Page 1


Έχει μια αποστολή... Η λαίδη Κάθριν Ρέντκγρεϊβ πρέπει πάση θυσία να βρει τα ημερολόγια του νεκρού πατέρα της. Είναι σίγουρη πως εκεί κρύβεται το κλειδί μιας προδοτικής συνωμοσίας που βάζει σε κίνδυνο την οικογένειά της. Όταν όμως γνωρίζει τον Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, παύει να σκέφτεται μέρα νύχτα τα ημερολόγια τώρα σκέφτεται τον αμαρτωλά γοητευτικό μαρκήσιο… Ο Σάιμον έχει κι αυτός μια αποστολή: να ξεσκεπάσει την αλήθεια για τη μυστική Αδελφότητα που, όπως πιστεύει, δολοφόνησε τον αδερφό του. Γι' αυτό πρέπει να βρει τα ημερολόγια πριν από την Κέιτ. Η λύση είναι απλή: θα τη φλερτάρει για να της αποσπάσει την προσοχή όσο ψάχνει ο ίδιος κρυφά. Δε θα είναι και τόσο δύσκολο. Στο κάτω κάτω, η Κέιτ είναι μια καλλονή. Του αρέσει πραγματικά -τόσο που η προσποίηση γίνεται σύντομα ασίγαστο κι επικίνδυνο πάθος... - Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΡΕΝΤΓΚΡΕΪΒ Τέσσερα αδέρφια στη σκιά ενός σκανδάλου


ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΜΙΑ ΛΑΙΔΗ Kasey Michaels

Μετάφραση: Βασιλειάνα Ζηκίδη

ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629 723 www.arlekin.gr


Τίτλος πρωτοτύπου: What a Lady Needs ©2013 Kathryn Seidick ©2015 XAPAENIK ΕΑΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. To λογότυπο APAEKIN και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Βασιλειάνα Ζηκίδη Επιμέλεια: Όλγα Παπακώστα Διόρθωση: Ιουλία Σταματέλου

Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες, ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

ISBN 978-960-620-675-7 ΜΕΓΑΛΑ ΚΛΑΣΙΚΑ - ΤΕΥΧΟΣ 55 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα Made and printed in Greece


Στις αναγνώστριές μου. Σας ευχαριστώ για τις τόσες ώρες απόλαυσης που εσείς μου χαρίσατε! Αγαπητές μου αναγνώστριες, Στο πρώτο βιβλίο αυτής της σειράς μυθιστορημάτων, Αυτό που Θέλει ένας Κόμης, σας σύστησα την οικογένεια Ρέντγκρεϊβ -τους τόσο σκανδαλώδεις Ρέντγκρεϊβ-, που η οικογενειακή ιστορία τους περιλαμβάνει ψιθύρους σχετικά με μια ειδεχθή Λέσχη της Φωτιάς της Κόλασης, γνωστή απλώς ως Αδελφότητα. Τώρα οι ψίθυροι ακούγονται ξανά, και είναι στο χέρι των Ρέντγκρεϊβ να ανακαλύψουν και να καταστρέψουν αυτή τη νέα, προδοτική ενσάρκωση της Αδελφότητας προτού καταστρέψει όχι μόνο την οικογένειά τους, αλλά και ολόκληρη την Αγγλία. Ο ίδιος ο κόμης, ο Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ, εντόπισε τα πρώτα στοιχεία. Τώρα, προκειμένου να κρατήσει ασφαλή την αδελφή του, τη λαίδη Κάθριν, την παρότρυνε να ερευνήσει για ενδείξεις της πρώτης ενσάρκωσης της Αδελφότητας στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Ενδείξεις που είναι σίγουρος ότι δεν βρίσκονται εκεί. Όμως, ποτέ μην υποτιμάτε την αποφασιστικότητα μιας όμορφης, πεισματάρας νεαρής γυναίκας, ή τους μπελάδες που προκύπτουν όταν ο ανυποψίαστος Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, μαρκήσιος του Σίνγκλτον, φεύγει για την Έπαυλη με αποστολή να χαλιναγωγήσει την Κέιτ. Πιστεύω πως θα συμπαθήσετε την Κέιτ και θα θαυμάσετε το θάρρος της, παρ’ όλο που ίσως να μη συμφωνείτε και τόσο με τις μεθόδους της. Όταν ο Σάιμον παραιτείται από κάθε προσπάθεια να ελέγξει την Κέιτ, και συνειδητοποιεί πόσο αναπόφευκτο είναι να την αγαπήσει, οι δυο τους βάζουν ρότα για την περιπέτεια και την ανακάλυψη της κοινής τους ζωής. Ελπίζω πως θα απολαύσετε την ιστορία τους. Επίσης, μπορείτε να με επισκεφθείτε διαδικτυακά στο Facebook ή στον ιστότοπό μου, για να μάθετε τα τελευταία νέα για τα βιβλία μου. Κέισι


Ω, πόσο περίπλοκους ιστούς υφαίνουμε όταν ασκούμαστε πρώτη φορά στην εξαπάτηση. Σερ Γουόλτερ Σκοτ


Πρόλογος

1810

Η ιστορία της οικογένειας των Ρέντγκρεϊβ ανάγεται στις ημέρες πριν από τον αποκεφαλισμό του Καρόλου Α' του οίκου των Στιούαρτ το 1649. Στο πέρασμα των χρόνων, η οικογένεια με διάφορους ελιγμούς κατάφερε να παραμείνει στη «σωστή» πλευρά, αυτή των κοινοβουλευτικών «Στρογγυλοκέφαλων» του Κρόμγουελ. Στη συνέχεια, με επιδέξιους χειρισμούς επιβίωσε κατά την επιστροφή και τη δεύτερη αποπομπή των Στιούαρτ, προτού καταφέρει να ευνοηθεί με περίοπτες θέσεις στο Αββαείο του Γουέστμινστερ στη στέψη του πρώτου μονάρχη του οίκου του Ανόβερου. Όλα αυτά επιτεύχθηκαν χωρίς να απολέσουν το παραμικρό από τα κτήματα ή την περιουσία τους και, ακόμη πιο σημαντικό, χωρίς να χάσουν τα κεφάλια τους από τον πέλεκυ του δήμιου στον Πύργο του Λονδίνου. Υπήρξε ένας απαγχονισμός, όμως ήταν του δωδέκατου κόμη και, ουσιαστικά, δεν είχε καμιά σημασία. Είχε κρεμαστεί μόνος του στο γραφείο του, ως συνέπεια των υπέρογκων χρεών του από τον τζόγο και του πραγματικού τρόμου που τον κυρίευε στη σκέψη πως η σύζυγός του θα μάθαινε γι’ αυτά ενόσω ήταν ακόμη ικανός ν’ ακούει τις τσιρίδες της. Άλλωστε, ήταν ζήτημα τιμής, προτού κλοτσήσει την καρέκλα κάτω απ’ τα πόδια του, να φροντίσει προηγουμένως να τακτοποιήσει τα εν λόγω χρέη, αφαιρώντας τα μεγαλύτερα πετράδια από τα κοσμήματα της γυναίκας του και αντικαθιστώντας τα με ψεύτικα. Όχι πως οι γυναίκες, που δεν είχαν καμιά πραγματική αντίληψη του τι σημαίνει τιμή, καταλάβαιναν απ’ αυτά τα πράγματα. Ωστόσο, ο δέκατος τρίτος κόμης στοιχημάτιζε σε ταχύτερα άτια και μπόρεσε να τζογάρει επάξια με τους καλύτερους, οπότε η περιουσία των Ρέντγκρεϊβ αυξήθηκε ξανά. Η κοινωνική τους θέση παρέμεινε ακλόνητη και τα κάλπικα πετράδια αντικαταστάθηκαν και πάλι με αληθινά, χάρη στον ευφυή γάμο ~7~


του κόμη με μια πανέμορφη κοπελίτσα, που η τεράστια περιουσία του πατέρα της απείχε μια ολόκληρη γενιά από το μίασμα του εμπορίου. Αυτά για την ιστορία της οικογένειας των Ρέντγκρεϊβ και τους πολλούς κομήτες του Σόλτγουντ. Το σκάνδαλο των Ρέντγκρεϊβ ξέσπασε το 1789 και αφορούσε τον Μπάρι Ρέντγκρεϊβ, το γοητευτικό, δανδή δέκατο έβδομο κόμη του Σόλτγουντ, ο οποίος έχασε απροσδόκητα τη ζωή του ένα χειμωνιάτικο πρωινό, πεσμένος μπρούμυτα σε μια παγωμένη λακκούβα ενός αυτοσχέδιου πεδίου μονομαχίας. Η εξήγηση για το πώς κατέληξε σ’ αυτό το ατιμωτικό τέλος, αφού, ακόμα και τη στιγμή που σημάδευε με το πιστόλι του το Γάλλο εραστή της γυναίκας του, σχεδίαζε τι θα φάει για πρωινό άπαξ και τον εξόντωνε, είναι απλή. Η σύζυγός του, η φλογερή Ισπανίδα καλλονή, η λαίδη Μαριμπέλ, πυροβόλησε τον Μπάρι πισώπλατα. Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, οι γυναίκες δεν έχουν καμιά πραγματική αντίληψη για το τι σημαίνει τιμή. Επιπλέον, η κόμισσα, όχι μόνο ξεφορτώθηκε εν ψυχρώ τον ίδιο της το σύζυγο, αλλά στη συνέχεια το έσκασε μαζί με τον εραστή της στην Ευρώπη, αφήνοντας τα τέσσερα μικρά, και πλέον ορφανά από πατέρα, παιδιά της και χωρίς μητέρα. Ω, τι σκάνδαλο! Αυτό δεν ήταν ένα από εκείνα τα ζουμερά κουτσομπολιά που η κοινωνία συζητούσε για καμιά εβδομάδα και μετά λησμονούνταν. Ειδικά μάλιστα όταν συνοδευόταν από φήμες πως ο Μπάρι Ρέντγκρεϊβ ήταν ο ηγέτης της ειδεχθούς Λέσχης της Φωτιάς της Κόλασης, που η ύπαρξή της ήταν γνωστή μόνο στα μέλη της και μάλιστα απλώς υπό την ονομασία Αδελφότητα. Όλοι ήξεραν πως τέτοιου είδους λέσχες αποτελούσαν απλώς δικαιολογία για τους -κατά τ’ άλλα ευυπόληπτους- κυρίους ώστε να φορούν μανδύες και μάσκες και να επιδίδονται σε αχρειότητες με γυναίκες κατώτερης τάξης και σε μεθυσμένα όργια, αλλά και να καταπιάνονται με άλλους, αηδιαστικούς μεν, γαργαλιστικούς δεν πειραματισμούς όπως η κατανάλωση οπίου. Φυσικά, περιττεύει να αναφερθεί επίσης η υπόθεση με τις περιστασιακές θυσίες τράγων, έτσι, για να τηρηθούν τα προσχήματα, όπως αρμόζει σε μια Λέσχη της Φωτιάς της Κόλασης, με σατανιστικές ψαλμωδίες και τελετές. Πέρα από τις φήμες σχετικά με τη Λέσχη της Φωτιάς της Κόλασης του μακαρίτη κόμη μετά το θάνατό του, τα πράγμα~8~


τα πήγαιναν ακόμα βαθύτερα, φτάνοντας να μιλούν για συνωμοσία περί ανατροπής της μοναρχίας και θαυμασμό των Γάλλων, που είχαν βαλθεί να ανατρέψουν το βασιλιά τους. Είτε από τη μια πλευρά της Μάγχης είτε από την άλλη, ο αποκεφαλισμός αποτελούσε ακόμη την ύψιστη ένδειξη δυσαρέσκειας, τόσο από το λαό όσο και από τους μονάρχες. Έτσι, όπως ήταν αναμενόμενο, έχοντας καταφέρει να ξεγελάσουν το δήμιο μέχρι εκείνη τη στιγμή της ιστορίας τους, οι Ρέντγκρεϊβ έσπευσαν να αρνηθούν κάθε πιθανή στασιαστική δράση και διάθεση του Μπάρι ενώπιον του Γεωργίου Γ' -ο οποίος είχε μόλις πετάξει από πάνω του το ζουρλομανδύα που φορούσε εδώ κι ένα χρόνο, χωρίς να βγάζει πια αφρούς απ’ το στόμα, και είχε κηρυχθεί ξανά ικανός να κυβερνήσει-, οπότε ο καθένας δύναται να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για το αν όντως ο βασιλιάς κατάλαβε οτιδήποτε ή όχι. Παρ’ όλα αυτά, η σκανδαλισμένη υψηλή κοινωνία ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιη πως η μικρή λέσχη του Μπάρι είχε να κάνει μόνο με όργια αν μη τι άλλο, αυτό αποτελούσε πολύ πιο ζουμερό κουτσομπολιό. Ίσως η παράνομη σχέση της γυναίκας του με τον «Βάτραχο» είχε αποκλειστικά σκοπό να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της για τις ακόλαστες δραστηριότητες του άντρα της εκτός της συζυγικής κλίνης. Άραγε, απλώς γνώριζε γι’ αυτές ή μήπως η έκλυτων ηθών καλλονή συμμετείχε πρόθυμα; Ποτέ δεν μπορούσε να ξέρει κανείς με αυτές τις ξένες. Όλες τους θερμόαιμες και μ’ εκρηκτικό ταμπεραμέντο: Ω, πόσο γαργαλιστικό να το αναλογίζεται κανείς! Ασφαλώς, τίποτα δεν ήταν δυνατόν ν’ αποδειχθεί, καθώς η αυτοαποκαλούμενη Αδελφότητα αποτελούνταν από άτομα των οποίων τα ονόματα δεν ήταν γνωστά, και κανείς τους δε θεωρούσε ιδιαίτερα διασκεδαστικό να εκδώσει τ’ απομνημονεύματά του, εξιστορώντας τα πάντα υπό έναν τίτλο σαν αυτόν: Η Αδελφότητα: Ένα χρονικό μιας ένδοξης εποχής φιλήδονων απολαύσεων με τον Μπάρι Ρέντγκρεϊβ, τα υπόλοιπα φιλαράκια μας, ένα Θίασο πρόθυμων εταίρων και τον περιστασιακό τράγο. Όχι, σίγουρα όχι. Υπήρχε επίσης και η χήρα κόμισσα, η οποία έπρεπε να ληφθεί υπόψη στις ποικίλες σεναριολογίες η λαίδη Μπίατριξ Ρέντγκρεϊβ, που ήταν ιδιαίτερα διαβολική. Άλλαζε πολύ συχνά εραστές, υποδαυλίζοντας έτσι όλες τις φήμες που αφορούσαν το δικό της μακαρίτη σύζυγο, τον Τσαρλς, που είχε τη σύ~9~


νεση ενός σάτυρου· είχε φτάσει μάλιστα να διακοσμήσει την έπαυλή του στο Μέιφερ με ένα στυλ που η πλειονότητα θα χαρακτήριζε φιλήδονο. Το ότι η Τρίξι δεν είχε την ευπρέπεια να βάλει γύψινα φύλλα συκής στα επιβλητικά αγάλματα που βρίσκονταν κατά μήκος της κεντρικής σκάλας μετά το θάνατό του αποδείκνυε απλώς πως αυτή η γυναίκα δεν ήταν κατάλληλη κηδεμόνας για τα εγγόνια της. Παρ’ όλα αυτά, τα χρόνια πέρασαν και τα τέσσερα αδέλφια Ρέντγκρεϊβ με κάποιον τρόπο κατάφεραν να ενηλικιωθούν, χωρίς να φυτρώσουν κέρατα στο κεφάλι τους και χωρίς να αυτοαναφλέγονται περνώντας μπροστά από τον περίβολο εκκλησίας. Ο τωρινός δέκατος όγδοος κόμης του Σόλτγουντ, ο Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ, είχε κάνει την είσοδό του στην κοινωνία με το κεφάλι ψηλά, απευθύνοντας μια σιωπηρή πρόκληση σε οποιονδήποτε τολμούσε ν’ αμαυρώσει τη μνήμη των γονιών του ή να ανασκαλέψει το παλιό αυτό σκάνδαλο. Κάποιοι, ελάχιστοι, τον δοκίμασαν ώστε να δουν πόσο μακριά μπορούσαν να φτάσουν. Αυτό ήταν το λάθος τους, αλλά και η γένεση της πεποίθησης πως οι Ρέντγκρεϊβ δεν ήταν μόνο σκανδαλώδεις, αλλά μπορούσαν να αποδειχθούν και εξαιρετικά επικίνδυνοι. Ευφυείς, ναι, αβρά εκλεπτυσμένοι, ναι... όμως υπήρχε κάτι πάνω τους που προειδοποιούσε τους σώφρονες πως, αν κέντριζες έναν πολιτισμένο Ρέντγκρεϊβ, θα έφερνες στην επιφάνεια το βάρβαρο που έκρυβε μέσα του. Ο αδελφός του Γκίντιον, ο Μαξιμίλιαν, κατατάχθηκε στο βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό σε ιδιαίτερα νεαρή ηλικία και κατάφερε να στέκεται στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας Βίκτορι ως μάρτυρας στον ηρωικό θάνατο του επιφανούς ναυάρχου Νέλσον στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ. Ο νεαρότερος γόνος των Ρέντγκρεϊβ, ο Βάλενταϊν, κατά την προσφιλή συνήθεια των μικρότερων γιων, ταξίδεψε ανά την Ευρώπη, αποφεύγοντας έξυπνα τις εστίες εχθροπραξιών και εντεινόμενων αναταραχών, καθώς αυτός ο τυχάρπαστος, ο Βοναπάρτης, μετακινούσε άτακτα τις δυνάμεις του, επιδεικνύοντας τη στρατιωτική του ισχύ. Και η αδελφή τους, η λαίδη Κάθριν, είχε κάνει -με παράδοξη καθυστέρηση- το ντεμπούτο της στην κοινωνία μόλις ένα χρόνο νωρίτερα, το 1809. Καθώς ήταν πραγματική καλλονή, τα πράγματα έδειχναν πως θα κατακτούσε το Λονδίνο. Ίσως και να το είχε κάνει αν δεν υπήρχε εκείνο το «ατυχές περιστα~ 10 ~


τικό» στη λέσχη Άλμακ’ς. Σε τελική ανάλυση, το Λονδίνο δεν έβλεπε κάθε μέρα μια ντεμπιτάντ να σπάει τη μύτη του καβαλιέρου της με ένα αριστοτεχνικά εκτελεσμένο δεξί κροσέ. Ο λόρδος Χίλτον, ανοήτως, είχε τολμήσει να πει κάτι διασκεδαστικό στην Κέιτ σχετικά με το οικογενειακό της δέντρο, καθώς πλησίαζαν ο ένας τον άλλον κατά τη διάρκεια του χορού. Ο θιγμένος κύριος άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα πάνω στο γιλέκο του, ενώ πίεζε με τα δυο του χέρια την κακοποιημένη μύτη του, ουρλιάζοντας: «Η μύντη μου! Η μύντη μου! Μου έσπασε τη μύντη!» Ενώ όλη η αίθουσα τους κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα από το σοκ και τεντωμένα αυτιά για ν’ ακούσει τη συνέχεια, η Κέιτ του είπε να σταματήσει να κάνει σαν μωρό κι ύστερα ατάραχη διέσχισε την πίστα χορού, διακηρύσσοντας πως η υψηλή κοινωνία του Λονδίνου είχε αποδειχθεί μια θλιβερή σπατάλη του χρόνου της, όπως ακριβώς το είχε προβλέψει. Ίσως δε βοήθησε και πολύ το γεγονός πως η χήρα κόμισσα την ακολουθούσε κατά πόδας, σχεδόν διπλωμένη στα δύο από τα γέλια. Από αυτό το σκανδαλώδες γεγονός δεν προέκυψαν απροκάλυπτα κουτσομπολιά, ούτε ελάχιστα συγκεκαλυμμένες αναφορές στο περιστατικό στις ημερήσιες εφημερίδες, ούτε καν σατιρικά στιχάκια από τους νεαρούς ευφυολόγους. Δεν ήταν όμως αναπάντεχο ότι ο Γκίντιον, ο κόμης του Σόλτγουντ, την επομένη επισκέφθηκε όλες τις λέσχες κυρίων, αγνοώντας φαινομενικά το σκάνδαλο που είχε προκαλέσει η αδελφή του, υποχρεώνοντας τους πάντες να τον μιμηθούν, ενώ ξεφυσούσαν συλλήβδην από ανακούφιση όταν εκείνος έφευγε για να πάει στην επόμενη λέσχη. Είχε στείλει το μήνυμά του και όλοι τους το είχαν λάβει, καθαρά και δυνατά. Όχι πως οι Ρέντγκρεϊβ δεν ήταν εκ φύσεως φιλικοί. Η καταγωγή τους ήταν ευγενική -έστω κι αν είχε σπιλωθεί ελαφρώς από την Ισπανίδα συζυγοκτόνο-, οι τσέπες τους βαθιές και οι απόγονοί τους ψηλοί, εκπληκτικά όμορφοι, με μια σχεδόν εξωτική ομορφιά, χάρη στην προσφορά του ξενικού αίματος. Απλώς υπήρχε κάτι πάνω στον καθένα από αυτούς, κάτι νεφελώδες, που ψιθύριζε, παρά φώναζε, προειδοποιητικά: Είναι φιλικοί και καταδεκτικοί μόνο επειδή τους βολεύει, ακόμα και η ηλικιωμένη κόμισσα. Οι Ρέντγκρεϊβ ήταν λιοντάρια, είχε ψιθυρίσει ένας απροσδόκητα διορατικός κύριος. Φαινομενικά νωθροί, μπορούσαν να ~ 11 ~


λιάζονται για ώρες, σίγουροι για τον εαυτό τους και, επιφανειακά, εντελώς αδιάφοροι για τον κόσμο γύρω τους. Ωστόσο, όσο πιο χαλαροί ήταν -και κανείς δε χαλάρωνε με την εξαιρετική απάθεια ενός Ρέντγκρεϊβ- τόσο περισσότερο ήξεραν όλοι πως έπρεπε να βρίσκονται σε επιφυλακή και να έχουν το νου τους. Γιατί αν τραβούσες την προσοχή τους μπορεί να σε κοιτούσαν, ν’ ανοιγόκλειναν αδιάφορα τα μάτια και να σου γύριζαν την πλάτη ή μπορεί να ορμούσαν καταπάνω σου. Όχι πως το είχε κάνει κανείς τους -με κάποιες ελάχιστες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, για τις οποίες κανείς δε μιλούσε ποτέ-, αλλά η πιθανότητα πάντα υπήρχε, ήταν προφανές. Άλλωστε, ήταν στο αίμα τους. Κανείς δεν ήξερε τι θα συνέβαινε αν τα έβαζες μ’ έναν Ρέντγκρεϊβ, επειδή, χάρη σε αυτές τις ελάχιστες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις στο παρελθόν, κανένας δεν ήταν τόσο ανόητος ώστε να τα βάλει με έναν Ρέντγκρεϊβ. Μόνο που τώρα, κάποιος το έχει κάνει, έμμεσα. Η Αδελφότητα, η κληρονομιά του Μπάρι Ρέντγκρεϊβ και του πατέρα του πριν από αυτόν, έχει αναστηθεί από μια νέα, ακόμα πιο θανάσιμα επικίνδυνη πάστα ανθρώπων. Ο άγνωστος ηγέτης τους, στηριζόμενος στα εναπομείναντα μέλη της δήθεν διαλυμένης Αδελφότητας, χρησιμοποιεί κάθε ανθρώπινη αδυναμία και βίτσιο για να δελεάσει τόσο νέα μέλη όσο και νέα θύματα, με απώτερο στόχο την εκ των έσω καταστροφή της Αγγλίας και στη συνέχεια την παράδοση της αυτοκρατορίας στα χέρια ενός ευγνώμονος Βοναπάρτη. Με τη βοήθεια της νέας νύφης του κόμη, της Τζέσικα, της οποίας ο προσφάτως αποθανών πατέρας ήταν μέλος της Αδελφότητας, και με τις πληροφορίες που σχεδόν απέσπασαν διά της βίας από τη χήρα κόμισσα, τα αδέλφια Ρέντγκρεϊβ είναι αποφασισμένα να ανακαλύψουν και να καταστρέψουν, αθόρυβα και επιδέξια, αυτή τη θανάσιμη μετενσάρκωση της Αδελφότητας, από το τελευταίο μέλος μέχρι τον ίδιο τον ηγέτη της, στηριζόμενοι στις αναμνήσεις της Τρίξι και με την ελπίδα πως θα εντοπίσουν τα ημερολόγια όπου καταγράφονται οι λεπτομέρειες της ειδεχθούς έως και προδοτικής ιστορίας της Λέσχης της Φωτιάς της Κόλασης. Είναι επιτακτική ανάγκη οι Ρέντγκρεϊβ να εντοπίσουν και να σταματήσουν τα μέλη της αναγεννημένης Αδελφότητας, χωρίς όμως το όνομά τους να συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο ~ 12 ~


με τις ενέργειές της. Ειδάλλως, αυτή τη φορά, το σκάνδαλο που θα ακολουθούσε θα μπορούσε να τους καταστρέψει, και πιθανότατα και την ίδια τη μοναρχία, για πάντα.

~ 13 ~


Κεφάλαιο 1

«Εξήγησε μου πάλι γιατί κάθεσαι εκεί πάνω, μασουλώντας μετά πάθους ένα μήλο -και το εννοώ, μετά πάθους-, ενώ μ’ έχεις βάλει να σέρνομαι γύρω γύρω στα τέσσερα, κοπανώντας τα σανίδια του πατώματος, ενώ ο Τάμπι επιμένει να γλείφει το πρόσωπό μου; Όχι πως με πειράζει, ε, Τάμπι;» Ο Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ άφησε το μικρό σφυρί για να τραβήξει χαϊδευτικά τ’ αυτιά του σπάνιελ. «Μπράβο, γέρο μου, καλό σκυλί. Είσαι χοντρός, χούφταλο στην κυριολεξία και η ανάσα σου βρομάει σαν της μαγκούστας, όμως σ’ αγαπώ, στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ. Γέρο μου, είσαι καλό σκυλί». Η λαίδη Κάθριν Ρέντγκρεϊβ έσπρωξε με τη γλώσσα τη δαγκωνιά απ’ το μήλο της στο στόμα της, μοιάζοντας με σκίουρο που μαζεύει καρύδια για το χειμώνα. Καθόταν σε έναν από τους τεράστιους δερμάτινους καναπέδες στο γραφείο του αδελφού τους του Γκίντιον, στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, με τα γυμνά πέλματά της ν’ ακουμπάνε στην ψυχρή επένδυση του καναπέ. Το ψηλό, λυγερό κορμί της καλυπτόταν ακόμη από την απλή βαμβακερή νυχτικιά και τη ρόμπα της, παρ’ ότι είχε πια μεσημεριάσει. «Ξέρει πότε τον κοροϊδεύεις», τόνισε η Κέιτ στον αδελφό της που ήταν πιο κοντά της ηλικιακά από τους άλλους δυο, κάτι που τον έκανε ταυτόχρονα τον καλύτερο φίλο της, αλλά και τον αρχιβασανιστή της παιδικής της ηλικίας. «Κανονικά, πέρυσι, θα ’πρεπε να λες διαρκώς “καλό σκυλί, καλό σκυλί”, όταν ήσουν τόσο απρόσεκτος ώστε να σκοντάψεις πάνω στον πολυαγαπημένο μας γερο-Τάμπι και να πέσεις από τις σκάλες, παρασέρνοντας μαζί σου τον Δούκα και τον Ταγματάρχη, τα καημένα τα ζωντανά. Ο Τάμπι ήξερε πως ήσουν ακόμη θυμωμένος. Όλοι το ξέραμε. Άλλωστε, ούρλιαζες λες και σ’ έσφαζαν». Ο Βάλενταϊν ανακάθισε ρίχνοντας το βάρος στις φτέρνες ~ 14 ~


του και σκούπισε το ιδρωμένο πρόσωπό του με το μαντίλι του, καθώς το σπάνιελ τον παρακολουθούσε, κουνώντας εκστατικά την ουρά του, έτοιμο να ορμήσει ξανά για να γλείψει τον αφέντη του. «Έσπασα το καταραμένο πόδι μου και τούτα τα μπασταρδάκια, έχοντας παραφρονήσει από ανησυχία, δε σταματούσαν να χοροπηδάνε πάνω του, μέχρι που κατάφερες να τα απομακρύνεις ή μήπως αυτό σου διαφεύγει από το συγκεκριμένο περιστατικό;» γκρίνιαξε και ξαναγύρισε στη δουλειά του, χτυπώντας το πάτωμα. «Ακόμη με πονάει, ξέρεις, όταν πάει ν’ αλλάξει ο καιρός, αν και υποθέτω πως το θεωρείς καλό κάτι τέτοιο. Είσαι σίγουρη ότι θα έχεις πάντα πρόχειρη την ομπρέλα σου, εκτός αν σου αρέσει να γίνεσαι μούσκεμα ως το κόκαλο, έτσι δεν είναι; Όπως και να έχει, η ικανότητά μου να μαντεύω τον καιρό ήταν διασκεδαστική μονάχα την πρώτη φορά, όταν έβαλα στοίχημα με τον Τζέρεμι πως θα έβρεχε πριν σουρουπώσει, προτού το καταλάβει και αποκαλύψει σε όλους το μυστικό μου. Ακόμη θέλω να μάθω ποιος άφησε το πορτάκι στη βάση της σκάλας ανοιχτό, έτσι ώστε τα σκυλιά να καταφέρουν ν’ ανέβουν εκεί πάνω. Θα ορκιζόμουν πως το είχα κλείσει». Η Κέιτ περιεργάστηκε το μισοφαγωμένο μήλο της σαν να έψαχνε το σωστό σημείο για την επόμενη δαγκωνιά -κάτι πιο ασφαλές από το να κοιτάξει τον Βάλενταϊν και πολύ πιο ασφαλές από το να τον κάνει να την κοιτάξει. «Μόνο οι μικρόψυχοι άνθρωποι κρατάνε κακία. Είμαι σίγουρη πως αυτό το άτομο λυπάται πάρα, μα πάρα πολύ». «Και καλά κάνεις, αντί να μ’ έχεις να σέρνομαι πέρα δώθε στα άδυτα του Γκίντιον ψάχνοντας για μυστικά περάσματα». Η Κέιτ γλίστρησε από τη ράχη του καναπέ, με τη νυχτικιά να αναδεύεται γύρω της καθώς στρογγυλοκαθόταν στα μαξιλάρια. «Ποτέ δεν είπα πως ήμουν εγώ. Το ’πα;» Κούνησε το μήλο μπροστά της σε ένδειξη απογοήτευσης. «Ξέρω πως ποτέ δεν είπα ότι ήμουν εγώ που ξέχασα να μανταλώσω το πορτάκι για τα σκυλιά». «Ποτέ δεν είπες όμως πως δεν ήσουν εσύ», αποκρίθηκε απόλυτα λογικά ο Βάλενταϊν. «Δε λες ψέματα, Κέιτ. Απλώς δε λες την αλήθεια αν μπορείς να βρεις έναν τρόπο να την παρακάμψεις». «Λοιπόν, σ’ αυτό έχεις δίκιο. Έχεις ψάξει πια κατά μήκος όλου του καναπέ. Θέλεις να σε βοηθήσω να τον σπρώξεις πά~ 15 ~


λι πίσω στον τοίχο;» «Σ’ το είπα πως κανείς δε φτιάχνει μυστικό πέρασμα πίσω από ένα τεράστιο, ογκώδες έπιπλο. Τα γδαρσίματα στο πάτωμα είναι ορατά κάθε φορά που μετακινείται, προδίδοντας έτσι την ύπαρξη του περάσματος. Μάλλον υπάρχει κάτι σαν κουμπί κάπου, που το πατάς και θέτει σε κίνηση ένα μοχλό, ο οποίος ανοίγει μια έξυπνα καμουφλαρισμένη πόρτα. Ίσως είναι κρυμμένο ανάμεσα σ’ όλα αυτά τα περίτεχνα σκαλίσματα στην κορνίζα του τζακιού -όχι πως υποστηρίζω ότι υπάρχει μοχλός ή πόρτα». «Όχι. Το έλεγξα. Έλεγξα όλα τα προφανή μέρη προτού έρθεις να μου κάνεις παρέα. Τώρα κοιτάζω σε όλα τα μη προφανή. Αν όμως είσαι τόσο σίγουρος πως κάνω λάθος, γιατί προσφέρθηκες να με βοηθήσεις;» «Για ακόμη μια φορά», πρόσθεσε ο Βάλενταϊν, ξεσκονίζοντας, χωρίς να υπάρχει λόγος, το πεντακάθαρο παντελόνι του, μιας και ο Ντίαρμπορν, ο μπάτλερ, διηύθυνε επάξια την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ μαζί με την κυρία Τζάστις, την οικονόμο, που επέβλεπε μια στρατιά καλοεκπαιδευμένων υπηρετών. Ούτε ίχνος σκόνης ή βρομιάς δεν είχε τολμήσει να κατακαθίσει πουθενά μέσα στο σπίτι εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, μήτε καν κάτω από τους καναπέδες στο γραφείο του δέκατου όγδοου κόμη του Σόλτγουντ. «Γι’ αυτό σε βοηθάω, για ακόμη μια φορά, από τη στιγμή που, αν σ’ αφήσουμε μόνη, μπλέκεις διαρκώς σε μπελάδες. Όμως η απάντηση στην επαναδιατυπωμένη αυτή ερώτηση είναι τόσο προφανής όσο και απλή: Δε σε βοηθάω -σε κρατάω μακριά από μπελάδες». «Πώς κι έτσι; Και γιατί να μπλέξω σε μπελάδες; Ο Γκίντιον μου ζήτησε να το κάνω αυτό». «Αλήθεια; Έτσι όπως μου τα είπαν εμένα, η έξυπνη καινούρια νύφη μας σου ζήτησε να μην αρχίσεις να ψάχνεις για τα ημερολόγια, κατόπιν αιτήματος του μεγάλου αδελφού μας, πράγμα που σήμαινε πως θα έκανες αμέσως σχέδια να γυρίσεις εδώ και να κάνεις ακριβώς αυτό. Όμως έτσι έφυγες απ’ το Λονδίνο κι αυτό ακριβώς ήταν που ήθελε ο Γκίντιον από την Τζέσικα, να σε καταφέρει δηλαδή να φύγεις με οποιονδήποτε τρόπο μπορούσε, καθώς ζητούσες επιτακτικά να μείνεις μετά τη γαμήλια τελετή και η κατάσταση ίσως αποδεικνυόταν ριψοκίνδυνη. Μονάχα όταν συνειδητοποίησε πως ενδεχομένως να έβρισκες στ’ αλήθεια κάτι, τότε ήταν που ο μεγάλος αδελφούλης ~ 16 ~


μας άρχισε να πανικοβάλλεται σαν γριά γυναικούλα». Η Κέιτ δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει θυμηδία, κατάπληξη ή θυμό. Γρήγορα όμως κατέληξε στη θυμηδία, ξέροντας πως η γυναίκα του Γκίντιον την είχε ξεγελάσει για τα καλά. Ήταν άξια θαυμασμού. «Κι αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που είσαι εδώ κι όχι στο Λονδίνο; Για να με σταματήσεις;» «Προφανώς όχι, αλλιώς δε θα είχα περάσει αυτά τα τελευταία άθλια λεπτά να σέρνομαι στο πάτωμα. Θα συνεχίσουμε το ψάξιμο, όμως δεν πρόκειται να το κάνεις μόνη σου. Αυτές ήταν οι εντολές του Γκίντιον: Μην αφήσεις την ανόητη από τα μάτια σου. Θεέ μου, Κέιτ, τι θα έκανες αν έβρισκες αυτά τα καταχθόνια ημερολόγια που κρατούσε ο πατέρας μας και η ομάδα του;» Ανασήκωσε τους ώμους της κάνα δυο φορές, κάνοντας την αδιάφορη, σαν να μην είχε περάσει ακόμα από το μυαλό της αυτή η πιθανότητα. «Δεν ξέρω. Θα τα διάβαζα; Θα έστελνα γράμμα στον Γκίντιον στο Γίερλινγκς για να του ανακοινώσω ότι τα βρήκα;» «Ακριβώς. Θα έκανες και τα δύο, και με αυτή τη σειρά». Η Κέιτ χαμογέλασε πονηρά. Ποτέ της δεν μπορούσε να κοροϊδέψει τον Βάλενταϊν. «Στ’ αλήθεια είναι τόσο σκανδαλώδη;» «Δεν περιγράφουν τις δεξιώσεις στον κήπο της Αδελφότητας, αυτό μπορώ να σου το πω. Διάβασα το ένα και μοναδικό ημερολόγιο που βρήκαμε και ήταν αρκετό, παραπάνω από αρκετό, ακόμη και για μένα. Έλα να βάλουμε τον καναπέ πίσω στη θέση του». Στερεώνοντας το μήλο ανάμεσα στα κατάλευκα γερά δόντια της, η Κέιτ έσπρωξε μ’ όλη της τη δύναμη για να τον βοηθήσει να σύρουν τον καναπέ στον τοίχο. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, γι’ αυτό δεν είχε ψάξει μέχρι τότε σ’ εκείνο το σημείο, ενώ στο τέλος ο Βάλενταϊν κατέληξε να σπρώχνει σχεδόν μόνος του. «Έχεις δίκιο. Κανείς δε θα έκρυβε μια πόρτα ή έναν ψευδότοιχο πίσω απ’ αυτό το τερατούργημα. Αυτό όμως περιορίζει κατά πολύ τη λίστα μου με τις πιθανές κρυψώνες, σωστά; Και σ’ ένα σπίτι με εβδομήντα δωμάτια, δε φαντάζεσαι πόσο με χαροποιεί αυτό. Πού θα ψάξουμε τώρα;» Ο Βάλενταϊν έριξε μια ματιά στο ρολόι πάνω στο τζάκι. «Όχι άλλο ψάξιμο για σήμερα, Κέιτ. Περιμένω ένα φίλο να φτάσει από το Λονδίνο σε λιγότερο από δύο ώρες». «Σε παρακαλώ, πες μου πως δεν είναι ο Τζέρεμι. Επιμένει να ~ 17 ~


με κοιτάει με το στόμα ορθάνοιχτο. Σχεδόν βλέπω τις αμυγδαλές του». Ο Βάλενταϊν άφησε να του ξεφύγει ένα γελάκι καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο, πιασμένοι αγκαζέ. «Δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Είναι τρελός για σένα. Εκτός απ’ όταν σε φοβάται, κάτι που ισχύει τις περισσότερες φορές». «Αυτό είναι γελοίο. Γιατί να με φοβάται;» «Δεν ξέρω. Μάλλον επειδή του είπα ότι θα τον έτρωγες για μεσημεριανό». Ο Βάλενταϊν άρπαξε την Κέιτ απ’ τον αγκώνα και τη γύρισε προς το μεγάλο ολόσωμο καθρέφτη στο διάδρομο. «Κοιτάξου». «Δε χρειάζεται να κοιταχτώ -ξέρω πώς μοιάζω, Βαλ, έλεος». «Ξέρεις; Μόνο και μόνο επειδή με διασκεδάζει, άσε με να σου πω τι βλέπει ο Τζέρεμι. Ο Τζέρεμι, και κάθε άντρας με μάτια στο κεφάλι του και όλες τις αισθήσεις του από τη μέση και κάτω -και μην αποπειραθείς να το παίξεις ντροπαλή και να μου πεις πως δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό, επειδή η Τρίξι έκανε την ίδια “κουβεντούλα” μ’ εσένα που έκανε με όλους μας, ο Θεός να μας φυλάει». Η Κέιτ περιεργάστηκε το είδωλό της στον καθρέφτη, περνώντας μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω απ’ το αυτί. «Ώστε είπε και σ’ εσένα πως αν ένας άντρας αρχίσει να παραφέρεται, πρέπει να του δώσεις μια γερή γονατιά στ ’ αχαμνά και μετά να το βάλεις στα πόδια, όσο είναι ακόμα πεσμένος στα γόνατα, κλαψουρίζοντας και φωνάζοντας τη μαμά του;» «Θεέ μου. Αυτό είναι πολύ χειρότερο απ’ ό,τι είχαμε φανταστεί πως θα έλεγε». Ο Βάλενταϊν έτριψε την περιοχή κάτω από το αριστερό του μάτι, που είχε αρχίσει να συσπάται νευρικά. «Σ’ ευχαριστώ που δεν το έκανες αυτό πέρσι στην Άλμακ’ς. Πραγματικά, το εννοώ ειλικρινά. Να συνεχίσουμε τώρα;» «Δε θα συνεχίσω τίποτα», είπε η Κέιτ, προσπαθώντας να συ-γκρατήσει το χαμόγελό της μπροστά στην αμηχανία του αδελφού της. «Εσύ το ξεκίνησες αυτό, θυμάσαι;» «Ναι, δυστυχώς, το θυμάμαι». «Είμαστε πολύ ωραίο ζευγάρι, δεν είμαστε, Βαλ; Έχουμε τα ίδια σκούρα μαλλιά, τα ίδια κεχριμπαρένια μάτια. Ακόμα και οι βλεφαρίδες σου είναι σχεδόν το ίδιο μακριές με τις δικές μου. Σ’ ενοχλεί αυτό;» «Όχι τόσο όσο τον Μαξ. Γιατί νομίζεις πως έχει αφήσει μουστάκι; Τώρα, πρόσεξέ με, Κέιτ. Πρώτα απ’ όλα, τα μαλλιά ~ 18 ~


σου. Κατάμαυρα σαν κάρβουνο κάτω από συνηθισμένο φωτισμό, ενώ στον ήλιο χρυσίζουν. Μαλλιά σαν τα δικά σου δεν τα βρίσκεις ούτε μία στο εκατομμύριο στο Λονδίνο, το βασίλειο των ξεπλυμένων ξανθών δεσποινίδων με τα γαλανά μάτια. Έπειτα, είναι τόσο πυκνά και πλούσια, ενώ κυματίζουν σε πανέμορφες μπούκλες όταν τα αφήνεις λυτά, κάτι που κάνεις συνήθως επειδή είσαι τεμπέλα. Οι γυναίκες ζουν για τη στιγμή που θα τους πουν πως είναι πια αρκετά μεγάλες για να μαζέψουν ψηλά τα μαλλιά τους, ενώ εσύ αφήνεις τα δικά σου κάτω. Πάω στοίχημα πως η Τρίξι σου ’πε να το κάνεις αυτό». Η Κέιτ έπαιξε με μία από τις απαλές μπούκλες που έφταναν σχεδόν μέχρι τους αγκώνες της. «Δηλαδή τα μαλλιά μου αποχαυνώνουν τον Τζέρεμι; Και, ναι, η Τρίξι μου είπε να συνέχισω να τ’ αφήνω ελεύθερα, επειδή ο μόνος λόγος να τα μαζεύω ψηλά είναι για να μην μπορούν οι άντρες να κάνουν οτιδήποτε άλλο παρά να επικεντρώνονται στο να βρίσκουν τρόπους να βγάλουν τις φουρκέτες. Γιατί λοιπόν να μην τους προσφέρω αυτό που θέλουν εξαρχής, αφού μ’ αυτό τον τρόπο ίσως τους απομείνει αρκετό μυαλό ώστε να προσπαθήσουν πραγματικά να κάνουν μια λογική συζήτηση μαζί μου;» «Αυτή η γυναίκα είναι δημόσιος κίνδυνος. Είτε κάνει ολωσδιόλου λάθος στην προκειμένη περίπτωση είτε ελπίζει πως θα σε κάνει να φαίνεσαι πιο νέα, ώστε εκείνη να μη νιώθει γριά. Εν πάση περιπτώσει, αν αφήσεις τους άντρες να κάνουν παθιασμένες σκέψεις, ήδη έχουν περάσει στο δεύτερο στάδιο του σχεδίου τους για σένα -και με τη βοήθειά σου. Ευτυχώς όμως για σένα, ο Τζέρεμι δεν έχει την εμπειρία να ξεπεράσει ούτε καν το πρώτο στάδιο, πόσω μάλλον ν’ αρχίσει να σκέφτεται το τρίτο. Τον σαστίζεις εντελώς, τον καημένο». «Ενδιαφέρον. Ποιο είναι το δικό σου τρίτο στάδιο, Βαλ;» «Δεν είναι δική σου δουλειά, παλιοκόριτσο. Εντάξει, αρκετά με τα μαλλιά σου. Είπαμε για το χρώμα των ματιών σου. Το πρόβλημα με αυτά είναι πως δεν τα χαμηλώνεις ποτέ, για κανέναν. Δεν ακκίζεσαι, δε φλερτάρεις, δεν πεταρίζεις τα βλέφαρά σου. Κοιτάζεις τον κόσμο με μάτια όμορφα, δεκτό, όμως κάτω από τις βλεφαρίδες και το αμυγδαλωτό σχήμα τους, που τόσο σε κολακεύει, είσαι ένας άντρας, και το ξέρουν αυτό. Σκέφτεσαι σαν άντρας, κοιτάς θαρρετά σαν άντρας, τους αποτιμάς με το βλέμμα σου. Κάτι επίσης εκνευριστικό». Η Κέιτ κοίταξε το είδωλό της, που με τη σειρά του την κοι~ 19 ~


τούσε κατάματα. «Ωραία. Μ’ αρέσει αυτό». «Υπέροχα. Προσπαθώ να σου εξηγήσω κάτι και το μόνο που καταφέρνω είναι να σου προσφέρω κι άλλα πυρομαχικά εναντίον του ίδιου μου του φύλου. Το στόμα σου; Αυτό το στόμα τα εξηγεί όλα από μόνο του και μάλλον η σκέψη του αποτελεί αμαρτία, όχι πως οι μεγαλύτεροι, σοφότεροι αδελφοί σου το αντιμετωπίζουν σαν κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είναι, δηλαδή θρασύ και σαφέστατα ισχυρογνώμον. Και μας απομένει το σώμα σου». «Δεν πρόκειται να συζητήσουμε για το σώμα μου». Η Κέιτ προσπάθησε να απελευθερώσει το μπράτσο της από τη λαβή του αδελφού της. «Όχι, όχι, ας τελειώνουμε μ’ αυτό. Πρώτον, είναι μεσημέρι κι ακόμη δεν έχεις ντυθεί. Όχι γιατί είσαι τεμπέλα. Όλοι ξέρουν πως οι μισές ντεμπιτάντ του Λονδίνου μόλις τώρα ξυπνάνε για να πιουν την πρωινή τους σοκολάτα. Όμως κρύβονται στα δωμάτιά τους, δεν τριγυρίζουν στο σπίτι ξυπόλυτες, επειδή τις κυρίευσε μια αιφνίδια ακατανίκητη επιθυμία να με βάλουν να ψαχουλεύω πίσω από τον καναπέ». «Ηθελα να σε προλάβω προτού βγεις για ιππασία ή κάτι άλλο». «Θα μπορούσαμε να διαφωνούμε περί αυτού για ώρες, Κέιτ, όμως θα το αφήσουμε να περάσει με την πιο εύκολη εξήγηση -θέλεις αυτό που θέλεις τη στιγμή που το θέλεις. Ίδια ο Γκίντιον». «Σ’ ευχαριστώ», αποκρίθηκε με αναίδεια η Κέιτ, ξέροντας πως κόντευε να τρελάνει τον αδελφό της. «Και τώρα θα συγκρίνεις το σώμα μου με του Γκίντιον;» «Όχι, κυρίως θα το συνέκρινα με της μητέρας μας. Θα συνέκρινα εσένα, από την κορφή ως τα νύχια, και σε ένα μεγάλο βαθμό κι εμάς τους υπόλοιπους, με τη μητέρα μας. Αυτό όμως που κάνεις με το σώμα σου είναι ακριβώς ίδιο με ό,τι κάνει ο Γκίντιον, ο Μαξ, εγώ ή οι απανταχού άντρες, τουλάχιστον όσοι δε φοράνε παπούτσια με κόκκινα τακούνια και δεν περιφέρονται κορδωμένοι σαν κουφιοκέφαλα παγόνια». «Μιας και μιλάμε για κουφιοκέφαλους, ξέρεις πως ο Άνταμ κοιμάται μέχρι τις έντεκα και μετά κάνει δύο ολόκληρες ώρες για να μπανιαριστεί και να ντυθεί, μόνο και μόνο για να βγει από την κάμαρά του μοιάζοντας με ανεγκέφαλο δανδή, με την κολόνια του να φτάνει σε κάθε δωμάτιο τουλάχιστον δέκα ~ 20 ~


δευτερόλεπτα προτού κάνει ο ίδιος την εμφάνισή του;» «Ο αδελφός της Τζέσικα είναι ένα καλό παράδειγμα των αντρών στους οποίους δεν προσομοιάζεις», είπε με ένα πονηρό χαμόγελο ο Βάλενταϊν. «Δεν τον βασανίζεις πάρα πολύ από τότε που τον έφερες εδώ από το Λονδίνο, έτσι δεν είναι;» «Όχι», αποκρίθηκε η Κέιτ, ξανακοιτώντας κλεφτά την αντανάκλασή της, προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοούσε ο Βαλ για το κορμί της. Η Τρίξι ήταν η δασκάλα της -ήταν είκοσι χρονών πια, θα ’πρεπε να ξέρει τι εννοούσε. «Εύκολα ρεζιλεύει και μόνος του τον εαυτό του. Και το κάνει συχνά. Τις προάλλες, μια αράχνη σκαρφάλωσε στις σαχλές ροζ κάλτσες του με τις καλτσοδέτες όταν ήμασταν έξω στον κήπο. Ούρλιαζε σαν κοριτσάκι κι έτρεχε γύρω γύρω μέχρι να μπορέσω να τον πιάσω και να τινάξω την αράχνη από πάνω του. Παρ’ όλα αυτά, τον συμπαθώ. Αν δεν κάνω λάθος, είναι στην ίδια περίπου ηλικία μ’ εμένα. Συμφωνήσαμε πως θα είμαστε φίλοι, όσο τουλάχιστον είμαστε εξόριστοι εδώ πέρα για να μην μπλεκόμαστε στα πόδια σας». «Δεν εξοριστήκατε εδώ για να μην... Ω, εντάξει. Δέχομαι πως σ’ αυτό έχεις δίκιο. Από την άλλη όμως, ούτε όταν ήσουν πέντε χρονών δεν είχες την ίδια ηλικία με τον Άνταμ. Δεν είναι ωστόσο αυτό που προσπαθώ να πω, οπότε, σε παρακαλώ, σταμάτα για να μπορέσω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου μιαν ώρα αρχύτερα». Κοίταξε το ταβάνι, σαν να αναζητούσε εκεί τα επόμενα λόγια του, και έπειτα συνέχισε συγκρατημένα: «Δεν τα κατάφερες και πολύ καλά στο Λονδίνο πέρυσι». «Ω, ανοησίες. Μην το φέρνεις απέξω απέξω. Ξέρω ακριβώς τι είναι το Λονδίνο και πώς πρέπει να φερθώ. Απλώς δε μου άρεσε». «Ναι, είδα τη στραβή μύτη του λόρδου Χίλτον. Μάλιστα, βοηθάει να παραβλέψεις το ανύπαρκτο πιγούνι του. Αυτό όμως που λέω είναι πως έχεις το σώμα μιας γυναίκας, αλλά το περιφέρεις σαν άντρας. Καμπουριάζεις όποτε σου κάνει κέφι, κάθεσαι σταυρώνοντας τα πόδια σου, για όνομα του Θεού. Περπατάς αποφασιστικά, με υπερβολικά μεγάλες δρασκελιές για να θεωρήσει κανείς θηλυκό το βάδισμά σου. Σταυρώνεις τα μπράτσα σου στο στήθος, τη στιγμή που κανονικά τα χέρια σου θα έπρεπε να είναι σεμνά διπλωμένα πάνω στα πόδια σου. Ακουμπάς τα πόδια σου στο τραπέζι, αφήνοντας τους α~ 21 ~


στραγάλους σου ακάλυπτους. Κοίτα πώς είσαι σήμερα. Τριγυρνάς με τη νυχτικιά, λες και δεν έχεις καμιά απολύτως ιδέα για το τι είναι πρέπον. Και όταν επιτέλους ντύνεσαι κανονικά, εννιά φορές στις δέκα είναι ένα από τα κοστούμια ιππασίας σου κι ένα ζευγάρι μπότες». Η Κέιτ πραγματικά δεν καταλάβαινε την ανησυχία του. Ήταν αυτή που ήταν, όπως ακριβώς οι αδελφοί της ήταν αυτοί που ήταν, και κανονικά δε θα έπρεπε να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ποιος είχε αποφασίσει πως μονάχα οι άντρες είχαν το δικαίωμα να είναι άνετοι και χαλαροί; Μάλλον ένας άντρας. Θεέ μου. Τότε σίγουρα πρέπει να με κλειδαμπαρώσετε στο σπίτι. Ή μήπως να με στήσετε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα;» Ο Βάλενταϊν πέρασε το χέρι του μέσα από τα πυκνά, ατίθασα μαλλιά του. «Είσαι ένα παιδί ορφανό από μητέρα, που μεγάλωσε με την Τρίξι και τη συντροφιά τριών μεγαλύτερων αδελφών, οι οποίοι μάλλον σου έδωσαν το κακό παράδειγμα». «Μάλλον;» «Θα το αγνοήσω αυτό. Όμως δεν είσαι ένας άρρεν Ρέντγκρεϊβ, Κέιτ, άσχετα από το πόσο θα το ήθελες. Είσαι γυναίκα, κι αυτά τα πράγματα μετράνε. Ήσουν στο Λονδίνο λιγότερο από μία εβδομάδα όταν πήγες στην Άλμακ’ς κι έδωσες τη μικρή σου παράσταση. Τώρα, έχω καλέσει ένα φίλο να μείνει μαζί μας για λίγες εβδομάδες. Έναν εκλεπτυσμένο κύριο. Ένα μαρκήσιο». «Τι δηλαδή, ντρέπεσαι για μένα; Στάσου είναι χειρότερο απ’ αυτό, έτσι δεν είναι; Μας κάνεις προξενιό, Αρνήθηκα να επιστρέφω στο Λονδίνο για μια δεύτερη σεζόν, οπότε φέρνεις το Λονδίνο σ’ εμένα; Με όλα όσα γίνονται εδώ, Βαλ, με την έρευνα για τα ημερολόγια και τις σπηλιές όπου συναθροιζόταν η Αδελφότητα; Έχεις χάσει εντελώς τα λογικά σου;» «Όπως μόλις είπες, μάλλον», μουρμούρισε ο Βάλενταϊν και στράφηκε μακριά από τον καθρέφτη, αρνούμενος να συναντήσει το βλέμμα της. «Το μόνο που λέω, Κέιτ, είναι... λοιπόν, είναι καιρός να ωριμάσεις πια, να γίνεις αληθινή κυρία. Μπορείς να το κάνεις, ξέρω πως μπορείς. Ο Γκίντιον φρόντισε να εκπαιδευτείς αναλόγως. Είναι ανάγκη να το κάνεις». Γύρισε ξανά προς το μέρος της στο άκουσμα του κοφτού λυγμού, που εκείνη βιάστηκε να καταπνίξει, και της άνοιξε την αγκαλιά του. «Αχ, Κέιτ, συγνώμη. Έλα εδώ». ~ 22 ~


Η Κέιτ τον πλησίασε και χώθηκε στην αγκαλιά του, ακουμπώντας το μάγουλό της στο στήθος του. Οι αδελφοί της είχαν όλοι τους χρυσή καρδιά, πραγματικά. Ωστόσο, ακόμα και η αγάπη της για τον Βάλενταϊν δεν αρκούσε για να συγκροτήσει για πολλή ώρα ακόμη το γέλιο της κι έτσι σύντομα εκείνος ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και την απομάκρυνε αρκετά ώστε να μπορέσει να δει το χαμόγελό της. «Παλιό...» «Τι έγινε, Βαλ; Απλώς φέρθηκα σαν κυρία. Θα ’πρεπε να πετάς από τη χαρά σου που δε σωριάστηκα χάμω λιπόθυμη, σαν σωστή κυρία. Αν όμως αυτός ο μαρκήσιός σου αρχίσει να με κορτάρει ακολουθώντας τις διαταγές σου...» «Για περίμενε λιγάκι, Κέιτ. Δεν είναι δα ότι προσκάλεσα επίτηδες τον άνθρωπο εδώ για να κάνεις εξάσκηση μαζί του. Και οι δυο μας πλήτταμε μέχρι θανάτου στο Λονδίνο και ο Γκίντιον μου είχε ήδη ζητήσει να έρθω εδώ για να σε προσέχω. Απλώς άνοιξα το στόμα μου κι άκουσα τον εαυτό μου να προσκαλεί τον Σάιμον να μου κάνει παρέα», τη διόρθωσε βιαστικά ο Βάλενταϊν. «Τα υπόλοιπα προέκυψαν εκ των υστέρων». «Τέλος πάντων, αυτό τουλάχιστον ακούγεται σαν κάτι που θα έκανες. Πάντα πρόθυμος να προσφέρεις τη βοήθειά σου. Όπως σου υπενθυμίζω διαρκώς, μια μέρα θα μπλέξεις σε άσχημους μπελάδες με την υπερβολική προθυμία σου». «Απλώς πιστεύω πως θα ήταν καλό για σένα να κάνεις λίγη... εξάσκηση προτού επιστρέφεις στο Λονδίνο την επόμενη άνοιξη. Επειδή θα επιστρέφεις, Κέιτ, και στα είκοσι ένα σου κάποιοι θα πουν πως είσαι πια μεγάλη για ντεμπιτάντ. Ο Γκίντιον ήδη προσπαθεί να σου εξασφαλίσει άλλη μια πρόσκληση για την Αλμακ’ς, αν και αμφιβάλλω πως ακόμα κι αυτός μπορεί να κάνει ένα τέτοιο θαύμα». «Το οποίο, να υποθέσω, εμπίπτει στην ίδια κατηγορία με τους άρτους και τα ψάρια; Είναι ένα τσούρμο αλαζονικές κυρίες της υψηλής κοινωνίας, που θεωρούν τον εαυτό τους πιο σημαντικό απ’ ό,τι είναι. Όμως είναι σκληρά καρύδια, ε; Ίσως ο Γκίντιον θα ’πρεπε να ζητήσει βοήθεια από τον επουράνιο Κύριό μας». Ο Βαλ την έδειξε αποδοκιμαστικά με το δείκτη του. «Βλέπεις; Αυτό είναι που κάνεις. Οι νεαρές κυρίες δε λένε τέτοια πράγματα. Αυτό που χρειάζεσαι είναι εξάσκηση κι εμένα για μέντορά σου, ο Θεός να με βοηθήσει, επειδή είμαι ο μοναδι~ 23 ~


κός διαθέσιμος, εκτός από την Τρίξι, και όλοι μπορούμε να δούμε πώς εξελίχθηκε αυτό την πρώτη φορά. Οπότε κάνε εξάσκηση με το μαρκήσιο όσο θα βρίσκεται εδώ κι εγώ θα σε καθοδηγώ». «Εξαρτάται, Βαλ. Μπορεί να συμμετάσχει κι αυτός στο κυνήγι του θησαυρού μας; Τουλάχιστον μπορούμε να το αποκαλέσουμε έτσι. Ο Γκίντιον είπε πως ίσως υπάρχει κάποιου είδους θησαυρός στη σπηλιά όταν την ανακαλύψουμε, θυμάσαι; Ενδεχομένως, ένα χρυσό ρόδο, με ένα διαμάντι πάνω του, μεγάλο σαν αβγό περιστεριού;» Τα μάτια του Βάλενταϊν άνοιξαν διάπλατα. «Ποιος, στο διάβολο, σου είπε για το ρόδο;» Πραγματικά, οι άντρες ήταν τόσο απλοϊκοί. «Κανένας. Απλώς έτυχε κάπου ν’ ακούσω κάτι γι’ αυτό και μόλις μου το επιβεβαίωσες, σ’ ευχαριστώ πολύ. Επίσης οι κύριοι δε λένε στο διάβολο μπροστά στις κυρίες, ακόμα και στις αδελφές τους. Όπως φαίνεται, δεν είμαι η μόνη που χρειάζεται μέντορα». «Τέλος πάντων, άσ’ το. Κρυφάκουγες, ε;» Η Κέιτ χτύπησε τις γροθιές στους γοφούς της. «Πώς αλλιώς υποτίθεται ότι θα μάθω οτιδήποτε; Φυσικά και κρυφακούω. Όλα τα μέλη της Αδελφότητας φορούσαν ένα χρυσό ρόδο στο λαιμοδέτη τους, για να δείξουν πως είχαν φέρει μια παρθένα στην πλήρη άνθησή της, σωστά; Και, κάπου στο κτήμα μας, πιθανώς υπάρχει ένα πολύ μεγάλο χρυσό ρόδο, με ένα διαμάντι πάνω του σαν αβγό περιστεριού. Μάλλον. Ίσως. Ή τουλάχιστον αυτό πίστευε ο Γκίντιον στην αρχή, όταν υποπτευόταν πως κάποιος ανασκάλευε το μέρος ψάχνοντας κάτι πέρσι το χειμώνα. Ξέρεις, τα φώτα που τρεμόπαιζαν στο δάσος, η υποχώρηση του εδάφους σε ένα από τα θερμοκήπια, που αποκάλυψε το τμήμα μιας σήραγγας ή σπηλιάς που κατέρρευσε...» «Έχεις... έχεις καμιά ιδέα για το τι λες; Σχετικά με το ρόδο;» Η Κέιτ χαμήλωσε το κεφάλι, έτοιμη να κλάψει στ’ αλήθεια αυτή τη φορά. «Ναι, νομίζω πως ο πατέρας μας ήταν ένας εξαιρετικά κακός άνθρωπος, που έκανε εξαιρετικά απεχθή πράγματα, και τα περισσότερα -αν όχι όλα- έλαβαν χώρα εδώ, στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Δεν μπορώ να ρωτήσω την Τρίξι, επειδή αυτό ίσως την πληγώσει. Το ότι ο γιος της ήταν σατανικός. Ο πατέρας μας ήταν σατανικός. Από τότε που γύρισα από το Λονδίνο, κοιτάζω ξανά και ξανά το πορτραίτο του ώρες ολόκληρες στη μεγάλη πινακοθήκη. Ήταν πολύ όμορφος, σαν ξαν~ 24 ~


θός θεός. Δε διακρίνω κακό πάνω του, εκτός ίσως από τα μάτια του. Είναι ψυχρά, δεν είναι; Και κοροϊδευτικά. Έχει ένα από αυτά τα χρυσά ρόδα σφηνωμένο στο λαιμοδέτη του. Αυτό δεν μπορεί να ευχαριστούσε τη μητέρα μας, σωστά; Δεν είναι άξιο απορίας που τον πυροβόλησε». Ο Βάλενταϊν πίεσε τη ράχη της μύτης του με τα δάχτυλά του. «Θεέ μου, μ’ έχεις φέρει στα όριά μου. Ήρθα εδώ για να σε προστατεύσω κι εσύ ήδη ξέρεις περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε». «Ξέρω πως όλοι σας κυνηγάτε ένα δολοφόνο, που ίσως σκότωσε τον πατέρα της Τζέσικα και μερικά από τα άλλα γηραιότερα μέλη της Αδελφότητας, τα οποία πιθανώς δε συμφωνούσαν με τις απόψεις του νέου ηγέτη. Η Τρίξι το είπε μπροστά μου στο Λονδίνο. Δεν μπορούσε να κρατηθεί η καημενούλα, ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένη. Άλλωστε, ο εραστής της μόλις είχε...» «Ξέρω τι συνέβη εκείνη τη νύχτα», την έκοψε ο αδελφός της με μια έκφραση οδύνης στο πρόσωπό του. «Συγνώμη. Προσπαθώ απλώς να βοηθήσω, αυτό είναι όλο. Θα έπρεπε να μου επιτρέψετε να βοηθήσω. Πες μου για το δολοφόνο. Ποιους σκότωσε; Τι άλλα φρικτά πράγματα έχει κάνει η Αδελφότητα;» Ο Βάλενταϊν έστρεψε ξανά την προσοχή του στην Κέιτ. «Τέλος η συζήτηση. Έμαθες για τα ημερολόγια, και ο Γκίντιον αποφάσισε ότι μπορούσες να ψάξεις γι’ αυτά, όντας σίγουρος πως δε θα τα έβρισκες, πως η Τρίξι θα τα είχε ανακαλύψει πριν από χρόνια και θα τα είχε κάψει. Μετά το σκέφτηκε καλύτερα. Επικεντρώσου στα ημερολόγια, Κέιτ. Αν τα βρίσκαμε, θα μας βοηθούσε ιδιαίτερα». «Αρα δε θα μου πεις για το δολοφόνο. Γιατί; Όλα είναι μέρος του ίδιου γρίφου, σωστά; Η Αδελφότητα, τα ημερολόγια, ο δολοφόνος...» «Πιστεύουμε πως ο δολοφόνος, όπως τον αποκαλείς, είναι ο νέος ηγέτης της Αδελφότητας. Ο φόνος δεν είναι ο πραγματικός σκοπός τους, αλλά μονάχα, όπως είπα, ένα ξεσκαρτάρισμα των μελών από την εποχή του πατέρα μας, που ενδεχομένως να μη συμφωνούν με όσα γίνονται τώρα. Άκου, Κέιτ. Βρες τα ημερολόγια και θα σου πω τα υπόλοιπα. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μου υποσχεθείς πως δε θα τα ανοίξεις και πως στο μεσοδιάστημα δε θα με πιλατεύεις ασταμάτητα για να μάθεις ~ 25 ~


αυτά που κανείς δε θέλει να σου πει. Είναι μια δίκαιη συμφωνία, έτσι δεν είναι;» «Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω;» «Θεέ μου, ειλικρινά το ελπίζω». Η Κέιτ έμεινε για λίγο συλλογισμένη. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα τα μάθαινε όλα στο τέλος. Αφού αυτό όμως έκανε χαρούμενο τον Βάλενταϊν... «Εντάξει. Ας δώσουμε τα χέρια λοιπόν». «Ανάθεμα, όχι. Οι γυναίκες δε δίνουν τα χέρια για να επισφραγίσουν μια συμφωνία. Αν κάνουν κάτι, είναι να προσφέρουν το χέρι τους, επιτρέποντας σ’ εμάς τους κυρίους να υποκλιθούμε». «Τόσο καθωσπρέπει, Βαλ. Εντάξει, ας υποκριθούμε πως μόλις το έκανα, εφόσον συμφωνείς με τα υπόλοιπα. Θ’ αφήσουμε αυτόν το μαρκήσιό σου να συμμετάσχει στο κυνήγι του θησαυρού μας, χωρίς να ξέρει για το τι πραγματικά ψάχνουμε. Αν δεν το κάνουμε και επιμείνεις να βρίσκεσαι συνεχώς μαζί μου όσο ψάχνω, για την περίπτωση που ανακαλύψω κάτι -πράγμα που J είμαι αποφασισμένη να κάνω-, τότε εκείνος δε θα έχει τίποτα να κάνει παρά να χασομεράει ολημερίς. Επιπλέον, θα έχει τον Ανταμ να του ζαλίζει τ’ αυτιά, κάτι που δεν είναι πάντα τόσο ευχάριστο όσο ακούγεται». «Και», είπε ο Βάλενταϊν, νιώθοντας προφανώς πως αυτή τη στιγμή είχε το πλεονέκτημα, «θα φέρεσαι σαν κυρία μπροστά στο μαρκήσιο. Σοβαρά, Κέιτ, όσο κι αν σε λατρεύουμε όλοι μας, χρειάζεσαι εξάσκηση». Θα ενέδιδε, όμως ποτέ ολοκληρωτικά. Δεν ήταν στη φύση της. «Θα προσπαθήσω, αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να πω. Ωστόσο, αν τυχόν εντυπωσιαστεί τόσο με την καθωσπρέπει θηλυκή συμπεριφορά μου ώστε να αποπειραθεί να περάσει -ό,τι κι αν είναι αυτό- στο τρίτο στάδιο, να το ξέρεις, Βαλ, θα του δώσω μια γερή γονατιά στ’ αχαμνά. Αλήθεια θα το κάνω και μετά θα ρίξω το φταίξιμο σ’ εσένα». «Χρειάζομαι ένα ποτό. Πήγαινε να ντυθείς». Η Κέιτ ανασήκωσε τη μια άκρη της ρόμπας της και έκανε μια βαθιά υπόκλιση. «Ω, άρχοντα και κύρη μου. Φυσικά και θα αποσυρθώ με βιάση τώρα, ζητώντας παρακλητικά την άδειά σας, ώστε να κάνω το θέλημά σας». «Δύο. Κάν’ τα δύο τα ποτά...» ~ 26 ~


Κεφάλαιο 2

Ο Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, πρώην αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού και νυν μαρκησιος του Σίνγκλτον, με τα δύο αυτά να οφείλονται στον αναπάντεχο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του την προηγούμενη χρονιά, τράβηξε τα γκέμια της διθέσιας άμαξάς του στην κορυφογραμμή του λόφου με θέα προς την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Εδώ ξεκίνησαν όλα, σκέφτηκε, αγναντεύοντας την τεράστια έπαυλη από φυσική πέτρα, που μάλλον στεκόταν εκεί για πάνω από εκατό χρόνια, με κάθε καινούριο κόμη να προσθέτει τη δική του πινελιά, προσαρτώντας στο αρχικό οικοδόμημα νέες πτέρυγες, οι οποίες έμοιαζαν να προεξέχουν εντελώς άτακτα και προς τις τρεις κατευθύνσεις. Διάσπαρτα τριγύρω βρίσκονταν τουλάχιστον καμιά δωδεκάδα ακόμα πέτρινα κτίσματα, σε ποικίλα μεγέθη, λες και η κυρίως έπαυλη ήταν μια σκύλα που γέννησε και το ετερόκλητο μωσαϊκό των κτιρίων τα υγιέστατα κουτάβια της. Στην ευρύτερη περιοχή τριγυρνούσαν πρόβατα, με σκοπό να διατηρούν περιποιημένο το γρασίδι μασουλώντας το, όμως ένα οχυρωμένο όρυγμα τα κρατούσε μακριά από τα κτίρια και τους κήπους ένα πέτρινο τείχος βαθιά θεμελιωμένο σε ένα χαντάκι, που ελισσόταν με χάρη γύρω από την έπαυλη, ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε δέος με την επιβλητικότητά του. Ο Σάιμον προσπάθησε να αντιληφθεί από απόσταση το ύψος του, περιεργάστηκε τους διάφορους ψηλούς πύργους από πέτρα, με τις βαριές σιδερένιες πύλες ανάμεσά τους, που δημιουργούσαν ανοίγματα στο κατά τ’ άλλα ενιαίο τείχος, το οποίο περιέβαλλε την έπαυλη. Ο δρόμος που οδηγούσε στις πύλες ακολουθούσε την ίδια ακανόνιστη κλίση με το όρυγμα, που έμοιαζε περισσότερο με οχυρή τάφρο. Κατέληξε πως τα πρόβατα δεν ήταν οι μοναδικοί ανεπιθύ~ 27 ~


μητοι επισκέπτες που μπορούσαν να παραμείνουν σε απόσταση ασφαλείας. Η κορυφή του φαρδιού τείχους ήταν καλυμμένη με πολύχρωμα θραύσματα από σπασμένα γυαλιά και βρισκόταν στο ίδιο ύψος με τα περιποιημένα παρτέρια δίπλα στα κτίρια. Το τείχος πρέπει να είχε τριάμισι μέτρα ύψος κι έμοιαζε λες κι είχε φυτρώσει ξαφνικά μέσα στο χαντάκι, που ήταν έξι μέτρα φαρδύ και ανηφόριζε με ήπια κλίση μέχρι το επίπεδο του εδάφους. Ένα πρόβατο μπορούσε να περιπλανιέται με άνεση μέσα και έξω από το χορταριασμένο όρυγμα, όμως μόνο από τη μία πλευρά, εκείνη απ’ την οποία είχε μπει μέσα. Το ίδιο ίσχυε και για όποιον επιθυμούσε να βρει ένα σημείο εισόδου οπουδήποτε αλλού εκτός από τις πύλες, εκτός κι αν έφερνε μαζί του σκάλα κι ένα ζευγάρι χοντρά, δερμάτινα γάντια. Καταπράσινο γρασίδι, κατάλευκα πρόβατα, οι ηλιαχτίδες χόρευαν πάνω στα θραύσματα του γυαλιού, εκτοξεύοντας μικρά ουράνια τόξα πολύχρωμου φωτός. Ήταν βουκολικά. Γραφικά. Απατηλά θανάσιμα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια κρεμαστή γέφυρα. Τότε όμως ο Σάιμον θυμήθηκε πού βρισκόταν: στο νότιο Κεντ, ούτε δύο χιλιόμετρα μακριά από το Χάιθ και τη Μάγχη. Ήταν όμορφο μέρος, αλλά με μια κατά καιρούς βίαιη ιστορία. Οι λαθρέμποροι δρούσαν εδώ για αιώνες, και πιθανώς έβλεπαν την ακτή ως αυτό που ήταν: μια φαινομενικά ιδανική τοποθεσία για να ασκήσουν την τέχνη τους. Τα στρατεύματα εισβολής αντιμετώπιζαν με παρόμοιο τρόπο την περιοχή, και πιο πρόσφατα ο ίδιος ο Βοναπάρτης. Ο Σάιμον ωστόσο συμφωνούσε με την τρέχουσα θεωρία πως ο νέος αυτοανακηρυγμένος αυτοκράτορας Ναπολέων ήταν πλέον υπερβολικά απασχολημένος να προσαρτά κάθε χώρα της Ευρώπης, ώστε να επιχειρήσει μια εισβολή στην Αγγλία διά θαλάσσης. Όλοι οι καλοχτισμένοι πλίνθινοι πύργοι κατόπτευσης, που είχαν κατασκευαστεί βιαστικά κατά μήκος των νότιων ακτογραμμών στις αρχές του νέου αιώνα, είχαν αφεθεί τώρα στα χέρια υποδεέστερων στρατιωτών, οι οποίοι περνούσαν τις μέρες τους στην αγκαλιά του Μορφέα και τις νύχτες τους στις τοπικές ταβέρνες δίπλα στις αποβάθρες ως προσκεκλημένοι των φιλικών ντόπιων λαθρεμπόρων. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, κανείς δε θα πρόσεχε πως ~ 28 ~


η ανέγερση των πύργων, που ως επί το πλείστον είχε εγκαταλειφθεί πριν από λίγα χρόνια, είχε ξεκινήσει εκ νέου, χωρίς τυμπανοκρουσίες, με απώτερο στόχο να ορθώνονται τουλάχιστον εκατό απ’ αυτούς στην ακτή, πλήρως επανδρωμένοι και με όλα τα κανόνια τους στραμμένα προς τη θάλασσα. Χρειαζόταν ένας ολόκληρος στρατός για να κερδηθεί μια μάχη, όμως λίγοι αποφασισμένοι άντρες μπορούσαν να αλλάξουν ολοκληρωτικά τη ροή ενός πολέμου. Το ότι αυτοί οι άντρες ίσως ήταν Άγγλοι και είχαν στόχο την κατάρρευση της ίδιας τους της χώρας ήταν ο λόγος που ο Σάιμον είχε καταλήξει αφενός καλεσμένος ενός άντρα που είχε συναντήσει μονάχα μια φορά στο παρελθόν και αφετέρου απρόθυμος ηθοποιός στη ρομαντική φαρσοκωμωδία που είχε μηχανευτεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο Σπένσερ Πέρσεβαλ, προκειμένου να κατευνάσει τον Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ και να εξασφαλίσει τη συνεργασία του. Ή, όπως το είχε θέσει φιλικά ο κόμης, ενώ καθόταν νωχελικά στο γραφείο του Πέρσεβαλ λες κι ήταν δικό του: «Εμείς οι Ρέντγκρεϊβ θα φροντίσουμε να καταστραφούν τούτοι οι προδότες, σας διαβεβαιώ. Αν όμως επιθυμείτε να συνεχίσω να μοιράζομαι τις πληροφορίες μου μαζί σας, θα το κάνουμε με το δικό μου τρόπο. Σας κρατώ ενήμερους, με κρατάτε ενήμερο, χωρίς να φανεί πως συμβαίνει κάτι, έστω και στο ελάχιστο, ύποπτο στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ». Έπειτα σηκώθηκε, ίσιωσε τις μανσέτες του και τους χάρισε ένα από τα πιο γοητευτικά και συνάμα απειλητικά χαμόγελα που είχε δει ποτέ του ο Σάιμον. «Σύμφωνοι; Ειδάλλως, καλή σας μέρα, κύριοι, και καλή τύχη». Μόλις λίγες μέρες πριν ο Σάιμον ακόμη πίστευε πως ο Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ ήταν πιθανώς προδότης, εξαιτίας του ποιος ήταν, και ξαφνικά εκείνος και η οικογένεια του θα γίνονταν οι σωτήρες τους. Δεν του άρεσε αυτό. Για την ακρίβεια, ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας να φέρουν στρατιώτες και να κάνουν φύλλο και φτερό την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, κι ας πήγαιναν στο διάβολο οι προσεκτικές κινήσεις, λες κι ο κόμης ήταν εκείνος που κρατούσε τα ηνία.’ Ωστόσο, όπως είχε επισημάνει ο πρωθυπουργός, ο Σάιμον δεν είχε σημειώσει καμιά αξιοσημείωτη πρόοδο με την υπόθεση. Με τον έναν από τους δύο άντρες τους οποίους ερευνούσε να είναι πλέον νεκρός και τον άλλο να ισχυρίζεται πως ήταν άρρωστος και να αποσύρεται στην έπαυλή του στην επαρχία, ο Σάιμον δεν μπορούσε παρά να ~ 29 ~


συμφωνήσει. Τώρα, χάρη στους Ρέντγκρεϊβ, είχαν ελπίδες να μάθουν κι άλλες πληροφορίες, ενώ είχαν ήδη ξεσκεπάσει μια νοσηρή συνωμοσία σε υπουργικό επίπεδο, που είχε στόχο να αποτραπεί η έγκαιρη παράδοση τροφίμων και πολεμοφοδίων στα στρατεύματά τους στην Ιβηρική Χερσόνησο. Ο Πέρσεβαλ, στη σκέψη πως εν αγνοία του πρόσφερε άσυλο σε προδότες που βρίσκονταν κοντά του, δεν ένιωθε διόλου πιο άνετα απ’ όσο ο Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ, ο οποίος συνειδητοποιούσε πως το παλιό οικογενειακό του όνειδος ίσως κατέληγε να διατυμπανιστεί ξανά δημόσια, μόνο που αυτή τη φορά η εσχάτη προδοσία δε θα συνοδευόταν απλώς από μια φήμη, αλλά από ένα αποδεδειγμένο γεγονός. «Και όλα τούτα με οδήγησαν να έρθω εδώ, έτοιμος να το παίξω καλεσμένος ενός άντρα που δεν ξέρω και υποψήφιος μνηστήρας της εγγυημένα ανόητης αδελφής του αν είναι τόσο χαζή ώστε να πιστέψει οτιδήποτε απ’ αυτά». Έπειτα, κι ενώ αναρωτιόταν πότε είχε αρχίσει να μιλάει δυνατά στον εαυτό του, άφησε το χειρόφρενο της άμαξας και το ταιριαστό ζεύγος των ντορήδων του ανταποκρίθηκε στο ανάλαφρο τίναγμα των χαλιναριών. «Αυτό είναι, αγόρια μου, πάμε να τελειώνουμε». Η Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ μεγάλωνε στον ορίζοντα όσο ο Σάιμον πλησίαζε μάλιστα, σε ορισμένα σημεία, η αστραφτερή κορυφή του οχυρωματικού τείχους χανόταν, λόγω της ανώμαλης κλίσης του εδάφους. Ακολούθησε τον καλοδιατηρημένο δρόμο, που ήταν σίγουρος πως διέσχιζε την τεράστια έκταση του κτήματος, για το τελευταίο ενάμισι χιλιόμετρο του ταξιδιού του, παρατηρώντας μια χορταριασμένη λεωφόρο με γέρικα δέντρα παραταγμένα στα δεξιά του. Μήπως ήταν άραγε το σκηνικό της παλιάς εκείνης μονομαχίας που είχε καταλήξει σε φόνο; Στα αριστερά του έβλεπε αυτό που πρέπει να ήταν ένα μικρό μονάχα τμήμα των εκτεταμένων κήπων που απλώνονταν στο πίσω μέρος της έπαυλης, μαζί με ένα καλυμμένο με λειχήνες ερείπιο ενός αρχαίου λίθινου κτίσματος. Πιθανώς ήταν πραγματικό απομεινάρι των αρχαίων χρόνων και όχι κάτι που είχε χτιστεί ειδικά έτσι ώστε να φαίνεται σαν τέτοιο, όπως στο Σίνγκλτον Πλέις, εξαιτίας του Χόλμπρουκ, που το θεωρούσε επιτομή του καλού γούστου. Από την άλλη πάλι, ο μακαρίτης ο αδελφός του είχε πολλά παράξενα γούστα. Και, όπως φάνηκε, ένα από αυτά είχε απο~ 30 ~


δειχθεί θανάσιμο. Καθώς πλησίαζε την κεντρική πύλη, δύο άντρες, οι οποίοι έμοιαζαν με αγρότες, ξεπρόβαλαν από τις μικρές πόρτες του καθενός απ’ τους τεράστιους πέτρινους πύργους. Τώρα που μπορούσε να τους δει καλύτερα από κοντά, ο Σάιμον κατάλαβε πως οι πύργοι ήταν στην πραγματικότητα δύο στρατηγικά τοποθετημένα φυλάκια, με όμορφες γλάστρες κάτω από τα παράθυρα και γεροφτιαγμένες σιδεριές πίσω από τα τζάμια τους. Ωστόσο, ήταν πολύ διακριτικά και το μέρος είχε μια παραμυθένια ομορφιά, ενώ συγκάλυπτε επιμελώς τα αμυντικά πλεονεκτήματά του. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός μπουντρουμιού στα κελάρια, ενός μπουντρουμιού με καλολαδωμένους τροχούς βασανιστηρίων. Οι υπηρέτες στέκονταν χαλαροί ακριβώς πίσω από την πύλη. Αδιάφοροι. Περιμένοντας. Ο ένας τους σήκωσε το χέρι κι έχωσε το δάχτυλό του στο αυτί, το κούνησε πάνω κάτω και έπειτα εξέτασε αυτό που είχε αποσπάσει. Φαίνεται πως οι Ρέντγκρεϊβ δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους τύπους. Είτε αυτό είτε τους άρεσε να πιάνουν εξαπίνης τους επισκέπτες τους, και να τους αφήνουν εντελώς σαστισμένους. Άραγε αντίκριζε δύο χω-ριάτες βλακέντιους ή ένα φρούριο; «Καλό σας απόγευμα, καλοί μου άνθρωποι», είπε δυνατά και πρόσχαρα ο Σάιμον, αν και ίσως λίγο κοροϊδευτικά. «Είμαι ο μαρκήσιος του Σίνγκλτον, για τον κύριο Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ. Σας είναι επαρκείς αυτές οι πληροφορίες ή θέλετε και κανένα σύνθημα;» Οι δυο νεαροί άντρες αντάλλαξαν ένα συγχυσμένο βλέμμα, προτού ο ένας παραμερίσει τα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό του και βγάλει ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί από την τσέπη του. «Σας περιμένουν, λόρδε μου. Θα ανοίξω απλώς τούτη την πύλη κι ο Λίαμ από δω θα πηδήξει πίσω στην άμαξά σας για να οδηγήσει τα άλογά σας στο στάβλο και να βεβαιωθεί πως θα τα φροντίσουν κατάλληλα». «Μου ακούγεται λογικό. Για πείτε μου, είναι πάντα κλειδωμένη αυτή η πύλη;» Οι υπηρέτες αλληλοκοιτάχτηκαν ξανά, προτού εκείνος που τον έλεγαν Λίαμ του απαντήσει. «Θα σας φέρω κι αυτό εδώ το μπαούλο, που έχετε δεμένο κάτω από το κάθισμα, λόρδε μου, μόλις περιποιηθώ τούτα τα πανέμορφα άλογα. Θα ’θελες ~ 31 ~


ν’ ανοίξεις την πύλη τώρα, Ντίκι;» Ο Σάιμον τον ευχαρίστησε καθώς ο νεαρός έδινε ένα σάλτο και καθόταν πίσω του. Αυτό ήταν το τέλος της ιδέας του να πιάσει φιλίες με τους υπηρέτες, μήπως μάθαινε κανένα κουτσομπολιό. Οι Ρέντγκρεϊβ τους είχαν εκπαιδεύσει καλά, έστω κι αν δεν τους έντυναν αναλόγως. Άξαφνα ανυπομονούσε να δει κι άλλα από την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ και τους ενοίκους της, και άφησε ξανά το χειρόφρενο, μόνο και μόνο για να σταματήσει ένα λεπτό αργότερα, τραβώντας τα γκέμια στα μισά του φαρδιού κυκλικού δρόμου, στο κέντρο του οποίου δέσποζε ένα γκριζαρισμένο, διαβρωμένο γλυπτό. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, αλλά πίστευε πως το άγαλμα είχε σμιλευτεί ώστε να προσομοιάζει στον Άδη, τον Έλληνα θεό του Κάτω Κόσμου. Για ποιον άλλο λόγο να έχει τρία κεφάλια το κυνηγόσκυλο από μάρμαρο που καθόταν δίπλα του; «Αν ανησυχείς τόσο πολύ πια για τις φήμες και τις εικασίες, δεν τις προκαλείς με το να καλωσορίζεις τους επισκέπτες σου με αυτό», μουρμούρισε πνιχτά καθώς πηδούσε από την άμαξα, την ίδια στιγμή που η μια από τις τεράστιες εξώπορτες άνοιγε και ο ψηλός, μελαχρινός και γοητευτικός Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ κατέβαινε τις σκάλες με το δεξί του χέρι απλωμένο σε χαιρετισμό. «Σάιμον!» αναφώνησε, κουνώντας με θέρμη το χέρι του άλλου άντρα λες κι ήταν παλιόφιλοι από το σχολείο που ξανασυναντιούνταν έπειτα από καιρό. «Έμαθα πως κάποιος τριγυρνούσε ψηλά στο λόφο και ήλπιζα πως θα ήσουν εσύ. Έχει υπέροχη θέα από κει σ’ αυτό το τεράστιο παλιόσπιτο, ε;» «Προφανώς, και από εδώ έχετε υπέροχη θέα σε όποιον τυχαίνει να τριγυρνάει στο λόφο. Έχετε τοποθετήσει σκοπούς, κύριε;» «Όχι, όχι “κύριε” και όχι “λόρδε μου”. Είμαστε ο Βαλ κι ο Σάιμον, ο Σάιμον κι ο Βαλ. Γίναμε φίλοι εδώ και μήνες, κάπου στο Σάσεξ, αν δεν κάνω λάθος». «Σε συνάντησα για πέντε λεπτά στο γραφείο του Πέρσεβαλ και σου είπα πως δε μου αρέσει καθόλου αυτό το γελοίο θέατρο». «Πράγματι», αποκρίθηκε ο Βάλενταϊν, περνώντας συντροφικά το χέρι του πάνω απ’ τον ώμο του Σάιμον, οδηγώντας τον μακριά από την ανοιχτή εξώπορτα. «Σε συμβούλευσα να μάθεις να σου αρέσει, πράγμα που καλύτερα να έχεις κάνει, μιας ~ 32 ~


και η λαίδη Κάθριν θα παίξει κι αυτή το δικό της θέατρο, κάτι που ίσως σε αποσυντονίσει λιγάκι, παρεκτός κι αν αφοσιωθείς στο ρόλο σου». Ο Σάιμον πισωπάτησε μακριά από τον Βάλενταϊν. «Παρακαλώ; Δηλαδή ξέρει για την απάτη μας;» «Όχι ακριβώς. Κατέληξε σε ένα λανθασμένο συμπέρασμα σήμερα το πρωί και της το επέτρεψα, θα έλεγε μάλιστα κανείς πως την ώθησα προς αυτή την κατεύθυνση. Η Κέιτ είναι εξαιρετικά σχολαστική με τα γιατί, οπότε μου φάνηκε καλύτερο να την αφήσω να πιστεύει πως είχε μαντέψει σωστά». Δίστασε για μια στιγμή προτού συνεχίσει. «Α, και σχετικά μ’ αυτό. Νομίζει πως σε κάλεσα εδώ για να κάνει “εξάσκηση” πάνω σου. Άσε με να σου εξηγήσω. Κάποιοι θα έλεγαν πως δεν τα πήγε και πολύ καλά στην πρώτη της εξόρμηση στην υψηλή κοινωνία. Ισως έχεις ακούσει γι’ αυτό...» Ένα πραγματικά αριστοτεχνικά εκτελεσμένο δεξί κροσέ, Σίνγκλτον. Έπρεπε να το ’βλεπες. «Ίσως και ν’ άκουσα κάποιους ψιθύρους σε μια από τις λέσχες μου. Θα έπρεπε να σκεφτώ σοβαρά να φορέσω κάποιου είδους προστασία;» Η ματιά του Βάλενταϊν στράφηκε αμέσως προς το βουβώνα του Σάιμον, κάτι που τάραξε λιγάκι το μαρκήσιο. «Όχι, φυσικά και όχι. Κοίτα, Σάιμον, είναι απλό. Της είπα πως είσαι φίλος μου και πως οι δυο μας πλήτταμε στο Λονδίνο, γι’ αυτό σε κάλεσα εδώ για μια ανάπαυλα και με την ελπίδα πως θα έκανε λίγη εξάσκηση στα γυναικεία τεχνάσματά της, προτού τη σύρουμε ξανά στην πόλη την επόμενη σεζόν. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη να την πάρουμε στο Λονδίνο φέτος. Παρ’ όλα αυτά, εσύ δεν έχεις ιδέα πως βρίσκεσαι εδώ για να παίξεις το ρόλο του υποψήφιου μνηστήρα ανάμεσα στις έρευνές μας για τούτα τα αναθεματισμένα ημερολόγια και, αν είμαστε τυχεροί, για μια σπηλιά ή μια σήραγγα που δεν έχει καταρρεύσει από το πέρασμα του χρόνου». «Έχετε σκαλίσει καθόλου γύρω από αυτό το άγαλμα; Θα μπορούσε να είναι η πύλη στον Κάτω Κόσμο». Ο Σάιμον δεν είχε διάθεση να επιδείξει πνεύμα συνεργασίας. Ο Βάλενταϊν γέλασε. «Καλή πρόταση, θα πρέπει να του ρίξουμε μια ματιά. Ίσως ένα από τα κεφάλια του κυνηγόσκυλου στριφογυρίζει και ανοίγει μια υπόγεια σκάλα ή κάτι τέτοιο; Τον φωνάζουμε Χένρι, παρεμπιπτόντως. Τον Άδη, όχι το κυνη~ 33 ~


γόσκυλο. Τον στολίζουμε με φύλλα γκι τα Χριστούγεννα. Η γιαγιά μάς είπε πως τον παλιό καιρό βοηθούσε ώστε οι ντόπιοι να συμπεριφέρονται σωστά, αν και τώρα πια ο Χένρι είναι περισσότερο ένα οικογενειακό αστείο». «Έχετε πολλά παρόμοια αστεία εδώ πέρα;» «Λοιπόν, υπάρχει το οχυρωμένο όρυγμα, όμως αυτό είναι αστείο μονάχα αν δεν είσαι δεκάξι χρονών και δεν προσπαθείς να το σκαρφαλώσεις αφότου έμεινες έξω ως αργά το βράδυ, μετά το κλείδωμα των πυλών, απολαμβάνοντας τη συντροφιά της ιδιαίτερα εξυπηρετικής σερβιτόρας του πανδοχείου του χωριού». Ο Βάλενταϊν χαμήλωσε το βλέμμα στην παλάμη του. «Ακόμη μπορώ να διακρίνω μερικές από τις ουλές». «Από τα σπασμένα γυαλιά που είναι σφηνωμένα στην κορυφή του τείχους ή από την ιδιαίτερα εξυπηρετική σερβιτόρα;» Ο Βάλενταϊν έριξε πίσω το κεφάλι του και γέλασε. «Όχι, αυτή, απ’ ό,τι θυμάμαι, σημάδεψε την πλάτη μου». Ανάθεμα. Ο Σάιμον άρχιζε να τον συμπαθεί. Ούτως ή άλλως, αυτό υποτίθεται πως έπρεπε να κάνει. «Εντάξει», είπε, ενώ στρεφόταν επίτηδες ξανά προς την ανοιχτή εξώπορτα. «Οπότε παίζω το ρόλο του φίλου σου, που έφερες εδώ για να αποσπάσεις την προσοχή της αδελφής σου, αποκρύπτοντας το γεγονός πως ο αληθινός λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι για να βρω τα ημερολόγια -κάτι που εκείνη δεν ξέρει. Με τη σειρά της, η λαίδη Κάθριν είναι αποφασισμένη να βρει τα ημερολόγια, όμως τώρα κι εκείνη θα παίξει το ρόλο... Τι ρόλο;» Ο Βάλενταϊν άφησε ένα στεναγμό. «Όσο κι αν με πονάει που το λέω, θα παίξει το ρόλο της κυρίας». «Με συγχωρείς;» «Μην ανησυχείς. Σύντομα θα σου τα ξαναπώ, αν δεν τα συγκρατήσεις όλα. Είναι επιτακτική ανάγκη να σταματήσει να ψάχνει αυτά τα φρικτά ημερολόγια μόνη της. Επιτακτική. Ο ένας μας πρέπει να είναι συνεχώς μαζί της. Δε γίνεται να τα διαβάσει, ούτε καν μια σελίδα. Θυμήσου, Σάιμον. Έχω διαβάσει ένα απ’ αυτά». «Εγώ όχι. Ο αδελφός σου δεν το έδωσε και σ’ εμάς». «Όπως ο Γκίντιον έπεισε τον Πέρσεβαλ, δεν υπήρχε λόγος. Αυτό το ημερολόγιο είναι μονάχα το πρώτο μικρό κομμάτι ενός πολύ μεγάλου γρίφου. Δεδομένου όμως ότι αδυνατούμε να τη σταματήσουμε, ενώ ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να με καλέσουν αλλού, τίποτα λιγότερο από το να τη δέσω χειροπό~ 34 ~


δαρα και να τη στείλω πακέτο σε ένα από τα άλλα κτήματα του Γκίντιον δεν πρόκειται να την εμποδίσει -σαν το περιστέρι, θα βρει κάπως το δρόμο της επιστροφής. Επομένως θα κάνουμε τρία πράγματα: Θα αποσπάσουμε την προσοχή της με το γοητευτικό πρόσωπό σου -πρόσεχε όμως, φίλε μου, αλλιώς θα υποχρεωθώ να σε χτυπήσω-, θα την κρατάμε σε εγρήγορση όσο θα προσπαθεί να με εντυπωσιάσει με την καθωσπρέπει συμπεριφορά της και θα τη συνοδεύουμε σε κάθε της έρευνα. Αυτοί είναι οι στόχοι μας. Είναι ιδιαίτερα οξυδερκής, Σάιμον, και απερίγραπτα πεισματάρα. Αν αυτά τα ημερολόγια υπάρχουν ακόμη, θα τα εντοπίσει καλύτερα από κάθε κυνηγόσκυλο που θα μπορούσαμε να εξαπολύσουμε. Ο Γκίντιον θα πάρει τα κεφάλια και των δυο μας αν η Κέιτ τα βρει χωρίς εμάς». «Νομίζω πως δε θα ήταν άσχημα να πιω ένα ποτηράκι κρασί προτού με συστήσεις στην αδελφή σου», είπε ο Σάιμον καθώς πλησίαζαν τα φαρδιά σκαλιά στην είσοδο της έπαυλης. «Ισως και παραπάνω από ένα». «Παράξενο. Το ιντερλούδιό μου με την Κέιτ σήμερα το πρωί κατέληξε, λίγο πολύ, με τον ίδιο τρόπο. Μερικές φορές, έχει αυτή την επίδραση στους ανθρώπους». «Λοιπόν, αν μη τι άλλο, Βαλ, σίγουρα έχει εξάψει το ενδιαφέρον μου». Ο Βάλενταϊν χαμογέλασε πονηρά. «Ναι, η Κέιτ επηρεάζει και μ’ αυτό τον τρόπο τους ανθρώπους». Ο Σάιμον εντυπωσιάστηκε από το σπίτι αμέσως μόλις μπήκε μέσα. Τεράστιο. Τα πάντα ήταν τεράστια, από το μέγεθος της αίθουσας υποδοχής μέχρι το ύψος της σκαλιστής, δρύινης επένδυσης των τοίχων, σύμφωνα με τη μόδα μιας άλλης, περασμένης εποχής. Η βαριά ξύλινη σκάλα, τεράστια κι αυτή, ξεκινούσε με τρία σκαλιά που κατέληγαν σ’ ένα πλατύσκαλο, μετά στριφογύριζε με άλλη μια σειρά σκαλιών, που ήταν σφραγισμένα από μια γερή και συνάμα περίτεχνη ξύλινη θυρίδα για σκύλους. Προφανώς οι Ρέντγκρεϊβ αγαπούσαν τα ζώα τους, όχι όμως τόσο ώστε να τα αφήνουν να περιφέρονται παντού μέσα στο σπίτι. Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά και είδε πως τα σκαλιά κατέληγαν σε ένα άλλο πλατύσκαλο, μετά η σκάλα έκανε ξανά στροφή, ενώ η κουπαστή φαινόταν λες και αγκάλιαζε τις τρεις πλευρές των τοίχων του χολ προτού ανηφορίσει και πάλι για να φτάσει στον επόμενο όροφο. ~ 35 ~


«Εντυπωσιακό, ε; Όλη αυτή η μεγαλόπρεπη δρυς είναι από τα κτήματά μας, όταν κόψαμε τα δάση για να χτίσουμε τούτο το ογκώδες κτίριο. Τρομακτικά παλιομοδίτικο πια, όμως μας αρέσει, μολονότι οι υπηρέτριες έχουν την τάση να γκρινιάζουν ενώ στιλβώνουν τη σκάλα». «Η ομορφιά βρίσκεται στα μάτια του θεατή, εν αντιθέσει με το μόχθο του εργάτη». «Ω, όλοι μας έχουμε λουστράρει τη σκάλα κατά καιρούς. Η γιαγιά μας το θεωρούσε την ιδανική τιμωρία. Μου ανατέθηκε να το κάνω μία μέρα κάθε εβδομάδα για έξι μήνες, αφότου είχα τη φαεινή ιδέα να κατέβω όλη τη σκάλα πάνω σ’ ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο. Αν δεν ήταν κλειστό το πορτάκι για τα σκυλιά, μπορεί και να είχα φτάσει μέχρι τα πλακάκια του ισογείου». Ο Σάιμον κοίταξε ξανά τη σκάλα, το επιβλητικό ύψος της και τα επικίνδυνα πλατύσκαλα. «Ο δίσκος επιβίωσε;» Ο Βάλενταϊν έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο. «Τον έστειλαν στο σιδερά να τον σφυρηλατήσει ώστε να μοιάζει κάπως στον παλιό του εαυτό. Τώρα, σχετικά μ’ εκείνο το ποτό...» Όμως ο Σάιμον είχε ακόμη το βλέμμα του στραμμένο προς τη σκάλα, το οποίο σήμαινε πως ήταν ο πρώτος που είδε την εξωτική οπτασία που εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή στην ξύλινη κουπαστή, για να κοιτάξει κάτω, προς το μέρος τους, με τις μακριές κατάμαυρες μπούκλες της να αιωρούνται πάνω από το κιγκλίδωμα. «Θεέ μου», είπε σιγανά, σχεδόν ξέπνοα. Ο Βάλενταϊν κοίταξε κι εκείνος ψηλά. «Α, η Κέιτ είναι». Της κούνησε το χέρι. «Έλα κάτω, Κέιτ. Ο καλεσμένος μας έφτασε». Η λαίδη Κάθριν στράφηκε προς τη σκάλα, με το δεξί της χέρι ακουμπισμένο στην κουπαστή, ενώ με το αριστερό σήκωσε μερικά εκατοστά τον ποδόγυρο της φούστας της όσο κατέβαινε τα πρώτα σκαλιά. Ύστερα σταμάτησε, πήρε μια ανάσα, άφησε τη φούστα της να πέσει και συνέχισε την κάθοδό της, με το κεφάλι ψηλά αυτή τη φορά και με πολύ πιο ήρεμο βήμα. Ο Σάιμον προσευχήθηκε να συνέχιζε να κατεβαίνει με την ησυχία της, επιμηκύνοντας έτσι τις στιγμές που μπορούσε απλώς να στέκεται και να την κοιτάζει. Και, αν ήταν τυχερός, θα έβρισκε έναν τρόπο να ξεκολλήσει τη γλώσσα από τον ουρανίσκο του, μιας κι άξαφνα το στόμα του είχε εντελώς στεγνώσει. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, κάνε ν'ανοίξει το στόμα της και να κρώξει σαν παπαγάλος. Αλλιώτικα, είμαι καταδικασμένος. ~ 36 ~


«Λοιπόν;» ρώτησε ο Βάλενταϊν. «Μμμ;» «Λοιπόν, νομίζεις πως μπορείς να το κάνεις;» «Να κάνω τι;» ρώτησε ο Σάιμον, ενώ δυσκολευόταν να πιστέψει ότι αυτό το πανέμορφο πλάσμα μόλις του είχε κλείσει το μάτι. «Ξέρεις, Σίνγκλτον, δε νομίζω πως σκέφτηκα τόσο καλά όσο θα έπρεπε αυτό το νέο ελιγμό στο μικρό μας παιχνίδι. Ίσως έπρεπε να αφήσω την Κέιτ να είναι απλώς η Κέιτ», είπε στενάζοντας ο Βάλενταϊν. «Όλο αυτό αρχίζει να δείχνει πως είναι μια κακή, κακή ιδέα». *** Η Κέιτ είχε ήδη σηκώσει το δεξί της πόδι για να το σταυρώσει πάνω από το αριστερό, προτού σταματήσει εγκαίρως τον εαυτό της και το ακουμπήσει προσεκτικά πίσω στο χαλί. Είχαν περάσει μόνο πέντε λεπτά και παραλίγο να έβγαζε αληθινό τον Βάλενταϊν -δεν ήξερε πώς να φέρεται σαν κυρία. Κανονικά θα ήταν μόνο τριάντα δευτερόλεπτα, αν ο αδελφός της την είχε δει να μισοκλείνει το μάτι στο μαρκήσιο, όμως δεν την είχε δει, οπότε δε μετρούσε. Δεν της ήταν ωστόσο δυνατόν ν’ αντισταθεί. Ο μαρκήσιος έμοιαζε τόσο αξιολάτρευτα σαστισμένος καθώς την παρακολουθούσε να κατεβαίνει τη σκάλα, ναι, σαν μια κυρία. Ήταν ακριβώς όπως της είχε πει η Τρίξι: Οι άντρες ήταν αξιοθρήνητα εύκολοι, καθώς σπανίως σκέφτονταν με το μυαλό τους. Μάλλον θα έπρεπε να την είχε ρωτήσει τι χρησιμοποιούσαν αντί γι' αυτό, όμως η Τρίξι έδειχνε να πιστεύει πως η εγγονή της καταλάβαινε και η Κέιτ δεν ήθελε να φανεί κουτή. Παρ’ όλα αυτά, πίστευε πως άρχιζε να έχει μια ιδέα. Και τώρα, ήταν όλοι τους βολεμένοι άνετα στο τεράστιο σαλόνι, έχοντας αφήσει πίσω τους τις συστάσεις, ενώ εκείνη απορούσε γιατί έβρισκε τόσο ελκυστικό το μαρκήσιο. Ίσως ήταν η ανοιχτόχρωμη όψη του. Οι αδελφοί της ήταν μελαχρινοί και κανείς τους δεν είχε τόσο εκπληκτικά πράσινα μάτια. Ίσως αυτό ήταν -ο μαρκήσιος αποτελούσε μια νέα εμπειρία για εκείνη. Όχι πως δεν είχε δει αρκετούς ξανθούς άντρες με γαλάζια ή πράσινα μάτια στη ζωή της. Απλώς κανείς τους δεν έμοιαζε ούτε στο ελάχιστο με τον Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, ούτε ντυνόταν τόσο καλά όσο εκείνος. Για την ακρίβεια, παρ’ ~ 37 ~


όλο που τα ρούχα ήταν ξεπερασμένα εδώ και είκοσι και πλέον χρόνια, ο άντρας που της θύμιζε ο μαρκήσιος ήταν ο πατέρας της, όπως απεικονιζόταν στο πορτραίτο που κρεμόταν στη μεγάλη πινακοθήκη. Ίσως ήταν η μοίρα που της έστελνε μια προειδοποίηση. Υπήρχε κάτι κρυφό κάτω από την ελκυστική επιφάνεια του μαρκήσιου, όπως υπήρχε κάτι το σατανικό κάτω από το χαμογελαστό πρόσωπο σ' αυτό το πορτραίτο; Δεν της φαινόταν λογικό που ο Βάλενταϊν είχε καλέσει κάποιον επισκέπτη στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, ειδικά αυτή την περίοδο. Την κοροΐδευε άραγε ο αδελφός της; Γιατί; «Κέιτ;» Ανάγκασε τον εαυτό της να επικεντρωθεί ξανά στη συζήτηση. Δεν ήταν του χαρακτήρα της ν’ αφήνει το μυαλό της να πλανιέται αφηρημένο. Ο μαρκήσιος πρέπει να τη θεωρούσε αγενή, ρηχή ή... απλοϊκή. «Χίλια συγνώμη, Βαλ», μουρμούρισε με φωνή που έσταζε μέλι είχε μάθει καθισμένη στα γόνατα της Τρίξι πώς να απευθύνει μια προσβολή συνοδεύοντάς τη μ’ ένα χαμόγελο. «Είπες κάτι ενδιαφέρον και το έχασα;» Ο μαρκήσιος, που εκείνη τη στιγμή έπινε μια γουλιά από το κρασί του, ξερόβηξε λιγάκι και κατάπιε, φαινομενικά με αρκετή δυσκολία. Η Κέιτ εύκολα θα μπορούσε να συμπαθήσει αυτό τον άντρα. Αν δεν τον αντιμετώπιζε με τόση καχυποψία. «Έλεγα, Κέιτ», επέμεινε ο Βάλενταϊν, αγνοώντας το δηκτικό σχόλιό της, «πως νομίζω ότι του Σάιμον θα του άρεσε να συμμετάσχει στο μικρό κυνήγι του θησαυρού μας. Ξέρεις, τα κοσμήματα που υποτίθεται πως έκρυψε κάπου στο κτήμα αυτή η συμμορία λαθρεμπόρων, οι οποίοι μετά απέπλευσαν για μια ακόμη επιδρομή, μόνο και μόνο για να πνιγούν όλοι τους σε μια θύελλα». Ω, ήταν αρκετά καλό. Ο Βάλενταϊν πρέπει να είχε σκεφτεί πολύ τούτο το ψέμα αν κατονόμαζε το χρυσό ρόδο θα ήταν λάθος. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ φλύαρος στις ψευδείς εξηγήσεις του και ίσως θα ’πρεπε να είναι πιο λακωνικός. Μάλλον αυτό θα έκανε αν η Κέιτ του είχε αφιερώσει έστω και λίγο την προσοχή της την πρώτη φορά που ξεστόμισε το ψέμα του. «Αλήθεια;» ρώτησε, γυρίζοντας προς το μαρκήσιο. «Αμφιβάλλω πως υπάρχει κάποιο ψήγμα αλήθειας στο θρύλο, όμως ομολογώ πως, όταν άκουσα την ιστορία λίγες εβδομάδες ~ 38 ~


πριν, μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ο αδελφός μου ο Γκίντιον τα θεωρεί όλα αυτά ανοησίες, όμως ο Βαλ υποσχέθηκε να βοηθήσει. Μας βρίσκετε απίστευτα ανόητους;» «Καθόλου. Δεν υπάρχει ούτ’ ένα αγόρι σε όλη την Αγγλία που δεν έχει ονειρευτεί να βρει ένα θαμμένο θησαυρό. Δε βλέπω το λόγο γιατί να ισχύει κάτι διαφορετικό για το ασθενές φύλο». Η Κέιτ του χαμογέλασε, προσέχοντας να πεταρίσει τα βλέφαρά της, μια φορά μόνο. «Ω, λόρδε μου, πόσο προοδευτικά σκέπτεσθε. Πολλοί θα υποστήριζαν πως εμείς, το ασθενές φύλο, είμαστε υπερβολικά εύθραυστες για τέτοιου είδους εγχειρήματα». «Δεν είναι αλήθεια. Όμως θα ήταν παράλειψή μου αν δεν πρόσθετα πως η συμμετοχή μου στο κυνήγι του θησαυρού, μαζί μ’ εσάς και τον Βαλ, μου προσφέρει επίσης μια δικαιολογία ώστε να περάσω περισσότερο χρόνο με την υπέροχη συντροφιά σας». Και τώρα ξέρω πως με σέρνουν απ' τη μύτη! Τέτοια παχιά λόγια και ανοησίες, είναι ολοφάνερο πως με δουλεύουν! «Με κάνετε να κοκκινίζω, λόρδε μου». Διαισθάνθηκε τον Βάλενταϊν να κοιτάζει μια το μαρκήσιο, μια εκείνη και ξανά πάλι το μαρκήσιο. Ύστερα σηκώθηκε, τρίβοντας τις παλάμες του. «Ωραία! Τακτοποιήθηκε τότε το θέμα. Κέιτ, δεν είναι πια ώρα για κάποιο απογευματινό δροσιστικό; Είμαι σίγουρος πως ο Σάιμον θα ήθελε να τσιμπήσει κάτι πριν από το δείπνο». «Ναι, φυσικά. Θα ήμουν πράγματι κάκιστη οικοδέσποινα αν δεν είχα προνοήσει ήδη από μόνη μου γι’ αυτό». Μη μου ζητάς να είμαι τελεία και μετά αρχίζεις να με δοκιμάζεις διαρκώς, Βαλ, αλλ.ιώς θα το μετανιώσεις που ξεκίνησες τούτη τη φαρσοκωμωδία. Αν και υποψιάζομαι πως ήδη το μετανιώνεις! Λες και παραμόνευε έξω από την πόρτα, περιμένοντας το σήμα για την είσοδό του, ο Ντίαρμπορν μπήκε για να αναγγείλει την άφιξη των εδεσμάτων, «κατόπιν εντολής της λαίδης Κάθριν» (εκείνη του είχε ζητήσει να προσθέσει αυτό το τελευταίο). Τρεις υπηρέτριες παρέλασαν στο σαλόνι, κουβαλώντας όλες τους ασημένιους δίσκους, φορτωμένους με σάντουιτς, κέικ και μια μεγάλη κανάτα με λεμονάδα. Θα μπορούσαν να ταΐσουν μισή ντουζίνα πεινασμένους άντρες με όλο αυτό το φαγητό, όμως από την άλλη, οι Ρέντγκρεϊβ δεν έκαναν τίπο~ 39 ~


