Page 1


Joanna Fulford Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΛΑΙΔΗ Μετάφραση: Βασιλική Βσυρσυ ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β . Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438,210 3629 723 www.arlekin.ar Τίτλος πρωτοτύπου: The Laird’s Captive Wife © Joanna Fulford 2010. All rights reserved. © 2011 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.a.r.l. ISSN 11084324 Μετάφραση: Βασιλική Βούρου Επιμέλεια: Φωτεινή Μαΐτογλου Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ ΤΕΥΧΟΣ 270 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


Joanna Fulford Η αιχμάλωτη Λαίδη


Πρόλογος Ο Σκοτσέζος άρχοντας στηρίχτηκε για λίγο στο σπαθί του και το βλέμμα του πλανήθηκε στη χαράδρα όπου οι άντρες του έψαχναν τώρα τους νεκρούς. Παρ’ όλο που η ενέδρα είχε πετύχει, η χαρά της μάχης έδωσε τη θέση της στην απογοήτευση όταν συνειδητοποίησε ότι αυτός που έψαχνε δεν ήταν εκεί. Τα μαύρα μάτια του πήραν μια σκληρή έκφραση καθώς παρακολουθούσε τη σκηνή. Πριν φύγει, θα μάθαινε αυτό που ήθελε. Δεν ήταν όλοι όσοι κείτονταν εκεί νεκροί. Καθώς έπεσε πάνω του μια σκιά, ο πληγωμένος Νορμανδός μισθοφόρος σήκωσε το βλέμμα του και είδε το γυμνό σπαθί και την αμείλικτη έκφραση του άντρα που το κρατούσε. Έφτυσε περιφρονητικά, μα η ματιά του άρχοντα δεν κλονίστηκε καθόλου. «Πού είναι ο Φισύρ;» Ο Νορμανδός του ανταπέδωσε το ψυχρό βλέμμα, αλλά δεν απάντησε. Αμέσως η αιχμή του σπαθιού βρέθηκε στο λαιμό του. «Θα σε ξαναρωτήσω μόνο μία φορά», είπε ήρεμα ο άρχοντας. «Πού είναι;» «Ούτως ή άλλως θα μας σκοτώσεις όλους. Γιατί να σου πω;» «Αν μου πεις, θα σ’ αφήσω στα όρνια και τα κοράκια. Ίσως και να γλιτώσεις. Αλλιώς θα σου κόψω το λαιμό και θα ρωτήσω κάποιον άλλο». Ο Νορμανδός ξεροκατάπιε. «Ο Φισύρ πορεύεται βόρεια με τον υπόλοιπο στρατό του». «Για πού;» «Για το Ντέραμ». «Είσαι σίγουρος;» «Είμαστε στην υπηρεσία του». «Και σας πληρώνει για να καταστρέψετε τα πάντα στο δρόμο σας;» 1


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Ναι, σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων. Διαταγές του βασιλιά Γουλιέλμου». Ο άρχοντας θυμήθηκε με φρίκη την ερήμωση που είχε αντικρίσει ταξιδεύοντας βόρεια. Κάποτε, σε μια περασμένη ζωή, αγαπούσε τους Γάλλους και τη γαλλική κοινωνία. Στα δεκατέσσερά του, ο κόσμος ήταν γεμάτος συναρπαστικές προοπτικές, ανάμεσα στις οποίες και η Γαλλία. Του είχε φανεί τότε πως πραγματοποιήθηκε το όνειρό του, ήταν μια ευκαιρία να ξεφύγει από το θλιβερό Μαύρο Βουνό και την εχθρότητα του πατέρα του. Εκείνο τον καιρό το κάστρο στο Βοκούρ ήταν το φιλόξενο επίκεντρο του κόσμου του και η στρατιωτική του εκπαίδευση εκεί το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Στο Βοκούρ είχε γίνει άντρας. Στο Βοκούρ είχε πρωτογνωρίσει την Ελοΐζ... Η σκέψη αυτή του έφερε στο νου άλλες, λιγότερο ευχάριστες αναμνήσεις. Τα πρόσωπα των νεκρών που είχε δει τις τελευταίες ημέρες θόλωσαν και έμεινε μονάχα ένα, εκείνο που ήταν το παν γι’ αυτόν. Με τον καιρό είχε εξασθενίσει ο πόνος της απώλειας, μα δεν είχαν σβήσει ο θυμός και το μίσος του. Ίσα ίσα, είχαν δυναμώσει και τα δύο. «Γιατί θέλεις τόσο πολύ να βρεις τον Φισύρ;» Η φωνή του αιχμαλώτου επανέφερε τον άρχοντα στο παρόν. «Αυτό είναι δική μου υπόθεση», απάντησε. «Όπως νομίζεις. Εμένα δε με νοιάζει». Ο άρχοντας δεν απάντησε. «Ούτε τον Φισύρ θα τον νοιάξει». «Α, θα τον νοιάξει και πολύ μάλιστα όταν τον πιάσω εγώ». «Και ποιος είσαι εσύ;» «Ο Ίαν Μακάλπιν». Τα μάτια του Νορμανδού γούρλωσαν, γεμάτα φόβο. «Σας έχω ακουστά, άρχοντά μου». «Και θ’ ακούσεις περισσότερα, αν σε αφήσω να ζήσεις, φυσικά». Ο άλλος έβρεξε με τη γλώσσα του τα στεγνά χείλη του. «Σας είπα ό,τι θέλατε να μάθετε». «Θα σου χαρίσω τη ζωή, βρομο-Νορμανδέ. Δε θα λερώσω το σπαθί μου μ’ εσένα». Το έβαλε στο θηκάρι του και απομακρύνθηκε. 2


Πρόλογος Πήγε στην άκρη του μονοπατιού όπου περίμεναν οι άντρες του με τα λάφυρα που είχαν πάρει από τους Νορμανδούς. «Λοιπόν;» ρώτησε. Ο υπολοχαγός του κούνησε το κεφάλι του. «Δε βρήκαμε πολλά, άρχοντά μου. Μόνο χάλκινα νομίσματα και λίγα ασημένια. Δεν άξιζε τον κόπο να τα πάρουν». . «Δεν το κάνουν για τα λάφυρα, Ντούγκαλ, αλλά για να πάρουν εκδίκηση για το θάνατο ενός κόμη». «Ο Ντε Κόμιν ήταν ανόητος». «Σωστό, αλλά ήταν επίσης ο εκλεκτός του Γουλιέλμου και η Νορθάμπρια θα το πληρώσει με αίμα». Είχε μάθει από μικρός τι σήμαινε κατάχρηση εξουσίας, πρώτα από τον πατέρα του και αργότερα από άλλους. Και το είχε μάθει καλά. Μόνο όταν ήσουν δυνατός και σε φοβόνταν μπορούσες να προστατεύσεις τον εαυτό σου και άλλους. Δεν είχε αποκτήσει τη φήμη του αρκετά έγκαιρα ώστε να βοηθήσει την Ελοΐζ, μα τώρα πια μπορούσε να προστατεύει όλους εκείνους για τους οποίους ήταν υπεύθυνος. Ο Ντούγκαλ τον κοίταξε με βλέμμα ερωτηματικό. «Και τώρα, άρχοντά μου;» «Πες στους άντρες να ανέβουν στα άλογα. Φεύγουμε για το Ντέραμ». Ο Ντούγκαλ χαμήλωσε τη φωνή του. «Είναι σωστή κίνηση αυτή;» «Σωστή; Ναι, αν θέλω να βρω τον Φισύρ». «Προσέχετε, άρχοντά μου. Έχει την εύνοια του βασιλιά». «Δε θα τον σώσει αυτό», αποκρίθηκε εκείνος. «Οχτώ χρόνια περιμένω να βρεθεί επιτέλους μπροστά στο σπαθί μου». «Ναι και έχετε δίκιο που τον κυνηγάτε. Το γνωρίζω καλά». «Επομένως;» Ο σύντροφός του αντάμωσε απτόητος το γερακίσιο βλέμμα του. «Ρωτάω απλώς αν πρέπει να τον συναντήσετε στο Ντέραμ. Ο τόπος θα είναι γεμάτος με άντρες του Γουλιέλμου και ο Φισύρ θα προστατεύεται πολύ καλά». «Όχι τόσο ώστε να γλιτώσει από μένα». 3


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Μακάρι να του κόψετε το λαιμό του παλιανθρώπου, μα η αποστολή σας και ο όρκος που δώσατε στον Μάλκομ;» «Θα τα τιμήσω και τα δυο. Θα τις λάβει τις πληροφορίες που θέλει στον τόπο και το χρόνο που συμφωνήσαμε». Έπιασε τα γκέμια ενός πιτσιλωτού γκρίζου επιβήτορα και ανέβηκε στη σέλα. «Αλλά, ό,τι και να γίνει, θα την πάρω την εκδίκησή μου».

4


Κεφάλαιο 1 «Πιο ψηλά, Άσλιν, μην ξεχνάς να φυλάγεσαι. Να, έτσι». Ο Μπαν της έδειξε, κρατώντας ψηλά το σπαθί του. «Ναι, μπράβο. Για να δοκιμάσουμε πάλι τις ίδιες κινήσεις». Πρόθυμα, η Άσλιν πέρασε στην επίθεση, προσπαθώντας να θυμηθεί όλα όσα της είχε μάθει ο αδερφός της τις τελευταίες εβδομάδες. Η κλαγγή των σπαθιών άρχισε να αντηχεί στον παγερό αέρα. Ο Μπαν την απέκρουε επιδέξια και για μια στιγμή την πλημμύρισε ικανοποίηση βλέποντας ότι τον ανάγκασε να οπισθοχωρήσει αρκετά βήματα. «Χα! Για να μάθεις!» Εκείνος της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Μην ξεθαρρεύεις τόσο πολύ, αδερφούλα». Η Άσλιν ενέτεινε τις προσπάθειές της με αποφασιστικότητα και τον είδε να υποχωρεί ξανά. Γέλασε καταχαρούμενη, μα το γέλιο της έγινε ξεφωνητό καθώς με ένα χτύπημα στο χέρι της το ξίφος τής ξέφυγε και έπεσε στο έδαφος. Με μια τρικλοποδιά, ο Μπαν την έριξε κάτω και η Άσλιν βρέθηκε ανάσκελα στο έδαφος, με το σπαθί του στο λαιμό της. «Παραδίνεσαι;» Εκείνη αναστέναξε. «Παραδίνομαι... ξανά». «Μην απογοητεύεσαι». Μάζεψε το σπαθί του, της άπλωσε το χέρι και την τράβηξε όρθια. «Τα πήγες πολύ καλύτερα τώρα». «Μα όχι αρκετά καλά». «Θέλει χρόνο, Ας και έχεις σημειώσει μεγάλη πρόοδο». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν με τον έπαινό του. Ο δεκαεννιάχρονος Μπαν, ένα χρόνο μεγαλύτερος της, ήταν ήδη καλός μαχητής. Η στρατιωτική του σταδιοδρομία είχε ξεκινήσει τρία χρόνια πριν στο Στάμφορντ Μπριτζ και στο Χέιστινγκς. «Ναι, έχω σημειώσει κάποια πρόοδο», του απάντησε. «Αλλά και πάλι 5


Η αιχμάλωτη Λαίδη νομίζω ότι δε θα τα έβγαζα πέρα με έναν έμπειρο μισθοφόρο». «Ο Θεός να δώσει να μη σου χρειαστεί ποτέ». «Ο Θεός να δώσει να μη χρειαστεί σε κανέναν μας». Του έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Ωστόσο πιστεύεις ότι μπορεί να συμβεί, έτσι δεν είναι;» «Ο Γουλιέλμος δε θα ανεχτεί την αντίσταση». Η Άσλιν ήξερε πως ήταν αλήθεια. Τώρα τελευταία από το υποστατικό του Χέσλινγκφιλντ περνούσε συνεχώς κόσμος που εγκατέλειπε το Ντέραμ και τραβούσε βόρεια για να ξεφύγει από το στρατό που πλησίαζε. Κανείς δεν ήθελε να μείνει και να αντιμετωπίσει την οργή του Γουλιέλμου του Κατακτητή, που θα ήταν όντως τρομερή, γιατί θα έπαιρνε εκδίκηση και με το παραπάνω για το φόνο του κόμη της Νορθάμπρια. «Ο Ντε Κόμιν έπρεπε να ακούσει τον επίσκοπο Έθελγουαϊν. Ίσως έτσι να ζούσε ακόμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να αποκτήσει φίλους επιτάσσοντας τα σπίτια και τις γυναίκες του κόσμου». Και λίγα έλεγε. Την άφιξη του καινούριου κόμη της Νορθάμπρια είχε ακολουθήσει ένα όργιο βίας και απανθρωπιάς. Μη αντέχοντας άλλο, ο λαός του Ντέραμ είχε ξεσηκωθεί μες στη νύχτα και είχε σκοτώσει τους μισητούς εισβολείς, σχεδόν μέχρι τον τελευταίο. Οι δρόμοι της πόλης είχαν βαφτεί με αίμα. Ο Ντε Κουίν είχε καεί ζωντανός όταν ο όχλος έβαλε φωτιά στο σπίτι όπου εκείνος και μερικοί από τους άντρες του προσπάθησαν να προβάλουν μια τελευταία αντίσταση. Από τους εφτακόσιους Νορμανδούς στρατιώτες μόνο δύο είχαν γλιτώσει. Ο Μπαν κούνησε το κεφάλι του αγανακτισμένος. «Οι Νορμανδοί είναι βάρβαροι κι αλαζόνες και δε λαμβάνουν κανέναν υπόψη τους όταν έχουν κατά νου σφαγές και κατακτήσεις». «Ο Γουλιέλμος θα βρει την πόλη άδεια όταν έρθει». «Τότε θα στρέψει αλλού την οργή του». Γι’ αυτόν το λόγο είχε αρχίσει να μαθαίνει στην αδερφή του ξιφομαχία. Οι γυναίκες ήταν ευάλωτες αυτές τις ταραγμένες εποχές, ακόμα κι όσες είχαν θάρρος και αδάμαστο πνεύμα. «Μα δε θα τιμωρούσε αθώους, ε Μπαν;» «Κάποιος σαν τον Γουλιέλμο δε θα κάνει τέτοιες διακρίσεις. Εδώ έκα6


