είναι το λιμάνι της εταιρείας», πρόσθεσε ο Άρτι. «Περισσότερα από μισή ντουζίνα πλοία τους είναι αγκυροβολημένα εδώ αυτή τη στιγμή». Ο Τζέιμς συνειδητοποίησε τη σπουδαιότητα αυτής της φράσης μ’ ένα μειδίαμα. «Φαίνεται ότι η απόφασή μου ν’ αποφύγω εκείνο το λιμάνι δεν ήταν τυχαία. Έτσι δεν είναι, Κόνι;» «Πράγματι. Το Μέιντεν Ανν μπορεί να περνούσε απαρατήρητο, αλλά όχι κι εσύ. Υποθέτω ότι καταλαβαίνεις για ποιο λόγο δεν πρέπει ν’ αποβιβαστείς». «Αλήθεια;» Ο Κόνι πήρε αυστηρό ύφος. «Να πάρει, Τζέιμς! Αξίζει να κρεμαστείς γι’ αυτό το κορίτσι;» «Καλά, μην υπερβάλλουμε κιόλας», του απάντησε εκείνος ξερά. «Μ πορεί να με αναγνώριζαν εύκολα όταν είχα επικηρυχθεί, αλλά τότε είχα μούσι, ενώ τώρα όχι. Δεν είμαι περισσότερο αναγνωρίσιμος από το πλοίο μου και, επιπλέον, πάνε πέντε χρόνια και βάλε από τότε που αποσύρθηκε ο Χοκ. Ο χρόνος σβήνει όλες τις αναμνήσεις». «Στην περίπτωσή σου θα έπρεπε να σου είχε βάλει και


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

235

μυαλό», γκρίνιαξε ο Κόνι. «Δεν υπάρχει λόγος να το ρισκάρεις, αφού μπορούμε να σου φέρουμε εδώ το κουτσούβελο». «Κι αν δεν θελήσει να έρθει;» «Θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό». «Μ ιλάς για απαγωγή, Κόνι; Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, μα νομίζω ότι αυτό είναι έγκλημα». Κατακόκκινος από την απελπισία ο Κόνι ρώτησε: «Απ’ ό,τι φαίνεται δεν λες να σοβαρευτείς». Τα χείλη του Τζέιμς ίσα που σάλεψαν. «Απλώς θυμάμαι ότι την τελευταία φορά που επιχειρήσαμε να απαγάγουμε μια όμορφη δεσποινίδα, βγάλαμε μέσα από το σακί την αγαπημένη μου ανιψιά. Και πριν από τότε, όταν η Ρέιγκαν ήταν πρόθυμη να την απαγάγω, με έκαναν μαύρο στο ξύλο τα αγαπημένα μου αδέλφια. Μ α τώρα είναι αλλιώς τα πράγματα. Δεν κουβαλήθηκα έως εδώ για ν’ ακούσω τις ανησυχίες σου σχετικά με μια απειροελάχιστη πιθανότητα ανατροπής του σχεδίου μου». «Και ποιο είναι το σχέδιό σου;» Εκείνη η ερώτηση έκανε έξω φρενών τον Τζέιμς. «Δεν έχω ακόμη κάποιο σχέδιο, αλλά αυτό είναι παντελώς άσχετο». Κι έπειτα πρόσθεσε: «Άρτι, πού στην ευχή είναι η κοπελιά; Βρήκατε τα ίχνη της ή όχι, παλιοτεμπέληδες;» «Ναι, καπετάνιε. Μ ένει σ’ ένα μεγάλο σπίτι έξω ακριβώς από το Μ πρίτζπορτ». «Έξω; Άρα μπορώ να τη βρω χωρίς να διασχίσω την πόλη;» «Εύκολα, αλλά…» Ο Τζέιμς δεν τον άφησε να τελειώσει. «Βλέπεις, Κόνι; Άδικα ανησύχησες». «Καπετάνιε;» «Δεν χρειάζεται καν να πλησιάσω στο λιμάνι». «Μερντ! [Σκατά]» είπε επιτέλους ο Ανρί και αγριοκοίταξε το φίλο του. «Πότε θα του το πεις, μον αμί; Όταν θα έχει μπει στο κλουβί της τίγρης;» «Εννοείς το κλουβί του λιονταριού, Ανρί. Τι νομίζεις ότι προσπαθώ να πω τόση ώρα;»


236

JOHANNA LINDSEY

Ύστερα απ’ αυτό είχαν και πάλι την αμέριστη προσοχή του Τζέιμς. «Τα λιοντάρια ζουν σε φωλιές, κύριοι, κι αν πρόκειται να μπω σε μία από αυτές, υποθέτω ότι αγνοώ κάποια σημαντική πληροφορία. Ποια είναι αυτή;» «Απλώς τα πλοία της Σκάιλαρκ ανήκουν στην οικογένεια της κοπέλας. Καπετάνιοι είναι τ’ αδέλφια της». «Να πάρει!» μούγκρισε ο Κόνι, ενώ ο Τζέιμς έσκασε στα γέλια. «Μ α τον Θεό, τι ειρωνεία! Μ ου είπε ότι έχει ένα πλοίο δικό της, αλλά φυσικά δεν την πίστεψα. Νόμιζα ότι απλώς μου έβγαζε γλώσσα». «Κάθε άλλο, μάλλον ήταν ταπεινόφρων», είπε ο Κόνι. «Και δεν καταλαβαίνω πού βρίσκεις το αστείο, Τζέιμς. Είναι σαφές ότι δεν μπορείς…» «Φυσικά και μπορώ. Απλώς πρέπει να διαλέξω κάποια στιγμή που θα είναι μόνη της». «Όχι σήμερα, καπετάνιε. Απόψε έχουν σουρέ». «Σουαρέ;» «Ναι, κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Έχουν καλέσει τη μισή πόλη». «Για να γιορτάσουν την επανένωση όλης της οικογένειας στο σπίτι», πρόσθεσε ο Χένρι. «Αυτό δεν συμβαίνει και πολύ συχνά». «Τώρα κατάλαβα για ποιο λόγο καθυστερήσατε τόσο», είπε αηδιασμένος ο Τζέιμς. «Σας στέλνω να εντοπίσετε το κορίτσι κι εσείς μου αραδιάζετε την ιστορία ολόκληρης της οικογένειας. Εντάξει, τι άλλο ενδιαφέρον έχετε να μου πείτε; Μ ήπως μάθατε τι γύρευε στην Αγγλία;» «Έψαχνε τον μέλλοντα». «Ποιον μέλλοντα;» «Το μνηστήρα της», διευκρίνισε ο Χένρι. Ο Τζέιμς έγειρε αργά μπροστά. Και οι τρεις του σύντροφοι αναγνώρισαν τα προειδοποιητικά σημάδια. Αν σιγόβραζε τότε που έφυγαν από την Τζαμάικα, τώρα ήταν έτοιμος να εκραγεί.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

237

«Έχει… αρραβωνιαστικό;» «Όχι πια», έσπευσε να εξηγήσει ο Χένρι. «Τον βρήκε παντρεμένο με μια Αγγλίδα, κι αφού τον περίμενε έξι χρόνια… Άουτς! Ανρί, πατάς το πληγωμένο μου πόδι!» «Το στόμα σου έπρεπε να πατήσω, μον αμί!» «Τον περίμενε… έξι… χρόνια;» Ο Άρτι ρίγησε. «Δεν μπορούσε να τον ξεχάσει, καπετάνιε. Μ ετά ξέσπασε ο πόλεμος… Δεν ήξεραν τι απέγινε ο νεαρός μέχρι πριν από λίγους μήνες. Δεν το ξέρουν όλοι ότι εκείνη πήγε να τον βρει. Ο Ανρί αναγκάστηκε να μιλήσει με μία από τις υπηρέτριες». «Έξι χρόνια», επανέλαβε ο Τζέιμς μονολογώντας αυτή τη φορά. Και με πιο δυνατή φωνή πρόσθεσε: «Φαίνεται ότι η Τζορτζ ήταν πολύ ερωτευμένη – σωστά, Κόνι;» «Να πάρει η ευχή, Τζέιμς! Δεν το πιστεύω ότι σε πείραξε. Τόσες φορές έχεις πει ότι η γυναίκα μετά το χωρισμό είναι ό,τι πρέπει μόνο για σεξ κι ότι δεν ήθελες να σ’ ερωτευτεί η μικρή. Σωστά; Πάντα σ’ ενοχλεί όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο». «Κάπως έτσι». «Τότε τι στο διάολο θυμώνεις;»


238

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 29 «Πού στην ευχή ήσουν, Κλίντον;» ρώτησε ο Ντρου με φιλοπόλεμη διάθεση μόλις ο αδελφός του μπήκε στο μεγάλο γραφείο, το χώρο συνάντησης των αντρών του σπιτιού. Ο Κλίντον κοίταξε τον Γουόρεν και τον Τόμας, που κάθονταν σε έναν καφέ καναπέ αναζητώντας εξήγηση για τον ασυνήθιστο χαιρετισμό του Ντρου. Καθώς όμως ο Ντρου δεν είχε μπει στον κόπο να τους πει για ποιο λόγο ήταν τόσο ανυπόμονος να επιστρέψει ο Κλίντον, σήκωσαν απορημένοι τους ώμους τους. Εκείνος κατευθύνθηκε προς το γραφείο του και απάντησε: «Γνωρίζετε ότι συνηθίζω να πηγαίνω στην εταιρεία όταν δεν ταξιδεύω. Όλο το πρωί ήμουν στα γραφεία της Σκάιλαρκ. Αν ρωτούσες τη Χάνα, θα σου το έλεγε». Ο Ντρου αναγνώρισε έναν ανεπαίσθητο τόνο επίπληξης στα λόγια του. Κοκκίνισε λίγο, μόνο και μόνο γιατί δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει την οικονόμο τους. «Η Χάνα ήταν πολύ απασχολημένη με τις προετοιμασίες του χορού, για ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό». Ο Κλίντον έπνιξε ένα χαμόγελο στο άκουσμα αυτής της αφελούς απάντησης. Τα ξεσπάσματα του Ντρου ήταν πολύ σπάνια κι αιφνιδίαζαν τους πάντες όταν συνέβαιναν. Δεν υπήρχε λόγος να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Ο Γουόρεν δεν είχε τέτοιου είδους ενδοιασμούς. «Ας ρωτούσες εμένα, χαζούλη». Ο Γουόρεν χασκογέλασε. «Θα σου έλεγα ότι…». Ο Ντρου κατευθύνθηκε προς τον καναπέ πριν ο Γουόρεν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

239

ολοκληρώσει κι έτσι ο τελευταίος δεν μπήκε στον κόπο να τελειώσει τη φράση του. Απλώς σηκώθηκε, για να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τον μικρότερο αδελφό του. «Ντρου!» Η προειδοποίηση επαναλήφθηκε άλλη μία φορά, ακόμα πιο δυνατά, πριν ο Ντρου κάνει μεταβολή, για να κοιτάξει τον Κλίντον. Την τελευταία φορά που είχαν διαφωνήσει οι δυο τους σ’ αυτό το δωμάτιο αναγκάστηκε να επισκευάσει το έπιπλο του γραφείου, μαζί με δύο φωτιστικά, και ν’ αντικαταστήσει το τραπέζι. «Υποθέτω ότι κι οι δυο σας δεν ξεχνάτε πως απόψε έχουμε καλεσμένους», τους κατσάδιασε ο Κλίντον αυστηρά. «Δεδομένου ότι αναμένουμε ολόκληρη την πόλη εδώ μέσα, είναι βέβαιο ότι θα χρησιμοποιηθούν τόσο το συγκεκριμένο δωμάτιο, όσο και τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού. Θα το εκτιμούσα αν δεν το κάνατε άνω κάτω την τελευταία στιγμή». Ο Γουόρεν χαλάρωσε τις γροθιές του και ξανακάθισε. Ο Τόμας κούνησε το κεφάλι του. «Τι σ’ απασχολεί, Ντρου, που δεν μπορείς να το συζητήσεις με τον Γουόρεν ή μ’ εμένα;» ρώτησε με πιο καθησυχαστικό τόνο. «Γιατί έπρεπε να περιμένεις…» «Κανείς από εσάς δεν ήταν σπίτι χτες το βράδυ, μόνο ο Κλίντον», πετάχτηκε ο Ντρου και δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο, λες και αυτό τα εξηγούσε όλα. Η ανυπομονησία του Τόμας ήταν πλέον εμφανής καθώς είπε: «Μ α κι εσύ έλειπες. Άρα, ποιο είναι το πρόβλημα;» «Θέλω να μάθω τι στην ευχή έγινε όσο έλειπα. Αυτό είναι το πρόβλημα». Κι απευθυνόμενος πάλι στον μεγαλύτερο αδελφό του, ο Ντρου συνέχισε: «Γι’ αυτό βοήθησέ με, Κλίντον, και πες μου αν έδειρες την Τζόρτζι, παρόλο που είπες ότι δεν θα το κάνεις». «Φυσικά και δεν έκανα κάτι τέτοιο!» απάντησε ο Κλίντον αγανακτισμένος. «Αν και θα έπρεπε», ισχυρίστηκε ο Γουόρεν.


240

JOHANNA LINDSEY

«Μ ’ ένα χεράκι ξύλο θα ένιωθε λιγότερες ενοχές». «Ενοχές για ποιο λόγο;» «Επειδή μας έκανε να ανησυχήσουμε. Κυκλοφορεί περίλυπη μες στο σπίτι…» «Είναι περίλυπη γιατί δεν ξεπέρασε ακόμη τον Κάμερον. Τον αγαπούσε…» «Τι ανοησίες!» τον χλεύασε ο Γουόρεν. «Ουδέποτε τον αγάπησε εκείνον τον μπασταρδάκο. Απλώς τον ήθελε γιατί ήταν το πιο όμορφο αγόρι που υπήρχε σ’ αυτή την πόλη. Αν και ποτέ δεν κατάλαβα τι του έβρισκε». «Αν είναι έτσι, αδελφέ μου, τότε για ποιο λόγο έκλαιγε κάθε μέρα επί μία ολόκληρη εβδομάδα από τότε που αφήσαμε την Τζαμάικα; Μ ου ράγιζε η καρδιά να τη βλέπω με μάτια κατακόκκινα και πρησμένα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να την ενθαρρύνω πριν φτάσουμε σπίτι. Μ α τα κατάφερα. Γι’ αυτό θέλω να μάθω τι την πείραξε πάλι. Μ ήπως της είπες κάτι, Κλίντον;» «Δύο κουβέντες ανταλλάξαμε μόνο. Σχεδόν ολόκληρη τη βραδιά ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της». «Εννοείς ότι πάλι έκλαιγε, Ντρου;» ρώτησε προσεκτικά ο Τόμας. «Αυτό σ’ ανησυχεί τόσο;» Ο Ντρου έβαλε τα χέρια στις τσέπες του κι έγνεψε καταφατικά. «Δεν μπορώ να το αντέξω· απλώς δεν μπορώ να το αντέξω». «Κοίτα να το συνηθίσεις, χαζούλη», πετάχτηκε ο Γουόρεν. «Όλες έχουν το κλάμα στο τσεπάκι τους, όταν χρειαστεί». «Δεν περίμενα από έναν αναίσθητο κυνικό σαν εσένα να δια​κρίνει τη διαφορά ανάμεσα στα αληθινά και στα ψεύτικα δάκρυα», απάντησε ο Ντρου. Ο Κλίντον ήταν έτοιμος να μπει στη συζήτηση, όταν είδε ότι ο Γουόρεν ήταν εξίσου έτοιμος να προσβληθεί από το τελευταίο σχόλιο. Αλλά δεν χρειάστηκε. Ο Τόμας εκτόνωσε το θυμό του Γουόρεν αγγίζοντάς τον στο χέρι και κουνώντας του ελαφρά το κεφάλι.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

241

Έπειτα από αυτό τα χείλη του Κλίντον σφάλισαν με απογοή​τευση. Όλη η οικογένεια θαύμαζε την ικανότητα του Τόμας να παραμένει ήρεμος υπό οποιεσδήποτε συνθήκες· κατά τραγική ειρωνεία, περισσότερο από όλους τον θαύμαζε ο Γουόρεν. Ο Γουόρεν είχε επίσης την τάση να λαμβάνει υπόψη του την κριτική που του έκανε ο Τόμας, ενώ συνήθως αγνοούσε αυτήν του Κλίντον, κάτι που ενοχλούσε απίστευτα τον τελευταίο, ιδιαίτερα επειδή ο Τόμας ήταν τέσσερα χρόνια πιο μικρός από τον Γουόρεν, αλλά και δεκαπέντε πόντους πιο κοντός. «Ξεχνάς ότι συμφώνησες με όλους μας, Ντρου, όταν δώσαμε τη συγκατάθεσή μας να γίνει αυτός ο γελοίος αρραβώνας;» επεσήμανε ο Κλίντον. «Κανείς μας δεν πίστεψε ότι τα αισθήματα της Τζορτζίνα ήταν σοβαρά. Για όνομα του Θεού! Ένα δεκαεξάχρονο κοριτσάκι ήταν». «Οι λόγοι που δώσαμε τη συγκατάθεσή μας δεν έχουν καμία σημασία, αφού εκείνη έφυγε και μας απέδειξε ότι είχαμε άδικο», επέμεινε ο Ντρου. «Το μόνο που αποδείχτηκε ήταν ότι η Τζόρτζι είναι απίστευτα πιστή… και πεισματάρα», απάντησε ο Κλίντον. «Και θα συμφωνήσω με τον Γουόρεν. Επιμένω ότι δεν αγαπούσε πραγματικά τον Κάμερον». «Τότε γιατί περίμενε έξι…» «Μ η μου σπας τα νεύρα, Ντρου», τον διέκοψε ο Γουόρεν. «Η κατάσταση εδώ δεν άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια. Στην πόλη μας εξακολουθούν να υπάρχουν ελάχιστοι ανύπαντροι άντρες, για να διαλέξει μια γυναίκα. Γιατί, λοιπόν, να μην περίμενε τον Κάμερον να επιστρέψει; Δεν βρήκε κανέναν καλύτερο στο μεταξύ. Αν τον είχε βρει, να είστε σίγουροι ότι θα ξεχνούσε τον νεαρό από την Κορνουάλη στη στιγμή». «Τότε γιατί το έσκασε για να τον βρει;» ρώτησε ο Ντρου έντονα. «Για απάντησέ μου!» «Προφανώς ένιωσε ότι δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Ο Κλίντον κι εγώ είχαμε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Θα την


242

JOHANNA LINDSEY

έπαιρνε μαζί του όταν θα πήγαινε στο Νιου Χέιβεν να επισκεφτεί τα παιδιά του κατά την επιστροφή. Η πεθερά του εξακολουθεί να είναι σημαντικό μέλος της τοπικής κοινωνίας». «Σιγά την κοινωνία!» ξέσπασε ο Ντρου. «Το Νιου Χέιβεν δεν είναι πολύ μεγαλύτερο από το Μ πρίτζπορτ». «Αν αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, θα την πήγαινα στη Νέα Υόρκη». «Εσύ;» Ο Γουόρεν συνοφρυώθηκε με ύφος απειλητικό. «Έχεις την εντύπωση ότι εγώ δεν ξέρω πώς να συνοδεύσω μια γυναίκα;» «Μ ια γυναίκα ναι, όχι μια αδελφή. Ποιος άντρας θα την πλησίαζε μ’ εσένα δίπλα της… να επιδεικνύεις την αδελφή σου όπως ένας κτηνοτρόφος;» Ο Γουόρεν πετάχτηκε όρθιος με τα μάτια του να πετούν σπίθες. «Δεν εκτρέφω κανέναν…» «Αν σταματούσατε να προκαλείτε ο ένας τον άλλο», κατάφερε να τους διακόψει ο Τόμας χωρίς να υψώσει τη φωνή του, «ίσως και να καταλαβαίνατε ότι είστε εκτός θέματος. Ό,τι κι αν εννοού​σε είναι άσχετο με το θέμα μας. Τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Προφανώς, η Τζόρτζι είναι πιο δυστυχισμένη από ό,τι νομίζαμε. Αν έκλαιγε τόσο… Τη ρώτησες για ποιο λόγο, Ντρου;» «Τι σημαίνει για ποιο λόγο;» αναφώνησε ο Ντρου. «Μ α για ποιον άλλο λόγο; Της έχει ραγίσει η καρδιά, σας λέω!» «Μ α σου το είπε η ίδια;» «Δεν χρειάστηκε. Την ημέρα που με βρήκε στην Τζαμάικα είπε ότι ο Μ άλκολμ είχε παντρευτεί άλλη και μετά ξέσπασε σε κλάματα». «Δεν μου φάνηκε καθόλου ότι έχει ραγίσει η καρδιά της», παρατήρησε ο Κλίντον. «Αν θέλετε να μάθετε, ήταν πολύ αυταρχική αφότου επέστρεψε και τη γλίτωσε για όσα έκανε. Ο αναθεματισμένος ο χορός απόψε ήταν επίσης δική της ιδέα, κι έχει πέσει με τα μούτρα στις προετοιμασίες». «Γιατί; Την είδες να κατέβηκε καθόλου σήμερα το πρωί; Πιθανότατα κρύβεται στο δωμάτιό της, γιατί τα μάτια της είναι


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

243

πάλι πρησμένα». Ο Τόμας κατσούφιασε. «Είναι ώρα να πάει κάποιος να της μιλήσει. Κλίντον;» «Τι διάολο ξέρω εγώ απ’ αυτά τα πράγματα;» «Γουόρεν;» Μ α πριν ο Γουόρεν προλάβει να απαντήσει, ο Τόμας χαμογέλασε. «Καλύτερα όχι εσύ». «Θα πάω εγώ», προσφέρθηκε απρόθυμα ο Ντρου. «Εσύ; Εσύ κάνεις μόνο εικασίες και καταρρέεις με τα πρώτα δάκρυα», τον χλεύασε ο Γουόρεν. Πριν ανάψουν πάλι τα αίματα, ο Τόμας σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα λέγοντας: «Αφού ο Μ πόιντ κοιμάται ακόμη, γιατί τριγύριζε τη μισή νύχτα, μάλλον πρέπει να αναλάβω εγώ». «Έχεις τύχη βουνό», του φώναξε ο Ντρου. «Μ ήπως ξέχασες ότι είναι έξω φρενών μαζί σου;» Ο Τόμας κοντοστάθηκε και κοίταξε τον Ντρου. «Κι εσύ μήπως μπήκες στον κόπο ν’ αναρωτηθείς γιατί;» «Δεν έχω ν’ αναρωτηθώ για τίποτα. Δεν ήθελε να πάει στην Αγγλία. Ήθελε να πας εσύ». «Ακριβώς», απάντησε ο Τόμας. «Κι αυτό σημαίνει ότι δεν την ένοιαζε αν θα ξανάβλεπε τον Κάμερον ή όχι. Απλώς ήθελε να τακτοποιηθεί το θέμα». «Ναι, καλά», είπε ο Ντρου μόλις έφυγε ο Τόμας. «Αυτό υποτίθεται ότι ήταν σημαντικό;» Ο Γουόρεν δεν το άφησε ούτε αυτό να πέσει κάτω. «Απορώ πώς δεν είσαι ακόμη παρθένος, Ντρου, με τόσα λίγα που ξέρεις για τις γυναίκες». «Εγώ;» πετάχτηκε ο Ντρου. «Τουλάχιστον όταν εγώ φεύγω, οι γυναίκες χαμογελούν. Εγώ απορώ πώς οι δικές σου γυναίκες δεν πεθαίνουν από το κρύο όταν πλαγιάζουν με έναν κακό, ψυχρό κι ανάποδο σαν εσένα!» Ήταν υπερβολικά κοντά ο ένας στον άλλο για μια τέτοιου είδους συνομιλία. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Κλίντον ήταν να φωνάξει: «Τα έπιπλα και τα μάτια σας!»


244

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 30 «Τόμας!» αναφώνησε η Τζορτζίνα μόλις ανασήκωσε το βρεγμένο πανί που σκέπαζε τα μάτια της και είδε τον αδελφό της, και όχι την υπηρέτριά της, να κατευθύνεται προς το κρεβάτι της. «Από πότε μπαίνεις στο δωμάτιό μου χωρίς να χτυπάς την πόρτα;» «Από τότε που δεν είμαι πάντα ευπρόσδεκτος. Τι έπαθαν τα μάτια σου;» Εκείνη πέταξε το πανί στο τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι της και ετοιμάστηκε να σηκωθεί όρθια. «Τίποτα», μουρμούρισε συγκεχυμένα. «Τότε πώς το έπαθες εσύ κι είσαι ακόμη στο κρεβάτι; Ξέρεις τι ώρα είναι;» Εκείνη τον αγριοκοίταξε. «Έχω ήδη σηκωθεί. Μ ε βλέπεις να φοράω το νυχτικό μου;» ρώτησε δείχνοντας την έντονη κίτρινη ρόμπα που φορούσε. «Τότε απλώς τεμπελιάζεις, έπειτα από τόση απραξία στις τελευταίες σου εξορμήσεις;» Άνοιξε το στόμα της διάπλατα πριν σουφρώσει τα χείλη της ενοχλημένη. «Τι θέλεις;» «Να μάθω πότε θα μου ξαναμιλήσεις». Και λέγοντας αυτά χαμογέλασε και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού, έγειρε προς τα πίσω κι ετοιμάστηκε να την αντιμετωπίσει. Δεν την είχε ξεγελάσει. Κάτι άλλο ήθελε. Κι όταν ο Τόμας δεν έμπαινε κατευθείαν στο ψητό, επρόκειτο αναμφισβήτητα για ένα ζήτημα λεπτό ή δυσάρεστο. Όμως εκείνη δεν είχε όρεξη να αντιμετωπίσει λεπτά ή δυσάρεστα ζητήματα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

245

Όσο για το πότε θα του ξαναμιλούσε, αποφάσισε ήδη ότι έπρεπε να τον διαβεβαιώσει πως τον έχει συγχωρήσει και αθωώ​σει πριν να γίνει γνωστή η κατάστασή της, για να μη νιώθει εκείνος ενοχές ή έως ένα βαθμό υπεύθυνος. Δεν φταίει εκείνος. Θα μπορούσε να μην επιτρέψει στον Τζέιμς Μ άλορι να της κάνει έρωτα αν ήθελε κάτι τέτοιο, αλλά δεν το ήθελε. Η συνείδησή της ήταν σαφής. Θα μπορούσε μάλιστα να τακτοποιήσει το θέμα εφόσον ήρθε ο Τόμας να τη δει. «Λυπάμαι, Τόμας, αν σου έδωσα την εντύπωση ότι θύμωσα μαζί σου. Δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου». «Δεν ήμουν ο μόνος που είχε αυτή την εντύπωση. Ο Ντρου με διαβεβαιώνει ότι…» «Ο Ντρου, όπως πάντα, είναι υπερπροστατευτικός», επέμεινε εκείνη με μια γερή δόση αγανάκτησης. «Ειλικρινά, δεν συνηθίζει να μπλέκεται τόσο στις υποθέσεις μας. Δεν καταλαβαίνω γιατί…» «Αλήθεια δεν καταλαβαίνεις;» τη διέκοψε τρυφερά. «Επειδή δεν φερόσουν συνήθως παρορμητικά, αλλά το έκανες. Εκείνος αντιδρά στις δικές σου αντιδράσεις. Όπως κι ο Γουόρεν, για τον ίδιο λόγο. Σκόπιμα προκαλεί…» «Πάντα προκαλεί». Ο Τόμας χαμογέλασε. «Όντως, μα συνήθως το κάνει με πιο λεπτό τρόπο. Θα σου το πω διαφορετικά. Πάει γυρεύοντας για καβγά αυτή τη στιγμή και δεν νομίζω ότι τον νοιάζει ποιος τον υποχρεώνει». «Μ α γιατί;» «Είναι ένας τρόπος να εκτονώσει τα συναισθήματα που πνίγει μέσα του». Εκείνη έκανε ένα μορφασμό αηδίας. «Μ ακάρι να έβρισκε άλλον τρόπο εκτόνωσης. Μ ακάρι να ερωτευόταν και πάλι. Ο έρωτας θα κατεύθυνε αλλού τα πάθη του. Ίσως τότε σταματούσε να…» «Άκουσα καλά, Τζορτζίνα Άντερσον;» Εκείνη κοκκίνισε με το επικριτικό ύφος του, ξεχνώντας για


246

JOHANNA LINDSEY

μια στιγμή ότι μιλούσε σε έναν από τους αδελφούς της. «Για όνομα του Θεού, Τόμας!» είπε προβάλλοντας άμυνα. «Θεωρείς ότι δεν ξέρω τίποτα απολύτως από τη ζωή;» «Θεωρώ ότι δεν ξέρεις περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε. Και σ’ αυτό τον τομέα της ζωής θα πρέπει να ξέρεις ελάχιστα». Έπνιξε το παράπονό της και αντιστάθηκε σθεναρά λέγοντας: «Θ’ αστειεύεσαι. Ύστερα από όλες τις συζητήσεις που έχω κρυφακούσει εδώ μέσα; Εντάξει, δεν έπρεπε ν’ ακούω, αλλά όταν το θέμα είναι τόοοοσο γοητευτικό…» Χαμογέλασε όταν εκείνος ακούμπησε το κεφάλι του στο στήριγμα του κρεβατιού, κλείνοντας τα μάτια. «Κατάλαβες τι εννοώ, Τόμας;» Εκείνος άνοιξε το ένα του μάτι. «Άλλαξες, Τζόρτζι. Ο Κλίντον λέει ότι έγινες αυταρχική, μα εγώ θα έλεγα ότι είσαι…» «Δυναμική. Δεν νομίζεις πως ήταν καιρός;» «Ισχυρογνώμων, θα έλεγα». «Εντάξει, είμαι λίγο κι απ’ αυτό», είπε εκείνη χαμογελώντας. «Και εντελώς αναιδής». «Το πληροφορήθηκα πρόσφατα». «Λοιπόν;» «Λοιπόν τι;» «Ποιος ευθύνεται για τη νέα αδελφή που μόλις ανακάλυψα;» Εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Υποθέτω ότι μόλις διαπίστωσα πως μπορώ ν’ αποφασίζω μόνη μου για τη ζωή μου και επιπλέον ν’ αποδέχομαι τις συνέπειες των επιλογών μου». «Όπως την επιλογή να πας στην Αγγλία;» ρώτησε εκείνος επιφυλακτικά. «Κι αυτό». «Γιατί; Υπάρχουν κι άλλα;» «Δεν θα παντρευτώ, Τόμας», είπε τόσο τρυφερά που εκείνος νόμισε ότι αναφερόταν στον Μ άλκολμ. «Αυτό το ξέρουμε, γλυκιά μου, αλλά…» «Ποτέ». Αν εκτοξεύονταν πυροτεχνήματα μέσα στο δωμάτιο, θα είχαν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

247

λιγότερο αντίκτυπο από εκείνη τη λέξη, ειδικά όταν το ένστικτό του έλεγε στον Τόμας ότι δεν ήταν απλώς μελοδραματική, αλλά απόλυτα ειλικρινής. «Δεν το βρίσκεις λίγο… σοβαρό αυτό;» «Όχι», απάντησε εκείνη απλά. «Κατάλαβα. Ή, μάλλον, όχι, δεν κατάλαβα. Δηλαδή, μου φαίνεται ότι δεν είμαι καλός στις εικασίες, όπως κι ο Ντρου. Παρεμπιπτόντως, είναι πολύ ταραγμένος». Εκείνη στάθηκε όρθια, καθώς κατάλαβε από τον τόνο της φωνής του ότι η συζήτηση θα έπαιρνε μια τροπή που η ίδια ήθελε προς το παρόν να αποφύγει. «Τόμας…» «Σ’ άκουσε που έκλαιγες χτες τη νύχτα». «Τόμας, εγώ δεν…» «Επιμένει ότι η καρδιά σου έχει ραγίσει. Ισχύει αυτό, Τζόρτζι;» Έδειχνε τόση κατανόηση κι αυτό της έφερνε δάκρυα στα μάτια. Του γύρισε γρήγορα την πλάτη, ώσπου να ελέγξει τα συναισθήματά της. Ο Τόμας, φυσικά, είχε την υπομονή να περιμένει. Τελικά εκείνη είπε με ψιθυριστή φωνή γεμάτη θλίψη: «Έτσι νομίζω». Λίγες ώρες νωρίτερα ο Τόμας δεν θα σκεφτόταν να της κάνει την επόμενη ερώτηση, αλλά είχε πια κουραστεί να κάνει υποθέσεις. «Εξαιτίας του Μ άλκολμ;» Εκείνη γύρισε ξαφνιασμένη προς το μέρος του. Έλπιζε ότι δεν έπρεπε να πει κάτι άλλο. Μ α ο Τόμας ήταν υπερβολικά οξυδερκής, αν όχι επίμονος. Εκείνη αναρωτιόταν γιατί προσπαθούσε να τους ξεγελάσει. Τι νόημα είχε τώρα πια; Επειδή δεν ήθελε να μιλήσει για τον Τζέιμς. Αν το έκανε, θα ξεσπούσε πάλι σε κλάματα και δεν ήθελε να κλάψει άλλο. Να πάρει η ευχή! Νόμισε ότι το ξέσπασμά της μες στη νύχτα δεν θα επαναλαμβανόταν τόσο γρήγορα. Ξανακάθισε στο κρεβάτι αναστενάζοντας. «Μ ακάρι ό,τι νιώθω τώρα να έμοιαζε με ό,τι ένιωσα όταν ανακάλυψα την


248

JOHANNA LINDSEY

προδοσία του Μ άλκολμ. Ήταν πολύ εύκολο να το διαχειριστώ… και να το ξεπεράσω. Απλώς ήμουν έξω φρενών». «Άρα, όντως κάτι άλλο σου προκαλεί μελαγχολία;» «Μ ελαγχολία;» είπε εκείνη γελώντας. «Είναι κάτι πολύ παραπάνω». Κι έπειτα τον ρώτησε εκείνη: «Γιατί δεν παντρεύτηκες ακόμη, Τόμας;» «Τζόρτζι…» «Απόδειξε την υπομονή σου, αδελφέ μου. Γιατί;» «Γιατί ακόμη δεν βρήκα αυτό που θέλω». «Μ α το ψάχνεις;» «Ναι». «Ο Κλίντον, πάλι, όχι. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που πέθανε η γυναίκα του. Λέει ότι δεν θέλει να το ξαναπεράσει. Ούτε ο Γουόρεν ψάχνει. Φυσικά ακόμη νιώθει πικρία και τελικά θ’ αλλάξει γνώμη, γιατί λατρεύει τα παιδιά. Ούτε κι ο Μ πόιντ ψάχνει. Ισχυρίζεται ότι είναι πολύ μικρός για να νοικοκυρευτεί. Ο Ντρου, πάλι, λέει ότι δεν θέλει να διακόψει την απόλαυση της αναζήτησης…» «Σου το είπε;» ρώτησε ο Τόμας σχεδόν φωνάχτα. «Όχι», απάντησε εκείνη χαμογελώντας. «Το κρυφάκουσα». Την κοίταξε χωρίς να κρύψει τη δυσαρέσκειά του. «Τι θες να πεις, Τζορτζίνα; Ότι αποφάσισες πως δεν θα συνεχίσεις να ψάχνεις;» «Όχι. Μ όλις συνάντησα κάποιον με διαφορετική άποψη για το γάμο. Και σε διαβεβαιώνω ότι τον θεωρεί χειρότερο κι από την κόλαση». «Θεέ μου!» είπε ασθμαίνοντας ο Τόμας μόλις συμπληρώθηκε το παζλ. «Γι’ αυτό δεν βγάζαμε νόημα. Ποιος είναι;» «Ένας Άγγλος». Εκείνη ζάρωσε, έτοιμη για την έκρηξη. Μ α είχε τον Τόμας απέναντί της κι εκείνος απλώς ρώτησε: «Πώς τον λένε;» Όμως η Τζορτζίνα είχε ήδη πει περισσότερα απ’ όσα σκόπευε να πει. «Τ’ όνομά του δεν έχει σημασία. Εσείς δεν θα τον γνωρίσετε κι εγώ δεν θα τον ξαναδώ ποτέ».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