τα με μέτρο, ενώ οι υπηρέτες θα απολάμβαναν τα τυχόν απομεινάρια που θα επέστρεφαν στην κουζίνα. Ο μαρκήσιος ξάφνιασε την Κέιτ αναλαμβάνοντας το σερβίρισμα, γεμίζοντας ένα ψηλό ποτήρι με λεμονάδα για τον καθένα τους. «Για να μη χρειαστεί να σηκώσετε μια τόσο βαριά καράφα», της εξήγησε, προσφέροντάς της ένα από τα ποτήρια. «Ω, τι ευγενικό, πραγματικά τόσο ευγενικό εκ μέρους σας», είπε ναζιάρικα η Κέιτ χαμογελώντας, ενώ έσφιγγε τα δόντια της και σκεφτόταν πως την κορόιδευαν υπερβολικά πολύ! «Δεν τηρούμε τις επισημότητες εδώ, λόρδε μου. Παρακαλώ, αισθανθείτε άνετα να δοκιμάσετε οτιδήποτε σας αρέσει». «Ναι», αποκρίθηκε αργόσυρτα ο μαρκήσιος, με την πλάτη του γυρισμένη στον Βάλενταϊν, κοιτώντας εκείνη αντί για τους δίσκους με τα σάντουιτς και τα κέικ. «Αυτό θα κάνω». Η Κέιτ ένιωσε να κοκκινίζει, ένα τόσο σπάνιο γεγονός που δεν μπορούσε καν να θυμηθεί την τελευταία φορά που της είχε συμβεί. «Βαλ; Δεν πεινάς;» ρώτησε βιαστικά. Ο Βάλενταϊν κοιτούσε το ποτήρι του με ένα μετά βίας συγκαλυμμένο τρόμο. Η Κέιτ πίστευε πως μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη του: Λεμονάδα; Είναι τρελός; Τι στο διάβολο υποτίθεται ότι Θα κάνω με τη λεμονάδα; «Όχι πια», μουρμούρισε γκρινιάρικα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο τραπεζάκι με τα αλκοολούχα ποτά. Η Κέιτ χρειάστηκε να δαγκώσει το εσωτερικό του μάγουλού της ώστε να κρατηθεί και να μη γελάσει. Δεν ήξερε πόσο θ’ άντεχε να συνεχίσει αυτό το γελοίο θέατρο, όμως ήταν σίγουρη πως θα κρατούσε περισσότερο από τον αδελφό της. Επιπλέον, το διασκέδαζε πολύ να τη φλερτάρουν, έστω κι αν ο μαρκήσιος το έκανε κατόπιν εντολής του νέου φίλου του -αυτή πρέπει να ήταν η απάντηση, ήταν η μοναδική απάντηση που έβγαζε νόημα. Ο Βαλ είχε πει και στους δυο τους να φλερτάρουν, στον εξοχότατο για να κάνει μια χάρη στο φίλο του και στην Κέιτ για να υποκριθεί πως ήταν κάποια άλλη που δεν ήταν. Ή μήπως ο αδελφός της είχε φέρει και τους δυο εδώ πέρα, υφαίνοντας τα ψέματά του γύρω τους, με σκοπό να τους κάνει προξενιό; Ήταν ολοφάνερο πως ο αδελφός της δεν είχε ταλέντο στις ίντριγκες. Δεν είχε σημασία, όμως, ο Βάλενταϊν είχε βρει τον μπελά του για τα καλά! Η Κέιτ άπλωσε το χέρι της στους δίσκους για να πάρει ένα κέικ με ένα υπέροχο διακοσμητικό σχέδιο από ροζ γλάσο. Ή~ 40 ~


ταν καιρός να μάθει περισσότερα για τον καλεσμένο τους. «Ο Βάλενταϊν μου λέει πως το Λονδίνο είναι πολύ πληκτικό τη φετινή σεζόν, λόρδε μου. Ισχύει;» «Το Λονδίνο είναι το Λονδίνο, λαίδη μου, και, τελικώς, υποθέτω ότι εξαρτάται από το πώς το βλέπει ο καθένας», της απάντησε εκείνος, έχοντας ήδη κατεβάσει το μισό του σάντουιτς σαν άνθρωπος που έχει μάθει να γεμίζει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά το στομάχι του. Σαν στρατιώτης, ίσως; «Ναι, και ήταν ένα φιάσκο για μένα πέρσι. Ήταν πράγματι πολύ διασκεδαστικό». «Κέιτ», παρενέβη με προειδοποιητικό τόνο ο Βάλενταϊν. «Δεν έχει νόημα να υποκρινόμαστε ότι δε συνέβη, Βάλενταϊν. Έχει, λόρδε μου;» «Είμαι βέβαιος πως οι πράξεις σας ήταν αρκετά δικαιολογημένες, λαίδη μου». «Όχι, δεν ήταν. Θα μπορούσα να είχα κάνει ένα σωρό άλλα πράγματα. Να φύγω απ’ την πίστα του χορού, σνομπάροντάς τον. Να είχα ισχυριστεί μια ξαφνική αδιαθεσία και να του ζητούσα να με οδηγήσει ξανά στη γιαγιά μου. Να υποκριθώ ότι στραμπούληξα τον αστράγαλό μου. Οτιδήποτε. Απλώς προτίμησα την τιμωρία που τελικά επέλεξα για τις δηλώσεις του». «Και πάλι, επιτρέψτε μου να πω πως είμαι σίγουρος ότι ήσασταν αρκετά δικαιολογημένη». «Σας ευχαριστώ». Στράφηκε προς τον Βάλενταϊν. «Ορίστε, είδες πόσο απλό ήταν; Ξεπεράσαμε την κακοτοπιά γρήγορα κι ωραία. Έπρεπε να ειπωθεί, δεν έπρεπε; Διαφορετικά θα αιωρούνταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Θεέ και Κύριε, είναι αυτή η βάρβαρη που μάτωσε τη μύτη εκείνου του άντρα πέρσι στην Άλμακ ’ς». Τίναξε ανάλαφρα το κεφάλι της. «Νιώθω πολύ καλύτερα τώρα. Φίλοι πια, λόρδε μου, όπως είστε ήδη με τον Βαλ; Προτιμούμε να παραλείπουμε τις επισημότητες εδώ στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ». «Θα ήταν τιμή μου», είπε ο μαρκήσιος κι έκλινε ελαφρά το όμορφο κεφάλι του. «Κέιτ». «Σάιμον», του αποκρίθηκε, νιώθοντας ξανά τα μάγουλά της να καίνε. Έπρεπε να είναι τρομερά προσεκτική κοντά σ’ αυτό τον τόσο όμορφο, τόσο ευχάριστο άντρα. «Είμαι σίγουρη πως ο Ντίαρμπορν περιμένει απέξω για να σε οδηγήσει στην κάμαρά σου». ~ 41 ~


Καθώς η Κέιτ σηκωνόταν, τη μιμήθηκε κι εκείνος. «Θα μου άρεσε να αλλάξω τα ρούχα του ταξιδιού, σ’ ευχαριστώ». «Τηρούμε το ωράριο της επαρχίας, Σάιμον», τον ενημέρωσε ο Βάλενταϊν. «Το καμπανάκι του δείπνου σημαίνει στις έξι, το απόδειπνο με τσάι είναι στις δέκα και μετά έχει πρωινό εγερτήριο. Τι λες να κάνουμε μια βόλτα στο κτήμα με τα άλογα αύριο το πρωί;» Ο Σάιμον κοίταξε την Κέιτ. «Κάνεις ιππασία;» Ο τόνος του υπονοούσε πως αν εκείνη δεν ερχόταν, τότε δε θα πήγαινε ούτε αυτός. «Ναι», του είπε, «σ’ ευχαριστώ που ρώτησες». Έκλινε το κεφάλι του, υποκλινόμενος γι’ άλλη μια φορά. «Το άλογό μου θα φτάσει σύντομα, αν δεν έχει ήδη φτάσει, μαζί με την άμαξα και το βαλέ μου. Περιμένω με μεγάλη αδημονία το καμπανάκι του δείπνου, ώστε να γνωριστούμε καλύτερα». Η Κέιτ έκανε μια μικρή υπόκλιση και μετά τον παρακολούθησε να φεύγει από το δωμάτιο. Άρπαξε ένα από τα κομμένα σάντουιτς, σωριάστηκε στο μαλακό καναπέ και ακούμπησε με κρότο τα τακούνια της, το ένα μετά τ’ άλλο, στο χαμηλό τραπεζάκι προτού σταυρώσει τα πόδια της στους αστραγάλους. «Εντάξει, για πες τώρα, πού τον συνάντησες;» «Σου είναι αδύνατον να υιοθετήσεις τη σωστή στάση σώματος για παραπάνω από δέκα λεπτά;» ρώτησε ο Βαλ, ενώ καθόταν στον αντικρινό καναπέ και σταύρωνε με τον ίδιο τρόπο τα πόδια του. Μίλησε με το στόμα γεμάτο από την μπουκιά της -ένα κομμάτι ζαμπόν ανάμεσα σε φέτες ψωμιού αλειμμένες με τη δική τους, σπιτική μουστάρδα. «Όχι, όμως αυτό δεν είναι απάντηση στην ερώτησή μου, είναι;» «Στο Σάσεξ. Κάπου στο Σάσεξ, δε θυμάμαι πού. Συναντηθήκαμε ξανά στο Λονδίνο, σε κάποια βαρετή δεξίωση, και σύντομα του διηγούμουν ιστορίες για την ομορφιά του Κεντ. Έπρεπε να αναφέρεις το περιστατικό στην Άλμακ’ς;» «Φυσικά και έπρεπε. Όλοι το ξέρουν, έστω κι αν ο Γκίντιον κατέστησε σαφές πως κανένας δε θα μιλούσε γι’ αυτό. Δεν μπορείς να σταματήσεις το κουτσομπολιό, Βαλ, μπορείς μόνο να το μετατρέψεις σε ψίθυρο αντί για κραυγές. Για ποιον άλλο λόγο. Άλλωστε, αποφασίσατε όλοι σας πως δεν έπρεπε να επιστρέφω στο Λονδίνο γι’ άλλη μία σεζόν; Ήταν βέβαιο πως ο ~ 42 ~


Σάιμον θα είχε ακούσει γι’ αυτό, οπότε γιατί να μην το παραδεχτώ και να τελειώνω;» «Δεν είμαι σίγουρος πως μου αρέσει να τον αποκαλείς Σάιμον». Η Κέιτ τον κοίταξε απαυδισμένη. «Δεν ενθουσιάζομαι κιόλας με το προφανέστατο κόρτε του. Ίσως θα έπρεπε να σκεφτείς σοβαρά να τον συμβουλεύσεις να μην το παρακάνει τόσο με τις σάλτσες». «Δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείς τόσο λαϊκές εκφράσεις», τη διόρθωσε ο Βάλενταϊν, λες και ήταν μια βαθιά χαραγμένη συνήθεια μέσα του, χωρίς καν να χρειαστεί να το σκεφτεί. «Και δεν τον προσκάλεσα εδώ για να φλερτάρει μαζί σου. Εσύ είσαι που θα κάνεις εξάσκηση πάνω του, θυμάσαι;» Καημένε Βάλενταϊν... Πάσχιζε τόσο πολύ να μην παγιδευτεί στον ιστό των ίδιων του των ψεμάτων. «Ναι, σίγουρα. Τόσο περίπλοκη ίντριγκα με μπερδεύει. Ο έρμος ο Σάιμον μου έριξε μια ματιά μονάχα και υπέκυψε. Ακριβώς σαν τον Τζέρεμι, μόνο που αυτός μπορεί ακόμα και μιλάει. Όντας μεγαλύτερος, πιθανώς ξέρει ποιο είναι το τρίτο στάδιο, τι λες κι εσύ; Ή, μήπως, θα έπρεπε εσύ να το είχες σκεφτεί προτού το ξεκινήσεις όλο αυτό; Εννοώ αφού, όπως φαίνεται, η αδελφή σου, το αγοροκόριτσο, είναι ακαταμάχητη όταν παίζει την κυρία». Του έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. Ο Βαλ αναστέναξε θεατρικά. «Ποτέ δεν έπρεπε να σου αναφέρω τον Τζέρεμι. Νομίζω πως χρειαζόμαστε την Τρίξι, όμως αρνείται να φύγει απ’ το Λονδίνο, λέγοντας πως έχεις αρκετούς σωματοφύλακες και ότι δε χρειάζεται να τη σύρουμε κι αυτή εδώ, μακριά από τις απολαύσεις της». «Απολαύσεις; Η Τζέσικα μου είπε πως έφυγε για την επαρχία, για να παρευρεθεί σε μία κηδεία». «Δύο κηδείες, για την ακρίβεια. Όπως είπα, η γιαγιά μας δεν ήθελε να την πάρουμε μακριά από τις απολαύσεις της. Και, όχι, δεν πρόκειται να σου το εξηγήσω. Είναι αρκετό που ήσουν εκεί ώστε να δεις...» Η Κέιτ σήκωσε το χέρι της. «Αχά, νόμιζα πως δε θα μιλούσαμε γι’ αυτό. Μολονότι είχε πολλή πλάκα, όχι βέβαια και για τον καημένο το γεράκο. Έδρεπε να έβλεπες το πρόσωπο του Γκίντιον, πόσο σοκαρισμένος ήταν. Εγώ άρχισα να γελάω τόσο πολύ που τελικά μ’ έπιασε λόξιγκας». «Οι νεκροί άντρες στο κρεβάτι της γιαγιάς μας σε ψυχαγω~ 43 ~


γούν. Υπέροχα. Μου επιτρέπεις τώρα να ασκήσω κριτική στην πρώτη σου απόπειρα να φερθείς ως κυρία;» «Όχι, δεν το νομίζω. Ο Σάιμον ήταν στο στρατό;» «Γιατί στο διάβολο ρωτάς κάτι τέτοιο;» Η Κέιτ ανασήκωσε τους ώμους της και βυθίστηκε ακόμα πιο αναπαυτικά στον καναπέ. «Δεν ξέρω. Η Τρίξι μας δίδαξε να είμαστε παρατηρητικοί. Τρώει σαν άντρας συνηθισμένος να καταναλώνει το φαγητό του βιαστικά, ενώ το βάδισμά του έχει κύρος, επιτακτικότητα. Μου φάνηκε λογικό συμπέρασμα». «Λογικό, όχι όμως και εντελώς σωστό. Υπηρέτησε στο Βασιλικό Ναυτικό. Μάλιστα, διοικούσε το δικό του πλοίο. Όμως ο αδελφός του... πέθανε πέρσι και έτσι αυτός είναι πλέον ο μαρκήσιος». Η Κέιτ ανακάθισε ισιώνοντας την πλάτη της. Αχά, τώρα είχε πέσει πάνω σε κάτι σημαντικό. «Δίστασες προτού πεις “πέθανε”. Γιατί;» «Μια στο τόσο, εύχομαι να μην έπιανες πουλιά στον αέρα. Ο αδελφός του κρεμάστηκε. Κανένας δε μιλάει γι’ αυτό, όπως κανείς δε μιλάει για το δεξί κροσέ σου ή τα οικογενειακά σκάνδαλα των Ρέντγκρεϊβ, όμως οι πάντες το ξέρουν. Ο Χόλμπρουκ Ρέιβενσμπιλ δεν είχε χρέη, δεν έπεσε θύμα της ραγισμένης καρδιάς του -δεν ίσχυε κανένας από τους συνήθεις λόγους για τους οποίους θέτει κανείς τέρμα στη ζωή του, όχι τουλάχιστον απ' όσο ξέρουμε. Αν άφησε πίσω του κάποιου είδους εξήγηση, ο Σάιμον είναι ο μόνος που τη γνωρίζει και, όχι, δεν τον ρώτησα. Ούτε εσύ θα το κάνεις». «Η εμπιστοσύνη σου σ’ εμένα είναι θλιβερά απούσα, αδελφέ μου. Ποτέ δε θα ήμουν τόσο αγενής ώστε να ρωτήσω κάτι τέτοιο κάποιον που πενθεί τον αδελφό του». Όμως, στο τέλος, θα μου πει. «Υποθέτω πως τώρα θέλεις ν’ αλλάξω και πάλι ρούχα πριν από το δείπνο, κάτι που είναι αξιολύπητο χάσιμο χρόνου». «Κανείς δεν είπε ότι το να είσαι κυρία είναι εύκολο», της πέταξε ειρωνικά ο Βάλενταϊν καθώς η Κέιτ σηκωνόταν. «Κανείς επίσης δεν είπε ότι είναι και λογικό. Να είσαι απλώς ευγνώμων που έχω όλα αυτά τα φορέματα στο δωμάτιό μου, τα οποία ποτέ δεν έτυχε να δουν το φως της ημέρας στο Λονδίνο. Προς το παρόν, πάω στη δυτική πτέρυγα. Ο Λίαμ μου είπε πως ο παππούς του του είπε ότι κάποιες φορές στα παλιά σπίτια έχτιζαν κρυμμένες εσωτερικές σκάλες, οι οποίες οδη~ 44 ~


γούσαν κατευθείαν απ’ τη σοφίτα σε μυστικές αίθουσες στα κελάρια, χωρίς κανένα άλλο άνοιγμα ή ενδιάμεση πόρτα. Παράξενο, δε βρίσκεις; Από τη στιγμή που ο παππούς μας διέταξε την κατασκευή της δυτικής πτέρυγας, σκεφτόμουν πως ίσως ο παππούς του Λίαμ ξέρει κάτι παραπάνω γι’ αυτή, πως δεν είναι απλώς μια ιστορία που του διηγήθηκε για να τον διασκεδάσει». «Νομίζεις πως ο παππούς και ο πατέρας μας έβαζαν όλους αυτούς τους ανθρώπους να ανεβαίνουν μέχρι τη σοφίτα μόνο και μόνο για να ξανακατέβουν τέσσερις ορόφους μέχρι τα κελάρια; Παρελαύνοντας με μάσκες και μανδύες και υποτιθέσθω-σέρνοντας πίσω τους μια κατσίκα που βελάζει;» Η Κέιτ έκανε μια γκριμάτσα. «Δεν είπα πως είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Σκέφτηκα απλώς πως τα ημερολόγια θα μπορούσαν να βρίσκονται κρυμμένα σ’ ένα τέτοιο μέρος. Αμφιβάλλω πως διεξήγαν τα ανόητα τελετουργικά τους σ’ ένα κελάρι. Όμως τώρα που δε χρειάζεται να ζητήσω από σένα και το φίλο σου τον Σάιμον να μετακινήσετε κάθε βαρύ κρεβάτι και καναπέ από κάποιον τοίχο, θεώρησα πως θα άξιζε να το ελέγξω». «Υπάρχει η αφοσίωση, Κέιτ, και μετά υπάρχει... Να πάρει ο διάβολος, δεν ξέρω πώς να το αποκαλέσω». Ακούμπησε το δάχτυλό της στο σαγόνι της. «Ξέρεις, επειδή οι καναπέδες, τα κρεβάτια και τα μπαούλα βρίσκονται εκεί όπου είναι σήμερα, δε σημαίνει πως βρίσκονταν εκεί και πριν από τόσα χρόνια. Ένας ψευδότοιχος με ένα μυστικό πέρασμα πίσω του θα μπορούσε να υπάρχει ακόμα κρυμμένος πίσω από ένα από αυτά, κάπου. Εβδομήντα δωμάτια. Τιτάνιο έργο. Όμως ίσως θα μπορούσαμε να...» Ο Βάλενταϊν σήκωσε ψηλά και τα δυο του χέρια. «Όχι, όχι, όχι! Νομίζω πως εσύ και ο παππούς του Λίαμ ίσως έχετε πέσει πάνω σε κάτι σημαντικό. Πήγαινε, πέσε στα γόνατα και ψάξε γύρω γύρω στη σοφίτα της δυτικής πτέρυγας, χτυπώντας το δάπεδο με το σφυράκι σου. Πραγματικά, πήγαινε και να περάσεις καλά». «Και τι θα κάνεις εσύ και δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου;» «Εμ... δεν έχω κοιτάξει ακόμα τη σημερινή αλληλογραφία. Ίσως έχουν έρθει γράμματα στα οποία πρέπει ν’ απαντήσω». «Τι ανοησία! Δεν μπορούσες να σκεφτείς καμιά καλύτερη δικαιολογία;» Η Κέιτ τον κοίταξε αποδοκιμαστικά. «Ξέρεις, Βαλ, είναι όπως ακριβώς το λέει η Τρίξι, ένα πραγματικά παράδοξο μυστήριο γιατί οι γυναίκες δεν κυβερνάνε τον κόσμο. Και, επί~ 45 ~


σης σύμφωνα με την Τρίξι, αυτό ισχύει μονάχα επειδή δεν έχουμε...» Όμως ο Βαλ ξεγλιστρούσε ήδη απ’ το δωμάτιο, με τ’ αυτιά του ελαφρώς αναψοκοκκινισμένα. «Εξουσία!» του φώναξε καθώς έφευγε. «Μονάχα επειδή οι γυναίκες δεν έχουμε εξουσία». Κι ύστερα ολοκλήρωσε χαμηλόφωνα: «Ή κάποια άλλη λέξη, που ξεκινάει από π...»

~ 46 ~


Κεφάλαιο 3

Ο Σάιμον πίστευε πως ο κόμης του Σόλτγουντ θα μπορούσε να χωρέσει με άνεση τρεις οποιεσδήποτε αίθουσες του Σίνγκλτον Πλέις μέσα στην τραπεζαρία του και -παρ’ όλα αυτάνα δεχτεί και δώδεκα άτομα για δείπνο. Όχι πως η έπαυλη των Ρέιβενσμπιλ ήταν μικρή αντίθετα ήταν εξαιρετική. Όμως τα πάντα στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ ήταν τεράστια. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν τις αναποδιές τους όσο περνούσαν τα χρόνια, οι αιώνες. Οι Ρέντγκρεϊβ ήταν λες και ποτέ δεν είχαν βιώσει δυσκολίες ή πισωγυρίσματα. Αυτό σήμαινε είτε πως είχαν απίστευτα καλή τύχη είτε πως μια μακρά ακολουθία από πολυμήχανους, ευφυείς κομήτες και κόμισσες αναλάμβαναν τις τύχες τους, επιλέγοντας πάντα τη σωστή πλευρά, τη σωστή στιγμή πότε να δράσουν και πότε να υπαναχωρήσουν. Οπότε πώς, αν ό,τι πίστευε ήταν αλήθεια, κατάφερναν -τουλάχιστον οι δύο προηγούμενοι κομήτεςνα εξισορροπήσουν όλη αυτή την οικονομική αφθονία με τις συνωμοσίες περί ανατροπής της μοναρχίας; Δεν έβγαζε νόημα. Εκτός κι αν... «Ελπίζω πως δε σας πειράζει», ξεκίνησε τη συζήτηση, καθώς οι υπηρέτες σέρβιραν το επόμενο πιάτο, «όμως πέρασα λίγη ώρα νωρίτερα με τον εξυπηρετικό σας μπάτλερ, ώστε να εξοικειωθώ με το όμορφο σπίτι σας. Διαθέτετε μια πολύ ενδιαφέρουσα και σίγουρα εκτεταμένη γκάμα πορτραίτων στην πινακοθήκη σας. Από τις αλλαγές στην ενδυμασία μαντεύω πως η οικογενειακή γραμμή των Ρέντγκρεϊβ πηγαίνει πολύ πίσω στο παρελθόν». «Χρόνια και χρόνια, ναι», είπε η Κέιτ, καθισμένη απέναντι του στο τραπέζι. Οι τέσσερις τους ήταν συγκεντρωμένοι στη μια άκρη του τεράστιου τραπεζιού, με τον Βάλενταϊν στην κεφαλή και το νεαρό Άνταμ Κόλιερ να κάθεται δίπλα στην Κέ~ 47 ~


ιτ, πότε καταβροχθίζοντας το φαγητό του και πότε ρίχνοντας διακριτικές ματιές στο ντεκολτέ της, που τονιζόταν με πολύ ελκυστικό τρόπο απ’ το κόψιμο της χρυσής μεταξωτής εσθήτας της. Το κουτάβι. Στ’ αλήθεια πίστευε πως η λευκή πούδρα με την οποία είχε παστώσει το πρόσωπό του κατάφερνε να καλύψει τα σημάδια της ακμής; Ο Σάιμον ανέπεμψε στον Κύριο τις σιωπηλές ευχαριστίες του που δεν ήταν πια δεκαοκτώ χρονών. Ο Βάλενταϊν σήκωσε το πιρούνι του. «Όντως, Κέιτ, χρόνια. Έως την εποχή των Στιούαρτ -την πρώτη φορά που ενθρονίστηκαν-, αλλά και πριν ακόμη ο πρώτος κόμης παλέψει για να κατακτήσει τον τίτλο του. Μάλιστα, έχουμε μερικές σταγόνες αίματος Στιούαρτ στις φλέβες μας, μολονότι θα έπρεπε να απευθυνθείς στον Γκίντιον για τις λεπτομέρειες, καθώς το μυαλό μου θόλωσε όταν ο οικοδιδάσκαλός μας έφτασε στην πέμπτη γενεά του οικογενειακού μας δέντρου». «Κατάγεστε από βασιλική γενιά και δε σ’ ενδιαφέρει;» «Θεέ και Κύριε, Σάιμον, ποιος ξέρει αν ο υποτιθέμενος Στιούαρτ πρόγονός μας ήταν νόμιμος ή μπάσταρδος εξαρχής;» Ο Βάλενταϊν κοίταξε την Κέιτ. «Δε με άκουσες να το λέω αυτό». «Ω, όχι, φυσικά και όχι. Όμως υπάρχει ένα μικρό πορτραίτο του Καρόλου Α' στη μεγάλη πινακοθήκη, θυμάσαι; Εκείνου που του έκοψαν το κεφάλι;» Ο Βάλενταϊν γούρλωσε τα μάτια του, δείχνοντας πραγματικά σοκαρισμένος. «Έπρεπε να προσέχω περισσότερο το δάσκαλό μας, ε;» «Εγώ το έκανα. Βασικά, δεν είχα επιλογή», παρενέβη ο Άνταμ, μιλώντας για πρώτη φορά έπειτα από αρκετή ώρα καθώς θεωρούσε προτιμότερο να διαπιστώσει πόσα φασόλια μπορούσε να βάλει πάνω στο μαχαίρι του και στη συνέχεια να τα φάει χωρίς να του πέσει κανένα. «Ο πατέρας μου μ' έβαλε να μελετήσω την ιστορία των μοναρχών κάθε χώρας που υπήρξε στην πλάση μέχρι και την τελευταία. Βαρετά πράματα ως επί το πλείστον, όμως δεν έχω καταφέρει να τα διαγράψω από το μυαλό μου. Τον Κάρολο Α' διαδέχτηκε αυτός ο τύπος, ο Κρόμγουελ, κι έπειτα ο γιος του Κρόμγουελ, προτού οι Στιούαρτ επιστρέφουν θριαμβευτικά για μια δεύτερη φορά με τον Κάρολο Β'. Όταν όμως η βασίλισσα Άννα πέθανε, όλα πήγαν στον Γεώργιο A' του οίκου του Ανόβερου, χάρη στις λίγες σταγόνες αίματος Στιούαρτ που κυλούσαν μέσα του. Ξέρεις, Βάλενταϊν, όπως εσείς οι Ρέντγκρεϊβ». ~ 48 ~


«Ναι, φυσικά. Ο αδελφός μου θα ’πρεπε να κάθεται τώρα στο θρόνο. Ανόητος». «Νομίζω πως οι Ρέντγκρεϊβ είναι πολύ έξυπνοι για να κάνουν κάτι τέτοιο, Άνταμ», είπε η λαίδη Κάθριν, χτυπώντας καθησυχαστικά το μπράτσο του. «Όπως είπα, οι βασιλιάδες αποκεφαλίζονται ορισμένες φορές. Η βασιλεία ήταν επικίνδυνη υπόθεση εκείνα τα χρόνια». «Γίνονται πιο ανόητα πράγματα από αποκεφαλισμούς! Το ήξερες πως όταν οι Στιούαρτ ξαναγύρισαν στο θρόνο ξέθαψαν τον πρώτο Κρόμγουελ και του έκοψαν το κεφάλι επειδή έκοψαν και του Καρόλου; Εννοώ, ο Κρόμγουελ ήταν ήδη νεκρός για χρόνια, όμως ήταν επίδειξη εξουσίας, είπε ο πατέρας μου. Είναι πολύ σημαντικό για ένα βασιλιά να επιδεικνύει την εξουσία του. Κόψιμο κεφαλιών, δηλητήριο, ακόμα και το να πνίγεις βασιλικούς δούκες μέσα σ’ ένα βαρέλι κρασί Μαλβαζία, οτιδήποτε. Έπειτα, ήταν κι εκείνα τα καημένα τα αγόρια στον Πύργο του Λονδίνου. Κανείς δεν ξέρει ποιος το έκανε, όχι με βεβαιότητα. Πρέπει πάντα να είσαι προσεκτικός και να μην αφήνεις ίχνη ή τουλάχιστον να μην είσαι ο μόνος που θα κατηγορήσουν. Τώρα, πάρτε για παράδειγμα τον Ιούλιο Καίσαρα. Ήταν Ρωμαίος, ξέρετε, και...» «Φάε τα φασόλια σου, Άνταμ», τον πρόσταξε αποκαμωμένος ο Βάλενταϊν και στράφηκε ξανά στον Σάιμον. «Θα πίστευες ποτέ πως έχουν πετάξει κλοτσηδόν το νέο συγγενή μας από κάθε σχολείο όπου κατέφερε να τον εγγράψει ο μακαρίτης ο πατέρας του;» «Μόνο από πέντε, λόρδε μου, όχι από όλα. Το ένα κάηκε ολοσχερώς -αλλά δεν ήμουν εγώ που το έκανα, τ' ορκίζομαι. Η δική μου ήταν μια μικρή φωτιά, τίποτα το τόσο θεαματικό. Και πάλι όμως με πέταξαν έξω. Δύστροποι τύποι αυτοί οι διευθυντές», γκρίνιαξε ο Άνταμ, βγάζοντας ένα φασόλι που του είχε παραπέσει στο δαντελένιο λαιμοδέτη του. «Ο μοναδικός λόγος που δεν είμαι τώρα στο σχολείο, εξοχότατε, είναι πως βρίσκομαι σε πένθος. Και οι δύο αγαπημένοι γονείς μου πέθαναν σε ατύχημα με άμαξα, ξέρετε. Το λάδι στα φανάρια πήρε φωτιά όταν η άμαξα ανατράπηκε και κάηκαν και οι δυο τους. Είμαι συντετριμμένος». «Ναι», αποκρίθηκε ουδέτερα ο Σάιμον, καθώς η Κέιτ έκρυβε το χαμόγελό της πίσω από την πετσέτα της. «Ναι, το βλέπω αυτό. Παρακαλώ, δεχτείτε τα συλλυπητήριά μου, κύριε Κόλιερ». ~ 49 ~


«Καλά, αυτό συνέβη σχεδόν πριν από δύο μήνες, και ο Γκίντιον μου λέει πως πλέον είμαι πλούσιος σαν τον Κροίσο αν εξαιρέσεις το γεγονός πως είναι ο κηδεμόνας μου για άλλα τρία χρόνια. Τώρα που παντρεύτηκε την αδελφή μου, ανήκω κι εγώ στην οικογένεια. Θα προτιμούσα να ήμουν στο Λονδίνο, όμως είναι όπως τα λέει η εξοχότητά του ο κόμης, δεν μπορούμε να έχουμε πάντα αυτό που θέλουμε, τουλάχιστον όχι όσο έχει την κηδεμονία μου. Ζει μονάχα για τη μέρα που θα ενηλικιωθώ. Πάντως, με συμπαθεί. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Όλοι με συμπαθούν». Όλα τούτα ειπώθηκαν με τόσο ανεπιτήδευτο, αδιάφορο τρόπο -και με τα λόγια του να δείχνουν παντελή έλλειψη νοημοσύνης- που ο Σάιμον αδυνατούσε να βρει κάτι ν’ απαντήσει. Η Κέιτ, όμως, δεν ήταν τόσο συγκρατημένη. «Αυτό ισχύει επειδή είσαι ένας τόσο αξιολάτρευτος μπούφος», είπε σκουντώντας τον Άνταμ με τον αγκώνα της. Το αγόρι τακτοποίησε προσεκτικά τα μαλλιά του, σκούρα και κοκαλωμένα από τις πομάδες, τόσο που δε θα κουνιόταν τρίχα απ’ τη θέση της ακόμα και μέσα σε μια θύελλα. «Σ' ευχαριστώ, Κέιτ». Η λαίδη Κάθριν τον κοίταξε απαυδισμένη. «Παρακαλώ... μπούφε». «Εντάξει, λοιπόν, Κέιτ, να σερβίρουμε το επιδόρπιο στο μεγάλο σαλόνι;» παρενέβη ο Βάλενταϊν. «Θα έρθουμε να σας βρούμε εκεί, εσένα και τον Άνταμ, σε μία ώρα». Η Κέιτ συμφώνησε και όλοι οι άντρες σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους καθώς έβγαινε από το δωμάτιο, χαμογελώντας πάνω απ’ τον ώμο της στον Σάιμον, ο οποίος έκανε ένα νεύμα σε ανταπόδοση της κίνησής της. Καταπολέμησε την παρόρμησή του να την ακολουθήσει. «Θα πιείτε μπράντι και θα καπνίσετε πούρα, σωστά; Θα προτιμούσα να μείνω εδώ μαζί σου και με το μαρκήσιο. Ο πατέρας μου και οι φίλοι του συνήθιζαν να βγαίνουν έξω μετά το δείπνο και να κατουράνε από το μπαλκόνι κάτω στον κήπο. Νομίζω πως έκαναν και διαγωνισμό. Το κάνετε κι εσείς;» «Ασφαλώς και όχι», είπε ψυχρά ο Βάλενταϊν. «Ή, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου, η χήρα κόμισσα, σε μεγάλωσαν άγρια ζώα στο δάσος; Τώρα πήγαινε να βασανίσεις την Κέιτ όσο εμείς οι μεγάλοι θα μιλάμε». Ο Σάιμον παρακολούθησε το αγόρι να φεύγει κορδωτό πά~ 50 ~


νω στα κατακόκκινα τακούνια του και ξανακάθισε. «Αυτός είναι ο γιος του Τέρνερ Κόλιερ; Ήταν σίγουρος γι’ αυτό; Θ’ ανησυχούσα πως η σύζυγός μου μου τα είχε φορέσει αν κατέληγα μ’ ένα λιμοκοντόρο σαν τον Ανταμ». «Η Τζέσικα λέει πως είναι γιος της μητέρας του από την κορφή μέχρι τις μύτες των γελοίων παπουτσιών του. Η Τζες έφυγε από το σπίτι όταν ο Ανταμ ήταν μόλις δώδεκα χρονών και ορκίζεται πως άφησε πίσω της ένα γλυκό, συνεσταλμένο παιδί, που τραγουδούσαν μαζί. Ο Γκίντιον κατέληξε να αναλάβει την κηδεμονία του λίγους μήνες πριν, εξαιτίας της γελοίας διαθήκης του Κόλιερ, όπου κατονόμαζε τον κόμη του Σόλτγουντ ως κηδεμόνα του, όμως δε φρόντιζε να διευκρινίσει ποιον κόμη. Ξέρεις πως ο Κόλιερ ήταν ανακατεμένος με την Αδελφότητα την εποχή του πατέρα μου, έτσι δεν είναι; Απ’ όσα έχουμε μάθει, ήταν επίσης ο πιο στενός φίλος και συνεργάτης του. Στάσου. Μη μου απαντήσεις ακόμη». Η πόρτα άνοιξε και ο Ντίαρμπορν μπήκε, κουβαλώντας ένα δίσκο με μια κρυστάλλινη καράφα και δυο ποτήρια του μπράντι. Έπειτα χρησιμοποίησε το μικρό κλειδί που είχε φέρει μαζί του για να ξεκλειδώσει ένα συρτάρι στον τεράστιο μπουφέ. Ανέσυρε έναν υγραντήρα από ροδόξυλο, άνοιξε με μια σβέλτη κίνηση το καπάκι, πρόσφερε το περιεχόμενό του στον καλεσμένο του αφέντη του, ώστε να διαλέξει πρώτος, και μετά στράφηκε στον Βάλενταϊν, ο οποίος πήρε δύο πούρα, βάζοντας το ένα στην τσέπη του, γι’ αργότερα μάλλον. Ύστερα ο μπάτλερ εκτέλεσε με επιδεξιότητα και για τους δύο άντρες το τελετουργικό της κοπής της άκρης των πούρων και του ανάμματος με ένα μικρό κερί, που υπήρχε πάνω στο δίσκο, υποκλίθηκε και αποσύρθηκε από την τραπεζαρία. «Του αρέσει πολύ να το κάνει αυτό», σχολίασε ο Βάλενταϊν, καθώς έπαιρνε μια ρουφηξιά από το πούρο του, και χαμογέλασε με ικανοποίηση. «Αχ, υπέροχα. Βασίσου στον Γκίντιον διαθέτει πάντα τα καλύτερα. Προσωπικά προτιμώ τα σιγαρέτα, όμως τα πούρα κρατάνε περισσότερη ώρα και έτσι θα έχουμε πιο πολύ χρόνο να μιλήσουμε προτού επιστρέφουμε στα παιδιά». «Παιδιά; Η αδελφή σου έκανε το ντεμπούτο της πέρσι. Δεν είναι πια παιδί». «Σωστά», συμφώνησε ο Βάλενταϊν, φέρνοντας το δείκτη πάνω στα χείλη του προτού σπρώξει αθόρυβα πίσω την καρέ~ 51 ~


κλα του. «Ακολούθησέ με. Χωρίς να κάνεις θόρυβο». Ο Σάιμον υπάκουσε, ρίχνοντας μία και μοναδική θλιμμένη ματιά στην καράφα του μπράντι, καθώς κατευθύνονταν προς τη μια από τις πολλές μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στη βεράντα. Αν το καλό γούστο του κόμη του Σόλτγουντ στα πούρα ήταν αντάξιο εκείνου στα αλκοολούχα ποτά, ήξερε πως έχανε κάτι εξαιρετικό. «Γιατί όλα αυτά;» ρώτησε καθώς ο Βάλενταϊν έκλεινε προσεκτικά την μπαλκονόπορτα πίσω του. «Είμαστε σε βεράντα, Σάιμον. Εκτείνεται κατά μήκος όλης της τραπεζαρίας και μπορείς να βγεις εδώ μονάχα από αυτό το δωμάτιο. Αν ο Ανταμ έχει δίκιο, καταλαβαίνω γιατί η βεράντα κατασκευάστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως διάλεξα το συγκεκριμένο μέρος επειδή βρισκόμαστε σε ύψος τουλάχιστον επτά μέτρων από τους κήπους και η Κέιτ δε θα μπορέσει να μας ακούσει». «Θα μας κρυφάκουγε; Γιατί να το κάνει αυτό;» Ο Βάλενταΐν έγειρε πάνω στο πέτρινο κιγκλίδωμα. «Επειδή είμαι ηλίθιος, εκείνη όμως όχι. Δεν πέρασε ούτ’ ένα λεπτό αφότου έψυγες με τον Ντίαρμπορν και με ρώτησε αν κάποτε ήσουν στρατιώτης. Επειδή, αν έχεις το θεό σου, τρως γρήγορα και αποτελεσματικά και περπατάς με επιβλητικό βήμα ή κάποια παρόμοια ανοησία. Δεν έχει περάσει καν ολόκληρη μέρα και ήδη μ' έπιασε πονοκέφαλος, παρακολουθώντας αυτή να παίζει θέατρο -κάκιστα, να προσθέσω- κι εσένα να κάνεις το ίδιο. Αν δεν ήξερα πως έχεις τις διαταγές σου, θα πίστευα στ’ αλήθεια πως την είδες και κεραυνοβολήθηκες. Όμως δε θα πιάσει. Αργά ή γρήγορα, η Κέιτ θα καταλάβει το ψέμα, τόσο από τη μεριά σου όσο και από τη δική μου. Ανάθεμα τον Γκίντιον και τον Πέρσεβαλ, γιατί είναι αξιολύπητοι συνωμότες, και ανάθεμα κι εμένα, που πίστεψα πως θα μπορούσα να την κάνω να χορέψει στο ρυθμό μου, για όσο καιρό τουλάχιστον θα κρατούσε αυτό το θέατρο. Πρέπει να το ματαιώσουμε». «Νόμιζα πως τα πήγα αρκετά καλά», αντέτεινε ο Σάιμον. Να πάρει, όχι δε θα επέτρεπε να ματαιωθεί το σχέδιο, όχι αν ο Βάλενταΐν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει την αποτυχία αυτή για να τον διώξει. Βρισκόταν εκεί για να βρει τα ημερολόγια και οτιδήποτε άλλο μπορούσε. Επιπλέον, το να προσποιείται ότι ενδιαφέρεται για τη λαίδη Κάθριν δεν ήταν η αγγαρεία που φανταζόταν. Ούτε κατά διάνοια. ~ 52 ~


«Σάιμον, αν τα πήγαινες καλύτερα, θα έπρεπε να σου δώσω γροθιά στη μύτη. Όμως αυτό είναι μάλλον επειδή δεν έχεις ακόμη συναντήσει την Κέιτ. Όχι στην πραγματικότητα». Ο Σάιμον χαμογέλασε. «Έχει ισχυρή προσωπικότητα, σωστά; Είναι όμορφη, πραγματικά σαγηνευτική και εξαιρετικά απρόβλεπτη». Ο Βάλενταΐν κοίταξε τη λάμψη της καύτρας του πούρου του. «Ήρεμα, φίλε μου». «Κάνω ό,τι μπορώ, όμως ακόμα κι ένας αδελφός θα έπρεπε να είναι ικανός να αναγνωρίσει τη μοναδική ομορφιά της. Πέραν αυτού, μη νομίζεις πως δεν καταλάβαινα ότι η Κέιτ... Πώς να το θέσω τώρα; Ότι με κορόιδευε κατάμουτρα; Ναι, αυτό είναι. Άκομψο, αλλά σωστό. Επιπλέον, με κάποιον τρόπο, ήξερε πως έκανα το ίδιο πράγμα. Να πάρει, Βαλ, τη γέμιζα κομπλιμέ-ντα σε όλη τη διάρκεια του δείπνου και κάθε φορά τα μάτια της σπίθιζαν γελαστά. Οπότε πώς θα το διορθώσουμε αυτό;» «Θα έλεγα, με εσένα να επιστρέφεις στο Λονδίνο, όμως αμφιβάλλω αν θα έφευγες χωρίς να δώσεις μάχη». Το σαγόνι του Σάιμον σφίχτηκε και αναρωτήθηκε αν η αντίδρασή του οφειλόταν αποκλειστικά στην εύρεση των ημερολογίων και δεν είχε καμία σχέση πραγματικά με το ότι ήθελε να μάθει περισσότερα για την ενδιαφέρουσα Κέιτ. «Και θα είχες δίκιο». «Πράγμα που σημαίνει ότι το μόνο που μας απομένει είναι να της πούμε την αλήθεια, αν και ο Γκίντιον δε θα το έβλεπε έτσι. Ενάντια σε κάθε κοινή λογική, ακόμη τρέφει την ελπίδα πως μπορούμε να κρατήσουμε την Κέιτ μακριά από το χειρότερο. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι», είπε ο Σάιμον, πετώντας απρόθυμα το πούρο του πάνω από το κιγκλίδωμα. «Ω, κακώς το έκανες. Ο Ντίαρμπορν μοιράζει με το σταγονόμετρο τα εξαίρετα πούρα του Γκίντιον στους νεαρότερους αδελφούς. Θα ζητήσω από την Κέιτ να έρθει κι αυτή μαζί μας στην τραπεζαρία. Της αρέσει η μυρωδιά ενός καλού πούρου». Ύστερα γέλασε κι έψαξε στην τσέπη του. «Ορίστε, πάρε αυτό το πούρο. Πάω να τη βρω και να τη φέρω». «Δε νομίζεις πως θα ήταν καλύτερα να μου έλεγες πρώτα τι ξέρει; Δε θέλω να πω κάτι που θα την ταράξει». «Οι Ρέντγκρεϊβ δεν ταράζονται εύκολα. Άλλωστε, ό,τι δεν της έχουμε πει ακόμη, πιθανότατα το έχει ήδη κρυφακούσει». ~ 53 ~


«Και ο Ανταμ; Τι ξέρει;» «Θα έλεγα πως γενικώς δεν ξέρει τι του γίνεται, όμως η αλήθεια είναι πως αποτέλεσε σημαντική πηγή πληροφοριών για εμάς, παρ’ ότι δεν έχει ιδέα για τι τον προετοίμαζε ο πατέρας του -δηλαδή να γίνει μέλος αυτής της καταραμένης Αδελφότητας. Κι αυτή η εμμονή να μάθει τα πάντα για τους βασιλιάδες; Ο πατέρας του προσπαθούσε κυρίως να τον διδάξει για δολοφονίες και ανατροπές κυβερνήσεων, το πώς γίνονται αυτά τα πράγματα. Δηλαδή τι “έπιασε” στο παρελθόν, τι απέτυχε. Αυτό, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση που του πρόσφερε, ξεπερνά τη συνήθη επίσκεψη στην τοπική ταβέρνα στα δέκατα έκτα γενέθλιά σου και το “ταξιδάκι” στον πάνω όροφο μαζί με μια από τις σερβιτόρες, όσο όλη η σάλα του ποτοπωλείου σε επευφημεί. Το φαντάζεσαι; Μαθήματα φαυλότητας». «Τον πρόσεξα να κοιτάζει λάγνα την αδελφή σου πάνω απ’ τα φασόλια του», είπε ο Σάιμον, ενώ ξαφνικά δεν έβρισκε πια τόσο αστεία τα καμώματα του νεαρού. «Ναι, σκεφτήκαμε να φορέσουμε ζώνες αγνότητας σε όλες τις νεαρότερες καμαριέρες. Είτε αυτό είτε να τις εξοπλίσουμε με δόρατα, ώστε να τον απωθήσουν. Ανακαλύψαμε όμως πως είναι περισσότερο καυχησιές και ευσεβείς πόθοι, παρά οτιδήποτε άλλο. Ο Κόλιερ τον είχε βάλει να κρατάει ετήσιο ημερολόγιο με τις κατακτήσεις του. Ο Γκίντιον είπε πως διαβαζόταν κυρίως σαν δείγμα κάκιστης πρόζας, κάτι που δε σημαίνει πως δεν είχε τις επιτυχίες του, πρόθυμες κυρίες που τους αρέσει η αίσθηση του βάρους των νομισμάτων στις χούφτες τους». Ο Σάιμον έτριψε το στόμα του με την παλάμη του. «Και έτσι καταφέρατε...» «Ο Ανταμ ανέφερε στην Τζέσικα τα μαθήματα, το ημερολόγιο και γρήγορα μάθαμε πως το αγόρι είχε επίσης ένα αντίτυπο του ημερολογίου του πατέρα του για όλο τον περασμένο χρόνο, που του είχε δοθεί για να το χρησιμοποιήσει ως σημείο αναφοράς ή κάτι τέτοιο. Ημερομηνίες, συμμετέχοντες, οι... οι πράξεις που έλαβαν χώρα. Όπως είπα, οι καταχωρίσεις στο ημερολόγιο του Ανταμ ήταν περισσότερο προϊόν υπερδραστήριας φαντασίας, όμως το ημερολόγιο του Κόλιερ ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό». «Έτσι έμαθα κι εγώ. Με όλα τα ονόματα των μελών καταγραμμένα κάπου εκεί μέσα, μολονότι με κάποιου είδους κώδικα. Έτσι ανακαλύψατε τον σερ Τσαρλς και το μακαρίτη κύριο Έρ~ 54 ~


μπαν, σωστά; Και πάλι, θα ήθελα να δω ένα από αυτά». Ένα συγκεκριμένο ημερολόγιο... «Και πάλι, όχι, δε θα το ήθελες», είπε ο Βάλενταϊν, κουνώντας το κεφάλι του. «Τρέμουμε ειδικά την προοπτική να βρούμε οποιοδήποτε από τα γραπτά του πατέρα μας. Και του παππού μας, επίσης. Πίστεψέ με, Σάιμον, αυτό δεν είναι εύκολο για κανέναν μας. Σύμφωνα με τη γιαγιά μας, τα μέλη της Αδελφότητας κρατούσαν ετήσια ημερολόγια από την αρχή και σε όλη τη διάρκεια της, ας το πούμε έτσι, θητείας του παππού μου ως ηγέτη. Ύστερα ο Φύλακας, όπως αποκαλείται αυτό το προνομιούχο μέλος -με τελευταίο Φύλακα τον πατέρα του Ανταμ-, συγκεντρώνει κάθε χρόνο τα ημερολόγια, τα συγκρίνει και καταγράφει πιστά τα πάντα στην ανίερη βίβλο τους. Όλα τα ονόματα, τα μυστικά, τις δολοπλοκίες, τις αχρειότητες, τα υποτιθέμενα εγκλήματα, για όλα αυτά τα χρόνια μέχρι πίσω, στις αρχές της Αδελφότητας. Κύριος οίδε ποιοι ήταν ορισμένοι από τους καλεσμένους τους. Πρωθυπουργοί, πρίγκιπες, άνθρωποι των γραμμάτων, αξιωματικοί του στρατού μας. Τους αποπλάνησαν, τους διέφθειραν, τους εκβίασαν. Κάποιες φορές τους έβγαλαν από τη μέση. Κανένας δε γνωρίζει την αληθινή έκταση των δραστηριοτήτων τους. Όμως είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα: καμιά απ’ αυτές τις πληροφορίες δεν πρέπει να βγει στο φως της δημοσιότητας». «Αρχίζω να καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». Ο Σάιμον χρειάστηκε να καταπνίξει την έξαψη που τον κυρίευσε εξαιτίας αυτής της αποκάλυψης. Οι απαντήσεις βρίσκονταν στη βίβλο. Έπρεπε να τη βρει. «Δεν είχα ακούσει τίποτα για κάποια βίβλο. Μόνο για τα ημερολόγια». «Αλήθεια; Ο Γκίντιον πάντα κρατούσε κρυφά τα χαρτιά του. Τα ημερολόγια θα μας προσφέρουν κι άλλα στοιχεία, ελπίζουμε, μολονότι πρέπει να ξεδιαλύνουμε αυτούς τους καταραμένους κώδικες. Μόνο αυτή η βίβλος θα μας προσφέρει τα πάντα, όλα επιμελώς καταγραμμένα για μας. Ο αδελφός μου έχει εναποθέσει σε αυτήν τις ελπίδες του. Όμως τώρα που είσαι εδώ, ας μάθεις καλύτερα και τα υπόλοιπα. Ψάχνουμε και για κάτι άλλο». «Και τι θα μπορούσε να είναι αυτό;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Σάιμον, έχοντας επίγνωση πως ο Βάλενταϊν μιλούσε με αρκετή απροθυμία. «Όχι τι, ποιον. Το δέκατο έβδομο κόμη», είπε ο Βάλενταϊν ~ 55 ~


με ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Ένα δέντρο έπεσε πάνω στο μαυσωλείο πέρσι το χειμώνα και έσπασε ένα παράθυρο με πανέμορφα βιτρό -όχι πως είναι ανάγκη να τα ξέρεις όλα αυτά. Δεν επισκεπτόμαστε την τελευταία κατοικία της οικογένειάς μας, εκτός κι αν χρειάζεται να εντοιχίσουμε κάποιον άλλο Ρέντγκρεϊβ, οπότε κανένας δεν είχε προσέξει πως είχαν διαρρήξει την κρύπτη του πατέρα μας. Δεν ξέρουμε πότε έγινε αυτό, όμως σκεφτήκαμε πως πρέπει να συνέβη λίγο μετά την ταφή του. Όπως και να έχει, κάποιος πήρε τα λείψανα του πορνόγερου, δεδομένου πως δεν πιστεύουμε ότι κάπως τα κατάφερε να σηκωθεί και να βγει τρεκλίζοντας από κει μέσα μόνος του, έχοντας μια τεράστια τρύπα από σφαίρα στην πλάτη του». Οι Ρέντγκρεϊβ είχαν πολλά να κρύψουν. Οι βρόμικες λεπτομέρειες της ιστορίας τους πήγαιναν δύο γενεές πίσω -και τώρα η χαμένη σορός ενός κόμη. «Η Αδελφότητα τον πήρε; Γιατί;» «Δεν ξέρουμε. Ο Γκίντιον πιστεύει πως τον έστησαν όρθιο κάπου για να κάνουν τα τελετουργικά τους. Θυμήσου, οι φήμες μιλάνε και για λατρεία του διαβόλου και ο Μπάρι ήταν ο ένδοξος ηγέτης τους ή, τέλος πάντων, μια τέτοια ανοησία». «Ναι, είχα ακούσει γι’ αυτή, την άλλη πλευρά της Αδελφότητας. Τελετουργίες και φήμες για θυσίες παρθένων». Ο Βάλενταϊν τον κοίταξε παραξενεμένος και ο Σάιμον συνειδητοποίησε πως ίσως είχε πει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Ο Βαλ ήταν τόσο χαλαρός και κουβέντιαζες τόσο άνετα μαζί του που ξεχνούσες εύκολα πως ήταν ένας Ρέντγκρεϊβ και πιθανώς πολύ πιο έξυπνος απ’ όσο άφηνε να φανεί. Ο Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ επιτύγχανε αυτό που ήθελε χρησιμοποιώντας εκλεπτυσμένα μέσα εκφοβισμού ο Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ μάλλον τα κατάφερνε το ίδιο καλά με το γοητευτικό αυθορμητισμό του. «Έτσι είναι. Λοιπόν, αποθαρρυντικό, ε; Πώς είναι δυνατόν να ξέρεις γι’ αυτό;» «Ερευνώ τους δύο άντρες που ανακαλύψατε για περισσότερο από ένα χρόνο προτού εσείς οι Ρέντγκρεϊβ μπείτε, ας πούμε, σιο χορό. Αυτό σήμαινε, μεταξύ άλλων, πως έμαθα όσα περισσότερα μπορούσα γενικά για τις Λέσχες της Φωτιάς της Κόλασης. Αν πιάσεις την κουβέντα σε οποιονδήποτε σε μια λέσχη κυρίων του Λονδίνου, σύντομα θα αρχίσει να σου λέει τις ιστορίες των παππούδων του για τον σερ Φράνσις Ντάσγουντ και άλλους σαν τον πατέρα σου», απάντησε ο Σάιμον προσεκτι~ 56 ~


κά, επειδή δεν είχε ακούσει καμιά ιστορία, τουλάχιστον όχι επίσημα. Όμως το είχε βάλει σκοπό να μάθει τα πάντα, ό,τι μπορούσε σχετικά με την Αδελφότητα. Στη διάρκεια των προηγούμενων έξι μηνών είχε κάνει τους ίδιους τους Ρέντγκρεϊβ στόχο της έρευνάς του, με την κρυφή ελπίδα ότι εκείνοι βρίσκονταν πίσω απ’ όλα αυτά και έτσι θα μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή του. Αλλά και πάλι, ποιος ήξερε αν οι Ρέντγκρεϊβ ενεργούσαν από αφοσίωση προς το Στέμμα ή κατά έναν περίπλοκο, υστερόβουλο τρόπο, με σκοπό να απαλλαγούν από τις υποψίες που τους βάραιναν; Αν πρόσφεραν στο Στέμμα μια μικρή επιτυχία, ώστε να αποδείξουν την πίστη τους, μετά θα ήταν σε θέση να δράσουν με την πλήρη υποστήριξη του πρωθυπουργού Σπένσερ Πέρσεβαλ. Ο Σάιμον ευχήθηκε να μην ένιωθε τόσο διατεθειμένος να συμπαθήσει αυτή την παράξενη οικογένεια. Ειδικά την τόσο ιδεαλιστική λαίδη Κάθριν. «Όπως και να ’χει, ελπίζουμε πως βρίσκεται εδώ, κάπου στη γη μας. Ήδη γνωρίζουμε πως υπάρχουν σήραγγες, επειδή μία από αυτές κατέρρευσε πέρσι, όπως και σπηλιές, μολονότι δεν έχω δει ποτέ μου καμιά τους, οπότε αν υπάρχουν, είναι έξυπνα κρυμμένες. Είναι μεγάλη έκταση». «Θα συμφωνήσω». «Η γιαγιά μας δεν το ξέρει. Απλώς θέλουμε να τον βρούμε και να τον βάλουμε πίσω στη θέση του. Ο Μπάρι ήταν σάπιος μέχρι το κόκαλο, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, όμως ήταν ο γιος της». «Η αδελφή σου ξέρει πως η σορός του χάθηκε;» «Το ξέρει τώρα». Στράφηκαν κι οι δυο τους και είδαν την Κέιτ να στέκεται στην άλλη άκρη της βεράντας, μισοκρυμμένη μέσα στις σκιές. Έκανε μερικά βήματα μπροστά, με πρόσωπο κατάχλομο κάτω από το φεγγαρόφωτο και τα χέρια τυλιγμένα γύρω απ’ το κορμί της λες και κρύωνε. Ο Σάιμον ένιωσε μια παράλογη παρόρμηση να πάει κοντά της, να την κρατήσει στην αγκαλιά του, να την παρηγορήσει. «Πότε σκόπευες να μου το πεις, Βάλενταϊν; Όταν θα σκόνταφτα κατά τύχη πάνω του;» «Κέιτ, δεν...» «Δεν πειράζει. Μάλλον ξέρω τα υπόλοιπα. Τα ημερολόγια, η βίβλος και όλα τα άλλα -η αναγεννημένη Αδελφότητα και τα ~ 57 ~


σχέδιά της ν’ ανοίξει τις πόρτες της Αγγλίας, αφήνοντας τον Ναπολέοντα να μπει μέσα με το πάσο του. Είμαι γυναίκα, ναι, όμως πρώτα απ’ όλα είμαι μια Ρέντγκρεϊβ. Είμαι μέρος αυτού. Ο Θεός να μας βοηθήσει, είναι η κληρονομιά μας. Οπότε τώρα που το θέατρο πήρε τέλος -και πολύ άργησε-, θα συναντηθούμε αύριο το πρωί στις επτά για να κάνουμε αυτή τη βόλτα με τα άλογα και μετά θα συνεχίσουμε την έρευνα. Α, και κάτι ακόμα. Σάιμον, δεν ξέρω πώς αναμείχθηκες σε όλο αυτό ή γιατί ο Γκίντιον σου επέτρεψε να έρθεις εδώ, όμως να ξέρεις τούτο: Μείνε μακριά απ’ το δρόμο μου αλλιώς θα σε ξεκοιλιάσω». Και με τη δήλωση αυτή, άνοιξε μια από τις άλλες μπαλκονόπορτες και εξαφανίστηκε. Ο Βάλενταϊν τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το πούρο του και το πέταξε με μια βίαιη κίνηση κάτω στον κήπο. «Ζητώ συγνώμη, Σάιμον», είπε σφιγμένα. «Δεν είχα την ευκαιρία να σας συστήσω προτού φύγει. Αυτή ήταν η αδελφή μου η Κέιτ». Ο Σάιμον κοιτούσε ακόμα το σημείο όπου προηγουμένως στεκόταν η λαίδη Κάθριν. Ένιωθε απίστευτη ανημπόρια, ανάμεικτη με ενοχή. «Δε θα έπρεπε να πας να τη βρεις; Είναι ολοφάνερα ταραγμένη». Ο Βάλενταϊν τον κοίταξε κάπως κατάπληκτος. «Αυτό κατάλαβες απ’ ό,τι συνέβη; Πως είναι ταραγμένη; Είναι έτοιμη να κάνει φόνο, φίλε μου, όχι ότι την κατηγορώ. Διάβολε, δεν ήταν και ο καλύτερος τρόπος να μάθει για το γερο-Μπάρι». «Ούτε εμένα θα μου άρεσε αυτός ο τρόπος, όχι. Τον θυμάται έστω και λίγο;» Ο Βάλενταϊν ένευσε αρνητικά. «Όχι, ήταν μωρό. Εδώ δεν τον θυμάμαι εγώ, ούτε τη μητέρα μου, εδώ που τα λέμε. Μπορείς να δεις τον Μπάρι στη μεγάλη πινακοθήκη, ενώ το πορτραίτο της Μαριμπέλ είναι πάνω στη σοφίτα, αν θέλεις να τη δεις, ή θα μπορούσες απλά να κοιτάξεις την Κέιτ». Ο Σάιμον έμεινε για λίγο σκεπτικός. «Μερικές φορές είναι πιο εύκολο να χτίζεις κάστρα στο μυαλό σου παρά να ζεις στ’ αλήθεια σε ένα απ’ αυτά». «Πόσο υπέροχα απόκρυφο. Όμως καταλαβαίνω τι λες. Η Κέιτ πιθανότατα έπλασε τους γονείς μας στο μυαλό της ως τέλεια όντα, θύματα των περιστάσεων και της σκληρής μοίρας. Απείχαν παρασάγγας από αυτό. Η γιαγιά μας της είπε όλα όσα ένιωθε πως έπρεπε να ξέρει η εγγονή της πριν από την πρώτη της κοσμική σεζόν, όμως οι προηγούμενες εβδομάδες ~ 58 ~


ήταν μια οδυνηρή αποκάλυψη για όλους μας. Και πιθανότατα για την Κέιτ περισσότερο απ’ τους άλλους. Έχεις δίκιο, πρέπει να πάω να τη βρω. Αν δε φανώ μέχρι την ώρα που θα φέρουν τα άλογά μας αύριο το πρωί, κοίταξε να δεις αν παράχωσε το πτώμα μου πίσω από καμιά τριανταφυλλιά. Ορίστε, πάρε το πούρο σου». Ο Σάιμον κατένευσε ευχαριστώντας τον, όμως γλίστρησε το πούρο στην τσέπη του για αργότερα, καθώς αμφέβαλλε πως θα τον έπαιρνε εύκολα ο ύπνος, οπότε ίσως θα ήταν καλό να έκανε μια βόλτα στους κήπους για να καθαρίσει το μυαλό του. Προς το παρόν, σκόπευε να βρει το δρόμο του προς τη μεγάλη πινακοθήκη και να ρίξει άλλη μια ματιά στον Μπάρι Ρέντγκρεϊβ, και μετά θα αναζητούσε και το πορτραίτο του πατέρα του, του δέκατου έκτου κόμη. Νόμισε πως είχε δει κάτι στο φόντο του πορτραίτου του Μπάρι νωρίτερα, όμως το είχε αγνοήσει. Τώρα ήθελε να το ξανακοιτάξει από κοντά, χωρίς τον Ντίαρμπορν να στέκεται πίσω του, επειδή η φαντασία του μάλλον τον γελούσε: Του φάνηκε πως είχε δει το αχνό περίγραμμα ενός πτυχωτού ταρτάν ζωγραφισμένου σε μια σκοτεινή γωνιά του πίνακα. Όχι το κοινό ταρτάν των Στιούαρτ, με τα πιο μουντά χρώματα, που μπορούσε να φορεθεί από οποιονδήποτε, αλλά το χαρακτηριστικό κόκκινο και πράσινο ταρτάν της βασιλικής οικογένειας των Στιούαρτ, που προοριζόταν για τους απευθείας απογόνους της γραμμής των Στιούαρτ και που φοριόταν μόνο κατόπιν αδείας του βασιλιά. Όμως αυτό θα ήταν παράλογο...

~ 59 ~


Κεφάλαιο 4

Η Κέιτ παρατηρούσε τον Σάιμον καθώς ίππευε το άλογό του, έναν υπέροχο επιβήτορα, με γυαλιστερό καφέ τρίχωμα κι ένα κατάλευκο σημάδι στη μουσούδα του. Το άλογο ήθελε να καλπάσει, όμως ο μαρκήσιος το έλεγχε επιδέξια. Όχι πως θα τον συνέχαιρε είτε για το γούστο του στα άλογα είτε για την ιππευτική του δεινότητα. Ούτε τώρα ούτε ακόμα κι αν πηδούσε δυο ψηλούς φράχτες ιππεύοντας ανάποδα στη σέλα ενώ έπαιζε φλάουτο. Δεν έτρεφε ιδιαίτερα φιλική διάθεση για τον Σάιμον Ρέιβενσμπιλ εκείνο το πρωί. Γενικά δεν ήταν ευχαριστημένη με τον κόσμο γύρω της. Τουλάχιστον ο Βάλενταϊν είχε απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις της και της είχε υποσχεθεί πως δεν της έκρυβε τίποτα και ότι δε θα υπήρχαν άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις. Ο μαρκήσιος του Σίνγκλτον δεν ήταν ο νέος φίλος του Βάλενταϊν. Εργαζόταν για λογαριασμό της κυβέρνησης και βρισκόταν εκεί με τις ευλογίες του Γκίντιον. Αυτή ήταν μονάχα η αφελής νεαρή γυναίκα, που θα εξαπατούσε, θα ξεγελούσε, στην ανάγκη θα καλόπιανε ή ακόμα και θα φλέρταρε, μόνο και μόνο για να την εμποδίσουν να μάθει ό,τι οποιαδήποτε ανόητη μπορούσε να δει πως συνέβαινε μες στο ίδιο της το σπίτι. Ο Γκίντιον θα λάβαινε ένα δηκτικό γράμμα της μέσα στις επόμενες μέρες. Ήδη είχε καταστήσει γνωστή στον Βάλενταϊν τη δυσαρέσκειά της απέναντι του, ενώ ο Σάιμον Ρέιβενσμπιλ μπορούσε να πάει να πνιγεί, τόσο την ένοιαζε. «Πού πάμε;» ρώτησε ο Βάλενταϊν, καθισμένος στη ράχη του ντορή του. «Κέιτ, ποιους αγρούς έχουμε αφήσει ακαλλιέργητους φέτος;» «Όλο το Δυτικό Λιβάδι, αλλά πρώτα θέλω να δω το μαυσωλείο». ~ 60 ~


«Κέιτ», την προειδοποίησε ο Βάλενταϊν, όμως η φωνή του είχε μια χροιά παραίτησης. «Εντάξει, καθώς προτιμώ να μην πας μόνη σου εκεί. Σε πειράζει, Σάιμον;» Η Κέιτ τον κοίταξε με το πιγούνι της υψωμένο προκλητικά. «Καθόλου», αποκρίθηκε εκείνος πρόσχαρα και σήκωσε το φρύδι του, σαν να της έλεγε ικανοποιημένη τώρα, κακομαθημένο; Ήταν φανερό πως οι μάσκες είχαν πλέον πέσει και για τους δύο. Δεν τον συμπαθούσε κι εκείνος... Δεν ήξερε τι σκεφτόταν εκείνος γι’ αυτή. Τίποτα καλό, σίγουρα, όχι μετά τη χθεσινοβραδινή έκρηξή της στη βεράντα. Έπρεπε πραγματικά να προσπαθήσει να είναι καλύτερη οικοδέσποινα. Μακάρι οι αδελφοί της να έφερναν κάποτε στο σπίτι κάποιον φυσιολογικό. Ο Βάλενταϊν αφίππευσε, πετώντας τα γκέμια σε ένα σταβλίτη. «Οι δυο σας προχωρήστε», είπε καθώς βάδιζε προς την εξώπορτα. «Θα ξετρυπώσω τον Ντίαρμπορν και θα πάρω το κλειδί». Η Κέιτ ένιωσε το στομάχι της να πάλλεται ελαφρά. Δεν ήθελε να μείνει μόνη της με το μαρκήσιο. «Όχι, θα περιμένουμε να...» «Εξαιρετική ιδέα», τη διέκοψε ο Σάιμον. «Είναι μακριά; Ο Χέκτορ είναι υπερβολικά ζωηρός. Θα ήθελα να τον αφήσω να καλπάσει για λίγο αντί να πασχίζω να τον συγκρατήσω». «Κέιτ, ακολουθήστε τη μεγάλη διαδρομή», της φώναξε ο Βάλενταϊν με γυρισμένη την πλάτη. «Θα σας συναντήσω εκεί». Η Κέιτ συλλογιζόταν να στοιβάζει καυτά κάρβουνα στο κεφάλι του Βαλ και δεν απάντησε αμέσως. «Σκέφτεσαι πώς θα με χάσεις μέσα στο δάσος;» ρώτησε ο Σάιμον, οδηγώντας το άλογό του δίπλα στην Ντέιζι της Κέιτ, που δεν ντράπηκε διόλου να δείξει το ενδιαφέρον της για τον επιβήτορα. «Όχι», του απάντησε με ειλικρίνεια. «Κλωθογύριζα στο νου μου πώς θα τιμωρήσω τον Βαλ. Όμως ήσουν ο επόμενος στη λίστα. Πώς νιώθεις για το βασανιστήριο της τανάλιας;» «Δεν μπορώ να πω πως με θέλγει ιδιαίτερα, σ’ ευχαριστώ όμως. Ξέρεις, απορούσα αν υπάρχει κάποιο μπουντρούμι μέσα σ’ αυτό τον τεράστιο σωρό από πέτρες». Η Κέιτ δέχτηκε τη σπόντα του με ένα αχνό χαμόγελο, ενώ παρότρυνε την Ντέιζι να προχωρήσει με χαλαρό ρυθμό. «Υπο~ 61 ~


θέτω πως θα έπρεπε να απολογηθώ για τη συμπεριφορά μου χθες βράδυ». Ο Σάιμον της ανταπέδωσε το χαμόγελο, ελέγχοντας με άνεση τον ανυπόμονο επιβήτορά του. Δεν τραβούσε τα γκέμια απότομα, πιέζοντας το στόμα του αλόγου, ούτε προσπαθούσε να κυριαρχήσει πάνω στο ζώο. Έκανε τον Χέκτορ να τον υπακούει με την ήρεμη συμπεριφορά του. Η Κέιτ μπορούσε να θαυμάσει αυτού του είδους το ταλέντο και την κατανόηση. Επιπλέον ο Σάιμον ήταν πραγματικά πολύ όμορφος. Δεν έφταιγε εκείνος που ήταν ξανθός. «Για το ότι κρυφάκουγες ή για το ότι σκόπευες να με ξεκοιλιάσεις;» «Παρακαλώ;» Έπρεπε να αρχίσει να προσέχει περισσότερο τι έλεγε και όχι πώς έμοιαζε. Άλλωστε, ήταν απλώς ένας άντρας. Αρνιόταν να του επιτρέψει να την εντυπωσιάσει. «Διερωτόμουν για τα πιθανά σημεία τριβής που περιλαμβάνονται στην απολογία σου». Τώρα ποιος δεν άκουγε προσεκτικά; «Δε σου απολογήθηκα. Είπα πως υποθέτω ότι θα έπρεπε να το κάνω». «Α, μάλιστα, έχεις δίκιο. Τώρα βλέπω τη διαφορά. Θα σε πείραζε αν σου ζητούσα εγώ συγνώμη;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Αυτό θα έπαιρνε υπερβολικά πολλή ώρα, καθώς θεωρώ τη λίστα των ατοπημάτων σου εξαιρετικά εκτεταμένη. Απλώς θα δεχτώ με μεγαλοθυμία τη συγνώμη σου». Είχαν περάσει το κυκλικό μονοπάτι μπροστά από την έπαυλη και πλησίαζαν στην πύλη, που κρατούσαν ανοιχτή ο Ντίκι και ο Λίαμ. «Προς την κορυφή του λόφου, λόρδε μου, και μετά δεξιά, ακολουθώντας το μονοπάτι. Έτσι κάνουμε το γύρο του πέτρινου τείχους και βγαίνουμε απ’ την άλλη πλευρά. Από εκεί μπορείτε να δείτε το μαυσωλείο, κρυμμένο μέσα στα δέντρα στην κορυφογραμμή του απέναντι λόφου. Αν νιώθετε την ανάγκη, επιδείξτε τις ικανότητες σας, καθώς είμαι βέβαιη πως το άτι σας υπερτερεί του δικού μου, όμως, παρακαλώ, μην τρομάξετε τα πρόβατα». Και μ’ αυτή την προειδοποίηση όρμησε μπροστά, κεντρίζοντας την Ντέιζι να καλπάσει με όλη της τη δύναμη. Το χρειαζόταν αυτό. Τις αχτίδες του πρωινού ήλιου στο πρόσωπό της, τον άνεμο να φυσάει, καθαρίζοντας το μυαλό της από τις αράχνες και απαλύνοντας το βάρος στην καρδιά της. Η ζωή της Κέιτ ήταν σαν παραμύθι στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ ακό~ 62 ~


μα και οι εξηγήσεις της Τρίξι για το τραγικό τέλος των γονιών της ήταν σαν βγαλμένες από μυθιστόρημα κι έτσι με το μυαλό της έπλασε τη δική της ρομαντική ιστορία. Μια παρεξήγηση, μια παρορμητική πρόκληση. Μια προειδοποιητική βολή, η οποία αστόχησε κατά θανάσιμο τρόπο. Μια συντετριμμένη μητέρα, που αναγκάστηκε ν’ αφήσει τα λατρεμένα της παιδιά για να γλιτώσει τη σύλληψη, αλλά που ορκίστηκε πως θα επέστρεφε γι’ αυτά, μόνο και μόνο για να χάσει τη ζωή της την περίοδο της Τρομοκρατίας. Μια τραγωδία σχεδόν σαιξπηρικών διαστάσεων. Η Κέιτ θα ήταν ικανοποιημένη μ’ αυτό το παραμύθι για όλη της τη ζωή. Αν και ήξερε πως ξεγελούσε τον εαυτό της, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσε να πιστεύει στη φενάκη. Τώρα όμως ο κόσμος της είχε γυρίσει ανάποδα κι αναγκάστηκε να ωριμάσει απότομα και να έρθει αντιμέτωπη με την αλήθεια. Πόσο την πονούσε αυτό. Πονούσε τόσο πολύ. Θαρρείς δε πως κάθε μέρα έφερνε και μια νέα αποκάλυψη, μια νέα ασχήμια στο φως. Δεν μπορούσε να γυρίσει στο προσεκτικά φτιαγμένο κουκούλι της από όνειρα και ευσεβείς πόθους, ενώ αδυνατούσε και να αποστρέψει το βλέμμα της από τον εφιάλτη. Το να μάθει όλος ο κόσμος κάθε μυστικό των Ρέντγκρεϊβ ήταν μια κατάληξη που έπρεπε ν’ αποφευχθεί πάση θυσία. Το ότι ο Σάιμον Ρέιβενσμπιλ ήξερε ήδη αυτά τα μυστικά, ήταν αβάσταχτα ταπεινωτικό. Όμως δε γινόταν να τον ξεφορτωθούν, όχι αν ο Γκίντιον ενέ-κρινε την παρουσία του. Αναγκαστικά θα τον αντίκριζε καθημερινά μέχρι να βρεθούν τα ημερολόγια. Αν δεν είχε καλούς λόγους για την ερευνά της προηγουμένως, τώρα σίγουρα είχε έναν. Κάθε φορά που θα κοιτούσε το μαρκήσιο, θα ήξερε πως εκείνος ήξερε. Και πιθανότατα θα την έκρινε. Ποιος δε θα ένιωθε το λιγότερο καχυποψία, πόσω μάλλον περιφρόνηση, για οποιοδήποτε τέκνο των δύο ανήθικων, φονικών τεράτων που ήταν οι γονείς της; Άκουσε τον ήχο από οπλές αλόγου πίσω της και παραμέρισε στην άκρη του μονοπατιού. «Θα προσέχω τα πρόβατα!» της φώναξε χαρούμενα ο Σάιμον, καθώς περνούσε με το άλογό του δίπλα τους σαν άνεμος, λες και η Ντέιζι τριπόδιζε χαλαρά αντί να καλπάζει. «Φιγουρατζή», μουρμούρισε η Κέιτ, κοιτώντας τον καθώς απομακρυνόταν, με τις οπλές του επιβήτορά του να σηκώ~ 63 ~


νουν μεγάλα σύννεφα σκόνης πάνω στο χωμάτινο μονοπάτι ο άνεμος που φυσούσε τα έφερνε καταπάνω της. Τώρα είχε δύο επιλογές: ή να κάνει το υπόλοιπο της διαδρομής τρώγοντας τη σκόνη του Σάιμον ή να ακινητοποιήσει τη φοράδα της και να τον ακολουθήσει ξανά μόλις εκείνος έβγαινε από το μονοπάτι και συνέχιζε στο γρασίδι. Διάλεξε τη δεύτερη εναλλακτική. «Ντέιζι», είπε, ξεσκονίζοντας τις βάτες του σκούρου μπλε κοστουμιού ιππασίας της, «θαρρώ πως αυτό σημαίνει πόλεμο. Και, καθώς έριξε πρώτος το γάντι, η επιλογή όπλων είναι δική μου ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων». Δεν ήταν αλλόκοτο; Ένιωθε να συμπαθεί περισσότερο τον Σάιμον όταν της φερόταν όπως οι αδελφοί της... ως ίση. Όμως, αυτό ήταν ακόμη πόλεμος, κι έπρεπε να του δώσει ένα καλό μάθημα! Μέχρι να φτάσει στο μαυσωλείο, η Κέιτ είχε πάρει την απόφασή της. Ο Βάλενταϊν ήθελε να κάνει εξάσκηση; Εξάσκηση θα έκανε. Όμως θα το έκανε με τον τρόπο της, ούσα ο εαυτός της κι όχι κάποια ναζιάρα ντεμπιτάντ. Και ο Σάιμον, είτε θα την ερωτευόταν τρελά, είτε θα το έβαζε έντρομος στα πόδια για το Λονδίνο, για να μη χάσει τα λογικά του. Άλλωστε, ήταν μια Ρέντγκρεϊβ, οπότε και τα δύο σενάρια ήταν πιθανά. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα αποσπούσε τον ιερό όρκο του πως δε θα έλεγε ποτέ ούτε λέξη απ’ όσα ήξερε, προτού τον πετάξει έξω από το σπίτι -τουλάχιστον μεταφορικά. Ναι, ήταν το τέλειο σχέδιο. Η Τρίξι δεν της είχε πει πως πάντα οι γυναίκες έβγαιναν νικήτριες σε κάθε μάχη μεταξύ των δύο φύλων, επειδή είχαν γεννηθεί με πιο ενδιαφέροντα όπλα; Η Κέιτ πίστευε πως επιτέλους καταλάβαινε τι εννοούσε μ’ αυτό η γιαγιά της. Ο Σάιμον, που είχε ήδη ξεπεζέψει και καθόταν σε ένα σιδερένιο παγκάκι έξω από το μαυσωλείο, σηκώθηκε βιαστικά και πλησίασε την Κέιτ για να τη βοηθήσει να κατέβει από τη σέλα της. Όμως τον πρόλαβε, αφοσιωμένη στο στόχο της να είναι ο εαυτός της: Του πέταξε τα γκέμια κι ύστερα πέρασε το ένα πόδι της πάνω από το μπροστάρι της σέλας, ελευθέρωσε το άλλο από τον αναβολέα και προσγειώθηκε με έναν ανάλαφρο πήδο στο έδαφος. «Εύγε για την επιδεξιότητά σου», τη συνεχάρη ψυχρά ο Σάιμον. «Κι εγώ που περίμενα πώς και πώς ότι θα σε βοηθούσα να ξεπεζέψεις. Ένας άντρας ζει για κάτι τέτοιες ευκαιρίες, ξέ~ 64 ~


ρεις. Τα χέρια μου ν’ αγκαλιάζουν τούτη τη λεπτή μέση, τραβώντας σε πάνω μου, καθώς θα σε κατεβάζω με αργές κινήσεις στο έδαφος. Μια ευκαιρία για τα κορμιά μας να αγγιχτούν φευγαλέα, τυχαία...» «Και μια πολύ πιο πιθανή ευκαιρία να βρεθείς ξαφνικά σωριασμένος στο χώμα», αποκρίθηκε χωρίς ιδιαίτερη ζέση η Κέιτ, που κάθε άλλο παρά σεμνότυφη ήταν κι ούτε σάστιζε εύκολα, κοιτάζοντας πέρα από τον Σάιμον το μεγάλο πέτρινο μαυσωλείο. Αγνόησε εντελώς το ανεπαίσθητο ρίγος που διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη. Τι εξοργιστικός άντρας... Από τόσο κοντά, μύριζε υπέροχα, εκτός απ’ όλα τα άλλα! «Ένα ρίσκο που θα έπαιρνα πρόθυμα». «Τότε είσαι ακόμα μεγαλύτερος ανόητος». Ο Σάιμον δε θα σταματούσε, οπότε η κατάσταση απαιτούσε αλλαγή θέματος. Κράτησε το βλέμμα της στυλωμένο στο μαυσωλείο, σίγουρη πως, αν τον κοιτούσε, τα πράσινα μάτια του θα την αντίκριζαν γελαστά. Πώς τολμούσε να το διασκεδάζει μαζί της! «Όμως σ’ ευχαριστώ για την απόπειρά σου να μου αποσπάσεις την προσοχή, έστω κι αν δεν τα κατάφερες. Δεν είναι πολύ επιβλητικό από τόσο κοντά; Ακόμα μεγαλύτερο απ’ όσο θυμάμαι από εκείνη τη μία φορά που σκέφτηκα πως ίσως θα είχε ενδιαφέρον να ρίξω μια κλεφτή ματιά μέσα, έστω κι αν τα παράθυρα με τα βιτρό με εμπόδισαν να το κάνω». «Εντάξει, θα πάψω να σε πειράζω. Ναι, είναι πολύ επιβλητικό, όπως και καθετί άλλο στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Οι κίονες αποτελούν πολύ όμορφη πινελιά. Έρχεσαι συχνά εδώ;» «Ποτέ». Η Κέιτ ένευσε αρνητικά. Αν επισκεπτόταν τον τάφο του πατέρα της, θα της θύμιζε μονάχα τον πιθανότατα ανώνυμο τάφο της μητέρας της στη Γαλλία. Όμως δε θα του το έλεγε αυτό. «Η Τρίξι πάντα λέει πως οι νεκροί μπορούν κάλλιστα να κρατήσουν συντροφιά ο ένας στον άλλο. Δεν είναι άλλωστε στ’ αλήθεια εδώ, ξέρεις». Κούνησε ξανά το κεφάλι της. «Τουλάχιστον ο Μπάρι δεν είναι, αυτό είναι σίγουρο, εκτός κι αν στοιχειώνει το μέρος, ψάχνοντας για το σώμα του. Πιστεύεις στα φαντάσματα, ότι μπορείς να μιλήσεις με τους νεκρούς;» Ο Σάιμον έδεσε τα χαλινάρια της Ντέιζι σε ένα κλαδί δέντρου στην άλλη άκρη του μαυσωλείου, μακριά από τον επιβήτορά του, και πήγε ξανά δίπλα στην Κέιτ, καθώς και οι δυο στύλωναν το βλέμμα τους στο οικογενειακό μνημείο. «Δε νομίζω πως το έχω σκεφτεί ιδιαίτερα. Παρ’ όλα αυτά, θα ήθελα να ~ 65 ~


μιλήσω με τον αδελφό μου. Πολλές ερωτήσεις θα έπαιρναν απάντηση αν είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μια φωνή από το υπερπέραν για μια τελευταία φορά». Η Κέιτ συλλογίστηκε ξανά τη μητέρα της. Είχε καθυστερήσει αρκετά η Μαριμπέλ ώστε ν’ αποχαιρετήσει με ένα φιλί τη μικρή της κόρη ή απλώς το είχε βάλει στα πόδια με το Γάλλο εραστή της; Άφησε ένα στεναγμό και στράφηκε από την άλλη. «Ίσως όμως να μη μας άρεσαν οι απαντήσεις». Ο Σάιμον ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της και τη γύρισε προς το μέρος του. «Κοίτα, Κέιτ... Κάθε οικογένεια έχει το μερίδιό της στα σκάνδαλα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν κρίνω και μακάρι να μη χρειαζόταν να ξέρω όσα είναι απαραίτητο να ξέρω. Όμως είμαι εδώ για να βοηθήσω. Δε θέλω να γίνομαι μελοδραματικός, αλλά εξαρτώνται ζωές από το αν θα βρούμε αυτά τα ημερολόγια, αυτή τη βίβλο. Οπότε μπορούμε να ξεχάσουμε τη χθεσινή μέρα και να ξεκινήσουμε από την αρχή; Εσύ να είσαι ο εαυτός σου, εγώ ο εαυτός μου και οι τρεις μας αφοσιωμένοι στην έρευνα;» «Δεν ξέρω», αποκρίθηκε η Κέιτ, αποφεύγοντας τα υπνωτιστικά καταπράσινα μάτια του, τα καθάρια και ειλικρινή πράσινα μάτια του. Ένιωθε να την... ελκύει τόσο πολύ. Απέρριψε βιαστικά την ιδέα που της είχε φανεί ιδιοφυής μόλις δέκα λεπτά πριν, καθώς θυμήθηκε πως τα ξίφη έχουν διπλή κόψη. Παγιδεύοντας εκείνον, θα κατέληγε να παγιδεύσει και τον εαυτό της. Η Τρίξι δεν είχε αναφέρει ποτέ αυτή την πιθανότητα. Μπορούσε να εγκαταλείψει τους πάντες μ’ ένα κροτάλισμα των δαχτύλων της, εκτός από τα λατρευτά της εγγόνια, που για χάρη τους, αν χρειαζόταν, θα σκότωνε χωρίς δισταγμό. Η αγάπη ήταν ένα παιχνίδι που η γιαγιά της έπαιζε καλά, όμως η Κέιτ, προς μεγάλη της έκπληξη και απογοήτευση, συνειδητοποίησε πως ίσως δεν είχε την ίδια δεξιοτεχνία με την Τρίξι σ’ αυτό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και στράφηκε να τον κοιτάξει, αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσει στα ίσα. «Με άλλα λόγια, δε θα υπάρξουν άλλα σκανδαλώδη σχόλια σαν αυτό που έκανες σχετικά με το να με βοηθήσεις να ξεπεζέψω;» Ένιωσε τα γόνατά της να λύνονται καθώς της χαμογελούσε, με τα μάτια του να σπιθίζουν ξανά σκανταλιάρικα. «Ζήτα μου να μην αναπνέω. Θα ήταν πιο απλό». Αρκετά! Η Κέιτ διέταξε το σώμα της να συνέλθει και έπειτα τον κοίταξε απαυδισμένη από τις κατάφωρα ανόητες κουβέ~ 66 ~


ντες του. Δεν ήξερε αν θα κατάφερνε να τον εντυπωσιάσει, όμως οι άμυνές της δεν είχαν κάνει και πολλά για τα ακόμη ασταθή πόδια της. Τα κομπλιμέντα, τα γλυκόλογα της προκαλούσαν νευρικότητα, αυτό ήταν όλο ποτέ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. «Οπότε το να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει πως με την παραμικρή αφορμή έχεις την τάση να ξεστομίζεις γελοιότητες σαν αυτή; Όχι πως ψάχνω γι’ αφορμές, σου το ξεκαθαρίζω. Αν είναι έτσι, καλύτερα να σταματήσεις τώρα, επειδή ξέρω πως δεν εννοείς όσα λες». «Δεν τα εννοώ; Είσαι σίγουρη γι’ αυτό;» «Είμαι σίγουρη πως δε μοιάζεις με κανέναν άντρα απ’ όσους συνάντησα στο Λονδίνο». Τρέκλισε ελαφρά καθώς πισωπατούσε, με κάθε νευρική απόληξη του κορμιού της να σκιρτά με την επίγνωση πως οι δυο τους ήταν ολομόναχοι στην κορυφή αυτού του καταραμένου λόφου, κρυμμένοι απ’ τα μάτια όλων στην έπαυλη. Προτού καν το καταλάβει καλά καλά, ο Σάιμον ίσως άρχιζε να επιδίδεται σε ρομαντικούς λυρισμούς για το σαγηνευτικό της χαμόγελο ή καμιά παρόμοια ανοησία και τότε πώς θ’ αντιδρούσε εκείνη; Όταν σου έκαναν ένα κομπλιμέντο, έπρεπε να το ανταποδώσεις άμεσα; Και πού θα οδηγούσε αυτό; Με το ρυθμό που το πήγαινε ο Σάιμον, σύντομα θ’ ανακάλυπτε ποιο ήταν και το τέταρτο στάδιο! Μα πού ήταν ο Βάλενταϊν; Γιατί έκανε τόση ώρα; Ήταν απλώς ένα χαζό κλειδί. «Μάλλον γιατί ποτέ δεν προοριζόμουν να γίνω ο μαρκήσιος». «Τι;» Η Κέιτ συνειδητοποίησε πως η σκέψη της πλανιόταν αλλού αφηρημένη, θα μπορούσε να πει κανείς και πανικόβλητη. «Είπες πως δε μοιάζω με κανέναν άντρα απ’ όσους συνάντησες στο Λονδίνο και πρότεινα πως ίσως αυτό οφείλεται στο ότι δεν ανατράφηκα για να γίνω ο μαρκήσιος. Με μεγάλη μου χαρά επέλεξα μια πιο τραχιά και επίμοχθη ζωή, όπως ταίριαζε στην ντροπιαστικά πληβεία φύση μου. Ή τουλάχιστον αυτό σχολίασε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, καθώς συμφωνούσε πρόθυμα να μου εξασφαλίσει μια θέση αξιωματικού και να με στείλει στη θάλασσα. Το Λονδίνο με κάνει στ’ αλήθεια να πλήττω. Στο Βασιλικό Ναυτικό η ιεραρχία έχει νόημα. Στην κοινωνία είναι όλοι τους ένα μάτσο ξιπασμένοι, που αποφασίζουν ποιος θα έπρεπε να υποκλίνεται πιο βαθιά σε ποιον βάσει του ποιος ήταν ο πατέρας τους». Έτσι ακριβώς ένιωθε κι εκείνη για τις κυρίες της υψηλής ~ 67 ~


κοινωνίας, που είχαν την πρωτοκαθεδρία στη λέσχη Άλμακ’ς. Τι παράξενο. «Οι άλλοι υποκλίνονται στον αδελφό μου τον Γκίντιον επειδή θα ήταν ανόητοι να μην το κάνουν», επισήμανε. όχι χωρίς κάποια περηφάνια. «Σίγουρα δεν το κάνουν εξαιτίας του ποιος ήταν ο πατέρας μας. Ο Γκίντιον επιβάλλεται με την προσωπικότητα και το κύρος του». «Κι εσύ έχεις τη δική σου προσωπικότητα και το δικό σου κύρος, αν μονάχα το συνειδητοποιούσες και δεν άφηνες τον Βαλ ή τον Γκίντιον ή τη γιαγιά σου ή οποιονδήποτε άλλο να σου λένε πως πρέπει ν’ αλλάξεις. Το τελευταίο πράγμα που δεν είσαι, όμως, είναι οι γονείς σου. Κάνω λάθος ή το γεγονός πως έχω μάθει ορισμένα πράγματα για την οικογένειά σου στέκεται εμπόδιο ανάμεσά μας και στο να γνωριστούμε καλύτερα;» Η Κέιτ έγειρε το κεφάλι της στο πλάι, χτυπώντας ρυθμικά το μικρό μαστίγιο ιππασίας πάνω στο μηρό της. Υπερβολικά κοντά, είχε πλησιάσει υπερβολικά κοντά. «Ξέρεις, Σάιμον, τη στιγμή που νομίζω πως αρχίζω να σε συμπαθώ πας και λες τέτοια πράγματα. Τι σε κάνει να νομίζεις πως έχεις το δικαίωμα να μαντεύεις τις σκέψεις μου;» «Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως επειδή μοιάζουμε πολύ περισσότερο, εσύ κι εγώ, απ’ όσο πιστεύεις. Νιώθουμε... υπεύθυνοι». «Και τι υποτίθεται πως σημαίνει αυτό;» Ο Σάιμον έστρεψε το βλέμμα του πέρα από την Κέιτ, προς το λόφο. «Σημαίνει πως δεν είσαι η μόνη που θα ήθελε να εξαφανιστούν όλα αυτά, να μην είχαν συμβεί ποτέ. Μπορώ να σε εμπιστευτώ;» Η Κέιτ ένιωθε την καρδιά της να βροντοχτυπάει στο στήθος της. Για πρώτη φορά, ήξερε πως ο Σάιμον μιλούσε απόλυτα σοβαρά. «Δεν ξέρω. Θα έπρεπε να σ’ εμπιστευτώ εγώ;» «Δε θα τολμούσα να απαντήσω σ’ αυτό για σένα, Κέιτ. Αποφάσισε μόνη σου. Θα περιμένω δίπλα στον Χένρι και στο κυνηγόσκυλό του τα μεσάνυχτα. Κάποια πράγματα λέγονται πιο εύκολα στα σκοτεινά». «Στον Χένρι; Ποιος σου είπε για τον Χέν...» Όμως ο Σάιμον είχε απομακρυνθεί από κοντά της, έχοντας ήδη απλωμένο το δεξί του χέρι, για να πιάσει τα γκέμια του αλόγου του Βάλενταϊν. «Χάθηκες στο δρόμο;» Ο Βάλενταϊν ξεκαβαλίκεψε, με όψη που έδειχνε ταλαιπωρημένη. «Δυστυχώς, τίποτα τόσο απλό. Φαίνεται πως ο Άνταμ ~ 68 ~


κατάφερε να κλειδωθεί μέσα σε μια λινοθήκη». Η Κέιτ κοίταξε τον Σάιμον, που ήταν ένας ολοφάνερος περισπασμός και ένα αίνιγμα, και μετά προς τις πόρτες του μαυσωλείου, που την καλούσαν, μα συνάμα την απωθούσαν, κι αποφάσισε πως, προς το παρόν τουλάχιστον, προτιμούσε ν’ ακούσει για τον Άνταμ. «Πώς κλειδώθηκε μέσα στη λινοθήκη;» ρώτησε ενώ πλησίαζε τους άντρες. «Και, πιο σημαντικό, τι στο καλό σ’ έπιασε και τον έβγαλες;» «Δεν ήταν εύκολη απόφαση, πίστεψέ με. Όμως, από την άλλη, το να τον ακούω να τσιρίζει πως ίσως υπήρχαν αράχνες εκεί μέσα στα σκοτεινά ήταν εξίσου ντροπιαστικό με το λόγο που βρέθηκε εκεί. Όταν φάνηκε πως κανένας δεν μπορούσε να βρει το κλειδί, ζήτησα ένα τσεκούρι, όμως ο Άνταμ άρχισε να ουρλιάζει πως προσπαθούσα να τον σκοτώσω, οπότε εγκαταλείψαμε αυτή την ιδέα ως κακή. Όσον αφορά το γιατί έγινε αυτό, φαίνεται πως ο νέος συγγενής μας ξύπνησε νωρίς σήμερα, με ορέξεις, και εντόπισε μια καμαριέρα σκυφτή πάνω από την εστία του τζακιού. Περιττεύει να πω πως ο Άνταμ δε χρειαζόταν περαιτέρω πρόσκληση». «Την καημενούλα», είπε ανήσυχη η Κέιτ. «Ποια είναι;» «Δε ρώτησα, όμως η κυρία Τζάστις μου είπε πως το κορίτσι είναι μια χαρά. Της είπα να της μεταβιβάσει τα χαιρετίσματά μου και της έδωσα άδεια για την υπόλοιπη μέρα. Άσε με όμως να συνεχίσω την ιστορία, στα γρήγορα. Η ανώνυμη, πλην πανέξυπνη καμαριέρα πρότεινε να αναβάλουν την ερωτική συνέρευσή τους μέχρι να κάνει μια δουλειά που της είχε ζητήσει η κυρία Τζάστις. Ο Άνταμ θα την περίμενε στη μεγάλη λινοθήκη του τρίτου ορόφου, καθώς ο βαλές του Άνταμ βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο, επειδή -και εδώ παραθέτω τα ακριβή λόγια της- «κάνω υπερβολική φασαρία ορισμένες φορές, ξέρεις». Και φυσικά, εκείνος συμφώνησε σε όλα τούτα, επειδή είναι ένας βλάκας με περικεφαλαία. Τον περίμενε κρυμμένη στο μισοσκόταδο του διαδρόμου μέχρι να μπει στη λινοθήκη, έπειτα ξεγλίστρησε, κλείδωσε την πόρτα και ξεφορτώθηκε το κλειδί. Το πέταξε έξω απ’ το κοντινότερο παράθυρο. Χρειαστήκαμε έξι άτομα για να το εντοπίσουμε». Τώρα πια η Κέιτ είχε διπλωθεί ήδη στα δύο απ’ το νευρικό γέλιο που την έπιασε. Έπρεπε να βρει ποια από τις καμαριέρες είχε εμπλακεί στο περιστατικό και μετά να την προσκαλέ~ 69 ~


σει στην κάμαρά της για να ξανακούσει την ιστορία, με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες αυτή τη φορά. «Με συγχωρείς, Κέιτ, για την απρεπή ερώτηση, όμως πρέπει να μάθω», είπε ο Σάιμον, «καθώς ήδη μια εικόνα παίρνει μορφή στο μυαλό μου. Βαλ, φορούσε ή όχι παντελόνι;» «Φορούσε», αποκρίθηκε ο Βαλ χαμογελώντας στραβά και τελικά το πρόσωπό του έχασε τη βλοσυρή έκφραση που είχε όταν έφτασε. «Στραβοκουμπωμένο όμως. Διαφορετικά θα είχα μπει στον πειρασμό να τον στραγγαλίσω με δαύτο. Το αγόρι χρειάζεται να μπει στον ίσιο δρόμο και δε βοηθάνε διόλου οι ανοησίες με τις οποίες γέμισε το μυαλό του ο πατέρας του. Τον διέταξα να παρουσιαστεί ενώπιον μου -με ευπρεπώς κουμπωμένο παντελόνι- στο γραφείο του Γκίντιον σε μία ώρα. Αν ήξερες τι μου είπε...» Γι' άλλη μια φορά κοίταξε την αδελφή του. «Άσε, δεν πειράζει». «Μη με κοιτάς έτσι, Βαλ. Δε χρειάζεται να μάθω τα πάντα. Επιπλέον, είμαι απασχολημένη με το να πλάθω τις δικές μου απίθανες εικόνες του περιστατικού, μολονότι δυσκολεύομαι λιγάκι να σε φανταστώ σαν την αυστηρή φωνή της λογικής και της ωριμότητας». Ο Βάλενταϊν έδειχνε ανακουφισμένος που δεν τον πίεζε για περισσότερες λεπτομέρειες. «Μην εναποθέτεις όλες σου τις ελπίδες σε αυτό το ενδεχόμενο, Κέιτ. Ίσως τον κάνω να χωνέψει για τα καλά το μάθημά του, βουτώντας τον επανειλημμένα με το κεφάλι μέσα στην ποτίστρα για τ’ άλογα μέχρι είτε να πνιγεί είτε να μου υποσχεθεί πως κατάλαβε». Γέλασαν όλοι τους, όμως η Κέιτ θυμήθηκε το τελευταίο μέρος της ιστορίας του Βάλενταϊν. «Αν θα είσαι απασχολημένος με το να πειθαρχείς τον Άνταμ, αυτό σημαίνει πως δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την έρευνα μέχρι το απόγευμα;» «Όχι», είπε ο Βάλενταϊν, βγάζοντας ένα μεγάλο μαύρο κλειδί από μια τσέπη του σακακιού ιππασίας του, «είμαι σίγουρος πως οι δυο σας μπορείτε να τα καταφέρετε και μόνοι σας τώρα το πρωί, χωρίς εμένα. Ίσως ήρθε η ώρα να επεκτείνουμε το πεδίο έρευνας απ’ το σπίτι στα περίχωρα του κτήματος. Ας τελειώνουμε όμως μ’ αυτό, όχι πως υπάρχουν και πολλά να δούμε». Η Κέιτ κοίταξε τις βαριές σιδερένιες πόρτες και άξαφνα δεν αδημονούσε τόσο να μπει στον οικογενειακό τάφο όσο τη στιγμή που είχε μάθει για την κλοπή της σορού του πατέρα της. Πο~ 70 ~


τέ δεν είχε βρεθεί μέσα στο μαυσωλείο, ούτε μια φορά. Κανένας Ρέντγκρεϊβ δεν είχε πεθάνει στη διάρκεια της ζωής της, εκτός από τους γονείς της, και η Τρίξι ήταν ανένδοτη στην άποψή της ότι έπρεπε ν’ αφήνουν τους νεκρούς να αναπαύονται εν ειρήνη. Είχε φτάσει μάλιστα να πει πως πιθανώς θα στοίχειωνε όποιον τολμούσε να διαταράξει την ανάπαυσή της με αναφιλητά ή την αποπνικτική μυρωδιά ενός σωρού λουλουδιών. Τώρα η Κέιτ έπιανε τον εαυτό της να αναρωτιέται αν η γιαγιά της φοβόταν το θάνατο και γι’ αυτό απέφευγε σκόπιμα κάθε υπενθύμιση πως οι Ρέντγκρεϊβ δεν ήταν αθάνατοι. Προφανώς, δεν μπορεί να την ενοχλούσαν γενικά τα μαυσωλεία μόλις είχε ξεκινήσει πασίχαρη το ταξίδι της για να παραστεί σε δύο κηδείες. Μήπως ήταν ότι δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει συγκεκριμένα το θάνατο του μοναχογιού της; «Κέιτ, θα έρθεις;» της φώναξε ο Βάλενταϊν. «Δική σου ιδέα ήταν, θυμάσαι;» «Θυμάμαι», είπε, επιτρέποντας στον Σάιμον να την πιάσει από το χέρι, καθώς στεκόταν στα μαρμάρινα σκαλιά, για να τη βοηθήσει ν’ ανέβει. «Μπορείς ν’ αφήσεις το χέρι μου», ψιθύρισε απρόθυμα, καθώς ακολουθούσαν τον Βάλενταϊν μέσα στην ψηλοτάβανη θολωτή κρύπτη. Είχε κρύο και μισοσκόταδο, με το μοναδικό φως να μπαίνει από τα παράθυρα με τα σκούρα τζάμια στην οροφή και από δύο μικρά παράθυρα με βιτρό, που το ένα ήταν φανερό πως είχε αντικατασταθεί πρόσφατα, καθώς το πολύχρωμο τζάμι του ήταν πεντακάθαρο. Ήταν προφανές ότι ακόμα και η κυρία Τζάστις και η μικρή στρατιά της από υπηρέτριες θεωρούσαν το μαυσωλείο απαγορευμένη περιοχή στο μεσοδιάστημα των ενταφιασμών. Αυτό εξηγούσε γιατί χρειάστηκαν είκοσι σχεδόν χρόνια κι ένας πεσμένος κορμός δέντρου για να ανακαλύψουν πως η σορός του πατέρα τους έλειπε. Δεν εξηγούσε όμως γιατί η Τρίξι απέφευγε την τελική, αιώνια κατοικία τόσο του γιου όσο και του άντρα της. Ή μήπως η Κέιτ έβλεπε με νέο μάτι το καθετί που πίστευε; «Δε θα δεις και πολλά αν δεν ανοίξεις τα μάτια σου», της είπε σιγανά ο Σάιμον, γέρνοντας προς το μέρος της, λες και καταλάβαινε πως έτρεμε σχεδόν ολόκληρη. «Οι τάφοι είναι στοιβαγμένοι και στους τρεις τοίχους μέχρι την αρχή του θόλου. Εξαιρετικά εντυπωσιακό. Πρέπει να υπάρχουν πάνω από εκατό σαρκοφάγοι εδώ μέσα». ~ 71 ~


Η Κέιτ κράτησε σκυφτό το κεφάλι της και ξέκλεψε μια ματιά μέσα απ’ τα χαμηλωμένα βλέφαρά της, χωρίς να θέλει πραγματικά να δει τι υπήρχε γύρω της. Ο Σάιμον είχε δίκιο. Επικρατούσε απόλυτη τάξη, με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια σειρές επί σειρών από επιμήκεις θαλάμους με μαρμάρινη πρόσοψη και σκαλισμένα πάνω τους ένα όνομα και δύο ημερομηνίες. Οι λάρνακες ξεκινούσαν από την κορυφή και συνέχιζαν μέχρι το έδαφος, η μία σειρά μετά την άλλη, λες κι οι τάφοι ήταν μια γραμμική απεικόνιση του οικογενειακού δέντρου των Ρέντγκρεϊβ. Η οικογένεια πρέπει να είχε ανασκαλέψει τους τάφους όλων των προγόνων της που είχαν θαφτεί αλλού και να είχε μεταφέρει ας σορούς τους εδώ, όταν χτίστηκε αυτό το τεράστιο μαυσωλείο. Ήταν λιγάκι... ανατριχιαστικό. Στον τοίχο στα δεξιά της υπήρχαν ακόμα τέσσερις σειρές από άδεια ράφια. Είκοσι ακόμα πτώματα και το μαυσωλείο θα γέμιζε. Έμοιαζαν σαν ζοφερές, κενές σιαγόνες, που ανέμεναν τη λεία τους. Η Κέιτ κοίταξε αλλού, νιώθοντας ντροπή. Ποτέ δε θεωρούσε πως είχε ζωηρή φαντασία, όμως θα ορκιζόταν πως άκουγε όλες αυτές τις γενιές των Ρέντγκρεϊβ να την καλούν να την ικετεύουν διόρθωσε το, μη μας αφήσεις να ατιμαστούμε από τις πράξεις των λίγων. «Ορίστε, Κέιτ», είπε ο Βάλενταϊν, στρέφοντας την προσοχή της προς το τελευταίο άνοιγμα στο πέμπτο ράφι. «Ο Γκίντιον πιστεύει πως αφαίρεσαν με καλέμι την πέτρα που σφραγίζει τη λάρνακα και μετά την ξαναέβαλαν στη θέση της, αλλά με κατώτερης ποιότητας κονίαμα. Αυτά γίνονται όταν “κύριοι” αναγκάζονται να καταπιαστούν με πραγματική εργασία. Η πέτρα βρέθηκε ραγισμένη στα δύο πάνω στο πάτωμα και το φέρετρο του Μπάρι έλειπε. Δείτε επίσης τα κομμάτια από το κονίαμα που είναι ακόμη κολλημένα πάνω στο σιδερένιο σκελετό του ραφιού και στην πέτρα. Και τώρα, που να πάρει, μπορούμε να βγούμε επιτέλους από δω μέσα;» «Μια στιγμή», είπε ο Σάιμον, κρατώντας ακόμη το χέρι της Κέιτ, καθώς κινήθηκε προς τον παραβιασμένο τάφο, αλλά τελικά πλησίασε το διπλανό του. «Τσαρλς Μπάρι Ρέντγκρεϊβ, δέκατος έκτος κόμης του Σόλτγουντ». Έτριψε με το χέρι του την πέτρα. «Φαίνεται σαν να υπήρχε κάτι επικολλημένο εδώ, ακριβώς κάτω από τις ημερομηνίες, το οποίο κατόπιν αφαιρέ~ 72 ~


θηκε. Βλέπετε τις τρύπες και τη φθορά της πέτρας; Λες και κάποιος της επιτέθηκε με καλέμι και με μεγάλη οργή μάλιστα». Έσκυψε πιο κοντά. «Ένας θυρεός ίσως;» Ο Βάλενταϊν μιμήθηκε τον Σάιμον και άρχισε να εξετάζει και τις άλλες μαρμάρινες προσόψεις, κάνοντας το γύρο της αίθουσας. «Μπράβο σου που το εντόπισες, Σάιμον. Φαίνεται πως η σαρκοφάγος κάθε κόμη διακοσμείται με το αντίγραφο του θυρεού των Ρέντγκρεϊβ, όλοι τους κατασκευασμένοι από ασήμι και πολύχρωμο σμάλτο. Υποθέτω πως θα χρειαστεί να αντικαταστήσουμε τους θυρεούς του παππού μου και του Μπάρι. αν μπορέσουμε να τον βρούμε. Είσαι σίγουρος πως δε χαλάρωσαν απλά και δεν αποκολλήθηκαν μόνοι τους;» Είχε έρθει η σειρά της Κέιτ να σταθεί μπροστά στη μαρμάρινη πρόσοψη, περνώντας τα γαντοφορεμένα δάχτυλά της από πάνω της. Εντούτοις, μπορούσε να νιώσει τις μικρές σχισμές στην κατά τα άλλα επίπεδη επιφάνεια. «Δε θα τους έβρισκε όμως ο Γκίντιον και τους δύο στο πάτωμα, όταν ήρθε να επιθεωρήσει το μέρος αφού οι υπηρέτες τον ενημέρωσαν πως η κρύπτη ήταν άδεια; Νομίζεις πως κλάπηκαν;» «Είναι από ασήμι, Κέιτ, οπότε είναι πιθανό. Αλλά γιατί να κλέψεις μόνο δύο, όταν μπορείς να τους πάρεις όλους; Επιπρόσθετα, ο Ντίαρμπορν φυλάει το μοναδικό άλλο κλειδί μέσα σε ένα κλειδωμένο κουτί, ενώ αυτό εδώ βρίσκεται περασμένο στην αρμαθιά των κλειδιών του σπιτιού που κουβαλάει, ως μπάτλερ, πάντα πάνω του. Κανείς δεν μπαίνει εδώ μέσα, εκτός κι αν έχει την άδειά του. Άλλες προτάσεις; Ένα φάντασμα που κραδαίνει ένα σφυρί κι ένα καλέμι ίσως;» Η Κέιτ έκανε μια γκριμάτσα στον αδελφό της και γύρισε να βγει από το μαυσωλείο. Δεν ήξερε τι ήλπιζε να ανακαλύψει ή να νιώσει ή να μάθει εδώ. Ήξερε μονάχα πως έπρεπε να έρθει. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει, να διασχίσει τους αγρούς του Δυτικού Λιβαδιού πάνω στη ράχη της Ντέιζι, να αντικαταστήσει το ψυχρό ρίγος του πέτρινου τάφου και την αποφορά του με τη ζεστασιά του ήλιου και το καθαρό, φρέσκο αεράκι. Χρειαζόταν να απομακρυνθεί όσο περισσότερο γινόταν από το θάνατο. «Έλα, θα σε βοηθήσω να ιππεύσεις», είπε ο Σάιμον από πίσω της, ενώ τα χέρια του σφίγγονταν γύρω από τη μέση της, σηκώνοντάς την ψηλά και αφήνοντάς τη στη γυναικεία σέλα της με τόση ευκολία που ήταν ταπεινωτικό. ~ 73 ~


«Δεν ήταν ανάγκη να το κάνεις αυτό», του είπε, τακτοποιώντας το στρατιωτικού στυλ καπελάκι της, που είχε γλιστρήσει μπροστά στα μάτια της. «Θα τα είχα καταφέρει. Οι αδελφοί μου ποτέ δεν πίστευαν ότι ήταν σωστό να με καλομαθαίνουν και πραγματικά το προτιμώ. Επειδή κάνω συχνά μόνη μου ιππασία στο κτήμα, θεωρούσαν πως θα έπρεπε να ξέρω πώς ν’ ξανανέβω στο άλογο σε περίπτωση που έπεφτα -κάτι που δε μου έχει συμβεί ποτέ». «Αυτό ακούγεται σχεδόν λογικό, εκτός από το σημείο όπου κάνεις μόνη σου ιππασία χωρίς τη συνοδεία ιπποκόμου, κάτι που είναι ανόητο». Της έδωσε τα γκέμια. «Πολύ καλά, θύμισέ μου να μη σου κάνω άλλες χάρες». Τραχιά και επίμοχθη ζωή. Έτσι είχε περιγράψει ο πατέρας του Σάιμον τις επιλογές του νεότερου γιου του. Παρά τους εξωτερικά εξευγενισμένους τρόπους του, ήταν ολοφάνερο πως κάτι πάνω της επέτρεπε στον Σάιμον να της μιλάει και να της φέρεται ως ο αληθινός εαυτός του. Η Κέιτ σκέφτηκε πως θα ένιωθε είτε κολακευμένη είτε προσβεβλημένη και αμέσως αποφάσισε: κολακευμένη. Ειδικά από τη στιγμή που της επέτρεπε να είναι ο εαυτός της. «Σου το έχω υπενθυμίσει επανειλημμένα, δεν είμαι ανήμπορη και δε μου αρέσει να με κάνουν να νιώθω έτσι». Ύψωσε τη φωνή της, ώστε ο Βάλενταϊν, που κλείδωνε ακόμη τις πόρτες, να μπορέσει να την ακούσει. «Πηγαίνω στο Δυτικό Λιβάδι. Μπορείτε να με ακολουθήσετε αν θέλετε». «Και ο άνεμος θα στεγνώσει αυτά τα δάκρυα που δε θέλεις να δει κανείς», είπε σιγανά ο Σάιμον, κουνώντας το κεφάλι του. «Είσαι η πιο ευέξαπτη γυναίκα που έχω συναντήσει ποτέ μου. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι προσπαθείς ν’ αποδείξεις;» Η Κέιτ άνοιξε το στόμα της να πει κάτι καυστικό, όμως συνειδητοποίησε πως δεν είχε καμιά απάντηση. Την είχε αποστομώσει. Τράβηξε τα χαλινάρια με περισσότερη δύναμη απ’ όση συνήθως, έτσι που η σαστισμένη Ντέιζι γύρισε το κεφάλι της, λες και ήθελε να βεβαιωθεί ποιος ήταν ο αναβάτης της προτού ξεκινήσει για τους αγρούς του Δυτικού Λιβαδιού. Ίσως κάπου στα μισά της διαδρομής, συλλογίστηκε η Κέιτ, θα ανακάλυπτε γιατί ένιωθε πως είχε τόση σημασία να κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας τον Σάιμον Ρέιβενσμπιλ. Ήδη της είχαν περάσει από το μυαλό και είχε απορρίψει διάφορους λόγους, από το χρώμα των μαλλιών του και την απόπειρα εκεί~ 74 ~


νου και του Βάλενταϊν να την εξαπατήσουν μέχρι και την οικογενειακή υπερηφάνεια. Ήθελε όμως στ' αλήθεια να τον διώξει; Ακόμα και το ανόητο σχέδιό της να τον κρατήσει μακριά της βασιζόταν στο να τον σπρώξει εσκεμμένα πιο κοντά της. Φοβόταν τον Σάιμον Ρέιβενσμπιλ ή φοβόταν το πώς την έκανε να νιώθει; Την έκανε να νιώθει γυναίκα και δεν ήταν σίγουρη ότι αυτό της άρεσε.