Κεφάλαιο 1 ψε τους ίδιους του τους άντρες στην Υόρκη». «Δε θα το έκανε σκόπιμα. Κανένας λογικός αρχηγός δε θα εξόντωνε τα δικά του στρατεύματα. Απλώς η φωτιά ξέφυγε από τον έλεγχό τους». «Και πάλι, δεν τον πείραξε ιδιαίτερα η απώλεια. Δεν υπολογίζει την ανθρώπινη ζωή». Η Άσλιν ανατρίχιασε σύγκορμη. Συμφωνώντας σιωπηλά, ξανάβαλαν και οι δυο τα σπαθιά στα θηκάρια τους και πήραν τους μανδύες τους από τη ρίζα μιας ψηλής βελανιδιάς. Ύστερα πήραν πάλι το δρόμο προς το αρχοντικό. Το χιόνι τους έφτανε ήδη ως τους αστραγάλους και έτριζε κάτω απ’ τα πόδια τους. Είχε χιονίσει νωρίς φέτος και ο βαρύς ουρανός προμηνούσε κι άλλα χιόνια. Βγαίνοντας από τα δέντρα, διέκριναν κίνηση στο δρόμο και κοντοστάθηκαν. Η Άσλιν είδε μια μικρή ομάδα ανθρώπων να κατευθύνεται προς τα κει. «Κι άλλοι φυγάδες από το Ντέραμ;» Ο αδερφός της έγνεψε καταφατικά. «Ναι, το πιθανότερο». Έκανε τέτοια παγωνιά, που κανείς δε θα ξεκινούσε ταξίδι αν δεν ήταν απόλυτα αναγκαίο. Το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι το επιχειρούσαν φανέρωνε την απελπισία τους. Καθώς πλησίαζαν, η Άσλιν είδε πως ήταν καμιά δεκαριά, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Έδειχναν όλοι τους φοβισμένοι και παγωμένοι. Οι λίγοι αξιολύπητοι μπόγοι τους περιείχαν όλα όσα είχαν καταφέρει να πάρουν μαζί τους όταν εγκατέλειψαν την πόλη. Η Άσλιν τους συμπόνεσε και, ανταλλάσσοντας μια γρήγορη ματιά με τον αδερφό της, κατάλαβε πως είχαν κάνει και οι δυο την ίδια σκέψη. «Θα τους πάω στην κουζίνα», του είπε. «Θα χρειαστούν ζεστό φαγητό για να συνεχίσουν το ταξίδι τους». «Όχι, θα πάω εγώ. Εσύ καλύτερα να αλλάξεις ρούχα πριν σε δει ο πατέρας». Η Άσλιν έγνεψε καταφατικά, ξέροντας ότι ο Μπαν είχε δίκιο και έφυγε βιαστικά για τα διαμερίσματα των γυναικών. Με το που έφτασε στην κάμαρά της, ήρθε μια υπηρέτρια με ένα μήνυμα. «Ο πατέρας σας επιθυμεί να σας δει, λαίδη μου».

7


Η αιχμάλωτη Λαίδη Η Άσλιν μόρφασε, γιατί ήξερε καλά πόσο ανορθόδοξη ήταν η εμφάνισή της. Διώχνοντας την υπηρέτρια, έβγαλε στα γρήγορα γκέτες και χιτώνιο και ξαναφόρεσε το γαλάζιο μάλλινο φόρεμά της. Ύστερα έφτιαξε βιαστικά τα μαλλιά της, έριξε μια μπέρτα στους ώμους της για το κρύο και τράβηξε αμέσως για τη σάλα. Ο λόρδος Κινέρικ καθόταν στη συνηθισμένη του καρέκλα δίπλα στο αναμμένο τζάκι, αλλά, μόλις την άκουσε, σήκωσε τα γαλανά του μάτια και την επιθεώρησε σιωπηλός, με βλέμμα διαπεραστικό. Ύστερα της έδειξε με ένα νεύμα την καρέκλα απέναντι του. «Κάθισε, Άσλιν». Εκείνη υπάκουσε και περίμενε, ενώ αναρωτιόταν γιατί να την είχε καλέσει. Για λίγη ώρα εκείνος δεν είπε τίποτα. Θαρρείς και έψαχνε τα κατάλληλα λόγια. Το γερασμένο πρόσωπό του είχε πιο σοβαρή έκφραση από ό,τι συνήθως και η Άσλιν ένιωσε μια ακαθόριστη ανησυχία. Να είχε μάθει ο πατέρας της για τα μαθήματα ξιφομαχίας της με τον Μπαν; Θα την επέπληττε πάλι για τη συμπεριφορά της, που δεν ταίριαζε σε κυρία; Θα έβρισκε και ο αδερφός της τον μπελά του; Δε θα ήταν η πρώτη φορά, βέβαια. Από μικρά παιδιά έμπλεκαν άσχημα με τις αταξίες τους. Και έτσι όπως είχε απορροφηθεί από τις σκέψεις της, τα λόγια του την έπιασαν εντελώς απροετοίμαστη. «Είναι καιρός να παντρευτείς, Άσλιν». Εκείνη ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που έμεινε άφωνη. «Ζούμε σε επικίνδυνες εποχές», συνέχισε ο Κινέρικ. «Πρέπει να έχεις ένα σύζυγο που να μπορεί να σε υπερασπιστεί». Η Άσλιν ξεροκατάπιε. «Μα είμαι υπό τη δική σου προστασία, άρχοντά μου». «Ίσως να μην αρκεί. Οι καιροί είναι επικίνδυνοι και όσο πάνε χειροτερεύουν». Έκανε μια παύση. «Θα ήθελα να αποκατασταθείς. Ποτέ δε σου έλειψαν οι θαυμαστές, ωστόσο έφτασες τα δεκαοχτώ και ακόμα δεν έχεις παντρευτεί». Το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε. Ήταν αλήθεια. Κανονικά θα έπρεπε να είχε παντρευτεί από καιρό. «Δε γνώρισα κάποιον που να μου άρεσε αρκετά». 8


Κεφάλαιο 1 «Είχες όλο το χρόνο να διαλέξεις, αλλά δεν το έκανες. Τώρα οι περιστάσεις με αναγκάζουν να διαλέξω εγώ για λογαριασμό σου». Η καρδιά της σφίχτηκε. «Άρχοντά μου;» «Ο θάνης1 του Μπέρφορντ μου έχει ήδη ζητήσει αρκετές φορές το χέρι σου και... » «Ο Μπέρφορντ!» Πετάχτηκε από την καρέκλα της. Τον θυμόταν καλά, γιατί είχαν συναντηθεί αρκετές φορές σε γιορτές για τα Χριστούγεννα και την Πρωτομαγιά. Την περνούσε δέκα χρόνια, ήταν κοντόχοντρος και, όπως πολλοί Σάξονες, ασπρουλιάρης και ξανθός. Πάντοτε ευγενικός, μα η Άσλιν δεν έβρισκε τίποτα ελκυστικό στον άχαρο, γενειοφόρο άντρα. Ο πατέρας της την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Είναι πολύ ερωτευμένος μαζί σου, Άσλιν, και πιστεύω ότι θα είναι καλός σύζυγος». Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Μα δεν τον αγαπώ, άρχοντά μου». «Δεν είναι απαραίτητο να τον αγαπάς, μόνο να τον εκτιμάς. Τα υπόλοιπα θα έρθουν αργότερα, όταν τον γνωρίσεις καλύτερα». Έκανε μια παύση. «Είσαι ωραία κοπέλα, θα μπορούσες να τυλίξεις στο μικρό σου δαχτυλάκι όποιον άντρα ήθελες». Η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να πνίξει τον πανικό της. «Δε θέλω να τυλίξω τον Αθελσταν στο μικρό μου δαχτυλάκι. Δε θέλω να τον γνωρίσω καλύτερα!» Πάντα του φερόταν με τους απαιτούμενους καλούς τρόπους, τίποτα περισσότερο, αν και το ενδιαφέρον του για κείνη ήταν ξεκάθαρο από την αρχή. Δεν τον είχε ενθαρρύνει ποτέ, γιατί ήξερε ότι δε θα μπορούσε να του ανταποδώσει τα αισθήματά του. Της ήταν αδιανόητο να αποκτήσει πιο στενές σχέσεις μαζί του. «Άσλιν, άκουσέ με...» «Όχι! Δεν είμαι κανένα κτήμα για να με δώσεις έτσι σε άλλα χέρια». «Δε θα σ’ έδινα εύκολα σε κανέναν άντρα. Ο Αθελσταν είναι αξιόλογος και έδειχνε ανέκαθεν τη στοργή του για σένα. Θα σου φερθεί καλά». «Δε θα συμφωνήσω γι’ αυτόν το γάμο». 9


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Έχω δώσει το λόγο μου. Θα παντρευτείς τα Χριστούγεννα». Τα γαλανά μάτια της γούρλωσαν. Τα Χριστούγεννα ήταν σε λίγες βδομάδες. «Όχι!» Ο λόρδος Κινέρικ έσφιξε το σαγόνι του, μα συγκρότησε το θυμό του. «Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Τα κτήματα του Μπέρφορντ απέχουν πέντε μέρες με άλογο και έχει στις διαταγές του μια μεγάλη δύναμη οπλισμένων αντρών. Θα σε προστατεύσει». «Μα δεν...» «Τέρμα οι αντιρρήσεις, Άσλιν. Έληξε το θέμα, θα τον παντρευτείς. Στο χριστουγεννιάτικο συμπόσιό μας θα γιορτάσουμε το γάμο σου. Και κατόπιν θα φύγεις με το σύζυγό σου». «Άρχοντά μου, σε παρακαλώ...» «Αρκετά. Είμαι ο αφέντης του σπιτιού και θα με υπακούσεις». Η αδιάλλακτη έκφρασή του την έπεισε πως ήταν μάταιο να διαφωνήσει άλλο. Η Άσλιν έκανε μεταβολή και έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο, αγνοώντας τον πατέρα της που της φώναξε να γυρίσει. Μισοτυφλωμένη από τα δάκρυά της, δεν είχε ιδέα πού πήγαινε, μόνο ότι είχε ανάγκη να μείνει για λίγο μόνη της. Τελικά, η τρεχάλα της την έφερε στους στάβλους. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς εκεί. Σκουπίζοντας τα δάκρυά της με χέρι που έτρεμε, προχώρησε μέχρι το χώρισμα της Στέορα. Η καστανή φοράδα χρεμέτισε σιγανά μόλις την είδε και ύψωσε το κεφάλι της, με το λευκό αστέρι στο μέτωπο, από το οποίο είχε πάρει το όνομά της. Η Άσλιν χάιδεψε για λίγο τη βελουδένια μουσούδα της. Ύστερα έκρυψε το πρόσωπό της στη χαίτη της και ξέσπασε σε κλάματα. Ήταν αργά όταν η Άσλιν επέστρεψε στη σάλα. Πλησίαζε η ώρα του δείπνου, μα η αλήθεια ήταν πως δεν είχε όρεξη. Κάμποσος κόσμος ήταν συγκεντρωμένος κοντά στο τζάκι, ανάμεσά τους ο πατέρας και οι αδερφοί της. Ο ΈΘελρεντ συζητούσε απορροφημένος με τον πατέρα τους, αλλά ο Μπαν την είδε να μπαίνει μέσα και χαμογέλασε. Ύστερα τα μάτια του μισόκλεισαν με υποψία, γιατί παρ’ όλο που η Άσλιν είχε πλύνει το πρόσωπό της με κρύο νερό, τα μάτια της ήταν ακόμα κόκκινα και η επιδερμίδα της χλομή. Ο Μπαν δε μίλησε ωστόσο όταν είδε το προειδοποιητικό βλέμμα της κι εκείνη γύρισε από την άλλη και άπλωσε τα χέρια της στη φωτιά. Χωρίς να προσέχει τη συζήτηση γύρω της, στύλωσε το βλέμμα της 10