249

«Ξέρει πώς ένιωθες για κείνον;» «Όχι… ίσως. Δεν ξέρω». «Εκείνος πώς ένιωθε για σένα;» «Του άρεσα αρκετά». «Όχι όμως αρκετά για να σε παντρευτεί;» «Σ’ το είπα, Τόμας. Θεωρεί το γάμο μεγάλη ανοησία. Αυτές ακριβώς ήταν οι λέξεις του... προφανώς για να μην τρέφω ελπίδες». «Λυπάμαι, γλυκιά μου. Στ’ αλήθεια λυπάμαι. Μ α αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είσαι κατά του γάμου. Θα υπάρξουν κι άλλοι άντρες, ίσως όχι εδώ. Μ α ο Κλίντον σκοπεύει να σε πάρει μαζί του στο Νιου Χέιβεν, όταν θα επισκεφτεί τις δύο ανιψιές μας. Κι αν δεν σου αρέσει κανείς εκεί, ο Γουόρεν σκέφτεται να σε πάει στη Νέα Υόρκη». Εκείνη δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει. Τ’ αδέλφια της, όλα τους, είχαν καλές προθέσεις. Και θα της άρεσε να ξαναδεί τις ανιψιές της. Ήθελε να τις μεγαλώσει εκείνη όταν πέθανε η γυναίκα του Κλίντον, αλλά τότε ήταν μόλις δώδεκα ετών, κι η ίδια μεγάλωνε ακόμη με τη βοήθεια των υπηρετών ή όποιου αδελφού της βρισκόταν στο σπίτι κάθε φορά. Έτσι αποφασίστηκε ότι τα κορίτσια θα ζούσαν με τους παππούδες τους στο Νιου Χέιβεν, αφού ο Κλίντον σπάνια βρισκόταν σπίτι. Ευτυχώς που το Νιου Χέιβεν δεν ήταν και τόσο μακριά. Μ α, αν αποφάσιζε κάποια στιγμή να τους επισκεφτεί, θα έπρεπε να το κάνει σύντομα, πριν φανεί η κατάστασή της και ξεσπάσει το κακό. Ίσως μέχρι τότε τα περισσότερα αδέλφια της να έχουν ξαναβγεί στη θάλασσα. Είχε ελπίδες. Προς το παρόν, θα συμφωνούσε σε όλα, αρκεί να τελείωνε αυτή τη συζήτηση πριν ο Τόμας σκεφτεί ν’ αρχίσει τις πιο προσωπικές ερωτήσεις. «Ίσως και να πάω, Τόμας… αρκεί να μου κάνεις μια χάρη. Μ ην το πεις στους άλλους… αυτό που σου είπα. Δεν θα καταλάβουν γιατί ερωτεύτηκα έναν Άγγλο. Ούτε κι εγώ η ίδια δεν το καταλαβαίνω καλά-καλά. Ξέρεις, στην αρχή δεν ήθελα


250

JOHANNA LINDSEY

να τον βλέπω μπροστά μου, ήταν τόσο αλαζόνας… Τέλος πάντων, ξέρεις πώς είναι οι αναθεματισμένοι οι λόρδοι». «Ώστε λόρδος;» είπε εκείνος ανασηκώνοντας το βλέμμα του. «Όχι, δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να τ’ αναφέρω αυτά στ’ αδέλφια μας. Για να ξεσπάσει κι άλλος πόλεμος;»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

251

Κεφάλαιο 31 «Για όνομα του Θεού, Τζόρτζι! Δεν ξέρεις ότι δεν μπορείς να το κάνεις αυτό σ’ έναν άντρα;» Η Τζορτζίνα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της ξαφνιασμένη από το αυστηρό ύφος του Ντρου, πριν καταλάβει τι εννοούσε. «Τι κάνω, δηλαδή;» ρώτησε αθώα και παρατήρησε ότι μόλις την είδε παραλίγο να του πέσει από τα χέρια το βάζο που κρατούσε. Δεν ήταν σίγουρη τι τον τρόμαξε, καθώς του μίλησε την ώρα που έμπαινε στο γραφείο. «Μ παίνεις στο δωμάτιο έτσι ντυμένη», εξήγησε εκνευρισμένος εκείνος, κοιτάζοντας το αβυσσαλέο ντεκολτέ της βραδινής της τουαλέτας. Εκείνη ανοιγόκλεισε και πάλι τα βλέφαρά της. «Προς Θεού, Ντρου! Πώς πρέπει να ντυθώ για ένα χορό; Να φορέσω ένα πρόχειρο φόρεμα για τις δουλειές; Ή μήπως τη ρόμπα που φοράω όταν κάνω κηπουρική και είναι γεμάτη λεκέδες από γρασίδι;» «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ», απάντησε και την αγριοκοίταξε. «Αυτό το φόρεμα είναι πολύ… πολύ…» «Μ ια χαρά είναι το φόρεμά μου. Η κυρία Μ ούλινς, η μοδίστρα μου, με διαβεβαίωσε ότι είναι πολύ φινετσάτο». «Τότε η κυρία Μ ούλινς δεν έχει ιδέα». «Από τι;» «Από αισθητική». Όταν εκείνη αναστέναξε μισοκλείνοντας τα σοκολατένια μάτια της, εκείνος προτίμησε να υποχωρήσει. «Τζόρτζι μου, δεν είναι τόσο το φόρεμα, αλλά το τι αφήνει ακάλυπτο. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»


252

JOHANNA LINDSEY

«Καταλαβαίνω πολύ καλά, Ντρου Άντερσον», είπε θιγμένη. «Μ ήπως πρέπει να ντύνομαι παλιομοδίτικα, επειδή ο αδελφός μου διαφωνεί με το ντεκολτέ του κορσέ μου; Πάω στοίχημα ότι ουδέποτε έκανες τέτοια παράπονα σε άλλες γυναίκες – σωστά;» Είχε δίκιο, κι έτσι εκείνος θεώρησε σκόπιμο να σωπάσει. Ωστόσο… να πάρει! Τον έκανε έξω φρενών. Ήξερε ότι η αδελφή του είχε ομορφύνει μεγαλώνοντας, αλλά ήταν ανάγκη να τα βγάζει όλα στη φόρα; Η Τζορτζίνα λυπήθηκε που τον έφερε σε αμηχανία. Άλλωστε, δεν είχε ευκαιρία να ντυθεί επίσημα τις ελάχιστες φορές που ήταν τελευταία στο σπίτι ο Ντρου κι έτσι, εδώ και χρόνια, εκείνος έβλεπε μόνο τα απλά, καθημερινά της φορέματα, και πρόσφατα τη μεταμφίεσή της σε αγόρι. Είχε ράψει το συγκεκριμένο φόρεμα πέρυσι τα Χριστούγεννα, για τον ετήσιο χορό των Γουίλαρντ, αλλά το έντονο κρύο εκείνης της μέρας δεν της επέτρεψε να το φορέσει. Μ α το ελληνικό στιλ ήταν ακόμη στη μόδα, όπως και τα λεπτά υφάσματα, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση μια λεπτή ροζ βατίστα πάνω σε λευκό μετάξι. Το περιδέραιο με ρουμπίνια της μητέρας της ήταν η τέλεια λεπτομέρεια, που στόλιζε τη βάση του γυμνού λαιμού της, κάτι που δεν ενέκρινε ο Ντρου. Ωστόσο, η αντίρρησή του ήταν όντως γελοία. Δεν υπήρχε κίνδυνος να εκτεθεί η αδελφή του. Ένα ύφασμα δεμένο με κορδέλες φάρδους τεσσάρων εκατοστών κάλυπτε το τμήμα πάνω από τις ρώγες της, αρκετό σε σύγκριση με κάποιες τουαλέτες που είχε δει να φορούν άλλες γυναίκες. Έτσι φαινόταν απλώς μια μικρή γραμμή. Όσο έπρεπε, δηλαδή. «Μ ην ανησυχείς, Ντρου», του είπε χαμογελώντας. «Σου υπόσχομαι ότι δεν θα μου πέσει τίποτα. Κι αν αυτό συμβεί, δεν θα σκύψω να το σηκώσω και θα ζητήσω να μου το δώσουν». Εκείνος το αποδέχτηκε με χάρη: «Το καλό που σου θέλω!» και δεν μπορούσε να μην προσθέσει: «Τυχερή θα είσαι αν ο Γουόρεν δεν σου φορέσει κανένα τσουβάλι στο κεφάλι». Εκείνη ανασήκωσε το βλέμμα της. Ήταν ό,τι έπρεπε για να


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

253

κυλήσει ευχάριστα η βραδιά, με τα αδέλφια της να στραβοκοιτάζουν όλους τους άντρες που την πλησίαζαν ή να την περικυκλώνουν για να μην την πλησιάσει κανένα αρσενικό. «Τι το ήθελες αυτό εκεί;» ρώτησε εκείνη δείχνοντας το βάζο, για να αλλάξει θέμα. «Το κοιτούσα πιο προσεκτικά, για να θυμηθώ τι μας κόστισε το εμπόριό μας με την Κίνα». Η Τζορτζίνα είχε ακούσει την ιστορία τη νύχτα της επιστροφής της. Το βάζο δεν ήταν απλώς αντίκα, αλλά ένα ανεκτίμητο κομμάτι της δυναστείας των Τανγκ, ηλικίας εννιακοσίων ετών και βάλε, το οποίο είχε κερδίσει ο Γουόρεν σ’ ένα τυχερό παιχνίδι. Κι ακόμα πιο απίστευτο είναι ότι είχε στοιχηματίσει το ίδιο του το πλοίο για να το αποκτήσει! Κι αν δεν είχε ακούσει ότι ο Γουόρεν ήταν τύφλα στο μεθύσι εκείνη τη νύχτα, δεν θα το πίστευε, καθώς το Νηρεύς ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του. Μ α ο Κλίντον το επιβεβαίωσε. Βρισκόταν κι ο ίδιος εκεί και δεν προσπάθησε καν να πείσει τον Γουόρεν να εγκαταλείψει το τυχερό παιχνίδι. Όχι πως θα το κατάφερνε, δηλαδή. Προφανώς, εκείνος ποθούσε τόσο πολύ το βάζο που ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει να χάσει ένα από τα πλοία της Σκάιλαρκ. Φυσικά, ένα πλοίο δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αξία εκείνου του βάζου. Εκείνο που κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει τότε ήταν ότι ο Κινέζος πολέμαρχος που είχε στοιχηματίσει το βάζο του με αντάλλαγμα το πλοίο του Γουόρεν δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να τηρήσει το στοίχημα, κι έπραξε αναλόγως. Μ ια ομάδα ακολούθων του τους επιτέθηκε καθώς επέστρεφαν στα πλοία τους και, αν τα πληρώματά τους δεν είχαν σπεύσει να επέμβουν, κανείς τους δεν θα είχε γλιτώσει εκείνη τη νύχτα. Τελικά, μόλις που πρόλαβαν να δραπετεύσουν από την Καντόνα χωρίς να δεχτούν πυροβολισμούς τα πλοία τους. Κι επειδή ακριβώς αναγκάστηκαν να φύγουν τόσο ξαφνικά, επέστρεψαν στην πατρίδα πολύ νωρίτερα από το αναμενόμενο. Καθώς κοίταζε τον Ντρου να κλειδώνει το βάζο μέσα στο


254

JOHANNA LINDSEY

γραφείο του Κλίντον, σχολίασε: «Εκπλήσσομαι που ο Κλίντον πήρε τόσο ελαφρά το γεγονός ότι θα περάσει πολύς καιρός ώσπου τα πλοία της Σκάιλαρκ να τολμήσουν να ταξιδέψουν και πάλι σε κινεζικά ύδατα». «Δεν είμαι σίγουρος. Όσο επικερδές κι αν ήταν το εμπόριο με την Καντόνα, νομίζω ότι είχαν αρχίσει να τον κουράζουν οι μακρινές διαδρομές. Τον Γουόρεν πάντως, ναι. Και στο ταξίδι της επιστροφής έκαναν διάφορες στάσεις ανά την Ευρώπη, για να εγκαινιάσουν νέες αγορές». Πρώτη της φορά το άκουγε αυτό. «Άρα, δόθηκε άφεση αμαρτιών στην Αγγλία και θεωρήθηκε μία από αυτές τις αγορές;» Την κοίταξε και χαμογέλασε. «Θ’ αστειεύεσαι. Μ ε τόσα χρήματα που μας κόστισε το αυθαίρετο εμπάργκο πριν από τον πόλεμο; Άσε που τα αναθεματισμένα τα πολεμικά πλοία τους σταμάτησαν τα δικά μας, για να εντυπωσιάσουν τους λεγόμενους λιποτάκτες τους. Θα γυρίσει ο κόσμος ανάποδα προτού ο Κλίντον ανοίξει και πάλι δουλειές με Άγγλους, ακόμα κι αν χρεια​ζόμαστε απελπιστικά το εμπόριό τους, κάτι που φυσικά δεν ισχύει». Έκανε μια γκριμάτσα από μέσα της. Αν υπήρχε μια κρυφή ελπίδα ότι κάποια μέρα θα επέστρεφε στην Αγγλία για να ξαναδεί τον Τζέιμς, θα έπρεπε να τη θάψει βαθιά μέσα της. Αν εκείνο το ταξίδι του στην Τζαμάικα δεν ήταν το τελευταίο, θα ήταν πρόθυμη να επιστρέψει εκεί. Μ α της είχε εξομολογηθεί ότι πήγε εκεί μόνο και μόνο για να διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία και θα επέστρεφε για πάντα στην Αγγλία. «Δεν το ήξερα», είπε τώρα με σιγανή φωνή. «Γιατί κατσούφιασες, Τζόρτζι; Εσύ συγχώρησες την Αγγλία; Μ α, αυτοί οι μπάσταρδοι σου έκλεψαν τον αγαπημένο σου Μ άλκολμ και σου προκάλεσαν τόση θλίψη». Εκείνη λίγο έλειψε να σκάσει στα γέλια. Την Αγγλία όχι, αλλά όσον αφορά έναν συγκεκριμένο Άγγλο, θα του τα συγχωρούσε όλα, αρκεί να… Τι άραγε; Αρκεί να την αγαπούσε λίγο, αντί να την ποθούσε απλώς; Ζητούσε τον ουρανό με τ’ άστρα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

255

Μ α ο Ντρου περίμενε απάντηση κι εκείνη του έδωσε την πιο αναμενόμενη. «Φυσικά και όχι», είπε κοφτά κι έκανε μεταβολή για να φύγει, αλλά έπεσε πάνω στον Γουόρεν, που έμπαινε στο δωμάτιο. Τα μάτια του καρφώθηκαν κατευθείαν στο ντεκολτέ της. Η έκφρασή του άρχισε αμέσως να σκοτεινιάζει κι εκείνη έσπευσε να πει: «Μ ην ακούσω λέξη, Γουόρεν, αλλιώς θα το σκίσω και θα έρθω στο χορό γυμνή! Πάμε στοίχημα;» «Εγώ στη θέση σου θα την άφηνα ήσυχη», τον προειδοποίησε ο Ντρου, όταν ο Γουόρεν έκανε να την ακολουθήσει έξω από το δωμάτιο. «Είδες το μπούστο της μικρής;» είπε ο Γουόρεν με ύφος εξοργισμένο κι έκπληκτο συνάμα. «Λες να μην το είδα;» είπε ο Ντρου χαμογελώντας χαιρέκακα. «Της το επεσήμανα και έσπευσε να με καθησυχάσει. Μ εγάλωσε το κορίτσι μας, Γουόρεν, και δεν το πήραμε χαμπάρι». «Όπως και να ’χει, πρέπει να φορέσει κάτι πιο…» «Δεν πρόκειται. Κι αν επιμείνεις, θα κάνει ό,τι ακριβώς σου είπε». «Μ ην είσαι κόπανος, Ντρου. Αποκλείεται να…» «Πώς είσαι τόσο βέβαιος;» τον διέκοψε πάλι ο Ντρου. «Η μικρή μας Τζόρτζι έχει αλλάξει, και δεν εννοώ μόνο ότι έχει εξελιχθεί σε μια απίστευτη καλλονή. Κάτι τέτοιο θα ήταν πιο σταδιακό. Αυτό που βλέπω είναι ξαφνικό, λες και πρόκειται για μια άλλη γυναίκα». «Και ποιο είναι το ξαφνικό;» «Το πείσμα της. Η οξυθυμία της. Μ η με ρωτήσεις από πού την πήρε, αλλά έχει αναπτύξει μια σχεδόν φαιδρή ευστροφία, που συχνά είναι πέρα για πέρα διασκεδαστική. Και αναίδεια. Να πάρει! Είναι δύσκολο ακόμα και ν’ αστειευτείς μαζί της, γιατί σου αντιμιλάει αμέσως». «Όλα αυτά είναι άσχετα με το αναθεματισμένο φόρεμα που φοράει». «Ποιος είναι ο κόπανος τώρα;» πετάχτηκε ο Ντρου και


256

JOHANNA LINDSEY

πέρασε στην αντεπίθεση μιμούμενος την Τζορτζίνα. «Δεν θα σε πείραζε να το φοράει κάποια άλλη γυναίκα – σωστά; Άλλωστε αυτά τα αβυσσαλέα ντεκολτέ είναι πολύ στη μόδα», για να προσθέσει χαμογελώντας: «Ευτυχώς». Ο Γουόρεν τον αγριοκοίταξε και διατήρησε αυτό το βλέμμα λίγο αργότερα, όταν καλωσόριζε τους προσκεκλημένους, αποθαρρύνοντας κάθε αρσενικό που τολμούσε να κοιτάξει λίγο παραπάνω την Τζορτζίνα. Κανείς άλλος, φυσικά, δεν είχε αντίρρηση για την υπέροχη τουαλέτα της. Ήταν, αν μη τι άλλο, πολύ μαζεμένη, σε σύγκριση με κάτι άλλες που φορούσαν οι γειτόνισσές τους. Όπως συνηθιζόταν στις πόλεις των ναυτικών, οι γυναίκες ήταν πολύ περισσότερες γυναίκες από τους άντρες. Ωστόσο, για ένα χορό που δεν ήταν προγραμματισμένος είχαν έρθει αρκετοί. Οι καλεσμένοι συγκεντρώνονταν στην αίθουσα υποδοχής, αλλά με τόση κοσμοσυρροή, που αυξανόταν όσο περνούσε η ώρα, όλα τα δωμάτια του πρώτου ορόφου ήταν γεμάτα κόσμο. Η Τζορτζίνα το διασκέδαζε, παρόλο που ο Γουόρεν ήταν συνεχώς κοντά της. Τουλάχιστον σταμάτησε να αγριοκοιτάζει. Κι ο Μ πόιντ, μόλις την είδε, άρχισε να τρέχει δίπλα της κάθε φορά που την πλησίαζε κάποιος άντρας, οποιασδήποτε ηλικίας, ακόμα κι αν συνοδευόταν από τη σύζυγό του. Ο Ντρου, πάλι, δεν απομακρυνόταν, μόνο και μόνο επειδή ήθελε να βλέπει τους άλλους δύο να υποδύονται τους μεγάλους αδελφούς, κάτι που έβρισκε ιδιαίτερα διασκεδαστικό. «Ο Κλίντον μάς πληροφόρησε ότι σύντομα θα σαλπάρετε για το Νιου Χέιβεν». «Έτσι φαίνεται», απάντησε η Τζορτζίνα στην εύσωμη κυρία που είχε μόλις μπει στην ολιγομελή συντροφιά τους. Η κυρία Γουίγκινς είχε παντρευτεί έναν αγρότη, αλλά ήταν γυναίκα της πόλης και δεν μπόρεσε ποτέ να προσαρμοστεί πλήρως. Άνοιξε μια περίτεχνη βεντάλια κι άρχισε να την κουνάει μπροστά τους κάνοντας αέρα. Μ ε τόσο κόσμο το δωμάτιο όντως είχε αρχίσει να ζεσταίνεται.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

257

«Μ α μόλις επιστρέψατε από την Αγγλία», επεσήμανε η ηλικιω​μένη κυρία, λες κι η Τζορτζίνα το είχε ξεχάσει. «Παρεμπιπτόντως, καλή μου, πώς σας φάνηκε;» «Απαίσια», είπε εκείνη με απόλυτη ειλικρίνεια. «Πυκνοκατοικημένη. Γεμάτη κλέφτες και ζητιάνους». Δεν μπήκε στον κόπο να αναφέρει το υπέροχο εξοχικό τοπίο ή τα γραφικά χωριουδάκια, που της θύμιζαν, όλως περιέργως, το Μ πρίτζπορτ. «Τα βλέπεις, Άμος;» είπε η κυρία Γουίγκινς στο σύζυγό της. «Όπως το φανταζόμασταν. Η φωλιά της αμαρτίας». Η Τζορτζίνα δεν θα ήταν τόσο υπερβολική στην περιγραφή της. Άλλωστε, το Λονδίνο είχε δύο όψεις, τη φτωχή και την πλούσια. Ίσως αυτό να ήταν το πιο ακραίο σχόλιο που θα έκανε η ίδια. Οι πλούσιοι μπορεί να μην ήταν κλέφτες, μα εκείνη γνώρισε έναν από τους λόρδους τους, ο οποίος ήταν απίστευτα αχρείος. «Ευτυχώς που δεν μείνατε πολύ», συνέχισε η κυρία Γουίγκινς. «Ναι», συμφώνησε η Τζορτζίνα. «Κατάφερα να τελειώσω τις δουλειές μου αρκετά γρήγορα». Ήταν προφανές ότι η κυρία πέθαινε να μάθει ποιες ήταν οι δουλειές της, αλλά εκείνη δεν ήταν αρκετά τολμηρή για να τις πει. Δεν είχε καμία όρεξη να ενημερώσει ότι την πρόδωσαν, την απέρριψαν, την εγκατέλειψαν. Συγκρατήθηκε και δεν είπε πόσο ανόητη ήταν που κρεμόταν για καιρό από μια παιδική φαντασίωση. Και είχε ήδη συμπεράνει ότι ούτε καν ο έρωτας δεν μπορούσε να τη δικαιολογήσει. Όσα ένιωθε για τον Μ άλκολμ δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όσα ένιωθε για τον Τζέιμς Μ άλορι. Ένα ρίγος, σαν προαίσθημα, διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της αργότερα, όταν είδε την κυρία Γουίγκινς να κοιτάζει απορημένη την πόρτα πίσω της. Μ άλλον έφταιγε το άκουσμα του ονόματός του. Φυσικά και ήταν παράλογο και μόνο που το σκέφτηκε. Αρκούσε να κοιτάξει τριγύρω κι οι χτύποι της καρδιάς της θα ηρεμούσαν. Μ α δεν μπορούσε να το κάνει. Η ελπίδα ήταν εκεί,


258

JOHANNA LINDSEY

αν και αβάσιμη, και ήθελε να τη ρουφήξει, να γαντζωθεί πάνω της, πριν γίνει σκόνη. «Ποιος να είναι αυτός, άραγε;» είπε η κυρία Γουίγκινς διακόπτοντας τις σκέψεις της Τζορτζίνα. «Κάποιος υπάλληλος των αδελφών σου, Τζορτζίνα;» Πιθανώς. Σίγουρα. Συνέχεια προσλάμβαναν πλήρωμα σε άλλα λιμάνια και τα νέα πρόσωπα πάντα προκαλούσαν την περιέργεια εδώ στο Μ πρίτζπορτ. Επέμενε να μην κοιτάξει. «Δεν μοιάζει με ναύτη», συμπέρανε ο κύριος Γουίγκινς. «Όχι, με τίποτα», είπε αιφνιδιαστικά ο Μ πόιντ, του οποίου την παρουσία η Τζορτζίνα είχε ξεχάσει εντελώς. «Μ α μου είναι γνωστός. Κάπου τον έχω συναντήσει ή τον έχω ξαναδεί... Απλώς δεν μπορώ να θυμηθώ πού». Φρούδες ελπίδες, σκέφτηκε αηδιασμένη η Τζορτζίνα. Οι χτύποι της καρδιάς της επανήλθαν. Άρχισε και πάλι ν’ αναπνέει. Γύρισε να δει για ποιον στο διάβολο έδειχναν τόση περιέργεια… κι η γη έφυγε κάτω από τα πόδια της. Εκείνος στεκόταν τρία μέτρα πιο κει, μεγαλόσωμος, ξανθός, κομψός και σχεδόν επώδυνα γοητευτικός. Μ α τα πράσινα μάτια του, που την κάρφωσαν και της έκοψαν την ανάσα, ήταν τα πιο ψυχρά και απειλητικά μάτια που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Η αγάπη της, ο Άγγλος της και –καθώς το συνειδητοποιούσε ένιωθε να παγώνει– η καταστροφή της.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

259

Κεφάλαιο 32 «Τι συμβαίνει, Τζόρτζι;» τη ρώτησε ο Μ πόιντ ανήσυχος. «Δεν φαίνεσαι καθόλου καλά». Εκείνη δεν μπορούσε ν’ απαντήσει στον αδελφό της. Ένιωθε την πίεση του χεριού του στο μπράτσο της, μα δεν μπορούσε να τον κοιτάξει. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από τον Τζέιμς ή να πιστέψει, παρά τις ανόητες ελπίδες της, ότι εκείνος ήταν πραγματικά εκεί. Είχε κόψει τα μαλλιά του. Αυτή ήταν η πρώτη λογική σκέψη που της πέρασε από το μυαλό. Τα έπιανε αλογοουρά όταν πλησίαζαν στην Τζαμάικα. Είχαν μακρύνει πολύ και με το λαμπερό του χρυσό σκουλαρίκι έμοιαζε στα μάτια της πιο πολύ με πειρατή. Μ α τώρα δεν έμοιαζε καθόλου με πειρατή. Η καστανόξανθη χαίτη των μαλλιών του ήταν πιο ατίθαση, λες κι εκείνος είχε μόλις βγει από καταιγίδα. Ήταν ένα χτένισμα που άλλοι άντρες θέλουν ώρες ολόκληρες να το καταφέρουν, και του ταίριαζε απόλυτα. Οι μπούκλες που σκέπαζαν τ’ αυτιά του δεν άφηναν να φανεί το χρυσό σκουλαρίκι του, αν βέβαια το φορούσε ακόμη. Θα μπορούσε να παρευρεθεί ακόμα και σε χορό γαλαζοαίματων, καθώς του ταίριαζαν απόλυτα το βελούδο και το μετάξι. Της είχε φανεί εκθαμβωτικός έτσι όπως ήταν ντυμένος στα βαθυπράσινα. Ήταν συγκλονιστικός με το σκούρο μπορντό βελούδινο πανωφόρι του, που γυάλιζε στο άπλετο φως της αίθουσας, σαν πολύτιμος λίθος. Οι μεταξωτές κάλτσες του ήταν κάτασπρες, σαν το χιόνι, όπως και ο κομψός λαιμοδέτης του, στολισμένος μ’ ένα τεράστιο διαμάντι, που τραβούσε την


260

JOHANNA LINDSEY

προσοχή όλων, αν όχι ο ίδιος. Η Τζορτζίνα τα παρατήρησε όλα αυτά πριν συναντήσει το καθηλωτικό βλέμμα του, που την προειδοποιούσε ότι έπρεπε να τρέξει μακριά, για να σωθεί. Είχε δει τον Τζέιμς Μ άλορι σε ποικίλες διαθέσεις τις εβδομάδες που πέρασαν μαζί, πολλές από τις οποίες ιδιαίτερα σκοτεινές, αλλά δεν τον είχε δει ποτέ να χάνει την ψυχραιμία του, αν βέβαια διέθετε καθόλου ψυχραιμία. Μ α αυτό που έβλεπε τώρα μες στα μάτια του θα πάγωνε ακόμα και τα κάρβουνα στην πυροστιά. Ήταν σαφώς θυμωμένος, μα τόσο πολύ που εκείνη δεν μπορούσε να μαντέψει την επόμενη κίνησή του. Για μια στιγμή, απλώς της έδειχνε το θυμό του. «Τον ξέρεις κι εσύ;» Κι εκείνη; Μ α φυσικά. Ο Μ πόιντ νόμιζε ότι τον είχε ξαναδεί. Προφανώς έκανε λάθος. Μ α πριν εκείνη προλάβει να σχολιάσει, αν φυσικά μπορούσε να ψελλίσει κάποιες λέξεις μέσα από το σφιγμένο λαρύγγι της, ο Τζέιμς άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος της, δήθεν με νωχελικό βήμα. «Η Τζορτζ με φόρεμα; Πολύ πρωτότυπο». Η φωνή του ακούστηκε ξερή τόσο στην ίδια όσο και στους γύρω της. «Ξανάγινες αυτό που είσαι, δεν αντιλέγω. Μ α ομολογώ ότι σε προτιμώ με παντελόνι. Αφήνει να φανούν οι πολλές ελκυστικές καμπύλες…» «Ποιος είστε, κύριε;» ρώτησε ο Μ πόιντ με επιθετικό ύφος κι έκανε ένα βήμα προς τον Τζέιμς, για να ανακόψει τον υποτιμητικό χείμαρρο λέξεων και να του κλείσει το δρόμο. Για μια στιγμή φάνηκε ότι ο Τζέιμς θα τον παραμέριζε, κι η Τζορτζίνα δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Μ πορεί να ήταν ψηλοί, αλλά, αν ο Μ πόιντ ήταν σφιχτοδεμένος και δυνατός, όπως τα υπόλοιπα αδέλφια του, ο Τζέιμς ήταν βράχος, με φαρδιές πλάτες, συμπαγής και εξαιρετικά μυώδης. Ο Μ πόιντ μπορεί να ήταν υπολογίσιμος αντίπαλος για έναν εικοσιεξάχρονο, αλλά δίπλα στον Τζέιμς έμοιαζε με αγοράκι που μόλις βγήκε από την αίθουσα του σχολείου. «Συγγνώμη, αλλά σκέφτεσαι να επέμβεις, νεαρέ μου;»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

261

«Σας ρώτησα ποιος είστε», επανέλαβε ο Μ πόιντ, κατακόκκινος από τη χαιρέκακη συγκαταβατικότητα του συνομιλητή του, αλλά πρόσθεσε με χλευαστικό ύφος: «Εκτός από το ότι είστε Άγγλος». Το χαιρέκακο ύφος έκανε φτερά. «Εκτός από το ότι είμαι Άγγλος, είμαι ο Τζέιμς Μ άλορι. Τώρα κάτσε καλά και κάνε στην άκρη». «Πολύ βιάζεστε». Ο Γουόρεν πήγε δίπλα στον Μ πόιντ, για να κλείσει ακόμα περισσότερο το πέρασμα στον Τζέιμς. «Ένα όνομα δεν μας λέει ούτε ποιος είστε, ούτε τι γυρεύετε εδώ». «Μ πα; Ήρθαν κι ενισχύσεις; Πρέπει να το κάνουμε τόσο δύσκολο, Τζορτζ;» Ρώτησε χωρίς να τη βλέπει πια, πίσω από το τείχος που σχημάτιζαν οι ώμοι του Γουόρεν. Όμως, εκείνη δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για το τι εννοούσε ο Τζέιμς, είτε το κατάλαβαν τα αδέλφια της είτε όχι. Και διαπίστωσε ότι μπορούσε να κινηθεί, και μάλιστα γρήγορα, για να προσπεράσει το προστατευτικό τους τείχος. «Είναι τ’ αδέλφια μου, Τζέιμς. Σε παρακαλώ, μη…» «Τ’ αδέλφια σου;» τη διέκοψε σαρκαστικά, καρφώνοντας και πάλι τα παγωμένα πράσινα μάτια του επάνω της. «Άλλο είχα καταλάβει, έτσι όπως ήταν κολλημένοι πάνω σου». Το υπονοούμενο ήταν σαφές στον τόνο της φωνής του κι όλοι το κατάλαβαν. Η Τζορτζίνα αναστέναξε. Ο Μ πόιντ έγινε κατακόκκινος. Ο Γουόρεν έριξε την πρώτη του γροθιά. Ο Τζέιμς την απέφυγε με άνεση, κι αυτό τον δυσαρέστησε για μια στιγμή. Τότε ακριβώς έφτασε ο Ντρου και τον εμπόδισε να ξαναπροσπαθήσει. «Τρελάθηκες τελείως;» ψιθύρισε ενοχλημένος. «Η αίθουσα είναι γεμάτη κόσμο, Γουόρεν. Το ξέχασες πως έχουμε καλεσμένους; Να πάρει! Νόμιζα ότι είχες εκτονωθεί για σήμερα μετά την απογευματινή σου επίθεση σ’ εμένα». «Δεν άκουσες τι είπε αυτός ο…» «Για να λέμε την αλήθεια, άκουσα, αλλά σε αντίθεση μ’ εσένα


262

JOHANNA LINDSEY

γνωρίζω ότι είναι ο καπετάνιος του πλοίου με το οποίο ήρθε η Τζόρτζι στην Τζαμάικα. Αντί να τον ξυλοφορτώσουμε, γιατί δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε τι θέλει εδώ και γιατί είναι τόσο… προκλητικός;» «Προφανώς θα είναι τύφλα», συμπέρανε ο Μ πόιντ. Ο Τζέιμς δεν μπήκε στον κόπο ν’ απαντήσει σε αυτή την κατηγορία. Εξακολουθούσε να κοιτάζει επίμονα την Τζορτζίνα, με μια έκφραση που της απαγόρευε να δείξει τη χαρά της για το γεγονός ότι ήταν και πάλι μαζί. «Είχες δίκιο, Τζορτζ. Οι δικοί σου είναι πολύ βαρετοί». Αναφερόταν στ’ αδέλφια της, φυσικά, και στο σχόλιο που είχε κάνει εκείνη την πρώτη της μέρα στο πλοίο του, όταν παραδέχτηκε ότι είχε κι άλλα αδέλφια, εκτός από τον Μ ακ. Ευτυχώς, τ’ αδέλφια της δεν το συνειδητοποίησαν. Η Τζορτζίνα δεν ήξερε τι να κάνει. Φοβόταν να ρωτήσει τον Τζέιμς για ποιο λόγο ήταν εκεί ή γιατί ήταν τόσο θυμωμένος μαζί της. Ήθελε να τον απομακρύνει από τ’ αδέλφια της πριν χάσουν όλοι τον έλεγχο, αλλά δεν ήξερε αν ήθελε να μείνει μόνη μαζί του. Ωστόσο, αυτό έπρεπε να κάνει. Άγγιξε το χέρι του Γουόρεν κι ένιωσε την έντασή του. «Θα ήθελα να μιλήσω ιδιαιτέρως με τον καπετάνιο». «Όχι», απάντησε εκείνος. Από το ύφος του Γουόρεν εκείνη κατάλαβε ότι δεν θα τα έβγαζε πέρα μαζί του κι έτσι απευθύνθηκε αλλού για βοήθεια. «Ντρου;» Ο Ντρου ήταν πιο διπλωμάτης. Απλώς την αγνόησε συνεχίζοντας να κοιτάζει τον Τζέιμς. «Για ποιο λόγο ακριβώς βρίσκεστε εδώ, κάπτεν Μ άλορι;» ρώτησε με απόλυτα λογικό ύφος. «Αν επιμένετε να μάθετε, ήρθα για να επιστρέψω τα πράγματα της Τζορτζ, τα οποία έκανε την απερισκεψία να ξεχάσει στην καμπίνα μας». Η Τζορτζίνα άφησε έναν αναστεναγμό και κοίταξε φευγαλέα τ’ αδέλφια της. Εκείνο το «στην καμπίνα μας» έβγαζε μάτι, σαν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

263

φάρος σε νύχτα χωρίς φεγγάρι, κι όλοι ανεξαιρέτως είχαν πιάσει το υπονοούμενο. Οι φόβοι της επιβεβαιώνονταν. Η καταστροφή της ήταν προ των πυλών, ειδικά επειδή ο Τζέιμς γινόταν όσο πιο ενοχλητικός μπορούσε, αλλά προφανώς πήγαινε γυρεύοντας. Θα ήθελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. «Μ πορώ να σας εξηγήσω…» άρχισε να λέει στ’ αδέλφια της, χωρίς να περιμένει ανταπόκριση. Κι είχε δίκιο. «Θα προτιμούσα να μας εξηγήσει ο Μ άλορι». Το ύφος του Γουόρεν ήταν σχεδόν εκτός ελέγχου, πόσω μάλλον ο θυμός του. «Μ α…» «Κι εγώ το ίδιο», διέκοψε ο Ντρου αυτή τη φορά, με εξίσου ανεξέλεγκτο θυμό. Η Τζορτζίνα, δικαιολογημένα, έχασε τότε την ψυχραιμία της. «Είσαστε απαράδεκτοι κι οι δυο σας! Δεν βλέπετε ότι πάει γυρεύοντας για καβγά; Θα έπρεπε να αναγνωρίζεις τα σημάδια, Γουόρεν. Κι εσύ το ίδιο κάνεις μια ζωή!» «Έχει κανείς την ευγενή καλοσύνη να μου εξηγήσει τι συμβαίνει εδώ πέρα;» ρώτησε ο Κλίντον. Η Τζορτζίνα σχεδόν χάρηκε που τον είδε να πλησιάζει, και μάλιστα με τον Τόμας δίπλα του. Ίσως έτσι ο Τζέιμς να ένιωθε ότι θα ήταν φρόνιμο να σταματήσει να την προσβάλλει. Ήταν σχεδόν βέβαιη ότι αυτό ήθελε. Απλώς δεν ήξερε το λόγο. «Είσαι καλά, γλυκιά μου;» τη ρώτησε ο Τόμας και την αγκάλιασε προστατευτικά από τους ώμους. Εκείνη μόλις που πρόλαβε να γνέψει καταφατικά όταν ο Τζέιμς είπε χλευαστικά: «Γλυκιά μου;» «Μ ην τολμήσεις να ξαναρχίσεις, Τζέιμς Μ άλορι», τον προει​δοποίησε εκείνη εξοργισμένη. «Αυτός είναι ο αδελφός μου, ο Τόμας». «Και το βουνό δίπλα του;» «Ο αδελφός μου, ο Κλίντον», απάντησε εκείνη θαρραλέα. Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Πρόκειται για λάθος της φύσης, δεδομένου ότι δεν μοιάζει με την υπόλοιπη οικογένεια. Αδελφός από άλλη μητέρα ή άλλο πατέρα;»


264

JOHANNA LINDSEY

«Μ ιλάς εσύ που ο αδελφός σου είναι πιο μαύρος κι απ’ την κόλαση;» «Πολύ θα του άρεσε η παρομοίωση του Άντονι. Και χαίρομαι που θυμάσαι ότι τον γνώρισες, Τζορτζ. Ούτε κι εκείνος θα σε ξεχνούσε… όπως κι εγώ, άλλωστε». Δικαιολογημένα εκείνη δεν έπιασε το υπονοούμενο της δήλωσης αυτής, τόσο ταραγμένη που ήταν. Ο Κλίντον περίμενε ακόμα μία εξήγηση και ξερόβηξε, για να το κάνει σαφές. Ο Μ πόιντ έσπευσε να εξηγήσει πριν από εκείνη. «Είναι ο καπετάνιος του πλοίου με το οποίο η Τζόρτζι έφυγε από την Αγγλία. Και είναι Άγγλος». «Αυτό το διαπίστωσα ήδη. Γι’ αυτό δίνετε τούτη την παράσταση μπροστά στους καλεσμένους μας;» Το καταδικαστικό ύφος του Κλίντον έκανε τον Μ πόιντ να σωπάσει από ντροπή, μα ο Ντρου συνέχισε απτόητος. «Δεν αρχίσαμε εμείς, Κλιντ. Αυτός ο μπάσταρδος πρόσβαλε την Τζόρτζι μόλις μπήκε εδώ μέσα». Ο Τζέις μειδίασε υπεροπτικά. «Επειδή σχολίασα ότι προτιμώ τη μικρή με παντελόνια; Αυτό είναι η προσωπική μου άποψη, γλυκό μου αγόρι, δεν είναι προσβολή». «Δεν το είπες ακριβώς έτσι, Μ άλορι, και το ξέρεις», του ψιθύρισε ο Γουόρεν εξοργισμένος. «Και δεν είναι η μόνη βρομοκουβέντα που ξεστόμισε, Κλίντον. Ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι τα πράγματα της Τζορτζίνα ήταν στη δική του καμπίνα… υπονοώντας ότι…» «Φυσικά και ήταν εκεί», διέκοψε ήρεμα ο Τζέιμς. «Πώς αλλιώς; Αφού ήταν ο καμαρότος μου». Θα μπορούσε να έχει πει τη λέξη ερωμένη, σκέφτηκε η Τζορτζίνα κι έγινε κάτωχρη. Θα ήταν χειρότερο, μα όχι και πολύ. Καθώς την κοίταζαν όλα της τ’ αδέλφια περιμένοντας τη διάψευσή της, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να καρφώσει με το βλέμμα της τον Τζέιμς. Δεν είδε τον παραμικρό θρίαμβο στα μάτια του· ήταν τόσο ψυχρά όσο και πριν. Εκείνη


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

265

φοβήθηκε ότι αυτό δεν ήταν το τελευταίο του χτύπημα. «Τζορτζίνα;» Οι σκέψεις της σκόρπισαν από δω κι από κει, μα δεν έβρισκε τρόπο να βγει από το δίλημμα στο οποίο την είχε εγκλωβίσει ο Τζέιμς. Δεν μπορούσε να γλιτώσει με ένα ψέμα όσο εκείνος ήταν απέναντί της. «Είναι ολόκληρη ιστορία, Κλίντον. Δεν μπορούμε αργότερα να…» «Τώρα!» Υπέροχα. Τώρα ο Κλίντον ήταν έξω φρενών. Ακόμα κι ο Τόμας ήταν συνοφρυωμένος. Τελικά η μοναδική επιλογή της ήταν ν’ ανοίξει η γη και να την καταπιεί. «Πολύ καλά», είπε δυνατά. «Αλλά στο γραφείο, αν έχετε την καλοσύνη». Κατευθύνθηκε προς τα εκεί, χωρίς να περιμένει να δει ποιος την ακολουθούσε, μα μίλησε όταν ο Τζέιμς πέρασε το κατώφλι πίσω της. «Εσένα δεν σε προσκάλεσα». «Αυτοπροσκλήθηκα, αγαπούλα. Τα παιδαρέλια τ’ αδέλφια σου περίμεναν να ξεκινήσω πρώτος». Αντί για απάντηση, εκείνη τον αγριοκοίταξε, ενώ τ’ αδέλφια της δρασκέλιζαν το κατώφλι της πόρτας. Ο Ντρου έσπευσε να χωρίσει το μοναδικό ζευγάρι στο δωμάτιο με τρόπο θορυβώδη. Η Τζορτζίνα χτυπούσε νευρικά τα πόδια στο πάτωμα και περίμενε. Θα μπορούσε να σκαρφιστεί μια οποιαδήποτε ιστορία και να αφήσει τ’ αδέλφια της να σκοτώσουν τον Τζέιμς. Ποιος στο διάο​λο νόμιζε ότι είναι, που τα έβαζε με ήρεμους, τρόπος του λέγειν, και λογικούς άντρες; Ήταν πολύ αγενές από την πλευρά του, κι αν του γυρνούσε εις βάρος του, θα το άξιζε και με το παραπάνω. «Λοιπόν, Τζορτζίνα;» «Μ η μου παριστάνεις τον πάτερ φαμίλια, Κλίντον. Δεν μετανιώνω για τίποτα από όσα έχω κάνει. Οι συνθήκες ανάγκασαν εμένα και τον Μ ακ να φύγουμε από το σπίτι, αλλά εγώ μεταμφιεστηκα σε αγόρι».