~ 75 ~


Κεφάλαιο 5

Ο Σάιμον έμεινε να την κοιτάζει καθώς η Κέιτ απομακρυνόταν, καλπάζοντας στητή και άκαμπτη, ενώ αναρωτιόταν, αν κοιτώντας τη γι’ αρκετή ώρα, θα έβλεπε καπνούς να βγαίνουν από τ’ αυτιά της. Ήταν η πιο ενδιαφέρουσα, εξοργιστική, χωρίς στάλα ρομαντισμού μέσα της, η πιο εξωτικά όμορφη γυναίκα που είχε συναντήσει ποτέ του. Όσο περισσότερο τον έσπρωχνε μακριά της, τόσο περισσότερο λαχταρούσε να τη γνωρίσει καλύτερα. Ίσως θα έπρεπε να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο οι πράξεις της να ήταν ένα τέχνασμα για να τον προσελκύσει. Όμως όχι, όχι η Κέιτ. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιος πως έλεγε αυτό που εννοούσε. Ή αυτό που νόμιζε πως εννοούσε... Επομένως... να τρέξει πίσω της σαν κανένας ερωτοχτυπημένος θαυμαστής, ελπίζοντας για ένα ψίχουλο εύνοιας -ή πιθανότατα μια παθιασμένη λογομαχία-, ή να γυρίσει με το άλογό του στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ μαζί με τον Βάλενταϊν για να του πει όσα υποψιαζόταν; Αν μιλούσε στον Βάλενταϊν χωρίς την παρουσία της Κέιτ, θα απέθετε, μεταφορικά τουλάχιστον, τη ζωή του στα χέρια της. Από την άλλη, το να την πάρει στο κατόπι εγγυόταν λίγο πολύ το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Σάιμον χαμογέλασε καθώς αναλογιζόταν το δίλημμά του. Αν ήταν να κάνει τη λάθος κίνηση, ας την έκανε τουλάχιστον σωστά. «Λέει πως την αφήνετε να ιππεύει χωρίς συνοδεία», είπε, παρακολουθώντας τον Βάλενταϊν να καβαλικεύει το άλογό του. Ο Βάλενταϊν βολεύτηκε πάνω στη σέλα του. «Έτσι είπε, ε; Εν μέρει, τουλάχιστον, είπε την αλήθεια. Περισσότερο ισχύει πως προτιμάμε να το κάνει στα φανερά παρά πίσω απ’ την ~ 76 ~


πλάτη μας. Ούτως ή άλλως, βγαίνει για ιππασία όποτε θέλει. Είδες τη μεγάλη κουδούνα στον τοίχο του στάβλου;» «Όχι, δεν έχω πάει ακόμα στο στάβλο. Τι σχέση όμως έχει με το ποιος βγάζει το φίδι από την τρύπα όσον αφορά την επίβλεψή της;» Ο Βάλενταϊν γέλασε με το αστείο του Σάιμον. «Όποτε η Κέιτ βγαίνει μόνη της με το άλογο, ένας από τους ιπποκόμους χτυπάει την κουδούνα, κάτι που επαναλαμβάνεται από άκρη σε άκρη του κτήματος από όσους την ακούνε. Εν είδει προειδοποίησης, ώστε να έχουν το νου τους για εκείνη, καταλαβαίνεις. Αν έχει πάει προς το Δυτικό Λιβάδι, το ξέρουμε από τα κουδουνίσματα. Προς το χωριό, επίσης το ξέρουμε. Και πάει λέγοντας. Δεν είναι τόσο μόνη όσο νομίζει, οι πάντες την παρακολουθούν. Όταν επιστρέφει, ο σταβλίτης σημαίνει το σινιάλο πως το πεδίο είναι ελεύθερο. Ακούγεται περίπλοκο, το ξέρω, όμως -πίστεψέ με-είναι πιο εύκολο από το να προσπαθείς να υποτάξεις την Κέιτ στους κανόνες». «Και δεν το καταλαβαίνει;» «Φυσικά και το καταλαβαίνει, εκτός κι αν νομίζει πως είναι οι άγγελοι που χτυπάνε τις καμπάνες της Αποκάλυψης, χαιρετώντας την καθώς περνάει. Απλώς δεν αναγνωρίζει την ύπαρξή τους, κάτι που στο μυαλό της αδελφής μου είναι σαν να μη συμβαίνει. Υποθέτω θα μπορούσες να πεις πως μας κάνει και τη χάρη κιόλας. Ίσως νομίζει πως έχει κερδίσει το παιχνίδι. Ποτέ δεν ξέρεις με την Κέιτ». «Ναι, αρχίζω να το βλέπω αυτό. Δε θα χρειαστούν κουδούνες σήμερα, θα την ακολουθήσω. Τι σου είπε αυτός ο μπουμπούνας;» Ο Βάλενταϊν τίναξε το μανίκι του σακακιού του, λες και προσπαθούσε ν’ αφαιρέσει κάποια βρομιά που είχε κολλήσει πάνω του. «Τίποτα που ν’ αξίζει να εντυπωθεί στη μνήμη σου, σε διαβεβαιώ. Έχει ορέξεις όσο και κάθε νεαρός της ηλικίας του. όμως το διπλό θράσος απ’ τους άλλους, καθώς είναι πεπεισμένος πως είναι δικαίωμά του. Παπαγαλίζει τις διδαχές του πατέρα του, καταλαβαίνεις. Ποιο νεαρό ξαναμμένο κουτάβι δε θέλει ν’ ακούει πως οι γυναίκες βρίσκονται στη γη για την απόλαυσή του; Οι άντρες κυβερνούν τον κόσμο και είναι, και πάλι, δικαίωμά τους να έχουν ό,τι επιθυμούν. Μπορούμε ωστόσο να ευχαριστήσουμε την καλή μας τύχη που ο Τέρνερ Κόλιερ δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ με τα μαθήματα του Άνταμ ώστε να ~ 77 ~


του δείξει στ’ αλήθεια πώς οι άντρες αποκτούν δύναμη και αντοχή, πηγαίνοντας με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες. Ιδιαίτερα δε στη διάρκεια των υποτιθέμενων τελετών τους, ώστε να μπορούν όλοι να παρακολουθούν και να συμμετέχουν, ίσως και να επευφημούν, καταλαβαίνεις. Πραγματικά, η σκέψη σε κάνει να μουδιάζεις ολόκληρος». «Είναι αηδιαστικό», είπε ο Σάιμον, καταπολεμώντας τη νοσηρή εικόνα που άρχιζε να σχηματίζεται στο πίσω μέρος του μυαλού του. «Ειδεχθές, συμφωνώ. Χρήσιμο όμως για να κρατάς στο χέρι τα μέλη και να εκβιάζεις τους προσεκτικά επιλεγμένους καλεσμένους τους -τα ημερολόγια, θυμάσαι; Ο Γκίντιον σχολίασε πως ουσιαστικά συνοψίζεται στην απλή στρατηγική του “παίξε όσο ποθείς απόψε, καλέ μου φίλε, ανήξερος πως αύριο έρχεται η ώρα της πληρωμής. Ικανοποιήσαμε κάθε σεξουαλικό σου καπρίτσιο, και θα το ξανακάνουμε, αλλά όμως σου ζητάμε απλώς να μας κανείς πρώτα αυτή τη μικρή χάρη”». Ο Σάιμον κατένευσε. «Όπως η πρόσφατη απόπειρα να εκτρέφουν την πορεία των πολεμοφοδίων που προορίζονταν για τα στρατεύματά μας, τα οποία συγκεντρώνονται στην Ιβηρική Χερσόνησο. Δεν είναι προδότες, όχι κατά βάση, αλλά άντρες με αδύναμο πνεύμα, που δε θέλουν να στερηθούν τις απολαύσεις τους». «Μέχρι τώρα, ναι. Ξεχνάς ωστόσο το υπονοούμενο “αλλά όμως”. Κύριος οίδε τι μορφή μπορεί να πάρουν οι απειλές τους. Πιστεύουμε πως η πρώτη χάρη είναι αρκετά αθώα, αλλά τότε πια έχουν πιάσει για τα καλά στα δίχτυα τους τον άνθρωπό τους. Ύστερα από αυτό, είναι δικός τους, ψυχή τε και σώματι, και οι χάρες μετατρέπονται σε κατάφωρα εγκληματικές δραστηριότητες, ακόμα και προδοσία τους καημένους τους μπάσταρδους. Δεν τα μοιράστηκε όλα αυτά μαζί σου ο Γκίντιον στο γραφείο του Πέρσεβαλ;» «Απέφυγε το θέμα τεχνηέντως, όμως είχα υποψιαστεί κι εγώ πως έτσι ήταν η κατάσταση». Ξέρω πως έτσι είναι. Ο αδελφός σου δεν είναι ο μοναδικός που λέει μονάχα όσα πρέπει να ειπωθούν. «Ζητώ συγνώμη. Εφόσον αυτή η στρατηγική ξεκίνησε με τον πατέρα μας, ίσως ακόμα και με τον παππού μας, αμφιβάλλω πως ο Γκίντιον επιθυμούσε να αναλύσει το θέμα περισσότερο απ’ ό,τι θεωρούσε αναγκαίο. Όπως και να έχει, πιστεύουμε ~ 78 ~


πως η σημερινή Αδελφότητα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το ίδιο σύστημα χειραγώγησης για ό,τι στο διάβολο καταστρώνει τώρα σχετικά με την κυβέρνησή μας, καθώς φαίνεται πως τρέφει φιλοδοξίες που ξεπερνούν κατά πολύ εκείνες του πατέρα μου». Ο Σάιμον δάγκωσε τη γλώσσα του για να μην του ξεφύγει αυτό που ήταν έτοιμος να πει: Αν αυτό που υποπτεύομαι είναι αλήθεια, νομίζω πως οι τωρινοί προδότες στοχεύουν πολύ πιο χαμηλά από τις φιλοδοξίες της οικογένειάς σου. Ο Βάλενταϊν έκανε μια αεράτη χειρονομία, σταματώντας κάθε περαιτέρω συζήτηση για την Αδελφότητα. «Αρκετά μ’ αυτό. Για να επανέλθουμε στον ξαναμμένο νεαρό τράγο που φιλοξενούμε, αυτό που εντυπώθηκε πιο βαθιά στο μυαλό του Άνταμ -και παραμένει σφηνωμένο εκεί- είναι η ενθουσιώδης πεποίθησή του πως η θέση μιας γυναίκας είναι στα γόνατα. Στην κυριολεξία. Οπότε, για να απαντήσω με ειλικρίνεια στην πρότερη ερώτησή σου, ναι, το παντελόνι του βλάκα ήταν δυστυχώς κουβαριασμένο γύρω από τους αστραγάλους του, ενώ έσκυβε μέσα στην ντουλάπα, ενώ το πρώτο πράγμα που είδα όταν άνοιξα την πόρτα ήταν ο ασπρουλιάρης πισινός του». Ο Σάιμον ήξερε πως δεν έπρεπε να γελάσει ήταν σοβαρό το πρόβλημα και υπήρχε επιτακτική ανάγκη να επιλυθεί, όμως σίγουρα ένα αχνό χαμόγελο επιτρεπόταν. «Κουβαριασμένο. Διαφορετικά θα τον είχες στραγγαλίσει με δαύτο, έτσι δεν είπες;» «Όχι πραγματικά. Ο αδελφός μου ο Γκίντιον παρέθεσε κάτι που υποθετικά έγραψε ο Ρόμπερτ Μπέρτον πολύ καιρό πριν και είπε πως έπρεπε να το επαναλαμβάνω στον εαυτό μου όποτε έμπαινα στον πειρασμό να πνίξω τον μπουμπούνα. Ο Διογένης χτύπησε τον πατέρα όταν ο γιος βλαστήμησε. «Το φταίξιμο ανήκει στον πατέρα. Ναι, το αντιλαμβάνομαι αυτό. Όμως ο πατέρας είναι νεκρός. Δυσκολεύομαι πάντως να σε φανταστώ στο ρόλο του νέου, πολύ πιο αυστηρού πατέρα του αγοριού, Βαλ». «Το ίδιο και ο Άνταμ», μουρμούρισε πνιχτά ο Βάλενταϊν, κουνώντας το κεφάλι του. Ο Σάιμον άφησε το νευρικό Χέκτορ, που αδημονούσε να ξεκινήσουν, να κάνει ένα γύρο. «Ξέρω πώς θα σου άρεσε να του το τονίσεις, όμως αυτό δε γίνεται. Δεν μπορείς να χώσεις με το ζόρι στο μυαλό κάποιου τη σύνεση, όχι κυριολεκτικά». «Όχι, όμως μπορώ να του πω κάποιες σκληρές αλήθειες για ~ 79 ~


τον πατέρα του και την Αδελφότητα. Η Τζέσικα ήθελε να του τις κρατήσει μυστικές για όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά η μόνη εναλλακτική που βλέπω είναι να τον ευνουχίσω και η Τζέσικα μάλλον δε θα το ενέκρινε. Είναι ωστόσο ακόμη αρκετά νέος για να σωθεί». «Ειλικρινά, ελπίζω πως έχεις δίκιο. Σου εύχομαι καλή τύχη και θα το εκτιμούσα αν αργότερα μου εξιστορούσες την αντίδρασή του, ίσως όταν θα απολαμβάνουμε το μπράντι και τα πούρα μας. Όσο για μένα, πάω να βγάλω το φίδι από την τρύπα». Ο Σάιμον έστρεψε τον Χέκτορ προς το Δυτικό Λιβάδι, καθώς ο Βάλενταϊν φώναζε πίσω του γελώντας μια προειδοποίηση σχετικά με το ποιος ακριβώς θα κατέληγε ευνουχισμένος. Σύντομα θα προλάβαινε την Κέιτ, η οποία αναμφίβολα χαλιναγωγούσε τη φοράδα της, διατηρώντας τις δυνάμεις του ζώου για ένα γερό καλπασμό, και έκανε το ίδιο με το δικό του. Πίστευε πως η Κέιτ θα χρειαζόταν λίγο χρόνο για να συνέλθει μετά την επίσκεψή της στο μαυσωλείο. Η οικογένειά του απολάμβανε πραγματικά τα πικνίκ στο γρασίδι έξω ακριβώς από το μαυσωλείο των Ρέιβενσμπιλ, ενώ οι γονείς τους τους διηγούνταν ιστορίες για τους προγόνους τους. Η οικογένεια των Ρέντγκρεϊβ απέφευγε τους νεκρούς της σαν την πανούκλα και -καταπώς φαινόταν- κυρίως κατόπιν εντολών της Τρίξι. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να μιλήσει με τη χήρα κόμισσα του Σόλτγουντ κάποια στιγμή, παρ’ όλο που αμφέβαλλε πως θα ήταν κάτι παραπάνω από οριακά συνεργάσιμη. Καθώς ίππευε το άλογό του, σκέφτηκε τον Χόλμπρουκ, με τα αλλά όμως να ηχούν ρυθμικά μέσα στο κεφάλι του, συντονισμένα τις οπλές του Χέκτορ. Αν ήταν εκείνος ο μεγαλύτερος γιος, ικανός να χαλιναγωγήσει τον Χόλμπρουκ και τις τρέλες του. Αν ο αδελφός του τον είχε εμπιστευτεί και του είχε ομολογήσει τα πάντα. Αν ο Χόλμπρουκ δεν είχε τόσο πολλά χρήματα, τόσο λίγους περιορισμούς, μια τόσο φλογερή ανάγκη να γίνει αποδεκτός από όσους ήθελε να εντυπωσιάσει. Αν δεν ήταν τόσο πειθήνιο πρόβατο να το κατευθύνει κανείς, χωρίς ποτέ να συνειδητοποιεί πως το μονοπάτι των απολαύσεων που του υπόσχονταν μπορούσε να οδηγήσει στη σφαγή. Αν, αν... Ο Σάιμον είδε το θήραμά του και τη φοράδα της στο τέρμα ενός δεντρόφυτου μονοπατιού, που είχε θέα σε ακαλλιέργητους αγρούς, οι οποίοι έμοιαζαν να εκτείνονται ίσαμε την άκρη του ορίζοντα. Η Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ δεν ήταν ένα απλό κτήμα, ~ 80 ~


ήταν ολόκληρο βασίλειο. Σταμάτησε δίπλα της, με τον Χέκτορ να δυσανασχετεί και να το δείχνει. Η βιαστική ματιά που της έριξε του αποκάλυψε πως η Κέιτ είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της και ήταν ανεπαίσθητα εχθρική απέναντι του, μάλλον επειδή υπήρξε αρκετά ανόητος ώστε να σχολιάσει τα δάκρυά της. Δεν μπορεί να ήταν εύκολο να είσαι γυναίκα. Όχι όταν, ανεξάρτητα από το πόσο ανένδοτη ήταν στην απόφασή της να θέσει σε δεύτερη μοίρα το φύλο της, ανεξάρτητα από την επιθυμία της να της φέρονται και να συμπεριφέρεται όπως οι αδελφοί της, ως ίση με κάθε άντρα, ήταν αναντίρρητα γυναίκα. Δεν καταλάβαινε πως η πιο τρυφερή καρδιά των γυναικών ήταν το μόνο πράγμα που γλίτωνε τους άντρες από τον ολοκληρωτικό όλεθρο; Παρ’ όλα αυτά, ρωτώντας την ευγενικά πώς ένιωθε εκείνη τη στιγμή θα ήταν σαν να φλέρταρε με την καταστροφή -ο Σάιμον ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Έτσι επέλεξε να μιλήσει για την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, που ήταν προφανές πως κατείχε μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά της. Τουλάχιστον τότε θα ήταν σε θέση να καθησυχάσει τον εαυτό του πως ασχολούνταν με την αποστολή του και δεν κυνηγούσε εγωιστικά την οξύθυμη νεαρή γυναίκα, που είχε εισβάλει στα όνειρά του την προηγούμενη νύχτα. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως τα εδάφη της οικογένειάς σου είναι τόσο αχανή», είπε, υψώνοντας αδιάφορα το δεξί του πόδι και στερεώνοντάς το μπροστά του, πάνω στη σέλα, σαν να είχε διάθεση να βολευτεί για μια άνετη κουβεντούλα. Ανέμισε σκόπιμα το χέρι του, δείχνοντας τη θέα, ώστε να δείξει πως εννοούσε όλες τις εκτάσεις με τα επόμενα λόγια του. «Οι πρόγονοί σου πρέπει να άφησαν κάποιον πολύ ευχαριστημένο, για να τους δοθούν όλα τούτα». Η Κέιτ γέλασε σιγανά. «Το κόλπο, μου είπε η Τρίξι, ήταν να μη δυσαρεστούν κανέναν υπερβολικά και να τηρούν αυστηρά την πολιτική της συνετής αλλαγής παρατάξεων όποτε αυτό χρειαζόταν. Ήταν πολυμήχανοι, ευέλικτοι τύποι, οι πρόγονοί μου. Ό,τι δεν κατάφεραν να εκμαιεύσουν ως δωρεά από το Στέμμα, το αγόρασαν χωρίς δεύτερη σκέψη, κάποιες φορές πληρώνοντας τη διπλάσια αξία της γης, απλώς και μόνο για να γίνει δική τους. Μια κομητεία δεν είναι και τόσο υψηλός στόχος για ένα φιλόδοξο άντρα, όμως μέχρι εκεί επιθυμούσαν ~ 81 ~


να αναρριχηθούν. Όπως καταλαβαίνεις, παραβλέπεις πιο εύκολα έναν κόμη παρά ένα δούκα όταν ψάχνεις κάποιο κεφάλι με τίτλο ευγενείας για τον πέλεκυ του δήμιου». Ο Σάιμον κοίταξε το πρόσωπό της, που ήταν στραμμένο στο πλάι. «Ακούγεσαι περήφανη για εκείνους». «Δεν ντρέπομαι γι’ αυτούς, όχι. Ο πατέρας και ο παππούς μου, μεταξύ αυτών, σχεδόν διπλασίασαν τις ήδη αχανείς εκτάσεις μας και δεν αμφιβάλλω πως με μεγάλη τους χαρά θα τις διπλασίαζαν ξανά, αν δεν είχαν πεθάνει και οι δυο τους σε σχετικά νεαρή ηλικία. Ο Γκίντιον είναι ένας εκπληκτικός διαχειριστής της περήφανης κληρονομιάς των Σόλτγουντ». Χαμήλωσε ελαφρά το πιγούνι της, καθώς γύριζε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. «Με μερικές αξιοσημείωτες πρόσφατες εξαιρέσεις, που δεν είναι και τόσο αξιέπαινες». «Ναι, αλλά ας μη μιλήσουμε γι’ αυτούς τώρα. Ο Χέκτορ λαχταράει ακόμα να καλπάσει με όλη του τη δύναμη. Ίσως από εδώ μέχρι τον κύκλο από δέντρα και βράχια εκεί πέρα στο βάθος;» της πρότεινε, δείχνοντας προς μια περιοχή στη μέση των απέραντων λιβαδιών, που τα χάραζαν χαμηλοί φράχτες από θάμνους, τους οποίους κάποιος πρέπει να είχε αποφασίσει πως δεν άξιζε τον κόπο να τους ξεριζώσουν. «Απ’ το ένα νεκροταφείο στο άλλο;» ρώτησε η Κέιτ ζαρώνοντας τη μύτη της. «Πολύ καλά». «Οι φράχτες δεν αποτελούν εμπόδιο για κανέναν μας, είμαι σίγουρος. Για περίμενε. Από το ένα νεκροταφείο στο άλλο;» «Θα σου πω γι’ αυτό όταν φτάσουμε εκεί, αν μου πεις πρώτα γιατί ονόμασες αυτό τον υπέροχο επιβήτορα Χέκτορ. Ονόμασα την Ντέιζι όταν ήταν πουλαράκι ακόμα κι εγώ ήμουν πολύ πιο μικρή, όμως δε βλέπω να ισχύει η ίδια δικαιολογία για σένα. Τον ονόμασες από κάποιον Έλληνα θεό;» «Τίποτα το τόσο δραματικό, όχι. Ο Σκοτσέζος ιπποκόμος μου τον φώναζε Έχντον, κάτι που μετά βίας μπορούσα να προφέρω, όπως είμαι βέβαιος πως ήδη πρόσεξες. Μου πρότεινε λοιπόν την αγγλική εκδοχή της λέξης, Χέκτορ. Για να το πω απλά, και στη μια και στην άλλη γλώσσα σημαίνει καφετί άλογο». «Αυτό είναι; Καφετί άλογο; Αυτό είναι περιγραφή, Σάιμον, όχι όνομα. Και μάλιστα όχι πολύ καλή. Είναι προφανές πως δε διαθέτεις διόλου φαντασία». Ο Σάιμον χαμογέλασε, πιθανώς με μια δόση κατεργαριάς, ~ 82 ~


καθώς ύψωνε το ένα του φρύδι. «Είσαι απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό; Θα ήμουν πρόθυμος να σου αλλάξω γνώμη, μέσω μιας σύντομης επίδειξης, που πιστεύω πως θα σε έπειθε για το αντίθετο». Η Κέιτ ξεφύσησε αγανακτισμένη. «Είσαι ο πιο εξοργιστικός άνθρωπος που έχω συναντήσει ποτέ μου. Και σίγουρα όχι τζέντλεμαν». «Τότε είμαστε διπλά ταιριαστοί!» φώναξε πίσω της, καθώς η Κέιτ κέντρισε αμέσως την Ντέιζι να καλπάσει, αφήνοντάς τον να σπρώχνει βιαστικά το δεξί του πόδι πίσω στον αναβολέα, καθώς ο ανυπόμονος Χέκτορ έπαιρνε ήδη στο κατόπι τη φοράδα. «Αντρες», γκρίνιαξε ο Σάιμον, πιέζοντας το ψηλό καπέλο στο κεφάλι του, που κινδύνευε να παρασυρθεί από τον άνεμο. «Όλοι μας είμαστε αξιοθρήνητα δείγματα, Χέκτορ, οι κυρίες μάς σέρνουν απ’ τη μύτη». Η Κέιτ, προπορευόμενη, πήδησε τον πρώτο φράχτη χωρίς καμία δυσκολία, και ο Σάιμον χαλάρωσε, συνειδητοποιώντας καθυστερημένα πως εκείνη είχε εκλάβει τα λόγια του ως πρόκληση, ακόμα κι αν δεν είχε πηδήξει ποτέ στη ζωή της ούτε ένα φράχτη. Από εκεί και πέρα, κάθε ιππέας και κάθε άλογο έτρεχαν για τη νίκη. Η γραμμή τερματισμού τους ήταν πιο μακριά απ’ όσο είχε φανταστεί αρχικά ο Σάιμον, εξαιτίας της ανισόπεδης κλίσης του εδάφους, που τον είχε κάνει να εκτιμήσει την απόσταση ως πιο μικρή απ’ ό,τι ήταν. Η Κέιτ ήξερε την περιοχή, εκείνος όχι. Ίππευε το άλογό της το ίδιο καλά με αυτόν και ήταν ολοφάνερα ατρόμητη, μια ριψοκίνδυνη αναβάτρια. Όλα αυτά όμως δε σήμαιναν πως θα συγκροτούσε το άλογό του για να την αφήσει να νικήσει, ξέροντας πως θα του έριχνε μια γερή κατσάδα αν το έκανε. Η Κέιτ είχε ήδη παραδεχτεί πως ο Χέκτορ ήταν το πιο γρήγορο άλογο. Ο Σάιμον είχε ξεπεζέψει κι έκανε θηλιά τα γκέμια του επιβήτορά του γύρω από ένα κλαδί δέντρου, όταν η Ντέιζι βύθισε τις οπλές της στο έδαφος, σταματώντας δίπλα του μουτρωμένη, χλιμιντρίζοντας στον Χέκτορ, ο οποίος, όντας αρσενικό και ανόητα περήφανος, της το ανταπέδωσε με έναν ήχο που πολλοί θα ερμήνευαν ως γέλιο. «Ωραία κούρσα», τον συνεχάρη η Κέιτ και πρόσθεσε χαμογελώντας: «Κι εσύ τα κατάφερες καλούτσικα, Σάιμον». ~ 83 ~


«Πολύ αναιδής δεν είσαι από τη στιγμή που τερμάτισες τελευταία;» «Να μη σε νοιάζει. Δε θα με βοηθήσεις να κατέβω;» Κάτι φτερούγισε μέσα στο στήθος του Σάιμον. Πρόοδος. Έκαναν πρόοδο. «Δε θα σε προσέβαλλα κατ’ αυτό τον τρόπο». «Δε θα ένιωθα προσβεβλημένη από τη στιγμή που εγώ σ’ το ζήτησα. Μην είσαι αργόστροφος, Σάιμον. Δεν ήταν εύκολο να το πω αυτό. Επιπλέον, είπες πως ένας άντρας ζει γι’ αυτές τις ευκαιρίες, θυμάσαι;» «Σε πείραζα, μήπως;» της αποκρίθηκε μισοαστεία μισοσοβαρά. «Το κάνεις τώρα. Πολύ καλά, υποκρίσου πως δεν το ανέφερα καν». Δεν έκανε καμιά κίνηση να αφιππεύσει στη διάρκεια του σύντομου (πολύ σύντομου όμως) δευτερολέπτου που χρειάστηκε ο Σάιμον για να συνειδητοποιήσει πως μονάχα ένας ανόητος δε θ’ άπλωνε το χέρι του για να πιάσει το ώριμο φρούτο, που ήταν έτοιμο να πέσει. Σήκωσε τα χέρια του, καθώς η Κέιτ ξεσφήνωνε το πόδι της από το μπροστάρι της σέλας, κι εκείνη του επέτρεψε να την αγγίξει. «Τα χέρια μου ν’ αγκαλιάζουν τούτη τη λεπτή μέση», είπε από μνήμης, ενώ την ίδια στιγμή πλημμύριζε από θαυμασμό για το πόσο μικροσκοπική ήταν αυτή η μέση πάνω από τους πλούσιους καλλίγραμμους γοφούς της. «Τραβώντας σε πάνω μου καθώς σε κατεβάζω με αργές κινήσεις στο έδαφος», συνέχισε και συνοδέυσε τα λόγια του με πράξεις. Η Κέιτ ακουμπούσε τα χέρια της στους ώμους του, υποθετικά για να κρατήσει την ισορροπία της. Τα μάτια της σπίθιζαν κατεργάρικα καθώς τα στήθη της ανεβοκατέβαιναν με κάθε γοργή, ρηχή ανάσα της. «Τι είπες μετά; Α, ναι. Μια ευκαιρία για τα κορμιά μας να αγγιχτούν φευγαλέα, τυχαία. Κάπως έτσι εννοείς;» Τα σώματά τους τώρα αγγίζονταν, καθώς κατέβαζε αργά τα πόδια της στο έδαφος. Είχε ανασηκώσει το πρόσωπό της και τον κοιτούσε, με τα σαρκώδη χείλη της ν’ απέχουν μια ανάσα μονάχα από τα δικά του. Δεν είχε ιδέα τι του έκανε. Ή ίσως και να είχε. «Ναι, ακριβώς έτσι. Κι έπειτα, όπως είναι το φυσικό επακόλουθο, κλέβω ένα φιλί». Χάθηκε τόσο γρήγορα από μπροστά του, που μετά βίας ~ 84 ~


πρόλαβε να καταλάβει πώς λύγισε τα γόνατά της, έσκυψε και ξεγλίστρησε μέσα από τα χέρια του, που αγκάλιαζαν ανάλαφρα τη μέση της. Δεν είχε περάσει ούτε μια στιγμή και στεκόταν ήδη ενάμισι μέτρο μακριά του. Είχε σταυρώσει τα χέρια της σφιχτά πάνω στα στήθη της και η αναπνοή της έβγαινε ακόμη τραχιά. «Μπράβο σου, Κέιτ, πολύ σβέλτη κίνηση. Το κάνεις συχνά αυτό;» Τα μάγουλά της ρόδισαν ελαφρά, όμως ο Σάιμον δεν πίστευε πως το αναψοκοκκίνισμά της οφειλόταν σε θυμό. «Όχι, σίγουρα όχι. Δε θα έπρεπε να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις». «Όχι; Τότε τι λες γι’ αυτή; Πόσοι άντρες σ’ έχουν φιλήσει, λαίδη Κάθριν;» Ύψωσε το πιγούνι της. «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Αλλά, αν πρέπει να ξέρεις, διάφοροι. Πολλοί. Δεκάδες». Άρχισε να την πλησιάζει αργά. «Τότε άλλος ένας, σίγουρα δεν πειράζει, πειράζει;» Εκείνη πισωπάτησε, ενώ τα χέρια της αγκάλιαζαν ακόμη σφιχτά το σώμα της, σαν να φοβόταν πως θα έσπαγε σε χίλια κομμάτια αν χαλάρωνε το σφίξιμό της. «Ίσως όχι δεκάδες». Ο Σάιμον έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά. Η Κέιτ οπισθοχωρούσε προς ένα φαρδύ κορμό δέντρου, που θα ανέκοπτε την υποχώρησή της, όχι πως επρόκειτο να της το επισημάνει αυτό. «Ίσως ούτε καν πολλοί; Να συμφωνήσουμε και να συμβιβαστούμε στους λίγους;» Το στόμα της πρέπει να είχε ξεραθεί, ήταν ολοφάνερο, χρησιμοποίησε μάλιστα την άκρη της γλώσσας της για να υγράνει τα χείλη της. «Ίσως... ίσως και κανένας». Εντάξει, τώρα τον είχε αφήσει εμβρόντητο. «Και πόσων χρονών είσαι;» Τελικά άφησε τα χέρια της να πέσουν στα πλευρά της. «Τι σχέση έχει η ηλικία μου;» «Δεν είμαι σίγουρος, όμως φαίνεται σημαντικό, έστω και ελάχιστα. Κανένας; Ποτέ;» Η Κέιτ τον κοίταξε με μια απαυδισμένη έκφραση, λες και είχε εξαντληθεί να συζητάει το θέμα με κάποιον τόσο απίστευτα αργόστροφο. «Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη, τόσο δύσκολο σου είναι να το αντιληφθείς; Οι αδελφοί μου φέρνουν στο σπίτι αποβλακωτικά ανιαρούς άντρες, εκ των οποίων η πλειονότητα είναι παντρεμένοι και οι υπόλοιποι ηλίθιοι -αυτοί οι τελευταίοι ~ 85 ~


είναι φίλοι του Βαλ. Δεν υπάρχει κανένας σε απόσταση χιλιομέτρων από την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ που να το τολμήσει, πάλι λόγω των αδελφών μου. Και πέρσι, δεν έμεινα αρκετά στο Λονδίνο ώστε να συναντήσω κάποιον με μυαλό μεγαλύτερο απ’ τα φασόλια με τα οποία παίζει ο Άνταμ στο τραπέζι. Ορίστε, χάρηκες τώρα;» «Δεν είμαι σίγουρος. Ποτέ δεν ένιωσες την ανάγκη; Πραγματικά;» «Πραγματικά». Όμως, μόλις ξεστόμισε τη λέξη, γύρισε το κεφάλι της μακριά, σαν να μην ήθελε να διατηρήσει οπτική επαφή μαζί του. Και η ελπίδα αναβλύζει αιώνια μες στο ανάξιο στέρνο μου, μονολόγησε νοερά ο Σάιμον, καθώς την ακολουθούσε μέσα στα δέντρα, με το σπαρμένο με πέτρες έδαφος γεμάτο πιτσιλιές από τις αχτίδες φωτός που τρύπωναν από τα φυλλώδη κλαδιά. Υπέθεσε πως οι πέτρες ήταν αυτές που είχαν ανασκάψει από τη γη όταν την όργωσαν πρώτη φορά και τις είχαν σύρει εδώ για να μην τους εμποδίζουν. Όμως γιατί είχε δημιουργηθεί το «εδώ»; Κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν σωριάσει τις κοτρόνες και τα χαλίκια κατά μήκος ενός από τους φράχτες. Γιατί είχαν αφήσει ανέπαφη αυτή την περιοχή; «Πολύ όμορφο μέρος», σχολίασε, κοιτώντας ψηλά τη σκόνη να χορεύει μέσα στις ακτίνες του ήλιου καθώς περπατούσε, κι ύστερα σκόνταψε πάνω σε κάτι συμπαγές και βρέθηκε σωριασμένος φαρδύς πλατύς πάνω σ’ ένα παχύ στρώμα από νοτισμέ-να, σαπισμένα φύλλα. Στριφογύρισε βιαστικά ώστε να καθίσει, με την ελπίδα πως αυτό θα έδειχνε καλύτερο από το να πεταχτεί όρθιος ντροπιασμένος. «Τι ατσούμπαλος! Θα ήθελες να μου κάνεις παρέα;» «Δεν το νομίζω», αποκρίθηκε ξερά η Κέιτ. «Όμως, όσο είσαι εκεί κάτω, πες γεια στον Top Γκρίμπον». Ο Σάιμον είχε βγάλει καθυστερημένα το μαντίλι του και σκούπιζε τις παλάμες του. «Συγνώμη, τι είπες;» «Μάλλον θα έπρεπε να ζητήσεις συγνώμη από τον κύριο Γκρίμπον, δεδομένου πως κάθεσαι πάνω του». Εντάξει, τα κατάφερε να τον κάνει να τιναχτεί πάνω σαν αστραπή, λες κι ήταν κανένας βλάκας που τον κυνηγούσαν. Κοίταξε στο έδαφος και είδε τη μικρή ταφόπλακα πάνω στην οποία είχε σκοντάψει με τη μύτη της μπότας του. Όπως ήταν αναμενόμενο, το όνομα Top Γκρίμπον ήταν σκαλισμένο ~ 86 ~


πάνω της, μαζί με δύο ημερομηνίες, τις οποίες δεν μπορούσε να διακρίνει καλά εξαιτίας του ψηλού χορταριού. Έπειτα πρόσεξε τους άλλους τάφους. Έξι από αυτούς. «Είπες πως πηγαίναμε από το ένα νεκροταφείο στο άλλο, σωστά;» «Ο κύριος Γκρίμπον είχε στην ιδιοκτησία του αυτό που τώρα αποκαλούμε Δυτικό Λιβάδι», εξήγησε, καθώς κατευθυνόταν σε έναν κοντινό μεγάλο βράχο για να καθίσει. Έδειξε προς τ’ αριστερά της. «Το σπίτι και οι στάβλοι του βρίσκονταν κάπου κοντά σ’ αυτό το σημείο, όμως το σπίτι κάηκε μια νύχτα και όλη η οικογένεια πέθανε. Ο παππούς μου αγόρασε αμέσως τη γη από κάποιο μακρινό ξάδερφο που δεν την ήθελε. Ο παππούς το χαρακτήρισε δώρο προς τη σύζυγό του, η οποία του είχε χαρίσει έναν υγιή γιο λίγες μέρες πριν από την τραγωδία». «Έκανε το συμβόλαιο ιδιοκτησίας στο όνομά της;» «Μπα, καμία σχέση. Δεν υπάρχει κανένα κομμάτι γης που να μην αποτελεί μέρος της κληρονομιάς του κόμη. Ήταν απλώς μια συμβολική κίνηση. Όμως, καθώς ισοπέδωναν τα κατεστραμμένα κτίρια, η Τρίξι ικέτευσε τον παππού μου να μην πειράξει τους τάφους. Ήταν κολλητές φίλες με την Άλις Γκρίμπον. Για την ακρίβεια, η κυρία Γκρίμπον ήταν που ξεγέννησε την Τρίξι όταν ο γιατρός της περιοχής δεν έφτασε εγκαίρως. Λίγες μέρες μετά η γυναίκα ήταν νεκρή και η γιαγιά μου δεν μπορούσε καν να παραστεί στην κηδεία επειδή ήταν πολύ άρρωστη. Συγκεκριμένα, ο γιατρός την προειδοποίησε πως δε θα έκανε ποτέ άλλο παιδί κι ότι αν τυχόν έμενε έγκυος, δε θα επιζούσε από άλλη μια γέννα. Μια τρομακτικά θλιβερή ιστορία». «Πράγματι. Μια επιδεινούμενη τραγωδία». Ειδικά για ένα φιλόδοξο άντρα, που αναμφίβολα ένιωθε την ανάγκη για παραπάνω από ένα γιους. Ο Σάιμον άρχιζε να διαμορφώνει άλλη μια θεωρία. Η Κέιτ ένευσε για να δείξει πως συμμεριζόταν τον τρόπο που είχε συμφωνήσει μαζί της. «Η Τρίξι μου είπε τα πάντα για το συμβάν όταν μια μέρα της ανακοίνωσα πως θα πήγαινα για ιππασία στο Δυτικό Λιβάδι. Μου ζήτησε να ρίξω μια ματιά στις πέτρινες πλάκες, για να βεβαιωθώ πως βρίσκονταν ακόμη σε καλή κατάσταση, καθώς η ίδια δεν πήγαινε πια για ιππασία εκεί. Πρέπει να στείλω ξανά τον Λίαμ με το δρεπάνι του εδώ έξω, σωστά; Υπάρχουν κι άλλοι, πιο παλιοί τάφοι, κρυμμένοι ~ 87 ~


ανάμεσα στα χορτάρια και τα φύλλα». «Η χήρα κόμισσα ανησυχεί για την κατάσταση αυτών των τάφων κι όμως δεν επισκέπτεται ποτέ το οικογενειακό μαυσωλείο. Δε σου φαίνεται έστω και λιγάκι παράδοξο αυτό, Κέιτ;» «Όχι. Γιατί να μου φαίνεται;» Όμως και πάλι απέστρεψε το βλέμμα της. «Θα ήθελα να επιστρέφω τώρα. Ο Ντίαρμπορν θα στριφογυρνάει ενοχλημένος πάνω από τις πιατέλες, ανησυχώντας πως το φαγητό θα κρυώσει στον μπουφέ. Πάντα με περιμένει να επιστρέφω μέχρι τις εννιά όταν βγαίνω για ιππασία νωρίς το πρωί. Όχι πως θα πει τίποτα, αλλά έχει τούτο τον τρόπο να μιλάει με τα μάτια του». Κατέβηκε από το βράχο με ένα πήδημα. «Πάμε; Εκτός κι αν θες να συνεχίσεις τη βόλτα σου. Δεν είναι δα και κανόνας πως ακόμα και οι επισκέπτες μας πρέπει να βρίσκονται στην τραπεζαρία του πρωινού μέχρι τις δέκα». Τα μάτια της πήραν μια έκφραση αποδοκιμασίας και ξεφύσησε αγανακτισμένη. «Φλυαρώ, έτσι δεν είναι; Δεν πίστευα πως ήμουν το είδος του ανθρώπου που φλυαρεί άσκοπα». Ο Σάιμον την πλησίασε, παίρνοντας τα χέρια της μέσα στα δικά του, προτού προλάβει να του γυρίσει την πλάτη. Ήταν υπερβολικά ευφυής ώστε να μην αναρωτιέται, να μη βλέπει τα γεγονότα όπως ενδεχομένως ήταν. Ήταν επίσης ευάλωτη και ίσως να μην την πετύχαινε ξανά σε μια τέτοια στιγμή. Έπρεπε να της πει αυτό που σκεφτόταν. «Ο γιατρός, Κέιτ. Του έτυχε κι εκείνου κάποια θανάσιμη τραγωδία λίγο μετά;» «Δε... ποτέ δε ρώτησα». Προσπάθησε να ελευθερώσει τα χέρια της, τραβώντας τα. «Δεν έπρεπε να σου πω τίποτα». «Παρ’ όλα αυτά το σκέφτηκες κι εσύ, σωστά; Το σκέφτηκες, έκανες τις υποθέσεις σου. Ο παππούς σου πρέπει να είχε εξοργιστεί τρομερά με την απροσδόκητη τροπή των γεγονότων, δε νομίζεις; Όμως δεν ήθελες να αναστατώσεις τους αδελφούς σου με αυτά που υποπτεύεσαι, οπότε δεν ξέρουν τι σου είπε η Τρίξι εκείνη τη μέρα. Είμαι ένας άγνωστος κι είναι πιο εύκολο να τα εξομολογηθείς σ’ εμένα, έτσι δεν είναι; Πόσο καιρό ανησυχείς γι’ αυτό; Από τότε που η γιαγιά σου σου μίλησε γι’ αυτούς τους ανθρώπους ή όλα τούτα άρχισαν να βγάζουν κάποιο μακάβριο νόημα τις τελευταίες αυτές εβδομάδες, όταν τα πάντα άλλαξαν, όταν ο πάνσεπτος παππούς σου και ο δολοφονημένος πατέρας σου αποκαλύφθηκε πως ήταν πρώην ηγέτες της Αδελφότητας;» ~ 88 ~


Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Κάνεις λάθος. Ποτέ δεν υποπτ... Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς». «Κι αν πρότεινα να μοιραστούμε τις σκέψεις σου με τον Βάλενταϊν;» «Γιατί; Εσύ είσαι αυτός που λέει αυτά τα απαίσια πράγματα, όχι εγώ». Τράβηξε ξανά τα χέρια της από τα δικά του, αλλά ο Σάιμον την κράτησε γερά. «Ασε με να φύγω». «Απαίσια, ναι, αλλά εύλογα, άπαξ κι έχουμε καταλάβει καλά τον παππού σου. Θα έπρεπε να τιμωρηθούν, σωστά; Επειδή παραλίγο να τον κάνουν να χάσει τη γυναίκα και το γιο του, επειδή του έκλεψαν την ευκαιρία ν’ αποκτήσει περισσότερους γιους. Κι ύστερα, ήταν η ευτυχής σύμπτωση του να έχει τη δυνατότητα να παρέμβει και να αγοράσει αυτό το όμορφο κομμάτι γης όπου στεκόμαστε». «Είσαι ένας μισητός άνθρωπος με σατανικό μυαλό!» Ήταν; Έβλεπε παντού συνωμοσίες; «Δεν ξέρω, Κέιτ, δεν το νομίζω. Όμως αναρωτιέμαι πόσο καιρό θα είχε ζήσει η πολύ νεαρή και αίφνης στείρα γιαγιά σου αν ο παππούς σου δεν είχε πεθάνει μέσα σ’ ένα χρόνο από τη γέννηση του Μπάρι. Πώς πέθανε, ξέρεις;» «Σταμάτα, Σάιμον. Απλά σταμάτα!» «Καταλαβαίνεις τώρα, έτσι; Έχεις περπατήσει στη μεγάλη πινακοθήκη. Αρχίζεις να βλέπεις ό,τι διαφεύγει από κάθε άλλον. Ο παππούς σου έχτιζε ένα μικρό βασίλειο για τον εαυτό του, σωστά; Και ο πατέρας σου το ίδιο. Ασχέτως του τιμήματος». «Είπα, άσε με να φύγω. Είσαι εδώ για να βοηθήσεις να βρούμε τα ημερολόγια, έστω κι αν ο Γκίντιον δε σε θέλει εδώ. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να λες οτιδήποτε για την οικογένειά μου». Ο Σάιμον την κράτησε σφιχτά. «Τότε γιατί μου είπες για την Άλις Γκρίμπον κι αυτή τη γη; Γιατί δεν μίλησες σ’ αυτούς; Νομίζω πως ξέρω. Φοβάσαι να ρωτήσεις τους αδελφούς σου ή τη γιαγιά σου γι’ αυτό που υποψιάζεσαι. Ήταν πιο εύκολο να το πεις σ’ εμένα, να δοκιμάσεις την αντίδρασή μου;» «Αγαπώ τη γιαγιά μου», του αποκρίθηκε σιγανά. «Αγαπώ τους αδελφούς μου. Οτιδήποτε άλλο ανήκει στο χθες. Πρέπει να ανήκει». «Και όλοι μας θα κάνουμε το κατά δύναμιν για να παραμείνει εκεί, συμπεριλαμβανομένου εμού. Όμως, ολοένα και περισ~ 89 ~


σότερο συνειδητοποιώ πως για να κατανοήσουμε το σήμερα, πρέπει να μάθουμε το χθες». Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι. Όποιος χρησιμοποιεί τώρα την Αδελφότητα, το κάνει για τους δικούς του λόγους. Κανείς μας δεν είναι αναμειγμένος. Μόνο τα ημερολόγια θέλουν, αυτά και τη βίβλο». «Σε περίπτωση που αναφέρονται τα ονόματά τους, τουλάχιστον εκείνων που ήταν μέλη της Αδελφότητας προτού φτάσει ο νέος ηγέτης, αναλάβει την εξουσία και θέσει τέλος στην τήρηση ημερολογίων. Ακόμα πιο σημαντικό, είμαστε όλοι αρκετά βέβαιοι πως ο Τέρνερ Κόλιερ αψήφησε τη διαταγή να σταματήσει την τήρηση ημερολογίων και να παραιτηθεί από τη θέση του ως Φύλακας και συνέχισε να ενημερώνει τη βίβλο σε ετήσια βάση. Ίσως σκέφτηκε πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες αυτές ως επικρεμάμενη απειλή πάνω απ’ τα κεφάλια τους, πως αυτό θα εγγυόταν την ασφάλειά του, αντί να καταλάβει πως έτσι υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη. Οι άντρες έχουμε κάνει και πιο ανόητα πράγματα. Αν εντοπίζαμε τη βίβλο, θα μαθαίναμε ίσως όλα τα ονόματα». Η Κέιτ σταμάτησε να παλεύει να ξεφύγει από τη λαβή του. «Θέλεις να μάθεις τι σκέφτομαι, Σάιμον; Πριν τον σκοτώσουν ο πατέρας του Άνταμ είπε στην Αδελφότητα πως τα πάντα βρίσκονται εδώ, στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, όμως δεν τους αποκάλυψε τη σωστή τοποθεσία. Ξέρω πως αν δεν είχα καμιά πιθανότητα να σώσω τη ζωή μου, σίγουρα δε θα έλεγα σε τέτοια τέρατα την αλήθεια με την τελευταία μου πνοή, αλλά μόνο τόσα ώστε να σιγουρευτώ πως θα με πίστευαν». Ο Σάιμον έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, αιφνιδιασμένος από τη δήλωσή της. «Βλέπω, το έχεις σκεφτεί πολύ». «Αντιλαμβάνομαι πόσο σημαντικά είναι τα ημερολόγια και η βίβλος. Η Αδελφότητα πιθανώς αδημονεί να βρει και τα υποτιθέμενα σχέδια του Μπάρι, με την ελπίδα να τα χρησιμοποιήσει, να χρησιμοποιήσει τις ενοχοποιητικές πληροφορίες για τα μέλη και τους προσκεκλημένους από την εποχή του πατέρα μου ή τους κληρονόμους τους, αν τα μέλη έχουν πεθάνει, ασκώντας πίεση από την πλεονεκτική της θέση ώστε να τους κάνει να χορέψουν στο σκοπό του νέου ηγέτη». «Αλήθεια; Όλα τούτα;» Ύψωσε ξανά το πιγούνι της. «Έχω δίκιο;» «Τα πάντα είναι πιθανά. Δε θα πω πως έχεις άδικο». ~ 90 ~


«Σ’ ευχαριστώ. Και δε θα αναφέρουμε ξανά τους Γκρίμπον, επειδή αυτό ήταν πολύ, πολύ καιρό πριν, πενήντα χρόνια πριν. Σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, Σάιμον. Δεν έχει καμιά σχέση με οτιδήποτε. Όχι πια». Δεν είπε τίποτα. «Σάιμον;» «Σύμφωνοι. Προς το παρόν. Αν όμως αποφασίσω πως ό,τι συνέβη είναι σημαντικό, θα αναμείξω τον κόμη και τους υπόλοιπους αδελφούς σου και τη χήρα κόμισσα». «Κι εμένα;» «Εσύ θα μου πεις, Κέιτ. Για κάποια τόσο έξυπνη όσο εσύ, τόσο διορατική όσο εσύ, φαίνεται επίσης πως θέλεις να προσκολληθείς στο παραμύθι. Δεν υπάρχει κανένα παραμύθι εδώ». «Όχι. Υπάρχει όμως ένας κακός δράκος», του δήλωσε αποφασιστικά καθώς της άφηνε τα χέρια. «Τουλάχιστον δε μου λες ψέματα. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό». Ήταν πραγματικά εξαιρετικά ικανή να ιππεύει μόνη της. Δεν περίμενε όμως ο Σάιμον να είναι και τόσο γρήγορη, καθώς έσκυψε και άρπαξε τα ηνία του Χέκτορ προτού στρέψει μακριά και τα δύο άλογα, με τον επιβήτορα να μη φέρνει καμιά αντίρρηση, ακολουθώντας πρόθυμα τη φοράδα. Θα ήταν μεγάλη η διαδρομή με τα πόδια πίσω στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Ή μήπως έπρεπε να το σκέφτεται ως το κάστρο των Ρέντγκρεϊβ; Στο κάτω κάτω, διέθετε μια τάφρο...

~ 91 ~


Κεφάλαιο 6

Η Κέιτ ακούμπησε το πιρούνι της στο τραπέζι. «Σταμάτα να με κοιτάς έτσι, Βαλ. Δε θα πεθάνει από εξάντληση ή κάτι τέτοιο. Έστειλα τον Ντίκι να τον πάρει μ’ ένα κάρο αμέσως μόλις γύρισα». «Κάρο. Έξοχα». Ο Βαλ καθόταν στην καρέκλα του, ξεσκονίζοντας ψίχουλα ψωμιού από το λαιμοδέτη του. «Οπότε θα πεθάνει απλώς από ντροπή. Θα γυρίσει καθισμένος ανάποδα, στο πίσω μέρος του κάρου, με τις μπότες του σχεδόν να σέρνονται στο έδαφος. Πραγματικά, Κέιτ, είσαι υπερβολικά καλός άνθρωπος». «Το ξέρω», είπε μ’ ένα αστραφτερό χαμόγελο και συνέχισε να καταβροχθίζει τα μελάτα αβγά της. «Ώρες ώρες, εκπλήσσω ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Όμως τον άκουσα να γελάει καθώς έφευγα με τον Χέκτορ. Εκτός κι αν αυτό οφειλόταν στο ότι σχεδίαζε ήδη την εκδίκησή του», κατέληξε μειδιώντας. «Δε μ’ αρέσει αυτό το μειδίαμα. Δηλαδή σου αρέσει αυτός ο άντρας;» Η Κέιτ μετατόπισε το πιρούνι μέσα στο χέρι της, έτσι που ξαφνικά έμοιαζε περισσότερο με όπλο παρά με απλό ασημένιο σκεύος φαγητού. Στοχεύοντας με αυτό τον Βάλενταϊν στην άλλη άκρη του φαρδιού τραπεζιού (δυστυχώς ακόμη κρεμόταν από την άκρη του ένα κομμάτι αβγού), είπε, λες και ήταν ακόμα μικρά παιδιά: «Πάρ’ το πίσω αυτή τη στιγμή, Βάλενταϊν». «Να πάρω πίσω τι, Κέιτ; Έκανα απλώς μια εικασία. Όχι, απλώς μια ερώτηση. Ίσως με μια μικρή δόση αστεϊσμού. Κρίνοντας όμως απ’ την αντίδρασή σου, θα έλεγα πως δεν τίθεται πια ερώτημα. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε πάνω του; Εμείς οι άντρες συνήθως μπερδευόμαστε εντελώς όταν θέλουμε να κατανοήσουμε τις γυναίκες και το πώς εκείνες ξέρουν, εν ρι~ 92 ~


πή οφθαλμού, ότι νιώθουν έλξη, αδιαφορία ή αστραπιαία αντιπάθεια για έναν άντρα. Εμείς οι καημένοι συχνά δεν ξέρουμε τι λέει η καρδιά μας, μέχρι να μας χτυπήσει -μεταφορικάο φτερωτός θεός Έρως κατακέφαλα μ’ ένα φτυάρι, οπότε οποιαδήποτε πληροφορία μπορείς να προσφέρεις θα ήταν εξαιρετικά ευπρόσδεκτη». «Με συγχωρείς, Ντίαρμπορν», μουρμούρισε πνιχτά η Κέιτ, καθώς μάζευε το πιρούνι της, ώστε ο μπάτλερ να γλιστρήσει στα γρήγορα ένα μαχαίρι κάτω από το πεσμένο κομμάτι του αβγού και να το σηκώσει επιδέξια από το τραπεζομάντιλο. Συχνά αναρωτιόταν τι μπορεί να σκεφτόταν ο Ντίαρμπορν για τις οικογενειακές συζητήσεις των Ρέντγκρεϊβ, όμως, όπως πάντα, η έκφρασή του δεν άλλαξε. Από την άλλη, βέβαια, ποτέ δεν έφευγε από την τραπεζαρία, ακόμα κι όταν οι υπηρέτες είχαν ολοκληρώσει το σερβίρισμα, οπότε ήταν αδύνατον να πλήττει. Η ίδια ποτέ δεν έπληττε. Έγειρε ξανά μπροστά. «Το φτυάρι του φτερωτού θεού Έρωτα;» «Όταν τα βέλη του αστοχούν, ναι. Οι δύσκολοι καιροί απαιτούν δύσκολες αποφάσεις. Και τώρα, απάντησε στην ερώτησή μου, σε παρακαλώ». , «Πώς να σου δώσω απάντηση;» Η Κέιτ στήριξε τον αγκώνα της στο τραπέζι και ακούμπησε το πιγούνι στην παλάμη της. «Ίσως να μου θυμίζει τον πολυαγαπημένο μου αδελφό, τον Βάλενταϊν; Πάντα σε θαύμαζα. Την ευφυή ευστροφία σου, τη γενναιόδωρη φύση σου, τον απολαυστικό τρόπο σου με τα ευφυολογήματα... την απίστευτη αφέλειά σου». «Ξέχασες να αναφέρεις το πόσο εύκολα ψυχαγωγούμαι», αποκρίθηκε ο Βαλ, πετώντας στο τραπέζι την πετσέτα φαγητού καθώς σηκωνόταν. «Πραγματικά, θα έπρεπε να τον προειδοποιήσω». Ο Ντίαρμπορν τη βοήθησε να σπρώξει πίσω τη βαριά καρέκλα της. Προτού ακολουθήσει τον Βάλενταϊν, ο μπάτλερ τής έβαλε στο χέρι ένα υπέροχο μήλο, που είχε σκουπίσει πάνω στο μανίκι του μαύρου σακακιού του, όπως έκανε κάθε πρωί από τότε που της είχαν επιτρέψει πρώτη φορά να καθίσει στο τραπέζι με τους μεγάλους. Κάποια άλλη νεαρή γυναίκα θα σκεφτόταν πως την καλομάθαιναν χωρίς λόγο ή πως απλά της άξιζε μια τέτοια ιδιαίτερη μεταχείριση, όμως η Κέιτ ποτέ δεν ξεχνούσε την τρυφερότητα που φανέρωνε η χειρονομία του Ντίαρμπορν. Την έκανε να νιώθει ένα είδος ταπεινότητας, όταν λί~ 93 ~


γα άλλα πράγματα το κατάφερναν. «Σ’ ευχαριστώ, Ντίαρμπορν», είπε βιαστικά πριν τρέξει να προλάβει τον αδελφό της στο διάδρομο, συντονίζοντας το βήμα της με τις δρασκελιές του. «Εννοείς πως ακόμη δεν τον έχεις προειδοποιήσει για τη συμπεριφορά μου, που είναι κάθε άλλο παρά αρμόζουσα για μια κυρία;» «Αμέτρητες φορές, μολονότι εσύ η ίδια είσαι η απόδειξη γι’ αυτό, σωστά; Κάθε λογικός άντρας θα έτρεχε προς την αντίθετη κατεύθυνση, κάτι που ολοφάνερα δεν κάνει, ενώ εσύ δε βοηθάς διόλου αν τον ενθαρρύνεις, κάτι που είναι το τελευταίο πράγμα που φανταζόμουν ότι θα έκανες ποτέ. Σε αγγίζει, Κέιτ, και δεν πρόκειται να τον ξεκοιλιάσεις εσύ, αλλά ο Γκίντιον, ίσως και εμένα μαζί του. Τώρα, με συγχωρείς. Καθώς ο αδελφός μας και κηδεμόνας σου δεν είναι εδώ, πάω στο στάβλο να καλωσορίσω τον Σάιμον και να ζητήσω να μάθω τις προθέσεις του». «Τις προθ... Ω, Θεέ μου!» Πέταξε το μήλο πίσω απ’ τον ώμο της (για να το πιάσει επιδέξια ένας από τους υπηρέτες), καθώς έτρεχε να σταθεί μπροστά από τον Βάλενταϊν, κλείνοντάς του το δρόμο. «Μην τολμήσεις καν να σκεφτείς να κάνεις κάτι τόσο ανόητο». «Ανόητο, ε; Γιατί είναι ανόητο, Κέιτ; Επειδή δεν τρέφεις το παραμικρό ενδιαφέρον γι’ αυτό τον άντρα ή μήπως ανησυχείς ότι εκείνος δεν ενδιαφέρεται για σένα;» «Εσύ είσαι ο πανηλίθιος που είπε σ’ αυτόν να υποκριθεί πως φλερτάρει μαζί μου και σ’ εμένα να κάνω εξάσκηση πάνω του». «Ομολογώ πως έχεις δίκιο κατά το ήμισυ. Σου πρότεινα να αποπειραθείς να ακονίσεις μαζί του τις μετριότατες ικανότητές σου στο να φέρεσαι σαν κυρία, ναι, και ζητώ συγνώμη γι’ αυτό, μολονότι ακόμη δεν του έχεις σπάσει τη μύτη, οπότε η ιδέα μου ίσως είχε κάποια μικρή αξία». Η Κέιτ έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα. «Μια μικρή γροθιά στη μέση της Άλμακ’ς και δε θα μ’ αφήσεις ποτέ να το ξεχάσω». Ο Βάλενταϊν έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. «Όχι, όσο ζω κι αναπνέω, όχι. Θα το πω στα παιδιά και στα εγγόνια σου, έτσι ώστε να σε απειλούν με αυτό κάθε φορά που θα τους επιπλήττεις για να συμπεριφέρονται σαν κύριοι και κυρίες. Κατά

~ 94 ~


κύριο λόγο, όμως, το σχέδιό μου ήταν μια εξαιρετικά γελοία ιδέα, με σκοπό να σε αποσπάσει από τον πραγματικό λόγο της παρουσίας του Σάιμον εδώ. Mea culpa11 και τα λοιπά. Ωστόσο, τα υπόλοιπα ήταν ιδέα του Γκίντιον και του Πέρσεβαλ, όχι δική μου, ούτε καν του Σάιμον, εδώ που τα λέμε. Επιπλέον, νόμιζα πως κάναμε μια νέα αρχή». «Υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία δεν μπορείς να κάνεις νέα αρχή, Βαλ. Όπως... όπως όταν ξεφλουδίζεις ένα μήλο. Μόλις ξεκινήσεις, καλύτερα να συνεχίσεις, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να το κάνεις όπως ήταν πριν». «Υπέροχα. Τώρα η αδελφή μου έγινε και φιλόσοφος. Μια ιδιαίτερα κακή φιλόσοφος, αλλά αντιλαμβάνομαι τι θες να πεις. Οι δυο σας απολαμβάνετε το φλερτ σας. Μια χαρά για σας. Τώρα όμως καταλαβαίνεις και το δικό μου πρόβλημα». «Δε θέλεις να σε σκοτώσει ο Γκίντιον», είπε κατανεύοντας η Κέιτ. «Το αντιλαμβάνομαι. Όμως, για όνομα του Θεού, Βαλ, θες να μάθεις τις προθέσεις του Σάιμον; Σε αυτές τις λίγες μέρες; Λες και, κατά πρώτον, θα σ’ έπαιρνε στα σοβαρά ενώ, κατά δεύτερον, αν φοβάσαι την οργή του Γκίντιον, ίσως θα ’πρεπε να λάβεις υπόψη σου τη δική μου οργή. Βρίσκομαι πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι ο Γκίντιον». «Μπορώ πάντα να σε στείλω σ’ αυτόν, αφού σε πετάξω δεμένη χειροπόδαρα σε μια άμαξα, αν χρειαστεί. Έχεις δίκιο σχετικά μ’ αυτό το μήλο. Ή τουλάχιστον για το ζουμί της υπόθεσης, δεν είναι δυνατόν να κάνεις μερικά πράγματα όπως ήταν κάποτε». Η Κέιτ έγειρε το κεφάλι της στο πλάι, κοιτώντας τον αδελφό της με μισόκλειστα μάτια. «Θεέ μου, Βάλενταϊν, πιστεύω πραγματικά πως έχεις κοκκινίσει ολόκληρος». «Κι εγώ πιστεύω πραγματικά πως ο Γκίντιον έπρεπε να σε παντρέψει και να σε ξεφορτωθεί στα δεκαοκτώ σου κι έτσι τώρα θα ήσουν πολύ απασχολημένη με τα δικά σου κουτσούβελα για να κάνεις τη ζωή μου μια επίγεια κόλαση». «Να με παντρέψει με ποιον, Βαλ; Όλοι σας αγριοκοιτάτε

1

«Δικό μου το λάθος», στα λατινικά. (Σ.τ.Μ.)

~ 95 ~


υποτιμητικά κάθε άντρα που με πλησιάζει». «Αυτό συμβαίνει γιατί συμπαθούμε τους περισσότερους απ’ αυτούς και δε θέλουμε να τους χάσουμε από φίλους, μόλις διαλυθεί η αχλή του πρώτου ξεμυαλίσματος και συνειδητοποιήσουν πως παντρεύτηκαν ένα σίφουνα». «Χα, χα, πολύ αστείο», κάγχασε η Κέιτ. «Όμως είναι μια χαρά για σας αν δεσμευτώ εφ’ όρου ζωής με έναν σχεδόν ξένο, που έχει βαλθεί να χώσει την αδιάκριτη μύτη του σε κάθε γωνιά της οικογενειακής μας ιστορίας, ψάχνοντας για σκάνδαλα;» Ο Βαλ σταμάτησε ακριβώς τη στιγμή που έφταναν στο δρομάκι έξω απ’ το σπίτι. «Τι ακριβώς εννοείς μ’ αυτό, Κάθριν;» Ουπς, τώρα είχε σκάψει τον ίδιο της το λάκκο! Αυτό συμβαίνει όταν αφήνεις έναν άντρα να μπει στο μυαλό σου. Καταστροφή, με τη μορφή ενός εξασθενημένου μυαλού, συνδυασμένου με μια φλύαρη γλώσσα. Κάτι που, φυσικά, καθιστούσε εύκολο ένα τέτοιο λεκτικό ολίσθημα -όπως το δικό της-, το οποίο ήταν εξ ολοκλήρου λάθος του Σάιμον. Η Κέιτ υπέθεσε πως τώρα θα έπρεπε να τον προστατεύσει από την ίδια του την ανοησία, λέγοντας ψέματα στον Βάλενταϊν. Μα την αλήθεια, αυτός ο άντρας τής χρωστούσε πολλά. «Τίποτα», αποκρίθηκε βιαστικά. «Ξέρεις πως ποτέ δε μου άρεσε η ιδέα του Γκίντιον να τον έχουμε εδώ. Είμαστε Ρέντγκρεϊβ. Λύνουμε μόνοι τα προβλήματά μας». Ο Βάλενταϊν εξακολουθούσε να την κοιτάζει, σαν ν’ αναλογιζόταν την απάντησή της. «Τώρα ακούγεσαι σαν τον παπαγάλο της Τρίξι, επαναλαμβάνοντας τα λόγια της». «Δεν έχει παπαγάλο». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Το άτομο που κοιτάζω μου φαίνεται λιγάκι αναπουπουλιασμένο. Οπότε, εσύ και ο Σάιμον δεν... δεν έχετε αρχίσει να γνωρίζεστε καλύτερα;» «Τόσο ώστε να αντιπαθήσουμε ο ένας τον άλλο. Εννοώ, όχι να αντιπαθήσουμε. Υποθέτω πως είναι ένας αρκετά συμπαθητικός τύπος. Όμως σίγουρα δεν πλανάται ίχνος ρομαντισμού στην ατμόσφαιρα, έλεος, Βαλ. Έχουμε μια αποστολή να εκτελέσου-με, αυτό είναι όλο, και δεν είναι δυνατόν να περιμένεις από μένα να είμαι χαρούμενη που πρέπει να τον συμπεριλάβουμε στην έρευνά μας. Απλώς προσπαθώ να χειριστώ όσο καλύτερα μπορώ την κατάσταση. Όπως είναι φυσικό, μερικά μικρά ολισθήματα είναι αναμενόμενα...» ~ 96 ~


«Χα! Το να ξεχάσεις πού έβαλες το μαστίγιο ιππασίας σου είναι μικρό ολίσθημα. Να κλέψεις όμως το άλογο ενός άντρα είναι κάτι παραπάνω από μικρό ολίσθημα. Κάποιοι θα το θεωρούσαν τεράστιο ολίσθημα. Εφόσον βέβαια ζητάς τη γνώμη μου». «Δεν τη ζητάω». Η Κέιτ έκανε ένα μορφασμό. «Για να συνεχίσω, ωστόσο, πάντα θα υπάρχουν μερικά μικρά ολισθήματα, όπως σήμερα το πρωί, όμως δε σημαίνουν τίποτα. Πόσο ζωηρή φαντασία έχεις, Βαλ. Σκέφτεσαι τέτοια πράγματα για την αδελφή σου;» Πάντα να επωμίζεσαι το φταίξιμο και μετά να τον κατηγορείς για μια ακόμα μεγαλύτερη δική του ένοχη πράξη -αυτό το τέχνασμα πιάνει στον Βαλ από τότε που μοιραζόμασταν το παιδικό μας δωμάτιο. Ο Βάλενταϊν έστρεψε τη ματιά του μακριά, κοιτάζοντας κάτι που δεν ενδιέφερε ούτε ένοιαζε την Κέιτ, κι ύστερα άφησε ένα στεναγμό. «Εντάξει. Συμφωνώ πως είναι μια σχετικά άβολη κατάσταση για όλους μας, συμπεριλαμβανομένου του Σάιμον. Δε θα σε ντροπιάσω με το να ζητήσω να μάθω τις προθέσεις του». Η Κέιτ άφησε την ανάσα της ανακουφισμένη. «Να με Ντροπιάσεις; Σκέψου τον εαυτό σου, Βαλ, αν έλεγε πως δεν έχει καμιά πρόθεση παρά να κάνει τη δουλειά του, και μάλιστα γρήγορα, ώστε να μπορέσει να μας ξεφορτωθεί». «Και πάλι έχεις ένα δίκιο. Ξέρεις, Κέιτ, δεν είμαι τόσο αργόστροφος με τις άλλες γυναίκες. Όμως οι αδελφές είναι μια εντελώς διαφορετική κατηγορία του ανθρώπινου είδους. Ένα μέρος του εαυτού μου ξεχειλίζει από αγάπη και περηφάνια για το πόσο έχεις μεγαλώσει, πόσο εκπληκτικά όμορφη, έξυπνη και ανεξάρτητη είσαι, ενώ ένα άλλο κομμάτι μου παραμένει ένθερμα αφοσιωμένο στο αθώο παιδί που θυμάμαι και στο πώς ποτέ τίποτα δε θα το βλάψει. Κάτι που καθιστά τρομερά δύσκολο έστω και να διανοηθώ πως κάποια μέρα ένας άντρας θα σε αντιμετωπίσει υπό ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Πως θα δει τη γυναίκα, όχι το παιδί». «Είμαι μια χαρά, Βαλ, και κάτι παραπάνω από ικανή να φροντίσω τον εαυτό μου. Μάλιστα, μόλις το παραδέχτηκες κι ο ίδιος και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό». Η Κέιτ ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να φιλήσει το μάγουλο του αδελφού της. «Είμαι η γυναίκα που είμαι χάρη στους αδελφούς μου. Και, προτού πεις κάτι σαν και τώρα το πληρώνουμε και καταστρέ~ 97 ~


φεις τη στιγμή, δεν το εννοούσα ειρωνικά». «Σ’ ευχαριστώ, Κέιτ. Όμως είσαι επίσης η γυναίκα που είσαι και λόγω της Τρίξι, κάτι που είναι αρκετό για να κρατάει τους αδελφούς σου διαρκώς σε αναμμένα κάρβουνα». Η Κέιτ γέλασε σιγανά. «Έχεις δίκιο. Με έχει διδάξει μερικά πράγματα που κατά πάσα πιθανότητα θα σας κρατούσαν όλους σας άγρυπνους τη νύχτα. Τώρα, εφόσον άλλαξες γνώμη και δε θα ζητήσεις το λογαριασμό από τον Σάιμον, σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να πάω στο στάβλο και να περιμένω την επιστροφή του. Θα έπρεπε να ζητήσω συγνώμη». «Θα έπρεπε, αλλά δε θα το κάνεις», είπε ο Βάλενταϊν, επιδεικνύοντας πόσο καλά την ήξερε. «Τέλος πάντων, φεύγω για να δω πώς τα πάει ο Άνταμ με μία εργασία που του ανέθεσα προηγουμένως. Με λίγη τύχη, θα έχει τελειώσει να γεμίζει όλους τους μαυροπίνακες της αίθουσας διδασκαλίας με τη φράση Ένας αληθινός τζέντλεμαν γεννιέται για να αναλαμβάνει ευθύνες, όχι να απολαμβάνει τα δικαιώματα του. Με λίγη ακόμα τύχη, θα έχει κάνει λάθος στην ορθογραφία και θ’ αναγκαστώ να τον βάλω να την ξαναγράψει από την αρχή». Η Κέιτ χαμογελούσε ακόμη καθώς πλησίαζε τον αυλόγυρο του στάβλου, μονάχα για να δει μια ψηλή ανδρική σιλουέτα στην κορυφή του καταπράσινου λόφου, που βρισκόταν καμιά οκτακοσαριά μέτρα μακριά, με τον Ντίκι και το κάρο να ακολουθούν πίσω της. Ο Σάιμον πρέπει να είχε κάνει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής με το κάρο, για να έχει φτάσει τόσο γρήγορα, όμως δεν επρόκειτο να την αφήσει να τον δει. Τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, μάλλον είχε βάλει τον Λίαμ να καθίσει στην καρότσα όσο εκείνος έπαιρνε τα γκέμια. Ματαιόδοξος άντρας. Όλοι οι άντρες ήταν ματαιόδοξοι. Όμως οι γυναίκες εξακολουθούσαν να αποδεικνύονται ανώτερές τους, ξανά και ξανά. Ωστόσο, το αλαζονικό μειδίαμά της ξεθώριασε, για να αντικατασταθεί από ένα σκυθρώπιασμα, που συνοδεύτηκε από την απότομη συνειδητοποίηση και ένα αίσθημα παραίτησης, ξέροντας πως είχε βιαστεί να γιορτάσει τη νίκη της. Κι αυτό γιατί ο Σάιμον, χρησιμοποιώντας δυο του δάχτυλα, σφύριξε και ο Χέκτορ, που έκανε βόλτες ελεύθερος μέσα στον περίβολο για τα άλογα, ανασήκωσε το κεφάλι του, πήδηξε το φράχτη στο άψε σβήσε και κάλπασε ανηφορίζοντας το λόφο προς τον αφέντη του. Αν ο Σάιμον είχε σφυρίξει καθώς εκείνη οδηγούσε τον επι~ 98 ~


βήτορα μακριά του, μάλλον ο Χέκτορ θα την είχε πετάξει ατιμωτικά από τη σέλα προτού της περάσει απ’ το μυαλό ν’ αφήσει τα γκέμια. Στην καλύτερη περίπτωση, θα είχε ταπεινωθεί. Στη χειρότερη, ίσως να είχε τραυματιστεί άσχημα. Οπότε, αντί να ρισκάρει κάτι από τα δυο, ο Σάιμον είχε αποφασίσει να περπατήσει πίσω στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, φορώντας τις άβολες ψηλές μπότες ιππασίας του. Ήταν τζέντλεμαν. Έμεινε να τον παρατηρεί καθώς άρπαζε τη χαίτη του Χέκτορ και πηδούσε σβέλτα πάνω στη γυμνή ράχη του επιβήτορα διατήρησε την ισορροπία του, σφίγγοντας τους μηρούς του γύρω από την κοιλιά του αλόγου, και οι δυο τους κάλπασαν θριαμβευτικά (αυτάρεσκα;) μέσα στην αυλή του στάβλου. Ήταν φιγουρατζής. Έβγαλε το καπέλο του με μια κίνηση προς το μέρος της, ενώ ένας ιπποκόμος έτρεχε να περάσει χαλινάρι στον Χέκτορ. Έπειτα ο Σάιμον γλίστρησε το δεξί του πόδι ψηλά πάνω από το κεφάλι του επιβήτορα και με ένα πήδημα προσγειώθηκε στο έδαφος μπροστά της. Έδειχνε ψηλός, λιγάκι αναψοκοκκινισμένος, τα πυκνά ξανθά μαλλιά του ήταν ελαφρά ανακατωμένα απ’ τον ιδρώτα κι έπεφταν στο μέτωπό του. Τα πράσινα μάτια του άστραφταν καθώς φορούσε ξανά το ψηλό καπέλο του, στερεώνοντάς το στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ήταν ακαταμάχητος. Την κοίταξε για μερικές ατέλειωτες στιγμές, καθώς ο Χέκτορ απομακρυνόταν, με ένα χαμόγελο να τρεμοπαίζει στη μια άκρη των χειλιών του. «Αν κρατάμε σκορ, νομίζω πως αυτός ο γύρος ήταν όλος δικός μου», της είπε τελικά. Η Κέιτ δεν είπε τίποτα. Δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να πεταρίσει δυο φορές τα βλέφαρά της και να συνεχίσει να τον κοιτάζει. Δεν είχε τίποτα να πει, τίποτα που μπορούσε να πει. Όμως ένα μέρος του μυαλού της την κέντριζε: Ο Βάλενταϊν θα είχε κάμποσα να πει αν την έβλεπε τώρα, αν έβλεπε πώς ο Σάιμον την κοιτούσε, πώς του αντιγύριζε εκείνη το βλέμμα. «Σκεφτόμουν διάφορα στην ευχάριστη βόλτα μου με το κάρο. Αυτό που συλλογιζόμουν είναι πως ήρθε ο καιρός να τελειώνουμε μ’ αυτό, πριν καταφέρουμε να αλληλοσκοτωθούμε. Έλα», είπε, αρπάζοντάς την απ’ το χέρι. Ήταν μάταιο να διαμαρτυρηθεί, ειδικά από τη στιγμή που δε θα το έκανε με την καρδιά της, οπότε απλώς του επέτρε~ 99 ~


ψε να την οδηγήσει γύρω από το στάβλο σε ένα σκιερό σημείο που δημιουργούνταν χάρη στις ακτίνες του πρωινού ήλιου που έπεφταν πάνω στην ψηλή, δίριχτη στέγη του κτίσματος. Κρατώντας την ακόμη από το χέρι, με μια επιδέξια κίνηση, έφερε τα χέρια τους πίσω από την πλάτη της, κάτι που είχε το ευχάριστο αποτέλεσμα να ανασηκωθεί το στήθος της προς τα μπρος, μέχρι που ακουμπούσαν ο ένας πάνω στον άλλο. «Μονάχα ένα», κατάφερε ν’ αρθρώσει η Κέιτ, ενώ ευχόταν να μην ηχούσε τόσο περίεργα βραχνή η φωνή της. «Θα ξεκινήσουμε με ένα». «Είσαι αλαζόνας», αντέτεινε, με το βλέμμα της καθηλωμένο στο στόμα του. Μπορούσε να αισθανθεί τον παλμό της καρδιάς της που βροντοχτυπούσε; Έπρεπε ν’ ακούγεται τόσο αυτάρεσκος; Έπρεπε ν’ ακούγεται τόσο απίστευτα ανόητη; Δεν μπορούσε να πει κάτι λακωνικό και ουσιώδες, κάτι το οποίο θα τον έκανε να σκεφτεί καλύτερα αυτό που σχεδίαζε να κάνει; «Θα μου άρεσε περισσότερο το γεμάτος αυτοπεποίθηση, αλλά αυτό θα ήταν κομπασμός, σωστά;» Γιατί της μιλούσε ακόμη; «Ω, πάψε και φίλα με». «Πόσο λατρεύω μια πρόθυμη γυναίκα», είπε, με το στόμα του να φυλακίζει το δικό της, καθώς το άνοιγε για να πει κάτι που σίγουρα θα ήταν υπέροχα ουσιώδες ή απίστευτα ανόητο και θα τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη για ό,τι σχεδίαζε να κάνει. Κανείς δε μου το είπε ποτέ, σκέφτηκε συγκλονισμένη, καθώς τη σάρωνε ένα κύμα που πρέπει να ήταν πόθος, κάνοντάς τη ν’ ανατριχιάσει μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Δεν είχε βιώσει ποτέ της τέτοιον αστραπιαίο πόθο κι αυτή την παράδοξη πείνα. Ο Σάιμον έκανε πράγματα στο στόμα της που, αν της τα περιέγραφαν, θα έκανε μια γκριμάτσα και θα έλεγε, Όχι, ευχαριστώ, δε θα πάρω! Άφησε ελεύθερα τα χέρια της κι ένας αιφνίδιος πανικός την κυρίευσε. Όχι! Μη σταματάς! Άρπαξε το πρόσωπό του με τις παλάμες της και πίεσε τα χείλη της στα δικά του. Τα χέρια του Σάιμον πέρασαν απαλά πάνω απ’ τη μέση της, ύστερα υψώθηκαν για ν’ αγκαλιάσουν τα στήθη της. Η Κέιτ ένιωθε σαν να κόντευε να εκραγεί το κεφάλι της. Άφησε ένα βογκητό πάνω στο στόμα του κι έπειτα μια κοφτή ανάσα, καθώς γλιστρούσε το μηρό του ανάμεσα στους δικούς της. Μετά ο Σάιμον χάθηκε από μπροστά της, όπως του είχε ξεγλιστρήσει κι εκείνη νωρίτερα, αφήνοντάς τη να στέκεται εκεί ~ 100 ~


όρθια, τρεκλίζοντας και απορώντας πότε η Μητέρα Φύση είχε πολλαπλασιάσει τα χρώματα της πλάσης, μέχρι που αναγκάστηκε ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια της για να συνέλθει. Ο Σάιμον σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Αρκετά», είπε, μολονότι φαινόταν να δυσκολεύεται να αρθρώσει λέξη χωρίς να πάρει άλλη μια γοργή, ρηχή ανάσα. «Ναι... έτσι πιστεύω κι εγώ». Η Κέιτ πήρε μια βαθιά αναπνοή, που την έκανε να αναριγήσει ολόκληρη. «Λοιπόν... λοιπόν, αυτό ήταν ενδιαφέρον, δεν ήταν; Εννοώ σαν... δηλαδή, σαν πειραματισμός». Ο Σάιμον ακούμπησε τον ώμο του πάνω στο συμπαγή τούβλινο τοίχο του στάβλου, σταυρώνοντας τα πόδια του στους αστραγάλους, με τα χέρια του ενωμένα κάτω από τη μέση του. «Στην περίπτωση που αναρωτιέσαι, αυτό δε συμβαίνει πάντα. Για την ακρίβεια, πρέπει να πω πως είναι εξαιρετικά σπάνιο, που να πάρει. Θαρρώ, Κέιτ, πως είμαστε επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλο». «Δεν ήταν όμως δική μου ιδέα όλο αυτό», αποκρίθηκε αγριεμένη, ενώ απορούσε μήπως ο Σάιμον προσπαθούσε τεχνηέντως να κρύψει την... Όχι, δε θα το σκεφτόταν αυτό! «Ωστόσο, συμφωνώ και επαυξάνω. Η περιέργειά μου ικανοποιήθηκε, σε διαβεβαιώ. Τώρα, αν τρέμεις στη σκέψη πως θα πρέπει να συναναστρεφόμαστε καθώς θα συνεχίζεται η έρευνα, σε παρακαλώ, μη νιώθεις πως απαιτείται εδώ, στην έπαυλη, η διαρκής παρουσία σου». «Αχ, τόσο ευγενής κι όμως αποφασιστική. Τώρα είσαι η λαίδη Κάθριν, η αρχόντισσα της έπαυλης. Πολύ αργά, Κέιτ. Ξέρω ποια είσαι πραγματικά και δεν πάω πουθενά». Διέτρεξε ολόκληρο το κορμί της με ένα νωθρό βλέμμα και χαμογέλασε. «Εκτός κι αν ταξιδέψουμε εκεί πέρα, μαζί». «Δεν μπορείς να ξανακολλήσεις τη φλούδα στο μήλο, οπότε ας το ξεφλουδίσεις όλο μια και καλή», μουρμούρισε πνιχτά η Κέιτ και κούνησε το κεφάλι της. «Πήγαινε να πάρεις το πρωινό σου, Σάιμον. Μετά μπορείς να με βρεις στα θερμοκήπια ή και όχι, ό,τι σου προσφέρει ευχαρίστηση». «Ναι», απάντησε καθώς ανασηκωνόταν από τον τοίχο. «Ευχαρίστηση. Υπέροχη λέξη, δε νομίζεις;» «Ω, άντε να χαθείς!» εξερράγη η Κέιτ και απομακρύνθηκε γρήγορα χτυπώντας τα πόδια της στο έδαφος. Επιβράδυνε το βήμα της μόνο όταν έστριψε στη γωνία του στάβλου, για ν’ α~ 101 ~


ναρωτηθεί αν η στάση του Σάιμον μετά το φιλί τους ήταν αγενώς αδιάφορη και τα πειράγματά του καθαρά γι’ αστείο ή μήπως είχε δυσκολευτεί να ανακτήσει την ισορροπία του τόσο όσο κι εκείνη;

~ 102 ~


Κεφάλαιο 7

Ο Ντίαρμπορν πρόσφερε στον Σάιμον ένα άριστα σκουπισμένο μήλο καθώς έβγαινε από την τραπεζαρία του πρωινού ύστερα από ένα χορταστικό γεύμα, αποτελούμενο από φέτες ζαμπόν και αβγά με σάλτσα κάρι. «Σ’ ευχαριστώ, Ντίαρμπορν», είπε, ενώ ο μπάτλερ έκανε μια απότομη υπόκλιση και ένευε στον υπηρέτη να μαζέψει το τραπέζι. «Ευχαρίστησή μου, μιλόρδε, όμως το μήλο είναι για τη λαίδη Κάθριν. Φαίνεται πως έχασε εκείνο που της πρόσφερα νωρίτερα». Ο Σάιμον άρπαξε άλλο ένα μήλο από τη φρουτιέρα πάνω στον ογκώδη μπουφέ. «Υποθέτεις πως θα τη δω σύντομα;» Ο Ντίαρμπορν όρθωσε άκαμπτος το κορμί του. «Σπανίως υποθέτω, μιλόρδε. Θα τη συναντήσετε στα θερμοκήπια. Την παρακολουθούμε, αντιλαμβάνεστε. Στενά». «Ε, λοιπόν, μ’ έβαλε στη θέση μου», μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο Σάιμον, βγαίνοντας από το σπίτι, καθώς έτρωγε το ένα μήλο και πετούσε το άλλο στον αέρα με νωθρές κινήσεις, προσπαθώντας να δείχνει αδιάφορος, για την περίπτωση που τον κατασκόπευαν από καμιά κρυψώνα. Από τα κουδούνια μέχρι τους άγρυπνους υπηρέτες, η Κέιτ ήταν τόσο απροστάτευτη όσο και τα κοσμήματα του Στέμματος στον Πύργο του Λονδίνου. Ήταν δυνατόν να πέρασε απαρατήρητο το φιλί τους; Άρχιζε να πιστεύει πως δεν ήταν και τόσο προσωπική στιγμή όσο είχε υποθέσει. Υπέροχα. Νωρίτερα πρόσεξε τον ήλιο να αντανακλάται πάνω στους εκατοντάδες υαλοπίνακες, που κάλυπταν τις στέγες των θερμοκηπίων, οπότε ήξερε πού πήγαινε. Μολονότι, ακόμα κι αν δεν ήξερε, ίσως αν φώναζε δυνατά: Ποιο μονοπάτι οδηγεί στα Θερμοκήπια; πέντε έξι κεφάλια θα ξεπρόβαλλαν από τους θά~ 103 ~


μνους για να του δείξουν τη σωστή κατεύθυνση. Το τρίο των τεράστιων οικοδομημάτων -τα κτίρια στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ ήταν όλα χτισμένα σε διάφορες εκδοχές του τεράστιου- βρισκόταν σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την έπαυλη, ώστε υπέθετε πως οι υπηρέτες χρησιμοποιούσαν το κάρο για να μεταφέρουν τα λουλούδια και τα φρούτα στην κουζίνα. Υπήρχε κι ένα θερμοκήπιο με γυάλινο θόλο, χτισμένο πλάι στη δυτική πτέρυγα της έπαυλης, όμως πιθανότατα αυτό προοριζόταν απλώς για την κυρία του σπιτιού αν την ενδιέφερε να σκαλίζει το χώμα. Τα πραγματικά θερμοκήπια βρίσκονταν ακριβώς μπροστά του. «Περίμενε μια στιγμή, Σάιμον, σε παρακαλώ». Ο Σάιμον σταμάτησε, καθώς διέσχιζε το καλοκουρεμένο γρασίδι, και είδε τον Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ να τον πλησιάζει σχεδόν τρέχοντας, με τα υπερβολικά μακριά μαύρα μαλλιά του να ανεμίζουν, τις γροθιές του σφιγμένες και με μια έκφραση διόλου ευχάριστη. Προτού μια απ’ αυτές τις γροθιές καταλήξει στο πρόσωπό του, ο Σάιμον σήκωσε τα χέρια ψηλά για να δείξει πως παραδινόταν -αν η Κέιτ ήταν τόσο καλή με τις γροθιές της, δεν καιγόταν να ανακαλύψει από πρώτο χέρι την πυγμαχική δεινότητα των αδελφών της. «Τι στο διάβολο κάνεις;» ρώτησε ο Βάλενταϊν, καθώς έφτανε κοντά του, βλέποντας τα υψωμένα χέρια του. «Για το Θεό, άνθρωπέ μου, νομίζεις πως σου επιτίθεμαι; Γιατί να το κάνω αυτό;» Τότε τα σκούρα μάτια του στένεψαν. «Γιατί θα ήθελα να το κάνω αυτό, Σάιμον;» «Ιδέα δεν έχω», απάντησε, χαμηλώνοντας τα χέρια του, ενώ ήξερε πως ο Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ δε θα το άφηνε να περάσει έτσι. «Πιθανότατα επειδή φίλησα την αδελφή σου πίσω από το στάβλο, μην έχοντας καταλάβει ότι η Κέιτ ποτέ δεν είναι πραγματικά μόνη της;» «Ήταν μια χαρά μόνη σήμερα το πρωί. Οι φύλακές της κρατάνε τις αποστάσεις τους, για όνομα του Θεού, ειδάλλως θα μας έριχνε μια γερή κατσάδα. Οι υπηρέτες την παρακολουθούν, ναι, όμως δεν την ακολουθούν σε κάθε βήμα της σαν κουτάβια». Ύστερα, άφησε ένα στεναγμό. «Εντάξει, τη φίλησες. Θαρρώ πως ήταν απλώς θέμα χρόνου. Δεν είμαι τόσο αδαής ώστε να μου ξεφύγουν οι σπίθες που εκτοξεύονται ανάμεσά σας απ’ ~ 104 ~


τη στιγμή που γνωριστήκατε. Ώστε έτσι, λοιπόν. Πώς πήγε;» «Πώς πήγε...» Τα μάτια του Σάιμον σχεδόν πετάχτηκαν έξω απ’ τις κόγχες τους. «Πολύ καλά, δεδομένων των περιστάσεων, ευχαριστώ», αποκρίθηκε, έχοντάς τα εντελώς χαμένα. «Είμαι φυσικά απόλυτα προετοιμασμένος να ζητήσω πάραυτα το χέρι της αδελφής σας». Ο Βάλενταϊν τον κοίταξε απαυδισμένος, λες κι αυτό ήταν το πιο παράλογο πράγμα που είχε ακούσει ποτέ. «Και τι σε κάνει να νομίζεις ότι κάποιος από μας θα τολμούσε να πάρει μια τέτοιου είδους απόφαση για λογαριασμό της Κέιτ; Καλύτερη τύχη θα είχαμε αν διατάζαμε τη βροχή να σταματήσει να πέφτει. Παραδέχομαι πως νωρίτερα είχα σκεφτεί να σε ρωτήσω για τις προθέσεις σου απέναντι της, μέχρι που η Κέιτ μου επισήμανε πως απλώς θα γελοιοποιούσα εντελώς τον εαυτό μου. Ωραία, λοιπόν. Για να δούμε τώρα, Σάιμον, τι λες; Τι κάνουμε από δω και πέρα;» «Ιδέα δεν έχω», παραδέχτηκε με ειλικρίνεια. «Οι μόνοι κανόνες που γνωρίζω σε βάθος, όσον αφορά το ζήτημα, φαίνεται πως δεν ισχύουν για την Κέιτ». Ο Βάλενταϊν ένευσε συμφωνώντας. «Μολονότι ο Γκίντιον δε μοιράζεται τις πεποιθήσεις της Κέιτ, πρόσεξε. Νομίζεις πως θα μπορούσες να την αγαπήσεις;» Ο Σάιμον ήδη μισοπερίμενε αυτή την ερώτηση. «Δε νομίζω ίιως μπορώ να απαντήσω με ένα “ναι” ή ένα “όχι” με ειλικρίνεια αυτή τη στιγμή». «Καταλαβαίνω. Είναι ακόμη αρχή. Μερικές φορές χρειάζεται ένα φτυάρι». «Τι είπες;» Έπρεπε να σκάψει για την απάντηση ή μήπως κάποιος αναλογιζόταν σοβαρά να τον χτυπήσει στο κεφάλι μ’ ένα φτυάρι; Ίσως όλοι οι Ρέντγκρεϊβ ήταν τρελοί, ίσως και ο ίδιος... Έτσι κι αλλιώς, ο Σάιμον δεν τα είχε ποτέ του τόσο χαμένα, όχι από τότε που ήταν δέκα χρονών κι ο πατέρας του τον είχε ρωτήσει τι στο καλό νόμιζε πως έκανε, ξεγλιστρώντας στα κλεφτά από το πατρικό γραφείο με μια πίπα χωμένη στη ζώνη του παντελονιού του και μια χούφτα καπνό. «Δεν πειράζει. Το έχεις όμως σκεφτεί καθόλου;» «Αρκετά, ναι. Νομίζω πως, εν καιρώ, ίσως με κάνει να την ερωτευτώ τρελά», ομολόγησε. Ο Βάλενταϊν πέρασε με μια συντροφική κίνηση το χέρι του πάνω απ’ τους ώμους του Σάιμον. «Τότε ορίστε η απάντη~ 105 ~


σή μας, σωστά; Η Κέιτ δίνει το ρυθμό, όπως κάνει από τότε που ήταν στα γεννοφάσκιά της. Μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο γι’ αυτό στην Τρίξι, παρεμπιπτόντως. Την κατηγορούμε για καθετί άλλο», κατέληξε, χαμογελώντας κατεργάρικα. «Ναι, τέσσερα αθώα παιδιά, καταδικασμένα από την κληρονομιά τους, τα οποία στη συνέχεια διέφθειρε η απολαυστικά εκκεντρική χήρα κόμισσα. Αυτοί οι σκανδαλώδεις Ρέντγκρεϊβ, αυτοί οι απρόβλεπτοι Ρέντγκρεϊβ. Δεν μπορώ να πω πως δεν με προειδοποίησαν. Όμως οι πληροφοριοδότες μου έκαναν λάθος. Είστε απλώς αυτοί που είστε, χωρίς υποκρισία, κάτι που σας κάνει ίσως τέσσερις από τους πιο ανεξάρτητα σκεπτόμενους και συνεπώς τους πιο πολιτισμένους ανθρώπους σε όλη την Αγγλία. Δεν υπάρχουν πολλοί από μας που μπορούν να το πουν αυτό. Σας ζηλεύω». «Μια χαρά όλα αυτά, αν και μου είναι αδύνατον να μη σου επισημάνω πως αν την καταστρέφεις, εμείς οι Ρέντγκρεϊβ, που μας κατηγορούν για πολλά και διάφορα, δε θα κολλήσουμε διόλου σε θέματα ηθικής και θα κρεμάσουμε τα κομματάκια σου σε κάθε φανοστάτη του Λονδίνου». «Μια φιλική προειδοποίηση, Βαλ;» To χαμόγελό του ήταν πλατύ, όμως τα λόγια του ήταν που πήρε στα σοβαρά ο Σάιμον. «Τίποτα το φιλικό. Ένα φιλί είναι ένα φιλί και ήταν μάλλον αναμενόμενο. Όμως η Κέιτ μπορεί να γίνει ιδιαίτερα παρορμητική. Μην την αφήσεις να σε αποπλανήσει, παρεκτός κι αν σκοπεύεις να τη συναντήσεις στα σκαλιά της εκκλησίας. Συνεννοηθήκαμε;» «Συνεννοηθήκαμε». Νιώθοντας τυχερός που κατάφερε να επιβιώσει χωρίς να χρειαστεί να το παίξει κύριος και ν’ αφήσει τον Βαλ να τον σωριάσει χάμω με μια γροθιά, ο Σάιμον ρώτησε: «Οπότε γιατί έτρεχες να με προλάβεις;» Η κατσούφικη έκφραση έκανε αμέσως την επανεμφάνισή της. «Εννοείς τώρα που τακτοποιήσαμε αυτό το θέμα -το τακτοποιήσαμε, σωστά;» «Απόλυτα. Το μοναδικό ερώτημα που απομένει είναι το εξής: Φοβάμαι περισσότερο την Κέιτ ή τους αδελφούς της;» «Την Τρίξι. Σε προειδοποιώ ευθέως, φίλε μου. Να φοβάσαι περισσότερο την Τρίξι. Υπάρχουν κρυφές πτυχές σ’ αυτή τη γυναίκα που ακόμη κι εμείς οι παράτολμοι Ρέντγκρεϊβ δε θα τολμούσαμε ποτέ να ερευνήσουμε. Για την ακρίβεια, μου εμπνέεις δέος, Σάιμον, που τόλμησες αυτό το φιλί, ξέροντας τι είναι ~ 106 ~


ικανή να κάνει η γιαγιά μου αν δυσαρεστηθεί. Εν πάση περιπτώσει, τώρα που καταλαβαινόμαστε, ίσως θα μου είναι πιο εύκολο αυτό που πρέπει να σου πω. Φαίνεται πως εσύ και η Κέιτ θα μείνετε μόνοι σας για κάποιο διάστημα». Ο Σάιμον έριξε μια ματιά σε μια κοντινή συστάδα θάμνων. «Σχετικά μόνοι μας, εννοείς. Αν μου επιτρέπεις το αστείο». «Έχεις δίκιο. Πολύ καλά, Σάιμον. Ναι, μόνοι σας, αλλά όχι στ’ αλήθεια. Φεύγω για το Λονδίνο». «Μάλιστα», σχολίασε ο Σάιμον χωρίς ν’ αλλάξει χροιά η φωνή του, παρ’ ότι η δήλωση τον είχε αιφνιδιάσει. «Μπορώ μήπως να ρωτήσω το λόγο;» «Θα ριψοκινδυνεύσω να μην τον πω, όχι». Και πάλι η απάντησή του δόθηκε μαζί με ένα χαμόγελο. Ήταν ένας ιδιαίτερα γοητευτικός, καλοβαλμένος άντρας. Αβρός, απόλυτα φιλικός και καλόβολος. Ο Σάιμον άρχιζε πια να πιστεύει πως ένας αντίπαλος θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο με το χαμόγελο του Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ παρά με τη δυσθυμία του. Από την άλλη, όμως, ο Σάιμον δεν ήταν άνθρωπος που τον ξεφορτωνόσουν εύκολα. «Για προσωπική ευχαρίστηση ή έχει σχέση με την Αδελφότητα;» «Δεν υπάρχει τίποτα πιο προσωπικό για μας τους Ρέντγκρεϊβ αυτή τη στιγμή από την ευχαρίστηση του να ξεσκεπάσουμε την Αδελφότητα. Εντάξει, εφόσον δεν πρόκειται να το βάλεις κάτω -έτσι δεν είναι;-, ας σου πω και τα υπόλοιπα. Η μοναδική άλλη γνωστή πρόσβασή μας σε απαντήσεις επί του παρόντος είναι ο λόρδος Τσαρλς Μέιλερ, τώρα που ο έτερος συνωμότη, ο μακαρίτης Άρτσι Έρμπαν, το μόνο άλλο μέλος της Αδελφότητας του οποίου το όνομα γνωρίζουμε, είναι απασχολημένος, όντας τροφή για τα σκουλήκια. Το Ταχυδρομείο και η Πόλη. Άνευ νοήματος κώδικές ονομασίες, που βρήκαμε στο ημερολόγιο του πατέρα της Τζέσικα, μέχρι που κάπως τα κατάφερες να τις αποκωδικοποιήσεις χωρίς τη βοήθειά μας. Δεν πιστεύω πως αναφέρθηκε ποτέ πώς τα κατάφερες...» «Ανάθεμά με αν δεν έχεις δίκιο. Δε νομίζω πως μοιράστηκα αυτή την πληροφορία», είπε ο Σάιμον και μειδίασε εσκεμμένα. Κι άλλοι μπορούσαν να παίξουν αυτό το παιχνίδι. «Ούτε εμείς γνωστοποιήσαμε τη μέθοδό μας σ’ εσένα ή εδώ που τα λέμε- στον Πέρσεβαλ». Ο Βάλενταϊν τον κοίταξε για αρκετή ώρα. «Εντάξει. Άσχετα από το μονοπάτι που ακολούθησες, όλοι μας με κάποιον τρόπο φτάσαμε στον ίδιο προο~ 107 ~


ρισμό, σωστά;» «Μέχρι που ο Έρμπαν ποδοπατήθηκε από ένα κάρο εξαιρετικά ύποπτο- και ο Μέιλερ αποφάσισε πως ήταν ώρα να αποσυρθεί από το Λονδίνο στην επαρχία. Ξέρεις, υπάρχουν μερικοί που πιστεύουν πως θα έπρεπε να τον συλλάβουμε και να τον ανακρίνουμε ενδελεχώς σχετικά με αυτά τα παραστρατημένα πολεμοφόδια». «Κι εσύ αναμεταξύ τους, είμαι βέβαιος. Όμως, σε αυτή την περίπτωση, εμείς οι Ρέντγκρεϊβ κατορθώσαμε να πείσουμε τον Πέρσεβαλ πως ένα πουλάκι που είναι ελεύθερο να πετάξει μας είναι πιο χρήσιμο από ένα φυλακισμένο σε κλουβί, που αρνείται πεισματικά την ενοχή του. Οι μέθοδοι προσέγγισής σου δεν είναι και οι πιο διακριτικές, φίλε μου, παίρνοντάς τους από πίσω όπου πήγαιναν στη διάρκεια της κοσμικής σεζόν. Σχεδόν κατατρόμαξες την Τζέσικα εκείνη τη νύχτα στην Άλμακ’ς». «Ζητώ συγνώμη. Αυτό ίσχυε παλιότερα, τότε που αναρωτιόμουν αν η τωρινή γενιά των Ρέντγκρεϊβ ήταν ανακατεμένη με την Αδελφότητα». «Δεν είναι απαραίτητη η συγνώμη. Κι εγώ θα είχα σκεφτεί το ίδιο αν έβλεπα τα πράγματα απέξω, ως θεατής. Για να γυρίσουμε όμως στην ερώτησή σου, τώρα που καταλάγιασαν οι φόβοι του Μέιλερ πως θα τον ανακαλύψουν και διακινδύνευσε να επιστρέφει στην πόλη, ίσως απαιτείται ένα πιο εκλεπτυσμένο, επιδέξιο χέρι να αναλάβει την υπόθεση. Το δικό μου, για την ακρίβεια. Ωστόσο, πάντα υπάρχει η επίφοβη πιθανότητα πως ο τύπος παραμένει από την πάνω πλευρά του εδάφους επειδή η Αδελφότητα τον χρησιμοποιεί ως δόλωμα, υποθέτοντας πως κάποιοι τους κυνηγάνε, εξού και ο Έρμπαν είναι νεκρός. Η Αδελφότητα σίγουρα γνωρίζει έως τώρα πως αυτοί οι άγνωστοι κατάφεραν, με κάποιο τρόπο, να ανατρέψουν το σχέδιό τους που υλοποίησε ο Μέιλερ, την αποστολή σε λάθος προορισμό των πολεμοφοδίων για την Ιβηρική Χερσόνησο. Ναι, ο Μέιλερ θα ήταν το ιδανικό δόλωμα για να μας δελεάσουν. Θεέ μου, πάντα τόσο πολλές πιθανότητες. Η αποστολή μου δεν είναι απαλλαγμένη από τις δικές της παγίδες». «Συμφωνώ. Ίσως βαδίζεις κατευθείαν σε μια σφηκοφωλιά, επιδιώκοντας να καλλιεργήσεις σχέσεις με τον Μέιλερ. Ο Έρμπαν αναμφίβολα δολοφονήθηκε. Νόμιζα πως...» «Το κάναμε εμείς; Ας πούμε αυτό: Δεν το σταματήσαμε. Όμως ήταν καλύτερος θάνατος απ’ ό,τι του άξιζε. Ίσως κά~ 108 ~


ποια στιγμή να σου πω όλη την ιστορία, μόλις τακτοποιήσουμε αυτό το χάλι στο οποίο έχουμε μπλέξει τώρα. Εν πάση περιπτώσει, φεύγω για το Λονδίνο το πρωί». «Η Κέιτ ίσως αποφασίσει να έρθει μαζί σου». Ο Βάλεντάΐν ένευσε αρνητικά. «Όχι, αμφιβάλλω γι’ αυτό. Είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει αυτά τα ημερολόγια και τώρα, πολύ φοβάμαι, τα λείψανα του πατέρα μας. Εκτός αυτού, δεν πιστεύεις πραγματικά ότι ήμουν δούλος της αλήθειας όταν της εξηγούσα τις πολυάριθμες απουσίες μου όλα τα τελευταία χρόνια, έτσι δεν είναι; Με λίγη τύχη, θα είμαι πίσω σε μια εβδομάδα ή κάποιος άλλος από μας θα εμφανιστεί». «Έχεις το λόγο μου ως τζέντλεμαν. Θα την προσέχω», του απάντησε ο Σάιμον, υψώνοντας με μια σχεδόν παιδιάστικη κίνηση το χέρι του στην καρδιά. Δεν πίστευε την καλή του τύχη. Ή μήπως την κακή του τύχη; Όπως και να είχε, οι επόμενες μέρες θα αποδεικνύονταν πολύ ενδιαφέρουσες. Ένας Θεός μονάχα ήξερε πόσα είχαν ήδη συμβεί την πρώτη του κανονική μέρα στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ κι ακόμα η μέρα απείχε πολύ από το να τελειώσει! «Και οι υπηρέτες θα σας προσέχουν, με την Κονσουέλα να αλλάζει τα καθήκοντά της ως αρχικαμαριέρας με το ρόλο του Κέρβερου της Κέιτ. Η Κονσουέλα έφτασε σε τούτες τις ακτές από την Ισπανία, με τη μητέρα μας, και είναι άγρια προστατευτική προς την κηδεμονευόμενή της, για να μην αναφέρω πως είναι η περήφανη κάτοχος δυο μπράτσων σαν χοιρομέρια. Θα είναι υπέροχο να την έχετε κοντά σας ως συνοδό, δε νομίζεις;» Ο Βάλενταϊν γύρισε, κατευθυνόμενος στην έπαυλη, προτού στραφεί ξανά προς τον Σάιμον, για να προσθέσει: «Α, και μην προσπαθήσεις να πιάσεις φιλίες με τον Ντίαρμπορν, ειδάλλως θα πειστεί πως είσαι παλιάνθρωπος πρώτης τάξεως και δε θα ξαναδείς κανένα από τα πούρα του Γκίντιον». Ο Σάιμον έκανε ένα νεύμα για να δείξει πως κατάλαβε κι ύστερα στάθηκε ασάλευτος, χαμένος για λίγο στις σκέψεις του, προσπαθώντας να καταλάβει τους Ρέντγκρεϊβ. Δεν ήταν δυνατόν. Το μοναδικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε ήταν πως εκείνος, ο Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, είχε γίνει αποδεκτός σε τούτη την παράξενη, ιδιαζόντως εκκεντρική οικογένεια. Είχε την εμπιστοσύνη τους. Γιατί αυτό τον ευχαριστούσε τόσο πολύ, ιδέα δεν είχε. ~ 109 ~


Έπειτα συνειδητοποίησε πως αυτή η υποτιθέμενη εμπιστοσύνη αποτελούσε επίσης μια ψυχρολουσία για κάθε ρομαντικό σχέδιό του για την Κέιτ... Ήταν σίγουρος πως ο Βάλενταϊν το ήξερε αυτό. Η αρετή της αδελφής του δεν μπορούσε να είναι πιο ασφαλής μέσα σ’ ένα μοναστήρι απ’ ό,τι με τον Σάιμον στην έπαυλη. Ανάθεμά τους, ήταν διαβολεμένα έξυπνοι τύποι! Μέχρι να φτάσει στα θερμοκήπια, ο Σάιμον χαμογελούσε με τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει, κυρίως επειδή πίστευε πως η Κέιτ ίσως να μην έβλεπε την αστεία πλευρά της κατάστασης μόλις καταλάβαινε γιατί κρατούσε τις αποστάσεις του. Σίγουρα δε θα το έκανε αν ένιωθε πραγματική έλξη γι’ αυτόν. «Θεέ μου, μακάρι να ήμουν το θήραμα κι όχι ο κυνηγός. Τώρα, αυτό θα αποδεικνυόταν πραγματικά ενδιαφέρον». Ένας απ’ τους κηπουρούς σταμάτησε, ενώ κλάδευε έναν χαμηλό θάμνο, για να του δείξει το τελευταίο από τα τρία θερμοκήπια, κι ύστερα επέστρεψε πειθήνια στο καθήκον του -κατά τα φαινόμενα, να κλαδεύει τον αέρα πάνω από τον περιποιημένο θάμνο. Χτύπησε ένα από τα αστραφτερά καθαρά γυάλινα φύλλα της ανοιχτής πόρτας και φώναξε το όνομα της Κέιτ. «Σταμάτα!» του φώναξε από κάπου πίσω από τις αχλαδιές, που την έκρυβαν από το οπτικό του πεδίο. «Μην προχωρήσεις. Για όνομα του Θεού, δε βλέπεις την τρύπα που χάσκει μπροστά σου;» Από τη στιγμή που κοιτούσε μπροστά του καθώς περπατούσε, όχι, δεν είχε νιώσει την ανάγκη να εξετάσει καλύτερα το κεντρικό μονοπάτι. Το έδαφος ήταν έδαφος. Όμως κοίταξε. Απείχε μόλις δύο βήματα από μια μικρού μεγέθους καταστροφή. «Ποτέ δεν μπαζώσατε την τρύπα που άνοιξε μετά την κατάρρευση της σήραγγας;» Η Κέιτ ξεπρόβαλε πίσω από τα δέντρα, στην άλλη πλευρά της μικροσκοπικής αβύσσου, πίεσε τις γροθιές πάνω στους γοφούς της και έριξε μια κλεφτή ματιά στην τρύπα. «Ο Γκίντιον ακόμη σκέφτεται αν θα συνεχίσει την εκσκαφή, ώστε να τη δια-νοίξει κι άλλο, αν και, όταν τον κατέβασαν πρώτη φορά μέσα, διαπίστωσε πως η κατάρρευση είχε καλύψει κάθε ίχνος της σήραγγας που υποθέτουμε πως υπάρχει. Ενδεχομένως να μην είναι τίποτα περισσότερο από συνέπεια των ισχυρών βροχοπτώσεων και του γεγονότος πως ο Γκίντιον διέταξε να ε~ 110 ~