Κεφάλαιο 1 στις φλόγες, αν και στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τίποτα. Σκεφτόταν ότι θα έμενε για όλη της τη ζωή με έναν άντρα που δεν αγαπούσε, ότι θα την έπαιρναν από το σπίτι της για να ζήσει σε ένα μακρινό τόπο ανάμεσα σε ξένους. Ο πατέρας της επικαλούνταν σαν δικαιολογία τους ταραγμένους καιρούς, αλλά ήξεραν και οι δυο πως δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Κινέρικ έβλεπε στο πρόσωπό της τη μητέρα της, την αγαπημένη του σύζυγο που την είχε χάσει μόλις λίγες μέρες αφότου γεννήθηκε εκείνη. Παρ’ όλο που προσπαθούσε να κρύβει την πίκρα του, δεν τα κατάφερνε. Με αυτόν το γάμο η Άσλιν θα έφευγε και μαζί της και καθετί που του θύμιζε τη γυναίκα του. Σιγά σιγά όλοι κάθισαν στις θέσεις τους στο τραπέζι, μα η Άσλιν δεν είχε όρεξη και έφαγε ελάχιστα. Γύρω της εξακολουθούσαν οι συζητήσεις, με βασικό θέμα τον κίνδυνο που απειλούσε τις ζωές τους. «Θα αποφύγει το Χέσλινγκφιλντ το θυμό του Κατακτητή;» είπε η Γκίθα. Η φωνή της νύφης της της τράβηξε την προσοχή παρά τη θλίψη της και σήκωσε το βλέμμα της. «Δεν κάναμε τίποτα για να προκαλέσουμε το θυμό του», αποκρίθηκε ο Μπαν. Η φωνή του ήταν ήρεμη, μα η Άσλιν διέκρινε επίκριση στον τόνο του. Ο αδερφός της ήταν ένθερμος υποστηρικτής της εξέγερσης και είχε θυμώσει που ο πατέρας τους δεν είχε επιτρέψει στην οικογένειά τους να αναμειχτεί. Ο λόρδος Κινέρικ του έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Να είσαι ευχαριστημένος». Έσμιξε τα φρύδια του. «Παρ’ όλα αυτά θα είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας αν χρειαστεί». «Ενάντια σ’ ένα στρατό;» απάντησε ο Έθελρεντ. «Ο Γουλιέλμος θα κρατήσει την πόλη και θα τη χρησιμοποιήσει σαν βάση για να εδραιώσει τη θέση του, όπως έκανε με την Υόρκη. Εξάλλου, είναι και ο καιρός με το μέρος μας. Θα αναζητήσει χειμερινό κατάλυμα για τους άντρες του. Ίσως να κάνουν επιδρομές για τρόφιμα και προμήθειες, αλλά μέχρι εκεί. Θα είμαστε αρκετά ασφαλείς μέχρι την άνοιξη». «Αν ο Γουλιέλμος δε βρει κανέναν να τιμωρήσει μέσα στην πόλη, θα ψάξει αλλού. Το Χέσλινγκφιλντ ίσως να μην είναι όσο ασφαλές νομίζεις, άρχοντά μου». Ο λόρδος Κινέρικ έσμιξε τα φρύδια του, μα δεν απάντησε αμέσως και 11


Η αιχμάλωτη Λαίδη τον κοίταξε σκεφτικός. Παρ’ όλο που δε συμφωνούσαν πάντα, η Άσλιν ήξερε ότι ο πατέρας τους υπολόγιζε τη γνώμη του μεγαλύτερου αδερφού της. Στα είκοσι τρία του, ο Έθελρεντ έμοιαζε πολύ στον πατέρα τους. Ψηλός και γεροδεμένος, είχε τα καστανόξανθα μαλλιά και τα γαλανά μάτια που ήταν χαρακτηριστικά της οικογένειάς τους. «Έχει δίκιο, άρχοντά μου». Ο Μπαν έριξε μια ματιά στον αδερφό του. «Ίσως είναι επικίνδυνο να μείνουμε εδώ». «Θα πρέπει να πάμε τις γυναίκες κάπου όπου να είναι ασφαλείς», συνέχισε ο Έθελρεντ, «αν και δεν υπάρχουν πια πολλά τέτοια μέρη». «Θα το σκεφτούμε για την Γκίθα», απάντησε ο πατέρας τους. «Η Άσλιν θα παντρευτεί τον Μπέρφορντ τα Χριστούγεννα, έτσι η ασφάλειά της είναι σίγουρη». Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία και για αρκετά δευτερόλεπτα ακολούθησε απόλυτη σιγή και όλα τα μάτια στράφηκαν από τον Κινέρικ στην κόρη του. Η Άσλιν ένιωσε το πρόσωπό της να ανάβει από θυμό. «Η Άσλιν θα παντρευτεί τον Μπέρφορντ;» είπε ο Μπαν. «Από πότε;» Ήταν φανερό απ’ τον τόνο του ότι δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η ίδια έκπληξη καθρεφτιζόταν και στην έκφρασή του. «Από σήμερα το πρωί», του απάντησε η Άσλιν. Εκείνος της έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα. «Δεν το ήξερα ότι είχες αισθήματα γι’ αυτόν». «Γιατί να μην έχει;» αποκρίθηκε ο Έθελρεντ. «Είναι αξιόλογος άνθρωπος από κάθε άποψη». Χαμογέλασε στην αδερφή του. «Συγχαρητήρια. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία, Άσλιν». Οι άλλοι έσπευσαν να τη συγχαρούν επίσης και η Άσλιν δάγκωσε τη γλώσσα της για να πνίξει το θυμό της. Μέσα της, ένιωθε την καρδιά της βαριά σαν μολύβι. «Θα είσαι ασφαλής με τον Μπέρφορντ», συνέχισε ο Έθελρεντ. «Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για την Γκίθα. Μόνο προς το βορρά είναι ανοιχτός ο δρόμος και οι παραμεθόριες περιοχές είναι επικίνδυνες». «Ναι», είπε ο Μπαν, «και πάντα θα είναι όσο αλωνίζουν ανεμπόδιστα άντρες σαν τον Μαύρο Ίαν του Γκλενγκάρον». 12


Κεφάλαιο 1 «Λέγεται πως είναι φίλος του Μάλκομ Κάνμορ, οπότε μάλλον δε θα τον εμποδίσει κανείς, σωστά; Εξάλλου, έχει ένα μικρό στρατό και κάνει ατιμώρητος επιδρομές στα αγγλικά εδάφη. Δεν αμφιβάλλω ότι ο παλιάνθρωπος θα κοιτάξει να επωφεληθεί πλήρως από την κατάσταση. Αν ο Γουλιέλμος είναι απασχολημένος εδώ γύρω, δε θα μπορέσει να κυνηγήσει και τους Σκοτσέζους». «Ασχέτως από τον Μαύρο Ίαν, πολύς κόσμος είναι διατεθειμένος να το διακινδυνεύσει». «Πιθανώς να μην μπει καν σε πειρασμό με τους πρόσφυγες. Είναι πολύ φτωχοί». «Ας το ελπίσουμε, για το καλό όλων αυτών των δύστυχων που φεύγουν για να γλιτώσουν από την οργή του Νορμανδού», απάντησε ο Έθελρεντ. «Είναι γνωστό ότι δεν αρπάζει μονάχα χρυσό και γελάδια. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες για τις πράξεις του». Ο λόρδος Κινέρικ κάγχασε. «Οι ιστορίες φουσκώνουν από στόμα σε στόμα. Θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον ενενήντα χρονών για να έχει το χρόνο να κάνει όλα όσα του αποδίδουν». «Ακόμα κι αν αληθεύουν μόνο τα μισά, δεν απέκτησε χωρίς λόγο τη φήμη του και δε θα ήθελα να πέσει στα χέρια του η σύζυγός μου». Ο Έθελρεντ έριξε άλλη μια σκεφτική ματιά στις δυο γυναίκες. «Δε γίνεται να πάει η Γκίθα με την Άσλιν μετά τα Χριστούγεννα; Είμαι σίγουρος ότι ο Μπέρφορντ θα πρόσφερε και σ’ εκείνην πρόθυμα την προστασία του μέχρι να ηρεμήσουν κάπως τα πράγματα». Η καρδιά της Άσλιν βροντοχτυπούσε. Όσο περνούσε η ώρα, γινόταν ολοένα πιο πραγματικός αυτός ο απαίσιος γάμος. «Δεν είναι κακή ιδέα», απάντησε ο Κινέρικ. «Θα μιλήσω σχετικά στον Μπέρφορντ το συντομότερο». Τα καστανά μάτια της Γκίθα φανέρωσαν την ανησυχία της περισσότερο απ’ οποιαδήποτε κουβέντα. Η προοπτική ενός πολυήμερου ταξιδιού μέσα στο καταχείμωνο και με μικρό παιδί μαζί, δεν ήταν ευχάριστη. Η Άσλιν το καταλάβαινε αυτό. Ωστόσο, ήξερε επίσης ότι η Γκίθα θα έκανε το παν για να προστατεύσει το γιο της. Συμπαθούσε πολύ τη νύφη της, μια χαριτωμένη παχουλή κοπέλα, 13


Η αιχμάλωτη Λαίδη πάντα γλυκιά και ήρεμη. Μερικές φορές ευχόταν να της έμοιαζε. Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι κάποτε θα γινόταν κι εκείνη το ίδιο ευγενική και πρόσχαρη, γιατί η Γκίθα σίγουρα ήταν το πρότυπο της ιδανικής συζύγου. Αγαπούσε τον Έθελρεντ και το παιδί της και έβαζε τις ανάγκες τους πάνω από τις δικές της με τόση ανιδιοτέλεια, ώστε η Άσλιν αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να τη φτάσει ποτέ. Καταρχάς, είχε πάντα το σαρκασμό ή την αντίρρηση στην άκρη της γλώσσας της και δε θα δεχόταν να υποταχτεί ποτέ ολοκληρωτικά σε έναν άντρα, ενώ την Γκίθα δε φαινόταν να την πειράζει κάτι τέτοιο. Ο λόγος του Έθελρεντ ήταν νόμος γι’ αυτήν, ακόμα και στις περιστάσεις που, κατά την άποψη της Άσλιν, θα ήταν καλύτερα να τον χτυπήσει παρά να του κάνει το χατίρι. Ωστόσο ο Έθελρεντ ήταν καλός σύζυγος με τον τρόπο του και ο γάμος τους επιτυχημένος. Η Άσλιν έσφιξε τα χέρια της πάνω στα πόδια της. Καταλάβαινε ότι θα έπρεπε να παντρευτεί κάποτε, να αποκτήσει σύζυγο και οικογένεια. Όμως όχι έτσι, σκέφτηκε, όχι έτσι. Αν ήταν ακόμα ελεύθερη να διαλέξει, ο άντρας που θα παντρευόταν θα ήταν πολύ διαφορετικός και από τον Άθελσταν και από τον αδερφό της. Και οι δυο είχαν καλά στοιχεία· ήταν συνεπείς, εργατικοί και έντιμου καλοσυνάτοι επίσης με τον τρόπο τους, μα τους έλειπαν το πάθος και ο ενθουσιασμός. Και κάτι άλλο που της ήταν πιο δύσκολο να το προσδιορίσει: μια επικίνδυνη αύρα που θα έκανε την καρδιά της να σκιρτά τρελά. Βέβαια, δεν είχε γνωρίσει τέτοιον άντρα στη ζωή της. Και τώρα πια δε θα γνώριζε ποτέ. *** Εκείνο το βράδυ ήταν αδύνατον να την πάρει ο ύπνος. Δεν μπορούσε να πάψει να σκέφτεται τα αντίποινα των Νορμανδών και τον επικείμενο γάμο της. Αν δε συνέβαινε κάτι για να αλλάξει γνώμη ο πατέρας της, μέσα σε λίγες βδομάδες θα ήταν σύζυγος του Αθελσταν. Γνώριζε ποια θα ήταν τα καθήκοντά της, της τα είχαν μάθει από μικρή. Μα δεν ήταν η διεύθυνση του νοικοκυριού που την τρόμαζε. Έφερε στο νου της το μελλοντικό της σύζυγο και ξεροκατάπιε. Πώς ήταν δυνατό να μην τον κάνουν πιο ελκυστικό όλα τα καλά στοιχεία του χαρακτήρα του;

