Page 1


Johanna Lindsey

ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΜΑΛΟΡΙ

ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

Μ ετάφραση: Σοφία Τάπα

ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕLXIS


Τίτλος πρωτότυπου: TENDER REBEL © johanna lindsey, 1988 • © Για την ελληνική γ λώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2015 Οι εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με την HarperCollinsP ublishers. ISBN: 978-618-81884-0-2 Ηλεκτρονική ελληνική έκδοση: Ιούνιος 2015 Μετάφραση: Σοφία Τάπα • Επιμέλεια – διορθωση: Ελεάνα Χατζάκη, Εκδόσεις Διόπτρα • Σχεδιασμός εξωφύλλου: Γιώργ ος Παναρετάκης, Εκδόσεις Διόπτρα • Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου, Εκδόσεις Διόπτρα Απαγ ορεύεται η αναπαραγ ωγ ή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγ γ ραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ . Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


«Αν ψάχνετε για αισθησιασμό, η JOHANNA LINDSEY δεν θα σας απογοητεύσει» Chicago Sun-Times

«Μ ία από τις πιο αξιόπιστες συγγραφείς που υπάρχουν. Τα βιβλία της είναι καλογραμμένα, γεμάτα ρυθμό, δυναμικούς χαρακτήρες, χιούμορ, ενδιαφέρουσα πλοκή – και, φυσικά, ρομάντζο» Cincinnati Enquirer

«Η γοητεία και ο μαγνητισμός των χαρακτήρων της είναι μεταδοτικά» Publishers Weekly

«Εξαιρετικό ρομάντζο» New York Daily News

«Η Johanna Lindsey αναμφισβήτητα έχει το χάρισμα στα ιστορικά ρομάντζα» Newport News Daily Press

«Η Johanna Lindsey μας ταξιδεύει. Κι εμείς δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ανταποκριθούμε στο χιούμορ και στο πάθος της» San Diego Union-Tribune


Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο με αγάπη σε όλους τους αναγνώστες μου, με ιδιαίτερες ευχαριστίες σε εκείνους που ήθελαν να αποκτήσει ο θείος Τόνι τη δική του ιστορία.


6

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 1

Αγγλία, 1818 «Φοβάσαι, κοκόνα μου;» Η Ρόσλιν Τσάντγουικ τράβηξε το βλέμμα της από το παράθυρο της άμαξας και από το τοπίο που την τελευταία ώρα κοίταζε δίχως στην ουσία να το βλέπει. Αν φοβόταν; Είχε απομείνει ολομόναχη στον κόσμο, χωρίς κηδεμόνα, χωρίς μια οικογένεια άξια λόγου. Όδευε προς ένα αβέβαιο μέλλον αφήνοντας πίσω της καθετί γνώριμο. Αν φοβόταν; Τρομοκρατημένη ήταν. Αλλά όσο περνούσε από το χέρι της Ρόσλιν, η Νέτι Μ ακντόναλντ δεν θα το μάθαινε ποτέ. Ήταν και η Νέτι εξαιρετικά ανήσυχη από χθες το πρωί που είχαν περάσει τα αγγλικά σύνορα, κι ας προσπαθούσε να το κρύψει με την γκρίνια της, αυτός ήταν ο τρόπος της. Η Νέτι ήταν όλο γέλια και χαρές προτού φτάσουν εκεί, ακόμη κι όταν διέσχιζαν τα Λόουλαντς που δεν τα είχε και σε τόση εκτίμηση. Γέννημα θρέμμα των Χάιλαντς όλα της τα χρόνια –σαράντα δύο μετρούσε ήδη πάνω στη Γη–, ούτε που το φανταζόταν ότι θα ερχόταν κάποτε η μέρα που θ’ αναγκαζόταν να αφήσει τα λατρευτά της Χάιλαντς – πόσο μάλλον να περάσει τα σύνορα και να μπει στην Αγγλία. Στην Αγγλία! Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση η Ρόσλιν να αφήσει πίσω τη Νέτι, όχι την πολυαγαπημένη της Νέτι.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

7

Η Ρόσλιν κατάφερε να χαμογελάσει για χάρη της, κατάφερε μέχρι και να κάνει τα γκριζοπράσινα μάτια της να αστράψουν κάπως ενοχλημένα προκειμένου να καθησυχάσει την πιστή της υπηρέτρια. «Όχου! Γιατί, τι έχω να φοβηθώ, Νέτι, μου λες; Καταφέραμε ή όχι να το σκάσουμε μες στη μαύρη νύχτα χωρίς να μας πάρει κανείς χαμπάρι; Ο Τζόρντι θα χτενίζει το Αμπερντίν και το Εδιμβούργο για βδομάδες κι ούτε που θα του πάει το μυαλό ότι έχουμε καταφύγει στο Λονδίνο». «Σίγουρα αυτό θα κάνει». Η Νέτι χαμογέλασε ικανοποιημένα για ό,τι είχαν καταφέρει μέχρι στιγμής, ξεχνώντας προς το παρόν το φόβο και την απέχθειά της για τους Άγγλους. Η απέχθειά της για τον Τζόρντι Κάμερον ήταν απείρως μεγαλύτερη. «Κι αυτό που θα κάνω εγώ, θα ’ναι να εύχομαι να πνιγεί μες στην ίδια του τη χολή ο σατανάς, όταν πάρει μυρωδιά ότι γλιτώσαμε από τα βρομερά του σχέδια. Δεν μ’ άρεσε που ο Ντάνκαν, Θεός σχωρέσ’ τον, σ’ έβαλε να του υποσχεθείς αυτό που με το ζόρι του υποσχέθηκες, αλλά ήξερε κείνος ποιο ήταν το καλύτερο για σένα. Και μη θαρρείς, δεσποινίς μου, ότι φοβάμαι τόσο που δεν πήρα χαμπάρι ότι ξεχνάς τα καθωσπρέπει αγγλικά με τη σωστή την προφορά, που σου ’μαθε κείνος ο ψηλομύτης ο καθηγητής που σου ’φερε ο Ντάνκαν. Μ ην τολμήσεις να τα ξεχάσεις, ειδικά τώρα που ’μαστε δω, μες στο στόμα του λύκου». Η Ρόσλιν χαμογέλασε πλατιά, καθώς την τελευταία φράση η Νέτι την είπε με το πιο αυστηρό της ύφος και δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να την τσιγκλήσει λίγο παραπάνω. «Μ όλις δω έναν Άγγλο θα θυμηθώ αμέσως τα καθωσπρέπει αγγλικά μου. Δεν θα μου στερήσεις τη χαρά, όμως, να μιλάω ελεύθερα, χωρίς να χρειάζεται να σκέφτομαι την κάθε μου λέξη, τον λίγο χρόνο που μου απομένει ακόμα, ε;» «Χμ! Μ ονάχα όταν σε πιάνουν τα μπουρίνια σου τα ξεχνάς και το ξέρω καλά». Φυσικά και το ήξερε η Νέτι. Η Νέτι ήξερε τη Ρόσλιν καλύτερα κι από τον εαυτό της ώρες ώρες. Και μπορεί τώρα η Ρόσλιν να μην είχε τα μπουρίνια της –όπου τότε συνήθως


8

JOHANNA LINDSEY

ξεχνιόταν και γυρνούσε πάλι στη σκοτσέζικη προφορά που είχε πάρει από τον Γκραμπ και τη Νέτι–, αλλά ήταν ταραγμένη κι όχι άδικα. Όχι, όμως, και τόσο ώστε να ξεχνάει τα καθωσπρέπει αγγλικά που της είχε μάθει ο δάσκαλός της. Η Ρόσλιν αναστέναξε. «Ελπίζω να έχουν φτάσει τα μπαούλα, αλλιώς καήκαμε». Είχαν φύγει και οι δύο με μια αλλαξιά ρούχα μόνο, προκειμένου να ξεγελάσουν τον ξάδελφό της τον Τζόρντι, μην τυχόν τις έπαιρνε το μάτι κανενός και του το έλεγε. «Αυτό είναι το τελευταίο που πρέπει να σ’ ανησυχεί, δεσποινίς. Σίγουρα γλιτώσαμε χρόνο που φέραμε κείνο τον Λονδρέζο μόδιστρο στο Κάμερον Χολ να σου φτιάξει όλα αυτά τα ωραία φορέματα και να μη χρειάζεται να κάνεις πρόβες όταν φτάσουμε. Ο Ντάνκαν, Θεός σχωρέσ’ τον, τα ’χε σκεφτεί όλα. Μ έχρι και να στείλει τα μπαούλα πριν από εμάς, ένα ένα, μη μυριστεί τίποτα ο Τζόρντι, αν τυχόν μας παρακολουθούσε». Στη Νέτι είχε φανεί τόσο αστείο που έφυγαν κρυφά μες στη μαύρη νύχτα, με τα φουστάνια τους μαζεμένα ψηλά, να φαίνονται από κάτω οι παλιές βράκες που είχαν φορέσει επίτηδες, έτσι ώστε αν τις έβλεπε κανένας στο φως του φεγγαριού να τις περνούσε για άντρες. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι και η Ρόσλιν το είχε διασκεδάσει. Στην πραγματικότητα, ήταν το μοναδικό κομμάτι που είχε απολαύσει από την τρέλα αυτή. Είχαν πάει καβάλα στα άλογα μέχρι την κοντινότερη πόλη, όπου ήταν κανονισμένο να τις παραλάβει μια άμαξα. Εκεί είχαν αναγκαστεί να περιμένουν αρκετές ώρες –ώσπου να είναι σίγουρες ότι δεν τις είχε ακολουθήσει κάποιος–, για να ξεκινήσουν τελικά αυτό το ταξίδι. Αλλά ήταν αναγκαία όλη αυτή η πονηριά και η φασαρία αν ήθελαν να ξεγελάσουν τον Τζόρντι Κάμερον. Έτσι τουλάχιστον είχε κάνει ο Γκραμπ τη Ρόσλιν να πιστέψει. Και η Ρόσλιν δεν μπορούσε παρά να πειστεί, βλέποντας το ύφος του Τζόρντι όταν ανοίχτηκε η διαθήκη του Γκραμπ. Στο κάτω κάτω ο Τζόρντι ήταν μικρανεψιός του Ντάνκαν Κάμερον,


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

9

εγγονός του μικρότερου αδελφού του, και ο μόνος άντρας συγγενής εν ζωή. Ο Τζόρντι είχε κάθε δικαίωμα να υποθέτει ότι θα κληρονομούσε ένα μέρος –έστω ένα μικρό μέρος– από την τεράστια περιουσία του Ντάνκαν. Αλλά εκείνος είχε αφήσει στη Ρόσλιν, το μοναδικό του εγγόνι, όλα τα υπάρχοντά του: το Κάμερον Χολ, τους μύλους, τις αναρίθμητες άλλες επιχειρήσεις, τα πάντα. Και ο Τζόρντι κόντεψε να βγάλει αφρούς από το κακό του. «Εμ, τι περίμενε;» είχε πει η Νέτι, μόλις ο Τζόρντι έφυγε μετά την ανάγνωση της διαθήκης. «Ήξερε ότι ο Ντάνκαν δεν ήθελε να τον βλέπει στα μάτια του, ότι αυτόν κατηγορούσε για το θάνατο της αγαπημένης σου μητέρας. Γι’ αυτό κι ο Τζόρντι σε κόρταρε ανελέητα τόσα χρόνια. Ήξερε ότι ο Ντάνκαν σ’ εσένα θα τ’ άφηνε όλα. Και γι’ αυτό δεν έχουμε καιρό για χάσιμο, τώρα που εκείνος έφυγε από τη ζωή». Όχι, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Το ήξερε η Ρόσλιν, όταν ο Τζόρντι της ζήτησε γι’ άλλη μία φορά να τον παντρευτεί μετά το άνοιγμα της διαθήκης κι εκείνη γι’ άλλη μία φορά του είχε αρνηθεί. Το ίδιο ακριβώς βράδυ είχαν φύγει μαζί με τη Νέτι. Η Ρόσλιν δεν είχε καιρό ούτε να πενθήσει ούτε να μετανιώσει για την υπόσχεση που είχε δώσει στον παππού της. Τον είχε κλάψει, όμως, τους δύο αυτούς μήνες που ήξεραν ότι ο Ντάνκαν ήταν επιτέλους στα τελευταία του. Και ήταν αληθινή ευλογία ο θάνατός του, γιατί ο παππούς της αργόσβηνε τα τελευταία επτά χρόνια από τους αφόρητους πόνους και μόνο το σκοτσέζικο πείσμα του ήταν αυτό που τον είχε κρατήσει ζωντανό για τόσο πολύ. Όχι, δεν μπορούσε να λυπηθεί που ο Γκραμπ είχε λυτρωθεί πια απ’ το μαρτύριό του. Αλλά θα της έλειπε αφάνταστα ο λατρευτός της γεράκος που είχε σταθεί για εκείνη μάνα και πατέρας μαζί όλα αυτά τα χρόνια. «Δεν θέλω να χύσεις ούτε ένα δάκρυ για μένα, δεσποινίς μου», της είχε πει βδομάδες πριν πεθάνει. «Σ’ το απαγορεύω, ακούς; Μ ου έχεις δώσει πάρα πολλά από τα χρόνια σου, πολλά χρόνια που πήγαν χαράμι, και δεν θ’ ανεχτώ να μου δώσεις ούτε


10

JOHANNA LINDSEY

μία μέρα παραπάνω μόλις φύγω. Θέλω κι αυτό να μου το υποσχεθείς». Άλλη μία υπόσχεση στο γεράκο της που τον λάτρευε, στον άντρα που την είχε μεγαλώσει, την είχε μαλώσει, την είχε αγαπήσει από τότε που η κόρη του είχε γυρίσει κοντά του σέρνοντας ξοπίσω της την εξάχρονη Ρόσλιν. Τι σημασία είχε μία υπόσχεση ακόμη, από τη στιγμή που του είχε δώσει εκείνη την άλλη, τη μοιραία υπόσχεση, που τώρα την τρόμαζε τόσο; Έτσι κι αλλιώς δεν πρόλαβε να τον πενθήσει, επομένως είχε τηρήσει τουλάχιστον αυτή την υπόσχεσή της. Η Νέτι συνοφρυώθηκε σαν είδε τη Ρόσλιν να στρέφει ξανά το βλέμμα στο παράθυρο και κατάλαβε ότι πάλι τον Ντάνκαν Κάμερον σκεφτόταν. «Γκραμπ», δηλαδή «γέρο», τον φώναζε γεμάτη αναίδεια από τη μέρα που η μητέρα της την είχε πρωτοφέρει να μείνει στο Κάμερον Χολ, έτσι, μόνο και μόνο για να τον νευριάζει. Πόσο άρεσε στο μικρό διαβολάκι να κάνει τον τρομερό και φοβερό γερο-Σκοτσέζο να βγάζει καπνούς από τ’ αυτιά. Αλλά και πόσο ευχαριστιόταν αυτός κάθε πείραγμα ή σκανταλιά που του σκάρωνε εκείνη. Θα έλειπε και στις δύο, μα τώρα είχαν τόσες άλλες έγνοιες στο μυαλό τους. «Φτάνουμε στο πανδοχείο επιτέλους», πρόσεξε η Νέτι από το κάθισμά της που έβλεπε στο μπροστινό μέρος της άμαξας. Η Ρόσλιν έσκυψε μπροστά και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι για να κοιτάξει από το παράθυρο. Ο ήλιος, που εκείνη την ώρα έδυε, φώτισε το πρόσωπό της κι άγγιξε τα μαλλιά της κάνοντάς τα να μοιάζουν ίδια με ηλιοβασίλεμα κι εκείνα. Όμορφα μαλλιά είχε το κορίτσι της, κοκκινόχρυσα σαν της Τζάνετ, της μητέρας της. Τα μαλλιά της Νέτι ήταν μαύρα σαν το κάρβουνο και τα μάτια της είχαν το μουντό πράσινο χρώμα της λίμνης όταν τη σκιάζουν πανύψηλες βελανιδιές. Η Ρόσλιν είχε πάρει και τα μάτια της Τζάνετ, εκείνο το γκριζοπράσινο χρώμα που ευτυχώς έκλεβε την παράσταση από τις χρυσαφένιες φακίδες, οι οποίες ήταν τόσο εμφανείς στο πρόσωπό της. Τα πάντα πάνω της θύμιζαν έντονα την Τζάνετ Κάμερον προτού εκείνη το σκάσει με


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

11

τον Άγγλο της. Στην ουσία η Ρόσλιν δεν είχε πάρει τίποτα από τον πατέρα της, τον ίδιο αυτόν Άγγλο που είχε κλέψει την καρδιά της Τζάνετ και είχε κάνει την καημένη τη μητέρα της Ρόσλιν σκιά του εαυτού της μετά το τραγικό δυστύχημα που τον σκότωσε. Ίσως να ήταν καλύτερα που ένα χρόνο αργότερα πέθανε και η ίδια η Τζάνετ, γιατί από εκείνη τη στιγμή δεν ήταν ποτέ πια η ίδια. Και η Ρόσλιν, δόξα τω Θεώ, είχε τον παππού της ως αποκούμπι τότε. Ένα επτάχρονο παιδάκι, ορφανό από πατέρα κι από μάνα, που ευτυχώς προσαρμόστηκε εύκολα, ιδίως αφότου είχε ένα γερο-Σκοτσέζο να της κάνει όλα τα χατίρια. Όχου, ίδια με τη δεσποινίδα από κει είμαι κι εγώ, που σκέφτομαι τους πεθαμένους, ενώ εδώ κινδυνεύουμε να μην έχουμε ούτε αύριο. «Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι τα κρεβάτια θα είναι πιο μαλακά από τα χθεσινοβραδινά», σχολίασε η Ρόσλιν, καθώς η άμαξα σταματούσε μπροστά στο εξοχικό πανδοχείο. «Είναι το μοναδικό πράγμα που με κάνει να ανυπομονώ να φτάσουμε στο Λονδίνο. Ξέρω ότι η Φράνσις θα μας έχει έτοιμα άνετα κρεβάτια». «Θες να πεις ότι δεν χαίρεσαι που θα δεις την καλύτερή σου φίλη μετά από τόσα χρόνια;» Η Ρόσλιν κοίταξε σαστισμένη τη Νέτι. «Μ α φυσικά κι αυτό. Εννοείται. Δεν βλέπω την ώρα να την ξαναδώ. Αλλά κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, πώς να είναι χαρούμενο το σμίξιμό μας; Εννοώ, ότι εφόσον δεν υπάρχει ούτε δευτερόλεπτο για χάσιμο, πόσο θα μπορέσω να μείνω για να δω τη Φράνσις; Όχου, αμάν πια μ’ αυτό τον Τζόρντι, τέλος πάντων», πρόσθεσε σμίγοντας τα πυρόξανθα φρύδια της. «Αν δεν ήταν αυτός…» «Δεν θα είχες δώσει καμία υπόσχεση και τώρα δεν θα ήμαστε δω, αλλά δεν έχει κανένα νόημα να γκρινιάζεις τώρα, σωστά;» αντιγύρισε η Νέτι. Η Ρόσλιν χαμογέλασε ειρωνικά. «Ποια γκρίνιαζε όταν χθες το βράδυ ξάπλωνε στο σκληρό κρεβάτι λέγοντας ότι αυτό το πράγμα δεν έκανε ούτε για κοριούς, πόσο μάλλον για το


12

JOHANNA LINDSEY

πονεμένο της σώμα;» Η Νέτι ρουθούνισε, απαξιώντας ν’ απαντήσει, κι έσπρωξε τη Ρόσλιν να βγει από την άμαξα μόλις ο αμαξάς άνοιξε την πόρτα και της έδωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να κατέβει. Η Ρόσλιν προχωρούσε μπροστά και, όσο το ξανασκεφτόταν, το χαχανητό της ακουγόταν μέχρι την υπηρέτριά της, πίσω, και η Νέτι ρουθούνισε ξανά, στον εαυτό της αυτή τη φορά. Δεν έχεις γεράσει τόσο πολύ, Νέτι, κορίτσι μου, που να μην αντέχεις λίγο ξεβόλεμα για μερικά βράδια, σκέφτηκε κοιτάζοντας το χοροπηδηχτό βήμα της Ρόσλιν, που η αλήθεια ήταν ότι εκείνη τη στιγμή την έκανε να νιώθει σαν ογδοντάρα γριά. Κι από πέτρα να είναι καμωμένο το κρεβάτι απόψε, άχνα δεν θα βγάλεις, αλλιώς δεν γλιτώνεις ούτε στην άλλη ζωή από την καζούρα της δεσποινίδας από κει. Αλλά τότε η Νέτι χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. Λίγο πείραγμα ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν η Ρόσλιν για να ξεφύγει κάπως το μυαλό της από το αβέβαιο μέλλον. Ακόμη κι αν το κρεβάτι εδώ είναι μαλακό σαν βαμβάκι, εσύ θα γκρινιάζεις ότι είναι σκληρό σαν πέτρα. Πάει τόσος καιρός που ’χεις ν’ ακούσεις το γέλιο της, να δεις τη σκανταλιά στο μάτι της. Το ’χει ανάγκη το πείραγμα, σίγουρα πράγματα. Καθώς η Ρόσλιν πλησίαζε στο πανδοχείο, ούτε που πρόσεξε τον δεκαεξάχρονο νεαρό που ανεβασμένος σ’ ένα σκαμνί άναβε το φανό πάνω από την πόρτα, αλλά για κακή του τύχη την πρόσεξε εκείνος. Όταν άκουσε το βραχνό της γέλιο, τόσο αλλιώτικο από κάθε άλλο γέλιο που είχε ακούσει ποτέ του, κοίταξε πίσω του και παραλίγο να γκρεμιστεί από το σκαμνί – τόσο πολύ σάστισε στη θέα της. Έλαμπε σαν φλόγα έτσι λουσμένη στην κοκκινωπή λάμψη που έριχνε το ηλιοβασίλεμα στην αυλή και κάθε δευτερόλεπτο που εκείνη πλησίαζε, ο νεαρός ξεχώριζε ένα ένα τα χαρακτηριστικά του καρδιόσχημου προσώπου της: από τα τέλεια σμιλεμένα ζυγωματικά και τη μικροκαμωμένη μυτερή μύτη, μέχρι το αποφασιστικό μικρό πιγούνι και τα μεγάλα, σαρκώδη χείλη. Όταν εκείνη διάβηκε το


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

13

κατώφλι, το κεφάλι του έκανε ολόκληρη περιστροφή για να συνεχίσει να τη χαζεύει, ώσπου ακούστηκε ένα επικριτικό χμ που τον έκανε να γυρίσει απότομα προς τα πίσω. Και όταν είδε μια υπηρέτρια να τον κοιτάζει αυστηρά, τα μάγουλά του πήραν φωτιά. Αλλά η Νέτι τον λυπήθηκε και δεν του έσυρε τα εξ αμάξης, όπως έκανε συνήθως όταν τσάκωνε κάποιον να κοιτάζει σαν χάννος τη Ρόσλιν της. Όπου πήγαιναν, όλο το ίδιο πράγμα γινόταν, αφού η λαίδη Ρόσλιν Τσάντγουικ είχε αυτή την επίδραση στο αρσενικό φύλο, ασχέτως ηλικίας, από μικρά αγόρια μέχρι γέρους, και ό,τι άλλο ενδιάμεσα φορούσε βράκα. Κι αυτή την κοπέλα θα την άφηναν να αλωνίζει ελεύθερη στο Λονδίνο.


14

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 2

«Κι εσύ αναρωτιόσουν ποιος είναι ο προπονητής του;» ρώτησε γελώντας ειρωνικά ο εντιμότατος Γουίλιαμ Φέρφαξ τον νεαρό φίλο του. «Σ’ το ’πα ότι ο προπονητής του δεν έχει καμία σχέση, δεν σ’ το ’πα; Αν θέλεις να γίνεις σαν κι αυτόν, τότε καλύτερα φόρα τα γάντια κι άρχισε να παλεύεις. Απ’ ό,τι ξέρω, εκείνος το κάνει για πάνω από δώδεκα χρόνια τώρα». Ο φίλος του Γουίλιαμ, ο Κάλι, τινάχτηκε σαν άκουσε τον ήχο που έκανε το δέρμα πέφτοντας με δύναμη πάνω σε συμπαγή σάρκα, αλλά αυτή τη φορά μισάνοιξε τα μάτια του. Τα είχε κλείσει σφιχτά πριν από λίγα λεπτά, όταν είχε πεταχτεί η πρώτη σταγόνα αίμα από μια χτυπημένη μύτη. Τώρα ρίγησε, καθώς από την ίδια μύτη το αίμα έτρεχε ποτάμι, όπως κι από το πρησμένο στόμα από κάτω της κι από το σκισμένο φρύδι από πάνω της. «Δεν σ’ αρέσει και τόσο, ε, Κάλι;» ρώτησε χαμογελώντας ειρωνικά ο Γουίλιαμ, όταν είδε ότι ο φίλος του είχε πρασινίσει από το φόβο. «Ούτε και στον αντίπαλό του μάλλον, τουλάχιστον σήμερα». Γέλασε πνιχτά, του φάνηκε αστείο. «Αν έμπαινε ο Νάιτον μαζί του στο ριγκ, ίσως να άξιζε τον κόπο να στοιχηματίσουμε. Εκείνος τον εκπαίδευσε, ξέρεις. Βέβαια ο Νάιτον, απ’ όσο ξέρω, έχει να κερδίσει αγώνα δέκα χρόνια τώρα, αλλά θα ήταν ισχυρότερος αντίπαλος για το λόρδο. Από την άλλη μεριά, βέβαια, o Μ άλορι έχει λαχανιάσει τώρα, οπότε οι πιθανότητες θα ήταν μισές μισές».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

15

Ενώ όμως παρακολουθούσαν το θέαμα μαζί με μερικές δεκάδες άλλους κυρίους που βρίσκονταν γύρω από το ριγκ, ο σερ Άντονι Μ άλορι χαλάρωσε τη στάση του κορμιού του και στράφηκε να αγριοκοιτάξει τον ιδιοκτήτη του αθλητικού κέντρου. «Γαμώτο, Νάιτον, σ’ το είπα ότι δεν ήταν έτοιμος ακόμα. Δεν έχει αναρρώσει πλήρως από την τελευταία φορά». Ο Τζον Νάιτον σήκωσε αδιάφορα τους ώμους, αν και στα σκουροκάστανα μάτια του φάνηκε ξεκάθαρα μια λάμψη ευθυμίας, όταν κοίταξε τον δυσαρεστημένο μποξέρ που θεωρούσε φίλο του. «Δεν είδα να προσφέρεται κι άλλος κανείς, λόρδε μου, μήπως είδες εσύ; Ίσως αν άφηνες μια φορά να κερδίσει και κάποιος άλλος, να έβρισκες περισσότερους αντιπάλους για να προπονείσαι». Πολλά ήταν τα πνιχτά γέλια που ακούστηκαν σ’ αυτό το σχόλιο. Όλοι εκεί μέσα ήξεραν ότι ο Μ άλορι είχε δέκα χρόνια να χάσει αγώνα ή να αφήσει κάποιον να τον νικήσει, έτσι και πιανόταν στα χέρια μαζί του. Ήταν σε εξαιρετική φόρμα και οι μύες του άγγιζαν την τελειότητα, αλλά η ικανότητά του στο ριγκ ήταν αυτή που τον έκανε ασυναγώνιστο – όπως επίσης τον έκανε και να μη βρίσκει αντιπάλους. Οι ιμπρεσάριοι, και ο Νάιτον μεταξύ αυτών, θα έδιναν και το δεξί τους χέρι προκειμένου να τον ανεβάσουν στο ριγκ για έναν επαγγελματικό αγώνα. Αλλά για έναν ακόλαστο άντρα, όπως ο Μ άλορι, το μποξ δεν ήταν παρά μόνο ένας τρόπος άσκησης για να διατηρείται σε φόρμα και να αντισταθμίζει τις κραιπάλες του. Πήγαινε τρεις φορές τη βδομάδα στο Νάιτονς Χολ, το αθλητικό κέντρο του Νάιτον, για τον ίδιο λόγο που κάθε πρωί έκανε ιππασία στο πάρκο, μόνο και μόνο επειδή του έδινε ευχαρίστηση. Οι μισοί άντρες εκεί μέσα ήταν επίσης μποξέρ που περίμεναν τη σειρά τους για να ανέβουν στο ριγκ και να προπονηθούν. Ορισμένοι, όπως ο εντιμότατος Φέρφαξ, είχαν περάσει απλώς μια βόλτα για να δουν τους καλύτερους του είδους να προπονούνται – αν και κάπου κάπου ο Φέρφαξ έβρισκε την ευκαιρία να τζογάρει λίγο, σε περίπτωση που προέκυπτε καμιά


16

JOHANNA LINDSEY

σοβαρή αναμέτρηση. Αρκετοί άλλοι απ’ όσους ήταν παρόντες ήταν φίλοι του Μ άλορι· έρχονταν συχνά για να τον δουν να κατατροπώνει τους αντιπάλους που ο Νάιτον είχε την ατυχία να του φέρνει – αφού οι ίδιοι είχαν μια στάλα μυαλό στο κεφάλι τους και δεν υπήρχε περίπτωση να αναμετρηθούν μαζί του στο ριγκ. Ένας από αυτούς έκανε τώρα πλάκα στον Άντονι. Ο λόρδος Άμχερστ, στο ίδιο σχεδόν ύψος με το φίλο του αλλά πιο αδύνατος, ήταν ένας ξέγνοιαστος τύπος με τα γκρίζα μάτια του συνεχώς ζαρωμένα από το γέλιο. Συνομήλικός του, αν και ανοιχτόχρωμος σε σχέση με τον μελαχρινό Άντονι, είχε κοινά ενδιαφέροντα μ’ εκείνον· κυρίως τις γυναίκες, τον τζόγο και τις γυναίκες. «Ο μόνος τρόπος για να καταφέρεις κάποιον να παλέψει μαζί σου, Μ άλορι, είναι να βρεις έναν στα μέτρα σου και να πας με τη γυναίκα του μπας και σε καλέσει σε μονομαχία». «Μ ε την ατυχία που με δέρνει, Τζορτζ», αντιγύρισε ο Μ άλορι, «θα διάλεγε να μονομαχήσουμε με πιστόλια, οπότε ούτε τότε θα είχε πλάκα». Ο Τζορτζ Άμχερστ γέλασε με τον ξερό τόνο του φίλου του, γιατί έστω κι αν υπήρχε κανείς που να μην ήξερε ότι ο Άντονι ήταν ανίκητος στο ριγκ, σίγουρα όμως ήξερε ότι ήταν ασυναγώνιστος στη μονομαχία με όπλα. Ήταν γνωστό μέχρι και ότι ρωτούσε ατάραχα τους αντιπάλους του σε ποιο μέρος του σώματός τους θα ήθελαν να δεχτούν το τραύμα της τιμής, κάτι που φυσικά έκανε τους καημένους να αρχίσουν να τρέμουν από το φόβο τους – αν δεν έτρεμαν ήδη δηλαδή. Απ’ όσο γνώριζε ο Τζορτζ, στην πραγματικότητα ο Άντονι δεν είχε σκοτώσει ποτέ κανέναν σε μονομαχία, μια και όλες του οι αναμετρήσεις είχαν γίνει για τα μάτια κάποιας γυναίκας. Ήταν αδιόρθωτος γυναικάς, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι δεν είχε γεννηθεί ακόμα η γυναίκα που για χάρη της να άξιζε να πεθάνει κανείς – μ’ εξαίρεση τις γυναίκες της οικογένειάς του ασφαλώς. Ο Μ άλορι γινόταν απίστευτα εύθικτος σε ό,τι είχε να κάνει με


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

17

την οικογένειά του. Μ πορεί να ήταν εργένης –και μάλιστα ορκισμένος–, αλλά με τρεις μεγαλύτερους αδελφούς που όλοι τους είχαν από ένα τσούρμο παιδιά, δεν του έλειπαν τα ανίψια τα οποία υπεραγαπούσε. «Ψάχνεις έναν άξιο αντίπαλο, Τόνι; Τότε έπρεπε να είχες στείλει τον άνθρωπό σου να με βρει. Ξέρεις ότι είναι πάντοτε χαρά μου να σε διευκολύνω». Ο Τζορτζ έκανε απότομα μεταβολή· δεν πίστευε στ’ αυτιά του, όταν άκουσε τη φωνή που είχε πάνω από δέκα χρόνια να ακούσει. Κι ανασήκωσε δύσπιστα τα φρύδια του, όταν είδε ότι δεν είχε κάνει λάθος. Στο κατώφλι στεκόταν ο Τζέιμς Μ άλορι, σίγουρα μεγαλύτερος σε ηλικία, αλλά έδειχνε το ίδιο επικίνδυνος όπως και πριν από δέκα χρόνια που ήταν ο πιο διαβόητος έκφυλος του Λονδίνου. Μ εγαλόσωμος, ξανθός κι ακόμα όμορφος, μα τον Θεό! Απίστευτο! Και τότε ο Τζορτζ στράφηκε ξανά για να δει πώς είχε φανεί στον Άντονι αυτή η αναπάντεχη εμφάνιση. Τα δύο αδέλφια ήταν πολύ δεμένα παλιά, είχαν μόνο ένα χρόνο διαφορά και είχαν και τα ίδια ενδιαφέροντα, αν και ο Τζέιμς ήταν σίγουρα ο πιο ατίθασος από τους δύο – ή έστω έτσι ήταν παλιά. Αλλά μετά ο Τζέιμς είχε εξαφανιστεί και για άγνωστο λόγο –ή για κάποιο λόγο που η οικογένεια δεν είχε αποκαλύψει ποτέ– τα υπόλοιπα αδέλφια, μαζί και ο Άντονι, τον είχαν ξεγράψει κι έκτοτε δεν ανέφεραν ούτε τ’ όνομά του. Μ πορεί ο Τζορτζ να ήταν στενά δεμένος με τον Άντονι όλα αυτά τα χρόνια, και ήθελε να πιστεύει ότι ήταν φίλοι καρδιακοί, αλλά ο Άντονι δεν του είχε πει ποτέ τι κακό είχε κάνει ο Τζέιμς για να τον διώξουν από την οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά, ο Τζορτζ είδε έκπληκτος ότι ο Άντονι δεν έδειχνε ούτε ίχνος από την παροιμιώδη οργή του. Για την ακρίβεια, το όμορφο πρόσωπό του δεν φανέρωνε κανένα συναίσθημα που να μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους παρισταμένους. Έπρεπε να τον ξέρει κανείς καλά για να καταλάβει τι έκρυβε εκείνη η λάμψη στα μάτια του, που είχαν το


18

JOHANNA LINDSEY

μπλε χρώμα του κοβαλτίου: χαρά κι όχι οργή. Κι όμως, όταν μίλησε, θα νόμιζε κανείς πως απευθυνόταν στον χειρότερο εχθρό του. «Τζέιμς, τι διάολο κάνεις ακόμα στο Λονδίνο; Ήταν να σαλπάρεις σήμερα το πρωί!» Ο Τζέιμς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Αλλάξανε τα σχέδια· τώρα τελευταία ο Τζέρεμι έχει σηκώσει δικό του μπαϊράκι, βλέπεις. Από τότε που γνώρισε την υπόλοιπη οικογένεια δεν μπορώ να τον κάνω ζάφτι πια. Σίγουρα του κάνει μαθήματα η Ρίγκαν πώς να καταφέρνει να περνάει το δικό του, γιατί πώς τα ’φερε, πώς τα ’κανε, τελικά μ’ έπεισε να τον αφήσω να τελειώσει εδώ το σχολείο. Και να με πάρει ο διάολος να με πάρει, αν κατάλαβα πώς με τουμπάρισε». Ο Άντονι ήθελε να γελάσει με το σαστισμένο ύφος του Τζέιμς, επειδή τον έκανε ό,τι ήθελε ένα δεκαεπτάχρονο πιτσιρίκι που έμοιαζε περισσότερο σαν γιος του Άντονι παρά δικός του. Και όντως θα γελούσε, αν του Τζέιμς δεν του είχε ξεφύγει το όνομα Ρίγκαν. Γιατί αυτό το όνομα έκανε μια ζωή θηρίο τον Άντονι, όπως και τον Τζέισον και τον Έντουαρντ, τα μεγαλύτερα αδέλφια τους, και ο Τζέιμς το ήξερε, γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποίησε το «Ρίγκαν» αντί το «Ρέτζι», όπως φώναζε η υπόλοιπη οικογένεια τη Ρετζίνα Ίντεν. Αλλά από τότε που θυμόταν τον εαυτό του ο Άντονι, ο Τζέιμς πάντα ήθελε να διαφέρει από τους άλλους, ήθελε να περνάει το δικό του, να κάνει του κεφαλιού του και στο διάολο οι συνέπειες. Όσο ο Τζέιμς μιλούσε, προχωρούσε μπροστά βγάζοντας αδιά​φορα το παλτό του, αποκαλύπτοντας την πουκαμίσα με τα φαρδιά μανίκια που του άρεσε να φοράει όταν κυβερνούσε το πλοίο του, το Μ έιντεν Αν. Μ ια και ο Τζέιμς φαινόταν έτοιμος να τον εξυπηρετήσει στο ριγκ, ο Άντονι συγκρατήθηκε και δεν του τα ’ψαλλε για το «Ρίγκαν»· κάτι τέτοιο θα ξεκινούσε ως συνήθως καβγά μεταξύ τους, όμως τώρα δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την επικείμενη φιλική τους πάλη. «Αυτό σημαίνει ότι θα μείνεις κι εσύ εδώ;» ρώτησε ο Άντονι, ενώ ο Τζέιμς έδωσε το παλτό του στον Τζορτζ και κατόπιν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

19

δέχτηκε τα γάντια, που ο Τζον Νάιτον περιχαρής τον βοήθησε να φορέσει. «Προς το παρόν τουλάχιστον, μόνο μέχρι να τακτοποιηθεί και να συμμορφωθεί ο μικρός. Αν και ο Κόνι τόνισε ότι ο μόνος λόγος, που θα μας έκανε να στεριώσουμε στο νησί, θα ήταν για να έχει ο Τζέρεμι ένα σπιτικό». Ο Άντονι αυτή τη φορά δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο του. «Δύο γερόλυκοι της θάλασσας που το παίζουν μητέρες. Χριστέ μου, μακάρι να ήμουν από μια μεριά να σας έβλεπα». «Στη θέση σου δεν θα μιλούσα, Τόνι», αντιγύρισε ο Τζέιμς, ατάραχος από το σαρκασμό του. «Κι εσύ το έπαιζες μητέρα κάθε καλοκαίρι για έξι χρόνια, αν δεν απατώμαι». «Πατέρας», τον διόρθωσε ο Άντονι. «Ή μάλλον κάτι σαν μεγάλος αδελφός, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Μ ου κάνει εντύπωση, όμως, που δεν παντρεύτηκες κι εσύ όπως ο Τζέισον, μόνο και μόνο για να έχει μια μητέρα ο Τζέρεμι. Αλλά φυσικά εσύ είχες τον Κόνραντ Σαρπ να σε βοηθήσει να μεγαλώσεις το παιδί σου, οπότε φαντάζομαι ότι δεν το θεώρησες απαραίτητο». Ο Τζέιμς ανέβηκε μ’ ένα σάλτο στο ριγκ. «Ξεχνάς ότι αυτός που κοροϊδεύεις είναι ο καλύτερός μου φίλος». Ο Άντονι έκανε ελαφριά υπόκλιση. «Δεκτό. Λοιπόν, ποιος θα πάρει το αγαπητό μας παιδί, όσο εσύ και ο Κόνι θ’ αποφασίζετε αν θα γυρίσετε στην πατρίδα για πάντα;» Η δεξιά γροθιά του Τζέιμς έπεσε με δύναμη στο στομάχι του Άντονι κι αμέσως μετά ήρθε η απάντηση: «Εσύ». Όταν ο Άντονι διπλώθηκε –όχι μονάχα από το χτύπημα, αλλά κι από την απάντηση–, τα στοιχήματα άρχισαν να πέφτουν βροχή. Επιτέλους υπήρχε κάποιος που έδειχνε ότι ίσως κατάφερνε να νικήσει τον αήττητο λόρδο. Ο Μ άλορι ήταν μερικά εκατοστά ψηλότερος, αλλά ο άλλος τύπος ήταν πιο γεροδεμένος κι έδειχνε ικανός να βγάλει εκτός μάχης όλους όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα, μαζί και τον Μ άλορι. Κι εκείνοι είχαν το προνόμιο να το παρακολουθήσουν. Μ όνο μερικοί από


20

JOHANNA LINDSEY

κει μέσα συνειδητοποίησαν ότι αυτοί οι δύο ήταν αδέλφια. Μ όλις ο Άντονι μπόρεσε να πάρει ανάσα, κοίταξε βλοσυρά τον Τζέιμς για την αιφνιδιαστική γροθιά που του έριξε, αλλά για την αποκάλυψη που του είχε κάνει, είπε απλώς: «Εγώ; Από πού κι ως πού τέτοια τύχη;». «Εσένα διάλεξε ο μικρός. Λες και δεν το ξέρεις, γαμώτο, ότι είσαι το είδωλό του – μετά από εμένα φυσικά». «Μ α φυσικά», απάντησε ο Άντονι και φρόντισε να αιφνιδιά​σει κι αυτός τον Τζέιμς μ’ ένα άπερκατ, που τον έστειλε αρκετά βήματα πίσω. Όσο ο Τζέιμς τέντωνε το σαγόνι του για να το ξεμουδιάσει, ο Άντονι πρόσθεσε: «Πολύ ευχαρίστως να τον πάρω μαζί μου, αρκεί να το ξέρεις ότι δεν θα περιορίσω τις δραστηριότητές μου όπως έκανα για χάρη της Ρέτζι». Τώρα κινούνταν σε κύκλο και κατάφεραν να ρίξουν και οι δύο από μια γροθιά, προτού ο Τζέιμς απαντήσει: «Δεν περιμένω να κάνεις κάτι τέτοιο, μικρέ, αφού ούτε κι εγώ το έκανα. Είναι αλλιώς όταν έχεις ένα αγόρι μαζί σου. Από τα δεκατέσσερά του έχει αρχίσει να γαμπρίζει ο πιτσιρίκος, που να με πάρει και να με σηκώσει». Ο Άντονι ξέσπασε σε γέλια όταν το άκουσε, χαλαρώνοντας δυστυχώς την άμυνά του, με αποτέλεσμα να δεχτεί ένα χτύπημα στο πλάι του κεφαλιού. Αλλά απάντησε αμέσως με μια γροθιά στο στομάχι του Τζέιμς, που τον σήκωσε τουλάχιστον πέντε ίντσες από το έδαφος, πράγμα απίστευτο, αφού ο Τζέιμς ήταν πάνω από δεκατρία κιλά βαρύτερος κι όλο μυς. Ο Άντονι έκανε λίγο πίσω για να δώσει χρόνο στον αδελφό του να πάρει μια ανάσα. Όταν ο Τζέιμς σήκωσε τα μάτια, διπλωμένος ακόμα στα δύο, χαμογελούσε. «Θέλουμε στ’ αλήθεια να περάσουμε τη βραδιά μας στο κρεβάτι παρέα με τον πόνο, Τόνι;» Τα δόντια του Άντονι φάνηκαν στιγμιαία δείχνοντας ότι συμφωνούσε απόλυτα. «Όχι, από τη στιγμή που μπορεί να βρεθεί κάτι πολύ πιο απαλό για παρέα και σε διαβεβαιώνω ότι μπορεί να βρεθεί κάτι πιο απαλό». Πλησίασε τον αδελφό του και τον


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

21

αγκάλιασε από τους ώμους. «Αυτό σημαίνει ότι θα πάρεις τον μικρό μέχρι ν’ αρχίσει το σχολείο;» «Πολύ ευχαρίστως, αλλά, Χριστέ μου, σκέφτομαι τι καζούρα έχω να φάω. Όποιος βλέπει τον Τζέρεμι θα νομίζει ότι είναι δικό μου παιδί». «Μ α γι’ αυτό σε θέλει κι εκείνος». Ο Τζέιμς χαμογέλασε πλατιά, δείχνοντας και τα δικά του αστραφτερά λευκά δόντια. «Έχει μια σατανική αίσθηση του χιούμορ ο πιτσιρικάς. Λοιπόν, σχετικά μ’ αυτό που λέγαμε γι’ απόψε. Ξέρω κάνα δυο γκομενάκια…» «Α μάλιστα, γκομενάκια. Μ ου φαίνεται ότι ήσουν πειρατής για πάρα πολλά χρόνια, κάπτεν Χοκ. Εγώ, πάλι, ξέρω κάνα δυο κυρίες».


22

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 3

«Μ α δεν σε καταλαβαίνω, Ρος», είπε η λαίδη Φράνσις σκύβοντας μπροστά. «Γιατί να θέλεις να δεθείς μ’ έναν άνδρα από τη στιγμή που δεν είναι απαραίτητο; Αν ήσουν ερωτευμένη, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Αλλά εσύ εδώ συζητάς να παντρευτείς κάποιον που δεν τον έχεις καν γνωρίσει ακόμα». «Φράνσις, νομίζεις ειλικρινά ότι θα το έκανα αν δεν είχα δώσει το λόγο μου;» ρώτησε η Ρόσλιν. «Ελπίζω πως όχι. Αλλά ακόμη κι αν αθετήσεις το λόγο σου, ποιος θα το μάθει; Εννοώ ότι ο παππούς σου έχει πεθάνει και…» Η Φράνσις σταμάτησε απότομα, όταν είδε το ύφος της φίλης της. «Ξέχνα ότι το είπα». «Το ξέχασα ήδη». «Αχ, πιστεύω απλώς ότι είναι μεγάλο κρίμα!» αναστέναξε με έμφαση η Φράνσις. Η λαίδη Φράνσις Γκρένφελ αποτελούσε μία, κατά γενική ομολογία, εντυπωσιακή γυναίκα. Έτσι μικρόσωμη που ήταν δεν την έλεγες και όμορφη ακριβώς, αλλά απέπνεαν μια γοητεία τα ξανθά μαλλιά και τα σκουροκάστανα μάτια της. Κάποτε υπήρξε το πιο χαρωπό και γεμάτο ζωή κορίτσι που είχε γνωρίσει ποτέ η Ρόσλιν, αλλά αυτό ήταν μέχρι τον απογοητευτικό γάμο της με τον Χένρι Γκρένφελ, που έγινε επτά χρόνια πριν. Τώρα ήταν συνεσταλμένη, θα τη χαρακτήριζε κανείς ακόμη και σεβάσμια, ωστόσο εξακολουθούσε να έχει κάποιες αναλαμπές που θύμιζαν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

23

στη Ρόσλιν το χαρούμενο κοριτσόπουλο που είχε υπάρξει παλιότερα. «Αυτή τη στιγμή είσαι τόσο ανεξάρτητη όσο θα μπορούσε να ονειρευτεί ποτέ κανείς», συνέχισε αποφασιστικά η Φράνσις. «Έχεις τόσα χρήματα που δεν ξέρεις τι να τα κάνεις και κανέναν από πάνω σου να σε ελέγχει. Εμένα μου πήρε επτά χρόνια, από τα οποία τα πέντε ζούσα μ’ έναν άνδρα που δεν αγαπούσα, για να φτάσω εκεί που είσαι τώρα εσύ κι ακόμα έχω πάνω απ’ το κεφάλι μου τη μητέρα μου που γκρινιάζει έτσι και μάθει ότι κάνω το παραμικρό που δεν εγκρίνει. Ακόμη και τώρα που είμαι χήρα και ζω μόνη με το γιο μου, πάλι πρέπει να λογοδοτώ σε κάποιον. Αλλά εσύ, Ρόσλιν, δεν έχεις να ανησυχείς για κανέναν και παρ’ όλα αυτά πρέπει να δοθείς σε κάποιον άνδρα που θα χαιρόταν αφάνταστα να βάλει χαλινάρι στην ελευθερία σου, όπως έκανε σ’ εμένα ο λόρδος Χένρι. Και ξέρω ότι δεν θέλεις να το κάνεις. Το ξέρω πολύ καλά». «Δεν έχει σημασία τι θέλω να κάνω, Φράνσις. Σημασία έχει τι πρέπει να κάνω». «Μ α γιατί;» αναφώνησε αγανακτισμένη η Φράνσις. «Αυτό θέλω να μάθω. Και μη μου πεις πάλι ότι είναι μόνο λόγω της υπόσχεσης που έδωσες στον παππού σου. Πες μου γιατί σ’ έβαλε να του υποσχεθείς τέτοιο πράγμα. Αν ήταν τόσο σημαντικό για εκείνον, είχε άφθονο χρόνο μπροστά του να σε παντρέψει ο ίδιος». «Όσο γι’ αυτό», απάντησε η Ρόσλιν, «είναι που δεν υπήρχε κάποιος που να ήθελα να παντρευτώ. Και ο Γκραμπ δεν ήταν άνθρωπος που θα μ’ ανάγκαζε να παντρευτώ κάποιον με το ζόρι». «Τόσα χρόνια και δεν βρέθηκε κανένας που να θέλεις;» «Όχου, σιχαίνομαι τον τρόπο που λες το τόσα χρόνια, Φράνσις, αλήθεια σου λέω. Μ η μου θυμίζεις πόσο δύσκολο θα είναι». Τα καστανά μάτια της Φράνσις άνοιξαν διάπλατα. «Δύσκολο;» ρώτησε και της ήρθε να βάλει τα γέλια. «Πφφ! Να


24

JOHANNA LINDSEY

παντρευτείς είναι το μόνο εύκολο. Θα έχεις τόσο πολλούς υποψήφιους γαμπρούς που δεν θα ξέρεις τι να τους κάνεις. Και η ηλικία σου, καλή μου, δεν θα έχει καμία απολύτως σημασία. Χριστέ μου, δεν ξέρεις πόσο απίστευτα όμορφη είσαι; Κι αυτό να μην έφτανε, έχεις μια περιουσία που θα έκανε ακόμη κι έναν τραπεζίτη να του τρέχουν τα σάλια». «Είμαι είκοσι πέντε ετών, Φράνσις!» είπε η Ρόσλιν μ’ ένα ύφος σαν να έλεγε ότι ήταν εκατό. Η Φράνσις χαμογέλασε. «Όσο είμαι κι εγώ και σε πληροφορώ ότι δεν με θεωρώ και τόσο γριά». «Είναι αλλιώς όταν είσαι χήρα. Εσύ παντρεύτηκες ήδη μία φορά. Δεν θα φαινόταν σε κανέναν παράξενο αν ξαναπαντρευό​σουν». «Όχι, γιατί δεν πρόκειται να το κάνω». Η Ρόσλιν συνοφρυώθηκε με τη διακοπή. «Εμένα, όμως, έτσι και με δει η υψηλή κοινωνία δίπλα σε όλες εκείνες τις νεαρές ντεμπιτάντ, που ψάχνουν για γαμπρό, θα σκάσει στα γέλια». Η Φράνσις χαμογέλασε. «Ειλικρινά, Ρος…» «Έτσι είναι. Μ α την πίστη μου, κι εγώ θα γελούσα αν έβλεπα μια εικοσιπεντάχρονη μεγαλοκοπέλα να γελοιοποιείται έτσι», σχολίασε η Ρόσλιν ρουθουνίζοντας. «Πάψε πια. Σου λέω –σου ορκίζομαι– ότι η ηλικία σου δεν έχει καμία σημασία». Η Ρόσλιν αδυνατούσε να το πιστέψει, όσο κι αν το ήθελε. Το έκρυβε καλά, μα κόντευε να βάλει τα κλάματα. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που έτρεμε τόσο να αρχίσει να ψάχνει για σύζυγο. Θα γινόταν ρεζίλι των σκυλιών κι αυτό δεν το άντεχε. «Θα νομίζουν ότι έχω κάτι φριχτό κι έχω μείνει ανύπαντρη μέχρι τώρα, Φραν. Το ξέρεις ότι αναπόφευκτα έτσι θα γίνει. Είναι στην ανθρώπινη φύση». «Όταν μάθουν ότι πέρασες τα τελευταία έξι χρόνια γηροκομώντας τον παππού σου θα καταλάβουν απόλυτα και θα σ’ επαινέσουν κι από πάνω. Δεν θέλω να ακούσω άλλη κουβέντα για την ηλικία σου. Αυτό είναι το τελευταίο που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

25

πρέπει να σ’ απασχολεί. Και τα κατάφερες μια χαρά να αποφύγεις την ερώτησή μου, έτσι δεν είναι;» Η Ρόσλιν χαχάνισε με το αυστηρό ύφος της φίλης της, ένας ήχος ζεστός και βραχνός που ήταν μοναδικός. Εκείνη και η Νέτι είχαν φτάσει στο σπίτι της οδού Σάουθ Όντλεϊ αργά χθες το βράδυ, τόσο αργά που οι δύο παλιές καλές φίλες δεν είχαν προλάβει να τα πουν παρά μόνο σήμερα το πρωί. Ήταν μια φιλία παλιά, που είχε επιβιώσει για δώδεκα χρόνια με μόνο μία επίσκεψη μέσα στα τελευταία δέκα, όταν η Φράνσις είχε φέρει το γιο της, Τίμι, για διακοπές στα Χάιλαντς πριν από τέσσερα χρόνια. Η Ρόσλιν είχε κι άλλες φίλες στη Σκοτία, αλλά καμία τόσο στενή όσο η Φράνσις και καμία με την οποία να ένιωθε άνετα, ώστε να της εξομολογηθεί όλα της τα μυστικά. Είχαν γνωριστεί στα δεκατρία τους, όταν ο Γκραμπ είχε στείλει τη Ρόσλιν σ’ ένα σχολείο στην Αγγλία για να την «κάνει κυρία», επειδή θα ορκιζόταν ότι μετατρεπόταν σ’ ένα μικρό αγοροκόριτσο που δεν είχε παραμικρή συναίσθηση της κοινωνικής της θέσης – πράγμα που σίγουρα ήταν αλήθεια, αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνης δεν της φαινόταν και πολύ δίκαιο τότε. Η Ρόσλιν είχε καταφέρει να παραμείνει για δύο χρόνια στο σχολείο, προτού τη διώξουν κακήν κακώς και τη στείλουν πακέτο πίσω στο Κάμερον Χολ λόγω «αδιόρθωτης συμπεριφοράς». Ο Γκραμπ δεν την κατσάδιασε. Η αλήθεια ήταν ότι του είχε λείψει πάρα πολύ και χαιρόταν που την είχε πάλι κοντά του. Αντιθέτως, δελέασε μία από τις εξαίρετες καθηγήτριές της να φύγει από το σχολείο και να συνεχίσει κατ’ οίκον την εκπαίδευση της Ρόσλιν. Και καμία σκανταλιά, όσο τρομερή κι αν ήταν, δεν θα έκανε τη δεσποινίδα Μ πίτσχαμ να δηλώσει παραίτηση· ο Γκραμπ την πλήρωνε πολύ καλά. Αλλά εκείνα τα δύο χρόνια στην Αγγλία, η Φράνσις με τη Ρόσλιν ήταν αχώριστες. Και μπορεί εκείνη να μην είχε κάνει το ντεμπούτο της στην κοινωνία όταν έγινε δεκαοχτώ, αλλά είχε ζήσει το ντεμπούτο της Φράνσις μέσα από τα γράμματά της.


26

JOHANNA LINDSEY

Μ έσα από τη Φράνσις ήξερε πώς ήταν να ερωτεύεσαι. Μ έσα από τη Φράνσις ήξερε επίσης και πώς ήταν να έχεις ένα σύζυγο που δεν αγαπάς. Και παρότι δεν είχε δικά της παιδιά, ήξερε τα πάντα γι’ αυτά, ή έστω ήξερε τα πάντα για το πώς είναι να έχεις ένα γιο, γιατί η Φράνσις είχε μοιραστεί μαζί της κάθε στάδιο ανάπτυξης του Τίμι. Όλα αυτά τα χρόνια είχε μοιραστεί και η Ρόσλιν με τη Φράνσις τα πάντα μέσα από τα γράμματά της, αν και η δική της ζωή στα Χάιλαντς δεν ήταν και ιδιαίτερα συναρπαστική. Τους τελευταίους μήνες, όμως, δεν ήθελε να ανησυχήσει τη Φράνσις με τους φόβους του Γκραμπ κι έτσι δεν της είχε πει τίποτα για τον Τζόρντι. Και πώς να της το πει τώρα; Πώς να την κάνει να καταλάβει ότι δεν ήταν απλώς αποκυήματα της φαντασίας ενός γέρου που είχε πια ξεκουτιάνει, αλλά αντιθέτως, μια καθ’ όλα πραγματική κι επικίνδυνη κατάσταση; Αποφάσισε να πάρει τα πράγματα από την αρχή. «Φράνσις, θυμάσαι που σου είχα πει ότι η μητέρα μου πνίγηκε στη λίμνη Λοχ Ετίβ όταν ήμουν επτά ετών;» «Ναι, ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα σου, σωστά;» ρώτησε μαλακά η Φράνσις χαϊδεύοντάς της το χέρι. Η Ρόσλιν κατένευσε, προσπαθώντας να μη θυμάται πόσο μόνη κι έρημη είχε νιώσει κι από τους δύο αυτούς θανάτους. «Ο Γκραμπ μια ζωή κατηγορούσε το μικρανεψιό του, τον Τζόρντι, για το θάνατο της μητέρας μου. Ο Τζόρντι ήταν ένα μοχθηρό παιδί, βλέπεις, πάντα βασάνιζε τα ζώα και προκαλούσε ατυχήματα στους άλλους για να σπάει πλάκα. Εκείνη την εποχή ήταν μόλις δώδεκα ετών, αλλά είχε ήδη καταφέρει να κάνει έναν από τους ιπποκόμους μας να σπάσει το πόδι του, τη μαγείρισσά μας να πάθει σοβαρά εγκαύματα κι ένα άλογο να θανατωθεί, και ποιος ξέρει τι θα είχε κάνει στο δικό του σπίτι κι εμείς δεν τα μάθαμε ποτέ. Ο πατέρας του ήταν ξάδελφος της μητέρας μου και όταν ερχόταν επίσκεψη σ’ εμάς, έφερνε πάντοτε μαζί του τον Τζόρντι. Τη μέρα που η μητέρα μου πνίγηκε είχε περάσει ήδη μια βδομάδα που έμεναν μαζί μας».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

27

«Μ α πώς θα μπορούσε να είχε προκαλέσει τον πνιγμό της μητέρας σου;» «Ποτέ δεν βρήκαμε αποδείξεις, Φράνσις. Υποθέσαμε ότι μάλλον αναποδογύρισε η βάρκα της κι εκείνη με τα βαριά ρούχα που φορούσε, αφού ήταν χειμώνας, δεν κατάφερε να κολυμπήσει μέχρι την όχθη». «Μ α τι έκανε έξω στη λίμνη χειμωνιάτικα;» «Στη λίμνη είχε μεγαλώσει. Το νερό ήταν το στοιχείο της. Το λάτρευε. Τα καλοκαίρια κολυμπούσε καθημερινά κι έκανε όλες της τις επισκέψεις πάνω κάτω στην όχθη και στις δύο πλευρές της λίμνης, αν γινόταν. Αν μπορούσε να τραβήξει κουπί, ούτε που ήθελε να ακούσει για άμαξα ή άλογο, ασχέτως τι καιρό έκανε. Και είχε το δικό της βαρκάκι που μπορούσε εύκολα να το κουμαντάρει. Κι εγώ είχα ένα, αν κι εμένα δεν μ’ άφηναν ποτέ να βγάλω το δικό μου μόνη μου στη λίμνη. Αλλά η ουσία είναι ότι παρόλο που ήταν πολύ καλή κολυμβήτρια, εκείνη τη μέρα δεν κατάφερε να σωθεί». «Δεν υπήρχε κανένας εκεί γύρω να τη βοηθήσει;» «Κανένας δεν είδε τι συνέβη. Σκόπευε να διασχίσει τη λίμνη εκείνη τη μέρα κι έτσι μάλλον η βάρκα βυθίστηκε αφότου είχε φτάσει πολύ μακριά, στη μέση της λίμνης. Και είχαν περάσει αρκετές μέρες πια, όταν ένας από τους μικροκτηματίες ανέφερε τυχαία στον Γκραμπ ότι νωρίτερα μέσα στη βδομάδα είχε δει τον Τζόρντι στο σημείο όπου δέναμε τις βάρκες. Αν ο Τζόρντι δεν ήταν ένας σωστός διάβολος που προκαλούσε ατυχήματα, ο Γκραμπ ούτε που θα είχε σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο. Γεγονός παραμένει, όμως, ότι ο Τζόρντι είχε πάρει το θάνατο της μητέρας μου το ίδιο βαριά μ’ εμένα, πράγμα που είναι πολύ περίεργο, αφού ποτέ του δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα ούτε εμένα ούτε τη μητέρα μου». «Κι έτσι ο παππούς σου σκέφτηκε ότι ο Τζόρντι είχε πειράξει τη βάρκα της;» Η Ρόσλιν κατένευσε. «Ότι είχε πειράξει κάτι με αποτέλεσμα η βάρκα να μπάζει νερά σιγά σιγά. Ήταν ακριβώς το είδος του


28

JOHANNA LINDSEY

αστείου που θα διασκέδαζε τον Τζόρντι, να αναγκάσει κάποιον να γίνει μουσκίδι και να χάσει μια καλή βάρκα. Αν όντως το έκανε, δεν πιστεύω ότι ήταν κάτι παραπάνω από μια κακόγουστη φάρσα που τελικά πήγε στραβά. Δεν πιστεύω ότι ήθελε να σκοτώσει κανέναν, μόνο να τον κάνει μούσκεμα κι έξαλλο από νεύρα. Δεν μπορούσε να ξέρει ότι η μητέρα μου δεν θα έμενε κοντά στις όχθες. Σπάνια διέσχιζε τη λίμνη». «Κι έτσι να είναι όμως…» «Ναι». Η Ρόσλιν αναστέναξε. «Αλλά ο Γκραμπ δεν ήταν δυνατόν να το αποδείξει, οπότε τι μπορούσε να κάνει; Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ ώστε να φανεί ότι ήταν πειραγμένη. Έκτοτε ο Γκραμπ δεν εμπιστευόταν ποτέ του τον Τζόρντι, δεν τον άφηνε ποτέ να έρχεται στο Χολ κι έβαζε έναν από τους υπηρέτες να τον παρακολουθεί. Βαθιά μέσα του τον μισούσε, Φράνσις, όμως αφού δεν μπορούσε να μιλήσει στον πατέρα του για τις υποψίες του δεν γινόταν να του αρνηθεί το σπίτι του. Αλλά ορκίστηκε ότι ο Τζόρντι δεν θα έπαιρνε ποτέ τίποτε από κείνον και ως προς αυτό ήταν κατηγορηματικός. Όταν πέθανε ο πατέρας του Τζόρντι, του άφησε μια μικρή κληρονομιά μόνο. Ο Γκραμπ ήξερε ότι ο Τζόρντι τον αντιπαθούσε που είχε τόσο πολλά, ενώ η πλευρά της οικογένειας του Τζόρντι είχε τόσο λίγα, αλλά αυτό συνέβη επειδή ο Γκραμπ ήταν ο μεγαλύτερος γιος και κληρονόμησε τα πλούτη των Κάμερον. Και ο Γκραμπ ήταν σίγουρος ότι ο Τζόρντι ήθελε να βάλει χέρι στα λεφτά, όταν μου ζήτησε να τον παντρευτώ». «Τώρα αδικείς τον εαυτό σου, Ρος. Δεν είναι τα λεφτά το μόνο σου προσόν». Η Ρόσλιν έκανε μια χειρονομία για να δείξει ότι δεν ήταν αυτό το θέμα. «Το ζήτημα είναι ότι ο Τζόρντι δεν με συμπάθησε ποτέ του, Φράνσις, ούτε όταν μεγαλώσαμε, και τα αισθήματα είναι κάτι παραπάνω από αμοιβαία. Μ ’ αντιπαθούσε, βλέπεις, επειδή ήμουν η πιο στενή συγγενής του Γκραμπ. Δεν είναι τυχαίο που όταν πέθανε ο πατέρας του κι έμαθε πόσο λίγα του αφήνει, έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών κι αποφάσισε να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

29

μου παραστήσει το γόη». «Αλλά εσύ αρνήθηκες την πρότασή του», επισήμανε το προφανές η Φράνσις. «Φυσικά κι αρνήθηκα. Δεν είμαι κανένα κουτορνίθι να χάψω τα ψεύτικα ωραία λόγια, όταν ξεχειλίζουν από τόση σκληρότητα. Αλλά εκείνος δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να παριστάνει ότι είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου παρόλο που έβλεπα το παγερό μίσος στα ψυχρά, γαλάζια μάτια του». «Πολύ καλά, τα κατάλαβα όλα μέχρι εδώ, αλλά εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γιατί πρέπει να παντρευτείς αμέσως». «Γιατί τώρα που πέθανε ο Γκραμπ δεν έχω καμία προστασία. Και δεν θα χρειαζόμουν προστασία, αν δεν υπήρχε ο Τζόρντι. Μ ου έχει κάνει πάρα πολλές προτάσεις γάμου, βλέπεις. Έχει φροντίσει να γίνει σαφές με κάθε τρόπο ότι θέλει την περιουσία των Κάμερον και ότι θα κάνει τα πάντα για να την αποκτήσει». «Μ α τι μπορεί να κάνει τέλος πάντων;» Η Ρόσλιν ρουθούνισε αηδιασμένη. «Πίστευα τίποτα. Αλλά ο Γκραμπ ήταν πιο σοφός από μένα». Η Φράνσις έβγαλε μια άναρθρη κραυγή. «Η περιουσία θα περνούσε στον Τζόρντι αν εσύ πάθαινες κάτι, σωστά;» «Όχι, φρόντισε ο Γκραμπ γι’ αυτό. Το θέμα είναι ότι αν ο Τζόρντι καταφέρει να με βρει, μπορεί να μ’ εξαναγκάσει να τον παντρευτώ. Υπάρχουν τρόποι, να με πάρει σηκωτή, να με χτυπήσει ή ακόμη και να βρει έναν ασυνείδητο ιερέα για να μη χρειαστεί να υπογράψω το προγαμιαίο συμβόλαιο που είχε βάλει να συντάξουν ο Γκραμπ για μένα. Ο Τζόρντι θα ήλεγχε τα πάντα αν μπορούσε και, όπως σου είπα ήδη, το μόνο που χρειάζεται είναι να με βρει. Και μόλις γίνω σύζυγός του, θα του είμαι άχρηστη πλέον, δεν συμφωνείς; Πραγματικά, δεν θα το διακινδυνεύσει να μ’ αφήσει να ζήσω και να μαρτυρήσω τι έχει κάνει». Η Φράνσις αναρρίγησε παρά τη ζεστή καλοκαιρινή βραδιά. «Δεν τα βγάζεις από το μυαλό σου όλα αυτά, έτσι δεν είναι;» «Μ ακάρι να ήταν έτσι, Φράνσις, ειλικρινά. Ο Γκραμπ ήλπιζε


30

JOHANNA LINDSEY

ότι ο Τζόρντι θα παντρευόταν κάποια στιγμή, αλλά εκείνος δεν το έκανε. Ήξερε ότι ο Τζόρντι περίμενε απλώς τη μέρα που θα έμενα ολομόναχη χωρίς να υπάρχει κανένας να εναντιωθεί σθεναρά, έτσι και μ’ εξανάγκαζε να τον παντρευτώ. Και είναι πολύ πιο μεγαλόσωμος από εμένα για να τα βάλω μαζί του, παρόλο που είμαι ικανή στο στιλέτο κι έχω πάντα ένα κρυμμένο στην μπότα μου». «Δεν μιλάς σοβαρά!» «Πολύ σοβαρά. Ο Γκραμπ πάλι ήταν εκείνος που φρόντισε να μάθω πώς να το χρησιμοποιώ. Αλλά τι να κάνει ένα μικρό στιλέτο, αν ο Τζόρντι προσλάβει κάποιους για να μ’ απαγάγουν; Τώρα ξέρεις γιατί αναγκάστηκα να φύγω τόσο βιαστικά από τη Σκοτία, γιατί βρίσκομαι δω». «Και γιατί θέλεις ένα σύζυγο». «Ναι, και αυτό. Αν παντρευτώ, ο Τζόρντι δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα. Ο Γκραμπ μ’ έβαλε να του υποσχεθώ ότι θα παντρευτώ και μάλιστα γρήγορα. Εκείνος σχεδίασε τα πάντα, ακόμη και τη φυγή μου. Ο Τζόρντι θα χτενίσει πρώτα τη Σκοτία προτού έρθει εδώ να με ψάξει κι έτσι έχω λίγο χρόνο ακόμα στη διάθεσή μου για να διαλέξω κάποιον, αλλά όχι πολύ». «Να πάρει και να σηκώσει, δεν είναι δίκαιο, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι δίκαιο», είπε με πάθος η Φράνσις. «Πώς είναι δυνατόν να ερωτευτείς τόσο γρήγορα;» Η Ρόσλιν χαμογέλασε σαν θυμήθηκε το αυστηρό κήρυγμα που της είχε κάνει ο Γκραμπ. «Πρώτα θα κοιτάξεις να προστατεύσεις τον εαυτό σου με βέρα στο δεξί, κόρη μου. Κι έχεις καιρό αργότερα να βρεις τον έρωτα». Κι εκείνη είχε γίνει κόκκινη σαν παπαρούνα καταλαβαίνοντας απόλυτα τι ήθελε να της πει. «Φυσικά, αν πέσει ο έρωτας στην αγκαλιά σου, κοίτα να μην τον διώξεις. Βάστα τον γερά και μην τον αφήσεις να σου φύγει, γιατί μπορεί τελικά να αξίζει και να μη χρειαστεί να τον ψάχνεις αργότερα». Ο Γκραμπ είχε κι άλλες συμβουλές να της δώσει, σχετικά με το ποιον τύπο άντρα θα έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη της.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

31

«Λένε ότι ο γυναικάς γίνεται καταπληκτικός σύζυγος, έτσι και καταφέρει μια όμορφη δεσποινίς να του κλέψει την καρδιά – όχι τη ματιά, σ’ το λέω να το ξέρεις, αλλά την καρδιά. Έχει γλεντήσει τη ζωή του, βλέπεις, τον έχει φυτέψει το σπόρο του κι όχι απλώς τον έχει φυτέψει, ολόκληρο χωράφι έχει σπείρει, τρόπος του λέγειν. Κι έτσι, όταν πάρει απόφαση να νοικοκυρευτεί, θα πει ότι είναι έτοιμος και κατασταλαγμένος να το κάνει». «Λένε επίσης ότι ο γυναικάς μένει πάντα γυναικάς», αισθάνθηκε την ανάγκη να τονίσει η Ρόσλιν, αφού η συγκεκριμένη συμβουλή από τον Γκραμπ δεν την είχε ενθουσιάσει καθόλου. «Ποιος το λέει αυτό; Κι αν είναι έτσι, τότε πάει να πει ότι ακόμα δεν του έχει κλέψει καμία την καρδιά. Κλέψ’ του την καρδιά, κόρη μου, και να δεις χαρά που θα κάνει, εγώ σ’ το λέω. Αλλά δεν σου μιλάω για τα παιδαρέλια, όχι, όχι. Εσύ θέλεις έναν άντρα που να έχει αρκετά χρόνια στην πλάτη του, να έχει χορτάσει τα γλέντια και τις γυναίκες και να μη θέλει άλλα. Αλλά μην είναι και μπουχτισμένος. Να το προσέξεις αυτό». «Και πώς καταλαβαίνεις τη διαφορά;» «Από το αν έχει ακόμα πάθος μέσα του. Αν μπορείς να τον ξεσηκώσεις – όχου, πάψε πια να κοκκινίζεις. Θα ξεσηκώσεις τόσα παιδαρέλια που δεν θα ξέρεις τι να τα κάνεις, αλλά κι αρκετούς περπατημένους άντρες, οπότε θα έχεις άφθονες επιλογές». «Μ α εγώ δεν θέλω να πάρω γυναικά», είχε επιμείνει εκείνη. «Γυναικά θα πάρεις», προέβλεψε ο Ντάνκαν. «Γιατί σ’ αυτούς είναι που δεν μπορούν να αντισταθούν οι δεσποινίδες. Φρόντισε μόνο να σου βάλει δαχτυλίδι, προτού τον αφήσεις να…» «Γκραμπ!» Εκείνος ρουθούνισε που την άκουσε να τσιρίζει. «Αν δεν σ’ τα πω εγώ, ποιος θα σ’ τα πει, μου λες; Πρέπει να ξέρεις πώς να κουλαντρίσεις έναν τέτοιο άντρα».


32

JOHANNA LINDSEY

«Μ ε την ανάστροφη του χεριού μου, έτσι θα τον κουλαντρίσω». Ο Γκραμπ γέλασε. «Αχ, κόρη μου, σ’ αυτό το θέμα είσαι προκατειλημμένη», την καλόπιασε. «Αν σου αρέσει ένας άντρας και κάνει την καρδούλα σου να φτερουγίσει, θα τον αγνοήσεις μόνο και μόνο επειδή είναι γυναικάς;» «Ναι!» «Μ α αφού σου λέω ότι αυτοί είναι που γίνονται οι καλύτεροι σύζυγοι!» κατέληξε να φωνάζει εκείνος με το πείσμα της. «Κι εγώ θέλω τον καλύτερο για σένα, παρόλο που δεν θα έχεις πολύ χρόνο να τον βρεις». «Και πού στην ευχή το ξέρεις αυτό, Γκραμπ; Για πες μου, αν μπορείς». Δεν το είπε θυμωμένα αλλά σαστισμένα. Ο Γκραμπ δεν ήξερε ότι η Ρόσλιν είχε πείρα μέσω της Φράνσις από γυναικάδες και ότι, κατά τη γνώμη της, έπρεπε να τους αποφεύγει κανείς όπως ο διάολος το λιβάνι. «Επειδή κι εγώ γυναικάς ήμουν και μη δείχνεις τόσο ξαφνιασμένη. Γλέντησα τη ζωή μου για δεκάξι ολόκληρα χρόνια προτού γνωρίσω και παντρευτώ τη γιαγιά σου, και της ήμουν πιστός μέχρι τη μέρα που πέθανε». Ήταν η εξαίρεση. Η μία και μοναδική εξαίρεση. Και σίγουρα δεν ήταν αρκετή για να κάνει τη Ρόσλιν να αλλάξει γνώμη για τη συγκεκριμένη φάρα αντρών. Αλλά αυτό δεν το είπε στον Ντάνκαν. Τον άφησε να πιστεύει ότι είχε καταφέρει να την πείσει. Ωστόσο, αυτή του τη συμβουλή δεν επρόκειτο να την ακολουθήσει κι έτσι δεν του το υποσχέθηκε. Όσο για τη Φράνσις και την ερώτηση που της είχε κάνει για τον έρωτα, η Ρόσλιν ανασήκωσε τους ώμους. «Αν δεν συμβεί αμέσως, τότε δεν θα συμβεί ποτέ. Εσύ κατάφερες να το αντέξεις». Η Φράνσις συνοφρυώθηκε. «Εγώ δεν είχα άλλη επιλογή». «Συγγνώμη. Δεν θα ’πρεπε να σ’ το θυμίζω. Εμένα, όμως, μου αρκεί να μου δείξεις έναν ωραίο τύπο που να μην τρέχει διαρκώς πίσω από φουστάνια και θα μου κάνει μια χαρά. Αρκεί


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

33

να πιστεύω ότι μπορώ να τον συμπαθήσω κι αυτό μου αρκεί». Και τότε χαμογέλασε πλατιά. «Στο κάτω κάτω έχω την άδεια του παππού μου –ή μάλλον την προτροπή του–, να βρω αργότερα τον έρωτα αν δεν τον βρω στο γάμο μου». «Τι πράγμα… Θα έκανες κάτι τέτοιο;» Η Ρόσλιν χαχάνισε με το σοκαρισμένο ύφος της φίλης της. «Κάτσε να βρω το σύζυγο πρώτα και μετά βλέπουμε για τον εραστή. Προσευχήσου μόνο να τους βρω και τους δύο στο ίδιο πρόσωπο».


34

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 4

«Λοιπόν, μικρέ; Μ ην αρχίσεις τώρα να μου ξεφουρνίζεις τίποτα βαρετές σάχλες. Σ’ αρέσει ή όχι;» Ο Άντονι έγειρε αδιάφορα στην κάσα της πόρτας, παρακολουθώντας τον Τζέρεμι που χάζευε με ολοφάνερη χαρά το καινούριο του δωμάτιο. «Μ α την πίστη μου, θείε Τόνι…» «Για μισό λεπτό». Για χάρη του μικρού, ο Άντονι πήρε το πιο τρομακτικό, βλοσυρό ύφος του. «Μ πορείς να πεθάνεις τ’ αδέλφια μου στα “θείε” και “θείε”, άμα σου κάνει κέφι, αλλά μ’ εμένα ένα απλό “Τόνι” αρκεί». Ο Τζέρεμι έσκασε ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά, διόλου τρομαγμένος. «Είναι φανταστικό, Τόνι, ειλικρινά. Το δωμάτιο, το σπίτι, εσύ. Δεν έχω λόγια να σ’ ευχαρ…» «Τότε μην το κάνεις», τον έκοψε αμέσως ο Άντονι. «Και προτού συνεχίσεις να με λατρεύεις σαν θεό σου, σ’ ενημερώνω, αγαπητό μου παιδί, ότι σκοπεύω να σε διαφθείρω μέχρι αηδίας. Για να μάθει ο πατέρας σου να μην εμπιστεύεται άλλη φορά τη φροντίδα σου σ’ εμένα». «Το υπόσχεσαι;» Ο Άντονι συγκρατήθηκε να μη βάλει τα γέλια. Ο μικρός τον είχε πάρει στα σοβαρά. «Όχι βέβαια. Χριστέ μου, νομίζεις ότι θέλω να μ’ αρπάξει ο Τζέισον από το λαιμό; Φτάνει που θα πηδήξει μέχρι το ταβάνι όταν μάθει ότι ο Τζέιμς σε παρέδωσε σ’ εμένα αντί σ’ εκείνον. Όχι, απλώς θα σου μάθω τον τύπο της


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

35

γυναίκας που ο πατέρας σου έχει ξεχάσει καν ότι υπάρχει». «Σαν τη Ρίγκαν;» Το βλοσυρό συνοφρύωμα του Άντονι ήταν αληθινό αυτή τη φορά. «Αν θες να τα πάμε καλά εμείς οι δύο, να μη σε ξανακούσω να λες αυτό το όνομα. Που να πάρει, ίδιος ο πατέρας σου είσαι…» «Για μισό λεπτό, θείε Τόνι, δεν μπορώ να σ’ αφήσω να μιλάς άσχημα για τον πατέρα μου», τον διέκοψε αρκετά σοβαρά ο Τζέρεμι. Ο Άντονι προχώρησε μπροστά κι ανακάτεψε τα μαύρα σαν κάρβουνο μαλλιά του μικρού, που ήταν τόσο ίδια με τα δικά του. «Για άκου να σου πω, νιάνιαρο. Τον πατέρα σου τον αγαπάω. Πάντα τον αγαπούσα. Αλλά όποτε θέλω θα τον περνάω γενεές δεκατέσσερις. Στο κάτω κάτω της γραφής, ήταν αδελφός μου πολύ προτού γίνει πατέρας σου και δεν έχει ανάγκη υπεράσπισης από την αφεντιά σου. Γι’ αυτό μην αρπάζεσαι τόσο εύκολα. Δεν εννοούσα κάτι κακό». Ο Τζέρεμι γέλασε, πιο ήρεμος τώρα. «Η Ρίγκ… Η Ρέτζι είπε ότι αν δεν τσακωνόσουν με τ’ αδέλφια σου δεν περνούσες καλά». «Έτσι είπε; Ε λοιπόν, αυτή η ψιψίνα τα ήξερε πάντα όλα», απάντησε τρυφερά ο Άντονι. «Και μια που μιλάμε για εκείνη, έστειλε ένα σημείωμα σήμερα. Απ’ ό,τι φαίνεται, ήρθε και μια φορά στην πόλη χωρίς τον υποκόμη της και χρειάζεται συνοδό για ένα χορό που θα γίνει απόψε. Πώς σου φαίνεται να αναλάβεις εσύ αυτή την αγγαρεία;» «Ποιος; Εγώ; Σοβαρολογείς;» ρώτησε ενθουσιασμένος ο Τζέρεμι. «Γιατί όχι; Ξέρει ότι εγώ δεν τα αντέχω αυτά και δεν θα μου το ζητούσε αν υπήρχε άλλος διαθέσιμος. Αλλά ο Έντουαρντ έχει πάει τα βλαστάρια του στο Χέιβερστον όλη τη βδομάδα για να δουν τον Τζέισον και ο Ντέρεκ είναι κι αυτός εκεί, οπότε για κακή μας τύχη εσύ κι εγώ είμαστε οι μοναδικοί Μ άλορι στην πόλη στους οποίους μπορεί να απευθυνθεί – εκτός και αν,


36

JOHANNA LINDSEY

φυσικά, αγγαρέψουμε τον πατέρα σου. Αν δηλαδή προλάβουμε να τον βρούμε εγκαίρως. Μ πορεί να έχει αράξει εδώ γι’ αυτή τη βδομάδα, αλλά κάτι είπε ότι θα έψαχνε να βρει μια παλιά φίλη…» «Τη Σάρα», τον πληροφόρησε ο Τζέρεμι με μάτια που έλαμπαν. «Δουλεύει σ’ ένα καπηλειό κάτω στο…» «Να μου λείπουν οι λεπτομέρειες». «Έτσι κι αλλιώς δεν θα τον κατάφερνες να πάει σε χορό, ακόμη και για χάρη της αγαπημένης του ανιψιάς. Εγώ όμως θέλω πολύ. Έχω μέχρι και τα κατάλληλα ρούχα. Και ξέρω να χορεύω, αλήθεια. Μ ’ έμαθε ο Κόνι». Ο Άντονι κόντεψε να πνιγεί μόλις το άκουσε. «Αλήθεια; Και ποιος έκανε τον καβαλιέρο, εσύ ή αυτός;» Ο Τζέρεμι έσκασε ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. «Μ άλλον και οι δύο, αλλά από τότε έχω κάνει εξάσκηση με τα γκομενάκια στα καπηλειά κι εκείνες δεν παραπονέθηκαν ποτέ». Ο Άντονι δεν θα ρωτούσε τι άλλου είδους εξάσκηση είχε κάνει ο μικρός, μπορούσε κάλλιστα να φανταστεί. Προφανώς έκανε πολλή παρέα με τους σιχαμένους φίλους του πατέρα του. Τι θα έκανε μ’ αυτό το γοητευτικό διαβολάκι; Αλλά κάτι έπρεπε να κάνει, γιατί, δυστυχώς, χάρη στον πατέρα του, ο Τζέρεμι υστερούσε σε καλούς τρόπους. Και είχε από πού να πάρει παράδειγμα το παιδί: από έναν ευγενή πειρατή –εντάξει, πρώην πειρατή– κι από έναν διαβόητο γυναικά, την αφεντιά του. Ίσως να έπρεπε να παραδώσει τον μικρό στα ξαδέλφια του, όταν θα επέστρεφαν στο Λονδίνο, μήπως και του μάθουν τα στοιχειώδη. «Είμαι σίγουρος ότι η Ρέτζι θα ήθελε πολύ να χορέψει μαζί σου, πιτσιρίκο, αλλά έτσι και τολμήσεις να την πεις γκομενάκι, θα σου ρίξει καμιά ξανάστροφη. Και τώρα πια που σε ξέρει αρκετά καλά, θα δεχτεί ευχαρίστως να κάνετε παρέα όλη τη βραδιά. Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, μάλλον σ’ έχει βάλει στην καρδιά της». «Α, ναι, με συμπάθησε αμέσως τη μέρα που την απαγάγαμε». «Είναι ανάγκη να μου το θυμίζεις αυτό; Στην καρδιά της σ’


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

37

έβαλε αφού πρώτα έμαθε ποιος ήσουν, μικρέ μου. Χριστέ μου, να μπει σε τόσο μεγάλη φασαρία ο Τζέιμς για να εκδικηθεί τον υποκόμη και ύστερα να ανακαλύψει ότι η Ρέτζι τον είχε παντρευτεί». «Ε, βέβαια, αυτό τα άλλαξε όλα». «Φυσικά και τα άλλαξε. Όπως και να ’χει, όμως, δεν έπρεπε να είχε μπλέξει κι εσένα στη δίψα του για εκδίκηση». «Ήταν ζήτημα τιμής». «Α, ώστε ξέρεις και τι πάει να πει τιμή, ε;» ρώτησε ξερά ο Άντονι. «Τότε φαντάζομαι ότι ακόμα υπάρχει ελπίδα για σένα, αρκεί να καταφέρουμε να βγάλουμε από το λεξιλόγιό σου τη λέξη “γκομενάκια”». Ο Τζέρεμι κοκκίνισε ελαφρώς. Δεν έφταιγε αυτός που είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα σ’ ένα καπηλειό μέχρι που ο πατέρας του ανακάλυψε την ύπαρξή του και τον πήρε να ζήσει μαζί του. Ο Κόνι, ο πρώτος αξιωματικός του πλοίου και καλύτερος φίλος του Τζέιμς, τον κατσάδιαζε διαρκώς για τον τρόπο ομιλίας του· και να που τώρα είχε πάνω από το κεφάλι του κι άλλο έναν αποφασισμένο να τον διορθώνει. «Ίσως δεν είμαι άξιος να συνοδεύσω…» «Άντε πάλι τα ίδια. Ό,τι λέω, το παίρνεις κατάκαρδα». Ο Άντονι κούνησε το κεφάλι του. «Θα σου έλεγα να συνοδεύσεις την αγαπημένη μου ανιψιά, αν πίστευα ότι δεν είσαι ικανός για κάτι τέτοιο;» Ο Τζέρεμι συνοφρυώθηκε πάλι, αλλά για άλλο λόγο αυτή τη φορά. «Δεν μπορώ να το κάνω. Μ α την πίστη μου, τι μ’ έπιασε και είπα ναι; Φυσικά και δεν μπορώ. Αν ήταν κάποια άλλη – όχι, πολύ απλά δεν μπορώ». «Τι στο διάολο μουρμουρίζεις εκεί;» Ο Τζέρεμι τον κοίταξε επίμονα. «Δεν μπορώ να την πάω σε χορό αν είναι να είμαι εγώ ο μοναδικός της προστάτης. Τι θα γίνει έτσι και την πειράξει κάποιος σαν κι εσένα;» «Σαν κι εμένα;» Ο Άντονι δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να βάλει τα γέλια ή να το πνίξει με τα ίδια του τα χέρια το νιάνιαρο.


38

JOHANNA LINDSEY

«Ξέρεις τι θέλω να πω, Τόνι, κάποιος που δεν παίρνει από “όχι”. Εννοείται ότι θα του στρίψω το λαρύγγι έτσι και τολμήσει κανείς να…» «Αλλά ποιος παίρνει στα σοβαρά ένα δεκαεφτάχρονο, ε;» συμπλήρωσε ο Άντονι βλοσυρά. «Δεν τις αντέχω αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις, γαμώτο! Ποτέ μου δεν τις άντεχα ούτε και θα τις αντέξω ποτέ. Αλλά έχεις δίκιο. Μ άλλον πρέπει κάπως να συμβιβάσουμε την κατάσταση. Θα τη συνοδεύσεις εσύ και θα είμαι κι εγώ εκεί να την προσέχω. Η σάλα χορού των Κράνταλ έχει στο μπροστινό μέρος της έναν κήπο, νομίζω, επομένως θα καταφέρω να έχω τη Ρέτζι στο νου μου χωρίς να χρειαστεί να εμφανιστώ. Κάτι τέτοιο θα ικανοποιούσε ακόμη και τον υπερπροστατευτικό σύζυγό της. Εσύ συμφωνείς να γίνει έτσι, νεαρέ ιππότη;» «Α, ναι, αρκεί να ξέρω ότι είσαι κει και ότι μπορείς να χωθείς αν υπάρξει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Αλλά, μα την πίστη μου, Τόνι, εσύ δεν θα βαρεθείς να ξεροσταλιάζεις έξω στον κήπο όλο το βράδυ;» «Αυτό είναι σίγουρο, αλλά ένα βράδυ είναι, θα το αντέξω. Δεν ξέρεις τι έχω να περάσω αν εμφανιστώ σε καμία απ’ αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις και καλύτερα να μη μάθεις. Είναι η κατάρα της ζωής μου, αλλά αυτή τη ζωή έχω επιλέξει, οπότε δεν παραπονιέμαι». Και μ’ αυτό το αινιγματικό σχόλιο, ο Άντονι άφησε μόνο τον Τζέρεμι να τακτοποιηθεί στο καινούριο του δωμάτιο.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

39

Κεφάλαιο 5

«Λοιπόν, καλή μου, με πιστεύεις τώρα;» ψιθύρισε η Φράνσις πλησιάζοντας από πίσω τη Ρόσλιν, που στεκόταν περιτριγυρισμένη από θαυμαστές, εκ των οποίων κανένας δεν την είχε αφήσει μόνη από την ώρα που είχε φτάσει στον αποψινό χορό, τον τρίτο κατά σειρά μέσα σε διάστημα τριών ημερών. Η ερώτηση ήταν αρκετά αθώα, σε περίπτωση που την άκουγε κανείς, αλλά ούτως ή άλλως δεν την είχε ακούσει κανένας. Γιατί μπορεί τα μάτια των κυρίων να ήταν διαρκώς στραμμένα πάνω στη Ρόσλιν με τη γαλαζοπράσινη μεταξωτή τουαλέτα της, η προσοχή τους όμως διασπάστηκε στιγμιαία από έναν φιλικό καβγά για κάποιον αγώνα που υποτίθεται ότι θα διεξαγόταν αύριο. Εκείνη είχε ξεκινήσει τον καβγά, μια και της είχε φανεί η μόνη σωτήρια λύση για να μπει ένα τέλος στον προηγούμενο καβγά σχετικά με το ποιος θα χόρευε μαζί της στη συνέχεια. Είχε κουραστεί να χορεύει, ιδίως με τον λόρδο Μ πράντλεϊ, ο οποίος θα πρέπει να είχε τις μεγαλύτερες πατούσες σ’ αυτή την πλευρά των σκοτσέζικων συνόρων. Ευτυχώς, ή δυστυχώς στην περίπτωση της Ρόσλιν, δεν χρειαζόταν να ζητήσει από τη Φράνσις να της εξηγήσει γιατί τη ρωτούσε κάτι τέτοιο. Η Φράνσις έκανε πολύ συχνά την ίδια ερώτηση τις τελευταίες μέρες, ενθουσιασμένη που είχε αποδειχτεί ότι εκείνη είχε δίκιο για την υποδοχή που θα


40

JOHANNA LINDSEY

επιφύλασσε η υψηλή κοινωνία στη Ρόσλιν, ενώ η Ρόσλιν άδικο. Δεν έχανε ευκαιρία να της το χτυπάει, παίρνοντας προσωπικά την επιτυχία που σημείωνε η φίλη της λες και ήταν δική της. «Σε πιστεύω», αναστέναξε η Ρόσλιν, ελπίζοντας ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θ’ αναγκαζόταν να το πει. «Μ α τον Θεό, σε πιστεύω. Αλλά πώς να διαλέξω ανάμεσα σε τόσο πολλούς άντρες;» Η Φράνσις την τράβηξε κάνα δυο βήματα πιο πίσω για να την κατσαδιάσει. «Δεν είσαι υποχρεωμένη να διαλέξεις κανέναν απ’ αυτούς. Για όνομα του Θεού, μόλις τώρα άρχισες να ψάχνεις σύζυγο. Υπάρχουν κι άλλοι υποψήφιοι που δεν τους έχεις καν γνωρίσει ακόμη. Μ η μου πεις ότι θα πάρεις γουρούνι στο σακί;» «Όχι, όχι, εννοείται πως όχι. Δεν σκοπεύω να παντρευτώ κάποιον παντελώς άγνωστο. Βασικά, άγνωστος θα μου είναι στην πραγματικότητα, αλλά σκοπεύω πρώτα να μάθω όσο περισσότερα μπορώ για εκείνον. Πιστεύω ότι για να αποφεύγεις τα λάθη πρέπει να γνωρίζεις το θήραμά σου όσο καλύτερα γίνεται». «Θήραμα, λέει». Η Φράνσις σήκωσε αγανακτισμένη τα μάτια ψηλά. «Έτσι το βλέπεις;» Η Ρόσλιν αναστέναξε ξανά. «Αχ, δεν ξέρω, Φράνσις. Απλώς μου φαίνεται τόσο ψυχρή αυτή η διαδικασία, απ’ όποια πλευρά κι αν τη δει κανείς, ιδίως από τη στιγμή που κανένας απ’ όσους γνώρισα δεν μου έχει κινήσει το παραμικρό ενδιαφέρον. Πρόκειται να αγοράσω σύζυγο. Δεν υπάρχει πιο κομψός τρόπος να το διατυπώσω. Κι απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, δεν θα μου αρέσει και πολύ αυτός ο άνθρωπος, αν αυτές είναι όλες κι όλες οι επιλογές που έχω. Αλλά αν πληροί τα υπόλοιπα κριτήρια…» «Πφφ!» Η Φράνσις την κοίταξε αυστηρά. «Τα παρατάς ενώ μόλις άρχισες να ψάχνεις. Τι έγινε κι απογοητεύτηκες τόσο;» Η Ρόσλιν μόρφασε. «Είναι όλοι τους τόσο νέοι, Φράνσις. Ο Γκίλμπερτ Τίριτ δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι και ο Νέβιλ Μ πόλντγουιν μόλις κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερος. Ο κόμης είναι στην ηλικία μου και ο λόρδος Μ πράντλεϊ μόνο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

41

μερικά χρόνια μεγαλύτερος, αν κι έτσι όπως συμπεριφέρεται αυτός, κανονικά θα έπρεπε να πηγαίνει ακόμα σχολείο. Και οι άλλοι δύο είναι μία από τα ίδια. Μ ε κάνουν να νιώθω γριά, που να πάρει! Καλά μου τα ’χε πει ο Γκραμπ. Μ ου είχε πει να ψάξω να βρω έναν μεγαλύτερο άντρα, αλλά πού να τους βρω τους μεγαλύτερους; Και μη μου πεις ότι όλοι είναι ήδη παντρεμένοι, γιατί θα ουρλιάξω». Η Φράνσις γέλασε. «Βιάζεσαι πολύ, Ρος. Υπάρχουν αρκετοί αξιότιμοι κύριοι εδώ, χήροι μα και μερικοί ορκισμένοι εργένηδες που είμαι βέβαιη ότι μόλις σε γνωρίσουν θα αλλάξουν γνώμη για το γάμο. Αλλά μάλλον θα πρέπει να σου τους δείξω εγώ, γιατί πολύ φοβάμαι ότι τους έχουν τρομοκρατήσει αυτοί οι νεαροί επιβήτορες που δεν σ’ αφήνουν λεπτό σε ησυχία και νιώθουν ότι ο ανταγωνισμός είναι πολύ σκληρός. Στο κάτω κάτω, είσαι μια τρομερά εντυπωσιακή γυναίκα. Αν θέλεις έναν μεγαλύτερο άνδρα, θα πρέπει να τον ενθαρρύνεις και λίγο τον καημένο, να του δώσεις να καταλάβει ότι ενδιαφέρεσαι – τέλος πάντων, καταλαβαίνεις τι εννοώ». «Για όνομα του Θεού, Φράνσις, δεν είναι ανάγκη να κοκκινίζεις. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να κάνω εγώ την πρώτη κίνηση, αν χρειαστεί. Είμαι προετοιμασμένη ακόμη και να εξηγήσω πώς έχει η κατάσταση και να κάνω εγώ την πρόταση γάμου. Α, μη μου υψώνεις τα φρύδια εμένα. Ξέρεις ότι το εννοώ και ότι αν χρειαστεί θα το κάνω». «Ξέρεις πολύ καλά ότι θα ντρεπόσουν φρικτά να κάνεις κάτι τόσο τολμηρό». «Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ίσως. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω και πολλά περιθώρια επιλογής. Δεν έχω την πολυτέλεια του χρόνου για ένα σωστό κόρτε και σίγουρα καθόλου χρόνο για να κάθομαι να περιμένω πότε θα γνωρίσω τον σωστό άντρα. Οπότε δείξε μου εσύ ποιοι υποψήφιοι είναι έμπειροι κι εγώ θα σου πω σε ποιους θέλω να με συστήσεις. Βαρέθηκα πια αυτά τα νιάνιαρα». «Ας είναι», απάντησε η Φράνσις και κοίταξε δήθεν αδιάφορα


42

JOHANNA LINDSEY

τη σάλα ολόγυρα. «Να εκεί, δίπλα στους μουσικούς, ο ψηλός. Δεν μου ’ρχεται τώρα το όνομά του, αλλά ξέρω ότι είναι χήρος με δύο παιδιά – ή μάλλον όχι, τρία παιδιά έχει, νομίζω. Θα πρέπει να είναι σαράντα ενός ή σαράντα δύο, κι απ’ ό,τι λέγεται είναι πολύ συμπαθητικός τύπος. Έχει ένα μεγάλο σπίτι στο Κεντ όπου ζουν τα παιδιά του, αλλά ο ίδιος προτιμά τη ζωή της πόλης. Μ ήπως αυτός ταιριάζει περισσότερο με ό,τι έχεις κατά νου;» Η Ρόσλιν χαμογέλασε σαρκαστικά με την ανεπιτυχή προσπάθεια της Φράνσις να την ειρωνευτεί. «Χμ, δεν είναι κακός, καθόλου κακός, θα έλεγα. Μ ου αρέσουν οι ασημένιοι κρόταφοί του. Αφού δεν μπορώ να έχω κάποιον που αγαπώ, θα πρέπει να βρω κάποιον ευπαρουσίαστο τουλάχιστον, κι αυτός είναι, τι λες κι εσύ; Ναι, γι’ αρχή καλός είναι. Ποιον άλλο έχεις;» Η Φράνσις την κοίταξε αηδιασμένα, γιατί μπορεί η Ρόσλιν να μην ένιωθε έτσι, αλλά εκείνη ένιωθε λες και βρισκόταν στην αγορά και διάλεγε προϊόντα. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν τόσο δυσάρεστη, ο ορθολογικός και ψυχρά υπολογιστικός τρόπος που προσέγγιζε το θέμα η Ρος. Από την άλλη μεριά, όμως, στην ουσία έτσι γινόταν πάντα, μόνο που οι περισσότερες γυναίκες είχαν έναν πατέρα ή έναν κηδεμόνα να διαχειρίζεται τις επιμέρους λεπτομέρειες, ενώ εκείνες το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να ονειρεύονται την παντοτινή αγάπη ή, στις ατυχείς περιπτώσεις, την αγάπη που δεν ερχόταν ποτέ. Η Ρος δεν είχε κανέναν να δια​χ ειριστεί για λογαριασμό της τα πρακτικά θέματα ενός γάμου, επομένως έπρεπε να φροντίσει μόνη της για όλα αυτά, ακόμη και για τα οικονομικά ζητήματα. Έχοντας μπει περισσότερο μέσα στο πνεύμα της όλης κατάστασης τώρα, αφού πλέον κατάλαβε πως ήταν μάταιο να αντιστέκεται, η Φράνσις έδειξε άλλον ένα κύριο κι ύστερα άλλον ένα. Μ ία ώρα αργότερα η Ρόσλιν τους είχε γνωρίσει όλους και είχε καταλήξει σε μια καινούρια λίστα με πιθανούς υποψηφίους, καταλληλότερους αυτή τη φορά από άποψη ηλικίας. Αλλά τα παιδαρέλια δεν έλεγαν να την αφήσουν σε χλωρό κλαρί κι επέμεναν να χορεύουν μαζί της τον ένα χορό μετά τον άλλο.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

43

Παρότι η τόσο μεγάλη απήχησή της στο αντρικό φύλο είχε μετριάσει αρκετά το άγχος της, στην πραγματικότητα είχε αρχίσει να την ενοχλεί. Γιατί η Ρόσλιν είχε ζήσει πάρα πολλά χρόνια με τον παππού της και τους υπηρέτες, τους οποίους γνώριζε σχεδόν όλη της τη ζωή κι έτσι δεν είχε πολλά πάρε δώσε με άγνωστους άντρες. Οι άντρες που γνώριζε ήταν συνηθισμένοι στην παρουσία της και όσους δεν γνώριζε δεν τους πρόσεχε καν, όπως ήταν και το σωστό. Αντίθετα από τη Νέτι –η οποία έφτανε να ρίξει μια ματιά για να καταλάβει τι γινόταν και ήξερε πολύ καλά τι επίδραση είχε η Ρόσλιν στο αντρικό φύλο–, η ίδια η Ρόσλιν ήταν πολύ μετρημένη όταν έβγαινε έξω και δεν πρόσεχε τι γινόταν στο πέρασμά της. Ήταν φυσικό κι επόμενο, λοιπόν, να μη δίνει τόσο μεγάλη σημασία στην εξωτερική της εμφάνιση, την οποία ποτέ δεν είχε θεωρήσει ως κάτι εξαιρετικό, αλλά να δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ηλικία της, που της φαινόταν ανάρμοστη για τον συγκεκριμένο σκοπό, και να βασίζεται αποκλειστικά στην περιουσία που είχε κληρονομήσει προκειμένου να βρει γρήγορα σύζυγο. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας της σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα κορίτσια που έκαναν το ντεμπούτο τους τη φετινή σεζόν, η Ρόσλιν πίστευε ότι θ’ αναγκαζόταν να συμβιβαστεί με τους δευτερότοκους ή τριτότοκους γιους, που δεν είχαν καμιά προοπτική, ή ακόμη και με κανένα ρεμάλι, κάποιο λόρδο που θα είχε χάσει τα πάντα στον τζόγο και θα πνιγόταν στα χρέη. Και παρόλο που το προγαμιαίο συμβόλαιό της προέβλεπε ότι θα είχε η ίδια τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας της, εκείνη θα φαινόταν γενναιόδωρη. Είχε το περιθώριο να φανεί γενναιόδωρη. Ήταν τόσο πλούσια που καταντούσε ντροπή πια. Μ ετά το πρώτο πάρτι που την πήγε η Φράνσις, όμως, είχε αναγκαστεί να επανεκτιμήσει την κατάσταση. Είχε ανακαλύψει πολύ γρήγορα ότι όλοι οι άντρες ενδιαφέρονταν για την ίδια και όχι για το μέγεθος της περιουσίας της, το οποίο άλλωστε δεν είχε γίνει ακόμα γνωστό. Φυσικά, η τουαλέτα και τα κοσμήματά


44

JOHANNA LINDSEY

της μιλούσαν από μόνα τους, αλλά εκείνος ο πλούσιος κόμης την είχε ήδη προσκαλέσει στην οδό Σάουθ Όντλεϊ και το ίδιο είχε κάνει κι αυτός ο σιχαμερός λόρδος Μ πράντλεϊ. Αλλά ούτε οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άντρες στην καινούρια λίστα της ήταν φτωχοί και όλοι τους είχαν φανεί απίστευτα κολακευμένοι από το ενδιαφέρον που τους είχε δείξει. Θα ήθελαν, όμως, να την παντρευτούν; Θα έπαιρνε αργότερα απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Τώρα προτεραιότητά της ήταν να μάθει περισσότερες πληροφορίες για τον καθένα τους. Δεν ήθελε να βρεθεί αντιμέτωπη με τίποτα φριχτές συνήθειες ή εκπλήξεις μετά το γάμο. Αυτό που είχε ανάγκη σ’ αυτό το στάδιο ήταν ένα άτομο έμπιστο για να τη συμβουλεύσει, κάποιον που να γνωρίζει αρκετά χρόνια αυτούς τους άντρες, ώστε να τη βοηθήσει να ξεδιαλέξει τους υποψηφίους. Η Φράνσις είχε ζήσει πολύ προστατευμένα κι απομονωμένα από τότε που είχε χηρέψει και δεν μπορούσε να τη βοηθήσει να κάνει μια ενδελεχή ανάλυση των χαρακτήρων τους. Δεν γνώριζε προσωπικά άλλους άντρες πέρα από τους φίλους του μακαρίτη του άντρα της κι απ’ αυτούς κανέναν δεν θα τον πρότεινε για υποψήφιο σύζυγο της Ρόσλιν. Οι άντρες που είχε συστήσει απόψε στη Ρόσλιν ήταν απλώς γνωστοί της, για τους οποίους δεν ήξερε και πολλά πράγματα. Ένα καλό κουτσομπολιό θα βοηθούσε την κατάσταση, αλλά δεν μπορούσε να βασιστεί σε φήμες, κι επιπλέον τα παλιά κουτσομπολιά συνήθως ξεχνιούνταν αμέσως μόλις κυκλοφορούσαν καινούρια, επομένως θα της ήταν άχρηστα τελικά. Μ ακάρι να είχε κι άλλες φίλες στο Λονδίνο, αλλά η Φράνσις ήταν η μία και η μοναδική της φίλη. Ούτε που σκέφτηκαν οι δύο γυναίκες ότι θα μπορούσε η Ρόσλιν να προσλάβει κάποιον για να ανακαλύψει για λογαριασμό της όλα όσα ήθελε να μάθει σχετικά με τους υποψηφίους. Ακόμη όμως κι αν το είχαν σκεφτεί, δεν θα ήξεραν πού να βρουν το κατάλληλο άτομο. Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολικά εύκολο και η Ρόσλιν από την αρχή το περίμενε ότι αυτή η ιστορία με την


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

45

αναζήτηση συζύγου δεν θα ήταν εύκολη. Το περίμενε ότι θα δυσκολευόταν να αποφασίσει, πολύ απλά επειδή ήξερε ότι δεν υπήρχε ο απαραίτητος χρόνος για να πάρει μια μελετημένη απόφαση. Τουλάχιστον απόψε είχε κάνει κάποια πρόοδο, μικρή μεν αλλά χρήσιμη. Ο σερ Αρτέμους Σάντγουελ, ο χήρος με τους ασημένιους κροτάφους, είχε έρθει θαρραλέα να την κλέψει για ένα χορό, αψηφώντας τους ξαναμμένους νεαρούς επιβήτορες – έτσι άρχιζε να τους βλέπει πια η Ρόσλιν τόσο ανελέητα που την κυνηγούσαν. Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν ένας χορός που προσφερόταν για συζήτηση και το περισσότερο που είχε καταφέρει να μάθει η Ρόσλιν από εκείνον ήταν ότι εφόσον είχε πέντε παιδιά από τον πρώτο του γάμο –αχ, η Φράνσις είχε πέσει τόσο έξω!–, δεν ενδιαφερόταν καθόλου να βάλει μπροστά για καινούρια οικογένεια, αν ξαναπαντρευόταν ποτέ. Πώς θα κατάφερνε να το αποφύγει, πολύ θα ήθελε να το μάθει η Ρόσλιν, αλλά αυτά ήταν τα ακριβή του λόγια. Κρίμα, πάντως, επειδή αν υπήρχε κάτι που η Ρόσλιν ήταν αποφασισμένη να αποκτήσει από τον άντρα που θα επέλεγε τελικά να παντρευτεί, αυτό ήταν τα παιδιά. Ήταν το μοναδικό πράγμα στο γάμο το οποίο περίμενε πώς και πώς. Ήθελε παιδιά, όχι πολλά αλλά κάμποσα, δύο, τρία ή τέσσερα και ως προς αυτό ήταν ανένδοτη. Ούτε κι αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να το καθυστερήσει στην ηλικία της. Αν ήθελε να κάνει οικογένεια, έπρεπε να βάλει μπροστά αμέσως. Ήταν ένα θέμα που έπρεπε να ξεκαθαριστεί από την αρχή. Δεν θ’ ανεχόταν να της αρχίσουν τα «ίσως» και τα «θα δούμε». Ωστόσο δεν ήταν ανάγκη να διαγράψει ακόμα τον σερ Αρτέμους από τη λίστα της. Στο κάτω κάτω εκείνος δεν είχε ιδέα ότι ήταν ένας από τους υποψήφιους συζύγους της, επομένως δεν θα μπορούσε να είχε πάρει στα σοβαρά την ερώτησή της σχετικά με τα παιδιά. Χώρια που η γνώμη ενός άντρα μπορούσε πάντα να αλλαχτεί. Αν ήξερε κάτι η Ρόσλιν από άντρες, ήταν αυτό.