κτρέψουν τη ροή του ποταμιού, ώστε να είναι πιο βολική η μεταφορά του νερού στα θερμοκήπια. Η τρύπα μάλιστα πλημμυρίζει λιγάκι όποτε βρέχει, παρ’ ότι βρίσκεται σε στεγασμένο μέρος. Θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσει ολοκληρωτικά, λέει ο Γκίντιον, κι έτσι θα χαθεί κάθε πληροφορία που μπορεί να μας προσφέρει. Ωστόσο, ίσως καταρρεύσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μας υποδείξει την κατεύθυνση του υπόλοιπου τμήματος της σήραγγας. Ο αδελφός μου ελπίζει, φυσικά, για το δεύτερο ενδεχόμενο. Ξέρεις αν έβρεξε χθες βράδυ;» Καθώς είχε μείνει ξάγρυπνος τη μισή νύχτα, προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη αυτά που ήξερε και δεν ήξερε, ο Σάιμον ήταν σε θέση να της απαντήσει. «Ναι, έβρεξε. Και, αφού ξέρεις πως το έδαφος δεν είναι και τόσο σταθερό, γιατί βρίσκεσαι εδώ;» «Επειδή συμφωνώ με τις υποψίες του Γκίντιον πως αυτό που αντικρίζουμε τώρα από κάτω μας είναι τμήμα μιας σήραγγας φτιαγμένης από ανθρώπινα χέρια. Ήλπιζα πως θα μπορούσα να εντοπίσω τη συνέχειά της κάπου αλλού εδώ μέσα». «Από ανθρώπινα χέρια; Την εποχή του πατέρα σου;» Η Κέιτ ανασήκωσε τους ώμους. Έδειχνε πανέμορφη, ντυμένη όπως ήταν με το σκούρο μπλε κοστούμι ιππασίας της, για να μην αναφέρει και τη δελεαστική μουντζούρα από χώμα στο αριστερό της μάγουλο. «Ή την εποχή του παππού μου. Ή πιθανώς ακόμη και από τις μέρες που οι πρόγονοί μας ίσως ανακατεύονταν με το λαθρεμπόριο». «Οι ευυπόληπτοι κομήτες του Σόλτγουντ λαθρέμποροι;» «Μην καμώνεσαι τον σοκαρισμένο. Το λαθρεμπόριο αποτελεί τιμημένη παραδοσιακή ενασχόληση όσο περισσότερο πλησιάζεις στην ακτή. Μήπως πίστευες πως οι Ρέντγκρεϊβ βασίζονταν αποκλειστικά στις καλλιέργειες, στην υλοτομία και τα συναφή για να χτίσουν την αυτοκρατορία τους; Υπάρχουν πολλές ένδοξες οικογένειες που η καταγωγή τους ανάγεται σε αλογοκλέφτες και λαθρέμπορους. Η Τρίξι μου είπε για έναν ανυπόφορα αλαζονικό αριστοκράτη, η πλειονότητα της περιουσίας του οποίου οφείλεται στην επιδεξιότητα του παππού του με τις σημαδεμένες τράπουλες, σύμφωνα με έγκυρες πηγές». «Σε αντίθεση μ’ εκείνους που τα κατάφεραν με δολοφονίες, δηλητηριάσεις και την περιστασιακή τραγική πτώση από τις σκάλες, για παράδειγμα. Ναι, αντιλαμβάνομαι τη διαφορά», σχολίασε ο Σάιμον, προσπαθώντας να μη χαμογελάσει. ~ 111 ~


«Μη γίνεσαι δηκτικός. Το λαθρεμπόριο μετά βίας θεωρείται έγκλημα, θα το έλεγες σχεδόν αξιέπαινη δραστηριότητα, καθώς βοηθάει τους ντόπιους να μη λιμοκτονήσουν στους χαλεπούς καιρούς. Δεν υπάρχει ούτε ένας γαιοκτήμονας από το Ντόβερ μέχρι τα βαλτοτόπια του Σάσεξ που δε θα κοιτούσε απ’ την άλλη ή θα απέρριπτε λίγες μπουκάλες γαλλικού μπράντι ή μερικές γιάρδες φλαμανδικής δαντέλας αφημένες στο κατώφλι της πόρτας του μια δυο φορές το μήνα. Ξέρεις, εν είδει ευχαριστίας, που επιτρέπει στους κοντραμπαντιέρηδες να διασχίζουν την επικράτειά του ή να αποθηκεύουν το φορτίο τους σε μια σπηλιά σε βολική τοποθεσία, μέχρι ένα καραβάνι μεταφορέων με τα άλογά τους να μεταφέρει τα πάντα στην ενδοχώρα προς τον τελικό τους προορισμό». «Άρα το εγκρίνεις;» Η Κέιτ ανασήκωσε ξανά τους ώμους της. «Το λαθρεμπόριο; Γενικά όχι. Μπορεί ν’ αποδειχθεί θανάσιμη επιχείρηση. Όμως μας αρέσει να πιστεύουμε πως οι δικοί μας λαθρέμποροι είναι πιο πολιτισμένοι. Όχι σαν κάποιες από τις αντίπαλες συμμορίες που δρούσαν κάποτε στο Κεντ». Όσο μιλούσε, ο Σάιμον κατάφερε να κάνει με προσοχή το γύρο της τρύπας και να συναντήσει την Κέιτ στην άλλη πλευρά. «Λες πως οι κοντραμπαντιέρηδες, όπως τους αποκαλείς και επίτρεψέ μου να ομολογήσω πως μένω άναυδος με το ευρυμαθές λεξιλόγιο της λαίδης μου επί του θέματος-, δρουν ακόμη στα πέριξ της έπαυλης;» «Με τα κεφάλια μας βολικά στραμμένα αλλού, ναι. Όμως ο Γκίντιον λίγο πολύ καταδίκασε την πρακτική αυτή κατά τη διάρκεια του πολέμου, οπότε κάθε ανάλογη δραστηριότητα ήταν σποραδική τα προηγούμενα χρόνια. Τη μια στιγμή φαίνεται να βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Γαλλία και την επόμενη κάνουμε ανακωχή και αποφεύγουμε τις εμπόλεμες ζώνες, καθώς ο Βοναπάρτης ψάχνει για νέες κατακτήσεις. Όμως αυτή τη φορά, με τη Γαλλία να υποτάσσει την Ισπανία, ο πόλεμος θα κρατήσει μέχρι ο Μικρός Δεκανέας να βρεθεί σ’ ένα κλουβί, σωστά; Αυτό μου είπε ο Μαξ, προτού φύγει για την Ιβηρική Χερσόνησο». «Ανησυχείς;» «Για τον Μαξ; Όχι. Μπορεί να πέφτει, αλλά πάντα στέκεται όρθιος. Το ίδιο ισχύει και για τον Γκίντιον». Αναστέναξε καθώς γύριζε την πλάτη της στη σήραγγα που είχε καταρρεύσει και κα-τευθύνθηκε προς το κεντρικό μονοπάτι. «Ο Βάλενταϊν ~ 112 ~


είναι αυτός που με ανησυχεί αρκετά και για τους τρεις τους. Έχει υπερβολικά καλή καρδιά». Ο Σάιμον χαμογέλασε καθώς την ακολουθούσε. «Κι αυτό είναι ελάττωμα;» «Για έναν Ρέντγκρεϊβ, ναι. Τον καθιστά εύκολη λεία για κάθε πικραμένο. Κάθε φορά φεύγει με το άλογό του για να βοηθήσει κάποια δήθεν άτυχη ψυχή. Ανησυχώ πως μια απ’ αυτές τις μέρες θα μπλέξει σε μπελάδες, πέφτοντας θύμα ενός ραδιούργου θηλυκού με μια σπαραξικάρδια ιστορία γεμάτη δεινά και βάσανα». Το βροντερό γέλιο του Σάιμον αιφνιδίασε κάποια πουλάκια που είχαν φτιάξει τις φωλιές τους στις δοκούς της στέγης του ψηλού οικοδομήματος. Η Κέιτ γύρισε για να τον κοιτάξει. «Δεν είναι αστείο», του είπε -ουσιαστικά τον προειδοποίησε. «Οι γυναίκες είναι από τη φύση τους ραδιούργες, τουλάχιστον άπαξ και τους επισημάνει κάποιος αυτή τους την ικανότητα». «Κι εσύ ξέρεις καλύτερα, ε;» αποκρίθηκε ο Σάιμον, καθώς συνερχόταν από την αναπάντεχη έκρηξη ευθυμίας του. «Ως μαθήτρια της γιαγιάς σου». Το χαμόγελο της Κέιτ φώτισε αργά όλο της το πρόσωπο μέχρι τα επικίνδυνα εξωτικά μάτια της. «Ακριβώς. Κανονικά, μέχρι τώρα θα ’πρεπε να τρέμεις, Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, τρομοκρατημένος με ό,τι ίσως κάνω στη συνέχεια. Ήδη κατάφερα να σε επηρεάσω τόσο ώστε να σε κάνω να πιστέψεις πως ήθελες... όχι, πως είχες ανάγκη να με φιλήσεις». «Έχεις δίκιο σ’ αυτό», είπε πλησιάζοντάς τη. Ο σατανάς είχε κυριεύσει το μυαλό του και του ήταν αδύνατον ν’ αντισταθεί. «Είσαι πολύ σίγουρη για τον εαυτό σου, έτσι δεν είναι; Μπορώ να προτείνω ένα στοίχημα;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και χώθηκε πίσω από έναν ιδιαίτερα καχεκτικό θάμνο, που ήταν ολοφάνερο ότι τον είχαν φέρει στο θερμοκήπιο, για να τον αναζωογονήσουν. «Τι είδους στοίχημα;» «Στοιχηματίζω πως, για επτά ημέρες και νύχτες, μπορώ να δείξω πλήρη αδιαφορία απέναντι σου». «Αλήθεια;» Μα το Θεό, έμοιαζε αυτάρεσκη. «Κι εγώ, με τη σειρά μου, θα στοιχηματίσω πως μπορώ να δείξω την ίδια αδιαφορία για σένα για το ίδιο χρονικό διάστημα;» «Αυτό δεν είναι και το δίκαιο; Καθώς είμαι απλώς ένας α~ 113 ~


νήμπορος άντρας, ενώ εσύ, σύμφωνα με τα λεγόμενό σου, μια γεννημένη ραδιούργα, δε θα είναι μεγάλη πρόκληση για σένα. Επομένως, το έπαθλο πρέπει να είναι αξιόλογο. Συμφωνείς;» «Δεν ξέρω», του απάντησε, ενώ ξερίζωνε νευρικά τα φυλλαράκια από ένα ταλαντευόμενο κλωνάρι, αποκαλύπτοντας άθελά της περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε. «Τι έχεις στο μυαλό σου;» Καλή ερώτηση. Ήταν τόσο προσηλωμένος στο στοίχημα, που δεν είχε σκεφτεί ακόμα τις πιθανές συνέπειές του. Και τότε η έμπνευση -ή ο σατανάς- τον έκανε να πει: «Αν και οι δυο μας αντισταθούμε στον πειρασμό, το στοίχημα ακυρώνεται σε επτά μέρες. Αν όμως τελικά μου είναι υπερβολικά δύσκολο να αντισταθώ στα θέλγητρά σου και δε συγκρατηθώ και σε φιλήσω, θα σκαρφαλώσω στην κορυφή του ψηλότερου καμπαναριού στο Χάιθ, στις δώδεκα ακριβώς το μεσημέρι, την επόμενη μέρα κιόλας, και θα τραγουδήσω όλες τις στροφές του “Ο Θεός σώζοι το Βασιλιά”». «Όλες τις στροφές; Αλήθεια;» Ο Σάιμον έβλεπε τις άκρες των χειλιών της Κέιτ να τρεμοπαίζουν, όμως κρατήθηκε και τον ρώτησε: «Κι αν χάσω εγώ;» Συνέχισε να προχωράει προς το μέρος της, διασκεδάζοντας το ειλικρινά. «Όταν ανακαλύψεις πως δεν μπορείς πια να μου αντισταθείς και με ικετεύσεις να σε φιλήσω, εννοείς;» «Αν, Σάιμον. Όχι όταν. Και μάλιστα ένα εξαιρετικά απίθανο αν». «Μα, φυσικά, τότε θα με παντρευτείς». Το στοίχημα μπορεί να τελειώσει μ' ένα φιλί, όμως αυτό που θα διαδεχόταν αναπόφευκτα αυτή τη συνθηκολόγηση μπορούσε μόνο να ολοκληρωθεί στο βωμό της εκκλησίας. «Αυτό είναι γελοίο! Δε θα συμφωνήσω με κάτι τέτοιο». Ο Σάιμον έκανε μια κομψή υπόκλιση. Την είχε πλέον στο χέρι. «Με κολακεύετε, κυρία μου, με την άρνησή σας. Προφανώς φοβάστε πως θ’ ανακαλύψετε ότι είμαι ακαταμάχητος». «Σταμάτα αυτές τις γελοίες υποκλίσεις, μοιάζεις με πίθηκο. Δε φοβάμαι πως... Δε φοβάμαι τίποτα». Ξεπρόβαλε πίσω από το θάμνο, ενώ η θέση της αποδείκνυε ολοκάθαρα το αντίθετο, και έτεινε το χέρι της. «Σύμφωνοι. Και θα τραγουδήσεις αρκετά δυνατά ώστε ν’ ακουστείς πάνω από τις καμπάνες κάθε καμπαναριού στο Χάιθ, επειδή όλες χτυπούν πάντα το μεσημέρι. Θα κουφαθείς και θα βραχνιάσεις για εβδομάδες ολόκληρες». ~ 114 ~


Της έσφιξε το χέρι για να επισφραγίσει το στοίχημα και την τράβηξε πάνω στο στήθος του. «Θαρρώ πως τ’ αυτιά και η φωνή μου δεν κινδυνεύουν. Θα είσαι πανέμορφη νύφη». «Παράτα τα, Σάιμον. Δεν πρόκειται να σε φιλήσω. Δεν το έχω ανάγκη. Ήδη κοντεύεις να χάσεις το στοίχημα. Σου συνιστώ να κάνεις εξάσκηση στους στίχους. Μετά τον πρώτο δυσκολεύουν αρκετά, απ’ όσο θυμάμαι». Έφερε το στόμα του σε απόσταση αναπνοής απ’ το δικό της, πιο κοντά στη συνθηκολόγηση απ’ όσο θα φανταζόταν ποτέ εκείνη. «Ένα φιλί πίσω από το στάβλο και πιστεύει πως είναι κυρίαρχη όλων των αντρών. Πολύ διασκεδαστικό, Κέιτ, όμως δεν το νομίζω. Παρεμπιπτόντως, έχεις μια μουντζούρα στο μάγουλό σου», της πέταξε και την άφησε ελεύθερη. «Ανυπόφορο γουρούνι! Έτσι μου ’ρχεται να...» Ό,τι κι αν σκόπευε να του κάνει η Κέιτ, ήταν κάτι που δε θα το μάθαινε ποτέ ο Σάιμον, καθώς εκείνη τη στιγμή ο Άνταμ Κόλιερ διάβηκε την είσοδο του θερμοκηπίου, φωνάζοντας: «Γιούχου! Εδώ είστε. Κοιτάχτε με... Όχι, μη! Νιώθω βαθιά ντροπιασμένος. Φοράω τα δεύτερα καλύτερα ρούχα μου και είμαι καλυμμένος πατόκορφα με σκόνη κιμωλίας. Ο βαλές μου θα καθαρίζει και θα ξεσκονίζει για ώρες. Και το χέρι μου; Κοντεύω να πάθω κράμπα από το ατελείωτο γράψιμο. Πραγματικά, Κέιτ, θα παραπονεθώ στην Τζέσικα για...» «Μην κάνεις άλλο βήμα, βλάκα!» τον διέταξε ο Σάιμον. «Ω, έλα τώρα», τιτίβισε ανόητα ο Άνταμ, καθώς περπατούσε κορδωτός προς το μέρος τους, «ίσως υπερέβαλα λιγάκι. Δεν είμαι και τόσο χάλια. Βλέπετε, παρ’ όλο που οι δαντελένιες μανσέτες μου δεν... Αααχ!» Ο Σάιμον και η Κέιτ έτρεξαν προς την τρύπα. «Υποθέτω πως δεν πέρασε απ’ το μυαλό κανενός να καλύψει την τρύπα με στέρεες σανίδες;» σχολίασε ο Σάιμον καθώς πλησίαζαν. «Οι πόρτες παραμένουν κλειστές και κλειδωμένες», αντέτεινε η Κέιτ. «Τον περισσότερο καιρό. Είναι καλά;» Ο Σάιμον ήταν σίγουρος πως ο λάκκος είχε βάθος γύρω στα τριάμισι μέτρα, όμως τουλάχιστον η προσγείωση του νεαρού έγινε στα μαλακά, χάρη στη λάσπη. «Άνταμ! Άνταμ! Μπορείς να βάλεις μια φωνή;» «Τι... τι συνέβη; Τη μια στιγμή ήμουν... και μετά ήμουν... Ω, Θεέ μου! Είμαι μέσα σε μια τρύπα! Τι κάνω μέσα σε μια τρύπα; Μπλιαχ! Είναι βρεγμένα εδώ κάτω και τα πανέμορφα πα~ 115 ~


πούτσια μου έχουν βουλιάξει στις λάσπες. Καταστράφηκαν!» «Αυτό τουλάχιστον είναι καλό νέο», μουρμούρισε η Κέιτ καθώς κοιτούσε κάτω στο σκοτεινό χάσμα. «Θα χρειαστεί να σκαρφαλώσεις για να βγεις, Άνταμ. Μείνε εκεί μέχρι να βρω κάποιον να φέρει ένα σχοινί». «Πού θα μπορούσε να πάει;» ειρωνεύτηκε ο Σάιμον, σκυμμένος με τα χέρια του ακουμπισμένα στα γόνατα. Οι άκρες του λάκκου ήταν περισσότερο λάσπη παρά στέρεο έδαφος, ενώ ο πυθμένας του μάλλον -δεν μπορούσε να είναι βέβαιος, εξαιτίας της σκιάς που έριχναν οι αχλαδιές- είχε περίπου εξήντα πόντους νερό. «Ίσως θα ’πρεπε να βιαστείς λιγάκι». Ακούστηκε ένα πλατσούρισμα, που το διαδέχτηκε μια σειρά από βηξίματα και φτυσίματα και μια ηχηρή έκκληση από τον Άνταμ να μην τον αφήσουν να πνιγεί. «Τότε μείνε ακίνητος, άνθρωπέ μου, και σταμάτα να χοροπηδάς γύρω γύρω», τον συμβούλευσε ο Σάιμον, βγάζοντας το σακάκι του. «Το έδαφος εκεί κάτω δεν είναι και τόσο σταθερό. Δε θέλεις να δώσεις μια και να χαλαρώσεις κάτι». «Να χαλαρώσω τι; Δεν... δεν εννοείς... Θεέ μου, πρέπει να με βγάλεις από δω μέσα!» Ο Σάιμον ξάπλωσε στο έδαφος, απλώνοντας το ένα χέρι του μέσα στην τρύπα. «Άνταμ! Άνταμ! Σταμάτα να τσιρίζεις σαν αρνί κολλημένο στη λάσπη κι άκουσέ με. Είτε θα μείνεις ακίνητος μέχρι να γυρίσει η Κέιτ μ’ ένα σχοινί και βοήθεια είτε θα χαλαρώσεις και θα προσπαθήσεις να σκαρφαλώσεις με τα χέρια και τα πόδια σου να στηρίζονται πάνω στα βράχια που βλέπω να προεξέχουν, μέχρι να μπορέσεις να πιάσεις το χέρι μου και να σε τραβήξω έξω. Μπορείς να το κάνεις αυτό; Θεέ και Κύριε, κοίτα από ποιον ζητάω να βοηθήσει τον εαυτό του! Άνταμ, ξέχνα ό,τι είπα. Σου συνιστώ να περιμένεις την Κέιτ». «Όχι! Θα το κάνω. Δεν αντέχω εδώ μέσα ούτε λεπτό! Βλέπω το μανίκι σου. Μπορώ να το φτάσω, μπορώ. Θα κάνω απλώς αυτό που λες και θα χώσω τα χέρια και τα πόδια μου μέσα σ’ αυτή την απαίσια λάσπη...» «Όχι στη λάσπη! Στα βράχια, μπουμπούνα, δεν μπορεί να αντέξει το βάρος σου η λάσπη!» «Μα, το κάνει! Κοίτα! Κοίτα με, σκαρφ...» Το έδαφος στο χείλος της τρύπας όπου ήταν ξαπλωμένος ο Σάιμον υποχώρησε μονομιάς κατά ένα μέτρο, κάνοντάς τον να γλιστρήσει μέσα στο χάσμα. Θα είχε προσγειωθεί με το κε~ 116 ~


φάλι στη λάσπη, αν δεν είχε καταφέρει εγκαίρως να γυρίσει το σώμα του με όλη του τη δύναμη. Ο τοίχος του βρεγμένου, πατικωμένου χώματος παγίδευσε το κορμί του, όχι όμως και το δεξί του χέρι, το κεφάλι και τους ώμους του. Πάλεψε να καθαρίσει το πρόσωπό του από τις λάσπες και προσπάθησε να κοιτάξει γύρω του στο σκοτάδι. «Άνταμ Κόλιερ, πού στο διάβολο είσαι;» «Εδώ πάνω!» φώναξε θριαμβευτικά ο νεαρός από το καινούριο χείλος του χάσματος, που τώρα είχε αλλάξει κατά πολύ σχήμα. «Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον. Όταν η πλευρά σου κατέρρευσε, δημιούργησε ένα βολικό μονοπάτι για να φτάσω στην κορυφή. Βγήκα από δω μέσα στο άψε σβήσε, μολονότι τα ρούχα μου έχουν πλέον καταστραφεί ανεπανόρθωτα. Γιατί δεν βγαίνεις κι εσύ τώρα; Δεν μπορεί να σου αρέσει εκεί κάτω». Ο Σάιμον κοίταξε την άλλη άκρη του λάκκου, που είχε πάρει ένα περίεργο σχήμα έγκαιρα ώστε να δει ένα νέο κομμάτι λάσπης να αποκολλάται αργά απ’ το υπόλοιπο τοίχωμα, λες και υποτασσόταν στη λεπίδα ενός τεράστιου μαχαιριού, και να γλιστράει σιγά σιγά μέσα στο χάσμα, που βάθαινε ανησυχητικά. Ο Ανταμ σκαρφάλωσε έξω, ψηλά και πάνω από τη λάσπη που είχε παρασύρει τον Σάιμον κάτω... επομένως πατώντας πάνω στον ίδιο τον Σάιμον. Όμως το «μονοπάτι» που χρησιμοποίησε ο νεαρός είχε επίσης εξαφανιστεί. Ο Ανταμ Κόλιερ δε θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος δημόσιος κίνδυνος ακόμα κι αν το έβαζε σκοπό με το ανύπαρκτο μυαλό του! «Αν βγω από εδώ μέσα ζωντανός, θα στραγγαλίσω τούτο τον κοκορόμυαλο ηλίθιο», γκρίνιαξε πνιχτά ο Σάιμον, προσπαθώντας να ελευθερώσει το σώμα του. Αλλο ένα τμήμα του τοιχώματος κατέρρευσε, λες και η τρύπα προσπαθούσε να γεμίσει μόνη της, σφηνώνοντας κι άλλο μέσα στη λάσπη το στήθος και τα πόδια του. Δεν του επιτρεπόταν να πανικοβληθεί. Ο πανικός ήταν εχθρός του. «Πού είναι η Κέιτ, να πάρει;» ρώτησε. Όμως το έκανε χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να μην αναπνέει βαριά. Το πρόσωπο της Κέιτ εμφανίστηκε στην άκρη της τρύπας. «Σάιμον; Για όνομα του... Τι κάνεις εκεί κάτω;» Κάποιος κράτησε ένα φανάρι πάνω από το χάσμα -που ήταν πλέον σίγουρα ένα βαθύ χάσμα-, φωτίζοντας τα τοιχώματα της λάσπης και τον Σάιμον, ο οποίος ήταν ως επί το πλείστον ~ 117 ~


θαμμένος μέσα της. Τριγύρω υπήρχαν σάπια δοκάρια που προεξείχαν από τα τοιχώματα. Ο Γκίντιον είχε δίκιο όταν πίστευε πως η υποχώρηση του εδάφους οφειλόταν στην κατάρρευση μιας σήραγγας. Φυσικά υπήρχε καλύτερος τρόπος να εξακριβώσουν αυτό το γεγονός από το να κουτρουβαλήσει με το κεφάλι μέσα στην τρύπα. «Μην αφή σεις κανέναν ν’ αρχίσει να βαριοπατάει εκεί πάνω, Κέιτ. Κάθε κίνηση φαίνεται πως κάνει τμήματα των τοιχωμάτων να καταρρέουν πάνω μου». «Θεέ μου, Θεούλη μου!» «Δε βοηθάς και πολύ, Κέιτ», της επισήμανε, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση, δε γινόταν να το αγνοήσει. Αν το έδαφος συνέχιζε να γλιστράει και να πέφτει μέσα στη λάσπη και στο νερό, σύντομα θα σκεπαζόταν ολόκληρος. Ίσως μπορούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη πως θα υπήρχαν πάντα λουλούδια στον τάφο του... «Το ξέρω. Όμως είμαι εντάξει τώρα, Σάιμον. Χρειαζόμαστε κι άλλο σχοινί και φτυάρια. Και μερικές γερές σανίδες. Πρέπει να υποστυλώσουμε τα τοιχώματα του λάκκου. Κάποιος να τα φέρει τώρα! Όμως πρώτα στερεώστε κάπου αυτό το σχοινί. Κατεβαίνω κάτω». «Ο πρώτος άντρας εκεί πάνω που θα υπακούσει σ’ αυτή την τελευταία ανοησία είναι νεκρός!» φώναξε ο Σάιμον και προσευχήθηκε η φωνή του να μην προκαλούσε κι άλλη κατολίσθηση. Τα πράγματα έδειχναν πως σύντομα θα θαβόταν κάτω από καφετιά, εξαιρετικά βαριά κομμάτια χώματος. «Δεν είσαι σε θέση ν’ απειλείς κανέναν, λόρδε μου», του είπε η Κέιτ. «Πέτα ψηλά το σχοινί και πάνω απ' αυτό το δοκάρι στη στέγη, Λίαμ, και μετά ασφάλισε τη μια άκρη του γύρω από τη δοκό στήριξης δίπλα σου. Κάν’το!» Ο Σάιμον έμεινε να παρακολουθεί κατάπληκτος την Κέιτ να βγάζει το σακάκι της, αποκαλύπτοντας τη λευκή μεταξωτή καμιζόλα της με το δαντελένιο στρίφωμα, και να του το πετάει κάτω στην τρύπα. «Πιάσ’ το, Σάιμον, κάν’ το κουβάρι και προσπάθησε να το βάλεις πίσω από το κεφάλι σου». Λίγες στιγμές αργότερα ένα σχοινί αιωρούνταν καταμεσής του λάκκου. Η Κέιτ άρπαξε με μια ριψοκίνδυνη κίνηση το ταλαντευόμενο σχοινί και ρίχτηκε στον αέρα, τυλίγοντας τα πόδια της γύρω ~ 118 ~


του, υποβοηθούμενη από το γεγονός ότι η φούστα ιππασίας της είχε ένα σκίσιμο ανάμεσα στα πόδια. Χαμήλωσε το κορμί της, το ένα χέρι μετά το άλλο, μέχρι που οι μπότες της βυθίστηκαν στη λάσπη. Ο Σάιμον δε θα το παραδεχόταν με τίποτα, αλλά δε θυμόταν να είχε νιώσει ποτέ άλλοτε τόσο χαρούμενος που έβλεπε άλλον άνθρωπο στη ζωή του. «Φέρνουν κι άλλους άντρες, κι άλλα φτυάρια», είπε η Κέιτ καθώς τραβούσε χωρίς πολλά-πολλά το σακάκι πίσω απ’ το κεφάλι του και το στερέωνε γύρω από το λαιμό και τους ώμους του. «Ορίστε, αυτό θα βοηθήσει για λίγο». Ύστερα σύρθηκε πάνω στη λάσπη, τραβώντας με δύναμη το κεφάλι του προτού το ακουμπήσει πάνω στο μηρό της, ενώ καθόταν δίπλα του. «Πρέπει να κρατήσουμε το κεφάλι σου έξω από τη λάσπη μέχρι να μπορέσουμε να βγάλουμε και το υπόλοιπο σώμα σου. Ειλικρινά, Σάιμον, πώς κατάφερες να κάνεις κάτι τόσο ανόητο;» «Εξάσκηση», μουρμούρισε, ανακουφισμένος που δεν του είχε σπάσει το λαιμό. Ποιος να το ’ξερε πως ήταν τόσο δυνατή; Ή μήπως ήταν καθαρή αποφασιστικότητα; «Θέλει εξάσκηση. Νομίζω πως αυτό ήταν, όσο κατέρρευσαν τα τοιχώματα του λάκκου, κατέρρευσαν». «Είσαι ειδικός και στις κατολισθήσεις τώρα;» τον ρώτησε, παραμερίζοντας τα βρεγμένα μαλλιά από το πρόσωπό του. «Αυτό κι αν είναι ευχής έργον. Με καθησυχάζεις απίστευτα, αν και σίγουρα δεν εξηγεί το πώς σε άφησα να στέκεσαι ασφαλής εκεί πάνω και τώρα βρίσκεσαι εδώ κάτω». Ανασήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε μέσα στα ολοφάνερα ανήσυχα μάτια της. «Είσαι υπέρμαχος της άποψης “κλότσα τον όταν έχει σωριαστεί”, ε; Να το έχω στα υπόψη». «Και κάνεις και αστεία όταν τα πράγματα είναι τόσο δύσκολα όσο δεν πάει άλλο. Να το έχω κι εγώ στα υπόψη». Τράβηξε ξανά το σακάκι της, το έκανε κουβάρι και το στερέωσε πίσω από το κεφάλι του, καθώς απομάκρυνε το μηρό της. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα με το κεφάλι σου πάνω στο πόδι μου και θέλω να προσπαθήσω να σε βγάλω κάπως από τη λάσπη όσο περιμένουμε». «Πολύ παράξενο. Μπορώ να φανταστώ ένα σωρό πράγματα που θα μπορούσα να κάνω με το κεφάλι μου πάνω στο μηρό σου, όμως μάλλον δεν είναι ούτε ο κατάλληλος τόπος ούτε ο κατάλληλος χρόνος για να τα απαριθμήσω». ~ 119 ~


«Δεν είμαι σίγουρη τι σημαίνει αυτό, Σάιμον, όμως ως άντρας που μπορεί και να του έχουν απομείνει μονάχα λιγοστές πολύτιμες ανάσες, θα ήθελες ίσως να αναλογιστείς το ενδεχόμενο να ξεστομίσεις κάτι πιο βαθύ;» «Παντρέψου με», είπε αμέσως, απορώντας από πού είχαν ξεπηδήσει αυτές οι λέξεις. Πρέπει να είχε χτυπήσει σε κάποιο βράχο κατά τη διάρκεια της κατολίσθησης. Θεέ μου, μετά βίας την ήξερε. Ήδη έσκαβε στη λάσπη με τα χέρια της, προσπαθώντας να φτάσει το αριστερό του χέρι, και έπειτα άρχισε να του το τραβά, σαν να ήθελε να του εξαρθρώσει τον ώμο. «Πρώτα θα ’πρεπε να σε φιλήσω, κι αυτό σημαίνει πως θα έχανα την παράστασή σου στο καμπαναριό της εκκλησίας. Ποτέ δε θα το έκανα αυτό. Ειδικά από τη στιγμή που σκέφτομαι ήδη κάτι που ο Βάλενταϊν αποκαλεί παράπλευρο στοίχημα, ώστε να κερδίσω ένα πουγκί χρυσά νομίσματα». Ο Σάιμον κανονικά θα ένιωθε πληγωμένος απ’ αυτό το σχόλιο, όμως τον ενδιέφερε υπερβολικά ο τρόπος που η καμιζόλα της έχασκε ανοιχτή καθώς συνέχιζε το φιλόπονο έργο της, σκάβοντας με τα δυο της χέρια. Παράξενο. Όπως φαινόταν, ακόμα και τα αρσενικά στα πρόθυρα του να καταπιούν μια θανάσιμη δόση λάσπης ήταν δυνατόν να σαγηνευτούν από μια φευγαλέα ματιά στις απαλές καλλίγραμμες καμπύλες του πιο αδύναμου φύλου. «Τώρα τράβα, Σάιμον, τράβα το. Ορίστε! Και τα δυο σου χέρια είναι ελεύθερα πια. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να διακινδυνεύσουμε να φέρουμε εδώ κάτω κι άλλους ανθρώπους ή φτυάρια. Μπορούμε να περάσουμε το σχοινί κάτω από τα χέρια σου και να σε τραβήξουμε έξω. Ευφυές, σωστά;» «Εκπληκτικά ευφυές, θα έλεγα. Όμως τώρα μπορώ να περάσω μόνος μου το σχοινί γύρω μου, οπότε θα τραβήξουν εσένα πρώτη». «Μη λες βλακείες. Τι θα γίνει αν, καθώς με τραβάνε, γλιστρήσει κι άλλη λάσπη εδώ κάτω;» «Και τι θα γίνει αν, καθώς τραβάνε εμένα, γλιστρήσει κι άλλη λάσπη εδώ κάτω;» αντέταξε εκείνος. «Δεν είσαι σε θέση να διαφωνείς, ξέρεις. Επιπλέον, μπορώ να σταθώ όρθια και να κρατηθώ από το σχοινί αν συμβεί κάτι τέτοιο. Εσύ είσαι ακόμη μισοθαμμένος στη λάσπη, σαν το γουρούνι στο χοιροστάσιο. Α, να τοι, επέστρεψαν». Σήκωσε ~ 120 ~


το κεφάλι της καθώς άλλο ένα σχοινί χαμήλωνε πλάι στο πρώτο. «Τράβα το ξανά πάνω, Λίαμ, και φτιάξε έναν απ’ αυτούς τους συρόμενους κόμπους στην άκρη του. Ξέρεις... σαν θηλιά;» «Μόνο αν σχεδιάζεις να τη σφίξεις γύρω απ’ το λαιμό του». Το κεφάλι και οι ώμοι του Βάλενταϊν φάνηκαν κάτω από το φως του φαναριού. «Ετσι προσέχεις την αδελφή μου, Ρέιβενσμπιλ;» Η Κέιτ έριξε ένα βιαστικό, ερωτηματικό βλέμμα στον Σάιμον. «Για τι πράγμα μιλάει;» Ο Σάιμον συνειδητοποίησε πως ένα κατάφωρο ψέμα φαινόταν πιο ασφαλές αυτή τη στιγμή. «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Κοίτα, να τη η θηλιά. Δε θέλω να σας πιέσω, λαίδη Κάθριν, όμως ίσως θα έπρεπε να βιαστούμε να φύγουμε από αυτό το όμορφο μέρος. Υπάρχουν υπερβολικά πολλοί άνθρωποι όρθιοι εκεί πάνω, κοντά στο χείλος, ώστε να νιώθω άνετα εδώ κάτω». «Θα μου δώσεις μια απάντηση μόλις βγούμε από δω μέσα». Η Κέιτ κατόρθωσε, με την περιορισμένη βοήθεια του Σάιμον, να ασφαλίσει τη χοντροκομμένη «θηλιά» κάτω από τις μασχάλες του. Κοίταξε ψηλά προς το χείλος του λάκκου. «Τραβήξτε!» Το σχοινί τεντώθηκε και ο Σάιμον αποχαιρέτησε νοερά τις ολοκαίνουριες ψηλές μπότες του, καθώς ξέθαβαν το σώμα του αργά, και όχι ανώδυνα, με το μείγμα της λάσπης και του νερού να κάνουν έναν αρρωστημένο ήχο, σαν να μην ήθελαν να τον αφή σου ν ελεύθερο. Ταυτιζόταν απόλυτα με κάθε φτωχοδιάβολο που είχε βρεθεί τεντωμένος στην κλίνη του Προκρούστη. Την ίδια στιγμή η Κέιτ πάσχιζε να σηκωθεί όρθια, με τη φούστα ιππασίας της βουτηγμένη στη λάσπη, που λέρωνε κατά τόπους και το υπόλοιπο σώμα της. Παρ’ όλα αυτά, ήταν η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου. Ειδικά αφού το χαμόγελό της το έλεγες σχεδόν θριαμβευτικό. Ο Σάιμον άφησε το σχοινί, την άρπαξε και την κόλλησε άγρια πάνω του, με τα χέρια του σαν ατσάλινες τανάλιες γύρω απ’ τη μέση της. «Τύλιξε τα χέρια και τα πόδια σου γύρω μου, Κέιτ. Τώρα! Και μετά κρατήσου γερά». «Σάιμον, όχι! Δεν μπορείς ν’ αντέξεις το βάρος μου. Το σχοινί ίσως σπάσει. Άσε με!» Όμως ο Βάλενταϊν μοίραζε ψύχραιμος διαταγές καθώς πλέον εκείνος κρατούσε το φανάρι πάνω από την άκρη του λάκ~ 121 ~


κου. «Τραβήξτε το σχοινί αργά, το ’να χέρι μετά το άλλο, άντρες. Με το πρόσταγμά μου. Τραβήξτε... Σταματήστε. Τραβήξτε... Σταματήστε. Ξανά. Τραβήξτε... Περιμένετε, στριφογυρνάνε σαν σβούρες εκεί κάτω». Άπλωσε το χέρι να πιάσει το σχοινί και, με κάποιο τρόπο, το σταθεροποίησε. «Ωραία, πάμε ξανά. Τραβήξτε... Σταματήστε. Άλλη μια φορά και το ’χουμε, αγόρια μου. Τραβήξτε... Σταματήστε!» Κάποιος άρπαξε την Κέιτ από τα χέρια του Σάιμον με το που τα κεφάλια τους ξεπρόβαλαν πάνω από το χείλος του λάκκου, αφήνοντάς τον να αιωρείται και να ταλαντεύεται σαν ρολόι που κρέμεται από την αλυσίδα του. Όμως ήταν μια χαρά, γιατί η Κέιτ ήταν πλέον ασφαλής. Προτού το καταλάβει, ο Βάλενταϊν άρπαξε με μια λαβή το δερμάτινο παντελόνι του στο κέντρο της μέσης του. Με ένα σβέλτο, βίαιο τράβηγμα του υφάσματος προς τα πάνω, που θα μπορούσε να είχε επιφέρει ένα θανάσιμο πλήγμα στον ανδρισμό του Σάιμον, ο Βάλενταϊν τον σήκωσε ψηλά, πάνω από το χείλος του χάσματος με το ένα χέρι, καθώς οι άντρες τραβούσαν άλλη μια φορά το σχοινί, μέχρι που ο Σάιμον ήταν ένα λασπωμένο κουβάρι ξαπλωμένο μπρούμυτα, τουλάχιστον τρία μέτρα μακριά από τον πιθανό τάφο του, ενώ αναρωτιόταν αν του επιτρεπόταν να κλαψουρίσει απροκάλυπτα. «Τι στο διάβολο κάνατε εκεί κάτω;» φώναξε ο Βάλενταϊν, που ήταν ολοφάνερα κυριευμένος από φόβο για την αδελφή του, πιθανώς και θυμό. Παρ’ όλο που, όπως η Κέιτ, ήταν αξιοσημείωτα ψύχραιμος όσο συντόνιζε τη διάσωση. «Η μια πλευρά της τρύπας κατέρρευσε όταν ο Σάιμον στεκόταν πάνω της, προσέχοντας τον Άνταμ μέχρι να φέρω βοήθεια», εξήγησε η Κέιτ, ενώ καθόταν στο έδαφος, με τα γόνατά της λογισμένα και τα χέρια της να στηρίζονται πάνω τους. Έμοιαζε λες και το σθένος που είχε δείξει όσο βρισκόταν στο λάκκο την είχε εγκαταλείψει. Ο Σάιμον συμμεριζόταν αυτό το συναίσθημα. Ένιωθε αδύναμος, μάλλον εξαιτίας του βάρους όλης αυτής της λάσπης πάνω στα πόδια και στο στήθος του. «Ο Ανταμ; Τι σχέση έχει;» «Ίσως αν έπαυες να φωνάζεις, να μπορούσαμε να σου πούμε», του επισήμανε κάπως εριστικά η αδελφή του. Ο Σάιμον αναστέναξε και προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Ψυχωμένη ως το κόκαλο, αυτή ήταν η Κέιτ του. Ακόμα κι όταν θα έπρεπε να κρατάει κλειστό το στόμα της. ~ 122 ~


«Κοίτα, Βαλ», άρχισε να λέει, αλλά ύστερα άπλωσε βιαστικά το χέρι του για να στηριχτεί σ’ ένα δοκάρι. Κρατήθηκε με προσοχή απ’ αυτό καθώς χαμήλωνε σε καθιστή θέση στο χώμα. «Ο Άνταμ έπεσε μέσα και τον ακολούθησα γλιστρώντας στο λάκκο, όταν το έδαφος όπου στεκόμουν υποχώρησε, αλλά τώρα βγήκαμε». «Εντάξει», είπε ο Βάλενταϊν, περνώντας το χέρι του μέσα απ’ τα μαλλιά του. «Βγήκατε. Δε χρειάζεται να μου πεις γιατί η Κέιτ ήταν εκεί κάτω. Είναι του χαρακτήρα της να θέλει να παίζει την ηρωίδα. Όμως, πού είναι ο Άνταμ; Θεέ μου, λες πως...» «Με συγχωρείτε, κύριε», παρενέβη ο Λίαμ, «αλλά ο νεαρός πήγε να κάνει μπάνιο ή τουλάχιστον έτσι μου είπε καθώς με προσπερνούσε ακροπατώντας, ενώ έφερνα κι άλλο σχοινί για να βγάλουμε το μιλόρδο. Πρέπει να ξεθάψω τα γελοία κόκκινα παπούτσια του, μου είπε, και μετά μπορώ να τα πάρω για δικά μου αν θέλω. Αλλά, να με συγχωράτε κύριε, γιατί νομίζει τούτος ο τρελάρας ότι μπορεί να τα θέλω;» «Έφυγε όμορφα κι ωραία να κάνει το μπάνιο του όσο πνιγόμουν στη λάσπη», είπε ο Σάιμον, κουνώντας το κεφάλι του. «Τέτοιος ναύτης δε θα ’θελα να φυλάει τα νώτα μου στη μάχη. Θα δεχόμουν μια σπαθιά στο λαρύγγι όσο αυτός ο μπουμπούνας θα χρησιμοποιούσε το μαχαίρι του για να κόψει τα νύχια του». Και τότε, συνέβη το πιο παράξενο πράγμα. Ο ήχος ξεκίνησε σαν ένα αδύναμο γελάκι, όμως γρήγορα μετατράπηκε σε πραγματικό γέλιο -που συνοδευόταν από ρουθουνίσματα, διόλου πρέποντα για μια κυρία. Η Κέιτ γελούσε. Γελούσε τόσο δυνατά, ώστε έγειρε την πλάτη της πάνω στο πόδι ενός κοντινού πάγκου εργασίας. «Κέιτι; Κέιτι, κοριτσάκι μου;» ρώτησε ο Βάλενταϊν, γονατίζοντας μπροστά της. «Είσαι καλά, γλυκιά μου;» «Είμαι... είμαι μια χαρά. Πραγματικά. Πέρασε τώρα», του αποκρίθηκε και ξέσπασε σε αναφιλητά. Ο αδελφός της τη σήκωσε στην αγκαλιά του κι έθαψε το κεφάλι της πάνω στον ώμο του, με τα λασπωμένα χέρια της αγκιστρωμένα σφιχτά γύρω απ’ το λαιμό του. Ο Βάλενταϊν στράφηκε και αγριοκοίταξε τον Σάιμον. «Εσύ κι εγώ θα τα πούμε αργότερα». Καθώς όλοι οι υπηρέτες, εκτός από τον Λίαμ, έσκυψαν το κεφάλι τους και βγήκαν έξω βιαστικά, εμφανώς αμήχανοι ~ 123 ~


που βρίσκονταν εκεί, ο Σάιμον τράβηξε μια μάζα ξεραμένης λάσπης από τα μαλλιά του και την έριξε προς την κατεύθυνση του λάκκου. «Ναι. Πάω στοίχημα πως θα τα πούμε». Ο Λίαμ κρυφογέλασε, φανερά ενθουσιασμένος. «Φύγε, αγόρι μου. Θα είμαι μια χαρά μόνος μου». «Μα, μιλόρδε, έχετε τα χάλια σας. Και δε φοράτε μπότες. Να με συγχωράτε δηλαδή». «Δεν υπάρχει ανάγκη για συγνώμες. Στάσου. Υπάρχει καμιά αντλία νερού εδώ κοντά;» «Όχι, μιλόρδε. Όμως το ποτάμι είναι λιγάκι παραέξω. Κι έχει δέντρα ολόγυρά του, αν έπιασα σωστά τι εννοείτε». «Το έπιασες. Στείλε το βαλέ μου, σε παρακαλώ, και πες του να φέρει σαπούνι και αρκετά ρούχα για να με ντύσει». «Η κυρία Τζάστις θα χαρεί μ’ αυτό, μιλόρδε. Ο κύριος Άνταμ και η λαίδη φέρνουν ήδη αρκετές λάσπες μέσα στο σπίτι ώστε να τη βουρλίσουν για τα καλά». «Ναι, είμαι προνοητικός άνθρωπος. Α, και πες στον υπηρέτη μου να μου φέρει ένα μπουκάλι αλκοόλ. Χωρίς πώμα. Δε χρειάζομαι ποτήρι. Κάν’ τα δύο τα μπουκάλια». «Ναι, κύριε μιλόρδε!» Μόλις έφυγε ο υπηρέτης, ο Σάιμον κατόρθωσε να στηριχτεί στα χέρια και τα γόνατά του, σκεπτόμενος πως μόνο έτσι θα κατάφερνε να σηκωθεί κανονικά όρθιος. Τότε ήταν που το είδε. Όταν τον ελευθέρωσαν από το λάκκο, φαίνεται πως κάτι μέσα στη λάσπη, που είχε κολλήσει πάνω του, σύρθηκε μαζί του έξω και τώρα ήταν μισοθαμμένο στο χώμα δίπλα του. «Δεν μπορεί», μονολόγησε καθώς στράφηκε προς την κατεύθυνση αυτού που ήταν ήδη σίγουρος πως ήταν ένα ανθρώπινο χέρι σε ενδιάμεσο στάδιο σήψης.

~ 124 ~


Κεφάλαιο 8

Μόνο μετά το δεύτερο μπάνιο της ένιωσε επιτέλους η Κέιτ τόσο καθαρή όσο και ζεστή, ενώ κουλουριαζόταν κάτω από τα σκεπάσματά της, φορώντας την καμιζόλα της, μιας και η Κονσουέλα την είχε διατάξει να κοιμηθεί για λίγο. Ποιος να το ’ξερε πως η λάσπη ήταν τόσο κρύα; 'Ισως όμως το κρύο είχε γεννηθεί μέσα της και χρειαζόταν να βρει το δρόμο του προς τα έξω. Όταν κοίταξε πάνω από το χείλος της πλευράς του λάκκου που είχε καταρρεύσει και είδε τον Σάιμον θαμμένο ίσαμε το στήθος στη λάσπη, ο κόσμος άρχισε να γυρίζει σαν σβούρα και νόμισε ότι θα λιποθυμούσε. Είχε διαβάσει και είχε ακούσει για καταρρεύσεις σηράγγων, για το πώς η ρευστή γη κατάπινε τους άντρες που αφήνονταν εκεί, καθώς θα ήταν υπερβολικά επικίνδυνο να αποπειραθούν να τους ξεθάψουν για μια σωστή κηδεία. Ήλπιζε πως ο Σάιμον δεν το ήξερε αυτό, όμως ήταν αρκετά βέβαιη πως το ήξερε. Πόσο γενναίο ήταν εκ μέρους του που προσπάθησε να της αποσπάσει την προσοχή, που ανησυχούσε για εκείνη -ακόμα και το ότι κοίταξε κλεφτά το στήθος της όταν πίστευε πως δεν τον έβλεπε-, ενώ βρισκόταν μονάχα λίγα εκατοστά λασπερού νερού από ένα φρικτό θάνατο. Χρειάστηκε κάθε ίχνος σθένους που είχε η Κέιτ μέσα της για να διατηρήσει το γαλήνιο προσωπείο της και να συνεχίσει να σκέφτεται, να πράττει, να ανασκαλεύει τη λάσπη, ώστε να την κρατήσει μακριά από το πρόσωπό του. Μπορεί να το είχε βάλει σκοπό να μάθει όλα όσα μπορούσε για τις σπηλιές και τις σήραγγες στη διάρκεια των περασμένων εβδομάδων, ώστε να τη βοηθήσουν στην έρευνά της για τα ημερολόγια, όμως τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει επαρκώς για την εικόνα των στρωμάτων της λάσπης, που αποκολλού~ 125 ~


νταν σαν σχεδόν συμπαγείς πλάκες, η μια μετά την άλλη, από τα τοιχώματα του λάκκου και έπεφταν στον πυθμένα, πάνω στον Σάιμον Ρέιβενσμπιλ. Η Κέιτ γνώριζε ήδη πως η ύπαρξη ενός δικτύου τεχνητών σηράγγων, που εκτείνονταν από την ακτογραμμή μέχρι και οκτώ χιλιόμετρα μέσα στην ενδοχώρα, τις οποίες οι λαθρέμποροι χρησιμοποιούσαν ως κρυψώνες για τα προϊόντα και τα άλογά τους, προκειμένου να αποφύγουν τους φοροεισπράκτορες του βασιλιά, ήταν περισσότερο παραμύθι παρά γεγονός. Όχι σ’ αυτή την περιοχή της Αγγλίας. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους ήταν ασταθές για την κατασκευή σηράγγων ακόμα και οι σπηλιές κοντά στην ακτογραμμή συχνά πλημμύριζαν στη διάρκεια της παλίρροιας. Όταν έσκαβες σε βραχώδες έδαφος είχε την τάση να ολισθαίνει, ενώ όταν προσπαθούσες να διανοίξεις ένα τούνελ κάτω από τον υδροφόρο ορίζοντα, είχε συνήθως ως δυσάρεστο αποτέλεσμα περισσότερες κατολισθήσεις παρά ένα νικηφόρο θαύμα της μηχανικής. Υπήρχαν λιγοστές μακροπρόθεσμες επιτυχίες στον τομέα της κατασκευής τεχνητών σηράγγων ή λαξευμένων σπηλαίων. Εκτός κι αν κάποιος ήξερε από πρώτο χέρι την τοποθεσία τους ή είχε ένα χάρτη τους, οι είσοδοι σε αυτές τις επιτυχίες ήταν όλες έξυπνα καμουφλαρισμένες και ήταν σχεδόν αδύνατον να ανακαλυφθούν. Πριν από λίγα χρόνια ωστόσο είχαν βρει την είσοδο μιας σήραγγας κάτω από την Αγία Τράπεζα της εκκλησίας ενός χωριού. Ο Γκίντιον της τα είχε εξηγήσει όλα αυτά όταν η γη άνοιξε πρώτη φορά στα δυο μέσα στο θερμοκήπιο. Όταν είχε εκτρέφει τη ροή του ποταμιού, το νερό πρέπει να είχε βρει δίοδο γύρω και πάνω από το ασταθές βραχώδες υπέδαφος, μέχρι που βρήκε ένα μέρος για να συγκεντρωθεί, εξασθενώντας την υποστήριξη σε ένα τμήμα της σήραγγας, έως ότου μια καταιγίδα πλημμύρισε το υπέδαφος με τόσο νερό ώστε να προκαλέσει την κατάρρευσή της. Είχαν ήδη ξεκινήσει έργα αποκατάστασης της κοίτης του ποταμού στην πορεία που είχε σχεδιάσει εξαρχής η φύση, όμως ήταν προφανές πως το νερό ακόμη κατάφερνε να βρίσκει το δρόμο του και να συσσωρεύεται κάτω από το θερμοκήπιο. Ο Βάλενταϊν, αφού βεβαιώθηκε πως η Κέιτ ήταν μια χαρά και την κατσάδιασε που ήταν τόσο ανόητα γενναία, είχε ήδη διατάξει -και στο διάβολο τα σχέδια και οι ελπίδες του Γκί~ 126 ~


ντιον- να μπαζώσουν το λάκκο με βράχια και χαλίκι, αρχής γενομένης από την επομένη το πρωί, ειδάλλως θα ζητούσε το λόγο που δεν είχαν εισακουστεί οι διαταγές του. Ο Βάλενταϊν ήταν τόσο αξιαγάπητος όταν γινόταν προστατευτικός. Δεν ήταν άξιο απορίας που οι πάντες ζητούσαν τη βοήθειά του... Ακούστηκε ένα ανάλαφρο χτύπημα στην πόρτα και η Κονσουέλα μπήκε φουριόζα στην κρεβατοκάμαρα, έχοντας ήδη πετάξει παράμερα την ποδιά της καμαριέρας για ένα μαύρο σαν πίσσα φόρεμα, με φαρδιά φούστα, ασορτί μ’ ένα βαρύ μαύρο δαντελένιο πέπλο, που στερεωνόταν στο κεφάλι της με ένα ψηλό χτενάκι, και μαύρα γάντια με δαντελένιο στρίφωμα. Με το πέπλο να ανεμίζει πίσω της, πλησίασε το κρεβάτι, μοιάζοντας πολύ με τεράστια κουρούνα, που προσπαθούσε επί ματαίω να πετάξει. Η Κέιτ έκανε μια απόπειρα να κρύψει το χαμόγελό της. Αν το θέαμα της Κονσουέλα δεν ήταν αρκετό για να κατατρομάξει τον Σάιμον ώστε να το σκάσει για το Λονδίνο, ίσως θα ’πρεπε να αρχίσει να σκέφτεται το ενδεχόμενο το φλερτ του να ήταν κάτι πιο σοβαρό από απλές ανοησίες, που είχαν σκοπό να την προκαλέσουν. «Θα σηκωθούμε τώρα και θα κατέβουμε στο ισόγειο», δήλωσε η παλιά της γκουβερνάντα, πλέον αρχικαμαριέρα και προσωρινή συνοδός-κέρβερός της, ενώ τραβούσε τα σκεπάσματα μέχρι τη βάση του κρεβατιού. «Θα είμαστε μάρτυρες καθώς ο κύριος Βάλενταϊν θα δολοφονεί το μαρκήσιο». Η Κονσουέλα είχε έρθει στην Αγγλία πριν από τριάντα και πλέον χρόνια, ως μια από τις νεαρές καμαριέρες που είχαν τεθεί στην υπηρεσία της τότε νεόνυμφης Μαριμπέλ. Είχε μείνει πίσω για να φροντίσει τα εγκαταλειμμένα παιδιά της Μαριμπέλ και ειδικά τη λαίδη Κάθριν, βρέφος ακόμη. Η Κονσουέλα δεν ήταν γυναίκα που αναλάμβανε ελαφρά τη καρδία τις ευθύνες της, και με διάφορους τρόπους είχε γίνει τόσο Αγγλίδα όσο και τα πολυαγαπημένα της παιδιά, των οποίων τη φροντίδα είχε αναλάβει. Μιλούσε πολύ καλά τη γλώσσα, με το μοναδικό αντιληπτό ολίσθημά της να είναι ένα διαρκές πρόβλημα με τις αντωνυμίες -ή, αν το έθετε κανείς διαφορετικά, χρησιμοποιούσε το βασιλικό «εμείς» αντί για το «εγώ», κάτι που ήταν διασκεδαστικό. Φορούσε αγγλικά ρούχα -με τη σημερινή αμφίεση να είναι μια αξιοσημείωτη εξαίρεση-, διέπρεπε στην εκπαίδευση των νεότε~ 127 ~


ρων καμαριέρων, καθώς περίμενε υπομονετικά για έναν από τους Ρέντγκρεϊβ να γεμίσει ξανά την παιδική πτέρυγα, ενώ απολάμβανε ολοφάνερα την αγγλική μαγειρική. Και τον Λέναρντ, τον αρχιυπηρέτη, μολονότι αρνούνταν πεισματικά να τον παντρευτεί. Όταν όμως έπρεπε να προστατέψει τα παιδιά της Μαριμπέλ, ακόμα και τώρα που είχαν μεγαλώσει και είχαν αφήσει προ πολλού το παιδικό δωμάτιο, οι λιγοστές στάλες αίματος των Μαυριτανών πολεμιστών προγόνων της έβραζαν στις φλέβες της. Η Κέιτ γλίστρησε τα πόδια της στην άκρη του κρεβατιού. «Ο Βαλ δεν πρόκειται να δολοφονήσει τον Σάιμον, Κονσουέλα. Ίσως να θέλει να ρίξει μερικές γροθιές στον κύριο Άνταμ, όμως ο μαρκήσιος δεν έφταιγε για ό,τι συνέβη. Φαίνεσαι πολύ... ωραία με αυτό το φόρεμα. Εμ... βασιλική». Η Κονσουέλα προσπάθησε να υψώσει το πιγούνι και ταυτόχρονα τα δύο διπλοσάγονά της. «Ναι, είμαστε. Η εξάρτυση μιας συνοδού. Η δόνια Φερμίνα τα άφησε πίσω της στη βιάση της να το σκάσει και τώρα είναι δικά μας. Έλα, φόρα αυτή τη ρόμπα. Δεν μπορούμε να χάσουμε χρόνο. Μας έδωσαν πέντε λεπτά για να πάμε στο γραφείο». «Αυτή;» Η Κέιτ έκανε μια γκριμάτσα, κοιτώντας τη φθαρμένη, βαθυπράσινη βελούδινη ρόμπα, που κάποτε ανήκε στον πατέρα ή στον παππού της την είχε χρησιμοποιήσει νωρίτερα, μετά τα μπάνια της, και τώρα ήταν απλωμένη στη βάση του κρεβατιού. Είχε ξεθάψει τη ρόμπα πριν από πολλά χρόνια, όταν εξερευνούσε τις σοφίτες μια βροχερή μέρα και προσποιούνταν ότι έψαχνε θαμμένους θησαυρούς. Ήταν υπέροχα χουχουλιάρικη μετά το μπάνιο της τα κρύα βράδια του χειμώνα, καθώς είχε ψηλό καρό γιακά με εσωτερική επένδυση, τα μανίκια κάλυπταν τα ακροδάχτυλά της, ενώ καταλήγοντας σε επίσης καρό μανσέτες με επένδυση, ο ποδόγυρος έφτανε μέχρι τις πατούσες της. Όμως, Θεέ και Κύριε, ακόμα κι εκείνη ήξερε ότι δεν έπρεπε να τη φορέσει έξω από την κάμαρά της. «Είσαι σίγουρη πως δεν έχουμε κανένα σάβανο πρόχειρο, Κονσουέλα; Πού είναι η Σάλι;» Ύστερα θυμήθηκε. Η προσωπική καμαριέρα της είχε πάει να κρεμάσει το κοστούμι ιππασίας της δίπλα στη φωτιά του τζακιού της κουζίνας μέχρι να στεγνώσει αρκετά ώστε να βουρτσίσει την κολλημένη λάσπη από πάνω του, αν ήταν τυχερή. «Το καλύτερο θα ήταν να το κάψουμε, όσο κρίμα κι αν είναι, ~ 128 ~


γιατί τίποτα δε θα πιάσει, όσο κι αν αγαπάτε αυτό το κοστούμι, όσο σκληρά κι αν προσπαθήσω». Η Κονσουέλα ήταν ανένδοτη. «Πέντε λεπτά. Δεν υπάρχει καιρός για τίποτ’ άλλο. Θυμόμαστε τον κύριο Βάλενταϊν όταν ήταν μικρός, στην παιδική πτέρυγα. Τι εκρήξεις θυμού ήταν αυτές! Δε θα το διακινδυνεύσουμε. Όχι σήμερα». Η Κέιτ χαμογέλασε καθώς τυλιγόταν με τη ρόμπα, προτού περάσει τη ζώνη σφιχτά γύρω από τη μέση της. Σήκωσε τις μακριές, ακόμα ελαφρά νωπές μπούκλες της μέσα από το γιακά και άφησε τα μαλλιά της να απλωθούν ελεύθερα και κάπως ατίθασα στους ώμους της. Μέσα στην ταραχή της, η Κονσουέλα έδειχνε να έχει ξεχάσει τις απαραίτητες παντόφλες και από τη στιγμή που τα πόδια της ήταν έτσι κι αλλιώς καλυμμένα από τη ρόμπα, η Κέιτ αποφάσισε πως θα ήταν υπέροχη ιδέα να παρουσιαστεί ενώπιον του αδελφού της με γυμνά πόδια. Αυτό θα του έδινε ένα καλό μάθημα να προσέχει περισσότερο τα λόγια του όταν την καλούσε, ενώ ίσως θα αποσπούσε το νου του από οποιοδήποτε κήρυγμα είχε προετοιμάσει για εκείνη. Πέντε λεπτά, μα την αλήθεια! «Αν αρχίσει να πετάει από δω κι από κει τα ξύλινα στρατιωτάκια του, θα φροντίσω να εξαφανιστώ πίσω από κάποιο καναπέ». Ύστερα ανασήκωσε τους ώμους της. Αν ο Βάλενταϊν επιθυμούσε να παίξει τον αφέντη του σπιτιού, διστάζοντας τη, τότε ας εξηγούσε αυτός στο μαρκήσιο γιατί η αδελφή του είχε εμφανιστεί στο γραφείο του κόμη μοιάζοντας με ρακοσυλλέκτρια, ενώ τη συνόδευε η προσωπική της κατάμαυρη κουρούνα. Προτού προλάβει να το σκεφτεί καλύτερα, η Κονσουέλα κροτάλισε τις μικρές ξύλινες καστανιέτες, που ήταν δεμένες στον αντίχειρα και στο μεσαίο δάχτυλό της. Η Κέιτ πίστευε πως ήταν από καιρό εξορισμένες στην παιδική πτέρυγα, μολονότι ακόμα θυμόταν τον τρόμο που την έπιανε στο άκουσμα του κοφτού ήχου τους. Κάποιος είχε βρει τον μπελά του όταν ηχούσαν οι καστανιέτες, συνήθως ο Βάλενταϊν ή εκείνη. Στην παράδοξα νεαρή ηλικία των δέκα ετών ο Γκίντιον επιτρεπόταν ήδη να βρίσκεται στη συντροφιά της Τρίξι στο ισόγειο, ενώ ο Μαξ ήταν πολύ έξυπνος για να τον τσακώσουν να κάνει κάτι από τα πολλά πράγματα που δε θα έπρεπε να κάνει. Ο Βαλ και η Κέιτ όμως; Κανείς τους δεν έβγαινε αλώβητος όταν παραβίαζαν τους κανόνες της νταντάς τους και πιθανότατα το να τους επαναφέρει στην τάξη με τις καστανιέτες της εί~ 129 ~


χε επιταχύνει την ανάπτυξη αυτού που τα αδέλφια προτιμούσαν να ορίζουν ως «ανεξάρτητη σκέψη». Ή, όπως είχε πει κάποτε ο Βάλενταϊν, «την εξαίσια τέχνη του να τη βγάζεις καθαρή». «Δε θα τις χρησιμοποιήσεις, όχι στ’ αλήθεια, όσο είσαι η συνοδός μου, έτσι δεν είναι;» ρώτησε την καμαριέρα, που σήκωσε απλώς το χέρι της και κροτάλισε ξανά τις καστανιέτες. «Ωχ, θα τις χρησιμοποιήσεις, ε;» «Τέσσερα λεπτά», επισήμανε η Κονσουέλα, προσπερνώντας την Κέιτ, καθώς πήγαινε προς την πόρτα, αφήνοντας πίσω της μια σχεδόν απτή οσμή καμφοράς στην ατμόσφαιρα. Τα μάτια της Κέιτ έτσουξαν και σχεδόν δάκρυσαν. Οι καημένοι οι σκόροι. Δεν ήταν άξιο απορίας που το μαύρο φόρεμα είχε επιβιώσει για τόσο καιρό. Κρίμα, πάντως. Καμπουριάζοντας ελάχιστα τους λυγερούς ώμους της, η Κέιτ βάδισε παραιτημένη πίσω από την Κονσουέλα μέχρι να φτάσουν στην κεντρική σκάλα, ώστε η καμαριέρα να μη δει τα γυμνά πόδια της. Μολαταύτα, ήταν παράξενο. Η Κέιτ φερόταν ως ο εαυτός της και στο διάβολο οι συνέπειες. Όμως ξαφνικά δεν ήταν τόσο διασκεδαστικό να παίζει το αγοροκόριτσο. Είτε «επιτέλους» μεγάλωνε, όπως θα το έθετε η οικογένειά της, είτε αυτό το παράξενο συναίσθημα οφειλόταν στον Σάιμον. Μάλλον το τελευταίο ήταν. Πάντα ήταν ευκολότερο να ρίχνει το φταίξιμο στον Σάιμον... Ήξερε όμως σε ποιον ανήκε το αληθινό φταίξιμο. «Ο Βαλ μπορεί να περιμένει. Πάω πάνω να ντυθώ κανονικά», είπε στην Κονσουέλα μόλις έφτασαν στο δεύτερο πλατύσκαλο και έστριψε μόνο και μόνο για να αντικρίσει τον Σάιμον να κατεβαίνει τη σκάλα προς το μέρος της. Έδειχνε υπέροχος, ατάραχος, χωρίς να τον έχει επηρεάσει αρνητικά η εμπειρία του, κάτι που την έκανε να νιώσει ανόητη, άχαρη και απίστευτα κακοντυμένη. «Ενδιαφέρον ταρτάν», σχολίασε ο Σάιμον καθώς την πλησίαζε. «Μοιάζει παμπάλαιο. Πού το βρήκες;» «Αυτό ήταν; Αυτό είναι όλο κι όλο που έχεις να πεις;» «Προς το παρόν, ναι», απάντησε, ψηλαφώντας το φαρδύ γιακά. «Αν και σκοπεύω να αναλογιστώ όλα όσα κρύβονται από κάτω». Ο κροταλιστός ήχος έφτασε ψηλά, εκεί όπου στέκονταν, από το χολ. Κλικ-κλικ, κλικ-κλικ! ~ 130 ~


«Τι ήταν αυτό;» «Όχι τι, ποιος. Η Κονσουέλα. Ο κέρβερός μου. Προφανώς δεν εγκρίνει να απλώνεις τα χέρια σου πάνω μου». «Απλώνω τα... Διάβολε, δεν απλώνω τα...» Κλικ-κλικ, κλικ-κλικ. «Τώρα μου φωνάζεις. Και βλαστημάς. Η Κονσουέλα προφανώς δεν εγκρίνει ούτε αυτά τα πράγματα. Επιπλέον, ακόμη δεν έχεις τραβήξει τα χέρια σου απ’ το γιακά μου». Ο Σάιμον σήκωσε ψηλά τα δυο του χέρια και έριξε ένα άγριο βλέμμα πέρα απ’ την Κέιτ στην καμαριέρα. «Εντάξει, εντάξει, έπιασα το νόημα, σενιόρα». «Σενιορίτα. Τώρα μπήκες στη μαύρη λίστα της για τα καλά». Ο Σάιμον έκανε μια κομψή υπόκλιση, πραγματικό κατόρθωμα αν την εκτελούσες όσο στεκόσουν στη σκάλα. «Mil perdones pierda. Estoy asombrado de que tal belleza ha no todavia se quebro por algiin hombre con suerte». Έπειτα στράφηκε προς την Κέιτ και ψιθύρισε: «Ο αδελφός σου έχει εξαπολύσει μια δράκαινα καταπάνω μου. Υπέροχα». «Κι εγώ άρχισα να αντιλαμβάνομαι την ομορφιά του πράγματος, ναι», αποκρίθηκε δύσθυμα η Κέιτ. «Τώρα όμως την κολάκευσες εξόφθαλμα, λέγοντάς της πόσο κατάπληκτος είσαι που δεν έχει ακόμη αρπάξει κάποιος τυχερός άντρας τέτοια ομορφιά σαν τη δική της. Και στα ισπανικά, μάλιστα. Φιγουρατζή. Ίσως να είναι το μεγαλύτερο σου ελάττωμα, ανάμεσα στην πληθώρα των εκνευριστικών μειονεκτημάτων σου. Τώρα, παρακαλώ, άσε με να περάσω». «Δε συμμερίζομαι την άποψή σου, όχι. Να υποθέσω πως κλήθηκες, όπως κι εγώ, στο γραφείο του κόμη; Αν ναι, πολύ θα ’θελα να δει ο αδελφός σου αυτή τη ρόμπα. Ή την έχει ήδη δει;» Η Κέιτ συνοφρυώθηκε μπερδεμένη. «Όχι, δεν το νομίζω. Τη φοράω μόνο αφού κάνω μπάνιο, το χειμώνα. Σήμερα ένιωθα πως κρύωνα τόσο πολύ ώστε τη χρησιμοποίησα. Η Κονσουέλα αποφάσισε πως ήταν αρκετά σεμνή ώστε να με καλύψει, εξαιτίας της διαταγής του Βαλ να κατέβω κάτω σε πέντε λεπτά... Γιατί σου τα λέω όλ’ αυτά; Α, θυμήθηκα. Ανησυχεί πως σε διαφορετική περίπτωση, ο Βαλ μπορεί ν’ αρχίσει να εκτοξεύει παντού τα ξύλινα στρατιωτάκια του ή τα ισοδύναμά τους για τους ενήλικες». ~ 131 ~


«Θα το αγνοήσω αυτό, όσο μπορώ. Έλα, πιάσε το μπράτσο μου και χαμογέλα, που να πάρει, ώστε να μη με κατσαδιάσει ξανά με τις καστανιέτες της». Η Κέιτ τον υπάκουσε. «Έβρισες ξανά. Δεν σ’ έριξα εγώ στο λάκκο, ξέρεις. Θα έπρεπε να γρυλίζεις στον Άνταμ, αν και θα πρέπει να περιμένεις, αφού έχει κρεβατωθεί με ένα βαρύ κρυολόγημα, όπως διαβεβαιώνει ο βαλές του την κυρία Τζάστις». «Δεν είμαστε όλοι τόσο τυχεροί. Ο βλάκας σκαρφάλωσε πάνω μου. Ορκίζομαι πως πρέπει να πάτησε πάνω στο κεφάλι μου», είπε ο Σάιμον και τώρα ακούστηκε όντως σαν γρύλισμα. «Άκου, Κέιτ, φοβάμαι πως αυτή τη φορά θα χρειαστεί να καταπιούμε το πικρό χάπι. Ο Βαλ έχει κάθε δικαίωμα να είναι θυμωμένος και με τους δυο μας. Ατύχημα ή όχι, η ζωή σου τέθηκε σε κίνδυνο όσο βρισκόσουν σ’ εκείνο το λάκκο μαζί μου». «Όχι όμως και η αρετή μου, που φαίνεται πως κινδυνεύει κάθε άλλη φορά που είμαστε μαζί». «Έτσι πιστεύεις;» Η Κέιτ μπορούσε να διακρίνει τη θυμηδία στα μάτια του και καθυστερημένα συνειδητοποίησε τι είχε πει, τι του είχε προδώσει. «Άσ’ το, δεν πειράζει. Ο στόχος μου ήταν να πω κάτι διασκεδαστικό, όμως προφανώς δεν τον πέτυχα». «Δεν ξέρω. Θα προτιμούσα να ελπίζω πως ήσουν μια χαρά ευθύβολη. Η μύτη σου γυαλίζει, παρεμπιπτόντως. Μου αρέσει. Και τα μαλλιά σου μυρίζουν γιασεμί. Θα μπορούσα εύκολα να εξοικειωθώ με την αντισυμβατική συμπεριφορά σου, για να μην αναφέρω τα μυριάδες άλλα προσόντα σου. Δε με κάνεις ποτέ να βαριέμαι». «Δεν πρόκειται να σταματήσεις, ε;» Η Κέιτ στάθηκε απότομα ακριβώς έξω από την πόρτα του γραφείου. «Πραγματικά θα ’πρεπε να πάω πάνω ν’ αλλάξω. Ο Βαλ θα μου ρίξει μια γερή κατσάδα αν μπω εκεί μέσα μαζί σου, ντυμένη έτσι». «Δε θα μπορούσες να είσαι πιο σεμνά καλυμμένη ακόμα κι αν φορούσες σάβανο». Τον κοίταξε αποσβολωμένη. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ... Να πάρει. Γεια σου, Βαλ. Μόλις ήμουν έτοιμη να...» Ο Βάλενταϊν άνοιξε τη δίφυλλη πόρτα, αφού πρώτα κοίταξε με γουρλωμένα μάτια το ρούχο της αδελφής του. Ξεπέρασε γρήγορα το σοκ ή απλώς δέχτηκε παραιτημένος την ενδυματολογική αταξία της. «Κέιτ. Σάιμον. Νόμιζα πως σας πήρε ~ 132 ~


το αυτί μου εδώ έξω, να επιδίδεστε στην αγαπημένη σας δραστηριότητα -να προκαλείτε ο ένας τον άλλο. Ελάτε μέσα, αν έχετε την καλοσύνη, αλλά ακόμα κι αν δεν την έχετε. Κονσουέλα, δείχνεις υπέροχα βασιλική. Juntos nos mantendra en jaque, si? Όμως, προς το παρόν, οι κηδεμονευόμενοι μας θα είναι ασφαλείς μαζί μου, μπορείς να αποσυρθείς». «Ο Σάιμον μιλά άπταιστα ισπανικά, Βαλ», του επισήμανε η Κέιτ, προσπαθώντας να μη γελάσει. «Εσύ και η Κονσουέλα θα μας έχετε υπό επίβλεψη, ε; Σίγουρα δεν μπορεί να είμαστε τόσο τραγικοί». «Για την ακρίβεια, ακόμη αναρωτιέμαι ποιος απ’ τους δυο σας είναι ο χειρότερος, μολονότι νομίζω πως μόλις πήρες το προβάδισμα με αυτό το τερατούργημα που φοράς», αποκρίθηκε ο Βάλενταϊν, οδηγώντας τους στο γραφείο. «Να είσαι σε εγρήγορση για ιπτάμενα στρατιωτάκια. Η Κονσουέλα είχε εν μέρει δίκιο», ψιθύρισε η Κέιτ στον Σάιμον, κουνώντας μόνο την άκρη των χειλιών της. «Δεν είσαι μόνο εσύ το θέμα -θα μας σκοτώσει και τους δυο». Ύστερα βιάστηκε να μπει στο δωμάτιο και κουλουριάστηκε πάνω στο δερμάτινο καναπέ, που τόσο πρόσφατα -έστω κι αν ένιωθε πως είχαν περάσει χρόνια ολόκληρα- είχε βάλει τον Βάλενταϊν να μετακινήσει για λογαριασμό της. «Έχουμε κάτι να συζητήσουμε», είπε ο Σάιμον μόλις ο Βάλενταϊν προχώρησε πίσω από το γραφείο του Γκίντιον, αναλαμβάνοντας το ρόλο του άτεγκτου διευθυντή σχολείου ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε της Κέιτ. «Όντως. Όμως, αν δε σε πειράζει, Σάιμον, θεωρώ πως αυτή είναι η δική μου ατάκα σε αυτή τη φαρσοκωμωδία που φαίνεται πως παίζουμε εδώ. Αν και μόνο ένας μας φοράει κοστούμι ηθοποιού», συνέχισε, ρίχνοντας άλλο ένα άγριο βλέμμα στην αδελφή του ενώ καθόταν. «Να ξεκινήσουμε με το λάκκο;» Η Κέιτ ήξερε καλά αυτό τον τόνο, αυτό το βλέμμα, και γι’ αυτό δεν του είχε αντιμιλήσει. Επιπλέον ο Σάιμον βρισκόταν στο δωμάτιο και, για κάποιο λόγο δεν ήθελε να νομίσει πως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κακομαθημένο παιδί. Ο Βάλε-νταϊν ήταν άκαμπτος και σφιγμένος σαν ελατήριο ρολογιού. Ήλπιζε πως ο Σάιμον είχε δώσει βάση στην προειδοποίησή της. Φρούδες ελπίδες. Έμεινε να παρακολουθεί, με γουρλωμένα μάτια, τον Σάιμον ~ 133 ~


να τραβάει μια καρέκλα, να τη γυρίζει και να κάθεται ιππαστί, ώστε να βρίσκεται ανάμεσα στον Βάλενταϊν κι εκείνη για να βλέπει και τους δυο τους. Έδειχνε τόσο γεμάτος αυτοπεποίθηση. Μάλλον θα έδειχνε τόση αυτοπεποίθηση ακόμα και μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Άραγε αυτό τον καθιστούσε πανέξυπνο ή πανηλίθιο; «Όχι, θα προτιμούσα να τελειώσουμε με το λάκκο». Ο Βάλενταϊν ύψωσε το φρύδι του με τούτη τη στάση σε στυλ «ας πιάσουμε δουλειά», ενώ η Κέιτ έστρεψε το βλέμμα της στα φατνώματα που κοσμούσαν το ταβάνι, κατάπληκτη που δεν έπεφτε πάνω στα κεφάλια τους. Όμως μετά ήταν ο αδελφός της που την εξέπληξε. «Ανακάλυψες κάτι, έτσι δεν είναι;» Άφησε την ανάσα της να βγει αργά. Σκόπευαν να φερθούν ως κύριοι. Και να τη, η ίδια, με γυμνά πόδια και καλυμμένη αποπνικτικά με μια φθαρμένη βαθυπράσινη βελούδινη ρόμπα, με τα νωπά μαλλιά της να πέφτουν στην πλάτη της, μοιάζοντας τόσο εκτός τόπου και χρόνου όσο ο αυλικός γελωτοποιός στο πολεμικό συμβούλιο του βασιλιά. Έπρεπε να τους ακούσει προσεκτικά και να σκεφτεί μία τουλάχιστον ευφυή ερώτηση, ειδάλλως κανένας τους δε θα την έπαιρνε ξανά στα σοβαρά. Ίσως απλά θα τη διέταζαν να φύγει απ’ το δωμάτιο για να αφήσει τους μεγάλους να συζητήσουν. Ο Σάιμον μίλησε ξανά. «Μια θεωρία, ναι. Και, πιθανώς, μερικές ενδείξεις για να στηρίξω αυτή τη θεωρία. Σκόπευα να σας μιλήσω αργότερα, απόψε το βράδυ, όμως τώρα κι άλλα κομμάτια του γρίφου μπήκαν στη θέση τους». «Από την κατάρρευση της σήραγγας κι έπειτα», τον παρότρυνε ο Βάλενταϊν με ένα νεύμα. «Από την κατάρρευση, ναι. Όμως οι απαρχές της θεωρίας μου βρίσκονται στη μεγάλη πινακοθήκη». «Θα ήμουν ανόητος να πω πως δεν έχει εξάψει το ενδιαφέρον μου αυτή η δήλωση. Εγώ σκόπευα απλώς να κάνω ένα αυστηρό κήρυγμα και στους δυο σας για το ρίσκο του να παίζει κανείς με τη λάσπη στα τέσσερα μέτρα βάθος, υποθέτω όμως πως μπορεί να περιμένει. Μάλιστα, μπορεί να περιμένει για πάντα, επειδή κανένας άλλος δεν ξέρει καλύτερα πόσο τυχεροί είστε και οι δυο σας που βρίσκεστε εδώ, ούτε μπορεί να μου δώσει πίσω τον ένα χρόνο που έχασα απ’ τη ζωή μου όταν πρωτοκοίταξα κάτω στο χάσμα και σας είδα. Πολύ καλά, ξεκίνα ~ 134 ~


με τη μεγάλη πινακοθήκη». Και αυτό έκανε ο Σάιμον. Η Κέιτ καθόταν ασάλευτη σαν άγαλμα, με τα γόνατά της μαζεμένα κάτω απ’ το πιγούνι της, κατάπληκτη με όλα όσα άκουγε. Είχε πάρει αποσπασματικά στοιχεία, πράγματα που είχε κάπως καταφέρει να μάθει μόνος του, πράγματα που του είχε πει εκείνη και πράγματα που είχε παρατηρήσει ο ίδιος, και τα είχε υφάνει όλα μαζί σε μια καθηλωτική ιστορία, παρ’ ότι την ίδια στιγμή παραδεχόταν πως πολλά είχαν τις ρίζες τους σε εικασίες. Οι Ρέντγκρεϊβ είχαν επιτύχει με σύνεση την αναρρίχησή τους, προσέχοντας πάντα να παίζουν το παιχνίδι της πολιτικής από την πλευρά του νικητή. Κατ’ αυτό τον τρόπο, είχαν αλλάξει παράταξη, ακόμα και θρησκεία τόσο πολλές φορές που η αληθινή καταγωγή τους είχε χαθεί μέσα στο χρόνο. Δεν τους πείραζε ήταν ικανοποιημένοι που είχαν επιτύχει το στόχο τους, όντας οι εξωπραγματικά πλούσιοι κομήτες του Σόλτγουντ. Ωστόσο, δεν αρκούσε σε όλους τους να σταματήσουν εκεί και έτσι αποφάσισαν πως ήταν καιρός γι’ άλλη μια φορά να αλλάξουν το στόχο τους. Πότε ξεκίνησε αυτό, ο Σάιμον δεν μπορούσε να το πει με σιγουριά, όμως ήταν βέβαιος πως ο Τσαρλς Ρέντγκρεϊβ έτρεφε κάτι παραπάνω από νοσταλγικά συναισθήματα για εκείνη την παλιά ιστορία πως η γενιά των Ρέντγκρεϊβ κρατούσε από κάποιο παρακλάδι του οικογενειακού δέντρου του βασιλικού οίκου των Στιούαρτ. Φυσικά, κατά καιρούς, στη διάρκεια των χρόνων, το να είσαι ένας Στιούαρτ μπορούσε να καταλήξει μ’ εσένα να κρατάς ή -καλύτερα- να αιωρείσαι από ένα εντελώς διαφορετικό είδος δέντρου. «Επαναλαμβάνω, σχεδόν όλα αυτά είναι δικές μου εικασίες, που στηρίζονται μονάχα στις πιο αβάσιμες ενδείξεις, όμως, σας παρακαλώ, επιτρέψτε μου ν’ αρχίσω ενδίδοντας σε ένα σύντομο μάθημα ιστορίας». Ο Βάλενταϊν βόγκηξε. «Πολύ σύντομο, σε παρακαλώ. Ακόμα και φιλεύσπλαχνα λακωνικό, αν είναι καν δυνατόν». «Θα κάνω το κατά δύναμιν». Έπειτα ο Σάιμον μίλησε για το βίο και τα βάσανα του Λουδοβίκου ΙΕ', τους υπενθύμισε τον Επταετή Πόλεμο της Γαλλίας με την Αγγλία, που ξεκίνησε το 1755 και δεν πήγε καλά για τους Γάλλους, κυρίως αυξάνοντας το τεράστιο χρέος, το οποίο αιωρούνταν απειλητικά πάνω από τη χώρα. Στη συνέχεια επεκτάθηκε σε πιο γαργαλιστικές λεπτομέρειες, ζωγραφίζοντας το πορτραίτο της φήμης του ηλι~ 135 ~


κιωμένου Λουδοβίκου ως αιώνιου ηδονιστή, που τελικά κατέληξε να κλειδώνει τις επικίνδυνα νεαρές ερωμένες του σε μια μικρή έπαυλη στο Παρκ-ο-Σερφ, ευρέως γνωστό ως Πάρκο των Επιβητόρων, με το σεξουαλικό υπονοούμενο της ονομασίας να είναι μάλλον σκόπιμο. Η Κέιτ έκρυψε το πρόσωπό της πάνω στα γόνατά της. «Ο βασιλιάς δεν ήταν διακριτικός στις ερωτοδουλειές του: Από τη μια είχε κάνει ερωμένες του τρεις αδελφές διαδοχικά, από την άλλη είχε τη Μαντάμ ντε Πομπαντούρ να τον εξυπηρετεί, όχι μόνο ως ερωμένη του, αλλά -όπως έλεγαν οι φήμεςως πολιτική σύμβουλός του και, προς το τέλος της ζωής της, ως προαγωγός του. Αν πρόσθετες σ’ όλα αυτά τη λατρεία του Λουδοβίκου για το νεκρό μέντορά του, τον καρδινάλιο Φλερί, την πίστη του στην καθολική μοναρχία, τις ποικίλες επιτυχίες και αποτυχίες του στον πόλεμο, τη φθίνουσα δημοτικότητά του τόσο ανάμεσα στους ευγενείς όσο και στις λαϊκές μάζες, ορίστε ένας άντρας που ίσως έδειχνε ενδιαφέρον για ένα διπλό πραξικόπημα, που θα τον καθιστούσε τον πιο πολυαγαπημένο μονάρχη στη μακρά ιστορία της Γαλλίας». «Ένα διπλό πραξικόπημα, αυτό ήταν όλο; Εμένα μου ακούγονται σαν ανοησίες όλα αυτά», σχολίασε ξερά ο Βάλενταϊν, προσφέροντας ένα ποτήρι κρασί στον Σάιμον. «Για συνέχισε, πάντα μου άρεσαν οι ευφάνταστες ιστορίες». «Και κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτό», του υπενθύμισε ο Σάιμον. «Κέιτ, σε κάνω να βαριέσαι;» «Όχι, δεν νομίζω», είπε ενώ τακτοποιούσε με νευρικές κινήσεις τον ποδόγυρο της ρόμπας της πάνω από τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της. Να η ευκαιρία να δείξει την ευφυΐα της. «Διπλό πραξικόπημα, είπες. Να υποθέσω πως θα ήταν μεγάλος θρίαμβος αν ο Λουδοβίκος κατόρθωνε κάπως να επαναφέρει την καθολική μοναρχία στον αγγλικό θρόνο, ενώ ταυτόχρονα θα έκανε ελεύθερη χρήση των πόρων του αγγλικού θησαυροφυλακίου;» Ο Σάιμον έμοιαζε να έχει εντυπωσιαστεί και η Κέιτ προσπάθησε να μην καμαρώσει. Της άρεσαν οι γρίφοι σχεδόν τόσο όσο λάτρευε να τους λύνει. Επιπλέον, τώρα, ο Βάλενταϊν δεν μπορούσε να την πετάξει έξω απ’ το δωμάτιο. Αποδεικνυόταν χρήσιμη. «Ο παππούς σας πέθανε το 1759, μία χρονιά μετά τη γέννηση του πατέρα σας. Κανείς δεν μπορεί να πει αν είχε όντως ~ 136 ~


παρτίδες με τους Γάλλους, αν είχε συγκεντρώσει γύρω του μια μυστική Αδελφότητα ατόμων με παρόμοιες ιδέες με τις δικές του αντί για -ας το θέσουμε έτσι-, μια παρέα άτακτων φίλων, που ήθελαν να περνάνε καλά, να χοροπηδάνε γύρω γύρω φορώντας σατανιστικές μάσκες και να κουτουπώνουν κάθε θηλυκό που μπορούσαν να βρουν να παίξει μαζί τους». «Σάιμον, μαζέψου λιγάκι. Η αδελφή μου βρίσκεται στο δωμάτιο». Η Κέιτ αγρίεψε. «Η αδελφή σου μεγάλωσε ακούγοντας τις ιστορίες της Τρίξι και δε σκανδαλίζεται εύκολα, Βαλ, ειδάλλως θα είχε λιποθυμήσει σεμνότυφα με την αναφορά στο Πάρκο των Επιβητόρων. Συνέχισε, Σάιμον, σε παρακαλώ». «Συγχωρήστε με, όμως οι παραλληλισμοί είναι ορατοί. Δεν είναι έξω από τα όρια του πιστευτού η εικασία πως ο παππούς σας, ίσως και κάποιοι πριν από αυτόν, είχε τα δικά του σχέδια σχετικά με τη μοναρχία. Αν και έχω λόγους να αμφιβάλλω για το δεύτερο -όμως θα φτάσουμε κι εκεί σύντομα. Πιστεύω πως όλα ξεκίνησαν με τον παππού σας, αν βέβαια συνέβησαν. Αν ωστόσο έτρεφε τις δικές του φιλοδοξίες να αντικαταστήσει τους βασιλείς του Ανόβερου και το λιγοστό τους αίμα Στιούαρτ με μια γραμμή αίματος που πίστευε πως καταγόταν απευθείας από τους Στιούαρτ, και ήταν ανοικτός στο ενδεχόμενο να αλλάξει ξανά η επίσημη θρησκεία του κράτους, η Γαλλία ήταν προφανέστατα το κατάλληλο μέρος να αναζητήσει βοήθεια. Και ποιος καλύτερος τρόπος υπήρχε να προσεγγίσει το βασιλιά παρά μέσω των κοινών... ενδιαφερόντων τους». «Αυτό είναι γελοίο», παρενέβη ο Βάλενταϊν. «Εννοώ πως τα πάντα είναι πιθανά, αλλά ποτέ δεν άκουσα τίποτα για βασιλικές φιλοδοξίες, για όνομα του Θεού». Ο Σάιμον ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα αναφερθώ αργότερα στις ενδείξεις μου, όσο αστήρικτες κι αν είναι ενδεχομένως. Είμαι αρκετά, όχι, είμαι κάτι παραπάνω από βέβαιος, πως ο παππούς σας ήταν υπερβολικά απασχολημένος, χτίζοντας το δικό του μικρό βασίλειο εδώ ακριβώς, οπότε -αν δεν επρόκει-το να γίνει βασιλιάς- τουλάχιστον θα διέθετε το χρηματικό και εδαφικό πλούτο που αρμόζει σε έναν πρίγκιπα του βασιλείου». «Ο Top Γκρίμπον», είπε σιγανά η Κέιτ, έτσι που μόνο ο Σάιμον την άκουσε. «Ένα υφάδι, Σάιμον, και θαρρείς πως μπορείς να πλέξεις ολάκερο υφαντό». ~ 137 ~


«Και αντιστρόφως, τράβα ένα υφάδι κι όλο το υφαντό αρχίζει να ξηλώνεται. Λυπάμαι, Κέιτ», είπε ο Σάιμον, κοιτώντας τη για μια στιγμή με τρυφερότητα, προτού στραφεί ξανά προς τον Βάλενταϊν. «Τώρα, ο παππούς σας είναι νεκρός και σιγά σιγά ο πατέρας σας ενηλικιώνεται. Κάπου στην πορεία, με κάποιο τρόπο, ανακαλύπτει τι σκάρωνε ο πατέρας του. Τα ημερολόγια από την εποχή του, τη βίβλο, τα πάντα. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι πως το ενδιαφέρον του έχει εξαφθεί. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1780, ο Λουδοβίκος ΙΕ' έχει αντικατα-σταθεί από τον ακόμα λιγότερο δημοφιλή Λουδοβίκο ΙΣΤ' και η Γαλλία μοιάζει ώριμο έδαφος για μια επανάσταση. Ο Μπάρι, μαζί με πολλούς Άγγλους που φοβούνται μια επανάσταση στη δική μας χώρα, αν ο λαός καταφέρει να εκθρονίσει τον Λουδοβίκο, κοιτάζει προς τη Γαλλία, με σκοπό να πείσει, ακόμα και να εκβιάσει, την Αγγλία να παρέμβει υπέρ της γαλλικής μοναρχίας. Άλλωστε, οι πλούσιοι και τιτλούχοι ευγενείς μόχθησαν σκληρά και για πολύ καιρό ώστε να βρεθούν στη θέση που ήταν τώρα και μια επανάσταση θα τους απογύμνωνε από το σπίτι, τη γη, τον τίτλο, τον πλούτο τους -πιθανότατα την ίδια τους τη ζωή». «Οπότε είχε έρθει η ώρα να ξεσκονίσει τις σατανιστικές μάσκες και να επιστρέψει στο παιχνίδι της διαφθοράς των ισχυρών, των αφελών, των ανόητων και ίσως και στο όνειρο της ανάρρησης στο θρόνο. Μέχρι που η μαμά τον πυροβόλησε και τον σκότωσε φυσικά. Αυτό τον ξεβόλεψε λιγάκι, σωστά;» Ο Βάλενταϊν άφησε ένα βαθύ στεναγμό. «Θύμισέ μου ξανά γιατί είσαι εδώ, Κέιτ, ακούγοντας όλα αυτά». Χαμογέλασε. «Επειδή δεν έχω καμιά απολύτως αναστολή και θ’ ανακαλύψω τα πάντα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όπως και να έχει. Α, και επίσης είμαι πανέξυπνη. Είναι κι αυτό». Ο Σάιμον γέλασε κι ο Βάλενταϊν πέταξε ψηλά και ξανάπιασε το χαρτοκόπτη, που έπαιζε ανάμεσα στα δάχτυλά του, λέγοντας: «Αυτό ήταν, τέλος, και πολύ άντεξα. Παραιτούμαι επίσημα από αναπληρωτής κηδεμόνας σου. Ο Γκίντιον μπορεί να σ’ έχει πίσω με τις ευλογίες μου. Σάιμον, προτού μας διακόψει με τόση αγένεια η αδελφή μου, επρόκειτο να μας διαφωτίσεις, θαρρώ, για τα κίνητρα του πατέρα μας, τα σχέδιά του;» Η Κέιτ σήκωσε το χέρι της. «Μα, δεν είχα τελειώσει. Σε παρακαλώ, άσε με να ολοκληρώσω και θα δούμε αν έχω δίκιο. Ο Μπάρι βάδιζε στα χνάρια των σχεδίων του παππού μας, με το ~ 138 ~


σκεπτικό πως θα ανταμειβόταν πλουσιοπάροχα από ένα θριαμβευτή Λουδοβίκο για τη βοήθειά του με τον αγγλικό θρόνο, χάρη σε αυτό το υποτιθέμενο αίμα Στιούαρτ. Φαντάζομαι πως η αυλή του θα απαρτιζόταν από επίλεκτα μέλη της Αδελφότητας. Οραματίζομαι ένα πραξικόπημα, εσείς; Αντί να φοβάται τας Ειδούς του Μαρτίου, ο βασιλιάς Γεώργιος θα ’πρεπε να φοβάται την Αδελφότητα, που -υποστηριζόμενη από τους Γάλλους- θα τον έκανε να πιστέψει πως φυλούσε τα νώτα του. Ή κάτι τέτοιο. Φαίνεται τραβηγμένο, όμως η Τρίξι μου έχει μιλήσει περισσότερες από μία φορές για την αγάπη του Μπάρι για τα οπιούχα. Τα πάντα φαίνονται πιθανά όταν το μυαλό σου περιδινείται μέσα στην ομίχλη μιας πίπας οπίου». «Υπέροχα», γκρίνιαξε δύσθυμα ο Βάλενταϊν, ενώ βύθιζε την αιχμή μιας πένας στο μελανοδοχείο. «Συνέχισε, μολονότι ίσως τώρα έχουμε διασχίσει τη γέφυρα της φαντασίας και βρισκόμαστε πια στη γη της φαντασιοπληξίας». Η Κέιτ σηκώθηκε όρθια, αδυνατώντας πια να κάτσει ακίνητη, και κούρνιασε στην άκρη του γραφείου του Γκίντιον, έχοντας λησμονήσει τη ρόμπα και τα γυμνά της πόδια. «Όμως μετά ο Μπάρι ήταν νεκρός, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την πτώση της Βαστίλης. Η επανάσταση είχε ξεκινήσει, ο Λουδοβίκος τελικά έχασε το κεφάλι του και τώρα έχουμε τον Βοναπάρτη. Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε για το τι θα είχε ή δε θα είχε συμβεί αν ο ένας ή και οι δυο τους είχαν ζήσει για να φέρουν εις πέρας τα σχέδιά τους». «Η Αυτής Βασιλική Υψηλότης, πριγκίπισσα Κάθριν. Δείτε την τώρα με την πλούσια αυλική ενδυμασία της», αστειεύτηκε ο Βάλενταϊν, αποσπώντας ένα φαρμακερό βλέμμα από την Κέιτ, που ήδη ένιωθε αρκετά γελοία φορώντας την πολυκαιρισμένη ρόμπα. Όμως φάνηκε πως κάτι άλλο ήταν αυτό που έσβησε το χαμόγελο από το πρόσωπό του. «Για περίμενε». Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του πάνω απ’ το γραφείο και άρπαξε το καρό πέτο του γιακά της. «Πού στο διάβολο το βρήκες αυτό;» «Το... το βρήκα σε ένα μπαούλο στη σοφίτα. Είναι είτε του παππού μας είτε του Μπάρι, υποθέτω, καθώς υπήρχαν κι άλλα δικά τους πράγματα στο ίδιο μέρος. Γιατί;» «Γιατί;» επανέλαβε ο Βάλενταϊν. «Σάιμον, είναι αυτό που νομίζω πως είναι;» «Αναρωτιόμουν πότε θα το πρόσεχες. Ναι, είναι το βασιλι~ 139 ~


κό ταρτάν των Στιούαρτ, και -όπως διαφωνήσαμε μόλις εγώ και η Κέιτ- ίσως είναι άλλο ένα υφάδι που ξηλώθηκε από το υφαντό. Εξεπλάγην το ίδιο μ’ εσένα όταν το πρωτοείδα. Ξέρω πως δεν ήταν ο σκοπός σου να αποδειχθείς τόσο εξυπηρετική, Κέιτ, αλλά, εν πάση περιπτώσει, μπράβο σου». «Μα, είναι μονάχα μια παλιά ρόμπα». Η Κέιτ άγγιξε την αριστερή μανσέτα της. «Δεν καταλαβαίνω». Ο Σάιμον τη διαφώτισε. «Από τη μάχη του Καλόντεν κι έπειτα το βασιλικό ταρτάν των Στιούαρτ φοριέται μονάχα από τη βασιλική οικογένεια ή κατόπιν αδείας του βασιλιά, παρύτι ακούω πως αυτό πρόκειται ν’ αλλάξει σύντομα. Μπορεί να μην τόλμησαν να φορέσουν κιλτ, όμως τα πορτραίτα τόσο του παππου όσο και του πατέρα σου στη μεγάλη πινακοθήκη απεικονίζουν μια σκιά ενός πτυχωτού ταρτάν στην πάνω δεξιά γωνία. Το ίδιο βασιλικό ταρτάν των Στιούαρτ». «Μαζί με το μικρό πορτραίτο του Καρόλου Α' που δεν είχα προσέξει ποτέ. Οι κυρίες χρησιμοποιούν τη μεγάλη πινακοθήκη για να κάνουν βόλτες τις βροχερές μέρες, όμως κατά κύριο λόγο αδιαφορούμε για την αίθουσα. Στα παιδικά μου χρόνια απέφευγα το μέρος σαν την πανούκλα, προτιμώντας τα μαθήματα ξιφασκίας με τον Γκίντιον και τον Μαξ. Δεν είναι δικαιολογία βέβαια για το ότι δεν πρόσεξα ποτέ τις λεπτομέρειες στα πορτραίτα, αλλά θα τη χρησιμοποιήσω, όπως και να ’χει. Νομίζω πως πλέον έχουμε μπροστά μας περισσότερα γεγονότα παρά εικασίες, παρ’ ότι θαρρώ πως ένας λάκκος ανοίγει κάπου μέσα στο στομάχι μου», είπε σιγανά ο Βάλενταίν. «Υπάρχουν κι άλλα;» «Ίσως», τους είπε ο Σάιμον. «Θα ήθελε κανείς σας να μαντέψει το θυρεό που σφράγιζε τους τάφους τους; Αν δηλαδή δεν τους είχε αποσπάσει κάποιος από το μάρμαρο. Κατάφερα να πείσω τον Ντίαρμπορν να με συνοδεύσει πίσω στο μαυσωλείο πριν από μία ώρα και δε λείπουν άλλες επιτύμβιες πλάκες... Όλες τους δε απεικονίζουν το θυρεό των Ρέντγκρεϊβ. Κάτι που -και δέχομαι πως ακόμη κάνω εικασίες- με οδηγεί να πιστέψω πως όλα ξεκίνησαν με τον παππού σας». «Μα... μα αυτό είναι παράλογο». Ο Σάιμον κατένευσε. «Το ίδιο παράλογο είναι να πιστεύουμε πως η Αδελφότητα εξακολουθεί να δρα, έστω και στην πιο έκφυλη εκδοχή της, διαγράφοντας τα αποθανόντα μέλη της και φέρνοντας νέο αίμα, για να διατηρήσει τον αριθμό των με~ 140 ~


λών στους δώδεκα του διαβόλου, σύνολο δεκατρείς. Μέχρι που ένα απ’ αυτά τα νεοφερμένα μέλη σκόνταψε πάνω στην αλήθεια για τις απαρχές και το σκοπό της Αδελφότητας και αποφάσισε πως ίσως δεν ήταν. Παράλογος, εννοώ». Ο Βάλενταϊν ξαναγέμισε τα ποτήρια τους με κρασί και επέστρεψε στην καρέκλα του. «Και τώρα, ο τροχός της πάντα ταραγμένης ιστορίας της Γαλλίας έχει γυρίσει ξανά αντί για ένα μη δημοφιλή μονάρχη που ψάχνει για έπαθλο, έχουμε τον Βοναπάρτη και τη φαινομενική αποστολή του να κατακτήσει τον κόσμο. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον άντρα πιο πρόθυμο να δώσει σχεδόν τα πάντα ως αντάλλαγμα αν έτσι η βρετανική αυτοκρατορία γίνει δική του». Άφησε το ποτήρι του και χειροκρότησε. «Τα συγχαρητήριά μου, Σάιμον, δε βαρέθηκα ούτε στο ελάχιστο. Το βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο να τα χωνέψω όλα αυτά, όμως οι θεωρίες είναι άκρως ενδιαφέρουσες». «Για να μην αναφέρουμε πως εμείς οι Ρέντγκρεϊβ δεν είμαστε αναμειγμένοι σε καμιά απ’ αυτές, εκτός από το γεγονός πως καλλιεργήσαμε την ιδέα στο μυαλό κάποιου άλλου», σχολίασε η Κέιτ, χαϊδεύοντας το ενοχοποιητικό ταρτάν στο γιακά της, ανυπομονώντας να ξεφορτωθεί τη ρόμπα. «Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον, τουλάχιστον γι’ αυτό». «Παρακαλώ. Όμως υπάρχουν κι άλλα». Το μυαλό της Κέιτ έτρεχε προς ένα σωρό διαφορετικές κατευθύνσεις. «Ναι. Είναι τα ημερολόγια κι αυτή η βίβλος. Ψάχνουμε για ονόματα και πιστεύουμε πως τα ημερολόγια αποτελούν καταγραφές της αφύσικης συμπεριφοράς τους. Όμως, αν ο Μπάρι και ο παππούς μας έβαζαν τους Φύλακες να καταγράφουν τα πάντα, όπως φαίνεται ότι έκαναν, αυτές οι γραπτές πηγές πρέπει επίσης να αποτελούν έναν πακτωλό πληροφοριών σχετικά με τις τακτικές τους, αναλύοντας λεπτομερειακά πώς σκέφτονταν να φέρουν εις πέρας τα σχέδιά τους». Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε στο δοψάτιο. «Ξέρω ότι θα ήθελα πολύ να δω πώς το έκαναν -πώς σχέδιαζαν να το κάνουν-, είτε είναι προϊόν πλάνης είτε όχι. Σάιμον, πιστεύεις πως η ίδια η Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ έπαιζε καθοριστικό ρόλο στα σχέδιά τους, σωστά;» «Φαίνεται λογικό, ναι, να έχουν ξεκινήσει τα πάντα εδώ. Ειδικά όταν συνυπολογίσεις τη μακραίωνη ιστορία της περιοχής ως εστίας λαθρεμπορίου και την εγγύτητά της με τη Γαλλία. Ο Βοναπάρτης διείδε πολύ καιρό πριν τη χρησιμότητα των Άγ~ 141 ~


γλων κοντραμπαντιέρηδων. Έχει μάλιστα φροντίσει να χτίσει άνετα πανδοχεία γι’ αυτούς, ώστε να έχουν μερικές ώρες ύπνου στη διάθεσή τους και να ανακτούν δυνάμεις προτού αποπειραθούν να περάσουν ξανά τη Μάγχη». «Αξιοπρόσεκτο. Μεταφέρουν αγγλικό μαλλί προς τη Γαλλία και στο ταξίδι της επιστροφής γαλλικά μετάξια και μπράντι», μονολόγησε δυνατά η Κέιτ, «ενώ στο ενδιάμεσο τους προσφέρεται ξεκούραση, ακόμα και επισκευή των πλοίων τους, υποθέτω, όλα ευγενική χορηγία του αυτοκράτορα». Ο Σάιμον κατένευσε συμφωνώντας. «Αγγλικό μαλλί που υφαίνεται για να φτιαχτούν στολές του γαλλικού στρατού, ναι, ορισμένες φορές. Όμως οι λαθρέμποροι αποτελούν παράλληλα έναν αμφίδρομο δίαυλο παροχής πληροφοριών, μεταφοράς πρακτόρων και ίσως ακόμα και Γάλλων φυλακισμένων, που έχουν δραπετεύσει. Μεταφέρουν εφημερίδες από το Λονδίνο, που αναφέρουν τα τελευταία νέα για τις μάχες μας και τις κυβερνητικές διενέξεις, ακόμα και χρυσό από τους Άγγλους υποστηρικτές τους, οι οποίοι πολύ φοβάμαι πως είναι κάτι παραπάνω από αρκετοί. Έχω δει κακόγουστες αφίσες και φυλλάδια στο Λονδίνο και αλλού, που εκθειάζουν τον Βοναπάρτη και παρακινούν το λαό μας να επαναστατήσει. Όμως, στο θέμα μας. Κάποια από τα μεγαλύτερα λαθρεμπορικά φτάνουν σε χωρητικότητα τους ογδόντα τόνους και είναι δυνατόν να μεταφέρουν έναν ανησυχητικά μεγάλο αριθμό στρατευμάτων. Μια εκατοστή μεταμφιεσμένοι Γάλλοι αποβιβάζονται τα μεσάνυχτα και κατόπιν τους κρύβουν με ασφάλεια οι Άγγλοι ομοφρονούντες χιλιόμετρα μακριά προτού ξημερώσει, ενώ οι λαθρέμποροι απολαμβάνουν τη φιλοξενία του Βοναπάρτη γι’ άλλη μια νύχτα, χωρίς ποτέ να καταλάβουν πώς τους εξαπάτησαν». «Και το ίδιο θα επαναλαμβανόταν κατά μήκος της νότιας ακτογραμμής της Αγγλίας. Όχι εισβολή. Μυστική διείσδυση. 0 Βοναπάρτης στ’ αλήθεια έχει φτιάξει πανδοχεία για τους λαθρέμπορους;» «Όπως έχω καταλάβει, έχει διατάξει την κατασκευή τους τόσο στο Γκρέιβλαϊνς όσο και στη Δουνκέρκη. Στο Γκρέιβλαϊνς υποτίθεται πως είναι χειρότερα τα πράγματα, με ένα συγκρότημα κατοικιών αρκετά μεγάλο ώστε να στεγάζει εκατοντάδες Αγγλους λαθρέμπορους. Πρόσφατα ξαναρχίσαμε να χτίζουμε κι άλλους πύργους κατόπτευσης στην ακτή, αφού είχαμε σταματήσει, επειδή πιστεύαμε ότι ο κίνδυνος της γαλλικής εισβο~ 142 ~


λής είχε περάσει. Αναρωτιέμαι ποιος έδωσε τη διαταγή να χτιστούν κι άλλοι και γιατί - κι εσείς το ίδιο; Πλήρως εξοπλισμένοι αμυντικοί πύργοι, με τα κανόνια τους στραμμένα στη θάλασσα; Οι κανονιόμπαλες μπορούν να εκτοξευτούν και ενάντια αγγλικών πλοίων, όχι μόνο γαλλικών». «Τώρα με τρομάζεις, Σάιμον», είπε με ειλικρίνεια η Κέιτ. «Αχ, Κέιτ, όμως υπάρχουν κι άλλα. Το κεφάλι μου στριφογυρίζει όλο τ’ απόγευμα. Τα λιγοστά πλοία που τους έχει ανατεθεί η περιπολία των ακτών είναι αργοτάξιδα και έχουν γίνει ερείπια, ενώ τα πληρώματά τους δεν είναι και η αφρόκρεμα του ναυτικού. Και πάλι, όμως, όλα αυτά είναι τροφή για σκέψη, όσο τραβηγμένα κι αν ακούγονται». «Το ίδιο ίσχυε και για τον Δούρειο Ίππο», μουρμούρισε πνιχτά ο Βάλενταϊν, έχοντας πιάσει ξανά την πένα του. «Ο Τέρνερ Κόλιερ γέμιζε το μυαλό του Άνταμ με μαθήματα ιστορίας, δολοφονιών, κάθε είδους σάπιες ανοησίες. Θυμάστε τη συμβολή του στη συζήτηση στο χθεσινοβραδινό δείπνο; Συνωμοσίες και φιλοδοξίες μάς συνοδεύουν για αιώνες, μάλλον από την απαρχή του χρόνου. Άλλες εντελώς ανόητες, άλλες ιδιοφυείς, κάποιες επιτυχημένες, κάποιες θεαματικά αποτυχημένες. Οπότε, παράλογη ή όχι, απίθανη ή όχι, έχουμε πραγματικά το περιθώριο να απορρίψουμε οποιαδήποτε θεωρία;» Η καρδιά της Κέιτ βροντοχτυπούσε. «Λοιπόν, τότε, αυτό ήταν. Τώρα έχουμε ακόμα περισσότερους λόγους να εντοπίσουμε γρήγορα τα ημερολόγια και τη βίβλο, ενώ θα προσευχόμαστε να μην το έχει ήδη κάνει κανείς άλλος. Πρέπει να βρούμε τους λαθρέμπορους, τις κρυψώνες τους. Αν δρουν στη γη μας, κρύβοντας Γάλλους κατασκόπους και τα συναφή μέσα στην ιδιοκτησία μας, πρέπει να τους σταματήσουμε προτού τους ανακαλύψει κάποιος άλλος. Κανείς δε θα πίστευε ποτέ πως οι Ρέντγκρεΐβ δεν ήταν ανακατεμένοι». «Υποθέτεις δηλαδή πως κάποιος άλλος θα βρει ένα παρόμοιο υφάδι να ξηλώσει;» «Είναι πιθανό. Δες πόσο εύκολο ήταν για σένα να τα καταλάβεις όλα». «Θα προσπαθήσω να το εκλάβω ως κομπλιμέντο», είπε κάνοντας μια υπόκλιση ο Σάιμον. «Πάψε! Ξέρεις τι εννοώ». «Να συνυπολογίσει κανείς το ταρτάν και τους θυρεούς που λείπουν και τα ελάχιστα γεγονότα που γνωρίζουμε για την Α~ 143 ~


δελφότητα μαζί με τις ενδείξεις τις οποίες έχουμε ήδη στην κατοχή μας; Ναι, ξέρω τι εννοείς. Πρέπει να υπάρχουν περισσότερα, όμως για ένα βασίλειο σε εμπόλεμη κατάσταση ίσως αυτά είναι αρκετά για να ενθαρρύνουν κάποιους να θέσουν μερικές πολύ διεισδυτικές ερωτήσεις για σας τους Ρέντγκρεϊβ. Όπως το βλέπω εγώ, και ελπίζω πως συμφωνείτε, εμείς πρέπει να είμαστε εκείνοι που θα θέσουμε αυτές τις διεισδυτικές ερωτήσεις». «Η Τρίξι», είπε μορφάζοντας η Κέιτ. «Πρέπει να ξέρει περισσότερα. Ήταν εκεί, για όνομα του Θεού. Δεν πρόκειται να είναι εύκολο να την αντιμετωπίσουμε καταπρόσωπο με αυτά που ξέρουμε. Όμως δε βλέπω να έχουμε άλλη επιλογή, Σάιμον, εσύ;» «Όχι, όμως δε θα το κάνουμε μέχρι να μάθουμε περισσότερα. Αν όλα όσα έχω ακούσει είναι αλήθεια, η χήρα κόμισσα έχει επιβιώσει για πολύ καιρό χάρη στο κοφτερό μυαλό της. Αν όντως γνωρίζει κάτι παραπάνω, το έχει ολοφάνερα κρατήσει κρυφό από τα εγγόνια της. Άλλωστε, οι άντρες για τους οποίους μιλάμε -πιθανώς προδότες, στασιαστές- είναι ο μακαρίτης ο σύζυγος και ο μοναχογιός της. Εύλογα θα θέλει να τους προστατεύσει, όπως και τα εγγόνια της, με κάθε κόστος». «Το διασκεδάζετε οι δυο σας;» ρώτησε ο Βάλενταϊν ενώ καθόταν στη θέση του πίσω από το γραφείο, με την πένα στο χέρι του, γεμίζοντας εργατικά με ορνιθοσκαλίσματα αυτό που έδειχνε να είναι το τρίτο φύλλο χαρτιού. «Συγνώμη, Βαλ», είπε ο Σάιμον. «Φαίνεται πως παρασυρθήκαμε λιγάκι, ε;» «Σκεπτόμενοι να αντιμετωπίσετε την Τρίξι; Ναι, θα έλεγα πως ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας». Άφησε την πένα του. «Μολονότι δεν μπορώ να μη θυμηθώ το πώς πάντα εξασφάλιζε ότι θα μέναμε μακριά από το μαυσωλείο. Γιατί λοιπόν να μη διατάξει απλώς να τοποθετήσουν το θυρεό μας στους τάφους;» Ύστερα σήκωσε το χέρι του ψηλά. «Δεν πειράζει. Οι δυο σας έχετε ήδη σκεφτεί υπερβολικά πολλές απαντήσεις. Τίποτ’ άλλο, Σάιμον, προτού επιστρέφω σ’ αυτό το γράμμα μου για τον Γκί-ντιον; Ήδη προβλέπω πως θα προσθέσω κι άλλη σελίδα». «Όχι, αυτά ήταν». Ο Σάιμον έριξε μια ματιά στην Κέιτ. «Όχι, δεν ήταν. Δυσκολεύομαι ήδη αρκετά να καταλάβω ποια είναι η αλήθεια, για να αποπειραθώ να πω κι άλλα παρηγορητικά ψέματα. Κέιτ, Βαλ, έφερα κάτι μαζί μου, από το λάκκο. Δεν ξέρω πώς ακριβώς. Ίσως πιάστηκε στα ρούχα μου». ~ 144 ~


«Συνέχισε», είπε ο Βάλενταϊν, ρίχνοντας ένα ανήσυχο βλέμμα στην αδελφή του, η οποία σταμάτησε αμέσως να δαγκώνει το κάτω χείλος της. Ό,τι κι αν επρόκειτο να πει ο Σάιμον, έπρεπε να τον ακούσει ατάραχη, χωρίς να προδώσει πόσο απροετοίμαστη ένιωθε για άλλο ένα πλήγμα. «Ήταν ένα χέρι. Ένα ανθρώπινο χέρι». Η Κέιτ άρπαξε το μπράτσο του, ταρακουνώντας τον. «Ο Μπάρι; Τον βρήκες; Ω, Θεέ μου. Αυτό είναι. Η Αδελφότητα τον έθαψε σε μια σήραγγα αφού είχαν... είχαν τελειώσει μαζί του. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν;» «Λυπάμαι, Κέιτ, όμως όχι. Θα ’πρεπε να είμαι πιο ξεκάθαρος. Το χέρι προέρχεται από μια πολύ πιο πρόσφατη ταφή». Γύρισε προς τον Βάλενταϊν. «Οπότε, ίσως να θες να πεις στον Γκίντιον πως φαίνεται ότι είχε δίκιο, αυτό που συνέβη στο θερμοκήπιο ήταν η κατάρρευση μιας υπόγειας σήραγγας». «Μιας εν χρήσει σήραγγας», παρατήρησε ο Βάλενταϊν, τρίβοντας το μέτωπό του. «Σκόπευα να μπαζώσω το χάσμα με βράχια και χαλίκι. Νομίζεις πως είναι αρκετά ασφαλές για περαιτέρω σκάψιμο;» Η Κέιτ πήρε μια ανάσα για να ανακτήσει την ψυχραιμία της και μπήκε ξανά στη συζήτηση. Για μια στιγμή, μονάχα για μια στιγμή, είχε νομίσει... Όχι όμως, το πτώμα του πατέρα της ακόμα αγνοείτο. «Υπάρχει ένα υπέροχο παλιό βιβλίο στη βιβλιοθήκη, διάφορα για την ακρίβεια, όλα σχετικά με σπήλαια και τα συναφή. Κυρίως ορυχεία. Έχει ακόμα και σκαριφήματα. Κάποια από αυτά δείχνουν πώς να σκάψεις μια εντελώς καινούρια είσοδο, πώς να διασώσεις ανθρακωρύχους παγιδευμένους κάτω από το έδαφος. Δεν σκάβεις εκεί όπου κατέρρευσαν τα πάντα, Βαλ. Σκάβεις υπό γωνία και ξεκινάς από αρκετή απόσταση». «Διάφορα βιβλία; Η οικογένειά σας ενδιαφέρεται για την εξόρυξη μεταλλευμάτων;» ρώτησε ο Σάιμον τον Βάλενταϊν. «Όχι, απ’ όσο γνωρίζω, όχι. Υπάρχουν πάνω από τρεις χιλιάδες τόμοι στη βιβλιοθήκη. Ίσως οι πρόγονοί μας τους αγόρασαν με το κιλό, χωρίς να νοιάζονται για το περιεχόμενό τους, αρκεί να γέμιζαν τα ράφια». «Ο μακαρίτης ο αδελφός μου έκανε το ίδιο όταν αγόρασε ένα σπίτι στο Μπαθ», είπε ο Σάιμον με ένα αχνό, ιδιαίτερα θλιμμένο χαμόγελο. «Όχι μόνο με το κιλό, αλλά και σύμφωνα με το χρώμα τους. Πάντα ένιωθε πως η βιβλιοθήκη στο ~ 145 ~


Σίνγκλτον Πλέις ήταν υπερβολικά χαοτική για να θεωρηθεί ενδιαφέρουσα. Τα βιβλία είναι τοποθετημένα ανάλογα με το θέμα τους, καταλαβαίνετε. Προφανώς κάτι το αισθητικά απαράδεκτο για τον Χόλμπρουκ». «Η βιβλιοθήκη εδώ είναι σαν τη δική σου στο Σίνγκλτον και έχει χρησιμοποιηθεί δεόντως, αν κρίνουμε από την όψη πολλών από τους τόμους. Αν οι Ρέντγκρεϊβ όντως ανακατεύτηκαν με το λαθρεμπόριο και την εκσκαφή σπηλαίων και τα λοιπά, τα βιβλία που ανακάλυψα βγάζουν νόημα. Περιμένετε, πάω να τα φέρω». «Σ’ ένα λεπτό, Κέιτ». Ο Βαλ έκανε το γύρο του γραφείου και έπιασε τα χέρια της. «Δεν μπορώ να φανταστώ χειρότερη στιγμή για να σου το πω, όμως φεύγω για το Λονδίνο το πρωί». «Όχι! Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, Βαλ. Όχι τώρα. Πλησιάζουμε ολοένα και πιο κοντά κάθε λεπτό, δεν το νιώθεις;» Μπορείς να νιώσεις την έξαψη; Είμαι απαίσια που νιώθω το αίμα μου να κυλάει πιο καυτό στις φλέβες μου ύστερα απ’όσα μόλις μάθαμε; Ο Σάιμον το νιώθει κι αυτός, το βλέπω. Μετά βίας συγκρατείται να μη επιστρέψει στο κυνήγι. Δεν άκουσες πόσο έξοχα συνεργάζονται τα μυαλά μας; Μαζί, εκείνος κι εγώ μπορούμε να... Ω. Ω Θεέ μου. Ναι, Βάλενταϊν. Ίσως θα ’πρεπε να πας στο Λονδίνο... «Ένας ακόμη λόγος για να πάω. Ισως δεν είμαστε οι μόνοι που πλησιάζουμε. Αν μη τι άλλο, πιστεύω πως επιβάλλεται μια συνάντηση με τον Πέρσεβαλ σχετικά με τους πύργους κατόπτευσης στις ακτές, και το γιατί χτίζουν κι άλλους. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην αποκάλυψε όλα όσα ξέρει στον Γκί-ντιον. Είτε αυτό, είτε κάποιος τον έπεισε να ξεκινήσει ξανά τα κατασκευαστικά έργα και αυτό είναι ένα όνομα που θα θέλαμε να ξέρουμε. Όμως, για να είμαι δίκαιος, ήδη σχέδιαζα να φύγω αύριο. Υπάρχει μια κυρία εκεί που ζητάει τη βοήθειά μου». Η Κέιτ τράβηξε τα χέρια της τουλάχιστον τώρα δεν ήταν δύσκολο να τον κάνει να πιστέψει πως είχε θυμώσει μαζί του. «Πάντα υπάρχει κάποιος που ζητάει επειγόντως τη βοήθειά σου και στην πλειονότητά τους είναι γυναίκες. Θα σου ραγίσουν την καρδιά μια μέρα, ξέρεις, για να μην αναφέρω ότι θα σου σπάσουν το κεφάλι». «Ναι, αυτό μου υπενθυμίζεις διαρκώς. Το γράμμα μου ενημερώνει τον Γκίντιον για το ταξίδι μου, ενώ του ζητάω να στεί~ 146 ~


λει στην πλατεία Πόρτμαν οποιεσδήποτε ιδέες ή προτάσεις του. Μ’ εκείνον και την Τζέσικα μακριά από τα βλέμματα της κοινωνίας και τον Μαξ κάπου στην Ιβηρική Χερσόνησο, δεν είναι πρακτικό να είμαστε όλοι όσοι έχουμε απομείνει μαζεμένοι στο ίδιο μέρος, κάνοντας το ίδιο πράγμα. Λογικά θα έχω γυρίσει σε μια εβδομάδα». Ο Βάλενταϊν κοίταξε τον Σάιμον. «Εν τω μεταξύ, Κέιτ, είσαι σε καλά χέρια. Δεν είναι, Σάιμον;» «Θα είναι απολύτως ασφαλής. Κέιτ, γιατί δεν πας στο δωμάτιό σου να ξεφορτωθείς αυτό το αρκετά ενοχοποιητικό τερατούργημα; Ύστερα πες στην υπηρέτριά σου να το κάψει και να ανακατέψει τις στάχτες», «Δεν μπορείς να με διατάζεις...» «Ναι, μπορεί, Κέιτι, αγάπη μου. Ήδη το συζητήσαμε. Για να εξιλεωθεί για τις αμαρτίες του, ο Σάιμον θα έχει την ευθύνη σου από τη στιγμή που θα φύγω. Ή, καθώς φαίνεται να πιστεύει, αρχής γενομένης από τώρα». Ήδη το συζήτησαν; Το πιγούνι της υψώθηκε τόσο, που διέκρινε σχεδόν τα ίδια της τα ζυγωματικά. «Στο διάβολο τι λέτε. Θα το δούμε αυτό!» εξερράγη και έφυγε από το δωμάτιο τρέχοντας με γυμνά πόδια. Δυστυχώς όμως όχι αρκετά γρήγορα ώστε να μη δει τον Σάιμον και τον Βάλενταϊν να σφίγγουν τα χέρια, λες και είχαν κλείσει κάποια συμφωνία. Φυσικά! Θυμήθηκε τι είχε πει ο Βάλενταϊν όταν εκείνη κι ο Σάιμον βρίσκονταν στο λάκκο: Έτσι προσέχεις την αδελφή μου, Ρέιβενσμπιλ; Θα της το πλήρωναν αυτό και οι δυο τους!