266

JOHANNA LINDSEY

«Και πού κοιμόταν αυτό το υποτιθέμενο αγόρι;» «Ο καπετάνιος είχε την καλοσύνη να μου προτείνει να μοιραστούμε την καμπίνα του. Κι εσείς το έχετε κάνει αυτό με τους καμαρότους σας, για προστασία. Και δεν ήξερε ότι εγώ… ήμουν…» Το βλέμμα της καρφώθηκε στον Τζέιμς, αρχικά καθαρό κι έπειτα άκρως δολοφονικό, όταν θυμήθηκε τα τελευταία του λόγια. «Κάθαρμα! Τι εννοείς ότι δεν θα με ξεχνούσες; Θες να πεις ότι ήξερες από την αρχή πως ήμουν κορίτσι και υποκρινόσουν ότι με κατάλαβες αργότερα;» Μ ε απίστευτη απάθεια ο Τζέιμς απάντησε: «Ακριβώς». Η αντίδραση της Τζορτζίνα ήταν κάθε άλλο παρά χλιαρή. Μ ε μια λυσσασμένη κραυγή προσπάθησε να του ορμήσει. Ο Τόμας την τράβηξε πίσω, για να μη φτάσει το στόχο της, και τη συγκράτησε, ενώ ο Γουόρεν ήδη προσπαθούσε να αποσπάσει την προσοχή του Τζέιμς και να τον κάνει να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο. «Την εξέθεσες;» ρώτησε ο Γουόρεν χωρίς πρόλογο. «Η αδελφή σου φέρθηκε σαν πόρνη του λιμανιού. Προσλήφθηκε ως καμαρότος μου. Μ ε βοηθούσε να ντυθώ, ακόμα και να κάνω μπάνιο, χωρίς τις διαμαρτυρίες μιας παρθένας. Είχε ήδη εκτεθεί προτού απλώσω χέρι πάνω της». «Θεέ μου!» είπε ο Γουόρεν. «Δηλαδή παραδέχεσαι ότι εσύ… ότι…» Ο Γουόρεν δεν περίμενε την απάντησή του κι ούτε καν ολοκλήρωσε τη φράση του. Για δεύτερη φορά εκείνη τη βραδιά παρασύρθηκε από τα συναισθήματά του κι επιχείρησε να ρίξει μια γροθιά. Και για δεύτερη φορά ο Τζέιμς απέφυγε το χτύπημα με ευκολία. Μ όνο που αυτή τη φορά ο Τζέιμς τον χτύπησε στο πιγούνι σπρώχνοντας το κεφάλι του προς τα πίσω, χωρίς ωστόσο να τον ρίξει κάτω, αν και του προκάλεσε μια μικρή ζαλάδα. Όταν ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του έκπληκτος, ο Κλίντον μπήκε μπροστά στον Τζέιμς. «Γιατί δεν δοκιμάζεις και μ’ εμένα, Μ άλορι;» Η Τζορτζίνα δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ο Κλίντον ήταν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

267

έτοιμος να πιαστεί στα χέρια; Ο συντηρητικός και σοβαρός Κλίντον; «Τόμας, κάνε κάτι», του είπε εκείνη. «Πιστεύω ότι, αν σ’ αφήσω ελεύθερη, θα μπεις κι εσύ στη μέση. Αλλιώς θα κρατούσα αυτό τον μπάσταρδο με τα ίδια μου τα χέρια, για να του στολίσει τη μούρη ο Κλίντον». «Τόμας!» φώναξε εκείνη δύσπιστη. Όλα τ’ αδέλφια της είχαν χάσει τα μυαλά τους; Τέτοια σχόλια τα περίμενε από τους άλλους τρεις, τους πιο ευέξαπτους, αλλά για όνομα του Θεού, ο Τόμας ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του. Κι ο Κλίντον ποτέ δεν έμπλεκε σε καβγάδες. Μ α κοίτα τον τώρα, στέκεται εκεί αγριεμένος, ο μόνος άντρας στο δωμάτιο που είναι μεγαλύτερος από τον Τζέιμς κι ίσως ο μόνος που θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Κι ο Τζέιμς, τούτος ο διαολεμένος αλήτης, δεν έδινε δεκάρα τσακιστή που είχε προκαλέσει όλη αυτή την αναστάτωση. «Ευχαρίστως να δοκιμάσουμε, Γιάνκη», είπε χλευάζοντας. «Αλλά σε προειδοποιώ ότι είμαι αρκετά καλός σ’ αυτό». Αστειευόταν; Προκαλούσε; Ήταν κίνηση αυτοκτονίας. Στ’ αλήθεια νόμιζε ότι θα αντιμετώπιζε μόνο τον Κλίντον; Φυσικά, δεν ήξερε τ’ αδέλφια της. Μ πορεί να τσακώνονταν χωρίς έλεος μεταξύ τους, αλλά απέναντι σε έναν κοινό εχθρό ήταν ενωμένοι. Όρμησαν οι δύο μεγαλύτεροι, αλλά έπειτα από μερικά λεπτά ήταν προφανές ότι ο Τζέιμς σοβαρολογούσε. Ο Κλίντον τού έριξε μια γροθιά, μα ο Τζέιμς τού έδωσε έξι. Μ ε τις ατσάλινες γροθιές του έσπερνε θύματα. Όταν ο Κλίντον τρέκλισε προς τα πίσω, ύστερα από ένα ιδιαί​τερα δυνατό χτύπημα, πήρε τη θέση του ο Μ πόιντ. Δυστυχώς, ο μικρότερος αδελφός της Τζορτζίνα δεν είχε καμία ελπίδα και το ήξερε, απλώς ήταν υπερβολικά εξοργισμένος, για να το λάβει υπόψη του. Ένα κροσέ κι έπειτα μια δεξιά γροθιά τον έριξαν αμέσως στο πάτωμα… κι έπειτα ήρθε πάλι η σειρά του Γουόρεν. Αυτή τη φορά ήταν πιο προετοιμασμένος. Δεν ήταν καθόλου


268

JOHANNA LINDSEY

άπειρος σ’ αυτά. Στην πραγματικότητα, ο Γουόρεν σπάνια έχανε στους καβγάδες. Μ άλιστα, το γεγονός ότι ήταν πιο ψηλός και είχε πιο μακριά χέρια θα έπρεπε να του δώσει το πλεονέκτημα. Απλώς δεν είχε αντιμετωπίσει μέχρι τώρα κάποιον προπονημένο στο ρινγκ. Ωστόσο, κατάφερε να αποφύγει τα χτυπήματα καλύτερα από τον Κλίντον. Χτυπούσε επανειλημμένα με το δεξί του χέρι, αλλά τα δικά του χτυπήματα δεν είχαν αποτέλεσμα. Ήταν σαν να χτυπούσε… ένα βράχο. Σταμάτησε έπειτα από περίπου δέκα λεπτά κι άρπαξε ένα τραπέζι. Η Τζορτζίνα κοίταξε τον Ντρου, απορώντας αν ήταν τόσο ανόητος ώστε να το χρησιμοποιήσει, και βεβαιώθηκε όταν εκείνος γέλασε χαιρέκακα βγάζοντας το πανωφόρι του. «Αυτό είναι για σένα, κάπτεν Μ άλορι. Ήσουν πολύ καλύτερος από το “αρκετά καλός”, που μας είπες. Ίσως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε τουφέκια». «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Μ α και πάλι πρέπει να σε προειδοποιήσω…» «Μ η μου πεις! Είσαι και σ’ αυτό αρκετά καλός;» Ο Τζέιμς γέλασε με το ξερό ύφος του Ντρου. «Καλύτερος κι από καλός, νεαρέ μου. Για να είμαι δίκαιος, θα σου πω κάτι που είναι ευρέως γνωστό, ότι δηλαδή έχω νικήσει δεκατέσσερις φορές και δεν έχω χάσει ούτε μία. Πράγματι, οι μοναδικές μάχες που έχασα ήταν στη θάλασσα». «Εντάξει τότε. Θα εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι πρέπει να είσαι κουρασμένος». «Να πάρει η ευχή! Δεν το πιστεύω!» φώναξε ξαφνικά ο Μ πόιντ, κάτι που εκνεύρισε τον Ντρου. «Μ ην ανακατεύεσαι, μικρέ αδελφέ», του είπε ο Ντρου. «Πέρασε η σειρά σου». «Όχι, ηλίθιε! Μ όλις θυμήθηκα πού τον έχω ξαναδεί. Δεν τον αναγνωρίζεις, Τόμας; Για φαντάσου τον με μούσι…» «Θεέ μου!» είπε ο Τόμας δύσπιστος. «Είναι ο αναθεματισμένος ο πειρατής, ο Χοκ, που εξαιτίας του μου βγήκε η πίστη να φτάσω στο λιμάνι».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

269

«Ναι, και το ’σκασε μ’ ολόκληρο το φορτίο μου, και μάλιστα στο πρώτο ταξίδι μου με τον Ωκεανό ως μοναδικός ιδιοκτήτης». «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο Κλίντον. «Προς Θεού, Κλίντον!» τον χλεύασε τότε η Τζορτζίνα. «Μ ην τους πιστεύεις. Πειρατής; Είναι ένας αναθεματισμένος Άγγλος λόρδος, ένας αριστοκράτης τού… πώς το λένε…» «Του Ράιντινγκ», την πληροφόρησε ο Τζέιμς. «Ευχαριστώ», απάντησε εκείνη αυτόματα και συνέχισε λες και δεν την είχαν διακόψει. «Ακούγεται γελοίο να τον κατηγορείτε ότι είναι ένας παλιοπειρατής, ακούγεται…» «Ο αριστοκράτης ήταν κάποτε πειρατής, αγαπούλα, αν δεν σε πειράζει», τη διέκοψε ο Τζέιμς άλλη μία φορά με την πιο κωμική φωνή του. «Αλλά αποσύρθηκε, αν και δεν έχει πια σημασία». Αυτή τη φορά δεν τον ευχαρίστησε. Ο άνθρωπος ήταν σίγουρα θεότρελος. Δεν υπήρχε άλλη δικαιολογία για να ομολογήσει κάτι τέτοιο. Κι η ομολογία αυτή ήταν ό,τι περίμεναν τ’ αδέλφια της, για να του ορμήσουν πάλι με όλες τους τις δυνάμεις. Εκείνη κοίταξε για μια στιγμή ώσπου όλοι έπεσαν στο πάτωμα, ένα μικρό βουνό από απλωμένα πόδια και αεικίνητα χέρια. Τελικά γύρισε να κοιτάξει τον Τόμας, που την κρατούσε με το χέρι του από τον ώμο, σαν να τη θεωρούσε αρκετά ανόητη ώστε να θέλει να εμπλακεί σ’ όλο αυτό. «Πρέπει να τους σταματήσεις, Τόμας!» Δεν ήξερε πόσο επίμονη ακούστηκε η φωνή της. Κι ο Τόμας δεν ήταν χαζός. Σε αντίθεση με τ’ αδέλφια του, είχε παρατηρήσει από κοντά τους δύο εμπλεκόμενους σε αυτή τη δυσάρεστη υπόθεση. Το θλιμμένο βλέμμα του Άγγλου διαρκούσε μόνο όση ώρα τον κοιτούσε η Τζορτζίνα. Όταν δεν τον κοιτούσε, τα μάτια του έπαιρναν μια τελείως διαφορετική έκφραση. Και τα συναισθήματα της Τζορτζίνα ήταν ακόμα πιο αποκαλυπτικά. «Αυτός είναι ο άντρας για τον οποίο έκλαιγες, Τζόρτζι;» τη ρώτησε πολύ τρυφερά. «Εκείνος για τον οποίο…» «Αυτός ήταν, αλλά δεν είναι πια», απάντησε εκείνη με


270

JOHANNA LINDSEY

έμφαση. «Τότε γιατί να προσπαθήσω να επέμβω;» «Γιατί θα του κάνουν κακό!» «Κατάλαβα. Είχα την εντύπωση ότι αυτό έπρεπε να γίνει». «Τόμας! Απλώς χρησιμοποιούν αυτή την ανοησία με την πειρατεία σαν δικαιολογία για να μην είναι δίκαιοι, γιατί δεν θα κατάφερναν τίποτα αν συνέχιζαν να τον αντιμετωπίζουν ο καθένας ξεχωριστά». «Πολύ πιθανό, αλλά η ιστορία με την πειρατεία δεν είναι ανοη​σία, Τζόρτζι. Είναι όντως πειρατής». «Ήταν», συνέχισε πιστή στο συλλογισμό της. «Τον άκουσες κι εσύ που είπε ότι έχει σταματήσει». «Γλυκιά μου, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι στη διάρκεια της αποκρουστικής του καριέρας, ο τύπος σακάτεψε δύο από τα πλοία μας κι έκλεψε ένα πολύτιμο φορτίο». «Μ πορεί να σας αποζημιώσει». Η κουβέντα δεν είχε πλέον νόημα, γιατί οι καβγατζήδες άρχισαν να σηκώνονται από το πάτωμα. Όλοι εκτός από τον Τζέιμς Μ άλορι. Τελικά, δεν είναι ανίκητοι ούτε οι βράχοι.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

271

Κεφάλαιο 33 Ο Τζέιμς κατάφερε να συγκρατήσει ένα βογκητό μέσα από τα πρησμένα του χείλη καθώς συνερχόταν σιγά-σιγά. Έκανε έναν γρήγορο συλλογισμό, αλλά σκέφτηκε ότι σίγουρα είχε τραυματιστεί στα πλευρά. Για το πιγούνι του δεν ήταν σίγουρος. Πάντως, κι αυτός πήγαινε γυρεύοντας. Δεν μπορούσε να το βουλώσει και να το παίξει αθώος, όταν οι δύο μικρότεροι αδελφοί τον θυμήθηκαν κι ανέσυραν στην επιφάνεια το παρελθόν του; Ακόμα και η Τζορτζ τον υπερασπίστηκε, παρά τη δυσπιστία της. Αλλά όχι, έπρεπε να βγάλει τους σκελετούς από την ντουλάπα και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Δεν θα ήταν τόσο τραγική η κατάσταση αν δεν ήταν τόσο πολλοί οι αντίπαλοί του. Να πάρει η ευχή! Πέντε βρομογιάνκηδες! Πώς και δεν του το ανέφεραν αυτό οι ευφυέστατοι Άρτι και Ανρί; Γιατί, παρά την εξυπνάδα του, δεν εγκατέλειψε το σχέδιό του να αντιμετωπίσει μόνος την Τζορτζ; Ο Κόνι τον είχε προειδοποιήσει, στ’ αλήθεια. Κι ο Κόνι θα διηγούνταν όλο χαιρεκακία το συμβάν στην Αγγλία, μπορεί και στον Άντονι, για να το κάνει ακόμα χειρότερο. Κι έπειτα ο Τζέιμς θα άκουγε τον εξάψαλμο χωρίς τελειωμό. Και τι στο διάολο νόμιζε ότι θα κατάφερνε πηγαίνοντας στον αναθεματισμένο χορό τους, εκτός από το να φέρει σε δύσκολη θέση την αγαπημένη του, όπως της άξιζε; Ήταν ο χορός ή η ιδέα ότι η Τζορτζ θα πηγαινοερχόταν διασκεδάζοντας με δεκάδες επίδοξους εραστές να την περιτριγυρίζουν; Αυτό τον έκανε να χάσει την εξυπνάδα του. Αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που οι ηλίθιοι συγγενείς την προστάτευαν τόσο καλά ώστε να μην


272

JOHANNA LINDSEY

την πλησιάσει κανείς, ούτε καν εκείνος. Οι φωνές τους βούιζαν τριγύρω του, ακούγονταν από διάφορες κατευθύνσεις, άλλες απόμακρες κι άλλες κοντινές, λες και ήταν ακριβώς από πάνω του. Φαντάστηκε ότι κάποιος τον κοιτούσε περιμένοντας να συνέλθει και σκέφτηκε φευγαλέα να αλλάξει θέση με αυτό τον τύπο. Δεν ήταν πολύ σκληρός μαζί τους για χάρη της Τζορτζίνα και ορίστε τι έπαθε, ενώ θα μπορούσε να τους βγάλει όλους νοκ άουτ μέσα σε δευτερόλεπτα, όσο εκείνοι του επιτίθονταν δικαίως ο ένας μετά τον άλλο. Μ ε μια δεύτερη σκέψη, αποφάσισε ότι ίσως δεν ήταν αρκετά έξυπνο να προσπαθήσει τώρα, που επιχείρησαν να τον σφυροκοπήσουν στο αναθεματισμένο το πάτωμα. Καλύτερα να εστιαζόταν σε ό,τι έλεγαν, μα ήταν εξίσου δύσκολο να συγκεντρωθεί από τη ζαλάδα που του προκαλούσε ο πόνος. «Δεν το πιστεύω, Τόμας, ώσπου να το ακούσω από την Τζόρτζι». «Προσπάθησε να τον χτυπήσει κι εκείνη, ξέρεις». «Εκεί ήμουν, Μ πόιντ». Η μόνη φωνή που ακουγόταν καθαρά, και η πιο ανακουφιστική. «Εγώ προσπάθησα να τη σταματήσω. Μ α αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Σου λέω ότι εκείνη…» «Μ α ήταν ακόμη ερωτευμένη με τον Μ άλκολμ!» «Ντρου, παλιοκόπανε, πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι απλώς είχε πεισμώσει;» «Γιατί ανακατεύεσαι, Γουόρεν; Τις τελευταίες μέρες μόνο ανοησίες λες». Ακολούθησε μια σύντομη λογομαχία κι έπειτα: «Για όνομα του Θεού, εσείς οι δύο, δεν σας φτάνουν οι μελανιές που αποκτήσατε σήμερα;» «Δεν αντέχω πια την αναθεματισμένη την ξινίλα του, Κλίντον. Σοβαρολογώ. Ο Άγγλος θα μπορούσε να πάρει μαθήματα απ’ αυτόν». «Θα έλεγα ότι ισχύει το αντίθετο, αλλά δεν έχει πλέον σημασία. Γουόρεν, βγάλε το σκασμό, σε παρακαλώ, αν δεν


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

273

μπορείς να κάνεις κάτι εποικοδομητικό. Κι εσύ πάψε να είσαι τόσο ευέξαπτος, Ντρου. Δεν βοηθάτε έτσι». «Ούτε κι εγώ το πιστεύω, όπως και ο Μ πόιντ». Ο Τζέιμς άρχισε να διακρίνει τις φωνές, κι η οργισμένη φωνή του Γουόρεν έστελνε δονήσεις προς όλες τις κατευθύνσεις. «Κι ο βλάκας το αμφισβητεί, άρα…» Ακολούθησε και πάλι λογομαχία. Ο Τζέιμς έλπιζε ειλικρινά να σκοτωθούν μεταξύ τους, αφού ανακάλυψε τι ήταν αυτό που αμφισβητούσαν τόσο. Ετοιμαζόταν να ανακαθίσει και να τους ρωτήσει όταν εκείνοι σκόνταψαν στα πόδια του τραντάζοντας ολόκληρο το κορμί του. Το βογκητό του έλεγε πολλά. «Πώς νιώθεις, Μ άλορι;» τον ρώτησε μια απροσδόκητα ικανοποιημένη φωνή. «Είσαι έτοιμος για γάμο;» Ο Τζέιμς άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του και είδε τον Μ πόιντ να τον κοιτάζει με το παιδικό του πρόσωπο χαμογελαστό. Μ ε όλη την περιφρόνηση που μπορούσε να επιστρατεύσει, είπε: «Τ’ αδέλφια μου περιποιήθηκαν καλύτερα εμένα απ’ όσο εσύ όταν περιποιείσαι εσύ μικρά κοριτσάκια». «Τότε να ξεκινήσουμε έναν δεύτερο γύρο», είπε ο πιο πολεμοχαρής, ο Άντερσον. «Κάτσε κάτω, Γουόρεν!» Η διαταγή δόθηκε από τον Τόμας. Όλοι ένιωσαν έκπληξη, εκτός από τον Τζέιμς, που δεν είχε ιδέα ότι ο συγκεκριμένος Άντερσον σπάνια σήκωνε τον τόνο της φωνής του. Πράγματι, ελάχιστα τον ενδιέφερε αυτό τη συγκεκριμένη στιγμή. Αποφασιστικά, συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις του, για να ανακαθίσει χωρίς να ξαναπέσει. Και τότε το κατάλαβε. «Τι στο διάολο εννοείς, αν είμαι έτοιμος για γάμο;» «Για τον δικό σου γάμο μιλάω, Άγγλε. Μ ε την Τζόρτζι. Αφού την εξέθεσες, θα την παντρευτείς ή, αλλιώς, θα σε σκοτώσουμε, και μάλιστα με μεγάλη μας ευχαρίστηση». «Τότε χαμογέλασε, αγοράκι, και πάτα τη σκανδάλη. Δεν πρόκειται να με αναγκάσετε να…» «Γι’ αυτό το λόγο δεν ήρθες εδώ, Μ άλορι;» ρώτησε ο Τόμας


274

JOHANNA LINDSEY

αινιγματικά. Ο Τζέιμς τον αγριοκοίταξε, ενώ τα υπόλοιπα αδέλφια αντέδρασαν με ποικίλους τρόπους. «Τρελάθηκες, Τόμας;» «Αυτό τα εξηγεί όλα – σωστά;» είπε εκείνος σαρκαστικά. «Πώς σου κατέβηκαν αυτές οι τρελές ιδέες; Πρώτα η Τζόρτζι και τώρα αυτό». «Έχεις την καλοσύνη να μας εξηγήσεις, Τομ;» «Δεν πειράζει», απάντησε ο Τόμας, κοιτάζοντας τον Τζέιμς. «Το μυαλό των Άγγλων είναι μακράν από τα πιο πολύπλοκα». Ο Τζέιμς δεν επρόκειτο να το σχολιάσει. Η κουβέντα με αυτούς τους ηλίθιους ήταν σκέτος πονοκέφαλος. Αργά, πολύ προσεκτικά, στάθηκε όρθιος. Παράλληλα, το ίδιο έκαναν ο Γουόρεν κι ο Κλίντον, που ήταν καθισμένοι στο πάτωμα. Ο Τζέιμς γέλασε σχεδόν. Πίστευαν ότι έτσι όπως τον είχαν καταντήσει θα εξακολουθούσε να είναι απειλητικός; Αναθεματισμένοι γίγαντες. Δεν θα μπορούσε να έχει μια φυσιολογική οικογένεια η μικρή του Τζορτζ; «Παρεμπιπτόντως, πού είναι η Τζορτζ;» ζήτησε να μάθει. Ο μικρότερος αδελφός, που πηγαινοερχόταν πάνω στο ξύλινο παρκέ από την ένταση, σταμάτησε μπροστά του και τον αγριοκοίταξε. «Δεν τη λένε έτσι, Μ άλορι». «Προς Θεού! Τώρα αγανακτείτε και για ένα όνομα;» Και με την αδιαφορία για την οποία ήταν διάσημος, ο Τζέιμς συνέχισε: «Θα τη λέω όπως μου γουστάρει, νιάνιαρο. Πού τη βάλατε;» «Δεν τη βάλαμε πουθενά», ακούστηκε η φωνή του Ντρου πίσω του. «Εδώ είναι». Ο Τζέιμς έκανε μεταβολή, με ένα μορφασμό πόνου από την απότομη κίνηση, και είδε πρώτα τον Ντρου, να στέκεται ανάμεσα σ’ εκείνον και στον καναπέ. Πάνω στον καναπέ, ξαπλωμένη, κάτωχρη και λιπόθυμη, είδε την Τζορτζίνα. «Να πάρει!» Ο Ντρου, ο μόνος που είδε το δολοφονικό βλέμμα του Τζέιμς μόλις αντίκρισε την Τζόρτζι στον καναπέ, προσπάθησε να τον


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

275

σταματήσει, αλλά ευχήθηκε να μην το είχε κάνει, καθώς βρέθηκε κολλημένος στον απέναντι τοίχο. Η πρόσκρουση κούνησε όλα τα κάδρα κι ακούστηκε κάτι να πέφτει στο χολ, καθώς μια υπηρέτρια είχε τρομάξει τόσο πολύ από τον απότομο και δυνατό θόρυβο που της είχε πέσει ένας δίσκος με ποτήρια. «Άφησέ τον, Γουόρεν», συνέστησε ο Τόμας. «Δεν θα της κάνει κακό». Και συνέχισε απευθυνόμενος στον Τζέιμς: «Λιποθύμησε όταν σε είδε χτυπημένο». «Δεν λιποθυμάει ποτέ», επέμεινε ο Μ πόιντ. «Παίζει θέατρο, για ν’ αποφύγει τις φωνές του Κλίντον». «Έπρεπε να την ξυλοφορτώσεις όταν είχες την ευκαιρία, Κλιντ», είπε δυσαρεστημένος ο Γουόρεν, για να εισπράξει το αγανακτισμένο βλέμμα των αδελφών του και κάτι τελείως απροσδόκητο από το μόνο μη μέλος της οικογένειας που βρισκόταν στο δωμάτιο. «Αν απλώσεις χέρι πάνω της, πέθανες». Ο Τζέιμς δεν μπήκε καν στον κόπο να τον κοιτάξει καθώς τον προειδοποιούσε. Ήταν γονατιστός δίπλα στον καναπέ και χτυπούσε απαλά το ωχρό μάγουλο της Τζορτζίνα προσπαθώντας να τη συνεφέρει. Στη φορτισμένη σιωπή που ακολούθησε, ο Τόμας κοίταξε τον Κλίντον και είπε ήρεμα: «Σας το είπα εγώ». «Όντως. Ένας λόγος παραπάνω για να βιαστούμε». «Αν με είχατε αφήσει να τον παραδώσω στον κυβερνήτη Γουό​λκοτ, για να τον κρεμάσει, δεν θα είχαμε πρόβλημα τώρα». «Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι την εξέθεσε, Γουόρεν», του θύμισε ο Κλίντον. «Πρώτα θα γίνει ο γάμος, για να επανορθώσει, κι έπειτα συζητάμε ό,τι θέλετε». Οι φωνές τους βούιζαν μονότονα πίσω του, αλλά ο Τζέιμς ίσα που τις άκουγε. Δεν του άρεσε το χρώμα της Τζορτζίνα. Και η ανάσα της ήταν πολύ κοφτή. Φυσικά, ποτέ του δεν είχε φροντίσει λιπόθυμη γυναίκα ως τότε. Πάντα υπήρχε κάποιος άλλος να το κάνει και να βάζει αμμωνία κάτω από τη μύτη της. Τ’ αδέλφια της δεν είχαν αμμωνία, διαφορετικά θα την είχαν


276

JOHANNA LINDSEY

χρησιμοποιή​σει. Άραγε είναι εξίσου αποτελεσματικά, όπως λένε, τα καμένα πούπουλα; Κοίταξε τον καναπέ και αναρωτήθηκε με τι ήταν παραγεμισμένος. «Δοκίμασε να της γαργαλήσεις τα πόδια», πρότεινε ο Ντρου και στάθηκε δίπλα στον Τζέιμς. «Είναι πολύ ευαίσθητα». «Το ξέρω», απάντησε ο Τζέιμς και θυμήθηκε τότε που το χέρι του είχε μόλις αγγίξει τα ακροδάχτυλα των ποδιών της κι εκείνη τον είχε κλοτσήσει πετώντας τον κάτω από το κρεβάτι, ως αντανακλαστική κίνηση. «Το ξέρεις; Πώς στο διάολο το ξέρεις;» Ο Τζέιμς αναστέναξε όταν άκουσε τη φωνή του Ντρου να γίνεται πάλι επιθετική. «Κατά τύχη, νεαρέ μου. Σου φαίνομαι για τύπος που συμμετέχει σε τέτοιες παιδικές φάρσες;» «Αναρωτιέμαι σε τι είδους φάρσες συμμετείχες με την αδελφή μου». «Σε τίποτα παραπάνω από ό,τι έχεις ήδη υποθέσει». Ο Ντρου πήρε μια βαθιά ανάσα πριν απαντήσει: «Ένα έχω να σου πω, Άγγλε. Ξέρεις πολύ καλά να σκάβεις το λάκκο σου». Ο Τζέιμς κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Θα χαμογελούσε, αν αυτό δεν του προξενούσε πόνο. «Καθόλου. Θα προτιμούσες να σου έλεγα ψέματα;» «Ναι, μα τον Θεό, μακάρι να μου έλεγες ψέματα!» «Λυπάμαι, μικρέ, αλλά δεν έχω τη δική σου συνείδηση. Όπως είπα και στην αδελφή σου, είμαι αρκετά άσωτος όσον αφορά μερικές πτυχές της ζωής μου . «Τις γυναίκες εννοείς;» «Πολύ οξυδερκή σε βρίσκω». Ο Ντρου έγινε κατακόκκινος από θυμό κι έσφιξε τις γροθιές του. «Όντως είσαι χειρότερος από τον Γουόρεν, μα τον Θεό! Αν δεν χόρτασες ξύλο…» «Κάνε πίσω, βρε κουτάβι. Μ πορεί να προσπαθείς να κάνεις το σωστό, είμαι σίγουρος, αλλά δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί μου και το ξέρεις. Γιατί, λοιπόν, δεν προσπαθείς να φανείς χρήσιμος, όπως να φέρεις κάτι για να συνεφέρουμε την αδελφή


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

277

σου; Κρίμα δεν είναι να χάσει αυτή την υπέροχη βραδιά;» Ο Ντρου υπάκουσε, έφυγε θυμωμένος και σε λίγο επέστρεψε με ένα ποτήρι μισογεμάτο νερό. Ο Τζέιμς το κοίταξε καχύποπτος. «Τι στην ευχή υποτίθεται ότι θα κάνω μ’ αυτό;» Αντί για απάντηση, ο Ντρου έχυσε το περιεχόμενο του ποτηριού στο πρόσωπο της Τζορτζίνα. «Πολύ χαίρομαι που το έκανες εσύ στη θέση μου», είπε ο Τζέιμς στον Ντρου, καθώς η Τζορτζίνα πετάχτηκε φτύνοντας, τσιρίζοντας και αναζητώντας το δράστη. «Λιποθύμησες, Τζόρτζι», έσπευσε να της εξηγήσει ο Ντρου. «Υπάρχουν δέκα γυναίκες στο διπλανό δωμάτιο που έχουν μια αμμωνία στην τσάντα τους», είπε εκείνη εξοργισμένη κι άρχισε να σκουπίζει με τα δάχτυλά της το νερό από τα μάγουλα και το μπούστο της. «Δεν μπορούσες να τους ζητήσεις λίγη;» «Δεν το σκέφτηκα». «Ας έφερνες τουλάχιστον μαζί με το νερό και μια πετσέτα», είπε εκείνη και πρόσθεσε: «Να πάρει η ευχή, Ντρου! Κοίτα πώς έγινε το φόρεμά μου!» «Το φόρεμα που δεν έπρεπε εξαρχής να είχες φορέσει», της αντιμίλησε. «Τώρα ίσως αποφασίσεις να το αλλάξεις». «Θα το φοράω ώσπου να λιώσει τώρα που εσύ…» «Παιδιά, αν δεν σας πειράζει…» διέκοψε ο Τζέιμς με έμφαση αναγκάζοντας την Τζορτζίνα να τον κοιτάξει. «Τζέιμς, κοίτα πώς έγινε το πρόσωπό σου!» «Το βρίσκω κομματάκι δύσκολο, μικρή. Πιο πολύ ανησυχώ για το δικό σου, που στάζει». «Το δικό μου στάζει νερό, ηλίθιε, όχι αίμα!» ξέσπασε εκείνη και γύρισε προς τον Ντρου. «Μ α καλά, ένα μαντίλι δεν έχετε;» Εκείνος ψαχούλεψε στην τσέπη του και της έδωσε ένα λευκό τετράγωνο μαντίλι, νομίζοντας ότι θα σκούπιζε το πρόσωπό της. Αντίθετα, έμεινε έκπληκτος όταν την είδε να γέρνει μπροστά και να ταμπονάρει απαλά το αίμα που είχε ξεραθεί γύρω από το στόμα του Άγγλου. Κι εκείνος της το επέτρεψε, γονάτισε κοντά της και την άφησε να τον φροντίσει λες και δεν την είχε φέρει σε δύσκολη θέση μπροστά στην οικογένεια και στους φίλους της,