14


Κεφάλαιο 1 *** Ξημέρωσε και η Άσλιν ακόμα δεν είχε βρει την απάντηση. Θέλοντας να μείνει μόνη της, απέφυγε τη σάλα και πήγε στους στάβλους. Είπε στον ιπποκόμο να σελώσει τη Στέορα. «Επιθυμείτε συνοδεία, αρχόντισσά μου;» τη ρώτησε εκείνος μόλις τέλειωσε. «Όχι, Όσγουιν, θα ιππεύσω μόνη μου σήμερα». Εκείνος της κράτησε τον αναβολέα και η Άσλιν ανέβηκε στο άλογο. Τον ευχαρίστησε χαμογελώντας και απομακρύνθηκε από το στάβλο ακολουθώντας το μονοπάτι που διέσχιζε τους αγρούς προς το δάσος, γύρω στα πέντε χιλιόμετρα μακριά. Πήγαινε με κάπως αργό ρυθμό, γιατί το έδαφος ήταν σκληρό και το χιόνι σβόλιαζε στις οπλές της φοράδας και την έκανε να παραπατά. Όταν όμως έφτασαν στο δάσος, τα χιόνια λιγόστεψαν και άρχισαν να προχωρούν πιο γρήγορα. Παρά το ζεστό φόρεμα και το χοντρό μανδύα της, τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό της είχαν παγώσει και ένιωθε το τσουχτερό κρύο να της ξεραίνει το λαιμό και τα πνευμόνια με κάθε της ανάσα. Στον ουρανό μαζεύονταν γκρίζα σύννεφα. Θα χιόνιζε ξανά. Η Άσλιν συνέχισε ως την άκρη του δέντρων, σκοπεύοντας να κάνει το γύρο του δάσους πριν γυρίσει σπίτι. Την ευχαριστούσε που είχε μείνει για λίγο μόνη. Η ησυχία της εξοχής και ο καθαρός αέρας την ηρεμούσαν, αλλά τίποτα δεν έδιωχνε από το νου της το ότι πλησίαζαν σύντομα τα Χριστούγεννα. Κανονικά θα περίμενε τις γιορτές πώς και πώς. Το Χέσλινγκφιλντ ήταν ξακουστό για τη φιλοξενία του και η εποχή αυτή ήταν συνδεδεμένη στο μυαλό της με χαρά, γέλια και καλή συντροφιά. Φέτος θα ήταν όλα πολύ διαφορετικά. Ο λαιμός της σφίχτηκε. Μη θέλοντας να το σκεφτεί από τώρα, χτύπησε μαλακά στα πλευρά με τις φτέρνες της το άλογο και εκείνο ξεχύθηκε σε ένα μαλακό καλπασμό. Ο γοργότερος ρυθμός και τσουχτερός αέρας διέλυσαν κάπως τη θλίψη της και έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά παρ’ όλα όσα συνέβαιναν. Κόντευε να φτάσει στο δρόμο, όταν είδε πυκνό μαύρο καπνό να υψώνεται στον ουρανό. Ο άνεμος έφερνε μαζί του τη μυρωδιά του καμένου. Το χαμόγελό της έσβησε και σταμάτησε αμέσως το άλογο, κοιτάζο15


Η αιχμάλωτη Λαίδη ντας ταραγμένη τα σύννεφα του καπνού. Σκέφτηκε μήπως ήταν φωτιά από τζάκι, μα το απέκλεισε· ο καπνός ήταν πολύ πυκνός και ανέβαινε πολύ ψηλά. Έβλεπε επίσης ότι προερχόταν από την πλευρά του Χέσλινγκφιλντ. Το ένστικτό της της έλεγε να γυρίσει αμέσως εκεί. Βάζοντας τη Στέορα να καλπάσει πιο γρήγορα, διήνυσε γύρω στο ενάμισι χιλιόμετρο κι έπειτα τράβηξε πάλι τα ηνία. Η ταραχή της μεγάλωσε, γιατί τώρα μύριζε πολύ πιο έντονα καμένο. Προχωρώντας με περισσότερη προσοχή, έφτασε στην κορφή του υψώματος πάνω από το αρχοντικό και αντίκρισε μια εικόνα φρίκης: το Χέσλινγκφιλντ καιγόταν, τεράστιες φλόγες έβγαιναν από τη σάλα, τον αχυρώνα, τους στάβλους. Μες στο βουητό της φωτιάς ακούγονταν οι επιθανάτιες κραυγές των παγιδευμένων ζώων. Ολόγυρα ήταν σωριασμένοι άνθρωποι και το χιόνι βαμμένο με αίμα και ποδοπατημένο από τις οπλές των αλόγων. Η Άσλιν είχε μείνει αποσβολωμένη, με το πρόσωπο άσπρο σαν πανί και το φόβο να της σφίγγει την καρδιά σαν παγερή γροθιά. Κι έπειτα ούρλιαξε. «Όχιιιιιιί» Η απελπισμένη κραυγή της αντήχησε στο χειμωνιάτικο τοπίο. Κι ύστερα σπιρούνισε το άλογό της και όρμησε στην πλαγιά προς το φλεγόμενο αρχοντικό. Η βουή της φωτιάς ήταν πιο δυνατή τώρα και ο αέρας μύριζε έντονα καμένο. Η φοράδα σταμάτησε απότομα, φοβισμένη από το θόρυβο και τη φριχτή μυρωδιά. Η Άσλιν ένιωσε τη ζέστη από τις φλόγες στο πρόσωπό της, είδε τα πεσμένα κορμιά. Δίπλα στην τσακισμένη πύλη κειτόταν ο πατέρας της και κοντά του ο Έθελρεντ. Ο Μπαν δε φαινόταν πουθενά, μα ολόγυρα κείτονταν πολλοί άλλοι, ακόλουθοι και υπηρέτες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι με μάτια νεκρά, αλλά γουρλωμένα απ’ τον τρόμο. Κανείς δεν είχε γλιτώσει. Από την Γκίθα και το παιδί της, κανένα σημάδι. Η Άσλιν κοίταξε τριγύρω και η ματιά της έπεσε τελικά στη φλεγόμενη σάλα και τα διαμερίσματα των γυναικών. Και τότε κατάλαβε πού βρίσκονταν. Τα μάτια της θόλωσαν από τα δάκρυα και, σκύβοντας στο πλάι, έκανε εμετό ξανά και ξανά μέχρι που άδειασε το στομάχι της. Ύστερα, οδήγησε το άλογο μακριά από το σκηνικό της καταστροφής και σταμάτησε στην άκρη του διπλανού βοσκότοπου. Με χέρι που έτρεμε, σκούπισε τα δάκρυά από τα μάγουλά της, ενώ το μυαλό της αγωνιζόταν να συλλάβει το ανοσιούργημα που είχε συμβεί. Και τότε την κυρίεψαν τύψεις. 16


Κεφάλαιο 1 Κανονικά θα βρισκόταν κι εκείνη εδώ. Μα, αν δεν είχε φύγει, θα λέκιαζε τώρα και το δικό της αίμα το χιόνι. Ποια κακόβουλη μοίρα είχε επιλέξει να της χαρίσει τη ζωή και να εξολοθρεύσει όλους τους αγαπημένους της; Τότε η Στέορα τίναξε το κεφάλι της και χλιμίντρισε. Ενστικτωδώς η Άσλιν σήκωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της ακολούθησε το βλέμμα της φοράδας. Πήρε μια κοφτή ανάσα και η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Στους αγρούς, ούτε εφτακόσια μέτρα από κει, ήταν μια έφιππη ομάδα. Κράνη και αλυσιδωτές πανοπλίες γυάλιζαν στο ψυχρό φως. Το σαγόνι της σφίχτηκε. Νορμανδοί! Να την είχαν δει; Μα δε θα καθόταν να το ανακαλύψει. Αν την έπιαναν, θα τη σκότωναν όπως όλους τους άλλους. Χτύπησε με τις φτέρνες της το άλογό της κι εκείνο ξεκίνησε πρόθυμα, ανυπομονώντας να φύγει από τον τόπο της σφαγής. Κάπου πίσω της η Άσλιν άκουσε αντρικές φωνές. Έριξε μια ματιά και βεβαιώθηκε ότι την είχαν δει. Τότε ξεχύθηκε καλπάζοντας στους χιονισμένους αγρούς προς το δάσος. Αν έφτανε εκεί, ίσως οι διώκτες της να την έχαναν. Πίσω της ακουγόταν το ποδοβολητό των αλόγων τους. Υπολόγισε ότι θα ήταν καμιά εικοσαριά οπλισμένοι άντρες. Μαζί με το φόβο πλημμύρισε και οργή την καρδιά της και ένα κύμα αποφασιστικότητας να μην τη βρει το τέλος της εδώ, στους παγωμένους αγρούς. Μπροστά έβλεπε το δάσος και ένιωσε μια μικρή ελπίδα, γιατί το γνώριζε καλά, αφού πήγαινε από μικρή. Σύντομα έφτασε εκεί και όρμησε στο μονοπάτι, σκυφτή πάνω στο λαιμό της φοράδας για να αποφύγει τα χαμηλά κλαδιά όπου πιάνονταν τα ρούχα της και υπήρχε κίνδυνος να πέσει από τη σέλα. Αν και το χιόνι δεν ήταν πολύ εδώ, ήταν πάντως αρκετό για να αφήσει καθαρά τα ίχνη της πίσω της. Οι Νορμανδοί αποκλείεται να μην τα έβλεπαν. Η Άσλιν ακολούθησε το μονοπάτι μέχρι που έφτασε σε μια διακλάδωση και τράβηξε αριστερά. Γνώριζε ότι από κει θα έβγαινε κοντά στο δρόμο που οδηγούσε βόρεια. Τότε θα βρισκόταν σε ανοιχτό μέρος για λίγο και θα ήταν ακόμα πιο ευάλωτη. Μα το άλογό της ήταν γρήγορο και ξεκούραστο και δεν κουβαλούσε βάρος όπως τα άλογα των διωκτών της. Έτσι, μπορεί να τους ξέφευγε. Στο σημείο που τελείωναν τα δέντρα σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε την ανοιχτωσιά μπροστά της. Το βλέμμα της έπεσε σε ένα πτώμα εκεί κοντά και τότε της ήρθε μια ιδέα. Κέντρισε πάλι τη φοράδα με τις 17


Η αιχμάλωτη Λαίδη φτέρνες της και ξεχύθηκε στο δρόμο. Τα χνάρια της ανακατεύτηκαν με τα ίχνη των άλλων αλόγων και ύστερα από λίγο μπήκε πάλι στο δάσος. Το χιόνι ήταν λιγότερο εδώ και τα ξερά φύλλα δεν πρόδιδαν το πέρασμά της. Κοντά στο δρόμο, κρυμμένα ανάμεσα στα δέντρα, βρίσκονταν μερικά βράχια και η Άσλιν τράβηξε κατά κει, γιατί ήξερε ότι από την πίσω πλευρά υπήρχε μια μικρή σπηλιά. Θα κρυβόταν εκεί μέχρι να την προσπεράσουν οι διώκτες της κι έπειτα θα γύριζε πίσω. Αν έκανε κύκλο μέσα από τους αγρούς, θα συναντούσε ξανά το δρόμο πιο κάτω. Μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι Νορμανδοί τι είχε συμβεί, θα βρισκόταν ήδη μακριά. Έφτασε στα βράχια και βρήκε τη σπηλιά. Ξεπέζεψε και περίμενε. Από μακριά ακούστηκαν ποδοβολητά από οπλές αλόγων, σημάδι ότι οι Νορμανδοί στρατιώτες πλησίαζαν γοργά. Η Άσλιν έβαλε το χέρι της στη μουσούδα της Στέορα, ελπίζοντας ότι θα καταλάβαινε και θα καθόταν ήσυχη και κράτησε την ανάσα της καθώς ζύγωναν οι καβαλάρηδες. Ο θόρυβος δυνάμωνε ολοένα περισσότερο. Σε λίγο το ποδοβολητό των αλόγων ακουγόταν τόσο κοντά ώστε σκέφτηκε ότι θα έβλεπε στρατιώτες να εμφανίζονται από στιγμή σε στιγμή. Φαντάστηκε τις θριαμβευτικές κραυγές και τα γέλια τους καθώς θα την περικύκλωναν για να τη σκοτώσουν. Μα τότε, εξίσου γρήγορα, ο θόρυβος άρχισε να μειώνεται. Η Άσλιν ακούμπησε στο λαιμό της φοράδας με απερίγραπτη ανακούφιση. Το τέχνασμά της είχε πετύχει. Έφευγαν. *** Συνέχισε να καλπάζει μέχρι που σκοτείνιασε και βρήκε έναν παλιό αχυρώνα δίπλα σε μια έρημη αγροικία. Ήταν χρόνια εγκαταλειμμένος. Ένα κομμάτι της στέγης είχε καταρρεύσει, αλλά στο υπόλοιπο μέρος θα μπορούσαν να βρουν καταφύγιο για τη νύχτα η ίδια και το άλογό της. Ήταν εξαντλημένη, ξεπαγιασμένη και ήθελε να κλάψει, αλλά έπνιξε τα δάκρυά της. Δε θα τη βοηθούσαν τώρα σε τίποτα. Επιστρατεύοντας τις λίγες δυνάμεις της, ξεσέλωσε τη φοράδα και έψαξε να βρει κάτι για να ανάψει φωτιά. Δεν ήταν δύσκολο, γιατί υπήρχαν σπασμένα ξύλα από την πεσμένη στέγη και αρκετά άχυρα για προσάναμμα. Με παγωμένα δάχτυλα, έβγαλα την τσακμακόπετρα από το πουγκί στη ζώνη της. Της πήρε λίγη ώρα και κάμποσες προσπάθειες και τελικά μια σπίθα έπεσε στα άχυρα. Η Άσλιν φύ18