~ 147 ~


Κεφάλαιο 9

Ο Σάιμον περίμενε πλάι στο άγαλμα του Χένρι και του τρικέφαλου σκύλου του μέχρι τη μία, έχοντας περάσει ήδη μια ώρα από την προσυμφωνημένη συνάντησή τους τα μεσάνυχτα, χωρίς να πιστεύει ποτέ στ’ αλήθεια πως η Κέιτ θα εμφανιζόταν. Μάλλον θα είχε ήδη ξαπλώσει εδώ και ώρα- ένας Θεός ήξερε πως μόνο όρθιος δεν κοιμόταν μετά την πιο ατελείωτη, φαινομενικά, μέρα της ζωής του. Από την άλλη, όμως, ο Κέρβερος της ίσως την είχε κλειδώσει στην κάμαρά της, μολονότι κάτι το τόσο ευτελές όσο μια κλειδωμένη πόρτα δεν έδειχνε ικανό να συγκρατήσει την Κέιτ αν ήθελε να βρεθεί στην άλλη άκρη της. Ο Σάιμον τη θαύμαζε. Έτρεφε κάθε λογής συναισθήματα για τη λαίδη Κάθριν Ρέντγκρεϊβ. Αν έκανε πάντως πράξη τα περισσότερα απ’ αυτά, θα κατέληγε με τον Βάλενταϊν ή έναν από τους αδελφούς του να ταΐζει τα έντερά του στα γουρούνια. Την αγαπούσε; Αυτό τον είχε ρωτήσει ο Βάλενταϊν, παρ’ ότι γνώριζε πως ήταν υπερβολικά νωρίς για κάτι τέτοιο. Ο Σάιμον ήξερε ήδη πως αγαπούσε αυτά που αντιπροσώπευε η Κέιτ: ελευθερία, εξυπνάδα, ετοιμολογία, θάρρος κι έλλειψη φόβου, δίψα για περιπέτεια, ενώ όλα τούτα εξισορροπούνταν από αυτό που ήξερε, ενστικτωδώς, πως ήταν μια καλή και γενναιόδωρη καρδιά (που πότε πότε κρυβόταν καλά πίσω από το πραγματικά φλογερό ταμπεραμέντο της). Δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο κι αυτό ήταν το βασικό. Ήταν απλώς η Κέιτ και δεν έδειχνε να δίνει δεκάρα για τη γνώμη κανενός παρά μόνο για τη δική της. Ο Βάλενταϊν δεν ήταν μόνο αισιόδοξος όταν προσπαθούσε να την πείσει ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά της, αλλά είχε προσπαθήσει το αδύνατον: Κανείς ποτέ δε θα ’πρεπε να παρεμβαίνει στην τελειότητα. Έπειτα, ήταν και τα υπόλοιπα πάνω της... αυτά τα μάτια, το στόμα, οι ~ 148 ~


τόσο θελκτικές καμπύλες. Είχε προειδοποιήσει τον εαυτό του να σταματήσει να σκέφτεται την Κέιτ. Ήταν υπερβολικά επικίνδυνο, ειδικά με τον Βάλενταϊν να φεύγει το πρωί, υπόσχεση ξε-υπόσχεση, στοίχημα ξε-στοίχημα. Αντ’ αυτού, είχε αποφασίσει να κάνει μια μικρή, δική του έρευνα. Χάρη στο φως από τις λάμπες που βρίσκονταν εκατέρωθεν της φαρδιάς εξώπορτας στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, ο Σάιμον κατάφερε τουλάχιστον να σιγουρευτεί για ένα πράγμα. Κανένα από τα κεφάλια του σκύλου δεν ανασηκωνόταν ούτε περιστρεφόταν. Δεν υπήρχαν βολικά χαλαρές πλάκες στη βάση του αγάλματος το δόρυ στη γροθιά του Χένρι δεν έβγαλε έναν προδοτικό ήχο όταν το έσπρωξε, ούτε έκανε κάτι να μετακινηθεί, αποκαλύπτοντας μια σκάλα που θα οδηγούσε σε έναν Κάτω Κόσμο φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια. Γενικά, μέχρι να ολοκληρώσει την έρευνά του, μπουσουλώντας στα τέσσερα και ισορροπώντας πάνω στη ράχη του Κέρβερου, προκειμένου να ψηλαφήσει και να σπρώξει δεξιά αριστερά το μαρμάρινο πρόσωπο και τα μάτια του Χένρι ή να τραβήξει τ’ αυτιά του, ένιωθε αρκετά γελοίος, αλλά και ευγνώμων που η Κέιτ δεν τον είχε δει να ρεζιλεύει μεγαλοπρεπώς τον εαυτό του. Καθώς άρχιζε ήδη να νιώθει τις σωματικές συνέπειες της παραμονής του στο λάκκο -και το σκαρφάλωμα στο γερο-Χένρι δεν είχε βοηθήσει και ιδιαίτερα-, αποφάσισε πως ήταν καιρός να ενδώσει, να τα παρατήσει και να πάει στο κρεβάτι του. Ίσως για να κοιμηθεί, οπωσδήποτε όμως για να ονειρευτεί... Η αχτίδα του πρωινού ήλιου που κάρφωσε τα κλειστά μάτια του τον χτύπησε απροειδοποίητα. Το ίδιο συνέβη και με το τράνταγμα ενός ανθρώπινου κορμιού, που καθόταν στο κρεβάτι του. «Σήκω, υπναρά. Πώς μπορείς και κοιμάσαι;» Η Κέιτ. Τράβηξε ένα μαξιλάρι πίσω απ’ το κεφάλι του και το πίεσε πάνω στα μάτια του. Και στο στόμα του, καθώς ήξερε πως επρόκειτο να ξεστομίσει κάτι που είναι προτιμότερο να λέγεται μόνο ενώπιον αντρών. Το είπε. «Δεν το έπιασα καλά αυτό, Σάιμον. Κάτι αθυρόστομο δεν ήταν; Μπράβο σου. Τώρα ξύπνα, σήκω, καλωσόρισε τη μέ~ 149 ~


ρα. Λες την προσευχή σου το πρωί; Εγώ όχι. Θα έπρεπε, αλλά δεν το κάνω. Ο Βάλενταϊν έφυγε. Αυτός είναι λόγος για να ευχαριστούμε κάποιον, σωστά; Ξύπνα». «Χοροπήδα ξανά στο κρεβάτι μου κι ίσως χρειαστεί να σε πετάξω απ’ το παράθυρο», την προειδοποίησε, καθώς χαμήλωσε αργά το μαξιλάρι και την είδε ν’ ακουμπάει τα γόνατά της στο στρώμα, ήδη ντυμένη με ένα σμαραγδί κοστούμι ιππασίας, με ένα ασορτί, στρατιωτικού στυλ καπελάκι κι ένα καμπυλωτό, ελάχιστα λοξό, φτερό πάνω στο κεφάλι της. Είδε το χαμόγελο στα χείλη της, τη σατανική λάμψη στα μάτια της. Η παλιοκατεργάρα! Έπαιρνε λίγο απ’ το αίμα της πίσω για το ότι ο Βαλ την είχε θέσει υπό την προστασία του του έδινε ένα μάθημα για το ποιος πραγματικά είχε το πάνω χέρι. Προφανέστατα δεν ήταν εκείνος. Όμως θα έπαιζε το παιχνίδι της. Προς το παρόν. «Να πάρει, έχεις χάσει τα λογικά σου; Πού είναι η συνοδός σου; Θα έρθει από στιγμή σε στιγμή, κροταλίζοντας απειλητικά τις καστανιέτες της και κραδαίνοντας έναν πολεμικό πέλεκυ;» Άκουσε ένα κλικ-κλικ από κάπου μέσα στο δωμάτιο και βόγκηξε: «Είναι εδώ, έτσι δεν είναι; Φυσικά και είναι, τι ρωτάω; Εσείς οι δυο ανόητες πιστεύετε πως αυτό σημαίνει ότι έτσι συνοδεύεσαι αξιοπρεπώς; Μέσα στην κρεβατοκάμαρά μου;» «Μη κάνεις σαν γριά γυναικούλα, Σάιμον. Επιπλέον, δεν είχαμε άλλη επιλογή. Ο βαλές σου αρνήθηκε να σε ξυπνήσει. Σχέδιαζες να κοιμάσαι όλο το πρωί; Αποφάσισα πως πρέπει να επεκτείνουμε το πεδίο της έρευνάς μας για τις σπηλιές. Βρήκαμε μονάχα μία, θυμάσαι, και μόνο ένα μικρό της τμήμα. Σάιμον... Ξύπνια!» Εκείνη πήγε να πιάσει την άκρη της κουβέρτας και ο Σάιμον άρπαξε με τις γροθιές του το μπορντό σατέν ύφασμα, προτού η Κέιτ (και ίσως και η Κονσουέλα) έπαιρνε το πρώτο της πραγματικό μάθημα ανατομίας. «Μάλλον πρέπει να μάθεις πως δε φοράω νυχτικιά», είπε, δαγκώνοντας τα χείλη του, για να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. «Όχι;» Η Κέιτ συνοφρυώθηκε. «Τότε, τι φορ... Ω!» Πήδηξε κάτω απ’ το κρεβάτι με υπερβάλλουσα βιάση και έσυρε γρήγορα μαζί της την Κονσουέλα προς το διάδρομο. «Θα φροντίσω τα άλογά μας να είναι έτοιμα σε μίση ώρα. Μην μπεις στον κόπο να πάρεις πρωινό. Ζήτησα απ’ τη μαγείρισσα να μας ετοιμάσει ένα ~ 150 ~


καλάθι πικνίκ». «Ναι, υψηλοτάτη, αμέσως, υψηλοτάτη», μουρμούρισε γκρινιάρικα ο Σάιμον, καθώς η πόρτα έκλεινε με κρότο πίσω από τις γυναίκες, κι έπειτα σωριάστηκε ανάσκελα στα μαξιλάρια γι’ άλλη μια φορά. Πονούσε παντού, σε όλο το σώμα του, εξαιτίας της ώρας που πέρασε στη σήραγγα, με μια τεράστια κατάμαυρη μελανιά στο δεξιό του γοφό, εκεί όπου είχε προσγειωθεί πάνω σε κάτι αρκετά κοφτερό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η θωρακική κοιλότητα του πτώματος, που πλέον του έλειπε ένα χέρι. Σχεδόν είχε θαφτεί πάνω από ένα κουφάρι σε αποσύνθεση. Κάτι τέτοιο μπορούσε να ταράξει πραγματικά πολύ βαθιά έναν άνθρωπο. Κανονικά θα ’πρεπε να ξυπνάει από εφιάλτες για κάνα μήνα, ουρλιάζοντας. Όχι όμως πως έμοιαζε τίποτα να ταράζει την Κέιτ για παραπάνω από δέκα λεπτά. Ή να επιβραδύνει την ορμή της, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα. Και τώρα ήθελε να τον ανεβάσει σε άλογο; Λοιπόν, αν μη τι άλλο, η Κέιτ δε θα είχε να ανησυχεί μήπως ο Σάιμον το παραξήλωνε με το φλερτ, τουλάχιστον όχι στο εγγύς μέλλον, είτε η έπαυλη ήταν γεμάτη με Ρέντγκρεϊβ είτε οι δυο τους ήταν οι μοναδικοί ένοικοι του σπιτιού -συν τη μαύρη κουρούνα-, στοίχημα ξε-στοίχημα. Μισή ώρα αργότερα, έχοντας κατορθώσει να πείσει το βαλέ του πως δεν επρόκειτο να του επιτρέψει να αλείψει κάποια βρομερή, δύσοσμη αλοιφή για άλογα στα οπίσθιά του, ο Σάιμον είχε ντυθεί, είχε βγει έξω και περιεργαζόταν τον Χέκτορ έκανε μια γκριμάτσα όταν αντιλήφθηκε πως ο επιβήτοράς του ήθελε να καλπάσουν. Η Κέιτ είχε ήδη ανέβει στην Ντέιζι, σαν να περίμενε πως ο Σάιμον θα την υπάκουε -αυτό έπρεπε να το σκεφτεί λίγο περισσότερο στο μέλλον-, με ένα ψάθινο καλάθι δεμένο στο πίσω μέρος της σέλας της. «Σκέφτηκα να ξεκινήσουμε από το Δυτικό Λιβάδι και να συνεχίσουμε με τα άλογα νότια προς την ακτογραμμή και πάλι πίσω, τι λες κι εσύ; Η γη από εδώ μέχρι τη θάλασσα είναι απλώς μια σταγόνα στον ωκεανό των εκτάσεων των Ρέντγκρεϊβ, τουλάχιστον με τα δικά μας πρότυπα. Υπάρχουν διάφορες αγροικίες κοντά στην ακτή, οι οποίες δεν είναι κατάλληλες για καλλιέργεια κι έτσι απλώς νοικιάζουμε τα σπίτια. Η γη ανήκει σ’ εμάς. Νομίζεις πως μπορεί να υπάρχει κάποια σήραγγα ~ 151 ~


μέσα σε κάποιο απ’ αυτά; Δεν ξέρω βέβαια πώς θα μπούμε μέσα. Πιστεύω πως θα χρειαζόμασταν τον Γκίντιον για να το καταφέρουμε αυτό». «Δεν ξέρω. Νομίζω πως αν απλώς χτυπούσαμε ευγενικά τις πόρτες και ρωτούσαμε τους ενοίκους αν θα τους πείραζε να κατεβούμε για λίγο στο κελάρι τους, χτυπώντας τους τοίχους και κοπανώντας με τα πόδια μας τις σανίδες του πατώματος, κανείς δε θα διαμαρτυρόταν. Τουλάχιστον υπερβολικά». «Ξυπνάς στραβά το πρωί, ε;» τον ρώτησε καθώς οδηγούσαν τα άλογά τους στο χαλικόστρωτο μονοπάτι προς το Δυτικό Λιβάδι. «Το ίδιο και ο Μαξ. Μια φορά μου πέταξε ένα κηροπήγιο όταν του ζήτησα να ντυθεί και να παίξει στο χιόνι μαζί μου προτού λιώσει». «Για φαντάσου. Πες μου, είχε προλάβει να ξημερώσει;» «Ίσα ίσα που είχε βγει ο ήλιος», αποκρίθηκε η Κέιτ, χαμηλώνοντας το κεφάλι της. «Και πάλι όμως, δεν μπορεί τότε να ήμουν πάνω από επτά ετών. Πρέπει να κάνει κανείς μια εξαίρεση όταν έχει χιονίσει αναπάντεχα και ο άλλος είναι μονάχα επτά χρονών». «Και τώρα που είσαι ολόκληρη γυναίκα είκοσι χρονών;» Άφησε την Ντέιζι να τριποδίσει ζωηρά καθώς πλησίαζαν στη διασταύρωση του δρόμου ήταν φανερό πως και τα δυο άλογα ανυπομονούσαν να καλπάσουν. «Δηλαδή μου συνιστάς να ζητήσω συγνώμη;» «Ποτέ δε θα σκεφτόμουν κάτι τέτοιο. Απλώς, την επόμενη φορά, κλείδωσε την Κονσουέλα στην κάμαρά της. Αν τολμάς». «Δε θα μπω καν στον κόπο να σου απαντήσω, Σάιμον Ρέιβενσμπιλ. Πραγματικά, αν δεν ήξερα πως... πως δεν... δηλαδή... Ω, πάψε να χαμογελάς! Επιπλέον, έχουμε ένα στοίχημα να λάβουμε υπόψη μας, αν το θυμάσαι. Εφόσον σκοπεύω να νικήσω, θα έλεγα πως μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου ασφαλή». «Και καθώς κι εγώ σκοπεύω να νικήσω, θα αφήσω ανοιχτή την πρόσκληση». Το βλέμμα του Σάιμον πλανήθηκε πάνω από το τεράστιο χαλί από αγρούς που αποτελούσαν το Δυτικό Λιβάδι. «Μπες μπροστά, Κέιτ, θα σ’ ακολουθήσω». «Δε θέλεις να παραβγούμε; Ξέρεις πως θα κερδίσεις». Ο Σάιμον ανασηκώθηκε, στηριζόμενος στους αναβολείς, κι έπειτα χαμήλωσε ξανά προσεκτικά το σώμα του στη σέλα. Να κερδίσει; Ακόμη μετάνιωνε που είχε παραλείψει ν’ αρπάξει ένα μαξιλάρι απ’ το κρεβάτι του και να το δέσει πάνω στη σέ~ 152 ~


λα. Γιατί δεν είχε πει στην Κέιτ πως ένιωθε περισσότερο έτοιμος ν’ ανέβει τα σκαλιά της αγχόνης του δήμιου παρά να επιδοθεί σε έναν αναζωογονητικό καλπασμό με τ’ άλογα, δεν ήξερε. Πρέπει να ήταν αλήθεια αυτό που του είχε πει ένας φίλος του: Ποτέ μην αφήσεις την καρδιά σου να νιώσει πράγματα, γιατί κάνει το μυαλό σου να στάζει από τ’ αυτιά σου. Φυσικά, αυτός ο φίλος του, ο υποπλοίαρχος Ντέιβι Φίλμπερτ, ήταν παντρεμένος με τη Λουσίντα του εδώ και πέντε χρόνια και είχε ήδη τρία κουτσούβελα να γεμίζουν το παιδικό δωμάτιο -ένα για κάθε φορά που το πλοίο του έδενε στο Λονδίνο. Ο Σάιμον συνειδητοποίησε πως η Κέιτ είχε γείρει το κεφάλι της και τον κοιτούσε με περιέργεια. «Πεινάς, έτσι δεν είναι; Ο Βαλ δεν αξίζει τίποτα προτού φάει. Έπρεπε να περιμένω μέχρι να πάρεις πρωινό. Συγνώμη. Μια ιδέα μού καρφώνεται στο μυαλό και απόλυτα φυσικά πιστεύω πως όλοι οι άλλοι θα καταλάβουν πόσο ιδιοφυής είναι και... Τι λες να γυρίσουμε στην έπαυλη για να σε ταΐσουμε με ένα σωστό πρωινό;» Το σχεδόν άηχο ντριπ-ντριπ που φανταζόταν πως άκουγε ήταν αναμφίβολα το μυαλό του που στάλαζε απ’ τα αυτιά του. «Όχι, μη λες ανοησίες. Είμαι μια χαρά, Κέιτ. Ο Χέκτορ θέλει να τρέξει έτσι κι αλλιώς. Προχώρα μπροστά και θα σε ακολουθήσω». Μάλλον δε θα ’πρεπε να είχε προσθέσει αυτό το τελευταίο όχι μόνο θα της έβαζε ιδέες, αλλά ήταν και περιττό. Η διαδρομή περιλάμβανε θάμνους που έπρεπε να εκκαθαριστούν, τρεις φράχτες που έπρεπε να πηδήξουν και, καθώς πλησίαζαν στην ακτή, το έδαφος γινόταν ολοένα και πιο ανώμαλο. Μπορούσαν πλέον να δουν μπροστά τους τα νερά του στενού του Ντόβερ, ενώ τα καμπαναριά του Χάιθ αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα στα αριστερά τους. Μέχρι να σηκώσει η Κέιτ το χέρι της και να του δείξει μια συστάδα δέντρων, ο Σάιμον, αν ήταν λιγότερο άντρας, θα βογκούσε ήδη αξιολύπητα. Όμως είχε αποδείξει αυτό που ήθελε, ό,τι κι αν ήταν αυτό και ας μην ήταν σίγουρος πως όντως είχε κάτι ν’ αποδείξει. Η Κέιτ θα μπορούσε να είχε πάει μόνη της στις αγροικίες, όπου θα προσπαθούσε να κάνει, ένας Θεός μόνο ήξερε, τι. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Ο άλλος λόγος ήταν ότι ποτέ δε θα την άφηνε να πιστέψει πως ένα απλό κατρακύλισμα μέσα σ’ ένα λάκκο ήταν αρκετό για να τον κρεβατώσει και... λοιπόν, διάβολε, η Κέιτ θα είχε ξεκινήσει χωρίς εκείνον. Αυτό ήταν αρκετός λόγος οτιδήποτε άλλο θα τον έκανε απλώς ν’ ακουστεί γελοίος. ~ 153 ~


Τη βοήθησε να ξεπεζέψει, αγνοώντας τον τρόπο που επίτηδες επέτρεψε στο σώμα της να γλιστρήσει πάνω στο δικό του καθώς τη χαμήλωνε στο έδαφος. Το διαβολάκι προσπαθούσε να τον κάνει να χάσει το στοίχημα και είχε διαλέξει μια λογική τακτική για την πρώτη της επίθεση εναντίον του οι δυο τους, μόνοι, σ’ ένα πικνίκ κάτω από τη σκιά ενός δέντρου... Η εξαρχής ασθενική αποφασιστικότητά του να κρατήσει τα χέρια του μακριά της δοκιμαζόταν. Έλυσε το καλάθι από τη σέλα της Ντέιζι και τη βοήθησε να απλώσει το τραπεζομάντιλο με τα γαλάζια και λευκά τετράγωνα κάτω από ένα δέντρο. Γονάτισε στο έδαφος, άφησε κάτω το καλάθι κι ύστερα απλώς ξάπλωσε πάνω στο τραπεζομάντιλο, στηρίζοντας το κεφάλι του στο μπράτσο του. Θα χρειάζονταν πυροβολισμοί για να τον κάνουν να ξανασηκωθεί, τουλάχιστον για την επόμενη ώρα. «Τάισέ με, γυναίκα», είπε, προσπαθώντας να σχηματίσει ένα πειρακτικό χαμόγελο με τα χείλη του. Που όμως δεν τον έβγαλε πουθενά. «Α, όχι, δεν μπορείς να ξεκουραστείς ακόμα», του είπε, ενώ άνοιγε το καλάθι κι έβγαζε ένα σκονισμένο μπουκάλι κρασί. «Βλέπεις; Νομίζω πως είναι από τα καλά, επειδή το πήρα από τη μεριά του κελαριού που ανήκει στον Γκίντιον, τη μεριά που φυλάει αυτά για τους πιο σημαντικούς επισκέπτες του, γενέθλια και λοιπές περιστάσεις. Όμως δε θέλω να το ανοίξω με λάθος τρόπο, επειδή κάποιες φορές οι άνθρωποι το κάνουν αυτό, σωστά;» Εντάξει, τώρα του είχε εξάψει το ενδιαφέρον, ειδικά αν οι επιλογές του Γκίντιον στα κρασιά ήταν έστω και στο μισό τόσο εξαιρετικές όσο στα πούρα. Κατάφερε να ανακαθίσει. Το να πιει λίγο κρασί θα βοηθούσε να μαλακώσει ο πόνος σε όλο του το κορμί. «Ενώ σούφρωνες κρασιά, μήπως θυμήθηκες να φέρεις και τιρμπουσόν;» Χαμογελώντας πονηρά, η Κέιτ ψαχούλεψε στην τσέπη της φούστας ιππασίας της και έβγαλε ένα γνώριμο ασημένιο τιρμπουσόν. «Είναι του Ντίαρμπορν. Δεν το χρησιμοποιούσε». «Εφόσον δεν έχει πάει ακόμα εννιά η ώρα, λογικά δεν το χρησιμοποιούσε. Είσαι υπέρμαχος της λωποδυτικής σχολής “αν είναι να κάνεις τη στραβή, κάν’ τη σωστά”, έτσι δεν είναι;» Η Κέιτ ανασήκωσε τους ώμους της. «Θεώρησα πως άξιζες το καλύτερο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως ο βαλές ~ 154 ~


σου μου είπε πως είσαι μια μάζα από καρούμπαλα και μελανιές. Όχι πως θα το παραδεχόσουν ποτέ. Ο Μαξ κάποτε απέκρυψε από την Τρίξι πως είχε σπάσει τον αγκώνα του για παραπάνω από μια εβδομάδα, έτσι ώστε να φύγει για το Λονδίνο, όπως μας είχε υποσχεθεί, κι εμείς να μείνουμε μόνοι μας στην έπαυλη -είχαμε σχεδιάσει να κάνουμε τους δικούς μας αγώνες κονταρομαχιών, βλέπεις, και η Τρίξι δε θα ενέκρινε τη συμμετοχή μου. Ο Μαξ δεν φόρεσε ούτε καν νάρθηκα μέχρι να φύγει. Σου έχει περάσει ποτέ απ’ το μυαλό, Σάιμον, πως εσείς οι άντρες μπορείτε να φερθείτε εντελώς ηλίθια; Όχι, μη μου απαντήσεις. Μπορείς όμως να μου πεις γιατί μου επέτρεψες να σε καλοπιάσω ν’ ανέβεις σε άλογο, πόσω μάλλον να καλπάσεις διασχίζοντας τα κτήματα;» «Έχω την ευθύνη σου τώρα που ο Βαλ λείπει κι ένας Θεός μονάχα ξέρει πως είναι αδύνατον να σ’ εμπιστευτούμε να ψάξεις για τις υποτιθέμενες σπηλιές των λαθρεμπόρων χωρίς να σου περάσουμε ένα γερό χαλινάρι όσο το κάνεις», επέλεξε να της απαντήσει, ενώ ύστερα καμώθηκε πως μόρφαζε από πόνο, καθώς η Κέιτ τον χτύπησε, όχι πολύ δυνατά όμως, με το μπουκάλι του κρασιού. «Αυτό σημαίνει πως θα μπορούσα να είχα έρθει και μόνη μου, έτσι κι αλλιώς». Του έδωσε το τιρμπουσόν. «Εντάξει, αυτό το δέχομαι. Όμως γιατί δεν προσπάθησες να με μεταπείσεις;» «Επειδή, αν και ίσως χτύπησα πάνω σε κάθε πέτρα και σανίδα -και ανθρώπινο οστό- μέσα σ’ εκείνο το λάκκο, κατάφερα να μην κοπανήσω το κεφάλι μου. Το μόνο πράγμα που πιθανώς θα σ’ έκανε ακόμα πιο αποφασισμένη να έρθεις εδώ θα ήταν αν προσπαθούσα να σε κάνω να μείνεις στην έπαυλη. Χμμ», είπε, κοιτάζοντας την ετικέτα στο μπουκάλι, «ο αδελφός σου κρατάει ενδελεχή λίστα με τα κρασιά του; Επειδή αν το κάνει, δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου αυτό το μπουκάλι και θα τ’ ορκιστώ στον τάφο της μητέρας μου». «Τόσο καλό είναι;» ρώτησε ανυπόμονα η Κέιτ, γέρνοντας κοντά του. Ο φελλός πετάχτηκε και ο Σάιμον οσμίστηκε το περιεχόμενο του μπουκαλιού αποτιμώντας το. «Ας πούμε, εβίβα σε μια στραβή πότε πότε. Έφερες ποτήρια, φυσικά». Τα μάτια της στράφηκαν προς το καλάθι. «Εμ, έφερα ψωμί και τυρί. Και χοιρομέρι. Και μήλα». ~ 155 ~


«Όμως όχι ποτήρια, σωστά; Σε αυτή την περίπτωση, κλείσε, σε παρακαλώ, τα μάτια σου, Κέιτ. Πρόκειται να διαπράξω μια ασυγχώρητη ιεροσυλία». Ύστερα, ύψωσε το μπουκάλι, που πάνω αναγραφόταν καθαρά η χρονιά 1720, και ήπιε τρεις γενναιόδωρες γουλιές παλαιωμένου Μαδέρα. «Το χαμόγελό σου μοιάζει ολότελα σατανικό. Έλα, άσε με να το δοκιμάσω». Η Κέιτ άρπαξε το μπουκάλι και, προτού προλάβει να την προειδοποιήσει, κατέβασε μια γερή γουλιά. «Ω, αυτό είναι μεγάλο κρίμα», θρήνησε ο Σάιμον, καθώς η Κέιτ σχεδόν αμέσως έφτυνε το Μαδέρα σε ένα σύννεφο από σταγόνες, που κάποιοι θα παρομοίαζαν με υγρό χρυσό. Η έκφραση στο όμορφο πρόσωπό της ήταν ανεκτίμητη και ο Σάιμον αναρωτήθηκε τι θα έκανε αν προσφερόταν να καθαρίσει το στόμα της από τα υπολείμματα του κρασιού με τη γλώσσα του. Μάλλον θα του έδινε μια στο κεφάλι με το μπουκάλι και, το χειρότερο, θα έχυνε το περιεχόμενό του όχι, έπρεπε μάλλον να συγκρατηθεί. «Από την άλλη, βέβαια, μένει περισσότερο για μένα. Θαρρώ πως ήδη νιώθω κάθε πόνο κι ενόχληση στο κορμί μου να σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους». «Χαίρομαι ιδιαιτέρως», αποκρίθηκε δηκτικά η Κέιτ, βγάζοντας το μαντίλι της και ταμπονάροντας τις σταγονίτσες του Μαδέρα που λαμπύριζαν σαν στάλες βροχής πάνω στο δαντελένιο ύφασμα που είχε στερεώσει γύρω απ’ το λαιμό της. «Πώς μπορείς και πίνεις κάτι το τόσο αηδιαστικό;» «Το κρασί Μαδέρα είναι κάτι που μαθαίνεις σταδιακά να απολαμβάνεις. Ευτυχώς για μένα, στη διάρκεια των ταξιδιών μου με το Βασιλικό Ναυτικό, έμαθα να το εκτιμώ. Φάε ένα μήλο. Προφανώς, μόνο κάτι που πρόσφατα εγκατέλειψε το δέντρο του είναι κατάλληλο για τον ανεκπαίδευτο ουρανίσκο σου». «Θα χρειαζόμουν ουρανίσκο εξοικειωμένο στη χοιροτροφή, οπότε με μεγάλη μου χαρά θα τον αφήσω ανεκπαίδευτο, ευχαριστώ πολύ». Όμως έκανε αυτό που της πρότεινε, μάλλον μόνο και μόνο επειδή πραγματικά χρειαζόταν κάτι να διώξει τη γεύση του Μαδέρα, ενώ όταν μίλησε ξανά, ήταν με γεμάτο στόμα από το μήλο, καθώς έδειχνε προς το Χάιθ. «Ποια απ’ αυτές τις εκκλησίες θα διαλέξεις, Σάιμον;» Να τη ξανά, αφοσιωμένη στο στοίχημά τους, σαν φοραδίτσα που έχει δαγκώσει γερά το μήλο της και δεν το αφήνει. «Για το γάμο μας; Σκεφτόμουν καλύτερα το παρεκκλήσι στην ~ 156 ~


Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, για να πω την αλήθεια. Άλλωστε, το πιο πιθανό είναι πως ο γάμος μας θα έχει κατεπείγοντα χαρακτήρα». Το μισοφαγωμένο μήλο πετάχτηκε δίπλα απ’ το κεφάλι του και ο Σάιμον το έπιασε σβέλτα στον αέρα. «Εννοούσα για την ερμηνεία σου του “Ο Θεός σώζοι το Βασιλιά”, χοντροκέφαλε. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε στοίχημα με τόσο προδιαγεγραμμένη έκβαση. Δεν έχεις καταλάβει ακόμη πόσο ακατάπαυστα ενοχλητικός είσαι;» Ένιωθε ολοένα και καλύτερα. Με τούτη τη σκέψη κατά νου, διέπραξε μια δεύτερη ιεροσυλία και ήπιε άλλη μια γενναιόδωρη γουλιά Μαδέρα. «Στην πραγματικότητα, βασίζομαι σ’ αυτό. Με ονειρεύεσαι, Κέιτ; Εγώ πάντως ξέρω πως εσύ παρενοχλείς τα όνειρά μου». Η Κέιτ έκλεισε με έναν κρότο το καπάκι του καλαθιού και σηκώθηκε. «Τελειώσαμε εδώ», ανακοίνωσε κι έπειτα άρχισε να τραβάει τη μια γωνιά του τραπεζομάντιλου, λες κι ήθελε να τον κάνει να κυλιστεί στο έδαφος. «Μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι γίνεται, Σάιμον. Είχες ήδη υποσχεθεί στον Βάλενταϊν πως θα ήσουν ο συνοδός ή ο δεσμοφύλακάς μου ή οτιδήποτε άλλο αποφασίσατε εσείς οι δύο συνωμότες, προτού έρθεις στο θερμοκήπιο χθες. Γι’ αυτό έβαλες το στοίχημα μαζί μου, ώστε να μείνω μακριά σου και να μπορέσεις να κρατήσεις την υπόσχεσή σου στον Βαλ. Παραδόξου το, Σάιμον. Ακόμα κι αν σου ριχνόμουν, ικετεύοντας να με κάνεις δική σου, δε θα το έκανες». Ο Σάιμον σηκώθηκε. «Δεν ξέρω αν θα πήγαινα τόσο μακριά το συλλογισμό μου αν ήμουν στη θέση σου», είπε με ένα πονηρό χαμόγελο προτού φέρει ξανά το μπουκάλι στα χείλη του. Και να, το πιγούνι της υψώθηκε ξανά. Το λάτρευε όταν την έβλεπε να το κάνει. «Α, με προειδοποιείς λοιπόν. Τότε ίσως αυτό ακριβώς θα κάνω. Δε θα σε παντρευτώ, Σάιμον, για περισσότερους λόγους απ’ όσους μπορώ να απαριθμήσω, μολονότι ο ένας από αυτούς είναι πως δε θέλεις να με παντρευτείς, θέλεις μονάχα να με... να με τσατίσεις. Επίσης, στοιχημάτισα ήδη πέντε λίρες με την κυρία Τζάστις πως η εξοχότητά του ο μαρκήσιος θα τραγουδάει από ένα καμπαναριό μέσα σε μια εβδομάδα. Επομένως, πρέπει να χάσεις». Τη βοήθησε να διπλώσει το τραπεζομάντιλο. Ήταν εκπληκτικό πόσο καλά συνεργάζονταν, πόσο τα έβρισκαν μεταξύ τους -ηαα όσο δηλαδή τσακώνονταν. «Όσο κι αν διστάζω να ~ 157 ~


σου το τονίσω, το στοίχημά μας περιλαμβάνει ένα χρονικό όριο. Αν κανείς μας δεν χάσει εντός μιας εβδομάδας, το στοίχημα ακυρώνεται και θα χάσεις έτσι κι αλλιώς πέντε λίρες από την οικονόμο σου. Μόνο πέντε λίρες; Είναι σχεδόν προσβλητικό, τώρα που το καλοσκέφτομαι. Και επίσης, διστάζω να σου υπενθυμίσω τι άλλο θα χάσεις, έστω κι αν υποθέσουμε πως μπορείς ν’ αντέξεις τόσο καιρό, κάτι για το οποίο δε νομίζω πως είσαι ικανή». «Α, κι εσύ δηλαδή είσαι, σωστά; Κάνεις λάθος, Σάιμον, χτύπησες το κεφάλι σου σ’ εκείνο το λάκκο αν θαρρείς πως είσαι τόσο ακαταμάχητος. Δε θα σε ήθελα ούτε καν κι αν σ’ έφερναν μπροστά μου σε ασημένιο πιάτο!» «Ούτε καν μ’ ένα μήλο στο στόμα;» τη ρώτησε κι ύστερα έβγαλε το μήλο που του είχε πετάξει και το δάγκωσε γερά με τα δόντια του. «Είσαι απίστευτος. Είσαι ο πιο απίστευτος άντρας που έχω...» Η Κέιτ σχεδόν άφησε ένα χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη της. «Έλα, δώσ’ το μου, ανόητε, φαίνεσαι γελοίος. Και μην πίνεις άλλο απ’ αυτό το απαίσιο κρασί. Ήδη έχεις μεθύσει λιγάκι». «Πολύ αργά», της αποκρίθηκε, κρατώντας ψηλά το άδειο μπουκάλι. Δε θα παραδεχόταν πως η Κέιτ είχε δίκιο, όμως μάλλον θα ’πρεπε να είχε φάει για πρωινό λίγο ψωμί και τυρί τουλάχιστον το ψωμί θα βοηθούσε κάπως τον οργανισμό του να απορροφήσει το αναπάντεχα δυνατό κρασί. Ένιωθε εξαιρετικά ευτυχής με τον εαυτό του εκείνη τη στιγμή και καθόλου, μα καθόλου σαν επιφανής μαρκήσιος. Ένιωθε περισσότερο σαν τον άντρα που ήταν προτού πεθάνει ο Χόλμπρουκ νέος, ακόμα και ανέμελος. Δεν ήταν μεθυσμένος χρειαζόταν παραπάνω από ένα μπουκάλι παλαιωμένου Μαδέρα για να γίνει τύφλα στο μεθύσι, όμως έπρεπε να παραδεχτεί πως ένιωθε μια χαρά ζαλισμένος, ειδικά με κάθε πόνο κι ενόχλησή του να έχει γίνει, τουλάχιστον προσωρινά, μια ανάμνηση. Υπήρχε επιπλέον η Κέιτ. Πάντα ένιωθε καλύτερα, πιο χαλαρός και αυθόρμητος, όταν βρισκόταν κοντά της. Ακόμα κι όταν του εκτόξευε τα λεκτικά βέλη της. Φαινόταν πως απλώς αδυνατούσαν να κρύψουν τον αληθινό εαυτό τους ο ένας από τον άλλο. Ο Σάιμον ήξερε πως αυτή η άνεση και η ελευθερία τον κατέπλησσε, ίσως εξέπληττε το ίδιο κι εκείνη. «Λες να πρέπει να ξεφορτωθούμε τις ενοχοποιητικές ενδείξεις, πετώ~ 158 ~


ντας τες στη Μάγχη;» Η Κέιτ είχε οδηγήσει την Ντέιζι σε έναν κομμένο κορμό δέντρου εκεί κοντά και είχε ήδη ανέβει στη σέλα. «Μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο που θα ήθελα να ξεφορτωθώ στη Μάγχη, αν θα είχες την καλοσύνη να γεμίσεις τις τσέπες σου με πέτρες», είπε. Ύστερα έστρεψε την Ντέιζι προς την κατεύθυνση των αγροικιών, που βρίσκονταν παρατεταγμένες σε απόσταση μεταξύ τους, αφήνοντας τον Σάιμον εκεί όπου στεκόταν. Πρόλαβε όμως να την ακούσει να μουρμουρίζει: «Και μετά λένε πως εμείς οι Ρέντγκρεϊβ δεν είμαστε ρομαντικοί! Χα!» Άρα είχε δίκιο. Αυτό το δήθεν πικνίκ νωρίς το πρωί ήταν η εναρκτήρια ομοβροντία στον πόλεμό της να τον σαγηνεύσει και να τη φιλήσει, και έτσι να χάσει το στοίχημα. Ένας Θεός ήξερε τι θα κατέβαζε στη συνέχεια ο νους της. Έξι μέρες ακόμη και το στοίχημα θα ακυρωνόταν. Μόνο έξι μέρες, ή και λιγότερο, και τουλάχιστον ένας Ρέντγκρεϊβ θα εμφανιζόταν στην έπαυλη για να τον σώσει. Αυτό που είχε να κάνει ήταν να κρατήσει απασχολημένη την Κέιτ και να αντισταθεί στα θέλγητρά της -για να μην αναφέρει τα σχέδια και τα τεχνάσματά της- για έξι ακόμη μέρες. Πώς πήγαινε αυτός ο τρίτος στίχος; Επειδή δε θα τα κατάφερνε ποτέ.

~ 159 ~


Κεφάλαιο 10

Μόλις έφτασαν στην ακτή, που εκτεινόταν σε σχήμα μισοφέγγαρου, σαν να είχαν φτάσει στο στόμιο μιας μεγάλης, κατηφορικής χοάνης, η Κέιτ επέτρεψε στον Σάιμον να τη βοηθήσει να ξεπεζέψει. Αυτή τη φορά δεν μπήκε στον κόπο να υποκριθεί πως τα κορμιά τους αγγίχτηκαν τάχα αθώα μεταξύ τους. Προηγουμένως ήταν αδέξια, ερασιτέχνης η Τρίξι θα είχε παρακολουθήσει απαυδισμένη την τόσο αξιοθρήνητα κραυγαλέα απόπειρά της να τον αποπλανήσει. Ωστόσο, το ότι δεν είχε πιάσει ήταν μεγάλη ήττα. Στ’ αλήθεια, τόσο εύκολο του ήταν να της αντισταθεί; Δε φαινόταν να νομίζει το ίδιο τις προάλλες. Όχι πως ήθελε να αποπλανήσει τον Σάιμον. Κάθε άλλο! Μονάχα ένα φιλί. Αυτό χρειαζόταν όλο κι όλο και την επόμενη Κυριακή θα τον είχε να κελαηδάει πάνω στο καμπαναριό του ναού του Αγίου Λεονάρδου. Κάτι που θα τον έκανε να πληρώσει και με το παραπάνω για όλους τους μπελάδες που της προξενούσε μετά βίας μπορούσε να τον βγάλει απ’ το μυαλό της περισσότερο από μερικά λεπτά κάθε φορά. Όμως ήταν προφανές πως χρειαζόταν να αλλάξει τακτική, ειδικά τώρα που του είχε επιτρέψει να διακρίνει τόσο καλά το χαρακτήρα της, σε σημείο μάλιστα που ο Σάιμον κατάλαβε τι έκανε. Ήταν πραγματικά πολύ πιο εύκολο να κοροϊδέψεις τους αδελφούς σου. Βέβαια, ποτέ δεν είχε δοκιμάσει πάνω τους τις τεχνικές της στην αποπλάνηση. Πρώτα απ’ όλα, μάλλον δεν είχε καμιά τεχνική στο ενεργητικό της μπορούσε να σημαδέψει με το όπλο της με μεγαλύτερη επιδεξιότητα απ’ ό,τι να πεταρίσει τη βεντάλια της μπροστά από τα υπαινικτικά χαμηλωμένα μάτια της (και δεν το ήθελε κιόλας!) Και, δεύτερον, ποια γυναίκα θα ήθελε ποτέ ν’ αποπλανήσει έναν από τους αδελφούς της; Η Τζέσικα έμοιαζε αρκετά ευτυχισμένη με τον Γκίντιον, όμως η ~ 160 ~


Κέιτ ήξερε πως θα χρειαζόταν να περιμένει πολύ καιρό μέχρι ο Βάλενταϊν να κάνει κάτι παραπάνω από το να φλερτάρει με κάθε διαθέσιμη γυναίκα κάτω των σαράντα που είχε ακόμη όλα τα δόντια της. Και ο Μαξ; Δε φαινόταν να νοιάζεται ιδιαίτερα για το είδος. Πάντως, πράγματι ένιωθε με τον Σάιμον όπως όταν ήταν με τους αδελφούς της. Ένιωθε πως μπορούσε να του πει τα πάντα. Έδειχνε να γελάει με τα ίδια πράγματα που γελούσε κι εκείνη... έστω κι αν περιστασιακά γελούσε μαζί της. Δε χρειαζόταν να κάθεται με την πλάτη ίσια κι άκαμπτη ή να είναι ντυμένη με φορέματα με φραμπαλάδες και να καμώνεται την εύθραυστη. Αγαπούσε την περιπέτεια όσο και η ίδια και την άφηνε να τον ακολουθεί δίχως διαμαρτυρίες καθώς την αναζητούσε. Ναι, ο Σάιμον θα μπορούσε να είναι ένας από τους αδελφούς της. Μόνο που δεν ήταν, και η Κέιτ το ήξερε υπερβολικά καλά. Ο Γκίντιον, ο Βαλ και ο Μαξ ήταν... ήταν ο Γκίντιον, ο Βαλ και ο Μαξ. Ο Σάιμον; Ο Σάιμον ήταν ένας ολότελα πρωτόγνωρος κόσμος γι’ αυτή. Να τολμήσει να πει ένας κόσμος αισθήσεων; Όχι, δε θα ’πρεπε! Ήταν όμως. Να, όπως όταν έμπαινε στον πειρασμό να παραμερίσει τα πυκνά ξανθά μαλλιά του απ’ το μέτωπό του και να στυλώσει το βλέμμα της στα καθάρια μάτια του για να δει τον εαυτό της να καθρεφτίζεται μέσα τους... Η Κέιτ απόδιωξε τις σκέψεις της, ξέροντας πως ήταν επικίνδυνες, και επικεντρώθηκε στο περιβάλλον γύρω της. Σπαταλούσαν πολύτιμο χρόνο. Ήταν κάτι παραπάνω από καιρός να στρωθούν ξανά στη δουλειά! Το αεράκι που φυσούσε από τη θάλασσα σε συνδυασμό με τις ηλιαχτίδες που στραφτάλιζαν, καθώς τα μικρά τετραγωνισμένα τζάμια των παραθύρων στις αγροικίες αντανακλούσαν το φως προς το μέρος τους, έκαναν την Κέιτ να δυσκολεύεται να πιστέψει πως κάτι ανόσιο λάμβανε χώρα σε αυτή τη φαρδιά λωρίδα της ειρηνικής, ιδιαίτερα απομονωμένης παραλίας, με άμμο και βότσαλα. Φυσικά, ο Γκίνηον την είχε προειδοποιήσει να μην έρθει ποτέ μόνη της με το άλογο εδώ, όμως ο Σάιμον δε χρειαζόταν να το μάθει αυτό, χρειαζόταν; Υπήρχαν βάρκες τραβηγμένες και δεμένες πάνω στα βότσαλα της ακτής, όμως ήταν φορτωμένες με δίχτυα ψαρέματος* δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Οι αγροικίες που μίσθωναν σε ενοικιαστές -είχε μετρήσει επτά συνολικά- ήταν σε απόσταση μεταξύ τους, με μικρούς λαχανόκηπους να τις περιβάλλουν, ενώ ~ 161 ~


μερικοί από τους κήπους ήταν σε καλύτερη κατάσταση από άλλους. Μια γυναίκα στεκόταν στη μέση ενός απ’ αυτά τα αγροτεμάχια, που οριοθετούνταν από χαμηλούς φράχτες, σκυμμένη καθώς ξερίζωνε τ’ αγριόχορτα, ή αραίωνε τα φυτά, ή καθάριζε το έδαφος από τα σκαθάρια, ή οτιδήποτε ήταν αυτό που έκαναν οι γριές γυναίκες στους κήπους. «Πες μου πως κάτι δε σου χτυπάει παράξενα εδώ», είπε σιγανά ο Σάιμον, μάλλον επειδή φοβόταν πως ο άνεμος ίσως μετέφερε τα λόγια του μακριά. Τον κοίταξε μπερδεμένη με το σχόλιό του και ύστερα επιθεώρησε ξανά το σκηνικό μπροστά της. «Δε βλέπω κάτι παράξενο. Τι βλέπεις εσύ;» «Ας κάνουμε μια βόλτα», αποκρίθηκε, στρίβοντας προς την κατεύθυνση του Χάιθ. «Βλέπω επτά αγροικίες. Βλέπω τις τέσσερις με καλοφροντισμένους κήπους και τρεις με κήπους που κοντεύουν να τους ρημάξουν τα ζιζάνια. Αυτό με κάνει να πιστέψω πως στις τέσσερις αγροικίες κατοικούν γυναίκες». «Επειδή οι γυναίκες φροντίζουν τους κήπους», είπε κατανεύοντας η Κέιτ. «Συνέχισε». «Οι γυναίκες επίσης φυτεύουν λουλούδια. Δεν μπορούν να κρατηθούν. Αυτές οι τέσσερις αγροικίες έχουν λουλούδια ν’ ανθίζουν ανάμεσα στα λάχανα». Η Κέιτ κοίταξε κλεφτά τις αγροικίες πίσω της. «Εντάξει. Οπότε, αναρωτιέσαι ποιος ζει, αν ζει μάλιστα κανείς, στις άλλες τρεις;» «Όχι ακόμη, όχι. Αναρωτιέμαι πού είναι οι άλλες γυναίκες, μολονότι ξέρω πως αυτή στο δεύτερο αγροτόσπιτο από τ’ αριστερά τόλμησε να παραμερίσει τις κουρτίνες για να μας ρίξει ένα βιαστικό βλέμμα. Επίσης απορώ γιατί η γυναίκα που ήταν ήδη έξω στον κήπο της δεν έχει ρίξει ούτε μια ματιά προς το μέρος μας. Σκέψου το λιγάκι, Κέιτ. Πόσο συχνά συμβαίνει κάτι παρόμοιο εδώ πέρα; Δύο άγνωστοι εμφανίζονται ξαφνικά στο κατώφλι τους, απ’ το πουθενά, καβάλα σε άλογα εξαιρετικής ράτσας, ντυμένοι με ακόμα πιο έξοχα ρούχα, η νεαρή γυναίκα όμορφη...» Η Κέιτ υποκλίθηκε με μια ανέμελη κίνηση. «Σας ευχαριστώ, ευγενή κύριε». «Παρακαλώ. Ο κύριος αμαρτωλά γοητευτικός, με απαράμιλλο στυλ και προφανώς αψεγάδιαστης καταγωγής...» «Ποτέ δεν τα παρατάς, έτσι δεν είναι;» τον έκοψε η Κέιτ, ρί~ 162 ~


χνοντάς του βιαστικά μια σπρωξιά στο πλευρό. «Όμως, κατάλαβα τι θες να πεις, Σάιμον. Μας παρακολουθούν, αλλά ταυτόχρονα μας αγνοούν. Λοιπόν, αυτό σίγουρα μπορώ να το διορθώσω». «Κέιτ, περίμενε... Ω, διάβολε». Με τον Σάιμον να την ακολουθεί, η Κέιτ προχώρησε προς τη γυναίκα που μόλις σηκωνόταν όρθια, πιέζοντας το χέρι της στη βάση της σπονδυλικής της στήλης, για να μαλακώσει τον πόνο από τη δουλειά και το σκύψιμο... κάτι που ήταν ενδιαφέρον, καθώς δεν υπήρχε ούτε ένα κλωνάρι, ούτε ένα γογγύλι μέσα στο καλάθι που κρεμόταν από το μπράτσο της. «Καλή σας μέρα, κυρία», φώναξε εύθυμα η Κέιτ, σταματώντας ακριβώς έξω από το χαμηλό, ρημαγμένο φράχτη. «Είμαι η λαίδη Κάθριν Ρέντγκρεϊβ, αδελφή του κόμη, κι αυτός ο όπως μόλις με διαβεβαίωσε- αψεγάδιαστης καταγωγής τζέντλεμαν μαζί μου είναι ο μαρκήσιος του Σίνγκλτον. Εσείς ποια είστε;» Η γυναίκα άρχισε να ρίχνει νευρικές ματιές αριστερά δεξιά, λες κι έτσι θα έβρισκε την απάντηση. «Εμ, είμαι η Μοντ, λαίδη μου», είπε καθώς της έκανε μια υπόκλιση, ενώ έπειτα στράφηκε προς τον Σάιμον και υποκλίθηκε ξανά. «Ωραία τότε, Μοντ», επέμεινε κεφάτη η Κέιτ, «τώρα που γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας, νομίζεις πως θα ήσουν πρόθυμη να προσφέρεις σ’ εμένα και την εξοχότητά του κάτι να όροσιστούμε και ένα σκιερό καταφύγιο μέσα στην αγροικία σου μια τόσο ζεστή μέρα;» «Θέλετε να μπείτε μέσα;» Η Μοντ έκανε την ερώτηση με τον ίδιο σχεδόν έντρομο τόνο που ίσως να είχε αν η Κέιτ της είχε ζητήσει ευγενικά να κόψει και να αποθέσει το γκριζαρισμένο κεφάλι της στο καλάθι που κρεμόταν από το χέρι της. «Αχ, κυρά μου, λόρδε μου, ντρέπομαι που σας το λέω τούτο, όμως ο άντρας μου είν’ άρρωστος πολύ και είν’ ξαπλωμένος καταμεσής του δωματίου σ’ ένα ράντζο, προσπαθώντας να ζεσταθεί απ’ τη φωτιά, καταλαβαίνετε». Η Κέιτ έριξε μια ματιά ψηλά στην πέτρινη καμινάδα δεν έβγαινε καπνός. «Τον καημένο... Ίσως θα ’πρεπε να στείλω κάποιον από την έπαυλη να φέρει το γιατρό; Ο αδελφός μου είναι ανένδοτος στην πεποίθησή του πως εμείς οι Ρέντγκρεϊβ πρέπει να φροντίζουμε τους μισθωτές μας». Η γυναίκα φάνηκε έτοιμη να κλάψει. ~ 163 ~


Η εξώπορτα της αγροικίας άνοιξε εκείνη τη στιγμή και το ογκώδες σώμα ενός εξαιρετικά μεγαλόσωμου άντρα γέμισε την είσοδο. «Ο Μπεν σε ζητάει, Σίσι. Σύρε κι έμπα μέσα τώρα». Η Μοντ, ή Σίσι, έκανε άλλο ένα ντουέτο υποκλίσεων και σχεδόν έτρεξε πάνω στις λιγοστές πέτρινες πλάκες που κάλυπταν το χώμα μέχρι την πόρτα, ενώ εξαφανίστηκε στο εσωτερικό, καθώς ο άντρας έβγαινε έξω, ο οποίος διέσχισε το μισό μονοπάτι με λικνιστή κάπως περπατησιά προτού σταματήσει απότομα. Ήταν ντυμένος απλά, αλλά με καλής ποιότητας ρούχα, με το καφέ σακάκι του να φτάνει μέχρι τα γόνατά του, ενώ κοκάλινα κουμπιά μεγάλα σαν πιατάκια κατηφόριζαν σε δύο παράλληλες γραμμές στο μπροστινό μέρος του ρούχου. «Καλή σας μέρα, ωραία μου κυρία και κύριε», είπε με το χαμόγελό του πλατύ πάνω στο φαρδύ πρόσωπό του, τα γελαστά μάτια του τόσο ανοιχτά και αθώα όσο κι ενός παιδιού. «Ή μήπως θα ’πρεπε να πω, λαίδη μου, λόρδε μου; Κρυφάκουγα λιγάκι, τ’ ομολογώ, μιας και η Σίσι είναι εντελώς κουτορνίθι, αδελφή ξε-αδελφή μου. Ποτέ δεν έμαθε να λέει σωστά ένα ψέμα, αν και συνεχίζει να προσπαθεί. Δεν υπάρχει φωτιά στην πυροστιά και κανένας άντρας πουθενά, παρά στα όνειρά της. Είναι κακή νοικοκυρά, αλλά ποτέ δε θα τ’ ομολογούσε σ’ εσάς, έτσι δεν είναι; Τ’ όνομά μου είναι Τζάκο. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» Ο άντρας ακουγόταν αρκετά ευγενικός, όμως δεν υποκλίθηκε, δεν άγγιξε το μέτωπό του, όπως έκαναν ακόμη μερικοί από τους μισθωτές τους. Τα λόγια και οι πράξεις του έδειχναν να λένε Δεν είμαι ίσος σας, πιθανώς, αλλά βρίσκεστε στην περιοχή μου και θα φερθώ όπως θέλω να φερθώ. Ήταν ένα ζωντανό τείχος. Αν δεν τους ήθελε στην αγροικία, κατέληξε η Κέιτ, τότε δε θα διέσχιζαν το κατώφλι της δίχως ένα τάγμα από στρατιώτες κι έναν πολιορκητικό κριό. «Η λαίδη ήλπιζε πως θα είχατε την ευγένεια να μας προσφέρετε κάτι να δροσιστούμε», είπε ο Σάιμον, ενώ η Κέιτ καταπολεμούσε την παρόρμηση να οπισθοχωρήσει προληπτικά και μετά να σταθεί πίσω του. Πραγματικά, έπρεπε να σκέφτεται καλύτερα τις πιθανές συνέπειες των πράξεών της προτού τις εκτελέσει. «Λοιπόν, τώρα», αποκρίθηκε ο Τζάκο, με την ευθυμία στο πρόσωπό του να διαψεύδει τη θλίψη στη φωνή του, «αυτό είναι κρίμα, λόρδε μου, καθώς η Σίσι δεν το ’χει και πολύ με το ~ 164 ~


τσάι και τα κέικ, μιας και το ’χει ρίξει ξανά για τα καλά στο ποτό. Όμως αν αυτό που θέλετε είναι μια στάλα μπράντι...» «Όχι!» είπε η Κέιτ, διορθώνοντας γρήγορα τον εαυτό της, «όχι, σ’ ευχαριστούμε, έτσι κι αλλιώς. Ίσως χτυπήσουμε καμιά άλλη πόρτα». «Ίσως δε θα ’ταν καλή ιδέα αυτό, μιας και κανένας σας δε φέρεται και πολύ έξυπνα και μόνο που βρίσκεστε εδώ πέρα, αν με πιάνετε», απάντησε ο Τζάκο, σηκώνοντας το παντελόνι του, μολονότι υπήρχε ελάχιστο λίπος στο κορμί του έμοιαζε φτιαγμένος από συμπαγείς μυς από την κορφή του γενειοφόρου κεφαλιού του μέχρι τις μύτες των ποδιών του, αν εξαιρούσες αυτό το υπερβολικά φιλικό χαμόγελο. «Α, τώρα αυτό ήταν αγένεια, ε; Βλέπετε, είναι μονάχα ότι ντρέπομαι τόσο και εύχομαι να ’μουν σπίτι μου, ώστε να μη χρειάζεται να απολογούμαι για π] Σίσι. Είναι καλή γυναίκα, δεν της λείπουν όμως τα κουσούρια. Φανταστείτε, δε θα έτρωγε καν, αν δεν της έφερνα εγώ φαγητό. Ο δαίμονας του τζιν», κατέληξε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. «Καλή σας μέρα τώρα, καθώς ζητώ ξανά να δείξετε επιείκεια». «Δε χάνουμε ποτέ την περπατησιά μας, Τζάκο, τη χάνουμε; Είσαι θαλασσινός. Και μάλιστα ένας θαλασσινός που δε συμπαθεί κι ιδιαίτερα τους στεριανούς». Η Κέιτ κοίταξε τον Σάιμον κι ευχήθηκε να μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη της. Αν μπορούσε, θα την άκουγε να ουρλιάζει: Πάμε να φύγουμε! Είναι καλόβολος επειδή του είναι λιγότερος μπελάς από το να βρει μέρος να κρύψει τα πτώματά μας! «Ήμουν», αποκρίθηκε ο Τζάκο, κοιτώντας από πάνω μέχρι κάτω τον Σάιμον. «Έχεις την όψη του άντρα που έχει νιώσει το λίκνισμα ενός καταστρώματος κάτω απ’ τα πόδια του. Μισοκλείνεις τα μάτια σου, όπως όλοι μας, από τις μέρες και τις νύχτες που περνάμε ψάχνοντας τον ορίζοντα. Αυτό όμως μας κάνει φιλαράκια;» «Δεν ξέρω, Τζάκο, αλλά είμαι σίγουρος πως θα το μάθω, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Πού είναι το σπίτι σου, λοιπόν, αν δεν είναι εδώ με την αδελφή σου;» Ο μεγαλόσωμος άντρας προχώρησε μέχρι το φράχτη και η φωνή του χαμήλωσε σ’ έναν τραχύ ψίθυρο, όχι λιγότερο απειλητικό απ’ τη φιλικότητά του. «Και πού είναι το σπίτι για σένα, λόρδε μου;» ~ 165 ~


Ο Σάιμον άνοιξε λίγο ακόμα τα μακριά πόδια του και έδεσε τα χέρια του σφιχτά πίσω από την πλάτη του. «Μα, ναύτη, θαρρώ πως είναι όπου θέλω εγώ να είναι», απάντησε ψυχρά και εξίσου σιγανά. «Προς το παρόν, είναι μια φιλική ερώτηση, με τη λαίδη Κάθριν εδώ. Όμως δε χρειάζεται να συνεχίσει να είναι έτσι. Θα ήθελες να συναντηθούμε αργότερα, μόλις συνοδεύσω τη λαίδη σπίτι;» «Δεν υπάρχει λόγος. Βλέπω πού το πας». Ο άντρας χαμογέλασε ξανά κι ανασήκωσε τους τεράστιους ώμους του. «Θα ψιθύριζες στ’ αυτί του κόμη και θα πετούσες την αδελφή μου από την αγροικία. Έτσι είναι οι πλούσιοι, ρίχνονται σε όσους δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους». «Μίλησες σαν άντρας που θα έβλεπε με θαυμασμό κάποιον σαν τον Βοναπάρτη». Ο Τζάκο πήδηξε το χαμηλό φράχτη και η Κέιτ παραλίγο ν’ αφήσει μια κραυγή. «Μίλησες σαν άντρας που ψάχνει να φάει το κεφάλι του. Όμως πολύ καλά, εξοχότατε κύριε, τώρα που καταλαβαινόμαστε. Είμαι από τα νότια, πάνω στο δρόμο για τους βάλτους Ρόμνι, και παραπάνω απ’ αυτό δε σου χρειάζεται να ξέρεις. Κερδίζω το ψωμί μου δουλεύοντας για έναν πιστό Αγγλο, που θα έτρωγε ένα φλώρο σαν και του λόγου σού για πρωινό, έναν άντρα που προτιμά να μην τον ενοχλούν, όμως δεν είναι τυφλός σε ό,τι γίνεται γύρω του, αν με πιάνεις. Μη με ρωτάς τίποτ’ άλλο, φιλαράκι, επειδή δε θ’ απαντήσω». «Νομίζω πως απάντησες ικανοποιητικά. Όμως, θυμήσου τ’ όνομά μου, αν έχεις την ευχαρίστηση. Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, μαρκήσιος του Σίνγκλτον, πρώην πλοίαρχος στο Βασιλικό Ναυτικό της Αυτού Μεγαλειότητος. Αυτή τη στιγμή είμαι φιλοξενούμενος του κόμη του Σόλτγουντ, όλοι μας πιστοί, φιλειρηνικοί Άγγλοι, που σκοπός μας είναι η προστασία αυτών των ακτών, αλλά όλοι μας επίσης δεν είμαστε τυφλοί σε ό,τι γίνεται γύρω μας. Μπορείς να τα θυμηθείς όλα τούτα ώστε να τα επαναλάβεις στον εργοδότη σου, Τζάκο; Ξέρεις, τον άντρα που έφερε τη Σίσι εδώ, τον άντρα που σε στέλνει να κάνεις επισκέψεις; Επειδή θα ανταμώσουμε ξανά, εσύ κι εγώ. Το νιώθω βαθιά μέσα μου. Έχω δίκιο να είμαι αισιόδοξος όσον αφορά το από ποια πλευρά του φράχτη θα στέκεσαι όταν το φεγγάρι φτάσει στη χάση του;» Φιγουρατζή, φιγονρατζή, φιγουρατζή! Είσαι χειρότερος από μένα! Και δεν ξέρω καν για τι στο διάβολο μιλάς! Η Κέιτ τράβηξε ~ 166 ~


το μανίκι του Σάιμον. «Αν εσείς οι δυο κύριοι τελειώσατε να κορδώνεστε και να φουσκώνετε τα λειριά σας σαν κοκόρια στο κοτέτσι, θα ήθελα να πάω σπίτι τώρα, παρακαλώ». «Φυσικά», είπε ο Σάιμον προσφέροντας το μπράτσο του στην Κέιτ. Υψώνοντας τη φωνή του, μάλλον προς όφελος όλων των παρευρισκομένων στις αγροικίες, που διαφορετικά δε θα τον άκουγαν, είπε: «Καλή σου μέρα, Τζάκο, και στην υπέροχη αδελφή σου. Σ’ ευχαριστώ πολύ για τις οδηγίες. Είχαμε χαθεί για τα καλά». Μαζί με την Κέιτ περπάτησαν προς τη βατομουριά όπου είχαν δέσει τα άλογά τους. Όμως ο Τζάκο τους ακολούθησε. «Το λέει η καρδιά σου, ε, πλοίαρχε; Όμως δεν είμαι βλάκας, βλέπω κατά πού αρμενίζεις και τη χειρότερη στιγμή μάλιστα. Θα του το πω», είπε απρόθυμα ο Τζάκο. «Αν πρέπει, κοίτα το φεγγάρι, Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, όμως μείνε μακριά απ’ το δρόμο μας. Δε θα θέλαμε να πειράξουμε ούτε τρίχα από το έξυπνο κε-φαλάκι σου κατά λάθος, θα το θέλαμε;» Μόνο τότε, επιτέλους, έκανε υπόκλιση -έκλινε απλώς ελαφρά το κεφάλι του- και απομακρύνθηκε. Τα χέρια της Κέιτ έτρεμαν, καθώς ο Σάιμον την ανέβαζε στη σέλα με μια σβέλτη κίνηση κι έπειτα κάθισε ανάλαφρα στη ράχη του Χέκτορ. «Αργά, Κέιτ. Θα φύγουμε από την παραλία αργά. Ήμασταν πολύ τυχεροί, θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί εντελώς διαφορετικά η κατάσταση εκεί πίσω. Ο τύπος μπορούσε να με τσακίσει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, όχι πως θα τον άφηνα να καταλάβει ότι το ήξερα, μολονότι μαντεύω πως του αρέσει το λεπίδι που είχε χωμένο στη ζώνη του κάτω απ’ το σακάκι του». «Είχε μαχαίρι; Δεν είδα μαχαίρι». «Ο σκοπός δεν ήταν να το δεις εσύ, Κέιτ, αλλά εγώ. Η περπατησιά, το θράσος, το μαχαίρι, μου είπαν όλα όσα χρειαζόμουν να μάθω. Όμως, την επόμενη φορά που θα είμαι τόσο βλάκας ώστε να βγω με το άλογο χωρίς να κρατάω πιστόλι, δώσε μου ελεύθερα μια γερή κλοτσιά στο καλάμι». «Δεν έχει σημασία. Θα χρειαζόταν κανόνι για ν’ ανοίξουμε μια αρκετά μεγάλη τρύπα σ’ αυτό τον άντρα», του απάντησε, προσπαθώντας να μην κοιτάξει πίσω της την ακτή. Όχι πως φοβόταν ότι θα έμενε στήλη άλατος, αλλά δεν ήθελε να ξαναδεί το χαμόγελο του Τζάκο. «Τι στο καλό σκεφτόσουν, Σάιμον; Μόνο που δεν τον κατηγόρησες πως υποστηρίζει τον Βοναπάρτη ~ 167 ~


και, ως επακόλουθο, ότι είναι λαθρέμπορος συνεργαζόμένος με τη Γαλλία. Δόξα τω Θεώ που δεν ήταν... Εννοώ, δεν ήταν, έτσι δεν είναι; Όπως και να ’χει, η Σίσι μπορεί να τα τσούζει κανονικότατα, αλλά κι εσύ δεν πας πίσω!» «Ανοησίες, Κέιτ. Θα έπρεπε να συγχαίρεις τον εαυτό σου για την ευφυέστατη έμπνευσή σου να έρθουμε εδώ σήμερα. Μόλις αποκτήσαμε ένα φίλο και ευελπιστώ κι ένα σύμμαχο». Η Κέιτ προσπάθησε να μιλήσει, όμως ήταν υπερβολικά συγχυσμένη για να μπορέσει ν’ αρθρώσει κάτι παραπάνω από «Ένα φίλο; Ορκίστηκες πως δε χτύπησες το κεφάλι σου χθες!» «Ο Τζάκο κι εγώ καταλαβαινόμαστε. Τώρα, πες μου τι είδες». Υπήρχαν τρόποι να τον σκοτώσει, πρέπει να υπήρχαν. Δε θα άντεχε, ο Σάιμον κόντευε να την τρελάνει! «Είδα επτά αγροικίες. Τις έχω δει κι άλλες φορές, επειδή υπάρχουν εκεί για όσο καιρό θυμάμαι τον εαυτό μου. Ο Γκίντιον τις εκμισθώνει σε ψαράδες, είμαι αρκετά σίγουρη γι’ αυτό, ή τουλάχιστον σε ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν εκεί για οποιονδήποτε λόγο... Πάψε να χαμογελάς! Ξέρω πως λέω ότι κάλλιστα μπορεί να ζουν λαθρέμποροι σ’ αυτά τα σπίτια. Σίγουρα το έχουν κάνει στο παρελθόν. Σχεδόν οι πάντες κατά μήκος της ακτής είτε μεταφέρουν λαθραία είτε βοηθούν με κάποιο τρόπο τους λαθρέμπορους. Όλοι το ξέρουν αυτό». «Οπότε οι πάντες ξέρουν τα πάντα, αλλά κανείς δε μιλάει για τίποτα. Είναι σχεδόν ποιητικό. Τίποτα άλλο;» «Τίποτα άλλο», μονολόγησε σκεπτική η Κέιτ καθώς βάδιζαν με τα άλογά τους κατά μήκος ενός μονοπατιού που οδηγούσε στα ριζά του Δυτικού Λιβαδιού. Της άρεσε που τη δοκίμαζε με αυτό τον τρόπο ήταν σαν να εκτιμούσε τη διορατικότητά της. «Ναι. Οι ένοικοι μας αγνοούσαν, κάτι αρκετά ξεκάθαρο, παρ’ ότι ταυτόχρονα μας παρακολουθούσαν. Η Σίσι, η καημένη, ήταν η μόνη που ήταν έξω και την τσακώσαμε απροετοίμαστη όταν φτάσαμε, ειδάλλως δε θα την είχαμε δει, ούτε τον Τζάκο, εδώ που τα λέμε. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, θα με βόλευε μια χαρά. Τούτος ο άντρας με ανατριχιάζει». «Δεν είναι λαθρέμπορος, Κέιτ. Πολλά πράγματα ήταν και είναι ακόμα, είμαι σίγουρος γι' αυτό -και μάλλον είμαστε πιο ασφαλείς αν δεν ξέρουμε-, όμως βρισκόταν εδώ σήμερα για τον ίδιο λόγο μ’ εμάς. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα πως η Αδελφότητα ήταν απρόσεκτη. Όπως είπες, οι πάντες ξέρουν ~ 168 ~


τα πάντα και δε λένε τίποτα. Όμως τα νέα θα μαθευτούν, ασχέτως αυτού, σε συγκεκριμένους κύκλους. Θα μου άρεσε να συναντήσω τον εργοδότη του, θα μπορούσε να μας βοηθήσει». «Πρέπει ν’ αστειεύεσαι. Είναι εγγυημένο πως θα είναι ακόμα χειρότερος απ’ τον Τζάκο, ο οποίος θα σου έκοβε το λαρύγγι ενόσω σου χαμογελούσε. Σωστά;» «Δε νομίζω πως θα είχε ιδιαίτερο πρόβλημα μ’ αυτό, όχι. Όμως θα το έκανε μονάχα αν ένας φλώρος σαν κι εμένα ανακατευόταν στις δουλειές του. Ανησυχείς για μένα, Κέιτ;» «Φυσικά και ανησυχώ -όχι όμως για σένα. Απλώς θα ’πρεπε να εξηγήσω στον Βάλενταϊν και στον Γκίντιον γιατί κατέληξες σφηνωμένος με το κεφάλι μέσα σ’ ένα πηγάδι, όταν υποτίθεται πως ψάχναμε τα ημερολόγια κι όχι λαθρέμπορους». «Θα τους αφήσω ένα σημείωμα όπου σε απαλλάσσω από κάθε ευθύνη», αποκρίθηκε εξοργίζοντάς την ο Σάιμον. «Τώρα, πρόσεξες τίποτα άλλο; Πραγματικά, Κέιτ, με απογοητεύεις». Ξεφύσησε αγανακτισμένη. «Δεν είχα τελειώσει. Η ακροθαλασσιά είναι ένας συνδυασμός από άμμο και βότσαλα, εκτός απ’ το σημείο όπου τα χαλίκια μοιάζουν να συσσωρεύονται και να φτάνουν κάπως μέχρι πάνω, στο πίσω μέρος της τελευταίας αγροικίας. Εννοώ από την πλευρά της παραλίας που δείχνει να τελειώνει στα βράχια, όχι στο λόφο, με τον οποίο συνορεύει στην άλλη πλευρά. Φαίνεται αρκετά φυσικό, υποθέτω, εκτός κι αν είσαι πραγματικά προσεκτικός. Φαντάζομαι πως είναι πιο εύκολο να ξεφορτώσεις τις βάρκες στο βοτσαλωτό τμήμα της παραλίας, παρά να βάζεις τους άχρηστους στεριανούς να σκοντάφτουν και να γλιστρούν πάνω στην υγρή άμμο και τους χαλαρωμένους βράχους». «Και;» την παρότρυνε να συνεχίσει, κάνοντάς τη να λαχταρά να τον στραγγαλίσει. «Και υπάρχει εξαιρετικά ελάχιστος χώρος για μια σήραγγα, που έτσι κι αλλιώς θα συνέχιζε μέχρι ενός ορισμένου σημείου, γιατί σταδιακά θα έπρεπε να διανοιχθεί με ανηφορική κλίση και κανείς δε σκάβει σήραγγα στην ανηφόρα, επειδή θα ήταν υπερβολικά δύσκολο να μεταφερθούν τα εμπορεύματα. Επίσης, δε γίνεται να σκάψεις σε τόσο βάθος ώστε να συνεχίσει η σήραγγα σε ευθεία, επειδή το έδαφος είναι πάρα πολύ μαλακό ώστε να είναι αρκετά σταθερό πάνω από την οροφή της σήραγγας ή τουλάχιστον αυτό μου έχουν πει... Είδαμε τι συνέβη στο θερμοκήπιο», είπε, ενώ απεχθανόταν το ότι ήταν αναγκα~ 169 ~


σμένη να παραδεχτεί αυτό το συγκεκριμένο γεγονός. Αν ανακάλυπτε μια σήραγγα, θα ήταν ένα κατόρθωμα για το οποίο θα μπορούσε να περηφανεύεται. «Πολύ καλά. Συνέχισε. Και;» Η Κέιτ έσπασε το κεφάλι της να βρει κάτι άλλο να πει. «Και οι αγροικίες, όλες τους, βρίσκονται υπερβολικά κοντά στην ακτή για να λάβουμε υπόψη το ενδεχόμενο να έχουν κελάρια όπου κρύβουν τα λαθραία ή ανθρώπους ή οτιδήποτε μπορούν να κρύψουν, μέχρι οι στεριανοί συνεργάτες τους να μεταφέρουν τα πάντα στην ενδοχώρα. Ίσως να δένουν μερικές φορές τις βάρκες τους εδώ, όμως το μέγεθος της επιχείρησης, η κλίμακα αυτού που σκεφτόμαστε, απαιτεί κάποιο άλλο σημείο. Η περιοχή απλώς δεν είναι κατάλληλη». Κοίταξε τον Σάιμον, μορφάζοντας καθώς επαναλάμβανε τη λέξη: «Σωστά;» «Και;» Τώρα είχε θυμώσει πραγματικά. «Δεν υπάρχει άλλο και. Δεν είναι δυνατόν. Τόλμα να στείλεις πάνω από εκατό άντρες και υποζύγια ν’ ανηφορίσουν αυτόν το λόφο και να διασχίσουν το Δυτικό Λιβάδι και προτού περάσει καιρός θα σε τσάκωναν και θα σε οδηγούσαν στο Ντόβερ να σου πάρουν μέτρα για τις αλυσίδες σου. Πήγαινε προς το Χάιθ, διασχίζοντας με μια σήραγγα όλο το λόφο, και βρίσκεσαι καταμεσής του πολιτισμού. Αγροικίες, κι άλλες αγροικίες, και μετά αρχίζουν οι παρυφές της πόλης, με τα άναρχα σκορπισμένα σπίτια της. Πήγαινε από την άλλη, και υπάρχουν όλα τούτα τα βράχια. Βράχοι. Παντού έχει μονάχα χαλαρούς βράχους και ογκόλιθους στοιβαγμένους ο ένας πάνω στον άλλο. Είναι λες και μετέφεραν ή έσυραν κάθε κοτρόνα, πέτρα και πετραδάκι που βρέθηκε στο Δυτικό Λιβάδι, χιλιάδες και χιλιάδες από δαύτα, στην κορυφή της χοάνης και τα έστειλαν να κατρακυλήσουν στην ακτή. Ίσως το έκαναν οι Ρωμαίοι, ίσως οι θεοί». «Στο μυαλό σου παρομοιάζεις το τοπίο της ακτής με χοάνη; Οι Θεοί; Και μετά λες πως δεν είσαι ρομαντική». Η Κέιτ τον κεραυνοβόλησε μ’ ένα βλέμμα που θα είχε σωριάσει ένα λιγότερο δυνατό άντρα. «Θα συνεχίσουμε», είπε πρόσχαρα, ολοφάνερα ευχαριστημένος με τον εαυτό του και την εξαιρετική ιδέα του, όποια κι αν ήταν αυτή. «Ξέχασες να αναφέρεις τον αξιοσημείωτο αριθμό των δέντρων που υλοτομήθηκαν ή τουλάχιστον τους κομμένους κορμούς τους, μολονότι έχουν από καιρό σαπίσει και εξα~ 170 ~


φανιστεί. Νομίζω πως θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτό τον επιφανειακό βραχώδη σχηματισμό ένα μεγάλο, κάποιοι θα έλεγαν τεράστιο, λίθινο σωρό. Ένα νεκροταφείο βράχων. Για ένα μη εξασκημένο μάτι, βέβαια». «Εννοείς το δικό μου; Έχεις δίκιο, δε βγάζω κάποιο νόημα απ’ όλα αυτά», του ομολόγησε απρόθυμα. «Τότε είσαι τυχερή που είμαι εδώ, για να επιδείξω την ευφυΐα μου», της απάντησε, μισοκλείνοντάς της το μάτι, αποδεικνύοντας ξανά πως ήταν απρόσβλητος στις πιο απειλητικές ματιές της. «Θα πληρώσεις γι’ αυτό, Σάιμον Ρέιβενσμπιλ. Δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω πώς, από την άλλη, όμως, ούτ’ εσύ ξέρεις. Για σκέψου το». Είχαν φτάσει στο δέντρο του λόφου όπου είχαν κάνει το πικνίκ τους και, χωρίς να σχολιάσει κάτι άλλο, ο Σάιμον πρότεινε να κάνουν μια σύντομη στάση προτού συνεχίσουν για την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. «Δεν έχουμε τίποτα να πιούμε», του υπενθύμισε, καθώς τη βοηθούσε να αφιππεύσει και αμέσως μετά σήκωσε το καπάκι του καλαθιού. «Δεν πειράζει». Ο Σάιμον έψαξε μέσα στο καλάθι και βρήκε δύο μήλα. «Θέλεις ένα;» «Υποθέτω πως ναι», απάντησε κουρασμένα κι έπειτα χρειάστηκε να πιάσει σβέλτα το φρούτο όταν της το πέταξε. «Τζέντλεμαν όπως πάντα, βλέπω, πλοίαρχε;» τον ρώτησε, τρίβοντας το μήλο στο μανίκι της. «Μου έχουν προσάψει αυτή την κατηγορία, ναι. Τώρα, πες μου τι βλέπεις όταν κοιτάς πίσω προς την ακτογραμμή. Στην ξηρά, Κέιτ». «Θα σταματήσεις ποτέ να είσαι τόσο μυστικοπαθής; Κουράστηκα ν’ απαντώ στις ερωτήσεις σου. Προφανώς δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να δεις, εκτός από τις στέγες και τις καμινάδες των αγροικιών, το λόφο να κατηφορίζει στην παραλία στα αριστερά μας και τους λίθινους σωρούς, όπως τους αποκάλεσες, στα δεξιά». «Σωστά. Και, αν στέκεσαι κάτω στις αγροικίες πάνω από την παραλία, κοιτώντας ψηλά προς τα εδώ, το μόνο που είναι πραγματικά ορατό, όσο μπόρεσα να υπολογίσω όταν το τσέκαρα ύπουλα και μουλωχτά -και σιγουρεύτηκα πως ο Τζάκο με έβλεπε να το τσεκάρω ύπουλα και μουλωχτά-, ήταν οι κο~ 171 ~


ρυφές αυτών εδώ των δέντρων. Πράγμα που σημαίνει πως είναι ασφαλές ν’ αφήσουμε τα άλογα εδώ και να πάμε να δούμε την πλήρη έκταση του λίθινου σωρού από την κορυφή προς τα ριζά, καθώς δε νομίζω πως ο Τζάκο είναι ο τύπος του ορειβάτη». «Γίνεσαι ενοχλητικός -ξανά. Σκοπεύεις να μου πεις γιατί ή απλώς θα με εξετάσεις σε ό,τι ανακαλύψουμε; Επειδή, προφανώς, ό,τι βρίσκεται στην άλλη άκρη του σωρού από βράχια, όπως τον λες, είναι η άλλη άκρη του σωρού». Ο Σάιμον έδεσε τα άλογά τους και την έπιασε απ’ το χέρι. «Με συγχωρείς αν θέλω ακόμη να το διαπιστώσω ο ίδιος. Είδες τον τρόπο που τα βότσαλα υπερτερούν της άμμου εκεί, σωστά; Τι γίνεται όμως, αν -αντί να οδηγούν στην τελευταία αγροικία και σε κάποιο κελάρι ή μικρή σπηλιά- οδηγούν στους βράχους;» «Πλευρικά κατά μήκος της ακτής;» Η Κέιτ κρατήθηκε από τις άκρες του σακακιού του Σάιμον, καθώς για μερικά λεπτά προχωρούσαν προσεκτικά παράλληλα στην ακροθαλασσιά. Το τοπίο παρέμενε το ίδιο. Υπήρχαν διάσπαρτα βράχια και χαλίκια, υπερβολικά πολλοί αγκαθωτοί θάμνοι, που τους έδερνε ο άνεμος, και λίγα καχεκτικά δέντρα, που αναπτύσσονταν μόνο από την υπήνεμη πλευρά τους. Μπροστά και πίσω, παντού γύρω τους. Η περιοχή δεν ήταν καθόλου φιλόξενη. Κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να βγει βόλτα εκεί πέρα, εκτός κι αν κάποιο περιπλανώμενο πρόβατο πιανόταν στις βατομουριές ή αν ήταν ο Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, του οποίου την ευφυΐα είχε αρχίσει να αμφισβητεί στα σοβαρά. Κάτω τους απλωνόταν ένα ποτάμι από ογκόλιθους* μικροί, πιο μεγάλοι, πολλοί απ’ αυτούς ήταν σωριασμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, παντού όπου γύριζε το βλέμμα της. «Γιατί να σκάψει κανείς μια σπηλιά ή μια σήραγγα πλαγίως κατά μήκος της ακτής;» Τότε ο Σάιμον σταμάτησε, τραβώντας την κάτω μαζί του, πίσω από ένα σάπιο κορμό δέντρου. Της έδειξε κάπου σε απόσταση, σχεδόν πάνω στην ακρογιαλιά. «Ο Τζάκο», ψιθύρισε, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει, καθώς παρακολουθούσε τον άντρα να σκαρφαλώνει στο κάθισμα ενός μικρού κάρου. Ο Σάιμον κατένευσε. «Φαίνεται πως ο ναύτης μας, όπως πολλοί άλλοι που είναι δεμένοι καιρό με τη θάλασσα, δε συμπαθεί την ιππασία. Αντί να ρισκάρει να χάσει καμιά ρόδα οδηγώ~ 172 ~


ντας το κάρο του γύρω από το βραχώδη σχηματισμό, απόλυτα λογικά, το αφήνει εδώ, σε αυτή την πλευρά, και φτάνει στην αγροικία μέσω της στενής παραλίας. Σίγουρα πάντως δίνει μια καλή εξήγηση γιατί κινείται τόσο ελεύθερα στην περιοχή, αν και είμαι βέβαιος πως ήδη έχει κινήσει μερικές υποψίες. Έξυπνο. Ανάθεμα, μακάρι να είχα τα κιάλια μου. Τώρα, παρακολούθησε προσεκτικά πού πηγαίνει και πώς». Τι παράξενο, συλλογίστηκε η Κέιτ, κοιτάζοντας προς τα κάτω, από την άλλη πλευρά του λόφου, το φαινομενικά ατέλειωτο λίθινο αγρό. Ένα μέρος όπου έπαιζαν γίγαντες, της είπε η ρομαντική πλευρά του εαυτού της. Σίγουρα πάντως παρατούσαν από δω κι από κει τα παιχνίδια τους, ψιθύρισε στ’ αυτί της η πιο ρεαλιστική πλευρά της. Βρίσκονταν ακόμα στην επικράτεια των Ρέντγκρεϊβ; Φανταζόταν πως ναι. Κι όμως δεν ήταν καθόλου φιλόξενη. Δεν υπήρχε παραλία, κανένα ασφαλές μέρος να δέσουν οι βάρκες. Ήταν όλο βράχια μέχρι την ακρογιαλιά* βράχια, βράχια, βράχια. Πού θαρρούσε πως πήγαινε ο Τζάκο; Με τίποτα δεν μπορούσε να ελιχθεί ένα κάρο με ένα άλογο μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα των βράχων. «Περίμενε μια στιγμή, αυτό έχει ενδιαφέρον», ψιθύρισε. Ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε πως ένα στενό μονοπάτι σπειρωνόταν μέσα από τη μάζα των ογκόλιθων, ένα φιδογυριστό δρομάκι, που ακολουθούσε τώρα ο Τζάκο. «Εντάξει», είπε, αφού ο Τζάκο και το κάρο του εξαφανίστηκαν πίσω από άλλο ένα βουνό από βράχους και πέτρες. Χωρίς αμφιβολία, σε κάποιο σημείο το μονοπάτι ενωνόταν με ένα άλλο, και μετά με ένα άλλο, καθώς κατευθυνόταν προς το Ντίμτσερτς και τους βάλτους Ρόμνι. «Η σειρά σου τώρα. Τι βλέπεις;» «Αν δεν έψαχνα για κάτι συγκεκριμένα; Βλέπω, όπως είμαι πεπεισμένος πως βλέπεις κι εσύ, μια λωρίδα ακτογραμμής ακατάλληλη για τις βάρκες των λαθρεμπόρων. Είδαμε το μονοπάτι που οδηγεί στο Χάιθ, χάρη στην πιο φιλόξενη παραλία πέρα από το λόφο προς εκείνη την κατεύθυνση. Όμως φαντάζομαι πως οι περισσότεροι θα νόμιζαν ότι οι λίγες αγροικίες στον κολπίσκο είναι το τέλος της παραλίας. Τουλάχιστον όσον αφορά την οικοδόμηση αγροτόσπιτων στην περιοχή ή το λαθρεμπόριο, καθώς δείχνει πολύ πιο λογικό να ξεφορτώσεις πιο κοντά στο Χάιθ ή να συνεχίσεις μέχρι τους βάλτους Ρόμνι και να δέσεις εκεί τις βάρκες. Παρ’ όλα αυτά, όλα είναι ακρι~ 173 ~


βώς εδώ, κάτω απ’ τη μύτη μας, όπως πολύ ευγενικά μας επισήμανε ο Τζάκο. Το παράδοξο είναι, Κέιτ, πως ποτέ δε θα είχα κοιτάξει, ποτέ δε θα είχα υποψιαστεί το παραμικρό αν δεν ήταν ο Τζάκο σήμερα εδώ. Απορώ πώς το ανακάλυψαν αυτός και ο εργοδότης του». «Πώς ανακάλυψαν τι; Λες πως κάποιος άνοιξε μια σήραγγα μέσα απ’ όλα αυτά τα βράχια;» «Όχι ακριβώς. Λέω πως κάποιοι, προφανώς κάτι παραπάνω από λίγοι, γεροδεμένοι κάποιοι, τα έχτισαν. Εκατοντάδες από τους ογκόλιθους πιθανώς βρίσκονταν ήδη εκεί, όμως για να τοποθετηθούν σε τόσο ψηλούς σωρούς είχαν βοήθεια. Θα διακινδύνευα την εικασία πως το λίθινο φράγμα αποτελεί κάλυψη για μια σήραγγα δέκα-δώδεκα μέτρων ή ακόμα και για κάποιο πρωτόγονο φυλάκιο για τις περιπόλους και τα συναφή. Αυτή η περιοχή δεν ήταν απ’ την αρχή ένας βραχώδης σχηματισμός, Κέιτ. Ήταν ένα είδος παράλιου φρουρίου, μια πρωτόγονη, πρώιμη εκδοχή προμαχώνα. Ευφυές για την εποχή του, επίσης, όμως από καιρό εγκαταλειμμένο. Η σήραγγα, ο στρατώνας, οτιδήποτε, θα είχε και ένα άνοιγμα προς το λαβύρινθο που δημιουργούν όλοι αυτοί οι βράχοι και ογκόλιθοι. Αμυντική κατασκευή, ρωμαϊκή. Έκτοτε, ήταν το ιδανικό μέρος για τους λαθρέμπορους. Ακόμα και τα μεγαλύτερα φορτία μπορούν να αποθηκευτούν εδώ μέχρι την επόμενη νύχτα και μετά να μεταφερθούν στην ενδοχώρα. Αν οι θαλάσσιες περίπολοι τους κυνηγούν, τότε σπέρνουν τη συγκομιδή τους στη θάλασσα, θυσιάζουν τις βάρκες τους και η σήραγγα είναι η δίοδος διαφυγής τους προς το λαβύρινθο». «Σπέρνουν τη συγκομιδή -εννοείς δηλαδή πως δένουν τα βαρέλια με το αλκοόλ μεταξύ τους και τα βουλιάζουν στο νερό ώστε να τα πάρουν αργότερα; Και εγώ που σου εξηγούσα ευγενικά την ορολογία των λαθρεμπόρων... Θα μπορούσες να μου το πεις». «Μου άρεσαν τα μαθήματα. Όμως, αμφιβάλλω πολύ αν αυτό το μέρος είναι γνωστό σε πολλούς ως αυτό που πραγματικά ήταν. Για την ακρίβεια, ενδεχομένως είναι γνωστό μόνο στην Αδελφότητα και χρησιμοποιείται μόνο από την Αδελφότητα». Η Κέιτ συμφωνούσε. «Επειδή μονάχα από εδώ ψηλά, αφού καταστρέψαμε τα ρούχα μας μέσα στ’ αγκάθια και κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή να γλιστρήσουμε σ’ αυτό τον γκρε~ 174 ~


μό, μπορούμε να δούμε κάτω στην ακτή και να διακρίνουμε ένα μοτίβο στο τοπίο». «Και πάλι χάρη στο νέο μας φίλο. Πολύ, πολύ έξυπνο, κι αν έχω δίκιο, πάνω από χίλια χρόνια παλιό. Πολλά μπορούν να συμβούν σε μια χιλιετία, Κέιτ. Ολόκληρη η ακτογραμμή ίσως άλλαξε σχήμα και μορφή. Αυτό που βλέπουμε σήμερα ίσως απείχε οκτακόσια περίπου μέτρα από την άκρη του νερού εκείνο τον καιρό ποτέ δεν ξέρεις. Αυτό που κάποτε ήταν ένα πρωτόγονο κτίσμα, διαβρώθηκε από το χρόνο, τον άνεμο και τις θύελλες μέχρι που έγινε ένα με το τοπίο, και σ’ έναν αδιάφορο παρατηρητή, άχρηστο. Θα κατέβω κάτω. Όμως πρώτα θα σε πάω στο σπίτι». Η Κέιτ αγνάντευε ακόμη το λαβύρινθο, όπως τον είχαν αποκαλέσει, δημιουργώντας νοερά τη διαδρομή του Τζάκο μέσα από τους ογκόλιθους. Άραγε είχαν κάποτε παρελάσει στο ίδιο μονοπάτι Ρωμαίοι στρατιώτες, με τα αστραφτερά προστήθια των πανοπλιών τους και τις μπρούντζινες περικεφαλαίες τους; Είχαν κατασκηνώσει εδώ, είχαν στήσει τις φωτιές τους, ίσως και λίγα πέτρινα κτίσματα, από καιρό κατεστραμμένα; Η τεχνητή σήραγγα χρησίμευε ίσως ως στάβλος για τα άλογά τους σε περίπτωση κακοκαιρίας ή ως αποθήκη σιτηρών και καυσόξυλων; Ναι. Ναι, μπορούσε να το φανταστεί. Εντάξει, μάλλον ναι. Αργοπορημένα, το μυαλό της της μετέφρασε τα τελευταία λόγια του Σάιμον. «Σπίτι; Όχι!» «Κέιτ, μη με πολεμάς σ’ αυτό, γιατί δε θα νικήσεις». Αποτράβηξε το βλέμμα της από το λαβύρινθο, ελπίζοντας πως τον είχε καταγράψει στη μνήμη της, και κοίταξε τον Σάιμον. Θεέ μου. Το ήξερε αυτό το βλέμμα, το είχε δει στο πρόσωπο του Γκίντιον περισσότερες από μια ή δυο φορές. Είχε δίκιο, δεν επρόκειτο να τον νικήσει. Όχι σε αυτόν το γύρο, τουλάχιστον. «Ξέρεις πως αυτό με σκοτώνει, έτσι δεν είναι;» Το χαμόγελό του έκρυβε πραγματική συμπόνια. «Το ξέρω, σ’ ευχαριστώ». «Θα φέρεις πιστόλια μαζί σου όταν ξανάρθεις. Και τον Αίαμ». «Μπορώ να τον εμπιστευτώ; Εσύ τον εμπιστεύεσαι;» Κατένευσε. «Η οικογένειά του βρισκόταν ανέκαθεν στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Εγώ απλώς θα έμπλεκα στα πόδια ~ 175 ~


σου, επειδή θα ένιωθες μια ανόητη ευθύνη απέναντι μου και ίσως δε θα ήσουν τόσο προσεκτικός εξαιτίας αυτού». «Έχεις ακούσει κι άλλη φορά αυτό το κήρυγμα;» τη ρώτησε ο Σάιμον. «Προφανώς». Τον κοίταξε για πολλή ώρα, σφίγγοντας τα χέρια της σε γροθιές πάνω στα πλευρά της, ώστε να μην μπει στον πειρασμό να τα απλώσει, να τον αγγίξει, κι έπειτα έκανε μεταβολή. «Θα βιάζεσαι να με ξεφορτωθείς και να αρχίσεις την εξερεύνησή σου. Φαντάζομαι πως τ’ άλογα είναι έτοιμα να καλπάσουν».