278

JOHANNA LINDSEY

λες και δεν είχαν τσακωθεί οι δυο τους λίγο πριν. Κοίταξε τριγύρω, για να διαπιστώσει αν και τ’ αδέλφια του είχαν παρατηρήσει αυτή την παράλογη συμπεριφορά. Ο Κλίντον κι ο Γουόρεν πάντως όχι. Ήταν απασχολημένοι με τον δικό τους τσακωμό. Μ α ο Μ πόιντ τον κοίταξε κι έστρεψε το βλέμμα του προς το ταβάνι. Ο Ντρου συμφωνούσε απόλυτα μαζί του. Κι ο Τόμας κουνούσε το κεφάλι του, αν και έδειχνε να το ευχαριστιέται. Ο Ντρου δεν έβρισκε τίποτα το ευχάριστο σε όλη αυτή την ιστορία. Το τελευταίο που ήθελε ήταν έναν πειρατή για γαμπρό, εν αποστρατεία ή όχι. Και μάλιστα, έναν Άγγλο πειρατή. Κι ακόμα χειρότερα, ένα λόρδο του παλιού βασιλείου. Και δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι η αδελφή του είχε ερωτευτεί αυτόν τον τύπο. Ήταν απλώς τελείως παράλογο. Άρα, τι έκανε η Τζορτζίνα από πάνω του τόση ώρα; Και γιατί λιποθύμησε; Επειδή του τσαλάκωσαν λίγο τη μούρη; Ο Ντρου παραδέχτηκε ότι ο Άγγλος ήταν όμορφος άντρας. Και ασύγκριτος πυγμάχος, επίσης, κάτι που θαύμαζε ο ίδιος ο Ντρου, όχι όμως και η Τζορτζίνα. Και υπέθετε ότι θα μπορούσε να τον αποκαλέσει γοητευτικό, τουλάχιστον πριν πρηστεί το πρόσωπό του. Μ α η Τζορτζίνα θα άφηνε αυτά τα σχεδόν ασήμαντα στοιχεία να την παρασύρουν, όταν του είχε τόσα άλλα μαζεμένα; Να πάρει η ευχή! Τίποτα δεν έβγαζε νόημα από τότε που τη βρήκε στην Τζαμάικα. «Καλά τα καταφέρνεις στην πυγμαχία – έτσι;» Η προσοχή του Ντρου επανήλθε μόλις άκουσε αυτή την ερώτηση από την αδελφή του. Κοίταξε τον Μ άλορι, για να δει πώς θα αντιδράσει, μα ήταν δύσκολο να διακρίνει οποιαδήποτε έκφραση στο παραμορφωμένο του πρόσωπο. «Θα έλεγα ότι έχω εξασκηθεί λιγάκι στο ρινγκ». «Όποτε έβρισκες χρόνο», σχολίασε ειρωνικά η Τζορτζίνα, «όταν δεν κατέστρεφες φυτείες στα νησιά και δεν κούρσευες καράβια;» «Εσύ δεν είπες και μόνη σου ότι είμαι γέρος, μικρή; Άρα είχα αρκετό χρόνο για πολλές αναζητήσεις στη ζωή μου – σωστά;»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

279

Ο Ντρου λίγο έλειψε να πνιγεί μόλις το άκουσε αυτό. Ο θόρυβος που έκανε τράβηξε πάλι την προσοχή της Τζορτζίνα. «Τι στέκεσαι σαν χαζός και δεν βοηθάς; Φέρε λίγο πάγο για το πρησμένο του μάτι… Και για το δικό σου επίσης». «Όχι, μικρή μου Τζόρτζι. Μ ε τίποτα δεν φεύγω από εδώ μέσα, ό,τι κι αν λες εσύ. Αν θες να φύγω από τη μέση, για να τα πείτε μόνοι σας εσύ κι αυτό το κάθαρμα, γιατί δεν μου το ζητάς;» «Δεν θέλω κάτι τέτοιο», επέμεινε εκείνη προσβεβλημένη. «Δεν έχω τίποτα απολύτως να πω σ’ αυτόν…» και ξανακοίταξε τον Τζέιμς, «δηλαδή σ’ εσένα. Τίποτα… εκτός από το ότι η αποψινή σου συμπεριφορά ξεπέρασε τις συνήθεις αξιοκαταφρόνητες αντιδράσεις σου. Έπρεπε να το καταλάβω ότι ήσουν ικανός για τόσο μεγάλη κακία. Υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια. Αλλά όχι, εγώ η ανόητη θεώρησα αθώα τη γελοιότητά σου, σαν μια άδολη συνήθεια. Έτσι πίστεψα! Αλλά με διέψευσες – έτσι; Η αναθεματισμένη η γλώσσα σου αποδείχτηκε μοχθηρή και ολέθρια. Είσαι ευχαριστημένος με τη ζημιά που προκάλεσες; Το διασκέδασες αρκετά; Πες μου. Και γιατί στην ευχή είσαι γονατιστός; Θα έπρεπε να σε βάλουν να ξαπλώσεις». Τόση ώρα τού τα έψελνε και τώρα τελείωσε δείχνοντας να νοιάζεται για κείνον! Ο Τζέιμς ανακάθισε πάνω στις φτέρνες του και γέλασε. Αυτό τον πόνεσε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. «Καλοσύνη σου, Τζορτζ, που έδειξες έλεος και δεν είπες τίποτα για μένα», είπε τελικά. Εκείνη τον αγριοκοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα ρώτησε αρκετά σοβαρά: «Τι ήρθες να κάνεις εδώ, Τζέιμς;» Η ερώτηση αυτή ήταν αρκετή για να εξανεμίσει την καλή του διάθεση. Την επόμενη στιγμή έγινε και πάλι εχθρικός. «Αμέλησες να μ’ αποχαιρετήσεις, αγάπη μου. Σκέφτηκα να σου δώσω την ευκαιρία να επανορθώσεις για την παράλειψή σου». Άρα, ο παραλογισμός του είχε κίνητρο; Ένιωσε θιγμένος; Και γι’ αυτό τον επουσιώδη εκδικητικό λόγο κατέστρεψε τ’ όνομά


280

JOHANNA LINDSEY

της και τα αισθήματά της για κείνον; Τουλάχιστον, ένιωθε ευγνωμοσύνη για το δεύτερο. Και κάποτε νόμιζε ότι θα της έτρωγε τα σωθικά η θλίψη, καθώς πίστευε πως δεν θα τον έβλεπε ποτέ ξανά! Τώρα ευχόταν να μην τον ξαναδεί ποτέ ξανά. «Μ εγάλη μου παράλειψη, λοιπόν», είπε με φωνή έτοιμη να σπάσει καθώς σηκωνόταν όρθια, «αλλά είναι πολύ εύκολο να επανορθώσω. Αντίο, κάπτεν Μ άλορι». Η Τζορτζίνα τον προσπέρασε σαν βολίδα, έτοιμη να κάνει την πιο υπέροχη έξοδο της ζωής της, και ήρθε αντιμέτωπη με τα αδέλφια της, που την κοιτούσαν, αφού είχαν ακούσει κάθε λέξη της έντονης συνομιλίας της με τον Τζέιμς. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει ότι ήταν κι εκείνοι παρόντες στο δωμάτιο;


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

281

Κεφάλαιο 34 «Λοιπόν, είναι πλέον προφανές ότι γνωρίζεστε, και πολύ καλά μάλιστα». Η Τζορτζίνα απάντησε μ’ ένα μορφασμό στο δηκτικό σχόλιο του Γουόρεν, καθώς οι άμυνές της αυξάνονταν, μαζί με την αμηχανία και τον υποβόσκοντα θυμό της. «Τι υπονοείς, Γουόρεν; Πέρασα πέντε εβδομάδες στο πλοίο του ως καμαρότος, όπως φρόντισε να σε πληροφορήσει ο ίδιος». «Όπως και στο κρεβάτι του;» «Τελικά καταλήξατε να ρωτάτε εμένα;» Ανασήκωσε το ένα της φρύδι, όπως ακριβώς συνήθιζε να κάνει ο Τζέιμς, και δεν συνειδητοποίησε ότι ο αριστοκρατικός τύπος τού «εμείς» που χρησιμοποίησε ήταν επίσης δική του συνήθεια κι όχι δική της. Άλλωστε, η ειρωνεία δεν ήταν το δυνατό της σημείο και προφανώς αντέγραφε το πρωτότυπο. «Φαντάστηκα ότι δεν θα απαιτούσατε περαιτέρω επιβεβαίωση πέραν της ομολογίας ενός πειρατή. Γι’ αυτό οι τέσσερίς σας ορμήσατε στον τύπο και προσπαθήσατε να τον σκοτώσετε; Γιατί πιστέψατε κάθε του λέξη. Δεν σκεφτήκατε ούτε μία στιγμή ότι μπορούσε να λέει ψέματα;» Ο Κλίντον κι ο Μ πόιντ ένιωσαν αρκετές ενοχές ώστε να γίνουν κατακόκκινοι. Δεν έβλεπε την αντίδραση του Ντρου πίσω της, αλλά ο Γουόρεν ήταν προφανές ότι θεωρούσε πως είχε δίκιο. «Κανένας νοήμων άντρας δεν θα ισχυριζόταν ανήθικες πράξεις εάν δεν ήταν αληθινές». «Αλήθεια; Αν τον ήξερες, Γουόρεν, θα καταλάβαινες ότι


282

JOHANNA LINDSEY

είναι στο χαρακτήρα του να ομολογεί τέτοιες πράξεις, είτε αληθεύουν είτε όχι, απλώς για να εντυπωσιάσει και να προκαλέσει. Γιατί, όπως βλέπεις, λατρεύει τις διχόνοιες. Επιπλέον, ποιος σου εγγυάται ότι έχει σώας τας φρένας;» «Διαφωνώ πλήρως με όλα όσα λες, Τζορτζ», διαμαρτυρήθηκε ήπια ο Τζέιμς από τον καναπέ, όπου είχε μεταφέρει το πονεμένο του κορμί. «Επίσης, τα αγαπημένα σου αδέλφια με αναγνώρισαν. Αυτό το ξέχασες;» «Πανάθεμά σε, Τζέιμς!» του πέταξε πάνω από τον ώμο της. «Δεν μπορείς να μείνεις σιωπηλός για λίγα αναθεματισμένα λεπτά; Έχεις ανακατευτεί περισσότερο από όσο θα έπρεπε σ’ αυτή τη συζήτηση…» «Δεν πρόκειται για συζήτηση, Τζορτζίνα», τη διέκοψε ο Κλίντον με φωνή αυστηρή και αποδοκιμαστική. «Σου κάναμε μια ερώτηση. Μ πορείς ν’ απαντήσεις τώρα χωρίς χρονοτριβή». Η Τζορτζίνα αναστέναξε σιγανά. Δεν μπορούσε να το αποφύγει. Και δεν θα έπρεπε να νιώθει τόσο… τόσο αμήχανη, αλλά ήταν τ’ αδέλφια της, για όνομα του Θεού. Δεν λες στα υπερπροστατευτικά αδέλφια σου ότι έχεις κάνει έρωτα μ’ έναν άντρα που δεν είναι ο σύζυγός σου. Τέτοια ζητήματα συζητιούνται με πολλή αμηχανία ακόμα κι αν είσαι παντρεμένη. Για μισό δευτερόλεπτο της πέρασε από το μυαλό να πει ψέματα. Όμως σύντομα θα άρχισε να φουσκώνει η κοιλιά της αποκαλύπτοντας το ψέμα της. Ήταν κι ο Τζέιμς, που δεν θα την άφηνε να ξεφύγει αν εκείνη αρνούνταν τη σχέση τους, έπειτα από όλα όσα υπέφερε μετά τη γνωστοποίησή της, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τον πληγωμένο του εγωισμό. Απογοητευμένη και στριμωγμένη στη γωνία, δοκίμασε το νταηλίκι. «Πώς θέλετε να σας το πω; Να το ξεστομίσω ή σας αρκεί ότι στην περίπτωσή μας ο κάπτεν Μ άλορι είπε την αλήθεια;» «Να πάρει, Τζόρτζι! Μ ’ έναν αναθεματισμένο πειρατή;» «Νομίζεις ότι το ήξερα, Μ πόιντ;» «Μ ’ έναν Άγγλο!» είπε ο Ντρου.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

283

«Το περίμενα αυτό», είπε εκείνη στεγνά. «Το λέει συνέχεια». «Μ ην είσαι αναιδής, Τζόρτζι», την προειδοποίησε ο Κλίντον. «Οι επιλογές σου στους άντρες είναι άθλιες». «Τουλάχιστον είναι συνεπής», ανταπάντησε ο Γουόρεν. «Από το κακό στο χειρότερο». «Θα έλεγα ότι δεν με συμπαθούν, Τζορτζ», είπε κι ο Τζέιμς. Εκείνη δεν άντεξε άλλο. «Σταματήστε όλοι σας. Ωραία, έκανα ένα λάθος. Σίγουρα δεν είμαι η πρώτη γυναίκα που το κάνει και δεν θα είμαι η τελευταία. Μ α, τουλάχιστον δεν είμαι πια ανόητη. Τώρα ξέρω ότι ήθελε εξαρχής να μ’ αποπλανήσει, κάτι που οι περισσότεροι από εσάς κάνετε συνέχεια, άρα είστε υποκριτές αν τον κατηγορείτε γι’ αυτό. Ήταν πολύ επιδέξιος σε ό,τι έκανε, τόσο επιδέξιος που δεν ήξερα τι έκανε. Μ α τότε νόμιζα ότι πίστευε πως ήμουν αγόρι, κάτι που τώρα ξέρω ότι δεν ίσχυε. Εγώ έχω λόγους να είμαι έξω φρενών, όχι εσείς. Γιατί φαντάζομαι ότι τουλάχιστον οι μισοί από εσάς κάνετε ό,τι ακριβώς έκανε ο Τζέιμς, υπό παρόμοιες συνθήκες. Μ α, ανεξάρτητα από τον τρόπο, εγώ συμμετείχα εκούσια. Ήξερα πολύ καλά τι έκανα. Μ άρτυράς μου η συνείδησή μου». «Η ποια;» «Πολύ καλά τα είπες, Τζορτζ», σχολίασε ο Τζέιμς πίσω της, μάλλον έκπληκτος από τον τρόπο με τον οποίο κατηγόρησε και υπερασπίστηκε τον εαυτό της ταυτόχρονα. «Μ α είμαι βέβαιος ότι θα προτιμούσαν ν’ ακούσουν ότι έπεσες θύμα βιασμού ή ότι κάποιος σ’ εκμεταλλεύτηκε». Εκείνη έκανε μεταβολή και κοίταξε με μισό μάτι τον υπαίτιο των δεινών της. «Εσύ θεωρείς ότι δεν μ’ εκμεταλλεύτηκες;» «Καθόλου, μικρή. Δεν ομολόγησα εγώ ότι υπέφερα από ναυτία». Εκείνη έγινε κατακόκκινη, όσο δεν πήγαινε άλλο, εξαιτίας αυτής της υπενθύμισης. Αν είναι δυνατόν! Θα τους έλεγε κι αυτό; «Τι εννοείς;» θέλησε να μάθει ο Ντρου, ο μόνος που παρατήρησε το κατακόκκινο χρώμα της.


284

JOHANNA LINDSEY

«Τίποτα… ένα δικό μας αστείο», ψέλλισε εκείνη, ενώ με το βλέμμα της προειδοποίησε τον Τζέιμς να το βουλώσει έστω για μία φορά. Φυσικά εκείνος συνέχισε. «Αστείο, Τζορτζ; Αποκαλείς αστείο το ότι…» «Θα σε σκοτώσω, Τζέιμς Μ άλορι! Σου τ’ ορκίζομαι!» «Όχι πριν τον παντρευτείς». «Πώς;» τσίριξε εκείνη και κοίταξε έκπληκτη τον αδελφό της, που ξεστόμισε αυτές τις γελοίες λέξεις. «Κλίντον, δεν πιστεύω να μιλάς σοβαρά! Τον θέλεις αυτόν στην οικογένειά μας;» «Αυτό είναι άσχετο. Αφού τον επέλεξες…» «Φυσικά και δεν τον επέλεξα! Και δεν θα με παντρευτεί…» Σταμάτησε, για να κοιτάξει πάλι τον Τζέιμς. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση, γεμάτη ξαφνικό δισταγμό. «Θα το κάνεις;» «Φυσικά και όχι», απάντησε εκείνος θυμωμένος, κι ήταν η σειρά του να διστάσει πριν ρωτήσει: «Εσύ θέλεις να το κάνω;» «Φυσικά και όχι». Είχε μιλήσει η υπερηφάνειά της, παρά τα αντίθετα συναισθήματά της. Ξανακοίταξε τ’ αδέλφια της. «Νομίζω ότι τώρα τακτοποιήθηκε το θέμα». «Το θέμα είχε ήδη τακτοποιηθεί, Τζόρτζι, όσο εσύ κι ο καπετάνιος είχατε χάσει τις αισθήσεις σας», της είπε ο Τόμας. «Θα παντρευτείτε απόψε». «Εσύ το υποκίνησες όλο αυτό;» τον κατηγόρησε εκείνη καθώς θυμήθηκε την πρωινή τους συνομιλία. «Απλώς κάνουμε το σωστό για σένα». «Μ α αυτό δεν είναι το σωστό για μένα, Τόμας. Δεν θα παντρευτώ έναν άντρα που δεν με θέλει». «Κανείς δεν είπε ότι δεν σε θέλω, μικρή», είπε ο Τζέιμς, κι ο τόνος του ήταν διακριτικά ενοχλημένος. «Θα ήσουν πολύ καλή ερωμένη». Η Τζορτζίνα απλώς αναστέναξε, αλλά τ’ αδέλφια της έβαλαν τις φωνές. «Κάθαρμα!» «Θα την παντρευτείς, αλλιώς…»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

285

«Ναι, ξέρω», τους διέκοψε ο Τζέιμς πριν παρασυρθούν περισσότερο. «Θα με πυροβολήσετε». «Όχι, θα κάνουμε κάτι ακόμα καλύτερο», φώναξε ο Γουόρεν. «Θα πυρπολήσουμε το πλοίο σου!» Ο Τζέιμς ανακάθισε, μα το λόγο πήρε αμέσως ο Κλίντον. «Έχουμε ήδη στείλει κάποιον για να το εντοπίσει, αφού είναι προφανές ότι δεν το αγκυροβόλησες στο λιμάνι, διαφορετικά θα είχαμε μάθει για τον ερχομό σου». Ο Τζέιμς στάθηκε όρθιος κι άκουσε ξανά τον Γουόρεν να λέει: «Επίσης, θα συλληφθεί το πλήρωμά σου και όλοι σας θα παραδοθείτε στον κυβερνήτη για απαγχονισμό». Μ έσα στη φορτισμένη σιωπή που ακολούθησε εκείνη την ανακοίνωση, ο Μ πόιντ ρώτησε δικαιολογημένα: «Νομίζετε ότι θα πρέπει να τον κρεμάσουμε ακόμα κι αν γίνει σύζυγος της Τζόρτζι; Δεν μου φαίνεται σωστό να κρεμάμε το γαμπρό μας». «Να τον κρεμάσετε;» φώναξε η Τζορτζίνα, που δεν είχε παρατηρήσει την προηγούμενη αναφορά σε αυτή τη λέξη. «Σας έχει στρίψει τελείως;» «Ομολόγησε πειρατεία, Τζόρτζι, και είμαι βέβαιος ότι η Σκάιλαρκ δεν ήταν το μόνο του θύμα. Ειλικρινά, δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε αυτό». «Φυσικά. Μ α θα μας αποζημιώσει. Πες τους ότι θα τους αποζημιώσεις, Τζέιμς». Μ α όταν του έριξε μια ματιά, για να επιβεβαιώσει ότι θα μπορούσε να γλιτώσει, εκείνος την κοίταξε έξω φρενών και η υπερηφάνειά του τον έκανε να κρατήσει το στόμα του κλειστό. «Τόμας!» φώναξε τότε εκείνη, στα πρόθυρα του πανικού. «Αρχίζει να ξεφεύγει η κατάσταση! Μ ιλάμε για εγκλήματα που διαπράχθηκαν… πριν από χρόνια!» «Εφτά ή οχτώ», απάντησε εκείνος ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. «Η δική μου μνήμη συνήθως με απατά, σε αντίθεση με αυτή του κάπτεν Μ άλορι, που είναι αξιοθαύμαστη». Ο Τζέιμς γέλασε τότε, μα αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. «Τώρα με πιέζετε, για να με αναγκάσετε να δεχτώ; Μ ε κατηγορείτε για χρήση βίας και καταστροφές; Κι εσείς, οι


286

JOHANNA LINDSEY

αναθεματισμένοι αποικιοκράτες, αποκαλείτε εμένα πειρατή;» «Απλώς θέλουμε να σε παραδώσουμε στη δικαιοσύνη, μα καθώς ο Μ πόιντ κι εγώ είμαστε οι μόνοι μάρτυρες κατηγορίας…» Δεν τελείωσε τη φράση του, αλλά ακόμα κι η Τζορτζίνα έπιασε το υπονοούμενο του Τόμας. Αν ο Τζέιμς συνεργαζόταν, δεν θα είχε θετική έκβαση η υποτιθέμενη δίκη του, λόγω έλλειψης μαρτύρων υπεράσπισης. Μ άλιστα εκείνη άρχισε να ηρεμεί, ώσπου ακούστηκε ένας άλλος αδελφός της. «Μ πορεί η δική σου μνήμη να επηρεάζεται από συναισθηματισμούς, Τόμας», είπε ο Γουόρεν, «μα άκουσα πολύ καθαρά την ομολογία του κυρίου από δω. Και, μα τον Θεό, θα το επιβεβαιώσω ως μάρτυρας». «Η στρατηγική σου με εκπλήσσει, Γιάνκη. Ποια να είναι άραγε; Εκδίκηση ή δικαίωση; Ή πέφτεις στην πλάνη να θεωρείς ότι η μία συμπληρώνει την άλλη;» Το δηκτικό χιούμορ του Τζέιμς φούντωσε το λυσσαλέο μίσος του Γουόρεν. «Δεν θα υπάρξει καμία δικαίωση, αν εγώ δεν έχω τίποτα να πω. Να μου λείπουν οι ψεύτικες υποσχέσεις σου, Χοκ». Το όνομα αυτό το πρόφερε με ιδιαίτερη περιφρόνηση και μεγάλη έμφαση. «Υπάρχουν ακόμη το πλοίο και το πλήρωμά σου. Κι αν αυτά δεν σ’ ενδιαφέρουν, οι αποφάσεις που θα πάρεις τώρα θα καθορίσουν αν το πλήρωμά σου κατηγορηθεί μαζί μ’ εσένα». Ο Τζέιμς δύσκολα έχανε την ψυχραιμία του τώρα πια. Πριν από πολύ καιρό είχε την παρορμητικότητα της νιότης του και, παρόλο που εξακολουθούσε να θυμώνει συχνά, μόνο κάποιος που τον ήξερε επί χρόνια μπορούσε να το αντιληφθεί. Αν απειλούσες την οικογένειά του, δεν θα έπρεπε να περιμένεις να τη βγάλεις καθαρή· και το μισό πλήρωμά του ήταν σαν οικογένειά του για κείνον. Άρχισε να πλησιάζει τον Γουόρεν με αργά βήματα. Η Τζορτζίνα τον κοιτούσε και φοβόταν ότι ο αδελφός της το είχε παρατραβήξει αυτή τη φορά, αλλά και ότι οι επικίνδυνες


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

287

ικανότητες του Τζέιμς, τις οποίες εκείνη κι ο Μ ακ είχαν διακρίνει από την πρώτη στιγμή που τον είδαν, δεν είχαν απελευθερωθεί μέχρι τώρα. Ακόμα και η φωνή του ήταν παραπλανητική, ελαφρώς βραχνή, όταν τον προειδοποίησε: «Υπερβαίνεις τα δικαιώματα που σου αναλογούν στην παρούσα περίσταση αν ανακατέψεις στην υπόθεση το πλοίο μου και το πλήρωμά μου». Ο Γουόρεν ξεφύσηξε με περιφρόνηση. «Αν ένα βρετανικό πλοίο πλέει στα ύδατά μας; Και μάλιστα ένα πλοίο ύποπτο για πειρατεία; Έχω κάθε δικαίωμα να το κάνω». «Τότε κι εγώ το ίδιο». Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, κι οι πάντες στο δωμάτιο τρόμαξαν, ειδικά ο Γουόρεν, που ένιωσε ένα ζευγάρι απίστευτα δυνατά χέρια να του σφίγγουν το λαιμό. Δεν ήταν αδύναμος κι ο ίδιος, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη λαβή που του έκανε με τα δάχτυλά του. Ο Κλίντον κι ο Ντρου όρμησαν και άρπαξαν τα χέρια του Τζέιμς, αλλά ούτε κι εκείνοι κατάφερναν να τον αναχαιτίσουν. Και τα δάχτυλά του, αργά και αδυσώπητα συνέχιζαν να πιέζουν. Το πρόσωπο του Γουόρεν είχε αρχίσει ήδη να μελανιάζει. Ο Τόμας βρήκε κάτι αρκετά βαρύ κι ετοιμάστηκε να το πετάξει στον Τζέιμς, με σκοπό τον ρίξει κάτω αναίσθητο, μα δεν χρειάστηκε να το χρησιμοποιήσει. Η Τζορτζίνα, έντρομη, πήδηξε στην πλάτη του Τζέιμς και του φώναζε στ’ αυτί: «Τζέιμς, σε παρακαλώ, είναι ο αδελφός μου!» κι έτσι εκείνος τον άφησε. Ο Κλίντον κι ο Ντρου έκαναν το ίδιο, πιάνοντας τον Γουόρεν, καθώς εκείνος άρχισε να καταρρέει. Τον έβαλαν να κάτσει στην πιο κοντινή καρέκλα, εξέτασαν το λαιμό του και διαπίστωσαν ότι δεν είχε σπάσει κάτι. Τώρα εκείνος άρχισε να βήχει προσπαθώντας να ξαναγεμίσει με αέρα τα άδεια πνευμόνια του. Η Τζορτζίνα απαγκιστρώθηκε από το λαιμό του Τζέιμς, ταραγμένη με αυτό που είχε μόλις κάνει εκείνος. Συγκρατούσε ακόμη το θυμό της, αλλά καθώς ο Τζέιμς γύρισε να την κοιτάξει,


288

JOHANNA LINDSEY

διαπίστωσε ότι εκείνη βρισκόταν σε πλήρη παροξυσμό. «Θα μπορούσα να του σπάσω τον αναθεματισμένο του λαιμό μέσα σε δύο δευτερόλεπτα! Το ξέρετε;» Εκείνη ζάρωσε κάτω από την απειλή της οργής του: «Ναι, νομίζω ότι το ξέρουμε». Για μια στιγμή απλώς την αγριοκοίταξε. Εκείνη ένιωθε ότι ο Τζέιμς δεν είχε εξαντλήσει την οργή του στον Γουόρεν κι ότι είχε απόθεμα και για την ίδια. Φαινόταν στο βλέμμα του και στην ένταση του στιβαρού κορμιού του. Μ α μόλις πέρασε η στιγμή της έντασης, εκείνος την αιφνιδίασε, όπως και όλους τους παρευρισκόμενους στο δωμάτιο. «Τότε φέρτε τον παπά σας να τελειώνουμε, πριν με ξαναπιάσει». Σε λιγότερο από πέντε λεπτά είχαν εντοπίσει τον εφημέριο Τιλ, που ήταν καλεσμένος στο χορό και περιπλανιόταν στο σπίτι. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες, η Τζορτζίνα παντρεύτηκε τον Τζέιμς Μ άλορι, υποκόμη του Ράιντινγκ, πειρατή εν αποστρατεία και ένας Θεός ξέρει τι άλλο. Δεν ήταν ακριβώς ο γάμος των ονείρων της, όπως τον φανταζόταν όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας υπομονετικά τον Μ άλκολμ. Υπομονετικά; Όχι. Συνειδητοποίησε τώρα ότι της ήταν αδιάφορος. Μ α κανείς από τους παρευρισκόμενους στο γραφείο δεν έδειχνε αδιαφορία εκείνη τη στιγμή. Ο Τζέιμς είχε υποκύψει, αλλά χωρίς ίχνος ευγένειας. Η μνησικακία και η οργή ήταν λίγα μόνο από τα λανθασμένα συναισθήματα που επιδείκνυε στο γάμο του. Μ α και τ’ αδέλφια της Τζορτζίνα δεν πήγαιναν πίσω, καθώς απόλυτα αποφασισμένα να τη δουν παντρεμένη, αν και μισούσαν την ώρα και τη στιγμή, και δεν δίσταζαν να το δείξουν. Όσον αφορά στην ίδια, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να το παίξει πεισματάρα και ν’ αφήσει την υπερηφάνειά της να την παρασύρει αποφεύγοντας αυτή τη φαρσοκωμωδία, όπως θα το ήθελε. Δεν επιθυμούσε το μωρό της να σκεφτεί ποιος θα είχε όφελος από το όνομα του πατέρα του.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

289

Αναρωτήθηκε μήπως κάποιος θα άλλαζε συμπεριφορά αν γνώριζε για το μωρό, αλλά την έπνιξαν οι αμφιβολίες. Ο Τζέιμς θα εξαναγκαζόταν και πάλι να την παντρευτεί και δεν θα μπορούσε να αποφύγει αυτό το ταπεινωτικό γεγονός. Ίσως αργότερα να είχε κάποια σημασία για εκείνον, να του έφτιαχνε τη διάθεση. Θα του το έλεγε κάποια στιγμή, μάλλον… ίσως κι όχι, αν τελικά επικρατούσε η γνώμη του Γουόρεν. Αυτό κι έγινε. Όταν ο εφημέριος τούς ανακήρυξε συζύγους, ο Γουόρεν είπε: «Και τώρα κλειδώστε τον. Την έχει ήδη ζήσει την πρώτη νύχτα του γάμου του».


290

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 35 «Μ η νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά, Τζόρτζι». Η Τζορτζίνα χτύπησε το κεφάλι της στο γραφείο του Κλίντον στην προσπάθειά της να παραβιάσει το κλειδωμένο συρτάρι. Ο Ντρου στεκόταν εκεί, κουνώντας το καστανόξανθο κεφάλι του απέναντί της. Ο Μ πόιντ στεκόταν δίπλα του, κάπως μπερδεμένος με τα λόγια του Ντρου. Η Τζορτζίνα σηκώθηκε αργά, έξαλλη που την έπιασαν στα πράσα. Να πάρει! Ήταν σίγουρη ότι είχαν πάει όλοι για ύπνο. Κι ο Ντρου ήταν υπερβολικά διορατικός, καθώς μάντεψε τις προθέσεις της. Ωστόσο, δεν ίδρωσε τ’ αυτί της. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Φυσικά και καταλαβαίνεις, αγαπητή μου». Ο Ντρου τής χαμογέλασε. «Ακόμα κι αν καταφέρεις να το αποκτήσεις, αυτό το βάζο είναι ασήμαντο μπροστά σε ό,τι σου έκανε ο Άγγλος. Ο Γουόρεν θα προτιμούσε να θυσιάσει το βάζο παρά ν’ αφήσει τον κάπτεν Χοκ να ξεφύγει». «Δεν θέλω να τον αποκαλείς έτσι», είπε εκείνη και σωριάστηκε βαριεστημένα στην καρέκλα που βρισκόταν πίσω από το γραφείο. «Άκουσα καλά;» ρώτησε ο Μ πόιντ. «Θες να ελευθερώσεις αυτόν τον παλιάνθρωπο, Τζόρτζι;» Εκείνη ύψωσε το πιγούνι της. «Και λοιπόν; Όλοι σας αγνοή​σατε το γεγονός ότι ο Τζέιμς ήρθε ως εδώ για χάρη μου. Αν δεν είχε έρθει, δεν θα τον είχες αναγνωρίσει εσύ κι ο Τόμας και δεν θα ήταν κλειδαμπαρωμένος στο κελάρι αυτή τη στιγμή. Νομίζεις ότι το σηκώνει η συνείδησή μου να τον σύρουμε στα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

291

δικαστήρια και να καταδικαστεί σε απαγχονισμό;» «Θα μπορούσε να αθωωθεί στη δίκη, αν το θέλει ο Τόμας», επισήμανε ο Μ πόιντ. «Δεν μπορώ να το διακινδυνεύσω». Ο Ντρου συνοφρυώθηκε. «Τον αγαπάς, Τζόρτζι;» «Τι ανοησίες!» απάντησε εκείνη χλευαστικά. «Δόξα σοι ο Θεός!» είπε εκείνος ξεφυσώντας δυνατά. «Ειλικρινά πίστεψα ότι είχες χάσει τα μυαλά σου». «Αν όντως τα έχασα», απάντησε εκείνη αυστηρά, «ευτυχώς τα ξαναβρήκα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θ’ αφήσω τον Γουόρεν και τον Κλίντον να κάνουν το δικό τους». «Ο Κλίντον δεν δίνει δεκάρα αν εκείνος είναι ο περιβόητος Χοκ», είπε ο Ντρου. «Απλώς θέλει να μη σπιλώσει ξανά τ’ όνομα της οικογένειάς μας. Ακόμη τον τσούζει που δεν μπόρεσε να τον νικήσει στον καβγά». «Κι εσάς το ίδιο, αλλά δεν σας άκουσα να ζητάτε βοήθεια». Ο Μ πόιντ γέλασε ειρωνικά. «Θ’ αστειεύεσαι, Τζόρτζι. Δεν τον έβλεπες τον τύπο; Ήμασταν πολύ κατώτεροί του, ήταν δύσκολο και μόνο να τον συγκρατήσουμε. Δεν είναι ντροπή να χάνεις από κάποιον τόσο καλό στην πυγμαχία». Ο Ντρου απλώς χαμογέλασε. «Έχει δίκιο ο Μ πόιντ. Ο τύπος θα ήταν αξιοθαύμαστος, αν δεν ήταν τόσο… τόσο…» «Ανταγωνιστικός; Προσβλητικός; Υποτιμητικός σε κάθε του σχόλιο;» είπε η Τζορτζίνα γελώντας σχεδόν. «Λυπάμαι που πρέπει να σου το πω εγώ, αλλά αυτό ισχύει πάντα, ακόμα και με τους πιο στενούς του φίλους». «Μ α, αυτό εμένα θα με τρέλαινε», αναφώνησε ο Μ πόιντ. «Εσένα όχι;» Η Τζορτζίνα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Όταν το συνηθίσεις, το βρίσκεις διασκεδαστικό. Μ α, όπως συμβαίνει συχνά, είναι μια επικίνδυνη συνήθεια, γιατί απλώς δεν τον νοιάζει αν ενοχλήσει κάποιον με την ανάρμοστη συμπεριφορά του… όπως απόψε. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις συνήθειές του ή τα εγκλήματα που διέπραξε στο παρελθόν ή οτιδήποτε άλλο, δεν


292

JOHANNA LINDSEY

θεω​ρώ ότι του φερθήκαμε δίκαια». «Μ ια χαρά τού φερθήκαμε», επέμεινε ο Μ πόιντ, «αν αναλογιστείς τι σου έκανε». «Αφήστε με εμένα στην άκρη. Δεν κρεμάς έναν άνθρωπο επειδή ξελόγιασε μια γυναίκα. Αν ήταν έτσι, θα κινδυνεύατε κι εσείς οι δύο – σωστά;» Ο Μ πόιντ είχε την καλοσύνη να κοκκινίσει, μα ο Ντρου χαμογέλασε ειρωνικά και οργισμένα. «Θα το θέσω αλλιώς», συνέχισε η Τζορτζίνα, κατακεραυνώνοντας τον Ντρου με ένα βλέμμα γεμάτο αηδία. «Δεν με νοιάζει αν ήταν πειρατής, κι ούτε θέλω να κρεμαστεί. Και το πλήρωμά του δεν έπρεπε καν να το αναφέρετε. Σ’ αυτό είχε δίκιο». «Ίσως, αλλά δεν καταλαβαίνω τι μπορείς να κάνεις εσύ», απάντησε ο Μ πόιντ. «Όσα είπες δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν τη γνώμη του Γουόρεν». «Έχει δίκιο», πρόσθεσε ο Ντρου. «Πήγαινε καλύτερα να κοιμηθείς κι ας ελπίσουμε για το καλύτερο». «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό», είπε εκείνη απλώς και βούλιαξε στην καρέκλα της. Άρχιζε πάλι να νιώθει εκείνον τον ύπουλο πανικό που την είχε οδηγήσει εδώ, να προσπαθεί να καταφύγει σε λύσεις απελπισίας. Προσπάθησε να τον ξεπεράσει, αλλά ο πανικός δεν τη βοηθούσε. Έπρεπε να σκεφτεί. Και τότε της ήρθε μια ιδέα, καθώς κοίταζε τα δύο μικρότερα αδέλφια της να κατευθύνονται προς το ντουλάπι με τα ποτά, για τα οποία είχαν έρθει κι οι δυο τους. Δεν την εξέπληξε το γεγονός ότι χρειάζονταν λίγη βοήθεια για να κοιμηθούν απόψε, μετά το ξύλο που είχαν φάει. Προσπάθησε να μη σκέφτεται σε πόσο χειρότερη κατάσταση ήταν ο Τζέιμς. Αποφάσισε να επικεντρωθεί στα γεγονότα. «Ο Τζέιμς είναι πλέον γαμπρός σας. Αυτό θέλατε όλοι σας και το πετύχατε. Εσείς οι δύο θα βοηθήσετε;» «Θέλεις να πάρουμε το κλειδί από τον Γουόρεν;» είπε χαμογελώντας ειρωνικά ο Ντρου. «Είμαι μέσα!»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