Κεφάλαιο 1 σηξε απαλά και η σπίθα έγινε φλόγα. Ύστερα πρόσθεσε ξυλαράκια και σιγά σιγά δυνάμωσε τη φωτιά αρκετά ώστε να έχει λίγη ζεστασιά. Δεν είχε φαγητό, αλλά δεν την ένοιαζε· ούτως ή άλλως, δε θα μπορούσε να φάει. Κάπου μες στο σκοτάδι έκρωξε μια κουκουβάγια. Οιωνός ότι θα πέθαινε κάποιος. Η ίδια ίσως. Η Άσλιν τρεμούλιασε. Είχε χάσει μεμιάς όλα όσα γνώριζε και αγαπούσε. Το Χέσλινγκφιλντ είχε γίνει στάχτες και τα μέλη της οικογένειάς της είχαν σφαγιαστεί. Της ήρθαν πάλι δάκρυα στα μάτια, καθώς θυμήθηκε αυτή την τρομερή στιγμή. Όσο ζούσε θα έβλεπε τις φλόγες, θα άκουγε τις κραυγές των ζώων που καίγονταν ζωντανά, θα έβλεπε τα άψυχα σώματα στο ματωμένο χιόνι. Κι εκείνη ήταν άστεγη, άπορη και φυγάς. Πού θα πήγαινε; Αν ξέφευγε από τους Νορμανδούς, ίσως να έπεφτε θύμα ληστών στο δρόμο ή να πέθαινε από το κρύο και την πείνα. Δεν είχε τίποτα πέρα από τα ρούχα που φορούσε και το άλογό της. Ίσως μπορούσε να το πουλήσει αργότερα, αν κατάφερναν να επιζήσουν και εκείνη και αυτό. Ξαφνικά η επιβίωσή της άρχισε να εξαρτάται από πολλά αν. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε ότι τελικά ίσως να μην ήταν και τόσο κακό να πεθάνει. Αποδιώχνοντας αυτή τη σκέψη, αναλογίστηκε τι επιλογές είχε. Ελάχιστες. Η μόνη λύση ήταν να συνεχίσει βόρεια. Αν κατάφερνε να φτάσει στα σκοτσέζικο ανάκτορα μέχρι το Ντάνφερμλαϊν, θα ζητούσε έλεος από την πριγκίπισσα Μαργαρίτα. Αφού ετοιμαζόταν να γίνει βασίλισσα χάρη στον επικείμενο γάμο της με τον Μάλκομ και ήταν γνωστή ως ευσεβής και καλή γυναίκα, ίσως να την έπαιρνε στην υπηρεσία της. Το Ντάνφερμλαϊν, ωστόσο, ήταν πολύ μακριά και μέχρι εκεί μεσολαβούσαν πολλές επικίνδυνες περιοχές. Οι πολέμαρχοι του τόπου είχαν αποκτήσει δικαιολογημένα τη φήμη τους, άντρες σαν τον Μαύρο Ίαν του Γκλενγκάρον, αδίστακτοι κι επικίνδυνοι. Η Άσλιν ανατρίχιασε και σκέφτηκε ότι το κρύο και η πείνα ίσως να αποτελούσαν τελικά το μικρότερο από τα προβλήματά της. Ήλπιζε να μπορούσε νά κοιμηθεί και να τα ξεχάσει όλα, έστω προσωρινά. Τυλίχτηκε, λοιπόν, στο μανδύα της, ξάπλωσε σε ένα σωρό από σαπισμένα άχυρα και έκλεισε τα μάτια της. *** Παρά την κούρασή της, ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και ξύπνησε από 19


Η αιχμάλωτη Λαίδη τα χαράματα. Για λίγη ώρα απόμεινε ακίνητη, προσπαθώντας να θυμηθεί πού βρισκόταν. Μετά είδε τον αχνοφωτισμένο ουρανό από το άνοιγμα της στέγης και οι φριχτές εικόνες επέστρεψαν απότομα. Ανατριχιάζοντας, κοίταξε τη φωτιά, μα ήταν πλέον ένας θλιβερός σωρός από στάχτες. Σηκώθηκε όρθια, προσπαθώντας να αγνοήσει πόσο πιασμένη ήταν. Για μια στιγμή σκέφτηκε να μείνει εκεί που βρισκόταν, αλλά απέρριψε γρήγορα την ιδέα. Ήταν επικίνδυνο. Έπρεπε να τραβήξει για τα σύνορα. Δε θα έφτανε γρήγορα ούτε εύκολα, αλλά ήταν πλέον η μόνη της ελπίδα. Φανταζόταν ήδη το μακρύ δρόμο μπροστά της και την παγωνιά που θα έκανε τα βράδια στο ύπαιθρο, γιατί πόσο συχνά θα έβρισκε κατάλυμα και τροφή; Σέλωσε τη Στέορα, ξέροντας ότι κι αυτό το καημένο θα πεινούσε. Ένας Θεός ήξερε πώς θα έβρισκε αρκετή ζωοτροφή στο ταξίδι, αλλά χωρίς το άλογο θα βρισκόταν σε πραγματικά απελπιστική θέση. Καταπνίγοντας αποφασιστικά τις αρνητικές της σκέψεις, έσφιξε την ίγκλα. Τουλάχιστον ήταν ζωντανή και είχε το άλογο. Παρ’ όλα αυτά ήταν δύσκολο να απαλλαγεί από το σφίξιμο στο στομάχι της. Έβγαλε το άλογο από τον αχυρώνα. Η Στέορα ύστερα από μερικά βήματα τίναξε το κεφάλι της και χλιμίντρισε. Η Άσλιν σήκωσε αμέσως το βλέμμα της και κοκάλωσε αντικρίζοντας τους οπλισμένους έφιππους άντρες μόλις εκατό μέτρα μπροστά της. Στο χλομό φως της αυγής διέκρινε τα κράνη και τις αλυσιδωτές πανοπλίες τους. «Θεέ μου», μουρμούρισε. Πώς την είχαν βρει; Ποια κακοτυχία τούς είχε οδηγήσει εδώ; Να ήταν αυτοί που την είχαν ακολουθήσει και χτες; Αλλά δεν είχε σημασία, σκέφτηκε. Ήταν Νορμανδοί. Και αν την έπιαναν, θα τη σκότωναν. Στη σκέψη αυτή, φούντωσε ο θυμός της. Αν ήταν να πεθάνει, δε θα τους έκανε εύκολα τη χάρη. Έπιασε τα ηνία και ανέβηκε στο άλογό της. Την ίδια στιγμή οι οπλισμένοι άντρες άρχισαν να πλησιάζουν αργά, περικυκλώνοντάς τη σαν να ήταν θήραμα. Η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα και, σπιρουνίζοντας το άλογό της, ξεχύθηκε σε ένα γοργό καλπασμό, για να περάσει ανάμεσά τους. Ίσως να τους ξέφευγε αν ορμούσε καταπάνω τους. Αυτοί, ωστόσο, το περίμεναν και της έκλεισαν γρήγορα το δρόμο. Η Άσλιν τράβηξε τα ηνία και η φοράδα έκανε στροφή. Ύστερα, βλέποντας ένα άλλο κενό ανάμεσά τους, όρμησε κατά κει. Για μια στιγμή είδε το 20


Κεφάλαιο 1 ξέφωτο πίσω τους και σκέφτηκε ότι θα το έφτανε. Αλλά αυτοί την περικύκλωσαν πάλι και ένα δυνατό χέρι άρπαξε τα ηνία και τα τράβηξε με βία, αναγκάζοντας το άλογό της να σταματήσει απότομα. Η Άσλιν είδε πονηρά χαμόγελα γύρω της και έκλεισε προς στιγμή τα μάτια της, πασχίζοντας να μη λιποθυμήσει. Όταν τα ξανάνοιξε, αντίκρισε μπροστά της έναν έφιππο Νορμανδό ιππότη. Αυτός την κοίταξε ψυχρά απ’ την κορφή ως τα νύχια και χαμογέλασε. Ύστερα στράφηκε στον πλησιέστερο σύντροφό του. «Ομορφούλα, ε Ντε Βαρντ;» Μίλησε στη σαξονική γλώσσα, αν και με βαριά προφορά. «Ναι, άρχοντά μου». «Άξιζε τον κόπο το κυνηγητό, δε νομίζεις;» «Πράγματι, άρχοντά μου». Η Άσλιν κέντρισε τη φοράδα της, κάνοντας μια τελευταία μάταιη προσπάθεια να ξεφύγει. Το ζώο χίμηξε μπροστά, μα ο Νορμανδός κρατούσε γερά τα χαλινάρια και γέλασε με την απόπειρά της. «Για πού το έβαλες, κοπέλα μου; Τόσο σύντομα θα μας στερήσεις τη συντροφιά σου;» Εκείνη κοίταξε πανικόβλητη τα γελαστά πρόσωπα γύρω της. «Κατεβάστε την από το άλογο». Δύο άντρες έσπευσαν να υπακούσουν. Παρά την αντίστασή της, δυνατά χέρια την τράβηξαν από τη σέλα. Με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, η Άσλιν είδε τον ιππότη να ξεπεζεύει και να έρχεται προς το μέρος της. Το ένστικτό της της έλεγε να το βάλει στα πόδια, αλλά οι δυο στρατιώτες δεξιά κι αριστερά της την κρατούσαν γερά. Κι έπειτα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον άρχοντα που την είχε συλλάβει. «Νόμιζες στ’ αλήθεια ότι θα ξέφευγες;» Ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του και το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της. «Μα φυσικά το νόμιζες. Πού να ήξερες ότι ο Βαλντεμάρ ντε Φισύρ δε χάνει ποτέ το θήραμά του». Στα μάτια της Άσλιν άστραψε οργή και μίσος. «Νορμανδοί δολοφόνοι! Κτήνη!» Τα λόγια της κατέληξαν σε μια πνιχτή κραυγή, γιατί εκείνος της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι που της έφερε δάκρυα στα μάτια. Από τα 21


Η αιχμάλωτη Λαίδη χείλη της κύλησε ζεστό αίμα. «Πρέπει να μάθουν τρόπους αυτά τα ανυπότακτα γουρούνια του βορρά». Ο Φισύρ το είπε ήσυχα, αλλά ο τόνος του την έκανε να ανατριχιάσει. «Να τη σκοτώσω τώρα, άρχοντά μου;» Ο άντρας που λεγόταν Ντε Βαρντ έκανε ένα βήμα μπροστά με γυμνό στιλέτο. Η Άσλιν ένιωσε ένα χέρι στα μαλλιά της να της τραβά το κεφάλι προς τα πίσω κι έπειτα μια παγερή αιχμή στο λαιμό της, αλλά τα μάτια της δεν έφυγαν ούτε στιγμή από τον Φισύρ. Αυτός θα έδινε τη διαταγή και όλα θα τελείωναν με μια καλοδεχούμενη μαχαιριά. «Όχι ακόμα», απάντησε εκείνος. «Λέω να τη χαρώ πρώτα». Χάιδεψε αδιάφορα το στήθος της επάνω από το φόρεμά της. Η Άσλιν τον αγριοκοίταξε. Το χαμόγελο του Νορμανδού έγινε πιο πλατύ. «Διακρίνω απείθεια που πρέπει να παταχτεί. Οι υπόλοιποι μπορείτε να την πάρετε με τη σειρά όταν τελειώσω. Αν είναι ακόμα ζωντανή ύστερα, είναι όλη δική σου, Ντε Βαρντ». Το στομάχι της ανακατεύτηκε. Δε θα έβρισκε το γρήγορο θάνατο που έλπιζε. Θα την έκαναν να λαχταρά να πεθάνει. Είδε τον Φισύρ να ρίχνει μια ματιά πίσω του προς τον αχυρώνα. «Πηγαίνετέ την εκεί μέσα και γδύστε την».

22


Κεφάλαιο 2 Καθώς την έσυραν προς το ρημαγμένο κτίριο, η Άσλιν άρχισε να φωνάζει και να παλεύει σαν δαιμονισμένη, σκίζοντας με τις κραυγές της τη γαλήνη του πρωινού. Μάταια όμως. Οι άντρες που την κρατούσαν φάνηκαν να το διασκεδάζουν ακόμα περισσότερο. Έφτασαν στον αχυρώνα και, ανοίγοντας με μια κλοτσιά την πόρτα, μπήκαν μέσα, με τον Φισύρ να ακολουθεί με την ησυχία του λίγα βήματα πιο πίσω. Τρομοκρατημένη, η Άσλιν βάλθηκε να παλεύει με περισσότερη δύναμη, εκείνοι όμως την κρατούσαν με άνεση. Ο ένας τής ακινητοποίησε τα χέρια, ενώ ο άλλος έλυσε το μανδύα της, με άγαρμπες και εσκεμμένα αργές κινήσεις. Η Άσλιν ανατρίχιασε όταν ήρθε πιο κοντά και την άρπαξε από το γιακά του φορέματος της. Το βλέμμα του αντάμωσε το δικό της και χαμογέλασε κοροϊδευτικά. Ύστερα τράβηξε απότομα το φόρεμα και το έσκισε. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από το πρόσωπό της, έκανε το ίδιο με το μεσοφόρι της και το τράβηξε για να ξεσκεπάσει τα στήθη της. Μόνο τότε χαμήλωσε το βλέμμα του και τα μάτια του έλαμψαν με ολοφάνερη ικανοποίηση. Δεν ήταν ο μόνος. «Α, πολύ όμορφο το κοτοπουλάκι», είπε ο Φισύρ. «Θέλω να δω και τα υπόλοιπα, Ντυσέν». Το πρωτοπαλίκαρό του χαμογέλασε. «Όπως επιθυμείτε, άρχοντά μου». Άπλωσε τα χέρια του στο φόρεμά της και η Άσλιν τρεμουλιασε. *** Απέξω, ανάμεσα στα δέντρα στην κορφή του ανηφορικού βοσκότοπου, μια ομάδα έφιπποι άντρες σταμάτησαν ύστερα από εντολή του αρχηγού τους, που ίππευε έναν πιτσιλωτό γκρίζο επιβήτορα. Κρατώντας τα ηνία του δυνατού αλόγου με το σιδερόπλεχτο γάντι του, ο Σκοτσέζος σάρωσε με το βλέμμα το τοπίο και είδε τον αχυρώνα και τους Νορμανδούς. Ύστερα κοίταξε τον άντρα δίπλα του.