~ 176 ~


Κεφάλαιο 11

«Αααχ». Ο Σάιμον ήταν ξαπλωμένος στην μπανιέρα με το ζεστό νερό, ακουμπώντας το κεφάλι του στην τυλιγμένη πετσέτα, που του είχε ετοιμάσει ο βαλές του. Ύστερα μ’ ένα νεύμα είχε διώξει τον άντρα από το δωμάτιο, λέγοντάς του πως θα τα κατάφερνε και μόνος του πλέον. Δεν τον πείραζε να σέρνει κάποιος άλλος τους κουβάδες με το νερό, να ετοιμάζει την μπανιέρα του και να απλώνει τα καθαρά του ρούχα, αλλά δεν ήθελε να τον πλένει κάποιος άλλος. Ακόμη ένιωθε ενοχλήσεις, ακόμη πονούσε ολόκληρος, όμως οι ανακαλύψεις της ημέρας καταλάγιασαν υπερβολικά τους πόνους του: Το παλαιωμένο Μαδέρα του 1720 έπρεπε να πίνεται με αργές γουλιές, όχι να το κατεβάζει κανείς μονορούφι. Του άρεσε, και μάλιστα πολύ, η αίσθηση πως τα μυαλά του στάλαζαν απ’ τα αυτιά του ο Ντέιβι δεν είχε αναφέρει ποτέ αυτή τη λεπτομέρεια. Περισσότερο από ένας χρόνος τον χώριζε πλέον από τον καιρό που υπηρετούσε στο Βασιλικό Ναυτικό, αλλά ακόμη βρισκόταν σε πλήρη εγρήγορση, ακόμη αναλάμβανε με άνεση ηγετικά καθήκοντα και ακόμη ήταν αρκετά παράφρων ώστε να προκαλεί εσκεμμένα έναν οπλισμένο άντρα με δύο φορές το μέγεθος του και να πιστεύει πως το κύρος της παρουσίας του αποτελούσε επαρκή προστασία. Και είχε ανακαλύψει την ιδιοφυή διαδρομή που χρησιμοποιούσε η Αδελφότητα για το λαθρεμπόριό της. Αυτό κανονικά θα ’πρεπε να είναι το κερασάκι στην τούρτα, και σχεδόν ήταν. μολονότι το ζήτημα του μυαλού του, που κυλούσε από τ’ αυτιά του, ήταν οριακά καλύτερο. Ίσως κάτι παραπάνω από οριακά. Σίγουρα κάτι παραπάνω από οριακά. ~ 177 ~


Τελικά, είχε αποφασίσει να μην πλησιάσει κοντά στις αγροικίες, ψάχνοντας την είσοδο στη σήραγγα από εκείνη την πλευρά, ούτε σπατάλησε το χρόνο του ψάχνοντας την έξοδό της στην άλλη άκρη του τεχνητού στεριανού μόλου από ογκόλιθους, όπως είχε αρχίσει να τον αποκαλεί μέσα στο μυαλό του. Αντ’ αυτού, είχε επικεντρωθεί στον ίδιο το λαβύρινθο. Κάποιοι από τους ογκόλιθους ήταν υπερβολικά μεγάλοι για να τους μετακινήσει κανείς από το σημείο όπου είχαν προσγειωθεί, εκτός κι αν ήταν θεός ή κάποιος άτυχος αιχμάλωτος. Μερικοί ήταν, φαινομενικά, ατάκτως ερριμμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, ενώ πιο επίπεδοι βράχοι είχαν χρησιμοποιηθεί για να τους συγκρατούν και να μην κατρακυλήσουν ξανά. Αν στεκόταν στην άκρη της θάλασσας, το μόνο που έβλεπε ήταν βράχια χωρίς σχέδιο, χωρίς κανένα λόγο να πιστέψει πως ήταν κάτι παραπάνω από αυτό που ήταν. Άλλωστε, ακόμη κι αν ο στεριανός μόλος έκρυβε μέσα του μια σήραγγα, το μόνο που έκανε ήταν να προχωρά από τη μια του άκρη στην άλλη, οπότε ποιος ο σκοπός; Ο Λίαμ είχε δείξει απρόθυμος να κατέβει κάτω μαζί του. Φαντάσματα, του είχε πει ο παππούς του. Φαντάσματα στρατιωτών που είχαν ζήσει πολύ καιρό πριν και είχαν πεθάνει σε μια αιματηρή μάχη «ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, λόρδε μου. Κανένας δεν έρχεται εδώ. Τη νύχτα μπορείς ν’ ακούσεις τα ουρλιαχτά, τα σπαθιά να κροταλίζουν. Σε κάνει ν’ ανατριχιάζεις ολόκληρος, να τι κάνει». Μια ιστορία σαν κι αυτή θα βοηθούσε να κρατηθούν μακριά οι περίεργοι, αποφάσισε ο Σάιμον, και άφησε έναν ευγνώμονα Λίαμ να τον περιμένει στο λόφο. Αν και ένιωθε πως είχε απομνημονεύσει αρκετά καλά τη διάταξη του λαβύρινθου, μόλις βρέθηκε στην παραλία ανακάλυψε πως το να βρει το δρόμο του δε θα ήταν και τόσο εύκολο. Αν δεν ήταν τα αυλάκια από τους τροχούς του κάρου του Τζάκο, θα έκανε απλώς άσκοπα βόλτες, μέχρι που έφτασε σε ένα σημείο όπου οι ογκόλιθοι, οι περισσότεροι από τους οποίους υψώνονταν ένα με ενάμισι μέτρο πάνω απ' το κεφάλι του, τον εμπόδιζαν να προχωρήσει παραπέρα. Μπορούσε να διακρίνει σημεία όπου τα «τείχη» είχαν επισκευαστεί ή χτιστεί εκ νέου. Υπήρχαν ογκόλιθοι τόσο ψηλοί που σχεδόν έκρυβαν τον ήλιο και λίγες ανοιχτωσιές κατά μήκος του μονοπατιού, ώστε να σε κάνουν να πάρεις τη λάθος ~ 178 ~


στροφή, ίσα ίσα αρκετές ώστε στο φως της ημέρας να καλύπτεται κάθε ίχνος πως πράγματι υπήρχε εκεί ένας δαιδαλώδης λαβύρινθος. Παρ’ όλα αυτά μπορούσες να βρεις το δρόμο σου μέσα του, ορατός στη διάρκεια της ημέρας, ανεξιχνίαστος στη διάρκεια μιας αφέγγαρης νύχτας, αν ήσουν αρκετά έξυπνος ώστε να κοιτάξεις καλύτερα. Και, κατά τα φαινόμενα, ήταν προσπελάσιμος μονάχα διά ξηράς την ώρα της άμπωτης. Έβλεπε ολοκάθαρα τα σημάδια στους βράχους, που αποκάλυπταν πόσο ψηλά έφτανε η στάθμη του νερού στην παλίρροια. Αυτό και μόνο αποδείκνυε τη θεωρία του πως η ακτογραμμή είχε αλλάξει ριζικά από τότε που έφτασαν οι Ρωμαίοι. Η παραλία στην άλλη πλευρά της δεν είχε επηρεαστεί με παρόμοιο τρόπο ακόμα και στην παλίρροια το νερό δεν εισχωρούσε βαθύτερα, φτάνοντας μονάχα στα σαράντα πέντε μέτρα κάτω από τις αγροικίες. Από αυτή την πλευρά όμως; Αυτή η πλευρά αποτελούσε θανάσιμη παγίδα, αν δεν προλάβαινες να φτάσεις εγκαίρως στο τέρμα του λαβύρινθου ή να σκαρφαλώσεις στο λόφο που μόλις είχε κατηφορίσει. Πόσο παλιός ήταν αυτός ο κολπίσκος; Πόσο καιρό βρίσκονταν εκεί οι βράχοι; Στρατιώτες μπορούσαν να κρυφτούν εκεί, να εκτοξεύσουν τα βέλη τους στις γαλέρες που κωπηλατούσαν κοντά στην ακτή και μετά να εξαφανιστούν ανάμεσα στους ογκόλιθους. Μπορούσαν να δελεάσουν τους εχθρούς τους να μπουν στη σήραγγα κι ύστερα να τους ξεφορτωθούν εύκολα, καθώς προχωρούσαν σκοντάφτοντας μέσα της, ενώ όταν έβγαιναν στην πλευρά της παραλίας με το λαβύρινθο, θα τους κατάσφαζαν. Και αντίστροφα, οι στρατιώτες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το λαβύρινθο και τη σήραγγα για να εξαπολύσουν αιφνιδιαστικές επιθέσεις στην πλευρά της παραλίας όπου ορθώνονταν οι αγροικίες. Άλλωστε, η Αγγλία εκείνα τα χρόνια ήταν ένα αχανές και άγριο μέρος, γεμάτο πυκνά δέντρα, με οικισμούς κυρίως παραθαλάσσιους. Ποιο μέρος άραγε να προστάτευε ο λαβύρινθος; Το κάστρο Λιμ, ίσως, σε κάποια από τις πολλές μετενσαρκώσεις του, από την εποχή των Δανών, των Νορμανδών, των Ρωμαίων; Πέρα από το ότι ικανοποίησε την περιέργειά του και όσο συναρπαστικό κι αν ήταν να αναλογίζεται την όποια ιστορία μπορεί να είχε το μέρος, το σημαντικότερο ήταν πως βεβαιώθηκε ότι ο λαβύρινθος έκρυβε επίσης ένα μονοπάτι προς... τα πού; Η έρευνά του είχε απαντήσει εν μέρει σ’ αυτή την ερώτηση ~ 179 ~


και πάλι χάρη στον Τζάκο. Θα το απολάμβανε όταν μιλούσε στην Κέιτ για την ανακάλυψή του. «Πάντα χαμογελάς στην μπανιέρα;» «Κέιτ! Για όνομα του Θεού...» «Μπα, δε νομίζω πως Εκείνος έχει καμιά σχέση μ’ αυτό. Και μην ανησυχείς. Πήρα το μάθημά μου το πρωί. Ήδη ήξερα πως ήσουν... Πως δεν είσαι... Τώρα χαμογελάς πονηρά. Πραγματικά αυτό που κάνεις είναι ανυπόφορο, ξέρεις». Ο Σάιμον έμεινε ασάλευτος, καθώς δεν ήξερε πού μπορεί να στεκόταν η Κέιτ και πραγματικά δεν ανυπομονούσε διόλου να το ανακαλύψει. «Δεν ξέρεις πού είμαι, ξέρεις;» «Ξέρω πού θα έπρεπε να είσαι, και δεν είναι εδώ. Πού είναι η σενιορίτα Κλικ-Κλικ;» «Δεν υπήρχε αρκετός χώρος για εκείνη εδώ πίσω, όχι πως θα το ενέκρινε. Επιπλέον, η Κονσουέλα παίρνει έναν υπνάκο. Κοιμάται κάθε απόγευμα αυτή την ώρα. Τα μαλλιά σου δείχνουν πιο σκούρα, έτσι βρεγμένα πάνω στο μέτωπό σου. Σχεδόν κατσαρώνουν, σωστά; Είναι τόσο αξιολάτρευτο. Σχεδόν μπαίνω στον πειρασμό να έρθω εκεί και να σε φιλήσω». «Κέιτ, θα σε σκοτώσω», γρύλισε ο Σάιμον. Η φωνή της ερχόταν από κάπου πίσω του κι όμως με κάποιο τρόπο έβλεπε το πρόσωπό του. Α, ο καθρέφτης κοιτούσε το είδωλό του. Από πού όμως; Βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο νερό της μπανιέρας. «Κάτι που δε θα κάνω, φυσικά -να σε φιλήσω, εννοώ. Εξαιτίας του στοιχήματος, καταλαβαίνεις. Οπότε τι έμαθες όσο μπουσουλούσες στα βράχια; Ο Λίαμ δε φάνηκε να ξέρει τίποτα». Ο Σάιμον συνέχισε να κοιτάζει τον καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος πάνω από το έπιπλο του μπουντουάρ. Ήταν γερμένος σε μια παράξενη στάση. Από την άλλη, όμως, είχε κάνει το τελευταίο του μπάνιο στην κάμαρά του, όχι στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας. Γιατί είχαν μετακινήσει την μπανιέρα εκεί; Τι έβλεπε στον καθρέφτη; Όχι αυτό που έβλεπε η Κέιτ, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Όλα εξαρτιόνταν από τη γωνία απ’ την οποία κοιτούσε ο καθένας τον καθρέφτη. Τουλάχιστον μπορούσε να δει τον τοίχο πίσω του να καθρεφτίζεται. Αχά! «Μη μου πεις πως αυτά είναι τα μάτια σου που με κοιτάζουν από το πορτραίτο πίσω μου», είπε προσπαθώντας να μη ~ 180 ~


γελάσει. «Με τσάκωσες. Πολύ καλά, Σάιμον. Όλα τα δωμάτια της γκαρνταρόμπας σε αυτή την πτέρυγα, προορισμένη για τους επισκέπτες, καταλαβαίνεις, είναι διαθέσιμα προς παρακολούθηση με τον ίδιο τρόπο. Η Τρίξι μου έδειξε τους κρυφούς διαδρόμους πολλά χρόνια πριν. Ποτέ δεν τους έδειξε στ’ αγόρια, μόνο σ’ εμένα. Είπε πως κάποιος έπρεπε να γνωρίζει, και να πάρει την απόφαση τι θα κάνει μ’ αυτούς μόλις εκείνη φύγει. Αναρωτιέμαι αν πίστευε πως ο Γκίντιον θα τους σφράγιζε αμέσως, χαλώντας της όλη τη διασκέδαση. Κύριος οίδε τι θα έκαναν ο Βάλενταϊν ή ο Μαξ». «Πολύ άτακτοι οι πρόγονοί σου, να κρυφοκοιτάνε τις κυρίες στις μπανιέρες τους». «Ναι, υποθέτω. Η Τρίξι, μου είπε, χρησιμοποίησε τα ματάκια μια δυο φορές η ίδια, για να κρυφοκοιτάξει τους κυρίους. Και, μια φορά, για να δει δυο επισκέπτες μας να μοιράζονται την ίδια μπανιέρα ήταν και οι δύο του ίδιου φύλου. Δε μου είπε ποιου φύλου ή τι σήμαινε αυτό, αλλά τότε ήμουν μονάχα δεκαεπτά». «Δε θα ’πρεπε να σου το πει ακόμα κι αν ήσουν ενενήντα επτά! Για μια αθώα κοπέλα, είσαι ήδη αρκετά διεφθαρμένη, το ξέρεις αυτό;» «Μάλλον». Σχεδόν την έβλεπε μπροστά του να ανασηκώνει αυτούς τους υπέροχους κατάλευκους ώμους της. Ναι, η λαίδη Κάθριν Ρέντγκρεϊβ ήταν μοναδική. Πράγμα που ίσως ήταν καλό -ο κόσμος μάλλον δε θα επιβίωνε αν υπήρχαν δύο σαν αυτή. «Όμως φρόντισα να τοποθετήσω τον καθρέφτη και την μπανιέρα με τέτοια κλίση ώστε να βλέπω μόνο το πρόσωπό σου. Και περίμενα μέχρι ο βαλές σου να φύγει από το δωμάτιο για να ξεγλιστρήσει στο ισόγειο, ώστε να τυραννήσει τη Αίλι, μια από τις καμαριέρες μας, προκειμένου να βεβαιωθώ πως ήσουν μέσα στην μπανιέρα. Έχω αναστολές, βλέπεις. Όχι όμως και πολλές. Οπότε τι ανακάλυψες; Σίγουρα κάτι βρήκες». Ο Σάιμον ήξερε πως μπορούσε να συνεχίσει να διαμαρτύρεται, αλλά πραγματικά δεν είχε νόημα. «Βρήκα το δρόμο μου μέσα από το δαίδαλο των βράχων, σχεδόν μέχρι τέλους, διστάζοντας για λίγο μόνο όταν σκόνταψα πάνω σ’ ένα πρόσφατα λογισμένο κλαρί σ’ ένα θάμνο, ευγενική προσφορά του φίλου μας του Τζάκο. Είμαι σίγουρος πως σηματοδοτεί την κρυμ~ 181 ~


μένη είσοδο της σήραγγας. Πολύ έξυπνο. Θα περίμενε κανείς η σήραγγα, αν υπάρχει όντως, να είναι άλλα πενήντα μέτρα πιο πέρα, στο τέρμα του λαβύρινθου». «Σάιμον, αυτό είναι υπέροχο! Πού οδηγεί η σήραγγα;» Πρόσεξε πως το νερό είχε αρχίσει να κρυώνει. «Αναρωτιόμουν πόση ώρα θα σου έπαιρνε να ρωτήσεις. Η απάντηση είναι, δεν έχω ιδέα. Συνέχισα να περπατάω μέχρι το τέλος του λαβύρινθου, στάθηκα ακίνητος και έξυσα το κεφάλι μου λες κι έσπαγα το μυαλό μου, ανασήκωσα τους ώμους μου, κλότσησα θυμωμένος μια πετρούλα και μετά έκανα μεταβολή και γύρισα πίσω. Για όποιον μπορεί να με παρακολουθούσε, πιστεύω πως ήμουν η προσωποποίηση της σύγχυσης και της απογοήτευσης». «Ή ένας εξαιρετικά κακός ηθοποιός, είναι και αυτό». «Αλήθεια; Για να δούμε, πώς το είπες; Ω, ναι. Θα πληρώσεις γι’ αυτό, Κέιτ Ρέντγκρεϊβ. Δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω πώς, από την άλλη, όμως, ούτ’ εσύ ξέρεις». «Είσαι πολύ διασκεδαστικός», του γκρίνιαξε εκείνη. Όμως, επειδή ήταν η Κέιτ, επέστρεψε στο θέμα που την ενδιέφερε περισσότερο. «Αυτή η σήραγγα που νομίζεις πως βρήκες μπορεί να οδηγεί οπουδήποτε, σωστά; Όμως, κατά πάσα πιθανότητα, περνάει κάπως κάτω από το Δυτικό Λιβάδι, παραμένοντας εντός των ορίων της ιδιοκτησίας των Ρέντγκρεϊβ». «Συμφωνώ». Χαμογέλασε ξανά, περιμένοντάς τη να σκαρφιστεί ένα σωρό τρελές ιδέες, που θα επέμενε να τον βοηθήσει να τις ερευνήσουν περαιτέρω. Άρχισε να μετράει νοερά: Τέσσερα, τρία, δυο... «Σάιμον!» Τον ήχο του ονόματος του διαδέχτηκε ένας πνιχτός γδούπος. «Άουτς! Χτύπησα το κεφάλι μου. Να μάθω να ενθουσιάζομαι υπερβολικά. Είναι πολύ στενόχωρα εδώ μέσα και επιπλέον κατασκονισμένα. Παρ’ όλα αυτά... Σάιμον!» «Ναι, Κέιτ;» τη ρώτησε, με τις λέξεις να κυλάνε αβίαστα από το στόμα του. «Η σήραγγα θα μπορούσε να συνεχίζεται μέχρι να ενωθεί με τη σήραγγα κάτω από το θερμοκήπιο. Ίσως είναι μια φυσική σπηλιά κι όχι σήραγγα τελικά. Ω, Θεέ μου! Σκέψου το. Ίσως υπάρχει ολόκληρο δίκτυο από σπήλαια από κάτω μας. Αν έχουν αντέξει από την εποχή των Ρωμαίων, μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν, έτσι;» «Αντίθετα με την τεχνητή σήραγγα στην οποία κόντεψα να ~ 182 ~


θαφτώ, ναι. Ενδιαφέρουσα ιδέα, ε; Γιατί δεν πας να τη σκεφτείς, Κέιτ; Πέρνα καλά με τις απορίες και τους συλλογισμούς σου. Όσο για μένα, τελείωσα με το μπάνιο μου και σε τρία δευτερόλεπτα θα σηκωθώ όρθιος. Τρία, δύο...» Γέλασε όταν άκουσε τον κοφτό ήχο ενός μικρού παραπετάσματος να κλείνει και κοίταξε το πορτραίτο. Τα μάτια του από καιρό πεθαμένου προσώπου που απεικονιζόταν εκεί έμοιαζαν ξανά τόσο νεκρά όσο και το ζευγάρι των φασιανών που ήταν ζωγραφισμένοι δίπλα στα πόδια του. *** Ήταν μόνοι οι δυο τους στο δείπνο, καθώς ο Άνταμ κειτόταν ακόμη στο νεκροκρέβατό του, ή μάλλον οι τρεις τους, αν υπολόγιζες την Κονσουέλα και η Κέιτ ήξερε πως έπρεπε να την υπολογίσει. Επομένως, ως οικοδέσποινα, ήταν αναγκασμένη να φέρει τη συζήτηση γύρω από γενικά και βαρετά θέματα, ενώ ο Σάιμον, ανάθεμά τον, συμμετείχε με νεύματα, γρυλίσματα και μονολεκτικές απαντήσεις. Κυρίως, έτρωγε. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, που ήθελε να πιστεύει, ήταν πως ο Σάιμον βιαζόταν να τελειώσουν το δείπνο, ώστε να κάνουν μια βόλτα στους κήπους -κάτι που ήταν αδύνατον, αφού έβρεχε- ή με κάποιον άλλο τρόπο να εξουδετερώσει την Κονσουέλα ώστε να μείνουν μόνοι. Έτσι άρχισε να τρώει κι εκείνη. Παρ’ όλο που δεν είχε καθόλου, μα καθόλου όρεξη. Η Κονσουέλα όμως αναπλήρωνε και με το παραπάνω τη δική της έλλειψη όρεξης. Ντυμένη με το καλύτερο φόρεμά της, μαύρο σαν φτερά κόρακα και παστωμένο με καμφορά, έδειχνε να το απολαμβάνει που καθόταν στην άλλη άκρη της μακριάς τραπεζαρίας, ούσα η συνοδός της Κέιτ, και που τη σέρβιραν αντί να σερβίρει εκείνη. «Ήρθε ένα γράμμα από τον Γκίντιον σήμερα», είπε τελικά η Κέιτ, επινοώντας μια φανταστική επιστολή. «Μου υπενθύμισε να σε ρωτήσω για κάτι που υποτίθεται πως έπρεπε να μου πεις». «Αυτό είπε, ε; Μήπως έτυχε να σου δώσει και κανένα στοιχείο για το τι είναι αυτό το κάτι;» Οι άντρες ήταν τόσο αργόστροφοι! «Θαρρώ πως ήταν κάτι σχετικά με τον Χένρι». Ο Σάιμον συνοφρυώθηκε (κι αν έκανε τόσο προφανείς ~ 183 ~


γκριμάτσες όσο ερευνούσε τον πέτρινο λαβύρινθο, δεν υπήρχε άνθρωπος στον κόσμο που θα ’βλεπε αυτό το ξεκάθαρα κάλπικο συνοφρύωμα και θα πίστευε το ψέμα). «Δε νομίζω πως ξέρω κα-νέναν Χένρι. Θα μπορούσες να γίνεις λιγάκι πιο συγκεκριμένη;» «Τον Χένρι Μεσονύκτιο. Φαίνεται πως εσύ κι εκείνος είχατε ραντεβού με κάποιον το προηγούμενο βράδυ», άρθρωσε με σφιγμένα δόντια. Η Κονσουέλα κάλεσε έναν από τους υπηρέτες κοντά της, νεύοντας πως θα ήθελε άλλη μια μερίδα βοδινό. Ειλικρινά, δε θα έμενε ικανοποιημένη μέχρι να κατεβάσει ολόκληρη την αγελάδα. Και στη διάρκεια ενός μονάχα γεύματος. «Όχι». Αυτή τη φορά ο Σάιμον κούνησε το πανάθλια κούφιο κεφάλι του. «Ακόμα δεν μπορώ να πω πως θυμάμαι κάποιον Χένρι Μεσονύκτιο. Λυπάμαι πολύ». Αν το τραπέζι δεν ήταν τόσο φαρδύ, ώστε να το καθιστά αδύνατον, θα τον είχε κλοτσήσει και τότε δε θα χρειαζόταν να καμώνεται τον λυπημένο. «Παράξενο. Επειδή ήταν τις προάλλες το βράδυ που χάιδεψες το σκυλί του και έχωσες το δάχτυλό σου στ’ αυτί του». Τα χείλια του συσπάστηκαν ελαφρά. «Α, αυτό τον Χένρι Μεσονύκτιο εννοείς. Τον θυμάμαι τώρα. Ποτέ δε μ’ άρεσε ιδιαίτερα ο τύπος. Η αδελφή του όμως... Πάντα έβρισκα τη δεσποινίδα Βιβλιοθηκία Μεσονυκτίου αρκετά ευχάριστη». Βιβλιοθηκία; Δεν υπήρχε τέτοιο όνομα... Α! Στη βιβλιοθήκη τα μεσάνυχτα. Ώστε ήθελε να τη συναντήσει στη βιβλιοθήκη. Τι χαριτωμένο... Ο αχρείος! «Αυτό θεωρώ πως αρκεί». «Δεν μπορώ να σου εκφράσω το βάθος της ευγνωμοσύνης μου», αποκρίθηκε αργόσυρτα ο Σάιμον και έφερε άλλη μια πιρουνιά βοδινού στα γελαστά του χείλη. Θα πλήρωνε και γι’ αυτό. Κρατούσε αρχείο στο μυαλό της. Μπορεί να γελούσε τώρα, όμως όταν του παρουσίαζε τον τελικό λογαριασμό, θα του έβγαινε ξινό το γέλιο! Η Κονσουέλα έκανε νόημα στον υπηρέτη και τον έβαλε να της σερβίρει κι άλλα λαχανικά. Ο Σάιμον χαμήλωσε τη φωνή του καθώς έγερνε προς την Κέιτ. «Ίσως να έκανες μια σύσταση στον Ντίαρμπορν να πάρει από εδώ τα κεριά. Προτού τα φάει κι αυτά». Κλικ-κλικ! «Βλέπω, η ακοή της είναι μια χαρά», είπε πίσω από την πε~ 184 ~


τσέτα του φαγητού, που είχε φέρει μπροστά στο στόμα του. «Όχι τόσο η ακοή όσο η όρασή της. Με κοιτούσες λάγνα από την άλλη άκρη του τραπεζιού». «Όχι, δε σε κοιτούσα έτσι», είπε κι ακούστηκε σαν κακομαθημένο παιδί. «Πίστεψέ με, όταν το κάνω, θα το καταλάβεις». «Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με το ξέρεις τι...» «Μιλώντας με κωδικούς; Δεν το νομίζω. Το μυαλό μου ήδη έχει ζοριστεί αρκετά με όλες τις μπάλες που πετάω ψηλά στον αέρα, σαν το ζογκλέρ. Άλλη μία και μάλλον θα μου έρθουν κατακέφαλα». «Ευελπιστώ πως έτσι θα έρθεις στα συγκαλά σου, Σάιμον, επειδή πραγματικά δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε το κάθε δευτερόλεπτο που έχουμε στη διάθεσή μας». Ενώ κρατούσε ακόμη την πετσέτα του μπροστά στο στόμα του, σχολίασε: «Αν και, μελλοντικά, πιστεύω πως μπορούμε με ασφάλεια να θυσιάσουμε τα λεπτά που παίρνω το μπάνιο μου». Ώστε αυτό ήταν. Την έκανε να το πληρώσει που διέκοψε το μπάνιο του. Της φάνηκε αρκετά δίκαιο. «Ίσως αυτή δεν ήταν και η πιο λαμπρή ιδέα μου», ομολόγησε η Κέιτ, αγγίζοντας ασυναίσθητα το μικρό καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Και οι δυο έστρεψαν το βλέμμα τους στην άλλη άκρη του τραπεζιού εγκαίρως για να δουν μια πιατέλα με καλκάνι να τοποθετείται μπροστά στην Κονσουέλα. «Της αρέσουν τα ψάρια;» ρώτησε σιγανά ο Σάιμον. Η Κέιτ αναστέναξε. «Της Κονσουέλα της αρέσει το φαγητό, σχεδόν σε κάθε μορφή του. Όμως, δυστυχώς, ναι, το ψάρι είναι το αγαπημένο της. Δε θα σηκωθεί απ’ το τραπέζι μέχρι να καθαρίσει όλη την πιατέλα, πράγμα που σημαίνει πως ούτ’ εμείς μπορούμε να σηκωθούμε, εφόσον δεν μπορώ να κυκλοφορήσω πουθενά στο σπίτι χωρίς εκείνη». Ύστερα γύρισε προς τον Σάιμον. «Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι; Θα ερχόταν αντιμέτωπη μ’ ένα ιδιαίτερα μεγάλο δίλημμα αν εσύ κι εγώ επρόκειτο να αποσυρθούμε, σωστά;» «Έχεις σατανικό μυαλό και επικροτώ», απάντησε ο Σάιμον αφήνοντας την πετσέτα του. «Σενιορίτα», είπε δυνατά, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα του, «η λαίδη Κάθριν κι εγώ έχουμε σημαντικά θέματα να συζητήσουμε στο κυρίως σαλόνι. Θα είχατε την ευχαρίστηση να μας συνοδεύσετε; Τώρα». ~ 185 ~


Η Κονσουέλα είχε μείνει με το πιρούνι της ασάλευτο στον αέρα, φορτωμένο με μια μπουκιά βουτυρωμένου καλκανιού. Έστρεψε τα μάτια της στην Κέιτ. Τα μπερδεμένα, ικετευτικά μάτια της. «Την καημενούλα», τη λυπήθηκε η Κέιτ. «Δεν είναι η ώρα για να υπερισχύσουν οι ομολογουμένως ελάχιστες αναστολές σου», ψιθύρισε ο Σάιμον, καθώς απομάκρυνε έναν υπηρέτη μ’ ένα του νεύμα και τράβηξε την καρέκλα της Κέιτ. «Σήκω. Τώρα». «Είναι εντάξει, Κονσουέλα», διαβεβαίωσε η Κέιτ τη γυναίκα καθώς στεκόταν όρθια. «Χαλάρωσε και απόλαυσε το γεύμα σου. Θα είμαι απολύτως ασφαλής. Άλλωστε, βρίσκομαι στο σπίτι μου». Έριξε μια βιαστική ματιά στον Σάιμον, προτού προσθέσει κοροϊδευτικά: «Και μάλιστα βρίσκεσαι μονάχα μια τσιρίδα μακριά». Έπιασε αγκαζέ τον Σάιμον και του επέτρεψε να την οδηγήσει στο σαλόνι, ενώ αναρωτιόταν πόση ώρα θα του έπαιρνε μέχρι να μην μπορεί άλλο να συγκρατήσει οτιδήποτε ήταν αυτό που πέθαινε να της πει. Το ερώτημα πόση ώρα απαντήθηκε τη στιγμή που έκλεισε τη δίφυλλη πόρτα του σαλονιού πίσω τους. «Μια τσιρίδα μακριά; Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ, Κέιτ». «Παρακαλώ», αποκρίθηκε κλείνοντάς του το μάτι. «Ήθελα να νιώθεις βέβαιος πως είσαι ασφαλής μαζί μου». Ο Σάιμον τίναξε πίσω το κεφάλι του και γέλασε. «Θα σε λάτρευα αν δεν με κατατρόμαζες». «Σ’ ευχαριστώ». Γεμάτη αυταρέσκεια, και για ένα λόγο που δεν τον γνώριζε ακόμα εκείνος, η Κέιτ πρότεινε να μιλήσουν ενόσω θα περνούσαν το χρόνο τους παίζοντας χαρτιά, αφού τελικά η Κονσουέλα θα ερχόταν να τους βρει και το τελευταίο πράγμα που ήθελαν ήταν να της κινήσουν υποψίες. Δεν έφτανε που είχε αφήσει τη Σάλι να κάνει τα μαλλιά της μπούκλες και να τα μαζέψει ψηλά ή που είχε διαλέξει ένα ιβουάρ φόρεμα με αχνές ροζ κορδέλες να κοσμούν το ιδιαίτερα τολμηρό ντεκολτέ της -κάτι που ο Σάιμον δεν είχε ακόμη τολμήσει να σχολιάσει. Δε θα έμενε ικανοποιημένη, όχι μέχρι να τον οδηγήσει στα όρια της παραφροσύνης. Άλλωστε, ανεξάρτητα από τις άλλες προτεραιότητές της, είχε ακόμη ένα στοίχημα να κερδίσει. Ένα φιλί που πραγματικά, πραγματικά, λαχταρούσε να ~ 186 ~


βιώ-σει, αν μόνο ο ανόητος φερόταν σαν κύριος και έχανε το στοίχημα. Από τη στιγμή που δε θα το έκανε, η Κέιτ θεώρησε δίκαιο να τον βοηθήσει λιγάκι. Κάθισαν στο τραπέζι χαρτοπαιξίας και η Κέιτ ξέθαψε μια τράπουλα από το κάτω συρταράκι. Την έσπρωξε ευγενικά προς το μέρος του ώστε να ανακατέψει. «Ουίστ για δύο;» «Γερμανικό ή νορβηγικό;» «Γερμανικό, φυσικά», του απάντησε, ώστε να δείξει πως δεν ήταν καμιά αρχάρια. «Τι ποντάρουμε;» Όμως ο Σάιμον κοιτούσε το πίσω μέρος απ’ τα φύλλα της τράπουλας. Βασικά το βλέμμα του είχε καθηλωθεί. «Είπα, τι ποντάρουμε;» «Εμ... μμ... μια πένα για κάθε πόντο;» «Μου φαίνεται λογικό. Προς το παρόν, θα κρατήσω απλώς το λογαριασμό των πόντων. Μπορείς να με πληρώσεις αργότερα. Σκέφτηκες καθόλου περισσότερο το ενδεχόμενο να υπάρχουν σπηλιές κάτω από τα κτήματά μας;» «Όχι, και δε θα το κάνω, όχι μέχρι να έχω την ευκαιρία να δω τι βρίσκεται πίσω από την κρυφή είσοδο στην παραλία. Θα προτιμούσα να επανέλθουμε στο βασικό μας πρόβλημα, το πώς θα εντοπίσουμε τα ημερολόγια». Η Κέιτ χτύπησε ανάλαφρα το πιγούνι της με την άκρη ενός από τα φύλλα που κρατούσε, προτού το ρίξει. «Έχεις δίκιο. Μερικές φορές αποσπάται υπερβολικά η προσοχή μου, ειδικά στη σκέψη μιας περιπέτειας. Ξέρεις, η εξερεύνηση μιας, θα μπορούσε να πει κανείς, παρθένας περιοχής. Όσο κι αν το απεχθάνομαι που το παραδέχομαι, εσύ κι εγώ έχουμε κάνει ελάχιστη πρόοδο μέχρι στιγμής». Την κοίταξε, εκείνη πετάρισε γεμάτη αθωότητα τις βλεφαρίδες της (είχε κάνει πολύ περισσότερη εξάσκηση στο να φαίνεται αθώα απ’ ό,τι εκείνος στο να φέρεται ύπουλα), και ύστερα από λίγο ο Σάιμον κούνησε το κεφάλι του, σαν να απόδιωχνε μια σκέψη, και έριξε το φύλλο του. Με πέντε κινήσεις κέρδισε το γύρο και τον κατέγραψε στο τεφτέρι των πόντων κάτω από το όνομά της. Ο Σάιμον χαλάρωσε με το δάχτυλο το γιακά του, λες και ξαφνικά τον στένευε υπερβολικά. Μάζεψε τα φύλλα για να τα ανακατέψει ξανά. Ήταν υπέροχη τράπουλα. Γαλλική. Τα οπισθόφυλλα ήταν διακοσμημένα με βουκολικές σκηνές, γεμάτα πλεγμένα αμπε~ 187 ~


λόφυλλα και λουλουδάκια, ενώ το καθένα τους απεικόνιζε ζωγραφισμένα στο χέρι χερουβείμ και νεαρά ζευγάρια ντυμένα σύμφωνα με τη γαλλική μόδα. Έργα τέχνης, πράγματι: κάθε φύλλο ήταν διαφορετικό. Υπαινικτικό. Εξαιρετικά υπαινικτικό. Με έναν αισθητικά άρτιο και δόλιο τρόπο, που μια αθώα νεαρή γυναίκα δε θα αντιλαμβανόταν εύκολα. Ωστόσο, ενώ δεν ήταν υπερβολικά λεπτομερειακά στις απεικονίσεις τους, ήταν αρκετά διδακτικά. Μάλιστα, η Τρίξι είχε χρησιμοποιήσει την τράπουλα όταν είχε καθίσει κάτω την Κέιτ και της είχε εξηγήσει πως δεν έπρεπε να επιτρέψει σε κανέναν να της κάνει έρωτα μέχρι να παντρευτεί. Είχε ξεθάψει νωρίτερα τα χαρτιά από την κάμαρα της γιαγιάς της και τα είχε βάλει στο συρτάρι του τραπεζιού χαρτοπαιξίας. Ο Σάιμον ξεροκατάπιε καταβάλλοντας προσπάθεια και μοίρασε τα χαρτιά. Τι γλυκό που ήταν! Αγνοούσε τα οπισθόφυλλά τους για να μην την κάνει να αισθανθεί ντροπή. Τι τζέντλεμαν! Τι μπουμπούνας... Κανονικά έπρεπε να την είχε ήδη φιλήσει και την Κυριακή να τραγουδάει. Πραγματικά, έπρεπε να του δώσει ένα ελαφρύ σπρώξιμο. Αυτή τη φορά χρησιμοποίησε τα φύλλα της σαν βεντάλια για να κάνει αέρα, κουνώντας τα αργά μπροστά της καθώς συνοφρυωνόταν, δαγκώνοντας το κάτω χείλι της σαν να αναλογιζόταν τι φύλλο θα έριχνε. Έκανε να πάρει ένα χαρτί από τη βεντάλια, στα μισά το μετάνιωσε και το έβαλε στη θέση του, σήκωσε ένα άλλο και το κοίταξε σκεπτική. «Για ό,τι αγαπάς, Κέιτ, διάλεξε ένα χαρτί και παίξε». «Δεν υπάρχει ανάγκη να φωνάζεις, Σάιμον». Σκούπιζε το μέτωπό του με το μαντίλι του. Η τράπουλα ήταν καθαρά εκπαιδευτική, έλεος δηλαδή. Ποιος έλεγε δε πως έπρεπε να κοιτάζει τα φύλλα αν ντρεπόταν με ό,τι έβλεπε; Αντί να τον υπακούσει, πήρε το φύλλο που βρισκόταν πιο ψηλά σε σχέση με τα υπόλοιπα και, ανεμίζοντάς το για να προσδώσει έμφαση στα λεγόμενά της, του είπε την τελευταία της ιδέα. Αναμφίβολα θα συμφωνούσε μαζί της ο άνθρωπος έδειχνε λες και θα συμφωνούσε με τα πάντα, αρκεί να έπαιζε το χαρτί της. «Εφόσον θα ήταν επικίνδυνο να επιστρέφουμε στην περιοχή -δε νομίζεις;-, σκέφτηκα, τουλάχιστον γι’ αύριο το πρωί -και μονάχα αν πιστεύεις πως θα έχει επιτυχία-, ότι μπορούμε να ~ 188 ~


περπατήσουμε γύρω από το θερμοκήπιο, χρησιμοποιώντας μακριά κοντάρια για να διατρυπήσουμε τη γη, ίσα ίσα για να δούμε αν το κοντάρι θα διαπεράσει το έδαφος, φτάνοντας στο υπόλοιπο τμήμα της σήραγγας. Βρέχει ξανά απόψε και επομένως το έδαφος θα είναι αρκετά μαλακό και νοτισμένο. Τι λες; Σάιμον; Σάιμον, πού πας;» Πέταξε κάτω τα χαρτιά του, έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και ήδη κατευθυνόταν προς τις μπαλκονόπορτες που οδηγούσαν στην πέτρινη βεράντα. «Χρειάζομαι λίγο καθαρό αέρα». «Μα, δε μου είπες τη γνώμη σου για το σχέδιό μου. Επίσης, βρέχει», του υπενθύμισε. «Θα γίνεις μούσκεμα και θα καταστρέφεις τα ρούχα σου». «Σωστό», απάντησε και γύρισε στο τραπέζι, άρπαξε τα χαρτιά από το χέρι της Κέιτ και μάζεψε τα υπόλοιπα της τράπουλας. «Το ίδιο κι αυτά. Θα σε δω τα μεσάνυχτα». Καθώς η μπαλκονόπορτα έκλεινε με κρότο πίσω του σίγουρα δεν την είχε κλείσει αθόρυβα-, η Κονσουέλα μπήκε στο σαλόνι, σκουπίζοντας ακόμη τα χείλη της με την πετσέτα της. «Φεύγει; Τόσο πολύ τον τρομοκρατούμε;» Το χαμόγελο της Κέιτ ήταν πλατύ, καθώς ακουμπούσε το πιγούνι στο χέρι της. Δεν είχε σκεφτεί πως και μόνο η θέα της να αγγίζει τα χαρτιά θα έπιανε τόσο γρήγορα. Όμως, υπέθετε πως έτσι ήταν οι άντρες. Μάλλον δεν είχε καν ακούσει τι τον είχε ρωτήσει. «Έτσι φαίνεται, Κονσουέλα, σίγουρα έτσι φαίνεται. Δεν είναι υπέροχο;»

~ 189 ~


Κεφάλαιο 12

Ο Σάιμον είχε αλλάξει τα μουσκεμένα βραδινά ρούχα του με ένα φαρδύ λευκό πουκάμισο και παντελόνι κοντό μέχρι το γόνατο κι έφτασε στη βιβλιοθήκη μισή ώρα πριν από τα μεσάνυχτα. Το δωμάτιο ήταν τεράστιο, με πολλές σκοτεινές γωνιές, ώστε θα χρειάζονταν αμέτρητα κεριά για να φωτιστεί πλήρως, όμως δεν είχε σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν να προσπαθήσει να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του, αφού η Κέιτ τον είχε κάνει στην κυριολεξία να χάσει τα λογικά του. Κοντάρια. Διατρυπήσουμε. Διαπεράσει. Μαλακό και νοτισμένο. Θα της έδειχνε εκείνος παρθένα περιοχή. Επίτηδες του το είχε πετάξει αυτό. Τα υπόλοιπα όμως; Διάβολε! Δεν είχε ιδέα πως τον σκότωνε αργά. Το μόνο που ήθελε η Κέιτ ήταν να συνεχίσει να του επιδεικνύει φευγαλέα τούτα τα καταραμένα τραπουλόχαρτα καταπρόσωπο. Η ίδια του η φαντασία είχε φροντίσει για όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπήρχε κανένας πιθανός τρόπος να κερδίσει το στοίχημα. Δεν ήθελε να κερδίσει το στοίχημα. Να περιμένει να περάσουν οι μέρες μέχρι να ακυρωθεί; Να προσεύχεται να εμφανιστεί ένας από τους άλλους Ρέντγκρεϊβ για να τον σώσει από κάτι από το οποίο δεν ήθελε να σωθεί εξαρχής; Λιγότερο οδυνηρό θα ήταν να τρυπήσει με καρφίτσες τα ίδια του τα μάτια. Θα παντρευόταν την Κέιτ. Το ήξερε πως θα την παντρευόταν. Κι αυτή το ήξερε πως επρόκειτο να την παντρευτεί. Μπορεί να αλληλοσκοτώνονταν μέσα σε έξι μήνες, όμως ο γάμος τους ήταν τόσο αναπόφευκτος όσο και ο ήλιος που ανατέλλει απ’ την ανατολή. Η στιγμή που θα της έκανε έρωτα ήταν ακόμα πιο αναπόφευκτη... και διπλά επείγουσα. Είχε δώσει υποσχέσεις στον Βάλενταϊν. Είχε δώσει το λόγο του ως τζέντλεμαν. Ο Βαλ πιθανώς τριγυρνούσε χοροπηδώ~ 190 ~


ντας στο Λονδίνο, κατευχαριστημένος που είχε πετάξει το νέο του φίλο στα Τάρταρα, καθώς ήξερε πόσο ακαταμάχητη μπορούσε να γίνει η αδελφή του, είτε το έβαζε σκοπό είτε όχι. Ήταν είκοσι χρονών. Μέχρι την επόμενη άνοιξη ίσως και να είχε ενηλικιωθεί επίσημα. Για ντεμπιτάντ θα ήταν αρκετά μεγάλη. Για να μην αναφέρουμε τη διαβόητη πρώτη σεζόν της, που οι κουτσομπόληδες θα ανασκάλευαν τη στιγμή που θα έφτανε στο Λονδίνο. Θα την προσκαλούσαν παντού, για την περίπτωση που θα πρόσφερε στην υψηλή κοινωνία άλλο ένα γαργαλιστικό σκάνδαλο, μολονότι δε θα ήταν δυνατόν να προμηθευτεί νέα πρόσκληση για την Άλμακ’ς, καθώς οι τυπολάτρισσες κυρίες που είχαν την πρωτοκαθεδρία στη λέσχη μάλλον της είχαν απαγορεύσει την είσοδο εφ’ όρου ζωής. Η Κέιτ ήταν ελεύθερη και ανέμελη, ένας άλλος τρόπος δηλαδή για να πει κανείς πως, διάβολε, ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτη, εξαιτίας της σκανδαλώδους γιαγιάς της, ένα μείγμα αθωότητας και γνώσης, που κάποια μέρα επρόκειτο να την μπλέξει άσχημα σε μπελάδες, αν συναντούσε ποτέ έναν άντρα που δεν ήταν τζέντλεμαν όπως αυτός (στην παρούσα περίπτωση, ένας απρόθυμος τζέντλεμαν). Ναι, οι Ρέντγκρεϊβ χρειάζονταν να δουν την Κέιτ ασφαλή και παντρεμένη. Αν ο Σάιμον ήταν ο τύπος του άντρα που έβαζε στοιχήματα, θα έλεγε πως ο πρόσχαρος, χαμογελαστός, ιδιαίτερα έξυπνος Βάλενταϊν είχε κοιτάξει σφαιρικά το δίλημμά τους και τις προοπτικές τους και είχε καταλήξει πως ο Σάιμον Ρέιβενσμπιλ ήταν η απάντηση στις προσευχές τους. Είχε τον τίτλο, είχε την περιουσία, ήξερε την οικογενειακή τους ιστορία και, παρ’ όλα αυτά, δεν το είχε σκάσει τρέχοντας για τους λόφους της Σκοτίας, ενώ, ίσως το πιο σημαντικό, είχε δείξει ολοφάνερα το ενδιαφέρον του... Το ίδιο είχε κάνει και η Κέιτ, οι επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες της πως δεν τον ήθελε αποτελούσαν σίγουρο σημάδι πως στην πραγματικότητα τον ήθελε. Ποιος άραγε ήξερε καλύτερα από τους αδελφούς της; Είχε πέσει στην παγίδα, αυτό είχε κάνει. Ο Βαλ του είπε πως είχε κάνει λάθος, πως το δήθεν φλερτ τους ήταν μια ιδέα της στιγμής, που σχεδόν αμέσως αποδείχτηκε ανεφάρμοστη. Την επόμενη φορά που ο Βαλ θα του έλεγε οτιδήποτε ίσως θα ήταν καλή ιδέα να έχει πρόχειρο ένα σωρό από Βίβλους μέχρι το ταβάνι, ώστε να τον βάλει να ορκιστεί πάνω τους, Ακόμα και τότε, ο Σάιμον θα σιγουρευόταν πως ο Βαλ δεν έκρυβε το χέρι ~ 191 ~


του πίσω απ’ την πλάτη, με τα δάχτυλα σταυρωμένα. Επομένως, αν τον είχαν πιάσει κορόιδο, και το ήξερε, γιατί δε βρισκόταν ήδη στα μισά του δρόμου για το Λονδίνο; Επειδή δεν ήταν εντελώς ανόητος, γι’ αυτό. «Τώρα συγχαίρω τον εαυτό μου που ήμουν απλώς λίγο αντί για ολότελα βλάκας, λες κι αυτό είναι καλύτερο;» μονολόγησε ο Σάιμον, καθώς έκανε βόλτες στο δωμάτιο. «Αχ. Οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που σε παρακολουθώ με απόλαυση να συζητάς με τον εαυτό σου όλη αυτή την ώρα, προφανώς έχει σχέση με γυναίκα. Περίπλοκα δεν είναι αυτά τα συναισθήματα, τα οποία έχουμε ανάγκη να ξεδιαλύνουμε προτού τρέξουμε ανυπόμονα να πηδήξουμε από τον γκρεμό, που πάντα ξέραμε πως θα επιλέγαμε; Σ’ ευχαριστώ που ήρθες νωρίς, πλοίαρχε, και ναι, η κυρία θα αργήσει. Δεν τους αρέσει να δείχνουν υπερβολική αδημονία, ο Θεός να τις ευλογεί». Ο Σάιμον στριφογύρισε απότομα προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν η φωνή, ξέροντας πως ήταν ανυπεράσπιστος απέναντι σε όποιον βρισκόταν εκεί, στα σκοτεινά. Οπότε υποκλίθηκε σε αναγνώριση της παρουσίας του, λέγοντας: «Και τώρα προφανώς απευθύνομαι σε έναν κύριο με σοφία και πείρα. Θα μου κάνατε την τιμή να μου πείτε το όνομά σας;» «Το όνομα Τζάκο αρκεί ως σύσταση προς το παρόν. Σε συγχαίρω τόσο γιατί πρόσεξες το λογισμένο κλαδί, πλοίαρχε, όσο και γιατί κατασίγασες τη φυσική σου περιέργεια, τότε και τώρα». Μάλιστα. Ο εργοδότης του Τζάκο. «Είμαι κατά βάση υπομονετικός άνθρωπος. Θα μου πεις αυτό που θέλεις να μάθω, διαφορετικά γιατί να είσαι εδώ; Παρεμπιπτόντως, πώς μπήκες στην έπαυλη, καθώς παραδέχομαι πως είμαι από φυσικού μου περίεργος. Την τελευταία φορά που τα μέτρησα υπήρχαν πέντε σκυλιά στο σπίτι». «Όντως. Ένα πολύ χοντρό και γέρικο για να νοιαστεί και τέσσερα που τώρα κυνηγάνε λαγούς έξω στη βροχή. Τους βρήκαν». Ο Σάιμον μπορούσε να διακρίνει το θρόισμα του ακριβού μεταξιού και υπέθεσε πως ο νυχτερινός επισκέπτης του ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από το να αποσπάσεις την προσοχή των σκυλιών. Κάποιος πρέπει να κρυφάκουσε εμένα και την Κέιτ να δίνουμε ραντεβού εδώ τα μεσάνυχτα. Κάποιος πρέπει να σε κάλεσε, και μετά να σε οδήγησε εδώ και να ~ 192 ~


σε άφησε να περάσεις μέσα από τις μπαλκονόπορτες. Ένας κάποιος, που ίσως είναι παραπάνω από ένας». «Ένας άντρας πρέπει να έχει φίλους». «Δηλαδή τουλάχιστον δύο από τους υπηρέτες των Ρέντγκρεϊβ βρίσκονται και στη δική σου υπηρεσία. Γιατί;» «Για υπομονετικός άνθρωπος, κάνεις πολλές ερωτήσεις. Όμως, θα ανεχτώ αυτή τη μία. Στην αρχή όλων αυτών των παράξενων νυχτεριναδν δραστηριοτήτων στην επικράτεια των Ρέντγκρεϊβ ένιωσα πως ήταν αναγκαίο να βεβαιωθώ για το ρόλο τους σε όλα αυτά. Όπως κι εσύ». Αυτό το τελευταίο αιφνιδίασε τον Σάιμον, αλλά κατάφερε να καταπνίξει την αντίδρασή του και είπε μονάχα: «Κι εγώ βρέθηκα επίσης κάτω από το μικροσκόπιό σου». «Για λίγο καιρό, ναι. Τα συλλυπητήριά μου για την απώλεια του αδελφού σου, που είμαι πεπεισμένος πως έχει πολλά να κάνει τόσο με τη σχέση σου με τον Πέρσεβαλ όσο και με την παρουσία σου εδώ, στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, αν και επέλεξα να μην ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Ωστόσο, είναι προφανές πως παίζεται ένα επικίνδυνο παιχνίδι εδώ, κάτι που θα έστρεφε ξανά ανανεωμένη την προσοχή της Τελωνειακής Υπηρεσίας σε ολόκληρη τη νότια ακτή και αυτό με ανησυχεί ιδιαίτερα. Καθώς απολαμβάνω αρκετά την ιδιωτική και ήρεμη ζωή μου αυτά τα τελευταία χρόνια, προτιμώ οτιδήποτε πρόκειται να συμβεί να διαδραματιστεί αλλού, ενώ έχω ήδη λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσω πως έτσι θα γίνει. Με απλά λόγια, πλοίαρχε, μπλέκεσαι στα πόδια μου». Ο Σάιμον είχε εκπλαγεί και ταυτόχρονα είχε οργιστεί. «Πόσα ξέρεις;» «Ξέρω μόνο όσα ακούω, πλοίαρχε, και τα δικά μου συμπεράσματα. Όσο κι αν προσπαθείς για το αντίθετο, και είσαι αξιέπαινα γενναίος και ριψοκίνδυνος, σου λείπει -και, τ’ ομολογώ, και σε κάποιους απ’ τους γιους μου- η φινέτσα, μάλλον ως συνέπεια της νεότητάς σου και της εύλογης πίστης στις ικανότητές σου. Πρέπει να ήσουν σκληρός στη μάχη και λυπάμαι που δεν είχα το προνόμιο να παρατηρήσω την τακτική σου στη θάλασσα. Όμως, κάποτε πλήρωσα ένα βαρύ τίμημα, όπως και οι αγαπημένοι μου, επειδή θεωρούσα τον εαυτό μου άτρωτο. Μια συμβουλή, πλοίαρχε. Αν πιστεύεις πως είσαι άτρωτος, απλώς καθιστάς τον εαυτό σου και τους γύρω σου ευάλωτους. Τους ναύτες σου, την οικογένειά σου... τη λαίδη Κάθριν. Επει~ 193 ~


δή, βλέπεις, όταν δεχτείς επίθεση, το μυαλό σου αρνιέται αυτό που συμβαίνει και δεν αντιδράς αρκετά γρήγορα ώστε ν’ αποτρέψεις την καταστροφή». Ο Σάιμον, που εκείνη τη στιγμή είχε χάσει τα λόγια του, περιορίστηκε να κάνει μια μικρή υπόκλιση εν είδει απάντησης. Σου λείπει η φινέτσα. Πρώτα ο Βάλενταϊν και τώρα αυτός ο μυστηριώδης άντρας. Πρέπει να ήταν αλήθεια. Ίσως έμοιαζε περισσότερο με την Κέιτ απ’ όσο νόμιζε. «Ζούμε και μαθαίνουμε, πλοίαρχε, αν είμαστε τυχεροί. Ο Βοναπάρτης, παρά την ευφυΐα του και τις άκοπες επιτυχίες του, αρνείται να διορθώσει αυτό το θανάσιμο ελάττωμά του: Θεωρεί πως είναι άτρωτος σε όλα και θα του κοστίσει ακριβά μια μέρα, όπως και σε αυτούς γύρω του. Προσωπικά, προβλέπω πως η αρχή της πτώσης του θα έρθει αν ποτέ στρέψει το φιλόδοξο βλέμμα του προς τη Μόσχα. Όπως οι ασβεστολιθικοί γκρεμοί των ακτών μας μας προστατεύουν, οι χειμώνες της Ρωσίας προστατεύουν εκείνους, δύο δυνάμεις της φύσης που ο Βοναπάρτης δεν πιστεύει πως έχουν εξουσία πάνω του. Όμως ας αφήσουμε την εξεζητημένη συζήτηση γι’ άλλη φορά. Απόψε θα μιλήσουμε για το τι συμβαίνει, για να παραθέσω τα ακριβή λόγια σου, όταν το φεγγάρι φτάσει στη χάση του. Δεν έχεις ιδέα πόσο κοντά πλησίασες στην καταστροφή τη στιγμή που ξεστόμισες αυτές τις λέξεις ενώπιον μιας άλλης δύναμης της φύσης». «Πιστεύω πως έχω», αποκρίθηκε ο Σάιμον, χαμογελώντας προς τη σκοτεινή γωνιά. Άρχιζε να διακρίνει μια σιλουέτα, καθιστή σε μια από τις καρέκλες. Όμως ήταν μονάχα ένα σκοτεινό περίγραμμα, μια σκιά μέσα στις σκιές, τίποτα παραπάνω. «Ευτυχώς για μένα, μπορώ επίσης να γίνω γοητευτικός». Ο επισκέπτης του γέλασε, ένα αφοπλιστικό σιγανό γελάκι, που δυνάμωσε καθώς σηκωνόταν όρθιος και πλησίαζε προς τον Σάιμον και το φως των κεριών. «Ο Τζάκο έχει ανοσία στη γοητεία. Δεν ήθελε να αναστατώσει τη λαίδη Κάθριν. Πιο σημαντικό, δε χρειαζόμαστε τον κόμη και τους αδελφούς του εδώ να μας προκαλούν ατέλειωτους μπελάδες καθώς παρακολουθούμε την ακτή από το Νταντζενές μέχρι το Χάιθ, την οποία θεωρούμε επικράτειά μας. Πλοίαρχε, θα σε είχε ρίξει πάνω στον ώμο του και θα σου είχε βουτήξει το κεφάλι στη Μάγχη. Επανειλημμένα. Ο Τζάκο δεν τρέφει καμιά αγάπη για το αγγλικό Βασιλικό Ναυτικό». «Οι πειρατές σπανίως το κάνουν», διακινδύνευσε να πει με ~ 194 ~


τόλμη ο Σάιμον, ξέροντας πως γι’ άλλη μια φορά έπαιρνε ένα ρίσκο που δε χρειαζόταν να πάρει. «Έξυπνο. Επίσης ήταν πολύ καιρό πριν και πολύ μακριά από εδώ». «Τότε έχω δίκιο. Πειρατής τότε, λαθρέμπορος τώρα». «Προστάτης απελπισμένων ανθρώπων, που βασίζονται πάνω μου τώρα. Υπάρχει διαφορά». Ο άντρας ήταν πλέον ορατός, όχι όμως πολύ. Φορούσε μαύρα από την κορφή ως τα νύχια, συμπεριλαμβανομένων ενός μαύρου μεταξωτού μανδύα, εφαρμοστών δερμάτινων γαντιών, ενός ζευγαριού καλογυαλισμένες μαύρες μπότες και μιας μάσκας, που κάλυπτε το πάνω μέρος του προσώπου του. Μερικές στάλες βροχές ακόμη λαμπύριζαν στους ώμους του και στα μαύρα σαν κάρβουνο μαλλιά του, απόδειξη πως είχε έρθει με άλογο, όχι πολλή ώρα πριν. Δεν ήταν νέος, όμως ήταν ψηλός και σε άριστη φυσική κατάσταση. «Με συγχωρείς για τους θεατρινισμούς, όμως έχω μάθει να είμαι πάντα επιφυλακτικός όσον αφορά την υποδοχή μου». «Ο Βάλενταϊν Ρέντγκρεϊβ πιθανώς θα σου είχε ήδη προσφέρει ένα σάκο χρυσές γκινέες για να μάθει τ’ όνομα του ράφτη σου». Του έκανε νεύμα να καθίσει σε μια κοντινή καρέκλα και η προσφορά του απορρίφθηκε με ένα ανεπαίσθητο κούνημα του κεφαλιού. Ο Σάιμον μπορούσε ν’ ακούσει το ρολόι του διαδρόμου να σημαίνει την ώρα. «Α, μεσάνυχτα, η ώρα των μαγισσών. Αν και ήταν μια απολαυστική ανάπαυλα, καθώς σπανίως έρχομαι σε επαφή με παρείσακτους, πρέπει να φεύγω τώρα και να σε αφήσω στο ρομαντικό σου μπλέξιμο. Σε δύο νύχτες είναι η χάση του φεγγαριού. Ο κοινός μας στόχος είναι ιδιαίτερα αλαζόνας και προβλέψιμος, πάντα ρίχνει άγκυρα τη νύχτα του νέου φεγγαριού. Αυτή θα είναι η τελευταία τους μπάζα, έστω κι αν δεν το ξέρουν ακόμη. Καθώς καταφέραμε να διεισδύσουμε στις τάξεις των λαθρεμπόρων, σου ζητάω να παρακολουθείς από απόσταση, αν πρέπει, όμως μη λάβεις μέρος. Δε θα ξεχωρίζεις φίλους από εχθρούς, κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο, τόσο για μας όσο και για σένα». Η απάντηση του Σάιμον ήταν κατηγορηματική και άμεση. «Όχι». Να το πάλι αυτό το όλο νόημα γελάκι. «Ζητώ συγνώμη. Κι έτσι ολοκληρώνεται η τελική δοκιμασία σου, πλοίαρχε, ~ 195 ~


μην μπεις στον κόπο να πεις ψέματα. Ο άνθρωπός μου ο Μπίλι θα σε συναντήσει στις έντεκα σε δύο νύχτες από τώρα, στο λόφο πάνω από τις αγροικίες. Φυσικά, δε θα πληροφορήσεις τη λαίδη σχετικά με τα σχέδιά σου για εκείνο το βράδυ». «Μπορείς να βασίζεσαι σε αυτό, κύριε...» «Υπέροχος χάρτης της Καράϊβικής αυτός στον τοίχο εκεί πέρα. Εγγυώμαι προσωπικά για την αξιοπιστία του». Ο Σάιμον στράφηκε ενστικτωδώς να κοιτάξει το χάρτη που του είχε υποδείξει, μη συνειδητοποιώντας το λάθος του, μέχρι που γύρισε ξανά για να δει... το τίποτα. Κανέναν. Μονάχα μια από τις μπαλκονόπορτες ανοιχτή και τη βροχή να μπαίνει μέσα. «Διάβολε. Με πιάσανε κορόιδο σα σχολιαρόπαιδο». Όντως; Πήρε ένα κηροπήγιο με δύο κεριά που βρισκόταν κοντά του και πλησίασε το μεγάλο χάρτη, χαμηλώνοντας το φως στο κάτω μέρος του. Συντάχθηκε κατά παραγγελία της Αυτού Μεγαλειότητος το σωτήριον έτος 1803, έρευνα και σχεδιασμός, Έινζλι Μπέκετ, τζέντλεμαν. Τι είχε πει όταν ο Σάιμον τον δοκίμασε, αποκαλώντας τον πειρατή; Πολύ καιρό πριν και πολύ μακριά από εδώ... «Λοιπόν, σας χαιρετώ, κύριε Έινζλι Μπέκετ. Ήταν μεγάλη, μοναδική θα έλεγα, τιμή μου που σας γνώρισα», μονολόγησε σιγανά κι απομακρύνθηκε από τον καδραρισμένο χάρτη, όταν διαισθάνθηκε την Κέιτ να μπαίνει στο δωμάτιο. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα και στράφηκε να την κοιτάξει, χαμογελώντας επιδοκιμαστικά όταν είδε πως είχε αφήσει τα μαλλιά της λυτά. Έπειτα η Κέιτ προχώρησε στο κέντρο του δωματίου. «Τι στο καλό φοράς;» «Αυτό;» ρώτησε αθώα, χαμηλώνοντας τα μάτια της στο υπερβολικά φαρδύ λευκό λινό πουκάμισο και το παντελόνι μέχρι το γόνατο, που άφηνε γυμνές τις καλοσχηματισμένες γάμπες, όπως και τα πέλματά της. «Η Κονσουέλα δεν έλεγε να φύγει από την κάμαρά μου μέχρι να ντυθώ κατάλληλα για ύπνο. Δεν είχα χρόνο να ξαναφορέσω φόρεμα και νόμιζα πως δε θα ενέκρινες τη νυχτικιά και τη ρόμπα μου, καθώς ο Βάλενταϊν προφανώς δεν θα το έκανε. Σταμάτα να κατσουφιάζεις, Σάιμον. Είμαι σεμνά καλυμμένη». «Κατά τη γνώμη σου», απάντησε σφιγμένος. «Υποθέτω πως οι αδελφοί σου σ’ έχουν δει έτσι;» Διέσχισε το δωμάτιο προς έναν από τους δερμάτινους κα~ 196 ~


ναπέδες και κάθισε, διπλώνοντας τις γάμπες της δίπλα στους γοφούς της και γέρνοντας το κεφάλι της πάνω στην παλάμη της. Ήταν αλήθεια κανείς δε χαλάρωνε όπως ένας Ρέντγκρειβ. Ήταν υπέροχο να ξέρει πως τον φοβόταν όσο φοβόταν και τον καναπέ στον οποίο ήταν ξαπλωμένη τόσο νωχελικά. «Φυσικά και μ’ έχουν δει. Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου τον τέταρτο γιο των Ρέντγκρεϊβ, κάτι που φαινόταν να είναι μια χαρά για εκείνους μέχρι πριν από λίγα χρόνια, όταν ο Γκίντιον άρχισε να γίνεται εξαιρετικά τυπικός». «Ντροπή του, τι μπορεί να σκεφτόταν», αναστέναξε ο Σάιμον. Η Κέιτ ήταν η Κέιτ και κανείς δεν επρόκειτο να την αλλάξει. Για την ακρίβεια, εκπλησσόταν που έστω κι ένας είχε θεωρήσει πως ήταν ανάγκη... κάτι που μάλλον έλεγε περισσότερα γι' αυτόν απ’ ό,τι για εκείνον. Ο ίδιος την έβρισκε τέλεια, ακριβώς όπως ήταν. Ύστερα κοίταξε καλύτερα τα πόδια της. Τα νύχια της ήταν κόκκινα! «Τι είναι αυτό, βαφή!» Η Κέιτ μάζεψε τα δάχτυλά της. «Α, το είχα ξεχάσει. Η Κονσουέλα μού τα έβαψε. Είπε πως θυμήθηκε ότι η μητέρα μου πάντα το έκανε. Υποτίθεται πως κάνει μια γυναίκα να νιώθει θηλυκή, έστω κι αν κανείς δεν τα βλέπει... Ω, ναι. Τα βλέπεις εσύ. Προσποιήσου πως δεν τα είδες». «Θα κάνω το κατά δύναμιν», είπε ο Σάιμον καθώς έτριβε τους κροτάφους του, αποστρέφοντας με το ζόρι το βλέμμα του από τα μικροσκοπικά, τέλεια δάχτυλά της. Νοερά, τροποποίησε την προηγούμενη σκέψη του: Αν δεν παντρευτούμε μέσα σε έζι μήνες, μάλλον Θα χρειαστεί να αντοκτονήσω. «Ωραία. Επειδή είμαστε εδώ για να συζητήσουμε γι’ αυτό που ήθελες να συζητήσουμε τις προάλλες, θυμάσαι;» «Τον αδελφό μου, τον Χόλμπρουκ. Ναι, θυμάμαι». Η Κέιτ ανακάθισε, με τα υπέροχα καλλωπισμένα δάχτυλά της ν’ αγγίζουν τώρα το πάτωμα. «Τον αδελφό σου; Υπονόησες πως η γνώση σου για την... ιστορία της οικογένειάς μου μπαίνει σφήνα ανάμεσά μας, από τη δική μου πλευρά τουλάχιστον. Μας εμποδίζει να γνωρίσουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο. Έχω δίκιο;» «Έχεις καλή μνήμη. Και μετά είπα πως μοιάζουμε περισσότερο, εσύ κι εγώ, απ’ ό,τι νομίζεις. Πως νιώθουμε υπεύθυνοι, πως θα θέλαμε όλα τούτα απλώς να εξαφανιστούν, σαν να μην ~ 197 ~


συνέβησαν ποτέ». Η Κέιτ ένευσε κι η έκφραση στο πρόσωπό της ήταν σοβαρή. «Ναι, και όταν σε ρώτησα τι σήμαινε αυτό, είπες κάτι περί εμπιστοσύνης μεταξύ μας. Δεν ήξερα τότε αν σε εμπιστευόμουν και αυτός ήταν ο λόγος που δε σε συνάντησα εκείνη τη νύχτα, μολονότι ήμουν εκεί για μερική ώρα, τουλάχιστον για να σε παρακολουθήσω». «Να με παρακολουθήσεις να ρεζιλεύομαι εντελώς, χώνοντας το δάχτυλό μου στο αυτί του Χένρι». «Ε, ναι, λοιπόν, είναι κι αυτό», είπε με ειλικρίνεια, χωρίς ούτε μια σύσπαση των χειλιών της να προδίδει τη βέβαιη θυμηδία της. «Όμως, σ’ εμπιστεύομαι τώρα, Σάιμον. Οπότε υποθέτω πως είναι δίκαιο να ρωτήσω αν μ’ εμπιστεύεσαι κι εσύ». Κάθισε δίπλα της διστακτικά, σαν να μην ήθελε να την τρομάξει, αλλά του ήταν αδύνατον ν’ αντισταθεί και να μην τυλίξει μια από τις εβένινες μπούκλες της γύρω απ’ το δάχτυλό του. «Με τη ζωή μου, ναι. Με διάφορους άλλους τρόπους, μάλλον υπερβολικά πολλούς για να τους αναφέρω, όχι, καθόλου». Η Κέιτ κούνησε ξανά σκεπτική το κεφάλι της, καθώς εκείνος προσπαθούσε να μη χαμογελάσει. «Λοιπόν, λογικό από μέρους σου. Μερικές φορές ούτε εγώ δεν εμπιστεύομαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Ξέρεις για την οικογένειά μου. Τώρα πες μου για τον αδελφό σου». Παράξενο δεν ήταν; Την ήθελε σωματικά, με όλο του το είναι, όμως την ήθελε και με αυτό τον τρόπο. Στο πλάι του, συντροφικά, ολοκληρωτικά άνετοι ο ένας με τον άλλο και σε πλήρη αρμονία. Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Ήταν πλήρως συντονισμένοι μεταξύ τους. Ήταν λες και την ήξερε μια ζωή, κι εκείνη αυτόν. Μάλλον οφειλόταν στο ότι η Κέιτ είχε τρεις αδελφούς κι ένιωθε άνετα με τους άντρες. Εφόσον δεν τον σκεφτόταν σαν αδελφό της, ήταν εντάξει. «Από πού ν’ αρχίσω; Ο Χόλμπρουκ ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος μου, κάτι που σε κάποιες φάσεις της ζωής μας δε σήμαινε τίποτα, ενώ σε άλλες ήταν λες και μας χώριζαν χιλιόμετρα ολόκληρα». «Ασε με να μαντέψω. Ακόμη κατέστρωνες στρατηγήματα με τα στρατιωτάκια σου -ή σχέδιαζες την επόμενη ναυμαχία σου, τσαλαβουτώντας με τα μικρά πλοία σου στη λιμνούλα του κτήματός σας-, ενώ εκείνος είχε ήδη αρχίσει να αυτομορφώνεται χάρη στα πρόθυμα κορίτσια των γειτονικών χωριών;» ~ 198 ~


Ο Σάιμον είχε πάψει να σοκάρεται με οτιδήποτε έλεγε η Κέιτ ή να της επισημαίνει πως δε θα ’πρεπε να το έχει πει και απλώς της απάντησε. «Κάτι τέτοιο, ναι, ακριβώς. Όπως και να έχει, αποξενωθήκαμε. Τώρα κοιτάζω πίσω εκείνα τα χρόνια κι αναρωτιέμαι αν τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά. Αν ήταν δυνατόν να έχω αλλάξει κάτι». Η Κέιτ ακούμπησε το χέρι της στο γόνατό του. «Νομίζω πως η Τρίξι αναρωτιέται για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Το κρύβει καλά, όμως ξέρω πως κουβαλάει μέσα της πολλές τύψεις». Δεν του ήταν εύκολο αυτό. Ο Σάιμον σηκώθηκε ξανά, άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε, όπως πολύ συχνά έκανε στο κατάστρωμα όταν βρισκόταν στη θάλασσα. «Ο Χόλμπρουκ, όπως ήταν φυσικό, ανατράφηκε ως ο κληρονόμος, ενώ ο πατέρας μου επισήμανε πως δεν είχα την ψυχοσύνθεση του νωθρού, αποτυχημένου νεότερου γιου, που δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να ξοδεύει το τριμηνιαίο επίδομά του σε φανταχτερά ρούχα, χαρτιά και γυναίκες. Με ενθάρρυνε να ακολουθήσω το όνειρό μου, να καταταγώ στο Βασιλικό Ναυτικό, ένας κατάλληλος προορισμός για ένα δευτερότοκο. Πέθανε λίγο αφότου έλαβα το διορισμό μου, ενώ είχα ήδη μπαρκάρει και δεν το έμαθα για μήνες ολόκληρους. Ξαφνικά ο Χόλμπρουκ έγινε ο μαρκήσιος. Δεν ήταν έτοιμος. Ίσως ποτέ να μην ήταν. Ο αδελφός μου ήταν ένας πλούσιος άντρας, με τίτλο, που δε λογοδοτούσε σε κανέναν, και ιδιαίτερα προσηλωμένος στο να ενδίδει στις απολαύσεις του». Η Κέιτ μετακινήθηκε πάνω στον καναπέ, κουλουριάζοντας ξανά τις γάμπες της πλάι στους γοφούς της, λες κι είχε απορροφηθεί από τα λόγια του. «Ο αδελφός σου δεν ήταν ευθύνη σου, Σάιμον». «Ούτε το ιστορικό των γονιών σου δική σου. Αυτή όμως η επίγνωση αλλάζει κάτι;» Χαμήλωσε ανεπαίσθητα το πιγούνι της. «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Όχι, δεν αλλάζει κάτι. Ακόμη νιώθω την ευθύνη να προστατέψω την οικογένεια, όπως και η Τρίξι και οι αδελφοί μου. Συνέχισε». «Δε θα επεκταθώ σε υπερβολικές λεπτομέρειες, καθώς δε θ’ άλλαζε τίποτα, όμως σε κάποια φάση ο Χόλμπρουκ τράβηξε την προσοχή της Αδελφότητας. Θα καταλάβεις αμέσως γιατί. Μου έστειλε ένα μακροσκελές και ταυτόχρονα εξωφρενικά ασυνάρτητο και υστερικό γράμμα, το οποίο δεν παρέλαβα ~ 199 ~


παρά μόνο λίγο πριν από το θάνατό του, όπου με ικέτευε να γυρίσω σπίτι και να τον σώσω απ’ την τρέλα του». Ο Σάιμον έκανε μια παύση, καθώς θυμόταν πως είχε ζητήσει αμέσως άδεια, ενώ ύστερα διηγήθηκε στην Κέιτ την τρελή κούρσα του μέχρι το Σίνγκλτον με το πρώτο πλοίο που άνοιγε πανιά και το τι βρήκε όταν έφτασε στο σπίτι. Ο Χόλμπρουκ βρισκόταν ήδη δύο εβδομάδες στο οικογενειακό μαυσωλείο. Αυτοκτόνησε είχε κρεμαστεί στο γραφείο του. «Λυπάμαι τόσο πολύ, Σάιμον». «Σ’ ευχαριστώ». Κούρνιασε στη γωνία ενός από τα βαριά τραπέζια της βιβλιοθήκης. «Δε με περίμενε. Το σύντομο σημείωμα που μου παρέδωσε ο μπάτλερ του περιείχε μονάχα τη συγνώμη του. Ίσως δεν μπορούσε να περιμένει. Ίσως ντρεπόταν υπερβολικά ή ήταν υπερβολικά τρομαγμένος για να συνεχίσει να ζει». «Τρομαγμένος εξαιτίας της Αδελφότητας; Γιατί;» «Το πρώτο γράμμα του τα εξηγούσε όλα. Η Αδελφότητα του είχε δώσει ό,τι ποθούσε, είχε ικανοποιήσει κάθε του επιθυμία, πρώτα ως επίτιμος καλεσμένος της και σταδιακά ως μέλος της. Θα ριψοκινδύνευα να εικάσω πως ο Χόλμπρουκ είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η μοναδικοί αληθινή ευτυχία για εκείνον βρισκόταν στους κόλπους της Αδελφότητας. Ο βαλές του μου είπε πως ήταν τρομερά ξέγνοιαστος, αλλά και συνάμα μυστικοπαθής για αρκετούς μήνες, και κατά καιρούς εξαφανιζόταν για μέρες. Μετά όμως άξαφνα τα πάντα άλλαξαν και αρνιόταν να φύγει από το κτήμα μας. Προς το τέλος, δεν έβγαινε απ’ το γραφείο του, περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του εκεί, πίνοντας συνεχώς και καπνίζοντας όπιο. Έτρωγε εκεί, όταν μπορούσες να τον καλοπιάσεις να φάει, κοιμόταν εκεί. Πέθανε εκεί. Ενταφιάστηκε με ένα μικρό χρυσό ρόδο καρφιτσωμένο στο λαιμοδέτη του, επειδή ο βαλές του πίστευε πως ήταν από τα πιο αγαπημένα του αντικείμενα, και τώρα πια όλοι μας ξέρουμε τι σήμαινε αυτό». Ο Σάιμον σήκωσε απότομα το κεφάλι του. «Χριστέ μου, ξέρεις, ε; Ποτέ δεν είμαι σίγουρος για το τι σου είπαν και τι έχεις απλώς κρυφακούσει». «Ξέρω. Είχε φέρει ένα παρθενικό μπουμπούκι στην πλήρη του άνθηση στη διάρκεια μιας από τις φρικτές τελετές τους. Είναι αηδιαστικό». «Αποτελούσε κάποιου είδους προνόμιο, σαν κάρτα μέλους, ~ 200 ~


σύμφωνα με το γράμμα του Χόλμπρουκ. Ανακάλυψα ένα μαύρο δερμάτινο παντελόνι και ασορτί μπότες, μια μεταξωτή ρόμπα με κουκούλα, κεντημένη με δαιμονικά ή σατανιστικά σύμβολα, και μια μάσκα που πρέπει να φορούσε. Μου έγραφε πως τα είχε αφήσει όλα χωμένα με ασφάλεια σε ένα ντουλάπι στα δωμάτιά μου». «Μια μάσκα του διαβόλου;» ρώτησε η Κέιτ. «Υποθέτω πως είχε το σχέδιο του διαβόλου πάνω της». Ο Σάιμον κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω τι υποτίθεται πως αντιπροσώπευε. Είμαι σίγουρος πως ο σκοπός της ήταν να προκαλεί τρόμο. Αν μη τι άλλο, προσομοιάζει σε ένα ιδιαίτερα άσχημο τερατόμορφο πλάσμα. Ξέροντας τον Χόλμπρουκ, πρέπει να ήταν μαγεμένος, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Όμως, τότε ήρθε η πρότασή τους. Έπρεπε να φέρει έναν καινούριο καλεσμένο, ένα συγκεκριμένο άτομο, να συμμετάσχει στην ψυχαγωγία τους. Έναν από τους υπέρμαχους στο Κοινοβούλιο της επανέναρξης του πολέμου με τη Γαλλία. Έναν άντρα που ήταν επίσης κολλητός φίλος του Χόλμπρουκ όταν ήταν συμμαθητές στο σχολείο. Όταν ο φίλος του δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να ενδώσει στις απολαύσεις τους, ο Χόλμπρουκ διατάχθηκε να προσπαθήσει ξανά κι αν δεν μπορούσε να τον πείσει, να τον δολοφονήσει με συνοπτικές διαδικασίες. Σε τελική ανάλυση, ο Χόλμπρουκ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα περίμενε κανείς να χώσει ένα μαχαίρι στην καρδιά του φίλου του». «Έλα μαζί μας, γίνε ένας από μας, κάνε ό,τι ζητάμε ή πέθανε. Είναι τέρατα, με κάθε τρόπο». «Τέρατα ή κορόιδα, η Αδελφότητα απαρτίζεται και από τα δύο είδη ανθρώπων. Το γράμμα του τα έλεγε όλα, με πολύ μπερδεμένο και δύσκολο να τα αποκωδικοποιήσω τρόπο, τ’ ομολογώ, και ο Χόλμπρουκ πίστευε πως ο ηγέτης της Αδελφότητας αστειευόταν. Στην αρχή. Όταν όμως τον εξοστράκισαν αμέσως, όταν του είπαν να μην ξαναγυρίσει, όχι μέχρι να κερδίσει την επιστροφή του -όχι γυναίκες, όχι απολαύσεις, όχι όπιο-, ο αδελφός μου ήξερε πως του είχαν απομείνει ελάχιστες επιλογές. Αν τον είχαν διατάξει να δολοφονήσει το φίλο του, στον οποίο είχε πει ελάχιστα πράγματα για την Αδελφότητα, τότε τι θα έκαναν σ’ εκείνον, που ήξερε πολύ περισσότερα; Τότε ήταν που μου έγραψε ζητώντας βοήθεια. Δεν μπορούσε να δολοφονήσει το φίλο του, όμως του ήταν αδύνατον να συνεχίσει να ζει χωρίς την Αδελφότητα. Στο γράμμα του ήταν ολοφάνερο ~ 201 ~


πως ήταν τρομοκρατημένος. »Το χειρότερο όλων, αν υπάρχει κάτι χειρότερο από την αυτοκτονία του Χόλμπρουκ, είναι πως δεν ήξερε καν τα άλλα μέλη της Αδελφότητας, εκτός από κάποιου είδους κώδικές ονομασίες. Ξέρω από το γράμμα του πως φοβόταν τρομερά τον ηγέτη, ο οποίος “έκλεψε την ψυχή μου” και “είναι αφάνταστα επικίνδυνος”, και τα ονόματα των δύο αντρών που τον προσέγγισαν αρχικά. Ο λόρδος Τσαρλς Μέιλερ και ο πρόσφατα απο-θανών Άρτσι Έρμπαν, γνωστοί στην Αδελφότητα ως το Ταχυδρομείο και η Πόλη. Ο Χόλμπρουκ ήταν το Πουλί, φυσικά, από το Ρέιβενσμπιλ2, καθότι είναι ένας αναθεματισμένα εύκολος κώδικας, σχεδόν υπερβολικά απλός να τον αντιληφθείς. Πήρα το γράμμα, τα ονόματα, πήγα κατευθείαν στο Λονδίνο και στο γραφείο του λόρδου Πέρσεβαλ και από τότε συνεργάζομαι μαζί του. Ο Πέρσεβαλ δε δυσκολεύτηκε να με πιστέψει, καθώς ο άντρας που είχαν στείλει τον Χόλμπρουκ να στρατολογήσει είχε μόλις πριν από λίγες μέρες πνιγεί στην μπανιέρα του. Ο καημένος ο Χόλμπρουκ. Το ότι αφαίρεσε τη ζωή του δεν έσωσε το φίλο του. Ο Βαλ με ρώτησε πώς ήξερα τα ονόματα, όμως δεν τον διαφώτισα. Και δε θα το κάνω». Η Κέιτ τέντωσε το κορμί της και σηκώθηκε από τον καναπέ, τον πλησίασε και ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και το κεφάλι της στο στήθος του. «Κι όμως το είπες μόλις σ’ εμένα. Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον». Πέρασε τα χέρια του γύρω απ’ τη μέση της και τη φίλησε στο κεφάλι. «Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω και να διορθώσουμε το παρελθόν, Κέιτ. Όμως μπορούμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατόν για να υπερασπιστούμε το παρελθόν από την αποκάλυψη και να ανατρέψουμε το, σε αντίθετη περίπτωση, προκαθορισμένο μέλλον». Η Κέιτ έγειρε πίσω το κεφάλι της, κοιτώντας τον κατάματα με αποφασισμένο ύφος. «Θα τους βρούμε, Σάιμον. Θα τους βρούμε και θα τους καταστρέψουμε. Τα ημερολόγια που αντιπροσωπεύουν το παρελθόν και τους απαίσιους ανθρώπους που θέλουν να υπαγορεύσουν το μέλλον μας. Αν έχουμε μία ευ-

2

Ρέιβεν σημαίνει κοράκι, στα αγγλικά. (Σ.τ.Μ.)

~ 202 ~


θύνη, είναι αυτή. Και στο διάβολο να πάνε όλοι τους». «Είσαι ένα άγριο πλασματάκι, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε, αφήνοντας πίσω του τα τελευταία λεπτά και χαμογελώντας της. «Οπότε θα πάρουμε τα κοντάρια μας και θα αρχίσουμε να τρυ-πάμε το μαλακό, νοτισμένο έδαφος, ελπίζοντας να εντοπίσουμε τη σήραγγα;» «Τι;» Ζάρωσε συγχυσμένη τα φρύδια της και η αντίδρασή της ήταν ειλικρινής. «Ω, αυτό. Απλώς μιλούσα, έλεγα ό,τι μου κατέβαινε στο μυαλό, για να συνεχίσεις να κοιτάζεις εμένα και τον τρόπο που σε τρομοκρατούσα με την τράπουλα. Θα έπρεπε να ζητήσω συγνώμη γι’ αυτό». Δεν έκανε καμιά κίνηση να ξεφύγει από την αγκαλιά του και ο Σάιμον δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να την αφήσει. «Ναι, κρατάω λίστα. Πρέπει να σε προειδοποιήσω, έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά μακροσκελής». «Εμπιστέψου με σ’ αυτό, Σάιμον, θα μακρύνει κι άλλο η λίστα. Όμως ήταν καλή ιδέα; Τα κοντάρια, εννοώ. Σίγουρα είναι πιο ασφαλές από το να προσπαθήσουμε να ξεθάψουμε το υπόλοιπο μέρος της σήραγγας, κατεβαίνοντας ξανά μέσα σ’ εκείνο το λάκκο». «Αν αυτό θες να κάνουμε, τότε αυτό θα κάνουμε. Αύριο το πρωί. Το απόγευμα θα ψάξουμε όπου δεν έχεις ήδη ψάξει. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι. Αυτό σημαίνει κάθε αποθήκη ή αχυρώνα στο κτήμα. Δεν είχα και πολύ χρόνο στη διάθεσή μου να ψάξω, ξέρεις. Α, είναι και η έπαυλη της κόμισσας». Ακούγοντάς το αυτό, ο Σάιμον ύψωσε έκπληκτος τα φρύδια του. «Δεν έχεις ψάξει την έπαυλη της κόμισσας; Γιατί;» Η Κέιτ απομακρύνθηκε από κοντά του ανάθεμά τον που έκανε περισσότερες ερωτήσεις απ’ ό,τι έπρεπε. «Επειδή δεν είναι δική μας, είναι της Τρίξι. Εννοώ, είναι μέρος του κτήματος, όμως ανήκει σ’ εκείνη, όχι πως πηγαίνει. Τα έπιπλα είναι καλυμμένα με λινά σεντόνια για δεκαετίες τώρα και μόνο οι καμαριέρες πηγαίνουν εκεί πότε πότε για να καθαρίσουν». «Δεν πηγαίνει ποτέ εκεί; Εδώ και δεκαετίες', Και αυτό δεν σου κινεί το ενδιαφέρον;» «Όχι; Γιατί, θα έπρεπε;» Η Κέιτ έδειχνε πεισμωμένη τώρα. «Κάποια στιγμή θα ερχόταν τελικά και η σειρά του σπιτιού». Ο Σάιμον την έπιασε από τα χέρια και τα έφερε ψηλά πάνω στο στήθος του. «Κέιτ, ποιος ξέρει περισσότερα για την Αδελ~ 203 ~


φότητα από τον καθένα μας, ίσως ακόμα και από τα περισσότερα σύγχρονα μέλη της;» «Η Τρίξι», απάντησε σιγανά η Κέιτ. «Όμως...» «Ποιος θα ήθελε περισσότερο απ' όλους να αποφύγει δυσάρεστες αναμνήσεις;» «Ξανά, η Τρίξι, όμως...» «Και ποιος θα ήθελε περισσότερο απ’ όλους να προστατεύσει τους ανθρώπους που θα πληγώνονταν αν η αλήθεια έβγαινε στο φως;» Η Κέιτ τράβηξε το ένα χέρι και κούνησε το δάχτυλό της μπροστά στο πρόσωπό του. «Μην τολμήσεις να με διακόψεις ξανά, Σάιμον Ρέιβενσμπιλ. Η Τρίξι. Η απάντηση είναι η ίδια. Η γιαγιά μου. Όμως ήδη είπε στον Γκίντιον όλα όσα γνωρίζει και ήταν εξαιρετική βοήθεια για μας. Ξέχασε να μας πει για τα ημερολόγια, δεκτό, μέχρι που ο Γκίντιον της έδειξε εκείνο που μας έδωσε ο Ανταμ, όμως ύστερα μας εξήγησε το λόγο της ύπαρξής τους και το περιεχόμενό τους. Η Τρίξι έχει αποδειχθεί αστείρευτη πηγή βοήθειας. Τώρα μπορείς να μιλήσεις ξανά, αν έχεις κάτι άξιο λόγου να πεις». Οπότε, η Κέιτ αμφισβητούσε ήδη τι ήξερε και τι δεν ήξερε η γιαγιά της, τι είχε μοιραστεί μαζί τους και τι ίσως έκρυβε ακόμη. Όχι πως θα το παραδεχόταν ποτέ ευθέως. Το υπονοούμενο της ήταν ωστόσο κάτι παραπάνω από αρκετό. Η χήρα κόμισσα είχε ξεχάσει τα ημερολόγια μέχρι που ο Γκίντιον της έβαλε ένα απ’ αυτά στα χέρια; Αυτό ήταν αμφίβολο. Εξαιρετικά αμφίβολο. Η Κέιτ δεν το πίστευε, ούτε κι εκείνος. Ειδικά αν τα ημερολόγια, η βίβλος, κατέγραφαν με λεπτομέρειες τις παράφρονες τελετές της Αδελφότητας όλα τα χρόνια, από τις απαρχές της ακόμα, όταν ο σύζυγος της Τρίξι, ο κόμης, ίσως είχε αναφέρει το όνομα της γυναίκας του μέσα σε αυτά. Χάρη στο ημερολόγιο του Τέρνερ Κόλιερ, ήξεραν ήδη πως οι γυναίκες τους κάποιες φορές συμμετείχαν στις τελετές, είτε πρόθυμα είτε απρόθυμα. Δεν ήταν άξιο απορίας που η γυναίκα αυτή είχε ξεχάσει τα ημερολόγια! «Σ’ ευχαριστώ», είπε μαλακά ο Σάιμον, καθώς ήξερε πως για άντρας που σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει την καρδιά της Κέιτ, βάδιζε σε επικίνδυνο έδαφος επιμένοντας σε αυτό το θέμα. «Όμως όχι, Κέιτ, δεν είπε στον κόμη τα πάντα. Δεν μπορεί, αλλιώς θα ξέραμε περισσότερα απ’ όσα ξέρουμε. Έζησε την εποχή της Αδελφότητας. Δύο φορές. Μέσω τόσο του συζύγου όσο και ~ 204 ~


του γιου της. Αν κανείς μπορεί να μας βοηθήσει στην έρευνά μας, είναι η χήρα κόμισσα. Ποτέ μου δεν την έχω συναντήσει προσωπικά, αλλά είμαι βέβαιος πως κάτι κρύβει. Έχοντας φυσικά μονάχα τις καλύτερες προθέσεις», πρόσθεσε βιαστικά. Η Κέιτ υπαναχώρησε στον καναπέ και βούλιαξε πάνω του άγαρμπα, απλώνοντας τα πόδια και φέρνοντας τα χέρια της στο στόμα. «Το ξέρω», μουρμούρισε πνιχτά, τόσο που ήταν δύσκολο, αλλά όχι αδύνατον να την ακούσει. Ανακάθισε κι έσκυψε μπροστά, με το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της, η προσωποποίηση της μελαγχολίας. «Όμως δε θέλω να μάθω. Γι’ αυτό πρέπει να βρω τα ημερολόγια, Σάιμον, ώστε να μη χρειαστεί να τη ρωτήσει κανείς. Πρέπει να είναι τρομοκρατημένη, ξέροντας πως τα ίδια της τα εγγόνια ερευνούν, ξέροντας τι μπορεί να βρούμε. Ίσως να μην το δείχνει ή να μη φέρεται έτσι, όμως δεν είναι πια νέα κι έχει περάσει τόσα πολλά. Η Αδελφότητα, ο φόνος του πατέρα μου...» Ξαφνικά πετάχτηκε ξανά όρθια, εχθρική. «Δε θα την πλησιάσεις. Δε θα τη ρωτήσεις τίποτα. Εσύ κι εγώ θα βρούμε αυτό που πρέπει να βρεθεί, αλλιώς θα το κάνω μόνη μου». Τα μάτια της είχαν βουρκώσει, κάτι που ο Σάιμον δεν πίστευε πως θα έβλεπε ποτέ. «Την αγαπάς πολύ». Η Κέιτ κατάφερε κάπως να του χαρίσει ένα αδύναμο χαμόγελο. «Πάντα με ενθάρρυνε να φτιάχνω μόνη μου τους κανόνες, να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις, όπως ακριβώς κάνει και η ίδια. Πάντα έλεγα πως δεν ήθελα να μεγαλώσω στ’ αλήθεια σαν εκείνη. Μέχρι που αυτό συνέβη, δεν ήξερα ποτέ τίποτα για... για τα υπόλοιπα...» «Έλα εδώ». Ο Σάιμον την πήρε στην αγκαλιά του, φίλησε ξανά τα μαλλιά της, χάιδεψε απαλά την πλάτη της, προσπαθώντας να την παρηγορήσει. «Σάιμον», του είπε, με το κεφάλι της ν’ ακουμπά στο στήθος του. «Μόλις με φίλησες. Νομίζω πως με φίλησες και πριν, όμως δεν ήμουν σίγουρη, έτσι δεν το ανέφερα». «Το στοίχημα περιλάμβανε κάποιους όρους για το αν το φιλί θα ήταν στόμα με στόμα ή στόμα με κορυφή κεφαλιού;» «Δεν το νομίζω, όχι. Επίσης δεν περιλάμβανε τίποτα περί αμοιβαίας ακύρωσης, εφόσον συμφωνούν και οι δύο συμβαλλόμενοι, και θα έπρεπε. Ήταν μεγάλη αμέλεια εκ μέρους μας». «Εγκληματική σχεδόν», σχολίασε, ενώ την αισθανόταν να χαλαρώνει μέσα στην αγκαλιά του. ~ 205 ~


«Και, φτύσαμε πρώτα στις παλάμες μας πριν δώσουμε τα χέρια; Δεν είμαι σίγουρη ότι το κάναμε. Λοιπόν, αυτό ήταν, Σάιμον. Είναι ξεκάθαρο ότι το στοίχημα δεν ήταν έγκυρο». Ο Σάιμον έτριψε το πιγούνι του πάνω στα μαλλιά της. «Το συμπέρασμά σου φαίνεται λογικό». Η Κέιτ αναστέναξε. «Έτσι νομίζω». «Και δίκαιο». Διέτρεξε με τα χέρια της το στήθος του. «Πολύ ώριμο εκ μέρους μας, πραγματικά». «Ω ναι, πολύ», αποκρίθηκε, με τα χέρια του να κινούνται προς τη ζώνη του παντελονιού της και αρχίζοντας να τραβάει την άκρη του πουκαμίσου της. «Απίστευτα ώριμο». Πήρε μια βαθιά, ανάσα που την έκανε ν’ αναριγήσει ολόκληρη, καθώς το χέρι του γλιστρούσε κάτω απ’ το πουκάμισό της. «Και αναπόφευκτο, υποθέτω». «Και πάλι, απίστευτα αναπόφευκτο». Έφερε τα χέρια του γύρω από τα πλευρά της και αγκάλιασε τα στήθη της. Δε φορούσε εσώρουχο. «Χριστέ μου...» «Αμφιβάλλω πως Εκείνος είναι κάπου εδώ κοντά. Πιο πιθανό να είναι ο Αντίχριστος. Αυτό... αυτό είναι πραγματικά υπέροχο». Ο Σάιμον έσκυψε για να φιλήσει απαλά το πλάι του λαιμού της, προτού της ψιθυρίσει στο αυτί: «Και λάθος, και επικίνδυνο, και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία όσον αφορά το μελλοντικό μας γάμο». «Παρ’ όλο που σε τρελαίνω;» «Με πολλούς τρόπους, ναι, το κάνεις. Και, προτού ρωτήσεις, αυτός ο τρόπος μου αρέσει καλύτερα απ’ όλους». Τα χέρια της βρήκαν το δρόμο τους μέχρι τους ώμους του και κόλλησε το κορμί της στο δικό του. Έτριψε τη μύτη της στο λαιμό του. Ο Σάιμον είχε αναρωτηθεί πόση ώρα θα τον άφηνε να παίρνει εκείνος όλες τις πρωτοβουλίες. Δεν τον απογοήτευσε. Φυλάκισε το στόμα της στο δικό του, αγαλλίασε με την άδολη ανταπόκρισή της, ένιωσε τα σωθικά του να σφίγγονται από ευχαρίστηση, που σύντομα θα γινόταν πόνος αν δεν την πήγαινε κάπου πιο ήσυχα και απομονωμένα. Με αυτές τις σκέψεις να περνάνε από το μυαλό του, σταμάτησε το φιλί τους και γλίστρησε τα χέρια του στη μέση της. Σκέφτηκε πως οι κινήσεις του αυτές ενέπιπταν στο «ένστι~ 206 ~


κτο προσωρινής αυτοσυντήρησης». «Πού είναι η Κονσουέλα;» «Ήθελε να κοιμηθεί σε μια ψάθα έξω από την πόρτα της κάμαράς μου, όμως την έπεισα να κοιμηθεί τουλάχιστον στο κρεβάτι του δωματίου της γκαρνταρόμπας. Γιατί; Σίγουρα δεν μπορεί να σκέφτηκες ν’ ανέβουμε πάνω...» «Όχι, όχι, δεν το σκέφτηκα. Και ο Ντίαρμπορν περιπολεί στους διαδρόμους τη νύχτα, ειδικά έξω από την κάμαρά μου. Εντελώς απροκάλυπτα, ώστε να ξέρω τι κάνει. Έχεις καμιά άλλη πρόταση ή θέλεις να σταματήσουμε; Αυτή η βιβλιοθήκη έχει υπερβολικά πολλές πόρτες. Επειδή θα το καταλάβαινα, αν θέλεις...» «Η έπαυλη της κόμισσας». Τον έπιασε απ’ το χέρι. «Ξέρω πού φυλάσσεται το κλειδί». «Είσαι σίγουρη; Δεν ανυπομονούσες ιδιαίτερα να πας εκεί πριν από λίγο που μιλήσαμε γι’ αυτό». «Το ξέρω. Όμως, αν πρόκειται να πάω εκεί, θα προτιμούσα να ήταν μαζί σου. Έλα». Γλίστρησαν στο διάδρομο έξω από την κουζίνα, όπου η Κέιτ έβγαλε ένα κλειδί κάτω από την επένδυση μιας καρέκλας. «Ο Ντίαρμπορν κρύβει το κλειδί για το ντουλάπι με τα κλειδιά κάτω από το μαξιλαράκι μιας καρέκλας; Δεν το πιστεύω». «Και καλά κάνεις», του είπε, πιάνοντάς τον ξανά απ’ το χέρι. «Κουβαλάει διαρκώς μαζί του το κλειδί για το ντουλάπι με τα κλειδιά. Αυτό εδώ το κλειδί είναι επίτηδες σε προφανή θέση, υπερβολικά προφανή, όπως έχουν διαπιστώσει πολλές καμαριέρες καθώς ξεσκονίζουν με ζήλο, λίγες στιγμές πριν από την απόλυσή τους. Είναι ιδέα του Ντίαρμπορν, για να δοκιμάζει την εντιμότητα και την αξιοπιστία τους. Αν κάποια ανακαλύψει το κλειδί, κανονικά θα πρέπει να το αναφέρει αμέσως. Αν η νέα καμαριέρα που της ανατέθηκε το καθάρισμα αυτού του διαδρόμου δεν πει τίποτα, απολύεται, είτε επειδή δεν το ανέφερε είτε για την τσαπατσούλικη δουλειά της αφού δεν το βρήκε». «Οπότε αυτό το κλειδί είναι ένα σπαθί με διπλή κόψη. Καταλαβαίνω. Όχι, δεν καταλαβαίνω. Τι ξεκλειδώνει;» «Α, εδώ φαίνεται η πραγματική ιδιοφυία του Ντίαρμπορν». Η Κέιτ στάθηκε μπροστά από το ξύλινο ντουλάπι που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο, έσκυψε και τοποθέτησε το κλειδί σε μια κλειδαριά στον πάτο του ντουλαπιού. Ο ξύλινος πάτος ~ 207 ~


άνοιξε προς τα κάτω χάρη σε ένα μεντεσέ και πετάχτηκε έξω ένα πολύ μεγαλύτερο κλειδί. «Το κλειδί για το ντουλάπι με τα κλειδιά», είπε ο Σάιμον άτονα, κουνώντας το κεφάλι του, ενώ η Κέιτ άνοιγε το πορτάκι κι έβγαζε αυτό που υπέθεσε πως ήταν το κλειδί για την έπαυλη της χήρας κόμισσας. «Ακόμη δεν καταλαβαίνω». «Ούτε και κανένας άλλος, όχι για όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Αν όμως ποτέ το κάνει κάποιος, ο Ντίαρμπορν είπε πως θα διέταζε να συλλάβουν αυτό το άτομο, να το αλυσοδέσουν και να το παραδώσουν στον αστυνόμο στο Χάιθ, καθώς σίγουρα θα ήταν διαβόητος κλέφτης ή κλέφτρα. Βλέπεις, μπορεί να είσαι περίεργος να δοκιμάσεις αν ταιριάζει το κλειδί στο ντουλαπάκι, κάτι που είναι αρκετό για ν’ απολυθείς, αλλά ένας πραγματικός εγκληματίας πρέπει να μπει στη φυλακή». «Κάτι που, μολονότι θα ήμουν μάλλον πιο ασφαλής αν δεν το έλεγα, βάζει εσένα στην κατηγορία του πραγματικού εγκληματία». Η Κέιτ έβαλε στην τσέπη της και τα τρία κλειδιά και στράφηκε προς το μέρος του χαμογελώντας. Μ’ ένα διαβολικό χαμόγελο. «Όχι στ’ αλήθεια. Διότι απλώς το δανείζομαι και θα το βάλω στη θέση του, ενώ αύριο θα του το ζητήσω ευγενικά. Μόνο ο Βάλενταϊν κι εγώ ξέρουμε για τον κρυφό πάτο. Βλέπεις, όταν ήμασταν παιδιά, μας άφηναν να κάνουμε ό,τι θέλαμε, και είχαμε το σωστό ύψος για να βλέπουμε κάτω από το ντουλάπι. Τώρα, κάνε ησυχία. Μερικές φορές η μαγείρισσα αποκοιμιέται στην κουνιστή πολυθρόνα της και δεν πηγαίνει στο κρεβάτι της». Κάνοντας αυτό που τον διέταξε, ο Σάιμον ακολούθησε την Κέιτ, πατώντας στα νύχια έτσι ώστε οι μπότες του να μην κάνουν θόρυβο πάνω στο πέτρινο πάτωμα της αχανούς κουζίνας, σκεπτόμενος πως η Κέιτ πρέπει να πετούσε πάνω από το πάτωμα, τόσο αθόρυβα ήταν τα βήματά της -μέχρι που θυμήθηκε πως δε φορούσε παπούτσια. Μόλις βρέθηκαν έξω, ο Σάιμον την πήρε στην αγκαλιά του. «Τι κάνεις; Δε σκέφτεσαι στα σοβαρά πως μπορείς να με κουβαλήσεις μέχρι την έπαυλη της κόμισσας. Ασε με κάτω». «Δε φοράς παπούτσια, αν δεν το έχεις προσέξει», της απάντησε, εξηγώντας της το αυτονόητο. «Ναι, και βρέχει, αν δεν το έχεις προσέξει. Χλιαρό, υπέροχο νεράκι της βροχής. Άσε με κάτω, Σάιμον». ~ 208 ~


Είχε δίκιο. Θα γινόταν μούσκεμα ό,τι και να έκανε εκείνος. Το μόνο που ήλπιζε ήταν να μην ξεβάψει η βροχή τα νύχια της. Είχε τα δικά του σχέδια όσον αφορά αυτά τα υπέροχα δαχτυλάκια... Την έπιασε από το χέρι και προχώρησαν αργά πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο, επικίνδυνα γλιστερό όταν ήταν βρεγμένο, ενώ μετά τη σήκωσε στην αγκαλιά του για να κατέβουν τα σκαλιά μέχρι το χαλικόστρωτο μονοπάτι. «Δεν περπατάς ποτέ με γυμνά πόδια, Σάιμον; Το χαλίκι δεν είναι φίλος σου όταν το κάνεις. Έλα, θα κόψουμε δρόμο από το γρασίδι, έτσι κι αλλιώς θα κάνουμε πιο γρήγορα μ’ αυτό τον τρόπο». Και αυτό έκαναν. Πιασμένοι χέρι χέρι, διέσχισαν τα εκατό μέτρα που τους χώριζαν από την έπαυλη, με μοναδικό οδηγό τις δεσμίδες φωτός που έπεφταν από τα παράθυρα πίσω τους και την αλάνθαστη αίσθηση προσανατολισμού του Σάιμον... στην οποία χρειάστηκε να βασιστεί, όταν η Κέιτ προσπάθησε να τον παρασύρει πίσω από ένα δέντρο για ένα ακόμη φιλί. Όχι πως δε φιλιόντουσαν όσο περπατούσαν. Όχι πως δεν κοιτάζονταν και δε χαμογελούσαν. Γελούσαν. Ζούσαν μια περιπέτεια, αυτό ήταν στην πραγματικότητα, όσο παράδοξο κι αν φαινόταν. Η ζωή με την Κέιτ θα ήταν η μια υπέροχη περιπέτεια μετά την άλλη. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα, κολλημένα στο πρόσωπό της, και ένιωθε το βρόχινο νερό να στάζει από τη μύτη του. Όταν πια κάποιος έχει βραχεί τόσο πολύ, φτάνει σε ένα σημείο που δε γίνεται να βραχεί άλλο. Οι δυο τους έφτασαν σ’ αυτό το σημείο και το ξεπέρασαν, όσο περπατούσαν τα τελευταία πενήντα μέτρα, μετά τα οποία ήταν λες και δεν υπήρχε καμιά βιάση να φτάσουν στον προορισμό τους. Συνέχισαν να κρατιούνται απ’ το χέρι όσο προχωρούσαν στα σκοτεινά. Και σταματούσαν πότε πότε για να φιληθούν. Και μιλούσαν. Ο Σάιμον ήταν σίγουρος πως ποτέ δε θα θυμόταν ούτε λέξη απ’ αυτά που είχαν μοιραστεί ήταν υπερβολικά απασχολημένος με το να ερωτεύεται τη λαίδη Κάθριν Ρέντγκρεϊβ. Να ερωτεύεται ολοκληρωτικά, απόλυτα, αιώνια, την πανέμορφη, ανεπιτήδευτη, παράτολμη, ασυνήθιστη Κέιτ του. Δεν είχε επιλογή. Ήταν πάντα, όπως το είχαν πει και οι δυο τους, αναπόφευκτο. ~ 209 ~


Η έπαυλη της κόμισσας ήταν μια μικρογραφία της Έπαυλης Ρέντγκρεϊβ, αν και ήταν μεγαλύτερη από τις περισσότερες αντίστοιχες επαύλεις, ενώ επιπλέον βρισκόταν παράδοξα κοντά στην κυρίως έπαυλη, σαν οι κομήτες να αγαπούσαν τις μητέρες τους και ναι μεν τις ήθελαν μακριά τους, αλλά όχι και εξόριστες. «Δε βλέπω τίποτα», παραπονέθηκε η Κέιτ καθώς ανέβαιναν τη σκάλα του προστώου. «Τα μαλλιά μου στάζουν μπροστά στα μάτια μου». Έτσι ο Σάιμον της πήρε το κλειδί και το έβαλε στην κλειδαριά. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος της. «Τελευταία ευκαιρία». «Αυτό ήταν προειδοποίηση για μένα ή υπενθύμιση για τον εαυτό σου;» τον ρώτησε, παραμερίζοντας τα βρεγμένα μαλλιά από τα μάτια της. «Λίγο κι απ’ τα δυο, μάλλον. Θεέ μου, σε θέλω». Σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το μάγουλό του. «Κι εγώ σε θέλω. Δεν είμαι παιδί, Σάιμον. Και ξέρω τι ξέρω, τα οποία ομολογουμένως είναι πληροφορίες από δεύτερο χέρι. Για να είμαι ειλικρινής, όσο κι αν η Τρίξι μου έλεγε το αντίθετο, θεωρούσα τα περισσότερα απ’ όσα μου είπε είτε ανόητα είτε ενοχλητικά. Κι όμως, αναρωτιόμουν πώς θα ήταν από τότε που σε πρωτοείδα, και δεν είναι και τόσο καιρό πριν, σωστά; Γιατί αισθάνομαι λες και σε ήξερα ανέκαθεν. Γιατί βλέπω πως δεν μπορώ να θυμηθώ και πολλά για το πώς ήταν η ζωή μου προτού εισβάλεις ορμητικός μέσα της. Αυτό που λέω, Σάιμον, είναι πως σε κοιτάζω και σκέφτομαι όλα όσα μου έχει πει η Τρίξι. Θέλω να είσαι εσύ εκείνος που... που θα τα κάνει αυτά». Μόνο ένας ανόητος δε θα το εκλάμβανε αυτό ως την τελική της απάντηση. Ο Σάιμον δε θεωρούσε τον εαυτό του ανόητο. Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα. Η ξηρή, γεμάτη σκόνη ατμόσφαιρα του μαρμάρινου χολ τους υποδέχτηκε. «Θα κάνω τα αδύνατα δυνατά ώστε να μην είναι ανόητα ή ενοχλητικά», της είπε ο Σάιμον, καθώς ανοιγόκλεινε τα μάτια του, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στο σκοτάδι γύρω του. Την κρατούσε ακόμη σφιχτά απ’ το χέρι το τελευταίο πράγμα που ήθελε αυτή τη στιγμή ήταν να τη χάσει μέσα στα σκοτάδια. «Να ριψοκινδυνεύσουμε ν’ ανάψουμε ένα κερί;» «Όχι σ’ αυτή την πλευρά του σπιτιού. Έχουν κατεβάσει για ~ 210 ~


το καλοκαίρι τις πιο βαριές κουρτίνες. Έλα». Προχώρησε μπροστά χωρίς κανένα δισταγμό, λες κι έβλεπε πού πήγαινε, ανεβάζοντάς τον σε μια ελικοειδή σκάλα, μετά έστριψε γεμάτη σιγουριά δεξιά κι ύστερα αριστερά, αφού διέσχισαν ένα μακρύ διάδρομο. Ο Σάιμον κατάλαβε πως βρίσκονταν πια στο πίσω μέρος του σπιτιού. Επίσης υποπτευόταν πως στέκονταν στην προσωπική κρεβατοκάμαρα της κόμισσας. Αν ήταν να το κάνουν, ας το έκαναν τουλάχιστον σωστά... Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το προσωπικό τους έμβλημα. «Μείνε εδώ», είπε η Κέιτ, φεύγοντας από το πλευρό του. Εξαφανίστηκε στο σκοτάδι, που σύντομα όμως διαλύθηκε, καθώς άναψε με σπίρτα ένα μεγάλο κηροπήγιο. Απ’ όσο μπορούσε να δει, η κάμαρα κατοικούνταν από τα φαντάσματα των παλιών επίπλων, όλα τους καλυμμένα με σεντόνια για να μη σκονίζονται... συμπεριλαμβανομένου αυτού που έπρεπε να ήταν ένα τεράστιο κρεβάτι με ουρανό. Ας ήταν καλά! Η Κέιτ ήθελε αυτό που ήθελε, και δεν έβλεπε το λόγο να το παίζει ντροπαλή ή ναζιάρα. Για την ακρίβεια, ήδη τίναζε μακριά τα σεντόνια και παραμέριζε το κάλυμμα του κρεβατιού. Το παλιοκόριτσο, συλλογίστηκε χαρούμενος. Ο Σάιμον πήρε το ασημένιο κηροπήγιο και το ακούμπησε στο τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι. «Νόμιζα πως σεβόσουν την ιδιωτική ζωή της γιαγιάς σου». «Τη σέβομαι. Όμως δε ζει εδώ, ζει; Ποτέ δεν έχει μείνει. Εγώ, ο Βαλ, ακόμα και ο Μαξ παίζαμε εδώ τις βροχερές μέρες, όταν ήμασταν παιδιά. Κάναμε τα φαντάσματα με τα σεντόνια, τρέχαμε γύρω γύρω, τσιρίζαμε απαίσια και πεταγόμαστε μέσα από τα ντουλάπια για να τρομάξουμε ο ένας τον άλλο. Όμως δεν μπαίνω στα διαμερίσματά της στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Όχι συχνά», διόρθωσε τον εαυτό της, σαν να μην ήθελε να την πιά-σουν να λέει ψέματα. «Αρχίζω και παγώνω ολόκληρη, Σάιμον». Με τη βοήθεια του κηροπηγίου, ο Σάιμον την κοίταξε και είδε τον τρόπο που οι ορθωμένες θηλές της προεξείχαν κάτω από το βρεγμένο λινό πουκάμισό της. Τώρα ή ποτέ. Αν το έκανε, η ζωή του δε θα ήταν ποτέ ξανά δική του και μόνο θα παρέδιδε την ύπαρξή του, την ευτυχία του, σ’ εκείνη. Αν δεν το έκανε, η Κέιτ δε θα τον εμπιστευόταν ποτέ ξανά και θα περνούσε το υπόλοιπο των ημερών του με μια ζωή που δε θα είχε αξία να τη ζήσει. ~ 211 ~


«Σάιμον;» Της χαμογέλασε, συνειδητοποιώντας έκπληκτος πως ένιωθε νευρικότητα. «Κέιτ;» Τον κοίταξε με τα τεράστια, αμυγδαλωτά καστανά της μάτια. «Δεν ξέρω πώς να γίνω πιο ξεκάθαρη. Δε θέλω να είμαι πια παρθένα και έχω διαλέξει εσένα να με βοηθήσεις να απαλλαγώ από αυτό το πρόβλημα. Όμως αυτό δε σημαίνει πως είμαι απλώς... περίεργη. Πραγματικά θέλω να είσαι εσύ αυτός ο άντρας, Σάιμον. Σε παρακαλώ. Πραγματικά νοιάζομαι για σένα. Πάρα πολύ. Νόμιζα πως είχαμε συμφωνήσει πως αυτό ήταν αναπόφευκτο». «Ω, διάβολε», μουρμούρισε πνιχτά, ξέροντας τι είχε κοστίσει στην Κέιτ να πει όσα μόλις είχε πει, να αποκαλύψει τι ήταν πρόθυμη να προσφέρει... παρ’ όλο που δεν έφτασε μέχρι τέλους την ομολογία της. Δεν είχε πει πως τον αγαπούσε. Από την άλλη, όμως, ούτε εκείνος της είχε πει την πρόσφατη επιφοίτησή του: Την αγαπούσε, την ήθελε, τη χρειαζόταν. Όμως, κυρίως, την αγαπούσε. Δεν είχε φτάσει ακόμη εκεί η γενναία, παράτολμη Κέιτ. Ήταν ανίκανη να ξεστομίσει πρώτη αυτές τις λέξεις. Αν τις πίστευε. Αν θα τις πίστευε, όταν τις άκουγε από εκείνον. Προς το παρόν, ο Σάιμον θα δεχόταν ό,τι του πρόσφερε. Έσκυψε το κεφάλι του και άγγιξε την άκρη της μύτης της με τη δική του. «Θέλεις να σε οδηγήσω εκεί όπου δεν έχεις ξαναβρεθεί ποτέ. Το θέλω κι εγώ. Όμως αυτή την πρώτη φορά...» Να το πιγούνι της, ξανά υψωμένο. Αυτό το αξιολάτρευτο, αλαζονικό, γενναίο πιγούνι. «Το ξέρω. Η Τρίξι μου το είπε. Είμαι ακόμη εδώ, Σάιμον». «Είσαι. Ας σου βγάλουμε τούτα τα βρεγμένα ρούχα». Τα μάτια της άνοιξαν ανεπαίσθητα. «Ναι, ας το κάνουμε». Τα δάχτυλά της πλησίασαν τα κουμπιά, όμως ο Σάιμον τα παραμέρισε απαλά. Το άνοιγμα κάθε κουμπιού άξιζε ένα φιλί πάνω στην υγρή, ευωδιαστή επιδερμίδα που αποκάλυπτε. Τα κουμπιά του παντελονιού της απαιτούσαν τον ίδιο φόρο τιμής, ενώ και ο αφαλός της προσέλκυσε επίσης τα χάδια της γλώσσας του. Το παντελόνι της γλίστρησε από τους απαλούς καλλίγραμμους γοφούς της και έπεσε γύρω από τα πόδια της, αφήνοντας ~ 212 ~


την ολόγυμνη, εκτός από το ανοιχτό πουκάμισό της. Ο Σάιμον γονάτισε μπροστά της καθώς εκείνη έγερνε πάνω στο κρεβάτι. Δε φορούσε εσώρουχα. Του είχε πει πως ντύθηκε πολύ βιαστικά. Μήπως όμως ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό; Είχε ήδη πάρει την απόφασή της πως απόψε θα ήταν η νύχτα; Πραγματικά δεν τον ένοιαζε, όμως επέτρεψε στον εαυτό του να νιώσει κολακευμένος στη σκέψη πως η λαχτάρα της ήταν ίδια με τη δική του. Δεν ήταν ώρα για ερωτήσεις. Όχι τώρα, όσο τη φιλούσε, την άγγιζε, τη μάθαινε. Όχι τώρα, όσο άνοιγε απαλά τα πόδια της και την οδηγούσε στις απολαύσεις που μπορούσε να της χαρίσει με τα δάχτυλά του, το στόμα του, τη γλώσσα του. Η Κέιτ σπαρτάρησε, βογκώντας σιγανά, και κάποιες φορές το βογκητό έβγαινε σχεδόν σαν γέλιο, ενώ άλλες έλεγε τ’ όνομά του σχεδόν σαν λυγμό. Δεν έδειχνε να φοβάται αυτή την οικειότητα. Δεν προσπάθησε ν’ αποτραβηχτεί μακριά του, του επέτρεπε να κάνει ό,τι έκανε. Κι ύστερα το κορμί της πήρε τον έλεγχο, ξέροντας τι να κάνει, παλλόμενο από ζωή και μια πρωτόγνωρη σωματική έκσταση. Η Κέιτ κατέρρευσε ανάσκελα στο κρεβάτι, λέγοντας ξανά και ξανά το όνομά του. Την είχε κάνει δική του, χωρίς να την κατακτήσει ολοκληρωτικά. Της είχε προσφέρει απόλαυση χωρίς να την πονέσει. Τώρα ήταν η ώρα για τα υπόλοιπα. Σχεδόν έσκισε τα μουσκεμένα ρούχα του στην προσπάθεια του να γδυθεί κι έπειτα τράβηξε το παντελόνι της Κέιτ από τα πόδια της και το πέταξε στο πάτωμα. Φίλησε τις καμάρες των πελμάτων της, την καμπύλη πίσω απ’ τα γόνατά της, το απαλό εσωτερικό των μηρών της και πήρε τη θέση του ανάμεσα στα πόδια της. Την έπιασε από τα χέρια και την τράβηξε ν’ ανασηκωθεί, με το κεφάλι της να κρέμεται προς τα πίσω τα μακριά μαύρα μαλλιά της άγγιζαν σχεδόν τα σεντόνια, χαράζοντας ένα υγρό μονοπάτι. Της έβγαλε πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό μανίκι του πουκαμίσου, φιλώντας κάθε εκατοστό των χεριών της και περνώντας τα γύρω από το λαιμό του. Χάιδεψε με τη γλώσσα του τα στήθη της, φίλησε απαλά το πλάι του μακριού λαιμού της. ~ 213 ~


Της ψιθύρισε στα γαλλικά, τη γλώσσα των εραστών, κι εκείνη άφησε ένα στεναγμό, με την ανάσα της ζεστή πάνω στ’ αυτί του. Και τότε η Κέιτ έκανε κάτι εντελώς απροσδόκητο. Άπλωσε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του, έπιασε τον ανδρισμό του, τον χάιδεψε και τον οδήγησε μέσα της. «Αν τελειώνουμε με αυτό, θα έχουμε όλη την υπόλοιπη νύχτα μπροστά μας», του είπε τυλίγοντας τα πόδια της γύρω του, καθώς ο Σάιμον έπαιρνε ξανά τον έλεγχο, εξερευνώντας τη με τρυφερές κινήσεις. Το κοντάρι εξερευνά. Το έδαφος είναι μαλακό και νοτισμένο. Διεισδύει στη σήραγγα... Η Κέιτ έβγαλε μια κραυγή, μία και μοναδική, και μετά δάγκωσε τον ώμο του όσο έσφιγγε σαν μέγγενη τα πόδια και τα χέρια της γύρω του, λες και δε θα τον άφηνε ποτέ να φύγει.