293

Ο Μ πόιντ, που έπινε μπράντι, λίγο έλειψε να πνιγεί. «Ούτε να το σκέφτεσαι!» «Δεν είχα αυτό στο νου μου», διευκρίνισε η Τζορτζίνα. «Δεν χρειάζεται ούτε να τα χαλάσετε με τον Γουόρεν, ούτε να μάθει ότι κάναμε κάτι οι τρεις μας». «Υποθέτω ότι εύκολα θα μπορούσαμε να σπάσουμε την παλιά κλειδαριά στην πόρτα του κελαριού», παραδέχτηκε ο Ντρου. «Όχι, ούτε κι αυτό», είπε η Τζορτζίνα. «Ο Τζέιμς δεν θα φύγει χωρίς το πλήρωμά του ή το πλοίο του, αλλά δεν είναι σε θέση να απελευθερώσει ούτε τους πρώτους, ούτε το δεύτερο. Ίσως νομίζει ότι μπορεί, αλλά…» «Άρα θέλεις να τον βοηθήσουμε και σ’ αυτό;» «Αυτό είναι το θέμα. Είναι τόσο θυμωμένος αυτή τη στιγμή, που ειλικρινά δεν πιστεύω ότι θα δεχτεί τη βοήθειά σας. Θα προσπαθήσει να τα κάνει όλα μόνος του και θα τον ξαναπιάσουν. Μ α, αν απελευθερώσουμε πρώτα το πλοίο και το πλήρωμά του, τότε θα είναι εύκολο για εκείνους να απελευθερώσουν τον Τζέιμς και να τον ξαναπάρουν στο πλοίο. Ως το πρωί θα έχουν φύγει κι ο Γουόρεν θα υποθέσει ότι του ξέφυγαν κάποιοι άνθρωποι του Τζέιμς, που τον βοήθησαν να δραπετεύσει». «Κι ο φρουρός που άφησε ο Γουόρεν στο Μέιντεν Ανν; Θα του πει ακριβώς τι συνέβη στο πλοίο». «Αυτοί οι τύποι δεν μπορούν να πουν τίποτα αν δεν μας αναγνωρίσουν», είπε η Τζορτζίνα εμπιστευτικά. «Θα σας εξηγήσω στη διαδρομή. Χρειάζομαι μόνο λίγα λεπτά για ν’ αλλάξω ρούχα». Ωστόσο, καθώς απομακρυνόταν από το γραφείο, ο Ντρου την έπιασε απαλά από το μπράτσο και τη ρώτησε: «Θα φύγεις μαζί του;» Η απάντησή της δεν είχε ίχνος δισταγμού ή συγκίνησης. «Όχι.Δεν με θέλει». «Εγώ άλλα κατάλαβα». Εκείνη έμεινε σταθερή, καθώς θυμήθηκε πως όλοι άκουσαν τον Τζέιμς να λέει ότι θα γινόταν καλή ερωμένη. «Τότε θα σου


294

JOHANNA LINDSEY

το πω αλλιώς. Δεν θέλει σύζυγο». «Γι’ αυτό δεν χωράει αμφιβολία. Πάντως, ούτε ο Κλίντον ούτε κι ο Γουόρεν θα σε άφηναν να φύγεις. Μ πορεί να σε πάντρεψαν μαζί του, αλλά σε διαβεβαιώνω ότι δεν είχαν καμία πρόθεση να σ’ αφήσουν να ζήσεις μαζί του». Ούτε για αυτό χωρούσε αμφιβολία, αλλά δεν ήθελε να ζήσει με τον Τζέιμς. Το εννοούσε πριν όταν είπε ότι δεν τον αγαπάει. Δεν τον αγαπούσε πια, στ’ αλήθεια, και όσο πιο συχνά το έλεγε τόσο πιο σύντομα θα γινόταν πραγματικότητα.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

295

Κεφάλαιο 36 Σαράντα λεπτά αργότερα οι τρεις μικρότεροι Άντερσον εντόπισαν τον ορμίσκο όπου ήταν ακόμη αγκυροβολημένο το Μέιντεν Ανν. Το πλήρωμα του Γουόρεν το είχε καταλάβει με το πρόσχημα της επίσημης επιβίβασης του επικεφαλής του λιμανιού κι ο Κόνραντ Σαρπ δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, δεδομένου ότι δεν ήξερε αν το Μ πρίτζπορτ ήταν στη δικαιοδοσία του ή όχι. Ευτυχώς, δεν υπήρξαν τραυματίες. Η δολιοφθορά είχε απόλυτη επιτυχία επιτρέποντας σε αρκετά μέλη του πληρώματος του Γουό​ρεν να περάσουν από το Νηρεύς στο Μέιντεν Ανν και να αποκτήσουν τον έλεγχο του ανυποψίαστου πλοίου. Και καθώς ο Γουόρεν δεν είχε δώσει εντολή στους δικούς του να μεταφέρουν είτε το πλοίο είτε το πλήρωμά του στο Μ πρίτζπορτ, οι άντρες του απλώς κλείδωσαν το πλήρωμα του Μέιντεν Ανν στο πλοίο τους κι άφησαν μια μικρή ομάδα αντρών να φρουρούν τόσο εκείνους, όσο και το πλοίο. Το Νηρεύς δεν έμεινε πίσω, αλλά επέστρεψε στο Μ πρίτζπορτ με τα περισσότερα μέλη του πληρώματος. Καθώς όλα συνέβησαν μεταξύ των δύο πλοίων, η Τζορτζίνα έλπιζε ότι θα υπήρχε κάποιο σκάφος αγκυροβολημένο στην ακτή που θα είχε χρησιμοποιήσει ο Τζέιμς για να βγει στη στεριά και με αυτό θα μπορούσαν να πάνε ως το πλοίο. Ωστόσο, ύστερα από δεκάλεπτη έρευνα, διαπίστωσαν ότι κάποιος τρίτος είχε μεταφέρει τον Τζέιμς στη στεριά. «Ελπίζω να ξέρεις ότι δεν φαντάστηκα πως η μεταμεσονύχτια κολύμβηση θα ήταν μέρος αυτού του τρελού σχεδίου. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά είναι μέσα Οκτώβρη. Θα παγώσουν τα…


296

JOHANNA LINDSEY

ξέρεις τώρα, Τζορτζ». Η Τζορτζίνα ζάρωσε ακούγοντας το νέο όνομα με το οποίο την αποκαλούσαν τα δύο αδέλφια της από την ώρα που τους αιφνιδία​σε, όταν κατέβηκε ντυμένη με τ’ αγορίστικα παλιά της ρούχα, που είχε την καλοσύνη να της επιστρέψει ο Τζέιμς. Ο Ντρου μάλιστα το παρατράβηξε και την έφερε σε αμηχανία λέγοντας: «Δεν μου αρέσεις καθόλου με παντελόνια τώρα που ο Άγγλος επεσήμανε ποια μέρη του σώματός σου αναδεικνύουν». «Δεν ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά σου, Μ πόιντ», είπε εκείνη με ορμή τώρα. «Σκέψου πόσο πιο δύσκολο θα ήταν αν είχαν αγκυροβολήσει το πλοίο στο λιμάνι, όπου θα μας έβλεπαν όλα τα γειτονικά πλοία και όχι μόνο οι άντρες του Γουόρεν». «Αν ήταν έτσι, αδελφούλα, δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσω με το σχέδιό σου». «Ναι, αλλά συμφώνησες», είπε εκείνη βιαστικά. «Γι’ αυτό βγάλε τα παπούτσια σου να τελειώνουμε. Αυτοί οι άντρες χρειά​ζονται πράγματι ένα κάποιο προβάδισμα, σε περίπτωση που ο Γουόρεν όντως γελοιοποιηθεί κι αποφασίσει να τους κυνηγήσει». «Ο Γουόρεν μπορεί να νιώθει ικανοποιημένος για τον καπετάνιο σου», επεσήμανε ο Ντρου, «αλλά δεν έχει τάσεις αυτοκτονίας. Πίσω από εκείνα τα ανοίγματα καραδοκούν κανόνια, γλυκιά μου. Κι ο Χοκ μάς είπε ότι αποσύρθηκε, και καλά, απ’ την πειρατεία;» «Φαντάζομαι πως οι παλιές συνήθειες δεν κόβονται εύκολα», είπε εκείνη υπερασπιζόμενη τον Τζέιμς, μια συνήθεια που κατάλαβε ότι έπρεπε να κόψει. «Άλλωστε, ταξίδευε στις Δυτικές Ινδίες, που βρίθουν από πειρατές». Αυτή η λογική εξήγηση έκανε και τα δύο της αδέλφια να χαμογελάσουν, ενώ ο Ντρου σχολίασε: «Αυτό κι αν είναι! Ένας πρώην πειρατής ανησυχεί μήπως του επιτεθούν τα παλιά του θύματα». Αναλογιζόμενη πόσο αληθινά ήταν τα τελευταία του λόγια, η Τζορτζίνα απλώς είπε: «Αν εσείς οι δύο δειλιάζετε, να μείνετε με


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

297

τα άλογα. Εγώ θα συνεχίσω και χωρίς εσάς». «Μ α τον Θεό, πόσο δίκιο είχε ο Κλίντον!» είπε ο Ντρου στον Μ πόιντ ισορροπώντας στο ένα του πόδι, για να βγάλει την μπότα από το άλλο. «Έγινε αυταρχική, τελεία και… Περίμενε, Τζόρτζι, δεν θ’ ανέβεις πρώτη στο πλοίο!» Μ α εκείνη ήταν ήδη μέσα στο νερό, αναγκάζοντας και τους δυο τους να βάλουν τα δυνατά τους για να τη φτάσουν. Καθώς ήταν δεινοί κολυμβητές, δεν τους πήρε πολλή ώρα, και σύντομα οι τρεις τους κολυμπούσαν χωρίς προβλήματα στα νερά του όρμου. Δέκα λεπτά αργότερα προσέγγισαν το πλοίο και κολύμπησαν γύρω από το σκοινί της άγκυρας, που θα τους βοηθούσε να αναρριχηθούν στο κατάστρωμα. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, θα χρησιμοποιούσαν τη λέμβο του Τζέιμς, θα προσέγγιζαν το πλοίο και θα ισχυρίζονταν ότι είχαν βρει άλλο ένα μέλος του πληρώματος του Μέιντεν Ανν και το έφεραν εκεί, για να το φρουρούν μαζί με τα υπόλοιπα. Η Τζορτζίνα θα μιλούσε και θα έβγαινε μπροστά, καθώς είχε τις λιγότερες πιθανότητες απ’ όλους να την αναγνωρίσουν. Ο Ντρου θα στεκόταν πίσω τους κι ο Μ πόιντ θα ήταν ο υποτιθέμενος «αιχμάλωτος» στη μέση. Έπειτα, μόλις εκείνη θα πλησίαζε κοντά σ’ έναν από τους φρουρούς, θα έσκυβε το κεφάλι κι ο Μ πόιντ θα του έδινε μια γροθιά. Απλούστατο. Μ α, δεδομένου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να φέρνουν αιχμάλωτο στο πλοίο κολυμπώντας, έπρεπε να εγκαταλείψουν το συγκεκριμένο σχέδιο, τουλάχιστον ώσπου το κατάστρωμα να είναι ασφαλές. Καθώς ούτε ο Ντρου ούτε κι ο Μ πόιντ επρόκειτο να αφήσουν την Τζορτζίνα να συμμετάσχει σε κάτι τέτοιο, έπρεπε να περιμένει στο νερό, ενώ εκείνοι εξαφανίστηκαν στα πλαϊνά του πλοίου. Περίμενε, όχι πολύ υπομονετικά, καθώς περνούσαν τα λεπτά κι εκείνη δεν είχε ιδέα τι γινόταν πάνω. Η απουσία οποιουδήποτε θορύβου ήταν καθησυχαστική, αλλά δεν άκουγε και πολλά, καθώς το νερό τη χτυπούσε στ’ αυτιά, που ήταν καλυμμένα με ένα μάλλινο καπέλο, μέρος της αμφίεσής της. Και


298

JOHANNA LINDSEY

καθώς δεν είχε τίποτα να κάνει για να σκοτώσει το χρόνο της, πολύ σύντομα το νερό άρχισε να της εξάπτει τη φαντασία. Μ ήπως υπήρχαν καρχαρίες στην περιοχή; Ένας γείτονάς τους δεν είχε πιάσει πέρυσι έναν καρχαρία όταν ξανοίχτηκε για ψάρεμα; Στη σκιά του πλοίου δεν έβλεπε τίποτα να κινείται στην επιφάνεια του νερού, πόσω μάλλον γύρω της. Μ όλις ένα λεπτό αργότερα η Τζορτζίνα βρισκόταν έξω από το νερό και σκαρφάλωνε στο σκοινί της άγκυρας. Αλλά όχι μέχρι πάνω. Της είπαν να περιμένει, αν δεν ήθελε να μπλέξει σε μπελάδες, κι εκείνη δεν είχε πρόθεση να θυμώσουν μαζί της ο Μ πόιντ κι ο Ντρου, μετά την τόση προθυμία τους να βοηθήσουν. Μ α ποιος υπολογίζει τις προθέσεις; Τα χέρια της δεν ήταν φτιαγμένα για αναρρίχηση σε χοντρό σκοινί. Πράγματι, ίσα που τα κατάφερε να φτάσει στην κορυφή και τότε δεν μπορούσε να κρατηθεί πια. Και δεδομένου ότι ήταν βέβαιη πια πως θα ξανάπεφτε στα νερά με τους καρχαρίες, ανακουφίστηκε που κατάφερε να περάσει στην άλλη πλευρά. Ξάφνου είδε μια ντουζίνα άντρες να στέκονται κοντά της, για να την προϋπαντήσουν.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

299

Κεφάλαιο 37 Όρθια μέσα σε μια λιμνούλα θαλασσινού νερού, ανατριχιάζοντας από την παγωμένη νύχτα και τον άνεμο, που μαστίγωνε το κατάστρωμα, η Τζορτζίνα άκουσε μια ξερή φωνή να της λέει υποτιμητικά: «Κοίτα να δεις. Ο φιλαράκος μας ο Τζορτζ. Ήρθες για επίσκεψη;» «Κόνι;» είπε η Τζορτζίνα κοντανασαίνοντας, καθώς ο ψηλός κοκκινομάλλης πήγε προς το μέρος της, για να της ρίξει ένα βαρύ παλτό στους ώμους. «Μ α… πώς και είσαι ελεύθερος;» «Άρα ξέρεις τι έγινε εδώ;» «Φυσικά. Μ α, δεν καταλαβαίνω. Μ όνοι σας δραπετεύσατε;» «Ναι, μόλις άνοιξε η πόρτα της καταπακτής. Οι συμπατριώτες σου δεν είναι και πολύ έξυπνοι, τσιληβιθράκο μου. Ανταλλάξαμε θέσεις στο πι και φι». «Θεέ μου! Ελπίζω να μην τους χτυπήσατε». Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Όσο χρειάστηκε για να τους πετάξουμε εκεί που μας είχαν πετάξει. Γιατί;» «Ήρθαν να σας ελευθερώσουν! Δεν τους αφήσατε καν να σας εξηγήσουν;» «Όχι, που να πάρει!» απάντησε εκείνος με έμφαση. «Πού να ήξερα ότι ήταν φίλοι σου;» «Όχι, καλέ. Τ’ αδέλφια μου ήταν». Εκείνος γέλασε με την απογοήτευσή της. «Δεν έγινε και τίποτα. Χένρι, φέρε τους δύο νεαρούς, και να ’σαι καλός μαζί τους αυτή τη φορά». Και συνέχισε: «Τώρα, Τζορτζ, θα είχες την καλοσύνη να μας πεις πού είναι ο Τζέιμς;» «Αυτή είναι μεγάλη ιστορία κι επειδή δεν έχουμε χρόνο θα


300

JOHANNA LINDSEY

σας εξηγήσω καλύτερα πηγαίνοντας προς την ακτή». Ο Κόνι αντέδρασε ξαφνικά όχι τόσο στα λόγια της, αλλά στην ξαφνική της ανησυχία. «Είναι καλά;» «Φυσικά… έχει λίγες μελανιές βέβαια… και χρειάζεται τη βοή​θειά σας για να βγει από το κελάρι όπου τον έχουν κλειδώσει». «Τον έχουν κλειδώσει;» άρχισε να γελάει ο Κόνι, προς απογοή​τευση της Τζορτζίνα. «Πού το βρίσκετε το αστείο, κύριε Σαρπ; Έχουν σκοπό να τον παραπέμψουν σε δίκη για πειρατεία», του είπε έξω απ’ τα δόντια κι αυτό έκοψε απότομα το γέλιο του. «Να πάρει η ευχή! Τον είχα προειδοποιήσει». «Ίσως θα έπρεπε να του είχατε πει να βγάλει το σκασμό, γιατί για όλα ευθύνονται ο ίδιος και οι πομπώδεις εξομολογήσεις του». Έτσι, παρακίνησε τον ύπαρχο να βιαστούν, αλλά αναγκάστηκε να του εξηγήσει τα πάντα στη διαδρομή. Άφησε τ’ αδέλφια της προσωρινά πίσω, παρά τις έντονες αντιρρήσεις τους, προκειμένου ο Κόνι και οι άντρες του να χρησιμοποιήσουν τα άλογά τους. Η Τζορτζίνα είχε την τιμή να ιππεύσει μαζί με τον ύπαρχο, αλλά καθώς φοβόταν, εκείνος κάθε τόσο τη διέκοπτε ακούγοντας τις λεπτομέρειες και αναφωνώντας: «Αποκλείεται!» ή «Να πάρει! Έκανε τέτοιο πράγμα;», και καταλήγοντας: «Ως εδώ καλά, Τζορτζ, αλλά αποκλείεται να πιστέψω ότι ο Τζέιμς Μ άλορι δέθηκε με τα δεσμά του γάμου». Κι εκείνη απάντησε: «Δεν χρειάζεται να με πιστέψεις. Εγώ είμαι το άλλο μισό που δέθηκε με τα ίδια δεσμά». Και καθώς δεν προσπάθησε καν να του εξηγήσει περαιτέρω, έφτασαν στο σπίτι της χωρίς εκείνος να έχει ακόμη πειστεί. Λίγο την ένοιαζε. Είχε πια βαρεθεί τόσο που δεν θα τους έδειχνε καν το δρόμο προς το κελάρι, αν δεν φοβόταν μήπως ξυπνήσουν τους υπηρέτες περπατώντας και σκοντάφτοντας μόνοι τους μες στο σκοτάδι. Πόσο θα ήθελε να μην περιμένει εκεί ώσπου να ανοίξουν την πόρτα με μοχλό. Στο φως του κεριού που είχε πάρει εκείνη από


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

301

την κουζίνα ο Τζέιμς δεν δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τους διασώστες του. Μ όνο την ίδια δεν αναγνώρισε, γιατί στεκόταν πολύ πιο πίσω από την πόρτα. Μ α δεν περίμενε να πει ο Τζέιμς κάτι διαφορετικό έστω κι αν ήξερε ότι ήταν κι εκείνη παρούσα. «Γιατί έκανες τόσο κόπο, γέρο; Μ ου αξίζει και με το παραπάνω να κρεμαστώ για όσα επέτρεψα να γίνουν εδώ πέρα». Η Τζορτζίνα δεν έδωσε σημασία στη λέξη «επέτρεψα». Το μόνο που άκουσε ήταν η αηδία του Τζέιμς για τη νέα οικογενειακή του κατάσταση. Κι ο Κόνι πρέπει να άκουσε το ίδιο ακριβώς. «Άρα είναι αλήθεια; Όντως παντρεύτηκες τη μικρή;» «Κι εσύ πώς το ’μαθες;» «Αφού μου το είπε η νυφούλα, φυσικά». Ο Κόνι έσκασε στα γέλια πριν ολοκληρώσει τη φράση του: «Μ ήπως… πρέπει… να σε συγχαρώ;» «Για τόλμησε και θα φροντίσω να μην μπορέσεις να ξαναπείς λέξη», γρύλισε ο Τζέιμς και συνέχισε: «Άρα την είδες. Και πού το άφησες αυτό το άπιστο μαργαριτάρι;» Ο Κόνι κοίταξε τριγύρω. «Μ α εδώ ήταν». «Τζορτζ!» Η Τζορτζίνα σταμάτησε στην κορυφή της σκάλας και κοντοστάθηκε όταν άκουσε κάτι που έμοιαζε με κανονιά. Ως τότε νόμιζε ότι μόνο τ’ αδέλφια της φώναζαν τόσο δυνατά. Έσφιξε τα δόντια και τις γροθιές της και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες, για να βλαστημήσει κι εκείνη. «Να πάρει! Ηλίθιε! Θες να ξυπνήσεις όλο το σπίτι ή ίσως και τους γείτονες; Μ ήπως σου άρεσε το κελάρι και…» Και λέγοντας αυτά τον πλησίασε, κι ένα τεράστιο χέρι τής έκλεισε το στόμα, το χέρι του Τζέιμς. Εκείνος τη σταμάτησε για μια στιγμή, μα ήταν πολύ γρήγορος και, πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, τη θέση του χεριού του πήρε ο λαιμοδέτης του, που αποδείχτηκε ιδιαίτερα χρήσιμος όταν τον έδεσε αρκετές φορές γύρω από το κεφάλι της. Ο Κόνι, που παρακολουθούσε τη διαδικασία, δεν είπε λέξη,


302

JOHANNA LINDSEY

ιδιαίτερα όταν παρατήρησε ότι η Τζορτζίνα στεκόταν τελείως ακίνητη όλη την ώρα. Και η συμπεριφορά του Τζέιμς ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Θα μπορούσε να έχει ζητήσει βοήθεια, μα δεν το έκανε. Όμως συνέχιζε να κρατά την κοπέλα από τη μέση όσο προσπαθούσε να δέσει το αυτοσχέδιο φίμωτρο χρησιμοποιώ​ν τας, αναπόφευκτα, τα δόντια του, για να τραβήξει σφιχτά τη μία άκρη του, κι αυτό θα τον πόνεσε, έτσι πληγωμένο και πρησμένο που ήταν το στόμα του. Όταν τελείωσε, έκρυψε την κοπέλα στην αγκαλιά του και μόνο τότε διαπίστωσε ότι τον κοίταζε ο Κόνι. «Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να την αφήσουμε πίσω», είπε ο Τζέιμς θυμωμένος. «Φυσικά», συμφώνησε ο Κόνι. «Αν μείνει, θα τους ειδοποιήσει». «Φυσικά». «Δεν χρειάζεται να συμφωνείς μαζί μου, ξέρεις». «Φυσικά και χρειάζεται. Ξέρεις, τα θέλω τα δοντάκια μου».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

303

Κεφάλαιο 38 Η Τζορτζίνα σωριάστηκε στην καρέκλα που είχε τραβήξει κοντά στο φινιστρίνι και κοίταξε σκεπτική την ταραγμένη επιφάνεια του παγωμένου Ατλαντικού ωκεανού γύρω από το Μέιντεν Ανν. Άκουσε την πόρτα πίσω της να ανοίγει κι έπειτα βήματα να διασχίζουν το δωμάτιο, μα δεν την ενδιέφερε ποιος είχε ταράξει τη μοναξιά της. Όχι ότι δεν ήξερε ποιος ήταν, φυσικά. Μ όνο ο Τζέιμς έμπαινε στην καμπίνα χωρίς να χτυπήσει. Μ α δεν μιλούσε πια στον Τζέιμς Μ άλορι και του είχε πει μόλις δύο κουβέντες από εκείνη τη νύχτα, μία εβδομάδα πριν, όταν την πήγε σηκωτή στο πλοίο του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάποτε την είχε βγάλει σηκωτή από μια ταβέρνα στην Αγγλία. Και αυτή η άθλια συμπεριφορά δεν ήταν καν το αποκορύφωμα εκείνης της νύχτας. Όχι. Τη στιγμή που ο Τζέιμς είδε τ’ αδέλφια της στο κατάστρωμα του πλοίου του, διέταξε να τους πετάξουν στη θάλασσα. Και μάλιστα είχε το απίστευτο θράσος να τους πει, λίγο πριν τους ρίξουν στο νερό, ότι εκείνη αποφάσισε να φύγει μαζί τους, λες και δεν έβλεπαν το φίμωτρο στο στόμα της ή τον τρόπο με τον οποίο την κρατούσε σαν σάκο απορριμμάτων. Φυσικά, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να του πει τι γύρευαν ο Ντρου κι ο Μ πόιντ στο πλοίο του. Το πλήρωμά του θα μπορούσε να τον πληροφορήσει ότι, αν δεν ήταν τ’ αδέλφια της, εκείνος θα ήταν ακόμη αιχμάλωτος και το πλήρωμα του Νηρεύς θα σουλάτσαρε στο κατάστρωμα αντί να βρίσκεσαι δεμένο στην ακτή. Μ α, από ό,τι φαίνεται δεν είχαν το θάρρος να διακόψουν τον παρανοϊκό τους καπετάνιο και να τον ενημερώσουν.


304

JOHANNA LINDSEY

Ιδιαίτερα ο Κόνι θα έπρεπε να έχει μιλήσει, μα ρίχνοντας του μια ματιά κατάλαβε ότι απολάμβανε τόσο πολύ το περιστατικό που δεν ήθελε να τελειώσει με μια τόσο πεζή εξήγηση. Δεν αποκλείεται ο Τζέιμς να ήξερε πλέον ότι είχε συμπεριφερθεί σαν αχάριστος παλιάνθρωπος εκείνη τη νύχτα. Μ α, αν δεν το ήξερε, δεν θα του το έλεγε εκείνη, αφού δεν θα του ξαναμιλούσε ποτέ πια. Κι ούτε που νοιαζόταν ο αναθεματισμένος. «Μ ας κάνεις και μούτρα τώρα;» σχολίασε εκείνος όταν το παρατήρησε. «Έξοχα! Αφού μου φόρτωσαν μια γυναίκα, ας ευχαριστώ τον Θεό ακόμα και για τα λίγα που μου δίνει». Αυτό την πόνεσε πολύ, ειδικά από τότε που κατάλαβε ότι εννοούσε πραγματικά όσα έλεγε. Και πρέπει να τα εννοούσε, καθώς προσπάθησε επανειλημμένα να την πείσει να του μιλήσει, να τον ειρωνευτεί ή οτιδήποτε άλλο. Μ οιράζονταν την ίδια καμπίνα, εκείνη κοιμόταν στην αιώρα της κι εκείνος στο μεγάλο του κρεβάτι, κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αγνοούν ο ένας τον άλλο. Ο Τζέιμς το κατάφερνε με αξιοθαύμαστο τρόπο, αλλά η Τζορτζίνα διαπίστωσε, προς μεγάλη της απογοήτευση, πως όταν εκείνος ήταν εκεί, ήταν όντως εκεί. Τουλάχιστον οι αισθήσεις της το ήξεραν. Η όραση, η οσμή, η ακοή, όλες τους εναρμονισμένες, να ξυπνούν από τις μνήμες του αγγίσματος και της γεύσης του. Ακόμα και τώρα, παρά τη θέλησή της, η Τζορτζίνα διαπίστωνε ότι κοίταζε τον Τζέιμς με την άκρη του ματιού της καθώς εκείνος καθόταν πίσω από το γραφείο του. Έδειχνε χαλαρός λες και ήταν μόνος, ενώ εκείνη ήταν τόσο σφιγμένη από την παρουσία του. Δεν κοίταξε προς το μέρος της ούτε καν για να δει αν τον παρακολουθούσε. Θα μπορούσε εκείνη να μη βρίσκεται στο δωμάτιο. Όντως, δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί, ενώ θα περίμενε από τον Τζέιμς να τη ρίξει στη θάλασσα εκείνη τη νύχτα μαζί με τ’ αδέλφια της. Δεν τον ρώτησε γιατί την πήρε μαζί του. Για να κάνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να του μιλήσει. Προτιμούσε να κόψει τη


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

305

γλώσσα της παρά να σπάσει τη σιωπή της και τα «μούτρα» της, όπως είχε πει ο Τζέιμς. Η συμπεριφορά της μπορεί να έμοιαζε παιδιάστικη. Και τι μ’ αυτό; Δηλαδή, εκείνος ήταν καλύτερος, που φέρθηκε σαν παρανοϊκός αγροίκος χρησιμοποιώντας πειρατικές μεθόδους απαγωγής και εξαναγκασμού; «Κάνε μου τη χάρη, Τζορτζ. Το ότι με κοιτάς τόσο επίμονα αρχίζει και μου τη δίνει στα νεύρα». Τα μάτια της Τζορτζίνα στράφηκαν και πάλι στη βαρετή θέα από το παράθυρο. Πανάθεμά τον! Πώς ήξερε ότι τον κοιτούσε τόσο επίμονα; «Αρχίζει και γίνεται αρκετά κουραστικό, ξέρεις», συνέχισε να σχολιάζει εκείνος. Εκείνη δεν είπε τίποτα. «Το ότι μου κρατάς μούτρα». Και πάλι δεν είπε τίποτα. «Αλλά πάλι, τι να περιμένει κανείς από μια κοπέλα που έχει μεγαλώσει ανάμεσα σε βάρβαρους;» Αυτό ήταν. «Αν εννοείς τ’ αδέλφια μου…» «Εννοώ ολόκληρη την αναθεματισμένη χώρα σου». «Κοίτα ποιος μιλάει! Ο κύριος από τη χώρα των σνομπ». «Καλύτερα σνομπ, παρά κακότροποι θερμόαιμοι». «Κακότροποι;» φώναξε εκείνη και όρμησε από την καρέκλα της, σ’ ένα ξέσπασμα καταπιεσμένου για πολύ καιρό θυμού, και διέσχισε το δωμάτιο έως το γραφείο του. «Θα έπρεπε να πεις ευχαριστώ που σου σώσαμε τη ζωή!» Εκείνος είχε σηκωθεί ήδη όρθιος πριν εκείνη φτάσει κοντά του, αναγκάζοντάς τη να οπισθοχωρήσει όχι από δειλία, αλλά από μια ακούσια επιθυμία να μην την πλησιάσει. «Και ποιον να ευχαριστήσω, δηλαδή; Εκείνους τους αστοιχείωτους Φιλισταίους που ονομάζεις συγγενείς; Που με έκλεισαν σ’ ένα κελάρι αδημονώντας να με πάνε για κρέμασμα;» «Εσύ τα προκάλεσες όλα αυτά με τις δηλώσεις σου!» του φώναξε. «Μ α είτε το άξιζες είτε όχι, αυτό το έκανε ο Γουόρεν. Ούτε ο Μ πόιντ, ούτε ο Ντρου. Πήγαν ενάντια στον ίδιο τους


306

JOHANNA LINDSEY

τον αδελφό για να σε βοηθήσουν, γνωρίζοντας πολύ καλά τι θα τραβούσαν όταν θα το έπαιρνε είδηση». «Δεν είμαι χαζός, μικρή. Κανείς δεν χρειάστηκε να μου πει τι είχαν κάνει. Δεν εκτιμάς το γεγονός ότι συγκρατήθηκα και δεν τους καρύδωσα;» «Ωραία! Κι εγώ αναρωτιόμουν τι γύρευα εκεί. Έπρεπε να το καταλάβω ότι ήταν άλλο ένα χτύπημα ενάντια στ’ αδέλφια μου, καθώς έφευγες από την περιοχή και δεν μπορούσες να τους βλάψεις χειρότερα. Αυτό ήταν; Μ ε πήρες μαζί σου επειδή αυτό για σένα ήταν η τέλεια εκδίκηση, επειδή ήξερες ότι τ’ αδέλφια μου θα τρελαθούν από την αγωνία». «Απολύτως!» Εκείνη δεν παρατήρησε το χρώμα που πλημμύρισε το λαιμό και το πρόσωπό του, αδιάσειστη απόδειξη ότι το συμπέρασμά της είχε υπερδιπλασιάσει το θυμό του και ευθυνόταν για την απάντησή του. Το μόνο που άκουσε ήταν η απάντηση, μια προα​ν αγγελία θανάτου της τελευταίας της ελπίδας, αν και ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι είχε γαντζωθεί σ’ αυτήν. Ήταν, λοιπόν, ο πόνος που την έκανε να του ξεστομίσει εκδικητικά: «Δεν περίμενα τίποτα καλύτερο από έναν Άγγλο λόρδο, έναν πειρατή της Καραϊβικής!» «Λυπάμαι που θα σου το επισημάνω, μικρή μου μάγισσα, αλλά αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι απαράδεκτοι». «Σε ό,τι με αφορούν, ισχύουν πλήρως! Θεέ μου! Και να φανταστείς ότι θα γεννήσω το παιδί σου». «Νομίζεις! Δεν πρόκειται να σ’ αγγίξω ξανά!» Άρχισε να απομακρύνεται από κοντά του όταν είπε: «Μ ην ανησυχείς και δεν θα χρειαστεί, ανόητε!» κι ο Τζέιμς ένιωσε σαν να τον διαπέρασε ακόντιο ή σαν να τον κλότσησε στον πισινό φρενιασμένο μουλάρι, αν και κάτι τέτοιο του άξιζε εκείνη τη στιγμή. Μ α η Τζορτζίνα δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τη δική του αντίδραση. Έξαλλη από θυμό βγήκε κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της κι έτσι δεν άκουσε τα πνιχτά γελάκια που


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

307

εξελίχθηκαν σε τρανταχτά γέλια. Τη βρήκε μισή ώρα αργότερα στο μαγειρείο, να μιλά εξοργισμένη στον Σον Ο’Σον και τους βοηθούς του ξεσπώντας ενάντια στους άντρες γενικά και στον Τζέιμς Μ άλορι ειδικότερα. Δεδομένου ότι είχε κυκλοφορήσει η είδηση πως η γνωστή τους Τζορτζ, που ξαναφόρεσε παντελόνια, αν και δανεικά αυτή τη φορά, ήταν τώρα η σύζυγος του καπετάνιου, δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να διαφωνήσουν με οτιδήποτε τους έλεγε. Ο Τζέιμς την άφησε λίγο ακόμη πριν τη διακόψει, αφού άκουσε ότι τον παρομοίαζε με μουλάρι, ανεγκέφαλο βόδι και τοίχο από τούβλα, όλα με μια ανάσα. Τοίχο από τούβλα; Προφανώς, δεν θα υπάρχει κάτι παρόμοιο μ’ εκείνον στην Αμερική, υπέθεσε. «Θα ήθελα να σου μιλήσω, Τζορτζ, αν δεν σε πειράζει». «Μ ε πειράζει». Δεν τον κοίταξε όταν του απάντησε. Πράγματι, το μόνο που παρατήρησε εκείνος ήταν ότι τέντωσε λίγο την πλάτη της καθώς μιλούσε. Προφανώς ο ευγενικός του τρόπος δεν είχε αποτέλεσμα. Η Τζορτζίνα θα αποκαλούσε διαβολικό το χαμόγελο του Τζέιμς, αν το είχε παρατηρήσει, μα δεν τον κοιτούσε στο πρόσωπο. Μ όνο οι υπόλοιποι που βρίσκονταν στο δωμάτιο το παρατήρησαν, καθώς εκείνος την πλησίασε από πίσω και τη σήκωσε από το βαρέλι όπου καθόταν. «Μ ας συγχωρείτε, κύριοι, η Τζορτζ αμέλησε τα νυχτερινά της καθήκοντα», είπε ο Τζέιμς καθώς έκανε μεταβολή και τη μετέφερε έξω από το δωμάτιο με έναν τρόπο που της ήταν πλέον οικείος. «Θα πρέπει να τιθασεύσετε αυτές τις βάρβαρες τάσεις σας, καπετάνιε», είπε εκείνη εξοργισμένη, γνωρίζοντας εκ πείρας ότι δεν υπήρχε τρόπος να τον πείσει να την αφήσει κάτω· θα το έκανε όταν θα το ήθελε ο ίδιος. «Αλλά οι τρόποι σας δείχνουν και την ανατροφή σας – σωστά;» «Θα φτάσουμε πιο γρήγορα και σ’ αυτό, αν βγάλεις το