46

JOHANNA LINDSEY

Όταν τελείωσαν το χορό τους, εκείνος τη γύρισε πίσω στη Φράνσις, η οποία στεκόταν δίπλα στο τραπέζι με τα ποτά παρέα με μια νεαρή που η Ρόσλιν δεν είχε γνωρίσει ακόμα. Τότε, όμως, άρχισε αμέσως ένα βαλς και η Ρόσλιν πρόσεξε τον επίμονο λόρδο Μ πράντλεϊ να έρχεται γραμμή καταπάνω της. Βόγκηξε δυνατά. Αυτό πια παραπήγαινε. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει αυτό τον άγαρμπο τύπο να της τσαλαπατήσει τα πόδια ξανά. «Τι τρέχει πάλι, Ρόσλιν;» ρώτησε η Φράνσις που την άκουσε. «Τίποτα – όχου, τα πάντα», απάντησε αγανακτισμένη εκείνη και ύστερα πρόσθεσε αποφασιστικά, χωρίς να σκεφτεί στιγμή την άγνωστη που δεν της είχαν συστήσει ακόμα: «Μ α τον Θεό, ορκίζομαι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χορέψω ξανά μ’ αυτόν το χαζοβιόλη τον Μ πράντλεϊ, Φράνσις. Έτσι και με πλησιάσει, θα λιποθυμήσω και θα σε κάνω ρεζίλι, οπότε να με συγχωρείτε, αλλά εγώ πάω έξω για να μη με βρει». Και χαχανίζοντας ικανοποιημένη για τη μοναδική απόφαση που μπόρεσε να πάρει εύκολα, χαμογέλασε συνωμοτικά στις δύο κυρίες και χάθηκε μέσα στο πλήθος, αφήνοντας εκείνες να εξηγήσουν στον επίμονο Μ πράντλεϊ πώς γινόταν το θήραμά του να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. Διασχίζοντας βιαστικά μία από τις αρκετές μπαλκονόπορτες που οδηγούσαν στην αυλή, βγήκε με σκυμμένο το κεφάλι έξω, αλλά δεν προχώρησε παραπέρα. Κόλλησε με την πλάτη πάνω στον τοίχο δίπλα στην μπαλκονόπορτα κι έριξε μια γρήγορη ματιά τριγύρω. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν θα την έβλεπε κανείς που μπορεί να είχε βγει για να απολαύσει τον υπέροχο φεγγαρόλουστο κήπο που εκτεινόταν πάνω σε μια μεγάλη καταπράσινη έκταση πέρα από την επίπεδη πέτρινη αυλή, αλλά ευτυχώς δεν είδε κανέναν. Κατόπιν γύρισε κι έσκυψε να κρυφοκοιτάξει από την μπαλκονόπορτα για να βεβαιωθεί ότι είχε καταφέρει να ξεφύγει από το λόρδο. Και πράγματι τα είχε καταφέρει, γιατί πρόλαβε να δει το λόρδο Μ πράντλεϊ, εμφανώς απογοητευμένο, να απομακρύνεται από τη Φράνσις.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

47

Ήταν ντροπή, βέβαια, που είχε φερθεί έτσι, αλλά όσο κι αν έψαξε μέσα της δεν βρήκε το παραμικρό ψήγμα ενοχής. Η αλήθεια ήταν ότι συνέχισε να παρακολουθεί το λόρδο Μ πράντλεϊ μόνο και μόνο για να βεβαιωθεί ότι δεν θα σκεφτόταν να την ψάξει έξω, όταν θα κοίταζε στην πίστα και δεν θα την έβλεπε. Γιατί τότε θα έπρεπε να βρει αμέσως άλλη κρυψώνα. Φαντάστηκε τι γελοίο θέαμα θα παρουσίαζε σκυμμένη πίσω από τα παρτέρια του κήπου. Αλλά και τώρα γελοία έδειχνε, συνειδητοποίησε κάπως καθυστερημένα κι έριξε νευρικά μια ματιά πίσω της για να βεβαιωθεί ότι ο κήπος εξακολουθούσε να είναι έρημος. Απ’ ό,τι μπορούσε να δει, ψυχή δεν υπήρχε. Αφού κατασκόπευσε για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη τον Μ πράντλεϊ, τον είδε επιτέλους να ζητά από μια άλλη κοπέλα να χορέψει μαζί του. Αναστενάζοντας ανακουφισμένη, ίσιωσε το κορμί της, συγχαίροντας σιωπηλά τον εαυτό της που προς το παρόν είχε καταφέρει να γλιτώσει τα καημένα τα πόδια της. Έπρεπε να είχε καταφύγει νωρίτερα στον κήπο. Ο καθαρός αέρας ήταν τόσο ευχάριστος, βάλσαμο για το μυαλό της που ήταν γεμάτο μπερδεμένες σκέψεις αφότου η ζωή της είχε γίνει ξαφνικά τόσο περίπλοκη. Θα της έκανε καλό να μείνει για λίγα λεπτά μόνη, να μη σκέφτεται απολύτως τίποτα, να αφήσει την απαλή μελωδία του βαλς που έβγαινε από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες να πάρει όλα τα προβλήματά της μακριά. Μ έσα από τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα που έβλεπαν έξω στην πρασινάδα, έπεφτε στην πέτρινη αυλή ένα απαλό χρυσαφένιο φως, σχηματίζοντας κατά τόπους ορθογώνια φωτεινά σημεία. Υπήρχαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί μερικά τραπέζια και καρέκλες, τα οποία όμως φαίνονταν καθαρά από το εσωτερικό της σάλας κι έτσι η Ρόσλιν πολύ σοφά απέφυγε να καθίσει σ’ ένα από αυτά. Είδε στην άκρη της αυλής, στο σημείο όπου ενωνόταν με το γρασίδι, ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο – ή έστω τα πόδια από κάτι που έμοιαζε με παγκάκι. Το φως δεν έφτανε πιο πέρα


48

JOHANNA LINDSEY

από εκεί, γιατί ένα χαμηλό κλαδί που έγερνε προς τη μεριά του σπιτιού λειτουργούσε σχεδόν σαν κουρτίνα. Η υπόλοιπη περιοχή ήταν βυθισμένη στις σκιές, καθώς οι διακλαδώσεις του δέντρου ήταν τόσο πυκνές που δεν μπορούσε να τις διαπεράσει ούτε το φως του φεγγαριού. Τέλεια. Θα ανέβαζε τα πόδια της πάνω στο παγκάκι κι αν τυχόν έβγαινε έξω κάποιος, δεν θα μπορούσε με τίποτα να τη δει. Ωραία θα ήταν να γίνει αόρατη για μια φορά. Το παγκάκι απείχε μόνο μερικές δεκάδες πόδια από το σημείο που στεκόταν, αλλά παρ’ όλα αυτά η Ρόσλιν έτρεξε προς το απρόσμενο καταφύγιο, ελπίζοντας ότι αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα δεν θα την έβλεπε κανένας μέσα από τα παράθυρα. Φοβήθηκε για μια στιγμή μήπως δεν προλάβει να φτάσει έγκαιρα στην ασφάλεια που θα της προσέφεραν οι σκιές. Καταντούσε γελοίο που ξαφνικά οι σκιές είχαν γίνει τόσο σημαντικές για εκείνη. Ήθελε μονάχα μερικά λεπτά ανάπαυλας, τίποτε παραπάνω. Δεν θα τα ’βαφε και μαύρα αν τελικά δεν της γινόταν το χατίρι. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να μείνει έξω για πολύ, η Φράνσις θ’ ανησυχούσε. Τίποτε απ’ όλα αυτά, όμως, δεν φαινόταν να μετράει μπροστά στην αγωνία που την είχε κυριεύσει. Το χαζοπαγκάκι τής είχε γίνει απαραίτητο από μια καθαρά συναισθηματική ανάγκη. Και τότε πάγωσε. Δεν υπήρχε καταφύγιο τελικά. Το παγκάκι, το δικό της παγκάκι, ήταν ήδη πιασμένο από άλλον. Κοντοστάθηκε λουσμένη στο φως, κοιτάζοντας σαστισμένη αυτό που από μερικές δεκάδες πόδια μακριά δεν της είχε φανεί παρά μονάχα σαν μια σκιά. Αλλά τώρα έβλεπε τελικά ότι ήταν το μαυροντυμένο πόδι ενός άντρα, μόνο το ένα του πόδι, που ήταν περασμένο πάνω από την πλάτη του καθίσματος, πατώντας γερά πάνω στη θέση όπου σκόπευε εκείνη να κουλουριαστεί για να μην μπορεί κανένας να τη δει. Τα μάτια της ανηφόρισαν, εντόπισαν το λυγισμένο γόνατο και είδαν επιτέλους ότι εκείνος ακουμπούσε με το γοφό του στην άκρη της πλάτης του καθίσματος, ο μισός καθιστός και ο μισός όρθιος, άνετος και χαλαρός. Η Ρόσλιν κοίταξε ψηλότερα και είδε χέρια


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

49

ακουμπισμένα άνετα πάνω στο λυγισμένο γόνατο, καρπούς χαλαρούς, παλάμες στραμμένες προς τα κάτω, δάχτυλα μακριά και κομψά· λεπτομέρειες που διακρίνονταν καθαρά μόνο και μόνο επειδή ήταν πιο ανοιχτόχρωμες συγκριτικά με το μαύρο παντελόνι του. Η ματιά της σκαρφάλωσε ακόμη ψηλότερα και είδε φαρδιούς ώμους λυτούς, γερμένους μπροστά, καθώς και τη χτυπητή αντίθεση που έκανε η λευκή γραβάτα του που ήταν δεμένη χαλαρά γύρω από το λαιμό του. Σήκωσε τελικά τα μάτια της στο πρόσωπό του, αλλά στάθηκε αδύνατον να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του ακόμη κι από τόσο κοντά· το μόνο που είδε ήταν μια γκρίζα θολούρα οριοθετημένη από σκουρόχρωμα μαλλιά. Ήταν εντελώς χωμένος μέσα στις σκιές, εκεί όπου σκόπευε να κρυφτεί και η ίδια. Για τη Ρόσλιν αυτός ο άντρας δεν ήταν παρά μόνο ένα ακαθόριστο σχήμα από γκρίζες και μαύρες σκιές, ωστόσο ήταν εκεί, αληθινός, σιωπηλός. Λύσσα για εκδίκηση την κυρίευσε. Ένιωθε παράλογα οργισμένη, σαν να της είχαν καταπατήσει έναν δικό της χώρο. Ήξερε ότι εκείνος μπορούσε να τη δει καθαρά έτσι λουσμένη που ήταν στο φως του σπιτιού, αλλά κι εκεί που αυτό δεν έφτανε, υπήρχε το ασημένιο φως του φεγγαριού να τη φωτίζει. Κατά πάσα πιθανότητα την είχε δει που κρυφοκοίταζε από την μπαλκονόπορτα μέσα στη σάλα δείχνοντας εντελώς γελοία, λες και ήταν μικρό κοριτσάκι που έπαιζε κρυφτό. Και δεν είχε πει κουβέντα. Δεν είχε σαλέψει από τη θέση του. Απλώς καθόταν και την κοίταζε. Ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε από ντροπή. Και η οργή της εκτοξεύτηκε στα ύψη που εκείνος παρίστανε τον μουγγό, θαρρείς κι ακόμα δεν τον είχε δει. Θα μπορούσε να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Αν ήταν κύριος, θα άνοιγε το στόμα του να πει μια κουβέντα, να την κάνει να πιστέψει ότι τώρα δα την είχε προσέξει, αυτή τη στιγμή, κι ας μην ήταν αλήθεια. Η συνεχιζόμενη βουβαμάρα την έκανε να θέλει να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν γινόταν να φύγει από τη στιγμή που δεν ήξερε ποιος ήταν, ενώ εκείνος μπορούσε εύκολα να την


50

JOHANNA LINDSEY

αναγνωρίσει. Όταν αργότερα θα γνώριζε καινούριους υποψηφίους, κάτι που σίγουρα θα γινόταν, θα αναρωτιόταν διαρκώς αν κανείς τους ήταν αυτός ο άντρας, αυτός που από μέσα του σίγουρα θα γελούσε μαζί της. Λες και δεν είχε αρκετές έγνοιες στο κεφάλι της, προστέθηκε κι άλλη μία. Δεν γινόταν να φύγει χωρίς να τον δει. Ήταν έτοιμη να απαιτήσει να της πει ποιος ήταν, έτοιμη να επιμείνει να της πει, ακόμη και να τον σύρει με το ζόρι στο φως, αν χρειαζόταν – τόσο θυμωμένη ήταν. Αλλά δεν χρειάστηκε, η αλήθεια ήταν ότι ξέχασε τι ήθελε να πει. Ένα φως άναψε σ’ ένα δωμάτιο στον επάνω όροφο του σπιτιού, αρκετά κοντά στο παράθυρο ώστε να πέσει λοξά η χρυσαφιά του δέσμη πάνω στο δέντρο, περνώντας ανάμεσα από τα ψηλά κλαδιά του. Και ήταν μια επιλεκτική δέσμη φωτός. Γιατί ενώ διαπέρασε τα φύλλα από πάνω, άγγιξε μόνο συγκεκριμένα μέρη του κορμού του άντρα· τα χέρια του· τον ένα του ώμο που ήταν ντυμένος με μαύρο βελούδο – το πρόσωπό του. Πολύ απλά, η Ρόσλιν δεν ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό που αντίκρισε. Της κόπηκε η ανάσα. Το μυαλό της άδειασε για κάμποσα ατελείωτα δευτερόλεπτα, δεν θυμόταν να πει ούτε το όνομά της, έτσι και τη ρωτούσε κάποιος. Αντίκρισε ένα φαρδύ στόμα με τις άκρες του ελαφρώς ανασηκωμένες, ένα σαγόνι δυνατό, υπεροπτικό. Η μύτη έντονα σμιλεμένη, αετίσια, περήφανη. Η επιδερμίδα βαθιά μαυρισμένη, μελαψή, που όμως έκανε μεγάλη αντίθεση με τα εβένινα πλούσια μαλλιά που στεφάνωναν κυματιστά το μέτωπό του. Τα μάτια – Θε μου, φύλαγε τις άβγαλτες παρθένες από τέτοια μάτια– είχαν το πιο καθάριο μπλε χρώμα του κόσμου και ήταν μια ιδέα σχιστά, με βλέφαρα βαριά. Ήταν μάτια εξωτικά, υπνωτιστικά, πλαισιωμένα από κατάμαυρες βλεφαρίδες και δυο χαρακιές για φρύδια. Μ άτια διεισδυτικά, διερευνητικά, πέρα για πέρα αισθησιακά – ζεστά, αβάσταχτα ζεστά. Ήταν η έλλειψη οξυγόνου που έκανε τη Ρόσλιν να έρθει απότομα στα συγκαλά της. Πήρε βαθιές, αργές εισπνοές και η


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

51

εκπνοή της βγήκε μ’ αναστεναγμό. Δεν ήταν δίκαιο. Ο Γκραμπ την είχε προειδοποιήσει. Δεν ήταν ανάγκη να της το πουν. Το ήξερε. Ήταν ένας απ’ αυτούς, ένας από τους «ανεπιθύμητους». Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, τόσο ανελέητα όμορφος που ήταν. Η προηγούμενη ενόχλησή της ξεχάστηκε μονομιάς. Και τη θέση της πήρε ένας άλλος, καινούριος εκνευρισμός. Ένιωσε μια εντελώς ανεξήγητη παρόρμηση να τον χτυπήσει, μόνο και μόνο επειδή ήταν αυτό που ήταν. Γιατί αυτός; Γιατί έπρεπε ο μοναδικός άντρας που της έκοψε την ανάσα να είναι ο μοναδικός τύπος άντρα που θεωρούσε ανυπόφορο; «Μ ε κοιτάζετε επίμονα, κύριε». Από πού βγήκε αυτό, όταν όλες οι υπόλοιπες σκέψεις της ήταν ένα κουβάρι; «Το ξέρω», αποκρίθηκε απλά εκείνος και το χαμόγελό του πλάτυνε. Απέφυγε να της επισημάνει ότι κι εκείνη τον κοιτούσε επίμονα. Το απολάμβανε αφάνταστα και μόνο που την κοίταζε. Τα λόγια ήταν περιττά, μια παρεμβολή, αν και η βραχνή φωνή της τρίφτηκε πάνω στο δέρμα του σαν χάδι. Ο Άντονι Μ άλορι είχε καταγοητευτεί μαζί της. Την είχε δει προτού εκείνη βγει έξω. Κοίταζε μέσα στη σάλα από το πλησιέστερο παράθυρο χωρίς να αφήνει λεπτό από τα μάτια του τη Ρέτζι, όταν στο οπτικό του πεδίο μπήκε εκείνη. Τότε δεν είχε δει το πρόσωπό της ακόμα, μονάχα τη λεπτή της πλάτη τυλιγμένη σφιχτά μέσα σε γαλαζοπράσινο μετάξι. Και τα μαλλιά της. Εκείνο το υπέροχο κοκκινόχρυσο χρώμα τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον του. Και όταν εκείνη χάθηκε από τα μάτια του προτού προλάβει να τη δει καλύτερα, ο Άντονι στην κυριολεξία σηκώθηκε από το παγκάκι, έτοιμος να ορμήσει στις μάζες μόνο γι’ αυτή τη φορά. Ήταν ακατανίκητη η παρόρμηση να δει το πρόσωπο που πήγαινε μ’ αυτά τα μαλλιά. Αλλά τότε εκείνη βγήκε έξω. Κι εκείνος έγειρε πάλι πίσω στο παγκάκι, υπομονετικά τώρα. Είχε το φως πίσω της κι ακόμα δεν μπορούσε να δει καθαρά τα χαρακτηριστικά της, αλλά κάποια


52

JOHANNA LINDSEY

στιγμή θα τα έβλεπε. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει χωρίς να τα δει. Κι έμεινε να παρακολουθεί τα καμώματά της, την κοίταζε που κρύφτηκε πίσω από την μπαλκονόπορτα και ύστερα έσκυψε να κρυφοκοιτάξει μέσα στη σάλα. Το θέαμα των καλοσχηματισμένων γλουτών της, που του σέρβιρε εκείνη στο πιάτο, έφερε ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του. Αχ και να ’ξερες, καρδιά μου, τι προκλητικό θέαμα μου προσφέρεις αυτή τη στιγμή. Παραλίγο να γελάσει φωναχτά, αλλά τότε ήταν σαν εκείνη να διάβασε τη σκέψη του. Ίσιωσε το κορμί της και κοίταξε ένα γύρο την αυλή. Όταν την είδε να καρφώνει το βλέμμα της προς το μέρος του, πίστεψε πως τον ανακάλυψε. Και τότε κατάφερε να τον σοκάρει, όταν την είδε να έρχεται προς τα κει, να τρέχει καταπάνω του και για μια στιγμή να τη λούζει το δυνατό φως, κάνοντάς τον να μην πιστεύει στα μάτια του. Η μαγευτική ομορφιά του προσώπου της αποκαλύφθηκε επιτέλους σε όλο της το μεγαλείο· κατόπιν κρύφτηκε πάλι για λίγο στις σκιές και ύστερα εκείνη έφτασε ακριβώς μπροστά από το παγκάκι στο σημείο που ήταν πάλι ολόφωτο. Σταμάτησε εκεί, δείχνοντας το ίδιο σοκαρισμένη μ’ εκείνον, μόνο που η δική του έκπληξη ξεθύμανε γρήγορα όταν κατάλαβε ότι δεν έτρεχε σ’ αυτόν, δεν ήξερε καν ότι βρισκόταν εκεί. Όμως τώρα το είχε μάθει. Ήταν διασκεδαστικό να βλέπει τα συναισθήματα που περνούσαν φευγαλέα από το αψεγάδιαστο πρόσωπό της. Σοκ, περιέργεια, ντροπή που έβαψε ρόδινα τα μάγουλά της, αλλά φόβο όχι. Τα γεμάτα ένταση μάτια της με τις χρυσαφένιες πιτσιλιές καρφώθηκαν στο πόδι του κι άρχισαν να ανηφορίζουν, κάνοντάς τον να αναρωτηθεί τι μπορούσαν να δουν από εκείνον ακριβώς. Όχι και πολλά μάλλον, αφού εκείνη στεκόταν στο φως, αλλά κι ο ίδιος δεν είχε την παραμικρή διάθεση να αποκαλυφθεί από τώρα. Από μια πλευρά είχε μείνει κατάπληκτος που εκείνη δεν το είχε βάλει στα πόδια αμέσως, που δεν είχε λιποθυμήσει ή που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

53

δεν είχε κάνει καμία άλλη από τις σάχλες που πιθανότατα θα έκαναν οι προστατευμένες νεαρές ντεμπιτάντ, αν έβλεπαν έναν άγνωστο να παραμονεύει μέσα στις σκιές. Έψαξε ασυναίσθητα να βρει ένα λόγο, για τον οποίο θα έπρεπε να αντιδράσει διαφορετικά απ’ ό,τι με όλες τις άλλες παρθένες τις οποίες απέφευγε συστηματικά. Και όταν το κατάλαβε, του ήρθε κι άλλη κεραμίδα. Δεν ήταν και τόσο μικρή σε ηλικία ή τέλος πάντων δεν παραήταν μικρή γι’ αυτόν. Επομένως δεν ήταν απαγορευμένος καρπός. Κι αυτό είχε άμεση επίδραση πάνω του. Ενώ προηγουμένως εκτιμούσε απλώς την ομορφιά της ως ειδήμων, τώρα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν καταδικασμένος μονάχα να κοιτάζει, μπορούσε να αγγίξει κιόλας. Και τότε το φως άναψε στον πάνω όροφο του σπιτιού κι εκείνη τον κοίταζε με άλλο μάτι πια, εμφανώς συνεπαρμένη, κι εκείνος δεν είχε αισθανθεί ποτέ άλλοτε τόση χαρά στη ζωή του επειδή έβαζε φωτιά στις αισθήσεις των γυναικών. Ξαφνικά ένιωσε την επιτακτική ανάγκη να τη ρωτήσει: «Ποιος σε προσέχει;». Η Ρόσλιν ξαφνιάστηκε που άκουσε ξανά τη φωνή του μετά την τόσο παρατεταμένη σιωπή· ήξερε πολύ καλά ότι κανονικά έπρεπε να είχε φύγει μακριά του, όταν μετά τις πρώτες λιγοστές κουβέντες τους δεν είχαν ανταλλάξει άλλη. Μ όνο που είχε ριζώσει εκεί αδυνατώντας να πάρει τα μάτια της από πάνω του, χωρίς να νοιάζεται που τον κοιτούσε επίμονα, το ίδιο επίμονα όσο κι εκείνος. «Μ ε προσέχει;» «Ναι. Σε ποιον ανήκεις;» «Α. Σε κανέναν». Ο Άντονι χαμογέλασε, διασκεδάζοντας με την απάντησή της. «Ίσως πρέπει να αναδιατυπώσω την ερώτησή μου;» «Όχι, την κατάλαβα. Όπως κι εσύ. Ο παππούς μου πέθανε πρόσφατα, βλέπεις. Μ αζί του ζούσα. Και τώρα δεν έχω κανέναν».


54

JOHANNA LINDSEY

«Τότε πάρε εμένα». Τα σιγανά του λόγια έκαναν την καρδιά της να χάσει ένα χτύπο. Αχ, και τι δεν θα ’δινε για να τον πάρει. Όμως ήταν βέβαιη ότι εκείνος δεν το εννοούσε έτσι όπως η ίδια το ’θελε και ότι κανονικά τα λόγια του θα έπρεπε να της προκαλέσουν αμηχανία. Αυτό όμως δεν συνέβη. Το περίμενε κάτι τέτοιο από έναν άντρα σαν κι αυτόν. Τέτοιοι άντρες δεν ήταν ποτέ ειλικρινείς, της είχε πει η Φράνσις. Και τρελαίνονταν να λένε σοκαριστικά πράγματα για να φαίνονται ακόμη πιο ακόλαστοι κι ανήθικοι. Παρ’ όλα αυτά, δεν γινόταν να μη ρωτήσει. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. «Αυτό σημαίνει ότι θα με παντρευόσουν;» «Να παντρευτώ;» Είχε καταφέρει να τον ταράξει. Παραλίγο να βάλει τα γέλια με την έκφραση φρίκης που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. «Εγώ δεν μασάω τα λόγια μου, κύριε, αν και συνήθως δεν είμαι τόσο τολμηρή. Λαμβάνοντας υπόψη, όμως, αυτό που μου είπες, η ερώτησή μου ήταν απολύτως επιβεβλημένη. Να υποθέσω λοιπόν ότι δεν είσαι φτιαγμένος για σύζυγος;» «Χριστός κι Απόστολος, όχι!» «Δεν είναι ανάγκη να είσαι τόσο κατηγορηματικός», σχολίασε εκείνη και η απογοήτευσή της ίσα που φάνηκε στη φωνή της. «Ούτως ή άλλως δεν πίστευα ότι ήσουν». Δεν ήταν και τόσο ευχαριστημένος τώρα, έβγαζε τα δικά του συμπεράσματα. «Δεν πιστεύω να γκρεμίσεις τόσο γρήγορα τις ελπίδες μου, ε, καρδιά μου; Πες μου ότι δεν ψάχνεις για σύζυγο στο σωρό». «Α, μα αυτό ακριβώς κάνω, να είσαι σίγουρος. Γι’ αυτό έχω έρθει στο Λονδίνο». «Όλες γι’ αυτό έρχονται». «Παρακαλώ;» Της χαμογέλασε ξανά και το χαμόγελό του είχε την πιο παράξενη επίδραση του κόσμου πάνω της, ένιωσε σαν να έλιωνε, να μέλωνε. «Δεν έχεις παντρευτεί ακόμα, έτσι δεν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

55

είναι». Δεν τη ρωτούσε, απλώς το ξεκαθάριζε τόσο για εκείνη όσο και για τον ίδιο. Έγειρε μπροστά και την έπιασε από το χέρι, τραβώντας την απαλά πιο κοντά του. «Ποιο είναι τ’ όνομα που πάει με τόση ομορφιά;» Ποιο είναι τ’ όνομα; Ποιο είναι τ’ όνομα; Το μυαλό της είχε πλημμυρίσει από γυμνά δάχτυλα που έσφιγγαν απαλά τα δικά της. Δάχτυλα ζεστά, δυνατά. Αισθάνθηκε το γυμνό της χέρι να ανατριχιάζει. Οι κνήμες της χτύπησαν στην άκρη από το παγκάκι δίπλα στο πόδι του, αλλά εκείνη ούτε που το ένιωσε. Την είχε τραβήξει στις σκιές. «Έχεις, έτσι δεν είναι;» επέμεινε εκείνος. Μ ια καθάρια, αρρενωπή μυρωδιά πλημμύρισε τα ρουθούνια της Ρόσλιν. «Τι;» Εκείνος γέλασε, κατευχαριστημένος με το σάστισμά της. «Γλυκό μου κορίτσι, όνομα εννοώ. Όλοι μας, καλοί ή κακοί, πρέπει να έχουμε ένα όνομα. Το δικό μου είναι Άντονι Μ άλορι, Τόνι για τους δικούς μου ανθρώπους. Και τώρα αποκάλυψέ μου το δικό σου». Η Ρόσλιν έκλεισε τα μάτια. Ήταν ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να σκεφτεί. «Ρος – Ρόσλιν». Τον άκουσε να πλαταγίζει τη γλώσσα του. «Δεν μου κάνει εντύπωση που θέλεις να παντρευτείς Ρος Ρόσλιν. Το κάνεις μόνο και μόνο για να αλλάξεις τ’ όνομά σου». Τα μάτια της άνοιξαν απότομα και το χαμόγελό του την τύφλωσε. Απλώς την πείραζε. Και ήταν ωραίο που είχε την άνεση να την πειράζει. Οι άλλοι άντρες, που είχε γνωρίσει πρόσφατα, πάσχιζαν τόσο πολύ να της κάνουν καλή εντύπωση που δεν ήταν άνετοι και χαλαροί. Του χαμογέλασε κι εκείνη. «Ρόσλιν Τσάντγουικ, για την ακρίβεια». «Τέτοιο όνομα πρέπει να το κρατήσεις, καρδιά μου, τουλάχιστον μέχρι να γνωριστούμε καλύτερα. Και θα γνωριστούμε καλύτερα, ξέρεις. Να σου πω πώς;» Εκείνη γέλασε και ο βραχνός της ήχος τον συντάραξε


56

JOHANNA LINDSEY

ολόκληρο. «Α, προσπαθείς πάλι να με σοκάρεις, αλλά δεν θα σου περάσει. Είμαι πολύ μεγάλη για να κοκκινίζω πια και μ’ έχουν προειδοποιήσει για άντρες σαν κι εσένα». «Σαν κι εμένα;» «Γυναικάς». «Δηλώνω ένοχος». Αναστέναξε κοροϊδευτικά. «Άσος στο ξελόγιασμα». «Το ελπίζω». Εκείνη χαχάνισε και πάλι εκείνος δεν το ένιωσε σαν χαζό ή ψεύτικο γελάκι που θα του έδινε στα νεύρα, όχι, ήταν ένας ζεστός, βαθύς ήχος που τον έκανε να θέλει να… Δεν θα το τολμούσε όμως. Αυτή τη γυναίκα δεν θα διακινδύνευε να την τρομάξει και να του φύγει. Μ πορεί να μην ήταν μικρή στα χρόνια, αλλά δεν ήξερε ακόμα αν ήταν έμπειρη ή όχι. Εκείνο το μοιραίο φως στον επάνω όροφο, που είχε κάνει τη Ρόσλιν να σαστίσει, έσβησε ξαφνικά. Ο πανικός ήταν ακαριαίος. Δεν είχε σημασία που απολάμβανε την παρέα του. Τώρα τους τύλιγε το σκοτάδι, εκείνος ήταν ένας ξελογιαστής κι εκείνη δεν είχε το περιθώριο να αφεθεί και να ξελογιαστεί. «Πρέπει να φύγω». «Όχι ακόμα». «Όχι, στ’ αλήθεια πρέπει να φύγω». Προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της, αλλά εκείνος της το έσφιξε κι άλλο. Το άλλο του χέρι ανέβηκε στο μάγουλό της, τα ακροδάχτυλά του τη χάιδεψαν απαλά και κάτι στο στομάχι της φτερούγισε. Έπρεπε να τον κάνει να καταλάβει. «Π-πρέπει να σ’ ευχαριστήσω, κύριε Μ άλορι». Της ξέφυγε ασυναίσθητα η σκοτσέζικη προφορά, το μισό της μυαλό μουδιασμένο από το άγγιγμά του, το άλλο μισό από τον πανικό της που μεγάλωνε. «Μ ’ έκανες να ξεχάσω τις έγνοιες μου για λίγο, αλλά μη μου φορτώνεις κι άλλες στο μυαλό. Σύζυγο χρειάζομαι, όχι εραστή, κι εσύ δεν έχεις τα προσόντα… Πολύ κρίμα». Κατόρθωσε να του ξεφύγει, μόνο και μόνο επειδή είχε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

57

καταφέρει πάλι να τον ξαφνιάσει. Ο Άντονι την κοίταζε να περνάει μέσα από το φως και τις σκιές προτού χαθεί στο εσωτερικό του σπιτιού κι ένιωσε πάλι αυτή τη γελοία παρόρμηση να τρέξει ξοπίσω της. Δεν το έκανε. Ένα χαμόγελο άρχισε να χαράζεται αργά στα χείλη του. «Πολύ κρίμα», του είχε πει με αφάνταστη θλίψη. Μ πορεί η μικρή δεσποινίς να μην το ήξερε, αλλά μ’ αυτά της τα λόγια είχε σφραγίσει τη μοίρα της.


58

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 6

«Αυτή τη στιγμή παρακολουθείς ένα δεξιοτέχνη του είδους σε δράση, Κόνι». «Εμένα πάντως γι’ ατζαμής μου φαίνεται», απάντησε ο ψηλός κοκκινομάλλης. «Άμα αφήνεις την ευκαιρία να σου ξεφεύγει μέσ’ από τα χέρια…» Ο Άντονι γέλασε ειρωνικά, καθώς οι δύο άντρες πήγαν κοντά του κάτω από το δέντρο. «Μ ε κατασκοπεύεις, αδελφέ;» Ο Τζέιμς έγειρε μπροστά, στηρίχτηκε ανέμελα με τους βραχίονές του στην πλάτη από το παγκάκι και χαμογέλασε πλατιά στον Άντονι. «Για να πω την αλήθεια, δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ. Αν και φοβήθηκα μη γίνει ακατάλληλο το θέαμα». «Δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Μ όλις τη γνώρισα». «Και την έχασες». Ο Κόνραντ Σαρπ έστριψε το μαχαίρι στην πληγή. Ο Άντονι έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα στον πρώτο αξιωματικό που ήρθε κι έβαλε το πόδι του στην άλλη άκρη από το παγκάκι, αλλά πήγε χαμένο μέσα στο σκοτάδι. «Έλα τώρα, Κόνι, δεν μπορείς να του ρίξεις το φταίξιμο γι’ αυτό», είπε ο Τζέιμς. «Η κυρία του το σέρβιρε ωραία το παραμύθι, επικαλούμενη την καλή του την καρδιά και μάλιστα με τόσο ασυνήθιστη σκοτσέζικη προφορά. Και νομίζω ότι τώρα πια το φωτοστέφανο του μικρού από δω θάμπωσε για πάντα». «Μ ια τέτοια γυναίκα θα μπορούσε να κάνει κάθε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

59

φωτοστέφανο να γυαλίσει», απάντησε ο Κόνραντ. «Ναι, ήταν πανέμορφη, ε;» Αρκετά είχε ανεχτεί ο Άντονι. «Και όχι διαθέσιμη». Ο Τζέιμς γέλασε πνιχτά. «Μ πας και τη θέλεις για πάρτη σου, μικρέ; Πρόσεχε, γιατί μπορεί να το εκλάβω ως πρόκληση αυτό». Το αίμα του Άντονι πάγωσε. Ήταν η αγαπημένη τους διασκέδαση να συναγωνίζονται για την ίδια γυναίκα στα νιάτα τους, τότε που όργωναν μαζί το Λονδίνο για να ρίχνουν γυναίκες. Και η μάχη κρινόταν μόνο από το ποιος από τους δύο αδελφούς θα κατάφερνε να ρίξει πρώτος την κυρία. Μ α από τα χρόνια και τις ατελείωτες ακολασίες, η αχαλίνωτη σεξουαλική ορμή του Άντονι είχε καταλαγιάσει πια. Δεν ήταν πλέον ζήτημα ζωής ή θανάτου για εκείνον. Ή έστω δεν ήταν έτσι μέχρι τώρα, μέχρι απόψε. Για τον Τζέιμς, όμως… Πολύ απλά ο Άντονι δεν ήξερε τον Τζέιμς πια. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής τους είχαν υπάρξει δεμένοι, υπερβολικά δεμένοι. Πάντοτε ήταν οι δυο τους εναντίον των άλλων δύο αδελφών τους, οι οποίοι ήταν μεγαλύτεροι κατά δέκα χρόνια και βάλε. Αλλά όλα αυτά προτού ο Τζέιμς σκεφτεί ότι θα ήταν ωραία περιπέτεια να αρχίσει την πειρατεία στις ανοιχτές θάλασσες. Επί δέκα χρόνια τον έβλεπε μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις και την τελευταία φορά που είχαν ειδωθεί είχαν έρθει σε ρήξη, με αποτέλεσμα και τα τρία αδέλφια να τον διαγράψουν από τη ζωή τους – αφού πρώτα τον ξυλοφόρτωσαν επειδή εκείνο το καλοκαίρι είχε πάρει μαζί του τη Ρέτζι στις πειρατικές επιδρομές του. Αλλά τώρα οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί. Ο Τζέιμς είχε αφήσει την πειρατεία. Τώρα υπήρχε πιθανότητα ακόμη και να επιστρέψει στην Αγγλία για πάντα. Και τώρα ο Άντονι δεν ήξερε αν σοβαρολογούσε ή όχι, όταν τον προκάλεσε για το ποιος θα ρίξει πρώτος τη Ρόσλιν Τσάντγουικ. Εκείνη τη στιγμή ο Άντονι την είδε ξανά, μέσα από το παράθυρο, και πρόσεξε ότι κι ο Τζέιμς την είδε. «Γαμώτο, Τζέιμς, τι δουλειά έχεις εσύ εδώ, για να έχουμε καλό ρώτημα;»


60

JOHANNA LINDSEY

Ο μεγαλύτερος κατά ένα χρόνο αδελφός όρθωσε το ανάστημά του, το οποίο ήταν λίγο κοντύτερο από του Άντονι. Και να τους έβλεπε κανείς, δεν θα καταλάβαινε ότι ήταν αδέλφια. Ο Τζέιμς ήταν ξανθός και πρασινομάτης, τα χαρακτηριστικά χρώματα των Μ άλορι, και πιο γεροδεμένος. Μ όνο ο Άντονι, η Ρετζίνα, η κόρη του Έντουαρντ η Έιμι και τώρα ο Τζέρεμι είχαν τα μαύρα μαλλιά και τα μπλε στο χρώμα του κοβαλτίου μάτια της γιαγιάς τους, που οι φήμες έλεγαν ότι στις φλέβες της κυλούσε τσιγγάνικο αίμα. «Αν ήσουν λίγο πιο κατατοπιστικός στο σημείωμα που μου άφησες, δεν θα χαράμιζα τη βραδιά μου να έρθω εδώ», απάντησε ο Τζέιμς. «Και μια που μου το θύμησες, έχω ράμματα για τη γούνα σου, αδελφέ. Πώς σου ήρθε να αφήσεις αυτό τον κατεργάρη το γιο μου να συνοδεύσει τη Ρίγκαν όχι μόνο εδώ, αλλά οπουδήποτε;» Ο Άντονι έτριξε τα δόντια μόλις άκουσε το όνομα Ρίγκαν. «Γι’ αυτό ήρθες;» «Αφού αυτό όλο κι όλο θεώρησες απαραίτητο να μου πεις. Δεν μπορούσες να γράψεις δυο λόγια ακόμη, να ξέρω ότι θα ερχόσουν κι εσύ στο χορό;» Ο Άντονι έριξε μια ματιά τριγύρω στον κήπο. «Αν εσύ θεωρείς ότι έχω έρθει στο χορό έτσι κρυμμένος που είμαι μέσα στα σκοτάδια, τότε ναι, φαντάζομαι ότι ήρθα κι εγώ». «Κόψε την ειρωνεία, μικρέ», παρενέβη ο Κόνραντ. «Δεν έχεις παιδί και δεν ξέρεις πώς είναι να ανησυχείς όλη την ώρα για το τι μπορεί να σκαρώνει». «Τι θα μπορούσε να σκαρώνει το δύστυχο το παιδί με δύο μπαμπάδες που όλη την ώρα τρέχουν από πίσω του και το παρακολουθούν σαν κέρβεροι; Κι άλλωστε, όσο κι αν θα ήθελα να μην το επισημάνω, ο Τζέρεμι ήταν αυτός που τόνισε ότι ίσως να μην ήταν σε θέση να την προστατεύσει. Γι’ αυτό κουβαλήθηκα κι εγώ εδώ». «Δεν κατάλαβες καλά, Τόνι. Αυτό που μ’ ανησυχεί δεν είναι ποιος θα προστατεύσει τη Ρίγκαν από τις μάζες. Αλλά ποιος θα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

61

την προστατεύσει από το συνοδό της». Πέρασαν πέντε δευτερόλεπτα κατά τα οποία ο Άντονι αναρωτιόταν τι καβγάς είχε να ξεσπάσει έτσι κι έβαζε τα γέλια σ’ αυτό το σημείο. «Για όνομα του Θεού! Είναι ξάδελφός της». «Και νομίζεις ότι τον νοιάζει;» «Χριστέ μου, σοβαρολογείς, έτσι δεν είναι;» τόλμησε να ρωτήσει ο Άντονι. «Έχει ξεμυαλιστεί μαζί της», ήταν το μόνο που είπε ο Τζέιμς. «Κι έτσι να είναι, ξεχνάς, μου φαίνεται, την “ξεμυαλίστρα”. Μ ια πονηρή ματιά να τολμήσει να της ρίξει, μέσα σ’ ένα λεπτό θα τον έχει κάνει να την ικετεύει γονατιστός να τον συγχωρήσει. Νόμιζα ότι ήξερες καλύτερα την ανιψιά μας, γέρο». «Α, ναι, ξέρω ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα μια χαρά μόνη της. Αλλά ξέρω και τον κανακάρη μου και δεν το βάζει εύκολα κάτω». «Να σου θυμίζω ότι μιλάμε για ένα δεκαεφτάχρονο;» «Να σου θυμίσω πώς ήσουν εσύ στα δεκαεφτά;» αντιγύρισε ο Τζέιμς. Ο Άντονι χαμογέλασε επιτέλους. «Δεκτό. Πολύ καλά, λοιπόν, δεν θα προσέχω μόνο εκείνη, αλλά κι εκείνον». «Αν καταφέρεις να πάρεις τα μάτια σου από τη Σκοτσέζα», παρενέβη ο Κόνραντ. «Τότε καθίστε κι εσείς εδώ», απάντησε σφιγμένα ο Άντονι. «Να φυλάμε καραούλι και οι τρεις. Στο κάτω κάτω είναι πολύ ευχάριστος τρόπος να περνάει κανείς τη βραδιά του». Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Μ άλλον μ’ αυτό τον τρόπο μας λέει να του δίνουμε, Κόνι. Έλα, πάμε κι άσ’ τον αυτόν εδώ να ξεροσταλιάζει. Πού ξέρεις. Μ πορεί η κοπελιά να τολμήσει να βγει πάλι έξω και ν’ αρχίσει να του αρέσει που κάθεται δω και προσέχει τ’ ανήλικα». Σ’ αυτό το σημείο χασκογέλασε. «Μ όνο αυτό θα τον σώσει. Γιατί δεν τολμάει να μπει εκεί μέσα, στη φωλιά του λύκου, ούτε για χάρη της». Ο Τζέιμς έκανε λάθος και για τα δύο.


62

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 7

«Τι δουλειά έχει αυτός εδώ; Αυτό θέλω να μάθω. Η λαίδη Κράνταλ δεν εγκρίνει τέτοιους τύπους. Δεν θα τον προσκαλούσε ποτέ». «Ο σερ Άντονι δεν χρειάζεται πρόσκληση, καλή μου. Κάνει ό,τι του καπνίσει». «Μ α μέχρι τώρα είχε πάντα την ευπρέπεια να μένει μακριά από τα πάρτι μας». «Ευπρέπεια;» Ακούστηκε ένα κοφτό γέλιο. «Στην προκειμένη περίπτωση η ευπρέπεια δεν έχει καμία σχέση. Απλώς ο τύπος δεν αντέχει αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Και δεν μου κάνει εντύπωση. Πιθανότατα δεν υπάρχει ούτε μία κυρία εδώ μέσα που δεν θα ήθελε να περάσει χαλινάρι στον συγκεκριμένο Καζανόβα». «Απορώ πού βρίσκεις το αστείο, Λενόρ. Μ ε το που εμφανίστηκε, τον ερωτεύτηκαν οι μισές γυναίκες μες στην αίθουσα. Έχω δει να γίνεται ακριβώς το ίδιο πράγμα κι αλλού. Αυτός είναι και ο λόγος που μια οικοδέσποινα δεν διανοείται να τον καλέσει, αν θέλει να κυλήσει το πάρτι της χωρίς απρόοπτα. Όπου εμφανίζεται, προκαλεί αναταραχή». «Ναι, αλλά μετά έχουμε κάτι να συζητάμε για μήνες. Παραδέξου το. Και είναι πράγματι απολαυστικό θέμα συζήτησης, δεν βρίσκεις;» «Για εσένα, Λενόρ, είναι εύκολο να το λες». Αυτό ακούστηκε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

63

από μια άλλη κυρία, εμφανώς ταραγμένη. «Δεν έχεις κόρη που κάνει το ντεμπούτο της αυτή τη σεζόν. Θεέ μου, κοίτα την Τζέιν μου. Δεν μπορεί να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του. Είμαι σίγουρη ότι τώρα πια δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί να πάρει τον Πέρσι. Μ πορεί να γίνει τόσο δύστροπη ώρες ώρες». «Δεν είναι κακό να κοιτάζει κανείς, Άλις. Φτάνει να πεις στο κορίτσι σου κάνα δυο πραγματάκια για την αφεντιά του κι εκείνη θα τρομοκρατηθεί και θα ευχαριστεί τον Θεό που δεν της έδωσε σημασία». «Μ α τι δουλειά έχει εδώ; Επιμένω να μάθω». Η ερώτηση αυτή τη φορά ειπώθηκε με πιο αιχμηρό τόνο. «Μ άλλον προσέχει το γιο του», πληροφόρησε αυτάρεσκα η Λόρεν τις υπόλοιπες κυρίες. «Τον ποιον;» «Κοιτάξτε τον νεαρό που χορεύει με τη Σάρα Λορντς. Αν ο μικρός δεν είναι φτυστός ο σερ Άντονι, εμένα να μου τρυπήσετε τη μύτη». «Θεούλη μου, κι άλλο μπάσταρδο των Μ άλορι! Αυτή η οικογένεια θα πρέπει ν’ αρχίσει να προσέχει λίγο». «Πάντως ο μαρκήσιος αναγνώρισε τον δικό του γιο. Αναρωτιέμαι αν θα κάνει το ίδιο και ο σερ Άντονι». «Απίστευτο! Πώς κατάφεραν να κρατήσουν κρυφή την ύπαρξή του τόσα χρόνια;» «Θα πρέπει να τον κρατούσαν κρυμμένο μέχρι τώρα. Φαίνεται, όμως, ότι οι Μ άλορι θα είναι όλο εκπλήξεις αυτή τη σεζόν. Έμαθα ότι γύρισε ο τρίτος αδελφός». «Τρίτος αδελφός;» Αυτό ακούστηκε από μια καινούρια παρέα. «Μ α τρεις είναι μόνο». «Πού ζεις, Λίντια;» ρώτησε μνησίκακα η Λενόρ. «Τέσσερις είναι και ο τρίτος είναι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας». «Μ α νόμιζα ότι το μαύρο πρόβατο ήταν ο σερ Άντονι». «Μ ια και είναι ο μικρότερος, αυτός είναι το δεύτερο μαύρο πρόβατο. Α, να σου πω εγώ ιστορίες για τον άλλο... Έλειπε στα ξένα για χρόνια και ζαμάνια, αλλά κανένας δεν ξέρει πού


64

JOHANNA LINDSEY

βρισκόταν ή γιατί είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του». «Τότε μη σου κάνει εντύπωση που δεν γνώριζα την ύπαρξή του», αντιγύρισε τσιτωμένα η Λίντια υπερασπιζόμενη τον εαυτό της. «Γεια σου και πάλι». Η Ρόσλιν ενοχλήθηκε που τη διέκοπταν την πιο ακατάλληλη στιγμή, αλλά τουλάχιστον δεν ήταν κανένας από τους νεαρούς θαυμαστές της. Ευτυχώς οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν αποσυρθεί στην αίθουσα χαρτοπαιξίας για λίγο, αφήνοντάς την ήσυχη να γνωριστεί καλύτερα με τους κυρίους της καινούριας λίστας της. Αντί όμως να πάει να βρει έναν από αυτούς, την προσοχή της είχαν τραβήξει οι ατελείωτες συζητήσεις που ξέσπασαν όταν μπήκε στην αίθουσα χορού ο Άντονι Μ άλορι. Είχε σταθεί διακριτικά πίσω από μια παρέα μεγαλύτερων σε ηλικία κυριών και είχε στήσει αδιάντροπα αυτί. Δεν υπήρχε λόγος να το αρνηθεί. Έβρισκε το θέμα της συζήτησης απίστευτα γοητευτικό και ρουφούσε αχόρταγα την κάθε λέξη. Αλλά τώρα κάποια άλλη κυρία ήθελε να της μιλήσει και δεν υπήρχε τρόπος να την αποφύγει. Κοίταξε τη λαίδη Ίντεν, προσπαθώντας παράλληλα να μη χάνει κουβέντα από τις μεγαλύτερες κυρίες μπροστά της. «Κουράστηκες τόσο γρήγορα από το χορό;» Η νεότερη γυναίκα διασκέδαζε με το ύφος της Ρόσλιν, καταλάβαινε πότε κάποιος είχε αλλού το μυαλό του. Και διασκέδασε ακόμη περισσότερο, όταν κρυφάκουσε κι εκείνη μερικά από τα σχόλια της άλλης παρέας και κατάλαβε την αιτία για την αφηρημάδα της Ρόσλιν. «Όλοι γνωρίζουν ότι σπανίως χορεύω με άλλον άντρα εκτός από το σύζυγό μου, αλλά απόψε δεν μπόρεσε να με συνοδεύσει». «Ωραία». Η Ρετζίνα Ίντεν σήκωσε με απόγνωση τα μάτια ψηλά, χαμογέλασε κι έπιασε τη Ρόσλιν αγκαζέ. «Έλα, καλή μου. Εδώ κάνει διαολεμένη ζέστη. Δεν πάμε λίγο πιο πέρα;» Η Ρόσλιν αναστέναξε που την απομάκρυναν με το ζόρι. Η


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

65

λαίδη Ίντεν ήταν σίγουρα αυταρχική για το τόσο νεαρό της ηλικίας της. Πράγματι, η Ρόσλιν είχε ξαφνιαστεί όταν έμαθε ότι ήταν παντρεμένη και είχε ήδη ένα παιδί, μια και φαινόταν σαν να είχε μόλις τελειώσει το σχολείο. Ήταν η κυρία που μιλούσε με τη Φράνσις νωρίτερα και που η Ρόσλιν δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Αλλά όταν η Ρόσλιν επέστρεψε από τον κήπο, η Φράνσις είχε φροντίσει να κάνει τις απαραίτητες συστάσεις. Εκείνη την ώρα ήταν ακόμα αρκετά ταραγμένη από τη γνωριμία της με τον Μ άλορι. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχαν πει με τη λαίδη Ίντεν τότε – αν είχαν πει κάτι δηλαδή. Η λαίδη Ίντεν σταμάτησε δίπλα στα τραπέζια με τα ποτά. Δυστυχώς, από δω η Ρόσλιν είχε απρόσκοπτη θέα στο αντικείμενο συζήτησης όλων εκεί μέσα. Ουσιαστικά, εκείνος δεν είχε μπει καν μέσα στην αίθουσα χορού. Στεκόταν απαθής στην μπαλκονόπορτα που έβγαζε στον κήπο, με τον ένα του ώμο ακουμπισμένο πάνω στην κάσα, τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, τα μάτια του να σαρώνουν το χώρο – ώσπου στάθηκαν πάνω της κι έλαμψαν. Κι έμειναν καρφωμένα εκεί, ενώ εκείνος της χάρισε αυτό το χαμόγελό του που την έκανε να νιώθει σαν μέλι που έλιωνε ζεστό. Τώρα που τον έβλεπε στο φως, που τον έβλεπε ολόκληρο στο φως, οι αισθήσεις της βίωσαν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Είχε ένα κορμί τόσο απόλυτα συμμετρικό, που δεν μπορούσες να μην το θαυμάσεις. Ώμοι φαρδιοί, μέση στενή, γοφοί σφιχτοδεμένοι και πόδια μακριά. Ναι, ήταν ψηλός. Στον κήπο δεν το είχε προσέξει. Και ξεχείλιζε από αισθησιασμό. Αυτό το είχε προσέξει και προηγουμένως. Το κόψιμο του βραδινού του ρούχου ήταν άψογο, παρόλο που φάνταζε σχεδόν απειλητικός έτσι ντυμένος στα μαύρα. Αλλά του πήγαινε το μαύρο. Η Ρόσλιν δεν μπορούσε να τον φανταστεί να φοράει τα χτυπητά, φωτεινά χρώματα ενός δανδή. Θα τραβούσαν κι άλλο πάνω του την προσοχή – αν και ούτως ή άλλως τράβηξε την προσοχή όλων εκεί μέσα με το που


66

JOHANNA LINDSEY

εμφανίστηκε. «Είναι σατανικά όμορφος, ε;» Η Ρόσλιν κάτι πήγε να πει, συνειδητοποιώντας ότι την είχαν τσακώσει να τον κοιτάζει. Από την άλλη μεριά, όμως, θα ήταν παράξενο να μην τον κοιτάζει, αφού όλοι εκεί μέσα αυτό έκαναν. Κοίταξε τη λαίδη Ίντεν κι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Βρίσκεις;» «Θέλει και ρώτημα; Είναι και τα αδέλφια του τρομερά όμορφα, αλλά πάντα πίστευα ότι ο Τόνι ήταν ο ομορφότερος απ’ όλους». Η Ρόσλιν δεν ήταν σίγουρη αν της άρεσε αυτό το «Τόνι» από τη συγκεκριμένη πανέμορφη γυναίκα με τα μαύρα σαν τη νύχτα μαλλιά και τα έντονα μπλε μάτια που έλαμπαν εύθυμα. Πώς το είχε πει εκείνος, να δεις; «Τόνι για τους δικούς μου ανθρώπους». «Να φανταστώ ότι γνωρίζεστε καλά οι δυο σας;» Η Ρετζίνα χαμογέλασε περιχαρής. «Γνωρίζω όλη την οικογένεια πολύ καλά». Η Ρόσλιν ένιωσε με έκπληξη να κοκκινίζει, κάτι που σπανίως της συνέβαινε. Είχε ανακουφιστεί από τη συγκεκριμένη απάντηση, αλλά είχε ενοχληθεί με τον εαυτό της επειδή η ερώτησή της είχε έναν φαρμακερό τόνο. Αν η υποκόμησσα γνωριζόταν καλά με τους Μ άλορι, τότε μάλλον ήταν το τελευταίο άτομο που θα ήθελε η Ρόσλιν να γνωρίζει το ενδιαφέρον της για τον σερ Μ άλορι. Κανονικά δεν θα έπρεπε να την ενδιαφέρει καθόλου αυτός ο άντρας. Κανονικά θα έπρεπε να αλλάξει αμέσως θέμα συζήτησης. Αλλά δεν μπορούσε. «Πάντως, είναι πολύ μεγάλος, ε;» «Τι να σου πω, αν τον θεωρείς μεγάλο στα τριάντα πέντε του…» «Μ όνο τριάντα πέντε είναι;» Η Ρετζίνα κρατήθηκε να μη γελάσει. Αυτή η γυναίκα ήταν αποφασισμένη να βρει κάτι στραβό πάνω στον Τόνι, αλλά ένας Θεός ήξερε τι μπορεί να ήταν αυτό. Ήταν ολοφάνερο ότι ο Τόνι


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

67

είχε καταφέρει να κάνει άλλη μία κατάκτηση χωρίς καν να το προσπαθήσει. Ή μήπως το προσπαθούσε; Δεν έκανε καθόλου καλά που την κοίταζε έτσι. Αν δεν στεκόταν εκείνη δίπλα στη λαίδη Ρόσλιν, η καημένη η κοπέλα θα ένιωθε ατιμασμένη από τα κουτσομπολιά που θα ξεσπούσαν για το ενδιαφέρον που της έδειχνε εκείνος. Ναι, ο Τόνι δεν έκανε καθόλου καλά, αφού στο τέλος δεν θα έβγαινε τίποτα απ’ αυτή την ιστορία. Ποτέ δεν έβγαινε. Και η Ρετζίνα μάλλον συμπαθούσε τη λαίδη Ρόσλιν. Δεν θα ήθελε να τη δει να πληγώνεται. «Είναι ορκισμένος εργένης, ξέρεις», ένιωσε υποχρεωμένη να την προειδοποιήσει η Ρετζίνα. «Έχει άλλα τρία μεγαλύτερα αδέλφια, βλέπεις, κι έτσι δεν έβρισκε ποτέ το λόγο να παντρευτεί». «Δεν χρειάζεται να μου χρυσώνεις το χάπι. Το ξέρω ότι είναι αδιόρθωτος γυναικάς». «Ο ίδιος προτιμά το “ειδήμων στις γυναίκες”». «Τότε κι εκείνου του αρέσει να χρυσώνει το χάπι». Η Ρετζίνα γέλασε. Α, της άρεσε πολύ αυτή η γυναίκα. Μ πορεί η Ρόσλιν να παρίστανε την αδιάφορη απέναντι στον Τόνι, αλλά κατά τα άλλα ήταν ευχάριστο που έλεγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Η Ρόσλιν έριξε άλλη μία κλεφτή ματιά στον σερ Άντονι. Ένιωσε ανόητη που τον είχε αποκαλέσει κύριο Μ άλορι, αλλά πού να ήξερε ότι κατείχε τίτλο ευγενείας; Ο μεγαλύτερος αδελφός ήταν ο Μ αρκήσιος του Χέιβερστον, ο δεύτερος ήταν κόμης, ο τρίτος το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και ο Άντονι το δεύτερο μαύρο πρόβατο. Α, είχε μάθει τόσα πράγματα για εκείνον απόψε. Γιατί να μην μπορούσε να μάθει τόσα και για τους υποψήφιους συζύγους της; «Δεν χορεύει;» άκουσε η Ρόσλιν τον εαυτό της να ρωτά κι αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να πάψει επιτέλους να ασχολείται μαζί του. «Α, χορεύει, και μάλιστα υπέροχα, αλλά πού να τολμήσει να


68

JOHANNA LINDSEY

ζητήσει σε χορό κάποια από δω μέσα. Θ’ αναγκαζόταν ύστερα να χορέψει μ’ ένα σωρό άλλες, απλά και μόνο για να θολώσει τα νερά για τα όρνια που θα περιμένουν να την κατασπαράξουν. Όμως ο Τόνι δεν θα ’μπαινε σε τόση φασαρία μόνο και μόνο για να χορέψει με την κυρία που θέλει. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αντέχει αυτές τις κοινωνικές συγκεντρώσεις. Αναγκάζεται να φέρεται διακριτικά, ενώ δεν ξέρει καν τι πάει να πει αυτή η λέξη». «Είναι στ’ αλήθεια τόσο διαβόητος καρδιοκατακτητής που φτάνει να τον δουν να χορεύει με μια κοπέλα για να καταστραφεί ανεπανόρθωτα η υπόληψή της;» «Το έχω δει να συμβαίνει με τα ίδια μου τα μάτια και είναι στ’ αλήθεια κρίμα, γιατί πραγματικά δεν είναι και τόσο μεγάλος γυναικάς. Όχι ότι του λείπει ποτέ η γυναικεία συντροφιά. Αλλά ούτε κι έχει βαλθεί να αποπλανήσει όλο το Λονδίνο». «Μ όνο το μερίδιο που του αναλογεί, ε;» Η Ρετζίνα πρόσεξε το πλατύ χαμόγελο της Ρόσλιν και συνειδητοποίησε ότι την κοπέλα μάλλον τη διασκέδαζε η φήμη του Άντονι παρά τη σκανδάλιζε. Ίσως τελικά να μην την ενδιέφερε ως άντρας. Ή ίσως διαισθάνθηκε πολύ σοφά ότι ήταν χαμένη υπόθεση. «Τα κουτσομπολιά μπορούν να γίνουν πολύ σκληρά, καλή μου». Η Ρετζίνα έγειρε πιο κοντά και της ψιθύρισε: «Η αλήθεια είναι ότι δεν τολμώ να φύγω από κοντά σου. Δεν κάνει καθόλου καλά που σε κοιτάζει έτσι». Η Ρόσλιν απέφυγε το βλέμμα της άλλης γυναίκας. «Θα μπορούσε να κοιτάζει εσένα». «Όχι βέβαια. Αλλά όσο οι άλλοι δεν ξέρουν ποια από τις δυο μας γλυκοκοιτάζει, δεν κινδυνεύεις». «Α, ώστε εδώ είσαι, Ρος». Ήρθε στην παρέα τους η Φράνσις. «Μ όλις σε ζητούσε ο λόρδος Γκράχαμ. Ισχυρίζεται ότι του έχεις υποσχεθεί ένα βαλς». «Του το υποσχέθηκα», αναστέναξε η Ρόσλιν. Ήταν καιρός πια να ξεχάσει τον Άντονι Μ άλορι και να στρωθεί πάλι στη


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

69

δουλειά. «Ελπίζω μόνο να χαλαρώσει λίγο αυτή τη φορά και να μου πει κάτι παραπάνω». Συνειδητοποίησε πολύ αργά πώς θα πρέπει να είχε ακουστεί αυτό στη λαίδη Ίντεν, αλλά η Ρετζίνα απλώς χαμογέλασε. «Δεν υπάρχει πρόβλημα, καλή μου. Κάτι μου έχει πει η Φράνσις για την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Μ πορεί να σου φανεί δια​σκεδαστικό αν μάθεις ότι κι εγώ αντιμετώπιζα ακριβώς το ίδιο πρόβλημα όταν έψαχνα για σύζυγο. Αλλά αντίθετα μ’ εσένα, εμένα τον δικό μου έπρεπε να τον εγκρίνει η οικογένειά μου, γεγονός που το έκανε αφάνταστα δύσκολο επειδή, σύμφωνα μ’ εκείνους, κανένας άντρας δεν ήταν αρκετά καλός για μένα. Δόξα τω Θεώ που ο Νίκολάς μου μ’ εξέθεσε στα μάτια της κοινωνίας, αλλιώς ακόμα θα έψαχνα». Η Φράνσις φάνηκε σοκαρισμένη. «Μ α νόμιζα ότι σε είχαν τάξει σ’ εκείνον!» «Έτσι νόμιζαν όλοι όταν έγινε η αναγγελία του αρραβώνα μας, αλλά η αλήθεια ήταν ότι με είχε απαγάγει, περνώντας με κατά λάθος για την τότε ερωμένη του, κι αυτό το λαθάκι μαθεύτηκε. Μ ε γύρισε αμέσως σπίτι όταν το κατάλαβε, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Και στην εκκλησία ήρθε με τα χίλια ζόρια, γιατί, βλέπεις, ήταν ορκισμένος εργένης. Παρ’ όλα αυτά, έχει ανταπεξέλθει τέλεια στο γάμο. Κι απ’ αυτό αποδεικνύεται ότι ακόμη κι αν κάποιος φαίνεται εντελώς ακατάλληλος από κάθε άποψη για σύζυγος, μπορεί τελικά να αποδειχτεί η καλύτερη επιλογή. Ποτέ δεν ξέρεις». Το τελευταίο σχόλιο ειπώθηκε για τη Ρόσλιν, αλλά εκείνη έβαλε τα δυνατά της να το αγνοήσει. Ήταν ήδη δύσκολη η δουλειά που είχε να κάνει χωρίς να προσθέσει και τους ακατάλληλους υποψηφίους από πάνω. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλήξει μ’ έναν έκφυλο μόνο και μόνο με την αμυδρή ελπίδα ότι ίσως συμμορφωνόταν. Δεν της άρεσε ο τζόγος. Και βάζοντας καλά στο μυαλό της αυτή της την απόφαση, έφυγε να πάει να βρει το λόρδο Γκράχαμ.


70

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 8

Ούτε παραγγελία να το είχαν κάνει, ο καιρός εκείνο το πρωί δεν θα μπορούσε να ήταν πιο τέλειος, τριπλασιάζοντας σχεδόν τους αναβάτες που ξεχύνονταν με τα άλογά τους στο Χάιντ Παρκ τόσο νωρίς το πρωί. Τα απογεύματα ήταν η ώρα του περιπάτου, όπου έβλεπες κάθε τύπο άμαξας που μπορούσες να φανταστείς να σουλατσάρει αργά στα μονοπάτια που έμοιαζαν σχεδόν εξοχικά. Τα πρωινά ήταν αφιερωμένα στην άσκηση των ζώων και του ανθρώπινου σώματος, οπότε συνήθως δεν συναντούσες γνωστούς και δεν αναγκαζόσουν να σταματάς κάθε λίγο και λιγάκι για ψιλή κουβέντα, όπως γινόταν το απόγευμα. Ο Άντονι Μ άλορι δέχτηκε να απαρνηθεί εκείνο το πρωί τον συνηθισμένο ξέφρενο καλπασμό του στο πάρκο και να συμβιβαστεί μ’ έναν ζωηρό τροχασμό του αλόγου του. Όχι ότι η Ρέτζι δεν ήταν ικανή στην ιππασία, αλλά πολύ αμφέβαλλε αν η παιχνιδιάρικη φοράδα της μπορούσε να συμβαδίσει με το δικό του δυνατό άτι. Κι εφόσον εκείνη επέμενε να του κάνει παρέα σήμερα, ο Άντονι αναγκαζόταν να ακολουθεί τον δικό της ρυθμό. Μ ετά τη χθεσινή βραδιά, είχε τις υποψίες του για το λόγο που εκείνη είχε αυτοπροσκληθεί και δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να μιλήσει για τη λαίδη. Αλλά όταν η Ρέτζι έκοψε ταχύτητα και τράβηξε τα γκέμια, κάνοντας νόημα στον Τζέιμς και στον Τζέρεμι να προχωρήσουν, ήξερε ότι δεν υπήρχε τρόπος


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

71

να το αποφύγει. Τη λάτρευε, αλλά γινόταν αφόρητα επίμονη ώρες ώρες. «Όταν σου είπα να βγούμε για ιππασία σήμερα, νόμιζα πως θα ήμαστε μόνοι», άρχισε να λέει η Ρετζίνα μ’ ένα απειροελάχιστο ίχνος ενόχλησης στη φωνή της. «Να το καταλάβω που ο Τζέρεμι ήθελε να έρθει μαζί μας, αλλά και ο θείος Τζέιμς; Αυτός σπάνια σηκώνεται, αν δεν πάει μεσημέρι». Η αλήθεια ήταν ότι ο Άντονι είχε σηκώσει αδελφό κι ανιψιό από το κρεβάτι με απειλές και καλοπιάσματα για να πάνε μαζί του. Όμως το σχέδιό του δεν είχε πτοήσει τη Ρέτζι. Να πάρει ο διάολος τον Τζέιμς! Ήξερε πολύ καλά ότι ο μοναδικός λόγος που είχε έρθει παρέα ήταν για να παραμείνει η κουβέντα απρόσωπη, αλλά τώρα αυτός κάλπαζε μακριά, χαρίζοντας στον Άντονι ένα πλατύ εύθυμο χαμόγελο. Ο Άντονι ανασήκωσε αθώα τους ώμους. «Τι να πω; Ο Τζέιμς έχει αλλάξει τελείως συνήθειες από τότε που έγινε πατέρας. Το ίδιο δεν έκανε κι αυτό το μούτρο που πήγες και παντρεύτηκες;» «Άντε πάλι! Γιατί πάντα επιτίθεσαι στον Νίκολας, ενώ και η δική σου συμπεριφορά δεν είναι και η πιο υποδειγματική του κόσμου;» Και μπήκε κατευθείαν στο ψητό. «Είναι μισή Σκοτσέζα, ξέρεις». Εκείνος δεν έκανε τον κόπο να ρωτήσει ποια εννοούσε, αλλά αντιγύρισε αδιάφορα: «Αλήθεια;». «Είναι γνωστές για το πόσο οξύθυμες είναι». «Εντάξει, ψιψίνα», αναστέναξε. «Τι βάζεις με το μυαλό σου και νιώθεις υποχρεωμένη να με προειδοποιήσεις;» Το μέτωπό της ζάρωσε, τα μπλε της μάτια καρφώθηκαν διαπεραστικά στα δικά του παρόμοια μπλε μάτια. «Ενδιαφέρεσαι για εκείνη, Τόνι;» «Μ ήπως πέθανα και δεν το ξέρω;» Η Ρετζίνα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο της. «Ναι, μάλλον ήταν χαζή ερώτηση. Φυσικά κι ενδιαφέρεσαι – εσύ και μερικές δεκάδες άλλοι άντρες. Φαντάζομαι ότι το επόμενο πράγμα που θα σε ρωτήσω είναι αν σκοπεύεις να κάνεις κάτι γι’


72

JOHANNA LINDSEY

αυτό». «Αυτό, κοριτσάκι μου, δεν σε αφορά». Ο τόνος του ήταν τρυφερός, αλλά κατηγορηματικός, και το μέτωπο της Ρετζίνα ζάρωσε ξανά. «Το ξέρω. Μ α πιστεύω ότι πρέπει να μάθεις κάνα δυο πραγματάκια για εκείνη προτού αποφασίσεις να την κυνηγήσεις». «Θα είναι πλήρης η καταγραφή του παρελθόντος της;» ρώτησε ξερά εκείνος. «Μ η δυσκολεύεις τα πράγματα, Τόνι. Έχει έρθει στο Λονδίνο για να παντρευτεί». «Αυτό το φριχτό νέο το ξέρω ήδη. Μ ου το είπε η ίδια». «Εννοείς ότι της έχεις μιλήσει; Πότε;» «Αφού θέλεις να μάθεις, χθες βράδυ στον κήπο». Της ξέφυγε μια κραυγή. «Δεν πιστεύω να…» «Όχι». Η Ρετζίνα αναστέναξε ανακουφισμένη, αλλά προσωρινά μόνο. Εφόσον ο Άντονι ήξερε ότι η λαίδη Ρόσλιν έψαχνε σύζυγο και αυτή η γνώση δεν είχε σταθεί ικανή να τον αποτρέψει, τότε η δύστυχη γυναίκα ήταν καταδικασμένη. «Ίσως δεν έχεις καταλάβει πόσο σοβαρά έχει πάρει αυτή την υπόθεση, Τόνι. Σκοπός της είναι να έχει παντρευτεί μέχρι το τέλος του μήνα. Και μην υψώνεις τα φρύδια. Δεν είναι αυτός ο λόγος. Η αλήθεια είναι ότι από άντρες έχει την ίδια πείρα με μια δεκαεξάχρονη». «Αυτό δεν το πιστεύω». «Τα βλέπεις; Δεν ξέρεις τίποτα για εκείνη και παρ’ όλα αυτά σκέφτεσαι να κάνεις τη ζωή της άνω κάτω. Και μέχρι στιγμής έχει ζήσει μια υπερβολικά προστατευμένη ζωή. Ζούσε θαμμένη στα Χάιλαντς μαζί με τον παππού της από τότε που πέθαναν οι γονείς της και, απ’ ό,τι φαίνεται, τα τελευταία χρόνια δεν έκανε τίποτε άλλο εκτός από το να τον φροντίζει, γι’ αυτό και μέχρι τώρα δεν είχε σκεφτεί να παντρευτεί. Αυτό το ήξερες;» «Δεν μιλήσαμε και τόσο πολύ, Ρέτζι». Εκείνη αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό του, αλλά συνέχισε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

73

ακάθεκτη. «Ο πατέρας της ήταν κάποιος κόμης τελευταίας διαλογής. Ξέρεις ότι αυτό δεν θ’ αρέσει καθόλου στον θείο Τζέισον…» Ο Άντονι σ’ αυτό το σημείο τη διέκοψε. «Μ πορεί να μη μ’ αρέσει που ο μεγάλος αδελφός μ’ έχει γράψει στα μαύρα κατάστιχα, αλλά δεν θα του δώσω κι αναφορά για ό,τι κάνω, ψιψίνα μου». «Δεν έχεις μάθει ακόμα όλη την ιστορία, Τόνι. Η λαίδη Ρόσλιν είναι κληρονόμος. Ο παππούς της ήταν εξωφρενικά πλούσιος κι άφησε τα πάντα σ’ εκείνη. Η συγκεκριμένη πληροφορία δεν είναι ευρέως γνωστή ακόμα, αλλά φαντάζεσαι τι έχει να γίνει αν δεν έχει παντρευτεί προτού μαθευτεί». «Όλα τα παλιοτόμαρα του Λονδίνου θα βγουν από το καβούκι τους και θα την κυνηγήσουν ανελέητα», απάντησε σφιγμένα ο Άντονι. «Ακριβώς. Αλλά, ευτυχώς, εκείνη έχει ήδη διαλέξει αρκετούς κυρίους που τους εξετάζει ως πιθανούς υποψηφίους. Απ’ ό,τι κατάλαβα, το μόνο που θέλει τώρα είναι να μάθει όσο περισσότερες πληροφορίες μπορεί για τον καθένα και κατόπιν θα διαλέξει. Μ ου ζήτησε να ρωτήσω τον Νίκολας τι γνωρίζει γι’ αυτούς». «Αφού ξέρεις τόσο πολλά, δεσποινίς μου, πες μου τι διάολο συμβαίνει και βιάζεται τόσο να παντρευτεί». Ω, σίγουρα τον ενδιέφερε η λαίδη Ρόσλιν, αφού δεν νοιάστηκε που είχε φανεί ξεκάθαρα ο εκνευρισμός του. Κι αυτό έκανε τη Ρετζίνα να σταματήσει, πολύ απλά επειδή κάτι τέτοιο δεν είχε ξανασυμβεί. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχε δει τόσο αναστατωμένο για μια γυναίκα. Είχε τόση υπερπροσφορά γυναικών, που δεν είχε ενδιαφερθεί ποτέ παραπάνω για κάποια συγκεκριμένη. Ίσως η Ρετζίνα έπρεπε να αναθεωρήσει για αυτό το θέμα. Τον πληροφόρησε διστακτικά: «Έχει να κάνει με μια υπόσχεση που έδωσε η λαίδη Ρόσλιν στον παππού της πριν πεθάνει. Αυτός είναι ο λόγος που βιάζεται και που ψάχνει


74

JOHANNA LINDSEY

μανιωδώς για σύζυγο. Σύμφωνα με τη φίλη της, τη Φράνσις Γκρένφελ, αν δεν είχε δώσει αυτή την υπόσχεση, μάλλον θα έμενε ανύπαντρη. Εννοώ ότι δεν είναι κάτι που το βλέπει συχνά κανείς, μια γυναίκα τόσο όμορφη, τόσο πλούσια και να μη δίνει λογαριασμό σε κανέναν άλλο παρά μόνο στον εαυτό της». Ήταν πράγματι μια μοναδική περίπτωση, αλλά ο Άντονι δεν έδωσε και τόση σημασία σ’ αυτό προς το παρόν, αφού το όνομα Γκρένφελ ήταν αυτό που τον είχε ανησυχήσει. «Πόσο στενές φίλες είναι με τη Φράνσις Γκρένφελ;» Αυτή η ερώτηση αποπροσανατόλισε τη Ρετζίνα. «Γιατί ρωτάς;» «Η λαίδη Φράνσις ήταν ένα από τα νεανικά λάθη του Τζορτζ, αλλά δεν θέλω να σου ξεφύγει πουθενά αυτό, ψιψίνα». «Όχι, εννοείται», είπε εκείνη αμέσως και ρώτησε χωρίς να πάει ανάσα: «Εννοείς τον γερο-Τζορτζ, τον καλύτερό σου φίλο, αυτόν που πάντα με πείραζε τόσο προκλητικά; Αυτό τον Τζορτζ;» Εκείνος χαμογέλασε με την έκπληξή της. «Αυτόν ακριβώς και δεν μου απάντησες σ’ αυτό που σε ρώτησα». «Δεν καταλαβαίνω τι σημασία μπορεί να έχει, αλλά είναι πολύ στενές φίλες. Γνωρίστηκαν στο σχολείο κι έκτοτε έχουν κρατήσει επαφή». «Πράγμα που σημαίνει ότι λένε όλα τους τα μυστικά, γαμώτο», γρύλισε σχεδόν εκείνος. Να πάρει ο διάολος! Είχε ακόμα ολοζώντανη στ’ αυτιά του τη βραχνή φωνή της να του ομολογεί: «Μ ’ έχουν προειδοποιήσει για άντρες σαν κι εσένα». Νόμιζε τότε πως εκείνη τον πείραζε, αλλά τώρα ήξερε από πού θα πρέπει να προέρχονταν αυτές οι προειδοποιήσεις και πόσο επιβαρυντικές μπορεί να ήταν. Δεν αστειευόταν καθόλου τελικά. Ό,τι κι αν γινόταν, η λαίδη Ρόσλιν θα φυλαγόταν από εκείνον, αφού θα είχε πάντα στο μυαλό της το πάθημα της φίλης της. Ξαφνικά του ήρθε να δώσει ένα γερό χέρι ξύλο στον Τζορτζ Άμχερστ για την αδιακρισία που είχε δείξει στα νιάτα του. Που να πάρει ο διάολος, να πάρει!


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

75

Βλέποντάς τον τόσο θυμωμένο και βλοσυρό, η Ρετζίνα δίστασε να πει αυτό που έπρεπε, αλλά μια και κανένας άλλος δεν είχε το θάρρος, αναγκαστικά έπρεπε να το κάνει εκείνη. «Ξέρεις, Τόνι, αν δεν είσαι έτοιμος να κάνεις το μεγάλο βήμα, γεγονός που θα σόκαρε όλο το Λονδίνο, αλλά θα ευχαριστούσε αφάνταστα την οικογένεια, πρέπει πραγματικά να αφήσεις ήσυχη τη λαίδη». Εκείνος έβαλε τα γέλια ξαφνικά. «Μ η χειρότερα, ψιψίνα μου, από πότε έγινες η συνείδησή μου;» Εκείνη φούντωσε μόλις το άκουσε. «Είναι άδικο, που να πάρει. Αμφιβάλλω αν υπάρχει γυναίκα που δεν μπορείς να ξελογιάσεις έτσι και το βάλεις σκοπό». «Υπερεκτιμάς τις ικανότητές μου». «Αυτά να τα πεις αλλού», αντιγύρισε εκείνη. «Σ’ έχω δει να βάζεις μπροστά τη γοητεία σου, Τόνι, και τα αποτελέσματα είναι ολέθρια. Αλλά συμπαθώ τη Ρόσλιν Τσάντγουικ. Πρέπει να τηρήσει μια υπόσχεση που είναι σημαντική για εκείνη και, για κάποιο λόγο, υπάρχει χρονικό όριο σ’ αυτό. Αν αναμιχτείς εσύ, το πιθανότερο είναι να μπλέξεις τα πράγματα, χώρια που θα την πληγώσεις κι από πάνω». Ο Άντονι της χαμογέλασε τρυφερά. «Είναι αξιέπαινο το ενδιαφέρον σου για κάποια που γνώρισες μόλις χθες, Ρέτζι, αλλά λίγο πρόωρο, δεν νομίζεις; Κι άλλωστε, η λαίδη δεν είναι κανένα ανόη​το κοριτσόπουλο που δεν έχει κουκούτσι μυαλό. Είναι ανεξάρτητη γυναίκα και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό της. Μ όνη σου το είπες. Δεν νομίζεις, λοιπόν, ότι είναι αρκετά μεγάλη, και ώριμη, ώστε να στείλει από κει που ’ρθε έναν έκφυλο σαν κι εμένα, αν το θέλει;» «Το αν το θέλει είναι που με κάνει να τρέμω», βόγκηξε εκείνη, αλλά ο Άντονι έβαλε πάλι τα γέλια. «Μ ιλήσατε πολλή ώρα χθες βράδυ. Μ ήπως κατά τύχη με ανέφερε;» Μ η χειρότερα! Και μόνο το γεγονός ότι τη ρωτούσε κάτι τέτοιο, έδειχνε ότι το είχε πάρει σοβαρά το πράγμα, παρόλα όσα


76

JOHANNA LINDSEY

του είχε πει. «Αφού θέλεις να μάθεις, ήσουν το μοναδικό θέμα συζήτησης, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο περίεργο, αφού χθες βράδυ όλοι εκεί μέσα για εσένα μιλούσαν. Για να πω την αλήθεια, είμαι σίγουρη ότι πρόλαβε ν’ ακούσει ένα σωρό κουτσομπολιά προτού της πιάσω κουβέντα». «Είπες καλά λόγια για εμένα, ψιψίνα;» «Προσπάθησα, αλλά εκείνη δεν τα έχαψε. Και φαντάζομαι ότι θα πετάξεις από τη χαρά σου αν μάθεις ότι όσο κι αν παρίστανε την αδιάφορη, το ενδιαφέρον της για εσένα έβγαζε μάτι, όπως και το δικό σου για εκείνη». Το χαμόγελο που απέσπασε αυτό το τελευταίο σχόλιο κόντεψε να την τυφλώσει. «Ωχ, Θε μου. Δεν έπρεπε να σ’ το πω αυτό, αλλά αφού το έκανα πρέπει επίσης να σου πω ότι ανεξάρτητα από το ενδιαφέρον της για εσένα, πήγε τελικά να γνωριστεί καλύτερα με τους κυρίους που εξετάζει ως υποψήφιους συζύγους. Μ πορεί να της έκανες εντύπωση, αλλά εκείνη δεν άλλαξε τα σχέδιά της ούτε τόσο δα». Η Ρετζίνα έβλεπε πως ό,τι κι αν του έλεγε, εκείνος δεν έπαιρνε χαμπάρι, και είχε εξαντλήσει όλα όσα μπορούσε να πει. Καλύτερα να μην είχε ανοίξει το στόμα της. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε παρέμβει στην ερωτική του ζωή και τώρα έβλεπε ότι ήταν χαμένος κόπος να το προσπαθήσει, έστω αυτή τη φορά. Ο Τόνι θα έκανε ό,τι του κάπνιζε, όπως πάντα. Ένας Θεός ήξερε πόσο είχε κοπιάσει μάταια για χρόνια ολόκληρα ο θείος Τζέισον να περιορίσει λίγο τον ηδονισμό του Τόνι. Πώς ήταν δυνατόν να είχε πιστέψει ότι εκείνη θα τα κατάφερνε καλύτερα; Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε φερθεί τελείως χαζά. Είχε προσπαθήσει να αλλάξει αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που αγαπούσε περισσότερο στον Άντονι. Ήταν ένας γοητευτικός γλεντζές. Αυτό ακριβώς ήταν που τον έκανε να είναι ο αγαπημένος της θείος. Κι αν άφηνε πίσω του αμέτρητες ραγισμένες καρδιές, έφταιγε απλώς που οι γυναίκες δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη γοητεία του και τον ερωτεύονταν, αν κι εκείνος δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά κάποιον


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

77

από τους δεσμούς του. Χάριζε όμως ηδονή κι ευτυχία. Κι αυτό μετρούσε πολύ. «Ελπίζω να μη μου θυμώσεις που χώνω τη μύτη μου σε ξένες υποθέσεις». Του χάρισε το χαμόγελο στο οποίο εκείνος δεν μπορούσε ποτέ να αντισταθεί. «Είναι τόσο όμορφη αυτή η μυτούλα». «Αλλά αυτή τη στιγμή πολύ μεγάλη και χώνεται παντού. Συγγνώμη, Τόνι, ειλικρινά. Σκέφτηκα απλώς – ξέχνα το, δεν έχει σημασία. Μ έχρι σήμερα τα κατάφερες μια χαρά χωρίς τις συμβουλές κανενός. Μ άλλον πρέπει να πάμε να βρούμε τους…» Η Ρετζίνα άφησε στη μέση τη φράση της. Τα μάτια της αιχμαλώτισε ένα εξαίσιο μαύρο άτι που πλησίαζε καμαρωτό με αργό τριποδισμό, ώστε να συμβαδίζει με το πόνι δίπλα του, αλλά όταν είδε ποια κρατούσε τα γκέμια του δυνατού θηρίου βόγκηξε από μέσα της. Τι ατυχία! Απ’ όλους τους ανθρώπους, ήταν ανάγκη να συναντήσουν εκείνη τώρα; Κρυφοκοίταξε να δει αν ο Άντονι είχε δει τη λαίδη Ρόσλιν. Φυσικά και την είχε δει. Και να μην τραβούσε την προσοχή του το πρώτης τάξεως άλογο, θα την τραβούσε σίγουρα η σκοτσέζικη πράσινη φαρδιά φούστα ιππασίας και τα λαμπερά σαν τον ήλιο μαλλιά. Μ α η Ρετζίνα ένιωσε σχεδόν αμήχανα όταν είδε την αυθόρμητη έκφρασή του. Χριστούλη μου! Ποτέ ξανά δεν τον είχε δει να κοιτάζει έτσι γυναίκα και τον είχε δει με δεκάδες από τις ερωμένες του. Χθες βράδυ την κοίταζε, ναι, αλλά εσκεμμένα, ήταν ένα παιχνίδι αποπλάνησης που παιζόταν μονάχα με τα μάτια. Αυτό εδώ όμως ήταν άλλο. Μ ’ αυτό το βλέμμα θα κοίταζε ο Νίκολας τη Ρετζίνα, με ένα βλέμμα που έκρυβε πάθος ανάμεικτο με πιο τρυφερά συναισθήματα. Αυτό που είδε ήταν αρκετό. Και τώρα ένιωσε ακόμη πιο ηλίθια που είχε προσπαθήσει να αποτρέψει τον Άντονι. Ήταν φανερό, σ’ εκείνη τουλάχιστον, ότι κάτι ξεχωριστό γεννιόταν εδώ. Αχ, δεν θα ήταν υπέροχο, αν πράγματι είχε ευτυχή κατάληξη;


78

JOHANNA LINDSEY

Η Ρετζίνα τώρα είχε κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Κι αναρωτιόταν πώς θα έβαζε το χεράκι της για να τα φτιάξουν αυτοί οι δύο. Ο Άντονι, βέβαια, είχε άλλα κατά νου. «Θα καθίσεις εδώ ήσυχα ήσυχα, Ρέτζι, να πάω να υποβάλω τα σέβη μου;» Το ύφος της έλεγε Ούτε να το διανοηθείς. Εκείνος αναστέναξε βαριά και ξεφύσηξε. «Το περίμενα. Τότε έλα μαζί. Νομίζω ότι μου το χρωστάς να με προσέχεις κι εσύ μια φορά μη μου χιμήξει καμία». Ο Άντονι δεν περίμενε τη Ρετζίνα. Ξεκίνησε αμέσως με το άλογό του να πάει στη Ρόσλιν, ελπίζοντας μάταια ότι η Ρέτζι θα τον άφηνε πρώτα λίγα λεπτά μόνο μαζί της. Άδικος κόπος. Ο Τζέιμς –που να τον πάρει και να τον σηκώσει– βρήκε εκείνη τη στιγμή να γυρίσει για να δει γιατί καθυστερούσαν και κατάφερε να φτάσει πρώτος στη λαίδη. Όταν πλησίασε ο Άντονι, άκουσε τον Τζέιμς να λέει: «Χαίρομαι αφάνταστα που σε ξαναβλέπω, λαίδη Τσάντγουικ». Η Ρόσλιν ήταν πολύ νευρική καθώς δυσκολευόταν να ελέγξει τον Βρούτο, κάτι που της προκάλεσε αφάνταστη ντροπή, αφού αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά στο παρελθόν. Είχε δει τον σερ Άντονι που πλησίαζε, γι’ αυτό μάλλον και την είχε ξαφνιάσει τόσο ο ξανθός άγνωστος που εμφανίστηκε μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι. Και το χειρότερο, κι ακόμη πιο εκνευριστικό, ήταν που εκείνος αναγκάστηκε να σκύψει μπροστά για να σταθεροποιήσει το άλογό της. Μ ’ αυτή του την κίνηση δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν ήταν ικανή να κουμαντάρει μόνη της τον Βρούτο. Γι’ αυτό και ο τόνος της ήταν εύλογα αιχμηρός. «Γνωριζόμαστε, κύριε;» «Όχι, αλλά είχα την ευκαιρία να σε θαυμάσω χθες βράδυ στον κήπο των Κράνταλ. Δυστυχώς έφυγες προτού προλάβω να συστηθώ». Ο Άντονι είδε τα μάγουλά της να βάφονται κόκκινα και του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. «Γι’ αυτό, αγαπητέ μου αδελφέ, νομίζω ότι θα σε καλέσω πάλι στο Νάιτονς Χολ».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

79

Του Τζέιμς δεν ίδρωσε το αυτί του. Η Ρόσλιν Τσάντγουικ στο φως της μέρας ήταν η ομορφότερη νεαρή κυρία που είχε δει ποτέ του. Το γεγονός ότι την είχε βρει πρώτος ο Άντονι δεν είχε καμία σημασία. Έκανε την όλη κατάσταση τρομερά αμήχανη, αλλά τίποτε παραπάνω. Ώσπου να δηλώσει ξεκάθαρα η λαίδη την προτίμησή της, για τον Τζέιμς ήταν ελεύθερο θήραμα. Η Ρόσλιν είχε καρφώσει τα μάτια της στον Τζέιμς, τώρα που ήξερε ποιος ήταν. Ποτέ δεν θα μάντευε από το παρουσιαστικό του ότι ήταν αδελφός του Άντονι. Κι έπειτα απ’ όσα είχε ακούσει γι’ αυτόν, καταλάβαινε γιατί ο Άντονι ερχόταν δεύτερος στο ποιος από τους δύο ήταν χειρότερος γυναικάς. Και οι δύο ήταν τόσο όμορφοι που σου έκοβαν την ανάσα, αλλά ενώ ο Άντονι ήταν ένας γοητευτικός πλανευτής, η Ρόσλιν διαισθανόταν ότι ο ξανθός Μ άλορι θα ήταν πολύ πιο ανελέητος στο ερωτικό κυνήγι – ή σε κάθε είδους κυνήγι, εδώ που τα λέμε. Σχεδόν ανέδιδε ολόκληρος τον κίνδυνο. Κι όμως εκείνη δεν τον φοβόταν. Ο Άντονι ήταν αυτός που απειλούσε τη γαλήνη του μυαλού της και την έκανε να χάνει την αυτοκυριαρχία της. «Ώστε εσύ είσαι το μαύρο πρόβατο της φάρας των Μ άλορι;» ρώτησε η Ρόσλιν. «Πες μου, τι τρομερά πράγματα έχεις κάνει για να βγάλεις ένα τόσο κακό όνομα;» «Τίποτα που να μπορεί να αποδείξει κάποιος, σε διαβεβαιώνω, γλυκιά μου λαίδη». Και τότε στράφηκε στον Άντονι μ’ ένα προκλητικό πλατύ χαμόγελο. «Πού είναι οι καλοί σου τρόποι, μικρέ; Άντε, σύστησέ μας». Ο Άντονι έτριξε τα δόντια. «Ο αδελφός μου, Τζέιμς Μ άλορι». Και χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο τον τόνο της φωνής του πρόσθεσε: «Κι αυτός ο μικρός που έρχεται καταπάνω μας είναι ο γιος του, ο Τζέρεμι». Ο Τζέρεμι κατάφερε τελευταία στιγμή να σταματήσει το άλογο, ενθουσιασμένος από τη γρήγορη κούρσα και την παραλίγο καταστροφή. Έφτασε πάνω στην ώρα για να ακούσει το σχόλιο της Ρόσλιν στον Τζέιμς. «Γιος σου είναι; Απορώ πώς δεν το κατάλαβα αμέσως». Η φωνή της έσταζε τόση ειρωνεία


80

JOHANNA LINDSEY

που δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι δεν το πίστεψε. Ο Τζέρεμι ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ο Τζέιμς το βρήκε μάλλον διασκεδαστικό. Μ α ο Άντονι εξαγριωνόταν όλο και περισσότερο κάθε λεπτό που περνούσε. Το ήξερε ότι θα γινόταν αυτό, αλλά γιατί έπρεπε να συμβεί την πρώτη του φορά μαζί της; Κι ο μικρός κατεργαράκος είχε σκάσει στα γέλια με την παρανόηση που είχε γίνει. Δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να διορθώσει τα πράγματα προς το παρόν. Η Ρόσλιν τώρα ήταν περικυκλωμένη από τους Μ άλορι και το είχε μετανιώσει που σήμερα το πρωί είχε διώξει γεμάτη έπαρση τον ιπποκόμο του Τίμι. Πίστευε ότι ήταν περιττό να έχει μαζί της έναν άντρα προστάτη για να κάνει μια απλή βόλτα στο πάρκο. Ήταν κάτι που δεν έκανε ποτέ στην πατρίδα της. Αλλά το Λονδίνο δεν ήταν η πατρίδα της. Φάνηκε σαν ο Άντονι να διάβασε το μυαλό της. «Έχασες τον ιπποκόμο σου;» Σ’ αυτό το σημείο πετάχτηκε ο εξάχρονος Τίμι. «Η Ρος είναι η ιπποκόμος μου κι εγώ ο δικός της. Είπε ότι δεν χρειαζόμασταν κανέναν άλλο». «Κι εσύ ποιος είσαι;» «Ο λόρδος Γκρένφελ», απάντησε με στόμφο ο Τίμι. Σαν είδε τα ξανθά μαλλιά και τα γκρίζα μάτια του Τζορτζ Άμχερστ να τον κοιτάζουν, ο Άντονι ξεφούρνισε ένα: «Ξέρω – θέλω να πω, γνώριζα πολύ καλά τον πατέρα σου. Αλλά την επόμενη φορά που η λαίδη Ρος σκεφτεί να γίνει ιπποκόμος σου, πρέπει να της πεις…». «Έχω ήδη καταλάβει ότι το πάρκο δεν είναι τόσο ασφαλές όσο πίστευα, σερ Άντονι», τον έκοψε με νόημα η Ρόσλιν. «Σε διαβεβαιώνω ότι δεν θ’ αναλάβω ξανά αυτόν το ρόλο». «Χαίρομαι που το ακούω, αλλά μέχρι να γίνει αυτό θα σε συνοδεύσω εγώ στο σπίτι». Τότε ο Τζέιμς τόνισε όλο χαρά: «Λυπάμαι που σ’ το θυμίζω, αδελφέ, αλλά εσύ έχεις ήδη κάποια άλλη υπό την ευθύνη σου. Εγώ, όμως, είμαι ελεύθερος να συνοδεύσω τη λαίδη στο σπίτι».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

81

«Αυτό να το βγάλεις απ’ το μυαλό σου!» αντιγύρισε ο Άντονι. Η Ρετζίνα είχε φροντίσει να μείνει λίγο πιο πίσω, απολαμβάνοντας απαρατήρητη αυτή τη μικρή διαμάχη. Επειδή όμως έβλεπε ότι κινδύνευε να βγει εκτός ελέγχου, σκούντησε τελικά το άλογό της να προχωρήσει. «Προτού πιαστείτε στα χέρια εσείς οι δύο, θεωρώ συνετό να επισημάνω ότι και ο Τζέρεμι είναι ελεύθερος και μπορεί μια χαρά να κάνει το συνοδό για μια τόσο μικρή απόσταση. Κι επειδή σκόπευα να κάνω μια επίσκεψη στη λαίδη Φράνσις, λέω να πάω κι εγώ μαζί τους, Τόνι. Οπότε σ’ ευχαριστώ που μ’ ανέχτηκες σήμερα το πρωί». Και ρώτησε τη Ρόσλιν κάπως καθυστερημένα: «Συμφωνείς;». Η Ρόσλιν αναστέναξε με ανακούφιση, μια και δεν είχε καταφέρει να σκεφτεί έναν τρόπο για να αρνηθεί ευγενικά και στους δύο αδελφούς Μ άλορι, από τη στιγμή που είχε ήδη παραδεχτεί το λάθος της να βγει βόλτα με το άλογο χωρίς συνοδό. «Και βέβαια, λαίδη Ίντεν». «Σε παρακαλώ, καλή μου, όχι μεταξύ μας αυτά. Μ πορείς να με λες Ρέτζι». Έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο στον Τζέιμς και κατόπιν πρόσθεσε: «Όπως κάνουν όλοι». Το σχόλιο αυτό φάνηκε να φτιάχνει κάπως τη διάθεση του Άντονι. Τώρα κοίταζε επίμονα τη Ρόσλιν χαμογελώντας – και τι χαμόγελο ήταν αυτό! Αναγκάστηκε να πιέσει τον εαυτό της για να μην τον ξανακοιτάξει, ούτε καν τη στιγμή που αποχαιρετίστηκαν. Καλά το είχε καταλάβει χθες βράδυ ότι δεν θα της έκανε καθόλου καλό να δει ξανά αυτό τον άντρα. Αυτή η συνάντηση, που ήταν μεν αθώα αλλά την είχε ταράξει τόσο, απλώς ενίσχυσε το χθεσινό της συμπέρασμα. Ο Άντονι παρακολουθούσε την τετράδα να φεύγει και σκεφτόταν από μέσα του ότι την επόμενη φορά που θα έβλεπε τη Ρέτζι θα έπρεπε να της ρίξει μια ξυλιά στον πισινό. «Από τότε που παντρεύτηκε τον Ίντεν έχει γίνει αφόρητα αυταρχική». «Έτσι νομίζεις;» ρώτησε γελώντας ο Τζέιμς. «Ίσως να μην το είχες προσέξει νωρίτερα, επειδή ποτέ δεν φερόταν αυταρχικά σ’


82

JOHANNA LINDSEY

εσένα». Τσιτωμένος από την πλάκα που του έκανε ο Τζέιμς, ο Άντονι τον αγριοκοίταξε. «Κι εσύ…» Ο Τζέιμς δεν τον άφησε να συνεχίσει για να εκτονώσει το θυμό του. «Έλα τώρα, μικρέ, μη γίνεσαι κουραστικός. Αφού είδα πώς αντέδρασε σ’ εσένα, κατάλαβα ότι δεν έχω και πολλές ελπίδες να σου την κλέψω». Έκανε μεταβολή το άλογό του κι ακριβώς προτού το σπιρουνίσει πρόσθεσε με διαβολικό χαμόγελο: «Αν κι αυτό δεν μ’ εμπόδισε ποτέ στο παρελθόν».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

83

Κεφάλαιο 9

«Δεν με βοηθάς καθόλου, Φράνσις», παραπονέθηκε η Ρόσλιν μιμούμενη την απάντηση που της είχε δώσει. «“Πήγαινε, αν θέλεις”. Τι απάντηση είναι αυτή, μου λες;» Η Φράνσις σταμάτησε απότομα στο πολυσύχναστο πεζοδρόμιο, μπροστά στα καταστήματα της οδού Όξφορντ, κάνοντας τη Νέτι που αφηρημένη την ακολουθούσε να πέσει πάνω της. Δύο πακέτα έφυγαν από τα χέρια της Νέτι και η μία στρογγυλή καπελιέρα κύλισε στο πεζοδρόμιο. Η Αν, η υπηρέτρια της Φράνσις, έκανε βουτιά για να την πιάσει προτού φτάσει στο δρόμο. Η Φράνσις ούτε που το πρόσεξε. «Τι σ’ έχει πιάσει, Ρος; Αν δυσκολεύεσαι να αποφασίσεις κάτι τόσο απλό, ούτε θέλω να διανοηθώ τι αγωνία θα περάσεις όταν έρθει η ώρα να διαλέξεις σύζυγο. Ή θέλεις να πας στο πάρτι των Ίντεν ή δεν θέλεις. Ναι ή όχι· πόσο πιο απλό να γίνει δηλαδή;» Η Ρόσλιν μόρφασε. Φυσικά η Φράνσις είχε δίκιο, τουλάχιστον με βάση όσα γνώριζε μέχρι τώρα. Αλλά η Ρόσλιν δεν της είχε πει για τη συνάντηση με τον Άντονι Μ άλορι στο χορό των Κράνταλ. Σκόπευε να το κάνει, αλλά στην επιστροφή για το σπίτι εκείνο το βράδυ, η Ρόσλιν ξεκίνησε την κουβέντα ρωτώντας την αν ο σύζυγος της λαίδης Ίντεν ήταν γυναικάς προτού παντρευτεί. «Αν ήταν, λέει!» Της είχε απαντήσει με τόση αηδία, που η Ρόσλιν είχε κάνει


84

JOHANNA LINDSEY

μονάχα άλλη μία ερώτηση. «Είναι ευτυχισμένοι μαζί;» «Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω δει άλλο ζευγάρι πιο ευτυχισμένο ή πιο ερωτευμένο». Αυτή τη φορά η απάντηση της Φράνσις ήταν ήπια και καχύποπτη, σαν να μην μπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά έπειτα από αυτό, η Ρόσλιν ήξερε ότι η φίλη της θα ταραζόταν πολύ αν μάθαινε ότι έβρισκε γοητευτικό τον Άντονι Μ άλορι, κι έτσι δεν της είχε πει τίποτα. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η Φράνσις εξακολουθούσε να απεχθάνεται αφάνταστα άντρες σαν κι αυτόν. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι ήξερε πώς ένιωθε η φίλη της –άλλωστε κι αυτή την ίδια γνώμη είχε–, η Ρόσλιν εκείνη τη βραδιά ήταν τόσο γοητευμένη με τον Άντονι, που η Νέτι το είχε προσέξει με το που μπήκε η Ρόσλιν στην κρεβατοκάμαρά της. Και τα πρώτα λόγια που της είχε πει ήταν: «Απ’ ό,τι βλέπω, τον γνώρισες τον άντρα της ζωής σου. Πώς τον λένε;». Η Ρόσλιν, που είχε πέσει απότομα από το ροζ συννεφάκι της, είχε απαντήσει με υπεκφυγές ότι δεν ήταν ένας αλλά τέσσερις και είχε αρχίσει αμέσως να αραδιάζει ό,τι ήξερε μέχρι τότε γι’ αυτούς, που δεν ήταν και πολλά, αλλά έτσι είχε καταφέρει να παραπλανήσει όμορφα κι ωραία τη Νέτι. Τώρα όμως δεν μπορούσε να αποφασίσει αν θ’ αποδεχόταν την πρόσκληση της λαίδης Ίντεν ή όχι, ενώ για όλες τις άλλες προσκλήσεις, που είχε λάβει από τότε που είχε πρωτοεμφανιστεί στην καλή κοινωνία του Λονδίνου, είχε αποφασίσει στο άψε σβήσε. Σίγουρα δεν ήταν του χαρακτήρα της τέτοια αναποφασιστικότητα. Φυσικό κι επόμενο ήταν, λοιπόν, να σκεφτεί η Φράνσις ότι κάτι είχε πάθει. Αλλά τουλάχιστον δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό. Η Νέτι, όμως, την παρακολουθούσε σαν γεράκι από την ώρα που είχε επιστρέψει από τη βόλτα της με τον Τίμι χθες. Πώς είχε προδοθεί, η Ρόσλιν δεν το κατάλαβε. «Μ πορεί μια τέτοια απόφαση να είναι απλή για σένα», απάντησε μάλλον αμυντικά στη Φράνσις, «αλλά εγώ έχω κι


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

85

άλλες έγνοιες στο μυαλό μου». «Όπως;» «Πρώτα πρώτα, ο χρόνος που θα χάσω. Αν λείψω από την πόλη για τρεις τέσσερις μέρες, θα πάει πίσω…» «Μ α εσύ δεν είπες ότι η Ρετζίνα υποσχέθηκε να προσκαλέσει και τους υποψήφιους συζύγους σου;» «Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάνε κιόλας, Φράνσις. Η σεζόν μόλις άρχισε. Ωραία στιγμή διάλεξε κι εκείνη να κάνει ένα πάρτι στην εξοχή για ολόκληρο Σαββατοκύριακο». «Στο Χαμπσάιρ είναι το Σίλβερλεϊ, το εξοχικό τους κτήμα, δεν είναι δα και καμιά τραγική απόσταση. Κι άλλωστε, εσύ η ίδια είπες ότι υποσχέθηκε να μιλήσει στο σύζυγό της και να σου δώσει ό,τι πληροφορίες ξέρει για τους υποψηφίους σου με το που θα φτάσεις εκεί. Και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, νόμιζα ότι θα ήθελες να πας». Λογική, λογική, τι να αντιτάξει κανείς σ’ αυτή; «Και ποιος μου λέει εμένα ότι ο σύζυγός της θα ξέρει κάτι σχετικό; Μ πορεί να πάω και να χάσω άδικα το χρόνο μου». «Σ’ αυτή την περίπτωση θα κάνεις μεταβολή και το ίδιο βράδυ θα είσαι πίσω στο Λονδίνο». «Και να σ’ αφήσω εκεί;» διαμαρτυρήθηκε η Ρόσλιν. «Πώς θα γυρίσεις;» Η Φράνσις κούνησε το κεφάλι απαυδισμένη. «Σηκώνω τα χέρια ψηλά. Προφανώς δεν θέλεις να πας, επομένως δεν θα πάω ούτε εγώ. Έχουμε ένα κάρο άλλες προσκλήσεις γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο, οπότε θα πάμε…» «Α, μη μου βάζεις λόγια στο στόμα. Δεν είπα ακόμα όχι». «Τότε;» Η Ρόσλιν ξανάρχισε να περπατάει και, με την πλάτη γυρισμένη στη Φράνσις, της πέταξε: «Πρέπει να το σκεφτώ κι άλλο». Κακώς είχε ξαναπιάσει το θέμα του πάρτι και είχε αποκαλύψει έτσι πόσο άγχος είχε γι’ αυτό. Άκουγε σχεδόν το μυαλό της Νέτι να γυρίζει με χίλιες στροφές. Τουλάχιστον η Φράνσις δεν είχε


86

JOHANNA LINDSEY

ιδέα ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Αλλά η Νέτι την ήξερε πάρα πολύ καλά. Και τι θα έλεγε όταν εκείνη θα άρχιζε τις ερωτήσεις, πράγμα που σίγουρα θα έκανε; Πάλι τις ίδιες δικαιολογίες, παρόλο που η Φράνσις είχε μόλις φροντίσει να κάνει σαφές ότι στην πραγματικότητα καμία τους δεν έστεκε. Γαμώτο! Παραλίγο να σταυρώσει τα χέρια της με απελπισία. Η λογική έλεγε ότι στην ουσία δεν είχε να πάρει καμιά απόφαση. Έπρεπε να πάει στο Σίλβερλεϊ, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, για να πάρει τις πληροφορίες που θα είχε η Ρετζίνα. Το άλλο που έπρεπε να αναρωτηθεί ήταν τι θα έκανε αν δεν πήγαινε τελικά εκείνη στο πάρτι και πήγαιναν και οι τέσσερις υποψήφιοί της. Θα ήταν εγκλωβισμένη στο Λονδίνο χωρίς να έχει καταφέρει το παραμικρό και τότε αυτό θα ήταν το απόλυτο χάσιμο χρόνου. Στην άλλη πλάστιγγα της ζυγαριάς –κι εκεί το βάρος ήταν μεγάλο–, υπήρχε η πιθανότητα να ερχόταν ο Άντονι Μ άλορι στο Σίλβερλεϊ για το πάρτι, κι αυτό ήταν κάτι που η Ρόσλιν δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει, δεν τολμούσε να το διακινδυνεύσει. Ο πειρασμός θα ήταν πάρα πολύ μεγάλος, δυστυχώς. Εδώ στο πάρκο τον είχε δει χθες, στο φως της μέρας –χώρια που ήταν μπροστά και άλλα άτομα–, και είχε αντιδράσει σαν ανόητο κοριτσόπουλο. Έπρεπε να είχε ρωτήσει συγκεκριμένα τη λαίδη Ίντεν αν θα πήγαινε κι αυτός ο Μ άλορι που δεν ήθελε να ξαναδεί. Αλλά δεν ήθελε να προδοθεί. Είχε αναγκαστεί να ρωτήσει τάχα αδιάφορα αν θα πήγαινε κανένας από τους Μ άλορι, έτσι γενικά κι αόριστα. Και το ίδιο γενικά κι αόριστα της είχε απαντήσει η Ρετζίνα: «Ποτέ δεν ξέρω αν θα έρθει κάποιος. Γνωρίζουν ότι είναι πάντοτε ευπρόσδεκτοι στο σπίτι μου, βλέπεις». Καλά να πάθει αφού παρίστανε την αδιάφορη – κάτι που σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Και τώρα προέκυπτε το ερώτημα αν θα έμενε πίσω στο στόχο της για αρκετές μέρες ή θα έπεφτε πάλι τυχαία πάνω σ’ αυτό τον αδιόρθωτο Καζανόβα. Στην ουσία, μία ήταν η απόφαση που έπρεπε να πάρει, οπότε καλά θα έκανε να σταματήσει τις υπεκφυγές. Έπρεπε πάση θυσία


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

87

να αποφύγει άλλη μία συνάντηση με τον Άντονι Μ άλορι. Έπρεπε να αποδεχτεί ότι το σχέδιό της θα έμενε λίγο πίσω. «Φτάσαμε, Ρος. Ντίκενς και Σμιθ, η τελευταία μου στάση για σήμερα», είπε η Φράνσις και κατόπιν διαμαρτυρήθηκε: «Ξέρεις, δεν είσαι καθόλου καλή παρέα για ψώνια. Θα μπορούσες τουλάχιστον να μπεις μαζί μου μέσα στο μαγαζί, ακόμη κι αν δεν θέλεις να ψωνίσεις κάτι». Η διάθεση της Ρόσλιν ήταν τόσο πεσμένη αυτή τη στιγμή που δεν κατάφερε καν να χαμογελάσει για να καλοπιάσει τη Φράνσις που είχε μουτρώσει. «Αν δεν είχες βρει κι εσύ τη μέρα να με σέρνεις στους δρόμους σήμερα που σκάει ο τζίτζικας, θα ήμουν καλή παρέα. Μ ου φτάνει που μπήκα στα αρωματοπωλεία και στο μαγαζί με τις κάλτσες, να μου λείπουν τα υπόλοιπα. Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς αντέχεις να ψωνίζεις καπέλα και μετάξι μες στο λιοπύρι, αλλά μάλλον είσαι συνηθισμένη. Ξεχνάς όμως ότι εμείς στη Σκοτία έχουμε πιο ψυχρό κλίμα. Είναι αποπνικτικά μέσα στα μαγαζιά. Ενώ εδώ έξω τουλάχιστον έχει ένα ελαφρύ αεράκι κι ας μην το προσέχεις καν. Πήγαινε εσύ. Εγώ θα περιμένω πάλι έξω μαζί με τη Νέτι». Δεν είχαν περάσει δύο δευτερόλεπτα που είχε κλείσει η πόρτα του μαγαζιού με τα υφάσματα πίσω από τη Φράνσις και την Αν, και η Νέτι την περιέλαβε. «Δηλαδή, δεσποινίς μου, θες να μου πεις ότι…» «Όχου, Νέτι, μην αρχίζεις τώρα», έσπευσε να την προλάβει η Ρόσλιν. «Δεν έχω καμία, μα καμία όρεξη ν’ αρχίσεις να ψειρίζεις τι είπα και τι δεν είπα». Αλλά η Νέτι δεν ήταν απ’ αυτές που τα παρατούσαν εύκολα. «Δεν μπορείς ν’ αρνηθείς ότι ο τρόπος σου είναι πολύ περίεργος». «Δικαίως, αν σκεφτείς πού είμαστε και γιατί, αλλά και όλα όσα έχω στο κεφάλι μου», αντιγύρισε η Ρόσλιν με έντονα αμυντικό ύφος. «Νόμιζες ότι θα ήταν εύκολη υπόθεση να διαλέξω σύζυγο; Αμ δε! Ώρες ώρες με πιάνει τόσο άγχος που σταματάει το μυαλό μου».