23


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Φαίνεται πως ήταν σωστές οι πληροφορίες μας, Ντούγκαλ». «Ναι», απάντησε εκείνος. «Αυτοί πρέπει να ’ναι». «Αυτοί είναι σίγουρα. Αυτό το σταχτί πολεμικό άλογο εκεί κάτω είναι του Ντε Βαρντ. Το κάθαρμα δεν απομακρύνεται ποτέ από τον Φισύρ. Πάντως, με την καταστροφή που άφησαν πίσω τους θα μπορούσε να τους ακολουθήσει κι ένα τετράχρονο παιδί». «Ναι, στο Ρίνταμ, στο Γουέλμπορν, στο Χέσλινγκφιλντ». Ο Ντούγκαλ κούνησε το κεφάλι του αγανακτισμένος. «Τα παλιόσκυλα επιτίθενται σε γυναικόπαιδα, οι δειλοί, για να έχουν τη νίκη σίγουρη, άρχοντά μου». «Για να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουν τα σκοτσέζικα σπαθιά μας τότε. Θα τους επιτεθούμε γρήγορα και άγρια. Ενημέρωσε τους άλλους». Καθώς ο Ντούγκαλ έσπευσε να υπακούσει, εκείνος δεν πήρε ούτε στιγμή το βλέμμα του από τους Νορμανδούς. Σε λίγο άκουσε κάμποσα σπαθιά να τραβιούνται και στη συνέχεια ο Ντούγκαλ επέστρεψε, με το ξίφος στο χέρι και μια λάμψη προσδοκίας στα μάτια του. «Δώσε τη διαταγή, άρχοντά μου, και θα πέσουμε πάνω τους». Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Σκοτώστε όσο περισσότερους μπορείτε. Δε θα πιάσουμε αιχμαλώτους. Αλλά να θυμάστε... » «Ναι, ξέρω. Ο Φισύρ είναι δικός σας». «Ακριβώς. Δε φαντάζεται το κάθαρμα πως είναι η τελευταία του μέρα». Σηκώνοντας ψηλά το σπαθί του, σπιρούνισε το άλογό του και έδωσε την εντολή για επίθεση. Τρέμοντας από ανυπομονησία, το άλογο χίμηξε μπροστά, ενώ πίσω τους αντήχησε η πολεμική κραυγή πενήντα καβαλάρηδων που ξεπετάχτηκαν ανάμεσα από τα δέντρα και όρμησαν στην πλαγιά προς τους εχθρούς. Οι Νορμανδοί αιφνιδιάστηκαν τόσο πολύ, που στην αρχή στάθηκαν και κοιτούσαν άναυδοι την προέλαση των ιππέων. Ύστερα ξύπνησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Βάζοντας τις φωνές, έτρεξαν συγχυσμένοι να ανέβουν στα άλογά τους και ίσα που είχαν προλάβει να τραβήξουν τα σπαθιά τους όταν έπεσε πάνω τους σαν φονικό κύμα η εμπροσθοφυλακή των Σκοτσέζων. Το σπαθί του άρχοντα άνοιξε το πρώτο κρανίο και ξανακατέβηκε 24


Κεφάλαιο 2 άγρια στον επόμενο αντίπαλο. Ο άρχοντας άκουσε την επιθανάτια κραυγή και τον είδε να πέφτει, καθώς πλησίαζε ένας τρίτος. Μια που ήταν απασχολημένα και τα δυο του χέρια με το σπαθί και την ασπίδα του, καθοδηγούσε το δυνατό άλογό του με τα πόδια του. Μόλις έλαβε το σήμα, το ζώο σηκώθηκε στα πίσω πόδια του, χτυπώντας τον εχθρό με τις οπλές του. Το άλογό του παραπάτησε ενώ εκείνος ούρλιαζε απ’ τον πόνο καθώς έσπαζαν κόκαλα και το ατσάλι της πανοπλίας καρφώθηκε στη σάρκα του. Κάτωχρος, προσπάθησε να κρατηθεί πάνω στη σέλα και βλαστήμησε από τον πόνο που ένιωθε στο τσακισμένο του γόνατο. Αλλά πριν προλάβει να ανακτήσει την ισορροπία του, το σκοτσέζικο σπαθί αυλάκωσε το στήθος του. Ο αλυσιδωτός θώρακάς του τον έσωσε και κατέβασε το βλέμμα του, πασχίζοντας να μαζέψει τα ηνία και να στρίψει το άλογό του μακριά από τον κίνδυνο, μια και το τραυματισμένο του πόδι δεν του επέτρεπε να συνεχίσει. Αλλά αυτή η μία στιγμή απροσεξίας τού κόστισε ακριβά. Με μια άγρια κίνηση, ο Σκοτσέζος έμπηξε το σπαθί του στα πλευρά του. Ο Νόρμανδός πήρε μια έκφραση κατάπληξης κι ύστερα κύλησε από τη σέλα, ενώ το ξίφος του έπεσε από το χέρι του κι απόμεινε ακίνητος στο χιόνι μέσα σε μια λίμνη αίματος. Τραβώντας τα χαλινάρια του αλόγου του, ο Σκοτσέζος πολέμαρχος επιθεώρησε το πεδίο της μάχης. Το χιόνι ήταν βαμμένο κόκκινο από το αίμα, σπαρμένο με νεκρούς. Ο αριθμός των Νορμανδών λιγόστευε ολοένα, όπως το περίμενε, εκείνος όμως αναζητούσε ένα συγκεκριμένο άντρα. Η οργή του φούντωσε ξανά καθώς δεν τον έβλεπε πουθενά. Πού στο διάβολο ήταν ο Φισύρ; *** Η Άσλιν άκουσε απ’ έξω την ανατριχιαστική πολεμική κραυγή, αμέσως μετά μια εντολή στα γαλλικά και ποδοβολητά αλόγων, ύστερα κι άλλες φωνές και κλαγγή σπαθιών. Ο Φισύρ έσμιξε τα φρύδια του. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος κι αφουγκράστηκε. Ο σαματάς δυνάμωσε απ’ έξω και οι άντρες του την άφησαν. Ο Φισύρ έπιασε το ξίφος του και η Άσλιν τον είδε έντρομη να το βγάζει από το θηκάρι του. Βλέποντας την έκφρασή της, εκείνος χαμογέλασε άγρια. «Μη φοβάσαι, κοτοπουλάκι μου, θα γυρίσω και θα συνεχίσουμε. Η 25


Η αιχμάλωτη Λαίδη αναμονή θα κάνει ακόμα πιο γλυκιά την ηδονή». Κι αμέσως έκανε στροφή και όρμησε στην πόρτα. Για λίγες στιγμές η Άσλιν έμεινε στο σημείο που βρισκόταν, γεμάτη ανακούφιση και φρίκη ταυτόχρονα, μη μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τα τα χέρια του. Απέξω άκουγε το θόρυβο της μάχης, την κλαγγή των όπλων, χλιμιντρίσματα αλόγων, δυνατές κραυγές. Η καρδιά της σκίρτησε. Δεν είχε ιδέα ποιοι ήταν οι καινούριοι πολεμιστές, ούτε την ένοιαζε, αλλά όσο σφάζονταν μεταξύ τους οι άντρες, ίσως να κατάφερνε να δραπετεύσει. Αν την έβλεπαν, θα τη σκότωναν, αλλά θα ήταν χειρότερα να καθίσει εκεί. Χίλιες φορές ένα γρήγορο τέλος από σπαθί παρά αυτό που σκόπευε να της κάνει ο Φισύρ. Ακόμα κι αν οι Νορμανδοί έχαναν τη μάχη, οι νικητές ίσως να αποφάσιζαν να εξερευνήσουν τον αχυρώνα. Τότε θα την έβρισκαν και δεν είχε καμιά εγγύηση ότι θα της φέρονταν καλύτερα. Εξάλλου, μπορεί να πέθαινε από το κρύο. Τρέμοντας σαν το φύλλο, τυλίχτηκε όπως όπως στο σκισμένο της φόρεμα και έψαξε να βρει το μανδύα της. Οι άντρες του Φισύρ τον είχαν πετάξει σε μια άκρη όταν είχαν αρχίσει να τη γδύνουν. Ύστερα από αρκετό ψάξιμο, τον βρήκε τελικά και τον έριξε στους ώμους της, πάνω από τα σκισμένα της ρούχα. Έπειτα σύρθηκε προς την πόρτα. Κοίταξε έξω από μια χαραμάδα. Μια μεγάλη ομάδα άγριοι, μαυροντυμένοι πολεμιστές ορμούσαν ενάντια στους Νορμανδούς μισθοφόρους που πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση. Παρ’ όλα αυτά, οι νεοφερμένοι ήταν πολύ περισσότεροι και αρκετοί από τους αντιπάλους τους ήταν ήδη νεκροί, σωριασμένοι στο έδαφος. Επομένως η μάχη θα τελείωνε πολύ σύντομα. Η Άσλιν έπρεπε να εκμεταλλευτεί τη σύγχυση για να δραπετεύσει. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, άνοιξε προσεκτικά την πόρτα και γλίστρησε έξω, ρίχνοντας ματιές δεξιά κι αριστερά. Ο αχυρώνας βρισκόταν σε ένα ξέφωτο, αλλά πιο πέρα ήταν ένα δασάκι όπου ίσως να μπορούσε να κρυφτεί. Επιστρατεύοντας όλο της το κουράγιο,, προχώρησε πλάι στον τοίχο μέχρι που βρέθηκε στην πίσω πλευρά του αχυρώνα, όπου δεν την έβλεπε κανείς. Και τότε άρχισε να τρέχει. Δεν είχε κάνει ούτε το μισό δρόμο μέχρι το δασάκι, όταν άκουσε ποδοβολητό αλόγου πίσω της κι ύστερα μια κραυγή. Γυρνώντας το κεφάλι της, είδε ένα Νορμανδό να πλησιάζει έφιππος. Με την καρδιά της να χτυ26


Κεφάλαιο 2 πάει ξέφρενα, συνέχισε να τρέχει πανικόβλητη. Το ποδοβολητό του αλόγου πλησίασε κι έπειτα ένιωσε ένα χέρι να την αρπάζει και να τη σηκώνει στον αέρα. Το κορμί της τρανταζόταν από το γρήγορο καλπασμό και το μπροστάρι της σέλας πίεζε στο στομάχι και της έκοβε την ανάσα. Της φάνηκε ότι πέρασε μια αιωνιότητα μέχρι να κόψει ταχύτητα το άλογο. Ζαλισμένη, διέκρινε δέντρα και άκουσε τρεχούμενο νερό. Ένα χέρι με σιδερόπλεκτο γάντι την ανασήκωσε απότομα και, ένα μπράτσο έκλεισε γύρω από τη μέση της. Ο παγωμένος αέρας βρήκε τη γυμνή της σάρκα μέσα από το σκισμένο της φόρεμα. Η Άσλιν σήκωσε το βλέμμα της και είδε με φρίκη ότι την είχε πιάσει ο Φισύρ. Η προσοχή του, ωστόσο, δεν ήταν στραμμένη σ’ εκείνη, αλλά στον έφιππο άντρα που είχε σταματήσει καμιά τριανταριά μέτρα πιο πέρα. Η Άσλιν ακολούθησε το βλέμμα του και πήρε μια κοφτή ανάσα αντικρίζοντας έναν πελώριο γκρίζο επιβήτορα. Ήταν τρομερά εντυπωσιακό ζώο, όμως την προσοχή της την τράβηξε ο αναβάτης του. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και τραχύ, φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο με έντονα ζυγωματικά και τετράγωνο σαγόνι. Θα πρέπει να ήταν μεταξύ είκοσι πέντε και τριάντα. Οι μπότες, το παντελόνι, το χιτώνιο και τα γάντια του ήταν όλα από δέρμα μαύρο σαν τα μαλλιά του και ένας μανδύας με γούνινη επένδυση σκέπαζε τους φαρδιούς του ώμους. Ο άντρας απέπνεε μια αύρα επικίνδυνης δύναμης, εντύπωση που τόνιζαν ακόμα περισσότερο το φοβερό μαχαίρι που ήταν περασμένο στη ζώνη του και το μεγάλο, αιματοβαμμένο σπαθί που ήταν ακουμπισμένο οριζοντίως πάνω στη σέλα. Για λίγες στιγμές δε σάλεψε κανείς από τους δύο άντρες. Ύστερα ο Φισύρ γέλασε σιγανά. «Μπα, μπα, δε φανταζόμουν ότι θα είχα την ευχαρίστηση να σε ξανασυναντήσω». «Το καλό πράγμα αργεί να γίνει», αποκρίθηκε ο άλλος, «και περίμενα πολύ γι’ αυτή τη στιγμή». Ο Φισύρ χαμογέλασε κοροϊδευτικά. «Α, ο αδικημένος Σκοτσέζος. Μη μου πεις ότι σε πονάει ακόμα». «Εσύ θα πονέσεις, Φισύρ». «Όχι, θα καρφώσω το κεφάλι σου σε μια λόγχη». Ο Σκοτσέζος σήκωσε το ξίφος του. «Αυτό θα το κρίνει το σπαθί μου». Ύστερα τα μαύρα του μάτια στράφηκαν στην Άσλιν. «Βλέπω ότι έχεις 27