308

JOHANNA LINDSEY

σκασμό, Τζορτζ». Εκείνη έμεινε σχεδόν άφωνη με το χιούμορ που διέκρινε στο ύφος του. Να πάρει! Τι το διασκεδαστικό έβρισκε στην παρούσα κατάσταση, καθώς γνώριζαν και οι δύο ότι απεχθάνονται ο ένας τον άλλο; Και σχεδόν πριν από μία ώρα εκείνος ήταν ένας δράκος με πύρινη ανάσα. Αφού ήταν Άγγλος, δεν χρειαζόταν εξήγηση. «Πού να φτάσουμε πιο γρήγορα;» ρώτησε εκείνη. «Και ποια καθήκοντα αμέλησα; Πρέπει να σου υπενθυμίζω κάθε τόσο ότι δεν είμαι πια ο καμαρότος σου;» «Ξέρω πολύ καλά τι είσαι τώρα, καλό μου κορίτσι. Και παρόλο που δεν έχω ούτε έναν καλό λόγο για το γάμο, ομολογώ ότι μου δίνει ένα μικρό προνόμιο, για το οποίο είναι αμαρτία να παραπονιέμαι». Της πήρε περίπου πέντε δευτερόλεπτα για να επεξεργαστεί τη φράση του και τότε άστραψαν τα πυροτεχνήματα. «Είσαι τρελός ή απλώς ξεμωραμένος; Σε άκουσα καθαρά να λες σ’ εμένα και σ’ όλο το πλοίο ότι δεν θα μ’ αγγίξεις ξανά! Έχω μάρτυρες!» «Σ’ όλο το πλοίο;» «Το είπες αρκετά δυνατά». «Και λοιπόν; Είπα ψέματα». «Και το λες έτσι απλά; Ότι είπες ψέματα; Άκου να σου πω…» «Μ η συνεχίζεις, Τζορτζ. Αυτή η τάση σου να βγάζεις όλα τα άπλυτά μας στη φορά…» «Θα κάνω κι άλλα, ηλίθιο βόδι!» Μ α τελικά άκουσε τα πνιχτά γελάκια πίσω της και η φωνή της έγινε πιο ψιθυριστή: «Αν τολμήσεις, θα… Αν τολμήσεις, θα δεις τι θα πάθεις». «Καλοσύνη σου που το κάνεις ακόμα πιο ενδιαφέρον, γλυκιά μου, μα σε διαβεβαιώνω ότι είναι τελείως περιττό». Εκείνη κατάλαβε τι εννοούσε. Ένιωσε να καίγεται στα πιο λάθος σημεία, λάθος για αυτή τη φορά, που δεν ήθελε να κάνει τίποτα μαζί του. Γιατί το έκανε αυτό ο Τζέιμς; Ταξίδευαν εδώ και μία εβδομάδα και το μόνο που της έδινε ήταν σκοτεινές και μελαγχολικές ματιές, αν ποτέ καταδεχόταν να την κοιτάξει. Μ α


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

309

είχε ξεκινήσει τον τσακωμό στην καμπίνα, την προκάλεσε να σταματήσει να τον αγνοεί και τώρα αυτό. Αν προσπαθούσε να την τρελάνει, το κατάφερνε και με το παραπάνω. Τη σήκωσε και τη μετέφερε στην αγκαλιά του πριν κατέβει τις σκάλες προς την καμπίνα, με τα πόδια της να αιωρούνται, έτσι ώστε να μην μπορεί να του ξεφύγει, όπως και την προηγούμενη φορά. Άρχιζε να νιώθει και πάλι τη δύναμη και την ικανότητά του να παραμερίζει την οργή του, ενώ η δική της έμοιαζε να θεριεύει. «Γιατί, Τζέιμς;» τον ρώτησε αγανακτισμένη. «Πες μου μόνο αυτό, αν τολμάς». Έτσι όπως την είχε αγκαλιά μπορούσε να τον βλέπει, μα όταν εκείνος την κοίταξε για λίγο, είδε τα πάντα μες στα καταπράσινα μάτια του. Δεν χρειαζόταν να το ακούσει. Της είχε απαντήσει με το βλέμμα του. «Μ ην ψάχνεις για κρυμμένα νοήματα, αγάπη μου. Τα κίνητρά μου είναι απλούστατα. Ο παθιασμένος θυμός που εκτοξεύαμε ο ένας στον άλλο μου έφερε λίγη… ναυτία». «Ωραία», ξεστόμισε εκείνη κι έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να αμυνθεί στο ακαταμάχητο βλέμμα του. «Εύχομαι να κάνεις εμετό». Το γέλιο του την τράνταξε ολόκληρη. «Το ξέρεις ότι δεν εννοού​σα αυτό. Και στοιχηματίζω ότι όλο τούτο το καυτό πάθος έχει συνεπάρει κι εσένα». Ήταν αλήθεια, μα δεν θα το μάθαινε ποτέ. Αλλά ήταν αποφασισμένος να το μάθει. Η φωνή του έγινε βραχνή και σαγηνευτική. «Νιώθεις κι εσύ ναυτία;» «Ούτε στο ελάχιστο…» «Είσαι μάστορας στο να μειώνεις την αυτοπεποίθηση του άλλου, αγαπημένο μου κορίτσι». Γλίστρησε από την αγκαλιά του και προσγειώθηκε μπροστά του όταν της ελευθέρωσε τα πόδια, αλλά τα πέλματά της δεν άγγιξαν ποτέ το πάτωμα, καθώς εκείνος εξακολουθούσε να την


310

JOHANNA LINDSEY

κρατά από την πλάτη με το ένα του χέρι. Εκείνη δεν κατάλαβε πότε μπήκαν στην καμπίνα τους, αλλά άκουσε την πόρτα να κλείνει με έναν δυνατό θόρυβο. Το καρδιοχτύπι της ακουγόταν ακόμα πιο δυνατά. «Και θα είμαι ο πρώτος που θα ομολογήσω ότι έχω χάσει τελείως τους λεπτούς τρόπους μου μαζί σου», συνέχισε εκείνος καθώς την αγκάλιαζε. Το ένα του χέρι σύρθηκε πιο χαμηλά μέχρι που η παλάμη του γράπωσε τους γοφούς της και τους έσπρωξε προς τους δικούς του, ενώ το άλλο κινήθηκε προς τα επάνω. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν ανάμεσα στα μαλλιά της ώσπου της έπιασε το κεφάλι. Εκείνη είδε το αισθησιακό του χαμόγελο και το καυτό του βλέμμα κι ένιωσε την ανάσα του πάνω στα χείλη της όταν εκείνος πρόσθεσε: «Άσε με να δω αν μπορώ να τους ξαναβρώ». «Τζέιμς, μη…» Μ α το στόμα του ήδη πλησίαζε το δικό της χωρίς να της αφήνει περιθώρια διαφυγής. Αργά, με απέραντη φροντίδα, της πρόσφερε την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής, με φιλιά που την ξελόγιαζαν, τη γοήτευαν, πυροδοτώντας κάθε παρόρμηση της σάρκας της. Τα χέρια της ήδη αγκάλιαζαν το λαιμό του όταν η γλώσσα του αποπλάνησε τα χείλη της, τα παραβίασε, οδηγώντας τη στο γνωστό βασίλειο, όπου δεν την ενδιέφερε τι της έκανε. Κάτω από την τρυφερή του έφοδο, ένιωσε την επιτακτική ανάγκη. Ήταν άραγε η δική της ανάγκη ή η δική του ανάγκη; Δεν το ήξερε. Βρισκόταν στο μάτι ενός ερωτικού κυκλώνα, που παρέσυρε κάθε της βεβαιότητα, εκτός από το ποιος ήταν ο άντρας και τι της έκανε. Θεέ μου! Η γεύση του, η αίσθησή του, το καυτό πέπλο που την τύλιγε, βασανίζοντας τις αισθήσεις της με απαράμιλλη ηδονή. Είχε ξεχάσει… Όχι, απλώς δεν πίστευε πως ήταν αληθινό, πως κάτι θα την πλημμύριζε με την αίσθηση ότι μπορούσε να χαθεί ολοκληρωτικά σ’ αυτό… σ’ αυτόν. «Θεέ μου! Γυναίκα, με κάνεις και τρέμω». Άκουσε το θαυμασμό στη φωνή του, ένιωσε τη δόνηση στο


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

311

κορμί του… Ή μήπως ήταν τα δικά της μέλη που έτρεμαν, έτοιμα να συντριβούν; Γαντζώθηκε απεγνωσμένα πάνω του κι εκείνος εύκολα σήκωσε τα πόδια της και τα τύλιξε γύρω από τους γοφούς του. Η άμεση επαφή, η τριβή καθώς τη μετέφερε στο κρεβάτι του, απελευθέρωσε ένα κύμα καύσωνα στους λαγόνες της κι ένα βογκητό βγήκε από το στόμα του, καθώς εκείνος συνέχιζε να τη λεηλατεί με τη γλώσσα του. Έπεσαν στο κρεβάτι μαζί, κάπως άτσαλα, μα η Τζορτζίνα δεν παρατήρησε ότι οι λεπτοί τρόποι του Τζέιμς τον είχαν εγκαταλείψει και πάλι κάτω από την πίεση του πόθου του, που ξεπερνούσε τον δικό της. Κι ο δικός της πόθος είχε κλιμακωθεί περισσότερο από όσο σε κάθε προηγούμενη εμπειρία με αυτό τον άντρα. Μ ε συνοπτικές διαδικασίες έσκισαν κυριολεκτικά ο ένας τα ρούχα του άλλου, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι είχαν πια παρασυρθεί από ένα πρωτόγονο ένστικτο. Κι έπειτα βρέθηκε μέσα της, βαθιά, κι ολόκληρο το κορμί της αναστέναξε καλωσορίζοντάς τον με ανακούφιση. Την επόμενη στιγμή τη μαχαίρωσε ο φόβος, καθώς εκείνος την έπιασε κάτω από τα γόνατα, κάτι που δεν είχε ξανακάνει, και τα σήκωσε τόσο ψηλά που εκείνη ένιωσε απόλυτα ανυπεράσπιστη. Μ α ο φόβος ήταν τόσο στιγμιαίος που τον ξέχασε αμέσως, γιατί αυτή η στάση ώθησε τον Τζέιμς τόσο βαθιά μέσα της ώστε ένιωσε ότι την άγγιξε στην καρδιά. Τότε η φωτιά εξαπλώθηκε απελευθερώνοντας καυτά κύματα ηδονής από τα σωθικά της ως και τα ακροδάχτυλά της, τυλίγοντας κι εκείνον. Εκείνη δονούνταν πάνω του κι εκείνος ένιωθε το ρίγος από κάθε σπασμό της ηδονής της. Η Τζορτζίνα φώναξε, μα δεν το ήξερε. Τα νύχια της άφησαν ίχνη σαν ματωμένα μισοφέγγαρα στους ώμους του, μα δεν το ήξερε. Για άλλη μια φορά τού είχε δώσει την ψυχή της. Μ α δεν το ήξερε κανείς από τους δύο. Όταν η Τζορτζίνα άρχισε να αποκτά συναίσθηση και πάλι, ένιωσε να την κυριεύει μια γλυκιά κούραση… και, καθώς


312

JOHANNA LINDSEY

εκείνος της δάγκωνε τα χείλη απαλά, την έκανε να συμπεράνει ότι ο ίδιος δεν είχε μοιραστεί μαζί της εκείνη τη μεγαλειώδη εμπειρία. «Εσύ…;» «Φυσικά και ναι». «Ω!» Μ α στο μυαλό της ψέλλισε ένα ακόμα «Ω!» με μεγαλύτερη απορία. Τόσο γρήγορα; Ήθελε να χαθεί μέσα σε αυτό ξανά; Θα το τολμούσε; Μ α η ανάγκη της την παρακίνησε να ανταποδώσει τα τρυφερά δαγκώματα. Κι αυτό ήταν η μόνη απάντηση που ήθελε εκείνη τη στιγμή.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

313

Κεφάλαιο 39 «Κάποτε γίνονταν γάμοι είτε για τα λεφτά είτε για την ένωση μεγάλων οικογενειών… Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ μ’ εμάς – σωστά, αγάπη μου; Μ α, τη σήμερον ημέρα επιστρέψαμε στα πολύ βασικά, στην απόρριψη της λαγνείας από την κοινωνία. Σ’ αυτό ταιριάζουμε αρκετά, θα έλεγα». Τα λόγια του επανέρχονταν στο μυαλό της Τζορτζίνα τις δύο εβδομάδες που ακολούθησαν τη μοιραία παράδοσή της στους λεπτούς τρόπους του Τζέιμς Μ άλορι και της υπενθύμιζαν ότι η επιστροφή του πόθου του για εκείνη δεν σήμαινε κάτι πιο βαθύ. Το μόνο που τον ρώτησε ήταν τι σκοπούς είχε σχετικά με το γάμο τους. Να τον τιμήσει ή να αποχωρήσει από αυτόν; Η απάντησή του δεν ήταν απάντηση, κατά την άποψή της. Και δεν χρειαζόταν να της πει ότι το μόνο που μοιράζονταν ήταν ένας αμοιβαίος πόθος, τουλάχιστον από την πλευρά του. Κι όμως υπήρχε πολλή τρυφερότητα σε αυτό τον πόθο. Πολύ συχνά όταν ξάπλωνε στην αγκαλιά του ένιωθε ότι την περιποιείται… σχεδόν ότι την αγαπάει. Και περισσότερο από όλα, αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δενόταν η γλώσσα της κάθε φορά που τολμούσε να τον ρωτήσει ξανά σχετικά με το μέλλον τους. Φυσικά, το να πάρει ευθείες απαντήσεις από τον Τζέιμς ήταν σχεδόν αδύνατον. Αν οι απαντήσεις του δεν ήταν υποτιμητικές, κάτι που την ενοχλούσε αφάνταστα προκαλώντας τη σιωπή της, ήταν σκέτες υπεκφυγές. Κι εκείνη πολύ σύντομα έμαθε ότι, αν προσπαθούσε να επαναφέρει στη μνήμη της όσα έγιναν στο Κονέκτικατ ή αν τολμούσε να αναφέρει τ’ αδέλφια της, θα κελαηδούσε από την καυτή ανάσα του δράκου.


314

JOHANNA LINDSEY

Έτσι συνέχισαν να ζουν όπως και πριν, σαν εραστές και σύντροφοι, με μία εξαίρεση. Τα ευαίσθητα θέματα απαγορεύονταν. Σαν να υπήρχε μια αλήθεια που απαγορευόταν να ειπωθεί. Τουλάχιστον αυτή την άποψη είχε η Τζορτζίνα. Κι αν ήθελε να γευτεί και να απολαύσει αυτές τις μέρες με τον Τζέιμς, και όντως το ήθελε αυτό, έπρεπε να καταπνίξει την υπερηφάνεια και τις ανησυχίες της για λίγο καιρό. Όταν θα έφταναν στον προορισμό τους, θα καταλάβαινε τη μελλοντική της θέση, αν ο Τζέιμς σκόπευε να την κρατήσει ή να τη στείλει πίσω στην πατρίδα της. Και ήταν τόσο λίγες αυτές οι μέρες. Χωρίς τους κόντρα δυτικούς ανέμους, το Μέιντεν Ανν έκανε πολύ καλό χρόνο κι έπλεε στον Τάμεση σχεδόν τρεις εβδομάδες από την ημέρα που άφησαν πίσω τους την αμερικανική ακτή. Η Τζορτζίνα ήξερε από την πρώτη νύχτα ότι θα επισκεπτόταν και πάλι την Αγγλία, καθώς ο Τζέιμς κανόνισε τη διαδρομή με τον Κόνι όσο την κουβαλούσε παραμάσχαλα. Δεν χρειάστηκε καν να αναρωτηθεί γιατί εκείνος δεν επέστρεφε στην Τζαμάικα, για να τελειώσει τις δουλειές του εκεί. Αυτό ήταν ένα από τα απαγορευμένα θέματα, κι έτσι δεν μπήκε στον κόπο να τον ρωτήσει. Ωστόσο, ο Κόνι μπορούσε να απαντήσει σε μη προσωπικά θέματα και την πληροφόρησε ότι ο Τζέιμς είχε βρει ευτυχώς ένα μεσάζοντα για να πουλήσει την περιουσία του στα νησιά, ενώ εκείνος περίμενε να συγκεντρωθεί το πλήρωμά του. Τουλάχιστον γι’ αυτό δεν μπορούσε να την κατηγορήσει, παρόλο που αναρωτιόταν αν θα μάθαινε ποτέ τι πραγματικά ήταν εκείνο που είχε φέρει τον Τζέιμς Μ άλορι στο Κονέκτικατ και με τόσο εκδικητικές τάσεις. Για άλλη μία φορά η Τζορτζίνα είχε πακετάρει τα μπαούλα του Τζέιμς λίγο πριν από την αναχώρηση και τώρα πρόσθεσε και μερικά ρούχα για εκείνη, δανεικά. Αλλά, όταν επιβιβάστηκε στο πλοίο, είδε τον Άρτι και τον Ανρί στις δύο πλευρές της γέφυρας να την παρακολουθούν χωρίς καν να τηρούν τα προσχήματα. Το βρήκε διασκεδαστικό. Αν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτό, θα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

315

έλεγε στον Τζέιμς ότι δεν θα έβρισκε ποτέ ένα πλοίο της Σκάιλαρκ στο λιμάνι του Λονδίνου. Έτσι, θα τον διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να δραπετεύσει, αν τον ένοιαζε μήπως τη χάσει τόσο πρόωρα. Μ α εκείνος ήξερε ότι δεν είχε χρήματα πάνω της, άρα το να βάζει να την παρακολουθούν ήταν ουσιαστικά παράλογο. Της είχε επιστρέψει το δαχτυλίδι με νεφρίτη που της έδωσε αντί για βέρα, καθώς ο Τζέιμς έτυχε να το φορά στο λαιμό του, περασμένο σε μια αλυσίδα, αλλά εκείνη ούτε που το σκεφτόταν να ξαναφύγει φορώντας το. Το δαχτυλίδι στο χέρι της της υπενθύμιζε κάτι που εύκολα ξεχνούσε, ότι ήταν μια παντρεμένη γυναίκα. Εξίσου εύκολα ξεχνούσε ότι ήταν έγκυος, καθώς ούτε ένιωθε αδιαθεσία ή ναυτία, ούτε είχε αρχίσει να φουσκώνει, εκτός από ένα μικρό πρήξιμο στο στήθος της. Ωστόσο, ήταν ήδη δυόμισι μηνών. Μ α δεν το ανέφερε ξανά στον Τζέιμς, ούτε κι εκείνος μίλησε καθόλου γι’ αυτό το θέμα. Δεν ήταν καν σίγουρη ότι την είχε ακούσει εκείνη τη μέρα που του το πέταξε κατάμουτρα μες στο θυμό της κλείνοντας πίσω της δυνατά την πόρτα της καμπίνας. Τώρα η Τζορτζίνα πήρε το βαρύ παλτό του Τζέιμς, για να αντιμετωπίσει το κρύο. Το λιμάνι έδειχνε ζοφερό στα μέσα του Νοέμβρη. Η κρύα και συννεφιασμένη μέρα ήταν εξίσου σκοτεινή με τις σκέψεις της καθώς περίμενε τον Τζέιμς. Άραγε τι θα έβρισκε εδώ;

Η Τζορτζίνα θυμήθηκε το Πικαντίλι. Παραλίγο να πει στον Τζέιμς ότι εκείνη κι ο Μ ακ είχαν μείνει στο ξενοδοχείο Άλμπανι, μόλις πέρασαν με την άμαξά τους ακριβώς απ’ έξω. Μ α μια ματιά στο σύζυγό της ήταν αρκετή για να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Εκείνος ήταν έτσι από την ώρα που άφησαν το πλοίο ή μάλλον από τότε που πρωτοαντίκρισαν την Αγγλία. Δεν μπήκε στον κόπο να τον ρωτήσει τι του είχε χαλάσει τη διάθεση. Θα της έδινε χωρίς πολλή σκέψη μια απάντηση η οποία δεν θα έβγαζε κανένα νόημα κι αυτό απλώς θα την εκνεύριζε. Κι


316

JOHANNA LINDSEY

έκανε ό,τι μπορούσε για να μην επιβαρύνει την κατάσταση, αφήνοντας αχαλίνωτη τη δική της σκοτεινή διάθεση. Αλλά νόμιζε ότι ο Τζέιμς θα χαιρόταν που επέστρεφε σπίτι του. Ήξερε ότι ήταν οι συγγενείς του εδώ, ακόμα κι ένας γιος… Θεέ μου! Πώς μπόρεσε να το ξεχάσει; Είχε έναν δεκαεφτάχρονο γιο, μόλις πέντε χρόνια μικρότερό της. Μ ήπως ο Τζέιμς ανησυχούσε για το πώς θα εξηγήσει το γεγονός ότι επέστρεφε στο σπίτι με μια σύζυγο; Θα έμπαινε άραγε στον κόπο να εξηγήσει; Θα την έπαιρνε μαζί του στο σπίτι του; Για όνομα του Θεού, ήταν πέρα για πέρα γελοία αυτή η κατάσταση, όταν μια απλή ενημέρωση θα ηρεμούσε το μυαλό της… ή μήπως όχι; «Τζέιμς;» «Φτάσαμε». Η άμαξα σταμάτησε μόλις εκείνος μίλησε, και ο ίδιος βγήκε από την πόρτα, πριν εκείνη προλάβει να κοιτάξει από το παράθυρο. «Φτάσαμε; Πού;» Τέντωσε τα χέρια του, για να την πάρει αγκαλιά και να την κατεβάσει από την άμαξα. «Στο σπίτι του αδελφού μου». «Ποιανού αδελφού σου;» «Του Άντονι. Θα τον θυμηθείς. Νομίζω ότι κάποτε τον αποκάλεσες σκοτεινό σαν αμαρτία». Τα φρύδια της έσμιξαν με καχυποψία κι όλη της η συγκρατημένη ανησυχία ξέσπασε σε θυμό. «Θα μ’ εγκαταλείψεις εδώ; Δεν έχεις τα κότσια να με πάρεις στο σπίτι σου και θα μ’ αφήσεις στον ακόλαστο τον αδελφό σου. Για ποιο λόγο; Δεν θέλεις να εξηγήσεις στο γιο σου ότι είμαι Αμερικανίδα ή ότι είμαι η σύζυγός σου;» «Απεχθάνομαι αυτή τη λέξη. Μ πορείς να αποκαλείς τον εαυτό σου όπως θέλεις, αλλά σε παρακαλώ, βγάλε αυτή τη λέξη από το λεξιλόγιό σου». Ο ήρεμος τόνος του την εξόργισε ακόμα περισσότερο. «Εντάξει. Το πόρνη σού κάνει;» «Το προτιμώ». «Κάθαρμα!»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

317

«Αγαπημένη μου, στ’ αλήθεια πρέπει να κοντρολάρεις την τάση σου να βρίζεις. Κι ως συνήθως, κατάφερες να βγάλεις τα άπλυτά μας στη φόρα, προς ευχαρίστηση του κόσμου». Ο «κόσμος» ήταν ο Ντόμπσον, ο μπάτλερ του Άντονι, που είχε σπεύσει ν’ ανοίξει την πόρτα πριν του ζητηθεί, μόλις άκουσε την άφιξη της άμαξας. Η Τζορτζίνα έγινε κατακόκκινη που την έπιασαν στα πράσα να βλαστημάει. Μ α, κρίνοντας από τη στωική έκφραση του Άγγλου, θα έλεγες ότι δεν είχε ακούσει ούτε λέξη. «Καλώς ήλθατε, λόρδε Μ άλορι», είπε ο μπάτλερ κι άνοιξε περισσότερο την πόρτα. Τότε η Τζορτζίνα σύρθηκε σχεδόν με τη βία μέσα. Παρά τα αγορίστικα ρούχα της, που δεν μπορούσε να τ’ αποφύγει, ήθελε τόσο πολύ να κάνει καλή εντύπωση, ειδικά μια τέτοια μέρα, που θα συναντούσε την οικογένεια του Τζέιμς. Μ α εκείνος δεν το αρνήθηκε ότι θα την άφηνε στον Άντονι. Και όλα όσα τον είχε ακούσει να λέει για τον αδελφό του, αλλά και όσα είχε διαπιστώσει με τα μάτια της, την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι είχε εξίσου κακή φήμη με τον Τζέιμς. Άρα, ποια ήταν η διαφορά; Δεν την ένοιαζε καθόλου να εντυπωσιάσει ειδικά εκείνον. Παρ’ όλα αυτά, οι υπηρέτες κουτσομπόλευαν κι ο μπάτλερ ήξερε τους υπηρέτες της υπόλοιπης οικογένειας. Να πάρει ο διάολος! Θα μπορούσε να κλοτσήσει τον Τζέιμς, επειδή την έκανε τελικά να χάσει την ψυχραιμία της. Κι ο Τζέιμς θα μπορούσε να κλοτσήσει τον εαυτό του, επειδή έκανε τα πράγματα χειρότερα για κείνη, αλλά δεν γινόταν να αλλάξει τις συνήθειες μιας ολόκληρης ζωής. Όμως η Τζορτζίνα ήταν πολύ εύθικτη, να πάρει η ευχή! Έπρεπε να ξέρει πλέον ότι δεν το εννοούσε. Μ α εκείνος ήταν εκνευρισμένος μαζί της. Τώρα είχε αρκετό χρόνο για να του δείξει πώς ένιωθε για εκείνον, αλλά ούτε μία αναθεματισμένη λέξη δεν βγήκε από τα χείλη της επί του θέματος. Κι εκείνος ένιωθε ανασφαλής όσο ποτέ στη ζωή του. Το μόνο για το οποίο ήταν βέβαιος ήταν ότι τον ποθούσε όσο την ποθούσε κι εκείνος. Μ α είχε γνωρίσει


318

JOHANNA LINDSEY

πολλές γυναίκες για να ξέρει ότι αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα όσον αφορά στα αληθινά τους αισθήματα. Πράγματι, δεν ήθελε να τον παντρευτεί. Το είχε πει στ’ αδέλφια της. Το είχε πει και στον ίδιο. Θα έφερνε στον κόσμο το παιδί του, αλλά αρνούνταν πεισματικά να τον παντρευτεί. Την εξανάγκασαν να το κάνει κι από τότε όλες της οι ενέργειες τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι απλώς καιροφυλακτούσε για να βρει την κατάλληλη ευκαιρία να το ξανασκάσει. Και τώρα θα είχε όλες τις ευκαιρίες να το κάνει, κι αυτό του χαλούσε όσο τίποτα τη διάθεση. Μ α δεν ήθελε να ξεσπάσει πάνω της. Της όφειλε μια συγγνώμη… Ανάθεμα κι αν μπορούσε να το κάνει. «Υποθέτω ότι ο αδελφός μου λείπει τέτοια ώρα», είπε ο Τζέιμς στον Ντόμπσον. «Αν δεν απατώμαι, ο σερ Άντονι είναι στο Νάιτονς Χολ για τη συνήθη προπόνησή του στην πυγμαχία». «Πολύ θα ήθελα κάτι τέτοιο κι εγώ τώρα. Η λαίδη Ρόσλιν;» «Έχει πάει επίσκεψη στην κόμησσα του Σέρφιλντ». «Στην κόμησσα; Σωστά, ο Άμχερστ παντρεύτηκε τη φίλη της Ρόσλιν τις προάλλες». Διασταύρωσε το βλέμμα του μ’ εκείνο της Τζορτζίνα και πρόσθεσε: «Ο κακομοίρης». Χάρηκε βλέποντας την αμηχανία της να μετατρέπεται σε θυμό. «Κι ο γιος μου είναι στο σχολείο, Ντόμπσον;» «Τον απέβαλαν για μία εβδομάδα, λόρδε μου, αλλά ο σερ Άντονι ήδη κατέθεσε γραπτώς τα παράπονά του στο διευθυντή και η αυτού εξοχότητα ο μαρκήσιος ερευνά το θέμα». «Κι ο μικρός ήταν σίγουρα ένοχος για όλα όσα τον κατηγόρησαν. Ο διαβολάκος! Δεν προλαβαίνω να φύγω και…» «Πατέρα!» Η Τζορτζίνα γύρισε και είδε έναν νεαρό να κατεβαίνει πετώντας τις σκάλες και να πέφτει πάνω στο βράχο, το σύζυγό της και, προφανώς, πατέρα του, αν κι αυτό δεν ήταν πασιφανές. Το αγόρι δεν έμοιαζε καθόλου με δεκαεφτάχρονο, όπως της είχαν πει, αλλά μάλλον με συνομήλικό της. Να ήταν μόνο το ύψος; Είχε το μπόι του Τζέιμς, αν και δεν ήταν τόσο


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

319

μεγαλόσωμος. Ήταν μάλλον λεπτός, αλλά οι πλάτες του έδειχναν ότι θα γίνονταν πιο μεγάλες περνώντας τα χρόνια. Αγκάλιασε τον πατέρα του και γέλασε, κι εκείνη διαπίστωσε αμέσως ότι δεν έμοιαζε καθόλου στον Τζέιμς, αν και είχε αναμφισβήτητα την ίδια γοητεία. «Πώς κι έτσι;» ρώτησε ο Τζέρεμι. «Πώς κι ήρθες τόσο γρήγορα; Αποφάσισες τελικά να κρατήσεις τη φυτεία;» «Όχι», είπε ο Τζέιμς. «Απλώς βρήκα ένα μεσάζοντα να τα πουλήσει όλα». «Για να γυρίσεις γρήγορα; Σου έλειψα;» «Μ η χαζογελάς, μικρέ. Νομίζω ότι σε προειδοποίησα να σταματήσεις να μπλέκεις σε μπελάδες». Το αγόρι κοίταξε τον Ντόμπσον επικριτικά, επειδή είχε σπεύσει να τον ενημερώσει, αλλά χαμογέλασε και πάλι όταν ξανακοίταξε τον πατέρα του. «Αφού ήταν ωραίο κομμάτι. Τι να έκανα;» «Τι έκανες;» «Απλώς πέρασα τέλεια, αυτό είναι όλο. Αλλά δεν ευχαριστήθηκαν ιδιαίτερα που βρήκαν την κοπελιά στο δωμάτιό μου κι έτσι τους είπα ότι με είχε ακολουθήσει κι ότι αρνήθηκε να φύγει αν δεν το γλεντούσαμε πρώτα». «Και πίστεψαν αυτή την ανοησία;» «Ο διευθυντής όχι», είπε χαμογελώντας ο Τζέρεμι. «Μ α ο θείος Τόνι το ’χαψε». Τότε ο Τζέιμς έσκασε στα γέλια. «Ο Τόνι δεν σε ξέρει ακόμη καλά». Μ α σταμάτησε τ’ αστεία όταν παρατήρησε την αηδιασμένη έκφραση της Τζορτζίνα. «Αλλά στο εξής θα επιδίδεσαι στις απολαύσεις σου εκτός σχολείου, παλιόπαιδο. Αν βέβαια σε ξαναδεχτούν, κάτι που πρέπει να εύχεσαι, γιατί θα σου δώσω μια και θα ξεκουμπιστείς από τη γειτονιά». Ο Τζέρεμι συνέχισε να χαμογελά, λες και είχε ξανακούσει εκατοντάδες φορές τέτοιες προειδοποιήσεις, τις οποίες ουδέποτε πήρε στα σοβαρά. Αλλά ακολούθησε το βλέμμα του πατέρα του, και τώρα κοίταζε κι εκείνος την Τζορτζίνα. Έτσι όπως ήταν


320

JOHANNA LINDSEY

τυλιγμένη ακόμη στο παλτό του Τζέιμς και με τα μαλλιά της μαζεμένα μέσα στο καπέλο της, για να περιορίσει την αμηχανία που της προκαλούσε η αμφίεσή της, ήταν φυσικό ο νεαρός να μην της δείξει ιδιαίτερη προσοχή. Ωσόσο, η Τζορτζίνα έτρεμε ακόμη μετά την τελευταία έντονη συνομιλία της με τον Τζέιμς, και χειροτέρεψε από όσα είχε μόλις ακούσει. Ο Τζέιμς χαιρόταν που ο γιος του ακολουθούσε τα βήματά του… άλλος ένας αξιοκαταφρόνητος άσωτος υιός με στόχο τον γυναικείο πληθυσμό. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την αμηχανία της για την αμφίε​σή της, οδήγησαν την Τζορτζίνα στο εξής δηκτικό σχόλιο: «Δεν σου μοιάζει καθόλου, Τζέιμς. Στην πραγματικότητα, πιο πολύ μοιάζει στον αδελφό σου». Έκανε παύση, για να σηκώσει το ένα της φρύδι ειρωνικά. «Είσαι σίγουρος ότι είναι δικό σου παιδί;» «Το ξέρω ότι νιώθεις δικαιωμένη, αγάπη μου, μα μην ξεσπάς στο νεαρό». Της μίλησε με έναν τρόπο που θα την έκανε σίγουρα να ντραπεί για την ανάρμοστη συμπεριφορά της, και όντως ντράπηκε πολύ. Μ α αντί αυτό να την αναχαιτίσει, τη θύμωσε ακόμα περισσότερο. Κι ο Τζέιμς, δυστυχώς, δεν το παρατήρησε. «Τζέρεμι», συνέχισε εκείνος, «από δω η Τζορτζ…» «Η σύζυγός του», διέκοψε εκείνη δηκτικά και με τεράστια ικανοποίηση που το είπε, καθώς ήταν βέβαιη ότι ο Τζέιμς δεν θα το ανέφερε. Κι έπειτα πρόσθεσε αθώα: «Αλλά ξέχασα. Υποτίθεται ότι πρέπει να αφαιρέσω αυτή τη λέξη από το λεξιλόγιό μου. Κι έτσι δεν είμαι σύζυγος, αλλά…» «Τζορτζ!» Εκείνη ίσα που κοίταξε τον Τζέιμς με το βλέμμα της κουκουβάγιας, καθόλου εντυπωσιασμένη από την κραυγή του. Μ α είχε πλέον κινήσει το ενδιαφέρον του Τζέρεμι, που κατευθύνθηκε προς το μέρος της, αν και απευθυνόταν στον πατέρα του. «Σύζυγος; Άρα είναι κορίτσι;»


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

321

«Ναι, γυναίκα είναι, μην ανησυχείς», έσπευσε να πει ο Τζέιμς. Ο Τζέρεμι έβγαλε το καπέλο της Τζορτζίνα πριν προλάβει να τον σταματήσει. «Ποπό!» ξεστόμισε εκείνος εκτιμώντας ιδιαίτερα, σαν άντρας, τα λυτά της μαύρα μαλλιά. «Μ πορώ να φιλήσω τη νύφη;» «Όχι όπως θα ήθελες, παλιόπαιδο!» είπε ο Τζέιμς κι έσμιξε τα φρύδια του. Μ α η Τζορτζίνα το μόνο που ήθελε να μάθει ήταν: «Γιατί δεν ξαφνιάστηκε;» «Γιατί δεν πιστεύει λέξη από όσα λέμε», της απάντησε ο Τζέιμς. Εκείνη φαντάστηκε πολλές αντιδράσεις, αλλά η ολοφάνερη καχυποψία δεν ήταν μία από αυτές. Ο νεαρός νόμιζε ότι αστειεύο​ν ταν. Για μια στιγμή, το ίδιο ευχήθηκε κι εκείνη. «Τέλεια, λοιπόν», είπε αγανακτισμένη. «Δεκάρα δεν δίνω για το τι νομίζει η οικογένειά σου, Τζέιμς Μ άλορι, αλλά να είσαι σίγουρος ότι όσο εκείνοι δεν με θεωρούν σύζυγό σου, θα κοιμάμαι μόνη μου». Και στράφηκε προς τον μπάτλερ. «Σας παρακαλώ να με συνοδέψετε σ’ ένα δωμάτιο όσο πιο μακριά γίνεται από το δικό του». «Όπως επιθυμείτε, λαίδη μου», απάντησε ο μπάτλερ χωρίς να αλλάξει διόλου την έκφραση του προσώπου του. Αλλά η Τζορτζίνα, έξαλλη, εξήγησε με αλαζονικό ύφος: «Και δεν είμαι η λαίδη σου, καλέ μου άνθρωπε. Εγώ είμαι Αμερικανίδα». Ούτε τα τελευταία λόγια της προκάλεσαν στον Τζέιμς την παραμικρή αντίδραση, αν και δεν ήταν αυτός ο σκοπός της. Μ α, καθώς τον ακολουθούσε ανεβαίνοντας τις σκάλες, η αγανάκτησή της κορυφώθηκε όταν άκουσε το σχόλιο του Τζέρεμι. «Να πάρει! Μ η νομίζεις ότι μπορείς να σπιτώσεις την ερωμένη σου εδώ! Η θεία Ρόσλιν δεν πρόκειται να το ανεχτεί». «Η θεία σου θα χαρεί και με το παραπάνω, μικρέ. Να είσαι


322

JOHANNA LINDSEY

σίγουρος. Άλλωστε, η Τζορτζ είναι μία Μ άλορι». «Ναι, καλά. Κι εγώ δεν είμαι νόθος».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