88

JOHANNA LINDSEY

Αυτό κατάφερε να ξυπνήσει τη συμπόνια της Νέτι. «Αχ, κοκόνα μου, όλα θα έχουν τελειώσει προτού το…» «Σσσς», τη διέκοψε συνοφρυωμένη η Ρόσλιν. «Να το πάλι, Νέτι. Το νιώθεις κι εσύ;» «Ποιο;» «Ότι κάποιος μας παρακολουθεί». Η Νέτι την κοίταξε δύσπιστα, μια και δεν ήταν σίγουρη αν η Ρόσλιν προσπαθούσε απλώς να αλλάξει κουβέντα ή σοβαρολογούσε. Αλλά την είδε να κοιτάζει προσεκτικά το δρόμο δεξιά κι αριστερά. «Αν κάποιος στ’ αλήθεια μας παρακολουθεί, δεν θα παρακολουθεί και τις δυο μας, αλλά εσένα. Σίγουρα κάποιος θαυμαστής θα ’ναι». Η Ρόσλιν γύρισε και κοίταξε τη Νέτι ανυπόμονα. «Ξέρω πώς είναι να σε κοιτάζει κάποιος έτσι, κι αυτό το πράγμα που ένιωσα δεν είχε καμία σχέση, σου λέω. Το νιώθω από τότε που στεκόμασταν έξω από το μαγαζί με τα καπέλα και περιμέναμε τη Φράνσις. Είπα να μη δώσω σημασία, αλλά εξακολουθώ να έχω την ίδια αίσθηση». «Ε, τότε σίγουρα κάποιος τσαντάκιας μάς έχει βάλει στο μάτι και πώς να μη μας βάλει με τόσα κοσμήματα που φοράς. Βάστα γερά την τσάντα σου, μικρή μου». Η Ρόσλιν αναστέναξε. «Μ άλλον έχεις δίκιο. Δεν πιστεύω να έχει προλάβει ακόμα να με βρει ο Τζόρντι, ε; Παρ’ όλα αυτά, καλά θα κάνω να περιμένω στην άμαξα αντί εδώ έξω. Βλέπεις πουθενά τον αμαξά μας;» Η Νέτι ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών. «Ναι, κοντά πέντε μαγαζιά πιο κάτω, αλλά έχει κολλήσει πίσω από ένα κάρο. Τον βλέπεις; Μ πορούμε να πάμε με τα πόδια μέχρι εκεί, να μπεις εσύ μέσα και γυρνάω ύστερα γω εδώ να το πω στη λαίδη Φράνσις». Δεν ήταν ότι η Ρόσλιν είχε παρανοήσει, αλλά ποτέ ξανά στη ζωή της δεν είχε νιώσει αυτή την παράξενη αίσθηση. Σίγουρα η φαντασία της της έπαιζε παιχνίδια, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν είχε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

89

νόημα να στέκεται έξω από το μαγαζί με τα υφάσματα από τη στιγμή που τώρα έβλεπε την άμαξα. Ωστόσο, έριξε άλλη μια προσεκτική ματιά τριγύρω, μα υπήρχε τόσος κόσμος στο πεζοδρόμιο και οχήματα στο δρόμο, που ήταν αδύνατον να καταλάβει αν κάποιος κοίταζε επίμονα εκείνη. Άρχισαν να κατηφορίζουν το δρόμο, αλλά δεν είχαν προλάβει να κάνουν ούτε είκοσι βήματα, όταν ξαφνικά ένα χέρι ήρθε από πίσω και τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της Ρόσλιν σηκώνοντάς την ολόκληρη στον αέρα. Η Ρόσλιν δεν σκέφτηκε να ουρλιάξει, ήταν σχεδόν ανακουφιστικό που οι υποψίες της δεν είχαν βγει λάθος και ήταν προετοιμασμένη. Ούτε πανικός ούτε φόβος – ακόμα. Άφησε απλώς το επάνω μέρος του κορμιού της να πέσει πάνω στο ατσάλινο μπράτσο που την κρατούσε, σήκωσε τον ποδόγυρο της φούστας της και τράβηξε μέσα από την μπότα της το στιλέτο. Στο μεταξύ, η Νέτι έβγαλε μια τσιρίδα που θα πρέπει να ακούστηκε σε όλο το Λονδίνο. Άρπαξε αμέσως τον άντρα προτού εκείνος προλάβει να κάνει ένα βήμα και κραδαίνοντας δεξιά κι αριστερά το τσαντάκι της σε σχήμα πουγκιού που ήταν στολισμένο με πετράδια, τον έπιασε από το αυτί και του κοπάνησε μία μες στη μούρη, κάνοντας τη μύτη του κιμά. Αλλά η τσάντα πήρε παραμάζωμα και το καπέλο της Ρόσλιν την ώρα που εκείνη σήκωνε πάλι το κορμί της, με αποτέλεσμα να της το κατεβάσει μέχρι τα μάτια και να μη βλέπει τίποτα. Διαισθανόταν, όμως, πού ήταν ο στόχος της, γιατί της έκοβε τον αέρα. Δεν χρειαζόταν να βλέπει το μυώδες χέρι για να του κόψει ένα γενναίο κομμάτι με το στιλέτο της. Ο άντρας ούρλιαξε και την άφησε ελεύθερη, και η Ρόσλιν βρέθηκε πεσμένη με τον πισινό μέσα στη μέση του πεζοδρομίου. Όταν ίσιωσε πάλι το καπέλο της, είδε τη Νέτι να κυνηγάει ακόμα τον άντρα, προλαβαίνοντας να του ρίξει μερικές ακόμη τσαντιές στο κεφάλι και τους ώμους, προτού εκείνος πηδήσει σε μια σαραβαλιασμένη παλιά άμαξα. Ο αμαξάς ξεκίνησε αμέσως, μαστιγώνοντας τα άλογα με μίσος.


90

JOHANNA LINDSEY

Η Ρόσλιν ανατρίχιασε όταν είδε ότι η άμαξα ήταν τόσο κοντά, ότι αρκούσαν κάνα δυο βήματα ακόμη και θα την είχε πετάξει εκεί μέσα. Και όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα. Υπήρχαν γύρω της άνθρωποι που είχαν κοντοσταθεί, αλλά προφανώς δεν είχε προλάβει κανένας τους να αντιδράσει έγκαιρα για να τη βοηθήσει. Μ όνο τώρα είδε έναν από τους ιπποκόμους της δικής τους άμαξας να τρέχει να της προσφέρει βοήθεια – πολύ αργά. Η Νέτι γύρισε πίσω, ισιώνοντας το μπολερό της που είχε στραβώσει τελείως από την επίθεση στον άντρα, μην μπορώντας να συγκρατήσει το θριαμβευτικό χαμόγελο που είχε αρχίσει να κάνει τις άκρες των χειλιών της να ανασηκώνονται. Ούτε καν το θέαμα της Ρόσλιν πεσμένης φαρδιά πλατιά στο έδαφος μπόρεσε να μειώσει στο ελάχιστο τη στιγμή του θριάμβου της· ώσπου είδε το στιλέτο που κρατούσε ακόμα σφιχτά στο χέρι της η Ρόσλιν. Και πάλι, όμως, εκείνη ήταν που είχε κάνει αυτό το κάθαρμα να τρέχει για να γλιτώσει τη ζωή του, παρόλο που η Ρόσλιν ήταν αυτή που πρώτα τον είχε αναγκάσει να την αφήσει. Είχαν βγει νικήτριες κι αυτό έκανε τη Νέτι να νιώθει αφάνταστα ευχαριστημένη. Το ίδιο ευχαριστημένη ήταν και η Ρόσλιν, εδώ που τα λέμε, παρόλο που είχε σωριαστεί κάτω με τον πισινό. Θα ήταν περήφανος ο Γκραμπ που είχε καταφέρει να παραμείνει ψύχραιμη και να κάνει αυτό που έπρεπε χωρίς να διστάσει στιγμή. Πρώτη φορά στη ζωή της είχε κάνει να τρέξει αίμα από κάποιον, αλλά ακόμη και τώρα δεν ένιωθε σιχασιά. Αυτό που ένιωθε ήταν πολύ πιο ασφαλής, ξέροντας ότι μπορούσε πραγματικά να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της. Φυσικά αυτή τη φορά ήταν προετοιμασμένη. Μ πορεί την επόμενη να μην είχε αυτό το προαίσθημα που την είχε θέσει σ’ επιφυλακή. Κι αν δεν ήταν μόνο ένας ο άντρας που είχε προσπαθήσει να την αρπάξει, τότε η κατάληξη θα ήταν διαφορετική. Δεν τολμούσε καν να κοκορευτεί για τη σημερινή επιτυχία. Δέχτηκε τη βοήθεια του ιπποκόμου για να σηκωθεί από το έδαφος, ξανάβαλε ήρεμα το στιλέτο μέσα στην μπότα της και


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

91

κατόπιν ξεσκόνισε τα φουστάνια της. Η Νέτι έκανε νόημα στον αγχωμένο ιπποκόμο, αλλά και στο πλήθος, να γυρίσουν στις δουλειές τους, φροντίζοντας παράλληλα να πετάξει κάνα δυο μπηχτές ότι τι να την κάνει τη βοήθεια, όταν έρχεται καθυστερημένα. Μ άζεψε μουτρωμένη τα πεσμένα πακέτα, τα έβαλε απότομα στα χέρια του ιπποκόμου κι άρπαξε τη Ρόσλιν από το μπράτσο, σύροντάς τη σχεδόν μέχρι την άμαξα. «Τα ’λεγες εσύ, κόρη μου, αλλά εγώ δεν σ’ άκουσα. Την επόμενη φορά θα σ’ ακούσω όμως». «Άρα πιστεύεις ότι ήταν μισθοφόροι του Τζόρντι;» Η Νέτι το σκέφτηκε για λίγο. «Μ α την αλήθεια, θα μπορούσαν να είναι, αλλά πολύ αμφιβάλλω». «Ποιου άλλου τότε;» «Μ α βγάζεις μάτι κι εσύ μ’ αυτά τα ζαφείρια που φοράς στο λαιμό. Μ πορεί να σε πέρασαν για τη σύζυγο κανενός πλούσιου λόρδου που θα πλήρωνε καλά για να σε πάρει πίσω». «Μ άλλον έτσι θα είναι». Έμειναν σιωπηλές και οι δύο για μια στιγμή και τότε η Ρόσλιν πρόσθεσε ξαφνικά: «Νομίζω ότι τελικά θα πάω στο πάρτι των Ίντεν. Δεν βλάπτει να φύγω από το Λονδίνο κάνα δυο μέρες, έτσι μόνο και μόνο για να είμαι ασφαλής. Αν είναι εδώ ο Τζόρντι και μας παρακολουθεί, θα νομίζει ότι τον πήρα χαμπάρι και ότι το σκάω πάλι. Και μέχρι τότε θα φροντίσω να μην κάνω ρούπι χωρίς τους υπηρέτες της Φράνσις». «Τώρα μάλιστα, συμφωνούμε. Από δω κι εμπρός πρέπει να προσέχεις περισσότερο».


92

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 10

Ήταν πολύ απλό να φύγει από το Λονδίνο καβάλα στον Βρούτο, με συνοδεία δύο πιστούς ιπποκόμους. Δεν μπήκε καν στον κόπο να μεταμφιεστεί αυτή τη φορά. Αν παρακολουθούσαν το σπίτι της Φράνσις στην πόλη, η Ρόσλιν ήθελε να πουν στον Τζόρντι ότι έφευγε, να δουν την ογκώδη τσάντα με ρούχα που κουβαλούσε, να σκεφτούν ότι το έσκαγε από το Λονδίνο για άλλο προορισμό. Το κόλπο, ωστόσο, ήταν μάλλον περιττό, αφού αρκετά μίλια αργότερα δεν φαινόταν να τους ακολουθεί κανένας. Η λαμπρή ανατολή του ήλιου χάριζε άπλετο φως ώστε να μπορούν να έχουν το νου τους, αλλά οι δρόμοι ήταν κατάμεστοι κυρίως με αγρότες που έφερναν την πραμάτεια τους στην αγορά και με ταξιδιώτες που έρχονταν στο Λονδίνο για το Σαββατοκύριακο. Μ ονάχα μία φανταχτερή άμαξα είδαν να φεύγει από την πόλη και η Ρόσλιν την είχε αφήσει τόσο πίσω που πλέον δεν είχε σημασία αν την ακολουθούσε ή όχι. Έφαγε ένα πεντανόστιμο πρωινό όσο περίμενε στο πανδοχείο στο οποίο είχαν κανονίσει με τη Φράνσις να συναντηθούν, και όταν εμφανίστηκε η Φράνσις χωρίς να έχει καμία ύποπτη κίνηση να αναφέρει, η Ρόσλιν ένιωσε ασφαλής να διανύσει την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το Χαμπσάιρ με την άμαξα των Γκρένφελ. Στα μισά του δρόμου ένιωσε την πρώτη της ανησυχία να δίνει τη θέση της σε μια άλλη, αλλά πλέον δεν μπορούσε να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

93

κάνει τίποτε άλλο γι’ αυτό παρά να ελπίζει ότι οι φόβοι της ήταν αβάσιμοι. Ήταν στα υπέρ της ότι μάλλον ένας άντρας σαν τον σερ Άντονι δεν θα έμπαινε στον κόπο να αφήσει τις συγκινήσεις του Λονδίνου για μια μικρή μάζωξη στην εξοχή. Επιπλέον, η λαίδη Ίντεν της είχε εκμυστηρευτεί ότι στο συγκεκριμένο πάρτι, που σχεδιαζόταν εδώ και μήνες, θα έρχονταν κυρίως οι γείτονές της, άνθρωποι της επαρχίας όπως ήταν και η Ρόσλιν, οι οποίοι γενικά απέφευγαν το Λονδίνο όσο διαρκούσε η σεζόν. Ήταν νωρίς το απομεσήμερο όταν έφτασαν, και ήταν μάλλον οι πρώτοι, αλλά ούτως ή άλλως ελάχιστοι από τους καλεσμένους θα περνούσαν εκεί τη νύχτα από τη στιγμή που έμεναν τόσο κοντά. Η Φράνσις αποφάσισε να πάρει έναν υπνάκο για το υπόλοιπο απόγευμα. Η Ρόσλιν είπε ψέματα ότι θα έκανε το ίδιο, αλλά μόλις βρέθηκε μόνη στο δωμάτιο που της είχαν παραχωρήσει, θρονιάστηκε μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε στο μπροστινό μέρος του σπιτιού και κοίταζε όλο αγωνία το ιδιωτικό δρομάκι. Παρακολουθούσε κάθε άμαξα που έφτανε και περνούσε από το μικροσκόπιο κάθε αρσενικό επιβάτη που κατέβαινε από αυτή. Μ έχρι και τα πηγαινέλα των υπηρετών δεν άφηνε από τα μάτια της, φροντίζοντας να μη χάσει ούτε έναν κι απ’ αυτούς τους άντρες. Όταν πολύ αργότερα ήρθε η Νέτι να βοηθήσει την κυρά της να ετοιμαστεί για τη βραδιά, η υπομονή της έφτασε στα όρια, μια και η Ρόσλιν δεν καθόταν στιγμή ήσυχη κι ολοένα έτρεχε στο παράθυρο με το που άκουγε ότι κάποιος ερχόταν. Της πήρε μισή ώρα και βάλε μόνο για να φτιάξει τα μαλλιά της Ρόσλιν. «Και ποιον περιμένεις, για να ’χουμε καλό ρώτημα, και δεν μπορείς να κάτσεις ακίνητη ούτε για δυο λεπτά;» απαίτησε να μάθει τελικά, όταν η Ρόσλιν κάθισε πάλι στην τουαλέτα μπροστά της. «Εσύ ποιον άλλο λες εκτός από τους υποψηφίους μου;» απάντησε αμυντικά η Ρόσλιν. «Μ όνο ο σερ Αρτέμους Σάντγουελ έχει φανεί μέχρι τώρα».


94

JOHANNA LINDSEY

«Αν είναι να έρθουν και οι άλλοι, θα έρθουν. Μ ε το να κοιτάζεις κάθε λίγο και λιγάκι δεν θ’ αλλάξει τίποτα». «Μ άλλον έχεις δίκιο», υποχώρησε αναγκαστικά η Ρόσλιν, αφού ούτως ή άλλως ψέμα ήταν αυτό που της είχε πει. Η αλήθεια ήταν ότι από τότε που είχε γνωρίσει τον Άντονι Μ άλορι, ελάχιστα είχε σκεφτεί τους τέσσερις υποψηφίους της. Κι αυτό έπρεπε να αλλάξει. Ευτυχώς για την ψυχική της ισορροπία, ο τελευταίος θόρυβος που την είχε κάνει να πεταχτεί όρθια, ήταν και η τελευταία άμαξα που θα έφτανε. Κι αφού πλέον δεν ακούστηκε άλλος ήχος μπροστά από το σπίτι, κατάφερε η Νέτι να τη βοηθήσει να φορέσει τη μεταξωτή τουαλέτα στο γαλάζιο τ’ ουρανού που είχε επιλέξει για την αποψινή βραδιά, καθώς και τα ζαφείρια των Κάμερον γύρω από το λαιμό και τους λεπτοκαμωμένους καρπούς της, τα οποία συμπλήρωναν υπέροχα το φόρεμα, κι έτσι η Ρόσλιν μπόρεσε να ανακουφίσει λίγη από την ένταση που την είχε κυριεύσει. Μ έχρι να έρθει να τη βρει η Φράνσις για να κατέβουν μαζί κάτω, η Ρόσλιν είχε πια χαλαρώσει αρκετά. Εκείνος δεν θα ερχόταν τελικά, κι αν ένιωσε μια ενοχλητική σουβλιά απογοήτευσης όταν το συνειδητοποίησε, την αγνόησε αποφασιστικά. Η λαίδη Ίντεν τις υποδέχτηκε στο κάτω μέρος της φαρδιάς σκάλας που ορθωνόταν από το κέντρο του μεγάλου κυρίως χολ και η οποία χωριζόταν στα δύο· η μία πλευρά της οδηγούσε στο μπροστινό μέρος του σπιτιού, όπου βρίσκονταν οι ξενώνες, και η άλλη στο πίσω μέρος, όπου βρίσκονταν οι κύριες κρεβατοκάμαρες. Στον δεύτερο όροφο, γύρω γύρω από το μεγάλο χολ υπήρχε ένας διάδρομος με κιγκλίδωμα για να μπορεί να φτάνει κανείς στα πολλά δωμάτια του ορόφου, αφήνοντας όλο τον κάτω χώρο ορατό από πάνω, ενώ από το κέντρο της θολωτής οροφής κρεμόταν ένας γιγαντιαίος πολυέλαιος που εκείνη τη στιγμή στραφτάλιζε πάνω στο λευκό μαρμάρινο δάπεδο.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

95

Η Ρόσλιν δεν έβλεπε την ώρα να της δείξουν και το υπόλοιπο σπίτι και η Ρετζίνα δεν την απογοήτευσε, επιμένοντας ότι οι καλεσμένοι της μπορούσαν να περιμένουν. Έκανε τη Ρόσλιν να αισθανθεί ακόμη πιο άνετα με τη χαρωπή φλυαρία και τους γοητευτικούς τρόπους της, καθώς πήγαιναν και οι τρεις τους στους κάτω ορόφους από δωμάτιο σε δωμάτιο. Το Σίλβερλεϊ ήταν ένα αχανές εξοχικό οίκημα, έμοιαζε σαν κάστρο σχεδόν, με το κεντρικό βασικό κτίριο και τους πυργίσκους στις γωνίες, αλλά εσωτερικά δεν είχε τίποτε το μεσαιωνικό – εκτός από τις ταπισερί αντίκες που κοσμούσαν πολλούς από τους τοίχους. Ήταν επιπλωμένο με γούστο, σε στιλ διαφορετικών περιόδων: ένα δωμάτιο σε ύφος τσίπεντεϊλ και βασίλισσας Άννας, ένα άλλο σε στιλ Σέρατον, ένα άλλο είχε συνδυασμό διαφόρων τεχνοτροπιών, υπήρχαν μέχρι και ορισμένα γραφικά κομμάτια σε γαλλικό επαρχιακό ρυθμό. Στη Ρόσλιν άφησε την εντύπωση ενός σπιτιού, και όχι ενός εκθέματος – αν και κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι. Η ξενάγηση ολοκληρώθηκε στο πίσω μέρος, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι καλεσμένοι κι έτσι όπως κοντοστάθηκαν στο μικρό φουαγέ που είχε παράθυρα βιτρό από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι, μπορούσαν να δουν μέσα στο σαλόνι αριστερά, το οποίο οδηγούσε σε μια αίθουσα μουσικής πιο πέρα. Δεξιά ήταν μια μεγάλη τραπεζαρία και πιο πέρα μια υπέροχη σέρα, την οποία η Ρόσλιν υποσχέθηκε στον εαυτό της να πάει αργότερα να δει από κοντά. Προς το παρόν, όμως, με τόσους καλεσμένους να περιφέρονται στα δωμάτια που επικοινωνούσαν μεταξύ τους και που όλα έβλεπαν σ’ ένα αχανές άλσος πίσω από το σπίτι, η Ρετζίνα είχε το νου της να προλάβει να κάνει τις απαραίτητες συστάσεις κι ας μην είχαν μπει καν στο σαλόνι ακόμα. «Έχω ένα γείτονα που νομίζω ότι θα σου αρέσει πολύ αν τον γνωρίσεις», είπε η Ρετζίνα στη Ρόσλιν, όταν κατάφερε τελικά να οδηγήσει εκείνη και τη Φράνσις μέσα στο σαλόνι. «Δεν πετάνε όλοι τη σκούφια τους να πάνε στο Λονδίνο για τη σεζόν, ξέρεις.


96

JOHANNA LINDSEY

Ούτε εγώ θα πήγαινα αν δεν το είχα υποσχεθεί, αλλά χαίρομαι που το έκανα, επειδή έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να σε γνωρίσω. Και μην ανησυχείς, θα έχουμε αργότερα την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε τι έχει να πει ο Νίκολας σχετικά με τους κυρίους που σ’ ενδιαφέρουν». «Μ όνο τον σερ Αρτέμους βλέπω, Ρος», είπε ταραγμένη η Φράνσις, που θυμήθηκε πόσο ανήσυχη ήταν η Ρόσλιν για το αν θα έρχονταν ή όχι στο πάρτι οι υποψήφιοί της. «Πράγματι», είπε η Ρετζίνα. «Αλλά έχουμε και την αυριανή μέρα, οπότε μην προεξοφλείς ότι δεν θα έρθουν. Έχουν αποδεχτεί την πρόσκληση και οι τέσσερίς τους. Στο μεταξύ, όμως, πρέπει στ’ αλήθεια να γνωρίσεις τον λόρδο Γουόρτον. Ο Νίκολας τον ζηλεύει απίστευτα, ξέρεις. Εδώ που τα λέμε, κι εγώ αναρωτιέμαι ώρες ώρες τι θα είχε γίνει, αν είχα γνωρίσει πρώτα τον Τζάστιν Γουόρτον». Από το σκανταλιάρικο χαμόγελό της καταλάβαινες εύκολα ότι δεν το εννοούσε καθόλου αυτό το τελευταίο. «Ο Τζάστιν δεν είναι τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο οι άλλοι κύριοι που έχεις υπόψη σου, Ρόσλιν», συνέχισε η Ρετζίνα. «Είναι μόνο είκοσι οκτώ ετών, θαρρώ, αλλά είναι τόσο καλός, που είμαι σίγουρη ότι θα σου αρέσει. Είναι αφοσιωμένος στην οικογένειά του κι απεχθάνεται το Λονδίνο, διαφορετικά δεν θα βρισκόταν εδώ τώρα για να τον γνωρίσεις. Στην πόλη πηγαίνει μόνο μία φορά το χρόνο για να κάνουν τα ψώνια τους η μητέρα και η αδελφή του, κι αυτό όταν δεν έχει αρχίσει ακόμα η σεζόν. Μ α πού είναι;» Ήταν τόσο μικροσκοπική η Ρετζίνα, που αναγκαστικά σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών για να μπορέσει να δει πάνω από μερικούς ώμους, αλλά τελικά χαμογέλασε. «Να τος, εκεί δίπλα στο τζάκι. Ελάτε, αγαπητές μου». Η Ρόσλιν έκανε δύο βήματα και κοκάλωσε. Είχε δει αμέσως τον μεγαλόσωμο, όμορφο άντρα που καθόταν σ’ έναν κρεμ χρυσό καναπέ δίπλα στο τζάκι, έχοντας στη μία πλευρά δίπλα του μια νεαρή με τα ίδια ξανθά χρώματα που είχε κι εκείνος και στην άλλη πλευρά μια μεγαλύτερη γυναίκα, οι οποίες προφανώς


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

97

ήταν αντίστοιχα η αδελφή και η μητέρα του λόρδου Γουόρτον. Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο, όμως, είχε δει επίσης και τους δύο κομψά ντυμένους κυρίους που στέκονταν λίγο πιο πέρα, ακριβώς μπροστά στο τζάκι, τους αδελφούς Μ άλορι. Και ήταν ο μελαχρινός αδελφός αυτός που την κοίταξε κατάματα, αυτός που την έκανε να μαρμαρώσει, να βογκήξει και να νιώσει να την κυριεύει μια ζάλη που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή της. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλες της τις δυνάμεις για να αποτραβήξει τα μάτια της από τον Άντονι Μ άλορι και να συνεχίσει να ακολουθεί την οικοδέσποινα, που δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Προτιμούσε χίλιες φορές να κάνει επιτόπου μεταβολή και να το βάλει στα πόδια παρά να βρεθεί σε απόσταση έξι μόνο ποδιών από το τζάκι, εκεί όπου βρισκόταν ο καναπές, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κι αφού ήταν έτσι, αποφάσισε ότι έπρεπε να έχει την προσοχή της στραμμένη αποκλειστικά και μόνο στους Γουόρτον –στον Τζάστιν Γουόρτον συγκεκριμένα–, και να έχει γυρισμένη την πλάτη της στους Μ άλορι. Μ πορούσε εύκολα να καταλάβει γιατί η Ρετζίνα πίστευε ότι θα την ενδιέφερε ο Τζάστιν. Ήταν τρομερά όμορφος με τα ξανθά μαλλιά του, τα αδρά, σμιλεμένα χαρακτηριστικά του και τα πιο υπέροχα βαθυγάλανα μάτια, μάτια που άστραψαν με γνήσιο θαυμασμό μόλις αντίκρισαν τη Ρόσλιν. Επίσης ήταν ο ψηλότερος άντρας που είχε δει ποτέ η Ρόσλιν, όπως ανακάλυψε όταν εκείνος σηκώθηκε από τον καναπέ για να πάρει το χέρι της και να το οδηγήσει στα χείλη του. Ήταν μεγαλόσωμος, με φαρδιούς, πολύ φαρδιούς ώμους και το κορμί του ήταν γεροδεμένο, απόλυτα μυώδες. Μ ε το τεράστιο μέγεθός του, όμως, αν δεν είχε ένα χαμόγελο μικρού παιδιού και τόσο γοητευτικούς τρόπους, θα μπορούσε να ήταν τρομακτικός. Ωστόσο, χάρη σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά του έκανε αμέσως τη Ρόσλιν να νιώσει άνετα και για αρκετά λεπτά εκείνη σχεδόν ξέχασε ποιος στεκόταν πίσω της – σχεδόν. Το πρόβλημα ήταν


98

JOHANNA LINDSEY

ότι ένιωθε εκείνα τα αισθησιακά μάτια να ταξιδεύουν στο κορμί της, τα έβλεπε με τη φαντασία της να την κοιτάζουν, όπως την κοίταζαν εκείνη τη βραδιά στο χορό των Κράνταλ. Κοίταζαν; Όχι· τότε την καταβρόχθιζαν από την άλλη άκρη της σάλας, όπως έκαναν και τώρα που βρίσκονταν μονάχα λίγο πιο πέρα. Κι εκείνη το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να πάψει να φαντάζεται τι φανταζόταν εκείνος έτσι όπως την κοίταζε. Η διακοπή από μια νέα άφιξη ήταν ένας ευπρόσδεκτος αντιπερισπασμός. «Ώστε εδώ είσαι, αγάπη», είπε ο Νίκολας Ίντεν και τύλιξε κτητικά το χέρι του γύρω από τη μικροσκοπική μέση της γυναίκας του. «Πώς γίνεται και κάθε φορά που βγαίνω από το δωμάτιο, αυτός ο μεγαλόσωμος αγροίκος να καταφέρνει πάντα να βρίσκεται δίπλα σου;» Δεν ήταν ξεκάθαρο από το ύφος ή τον τόνο της φωνής του αν αστειευόταν ή σοβαρολογούσε, πάντως ο Τζάστιν Γουόρτον δεν έδειξε να θίγεται. Αντιθέτως γέλασε, λες και ήταν συνηθισμένος να δέχεται τέτοιου είδους σχόλια από τον οικοδεσπότη. «Αν ήθελα να σ’ την κλέψω, Μ οντάιθ, θα το καταλάβαινες», αντιγύρισε ο Τζάστιν κλείνοντας το μάτι στη Ρετζίνα, που φαινόταν να δέχεται ήρεμα αυτά τα σχόλια. «Α, μην αρχίζετε πάλι εσείς οι δύο», τους μάλωσε ανάλαφρα η Ρετζίνα. «Αλλιώς οι κυρίες θα πιστέψουν ότι εννοείτε αυτά που λέτε. Δεν τα εννοούν, ξέρετε, καθόλου», εκμυστηρεύτηκε στις καλεσμένες της. «Αυτός εδώ, αν δεν το έχετε μαντέψει ήδη, είναι ο σύζυγός μου». Και συνέχισε με τις συστάσεις, γιατί παρόλο που η Φράνσις τον ήξερε, δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ από κοντά. Η Ρόσλιν περίμενε ότι κάποια γυναίκα τόσο εκπληκτικά όμορφη, όπως η Ρετζίνα Ίντεν, θα είχε έναν εξαιρετικά όμορφο άντρα και ο τέταρτος υποκόμης Ίντεν του Μ οντάιθ ήταν σίγουρα εξαιρετικά όμορφος. Είχε καστανά μαλλιά με χρυσαφένιες ανταύγειες κι ανοιχτοκάστανα μάτια που έλαμπαν σαν κεχριμπάρι κάθε φορά που κοίταζαν τη γυναίκα του. Ήταν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

99

πασιφανές ότι πριν από ένα χρόνο θα μπορούσε να ήταν ένας αδιόρθωτος γυναικάς και ότι εκείνος θα επιβεβαίωνε αυτή τη φήμη, αλλά και επίσης πασιφανές ότι τώρα πια είχε ηρεμήσει και ότι ήταν τρελά ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Ωστόσο, δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσο νέος –μονάχα κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερος από εκείνη, μάντεψε η Ρόσλιν–, όμως, ο τρόπος που συμπεριφερόταν θα ταίριαζε σε έναν μεγαλύτερο σε ηλικία άντρα. Η αλήθεια ήταν ότι της θύμισε ξεκάθαρα τον σερ Άντονι, πράγμα που έκανε το μυαλό της να ξαναγυρίσει σ’ αυτό τον Καζανόβα. «Έλα τώρα, ψιψίνα μου, πόση ώρα σκοπεύεις να μας αγνοείς;» διέκοψε ξαφνικά την ήρεμη κουβέντα της παρέας η βαθιά φωνή του Άντονι. «Όλη τη νύχτα, γαμώτο, αν ήταν στο χέρι μου», αντιγύρισε ο Νίκολας σε όχι και τόσο φιλικό τόνο. Για μια στιγμή που έκανε την καρδιά της να σταματήσει, η Ρόσλιν είχε πιστέψει ότι ο Άντονι απευθυνόταν σ’ εκείνη. Αλλά η αναπάντεχη απάντηση του Νίκολας, η οποία έγινε η αιτία για να εισπράξει μια δυνατή αγκωνιά στα πλευρά από τη γυναίκα του, διέλυσε τις γελοίες αυταπάτες της. «Αμάν πια, μια ζωή θα κάνω το διαιτητή;» είπε η Ρετζίνα χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα και κατόπιν πήγε επιδεικτικά προς το τζάκι κι έδωσε από ένα φιλί στους αδελφούς Μ άλορι. «Λες και μπορεί κανένας να σας αγνοήσει για πολύ», πρόσθεσε γελώντας. «Αλλά δεν το χάφτω ούτε για μια στιγμή ότι για τη δική μου προσοχή είναι που ανυπομονείς. Άντε, ελάτε να σας συστήσω». Τους πήρε αγκαζέ και τους δύο και τους οδήγησε στην υπόλοιπη παρέα. «Λαίδη Φράνσις, νομίζω ότι δεν έχεις γνωρίσει τους θείους μου, Τζέιμς και Άντονι Μ άλορι, έτσι δεν είναι;» Θείοι; Θείοι! Γιατί αυτή η πληροφορία δεν είχε αποκαλυφθεί νωρίτερα; αναρωτήθηκε θυμωμένα η Ρόσλιν. Δεν θα ερχόταν αν ήξερε ότι οι Μ άλορι είχαν τόσο στενή σχέση με τη Ρετζίνα Ίντεν. Ανιψιά τους. Γαμώτο!


100

JOHANNA LINDSEY

Η ανησυχία ήταν αισθητή σε τέσσερα από τα άτομα της παρέας, τους Γουόρτον και τη Φράνσις. Ο Τζάστιν πήρε άρον άρον τις γυναίκες της οικογένειάς του κι έφυγε, προστατεύοντας την αδελφή του από δύο τόσο διαβόητους ξελογιαστές. Η Ρόσλιν ευχόταν να είχε κι εκείνη κάποιον να την προστατεύσει με τόση αφοσίωση, κάποιον να την παρασύρει μακριά από αυτή τη συνάντηση. Κατάφερε, ωστόσο, να παραμείνει ατάραχη στη θέση της. Ούτε το ύφος της ούτε τα λόγια της φανέρωσαν ότι ένιωθε κι εκείνη μέσα της την ίδια ταραχή με την όλη κατάσταση. Η Φράνσις, αντίθετα, δεν έκρυψε τα συναισθήματά της. Μ ε τα χείλη σφιγμένα κι απαντώντας κοφτά όσο γίνονταν οι συστάσεις, η έχθρα της προς τους δύο άντρες ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής και δεν άργησε να πετάξει μια δικαιολογία και να πάει σε άλλη παρέα. Γεγονός που έφερε τη Ρόσλιν σε αφάνταστα δύσκολη θέση. Θα ήταν τρομερά αγενές αυτή τη στιγμή να φύγει κι εκείνη. Κι έτσι αναγκάστηκε να μείνει εκεί που ήταν, έστω για λίγο, και να ανεχτεί τους δύο Μ άλορι που την περνούσαν από μικροσκόπιο. Και δεν έδειχναν να ντρέπονται καθόλου που την κοίταζαν τόσο επίμονα. Χώρια που ο Τζέιμς δεν θεώρησε απαραίτητο να κάνει πως δεν κατάλαβε αυτό που είχε μόλις συμβεί. «Πιστεύω ότι φέρνουμε τη δεσποινίδα σε δύσκολη θέση, Τόνι. Δεν χρειάζεται να νιώθεις αμήχανα, λαίδη Ρόσλιν. Ο αδελφός μου κι εγώ έχουμε ανοσία σε τέτοιου είδους αντιδράσεις». «Εσύ μπορεί να έχεις, γέρο», τόνισε ο Άντονι και τα μάτια του στο μπλε χρώμα του κοβαλτίου έλαμψαν πονηρά. «Εγώ πάντως έχω ανάγκη από λίγη συμπόνια». Η Ρόσλιν δεν είχε καμία αμφιβολία για το τι είδους συμπόνια θα ήθελε, αφού όταν το έλεγε κοίταζε ξεκάθαρα εκείνη. Δεν κατάφερε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. Δεν μπορούσε να περιμένει έστω μέχρι να την ξεμοναχιάσει κάπου για να αρχίσει το ξελόγιασμα. Αυτό πια παραπήγαινε. Θα πρέπει και η Ρετζίνα να σκέφτηκε το ίδιο πράγμα. «Έλα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

101

τώρα, Τόνι, υποσχέθηκες να φερθείς κόσμια». «Μ α κόσμια φέρομαι», διαμαρτυρήθηκε εκείνος με ύφος αθώας περιστεράς. «Αν φερόμουν όπως φέρομαι συνήθως, ψιψίνα μου, τώρα θα είχες να αντιμετωπίσεις ένα σκάνδαλο». Η Ρόσλιν είχε την αίσθηση ότι ο Άντονι σοβαρολογούσε, παρόλο που η Ρετζίνα γέλασε λες κι αστειευόταν. «Αν δεν προσέξεις, Τόνι, θα την τρομάξεις την κοπέλα». «Κάθε άλλο», αντέτεινε η Ρόσλιν. «Ορίστε, τα βλέπεις, κουφετάκι μου;» πετάχτηκε ο Τζέιμς. «Μ πορείς να πας ήσυχη να φροντίσεις τους καλεσμένους σου. Η λαίδη θα είναι απολύτως ασφαλής μαζί μας». «Α, όσο γι’ αυτό δεν αμφέβαλα στιγμή», είπε η Ρετζίνα, αλλά καθώς έφευγε πρόσθεσε: «Νίκολας, φρόντισε να μη χάσεις αυτούς τους δύο από τα μάτια σου». «Τέλεια», σχολίασε μουτρωμένα ο σύζυγός της. Ο Τζέιμς γέλασε πνιχτά. «Ξεκάθαρη έλλειψη εμπιστοσύνης». «Και δυστυχώς δικαιολογημένη», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Νίκολας. «Πιστεύω ειλικρινά ότι ακόμα δεν μας έχει συγχωρήσει, Τόνι», είπε ο Τζέιμς. «Να μιλάς για τον εαυτό σου, αδελφέ. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να του τονίσω ότι θα απέβαινε κακό για την υγεία του αν δεν παντρευόταν τη Ρέτζι. Εσύ ήσουν αυτός που τον κρατούσες δεμένο σ’ ένα κρεβάτι για τόσες βδομάδες, χώρια που τον έφερες σηκωτό από τις Δυτικές Ινδίες όταν αποδείχτηκε τόσο απρόθυμος σύζυγος». «Εγώ ποτέ…» Η Ρόσλιν διέκοψε το γρύλισμα του Νίκολας. «Επειδή βλέπω ότι τα πράγματα εδώ θα βγουν εκτός ελέγχου, εγώ λέω να…» Ο Άντονι δεν την άφησε να ολοκληρώσει την πρότασή της. «Εξαιρετική ιδέα. Ας τους αφήσουμε αυτούς να τσακώνονται όσο θέλουν και πάμε εμείς στη σέρα να δούμε ποια λουλούδια έχουν ανθίσει». Και χωρίς να της δώσει την ευκαιρία να αρνηθεί, ο Άντονι


102

JOHANNA LINDSEY

την έπιασε αγκαζέ κι άρχισε να τη συνοδεύει προς τα έξω. Δεν είχαν προλάβει να κάνουν δυο βήματα κι εκείνη προσπάθησε να αποτραβηχτεί. Αυτός όμως δεν την άφησε. «Σερ Άντονι…» «Δεν πιστεύω να άρχισες ξαφνικά να με φοβάσαι, ε;» ακούστηκε η φωνή του κοντά στο αυτί της. Η Ρόσλιν εκνευρίστηκε που εκείνος προσπάθησε να το μετατρέψει σε πρόκληση. «Απλώς δεν θέλω να φύγω από δω μαζί σου». «Κι όμως θα φύγεις». Η Ρόσλιν κοκάλωσε στη θέση της, αναγκάζοντάς τον ή να τη σύρει πίσω του ή να σταματήσει κι ο ίδιος. Εκείνος σταμάτησε και καθώς έγειρε το κεφάλι του προς το δικό της, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Θα σ’ το θέσω αλλιώς, καρδιά μου. Ή θα σε φιλήσω στη σέρα ή θα σε φιλήσω τώρα, εδώ που είμαστε. Ό,τι και να γίνει, θα σε πάρω στην αγκαλιά μου και…» «Αυτό ξέχνα το!» ξέσπασε η Ρόσλιν, αλλά κατόπιν είδε πόσα άτομα άρχισαν ξαφνικά να τους κοιτάζουν. «Πολύ καλά», σύριξε σιγανά. «Θα ήθελα να δω τη σέρα, αλλά φιλιά δεν έχει, κάθαρμα, και θέλω να μου δώσεις το λόγο σου». Το χαμόγελο του πλάτυνε τώρα κι έγινε πιο τολμηρό. «Πάμε τότε». Και συνέχισε να τη συνοδεύει προς τα έξω, σταματώντας εδώ κι εκεί να πει δυο κουβέντες με τους γνωστούς του, λες κι έκαναν σουλάτσο στα δωμάτια του σπιτιού. Η Ρόσλιν είδε τη Φράνσις να την κοιτάζει με έντονα αποδοκιμαστικό ύφος, και δικαιολογημένα. Αλλά η Ρόσλιν δεν ήθελε να ζορίσει άλλο τα πράγματα προσπαθώντας πάλι να γλιτώσει απ’ αυτή την κατάσταση. Δεν ήξερε αν ο Άντονι το εννοούσε στ’ αλήθεια ότι θα τη φιλούσε μπροστά σε όλους και πολύ απλά δεν ήθελε να το ρισκάρει. Αλλά θα έπρεπε να είχε κάνει κάτι για να διασφαλίσει τη συμφωνία τους. Το «πάμε τότε» που της είπε δεν σήμαινε σε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

103

καμία περίπτωση ότι της είχε δώσει το λόγο του, πράγμα που ανακάλυψε λίγο αργότερα καθώς έμπαιναν στη μεγάλη σέρα. «Είναι στ’ αλήθεια πανέμορφη», σχολίασε η Ρόσλιν αμήχανα, γιατί αισθάνθηκε το χέρι του να γλιστρά γύρω από τη μέση της, καθώς άρχισε να την οδηγεί στο κατάφυτο μονοπάτι που κύκλωνε όλο το χώρο. «Συμφωνώ απόλυτα», αποκρίθηκε εκείνος, μόνο που κοίταζε την ίδια κι όχι τη σέρα. Εκείνη απέφευγε συστηματικά το βλέμμα του και ατένιζε μόνο τα αγάλματα που υπήρχαν κατά μήκος του μονοπατιού, τα μυριάδες λουλούδια που ήταν ολάνθιστα, το σιντριβάνι που βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο στο κέντρο της σέρας. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο παρά μόνο το χέρι του που ακουμπούσε το γοφό της, βάζοντας φωτιά στο λεπτό ύφασμα της ψηλόμεσης τουαλέτας της. «Κ-κανονικά πρέπει να σε μαλώσω, σερ Άντονι». Η φωνή της βγήκε λεπτή, τρεμουλιαστή κι αναγκάστηκε να καθαρίσει το λαιμό της για να συνεχίσει με μεγαλύτερη πυγμή. «Ήταν τελείως άδικο που δεν μου άφησες περιθώρια επιλογής νωρίτερα μέσα». «Το ξέρω». «Ήταν ανάγκη να φερθείς τόσο αυταρχικά;» Εκείνος σταμάτησε, τη γύρισε προς το μέρος του και όσο συλλογιόταν την ερώτησή της, τα μάτια του ταξίδεψαν αργά στο πρόσωπό της. Πανικόβλητη, η Ρόσλιν συνειδητοποίησε ότι την είχε παρασύρει στην άλλη άκρη της σέρας και ότι τα χοντρά κλαδιά ενός από τα δέντρα ήταν τόσο χαμηλά που έφταναν στο ύψος τους, κρύβοντάς τους εντελώς από την είσοδο. Βασικά, αυτή τη στιγμή ήταν ολομόναχοι εκεί μέσα, ο ήχος του σιντριβανιού έπνιγε κάθε θόρυβο από το πάρτι. «Ναι, ήταν ανάγκη», της απάντησε τελικά βραχνά. «Αφού το μόνο που σκέφτομαι από την πρώτη στιγμή που σε είδα είναι αυτό». Η Ρόσλιν δεν βρήκε τη δύναμη να διαμαρτυρηθεί, όταν το χέρι του την τράβηξε πιο κοντά. Το άλλο του χέρι γλίστρησε στο


104

JOHANNA LINDSEY

λαιμό της, ο αντίχειράς του ανασήκωσε το πιγούνι της και για μια υπέροχη στιγμή τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του. Και τότε αισθάνθηκε τα χείλη του, ζεστά, σαγηνευτικά, να πιέ​ζουν τόσο απαλά τα δικά της που τα βλέφαρά της έκλεισαν, αποδεχόμενα το αναπόφευκτο. Έπρεπε να μάθει πώς θα ήταν και τώρα το έκανε. Κι αυτή τη στιγμή τίποτε άλλο δεν μετρούσε παρά μόνο η γεύση εκείνου, η αίσθηση εκείνου κολλημένου πάνω στο κορμί της. Ο Άντονι δεν ήθελε να την τρομάξει με το πάθος που τον είχε κυριεύσει κι έτσι φρόντιζε να το κρατά καλά χαλιναγωγημένο, παρόλο που ένιωθε σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Δεν θυμόταν να είχε θελήσει ποτέ στη ζωή του κάτι τόσο πολύ και φρόντισε ώστε να μην την κατακλύσει μ’ αυτό που ένιωθε, αλλά να ανάβει σιγά σιγά τον πόθο της ώσπου να τον θέλει κι εκείνη με την ίδια ένταση. Ήταν το δυσκολότερο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή του· να δείχνει τόση αυτοσυγκράτηση, ενώ το κορμί του ούρλιαζε να την πάρει εδώ και τώρα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε και τόσο μεγάλο αυτοέλεγχο όσο νόμιζε. Τρελαμένος σχεδόν από πόθο, δεν καταλάβαινε αυτά που ασυναίσθητα της έκανε· δεν καταλάβαινε ότι τα δάχτυλά του είχαν χωθεί στα μαλλιά της κι έβγαζαν τις φουρκέτες που συγκρατούσαν το χτένισμά της, ότι το γόνατό του είχε χωθεί ανάμεσα στα δικά της, τόσο βαθιά που εκείνη στην ουσία είχε καβαλικέψει το μηρό του. Αλλά ευτυχώς για εκείνον, εδώ που είχαν φτάσει, ήταν κι εκείνη το ίδιο τρελαμένη από πόθο. Απλώς ο Άντονι δεν το ήξερε. Στην πραγματικότητα, ο μηρός του που τριβόταν πάνω στη βουβωνική της χώρα ήταν αυτό που είχε τρελάνει τη Ρόσλιν, αυτό και τα φιλιά του που γίνονταν ολοένα και πιο βαθιά. Ο Άντονι είχε σιγά σιγά βάλει στο παιχνίδι και τη γλώσσα του, μαθαίνοντας στη Ρόσλιν πόσο εκπληκτικές αισθήσεις μπορούσε να της χαρίσει· τη χρησιμοποιούσε για να της ανοίξει το στόμα, να γευτεί τη γλύκα που είχε μέσα. Κάποια στιγμή παρέσυρε και τη δική της να αρχίσει την εξερεύνηση επιτέλους και μόλις η


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

105

γλώσσα της πέρασε διστακτικά ανάμεσα από τα χείλη του, εκείνος δεν την άφηνε να φύγει, τη ρουφούσε απαλά όλο και πιο βαθιά μέσα στο στόμα του. Ανίσχυρη μπροστά στη δική του τεράστια πείρα, η Ρόσλιν είχε στην κυριολεξία χάσει το μυαλό της, ήταν έτοιμη να τον αφήσει να της κάνει ό,τι ήθελε. Όταν εκείνος το κατάλαβε τελικά, μούγκρισε απογοητευμένος, επειδή δεν είχε διαλέξει το σωστό μέρος, ούτε που είχε φανταστεί ότι θα κατάφερνε τόσο γρήγορα το σκοπό του. Έφερε τα χείλη του στο αυτί της και την παρακάλεσε: «Πήγαινε στο δωμάτιό σου, καρδιά μου. Και θα έρθω κι εγώ». Ζαλισμένη, υπνωτισμένη εκείνη, ήταν αδύνατον να κάνει το συσχετισμό. «Στο δωμάτιό μου;» Του ήρθε να την ταρακουνήσει για να συνέλθει. Δεν ήταν ώρα τώρα να σαστίζει, για όνομα του Θεού! Αλλά τελικά την έπιασε απλώς από τους ώμους. «Κοίταξέ με, Ρόσλιν», της είπε βιαστικά. «Δεν γίνεται να μείνουμε εδώ. Καταλαβαίνεις; Χρειαζόμαστε ένα μέρος όπου να είμαστε μόνοι μας». Τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Γιατί να χρειαζόμαστε ένα τέτοιο μέρος;» Κύριε των Δυνάμεων! Λες η Ρετζίνα να είχε δίκιο τελικά; Ήταν δυνατόν η Ρόσλιν στην ηλικία της να ήταν τόσο αθώα κι άβγαλτη; Ανακάλυψε ότι αυτή η διαπίστωση τον έκανε να διχάζεται ανάμεσα στην απογοήτευση και την ευχαρίστηση. Αν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο, διακινδύνευε να χάσει το όποιο έδαφος είχε κερδίσει αν την επανέφερε στην πραγματικότητα. Αλλά αυτό άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα του, που μέχρι τότε δεν ήξερε ότι υπήρχε, κι ευχήθηκε να ήταν αλήθεια. Ο Άντονι αναστέναξε κι επιστράτευσε την υπομονή του για να της εξηγήσει. «Θα κάνουμε έρωτα, εγώ κι εσύ. Αυτή είναι η φυσιολογική κατάληξη αυτού που κάνουμε εδώ τώρα. Κι αφού το θέλουμε και οι δύο, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να βρούμε ένα μέρος όπου δεν θα μας ενοχλήσει κανένας. Θα συμφωνείς,


106

JOHANNA LINDSEY

φαντάζομαι, ότι το δωμάτιό σου είναι το μόνο λογικό μέρος». Η Ρόσλιν είχε αρχίσει να κουνά αρνητικά το κεφάλι της προτού εκείνος τελειώσει. «Αχ, τι μου έκανες; Δεν έχει φιλιά μαζί μου, φίλε – σ’ το ’πα», του είπε, κι από την ταραχή της ξεχάστηκε και μίλησε στα σκοτσέζικα. Η τραγουδιστή προφορά της τον ξεσήκωσε ακόμη περισσότερο και την τράβηξε πάλι σφιχτά πάνω στο στήθος του. «Είναι πολύ αργά τώρα για να κάνεις πίσω, καρδιά μου. Μ ου παραδόθηκες με όλους τους τρόπους εκτός από έναν. Κάνε τώρα σαν καλό κορίτσι αυτό που σου λέω, αλλιώς θα σε πάρω εδώ που είμαστε, στ’ ορκίζομαι ότι θα το κάνω, κι ας μας δει όποιος θέλει». Αν ο σκοπός του ήταν να την τρομάξει για να κάνει ό,τι της λέει, απέτυχε παταγωδώς. Της Ρόσλιν της ήρθε να τον κοροϊδέψει κατάμουτρα για την αποτυχημένη προσπάθειά του, αλλά σκέφτηκε ότι για να της πει τέτοιο πράγμα θα πρέπει να είχε φτάσει στα όριά του και μάλλον δεν θ’ ανεχόταν κοροϊδίες τώρα. Η κοινή λογική έλεγε ότι ο Άντονι δεν θα έκανε το παραμικρό που θα έφερνε σε δύσκολη θέση την ανιψιά του. Έπρεπε να το είχε σκεφτεί νωρίτερα αυτό, προτού έρθει εδώ μέσα μαζί του. «Δεν πιάνει η ίδια μπλόφα δύο φορές, φίλε». Εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα, ο Άντονι δεν ήταν σίγουρος αν εκείνη μπλοφάριζε ή όχι. Αλλά το γεγονός ότι του το έλεγε έτσι κατάμουτρα τον έκανε να ξαναβρεί τα λογικά του, παρότι δεν έσβησε τελείως τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Τα είχε κάνει θάλασσα κι αν εκείνη δεν του είχε θυμώσει ακόμα, είχε κάθε λόγο να το κάνει. Στα χείλη του χαράχτηκε ένα χαμόγελο που είχε καταστροφική επίδραση πάνω της. Ήταν το χαμόγελο που την έκανε να λιώνει, να μελώνει. «Αφού δεν θέλεις τώρα, τότε θα έρθω αργότερα απόψε στο δωμάτιό σου». Εκείνη αποτραβήχτηκε, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν υπάρχει περίπτωση να διαβείς την πόρτα μου, σ’ το λέω


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

107

και σ’ το υπογράφω». «Άσ’ την ξεκλείδωτη». «Ούτε αυτό θα κάνω». «Το παράθυρό σου τότε». Τα γκριζοπράσινα μάτια της άστραψαν αγριεμένα. «Θα μ’ αναγκάσεις να κλειδαμπαρώσω όλα τα παράθυρα στο δωμάτιό μου και να πάθω ασφυξία; Γιατί δεν παίρνεις από “όχι”; Πόσο πιο ξεκάθαρα να σ’ το πω πια;» «Το “όχι” είναι η λάθος απάντηση, καρδιά μου, και μέχρι να μου δώσεις τη σωστή, μην έχεις ελπίδες ότι θα τα παρατήσω. Πρέπει να σκεφτώ και τη φήμη μου, ξέρεις». Εκείνη έβαλε τα γέλια, εκτονώνοντας κάπως την ένταση που ένιωθε. Μ α τον Θεό, ήταν αδιόρθωτος, τελείως ανήθικος και, αχ, σκέτος πειρασμός. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι ένας άντρας θα μπορούσε να ασκεί πάνω της τόσο δυνατή σεξουαλική έλξη, τόσο δυνατή που ακόμη και τις στιγμές που κατάφερνε να σκεφτεί απολύτως λογικά και ήξερε ότι δεν ήταν ο κατάλληλος άντρας για την ίδια, πάλι ένιωθε μια ακατανίκητη επιθυμία για εκείνον. Άσχετα όμως αν αυτός σοβαρολογούσε ή όχι με το επίμονο κυνήγι που της έκανε, ήξερε ότι ο μόνος τρόπος για να βγει αλώβητη από τη σημερινή συνάντησή τους ήταν να μην τον πάρει καθόλου στα σοβαρά. Έχοντας ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της πλέον και με μάτια που τον κοίταζαν θυμωμένα, η Ρόσλιν του είπε: «Μ α ακριβώς αυτή τη φήμη είναι που σκέφτομαι κι εγώ, σερ Άντονι». «Τότε πρέπει να δω αν μπορώ να βγάλω αυτές τις σκέψεις από το μυαλό σου – ξανά». «Όχι!» Της ξέφυγε μια κραυγή όταν εκείνος άπλωσε τα χέρια να την πιάσει και, προτού το καταλάβει, βρέθηκε καθισμένη πάνω στο κιγκλίδωμα, να κλυδωνίζεται, κι εκείνος να της χαμογελά ειρωνικά. Η Ρόσλιν νόμισε πως σκόπευε να τη φιλήσει πάλι. Αυτό τώρα δεν ήταν αστείο. Πίσω της υπήρχε ένα κενό οκτώ εννιά ποδιών από το κάγκελο μέχρι το έδαφος, τα πόδια της


108

JOHANNA LINDSEY

ήταν στον αέρα κι αν έχανε την ισορροπία της δεν είχε από πουθενά αλλού να αρπαχτεί – μόνο από εκείνον. Τσαντισμένη, έκανε να πηδήσει στο έδαφος, αλλά ο Άντονι πλησίασε κι άλλο και, προς φρίκη της Ρόσλιν, ανασήκωσε τη φούστα της τουαλέτας της μέχρι πάνω στους μηρούς της. Τώρα πλησίαζε κι άλλο, αναγκάζοντας τα πόδια της να ανοίξουν για να μπουν ανάμεσά τους οι γοφοί του, κι έγειρε το στήθος του πάνω της, πιέζοντάς την προς τα πίσω, πιο πίσω… «Κρατήσου από πάνω μου, αλλιώς θα πέσεις». Η φωνή του κατάφερε να διαπεράσει τον πανικό της. Και το έκανε, επειδή εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Μ όνο που εκείνος δεν ίσιωσε τον κορμό του για να ξαναβρεί κι εκείνη την ισορροπία της. Συνέχισε να την έχει μισοκρεμασμένη έξω από το κιγκλίδωμα και το κορμί του να είναι η μοναδική άγκυρά της. «Θα πρέπει να κάνεις κάτι καλύτερο, καρδιά μου. Βάλε τα χέρια σου γύρω από το λαιμό μου». Μ ε το ένα του χέρι πίεσε την κοιλιά και το στήθος της πάνω στα δικά του. «Και τώρα κρατήσου γερά, γιατί θα σ’ αφήσω». «Όχι, μη…» «Σσσς, ησύχασε, καρδιά μου». Η ανάσα του στο αυτί της, να σκορπά ρίγη απόλαυσης στη σπονδυλική της στήλη. «Αφού δεν μου παραδίδεσαι, δώσ’ μου τουλάχιστον αυτό. Έχω ανάγκη να σ’ αγγίξω». Της κόπηκε η ανάσα όταν αισθάνθηκε δυο χέρια στα γόνατά της, να ανηφορίζουν στο εξωτερικό των μηρών της, παρασύροντας μαζί τους το φόρεμά της. «Σταμάτα! Είσαι ένας παλιο… Άφησέ με!» Και τότε, μ’ έναν βραχνό ψίθυρο: «Άντονι». Εκείνος ρίγησε με τον τρόπο που πρόφερε το όνομά του. Αλλά προτού η Ρόσλιν προλάβει να πει κάτι άλλο, τα χέρια του άρπαξαν τους γοφούς της και μ’ ένα απότομο τράβηγμα κόλλησε τα λαγόνια της πάνω στα δικά του. Η Ρόσλιν βόγκηξε σιγανά, το κεφάλι της έπεσε πίσω, τα μέλη


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

109

της έλιωσαν σαν βούτυρο. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μπει μέσα της, τόσο έντονη ήταν η αίσθηση. Και τώρα τα χείλη του άναβαν φωτιές χαράσσοντας ένα υγρό μονοπάτι στο λαιμό της που του τον είχε αφήσει εκτεθειμένο και η Ρόσλιν ξέχασε ότι εκεί που ήταν κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να πέσει. «Φαντάζομαι ότι δεν χαίρεσαι για τη διακοπή, Τόνι, αλλά η λαίδη Γκρένφελ ψάχνει παντού τη μικρή Σκοτσέζα σου κι αναμένεται να καταφτάσει από στιγμή σε στιγμή». Ξεστομίζοντας μια βλαστήμια, ο Άντονι γύρισε και κοίταξε τον Τζέιμς που στεκόταν σε αρκετή απόσταση, με τα μάτια του διακριτικά στραμμένα κάτω στο σιντριβάνι και όχι πάνω τους. Ανασήκωσε τη Ρόσλιν από το κιγκλίδωμα, με τα χέρια του ακόμα κάτω από τους γοφούς της, και την κράτησε μια στιγμή ακόμη έτσι, απολαμβάνοντας την αίσθηση του κορμιού της σ’ αυτή τη θέση, με τα πόδια της σχεδόν τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. Ήταν πάλι χαμένη στη δίνη του πάθους, τα χείλη της μισάνοιχτα, τα μάτια της κλειστά, το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο. Πολύ αμφέβαλλε ο Άντονι αν είχε ακούσει καν τον Τζέιμς. «Ωχ, Χριστέ μου», είπε και την άφησε να γλιστρήσει αργά προς τα κάτω και να σταθεί στα πόδια της, τσαντισμένος όσο δεν έπαιρνε αυτή τη φορά. «Θα πρέπει να το συνεχίσουμε αυτό κάποια άλλη φορά, καρδιά μου». Η Ρόσλιν πισωπάτησε, τα πόδια της τρεμούλιασαν. Και για αρκετά ατελείωτα δευτερόλεπτα, ο Άντονι είδε τα μάτια της σιγά σιγά να εστιάζουν, να ανοίγουν διάπλατα κι αμέσως μετά να μισοκλείνουν. Συνεπαρμένος από το θέαμα, ο Άντονι ούτε που είδε το χέρι της να έρχεται καταπάνω του, αλλά η παλάμη της προσγειώθηκε με δύναμη στο μάγουλό του. «Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη φορά γι’ αυτό που θέλεις να κάνεις, φίλε», του είπε σιγανά, αλλά με τόση αποφασιστικότητα που ο Άντονι δεν αμφέβαλε στιγμή ότι μέσα της έβραζε από θυμό. «Δεν ξέρω τους κανόνες του παιχνιδιού σου και δεν είναι να σου έχει κανείς εμπιστοσύνη ότι θα παίξεις τίμια, γι’ αυτό


110

JOHANNA LINDSEY

μείνε μακριά μου». Έφυγε αγέρωχα προς την κατεύθυνση που ακολουθούσαν αρχικά, συνεχίζοντας το γύρο της σέρας. Ο Άντονι δεν έκανε καμία κίνηση να τρέξει ξοπίσω της. Κάθισε στο κιγκλίδωμα τρίβοντας το μάγουλό του και την κοίταζε ώσπου χάθηκε από τα μάτια του. «Κι αναρωτιόμουν πότε θα έβγαινε στην επιφάνεια το σκοτσέζικο εκρηκτικό ταμπεραμέντο της». Χαμογέλασε πλατιά, ενώ ο Τζέιμς ήρθε και κάθισε δίπλα του. «Φτηνά τη γλίτωσες, εδώ που τα λέμε». Το χαμόγελο του Άντονι πλάτυνε κι άλλο. «Δεν κατάλαβε καν ότι ήσουν εδώ». «Κοκορευόμαστε, αδελφέ;» «Απλώς νιώθω αφάνταστα ικανοποιημένος, γέρο». «Πάντως, τώρα που κατάφερες να την τσαντίσεις τόσο άσχημα, φαντάζομαι ότι δεν σε πειράζει να δοκιμάσω κι εγώ την τύχη μου, ε;» Το χαμόγελο του Άντονι κόπηκε μαχαίρι. «Μ είνε μακριά της, Τζέιμς». Το ξανθό φρύδι εκείνου ανασηκώθηκε. «Μ πα, γίναμε και κτητικοί τώρα; Αν δεν κάνω λάθος, όμως, το ίδιο είπε κι εκείνη – σ’ εσένα. Και στο κάτω κάτω της γραφής, μικρέ, δεν την έχεις κερδίσει ακόμα».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

111

Κεφάλαιο 11

Ο Τζάστιν Γουόρτον αποδείχτηκε τελικά τόσο απολαυστική παρέα, που ο θυμός της Ρόσλιν έσβησε εντελώς και μάλιστα τόσο γρήγορα που ούτε η ίδια το περίμενε, μια και όταν θύμωνε για τα καλά, δεν έλεγε να ξεθυμώσει. Κι αυτή τη φορά είχε γίνει έξαλλη. Κι ακόμη περισσότερο, όταν την είδε η Φράνσις να βγαίνει από τη σέρα και την πήρε άρον άρον πάνω για να φτιάξει τα μαλλιά της. Η ίδια δεν είχε καν συνειδητοποιήσει ότι ήταν τόσο αναμαλλιασμένη που όλοι θα καταλάβαιναν τι είχε συμβεί. Τι απαίσιος άντρας που ήταν για να την αφήσει να τριγυρίζει σ’ αυτά τα χάλια λες και κάποιος την είχε τραβολογήσει – που αυτό της είχε κάνει! Κι έτσι αναγκάστηκε να υποστεί το αυστηρό κήρυγμα της Φράνσις, αν και η αλήθεια ήταν ότι της άξιζε. Ήξερε ότι είχε φερθεί ανόητα, ήξερε ότι είχε πάρει ένα τρομερό ρίσκο. Δεν χρειαζόταν να της το πουν τόσο ωμά και σταράτα. Αλλά δεν μπορούσε να θιχτεί που η Φράνσις είχε θυμώσει μαζί της, αφού ήξερε πως ό,τι της έλεγε το έλεγε από αγάπη κι ενδιαφέρον. Μ όνο με τον εαυτό της ήταν έξαλλη, επειδή είχε ταράξει τη Φράνσις κι επειδή θα έπρεπε να είχε λίγο περισσότερο μυαλό στο κεφάλι της. Έπειτα από έναν μακρόσυρτο εξάψαλμο σχετικά με την ελεει​νή και τρισάθλια φήμη του Άντονι, η Φράνσις ολοκλήρωσε το λογύδριό της λέγοντας: «Πολύ απλά δεν πρέπει να ξαναβρεθείς ποτέ μόνη μαζί του, Ρος, ιδίως από τη στιγμή που είναι


112

JOHANNA LINDSEY

ολοφάνερο ότι σε ελκύει». «Εγώ ποτέ δεν είπα τέτοιο πράγμα, Φράνσις». «Δεν χρειάστηκε. Το είδα μόλις η Ρετζίνα έφερε στην παρέα τον σερ Άντονι για να μας τον συστήσει. Και είδα πώς σε κοίταζε κι εκείνος. Εντάξει να σε φιλάει στη σέρα, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι το πράγμα δεν θα είχε σταματήσει εκεί αν ήσαστε σε κάποιον πιο διακριτικό χώρο». Η Ρόσλιν φρόντισε να μην την πληροφορήσει ότι είχαν προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα από τα φιλιά, παρόλο που βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο, ή ότι η ίδια δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι δεν θα είχε προχωρήσει πολύ –πολύ πιο πολύ–, αν, ευτυχώς, ο Άντονι δεν είχε ξαναβρεί τα λογικά του και δεν την είχε αφήσει ήσυχη. Σίγουρα δεν ήταν εκείνη αυτή που είχε αποτραβηχτεί, ούτε καν το είχε προσπαθήσει, μόλις βρέθηκε στην αγκαλιά του. «Έπρεπε να μου το είχες πει ότι τον είχες γνωρίσει στο χορό των Κράνταλ». Η Φράνσις ακούστηκε ξαφνικά πληγωμένη. «Θα μπορούσα να σε είχα προειδοποιήσει νωρίτερα γι’ αυτόν, γιατί είναι φανερό ότι έχει βάλει στόχο να γίνεις η επόμενη κατάκτησή του». «Φράνσις, Φράνσις, δεν χρειαζόταν να με προειδοποιήσεις για τίποτα. Είχα ήδη ακούσει στο χορό τα κουτσομπολιά για εκείνον. Ήξερα πόσο διαβόητος γυναικάς είναι». «Και παρ’ όλα αυτά τον άφησες να σε ξεμοναχιάσει». «Σου είπα, με ξεγέλασε!» φώναξε αγανακτισμένη η Ρόσλιν, μα το μετάνιωσε αμέσως. «Συγγνώμη, αλλά πρέπει να πάψεις να ανησυχείς. Του είπα να μείνει μακριά μου». Τα χείλη της Φράνσις σφίχτηκαν και τα τέλεια τοξωτά φρύδια της έσμιξαν. «Πιστεύεις ότι έχει την παραμικρή σημασία για εκείνον τι θέλεις εσύ και τι όχι; Άνδρες σαν κι αυτόν δεν δέχονται την απόρριψη, Ρος. Για κάποιον γελοίο λόγο, όσο πιο δύσκολο είναι το κυνήγι, τόσο περισσότερο τους εξάπτει το ενδιαφέρον. Και ο συγκεκριμένος, ο σερ Άντονι, είναι ο χειρότερος απ’ όλους, πολύ απλά επειδή είναι ο πιο όμορφος, ο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

113

πιο περιζήτητος και ο πιο ορκισμένος εργένης σε όλο το βασίλειο. Δεν πρόκειται να παντρευτεί ποτέ, Ρος. Δεν θα αρκεστεί ποτέ σε μόνο μία γυναίκα. Και γιατί να το κάνει, δηλαδή, όταν υπάρχουν εκατοντάδες άλλες που καταστρώνουν σχέδια και κόλπα για να τον κερδίσουν;» «Φράνσις, ξεχνάς πόσο ασυνήθιστη και μοναδική είναι η δική μου περίπτωση. Δεν είμαι άλλη μία ντεμπιτάντ που έχει βγει γεμάτη ελπίδες στο νυφοπάζαρο. Εγώ έχω κάποιο στόχο που θέλω να πετύχω και δεν θ’ αφήσω τίποτα να μου σταθεί εμπόδιο. Κι αν δεν καταφέρω να εξασφαλίσω γρήγορα ένα γάμο, οι συνέπειες θα είναι φριχτές –για να μην πω επικίνδυνες– για τη ζωή μου». Η Φράνσις αναστέναξε και χαμογέλασε σε ένδειξη συγγνώμης. «Δίκιο έχεις, το είχα ξεχάσει αυτό. Αλλά μου υπόσχεσαι ότι θα προσέχεις, Ρος; Ένας άνδρας σαν τον Μ άλορι, με τη δική του πείρα, μπορεί να σε ξελογιάσει χωρίς να το καταλάβεις. Δόξα τω Θεώ που δεν σ’ έχει βάλει στο μάτι και ο αδελφός του, το ίδιο ανήθικος είναι κι αυτός». Η Ρόσλιν θα θυμόταν αργότερα αυτά τα λόγια, αλλά όταν ξαναγύρισαν κάτω και ο Τζάστιν Γουόρτον φρόντισε να τις προσκαλέσει αμέσως να του κάνουν παρέα στον μπουφέ, εκείνη έβραζε μέσα της ακόμα για την αφέλεια που είχε δείξει με τον Άντονι Μ άλορι κι ούτε που σκέφτηκε καθόλου τον αδελφό του. Μ α έπειτα ο Τζάστιν κατάφερε να την κάνει να ξεχάσει την παραλίγο καταστροφή της κι έτσι διασκέδασε και η Ρόσλιν λιγάκι. Ήταν τόσο γοητευτικός· τα υπέροχα βαθυγάλανα μάτια του την κοίταζαν με τόσο θαυμασμό, που η Ρόσλιν σκεφτόταν σοβαρά να τον εντάξει στη λίστα της με τους πιθανούς υποψήφιους συζύγους, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Τουλάχιστον ήταν μεγαλύτερός της και σίγουρα δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το ενδιαφέρον του για εκείνη, πράγμα ευχάριστο, ιδίως αφού με τους άλλους υποψηφίους της είχε αναγκαστεί να γίνει εκείνη τόσο τολμηρή και να κάνει την πρώτη κίνηση. Και θα εξακολουθούσε να το κάνει απ’ ό,τι


114

JOHANNA LINDSEY

έδειχναν τα πράγματα, αφού ο σερ Αρτέμους δεν την είχε πλησιάσει ακόμα απόψε, ενώ η Ρόσλιν ήξερε ότι την είχε δει. Δυστυχώς, η λαίδη Γουόρτον διέκοψε γρήγορα την ευχάριστη παρέα των τριών τους μόλις απόφαγαν, λέγοντας ότι είχε πονοκέφαλο, και ο Τζάστιν αναγκάστηκε να την πάει στο σπίτι, αφού όμως πρώτα απέσπασε από τη Ρόσλιν την υπόσχεση ότι θα πήγαινε μαζί του στο κυνήγι που είχε κανονιστεί για το επόμενο πρωί. «Πάντως αυτή ήταν μια εύκολη κατάκτηση», σχολίασε η Φράνσις όταν έφυγε ο Τζάστιν με τη μητέρα του. «Λες;» ρώτησε η Ρόσλιν χαμογελώντας πλατιά. «Καλός μου φαίνεται». «Και υπόδειγμα ηθικής. Μ όνο καλά λόγια έχω ακούσει…» «Φράνσις, δεν χρειάζεται να μου εκθειάζεις τα προτερήματά του. Αν δεν το έχεις προσέξει, ο σερ Άντονι μάλλον έχει φύγει. Μ πορείς να ησυχάσεις πλέον». Η Φράνσις τής έσφιξε το χέρι. «Πολύ καλά. Ξέρω ότι έχεις το μυαλό να διακρίνεις το καλό από το κακό. Κι αφού ο λόρδος Γουόρτον έφυγε για το υπόλοιπο της βραδιάς, δεν θα έπρεπε να πας να εξελίξεις λίγο τη γνωριμία σου με τον σερ Αρτέμους τώρα που έχεις την ευκαιρία;» «Θα έπρεπε», αναστέναξε η Ρόσλιν. «Και πρέπει να βρω και τη λαίδη Ίντεν για να μου δώσει τις πληροφορίες που μου έχει υποσχεθεί. Όσο πιο γρήγορα περιορίσω τη λίστα μου, τόσο το καλύτερο». Αλλά η Ρετζίνα Ίντεν κουβέντιαζε ζωηρά με αρκετούς από τους γείτονές της και η Ρόσλιν δεν ήθελε να τη διακόψει, ενώ, όπως ανακάλυψε, ο σερ Αρτέμους έπαιζε μια παρτίδα ουίστ, από τις πολλές που είχαν ξεκινήσει μετά το δείπνο. Η Ρόσλιν πήγε κοντά σε μία από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες να περιμένει, ώσπου να μπορέσει να τραβήξει την προσοχή της Ρετζίνα, και να δροσιστεί λίγο με το αεράκι που ερχόταν από το αχανές άλσος. Έκανε τόση ζέστη πια μέσα στο σαλόνι, που θα ήθελε πολύ να βγει έξω, αλλά δεν το τολμούσε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

115

μετά την τελευταία φορά που είχε σκεφτεί να δραπετεύσει σε έναν κήπο με αποτέλεσμα να έχει την πρώτη της συνάντηση με τον σερ Άντονι. Κι επειδή δεν τον είχε δει εκείνη από την ώρα που τον άφησε στη σέρα, αυτό δεν σήμαινε ότι δεν βρισκόταν ακόμα κάπου εδώ τριγύρω. Λίγο έλειψε να πάει να φέρει με το ζόρι τη Φράνσις για να βγουν έξω μαζί και να δροσιστεί λιγάκι, όταν ξαφνικά την τρόμαξε μια κίνηση πίσω της. «Περνάς καλά, λαίδη Ρόσλιν;» Στράφηκε προς το μέρος του επιφυλακτικά, καθώς αναγνώρισε τη φωνή του Τζέιμς Μ άλορι και φοβήθηκε μην ήταν μαζί του ο Άντονι Μ άλορι, όπως προηγουμένως. Μ όλις τον είδε μόνο, όμως, χαλάρωσε. Τα χρυσαφένια μαλλιά του ήταν ελαφρώς ανακατωμένα, προφανώς θα είχε μόλις έρθει απέξω. Αλλά η ανακούφισή της δεν κράτησε και πολύ, επειδή ο τρόπος που την κοίταζε περιμένοντας απάντηση στην ερώτησή του, της υπενθύμισε το συμπέρασμά της πως αυτός ο αδελφός θα μπορούσε να γίνει πιο επικίνδυνος. Και τίποτα πάνω του απόψε δεν στάθηκε ικανό να της αλλάξει αυτή τη γνώμη, παρόλο που τώρα πλέον ένιωθε ότι ο Άντονι ήταν ο πιο επικίνδυνος, για εκείνη τουλάχιστον. Κατένευσε αδιόρατα. «Ναι, η ανιψιά σου μ’ έχει κάνει να νιώσω σαν στο σπίτι μου, αν και οφείλω να πω ότι ξαφνιάστηκα όταν έμαθα ότι είναι ανιψιά σου. Φαντάζομαι, είναι κόρη ενός από τα μεγαλύτερα αδέλφια σου;» «Της μοναδικής αδελφής μας, της Μ ελίσα», τη διόρθωσε εκείνος. «Αλλά πέθανε όταν η Ρίγκαν ήταν ακόμα μωρό κι έτσι είχαμε τη χαρά να τη μεγαλώσουμε τα αδέλφια μου κι εγώ». Η Ρόσλιν έμεινε με την αόριστη εντύπωση ότι πραγματικά είχαν χαρεί οι τέσσερις νέοι άντρες την ανατροφή του παιδιού της μονάκριβης αδελφής τους, γεγονός που έκανε τον συγκεκριμένο Μ άλορι να φαντάζει λιγότερο απειλητικός. Ώσπου εκείνος της πρότεινε: «Θέλεις να πάμε μια βόλτα μέχρι τη λίμνη;».


116

JOHANNA LINDSEY

Δεν το περίμενε κι αμέσως τέθηκε σ’ επιφυλακή. «Όχι, σ’ ευχαριστώ». «Μ ια βόλτα έξω τότε; Μ οιάζεις να έχεις ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα». «Βασικά κρυώνω λίγο και μόλις σκεφτόμουν να πάω να φέρω μια εσάρπα». Ο Τζέιμς γέλασε πνιχτά με την ολοφάνερα ψεύτικη δικαιολογία της. «Γλυκό μου κορίτσι, το ελαφρώς υγρό σου μέτωπο άλλα δείχνει. Έλα, πάμε. Δεν χρειάζεται να με φοβάσαι, ξέρεις. Είμαι άκακος σαν αρνί, από κάθε άποψη». Όταν το χέρι του την έπιασε από τον αγκώνα για να τη συνοδεύσει έξω, η Ρόσλιν ένιωσε περιέργως ότι αυτό το είχε ξαναζήσει, νωρίτερα, ότι την οδηγούσαν με το ζόρι προς την ίδια πορεία, μια πορεία που κατέληγε στην καταστροφή. Μ όνο που αυτή τη φορά δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει τον Τζέιμς να σταματήσει, όπως είχε κάνει με τον Άντονι, όταν προσπάθησε να τη βγάλει από το σπίτι. Ήταν αρκετά δύο βήματα μόνο για να βρεθούν αμέσως έξω. Έγινε προτού η Ρόσλιν προλάβει να σκεφτεί να αποτραβηχτεί και ούτε εκείνος της έδωσε την ευκαιρία να το κάνει. Αντί να την πάει βόλτα, όμως, την τράβηξε παραδίπλα από την μπαλκονόπορτα και την κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο, ενώ το στόμα του έπνιξε τη δική της σιγανή κραυγή πανικού. Έγινε τόσο σβέλτα, τόσο έξυπνα, που η Ρόσλιν δεν πρόλαβε να δει την παγίδα που της έστηνε ή να ξεφύγει από αυτή. Ούτε τόλμησε να βάλει τις φωνές, καθώς θα τραβούσε την προσοχή των καλεσμένων μέσα –ήταν μονάχα μερικά πόδια πιο μακριά από την άλλη μεριά του τοίχου–, και δεν άντεχε τα κουτσομπολιά που θα ξεσπούσαν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να τον διώξει από πάνω της, αλλά ένιωθε σαν να ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο τοίχους· το φαρδύ, γεροδεμένο στέρνο του δεν έλεγε να μετακινηθεί ούτε σπιθαμή. Και τότε έπαψε να προσπαθεί. Άκουγε το αίμα να βουίζει στ’ αυτιά της, από το φόβο μην τους δει κανείς, είπε στον


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

117

εαυτό της, αλλά η αλήθεια ήταν ότι το φιλί του Τζέιμς Μ άλορι της θύμισε τόσο έντονα το φιλί του αδελφού του που θα μπορούσε στη θέση του να ήταν ο Άντονι. Μ όνο που δεν ήταν, και η Ρόσλιν αρπάχτηκε με νύχια και με δόντια από αυτή τη σκέψη. «Εσύ και ο αδελφός σου πρέπει να παίρνετε μαθήματα ο ένας από τον άλλο», σύριξε με το που σήκωσε το κεφάλι του εκείνος. Ο Τζέιμς γέλασε παρά την απογοήτευσή του. «Ναι, μικρή Σκοτσέζα; Αναρωτιέμαι τι σε κάνει να το λες αυτό». Εκείνη έγινε κατακόκκινη από θυμό, επειδή λίγο πολύ είχε παραδεχτεί ότι και ο Άντονι την είχε φιλήσει, και πέρασε στην επίθεση για να αμυνθεί: «Έτσι το εννοείς εσύ το “άκακος σαν αρνί”;». «Είπα ψέματα», απάντησε εκείνος χωρίς ίχνος μεταμέλειας. «Τι μου λες! Και τώρα, λόρδε Μ άλορι, κάνε πέρα να περάσω». Εκείνος έκανε πίσω ίσα για να ξεκολλήσουν τα κορμιά τους, όχι όμως για να μπορέσει εκείνη να φύγει. «Μ η θυμώνεις, γλύκα. Δεν είναι κακό να προσπαθεί ένας άντρας, αν και παραδέχομαι ότι αυτή τη φορά ο Τόνι με νίκησε. Είναι τελείως άδικο που έτυχε να γνωρίσεις εκείνον πρώτα». «Τι στο διάολο μου τσαμπουνάς;» Αλλά την ίδια στιγμή έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, επειδή πολύ φοβόταν ότι ήξερε. «Αν εσείς οι δύο έχετε βάλει στοίχημα για εμένα…» «Ούτε που να σου περάσει από το μυαλό τέτοιο πράγμα, γλυκό μου κορίτσι. Πρόκειται απλώς για μια αδελφική αντιπαλότητα, αλλά και για το γεγονός ότι με τον αδελφό μου έχουμε τα ίδια γούστα». Ένα δάχτυλο παραμέρισε τις νοτερές μπούκλες από το μέτωπό της και, για μια στιγμή, η Ρόσλιν υπνωτίστηκε από τα πράσινα μάτια που την κοίταζαν με τόση ένταση. «Είσαι απίστευτα όμορφη, σίγουρα το ξέρεις. Γι’ αυτό δυσκολεύομαι τόσο πολύ να αποδεχτώ την ήττα μου». Η φωνή του χαμήλωσε κι έγινε ξαφνικά βραχνός ψίθυρος. «Θα μπορούσα να σ’ ανεβάσω στον έβδομο ουρανό, γλύκα. Είσαι


118

JOHANNA LINDSEY

απόλυτα σίγουρη ότι προτιμάς τον Τόνι;» Η Ρόσλιν τράνταξε νοερά τον εαυτό της για να συνέλθει, προσπαθώντας να αντισταθεί στα πανίσχυρα μάγια που εκείνος της έκανε χωρίς μεγάλη προσπάθεια, μα με ανελέητη επιτυχία. Χριστέ μου, αυτοί οι Μ άλορι ήταν συγκλονιστικοί στην τέχνη της αποπλάνησης. Αυστηρά, προσευχόμενη από μέσα της να πάρει εκείνος τα λόγια της στα σοβαρά, η Ρόσλιν επέμεινε: «Εγώ δεν είπα ποτέ ότι προτιμώ τον αδελφό σου, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι προτιμώ εσένα αντί γι’ αυτόν. Η αλήθεια είναι, λόρδε Μ άλορι, ότι δεν θέλω κανέναν από τους δυο σας. Λοιπόν, θα μ’ αφήσεις να φύγω ή πρέπει να το ρισκάρω φωνάζοντας βοήθεια;». Εκείνος πισωπάτησε, κάνοντας ελαφριά υπόκλιση, ενώ την ίδια στιγμή χαράχτηκε στα αισθησιακά χείλη του ένα πέρα για πέρα εξοργιστικό χαμόγελο. «Δεν μπορώ να σ’ αφήσω να κάνεις κάτι τέτοιο, γλυκιά μου κυρία. Έτσι και σε βρουν μόνη εδώ μαζί μου, θα καταστραφεί ανεπανόρθωτα η υπόληψή σου». «Αυτό θα έπρεπε να το είχες σκεφτεί προτού με φέρεις εδώ με το ζόρι!» απάντησε η Ρόσλιν κι αμέσως γύρισε να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Και όπως είχε κάνει και ο Άντονι νωρίτερα, ο Τζέιμς την κοίταζε να φεύγει αγέρωχα, μόνο που εκείνος δεν είχε την αίσθηση της τελικής νίκης του Άντονι να του φτιάχνει το κέφι. Το αντίθετο. Όσο και να ήθελε να κερδίσει τη συγκεκριμένη κυρία –και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα το κατάφερνε αν το έβαζε σκοπό στ’ αλήθεια–, η αντίδρασή της στο φιλί του ήταν μονάχα ένας θλιβερός απόηχος της αντίδρασής της στο φιλί του Άντονι. Δεν την είχε κάνει να χάσει τον κόσμο γύρω της, όπως ολοφάνερα είχε γίνει με τον αδελφό του. Ήταν ξεκάθαρο ότι είχε κάνει την επιλογή της, κι ας μην το ήξερε ούτε και η ίδια ακόμα. Αν όμως ήταν άλλος, κι όχι ο Τόνι… Να πάρει και να σηκώσει, αυτή η γυναίκα ήταν πολύ ωραίο κομμάτι. Η καλή του διάθεση επέστρεψε, μαζί με μια δόση ειρωνείας. Η κυρία είχε καταφέρει να τον ανάψει και τώρα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

119

χρειαζόταν επειγόντως να βρει γυναίκα. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να πάει μέχρι το κοντινότερο χωριό ή να εκνευρίσει τη Ρίγκαν ξελογιάζοντας μία από τις γειτονοπούλες της. Επομένως αναγκαστικά θα πήγαινε στο χωριό, αν και δεν είχε καμία όρεξη να τραβηχτεί ως εκεί πέρα. Να πάρει ο διάολος τον καταραμένο τον κεραυνοβόλο έρωτα!


120

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 12

Η Ρόσλιν γύρισε ανάσκελα, έτριψε τα μάτια της από τον ύπνο και κοίταξε με μισόκλειστα βλέφαρα το ρολόι πάνω στο γείσο του τζακιού. Γαμώτο! Σκόπευε πραγματικά να πάει στο κυνήγι εκείνο το πρωί. Είχε υποσχεθεί στον Τζάστιν ότι θα πήγαινε μαζί του κι ανυπομονούσε να του κάνει λιγάκι επίδειξη για να τον εντυπωσιάσει με το ταλέντο της στην ιππασία. Αλλά η παρέα που είχε πάει για κυνήγι θα επέστρεφε σύντομα – αν δεν είχε ήδη επιστρέψει. Κάτι είχαν πει για πικ νικ στη λίμνη γύρω στο μεσημεράκι και τώρα πια κόντευε να μεσημεριάσει. Δυο φορές γαμώτο! Αφού κοίταξε σκυθρωπά το κρεβάτι που χθες το βράδυ δεν είχε καταφέρει να της χαρίσει ούτε μία ώρα ηρεμίας, ανακάθισε. Η Νέτι είχε προσπαθήσει να την ξυπνήσει. Αυτό το θυμόταν. Αλλά μόνο αν έπιανε φωτιά το σπίτι θα σηκωνόταν τόσο νωρίς η Ρόσλιν, γιατί είχε πάει χαράματα πια ώσπου να την πάρει επιτέλους ο ύπνος. Και γι’ αυτό έφταιγε πάλι ο Άντονι Μ άλορι. Αμάν πια μ’ αυτό τον απαίσιο άντρα! Δεν υπήρχε δικαιολογία για την αϋπνία της. Είχε ξαπλώσει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Μ ια και είχε σηκωθεί αξημέρωτα χθες για το ταξίδι στο Σίλβερλεϊ και το απόγευμα δεν είχε κοιμηθεί όπως είχε κάνει η Φράνσις, το βράδυ πια ήταν πτώμα στην κούραση. Και είχαν περάσει αρκετές ώρες από τότε που ο αδελφός του Άντονι είχε βγάλει εκείνα τα εξωφρενικά


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

121

συμπεράσματα σχετικά με τις προτιμήσεις της στους άντρες, οπότε της είχαν περάσει και τα νεύρα πια. Είχε κάνει ακόμη κι εκείνη την κουβέντα με τη Ρετζίνα και τώρα ήξερε πολύ περισσότερα πράγματα για τους υποψηφίους της απ’ ό,τι προηγουμένως, αν και, δυστυχώς, δεν είχε μάθει τίποτε σημαντικό που να τη βοηθούσε ουσιαστικά να περιορίσει τη λίστα της όπως ήλπιζε. Ο σερ Αρτέμους Σάντγουελ ήταν φανατικός τζογαδόρος – αυτό το είχε καταλάβει και μόνη της η Ρόσλιν–, αλλά είχε την οικονομική επιφάνεια να αντεπεξέρχεται σε αυτό του το χόμπι. Ο λόρδος Γκράχαμ, ο επιφανής κόμης του Ντάνσταντον, είχε χηρέψει τρεις φορές. Τουλάχιστον δεν το ’βαζε κάτω ο καημένος. Ο λόρδος Ντέιβιντ Φλέμινγκ, ο υποκόμης που επίσης ήταν διάδοχος ενός δουκάτου, ήταν ορκισμένος εργένης μα και τόσο διακριτικός στους ερωτικούς δεσμούς του, που ποτέ δεν είχε συνδεθεί το όνομά του με κάποια γυναίκα. Αξιέπαινος! Αλλά ο εντιμότατος Κρίστοφερ Σάβιτζ εξακολουθούσε να αποτελεί αίνιγμα για τη Ρόσλιν, γιατί πολύ απλά οι Μ οντάιθ δεν τον γνώριζαν. Δεν ήταν, όμως, –αν και θα έπρεπε– οι υποψήφιοι σύζυγοί της αυτοί που κυριαρχούσαν στη σκέψη της χθες βράδυ, όταν στριφογυρνούσε στο κρεβάτι. Ούτε το θράσος του Τζέιμς Μ άλορι. Αυτό είχε ξεχαστεί. Ήταν ο μαυρομάλλης πλανευτής με τα μάτια που σε σιγόκαιγαν αυτός που την είχε κρατήσει ξάγρυπνη για ώρες, να ξαναζεί εκείνα τα μοιραία λεπτά που είχε περάσει μαζί του στη σέρα. Ε, λοιπόν, μα τον Θεό, τέρμα αυτά! Τέρμα οι άσκοπες σκέψεις για αχρείους κι ακόλαστους άντρες και τέρμα οι καθυστερήσεις. Θα στρωνόταν στη δουλειά και ήλπιζε –ή μάλλον προσευχόταν– να εμφανιστούν σήμερα και οι υπόλοιποι αξιοσέβαστοι και απολύτως κατάλληλοι για σύζυγοι κύριοι. Ανυπομονώντας τώρα να βγει από το δωμάτιό της, χτύπησε το καμπανάκι για να έρθει η Νέτι, ωστόσο δεν την περίμενε κι άρχισε να ντύνεται. Φόρεσε ένα υπέροχο ροδακινί φόρεμα από


122

JOHANNA LINDSEY

ύφασμα περκάλι με κοντά, φουσκωτά μανίκια και πολλούς φραμπαλάδες στον ποδόγυρο, προτού καν προλάβει να έρθει η Νέτι. Όταν η Νέτι έφτασε και η Ρόσλιν της είπε να τελειώνει γρήγορα με το χτένισμά της, εισέπραξε ένα ρουθούνισμα μαζί μ’ ένα σύντομο λογύδριο για τους αργόσχολους που πάει μεσημέρι μέχρι να ξυπνήσουν και χάνουν τις καλές ευκαιρίες, αλλά ακόμη κι έτσι, το σφιχτοπλεγμένο σινιόν της με τις πολλές κοντές μπουκλίτσες την κολάκευε αφάνταστα. Όμως η Ρόσλιν δεν χαράμισε ούτε ένα δευτερόλεπτο για να θαυμάσει την εμφάνισή της ολοκληρωμένη. Άρπαξε ένα λευκό σατέν καπέλο στολισμένο με φτερά στρουθοκαμήλου που ταίριαζε με τα παπούτσια της κι ένα δαντελένιο παρασόλι κι έφυγε βιαστικά, αφήνοντας τη Νέτι να μαζέψει το χάος από τα ρούχα που είχε αφήσει πίσω της. Αλλά μόλις βγήκε από το δωμάτιο κοκάλωσε. Στο τέρμα του στενού διαδρόμου που οδηγούσε στους ξενώνες, γερμένος χαλαρά πάνω στο κιγκλίδωμα που είχε θέα στο κυρίως χολ από κάτω, στεκόταν ο Άντονι Μ άλορι. Αυτό πια καταντούσε ανυπόφορο, πραγματικά, γιατί ήταν προφανές ότι εκείνη περίμενε. Ακουμπισμένος με τους γοφούς του στο κάγκελο, τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, τους αστραγάλους σταυρωμένους κι αυτούς, είχε απρόσκοπτη θέα στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της και στο σημείο όπου στεκόταν δεν υπήρχε τρόπος να τον αποφύγει. Ήταν ντυμένος σπορ –σχεδόν υπερβολικά σπορ–, εκτός από μια γραβάτα που φορούσε, ενώ αρκετά κουμπιά από το λευκό πουκάμισό του από ύφασμα βατίστα ήταν ξεκούμπωτα, αποκαλύπτοντας ένα τρίγωνο από το έντονα ηλιοκαμένο στήθος του και μερικές τριχούλες που υποδήλωναν τη δασύτριχη περιοχή ακριβώς από κάτω. Το σακάκι του ήταν σκούρο μπλε, τσιτωμένο στους γεροδεμένους ώμους και τα μπράτσα του. Μ ια βράκα από μαλακό δέρμα ελαφιού τύλιγε τα μακριά, μυώδη πόδια του, ενώ οι αστραφτερές, γερμανικού τύπου μπότες του ήταν εφαρμοστές στους αστραγάλους. Όλα πάνω του έδειχναν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

123

ότι του άρεσε η φύση, ότι ήταν τύπος αθλητικός, ένας καταραμένος Σπαρτιάτης, το οποίο ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη φήμη του που τον ήθελε να είναι ένα διεφθαρμένο πλάσμα της νύχτας, παραδομένο σε αισθησιακές απολαύσεις και μεταμεσονύκτιες κραιπάλες. Ό,τι κι αν ήταν, πάντως, μαγνήτιζε επικίνδυνα τις αισθήσεις της. Όταν φάνηκε ότι η κυρία δεν είχε σκοπό να κάνει κι άλλο βήμα που θα την έφερνε πιο κοντά του, ο Άντονι της είπε: «Ευτυχώς που βγήκες, καρδιά μου. Είχα αρχίσει να φαντασιώνομαι ότι μπαίνω κρυφά στο δωμάτιό σου και σε βρίσκω στο κρεβάτι ακόμα…». «Σερ Άντονι!» «Ήταν ξεκλείδωτη η πόρτα σου;» την πείραξε, αλλά μόλις είδε να τον κοιτάζει τόσο αγριεμένα, τελικά γέλασε πνιχτά. «Μ η με κατακεραυνώνεις με τα όμορφά σου μάτια, γλυκιά μου. Δεν εννοούσα τίποτε απ’ όσα είπα. Μ πορείς να προχωρήσεις άφοβα. Σήμερα σκοπεύω να δείξω τον καλύτερο εαυτό μου, να είμαι σωστός κύριος και να θάψω βαθιά μέσα μου όλα τα διεστραμμένα ένστικτά μου που μπορεί να σε τρόμαξαν». «Το υπόσχεσαι;» Εκείνος χαμογέλασε πλατιά. «Πρέπει;» «Ναι». «Πολύ καλά. Σου δίνω την υπόσχεσή μου με κάθε σοβαρότητα και ειλικρίνεια, μέχρι να με λυπηθείς και να μου τη δώσεις πίσω». Το βραχνό της γέλιο ήταν μουσική στ’ αυτιά του. «Θα σ’ τη δώσω πίσω, σερ Άντονι, όταν θα έχεις γεράσει τόσο που δεν θα ξέρεις πια τι να την κάνεις. Ούτε μέρα νωρίτερα». Και τότε προχώρησε, σταματώντας ακριβώς μπροστά του, με το παρασόλι της υπό μάλης και το καπέλο της, που το κρατούσε στο χέρι από το κορδόνι του, να ταλαντεύεται. Ήταν, μα τον Θεό, χάρμα οφθαλμών με τα σαρκώδη χείλη της να χαμογελούν πλατιά, το αποφασιστικό μικρό πιγούνι που είχε αποδειχτεί τόσο πεισματάρικο και τα υπέροχα μάτια της με τις χρυσαφένιες


124

JOHANNA LINDSEY

πιτσιλιές να λάμπουν από ευθυμία. Ήταν έξυπνη κίνηση να σηκωθεί και να φύγει από το Σίλβερλεϊ χθες βράδυ, σκέφτηκε ο Άντονι, πολύ έξυπνη. Αν είχε μείνει, δεν θα ξεκολλούσε από πάνω της, ενώ εκείνη χρειαζόταν λίγο χρόνο μόνη για να ξεθυμάνει η οργή της. Κι έτσι είχε πάει στο χωριό να το γιορτάσει, είχε κάθε λόγο να γιορτάζει. Μ πορεί η Ρόσλιν να τον είχε χαστουκίσει, αλλά, Χριστέ μου, είχε καταφέρει να την ερεθίσει κι αυτός ήταν αρκετός λόγος για να έχει τρομερά κέφια, αλλά και να χρειάζεται απεγνωσμένα μια γυναίκα, αφού κι εκείνη είχε καταφέρει να τον ανάψει για τα καλά. Του ήρθε να βάλει τα γέλια, όταν θυμήθηκε ότι το σχέδιό του είχε πάει στράφι τελικά. Το πρόβλημα ήταν ότι μέχρι να βρει μια πρόθυμη κοπελιά, και όμορφη επίσης, στο μικρό καπηλειό που είχε καταλήξει, του είχε φύγει πλέον η ανάγκη αλλά και κάθε διά​θεση για άλλη γυναίκα, εκτός από εκείνη που είχε αφήσει πίσω του στο Σίλβερλεϊ. Κι έτσι, όταν λίγη ώρα αργότερα στο ίδιο καπηλειό εμφανίστηκε απροσδόκητα ο Τζέιμς, του έκανε ευχαρίστως πάσα τη νεαρή κοκότα κι εκείνος αρκέστηκε να το ρίξει στο ποτό σχεδιάζοντας την επόμενη κίνησή του. Είχε πάρει την απόφαση –μια αρκετά έξυπνη απόφαση, αν το τωρινό χαμόγελο της Ρόσλιν σήμαινε κάτι–, να αλλάξει τακτική προς το παρόν. Κι αφού τα κουβέντιασε για πολλή ώρα με την αγαπημένη του ανιψιά σήμερα το πρωί, είχε καταστρώσει τελικά το τέλειο σχέδιο. Θα προσέφερε στην κυρία αυτό που δεν μπορούσε να αρνηθεί· βοήθεια για να πετύχει το στόχο της. Φυσικά, αν οι συμβουλές που θα της έδινε την εμπόδιζαν αντί να τη βοηθούν, δεν θα στεναχωριόταν κιόλας ο Άντονι. Γιατί πολύ απλά ο δικός της στόχος δεν είχε καμία σχέση με τον δικό του. Η Ρόσλιν περίμενε καρτερικά να τον ακούσει να της λέει το λόγο που την περίμενε έξω από το δωμάτιό της. Αχ, τι δύναμη που έχουν λίγες λεξούλες μόνο. Ήταν άνετη και χαλαρή πια, διόλου επιφυλακτική, εμπιστευόμενη πλήρως την υπόσχεση που της είχε δώσει. Πού να φανταστεί ότι τα πάθη του ήταν πολύ


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

125

ισχυρότερα από τις ψεύτικες υποσχέσεις του, τουλάχιστον σε ό,τι είχε να κάνει με το γυναικείο φύλο. Ο Άντονι απομακρύνθηκε από το κιγκλίδωμα, οι κινήσεις του αβίαστες, η φωνή του απρόσωπη. «Θα ήταν καλό, λαίδη Ρόσλιν, να πάμε κάπου όπου να μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως». Την έζωσαν τα φίδια πάλι. «Δεν βλέπω το λόγο…» Το χαμόγελό του την αφόπλισε. «Γλυκιά μου, να μιλήσουμε είπα, τίποτε παραπάνω. Αν δεν μπορείς να μ’ εμπιστευτείς, πώς θα σε βοηθήσω;» Εκείνη σάστισε. «Να με βοηθήσεις;» «Ασφαλώς», απάντησε εκείνος. «Αυτό είχα κατά νου. Πάμε λοιπόν». Μ όνο και μόνο από καθαρή περιέργεια δεν είπε τίποτα η Ρόσλιν και τον άφησε να την οδηγήσει στον κάτω όροφο, στη βιβλιο​θήκη. Πολύ απλά δεν μπορούσε να φανταστεί σε ποιο πράγμα πίστευε εκείνος ότι μπορούσε να τη βοηθήσει. Τα μόνα προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτή τη στιγμή ήταν η έλξη που ένιωθε για αυτόν και η αδυναμία της να δει τι κρυβόταν κάτω από το προσωπείο που παρουσίαζαν οι υποψήφιοί της στον έξω κόσμο. Λες να ήταν για τους υποψήφιους συζύγους της; Μ πα, αποκλείεται να γνώριζε ο Άντονι γι’ αυτούς. Είτε εκείνος γνώριζε είτε όχι, όμως, η Ρόσλιν με τρόμο αισθάνθηκε να γίνεται κατακόκκινη από ντροπή και μόνο στη σκέψη. Ευτυχώς ο Άντονι δεν το πρόσεξε. Την οδήγησε σε έναν καναπέ, κατόπιν πήγε στο τέρμα του μακρόστενου δωματίου και σταμάτησε μπροστά σ’ ένα φορητό μπαρ. «Κονιάκ;» τη ρώτησε με την πλάτη γυρισμένη. «Τέτοια ώρα;» Ο δύσπιστος τόνος της τον έκανε να χαμογελάσει. «Ασφαλώς και όχι. Τι ανόητο εκ μέρους μου». Εκείνος όμως χρειαζόταν οπωσδήποτε ένα ποτό, όταν σκέφτηκε ότι την είχε ξεμοναχιάσει επιτέλους κι έφτανε απλώς να κλειδώσει την πόρτα. Αλλά δεν την είχε φέρει εδώ γι’ αυτό και καλά θα έκανε αυτό να το θυμάται πρώτο απ’ όλα τα


126

JOHANNA LINDSEY

υπόλοιπα. Έβαλε το κονιάκ του, έπειτα γύρισε και πήγε και στάθηκε μπροστά στον καναπέ όπου εκείνη καθόταν τόσο κόσμια – είχε τα πόδια της ενωμένα, με το παρασόλι και το καπέλο ακουμπισμένα πάνω τους. Είχε στριμωχτεί στη μία γωνία του καναπέ, διατηρώντας αρκετή απόσταση από το σημείο που θα καθόταν εκείνος. Θα γινόταν κουραστικός αν καθόταν δίπλα της, τη στιγμή που ήταν απολύτως ξεκάθαρο ότι εκείνη δεν το ήθελε. Το έκανε, ωστόσο, αν και φρόντισε να αφήσει αρκετή απόσταση μεταξύ τους για να μην την πανικοβάλει. Εκείνη όμως πανικοβλήθηκε ακόμη κι έτσι. «Σερ Άντονι…» «Δεν νομίζεις ότι είναι καιρός πια να με λες Άντονι ή ακόμη καλύτερα Τόνι; Στο κάτω κάτω, αν είναι να γίνω ο έμπιστός σου...» «Ο ποιος μου;» Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι. «Τόσο βαριά σου φαίνεται αυτή η λέξη; Προτιμάς καλύτερα φίλος και σύμβουλος; Μ ετά τη μεγάλη κουβέντα που έκανα με την ανιψιά μου σήμερα το πρωί, συνειδητοποίησα ότι έχεις μεγάλη ανάγκη κι από τα δύο». «Σου μίλησε!» Η φωνή της Ρόσλιν είχε κατηγορητικό τόνο. «Δεν είχε κανένα δικαίωμα, γαμώτο!» «Α, το έκανε μονάχα από καλή πρόθεση, γλυκιά μου. Ήθελε να μου δώσει να καταλάβω ότι σκοπεύεις σοβαρά να παντρευτείς. Απ’ ό,τι φαίνεται, πιστεύει ότι έχω άσεμνες βλέψεις για εσένα. Απορώ πώς της ήρθε αυτή η ιδέα». Η Ρόσλιν τον αγριοκοίταξε, αλλά στάθηκε αδύνατον να παραμείνει θυμωμένη μετά το τελευταίο του σχόλιο. Και γέλασε με το βαθύ κι απολαυστικό της γέλιο. «Είσαι σκέτο μούτρο, φίλε. Παίρνεις ποτέ τίποτα εσύ στα σοβαρά;» «Όχι, αν είναι στο χέρι μου». Της χαμογέλασε πλατιά. «Για προσπάθησε, λοιπόν, να με πείσεις γιατί, ειδικά εσύ, μπορεί να θέλεις να με βοηθήσεις να παντρευτώ». «Πολύ απλά σκέφτηκα ότι όσο πιο γρήγορα παντρευτείς και


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

127

ξεμπερδεύεις μ’ αυτόν το βραχνά, τόσο πιο γρήγορα θα σ’ έχω στο κρεβάτι μου», της απάντησε πρόστυχα. Οτιδήποτε άλλο δεν θα το πίστευε η Ρόσλιν. Αυτό όμως το πίστευε απόλυτα. «Δεν νομίζεις ότι είναι κάπως παρακινδυνευμένο το σχέδιό σου;» τον πείραξε. «Θα μπορούσα να ερωτευτώ παθιασμένα το σύζυγό μου, ξέρεις». «Φάε τη γλώσσα σου!» απάντησε εκείνος παριστάνοντας τον τρομοκρατημένο. «Κανένας δεν ερωτεύεται παθιασμένα στις μέρες μας, γλυκιά μου, εκτός μόνο από τους ρομαντικούς νέους και τους ξεμωραμένους γέρους. Κι εσύ αντιμετωπίζεις αυτό το θέμα με απολύτως ψυχρή λογική, επομένως δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα». «Προς το παρόν, δεν θα διαφωνήσω ως προς αυτό. Για πες μου, λοιπόν, τι ακριβώς είσαι διατεθειμένος να κάνεις για εμένα;» Ο υπαινιγμός της ερώτησής της έφερε μια σπίθα ευθυμίας στα μάτια του. «Η περίπτωσή σου είναι παρόμοια με της Ρέτζι όταν έψαχνε κι εκείνη σύζυγο. Ένιωθε πίεση επειδή έπειτα από μία ολόκληρη σεζόν, αλλά και μια περιοδεία στην ηπειρωτική Ευρώπη, δεν είχε καταφέρει τίποτα. Αν και δεν ήταν δικό της το φταίξιμο, φυσικά. Έπρεπε να βρει έναν άντρα τον οποίο τα αδέλφια μου κι εγώ να εγκρίναμε ως κατάλληλο για εκείνη». «Ναι, θυμάμαι που κάτι μου είπε σχετικά». «Σου είπε μήπως και πώς έλυσε τελικά το πρόβλημά της;» «Μ ου είπε ότι ατιμάστηκε κι αναγκάστηκε να παντρευτεί». Η Ρόσλιν ξαφνιάστηκε που τον είδε να παίρνει βλοσυρό ύφος, όταν άκουσε την απάντησή της. «Καμία σχέση. Δεν έφταιγε εκείνη, αλλά η γελοία ιδέα του Μ οντάιθ να κάνει πλάκα στην τότε ερωμένη του και που τελικά πήγε στραβά. Και δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό, σε παρακαλώ. Αλλά προτού γίνει έτσι, η Ρέτζι είχε προσλάβει έναν ηλικιωμένο λόρδο που γνώριζε στην κυριολεξία τους πάντες και τον έσερνε μαζί της σε κάθε κοινωνική εκδήλωση αλλά και στην περιοδεία της, και μ’


128

JOHANNA LINDSEY

ένα σινιάλο που είχαν επινοήσει οι δυο τους, εκείνος της έλεγε ποιοι άντρες απ’ όσους γνώριζε άξιζαν να τους εξετάσει ως υποψήφιους συζύγους ή όχι». Το βλέμμα της αγρίεψε. «Ελπίζω να μην προτείνεις να σε παίρνω μαζί μου όπου πάω, σερ Άντονι, γιατί…» Εκείνος έσπευσε να την προλάβει. «Κάθε άλλο, κι άλλωστε κάτι τέτοιο είναι περιττό. Σύμφωνα με τη Ρέτζι, έχεις ήδη αρκετούς τύπους υπόψη σου ως υποψηφίους. Τυχαίνει να τους γνωρίζω πολύ καλύτερα από τον Μ οντάιθ, μια και είναι όλοι τους πιο κοντά στη δική μου ηλικία απ’ ό,τι στη δική του. Τρεις από αυτούς ανήκουν στη λέσχη μου· ο τέταρτος συχνάζει στο ίδιο αθλητικό κέντρο που πηγαίνω κι εγώ. Μ όνο μία ερώτηση έχω να σου κάνω, γλυκιά μου. Γιατί απορρίπτεις τους άντρες που είναι πιο κοντά στην ηλικία σου;» Η Ρόσλιν απέστρεψε το βλέμμα της και μουρμούρισε: «Ένας μεγαλύτερος σε ηλικία άντρας θα έχει μάλλον περισσότερη υπομονή με τα ελαττώματά μου απ’ ό,τι ένας νεότερος». «Τα ελαττώματά σου; Μ η μου πεις». «Όλοι έχουν ελαττώματα!» αρπάχτηκε εκείνη. «Δεν φαντάζομαι ένα από αυτά να είναι ότι αρπάζεσαι εύκολα, ε;» Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, πράγμα που τον έκανε να γελάσει, αλλά εκείνη συνέχισε τσαντισμένα. «Ένας μεγαλύτερος άντρας θα είναι πιο κατασταλαγμένος, θα έχει χορτάσει τη ζωή. Αν είναι να μείνω πιστή σ’ αυτόν το γάμο, περιμένω να κάνει το ίδιο και ο άντρας μου». «Μ α εσύ δεν πρόκειται να είσαι πιστή, καρδιά μου», της υπενθύμισε εκείνος. «Αν δεν είμαι, τότε δεν θα περιμένω να είναι ούτε αυτός. Αν όμως είμαι εγώ, τότε θα είναι κι αυτός. Αλλά ας τ’ αφήσουμε αυτά. Το θέμα είναι ότι ο παππούς μου ήταν εκείνος που μου είπε να βρω έναν έμπειρο άντρα και, για να πω την αλήθεια, οι νεότεροι άντρες που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα δεν μ’ εντυπωσίασαν – εκτός από έναν που σκοπεύω να εντάξω στη


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

129

λίστα μου». «Ποιον;» «Τον Τζάστιν Γουόρτον». «Τον Γουόρτον!» αναφώνησε ο Άντονι κι ανακάθισε απότομα. «Μ α αυτός είναι μαμάκιας!» «Δεν χρειάζεται να τον κακολογείς», αποκρίθηκε κοφτά εκείνη. «Γλυκό μου κορίτσι, αν το μόνο που θέλεις από εμένα είναι να σου δίνω μια εξωραϊσμένη εικόνα για τους τυχερούς που έχεις βρει για να παντρευτείς, τότε δεν βλέπω πώς μπορώ να σε βοηθήσω. Όλοι τους παρουσιάζουν προς τα έξω ένα άμεμπτο πρόσωπο, πράγμα αναμενόμενο για κυρίους της κοινωνικής τους υπόστασης. Εγώ νόμιζα ότι ενδιαφερόσουν να μάθεις τα άπλυτα του καθενός τους». Η Ρόσλιν ένιωσε ζεστασιά που τη μάλωσε. «Έχεις δίκιο και σου ζητώ συγγνώμη. Πολύ καλά, λοιπόν, κατά τη γνώμη σου ποιος απ’ όλους θα γινόταν καλύτερος σύζυγος;» «Εσύ δεν έχεις καμία ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιον;» «Για να πω την αλήθεια, όχι. Προσωπικά, τους βρίσκω όλους ελκυστικούς κι αρκετά κατάλληλους με βάση όσα γνωρίζω για εκείνους μέχρι στιγμής. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Δεν ξέρω σε ποιον πρέπει να επικεντρωθώ για να τελειώνει αυτό το θέμα». Ο Άντονι χαλάρωσε πάλι, έγειρε πίσω κι άπλωσε αδιάφορα το χέρι του στην πλάτη του καναπέ, ακριβώς πίσω από το κεφάλι της. Εκείνη δεν έδειξε να το πρόσεξε. Περίμενε ανυπόμονα να της απαντήσει, πράγμα που εκείνος θ’ απέφευγε πολύ προσεκτικά να κάνει. «Ίσως βοηθούσε αν μου έλεγες τι αρετές προτιμάς να έχει ο σύζυγός σου», της πρότεινε. «Να είναι καλόβολος, τρυφερός, ευαίσθητος, έξυπνος, υπομονετικός, όπως προείπα…» «Τέλεια». Το πλατύ χαμόγελό του ήταν απίστευτα εξοργιστικό. «Επομένως θα πεθάνεις από ανία, γλυκιά μου, κι αυτό θα μας φέρει κοντά πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενα». Τα


130

JOHANNA LINDSEY

σφιγμένα χείλη της και το φαρμακερό της βλέμμα τον έκαναν να γελάσει χωρίς την παραμικρή ενοχή. «Συγγνώμη, τι έλεγες;» «Πρέπει επίσης να υπογραφεί ένα προγαμιαίο συμβόλαιο», συνέχισε σφιγμένα εκείνη, «που θα απαγορεύει στο σύζυγό μου να έχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω σ’ εμένα ή στην περιουσία μου». «Δική σου ιδέα;» «Του παππού μου. Ήταν ένας πεισματάρης γέρος με ισχυρές απόψεις. Εφόσον μου άφηνε την περιουσία του ήθελε να βεβαιωθεί ότι θα έμενε σ’ εμένα και ότι δεν θα περνούσε στα χέρια ενός ξένου τον οποίο μπορεί να ενέκρινε, αλλά μπορεί και όχι. Έβαλε να συντάξουν το συμβόλαιο πριν πεθάνει». «Αφού ήταν τόσο ιδιότροπος, τότε γιατί δεν κανόνισε να σε παντρέψει εκείνος;» Το βλέμμα της ήταν νοσταλγικό. «Είχαμε ένα ιδιαίτερο δέσιμο, Άντονι. Εγώ δεν ήθελα να τον αφήσω μόνο όσο ζούσε κι εκείνος δεν θα μ’ ανάγκαζε ποτέ να φύγω με το ζόρι». Ο Άντονι χαμογέλασε σαν την άκουσε να χρησιμοποιεί το όνομά του, να της βγαίνει τόσο αβίαστα. Τελικά αποδεικνυόταν ότι η Ρόσλιν ένιωθε σιγά σιγά πιο άνετα μαζί του. Μ έχρι που είχε λυγίσει και το ένα της γόνατο για να στραφεί προς το μέρος του όσο του μιλούσε και λίγο-πολύ τον κοίταζε καταπρόσωπο τώρα. Θα ήταν τόσο εύκολο να αφήσει το χέρι του να πέσει στους ώμους της και να την τραβήξει κοντά του. Ο Άντονι τράνταξε νοερά τον εαυτό του να συνέλθει. «Η αλήθεια είναι ότι αυτό το θέμα σηκώνει συζήτηση. Ο μοναδικός που μπορώ να σκεφτώ ότι μπορεί να είχε αντίρρηση μ’ αυτό το συμβόλαιο είναι ο Σάβιτζ. Όχι ότι θα εποφθαλμιούσε την περιουσία σου. Είναι αρκετά πλούσιος, απ’ όσο ξέρω, αφού για εκείνον δεν είναι κριτήριο ο πλούτος για να παντρευτεί. Αλλά δεν είναι άντρας που του αρέσει να του βάζουν περιορισμούς. Πάντως, αν σε θέλει, κανονικά δεν θα έπρεπε να τον πειράζει». «Δηλαδή, αυτόν προτείνεις;» «Γλυκιά μου, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι η ευφυΐα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

131

είναι το μοναδικό κριτήριο που πληροί απ’ όλα όσα ζητάς. Εδώ που τα λέμε, κανένας απ’ αυτούς τους τύπους δεν πρόκειται να ικανοποιήσει όλες τις αρετές που αναζητάς σ’ έναν άντρα. Θα έλεγα ότι ο Γουόρτον πλησιάζει στο στόχο, αλλά αν τον παντρευτείς, θα παντρευτείς μαζί και τη μητέρα του – αν τον αφήσει ποτέ να παντρευτεί δηλαδή. Ποτέ δεν έχω δει γυναίκα να κρατάει τα ηνία τόσο γερά, όσο αυτή η επιβλητική κυρία». Η Ρόσλιν είχε αρχίσει να συνοφρυώνεται προτού εκείνος τελειώσει τη φράση του. «Πολύ καλά, άρα αυτόν δεν τον προτείνεις. Πες μου μόνο τι ξέρεις για τους υπόλοιπους». «Αυτό είναι εύκολο. Να αρχίσουμε με τον Φλέμινγκ; Το παρατσούκλι του είναι “ο γκαφατζής υποκόμης”, επειδή κάτι θα πρέπει να κάνει λάθος και δεν τον έχει δει ποτέ κανένας δεύτερη φορά με την ίδια γυναίκα, αλλά ίσως εσύ να γίνεις η εξαίρεση. Είναι λιγόψυχος. Ορισμένοι θα τον έλεγαν ακόμη και δειλό. Απ’ ό,τι φαίνεται, τον προκάλεσε κάποτε σε μονομαχία ένας νεαρός κι εκείνος δεν αποδέχτηκε την πρόκληση. Ποτέ δεν μαθεύτηκε ο λόγος. Σου έχει δείξει ότι ενδιαφέρεται σίγουρα;» Βασικά δεν το είχε κάνει, αλλά δεν ήταν αυτό το θέμα τώρα. «Άλλος;» Ο Άντονι κρυφογέλασε που η Ρόσλιν απέφυγε να του απαντήσει. Δεν χρειαζόταν να της πει ακόμα ότι τα γούστα του νεαρού Φλέμινγκ έκλιναν προς όσους φορούσαν μπότες παρά σατέν πασουμάκια. Αν κατάφερνε τον τύπο να την παντρευτεί – που πολύ αμφέβαλλε– θα άρχιζε πολύ σύντομα να ψάχνει εραστή εκτός του συζυγικού κρεβατιού. «Ο κόμης του Ντάνσταντον είναι αρκετά συμπαθητικός τύπος· μόνο που έχει μια γλώσσα τόσο κοφτερή που μπορεί να σε κάνει κομμάτια. Ωστόσο, τον κυνηγά η τραγωδία με τρεις συζύγους νεκρές τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν το ξέρουν πολλοί, αλλά με το θάνατο κάθε συζύγου, η περιουσία του διπλασιαζόταν». «Δεν πιστεύω να υπονοείς ότι…» «Κάθε άλλο», τη διαβεβαίωσε κι εκμεταλλευόμενος τον


132

JOHANNA LINDSEY

πανικό της ανασήκωσε το γόνατό του σε σημείο που ίσα ίσα να αγγίζει το δικό της. «Πρόκειται απλώς για εικασίες που διαδίδουν ζηλόφθονοι τύποι που δεν έχουν τόσα χρήματα». Ο σπόρος είχε φυτευτεί, αν και με ανακρίβειες. Δύο από τις συζύγους είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια του τοκετού, δύο γεγονότα αληθινά τραγικά, μια και συνέβησαν το ένα μετά το άλλο. Η τρίτη είχε γκρεμοτσακιστεί, με αποτέλεσμα να τη μαζέψουν με τα κουταλάκια, αλλά σίγουρα δεν έφταιγε ο κόμης γι’ αυτό – εκτός κι αν είχε τη δύναμη να προκαλέσει την τρομακτική καταιγίδα που είχε τρομάξει το άλογο της γυναίκας και την είχε οδηγήσει στον γκρεμό. «Και ο σερ Αρτέμους;» «Λατρεύει τον τζόγο, αλλά και ποιος δεν τον λατρεύει, εδώ που τα λέμε», είπε κλείνοντάς της το μάτι. «Χώρια που αν πας μ’ αυτόν, θα έχεις κι έτοιμη οικογένεια. Έχει σπείρει καμιά δεκαριά κουτσούβελα…» «Μ α μου είπαν ότι έχει μόνο πέντε παιδιά!» «Πέντε νόμιμα. Ναι, δεν θα προλαβαίνεις να παίρνεις ανάσα και μην περιμένεις ότι ο Σάντγουελ θα σε βοηθάει και πολύ. Τείνει να ξεχνάει ότι έχει καν παιδιά. Σκοπεύεις να αποκτήσεις και δικά σου;» Το κοκκίνισμά της έκανε το θαύμα του και ο Άντονι ξέχασε στη στιγμή τις όποιες καλές προθέσεις είχε μέχρι στιγμής. Το χέρι του γλίστρησε στον αυχένα της και, χωρίς εκείνος να σαλέψει, την τράβηξε πάνω στο στήθος του, ενώ τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν στα μαλλιά της ανασηκώνοντας το στόμα της για να δεχτεί το φιλί του. Μ όνο που αυτό δεν έγινε ποτέ. Η Ρόσλιν τον έσπρωξε τόσο γρήγορα και δυνατά που αιφνιδιασμένος εκείνος την άφησε ελεύθερη. «Μ ου υποσχέθηκες!» Ο Άντονι ανακάθισε και πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά του μ’ έναν τρόπο που έδειχνε ανυπομονησία κι απογοήτευση, ωστόσο η φωνή του ήταν υπόδειγμα ηρεμίας.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

133

«Μ ην ξεχνάς, γλυκιά μου, ότι ο ρόλος του έμπιστου είναι καινούριος για μένα και θα χρειαστώ λίγο χρόνο μέχρι να τον συνηθίσω». Και τότε την κοίταξε πλάγια και είδε την οργή στα μάτια της. «Ωχ, για όνομα του Θεού, μη με κοιτάζεις δολοφονικά για κάτι που έχω μάθει να κάνω ενστικτωδώς. Να είσαι σίγουρη ότι δεν θα επαναληφθεί». Η Ρόσλιν σηκώθηκε, γύρισε και τον κοίταξε κρατώντας σφιχτά το παρασόλι της, λες και ήταν όπλο που μπορούσε να τον εμποδίσει να της επιτεθεί. «Αν δεν έχεις να μου πεις κάτι άλλο…» Αχ και να ’ξερες, καρδιά μου, ότι μόνο και μόνο επειδή εγώ το θέλω δεν κινδυνεύεις από εμένα αυτή τη στιγμή. «Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τα κουτσομπολιά από τα γεγονότα. Δώσε μου μία βδομάδα ή δύο καιρό…» «Μ ία βδομάδα». Εκείνος έγειρε πάλι πίσω, στηρίζοντας τα χέρια του στην πλάτη του καναπέ και την κοίταξε νωχελικά. Το γεγονός ότι του μιλούσε ακόμα, ότι ήταν ακόμα πρόθυμη να βασιστεί στις συμβουλές του του έλεγε όλα όσα ήθελε να μάθει. Δεν του είχε θυμώσει και τόσο πολύ. «Φτιάξε λίγο τα μαλλιά σου, γλυκιά μου, και θα σε συνοδεύσω εγώ στη λίμνη». Έπνιξε το γέλιο του όταν την άκουσε να μουρμουρίζει αγανακτισμένη καθώς ανακάλυψε ότι πάλι της είχε χαλάσει το χτένισμα. Έσφιξε το σινιόν της με ανυπόμονες κινήσεις και το σκέπασε με το καπέλο της. Εκείνος τότε γέλασε φωναχτά, εισπράττοντας ένα δολοφονικό βλέμμα από τη Ρόσλιν, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον διασκεδάσει ακόμη περισσότερο. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, ενώ περπατούσαν στην καταπράσινη πίσω έκταση του σπιτιού, η Ρόσλιν βρέθηκε πάλι μπλεγμένη στα δίχτυα της ακατανίκητης γοητείας του και του χαμογελούσε ξανά, έτοιμη να του συγχωρήσει το ατόπημά του. Μ όνο που αυτό δεν κράτησε πολύ. Δεν είχε συνειδητοποιήσει


134

JOHANNA LINDSEY

πώς θα φαινόταν το γεγονός ότι εκείνη είχε μείνει στο σπίτι και ότι εκείνος είχε επίσης μείνει στο σπίτι, ενώ όλοι οι άλλοι είχαν πάει στο κυνήγι. Έφτανε όμως μια ματιά στο σαστισμένο συνοφρύωμα του Τζάστιν, όταν τους είδε να πλησιάζουν την παρέα στη λίμνη, για να τη φέρει στα σύγκαλά της. «Δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα να μας δουν μαζί», είπε στον Άντονι, όταν εντόπισε στην παρέα της λίμνης κι αρκετούς άλλους από τους υποψηφίους της. «Αν ήμαστε οπουδήποτε αλλού, θα συμφωνούσα μαζί σου, γλυκιά μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά είμαι συγγενής της οικοδέσποινας και είναι απολύτως φυσιολογικό κι αναμενόμενο ότι θα συναναστρέφομαι με τους καλεσμένους». Η παντελής έλλειψη ανησυχίας από την πλευρά του την ενόχλησε, επειδή την είχαν ήδη δει τόσο ο λόρδος Γκράχαμ όσο και ο λόρδος Φλέμινγκ, οι οποίοι είχαν έρθει για να απολαύσουν το σημερινό πρόγραμμα. Δεν μπορούσε να ξέρει αν θεώρησαν απρεπές το γεγονός ότι έφτανε καθυστερημένα, αγκαζέ με τον σερ Άντονι. Αλλά ούτε μπορούσε να ξεχάσει τη φιλική προειδοποίηση της Ρετζίνα, ότι οποιαδήποτε κυρία φαινόταν να έχει τραβήξει το ενδιαφέρον του συγκεκριμένου καρδιοκατακτητή, γινόταν βορά των σαρκοφάγων κουτσομπόληδων. Όπως και να ’χε, το ότι έφτανε στη λίμνη με τη συνοδεία εκείνου από τη στιγμή που δεν είχε πάει κανείς από τους δύο στο κυνήγι, δεν τη βοηθούσε και ιδιαίτερα, εφόσον οι άντρες που στην πραγματικότητα «κορτάριζε» σίγουρα θ’ αναρωτιόνταν γι’ αυτό. Ο Άντονι έπρεπε να το ξέρει. Ήταν πολύ πιο έμπειρος από εκείνη σε τέτοια πράγματα. Κι έτσι η ενόχλησή της διοχετεύτηκε αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπό του και ήταν τόσο έντονη, που την έκανε να θέλει να σπάσει το περίβλημα της αδιαφορίας του. «Ξέρεις, Άντονι, ακόμη κι αν τελικά βαρεθώ τον άντρα μου, αυτό δεν πάει να πει ότι θα ωφεληθείς εσύ απ’ αυτό». Εκείνος φάνηκε να καταλαβαίνει ότι τον τσιγκλούσε επίτηδες


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

135

–ή έστω αυτό έδειχνε το χαμόγελό του– και η απάντησή του την έκανε να ριγήσει ολόκληρη από πανικό. «Αντιθέτως. Στο τέλος θα γίνεις ερωμένη μου, καρδιά μου. Δεν θα είχα συμφωνήσει ποτέ να σε βοηθήσω, αν δεν ήμουν απολύτως βέβαιος γι’ αυτό».