~ 214 ~


Κεφάλαιο 13

«Κανονικά έπρεπε να έχεις καταφέρει να σβήσεις αυτό το διαβολικό χαμόγελο από το πρόσωπό σου μέχρι τώρα», είπε ο Σάιμον στην Κέιτ κι έσπρωξε πίσω την καρέκλα του για να σηκωθεί, καθώς εκείνη έμπαινε στην τραπεζαρία του πρωινού. «Τώρα απλώς κομπάζεις», τον επέπληξε χαμηλόφωνα καθώς τον προσπερνούσε, καταφέρνοντας να χαϊδέψει κρυφά με το δάχτυλό της τη σπονδυλική του στήλη, ενώ ένας υπηρέτης βιάστηκε να τη βοηθήσει να σερβιριστεί από τα διάφορα πιάτα που ήταν τοποθετημένα στο μεγάλο μπουφέ. «Κάτσε κάτω, Σάιμον, προτού κρυώσει το φαγητό σου. Πεινάω σαν λύκος, εσύ όχι;» Στράφηκε προς το μέρος της με ένα αστραφτερό, κατεργάρικο χαμόγελο, όπως ακριβώς της χαμογελούσε όταν οι δυο τους είχαν γλιστρήσει ξανά στην έπαυλη, έβαλαν τα κλειδιά στη θέση τους και ανέβηκαν κλεφτά τη σκάλα του υπηρετικού προσωπικού... Για την ακρίβεια, όσο κλεφτά γινόταν, δεδομένου πως ο Σάιμον ήταν πίσω της, γαργαλώντας την και πειράζοντάς την, τόσο που σχεδόν χαχάνισε και παραλίγο να τους προδώσει. «Και μάλλον θα συνεχίσω να πεινάω γι’ αρκετό καιρό. Δεκαετίες ολόκληρες, θα έλεγα». Η Κέιτ γέλασε, λαχταρώντας να καθίσει στην αγκαλιά του και να ενδώσει σε μερικά φιλιά για Καλημέρα. Μόλις παντρεύονταν, θα έπαιρναν το πρωινό τους στο κρεβάτι. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να τον ταΐζει ψωμί με μαρμελάδα κι εκείνος θα μοιραζόταν μαζί της την κομπόστα φρούτων του. Ανάμεσα σε άλλα. Ίσως να περνούσαν και μήνες πριν βγουν από την κρεβατοκάμαρα. Το κορμί της ακόμη μυρμήγκιαζε ολόκληρο και είχε τρομοκρατηθεί με την προοπτική πως η Κονσουέλα θα πρόσεχε κάτι διαφορετικό πάνω της καθώς την παρακολουθούσε να ντύνεται. Κάποιο εξωτερικό σημάδι της αλλα~ 215 ~


γής. Η καημένη η Κονσουέλα, δεν ήξερε τι έχανε, ειδάλλως θα έδειχνε περισσότερη κατανόηση. Φαντάσου, ήταν πιο πεπειραμένη από τη συνοδό της. Απολαυστικό! Και τόσο παράξενο. Η οικειότητα που είχαν μοιραστεί την προηγούμενη νύχτα έμοιαζε σαν κάτι βγαλμένο από άλλο κόσμο, το δικό τους κόσμο. Μόνο δικό τους. Δεν ένιωθε καμία ντροπή, καμία ενοχή, καμία μεταμέλεια. Υπέθετε πως μια άλλη γυναίκα ίσως ήταν κάπως ντροπαλή σήμερα το πρωί, ίσως απέφευγε να κοιτάξει κατάματα τον εραστή της, τουλάχιστον θα ένιωθε λιγάκι περίεργα να κάθεται τόσο ευγενικά και απρόσωπα στο τραπέζι απέναντι από τον άντρα που την είχε αφυπνίσει και την είχε μυήσει στην έκσταση μόλις λίγες ώρες πριν. Διάβολος τη νύχτα, άγγελος το πρωί. Η Κέιτ ήξερε πως δεν ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία. Ήταν η Κέιτ, είτε ήταν μέρα είτε νύχτα, και δεν ήθελε να είναι κάποια άλλη. Θα έπρεπε να προειδοποιήσει τον Σάιμον; Να του πει να φυλάγεται από τις σκοτεινές γωνιές, να προετοιμαστεί να την απωθεί καθώς θα του έκανε ανήθικες προτάσεις κάθε φορά που θα τύχαινε να βρεθούν μόνοι τους για παραπάνω από ένα λεπτό; Από την άλλη, βέβαια, από τον τρόπο που μόλις την είχε κοιτάξει, ίσως εκείνος θα έπρεπε να την προειδοποιήσει. Το παράξενο ήταν πως η Τρίξι της είχε επισημάνει να μην επιτρέψει ποτέ σε έναν άντρα να πιστέψει πως κρατούσε την ευτυχία της στα χέρια του. Τότε είχαν γελάσει και οι δυο μ’ αυτό, πιστεύοντας πως πάντα εκείνες θα διατηρούσαν το πάνω χέρι. Για την Τρίξι, η αγάπη ήταν ένα παιχνίδι, και ήταν πρωταθλήτρια σ’ αυτό, εδώ και δεκαετίες. Δυσκολευόταν να δεχτεί πως η γιαγιά της ίσως είχε άδικο είχε δίκιο για τόσο πολλά πράγματα. Όμως η Κέιτ δεν ήθελε η αγάπη να είναι παιχνίδι. Διαγωνισμός με νικητή και χαμένο με τον έναν να έχει όλο τον έλεγχο και τον άλλο να ικετεύει. Αυτό ήταν βάναυσο. Επίσης, δεν' ήταν ο χαρακτήρας της. Δεν αρκούνταν ποτέ στα ημίμετρα, οπότε. αν επρόκειτο να ερωτευτεί, θα το έκανε με όλη της την καρδιά και δίχως αναστολές, δίχως να υψώνει φραγμούς εν είδει αυτοπροστασίας. Άραγε αυτό σήμαινε πως θα πληγωνόταν ή μήπως κάποτε η Τρίξι είχε πληγωθεί βαθιά, τόσο βαθιά που είχε αρνηθεί να ~ 216 ~


νοιαστεί ξανά τόσο για κάποιον; Η σκέψη την έκανε να αισθανθεί στιγμιαία θλίψη και την απόδιωξε βιαστικά. Πέταξε ένα εύθυμο Καλημέρα στον Ντίαρμπορν, ο οποίος μπήκε καθυστερημένα στο δωμάτιο, για να πάρει τη συνήθη του θέση μπροστά σ’ ένα από τα παράθυρα -έμοιαζε να κοντανασαίνει λιγάκι, σαν να είχε προειδοποιήσει κάποιον να τον ενημερώνει όταν η προστατευόμενή του έμπαινε σ’ ένα δωμάτιο όπου ήταν ήδη παρών ο μαρκήσιος. Καημένε Ντίαρμπορν, σκέφτηκε, προορισμένος να αποτύχει άλλη μια φορά στα χέρια αυτών των άτακτων, αμετανόητων παλιόπαιδων, των Ρέντγκρεϊβ. Καημένε Ντίαρμπορν. Καημένη Κονσουέλα. Καημένε κόσμε. Τόσο θλιβερός για όποιον δεν είναι εγώ, σήμερα το πρωί. Καθώς ο υπηρέτης κρατούσε το πιάτο της, η Κέιτ το γέμισε με πολύ φαγητό και μετά άρπαξε άλλο ένα ψωμάκι από μια ασημένια πιατέλα, ενώ ο υπηρέτης πήγαινε το πιάτο στη θέση της, απέναντι από τον Σάιμον. «Ελπίζω πως κοιμηθήκατε ευχάριστα, λόρδε μου» είπε αθώα, ενώ άφηνε το σατινένιο πασουμάκι της να πέσει από το πόδι της με τη μεταξωτή κάλτσα και τέντωσε την πατούσα της για να βρει το γόνατο του Σάιμον. Ξεκίνα όπως σχεδιάζεις να συνεχίσεις, αυτό ήταν πάντα μια καλή συμβουλή. Κι από τη στιγμή που φαινόταν να της είναι αδύνατον ν’ αντισταθεί στην παρόρμηση να τον αγγίξει, ας ξεκινούσε τώρα. «Για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, ναι, σ’ ευχαριστώ», αποκρίθηκε ο Σάιμον και τα πράσινα μάτια του ακόμη σπίθιζαν -μ’ αυτήν ακριβώς την έκφραση της άρεσαν περισσότερο. Είχε κατεβάσει το αριστερό χέρι του κάτω από το τραπέζι και με το .δάχτυλό του χάιδευε ανάλαφρα την καμάρα του πέλματός της. Απολαυστικό! «Μολονότι κάποια στιγμή με ξύπνησαν μερικοί ιδιαίτερα διαπεραστικοί ήχοι». Η Κέιτ θυμόταν τη στιγμή. Με μεγάλη χαρά. Όμως δεν έκανε τόση φασαρία, έλεος! Α, θα της το πλήρωνε. «Αλήθεια;» ρώτησε και τον κεραυνοβόλησε με ένα προειδοποιητικό βλέμμα. Ο Ντίαρμπορν είχε γεράσει και δεν ήταν τόσο σβέλτος όσο παλιά, όμως δεν είχε χαζέψει τελείως. «Αδυνατώ να φανταστώ τι μπορεί να ήταν». «Σκουξίματα ζώων, θα έλεγα, αν μου επιτρέπετε να διακινδυνεύσω μια εικασία. Πιθανώς καμιά σκύλα σε οίστρο, που ~ 217 ~


ούρλιαζε για να δελεάσει σύντροφο. Ο μπαμπάς είχε πολλές από δαύτες, και όταν το θέλουν, το θέλουν άμεσα, αυτό έλεγε πάντα. Καλημέρα σε όλους, δέχομαι συγχαρητήρια για την πλήρη ανάρρωσή μου από το κατώφλι του θανάτου. Θεέ μου, λιμοκτονώ». Η Κέιτ και ο Σάιμον γύρισαν ταυτόχρονα προς την πόρτα και είδαν τον Άνταμ Κόλιερ να στέκεται ντυμένος άψογα και με τη συνήθη αξιοθρήνητη ηλιθιότητά του εμφανή, να κορδώνεται επιδεικνύοντας άλλο ένα γελοίο συνολάκι, το οποίο περιλάμβανε ένα καταγάλανο γιλέκο και ψηλές κάλτσες με κόκκινες, γαλάζιες και καφέ ρίγες. Αξιολύπητο. Ο Σάιμον ήταν ο πρώτος που συνήλθε και ξαναβρήκε τη φιο-νή του. «Μοιάζεις με κατοικίδιο γουρούνι που το ’χουν στολίσει για το πανηγύρι και πρέπει να προσθέσω πως η θέα σου με τυφλώνει, μα το Θεό. Το μόνο που σου λείπει είναι ένας τεράστιος γαλάζιος φιόγκος γύρω απ’ το λαιμό σου, αλλιώς θα ’παιρνες το πρώτο βραβείο. Βέβαια, αυτό θα σήμαινε πως μέχρι να νυχτώσει θα βρισκόσουν κρεμασμένος από ένα γάντζο και θα σε έκαναν φέτες. Πραγματικά, πρέπει να τα σκεφτείς καλά αυτά, Ανταμ, για το καλό σου», είπε και έστρεψε ξανά την προσοχή του στο πιάτο του, καθώς η Κέιτ έψαξε με το πόδι της το πάτωμα για το πασουμάκι της. Ήταν ολοφάνερο που η στιγμή για πειράγματα είχε παρέλθει, ήταν καιρός για δουλειά. «Φαίνεσαι πολύ ωραίος, Ανταμ», είπε, ενώ ευχαριστούσε την καλή της τύχη που είχε άδειο στόμα όταν ο Ανταμ μίλησε, διαφορετικά ο Ντίαρμπορν ακόμη θα της χτυπούσε την πλάτη για να φτύσει την μπουκιά από χοιρινό ή κάτι άλλο. Πιθανώς καμιά σκύλα σε οίστρο; Ειλικρινά, θα ’πρεπε να βουλώσουν με πανί το στόμα του ανόητου, μέχρι να μάθει να μαζεύει τη γλώσσα του. «Χαιρόμαστε που βλέπουμε πως έχεις αναρρώσει πλήρως». «Κι εγώ το ίδιο θα έλεγα. Αλλιώς θα βρίσκατε τον μπελά σας εξηγώντας στην Τζέσικα γιατί πετάξατε τον αγαπημένο της αδελφό σε μια τρύπα, σωστά;» «Σε πετάξαμε, σε... Άνταμ, είσαι μεγάλος μπουμπούνας, το ξέρεις;» «Ναι, Κέιτ, το ξέρω. Μου λένε πως οι κυρίες το βρίσκουν γοητευτικό». «Εκείνες που απαιτούν αποζημίωση με την ώρα για τις υ~ 218 ~


πηρεσίες τους, ναι», μουρμούρισε ο Σάιμον κι έχωσε μια πιρουνιά μελάτα αβγά στο στόμα του. Από την πλευρά της, η Κέιτ αποφάσισε πως θα ήταν ασφαλέστερο αν δεν έτρωγε τίποτε άλλο. Ο Άνταμ επέβλεπε τον υπηρέτη καθώς του έδειχνε διάφορα πιάτα και μετά του εξηγούσε καταλεπτώς πόσες ακριβώς πιρουνιές ήθελε και πού ακριβώς έπρεπε να τις τοποθετήσει στο πιάτο του. «Όχι, όχι, άνθρωπέ μου. Τα μελάτα αβγά σαφώς και δεν πρέπει να πλησιάζουν τις ρέγκες. Έτσι νερουλά που είναι, κυλάνε κι ανακατεύονται παντού. Βάλ’ τα σε ξεχωριστό πιάτο. Όχι, μη δοκιμάσεις να μου πασάρεις αυτή τη σπάτουλα όσο πηγαίνεις να πάρεις άλλο πιάτο -τι θαρρείς πως υποτίθεται ότι θα κάνω εγώ μ’ αυτό το πράμα;» Η Κέιτ χαμογέλασε διάπλατα στον Σάιμον. «Δε θα κάνεις καμιά πρόταση για το τι θα μπορούσε να κάνει ο Άνταμ μ’ αυτή; Αν είναι δυνατόν, πρέπει να ξύπνησες καλοδιάθετος σήμερα. Γιατί άραγε, απορώ». «Ψαρεύεις κομπλιμέντα, βλέπω. Θα δω καμιά ανταπόδοση;» Η Κέιτ ένιωσε τα μάγουλά της να γίνονται κατακόκκινα, καθώς θυμόταν μια ιδιαίτερα τολμηρή και οικεία σκηνή της προηγούμενης βραδιάς. «Νόμιζα πως ήδη σου τα είχα ανταποδώσει... σε είδος». Θεέ και Κύριε! Τώρα ήταν το πρόσωπο του Σάιμον που έμοιάζε φλογισμένο. Πρέπει να θυμόταν το ίδιο πράγμα μ’ εκείνη. Πώς είχε πάρει την αρχική του διδασκαλία και την είχε στρέψει εναντίον του, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρη πώς να το κάνει, όμως προφανώς διέθετε ένα φυσικό ταλέντο, καθώς είχε φιλήσει τολμηρά το στήθος, την κοιλιά του και πιο χαμηλά. Τουλάχιστον, αν έκρινε από την αντίδραση του Σάιμον, το είχε. Ω, Θεέ μου, ναι. Θαρρούσε πως η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει εκείνος για να περιγράφει το πώς ένιωθε ήταν ξοδεμένος. Ήταν ολότελα ξοδεμένος. Ή τουλάχιστον ήταν μέχρι ν’ αρχίσει να τον ερεθίζει ξανά και συνέλθει αστραπιαία. Ο καημενούλης. Ίσως δε θα ’πρεπε να περάσουν μήνες στο κρεβάτι. Ίσως μόνο λίγες εβδομάδες... «Γιατί στο καλό χαμογελάς, γυναίκα;» τη ρώτησε ο Σάιμον, αποσπώντας την από τις σκέψεις της παράξενες σκέψεις για την ώρα του πρωινού, ακόμα κι εκείνη θα συμφωνούσε. «Τίποτα σημαντικό», αποκρίθηκε και στράφηκε βιαστικά ~ 219 ~


προς τον Άνταμ, που εκείνη τη στιγμή καθόταν δίπλα της και ξεδίπλωνε την πετσέτα του, την οποία στερέωσε κάτω από το πιγούνι του, ώστε να μη στάξουν μελάτα αβγά πάνω στον υπερβολικά περίτεχνο, προτεταμένο λαιμοδέτη του. «Άνταμ, θα πάμε να ψάξουμε για το υπόλοιπο της σήραγγας. Ενδιαφέρεσαι να μας συνοδεύσεις;» Την κοίταξε έντρομος. «Αν ενδιαφέρομαι να... Είσαι τρελή; Δε θα πλησιάσω ούτε στα δέκα μέτρα αυτή τη φρικτή τρύπα!» Η Κέιτ του εξήγησε το σχέδιό τους και πως δε θα έκανε τίποτα παραπάνω από το να χρησιμοποιήσει ένα κοντάρι για να ανοίγει τρύπες στο έδαφος καθώς περπατούσε στον καθαρό αέρα. «Δείχνεις επικίνδυνα χλομός, ξέρεις. Η χλομάδα είναι της μόδας, αλλά όχι και να μοιάζεις φυματικός. Το ξέρω από την πιο έγκυρη πηγή, τη γιαγιά μου. Μόνο οι γυναίκες επιθυμούν να είναι κάτασπρες σαν φθισικές, μολονότι αδυνατώ να κατανοήσω γιατί. Έλα μαζί μας, αρκετά μούχλιασες στην κάμαρά σου». Ο Άνταμ άφησε πάραυτα το πιρούνι του στο πορσελάνινο πιάτο του, ψαχούλεψε στην τσέπη του γιλέκου του για μια μικρή θήκη με καπάκι και την άνοιξε φανερώνοντας έναν καθρέφτη. Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι, γύρισε το κεφάλι του αριστερά δεξιά, άγγιξε το μάγουλό του, συνοφρυώθηκε, το άγγιξε ξανά. Έκλεισε απότομα το καπάκι. «Θα έρθω μαζί σας». «Τι ευτυχία. Χωρίς τη συντροφιά σου θα ήμασταν συντετριμμένοι», σχολίασε αργόσυρτα ο Σάιμον ενώ σηκωνόταν. «Κέιτ, θα δω αν ο Λίαμ μπορεί να βρει κάπου μερικά μακριά κοντάρια και θα σας συναντήσω στο θερμοκήπιο σε μισή ώρα. Απόλαυσε το πρωινό σου». Έριξε μια ματιά στον Άνταμ και χαμογέλασε. «Οπως είμαι σίγουρος ότι θα κάνεις, με τον Άνταμ εδώ να σε ψυχαγωγεί». Άθλιε, σκέφτηκε η Κέιτ, αλλά μετά χαμογέλασε. Ό,τι λίστα παραπόνων κρατούσε ο Σάιμον, τώρα θα μπορούσε να διαγράψει τουλάχιστον ένα απ’ αυτά, καθώς το πρωινό με τον Άνταμ ήταν επαρκές τίμημα. «Λοιπόν, Άνταμ», ξεκίνησε να λέει γλυκά, καθώς ο Κόλιερ έπιανε ξανά το πιρούνι του. «Εκτός από το ότι κλειδώθηκες με κατεβασμένα τα παντελόνια σ’ ένα ντουλάπι, υπέστης ένα αυστηρό κήρυγμα από τον Βάλενταϊν, σε έχει απορρίψει κά~ 220 ~


θε υπηρέτρια και γαλατού και έπεσες σ’ ένα λασπωμένο λάκκο, πώς σου φαίνεται η διαμονή σου στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ;» Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης ακόμα κι ο Ντίαρμπορν χρειάστηκε να καλύψει το υπόκωφο γέλιο του με έναν ξερόβηχα. Ο Άνταμ για μια στιγμή φάνηκε να συλλογίζεται στ’ αλήθεια πώς ήταν καλύτερα να απαντήσει, όμως τελικά της χαμογέλασε πονηρά. «Όχι όλες οι γαλατούδες». «Ψεύτη», αντέτεινε εύθυμα η Κέιτ. «Δε θα ρίσκαρες την οργή του Βαλ. Ή του Γκίντιον. Είσαι μπούφος, όμως δεν ανυπομονείς να σε βουτήξουν με το κεφάλι και τους ώμους μέσα στην ποτίστρα για τ’ άλογα, σωστά;» «Κι εσύ δεν έχεις καθόλου πλάκα», παραπονέθηκε ο νεαρός. «Μολονότι ο Βαλ είναι πολύ χειρότερος, ξέρεις. Ο αδελφός σου απείλησε να κάνει στάχτη όλα τα όμορφα ρούχα μου και να με στείλει στην Τζέσικα μέσα σ’ ένα σακί αντί για ρούχα. Είστε όλοι σας πολύ κακοί, ξέρεις». «Όχι απλώς πολύ, Άνταμ», του υπενθύμισε η Κέιτ, αν και πάλι με γλυκύτητα. «Ο Βαλ σου είπε ποια είναι η πραγματική σημασία του ημερολογίου του πατέρα σου, έτσι δεν είναι;» Αίφνης ο Άνταμ έδειχνε τόσο νέος όσο και τα χρόνια του και κάτι παραπάνω από έτοιμος να κάνει εμετό. «Εννοείς πως δεν προσπαθούσε απλώς να με τρομάξει;» Η Κέιτ ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Όχι, Άνταμ. Είναι αλήθεια. Είναι όλα αλήθεια. Γι’ αυτό πέθαναν οι γονείς σου, μεταξύ πολλών άλλων». «Μου πέρασε απ’ το νου, όμως δεν ήθελα να το πιστέψω. Τι να σχεδίαζε για μένα; Γι’ αυτό κρεβατώθηκα στην πραγματικότητα, ξέρεις. Νόμιζα πως όλα είχαν να κάνουν με τις πρόθυμες γυναίκες, όχι με...» η φωνή του χαμήλωσε σ’ έναν ψίθυρο, «προδοσία. Μπορεί να σ’ εκτελέσουν γι’ αυτό! Πώς το αντέχεις; Εννοώ, το να ξέρεις». «Δεν το αντέχω. Ό,τι έγινε δεν είναι κάτι που πρέπει να το υπομείνουμε. Πρέπει να παλέψουμε, Άνταμ. Όλοι μας έχουμε βαλθεί να σταματήσουμε αυτούς τους απαίσιους ανθρώπους. Αν στην καρδιά και στο μυαλό μας αυτό επανορθώνει μερικές από τις αμαρτίες του παρελθόντος, είναι καλό. Όμως αυτό που χρειάζεται πραγματικά να κάνουμε είναι να θέσουμε τέλος στην Αδελφότητα διαπαντός». «Και γι’ αυτό ανοίγουμε τρύπες στο έδαφος; Φαίνεται κά~ 221 ~


πως χαζό». Κούνησε άνευρα το χέρι του. «Υποθέτω πως ήταν δική σου ιδέα». «Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που κάνουμε», είπε ανέκφραστη η Κέιτ, ενώ απορούσε πώς ξαφνικά είχε ωριμάσει τόσο πολύ ώστε να μη δώσει ένα γερό σκαμπίλι στον ανόητο. «Το ημερολόγιο του πατέρα σου είναι μονάχα ένα μέσα σε δεκάδες, ίσως εκατοντάδες. Πρέπει να τα βρούμε όλα, και ίσως βρίσκονται μέσα σ’ αυτή τη σήραγγα, αν μπορέσουμε να εντοπίσουμε την αρχή της. Καταλαβαίνεις τώρα;» «Δεν είμαι καθυστερημένος, φυσικά και καταλαβαίνω. Η εξοχότητά του κι εγώ θα σου κάνουμε τη χάρη, και μετά θα ασχοληθούμε στα σοβαρά με την υπόθεση». Ο Ανταμ τράβηξε την πετσέτα από το γιακά του. «Τα ημερολόγια πρέπει να βρεθούν και τότε θα έχουμε σώσει την κατάσταση. Ας στρωθούμε στη δουλειά -και, εν πάση περιπτώσει, αυτά τα αβγά είναι υπερβολικά μελάτα». «Υπάρχουν μπότες να φορέσεις στην κουζίνα. Δε θα ’θελες να καταστρέφεις τα πανέμορφα παπούτσια σου». Η Κέιτ βιάστηκε να σηκωθεί προτού την προλάβει ο υπηρέτης. Μήπως είχε επιτέλους καταφέρει να βάλει μυαλό στον αδελφό της Τζέσικα, εκεί που κάθε άλλος είχε αποτύχει; Ήθελε να επιβραβεύσει τον εαυτό της, αλλά θα αρκούνταν να πει στον Σάιμον για το πόσο έξυπνη ήταν. «Λαίδη μου», της φώναξε ο Ντίαρμπορν καθώς πήγαινε βιαστική προς την πόρτα. «Το μήλο σας, λαίδη μου». Η Κέιτ έκανε μεταβολή και ο Ντίαρμπορν της πέταξε ένα αστραφτερό μήλο, δυστυχώς τη στιγμή που ο Άνταμ μπήκε μπροστά της. Αντί να πιάσει το μήλο, ζάρωσε και τσίριξε σαν γουρουνόπουλο στο τσιγκέλι, καθώς το φρούτο τον πετύχαινε στο δεξί μάτι. «Το μάτι μου! Το μάτι μου!» στρίγκλισε, χτυπώντας το πρόσωπο με τα χέρια του, καθώς η Κέιτ, με τα γρήγορα αντανακλαστικά της, διέσωζε το μήλο προτού πέσει στο πάτωμα. «Θα είσαι μια χαρά, Ανταμ», τον ενθάρρυνε. «Ήταν απλώς ένα μήλο κι ο Ντίαρμπορν δεν το πέταξε με δύναμη. Έτσι, Ντίαρμπορν;» «Ναι, λαίδη μου. Όμως, δυστυχώς, το μήλο είναι σκληρό. Ζητώ ταπεινά συγνώμη, κύριε Κόλιερ». Καλύπτοντας ακόμη το μάτι του με το ένα του χέρι, ο Άνταμ κλαψούρισε και ανακοίνωσε στην Κέιτ πως πιθανώς θα συνα~ 222 ~


ντιόταν αργότερα με εκείνη και το μαρκήσιο και πως τώρα χρειαζόταν να ξαπλώσει. Ύστερα έφυγε τρεκλίζοντας πάνω στα κόκκινα ψηλοτάκουνα παπούτσια του (μα, καλά, είχε ανεξάντλητο απόθεμα απ’ αυτά;), ενώ ήδη φώναζε το βαλέ του. «Και πάλι, ζητώ συγνώμη, λαίδη μου», είπε ο Ντίαρμπορν με ένα θλιμμένο νεύμα του κεφαλιού του. «Δεν είναι ένας από μας, όχι πραγματικά, έτσι;» «Είναι κάτι πάντως, Ντίαρμπορν», αποκρίθηκε χαμογελώντας η Κέιτ. «Μπορούμε μονάχα να ελπίζουμε πως δεν υπάρχουν κι άλλοι σαν αυτόν». Δάγκωσε το μήλο της και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, για να φορέσει τα μποτάκια της και να πάει στο θερμοκήπιο, σκεπτόμενη πως ίσως δε θα κοκορευόταν ακόμη στον Σάιμον για την επιτυχία της με τον Άνταμ. Ο Σάιμον προχωρούσε προς το μέρος της, ακολουθούμενος από τον Λίαμ, ο οποίος κουβαλούσε τέσσερα μακριά μεταλλικά κοντάρια, που τελευταία φορά είχαν χρησιμοποιηθεί για να στήσουν μια τέντα, με σκοπό να προσφέρει σκιά στις κυρίες που παρακολουθούσαν έναν απροσχεδίαστο αγώνα ιπποδρομιών τον οποίο είχε διοργανώσει ο Γκίντιον το προηγούμενο καλοκαίρι. Ή έτσι φρόντισε να της υπενθυμίσει ο Λίαμ, όταν τον ρώτησε σχετικά. «Κράτα το κοντάρι του κυρίου Κόλιερ, σε παρακαλώ, Λίαμ. Δε θα έρθει ακόμα στη συντροφιά μας, καθώς ένιωσε μια προσωρινή αδιαθεσία», είπε καθώς κατευθύνονταν προς τα θερμοκήπια. «Και μην πεις τίποτα, Σάιμον, επειδή πραγματικά είναι αδιάθετος», πρόσθεσε σιγανά. «Ο Ντίαρμπορν τον χτύπησε στο μάτι μ’ ένα μήλο». «Εύγε, Ντίαρμπορν. Δε θα ρωτήσω καν το γιατί, καθότι υπάρχουν υπερβολικά πολλοί λόγοι για να τους απαριθμήσω». «Κι ο ένας απ’ αυτούς είναι πως όσο μπορεί να πιάσει ένα μήλο, άλλο τόσο μπορεί να βρει και μια πρόθυμη γυναίκα. Όμως, υποθέτω, αρχίζει να συνειδητοποιεί τι τέρας ήταν ο πατέρας του, αλλά και η μητέρα του. Και τα σχέδιά τους για εκείνον. Σκέφτομαι να τον στείλω στην Τζέσικα. Αυτή τη στιγμή χρειάζεται την οικογένειά του δίπλα του, δε νομίζεις; Δεν το κάναμε εξαρχής, για την περίπτωση που η Αδελφότητα καταλάβαινε κάπως ότι ο Γκίντιον ήταν η νέμεσή τους στο Λονδίνο, όμως, αφού κανένας δεν τους κυνηγάει, θα ήταν ασφαλές για τον Ανταμ να είναι μαζί τους». ~ 223 ~


«Και το ίδιο καλοδεχούμενος από ένα νιόπαντρο ζευγάρι όσο και η ανοιξιάτικη βροχή, είμαι βέβαιος», επισήμανε σαρκαστικά ο Σάιμον, δίνοντάς της ένα κοντάρι. «Ήδη δοκιμάσαμε μερικές ζώνες, ο Λίαμ κι εγώ, χωρίς επιτυχία. Αλλά αν κοιτάξεις προς εκείνα τα δέντρα, θαρρώ πως θα αντιληφθείς ότι το έδαφος που οδηγεί προς τα κει μοιάζει περισσότερο με χαντάκι παρά με επίπεδη έκταση γρασιδιού. Το βλέπεις;» Η Κέιτ μισόκλεισε τα μάτια της. «Όχι, δεν βλέπω κάτι... Ω, για στάσου. Το έδαφος είναι ακόμη βρεγμένο εκεί, σωστά; Σαν να έχει μαζέψει το νερό της χθεσινοβραδινής βροχής. Λες να...» «Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, όχι. Αν ωστόσο συνδυάσουμε τη μερική κατάρρευση της σήραγγας, την εκτροπή του ποταμιού και προσθέσουμε και τη βροχή; Είναι πιθανό. Πάμε να δούμε; Πρόσεχε όμως». Άρχισαν να προχωράνε από τη μια πλευρά της ανεπαίσθητης εσοχής του εδάφους, με την Κέιτ να κοιτάζει μπροστά για να βλέπει πού ακριβώς πήγαιναν. «Καταλήγει σ’ ένα δέντρο, Σάιμον». «Σε ένα νεαρής ηλικίας δέντρο, ενώ η σήραγγα είναι παμπάλαιη. Η ελπίδα μου είναι πως συνεχίζει πέρα από τα φυτά». Η Κέιτ δάγκωσε το χείλι της. «Συνειδητοποιείς πως αν αυτό είναι όντως η σήραγγα, και όντως συνεχίζει, κατευθύνεται προς την έπαυλη της κόμισσας;» Ο Σάιμον την έπιασε απ’ το χέρι και της το έσφιξε απαλά. «Το πρόσεξα. Αν αποφασίσουμε πως έτσι είναι, θα σταματήσουμε προτού φτάσουμε τόσο μακριά και θα πούμε στον Λίαμ πως κάναμε λάθος κι ότι η προσπάθειά μας δεν ήταν κάτι παραπάνω από σπατάλη χρόνου. Σύμφωνοι;» «Δεν εμπιστεύεσαι τον Λίαμ;» «Δεν εμπιστεύομαι κανέναν, όχι τώρα. Εκτός από σένα, φυσικά. Άρχισε να σκαλίζεις το έδαφος με το κοντάρι σου, Κέιτ, και μετά θα σταματήσουμε στο δέντρο, θα κάνουμε τους συγχυσμένους και θα διώξω τον Λίαμ με τα κοντάρια. Θα συνεχίσουμε την έρευνά μας από το εσωτερικό της έπαυλης. Πρώτον, κανείς δε θα μας δει και, δεύτερον, θα είναι πιο ασφαλές. Μου αρκεί μια κατολίσθηση στο ενεργητικό μου και με το παραπάνω». Ο ήλιος σκόρπιζε τη ζεστασιά του, όμως η Κέιτ ένιωσε μια ανατριχίλα. Πλησίαζαν, αυτή κι ο Σάιμον. Το διαισθανόταν. «Ένα κομμάτι μου θέλει να τρέξει στο σπίτι και να πάρει το ~ 224 ~


κλειδί απ’ τον Ντίαρμπορν και ένα άλλο θέλει απλώς να το βάλει στα πόδια. Νομίζεις πως θα έπρεπε να στείλουμε γράμμα στον Γκίντιον και στον Βαλ; Αμφιβάλλω πως θα τους άρεσε να μην είναι παρόντες στην ανακάλυψη και ακόμα λιγότερο θα τους άρεσε η επίγνωση πως ίσως έχω δει πράγματα που δε θέλουν να δω». «Εγώ δε θέλω να δεις οτιδήποτε διαβολικό μπορεί ν’ ανακαλύψουμε. Η διαφορά είναι πως ξέρω ότι θα βρεις τον τρόπο να το κάνεις, έτσι κι αλλιώς, οπότε θα προτιμούσα να είμαι μαζί σου. Α, φτάνουμε στο δέντρο. Ώρα για λίγο θέατρο». Για να εξαπατήσουν τον Λίαμ. Όμως, εμπιστευόταν τον Λίαμ. Εμπιστευόταν τους πάντες στο κτήμα. Μόνο που τώρα, εξαιτίας του ό,τι είχε πει ο Σάιμον, δεν τους εμπιστευόταν. Όλη της η ζωή είχε γίνει άνω κάτω. «Εντάξει, Σάιμον-τα ξέρω-όλα-Ρέιβενσμπιλ, και τώρα τι;» ρώτησε φωναχτά, καθώς πετούσε το κοντάρι της και κολλούσε τις γροθιές στους γοφούς της. «Σου το είπα πως ήταν λάθος. Μια σήραγγα θα ’πρεπε να οδηγεί στην ακτή. Κάθε ηλίθιος το ξέρει αυτό. Το ήξερα από τη στιγμή που σκαρφίστηκες αυτό το γελοίο σχέδιο πως, τελικά, θα κυνηγούσαμε χίμαιρες!» «Ναι, πολύ ωραία, ρίξε μου τώρα όλο το φταίξιμο. Σε λατρεύω», της ψιθύρισε και μετά συνέχισε τον καβγά τους: «Τότε, αν είσαι τόσο έξυπνη, γιατί δε μου λες τις ιδέες σου; Α, ναι, τώρα θυμήθηκα... Δεν έχεις καμία, έχεις; Λίαμ, πάρε τα κοντάρια, σε παρακαλώ, πριν μπω στον πειρασμό να τα χρησιμοποιήσω με άλλο τρόπο. Όσο για σένα, λαίδη μου, θα σε δω στο μεσημεριανό γεύμα. Τώρα θα κάνω μια βόλτα με το άλογο, να καθαρίσω το μυαλό μου. Και όχι, δεν επιθυμώ τη συντροφιά σου!» «Ούτ’ εγώ τη δική σου! Είσαι τόσο άχρηστος όσο και ο Ανταμ!» του φώναξε πίσω του, καθώς εκείνος έφευγε με βαριά βήματα. Πραγματικά, η ηθοποιία του βελτιωνόταν πολύ. «Λυπάμαι, Λίαμ, ξέρεις πως μερικές φορές νευριάζω τόσο πολύ, που το παρακάνω. Όμως, ειλικρινά, πρέπει να σκέφτομαι για τρεις. Κάτι που μου θύμισε το εξής: Ρώτησες τον παππού σου για την οικοδόμηση της δυτικής πτέρυγας; Υπάρχουν άλλα κρυφά περάσματα ή κάτι παρόμοιο;» «Λυπάμαι πολύ. Μονάχα τα ματάκια για να κατασκοπεύεις τον κόσμο, λαίδη μου, και είπατε πως ήδη γνωρίζατε γι’ αυτά. Ο παππούς μου γελάει όλη την ώρα με αυτό, όχι όμως όταν ο μπαμπάς είναι τριγύρω, καθώς θεωρεί πως δεν είναι δική ~ 225 ~


μας δουλειά. Ο μπαμπάς λέει πως ο κόμης δεν πιάνει μία μπροστά στον πατέρα και τον παππού σου, να με συγχωρείτε δηλαδή». Η Κέιτ ξαφνιάστηκε. «Τώρα τι λες να εννοεί ο μπαμπάς σου μ’ αυτό;» Ο Λίαμ έκλινε το κεφάλι του σε υπόκλιση, λες και μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσε πως είχε μιλήσει αψήφιστα. «Δε λέει, λαίδη μου, και δε ρωτάω. Είναι θερμοκέφαλος ο μπαμπάς». «Τότε, εννοείται, μη ρωτήσεις», τον καθησύχασε η Κέιτ. «Η οικογένειά σου ζει πολύ καιρό στα κτήματά μας, έτσι δεν είναι;» Ο Λίαμ κούνησε καταφατικά με ζέση το κεφάλι του, «Χρόνια και χρόνια, λαίδη μου, από τότε που ο παππούς σας κι ο δικός μου ήταν και οι δυο τους νεαρούδια εδώ, στην έπαυλη, λέει ο παππούς. Να φύγω τώρα αν δεν έχετε πρόβλημα;» Η Κέιτ του έκανε νεύμα να πηγαίνει, προτού γυρίσει ξανά προς το σπίτι. Πραγματικά θα απολάμβανε μια βόλτα με το άλογο, και λίγο χρόνο μόνη της με τον Σάιμον, όμως έπρεπε να συνεχίσουν το θέατρό τους, τώρα περισσότερο από ποτέ. Στο δρόμο κοντοστάθηκε για να κόψει ένα όμορφο λευκό μπουμπούκι κι ένα τριαντάφυλλο που είχε ήδη ανθίσει και χαμογέλασε στα λουλούδια καθώς ρουφούσε την ευωδιά τους. Και τα δύο ήταν όμορφα, όμως της φαινόταν πως της άρεσε περισσότερο εκείνο που είχε ανθίσει. Ύστερα όμως το χαμόγελό της ξεθώριασε καθώς θυμήθηκε τα χρυσά ρόδα της Αδελφότητας κι αμέσως πέταξε και τα δύο τριαντάφυλλα στο χώμα. Ήξερε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος και πως τα λουλούδια ήταν αθώα. Εν καιρώ, με τη βοήθεια του Σάιμον, ίσως θα μπορούσε να κοιτάξει ξανά τριαντάφυλλα και να δει μόνο την ομορφιά τους. Στράφηκε να κοιτάξει πίσω της, το σημείο όπου στέκονταν ι εκείνη και ο Λίαμ, κάνοντας μια σιωπηλή έκκληση στο μυαλό της για αλλαγή θέματος. Θα σκεφτόταν τον Λίαμ και όσα της είχε πει. Η οικογένειά του ζούσε στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ για τουλάχιστον τρεις γενιές. Και, παρ’ όλο που τους ήξερε ως την οικογένεια Κούπερ, το όνομα Λίαμ ήταν σκοτσέζικο. Όπως και του πατέρα του, του Χίου. Όπως και του παππού του, του Άνγκους, που είχε μεγαλώσει σαν φίλος και σύντροφος του παππού της. Σκοτσέζικα ονόματα όλα τους. ~ 226 ~


Όπως ακριβώς και ο βασιλικός οίκος των Στιούαρτ. Ίσως η Τρίξι δεν ήταν η μοναδική που ήξερε περισσότερα απ’ όσα έλεγε...

~ 227 ~


Κεφάλαιο 14

Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να εντοπίσει το σημείο όπου ο Έινζλι Μπέκετ είχε αφήσει το ζωντανό του την προηγούμενη νύχτα, χάρη στη βροχή. Είχε έρθει μόνος, με το άλογό του, απ’ όπου κι αν ξεκίνησε και όπου κι αν εξαφανίστηκε μετά, καθώς η βροχή συνέχιζε να πέφτει καταρρακτωδώς. Ήταν εξίσου απλό να ακολουθήσει τα χνάρια, τους σβόλους της νοτισμένης γης που οι οπλές του αλόγου είχαν μετακινήσει, μέχρι να φτάσει στην πύλη των εμπόρων. Το ερώτημα ήταν ποιος του είχε ανοίξει την πύλη, παρότι ο Σάιμον ήταν αρκετά σίγουρος πως κανένας δε θα γνώριζε τη συγκεκριμένη πληροφορία μέχρις ότου ο Μπέκετ προσφερόταν να την αποκαλύψει. Η εν λόγω πύλη ήταν τώρα ανοιχτή, καθώς ένα κάρο με μουσαμαδένιο κάλυμμα τη διέσχιζε, αφού πρώτα κατέστρεψε τα ίχνη που ακολουθούσε ο Σάιμον, ο οποίος υποκρινόταν πως απολαμβάνει μια μοναχική βόλτα με το άλογό του. Μόλις πέρασε την πύλη, οδήγησε τον Χέκτορ στο πλάι του χαλικόστρωτου μονοπατιού, προχωρώντας όμως παράλληλα με αυτό, βέβαιος πως ούτε ο Έινζλι θα είχε συνεχίσει πάνω στο μονοπάτι με το άλογό του. Το τελευταίο που του χρειαζόταν το προηγούμενο βράδυ ήταν να στραμπουλήξει το πόδι του το ζώο ή να του βγει κανένα πέταλο, ενώ επιπλέον πρέπει να ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα τη στιγμή που βγήκε από τα εδάφη της έπαυλης. Και να τοι, οι προδοτικοί σβόλοι του χώματος που είχαν τινάξει οι οπλές, ενδείξεις που αφέθηκαν πίσω σαν ένα μονοπάτι από ψίχουλα ψωμιού για τον Σάιμον. Ήταν σχεδόν υπερβολικά εύκολο. Είχε μελετήσει ένα χάρτη που είχε βρει στη βιβλιοθήκη και ήξερε τι βρισκόταν μπροστά του. Αμφέβαλλε πως ο Έινζλι ~ 228 ~


Μπέκετ ζούσε κοντά σε δυνάμει περίεργους γείτονες σε κάποια πόλη ή χωριό κατά μήκος της ακτογραμμής. Ειδικά εφόσον είχε παραδεχτεί ότι σπανίως μιλούσε με όσους όριζε ως «παρείσακτους». Όχι, ο άντρας αυτός προφανώς απολάμβανε την ιδιωτική του ζωή. Και τη θάλασσα. Άπαξ κι ένας άντρας αγαπήσει τη θάλασσα, δεν απομακρύνεται ποτέ απ’ αυτή. Αυτό άφηνε τους βάλτους Ρόμνι. Τον παράδεισο των λαθρεμπόρων. Πού αλλού να έμενε ο άντρας που αυτοαποκαλούνταν προστάτης των άλλων; Πώς αλλιώς να είχε ανακαλύψει το λαθρεμπόριο που λάμβανε χώρα στη γη των Ρέντγκρεϊβ; Πραγματικά, έπρεπε απλώς να ενώσει όλα τα κομμάτια του γρίφου μεταξύ τους. Στρίβοντας τον Χέκτορ προς την κατεύθυνση της θάλασσας, έκανε ζιγκ ζαγκ σε όλη τη διαδρομή μέχρι να φτάσει στην ακτογραμμή, σκεπτόμενος πως ήταν ο πιο ασφαλής, αν και μακρύτερος, δρόμος, ενώ έμεινε μακριά από τα δρομάκια, τους δρόμους και το προσφάτως ολοκληρωμένο Βασιλικό Στρατιωτικό Κανάλι. Οι πύργοι κατόπτευσης φαίνονταν να βρίσκονται σε ακανόνιστες αποστάσεις μεταξύ τους κατά μήκος της ακτής, λες κι είχαν χτιστεί στην τύχη. Όμως, κατά κύριο λόγο, μπροστά του έβλεπε το κυματιστό χορτάρι των βάλτων και πλήθη προβάτων να απλώνονται σε αυτόν το σχεδόν επίπεδο, άγρια όμορφο κόσμο. Τα καμπαναριά των εκκλησιών έμοιαζαν σαν κουκκίδες, πέρα μακριά, όμως ο Σάιμον ήξερε πως αν προσπαθούσε να βρει το δρόμο του προς την ενδοχώρα, οδηγούμενος μόνο από αυτά, σύντομα θα χανόταν ολότελα και χωρίς ελπίδα. Έπρεπε να διατηρεί οπτική επαφή με την ακτογραμμή. Αυτό όμως είχε άλλου είδους προβλήματα. Θα ήταν φιλόξενες οι παραλίες για έναν έφιππο άντρα ή συνεχίζονταν ακανόνιστα, με απότομες εναλλαγές του εδάφους, αναγκάζοντάς τον να κάνει διαρκώς παρακάμψεις στο δρόμο του; Και κάτι άλλο... Σε αυτή την επίπεδη, άγνωστη γη, εκείνος και ο Χέκτορ θα ήταν ορατοί από μακριά, πολύ προτού μπορέσει ο Σάιμον να καταλάβει προς τα πού ή προς ποιον πλησίαζε. Έβγαλε το ρολόι του. Πόσο χρόνο είχε προτού η Κέιτ δε θα κρατιόταν άλλο να μην εξερευνήσει την έπαυλη της κόμισσας; Χαμογέλασε καθώς έβαζε το ρολόι τσέπης στη θέση του. Πέντε λεπτά, το πολύ. Ο Σάιμον αγνάντεψε μελαγχολικά τον ορίζοντα. Προς το ~ 229 ~


παρόν, οι βάλτοι και ο Έινζλι Μπέκετ μπορούσαν να κρατήσουν τα μυστικά τους. «Έλα, Χέκτορ, έχω το προαίσθημα πως η κυρά μας μας ψάχνει». Είχαν επιστρέψει σε γνώριμα μέρη, όταν ένας μοναχικός καβαλάρης ξεπρόβαλε με το άλογό του από ένα αλσύλλιο κάπου είκοσι μέτρα μπροστά και σταμάτησε απότομα, κλείνοντας το καλοπατημένο χωμάτινο μονοπάτι. «Καλημέρα, πλοίαρχε», είπε ο άντρας, σηκώνοντας το πόδι του και ακουμπώντας το πάνω στο μπροστάρι της σέλας, σαν να ήθελε να δείξει πως δεν είχε κακούς σκοπούς και ανέμενε το ίδιο και από τον Σάιμον. «Είπε πως ήσουν περίεργος τύπος». Ο Σάιμον αποδέχτηκε το υπονοούμενο και χαλιναγώγησε τον επιβήτορά του, για να σταματήσει ενάμισι μέτρο μακριά από τον άντρα. Ήταν νέος, πρέπει να κόντευε τα τριάντα, αλλά κατά κάποιο τρόπο είχε αυτό που η γιαγιά του Σάιμον θα αποκαλούσε «γέρικη ψυχή». Όλα φαίνονταν εκεί, στα μάτια του. «Νόμιζα πως ήταν εύκολο και πως ήμουν πανέξυπνος. Τώρα βλέπω πως παρασύρθηκα από την ίδια μου την αλαζονεία, ακολουθώντας τα χνάρια που είχαν αφεθεί ιδανικά για μένα. Τα συγχαρητήριά μου». Αποτόλμησε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο του. «Με παρακολουθούσες όλη αυτή την ώρα;» «Στον πηγεμό και στον ερχομό, ναι. Αν χολοσκάς επειδή συμμάχησες με έναν ερασιτέχνη, θεώρησε πως κι εμείς αναρωτιόμαστε για το ίδιο πράγμα. Όμως έκανες τη σοφή επιλογή, πλοίαρχε. Ικανοποίησες κάπως την περιέργειά σου και μετά αποφάσισες να μας κάνεις τη χάρη και να μη χρειαστεί να σε δέσουμε κάπου χειροπόδαρα μέχρι να ξεμπερδέψουμε εδώ». Ο Σάιμον γέλασε σιγανά. «Με υπερεκτιμάτε, κύριε. Η περίέργειά μου παραλίγο να νικήσει. Ήταν ο φόβος μου για το μένος μιας κυρίας που με οδήγησε να επιστρέφω, αντί να ρισκάρω τους κινδύνους των βάλτων. Παρακαλώ, μεταβίβασε τις φιλοφρονήσεις μου στον κύριο Μπέκετ, και πες του πως απόλαυσα ιδιαίτερα τη συζήτησή μας χθες το βράδυ και ανυπομονώ να τη συνεχίσουμε κάποια άλλη στιγμή. Εκτιμώ επίσης την εμπιστοσύνη του σ’ εμένα και από τούδε και εις το εξής έχω ξεχάσει τ’ όνομά του». «Κόρτλαντ Μπέκετ», είπε ο άντρας, κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι, ξεκάθαρα ανταποδίδοντας την ευγένεια. «Τώρα μπορείς να το ξεχάσεις κι αυτό, καθώς μετά την αυριανή νύχτα ίσως να μην ξαναϊδωθούμε ποτέ». ~ 230 ~


«Έχουμε ιδωθεί; Δεν το θυμάμαι». Ο Σάιμον δοκίμασε να χαμογελάσει ξανά κι αυτή τη φορά ο Κόρτλαντ Μπέκετ του ανταπέδωσε τη χειρονομία. «Είπε πως ήσουν εντάξει τύπος. Είναι παρηγορητικό να ξέρω πως δεν έχει χάσει την οξυδέρκειά του. Ο Τζάκο, όμως, τρώγεται σαν γριά γυναικούλα, καταλαβαίνεις». Ο Κόρτλαντ τίναξε το πόδι του πάνω από το μπροστάρι προς τα κάτω, βρίσκοντας επιδέξια τον αναβολέα. «Καλή τύχη με την κυρία». «Ευχαριστώ. Θα τη χρειαστώ». Ο Σάιμον έμεινε να τον παρακολουθεί καθώς ο Μπέκετ απομακρυνόταν καβάλα στ’ άλογό του. Μέχρι να κατηφορίσει στα μισά του λόφου, τον είχε πλησιάσει άλλος ένας καβαλάρης και μέχρι να βυθιστούν ξανά στο δασάκι που συνόρευε με το Δυτικό Λιβάδι είχαν μαζευτεί τέσσερις καβαλάρηδες, ιππεύοντας ο ένας πίσω από τον άλλο, γλιστρώντας μέσα στα δέντρα χάρη σ’ ένα στενό μονοπάτι που δεν είχε αντιληφθεί. «Να πάρει ο διάβολος...» Τον κατασκόπευαν από τη στιγμή που είχε φύγει από το στάβλο της Έπαυλης Ρέντγκρεϊβ μέχρι που σταμάτησε να σκεφτεί καλύτερα τι έκανε. Και σε όλο το δρόμο της επιστροφής. Πρώτα οι υπηρέτες των Ρέντγκρεϊβ, που ξεπετάγονταν πίσω από τους θάμνους, και τώρα οι άντρες του Μπέκετ. Κι όλα τούτα χωρίς να πάρει χαμπάρι. Ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικό. Ο Σάιμον αποφάσισε πως προτιμούσε μακράν τη θάλασσα. Τουλάχιστον μπορούσες να διακρίνεις τα πανιά των πλοίων που πλησίαζαν από ενάμισι μίλι μακριά. Μέχρι να αφήσει τον Χέκτορ στο στάβλο και να διασχίσει το γρασίδι έως την έπαυλη της κόμισσας, η Κέιτ τον περίμενε ήδη, πετώντας μια μπάλα προς τα τέσσερα σκυλιά, ενώ το ένα που το έλεγαν Τάμπι καθόταν δίπλα της, με τη γλώσσα του να αιωρείται και την κοντόχοντρη ουρά του να κοπανάει το γρασίδι. Μάλλον ξαναζεί τα παλιά του κυνήγια- σε κάποια φάση όλοι μας πρέπει να αποσυρθούμε στο παρασκήνιο με τις αναμνήσεις μας -ένας καλός λόγος να εξασφαλίσουμε πως αυτές οι αναμνήσεις Θα είναι ευχάριστες και ψυχαγωγικές, αντί να σε στοιχειώνουν κάθε νύχτα κάτω από τα σκεπάσματά σου. «Απόλαυσες τη βόλτα σου;» τον ρώτησε καθώς πάλευε να πάρει τη νωπή μπάλα από το στόμα ενός από τα κυνηγόσκυλα, ενώ μετά την πέταξε μια τελευταία φορά προτού αρχίσουν να περπατάνε συντονισμένοι προς την αντίθετη κατεύθυνση. ~ 231 ~


Μόνο ο Τάμπι τους ακολούθησε. «Αρουραίε». Ο Σάιμον χάιδεψε το χέρι της με τη ράχη της παλάμης του. «Σε παραδέχομαι, Κέιτ, τουλάχιστον δεν κάνεις έναν άντρα να ξεροσταλιάζει, να περιμένει πότε θα πέσει ο πέλεκυς. Νιώθεις καλύτερα τώρα;» «Φορούσα το ίδιο κοστούμι ιππασίας όταν κατέβηκα στην τραπεζαρία για το πρωινό, θυμάσαι;» «Δεκτό. Όμως μετά το δημόσιο καβγά μας δεν μπορούσα να σε ρωτήσω αν ήθελες να έρθεις μαζί μου για ιππασία, μπορούσα;» «Το ξέρω. Μόνη μου έπαιξα το θέατρό μου και έφτασα σε αδιέξοδο, σωστά; Τουλάχιστον έτσι είχα χρόνο να διαβάσω το ταχυδρομείο και πήρα το ελεύθερο ν’ ανοίξω ένα γράμμα που απευθυνόταν στον Βάλενταϊν. Ήδη καθόταν άθικτο για μέρες και ήμουν περίεργη, στην περίπτωση που το περιεχόμενό του είχε σχέση με... ξέρεις. Εντούτοις, τα πράγματα δείχνουν πως η Τρίξι βρίσκεται καθ’ οδόν για εδώ». Ο Σάιμον την κοίταξε ερωτηματικά. Δεν έμοιαζε να πετάει τη σκούφια της να του πει τα νέα. «Ώστε έτσι». «Ναι, και ανησυχώ. Ο Ρίτσαρντ Μπόρντερς -φίλος της Τζέσικα και τώρα της Τρίξι- έγραψε πως δεν είναι καλά, μολονότι δεν το παραδέχεται. Δύο κηδείες, Σάιμον. Σύρθηκε να παραστεί σε δύο κηδείες. Δεν είναι άξιο απορίας που δε νιώθει ο συνηθισμένος της εαυτός. Όμως...» «Ναι; Όμως;» «Όμως έλεγε κι άλλα. Ο Ρίτσαρντ διαβίβασε το αίτημα της Τρίξι να μεταβώ στο σπίτι όπου μένουν τώρα ο Γκίντιον και η Τζέσικα. Έμαθε πως ψάχνω για τα ημερολόγια και απαιτεί την απουσία μου και να την περιμένει ο Βάλενταϊν να φτάσει προτού συνεχίσει οποιαδήποτε έρευνα». Η Κέιτ κοίταξε με πληγωμένο βλέμμα τον Σάιμον. «Μου φέρεται λες κι είμαι παιδί. Ποτέ δε μου έχει φερθεί σαν παιδί, ακόμα κι όταν ήμουν». «Μάλιστα. Και από αυτό συμπεραίνεις πως...» «Δεν ξέρω. Πρέπει να είναι τα ημερολόγια. Τι μπορεί να είναι χειρότερο από τα ημερολόγια;» Ο Σάιμον είχε μερικές σκέψεις επ’ αυτού, αλλά σοφά τις κράτησε για τον εαυτό του. Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της Κέιτ. «Οπότε θα παρατήσεις την έρευνα;» «Δεν μπορώ. Θυμήσου, η Τρίξι δεν ξέρει πως το λείψανο του Μπάρι εξαφανίστηκε. Εγώ, πάντως, σίγουρα δεν το έχω ξε~ 232 ~


χάσει. Αν έχει αποφασίσει πως θα επιτύχουμε με ή χωρίς εκείνη και συμφωνήσει να μας δείξει την είσοδο σε κάποια σπηλιά ή σήραγγα και σκοντάψουμε πάνω στο λείψανό του; Ο Ρίτσαρντ γράφει πως είναι άρρωστη. Θεέ μου, Σάιμον, αυτό ίσως τη σκότωνε. Μπορεί να φτάσει σήμερα, αύριο. Δεν ξέρω πόσο καιρό πριν στάλθηκε το γράμμα. Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα από ποτέ. Δόξα τω Θεώ που είμαστε κοντά». «Νομίζουμε πως είμαστε κοντά. Έχεις το κλειδί;» Άγγιξε την τσέπη της φούστας της. «Το έχω». «Και η Κονσουέλα; Φαίνεται πως η σκιά σου λείπει, τόσο στο πρωινό όσο και τώρα». «Α, το πρόσεξες. Δεν το παραδέχεται, όμως παράφαγε χθες. Είναι κουκουλωμένη στο ράντζο στο δωμάτιο της γκαρνταρό-μπας μου κι ορκίζεται πως δε θα ξαναφάει ποτέ της καλκάνι, βογκώντας ξανά και ξανά, Mi estomago estο al reves. Είναι πραγματικά χάλια». «Αν το στομάχι μου ήταν άνω κάτω, κι εγώ δε θα ’ μουν πολύ χαρούμενος. Φαντάζομαι πως σε ικέτευσε να μείνεις στο σπίτι, ενώ εσύ τη διαβεβαίωσες πως αυτό ακριβώς θα έκανες». Η Κέιτ ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα ήταν πολύ σκληρό αν της έλεγα πως πάμε στην έπαυλη της κόμισσας. Σκεφτόμουν μονάχα το καλό της». «Αν μπορούσα με κάποιο τρόπο να σηκώσω το πάνω μέρος του κεφαλιού σου και να ρίξω μια κλεφτή ματιά στο μυαλουδάκι σου, θα χανόμουν μέσα στις παράξενες σπείρες του, ε; Δεν πειράζει όμως». Ο Σάιμον την έπιασε απ’ το χέρι και της το έσφιξε, χωρίς να δίνει δεκάρα πόσοι υπηρέτες των Ρέντγκρεϊβ μπορεί να τους παρακολουθούσαν πίσω από κάθε θάμνο και δέντρο. «Κέιτ; Είσαι αρκετά σίγουρη πως είσαι έτοιμη γι’ αυτό; Για ό,τι μπορεί να βρούμε;» «Όχι. Δε θέλω να δω τίποτα απ’ αυτά, παρ’ όλο που την ίδια στιγμή προσεύχομαι τα ημερολόγια να είναι κάπου εκεί μέσα. Υποθέτω πως θα έλεγες πάλι ότι το μυαλό μου είναι παράξενο. Όμως για να σου δείξω πως μπορώ να είμαι προσεκτική αν πρέπει, είχα σκεφτεί μέχρι και να καλέσω τον Γκίντιον, προτού ξεκινήσουμε την έρευνά μας, να αφήσω εσάς τους δύο να τη δι-εξαγάγετε χωρίς εμένα. Μόνο που τώρα μας τελειώνει ο χρόνος, με την Τρίξι καθ’ οδόν». Είχαν φτάσει στην είσοδο της έπαυλης. «Τάμπι, μείνε εδώ έξω», διέταξε το σκυλί, γυρίζοντας το κλειδί στην κλειδα~ 233 ~


ριά. «Σάιμον, είδες τα πάντα στο σκοτάδι. Σε παρακαλώ, μη σκανδαλιστείς υπερβολικά». «Αυτό ακούγεται δυσοίωνο». Ο Σάιμον άφησε το χέρι της Κέιτ και προχώρησε αργά στο χολ, που είχε πρωτοδιασχίσει μέσα στο απόλυτο σκότος, με τα πάντα σκεπασμένα από σεντόνια, σχεδόν ανίκανος να χωρέσει το θέαμα σε μία και μόνη σαρωτική ματιά. Το σχέδιό του μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν να κλείσει την πόρτα, να πάρει την Κέιτ αγκαλιά και να τη φιλήσει μέχρι να την κάνει να χάσει τα λογικά της. Όμως δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το αποσβολωμένο βλέμμα του απ’ αυτό που ξεδιπλωνόταν τώρα μπροστά του. Το τριώροφο κτίσμα με τη θολωτή στέγη ήταν μεγαλόπρεπο, όλο από κρεμ μάρμαρο και φύλλα χρυσού. Το μεγάλο, στρογγυλό τραπέζι στο κέντρο του χολ μιμούνταν τα κρεμ και χρυσά χρώματα που επικρατούσαν παντού. Το χρυσό άγαλμα πάνω του αναπαριστούσε σε φυσικό μέγεθος μια γυμνή γυναίκα, με τα χέρια τεντωμένα ψηλά προς τον τεράστιο κρυστάλλινο πολυέλαιο. Η Κέιτ είχε χαμηλώσει τα μάτια της, λες και ντρεπόταν, συναίσθημα που συμμεριζόταν απόλυτα κι ο ίδιος ένιωθε ντροπή. «Μπήκα κρυφά νωρίτερα και αφαίρεσα τα καλύμματα τόσο εδώ όσο και στο σαλόνι. Αμφιβάλλω πως χρειάζεται να δεις τίποτε άλλο. Μάλλον αυτό είναι το μέρος όπου η Αδελφότητα, εμ... παρέθετε τις δεξιώσεις της;» Δεξιώσεις; «Δεν ήθελα να σου το δείξω, ούτε και ο Βάλενταϊν, ειδάλλως θα το είχε κάνει όσο ήταν εδώ, σωστά; Δεν είναι κάτι που έπρεπε να ξέρεις ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Αν όμως η σήραγγα οδηγεί στ’ αλήθεια εδώ; Μη με κοιτάς έτσι, Σάιμον». Η Κέιτ ακόμη δεν καταλάβαινε. Μιλούσε, χρησιμοποιούσε όλες τις σωστές λέξεις, υποκρινόταν την έμπειρη και γνωστική γυναίκα του κόσμου, όμως το μυαλό της πιθανώς αδυνατούσε να συλλάβει όλη την έκταση των σατανικών πραγμάτων που διαδραματίζονταν στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ την εποχή του παππού και του πατέρα της. Μάλλον ακριβώς κάτω απ’ τα πόδια τους, σε κάποια σήραγγα ή σπηλιά που ξεκινούσε από εδώ. Η έπαυλη της χήρας κόμισσας, αυτό το μέρος, με όλη τη διακριτικά ερωτική ομορφιά του, μπορούσε να είναι μονάχα ο προθάλαμος σε μια κόλαση πέρα για πέρα αδιανόητη για την Κέιτ. ~ 234 ~


Ο Σάιμον κλεφτοκοίταξε σ’ ένα δωμάτιο που πρέπει να ήταν το σαλόνι του ισογείου για να δει το διακοσμητικό μοτίβο να επαναλαμβάνεται. Ήταν όμορφο. Ήταν συγκρατημένο. Υπήρχαν έργα τέχνης και αγάλματα παντού, άντρες και γυναίκες μαζί, σε διάφορες αθώες πόζες, όλοι τους χωρίς ούτ’ ένα μαρμάρινο πέπλο ή φύλλο συκής. Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι το σκηνικό για ένα εκλεπτυσμένο ρωμαϊκό όργιο. Η Κέιτ τον πλησίασε από πίσω. «Θέλεις να μάθεις κάτι παράξενο, Σάιμον; Όταν συνήθιζα να τρυπώνω εδώ, παίρνοντας στο κατόπι τις καμαριέρες, το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να χαχανίζω καθώς τις παρακολουθούσα να χρησιμοποιούν τα ξεσκονιστήρια με τα φτερά πάνω σε... ξέρεις, με κλειστά μάτια και στραμμένο αλλού το κεφάλι τους. Όμως τώρα, μετά τη χθεσινή νύχτα, τα βλέπω όλα τούτα και δεν είναι καθόλου γελοία ή διασκεδαστικά. Σήμερα τα βρίσκω αρκετά... ανησυχητικά. Πόσο παράξενο είναι που μια νύχτα κάνει τόσο μεγάλη διαφορά. Τάμπι! Είπα να μείνεις έξω». Γύρισε ξανά στην πόρτα και την άνοιξε ελάχιστα. «Φύγε, ξουτ». Ο Σάιμον κοιτούσε τη σκάλα. «Θέλω να μάθω πώς μοιάζει η κρεβατοκάμαρα όπου ήμασταν χθες το βράδυ πέρα από το κρεβάτι;» «Μάλλον όχι, όχι. Ούτε θα ήθελες να δεις την κάμαρα της Τρίξι στο Λονδίνο ή τα αγάλματα που στολίζουν την ελικοειδή σκάλα που οδηγεί από το χολ στον πάνω όροφο. Ο παππούς μου ανέλαβε τη διακόσμηση και των δύο οικιών πολλά χρόνια προτού εκείνος και η Τρίξι παντρευτούν. Αυτή ποτέ δεν άλλαξε τίποτα, καθώς το βρίσκει διασκεδαστικά να δείχνει αντάξια της φήμης των σκανδαλωδών Ρέντγκρεϊβ». Ο Σάιμον κοίταξε ολόγυρά του άλλη μια φορά. «Κάτι παρόμοιο με αυτό εδώ σίγουρα θα εκπλήρωνε το στόχο της». «Σε παρακαλώ, σταμάτα να κοιτάς. Μολονότι, όπως είπα, ποτέ δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον να μετακομίσει σε αυτή την έπαυλη. Απορώ τι θα κάνει τώρα που η Τζέσικα θα αναλάβει το ρόλο της οικοδέσποινας. Τάμπι!» Έκλεισε την πόρτα και ακολούθησαν το σκυλί πίσω στο σαλόνι. «Ειλικρινά, συνήθως φέρεται καλύτερα. Ξέρει πως δεν επιτρέπονται σκυλιά εδώ μέσα». «Εσύ όμως τρύπωνες εδώ μέσα μαζί με τις καμαριέρες, αυτό είπες πριν από λίγο. Δεν επιτρέπεται να είσαι εδώ μέσα, όχι περισσότερο απ’ ό,τι τα σκυλιά», είπε ο Σάιμον, ενώ αίφνης ~ 235 ~


του ήρθε μια ιδέα. «Πώς κατάφερες να πάρεις το κλειδί από τον Ντίαρμπορν; Αυτό δεν το ανέφερες». «Ποτέ δεν το επέστρεψα χθες, ανόητε. Απλώς προσποιήθηκα ότι το έκανα μπροστά σου κι εσύ με πίστεψες. Ακόμα κι αν τον ικέτευα, ο Ντίαρμπορν δε θα μου έδινε ποτέ το κλειδί, όπως ποτέ δε θα σέρβιρε το δείπνο φορώντας τη νυχτικιά και το σκουφί του ύπνου του. Έχεις πολλά να μάθεις περί δολιότητας, Σάιμον». «Είμαι πεισμένος πως θα με διδάξεις εσύ», της αποκρίθηκε στεγνά. «Τι σκαρώνει πάλι αυτό το σκυλί;» Η Κέιτ έριξε μια ματιά, φώναξε το σκύλο και διέσχισε τρέχοντας το σαλόνι. «Αν τολμήσεις να σηκώσεις το πόδι σου πάνω σ’ αυτό τον τοίχο, σ’ το υπόσχομαι, θα σε...» Αναπήδησε προς τα πίσω με μια στριγκλιά, καθώς ο Τάμπι άρχισε να γαβγίζει, σκαλίζοντας με τα νύχια του μια τρύπα στο περίτεχνο σοβατέπι, που προφανώς είχε φαγωθεί. «Ποντίκι, ανάθεμά το!» Ο Σάιμον γέλασε. «Την τρόμαξε ένα ποντίκι; Ω, πώς θα μπορέσω ποτέ να ξεπεράσω αυτή την απογοήτευση; Δεν είναι τέλεια...» Τον κεραυνοβόλησε με ένα σκοτεινό βλέμμα όσο χαμήλωνε βιαστικά τη φούστα της, σαν να ήταν πλέον σίγουρη πως το ποντίκι δε θα σκαρφάλωνε πάνω της για να τη δαγκώσει στη μύτη ή κάτι τέτοιο. «Δε φοβάμαι τα ποντίκια. Απλώς με ξάφνιασε, αυτό είναι όλο. Δεν περίμενα να πεταχτεί μπροστά μου. Πού πήγε;» «Αν το ενδιαφέρον του Τάμπι αποτελεί ένδειξη, ο φίλος μας ο αρουραίος είναι ξανά ασφαλής μέσα στον τοίχο». «Ωραία. Έτσι, εκεί ανήκει». Έσκυψε για να πιάσει το σκυλί από το κολάρο του. «Έλα, Τάμπι, ώρα να φεύγεις». «Πόσο μεγάλα ήταν τα δόντια του;» ρώτησε ο Σάιμον πλησιάζοντας τον τοίχο. «Τι; Ποντίκι ήταν, Σάιμον, όχι φλογοβόλος δράκος. Επιπλέον, δεν πρόσεξα. Κυρίως είδα δυο μάτια και μια ροζ μύτη να σαλεύει». Καθώς η Κέιτ άρχισε να τραβολογάει τον απρόθυμο Τάμπι, ο Σάιμον κάθισε στις φτέρνες του μπροστά στην τρύπα. Χτύπησε ελαφρά τον τοίχο κάμποσες φορές κι ύστερα έχωσε τα δάχτυλά του στην ποντικότρυπα. «Αχά». «Αχά; Τι εννοείς, αχά,» Τώρα η Κέιτ είχε καθίσει με τον ίδιο ~ 236 ~


τρόπο δίπλα του, κρατώντας ακόμη τον Τάμπι. «Μη βάζεις τα δάχτυλά σου εκεί μέσα!» Την έπιασε απ’ το μπράτσο. «Σήκω όρθια, Κέιτ, και κάνε πίσω». Τον κοίταξε απαυδισμένη. «Έχεις καμιά ιδέα πόσο απεχθάνομαι να δέχομαι διαταγές; Αν βρήκες κάτι, πες το μου». Ο Σάιμον σηκώθηκε, ξεσκονίζοντας τα χέρια του μεταξύ τους. «Εντάξει, αφού το ζήτησες τόσο ευγενικά. Πρώτον, τα ποντίκια μπορεί να έχουν κοφτερά δόντια, όμως θα χρειάζονταν μάλλον καμιά ντουζίνα από δαύτα και χρόνια ολόκληρα για να ανοίξουν με τα δόντια τους μια τρύπα σε ένα σοβατέπι με τόσο πάχος όσο αυτό εδώ». «Ε, λοιπόν, τον καιρό τον είχαν», παρατήρησε σκεπτική η Κέιτ. «Κανένας δε ζει εδώ από... από ποτέ, θαρρώ. Ο παππούς μας διέταξε να χτίσουν την έπαυλη όταν η αρχική κάηκε ολοσχερώς. Σου το είπα αυτό, σωστά;» «Άλλη μια φωτιά». Η Κέιτ στένεψε τα μάτια της. «Τι πάει να πει αυτό;» «Δεν έχω ιδέα. Υποθέτω πως φαίνεται μεγάλη σύμπτωση. Αν κάποιος θέλει να εξαφανίσει κάτι, μια φωτιά είναι ένας καλός τρόπος». «Θέλεις να μάθεις περισσότερα ή όχι; Η πρώτη έπαυλη είχε χτιστεί σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την ίδια την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, όπως καταλαβαίνω. Ο παππούς μας διέταξε να γκρεμίσουν τα απομεινάρια και τώρα στη θέση της βρίσκεται ένας στάβλος για τις ετοιμόγεννες φοράδες, χτισμένος ακριβώς πάνω στα θεμέλια του αρχικού κτίσματος. Ω, συγνώμη. Μου έκανες μάθημα για τα δόντια των αρουραίων;» Ο Σάιμον απώθησε από το μυαλό του κάθε σκέψη για συμπτωματικές φωτιές -φωτιές της κολάσεως-, ώστε να στραφεί ξανά στα προβλήματα του παρόντος. «Και περί σοβατέπι, ναι. Αυτό μπροστά μας δεν έχει πάνω από πέντε εκατοστά πάχος στη βάση του. Λαμβάνοντας υπόψη τα περίτεχνα σκαλίσματα, ξέρεις πόσες στρώσεις ξύλου χρειάζονται για να δημιουργηθεί ένα τόσο περίπλοκο σχέδιο;» «Επίτρεψέ μου να διακινδυνεύσω μια εικασία. Θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερο πάχος;» «Ναι. Αρκετές στρώσεις ακόμη. Όμως αυτό το τμήμα του σοβατέπι έχει σκαλιστεί πάνω σε ένα και μοναδικό στρώμα ξύλου, με σκοπό να φαίνεται πως υπάρχουν περισσότερες στρώ~ 237 ~


σεις από πίσω. Ένα ολόκληρο κομμάτι του τοίχου μάλλον είναι πιο λεπτό, πιο ελαφρύ, εύκολο να γλιστρήσει πίσω από την υπόλοιπη τοιχοποιία ή να μετακινηθεί με κάποιο τρόπο. Έξυπνο». Την Κέιτ δεν την χωρούσε ο τόπος, τόσο ενθουσιασμένη ήταν. «Οπότε λες ότι το βρήκαμε. Ένας ψευδότοιχος. Ξέρεις, πάντα ήλπιζα πως θα ήταν αυτό κι ότι θα τον έβρισκα εγώ, όχι ο Τάμπι. Γι’ αυτό ξαναχτυπάς τον τοίχο, ναι; Τα ημερολόγια βρίσκονται ακριβώς πίσω από αυτό το τμήμα; Τόσο εύκολο είναι;» «Ή τόσο λογικό. Αυτό δεν είναι η έπαυλη της κόμισσας, Κέιτ. Είναι ένα...» Πάσχισε να βρει τη σωστή λέξη. Πορνείο; Οίκος ηδονής; Η παιδική χαρά του Διαβόλου; «Δεν μπορώ να πιστέψω πως αυτό δεν ήταν το πρώτο μέρος που κοίταξε κάποιος». Η Κέιτ κόλλησε τις γροθιές στους γοφούς της. «Αυτό οφείλεται στο ότι κανένας απ’ τους αδελφούς μου δεν έψαχνε, εκτός από μένα, και μου ζήτησαν να το κάνω προτού συνειδητοποιήσουν πως ίσως κατάφερνα να κοροϊδέψω τον Ντίαρμπορν, να του πάρω το κλειδί και να έρθω, οπότε ο Βάλενταϊν στάλθηκε εδώ για να μου αποσπάσει την προσοχή. Και, προς ενημέρωσή σας, εξοχότατε, ο Βάλενταϊν έψαξε εδώ. Έψαξε το σπίτι από πάνω μέχρι κάτω την πρώτη κιόλας μέρα που έφτασε στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ. Διεξοδικά. Αμέσως μόλις με απείλησε πως. αν τολμούσα να αποπειραθώ να μπω μέσα, θα έκανε τη ζωή μου επίγεια κόλαση». Άφησε τα χέρια της να πέσουν άψυχα στα πλευρά της. «Και μετά έφυγε και τώρα να ’μαστε Μάλλον πρέπει να ξέχασε πως είχαμε βρει μαζί το κλειδί, εκείνος κι εγώ, πριν από πολύ καιρό. Ικανοποιημένος τώρα;» «Ο Βάλενταϊν έψαξε το κτίριο;» «Αυτό δε σου είπα μόλις; Το έκανε, και μάλιστα μαζί με τα δυο κουφιοκέφαλα σκυλιά του». Τελικά χαμογέλασε. «Είναι ολοφάνερο πως δεν είναι ποντικοκυνηγοί σαν κι εσένα, Τάμπι», είπε σκύβοντας για να χαϊδέψει τ’ αυτιά του. «Καλό σκυλί. Καλό, καλό σκυλάκι». Ενόσω η Κέιτ μιλούσε, ο Σάιμον διέτρεχε με τα χέρια του την παχιά ξύλινη επένδυση που διακοσμούσε τον τοίχο. Δε θα ήταν κάτι τόσο προφανές ο μηχανισμός που άνοιγε τον τοίχο, τίποτα που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί εύκολα κατά λά~ 238 ~


θος, π.χ. εξαιτίας μιας καμαριέρας που καθαρίζει μια απλίκα με υπερβάλλοντα ζήλο. «Για την ακρίβεια», μονολόγησε φωναχτά, γυρίζοντας να κοιτάξει το υπόλοιπο δωμάτιο, «ίσως να μη βρίσκεται καν εδώ». Αυτό το σχόλιο φάνηκε να βοηθάει την Κέιτ να καθαρίσει το μυαλό της από οποιαδήποτε σκέψη που δεν αφορούσε την υπόθεσή τους. «Εννοείς πως έκανες λάθος; Για όνομα του Θεού, Σάιμον, κι εγώ που ήμουν έτοιμη να τρέξω στον Βάλενταϊν, ανυπομονώντας να του πω ότι του διέφυγε κάτι τόσο προφανές». «Κουνήσου από κει», τη διέταξε κοφτά ο Σάιμον. Έκανε ό,τι της ζήτησε, αυτή τη φορά δίχως δισταγμό ή διαμαρτυρίες. «Νομίζεις πως υπάρχει κάποιου είδους μηχανισμός κάτω απ’ το πάτωμα; Όμως οι υπηρέτες βγάζουν τα χαλιά κάθε χρόνο για να τα τινάξουν. Σίγουρα θα είχαν προσέξει ένα μηχανισμό». «Έχεις δίκιο». Έτριψε το σαγόνι του, εξετάζοντας ξανά τον περιβάλλοντα χώρο. Έπρεπε να υπήρχε κάτι, ειδάλλως το συμπέρασμά του για το σοβατέπι ήταν λανθασμένο. Όμως, δεν ήταν δυνατόν. Είχε αισθανθεί ένα ρεύμα ψυχρού αέρα στα δάχτυλά του καθώς τα έχωνε στην τρύπα. Γιατί να υπάρχει ψυχρός αέρας, όταν πίσω από το σαλόνι βρισκόταν άλλο δωμάτιο; Τουλάχιστον αυτό υπαγόρευε η αρχιτεκτονική, ενώ το κτίριο με τα παράθυρά του εκτεινόταν γραμμικά προς αυτή την κατεύθυνση. Όχι, όλα ήταν καθαρά θέμα εντοπισμού του καταραμένου μοχλού. Το τζάκι; Υπερβολικά προφανές. Οι πολυέλαιοι; Θα χρειαζόταν μια σκάλα για να τους φτάσει κανείς. Οι καθρέφτες; Οι πίνακες; Και πάλι, μια ευσυνείδητη καμαριέρα ίσως ανακάλυπτε το μηχανισμό καθαρίζοντας κάθε καδραρισμένο αντικείμενο. Αν μετακινούσες ένα συγκεκριμένο βιβλίο σ’ ένα ράφι; Μόνο που δεν υπήρχαν βιβλία ή βιβλιοθήκες σ’ αυτό το δωμάτιο. Τι άλλο υπήρχε που δεν ήταν δυνατόν να ξεσκονίσεις, να σηκώσεις ή να μετακινήσεις με οποιονδήποτε τρόπο; Σκέψου, Ρέιβενσμπιλ! Ψάχνει μόνη της τώρα. Αν βρει το διαβολεμένο μοχλό πριν από σένα, δε θα πάψει να σου το χτυπάει στον αιώνα τον άπαντα! Όμως αυτό δεν ήταν διαγωνισμός, όχι επί της ουσίας. Θα έπρεπε να συνεργάζονται, ως ομάδα. «Δεν κουνιέται», είπε η Κέιτ, τραβώντας τη μια από τις δυο ~ 239 ~


ασορτί απλίκες που βρίσκονταν εκατέρωθεν του τζακιού. «Υπέθετα πως θα ήταν πολύ εύκολο. Ξέρεις τι σκέφτομαι, Σάιμον; Νομίζω πως απλώς χρειάζεται να το γκρεμίσουμε. Εννοώ, ποιος νοιάζεται πώς δουλεύει; Απλώς πρέπει να κάνουμε τον τοίχο κομματάκια και να μπούμε μέσα». Ασορτί απλίκες. Ζευγάρι. Ως ομάδα... «Μείνε εκεί που είσαι, Κέιτ», τη σταμάτησε, καθώς ήταν φανερό πως εκείνη αδημονούσε να ψάξει για βαριοπούλες. Προχώρησε μέχρι την άλλη πλευρά του μεγάλου τζακιού και ακούμπησε τα χέρια του στην άλλη απλίκα. Την τράβηξε προς τα κάτω. Τίποτα δε συνέβη. «Τώρα θα το κάνουμε ξανά, όμως αυτή τη φορά μαζί. Με το τρία. Ένα... δύο... τρία». Και οι δύο απλίκες έγειραν μπροστά. Ακούστηκε ένας ήχος σαν κλικ και ενάμισι μέτρο από την επένδυση του τοίχου μετακινήθηκε τουλάχιστον δεκαπέντε εκατοστά προς τα πίσω, ύστερα γλίστρησε προς τ’ αριστερά κι εξαφανίστηκε πίσω από τον υπόλοιπο τοίχο. Η Κέιτ άφησε την απλίκα. «Θεέ μου! Σάιμον, το βρήκαμε. Το βρήκαμε!» Και το είχαν βρει. Δυστυχώς, τη στιγμή που η Κέιτ άφησε την απλίκα, ο τοίχος έκλεισε ξανά. «Πρέπει να το κάνουμε και οι δύο, ταυτόχρονα», συμπέρανε ο Σάιμον. «Το σοβατέπι είναι πιο λεπτό ώστε η ξυλεπένδυση να μπορεί εύκολα να γλιστρήσει πίσω από τον τοίχο. Έξυπνο. Το αληθινό κόλπο, ωστόσο, είναι να κρατήσουμε ανοιχτό τον ψευδότοιχο». «Ένα άτομο δε θα μπορούσε ποτέ να τα καταφέρει, θα μπορούσε;» ρώτησε η Κέιτ. «Αν πρέπει να πιέσουμε τις απλίκες ταυτόχρονα. Λες ένα τρίτο άτομο να κρατάει τον τοίχο ανοιχτό;» «Πολύ χοντροκομμένο, ύστερα απ’ όλο αυτό το περίπλοκο σύστημα». Ο Σάιμον ένευσε αρνητικά καθώς έκανε βόλτες μπροστά από το τζάκι. «Δύο άτομα είναι ένα κοινό μυστικό, η ανώτατη τιμή που απονέμεται από τον ηγέτη. Τρεις, όπως και στις περισσότερες συνεργασίες, είναι πολλοί δημιουργούνται διενέξεις. Από την άλλη, όμως, αν χρειάζονται δύο άτομα, τότε θα ήταν αδύνατον να ενεργήσει ο ένας χωρίς τον άλλο, εκτός κι αν ανακάτευαν έναν τρίτο, κάτι που ξεκάθαρα δεν ήταν το σχέδιό τους. Φαντάζομαι πως οι δύο είναι ο Ηγέτης και ο Φύλακας, ή, με άλλα λόγια, ο πατέρας σου και ο πατέρας του ~ 240 ~


Άνταμ και, πριν από αυτούς, ο παππούς σου και όποιος ήταν ο Φύλακάς του όταν ζούσε. Αυτό προϋποθέτει απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ τους και επίσης αποτελεί μια διακριτική υπενθύμιση πως όποιος αποπειράτο να δράσει μόνος του ήταν έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος σε αποτυχία. Η τιμή του διαβόλου, υποθέτω». Κοντοστάθηκε και κοίταξε τα αγάλματα πάνω στο περβάζι του τζακιού. «Στάσου μια στιγμή. Ας δοκιμάσουμε κάτι, Κέιτ. Αυτά τα ορειχάλκινα αγαλματίδια, που είναι παραταγμένα στο περβάζι. Πρέπει να παίζουν κάποιο ρόλο σε όλο αυτό. Α, ο Έρως και η Αφροδίτη. Ο θεός... της επιθυμίας μαζί με τη θεά του έρωτα και της αιώνιας νεότητας, μεταξύ άλλων». Όπως η προστάτιδα θεά των ιερόδουλών... «Πώς το ξέρεις αυτό;» «Είμαι ένας άντρας με πολλά ταλέντα, Κέιτ, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να διαβάζω. Όλα τα ονόματα είναι χαραγμένα στη βάση κάθε αγαλματιδίου». Η Κέιτ κοίταξε και τα δώδεκα, ένα ένα. «Χάος, Νέμεσις, Τάρταρος, Γαία, Έρεβος, Νυξ, Θάνατος, Απάτη, Ύπνος, Μόρος, ο δαίμων της μοίρας, Έρως, ο θεός της σαρκικής επιθυμίας κάτι παραπάνω απ’ ό,τι είπες, Σάιμον-και η Αφροδίτη». Στράφηκε να τον κοιτάξει. «Γιατί είπες πρώτα τον Έρωτα και την Αφροδίτη;» «Απ’ όσο θυμάμαι από τη μυθολογία, πολλοί τους θεωρούν μητέρα και γιο. Κάποιοι από τους υπόλοιπους θεούς σχετίζονται με διάφορους τρόπους, όμως οι δύο αυτοί μου φαίνονται οι πιο προφανείς αναφορικά με τους σκοπούς του παππού σου. Διάλεξε έναν, Κέιτ». Και οι δυο τους σήκωσαν από ένα αγαλματίδιο, με την Κέιτ ακόμα μπερδεμένη, ενώ ο Σάιμον προσευχόταν πως θα έβλεπε αυτό που ήλπιζε να δει. Και να το: ένα άνοιγμα στο πίσω μέρος του αναπάντεχα βαριού αντικειμένου. Σήκωσε το άγαλμα του Χάους, ίσα ίσα για να σιγουρευτεί πως είχε δίκιο. Υπήρχε ένα άνοιγμα στο πίσω μέρος, αλλά είχε εντελώς διαφορετικό σχήμα. Ο Ύπνος είχε κι αυτός μια τρύπα στην πλάτη του, κι αυτή επίσης με διαφορετικό σχήμα. Επιπλέον, κάθε αγαλματίδιο είχε διαφορετικό βάρος. Εκτός κι αν είχε δίκιο, θα έτρωγαν όλο τους το απόγευμα μέχρι να ανακαλύψουν το σωστό συνδυασμό θεών. «Σάιμον; Υπάρχει ένα άνοιγμα στο...» ~ 241 ~


Τώρα τον είχε κυριεύσει πραγματική έξαψη. «Ναι, ας ελπίσουμε πως έχω διαλέξει το σωστό ζευγάρι. Πήγαινε και στάσου μπροστά απ’ την απλίκα σου. Ωραία. Τώρα κοίτα την από κοντά, ψηλάφησε τα κηροπήγια. Θέλουμε να βρούμε κάτι που μπορεί να στηρίξει τα αγάλματα. Α, το βρήκα. Νιώθεις το γάντζο, Κέιτ; Πίσω από το μεσαίο κηροπήγιο». Το χαμόγελό της ήταν μισό θρίαμβος, μισό τρόμος. «Το νιώθω. Κρεμάμε τους θεούς ταυτόχρονα, σωστά;» «Με το τρία, ναι». Δάγκωσε το κάτω χείλι της και κατένευσε. Αυτή τη φορά, όταν άφησαν ελεύθερες τις απλίκες, ο τοίχος παρέμεινε ανοιχτός. «Ένας συνδυασμός από βάρη και τροχαλίες προσαρτημένα στην ξυλεπένδυση του τοίχου, θα έλεγα», παρατήρησε ο Σάιμον, καθώς κοίταζαν μαζί μέσα στο σκοτάδι. «Φαίνεται πως ξεκινάει μια σκάλα από εδώ. Θα ήθελα να μείνεις πίσω, Κέιτ, όσο θα ερευνώ το μέρος». «Είμαι σίγουρη πως θα το ήθελες. Εγώ θα ήθελα ένα σωρό πράγματα, όμως δεν μπορούμε να έχουμε πάντα αυτό που... Τάμπι! Έλα εδώ αμέσως!» Όμως ο σκύλος, που είχε ζήσει υπερβολικά πολλά χρόνια και είχε απολαύσει υπερβολικά πολλά πλούσια γεύματα στη ζωή του, προφανώς ένιωθε ξανά νέος, ζωηρούλης και ανυπομονού-σε να τσακώσει ένα ποντίκι, οπότε συνέχισε να προχωράει και εξαφανίστηκε κάτω, στη σκοτεινή σκάλα. «Χαζόσκυλο. Θα κουτρουβαλήσει και θα σπάσει το χαζοκέφαλό του. Τάμπι! Σάιμον! Κεριά, χρειαζόμαστε κεριά», είπε η Κέιτ, καθώς ο Σάιμον άναβε με σπίρτα ένα μικρό κηροπήγιο. «Βιάσου! Είναι δικό μου λάθος όλο αυτό. Έπρεπε να τον βγάλω έξω», συνέχισε ενώ στεκόταν ήδη στο σκοτεινό κεφαλόσκαλο. Πάει το σχέδιο μου να μείνει πάνω η Κέιτ αν την αφήσω εδώ, σίγουρα θα με ακολουθήσει και δεν μπορώ να κλείσω τον ψευδότοιχο μόνος μου. «Τουλάχιστον άσε με να πάω πρώτος με τα κεριά», είπε και προχώρησε στο στενό κεφαλόσκαλο. Άρχισε να κατεβαίνει αργά, με τα χέρια της Κέιτ στους ώμους του, με μουσική υπόκρουση το τσιτσίρισμα των ιστών αράχνης, που υφαίνονταν για ολόκληρες γενιές, καθώς υπέκυπταν στις φλόγες των κεριών. ~ 242 ~


Τι θα έβρισκαν; Τα ημερολόγια, παρατεταγμένα στη σειρά, ανά χρονολογία, δεκαετία τη δεκαετία; Προφανώς αυτό υπέθετε η Κέιτ πως θα έβλεπαν, καθώς πίστευε πως η Αδελφότητα συναθροιζόταν για τις άλλες λειτουργίες της στο ισόγειο, στο σαλόνι και στα άλλα δωμάτια της έπαυλης της κόμισσας. Όμως ο Σάιμον ήξερε το περιεχόμενο του γράμματος του αδελφού του, την εξομολόγησή του για τα απαίσια πράγματα που είχε κάνει. Αν οι απαρχές της Αδελφότητας εντοπίζονταν εδώ, τότε αυτό που βρισκόταν πέρα απ’ αυτή την πόρτα θα ήταν τουλάχιστον ένα είδωλο του θαλάμου που είχε περιγράψει ο Χόλμπρουκ. Ο Τάμπι είχε πλέον φτάσει στη βάση της σκάλας, παγιδευμένος σε ένα μικρό χολ, απέναντι από μια κλειστή πόρτα και γάβγιζε, απαιτώντας να του επιτρέψουν την είσοδο. Η σκάλα, η πόρτα μπροστά τους είχαν κατασκευαστεί με τόση μαστοριά όσο και οτιδήποτε άλλο είχε δει ο Σάιμον απ’ όταν μπήκε στην έπαυλη. Ένας μικρός πολυέλαιος αιωρούνταν πάνω απ’ τα κεφάλια τους, στολισμένος με ιστούς. «Από στιγμή σε στιγμή θα δούμε τα ημερολόγια, Σάιμον. Πώς μπορείς και στέκεσαι απλώς εκεί; Δοκίμασε ν’ ανοίξεις το σύρτη της πόρτας», πρότεινε η Κέιτ το προφανές, καθώς έδινε χτυπηματάκια στο κεφάλι και στα μαλλιά της, σαν ν’ ανησυχούσε για περισσότερους ιστούς αράχνης. «Ναι, δε θα το ’χα σκεφτεί ποτέ μου αυτό. Να προσευχηθώ επίσης να μη χρειάζεται και κλειδί;» «Προς Θεού, Σάιμον, πώς μπορείς να κάθεσαι και ν’ αστειεύεσαι όταν...» Πήρε το κηροπήγιο, τον έσπρωξε στο πλάι για ν’ ανοίξει την πόρτα κι έκανε μερικά βήματα μέσα. «Όχι, όχι. Δεν είναι αλήθεια. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια». Χρειάστηκε μονάχα το αχνό φως από το κηροπήγιο για να τους ανακαλύψει το αληθινό σημείο συνάντησης της Αδελφότητας. Αν τα δωμάτια από πάνω τους ήταν ο προθάλαμος της, ετούτη εδώ ήταν η ίδια η Κόλαση και τους καλωσόρισε με ένα άγαλμα που αναπαριστούσε μια γυναίκα και τρεις άντρες, με τα κορμιά τους αξεδιάλυτα μπλεγμένα, χωρίς να θυμίζουν διόλου τις παραστάσεις στο οπισθόφυλλο των χαρτιών της τράπουλας της Τρίξι ή στα δωμάτια πάνω απ’ το κεφάλι τους. «Νόμιζα πως θα βρίσκαμε τα... Εδώ είναι που...» πήγε να ρωτήσει η Κέιτ, κάνοντας ένα βήμα πίσω και δίνοντάς του το κηροπήγιο. Η φωνή της δεν ήταν και τόσο σταθερή κι ο Σάι~ 243 ~


μον αμφέβαλλε πως η δική του θα ακουγόταν καλύτερα. «Πήγαινε πάνω, Κέιτ, ήδη είδες αρκετά. Σε παρακαλώ, γλυκιά μου... πήγαινε». Δεν πάλεψε να του φέρει αντίρρηση. Απλώς έκανε μεταβολή, με την όψη της να έχει γίνει κάτασπρη σαν πανί, και τον άφησε εκεί, τραβολογώντας μαζί της τον Τάμπι. Το φως που έμπαινε από το άνοιγμα του ψευδότοιχου καθοδήγησε τα βήματα της επιστροφής της στον πάνω όροφο. Ο Σάιμον κράτησε ψηλά το κηροπήγιο, με τις σκιές που δημιουργούσε το φως των κεριών να διαστρεβλώνουν ακόμα περισσότερο την έκφραση του τρόμου και της οδύνης που ήταν αποτυπωμένη στο γυναικείο πρόσωπο. Λαχταρούσε να είχε στα χέρια του τη βαριοπούλα που είχε αναφέρει νωρίτερα η Κέιτ, για να θρυμματίσει σε χίλια κομμάτια αυτό το τερατώδες γλυπτό σύμπλεγμα. Άρχισε να περιδιαβαίνει το δωμάτιο, ψάχνοντας για φως. Βρήκε ένα σωρό κεριά που είχαν αφεθεί γι’ αυτόν το σκοπό κι άρχισε να τα ανάβει: λευκά κεριά, κόκκινα και μαύρα σε παράξενο σχήμα, μέχρι που μπορούσε να δει όλο το δωμάτιο, κάθε του γωνιά. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε, οι παλάμες του είχαν ιδρώσει. Το μυαλό του ούρλιαζε σιωπηλά σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ θαρρούσε πως άκουγε φασματικούς ήχους, τραχιά γέλια και σπαρακτικούς λυγμούς. Ο θάλαμος ήταν τεράστιος, πιθανώς με το ίδιο πλάτος και το μισό ύψος της έπαυλης από πάνω του. Ακόμα και η σκόνη, οι ιστοί αράχνης και το σύρσιμο των μικροσκοπικών ποδιών, καθώς τα ποντίκια έτρεχαν να κρυφτούν, δεν μπορούσαν να καταπνίξουν τη φρίκη του. Τα αγάλματα και οι πίνακες σε αυτό το μέρος κάθε άλλο παρά καλλιτεχνικά ήταν. Δεν άφηναν υπονοούμενα για το θέμα των αναπαραστάσεών τους, το βροντοφώναζαν με κάθε τρόπο. Παντού επικρατούσαν απεικονίσεις συνουσίας. Άντρες, γυναίκες, μεταμφιεσμένα τέρατα... Κάθε διαστροφή αναπαρίσταντο στην πέτρα, στο μουσαμά, ακόμα και στις μεγάλες ταπισερί που κρέμονταν πάνω στους κρεμ μαρμάρινους τοίχους. Παντού υπήρχαν καναπέδες-ανάκλιντρα, μεγάλα κόκκινα βελούδινα μαξιλάρια διάσπαρτα πάνω στα χαλιά. Ασημένιες χειροπέδες κρέμονταν από τους τοίχους. Μια πληθώρα από μαστίγια και πεπλατυσμένες σανίδες ήταν ακουμπισμένες πάνω σε σχάρες δίπλα σ’ έναν πάγκο βασανιστηρίων, ενώ υπήρ~ 244 ~


χαν ακόμα ένας στύλος μαστιγώματος και δύο κύφωνες με επένδυση από βελούδο. Ένα περίτεχνα σκαλισμένο ξύλινο μηχάνημα, που αποτελούνταν από μια σχάρα, σχοινιά για να δένεις το θύμα, τροχαλίες και στρόφαλους, δεν μπορεί να ήταν τίποτα άλλο από μια βάρβαρη, χοντροκομμένη εκδοχή της κλίνης του Προκρούστη, αντάξιας ενός μεσαιωνικού μπουντρουμιού. Σκονισμένοι, γεμάτοι κηλίδες από τις ακαθαρσίες μυγών, αποχρωματισμένοι από την πάροδο του χρόνου, καθρέφτες κρέμονταν παντού: πάνω από τους καναπέδες, στους τοίχους, τοποθετημένοι σε περιστρεφόμενες βάσεις. Υπήρχε μια μικρή θεατρική σκηνή στα δεξιά του και δυο σειρές καθισμάτων τοποθετημένα μπροστά της για το κοινό που καθόταν εκεί για να παρακολουθήσει όποια διεστραμμένη παράσταση εκτυλισσόταν επί σκηνής. Κάθε κουσούρι, κάθε διαστροφή, κάθε περίεργη επιθυμία, όλα ικανοποιούνταν εκεί μέσα. Παραλίγο να σκοντάψει σ’ ένα χαμηλό πέτρινο χαντάκι και χαμήλωσε το κηροπήγιό του, όμως το σήκωσε ξανά βιαστικά όταν συνειδητοποίησε πως το χαντάκι ήταν μισογεμάτο με μια λεπτή λωρίδα λαδιού για λάμπες. Το χαντάκι ήταν ένα από τα διάφορα που διέτρεχαν, σαν φίδια, κυκλικά το δωμάτιο. Όταν έβαζαν φωτιά στο λάδι, τα μικρά φλόγινα ποτάμια κυλούσαν ελικοειδώς κι έριχναν αλλόκοτες σκιές στους τοίχους, στους καθρέφτες και στους συμμετέχοντες, μετατρέποντας τα πάντα γύρω τους σ’ ένα μακάβριο αντικαθρέφτισμα της Κόλασης. Ωστόσο, αυτό που τράβηξε τον Σάιμον, αυτό που δεν μπορούσε πια ν’ αποφύγει, αφού ερεύνησε ντουλάπια γεμάτα με κοστούμια που σάπιζαν και άλλα σύνεργα που δεν ήθελε να κατονομάσει, κατείχε εξέχουσα θέση πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα στην άλλη άκρη του δωματίου, περικυκλωμένο σχεδόν από δεκατρείς ροδαλούς μαρμάρινους φαλλούς, με το φαλλό που βρισκόταν στο κέντρο αυτού του αλλόκοτου κύκλου να είναι πιο ψηλός από τους άλλους και με επιχρυσωμέη απόληξη. To κεντρικό γλυπτό που περικύκλωναν είχε τη μορφή ενός ανθρώπου με χέρια και πόδια ανοιχτά, παγιδευμένα σε ασημένιες αλυσίδες. Στη βάση του είχε ανάγλυφα κρανία και διαβολικές μάσκες. Ξέφτια από αλλοτινές πορφυρές ταπισερί κρέμονταν από την περίτεχνη, καλυμμένη με καθρέ~ 245 ~


φτες οροφή. Αυτό ήταν, δε χωρούσε αμφιβολία. Μπροστά του βρισκόταν ο θυσιαστήριος βωμός. Δόξα τω Θεώ που η Κέιτ πρόλαβε να δει μονάχα λίγα από αυτόν το θάλαμο της φρίκης. Πίσω από το βωμό υπήρχε μια πόρτα, και πάλι ξεκλείδωτη, που οδηγούσε σε ένα μεγάλο καθιστικό με ξύλινες βιβλιοθήκες σε όλους τους τοίχους, από το πάτωμα μέχρι την ψηλή οροφή, γεμάτες με δερματόδετους τόμους. Είχε βρει τα ημερολόγια. Υπήρχαν καρέκλες και χαμηλά καθίσματα με μαξιλάρες και καναπέδες, τραπέζια και υπερυψωμένοι πάγκοι καπνίσματος διάφορες σχάρες για κρασιά, σκονισμένα ποτήρια και καράφες. Το δωμάτιο ήταν μια βιβλιοθήκη, σχεδιασμένη για τα μέλη της Αδελφότητας, που ίσως απολάμβαναν την προοπτική να περάσουν λίγη ώρα απολαυστικής ανάγνωσης των ημερολογίων τους. Μια βιβλιοθήκη για εκλεπτυσμένους δαίμονες. Όμως δεν υπήρχε πουθενά κάποιος μεγαλύτερος τόμος, τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί η βίβλος της Αδελφότητας. Είχαν κάνει πρόοδο, αλλά αυτό που είχε διακηρύξει ο Γκίντιον Ρέντγκρεϊβ πως ήταν το πραγματικό έπαθλο ακόμη τους διέφευγε. Κρατώντας υψωμένο το διπλό κηροπήγιο, ο Σάιμον προχώρησε κατά μήκος των ραφιών, πρόσεξε πως τα ημερολόγια ήταν ταξινομημένα ανάλογα με το έτος συγγραφής, και σταμάτησε μόνο μία φορά, για να πάρει δύο τόμους που έφεραν το κωδικό όνομα του αδελφού του, Πουλί. Θα σεβόταν τα προσωπικά δεδομένα των Ρέντγκρεϊβ, μην κάνοντας κάποια απόπειρα να αναζητήσει τα ημερολόγια του Μπάρι, εκείνα του παππού της Κέιτ, ακόμη κι εκείνα που ανήκαν στον πατέρα της Τζέσικα και του Άνταμ, τον Τέρνερ Κόλιερ, τον Φύλακα. Αυτά ήταν πια υπόθεση των ίδιων των Ρέντγκρεϊβ. Τα ονόματα των πεθαμένων δεν τον βοηθούσαν πουθενά. Τα ονόματα των εν ζωή μελών ήταν που τον ενδιέφεραν -και τα ονόματα και οι κωδικοί τους βρίσκονταν στη βίβλο. Όμως θα προστάτευε τον Χόλμπρουκ όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήταν μια υπόσχεση που είχε δώσει μπροστά στον τάφο του αδελφού του μέσα στο οικογενειακό μαυσωλείο. Εν καιρώ, αν εντόπιζαν ποτέ αυτή τη δήθεν βίβλο, το όνομα του αδελφού του θα αποκαλυπτόταν, ναι, ποτέ όμως οι προ~ 246 ~


σωπικές του σκέψεις, οι ανομολόγητες πράξεις του. Παραχώνοντας τα ημερολόγια μέσα στο σακάκι του, ο Σάιμον έστρεψε ξανά την προσοχή του στο προφανές: Υπήρχε σήραγγα που να οδηγεί έξω απ’ αυτό το μέρος; Κι αν ναι, πού; Τι βρισκόταν στο τέρμα της; Η βίβλος; Τα απομεινάρια του Μπάρι Ρέντγκρεϊβ; Δε θα επέτρεπε ποτέ στην Κέιτ να μπει εκεί μέσα, όχι αν έπρεπε να διασχίσει αυτή την καταραμένη κόλαση ώστε να δει τα ημερολόγια. Όχι. Έπρεπε να υπάρχει άλλος τρόπος. Πήρε ένα κερί και προχώρησε ξανά προς τα ράφια με τα βιβλία, αυτή τη φορά με τα μάτια του καθηλωμένα στη φλόγα του κεριού.