Η αιχμάλωτη Λαίδη ακόμα τη συνήθεια να αρπάζεις ανυπεράσπιστες γυναίκες». Ο Φισύρ κοίταξε την αιχμάλωτή του και χαμογέλασε πλατιά. «Σου αρέσει; Θα σου τη δώσω για αποζημίωση». Καθώς μιλούσε, τράβηξε στο πλάι το σκισμένο της φόρεμα για να αποκαλύψει το κορμί της, αγνοώντας τις προσπάθειές της να τον εμποδίσει. Τα μαύρα μάτια του Ίαν παρατήρησαν κάθε λεπτομέρεια και, παρά το κρύο, η Άσλιν αναψοκοκκίνισε. Με τα μάγουλα κατακόκκινα, τον αγριοκοίταξε, μα και πάλι το ανέκφραστο πρόσωπό του δε φανέρωσε τίποτα. Τελικά η προσοχή του στράφηκε ξανά στο Νορμανδό και, όταν μίλησε, η φωνή του ήταν απόλυτα ήρεμη. «Η μόνη αποζημίωση που θα δεχτώ σήμερα, Φισύρ, είναι το κεφάλι σου». «Αν μου επιτεθείς, το κορίτσι θα πεθάνει». «Ίσως», αποκρίθηκε εκείνος, «αλλά θα πεθάνεις κι εσύ». Η Άσλιν τον είδε να σηκώνει ψηλά το σπαθί του. Η λεπίδα άστραψε στο ψυχρό φως. Με την καρδιά της να σφυροκοπάει, είδε το γκρίζο άλογο να ξεκινά. Περίμενε ότι ο Φισύρ θα έσπευδε να τον ανταμώσει και προσευχήθηκε να ήταν γρήγορος ο θάνατός της. Μα αντί γι’ αυτό, ο Νορμανδός οπισθοχώρησε γύρω στα δέκα μέτρα και έφερε το άλογό του παράλληλα με το ρέμα, που είχε φουσκώσει από τις βροχές και τα χιόνια και είχε γίνει ένας βαθύς, άγριος χείμαρρος. Νιώθοντας τον Φισύρ να μετακινεί τα χέρια του πάνω της, η Άσλιν γούρλωσε τα μάτια της με ένα κακό προαίσθημα. Αποκλείεται να την... Η σκέψη της τελείωσε με μια στριγκλιά, καθώς εκείνος τη σήκωσε από τη σέλα και την εκσφενδόνισε μέσα στα ορμητικά νερά. «Αν τη θέλεις, Μακάλπιν», φώναξε στον αντίπαλό του, «θα πρέπει να τη βγάλεις απ’ το ποτάμι». Ο Σκοτσέζος άρχοντας σταμάτησε για μια στιγμή και βλαστήμησε σιγανά, σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του. Έριξε μια ματιά στο χείμαρρο, είδε τη γυναίκα να αρπάζεται από ένα κλαδί που κρεμόταν πάνω από τα νερά και χαμογέλασε βλοσυρά. Ύστερα σπιρούνισε τον επιβήτορα και όρμησε να ανταμώσει τον εχθρό του.

28


Κεφάλαιο 2 *** Η Άσλιν ξαναβγήκε στην επιφάνεια με μια πνιχτή κραυγή, γιατί το παγωμένο νερό τής είχε κόψει την ανάσα. Καθώς την παρέσερνε το ισχυρό ρεύμα, πάλεψε ενστικτωδώς να κρατήσει το κεφάλι της έξω από το νερό και αρπάχτηκε και από ένα κλαδί. Η πορεία της αναχαιτίστηκε, το νερό όμως τής τραβούσε τα ρούχα της και έχανε ολοένα τις δυνάμεις της από το κρύο. Αν δεν έβγαινε σύντομα από το ποτάμι, θα πέθαινε. Από κάπου στο βάθος άκουσε κλαγγή σπαθιών. Ρίχνοντας μια ματιά, είδε τους άντρες να μάχονται στην όχθη. Έσφιξε το κλαδί και άρχισε να μετακινεί σιγά σιγά τα χέρια της. Το κλαδί έσπασε όμως με ένα δυνατό θόρυβο. Η Άσλιν ούρλιαξε κι έπεσε πάλι μέσα στο νερό. Το ρεύμα την παρέσυρε ορμητικά για άλλα εκατό μέτρα και την έριξε πάνω σ’ ένα μεγάλο βράχο. Νιώθοντας ότι από στιγμή σε στιγμή κινδύνευε να παρασυρθεί ξανά από το νερό, γαντζώθηκε απεγνωσμένα με τα παγωμένα της δάχτυλα στο βράχο. Για πόσο ακόμα θα άντεχε να κρατηθεί; Ένα λεπτό; Δύο; Δεν είχε σημασία. Αν δεν πνιγόταν, θα πέθαινε από το κρύο και όλα θα τελείωναν. Έκλεισε τα μάτια της. *** Τα σπαθιά συγκρούονταν με δύναμη και η μάχη ήταν αμφίρροπη μέχρι που ο Σκοτσέζος κατάφερε ένα άγριο πλήγμα στο κεφάλι του εχθρού του. Αν δε φορούσε κράνος, θα του είχε διαλύσει το κρανίο. Ο Νορμανδός ζαλίστηκε για μια στιγμή και τρέκλισε πάνω στη σέλα του αλόγου του. Ο Ίαν έστριψε το δικό του ώστε να ορμήσει για το τελειωτικό χτύπημα. Τότε, από κάπου από πίσω του, άκουσε τη γυναίκα να ουρλιάζει. Αθελά του γύρισε και κοίταξε στο σημείο που την είχε δει προηγουμένως. Το κλαδί δεν ήταν πια εκεί, ούτε εκείνη. Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του. Αυτή τη στιγμιαία απροσεξία του την πλήρωσε ακριβά, γιατί όταν γύρισε πάλι το βλέμμα του, ο Φισύρ έφευγε καλπάζοντας ανάμεσα στα δέντρα. Εκατό μέτρα παρακάτω εμφανίστηκαν άλλοι τρεις έφιπποι άντρες με κράνη και αλυσιδωτές πανοπλίες. Βλέποντας τον Φισύρ, σταμάτησαν και τον περίμεναν. Μόλις τους έφτασε, απομακρύνθηκαν και οι τέσσερις ολοταχώς. Ο Ίαν κοίταξε άγρια προς το μέρος τους κι έπειτα στράφηκε πάλι στο χείμαρρο. Τότε η γυναίκα ούρλιαξε ξανά και, ακούγοντας την κραυγή της, εκείνος βλαστήμησε. 29


Η αιχμάλωτη Λαίδη *** Τα χέρια της είχαν μουδιάσει από το κρύο και δε θα μπορούσε να κρατηθεί στο βράχο για πολύ ακόμα. Σύντομα θα την έπαιρνε ο χείμαρρος. Τότε άκουσε μια φωνή. «Δώσε μου το χέρι σου, κορίτσι μου». Είδε φευγαλέα το λαιμό ενός αλόγου και το απλωμένο χέρι ενός άντρα κι έπειτα ένιωσε να την τραβούν έξω και να την αποθέτουν στην όχθη. Έμεινε ακίνητη, βαριανασαίνοντας. Δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί τίποτα και έτρεμε ανεξέλεγκτα, παγωμένη από το κρύο. Τότε άκουσε ένα τρίξιμο σέλας και μετά εμφανίστηκαν στο οπτικό της πεδίο δυο μπότες. Σηκώνοντας το βλέμμα της, αντίκρισε ένα πρόσωπο που της ήταν αμυδρά γνωστό. Και σιγά σιγά άρχισε να θυμάται. Για μια στιγμή ο Σκοτσέζος άρχοντας απόμεινε ακίνητος, αιχμαλωτισμένος από δυο καταγάλανα μάτια. Ήταν το μόνο χρώμα στο ντελικάτο πρόσωπό της, που είχε πάρει μια νεκρική χλομάδα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε, καθώς θυμήθηκε ξαφνικά ένα άλλο πρόσωπο, από μια άλλη εποχή. Κι αυτή εδώ θα πέθαινε επίσης αν δε ζεσταινόταν σύντομα. «Εμπρός, κορίτσι μου, σήκω». Ακούγοντας την εντολή του, η Άσλιν ανασηκώθηκε με κόπο στα γόνατά της. Όταν, όμως, προσπάθησε να σταθεί όρθια, το μουσκεμένο φόρεμα μπλέχτηκε στα πόδια της και κόντεψε να σωριαστεί. Τα δυνατά του χέρια τη στήριξαν. Η Άσλιν δεν είδε τη γρήγορη ματιά του, που παρατήρησε κάθε λεπτομέρεια του τρεμάμενου κορμιού της. «Είμαι σίγουρος ότι θα ζήσεις, αλλά πρέπει να βγάλουμε τα βρεγμένα σου ρούχα». Για μια στιγμή εκείνη δεν κατάλαβε τα λόγια του. Μα μόλις τα συνειδητοποίησε, άρπαξε τις σκισμένες άκρες του φορέματος της. «Όχι». «Μην είσαι ανόητη. Θα αρπάξεις κρυολόγημα που θα σε στείλει στον τάφο». Ο Ίαν έκανε να πιάσει το φόρεμά της κι εκείνη γύρισε να το βάλει στα πόδια, αλλά παραπάτησε ξανά. Και θα είχε πέσει, αν δεν τη συγκρατούσε 30


Κεφάλαιο 2 βάζοντας το χέρι του γύρω από τη μέση της. Η Άσλιν τσίριξε, παλεύοντας να ελευθερωθεί από τη λαβή του, αλλά ήταν σαν να έδινε μάχη με μια βελανιδιά. Ο Ίαν τη γύρισε από την άλλη και τα μάτια της βρέθηκαν αντίκρυ σε ένα πλατύ στήθος. Τότε την έπιασε πανικός και άρχισε να τον χτυπά με τις γροθιές της. Μα ούτε αυτό έφερε κανένα αποτέλεσμα και μια που τα χέρια της δεν κρατούσαν πια τα ρούχα της, το φόρεμά της άνοιξε, αποκαλύπτοντας το γυμνό κορμί της. Ο Ίαν ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Η εικόνα που αντίκρισε ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την εντύπωση που είχε σχηματίσει προηγουμένως. «Ώστε δεν έχεις μόνο όμορφο πρόσωπο». Μετάνιωσε αμέσως για τα λόγια του, γιατί συνειδητοποίησε ότι δε θα την καθησύχαζαν, μα η διάθεσή του δεν ήταν η καλύτερη εκείνη τη στιγμή. Εξαιτίας της του είχε ξεφύγει ο εχθρός του. Ήταν μυστήριο γιατί δεν την είχε αφήσει να πνιγεί. Και σχεδόν ευχόταν να το είχε κάνει. «Μείνε ακίνητη, διαβολόγατα!» «Άφησέ με!» «Μείνε ακίνητη, είπα», γρύλισε εκείνος. Αντί για απάντηση, η Άσλιν του έδωσε μια δυνατή κλοτσιά. Εκείνος έτριξε τα δόντια του, η λαβή του όμως δε χαλάρωσε καθόλου. «Εντάξει, αγριοκόριτσο, όπως επιθυμείς». Αρπαξε το φόρεμά της και το τράβηξε απότομα, ξεσκεπάζοντας τους ώμους της. Η Άσλιν άρχισε να παλεύει σαν παγιδευμένη αγριόγατα. Μες στον πανικό της, έβλεπε μονάχα τους άντρες του Φισύρ κι ένιωθε πάνω της τα χέρια τους. Της ερχόταν να ουρλιάζει, ο λαιμός της όμως είχε ξεραθεί και ξαφνικά άρχισε να νιώθει ένα φοβερό σφίξιμο στο στήθος σε σημείο που δυσκολευόταν να ανασάνει. Το πρόσωπο του αγνώστου φαινόταν τεράστιο πάνω από το δικό της. Και μετά τα μάγουλά της άσπρισαν σαν πανί, τον ένιωσε αμυδρά να την πιάνει και λιποθύμησε. *** Δεν είχε ιδέα πόση ώρα ήταν αναίσθητη, αλλά όταν συνήλθε άκουσε φωνές αντρών και χλιμιντρίσματα αλόγων. Κρύωνε κι έτρεμε σαν το φύλ31