136

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 13

«Όχι! Κάνε, Θε μου, να είναι όνειρο!» Στην πραγματικότητα ήταν εφιάλτης να ξυπνήσει σ’ ένα δωμάτιο, στο οποίο δεν είχε πάει για να κοιμηθεί, και να μην μπορεί να θυμηθεί πώς είχε βρεθεί εκεί. Η Ρόσλιν κοίταξε τριγύρω με μάτια ορθάνοιχτα και προσευχόταν να μην ήταν ξύπνια, παρόλο που το ’ξερε πως ήταν. Λεκιασμένη, ξεφλουδισμένη ταπετσαρία. Μ ια ραγισμένη λεκάνη με νερό και μια κατσαρίδα να ανεβαίνει γρήγορα στην κανάτα που βρισκόταν πλάι στη λεκάνη, η οποία ήταν προσεκτικά ακουμπισμένη πάνω σ’ ένα τραπέζι με τρία πόδια στηριγμένο σε μία γωνία επειδή του έλειπε το τέταρτο πόδι. Ένα μονό, στενό κρεβάτι, τραχιά, μάλλινη κουβέρτα απλωμένη πάνω της μέχρι τη μέση. Πάτωμα γυμνό, τοίχοι γυμνοί, παράθυρα γυμνά. Πώς ήταν δυνατόν; Η Ρόσλιν πίεσε τις παλάμες της στο μέτωπό της, προσπαθώντας να θυμηθεί. Μ ήπως είχε αρρωστήσει; Ή της είχε συμβεί κάποιο ατύχημα; Αλλά το μόνο που θυμόταν ήταν η χθεσινή βραδιά –αν δηλαδή ήταν χθες και όχι πριν από μέρες–, κι ενδιάμεσα τίποτε άλλο. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ένα ενοχλητικό σύμπτωμα που το είχε συνεχώς από τότε που είχε γνωρίσει τον Άντονι Μ άλορι. Είχε επιστρέψει μαζί με τη Φράνσις από την εξοχή πριν τρεις μέρες, μα ήταν αδύνατον να ξεχάσει το διάστημα που είχε περάσει εκεί με τον Άντονι, αλλά και την αναπάντεχη


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

137

μεταστροφή του όταν προσφέρθηκε να τη βοηθήσει αντί να την ξελογιάσει. Ωστόσο, παρά την υπόσχεσή του να πάψει να την κυνηγάει – τουλάχιστον ώσπου να παντρευτεί–, δεν την είχε αφήσει μόνη εκείνη τη μέρα. Ω, την είχε αφήσει μόνη της για να μπορεί να κυκλοφορεί με τους άλλους στο πικ νικ και να κάνει τα κόλπα της στους υποψηφίους της, μα κάθε φορά που τον έβλεπε μέσα στο πλήθος, τα μάτια της έσμιγαν με τα δικά του, σαν να την παρακολουθούσαν ασταμάτητα. Κι εκείνη τη νύχτα, κάνοντάς τη θηρίο από θυμό, είχε χορέψει όχι μία αλλά τρεις φορές μαζί της, με το πρόσχημα της κοινωνικής συναναστροφής. Αλλά δεν χόρεψε με καμία άλλη, ούτε καν με την ανιψιά του. Η Ρόσλιν είχε γίνει έξαλλη όταν κατάλαβε τι έκανε ο Άντονι, αν και στο μεταξύ το κακό είχε γίνει. Ο λόρδος Γκράχαμ, ο κόμης του Ντάνσταντον, ακύρωσε την πρόσκλησή του για το θέατρο όταν θα επέστρεφαν στο Λονδίνο κι ας της το είχε προτείνει μόλις το ίδιο απόγευμα. Ισχυρίστηκε ότι ξαφνικά θυμήθηκε μια ανειλημμένη υποχρέωση που είχε, ενώ ήταν ολοφάνερο ότι απλώς τρομοκρατήθηκε από το ενδιαφέρον που απροκάλυπτα έδειχνε ο Άντονι για εκείνη. Ναι, δεν την έπιανε ύπνος χθες βράδυ –πού να κλείσει μάτι από τα νεύρα της–, που ούτε ένας από τους υποψήφιους συζύγους της δεν της είχε κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα από τότε που είχε γυρίσει στο Λονδίνο και δεν είχε αυταπάτες ότι απλώς δεν άδειαζαν από τις δουλειές τους. Η αθώα «κοινωνική συναναστροφή» του Άντονι της είχε καταστρέψει ανεπανόρθωτα όποια πρόοδο είχε κάνει. Αφού λοιπόν τα θυμόταν όλα αυτά, πώς ήταν δυνατόν να μην μπορεί να θυμηθεί πώς βρέθηκε εδώ, σ’ αυτό το φριχτό καμαράκι; Λες ο Άντονι να… Όχι, δεν θα τολμούσε. Και πολύ αμφέβαλλε ότι της Φράνσις της είχε στρίψει ξαφνικά και με κάποιον τρόπο είχε κανονίσει να γίνει όλο αυτό. Οπότε μόνο άλλη μία περίπτωση απέμενε – εκτός κι αν ήταν τόσο άρρωστη που όλο αυτό δεν ήταν παρά ένα παραλήρημα και γι’ αυτό το


138

JOHANNA LINDSEY

ένιωθε ολοζώντανα. Ο Τζόρντι την είχε πιάσει. Κάπως, με κάποιον τρόπο, είχε καταφέρει να την απαγάγει ακριβώς έξω από το σπίτι στην οδό Σάουθ Όντλεϊ στο Μ έιφερ κι ένας Θεός ήξερε πού την είχε φέρει τώρα. Αδιανόητο μεν, αλλά ποιος άλλος θα μπορούσε να το είχε κάνει; Μ όνο που ένα κομμάτι του εαυτού της δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο Τζόρντι είχε νικήσει, ένα κομμάτι της που ήταν υπεραισιόδοξο και ήθελε να πιστεύει ότι ίσως υπήρχε κάποια άλλη εξήγηση. Κι έτσι η έκπληξη που ένιωσε ήταν πέρα για πέρα αληθινή, όταν αντίκρισε την αλήθεια με τα ίδια της τα μάτια. Και ο φόβος της ήταν αληθινός, κόντευε να την πνίξει, της έσφιγγε το λαιμό, οι παλάμες της ίδρωσαν απότομα. Ο Τζόρντι Κάμερον, με σάρκα και οστά, μπήκε ατάραχα στο καμαράκι μ’ ένα ύφος αδιαμφισβήτητα θριαμβευτικό. Κι έπειτα από όλα τα φριχτά πράγματα που είχε φανταστεί ότι θα πάθαινε, αν ποτέ την έπιανε αυτός ο άντρας, δεν ήταν να απορεί κανείς που από την αγωνία της το μόνο που έκανε εκείνη ήταν να τον κοιτάζει. «Χαίρομαι που βλέπω ότι η κυρία Πιμ είχε δίκιο, ότι ξύπνησες επιτέλους. Ήταν πολύ εξυπηρετική που καθόταν έξω από την πόρτα σου περιμένοντας να σ’ ακούσει να σαλεύεις για να έρθει να με ειδοποιήσει. Ξέρει πόσο ανυπομονούσα, αν και μπορώ να πω ότι βοήθησαν λιγάκι και τα χρήματα που πήρε. Αλλά μη σκεφτείς να της πεις καμιά βλακεία, γιατί της έχω σερβίρει ωραίο παραμύθι, ότι δήθεν σ’ έσωσα για να σε γυρίσω στην αγκαλιά της οικογένειάς σου. Και δεν πρόκειται να πιστέψει λέξη αν της πεις κάτι άλλο». Αφού της είπε όλα αυτά, χαμογέλασε, θυμίζοντας στη Ρόσλιν γιατί ποτέ της δεν άντεχε τον συγκεκριμένο Κάμερον. Το χαμόγελό του δεν ήταν ποτέ αληθινό, πάντα ήταν σαρκαστικό ή χλευαστικό, ή ακόμη συχνότερα ύπουλο, και τόνιζε τη σατανική μοχθηρία στα ψυχρά γαλάζια μάτια του – μάτια που σε άλλη περίπτωση θα ήταν πανέμορφα. Η Ρόσλιν τον θεωρούσε μια ζωή ψηλό, ώσπου γνώρισε τους Μ άλορι που ήταν πολύ πιο ψηλοί. Τα κόκκινα στο χρώμα του


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

139

καρότου μαλλιά του είχαν γίνει σαν θάμνος από την τελευταία φορά που τον είχε δει, αλλά πολύ αμφέβαλλε η Ρόσλιν αν είχε χρόνο να περιποιηθεί τον εαυτό του έτσι που τον είχε αναγκάσει να την κυνηγάει. Δεν ήταν παχύς, όχι, το αντίθετο μάλιστα, ωστόσο το σώμα του είχε κάτι το μοσχαρίσιο, που έκανε τη Ρόσλιν να είναι σίγουρη ότι μπορούσε άνετα να τη νικήσει αν ποτέ αναγκαζόταν να του επιτεθεί για να δραπετεύσει από δω μέσα. Παρ’ όλα αυτά είχε την όμορφη κοψιά των Κάμερον, τουλάχιστον όταν η έκφρασή του δεν έβγαζε στην επιφάνεια τον αληθινό εαυτό του· μια κοψιά που, δυστυχώς, έμοιαζε πολύ μ’ εκείνη του Ντάνκαν Κάμερον όταν εκείνος ήταν στην ηλικία του Τζόρντι, όπως μαρτυρούσε το μοναδικό πορτραίτο του παππού της στο Κάμερον Χολ. «Παραείσαι ήσυχη, μου φαίνεται», την τσίγκλησε ο Τζόρντι, αφού εκείνη συνέχιζε απλώς να τον κοιτάζει. «Δεν θα κάνεις μια αγκαλιά τον μοναδικό σου ξάδελφο για να τον καλωσορίσεις;» Το παράλογο αυτής της ερώτησης έκανε τη Ρόσλιν να συνέλθει και ξύπνησε το θυμό της. Πώς τολμούσε, τολμούσε, να της κάνει αυτό που εκείνη φοβόταν ότι θα έκανε! Φυσικά, γι’ αυτόν το λόγο είχε έρθει η Ρόσλιν στο Λονδίνο, γι’ αυτό σχεδίαζε να παντρευτεί ενώ δεν χρειαζόταν, γι’ αυτό είχε μπλέξει σ’ αυτή την παράξενη σχέση με τον Άντονι, τον είχε δεχτεί ως έμπιστό της ενώ ήξερε πολύ καλά ότι κανονικά θα έπρεπε να τον αποφεύγει. Αλλά να που είχε βγει αληθινή! Και μόλις αναλογίστηκε σε τι μπελάδες κι αγωνία την είχε υποβάλει αυτό το άπληστο τομάρι, ξέχασε μονομιάς το φόβο της. «Αγκαλιά;» ρουθούνισε. «Το μοναδικό πράγμα που θέλω να μάθω, ξάδελφε, είναι πώς τα κατάφερες να με φέρεις εδώ!» Εκείνος γέλασε, μόνο που παραήταν χαρούμενος για να της αναλύσει το έξυπνο σχέδιό του και ικανοποιημένος που δεν τον είχε ρωτήσει το γιατί. Το γεγονός ότι εκείνη ήξερε γιατί βρισκόταν εδώ τον γλίτωνε από εξηγήσεις κι έτσι κέρδιζε χρόνο για να την πείσει να πάει μαζί του. Δεν του άρεσε που βρισκόταν στην Αγγλία ή που είχε να κάνει με Άγγλους μισθοφόρους και


140

JOHANNA LINDSEY

όσο νωρίτερα ξεκινούσαν για την πατρίδα τόσο το καλύτερο. «Ήταν πολύ εύκολο, πάρα πολύ εύκολο», κοκορεύτηκε τελικά. «Ήξερα ότι θα προσπαθούσες κάτι να κάνεις μόλις πέθαινε ο γέρος, μόνο που δεν φανταζόμουν ότι θα ερχόσουν εδώ. Αλλά, βλέπεις, είχα βάλει να φυλάνε τους περισσότερους δρόμους κι έτσι ο μόνος που θα μπορούσες να είχες πάρει χωρίς να το μάθω ήταν ο δρόμος προς την Αγγλία». «Τσακάλι είσαι». Τα μάτια του μισόκλεισαν με τον περιφρονητικό της τόνο. «Ναι, είμαι έξυπνος, τόσο έξυπνος που σ’ έχω ακριβώς εδώ που θέλω». Η Ρόσλιν τινάχτηκε σαν ζεματισμένη, γιατί σ’ αυτό είχε δίκιο. «Ναι, αλλά πώς κατάφερες να με βρεις τόσο γρήγορα, Τζόρντι; Το Λονδίνο δεν είναι δα και καμιά μικρή πόλη». «Θυμήθηκα που είχες μια φίλη εδώ. Δεν ήταν δύσκολο να τη βρω και ύστερα να βρω κι εσένα. Αλλά θα σε είχα πιάσει νωρίτερα αν οι ηλίθιοι που προσέλαβα δεν ήταν τόσο δειλοί και δεν το έβαζαν στα πόδια όταν προσπάθησε να σε βοηθήσει ο κόσμος εκείνη τη μέρα στην οδό Όξφορντ». Άρα, η παραλίγο απαγωγή της εκείνη τη μέρα ήταν δουλειά του Τζόρντι. Αλλά η πληροφορία ότι τη βοήθησε ο κόσμος να γλιτώσει, έφερε στη Ρόσλιν ένα πνιχτό γέλιο που γρήγορα φρόντισε να το μετατρέψει σε βήχα. Φανταζόταν τι παραμύθια θα είχαν ξεφουρνίσει εκείνοι οι δύο κακοποιοί στον Τζόρντι για να δικαιολογήσουν την αποτυχία τους και να ξεφύγουν από την οργή του. «Αλλά τότε έφυγες από την πόλη και νόμιζα πως σ’ έχασα», συνέχισε συνοφρυωμένος ο Τζόρντι. «Μ ’ έβαλες σε μεγάλη φασαρία κι έξοδα τότε, κοπελιά. Αναγκάστηκα να στείλω άντρες παντού για να βρουν τα ίχνη σου, αλλά εσύ δεν είχες αφήσει πίσω σου ούτε ένα. Έπειτα όμως γύρισες από μόνη σου». Σ’ αυτό το σημείο άρχισε πάλι τα χαμόγελα, λες και ήθελε να δείξει ότι ήταν τόσο συνηθισμένο να κάνουν οι γυναίκες τέτοιες γκάφες. «Ύστερα το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να περιμένω – και


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

141

να ’σαι τώρα εδώ». Ναι, ήταν εδώ, αλλά ακόμα δεν ήξερε πώς τα είχε καταφέρει ο Τζόρντι. Από το ύφος του, όμως, καταλάβαινε ότι ήταν πρόθυμος να τη διαφωτίσει, στην ουσία το ήθελε, τόσο ικανοποιημένος ήταν με τον εαυτό του που είχε πάει καλά το σχέδιό του και ήθελε να την κάνει να αναγνωρίσει την εξυπνάδα του. Α, μα την αναγνώριζε η Ρόσλιν, σαν την κακιά αρρώστια. Αυτό ήταν πάντα το πρόβλημα του Τζόρντι. Παραήταν έξυπνος και ύπουλος, σαν καταραμένη αλεπού. Μ ια ζωή τρεφόταν από τις κομπίνες και τα κόλπα που σχεδίαζε για τις φάρσες και τα ατυχήματα που τόσο του άρεσε να προκαλεί στους άλλους. Γιατί να αλλάξει τώρα; Πεισματικά, η Ρόσλιν αποφάσισε να ρίξει λίγο το εγώ του, αντί να το ενισχύσει κι άλλο με την περιέργειά της. Χασμουρήθηκε δήθεν με τις εξηγήσεις που της έδινε και ρώτησε βαριεστημένα: «Και τώρα, ξάδελφε, τι θα γίνει;». Εκείνος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Δεν σε νοιάζει καθόλου να μάθεις πώς κατέληξες εδώ;» «Έχει καμία σημασία;» τον ρώτησε κουρασμένα. «Όπως είπες, είμαι εδώ πια». Η Ρόσλιν νόμισε ότι θα του πεταγόταν κανένα κουμπί, τόσο πολύ φούσκωσε από το κακό του. «Εγώ πάντως θα σου πω, για να δεις ότι αυτό ήταν το πιο εύκολο, αλλά και το πιο έξυπνο μέρος του σχεδίου μου». «Ε, τότε να μη σ’ το χαλάσω», αποκρίθηκε εκείνη. Καλού κακού, όμως, χασμουρήθηκε πάλι και το καταχάρηκε όταν είδε τα ανοιχτογάλανα μάτια του να την κοιτάζουν δολοφονικά. Ήταν τόσο προβλέψιμος, τόσο ασήμαντος, τόσο εγωιστής και τόσο θερμοκέφαλος. Μ άλλον δεν έπρεπε να τον πιέσει άλλο. Μ πορεί να της είχε περάσει το αρχικό σοκ, αλλά ο Τζόρντι εξακολουθούσε να είναι μια απειλή για εκείνη. Μ έχρι να βρει τρόπο να του ξεφύγει –αν υπήρχε τρόπος–, καλά θα έκανε να πήγαινε με τα νερά του. «Η υπηρέτρια τα κανόνισε όλα, μια έξυπνη κοπελιά που


142

JOHANNA LINDSEY

προσέλαβα για να τρυπώσει στο σπίτι. Φρόντισα απλώς να βεβαιωθώ ότι μία από τις τακτικές υπηρέτριες δεν θα ερχόταν για δουλειά κι έτσι εμφανίστηκε η δική μου που ήταν βαλτή, λέγοντας ότι είχε έρθει για να αντικαταστήσει την άλλη που ήταν άρρωστη». Μ όλις το άκουσε αυτό η Ρόσλιν ένιωσε το θυμό της να φουντώνει. «Και τι ακριβώς έκανες στην άλλη τη δύστυχη που δεν ήρθε για δουλειά;» «Μ η συγχύζεσαι, ξαδέλφη». Ξαναβρήκε τα κέφια του τώρα που είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή της. «Δεν έπαθε τίποτα κακό, εκτός από ένα μικρό καρούμπαλο στο κεφάλι, κι έχω ήδη στείλει έναν άντρα να την ελευθερώσει, αφού έτσι κι αλλιώς τώρα πια θα έχουν καταλάβει ότι λείπεις. Αλλά, όπως σου έλεγα, με τη μισθοφόρο μου μέσα στο σπίτι και σε πόστο που να υπηρετεί εσένα, το μόνο που χρειάστηκε ήταν να περιμένει ώσπου να της ζητήσεις κάτι να φας ή να πιεις πριν πέσεις για ύπνο για να σου ρίξει μέσα το υπνωτικό». Το γάλα! Το αναθεματισμένο ζεστό γάλα που ζήτησε να της φέρουν χθες βράδυ, ελπίζοντας ότι θα τη βοηθούσε να κοιμηθεί. Πού να το φανταζόταν ότι θα την έκανε να κοιμηθεί τόσο βαθιά που δεν θα ξυπνούσε ακόμη κι όταν την απήγαγαν! «Α, μάλιστα, τώρα κατάλαβες πώς έγιναν όλα, ε;» γέλασε ο Τζόρντι. «Μ όλις βρήκε την ευκαιρία η δική μου κοπελιά, έβαλε κρυφά μέσα στο σπίτι τους άντρες και τους έκρυψε κι εκείνη πήγε σπιτάκι της, ο δικός της ρόλος είχε τελειώσει. Όταν κοιμήθηκαν όλοι οι εσωτερικοί υπηρέτες κι έγινε ησυχία στο σπίτι, οι άντρες μου απλώς σ’ έβγαλαν έξω και σ’ έφεραν σ’ εμένα κι από κείνη την ώρα δεν ξύπνησες ούτε μία φορά». «Και ποιο είναι το σχέδιό σου από δω και πέρα;» τον ρώτησε σφιγμένα, κοροϊδευτικά. «Σίγουρα κάτι άθλιο κι ελεεινό θα έχεις στο μυαλό σου». «Έχω βρει έναν ιερέα που τον έπεισα ότι δεν χρειάζεται να ακούσει το “δέχομαι” από το στόμα σου για να μας παντρέψει. Μ όλις βρουν οι άντρες μου σε ποιο σοκάκι ξέμεινε χθες βράδυ


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

143

αυτός ο μεθύστακας, θα τον φέρουν εδώ. Αλλά μη νομίζεις ότι θ’ αργήσει να γίνει κι αυτό, ξαδέλφη. Και μη σου μπουν τίποτα ιδέες να βάλεις τις φωνές όσο θα περιμένουμε. Η κυρία Πιμ θα έχει τ’ αυτιά της ανοιχτά και θα είναι έξω από την πόρτα». Όταν τον είδε να φεύγει κι άκουσε την κλειδαριά να κλειδώνει, σκέφτηκε να τον φωνάξει πίσω. Αν του έλεγε ότι τόσο η Νέτι όσο και η Φράνσις ήξεραν καλά πόσο τον σιχαινόταν και ότι ποτέ δεν θα τον παντρευόταν με τη θέλησή της, θα άλλαζε γνώμη; Αλλά ήταν η απύθμενη απληστία του αυτή που τη σταμάτησε. Αν την παντρευόταν, θ’ αποκτούσε ολόκληρη περιουσία κι από τη στιγμή που είχε φτάσει μέχρι εδώ, μάλλον δεν θα δίσταζε να βγάλει από τη μέση όποιον έμπαινε εμπόδιο στα σχέδιά του. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, σκόπευε να την κλειδώσει κάπου και να μην το μάθει κανένας. Θα μπορούσε κάλλιστα να σχεδιάζει να της συμβεί κάποιο «θλιβερό δυστύχημα». Το σίγουρο ήταν ότι δεν θα την άφηνε ζωντανή, αν μάθαινε ότι είχε φίλες που θα διέψευδαν το γάμο τους, κι αν του έλεγε ποιες ήταν αυτές οι φίλες, τότε θα κινδύνευαν κι εκείνες. Οπότε τι άλλο της έμενε να κάνει; Να παντρευτείς αυτό το ελεεινό τομάρι, ήταν η φριχτή απάντηση. Όχι, μα τον Θεό, όσο ακόμα μπορούσε να σκέφτεται ήρεμα και καθαρά. Αλλά είχε αρχίσει να την κυριεύει ο πανικός. Δεν θ’ αργήσει να γίνει κι αυτό, της είχε πει. Πόσο χρόνο είχε; Ο μέθυσος ιερέας θα μπορούσε να καταφτάσει από στιγμή σε στιγμή. Και πού στο διάολο την είχε κρύψει, τέλος πάντων; Τα μάτια της στράφηκαν πάλι στο παράθυρο. Πέταξε τα σκεπάσματα κι έτρεξε προς τα κει. Την έπιασε απελπισία, όταν είδε από κάτω το απόλυτο κενό δύο ορόφων, χωρίς τίποτα που να μπορεί να ανακόψει την πτώση της. Γι’ αυτό ο Τζόρντι δεν είχε κάνει τον κόπο να καλύψει με σανίδες το παράθυρο. Κι έτσι και τολμούσε να ουρλιάξει «βοήθεια», η κυρία Πιμ, που δεν ήξερε την αλήθεια, θα άνοιγε αμέσως την πόρτα και τότε σίγουρα η Ρόσλιν θα βρισκόταν δεμένη και φιμωμένη. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να εξηγήσει στην κυρία Πιμ, αλλά


144

JOHANNA LINDSEY

μόνο για μια στιγμή. Η γυναίκα θα την περνούσε σίγουρα για τρελή ή ποιος ξέρει τι άλλο. Ο Τζόρντι είχε φερθεί έξυπνα σ’ αυτό το σημείο, τα είχε σκεφτεί όλα, είχε φροντίσει να καλύψει κάθε πιθανότητα. Δεν θ’ άφηνε τίποτα στην τύχη, δεν θα διακινδύνευε την περιουσία που τόσο καιρό λαχταρούσε να βάλει στο χέρι. Η Ρόσλιν κοίταξε πάλι ένα γύρο το καμαράκι βιαστικά, αλλά μοναχά την κανάτα με το νερό μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν όπλο, κι αυτό μόνο στο πρώτο άτομο που θα έμπαινε. Ποιος της εγγυόταν ότι αυτό το άτομο θα ήταν ο Τζόρντι ή ότι το χτύπημα με την κανάτα θα έφτανε για να τον ρίξει αναίσθητο ή ότι θα ερχόταν μόνος; Επομένως, η μόνη ελπίδα σωτηρίας ήταν το παράθυρο. Έβλεπε σ’ έναν στενό δρόμο – στην ουσία ένα σοκάκι ήταν, αν και αρκετά φαρδύ ώστε να περνάει κάποιο κάρο ή άμαξα. Μ α δεν είδε ούτε ένα για δείγμα. Ήταν παντελώς έρημο, σκοτεινό κι όλο σκιές, επειδή τα κτίρια σε κάθε πλευρά ήταν τόσο ψηλά που εμπόδιζαν να φτάσει το φως του ήλιου. Έβγαλε το κεφάλι της έξω από το παράθυρο και είδε στο τέρμα του σοκακιού, δεξιά κι αριστερά, ολόφωτους δρόμους, κάρα να περνάνε, ένα παιδί να τρέχει, ένα ναύτη να σουλατσάρει αγκαζέ με μια γυναίκα ντυμένη κραυγαλέα. Αν φώναζε δυνατά, όλο και κάποιος θα την άκουγε. Δεν ήταν δα και τόσο μακριά το τέρμα του σοκακιού, ούτε από τη μία πλευρά ούτε από την άλλη. Αν φώναζε, όμως, θα την άκουγε και η κυρία Πιμ. Η Ρόσλιν έτρεξε πίσω στο κρεβάτι, τράβηξε την τραχιά κουβέρτα και, τρέχοντας πάλι στο παράθυρο, την έβγαλε έξω. Την κουνούσε μανιασμένα, έχοντας κρεμαστεί και η ίδια απέξω, ώσπου της κόπηκαν τα χέρια και δεν είχε πια ανάσα. Άδικος κόπος. Αν την είχε δει κάποιος, σίγουρα θα νόμιζε ότι απλώς αέριζε την κουβέρτα, τίποτα το περίεργο. Και τότε άκουσε το κάρο. Το κεφάλι της γύρισε απότομα προς τα κει και το είδε να μπαίνει αργά στο σοκάκι. Η καρδιά της άρχισε να σφυροκοπάει από την έξαψη. Το κάρο ήταν γεμάτο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

145

βαρέλια, προφανώς έμπαινε στο σοκάκι για να κόψει δρόμο και να βγει στην άλλη οδό. Ο μοναδικός οδηγός του κάρου σφύριζε διαρκώς όσο σκουντούσε το μουλάρι του για να συνεχίσει να προχωράει και σταματούσε μόνο για να πει στο ζωντανό έναν γλυκό λόγο. Η Ρόσλιν έπαψε να τινάζει πια την κουβέρτα και την άφησε να πέσει, αρχίζοντας τώρα να κουνάει τα χέρια της. Αλλά χωρίς να κάνει κάποιο θόρυβο, πώς να την προσέξει ο οδηγός; Κι ούτε μπορούσε να τη δει με το φαρδύ γείσο που είχε το καπέλο του, αφού η Ρόσλιν ήταν από πάνω του. Όσο πιο κοντά ερχόταν εκείνος, τόσο λιγόστευαν οι πιθανότητες να τη δει και τόσο μεγάλωνε ο πανικός της. Σφύριξε, του έκανε «ψιτ» και κουνούσε ακόμη πιο μανιασμένα τα χέρια της για να του τραβήξει την προσοχή, αλλά τζίφος. Μ έχρι να σκεφτεί να του πετάξει την κανάτα, εκείνος είχε ήδη απομακρυνθεί πολύ από το παράθυρό της. Κι άλλωστε, με τόσο θόρυβο που έκανε το κάρο πάνω στο λιθόστρωτο, πολύ αμφέβαλλε αν θ’ άκουγε ο οδηγός τον κρότο, εκτός κι αν κατάφερνε να ρίξει πάνω του την κανάτα, πράγμα μάλλον απίθανο τόσο που πονούσαν πια τα χέρια της. Την έπιασε μαύρη απελπισία κι αφέθηκε να γείρει πίσω στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο. Δεν υπήρχε σωτηρία. Ακόμη κι αν την έβλεπε εκείνος ο άνθρωπος, πώς θα του εξηγούσε ψιθυριστά τι της είχε συμβεί; Δεν θα την καταλάβαινε. Κι αν τολμούσε να μιλήσει λίγο πιο δυνατά, θα προδιδόταν στην κυρία Πιμ. Γαμώτο, δεν υπήρχε κάτι άλλο που να μπορούσε να κάνει; Έριξε πάλι μια ματιά στην κανάτα με το νερό, αλλά δεν ήλπιζε ότι θα κατάφερνε και πολλά πράγματα με δαύτη. Όταν θα ερχόταν ξανά ο Τζόρντι, μάλλον θα είχε και τον ιερέα μαζί του, όπως και τους άντρες που είχαν πάει να τον φέρουν, αφού θα χρειαζόταν μάρτυρες για την ανίερη τελετή. Η Ρόσλιν ταράχτηκε τόσο πολύ όταν είδε με τη φαντασία της τον εαυτό της να παντρεύεται τον Τζόρντι Κάμερον, που δεν άκουσε το δεύτερο κάρο που περνούσε από το σοκάκι παρά


146

JOHANNA LINDSEY

μονάχα όταν ήταν πια πολύ αργά. Όταν στράφηκε προς τη μεριά του θορύβου, το κάρο με τα άχυρα βρισκόταν σχεδόν κάτω από το παράθυρό της. Ο οδηγός, μόνος κι αυτός, έβριζε τα δύο ψωράλογα που τραβούσαν το φορτίο κι από τα νεύρα του κουνούσε απειλητικά προς το μέρος τους το μπουκάλι με το τζιν που είχε στο χέρι, κατόπιν κατέβαζε μια μεγάλη γουλιά αλκοόλ κι ύστερα άρχιζε πάλι το ίδιο τροπάρι, να κραδαίνει το μπουκάλι και να βλαστημάει. Μ ε τόσο θόρυβο που έκανε από μόνος του, δεν υπήρχε περίπτωση να την ακούσει και ήδη είχε φτάσει πολύ κοντά. Δεν γινόταν αλλιώς. Μ πορεί να μην της δινόταν άλλη ευκαιρία. Κι έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτεί –γιατί αν το σκεφτόταν θα έτρεμε από το φόβο της και δεν θα υπήρχε περίπτωση να το κάνει–, η Ρόσλιν βγήκε στο περβάζι του παραθύρου, περίμενε μερικά δευτερόλεπτα ώσπου το κάρο να έρθει ακριβώς από κάτω και πήδησε.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

147

Κεφάλαιο 14

Ήταν καθαρή τρέλα αυτό που έκανε. Αυτό σκεφτόταν όσο έπεφτε, κι έπεφτε, με τα πόδια της σηκωμένα στον αέρα μπροστά στα μάτια της, τα χέρια της να αρπάζονται ενστικτωδώς από το κενό, ξέροντας ότι θα πέθαινε. Μ ε την τελευταία ανάσα που της είχε απομείνει καταράστηκε τον Τζόρντι, αλλά τουλάχιστον ένιωσε κάποια ικανοποίηση στη σκέψη ότι εκείνος θα πίστευε ότι η Ρόσλιν προτιμούσε να πεθάνει παρά να τον παντρευτεί. Αν και η ικανοποίηση δεν ήταν και τόσο μεγάλη, γιατί αυτή θα πέθαινε, ενώ αυτός ο άπληστος κοπρίτης μάλλον θα έφτιαχνε ένα πλαστό πιστοποιητικό γάμου και στο τέλος θα καρπωνόταν έτσι κι αλλιώς την περιουσία της. Προσγειώθηκε ανάσκελα και η πρόσκρουση ήταν τόσο δυνατή που τραντάχτηκαν τα κόκαλά της. Της κόπηκε η ανάσα, της ήρθε λιποθυμία και για μια στιγμή μαύρισε ο τόπος γύρω της. Μ ια πέτρα που έλειπε από το λιθόστρωτο έκανε το κάρο να αναπηδήσει και τη Ρόσλιν να ξαναβρεί τις αισθήσεις της. Βόγκηξε όταν σκέφτηκε ότι σίγουρα θα πρέπει να είχε καμιά δεκαριά σπασμένα κόκαλα. Αλλά στο επόμενο τράνταγμα του κάρου δεν αισθάνθηκε την παραμικρή ενόχληση. Απίστευτο! Είχε κάνει κάτι τόσο βλακώδες κι όμως δεν είχε πάθει γρατζουνιά. Το σίγουρο ήταν ότι την είχε ευνοήσει η τύχη, αλλά συνήθως έτσι γινόταν με τους βλάκες και σήμερα μ’ αυτό που είχε κάνει η Ρόσλιν κέρδιζε το πρώτο βραβείο βλακείας. Θα


148

JOHANNA LINDSEY

μπορούσε να είχε σπάσει τον αυχένα της και το ήξερε! Μ α, δόξα τω Θεώ, την προστάτευσε το άχυρο. Αν το κάρο κουβαλούσε άλλο φορτίο… Παραδόξως, ο μεθυσμένος οδηγός ούτε που πήρε χαμπάρι ότι είχε αποκτήσει επιβάτη, αλλά η Ρόσλιν σκέφτηκε ότι έτσι τύφλα που ήταν μπορεί να νόμιζε ότι το κάρο είχε πέσει σε καμιά βαθιά λακκούβα και γι’ αυτό τραντάχτηκε τόσο όταν έπεσε εκείνη. Ή αυτό ή ο άνθρωπος ήταν θεόκουφος. Ήταν γεμάτη άχυρο από την κορφή μέχρι τα νύχια, αλλά έφτασε να ρίξει μια ματιά στο παράθυρο απ’ όπου είχε πηδήσει για να την κάνει να αρπάξει με τις χούφτες το άχυρο και να σκεπαστεί τελείως ώστε να μη φαίνεται. Και πάνω στην ώρα. Γιατί το κάρο βγήκε από το σκιερό σοκάκι και μπήκε στην πολυσύχναστη, καταφώτιστη οδό και τότε η Ρόσλιν συνειδητοποίησε με φρίκη ότι φορούσε μόνο το λεπτό, λευκό, βαμβακερό νυχτικό που είχε βάλει για να πέσει για ύπνο χθες βράδυ και ότι ήταν ξυπόλητη. Πάλι καλά όμως που το νυχτικό δεν ήταν κανένα από τα προκλητικά νεγκλιζέ που είχε ράψει για τα προικιά της. Κάλυπτε το κορμί της από το λαιμό μέχρι τον αστράγαλο, είχε μακριά, χυτά μανίκια που στένευαν στους καρπούς, κι αν τυχόν έβρισκε κάτι που να έβαζε για ζώνη, μπορεί εκ πρώτης όψεως να το περνούσε κανείς και για φόρεμα. Δυστυχώς δεν είχε προλάβει να σκεφτεί τι φορούσε ή πώς θα κατάφερνε να φτάσει στο σπίτι χωρίς χρήματα. Το κάρο μπήκε μέσα σ’ ένα στάβλο και σταμάτησε. Η Ρόσλιν κατάφερε να κατεβεί αθόρυβα και να κρυφτεί πίσω από ένα άδειο παχνί, προτού ο οδηγός έρθει στο πίσω μέρος και αρχίσει να ξεφορτώνει το άχυρο. Τότε πλησίασε τον οδηγό ένας άλλος άντρας, μεγαλόσωμος και γεροδεμένος, κι άρχισε να τον κατσαδιάζει φιλικά επειδή είχε αργήσει. Όσο οι δύο άντρες τακτοποιούσαν το φορτίο, η Ρόσλιν έκανε αναγνώριση του χώρου. Δεν ήταν κι άσχημο μέρος ένας στάβλος για να καταλήξει


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

149

κανείς. Βασικά, ήταν το ιδανικό μέρος. Αν μπορούσε να νοικιάσει ένα άλογο και να της δώσουν οδηγίες πώς θα φτάσει στο Μ έιφερ –γιατί ακόμα δεν είχε ιδέα σε ποια περιοχή της πόλης βρισκόταν–, θα γύριζε στο σπίτι και μάλιστα γρήγορα, χωρίς άλλα απρόοπτα. Το πρόβλημα ήταν ότι το μοναδικό αντικείμενο αξίας που είχε πάνω της ήταν ο σταυρός της μητέρας της, που τον φορούσε πάντα όταν δεν στολιζόταν με τα πιο ακριβά κοσμήματά της, και της ήταν αδιανόητο να τον αποχωριστεί. Δεν έβλεπε όμως τι άλλη επιλογή είχε, εκτός κι αν βρισκόταν πολύ πιο κοντά στο Μ έιφερ απ’ ό,τι νόμιζε. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πήγαινε με τα πόδια, έστω και ξυπόλητη. Συνοφρυώθηκε. Δεν ήταν και η καλύτερη λύση, χώρια που στο σοκάκι είχε δει να κυκλοφορούν κατώτερης υποστάθμης άτομα· μόνο φορτηγά-κάρα, μπεκρήδες, ναύτες με τις κοκότες τους, αλλά ούτε μία αξιοπρεπής σκεπαστή άμαξα. Κι αυτός ο στάβλος δεν απείχε και πολύ από το μέρος απ’ όπου το είχε σκάσει. Όποια κι αν ήταν αυτή η περιοχή της πόλης, σίγουρα δεν ήταν της καλής κοινωνίας, κι αν προσπαθούσε να τη διασχίσει με τα πόδια θα έμπλεκε σε χειρότερους μπελάδες απ’ ό,τι είχε μπλεχτεί αρχικά. Οπότε κατέληγε πάλι στο συμπέρασμα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να νοικιάσει ένα άλογο. Το γεγονός ότι δεν ήξερε αν ο Τζόρντι είχε ανακαλύψει ότι το είχε σκάσει και ίσως να την έψαχνε ήδη στη γύρω περιοχή, έκανε τα νεύρα της κουρέλια όσο περίμενε τον μεθύστακα οδηγό να φύγει με το κάρο του. Αλλά είχε αποφασίσει να δια​κινδυνεύσει να μείνει μόνη με τον άλλο τύπο και να του εξηγήσει πώς είχαν τα πράγματα, γιατί όσο λιγότεροι την έβλεπαν σ’ αυτή την κατάσταση, τόσο το καλύτερο. Φανταζόταν τι σκάνδαλο θα ξεσπούσε έτσι και μαθευόταν τίποτε απ’ όλα αυτά. Η λαίδη Τσάντγουικ περιδιαβαίνει τις φτωχογειτονιές με το νυχτικό της. Θα το κατάπινε αμάσητο η αριστοκρατία και τότε θα χανόταν και η τελευταία της ελπίδα για έναν γρήγορο, αξιοπρεπή γάμο. Και πάλι, όμως, δυσκολεύτηκε πολύ να βγει από την


150

JOHANNA LINDSEY

κρυψώνα της μόλις φάνηκε ότι επιτέλους είχε μείνει μόνη με το σταβλίτη· ένιωθε αφάνταστα ντροπιασμένη που κάποιος, άγνωστος ή όχι, θα την έβλεπε με τη νυχτικιά της. Και η ντροπή της εκατονταπλασιάστηκε μόλις την είδε ο μεγαλόσωμος άντρας και κόντεψαν να του πεταχτούν τα μάτια έξω. Έτσι όπως στάθηκε ξυπόλητη μπροστά του με το ένα πόδι της να προσπαθεί μάταια να κρύψει το άλλο, τα μπράτσα της σταυρωμένα πάνω στο στήθος της επειδή, παρότι δεν φαινόταν τίποτα, εκείνη ένιωθε γυμνή, και τα μαλλιά της να πέφτουν σαν χείμαρρος στο πάνω μέρος του κορμιού της γεμάτα κορδέλες από άχυρο, παρουσίαζε ένα θέαμα ακαταμάχητο – ένα θέαμα τρομερά σαγηνευτικό, για την ακρίβεια, παρόλο που αυτό θα ήταν το τελευταίο που θα σκεφτόταν η ίδια. Ωστόσο, ο άντρας αυτό θα πρέπει να σκέφτηκε, επειδή συνέχισε να την κοιτάζει, ασάλευτος, αμίλητος, με το στόμα ανοιχτό. Ήταν μεσόκοπος, είχε καστανά μαλλιά με λίγα άσπρα και γκρίζα κοντά γένια σ’ ένα πολύ φαρδύ σαγόνι. Η Ρόσλιν δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν αφεντικό ή υπάλληλος εκεί. Και δεν είχε σημασία άλλωστε. Αυτός ο άντρας ήταν η μοναδική της σωτηρία και στη σκέψη αυτή την κυρίευσε μια νευρικότητα που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ένιωθε. Κι έτσι του εξήγησε στα γρήγορα με όσο το δυνατόν λιγότερες λεπτομέρειες τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν, αλλά τόσο γρήγορα, που ήταν αμφίβολο αν ο άνθρωπος κατάλαβε έστω και μία λέξη. Και η αλήθεια ήταν ότι πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα που της φάνηκαν αιώνας μέχρι να δώσει ένα σημάδι ότι την είχε ακούσει. Και τότε ο άντρας γέλασε πνιχτά και πήγε προς το μέρος της τραβώντας προς τα πάνω το παντελόνι του. «Ώστε άλογο, ε; Έπρεπε να μου το πείτε από την αρχή, δεσποινίς. Κι εγώ που νόμιζα ότι ο καλός μου ο φίλος ο Ζικ μου ’χε στείλει τόσο όμορφο δώρο για τα γενέθλιά μου. Μ α άλογο;» Κρυφογέλασε πάλι, κουνώντας το κεφάλι του. «Πάντως, δεν είναι κακό να ελπίζει κανείς, ε;»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

151

Μ έχρι εκείνος να πάψει να γελάει, η Ρόσλιν είχε γίνει κατακόκκινη από την ντροπή της. «Έχετε ένα να το νοικιάσω;» «Δυο έχω, μα είναι και τα δυο ψωράλογα, βλέπετε, γιατί το καλό πράγμα φεύγει πρώτο». «Τότε θα πάρετε αυτό;» Έβγαλε το σταυρό από το λαιμό της και του τον έδωσε. «Θ’ αγοράσω τα δύο ψωράλογα κι ακόμη περισσότερα, αρκεί να μου επιστρέψετε το σταυρό. Θα στείλω κάποιον πίσω με το άλογο και το ανάλογο χρηματικό ποσό». Ο άντρας στριφογύρισε το σταυρό στο χέρι του κι ύστερα είχε το θράσος να τον δαγκώσει προτού κατανεύσει. «Σύμφωνοι». «Μ ήπως σας βρίσκετε κι ένα ζευγάρι παπούτσια να μου δανείσετε;» Ο άντρας έριξε μια ματιά στα ντελικάτα πόδια της και ρουθούνισε. «Δεν υπάρχει τίποτα, δεσποινίς. Τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει πια κι έχουν φύγει από το σπίτι». Τότε εκείνη ρώτησε απελπισμένα: «Ένα μανδύα τότε, ή κάτι να σκεπαστώ;». «Α, γι’ αυτό κάτι μπορώ να κάνω. Κι ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν βγείτε στο δρόμο, θα γίνει μακελειό». Η Ρόσλιν ένιωσε τόση ανακούφιση που δεν ενοχλήθηκε καθόλου από το γέλιο του, καθώς πήγαινε να της φέρει το ψωράλογο.


152

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 15

Οι σκιές από το λυκόφως γίνονταν όλο και πιο μαύρες κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Αυτό που κανονικά θα ήταν μια διαδρομή τριάντα λεπτών με το άλογο, είχε καταλήξει σε τρίω​ρο ταξίδι με λάθος στροφές, καθυστερήσεις και όλο και περισσότερα νεύρα. Αλλά τουλάχιστον τώρα, η Ρόσλιν ήξερε πού βρισκόταν και η αλήθεια ήταν πως ένιωθε ευγνωμοσύνη για το σκοτάδι που τη σκέπαζε, γιατί από την ανυπομονησία της να γυρίσει στο σπίτι δεν είχε υπολογίσει ότι θα περνούσε από την οδό Σάουθ Όντλεϊ, όπου θα την αναγνώριζαν ένα σωρό άνθρωποι έτσι και την έβλεπαν. Το σκοτάδι την έκρυβε καλά, αλλά ακόμη καλύτερα την έκρυβε η κουκούλα του παλιού σκοροφαγωμένου μανδύα που είχε ρίξει πάνω της ο σταβλίτης. Να πάρει, η σημερινή μέρα δεν έλεγε να τελειώσει κι είχε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της. Δεν μπορούσε πια να μείνει με τη Φράνσις, ούτε καν γι’ απόψε. Και δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο το γάμο. Το γεγονός ότι ο Τζόρντι είχε καταφέρει να τη βρει, άλλαζε τα πάντα. Περίμενε ότι θα τον έβρισκε στο κατώφλι του σπιτιού, ή κρυμμένο μέσα σε μια άμαξα, έτοιμο να την αρπάξει με το που θα έφτανε στο σπίτι. Απ’ ό,τι φάνηκε, όμως, είχε ακόμα την τύχη με το μέρος της, γιατί κατάφερε να φτάσει στο σπίτι χωρίς άλλες αναποδιές. Κι ευτυχώς που δεν ήταν η Φράνσις εκεί. Δεν θα ενέκρινε αυτό που σκόπευε να κάνει η Ρόσλιν, θα προσπαθούσε να τη


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

153

σταματήσει κι εκείνη δεν προλάβαινε να την πείσει ότι ήξερε τι έκανε. Η Νέτι, βέβαια, ήταν διαφορετική περίπτωση. Αφού έστειλε έναν από τους λακέδες του σπιτιού πίσω στο στάβλο μαζί με το άλογο και τα χρήματα για να ξαναπάρει το σταυρό της κι αφού διαβεβαίωσε τον μπάτλερ, αλλά και τους άλλους υπηρέτες που την είδαν, ότι ήταν μια χαρά, χωρίς όμως να τους δώσει εξηγήσεις, η Ρόσλιν ανέβηκε τρέχοντας στο δωμάτιό της. Κι εκεί βρήκε τη Νέτι να κόβει ανήσυχη βόλτες πάνω κάτω, καταρρακωμένη όσο ποτέ. Μ όλις όμως είδε τη Ρόσλιν, το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση έκπληξης κι ανακούφισης μαζί. «Αχ, κοκόνα μου, πήρα τη μεγαλύτερη τρομάρα της ζωής μου!» Και χωρίς να πάρει ανάσα άλλαξε ύφος. «Πού διάολο ήσουν, μου λες; Νόμιζα σ’ είχε αρπάξει ο ξάδελφός σου». Η Ρόσλιν παραλίγο να βάλει τα γέλια με την ικανότητα της Νέτι να μεταπηδά από το ένα συναίσθημα στο άλλο με τέτοια εκπληκτική ταχύτητα, αλλά βιαζόταν τόσο, που δεν της περίσσευε ούτε δευτερόλεπτο για να γελάσει με τα καμώματα της πιστής της υπηρέτριας, τα οποία ήταν βάλσαμο στην καρδιά μετά τη φριχτή μέρα που είχε περάσει. Πήγε κατευθείαν στο βεστιάριό της βιαστικά, λέγοντας στη Νέτι με την πλάτη γυρισμένη: «Μ ’ άρπαξε, Νέτι. Και τώρα βοήθησέ με γρήγορα να ντυθώ όσο θα σου λέω τι έγινε». Και της είπε. Και η Νέτι τη διέκοψε μόνο μία φορά με τη φράση «Έκανες τέτοιο πράγμα;», όταν η Ρόσλιν έφτασε στο σημείο που πήδησε από το παράθυρο. Μ όλις η Ρόσλιν ολοκλήρωσε την εξιστόρηση των γεγονότων, η ανησυχία επέστρεψε στο πρόσωπο της Νέτι. «Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς να μείνεις άλλο εδώ». «Το ξέρω», απάντησε η Ρόσλιν. «Γι’ αυτό φεύγω απόψε κιόλας. Και οι δυο μας θα φύγουμε, αλλά όχι μαζί». «Μ α…» «Άκουσέ με», τη διέκοψε ανυπόμονα η Ρόσλιν. «Όλο το απόγευμα σκεφτόμουν τι να κάνω. Ο Τζόρντι έκανε την κίνησή


154

JOHANNA LINDSEY

του. Τώρα που το σχέδιό του βγήκε στη φόρα, τι θα τον εμποδίσει να μπουκάρει με τη βία όπου κι αν θα βρίσκομαι για να με αρπάξει ξανά; Και ποιος μου εγγυάται ότι αυτή τη φορά δεν θα πάθει κάποιος κακό; Μ ου πήρε τόσες ώρες να έρθω στο σπίτι, που ήμουν σίγουρη ότι θα τον έβρισκα εδώ να με περιμένει. Αλλά ίσως πίστεψε ότι δεν θα κατάφερνα να φτάσω τόσο μακριά, αφού δεν είχα χρήματα ή ρούχα». «Δηλαδή πιστεύεις ότι σε ψάχνει ακόμα εκεί γύρω που σε είχε κλειδωμένη;» «Ή αυτό ή έχει αρχίσει ήδη να καταστρώνει καινούριο σχέδιο. Αλλά μπορεί να έστειλε και κάποιον εδώ για να παρακολουθεί το σπίτι. Δεν πήρε το μάτι μου κανέναν όταν ήρθα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι εκεί έξω. Άρα πρέπει να τον μπερδέψουμε και προσεύχομαι να είναι μόνο ένας. Αν φύγουμε μαζί την ίδια στιγμή προς διαφορετική κατεύθυνση, δεν θα ξέρει ποια να ακολουθήσει». «Μ α πού θα πάμε;» Η Ρόσλιν χαμογέλασε επιτέλους. «Στο Σίλβερλεϊ. Δεν έχει τρόπο να μας βρει εκεί». «Αυτό δεν το ξέρεις». «Εκείνη τη μέρα που πήγαν να μ’ αρπάξουν στο δρόμο, ο Τζόρντι ήταν. Ήξερε πού βρισκόμουν, αλλά προφανώς το πρωί που έφυγα τόσο νωρίς για την εξοχή δεν παρακολουθούσε κανένας το σπίτι. Όταν κατάλαβε ότι είχα φύγει έστειλε άντρες προς κάθε κατεύθυνση, αλλά έχασε τα ίχνη μας αφότου φύγαμε από το πανδοχείο που είχαμε κανονίσει εμείς να βρεθούμε για να συνεχίσουμε μαζί το ταξίδι. Αν αποφύγουμε τους δημόσιους χώρους και δεν μας ακολουθήσει κανένας, τότε δεν κινδυνεύουμε». «Ναι, αλλά έτσι δεν καταφέρνουμε τίποτε, μόνο να μείνεις κρυμμένη για κάποιο διάστημα. Δεν θα μπορείς να παντρευτείς και μέχρι να παντρευτείς δεν πρόκειται να γλιτώσεις από δαύτον». «Το ξέρω. Γι’ αυτό θα στείλω μήνυμα στον υποψήφιο που θα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

155

επιλέξω να έρθει να με βρει εκεί και θα του κάνω την πρόταση. Αν όλα πάνε καλά, μπορώ να παντρευτώ ακόμη και στο Σίλβερλεϊ, αν δεν έχει αντίρρηση η Ρετζίνα». Τα φρύδια της Νέτι ανασηκώθηκαν απότομα. «Αυτό θα πει ότι έχεις αποφασίσει ποιον θα παντρευτείς;» «Μ έχρι να φτάσω εκεί, θα ξέρω ποιον απ’ όλους θέλω», είπε αόριστα η Ρόσλιν, γιατί αυτό ήταν το μοναδικό πράγμα που δίσταζε να αποφασίσει ακόμα. «Αυτό που έχει σημασία αυτή τη στιγμή είναι να φτάσουμε εκεί χωρίς να αφήσουμε ίχνη πίσω μας για να μην μπορεί ο Τζόρντι να μας ακολουθήσει. Λοιπόν, έχω ήδη στείλει έναν από τους υπηρέτες να νοικιάσει δύο άμαξες και να μας τις φέρει». «Κι ο Βρούτος;» ρώτησε η Νέτι και γούρλωσε τα μάτια όταν κοίταξε όλα τα ρούχα της Ρόσλιν. «Κι όλα αυτά τα ρούχα; Δεν προλαβαίνουμε να πακετάρουμε…» «Θα πρέπει να τα αφήσουμε εδώ ώσπου να παντρευτώ, Νέτι. Προς το παρόν μπορούμε να πάρουμε μόνο κάνα δυο πράγματα μαζί μας. Αλλά είμαι σίγουρη ότι η Ρετζίνα θα έχει μια ικανή ράφτρα που θα μπορεί να μας φτιάξει ό,τι άλλο χρειαστούμε για το γάμο. Το μόνο που μένει να κάνω είναι να αφήσω ένα σημείωμα για τη Φράνσις· και μετά φεύγουμε. Α, μια που το ’φερε η κουβέντα, πού είναι;» Η Νέτι γρύλισε. «Αφού πρώτα άνοιξε τρύπα στο χαλί από τις βόλτες που έκοβε πάνω κάτω όλο το πρωί, μία από τις υπηρέτριες της είπε ότι είχε έναν αδελφό που ήξερε έναν τύπο, που ήξερε πού να βρει άντρες να προσλάβει για να σε βρουν πιο γρήγορα από την αστυνομία…» «Την αστυνομία!» αναφώνησε η Ρόσλιν, τρομοκρατημένη ότι δεν θα απέφευγε τελικά το σκάνδαλο που όλη μέρα φοβόταν ότι θα ξεσπούσε γύρω από το όνομά της. «Γαμώτο! Δεν πιστεύω να δήλωσε την εξαφάνισή μου, ε;» Η Νέτι έσπευσε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Παρόλο που λίγο έλειψε να το κάνει, μια και είχε τρελαθεί από την ανησυχία της, τελικά δεν το έκανε γιατί ήξερε ότι τότε δεν


156

JOHANNA LINDSEY

υπήρχε περίπτωση να μείνει κρυφό. Κι ακόμη κι αν δεν καταστρεφόταν ολοκληρωτικά η υπόληψή σου, δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις σύζυγο της προκοπής, αν άρχιζαν τα κουτσομπολιά να δίνουν και να παίρνουν. Γι’ αυτό αρπάχτηκε απ’ αυτό που της είπε η υπηρέτρια κι επέμενε να πάει η ίδια να προσλάβει εκείνους τους άντρες». Η Ρόσλιν συνοφρυώθηκε. «Κι έτσι να είναι, τώρα που το ξέρουν τόσοι υπηρέτες…» «Όχου, μη σκοτίζεσαι για δαύτους. Είναι καλοί άνθρωποι οι υπηρέτες της λαίδης Φράνσις, αλλά καλού κακού έκανα κι εγώ μια κουβεντούλα με τον καθένα τους ξεχωριστά. Δεν πρόκειται να βγει παραέξω ότι εξαφανίστηκες». Η Ρόσλιν χαχάνισε. «Θέλω κάποια μέρα να μου πεις με τι τους απείλησες, γιατί τώρα δεν προλαβαίνουμε. Πήγαινε να πακετάρεις αρκετές αλλαξιές ρούχα, θα κάνω κι εγώ το ίδιο και ύστερα έλα κάτω να με βρεις. Πρέπει να φύγουμε ταυτόχρονα. Και, Νέτι, να πας βόρεια μέχρι να βεβαιωθείς ότι δεν σ’ ακολουθούν· και ύστερα μπορείς να γυρίσεις πίσω προς το Χαμπσάιρ. Εγώ θα πάω νότια και ύστερα θα γυρίσω κι εγώ. Αλλά αν δεν φτάσω λίγο μετά από εσένα, μην ανησυχήσεις. Θα φροντίσω, για παν ενδεχόμενο, να έχω απομακρυνθεί πολύ προτού επιστρέψω. Ό,τι και να γίνει, δεν το έχω σκοπό να πέσω πάλι στα χέρια του Τζόρντι. Γιατί την επόμενη φορά, δεν θα είναι τόσο απρόσεχτος».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

157

Κεφάλαιο 16

Της φάνηκε αιώνας μέχρι να ανοίξει επιτέλους η πόρτα μετά τα επανειλημμένα, μανιασμένα γρονθοκοπήματά της, και την καρδιά της να σφυροκοπάει με την ίδια μανία. Τα νεύρα της ήταν τόσο κουρελιασμένα που νόμιζε ότι από στιγμή σε στιγμή θα την έπιανε κρίση υστερίας. Μ έχρι και τη σκιά της είδε και τρόμαξε όταν κοίταξε πίσω της για να βεβαιωθεί ότι η παλιά άμαξα ήταν ακόμα εκεί και την περίμενε με τον αμαξά να την προσέχει. Όχι ότι θα μπορούσε να κάνει και πολλά ο άνθρωπος, βέβαια, έτσι και την έβρισκαν ο Τζόρντι με τους μισθοφόρους του. Όμως ήταν ένα ρίσκο που έπρεπε να το πάρει στην κατάσταση που βρισκόταν. Κανονικά δεν θα ’πρεπε να είχε έρθει. Είχε υποσχεθεί στη Νέτι ότι πρώτα θα έβγαινε σαν σίφουνας από το Λονδίνο κι όμως εκείνη είχε έρθει κατευθείαν εδώ, χωρίς να δώσει το χρόνο σε όποιον ίσως την ακολουθούσε να τη χάσει από τα μάτια του. Γι’ αυτό και η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο στο ρυθμό των γρονθοκοπημάτων της στην πόρτα. Ο Τζόρντι θα μπορούσε κάλλιστα αυτή τη στιγμή να καραδοκεί για να την πιάσει, να την πλησιάζει ολοένα και περισσότερο, όσο εκείνη στεκόταν εδώ έξω περιμένοντας να ανοίξει η καταραμένη η πόρτα. Όταν τελικά αυτή άνοιξε, η Ρόσλιν μπήκε μέσα με τόση φούρια που κόντεψε να ρίξει τον μπάτλερ κάτω. Έκλεισε την


158

JOHANNA LINDSEY

πόρτα πίσω της, ακούμπησε με την πλάτη πάνω της και κοίταξε τρομοκρατημένη τον μπάτλερ, που έμοιαζε ακόμη πιο τρομοκρατημένος που την έβλεπε. Αφού ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του, ο μπάτλερ ίσιωσε το σακάκι του με ένα απότομο τράβηγμα και φόρεσε τον προστατευτικό μανδύα της αξιοπρέπειας. «Ειλικρινά, δεσποινίς…» Εκείνη δεν τον άφησε να συνεχίσει, δίνοντάς του απερίσκεπτα ακόμη χειρότερη εντύπωση. «Όχου, φίλε, μην αρχίσεις κι εσύ τώρα. Συγγνώμη που μπουκάρισα έτσι, αλλά είναι ανάγκη. Πρέπει να μιλήσω με τον σερ Άντονι». «Αυτό αποκλείεται», δήλωσε εκείνος με υπεροπτική περιφρόνηση. «Ο σερ Άντονι δεν δέχεται επισκέψεις απόψε». «Δηλαδή δεν είναι δω;» «Δεν δέχεται επισκέψεις», δήλωσε ακόμη πιο ωμά ο μπάτλερ. «Αυτές τις εντολές έχω λάβει, δεσποινίς. Και τώρα, αν έχετε την ευγενή καλοσύνη…» «Όχι!» κραύγασε η Ρόσλιν, όταν εκείνος έκανε να πιάσει το χερούλι της πόρτας για να την οδηγήσει έξω. «Δεν άκουσες τι είπα, άνθρωπέ μου; Πρέπει να τον δω!» Εκείνος, όμως, χωρίς να διστάσει, άνοιξε την πόρτα αναγκάζοντάς τη να απομακρυνθεί από εκεί. «Δεν γίνονται εξαιρέσεις». Αλλά όταν έκανε να την πιάσει από το μπράτσο για να τη σύρει στην κυριολεξία έξω, η Ρόσλιν τον κοπάνησε με το τσαντάκι της. «Α, για να σας πω!» κραύγασε έξαλλος ο μπάτλερ. «Αφού είσαι τελείως μπούφος και δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω», του είπε εκείνη αρκετά ήρεμα, αλλά με μάτια που πετούσαν σπίθες. «Δεν το κουνάω ρούπι αν δεν δω τον Άντονι. Δεν ρισκάρισα τη ζωή μου να έρθω εδώ για να με διώξεις εσύ, κατάλαβες; Και τώρα πήγαινε και πες του ότι – απλώς πες του ότι θέλει να τον δει μία κυρία. Πήγαινε, φίλε, αλλιώς σου ορκίζομαι ότι θα…» Ο Ντόμπσον έκανε μεταβολή, προτού εκείνη προλάβει να ολοκληρώσει την απειλή της. Μ ε την πλάτη αλύγιστη, ανέβηκε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

159

τη σκάλα με το πάσο του, επίτηδες. Σιγά την κυρία! Τόσα χρόνια που ήταν στην υπηρεσία του σερ Άντονι –και ήταν πολλά– ποτέ δεν είχε δει τέτοιο πράγμα. Οι κυρίες δεν επιτίθονταν σε κάποιον επειδή έκανε απλώς το καθήκον του. Αυτό πια ήταν ανήκουστο! Πώς καταδέχτηκε ο σερ Άντονι να μπλέξει με ένα τέτοιο θρασύτατο πλάσμα; Τώρα που είχε απομακρυνθεί από το φουαγιέ κι εκείνη δεν τον έβλεπε, ο Ντόμπσον σκέφτηκε να περιμένει μερικά δευτερόλεπτα και ύστερα να γυρίσει απλά και να προσπαθήσει να διώξει τη γυναίκα. Στο κάτω κάτω, ο σερ Άντονι είχε επιστρέψει κακόκεφος επειδή είχε αργήσει για μια οικογενειακή συγκέντρωση στο σπίτι του αδελφού του του Έντουαρντ. Ο λόρδος Τζέιμς με τον κύριο Τζέρεμι είχαν ήδη φύγει για εκεί. Ακόμη κι αν ο σερ Άντονι ήθελε να δει τη συγκεκριμένη γυναίκα, δεν προλάβαινε. Αυτή τη στιγμή άλλαζε ρούχα και σε λίγο θα κατέβαινε. Δεν θα είχε καμία όρεξη να τον καθυστερήσει κι άλλο ένα φορτικό θηλυκό αμφιβόλου ποιότητας. Αν ήταν οποιοδήποτε άλλο ραντεβού, δεν θα πείραζε και τόσο. Αλλά η οικογένεια ερχόταν πρώτη απ’ όλα για τον σερ Άντονι. Έτσι ήταν πάντα κι έτσι θα ήταν. Ωστόσο… Ο Ντόμπσον δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την υπονοούμενη απειλή. Ποτέ δεν είχε δει άλλο επισκέπτη τόσο επίμονο να περάσει το δικό του, με εξαίρεση την οικογένεια του σερ Άντονι φυσικά. Άραγε θα έβαζε τις φωνές αυτή η γυναίκα ή, ακόμη χειρότερα, θα ασκούσε πάλι βία; Αδιανόητο. Αλλά ίσως έπρεπε τουλάχιστον να ενημερώσει τον σερ Άντονι για το πρόβλημα που είχε προκύψει. Η απάντηση που εισέπραξε μετά το χτύπημα στην πόρτα ήταν κοφτή. Ο Ντόμπσον μπήκε στο δωμάτιο διστακτικά. Έφτανε να ρίξει μια ματιά στον Γουίλις, τον βαλέ του σερ Άντονι, για να δει ότι ακόμα δεν του είχαν περάσει τα νεύρα. Το ύφος του βαλέ ήταν στενάχωρο, σαν να είχε ήδη φάει κατσάδα από την καυστική γλώσσα του σερ Άντονι. Και τότε ο κύριός του γύρισε προς το μέρος του, πράγμα που


160

JOHANNA LINDSEY

έκανε τον Ντόμπσον να κοκαλώσει. Σπάνια τον έβλεπε τόσο γυμνό. Φορούσε μόνο το παντελόνι του και στέγνωνε με μια πετσέτα τα πλούσια μαύρα μαλλιά του. Πάλι το κοφτό, ανυπόμονο ύφος. «Τι είναι, Ντόμπσον;» «Μ ία γυναίκα, κύριε. Μ πήκε με το ζόρι μέσα, απαιτώντας να μιλήσει μαζί σας». Ο Άντονι γύρισε από την άλλη μεριά. «Ξεφορτώσου τη». «Προσπάθησα, κύριε. Αρνείται να φύγει». «Ποια είναι;» Σ’ αυτό το σημείο ο Ντόμπσον δεν κατάφερε να κρύψει την απέχθειά του. «Δεν λέει το όνομά της, αλλά ισχυρίζεται ότι είναι κυρία». «Είναι όντως;» «Έχω τις αμφιβολίες μου, κύριε». Ο Άντονι πέταξε παράμερα την πετσέτα φανερά ενοχλημένος. «Να πάρει ο διάολος, να πάρει, μάλλον για τον Τζέιμς θα έχει έρθει. Έπρεπε να το φανταστώ ότι έτσι κι έμενε εδώ, θ’ άρχιζαν να εμφανίζονται στο κατώφλι μου οι κοκότες του από τα καπηλειά». Ο Ντόμπσον δίστασε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. «Συγγνώμη, κύριε, αλλά η γυναίκα είπε το δικό σας όνομα και όχι του λόρδου Μ άλορι». Ο Άντονι συνοφρυώθηκε. «Τότε βάλε το μυαλό σου να δουλέψει, άνθρωπέ μου. Δεν έρχεται γυναίκα εδώ χωρίς δική μου πρόσκληση. Σωστά;» «Μ άλιστα, κύριε». «Επομένως, υπάρχει περίπτωση να είχα καλέσει κάποια εδώ απόψε, ενώ έχω άλλο ραντεβού;» «Όχι, κύριε». «Τότε γιατί με ζαλίζεις;» Ο Ντόμπσον ένιωσε να φουντώνει κάτω από το κολάρο του πουκαμίσου του. «Για να μου δώσετε την άδεια να την πετάξω έξω, κύριε. Δεν θέλει να φύγει με το καλό». «Ελεύθερα», απάντησε ξερά ο Άντονι. «Κι αν δεις ότι δεν τα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

161

βγάζεις πέρα μόνος σου, φώναξε έναν από τους λακέδες, αλλά κοίτα να την έχεις ξεφορτωθεί προτού κατέβω». Το φούντωμα ανέβηκε στα μάγουλα του Ντόμπσον. «Ευχαριστώ, κύριε. Μ άλλον θα ζητήσω βοήθεια. Δεν τολμώ να αντιμετωπίσω πάλι μόνος τα νεύρα αυτής της Σκοτσέζας». «Τι είπες;» ρώτησε ο Άντονι με τόση ένταση, που ο Ντόμπσον έχασε μονομιάς από το πρόσωπό του το κοκκίνισμα που είχε αποκτήσει. «Ε… ε…» «Είπες ότι είναι Σκοτσέζα;» «Όχι, όχι, απλώς έτσι μου φάνηκε από την προφορά της…» «Για όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου, γιατί δεν το λες τόση ώρα; Πες της να έρθει πάνω και γρήγορα, μην αλλάξει γνώμη και φύγει». «Μ ην αλλάξει…» επανέλαβε σύξυλος ο Ντόμπσον, αλλά τότε κοίταξε ένα γύρο το δωμάτιο και ρώτησε: «Εδώ, κύριε;». «Τώρα, Ντόμπσον».


162

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 17

Ο Άντονι δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ούτε όταν εκείνη πέρασε από την πόρτα του, κοιτάζοντας επιτιμητικά τον Ντόμπσον, και κατόπιν έριξε το ίδιο δολοφονικό βλέμμα στον Άντονι, μπορούσε να το πιστέψει. «Πολύ αναιδή μπάτλερ έχεις, σερ Άντονι». Εκείνος της χαμογέλασε πλατιά όταν την είδε να στέκεται εκεί με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, χτυπώντας ανυπόμονα το πόδι της στο πάτωμα. «Μ α σου έδωσα τη διεύθυνσή μου, καρδιά μου, για να μπορείς να μου στείλεις ένα μήνυμα αν προκύψει ανάγκη και όχι για να εμφανιστείς ξαφνικά στην πόρτα μου. Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο ανάρμοστο είναι αυτό που έκανες; Αυτό το σπίτι είναι εργένικο. Χώρια που εκτός από εμένα μένουν μαζί μου ο αδελφός μου με τον ανιψιό μου…» «Ε, αφού είναι κι αυτοί εδώ, τότε δεν είμαι μόνη μαζί σου, σωστά;» «Λυπάμαι που θα σ’ απογοητεύσω, γλυκιά μου, αλλά έχουν βγει και είσαι ολομόναχη μαζί μου. Όπως βλέπεις, ετοιμαζόμουν να βγω κι εγώ, γι’ αυτό ο Ντόμπσον ήταν τόσο απρόθυμος να σε δεχτεί». Αυτό που είδε όμως η Ρόσλιν, όταν κατάφερε να τον κοιτάξει μέσα από τους καπνούς που έβγαζε από τα νεύρα της, ήταν ότι εκείνος έμοιαζε περισσότερο σαν να ήταν έτοιμος να πέσει στο κρεβάτι. Φορούσε μόνο μια κοντή καπιτονέ ασημογάλανη σατέν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

163

ρόμπα πάνω από το παντελόνι του και τίποτε άλλο. Μ ια ρόμπα που εκείνος τώρα φρόντισε να δέσει, αλλά όχι προτού η Ρόσλιν προλάβει να δει φευγαλέα το γυμνό του στήθος και τις διάσπαρτες μαύρες σγουρές τρίχες που είχε εκεί. Τα μαλλιά του ήταν νωπά, χτενισμένα προς τα πίσω και στους κροτάφους του άρχιζαν ήδη να σγουραίνουν οι πρώτες τούφες που στέγνωναν. Ήταν πιο αισθησιακός από κάθε άλλη φορά που τον είχε δει και το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να πάρει με δυσκολία τα μάτια της από πάνω του για να καταφέρει να θυμηθεί γιατί βρισκόταν εκεί. Το πρόβλημα ήταν ότι τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα κρεβάτι και τότε συνειδητοποίησε κεραυνοβολημένη πού την είχε δεχτεί ο Άντονι. Στην κρεβατοκάμαρά του. Γαμώτο! «Ήξερες ότι ήμουν εγώ – όχι, αποκλείεται», έδωσε μόνη της την απάντηση και τα μάτια της γύρισαν πάλι και καρφώθηκαν στα δικά του. «Συνηθίζεις να δέχεσαι όλες τις επισκέπτριές σου εδώ μέσα;» Ο Άντονι γέλασε. «Μ όνο όταν βιάζομαι, γλυκιά μου». Η Ρόσλιν συνοφρυώθηκε, δεν το έβρισκε καθόλου διασκεδαστικό, αλλά κατάφερε να συμμαζέψει το μυαλό της και να συνέλθει. Για να το κάνει αυτό, όμως, έπρεπε πάλι να πάψει να τον κοιτάζει. «Δεν θα σε καθυστερήσω, σερ Άντονι. Ούτε κι εγώ έχω καιρό για χάσιμο. Συνέβη κάτι – τέλος πάντων, αυτό δεν σε αφορά. Αρκεί να πω ότι δεν έχω άλλο χρόνο στη διάθεσή μου. Χρειάζομαι ένα όνομα από σένα και το χρειάζομαι τώρα». Του Άντονι του κόπηκε το γέλιο μαχαίρι. Πολύ φοβόταν ότι ήξερε ακριβώς για ποιο πράγμα μιλούσε η Ρόσλιν κι αυτό του έφερε ένα άκρως δυσάρεστο σφίξιμο στο στομάχι. Είχε γίνει ο έμπιστός της μόνο και μόνο για να έχει μια δικαιολογία να την πλησιάσει. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βάλει τα χέρια του και να βγάλει τα μάτια του βοηθώντας τη να παντρευτεί. Σκοπός του ήταν να καθυστερήσει επ’ αόριστον αυτό το ενδεχόμενο και να προλάβει να την ξελογιάσει, προτού μετατραπεί σε γεγονός.


164

JOHANNA LINDSEY

Και τώρα εκείνη απαιτούσε ένα όνομα, που κανονικά θα ήξερε να της το πει, αν είχε ο ίδιος κάνει αυτό που της είχε υποσχεθεί, αλλά που όμως τελικά δεν έκανε ποτέ. Προφανώς η ανάγκη της για κάποιον έμπιστο σταματούσε εδώ. Κι αν δεν της έλεγε εκείνος ένα όνομα, θα έκανε μόνη της την επιλογή, καλή ή κακή. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. «Τι διάολο έγινε;» Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια ξαφνιασμένη από τον τραχύ τόνο της φωνής του, δεν το περίμενε. «Σου είπα, αυτό δεν σε αφορά». «Τότε κάνε μου τη χάρη να μου πεις γιατί θέλεις σώνει και καλά να παντρευτείς και προς τι τόση βιασύνη». «Δεν σου πέφτει λόγος», επέμεινε εκείνη. «Αν θέλεις ένα όνομα από εμένα, γλυκιά μου, καλά θα κάνεις να φροντίσεις να μου πέφτει λόγος». «Είσαι… είσαι…» «Λίγο άδικος, το ξέρω». «Κτήνος!» Μ όλις την είδε να θυμώνει, του έφυγαν και τα νεύρα και όλα. Χριστέ μου, ήταν πανέμορφη όταν άστραφταν έτσι τα μάτια της. Οι χρυσαφένιες πιτσιλιές που είχαν μέσα τους έμοιαζαν να πετούν σπίθες, όπως η φωτιά των μαλλιών της. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι την είχε στ’ αλήθεια στο σπίτι του, στην κρεβατοκάμαρά του, εκεί όπου την είχε φανταστεί αμέτρητες φορές, αλλά δεν είχε βρει τρόπο να τη φέρει. Το χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη του την έκανε να θυμώσει ακόμη περισσότερο. Ήρθες στη φωλιά μου, καρδιά μου, δεν μπορούσε να πάψει να σκέφτεται ο Άντονι. Είσαι δική μου τώρα. Σ’ εκείνη, βέβαια, είπε: «Θα πιεις κάτι;». «Εσύ θα έκανες και άγιο να το ρίξει στο ποτό», αντιγύρισε η Ρόσλιν, αλλά παρ’ όλα αυτά κατένευσε και ήπιε μια γενναία γουλιά από το κονιάκ που της έδωσε το επόμενο δευτερόλεπτο. «Λοιπόν;» την παρότρυνε, όταν εκείνη συνέχισε απλώς να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

165

τον αγριοκοιτάζει χολωμένα. «Έχει να κάνει με τον παππού μου και την υπόσχεση που με έβαλε να του δώσω ότι μόλις πέθαινε θα παντρευόμουν». «Αυτά τα ξέρω», σχολίασε ήρεμα ο Άντονι. «Αυτό που θέλω να μου πεις είναι γιατί σ’ έβαλε να του υποσχεθείς κάτι τέτοιο». «Πολύ καλά!» αρπάχτηκε εκείνη. «Έχω έναν μακρινό ξάδελφο που το ’χει βάλει σκοπό να με παντρευτεί πάση θυσία». «Και λοιπόν;» «Δεν είπα ότι θέλει απλώς να με παντρευτεί, αλλά ότι το ’χει βάλει σκοπό, είτε εγώ θέλω είτε όχι. Το ’πιασες τώρα; Έτσι και πέσω στα χέρια του Τζόρντι Κάμερον, θα μ’ αναγκάσει να τον παντρευτώ με το ζόρι». «Να φανταστώ ότι εσύ δεν θέλεις να τον πάρεις;» «Μ η λες βλακείες, άνθρωπέ μου», είπε ανυπόμονα εκείνη κι άρχισε να βηματίζει διαγράφοντας έναν κύκλο γύρω του. «Αλλιώς θα παντρευόμουν έναν σχεδόν άγνωστο άντρα;» «Μ άλλον όχι». Η Ρόσλιν έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, όταν με την άκρη του ματιού της τον τσάκωσε να χαμογελάει. «Νομίζεις ότι έχει πλάκα όλο αυτό;» «Αυτό που νομίζω εγώ, καρδιά μου, είναι ότι μεγαλοποιείς λίγο τα πράγματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βάλεις κάποιον να πείσει τον ξάδελφό σου ότι αν θέλει την υγειά του, καλά θα κάνει να ψάξει αλλού για σύζυγο». «Εσύ;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί όχι; Δεν θα με πείραζε να σου κάνω μια τέτοια εξυπηρέτηση». Της ήρθε να τον χτυπήσει. Αντί γι’ αυτό, όμως, αποτελείωσε το κονιάκ της, ευγνώμων που το αλκοόλ κατάφερε να την καλμάρει. «Άκου να σου πω, Άντονι Μ άλορι. Εδώ μιλάμε για τη ζωή μου κι εσύ μου λες να την παίξουμε κορόνα γράμματα. Το δικό μου κεφάλι κινδυνεύει, όχι το δικό σου. Εσύ δεν ξέρεις τον Τζόρντι. Δεν ξέρεις πόσο αποφασισμένος είναι να βάλει χέρι


166

JOHANNA LINDSEY

στην περιουσία του παππού μου μέσα από μένα. Θα κάνει τα πάντα για να το πετύχει και μόλις τα καταφέρει, τι θα τον εμποδίσει τότε να κανονίσει να πάθω ένα βολικότατο για εκείνον ατυχηματάκι ή να με κλειδαμπαρώσει κάπου και να ισχυριστεί ότι τρελάθηκα ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο; Δεν πρόκειται να τον τρομάξει μια απλή προειδοποίηση που θα του κάνεις εσύ, ακόμη κι αν κατάφερνες να τον βρεις. Τίποτα δεν πρόκειται να τον τρομάξει. Ο μοναδικός τρόπος να προστατεύσω τον εαυτό μου είναι να παντρευτώ έναν άλλο άντρα». Ο Άντονι είχε πάρει το ποτήρι της, το είχε ξαναγεμίσει και όσο εκείνη του παρέθετε τα γεγονότα τής το ξανάδωσε. Η Ρόσλιν δεν έδειξε καν να το αντιλαμβάνεται. «Πολύ καλά, τώρα ξέρω γιατί πιστεύεις ότι πρέπει να παντρευτείς βιαστικά. Αλλά τι συνέβη και πρέπει αυτό να γίνει άμεσα; Τι σ’ έκανε να ρισκάρεις την υπόληψή σου ερχόμενη εδώ απόψε;» Εκείνη τινάχτηκε όταν της υπενθύμισε, αν και ήταν περιττό, αυτό τον κίνδυνο, που τότε της είχε φανεί το λιγότερο κακό από ό,τι άλλο θα μπορούσε να πάθει. «Μ ε βρήκε ο Τζόρντι. Χθες βράδυ κατάφερε να με ναρκώσει και να με αρπάξει μέσα από το σπίτι της Φράνσις». «Τι έκανε λέει!» Εκείνη συνέχισε σαν να μην είχε ακούσει την έκρηξή του. «Όταν ξύπνησα σήμερα, βρέθηκα κλειδωμένη σ’ ένα παράξενο καμαράκι κάτω στο λιμάνι, περιμένοντας να έρθει ο ιερέας που είχε βρει ο Τζόρντι και που με ψέματα τον είχε πείσει να μας παντρέψει. Αν δεν είχα πηδήσει από το παράθυρο…» «Θεέ μου, δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά!» Εκείνη σταμάτησε για μια στιγμή να βηματίζει πάνω κάτω και του έριξε ένα βλέμμα ξεκάθαρα περιφρονητικό. «Είμαι σίγουρη ότι θα έχουν μείνει ακόμα άχυρα στα μαλλιά μου από το κάρο πάνω στο οποίο έπεσα. Μ ου πήρε τόσες ώρες να καταφέρω να γυρίσω στο σπίτι που δεν πρόλαβα να τα βγάλω όλα. Θα σου τα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

167

έδειχνα αλλά δεν είναι δω η Νέτι να μου τα ξαναφτιάξει έτσι και λύσω τα μαλλιά μου και πολύ αμφιβάλλω αν πιάνουν τα χέρια του Ντόμπσον με τέτοια πράγματα. Και δεν υπάρχει περίπτωση να φύγω από το σπίτι σου δείχνοντας λες και… λες και…» Ο Άντονι έριξε πίσω το κεφάλι και ξέσπασε σε γέλια, όταν την είδε να μην μπορεί να ολοκληρώσει την προκλητική σκέψη της. Η Ρόσλιν τού γύρισε την πλάτη και πήγε γραμμή στην πόρτα, αλλά ο Άντονι πρόλαβε να φτάσει εκεί ταυτόχρονα μ’ εκείνη. Το χέρι του πέρασε πάνω από τον ώμο της και πίεσε αποφασιστικά τη μοναδική έξοδο, κρατώντας την κλειστή. «Φταίει κάτι που είπα;» τη ρώτησε στο αυτί όλο αθωότητα. Η Ρόσλιν δεν δίστασε να του δώσει με όλη της τη δύναμη μια αγκωνιά, που από τόσο μικρή απόσταση βρήκε εύκολα το στόχο της. Ικανοποιημένη με το βογκητό πόνου που ξέφυγε από τα χείλη του, του ξεγλίστρησε και φρόντισε να απομακρυνθεί λίγο, να μη βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής οι δυο τους. «Θεωρώ ότι αρκετά διασκέδασες σε βάρος μου, σερ Άντονι. Σκόπευα να μείνω εδώ μερικά λεπτά μόνο και κατέληξα να έχω σπαταλήσει τόσο χρόνο με περιττές εξηγήσεις. Έχω έξω αμαξά που περιμένει και μεγάλο ταξίδι μπροστά μου. Είπες ότι κι εσύ βιαζόσουν. Δώσε μου το όνομα, αν έχεις την καλοσύνη». Εκείνος έγειρε με την πλάτη πάνω στην πόρτα, επειδή το «μεγάλο ταξίδι» έσπειρε ρίγη πανικού στο κορμί του. «Μ η μου πεις ότι φεύγεις από το Λονδίνο;» «Ασφαλώς και φεύγω. Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι μπορώ να μείνω εδώ, τώρα που ο Τζόρντι με βρήκε;» «Και τότε πώς σκοπεύεις να ξελογιάσεις έναν από τους θαυμαστές σου για να σου κάνει πρόταση γάμου, αφού δεν θα είσαι εδώ να σε κορτάρει;» «Όχου πια! Λες κι έχω καιρό για κόρτε τώρα», είπε εκείνη, εκνευρισμένη από τις ατελείωτες ερωτήσεις του. «Θα του κάνω εγώ πρόταση γάμου, αρκεί-να-μου-δώσεις-ένα-όνομα!» Η έμφαση με την οποία τόνισε έξαλλη η Ρόσλιν την κάθε της λέξη, τον προειδοποίησε ότι έπρεπε να αλλάξει τακτική, αλλά


168

JOHANNA LINDSEY

προς στιγμήν δεν ήξερε ποια να ακολουθήσει. Ακόμη κι αν είχε να της δώσει ένα όνομα, δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνει, αλλά έτσι και της το έλεγε αυτό, εκείνη θα έφευγε αστραπιαία κι ένας Θεός ήξερε για πού. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τολμήσει να τη ρωτήσει ποιος ήταν ο προορισμός της. Όχι, εκείνη είχε απαυδήσει με τις εσκεμμένες υπεκφυγές του. Την πλησίασε, δείχνοντάς της την αφράτη πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι. «Κάθισε κάτω, Ρόσλιν». «Άντονι…» άρχισε προειδοποιητικά εκείνη. «Δεν είναι τόσο απλό». Τα μάτια της μισόκλεισαν καχύποπτα. «Είχες άφθονο χρόνο στη διάθεσή σου για να διαχωρίσεις τα γεγονότα από τα κουτσομπολιά, όπως μου είχες υποσχεθεί ότι θα έκανες». «Σου ζήτησα μία βδομάδα, αν θυμάσαι». Τα μάτια της άστραψαν αγριεμένα από τον πανικό. «Δηλαδή δεν έχεις…» «Κάθε άλλο», την έκοψε βιαστικά εκείνος. «Αλλά δεν θα σου αρέσουν αυτά που ανακάλυψα». Η Ρόσλιν βόγκηξε, αγνοώντας την πολυθρόνα που της είχε δείξει, κι άρχισε πάλι να κόβει βόλτες. «Πες μου». Το μυαλό του Άντονι έτρεχε με χίλια, ψάχνοντας ξέφρενα να βρει κάποια πιθανή βρομιά για τους υποψηφίους της Ρόσλιν. Άρχισε με το μοναδικό στοιχείο που ήταν πράγματι αληθινό, ελπίζοντας στη συνέχεια να του έρθει η έμπνευση και για τα υπόλοιπα. «Εκείνη η μονομαχία που σου είπα ότι ο Ντέιβιντ Φλέμινγκ αρνήθηκε. Δεν είναι μόνο ότι στιγμάτισε τον καημένο τον άνθρωπο ως δειλό αλλά και ότι – εμ, βασικά…» «Ε, πες το επιτέλους! Να υποθέσω ότι έγινε για κάποια γυναίκα; Δεν μπορώ να πω ότι μ’ εκπλήσσει». «Ο καβγάς δεν έγινε για μια γυναίκα, γλυκιά μου, αλλά για έναν άλλο άντρα, με τη διαφορά ότι και σ’ αυτή την περίπτωση ήταν ερωτικής φύσεως». Εκμεταλλεύτηκε το στιγμιαίο σοκ της για να της γεμίσει πάλι το ποτήρι με κονιάκ.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

169

«Θέλεις να πεις…» «Πολύ φοβάμαι». «Μ α φαινόταν τόσο… τόσο, όχου, άσ’ το, δεν πειράζει. Αυτός απορρίπτεται». «Θα πρέπει να διαγράψεις και τον Ντάνσταντον», είπε ο Άντονι. Αφού η Ρόσλιν έφευγε από το Λονδίνο, δεν θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τα επόμενα λόγια του: «Μ όλις ανακοίνωσε τον αρραβώνα του». «Δεν το πιστεύω!» είπε ξέπνοα εκείνη. «Αφού μόλις το περασμένο Σαββατοκύριακο μου ζήτησε να πάμε μαζί στο θέατρο. Φυσικά μετά το ακύρωσε, αλλά… Ωχ, τέλος πάντων. Ήθελα να περιορίσω τη λίστα μου και περιορίστηκε. Και ο Σάβιτζ;» Ο Άντονι εμπνεύστηκε από το όνομα1. «Αυτός, γλυκιά μου, είναι εντελώς ακατάλληλος. Κάποια στιγμή στα νιάτα του θα πρέπει να αποφάσισε να δικαιώσει το όνομά του. Ο άνθρωπος είναι σαδιστής». «Ωχ, έλα τώρα…» «Αλήθεια σου λέω. Του αρέσει να φέρεται άσχημα σε οποιονδήποτε είναι πιο αδύναμος από εκείνον – ζώα, γυναίκες. Οι υπηρέτες του τον τρέμουν…» «Εντάξει! Δεν χρειάζεται να μπεις σε λεπτομέρειες. Επομένως, μένει ο λόρδος Γουόρτον, που μου σύστησε η ανιψιά σου, και ο σερ Αρτέμους». Τώρα ήταν η σειρά του Άντονι να αρχίσει τις βόλτες, γιατί δεν του ερχόταν τίποτα για τον Γουόρτον. Για τον Σάντγουελ θα μπορούσε να παίξει το χαρτί του πάθους του με τον τζόγο, αλλά για τον Γουόρτον δεν είχε τίποτε ατιμωτικό να πει. Η αλήθεια ήταν ότι αυτός ο τύπος σίγουρα θα ήταν ιδανικός σύζυγος για τη Ρόσλιν. Ευτυχώς για τον Άντονι, όμως, αυτή η σκέψη τον ενόχλησε τόσο που κατάφερε να βρει την τέλεια λάσπη για να πετάξει στον Γουόρτον. Στράφηκε προς το μέρος της Ρόσλιν, παίρνοντας το ανάλογο


170

JOHANNA LINDSEY

διστακτικό ύφος. «Ξέχνα και τον Γουόρτον. Σου έδειξε ενδιαφέρον μόνο και μόνο για να ρίξει στάχτη στα μάτια της μητέρας του». «Τι στο διάβολο θα πει αυτό;» «Είναι ερωτευμένος με την αδελφή του». «Τι πράγμα;» «Α, κρατάει καλά κρυμμένο το μυστικό του», τη διαβεβαίωσε ο Άντονι. «Η Ρέτζι πάντως δεν το ξέρει· δεν είναι κάτι που θα ήθελε να της αποκαλύψει ο Μ οντάιθ. Στο κάτω κάτω, η Ρέτζι έχει αρκετά καλές φιλικές σχέσεις και με τους τρεις Γουόρτον. Και ούτε εκείνος θα μου το έλεγε, αν δεν του είχα αναφέρει το ξαφνικό σου ενδιαφέρον για τον τύπο. Αλλά έτυχε να πέσει πάνω τους μια φορά στο δάσος, θα ήταν αρκετά αμήχανη στιγμή φαντάζομαι…» «Φτάνει!» Η Ρόσλιν αποτελείωσε το τρίτο της κονιάκ και του έδωσε το ποτήρι. «Έκανες ακριβώς ό,τι σου ζήτησα και σ’ ευχαριστώ. Μ ια που ο σερ Αρτέμους ήταν ο πρώτος που μπήκε στη λίστα μου, μου φαίνεται σωστό να είναι αυτός η τελική μου επιλογή». «Αυτός είναι πάμπτωχος, γλυκιά μου». «Κανένα πρόβλημα». Η Ρόσλιν χαμογέλασε. «Έχω εγώ αρκετά χρήματα για να φουσκώσει ξανά το πορτοφόλι του». «Δεν νομίζω ότι με κατάλαβες, Ρόσλιν. Τα τελευταία χρόνια το πάθος του με τον τζόγο έχει καταντήσει αρρωστημένο. Ήταν ένας από τους πλουσιότερους άντρες της Αγγλίας και τώρα έχει μείνει ταπί. Αναγκάστηκε να ξεπουλήσει όλα του τα ακίνητα εκτός από αυτό στο Κεντ, αλλά κι αυτό είναι υποθηκευμένο». «Αυτό πώς το ξέρεις;» «Είχε αναλάβει τις πωλήσεις ο αδελφός μου ο Έντουαρντ». Η Ρόσλιν συνοφρυώθηκε, αλλά επέμεινε πεισματικά: «Δεν έχει σημασία. Στην ουσία αυτό με κάνει να νιώθω βέβαιη ότι δεν θα μπορεί να απορρίψει την πρόταση που θα του κάνω». «Α, δεν θα χάσει αυτή την ευκαιρία, να είσαι σίγουρη. Και μέσα σ’ ένα χρόνο θα μείνεις κι εσύ ταπί».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

171

«Ξεχνάς, Άντονι, ότι εγώ θα έχω τον πλήρη έλεγχο της περιουσίας μου». «Ναι, αλλά κι εσύ ξεχνάς κάτι πολύ απλό· ότι ένας άντρας έχει τη δυνατότητα να τζογάρει με πίστωση και το κάνει κιόλας, κάτι που είναι εντελώς αδύνατον να μπορείς να παρακολουθήσεις εσύ. Κι εφόσον θα είσαι η νόμιμη σύζυγός του, οι πιστωτές του δεν θα διστάσουν να έρθουν σ’ εσένα για να πάρουν τα λεφτά τους ή ακόμη και να σε σύρουν στα δικαστήρια. Και τα δικαστήρια, γλυκιά μου, πολύ δύσκολα θ’ αποφανθούν υπέρ του συμβολαίου σου από τη στιγμή που θα μπορεί να αποδειχτεί ότι παντρεύτηκες τον Σάντγουελ, ενώ ήξερες καλά το αρρωστημένο πάθος του με τον τζόγο. Μ πορούν να σ’ αναγκάσουν να πληρώσεις τα χρέη του είτε το θέλεις είτε όχι». Η Ρόσλιν είχε χλωμιάσει και τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, γεμάτα δυσπιστία. Δεν ήξερε και πολλά από νόμους, οπότε δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τις προβλέψεις του Άντονι. Αναγκαστικά τον πίστεψε. Και να σκεφτεί κανείς ότι κάποτε νόμιζε ότι ένας απένταρος τζογαδόρος θα ήταν η τέλεια περίπτωση για εκείνη. Ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να την οδηγήσει στη φτώχεια. Καλύτερα να έδινε την κληρονομιά της στον Τζόρντι παρά να της τη φάει ένας τζογαδόρος. «Κι ήταν όλοι τους τόσο ιδανικοί», είπε αφηρημένα, δυστυχισμένα, προτού στρέψει τα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια της στον Άντονι. «Καταλαβαίνεις ότι δεν μου άφησες κανέναν;» Το δυστυχισμένο ύφος της ήταν μαχαιριά στην καρδιά του. Εκείνος έφταιγε που την είχε κάνει έτσι, με τις μισές αλήθειες και τα μυθεύματά του. Είχε αναμειχθεί στη ζωή της με το πιο εγωιστικό κίνητρο. Αλλά δεν μπορούσε να τη σπρώξει στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα. Απλώς δεν μπορούσε να το κάνει. Και όχι μόνο επειδή την ήθελε για τον εαυτό του. Και μόνο στη σκέψη ότι θα την άγγιζε άλλος άντρας, ένιωθε κάτι πολύ παράξενο, ένα αβάσταχτο σφίξιμο στα σωθικά. Όχι, δεν μετάνιωνε που δεν της είχε αφήσει επιλογή, γιατί η