323

Κεφάλαιο 40 «Δείξε μας και λίγο πόδι, Τζορτζ. Οι νέοι σου γαμπροί όπου να ’ναι επιστρέφουν». Η Τζορτζίνα άνοιξε το ένα της βλέφαρο και είδε τον Τζέιμς να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Ταυτόχρονα γύρισε προς το μέρος του κι οι γοφοί της ακούμπησαν στο μηρό του. Μ α αυτό δεν την ανησύχησε τόσο όσο το χέρι του, που ακουμπούσε στους γλουτούς της. «Πώς μπήκες μέσα;» ρώτησε, έχοντας ξυπνήσει τελείως αυτή τη φορά. «Μ ε τα πόδια, φυσικά. Πολύ σοφά έπραξε ο Ντόμπσον και σ’ έβαλε στο δωμάτιό μου». «Στο δωμάτιό σου; Μ α, του είπα…» «Ναι και το πήρε τοις μετρητοίς. Άλλωστε, δεν μ’ άκουσε να αρνούμαι την οικογενειακή σου κατάσταση. Μ όνο ο Τζέρεμι το αμφισβητεί, όχι ολόκληρη η οικογένεια». «Εννοείς ότι ακόμη το αμφισβητεί; Δεν μπήκες στον κόπο να τον πείσεις;» «Σκέφτηκα ότι δεν έχει νόημα». Η Τζορτζίνα ανακάθισε και του γύρισε την πλάτη, για να μη δει πόσο πολύ την πείραξε αυτή του η απάντηση. Άρα, τώρα ήταν σίγουρη. Δεν θα έμενε εδώ αρκετά ώστε να έχει νόημα ο γιος του να πειστεί αν είναι παντρεμένος ή όχι. Ο Τζέιμς σκόπευε πιθανώς να την επιβιβάσει στο πρώτο πλοίο με προορισμό την Αμερική. Πολύ καλά, λοιπόν, το γοργόν και χάριν έχει. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελε να ζήσει στην Αγγλία. Και φυσικά δεν ήθελε να ζήσει με έναν άντρα με τον οποίο το μόνο


324

JOHANNA LINDSEY

κοινό ήταν η αμοιβαία έλξη. Καλό είναι αυτό για λίγο, αλλά όχι για μόνιμα. Για μόνιμα ήθελε πολύ περισσότερα. Και δεν θα έκλαιγε αυτή τη φορά. Είχε κλάψει και με το παραπάνω για αυτό τον άντρα. Αν εκείνος δεν νοιαζόταν μία φορά, εκείνη δεν θα νοιαζόταν δέκα, και μόνο αυτό θα του έλεγε… ακόμα κι αν υπέφερε. Ο Τζέιμς δεν είχε ιδέα το τι συμπέρανε εκείνη από το σχόλιό του, αλλά παρέβλεπε το γεγονός ότι η Τζορτζίνα δεν ήξερε ουσια​στικά το γιο του. Αν και αμφέβαλλε, ο Τζέρεμι απλώς ήταν αφοσιωμένος στον Τζέιμς, δεδομένου ότι γνώριζε τις απόψεις του πατέρα του για το γάμο και τον όρκο του να μην παντρευτεί ποτέ. Κι ο Τζέιμς δεν ήταν έτοιμος να εξηγήσει για ποιο λόγο είχε αλλάξει στάση, καθώς κι αυτό θα το αμφισβητούσε. Έτσι δεν είχε νόημα να ταλαιπωρήσει τον ξεροκέφαλο γιο του με αυτό το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος επρόκειτο να το δείξει. «Έχεις απόλυτο δίκιο, Τζέιμς», είπε η Τζορτζίνα και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Αλήθεια;» είπε εκείνος ανασηκώνοντας το φρύδι του. «Να τολμήσω να ρωτήσω σε τι συμφωνείς μαζί μου;» «Στο ότι δεν έχει νόημα να πείσουμε οποιονδήποτε για… τη σχέση μας». Εκείνος συνοφρυώθηκε καθώς την παρατηρούσε να πηγαίνει στην καρέκλα με τα στοιβαγμένα της ρούχα. «Αναφερόμουν μόνο στον Τζέρεμι», της εξήγησε. «Δεν είναι απαραίτητο να πείσουμε οποιονδήποτε άλλον». «Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος, γιατί να μπούμε στον κόπο; Και δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχει να συναντήσω την υπόλοιπη οικογένειά σου». «Άφησες το παιδί να σε τρομοκρατήσει;» «Φυσικά και όχι», του απάντησε και γύρισε να τον κοιτάξει, για να τον πείσει. «Τότε τι σε ανησυχεί; Σε αντίθεση με τη δική σου οικογένεια, οι δικοί μου θα σε λατρέψουν. Και θα τα πάτε πολύ καλά με τη


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

325

Ρόσλιν. Νομίζω ότι είναι μόλις λίγα χρόνια μεγαλύτερή σου». «Η κουνιάδα σου, η Ρόσλιν, αυτή που θα προβάλει αντιρρήσεις για την παραμονή μου εδώ; Και με ποιον αδελφό σου τυχαίνει να είναι παντρεμένη;» «Μ ε τον Άντονι, φυσικά. Στο σπίτι του είμαστε». «Εννοείς ότι είναι παντρεμένος;» «Για την ακρίβεια, φόρεσε την κουλούρα μία μόλις μέρα πριν σε γνωρίσω και τόσο περίπου κράτησε η γαμήλια ευτυχία του. Δεν τα πήγαινε καλά με τη Σκοτσέζα νυφούλα του όταν έφυγα από δω. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς τα πάνε τώρα, αν κι ο Τζέρεμι με διαβεβαιώνει ότι ο Τόνι δεν κοιμάται πια στο σπιτάκι του σκύλου». «Εσένα θα σου ταίριαζε καλύτερα το σπιτάκι του σκύλου», του είπε δηκτικά. «Θα μπορούσες να μου τα πεις όλα αυτά πριν έρθουμε εδώ, Τζέιμς». Εκείνος σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Δεν περίμενα ότι θα ενδιαφερόσουν για την οικογένειά μου. Εγώ φυσικά δεν ενδια​φέρομαι για τη δική σου. Τι σημαίνουν όλα αυτά;» ρώτησε όταν την είδε να σηκώνει το πιγούνι της πριν του γυρίσει πάλι την πλάτη της. «Δεν είναι προσβολή για σένα, αγάπη μου, ότι δεν αντέχω τους βάρβαρους που αποκαλείς αδέλφια». «Τ’ αδέλφια μου δεν θα φέρονταν σαν βάρβαροι αν δεν τους είχες προκαλέσει σκόπιμα. Αναρωτιέμαι πώς θα αντιδρούσε η δική σου οικογένεια αν έκανα εγώ κάτι τέτοιο». «Σου εγγυώμαι ότι ούτε θα σε ξυλοφόρτωναν, ούτε θα σε έστελναν στο Τάιμπερν Χιλ για απαγχονισμό». «Ίσως όχι, αλλά δεν θα με συμπαθούσαν. Και θα αναρωτιούνταν αν έχασες τα μυαλό σου και με κουβάλησες εδώ». Εκείνος γέλασε και στάθηκε πίσω της. «Τουναντίον, γλυκό μου κορίτσι. Κάνε ή πες ό,τι θέλεις. Θα δεις ότι δεν πρόκειται να αλλάξει στο παραμικρό το καλωσόρισμά τους». «Γιατί;» «Γιατί εγώ αποφάσισα να είσαι πλέον μια Μ άλορι».


326

JOHANNA LINDSEY

«Κι αυτό υποτίθεται ότι είναι σημαντικό;» «Είμαι βέβαιος ότι θα το μάθεις αρκετά σύντομα, αλλά αυτό δεν θα συμβεί αν δεν ντυθείς. Να σε βοηθήσω;» Εκείνη απομάκρυνε το χέρι του, που αναζητούσε το στρίφωμα του πουκαμίσου της. «Νομίζω ότι τα καταφέρνω και μόνη μου, ευχαριστώ. Ποιανού είναι αυτά τα ρούχα, τέλος πάντων; Της Ρόσλιν;» «Πολύ θα μας βόλευε, αλλά όχι. Είναι λίγο πιο εύσωμη από ό,τι είσαι εσύ τώρα, ή τουλάχιστον έτσι μου είπε η υπηρέτριά της. Γι’ αυτό έστειλα να πάρουν της Ρέιγκαν, που φοράτε το ίδιο νούμερο». Η Τζορτζίνα στριφογύρισε στην αγκαλιά του και του έδωσε μια σπρωξιά. «Της Ρέιγκαν; Μ α φυσικά! Που προτιμά να σε αποκαλεί “ειδήμονα στις γυναίκες”, αντί για άσωτο». «Μ α τίποτα δεν ξεχνάς εσύ;» είπε εκείνος αναστενάζοντας κι εκείνη τον αγνόησε πλήρως. «Κι εγώ νόμιζα ότι ο Ρέιγκαν ήταν ένας άντρας φίλος σου», είπε εκείνη και τον ξάφνιασε κολλώντας το δάχτυλό της στο στήθος του και ρωτώντας τον με αισθησιακή φωνή: «Ποια είναι, λοιπόν; Μ ια ερωμένη που άφησες πίσω σου; Αν δανείστηκες για μένα ρούχα από μια ερωμένη, Τζέιμς Μ άλορι, θα δεις ότι…» Το γέλιο του τη διέκοψε. «Λυπάμαι που διακόπτω αυτή τη θαυμάσια σκηνή ζηλοτυπίας, Τζορτζ, αλλά η Ρέιγκαν είναι η λατρεμένη μου ανιψούλα». Για μία μόνο στιγμή έμεινε ανέκφραστη πριν ζαρώσει. «Η ανιψιά σου;» «Θα γελάσει πολύ όταν θα μάθει τι πίστεψες για κείνη». «Προς Θεού, μην της το πεις!» του είπε τρομοκρατημένη. «Ήταν ένα απολύτως φυσιολογικό λάθος, δεδομένου ότι είσαι ένας δηλωμένος αχρείος». «Αυτό πάρ’ το πίσω. Αλήθεια», απάντησε ξερά εκείνος. «Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε έναν άσωτο και σε έναν αχρείο, κορίτσι μου. Και το απολύτως φυσιολογικό λάθος σου δεν ήταν τόσο φυσιολογικό, αν σκεφτείς ότι δεν έχω ερωμένη


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

327

εδώ και χρόνια». «Πώς αποκάλεσες τον Τζέρεμι για το ψέμα του; Τενεκέ ξεγάνωτο;» «Πολύ αστείο, Τζορτζ, αλλά όντως είναι αλήθεια. Πάντα προτιμούσα την ποικιλία. Κι οι ερωμένες μπορεί να είναι αρκετά βαρετές με τις απαιτήσεις τους. Ωστόσο, για σένα θα έκανα μια εξαίρεση». «Αν νομίζεις ότι κολακεύτηκα, απατάσαι». «Ήσουν η ερωμένη μου στο Μέιντεν Ανν. Ποια στην ευχή είναι η διαφορά;» «Και τώρα είμαι η σύζυγός σου, αν μου επιτρέπεις αυτή τη φριχτή λέξη. Ποια είναι η διαφορά;» Έλπιζε να τον ενοχλήσει με τη σύγκριση, αλλά αντίθετα εκείνος της χαμογέλασε. «Έχεις γίνει πολύ καλή σ’ αυτό, Τζορτζ». «Σε ποιο;» ρώτησε καχύποπτη. «Στο να διαφωνείς μαζί μου. Δεν το τολμούν πολλοί αυτό, ξέρεις». Εκείνη ρουθούνισε δυνατά σαν άντρας. «Αν αυτό υποτίθεται ότι είναι πιο κολακευτικό, το σκορ σου εξακολουθεί να είναι μηδέν». «Ωραία. Αν κρατάς σκορ, πες μου πόσο πιάνει αυτό που θα σου πω τώρα. Σε θέλω». Και λέγοντας αυτά την τράβηξε κοντά του. Όπως ήταν κολλημένος πάνω της, εκείνη κατάλαβε ότι δεν μιλούσε γενικά, αλλά αναφερόταν στη συγκεκριμένη στιγμή. Ήταν σε στύση κι όποτε συνέβαινε κάτι τέτοιο στον Τζέιμς, ολόκληρο το κορμί του την ξελόγιαζε, οι γοφοί του τρίβονταν στους λαγόνες της, το στήθος του ερέθιζε τις ρώγες της ώσπου να σκληρύνουν, το άγγιγμά του αναζητούσε μόνο τα ευαίσθητα σημεία της και το στόμα του έπνιγε κάθε διαμαρτυρία της. Ποια διαμαρτυρία, δηλαδή; Η Τζορτζίνα έχασε τον έλεγχο μόλις ένιωσε να τον ποθεί. Καθώς του παραδινόταν συνέχιζε να τον πειράζει, αν και με


328

JOHANNA LINDSEY

κομμένη την ανάσα. «Κι οι γαμπροί που πρέπει να συναντήσω;» «Ας πάνε στο διάολο!» είπε ο Τζέιμς με φωνή που έβγαινε με δυσκολία. «Αυτό είναι πιο σημαντικό». Ο μηρός του μπήκε ανάμεσα στους δικούς της μηρούς και τα χέρια του άρπαξαν τα οπίσθιά της και την τράβηξαν προς τα πάνω. Εκείνη έβγαλε ένα βογκητό καθώς τρίφτηκε πάνω του, τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του και τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Το κεφάλι της έγειρε προς τα πίσω κι έτσι το στόμα του άναψε φωτιές στο λαιμό της. Δεν είχαν μυαλό για πειράγματα ή για οτιδήποτε άλλο, μόνο για το πάθος τους, που φούντωνε όλο και περισσότερο. Και στη μέση αυτής της καυτής σκηνής ήρθε ο Άντονι Μ άλορι. «Νόμιζα ότι ο μικρός αστειευόταν, αλλά μάλλον έκανα λάθος». Ο Τζέιμς σήκωσε το κεφάλι του κι άφησε ένα μουγκρητό, που πρόδιδε απογοήτευση κι ενόχληση. «Να πάρει η ευχή, Τόνι! Ο συγχρονισμός σου είναι για κλάματα». Η Τζορτζίνα γλίστρησε αργά προς το πάτωμα, αν και προσγειώ​θηκε με κάποια αστάθεια. Τότε συνειδητοποίησε ότι τους διέκοψε ένας από τους γαμπρούς που έλεγαν. Ευτυχώς, τα χέρια του Τζέιμς την υποβάσταζαν, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να γίνει κατακόκκινη από ντροπή. Θυμήθηκε τότε τον Άντονι εκείνη τη νύχτα στην ταβέρνα, όταν πέρασε τον Μ ακ για άλλον. Θυμήθηκε ότι είχε σκεφτεί πως ήταν ο διάολος με τα πιο γοητευτικά μάτια που είχε δει ποτέ στη ζωή της, ώσπου πρόσεξε τον Τζέιμς. Μ α ο Άντονι εξακολουθούσε να είναι απίστευτα όμορφος. Κι εκείνη δεν μίλησε με χαιρεκακία πριν, όταν είπε στον Τζέιμς ότι ο γιος του μοιάζει περισσότερο στον Άντονι. Πράγματι, ο Τζέρεμι ήταν η νεότερη έκδοση του Άντονι, με τα ίδια καταγάλανα μάτια και τα ίδια κατάμαυρα μαλλιά. Δικαιολογημένα αναρωτιόταν αν ο Τζέιμς ήταν όντως σίγουρος πως ο Τζέρεμι ήταν δικός του γιος. Και επίσης αναρωτιόταν τι σκέφτηκε για εκείνη ο Άντονι όταν της έριξε μια φευγαλέα ματιά.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

329

Αν είχε βάλει μια καλύπτρα στο ένα της μάτι, θα έμοιαζε με πειρατή, καθώς φορούσε το φαρδύ λευκό πουκάμισο του Τζέιμς, που εκείνος είχε καταφέρει να της το λύσει ως πολύ χαμηλά, κι από πάνω τη φαρδιά του ζώνη κομμένη στα μέτρα της, γιατί της ήταν υπερβολικά μεγάλο, κι ένα δικό της στενό παντελόνι. Ήταν ξυπόλυτη, με γυμνές τις γάμπες της. Είχε βγάλει τα παπούτσια και τις κάλτσες της πριν πέσει στο κρεβάτι λίγο νωρίτερα, για να χαλαρώσει, και την είχε πάρει ο ύπνος. Ντράπηκε πολύ που την είδε έτσι ο Άντονι, και σε τόσο ιδιωτικές στιγμές, αλλά τουλάχιστον τώρα δεν έφταιγε η ίδια. Μ ε κλειστή την πόρτα είχε δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει. Ο Άντονι έπρεπε να νιώσει αμηχανία, που μπήκε μέσα χωρίς προειδοποίη​ση, αλλά εκείνος δεν έδειχνε καθόλου αμήχανος, απλώς ενοχλημένος. «Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, αδελφέ», είπε απαντώντας στην οργισμένη δήλωση του Τζέιμς. «Μ α δεν θα έλεγα το ίδιο και για την κοπελιά. Έχεις γύρω στα δύο λεπτά να την ξεφορτωθείς, πριν έρθει να σε καλωσορίσει η γυναίκα μου». «Η Τζορτζ δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Όμως, εσύ μπορείς να ξεκουμπιστείς ευχαρίστως». «Έχεις ξεφύγει; Ξεχνάς ότι το σπίτι δεν είναι πια εργένικο;» «Η μνήμη μου είναι μια χαρά, αδελφέ, και δεν είναι ανάγκη να κρυφτεί η Τζορτζ. Είναι η…» «Ως εδώ», τον διέκοψε εξοργισμένος ο Άντονι μόλις άκουσε βήματα να πλησιάζουν. «Κρύψ’ τη κάτω απ’ το κρεβάτι. Κάνε κάτι… Μ η στέκεσαι έτσι ακίνητος!» είπε και κατευθύνθηκε προς την Τζορτζίνα. «Αν την αγγίξεις», τον προειδοποίησε σιγανά ο Τζέιμς, «θα βρεθείς οριζοντιωμένος στο πάτωμα». «Πολύ γουστόζικο το βρίσκω όλο αυτό», απάντησε ο Άντονι θυμωμένος, αλλά οπισθοχώρησε. «Ωραία. Να δω πώς θα το δικαιολογήσεις. Αλλά, αν πρόκειται να καβγαδίσω με τη Ρόσλιν γι’ αυτό, μα τον Θεό, θα σε ξεμπροστιάσω». «Άντονι», είπε απλώς ο Τζέιμς. «Βγάλε το σκασμό».


330

JOHANNA LINDSEY

Έτσι κι έγινε. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο, σταύρωσε τα χέρια του μπροστά στο στήθος του και περίμενε να εκραγεί η βόμβα. Ίσα που έριξε άλλη μία φευγαλέα ματιά στην Τζορτζίνα. Τώρα κοίταζε την ανοιχτή πόρτα από όπου περίμενε να εμφανιστεί η γυναίκα του. Στο μεταξύ, η Τζορτζίνα περίμενε έναν αληθινό δράκο να μπει στο δωμάτιο. Μ όνο κάτι τέτοιο θα έκανε έναν ψηλό και γεροδεμένο άντρα να ανησυχεί μήπως η γυναίκα του εκνευριστεί μαζί του. Μ α η Ρόσλιν Μ άλορι δεν φάνηκε τρομακτική όταν δρασκέλισε το κατώφλι της πόρτας, χαρίζοντας ένα λαμπερό χαμόγελο πρώτα στον Τζέιμς και μετά στην Τζορτζίνα. Ήταν μια πανέμορφη γυναίκα, όχι πολύ ψηλότερη από την Τζορτζίνα, όχι πολύ μεγαλύτερη και, κατά τα φαινόμενα, όχι πολύ πιο έγκυος από την Τζορτζίνα. «Ο Τζέρεμι με σταμάτησε πριν από λίγο στις σκάλες, για να μου πει ότι παντρεύτηκες, Τζέιμς. Είναι αλήθεια;» «Παντρεύτηκε;» είπε ο Άντονι με ανανεωμένο ενδιαφέρον. «Νόμιζα ότι είπες πως δεν είχες πείσει τον Τζέρεμι», είπε η Τζορτζίνα στον Τζέιμς. «Δεν τον έπεισα. Απλώς ο μικρός δείχνει απίστευτη πειθαρχία όταν νομίζει ότι αυτό θα μετρήσει υπέρ του. Σκέψου ότι δεν είπε τα ίδια στον Τόνι. Γιατί ακόμη δεν το έχει πιστέψει ο ίδιος». «Παντρεύτηκε;» είπε πάλι ο Άντονι κι ούτε αυτή τη φορά τράβηξε την προσοχή τους. Η Ρόσλιν ρώτησε: «Τι δεν πιστεύει ο Τζέρεμι;» «Ότι η Τζορτζ είναι η υποκόμησσά μου». «Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου που βρήκες άλλο τρόπο να το λες, Τζέιμς», είπε η Τζορτζίνα. «Μ α εδώ έχω αντίρρηση εγώ, γι’ αυτό βρες κάτι άλλο. Δεν πρόκειται να μου κοτσάρεις κανέναν αγγλικό τίτλο εμένα». «Πολύ αργά, αγάπη μου. Τον τίτλο τον πήρες μαζί με τ’ όνομα». «Παντρεύτηκε;» ο Άντονι φώναξε αυτή τη φορά τραβώντας


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

331

επιτέλους την προσοχή του Τζέιμς. «Δεν νομίζεις ότι το παράκανες, μόνο και μόνο για ν’ αποφύγεις το κατσάδιασμα;» Και πριν ο Τζέιμς απαντήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η Ρόσλιν ρώτησε τον άντρα της: «Μ α ποιος νοήμων άνθρωπος θα τολμούσε να τον κατσαδιάσει;» «Εσύ, γλυκιά μου». Ο Ρόσλιν γέλασε, με ένα βαθύ και βραχνό γέλιο, που ξάφνιασε την Τζορτζίνα. «Έχω σοβαρές αμφιβολίες γι’ αυτό, Άντονι, αλλά πες μου για ποιο λόγο πιστεύεις ότι θα τον κατσαδιάσω». Ο Άντονι κούνησε αόριστα το χέρι του δείχνοντας προς την Τζορτζίνα χωρίς καν να καταδεχτεί να την κοιτάξει. «Γιατί ήρθε στο σπίτι με… με την τελευταία του… τέλος πάντων, μ’ αυτή». Αυτή η φράση ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την Τζορτζίνα. «Δεν είμαι καμία “αυτή”, ηλίθιε», είπε σιγανά, αλλά με αρκετά έντονο μίσος στην έκφρασή της. «Είμαι Αμερικανίδα και, επί του παρόντος, μία Μ άλορι». «Υπέροχα, γλυκιά μου», απάντησε ειρωνικά ο Άντονι. «Τι άλλο θα έλεγες; Αυτό που σε δασκάλεψε να πεις». Τότε η Τζορτζίνα γύρισε προς τον Τζέιμς και του έδωσε μια αγκωνιά στα πλευρά. «Εσύ δεν έλεγες ότι δεν θα χρειαστεί να πείσουμε κανέναν άλλο;» «Έλα τώρα, Τζορτζ», είπε ο Τζέιμς προσπαθώντας να την καθησυχάσει. «Και είναι αυτός λόγος για να τσαντίζεσαι;» «Δεν τσαντίζομαι!» του φώναξε. «Και όσο η οικογένειά σου δεν μας θεωρεί παντρεμένους, καλό θα ήταν να μείνεις σε άλλο δωμάτιο – σωστά;» Δεν ήταν καλή επιλογή να τον απειλήσει με αυτό τον τρόπο, όταν το κορμί του δεν είχε ακόμη ηρεμήσει πλήρως από ό,τι έκαναν πριν τους διακόψουν με τόση αγένεια. «Φυσικά και όχι. Θέλεις να τον πείσουμε; Θα σου δείξω πώς πείθεται ο μικρός μου αδελφός». Και κατευθύνθηκε προς τον Άντονι με σφιγμένες τις γροθιές. Ανήσυχη με την ξαφνική μεταστροφή του, η Ρόσλιν μπήκε


332

JOHANNA LINDSEY

αμέσως μπροστά στον Τζέιμς, που έδειχνε ότι θα έκανε κομματάκια τον άντρα της, αν έφτανε κοντά του. «Λοιπόν, δεν πρόκειται να πέσει ξύλο μες στο σπίτι μου. Γιατί τον άφησες να σ’ εκνευρίσει; Ξέρεις πώς είναι». Κι ο Άντονι είπε, λίγο πιο διπλωματικά: «Όντως μας δουλεύεις όλους ψιλό γαζί – έτσι;» «Αν σκεφτόσουν με το μυαλό σου κι όχι με τον πισινό σου, θα καταλάβαινες ότι αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο δεν θα αστειευό​μουν ποτέ», απάντησε ο Τζέιμς προσβλητικά. Ο Άντονι ίσιωσε αργά την πλάτη του κι απομακρύνθηκε από τον τοίχο. Η Τζορτζίνα, βλέποντάς τον, μάντεψε στη στιγμή ότι εκείνος επιτέλους πίστεψε τον Τζέιμς, γιατί η έκφρασή του μαρτυρούσε μια γελοία έκπληξη. Χρειάστηκε ακόμα πέντε δευτερόλεπτα για να ξεσπάσει: «Για όνομα του Θεού, στ’ αλήθεια το έκανες;» κι αμέσως άρχισε να γελάει, τόσο δυνατά που αναγκάστηκε να κρατηθεί από τον τοίχο για να μην πέσει. «Να πάρει!» βλαστήμησε ο Τζέιμς μέσα από τα δόντια του. Η Ρόσλιν χαμογέλασε απολογητικά στην Τζορτζίνα, αλλά στον Τζέιμς, που κοιτούσε αηδιασμένος τον Άντονι, είπε: «Έπρεπε να το περιμένεις. Έμαθα ότι τον πείραζες ανελέητα όταν με παντρεύτηκε». «Όχι επειδή παντρεύτηκε εσένα, καλή μου, αλλά επειδή δεν μπορούσε να βρει τρόπο να προσπελάσει το τείχος που είχες υψώσει στο νυφικό σας κρεβάτι». Η Ρόσλιν κοκκίνισε όταν θυμήθηκε πόσο καιρό της πήρε να συγχωρήσει τον Άντονι γα την απιστία του. Ο Άντονι άρχισε να ηρεμεί από τα γέλια, γιατί αυτό ήταν ένα θέμα που δεν το έβρισκε καθόλου διασκεδαστικό, ούτε τώρα, ούτε και τότε. Μ α στην παύση που ακολούθησε το προσβλητικό σχόλιο του Τζέιμς, η Τζορτζίνα έσπευσε να δείξει σε όλους πως ούτε η ίδια το διασκέδαζε. Πράγματι, απλώς φόρεσε ένα από τα παπούτσια της, για να μπορέσει να ρίξει κλοτσιές και στους δύο Μ άλορι. Αντί γι’ αυτό, είπε: «Λοιπόν, αυτό το πρόβλημα θα το αντιμετωπίσεις μόνος σου, Τζέιμς Μ άλορι».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

333

Τα λόγια της έκαναν τον Άντονι να ξεκαρδιστεί, ενώ ο Τζέιμς την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Να πάρει η ευχή, Τζορτζ! Αφού βλέπεις ότι πείστηκε». «Αυτό που βλέπω είναι ότι έχει ξεκαρδιστεί και θα ήθελα να μάθω τι είναι τόσο αστείο στο γεγονός ότι με παντρεύτηκες». «Να πάρει! Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα! Γελάει γενικά επειδή παντρεύτηκα!» «Τότε γιατί δεν του λες ότι δεν ήταν δική σου ιδέα κι ότι τ’ αδέλφια μου…» «Τζορτζ!» «…σ’ εξανάγκασαν;» Μ ετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να τη σταματήσει, ο Τζέιμς έκλεισε τα μάτια ανυπομονώντας να δει τις αντιδράσεις που θα πυροδοτούσε αυτή η πολύτιμη πληροφορία. Ήταν ανώφελο να ελπίζει ότι δεν την είχε ακούσει ο Άντονι. «Σ’ εξανάγκασαν;» είπε δύσπιστος ο Άντονι και σκούπισε τα υγρά του μάτια. «Τώρα βγάζει νόημα η ιστορία. Τώρα μάλιστα. Έπρεπε να μου το πεις από την αρχή, αδελφάκι μου». Μ α δεν κρατήθηκε άλλο. «Σ’ εξανάγκασαν;» είπε γελώντας και ξεκαρδίστηκε για άλλη μία φορά, ακόμα πιο ασυγκράτητα από πριν. Πολύ σιγανά ο Τζέιμς είπε στη Ρόσλιν: «Ή θα τον πάρεις από εδώ μέσα ή θα τον παραλάβεις άχρηστο για πολλούς μήνες… ίσως και για έναν ολόκληρο χρόνο». «Έλα τώρα, Τζέιμς», προσπάθησε εκείνη να τον ηρεμήσει, αλλά και να διατηρήσει το χαμόγελό της καθώς μιλούσε. «Πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά το σενάριο ότι σ’ εξανάγκασαν…». Μ α το σκοτεινό βλέμμα του Τζέιμς την έκανε να στραφεί προς τον άντρα της. «Άντονι, σταμάτα πια. Δεν είναι και τόσο αστείο». «Να πάρει… όντως… δεν είναι», είπε ασθμαίνοντας. «Πόσοι ήταν, Τζέιμς; Τρεις; Τέσσερις;» Όταν ο Τζέιμς τον αγριοκοίταξε, εκείνος έριξε μια ματιά στην Τζορτζίνα, για να πάρει απάντηση. Εκείνη τον αγριοκοίταζε εξίσου, αλλά είπε: «Αν ρωτάς πόσα


334

JOHANNA LINDSEY

αδέλφια έχω, την τελευταία φορά που τους μέτρησα ήταν πέντε». «Δόξα σοι ο Θεός!» είπε ο Άντονι συνεχίζοντας τα γέλια. «Προς στιγμή νόμιζα ότι ήταν ένα ακόμα παραστράτημά σου, αδελφέ. Μ α τώρα έχεις την αμέριστη συμπαράστασή μου». «Πανάθεμά σε!» γκρίνιαξε ο Τζέιμς κι όρμησε πάλι προς τον Άντονι. Μ α η Ρόσλιν μπήκε στη μέση για άλλη μία φορά, αν και τώρα άρπαξε το χέρι του άντρα της. «Δεν ξέρεις πότε να σταματάς;» τον μάλωσε και τον έσπρωξε προς την πόρτα. «Μ α τώρα άρχισα», διαμαρτυρήθηκε εκείνος, αλλά μόλις είδε τον Τζέιμς διόρθωσε: «Έχεις δίκιο, γλυκιά μου. Εσύ δεν είπες στον Τζέισον ότι θα τον επισκεφτούμε τώρα που ήρθε στην πόλη; Θεέ μου, ποτέ άλλοτε δεν ανυπομονούσα τόσο να δω τους μεγαλύτερους, και ποτέ δεν είχα τόσο ενδιαφέροντα νέα να τους πω». Ο Άντονι είχε μόλις βγει από την πόρτα πριν αυτή κλείσει δυνατά πίσω του, αλλά ξανάρχισε τα γέλια, ειδικά όταν άκουσε τις υπόκωφες κατάρες που εκτοξεύονταν από την άλλη πλευρά. Η Ρόσλιν τον κοίταξε αγανακτισμένη. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό». «Το ξέρω», είπε ο Άντονι μ’ ένα χαμόγελο. «Μ πορεί και να μη σε συγχωρήσει». «Το ξέρω», είπε πάλι μ’ ένα πιο πλατύ χαμόγελο. Κούνησε απελπισμένη το κεφάλι του. «Δεν μετάνιωσες καθόλου;» «Ούτε στο ελάχιστο», της είπε εκείνος γελώντας. «Αλλά, να πάρει η ευχή, ξέχασα να τους συγχαρώ». Του έδωσε μια σπρωξιά. «Μ ην τολμήσεις! Ξέρεις ότι μου αρέσεις πιο πολύ αρτιμελής». Εκείνος, στρέφοντας απότομα το ενδιαφέρον του αλλού, τη στρίμωξε στον τοίχο του διαδρόμου. «Αλήθεια;» «Άντονι, σταμάτα!» Εκείνη γέλασε και προσπάθησε, με βαριά καρδιά, να αποφύγει τα χείλη του. «Είσαι αδιόρθωτος».


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

335

«Είμαι ερωτευμένος», της απάντησε με βραχνή φωνή. «Κι οι ερωτευμένοι άντρες είναι συνήθως αδιόρθωτοι». Εκείνη αναστέναξε καθώς της έγλειφε το αυτί. «Αν το θέτεις έτσι… το δωμάτιό μας είναι κάτω».


336

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 41 «Ο Χριστός κι η Παναγία!» είπε ο Άντονι όταν ο Τζέιμς κι η Τζορτζίνα μπήκαν στην τραπεζαρία το επόμενο πρωί. «Πώς στην ευχή μού ξέφυγε το μεγάλο σου κελεπούρι, Τζέιμς;» «Αφού ήσουν απασχολημένος με το να με πειράζεις», απάντησε ο Τζέιμς. «Και μην αρχίζεις πάλι, μικρέ. Να ευχαριστείς τον Θεό που η νύχτα μου ήταν πιο ευχάριστη μετά την αναχώρησή σου». Η Τζορτζίνα κοκκίνισε κι ήθελε να του ρίξει κλοτσιά γι’ αυτό που είπε. Δεν ευχήθηκε το ίδιο για τον Άντονι, γιατί απλώς δεν κατάλαβε ότι το σχόλιο για το «μεγάλο κελεπούρι» αφορούσε την ίδια. Η νύχτα ήταν πολύ ευχάριστη και για την ίδια. Ήταν πανέμορφη, μέσα στη μοβ τουαλέτα της από ακριβό βελούδο, που της ταίριαζε γάντι, και ένιωθε αρκετά χαλαρή, ώστε δεν έκανε το παραμικρό σχόλιο. Μ α ο Άντονι δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της και τελικά η γυναίκα του τον κλότσησε, κάτω από το τραπέζι. Μ αζεύτηκε λιγάκι, αλλά δεν σταμάτησε να την κοιτάζει, ακόμα κι όταν ο Τζέιμς τον αγριοκοίταξε. Τελικά είπε, κάπως αγανακτισμένος: «Πού στην ευχή σ’ έχω ξαναδεί, Τζορτζ; Είμαι σίγουρος πως κάπου σ’ έχω ξαναδεί». «Τ’ όνομά μου δεν είναι Τζορτζ», του είπε εκείνη και κάθισε στη θέση της. «Μ ε λένε Τζορτζίνα και οι φίλοι και οι συγγενείς μου με αποκαλούν και Τζόρτζι. Μ όνο ο Τζέιμς φαίνεται να το ξεχνάει αυτό». «Υπονοούμε και πάλι ότι είμαι ξεμωραμένος;» ρώτησε ο Τζέιμς, ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

337

Εκείνη χαμογέλασε γλυκά. «Αν σου θυμίζει κάτι αυτό, ναι». «Αν δεν με απατά η μνήμη μου, την τελευταία φορά που προσπάθησες να μου το θυμίσεις, σου θύμισα κι εγώ κάτι». «Αν δεν με απατά κι εμένα η μνήμη μου», απάντησε εκείνη, «σου είπα πως εκείνο που θυμόμουν ήταν πολύ γευστικό». Ο Άντονι παρακολούθησε τη στιχομυθία τους με ενδιαφέρον περιμένοντας υπομονετικά να επαναλάβει την ερώτησή του. Μ α η ερώτηση είχε ήδη ξεχαστεί όταν είδε τα μάτια του Τζέιμς να πετούν ξαφνικά φλόγες για κάποιον λόγο που δεν είχε καμία σχέση με θυμό. Ποια θύμηση του ξύπνησε το πάθος; Κι εκείνη τι είχε γευτεί κι ήταν τόσο νόστιμο; «Είναι κάποιο προσωπικό σας αστείο αυτό;» ρώτησε ήρεμα. «Ή μήπως θ’ ακούσουμε και το τέλος;» «Θ’ ακούσεις πού έχουμε συναντηθεί, κύριε Άντονι». «Αχά!», είπε θριαμβευτικά. «Το ’ξερα. Είμαι πολύ καλός σε κάτι τέτοια, ξέρετε. Πού ήταν, λοιπόν; Στο Βόξχολ; Στο Ντράρι Λέιν;» «Σε μια ταβέρνα γεμάτη κάπνα». Ο Άντονι κοίταξε πρώτα εκείνη και μετά τον Τζέιμς, με το ένα φρύδι ανασηκωμένο, μάλλον οικογενειακό τους χαρακτηριστικό, όπως συμπέρανε η Τζορτζίνα. «Έπρεπε να το καταλάβω. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι σου αρέσουν οι σερβιτόρες». Μ α ο Τζέιμς δεν είχε καμία διάθεση για πειράγματα. Χαμογελώντας είπε: «Για άλλη μία φορά σκέφτεσαι με τον πισινό σου, αγαπητέ μου. Δεν δούλευε εκεί. Και τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν έμαθα τι δουλειά είχε εκεί μέσα». «Την ίδια δουλειά μ’ εσένα, Τζέιμς», του είπε η Τζορτζίνα. «Έψαχνα κάποιον». «Και ποιον έψαχνες εσύ;» ρώτησε ο Άντονι τον αδελφό του. «Εσύ έψαχνες κάποιον, όχι εγώ. Ήταν η μέρα που μ’ έσυρες στο μισό Λονδίνο ψάχνοντας τον ξάδελφο της γυναίκας σου». Μ ια μέρα που ο Άντονι δεν θα ξεχνούσε ποτέ, γι’ αυτό έσπευσε να διευκρινίσει: «Μ α η Μ άρτζι σου ήταν ξανθιά».