~ 247 ~


Κεφάλαιο 15

Μέχρι να ανέβει ο Σάιμον τη σκάλα και να μπει ξανά στο σαλόνι, η Κέιτ είχε βάλει στη θέση τους τα σεντόνια και καθόταν κουλουριασμένη σε αμυντική στάση σ’ έναν απ’ τους καναπέδες, με τον Τάμπι πλάι της καθώς έγερνε το κεφάλι της πάνω στο δικό του. «Κέιτ;» Δεν του απάντησε. Δεν είχε τίποτα να του πει, τίποτα να πει σε κανέναν. «Κέιτ. Πρέπει μάλλον να σηκώσουμε μαζί τα αγαλματίδια». Αναστενάζοντας, έδωσε στον Τάμπι ένα φιλί στ’ αυτί και ξεδίπλωσε τα πόδια της. Στη συνέχεια στάθηκε απρόθυμα όρθια και κατευθύνθηκε προς το τζάκι. Ήταν καλά, είχε τον έλεγχο, θα τα κατάφερνε... έπρεπε να τα καταφέρει. «Με το τρ...» «Ξέρω! Έλα να το κάνουμε, να τελειώνουμε!» εξερράγη, αιφνιδιασμένη από τη σχεδόν υστερική σφοδρότητα στη φωνή της. «Λυπάμαι», μουρμούρισε, χαμηλώνοντας το κεφάλι της. Ήταν ένα καζάνι που έβραζε, έτοιμο ν’ αναποδογυρίσει, ένας Βεζούβιος έτοιμος να εκραγεί. Δεν το ’βλεπε αυτό ο Σάιμον; Δεν το καταλάβαινε; Θεέ μου, δεν μπορούσε να επιτρέψει στα συναισθήματά της να βγουν ξανά στην επιφάνεια. Έπρεπε να κρατηθεί, τουλάχιστον μέχρι να έμενε μόνη της. Όμως ο Σάιμον απλώς μέτρησε ψύχραιμα μέχρι το τρία και μετά παρακολούθησαν μαζί τον ψευδότοιχο να γλιστράει ξανά στη θέση του. Όλα χάθηκαν. Όλα κρύφτηκαν γι’ άλλη μια φορά. Όμως ποτέ δε θα απαλείφονταν από τη μνήμη της. Ο Σάιμον απλώς στεκόταν εκεί. Περιμένοντας. Τι ήθελε από εκείνη να πει; «Περίμενα... περίμενα κάποιου είδους βιβλιοθήκη. Τα ημε~ 248 ~


ρολόγια», είπε τελικά, νιώθοντας έτοιμη να κλάψει, να αφήσει ελεύθερα τα δάκρυα που κατέπνιγε όσο ο Σάιμον έκανε... ό,τι ήταν αυτό που έκανε. Θεέ μου! Πώς μπόρεσε να μείνει εκεί κάτω τόση ώρα! «Είναι εκεί», της είπε καθώς έπαιρνε το αγαλματίδιο από το χέρι της και το τοποθετούσε ξανά στο περβάζι του τζακιού. «Όχι η βίβλος, δυστυχώς, αλλά τα ημερολόγια είναι εκεί και χρονολογούνται μέχρι τις απαρχές της Αδελφότητας». Η Κέιτ κατάπιε δυνατά και ο κατάξερος λαιμός της την πόνεσε. «Είναι; Και... και η είσοδος στη σήραγγα;» «Επίσης εκεί, πίσω από μια απ’ τις πόρτες. Δεν υπήρχε ανάγκη για μυστικότητα άπαξ και ήσουν μέσα στο... μέσα. Είναι η άλλη άκρη της σήραγγας που πρέπει να βρούμε. Απ’ αυτή την πλευρά, Κέιτ, μάλλον σταματάει στο λάκκο κάτω από το θερμοκήπιο. Βρήκα διάφορα άλλα ανοίγματα, μικρότερα τούβλινα περάσματα που οδηγούν κατευθείαν στην επιφάνεια. Για εξαερισμό, καταλαβαίνεις. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εντοπίσουμε την έξοδό τους στους θάμνους εκεί έξω. Όμως δε με ακούς, έτσι δεν είναι;» Η Κέιτ νόμιζε πως καταλάβαινε ό,τι της έλεγε, παρά το αδιάκοπο βουητό στ’ αυτιά της. «Η Τρίξι... η μητέρα μου...» «Μη, Κέιτ. Δεν το ξέρουμε αυτό», προσπάθησε να τη σταματήσει ο Σάιμον μιλώντας της αυστηρά. Αισθάνθηκε το κάτω χείλι της να τρέμει. «Δεν το ξέρουμε; Δεν... δεν απορώ που τον πυροβόλησε. Πάντα την κατηγορούσα που μ’ εγκατέλειψε. Πάντα πίστευα πως ο πατέρας μου ήταν τέλειος-τέλειος, Σάιμον. Πόσο ανόητη ήμουν». Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Φαίνεται... πως, όπως και να έχει, αν δούμε την ουσία του θέματος, κατάγομαι από... από γενιές και γενιές τεράτων». Ο Σάιμον προσπάθησε να την πάρει στην αγκαλιά του, όμως τον έσπρωξε μακριά. Η αυτολύπηση θα την κατέστρεφε. «Όχι, Σάιμον. Η Τρίξι έκανε τα πάντα να δείχνουν απολαυστικά, σκανδαλώδη και αστεία. Τα αγάλματα στη σκάλα της έπαυλης στην πλατεία Κάβεντις; Προκλητικά, ναι, όμως μονάχα για να προκαλέσει δυσφορία στους ψηλομύτηδες, για τους οποίους πίστευε πως εξωτερικά προσποιούνταν τους σκανδαλισμένους, ενώ τα μυαλά τους ξεχείλιζαν από πονηρές σκέψεις. Αλλά, αυτό; Γιατί δε διέταξε να τα πάρουν όλα από εκεί μέσα πριν από χρόνια, να γκρεμιστεί, να καεί όλο το μέρος; Για~ 249 ~


τί;»

«Πρέπει να ρωτήσεις την ίδια γι’ αυτό». Η Κέιτ σήκωσε απότομα ψηλά το κεφάλι της. «Πώς μπορώ να το κάνω αυτό; Δεν μπορώ, Σάιμον. Δε θέλω να ξέρω. Πρέπει να είχε τους λόγους της». «Ή τους φόβους της. Δεν μπορούσε να ξηλώσει τα πάντα χωρίς βοήθεια, Κέιτ, χωρίς ο ένας να το πει στον άλλο, μέχρι που το μυστικό δε θα ήταν πια μυστικό. Έτσι τα μετέτρεψε όλα, ακόμα κι αυτό το σπίτι, σε μια τεράστια ανόητη τρέλα του συζύγου της, σίγουρη πως κανένας ποτέ δε θα έβρισκε αυτό τον ψευδότοιχο». «Μπορούσε να πάρει από εκεί τα αγαλματίδια», είπε άτονα η Κέιτ. «Αυτό μπορούσε να το είχε κάνει, ε; Εκτός κι αν πήγαινε κάποιες φορές εκεί κάτω για να... Τι στο καλό θα μπορούσε να κάνει εκεί κάτω;» «Οι ιστοί αράχνης ήταν απείραχτοι», επισήμανε ο Σάιμον, πιάνοντας τελικά την Κέιτ απ’ το μπράτσο και οδηγώντας την προς την πόρτα. «Απ’ όσο ξέρουμε, ειδικά αν δεν εμπιστευόταν κανέναν άλλο να έρθει μαζί της, η Τρίξι ποτέ δεν έμαθε αυτό που μάθαμε εμείς τυχαία σήμερα -πώς να ανοίγει τον ψευδότοιχο. Έλα, πάμε να βγούμε από εδώ μέσα, εντάξει; Μπορείς να γράψεις στον Γκίντιον και στον Βάλενταϊν, να τους πεις πως εντοπίσαμε τα ημερολόγια. Ο Γκίντιον μπορεί ν’ αναλάβει από δω και πέρα. Τελείωσες μ’ αυτό, γλυκιά μου. Πραγματοποίησες το στόχο σου». Η Κέιτ ένευσε αρνητικά. «Όχι εντελώς. Υπάρχει ακόμη η βίβλος... και ο πατέρας μου». Άφησε ένα κοφτό, πνιγμένο γέλιο. «Ίσως δεν πήρε η Αδελφότητα το πτώμα του. Ίσως ο ίδιος ο διάβολος ήρθε για εκείνον προσωπικά». Γι’ άλλη μια φορά, ο Σάιμον προσπάθησε να την πάρει αγκαλιά. Γι’ άλλη μια φορά, τον έσπρωξε μακριά. «Σε παρακαλώ, μη μ’ αγγίζεις. Πώς αντέχεις να μ’ αγγίζεις; Είμαι μία από αυτούς. Δεν καταλαβαίνεις; Σε αποπλάνησα, σε εξαπάτησα και τώρα νομίζεις πως πρέπει να με παντρευτείς. Δεν είμαι καλύτερη από κανέναν τους. Παζαρεύω χάρες γι’ αυτό που θέλω». Έτρεμε ολόκληρη. Της ερχόταν να κάνει εμετό, εκεί ακριβώς, στο πάτωμα της έπαυλης, πράγμα ιδιαίτερα ταιριαστό, σκέφτηκε οργισμένη. Ούτως ή άλλως αυτό το μέρος δεν μπορούσε να γίνει πιο βρομερό απ’ όσο ήδη ήταν. Το μέρος όπου τον είχε φέρει. Το μέρος όπου του είχε προ~ 250 ~


σφέρει τόσο ελεύθερα την παρθενιά της... και ακόμα περισσότερα. Αυτό το φρικτό μέρος! Δεν ήξερα! Δεν ήξερα! Νόμιζα πως ήμουν τόσο έμπειρη, τόσο προετοιμασμένη για κάθε πρόκληση. Τι ανόητη που είμαι! «Σε άφησα μόνη σου εδώ πάνω για υπερβολικά πολλή ώρα, ε;» της είπε τελικά. «Σου έδωσα υπερβολικά πολύ χρόνο για να διαστρεβλώσεις τα πάντα, ώστε αυτό που μοιραστήκαμε εδώ χθες βράδυ να είναι τώρα εφιάλτης κι όχι πια όνειρο. Και, ξέρεις κάτι, Κέιτ; Ξέρεις;» «Τι υποτίθεται πως πρέπει να ξέρω, Σάιμον;» Ύψωσε το πιγούνι της έτσι ίσως τα δάκρυα να μη δραπέτευαν από τα μάτια της για να κυλήσουν στα μάγουλά της. «Δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να πεις για να μου αλλάξεις γνώμη». «Ακριβώς. Έχεις αποφασίσει να λυπηθείς τον εαυτό σου και το κάνεις όπως κάνεις το καθετί, με όλο σου το είναι. Όμως κάν’ το, ξέροντας αυτό, Κέιτ. Δε θα προσπαθήσω να σε πείσω πως σ’ αγαπώ, δε θα πω τις λέξεις, όχι σ’ αυτό το μέρος, επειδή η αγάπη δεν έζησε ποτέ εδώ, έτσι δεν είναι; Θα σε περιμένω έξω, θα σου αφήσω χρόνο να ξορκίσεις τους δαίμονές σου ή οτιδήποτε νομίζεις πως χρειάζεται να κάνεις, διάβολε. Έχω χρόνο. Δε θα πάω πουθενά». Ήταν τόσο καλός. Τόσο υπέροχος. Θα ήταν τόσο εύκολο να χωθεί στην αγκαλιά του, να ξεχάσει τα πάντα, εκτός από εκείνον. Όμως, δεν μπορούσε. Απλώς δεν μπορούσε. Όχι τώρα. «Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον», είπε σιγανά και μετά άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το σπίτι, περιμένοντάς τον μαζί με τον Τάμπι να την ακολουθήσουν, προτού κλειδώσει την πόρτα. «Θα ήθελα να μείνω μόνη μου αν δε σε πειράζει». «Θα πας για ιππασία, έτσι δεν είναι;» Η Κέιτ ένευσε καταφατικά, τινάζοντας λίγη σκόνη και ιστούς από το μανίκι του. «Υπάρχουν ιστοί αράχνης και ιστοί αράχνης, Σάιμον. Ίσως καταφέρω να βρω έναν τρόπο να βγάλω τους δικούς μου από το μυαλό μου». Δεν είχε πρόθεση να τσακωθεί μαζί της ήταν φανερό πως σκόπευε να μείνει πιστός στα λόγια του. «Τι έκανες όταν ανακάλυψες την ανάμειξη του αδελφού σου στην Αδελφότητα;» Το χαμόγελό του κόντεψε να κάνει την καρδιά της να σπάσει. «Ήμουν αγκαλιά μ’ ένα μπουκάλι για δύο μέρες. Δεν το συ~ 251 ~


νιστώ. Κάνε τη βόλτα σου, να προσέχεις όμως». Δεν άντεχε άλλη στιγμή δίπλα του, όχι χωρίς να καταρρεύσει. Έτσι κούνησε απλώς το κεφάλι της, γύρισε προς την κατεύθυνση του στάβλου κι άρχισε να τρέχει μόλις έστριψε στη γωνία της έπαυλης. Όταν έφτασε στο στάβλο, είδε να λύνουν απ’ τους ζυγούς της άμαξας της γιαγιάς της την ομάδα των φανταχτερών, κατάλευκων αλόγων της. Η Τρίξι είχε φτάσει, με τις συνήθεις τυμπανοκρουσίες. Η γυναίκα που η Κέιτ πάντα εμπιστευόταν κι αγαπούσε με όλη της την καρδιά η εξωφρενική, επιπόλαιη, παράτολμη, απολαυστικά σκανδαλώδης λαίδη Μπίατριξ Ρέντγκρεϊβ, η χήρα κόμισσα του Σόλτγουντ. Η γυναίκα που η υψηλή κοινωνία κολάκευε και καλόπιανε, μην τολμώντας να διακινδυνεύσει κάτι λιγότερο. Η γυναίκα που ποτέ δεν έλεγε ψέματα, αλλά μονάχα απέφευγε την αλήθεια. Ο όμορφος, μικροσκοπικός, ευωδιαστός άγγελος, που είχε επιβλέψει το μεγάλωμα των τεσσάρων εγγονιών της χωρίς να μεγαλώσει ποτέ της η ίδια. Η γυναίκα που η Κέιτ πάντα πάσχιζε να μιμηθεί, θεωρώντας την καλύτερη απ’ όλους τους ανθρώπους στον κόσμο. Η γυναίκα που γνώριζε τις πιο φρικτές, εφιαλτικές αλήθειες για το σύζυγο και το γιο της, που όλα αυτά τα χρόνια ζούσε ολοφάνερα μέσα σ’ ένα ψέμα, κρατώντας τα χειρότερα μυστικά προκειμένου να προστατέψει αυτούς που αγαπούσε. Η Κέιτ έστρεψε το βλέμμα της προς την Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, φέρνοντας στο μυαλό της την εικόνα της Τρίξι να αναπαύεται στον αγαπημένο της καναπέ στο σαλόνι, μ’ ένα ποτήρι κρασί δίπλα της, να ψυχαγωγεί με σκανδαλιστικές ιστορίες τον Ντίαρμπορν, ο οποίος την υπεραγαπούσε, να ταΐζει ζαχαρωμένα δαμάσκηνα τα γελοία μικροσκοπικά κίτρινα μπουλντόγκ της, δείχνοντας πολύ νεότερη από την ηλικία της. Ο κόσμος ήταν το στρείδι της και η Τρίξι το αψεγάδιαστο μαργαριτάρι στο κέντρο του. Και όλον αυτό τον καιρό, ήξερε, θυμόταν. Προστάτευε. Η Κέιτ σκούπισε με απότομες κινήσεις τα δάκρυά της και φώναξε να της σελώσουν την Ντέιζι. *** Ο Σάιμον ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά της βεράντας, με σκοπό να μπει στο σαλόνι από τις μπαλκονόπορτες και να κατευθυνθεί για τον πάγκο με τα ποτά. ~ 252 ~


Δε θα κατέφευγε στο αλκοόλ. Όπως είχε προειδοποιήσει την Κέιτ, αυτό ποτέ δεν ήταν καλή ιδέα. Ωστόσο, είχε μόλις επισκεφθεί την Κόλαση και χρειαζόταν τουλάχιστον ένα ποτό για να καθαρίσει λίγη από τη γεύση του θειαφιού και της στάχτης απ’ το στόμα του. Ο αδελφός του έκανε τις... τρέλες του σ’ ένα παρόμοιο μέρος. Κέρδισε το καταραμένο χρυσό ρόδο του σε έναν παρόμοιο βλάσφημο βωμό, ντυμένος με το αισχρό, τρομακτικό κοστούμι του, όχι άντρας πια, αλλά κτήνος, χωρίς μυαλό, χωρίς ψυχή, καταραμένος. Ο Χόλμπρουκ ήταν νεκρός, πληρώνοντας το ύστατο τίμημα για τις αμαρτίες του. Όμως αυτό σήμαινε πως ο Σάιμον δεν είχε δικαίωμα να είναι έξαλλος μαζί του, να εύχεται να ήταν ζωντανός ώστε να τον λογικέψει ταρακουνώντας τον; Τι είδους άντρας κατέφευγε σε τέτοια αφύσικη συμπεριφορά; Τι είδους μυαλό σκαρφιζόταν κάτι τόσο αποτρόπαιο; Μισογύνηδες, οι οποίοι μισούσαν ακόμα και τα πρόθυμα Θύματά τους. Ο Σάιμον κοντοστάθηκε μπροστά στην μπαλκονόπορτα καθώς το μυαλό του του ψιθύριζε αυτά τα απροσδόκητα λόγια. Εξευτελισμός- διακόρευση παρθένων τιμωρία έλεγχος. «Αυτό είναι;» μονολόγησε φωναχτά, τινάζοντας με το χέρι του τα μανίκια και το σακάκι του, προσπαθώντας να ξεφορτωθεί κάθε απομεινάρι σκόνης ή ιστών αράχνης προτού μπει μέσα. «Πρέπει να πάω πίσω στο Λονδίνο και να αρχίσω να ψάχνω σε όλο το Μέιφερ ώστε ν’ ανακαλύψω όλους τους δυστυχισμένους γάμους, όλους τους απογοητευμένους γιους; Αφροδίτη και Έρως, -μητέρα και γιος; Θεέ και Κύριε, αυτό σημαίνει το μισό Λονδίνο, ίσως και τη μισή Αγγλία». Ένας φιλόδοξος άντρας, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του βασιλικής καταγωγής, ο οποίος μεταχειρίζεται κάθε μέσο, κάθε αδυναμία, για να προωθήσει την προδοτική φιλοδοξία του. Καραδοκώντας για τους αδύναμους, συγκεντρώνοντας τους άπληστους, δένοντάς τους μαζί του μέσω των αδυναμιών, των ελαττωμάτων, των ορέξεών τους- αναγκάζοντάς τους, αν παρουσιαζόταν ανάγκη, να κάνουν το θέλημά του. Φτάνοντας τόσο μακριά ώστε να αναμείξει τις ίδιες τους τις γυναίκες σ’ αυτή τη φαντασιοπληξία της κόλασης, ώστε να αποδείξουν την προθυμία τους να θυσιαστούν για το καλό όλων. Υποσχόμενος πολλά, απαιτώντας ακόμα περισσότερα. Ο Σάιμον ήξερε πως δεν έπρεπε να εκπλήσσεται. Βασίλεια ~ 253 ~


χτίζονταν και γκρεμίζονταν χάρη στο σεξ ανά τους αιώνες. Είχαν γίνει πόλεμοι, χιλιάδες, εκατομμύρια είχαν βρει το θάνατο. Οι γυναίκες έφεραν το φταίξιμο για τη λαγνεία των αντρών. Άντρες είχαν καταστραφεί από έξυπνες γυναίκες. Σεξ, απληστία. Τα ύστατα όπλα. Πρώτα ο πατέρας κι ύστερα, με κάποιον τρόπο, ο γιος. Παράφρονες, οι δυο τους. Όμως αρκετά έξυπνοι για ν’ αποδειχθούν επικίνδυνοι. Και τώρα, μια τρίτη αναγέννηση της Αδελφότητας χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους, για τους δικούς τους σκοπούς. Ήταν δυνατόν να έχουν ακόμη όλα αυτά σχέση με το βασιλικό αίμα των Στιούαρτ; Μπορούσε να είναι απολύτως σίγουρος πως οι Ρέντγκρεϊβ δεν είχαν καμία ανάμειξη; Όχι, δε θα σκεφτόταν έτσι* έτσι θα έβρισκε δράκους στο μονοπάτι του, τώρα που η Κέιτ ήταν μέρος της ζωής του. Εν καιρώ, εκείνη θα έβλεπε το παρελθόν ως αυτό που ήταν, αμετάβλητο, άσχετα από το πόσο παθιασμένα ευχόταν να το αλλάξει. Θα συμβιβαζόταν με το παρελθόν και ο Σάιμον θα ήταν εκεί για το μέλλον της, για το μέλλον τους. Αν όμως κατέστρεφε την οικογένειά της, τόσο τη σημερινή γενιά όσο και τις παλαιότερες, δε θα τον συγχωρούσε ποτέ. Σήκωσε ένα τελευταίο απομεινάρι ιστού από το μανίκι του, ενώ συλλογιζόταν τον στίχο του Σκοτ: Ω, τι μπλεγμένους ιστούς υφαίνουμε... Κουνώντας ακόμη το κεφάλι του, πίεσε το μάνταλο και μπήκε στο σαλόνι, σκεπτόμενος να αρπάξει την καράφα με το κρασί και να την πάρει πάνω στο δωμάτιό του, όσο θα έδινε παραγγελία να του ετοιμάσουν το μπάνιο του. «Αχ, να τος και ο έξυπνος Καζανόβας μας, για τον οποίο τόσα πολλά μου λέει ο Ντίαρμπορν. Μου υπογραμμίζουν ξανά και ξανά πως επίκειται ένας αρραβώνας, όπου να ’ναι μάλιστα. Κλεμμένα φιλιά πίσω απ’ το στάβλο; Άτακτο αγοράκι, σόκαρες τον Ντίαρμπορν, ξέρεις. Έλα, έλα. Πιο κοντά, γοητευτικό πλάσμα. Δε δαγκώνω». Η χήρα κόμισσα έκανε μια στιγμιαία παύση. «Συχνά». Κλεμμένα φιλιά; Ω, κυρία μου, αν ξέρατε μονάχα... κι όμως είναι πολύ καλύτερα που δεν ξέρετε. Ο Σάιμον ανάγκασε τον εαυτό του να χαλαρώσει, να χαμογελάσει καθώς πλησίαζε έναν από τους καναπέδες, που βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το μεγαλύτερο πολυέλαιο, και τη ~ 254 ~


μικρόσωμη γυναίκα η οποία ήταν ξαπλωμένη εκεί, με τα βαμμένα νύχια της ορατά, μαζί με μια λεπτή ασημένια αλυσίδα γύρω από το δεξιό της αστράγαλο. Η εξοχότητά της έμοιαζε με χήρα κόμισσα τόσο όσο έμοιαζαν και τα εξωφρενικά συνολάκια του Άνταμ με τα σοβαρά ενδύματα του Ωραίου Μπρούμελ. Η μαύρη τουαλέτα της ήταν επιδέξια ραμμένη και κάλυπτε τους ώμους της, ο άκαμπτος, ψηλός γιακάς επιμήκυνε το λαιμό της και, με κάποιον τρόπο, τόνιζε ακόμα περισσότερο την κατάλευκη επιδερμίδα του ντεκολτέ της. Τα φουσκωτά μανίκια έφταναν μέχρι τη μέση του μπράτσου της και συνέχιζαν με αραχνοΰφαντο μαύρο τούλι, που κάλυπτε τα χέρια της μέχρι τους καρπούς, καταλήγοντας σε δαντελένιες μανσέτες. Μια λεπτή μαύρη κορδέλα ήταν δεμένη ακριβώς κάτω από τα μικρά στήθη της, ανορθώνοντάς τα, ενώ οι άκρες της κρέμονταν πάνω στον καναπέ. Μέχρι και στα κοντά, ασημιά μαλλιά της είχε ένα μαύρο κατιτίς για στολίδι, με διαμάντια ν’ αστράφτουν στο κέντρο του, όμοια με τα διαμάντια στ’ αυτιά και τα δάχτυλά της. Τα μάτια της ήταν τεράστια, αναπάντεχα καταγάλανα κάτω από τις μαυρισμένες με κάρβουνο βλεφαρίδες τους, τα μάγουλα και το στόμα της βαμμένα διακριτικά με κοκκινάδι, ενώ το άρωμά της έφτανε μέχρις εκείνον, γαργαλιστικό περισσότερο παρά αποπνικτικό. Αν αυτό ήταν η ιδέα της κυρίας περί πένθιμης ενδυμασίας, τότε οι επίσημες βραδινές εσθήτες της πρέπει να ήταν συγκλονιστικό θέαμα. «Λαίδη μου», είπε καθώς υποκλινόταν πάνω απ’ το χέρι που του έτεινε με νωθρότητα. «Ο Ντίαρμπορν, καταπώς φαίνεται, με πρόλαβε. Ναι, έχω κάθε σκοπό να παντρευτώ την εγγονή σας». «Σκοπό; Όχι ειλικρινή επιθυμία, όχι κάθε ταπεινή ελπίδα; Πόσο ντόμπρος είσαι, νεαρέ. Και πόσο ανόμοιος με το μακαρίτη τον αδελφό σου, τόσο στην όψη όσο και στο χαρακτήρα. Τα καθυστερημένα μου συλλυπητήρια για την απώλειά σου πέρσι, εφόσον είμαι και ντυμένη ανάλογα γι’ αυτό». Το γελάκι της Τρίξι, καθώς σχολίαζε δηκτικά τον ίδιο της τον εαυτό, ακούστηκε σαν κουδούνισμα από ασημένια καμπανάκια, πραγματικά ακαταμάχητο, άσχετα από το πόσο εξωφρενικά ήταν τα λόγια της. «Ήταν τόσο δυστυχισμένος από τότε που ξύπνησε απότο~ 255 ~


μα, όπως θα το αποκαλούσε ένας κυνικός άνθρωπος σαν κι εμένα». Αφού ο Σάιμον ζήτησε συγνώμη και πήγε να σερβιριστεί ένα ποτήρι κρασί, ώστε να ανασυντάξει καλύτερα τις σκέψεις του, η Τρίξι τού έκανε νεύμα να καθίσει στον αντικρινό καναπέ, στην άλλη άκρη ενός χαμηλού οβάλ τραπεζιού. «Ξύπνησε απότομα, κυρία μου;» «Ναι, και στα χέρια μιας γυναίκας μάλιστα, όπως σε όλες τις δακρύβρεχτες, περίπλοκες τραγωδίες. Τον έσερνε απ’ τη μύτη σαν δουλικά αφοσιωμένο σκυλάκι, αλλά ήθελε μονάχα να πυροδοτήσει τον αληθινό στόχο της, μέχρι που εκείνος κυριεύτηκε από ζήλια και την έσωσε τελικά από το νυφοπάζαρο. Ο αδελφός σου ήταν συντετριμμένος και μετά έγινε ντροπιαστικά έξω φρενών, πολύ φοβάμαι, διακηρύσσοντας δημόσια πως είχε τελειώσει με τις γυναίκες, καθώς δεν ήταν τίποτα περισσότερο από... Πιστεύω πως μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία σου για να μαντέψεις τη λίστα με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς που ξεστόμισε στη λέσχη Γουάιτ’ς. Ήταν, το λιγότερο, μακροσκελής. Δεν το ήξερες;» Η χήρα κόμισσα ανασηκώθηκε στον καναπέ για να πιάσει το ποτήρι της με το κρασί. «Θεέ μου. Πάντα πετάγομαι όταν δεν πρέπει, ε; Όμως ήταν τόσο καιρό πριν και ξεχάστηκε γρήγορα όταν το επόμενο σκάνδαλο έσβησε το περιστατικό απ’ το νου της υψηλής κοινωνίας, τέτοιοι απλοϊκοί ανόητοι που είναι. Να επιστρέψουμε στο θέμα μας; Την εγγονή μου. Πού είναι, παρεμπιπτόντως; Όχι πως θα γινόταν ποτέ το είδος της γυναίκας που τρέχει ολημερίς πίσω από έναν άντρα. Δεν είναι καμιά ναζιάρα δεσποινίδα που αγκιστρώνεται πάνω σ’ έναν άντρα, όχι η Κέιτ μου». Οι σκέψεις που έκανε ο Σάιμον νωρίτερα επανήλθαν δριμύτερες στο μυαλό του. Μισογύνης. Ο αδελφός του; «Βγήκε για ιππασία», είπε αφηρημένος. «Σχετικά με τον αδελφό μου...» «Α, είσαι αποφασισμένος, βλέπω. Σε διαβεβαιώ, δεν ξέρω κάτι παραπάνω απ’ αυτό και αρνούμαι να επαναλάβω κουτσομπολιά και λόγια του αέρα, καθώς προτιμώ να είμαι εγώ η πηγή αυτών. To θέμα έκλεισε. Φαντάζομαι πως εσύ και η Κέιτ θα συγκρούεστε καθημερινά. Καλό για σένα, καλό και για εκείνη. Ένας γάμος μεταξύ ίσων είναι κατά πολύ προτιμότερος, ειδικά όσον αφορά την Κέιτ, ειδάλλως ο καημένος ο άντρας της θα απογοητευόταν μέσα σε δύο εβδομάδες, απορώντας πού ~ 256 ~


στο καλό εξαφανίστηκαν τρέχοντας τα “καρύδια” του, χωρίς καν να του πουν ένα αντίο». Ο Σάιμον κόντεψε να πνιγεί με το κρασί του και να εκτοξεύσει ένα σύννεφο από σταγονίτσες στο γιλέκο του, μόνο που ένα μέρος του εαυτού του δεν πίστευε, όχι πραγματικά, αυτό που είχε μόλις ακούσει ετούτη τη γλυκιά φωνή, το ακόμα πιο γλυκό χαμόγελο, αυτές τις εντελώς ανάρμοστες λέξεις. «Πα... παρακαλώ;» Η Τρίξι έκανε ένα νωχελικό νεύμα με το χέρι της. «Ω, μην αρχίσεις τα “παρακαλώ”, αλλιώτικα δε θα τελειώσεις ποτέ. Η Κέιτ αναμφίβολα σ’ έχει ενημερώσει περί αυτού μέχρι τώρα. Είμαι ντροπή για τα εγγόνια μου, ειλικρινά ανεκδιήγητη, μολονότι θεωρώ πως η αθυροστομία μου αποτελεί σημαντικό μέρος της μοναδικής γοητείας μου, που ακόμη δεν έχει ξεθωριάσει. Ένας Θεός ξέρει πως όλοι μ’ ακούνε όταν μιλάω, από φόβο πως θα χάσουν ένα ξεχωριστό ψήγμα κουτσομπολιού, το οποίο μετά μπορούν να ψιθυρίσουν στα κλεφτά, κρύβοντας το στόμα με την παλάμη τους, κατά τη διάρκεια ενός επίσημου δείπνου την επόμενη βραδιά». Ο Σάιμον χαμογέλασε. «Ναι, υπονόησε πως απολαμβάνετε τη ζωή σας». «Καθώς απολαμβάνω υπέρ το δέον τα κουσούρια της υψηλής κοινωνίας, μου φαίνεται απλώς δίκαιο να τους χαρίζω κάνα δυο μικροσκάνδαλα ως ανταπόδοση της ευχαρίστησής μου. Βγήκε για ιππασία, είπες. Παρ’ όλα αυτά, εσύ είσαι εδώ. Ήσουν άτακτο αγοράκι;» «Το θεωρείτε επίσης μέρος της γοητείας σας αυτή την ικανότητά σας να κάνετε το κεφάλι του άλλου να γυρίζει; Μετά βίας μπορώ να παρακολουθήσω το σκεπτικό σας». «Ω, ναι, μπορείς», είπε η Τρίξι κι άξαφνα τα μεγάλα, γαλανά μάτια της δεν ήταν και τόσο αθώα. «Ξέρω τα πάντα για σένα, λόρδε Σίνγκλτον. Στη διάρκεια των χρόνων έχω καλλιεργήσει και διατηρήσει κάποιες ιδιαίτερα χρήσιμες επαφές και πηγές, μολονότι δε θα σε κάνω να κοκκινίσεις, αποκαλύπτοντάς σου τις μεθόδους μου. Ο μεγαλύτερος εγγονός μου πιστεύει πως είμαι πέρα για πέρα αδιόρθωτη, όχι πως αυτό τον έκανε να μη ζητήσει πρόσφατα τη βοήθειά μου, από τότε που έμαθε για την Αδελφότητα. Φαντάσου την κατάπληξή μου, αγαπημένο μου παιδί, όταν άκουσα ξανά αυτή τη λέξη ύστερα απ’ όλα αυτά τα χρόνια. Αδελφότητα. Τώρα, θεώρησε πως έχω πέσει στα πό~ 257 ~


δια σου, μεταφορικά πάντα, ικετεύοντας τη βοήθειά σου. Για την Κέιτ τουλάχιστον, αν όχι για μένα». Ο Σάιμον άφησε το ποτήρι του. Προφανώς χρειαζόταν ν’ ακούσει κάθε λέξη που ξεστόμιζε αυτή η γυναίκα, να αξιολογήσει την παραμικρή διακύμανση του τόνου της φωνής της. «Με κολακεύετε, λαίδη μου. Συνεχίστε». «Αυτός είναι ο μοναδικός μου σκοπός. Δε θα ήσουν εδώ αν δεν το ενέκρινα, ούτε θα πλησίαζες στα χίλια μέτρα οτιδήποτε έχει να κάνει με την οικογένειά μου και ειδικότερα την εγγονή μου. Ο αδελφός σου ήταν το Πουλί, σωστά; Όχι, όχι, μην κάνεις τον κόπο να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις. Είδα το όνομα στο ημερολόγιο του Τέρνερ Κόλιερ όταν μου το έφεραν και ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι κανείς άλλος εκτός απ’τον Χόλμπρουκ, τον καημένο ερωτοχτυπημένο μπάσταρδο. Όχι πως το είπα σε κανέναν, Θεέ μου, όχι. Πρέπει να ήταν πεπεισμένος πως θα έρχονταν για εκείνον -ο λόγος δε με αφορά-και διάλεξε να τους στερήσει τη διασκέδαση. Σωστή επιλογή. Δες τον Κόλιερ και την πόρνη σύζυγό του. Δεν πήγαν και πολύ μακριά -πήγαν;-, ενώ το τέλος τους ήταν κάτι παραπάνω από δυσάρεστο». Ανασήκωσε τους λεπτοκαμωμένους ώμους της. «Η Κλεοπάτρα επέλεξε την κόμπρα, επέλεξε το τέλος της. Όταν το αδιανόητο γίνεται αναπόφευκτο, θα έπρεπε να έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε το δηλητήριο της αρεσκείας μας. Ο αδελφός σου ήταν πολύ γενναίος, έχοντας δει το αναπόφευκτο, όπως επίσης ήταν εγωιστικά άπληστος και υπέκυψε στα ποταπά θέλγητρα της Αδελφότητας. Παρ’ όλα αυτά, αν ήταν δυνατόν να ξέρουμε τη μοίρα μας πριν ενεργήσουμε, φαντάσου πόσο ανιαρός θα ήταν ο κόσμος». Η κόμισσα ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ το κρασί της. Ο Σάιμον εξεπλάγη με το πόσο σταθερό ήταν το χέρι της, πόσο ψύχραιμη και ατάραχη έδειχνε. Κάλλιστα θα μπορούσαν να συζητάνε για τον καιρό. «Δείχνεις λιγότερο σοκαρισμένος τώρα. Μπράβο. Και πάλι, είμαι σίγουρη πως τα αγαπητά μου εγγόνια σου τα έχουν πει όλα για μένα. Όλα όσα πιστεύουν πως γνωρίζουν για μένα, όλα όσα επιλέγω να τα αφήνω να ξέρουν. Θέλεις την εγγονή μου, κι εγώ θέλω να την έχεις. Όμως, όπως λένε, το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο. Έκανα κάτι για σένα και τώρα θα κάνεις κάτι για μένα. Η Αδελφότητα με δίδαξε, τουλάχιστον, αυτό». ~ 258 ~


«Έτσι λέτε εσείς, κυρία», είπε μέσα απ’ τα δόντια του ο Σάιμον, νιώθοντας ξαφνικά θυμωμένος. «Τόσο άκαμπτος, τόσο επίσημος. Κυρία. Εφόσον θα γίνουμε οικογένεια, θα σε αποκαλώ Σάιμον, κι εσύ, φυσικά, θα μου προσφέρεις την ευχαρίστηση να υιοθετήσεις τη συνήθεια της οικογένειας να με αποκαλείς, να με σκέφτεσαι ως την απολαυστικά εκκεντρική Τρίξι κι όχι ως τη γυναίκα που βλέπεις τώρα μπροστά σου. Έτσι πρέπει να είναι. Δεν είμαι το θύμα κανενός, Σάιμον, και δεν έχω υπάρξει εδώ και πολύ, πολύ καιρό». «Κυρία... Τρίξι, πρόκειται να με εκβιάσετε; Την Κέιτ για κάποια χάρη που θέλετε να κάνω για σας;» «Υπέροχα. Ήξερα πως ήσουν ξύπνιος. Ο Σπένσερ σου έχει μεγάλη αδυναμία». Είχε μιλήσει με τον Πέρσεβαλ; Ο πρωθυπουργός ήταν μια από τις προσεκτικά καλλιεργημένες πηγές της; Η χήρα κόμισσα είχε δίκιο* δεν ήθελε να το σκέφτεται καν αυτό. «Ναι, μίλησα με τον Σπένσερ, μεταξύ άλλων. Όμως, πρόσεξέ με, διότι σου μιλάω τώρα. Τα ημερολόγια, Σάιμον. Εστάλης εδώ για να τα βρεις και κάλεσαν αλλού, εντελώς βολικά, τον πολυαγαπημένο μου Βάλενταϊν, ώστε να μπορέσεις να το κάνεις με τον ίδιο τρόπο θα είχε κληθεί αλλού και η Κέιτ αν σε είχε αντιπαθήσει αμέσως. Ναι, όλα ήταν δικό μου έργο, δικοί μου κατάσκοποι, δικά μου σχέδια. Είμαι έξυπνη γυναίκα, Σάιμον Ρέιβενσμπιλ, κι εσύ είσαι έξυπνο αγόρι. Τα εντόπισες; Και τη βίβλο;» Ο Σάιμον δίστασε. Είχε τη δύναμη να βάλει να καλέσουν τον Βαλ στο Λονδίνο, μόνο και μόνο για ν’ ανοίξει το δρόμο για εκείνον; Η Τρίξι άφησε το ποτήρι της. Αυτή τη φορά το χέρι της έτρεμε ανεπαίσθητα. «Η σιωπή είναι εξίσου καλή με την ομολογία. Τα βρήκες. Είχα πιστέψει σ’ εσένα, μην έχοντας άλλη επιλογή, ειλικρινά. Και τώρα θα τα καταστρέφεις για λογαριασμό μου. Μην κατσουφιάζεις. Όχι όλα. Ήδη είπα στην οικογένειά μου πως έκαψα όλα όσα βρήκα μετά το θάνατο του συζύγου μου -ένα ψέμα ολκής που αναγκάστηκα να σκαρφιστώ επιτόπου. Όμως δεν είχαν λόγο να με αμφισβητήσουν, ενώ δεν είχα ιδέα πως θα συνέχιζαν το ψάξιμο, πως θα έστελναν την Κέιτ να κυνηγήσει αυτό που πίστευαν πως δεν υπήρχε πια, μόνο και μόνο για να την κρατήσουν απασχολημένη και μακριά από μπελάδες. Θα έπρεπε να είχα πει πως βρήκα και τα ημερολόγια του ~ 259 ~


Μπάρι, αλλά κάποια ψέματα δεν είναι τόσο λαμπρά όσο άλλα. Ωστόσο, άσχετα απ’ οτιδήποτε άλλο, δεν πρέπει να βρεθούν τα ημερολόγια τώρα, τόσο εκείνα του συζύγου μου όσο κι εκείνα που γράφηκαν από το γιο μου. Καταλαβαινόμαστε;» Ο Σάιμον ένιωθε σίγουρος πως ναι. «Έτσι νομίζω. Αν αρνηθώ;» «Δε θα αρνηθείς. Το σακάκι σου έχει υπέροχη κοψιά, Σάιμον, τα συγχαρητήριά μου στο ράφτη σου. Ωστόσο, θαρρώ πως θα βελτιωνόταν με την αφαίρεση του ημερολογίου που χαλάει την εφαρμογή του. Ναι, το πρόσεξα όταν υποκλίθηκες με τόση ευγένεια πάνω από το χέρι μου, όμως χρειαζόμουν την επιβεβαίωσή σου ώστε να είμαι πραγματικά σίγουρη. Κατανοείς την αγωνία μου, καθώς νιώθεις το ίδιο προστατευτικός απέναντι στον αδελφό σου. Είναι μονάχα η ανθρώπινη φύση μας, δεν είναι; Να προστατεύουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Να το ξεκαθαρίσω πλήρως, λοιπόν: Μιλάμε για τα ημερολόγια από την αρχή μέχρι την εποχή του θανάτου του γιου μου. Όλα τους πρέπει να καταστραφούν και η βίβλος μαζί. Σύμφωνοι;» Θεέ μου. Είναι τρομοκρατημένη. Έχοντας δει ό,τι μόλις είδα, πώς μπορώ να της το αρνηθώ; Όμως ανάθεμά με κι αν Θα εμπιστευτώ κανέναν εδώ στην Έπαυλη, ούτε καν τον Ντίαρμπορν. «Σύμφωνοι. Όμως, δεν κατάφερα να εντοπίσω τη βίβλο». Το κεφάλι της Τρίξι τινάχτηκε απότομα προς τα πίσω, λες και την είχαν χαστουκίσει. «Όχι, όχι, αυτό δε γίνεται. Η βίβλος πρέπει να βρεθεί και να καταστραφεί. Αν οι εγγονοί μου δεν μπορέσουν να εντοπίσουν την Αδελφότητα βασισμένοι μόνο στα ημερολόγια, τότε δεν είναι οι άντρες που ανέθρεψα. Η βίβλος φτάνει μέχρι τις απαρχές. Τις απαρχές, Σάιμον. Ξέρεις πώς ξεκίνησαν όλα; Με το σύζυγό μου, τον πιο βρομερό, διεστραμμένο άνθρωπο που περπάτησε ποτέ σ’ αυτή τη γη. Καταλαβαίνεις τώρα;» «Ναι, κυρία, καταλαβαίνω. Πραγματικά. Θα χρειαστώ τον κύριο Μπόρντερς σας, ο οποίος αντιλαμβάνομαι ότι ταξίδεψε εδώ μαζί σας. Υποθέτω πως τον εμπιστεύεστε...» «Έρχεται μια στιγμή, ακόμα και σε μια ζωή σαν τη δική μου, όπου γίνεται απαραίτητο το να εμπιστευτείς κάποιον. 0 Ρίτσαρντ είναι ο πρώτος άντρας εδώ και πολύ καιρό που επέτρεψα στον εαυτό μου να βασιστώ πάνω του. Είσαι ο δεύτερος, κύριοι τόσο στα λόγια όσο και στις πράξεις. Όμως πες μου, πού είναι; Έψαχνα για χρόνια, χωρίς επιτυχία». ~ 260 ~


Ο Σάιμον της είπε, αφήνοντας απέξω το πώς αποκτούσες πρόσβαση στον ψευδότοιχο και το γεγονός πως η Κέιτ ήταν μαζί του. «Στην κατ’ επίφαση έπαυλη της κόμισσας; Πίσω από έναν ψευδότοιχο; Μα, έψαξα εκεί, σε αυτό το διαβολικό μέρος, που ο σύζυγός μου θεωρούσε το προσωπικό του ησυχαστήριο. Για χρόνια έψαχνα, χωρίς καμία επιτυχία. Αναρωτιέμαι πώς τα ανακάλυψε ο Μπάρι, εκτός κι αν τον καθοδήγησε κάποιος από την αηδιαστική σύναξη τεράτων του συζύγου μου. Υπάρχουν διάφοροι υποψήφιοι, όμως, ευτυχώς γι’ αυτούς, είναι όλοι τους νεκροί». «Είναι όλα τους εκεί, κυρία...» Δεν μπορούσε να την αποκαλέσει «Τρίξι», όχι αυτή τη στιγμή. «Τα ημερολόγια, ο... εμ... βωμός και τα υπόλοιπα». Η Τρίξι είχε πιάσει ξανά το ποτήρι με το κρασί της, μόνο και μόνο για να της πέσει απ’ το χέρι και να θρυμματιστεί στο πάτωμα. Άξαφνα έδειχνε τα χρόνια της, κάθε ημέρα τους και ίσως και παραπάνω, με το δέρμα της να έχει γίνει κάτωχρο κάτω απ’ τα βαμμένα με κοκκινάδι μάγουλά της. «Όχι. Όχι, δεν είναι δυνατόν. Μη μου λες ψέματα, Σάιμον. Κάναμε μια συμφωνία. Θα μάθω την αλήθεια ή τίποτα». «Μα, αυτή είναι η αλήθεια, κυρία. Σας ζητώ ταπεινά συγνώμη που θίγω το θέμα, όμως είμαι σίγουρος πως έχετε βρεθεί εκεί πέρα, μολονότι δεν μου το είπατε ευθέως. Πώς είναι δυνατόν να μην ξέρετε;» Η Τρίξι πίεσε το μέτωπο με την παλάμη της κι όταν μίλησε, ήταν θαρρείς και μιλούσε στον εαυτό της. «Ο γερο-μπάσταρδος. Ο καταραμένος γερο-μπάσταρδος! Μέχρι το τέλος, δε μου έλεγε. Η κληρονομιά του. Οι αναθεματισμένες ψευδαισθήσεις μεγαλείου του. Βασιλικό αίμα; Βασιλικός μπάσταρδος». Ο Σάιμον έσκυψε μπροστά. «Καταγόταν από τη βασιλική γραμμή των Στιούαρτ», είπε σιγανά, ελπίζοντας πως εκείνη θα του έλεγε κι άλλα. Η Τρίξι ρουθούνισε στ’ αλήθεια ρουθούνισε. «Από έναν Στιούαρτ και μια παστρικιά καμαριέρα. Ο Τσαρλς ούτε δαχτυλήθρα δε θα γέμιζε αν έχυνε σ’ αυτή όλο το βασιλικό του αίμα και, ακόμη κι έτσι, θα ήταν μαγαρισμένο». Ίσιωσε τους ώμους της και έστρεψε το διεισδυτικό γαλανό βλέμμα της στον Σάιμον. «Πώς το ήξερες;» «Το βασιλικό ταρτάν των Στιούαρτ που είναι ζωγραφισμέ~ 261 ~


νο στα πορτραίτα, οι θυρεοί που λείπουν από το μαυσωλείο». «Ποτέ δε βρήκα το χρόνο να αντικαταστήσω τα οικόσημα, ε; Πόσο τσαπατσούλικο εκ μέρους μου, τελείως έξω απ' το χαρακτήρα μου. Μου πήρε ώρες να τα ξεκολλήσω από το γρανίτη. Ο Σπένσερ δεν υπερέβαλε όταν είπε πως είσαι αντάξιος κάθε προσδοκίας πιάνεις πουλιά στον αέρα. Το ξέρουν τα εγγόνια μου; Περηφανεύτηκες μπροστά τους για την εξυπνάδα σου;» «Φοβάμαι πως ναι. Να θυμάστε, κυρία μου, πως ίσως χρειαστεί να σκαλίσουμε πολλές δυσάρεστες αλήθειες, αλλά το κάνουμε με σκοπό να ξεσκεπάσουμε και να καταστρέψουμε μια προδοτική συνωμοσία». «Ναι, ναι, φυσικά. Όλα για το Στέμμα και την Αγγλία κι όλες αυτές τις ανοησίες. Θα πρέπει να με συγχωρήσεις που βάζω εγωιστικά την οικογένειά μου πάνω απ’ όλα, όμως -είτε με συγχω-ρείς είτε όχι- έτσι θα γίνει, κατάλαβες; Μπορώ να σε βάλω στον κόπο να μου γεμίσεις ξανά ένα ποτήρι με κρασί; Χρειάζομαι μια στιγμή να τα σκεφτώ αυτά. Όλα αυτά». Ο Σάιμον έκανε ό,τι του ζήτησε κι έπειτα κάθισε ξανά, πασχίζοντας να μείνει σιωπηλός, καθώς είχε καμιά δεκαριά ακόμα ερωτήσεις που έκαιγαν το μυαλό του, ζητώντας επιτακτικά απάντηση. «Αντιλαμβάνομαι πως οι όροι έχουν αντιστραφεί, Σάιμον, και τώρα βρίσκομαι στο έλεος σου και είναι ανάγκη να εμπιστευτώ τη διακριτικότητά σου. Συμφωνούμε ξανά σ’ αυτό;» «Συμφωνούμε. Αυτό που χρειαζόμαστε, αν δεν πρόκειται να έχουμε στη διάθεσή μας τη βίβλο, βρίσκεται μακριά από εδώ, πιθανότατα κάπου στο Λονδίνο. Ό,τι συνέβη εδώ είναι το παρελθόν και λίγη βαρύτητα έχει σε όσα συμβαίνουν τώρα, πέρα απ’ την κατανόηση του πώς σκέφτεται και δρα η Αδελφότητα. Είμαστε πεπεισμένοι πως ο Τέρνερ Κόλιερ, στο ρόλο του Φύλακα κατά τη διάρκεια της θητείας του γιου σας στην Αδελφότητα, συνέχισε κάπως να ενημερώνει τη βίβλο ακόμα και μετά το θάνατο του Μπάρι. Μάλλον γι’ αυτό δολοφονήθηκε, αλλά δεν ξέρουμε πόσα είπε, αν είπε κιόλας κάτι, στους δολοφόνους του πριν πεθάνει. Αυτός είναι ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ». Και πάλι, ήταν λες κι η Τρίξι μονολογούσε. «Αν ο Κόλιερ παρέμεινε Φύλακας, αμφιβάλλω πως τους είπε την αλήθεια ή τουλάχιστον δεν τους την είπε όλη. Αν ήξερε ~ 262 ~


ότι δεν μπορούσε να κρατήσει τη βίβλο ασφαλή, θα την είχε καταστρέφει. Ελπίζω μόνο ότι είχε το χρόνο». Η Τρίξι φάνηκε να αντιλαμβάνεται ξαφνικά πού βρισκόταν. «Ο Κόλιερ πάντα ήταν ψείρας με τους κανόνες. Σχολαστικά επιμελής από γεννησιμιού του, παρ’ όλα τα ανακατώματά του με το διάβολο και τη συνουσία με οτιδήποτε θα καθόταν ακίνητο αρκετή ώρα -και το εννοώ, οτιδήποτε ή οποιονδήποτε. Ο Μπάρι κοκορεύτηκε γι’ αυτό όταν μου εξήγησε πώς κατείχε τον Κόλιερ ψυχή τε και σώματι. Άλλωστε, οι Σπαρτιάτες πίστευαν πως τους χάριζε δύναμη, έτσι δεν είναι; Ο γιος μου έβαζε πάνω απ’ όλα τα υστερόβουλα προσωπικά του συμφέροντα. Χάσιμο χρόνου και κόπου, εκ μέρους μου, να τον απαλλάξω από την επιρροή του πατέρα του, σωστά; Από την άλλη βέβαια, είμαι ακόμη εδώ, δεν είμαι; Και με τον τρόπο μου, ακμάζω κιόλας. Πρέπει να λάβουμε κι αυτό υπόψη. Πάντα πρέπει να υπάρχει ένας νικητής και για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχουν χαμένοι». Ο Σάιμον δεν είπε τίποτα. Ολόκληρη η συζήτηση μέχρι στιγμής ήταν αλλόκοσμη, λες κι άκουγε έναν αλλόκοτο, ασυνάρτητο μονόλογο στο Κόβεντ Γκάρντεν. Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ δεν έπιανε μια μπροστά στην Μπίατριξ Ρέντγκρεϊβ όταν επρόκειτο για δαιδαλώδεις οικογενειακές τραγωδίες. «Στ’ αλήθεια δεν σοκάρεσαι εύκολα, έτσι δεν είναι;» Η Τρίξι ήπιε μια γενναία γουλιά απ’ το κρασί της. «Υποθέτω πως είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορώ να το πω, αν μη τι άλλο ως αντάλλαγμα για την καταστροφή της βίβλου. Πάντα μας έφερναν στην έπαυλη μέσω της σήραγγας. Μας χορηγούσαν διά της βίας όπιο, μας έδεναν τα μάτια, μας έβαζαν μέσα σε άμαξες με κλειστές τις κουρτίνες κι ύστερα μας οδηγούσαν μέσα από τη σήραγγα στην κόλαση που βρισκόταν στο τέλος της. Ο Τσαρλς πάντα μας περίμενε εκεί, φορώντας τη ρόμπα και τη μάσκα του, και στεκόταν όρθιος σαν ένας δαιμονικός Κολοσσός της Ρόδου, διατάζοντάς μας να πάρουμε τις θέσεις μας». Ο Σάιμον ένιωθε πως έπρεπε να πει κάτι. Η κόμισσα έμοιαζε στα πρόθυρα της κατάρρευσης. «Κυρία, δε χρειάζεται να τα μάθω όλα αυτά, πραγματικά». «Ναι, γιε μου, χρειάζεται. Αν πρόκειται να συμφωνήσει.; να με βοηθήσεις, πρέπει να καταλάβεις την επιτακτικότητα της παράκλησής μου. Τώρα, όσον αφορά τη σπηλιά. Νόμιζα, όλοι ~ 263 ~


μας το νομίζαμε, πως είχαμε διανύσει χιλιόμετρα ολόκληρα. Έξυπνε, έξυπνε γερο-μπάσταρδε. Τελικά οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε πως ήταν πιο εύκολο να συνεργαστούμε. Ακόμα κι όταν έφεραν τις πόρνες και μας ανάγκασαν να παρακολουθούμε. Ακόμα κι όταν έφεραν τις παρθένες. Θεέ μου... οι ιστορίες που μπορώ να σου διηγηθώ και οι ιστορίες που μου είπαν αυτοί οι βλάκες, χωρίς να τους περάσει ποτέ απ’ το μυαλό να φοβηθούν αυτό το συνεργάσιμο, τόσο φιλικό και κολακευτικό σκεύος ηδονής. Οι άντρες οι οποίοι αργότερα φοβούνταν εμένα όλα αυτά τα χρόνια, οι οποίοι φοβούνταν αυτά που ήξερα. Τους κράτησα σε αναμμένα κάρβουνα μέχρι τη μέρα του θανάτου τους, τους έκανα να πιστεύουν πως είχα τη βίβλο, πως την είχα κρυμμένη ασφαλή με ένα δικηγόρο και πως αν μου συνέβαινε κάτι, θα παραδιδόταν στα χέρια του βασιλιά. Κανείς από αυτούς τους ρυπαρούς άντρες δεν είχε καλό θάνατο, παρεμπιπτόντως, κι αντλώ ευχαρίστηση απ’ αυτό. Μολονότι υποθέτω ότι θα έπρεπε να κάνω μια εξαίρεση για το γερο-Γκάι, που τα τίναξε, μεταξύ άλλων, στο κρεβ...» Τώρα ο Σάιμον πίστευε πως ήταν εκείνος που δεν ήθελε ν’ ακούσει περισσότερα. «Σας παρακαλώ, μην τα σκέφτεστε αυτά τώρα. Είστε μια εξαιρετική, σπάνια γυναίκα. Όχι μόνο επιβιώσατε, αλλά γίνατε ο ποιμένας μιας υπέροχης οικογένειας, που σας λατρεύει άνευ όρων. Θέλω να σας βοηθήσω. Ξέρετε πού είναι η είσοδος της σήραγγας, κυρία; Θα με βοηθούσε, απίστευτα πολύ». «Σου είπα. Μας έδεναν τα μάτια, μας οδηγούσαν σαν τυφλούς αμνούς επί σφαγή. Μήνα με το μήνα, την πρώτη νύχτα της πανσελήνου. Τα αναφιλητά, οι προσευχές, οι ικεσίες μας, όλα μάταια». «Αυτό βοηθάει, κυρία. Αν διατηρούν μερικές από τις παλιές παραδόσεις τους, θα έπρεπε να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στη νύχτα της πανσελήνου». Ύψωσε το πιγούνι της, θυμίζοντάς του την Κέιτ, παρ’ ότι οι δυο γυναίκες δεν έμοιαζαν καθόλου μεταξύ τους εμφανισιακά. «Ωραία. Τώρα, θέλω να μάθεις και τα υπόλοιπα. Αρνήθηκα να εξευτελιστώ, είτε κλαίγοντας είτε ουρλιάζοντας. Δε θα αποπειραθώ να δικαιολογήσω ό,τι έκανα, πώς έμαθα να επιβιώνω, ακόμη και να κατακτώ τους αντιπάλους μου, όμως έχω ανάγκη να δώσω τουλάχιστον μια εξήγηση. Η οικογένειά μου σχεδόν με πούλησε στον Τσαρλς για να τακτοποιήσει τα χρέη ~ 264 ~


του πατέρα μου από τον τζόγο. Κάτι που ήταν δική τους αμαρτία, όχι δική μου. Ήμουν δεκαπέντε χρονών όταν γεννήθηκε ο Μπάρι. Η γέννα ήταν δύσκολη και δεν επρόκειτο να υπάρξουν άλλα παιδιά, άλλοι βασιλικοί διάδοχοι. Δεν υπήρχε πια λόγος να μην, όπως το είπε τόσο ποιητικά ο Τσαρλς, με τη μακρόσυρτη φωνή του, με πετάξει στο καζάνι με τις υπόλοιπες. Και το έκανε». Ο Σάιμον έκλεισε τα μάτια. «Λυπάμαι πάρα πολύ, κυρία». Όμως η Τρίξι είχε αποκτήσει ξανά τον έλεγχο της κατάστασης. «Μη με διακόπτεις. Όταν είδα το ενδιαφέρον του να ξεπορτίζει με κάποια άλλη, άσχετα από το πόσο περιποιητική έμαθα να είμαι, ήξερα πως θα με αντικαθιστούσε. Είχε την όψη φοράδας αναπαραγωγής, βλέπεις -μεγάλα στήθη και φαρδιοί γοφοί. Όχι καλλονή, αλλά θα γεννοβολούσε το ένα παιδί μετά το άλλο. Άλλωστε, ο Τσαρλς είχε πολλές άλλες διαθέσιμες... διεξόδους για τις απολαύσεις του, σωστά; Τα αναρίθμητα μπάσταρδό του κυριολεκτικά πλημμύριζαν την επαρχία. Όμως χρειαζόταν την ασφάλεια περισσότερων νόμιμων αρσενικών κληρονόμων. Τότε ήταν που έγινε προφανές τι έπρεπε να κάνω. Για χάρη του παιδιού μου, που έπρεπε πάση θυσία να προστατέψω. Μέχρι τότε συλλογιζόμουν απλώς πως θα ζούσα περισσότερο από εκείνον και ότι θα ήμουν ικανή να μεγαλώσω τον Μπάρι χωρίς την επιρροή του πατέρα του». Ξαφνικά ο Σάιμον κατάλαβε πού οδηγούσε όλο αυτό. Προσπάθησε ν’ αγνοήσει το ρίγος που διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του. «Σας παρακαλώ, δε χρειάζεται να...» Το χαμόγελό της ήταν σχεδόν μακάριο. «Μα, και πάλι, ανακαλύπτω πως το θέλω, ύστερα απ’ όλα αυτά τα χρόνια. Παράξενο δεν είναι; Η εξομολόγηση είναι ευεργετική κι όλες αυτές οι συναφείς ανοησίες. Ίσως γερνάω και θέλω να εξαγνίσω την ψυχή μου; Άφησε με να σου πω κάτι, Σάιμον. Δεν υπάρχει βολικός θάνατος, που έρχεται όποτε τον χρειάζεσαι. Αυτά τα λένε οι ρομαντικές νουβέλες. Το μοιραίο, όταν συμβαίνει συμπτωματικά, όπως στην περίπτωση του συζύγου μου, χρειάζεται και λίγη... βοήθεια». Η Τρίξι αναστέναξε, λες κι ένα βάρος είχε φύγει από πάνω της, όχι όμως εντελώς. «Τώρα τελείωσα. Υποθέτω πως θα νιώσω καλύτερα κάποια στιγμή, μολονότι ακόμη δε διακρίνω κάποια αλλαγή. Σε παρακαλώ, χτύπα το καμπανάκι για τον Ντίαρμπορν και θα βρει τον Ρίτσαρντ για λογαριασμό σου. Θα ~ 265 ~


χρειαστείτε φυσικά το κλειδί. Ο Ντίαρμπορν πιστεύει πως έχει το μοναδικό κλειδί, όμως ο Ντίαρμπορν έχει ξανακάνει λάθος στο παρελθόν, αν και ποτέ δε θα παραδεχτεί κάτι τέτοιο, πράγμα που μας συμφέρει μακροπρόθεσμα. Θα βάλω τον Ρίτσαρντ να σου φέρει το δικό μου. Πώς θα το κάνεις; Πώς θα καταστρέφεις τα ημερολόγια;» «Όπως έμαθα πρόσφατα, Τρίξι, ένα μυστικό καλύτερα να το κρατάνε δύο άτομα», είπε, αποδεχόμενος τελικά την προσφορά της. «Ο κύριος Μπόρντερς κι εγώ αρκούμε γι’ αυτό το μυστικό». Η Τρίξι κατένευσε. «Και εσύ κι εγώ για το δικό μου. Η Κέιτ δεν πρέπει να μάθει ποτέ, κανείς τους δεν πρέπει να μάθει ποτέ. Συγχώρησέ μου τους παρθενικούς μελοδραματισμούς, όμως πραγματικά δε θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω ούτε λεπτό αν ήξεραν». «Δε θα το μάθουν», τη διαβεβαίωσε ο Σάιμον. Ήδη ήξερε τι επρόκειτο να κάνει. Στο κάτω κάτω, είχε πιάσει και στο παρελθόν. Υποκλίθηκε στην Τρίξι, γύρισε να φύγει, αλλά ξαναγύρισε προς το μέρος της. «Έχω άλλη μια ερώτηση, μάλλον μία που δεν μπορείτε να απαντήσετε. Καθώς έσκυβα να αποφύγω τους ιστούς αράχνης σ’ αυτή την τρύπα της Κόλασης, μου πέρασε απ’ το μυαλό η σκέψη πως κάποιος έπρεπε να καθαρίζει το μέρος την εποχή της Αδελφότητας. Έχετε καμιά ιδέα ποιος μπορεί να ήταν;» Η Τρίξι ακούμπησε ένα δάχτυλό της πάνω στα χείλη της και άρχισε να τα χτυπάει ανάλαφρα, ρυθμικά. «Στην εποχή του άντρα μου, όχι. Μακάρι να ήξερα. Όμως στην εποχή του Μπάρι; Ο βαλές του, ο Μπερκ, η γυναίκα και η έφηβη κόρη τους το έσκασαν σχεδόν αμέσως μετά την ταφή. Πολύ πιστός, ο Μπερκ. Ίσως ήταν αυτοί;»

~ 266 ~


Κεφάλαιο 16

Η Κέιτ καθόταν με μάτια ερμητικά κλειστά, μη θέλοντας να κοιτάξει το είδωλό της στον καθρέφτη της τουαλέτας της, καθώς η Σάλι στεκόταν πίσω της και βούρτσιζε τα μαλλιά της, νωπά ακόμη από το μπάνιο. Πώς ζούσε κανείς ένα ψέμα για παραπάνω από μίση ζωή; Όχι μόνο ζούσε, αλλά άνθιζε. Γελούσε. Αστειευόταν. Χόρευε. Έκρυβε όλη τη φρίκη, τις αναμνήσεις, πίσω από ένα προσωπείο που έπειθε τον κόσμο, ακόμα και τα ίδια της τα εγγόνια, πως η ζωή ήταν όμορφη, γεμάτη χαρά. Όχι μία, αλλά δύο φορές. Πρώτα ο άντρας της κι έπειτα ο γιος της, επαναλαμβάνοντας τις αμαρτίες του πατέρα. Τέρατα. Ένοχοι για τα χειρότερα εγκλήματα, τις χειρότερες βαναυσότητες. «Θα τους είχα σκοτώσει και τους δυο». «Πώς είπατε, μιλαίδη;» ρώτησε η Σάλι, σταματώντας στη μέση τη δουλειά της, να ξεμπλέξει έναν κόμπο με τη βούρτσα. «Τίποτα. Απλώς σκεφτόμουν να σε βάλω να μου κόψεις τουλάχιστον τα δύο τρίτα απ’ αυτά τα ατίθασα τσουλούφια». «Ω, όχι, μιλαίδη, δε θα τολμούσατε να κάνετε κάτι τέτοιο. Θα ήταν έγκλημα να κάνω τέτοιο πράμα, έγκλημα». Η Κέιτ χαμογέλασε και άνοιξε τα μάτια της. «Υπάρχουν εγκλήματα κι εγκλήματα. Αμφιβάλλω πως κάηκε κανείς στην Κόλαση επειδή έκοψε τα μαλλιά ενός άλλου». Η καμαριέρα συνέχισε να τη χτενίζει. «Υπήρχε μία, η κυρία με τα πέπλα και τα λοιπά. Έκοψε τα μαλλιά κάποιου και μετά του έκοψαν το κεφάλι. Αυτό σίγουρα άξιζε ένα γερό τσουρούφλισμα στην... κάτω περιοχή». «Στον Κάτω Κόσμο ίσως είναι καλύτερη επιλογή όρου», αποκρίθηκε η Κέιτ, που επιτέλους τα μάτια της ζωήρεψαν λιγάκι. «Μπερδεύεις τη Σαλώμη με τα πέπλα της και τον Ιωάννη τον ~ 267 ~


Βαπτιστή με τη Δαλιδά και τον Σαμψών, φοβάμαι και δε θα κάνω καν τον κόπο να διαλύσω την παρανόησή σου σχετικά με την “κάτω περιοχή” μιας γυναίκας και τον Κάτω Κόσμο, δηλαδή την Κόλαση. Ποιος σου είπε αυτές τις ιστορίες;» Η Σάλι ακόμη έμοιαζε μπερδεμένη. «Η κόμισσα, μιλαίδη. Όλοι μας έχουμε μεγάλη αδυναμία στις ιστορίες της». Το χαμόγελο της Κέιτ έσβησε. «Ναι, κι εγώ είχα. Τελειώσαμε, Σάλι; Η Κονσουέλα δείχνει κάτι παραπάνω από έτοιμη για το κρεβάτι της -σωστά, Κονσουέλα;» Η συνοδός-κέρβερος τίναξε το κεφάλι της να συνέλθει, καθώς την είχε μισοπάρει ο ύπνος, και διαμαρτυρήθηκε πως δεν ήταν διόλου κουρασμένη -ήταν έτοιμη να φρουρήσει την προστατευόμενή της μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός της και την τελευταία της ανάσα. «Θεέ μου, αλήθεια; Περιμένεις να μας επιτεθούν από στιγμή σε στιγμή οι Φιλισταίοι της Δαλιδά, Κονσουέλα;» «Ένας τους μονάχα», απάντησε η Κονσουέλα, καθώς στηριζόταν στην καρέκλα για να σηκωθεί όρθια. «Μιλήσαμε σήμερα το απόγευμα με τον κύριο Ντίαρμπορν και ξέρουμε πως η αλεπού προσπαθεί να μπει στο κοτέτσι. Η εξοχότητά της το βρίσκει όλο αυτό μια απολαυστική σκανδαλιά, όμως εμείς δε διασκεδάζουμε τόσο εύκολα. Μέχρι να προσεγγίσει τον αδελφό σας τον κόμη και εκείνος να δώσει την ευλογία του, θα συνεχίσουμε να αγρυπνούμε. Ξέρουμε ποιο είναι το πρέπον». «Ναι, σαφώς και το ξέρουμε, έστω κι αν αυτό το πετυχαίνουμε ακούγοντας φήμες και διαβάζοντας γι’ αυτό στα βιβλία. Όμως αμφιβάλλω σοβαρά ότι ο μαρκήσιος θα επιτεθεί μ’ ένα τσεκούρι στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου, απαιτώντας να τον αφήσουμε να μπει. Πήγαινε στο κρεβάτι σου, Κονσουέλα. Κι εσύ, Σάλι. Προς το παρόν -ή για πάντα, αν σου πέφτει λόγος, Κονσουέλα- θα κοιμηθώ μόνη μου. Σε παρακαλώ, είμαι σχεδόν εξαντλημένη ύστερα από ένα απόγευμα κι ένα βράδυ με τη συναρπαστική, αλλά κουραστική φλυαρία της γιαγιάς μου». Η Κέιτ συνέχισε να χαμογελάει καθώς η καμαριέρα και η συνοδός της έκαναν από μια υπόκλιση και, επιτέλους, έφυγαν από την κάμαρά της, η Σάλι για την πτέρυγα των υπηρετών και η Κονσουέλα για το ράντζο της στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας. «Την πόρτα, Κονσουέλα!» φώναξε πίσω από τη συνοδό της. ~ 268 ~


Προφανώς απρόθυμα, καθώς η πόρτα έκανε αρκετή ώρα να κλείσει. Αυτή ήταν η συμφωνία τους: κλείνε την πόρτα ή κοιμήσου αλλού. Μια νύχτα που πέρασε με το κεφάλι της θαμμένο κάτω από πέντε έξι μαξιλάρια, σε μια προσπάθεια (αποτυχημένη) να πνίξει τα ροχαλητά της Κονσουέλα, ήταν παραπάνω από αρκετή για την Κέιτ ώστε να μη νιώθει απαίσια απαιτώντας το. Τώρα ήταν μόνη. Το ρολόι στο τζάκι είχε σημάνει έντεκα μόλις λίγα λεπτά πριν και ήταν μόνη εκείνη και το κρεβάτι της. Το κρεβάτι της, αυτή η τεράστια, χαίνουσα άβυσσος, στην οποία πότε ήθελε να ριχτεί μέσα της, για να ξορκίσει τον πόνο της με το κλάμα, και πότε ήθελε να την αποφύγει, επειδή ο Σάιμον δε θα ήταν εκεί να τη μοιραστεί μαζί της. Έλυσε τη ρόμπα της, την άφησε πάνω στο κρεβάτι και μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα, εντελώς σίγουρη πως δε θα την έπαιρνε ποτέ ο ύπνος. Πώς μπορούσε να τον θέλει ακόμη, έχοντας δει την άλλη όψη αυτού που πίστευε πως ήταν όμορφο, υπέροχο, ακόμη και μαγικό; Πώς μπορούσε να τον αγγίξει, να αισθανθεί το άγγιγμά του χωρίς να θυμηθεί πως υπήρχε μια σκοτεινή και άσχημη πλευρά σε ό,τι εκτυλισσόταν ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα; Πώς μπορούσε να αναζητά την ευχαρίστηση εκεί όπου η γιαγιά και η μητέρα της είχαν πιθανώς γνωρίσει μονάχα πόνο, ταπείνωση, φόβο; Και μίσος. Πρέπει να είχαν νιώσει και μίσος. Απέχθεια. Οργή. Η Τρίξι είχε ζήσει περισσότερο από τη νέμεσή της η Μαριμπέλ είχε πάρει την κατάσταση στα χέρια της κι είχε ξεφορτωθεί το βασανιστή της. Μπράβο της! Δεν ετίθετο πλέον ερώτημα στο μυαλό της Κέιτ όσον αφορά το γιατί η μητέρα της είχε αφήσει τα παιδιά της στη φροντίδα της Τρίξι, καθώς το έσκαγε με το Γάλλο εραστή της. Κάλλιστα οι δυο γυναίκες μπορεί και να το είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους- ποτέ δε θα μάθαιναν. Η Κέιτ τα είχε ξεδιαλύνει όλα τούτα στο μυαλό της καθώς ίππευε με την Ντέιζι στο Δυτικό Λιβάδι, καθώς ξερίζωνε φιλόπονα, ίσως και με ένα ίχνος φρενιασμένης, ανελέητης ενέργειας, τα ζιζάνια που μισόκρυβαν τους τάφους του Top Γκρίμπον και της οικογένειάς του. Είχε νιώσει το βλέμμα του Σάιμον πάνω της σε όλη τη διάρκεια του δείπνου, όμως και οι δυο τους είχαν επιτρέψει στην ~ 269 ~


Τρίξι να μονοπωλήσει τη συζήτηση με λεπτομέρειες από τις δύο κηδείες στις οποίες είχε παραστεί, με τον Ρίτσαρντ Μπόρντερς να πετάει ένα όνομα ή ένα άλλο θέμα όταν η κουβέντα έδειχνε να κάνει κοιλιά, κεντρίζοντας την κόμισσα να ξεκινήσει άλλη μια ξεκαρδιστική, παράλογη ιστορία, όπως μονάχα η Τρίξι μπορούσε να διηγηθεί. Η Κέιτ ακόμη δυσκολευόταν κάπως να κοιτάξει κατάματα τον Σάιμον κι όμως ταυτόχρονα λαχταρούσε να βρεθεί στην αγκαλιά του. Τι την καθιστούσε αυτό; Πώς μπορούσε κανείς να δει αυτά που είχε αντικρίσει εκείνη σήμερα, να συνειδητοποιήσει αυτά που είχε συνειδητοποιήσει και ωστόσο να θέλει να νιώσει τα χέρια ενός άντρα γύρω της; Η Τρίξι απεχθανόταν τους άντρες. Η Κέιτ είχε πειστεί και γι’ αυτό στη διάρκεια του μακριού απογεύματος που έκανε την ενδοσκόπησή της. Τους μισούσε, τους χρησιμοποιούσε... και, απίστευτο κι όμως αληθινό, τους απολάμβανε. Είχε γνωρίσει ποτέ της την αγάπη; Η Κέιτ αμφέβαλλε πολύ γι’ αυτό. Θα ρωτούσε τη γιαγιά της για τη διαφορά ανάμεσα στο να θέλεις κάποιον και στο ν’ αγαπάς κάποιον. Αν και δεν πίστευε πως θα είχε απάντηση γι’ αυτό. Ήταν θλιβερό... Τόσο θλιβερό... Τα μάτια της γούρλωσαν διάπλατα όταν ένα χέρι κάλυψε το στόμα της και το ακολούθησε ένας σιγανός ψίθυρος: «Πρέπει να μιλήσουμε». «Πώς προ.,.είνεις να το κάν.,.με αυτό με το χέρ... σ... πάνω στ...», προσπάθησε να πει πνιγμένα. , «Με το χέρι μου πάνω στο στόμα σου, ναι», αποκρίθηκε ο Σάιμον, χαμογελώντας της πονηρά. «Έχεις δίκιο. Θα έρθεις μαζί μου;» Η Κέιτ κατέγραψε νοερά το γεγονός πως ακόμη δεν είχε πάρει το χέρι του από το στόμα της. Τόσο την εμπιστευόταν, λες και θα φώναζε την Κονσουέλα! Κούνησε γρήγορα πάνω κάτω το κεφάλι της. Κυρίως επειδή ήταν έξαλλη. Για τι είδους χαζή την περνούσε ο Σάιμον; Τη φίλησε στο μέτωπο. «Δεν ήμουν σίγουρος πως θα ήθελες να είσαι... μαζί μου». Το κορμί της χαλάρωσε. Ο Σάιμον ήταν το καλύτερο είδος χαζού, ο πιο γλυκός χαζούλης αυτού του κόσμου. Ένευσε ξανά καταφατικά καθώς εκείνος απομακρυνόταν απ’ το κρεβάτι και παραμέρισε τα σκεπάσματα. Ο Σάιμον της κρατούσε ήδη τη ρόμπα για να τη φορέσει. ~ 270 ~


«Πού πάμε;» ψιθύρισε καθώς ακροπατούσαν προς την πόρτα. Μόλις βρέθηκαν στο διάδρομο, με κατεύθυνση προς τη δυτική πτέρυγα, της απάντησε. «Θα ήθελα να σου πω, μακριά, πολύ μακριά από εδώ. Όμως είναι στη μέση αυτή η άβολη υπόθεση με τις πύλες. Και η τάφρος». «Δεν έχουμε τάφ... Εντάξει, ας την πούμε τάφρο. Πού είναι ο Ντίαρμπορν;» «Τον κανόνισα», της είπε καθώς προσπερνούσαν τη σκάλα. «Φαίνεται πως δεν απολαμβάνει τίποτα άλλο σαν μια ζωηρή παρτίδα ντόμινο. Είναι με τον Ρίτσαρντ στην τραπεζαρία, παίζοντας πολύ συντηρητικά ποσά και απολαμβάνοντας τόσο το κρασί από τα κελάρια του αδελφού σου όσο και τα πούρα του. Κάθε άντρας έχει το αδύναμο σημείο του, όπως μου δόθηκε να καταλάβω, και ο Ρίτσαρντ ανακάλυψε το αδύναμο σημείο του Ντίαρμπορν». Ο Σάιμον σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της βασιλικής κάμαρας, η οποία ποτέ δεν είχε χρησιμοποιηθεί από κανέναν από τους άρχοντες του βασιλείου, όμως όταν ο παππούς της έχτισε την πτέρυγα, είχε προβλέψει τα πάντα. Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Σάιμον ανέσυρε από την τσέπη του το βαρύ κλειδί. «Πώς...;» «Ας πούμε, δόξα τω Θεώ για την ενόρασή σου να επιστρέψεις το κλειδί απ’ το ντουλαπάκι με τα κλειδιά στην κρυψώνα του. Μονάχα, σε παρακαλώ, θύμισέ μου να το επιστρέψω κι εγώ απόψε. Τούτο δω είναι ένα εντυπωσιακό και υπερβολικά μεγάλο κλειδί. Ο Ντίαρμπορν θα πρόσεχε εν ριπή οφθαλμού την απουσία του από το γάντζο. Έλα τώρα, πάμε να δούμε πώς ζουν, υποθετικά, οι βασιλείς». Ξαφνικά η Κέιτ πάγωσε εκεί όπου στεκόταν. Αυτό που της φαινόταν τόσο φυσικό, ακόμα και υπέροχο την προηγούμενη νύχτα, τώρα της φάνταζε πρόστυχο... έως και διαβολικό. «Κέιτ;» άγγιξε το μάγουλό της με την παλάμη του. «Θα μιλήσουμε, θυμάσαι;» Χαμήλωσε το βλέμμα της και μετά κρυφοκοίταξε τον Σάιμον. «Θα μιλήσουμε», επανέλαβε. «Αυτό είναι... όχι, γίνομαι γελοία. Γιατί γίνομαι γελοία;» «Επειδή δεν είσαι φτιαγμένη από πέτρα, υποθέτω. Έχεις μυαλό και καρδιά και ελάχιστη πείρα, άσχετα που πιστεύεις πως δεν είσαι πια η κοπελίτσα που ήσουν χθες το πρωί, αλλά η ~ 271 ~


γυναίκα που θαρρείς πως είσαι απόψε». «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για τι μιλάς, όμως ίσως θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας από την άλλη πλευρά της πόρτας;» Της χαμογέλασε με τόση γλύκα που της ήρθε να κλάψει. Είχε γίνει ο βράχος της, χωρίς να το καταλάβει η άγκυρά της, η λογική της εν μέσω όλης αυτής της παραφροσύνης. «Αυτή θα ήταν η επόμενη πρότασή μου». Μόλις έκλεισαν και κλείδωσαν την πόρτα πίσω τους, η Κέιτ, οδηγημένη από το φως των κεριών που πρέπει να είχε ανάψει νωρίτερα ο Σάιμον, διέσχισε τον καλυμμένο με σεντόνια προθάλαμο και μπήκε στο σπηλαιώδες βασιλικό διαμέρισμα. «Είναι ακριβώς όπως το θυμόμουν όταν ακολουθούσα τις καμαριέρες εδώ μέσα», είπε κοιτάζοντας τις βαριές ταπισερί στους τοίχους, τα υπερβολικά περίτεχνα έπιπλα. «Ίσως και χειρότερα. Ξέρεις... ξέρεις πως υπάρχουν καθαρά σεντόνια σ’ αυτό το απαίσιο κρεβάτι; Η Τρίξι λέει πως είναι υποχρεωτικό. Πρέπει πάντα να είναι όλα έτοιμα, για την απειροελάχιστη περίπτωση που κάποιος χαραμοφάης βασιλιάς αποφασίσει να περάσει από δω απρόσκλητος για τσάι. Ή, όπως μου εξήγησε η Τρίξι, αν έχεις την καταστροφική ηλιθιότητα και το υπερφίαλο θράσος να διαθέτεις βασιλική κάμαρα στο σπίτι σου, τότε καλύτερα να είσαι προετοιμασμένος για την περιστασιακή επίσκεψη του βασιλιά». Η Κέιτ κάθισε σ’ αυτό που πρέπει να ήταν ο πιο άκαμπτος, άβολος καναπές που είχε φτιαχτεί ποτέ. Όπως επίσης της είχε πει η Τρίξι, πρέπει να κάνεις το βασιλιά να νιώθει ευπρόσδεκτος, όχι όμως απαραίτητα και άνετα, ειδάλλως μπορεί ν’ αποφασίσει να μείνει για μέρες ολόκληρες, με την κουστωδία και τα άλογά του να τρώνε εις βάρος σου. Η Τρίξι έκανε τα πάντα και τους πάντες να φαίνονται αστεία, ενώ οι περιγραφές της για τα κουσούρια των αριστοκρατών ευθύνονταν μάλλον για την έλλειψη φόβου, ακόμη και σεβασμού, της Κέιτ απέναντι σε αυτούς τους ανόητους ανθρώπους καθώς έκανε το ντεμπούτο της. Εκ των υστέρων, ίσως αυτό ήταν λάθος... Αρκετά είχε αφεθεί στις σκέψεις της. «Τι έκανες όλο το απόγευμα όσο εγώ πότε λυπόμουν τον εαυτό μου, πότε δάγκωνα επίπονα τα χείλη μου, για να μη μου ξεφύγει κατά λάθος κάτι αποκαλυπτικό όταν επισκέφθηκα την Τρίξι στο δωμάτιό της;» ~ 272 ~


Ο Σάιμον κάθισε δίπλα της. «Τίποτα το τόσο επίπονο. Κατόπιν αιτήματος της γιαγιάς σου, συνόδευσα τον Ρίτσαρντ σε μια περιήγηση στα κτίρια του κτήματος». Η Κέιτ ανακάθισε ισιώνοντας την πλάτη της. «Στην έπαυλη της κόμισσας;» Εκείνος ένευσε αρνητικά. «Δεν είχα το κλειδί τότε, θυμάσαι; Το πήρες μαζί σου όταν πήγες για ιππασία». Αναστενάζοντας, η Κέιτ προσπάθησε να χαλαρώσει ξανά, όμως ο καναπές το καθιστούσε αδύνατο. Τα έπιπλα στα βασιλικά διαμερίσματα ήταν κατασκευασμένα για τις αλύγιστες ραχοκοκαλιές των βασιλικών γόνων, όχι για τις εύκαμπτες σαν ζυμάρι των Ρέντγκρεϊβ. «Δεν μπορώ να καθίσω εδώ», είπε ενώ σηκωνόταν με σκοπό να αλλάξει θέση και να κάτσει στο πάτωμα μπροστά στον καναπέ. «Όχι εδώ», τη σταμάτησε πιάνοντάς την από το χέρι. «Χρειάζομαι να σε κρατήσω. Αυτό είναι όλο, Κέιτ. Να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου». «Κι εγώ το χρειάζομαι. Τίποτε άλλο στον κόσμο δε μου φαίνεται στέρεο, εκτός από σένα». Έκανε μια απόπειρα να χαμογελάσει. «Κι ετούτο το έπιπλο, φυσικά». Την οδήγησε στο κρεβάτι και πρότεινε να πλησιάσουν ο καθένας από κάθε πλευρά του, καθώς πιθανώς χρειάζονταν δύο άτομα για να παραμερίσουν το βαρύ υφαντό σκέπασμα. «Διαφορετικά, μάλλον θα μας έπνιγε», αστειεύτηκε ο Σάιμον, καθώς πετούσαν εναλλάξ τα βαριά μαξιλάρια στο πάτωμα. «Καλύτερα να βγάλεις τα παπούτσια σου. Δε χρειάζεται ν’ ανησυχούμε μήπως το τσαλακώσουμε, βέβαια. Καμιά απ’ τις καμαριέρες δε θα ήταν τόσο ανόητη ώστε να πει στην κυρία Τζάστις πως έστρωσε το κρεβάτι με σεντόνια που δεν είχαν σιδερωθεί προηγουμένως». Ύστερα αγνόησε την ξύλινη σκαλίτσα και πήδηξε πάνω στο στρώμα, τακτοποιώντας από κάτω της μερικά μαξιλάρια καθώς ξάπλωνε και κοιτούσε ψηλά την ταπισερί του ουρανού. «Βλέπεις τίποτα άξιο λόγου;» τη ρώτησε ο Σάιμον, καθώς ανέβαινε κι εκείνος στο κρεβάτι, διπλώνοντας το μπράτσο του κάτω απ’ το κεφάλι και ξαπλώνοντας στο πλάι, με το μισό κρεβάτι να τους χωρίζει. Στον καναπέ βρίσκονταν πολύ πιο κοντά μεταξύ τους τώρα η Κέιτ μετά βίας τον έβλεπε -οι βελούδινες κουρτίνες του κρεβατιού εμπόδιζαν το φως των κεριών. Η Κέιτ ένιωθε και πάλι ανόητη. Πανικόβλητη από την εγγύ~ 273 ~


τητα του Σάιμον, ενώ ταυτόχρονα τον ήθελε πιο κοντά της. Τον ήθελε. Αλλά τι θα γινόταν αν δεν τον ήθελε; Τι θα συνέβαινε τότε; Τι θα γινόταν αν του είχε ζητήσει να σταματήσουν χθες το βράδυ; Τι θα γινόταν αν της είχε ζητήσει να κάνει κάτι που δεν μπορούσε να το διανοηθεί; Οι άντρες ήταν δυνατότεροι σωματικά. Η Τρίξι μπορεί να ήταν πιο έξυπνη, όμως ακόμη κι αυτή δεν είχε βρει τρόπο να σταματήσει ό,τι διαδραματιζόταν σ’ εκείνον το θάλαμο της φρίκης κάτω απ’ την έπαυλή της. Οι γυναίκες γεννιούνταν σωματικά υποδεέστερες έτσι ήταν πλασμένες. Πιο αδύναμες, πιο τρυφερές. Σκεύη, όχι όπλα. Και καταραμένες με την επιθυμία να ευχαριστούν τον άλλο. Ένιωσε ένα άγγιγμα στον ώμο της και σχεδόν τινάχτηκε ολόκληρη. «Διάβολε. Έπρεπε να σε είχα ακολουθήσει το απόγευμα, να το ξεκαθαρίσω αυτό μεταξύ μας, προτού προλάβεις να μπλέξεις τα πάντα μέσα στο μυαλό σου». Η Κέιτ ανακάθισε και γύρισε να τον κοιτάξει. «Το μυαλό μου είναι μια χαρά. Κάναμε ό,τι κάναμε, είμαι αυτή που είμαι και τέλος. Εσύ είσαι αυτός που ένιωσε την ακατάβλητη ανάγκη να συνδέσει άμεσα το γάμο με ό,τι κάναμε. Εγώ όχι. Δεν βλέπεις τι υποδηλώνει αυτό για μένα;» Ο Σάιμον ανακάθισε κι αυτός. «Και τι υποτίθεται πως σημαίνει;» «Δεν ξέρω». Μετά βίας αναγνώριζε την ίδια της τη φωνή. Πέρασε τα χέρια της μέσα απ’ τα μαλλιά της και κατάλαβε πως είχαν μπερδευτεί έπρεπε ν’ αφήσει τη Σάλι να της τα πλέξει κοτσίδα, προτού την ξεφορτωθεί βιαστικά. «Μάλλον είμαι... είμαι αφύσικη. Σωστά;» «Ω Θεέ μου». Ο Σάιμον βαριαναστέναξε. «Έλα εδώ». «Όχι! Θα έπρεπε να είμαι ικανή να τα βγάζω πέρα μόνη μου. Είναι... είναι λάθος, τόσο λάθος να γίνεσαι... δούλος στα πάθη σου». Και ο Σάιμον γέλασε. Γέλασε! Η Κέιτ πέρασε στην επίθεση. Χωρίς να περάσει καθόλου απ’ το μυαλό της η προηγούμενη αντίδρασή της στο άγγιγμά του, στράφηκε καταπάνω του, ρίχνοντας και τους δυο τους στα μαξιλάρια, προσπαθώντας να τον χτυπήσει, να τον γρονθοκοπήσει καθώς εκείνος συνέχιζε να γελάει, και να γελάει. «Πάψε! Πάψε να γελάς τώρα αμέσως. Δεν υπάρχει τίποτα αστείο στο...» ~ 274 ~


«Μια νύχτα... ένας άντρας που σύντομα θα γίνει σύζυγός σου... και ξαφνικά είσαι... δούλη στα πάθη σου;» Ο Σάιμον την άρπαξε από τους καρπούς και τη γύρισε ανάσκελα. «Θεέ μου, σ’ αγαπώ». Η Κέιτ σταμάτησε να παλεύει. Έγειρε ελαφρά το κεφάλι της, επιτρέποντας στα λόγια του να αντηχήσουν μια δεύτερη φορά μες στο μυαλό της. Της το είχε πει και πριν. Καλά, δεν το είχε πει ακριβώς. Είχε πει πως δε θα το έλεγε, όχι όσο βρίσκονταν ακόμη στην έπαυλη της κόμισσας, όχι όσο ήταν ακόμη τόσο φρέσκο στο νου της αυτό που είχε δει. Ναι, αυτό της είχε πει. Τώρα θυμόταν. Εκείνη τη στιγμή, απλώς ήθελε να μείνει μόνη... όμως τώρα το θυμόταν. «Δε χρειάζεται να το πεις», του είπε, ξέροντας πως δεν το εννοούσε. Ο Σάιμον άφησε τους καρπούς της, λες και συνειδητοποίησε αργοπορημένα πως εκείνη ίσως πίστευε ότι την πίεζε στο κρεβάτι, ίσως κι ενάντια στη θέλησή της. «Αυτό είναι γνώμη σου. Η οποία, όπως έχουν τα πράγματα, δε συμπίπτει με τη δική μου. Σ’ αγαπώ, Κέιτ. Μάλλον σ’ αγάπησα από την πρώτη μέρα, όταν μου μισόκλεισες το μάτι στη σκάλα. Είσαι όμορφη, αδιόρθωτη, απρόβλεπτη, παθιασμένη, γενναία, δε μασάς τα λόγια σου, όμορφη -αυτό χρήζει επανάληψης, όπως και το πόσο ξεροκέφαλη είσαι-, τρυφερή, γεμάτη αγάπη και στοργή, αφοσιωμένη, κάτι παραπάνω από ευφυής, και αν δε μ’ αγαπάς, πιθανότατα θα μαραζώσω και θα πεθάνω χωρίς εσένα, όμως θα φύγω. Να φύγω, Κέιτ; Επειδή σ’ αγαπώ αρκετά ώστε να το κάνω αν αυτό είναι που θέλεις». Τον κοίταξε στα μάτια για πολλή ώρα. Έψαξε στο βλέμμα του για την παραμικρή σκιά μέσα τους, το παραμικρό ίχνος απέχθειας συνδεδεμένο με τις αμαρτίες του πατέρα, του παππού της... και ίσως και της Τρίξι και της Μαριμπέλ. Αυτό που είδε στα όμορφα μάτια του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά στοργή, αγάπη, αποδοχή. Όχι σκιές, όχι μετά βίας χαλιναγωγημένη λαγνεία. Μονάχα... ναι, μονάχα αγάπη. Αγάπη μόνο. «Μη φύγεις», κατάφερε να ψιθυρίσει, καθώς άξαφνα είχε βουρκώσει. «Σε παρακαλώ, μη φύγεις. Ποτέ...» Ο Σάιμον στέγνωσε με τα φιλιά του τα δάκρυά της. Απομάκρυνε με τα χάδια του τα μαλλιά από το πρόσωπό της, την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. «Σ’ αγαπώ, Σάιμον. Σ’ αγαπώ. Ακόμα περισσότερο... Σ’ εμπι~ 275 ~


στεύομαι. Δε θα με πλήγωνες ποτέ. Ποτέ δε θα μου έλεγες ψέματα. Είναι όπως ακριβώς είπες. Το παρελθόν είναι παρελθόν, όμως δεν είναι το δικό μας παρελθόν. Για μας, υπάρχει μόνο το μέλλον. Το καταλαβαίνω αυτό τώρα... επιτέλους». «Κέιτ... γλυκιά μου... ίσως θα ’πρεπε να μιλήσουμε λιγάκι γι’ αυτό πριν...» Έκλεισε με την παλάμη της το στόμα του, όπως της είχε κάνει κι αυτός νωρίτερα. «Νομίζω πως αρκετά μιλήσαμε, τι λες κι εσύ;» Αναστέναξε πάνω στο χέρι της. Κατένευσε. Φίλησε την παλάμη της. Κι ύστερα έκαναν έρωτα. Δημιούργησαν την αγάπη, μεταξύ τους. Την έθρεψαν με φιλιά, την αναζωπύρωσαν με απαλά χάδια, την ώθησαν ν’ ανθίσει με τα συντονισμένα καρδιοχτύπια τους, την έκαναν να λαμπαδιάσει σε μια άγρια, θεραπευτική φλόγα με το σμίξιμο των κορμιών τους. Κάθε άγγιγμα μια ευλογία, κάθε στεναγμός μια επιβεβαίωση. Μαζί ήταν άτρωτοι, απροσπέλαστοι. Όσο είχαν ο ένας τον άλλο, τίποτα και κανένας που ίσως αντιμετώπιζαν στο μέλλον δε θα είχε τη δύναμη να αλλάξει ό,τι είχαν χτίσει ανάμεσά τους αυτή την υπέροχη νύχτα. Σαν τον φοίνικα, μπήκαν στη φωτιά και μετά υψώθηκαν από μέσα της, πετώντας στα ουράνια, ψηλά, ελεύθεροι, αναγεννημένοι. *** Κάπου αλλού στην Έπαυλη Ρέντγκρεϊβ, μια γυναίκα έκλαιγε, και την κρατούσαν, και τελικά βρήκε αυτό που δεν ονειρευόταν ποτέ πως υπήρχε στην αγκαλιά του πιο απίθανου εραστή ενός κοντού, ευτραφούς άντρα με γκρίζα γενειάδα, ο οποίος είχε αφήσει προ πολλού πίσω του τις μέρες της νιότης του. Ενός άντρα που το όνομά του ίσως ήταν Ρίτσαρντ Μπόρντερς, ίσως κι όχι.

~ 276 ~


Κεφάλαιο 17

«Καλημέρα σ’ όλους!» Και καθώς το «όλοι» μέσα στην τραπεζαρία ήταν ο Σάιμον και ο Ρίτσαρντ, στράφηκαν και οι δυο στην πόρτα για να δουν τον Άνταμ Κόλιερ να στέκεται κορδωμένος, ολοφάνερα περήφανος για το αλλόκοτο ντύσιμό του. «Γιατί στο διάβολο έχεις ντυθεί έτσι, νεαρέ;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ καθώς μασούσε την μπουκιά του. «Και πού στο καλό βρήκες αυτές τις μπότες; Θα μπορούσες να χωρέσεις άλλο ένα πόδι εκεί μέσα». «Σωστά, σωστά», είπε ο Άνταμ, προελαύνοντας προς το μέρος του Ρίτσαρντ, ενώ ο Σάιμον σκεφτόταν πως ο κουφιοκέφαλος μπουμπούνας τον θεωρούσε τη λεία του. «Υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των πολυαγαπημένων παπουτσιών μου που είμαι πρόθυμος να διακινδυνεύσω, ακόμη και για έναν τόσο υψηλό σκοπό. Αυτές είναι του Ντίαρμπορν, που τις φοράει, λέει, όταν το κελάρι πλημμυρίζει στη διάρκεια των έντονων βροχοπτώσεων, όχι πως έχει σημασία. Αυτό το φρικιαστικό παντελόνι ανήκει στο βαλέ μου, που ικέτευσε τη συγχώρεσή μου, επειδή η κατά τα άλλα αδιάφορη, αλλά αποδεκτή γκαρνταρόμπα του περιλάμβανε και αυτό. Καφέ; Μα τι μπορεί να σκεφτόταν; Δε θα κυνηγήσουμε σήραγγες σήμερα;» Ο Σάιμον κι ο Ρίτσαρντ κοιτάχτηκαν. «Όχι», απάντησε ο Σάιμον, «δυστυχώς όχι. Όμως είμαι σίγουρος πως η Κέιτ θα σου έκανε με μεγάλη της χαρά παρέα». Αν δε με σκοτώσει πρώτα που τη φόρτωσα μ’εσένα. Σηκώθηκε και ο Ρίτσαρντ τον μιμήθηκε βιαστικά. «Ο κύριος Μπόρντερς κι εγώ έχουμε άλλα σχέδια και ήδη σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο, ε, Ρίτσαρντ;» «Δικό μου λάθος. Παρακοιμήθηκα. Κύριε Κόλιερ», είπε κάνοντας μια υπόκλιση προς το μέρος του Άνταμ, «σας εύχομαι καλή τύχη σήμερα». ~ 277 ~


«Λοιπόν, κι εγώ το ελπίζω! Θα ήταν μεγάλη αγένεια να μου ευχηθείτε κακή τύχη, δε θα ήταν; Πραγματικά επιθυμώ να βοηθήσω, ξέρετε. Κατόπιν ενδοσκόπησης, συνειδητοποίησα ότι δε μιλάω γαλλικά, οπότε ο Βοναπάρτης πρέπει να χάσει. Εννοώ, τα ρούχα τους σαφώς είναι κάτι -υπέροχα, εξαιρετικά υπέροχα-, όμως δε χρειάζομαι όλους τους αναθεματισμένους Γάλλους να έρθουν μπουλούκια εδώ πέρα, σωστά; Μονάχα τους ράφτες τους». Ο Σάιμον κούνησε το κεφάλι και έκανε νεύμα στον Ρίτσαρντ να περάσει πρώτος έξω απ’ την τραπεζαρία. «Το συνηθίζεις», του εξέφρασε τη συμπάθειά του μόλις είχαν απομακρυνθεί αρκετά στο διάδρομο. «Τη σχεδόν ακατανίκητη παρόρμηση να κοπανήσεις το κεφάλι του πάνω σε κάτι συμπαγές, μέχρι να μπορέσεις να ταρακουνήσεις το μισοκοιμισμένο μυαλό του, μπας και ξυπνήσει λιγάκι». «Τέθηκε υπό την κηδεμονία του Γκίντιον αφότου δολοφονήθηκαν οι γονείς του. Ξέρεις πως όταν η αδελφή του παρουσιάστηκε μπροστά του ύστερα από μερικά χρόνια αποξένωσης, δεν την αναγνώρισε καν; Πρώτα προσπάθησε να τη φλερτάρει κι ύστερα την απαρνήθηκε, την αποκάλεσε προικοθήρα. Η Τζέσικα, που την είχε καταφάει η ανησυχία για το αγόρι, το οποίο θυμόταν ως γλυκό και ντροπαλό -και πολύ νεότερο, φυσικά-, είπε αμέσως στον Γκίντιον πως μπορούσε να τον κρατήσει όλο δικό του και βγήκε κοπανώντας τα πόδια της από την έπαυλη της πλατείας Πόρτμαν. Νομίζω πως γι’ αυτόν το λόγο την παντρεύτηκε ο Γκίντιον -τον κατατρόπωσε, βλέπεις. Αντιλαμβάνομαι πως δεν μπορούν να το κάνουν και πολλοί αυτό». «Ξέρω πως εγώ προσωπικά δεν καίγομαι να το δοκιμάσω. Μου είπαν πως εσύ και η Τζέσικα διευθύνατε μια χαρτοπαικτική λέσχη στο Λονδίνο». Ο πρόσχαρος Ρίτσαρντ άξαφνα έμοιαζε κάθε άλλο παρά φιλικός. «Και πώς είναι αυτό δική σου δουλειά, λόρδε μου;» Ο Σάιμον συνειδητοποίησε αμέσως το λάθος του. «Δεν είναι και ζητώ ειλικρινά συγνώμη». «Δεκτή. Τώρα, ορίστε το κλειδί που μου είπε η Τρίξι να σου δώσω. Ποιο είναι το σχέδιο;» «Εννοείς, αφού βρούμε έναν τρόπο ν’ αποφύγουμε όλο το πρωινό την Κέιτ;» «Η Τρίξι το έχει αναλάβει αυτό, κάτι θα βρει να κάνουν, μολονότι αμφιβάλλω πως θα θελήσει να ψάξουν για την άλ~ 278 ~


λη άκρη της σήραγγας ή σπηλιάς ή οτιδήποτε κι αν είναι». «Δεν ξέρω και τόσο γι’ αυτό, φίλε μου. Είναι πολύ γενναία γυναίκα. Κι όσο πιο μακριά από την έπαυλη μπορέσει να ωθήσει την Κέιτ, τόσο το καλύτερο για μας». Ο Σάιμον κοντοστάθηκε στο μεγάλο χολ και κοίταξε ψηλά στη σκάλα για την περίπτωση που κατέβαινε η Κέιτ. Την είχε κρατήσει ξύπνια μέχρι τουλάχιστον τις τέσσερις το πρωί και ήλπιζε πως κοιμόταν ακόμη βαθιά, ίσως τον ονειρευόταν κιόλας. Όμως με την Κέιτ ποτέ δεν μπορούσε να είναι κανείς αρκετά προσεκτικός. Της είχε πει ψέματα, ένα ψέμα διά της αποσιώπησης της αλήθειας, ενώ εκείνη τον επαινούσε, λέγοντας πως ήξερε ότι δε θα της έλεγε ποτέ ψέματα. Είχε και αυτό να αντιμετωπίσει ήξερε πως η συζήτηση θα λάβαινε χώρα σύντομα, δυσάρεστα σύντομα. Και όχι ένα ψέμα, αλλά δύο, πάλι παραλείποντας την αλήθεια. Ίσως αν ήταν μονάχα ένα το ψέμα... «Ρίτσαρντ, προκειμένου να σώσεις το τομάρι σου, θα επέτρεπες σε μια ξεροκέφαλη, ομολογουμένως ικανή γυναίκα να σε συνοδεύσει σε κάτι που είναι μια σχετικά επικίνδυνη αποστολή;» «Αν θα ’πρεπε να πάρεις την Κέιτ μαζί σου απόψε, όταν συναντηθείς με τους λαθρέμπορους; Αυτό ρωτάς;» Ο Σάιμον έμεινε στήλη άλατος πάνω στο πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε στην έπαυλη της κόμισσας. «Πώς...» «Νομίζω πως ξέρεις», είπε ο Ρίτσαρντ με ένα διάπλατο χαμόγελο, που χώριζε στα δυο τη γενειάδα του, αποκαλύπτοντας τα γερά κατάλευκα δόντια του. «Η Τρίξι. Δωροδοκεί τους υπηρέτες». «Όχι, τους πληρώνει. Πολύ καλά. Κάποιους για να είναι προφανέστατοι όσο κατασκοπεύουν ή παρακολουθούν και κάποιους για να είναι πανούργοι σαν το διάβολο, ακόμα και για να τρέχουν πίσω από την Κέιτ, καλύπτοντας τα ίχνη της, αν αποδεικνυόταν κάτι λιγότερο από προσεκτική, προκειμένου να τη βοηθήσουν να κρατήσει τα μυστικά της. Μια από αυτές τις μέρες περιμένω τουλάχιστον τρεις από δαύτους να αναγγείλουν πως σκοπεύουν να επενδύσουν από κοινού τα κέρδη τους για ν’ αγοράσουν μια ταβέρνα, ίσως ένα νησάκι». «Μας παρακολουθούν τώρα;» «Όχι, όχι τώρα. Η Τρίξι έδωσε αυστηρές εντολές. Μπορώ να σου πω ότι δεν ήταν η πιο εύκολη εντολή που έχει δώσει πο~ 279 ~


τέ της, καθώς η περιέργειά της σχεδόν υπερτερούσε της ανάγκης της να νιώσει επιτέλους ασφαλής. Δεν ήταν εύκολη περίοδος για εκείνη από τότε που ο Γκίντιον την προσέγγισε για πληροφορίες σχετικά με την Αδελφότητα». Ο Σάιμον έριξε μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο του στον Ρίτσαρντ καθώς έβαζε το κλειδί στην κλειδαριά. «Σου τα εκμυστηρεύτηκε όλα αυτά;» «Μέσα», τον διέταξε κοφτά ο Ρίτσαρντ. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους, κοίταξε τον Σάιμον κι αναστέναξε. «Τη βρήκα χθες το βράδυ να κλαίει λες και σπάραζε η καρδιά της. Ναι, μου τα είπε. Μου είπε πολλά πράγματα. Τώρα, πού πάμε;» Ο Σάιμον του εξήγησε το μηχανισμό για τον ψευδότοιχο και σήκωσαν ψηλά από ένα κερί προτού ξεκινήσουν την κάθοδο στην ιδιωτική Κόλαση του Τσαρλς Ρέντγκρεϊβ. Ο Ρίτσαρντ κοίταξε, αναστέναξε, αλλά δεν είπε τίποτα. «Τα ημερολόγια βρίσκονται σ’ ένα δωμάτιο πίσω από το βωμό». «Ποτέ μην αποκαλείς τέτοιο βδέλυγμα με αυτό το όνομα, σε παρακαλώ», είπε τελικά ο Ρίτσαρντ. Στη διάρκεια της επόμενης ώρας, όλα τα ημερολόγια από την εποχή του θανάτου του Μπάρι Ρέντγκρεϊβ κι έπειτα μεταφέρθηκαν πάνω και σωριάστηκαν τακτικά πάνω σε δύο σεντόνια που είχαν απλώσει στο πάτωμα του χολ. Ύστερα τα εναπομείναντα ημερολόγια βγήκαν από τα ράφια και πετάχτηκαν σ’ ένα σωρό στο κέντρο του αναγνωστηρίου. Καθώς ο ιδρώτας κυλούσε πάνω στους δύο άντρες, παρ’ ότι οι θάλαμοι ήταν υπόγειοι και εκ φύσεως δροσεροί, άρχισαν να κυλούν βαρελάκια γεμάτα με λάδι για λάμπες που ο Σάιμον είχε βρει μέσα σε δύο από τα ντουλάπια. Έπειτα έχυσαν λίγο απ’ το λάδι στα σωριασμένα ημερολόγια, έριξαν κι άλλο στα χαντάκια που φιδοσέρνονταν μέσα στην κεντρική αίθουσα, γεμίζοντάς τα μέχρι να ξεχειλίσουν, αφήνοντας το λάδι να τρέξει παντού και να μουσκέψει τα χαλιά και τα βελούδινα μαξιλάρια. Το υπόλοιπο λάδι χρησιμοποιήθηκε σαν ένα είδος φιτιλιού, ξεκινώντας από τον υπόγειο θάλαμο, διατρέχοντας τη σκάλα και φτάνοντας στα χαλιά του ισογείου της έπαυλης. Ο Ρίτσαρντ άφησε το βαρελάκι που είχε μόλις αδειάσει. «Πραγματικά πιστεύεις πως η φωτιά θα είναι αρκετά δυνατή για να γκρεμιστεί αυτός ο σωρός, μετατρέποντας σε αποκαΐ~ 280 ~


δια αυτή την τρύπα της κόλασης;» «Με λίγη τύχη, ναι. Και θα λιώσει και τα υπόλοιπα, ακόμη και το μέταλλο από τις...» «Χειροπέδες, ναι, τις είδα. Μερικές απ’ αυτές υπερβολικά μεγάλες για τους καρπούς μιας γυναίκας. Σε ποιον από τους εννιά κύκλους της Κόλασης του Δάντη νομίζεις πως ανήκει αυτό το μέρος;» «Σε όλους», αποκρίθηκε ο Σάιμον, δένοντας μεταξύ τους τις άκρες από τα σεντόνια, μετατρέποντάς τα σε σάκους. «Ο προθάλαμος για τις αβάπτιστες ψυχές και τους ενάρετους ειδωλολάτρες, οι φιλήδονοι, οι λαίμαργοι, οι άπληστοι, οι αιρετικοί, οι βίαιοι, οι απατεώνες, οι προδότες, ακόμα και οι μνησίκακοι. Το μόνο που λείπει είναι η παραφροσύνη. Η ολοκληρωτική και απόλυτη παραφροσύνη». Ίσιωσε ξανά την πλάτη του, πιέζοντας με το χέρι του τη βάση της σπονδυλικής του στήλης. «Ποιος θα το ’λεγε πως ο εμπρησμός είναι τόσο κοπιαστική δουλειά; Δυστυχώς όμως, δεν τελειώσαμε. Πρέπει να βεβαιωθώ πως οι αγωγοί που οδηγούν στην επιφάνεια του εδάφους δεν έχουν βουλώσει ύστερα απ’ όλα αυτά τα χρόνια, καθώς χρειαζόμαστε τον αέρα να αναζωπυρώσει τη φωτιά μόλις τη βάλουμε. Πρώτα, όμως, θα μεταφέρουμε σε ασφαλές μέρος αυτά τα ημερολόγια». Ο Ρίτσαρντ σήκωσε τον έναν από τους σάκους. «Αναρωτιόμουν γι’ αυτό. Μήπως κατά τύχη έχεις κανέναν τρόπο κατά νου; Δεν μπορώ να μας φανταστώ να περπατάμε ανέμελα στο γρασίδι και ν’ ανεβαίνουμε τη σκάλα της έπαυλης κουβαλώντας τα στην πλάτη μας, εσύ μπορείς; Μολονότι αρκετοί άλλοι ναι», κατέληξε με ένα σιγανό γελάκι. «Ωστόσο, η Τρίξι με διαβεβαιώνει ότι είσαι πανέξυπνος». «Εκτιμώ την πίστη της σ’ εμένα, όμως στην πραγματικότητα θ’ ακολουθήσω το παράδειγμα των Ρέντγκρεϊβ, διατηρώντας ένα δυστυχώς άσβεστο ψήγμα ανησυχίας πως η Κέιτ, με κάποιον τρόπο, κατάφερε ν’ αρνηθεί την πρόσκληση της Τρίξι και βρίσκεται ακόμη κάπου μέσα στο σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, έχω πίστη στο θράσος των Ρέντγκρεϊβ. Πιάνει γι’ αυτούς, πιστεύω, από τις απαρχές της οικογένειας. Οπότε, ναι, θα βολτάρουμε διασχίζοντας τα παρτέρια και το γρασίδι και θ’ ανέβουμε την κεντρική σκάλα της έπαυλης με αυτούς τους σάκους ριγμένους στην πλάτη μας. Με το κεφάλι ψηλά, μιλώντας και κάνο~ 281 ~


ντας αστεία, χωρίς να φαινόμαστε πως κάνουμε κάτι στα μουλωχτά, λες και είναι καθημερινό μας συνήθειο να σέρνουμε σάκους στο Λονδίνο. Μπορείς να τα καταφέρεις;» «Κέρδιζα το ψωμί μου με μια τράπουλα για κάμποσες δεκαετίες, αγόρι μου. Μπορώ να μπλοφάρω επάξια με τους καλύτερους. Πάμε;» *** Η Κέιτ είχε ενδώσει στην απολαυστική τεμπελιά που την είχε κυριέψει και συμφώνησε να πάρει πρωινό στην κάμαρά της. Στο κρεβάτι της, για την ακρίβεια, στο οποίο μετά βίας θυμόταν πώς επέστρεψε το προηγούμενο βράδυ- μάλλον καλύτερα, νωρίς το πρωί. Ο Σάιμον την είχε κουβαλήσει στην αγκαλιά του στο διάδρομο, την έβαλε κάτω από τα σκεπάσματα, τη φίλησε για πολλή ώρα κι έπειτα την άφησε. Μάλλον την είχε ήδη πάρει ο ύπνος προτού φτάσει στο διάδρομο, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω του. Οπότε μονάχα τώρα -ώρες μετά τη συνηθισμένη που σηκωνόταν, έκανε μπάνιο, ντυνόταν και πήγαινε στην τραπεζαρία πρωινού- η Κέιτ κατευθυνόταν προς τη σκάλα, αδημονώντας να ξαναδεί τον Σάιμον, με την ίδια σχεδόν λαχτάρα με την οποία είχε γεμίσει το πιάτο της με ένα πλούσιο πρωινό, καθώς ήταν ασυνήθιστα πεινασμένη. Σύντομα θα ερχόταν η μέρα που θα περνούσαν κάθε νύχτα μαζί, θα ξυπνούσαν το πρωί με φιλιά και ίσως με δύο δίσκους πρωινού. Μάλλον η Σάλι έπρεπε να προετοιμαζόταν να καθαρίζει κάθε μέρα τα ψίχουλα από τα σεντόνια. Η σκέψη έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της Κέιτ και παραλίγο να φωνάξει από μακριά τον Σάιμον όταν τον είδε στο χολ του πάνω ορόφου να προχωράει προς τη δυτική πτέρυγα με τον Ρίτσαρντ Μπόρντερς δίπλα του, ενώ οι δυο τους μετέφεραν... Τι στο διάβολο; Πισωπάτησε και κρύφτηκε στη βαθιά εσοχή που σχημάτιζε η κάσα μιας πόρτας, για την περίπτωση που κάποιος από τους δύο κοίταζε προς τα πίσω και την έβλεπε, κι ύστερα ξεπρόβαλε κλεφτά το κεφάλι της ώστε να τους παρακολουθήσει καθώς εξαφανίζονταν πίσω από μια γωνία. Τα ημερολόγια. Πρέπει να κουβαλούσαν τα ημερολόγια. Τα μετέφεραν απ’ την έπαυλη της κόμισσας προκειμένου να τα ερευνήσουν καλύτερα, χωρίς να χρειαστεί να περάσουν άλ~ 282 ~


λο χρόνο σ’ εκείνο το φρικτό θάλαμο. Τα μέλη της Αδελφότητας δεν μπορεί να ήταν παραγωγικοί τη ρητές ημερολογίων αν όλα τα γραπτά τους από την εποχή του πατέρα της κι έκτοτε γέμιζαν μόνο δυο σάκους -όχι, ήταν τα σεντόνια που κάλυπταν τα έπιπλα. Πανέξυπνο! Μάλλον έβγαζε νόημα το ότι τα μετέφεραν στο δωμάτιο του Σάιμον. Δεν μπορούσε όμως να της έχει πει τι θα έκανε; Ακόμη δεν καταλάβαινε; Τίποτα δεν παρέμενε μυστικό για πολύ, όχι από εκείνη τουλάχιστον. Ίσως προσπαθούσε απλώς να την προστατεύσει, να μη χρειαστεί να επιστρέψει ποτέ ξανά στην έπαυλη της κόμισσας. Κάτι πολύ γλυκό εκ μέρους του. Ήταν γλυκός άντρας. Και την αγαπούσε. Θα τον έκανε να υποφέρει μόνο λιγάκι για τη σκέψη πως μπορούσε να της κρύψει τα ημερολόγια. Η Κέιτ έμεινε κρυμμένη στην εσοχή, μετρώντας νοερά, φτάνοντας μέχρι το τριακόσια σχεδόν, προτού ο Σάιμον και ο Ρίτσαρντ εμφανιστούν ξανά, αυτή τη φορά κατευθυνόμενοι προς την κεντρική σκάλα. Με το σώμα της κολλημένο στην πόρτα, περίμενε μέχρι να ξεθωριάσει ο ήχος από τις μπότες τους πάνω στα ξύλινα σκαλιά, πριν βγει ξανά στο διάδρομο. Τρίβοντας, μεταφορικά, τα χέρια της, κατευθύνθηκε προς την κάμαρα του Σάιμον και τα ημερολόγια. Μονάχα μια... μια ματιά. Μια γρήγορη ματιά. Ή ίσως δύο. «Α, να ’σαι επιτέλους, υπναρού. Έτοιμη να ξεκινήσουμε, βλέπω, αν και τούτη η προτίμησή σου στα κοστούμια ιππασίας, μέρα τη μέρα, με κάνει να σαστίζω». Η Κέιτ μαρμάρωσε. «Άνταμ», είπε, κολλώντας ένα χαμόγελο οδύνης στο πρόσωπό της, προτού γυρίσει. «Έτοιμη να ξεκινήσουμε για πού, αν μου επιτρέπεις να... Τι στο διάβολο φοράς; Μοιάζεις σαν ένας από τους κηπουρούς». Ο Ανταμ χτύπησε απαλά το στήθος του με τα δυο του χέρια. «Σίγουρα δε φταίει το πουκάμισο. Από το καλύτερο ιρλανδικό λινό. Δύο μονάχα απ’ αυτά με έκαναν πιο φτωχό κατά αρκετές λίρες, καταπώς θυμάμαι, και συγχαίρω τον εαυτό μου που θυσιάζω το ένα για έναν τόσο υψηλό σκοπό. Όχι πως θα επέλεγα την πρόταση του βαλέ μου να φορέσω το δικό του χειροποίητο, τραχύ πουκάμισο. Το δέρμα μου ερεθίζεται εύκολα, βλέπεις». Πώς είχε αντέξει ο κόσμος, για τα προηγούμενα δεκαεννιά ~ 283 ~


σχεδόν χρόνια, να μη στρίψει το λαιμό του αγοριού μέχρι να μπλαβιάσει το πρόσωπό του; «Θα μπορούσες να μπεις στο θέμα, σε παρακαλώ;» «Στο θέμα; Εννοείς πως δεν ήμουν ξεκάθαρος; Θα πάμε να κυνηγήσουμε σήραγγες, φυσικά. Ή σπηλιές. Τέλος πάντων. Είναι καθήκον μου να σου προσφέρω βοήθεια, όπως καταλαβαίνεις, κάτι που μου δίδαξαν τόσο ο μαρκήσιος όσο και εσύ. Και ο Βάλενταϊν, αν και παραδέχομαι πως νόμιζα ότι προσπαθούσε απλώς να με τρομάξει. Ω, και οι Γάλλοι ράφτες -πολύ σημαντικοί, τούτοι οι τύποι. Θα δοκιμάσω και μόνος μου αν επιλέξεις να μη με συνοδεύσεις. Καιρός να γίνω άντρας και τα λοιπά». Η Κέιτ ξανακοίταξε το χολ της δυτικής πτέρυγας, κι έπειτα αφέθηκε στη μοίρα της, που ήταν να κάνει τη χάρη στον Άνταμ, ο οποίος πιθανώς δε θ’ άντεχε παραπάνω από ένα τέταρτο, άπαξ και σκόνταφτε πάνω σε καμιά αράχνη ή θυμόταν πως δεν του άρεσε και τόσο η λάσπη. «Εντάξει, πάμε», είπε, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο διάδρομο. «Υπέροχα! Η γιαγιά σου μας περιμένει στο ισόγειο». Τώρα είχε την αμέριστη προσοχή της! «Συγνώμη;» «Αλήθεια μου ζητάς συγνώμη; Είναι απλό, πραγματικά. Η ιδέα ήταν δική της. Ξύπνησα από ένα σημείωμα απ’ την αγαπητή λαίδη, που μου έφεραν μαζί με την πρωινή μου σοκολάτα. Λατρεύω τη σοκολάτα το πρωί, εσύ όχι; -ακόμη κι όταν μου τη σερβίρουν δύο ολόκληρες ώρες νωρίτερα από το συνηθισμένο. Συνήθως δε σηκώνομαι πιο νωρίς από τώρα, κάτι λογικό για έναν άντρα με τις δικές μου ευαισθησίες, όμως όταν το απαιτεί η κόμισσα, έτσι πρέπει ή τουλάχιστον αυτό μου είπε ο Ντίαρμπορν. Ο Ντίαρμπορν μου έφερε προσωπικά τη ζεστή σοκολάτα μου τσουρουφλιστή. Νομίζω πως με συμπαθεί, κάτι που δεν μπορώ να πω και για τ