172

JOHANNA LINDSEY

ανακούφιση που ένιωθε ήταν πολύ μεγαλύτερη. Αλλά ούτε και να τη βλέπει τόσο θλιμμένη άντεχε. Προσπαθώντας να της φτιάξει λίγο το κέφι, της πρότεινε απερίσκεπτα: «Ο Φλέμινγκ θα σε παντρευόταν, ξέρεις, έστω για να κρατήσει τα προσχήματα». Αν όμως εκείνη παντρευόταν αυτόν, θα έπρεπε πολύ απλά να τον σκοτώσει τον τύπο. «Θα ήταν ιδανικός για το σκοπό που τον θέλεις κι εγώ θα ήμουν ήσυχος ότι θα σε είχα όλη δική μου». Μ ε αυτό κατάφερε τουλάχιστον να ξυπνήσει πάλι το θυμό της. «Δεν θα έπαιρνα έναν άντρα που θα σιχαινόταν να μ’ αγγίξει. Αν είναι να παντρευτώ, θέλω να αποκτήσω παιδιά απ’ αυτόν το γάμο». «Αυτό κανονίζεται, γλυκιά μου, και μάλιστα με μεγάλη προθυμία από μέρους μου», της απάντησε σιγανά. Αλλά εκείνη δεν τον άκουγε πια. «Θα μπορούσα να γυρίσω στην πατρίδα μου και να παντρευτώ ένα μικροκτηματία. Τι σημασία έχει ποιον θα παντρευτώ πια; Το θέμα είναι να γίνει». Ο Άντονι είδε όλες του τις προσπάθειες να πηγαίνουν στράφι. «Για όνομα του Θεού! Δεν μπορείς να…» Εκείνη ήταν ακόμα χαμένη στον κόσμο της με τις λιγοστές επιλογές που της είχαν απομείνει πια. «Αυτό έπρεπε να είχα κάνει από την αρχή. Τουλάχιστον έτσι θα ξέρω τι παίρνω». Την έπιασε από τους ώμους για να την αναγκάσει να τον ακούσει. «Ανάθεμά σε, γυναίκα! Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να χαραμιστείς μ’ ένα βρομοαγρότη». Και προτού ο Άντονι συνειδητοποιήσει τι θα ξεστόμιζε, ξεπήδησαν από τα χείλη του οι λέξεις: «Θα παντρευτείς εμένα!». 1 1 Στα αγ γ λικά « σάβιτζ» (savage) σημαίνει βάναυσος, κτηνώδης. (ΣτΜ)


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

173

Κεφάλαιο 18

Όταν πια τα γέλια της Ρόσλιν καταλάγιασαν και είχε απομείνει μονάχα ένα γάργαρο χαχάνισμα, εκείνη συνειδητοποίησε καθυστερημένα ότι το ξέσπασμά της θα πρέπει να ήταν τρομερή προσβολή για τον Άντονι. Όσο εκείνη ήταν τυφλωμένη από τα δάκρυα του γέλιου της, εκείνος είχε απομακρυνθεί από κοντά της. Τώρα όμως τον είδε πού βρισκόταν, καθισμένος στο κρεβάτι, στηριγμένος ανέμελα πίσω, στον ένα του αγκώνα. Δεν έδειχνε προσβεβλημένος, όμως. Περισσότερο σαστισμένος έδειχνε. Τουλάχιστον η απρέπειά της δεν είχε ξυπνήσει το θυμό του, αλλά ακόμη κι αυτό αν συνέβαινε, εκείνη δεν θα του έριχνε καθόλου άδικο. Όμως ήταν τόσο αστείο. Άκου εκεί να τον παντρευτεί! Τον πιο διαβόητο γυναικά του Λονδίνου; Έτσι κι αλλιώς, όμως, σίγουρα δεν το εννοούσε. Πάντως εκείνη ένιωθε πολύ καλύτερα τώρα που είχε γελάσει με την ψυχή της, αν αναλογιστεί κανείς τι είχε να αντιμετωπίσει ακόμη. Χαμογελώντας, τον πλησίασε λιγάκι περισσότερο, γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι για να του τραβήξει την προσοχή. «Είναι σπάνιο το ταλέντο που έχεις, Άντονι, να φτιάχνεις το κέφι κάποιου, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι σου λείπει η γοητεία. Όσον αφορά την πρόταση γάμου, όμως, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι δεν είναι το στοιχείο σου. Εγώ πιστεύω ότι μια πρόταση γάμου θα πρέπει να


174

JOHANNA LINDSEY

έχει τη μορφή ερώτησης και όχι απαίτησης. Ειλικρινά, φρόντισε να μην το ξεχάσεις αυτό την επόμενη φορά που το χιούμορ σου θα ξεφύγει και θ’ αγγίξει τα όρια του παραλόγου». «Έχεις δίκιο, γλυκιά μου. Πολύ φοβάμαι ότι αντέδρασα υπερβολικά. Αλλά σπάνια κάνω κάτι με τον συνηθισμένο τρόπο». «Τέλος πάντων…» Η Ρόσλιν έσφιξε κι άλλο πάνω της το μανδύα της με τη γούνινη μπορντούρα. Ήταν μια κίνηση καθαρά νευρική. «Αρκετά σ’ απασχόλησα». Εκείνος ανακάθισε ίσια, βάζοντας τα χέρια στα γόνατά του. «Δεν θα φύγεις, αν δεν μου δώσεις μια απάντηση». «Απάντηση σε ποιο πράγμα;» «Θα με παντρευτείς;» Παρότι αυτή τη φορά η πρόταση έγινε με τον συνηθισμένο τρόπο, της Ρόσλιν το ίδιο αστεία της φάνηκε. «Μ α αστειευόσουν!» του είπε, μη πιστεύοντας στ’ αυτιά της. «Πολύ φοβάμαι πως όχι, καρδιά μου. Παρόλο που κι εγώ ξαφνιάζομαι το ίδιο μ’ εσένα, σοβαρολογώ». Η Ρόσλιν έσφιξε τα χείλη. Αυτό δεν ήταν καθόλου αστείο. «Αποκλείεται. Δεν θα σε παντρευόμουν, όπως δεν θα παντρευόμουν ποτέ και τον Τζόρντι». Το γέλιο της προηγουμένως το καταλάβαινε. Και η αντίδρασή της στην απαίτησή του να τον παντρευτεί ήταν ήπια συγκριτικά με τη δική του έκπληξη. Αλλά παρότι τα λόγια αυτά είχαν βγει από τα χείλη του λες κι είχαν δική τους βούληση, μόλις τα ξεστόμισε, ο Άντονι συνειδητοποίησε ότι η ιδέα του γάμου, που πάντοτε στο παρελθόν τον τρόμαζε, ξαφνικά είχε αποκτήσει μια γοητεία. Θα μπορούσε εύκολα να αλλάξει γνώμη, βέβαια, αν δεν στεκόταν εκείνη μπροστά του δείχνοντας τόσο σαγηνευτική. Είχε φτάσει αισίως τριάντα πέντε ετών, χωρίς ποτέ να νιώσει την ανάγκη να έχει μια σύζυγο και σίγουρα δεν χρειαζόταν μια σύζυγο τώρα. Επομένως, τι στο διάολο έκανε με το να επιμένει ότι σοβαρολογούσε, από τη στιγμή που εκείνη του είχε δώσει την


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

175

ευκαιρία να πάρει τα λόγια του πίσω αμφισβητώντας τα κίνητρά του; Το πρόβλημα ήταν ότι δεν του άρεσε καθόλου να τον στριμώχνουν στη γωνία και η απειλή της ότι θα παντρευόταν έναν άλλο άντρα έκανε αυτό ακριβώς. Κι ακόμη λιγότερο δεν του άρεσε να τη χάσει από τη ζωή του, πράγμα που επίσης απειλούσε να κάνει η Ρόσλιν. Βασικά, το τελευταίο πράγμα που ήθελε ο Άντονι ήταν να φύγει εκείνη απ’ αυτό το δωμάτιο. Την είχε εδώ. Και καλά θα έκανε να το εκμεταλλευτεί, γαμώτο! Η ξεκάθαρη άρνησή της να τον παντρευτεί, όμως, ήταν αυτό που έκανε τη ζυγαριά να γείρει. Μ α τον Θεό, θα την έκανε να τον παντρευτεί, ακόμη κι αν αναγκαζόταν να την εκθέσει στα μάτια της κοινωνίας για να αποσπάσει τη συγκατάθεσή της. «Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, γλυκιά μου, αλλά δεν βλέπω να υπάρχει άλλη πρόταση στον ορίζοντα, έτσι δεν είναι; Και θυμάμαι που είπες ότι δεν έχει σημασία ποιον θα παντρευτείς, αρκεί να γίνει ο γάμος». Εκείνη τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Ναι, αλλά τυχαίνει εσύ να είσαι η μοναδική εξαίρεση». «Γιατί;» «Ας πούμε απλώς ότι θα γινόσουν φριχτός σύζυγος». «Κι εγώ το ίδιο πίστευα πάντα», την αιφνιδίασε εκείνος συμφωνώντας. «Για ποιον άλλο λόγο θα απέφευγα τόσα χρόνια να παντρευτώ;» «Άρα, έρχεσαι στα λόγια μου, σωστά;» Τώρα ο Άντονι χαμογελούσε. «Απλώς παραδέχομαι ότι υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα, καρδιά μου. Ας δούμε όμως και την άλλη όψη του νομίσματος. Θα μπορούσε κάλλιστα να μου αρέσει πολύ ο γάμος. Του Μ οντάιθ του άρεσε και ήμουν ο πρώτος που έλεγα ότι ήταν καταδικασμένος να αποτύχει». «Εκείνος, όμως, τυχαίνει να αγαπάει τη γυναίκα του», τόνισε ενοχλημένα η Ρόσλιν. «Χριστέ μου, δεν πιστεύω να περιμένεις να σου πω ότι σ’ αγαπώ; Είναι μάλλον νωρίς για…»


176

JOHANNA LINDSEY

«Όχι βέβαια!» τον έκοψε αγέρωχα εκείνη, με τα μάγουλα κατακόκκινα. «Όμως ξέρουμε και οι δύο ότι σε θέλω, έτσι δεν είναι; Και ξέρουμε και οι δύο ότι κι εσύ…» «Σερ Άντονι, σε παρακαλώ!» Αν ήταν ποτέ δυνατόν να γίνει το πρόσωπό της ακόμη πιο κόκκινο, έγινε τότε. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μου αλλάξεις γνώμη. Πολύ απλά δεν μου κάνεις. Ορκίστηκα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ γυναικά κι εσύ ομολόγησες ότι είσαι αυτό ακριβώς. Και δεν γίνεται να αλλάξεις αυτό που είσαι». «Να φανταστώ ότι χρωστάω την αδιαλλαξία σου στη λαίδη Γκρένφελ;» Αιφνιδιασμένη, η Ρόσλιν δεν αναρωτήθηκε καν πώς εκείνος έβγαλε αυτό το συμπέρασμα. «Ναι, η Φράνσις ξέρει από πρώτο χέρι τι συμβαίνει όταν ερωτεύεσαι ένα γυναικά. Ο δικός της το έβαλε στα πόδια μόλις χρειάστηκε να την παντρευτεί, αναγκάζοντάς τη να παντρευτεί όποιον μπόρεσε, ένα γέρο που τον σιχαινόταν». Το εξωτικό σκίσιμο των ματιών του γινόταν πολύ πιο έντονο όταν συνοφρυωνόταν. «Νομίζω ότι είναι καιρός να μάθεις όλη την ιστορία, Ρόσλιν. Ο παλιός μου φίλος ο Τζορτζ απλώς πανικοβλήθηκε όταν ήρθε τόσο απρόσμενα αντιμέτωπος με την πατρότητα. Έφυγε για δύο βδομάδες να ξεδώσει και να τo πάρει απόφαση ότι θ’ αποχαιρετούσε για πάντα την εργένικη ζωή, αλλά μέχρι να το αποδεχτεί, η Φράνσις είχε ήδη παντρευτεί τον Γκρένφελ. Δεν τον άφησε ούτε μία φορά να συναντήσει το γιο του. Αρνήθηκε να τον δει, όταν ο Γκρένφελ πέθανε. Κι αν η δική σου φίλη έγινε δυστυχισμένη απ’ αυτή τη σχέση, το ίδιο έγινε και ο δικός μου φίλος. Η αλήθεια είναι ότι ο Τζορτζ θα την παντρευόταν ακόμη και τώρα, αν το ήθελε εκείνη». Η Ρόσλιν πήγε στην πολυθρόνα και κάθισε, κοιτάζοντας σαστισμένη το σβηστό τζάκι. Γιατί έπρεπε να ξέρει ο Άντονι τον Τζορτζ Άμχερστ; Γιατί της είχε μιλήσει γι’ αυτό το θέμα; Πιθανότατα η Φράνσις θα τον παντρευόταν αμέσως, αν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

177

κατάφερνε να τον συγχωρήσει για την αντίδρασή του, μια αντίδραση που το δίχως άλλο ήταν πέρα για πέρα φυσιολογική από την πλευρά εκείνου, αν αναλογιστεί κανείς τι μεγάλος γυναικάς που ήταν τότε. Και η Ρόσλιν τι θα έκανε; Μ α τον Θεό, τίποτε άλλο δεν θα της άρεσε περισσότερο από το να παντρευτεί τον Άντονι Μ άλορι… αν την αγαπούσε, αν μπορούσε να της είναι πιστός, αν μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ίσχυε. Ο Νίκολας Ίντεν μπορεί να αγαπούσε τη Ρετζίνα, ο παππούς της να αγαπούσε τη γιαγιά της, ο Τζορτζ Άμχερστ μάλλον είχε αγαπήσει τη Φράνσις κι ακόμα την αγαπούσε, αλλά ο Άντονι είχε παραδεχτεί ότι δεν την αγαπούσε. Και δυστυχώς για εκείνη, θα της ήταν πολύ εύκολο να τον αγαπήσει. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα, θα δεχόταν την πρότασή του. Μ α δεν ήταν ανόητη να αφεθεί σε μια τέτοια πληγή που μπορούσε και που, σίγουρα, θα άνοιγε ο Άντονι στην καρδιά της. Έψαξε ένα γύρο το δωμάτιο για να τον δει, αλλά βρήκε το κρεβάτι άδειο. Ξαφνιασμένη, αισθάνθηκε το καπέλο της να τραβιέται απότομα και όρμησε μπροστά, στην άκρη της θέσης της. Στράφηκε και είδε τον Άντονι να ακουμπά ανέμελα στην πολυθρόνα, με τα χέρια του σταυρωμένα πάνω στην πλάτη του καθίσματος. Χρειάστηκε να περάσει ένα δευτερόλεπτο, ώσπου να προσαρμοστεί η Ρόσλιν στο πόσο κοντά της βρισκόταν εκείνος τώρα και, καθαρίζοντας το λαιμό της, κατάφερε να πει: «Συγγνώμη, αλλά όσα είπες για τη Φράνσις και τον Τζορτζ δεν θα με κάνουν να αλλάξω γνώμη για σένα». «Κατά κάποιον τρόπο δεν περίμενα ότι θα άλλαζες γνώμη», είπε εκείνος κουνώντας το κεφάλι και το χαμόγελο που σχηματίστηκε αργά στα χείλη του επέτεινε την αμηχανία της. «Είσαι μια πεισματάρα Σκοτσέζα, λαίδη Τσάντγουικ, αλλά αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μ’ αρέσουν σ’ εσένα. Σου δίνω αυτό που χρειάζεσαι απελπισμένα και παρόλο που έτσι κάνεις κακό στον εαυτό σου, εσύ το αρνείσαι. Και μάλιστα για έναν


178

JOHANNA LINDSEY

γελοίο λόγο που είναι καθαρά υποθετικός. Θα μπορούσα να αποδειχτώ υπόδειγμα συζύγου, ξέρεις, αλλά εσύ δεν μου δίνεις καν την ευκαιρία να το ανακαλύψω». «Σ’ το είπα, Άντονι, δεν μ’ αρέσει ο τζόγος. Θα προτιμούσα να μη ρισκάρω την υπόλοιπη ζωή μου βασιζόμενη σ’ ένα “ίσως” από τη στιγμή που οι πιθανότητες να μη συμβεί αυτό είναι πάρα πολλές». Εκείνος έγειρε μπροστά κι ακούμπησε το πιγούνι του πάνω στα σταυρωμένα μπράτσα του. «Αντιλαμβάνεσαι, βέβαια, ότι αν σε κρατήσω εδώ όλη νύχτα, θα καταστραφεί η υπόληψή σου. Δεν θα χρειαζόταν καν να σ’ αγγίξω, γλυκιά μου. Το πράγμα θα μιλούσε από μόνο του. Έτσι αναγκάστηκε να παντρευτεί και η Ρέτζι, παρόλο που η πρώτη της συνάντηση με τον Μ οντάιθ ήταν παντελώς αθώα». «Δεν θα τολμούσες!» «Εγώ πάλι πιστεύω ότι θα τολμούσα». Η Ρόσλιν πετάχτηκε όρθια, και τον αγριοκοίταξε. Ευτυχώς, υπήρχε ανάμεσά τους η πολυθρόνα να τους χωρίζει. «Αυτό είναι… αυτό είναι… έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να πετύχει! Γυρίζω στη Σκοτία. Οπότε τι με νοιάζει αν θα έχει καταστραφεί η υπόληψή μου εδώ; Θα έχω ακόμα την…» Δεν κατάφερε να ξεστομίσει μια τόσο προσωπική λέξη, οπότε το έθεσε αλλιώς. «Ο άντρας μου θα δει ότι δεν είναι αλήθεια κι αυτό είναι το μόνο που μ’ ενδιαφέρει». «Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος και μια σατανική λάμψη φάνηκε στα μπλε του κοβαλτίου μάτια του. «Τότε, αν είναι να σε βοηθήσω κι ας μην το θέλεις, δεν μου αφήνεις περιθώριο επιλογής, καρδιά μου. Θα πρέπει να καταστρέψω στ’ αλήθεια την υπόληψή σου και όχι στα ψέματα». «Άντονι!» Η τσιρίδα της έφερε το χαμόγελο στα χείλη του. «Έτσι κι αλλιώς, αμφιβάλλω αν θα συμβιβαζόμουν με το ψέμα. Καλώς το σκέφτηκα, αλλά παραείμαι γυναικάς –όπως μου χτυπάς συνέχεια– για να αφήσω ανεκμετάλλευτο το γεγονός ότι σ’ έχω


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

179

εδώ, στην κρεβατοκάμαρά μου». Η Ρόσλιν άρχισε να οπισθοχωρεί προς την πόρτα, πιο γρήγορα, όταν τον είδε να κάνει το γύρο της πολυθρόνας για να την ακολουθήσει. «Θα… θα συμβιβαστώ με το ψέμα». Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Γλυκό μου κορίτσι, αφού όλοι θα πιστέψουν ότι πέρασες τη νύχτα στο κρεβάτι μου, γιατί να αρνηθείς αυτή την απόλαυση στον εαυτό σου;» Η Ρόσλιν πάλεψε σθεναρά να καταπνίξει το ρίγος της προσμονής που της προκάλεσαν τα λόγια του, παρότι ήταν σίγουρη ότι εκείνος απλώς έπαιζε μαζί της. Και ο περιπαικτικός του τόνος ήταν που την έκανε να μην κυριευτεί από πανικό, αλλά όσο ο Άντονι την πλησίαζε, τόσο εκείνη άρχισε να κυριεύεται από έναν άλλου είδους πανικό. Ήξερε τι θα συνέβαινε αν τη φιλούσε. Είχε ξανασυμβεί και στο παρελθόν. Είτε ο Άντονι σοβαρολογούσε είτε όχι για την υποτιθέμενη αποπλάνησή της, αν την άγγιζε, αυτό θα συνέβαινε, και μ’ ελάχιστη προσπάθεια από τη μεριά του. «Δεν θέλω…» «Ξέρω», είπε εκείνος σιγανά, την έπιασε από τους ώμους και την τράβηξε πάνω στο στήθος του. «Αλλά σε λίγο θα θέλεις, καρδιά μου. Σ’ το υπόσχομαι». Είχε δίκιο φυσικά. Ήξερε αυτό που ήθελε εκείνη, βαθιά μέσα της, αυτό που δεν μπορούσε να παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της ούτε σ’ εκείνον. Μ πορούσε να το πολεμά ώσπου ο ήλιος να έπαυε να λάμπει, αλλά εκείνο δεν θα ξεριζωνόταν από μέσα της. Ο Άντονι ήταν ο πιο συναρπαστικός κι ακαταμάχητος άντρας που είχε γνωρίσει ποτέ και τον ήθελε από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει. Τόσο παθιασμένα συναισθήματα δεν είχαν να κάνουν με τη λογική ή το γιατί. Ήταν ο πόθος της καρδιάς και του κορμιού – στο διάολο η λογική! Κι έτσι η Ρόσλιν έπαψε να αντιστέκεται και παραδόθηκε στις αισθήσεις της, όταν εκείνος την έκλεισε στην αγκαλιά του. Ένιωσε σαν να γύριζε στο σπίτι της, τόσο συχνά φανταζόταν ότι


180

JOHANNA LINDSEY

εκείνος την κρατούσε ξανά μ’ αυτό τον τρόπο. Θυμήθηκε πάλι τη ζεστασιά του κορμιού του, τη δύναμη των μπράτσων του, την ορμή του πάθους του και την ίδια στιγμή τής ήταν όλα καινούρια, υπέροχα και τόσο απολαυστικά. Αλλά το φιλί του, όταν ήρθε, ήταν τόσο διστακτικό που εκείνη μόλις που το αισθάνθηκε. Και τότε συνειδητοποίησε ότι της έδινε μια τελευταία ευκαιρία για να τον σταματήσει, προτού πάρει στα χέρια του τον απόλυτο έλεγχο. Ήξερε πολύ καλά ότι είχε την απαιτούμενη πείρα, την απαιτούμενη ικανότητα να κάμψει κάθε δισταγμό από την πλευρά της. Το είχε ξανακάνει στο παρελθόν. Το γεγονός ότι τώρα συγκρατιόταν, ζέστανε την καρδιά της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και την έκανε να τον θέλει ακόμη περισσότερο. Η Ρόσλιν του είπε το «ναι», τυλίγοντας απλώς τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Και τότε αισθάνθηκε να συνθλίβεται μέσα στην αγκαλιά του, τόσο μεγάλη ήταν η ανακούφισή του, μέχρι εκείνος να ξαναπάρει τον έλεγχο. Μ α δεν την ένοιαξε. Τι σημασία είχε να μπορεί να ανασαίνει μπροστά στη μαγεία που της χάριζε τώρα ο Άντονι με το στόμα του; Τα χείλη του ζεστά, στεγνά, ταξίδευαν προσεκτικά πάνω στα δικά της, φουντώνοντας σιγά σιγά τη φλόγα του πάθους τους. Την κράτησε έτσι για αρκετή ώρα, φιλώντας τη, αφήνοντάς τη να απολαύσει τα υπέροχα αισθήματα που της προκαλούσε. Και όταν αποτραβήχτηκε, το έκανε μόνο και μόνο για να αρχίσει να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του φορέματός της. Το καπέλο και ο μανδύας της είχαν ήδη βγει από πάνω της χωρίς καν εκείνη να το καταλάβει. Τώρα κοίταζε τον Άντονι που άρχισε σιγά σιγά να τη γδύνει, και δεν μπορούσε να σαλέψει, αλλά ούτε και το ήθελε. Τα μάτια του, πιο σκοτεινιασμένα τώρα και μισόκλειστα, την υπνώτιζαν, έβλεπαν μέσα στην ψυχή της. Κι εκείνη δεν μπορούσε να αποτραβήξει το βλέμμα της, ακόμη κι όταν αισθάνθηκε το φόρεμά της να γλιστράει στους γοφούς και να σχηματίζει μια λίμνη στα πόδια της, ούτε όταν τα εσώρουχά της ακολούθησαν την ίδια πορεία.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

181

Ο Άντονι δεν την άγγιξε τότε παρά μόνο με τα μάτια του που κατηφόρισαν αργά στο κορμί της κι ύστερα ανηφόρισαν ξανά. Στα χείλη του χαράχτηκε το γνώριμο αισθησιακό χαμόγελο που είχε τη δύναμη να κάνει τα μέλη της να λιώνουν σαν βούτυρο – ένα χαμόγελο επικίνδυνο, γιατί ένιωθε ήδη τις αισθήσεις της ρευστές σαν μέλι. Η Ρόσλιν κλυδωνίστηκε και τα χέρια του απλώθηκαν να τη συγκρατήσουν, αρπάζοντάς την από τους γοφούς, αλλά δεν έμειναν εκεί. Βασανιστικά αργά, ο Άντονι ένιωσε την αίσθηση της γυμνής επιδερμίδας της γύρω από τους γοφούς της, πάνω στη στενή της μέση, σταματώντας επιτέλους στα στήθη της με τους αντίχειρές του κυρτωμένους από κάτω τους. Δεν την άγγιξε με κανέναν άλλο τρόπο, ωστόσο οι ρώγες της σκλήρυναν, ο χτύπος της καρδιά της έγινε πιο γρήγορος και μια πρωτόγνωρη φωτιά απλώθηκε μέσα της. Τότε το χαμόγελό του πλάτυνε. Ήταν ξεκάθαρα θριαμβευτικό, θαρρείς και μπορούσε να δει μέσα της και ήξερε ακριβώς τι ένιωθε η Ρόσλιν. Ήταν ένας άντρας που πανηγύριζε για τη νίκη του. Μ α δεν την ένοιαζε. Και η ίδια χαμογελούσε, αλλά ενδόμυχα, γιατί αν είχε νικήσει αυτός, το ίδιο είχε κάνει κι εκείνη· είχε νικήσει την ίδια της τη λογική παίρνοντας αυτό που από την αρχή ήθελε, να κάνει έρωτα μ’ αυτό τον άντρα, να τη μυήσει στα μυστικά της ηδονής και να είναι ο πρώτος της εραστής, γιατί ήξερε ότι μαζί του θα ήταν υπέροχα. Από τη στιγμή όμως που θα υπέκυπτε στις επιθυμίες της, ήθελε να έχει ενεργό ρόλο. Είχε φανταστεί τόσες φορές στο παρελθόν ότι τον έγδυνε κι αναρωτιόταν πώς θα ήταν το κορμί του. Τον φανταζόταν σαν Άδωνη. Όμως τώρα είχε μπροστά της έναν άντρα με σάρκα και οστά, γεγονός πολύ πιο τρομακτικό από μια φαντασίωση, αλλά ο πόθος την έκανε τολμηρή. Έλυσε τη ζώνη του για να ανοίξει η ρόμπα και, βάζοντας τις παλάμες της πάνω στο δέρμα του όπως είχε κάνει κι εκείνος στο δικό της, τα χέρια της ανηφόρισαν, αγγίζοντάς τον όπως είχε λαχταρήσει να κάνει, δέρμα με δέρμα, ανοίγοντας εντελώς τη ρόμπα, σπρώχνοντάς τη να πέσει από τους ώμους του. Εκείνος


182

JOHANNA LINDSEY

άφησε το ρούχο να βγει από τα χέρια του κι έκανε να αγγίξει τη Ρόσλιν, αλλά εκείνη τον κράτησε σε απόσταση, θέλοντας να τον δει ολόκληρο. Κι αυτό που αποκαλύφθηκε μπροστά στα μάτια της ήταν ζεστό δέρμα και μυς, σκούρο, σγουρό τρίχωμα, ένα στέρνο που έκανε τα δάχτυλά της να μυρμηγκιάζουν από επιθυμία να το αγγίξουν. Όλο μυς, δυνατό, το κορμί του ξεπερνούσε κάθε φαντασίωσή της. Ένιωσε μια ισχυρή, επιτακτική παρόρμηση να τυλίξει τα μέλη της γύρω του, να νιώσει το κορμί του όσο πιο κοντά της γινόταν, και ο Άντονι είχε ένα κορμί ατελείωτο. «Ω, είσαι πολύ ωραίος άντρας, Άντονι». Εκείνος είχε μαγευτεί που την έβλεπε να τον περιεργάζεται συνεπαρμένη, αλλά τα βραχνά της λόγια ήταν αυτά που παραλίγο να τον κάνουν να χάσει κάθε έλεγχο. Την τράβηξε απότομα πάνω του. Το στόμα του χαμήλωσε με ορμή και συνέθλιψε άγρια το δικό της. Την ίδια στιγμή τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στο κρεβάτι. Την ξάπλωσε απαλά, έγειρε πίσω και τα μάτια του έκαψαν το πρόσωπό της, το κορμί της, για άλλη μια φορά, την έκαψαν ολόκληρη έτσι όπως την είχε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του. Πόσες φορές δεν την είχε φανταστεί εκεί, την επιδερμίδα της αναψοκοκκινισμένη από πόθο, τα μάτια της γεμάτα λαγνεία, να τον προσκαλούν. Ήταν υπέροχη, πολύ πιο υπέροχη απ’ όσο την είχε φανταστεί, οι καμπύλες του κορμιού της τέλεια στρογγυλεμένες, θηλυκές, και την είχε εκεί, δική του και τον ποθούσε. Ήθελε να φωνάξει από χαρά. Αντί γι’ αυτό, όμως, πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες του με αφάνταστη τρυφερότητα και τα δάχτυλά του ταξίδεψαν στα μάγουλά της, στα μαλλιά της, στο λαιμό της. Δεν θα χόρταινε ποτέ να την αγγίζει. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι μου κάνεις». «Ξέρω τι κάνεις εσύ σ’ εμένα», του είπε εκείνη σιγανά, κοιτάζοντάς τον. «Είναι το ίδιο;» Ο ήχος που βγήκε από μέσα του ήταν μισό γέλιο και μισό


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

183

βογκητό. «Χριστέ μου, το ελπίζω». Και τη φίλησε. Η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη της για να βυθιστεί μέσα στο στόμα της, το στήθος του κόλλησε πάνω στο δικό της. Όταν η Ρόσλιν σήκωσε τα χέρια της για να τα τυλίξει γύρω του, εκείνος τα έπιασε και τα άνοιξε διάπλατα, μπλέκοντας τα δάχτυλά του στα δικά της για να τα κρατήσει εκεί. Η Ρόσλιν δεν μπορούσε να κουνηθεί, μα μπορούσε να αισθάνεται, κι αυτό που αισθανόταν ήταν το στήθος του να τρίβεται πάνω στις ρώγες της, μπρος πίσω, ηλεκτρίζοντας τα μικρά σκληρά μπουμπούκια με το πιο ανεπαίσθητο, αισθησιακό άγγιγμα του κόσμου. Κατόπιν εκείνος έσκυψε να πάρει το ένα ερεθισμένο στήθος της στο στόμα του, ρουφώντας απαλά ή διαγράφοντας με τη γλώσσα αργά κύκλους γύρω του. Μ α δεν άφηνε ελεύθερα τα χέρια της κι εκείνη ένιωσε ότι θα τρελαινόταν από την ανάγκη να τον αγγίξει, να τον χαϊδέψει. Το βογκητό βγήκε από τα βάθη του λαιμού της. Ο Άντονι σταμάτησε, σήκωσε το κεφάλι και της χαμογέλασε. «Είσαι σατανάς», του είπε εκείνη, βλέποντάς τον να το απολαμβάνει τόσο. «Το ξέρω». Και της έγλειψε και την άλλη της ρώγα. «Δεν σου αρέσει;» «Αν μου αρέσει;» επανέλαβε η Ρόσλιν, θαρρείς και δεν είχε ακούσει πιο παράλογη ερώτηση στη ζωή της. «Αυτό που θα μου άρεσε θα ήταν να σ’ αγγίζω κι εγώ. Θα μ’ αφήσεις;» «Όχι». «Όχι;» «Αργότερα μπορείς να μ’ αγγίξεις όσο θέλεις. Αλλά τώρα δεν νομίζω ότι θα το άντεχα». «Ω». Αναστέναξε. «Πάντως ούτε κι εγώ θ’ αντέξω για πολύ ακόμα». Ο Άντονι έκρυψε το κεφάλι του ανάμεσα στα στήθη της, βογκώντας. «Καρδιά μου, αν δεν σωπάσεις, θα με κάνεις να φερθώ σαν άπειρο παιδαρέλι».


184

JOHANNA LINDSEY

Η Ρόσλιν χαχάνισε και το βραχνό της γέλιο ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τον Άντονι. Έβγαλε βιαστικά το παντελόνι του, αλλά ευτυχώς τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε για να μην της χιμήξει στην κυριολεξία. Απέμεναν ακόμα οι καλτσοδέτες και τα παπούτσια της, μα φρόντισε να την απαλλάξει γρήγορα κι από αυτά. Τέρμα ο αργός, αβίαστος ρυθμός που ακολουθούσε μέχρι τώρα, ο πόθος που τον κυρίευε πια ήταν ασυγκράτητος. Ήταν το στιλέτο που έπεσε από το παπούτσι της, αυτό που κατάφερε να τον συγκρατήσει κάπως. Χαμογέλασε από μέσα του, κατάπληκτος. Η μικρή του Σκοτσέζα ήταν γεμάτη εκπλήξεις. Ο γάμος μαζί της δεν θα ήταν μόνο αφάνταστα απολαυστικός, αλλά κι ενδιαφέρων. Ξαφνικά ανυπομονούσε να γίνει, κι όλες οι προηγούμενες αμφιβολίες του ξεχάστηκαν στη στιγμή. Πήρε το στιλέτο στο χέρι του. «Ξέρεις στ’ αλήθεια να το χρησιμοποιείς;» «Ναι, αμέ, και το έκανα όταν ένας από τους μισθοφόρους του Τζόρντι προσπάθησε να μ’ αρπάξει μες στη μέση του δρόμου». Ο Άντονι πέταξε παράμερα το στιλέτο και της χαμογέλασε για να την καθησυχάσει. «Από απόψε δεν θα έχεις να ανησυχείς γι’ αυτό, καρδιά μου». Η Ρόσλιν είχε τις αμφιβολίες της ως προς αυτό, αλλά τις κράτησε για τον εαυτό της. Τίποτα δεν είχε τακτοποιηθεί. Ο Άντονι δεν ήταν ο τύπος του άντρα για γάμο, όσο κι αν ήθελε εκείνη να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Ήταν εραστής και μόνο ως τέτοιον μπορούσε να τον δεχτεί. Άλλωστε, τι τη χρειαζόταν την παρθενιά της, αφού με όσα είχε μάθει πια ήταν σίγουρο ότι ο γάμος της, όταν θα γινόταν, δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια εμπορική συμφωνία; Αλλά οι αυριανές αποφάσεις ήταν ακόμα μακριά και τα χέρια του Άντονι, που γλιστρούσαν στα πόδια της και τα άνοιγαν, έκαναν κάθε άλλη σκέψη αδύνατη. Έσκυψε να φιλήσει το εσωτερικό του μηρού της ανεβαίνοντας ταυτόχρονα κι εκείνος


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

185

πιο πάνω, κατόπιν το γοφό της και ύστερα βύθισε τη γλώσσα του στον αφαλό της. Φλόγες τύλιξαν τα δάχτυλα των ποδιών της, κάνοντάς τη να σφαδάζει. Άρπαξε το κεφάλι του και τον τράβηξε πάνω της, μα εκείνος σταμάτησε πάλι για να απολαύσει τα στήθη της, γλείφοντας και ρουφώντας τις ερεθισμένες κορφές ώσπου η Ρόσλιν τρελάθηκε από ηδονή. Η πλάτη της κύρτωσε, κολλώντας την κοιλιά της πάνω στο στήθος του, απαιτώντας την επαφή. Δεν της έφτανε όμως. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό ακριβώς που είχε ανάγκη, αλλά κατάλαβε ενστικτωδώς ότι κάποιος σκοπός θα υπήρχε για τις φωτιές που είχαν ανάψει και κατέκαιγαν τις αισθήσεις της. Τώρα τον τράβηξε φρενιασμένα πάνω της, αλλά εκείνος παρέμεινε ασάλευτος σαν βράχος, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο. Μ όνο όταν ήταν έτοιμος ανέβηκε λίγο ακόμη πιο ψηλά κι επιτέθηκε στο λαιμό της με χείλη που τώρα έκαιγαν, χαράσσοντας ένα πύρινο μονοπάτι προς το αυτί της. Όταν γλίστρησε μέσα η γλώσσα του, το κύμα του πόθου ήταν τόσο δυνατό που το κορμί της τινάχτηκε, παραλίγο να πετάξει τον Άντονι από πάνω της, αλλά ύστερα έγινε ένα υπέροχο τρέμουλο που την έκανε να θέλει να κουλουριαστεί μέσα σ’ εκείνον. Τα λαγόνια της πονούσαν, μια κόλαση υγρής φωτιάς, και όταν η Ρόσλιν αισθάνθηκε κάτι να την αγγίζει εκεί για πρώτη φορά, το κορμί της ενστικτωδώς έκλεισε γύρω του, λαχταρώντας την πίεση που ασκούσε σ’ αυτή τη φλεγόμενη περιοχή του κορμιού της. Κι αυτό το κάτι κατάφερε να τη γεμίσει, ήταν μια πληρότητα ηδονική, υπέροχη, που την έκανε να σπρώξει το κορμί της πάνω σ’ αυτό το κάτι και να τυλίξει τα πόδια της γύρω από τον Άντονι για να μην το χάσει, νιώθοντας επιτέλους ότι τώρα είχε αποκτήσει κι εκείνη κάποιον έλεγχο. Και το κρατούσε σφιχτά και η πίεση μεγάλωνε, θέριευε, ώσπου φάνηκε τελικά σαν να εξερράγη, ανοίγοντας ένα νέο κανάλι αίσθησης βαθιά μέσα της που την ανακούφισε κάπως από την ένταση, αλλά όχι αρκετά. Εκείνος τη φιλούσε πάλι, βαθιά, με μια πείνα λυσσαλέα σαν τη δική της. Τα χέρια του βαλμένα δεξιά κι αριστερά της,


186

JOHANNA LINDSEY

ακλόνητα σαν σιδερένια κάγκελα, τα δάχτυλά του πλεγμένα στα μαλλιά της, την κρατούσε, την ήλεγχε. Και το κορμί του κινούνταν πάνω στο δικό της με μια απελπισμένη, επιτακτική ανάγκη στην οποία η Ρόσλιν ανταποκρίθηκε, την ένιωθε κι εκείνη, καθώς η ένταση μέσα της θέριευε πάλι, παλλόταν και τελικά εξερράγη βυθίζοντάς τη σε μια εκστατική λήθη. Δευτερόλεπτα αργότερα ο Άντονι κατέρρευσε πάνω της, τόσο εξαντλημένος από την κορύφωσή του, που για λίγο δεν είχε τη δύναμη να σηκώσει καν το κεφάλι του. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε βιώσει κάτι τέτοιο και ήταν έτοιμος να της το πει, όταν συνειδητοποίησε ότι η Ρόσλιν είχε χάσει τις αισθήσεις της. Δεν ήξερε αν είχε αποκοιμηθεί από την εξάντληση ή αν είχε λιποθυμήσει. Ωστόσο χαμογέλασε και παραμέρισε τα μαλλιά από τα μάγουλά της, αφάνταστα ικανοποιημένος με τον εαυτό του και μ’ εκείνη. Ένιωσε μια ακατανίκητη παρόρμηση να την ξυπνήσει, να αρχίσουν πάλι από την αρχή, μα την κατέπνιξε όταν αναλογίστηκε το φράγμα που είχε αισθανθεί να σπάει μέσα της και που σηματοδοτούσε την παρθενιά της. Η Ρέτζι του το είχε πει ότι ήταν παρθένα. Μ α η παθιασμένη ανταπόκριση της Ρόσλιν το διέψευσε. Η αλήθεια τον πλημμύρισε με μια ανεξήγητη ικανοποίηση. Και παρότι εκείνη δεν έδειξε να αντιλήφθηκε τη ρήξη του παρθενικού υμένα της, η απώλειά του απαιτούσε να την αποκαταστήσει. Αλλά είχε μπροστά του την αυριανή μέρα για να το κάνει αυτό. Είχε μπροστά του όλη την υπόλοιπη ζωή του. Κούνησε το κεφάλι του σαστισμένος. Από πότε είχε γίνει τόσο καταραμένα ιπποτικός; Σηκώθηκε προσεκτικά από το κρεβάτι, ρίχνοντας τα σκεπάσματα πάνω στη Ρόσλιν. Χαμογέλασε όταν την είδε να τεντώνεται νωχελικά και να αναστενάζει. Χριστέ μου, ήταν πανέμορφη και τόσο σαγηνευτική που έκανε κάθε άντρα να πονά από επιθυμία να γνωρίσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα το έκανε. Αλλά προς το


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

187

παρόν φόρεσε τη ρόμπα του, μάζεψε τα δικά της ρούχα και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο. Είχε να διώξει τον αμαξά της και να κανονίσει ένα σωρό άλλα πράγματα – η κυρία δεν θα πήγαινε πουθενά.


188

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 19

Η Ρόσλιν ξύπνησε από το χάδι ροδοπέταλων πάνω στο μάγουλό της. Άνοιξε τα μάτια, εστίασε συνοφρυωμένη το βλέμμα της πρώτα στο ροζ τριαντάφυλλο και ύστερα είδε τον άντρα πίσω από το λουλούδι να της χαμογελά. «Καλημέρα, γλυκιά μου. Και είναι όντως καλή μέρα, ξέρεις. Ο ήλιος αποφάσισε να μας κάνει τη χάρη και να λάμψει για το γάμο μας». Η Ρόσλιν βόγκηξε και γύρισε από την άλλη μεριά για να κρύψει το κεφάλι της στο μαξιλάρι, αφού δεν ήθελε να αντιμετωπίσει το φως της μέρας και τις συνέπειες των πράξεών της. Να πάρει και να σηκώσει, τι είχε κάνει; Η Νέτι θα είχε πάει στο Σίλβερλεϊ και θα είχε τρελαθεί από την αγωνία της, πιστεύοντας ότι το κόλπο τους είχε αποτύχει και ότι ο Τζόρντι την είχε αρπάξει ξανά. Και ο αμαξάς της! Πώς μπόρεσε να τον ξεχάσει και τον είχε αφήσει να την περιμένει; Εντάξει, του είχε δώσει γερό φιλοδώρημα, αλλά όχι τόσο γερό ώστε να την περιμένει όλη νύχτα. Μ άλλον θα είχε φύγει μαζί με την τσάντα με τα ρούχα της, όπου είχε φυλαγμένα και τα περισσότερα από τα κοσμήματά της καθώς και σημαντικά έγγραφα, το προγαμιαίο συμβόλαιό της μεταξύ άλλων. Ανάθεμα τα τρία κονιάκ που είχε πιει! Κι ενώ οι συνέπειες άρχισαν να γίνονται βουνό μέσα στο κεφάλι της, η Ρόσλιν αισθάνθηκε το χέρι του Άντονι να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

189

ταξιδεύει στην πλάτη της κι άκουσε το πνιχτό του γέλιο. «Αν θέλεις στ’ αλήθεια να μείνεις στο κρεβάτι…» «Φύγε!» μουρμούρισε εκείνη μέσα από το μαξιλάρι, έξαλλη με τον εαυτό της που αναρριγούσε στο άγγιγμά του παρότι είχε τόσα προβλήματα να αντιμετωπίσει κι έξαλλη μ’ εκείνον που ακουγόταν τόσο κεφάτος και χαρούμενος. «Δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το πρόβλημα», είπε εκείνος λογικά. «Σε απάλλαξα από την αγγαρεία να πάρεις μόνη σου μια απόφαση. Τώρα πια είσαι για τα καλά εκτεθειμένη, καρδιά μου». Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. «Τι αρλούμπες μου τσαμπουνάς. Δεν ένιωσα καθόλου πόνο, μόνο…» Εκείνος γέλασε όταν την είδε να γίνεται κόκκινη σαν παπαρούνα και να κλείνει απότομα το στόμα της. «Παραδέχομαι ότι έχω μια κάποια επιδεξιότητα, αλλά δεν είχα καταλάβει ότι ήμουν τόσο δεξιοτέχνης. Αισθάνθηκα τον παρθενικό υμένα σου να σπάει, γλυκό μου κορίτσι». Ανασήκωσε ειρωνικά το φρύδι και χαμογέλασε εξοργιστικά. «Εσύ όχι;» «Ωχ, σώπα κι άσε με να σκεφτώ!» «Τι να σκεφτείς; Όλη νύχτα που εσύ χόρταινες ύπνο, εγώ κατάφερα να βγάλω μια ειδική άδεια που μας επιτρέπει να παντρευτούμε αμέσως δίχως να χρειαστεί να καταφύγουμε στο Γκρέτνα Γκριν, όπου εκεί οι γάμοι γίνονται χωρίς παπά, παρουσία μόνο δύο μαρτύρων. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο χρήσιμο είναι να γνωρίζεις άτομα με επιρροή». Έδειχνε τόσο περήφανος για τον εαυτό του που της ήρθε να τον χτυπήσει. «Δεν είπα εγώ ότι θα σε παντρευτώ». «Δεν το είπες, αλλά θα το κάνεις». Πήγε στην πόρτα και την άνοιξε για να μπει μέσα ο αξέχαστος μπάτλερ. «Η λαίδη Τσάντγουικ θα ήθελε τα ρούχα της και να πάρει πρωινό, Ντόμπσον. Πεινάς, έτσι δεν είναι, καρδιά μου; Εγώ πάντα πεινάω σαν λύκος έπειτα από μια νύχτα…» Το μαξιλάρι τον βρήκε καταπρόσωπο, αλλά εκείνος επέλεξε να γελάσει ξανά όταν είδε το δύσπιστο ύφος του μπάτλερ του.


190

JOHANNA LINDSEY

«Δεν σε χρειάζομαι άλλο, Ντόμπσον». «Ναι, ναι, φυσικά, κύριε. Πολύ καλά, κύριε». Ο καημένος, αμήχανος μπάτλερ δεν έβλεπε την ώρα να βγει από την κρεβατοκάμαρα. Μ ε το που έκλεισε η πόρτα, η Ρόσλιν επιτέθηκε έξαλλη στον Άντονι. «Είσαι κτήνος, γουρούνι! Ήταν ανάγκη να του πεις τ’ όνομά μου;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, χωρίς την παραμικρή μεταμέλεια για το εσκεμμένο κόλπο του. «Για να έχω μια μικρή εξασφάλιση, καρδιά μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να αρχίζει να διαδίδει κουτσομπολιά ο Ντόμπσον για τη μέλλουσα λαίδη Μ άλορι. Από την άλλη μεριά, βέβαια…» Άφησε στη μέση τη σκέψη του, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν χρειαζόταν να ξεστομίσει τις συνέπειες. «Ξεχνάς ότι δεν δίνω δεκάρα αν κηλιδωθεί η υπόληψή μου εδώ». «Δεν είναι ακριβώς έτσι», αποκρίθηκε εκείνος μελιστάλαχτα, όλο αυτοπεποίθηση. «Σε νοιάζει, απλώς αυτή τη στιγμή δεν έχεις βάλει τις προτεραιότητές σου σε σωστή σειρά». Πράγματι, αλλά δεν είχε καμία σημασία. Προσπάθησε να πάρει εκείνη το πάνω χέρι στην όλη κατάσταση. «Αναρωτιέμαι γιατί ένας άντρας σαν κι εσένα να θέλει να παντρευτεί τόσο ξαφνικά. Έχεις βάλει στο μάτι την περιουσία μου;» «Μ η χειρότερα! Πώς σου ήρθε αυτό;» Έδειχνε τόσο έκπληκτος, που η Ρόσλιν ένιωσε μάλλον ντροπή που το είχε ξεστομίσει, αλλά φρόντισε να του επισημάνει: «Είσαι τέταρτος γιος». «Ναι, είμαι. Αλλά ξεχνάς ότι ξέρω ήδη για το ασυνήθιστο προγαμιαίο συμβόλαιό σου το οποίο, παρεμπιπτόντως, είμαι πρόθυμος να υπογράψω. Ξεχνάς επίσης ότι χθες το βράδυ κάναμε έρωτα, Ρόσλιν. Μ πορεί αυτή τη στιγμή να έχεις μέσα σου το παιδί μου». Εκείνη απέστρεψε το βλέμμα, μασουλώντας το κάτω χείλι της. Όντως είχαν κάνει έρωτα και όντως θα μπορούσε να είχε μείνει έγκυος. Κατέπνιξε την ευχαρίστηση που της προκάλεσε


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

191

αυτή η σκέψη. «Τότε τι κερδίζεις εσύ απ’ αυτόν το γάμο;» τον ρώτησε λογικά. Εκείνος πήγε πάλι στο κρεβάτι από την πλευρά που βρισκόταν η Ρόσλιν. Έβγαλε ένα άχυρο από τα μαλλιά της και το περιεργάστηκε χαμογελώντας. «Εσένα», είπε απλά. Η καρδιά της χτύπησε ξέφρενα. Ακουγόταν πολύ καλό, τόσο καλό που ξέχασε γιατί διαφωνούσε. Δεν αρκούσε αυτό όμως. Αναστέναξε εκνευρισμένη. «Δεν μπορώ να σκεφτώ, μόλις ξύπνησα. Κι εσύ χθες βράδυ δεν μου έδωσες χρόνο να σκεφτώ», τον κατηγόρησε. «Εσύ είσαι που καίγεσαι να παντρευτείς, καρδιά μου. Εγώ προσπαθώ απλώς να σε διευκολύνω». Ήταν ανάγκη να της το χτυπάει; «Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ». «Πόσο χρόνο;» «Πήγαινα στο Σίλβερλεϊ. Η υπηρέτριά μου έχει πάει ήδη εκεί, επομένως πρέπει οπωσδήποτε να πάω κι εγώ. Αν μου δώσεις χρόνο μέχρι το απόγευμα, θα σου έχω μια απάντηση. Αλλά σ’ το λέω να το ξέρεις, Άντονι, δεν μπορώ να με φανταστώ παντρεμένη μαζί σου». Ξάφνου η Ρόσλιν αισθάνθηκε να την ανασηκώνει και να τη φιλά με τόσο πάθος που της έκοψε την ανάσα. «Δεν μπορείς;» Αποτραβήχτηκε ώσπου εκείνος την άφησε να γείρει πάλι στο κρεβάτι. «Το μόνο που κατάφερες να αποδείξεις είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα όταν είμαι μαζί σου. Αν μου φέρεις τα ρούχα μου, θα φύγω αμέσως. Και τι δουλειά είχες να μου τα πάρεις, για να έχουμε καλό ρώτημα;» «Ήθελα απλώς να βεβαιωθώ ότι θα ήσουν ακόμα εδώ όταν θα γύριζα μετά την απόκτηση της άδειας». «Κοιμήθηκες… μαζί μου;» Εκείνος χαμογέλασε όταν την άκουσε να διστάζει. «Γλυκιά μου, σου έκανα έρωτα. Έπειτα από αυτό, τι σημασία έχει αν κοιμήθηκα μαζί σου;»


192

JOHANNA LINDSEY

Εκείνη αποφάσισε να μην πει κάτι άλλο, μετανιώνοντας που είχε αναφέρει εξαρχής αυτό το θέμα. Άλλωστε, είχε την ικανότητα να την τουμπάρει. «Τα ρούχα μου, Άντονι;» «Τα φέρνει ο Ντόμπσον. Κι αν χρειαστείς κάτι από τη βαλίτσα που είχες στην άμαξα, βρίσκεται στο βεστιάριό μου». Τα φρύδια της Ρόσλιν ανασηκώθηκαν με έκπληξη. «Την πήρες; Δόξα σοι ο Θεός!» «Χριστέ μου, μη μου πεις ότι άφησες κάτι αξίας μέσα σε νοικιασμένη άμαξα; Πού είχες το μυαλό σου;» Το επικριτικό του ύφος την τσάντισε. «Ήμουν αναστατωμένη όταν ήρθα», αμύνθηκε σαρκαστικά εκείνη. «Κι αναστατώθηκα ακόμη περισσότερο έπειτα, αν θυμάσαι καλά». «Όντως», υποχώρησε εκείνος. «Καλά θα κάνεις να κοιτάξεις, όμως, μη λείπει κάτι». «Μ όνο το προγαμιαίο συμβόλαιο μ’ ενδιαφέρει. Θα έπαιρνε πολύ χρόνο να βάλω να μου συντάξουν άλλο». «Α, μάλιστα». Ο Άντονι χαμογέλασε και τα μπλε του κοβαλ​τίου μάτια του έλαμψαν κεφάτα. «Το περίφημο συμβόλαιο. Μ πορείς να μου το αφήσεις, αν θέλεις, για να το διαβάσω και να ξεμπερδεύουμε με δαύτο». «Και πολύ βολικά να το χάσεις; Δεν νομίζω». «Γλυκό μου κορίτσι, πρέπει πραγματικά να αρχίσεις να μ’ εμπιστεύεσαι, έστω και λίγο. Θα γινόταν πολύ πιο ευχάριστη η σχέση μας έτσι, δεν νομίζεις;» Όταν εκείνη αρνήθηκε πεισματικά να απαντήσει, ο Άντονι αναστέναξε. «Πολύ καλά, ας γίνει το δικό σου». Αλλά για να της δώσει μια γεύση από τη δική της έλλειψη εμπιστοσύνης, πρόσθεσε: «Θα είσαι στο Σίλβερλεϊ όταν έρθω εκεί, έτσι;». Η Ρόσλιν είχε την ευπρέπεια να κοκκινίσει. «Ναι. Είχες την καλοσύνη να μου κάνεις την πρόταση. Και σου χρωστάω μια απάντηση. Αλλά δεν πρόκειται να δεχτώ αντιρρήσεις γι’ αυτή. Θα πρέπει να αποδεχτείς την απόφασή μου, όποια κι αν είναι». Μ ε ένα χαμόγελο που δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

193

συναίνεσης, ο Άντονι έφυγε. Το θέμα ήταν πως στην παρούσα φάση δεν της είχε καμία εμπιστοσύνη, όπως δεν του είχε κι εκείνη. Θα έπρεπε να βάλει κάποιον να την ακολουθήσει για να βεβαιωθεί ότι δεν θα το έσκαγε στη Σκοτία. Χρειαζόταν και κάποιον για να κρατήσει τον Γουόρτον μακριά από το Σίλβερλεϊ όσο θα ήταν εκεί η Ρόσλιν. Δεν έπρεπε να ξανασυναντηθούν οι δυο τους από τη στιγμή που ο Άντονι τον είχε κατασυκοφαντήσει με ένα τόσο επαίσχυντο ψέμα. Όσο για τον αν η Ρόσλιν θα του έδινε την απάντηση που ήθελε εκείνος, αυτό δεν τον ανησυχούσε. Ο ξάδελφός της δεν ήταν ο μόνος που μπορούσε να κανονίσει να την παντρευτεί είτε εκείνη το ήθελε είτε όχι.


194

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 20

«Δεν το πιστεύω! Σου ζήτησε ο Τόνι να τον παντρευτείς; Ο Τόνι, ο θείος μου;» «Ξέρω τι εννοείς», είπε η Ρόσλιν, βρίσκοντας μάλλον διασκεδαστικό το γεγονός ότι η Ρετζίνα την κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη. «Κι εγώ δυσκολεύομαι να το πιστέψω». «Μ α είναι τόσο ξαφνικό… Φυσικά εκείνος ξέρει καλύτερα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, αν ήθελε να σε παντρευτεί, έτσι στα ξαφνικά θα το έκανε. Αχ, αυτό είναι τέλειο! Ο θείος Τζέισον θα τρελαθεί από τη χαρά του έτσι και το μάθει! Όλη η οικογένεια δηλαδή. Δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα το κάνει, ξέρεις. Αχ, είναι υπέροχο, υπέροχο!» Τώρα το αν ήταν υπέροχο ή όχι σήκωνε πολλή συζήτηση, αλλά η Ρόσλιν χαμογέλασε, επειδή δεν ήθελε να χαλάσει την ολοφάνερη χαρά της Ρετζίνα. Είχε πάρει την απόφασή της στο μακρύ ταξίδι για το Σίλβερλεϊ, κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί από τη στιγμή που έφτασε δεν είχε προλάβει να πάρει ανάσα. Πρώτα την περιέλαβε η Νέτι, δικαίως, που της έσυρε τα εξ αμάξης για την επιπολαιότητά της. Και στη συνέχεια είχε αναγκαστεί να ξαναπεί τα περί της απαγωγής και της μαρτυρικής απόδρασής της από τον Τζόρντι, αφού η Ρετζίνα έπρεπε να ξανακούσει και από πρώτο χέρι τους λόγους της απροσδόκητης εμφάνισής τους, τους οποίους είχε αναφέρει η Νέτι.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

195

Πλέον η Ρόσλιν δεν μπορούσε να παραβλέπει άλλο το γεγονός ότι σύντομα θα ερχόταν και ο Άντονι εκεί για να πάρει την απάντησή του. Το γεγονός ότι η Ρετζίνα δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει ποια ήταν αυτή η απάντηση, τα έλεγε όλα. Φυσικό κι επόμενο να είναι προκατειλημμένη. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβει ότι μια γυναίκα μπορεί να μην ήθελε να παντρευτεί έναν άντρα τόσο όμορφο κι ακαταμάχητα γοητευτικό όπως ο Άντονι, κι ας είχε παρελθόν καρδιοκατακτητή. «Θα πρέπει να το μάθουν όλοι», συνέχισε ενθουσιασμένη η Ρετζίνα. «Θα το αναλάβω εγώ αυτό, αν θέλεις. Και είμαι σίγουρη ότι θα θέλεις να γίνει ο γάμος αμέσως μετά την αναγγελία…» «Δεν θα υπάρξει αναγγελία γάμου, ψιψίνα μου». Ο Άντονι μπήκε ξαφνικά στο σαλόνι. «Μ πορείς να ενημερώσεις την οικογένεια να έρθει για τα συχαρίκια, αλλά έχω ήδη στείλει να φέρουν τον παπά, τον έχω καλέσει σε δείπνο, κι αμέσως μετά θα κάνουμε μια τελετή σε στενό κύκλο. Είναι αρκετά γρήγορο όσο το θέλεις, Ρόσλιν;» Η Ρόσλιν δεν φανταζόταν ότι θα την ανάγκαζε να του πει την απόφασή της με αυτό τον άνετο και χαλαρό τρόπο και μάλιστα με το που μπήκε μέσα. Αλλά ο Άντονι είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω της, περιμένοντας την απάντησή της, θετική ή αρνητική, και, αν η Ρόσλιν δεν τον ήξερε, θα ορκιζόταν ότι της φάνηκε αλλιώτικος. Νευρικός ίσως; Ήταν δυνατόν να είχε τόση σημασία για εκείνον η απάντησή της; «Ναι, μια χαρά είναι… αλλά πρώτα πρέπει να συζητήσουμε κάποια πράγματα». Ο Άντονι άφησε την ανάσα του να βγει αργά, ενώ στα χείλη του φάνηκε ένα πλατύ χαμόγελο. «Φυσικά. Μ ας συγχωρείς για λίγο, ψιψίνα μου;» Η Ρετζίνα πετάχτηκε πάνω και πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. «Να σε συγχωρήσω; Έτσι μου ’ρχεται να σου δώσω μία! Δεν είπες κουβέντα». «Και να χαλάσω την έκπληξη;» «Αχ, είναι πραγματικά υπέροχο, Τόνι», συμφώνησε


196

JOHANNA LINDSEY

χαρούμενα εκείνη. «Τρέχω να το πω στον Νίκολας». Και γέλασε. «Προτού με βγάλεις έξω με το ζόρι». Ο Άντονι χαμογέλασε τρυφερά καθώς την κοίταζε να φεύγει, καθυστερώντας τη στιγμή που θα έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Μ άλλον δεν έπρεπε να είχε στριμώξει έτσι τη Ρόσλιν. Κι αυτό το «να συζητήσουμε κάποια πράγματα» είχε ακουστεί πολύ σοβαρό. «Ελπίζω ότι δεν θα είσαι πάντα τόσο αυταρχικός». Η φωνή της έσπαγε κόκαλα. Ο Άντονι γύρισε προς το μέρος της, χαμογελώντας στραβά σε ένδειξη μεταμέλειας. «Ούτε να το σκεφτείς. Για την κατάλληλη γυναίκα μπορώ να γίνω χαλί να με πατήσει». Εκείνη δεν το βρήκε και τόσο αστείο. Αντίθετα, η έκφρασή της έγινε ακόμη πιο παγερή. «Κάθισε κάτω, Άντονι. Υπάρχουν μερικά πράγματα που θα πρέπει να συμφωνήσουμε προτού σε παντρευτώ». «Θα πονέσω;» Όταν είδε τα μάτια της να μισοκλείνουν απειλητικά, αναστέναξε. «Πολύ καλά, ξεκίνα με το χειρότερο». «Θέλω ένα παιδί». «Μ όνο ένα;» Γαμώτο! Ήθελε να βρει κάτι να του το πετάξει στο κεφάλι. Δεν μπορούσε να σοβαρευτεί για μία φορά; «Βασικά θα ήθελα τουλάχιστον τρία, αλλά προς το παρόν ένα αρκεί», είπε εκείνη. «Εδώ που τα λέμε, αυτός είναι λόγος για να καθίσω, ε;» είπε εκείνος και κάθισε δίπλα της στον καναπέ. «Μ ήπως έχεις και καμία προτίμηση για το φύλο; Θέλω να πω, αν εσύ θέλεις κορίτσια αλλά κάνουμε μόνο αγόρια, είμαι διατεθειμένος να συνεχίσω τις προσπάθειες, εφόσον είσαι κι εσύ». Μ πορεί ο τόνος του να ήταν περιπαιχτικός, αλλά η Ρόσλιν είχε την αίσθηση ότι το εννοούσε πραγματικά. «Δεν σε πειράζει να κάνεις παιδιά;» «Γλυκό μου κορίτσι, τι σ’ έκανε να νομίζεις ότι θα με πείραζε; Άλλωστε ο τρόπος που τα αποκτά κανείς ήταν ανέκαθεν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

197

αγαπημένη μου συνήθεια». Εκείνη κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών. Χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της, που τα είχε σταυρωμένα σφιχτά στα πόδια της. Ένιωθε τα μάτια του να της χαμογελούν, διασκεδάζοντας με την αμηχανία της. Ε, λοιπόν, δεν είχε ακούσει ακόμα όλα όσα είχε να του πει. Εξακολουθώντας να αποφεύγει τα μάτια του, είπε: «Χαίρομαι που είσαι τόσο λογικός γι’ αυτό το θέμα, αλλά έχω άλλο έναν όρο που πρέπει να δεχτείς και που είναι μάλλον ανορθόδοξος, αν κι έχει κάποια σχέση με το θέμα που συζητάμε. Η ερωμένη, ή οι ερωμένες σου, κατά περίπτωση…». Την έπιασε από το πιγούνι κι έστρεψε το πρόσωπό της προς το δικό του. «Αυτό είναι περιττό, ξέρεις», είπε απαλά. «Ένας κύριος αφήνει πάντα τις ερωμένες του όταν παντρεύεται». «Όχι πάντα». «Μ πορεί να είναι κι έτσι, αλλά στη δική μου περίπτωση…» «Έπρεπε να μ’ αφήσεις να τελειώσω, Άντονι». Η φωνή της ήταν πάλι αιχμηρή, το πιγούνι της ανασηκώθηκε πεισματικά. «Δεν σου ζητάω να αφήσεις τίποτα. Αντίθετα, επιμένω να διατηρήσεις τις ερωμένες σου». Εκείνος έγειρε πίσω στον καναπέ, κουνώντας το κεφάλι του. «Έχω ακούσει για καλόβολες συζύγους, αλλά δεν νομίζεις ότι το παρακάνεις λίγο;» «Σοβαρολογώ». «Αποκλείεται». Την κοίταξε αγριεμένα, πυρ και μανία, όχι μόνο επειδή έδειχνε να σοβαρολογεί, αλλά και με αυτό που υπονοούσε. «Αν πίστεψες έστω και για μια στιγμή ότι θα δεχτώ ένα γάμο που θα είναι μόνο στα χαρτιά…» «Όχι, όχι, παρεξήγησες». Την είχε ξαφνιάσει πραγματικά που είχε εξοργιστεί. Περίμενε ότι εκείνος θα πετούσε τη σκούφια του γι’ αυτό της τον όρο. «Πώς θ’ αποκτήσω παιδί, αν ο γάμος μας είναι μόνο στα χαρτιά;» «Έλα ντε!» αρπάχτηκε εκείνος. «Άντονι». Η Ρόσλιν αναστέναξε, συνειδητοποιώντας ότι η


198

JOHANNA LINDSEY

πληγωμένη περηφάνια του ήταν που τον έκανε να αντιδρά έτσι. Προφανώς περίμενε ότι θα είχε μια ζηλιάρα σύζυγο κι απογοη​τεύτηκε. «Σκοπεύω να είμαι σύζυγός σου από κάθε άποψη. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω, αφού εσύ προσφέρθηκες να με σώσεις, τρόπος του λέγειν. Σταμάτα για ένα λεπτό κι άκουσέ με». «Περιμένω με κομμένη την ανάσα». Εκείνη αναστέναξε ξανά. Γιατί απ’ όλα όσα του είχε πει της πήγαινε κόντρα ειδικά σ’ αυτό το θέμα; Ήταν η ιδανική λύση στο πρόβλημά της. Η αλήθεια ήταν ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να τον παντρευτεί. Επιχείρησε ξανά να του εξηγήσει. «Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο διστάζεις τόσο να το δεχτείς. Δεν μ’ αγαπάς. Μ όνος σου το είπες. Και ούτε κι εγώ έχω συναισθήματα για σένα ακόμα. Αλλά σε συμπαθώ και νιώθουμε – τουλάχιστον εγώ νιώθω μια έλξη για σένα». «Ξέρεις πολύ καλά ότι η έλξη είναι αμοιβαία, γαμώτο!» Αγνόησε την αγριεμένη διακοπή του. «Αυτή ήταν μία από τις προϋποθέσεις για εμένα, ότι ο σύζυγος που θα επέλεγα τελικά να ήταν τουλάχιστον εμφανίσιμος, ώστε να μη με πειράζει τόσο πολύ να…» Σταμάτησε όταν τον άκουσε να ρουθουνίζει σαρκαστικά, γνωρίζοντας καλά ότι ο Άντονι σκεφτόταν τη χθεσινή βραδιά και πόσο πολύ την είχε απολαύσει και η ίδια. Αλλά δεν ήταν απαραίτητο να ξέρει εκείνος ότι μαζί του η Ρόσλιν θα έβρισκε ορισμένα από τα συζυγικά της καθήκοντα αρκετά απολαυστικά. «Είσαι ωραίος άντρας», συνέχισε η Ρόσλιν. «Και γοητευτικός. Κανένας δεν το αρνείται αυτό. Και είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να τα πάμε καλά μαζί. Αλλά εφόσον δεν υπάρχει αγάπη μεταξύ μας, δεν δεσμεύεσαι από τίποτα. Ούτε κι εγώ, βέβαια, αλλά εγώ είμαι αυτή που χρειάζεται απελπισμένα ένα σύζυγο. Στην περίπτωσή σου, όμως, θα ήταν ουτοπικό από μέρους μου να περιμένω ότι θα μείνεις πιστός στους γαμήλιους όρκους σου, δεν το βλέπεις; Επομένως, δεν σου ζητάω κάτι τέτοιο. Ο γάμος μας


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

199

θα είναι μια επαγγελματική συμφωνία, ένας γάμος διευκόλυνσης, αν το προτιμάς. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ μας». Ο Άντονι την κοίταζε λες και της είχε στρίψει. Μ άλλον έτσι όπως του το είχε σερβίρει ήταν υπερβολικό, αλλά πώς αλλιώς να του πει με ωραίο τρόπο ότι πολύ απλά δεν τον εμπιστευόταν και πιθανότατα δεν θα τον εμπιστευόταν ποτέ στη ζωή της; Πρώτος αυτός είχε παραδεχτεί ότι ήταν γυναικάς, που να πάρει! Και δεν αλλάζει ο γυναικάς, παρά μόνο αν του κλέψει κάποια την καρδιά – λόγια του παππού της, που τα πίστευε κι εκείνη γιατί της φαίνονταν απολύτως λογικά. Δεν είχε καμιά δουλειά ο Άντονι να θυμώσει μαζί της. Εκείνη έπρεπε να είναι θυμωμένη που εξαιτίας του αναγκάστηκε έστω και να σκεφτεί να θέσει αυτό τον όρο. «Ίσως είναι καλύτερα να το ξεχάσουμε», του είπε εκείνη παγερά. «Επιτέλους, να και μια υπέροχη ιδέα», σχολίασε αργόσυρτα εκείνος. Τα χείλη της έγιναν μια ίσια γραμμή όταν τον άκουσε να συμφωνεί αμέσως σ’ αυτό. «Έτσι κι αλλιώς, από την αρχή δεν ήθελα να σε παντρευτώ. Σ’ το είχα πει». «Τι πράγμα;» Ανακάθισε απότομα. «Για ένα λεπτό, Ρόσλιν. Δεν εννοούσα υπέροχη ιδέα το να μην παντρευτούμε. Νόμιζα ότι εννοούσες…» «Ε, λοιπόν, δεν εννοούσα αυτό που νόμιζες!» αρπάχτηκε εκείνη, χάνοντας τελικά την ψυχραιμία της. «Κι αν δεν συμφωνήσεις ότι θα διατηρήσεις τις ερωμένες σου, τότε δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε, εντάξει; Δεν είναι ότι δεν ζητάω ίσο μερίδιο από το κορμί σου. Αλλά ξέρω καλά τι είσαι, φίλε, όπως ξέρω και ότι τα μάτια σου θ’ αρχίσουν πάλι να κοιτάζουν δεξιά κι αριστερά μόλις ξεθωριάσει ο ενθουσιασμός του καινούριου. Είναι πάνω από τις δυνάμεις σου. Το ’χεις στο αίμα σου». «Γαμώ την τύχη μου, γαμώ!»


200

JOHANNA LINDSEY

Εκείνη συνέχισε σαν να μην είχε ακούσει τη βλαστήμια του. «Αλλά ήμουν διατεθειμένη να σε παντρευτώ ακόμη κι έτσι, τόσο ηλίθια είμαι. Θα μου έκανες όμορφα παιδιά. Θα μ’ έσωζες από τον Τζόρντι. Κι αυτό ήταν αρκετό. Δεν ζητούσα κάτι παραπάνω». «Ίσως να θέλω εγώ να σου δώσω κάτι παραπάνω. Ή μήπως αυτό δεν πέρασε καν απ’ το μυαλουδάκι σου όταν σκέφτηκες να κάνεις αυτή την τόσο μεγαλόψυχη χειρονομία;» Η Ρόσλιν τσιτώθηκε από τον κοροϊδευτικό του τόνο, αλλά είχε ξαναβρεί την ψυχραιμία της. «Η ουσία είναι μία, Άντονι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να σ’ εμπιστευτώ σε ό,τι έχει να κάνει με τις άλλες γυναίκες. Αν… αν καταλήξω κάποια στιγμή να νιώσω κάτι για εσένα, δεν θ’ άντεχα την προδοσία. Προτιμώ να ξέρω από την αρχή ότι δεν θα μου είσαι πιστός, ότι η σχέση μας δεν θα προχωρήσει περισσότερο από αυτό που είναι τώρα. Θα μπορούσαμε να είμαστε φίλοι και…» «Εραστές;» «Ναι, και αυτό. Αλλά από τη στιγμή που εσύ δεν το δέχεσαι, όλα τελειώνουν εδώ, έτσι δεν είναι;» «Είπα εγώ ότι δεν το δέχομαι;» Η φωνή του ακούστηκε ήρεμη ξανά, αλλά ήταν μια ηρεμία επίπλαστη. Η αυστηρή έκφραση του προσώπου του, η άκαμπτη στάση του κορμιού του, όλα έδειχναν ότι μέσα του σιγόβραζε ακόμα. «Για να δούμε αν κατάλαβα καλά, γλυκιά μου. Θέλεις να αποκτήσεις ένα παιδί από εμένα, αλλά δεν θέλεις να σου είμαι απόλυτα αφοσιωμένος. Εσύ θα λειτουργείς ως σύζυγός μου από κάθε άποψη, αλλά εγώ θα συνεχίσω, όπως πριν, να βλέπω όσες γυναίκες θέλω». «Διακριτικά, Άντονι». «Α, ναι, διακριτικά. Το καταλαβαίνω που δεν θέλεις να γίνει βούκινο, ιδίως από τη στιγμή που εσύ με διώχνεις από το σπίτι μας ενώ δεν έχω καν προλάβει να μπω μέσα. Άρα, να υποθέσω ότι θα είσαι ευχαριστημένη, αν δεν γυρίζω στο σπίτι δύο ή τρεις νύχτες τη βδομάδα;» Δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει σ’ αυτό. «Δέχεσαι;»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

201

«Φυσικά». Το χαμόγελό του ήταν εύθραυστο, χωρίς ζεστασιά, μα η Ρόσλιν δεν το πρόσεξε. «Ποιος άντρας δεν θα ήθελε το κέικ του με δέκα στρώσεις σαντιγί από πάνω;» Η Ρόσλιν δεν ήξερε αν της άρεσε αυτή η παρομοίωση. Ούτε η παράδοσή του στους όρους της της άρεσε, τώρα που είχε καταφέρει να την πετύχει. Το σίγουρο ήταν ότι δεν είχε αντισταθεί και πολύ. Μ ια συμβολική εναντίωση στην αρχή και ύστερα μια βεβιασμένη αποδοχή. Χα! Τον άθλιο! Σίγουρα θα είχε καταχαρεί με τους όρους που του είχε βάλει και τώρα εκείνη έπρεπε αναγκαστικά να τους υποστεί.


202

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 21

Η άμαξα των Ίντεν ήταν αναπαυτική, είχε καλές σούστες και πολυτελείς ανέσεις, όπως μαξιλάρια και κουβέρτες, ποτήρια και σαμπάνια. Η Ρόσλιν δεν είχε ανάγκη από καλές σούστες, ο ώμος του συζύγου της τα κατάφερνε μια χαρά να αποσβένει τους κραδασμούς. Αρνήθηκε και τη σαμπάνια, αφού μετά την τελετή είχε πιει αρκετά ποτήρια. Το είχαν κάνει στ’ αλήθεια· είχαν παντρευτεί. Τη μια βραδιά έκαναν έρωτα και την επόμενη παντρεύτηκαν. Ήταν τόσο απίστευτο, που η Ρόσλιν αναρωτήθηκε αν υποσυνείδητα αυτό ήταν που ήθελε εξαρχής, αν γι’ αυτό είχε πάει χθες βράδυ στο σπίτι του Άντονι αντί στο Σίλβερλεϊ όπως σκόπευε. Όμως αυτός ο γάμος δεν θα ήταν ιδανικός. Και γι’ αυτό έφταιγε εκείνη, με τη διαστροφή της – δεν έπρεπε να το ξεχνάει. Ακόμη κι έτσι, όμως, είχε καταφέρει να κάνει τον Άντονι δικό της. Ήταν ο σύζυγός της, έστω και μερικής απασχόλησης. Χαμογέλασε, κουρνιάζοντας ακόμη πιο σφιχτά πάνω του, χαρούμενη που το ποτό την είχε κάνει να χάσει τις αναστολές της. Ο Άντονι έπινε σαμπάνια μόνος και κοίταζε σκεφτικός έξω από το παράθυρο. Η σιωπή μέσα στην άμαξα και η σαμπάνια που είχε πιει νωρίτερα έφεραν νύστα στη Ρόσλιν. Δεν ήταν σίγουρη γιατί δεν έμειναν να περάσουν τη νύχτα στο Σίλβερλεϊ, όπως νόμιζε εκείνη. Κάτι είχε πει ο Άντονι ότι δεν ήθελε να έχει να ανησυχεί για το σαματά, ότι ήθελε το δικό


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

203

του κρεβάτι και να αρχίσουν όπως έπρεπε. Εκείνη τη στιγμή της φάνηκε μάλλον δυσοίωνο το ύφος του, αλλά τώρα δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί. Μ άλλον θα έφταιγε το άγχος της για το γάμο. Στο κάτω κάτω, μόλις είχε απαρνηθεί την ανεξαρτησία της, είχε παραδοθεί στα χέρια ενός άντρα που γνώριζε ελάχιστα και που ήταν γεμάτος εκπλήξεις, η τελευταία από αυτές ήταν ότι ήθελε να την παντρευτεί. Είχε κάθε λόγο να είναι νευρική πριν και μετά το γεγονός. Μ ήπως δεν την είχε ξαφνιάσει δύο φορές σήμερα, πρώτα που διαφώνησε με τους όρους της και ύστερα που υπέγραψε το προγαμιαίο συμβόλαιο χωρίς καν να το διαβάσει; Ο Νίκολας, που ήταν μάρτυρας στην υπογραφή του συμβολαίου, του είχε πει ότι δεν έκανε καλά. Το ίδιο κι εκείνη. Αλλά ακόμη κι αφότου το είχε υπογράψει το καταραμένο, ο Άντονι εξακολουθούσε να αρνείται να το διαβάσει. Και τώρα γύριζαν στο Λονδίνο, το τελευταίο πράγμα που περίμενε η Ρόσλιν να κάνουν απόψε. Ειλικρινά, θα ένιωθε πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια, αν έμενε μαζί με τους Ίντεν την πρώτη νύχτα του γάμου της. Αλλά αρκετές απαιτήσεις είχε επιβάλει για σήμερα κι έτσι δεν είχε φέρει αντίρρηση, όταν ο Άντονι συντόμευσε τη γαμήλια γιορτή για να φύγουν. Εδώ που τα λέμε, είχαν δειπνήσει νωρίς και η γαμήλια τελετή είχε τελειώσει στο άψε σβήσε. Δεν ήταν και τόσο αργά, αν και μάλλον θα σήμαναν μεσάνυχτα μέχρι να φτάσουν στο σπίτι του Άντονι. Καλά θα έκανε, λοιπόν, να εκμεταλλευτεί το ταξίδι για να κοιμηθεί λίγο, τώρα που είχε ακόμα την ευκαιρία. Χαμογέλασε ξανά, γιατί η πρώτη σκέψη που έκανε όταν αντίκρισε τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια, που ήταν στοιβαγμένα τακτικά πάνω στα καθίσματα της άμαξας, δεν είχε καμία σχέση με ύπνο. Είχε φοβηθεί ότι θα έκαναν την πρώτη νύχτα του γάμου τους εκεί μέσα. Άλλωστε η Νέτι ακολουθούσε αρκετά πιο πίσω τους με μια μικρότερη άμαξα. Ήταν μόνοι, οι δυο τους, μέσα σε μια καμπίνα αρκετά ευρύχωρη για να κάνουν ό,τι μπορεί να έβαζε ο νους τους. Το κίτρινο φως από το φανό της άμαξας σκόρπιζε μια


204

JOHANNA LINDSEY

απαλή, ρομαντική λάμψη. Όμως το μόνο που είχε κάνει ο Άντονι ήταν να της πει να πάρει έναν υπνάκο μέχρι να φτάσουν στο Λονδίνο. Δεν είχε εκμεταλλευτεί καν το γεγονός ότι ήταν μόνοι για να τη φιλήσει, απλώς την είχε τραβήξει κοντά του και την είχε κουρνιάσει πάνω του. Θα μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο στη σαμπάνια που την έκανε να νομίζει ότι η γαμήλια νύχτα της θα άρχιζε νωρίς. Δεν ήταν καν σίγουρη αν θα είχε γαμήλια νύχτα. Μ ετά τη φασαρία που είχε κάνει ο Άντονι για τους όρους που του είχε θέσει – παρότι στο τέλος τους είχε δεχτεί– δεν θα της έκανε εντύπωση αν την παρατούσε μόνη στο σπίτι και πήγαινε να βρει μία από τις πολλές ερωμένες του. Και σ’ αυτή την περίπτωση, τι θα μπορούσε να του πει; Όπως είχε τονίσει και ο ίδιος, εκείνη τον είχε διώξει από το σπίτι τους. Ο Άντονι άκουσε τον αναστεναγμό της γυναίκας του κι αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν. Μ άλλον μηχανευόταν κι άλλους τρόπους για να παραμείνει αποστασιοποιημένη απ’ αυτόν το γάμο. Η όλη κατάσταση ήταν για γέλια, στην κυριολεξία, αλλά φυσικά νωρίτερα δεν την είχε βρει και τόσο αστεία. Πρώτη φορά στη ζωή του παντρευόταν και η σύζυγός του δεν ήθελε τίποτε παραπάνω παρά να είναι μόνο η ερωμένη του – και ούτε καν μια κτητική ερωμένη. Δεν ένιωθε τίποτα για εκείνον, λοιπόν, αφού τον άφηνε μετά χαράς να φύγει από τη δική της αγκαλιά και να πάει στην αγκαλιά μιας άλλης γυναίκας; Αν ήθελε να συνεχίσει να γλεντάει και να γυρίζει με τη μια και με την άλλη, θα έμενε εργένης. Ήταν δεν θα ήταν μισή ώρα αργότερα, που ένας πυροβολισμός έσπασε τη σιγαλιά της προχωρημένης ώρας και η άμαξα σταμάτησε απότομα. Η Ρόσλιν πετάχτηκε από τον ύπνο της, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια για να ξυπνήσει, κι άκουσε τον Άντονι να βλαστημά σιγανά. «Φτάσαμε;» τον ρώτησε σαστισμένη, γιατί όταν κοίταξε έξω από το παράθυρο, είδε μαύρο σκοτάδι πίσσα. «Όχι ακριβώς, γλυκιά μου».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

205

«Τότε…» «Μ άλλον όπου να ’ναι θα μας ληστέψουν». Τα μάτια της γύρισαν και καρφώθηκαν στα δικά του. «Θα μας ληστέψουν; Και τότε τι κάθεσαι, άνθρωπέ μου; Δεν θα κάνεις κάτι;» «Γλυκό μου κορίτσι, εδώ είναι Αγγλία και η ληστεία είναι τόσο συχνό φαινόμενο που φτάνεις στο σημείο να το θεωρείς κάτι σαν δωρεά στους φτωχούς. Όποιος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του δεν ταξιδεύει ποτέ νυχτιάτικα σ’ αυτούς τους δρόμους με πράγματα αξίας. Δίνουμε απλώς ό,τι έχουμε στις τσέπες μας και ύστερα συνεχίζουμε το ταξίδι μας. Μ ικρό το κακό. Δεν θα κρατήσει πάνω από λίγα δευτερόλεπτα». Εκείνη τον κοίταζε αποσβολωμένη. «Έτσι απλά; Κι αν εγώ δεν θέλω να με ληστέψουν;» Ο Άντονι αναστέναξε. «Να φανταστώ ότι είναι η πρώτη σου φορά;» «Φυσικά και είναι! Κι απορώ πώς μπορείς και κάθεσαι ήρεμος αντί να κάνεις κάτι». «Και τι να κάνω, δηλαδή, από τη στιγμή που δεν έχω όπλο;» «Έχω εγώ». Η Ρόσλιν άπλωσε το χέρι στην μπότα της για να βγάλει το κρυμμένο στιλέτο, αλλά ο Άντονι την έπιασε από τον καρπό. «Ούτε να το διανοηθείς», την προειδοποίησε. «Μ α…» «Όχι!» Έγειρε πίσω στο κάθισμά της ξεφυσώντας κι αγριοκοιτάζοντάς τον. «Πολύ ωραία! Ο άντρας δεν κάνει τίποτα για να προστατεύσει τη γυναίκα του από τους ληστές». «Πάψε, Ρόσλιν», της είπε ανυπόμονα εκείνος. «Δεν χάθηκε κι ο κόσμος για μερικές λίρες και κάνα δυο μπιχλιμπίδια που θα πάρουν». «Και μια περιουσία σε κοσμήματα που έχω στη βαλίτσα μου». Εκείνος την κοίταξε ατάραχα, αλλά ύστερα κοίταξε και την τσάντα ταξιδίου στο απέναντί τους κάθισμα –την ίδια


206

JOHANNA LINDSEY

καταραμένη τσάντα που τόσο απρόσεχτα εκείνη είχε αφήσει χθες βράδυ στη νοικιασμένη άμαξα– και γρύλισε: «Γαμώτο! Είσαι στ’ αλήθεια ικανή να κουβαλάς μια περιουσία μαζί σου, ε; Πολύ καλά». Έριξε μια γρήγορη ματιά στο εξωτερικό της άμαξας, αλλά δεν βρήκε κάτι που θα τον βοηθούσε να καταστρώσει κάποιο σχέδιο. Κοίταξε πάλι τη Ρόσλιν σκεφτικός. «Ρίξε το μανδύα σου πίσω από τους ώμους… έτσι». Το βαθύ άνοιγμα του ντεκολτέ της αποκάλυψε το πάνω μέρος από τις στρογγυλάδες του στήθους της, αν και στην πραγματικότητα ήταν μάλλον σεμνό συγκριτικά με κάποιων άλλων συνομήλικών της κοριτσιών εκείνη την εποχή. «Τώρα κατέβασε λίγο το φόρεμά σου…» «Άντονι!» «Δεν είναι ώρα τώρα για σεμνοτυφίες», της εξήγησε κουρασμένα και πήγε στο κάθισμα απέναντί της. «Θα είσαι ο αντιπερισπασμός μας». «Α, αν είναι έτσι, καλά». «Δεν είναι και λίγο πράγμα αυτό, γλυκιά μου». Την κοίταξε βλοσυρά. «Μ πορεί εσένα να μη σε νοιάζει αν βλέπουν άλλες γυναίκες γυμνό το κορμί μου, αλλά εγώ δεν είμαι τόσο γενναιόδωρος με τις χάρες σου σε ό,τι αφορά τους άλλους άντρες». «Προσπαθούσα μόνο να βοηθήσω», αντιγύρισε η Ρόσλιν, ενοχλημένη που της υπενθύμισε τη συμφωνία που η ίδια είχε επιμείνει να κάνουν. «Αξιέπαινο, αλλά θέλουμε ο τύπος να σε γλυκοκοιτάξει, όχι να ανοίξει τρύπα στη βράκα του». «Να ανοίξει τρύπα στη βράκα του; Τι θα πει αυτό;» Εκείνος χαμογέλασε επιτέλους. «Ευχαρίστως μια άλλη φορά να σου δείξω». Ίσως να έλεγε κι άλλα ο Άντονι, αν εκείνη τη στιγμή δεν έκανε την εμφάνισή του ο ληστής. Άνοιξε την πόρτα της άμαξας κι έχωσε το κεφάλι του μέσα. Η Ρόσλιν τρόμαξε λίγο. Άλλο να σου λένε ότι θα σε ληστέψουν –ακόμη κι όταν αυτό πρόκειται να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

207

συμβεί από στιγμή σε στιγμή– κι άλλο να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το ληστή. Η άμαξα ήταν αρκετά ψηλή κι έτσι φάνηκε μόνο ο κορμός του άντρα, αλλά ήταν ένας κορμός τεράστιος. Είχε τρομερά γεροδεμένους ώμους και φορούσε ένα θεόστενο σακάκι, ενώ τα μαλλιά του ήταν σκούρα κι αχτένιστα και το μεγάλο κεφάλι του τυλιγμένο με ένα βρόμικο μαντίλι. Στα χοντρά του δάχτυλα κρατούσε ένα παλιό, σκουριασμένο πιστόλι, το οποίο επίσης έχωσε μέσα στην άμαξα και σημάδεψε τον Άντονι. Η Ρόσλιν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κοίταζε μόνο το πιστόλι, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Δεν το είχε φανταστεί έτσι… Καλά, ούτως ή άλλως δεν το είχε φανταστεί καθόλου. Εφόσον δεν είχε έρθει ποτέ αντιμέτωπη με κάποιο ληστή, πού να ήξερε πόσο επικίνδυνοι μπορούσαν να γίνουν; Χώρια που είχε τσιγκλήσει τον Άντονι να κάνει κάτι, κι αν τον πυροβολούσαν τώρα, θα ήταν δικό της το φταίξιμο. Και γιατί; Για μερικά παλιοκοσμήματα που μπορούσε να αντικαταστήσει; Κοίταξε τον Άντονι κι αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο να του πει να μην κάνει το παραμικρό, όταν ξαφνικά μίλησε ο ληστής. «Καλησπέρα, άρχοντά μου», είπε αρκετά ευχάριστα, με φωνή που έβγαινε πνιχτή μέσα από το μαντίλι. «Βλέπω κάθεστε ήσυχα ήσυχα και με περιμένετε. Είχα ένα προβληματάκι με τ’ άλογό μου, μετά που έδωσα στον αμαξά σας να καταλάβει τι τρέχει. Μ α θα φροντίσω να σας ξαλαφρώσω, εσάς ή τη… Αμάν!» Ήταν η στιγμή που ο τύπος είδε τη Ρόσλιν μέσα στο μισοσκόταδο. Και η επόμενη στιγμή, ήταν που ο Άντονι άρπαξε το ληστή από τον καρπό, τον τράβηξε απότομα μπροστά και του έριξε μια γροθιά στο πρόσωπο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, που τελείωσαν προτού προλάβει να πανικοβληθεί η Ρόσλιν, επειδή το χέρι που είχε αρπάξει ο Άντονι ήταν αυτό που κρατούσε το όπλο. Ο ληστής, ένας ανύποπτος αγροίκος, έπεσε ξερός, με τα μούτρα στο δάπεδο της άμαξας. Ατάραχα, ο Άντονι έβαλε το πόδι του στην πλάτη του ληστή για να τον συγκρατήσει από το να γλιστρήσει έξω και του


208

JOHANNA LINDSEY

πήρε το πιστόλι από το χέρι. «Κάτσε ήρεμα εδώ σαν καλό κορίτσι κι εγώ θα πάω να δω αν ήταν μόνος ή έχει κι άλλους συνεργούς που καραδοκούν». Προτού προλάβει εκείνη να πει λέξη, ο Άντονι είχε βγει από τη μία πόρτα, αφήνοντας το ληστή να γλιστρήσει και να πέσει έξω από την άλλη, κι έτσι η Ρόσλιν έμεινε μόνη στην άδεια άμαξα με τα λόγια να σβήνουν στα χείλη της. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε φοβηθεί τόσο, ούτε καν για τον εαυτό της. Το γεγονός ότι ο Άντονι κινδύνευε ήταν μια αποκάλυψη για εκείνη. Ήταν αβάσταχτη η αγωνία να κάθεται και να περιμένει να ακούσει κι άλλους πυροβολισμούς. Ευτυχώς, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο Άντονι επέστρεψε χαμογελώντας. «Σύμφωνα με τον κατατρομαγμένο αμαξά μας – απ’ ό,τι φαίνεται ήταν και για εκείνον η πρώτη του ληστεία– ο τύπος ήταν μόνος». Η ανακούφιση που ένιωσε η Ρόσλιν εκτονώθηκε με μια έκρηξη οργής: «Τι στο διάολο θέλεις, να με κάνεις να πεθάνω από το φόβο μου; Θα μπορούσες να είχες σκοτωθεί!». Εκείνος ανασήκωσε έκπληκτος τα φρύδια με τη μανιασμένη αντίδρασή της. «Γλυκό μου κορίτσι, τι περίμενες να κάνω από τη στιγμή που απαιτείς να κάνω κάτι;» «Δεν εννοούσα να σκοτωθείς!» «Χαίρομαι που το ακούω», της απάντησε ξερά. «Αλλά τώρα τελείωσε, οπότε πάψε». «Μ η μου λες εμένα…» Την τράβηξε πάνω στα πόδια του κι έπνιξε τα λόγια της με ένα δυνατό φιλί. Το επόμενο δευτερόλεπτο το φιλί του έγινε απαλές δαγκωματιές στα χείλη της κι επιτέλους ο Άντονι της χαμογέλασε. «Έτσι μπράβο. Τώρα έχεις κάτι άλλο να σκέφτεσαι και να είσαι σίγουρη ότι δεν τελειώνει εδώ. Θα το συνεχίσουμε αργότερα». Την έβαλε απαλά πίσω στη θέση της δίπλα του κι έπιασε το μπουκάλι με τη σαμπάνια. «Τώρα όμως χρειάζομαι άλλο ένα ποτό κι εσύ μπορείς να ξανακοιμηθείς».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

209

«Λες και μπορώ», αντιγύρισε εκείνη, αλλά είχε ξεθυμάνει πια ο θυμός της. «Καλά θα κάνεις να το προσπαθήσεις, καρδιά μου, γιατί σου υπόσχομαι ότι αργότερα δεν θα σου δοθούν και πολλές ευκαιρίες για ύπνο». Η Ρόσλιν δεν είπε τίποτα, αλλά περίμενε ώσπου εκείνος να γείρει ξανά πίσω στο κάθισμά του μ’ ένα ποτήρι στο χέρι για να κουρνιάσει πάλι πάνω του. Η καρδιά της είχε ξαναβρεί τον φυσιολογικό της ρυθμό, αν και καλύτερα να της έλειπε η συγκεκριμένη εμπειρία. Ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου της, για όνομα του Θεού! Πολύ απλά δεν γίνονταν τέτοια πράγματα στην πρώτη νύχτα του γάμου κάποιου. Τσαντισμένη τώρα που τελικά είχε τρομοκρατηθεί για το τίποτα, γύρισε και είπε στον Άντονι: «Την επόμενη φορά κάνε μου τη χάρη να μη φερθείς τόσο ηρωικά κι άσε με εμένα να λέω. Δεν ήταν δα και τόσο σημαντικά τα κοσμήματα». «Μ πορεί, αλλά εφόσον είμαι ο σύζυγός σου, εγώ θα έπρεπε να σ’ τα αντικαταστήσω. Και θα προτιμούσα να μην αδειάσω τόσο πολύ την τσέπη μου». «Ώστε, πράγματι, με παντρεύτηκες για τα λεφτά μου, ε;» «Για τι άλλο;» Το είπε με τόση ειρωνεία, που η Ρόσλιν τον κοίταξε και είδε το βλέμμα του να είναι καρφωμένο στο ντεκολτέ του φορέματός της, το οποίο εκείνη δεν είχε ανασηκώσει ακόμα. Της ήρθε να γελάσει σαρκαστικά. Έλα ντε, για τι άλλο; Ο άνθρωπος ήταν γυναικάς μέχρι το μεδούλι, αλλά αυτό το ήξερε, όπως ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να τον αλλάξει. Αναστέναξε κι αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν έπρεπε να του πει πως αν την είχε παντρευτεί για τα λεφτά της, τον περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Το προγαμιαίο συμβόλαιό της, προέβλεπε ένα πλουσιοπάροχο μερίδιο για εκείνον. Και παρότι ήταν φανερό ότι ο Άντονι ήταν τόσο ευκατάστατος ώστε να μη χρειάζεται να εργάζεται, δεν έπαυε να είναι τέταρτος γιος κι επομένως ήταν αδύνατον να είναι τόσο πλούσιος, ώστε να


210

JOHANNA LINDSEY

περιφρονήσει όσα θα του απέφερε ο γάμος του μαζί της. Θα του το έλεγε κάποια στιγμή η Ρόσλιν, αλλά όχι τώρα. Η ταραχή που είχε πάρει από την απόπειρα ληστείας την είχε εξαντλήσει. Και μέσα σε δευτερόλεπτα, την πήρε πάλι ο ύπνος.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

211

Κεφάλαιο 22

Ο Άντονι τράνταξε τη Ρόσλιν για να ξυπνήσει, όταν έστριψαν από την οδό Κινγκς και μπήκαν στην πλατεία Γκρόσβενορ. Κόντευαν να φτάσουν στο Πικαντίλι πια, όπου βρισκόταν το σπίτι του, απέναντι από το Γκριν Παρκ. Ήλπιζε ότι ο Τζέιμς δεν θα είχε γυρίσει ακόμα από τη βραδινή του έξοδο και ότι ο Τζέρεμι θα είχε πέσει ήδη για ύπνο, επειδή ήταν τόσο αργά που δεν είχε καμία όρεξη να δίνει εξηγήσεις. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού –εκτός από τη σύντομη διακοπή με το ληστή–, το είχε περάσει συλλογιζόμενος τις απολαύσεις που τον περίμεναν στο κρεβάτι του. Δεν άντεχε να περιμένει άλλο. Η Ρόσλιν, βέβαια, κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Τη δεύτερη φορά είχε πέσει ξερή και δεν μπορούσε με τίποτα να ξυπνήσει για να δει ότι είχαν φτάσει στο σπίτι επιτέλους. Το μόνο που ήθελε ήταν να συνεχίσει τον ύπνο της. Δεν σκεφτόταν ούτε τη γαμήλια νύχτα ούτε το σύζυγο που είχε αποκτήσει ούτε τίποτα. Αλλά κάποιος επέμενε να την τραντάζει. Ο Άντονι έμεινε με το στόμα ανοιχτό, όταν το μόνο που έκανε εκείνη ήταν να βογκήξει εκνευρισμένα και να του δώσει μια στο χέρι για να την αφήσει ήσυχη, αρνούμενη να ανοίξει τα μάτια της. Όταν ήταν μαζί του, οι γυναίκες δεν συνήθιζαν να ξεραίνονται στον ύπνο κι έτσι δεν ήξερε τι να κάνει με μια γυναίκα που δεν έλεγε να ξυπνήσει. Της είχε πει να πάρει έναν


212

JOHANNA LINDSEY

υπνάκο για να ανακτήσει δυνάμεις, όχι για να κοιμηθεί σερί μέχρι το πρωί, για όνομα του Θεού! Δοκίμασε άλλη μία φορά να την ξυπνήσει. «Έλα, κορίτσι μου, ξύπνα. Ή μήπως ξέχασες τι μέρα είναι σήμερα;» «Μ μ;» «Σου λέει κάτι το “πρώτη νύχτα γάμου”; Ή ότι ο σύζυγός σου σε σκέφτεται να φοράς κάτι διάφανο και σέξι για χάρη του;» Η Ρόσλιν χασμουρήθηκε, αλλά κατάφερε τελικά να ανακαθίσει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της αρκετές φορές και κατόπιν τα έτριψε σαν μικρό παιδί. «Δεν έχω φέρει τέτοιο ρούχο μαζί μου». Ο Άντονι χαμογέλασε ευχαριστημένος. Τουλάχιστον το μυαλό της δούλευε στην εντέλεια, αν κι αργούσε λίγο να καταλάβει ότι απλώς την πείραζε. «Όσο γι’ αυτό, γλυκιά μου, μη σε νοιάζει. Έστειλα σήμερα το πρωί να φέρουν τα πράγματά σου». Αυτό κατάφερε να την ξυπνήσει κατευθείαν. «Τι έκανες, λέει;! Δεν το πιστεύω ότι έκανες τέτοια βλακεία από τη στιγμή που δεν ήξερες καν αν θα σε παντρευόμουν ή όχι. Θα μπορούσε να παρακολουθεί το σπίτι ο Τζόρντι, περιμένοντας να γίνει κάτι τέτοιο για να πάρει στο κατόπι τους υπηρέτες και να ανακαλύψει πού είχα πάει». Το ήλπιζε ο Άντονι. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το είχε κάνει. Κι αν η τύχη ήταν με το μέρος του, ο άντρας που είχε βάλει να ακολουθήσει αυτούς που θα ακολουθούσαν τους υπηρέτες του θα του έφερνε αύριο μια διεύθυνση. Αλλά στη Ρόσλιν δεν είπε τίποτα, μόνο γέλασε. «Το ξέρω ότι δεν γίνεσαι νύφη κάθε μέρα, καρδιά μου, αλλά είναι λίγο ανησυχητικό –για να μην πω τρομερό πλήγμα για τον εγωισμό μου–, ότι διαρκώς ξεχνάς πως έχουν αλλάξει τα πράγματα πλέον. Είσαι παντρεμένη τώρα. Και καλύτερα να το μάθει ο ξάδελφός σου μια ώρα αρχύτερα για να πάψει πια να σ’ ενοχλεί». Το χαμόγελό της ήταν διστακτικό στην αρχή, αλλά έπειτα


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

213

άνοιξε σαν μπουμπούκι σε μια εκτυφλωτική εκδήλωση χαράς. «Αχ, είναι αλήθεια, ε; Συνήθισα τόσο πολύ να κρύβομαι από τον Τζόρντι, που μάλλον θα μου πάρει λίγο χρόνο ώσπου να χαλαρώσω, τώρα που πια δεν χρειάζεται να κρύβομαι. Πάει, τέλειωσε. Είμαι ελεύθερη». «Όχι και τόσο ελεύθερη, γλυκιά μου». «Όχι, δεν εννοούσα…» «Ξέρω». Την έπιασε από το πιγούνι. «Αλλά η αλήθεια είναι ότι τώρα είσαι δική μου κι ανακαλύπτω, πολύ γρήγορα, ότι μπορώ να γίνω ένα αφάνταστα κτητικό γουρούνι». Ήταν πέρα για πέρα παράλογη αυτή η δήλωση, αλλά η Ρόσλιν ήταν σίγουρη ότι εκείνος την πείραζε, ως συνήθως. Έτσι κι αποφάσιζε να μιλήσει ποτέ σοβαρά για ένα θέμα ο Άντονι, η Ρόσλιν θα έπεφτε μάλλον ξερή από το σοκ. Τότε όμως της γεννήθηκε μια άλλη απορία και τον ρώτησε: «Άντονι, γιατί επέμενες να γυρίσουμε απόψε στο Λονδίνο;». Τα μάτια του έλαμψαν κεφάτα. «Αρκετό άγχος έχουν οι νύφες την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Σκέφτηκα ότι ίσως αισθανόσουν πιο άνετα σ’ ένα κρεβάτι που το είχες γνωρίσει ήδη». Έγινε κατακόκκινη σαν παντζάρι και κατάφερε να ψιθυρίσει: «Εγώ φταίω που ρώτησα». «Φταις». «Αλλά είπες και κάτι για σαματά;» «Αλήθεια; Μ η σ’ απασχολεί αυτό. Το πιθανότερο είναι ότι θα κάνουμε τόση ησυχία λες κι είμαστε σ’ εκκλησία». Πάλι την πείραζε. Δεν ήταν σίγουρη αν της άρεσε απόψε. Δεν ήταν σίγουρη αν θα συνήθιζε ποτέ τα υπονοούμενα του για τον έρωτα. Αλλά απόψε… Η Ρόσλιν χασμουρήθηκε, η άμαξα σταμάτησε και ο Άντονι χαμογέλασε. «Επιτέλους», είπε και πήδησε έξω, χωρίς να περιμένει να βάλει πρώτα ο αμαξάς το σκαλί. «Έλα, γλυκιά μου, και θα προσπαθήσω να σε περάσω αγκαλιά από το κατώφλι του


214

JOHANNA LINDSEY

σπιτιού». Η Ρόσλιν έπιασε το χέρι του κι εκείνος την κατέβασε από την άμαξα. «Δεν χρειάζεται…» «Άφησέ με να κάνω αυτό που πρέπει», τη διέκοψε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Άλλωστε, κάποιος λόγος θα υπάρχει που έχουν επινοήσει αυτό το παράξενο έθιμο. Μ ήπως για να μην μπορεί η νύφη να το σκάσει;» «Τι χαζομάρες λες». Χαχάνισε και τύλιξε το ένα της μπράτσο γύρω από το λαιμό του. «Μ άλλον θα λιποθύμησαν κάνα δυο νύφες στο κατώφλι του σπιτιού, αναγκάστηκαν να τις πάρουν σηκωτές μέσα κι έτσι θα ξεκίνησε». «Μ όνο κάνα δυο;» την πείραξε. «Σε διαβεβαιώνω ότι η άγ​νοια για το συζυγικό κρεβάτι είναι πολύ πιο εκτεταμένη. Οι μητέρες δεν μπορούν να βρουν το θάρρος να συζητήσουν τέτοια πράγματα με τις κόρες τους, ξέρεις. Κι είναι κρίμα, γιατί έτσι όλο το ζόρι το τραβάνε οι καημένοι οι γαμπροί που αναγκάζονται να καθησυχάζουν τους φόβους και την αγωνία των συζύγων τους τη στιγμή που μάλλον θα προτιμούσαν να περάσουν κατευθείαν στο ξεπαρθένεμα». «Άντονι!» τσίριξε εκείνη, αν και δεν κατάφερε να μη χαμογελάσει όταν είδε κι αυτόν να χαμογελά πονηρά. «Είναι ανάγκη να λες τέτοια πράγματα;» Αλλά δεν παρέλειψε να προσθέσει για να έχει εκείνη τον τελευταίο λόγο: «Άλλωστε, κάποιες νύφες δεν έχουν μητέρες να τις διαφωτίσουν». «Α, μάλιστα, τώρα μιλάμε για εσένα προσωπικά». Στο μεταξύ είχε φτάσει στην πόρτα του σπιτιού και την κοπάνησε δυνατά. Κατόπιν γύρισε και την κοίταξε τρυφερά. «Εσύ όμως, καρδιά μου, δεν φοβήθηκες, έτσι δεν είναι;» «Δεν μου άφησες και πολύ χρόνο για να προλάβω να φοβηθώ», παραδέχτηκε κι έγινε πάλι κατακόκκινη. «Και τώρα που ξέρεις πώς είναι;» «Νομίζω ότι θα λιποθυμήσω». Εκείνος ξέσπασε σε γέλια, αλλά φρόντισε να σταματήσει μόλις άνοιξε η πόρτα και είδε τον Ντόμπσον να τους κοιτάζει


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

215

στωικά. Η Ρόσλιν απογοητεύτηκε λίγο που ο μπάτλερ είχε ένα τόσο μπλαζέ ύφος, λες και ήταν συνηθισμένος να βρίσκει τον εργοδότη του στην πόρτα με μια γυναίκα στην αγκαλιά του. Αλλά το επόμενο δευτερόλεπτο, όταν τον προσπέρασαν κι εκείνη τον κρυφοκοίταξε τώρα που νόμιζε ότι δεν τον έβλεπαν, ησύχασε. Έδειχνε σαν κεραυνοβολημένος. Έτσι μπράβο! Έκρυψε το χαμόγελό της στον ώμο του Άντονι. Αλλά επειδή είχε τα μάτια της στραμμένα στον μπάτλερ δεν είδε τον Τζέιμς Μ άλορι που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο χολ του σπιτιού με ένα ποτό στο χέρι. Αν εκείνος ξαφνιάστηκε, δεν το έδειξε. Η φωνή του, πάντως, που έκανε και τη Ρόσλιν να τον προσέξει, ήταν εξίσου ανέκφραστη. «Μ άλλον δεν θα ’πρεπε να το βλέπω αυτό». «Είχα μια ελπίδα ότι δεν θα το έβλεπες», αντιγύρισε ο Άντονι πηγαίνοντας προς τη σκάλα και χωρίς να κόψει το βήμα του. «Αλλά μια και το είδες, μάθε ότι το πήρα το κορίτσι με παπά και με κουμπάρο». «Δεν το πιστεύω!» «Αλήθεια». Η Ρόσλιν χαχάνισε, κατευχαριστημένη με την αντίδρασή του πολύ περισσότερο απ’ ό,τι με την αντίδραση του Ντόμπσον. «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι θ’ άφηνα τον οποιονδήποτε να με βάζει αγκαλιά μέσα στο σπίτι του;» Ο Άντονι σταμάτησε, μάλλον έκπληκτος που είχε καταφέρει να κλονίσει ειδικά τον συγκεκριμένο αδελφό του. «Χριστέ μου, Τζέιμς, μια ζωή περίμενα να σε δω να μένεις άφωνος. Αλλά με καταλαβαίνεις που δεν θα κάτσω να περιμένω να συνέλθεις, ε;» Και δεν τον περίμενε, συνέχισε το δρόμο του. Όταν έφτασαν στο κεφαλόσκαλο, η Ρόσλιν του ψιθύρισε γελώντας: «Του φερθήκαμε λίγο άσχημα, δεν νομίζεις;». «Κάθε άλλο, γλυκιά μου», έσπευσε να διαφωνήσει εκείνος. «Προκειμένου να σ’ έχω όλη δική μου για λίγο, το να αφήσω άφωνο τον αδελφό μου δεν ήταν μόνο αναγκαίο αλλά και πραγματικά ανεπανάληπτο. Πολύ σύντομα θ’ αρχίσουν να μας βομβαρδίζουν με ευχές κι ατελείωτες ερωτήσεις». Μ έσα στο


216

JOHANNA LINDSEY

δωμάτιό του, ο Άντονι ακούμπησε με την πλάτη πάνω στην πόρτα κι αναστέναξε. «Επιτέλους μόνοι». Προτού προλάβει να πει λέξη η Ρόσλιν, εκείνος άφησε τα πόδια της να κατέβουν στο πάτωμα, γυρίζοντάς την ταυτόχρονα προς το μέρος του. Και κατέληξε στην κυριολεξία ξαπλωμένη πάνω του, μια στάση που απήλαυσαν και οι δύο για λίγο, όσο εκείνος της δάγκωνε απαλά τα χείλη. Αισθάνθηκε να της χαϊδεύει το μάγουλο με την ανάστροφη των δαχτύλων του, κάτι που την έκανε να ανοίξει τα μάτια της αργά. Τα δικά του ήταν σκοτεινιασμένα τώρα και μισόκλειστα από πόθο. Η φωνή του ένα χάδι, η ανάσα του ζεστή πάνω στα χείλη της. «Σκέφτηκες ποτέ ότι αυτή είναι η μοναδική νύχτα της ζωής σου που ξέρουν όλοι ότι θα κάνεις έρωτα; Αχ, καρδιά μου, τρελαίνομαι να σε βλέπω να κοκκινίζεις για μένα». «Μ όνο τώρα τελευταία μου συμβαίνει αυτό – από τότε που σε γνώρισα». Για κάποιο λόγο, η βραχνή απάντησή της τον έκανε να χάσει το μυαλό του. Την απομάκρυνε από πάνω του με χέρια που έτρεμαν κι ένα σιγανό μουγκρητό βγήκε από το λαρύγγι του. «Ήμουν τελείως ηλίθιος που περίμενα τόσο πολύ. Έχεις πέντε λεπτά καιρό να κάνεις ό,τι έχεις να κάνεις, αλλά, για τον Θεό, Ρόσλιν, λυπήσου με και μη με βασανίζεις άλλο. Θέλω να σε βρω στο κρεβάτι όταν γυρίσω». «Και να φοράω κάτι διάφανο και σέξι;» «Χριστέ μου, όχι!» φώναξε εκείνος. «Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτή τη στιγμή». Και μπήκε στο βεστιάριό του, αφήνοντας τη Ρόσλιν με ένα χαζοχαρούμενο χαμόγελο στα χείλη και τη φωτιά της προσμονής να της καίει τα σωθικά. Εκείνη του το είχε κάνει αυτό; Εκείνη τον είχε κάνει να χάσει έτσι τον έλεγχο; Εκπληκτικό! Αλλά ούτε κι η ίδια ήταν τόσο ψύχραιμη. Ήταν τελείως διαφορετικό, τώρα που ήξερε τι θα γινόταν, από την προηγούμενη φορά που ήταν παντελώς ανίδεη. Ήταν πιο εύκολο τώρα. Το λαχταρούσε. Μ α