338

JOHANNA LINDSEY

«Κι η Τζορτζ μου είναι καστανή και της αρέσουν τα αντρικά ρούχα». Ο Άντονι ξανακοίταξε την Τζορτζίνα και θυμήθηκε τα πάντα. «Θεέ μου, η αλεπουδίτσα που αφήνει μελανιές στα καλάμια των αντρών! Νόμιζα ότι δεν την ξαναβρήκες, Τζέιμς». «Όντως, δεν τη βρήκα εγώ. Εκείνη με βρήκε. Έπεσε μες στην αγκαλιά μου, τρόπος του λέγειν. Υπέγραψε…» «Τζέιμς!» τον διέκοψε η Τζορτζίνα φοβούμενη ότι θα τα μαρτυρούσε πάλι όλα. «Δεν είναι απαραίτητο να μπούμε σε λεπτομέρειες – σωστά;» «Η οικογένειά μου είναι, αγάπη μου», της είπε αδιάφορα. «Δεν πειράζει να ξέρουν». «Αλήθεια;» απάντησε εκείνη αυστηρά και συνοφρυώθηκε. «Κράτησες την ίδια στάση όταν τα είπες αυτά στη δική μου οικογένεια;» Ο Τζέιμς κατσούφιασε, σαφώς δυσαρεστημένος που του επανέφερε ένα θέμα το οποίο εκείνος δεν ήθελε να συζητήσει. Και δεν μπήκε στον κόπο να της απαντήσει. Πήγε στον μπουφέ με το πλούσιο πρωινό και γύρισε την πλάτη του στο τραπέζι. Η Ρόσλιν κατάλαβε ότι η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει απότομα και είπε διπλωματικά: «Να σου φτιάξω ένα πιάτο, Τζόρτζι; Στο πρωινό σερβιριζόμαστε μόνοι μας». «Ευχαριστώ…» Μ α ο Τζέιμς διέκοψε με σαφώς γκρινιάρικο ύφος: «Να πάρει, μπορώ να το κάνω εγώ». Τα χείλη της Τζορτζίνα έκλεισαν από αμηχανία. Υπέθεσε ότι δεν έπρεπε να μιλήσει για το μοναδικό θέμα που ήταν βέβαιο ότι θα του χαλούσε τη διάθεση, αλλά, τι στο διάολο, έπρεπε να τον αφήσει να σκανδαλίζει την ίδια του την οικογένεια κι έπειτα να τη φέρνει σε τόσο δύσκολη θέση; Μ πορεί εκείνον να μην τον ένοιαζε τι είπε και σε ποιον ή τι αντίκτυπο είχαν τα λεγόμενά του, αλλά εκείνη την ένοιαζε, και με το παραπάνω. Μ α η φούρκα της χάθηκε όταν πήρε το γεμάτο πιάτο που της ετοίμασε ο άντρας της, ο οποίος το κοπάνησε μπροστά της.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

339

Ήταν ένα μικρό βουνό από αυγά, τουρσιά, κρεατόπιτες και λουκάνικο, πλαισιωμένο από μπισκότα και μεγάλες κουταλιές ζελέ, ένα πιάτο για να φάνε τουλάχιστον τέσσερα άτομα. Η Τζορτζίνα τα κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια κι έπειτα διαπίστωσε ότι το πιάτο του Τζέιμς ήταν ακόμα πιο γεμάτο. Κι οι δυο τους ήταν τόσο φανερά απροετοίμαστοι που της βγήκε σε χιούμορ. «Σ’ ευχαριστώ, Τζέιμς», είπε προσπαθώντας να πνίξει το χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη της. «Όντως πεθαίνω της πείνας, μα δεν μπορώ να φανταστώ γιατί. Δεν ξύπνησα με πολλή… ενέργεια σήμερα το πρωί». Το απόλυτο ψέμα είχε σκοπό να τον επαναφέρει σε μια πιο ευχάριστη διάθεση, αφού κι οι δυο τους απέδειξαν ότι είχαν πολλή ενέργεια το ίδιο πρωί, πριν καν σηκωθούν από το κρεβάτι. Μ α δεν έπρεπε να επιχειρεί λογοπαίγνια με τον Τζέιμς Μ άλορι. «Μ ακάρι να είσαι πάντα τόσο οκνηρή, Τζορτζ», της απάντησε με το πιο διαβολικό του χαμόγελο και τίποτα δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει το κοκκίνισμα στα μάγουλά της. «Δεν ξέρω γιατί κοκκινίζει», είπε ο Άντονι σπάζοντας τη σιωπή που ακολούθησε. «Δεν θα έπρεπε να τα καταλαβαίνουμε αυτά τα υπονοούμενα. Όχι ότι δεν τα καταλαβαίνουμε, απλώς δεν θα έπρεπε. Κι εγώ δυσκολεύτηκα να σηκωθώ από το κρεβάτι σήμερα το πρωί γιατί…» Η πετσέτα της Ρόσλιν τον χτύπησε στο στόμα κι έδωσε τέλος στο επικείμενο πείραγμα. «Άσε ήσυχη την κοπέλα, αχρείε. Αν είναι δυνατόν! Ο γάμος μ’ έναν Μ άλορι είναι…» «Η απόλυτη ευτυχία;» πρότεινε ο Άντονι. «Ποιος το λέει αυτό;» απάντησε εκείνη ξεφυσώντας. «Εσύ, αγάπη μου, και μάλιστα πολύ συχνά». «Ναι, όταν χάνω τα μυαλά μου». Εκείνη αναστέναξε κι ο άντρας της γέλασε. Στο μεταξύ τα μάγουλα της Τζορτζίνα είχαν ηρεμήσει, αλλά εξακολουθούσε να είναι ευγνώμων στη Ρόσλιν, που κατάφερε να οδηγήσει τη συζήτηση σε μη προσωπικά ή, τουλάχιστον, σε μη


340

JOHANNA LINDSEY

ενοχλητικά θέματα. Έμαθε ότι θα την επισκεπτόταν μια μοδίστρα το απόγευμα, για να της ράψει καινούρια ρούχα, ότι ήταν προγραμματισμένοι διάφοροι χοροί για τη χειμερινή σεζόν, στους οποίους όφειλε να πάει –και οι δύο Μ άλορι αναστέναξαν στο άκουσμα αυτής της είδησης–, καθώς και πολλά πάρτι και σουαρέ, στα οποία θα μπορούσαν να τη συστήσουν στην υψηλή κοινωνία. Λαμβάνοντας υπόψη της ότι όλα τούτα σήμαιναν ότι θα είχε μέλλον εδώ, κάτι που δεν ήταν καθόλου δεδομένο, κοίταξε τον Τζέιμς μ’ ένα ύφος σαν να τον ρωτούσε αν όλα αυτά ήταν απαραίτητα. Όμως εκείνος της απάντησε μ’ ένα άκρως μυστηριώ​δες βλέμμα. Η Τζορτζίνα έμαθε επίσης ότι απόψε θα συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια. Και τότε ο Άντονι παραδέχτηκε: «Παρεμπιπτόντως, τελικά δεν επισκέφτηκα τους μεγαλύτερους χτες το βράδυ. Κάτι με σταμάτησε». Τότε ανεβοκατέβασε τα φρύδια του κι έστειλε ένα φιλί στη γυναίκα του, ενώ εκείνη έψαχνε να βρει ακόμα μια πετσέτα για να του πετάξει. Εκείνος, γελώντας, πρόσθεσε στον Τζέιμς: «Άλλωστε, αδελφέ μου, συνειδητοποίησα ότι απλώς δεν θα πίστευαν τα νέα παρά μόνο αν τους τα έλεγες εσύ, που έχεις έναν μοναδικό τρόπο να τα λες, χωρίς ουσιαστικά να τα λες. Δεν ήθελα να σου στερήσω την ευκαιρία να ξανακάνεις την ίδια γκάφα». Τότε ο Τζέιμς απάντησε: «Αν πας στο Νάιτχολς Χολ σήμερα, ευχαρίστως να έρθω μαζί σου». «Που να με πάρει ο διάολος, μπορεί και να σ’ το ζητήσω», είπε ο Άντονι και ρώτησε: «Τι στην ευχή είπες στην οικογένειά της που δεν μπορείς να το πεις στη δική σου;» «Ρώτα την Τζορτζ», είπε ο Τζέιμς σχεδόν μουγκρίζοντας. «Εκείνη δεν θέλει να το ξαναπώ». Μ α όταν εκείνα τα καταγάλανα μάτια την κοίταξαν απορημένα, τα χείλη της σφραγίστηκαν πεισματικά, παρακινώντας τον Άντονι να πει χαμογελώντας: «Έλα, καλή μου, μπορείς να μας το εκμυστηρευτείς. Αλλιώς θα επαναφέρω το ζήτημα με κάθε ευκαιρία, σε οποιαδήποτε συντροφιά, ώσπου


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

341

να μας το πεις». «Δεν θα το κάνεις αυτό!» «Είναι ικανός να το κάνει», είπε ο Τζέιμς με πικρία. Φανερά ενοχλημένη, η Τζορτζίνα ρώτησε τον άντρα της: «Κι εσύ δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό;» «Το έχω σκοπό», είπε ο Τζέιμς απειλητικά. «Να είσαι σίγουρη. Μ α αυτό δεν πρόκειται να τον σταματήσει». «Φυσικά και όχι», είπε ο Άντονι χαμογελώντας. «Ούτε κι εσένα θα σταματήσει». Η Τζορτζίνα ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα θυμωμένη και είπε: «Αρχίζω να νιώθω για την οικογένειά σου όπως εσύ για τη δική μου, Τζέιμς Μ άλορι». «Θα με εξέπληττε το αντίθετο, Τζορτζ». Παραμένοντας αβοήθητη, κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της τον Άντονι και το ξεστόμισε: «Ήμουν ο καμαρότος του. Αυτό είπε στ’ αδέλφια μου. Αυτό και το ότι μοιραζόμουν την καμπίνα του. Ικανοποιήθηκες τώρα, αισχρέ άνθρωπε;» «Να υποθέσω ότι δεν ήξερε ότι ήταν τ’ αδέλφια σου;» ρώτησε ήρεμα ο Άντονι. «Το ήξερε», του είπε θυμωμένα. «Μ ήπως δεν ήξερε ότι ήταν τόσο πολλοί;» «Κι αυτό το ήξερε». Ο Άντονι έριξε τότε στον Τζέιμς το γνωστό εκνευριστικό βλέμμα του. «Μ ου φαίνεται ότι τα ’θελες και τα ’παθες, αδελφούλη». «Βγάλε το σκασμό, ηλίθιε», μούγκρισε ο Τζέιμς. Τότε ο Άντονι έγειρε πίσω το κεφάλι του και γέλασε δυνατά. Όταν άρχισε να ηρεμεί, είπε: «Δεν περίμενα ότι θα έφτανες μέχρι εκεί, για να πραγματοποιήσεις τις ελπίδες μου, αδελφέ μου». «Ποιες ελπίδες;» «Θυμάσαι ότι σου είπα πως, όταν θα παντρευτείς, θα πάρεις μια γυναίκα τόσο γλυκιά όπως η μικρή οχιά που σ’ έδιωξε με τις κλοτσιές αντί να σ’ ευχαριστήσει για τη βοήθειά σου; Δεν


342

JOHANNA LINDSEY

περίμενα ότι θα έπαιρνες ακριβώς την ίδια». Ο Τζέιμς θυμήθηκε το σχόλιο του αδελφού του και το γεγονός ότι ο Άντονι το είχε πει ιδιαίτερα απελπισμένος, επειδή την προηγούμενη νύχτα δεν είχε καταφέρει να ξαναφέρει τη γυναίκα του στο κρεβάτι του. «Τώρα που το ανέφερες, θυμάμαι ότι είπες κάτι τέτοιο… και γιατί το είπες. Επίσης, θυμάμαι ότι έπινες υπερβολικά εκείνη τη μέρα, για να ξεχάσεις τα βάσανά σου. Ήσουν τύφλα ήδη στις 5, κι η γυναίκα σου ούτε στο κρεβάτι δεν θα σ’ έβαζε – σωστά;» «Να πάρει ο διάολος!» Η έκφραση του Άντονι ήταν τώρα πικραμένη, ενώ ο Τζέιμς χαμογελούσε. «Ήσουν τύφλα εκείνη τη μέρα. Πώς στην ευχή τα θυμάσαι όλα αυτά;» «Ρωτάς, παρόλο που ήσουν για γέλια; Δεν θα το έχανα με τίποτα, αγαπητέ μου». «Νομίζω ότι θα ξαναρχίσουν τα ίδια», είπε η Ρόσλιν στην Τζορτζίνα. «Γιατί δεν τους αφήνουμε μόνους; Μ πορεί και να σκοτωθούν όσο δεν τους βλέπουμε». Και ρίχνοντας ένα αιχμηρό βλέμμα στο σύζυγό της, πρόσθεσε: «Κι έτσι δεν θα μπούμε εμείς στον κόπο». «Αν φύγετε, δεν θα τον ενοχλούν τόσο τα σχόλιά μου», διαμαρτυρήθηκε ο Άντονι καθώς και οι δύο γυναίκες σηκώθηκαν από το τραπέζι. «Αυτό είναι το θέμα, αγάπη μου». Η Ρόσλιν τού χαμογέλασε κι έπειτα είπε στον αδελφό του: «Παρεμπιπτόντως, Τζέιμς, χτες το βράδυ ενημέρωσα το Σιλβερλέι για την επιστροφή σου. Άρα ίσως πρέπει να πας σήμερα, γιατί δεν νομίζω η Ρέτζι να μπορεί να περιμένει ως το βράδυ. Και ξέρεις πόσο συντετριμμένη είναι όταν της λείπεις». Η Τζορτζίνα κοντοστάθηκε και ρώτησε: «Και ποια είναι η Ρέτζι;» «Η Ρέιγκαν», της είπε ο Τζέιμς, χαμογελώντας όταν θυμήθηκε τη ζήλια της και παρατηρώντας ότι αυτή η ζήλια επανήλθε . Μ α ο Άντονι πρόσθεσε, ρίχνοντας στον Τζέιμς μια θλιμμένη


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

343

ματιά: «Διαφωνούμε εδώ και χρόνια για το πώς την αποκαλούμε, μα είναι η αγαπημένη μας ανιψιά. Τη μεγαλώσαμε οι τέσσερίς μας όταν πέθανε η αδελφή μας». Η Τζορτζίνα δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί κάτι τέτοιο. Όμως, αφού αυτή η Ρέιγκαν, Ρέτζι, ήταν συγγενής του Τζέιμς, έπαψε να την ενδιαφέρει. Ωστόσο, ακόμα κι αν η Τζορτζίνα δεν έμενε εκεί για πολύ, όφειλε να μάθει περισσότερα για τη μεγάλη του οικογένεια, αν ήθελε να μην εξοργίζεται κάθε φορά που θα άκουγε ένα γυναικείο όνομα το οποίο θα συνδεόταν με εκείνον. Θα ήταν ωραία αν ο ίδιος είχε μπει στον κόπο να της τα εξηγήσει όλα αυτά πριν έρθουν εδώ, αλλά σπάνια άνοιγε το στόμα του όταν επρόκειτο για την οικογένειά του, πιθανώς για να την αναγκάσει κι εκείνη να κάνει το ίδιο με τη δική της. Στο κάτω-κάτω, ήταν δίκαιο.


344

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 42 «Οι άντρες παντρεύονται, ξέρεις», είπε η Τζορτζίνα με σύνεση, και λίγο σαρκασμό. «Μ άλιστα θα έλεγα ότι το συνηθίζουν, όπως κι οι γυναίκες. Άρα μπορεί κάποιος να μου πει γιατί η είδηση του γάμου του Τζέιμς προκάλεσε αρχικά, και καθολικά, απόλυτο σοκ και στη συνέχεια δυσπιστία; Προς Θεού, δεν είναι κανένας καλόγερος». «Έχεις απόλυτο δίκιο. Κανείς δεν θα τον έλεγε ποτέ καλόγερο». Κι εκείνος που το είπε αυτό έσκασε στα γέλια. Η Ρέτζι ή η Ρέιγκαν, κατά περίπτωση, ήταν τελικά η Ρετζίνα Ίντεν, υποκόμησσα του Μ όντιθ. Μ α ήταν πολύ νεαρή υποκόμησσα, μόλις είκοσι ετών, και στο ύψος της Τζορτζίνα. Κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ανήκε στη φυλή των Μ άλορι, τουλάχιστον από την πλευρά του Άντονι και του Τζέρεμι, γιατί είχε μαύρα μαλλιά και καταγάλανα μάτια, από γεννησιμιού της. Όμως, η Τζορτζίνα διαπίστωσε ότι αυτοί ήταν η εξαίρεση, μαζί με την Έιμι, τη μία από τις κόρες του Έντουαρντ. Όλοι οι υπόλοιποι Μ άλορι έμοιαζαν στον Τζέιμς, καθώς ήταν ξανθοί με πράσινα μάτια. Η Τζορτζίνα ανακάλυψε επίσης, προς μεγάλη της ανακούφιση, ότι η Ρετζίνα Ίντεν ήταν άκρως αξιαγάπητη. Μ ε δυο λόγια τη βρήκε ζωηρή, γοητευτική, ανοιχτή, πειραχτήρι και πολύ, μα πάρα πολύ, ντόμπρα. Ήταν γεμάτη καλή διάθεση από το απόγευμα που είχε έρθει, μα ειδικά όταν ρώτησε τον Τζέιμς: «Και σε ποια ερωμένη δάνεισες τα ρούχα μου;» γιατί απουσίαζε όταν εκείνος τα δανείστηκε. Και καθώς ο Τζέιμς προσπαθούσε να βρει τον πιο εύκολο τρόπο να ανακοινώσει τα νέα, ο Άντονι


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

345

απλώς δεν μπόρεσε να αντισταθεί και είπε: «Σ’ εκείνη που παντρεύτηκε, μικρή». Ευτυχώς που η κοπέλα καθόταν όταν το άκουσε. Μ α η Τζορτζίνα είχε ακούσει τουλάχιστον εννέα φορές, μετρημένες, τη φράση: «Δεν το πιστεύω», και τη δέκατη ακούστηκε το σχόλιο: «Υπέροχα!» Κι όλα αυτά μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Η Τζορτζίνα ήταν τώρα στον επάνω όροφο. Τη χτένιζε η υπηρέτρια της Ρόσλιν, η Νέτι Μ ακΝτόναλντ, μια δυναμική μεσήλικη Σκοτσέζα, που με την απαλή ιρλανδική προφορά της και τα τρυφερά μάτια της έπεισε την Τζορτζίνα πως θα άρεσε πραγματικά στον Μ ακ. Μ αζί τους ήταν επίσης η Ρόσλιν κι η Ρετζίνα, για να βεβαιωθούν, θεωρητικά, ότι η Τζορτζίνα θα ήταν πανέτοιμη να συναντήσει τους μεγαλύτερους, δηλαδή τα μεγαλύτερα αδέλφια του Τζέιμς. Ωστόσο, στην πραγματικότητα φρόντιζαν να μην εκνευριστεί βομβαρδίζοντάς τη με ανέκδοτες οικογενειακές ιστορίες και απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις της. «Υποθέτω ότι όλα αυτά φαίνονται κάπως παράξενα σε όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία του θείου Τζέιμς». Η Ρετζίνα χαμήλωσε αρκετά τη φωνή της, για να απαντήσει στην ερώτηση της Τζορτζίνα. «Είναι ένας άντρας που ορκίστηκε ότι δεν θα παντρευτεί ποτέ και κανείς δεν αμφέβαλε ποτέ ότι σοβαρολογούσε. Μ α, για να καταλάβεις το λόγο, πρέπει να καταλάβεις ότι ήταν… να, ήταν…» «Ήταν ειδήμων στις γυναίκες;» τη βοήθησε η Τζορτζίνα. «Τέλεια. Υπέροχα το έθεσες! Κι εγώ το ίδιο έχω πει». Η Τζορτζίνα απλώς χαμογέλασε. Η Ρόσλιν κοίταξε απελπισμένη το ταβάνι. Είχε ακούσει τον Άντονι να τον περιγράφει όπως κι αυτή η σουσουράδα, αλλά η ίδια προτιμούσε να λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. «Μ α ο θείος Τζέιμς δεν ήταν απλώς ειδήμων στις γυναίκες», εξήγησε η Ρετζίνα. «Μ πορώ να μιλήσω ελεύθερα;» «Φυσικά», απάντησε η Τζορτζίνα. Μ α η Ρόσλιν την προειδοποίησε: «Μ ην την κάνεις να


346

JOHANNA LINDSEY

ζηλέψει, Ρέτζι». «Να ζηλέψει για τα πταίσματα του παρελθόντος;» Η μικρή ρουθούνισε. «Εγώ πάντως είμαι ευγνώμων για όλες τις ερωμένες που είχε ο Νίκολας στο παρελθόν. Χωρίς την εμπειρία…» «Νομίζω ότι καταλάβαμε τι εννοείς, καλή μου», τη διέκοψε η Ρόσλιν, χωρίς να μπορέσει να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. «Και μάλιστα δεν αποκλείεται να συμφωνούμε», πρόσθεσε βλέποντας και την Τζορτζίνα να χαμογελάει. «Λοιπόν, έλεγα ότι ο θείος Τζέιμς ήταν κάτι παραπάνω από ειδήμων στις γυναίκες. Για μια περίοδο αφότου ξεκίνησε την εξαντλητική του καριέρα, θα τον έλεγες αχόρταγο. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ, και ποτέ με την ίδια γυναίκα». «Τι λες τώρα;» είπε ξεφυσώντας η Ρόσλιν. «Πρωί, μεσημέρι και βράδυ;» Κι η Τζορτζίνα παραλίγο να πνιγεί. Κράτησε την αναπνοή της περιμένοντας ν’ ακούσει εκείνο το γελοίο «ποτέ με την ίδια γυναίκα». Πολλά αμφισβητούσε, μα όχι κι αυτό. «Αλήθεια είναι», επέμεινε η Ρετζίνα. «Ρώτα τον Τόνι, αν δεν με πιστεύεις, ή το θείο Τζέισον, που είχε την ατυχία να προσπαθήσει να χαλιναγωγήσει τα άγρια ένστικτα του Τζέιμς όσο έμενε ακόμη σπίτι, χωρίς επιτυχία, θα έλεγα. Φυσικά, και τα μισά από αυτά να έκανε ο θείος Τζέιμς, πάλι θα εκνεύριζε τον Τζέισον. Μ α ο Τζέιμς ήταν όντως άγριος τύπος. Από πολύ μικρός έκανε πάντα του κεφαλιού του, έπρεπε πάντα να είναι διαφορετικός από τ’ αδέλφια του. Δεν είναι να απορεί κανείς που μονομάχησε για πρώτη φορά πριν κλείσει τα είκοσι. Και κέρδισε φυσικά. Πάντα κέρδιζε, ξέρεις. Άλλωστε, ο Τζέισον ήταν δεινός σκοπευτής και δίδαξε την τέχνη και στ’ αδέλφια του. Ο Άντονι κι ο Τζέιμς, ωστόσο, προτιμούσαν και την πυγμαχία, γι’ αυτό πολλές από τις αναμετρήσεις τους διεξάγονταν στο ρινγκ και όχι στο πεδίο της μονομαχίας». «Τουλάχιστον η πυγμαχία δεν είναι τόσο δολοφονική». «Μ α ποτέ δεν σκότωσε κάποιον σε μονομαχία, τουλάχιστον από ό,τι έχω ακούσει. Συνήθως ο θυμωμένος, αυτός που


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

347

προκαλεί σε μονομαχία, προσπαθεί να σκοτώσει τον αντίπαλό του». «Ο Άντονι ρωτούσε τους αντιπάλους του πού προτιμούσαν να τους χτυπήσει», είπε η Ρόσλιν. «Μ ε αυτή την ερώτηση καταρράκωνε την αυτοπεποίθησή τους». Η Ρετζίνα γέλασε. «Από ποιον νομίζεις ότι πήρε αυτή τη συνήθεια;» «Από τον Τζέιμς;» «Ακριβώς». Η Τζορτζίνα ευχόταν να μην είχε ανοίξει αυτή τη συζήτηση. «Μ α δεν απάντησες στην ερώτησή μου». «Πάει πακέτο με τον Τζέιμς, καλή μου. Όταν ο θείος Τζέιμς μετακόμισε στο Λονδίνο, ήταν ήδη ξακουστός γλεντζές. Μ α δεν έτρεχε πια πίσω από τα μισοφόρια, γιατί δεν ήταν ανάγκη. Έτρεχαν εκείνα ξοπίσω του. Κι οι περισσότερες γυναίκες που έπεφταν στην αγκαλιά του ήταν παντρεμένες». «Νομίζω ότι αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε η Τζορτζίνα. «Το περίμενα. Όποιος τον προκαλούσε σε μονομαχία το έκανε δικαιολογημένα. Ήταν απατημένοι σύζυγοι. Η ειρωνεία είναι ότι ο Τζέιμς έπαιρνε ό,τι του δινόταν, μα δεν το έλεγε ποτέ. Κι αυτές οι μισότρελες γυναίκες εντυπωσιάζονταν τόσο πολύ μαζί του –εδώ που τα λέμε, ήταν όντως διαβολικά γοητευτικός στα νιάτα του–, που φούσκωναν από περηφάνια και μόνο που τις κοιτούσε. Γι’ αυτό δικαιολογημένα δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για το γάμο, εφόσον ζούσε από πρώτο χέρι τις συνεχείς απιστίες». «Για τις οποίες έφταιγε κι ο ίδιος», είπε η Τζορτζίνα λίγο ενοχλημένη. «Κανείς δεν το αρνείται αυτό». Η Ρετζίνα χαμογέλασε. «Άλλωστε, ήταν ο πιο διάσημος καρδιοκατακτητής στο Λονδίνο. Ξεπέρασε ακόμα και τον Τόνι, που ήταν το ίδιο προκλητικός εκείνη την εποχή». «Θα σε παρακαλούσα να μην μπλέκεις τον Άντονι στη συζήτηση», είπε η Ρόσλιν. «Έχει αλλάξει τελείως».


348

JOHANNA LINDSEY

«Το ίδιο κι ο δικός μου, ο Νίκολας, πρέπει να σας πω. Μ α όσο για το θείο Τζέιμς, έπειτα από τόσα χρόνια που έβλεπε μόνο την αρνητική πλευρά του γάμου, δικαιολογημένα τον απεχθανόταν τελείως για την υποκρισία του, όπως απεχθανόταν και τις άπιστες συζύγους, από τις οποίες βρίθει η υψηλή κοινωνία. Ορκίστηκε ότι δεν θα παντρευτεί ποτέ κι όλοι πιστέψαμε ότι το εννοούσε». «Είμαι βέβαιη ότι το εννοούσε. Στο κάτω-κάτω, δεν μου έκανε πρόταση γάμου». Η Ρετζίνα δεν το αμφισβήτησε αυτό. Της είχε ήδη πει ο Τζέιμς ότι τον εξανάγκασαν να την παντρευτεί. Της το είπε ο ίδιος πριν της προφτάσει τα νέα ο Άντονι. Όμως αμφισβήτησε το θέμα του εξαναγκασμού. «Αναρωτιέμαι, Τζόρτζι», είπε σκεφτική. «Δεν τον ξέρεις το θείο μου, τον Τζέιμς…» «Γι’ αυτό τώρα μου μιλάς για κείνον. Άλλωστε, πολύ σπάνια μου γνωστοποιεί στοιχεία της προσωπικότητάς του. Μ ήπως υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να μάθω;» «Απόψε μπορεί να μάθεις ότι η οικογένεια τον αποκήρυξε για κάμποσο καιρό. Τότε έφυγε από την Αγγλία για μία δεκαετία. Φυσικά τώρα έχει γίνει πάλι δεκτός. Υποθέτω ότι δεν σου είπε τίποτε απ’ όλα αυτά». «Όχι, τίποτε». «Αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο πρέπει να ρωτήσεις τον ίδιο, γιατί η θέση μου δεν μου επιτρέπει να πω…» «Ότι ήταν ο ξακουστός κάπτεν Χοκ;» Τα μάτια της Ρετζίνα έλαμψαν. «Άρα σου το είπε;» «Όχι, αλλά το ομολόγησε στ’ αδέλφια μου, όταν τον αναγνώρισαν. Θα έλεγα ότι είχε την ατυχία να συναντήσει δύο από τ’ αδέλφια μου μεσοπέλαγα, πριν εγκαταλείψει την πειρατεία». Η Ρετζίνα αναστέναξε: «Εννοείς ότι όλα σου τ’ αδέλφια το ήξεραν; Θεέ μου! Τυχερός είναι που δεν τον κρέμασαν!» «Αυτό ήθελαν, τουλάχιστον ο Γουόρεν», είπε η Τζορτζίνα


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

349

αηδιασμένη. «Μ α ο Τζέιμς μαρτύρησε τόσο πολλά εκείνη τη νύχτα που του άξιζε η κρεμάλα». «Και πώς και… δεν τον κρέμασαν;» ρώτησε η Ρετζίνα προσεκτικά. «Δραπέτευσε». «Μ ε τη βοήθειά σου;» «Δεν μπορούσα να επιτρέψω στον Γουόρεν να κάνει το δικό του, επειδή απλώς ήταν έξω φρενών με τον Τζέιμς εξαιτίας μου. Κι αυτός γυναικάς είναι, ο υποκριτής». «Όπως λένε, τέλος καλό όλα καλά», είπε η Ρόσλιν κι η Ρετζίνα ξεφύσηξε. «Εγώ δεν νομίζω ότι όλα είναι καλά, αφού ο θείος Τζέιμς έχει όλη την οικογένειά της απέναντί του». «Έλα τώρα, Ρέτζι, νομίζεις ότι κάτι τόσο ασήμαντο θα τον ενοχλήσει; Ειδικά όταν βρίσκεται εδώ, με έναν ωκεανό ανάμεσά τους; Όταν είναι έτοιμος, είμαι βέβαιη ότι θα τα ξαναβρούν, για χάρη της Τζόρτζι». «Ο Τζέιμς να τα ξαναβρεί;» Το πλούσιο γέλιο της Ρόσλιν γέμισε το δωμάτιο, κόντρα στην υπερβολική δυσπιστία της Ρετζίνα. «Ίσως έχεις δίκιο. Είναι ένας άντρας που δεν μετακινείται εύκολα, δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά. Ο κακόμοιρης ο άντρας σου το ξέρει αυτό από πρώτο χέρι – έτσι δεν είναι;» «Μ η μου το θυμίζεις. Είμαι σίγουρη ότι ο Νίκολας θα ευχαριστηθεί πολύ να τον πειράξει απόψε, ειδικά αν μάθει ότι ο Τζέιμς παντρεύτηκε εσένα όπως κι ο ίδιος παντρεύτηκε εμένα». Η Τζορτζίνα την κοίταξε απορημένη κι έτσι πρόσθεσε: «Ο άντρας σου δεν ήταν ο μόνος που σύρθηκε με το ζόρι στην εκκλησία. Στην περίπτωση του Νίκολας, χρειάστηκε λίγος εκβιασμός, λίγη δωροδοκία και φυσικά οι προσευχές του Τόνι, ο οποίος παρακαλούσε να αρνηθεί, για να μπορέσει να τον κάνει κομματάκια». «Κι ο Τζέιμς;» «Δεν συμμετείχε σ’ αυτό. Δεν ξέραμε καν ότι είχε επιστρέψει


350

JOHANNA LINDSEY

στην Αγγλία. Μ α απ’ ό,τι φαίνεται, κι ο άντρας μου είχε συγκρουστεί κάποτε με τον κάπτεν Χοκ μεσοπέλαγα. Έτσι, αν σου φανούν άσπονδοι εχθροί απόψε, μη δώσεις σημασία». Τότε η Τζορτζίνα έσκασε στα γέλια.


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

351

Κεφάλαιο 43 Αν και επρόκειτο απλώς για μια οικογενειακή συγκέντρωση, η Τζορτζίνα ανακάλυψε ότι τέτοια γεγονότα εξακολουθούσαν να είναι πολύ τυπικά εδώ όταν η Ρετζίνα τής έδωσε να φορέσει μια λαμπερή τουαλέτα. Το πλούσιο καστανό χρώμα της γυάλιζε τόσο πολύ που έμοιαζε με στιλβωμένο χαλκό, ενώ ο κορσές της ήταν στολισμένος με τούλια και παγιέτες. Όταν το φόρεσε η Τζορτζίνα, άστραψε ολόκληρη. Πάντως, ένιωθε υπέροχα όπως ήταν ντυμένη. Καταδικασμένη στα παστέλ χρώματα εδώ και καιρό, ανυπομονούσε να φορέσει τα πιο σκούρα και επίσημα χρώματα που άρμοζαν στη νέα οικογενειακή της κατάσταση. Πράγματι, διάλεξε μόνο έντονα και ζωηρά χρώματα στην γκαρνταρόμπα που παρήγγειλε λίγο νωρίτερα. Αμέσως μετά κατέβηκαν τις σκάλες και συνάντησαν τους άντρες του σπιτιού να συζητούν, ανακαλύπτοντας ότι κι εκείνοι ήταν ντυμένοι εξίσου στην τρίχα. Ο Άντονι φορούσε μαύρα, αν και ντεμοντέ, εκτός από τον ολόλευκο, κακοδεμένο, λαιμοδέτη του. Ο Τζέιμς είχε φορέσει για την περίσταση ένα σατέν πανωφόρι, μα σε ένα σκούρο σμαραγδί χρώμα, που δεν τον έκανε να μοιάζει καθόλου με δανδή. Και πόσο αναδείκνυε τα μάτια του! Έμοιαζαν με κοσμήματα που είχαν αιχμαλωτίσει βαθιά μέσα τους τη φωτιά, δίνοντάς τους ένα πιο ζωηρό και λαμπερό πράσινο χρώμα, κάνοντάς τα να αστραποβολούν. Κι ο Τζέρεμι, εκείνο το ζιζάνιο, ήταν η προσωποποίηση του δανδή, μέσα στο φωτεινό γκρενά πανωφόρι του και το απαίσιο κιτρινοπράσινο κοντό παντελόνι του, ένα συνδυασμό που, όπως ψιθύρισε η Ρετζίνα στην Τζορτζίνα, είχε επιλέξει για να πικάρει


352

JOHANNA LINDSEY

τον πατέρα του. Ήταν εκεί, όπως αναμενόταν, κι ο Κόνραντ Σαρπ, αφού τόσο ο Τζέιμς όσο κι ο Τζέρεμι τον θεωρούσαν μέλος της οικογένειας. Ωστόσο, η Τζορτζίνα δεν τον είχε ξαναδεί επίσημα ντυμένο. Μ άλιστα εκείνος είχε ξυρίσει τη γενειάδα που διατηρούσε στη θάλασσα. Παρομοίως, εκείνος την έβλεπε για πρώτη φορά ντυμένη με κάτι άλλο εκτός από αγορίστικα ρούχα, κι η Τζορτζίνα δεν μπορούσε να ελπίζει ότι θα περνούσε απαρατήρητη. «Θεέ μου, Τζορτζ, μήπως έχασες τα παντελόνια σου;» «Πολύ αστείο», μουρμούρισε εκείνη. Ενώ ο Κόνι κι ο Άντονι γελούσαν κι ο Τζέιμς είχε κολλήσει το βλέμμα του στο αβυσσαλέο ντεκολτέ της, η Ρετζίνα παρατήρησε: «Ντροπή σου, Κόνι. Δεν κάνουν τέτοια κομπλιμέντα στις κυρίες». «Άρχισες να την υπερασπίζεσαι, τσιλιβηθράκι;» είπε εκείνος και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Κρύψε τα νύχια σου. Η Τζορτζ χρειάζεται τόσες φιλοφρονήσεις όσες χρειάζεσαι κι εσύ, ή ανάλογη προστασία, σ’ αυτό το θέμα. Άλλωστε, είναι επικίνδυνο να της κάνεις κομπλιμέντα όταν είναι μπροστά ο σύζυγός της». Ο Τζέιμς αγνόησε αυτή την ανοησία και είπε στην ανιψιά του: «Γνωρίζοντας ότι πρόκειται για δικό σου ρούχο, γλυκιά μου, ομολογώ ότι παραείναι αβυσσαλέα τα ντεκολτέ της γκαρνταρόμπας σου τελευταία». «Τον Νίκολας δεν τον πειράζει». Το κορίτσι χαμογέλασε. «Αυτό έλειπε να τον πειράζει, τον ανεπρόκοπο». «Τέλεια. Ακόμη δεν έχει έρθει και ήδη του τα ψέλνεις», είπε εκείνη και πήγε θυμωμένη να χαιρετήσει τον Τζέρεμι. Μ α όταν το βλέμμα του Τζέιμς επέστρεψε στην Τζορτζίνα, και ιδιαίτερα στον κορσέ της, εκείνη θυμήθηκε μια παρόμοια σκηνή και είπε: «Αν ήταν εδώ τ’ αδέλφια μου, θα έκαναν κάποιο γελοίο σχετικό σχόλιο, και θα απαιτούσαν να πάω να φορέσω κάτι λιγότερο αποκαλυπτικό. Δεν νομίζω να έχεις την ίδια


Ο ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

353

άποψη;» «Και να συμφωνήσω μαζί τους