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

217

ήταν ακόμα πάρα πολύ άπειρη κι αναπόφευκτα είχε λίγο άγχος. Κατάφερε να βγάλει γρήγορα τα ρούχα της, παρόλο που τα δάχτυλά της δεν την υπάκουαν απόλυτα. Η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα. Τα αυτιά της τεντωμένα να συλλάβουν τον παραμικρό ήχο από την πόρτα που περίμενε ότι από στιγμή σε στιγμή θα την άκουγε να ανοίγει. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, δεν ήξερε αν έπρεπε να καλυφθεί εντελώς με το σεντόνι ή να αφήσει ένα μέρος του κορμιού της ακάλυπτο. Τελικά νίκησε η σεμνοτυφία, αυτή τη φορά. Αναρωτήθηκε αν με τον καιρό θα έφτανε κάποια στιγμή που θα κατάφερνε να αποστασιοποιηθεί κάπως απ’ αυτό. Μ ε τον Άντονι, όμως, πολύ αμφέβαλλε. Μ άλλον θα κατέληγε να της γίνει εθισμός. Όταν τελικά επέστρεψε ο Άντονι, φορούσε μια βελούδινη πορφυρή μακριά ρόμπα. Καταντροπιασμένη, η Ρόσλιν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σκεφτεί καν να φορέσει το νυχτικό της. Όχι ότι θα έμενε για πολλή ώρα πάνω της, αλλά δεν ήταν απρεπές για μια σύζυγο να περιμένει τον άντρα της στο κρεβάτι γυμνή; Ίσως όμως και να μην ήταν – τουλάχιστον γι’ απόψε. Και το επιδοκιμαστικό χαμόγελο του Άντονι όταν πλησίασε στο κρεβάτι τής έλεγε ότι εκείνος το ενέκρινε απόλυτα. «Μ ου επιτρέπεις;» Κάθισε δίπλα της κι άρχιζε να βγάζει τις φουρκέτες από τα μαλλιά της. Η Ρόσλιν άγγιξε την κοκκινόχρυση μπούκλα που έπεσε στον ώμο της. «Τα ξέχασα αυτά». «Χαίρομαι». Και όντως χαιρόταν. Λάτρευε τα μαλλιά της, λάτρευε να τα αγγίζει και να περνάει ανάμεσά τους τα δάχτυλά του. Άφησε παράμερα τις φουρκέτες κι άρχισε να της κάνει μασάζ στο κεφάλι ώσπου τα μάτια της έκλεισαν κι ένα νωχελικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. «Είναι πολύ ωραίο», αναστέναξε σιγανά. «Αλήθεια; Γι’ αυτό τι λες;» Τα χείλη του άγγιξαν το μέτωπό της, μα αμέσως κατηφόρισαν, σταματώντας στο στόμα της για ένα παρατεταμένο, βαθύ φιλί


218

JOHANNA LINDSEY

προτού συνεχίσουν στο λαιμό χαράσσοντας ένα μονοπάτι προς τα στήθη της. Κύματα πόθου διαπέρασαν τις νευρικές απολήξεις του κορμιού της, κάνοντας τα δάχτυλα του ποδιού της να κουλουριαστούν. «Αυτό παραείναι ωραίο», μουρμούρισε. Το σιγανό γέλιο του Άντονι φανέρωνε βαθιά ικανοποίηση. «Αχ, καρδιά μου, ήταν μόλις χθες; Μ ου φαίνεται σαν να έχει περάσει αιώνας». Εκείνη άπλωσε το χέρι να αγκαλιάσει το μάγουλό του και κατέληξε να χαϊδεύει με το δάχτυλό της τα χείλη του. «Μ όνο αιώνας;» Πρόφερε το όνομά της με πάθος, έπιασε τον καρπό της και φίλησε την παλάμη της, έχοντας καρφωμένα τα σκοτεινιασμένα από πόθο μάτια του στα δικά της. Μ ια ηλεκτρική εκκένωση διαπέρασε και τους δυο, τόσο δυνατή και καυτή που ένιωσαν να μουδιάζουν. Και το έντονο βλέμμα του συνέχισε να την κρατά καθηλωμένη όσο εκείνος έβγαλε τη ρόμπα του, τράβηξε από πάνω της το σεντόνι και σκέπασε το κορμί της με το δικό του. Και τότε άρχισε να τη φιλάει τόσο ατελείωτα και παθιασμένα που όταν τελικά μπήκε μέσα της, η Ρόσλιν πια ήταν τρελαμένη από πόθο, τόσο πολύ που η κορύφωσή της ήταν ακαριαία, κάνοντάς τη να χάσει τον κόσμο γύρω της. Η κραυγή ικανοποίησης που βγήκε από τα χείλη της έκανε και τον Άντονι να χάσει κάθε έλεγχο του κορμιού του. Η Ρόσλιν δεν βιαζόταν καθόλου να βγει ο Άντονι από μέσα της κι έτσι η αγκαλιά της ήταν μάλλον σφιχτή. Όχι ότι αυτό μπορούσε να τον κρατήσει εκεί, αλλά ούτε κι εκείνος βιαζόταν να βγει από κει που ήταν. Το κεφάλι του ακούμπησε στον ώμο της και η ανάσα του χάιδεψε το λαιμό της, ανασαλεύοντας τα μαλλιά της, γαργαλώντας τη. Τα μπράτσα της ανατρίχιασαν κι εκείνη αναρρίγησε, κάτι που ο Άντονι πρόσεξε. «Κατάφερα να φερθώ σαν τυπικός γαμπρός», της είπε αναστενάζοντας. «Ανυπόμονος, γρήγορος και τώρα μετανιωμένος». Στηρίχτηκε στους αγκώνες του, μια κίνηση που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

219

χάρισε στη Ρόσλιν ένα σκίρτημα πόθου, όταν ο βουβώνας του κόλλησε ακόμη περισσότερο πάνω στον δικό της. «Έχεις το ελεύθερο να με τιμωρήσεις, γλυκιά μου». «Για ποιο πράγμα;» «Αν δεν ξέρεις…» «Για ποιο πράγμα, Άντονι;» «Που δεν κατάφερα να συγκρατηθώ φυσικά. Δεν υπάρχει δικαιολογία για έναν άντρα με τη δική μου ηλικία και πείρα, άρα πρέπει να ρίξω το φταίξιμο σ’ εσένα. Εσύ φταις που μ’ έκανες να χάσω το μυαλό μου». «Και είναι τόσο κακό αυτό;» «Θα σ’ αφήσω να το κρίνεις μόνη σου σε λίγο, που θα σου κάνω έρωτα πολύ πιο αργά κι απολαυστικά». Εκείνη γέλασε με την καρδιά της. «Αν δεν σε ήξερα, θα έλεγα ότι γυρεύεις κομπλιμέντα. Σίγουρα ξέρεις ότι η επίδοσή σου δεν υστερούσε σε τίποτα. Ίσα ίσα. Ήσουν υπέροχος». Της χάρισε εκείνο το χαμόγελο που την έκανε να λιώνει κι αμέσως αισθάνθηκε τα μέλη της να λύνονται. Της ξέφυγε μια άναρθρη κραυγή και τα χείλη της άνοιξαν, βάζοντάς τον στον πειρασμό να σκύψει και να τα χαϊδέψει μ’ ένα φιλί. Αλλά ο Άντονι σηκώθηκε, ξαφνιάζοντάς την που τον είδε να ρίχνει το σεντόνι πάνω της και να σκύβει να πιάσει τη ρόμπα του που ήταν πεταμένη στο πάτωμα. Κατόπιν κάθισε πάλι στην άκρη του κρεβατιού, αλλά σε απόσταση, κάτι που θα έπρεπε να χτυπήσει μέσα της καμπανάκι συναγερμού. Και μ’ έναν ψεύτικο αναστεναγμό, ο Άντονι της είπε: «Και τώρα σειρά έχει ο σαματάς». Τα γκριζοπράσινα μάτια της ανοιγόκλεισαν σαστισμένα. «Ο σαματάς;» «Ο σαματάς που κάνεις όταν θυμώνεις και ξεσπάει το σκοτσέζικο εκρηκτικό ταμπεραμέντο σου». Η Ρόσλιν τού χαμογέλασε, πιστεύοντας ότι για άλλη μια φορά την πείραζε. «Θα με κάνεις να θυμώσω;» «Μ άλλον, αφού οφείλω να σου πω ότι σήμερα σου είπα


220

JOHANNA LINDSEY

ψέματα». Το χαμόγελό της έσβησε ακαριαία. «Για ποιο πράγμα;» «Δεν μαντεύεις, γλυκιά μου; Δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να έχω ερωμένη τώρα που παντρεύτηκα. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, έτσι δεν είναι;» «Μ α το δέχτηκες!» Το χαμόγελό του μαρτυρούσε γνήσια αντρική ικανοποίηση. «Θα δεχόμουν τα πάντα σήμερα προκειμένου να σε κάνω νόμιμα δική μου, ακόμη κι αν μου ζητούσες να τα δηλώσω γραπτώς, κάτι που ευτυχώς δεν σκέφτηκες». Η Ρόσλιν τον κοίταζε και δεν πίστευε στ’ αυτιά της, η παράφορη οργή που την πλημμύρισε έδιωξε κάθε νωχέλεια από το κορμί της. Ένιωθε ότι την είχαν ξεγελάσει, ότι την είχαν εξαπατήσει. Ήταν πυρ και μανία. «Μ ε παντρεύτηκες με απάτη!» «Σε παντρεύτηκα έντιμα». «Σου προσέφερα μια ιδανική κατάσταση, φίλε!» «Μ ια κατάσταση που δεν τη ζήτησα ούτε την ήθελα. Κι αν κάτσεις λίγο να το σκεφτείς, γλυκιά μου, θα δεις κι εσύ πόσο εξωφρενικά παράλογη ήταν η απαίτησή σου. Δεν μου ζήτησες εσύ να σε παντρευτώ, εγώ σ’ το ζήτησα και σε πληροφορώ ότι δεν το έχω ξαναζητήσει ποτέ από άλλη γυναίκα. Ούτε θα το έκανα ποτέ ελαφρά τη καρδία. Έχω τόσες ερωμένες που φτάνουν για μια ζωή. Αυτό που θέλω τώρα είναι να έχω μια σύζυγο». Η μανιασμένη οργή της φάνταζε γελοία μπροστά στη δική του ηρεμία κι έτσι η Ρόσλιν αναγκάστηκε ντροπιασμένη να χαμηλώσει τον τόνο της φωνή της. «Έτσι λες τώρα, αλλά σ’ ένα μήνα, σ’ ένα χρόνο, τι θα γίνει, μου λες; Σε λίγο καιρό θ’ αρχίσουν πάλι τα μάτια σου να κοιτάζουν δεξιά κι αριστερά». Ο Άντονι της χαμογέλασε, ξέροντας ότι μάλλον αυτό θα την εξαγρίωνε ακόμη περισσότερο. «Τα μάτια μου κοιτάζουν δεξιά κι αριστερά, όπως λες, τα τελευταία δεκαεννιά χρόνια. Άσ’ τα να ξαποστάσουν λίγο, Ρόσλιν. Τώρα κοιτάζουν μόνο εσένα και δεν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

221

θέλω να πάνε παρακάτω». Τα δικά της μάτια μισόκλεισαν αγριεμένα σιγοβράζοντας από οργή, όπως ακριβώς το είχε προβλέψει εκείνος. «Νομίζεις ότι μπορείς να αστειεύεσαι μ’ αυτό το θέμα; Για άκου να σου πω…» Δεν πρόλαβε να του πει τίποτα. Άπλωσε τα χέρια του, την έπιασε από τη μέση και την τράβηξε στην άλλη άκρη του κρεβατιού, κολλώντας την πάνω στο στήθος του. Κάπου στην πορεία το σεντόνι έφυγε, αλλά η Ρόσλιν ήταν τόσο θυμωμένη που δεν το πρόσεξε. Ο Άντονι όμως δεν ήταν. Κι αυτό που αισθάνθηκε να σαλεύει κάτω από τη ζώνη της ρόμπας του απαιτούσε να βάλει ένα τέλος στον καβγά τους για να μπορέσουν επιτέλους να επιστρέψουν στις απολαύσεις και στις ηδονές της γαμήλιας νύχτας. Τι χαζή που ήταν. Έκανε όλο αυτόν το σαματά επειδή εκείνος ήθελε μόνο αυτή και καμία άλλη. Κανονικά έπρεπε να χαίρεται αντί να χαλάει τον κόσμο. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ο Άντονι το περίμενε ότι εκείνη θα αντιδρούσε και είχε έτοιμη τη λύση. «Θέλεις να κάνουμε ένα συμβιβασμό, καρδιά μου, τι λες; Επιμένεις ακόμα να έχω ερωμένη;» «Μ ε δουλεύεις; Αυτό δεν λέω τόση ώρα;» αντιγύρισε εκείνη. «Πολύ καλά». Το βλέμμα του χάιδεψε το πρόσωπό της, σταμάτησε στα χείλη της και η φωνή του έγινε βραχνή. «Είσαι διατεθειμένη να παίξεις εσύ αυτόν το ρόλο;» «Εγώ;» Της χαμογέλασε πάλι, κάνοντάς την έξω φρενών. «Ποια άλλη; Αφού εσύ είσαι η μόνη γυναίκα που μ’ ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή». «Δεν εννοούσα αυτό και το ξέρεις πολύ καλά!» «Ίσως, αλλά είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω». Η Ρόσλιν προς στιγμήν δεν το πίστεψε. «Θα πρέπει να υπάρχει και κάποια άλλη γυναίκα που βλέπεις». «Αυτό εννοείται. Για την ακρίβεια, αρκετές. Αλλά η αλήθεια είναι ότι καμιά τους δεν θα μπορούσα να την αποκαλέσω ερωμένη μου, καρδιά μου. Κι αν θέλεις να ξέρεις, από τότε που


222

JOHANNA LINDSEY

σε γνώρισα δεν έχω δει καμία απ’ αυτές τις γυναίκες. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα, σωστά; Το θέμα μας είναι ότι δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να ξαναπάρω καμία απ’ αυτές στο κρεβάτι μου ή οποιαδήποτε άλλη, εδώ που τα λέμε. Οπότε αναγκαστικά θα με φορτωθείς εσύ». «Άντονι, μίλα σοβαρά έστω μια φορά!» τον παρακάλεσε αγανακτισμένη. «Γλυκιά μου, δεν έχω μιλήσει πιο σοβαρά στη ζωή μου. Πώς μπορώ να κάνω έρωτα σε άλλη γυναίκα όταν εσύ είσαι η μοναδική γυναίκα που θέλω; Δεν πάει έτσι, ξέρεις. Ο πόθος δεν είναι κάτι που το νιώθεις όποτε θέλεις εσύ. Ή μήπως αυτό δεν σου πέρασε καν από το μυαλό;» Τον κοίταζε μπερδεμένη και με μια υποψία έκπληξης, γρήγορα όμως συνοφρυώθηκε κι έσφιξε πεισματικά τα χείλη. «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον δεν θα δεις κάποια που να σου αρέσει». Ο Άντονι αναστέναξε κουρασμένα. «Αν έρθει ποτέ αυτή η μέρα, Ρόσλιν, σ’ τ’ ορκίζομαι ότι δεν θα έχει την παραμικρή σημασία για μένα. Φτάνει να φανταστώ εσένα, έτσι ακριβώς όπως είσαι εδώ τώρα, για να σβήσει κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό μου». Εκείνη έβγαλε έναν ήχο που έμοιαζε πολύ με περιφρονητικό ρουθούνισμα. «Ωραία τα λες. Αυτό σ’ το αναγνωρίζω. Ξεχνάς όμως ότι δεν μ’ αγαπάς». Την έριξε πίσω στο κρεβάτι και σκέπασε το κορμί της με το δικό του. «Τότε να αναλύσουμε αυτά που νιώθω, για να δούμε, τι λες;» Η φωνή του βγήκε σαν γουργούρισμα, μα ήταν φανερό ότι είχε χάσει πια την υπομονή του μαζί της. «Νιώθω πόθο, τόσο μεγάλο πόθο που δυσκολεύομαι να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου. Νιώθω κτητικότητα, πράγμα που ανακάλυψα μόλις πρόσφατα. Νιώθω ζήλεια, που έχω αρχίσει να την αισθάνομαι εδώ και βδομάδες». Ανασήκωσε το φρύδι του σαρκαστικά όταν την είδε να τον κοιτάζει με ολοστρόγγυλα μάτια. «Μ η μου πεις ότι σε ξάφνιασα, γλυκιά μου».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

223

«Ζήλευες; Ποιον;» «Όλους, γαμώτο, μέχρι και τον αδελφό μου. Κι αν θες να ξέρεις, μια που τα λέμε όλα, οι υποψήφιοι που σκεφτόσουν να παντρευτείς ήταν όλοι τους κάτι παραπάνω από κατάλληλοι, μ’ εξαίρεση τον Φλέμινγκ, που πραγματικά είναι κουνιστός. Όλα όσα σου είπα ήταν ψέματα, Ρόσλιν, επειδή δεν άντεχα να σ’ έχει κανένας άλλος». Την κρατούσε καθηλωμένη τώρα, επειδή περίμενε ότι σίγουρα εκείνη θα αντιδρούσε βίαια μετά τη συγκεκριμένη εξομολόγησή του. Αλλά η Ρόσλιν έμενε ασάλευτη, η έκπληξή της ήταν τόσο μεγάλη που είχε επισκιάσει το θυμό της. «Δηλαδή… νοιάζεσαι λιγάκι για εμένα;» Η φωνή της ήταν απαλή σαν ψίθυρος, διστακτική. «Ναι, που να πάρει!» εξερράγη τελικά εκείνος. «Αν δεν νοιαζόμουν, θα σε παντρευόμουν;» Ατρόμητη εκείνη από το ξέσπασμά του, του υπενθύμισε: «Μ ε παντρεύτηκες για να με βοηθήσεις να γλιτώσω από μια φριχτή κατάσταση και σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτό». Ο Άντονι έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, παρακαλώντας τον Θεό να του δώσει λίγη αυτοσυγκράτηση. Όταν τα άνοιξε πάλι, υπήρχε μέσα τους μια σκληρή λάμψη. Αλλά ο τόνος του ήταν σχετικά αδιάφορος, αν όχι μια ιδέα υπεροπτικός. «Γλυκιά μου, αν ήθελα μόνο να σε βοηθήσω, όπως το έθεσες, θα είχα φροντίσει να στείλω πριν της ώρας του στον άλλο κόσμο τον ενοχλητικό ξάδελφό σου και μάλιστα πολύ εύκολα. Αλλά εγώ ήθελα να σε κάνω δική μου, τόσο απλά». Σ’ αυτό το σημείο ο τόνος του άλλαξε, έγινε αυστηρός. «Κι αν μου ξαναπείς έστω και μία φορά να πάω με άλλες γυναίκες από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, θα φερθώ σαν σύζυγος του περασμένου αιώνα και θα σου τις βρέξω για τα καλά. Έγινα σαφής; Δεν πρόκειται να υπάρξουν άλλες γυναίκες, ούτε τώρα ούτε ποτέ!» Περίμενε ότι θα την έπιαναν τα μπουρίνια της πάλι. Αλλά η Ρόσλιν του χάρισε ένα χαμόγελο, ένα υπέροχο χαμόγελο που


224

JOHANNA LINDSEY

έφτασε ως τα μάτια της, φωτίζοντας τις χρυσαφένιες πιτσιλιές μέσα τους. Ο Άντονι δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει απ’ αυτή την ξαφνική αλλαγή, ώσπου η Ρόσλιν του είπε: «Κάτι δεν έλεγες νωρίτερα να κάνουμε κάτι πιο αργά κι απολαυστικά; Υποτίθεται ότι θα το έκανες για να κρίνω μόνη μου…». Τη διέκοψε το γέλιο του, βαθύ και γεμάτο αγαλλίαση. «Μ ην αλλάξεις ποτέ, καρδιά μου. Μ ’ αρέσεις ακριβώς όπως είσαι». Κι έτσι ο Άντονι κατάφερε να περάσει το δικό του τελικά, κάνοντάς της έρωτα στη συνέχεια όπως εκείνος ήθελε και η Ρόσλιν το δέχτηκε απόλυτα, και μάλιστα με αφάνταστη ευχαρίστηση.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

225

Κεφάλαιο 23

«Α, μα τι είν’ αυτά τώρα; Κάθεσαι και χαμογελάς μονάχη σου;» Η Ρόσλιν έστρεψε τον καθρέφτη που κρατούσε στο χέρι της για να δει μέσα του τη Νέτι που ήταν πίσω της. Το χαμόγελό της πλάτυνε κι άλλο και τα μάτια της, που έλαμπαν, προσπάθησαν να πάρουν ένα αθώο βλέμμα καθώς έκανε μεταβολή πάνω στο σκαμπό της. «Χαμογελούσα; Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί». Η Νέτι ρουθούνισε, αλλά και οι άκρες των δικών της χειλιών ήταν ανασηκωμένες. «Είσαι ευχαριστημένη με τον εαυτό σου, έτσι;» Η Ρόσλιν έπαψε να προσποιείται. «Ναι! Αχ, Νέτι, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσα να γίνω τόσο ευτυχισμένη!» «Ε, δεν μου κάνει εντύπωση. Πήρες ωραίο άντρα, κελεπούρι. Αλλά ήταν ανάγκη να το κρατάς μυστικό;» «Κανένα μυστικό. Ούτε εγώ η ίδια το ήξερα, Νέτι. Όταν μου ζήτησε να τον παντρευτώ έπεσα κι εγώ απ’ τα σύννεφα όπως όλοι». «Τέλος πάντων, μου αρκεί που είσαι ευτυχισμένη μαζί του, εγώ μόνο αυτό θέλω. Και μάλιστα είσαι πολύ πιο ευτυχισμένη απ’ ό,τι φανταζόμουν, παρόλο που έγινε τόσο βιαστικά. Ε, κι αν το σπίτι του είναι τόσο σπαρτιάτικο και οι υπηρέτες του τόσο άξεστοι και ψηλομύτηδες, τι να κάνουμε; Δεν χάλασε κι ο κόσμος».


226

JOHANNA LINDSEY

Η Ρόσλιν χαχάνισε. «Να φανταστώ ότι γνώρισες τον Ντόμπσον;» «Ναι, αυτόν το χοντράνθρωπο. Τι κρυόκωλος τύπος! Δεν μου κάνει εντύπωση, όμως, που είναι τόσο ψηλομύτης, με τόσους άντρες υπηρέτες που έχει κάτω από τις διαταγές του εδώ πέρα. Ούτε οικονόμο έχουν ούτε άλλες γυναίκες, μόνο δύο υπηρέτριες που έρχονται κάμποσες φορές τη βδομάδα για να καθαρίσουν. Μ έχρι και για μάγειρα άντρα έχουν, κι έχουν κι άλλο έναν ξιπασμένο για σένα». «Απ’ ό,τι βλέπω έχεις μερικά παράπονα, Νέτι. Μ ην το παίρνεις τόσο κατάκαρδα όμως. Ξεχνάς ότι μέχρι τώρα αυτό το σπίτι ήταν εργένικο. Είμαι σίγουρη ότι ο Άντονι δεν θα έχει αντίρρηση να κάνουμε ορισμένες αλλαγές. Πρέπει να αγοράσουμε και καινούρια έπιπλα». Κοίταξε ολόγυρα την καινούρια της κρεβατοκάμαρα και φαντάστηκε να βάζει τη δική της πινελιά εκεί μέσα. «Να προσλάβουμε καινούριους υπηρέτες. Να είσαι σίγουρη ότι τις επόμενες βδομάδες θα έχουμε δουλειές με φούντες». «Α, μην αρχίσεις τώρα να ξοδεύεις ένα κάρο λεφτά για χάρη μου. Και μην ξεχνάς ότι τώρα έχεις άντρα και πρέπει να τον ρωτάς πριν αρχίσεις να ξοδεύεις τα λεφτά του. Είναι περίεργα τ’ αρσενικά σε κάτι τέτοια θέματα». «Όχου, πάψε πια να ανησυχείς τόσο πολύ, Νέτι. Δεν πρόκειται να αγγίξω τα δικά του χρήματα από τη στιγμή που έχω τόσα δικά μου». «Καλύτερα αυτό να το συζητήσεις πρώτα μαζί του, κοκόνα μου. Οι άντρες είναι μυστήρια τρένα, θέλουν να πληρώνουν αυτοί τα έξοδα της γυναίκας τους, καταλαβαίνεις τι λέω; Το πρόβλημα μ’ εσένα είναι ότι για πολλά χρόνια τα έβγαζες πέρα μόνη σου, ακόμη και πριν από τον Ντάνκαν, Θεός σχωρέσ’ τον. Αλλά τώρα είσαι παντρεμένη γυναίκα. Πρέπει να κάνεις πίσω και να φέρεσαι λίγο διαφορετικά, αν θέλεις να τα πάτε καλά». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και η Νέτι της είπε: «Μ άλλον είναι έτοιμο το νερό για το μπάνιο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

227

σου. Έχεις χρόνο να ετοιμαστείς για το γεύμα με τον άντρα σου ή πρέπει να βιαστείς…». «Έχω όσο χρόνο θέλω, Νέτι. Ο Άντονι έχει βγει, νομίζω». Κοκκίνισε. «Μ ισοκοιμόμουν ακόμα, αλλά κάτι είπε ότι θα πήγαινε για την καθημερινή βόλτα του με το άλογο και ότι ύστερα είχε να φροντίσει κάνα δυο θέματα. Δεν περιμένω να γυρίσει πριν από το δείπνο, όμως, οπότε μπορώ να εκμεταλλευτώ τη σημερινή μέρα για να δω το σπίτι και να γνωρίσω τους υπηρέτες. Και πρέπει να στείλω ένα σημείωμα στη Φράνσις για να ξέρει τι έχει γίνει». Μ ια και χθες το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί και πολύ, η Ρόσλιν σκέφτηκε ότι έφταναν οι συγκεκριμένες δουλειές για μια μέρα. Μ ία ώρα αργότερα, φορώντας ένα δροσερό μπεζ φόρεμα από μουσελίνα με κίτρινα και ροζ λουλούδια, η Ρόσλιν βγήκε από το δωμάτιο του Άντονι –το δωμάτιό τους πια–, και διέσχισε το μικρό χολ. Την τελευταία φορά που είχε έρθει δεν είχε προλάβει να δει και τίποτα από το σπίτι του Άντονι και ούτε χθες πρόλαβε, αλλά πολύ σύντομα θα άλλαζε αυτό. Χρειαζόταν, όμως, τη βοήθεια του Ντόμπσον για κάτι τέτοιο. Εφόσον έμεναν κι άλλα μέλη της οικογένειας Μ άλορι εδώ, δεν μπορούσε να αρχίσει να ανοίγει πόρτες έτσι αδιάκριτα. Ο νους της πήγε για μια στιγμή στους άλλους δύο κατοίκους του σπιτιού, τον αδελφό του Άντονι και το γιο του. Αναρωτήθηκε αν ο άντρας της θα παραδεχόταν πια ότι ο Τζέρεμι Μ άλορι ήταν δικός του γιος. Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει να το αρνείται, όχι σ’ εκείνη τουλάχιστον. Ήταν όμορφο παλικαράκι, ένα αγόρι που θα έκανε κάθε γονιό περήφανο και ήταν φτυστός ο πατέρας του. Η αλήθεια ήταν πως καταντούσε γελοίο να αρνείται ο Άντονι ότι ήταν ο πατέρας του, αφού έφτανε μια ματιά να ρίξει κανείς στον Τζέρεμι για να καταλάβει ποιος τον γέννησε. Θα έπρεπε να πιάσει φιλίες με τον μικρό, αλλά δεν πίστευε ότι θα αντιμετώπιζε πρόβλημα ως προς αυτό. Ο Τζέιμς Μ άλορι, όμως, ήταν άλλο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να έχει πάρε δώσε


228

JOHANNA LINDSEY

μαζί του. Το αντίθετο, μάλιστα· είχε κάθε λόγο να μην έχει πολλά πολλά μ’ αυτό τον άντρα. Μ ήπως έπρεπε να πει στον Άντονι ότι ο Τζέιμς την είχε φιλήσει μια φορά; Ίσως όμως να το ήξερε ήδη. Είχε πει ότι ζήλευε τον αδελφό του. Χαμογέλασε σαν θυμήθηκε την τρελή κουβέντα που είχαν κάνει χθες βράδυ. Δεν ήξερε πώς τα είχε καταφέρει ο Άντονι, αλλά τον είχε αφήσει να την πείσει ότι θα γινόταν υπέροχος σύζυγος, παραμερίζοντας όλες τις προκαταλήψεις που είχε η Ρόσλιν τόσα χρόνια για όλους τους αδιόρθωτους καρδιοκατακτητές. Ο Άντονι θα της ήταν πιστός. Το ένιωθε, το πίστευε ολόψυχα πια και πετούσε στα ουράνια γι’ αυτό. Τι παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει από το να έχει τον Άντονι Μ άλορι όλο δικό της; Να έχει την αγάπη του, υπενθύμισε στον εαυτό της. Αλλά θα γινόταν κι αυτό. Θα γινόταν. Έπρεπε να γίνει. «Για όνομα του θεού, τι κάνεις εσύ εδώ;» Η Ρόσλιν κοκάλωσε στο κεφαλόσκαλο. Ο Τζέρεμι Μ άλορι, που εκείνη τη στιγμή ανέβαινε τη σκάλα, είχε μείνει στήλη άλατος κι αυτός, με το στόμα ανοιχτό. Το πειραχτήρι που έκρυβε μέσα της η Ρόσλιν αποφάσισε να τον πειράξει λίγο, αφού ήταν φανερό πως δεν είχε μάθει ακόμα για το γάμο. «Εδώ πέρασα τη νύχτα, ξέρεις». «Πέρασες τη νύχτα;» επανέλαβε εκείνος. «Ναι, και λέω να έρθω να μείνω εδώ». «Μ α… εδώ μένουν μόνο εργένηδες!» «Αφού υπάρχει τόσος χώρος. Κι αυτό το σπίτι χρειάζεται την πινελιά μιας γυναίκας». «Τη χρειάζεται;» ρώτησε εκείνος σαστισμένος, αλλά αμέσως κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Μ α δεν θα ήταν σωστό, έτσι δεν είναι; Εννοώ, ότι εσύ είσαι μια κυρία – θέλω να πω, τέλος πάντων, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δεν θα ήταν σωστό». «Όχι;» Η Ρόσλιν χαμογέλασε. «Τότε θα πρέπει να μιλήσω με τον πατέρα σου. Εκείνος επέμενε να μείνω». «Εκείνος;» Ο Τζέρεμι κόντεψε να πνιγεί. «Μ α την πίστη μου, ωραία τα κατάφερε πάλι! Ο θείος Τόνι θ’ αφρίσει από το κακό


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

229

του. Σ’ είχε βάλει στο μάτι. Να πάρει, μάλλον θα μας πετάξει και τους δύο έξω τώρα». «Τζέρεμι», άρχισε εκείνη μαλακά, σταματώντας τα παιχνίδια. Δεν φανταζόταν ότι θ’ αναστατωνόταν τόσο ο μικρός. «Δεν χρειάζεται να προσποιείσαι μαζί μου. Ξέρω ότι ο Άντονι είναι πατέρας σου. Και με συγχωρείς που σου έκανα τέτοια πλάκα. Ο λόγος που μένω εδώ είναι επειδή χθες παντρεύτηκα τον πατέρα σου. Θα έπρεπε να σ’ το είχε πει». Πάλι την κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, αλλά αυτή τη φορά συνήλθε γρηγορότερα. «Τον πατέρα μου… Εννοείς τον Άντονι; Παντρεύτηκες τον Άντονι Μ άλορι;» «Δεν χρειάζεται να δείχνεις τόση έκπληξη». «Μ α… Δεν το πιστεύω! Παντρεύτηκε ο Τόνι; Αποκλείεται». «Και γιατί όχι, παρακαλώ;» «Απλώς αποκλείεται. Είναι ορκισμένος εργένης. Έχει όποια γυναίκα θελήσει να τρέχει πίσω του. Τι να την κάνει μια σύζυγο…» «Για πρόσεχε, μικρέ», τον προειδοποίησε παγερά η Ρόσλιν. «Κινδυνεύεις να με προσβάλεις». Ο Τζέρεμι έγινε κόκκινος σαν παντζάρι. «Σ-συγγνώμη, λαίδη Τσάντγουικ. Ειλικρινά, δεν είχα την παραμικρή πρόθεση να σε προσβάλω». «Λέγομαι λαίδη Μ άλορι τώρα, Τζέρεμι», είπε εκείνη, σηκώνοντας το χέρι και χτυπώντας ανάλαφρα τη βέρα της. «Παντρευτήκαμε χθες το βράδυ στο Σίλβερλεϊ με μάρτυρα την ξαδέλφη σου τη Ρετζίνα. Οπότε καλά θα κάνεις να το πιστέψεις. Δεν έχω κανένα λόγο να πω ψέματα και μόλις γυρίσει ο πατέρας σου μπορείς να τον ρωτήσεις». «Ήταν κι ο πατέρας μου εκεί;» Η Ρόσλιν αναστέναξε. «Ήταν δυνατόν να έλειπε από τον ίδιο του το γάμο;» «Όχι, εννοώ τον Τζέιμς. Αυτός είναι ο πατέρας μου, ξέρεις. Αλήθεια σου λέω». Τώρα ήταν η σειρά της Ρόσλιν να μείνει με το στόμα ανοιχτό,


230

JOHANNA LINDSEY

γιατί ο Τζέρεμι ήταν πολύ ειλικρινής και δεν θα έλεγε ψέματα γι’ αυτό το θέμα τώρα που ήξερε. «Μ α μοιάζεις τόσο πολύ στον Άντονι!» «Το ξέρω». Χαμογέλασε πλατιά. «Το ίδιο μοιάζει όμως και η Ρέτζι και η Έιμι, η κόρη του θείου Έντουαρντ. Και η θεία Μ ελίσα, η μητέρα της Ρέτζι, έμοιαζε, αν κι εγώ δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω. Πέθανε όταν η Ρέτζι ήταν μωρό. Όλοι οι υπόλοιποι Μ άλορι είναι ξανθοί. Μ όνο εμείς οι πέντε έχουμε πάρει από την προγιαγιά Μ άλορι». «Βλέπω ότι έχω να μάθω πολλά ακόμα γι’ αυτή την οικογένεια, είναι τόσο μεγάλη». «Δηλαδή πραγματικά σε παντρεύτηκε; Το έκανε στ’ αλήθεια;» «Ναι, Τζέρεμι, το έκανε στ’ αλήθεια». Του χαμογέλασε πλατιά και κατέβηκε κάνα δυο σκαλιά για να τον αγκαλιάσει. «Έλα πάμε και θα σ’ τα πω όλα. Ο Τζέιμς –ο πατέρας σου– ήταν εδώ χθες βράδυ, ξέρεις, όταν μ’ έβαλε αγκαλιά μέσα στο σπίτι ο Άντονι. Αν νομίζεις ότι εσύ ξαφνιάστηκες μ’ αυτόν το γάμο, πού να δεις τι έπαθε εκείνος». «Φαντάζομαι». Γέλασε και το γέλιο του ήταν βαθύ για κάποιον τόσο μικρό σε ηλικία, αλλά μεταδοτικό.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

231

Κεφάλαιο 24

Όταν ο Άντονι με τον Τζέιμς μπήκαν μέσα στο καπηλειό και κοντοστάθηκαν να ρίξουν μια ματιά στον κατάμεστο χώρο, συνέβη το ίδιο πράγμα που συνέβαινε ξανά και ξανά όλο το απόγευμα. Ένας ένας οι πελάτες άρχιζαν να προσέχουν την παρουσία τους, σκουντούσαν τον διπλανό τους και στο καπηλειό έπεφτε σιγά σιγά σιωπή, ώσπου αυτή η σιωπή γινόταν τόσο πυκνή όσο το σύννεφο καπνού που αιωρούνταν πάνω από τα χαρακωμένα ξύλινα τραπέζια. Ο συρφετός του λιμανιού δεν έβλεπε με καλό μάτι το γεγονός ότι η υψηλή κοινωνία ερχόταν στα λημέρια του. Και σχεδόν πάντα υπήρχε κάποιος που μισούσε την αριστοκρατία επειδή ο ίδιος περνούσε δύσκολα κι έστηνε καβγά με τους ανυποψίαστους λεφτάδες που πήγαιναν στις φτωχογειτονιές μόνο και μόνο για να δουν πώς περνούν τα κακόμοιρα τα φτωχαδάκια – όπως πίστευαν για κάθε καλοντυμένο ευγενή που έφτανε στα μέρη τους. Θα μπορούσε να είναι η μεγάλη στιγμή της βραδιάς, μια ευκαιρία για τις κατώτερες μάζες να πάρουν λίγο από το αίμα τους πίσω από τους φραγκάτους που θεωρούσαν σωστό να τους εκμεταλλεύονται· μια ευκαιρία να τους κάνουν μαύρους στο ξύλο και να τους πετάξουν στο δρόμο μισοπεθαμένους και, κάποιες φορές, στην κυριολεξία πεθαμένους. Αλλά και μόνο ο όγκος των δύο συγκεκριμένων


232

JOHANNA LINDSEY

αριστοκρατών έκοψε τη φόρα ακόμη και στο πιο μεγαλόσωμο και μοχθηρό θηρίο εκεί μέσα. Αυτοί οι τύποι δεν έμοιαζαν για δανδήδες που σύχναζαν για την πλάκα τους σε καταγώγια για τα οποία έδειχναν περιφρόνηση στο φως της μέρας. Όχι, ήταν φανερό ότι αυτοί οι δύο ήταν από άλλη πάστα, είχαν μια απειλητική αύρα που κατάφερνε να διαπεράσει ακόμη και το πιο μεθυσμένο μυαλό. Όποιος, έστω και στιγμιαία, σκέφτηκε να τους κάνει φασαρία άλλαξε αμέσως γνώμη όταν τους έριξε μια δεύτερη ματιά και συνέχισε να πίνει και να γλεντάει, αποφασισμένος να αγνοήσει τους συγκεκριμένους σαλονάτους. Η σιωπή είχε κρατήσει ίσως και είκοσι δευτερόλεπτα. Ο Άντονι ούτε καν την πρόσεξε αυτή τη φορά. Ήταν κουρασμένος, εκνευρισμένος και λίγο μεθυσμένος, αφού σε καθένα από τα εννέα καπηλειά που είχαν πάει, είχαν παραγγείλει κάτι να πίνουν όση ώρα έκαναν ερωτήσεις στον άνθρωπο πίσω από το μπαρ. Ο Τζέιμς, όμως, το πρόσεξε και τα έβαλε για ακόμη μία φορά με τον εαυτό του που δεν είχε φροντίσει να ντυθεί ανάλογα για την αποστολή τους. Τα ρούχα που φοράει κανείς πρέπει να ταιριάζουν με το περιβάλλον και τα δικά τους έκαναν μπαμ από μακριά ότι ήταν παράταιρα με τα συγκεκριμένα μέρη. Αλλά πού να το φανταστούν και οι δύο ότι αυτή η δουλειά θα τους έπαιρνε μέχρι το βράδυ; Όταν το μάτι του Άντονι έπεσε πάνω σ’ έναν καταρράκτη από κατακόκκινα μαλλιά, αποφάσισε ότι αρκετά είχε ανεχτεί για μια μέρα. Κοίταξε τον αδελφό του κι έδειξε με το βλέμμα του προς το μπαρ. Ο Τζέιμς κοίταξε προς τα κει και είδε κι αυτός τον τύπο. Το γεγονός ότι είχε κόκκινα μαλλιά δεν σήμαινε απαραίτητα ότι ήταν ο Τζόρντι Κάμερον, αλλά αύξανε τις πιθανότητες να ήταν Σκοτσέζος. Ο Τζέιμς αναστέναξε, ελπίζοντας η αναζήτησή τους να έφτανε επιτέλους στο τέλος της. Προτιμούσε να κάνει άλλα πράγματα από το να κυνηγάει χίμαιρες. «Γιατί δεν καθόμαστε σ’ εκείνο το τραπέζι δίπλα στο μπαρ να δούμε μήπως κρυφακούσουμε τίποτα;» πρότεινε ο Τζέιμς.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

233

«Γιατί να μην πάω να τον ρωτήσω στα ίσα;» αντιγύρισε ο Άντονι. «Γιατί σε τέτοιου είδους άντρες δεν αρέσουν οι ερωτήσεις, μικρέ. Συνήθως έχουν, όλοι τους, κάτι ή κάποιον να κρύψουν. Ακόμα να το καταλάβεις;» Ο Άντονι σκυθρώπιασε αλλά κατένευσε. Είχε δίκιο ο Τζέιμς. Όλοι όσοι είχαν ρωτήσει σήμερα, δεν είχαν δείξει και μεγάλη προθυμία να συνεργαστούν, αλλά, που να πάρει και να σηκώσει, ήθελε να τελειώνει μ’ αυτή την ιστορία και να γυρίσει στο σπίτι που τον περίμενε η γυναίκα του. Αλλιώς είχε φανταστεί ότι θα περνούσε τη δεύτερη μέρα του γάμου του, όχι έτσι. Μ ια ιστορία, που υποτίθεται ότι θα τους έπαιρνε μερικές ώρες το πολύ σήμερα το πρωί, είχε καταλήξει σε μια φαρσοκωμωδία για γερά νεύρα. Ο Άντονι είχε αρχίσει την ώρα που έπαιρναν πρωινό να λέει στον Τζέιμς σχετικά με τον Τζόρντι Κάμερον, εξηγώντας του ότι αυτός ήταν ο λόγος που ο γάμος τους είχε γίνει τόσο βιαστικά. Τότε όμως μπήκε μέσα με τη διεύθυνση του τύπου ο άνθρωπός του ο Τζον, ο οποίος είχε ακολουθήσει χθες τους μισθοφόρους του Κάμερον και είχε ανακαλύψει την κρυψώνα του. Θα πρέπει να ήταν η έκφραση της χαράς του αρπακτικού στο πρόσωπο του Άντονι εκείνη που έκανε τον Τζέιμς να προσφερθεί να πάει μαζί του. Όχι ότι ο Άντονι είχε σκοπό να κάνει πραγματικά κακό σ’ αυτό το τομάρι. Όχι, απλώς θα φρόντιζε να του δώσει ένα γερό χέρι ξύλο που θα το θυμόταν για όλη του τη ζωή, να του πει τα ευχάριστα ότι η Ρόσλιν ήταν πλέον άπιαστο όνειρο γι’ αυτόν –μια και ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα το μάθαινε ο Κάμερον, σε περίπτωση που δεν είχε δει την αναγγελία του γάμου της στις εφημερίδες– και να τον ξαποστείλει από κει που ’ρθε, προειδοποιώντας τον ότι αν την ξαναενοχλούσε θα το μετάνιωνε πικρά. Τόσο απλά. Δεν είχε ανάγκη τη βοήθεια του Τζέιμς, αλλά όσο οι ώρες περνούσαν χαιρόταν που τον είχε για παρέα. Το πρώτο από τα πολλά εκνευριστικά πράγματα που είχαν


234

JOHANNA LINDSEY

γίνει εκείνη τη μέρα ήταν ότι ανακάλυψαν πως ο Κάμερον είχε αδειάσει το διαμέρισμα που είχε νοικιάσει. Ήταν ενδιαφέρον το γεγονός ότι μέχρι χθες βράδυ δεν είχε φύγει, ενώ η Ρόσλιν είχε καταφέρει να του το σκάσει την προηγούμενη μέρα. Ή ήταν σίγουρος ότι εκείνη δεν θα ειδοποιούσε τις αρχές για την απαγωγή της ή ήταν απλά πανηλίθιος. Ό,τι κι αν ίσχυε από τα δύο, ξαφνικά χθες βράδυ είχε γίνει πιο ξύπνιος και είχε αλλάξει κρυψώνα. Κι αφού ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να έχει μάθει για το γάμο της Ρόσλιν, ο Άντονι πολύ αμφέβαλε αν ο τύπος είχε επιστρέψει στη Σκοτία. Αυτός ήταν και ο λόγος που από το πρωί γύριζε σε όλα τα καταλύματα και τα καπηλειά της περιοχής και ρωτούσε γι’ αυτόν, χωρίς αποτέλεσμα. Το μόνο στοιχείο που είχε στα χέρια του ήταν η περιγραφή του Τζόρντι Κάμερον που του είχε δώσει η σπιτονοικοκυρά του, η οποία περιγραφή, ωστόσο, ταίριαζε στον τύπο που καθόταν στο μπαρ. Ψηλός, κόκκινα μαλλιά στο χρώμα του καρότου, ανοιχτογάλανα μάτια, ευπαρουσίαστος και, α, ναι, πολύ όμορφος, σύμφωνα με την κυρία Πιμ. Από τη θέση που ήταν ο Άντονι δεν μπορούσε να δει τα μάτια του, και το αν ο τύπος ήταν όμορφος ή όχι ήταν κάτι το υποκειμενικό, αλλά όλα τα υπόλοιπα ταίριαζαν στην περιγραφή, μέχρι και τα σχετικά αξιοπρεπή ρούχα που φορούσε. Ο άντρας είχε παρέα δίπλα του, ίσως έναν από τους μισθοφόρους του, έναν κοντό τύπο με μάλλινο σκουφί φορεμένο τόσο χαμηλά που έκρυβε τα χαρακτηριστικά του ακόμη κι όταν τον κοίταζες από το πλάι. Σε κάθε περίπτωση, οι δύο τύποι κουβέντιαζαν και η πρόταση του Τζέιμς να κρυφακούσουν την κουβέντα τους ήταν λογική, παρά το γεγονός ότι η υπομονή του Άντονι είχε εξαντληθεί. Έπειτα απ’ όσα είχε τραβήξει σήμερα, δεν ανυπομονούσε πλέον να κάνει τον τύπο μαύρο στο ξύλο, αλλά να δώσει μια πιο οριστική λύση στο πρόβλημα αυτό και μάλιστα με μεγάλη ευχαρίστηση. Είχε χάσει το μεσημεριανό του, το βραδινό του, τον έρωτα που θα έκανε στη γυναίκα του όλη μέρα σήμερα. Ήλπιζε τουλάχιστον ότι εκείνη θα εκτιμούσε τόσο κόπο που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

235

έκανε για χάρη της. Ακολούθησε τον αδελφό του στην άλλη άκρη του καπηλειού, σε ένα τραπέζι που ήταν ήδη πιασμένο από δύο σκληροτράχηλους τύπους, ή έστω έτσι έδειχναν, κι ένιωσε να ξαναβρίσκει κάπως το κέφι του όταν είδε τον Τζέιμς να σταματάει μπροστά τους, να τους καρφώνει με το βλέμμα κι εκείνους να σηκώνονται να φύγουν άρον άρον. «Είναι απίστευτο πώς το κάνεις αυτό, γέρο». Ο Τζέιμς χαμογέλασε αθώα. «Ποιο;» «Να κλείνεις την καταστροφή και το φόνο μέσα στα δύο μικρά πράσινα μάτια σου». «Εγώ φταίω που οι τύποι νόμιζαν ότι ήθελα να τους κάνω κακό; Δεν το ήθελα, ξέρεις. Είμαι ο πιο φιλήσυχος τύπος που υπάρχει σ’ αυτή τη μεριά της…» «Κόλασης;» συμπλήρωσε ο Άντονι χαμογελώντας σαρκαστικά. «Ευτυχώς που δεν είναι μαζί μας ο Κόνι, γιατί θα του έβγαινε το ποτό από τη μύτη έτσι κι άκουγε τέτοιο παραμύθι». «Κόφ’ το δούλεμα, βρε νιάνιαρο. Χρειαζόμαστε ένα ποτό αν δεν θέλουμε να φαινόμαστε περισσότερο ύποπτοι απ’ ό,τι ήδη φαινόμαστε». Ο Άντονι γύρισε από την άλλη μεριά για να εντοπίσει μια σερβιτόρα, αλλά βρήκε κάτι παραπάνω από αυτό που περίμενε. Η κοπέλα ήταν όλο καμπύλες χωρίς όμως να είναι στρουμπουλή, εκπληκτικά όμορφη για τόσο άγριο περιβάλλον και πήγε και κάθισε από μόνη της στα πόδια του, τυλίγοντας με ολοφάνερη πρόκληση τα απαλά της μπράτσα γύρω από το λαιμό του. Όλο αυτό έγινε τόσο γρήγορα, ώστε ο Άντονι δεν πρόλαβε να της κόψει τον αέρα και η κίνησή της αυτή τον αιφνιδίασε τόσο πολύ που για μια στιγμή σάστισε και δεν ήξερε πώς να την ξεφορτωθεί. Αλλά τον λυπήθηκε ο Τζέιμς, που διασκέδαζε αφάνταστα με το δίλημμα του Άντονι. «Σε λάθος πόδια διάλεξες να κάτσεις, κορίτσι μου». Ο ξερός τόνος του έκανε την γκαρσόνα να γυρίσει


236

JOHANNA LINDSEY

το κεφάλι της προς το μέρος του και, μόλις είδε το ξαφνιασμένο ύφος της, ο Τζέιμς χαμογέλασε πλατιά. «Έχεις μπροστά σου το πιο αξιολύπητο πλάσμα του κόσμου –έναν παντρεμένο–, χώρια που απόψε έχει πολλά στο κεφάλι του. Αν σου κάνει κέφι να καθίσεις τον όμορφο πισινούλη σου απ’ αυτή τη μεριά του τραπεζιού, μπορεί κάτι να σηκωθεί και να σ’ ανταμείψει όπως πρέπει για τον κόπο σου». Η γκαρσόνα χαχάνισε με τη χοντροκοπιά του Τζέιμς. Όχι ότι δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοια υπονοούμενα, αλλά δεν περίμενε να τα ακούσει από έναν τόσο κομψοντυμένο κύριο της αριστοκρατίας. Ωστόσο έριξε ένα τελευταίο μελαγχολικό βλέμμα στον Άντονι, τον πρώτο που είχε τραβήξει σαν μαγνήτης το βλέμμα της όταν οι δύο άντρες μπήκαν στο καπηλειό. Άξιζε άλλη μία προσπάθεια τουλάχιστον, αν και τώρα που έβλεπε καλύτερα και τον άλλο ήταν κι εκείνος το ίδιο όμορφος. Αγνόησε το ενοχλημένο συνοφρύωμα που προκάλεσαν τα λόγια του Τζέιμς στον Άντονι και τύλιξε τα μακριά ξανθά μαλλιά της γύρω από το λαιμό του για να τον τραβήξει πιο κοντά της, ενώ κάτω από το τραπέζι, ο πισινός της τρίφτηκε προκλητικά πάνω στα πόδια του. «Σίγουρα δεν θέλεις λίγο, αγάπη; Θα ’ταν χαρά μου να…» Ο Άντονι, που εκείνη τη στιγμή συνήλθε απότομα, τη σήκωσε από τα πόδια του, σπρώχνοντάς την απαλά προς το μέρος του Τζέιμς. «Κάποια άλλη φορά, γλύκα», είπε όχι με αγένεια, αλλά τα μάτια του μισόκλεισαν όταν είδε το περιπαιχτικό βλέμμα του Τζέιμς. Ο Τζέιμς δεν ταράχτηκε διόλου. Έπιασε την κοπέλα από τη μέση, της χάιδεψε τον πισινό, της ψιθύρισε μερικά λόγια στο αυτί και την έστειλε να τους φέρει δύο μπίρες. «Σου γυάλισε;» ρώτησε περιφρονητικά ο Άντονι. «Είτε βρήκαμε τον άνθρωπό σου είτε όχι, εγώ τελείωσα για σήμερα, αγαπητό μου παιδί. Κάπως πρέπει να ανταμειφθώ κι εγώ για τον κόπο μου, λοιπόν, κι αυτή θα μ’ ανταμείψει μια χαρά». Ο Άντονι χαμογέλασε επιτέλους. «Ναι, το φαντάζομαι. Μ ην


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

237

ξεχνάς όμως σε ποιανού τα πόδια κάθισε πρώτα». «Η πρόσφατη νίκη σου προφανώς σου έχει φουσκώσει τα μυαλά, μικρέ. Λυπάμαι που θα σε προσγειώσω απότομα, αλλά κάποιος πρέπει να σου υπενθυμίσει ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ από δω κι εμπρός είναι να κοιτάζεις – ενώ εγώ μπορώ ν’ απλώνω το χέρι και ν’ αγγίζω ό,τι τραβάει η ψυχή μου». «Μ ε βλέπεις να παραπονιέμαι;» «Θα έρθει η ώρα που θα θυμηθείς τα λόγια μου. Οι γυναίκες είναι για να τις απολαμβάνεις εκείνη τη στιγμή. Αν μείνουν παραπάνω, είναι απειλή για την ψυχική υγεία του άντρα». Ο Άντονι χαμογέλασε γαλήνια, παρότι μέχρι πρότινος είχε κι εκείνος τις ίδιες απόψεις. Ο Τζέιμς όμως δεν το είδε. Είχαν τραβήξει την προσοχή του οι δύο τύποι στο μπαρ που σιγοκουβέντιαζαν, ιδίως ο πιο κοντός από τους δύο, και συνοφρυώθηκε παραξενεμένος, μια και δεν είχε δει άλλη φορά να έχει άντρας τόσο μικρό και όμορφο πισινό. Ο Άντονι τους πρόσεξε ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όταν ο κοκκινομάλλης, που βρισκόταν μόνο έξι πόδια μακριά τους, ύψωσε λίγο τη φωνή του. Η βαριά σκοτσέζικη προφορά ακούστηκε ξεκάθαρα, υπενθυμίζοντάς του απότομα γιατί βρίσκονταν εδώ. «Αρκετά άκουσα», είπε κοφτά και σηκώθηκε ορμητικά. Ο Τζέιμς τον άρπαξε από το χέρι και του σφύριξε: «Τίποτα δεν άκουσες. Λογικέψου, Τόνι. Δεν ξέρουμε πόσοι τύποι από δω μέσα μπορεί να είναι δικοί του. Μ πορούμε να περιμένουμε λίγο ακόμα να δούμε μήπως φύγει». «Εσύ μπορείς να περιμένεις λίγο ακόμα. Εγώ έχω τη γυναίκα μου στο σπίτι που με περιμένει τόσες ώρες». Προτού προλάβει να κάνει ένα βήμα, όμως, ο Τζέιμς φώναξε πολύ συνετά «Κάμερον;» ελπίζοντας ότι δεν θα έπαιρνε απάντηση, γιατί ο Άντονι δεν ήταν σε θέση πλέον να σκεφτεί λογικά. Δυστυχώς, όμως, πήρε απάντηση και μάλιστα όχι μόνο μία· και οι δύο τύποι γύρισαν απότομα το κεφάλι τους και σάρωναν με το βλέμμα το χώρο, ο ένας φοβισμένα, ο άλλος


238

JOHANNA LINDSEY

αγριεμένα. Και των δύο τα μάτια καρφώθηκαν στον Άντονι που τίναξε από πάνω του το χέρι του Τζέιμς και μηδένισε με δύο βήματα την απόσταση που τους χώριζε, αλλά εκείνος είχε τα μάτια του καρφωμένα μόνο στον ψηλό Σκοτσέζο. «Κάμερον;» ρώτησε μ’ απατηλά ήρεμο τόνο. «Μ ακντόνελ με λένε, φίλε, Ίαν Μ ακντόνελ». «Λες ψέματα», γρύλισε ο Άντονι, πιάνοντας τον τύπο από τα πέτα του σακακιού του και σηκώνοντάς τον απότομα στον αέρα, ώσπου τα μάτια τους βρέθηκαν στο ίδιο ύψος και σε απόσταση αναπνοής. Πολύ αργά, ο Άντονι κατάλαβε το λάθος του. Τα μισόκλειστα μάτια που τώρα τον κοίταζαν αγριεμένα ήταν ανοιχτά γκρίζα και όχι γαλανά. Τη στιγμή όμως που ο Άντονι συνειδητοποίησε το λάθος του, ο μικρόσωμος άντρας δίπλα τους έβγαλε ένα μαχαίρι από το μανίκι του. Τότε φρόντισε ο Τζέιμς να παρέμβει, αφού ο Άντονι είχε στραμμένη την προσοχή του στον κοκκινομάλλη και δεν είχε δει την κίνηση του άλλου άντρα. Μ ’ ένα προσεκτικό χτύπημα, πέταξε το μαχαίρι από το χέρι του τύπου, αλλά εκείνος του επιτέθηκε με μπουνιές και κλοτσιές. Μ ικρό το κακό όμως. Ο μικρόσωμος τύπος δεν είχε περισσότερη δύναμη από ένα παιδί. Αλλά ο Τζέιμς δεν ήταν διατεθειμένος να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια και να δέχεται την επίθεση. Χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, στριφογύρισε τον αντίπαλό του και τον σήκωσε στον αέρα. Περιέργως, δεν ξαφνιάστηκε όταν αισθάνθηκε ένα πλούσιο, απαλό στήθος στη χούφτα του. Όταν ξεκίνησε η συμπλοκή, ο Άντονι είχε ρίξει μια ματιά προς τα κει, μα τώρα που τα μάτια του είδαν το ντελικάτο πιγούνι, τα απαλά χείλη και την κομψή μυτούλα άνοιξαν διάπλατα. Το σκουφί είχε κατέβει ακόμη χαμηλότερα σκεπάζοντας εντελώς τα μάτια, αλλά και τα τέλεια σμιλεμένα ζυγωματικά ήταν κι αυτά το δίχως άλλο γυναικεία. Από την έκπληξη, η φωνή του βγήκε κάπως δυνατή. «Έλα Παναγία μου, αυτός είναι γυναίκα!»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

239

Ο Τζέιμς χαμογέλασε πλατιά. «Το ξέρω». «Ωραία τα καταφέρατε, παλιοκοπρίτες!» είπε αγριεμένα η κοπέλα και στους δύο, όταν αρκετοί άντρες που είχαν ακούσει τον Άντονι, κοίταξαν προς το μέρος τους. «Μ ακ, κάνε κάτι!» Ο Μ ακντόνελ έκανε. Τράβηξε το χέρι του πίσω και το έστρεψε καταπάνω στον Άντονι. Εκείνος, παρόλο που είχε ανάγκη να εκτονώσει τα νεύρα του, πήρε στα γρήγορα την απόφαση να μην παλέψει. Έπιασε τη γροθιά του άλλου στον αέρα και την κοπάνησε πάνω στο μπαρ. «Δεν υπάρχει λόγος να πλακωθούμε, Μ ακντόνελ», είπε ο Άντονι. «Έκανα ένα λάθος. Σου ζητώ συγγνώμη». Ο Μ ακντόνελ σάστισε όταν είδε πόσο εύκολα είχε βγει εκτός μάχης. Δεν ήταν δα και τόσο πολύ μικρόσωμος σε σχέση με τον Άγγλο κι όμως δεν μπορούσε να σηκώσει τη γροθιά του από το μπαρ για να αμυνθεί. Και είχε την αίσθηση ότι ακόμη κι αν το κατάφερνε, δεν θα τον ωφελούσε και πολύ. Πολύ σοφά, ο Σκοτσέζος κατένευσε για να δείξει ότι αποδεχόταν τη συγγνώμη κι έτσι ο Άντονι τον άφησε. Αλλά όταν είδε ότι την παρέα του την κρατούσαν ακόμα σφιχτά, έστρεψε την οργή του προς τον Τζέιμς. «Αν θέλεις το καλό σου, φίλε, κάτω τα χέρια σου. Δεν θ’ ανεχτώ να την τραβολογάς…» «Ήρεμα, Μ ακντόνελ», παρενέβη ο Άντονι χαμηλόφωνα. «Δεν θα κάνει κακό στην κοπέλα. Να έρθουμε μαζί σας μέχρι έξω;» «Δεν χρειάζεται…» «Κοίτα γύρω σου, άνθρωπέ μου», τον διέκοψε ο Τζέιμς. «Χάρη στην τεράστια γκάφα του αδελφού μου, απ’ ό,τι φαίνεται, χρειάζεται και παραχρειάζεται». Πήρε την κοπέλα παραμάσχαλα και κίνησε για την πόρτα. Εκείνη πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ένα δυνατό σφίξιμο στα πλευρά την έκανε να σωπάσει. Κι αφού ο Μ ακντόνελ δεν την άκουσε να παραπονιέται, ακολούθησε κι εκείνος ήσυχα κι ωραία. Το ίδιο και ο Άντονι, αφού πρώτα άφησε μερικά νομίσματα στο


240

JOHANNA LINDSEY

τραπέζι για τις μπίρες που δεν είχαν έρθει ποτέ. Έριξε μια ματιά ολόγυρα στο καπηλειό και είδε ότι τα περισσότερα μάτια ήταν ακόμα καρφωμένα πάνω στον Τζέιμς και το κορίτσι – ή μάλλον μόνο πάνω στο κορίτσι. Αναρωτήθηκε πόση ώρα να ήταν εκείνη στο καπηλειό προτού αποκαλυφθεί η μεταμφίεσή της. Δεν είχε σημασία. Μ ε τη θεόστενη βράκα που φορούσε –κι ας ήταν το πουλόβερ της τεράστιο– μάλλον δεν υπήρχε άντρας εκεί μέσα που δεν θα της ορμούσε, αν δεν την κρατούσε σφιχτά ο Τζέιμς. Ο Άντονι σκέφτηκε ότι μάλλον ζητούσε πολλά αν περίμενε ότι θα καταφέρουν να φύγουν χωρίς άλλο επεισόδιο. Μ πόρεσε να προφτάσει τους άλλους που πήγαιναν μπροστά μόνο και μόνο επειδή εμφανίστηκε ξαφνικά η γκαρσόνα που πέρασε κτητικά το χέρι της στο μπράτσο του Τζέιμς και τον σταμάτησε. Όταν έφτασε εκεί ο Άντονι, την άκουσε να ρωτάει απαιτητικά: «Δεν πιστεύω να φεύγεις;». Ο Τζέιμς, αντί να την αγνοήσει, της χαμογέλασε εκτυφλωτικά. «Θα ξανάρθω αργότερα, γλυκιά μου». Εκείνη έλαμψε ολόκληρη, χωρίς να κάνει καν τον κόπο να ρίξει μια ματιά στον μπόγο που κρατούσε εκείνος παραμάσχαλα. «Τελειώνω τη δουλειά στις δύο». «Τότε τα λέμε στις δύο». «Δύο είναι πολλές, λέω εγώ», σχολίασε ένας γεροδεμένος ναύτης που σηκώθηκε, φράζοντας το δρόμο του Τζέιμς προς την πόρτα. Ο Άντονι αναστέναξε και πήγε να σταθεί πλάι στον αδελφό του. «Δεν φαντάζομαι να θέλεις να την αφήσεις κάτω για να τακτοποιήσεις αυτό το προβληματάκι;» «Όχι ιδιαίτερα». «Καλά το φαντάστηκα». «Εσύ, φίλε, μην ανακατεύεσαι», προειδοποίησε τον Άντονι ο ναύτης. «Δεν έχει κανένα δικαίωμα να ’ρχεται δω και να κλέβει όχι μόνο μία αλλά δύο από τις γυναίκες μας». «Δύο; Δικό σου είναι αυτό το χαμίνι;» Ο Άντονι κοίταξε δύσπιστα τον μπόγο. Η κοπέλα είχε τραβήξει λίγο πιο πάνω το


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

241

μάλλινο σκουφί της για να βλέπει, και τώρα τους κοίταζε δολοφονικά. Σχεδόν δίστασε να το εξακριβώσει. «Δική του είσαι, γλυκιά μου;» Εκείνη ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. Ευτυχώς που ο ναύτης ήταν ασχημόφατσα κι αγριάνθρωπος, διαφορετικά μπορεί να έδινε άλλη απάντηση, τόσο θυμωμένη ήταν που την τραβολογούσαν έτσι. Ο Άντονι δεν την αδικούσε. Ο Τζέιμς την κρατούσε λίγο πιο σφιχτά απ’ ό,τι χρειαζόταν, χώρια που η στάση αυτή δεν ήταν καθόλου αξιοπρεπής. «Τότε το θέμα τακτοποιήθηκε, ή μήπως όχι». Σε καμία περίπτωση αυτό δεν ήταν ερώτηση. Ο Άντονι είχε κουραστεί πια μ’ αυτή την ιστορία, ιδίως από τη στιγμή που δεν μπορούσε να ρίξει σε άλλον το φταίξιμο παρά μόνο στον εαυτό του που είχαν φτάσει τα πράγματα ως εδώ. «Οπότε κάνε στην άκρη σαν καλό παιδί να περάσουμε». Ωστόσο, ο ναύτης δεν σάλεψε από τη θέση του. «Δεν υπάρχει περίπτωση να την πάρει από δω». «Γαμώ την τύχη μου, γαμώ!» είπε κουρασμένα ο Άντονι κι εκσφενδόνισε τη γροθιά του στο σαγόνι του τύπου. Ο ναύτης προσγειώθηκε αρκετά πόδια μακριά κι έμεινε αναίσθητος. Ο άντρας που καθόταν στο τραπέζι μαζί του σηκώθηκε γρυλίζοντας, αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Ένα χτύπημα ήταν αρκετό για να ξαναπέσει στην καρέκλα του, πιάνοντας τη μύτη του για να σταματήσει το αίμα που έτρεχε. Ο Άντονι γύρισε αργά, με το μαύρο φρύδι του υψωμένο ερωτηματικά. «Θέλει να δοκιμάσει κανένας άλλος;» Ο Μ ακντόνελ πίσω του είχε ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά, συνειδητοποιώντας τώρα πόσο τυχερός είχε σταθεί που δεν τα είχε βάλει με τον Άγγλο. Κι αφού όλοι εκεί μέσα είχαν βγάλει το ίδιο συμπέρασμα, κανένας άντρας δεν έκανε την κίνηση να αποδεχτεί την πρόκληση. Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα. Ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν έναν ικανό μποξέρ. «Ωραία δουλειά, μικρέ», τον συνεχάρη ο Τζέιμς. «Μ πορούμε


242

JOHANNA LINDSEY

τώρα να φύγουμε;» Ο Άντονι έκανε βαθιά υπόκλιση και ίσιωσε πάλι τον κορμό του χαμογελώντας. «Μ ετά από εσένα, γέρο». Έξω, ο Τζέιμς άφησε το κορίτσι κάτω. Έτσι όπως στεκόταν μπροστά του, εκείνη μπόρεσε για πρώτη φορά να τον δει καλά στη λάμψη του φανού που κρεμόταν πάνω από την πόρτα του καπηλειού, τόσο καλά που παραλίγο να διστάσει, αλλά ύστερα του έδωσε μια κλοτσιά στο καλάμι και το έβαλε στα πόδια. Εκείνος βλαστήμησε άσχημα κι έτρεξε ξοπίσω της, αλλά έπειτα από λίγο σταμάτησε, καταλαβαίνοντας ότι ήταν άδικος κόπος. Είχε ήδη γίνει καπνός στον σκοτεινό δρόμο. Γύρισε πίσω και βλαστήμησε πάλι όταν είδε ότι και ο Σκοτσέζος είχε γίνει καπνός. «Πού στο διάολο πήγε ο Σκοτσέζος;» Ο Άντονι, που είχε ξεραθεί από τα γέλια, δεν τον άκουσε. «Τι είπες;» Ο Τζέιμς χαμογέλασε σφιγμένα. «Ο Σκοτσέζος. Έφυγε». Ο Άντονι σοβάρεψε και κοίταξε τριγύρω. «Ευτυχώς για εσένα πάντως. Ήθελα να τον ρωτήσω γιατί γύρισαν και οι δύο όταν άκουσαν το όνομα Κάμερον». «Σκοτίστηκα γι’ αυτό», αρπάχτηκε ο Τζέιμς. «Πώς θα τη βρω ξανά αν δεν ξέρω ποια είναι;» «Να τη βρεις;» Ο Άντονι άρχισε πάλι τα γέλια. «Χριστέ μου, μου φαίνεται ότι το τραβάει ο οργανισμός σου το παίδεμα, αδελφέ. Τι θέλεις τώρα να πας να μπλέξεις με μια κοπέλα που όλο σε βαράει, ενώ έχεις έτοιμη άλλη που δεν βλέπει την ώρα να γυρίσεις κοντά της;» «Μ ου κέντρισε το ενδιαφέρον», απάντησε απλά ο Τζέιμς κι ανασήκωσε τους ώμους. «Αλλά μάλλον έχεις δίκιο. Η μικρή γκαρσόνα είναι μια χαρά». Ωστόσο, γύρισε κι έριξε άλλη μια ματιά στον έρημο δρόμο, προτού πάνε προς την άμαξα που τους περίμενε.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

243

Κεφάλαιο 25

Η Ρόσλιν στεκόταν πάλι στο παράθυρο του σαλονιού, με το μάγουλό της κολλημένο πάνω στο δροσερό γυαλί και τα χέρια της να σφίγγουν τις μπλε κουρτίνες με τις φούντες δίπλα της. Βρισκόταν σ’ αυτή τη στάση εδώ και τριάντα λεπτά, από την ώρα που έφυγε από την τραπεζαρία και το αμήχανο δείπνο με τον Τζέρεμι και τον ξάδελφό του τον Ντέρεκ που είχε έρθει να πάρει τον μικρό και να τον βγάλει έξω. Τουλάχιστον ο ερχομός του Ντέρεκ Μ άλορι λειτούργησε για λίγο ως αντιπερισπασμός. Ο απόγονος του μαρκησίου ήταν ένας όμορφος νεαρός άντρας στην ηλικία της περίπου, με απείθαρχα ξανθά μαλλιά και μάτια μάλλον γκριζοπράσινα παρά πράσινα. Ήταν εντυπωσιακότατος με τα βραδινά του ρούχα και η Ρόσλιν δεν χρειάστηκε πάνω από μισό λεπτό για να καταλάβει ότι ο νεαρός ακολουθούσε γρήγορα τα χνάρια των θείων του – άλλος ένας γυναικάς σε μια οικογένεια που ήδη είχε πάρα πολλούς. Αλλά ο Ντέρεκ Μ άλορι είχε ακόμα κάτι το παιδικό πάνω του που τον έκανε να φαντάζει άκακος και πολύ γοητευτικός. Η αντίδρασή του όταν έμαθε για το γάμο του θείου του ήταν ολόιδια με του Τζέρεμι, στην αρχή δυσπιστία και ύστερα χαρά. Επίσης, ήταν ο πρώτος που την αποκάλεσε θεία Ρόσλιν, και όχι με μεγάλο ενθουσιασμό, ξαφνιάζοντάς την προς στιγμήν. Ήταν στ’ αλήθεια θεία πια, και μάλιστα ενός τσούρμου από ανίψια. Αυτομάτως, χάρη στο γάμο της με τον Άντονι, είχε αποκτήσει


244

JOHANNA LINDSEY

ολόκληρη οικογένεια, και μάλιστα μια αξιαγάπητη, γεμάτη ζεστασιά οικογένεια, απ’ ό,τι έλεγε ο Τζέρεμι. Αλλά ο Τζέρεμι με τον Ντέρεκ είχαν φύγει τώρα και η Ρόσλιν είχε βυθιστεί ξανά στη μελαγχολία, χωρίς καν να συνειδητοποιεί ότι βρισκόταν στην ίδια θέση εδώ και μισή ώρα, ατενίζοντας την κίνηση έξω στο Πικαντίλι. Από τη μια πλευρά την είχε φάει η ανησυχία. Κάτι είχε πάθει ο Άντονι. Ήταν χτυπημένος και δεν μπορούσε να την ειδοποιή​σει. Αυτός πρέπει να ήταν ο μοναδικός λόγος που είχε περάσει ολόκληρη μέρα και δεν είχε νέα του. Από την άλλη πλευρά, όμως, ενώ αρχικά είχε εκνευριστεί λίγο που την είχε παρατήσει στα κρύα του λουτρού, τρόπος του λέγειν, όσο περνούσαν οι ώρες είχε αρχίσει να σιγοβράζει μέσα της ο θυμός, ιδίως όταν ήρθε ο Ντέρεκ κι εκείνη δεν ήξερε πώς να δικαιολογήσει την απουσία του Άντονι. Είχε φύγει απλώς για να κάνει τις δουλειές της μέρας χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, χώρια που τώρα πια είχε και μια σύζυγο που μπορεί να ανησυχούσε για εκείνον. Αυτά τα δύο συναισθήματα συγκρούονταν μέσα της, με αποτέλεσμα να της κοπεί η όρεξη και να μην καταφέρει να απολαύσει το ξεχωριστό δείπνο που το τράβηξε για πάνω από μία ώρα, ελπίζοντας ότι ο Άντονι θα ερχόταν έγκαιρα. Δεν είχε έρθει, φυσικά, και τώρα η ανησυχία της άρχιζε να μεγαλώνει, και να υπερτερεί του θυμού της, κάνοντας το στομάχι της κόμπο. Πού ήταν, γαμώτο; Ήταν μόλις η δεύτερη μέρα του γάμου τους. Μ ήπως του είχε διαφύγει τελείως αυτή η λεπτομέρεια; Κανονικά θα έπρεπε να περάσουν τη μέρα μαζί, να γνωριστούν καλύτερα. Επιτέλους μπροστά στο σπίτι σταμάτησε μια άμαξα. Η Ρόσλιν βγήκε του σκοτωμού από το σαλόνι, κάνοντας νόημα στον Ντόμπσον να φύγει, όταν εκείνος έκανε να πάει στην πόρτα. Την άνοιξε εκείνη προτού προλάβει καν ο Άντονι να φτάσει στο κατώφλι και σάρωσε με τα μάτια της το ψηλό, γεροδεμένο κορμί του για τυχόν τραύματα. Δεν είχε ούτε ένα. Ήταν μια χαρά. Της


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

245

ήρθε να τον αγκαλιάσει και να τον χτυπήσει μαζί. Ωστόσο, κάθισε εκεί που ήταν, σφίγγοντας τα χέρια της για να μην κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Όταν την είδε ο Άντονι, να μοιάζει σαν ζαχαρωτό με το ανοιχτοπράσινο φόρεμα της με την ντελικάτη λευκή δαντελένια μπορντούρα, το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. «Χριστέ μου, είσαι χάρμα οφθαλμών, καρδιά μου. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι φριχτή μέρα πέρασα». Η Ρόσλιν δεν σάλεψε ώστε να μπορέσει εκείνος να μπει μέσα, αντίθετα έμεινε ακλόνητη στο κέντρο της πόρτας. «Και γιατί δεν μου λες να μάθω και γω;» Την πρόδωσε η σκοτσέζικη προφορά της που έβγαινε στην επιφάνεια όταν είχε τα μπουρίνια της. Ο Άντονι έκανε ένα βήμα πίσω για να την κοιτάξει καλύτερα και πρόσεξε το πεισματικά ανασηκωμένο πιγούνι, τα σφιγμένα χείλη. «Έχω χάσει κάτι, γλυκιά μου;» «Ξέρεις τι ώρα είναι, φίλε;» «Α, ώστε αυτό είναι». Γέλασε. «Σου έλειψα, καρδιά μου;» «Να μου λείψεις;» κάγχασε εκείνη. «Ξιπασμένο γουρούνι! Δεν μου καίγεται καρφάκι και μέρες ολόκληρες να λείψεις, αν αυτό είναι που θέλεις. Αλλά οι κανόνες στοιχειώδους ευγένειας απαιτούν να ενημερώνεις κάποιον τι ώρα να σε περιμένει να γυρίσεις στο σπίτι, έτσι δεν είναι;» «Ναι, έτσι είναι», την αιφνιδίασε εκείνος συμφωνώντας. «Και θα φροντίσω να μην το ξεχάσω την επόμενη φορά που θα περάσω όλη τη μέρα προσπαθώντας να εντοπίσω τον ξάδελφό σου». «Τον Τζόρντι; Μ α… γιατί;» «Για τι άλλο; Για να του πω τα χαρμόσυνα μαντάτα. Ή μήπως δεν έχεις συνειδητοποιήσει ότι μέχρι να μάθει ότι παντρεύτηκες, θα εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για σένα;» Η Ρόσλιν ένιωθε το φούντωμα στα μάγουλά της, όμως δεν ήταν από ντροπή αλλά από οργή. Εκείνος έτρεχε όλη μέρα για χάρη της κι εκείνη πώς τον είχε υποδεχτεί; Σαν στρίγκλα.


246

JOHANNA LINDSEY

«Συγγνώμη, Άντονι». Το μετανιωμένο, στεναχωρημένο ύφος της ήταν ακαταμάχητο. Την τράβηξε πάνω του ώσπου το κεφάλι της ακούμπησε στον ώμο του. «Χαζοκόριτσο», την πείραξε μαλακά. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη. Μ ου αρέσει που έχω κάποιον να ανησυχεί για μένα. Γιατί ανησύχησες, έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό δεν έκανες όλη αυτή τη φασαρία;» Εκείνη κατένευσε, τον άκουγε, μα δεν πρόσεχε τι της έλεγε, το μυαλό της ήταν αλλού. Ζάρωσε τη μύτη της, γιατί μύρισε μια ενοχλητική, γλυκιά μυρωδιά στο σακάκι του, σχεδόν σαν… άρωμα, και μάλιστα φτηνό άρωμα. Έγειρε πίσω, συνοφρυωμένη, και το μάτι της έπιασε μια λεπτή κίτρινη κλωστή στον ώμο του – όχι, δεν ήταν κλωστή, ξανθιά τρίχα ήταν. Την έπιασε και την τράβηξε, ατελείωτη ήταν, ώσπου βρέθηκε με μια μακριά τρίχα να κρέμεται από τα δάχτυλά της. Μ πορεί να την περνούσε και για δική της, κι ας ήταν τόσο ανοιχτόχρωμη, αλλά ήταν κατάξερη, όχι λεία κι απαλή. «Το ’ξερα!» σύριξε κοιτάζοντάς τον έξαλλη από θυμό. «Τι ήξερες; Τι έπαθες πάλι;» «Αυτό!» Του έχωσε την τρίχα στα μούτρα. «Αυτή η τρίχα, φίλε, δεν είναι δική μου και σίγουρα δεν είναι δική σου, σωστά;» Ο Άντονι συνοφρυώθηκε και τράβηξε την τρίχα από τα δάχτυλά της. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις, Ρόσλιν». Εκείνη έκανε πίσω, σταυρώνοντας τα μπράτσα στο στήθος. «Α, ναι; Θα μας πεις τώρα ότι ήρθε μια ξετσίπωτη τσούλα και κάθισε στα πόδια σου, ενώ εσύ δεν το ήθελες, και τρίφτηκε πάνω σου γεμίζοντάς σε ολόκληρο με το φτηνό της άρωμα προτού προλάβεις να τη σταματήσεις;» Χριστέ μου, βόγκηξε από μέσα του εκείνος, ήταν ανάγκη να πετύχει διάνα; «Εδώ που τα λέμε…» «Για όνομα του Θεού, δεν μπορείς καν να επινοήσεις ένα δικό σου ψέμα!» τσίριξε εκείνη. Αυτό το σκηνικό ήταν τόσο γελοίο, ήταν κυριολεκτικά για γέλια, αλλά το ύφος της ήταν δολοφονικό και ο Άντονι δεν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

247

τόλμησε να γελάσει. Κι έτσι, πολύ ήρεμα, της είπε: «Η αλήθεια είναι ότι ήταν μια γκαρσόνα. Και δεν θα ερχόμουν στη δύσκολη θέση να καθίσει απρόσκλητη στα πόδια μου, αν δεν ήμουν σ’ ένα καπηλειό, ένα από τα πολλά που πήγα σήμερα, επειδή, σου θυμίζω, έψαχνα τον ξάδελφό σου». «Α, ναι, πες μας τώρα ότι φταίω εγώ για τη δική σου απιστία. Αλλά τι να περιμένω; Όλοι οι άντρες το ίδιο είστε. Θα σου πω όμως για τι φταίω κι αυτό είναι που σε πίστεψα χθες βράδυ! Αλλά δεν πρόκειται να ξανακάνω αυτό το λάθος ποτέ ξανά!» «Ρόσλιν…» Εκείνη τινάχτηκε όταν έκανε να την αγγίξει και, προτού προλάβει ο Άντονι να τη σταματήσει, του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Εκείνος βλαστήμησε άσχημα, αφήνοντας επιτέλους τα νεύρα του να ξεσπάσουν, αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να ξεθυμάνει. Έκανε μεταβολή και κοίταξε τον έρημο δρόμο σφίγγοντας τα δόντια. Πάλι καλά που ο Τζέιμς είχε πάρει την άμαξα και είχε πάει στη λέσχη Γουάιτς για να περάσει κάνα δυο ώρες μέχρι να έρθει η ώρα για το ραντεβού του με την ίδια γκαρσόνα που είχε γίνει η πέτρα του σκανδάλου. Δεν θα άντεχε να δει ο αδελφός του αυτή τη γελοία σκηνή και, ξεκαρδισμένος στα γέλια, να αρχίσει να του χτυπάει τις χαρές του γάμου. Γαμώτο και πάλι γαμώτο! Ακούς εκεί να τον κλειδώσει έξω από το ίδιο του το σπίτι! Αυτό ήταν το κερασάκι στην τούρτα της σημερινής μέρας, που έτσι κι αλλιώς πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Έτσι και το μάθαινε η αριστοκρατία… Γύρισε το κεφάλι του απότομα προς τα πίσω. Αυτό ήταν το σπίτι του, γαμώτο! Τι διάολο νόμιζε πως έκανε η κυρία, να τον πετάει με τις κλοτσιές έξω από το ίδιο του το σπίτι; Έκανε πάλι μεταβολή και πήγε να κλοτσήσει την πόρτα από τα νεύρα του. Αλλά τελευταία στιγμή το σκέφτηκε καλύτερα και δοκίμασε πρώτα να τραβήξει το μάνταλο. Όταν είδε ότι η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη, την άνοιξε με δύναμη. Ο πάταγος που έκανε του έδωσε μεν μια ικανοποίηση, αλλά δεν ήταν αρκετός για να


248

JOHANNA LINDSEY

ξεθυμάνει η οργή του. Ούτε το γεγονός ότι αιφνιδίασε τη γυναίκα του που βρισκόταν στα μισά της σκάλας. «Για έλα εδώ, λαίδη Μ άλορι. Δεν τελειώσαμε την κουβέντα μας». Δεν περίμενε ότι εκείνη θα υπάκουε αμέσως στην προσταγή του, κατεβαίνοντας αγέρωχα τα σκαλιά. Αλλά ήρθε κοντά του μόνο και μόνο για να τον κοιτάξει περιφρονητικά. «Αφού δεν φεύγεις εσύ, θα φύγω εγώ», του είπε και πήγε προς την ανοιχτή ακόμα πόρτα. Ο Άντονι την έπιασε από τον καρπό και τη γύρισε απότομα. «Δεν θα πας πουθενά! Δεν πρόκειται να φύγεις απ’ αυτό το σπίτι ούτε εσύ ούτε εγώ. Είμαστε παντρεμένοι, αν θυμάσαι. Οι παντρεμένοι ζουν μαζί, απ’ όσο ξέρω». «Δεν μπορείς να μ’ αναγκάσεις να μείνω εδώ!» «Έτσι λες;» Μ πορούσε, κι αυτό που έκανε ακόμη πιο έξαλλη τη Ρόσλιν ήταν ότι η ίδια του είχε δώσει αυτό το δικαίωμα. Τράβηξε το χέρι της απότομα, τρίβοντας τον καρπό της που την επομένη θα ήταν μελανιασμένος. «Πολύ καλά, αλλά θα μείνω σε άλλο δωμάτιο κι αν έχεις να πεις κάτι και γι’ αυτό, κράτα το για άλλη φορά». Στράφηκε κι έκανε να πάει πάλι προς τη σκάλα, αλλά εκείνος την ξαναγύρισε προς το μέρος του, πιάνοντάς την από τον ώμο αυτή τη φορά. «Εγώ προτιμώ να τα πούμε τώρα, γλυκιά μου», είπε απειλητικά. «Μ ε καταδίκασες χωρίς να μ’ ακούσεις πρώτα». «Έφερες τις αποδείξεις στο σπίτι μαζί σου, φίλε. Το πράγμα μιλάει από μόνο του». Ο Άντονι έκλεισε αγανακτισμένος τα μάτια για μια στιγμή. «Ακόμη κι αν αυτό ήταν αλήθεια, που δεν είναι, δεν μου έδωσες την ευκαιρία να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Κι αυτό είναι τελείως άδικο». «Άδικο;» αντιγύρισε εκείνη και τον κοίταξε με βλέμμα που σκότωνε. «Απλώς σε γλιτώνω από τον κόπο, επειδή ό,τι κι αν πεις, δεν πρόκειται να σε πιστέψω πια».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

249

Προσπάθησε πάλι να κάνει μεταβολή και να φύγει. Κι εκείνος τη γύρισε ξανά. «Ανάθεμά σε, γυναίκα, τον Κάμερον έψαχνα!» «Μ πορεί, αλλά κάπου στην πορεία έκανες μια μικρή παράκαμψη. Ας είναι. Σου δίνω το ελεύθερο». Εδώ πια ο Άντονι ήταν έτοιμος να αρχίσει να τραβάει τα μαλλιά του. «Και τότε γιατί χαλάς τον κόσμο, γαμώτο;» «Επειδή μου είπες ψέματα! Προσπάθησες να με κάνεις να πιστέψω ότι θα ήταν αλλιώς τα πράγματα κι αυτό δεν πρόκειται να σ’ το συγχωρήσω!» Του γύρισε την πλάτη θυμωμένη. Αυτή τη φορά τη σταμάτησε η φωνή του που ήταν επίτηδες κοροϊδευτική. «Έτσι και κάνεις ένα βήμα, θα σου τις βρέξω». «Δεν θα τολμήσεις!» Τα μάτια του μισόκλεισαν τόσο, που έγιναν δύο σχισμές. «Αυτή τη στιγμή, καρδιά μου, σε διαβεβαιώνω ότι θα το έκανα με μεγάλη ευχαρίστηση. Λοιπόν, θα σ’ το πω πρώτη και τελευταία φορά, είτε το πιστεύεις είτε όχι. Και ειλικρινά δεν με νοιάζει πια. Η κοπέλα που μου ρίχτηκε έκανε απλώς τη δουλειά της. Προσφέρθηκε κι εγώ αρνήθηκα. Τίποτε άλλο πέρα απ’ αυτό». Μ ε παγερό ύφος, η Ρόσλιν τον ρώτησε περιφρονητικά: «Τελείωσες;». Και μετά από τις τόσες δικές της προσπάθειες να γυρίσει και να φύγει, τελικά ο Άντονι ήταν αυτός που το έκανε.


250

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 26

Η Ρόσλιν εκείνη τη νύχτα έκλαιγε μέχρι που τελικά αποκοιμήθηκε εξαντλημένη. Από μικρό κοριτσάκι είχε να της συμβεί αυτό. Το γεγονός ότι ο Άντονι δεν προσπάθησε καν να την ενοχλήσει στο καινούριο δωμάτιο που είχε μετακομίσει ήταν μια ανακούφιση, αλλά κι αυτό που την έκανε να κλαίει ακόμη πιο γοε​ρά. Τον μισούσε, δεν ήθελε να τον ξαναδεί στα μάτια της, αλλά τώρα πια ήταν δεμένη για πάντα μαζί του. Αχ, γιατί να είναι τόσο αφελής κι ανόητη; Τον είχε αφήσει να την πείσει ότι ο γάμος τους θα ήταν φυσιολογικός και τώρα πλήρωνε την ευπιστία της με μνησικακία που έβγαινε άθελά της και με πικρία, ένα συναίσθημα που της ήταν παντελώς άγνωστο. Για λίγες ώρες εκείνο το πρωί πετούσε στα ουράνια, γι’ αυτό και η ανώμαλη προσγείωσή της στη Γη ήταν τόσο αβάσταχτη. Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ γι’ αυτό, για τη χαμένη της ευκαιρία στην ευτυχία. Γιατί δεν μπορούσε να αφήσει τα πράγματα όπως ήταν; Γιατί έπρεπε να της δώσει ελπίδα κι αμέσως μετά να της την κάνει συντρίμμια; Η Νέτι, που δεν της είχε πει η Ρόσλιν τι είχε συμβεί, αφού όλο το σπίτι είχε ακούσει τον ομηρικό καβγά τους, είχε κρατήσει σοφά το στόμα της κλειστό όσο βοηθούσε τη Ρόσλιν να αλλάξει δωμάτιο. Το επόμενο πρωί είχε έτοιμες κρύες κομπρέσες για να βάλει στα πρησμένα της μάτια, πάλι χωρίς να πει λέξη – ας είναι


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

251

καλά. Και τα μάτια της Ρόσλιν ήταν στ’ αλήθεια πρησμένα. Αυτός ο απαίσιος έφταιγε και γι’ αυτό. Της κατέστρεφε και την εμφάνιση από πάνω. Αλλά το φυτικό διάλυμα της Νέτι έσβησε όλα τα σημάδια από τη γεμάτη δυστυχία νύχτα που είχε περάσει η κυρά της. Κρίμα που δεν είχε κι ένα μαγικό γιατρικό γι’ αυτό που έτρωγε μέσα της τη Ρόσλιν. Παρ’ όλα αυτά, όταν εκείνη κατέβηκε φορώντας ένα χαρούμενο κίτρινο φόρεμα ως αντιστάθμισμα στη μαύρη της διάθεση, ήταν στην κυριολεξία αδύνατον να καταλάβει κανείς ότι μέσα της έβραζαν ακόμα τα συναισθήματα –και κανένα απ’ αυτά δεν ήταν ευχάριστο–, και πάλι καλά δηλαδή, γιατί όταν μπήκε ανυποψίαστη στο σαλόνι είδε εκεί όλους τους Μ άλορι μαζεμένους, εκτός από τον άντρα της. Ευτυχώς. Είχε αρχίσει λοιπόν. Χριστέ μου, δεν μπορούσε να γίνει σε χειρότερη στιγμή, δεν ήξερε αν θα άντεχε να δει τον Άντονι σήμερα. Και ούτε ήξερε σε τι διάθεση θα ήταν εκείνος όταν θα κατέβαινε. Θα μπορούσε κάλλιστα να προδώσει τον τσακωμό και τα προβλήματά τους, αλλά εκείνη δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο. Κότσαρε στο πρόσωπό της ένα ευγενικό χαμόγελο. Μ όνο και μόνο επειδή δεν τα πήγαινε καλά με τον άντρα της, δεν σήμαινε ότι έπρεπε να είναι στα μαχαίρια και με την υπόλοιπη οικογένεια. Ο Τζέιμς ήταν ο πρώτος που την πρόσεξε όταν μπήκε και σηκώθηκε αμέσως για να κάνει τις συστάσεις. «Καλημέρα, γλυκιά μου. Όπως βλέπεις, κατέφτασαν οι μεγαλύτεροι αδελφοί για να σε περάσουν από επιθεώρηση. Από δω τα αδέλφια μου Τζέισον και Έντουαρντ – κι από δω η ντροπαλή νύφη». Ο Τζέισον είχε πάρει ήδη βλοσυρό ύφος, αλλά μόνο για όσα είχε πει ο Τζέιμς. Και οι δύο άντρες ήταν μεγαλόσωμοι, ξανθοί, με πράσινα μάτια, ενώ ο πιο γεροδεμένος από τους δύο ήταν ο Έντουαρντ. Ο Τζέισον φαινόταν ως μια μεγαλύτερη σε ηλικία εκδοχή του Τζέιμς, σοβαρός, σε σημείο που εξέπεμπε κάτι το ανάλγητο. Ο Έντουαρντ ήταν ακριβώς το αντίθετο –όπως θ’ ανακάλυπτε αργότερα η Ρόσλιν–, πρόσχαρος, καλόβολος,


252

JOHANNA LINDSEY

σίγουρα ένας άνθρωπος έξω καρδιά, αλλά σε ό,τι είχε να κάνει μ’ επαγγελματικά θέματα, σοβαρός και μετρημένος. Και οι δύο άντρες σηκώθηκαν· ο Έντουαρντ αγκάλιασε εγκάρδια τη Ρόσλιν, ενώ ο Τζέισον, πιο συντηρητικός, της φίλησε το χέρι. Ο Τζέρεμι, που δεν χρειαζόταν συστάσεις, της έκλεισε απλώς το μάτι. Ευτυχώς που εκείνος και ο Τζέιμς δεν ήταν σπίτι χθες βράδυ για να ακούσουν την ντροπιαστική σκηνή που είχε εκτυλιχτεί στο χολ. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι, καλή μου», έλεγε τώρα ο Τζέισον, χαμογελώντας της ζεστά, ενώ την οδηγούσε στον καναπέ για να καθίσει πλάι του. «Είχα απελπιστεί πια. Νόμιζα ότι ο Τόνι δεν θα παντρευόταν ποτέ». «Ούτε εγώ του το ’χα ότι θα μπορούσε ποτέ να νοικοκυρευτεί», πρόσθεσε πρόσχαρα ο Έντουαρντ. «Αλλά χαίρομαι που έκανα λάθος. Χαίρομαι αφάνταστα». Η Ρόσλιν δεν ήξερε τι να πει σχετικά μ’ αυτό, έτσι όπως είχαν τα πράγματα πλέον, αφού ο Άντονι κάθε άλλο παρά έτοιμος ήταν να νοικοκυρευτεί. Αλλά, προφανώς, αυτοί έτσι ήθελαν να πιστεύουν, οπότε δεν θα τους έβγαζε εκείνη από την πλάνη τους. Ούτε όμως μπορούσε να τους αφήσει να πιστεύουν ότι ο γάμος τους είχε γίνει από έρωτα. Αυτό δεν ίσχυε σε καμία περίπτωση. Άρχισε να λέει διστακτικά: «Θα πρέπει να μάθετε ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους παντρευτήκαμε…». «Το ξέρουμε ήδη, καλή μου», τη διέκοψε ο Έντουαρντ. «Μ ας ενημέρωσε η Ρέτζι σχετικά με τον ξάδελφό σου. Δεν έχει καμία σημασία όμως, ξέρεις. Αν δεν ήταν έτοιμος ο Τόνι, δεν θα έκανε το μεγάλο βήμα». «Το έκανε για να με βοηθήσει», είπε η Ρόσλιν. Αλλά όταν είδε τους τρεις άπιστους Θωμάδες να χαμογελούν συγκαταβατικά, αναγκάστηκε να επιμείνει: «Γι’ αυτό το έκανε». «Ανοησίες», σχολίασε ο Τζέισον. «Ο Τόνι δεν είναι ο τύπος που θα το παίξει ήρωας, σώζοντας κορίτσια που κινδυνεύουν και


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

253

τα σχετικά». «Ακριβώς το αντίθετο». Ο Έντουαρντ γέλασε πνιχτά. Σιγοντάρισε και ο Τζέιμς. «Φτάνει να σε κοιτάξει κανείς, γλυκιά μου, και θα καταλάβει αμέσως τι τον έκανε να σε παντρευτεί. Δεν μπορώ, βέβαια, να πω ότι τον αδικώ. Καθόλου δεν τον αδικώ». Ο Τζέισον έκοψε απότομα το αρπακτικό χαμόγελο του Τζέιμς που απευθυνόταν στη Ρόσλιν και είχε κάνει τα μάγουλά της να ροδίσουν. «Κομμένα αυτά τώρα». Κοίταξε βλοσυρά τον Τζέιμς. «Όχου, άσε μας, Τζέισον. Από τη στιγμή που παντρεύτηκε έχει πάψει να κινδυνεύει από μένα». «Και σε σταμάτησε εσένα ποτέ αυτό;» απαίτησε να μάθει κοφτά ο Τζέισον. «Όχι». Ο Τζέιμς ανασήκωσε τους ώμους. «Αλλά ακόμη κι εγώ έχω κάποια όρια. Δεν ξελογιάζω ποτέ τις νύφες μου». Πού να ήξερε η Ρόσλιν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μόνο αθώα πειράγματα; Και πού να ήξερε ότι τα συγκεκριμένα αδέλφια τρελαίνονταν να τσακώνονται, έστω και στ’ αστεία; «Κύριοι, σας παρακαλώ», παρενέβη. «Είμαι σίγουρη ότι ο Τζέιμς δεν ήθελε να με προσβάλει». «Ορίστε, γέρο, τα βλέπεις;» είπε αυτάρεσκα ο Τζέιμς στον αδελφό του. «Ξέρει ότι δεν πρέπει να με παίρνει στα σοβαρά. Τι είναι ένα βλέμμα, στο κάτω κάτω;» «Συνήθως η επέκταση των αληθινών συναισθημάτων που έχει κάποιος», αντιγύρισε ο Τζέισον, βλοσυρός ακόμα. «Α, το δικό μου ποτέ. Θεωρώ πολύ πιο διασκεδαστικό να μην προδίδομαι τόσο εύκολα – όπως κάνεις εσύ, αδελφέ». Ο Έντουαρντ γέλασε. «Σ’ αυτό σ’ την έφερε, Τζέισον. Έχει αγριέψει το μάτι σου». «Καλά λέει», συμφώνησε ο Τζέιμς, που βρήκε ευκαιρία να του το χτυπήσει. «Έχεις τόσο άγριο ύφος που θα κάνεις το καινούριο μέλος της οικογένειας να πιστέψει ότι όντως τα εννοείς αυτά που λες». Ο Τζέισον κοίταξε τη Ρόσλιν κι αμέσως το πρόσωπό του


254

JOHANNA LINDSEY

μαλάκωσε. «Συγγνώμη, καλή μου. Φαντάζομαι τι θα πρέπει να σκέφτεσαι για…» «Ότι είσαι σκέτος τύραννος και δεν θα πέφτει και πολύ έξω», δεν μπόρεσε να αντισταθεί και να μην πετάξει ο Τζέιμς, κι ας έκανε τον Τζέισον να τον ξανακοιτάξει βλοσυρά. «Κάθε άλλο», παρενέβη ξανά η Ρόσλιν. «Είμαι μοναχοπαίδι, επομένως είναι ενδιαφέρον να βλέπω πώς λειτουργεί μια μεγάλη οικογένεια. Για πείτε μου, όμως, ποιος κάνει το διαιτητή;» Η ερώτησή της τους έκανε να γελάσουν με την καρδιά τους, ξαφνιάζοντας τη Ρόσλιν που δεν ήλπιζε σε τόσο πολλά. Το γέλιο μεταμόρφωσε τον Τζέιμς, κάνοντάς τον να δείχνει ακόμη ομορφότερος – αν ήταν ποτέ δυνατόν αυτό. Μ αλάκωσε και το πρόσωπο του Τζέισον, αποκαλύπτοντάς της ότι στα σαράντα έξι του εξακολουθούσε να είναι ένας σατανικά όμορφος άντρας και καθόλου τρομακτικός όπως είχε δείξει μέχρι τώρα. Ο Έντουαρντ έγινε απλώς ακόμη πιο αξιαγάπητος. Χριστέ μου, αυτοί οι Μ άλορι ήταν επικίνδυνοι για την ψυχική ισορροπία μιας γυναίκας. Και, ο Θεός να τη βοηθήσει, εκείνη είχε παντρευτεί έναν απ’ αυτούς. «Σας το ’πα ότι είναι αστέρι», είπε ο Τζέιμς στους αδελφούς του. «Για πείτε τώρα, βρήκε ο Τόνι το μάστορά του ή όχι;» «Έτσι φαίνεται», συμφώνησε ο Έντουαρντ, σκουπίζοντας τα δάκρυα του γέλιου από τα μάτια του. «Νόμιζα όμως πως είπες ότι είναι Σκοτσέζα. Αλλά δεν έχει τέτοια προφορά». Προτού προλάβει ο Τζέιμς, απάντησε μια ήρεμη φωνή που ακούστηκε από την πόρτα. «Της βγαίνει μόνο όταν θυμώνει, εκεί που δεν το περιμένεις». Ο Τζέιμς δεν θα το άφηνε αυτό να πέσει κάτω. «Δεν αμφιβάλλω ότι μιλάς εκ πείρας, ε;» «Να μην αμφιβάλλεις καθόλου», αποκρίθηκε ο Άντονι με το βλέμμα καρφωμένο στη γυναίκα του. Τα δάχτυλα της Ρόσλιν έσφιξαν σε γροθιές, μόλις τον είδε γερμένο τόσο ανέμελα πάνω στην κάσα της πόρτας, με τα μπράτσα πλεγμένα στο στήθος και το ένα πόδι λυγισμένο πάνω


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

255

από τον αστράγαλο του άλλου ποδιού. Πώς τόλμησε; Ώστε ήθελε παιχνιδάκια με τις λέξεις, ε; Χάρισε στον Άντονι ένα χαμόγελο που έσταζε μέλι και σήκωσε το γάντι που της είχε ρίξει. «Μ ην ανησυχείς, φίλε, και δεν χαλάω τη ζαχαρένια μου για όσους δεν το αξίζουν». Ο Τζέιμς έστριψε το μαχαίρι στην πληγή. «Αν είναι έτσι, Τόνι, εσύ δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, σωστά;» «Πότε είπαμε ότι σαλπάρει το πλοίο σου, αδελφέ;» αντιγύρισε ο Άντονι, κάνοντας τον Τζέιμς να ξεραθεί στα γέλια. Τότε τον πλησίασαν οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί μαζί με τον Τζέιμς και τον άρχισαν στα συγχαρητήρια και στα καλοπροαίρετα πειράγματα. Η Ρόσλιν παρακολουθούσε το χαρούμενο σκηνικό βγάζοντας καπνούς από τ’ αυτιά. Ώστε λοιπόν ο κύριος θα προσποιούνταν ότι όλα ήταν μέλι γάλα, ε; Ε, λοιπόν, κι αυτή μπορούσε να το κάνει, μάλλον, όσο ήταν η οικογένειά του εδώ και όσο εκείνος φρόντιζε να μένει μακριά της. Αλλά ο Άντονι δεν το έκανε. Πήγε και κάθισε δίπλα της στον καναπέ, παίρνοντας τη θέση του Τζέισον, και την αγκάλιασε από τους ώμους σαν ευτυχισμένος σύζυγος. «Πέρασες ωραία τη νύχτα, καρδιά μου;» «Άντε στο διάολο», σύριξε εκείνη μέσα από τα δόντια της, χαμογελώντας όμως. Ο Άντονι κρυφογέλασε, καταφέρνοντας να μη μορφάσει όταν αισθάνθηκε το κεφάλι του να κοντεύει να ανοίξει στα δύο από την προσπάθεια. Είχε έναν τρομερό πονοκέφαλο από το χθεσινό μεθύσι, χάρη στα χθεσινοβραδινά πείσματα της γυναικούλας του. Θα προτιμούσε να μείνει στο κρεβάτι, αλλά δεν γινόταν αφού ήρθε ο Γουίλις να τον ενημερώσει ότι είχαν καταφτάσει τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Ωραία στιγμή διάλεξαν κι αυτοί! Δεν μπορούσε να τα ξαναβρεί με τη Ρόσλιν όταν ήταν κι άλλοι μπροστά. Έπρεπε να το είχε κάνει χθες βράδυ. Αλλά, σαν ηλίθιος που ήταν, είχε πιστέψει ότι ο ύπνος θα την ηρεμούσε και θα την


256

JOHANNA LINDSEY

έκανε να δει τα πράγματα πιο λογικά. Και για να μη σπάσει την πόρτα του δωματίου της είχε πάει και είχε γίνει τύφλα στο μεθύσι. Θα έπρεπε να την είχε σπάσει την αναθεματισμένη την πόρτα. Έτσι κι αλλιώς εκείνη του το κρατούσε μανιάτικο ακόμα, οπότε πόσο χειρότερη θα μπορούσε να είχε γίνει η κατάσταση; Να πάρει και να σηκώσει! Πολύ θα ήθελε να έπιανε στα χέρια του αυτόν που είπε ότι οι γυναίκες είναι εύπλαστα πλάσματα. Για μια στιγμή του πέρασε από το μυαλό να αγνοήσει παντελώς τη γυναίκα του, αλλά, από διαστροφή, κράτησε το χέρι του στους ώμους της. «Λοιπόν, Έντι, που είναι η υπόλοιπη φαμίλια;» «Θα έρθουν μόλις καταφέρει η Σάρλοτ να τους μαζέψει όλους. Α, μια που το ’φερε η κουβέντα, θέλει να κάνει ένα πάρτι για εσένα και τη Ρόσλιν, αφού δεν ήμαστε στο γάμο. Μ η φανταστείτε τίποτα σπουδαίο. Μ όνο η οικογένεια και οι φίλοι». «Γιατί όχι;» συμφώνησε ο Άντονι. «Να σκορπίσουμε λίγη από την ευτυχία μας και στους άλλους». Χαμογέλασε όταν άκουσε τη Ρόσλιν να πνίγεται, λες και της είχε κάτσει κάτι στο λαιμό.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

257

Κεφάλαιο 27

«Πέρασα χθες, ξέρεις, αλλά είχες πολύ κόσμο…» «Κι έφυγες έτσι, χωρίς να πεις τίποτα;» Η Ρόσλιν σταμάτησε να βουτυρώνει το μάφιν της και κοίταξε με νόημα τη Φράνσις. «Μ ακάρι να μην το είχες κάνει». «Δεν ήθελα να ενοχλήσω». «Φραν, η οικογένειά του ήταν μόνο, ήρθαν για να με γνωρίσουν και να του ευχηθούν. Δεν θα ενοχλούσες καθόλου, πίστεψέ με, ιδίως εμένα. Μ πορείς να φανταστείς πόσο μόνη ένιωθα με όλο το σόι των Μ άλορι μαζεμένο;» Η Φράνσις δεν είπε τίποτα προς στιγμήν. Ήπιε μια γουλιά τσάι, πασπάτεψε νευρικά την πετσέτα που είχε απλωμένη στα πόδια της κι έπαιξε με το γλυκό που είχε στο πιάτο της και που δεν είχε αγγίξει. Η Ρόσλιν την παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. Ήξερε τι θα ακολουθούσε, ήξερε αυτό που ακόμα δεν είχε ειπωθεί. Και το έτρεμε, ιδίως τώρα, τώρα που μετάνιωνε φριχτά για τον βιαστικό γάμο της με τον Άντονι. Κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τη Φράνσις μετά το γάμο. Όταν η φίλη της είχε περάσει απρόσμενα από το σπίτι εκείνο το πρωί, πάνω στην ώρα που η Ρόσλιν είχε καθίσει να πάρει πρωινό, ήξερε ότι εκτός από τα τόσα λαχταριστά φαγητά του μάγειρα θα έτρωγε και την κατσάδα της Φράνσις. Προσπάθησε να το καθυστερήσει όσο μπορούσε. «Ελπίζω να μην τρόμαξες πολύ τις προάλλες». Χριστέ μου, είχαν περάσει


258

JOHANNA LINDSEY

μόνο τέσσερις μέρες από τότε που είχε ξυπνήσει σ’ εκείνο το καμαράκι και είχε ανακαλύψει ότι την είχε αρπάξει ο Τζόρντι; «Να μην τρόμαξα πολύ;» Η Φράνσις γέλασε πικραμένα. «Σ’ άρπαξε μέσα από το ίδιο μου το σπίτι. Ήμουν υπεύθυνη γι’ αυτό!» «Ε, όχι δα! Απλώς ο Τζόρντι αποδείχτηκε πολύ δύσκολος αντίπαλος για εμάς. Ελπίζω όμως να καταλαβαίνεις γιατί έπρεπε να φύγω και δεν μπορούσα να σε περιμένω να γυρίσεις». «Ναι, αυτό το καταλαβαίνω. Δεν μπορούσες να μείνεις μαζί μου αφού αυτός είχε βρει που έμενες. Αλλά το σημείωμα που μου έστειλες προχθές, αυτό δεν θα το καταλάβω ποτέ. Πώς μπόρεσες να το κάνεις, Ρος; Απ’ όλους τους άντρες, τον Άντονι Μ άλορι βρήκες να παντρευτείς;» Ορίστε, να την η ερώτηση που έτρεμε, την ίδια που έκανε κι εκείνη στον εαυτό της. Και οι απαντήσεις που είχε δεν έστεκαν – τουλάχιστον για την ίδια–, αλλά τις χρωστούσε στη Φράνσις. «Το βράδυ που φύγαμε εγώ και η Νέτι, πέρασα από εδώ να δω τον Άντονι». «Τι έκανες, λέει;!» Η Ρόσλιν ζάρωσε. «Ξέρω ότι δεν έπρεπε, αλλά το έκανα. Βλέπεις, είχε προσφερθεί να με βοηθήσει όταν ήμαστε στο Σίλβερλεϊ. Ο άντρας της Ρετζίνα δεν ήξερε τελικά και τόσο καλά τους υποψήφιους συζύγους μου, αλλά ο Άντονι τους ήξερε. Και υποτίθεται ότι θα εξακρίβωνε αν ίσχυαν κάποιες συγκεκριμένες φήμες γι’ αυτούς – τέλος πάντων, αφού ο Τζόρντι είχε καταφέρει να μ’ αρπάξει, δεν γινόταν να το καθυστερώ άλλο. Ήρθα εδώ για να μου δώσει ένα όνομα, τίποτε άλλο, μόνο το όνομα του άντρα από τους πέντε υποψηφίους που θα ήταν καταλληλότερος για να του κάνω πρόταση γάμου». «Εντάξει. Λογικό το βρίσκω, μάλλον, αν και τελείως ανάρμοστο», υποχώρησε η Φράνσις. «Ήσουν φοβισμένη, ταραγμένη και δεν σκεφτόσουν καθαρά εκείνο το βράδυ. Τι έγινε λοιπόν και πήγαν όλα στραβά; Πώς κατέληξες με τον σερ Άντονι αντί μ’ έναν από τους πέντε;»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

259

«Μ ου είπε ψέματα», είπε απλά η Ρόσλιν με τα μάτια καρφωμένα στο ανέγγιχτο μάφιν που κρατούσε ακόμα στο χέρι. «Μ ’ έπεισε ότι και οι πέντε υποψήφιοι που είχα βρει ήταν τόσο ακατάλληλοι, που μου ήταν αδύνατον να τους παντρευτώ. Α, έπρεπε να ήσουν από μια μεριά να άκουγες τι φριχτά παραμύθια σκαρφίστηκε, με πόση στενοχώρια μου τα έλεγε. Ούτε μια στιγμή δεν υποψιάστηκα ότι έλεγε ψέματα». «Και τότε πώς ξέρεις ότι…» Η Ρόσλιν γέλασε κοφτά. «Το παραδέχτηκε ο ίδιος αργότερα, αφού είχαμε παντρευτεί. Και είχε ένα ξιπασμένο ύφος που δεν περιγράφεται». «Τον ξεδιάντροπο!» «Ναι, είναι». Η Ρόσλιν αναστέναξε. «Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το βράδυ που ήρθα εδώ ήμουν απελπισμένη και όταν μου είπε ότι λίγο-πολύ έπρεπε να αρχίσω πάλι από το μηδέν, ε, τότε, ειλικρινά δεν ήξερα πια τι να κάνω». «Κι έτσι του ζήτησες να σε παντρευτεί», έβγαλε το συμπέρασμα η Φράνσις. «Τουλάχιστον τώρα καταλαβαίνω – ή έστω έτσι νομίζω. Φαντάζομαι ένιωσες ότι δεν υπήρχε άλλη λύση». «Δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα», παραδέχτηκε η Ρόσλιν, αν και την ίδια στιγμή αποφάσισε να μην αναφέρει τίποτα σχετικά με την αποπλάνησή της από τον Άντονι. Δεν ήταν ανάγκη να τα ξέρει κι όλα η Φράνσις. «Ακόμη και τότε δεν σκέφτηκα ότι η λύση στο πρόβλημά μου θα μπορούσε να ήταν ο Άντονι. Μ α τον Θεό, σου λέω, ήμουν έτοιμη να γυρίσω στη Σκοτία και να παντρευτώ έναν μικροκτηματία. Ο Άντονι ήταν εκείνος που μου πρότεινε να παντρευτώ αυτόν αντί κάποιον άλλο». Η Φράνσις έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Εκείνος;» Φρόντισε να συνέλθει γρήγορα όμως. «Ε, φυσικό ήταν να σκεφτώ ότι εσύ … εννοώ, είχες πει ότι δεν φοβόσουν να κάνεις εσύ την πρόταση γάμου, ότι μάλλον αναγκαστικά έτσι θα γινόταν αφού δεν υπήρχε χρόνος για κόρτε. Κι επειδή τώρα είχε φτάσει η


260

JOHANNA LINDSEY

στιγμή που δεν γινόταν να το καθυστερείς άλλο, υπέθεσα φυσικά ότι… Αλήθεια σ’ το πρότεινε εκείνος;» «Ναι. Κι εγώ έπεσα από τα σύννεφα, μη νομίζεις. Για την ακρίβεια, νόμιζα ότι αστειευόταν». «Αλλά δεν αστειευόταν;» «Όχι, ίσα ίσα. Αλλά φυσικά εγώ αρνήθηκα». Η Φράνσις έμεινε δεύτερη φορά με το στόμα ανοιχτό. «Αλήθεια;» «Ναι, και πήγα στο Σίλβερλεϊ». Δεν ήταν ανάγκη να ξέρει η Φράνσις ότι αυτό είχε γίνει το άλλο πρωί. «Αλλά, όπως βλέπεις, άλλαξα γνώμη. Εκείνος μου προσέφερε μια λύση στο πρόβλημά μου κι αποφάσισα να το αντιμετωπίσω σαν επαγγελματική συμφωνία. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί το έκανε, αλλά ορίστε, τώρα ξέρεις όλη την ιστορία». Εκτός από τα κομμάτια που η Ρόσλιν δεν έβρισκε το θάρρος να ξεστομίσει. Η Φράνσις έγειρε πίσω στο κάθισμά της, ψύχραιμη πάλι. «Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσεις. Για το δικό σου καλό, θα προσευχηθώ να γίνει ένα θαύμα και ο Άντονι να γίνει ένας δεύτερος Νίκολας Ίντεν». «Χριστός και Παναγία! Δάγκωσε τη γλώσσα σου, κυρία μου», είπε ο Άντονι μπαίνοντας άνετος και χαλαρός στο δωμάτιο. «Μ ε το ζόρι τον ανέχομαι αυτό τον τύπο». Η καημένη η Φράνσις έγινε κόκκινη σαν παντζάρι. Η Ρόσλιν αγριοκοίταξε έξαλλη τον άντρα της. «Το συνηθίζεις να κρυφακούς, άρχοντά μου;» «Εγώ; Καθόλου». Της χαμογέλασε διαψεύδοντας την άρνησή του. «Απ’ ό,τι βλέπω, κατέφτασαν ενισχύσεις, ε;» Κοίταξε με νόημα τη Φράνσις, κάνοντας τη Ρόσλιν τώρα να κοκκινίσει. Γιατί όλη μέρα χθες, κάθε φορά που εκείνος πήγαινε να της μιλήσει, εκείνη έφευγε για να συζήτήσει με κάποιον άλλο από την οικογένειά του, η οποία είχε μείνει όχι μόνο για το δείπνο αλλά και για πολλή ώρα αργότερα, προσφέροντάς της μια δικαιολογία για να τον αποφεύγει όλη μέρα. Και τώρα πάλι δεν ήταν μόνοι, μόνο που αυτή τη φορά ο καλεσμένος ήταν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

261

ασυζητητί από το δικό της στρατόπεδο. Ήταν εύστοχη η λέξη «ενισχύσεις» που είχε χρησιμοποιήσει, αν και η Φράνσις δεν ήξερε σε τι αναφερόταν. «Φεύγεις;» τον ρώτησε με ελπίδα η Ρόσλιν. «Βασικά πάω να συνεχίσω το κυνήγι του αγαπητού εξαδέλφου σου». «Α, μπα; Και να κάνεις κι άλλη παράκαμψη;» του χτύπησε εκείνη, διψώντας για αίμα. «Τότε θα τα πούμε – όποτε τα πούμε, φαντάζομαι». Ο Άντονι κάρφωσε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι απέναντί της, έγειρε μπροστά, και τα μάτια του σκοτείνιασαν με νόημα όταν καρφώθηκαν στα δικά της. «Θα τα πούμε απόψε το βράδυ, γλυκιά μου. Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό». Και ίσιωσε το κορμί του χαμογελώντας σφιγμένα. «Καλημέρα, κυρίες μου. Σας αφήνω να συνεχίσετε ανενόχλητες το θάψιμό μου». Έκανε μεταβολή και βγήκε το ίδιο ατάραχα όπως είχε μπει, αφήνοντας πίσω του τη Ρόσλιν να αφρίζει από το κακό της και τη Φράνσις να καταλαβαίνει αμήχανα ότι εδώ πέρα συνέβαιναν πολύ περισσότερα απ’ όσα είχαν ειπωθεί. Αλλά ενώ από το δωμάτιο ο Άντονι είχε βγει ήρεμα κι ωραία, από το σπίτι βγήκε βροντώντας την πόρτα πίσω του. Η Ρόσλιν μόρφασε όταν άκουσε τον πάταγο. Η Φράνσις ανασήκωσε το φρύδι ερωτηματικά. «Τον έχει δυσαρεστήσει κάτι;» «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι». «Κι εσένα το ίδιο;» «Φράνσις, δεν θέλω να το συζητήσω, ειλικρινά». «Τόσο άσχημα, ε; Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι συμφώνησες να τον παντρευτείς ενώ ήξερες πώς ήταν. Φαντάζομαι ότι δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου για να ζει κανείς μαζί του, αλλά πρέπει να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Απλώς μην περιμένεις και πάρα πολλά». Αυτό πια καταντούσε γελοίο. Εκείνη δεν περίμενε τίποτα


262

JOHANNA LINDSEY

απολύτως, μέχρι που ο Άντονι την ξεγέλασε κάνοντάς τη να πιστεύει ότι μπορούσε να αλλάξει. Αλλά δεν είχαν ούτε είκοσι τέσσερις ώρες παντρεμένοι κι αποδείχτηκε ότι εκείνος δεν θα άλλαζε ποτέ. Να είχε περάσει ένας μήνας να το καταλάβαινε –ή έστω μια βδομάδα–, αλλά την επόμενη μέρα αφότου της είχε ορκιστεί ότι ήθελε μόνο εκείνη και καμία άλλη; Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να ξεπεράσει το θυμό της, να συμφιλιωθεί όπως πρώτα με αυτό που ήταν ο Άντονι και να τον δεχτεί έτσι όπως ήταν. Μ παίνοντας στην άμαξα που περίμενε απέξω, το ίδιο έξαλλος ήταν και ο Άντονι. Είχε κάθε λόγο να είναι θυμωμένος και ήταν, απίστευτα θυμωμένος. Ακούς εκεί επαγγελματική συμφωνία! Πολύ θα ήθελε να ήξερε τι κέρδος θα είχε εκείνος απ’ αυτή την «επαγγελματική συμφωνία» έτσι όπως ήταν τα πράγματα τώρα. Πεισματάρα, θεοπάλαβη, εξοργιστική γυναίκα! Και τελείως παράλογη. Λίγο να έβαζε το μυαλό της να σκεφτεί λογικά, θα έβλεπε πόσο γελοία ήταν αυτά που του καταμαρτυρούσε. Αλλά όχι, εκείνη δεν καθόταν ούτε καν να το συζητήσουν. Όλη μέρα χθες, κάθε φορά που επιχειρούσε να της μιλήσει, εκείνη του χαμογελούσε ψεύτικα κι έφευγε μακριά του, χρησιμοποιώντας την ίδια του την οικογένεια ως πρόσχημα για να μην μπορεί να την πλησιάσει. Κι όλοι τους την είχαν λατρέψει. Και γιατί να μην τη λατρέψουν; Ήταν γοητευτική, έξυπνη –εκτός από ορισμένα θέματα–, πανέμορφη και την έβλεπαν σαν τη μοναδική του ελπίδα σωτηρίας. Μ άλλον όμως την είχε βάλει ο διάολος, του την είχε στείλει για να τον τρελάνει. Ε, λοιπόν, να τον πάρει και να τον σηκώσει αν έχανε τον ύπνο του άλλη μια νύχτα επειδή η γυναίκα του είχε σηκώσει δικό της μπαϊράκι. Η θέση της ήταν στο κρεβάτι του και όχι στο χολ να του στήνει ολόκληρο καβγά για γελοιότητες. Απόψε, μα τον Θεό, θα τα έλεγαν έξω από τα δόντια και χωρίς διακοπές. Πώς, όμως, θα έλεγε στον Τζέιμς να πάρει τον Τζέρεμι και να βγουν έξω το βράδυ χωρίς να του εξηγήσει το λόγο;


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

263

Κεφάλαιο 28

Λίγο μετά αφότου έφυγε η Φράνσις, μπήκε ο Τζέρεμι με μια στοίβα εφημερίδες κι ένα κεφάτο χαμόγελο στα χείλη, λέγοντας στη Ρόσλιν ότι η αναγγελία θα δημοσιευόταν για δύο βδομάδες. Εκείνη τις έψαξε όλες και είχε μπει παντού, η αναγγελία του γάμου της· αλλά όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Άντονι είχε δίκιο σ’ αυτό το θέμα. Κανένας δεν τους εγγυόταν ότι θα την έβλεπε ο Τζόρντι. Κι ένιωθε ευγνώμων που, παρότι ο Άντονι ήταν ενοχλημένος μαζί της, δεν είχε εγκαταλείψει τις προσπάθειες να βρει τον Τζόρντι για να του τρίξει τα δόντια. Μ πορεί η Ρόσλιν να ήταν ασφαλής τώρα με το γάμο της, αλλά ο Τζόρντι δεν το ήξερε, επομένως πόσο ασφαλής ήταν στην πραγματικότητα; Θα μπορούσε ακόμη κι αυτή τη στιγμή να μηχανευόταν ο ξάδελφός της κάποιο ύπουλο σχέδιο για να την αρπάξει και να την παντρευτεί με τη βία. Ήξερε πού ήταν τώρα – ή έστω ήξερε ότι τα ρούχα της είχαν μεταφερθεί σ’ αυτή τη διεύθυνση. Κι αν κατάφερνε να την απαγάγει πάλι κι αναγκαζόταν εκείνη να είναι αυτή που θα του έλεγε ότι πια ήταν πολύ αργά, κανένας δεν θα εγγυόταν τι μπορεί να της έκανε πάνω στο θυμό του επειδή του είχε χαλάσει τα σχέδια. Και γι’ αυτόν το λόγο αποφάσισε να μη βγαίνει από το σπίτι για λίγο καιρό. Ό,τι αναδιαμόρφωση σχεδίαζε να κάνει, μπορούσε να την κάνει κι από δω, να έρχονται οι τεχνίτες σ’ εκείνη αντί να πηγαίνει εκείνη σ’ αυτούς. Και σκόπευε να κάνει


264

JOHANNA LINDSEY

πολλές αλλαγές στο σπίτι του Άντονι. Δεν θα έμπαινε στον κόπο βέβαια να του το πει. Και όταν θα έβλεπε εκείνος τη ζημιά στο πορτοφόλι του –γιατί η Ρόσλιν είχε αλλάξει γνώμη και δεν θα πλήρωνε εκείνη για τις αλλαγές, αλλά θα χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τα δικά του χρήματα–, τότε μπορεί ο κύριος να το σκεφτόταν δύο φορές προτού την κάνει θηρίο πάλι λέγοντάς της κι άλλα ψέματα. Μ ια φωνούλα μέσα της ψιθύρισε ότι γινόταν σατανικά κακιά. Αλλά εκείνη δεν την άκουσε. Θα ξόδευε τα λεφτά του Άντονι σαν να ήταν ζάπλουτος. Μ πορεί ακόμη και να επέμενε να της χτίσει καινούριο σπίτι, μια έπαυλη στην εξοχή ίσως, αλλά αφού πρώτα θα είχε ανακαινίσει αυτό εδώ φυσικά. Στο κάτω κάτω, το σπίτι της πόλης δεν ήταν δα και τόσο μεγάλο. Δεν είχε καν αίθουσα χορού. Πού θα έκανε τους χορούς της για να ξεδίνει λίγο; Θα μπορούσε ακόμη και να τον αφήσει πανί με πανί, αν το έβαζε σκοπό. Χμ, να μια ωραία ιδέα που άξιζε να τη σκεφτεί λίγο παραπάνω. Η εικόνα του Άντονι ταπεινού και καταφρονεμένου να έρχεται να ζητάει χρήματα από εκείνη ήταν πραγματικά απολαυστική και του άξιζε πέρα για πέρα, τόσο που την είχε απογοητεύσει. Αλλά η Ρόσλιν δεν αφιέρωσε πολύ χρόνο σ’ εκδικητικές σκέψεις σήμερα, στο μυαλό της κυριαρχούσε η απειλή του Άντονι ότι απόψε το βράδυ θα τα έλεγαν μια και καλή. Τη φόβιζε πολύ αυτή η απειλή, δεν το αρνιόταν. Και το άγχος της μεγάλωσε κι άλλο το απόγευμα, όταν την ενημέρωσε στο δείπνο ο Τζέιμς ότι το βράδυ θα πήγαινε μαζί με τον Τζέρεμι στους Κήπους του Βόξχολ· τόσο πολύ αγχώθηκε που παραλίγο να ζητήσει να πάει κι εκείνη μαζί τους. Γιατί έπρεπε να βγουν ειδικά απόψε; Δεν είχε σημασία βέβαια που αυτός ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Παρότι ο Άντονι δεν είχε γυρίσει σπίτι προς το παρόν, η Ρόσλιν δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι τελικά θα έκανε την εμφάνισή του. Δεν ήθελε, όμως, να γίνει φόρτωμα στους δύο Μ άλορι που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

265

ήταν εργένηδες ακόμα. Δεν ήταν δα και τόσο δειλή. Τουλάχιστον έτσι έλεγε στον εαυτό της μέχρι να φύγουν ο Τζέιμς με τον Τζέρεμι. Όταν όμως η πόρτα έκλεισε πίσω από το εντυπωσιακό δίδυμο, αφήνοντάς τη μόνη με τους υπηρέτες, του Άντονι τους υπηρέτες –η Νέτι δεν μετρούσε–, ανακάλυψε ότι τελικά ήταν δειλή. Ήταν πάρα πολύ νωρίς για να πάει για ύπνο, αλλά εκείνη ανέβηκε, σαν βολίδα, στην κρεβατοκάμαρά της κι οχυρώθηκε εκεί. Είχε πει στον Ντόμπσον να ενημερώσει τον Άντονι, όταν θα ερχόταν τελικά, ότι δεν ένιωθε καλά και δεν ήθελε να την ενοχλήσουν, για κανένα λόγο. Τώρα, αν αυτό θα ήταν ικανό να τον σταματήσει ή όχι, θα το διαπίστωνε σύντομα. Σε περίπτωση που δεν τον σταματούσε, όμως, δεν ήθελε να το ρισκάρει. Φόρεσε το πιο αντιερωτικό νυχτικό που είχε, από χοντρό βαμβάκι –που ήταν πιο κατάλληλο για τους κρύους σκοτσέζικους χειμώνες των Χάιλαντς– έχωσε τα μαλλιά της μέσα σ’ ένα αντιαισθητικό σκουφάκι ύπνου που δανείστηκε από τη Νέτι –της ίδιας δεν της άρεσαν ποτέ αυτά τα πράγματα–, και ολοκλήρωσε την εμφάνισή της με μια ογκωδέστατη ρόμπα που συνήθως φορούσε μόνο μετά το μπάνιο της. Σκέφτηκε μέχρι και να βάλει στο πρόσωπό της καμιά από εκείνες τις παχιές κρέμες νυχτός της Νέτι, αλλά μάλλον θα φάνταζε υπερβολικό. Μ ια ματιά στον καθρέφτη την έπεισε ότι έδειχνε αποκρουστική ακόμη κι έτσι. Αν έβαζε κάτι παραπάνω, θα έκανε μπαμ από μακριά ότι το έκανε επίτηδες και μάλλον θα του προκαλούσε γέλια παρά θα του έκοβε την όρεξη. Και, φυσικά, έτσι φασκιωμένη που ήταν τώρα, ζεσταινόταν τόσο πολύ που δεν άντεχε να πέσει κάτω από τα σκεπάσματα. Καλύτερα όμως. Θα φαινόταν πιο φυσικό να τη βρει κουλουριασμένη παρέα μ’ ένα βιβλίο παρά να παριστάνει την κοιμισμένη, αν ερχόταν νωρίς, που σίγουρα δεν θα το έχαφτε. Όχι, έπρεπε να δείχνει όπως θα έδειχνε φυσιολογικά αν ήταν άρρωστη, σαν να μην προσπαθούσε επίτηδες να τον αποφύγει. Τότε μπορεί και να την πίστευε και να την άφηνε ήσυχη. Αν δεν


266

JOHANNA LINDSEY

έδινε σημασία στο μήνυμα του Ντόμπσον. Αν γύριζε καν στο σπίτι. Γαμώτο, δεν θα χρειαζόταν να κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά, αν ο Ντόμπσον είχε καταφέρει να βρει το αναθεματισμένο το κλειδί για την πόρτα χθες που του το είχε ζητήσει. Από την άλλη μεριά, όμως, αν κλείδωνε τον Άντονι απέξω, ένας άντρας σαν κι αυτόν δεν θα το έβλεπε ως πρόκληση; Θα ήταν σίγουρα μια ξεκάθαρη δήλωση ότι δεν ήθελε να του μιλήσει, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον. Όχι, ήταν καλύτερα έτσι. Ας ερχόταν, αφού το ήθελε, αλλά θα τον έκανε εκείνη να το μετανιώσει πικρά από τις τύψεις, επειδή την ενοχλούσε ενώ αισθανόταν, κι έδειχνε, τόσο χάλια. Το βιβλίο που είχε στο χέρι της ήταν μια βαρετή συλλογή σονέτων, τίγκα στο μελόδραμα, που το είχε αφήσει εκεί ο προηγούμενος κάτοικος του δωματίου, όποιος κι αν ήταν. Αλλά τι άλλο να έκανε; Αναγκαστικά είχε ξεμείνει με δαύτο. Ήταν πολύ αργά πια για να διακινδυνεύσει να κατέβει στο γραφείο του Άντονι όπου υπήρχε μια μικρή βιβλιοθήκη. Μ ε την γκαντεμιά που την έδερνε, θα γύριζε εκείνος, θα την τσάκωνε όρθια και θα πήγαινε στο βρόντο όλη αυτή η παράσταση που είχε στήσει. Τελικά, όμως, το παράτησε το χαζοβιβλίο. Αν ήταν άλλη στιγμή θα ξετρελαινόταν να διαβάσει ερωτικά σονέτα –αφού τα περισσότερα απ’ αυτά ερωτικά ήταν, από μια ματιά που τους έριξε όταν τα ξεφύλλιζε–, επειδή συνήθως άγγιζαν μια ευαίσθητη χορδή μέσα της. Αλλά απόψε δεν είχε μυαλό για ρομάντζα. Μ ε τίποτα. Κι έτσι άρχισε να σκέφτεται αν έπρεπε να τραβήξει την αδιαθεσία που υποτίθεται ότι ένιωθε μέχρι και αύριο. Έτσι θα έμενε λίγο μόνη για να σκεφτεί, να ανακτήσει πάλι τον έλεγχο των συναισθημάτων της. Ευτυχώς, η Ρόσλιν είχε ακόμα το βιβλίο μπροστά της σαν να διάβαζε, γιατί δεν άκουσε τον Άντονι που είχε γυρίσει. Άνοιξε απλά η πόρτα της κάμαράς της και τον είδε ξαφνικά μπροστά της. Δυστυχώς, εκείνος δεν ξεγελιόταν τόσο εύκολα. «Πολύ αστείο, γλυκιά μου». Ο τόνος του ξερός, η έκφρασή


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

267

του ανεξιχνίαστη. «Σου πήρε όλη μέρα για να το σκεφτείς ή σου ήρθε η έμπνευση όταν σ’ άφησαν μόνη ο Χοκ και το κλωσσόπουλό του;» Μ ια και δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Χοκ και ποιο το κλωσσόπουλο, η Ρόσλιν αγνόησε παντελώς την ερώτηση. «Ζήτησα να μη μ’ ενοχλήσουν». «Το ξέρω, γλυκιά μου». Έκλεισε την πόρτα και το χαμόγελό του την τρόμαξε. «Αλλά ο σύζυγος έχει κάθε δικαίωμα να ενοχλεί τη σύζυγό του – οποιαδήποτε στιγμή, οπουδήποτε και με όποιο τρόπο θέλει αυτός». Τα λόγια του έκρυβαν άλλο νόημα, κάνοντας τα μάγουλά της να γίνουν κατακόκκινα, κάτι που εκείνος πρόσεξε αμέσως. «Α, θα πρέπει να έχεις πυρετό», συνέχισε, πλησιάζοντας αργά το κρεβάτι. «Και πώς να μην έχεις με τόσα ρούχα που φοράς. Ή μήπως έχεις αρπάξει κανένα κρύωμα; Μ πα, δεν φρόντισες να τσιμπήσεις λιγάκι τη μύτη σου να κοκκινίσει. Τότε έχεις πονοκέφαλο. Μ α φυσικά. Δεν χρειάζεται κανένα εμφανές σύμπτωμα για να προσποιηθείς ότι έχεις πονοκέφαλο, έτσι δεν είναι;» Ο σαρκασμός του την τσίτωσε τόσο πολύ, που μίλησε χωρίς να σκεφτεί. «Κτήνος! Και να είχα πονοκέφαλο, εσένα δεν θα σου καιγόταν καρφάκι, σωστά;» «Α, δεν ξέρω». Κάθισε στο κρεβάτι, παίζοντας με τον κόμπο της ρόμπας της. Το χαμόγελό του ήταν πιο κεφάτο τώρα που η Ρόσλιν είχε προδοθεί από μόνη της. «Έχεις;» «Ναι!» «Είσαι ψεύτρα». «Έχω καλό δάσκαλο, φαίνεται». Εκείνος γέλασε. «Πολύ καλό, γλυκιά μου. Κι αναρωτιόμουν πώς να κάνω την αρχή γι’ αυτό το θέμα, αλλά την έκανες εσύ για μένα». «Ποιο θέμα;» «Έλα ντε. Θα παίξουμε την κολοκυθιά τώρα;» «Εμείς οι δύο δεν πρόκειται να παίξουμε τίποτα κι εσύ θα


268

JOHANNA LINDSEY

φύγεις από δω μέσα». Φυσικά δεν έφυγε. Δεν περίμενε και τόσο πολλά η Ρόσλιν. Ο Άντονι έγειρε πίσω, στηριζόμενος στον αγκώνα του, και την κοίταξε αμίλητος από πάνω ως κάτω, κάνοντάς την έξαλλη. Ξαφνικά έγειρε μπροστά και τράβηξε το σκουφάκι από το κεφάλι της. «Έτσι είναι καλύτερα». Στριφογύρισε το σκουφί στο δάχτυλό του και κοίταζε τις κοκκινόχρυσες μπούκλες να ξεχύνονται στους ώμους της. «Ξέρεις πόσο μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου. Να φανταστώ ότι τα έκρυψες μόνο και μόνο για να μ’ εκνευρίσεις;» «Μ εγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου». «Μ πορεί», είπε εκείνος σιγανά. «Αλλά μπορεί επίσης να γνωρίζω αρκετές γυναίκες, ώστε να ξέρω πώς δουλεύει το μυαλό τους, όταν γίνονται εκδικητικές για κάποιο υποτιθέμενο λάθος. Σου σερβίρουν κρύο φαγητό, σου φέρονται ψυχρά, σου βάζουν πάγο στο κρεβάτι. Ε, λοιπόν, εσύ τα έχεις κάνει όλα εκτός από το φαγητό, αλλά φαντάζομαι ότι δεν θ’ αργήσει να γίνει κι αυτό». Του πέταξε το βιβλίο. Εκείνος το απέφυγε εύκολα. «Αν θέλεις να το παίξουμε βίαια, καρδιά μου, με πέτυχες στην κατάλληλη διάθεση. Η αλήθεια είναι ότι αν είχα βρει τον Κάμερον σήμερα, πρώτα θα τον πυροβολούσα και ύστερα θα τον ρωτούσα αν είναι αυτός. Γι’ αυτό, μη ζορίζεις την κατάσταση». Το είπε τόσο ήρεμα που δεν τον πήρε στα σοβαρά. Ήταν τόσο τυφλωμένη από τη δική της οργή που δεν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε δει ποτέ ξανά τον Άντονι έτσι. Ήταν ήρεμος. Ήταν ψύχραιμος. Ήταν έξαλλος. Μ όνο που εκείνη δεν το ήξερε. «Θα φύγεις επιτέλους;» τσίριξε η Ρόσλιν. «Δεν είμαι ακόμα έτοιμη να σου μιλήσω, άνθρωπέ μου!» «Το βλέπω». Πέταξε το σκουφάκι στην άλλη άκρη του δωματίου. «Αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει και ιδιαίτερα αν είσαι έτοιμη ή όχι, γλυκιά μου». Η Ρόσλιν έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, όταν έκανε να την πιάσει. Σήκωσε πανικόβλητη τα χέρια για να τον κρατήσει μακριά της. Η κίνησή της είχε αποτέλεσμα μόνο και μόνο επειδή


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

269

εκείνος της το επέτρεψε – προς το παρόν. «Θυμήσου τι έλεγε ο πρώτος όρος αυτού του γάμου, Ρόσλιν. Να σου κάνω ένα παιδί. Εσύ επέμενες. Κι εγώ συμφώνησα να σου το κάνω». «Συμφώνησες επίσης μ’ αυτό που έλεγε ο δεύτερος όρος που κι αυτό το έκανες. Τα ψέματα που μου αράδιασες μετά είναι που άλλαξαν τα πράγματα, φίλε». Δεν αμφέβαλλε ότι τώρα τον είχε θυμώσει. Το είδε στη σκληρή λάμψη των ματιών του, στο σφιγμένο σαγόνι του. Ήταν ένας άλλος άντρας τώρα, ένας άντρας τρομακτικός – ένας άντρας συναρπαστικός. Ξύπνησε μέσα της κάτι πρωτόγονο, άγνωστο μέχρι τότε. Τις φωνές μπορούσε να τις χειριστεί. Αλλά αυτό; Δεν ήξερε τι θα έκανε εκείνος, για τι ήταν ικανός, αλλά ένα κομμάτι του εαυτού της ήθελε να το ανακαλύψει. Μ α ο Άντονι ήταν οργισμένος, όχι κανένας μανιακός. Κι αυτή η σπίθα πόθου που είδε να αστράφτει στα μάτια της καθώς αποτραβιόταν από κοντά του, τον καλμάρισε σε κάποιο βαθμό. Τον ήθελε ακόμα. Ακόμη και μέσα στη μανία της οργής της, τον ήθελε. Τώρα που το ήξερε με βεβαιότητα, κατέληξε ότι θα μπορούσε να περιμένει μέχρι να της περάσει η πίκα. Δεν θα ήταν ευχάριστη η αναμονή, αλλά δεν ήθελε το επόμενο πρωί να τον κατηγορεί εκείνη για βιασμό και να βρεθεί πάλι στο μηδέν, δίνοντάς της άλλη μία αφορμή για να τον έχει στον πάγο. «Έπρεπε πραγματικά να είχες τσιμπήσει τη μύτη σου, γλυκιά μου. Ίσως τότε να το έχαφτα το παραμύθι σου». Η Ρόσλιν ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένη τα μάτια, μάλλον τη γελούσαν τ’ αυτιά της. «Όχου πια!» Τον έσπρωξε με όλη της τη δύναμη. Εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι, διευκολύνοντάς τη. Αλλά το χαμόγελό του ήταν σφιγμένο όταν την κοίταξε από ψηλά, όρθιος πια. «Μ έχρι τώρα έκανα υπομονή, αλλά σε προειδοποιώ για να μη λες μετά ότι δεν ήξερες. Η υπομονή ενός άντρα είναι άστατο πράγμα. Δεν πρέπει να τη βάζει κανείς σε δοκιμασία πολύ συχνά, ιδίως όταν αυτός ο άντρας δεν έχει κάνει τίποτα για το οποίο να


270

JOHANNA LINDSEY

πρέπει να απολογηθεί και τίποτα για το οποίο να πρέπει να νιώθει ένοχος – ακόμα». «Χα!» Ο Άντονι αγνόησε το σαρκασμό της και πήγε προς την πόρτα. «Ίσως βοηθούσε αν μου έλεγες για πόσο ακόμα σκοπεύεις να με τιμωρείς». «Δεν σε τιμωρώ», επέμεινε παγερά εκείνη. «Αλήθεια, γλυκιά μου;» Ο Άντονι στράφηκε ξαφνικά για να της ρίξει το τελευταίο και πιο ύπουλο χτύπημα. «Να θυμάσαι μόνο ότι αυτό το παιχνιδάκι μπορούν να το παίξουν δύο». Το τι μπορεί να εννοούσε μ’ αυτό, βασάνιζε τη Ρόσλιν όλη νύχτα.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

271

Κεφάλαιο 29

Ένα ντιρέκτ. Κι άλλο ένα. Ένα αριστερό πλάγιο χτύπημα κι αμέσως μετά ένα δεξί κροσέ. Ο άντρας σωριάστηκε, λιπόθυμος, και ο Άντονι έκανε πίσω βλαστημώντας που η μάχη είχε τελειώσει τόσο γρήγορα. Ο Νάιτον πέταξε μια πετσέτα στο πρόσωπό του βλαστημώντας κι εκείνος καθώς πήδησε μέσα στο ριγκ για να εξετάσει το ταίρι του Άντονι στην προπόνηση. «Για όνομα του Θεού, Μ άλορι! Γι’ αυτό ο Μ πίλι μόλις σε είδε προσπάθησε να ακυρώσει το σημερινό. Εγώ πάντα λέω ότι το ριγκ είναι ωραίο μέρος για να ξεσπάς τα νεύρα σου, αλλά όχι για σένα». «Σκάσε, Νάιτον», αρπάχτηκε ο Άντονι σκίζοντας τα γάντια του. «Όχι, δεν σκάω», αντιγύρισε θυμωμένα ο μεγαλύτερος σε ηλικία άντρας. «Για πες μου εσύ πού θα βρω τώρα άλλον που να είναι τόσο χαζός ώστε να μπει στο ριγκ μαζί σου; Αλλά θα σου πω ένα πράγμα. Δεν θα κάνω καν τον κόπο να ψάξω μέχρι να ρίξεις την κυρία στο κρεβάτι και να το βγάλεις από μέσα σου. Μ έχρι να γίνει αυτό, μην ξαναπλησιάσεις το ριγκ μου». Ο Άντονι είχε ρίξει άντρες αναίσθητους για πολύ πιο ασήμαντες αφορμές, αλλά ο Νάιτον ήταν φίλος. Αν και παραλίγο να τον ξαπλώσει κι αυτόν, επειδή η καταραμένη η διορατικότητά του τον είχε κάνει να μαντέψει σωστά. Η παρόρμηση να του επιτεθεί ήταν ακατανίκητη. Ήταν η φωνή του Τζέιμς, που


272

JOHANNA LINDSEY

διαπέρασε τη θολούρα της παράφορης οργής του, αυτή που τον συγκράτησε. «Πάλι δυσκολεύεσαι να βρεις ταίρι στο ριγκ, Τόνι;» «Όχι, αν εξακολουθείς να θέλεις να με διευκολύνεις εσύ». «Σου φαίνομαι για βλάκας;» Ο Τζέιμς κοίταξε τα ρούχα του με ψεύτικη έκπληξη. «Κι εγώ που νόμιζα ότι μ’ αυτά που φόρεσα σήμερα θα περνιόμουν για διάνοια». Ο Άντονι γέλασε κι ένιωσε να φεύγει από πάνω του λίγη από την ένταση που ένιωθε. «Ναι, καλά, λες και δεν πίστευες ότι θα μπορούσες να με νικήσεις στο πι και φι». «Φυσικά και θα μπορούσα. Μ ην αμφιβάλεις καθόλου. Απλώς δεν θέλω». Ο Άντονι ρουθούνισε, ήταν έτοιμος να θυμίσει στον Τζέιμς τότε που είχε φάει το ξύλο της χρονιάς του από τον Μ οντάιθ, παρότι στο τέλος ο Τζέιμς είχε νικήσει, αλλά άλλαξε γνώμη. Δεν είχε νόημα να το τραβάει στα άκρα από τη στιγμή που δεν είχε κάτι με τον αδελφό του. «Μ ου φαίνεται ότι μ’ έχεις πάρει στο κατόπι, γέρο. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος;» «Βασικά, έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς να λύσουμε – έξω από το ριγκ φυσικά». Ο Άντονι βγήκε μ’ ένα σάλτο κι έπιασε το σακάκι του. «Σε πειράζει πρώτα φύγουμε από δω;» «Άντε, πάμε. Κερνάω ποτό». «Κάν’ τα πολλά να είσαι μέσα». Τα απογεύματα επικρατούσε ησυχία, ηρεμία, στη λέσχη Γουάιτς. Μ πορούσες να πας εκεί για να χαλαρώσεις, να διαβάσεις την εφημερίδα σου, να συζητήσεις επαγγελματικά, να κουβεντιάσεις για πολιτική, να κουτσομπολέψεις ή να μεθύσεις – όπως σκεφτόταν να κάνει ο Άντονι–, και όλα αυτά χωρίς την παρουσία γυναικών, στις οποίες δεν επιτρεπόταν η είσοδος, να σου αποσπούν την προσοχή. Οι πελάτες που είχαν πάει το μεσημέρι για να γευματίσουν είχαν φύγει πια και είχαν μείνει μόνο οι τακτικοί θαμώνες, οι οποίοι ζούσαν περισσότερο εκεί


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

273

παρά στο σπίτι τους. Οι πελάτες που θα έρχονταν για να δειπνήσουν και οι μανιώδεις τζογαδόροι δεν είχαν φτάσει ακόμα, αν και είχαν ήδη ξεκινήσει κάνα δυο παρτίδες ουίστ. «Σε ποιον το χρωστάω που είμαι ακόμα μέλος εδώ μέσα όλα αυτά τα χρόνια;» ρώτησε ο Τζέιμς όταν κάθισαν μακριά από την ημικυκλική τζαμαρία, όπου μπροστά της θα άρχισε να μαζεύεται σε λίγο όλος ο μοδάτος κόσμος. «Θες να πεις ότι είσαι ακόμα μέλος; Κι εγώ που νόμιζα ότι σ’ άφησαν να μπεις ως δικό μου καλεσμένο». «Πολύ αστείο, μικρέ. Αλλά ξέρω πολύ καλά ότι ο Τζέισον και ο μικρός Έντι ούτε που θα έμπαιναν στον κόπο». Ο Άντονι συνοφρυώθηκε επειδή τον είχε στριμώξει. «Εντάξει, είμαι ένας συναισθηματικός βλάκας. Στο κάτω κάτω, μερικές γκινέες το χρόνο είναι μόνο. Απλώς δεν ήθελα να δω το όνομά σου να διαγράφεται από τη λίστα». «Ή ήσουν σίγουρος ότι τελικά θα γύριζα στο μαντρί;» Ο Άντονι ανασήκωσε τους ώμους. «Κι αυτό, αλλά κι επειδή η λίστα αναμονής για να μπεις εδώ μέσα είναι ατελείωτη. Δεν θα ήθελα να μας αφήσεις και να πας στη λέσχη Μ προυκς». «Μ άλορι!» Ο Άντονι δέχτηκε την ξαφνική εισβολή ενός ροδομάγουλου γνωστού του. «Πέρασα από το σπίτι σου χθες, αλλά ο Ντόμπσον είπε ότι έλειπες. Ήθελα να μου λύσεις μια απορία γιατί έχω βάλει ένα στοιχηματάκι με τη Χίλαρι. Είδε μια αναγγελία στην εφημερίδα. Δεν θα το πιστέψεις, Μ άλορι. Έγραφε ότι παντρεύτηκες. Φυσικά εγώ ήξερα ότι αποκλείεται να ήσουν εσύ. Κάποιος άλλος θα ήταν με το ίδιο όνομα. Δίκιο δεν έχω; Πες μου ότι είναι συνωνυμία». Τα δάχτυλα του Άντονι σφίχτηκαν γύρω από το ποτήρι του, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρξε η παραμικρή ένδειξη ότι η ερώτηση αυτή τον είχε ενοχλήσει. «Συνωνυμία είναι», αποκρίθηκε. «Το ’ξερα εγώ!» κραύγασε ο τύπος. «Περίμενε να το πω στη Χίλαρι να δεις τι έχει να πάθει. Είναι οι ευκολότερες πέντε λίρες που έχω κερδίσει από εκείνη εδώ και πολύ καιρό».


274

JOHANNA LINDSEY

«Ήταν έξυπνο αυτό;» ρώτησε ο Τζέιμς, μόλις έφυγε ο ροδομάγουλος. «Φαντάσου τι καβγάδες έχουν να ξεσπάσουν όταν θα πει αυτός ότι σε άκουσε με τ’ αυτιά του να λες ότι δεν είσαι παντρεμένος και οι άλλοι που θα ξέρουν την αλήθεια θα λένε το αντίθετο». «Και τι με νοιάζει εμένα;» γρύλισε ο Άντονι. «Όταν θα νιώσω παντρεμένος, τότε θα το παραδεχτώ». Ο Τζέιμς έγειρε πίσω στο κάθισμά του κι ένα αδιόρατο χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του. «Άρχισε η γκρίνια, έτσι;» «Ωχ, σταμάτα». Ο Άντονι κατέβασε μονορούφι το ποτό του και σηκώθηκε να πάρει άλλο. Επέστρεψε με μπουκάλι. «Νόμιζα πως είχες ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί μου. Άντε, λέγε κι εσύ. Απ’ ό,τι φαίνεται, πάει να γίνει συνήθεια τελευταία». Ο Τζέιμς άφησε προς το παρόν να περάσει στο ντούκου η πιο ενδιαφέρουσα ανακάλυψη. «Πολύ καλά. Ο Τζέρεμι μου είπε ότι το Βόξχολ ήταν δική σου ιδέα και όχι δική του. Αν ήθελες να μας ξεφορτωθείς το βράδυ, γιατί έμπλεξες τον μικρό;» «Δεν περάσατε καλά;» «Δεν είναι αυτό το θέμα. Δεν μου αρέσει να με χειραγωγούν, Τόνι». «Μ α γι’ αυτό ακριβώς το είπα στον μικρό». Ο Άντονι χαμογέλασε. «Μ όνος σου παραδέχεσαι ότι δυσκολεύεσαι να του αρνηθείς κάτι, τώρα που έχεις γίνει τόσο μεγάλος χαζομπαμπάς». «Θα μπορούσες απλώς να μου το είχες ζητήσει, που να πάρει. Λες να είμαι τόσο αναίσθητος που δεν μπορώ να καταλάβω ότι θέλεις να περάσεις μια βραδιά μόνος με τη γυναίκα σου τώρα που είστε νιόπαντροι;» «Κόφ’ το, Τζέιμς. Είσαι τόσο ευαίσθητος όσο ένα βόδι. Αν σου είχα ζητήσει να φύγετε από το σπίτι χθες βράδυ, θα έμενες μόνο και μόνο για να δεις γιατί ήθελα να φύγετε». «Θα έκανα εγώ τέτοιο πράγμα;» Ο Τζέιμς χαμογέλασε με μισή καρδιά. «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. Θα φανταζόμουν εσένα και τη μικρή Σκοτσέζα να αλωνίζετε στο σπίτι τσίτσιδοι και δεν θα μπορούσατε να με ξεφορτωθείτε με τίποτα. Δεν θα έχανα αυτό


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

275

το θέαμα για κανένα λόγο. Για πες, λοιπόν, γιατί ήθελες να μείνετε μόνοι;» Ο Άντονι έβαλε να πιει άλλο ένα ποτό. «Δεν έχει σημασία πια. Η βραδιά δεν κατέληξε έτσι όπως ήλπιζα». «Άρα όντως υπάρχουν προβλήματα στον παράδεισο, ε;» Ο Άντονι άφησε με κρότο το μπουκάλι στο τραπεζάκι δίπλα στην καρέκλα του κι εξερράγη. «Δεν θα πιστέψεις για τι πράγμα με κατηγορεί! Ότι πλάγιασα μ’ εκείνο το ζωντόβολο την γκαρσόνα που γνωρίσαμε προχθές το βράδυ!» «Για πρόσεχε λίγο πώς μιλάς, μικρέ. Έχω τρυφερές αναμνήσεις από τη Μ άρτζι». «Α, ώστε πήγες τελικά μετά και τη βρήκες;» «Λες να άφηνα να μου ξεφύγει τόσο ωραίο κομμάτι; Αν και η μικρή αλεπού με την αντρική βράκα θα είχε κάνει… τέλος πάντων». Ο Τζέιμς έβαλε άλλο ένα ποτό, ενοχλημένος που μετάνιωνε επειδή είχε χάσει το συγκεκριμένο κορίτσι μέσα από τα χέρια του. «Γιατί δεν είπες στην κυρά σου ότι είχα βάλει εγώ στο μάτι την γκαρσόνα; Εντάξει, μπορεί στο παρελθόν να μοιραζόμασταν τις ίδιες γυναίκες, αλλά είναι λίγο αισχρό να πάμε με την ίδια μέσα σε μια μέρα, δεν νομίζεις;» «Είναι, αλλά, βλέπεις, η αγαπημένη μου γυναικούλα με θεω​ρεί απόλυτα ικανό για κάθε είδους αισχρότητα. Άσε που δεν μου αρέσει καθόλου να αναγκάζομαι να εξηγώ ότι δεν έχω κάνει τίποτα κακό. Και κακώς το έκανα. Λίγη εμπιστοσύνη δεν θα έβλαπτε». Ο Τζέιμς αναστέναξε. «Τόνι, αγόρι μου, έχεις να μάθεις πολλά ακόμα για τις νιόπαντρες γυναίκες». «Ενώ εσύ έχεις παντρευτεί και ξέρεις, ε;» ρουθούνισε ο Άντονι. «Όχι βέβαια», αντιγύρισε ο Τζέιμς. «Αλλά δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό για να καταλάβεις ότι είναι μια ευαίσθητη περίοδος για μια γυναίκα. Πηγαίνει στα τυφλά, προσαρμόζεται. Είναι τρομερά ανασφαλής, αγχωμένη. Κι εσύ μιλάς για εμπιστοσύνη; Χα! Οι πρώτες εντυπώσεις είναι μάλλον κι αυτές που θα


276

JOHANNA LINDSEY

μείνουν στο τέλος. Δεν το βρίσκεις λογικό;» «Αυτό που βρίσκω λογικό είναι ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Πότε ήταν η τελευταία φορά που νταραβερίστηκες με μια αληθινή κυρία; Τα γούστα του καπετάνιου Χοκ γέρνουν προς εντελώς διαφορετικό είδος γυναικών». «Όχι και εντελώς, μικρέ. Έχει και τα μειονεκτήματά του να είσαι αρχηγός μιας ομάδας πειρατών, κυρίως επειδή αναγκάζεσαι να συχνάζεις σε μέρη της κατώτερης τάξης, και οι συνήθειες δύσκολα αλλάζουν. Αλλά τα γούστα μου, όπως το έθεσες, δεν διαφέρουν σε τίποτα από τα δικά σου. Δούκισσα ή κοκότα, το ίδιο μου κάνει, αρκεί να είναι ομορφούλα και πρόθυμη. Και μη νομίζεις ότι έχουν περάσει και τόσο πολλά χρόνια που δεν θυμάμαι πώς είναι μια δούκισσα. Άλλωστε, σ’ αυτό το θέμα όλες ίδιες είναι. Η ζήλεια τις κάνει μέγαιρες». «Η ζήλεια;» ρώτησε σαστισμένα ο Άντονι. «Ε, μα αυτό δεν είναι το πρόβλημα;» «Δεν το ’χα σκεφτεί έτσι… Αλλά τώρα που το λες, μπορεί γι’ αυτό να φέρεται τόσο παράλογα. Είναι τόσο θυμωμένη, γαμώτο, που δεν θέλει καν να το συζητήσουμε». «Άρα ο Νάιτον είχε δίκιο». Το πνιχτό γέλιο του Τζέιμς ξέσπασε ελεύθερο τώρα. «Πού πήγε η μαστοριά σου, μικρέ; Έχεις αρκετά μεγάλη πείρα σε τέτοια θέματα για να ξέρεις πώς να αποφεύγεις τις κακοτοπιές…» «Κοίτα ποιος μιλάει», τον έκοψε εκνευρισμένος ο Άντονι. «Αυτός που έφαγε κλοτσιά στο καλάμι τις προάλλες. Πού ήταν η μαστοριά του Χοκ…» «Κόφ’ το, Τόνι», γρύλισε ο Τζέιμς. «Αν συνεχίσεις να αναφέρεις αυτό το όνομα, στο τέλος θα καταλήξω μ’ ένα σκοινί περασμένο στο λαιμό. Ο Χοκ είναι νεκρός. Σε παρακαλώ πολύ να μην το ξεχνάς». Τα κέφια του Άντονι έφτιαξαν κάπως, τώρα που είχε καταφέρει να χαλάσει τα κέφια του αδελφού του. «Χαλάρωσε, γέρο. Οι τύποι εδώ δεν καταλαβαίνουν για ποιον μιλάμε. Αλλά το μήνυμα ελήφθη. Αφού έκανες τον κόπο να τον πεθάνεις,


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

277

καλά θα κάνουμε να τον αφήσουμε να αναπαυθεί εν ειρήνη. Δεν έτυχε να μου πεις ποτέ όμως. Τι απέγιναν οι υπόλοιποι πειρατές σου;» «Κάποιοι τράβηξαν τον δικό τους δρόμο. Άλλοι παρέμειναν στο Μ έιντεν Αν, παρόλο που τώρα δεν έχει τα πειρατικά χρώματα. Μ ένουν στη στεριά μέχρι να σαλπάρουμε». «Και πότε, με το καλό, θα γίνει αυτό;» «Χαλάρωσε, γέρο», του πέταξε κοροϊδευτικά την ίδια φράση ο Τζέιμς. «Διασκεδάζω αφάνταστα να σε βλέπω να τα κάνεις μαντάρα στη ζωή σου που λέω να μη φύγω ακόμα».


278

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 30

Ήταν πέντε το απόγευμα, όταν ο Τζορτζ Άμχερστ βοήθησε τους δύο αδελφούς Μ άλορι να κατέβουν από την άμαξα μπροστά στο σπίτι με την πρόσοψη από ψαμμόλιθο στο Πικαντίλι, και η αλήθεια ήταν ότι την είχαν ανάγκη τη βοήθεια. Ο Τζορτζ δεν είχε πάψει να χαμογελάει από την ώρα που έτυχε να βρει αυτούς τους δύο στη λέσχη Γουάιτς και είχε σπεύσει να σώσει την κατάσταση από τη φασαρία που είχαν προκαλέσει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πρώτη φορά έβλεπε τον Άντονι τόσο λιώμα στο μεθύσι που να μην ξέρει τι κάνει. Όσο για τον Τζέιμς, ε, ήταν τελείως κωμικό το θέαμα να βλέπει τον φοβερό και τρομερό Μ άλορι να ξεκαρδίζεται στα γέλια με τα χάλια του Άντονι, παρόλο που κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω· ήταν το ίδιο τύφλα. «Δεν θα της αρέσει καθόλου αυτό», έλεγε τώρα ο Τζέιμς αγκαλιάζοντας τον Άντονι από τους ώμους και παραλίγο να τους ρίξει και τους δυο τους κάτω. «Ποιας;» απαίτησε να μάθει ο Άντονι επιθετικά. «Της γυναίκας σου». «Της γυναίκας μου;» Ο Τζορτζ έπιασε τον Άντονι όταν τα δύο αδέλφια άρχισαν να κλυδωνίζονται και τους κατηύθυνε προς την πόρτα. «Πολύ ωραία!» σχολίασε γελώντας. «Παραλίγο να σε πετάξουν με τις κλοτσιές από τη Γουάιτς επειδή ξάπλωσες με μια μπουνιά τον


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

279

καημένο τον Μ πίλινγκς όταν ήρθε να σου ευχηθεί για το γάμο σου και τώρα δεν θυμάσαι καν ότι έχεις γυναίκα». Και ο ίδιος ο Τζορτζ, όμως, ακόμα να συνηθίσει την ιδέα. Είχε μείνει άφωνος όταν είχε έρθει χθες το πρωί από το σπίτι του ο Άντονι για να του πει αυτοπροσώπως τα νέα, προτού τα διαβάσει στις εφημερίδες. «Έτσι και γελάσεις, Τζορτζ… ένα τόσο δα γελάκι να ακούσω και θα σου κάνω τη μύτη καινούρια», του είχε πει ο Άντονι με σοκαριστική ειλικρίνεια. «Δεν ξέρω τι έπαθα. Μ ου έστριψε. Αυτή είναι η μόνη δικαιολογία. Επομένως να μου λείπουν τα συχαρίκια, αν έχεις την καλοσύνη. Μ άλλον συλλυπητήρια πρέπει να μου δώσεις». Κατόπιν είχε αρνηθεί να πει άλλη λέξη γι’ αυτό το θέμα, ούτε ποια ήταν, ούτε γιατί την είχε παντρευτεί, ούτε καν έναν υπαινιγμό γιατί το μετάνιωνε ήδη. Αλλά ο Τζορτζ δεν ήταν τόσο σίγουρος ότι το μετάνιωνε πραγματικά, αφού ο Άντονι τον είχε σύρει μαζί του να ψάξουν για τον ξάδελφό της που για κάποιο λόγο αποτελούσε απειλή για εκείνη. Ήταν φανερή η επιθυμία του να την προστατεύσει. Εξίσου φανερή ήταν και η επιθυμία του να μη μιλάει για εκείνη. Ακόμη πιο φανερή όμως ήταν η οργή του Άντονι, που σιγόβραζε μέσα του όλη μέρα. Ο Τζορτζ είχε ανακουφιστεί τρομερά που τελικά δεν είχαν ανακαλύψει τον τύπο που έψαχνε ο Άντονι. Δεν θα ήθελε να δει την κατάληξη έτσι και τον είχαν βρει. Αλλά κάτι που είχε πει ο Τζέιμς, την ώρα που ο Τζορτζ έβγαζε άρον άρον τα δύο αδέλφια έξω από τη λέσχη Γουάιτς, είχε ρίξει λίγο φως στο μυστήριο. «Βρήκες το μάστορά σου, Τόνι, αρπάζει κι εκείνη φωτιά με το παραμικρό σαν εσένα. Δεν μπορώ να πω αν είναι κακό για γυναίκα. Αν μη τι άλλο, πάντως, θα σ’ έχει στην τσίτα». Και είχε βάλει τα γέλια, παρόλο που ο Άντονι είχε γρυλίσει: «Όταν βρεις κι εσύ τον δικό σου μάστορα, αδελφέ, ελπίζω να είναι γλυκός σαν εκείνη τη μικρή οχιά που σε κλότσησε τις προάλλες, αντί να σου πει ένα ευχαριστώ που τη βοήθησες».


280

JOHANNA LINDSEY

Πάνω που ο Τζορτζ ήταν έτοιμος να τη χτυπήσει, η πόρτα άνοιξε. Φάνηκε ο Ντόμπσον όλο ύφος και τουπέ, αλλά χαλάρωσε και πήρε μια έκφραση ανήσυχης έκπληξης, όταν ο Τζέιμς άφησε τον Άντονι για να βρει πιο γερό στήριγμα – τον Ντόμπσον. «Πού είναι ο Γουίλις, καλέ μου άνθρωπε; Νομίζω ότι θα χρεια​στώ βοήθεια με τις μπότες μου». Δεν θα χρειαζόταν βοήθεια μόνο για τις μπότες, σκέφτηκε ο Τζορτζ με ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά, καθώς ο κοκαλιάρης Ντόμπσον, χωρίς να πει λέξη, προσπάθησε να κουβαλήσει τον πολύ πιο μεγαλόσωμο Τζέιμς προς τη σκάλα. Και ο Τζορτζ, όμως, δυσκολευόταν να συγκρατήσει τον Άντονι. «Καλύτερα να φωνάξεις να έρθουν μερικοί λακέδες, Ντόμπσον», πρότεινε ο Τζορτζ. «Φοβάμαι, κύριε», απάντησε ο Ντόμπσον λαχανιασμένος χωρίς να κοιτάξει πίσω, «ότι έχουν πάει για θελήματα της κυρίας». «Γαμώτο!» ζωντάνεψε ο Άντονι όταν το άκουσε. «Τι δουλειά έχει να στέλνει…» Ο Τζορτζ τον σκούντησε στα πλευρά για να πάψει. Η εν λόγω κυρία είχε βγει από το σαλόνι και στεκόταν με τα χέρια στους γοφούς και μια δυσάρεστη λάμψη στα γκριζοπράσινα μάτια της, τα οποία τους έκοψαν όλους από πάνω μέχρι κάτω. Ο Τζορτζ ξεροκατάπιε με δυσκολία. Αυτή ήταν η γυναίκα του Άντονι; Χριστέ μου, ήταν πανέμορφη – και έξαλλη. «Σας ζητώ συγγνώμη, λαίδη Μ άλορι», είπε διστακτικά ο Τζορτζ. «Βρήκα αυτούς τους δύο μάλλον λιώμα στο μεθύσι και θεώρησα σωστό να τους φέρω στο σπίτι για να πέσουν για ύπνο». «Και ποιος είστε εσείς, κύριε;» ρώτησε παγερά η Ρόσλιν. Ο Τζορτζ δεν πρόλαβε να απαντήσει, γιατί ο Άντονι, καρφώνοντας το βλέμμα στη γυναίκα του, ρουθούνισε και είπε: «Α, μα έλα τώρα, γλυκιά μου, θα πρέπει να τον ξέρεις τον γεροΤζορτζ. Αυτός είναι υπεύθυνος που δεν έχεις εμπιστοσύνη στο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

281

αντρικό φύλο». Ο Τζορτζ έγινε κατακόκκινος, όταν είδε τα μάτια της να εστιάζουν πάνω του και να μισοκλείνουν με μια ξεκάθαρη χρυσαφένια λάμψη. «Κόφ’ το, Μ άλορι», σύριξε και τίναξε από τους ώμους του το χέρι του Άντονι. «Σ’ αφήνω στα τρυφερά νύχια της γυναίκας σου. Μ ετά απ’ αυτό το αστείο, νομίζω ότι σου αξίζει και με το παραπάνω». Όχι ότι ο Άντονι καταλάβαινε τι έκανε, αλλά δεν ήταν τρόπος αυτός να συστήνεις τον καλύτερό σου φίλο στη γυναίκα σου. Στη Ρόσλιν ο Τζορτζ έγνεψε. «Θα τα ξαναπούμε, λαίδη Μ άλορι, κι ελπίζω κάτω από καλύτερες συνθήκες». Κι έφυγε θυμωμένος, χωρίς να κλείσει καν την πόρτα πίσω του. Ο Άντονι τον κοίταζε σαστισμένος που έφευγε, προσπαθώντας καταμεσής του χολ να διατηρήσει ανεπιτυχώς την ισορροπία του. «Είπα κάτι που σε πείραξε, Τζορτζ;» Ο Τζέιμς γέλασε τόσο βροντερά όταν το άκουσε, που μαζί με τον Ντόμπσον έπεσαν δύο σκαλιά πιο κάτω. «Είσαι απίστευτος, Τόνι. Ή που δεν θα θυμάσαι τίποτα ή που θα θυμάσαι πιο πολλά απ’ όσα πρέπει». Ο Άντονι έκανε μεταβολή και κοίταξε τον Τζέιμς, που ήταν ήδη στα μισά της σκάλας τώρα. Το «Τι στο διάολο θες να πεις;» που είπε, προκάλεσε άλλη μια έκρηξη γέλιου. Όταν είδε ότι ο Άντονι ήταν έτοιμος να σωριαστεί με το πρόσωπο στο πάτωμα, η Ρόσλιν όρμησε μπροστά, πέρασε το χέρι του γύρω από τον αυχένα της και το δικό της χέρι γύρω από τη μέση του. «Δεν το πιστεύω ότι πήγες κι έκανες τέτοιο πράγμα», είπε μέσα από τα δόντια, βοηθώντας τον προσεκτικά να διασχίσει το χολ. «Έχεις ιδέα τι ώρα είναι και γυρνάς σπίτι σ’ αυτά τα χάλια;» «Φυσικά», απάντησε αγανακτισμένα εκείνος. «Είναι… είναι… τέλος πάντων, ό,τι ώρα και να ’ναι, σε ποιο άλλο σπίτι να πάω; Εδώ είναι το σπίτι μου». Σκόνταψε στο πρώτο σκαλί, παρασύροντας μαζί του και τη Ρόσλιν με αποτέλεσμα να βρεθούν και οι δύο σωριασμένοι


282

JOHANNA LINDSEY

καταγής. «Μ α την πίστη μου, θα έπρεπε να σ’ αφήσω εδώ!» Ο Άντονι, μέσα στο μεθύσι του, δεν κατάλαβε καλά. Τύλιξε το χέρι του γύρω της, κρατώντας την τόσο σφιχτά πάνω στο στήθος του που η Ρόσλιν δεν μπορούσε να αναπνεύσει. «Δεν πρόκειται να μ’ αφήσεις, Ρόσλιν. Δεν θα το επιτρέψω». Εκείνη τον κοίταξε μην πιστεύοντας στ’ αυτιά της. «Εσύ δεν… Αχ, Θε μου, φύλαγέ με από μεθυσμένους και ηλίθιους», είπε αγανακτισμένη κι αποτραβήχτηκε από κοντά του. «Έλα, ανόητε άντρα. Σήκω». Παραδόξως κατάφερε να τον ανεβάσει πάνω, στην κρεβατοκάμαρά του. Όταν το επόμενο δευτερόλεπτο εμφανίστηκε στην πόρτα ο Ντόμπσον, η Ρόσλιν του έκανε νόημα να φύγει, αν και δεν ήταν σίγουρη γιατί. Θα της ήταν χρήσιμη η βοήθειά του. Αλλά πρώτη φορά είχε τον Άντονι έτσι ανυπεράσπιστο, να μην μπορεί να πάρει τα πόδια του. Και μάλλον το απολάμβανε, τώρα που της είχαν περάσει τα πρώτα νεύρα. Επίσης ικανοποιητικό ήταν και το γεγονός ότι μάλλον εκείνη ήταν η αιτία γι’ αυτό το χάλι. Ή μήπως όχι; «Μ πορείς να μου πεις γιατί γυρνάς μεθυσμένος μεσημεριάτικα;» τον ρώτησε και καβαλίκεψε το πόδι του για να του βγάλει την πρώτη μπότα. «Μ εθυσμένος; Χριστός κι Απόστολος, γυναίκα, αυτή η λέξη είναι αηδιαστική. Οι κύριοι δεν μεθούν ποτέ». «Α, ναι; Και τότε τι κάνουν;» Ο Άντονι έσπρωξε με το άλλο του πόδι τον πισινό της για αντίσταση, ώσπου η μπότα βγήκε. «Η σωστή λέξη είναι… είναι… Ποια είναι, γαμώτο;» «Μ εθυσμένος», επανέλαβε αυτάρεσκα εκείνη. Ο Άντονι γρύλισε και όταν η Ρόσλιν έσκυψε για να τραβήξει και τη δεύτερη μπότα, εκείνος έσπρωξε κάπως παραπάνω και λίγο έλειψε εκείνη να κουτρουβαλιαστεί όταν τελικά βγήκε και η άλλη μπότα. Γύρισε απότομα προς το μέρος του, με τα μάτια της μισόκλειστα και τον είδε να της χαμογελάει αθώα. Πέταξε την μπότα στο πάτωμα και γύρισε στο κρεβάτι για να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

283

του βγάλει το σακάκι. «Δεν απάντησες σ’ αυτό που σε ρώτησα, Άντονι». «Τι με ρώτησες;» «Γιατί είσαι σ’ αυτή την αηδιαστική κατάσταση;» Αυτή τη φορά εκείνος δεν θίχτηκε. «Έλα τώρα, γλυκιά μου. Για τι άλλο γίνεται φέσι ένας άντρας; Ή γιατί φαλίρισε ή γιατί πέθανε κάποιος δικός του ή γιατί είναι άδειο το κρεβάτι του». Ήταν η σειρά της τώρα να τον κοιτάξει όλο αθωότητα. «Πέθανε κανείς;» Ο Άντονι την έπιασε από τους γοφούς και την τράβηξε μια ιδέα πιο κοντά ανάμεσα στα πόδια του. Χαμογελούσε μα δεν αστειευόταν. «Παίζεις με τη φωτιά, καρδιά μου, και θα καείς», την προειδοποίησε βραχνά. Η Ρόσλιν του έβγαλε απότομα τη γραβάτα και τον έσπρωξε να πέσει πάλι πίσω στο κρεβάτι. «Κοιμήσου μπας και συνέλθεις, καρδιά μου». Και γύρισε να φύγει. «Είσαι σκληρή γυναίκα, Ρόσλιν Μ άλορι», της φώναξε ο Άντονι. Εκείνη έκλεισε αποφασιστικά την πόρτα με κρότο.


284

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 31

Ο Άντονι ξύπνησε με ένα κεφάλι καζάνι και μια βλαστήμια στα χείλη. Ανακάθισε για να ανάψει το φανό δίπλα στο κρεβάτι του και βλαστήμησε ξανά. Το ρολόι πάνω στο γείσο του τζακιού έδειχνε λίγα λεπτά μετά τις δύο. Έξω από το παράθυρό του είδε σκοτάδι κι από κει κατάλαβε ότι δεν ήταν δύο το μεσημέρι. Βλαστήμησε ξανά, συνειδητοποιώντας ότι είχε ξυπνήσει για τα καλά μέσα στη μαύρη νύχτα, μ’ έναν διαολεμένο πονοκέφαλο και πολλές ώρες μπροστά του μέχρι να ξημερώσει. Τι στο διάολο τον είχε πιάσει; Εντάξει, ήξερε τι τον είχε πιάσει, αλλά δεν θα έπρεπε να το είχε αφήσει να πάρει το πάνω χέρι. Θυμήθηκε αόριστα το φίλο του τον Τζορτζ να τους φέρνει στο σπίτι και να λέει ότι είχε χτυπήσει τον Μ πίλινγκς – γαμώτο! Μ ακάρι να μην ήταν αλήθεια. Ο Μ πίλινγκς ήταν καλός άνθρωπος. Θα έπρεπε να του ζητήσει συγγνώμη και μάλλον όχι μόνο μία. Αλλά και ο Τζορτζ δεν είχε φύγει θυμωμένος; Ο Άντονι δεν μπορούσε να καλοθυμηθεί. Δεν ένιωθε άνετα, κοιτάχτηκε και μόρφασε. Κακιασμένη γυναίκα. Θα μπορούσε τουλάχιστον να τον είχε γδύσει και να τον είχε σκεπάσει, αφού στο κάτω κάτω αυτή έφταιγε που είχε γίνει τύφλα. Αλλά εκείνη δεν του είχε φερθεί απότομα και μάλιστα του το είχε τρίψει και στη μούρη; Ούτε κι αυτό το θυμόταν καθαρά όμως. Έσκυψε μπροστά, κάνοντας απαλό μασάζ στους κροτάφους


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

285

του. Πάντως είχε διάφορα να κάνει, έστω και τέτοια ώρα. Θα μπορούσε να δοκιμάσει να ξανακοιμηθεί, πράγμα αμφίβολο. Ήδη είχε κοιμηθεί περισσότερο απ’ ό,τι συνήθιζε. Θα μπορούσε να αλλάξει και να γυρίσει στη λέσχη Γουάιτς να παίξει λίγο ουίστ – αν, δηλαδή, δεν είχε συμπεριφερθεί όντως απαίσια νωρίτερα και τον άφηναν να μπει. Ή θα μπορούσε να γίνει το ίδιο κακιασμένος με τη γυναίκα του και να πήγαινε να την ξυπνήσει και τότε να δούμε τι θα γινόταν. Όχι, ένιωθε πολύ βρόμικος για να κάνει κάτι τέτοιο, αν ξαφνικά εκείνη αποδεικνυόταν πρόθυμη. Γέλασε, κάτι που τον έκανε να μορφάσει από πόνο. Καλύτερα να φρόντιζε να ξεφορτωθεί τις συνέπειες του μεθυσιού πριν ξημερώσει. Ωραία θα ήταν να έκανε ένα μπάνιο, αλλά θα έπρεπε να περιμένει μια αξιοπρεπή ώρα για να ξυπνήσει τους υπηρέτες. Τότε να πάει να φάει κάτι. Αργά, επειδή ένιωθε σαν κάθε του βήμα να του τρυπάει το μυαλό, ο Άντονι βγήκε από την κάμαρα. Αλλά στο τέρμα του διαδρόμου σταμάτησε, όταν είδε φως κάτω από την πόρτα του αδελφού του. Χτύπησε, μα μπήκε χωρίς να περιμένει να του δώσουν την άδεια και βρήκε τον Τζέιμς γυμνό, καθισμένο στην άκρη του κρεβατιού, να κρατάει το κεφάλι του. Παραλίγο να τον πιάσουν τα γέλια, αλλά τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε. Ο αδελφός του πονούσε πάρα πολύ για να τον αρχίσει στα πειράγματα. Ο Τζέιμς δεν σήκωσε τα μάτια να δει ποιος ήταν. Σιγανά, απειλητικά, είπε με σφιγμένα δόντια: «Αν θέλεις τη ζωή σου, μίλα ψιθυριστά». «Έχεις κι εσύ ένα ανθρωπάκι να σου σφυροκοπάει το μυαλό, γέρο;» Ο Τζέιμς σήκωσε το κεφάλι του αργά. Το ύφος του ήταν δολοφονικό. «Τουλάχιστον μια ντουζίνα και φταις εσύ γι’ αυτό, κακόμοιρε…» «Σιγά μη φταίω εγώ. Εσύ είπες να με κεράσεις ένα ποτό, άρα αν πρέπει κάποιος να παραπονιέται…»


286

JOHANNA LINDSEY

«Ένα ποτό είπα, όχι ένα κάρο μπουκάλια, ηλίθιε!» Μ όρφασαν και οι δύο από τον υψωμένο τόνο του. «Εντάξει, σ’ αυτό έχεις ένα δίκιο». «Καλοσύνη σου που το παραδέχεσαι», ρουθούνισε ο Τζέιμς, κάνοντας πάλι μασάζ στους κροτάφους του. Τα χείλη του Άντονι πήγαν να γελάσουν. Ήταν γελοίο να τιμωρούν έτσι τα σώματά τους, αν και το σώμα του Τζέιμς δεν έδειχνε καθόλου χάλια. Ο Άντονι είχε εκπλαγεί για μια στιγμή όταν είχε πρωτομπεί στο δωμάτιο. Είχε να δει τον αδελφό του γυμνό από τότε που είχε μπουκάρει στην κρεβατοκάμαρα εκείνης της κόμησσας –δεν θυμόταν καν το όνομά της τώρα–, για να ειδοποιήσει τον Τζέιμς ότι ανέβαινε ο άντρας της. Ο Τζέιμς είχε αλλάξει από εκείνη τη νύχτα, που ήταν πριν από δέκα χρόνια και βάλε. Ήταν πιο γεροδεμένος τώρα, πιο συμπαγής. Η αλήθεια ήταν ότι το σώμα του φούσκωνε από μυς στο στήθος και στα χέρια του, μέχρι κάτω στα πόδια. Θα πρέπει να ήταν από το σκαρφάλωμα στα ξάρτια του καραβιού τα δέκα χρόνια πειρατείας. «Ξέρεις, Τζέιμς, είσαι απίστευτα γεροδεμένος». Ο Τζέιμς, κουνώντας το κεφάλι του στο άκουσμα αυτού του αναπάντεχου σχολίου, κοιτάχτηκε και ύστερα κοίταξε πάλι τον Άντονι. Τελικά χαμογέλασε με την έκπληξη του αδελφού του. «Πάντως τις κυρίες δεν τις πειράζει». «Το φαντάζομαι». Ο Άντονι γέλασε. «Κάνεις κέφι να παίξουμε καμιά παρτίδα χαρτιά; Δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ». «Αρκεί να μη φέρεις κονιάκ». «Όχι, Χριστέ μου! Έλεγα να πιούμε καφέ και να τσιμπήσουμε κάτι γιατί δεν θυμάμαι να έχουμε φάει για βράδυ». «Δώσ’ μου δυο λεπτά και θα έρθω να σε βρω στην κουζίνα».

Όταν η Ρόσλιν κάθισε να πάρει πρωινό, τα μάτια της ήταν θολά από το ξενύχτι. Είχε περάσει άλλη μια ανήσυχη, ξάγρυπνη


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

287

νύχτα. Αυτή τη φορά ήταν δικό της το φταίξιμο. Ένιωθε μάλλον ενοχές για τη συμπεριφορά της απέναντι στον Άντονι χθες το απόγευμα. Θα μπορούσε τουλάχιστον να τον είχε γδύσει και να τον βάλει να ξαπλώσει πιο άνετα αντί να τον παρατήσει έτσι, χωρίς να κάνει καν τον κόπο να τον βάλει κάτω από τα σκεπάσματα. Στο κάτω κάτω, άντρας της ήταν. Το γνώριζε το κορμί του. Δεν είχε λόγο να ντρέπεται. Έξι φορές κόντεψε να σηκωθεί για να πάει να διορθώσει το λάθος της, αλλά κάθε φορά άλλαζε γνώμη· φοβόταν μην ξυπνούσε εκείνος και παρερμήνευε το ενδιαφέρον της. Κι αφού είχε πέσει να ξαπλώσει, ε, δεν μπορούσε να πάει στην κάμαρά του με το νυχτικό της. Αυτό σίγουρα θα το παρεξηγούσε. Την ενοχλούσε που ένιωθε ενοχές. Δεν τον συμπονούσε καθόλου για τα χάλια του. Αν ο κύριος ήθελε να μεθύσει και να ρίξει το φταίξιμο σ’ εκείνη, πρόβλημά του. Κι αν σήμερα το πρωί είχε φριχτό πονοκέφαλο, καλά να πάθει. Αυτά έχουν οι καταχρήσεις. Και τότε γιατί πέρασε τη μισή νύχτα ξάγρυπνη να τον σκέφτεται ξαπλωμένο, ανήμπορο στο κρεβάτι; «Αν το φαγητό είναι τόσο χάλια και γι’ αυτό το κοιτάς τόσο αγριεμένα, λέω να φάω στη λέσχη μου σήμερα». Η Ρόσλιν σήκωσε τα μάτια και, ξαφνιασμένη από την αναπάντεχη εμφάνιση του Άντονι, απάντησε απλά: «Μ ια χαρά είναι το φαγητό». «Υπέροχα!» είπε κεφάτα εκείνος. «Τότε δεν σε πειράζει να σου κάνω παρέα, ε;» Δεν περίμενε την απάντησή της. Πήγε στον μπουφέ κι άρχισε να βάζει στο πιάτο του ένα βουνό φαγητό. Η Ρόσλιν κοίταξε το ψηλό κορμί του, που έδειχνε άψογο με τη σκουροκάστανη βράκα από εξαιρετικά λεπτό δέρμα ελαφιού και τις αστραφτερές γερμανικού τύπου μπότες του. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να δείχνει τόσο υπέροχος ούτε τόσο χαρούμενος σήμερα το πρωί. Κανονικά θα έπρεπε να βογκά και να γκρινιάζει, βρίζοντας για τη χαζομάρα που πήγε κι έκανε. «Παρακοιμήθηκες», σχολίασε κοφτά η Ρόσλιν, καρφώνοντας


288

JOHANNA LINDSEY

με το πιρούνι της ένα παχουλό λουκάνικο από το πιάτο της. «Βασικά, μόλις γύρισα από την πρωινή μου ιππασία». Κάθισε απέναντί της και ύψωσε ελαφρώς τα φρύδια του ερωτηματικά. «Εσύ τώρα σηκώθηκες, γλυκιά μου;» Ευτυχώς που δεν είχε βάλει ακόμα το λουκάνικο στο στόμα της, γιατί θα είχε πνιγεί με τη φαινομενικά αθώα ερώτησή του. Πώς τολμούσε να της στερεί την ικανοποίηση να του τα ψάλλει για τη χθεσινή αχαρακτήριστη συμπεριφορά του; Κι αυτό ακριβώς έκανε, έτσι που καθόταν εκεί και την κοίταζε λες και είχε κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής του. Ο Άντονι δεν περίμενε απάντηση στην τελευταία ερώτησή του και ούτε πήρε κιόλας. Μ ε μια κεφάτη λάμψη στα μπλε του κοβαλτίου μάτια του, παρακολουθούσε τη Ρόσλιν να επιτίθεται στο φαγητό της αποφασισμένη να τον αγνοήσει. Αλλά από διαστροφή, εκείνος δεν θα της έκανε τη χάρη. «Πρόσεξα μια καινούρια κουρελού στο χολ». Εκείνη δεν του έριξε ούτε ματιά, κι ας ήταν προσβολή να αποκαλεί κουρελού το πανάκριβο κομμάτι που είχε υφανθεί έτσι ώστε να μοιάζει με ταπισερί Ωμπουσόν. «Περίεργο που δεν το πρόσεξες χθες». Έτσι μπράβο, καρδιά μου. Χαμογέλασε μόνος του. Θα την έκανε σκόνη, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. «Κι έναν καινούριο Γκέινσμπορο», συνέχισε εκείνος, τα μάτια του στάθηκαν για λίγο στον εξαίσιο πίνακα που πλέον δέσποζε στον τοίχο αριστερά του. «Και σήμερα θα πρέπει να έρθουν το καινούριο σκρίνιο και η τραπεζαρία από ροδόξυλο». Εξακολουθούσε να κρατά τα μάτια της καρφωμένα στο πιάτο, αλλά του Άντονι δεν του διέφυγε η ξαφνική αλλαγή πάνω της. Δεν καθόταν πλέον σιγοβράζοντας από καταπιεσμένο θυμό. Η αυτάρεσκη ικανοποίηση που ένιωθε εκείνη τώρα ήταν αισθητή. Ο Άντονι παραλίγο να γελάσει φωναχτά. Ήταν τόσο διάφανη, η γλυκιά του η γυναικούλα. Αν συνδύαζε το γεγονός ότι την είχε τσαντίσει πολύ με το θέμα που συζητούσαν τώρα, δεν ήταν


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

289

δύσκολο να φανταστεί τι σκάρωνε. Παλιό το κόλπο, η σύζυγος κάνει το σύζυγο να πληρώσει που την τσάντισε χτυπώντας τον στο πορτοφόλι. Κι από διάφορα σχόλια που είχε κάνει η Ρόσλιν στο παρελθόν, ο Άντονι ήξερε την εντύπωσή της ότι το δικό του πορτοφόλι δεν άντεχε και πολύ μεγάλη τσαντίλα. «Δηλαδή κάνεις μια μικρή ανακαίνιση, ε;» Ένα ανεπαίσθητο ανασήκωμα των ώμων, αλλά μια υπερβολικά γλυκερή φωνή. «Ήξερα ότι δεν θα σε πείραζε». «Καθόλου, γλυκιά μου. Σκόπευα να σ’ το προτείνω κι εγώ». Το κεφάλι της σηκώθηκε απότομα, αλλά βρήκε γρήγορα την απάντηση. «Ωραία, γιατί μόλις άρχισα. Και νομίζω θα χαρείς να μάθεις ότι τελικά δεν θα κοστίσει τόσο πολύ όσο νόμιζα, όταν έκανα μια πρώτη περιήγηση στο σπίτι. Μ έχρι στιγμής έχω ξοδέψει μόνο τέσσερις χιλιάδες λίρες». «Καλώς». Η Ρόσλιν τον κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Η ολοφάνερα βαριεστημένη απάντησή του ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει. Μ πας και νόμιζε ότι ξόδευε δικά της χρήματα; Ε, λοιπόν, όταν θα άρχιζαν να καταφτάνουν οι λογαριασμοί, αυτός ο απαίσιος άντρας θα μάθαινε ότι δεν ήταν έτσι. Σηκώθηκε πετώντας την πετσέτα της στο τραπέζι, την είχε φουρκίσει τόσο η αντίδρασή του –ή μάλλον η απουσία αντίδρασης–, που δεν άντεχε να μείνει άλλο μαζί του. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει την εντυπωσιακή έξοδο που ήθελε. Μ ετά τα χθεσινά επιβαλλόταν να επιμείνει να μην επαναληφθεί κάτι τέτοιο και σήμερα που περίμενε επισκέψεις. «Θα έρθει η Φράνσις για δείπνο απόψε. Αν κατά τύχη αλλάξεις τη συνήθειά σου να γυρίζεις αργά κι έρθεις νωρίς να φας μαζί μας, σε παρακαλώ πολύ να είσαι νηφάλιος». Το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Άντονι για να εμποδίσει τα χείλη του να χαμογελάσουν ήταν να πει: «Πάλι φέρνεις ενισχύσεις, γλυκιά μου;». «Το αντιπαρέρχομαι αυτό», είπε εκείνη με παγερή αλαζονεία


290

JOHANNA LINDSEY

κι έκανε να φύγει, αλλά όταν έφτασε στην πόρτα, έκανε μεταβολή και τον αγριοκοίταξε. «Κι έτσι για να ξέρεις, κύριε, δεν είναι ότι δεν έχω εμπιστοσύνη σε όλους τους άντρες, όπως τόνισες χθες με τόση αγένεια την ώρα που με σύστηνες στο φίλο σου, αλλά μόνο σε όποιον είναι γυναικάς και παλιοτόμαρο!»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

291

Κεφάλαιο 32

«Αυτός θα ’ναι, άρχοντά μου». Ο Τζόρντι Κάμερον στράφηκε προς τον κοντό, γενειοφόρο άντρα δίπλα του και του ήρθε να του κοπανήσει μία κατακέφαλα. «Ποιος, βρε ηλίθιε; Δύο είναι!» Το αυτί του Βίλμπερτ Στόου ούτε που ίδρωσε από τον απότομο τόνο του Σκοτσέζου. Το είχε συνηθίσει πια – όπως και την ανυπομονησία του, τα νεύρα του και την αλαζονεία του. Αν ο Κάμερον δεν πλήρωνε τόσο καλά, θα του έλεγε πού να τη βάλει αυτή τη δουλειά. Και μάλλον θα του έκοβε και το λαρύγγι, έτσι για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Αλλά πλήρωνε καλά, τριάντα αγγλικές λίρες, ολόκληρη περιουσία για τον Βίλμπερτ Στόου. Κι έτσι κατάπιε τη γλώσσα του όπως πάντα, αγνοώντας τις προσβολές που δεχόταν. «Ο μελαχρινός», διευκρίνισε ο Βίλμπερτ, φροντίζοντας να δια​τηρεί δουλοπρεπή τόνο. «Σ’ αυτόν ανήκει το σπίτι. Σερ Άντονι Μ άλορι τον λένε». Ο Τζόρντι κοίταξε μέσα από ένα μονοκυάλι προς την απέναντι πλευρά του δρόμου, βλέποντας πεντακάθαρα τα χαρακτηριστικά του Μ άλορι καθώς εκείνος στράφηκε προς την πόρτα να πει κάτι στον ξανθό τύπο που ήταν μαζί του. Ώστε αυτός ήταν ο Άγγλος που χτένιζε τις φτωχογειτονιές ψάχνοντας τον Τζόρντι τις τελευταίες μέρες, αυτός που έκρυβε τη Ρόσλιν; Α, ο Τζόρντι ήξερε ότι εκείνη ήταν εκεί μέσα, κι ας μην είχε


292

JOHANNA LINDSEY

ξεμυτίσει από τότε που είχε δώσει εντολή στον Βίλμπερτ και στον αδελφό του, τον Τόμας, να παρακολουθούν συνέχεια το σπίτι. Έπρεπε να είναι εκεί μέσα. Εκεί είχαν σταλεί τα ρούχα της. Και σ’ αυτό το σπίτι είχε έρθει ήδη δύο φορές εκείνη η Γκρένφελ. Η Ρόσλιν πίστευε ότι ήταν πολύ έξυπνο να κρύβεται και να μη βγαίνει έξω. Αλλά για τον Τζόρντι η παρακολούθηση ήταν πιο εύκολη εδώ, με το Γκριν Παρκ που απλωνόταν απέναντι από το σπίτι. Υπήρχαν άφθονα δέντρα να κρυφτεί, αντί να κάθεται μέσα σε μια άμαξα που μπορεί να κινούσε υποψίες, όπως στην περίπτωση του σπιτιού στην οδό Σάουθ Όντλεϊ. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγει χωρίς να τη δουν ο Βίλμπερτ ή ο Τόμας και είχαν μια άμαξα έτοιμη λίγο παρακάτω για να την ακολουθήσουν. Ήταν απλώς θέμα χρόνου. Στο μεταξύ, όμως, εκείνος θα φρόντιζε τον Άγγλο λιμοκοντόρο που την έκρυβε και που τις τελευταίες πέντε μέρες είχε αναγκάσει δύο φορές τον Τζόρντι να αλλάξει κρυψώνα, επειδή έχωνε τη μύτη του. Τώρα που ήξερε πώς ήταν εμφανισιακά αυτός ο καταραμένος δανδής, θα ήταν παιχνιδάκι να τον τακτοποιήσει μια και καλή. Κατέβασε το μονοκυάλι και χαμογέλασε. Σύντομα, κοπελιά. Σύντομα θα σε κάνω να πληρώσεις για όλη αυτή τη φασαρία. Θα εύχεσαι να μην είχες στραφεί εναντίον μου όπως έκαναν η ηλίθια η μητέρα σου και ο γέρος, που μακάρι να καίγονται και οι δύο στην κόλαση τώρα.

«Θέλεις άλλο ένα σέρι, Φράνσις;» Η Φράνσις κοίταξε το ποτήρι της, που ήταν σχεδόν γεμάτο ακόμα, και ύστερα τη Ρόσλιν, η οποία ξαναγέμιζε με το κεχριμπαρένιο ποτό το δικό της. «Χαλάρωσε λίγο, Ρος. Αφού δεν φάνηκε έως τώρα, μάλλον δεν θα έρθει».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

293

Η Ρόσλιν κοίταξε πίσω της τη φίλη της, αλλά παρότι το προσπάθησε δεν κατάφερε να χαμογελάσει. «Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Άντονι εμφανίζεται όταν δεν το περιμένω, μόνο και μόνο για να με κρατάει τσιτωμένη». «Είσαι τσιτωμένη;» Η Ρόσλιν έβγαλε έναν ήχο κοφτό, που ήταν μισό γέλιο και μισό βογκητό, και κατέβασε μια γενναία γουλιά από το δεύτερο σέρι της προτού στραφεί και πάει να καθίσει δίπλα στη Φράνσις στον καινούριο Άνταμς καναπέ της. «Κανονικά δεν θα ’πρεπε να είμαι, έτσι δεν είναι; Στο κάτω κάτω δεν θα τολμούσε να κάνει τίποτα σκανδαλώδες όσο είσαι εδώ και τον προειδοποίησα ότι θα ερχόσουν». «Αλλά;» Η Ρόσλιν κατάφερε τελικά να χαμογελάσει, αν και το χαμόγελό της έμοιαζε περισσότερο με μορφασμό. «Όλο μ’ αιφνιδιάζει, Φραν, με τις συνεχείς εναλλαγές της διάθεσής του. Δεν ξέρω ποτέ τι να περιμένω». «Αυτό δεν είναι και τόσο περίεργο, καλή μου. Όλοι έχουμε τα πάνω μας και τα κάτω μας. Πάψε να ανησυχείς και πες μου τι είπε γι’ αυτό το δωμάτιο που ανακαίνισες». Το βαθύ χαχανητό της Ρόσλιν ήταν μεταδοτικό. «Δεν το έχει δει ακόμα». Τα μάτια της Φράνσις άνοιξαν διάπλατα. «Θες να πεις ότι δεν ενέκρινε πρώτα αυτά που διάλεξες; Μ α αυτά τα κομμάτια είναι τόσο… τόσο…» «Ντελικάτα και θηλυκά;» Η Φράνσις έβγαλε μια κραυγή, όταν είδε τη λάμψη στα γκριζοπράσινα μάτια της Ρόσλιν. «Θεέ μου, το έκανες επίτηδες! Κι ελπίζεις ότι θα φρίξει μόλις το δει, σωστά;» Η Ρόσλιν κοίταξε ολόγυρα το άλλοτε αντρικά επιπλωμένο δωμάτιο που είχε αλλάξει ριζικά με τα πανέμορφα έπιπλα από ξύλο σουιτενίας. Τώρα έδειχνε όπως έπρεπε να είναι ένα σαλόνι, γιατί στην πραγματικότητα το σαλόνι ήταν ο χώρος μιας γυναίκας. Μ πορεί ο Άνταμς να ήταν γνωστός για το εξαιρετικά


294

JOHANNA LINDSEY

εκλεπτυσμένο στιλ του σε ό,τι είχε να κάνει με τη λεπτότητα στη δομή και στο διάκοσμο των επίπλων του, αλλά εκείνης της άρεσε ο σκαλιστός κι επιχρυσωμένος σκελετός στους δύο καναπέδες και στις καρέκλες, και ιδίως η σατέν μπροκάρ ταπετσαρία τους με τα ασημένια λουλούδια πάνω σε φόντο πράσινο της ελιάς. Στην ουσία τα χρώματα δεν ήταν γυναικεία. Εδώ είχε κάνει ένα συμβιβασμό. Αλλά ο διάκοσμος ήταν. Κι έμενε ακόμα να αποφασίσει για την καινούρια ταπετσαρία στους τοίχους. «Δεν νομίζω ότι ο Άντονι θα φρίξει μόλις το δει, Φράνσις, αλλά ακόμη κι αυτό να γινόταν, μάλλον δεν θα το έλεγε. Είναι έτσι ο χαρακτήρας του». Ανασήκωσε τους ώμους. «Αλλά, φυσικά, αν πει κάτι, θα ξεφορτωθώ τα συγκεκριμένα έπιπλα και θ’ αγοράσω άλλα». Η Φράνσις συνοφρυώθηκε. «Νομίζω ότι παραέχεις συνηθίσει να ξοδεύεις χρήματα χωρίς να κοιτάζεις την τιμή. Ξεχνάς ότι ο άνδρας σου δεν είναι τόσο πλούσιος όσο εσύ». «Όχι, αυτό ειδικά δεν το ξεχνώ». Έπειτα από αυτή την ωμή δήλωση, η Φράνσις αναστέναξε. «Ώστε αυτό είναι. Ελπίζω, πάντως, να ξέρεις τι κάνεις. Οι άνδρες μπορεί να αντιδράσουν περίεργα όταν μπαίνει το χρήμα στη μέση, ξέρεις. Κάποιοι μπορεί να χάσουν είκοσι χιλιάδες λίρες και να μην ιδρώσει το αυτί τους. Άλλοι θα πήγαιναν να αυτοκτονήσουν έτσι κι έχαναν τέτοιο ποσό». «Μ η φοβάσαι, Φράνσις. Ο Άντονι σίγουρα θα εμπίπτει στην κατηγορία αυτών που δεν ιδρώνει το αυτί τους. Λοιπόν, να σου βάλω άλλο ένα ποτό πριν το δείπνο;» Η Φράνσις κοίταξε το ποτήρι της, που ήταν μισογεμάτο ακόμα, και κατόπιν της Ρόσλιν, που είχε αδειάσει ξανά. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι, αλλά όχι ως απάντηση στην ερώτηση της φίλης της. «Μ πορεί να παριστάνεις την άνετη, Ρος, αλλά μη μου πεις ότι δεν ανησυχείς για την αντίδρασή του. Σου φέρθηκε πολύ άσχημα, όταν είχατε εκείνη την παρεξήγηση για την οποία δεν θέλεις να μιλάς;»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

295

«Δεν ήταν παρεξήγηση», απάντησε τσιτωμένα εκείνη. «Και μου φέρεται άσχημα από τη μέρα που τον παντρεύτηκα». «Καλά τώρα. Δεν μπορώ να πω ότι ξεχείλιζες κι εσύ από γοητεία την τελευταία φορά που σας είδα μαζί. Θα έλεγα ότι τα κέφια του εξαρτώνται άμεσα από τα δικά σου, γλυκιά μου». Η αντίδραση της Ρόσλιν στη σοφή παρατήρηση της Φράνσις ήταν μια γκριμάτσα. «Αφού απ’ ό,τι φαίνεται δεν θα έρθει να φάει μαζί μας, κι ο αδελφός του με τον ανιψιό του έχουν βγει, έχουμε μείνει οι δυο μας. Σίγουρα μπορούμε να βρούμε ένα πιο ευχάριστο θέμα συζήτησης». Η Φράνσις υποχώρησε και χαμογέλασε. «Αν βάλουμε τα δυνατά μας, σίγουρα». Χαμογέλασε και η Ρόσλιν, νιώθοντας να φεύγει από πάνω της λίγη από την ένταση που ένιωθε. Η Φράνσις της έκανε καλό, παρότι κάποιες από τις συμβουλές που της έδινε, η Ρόσλιν δεν ήθελε να τις ακούσει. Άφησε κάτω το ποτήρι της και σηκώθηκε. «Πάμε. Αν πιω κι άλλο, δεν θ’ απολαύσω το εξαίσιο δείπνο που έχει ετοιμάσει ο μάγειρας και ο Ντόμπσον περιμένει εμάς να πάμε στην τραπεζαρία για να αρχίσει να σερβίρει. Και πού να δεις το καινούριο τραπέζι που μου έφεραν σήμερα το απόγευμα. Είναι ένα ποίημα φινέτσας που καλύπτει όλα τα γούστα». «Και σίγουρα πανάκριβο, ε;» Η Ρόσλιν χαχάνισε. «Ναι, και αυτό». Πιάστηκαν αγκαζέ και βγήκαν από το σαλόνι για να πάνε στη μικρή τραπεζαρία, η οποία μέχρι πρότινος δεν ήταν παρά μόνο μια απλή αίθουσα πρωινού, αφού ο Άντονι σπάνια δειπνούσε στο σπίτι πριν παντρευτεί και, εδώ που τα λέμε, το ίδιο εξακολουθούσε να κάνει και τώρα. Αλλά η Ρόσλιν κοντοστάθηκε, όταν είδε τον Ντόμπσον να πηγαίνει να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού και σφίχτηκε, όταν είδε τον Άντονι να μπαίνει. Μ όλις όμως αναγνώρισε ποιος ήταν μαζί του, της κόπηκε η ανάσα. Δεν ήταν δυνατόν! Κι όμως ήταν! Είχε φέρει επίτηδες μαζί του τον Τζορτζ Άμχερστ. Ήξερε πολύ καλά ότι θα


296

JOHANNA LINDSEY

ήταν εκεί η Φράνσις. Κι από το ύφος του Τζορτζ, που είχε μείνει στήλη άλατος όταν είδε τη Φράνσις, κατάλαβε ότι ούτε κι εκείνος είχε ιδέα. «Υπέροχα», είπε κεφάτα ο Άντονι δίνοντας το καπέλο και τα γάντια του στον ανέκφραστο μπάτλερ. «Απ’ ό,τι βλέπω, φτάσαμε πάνω στην ώρα για το δείπνο, Τζορτζ». Τα δάχτυλα της Ρόσλιν έσφιξαν. Η αντίδραση της Φράνσις ήταν λίγο πιο μελοδραματική. Μ ε πρόσωπο σταχτί και βγάζοντας μια κοφτή τσιρίδα φρίκης, άφησε το μπράτσο της Ρόσλιν κι έτρεξε πίσω στο σαλόνι. Ο Άντονι χτύπησε το φίλο του απαλά στην πλάτη, βγάζοντάς τον από τη σαστιμάρα του. «Τι κάθεσαι και κοιτάς σαν χάννος, Τζορτζ; Τρέξε ξοπίσω της». «Όχι!» αρπάχτηκε η Ρόσλιν προτού προλάβει να κάνει βήμα ο Τζορτζ. «Δεν σου φτάνουν όσα έκανες;» Η περιφρόνησή της έκανε κομμάτια τον δύστυχο άντρα, αλλά τελικά δεν δίστασε κι άρχισε να κατευθύνεται προς το σαλόνι. Τρομοκρατημένη, η Ρόσλιν στράφηκε για να τον εμποδίσει, σκοπεύοντας να του κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Αλλά δεν είχε υπολογίσει την παρέμβαση του Άντονι. Μ ε κάποιον τρόπο εκείνος κατάφερε να διανύσει την απόσταση των δέκα ποδιών, προτού η Ρόσλιν προλάβει να φτάσει στην πόρτα του σαλονιού και με μια ατσάλινη λαβή γύρω από τη μέση της την πήγε προς τη σκάλα. Εκείνη είχε γίνει έξαλλη με την αυταρχικότητά του. «Άφησέ με, παλιο…» «Σε παρακαλώ πολύ, γλυκιά μου, να προσέχεις λίγο πώς μιλάς», της είπε γαλίφικα. «Αρκετές δυσάρεστες σκηνές έχουμε κάνει σ’ αυτό το χολ προς μεγάλη χαρά των υπηρετών. Δεν χρεια​ζόμαστε κι άλλη». Είχε δίκιο, φυσικά, κι έτσι η Ρόσλιν χαμήλωσε τη φωνή της, αλλά εξακολουθούσε να είναι έξαλλη μαζί του. «Εσύ φταις. Αν δεν…» Αυτή τη φορά το δάχτυλο του Άντονι πίεσε τα χείλη της.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

297

«Πρόσεξέ με λίγο, καρδιά μου. Αρνείται να τον ακούσει. Είναι καιρός να αναγκαστεί να το κάνει, κι εδώ ο Τζορτζ μπορεί να της μιλήσει – και χωρίς διακοπές». Κατόπιν σταμάτησε να μιλάει και της χαμογέλασε. «Μ ήπως σου θυμίζει κάτι αυτό;» «Τίποτα απολύτως», είπε εκείνη μέσα από τα δόντια της. «Εγώ σ’ άκουσα. Απλώς δεν σε πίστεψα!» «Πεισματάρικο παιδί», τη μάλωσε τρυφερά εκείνος. «Δεν πειράζει όμως. Θα έρθεις μαζί μου όσο θ’ αλλάζω για το δείπνο». Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πήγε μαζί του, αφού την πήρε στην κυριολεξία σηκωτή επάνω. Μ όλις βρέθηκαν στο δωμάτιο, η Ρόσλιν τραβήχτηκε μακριά του, χωρίς να προσέξει καν ότι δίπλα στο κρεβάτι στεκόταν ο Γουίλις. «Αυτό είναι το πιο απαίσιο πράγμα που έχεις κάνει ποτέ!» εξερράγη. «Χαίρομαι που το ακούω», αποκρίθηκε κεφάτα εκείνος. «Κι εγώ που είχα την εντύπωση ότι το πιο απαίσιο πράγμα που είχα κάνει…» «Πάψε! Πάψε!» Τον έσπρωξε για να κάνει πέρα και να καταφέρει να φτάσει στην πόρτα. Εκείνος την έπιασε από τη μέση και την κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Και ύστερα, βάζοντας τα χέρια του δεξιά κι αριστερά της, έσκυψε από πάνω της ώσπου η Ρόσλιν αναγκάστηκε να κολλήσει στην πλάτη του καθίσματος για να βάλει μια απόσταση μεταξύ τους. Τώρα το ύφος του δεν ήταν καθόλου κεφάτο. Είχε σοβαρέψει απίστευτα. «Ή θα καθίσεις ήσυχη, γλυκιά μου γυναικούλα, ή θα σε δέσω στην πολυθρόνα». Κι ανασηκώνοντας μια ιδέα το φρύδι του, πρόσθεσε: «Κατάλαβες;» «Δεν θα τολμούσες να κάνεις κάτι τέτοιο!» «Να είσαι σίγουρη ότι θα τολμούσα». Τα χείλη της σφίχτηκαν ανυπότακτα, όσο τα μάτια τους έδιναν τη μάχη. Αλλά όταν η Ρόσλιν είδε ότι ο Άντονι δεν κατέθετε τα όπλα και παρέμενε εκεί, γερμένος από πάνω της, θεώρησε φρόνιμο να υποχωρήσει προς το παρόν.


298

JOHANNA LINDSEY

Σήκωσε τη λευκή σημαία της παράδοσης, χαμηλώνοντας το βλέμμα και μαζεύοντας τα πόδια της πάνω στην πολυθρόνα για να είναι πιο άνετα. Ο Άντονι αποδέχτηκε αυτά τα σημάδια υποχώρησης και ίσιωσε το κορμί του, αλλά το ύφος του εξακολουθούσε να είναι σοβαρό. Ήξερε ότι βοηθώντας τον Τζορτζ είχε καταστρέψει εντελώς τη δική του περίπτωση. Όποια πρόοδο κι αν είχε κάνει να εξευμενίσει τη Ρόσλιν αφήνοντας το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, με αυτή την κίνηση είχε πάει στράφι. Ας είναι. Έπειτα από τόσα χρόνια, άξιζε στον Τζορτζ να έχει μια ευκαιρία. Τι ήταν κάνα δυο βδομάδες ακόμη να είναι η Ρόσλιν θυμωμένη μαζί του; Μ αρτύριο. Γύρισε την πλάτη στην πολυθρόνα και το ύφος του ήταν τόσο σκοτεινό και βλοσυρό, που ο βαλές έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω, κάτι που τράβηξε την προσοχή του Άντονι. «Σ’ ευχαριστώ, Γουίλις». Η φωνή του επίτηδες ανέκφραστη για κρύψει την αντάρα του μυαλού του. «Ως συνήθως, έκανες εξαίρετη επιλογή». Το κεφάλι της Ρόσλιν γύρισε απότομα όταν το άκουσε, τα μάτια της καρφώθηκαν πρώτα στον Γουίλις και κατόπιν στα ρούχα που ήταν προσεκτικά απλωμένα πάνω στο κρεβάτι. «Θες να πεις ότι αυτός ήξερε ότι θα ερχόσουν στο σπίτι για δείπνο;» «Ασφαλώς, γλυκιά μου», απάντησε ο Άντονι βγάζοντας το σακάκι του. «Πάντα ενημερώνω τον Γουίλις τι ώρα να με περιμένει, αν γνωρίζω με βεβαιότητα το πρόγραμμά μου». Η Ρόσλιν κοίταξε με βλέμμα όλο κατηγόρια τον Γουίλις, κάνοντας τα ήδη ροδισμένα μάγουλά του να γίνουν κατακόκκινα. «Θα μπορούσε να μου το είχε πει», είπε στον Άντονι. «Δεν είναι δική του ευθύνη». «Θα μπορούσες να μου το είχες πει εσύ!» Ο Άντονι γύρισε να την κοιτάξει κι αναρωτήθηκε αν θα ωφελούσε σε τίποτα να διακινδυνεύσει να στρέψει την οργή της σ’ αυτό το επουσιώδες θέμα. «Θα μπορούσα, καρδιά μου. Κι αν δεν είχες σηκωθεί να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

299

φύγεις μουτρωμένη το πρωί, θα το είχα κάνει». Τα μάτια της άστραψαν. Τα πόδια της κατέβηκαν στο πάτωμα. Μ ισοσηκώθηκε από την πολυθρόνα, αλλά τότε θυμήθηκε την απειλή του και ξανακάθισε. Είχε ακόμα τη φωνή της όμως. «Δεν έκανα εγώ τέτοιο πράγμα! Και πώς τολμάς να το λες έτσι;» «Δεν το έκανες;» Ο Άντονι γύρισε να την κοιτάξει πάλι, τα χείλη του ήταν ελαφρώς ανασηκωμένα. «Και πώς θα το έλεγες εσύ;» Το πουκάμισό του έπεσε στο χέρι του Γουίλις που περίμενε απλωμένο, προτού προλάβει εκείνη να απαντήσει. Η Ρόσλιν γύρισε από την άλλη μεριά τόσο γρήγορα, που ο Άντονι κόντεψε να βάλει τα γέλια φωναχτά. Τουλάχιστον το καινούριο θέμα διαφωνίας έφτιαχνε κάπως τη διάθεσή του, αν όχι τη δική της. Και το γεγονός ότι δεν τολμούσε να τον κοιτάξει γυμνό ήταν τρομερά ενδιαφέρον. Ο Άντονι κάθισε στο κρεβάτι για να του βγάλει ο Γουίλις τις μπότες, ωστόσο τα μάτια του δεν ξεκόλλησαν από τη γυναίκα του. Είχε κάνει αλλιώς τα μαλλιά της απόψε, πιο παιχνιδιάρικα· τα είχε μαζεμένα ψηλά, αλλά είχε αφήσει λεπτές μπούκλες να πέφτουν ελεύθερες. Είχε περάσει πολύς καιρός που τα χέρια του δεν είχαν χωθεί μέσα σ’ αυτές τις υπέροχες κοκκινόχρυσες μπούκλες, πολύς καιρός που τα χείλη του δεν είχαν γευτεί την απαλή επιδερμίδα του λαιμού της. Το κεφάλι της ήταν γυρισμένο από την άλλη μεριά, μα το κορμί της ήταν στο πλάι και η αιχμηρή κορφή του στήθους της τράβηξε την προσοχή του. Ο Άντονι πίεσε τον εαυτό του να κοιτάξει αλλού, προτού φέρει σε δύσκολη θέση τόσο εκείνον όσο και τον Γουίλις, όταν θα προχωρούσε περισσότερο με το γδύσιμό του. «Ξέρεις, γλυκιά μου, μου διαφεύγει παντελώς ο λόγος που είχες τόσα νεύρα το πρωί». «Εσύ μου τα προκάλεσες». Αναγκάστηκε να τεντωθεί για να την ακούσει, αφού εκείνη δεν γύριζε ακόμα να τον κοιτάξει. «Πώς θα μπορούσα να είχα


300

JOHANNA LINDSEY

κάνει τέτοιο πράγμα από τη στιγμή που σου συμπεριφέρθηκα τόσο καλά;» «Αποκάλεσες τη Φράνσις ενισχύσεις!» Αυτό το άκουσε μια χαρά. «Φαντάζομαι θα το θεωρήσεις άξεστο εκ μέρους μου που σ’ το επισημαίνω, καρδιά μου, αλλά είχες μούτρα πολύ πριν αναφερθώ στη φίλη σου». «Έχεις απόλυτο δίκιο», σύριξε εκείνη. «Είναι άξεστο που μου το λες». Εκείνος της έριξε άλλη μια κλεφτή ματιά και είδε τα δάχτυλά της να πασπατεύουν νευρικά τα μπράτσα της πολυθρόνας. Την είχε στριμώξει στη γωνία. Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή του. Της είπε ήρεμα: «Παρεμπιπτόντως, Ρόσλιν, μέχρι να βρω τον ξάδελφό σου, θα το εκτιμούσα αφάνταστα αν δεν έβγαινες από το σπίτι χωρίς εμένα». Η απότομη αλλαγή θέματος την αιφνιδίασε. Οποιαδήποτε άλλη φορά θα του είχε απαντήσει ότι το είχε σκεφτεί και μόνη της να μη βγει για λίγο καιρό. Αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν απλώς ευγνώμων που είχε πάψει να την πιέζει σχετικά με όσα είχαν γίνει το πρωί. «Ασφαλώς», συμφώνησε απλά. «Υπάρχει κάποιο μέρος που θα ήθελες να πας τις επόμενες μέρες;» Και να είναι αναγκασμένη όλη την ώρα να ανέχεται την παρουσία του; «Όχι», τον διαβεβαίωσε. «Πολύ καλά». Η Ρόσλιν διαισθάνθηκε το ανασήκωμα των ώμων του. «Αν αλλάξεις γνώμη, όμως, μη διστάσεις να μου το πεις». Ήταν ανάγκη να είναι τόσο αναθεματισμένα λογικός κι εξυπηρετικός; «Τελείωσες;» «Βασικά…» «Μ άλορι!» Η κραυγή έφτασε πνιχτή από την άλλη πλευρά της πόρτας και τότε όρμησε στο δωμάτιο ο Τζορτζ Άμχερστ. «Τόνι! Δεν θα…»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

301

Η Ρόσλιν πετάχτηκε από το κάθισμά της, αφού σκέφτηκε ότι η παρουσία του Άμχερστ ακύρωνε την απειλή του Άντονι. Δεν κάθισε να ακούσει τι ήθελε να πει ο Τζορτζ στον άντρα της, τον προσπέρασε ορμητικά και βγήκε έξω, προσευχόμενη να μην έκανε άλλη σκηνή ο Άντονι προσπαθώντας να τη σταματήσει. Ούτε που κοίταξε πίσω της, κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα και πήγε κατευθείαν στο σαλόνι. Σταμάτησε απότομα, όταν είδε ότι η Φράνσις ήταν ακόμα εκεί, όρθια μπροστά στο λευκό μαρμάρινο τζάκι με την πλάτη γυρισμένη προς το υπόλοιπο σαλόνι. Στράφηκε, και η Ρόσλιν ένιωθε έναν κόμπο να της φράζει το λαιμό, βλέποντας τα βουρκωμένα μάτια της φίλης της. «Αχ, Φράνσις, σου ζητώ συγγνώμη», είπε στεναχωρημένη η Ρόσλιν κι έσπευσε να αγκαλιάσει τη φίλη της. «Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον Άντονι που ανακατεύτηκε στα προσωπικά σου. Δεν είχε κανένα δικαίωμα…» Η Φράνσις έκανε ένα βήμα πίσω για να τη διακόψει. «Παντρεύομαι, Ρος». Η Ρόσλιν την κοίταξε άφωνη. Ούτε καν το λαμπερό χαμόγελο της Φράνσις –ένα χαμόγελο που όμοιό του είχε χρόνια να δει στο πρόσωπο της φίλης της– δεν μπορούσε να την κάνει να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Τα δάκρυα το ακύρωναν… Τα δάκρυα… «Και τότε γιατί κλαις;» Η Φράνσις γέλασε τρεμάμενα. «Γίνεται χωρίς να το θέλω. Ήμουν τόσο χαζή, Ρος. Ο Τζορτζ λέει ότι μ’ αγαπάει, ότι πάντα μ’ αγαπούσε». «Τον… τον πιστεύεις;» «Ναι». Και ύστερα πιο σθεναρά: «Ναι!» «Μ α Φραν…» «Δεν πιστεύω να προσπαθείς να της αλλάξεις γνώμη, λαίδη Μ άλορι;» Η Ρόσλιν γύρισε ξαφνιασμένη και στο όμορφο πρόσωπο του Τζορτζ Άμχερστ, καθώς εκείνος πλησίαζε, είδε το πιο εχθρικό βλέμμα που είχε δεχτεί ποτέ από άντρα. Και ο τόνος της φωνής


302

JOHANNA LINDSEY

του ήταν γεμάτος απειλή, τα γκρίζα μάτια του ψυχρά. «Όχι», αποκρίθηκε αμήχανα εκείνη. «Δεν θα τολμούσα ποτέ να…» «Ωραία!» Η μεταμόρφωση ήταν ακαριαία, το χαμόγελο εκτυφλωτικό. «Γιατί τώρα που ξέρω ότι μ’ αγαπάει ακόμα, δεν θ’ άφηνα κανέναν να μπει ανάμεσά μας». Ήταν ολοφάνερο το υπονοούμενο, σαν τη ζεστασιά που τώρα έβγαινε από τα μάτια του, ότι με το «κανέναν» εννοούσε ακόμη και την ίδια τη Φράνσις. Και ήταν εξίσου ολοφάνερη η χαρά που προκάλεσε στο πρόσωπο της Φράνσις αυτή η διακριτική προειδοποίηση. Αγκάλιασε τη σαστισμένη Ρόσλιν, ψιθυρίζοντας χαρούμενα στο αυτί της: «Βλέπεις τώρα γιατί δεν αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του; Δεν είναι υπέροχος;» Υπέροχος; Η Ρόσλιν κόντεψε να πνιγεί όταν το άκουσε. Ο τύπος ήταν γυναικάς, ανήθικος. Η ίδια η Φράνσις ήταν που την είχε προειδοποιήσει να μην εμπιστεύεται τέτοιους άντρες και τώρα ήθελε να παντρευτεί τον άντρα που της είχε ραγίσει την καρδιά. «Ελπίζω να μας συγχωρήσεις που φεύγουμε έτσι βιαστικά, γλυκιά μου», έλεγε τώρα η Φράνσις πισωπατώντας και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Αλλά έχουμε τόσο πολλά να πούμε εγώ και ο Τζορτζ». «Είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνει ότι θα θέλαμε να μείνουμε λίγο μόνοι μας τώρα, Φράνι», πρόσθεσε ο Τζορτζ κι αγκάλιασε τη Φράνσις από τη μέση τραβώντας την ξεδιάντροπα κοντά του. «Στο κάτω κάτω κι εκείνη νιόπαντρη είναι». Αυτή τη φορά η Ρόσλιν όντως πνίγηκε, αλλά κανείς από τους δύο δεν την άκουσε· κοιτάζονταν μες στα μάτια με τόση λατρεία που δεν πρόσεχαν τίποτε άλλο γύρω τους. Και μάλλον θα πρέπει να τους είχε δώσει τη σωστή απάντηση, γιατί σε λιγότερο από ένα λεπτό βρέθηκε μόνη στο σαλόνι κοιτάζοντας σαστισμένη το πάτωμα, βομβαρδισμένη από τόσα αντικρουόμενα συναισθήματα που κανένα από αυτά δεν ήταν τόσο δυνατό, ώστε να τη βγάλει


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

303

από το σάστισμά της. «Βλέπω έμαθες τα ευχάριστα». Η Ρόσλιν στράφηκε αργά προς την πόρτα και στη θέα του άντρα της για μια στιγμή κάθε σκέψη έσβησε από το μυαλό της. Ήταν υπέρκομψος με το σκούρο σμαραγδί σατέν σακάκι και την πλούσια χιονάτη δαντέλα που ξεχυνόταν από το λαιμό του. Είχε χτενισμένα τα μαλλιά του προς τα πίσω αψηφώντας το χτένισμα που βρισκόταν τώρα στη μόδα, αλλά εκείνα ήταν τόσο απαλά που δεν υποτάσσονταν και ήδη τα πλούσια εβένινα κύματα έπεφταν απείθαρχα στους κροτάφους του. Ήταν συγκλονιστικός, δεν υπήρχε άλλη λέξη να τον περιγράψει, ήταν τόσο όμορφος που ένιωσε την καρδιά της να χάνει ένα χτύπο. Αλλά τότε πρόσεξε τη στάση του κορμιού του, μια στάση που της ήταν αφάνταστα γνώριμη πια, ο ώμος του γερμένος πάνω στην κάσα της πόρτας, τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος – και το ύφος του αυτάρεσκο. Μ α τον Θεό ξεχείλιζε ολόκληρος αυταρέσκεια, από το γεμάτο ικανοποίηση για τον εαυτό του μειδίαμα, το κοροϊδευτικό γέλιο στα μπλε του κοβαλτίου μάτια του, που με το σκουροπράσινο σακάκι του φάνταζαν τώρα πολύ πιο έντονα μπλε. Καμάρωνε σαν παγόνι για την αφεντιά του, ο αχρείος, και το επιδείκνυε με τη συνηθισμένη αντρική υπεροψία του. «Δεν έχεις κάτι να πεις, καρδιά μου, μετά από τόση φασαρία που έκανες για το τίποτα;» Την τσιγκλούσε, της έτριβε το λάθος της στη μούρη. Τα δόντια της σφίχτηκαν, τα δάχτυλά της έγιναν γροθιές πάνω στους γοφούς της. Τα συναισθήματά της είχαν βρει διέξοδο τώρα. Στη λυσσαλέα οργή. Μ α εκείνος δεν είχε τελειώσει ακόμα. Έπρεπε να τρέξει αίμα. «Θα πρέπει να είναι ενοχλητικό να βλέπεις την ίδια γυναίκα που έτρεφε την έλλειψη εμπιστοσύνης σου στους άντρες να σε προδίδει και να δείχνει εμπιστοσύνη σ’ έναν απ’ αυτούς. Σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα με άλλα μάτια, ε;» «Παλιο…» Όχι, δεν θα το έκανε. Αρνιόταν να αρχίσει να


304

JOHANNA LINDSEY

φωνάζει πάλι σαν μέγαιρα και να γελάνε μαζί της οι υπηρέτες. «Βασικά», είπε με σφιγμένα δόντια, «δεν υπάρχει σύγκριση ανάμεσα στη δική της περίπτωση και τη δική μου». Και κατόπιν σύριξε: «Είμαι σίγουρη ότι το πρωί θα έρθει στα σύγκαλά της». «Επειδή ξέρω τον γερο-Τζορτζ, πολύ αμφιβάλλω. Το μόνο που θα έχει στο μυαλό της η φίλη σου το πρωί θα είναι πώς πέρασε τη νύχτα. Μ ήπως σου θυμίζει κάτι;» Προσπάθησε να το πολεμήσει, να συγκρατηθεί, αλλά τα μάγουλά της ρόδισαν παρά τη θέλησή της. «Είσαι αηδιαστικός, Άντονι. Έφυγαν για να μιλήσουν». «Αφού το λες εσύ, καρδιά μου». Ο περιφρονητικός τόνος του την έκανε θηρίο. Εκείνος είχε δίκιο φυσικά. Το ήξερε. Κι εκείνος το ήξερε. Ήταν τόσο φανερός ο λόγος που βιάζονταν ο Τζορτζ με τη Φράνσις να φύγουν, που καταντούσε ντροπή πια. Αλλά ανάθεμα αν θα το παραδεχόταν σ’ εκείνον! Του είπε σφιγμένα: «Μ ’ έχει πιάσει πονοκέφαλος. Μ ε συγχωρείς…». Έκανε να φύγει αλλά σταμάτησε όταν έφτασε στην πόρτα, γιατί με την ανέμελη στάση του κορμιού του έφραζε την έξοδο. «Μ ου επιτρέπεις;» τον ρώτησε καυστικά. Ο Άντονι ίσιωσε αργά τον κορμό του, διασκεδάζοντας που εκείνη γύρισε στο πλάι με την πλάτη της προς το μέρος του για να χωρέσει από την πόρτα χωρίς να τον αγγίξει. «Δειλή», της είπε σιγανά και χαμογέλασε, όταν την είδε να κοκαλώνει στα μισά του χολ και τους ώμους της να τσιτώνονται. «Κι αν δεν κάνω λάθος, σου χρωστάω κι ένα μάθημα στην πολυθρόνα, ε;» Την άκουσε να παίρνει κοφτή ανάσα κι αμέσως μετά την είδε να τρέχει του σκοτωμού να ανέβει τη σκάλα. «Άλλη φορά, καρδιά μου».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

305

Κεφάλαιο 33

Πλησιάζοντας τη φαρδιά είσοδο της δίφυλλης πόρτας της μεγάλης σάλας χορού του Έντουαρντ Μ άλορι, δύο βραδιές μετά τη λιποταξία της Φράνσις και την εισχώρησή της στο στρατόπεδο του εχθρού –έτσι έβλεπε η Ρόσλιν την επανασύνδεσή της με τον Άμχερστ–, η Ρόσλιν πισωπάτησε απότομα, κάνοντας και τους δύο συνοδούς της να σταματήσουν. Θα έπρεπε να είχε καταλάβει κάτι από τις πολλές άμαξες μπροστά στην έπαυλη των Μ άλορι, αλλά και πάλι πού να φανταστεί ότι μπροστά της θα έβλεπε κοντά διακόσια άτομα μέσα στη μεγάλη σάλα. «Νόμιζα ότι θα ήταν μια ήσυχη συγκέντρωση με την οικογένεια και τους φίλους μόνο», σχολίασε η Ρόσλιν στον Άντονι, ανίκανη να συγκρατήσει την ψυχρότητα στη φωνή της. Στο κάτω κάτω, αυτό το πάρτι για εκείνους ήταν. Θα έπρεπε κάποιος να την προειδοποιήσει. «“Μ η φανταστείτε τίποτα σπουδαίο”, αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του αδελφού σου, αν θυμάμαι καλά». «Εδώ που τα λέμε, αυτή η συγκέντρωση θεωρείται μικρή για τα δεδομένα της Σάρλοτ». «Και να φανταστώ ότι όλοι αυτοί είναι φίλοι σου;» «Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, καρδιά μου, αλλά δεν είμαι τόσο δημοφιλής». Ο Άντονι χαμογέλασε. «Όταν ο μικρός Έντι είπε ότι θα είναι οι φίλοι της οικογένειας, μάλλον εννοούσε


306

JOHANNA LINDSEY

οι φίλοι κάθε μέλους της οικογένειας ξεχωριστά ή έστω έτσι φαίνεται. Μ ην ανησυχείς, γλυκιά μου, είσαι κατάλληλα ντυμένη». Δεν ανησυχούσε για το ντύσιμό της. Η μεταξωτή κρεπ τουαλέτα της στο βαθυπράσινο χρώμα του βρύου, με μαύρη δαντέλα πάνω στη σατέν μπορντούρα γύρω από τα κοντά, εβαζέ μανίκια της, με το βαθύ, στρογγυλό ντεκολτέ, την ψηλή μέση και ποδόγυρο, ήταν κατάλληλη για κάθε είδους επίσημο βραδινό χορό, γιατί, όπως αποδείχτηκε, αυτό ακριβώς ήταν η σημερινή συγκέντρωση. Το σύνολο συμπλήρωναν μαύρα, βραδινά γάντια και σατέν πασουμάκια, αλλά τα διαμάντια στα αυτιά, στο λαιμό, στους καρπούς και σε αρκετά δάχτυλά της, ήταν αυτά που κατά την άποψή της την έκαναν ευπαρουσίαστη, ακόμη και για εμφάνιση σε πρίγκιπα αντιβασιλέα. Δεν είπε τίποτε άλλο. Ούτως ή άλλως, ο Άντονι δεν την πρόσεχε, σάρωνε αδιάφορα με το βλέμμα του τη σάλα, γεγονός που της έδωσε την ευκαιρία να τον χαζέψει για μια στιγμή – αλλά μόνο για μια στιγμή. Αποτράβηξε με κόπο το βλέμμα της, τρίζοντας τα δόντια. Από τη στιγμή που τη συνόδευαν ο Άντονι και ο Τζέιμς, οι δύο ωραιότεροι άντρες του Λονδίνου, κανονικά θα έπρεπε να νιώθει απίστευτα περήφανη – και θα ένιωθε, αν το είχε σκεφτεί. Αλλά το μοναδικό πράγμα που κυριαρχούσε στη σκέψη της Ρόσλιν τώρα ήταν να καταφέρει να απαλλαγεί όσο πιο γρήγορα γινόταν από την παρουσία του άντρα της. Μ ετά την αβάσταχτη διαδρομή μέχρι εδώ, όπου αναγκαστικά είχε καθίσει δίπλα του, τα νεύρα της είχαν γίνει ένα μάτσο κουρέλια. Δεν θα ήταν τόσο άσχημα μέσα στην άμαξα –είχε πολύ φαρδιά καθίσματα–, αν ο Άντονι δεν την είχε τραβήξει επίτηδες κοντά του, αγκαλιάζοντάς τη σφιχτά από τους ώμους. Κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απολύτως με τον Τζέιμς καθισμένο απέναντί τους να τους παρατηρεί με το ανάρμοστο ύφος του. Αλλά γι’ αυτό το είχε κάνει και ο Άντονι. Επειδή ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα του έκανε σκηνή μπροστά στον


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

307

αδελφό του. Αλλά ήταν κόλαση, μαρτυρική αγαλλίαση, να νιώθει το μηρό του να καίει τον δικό της, το γοφό του, ολόκληρη τη μία πλευρά του κορμιού του κολλημένη πάνω της. Και το καταραμένο χέρι του δεν καθόταν ήσυχο ούτε λεπτό, τα δάχτυλά του χάιδευαν συνέχεια το μπράτσο της στο σημείο που ήταν γυμνό, ανάμεσα στο κοντό μανίκι της τουαλέτας και στο γάντι της που έφτανε ως τον αγκώνα. Και ήξερε ακριβώς τι της έκανε. Παρότι καθόταν ακίνητη σαν άγαλμα, δεν μπορούσε να ελέγξει την ανάσα της που γινόταν όλο και πιο γρήγορη, το σφυροκόπημα της καρδιάς της ή το προδοτικό ανατρίχιασμα στα μπράτσα της κάτω από τα δάχτυλά του, κάνοντάς τη να ριγεί ξανά και ξανά, μαρτυρώντας του πόσο αποτελεσματικό ήταν το αθώο άγγιγμά του. Η διαδρομή ως εδώ της είχε φανεί ατελείωτη, ενώ δεν ήταν παρά μόνο μερικά τετράγωνα απόσταση από το Πικαντίλι μέχρι την πλατεία Γκρόσβενορ, όπου έμενε ο Έντουαρντ Μ άλορι με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του. Και παρότι είχαν φτάσει επιτέλους και η Ρόσλιν μπορούσε πάλι να ανασαίνει κανονικά φροντίζοντας να κρατά απόσταση από τον Άντονι, ήξερε ότι θα περνούσε αρκετή ώρα ακόμη μέχρι να μπορέσει να του ξεφύγει. Το πάρτι δινόταν προς τιμήν τους, επομένως θα έπρεπε για τους τύπους να είναι μαζί όταν θα γίνονταν οι συστάσεις, και τώρα καταλάβαινε πόση ώρα θα έπαιρνε όλο αυτό με τόσους καλεσμένους που έπρεπε να γνωρίσει. Αλλά με το που θα τη σύστηναν στον τελευταίο… Ήταν παρόντες όλοι οι Μ άλορι. Είδε τη Ρετζίνα και τον Νίκολας παρέα με αρκετά από τα παιδιά του Έντουαρντ· τον Τζέισον και το γιο του τον Ντέρεκ δίπλα στο τραπέζι με τα ποτά μαζί με τον Τζέρεμι, που είχε έρθει νωρίτερα για να βοηθήσει τη θεία του με το στολισμό της τελευταίας στιγμής, για τον οποίο, κρίνοντας απ’ ό,τι έβλεπε τώρα η Ρόσλιν, θα πρέπει να είχε γίνει επιδρομή στον κήπο της Σάρλοτ και να μην είχε μείνει λουλούδι για λουλούδι που να ήταν ανθισμένο και να μην είχε κοπεί. Είδε τη Φράνσις με τον Τζορτζ, καθώς κι αρκετά άλλα άτομα που είχε


308

JOHANNA LINDSEY

γνωρίσει από τότε που είχε έρθει στο Λονδίνο. Και τότε συνειδητοποίησε τη νεκρική σιγή που είχε πέσει στη σάλα. Τους είχαν δει, και η Ρόσλιν βόγκηξε ενδόμυχα όταν αισθάνθηκε το χέρι του Άντονι να τυλίγεται γύρω από τη μέση της για να παρουσιάσουν μια αξιολάτρευτη εικόνα. Δεν θα τελείωνε ποτέ με τις οικειότητες απόψε; Μ άλλον όχι, γιατί ο Άντονι δεν την άφησε ούτε όταν τους πλησίασαν ο Έντουαρντ και η Σάρλοτ με μια μικρή παρέα να ακολουθεί πίσω τους κι άρχισαν οι συστάσεις. Η μόνη διακοπή ήταν όταν αναγκαστικά άνοιξαν το χορό εκείνοι ως επίτιμοι καλεσμένοι και πάλι βρήκε ευκαιρία ο Άντονι να τη βασανίσει κολλώντας πάνω της. Σύντομα γνώρισε και τους δικούς του φίλους, τo πιο οικτρό τσούρμο έκφυλων γυναικάδων που μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην τη γλυκοκοίταξε ξεδιάντροπα, να μην τη φλερτάρισε ή να αστειεύτηκε με χοντροειδέστατους υπαινιγμούς. Ήταν διασκεδαστικοί. Ήταν εξοργιστικοί. Και κατάφεραν να την κλέψουν από το πλευρό του Άντονι χορεύοντας μαζί της τον ένα χορό μετά τον άλλο, ώσπου τελικά, όταν κάποια στιγμή εκείνη παρακάλεσε να κάνουν ένα διάλειμμα, δεν είδε πουθενά τον Άντονι. Επιτέλους ένιωσε ότι μπορούσε να χαλαρώσει και να διασκεδάσει. «Για να σου πω, Μ άλορι, ή παίζουμε χαρτιά ή όχι», είπε αγανακτισμένος ο εντιμότατος Τζον Γουίλχερστ, όταν ο Άντονι σηκώθηκε από το τραπέζι για τρίτη φορά μέσα σε λιγότερο από μία ώρα. Οι άλλοι δύο παίχτες τσιτώθηκαν, μόλις ο Άντονι έβαλε και τα δύο χέρια του πάνω στο τραπέζι κι έσκυψε προς τον Γουίλχερστ. «Σηκώνομαι για να ξεμουδιάσω, Τζον. Αλλά αν έχεις πρόβλημα μ’ αυτό, ξέρεις τι μπορείς να κάνεις». «Κ-κανένα πρόβλημα», ψέλλισε ο Τζον Γουίλχερστ. Ήταν γείτονας του Τζέισον κι έτσι είχε πείρα από τον εκρηκτικό χαρακτήρα των αδελφών Μ άλορι, αφού είχε μεγαλώσει μαζί τους. Μ α πού είχε το μυαλό του; «Κι εγώ θέλω να πάρω άλλο ένα ποτό».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

309

Ο Γουίλχερστ εγκατέλειψε βιαστικά το τραπέζι και ο Άντονι έριξε μια ματιά στους άλλους δύο παίχτες για να δει αν υπήρχε άλλη αντίρρηση. Καμία. Ήρεμα –λες και δεν είχε μόλις κοντέψει να πιαστεί στα χέρια μ’ έναν παλιό οικογενειακό φίλο–, πήρε το ποτό του κι έφυγε από την αίθουσα χαρτοπαιξίας. Σταμάτησε εκεί όπου είχε σταθεί και νωρίτερα, στην είσοδο της σάλας χορού, και τα μάτια του σάρωσαν το πλήθος ώσπου βρήκαν αυτό που τον τραβούσε ξανά και ξανά σ’ αυτό εδώ το σημείο. Ανάθεμά τη! Δεν γινόταν ούτε ένα απλό παιχνίδι χαρτιά να παίξει όταν ήταν εκείνη τριγύρω. Και μόνο που ήξερε ότι βρισκόταν κοντά του, αλλά κάπου όπου δεν μπορούσε να την παρακολουθεί, του ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί στο παιχνίδι, με αποτέλεσμα να έχει ήδη χάσει κοντά χίλιες λίρες. Ήταν μάταιο. Δεν μπορούσε να είναι κοντά της χωρίς να την αγγίζει, αλλά ούτε και να είναι μακριά της μπορούσε.

Στην άλλη άκρη της σάλας, ο Κόνραντ Σαρπ σκούντησε τον Τζέιμς στα πλευρά. «Να τος πάλι». Ο Τζέιμς κοίταξε προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο Κόνι και γέλασε όταν είδε τον Άντονι να κοιτάζει βλοσυρά τη γυναίκα του που στροβιλιζόταν στην πίστα. «Καλά λένε ότι μια φάτσα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Θα έλεγα ότι ο αδελφούλης μου δεν είναι καθόλου χαρούμενος». «Θα μπορούσες να το διορθώσεις αυτό, αν έκανες μια κουβεντούλα με την κυρία και της έλεγες την αλήθεια». «Φαντάζομαι ότι θα μπορούσα». «Αλλά δεν θα το κάνεις;» «Και να το κάνω εύκολο για τον Τόνι; Έλα τώρα, Κόνι. Είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να τον βλέπω να τα κάνει από μόνος του μαντάρα. Ο οργανισμός του δεν σηκώνει την απόρριψη. Θα σκάβει μόνος του το λάκκο του όλο και πιο βαθιά, προτού τελικά


310

JOHANNA LINDSEY

βγει έξω». «Αν καταφέρει να βγει». «Πού πήγε η πίστη σου, ρε φίλε; Οι Μ άλορι πάντα νικάνε στο τέλος». Σ’ αυτό το σημείο ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Εξάλλου εκείνη έχει ήδη αρχίσει να λυγίζει, αν δεν το πρόσεξες. Αν είναι μία γυναίκα ερωτοχτυπημένη, αυτή είναι η λαίδη Ρόσλιν». «Απλώς δεν το ξέρει, να φανταστώ;» «Ακριβώς». «Γιατί χαμογελάτε εσείς οι δύο;» ρώτησε η Ρετζίνα πλησιάζοντάς τους μαζί με τον Νίκολας. Ο Τζέιμς της έκανε μια γρήγορη αγκαλιά. «Για τα κουσούρια των αντρών, κουφετάκι μου. Ώρες ώρες μπορούμε να γίνουμε μεγάλα καθάρματα». «Να μιλάς για τον εαυτό σου, γέρο», αντιγύρισε ο Νίκολας. «Βασικά εξαιρούσα τον εαυτό μου», απάντησε ο Τζέιμς στραβώνοντας τα χείλη και τα μάτια του έκοψαν από πάνω ως κάτω τον εξ αγχιστείας ανιψιό του. «Αλλά εσύ, Μ οντάιθ, αποτελείς πρώτης τάξεως παράδειγμα». «Άντε πάλι!» αναστέναξε αγανακτισμένη η Ρετζίνα, τους αγριοκοίταξε και τους δύο και ύστερα τους αγνόησε πιάνοντας αγκαζέ τον Κόνραντ. «Κόνι, θα με χορέψεις να με γλιτώσεις; Βαρέθηκα να με πιτσιλάνε τα αίματα από τα ξίφη τους». «Πολύ ευχαρίστως, σαμιαμίδι μου», αποκρίθηκε ο Κόνι με ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά. Ο Τζέιμς ρουθούνισε βλέποντάς τους να στροβιλίζονται. «Δεν μασάει τα λόγια της, ε;» «Κι αυτό δεν είναι τίποτα», γκρίνιαξε ο Νίκολας, μάλλον στον εαυτό του. «Για δοκίμασε εσύ να κοιμηθείς στον καναπέ, επειδή η γυναίκα σου είναι τσαντισμένη μαζί σου». Ο Τζέιμς δεν κατάφερε να κρατηθεί. Ξέσπασε σε γέλια. «Χριστέ μου, κι εσύ; Ε, ρε πλάκες! Καλά, τι της έκανες και…» «Δεν σ’ έχω συγχωρήσει, αυτό της έκανα». Ο Νίκολας σκυθρώπιασε που γελούσαν σε βάρος του. «Και το ξέρει καλά. Κάθε φορά που εμείς οι δύο αρπαζόμαστε, μετά ακούω τον


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

311

εξάψαλμο. Πότε θα φύγεις από το Λονδίνο τέλος πάντων;» «Πω πω! Σαν πολλοί να καίγονται γι’ αυτό τώρα τελευταία». Ο Τζέιμς συνέχιζε να γελάει. «Αν είναι να παραμείνεις στον καναπέ, μπορεί να μη φύγω ποτέ». «Είσαι μεγάλη καρδιά, Μ άλορι». «Έτσι θέλω να πιστεύω. Αν σε παρηγορεί κάπως αυτό, πάντως, εγώ σ’ έχω συγχωρήσει εδώ και πολύ καιρό». «Τι μεγαλοψυχία, αν λάβουμε υπόψη ότι εξαρχής εσύ έφταιγες. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να σε νικήσω σε μια ναυμαχία…» «Και να με στείλεις φυλακή», απάντησε ο Τζέιμς, που πλέον δεν διασκέδαζε και τόσο. «Χα! Αφού πρώτα εσύ μ’ έστειλες στο κρεβάτι με τόσο ξύλο που έφαγα και κόντεψα να χάσω τον ίδιο μου το γάμο». «Στον οποίο γάμο αναγκαστήκαμε να σε πάμε σηκωτό», επεσήμανε ο Τζέιμς ξινισμένα. «Αυτό είναι ψέμα, γαμώτο!» «Αλήθεια; Δεν μπορείς να αρνηθείς ότι τα αδέλφια μου αναγκάστηκαν να σε στριμώξουν για να πας στην εκκλησία. Μ ωρέ, ας ήμουν εγώ εδώ τότε…» «Μ α ήσουν, γέρο – παραφύλαγες στα σοκάκια για να μου την πέσεις». «Παραφύλαγα; Παραφύλαγα λέει!» εξερράγη ο Τζέιμς. Ο Νίκολας βόγκηξε. «Κοίτα τώρα τι έκανες με τις αγριοφωνάρες σου». Ο Τζέιμς ακολούθησε το βλέμμα του και είδε ότι η Ρετζίνα είχε σταματήσει να χορεύει. Στεκόταν στη μέση της πίστας και τους κοίταζε και δεν έδειχνε καθόλου ευχαριστημένη, με τον Κόνι δίπλα της να προσπαθεί να κάνει ότι τάχα δεν είχε ακούσει κι εκείνος τις φωνές τους. «Νομίζω ότι έχω ανάγκη από άλλο ένα ποτό», είπε απότομα ο Τζέιμς χαμογελώντας χαιρέκακα. «Καλά να περάσεις στον καναπέ σου, μικρέ». Άφησε τον Νίκολας για να πάει προς το τραπέζι με τα ποτά. Στη διαδρομή, προσπερνώντας τον Άντονι


312

JOHANNA LINDSEY

δεν άντεξε να μη σχολιάσει: «Μ ικρέ, εσύ και ο Μ οντάιθ πρέπει να ανταλλάξετε απόψεις. Αντιμετωπίζει κι εκείνος το ίδιο πρόβλημα μ’ εσένα, αν θες να ξέρεις». «Αλήθεια;» Ο Άντονι έψαξε με τα μάτια τη σάλα να βρει τον Νίκολας. Και πρόσθεσε ξερά: «Αν είναι όντως έτσι, προφανώς βρήκε τρόπο να το λύσει». Ο Τζέιμς γέλασε βλέποντας τον Νίκολας να φιλάει τη γυναίκα του με σκανδαλώδη αδιαφορία για τα βλέμματα του κόσμου που τραβούσαν πάνω τους. «Να με πάρει και να με σηκώσει, αν αυτός δεν έχει βρει το τέλειο κόλπο. Δεν μπορεί να τον κατσαδιάσει η Ρίγκαν, αφού της έχει κλείσει το στόμα». Αλλά ο Άντονι δεν ήταν εκεί για να ακούσει τα λόγια του. Είχε ακούσει για άλλη μία φορά –κι αυτή η φορά ήταν που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει– το βραχνό γέλιο της Ρόσλιν σε κάποιο αστείο που της έλεγε ο τωρινός της καβαλιέρος. Ανοίγοντας δρόμο μέσα από τους χορευτές ώσπου έφτασε στο ζευγάρι, ο Άντονι χτύπησε όχι και τόσο ευγενικά στον ώμο τον Τζάστιν Γουόρτον, αναγκάζοντάς τους να σταματήσουν απότομα το χορό. «Συμβαίνει κάτι, Μ άλορι;» ρώτησε ο λόρδος Γουόρτον επιφυλακτικά, διαισθανόμενος την υπόγεια απειλή στη στάση και στο ύφος του Άντονι. «Τίποτα απολύτως». Ο Άντονι χαμογέλασε σφιγμένα, αλλά το χέρι του τινάχτηκε να πιάσει τη Ρόσλιν που απομακρυνόταν σιγά σιγά. «Απλώς παίρνω πίσω ό,τι μου ανήκει». Και με ένα κοφτό νεύμα στον Γουόρτον, στριφογύρισε τη γυναίκα του στο ρυθμό του βαλς που συνεχιζόταν ακόμα. «Περνάς καλά, καρδιά μου;» «Περνούσα», αντιγύρισε εκείνη αποφεύγοντας το βλέμμα του. Η μοναδική ένδειξη ότι ο υπαινιγμός της είχε βρει στόχο ήταν ένα ελαφρύ σφίξιμο στη μέση της από τα δάχτυλά του. «Φεύγουμε τότε;» «Όχι», απάντησε εκείνη βιαστικά. «Μ α αφού δεν περνάς καλά…»


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

313

«Περνάω… καλά…», είπε εκείνη μέσα από τα δόντια της. Ο Άντονι της χαμογέλασε, παρατηρώντας τα μάτια της που κοίταζαν οπουδήποτε αλλού μέσα στη σάλα εκτός από εκείνον. Την τράβηξε πιο κοντά του, είδε το σφυγμό στο λαιμό της να γίνεται πιο γρήγορος κι αναρωτήθηκε τι θα έκανε η Ρόσλιν αν ακολουθούσε κι εκείνος τη στρατηγική του Μ οντάιθ. Τη ρώτησε. «Τι θα έκανες, καρδιά μου, αν τελείωνα αυτόν το χορό μ’ ένα φιλί;» «Τι πράγμα;» Την είχε αναγκάσει να στρέψει ακαριαία τα μάτια της πάνω του τώρα. «Σε πανικοβάλλει αυτό, έτσι δεν είναι; Γιατί;» «Δεν έχω πανικοβληθεί, φίλε». «Α, να και η σκοτσέζικη προφορά, αδιάψευστο σημάδι…» «Θα πάψεις!» σύριξε εκείνη, γιατί το πείραγμά του την είχε πανικοβάλει τόσο, που έχασε ένα βήμα από το χορό. Ο Άντονι χαμογέλασε κατευχαριστημένος κι αποφάσισε να την αφήσει ήσυχη προς το παρόν. Αν ξεκινούσε κάτι μέσα σε μια σάλα χορού δεν θα ήταν μόνο κακόγουστο, αλλά δεν θα τον έβγαζε και πουθενά. Προσέχοντας τα διαμάντια που αστραποβολούσαν πάνω της σε κάθε της κίνηση, τη ρώτησε άχρωμα: «Τι δίνει ένας άντρας σε μια γυναίκα που έχει τα πάντα;». «Κάτι που δεν αγοράζεται», απάντησε η Ρόσλιν αφηρημένα, γιατί ακόμα σκεφτόταν τι θα μπορούσε να συμβεί όταν θα τελείω​ν ε αυτός ο χορός. «Την καρδιά του ίσως;» «Ίσως… Όχι… Θέλω να πω…» Κόμπιασε, τον αγριοκοίταξε και η φωνή της έγινε φαρμακερή όταν συνέχισε. «Δεν θέλω τη δική σου καρδιά, φίλε, όχι πια». Ένιωσε ένα χέρι να πειράζει τις μπούκλες στο μέτωπό της. «Κι αν είναι ήδη δική σου;» τη ρώτησε σιγανά. Για μια στιγμή η Ρόσλιν χάθηκε στο έντονο μπλε των ματιών του. Τον πλησίασε κι άλλο και ήταν έτοιμη να του προσφέρει τα χείλη της, αδιαφορώντας για τον κόσμο γύρω τους και όσα


314

JOHANNA LINDSEY

έμπαιναν ανάμεσά τους και τους χώριζαν. Αλλά συνήλθε βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή και τραβήχτηκε πίσω, αγριοκοιτάζοντάς τον ξανά. Έξαλλη με τον εαυτό της, είπε: «Αν η καρδιά σου είναι δική μου, τότε μπορώ να την κάνω ό,τι θέλω κι αυτό που θέλω είναι να την κόψω κομματάκια και μετά να σ’ τη δώσω πίσω». «Άκαρδη γυναίκα». «Κάθε άλλο». Χαμογέλασε ειρωνικά διασκεδάζοντάς τον, αν κι εκείνη δεν το ήξερε. «Η καρδιά μου είναι ακριβώς εκεί που πρέπει να είναι κι εκεί θα μείνει». Ξέφυγε απότομα από την αγκαλιά του και κατευθύνθηκε αγέρωχα προς τους μεγαλύτερους αδελφούς του. Μ όνο κοντά τους ένιωθε ασφαλής από τα τολμηρά πειράγματα του Άντονι και τα υποτιθέμενα αθώα αγγίγματα και χάδια των χεριών του.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

315

Κεφάλαιο 34

Ο Τζορτζ χτύπησε δυνατά κάνα δυο φορές το ρόπτρο της πόρτας και κατόπιν πισωπάτησε, σφυρίζοντας χαρούμενα όσο περίμενε. Την πόρτα άνοιξε ο Ντόμπσον. «Έφυγε πριν από πέντε λεπτά, κύριε. Δεν τον προλάβατε», τον ενημέρωσε ο Ντόμπσον, προτού προφτάσει καν ο Τζορτζ να μιλήσει. «Να πάρει, και νόμιζα ότι είχα χρόνο μπροστά μου», απάντησε τελικά, αλλά δεν πτοήθηκε. «Έγινε τότε. Δεν θα είναι δύσκολο να τον βρω». Ο Τζορτζ ανέβηκε πάλι στο κανελί άλογό του και κίνησε για το Χάιντ Παρκ. Ήξερε τι μονοπάτια προτιμούσε ο Άντονι, αυτά που ήταν μακριά από την οδό Ρότεν Ρόου, επειδή εκεί πήγαιναν οι κυρίες. Του είχε κάνει αρκετές φορές παρέα στην πρωινή του ιππασία, αλλά εκείνες οι φορές ήταν μετά από ξενύχτι, όπου και οι δύο ήταν άυπνοι. Στην πραγματικότητα δεν είχε ξυπνήσει ποτέ του τόσο τρομακτικά νωρίς για να κάνει ιππασία ή και οτιδήποτε άλλο, εδώ που τα λέμε – μέχρι πρότινος. Ο Τζορτζ συνέχισε να σφυρίζει χαρούμενα, είχε τέτοια κέφια που θα μπορούσε να πηγαίνει πετώντας. Τις τελευταίες τρεις μέρες οι συνήθειές του είχαν αλλάξει ριζικά, αλλά δεν θα μπορούσε να είναι πιο ευτυχισμένος. Έπεφτε για ύπνο νωρίς, σηκωνόταν νωρίς και περνούσε κάθε του μέρα με τη Φράνι. Όχι, στ’ αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι πιο ευτυχισμένος και όλα


316

JOHANNA LINDSEY

τα χρωστούσε στον Άντονι. Αλλά δεν του είχε δοθεί ακόμα η ευκαιρία να ευχαριστήσει το φίλο του και γι’ αυτό είχε σκεφτεί να πάει μαζί του για ιππασία σήμερα το πρωί. Μ όλις μπήκε στο πάρκο ανέπτυξε ταχύτητα για να προλάβει τον Άντονι, αλλά πέρασε λίγη ώρα ώσπου να τον εντοπίσει τελικά σε αρκετή απόσταση μπροστά του κι αυτό μόνο και μόνο επειδή ο Άντονι είχε σταματήσει στην αρχή του μακριού μονοπατιού, το οποίο χρησιμοποιούσε συνήθως για να καλπάζει ολοταχώς. Ο Τζορτζ σήκωσε το χέρι του, όμως προτού προλάβει να του φωνάξει, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Τον άκουσε, μα δεν το πίστεψε. Είδε το άλογο του Άντονι να σηκώνεται στα πίσω πόδια του, τόσο ψηλά που αναβάτης και άλογο παραλίγο να γείρουν και να πέσουν προς τα πίσω, αλλά ακόμα δεν το πίστεψε. Ο Άντονι έπεσε όμως. Το άλογο κατάφερε να σταθεί πάλι στα πόδια του, μα ήταν φανερό ότι είχε τρομάξει τόσο πολύ που πισωπάτησε τινάζοντας νευρικά το κεφάλι του κι ακούμπησε σ’ ένα θάμνο, κάτι που το τρόμαξε περισσότερο. Ένας κοκκινομάλλης άντρας, περίπου είκοσι γιάρδες μακριά από τον Άντονι, καβάλησε ένα άλογο που ήταν κρυμμένο πίσω από μια συστάδα δέντρων κι έφυγε σαν βολίδα. Ο Άντονι ήταν ακόμα πεσμένος κάτω, και παρόλο που όλα είχαν γίνει μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ο Τζορτζ κατάφερε να συνδυάσει τα γεγονότα κι όταν συνειδητοποίησε τελικά τι είχε συμβεί ένιωσε την καρδιά του να σταματά. Και τότε ο Άντονι ανακάθισε, πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά του και το αίμα ξαναγύρισε στο άσπρο σαν το πανί πρόσωπο του Τζορτζ. Κοίταξε μια τον κοκκινομάλλη που το έσκαγε και μια τον Άντονι που σηκωνόταν –προφανώς δεν είχε τραυματιστεί– και πήρε την απόφαση. Έστρεψε το άλογό του προς τον κοκκινομάλλη.

Ο Άντονι είχε μόλις παραδώσει το άλογό του στον λακέ που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

317

περίμενε για να το γυρίσει στο στάβλο, όταν είδε να πλησιάζει από πίσω του ο Τζορτζ καλπάζοντας. Γαμώτο. Δεν είχε καμία διάθεση να δει τον Τζορτζ που πετούσε στα σύννεφα από χαρά. Όχι ότι ο Άντονι τον ζήλευε για την ευτυχία του, απλώς δεν ήθελε να του υπενθυμίζουν ότι η δική του προσωπική ζωή ήταν το ακριβώς αντίθετο. «Ώστε κατάφερες να γυρίσεις στο σπίτι μόνος σου», σχολίασε ο Τζορτζ, χαμογελώντας πλατιά όταν είδε τον Άντονι να παίρνει αμέσως βλοσυρό ύφος και το πρόσωπό του να συννεφιάζει. «Άρα δεν έχεις σπάσει τίποτα, ε;» «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω με είδες που έπεσα, έτσι; Σ’ ευχαριστώ πολύ που μου έδωσες ένα χεράκι να πιάσουμε το καταραμένο το άλογό μου». Ο Τζορτζ γέλασε με τον εσκεμμένο σαρκασμό του. «Πίστευα ότι θα προτιμούσες καλύτερα να έχεις αυτό εδώ, γέρο». Πέταξε στον Άντονι ένα κομματάκι χαρτί. Ο Άντονι ανασήκωσε ανεπαίσθητα το φρύδι, όταν διάβασε τη διεύθυνση που δεν του έλεγε απολύτως τίποτα. «Γιατρός; Ή χασάπης;» γρύλισε. Ο Τζορτζ γέλασε με την καρδιά του, ξέροντας πολύ καλά ότι ο Άντονι ποτέ δεν θα έδινε το αγαπημένο του άτι για να γίνει μπριζολάκια. «Τίποτε από τα δύο. Εκεί θα βρεις τον κοκκινομάλλη που σ’ έβαλε στόχο για να εξασκηθεί στη σκοποβολή. Περίεργος τύπος. Δεν περίμενε καν να δει αν είχες πέσει ξερός, αν σε είχε ξεκάνει. Μ άλλον θα νομίζει ότι είναι άσος στο σημάδι». Τα μάτια του Άντονι έλαμπαν τώρα. «Δηλαδή τον ακολούθησες και βρήκες πού μένει;» «Όταν σε είδα να ξεκολλάς το μελανιασμένο κορμί σου από το έδαφος, φυσικά». «Φυσικά». Ο Άντονι χαμογέλασε επιτέλους. «Σ’ ευχαριστώ πολύ, Τζορτζ. Είχαν σβηστεί τα ίχνη του μέχρι να προλάβω να ανέβω ξανά στο άλογό μου». «Είναι ο τύπος που ψάχνεις;»


318

JOHANNA LINDSEY

«Βάζω και στοίχημα». «Σκοπεύεις να του κάνεις καμιά επισκεψούλα;» «Όσο γι’ αυτό, να είσαι σίγουρος». Ο Τζορτζ δεν ήταν σίγουρος αν του άρεσε η παγερή λάμψη στα μάτια του φίλου του. «Θες παρέα;» «Όχι αυτή τη φορά, γέρο», αποκρίθηκε ο Άντονι. «Αυτή η συνάντηση έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό».

Η Ρόσλιν άνοιξε την πόρτα του γραφείου, αλλά μαρμάρωσε όταν είδε τον Άντονι καθισμένο στο γραφείο του να καθαρίζει ένα ζευγάρι πιστόλια μονομαχίας. Δεν τον είχε καταλάβει να γυρίζει από την πρωινή ιππασία. Είχε μείνει επίτηδες στο δωμάτιό της ώσπου τον άκουσε να φεύγει, δεν ήθελε να τον δει μετά το χθεσινοβραδινό της ρεζιλίκι. Ο Άντονι το είχε καταδιασκεδάσει, που η Ρόσλιν κουβάλησε τον Τζέρεμι μαζί τους γυρίζοντας στο σπίτι από το χορό, παρόλο που ο μικρός δεν ήθελε να φύγει. Ήξερε πολύ καλά γιατί εκείνη δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να μείνει μόνη μαζί του, έστω και για μια τόσο μικρή διαδρομή. Αλλά ο Τζέιμς είχε φύγει νωρίς από το χορό παρέα με το φίλο του τον Κόνραντ Σαρπ. Κι έτσι ο Τζέρεμι ήταν η μοναδική της προστασία. Της ήταν αδιανόητο να μείνει μόνη με τον Άντονι, έτσι όπως έπαιζε μαζί της όλη τη βραδιά. Και να που τώρα, ερχόμενη στο γραφείο για να αφήσει ένα βιβλίο και να πάρει ένα άλλο από τη μικρή του βιβλιοθήκη, ξαφνικά είχε βρεθεί μόνη μαζί του. Εκείνος όμως δεν σήκωσε τα μάτια όταν μπήκε η Ρόσλιν. Ίσως αν γυρνούσε να φύγει αθόρυβα… «Θέλεις κάτι, γλυκιά μου;» Ακόμα δεν είχε σηκώσει τα μάτια του. Η Ρόσλιν έτριξε τα δόντια. «Τίποτα που να μην μπορεί να περιμένει». Τελικά ο Άντονι της έκανε τη χάρη να την κοιτάξει, τα μάτια


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

319

του καρφώθηκαν στο βιβλίο που η Ρόσλιν κρατούσε τόσο σφιχτά στα χέρια της. «Α, η συντροφιά της γεροντοκόρης και της χήρας. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα καλό βιβλίο για να περάσεις τη βραδιά σου όταν δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις, έτσι δεν είναι;» Της ήρθε να του πετάξει το βιβλίο στο κεφάλι. Δεν θα σταματούσε ποτέ να αναφέρεται στην αποξένωσή τους κάθε φορά που τον έβλεπε; Δεν μπορούσε να κάνει λίγο πίσω για να μπορέσει κι εκείνη να συμφιλιωθεί με την απιστία του; Αυτός έκανε λες κι ήταν εκείνη που είχε λερωμένη τη φωλιά της. Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι με την τόση αδικία και πέρασε στην επίθεση. «Ετοιμάζεσαι για μονομαχία, άρχοντά μου; Έχω μάθει ότι είναι από τις αγαπημένες σου ασχολίες. Ποιος δύστυχος σύζυγος θα την πληρώσει αυτή τη φορά;» «Σύζυγος;» Ο Άντονι χαμογέλασε σφιγμένα. «Καμία σχέση, καρδιά μου. Έλεγα να καλέσω εσένα σε μονομαχία. Ίσως αν σ’ άφηνα να με ματώσεις, να με λυπόσουν λίγο και να έβαζες ένα τέλος στον μικρό πόλεμο που έχουμε ανοίξει». Τον κοίταζε με το στόμα ανοιχτό για τουλάχιστον πέντε δευτερόλεπτα, προτού τελικά το κλείσει απότομα. «Σοβαρέψου!» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Ο αγαπητός σου ξάδελφος αποφάσισε ότι αν καταφέρει να ξεφορτωθεί τον τωρινό σου σύζυγο, θα έχει άλλη μία ευκαιρία μαζί σου…» «Όχι!» Η Ρόσλιν έβγαλε μια πνιχτή κραυγή, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Ποτέ δεν σκέφτηκα…» «Αλήθεια;» τη διέκοψε ξερά εκείνος. «Πάντως, μην ανησυχείς, καρδιά μου. Το σκέφτηκα εγώ». «Θες να πεις ότι με παντρεύτηκες, ενώ ήξερες ότι έβαζες σε κίνδυνο τη ζωή σου;» «Για ορισμένα πράγματα αξίζει να βάλει κανείς σε κίνδυνο τη ζωή του – ή έστω έτσι νόμιζα». Η μπηχτή του την πόνεσε, τόσο πολύ που δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο κι έφυγε τρέχοντας από το γραφείο, ανέβηκε στο


320

JOHANNA LINDSEY

δωμάτιό της, όπου μπορούσε ελεύθερα να ξεσπάσει σε κλάματα. Χριστέ μου, εκείνη νόμιζε ότι μόλις παντρευόταν, θα τελείωναν όλα. Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι ο Τζόρντι θα προσπαθούσε να σκοτώσει τον άντρα της. Και ο άντρας της ήταν ο Άντονι. Δεν θα το άντεχε αν πάθαινε κάτι εξαιτίας της. Έπρεπε να κάνει κάτι. Έπρεπε να βρει τον Τζόρντι και να του μιλήσει, να του δώσει την περιουσία της, ό,τι και να της ζητούσε. Δεν έπρεπε να πάθει κακό ο Άντονι. Αφού το αποφάσισε, η Ρόσλιν σκούπισε τα μάτια της και κατέβηκε να πει στον Άντονι τι είχε αποφασίσει να κάνει. Θα εξαγόραζαν τον Τζόρντι για να τους αφήσει ήσυχους. Το μόνο που ήθελε εκείνος, άλλωστε, ήταν τα λεφτά. Μ α ο Άντονι είχε φύγει.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

321

Κεφάλαιο 35

Τώρα καταλάβαινε ο Άντονι το λόγο που ούτε εκείνος αλλά ούτε και οι πράκτορές του είχαν καταφέρει να βρουν τον Κάμερον. Ο Σκοτσέζος είχε φύγει από το λιμάνι και είχε πιάσει δωμάτιο σε καλύτερη περιοχή της πόλης, πράγμα που εξέπληξε τον Άντονι, αφού τέτοιου είδους καταλύματα είχαν υψηλό ενοίκιο όσο διαρκούσε η σεζόν. Ο σπιτονοικοκύρης, ένας ευχάριστος τύπος, παραδέχτηκε ότι ο Κάμερον έμενε εκεί κάνα δυο βδομάδες μόνο και, ναι, αυτή τη στιγμή βρισκόταν στο σπίτι. Αν ήταν μόνος του ή όχι, ο σπιτονοικοκύρης δεν ήξερε να πει. Αλλά έτσι κι αλλιώς για τον Άντονι δεν είχε καμία διαφορά. Κάμπελ ήταν το όνομα που είχε δώσει ο Κάμερον, αλλά ο Άντονι ήταν σίγουρος ότι ήταν ψεύτικο. Είχε βρει τον άνθρωπο που γύρευε. Το ένιωθε. Αυτή η σιγουριά έκανε το αίμα του να κυλάει ορμητικά, την αδρεναλίνη να ρέει στις φλέβες του. Και μόλις τακτοποιούσε τον Κάμερον, σειρά είχε η Ρόσλιν. Αρκετά την είχε αφήσει να βάζει εκείνη τους όρους. Το δωμάτιο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο, τρίτη πόρτα αριστερά. Χτύπησε σιγανά και δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, η πόρτα άνοιξε και ο Άντονι είδε για πρώτη φορά τον Τζόρντι Κάμερον. Τα μάτια του ήταν που τον πρόδωσαν –γαλανά σαν τον ουρανό– και η λάμψη της αναγνώρισης που είδε μέσα τους. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα ώσπου να συνέλθει ο


322

JOHANNA LINDSEY

Σκοτσέζος και να κυριευτεί από πανικό, προσπαθώντας να κλείσει την πόρτα στον Άντονι. Ο Άντονι χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει απλώς το ένα του χέρι για να τη σταματήσει. Μ ια δυνατή σπρωξιά ήταν αρκετή για να αφήσει ο Τζόρντι το χερούλι και να ζαρώσει από φόβο, όταν η πόρτα κοπάνησε πάνω στον τοίχο. Ο Τζόρντι ένιωσε την οργή και το φόβο να μπλέκονται μέσα του, κάνοντας το στομάχι του να ανακατεύεται. Ο Άγγλος από μακριά δεν φαινόταν τόσο δυνατός. Ούτε τόσο επικίνδυνος. Και κανονικά θα έπρεπε να είναι νεκρός ή έστω βαριά τραυματισμένος ή τουλάχιστον τρομοκρατημένος τώρα που ήξερε ότι στο πρόσωπο του Τζόρντι Κάμερον είχε βρει έναν θανάσιμο εχθρό. Και κανονικά η Ρόσλιν θα έπρεπε να είχε πανικοβληθεί και να είχε αφήσει την προστασία του σπιτιού στο Πικαντίλι ενώ ο Βίλμπερτ με τον Τόμας θα ήταν εκεί, έτοιμοι να την αρπάξουν. Κανονικά δεν θα έπρεπε να εμφανιστεί στην πόρτα του ο Άγγλος, γερός και δυνατός σαν ταύρος, μ’ ένα δυσοίωνο χαμόγελο στα χείλη, που τρόμαξε τον Τζόρντι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. «Χαίρομαι που δεν χρειάζεται να χάσουμε χρόνο με συστάσεις, Κάμερον», είπε ο Άντονι μπαίνοντας στο δωμάτιο, αναγκάζοντας τον Τζόρντι να πισωπατήσει. «Θ’ απογοητευόμουν αν χρειαζόταν να εξηγήσω γιατί βρίσκομαι δω. Και θα σου δώσω την ευκαιρία να μ’ αντιμετωπίσεις στα ίσα, κάτι που εσύ δεν έκανες σήμερα το πρωί. Είσαι αρκετά κύριος ώστε να αποδεχτείς την πρόκλησή μου σε μονομαχία;» Ο ήρεμος, ψυχρός τόνος του Άντονι έκανε τον Τζόρντι να ανακτήσει ένα μέρος της επιθετικότητάς του. «Χα! Δεν είμαι βλάκας, φίλε». «Αυτό σηκώνει πολλή συζήτηση, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πίστευα ότι θ’ ακολουθούσαμε τον συνηθισμένο τρόπο. Ας γίνει όπως το θες εσύ λοιπόν». Ο Τζόρντι δεν κατάλαβε από πού του ήρθε η γροθιά. Τον βρήκε κατευθείαν στο σαγόνι και τον εκσφενδόνισε πάνω στο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

323

τραπεζάκι του φαγητού σπάζοντας τα λεπτά του πόδια, με αποτέλεσμα εκείνο να καταρρεύσει παρασύροντας και τις καρέκλες με τον Τζόρντι από πάνω. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως και είδε τον Άγγλο να βγάζει το σακάκι του ήρεμα, χωρίς βιασύνη. Ο Τζόρντι ψηλάφισε το σαγόνι του, ανακάλυψε ότι ήταν ακόμα στη θέση του και ύστερα κοίταξε το δικό του σακάκι στα πόδια του κρεβατιού στην άλλη άκρη του δωματίου. Αναρωτήθηκε πόσες πιθανότητες είχε να καταφέρει να φτάσει ως εκεί και να πάρει το πιστόλι που είχε μέσα στην τσέπη. Καμία απολύτως, όπως ανακάλυψε όταν στράφηκε προς το κρεβάτι, αλλά αμέσως αισθάνθηκε να τον γυρνάνε απότομα πάλι από την άλλη μεριά. Μ ια γροθιά τον βρήκε στο στομάχι· άλλη μια στο μάγουλο. Σωριάστηκε πάλι καταγής κι αυτή τη φορά δεν κατάφερε να σηκωθεί το ίδιο γρήγορα. Χώρια που δεν μπορούσε να ανασάνει. Δεν είχε γροθιές, ατσάλι είχε στα χέρια του ο μπάσταρδος! Ο Άντονι πήγε και στάθηκε δίπλα στα πόδια του. «Αυτό ήταν το ορεκτικό. Τώρα θα περάσουμε στο κυρίως πιάτο». «Δεν πρόκειται να παλέψω μαζί σου, φίλε», είπε ο Τζόρντι φτύνοντας τις λέξεις και γεύτηκε αίμα στο σημείο όπου τα δόντια του είχαν κόψει την εσωτερική πλευρά από το μάγουλό του. «Ασφαλώς και θα παλέψεις, μικρέ», απάντησε ανάλαφρα ο Άντονι. «Δεν έχεις κι άλλη επιλογή, βλέπεις. Είτε αντισταθείς είτε όχι, σκοπεύω να σφουγγαρίσω το πάτωμα με το αίμα σου». «Είσαι τρελός!» «Όχι». Τώρα ο τόνος της φωνής του Άντονι άλλαξε, χάθηκε κάθε διάθεση ελαφρότητας. «Είμαι απολύτως σοβαρός. Μ έχρι θανάτου». Έσκυψε και σήκωσε τον Τζόρντι. Ο Τζόρντι προσπάθησε να τον αποφύγει με κλοτσιές, αλλά ο Άντονι τις απέκρουσε με το γόνατό του, τον τράβηξε απότομα και τον σήκωσε. Και ύστερα ο Τζόρντι αισθάνθηκε εκείνα τα ατσάλινα χέρια να γρονθοκοπούν το σαγόνι του ξανά και ξανά. Αυτή τη φορά δεν σωριάστηκε,


324

JOHANNA LINDSEY

μόνο έκανε πίσω τρεκλίζοντας και πρόλαβε να σηκώσει και τις δικές του γροθιές, προτού ο Άντονι τον φτάσει πάλι. Έριξε ένα δεξί αλλά χτύπησε το κενό. Διπλώθηκε όταν δύο γροθιές στη σειρά τον βρήκαν στο στομάχι. Αυτή τη φορά, όμως, προτού μπορέσει να αναπνεύσει ξανά, αισθάνθηκε τα χείλη του να συνθλίβονται πάνω στα δόντια του. «Φτά-νει», προσπάθησε να ψελλίσει. «Ακόμα δεν άρχισα, Κάμερον», απάντησε ο Άντονι, που δεν είχε καν λαχανιάσει από την προσπάθεια. Ο Τζόρντι βόγκηξε και ξαναβόγκηξε με τις δύο επόμενες γροθιές. Σ’ αυτό το σημείο ένιωσε να χάνει λίγο το μυαλό του, να μουδιάζει από τον πόνο. Ποτέ στη ζωή του δεν του είχαν ρίξει ξύλο, κι έτσι δεν είχε το σθένος να το υποστεί ως άντρας. Άρχισε να ουρλιάζει, να ρίχνει μπουνιές στα τυφλά. Γέλασε όταν επιτέλους μία από αυτές βρήκε το στόχο της, αλλά όταν μισάνοιξε τα μάτια του, είδε ότι το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να χτυπήσει τον τοίχο, σπάζοντας τρεις από τις κλειδώσεις των δαχτύλων του. Ο Άντονι τον γύρισε προς τη δική του μεριά και η γροθιά που του έριξε έστειλε το κεφάλι του να κοπανήσει στον τοίχο πίσω του. Είχε σπάσει και η μύτη του, συνειδητοποίησε ο Τζόρντι, καθώς γλιστρούσε αργά προς τα κάτω μέχρι τελικά να σωριαστεί στο πάτωμα. Νόμιζε ότι τώρα το μαρτύριό του θα έπαιρνε τέλος επιτέλους. Είχε γίνει μαύρος από το ξύλο. Το ήξερε. Πονούσε ολόκληρος. Το αίμα έτρεχε ποτάμι. Μ α το τέλος δεν είχε έρθει ακόμα. Ο Άντονι τον έπιασε από το πουκάμισο και τον σήκωσε, τον έστησε στον τοίχο κι άρχισε να τον γρονθοκοπεί ασταμάτητα. Και όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε ο Τζόρντι να αποκρούει τις γροθιές, αυτές συνέχιζαν να πέφτουν βροχή, χωρίς το παραμικρό λάθος στο στόχο τους. Έφτασε κάποια στιγμή που πια δεν τις αισθανόταν. Είχαν σταματήσει επιτέλους. Σωριάστηκε πάλι στο πάτωμα, καθιστός αυτή τη φορά, μόνο και μόνο επειδή η πλάτη του στηριζόταν στον τοίχο. Ολόγυρά του υπήρχαν πιτσιλιές αίματος από το


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

325

στόμα, τη μύτη και τα πολλά κοψίματα στο πρόσωπό του. Είχε δύο πλευρά σπασμένα. Το δαχτυλάκι στο αριστερό του χέρι σπασμένο κι αυτό, πάνω σε μία από τις απόπειρές του να αποκρούσει τα χτυπήματα. Έβλεπε μόνο από το ένα μάτι κι αυτό που είδε ήταν τον Άντονι όρθιο από πάνω του να τον κοιτάζει με αηδία. «Γαμώ την τύχη μου, γαμώ! Δεν προσφέρεις την παραμικρή ικανοποίηση σ’ έναν άντρα, Κάμερον». Του φάνηκε αστείο. Ο Τζόρντι προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν ένιωθε τα χείλη του κι έτσι δεν ήξερε να πει αν τα είχε καταφέρει ή όχι. Κατάφερε όμως να πει μία και μόνη λέξη. «Μ πάσταρδε!» Ο Άντονι γρύλισε κι έσκυψε μπροστά του. «Θες να φας κι άλλες;» Ο Τζόρντι βόγκηξε. «Όχι… όχι άλλο». «Τότε άκου καλά αυτό που θα σου πω, Σκοτσέζε. Μ πορεί κάλλιστα να εξαρτάται η ζωή σου απ’ αυτό, γιατί αν μ’ αναγκάσεις να έρθω να σε ξαναβρώ, την επόμενη φορά δεν θα χρησιμοποιήσω τις γροθιές μου. Είναι δική μου τώρα, κι εκείνη και η κληρονομιά της. Την παντρεύτηκα πριν από μία βδομάδα». Αυτό κατάφερε να διαπεράσει τη θολούρα του Τζόρντι. «Λες ψέματα! Θα σε παντρευόταν μόνο αν υπέγραφες εκείνο το ηλίθιο συμβόλαιο που έχει, και κανένας άντρας με τα σωστά του δεν θα το έκανε αυτό». «Εδώ κάνεις λάθος, μικρέ μου. Το υπέγραψα, και μάλιστα μπροστά σε μάρτυρες, κι αμέσως μετά την τελετή το έκαψα». «Αποκλείεται. Δεν μπορεί να έκανες κάτι τέτοιο, υπήρχαν μάρτυρες». «Μ ήπως παρέλειψα να αναφέρω ότι οι μάρτυρες ήταν συγγενείς μου;» είπε κοροϊδευτικά ο Άντονι. Ο Τζόρντι προσπάθησε να ανακαθίσει πιο ψηλά, μα δεν μπορούσε. «Και λοιπόν; Όταν την κάνω χήρα, θα τα πάρει όλα πίσω». «Δεν λες να μάθεις το μάθημά σου, έτσι;» είπε ο Άντονι και


326

JOHANNA LINDSEY

τον βούτηξε πάλι από το πουκάμισο. Ο Τζόρντι του άρπαξε αμέσως τους καρπούς. «Δεν το εννοούσα, φίλε, δεν το εννοούσα, σ’ τ’ ορκίζομαι!» Ο Άντονι τον άφησε αυτή τη φορά, αποφάσισε να συνεχίσει το ψέμα του αντί να χρησιμοποιήσει κι άλλη βία. «Το αν εγώ πεθάνω ή όχι, Σκοτσέζε, δεν θα έχει την παραμικρή σημασία για σένα. Σύμφωνα με τη νέα διαθήκη που έκανα, ό,τι έχω και δεν έχω, μαζί και η κληρονομιά της γυναίκας μου, πάνε στην οικογένειά μου. Φυσικά θα φροντίσουν τη χήρα μου, να μην της λείψει το παραμικρό, αλλά εκτός απ’ αυτό, εκείνη δεν παίρνει τίποτα. Τη μέρα που με παντρεύτηκε έχασε τα πάντα – το ίδιο κι εσύ». Το μοναδικό καλό μάτι του Τζόρντι μισόκλεισε μανιασμένα. «Θα πρέπει να σε μισεί που την ξεγέλασες!» «Αυτό είναι δικό μου πρόβλημα, σωστά;» σχολίασε ο Άντονι και σηκώθηκε. «Το δικό σου πρόβλημα είναι να καταφέρεις στα χάλια που είσαι να φύγεις από το Λονδίνο σήμερα κιόλας. Αν αύριο είσαι ακόμα εδώ, Σκοτσέζε, θα βάλω να σε συλλάβουν για το κολπάκι που μου έστησες σήμερα το πρωί στο πάρκο». «Δεν έχεις αποδείξεις, φίλε». «Έτσι λες;» Ο Άντονι χαμογέλασε επιτέλους. «Ο κόμης του Σέρφιλντ είδε τα πάντα και σ’ ακολούθησε μέχρι εδώ. Πώς αλλιώς νομίζεις ότι σε βρήκα; Αν δεν είναι αρκετή η δική μου κατάθεση για να σε χώσει στη φυλακή, θα είναι η δική του». Ο Άντονι έφυγε και άφησε τον Τζόρντι να μουρμουρίζει πώς ήταν δυνατόν να περιμένει να φύγει από το Λονδίνο από τη στιγμή που δεν μπορούσε καν να σηκωθεί από το πάτωμα.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

327

Κεφάλαιο 36

Ευτυχώς, η Ρόσλιν δεν είδε τον Άντονι όταν εκείνος γύρισε στο σπίτι. Μ έχρι να κάνει εκείνος μπάνιο και να αλλάξει ρούχα είχε εξαφανιστεί από πάνω του κάθε ένδειξη της πάλης που είχε προηγηθεί. Μ πορεί να ένιωθε ευαίσθητες τις αρθρώσεις των δαχτύλων του, αλλά χάρη στα γάντια που είχε φορέσει δεν είχε κοψίματα ή εκδορές από τα δόντια του Κάμερον. Παρ’ όλα αυτά, είχε αηδιάσει με την όλη ιστορία. Ο τύπος δεν του είχε προσφέρει την παραμικρή πρόκληση, με αποτέλεσμα να είναι μέσα στα νεύρα, κάτι που δεν θα βοηθούσε καθόλου στην επόμενη πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει – τη Ρόσλιν. Δεν ήθελε καν να τη δει αυτή τη στιγμή, αλλά, με την ατυχία που τον έδερνε, εκείνη βγήκε από το σαλόνι όταν εκείνος έφευγε πάλι. «Άντονι;» Συνοφρυώθηκε σαν άκουσε τον διστακτικό τόνο της φωνής της. Δεν το συνήθιζε. «Τι τρέχει;» «Κάλεσες σε… μονομαχία τον Τζόρντι;» Εκείνος γρύλισε. «Δεν αποδέχτηκε την πρόκληση». «Δηλαδή τον είδες;» «Τον είδα. Και μπορείς να χαλαρώσεις τώρα, γλυκιά μου. Δεν πρόκειται να σ’ ενοχλήσει ξανά». «Τον…»


328

JOHANNA LINDSEY

«Το μόνο που έκανα ήταν να τον πείσω να φύγει από το Λονδίνο. Μ πορεί να χρειαστεί να φύγει σηκωτός, αλλά θα φύγει. Και μη με περιμένεις για δείπνο. Πηγαίνω στη λέσχη μου». Η Ρόσλιν έμεινε να κοιτάζει την κλειστή πόρτα όταν εκείνος έφυγε, απορώντας γιατί την είχε ταράξει τόσο ο λακωνικός τρόπος του. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθει ανακουφισμένη, κατευχαριστημένη για το ξύλο που έφαγε ο Τζόρντι – γιατί ήταν σίγουρη ότι αυτή τη μέθοδο πειθούς είχε χρησιμοποιήσει ο Άντονι· όμως εκείνη ένιωθε άδεια, καταβεβλημένη. Έφταιγε ο κοφτός τρόπος του Άντονι, η παγερή αδιαφορία του. Την τελευταία βδομάδα η συμπεριφορά του άλλαζε συνεχώς, αλλά αυτή του η εκδοχή δεν της άρεσε καθόλου. Το είχε καθυστερήσει πολύ, συνειδητοποίησε. Είχε έρθει η στιγμή να πάρει μια απόφαση για τη σχέση της με τον Άντονι, τώρα που ακόμα ήταν στο δικό της χέρι να αποφασίσει. Κι έπρεπε να γίνει σήμερα, προτού γυρίσει εκείνος.

«Τι λες κι εσύ, Νέτι;» Η Νέτι σταμάτησε να βουρτσίζει τα κοκκινόχρυσα σαν φωτιά μαλλιά της Ρόσλιν και την κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη. «Αυτό είναι στ’ αλήθεια που θες να κάνεις, κόρη μου;» Η Ρόσλιν κατένευσε. Επιτέλους είχε πει τα πάντα στη Νέτι, για την αποπλάνησή της από τον Άντονι σ’ αυτό εδώ το σπίτι, για τους όρους που του είχε βάλει εκείνη για να παντρευτούν, ακόμη και για τα ψέματά του ότι θα της ήταν πιστός, ενώ την επόμενη κιόλας μέρα η αλήθεια είχε βγει στο φως. Η Νέτι είχε γίνει έξω φρενών, αλλά και είχε μείνει εμβρόντητη με τους δυο τους. Όμως η Ρόσλιν δεν είχε παραλείψει τίποτα, της τα είπε όλα και στο τέλος της αποκάλυψε τι είχε αποφασίσει να κάνει. Ήθελε τη γνώμη της πιστής υπηρέτριάς της, την υποστήριξή της. «Νομίζω ότι κάνεις μεγάλο λάθος, κόρη μου».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

329

Δεν ήταν αυτή η γνώμη που ήθελε η Ρόσλιν. «Γιατί;» «Γιατί θα τον χρησιμοποιείς. Και να μου το θυμηθείς, αυτό δεν θα του αρέσει καθόλου». «Μ α θα κοιμάμαι μαζί του», επισήμανε η Ρόσλιν. «Πώς γίνεται να τον χρησιμοποιώ;» «Θα κοιμάσαι μαζί του για λίγο καιρό μόνο». «Δέχτηκε να μου κάνει ένα παιδί!» «Ναι, αλλά δεν δέχτηκε να σ’ αφήσει ήσυχη μόλις πιάσεις το παιδί, έτσι δεν είναι;» Η Ρόσλιν μισόκλεισε τα μάτια συνοφρυωμένη. «Απλώς προστατεύω τον εαυτό μου, Νέτι. Αν κοιμάμαι συνέχεια μαζί του θα τον αγαπήσω και δεν θέλω». «Και τώρα τον αγαπάς». «Δεν τον αγαπώ!» Η Ρόσλιν έβγαλε μια κραυγή και γύρισε να αγριοκοιτάξει τη μεγαλύτερη γυναίκα. «Και ούτε πρόκειται να τον αγαπήσω. Αρνούμαι! Και θ’ αφήσω εκείνον ν’ αποφασίσει. Ειλικρινά, δεν ξέρω γιατί σ’ το είπα τελικά». Η Νέτι ρουθούνισε, ατάραχη από αυτό το ξέσπασμα. «Τότε πήγαινε να του το πεις. Πριν έρθω εδώ τον είδα να μπαίνει στην κάμαρά του». Η Ρόσλιν κοίταξε αλλού, ένιωσε τα σωθικά της να σφίγγονται από την αγωνία. «Ίσως πρέπει να περιμένω μέχρι αύριο. Δεν ήταν και στην καλύτερη διάθεση όταν έφυγε σήμερα». «Ο άνθρωπος δεν έχει καλή διάθεση από τη μέρα που έφυγες από την κρεβατοκάμαρά του», της υπενθύμισε η Νέτι. «Αλλά ίσως καταλαβαίνεις πόσο ανόητη είναι η ιδέα σου και…» «Όχι», απάντησε η Ρόσλιν και η αποφασιστικότητα χρωμάτισε πάλι τη φωνή της. «Και δεν είναι ανοησία. Είναι αυτοσυντήρηση». «Άμα το λες εσύ, κοκόνα μου». Η Νέτι αναστέναξε. «Αλλά μη μου πεις μετά ότι δεν σ’ τα ’πα…» «Καληνύχτα, Νέτι». Η Ρόσλιν κάθισε στην καινούρια τουαλέτα της άλλα δέκα λεπτά αφότου έφυγε η Νέτι, κοιτάζοντας το είδωλό της στον


330

JOHANNA LINDSEY

καθρέφτη. Είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Δεν ήταν ότι συγχωρούσε τον Άντονι. Μ ε τίποτα. Αλλά είχε καταλήξει ότι με τη στάση που κρατούσε, μόνο τα δικά της σχέδια χαλούσε. Ή θα συνέχιζε να του το κρατάει μανιάτικο και να τον έχει σε απόσταση ή θα μπορούσε να συλλάβει ένα παιδί. Το ήθελε το παιδί. Τόσο απλά. Αυτό όμως σήμαινε ότι έπρεπε να καταπιεί την περηφάνια της και να πάει σ’ εκείνον. Έπειτα από την ψυχρή συμπεριφορά του σήμερα, δεν αμφέβαλλε ότι εκείνη θα έπρεπε να κάνει το πρώτο βήμα. Μ α θα ήταν μόνο για λίγο, υπενθύμισε στον εαυτό της. Κι εκείνος θα έπρεπε να το δεχτεί αυτό. Ακόμα δεν μπορούσε να αποδεχτεί αυτό που ήταν ο Άντονι, κι ας το είχε δεχτεί όταν είχαν παντρευτεί. Η αλήθεια ήταν πως αν ήταν έτσι δεν τον ήθελε πια. Το θεώρησε τρομερά εγωιστικό εκ μέρους της να τον θέλει όλο δικό της. Αλλά αφού δεν μπορούσε να τον έχει, θα έπρεπε να παραμείνει αποστασιοποιημένη, να μην ξεχνά ποτέ ότι δεν ήταν η μοναδική γυναίκα στη ζωή του. Προτού χάσει το κουράγιο της, η Ρόσλιν σηκώθηκε και βγήκε απότομα από το δωμάτιό της. Στην απέναντι πλευρά του χολ χτύπησε δυνατά την πόρτα του Άντονι. Το είχε κάνει, είχε δηλώσει την παρουσία της πια και η αγωνία την κυρίευσε πάλι. Το δεύτερο χτύπημα ήταν τόσο σιγανό που μόνο εκείνη θα πρέπει να το άκουσε. Αλλά το πρώτο ήταν αρκετό. Της άνοιξε ο Γουίλις, ο οποίος την κοίταξε και βγήκε σιωπηλά από το δωμάτιο, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για να μπει εκείνη. Η Ρόσλιν μπήκε, διστακτικά, κλείνοντας την πόρτα. Αλλά δεν τολμούσε να κοιτάξει τον Άντονι εκεί μέσα. Κι έτσι κοίταξε το κρεβάτι, άδειο, μα με τα σκεπάσματα τακτικά διπλωμένα προς τα έξω. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα, οι παλάμες της άρχισαν να ιδρώνουν. Και τότε ξαφνικά κατάλαβε γιατί είχε έρθει· για να κάνει έρωτα στον Άντονι. Η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπά κι ακόμα δεν τον είχε καν κοιτάξει. Την κοίταζε εκείνος όμως. Του κόπηκε η ανάσα σαν την είδε με το λευκό μεταξωτό νεγκλιζέ της να κολλάει προκλητικά στις


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

331

απαλές καμπύλες του κορμιού της. Η ρόμπα της ήταν ανοιχτή, από το ίδιο λεπτό μετάξι κι αυτή, εκτός από τα μακριά μανίκια, που ήταν διάφανα, αποκαλύπτοντας τα γυμνά της χέρια. Τα μαλλιά της λυτά, ξεχύνονταν σαν κοκκινόχρυσα κύματα ως χαμηλά στην πλάτη της, κάνοντας τα δάχτυλά του να μυρμηγκιάσουν από τη λαχτάρα να χωθούν μέσα τους. Και ήταν ξυπόλητη. Αυτό έκανε τον Άντονι να αναρωτηθεί γιατί είχε έρθει σ’ εκείνον. Μ όνο δύο λόγους μπόρεσε να σκεφτεί. Ή η Ρόσλιν ήταν ανόη​τη αν νόμιζε ότι μπορούσε να τον βασανίζει με τα λιγοστά ρούχα που φορούσε και ύστερα να γυρίσει στο δωμάτιό της ανέγγιχτη ή είχε έρθει για να βάλει ένα τέλος στο μαρτύριό του. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος που την είχε κάνει να έρθει στο δωμάτιό του και να του προσφέρει αυτό το προκλητικό θέαμα που του στερούσε όλη τη βδομάδα, ο Άντονι δεν θα την άφηνε να φύγει. Είτε είχε πέσει μόνη της στην παγίδα της είτε είχε έρθει για να βάλει ένα τέλος στην αποξένωσή τους, οι μέρες της αποχής του από το κορμί της είχαν τελειώσει. «Ρόσλιν;» Ο τόνος του ερωτηματικός. Ήθελε να μάθει γιατί είχε πάει να τον βρει. Για όνομα του Θεού, θα έπρεπε να το ξεστομίσει; Δεν ήταν ολοφάνερο; Ο Γουίλις το κατάλαβε με το που την είδε ντυμένη έτσι, κι αυτό από μόνο του ήταν αρκετά ντροπιαστικό. Αλλά ο Άντονι θα την ανάγκαζε να το πει. Έπρεπε να το ξέρει ότι δεν θα ήταν εύκολο. Στράφηκε επιτέλους προς τα κει που ακούστηκε η φωνή του. Καθόταν στην αφράτη πολυθρόνα, όπου κάποτε είχε απειλήσει να τη δέσει. Όταν το θυμήθηκε, και μαζί θυμήθηκε ότι εκείνη τη μέρα την είχε αναγκάσει να κάθεται εκεί όσο εκείνος άλλαζε ρούχα, η ντροπή της μεγάλωσε κι άλλο. Τον κοίταζε, παρακολουθώντας το ανεξιχνίαστο βλέμμα του να ταξιδεύει στο κορμί της και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Μ α η καρδιά της εξακολουθούσε να βροντοχτυπά, πιο


332

JOHANNA LINDSEY

δυνατά τώρα που τον είχε δει. Πάνω από το φαρδύ παντελόνι του φορούσε την ασημογάλανη ρόμπα, όπως τη νύχτα που είχαν πρωτοκάνει έρωτα, γεγονός που της έφερε κι άλλες αναμνήσεις που έβαλαν φωτιά στα μάγουλά της κι έκαναν τα σωθικά της να σφίγγονται όχι από αγωνία πια, μα από κάτι εντελώς διαφορετικό. «Λοιπόν, γλυκιά μου;» Η Ρόσλιν καθάρισε το λαιμό της, αλλά δεν τη βοήθησε και πολύ αυτό. «Σκ-σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε…» Δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη φράση της, όχι όταν τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα δικά της. Το βλέμμα του δεν ήταν ανεξιχνίαστο πια αλλά γεμάτο ένταση, αν και δεν ήξερε να πει με τι είδους συναίσθημα. Ο Άντονι έχασε την υπομονή του, περιμένοντας να ακούσει αυτό που ήθελε. «Θα μπορούσαμε τι πράγμα; Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε εσύ κι εγώ. Τι είχες κατά νου ακριβώς;» «Μ ου υποσχέθηκες ένα παιδί!» ξεφούρνισε εκείνη κι αναστέναξε ανακουφισμένη που το είχε πει επιτέλους. «Θα μετακομίσεις πάλι εδώ;» Γαμώτο, είχε ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα. «Όχι… Όταν συλλάβω, δεν θα υπάρχει λόγος να…» «Να κοιμάσαι μαζί μου;» Ο ξαφνικός θυμός στο ύφος του την έκανε να σταματήσει, αλλά είχε πάρει την απόφασή της. Έπρεπε να παραμείνει ακλόνητη σ’ αυτή. «Ακριβώς». «Κατάλαβα». Αυτή η μία και μοναδική λέξη είχε μια τόσο δυσοίωνη χροιά, που η Ρόσλιν ρίγησε. Καλά της τα έλεγε η Νέτι ότι δεν θα του άρεσε, αλλά η Ρόσλιν έβλεπε από το σφιγμένο σαγόνι του και το παγερό μπλε των ματιών του ότι όχι μόνο δεν του άρεσε, είχε γίνει έξαλλος. Κι ακόμα δεν είχε σαλέψει από την πολυθρόνα. Μ πορεί να έσφιγγε λίγο παραπάνω το ποτήρι του κονιάκ που


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

333

κρατούσε στο χέρι του, αλλά η φωνή του παρέμεινε σιγανή όταν συνέχισε – σιγανή κι απειλητική. «Δεν ήταν αυτή η αρχική συμφωνία μας». «Από τότε έχουν αλλάξει τα πάντα», του υπενθύμισε εκείνη. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει, μόνο αυτά που φαντάζεται το καχύποπτο μυαλουδάκι σου». Εκείνη ζάρωσε. «Αφού δεν συμφωνείς…» «Μ ην τολμήσεις να κουνηθείς, Ρόσλιν», τη διέκοψε τραχιά. «Δεν έχω τελειώσει ακόμα με την ανάλυση αυτού του ολοκαίνουριου όρου σου». Άφησε το ποτήρι στο τραπέζι δίπλα και σταύρωσε τα χέρια πάνω από τη μέση του χωρίς να πάρει στιγμή τα μάτια του από πάνω της. Και τότε ήρεμα πάλι –ή έστω με αυτοσυγκράτηση– τη ρώτησε: «Ώστε λοιπόν θέλεις να χρησιμοποιήσεις για κάποιο διάστημα το κορμί μου προκειμένου να τεκνοποιήσεις;». «Δεν χρειάζεται να το λες τόσο χυδαία». «Θα χειριστούμε αυτό το θέμα όπως ακριβώς του αξίζει, γλυκιά μου. Εσύ θέλεις μόνο έναν επιβήτορα και τίποτε παραπάνω. Το ερώτημα είναι αν μπορώ εγώ να αποστασιοποιηθώ τόσο ώστε να σου δώσω μόνο αυτό που θέλεις. Θα είναι κάτι πρωτόγνωρο για εμένα, βλέπεις. Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να λειτουργήσω τόσο, αποκλειστικά και μόνο, ψυχρά». Εκείνη τη στιγμή, πάντως, αυτό ακριβώς έκανε. Ήταν τόσο θυμωμένος μαζί της που το μόνο που ήθελε ήταν να τη βάλει στα γόνατά του και να της τις βρέξει, μήπως και βάλει μυαλό. Αλλά θα της έδινε αυτό ακριβώς που ζητούσε και τότε να δούμε πόσο θα άντεχε εκείνη, ώσπου να παραδεχτεί ότι δεν ήταν καθόλου αυτό που ήθελε πραγματικά. Η Ρόσλιν είχε ήδη αρχίσει να το ξανασκέφτεται. Ο Άντονι το έκανε να ακουστεί τόσο… τόσο ζωώδες. Και τι στην ευχή εννοούσε όταν έλεγε ότι θα το έκανε ψυχρά; Αν ήταν να είναι αδιάφορος, τότε πώς θα της έκανε έρωτα; Ο ίδιος της είχε πει ότι αυτό το πράγμα δεν γίνεται αν δεν υπάρχει πόθος, επιθυμία.


334

JOHANNA LINDSEY

Φυσικά, αυτό είχε γίνει τότε που της είχε πει ότι δεν ήθελε καμία άλλη γυναίκα, μόνο εκείνη, και τελικά ήταν όλα ψέματα. Ακόμη και τώρα, όμως, έλεγε ότι δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να το κάνει. Να πάρει! Από την αρχή της γνωριμίας τους την κυνηγούσε. Πώς ήταν δυνατόν τώρα να μην μπορεί να το κάνει; Ο Άντονι διέκοψε το συλλογισμό της προστάζοντάς την ήρεμα: «Έλα εδώ, Ρόσλιν». «Άντονι, ίσως…» «Θέλεις παιδί ή όχι;» «Ναι», απάντησε σιγανά εκείνη. «Τότε έλα εδώ». Τον πλησίασε, αλλά αργά και κάπως φοβισμένα τώρα. Δεν της άρεσε όταν εκείνος ήταν έτσι, τόσο συγκρατημένος, τόσο ψυχρός. Και ήξερε ότι μέσα του σιγόβραζε ακόμα ο θυμός. Ωστόσο η καρδιά της χτυπούσε γρηγορότερα σε κάθε της βήμα που την έφερνε κοντά του. Θα έκαναν έρωτα. Το πώς δεν είχε σημασία. Το πού δεν είχε σημασία, αν κι έριξε μια ματιά στο άδειο κρεβάτι, προτού στρέψει πάλι το βλέμμα της στην πολυθρόνα. Και τότε θυμήθηκε ξαφνικά την απειλή του Άντονι τη βραδιά που ήταν εδώ ο Τζορτζ και η Φράνσις, ότι της χρωστούσε να της δώσει ένα μάθημα στην πολυθρόνα. Η Ρόσλιν σταμάτησε απότομα. Δυστυχώς, σταμάτησε πολύ αργά. Ήταν αρκετά κοντά του ώστε να την τραβήξει εκείνος από το χέρι και να τη βάλει στα πόδια του. Εκείνη έκανε να καθίσει στο πλάι, για να τον βλέπει, αλλά ο Άντονι δεν την άφησε, την έβαλε να καθίσει όπως εκείνος ήθελε, ίσια, με την πλάτη της γυρισμένη σ’ αυτόν. Αυτή η στάση μεγάλωσε κι άλλο το άγχος της αφού δεν μπορούσε να βλέπει το πρόσωπό του που ήταν πίσω της. Ίσως όμως αυτός να ήταν ο σκοπός του. Δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα. «Είσαι πολύ σφιγμένη, γλυκιά μου. Μ ήπως πρέπει να σου θυμίσω ότι όλο αυτό ήταν δική σου ιδέα;» «Όχι πάνω σε μια πολυθρόνα».


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

335

«Δεν είπα εγώ ότι θα το κάνουμε εδώ αλλά, βέβαια, ούτε και είπα ότι δεν θα το κάνουμε. Τι σημασία έχει πού θα γίνει; Σημασία έχει να μάθουμε αν είμαι έτοιμος να το κάνω έτσι». Στη θέση που την είχε βάλει να καθίσει, μπροστά μπροστά, πάνω στους μηρούς του, η Ρόσλιν δεν μπορούσε να ξέρει ότι ήταν ήδη έτοιμος· και ήταν έτοιμος από τη στιγμή που την είχε δει να μπαίνει στο δωμάτιό του. Τον αισθάνθηκε να παίρνει τα μαλλιά της στα χέρια του, αλλά φυσικά δεν ήξερε ότι ο Άντονι πίεσε τις μεταξένιες μπούκλες πάνω στα χείλη του, στο μάγουλό του· δεν μπορούσε να δει τα μάτια του να κλείνουν ηδονικά από την αίσθηση των μαλλιών της πάνω στο δέρμα του. «Άντονι, σκέφτομαι ότι ίσως δεν…» «Σσσς». Κρατώντας την ακόμα από τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι της πίσω κι έγειρε να της ψιθυρίσει στο αυτί. «Σκέφτεσαι πάρα πολύ, γλυκιά μου. Προσπάθησε μια φορά γίνεις λίγο αυθόρμητη. Μ πορεί να σου αρέσει». Η Ρόσλιν δεν είπε λέξη, γιατί εκείνη τη στιγμή ο Άντονι κατέβασε τη ρόμπα από τους ώμους της και τα χέρια του κατηφόρισαν στα μπράτσα της, σπρώχνοντας τα μανίκια προς τους καρπούς της. Τα έβγαλαν και ύστερα ανηφόρισαν πάλι στους ώμους της. Συνέχιζε να την αγγίζει, στους ώμους, στον αυχένα, αλλά πολύ γρήγορα η Ρόσλιν κατάλαβε τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτή τη φορά και στην τελευταία φορά που την είχε αγγίξει. Ακόμη και χθες το βράδυ μέσα στην άμαξα, που χάιδευε το γυμνό μπράτσο της, το άγγιγμά του ήταν διαφορετικό απ’ ό,τι αυτό εδώ. Τότε ένιωθε το πάθος του σαν πυρωμένο σίδερο πάνω στο δέρμα της. Τώρα δεν ένιωθε τίποτα, μονάχα παντελή αδιαφορία, θαρρείς και την άγγιζε μηχανικά, ψυχρά… Χριστέ μου! Δεν το άντεχε, όχι όταν γινόταν έτσι. Έκανε να σηκωθεί, αλλά τα χέρια του την άρπαξαν από τα στήθη της και την τράβηξαν πάλι πίσω, πάνω του. «Δεν θα πας πουθενά, γλυκιά μου. Ήρθες εδώ με τους καταραμένους όρους σου κι εγώ τους δέχτηκα. Είναι πολύ αργά


336

JOHANNA LINDSEY

πια για να αλλάξεις γνώμη – πάλι». Το κεφάλι της έγειρε πίσω, στο στήθος του, γιατί όσο εκείνος της μιλούσε, τα χέρια του δεν είχαν μείνει ήσυχα. Είχαν αρχίσει να μαλάζουν, να σφίγγουν, κάνοντας τα στήθη της να ερεθιστούν. Μ πορεί εκείνος να μην ένιωθε τίποτα, αλλά εκείνη σίγουρα ένιωθε. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό, δεν μπορούσε να σταματήσει την κάψα που απλωνόταν στα σωθικά της κι έκανε τα μέλη της τη μια στιγμή να χαλαρώνουν και την επόμενη να σφίγγονται από προσμονή. Δεν την ένοιαζε πια αν εκείνος το έκανε χωρίς πάθος. Τώρα είχαν πάρει τον έλεγχο οι αισθήσεις της. Ήταν πολύ αργά πια για να αλλάξει γνώμη. Της το είχε πει κι εκείνος. Και όλο αυτό γινόταν για κάποιο σκοπό, σωστά; Δεν έπρεπε να το ξεχνάει αυτό. Δευτερόλεπτα αργότερα, ξέχασε τα πάντα. Τα χέρια του τώρα ταξίδευαν στο μπροστινό μέρος του κορμιού της, χαϊδεύοντάς την απαλά, άγρια, αλλά καθόλου αδιάφορα πλέον – αν κι εκείνη είχε πάψει πια να προσέχει τη διαφορά. Ακόμη και το μετάξι του νεγκλιζέ της που τώρα ανέβαινε ψηλά στα πόδια της ήταν ένα απολαυστικό χάδι. Και τότε το χέρι του άγγιξε το τριχωτό τρίγωνο, που ο Άντονι μόλις είχε γυμνώσει, κι έμεινε ακίνητο εκεί. «Άνοιξε τα πόδια σου», την πρόσταξε, η ανάσα του έκαψε το αυτί της. Η Ρόσλιν τσιτώθηκε για μια στιγμή, αλλά ύστερα τα λόγια του την έκαναν να ριγήσει ολόκληρη από έξαψη. Ξέπνοη, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή τώρα, άνοιξε τα γόνατά της αλλά μόνο μια στάλα. Το χέρι του παρέμενε ακίνητο πάνω στις κοκκινόχρυσες μπούκλες της, παρόλο που το άλλο του χέρι γλίστρησε κάτω από το νεγκλιζέ της και το σήκωσε ακόμη πιο ψηλά αναζητώντας τα στήθη της, αυτή τη φορά χωρίς το μετάξι να τα χωρίζει από τα δάχτυλά του που τη χάιδευαν και την τρέλαιναν. Τον άκουσε να την προστάζει πάλι. «Κι άλλο, Ρόσλιν». Της κόπηκε η ανάσα, αλλά αυτή τη φορά εκτέλεσε κατά


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

337

γράμμα την εντολή του. Άνοιξε τα γόνατά της πάνω στα δικά του, ώσπου τα πόδια της έπεσαν σαν να είχαν δική τους βούληση πάνω από την εξωτερική πλευρά των μηρών του. Μ α ούτε κι αυτό του έφτανε. Άνοιξε τα γόνατά του, αναγκάζοντας έτσι τα πόδια της να ανοίξουν ακόμη πιο πολύ και μόνο τότε το χέρι του κατέβηκε χαμηλότερα για να βάλει το δάχτυλό του μέσα της. Η Ρόσλιν βόγκηξε δυνατά, η πλάτη της κύρτωσε προς τα έξω, τα δάχτυλά της χώθηκαν στο σακάκι της ρόμπας του πίσω από το κεφάλι της. Δεν ήξερε τι έκανε, αλλά εκείνος ήξερε πολύ καλά. Κάθε βογκητό ηδονής που έβγαζε εκείνη ήταν σαν φλόγα που έγλειφε την ψυχή του. Το ότι σε αυτό το σημείο που είχαν φτάσει κατάφερνε ακόμα να ελέγχει το δικό του λυσσαλέο πάθος του φαινόταν αδιανόητο, αλλά δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. «Δεν έχει σημασία, έτσι δεν είναι;» Η ερώτησή του ήταν επίτηδες σκληρή, για να διατηρήσει άσβεστο το θυμό του. «Εδώ; Στο κρεβάτι; Στο πάτωμα;» Εκείνη άκουσε την ερώτησή του, αλλά το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν απλώς να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Αυτή τη στιγμή θα μπορούσα να σε κάνω να σπάσεις όλους τους καταραμένους όρους σου. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι, καρδιά μου;» Εκείνη δεν μπόρεσε να απαντήσει, μόνο να κλαψουρίσει. «Αλλά δεν θα το κάνω. Θέλω να θυμάσαι ότι εσύ το διάλεξες να γίνει έτσι». Τη Ρόσλιν δεν την ένοιαζε πια. Το μόνο που είχε σημασία αυτή τη στιγμή ήταν η φωτιά που εκείνος είχε ανάψει μέσα της. Ούτε τον Άντονι τον ένοιαζε πια. Τον είχε βγάλει πια εκτός ορίων. Απροειδοποίητα, τη μετακίνησε πιο μπροστά πάνω στα πόδια του για να ετοιμαστεί και ύστερα την ανασήκωσε, πήρε θέση από κάτω της και την κατέβασε πάνω στο κορμί του με δύναμη. Η σιγανή κραυγή της, αμβροσία στ’ αυτιά του. Τα χέρια της σηκώθηκαν για να αρπάξουν το κεφάλι του, το μοναδικό σημείο του κορμιού του που μπορούσε να φτάσει. Εκείνος


338

JOHANNA LINDSEY

εξακολουθούσε να έχει τον έλεγχο όλου του κορμού της και χάιδευε κάθε σπιθαμή του καθώς εκείνη έγειρε πίσω, πάνω του, απολαμβάνοντας αυτό που γέμιζε τα σωθικά της. Κι εκείνος τους χάρισε αυτή τη σύντομη στιγμή, προτού θυμηθεί ξανά ότι όλο αυτό δεν ήταν μια πράξη αγάπης, αλλά μόνο μια πράξη για έναν συγκεκριμένο σκοπό. Ανάθεμά την κι εκείνη και τους καταραμένους όρους της! Ήθελε να τη φιλήσει, να τη γυρίσει προς το μέρος του και να την πάρει με όλη την τρυφερότητα και το πάθος που ένιωθε μέσα του για εκείνη. Δεν θα το έκανε όμως. Έπρεπε να την κάνει να το θυμάται όλο αυτό με αηδία, να την κάνει να παραδεχτεί ότι ήθελε περισσότερα από εκείνον και όχι μόνο ένα παιδί. Έχοντας αυτό κατά νου, πήρε τα χέρια της και τα έβαλε στα μπράτσα της πολυθρόνας, κατόπιν έγειρε μπροστά για να την κάνει να καθίσει ίσια ξανά και ύστερα εκείνος έγειρε πάλι πίσω, έτσι ώστε η Ρόσλιν να κάθεται καβαλικευτά πάνω του και τα μαλλιά της να χύνονται σαν καταρράκτης στην κοιλιά του. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε περιμένοντας. Ο Άντονι ήξερε τι περίμενε από εκείνον να κάνει, να την καθοδηγήσει, γιατί η ίδια δεν είχε την παραμικρή ιδέα πόσο πολλές στάσεις υπήρχαν στον έρωτα ή ότι στη συγκεκριμένη στάση εκείνη ήταν που κρατούσε τα ηνία. Επίτηδες, της είπε: «Θέλεις να χρησιμοποιήσεις το κορμί μου. Ορίστε, το έχεις. Και τώρα πάρε με εσύ». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, αλλά εκείνος δεν της έδωσε την ευκαιρία να διαμαρτυρηθεί. «Κάν’ το!» Γύρισε μπροστά, με μάγουλα φλογισμένα. Μ α όλο εκείνο το πράγμα που είχε μέσα της και τη γέμιζε έπρεπε να ικανοποιηθεί. Κι αφού δεν θα το έκανε εκείνος… Ήταν εύκολο, μόλις βρήκε το ρυθμό. Ήταν εύκολο, επειδή ένιωθε τόσο υπέροχα και είχε εκείνη τον έλεγχο, μπορούσε να ακολουθήσει τον δικό της τρόπο. Μ πορούσε να λικνίζεται απαλά μπρος πίσω ή να ανασηκώνεται και να κατεβαίνει απότομα, αν το ήθελε, ή να γλιστράει πολύ αργά προς τα κάτω.


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

339

Έκανε ό,τι ήθελε, είχε τον έλεγχο – ώσπου πήρε τον έλεγχο εκείνος. Δεν γινόταν αλλιώς. Η Ρόσλιν είχε μπει αμέσως στο νόημα, του έκανε τόσο καλή δουλειά, που ο Άντονι ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα άντεχε να την περιμένει να φτάσει στην κορύφωση. Κανονικά δεν θα έπρεπε να την περιμένει. Θα έπρεπε να την αφήσει ανικανοποίητη. Στο κάτω κάτω δεν ήταν απαραίτητο να νιώσει ηδονή για να συλλάβει ένα παιδί. Μ α δεν μπορούσε να της το κάνει αυτό, άσχετα αν της άξιζε ή όχι. Ανακάθισε, τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της για να την κρατάει ακίνητη και γλίστρησε το άλλο του χέρι στις απαλές πτυχές των κάτω χειλιών της για να βρει το μικροσκοπικό κέντρο της ηδονής της. Την έφτασε στο απόγειο και ύστερα την άφησε να τελειώσει μόνη της. Κι εκείνη τελείωσε, και τότε άρχισε να κουνιέται τόσο δυνατά και γρήγορα πάνω του που τα κύματα των σπασμών της τους τύλιξαν και τους δύο με διαφορά δευτερολέπτων τον έναν από την άλλη. Η Ρόσλιν κατέρρευσε πίσω στην καρέκλα, πάνω του, εξαντλημένη, εκστασιασμένη, κι εκείνος της έκανε τη χάρη να την αφήσει να μείνει έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, έκανε τη χάρη στον εαυτό του να την απολαύσει έτσι, κλεισμένη στην αγκαλιά του – για εκείνα τα λιγοστά δευτερόλεπτα. Αλλά ύστερα ανακάθισε πάλι και τη βοήθησε να σηκωθεί. «Πήγαινε στο κρεβάτι – στο δικό μου κρεβάτι. Μ έχρι να συλλάβεις, θα κοιμάσαι εκεί». Ο ψυχρός τόνος του διέλυσε την ευφορία που ένιωθε, τη σόκαρε. Στράφηκε να τον κοιτάξει μα το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, τα μπλε του κοβαλτίου μάτια του σκοτεινιασμένα, και η Ρόσλιν αναρωτήθηκε μήπως την είχαν γελάσει τ’ αυτιά της. Τότε εκείνος κοίταξε αλλού, σαν να την είχε διαγράψει από τη σκέψη του, ενώ κούμπωνε ήρεμα το παντελόνι του. Κι έπειτα εκείνη συνειδητοποίησε ότι δεν το είχε βγάλει καν. Δεν είχε λύσει καν τη ζώνη της ρόμπας του. Κι εκείνη φορούσε ακόμα το νεγκλιζέ της.


340

JOHANNA LINDSEY

Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. Ο Άντονι τότε σήκωσε το βλέμμα του, τα είδε, και το πρόσωπό του έγινε μια μάσκα οργής. «Μ η!» γρύλισε. «Αλλιώς, μα τον Θεό, θα σ’ τις βρέξω. Πήρες ακριβώς αυτό για το οποίο ήρθες». «Αυτό δεν είναι αλήθεια!» φώναξε εκείνη. «Όχι; Τι παραπάνω περίμενες, δηλαδή, από τη στιγμή που βάζεις χρονοδιάγραμμα στην ερωτική επιθυμία ενός άντρα;» Του γύρισε την πλάτη για να μη βλέπει εκείνος τα δάκρυα που κυλούσαν και βρήκε καταφύγιο στο κρεβάτι του. Όσο κι αν ήθελε να γυρίσει στο δικό της δωμάτιο αυτή τη στιγμή, δεν τολμούσε να το επιχειρήσει έτσι όπως ήταν τώρα ο Άντονι. Αλλά ένιωθε να την πνίγει η ντροπή, με αποτέλεσμα τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι. Είχε δίκιο εκείνος. Είχε έρθει εδώ πιστεύοντας ότι θα της έκανε έρωτα όπως την προηγούμενη φορά. Το γεγονός ότι αντ’ αυτού είχε πάρει κάτι εντελώς διαφορετικό, της άξιζε και με το παραπάνω. Και η ντροπή της μεγάλωσε, επειδή η αλήθεια ήταν ότι το είχε απολαύσει. Ήταν τόσο σίγουρη ότι είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Αχ, Θε μου, γιατί δεν είχε ακούσει τη Νέτι; Γιατί ήταν πάντα τόσο εγωκεντρική, γιατί δεν σκεφτόταν ποτέ τα συναισθήματα του άλλου αλλά μόνο τα δικά της; Αν είχε έρθει ο Άντονι σ’ εκείνη και της έκανε την ίδια πρόταση, να μοιράζονται το κρεβάτι του μόνο μέχρι να συλλάβει και ύστερα να μην έχει καμία σχέση μαζί της, εκείνη θα είχε καταρρακωθεί και θα τον θεωρούσε τον πιο άκαρδο, σκληρό άντρα… Αχ, Θε μου, τι θα πρέπει να σκεφτόταν τώρα για εκείνη; Εκείνη δεν θα δεχόταν ποτέ μια τέτοια εξοργιστική πρόταση. Θα ένιωθε τρομερά προσβεβλημένη και, ναι, έξαλλη όπως ακριβώς ήταν αυτός τώρα. Τουλάχιστον δεν την αγαπούσε. Δεν ήθελε καν να σκέφτεται πώς θα έπρεπε να ένιωθε εκείνος τώρα, αν την αγαπούσε. Αλλά ένιωθε άλλα πράγματα για εκείνη – πόθο, ζήλια, κτητικότητα. Τα μάτια της γούρλωσαν, όταν συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι τα συγκεκριμένα συναισθήματα πήγαιναν χέρι χέρι με την αγάπη. Μ α εκείνος της είχε πει πως δεν την αγαπούσε! Ή μάλλον όχι,


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

341

είχε πει ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να μιλάνε για αγάπη. Όμως δεν την είχε διορθώσει όταν εκείνη του είχε πει ότι δεν την αγαπούσε. Δεν μπορεί να την αγαπούσε. Αν όμως την αγαπούσε τελικά; Κι αν της έλεγε την αλήθεια και της ήταν πιστός; Αν ήταν έτσι, τότε όλη της η συμπεριφορά από τη μέρα που είχαν παντρευτεί θα ήταν ασυγχώρητη. Όχι… όχι! Δεν μπορεί να έκανε τόσο μεγάλο λάθος! Ανακάθισε και τον είδε καθισμένο ακόμα στην πολυθρόνα, με το ποτήρι του κονιάκ στο χέρι. «Άντονι;» Δεν την κοίταξε, μα η φωνή του ήταν απότομη, γεμάτη πίκρα. «Κοιμήσου, Ρόσλιν. Θα ζευγαρώσουμε πάλι όταν θα θέλω εγώ, όχι εσύ». Εκείνη τινάχτηκε σαν ζεματισμένη και ξάπλωσε πάλι. Πίστευε ειλικρινά ότι του είχε μιλήσει επειδή ήθελε να «ζευγαρώσουν» ξανά; Όχι, απλώς γινόταν κακός μαζί της επειδή ήθελε να την πληγώσει, και δεν τον αδικούσε. Και σίγουρα θα αναγκαζόταν να ανεχτεί πολύ μεγαλύτερες κακίες από εκείνον, αφού προς το παρόν δεν μπορούσε να σκεφτεί πώς μπορούσε να ξεμπλέξει από αυτή την τελευταία συμφωνία που είχε κάνει μαζί του. Η Ρόσλιν τελικά δεν κοιμήθηκε. Και ο Άντονι δεν ήρθε στο κρεβάτι.


342

JOHANNA LINDSEY

Κεφάλαιο 37

Ήταν μόλις εφτά και μισή, όταν κατέβηκε βιαστικά η Ρόσλιν κάτω το άλλο πρωί. Τα μάγουλά της ήταν ακόμα κατακόκκινα από την ταπεινωτική εμπειρία που είχε σαν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τζέιμς νωρίτερα που έβγαινε κρυφά από το δωμάτιο του Άντονι, φορώντας μόνο το αποκαλυπτικό νεγκλιζέ της. Εκείνος φορούσε ακόμα τα βραδινά ρούχα του κι έδειχνε άψογος. Προφανώς είχε μόλις γυρίσει από ολονύχτιο γλέντι κι άνοιγε την πόρτα για να μπει στο δωμάτιό του, που βρισκόταν στο τέρμα του διαδρόμου, όταν τον είδε η Ρόσλιν και την είδε κι εκείνος. Και τα μάτια του φρόντισαν να της δείξουν ότι την είδε ολόκληρη, γιατί κατηφόρισαν αργά στο κορμί της, κατόπιν ανηφόρισαν και ύστερα ο Τζέιμς ανασήκωσε το φρύδι ερωτηματικά καταδιασκεδάζοντας, κάνοντάς την έξω φρενών. Να πάρει η ευχή, είχε καταντραπεί και, με το πρόσωπο κατακόκκινο, είχε μπει σαν βολίδα στο δικό της δωμάτιο κι είχε κλείσει καλά την πόρτα της, ζαρώνοντας από ντροπή όταν άκουσε τον Τζέιμς να γελάει με την καρδιά του προτού μπει στο δωμάτιό του. Το μόνο που ήθελε ήταν να κρυφτεί κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού της και να μη βγει ποτέ από κει μέσα. Ήταν άλλο να πιστεύει ο Τζέιμς ότι τελικά η Ρόσλιν τα είχε ξαναβρεί με τον Άντονι και κοιμόταν πάλι μαζί του κι εντελώς διαφορετικό να βλέπει με τα ίδια του τα μάτια ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι, ότι εκείνη εξακολουθούσε να κοιμάται σε άλλο


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

343

δωμάτιο, ξεχωριστό. Τι θα πρέπει να σκεφτόταν ο Τζέιμς; Δεν την ένοιαζε. Είχε πάρα πολλά άλλα προβλήματα για να τη νοιάζει τι σκεφτόταν ο αδελφός του Άντονι για την περίεργη συμπεριφορά της. Ένα από αυτά ήταν να βρει τους λογαριασμούς από όλες τις πρόσφατες αγορές της προτού τους βρει ο Άντονι. Καταλάβαινε τώρα πόσο παιδιάστικο ήταν να θέλει να τον καταστρέψει οικονομικά, μόνο και μόνο από γινάτι. Ήταν πέρα για πέρα ποταπό για μια γυναίκα στην ηλικία της να καταφεύγει σε τέτοια κόλπα. Κι επιπλέον, εκείνος ήταν τόσο θυμωμένος μαζί της τώρα, που η Ρόσλιν δεν τολμούσε να διακινδυνεύσει να του πάει κι άλλο κόντρα, αν ο Άντονι ανακάλυπτε τα τεράστια χρηματικά ποσά που είχε ξοδέψει, όλα στο δικό του όνομα. Δεν είχε και πολύ χρόνο στη διάθεσή της. Παρότι όταν εκείνη είχε φύγει, ο Άντονι κοιμόταν ακόμα στην πολυθρόνα που είχε περάσει όλη τη νύχτα, εκείνος σηκωνόταν πάντα νωρίς για την πρωινή του ιππασία. Ήθελε να προλάβει να φύγει από το σπίτι προτού κατέβει εκείνος. Τώρα που γινόταν να βγει έξω – αφού ο Τζόρντι δεν αποτελούσε απειλή πλέον–, θα μπορούσε να πάει στην τράπεζα και να τακτοποιήσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς. Τουλάχιστον έτσι θα είχε καθαρή τη συνείδησή της σχετικά με αυτό το θέμα, όταν θα ξανάβλεπε τον Άντονι. Και ύστερα θα σκεφτόταν πώς μπορούσε να ξεμπλέξει από αυτή τη φριχτή συμφωνία που είχε κάνει μαζί του χωρίς να θυσιάσει την περηφάνια της ή να του αποκαλύψει ότι ακόμα δεν τον είχε συγχωρήσει για τα ψέματά του. Όπως έδειχναν τα πράγματα, θα ήταν αδύνατον να τα ξαναβρεί μαζί του χωρίς να πληγωθεί η περηφάνια της. Ήδη είχε περάσει τη μισή νύχτα σκεφτόμενη αυτό το πρόβλημα, μα λύση δεν είχε βρει. Είχε ακόμα το τσαντάκι και το καπέλο της στα χέρια, οπότε τα άφησε σε μια καρέκλα στο γραφείο του Άντονι και πήγε να ψάξει τα συρτάρια του. Το καφέ κοντό μπολερό που φορούσε με τη χρυσή ύφανση και το καστανοκόκκινο φόρεμά της ήταν αρκετά ταιριαστά με τη δουλειά που ήθελε να κάνει, όπως και με


344

JOHANNA LINDSEY

τη διάθεσή της που άγγιζε τα όρια της κατάθλιψης και της απελπισίας, μια και ο λάκκος που μόνη της είχε σκάψει ήταν τόσο βαθύς, που δεν έβλεπε πώς μπορούσε να βγει από κει μέσα. Το πρώτο συρτάρι περιείχε λογιστικά βιβλία, το δεύτερο προσωπική αλληλογραφία που η Ρόσλιν δεν κοίταξε καν. Στο τρίτο συρτάρι βρήκε αυτά που έψαχνε και μάλλον πολύ περισσότερα από αυτά που έψαχνε. Ήταν γεμάτο λογαριασμούς, άλλους ανοιχτούς, άλλους όχι. Αναμενόμενο για την αριστοκρατία και σε αυτό βασιζόταν κι εκείνη. Οι αριστοκράτες συνήθιζαν να αδιαφορούν για τους λογαριασμούς, κάποιες φορές για μήνες, κάποιες άλλες επ’ αόριστον, συνήθως τουλάχιστον μέχρι να έρθει η ώρα να τους πληρώσουν. Οι δικοί της δεν είχαν ανοιχτεί ακόμα, όπως ανακάλυψε με ανακούφιση, όταν είδε τα ονόματα των πέντε εμπόρων από τους οποίους είχε κάνει τις αγορές της. Αυτή τη φορά η Ρόσλιν δεν κατάφερε να αντισταθεί στον πειρασμό και κοίταξε το περιεχόμενο του συρταριού. Ένας λογαριασμός πεντακοσίων λιρών από ράφτη δεν την εξέπληξε· ένας άλλος, όμως, αξίας δύο χιλιάδων λιρών από έναν κοσμηματοπώλη έκανε τα φρύδια της ανασηκωθούν. Όταν είδε έναν άλλο αξίας τριάντα χιλιάδων προς κάποιον Σκουάιερ Σίμονς, παραλίγο να της πεταχτούν τα μάτια έξω και δεν έγραφε καν τι αφορούσε! Κι αυτοί ήταν μονάχα τρεις πιστωτές από τους τουλάχιστον είκοσι λογαριασμούς που είδε στοιβαγμένους μέσα στο συρτάρι! Μ ήπως ο Άντονι ήταν ήδη χρεωμένος; Να πάρει η ευχή, κι εκείνη σχεδίαζε να του προσθέσει κι άλλα, μεγάλα χρέη. Θα έβγαινε εκτός εαυτού έτσι κι άνοιγε τους λογαριασμούς της. Ευτυχώς που ήταν σαν όλους τους αριστοκράτες κι απλώς είχε παραχώσει εκεί μέσα τους φακέλους για να τους κοιτάξει κάποια στιγμή αργότερα. Όταν θα πήγαινε στην τράπεζα θα έπρεπε να φροντίσει να μεταφέρει το ποσό που προέβλεπε το προγαμιαίο συμβόλαιό της για τον Άντονι σε ένα λογαριασμό στο όνομά του και να


ΤΥΦΛΗ ΑΦΟΣΙΩΣΗ

345

κανονίσει να προστίθεται εκεί κάθε μήνα το μερίδιό του. Κατόπιν θα έπρεπε, δυστυχώς, να του πει για αυτά τα χρήματα, γιατί αν δεν του το έλεγε, δεν θα ήξερε ότι ήταν στη διάθεσή του. Και δεν ήταν καλή στιγμή τώρα να μιλήσει για χρήματα μαζί του. Άλλο ένα πρόβλημα που έπρεπε να λύσει, γαμώτο! «Γεια χαρά!» Η Ρόσλιν αναπήδησε ξαφνιασμένη, τσαλάκωσε βιαστικά τους λογαριασμούς που είχε στο χέρι της, κάνοντάς τους ένα μάτσο, και τους έχωσε μέσα στην τσέπη του φουστανιού της, η οποία, ευτυχώς, ήταν χαμηλά, κάτω από το ύψος του γραφείου κι έτσι ο Τζέρεμι δεν μπορούσε να δει τα χέρια της. Τουλάχιστον ήταν ο Τζέρεμι μόνο. Έτσι και ήταν ο Άντονι που την είχε τσακώσει πίσω από το γραφείο του, δεν θα ήξερε πώς να δικαιολογηθεί. Στον Τζέρεμι, όμως, δεν χρειαζόταν να δικαιολογηθεί, αν και ήταν ακόμα νευρική από την τρομάρα που πήρε. «Νωρίς σηκώθηκες», τόνισε η Ρόσλιν και βγήκε πίσω από το γραφείο για να πάρει το καπέλο της και να το φορέσει. «Θα έρθει να με πάρει ο Ντέρεκ. Θα πάμε σ’ ένα έξαλλο πάρτι στην εξοχή που μπορεί να κρατήσει μέρες». Ο ενθουσιασμός του παραλίγο να τη συνεπάρει κι εκείνη. Χριστέ μου, πόσο θα ήθελε να είχε γνωρίσει τον Άντονι όταν ήταν τόσο μικρός και που μάλλον θα ήταν όπως ακριβώς και ο Τζέρεμι τώρα, αφού έμοιαζαν υπερβολικά. Πολύ αμφέβαλλε, όμως, αν ο Άντονι θ