Η αιχμάλωτη Λαίδη λο. Έπειτα κάτι στήριξε τους ώμους της και ένα χέρι έβαλε ένα κύπελλο ανάμεσα στα χείλη της. «Πιες», της είπε μια αντρική φωνή. Ο τόνος του δε σήκωνε αντιρρήσεις. Ένα ζεστό γλυκό υγρό κύλησε στο λαιμό της και έβγαλε μια πνιχτή φωνούλα. Εκείνος την ανάγκασε να το πιει όλο και σιγά σιγά η ζεστασιά απλώθηκε στο παγωμένο κορμί της και το τρεμούλιασμά της υποχώρησε λίγο. Τότε συνειδητοποίησε πως ήταν τυλιγμένη απ’ την κορφή ως τα νύχια με έναν τεράστιο μανδύα με γούνινη επένδυση. Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε ένα μαύρο δερμάτινο χιτώνιο. Έπειτα ένα πρόσωπο με τραχιά ομορφιά πλαισιωμένο με μαύρα μαλλιά. Δυο μαύρα μάτια αντάμωσαν τα δικά της για μια στιγμή κι έπειτα στράφηκαν σε κάποιον απέναντι, έξω από το οπτικό της πεδίο. «Θα φύγουμε σε λίγο, Ντούγκαλ. Αρκετά καθυστερήσαμε και θέλω να φτάσουμε στο Χέξαμ απόψε. Εξάλλου, οι τραυματίες χρειάζονται φροντίδα». Γύρισε και κοίταξε τον ουρανό. «Πρέπει να γυρίσουμε στο Μαύρο Βουνό πριν χαλάσει ο καιρός». «Μάλιστα, άρχοντά μου». Ο Ντούγκαλ σώπασε για μια στιγμή. «Και το κορίτσι;» «Προς το παρόν θα την πάρουμε μαζί μας». «Καταλαβαίνω το σκεπτικό σας. Αν και σαν βρεγμένο ποντίκι, δεν είναι άσχημη. Στεγνή, θα την ήθελε ο κάθε άντρας στο κρεβάτι του». Η καρδιά της Άσλιν σφυροκόπησε. Ο άντρας δίπλα της της έριξε μια ματιά. «Μ’ αυτήν εδώ θα ήταν σαν να έβαζες αγκάθια στο κρεβάτι σου». «Καλά», συνέχισε ο Ντούγκαλ, «τότε πουλήστε τη. Μάλλον θα πιάσει καλή τιμή. Ή ζητήστε λύτρα, αν έχει συγγενείς». Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του. «Θ’ αποφασίσω αργότερα. Στο μεταξύ, πού είναι τα πράγματα που ζήτησα; Πού στο διάβολο είναι ο Άρτσι;» Αμέσως εμφανίστηκε ένας άντρας και του έδωσε έναν μπόγο με ρούχα. «Με συγχωρείτε, άρχοντά μου. Δυσκολεύτηκα με το μέγεθος». Εκείνος κοίταξε πάλι την Άσλιν κι έπειτα τον μπόγο που κρατούσε. 32


Κεφάλαιο 2 «Θα σου χρειαστεί». Για μια στιγμή εκείνη κοίταξε τον μπόγο και ξανά πάλι αυτόν. Σιγά σιγά, το θολωμένο μυαλό της άρχισε να καταλαβαίνει για ποιο λόγο είχαν ρίξει πάνω της τον τεράστιο μανδύα και συνειδητοποίησε ότι ένιωθε την απαλή του γούνα κατάσαρκα. Τα χλομά της μάγουλα έγιναν κατακόκκινα. Αν μπορούσε να τον χτυπήσει, θα το είχε κάνει, αλλά και τα δυο της χέρια ήταν παγιδευμένα κάτω από το μανδύα. «Πώς έχεις το θράσος να μου φέρεσαι έτσι!» «Δεν πρόκειται για θράσος, μικρή ανόητη», της απάντησε εκείνος. «Τα ρούχα σου ήταν μούσκεμα και ούτως ή άλλως είχαν γίνει κουρέλια. Αν δεν τα έβγαζες, θα ανέβαζες πυρετό και σίγουρα θα ήταν θανατηφόρος». «Αυτή είναι η δικαιολογία σου;» «Δε χρειάζονται δικαιολογίες. Είναι θέμα κοινής λογικής». Άφωνη, η Άσλιν έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Δεν έδειχνε να το μετανιώνει καν ο απαίσιος. Ίσα ίσα, τη σήκωσε όρθια και, πιάνοντάς τη γερά από το μπράτσο, την οδήγησε σε κάτι θάμνους παράμερα. Τότε της έβαλε τον μπόγο με τα ρούχα στα χέρια. «Φόρεσέ τα. Δεν είναι και τόσο... θηλυκά, αλλά μόνο αυτά υπάρχουν και τουλάχιστον δεν είναι σκισμένα». Η Άσλιν τον αγριοκοίταξε. Τα μαύρα μάτια του άστραψαν. «Μήπως θα ήθελες να σε βοηθήσω, κορίτσι μου;» «Όχι». «Τότε ντύσου γρήγορα, αλλιώς, μα το Θεό, θα σε ντύσω εγώ». Εκείνη έσφιξε το σαγόνι της, αλλά πήρε τα ρούχα και, χωρίς άλλα σχόλια, αποτραβήχτηκε λίγα μέτρα πιο κει πίσω από τους θάμνους. Τα κλαδιά τους δεν είχαν φύλλα, ωστόσο την έκρυβαν ως ένα βαθμό από τα αδιάκριτα βλέμματα. Ρίχνοντας μια ματιά πίσω της, διαπίστωσε αγανακτισμένη ότι εκείνος δεν είχε σαλέψει. Ο ξεδιάντροπος! Ύστερα σκέφτηκε ότι δεν είχε σημασία· ούτως ή άλλως την είχε δει ήδη γυμνή. Κοίταξε τον μπόγο με τα ρούχα. Ήταν ένας μανδύας μέσα στον οποίο ήταν τυλιγμένα φανέλα, χιτώνιο, ζώνη, παντελόνι και σκελέα, όλα τους καθαρά και από γερό ύφασμα. Μαζί τους ήταν ένα ζευγάρι δερμάτινες 33


Η αιχμάλωτη Λαίδη μπότες. Με ανακούφιση, η Άσλιν φόρεσε τη σκελέα και το παντελόνι και πέρασε τη φανέλα πάνω από το κεφάλι της πριν βγάλει το μεγάλο μανδύα. Έπειτα φόρεσε το χιτώνιο. Όπως και η φανέλα, της έπεφτε φαρδύ, αλλά τουλάχιστον θα της έδινε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Θα ήταν και πολύ πιο ζεστό. Έσφιξε τη ζώνη, μα ακόμα και στην τελευταία τρύπα, πάλι της ερχόταν φαρδιά στη μέση. Οι μπότες ολοκλήρωσαν την ενδυμασία της. Ήταν κι αυτές πολύ μεγάλες, αλλά καλύτερα απ’ το να περπατάει ξυπόλυτη. Στο τέλος έριξε το μανδύα στους ώμους της και τον έδεσε. Μετά, πήρε το μανδύα με τη γούνα και γύρισε στον άντρα που τη συνόδευε. Εκείνος πρόσεξε αμέσως τη μεταμόρφωσή της. Η έκφρασή του δε φανέρωνε τίποτα, αλλά το διαπεραστικό του βλέμμα την εξόργισε ξανά και δυσκολεύτηκε να συγκρατήσει το θυμό της. Το γεγονός ότι ήταν υποχρεωμένη σ’ αυτό τον αλήτη δε βελτίωνε την κατάσταση. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να φανεί λίγο αξιοπρεπής. «Υποθέτω ότι οφείλω να σε ευχαριστήσω που με έβγαλες από το νερό». «Ναι, το οφείλεις. Αν δεν ήσουν εσύ, δε θα μου είχε ξεφύγει ο Φισύρ». «Λυπάμαι που ξέφυγε». «Κι εγώ». «Γιατί ήθελες να τον σκοτώσεις;» «Να μη σε απασχολεί». Η οργή του ήταν προφανής. Και το γεγονός ότι εκείνη ήταν εν μέρει υπεύθυνη χειροτέρευε τα πράγματα. «Σου είμαι ευγνώμων για ό,τι έκανες», του είπε. Εκείνος κάγχασε. Με θυμό, αηδία ή και τα δύο. Η αντίδρασή του την έκανε να ανασηκώσει αμέσως το πιγούνι της. «Θα μπορούσες να με αφήσεις να πνιγώ. Γιατί δεν το έκανες;» «Πίστεψέ με, κορίτσι μου, ότι μπήκα στον πειρασμό». Η απότομη απάντησή του έβαλε τέλος στη συζήτηση, γιατί η Άσλιν δεν ήξερε τι να πει και εκείνος προφανώς δεν είχε διάθεση να συνεχίσει την κουβέντα. Πήρε το μανδύα του από τα χέρια της και τον φόρεσε. Ύστερα την έπιασε πάλι από το μπράτσο και την οδήγησε σε ένα απεριποίητο 34


Κεφάλαιο 2 άλογο που στεκόταν ανάμεσα στα υπόλοιπα. «Ανέβα». Η Άσλιν δεν μπορούσε παρά να υπακούσει. Έπειτα εκείνος καβαλίκεψε το δικό του άλογο και το έφερε δίπλα της. Σε λίγο η ομάδα ξεκίνησε. Για αρκετή ώρα ίππευαν σιωπηλά. Ο άγνωστος δεν έκανε καμιά απόπειρα να τη βγάλει από τις σκέψεις της και η αλήθεια ήταν πως ούτε η Άσλιν είχε διάθεση για συζήτηση. Σκεφτόταν τους σκοτωμένους και το Χέσλινγκφιλντ, που ήταν τυλιγμένο στις φλόγες. Έσφιξε το σαγόνι της. Δε θα ξανάβλεπε ποτέ τους αγαπημένους της. Δεν της είχε δοθεί καν η ευκαιρία να τους θάψει ή να προσευχηθεί για την ψυχή τους. Κείτονταν στο χιόνι αξομολόγητοι, όπου θα τους έτρωγαν τα κοράκια και οι αλεπούδες, ή βρίσκονταν καμένοι στα ερείπια της σάλας. Πονούσε τόσο, ώστε δεν μπορούσε ούτε να κλάψει. Κάποτε νόμιζε ότι ένας γάμος από προξενιό ήταν η χειρότερη μοίρα. Πόσο αφελής ήταν. Πήγε μεσημέρι μέχρι να σταματήσουν για να αναπαυτούν. Το τοπίο είχε αλλάξει, τα δάση και τα λιβάδια είχαν δώσει τη θέση τους σε λόφους και χερσότοπους. Μερικά καχεκτικά δέντρα έγερναν στον άνεμο και, εκεί κοντά, κυλούσε ένα ρυάκι. Οι άντρες βγήκαν από το δρόμο και ξεπέζεψαν. Η Άσλιν κοίταξε τον άγνωστο που κατέβαινε από το άλογό του. «Θα σταματήσουμε για λίγο εδώ», της είπε. «Πρέπει να ξεκουραστούν τα άλογα, καθώς και οι άντρες». Ήταν καμιά πενηνταριά, οι περισσότεροι με γένια και μακριά μαλλιά, ντυμένοι με μανδύες και δερμάτινα χιτώνια σαν τον αρχηγό τους, όλοι τους καλά οπλισμένοι. Θυμήθηκε πως είχαν νικήσει τους Νορμανδούς μισθοφόρους και ανατρίχιασε. Χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι τους παρατηρούσε, οι άντρες άνοιγαν τα σακίδιά τους και έβγαζαν ψωμί, τυρί και παστό κρέας. Τότε μόνο θυμήθηκε ότι είχε να φάει από χτες το πρωί. Ο Ίαν της έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Έλα». Την οδήγησε σε ένα βράχο για να καθίσουν. Ύστερα άνοιξε το σακίδιό του και έβγαλε τα τρόφιμα από μέσα. Της πρόσφερε ένα κομμάτι ψωμί κι εκείνη το πήρε και άρχισε να το καταβροχθίζει με βουλιμία. Ο Ίαν το πρόσεξε και της έδωσε και ένα κομμάτι τυρί. Ύστερα αρχίσει να τρώει κι εκείνος. Ήταν εξαιρετικά λιτό αλλά χορταστικό γεύμα. Έφαγαν σιωπηλά 35


Η αιχμάλωτη Λαίδη και όταν τελείωσαν ο Ίαν γύρισε και την κοίταξε. «Πες μου, πώς έμπλεξες με τους Νορμανδούς, κορίτσι μου;» Η Άσλιν έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Ήταν οδυνηρό θέμα και δεν επιθυμούσε να το συζητήσει. Εκείνος δεν την πίεσε, τα μάτια του όμως δεν έφυγαν στιγμή από πάνω της. Τελικά η Άσλιν πίεσε τον εαυτό της να ανταμώσει το βλέμμα του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Στο κάτω κάτω, της είχε σώσει τη ζωή, οπότε μάλλον του όφειλε μια εξήγηση. «Έκαψαν το σπίτι μου και σκότωσαν τους δικούς μου. Μόνο εγώ γλίτωσα». «Πώς;» «Έλειπα. Είχα πάει βόλτα με το άλογο και όταν επέστρεψα... όταν επέστρεψα, όλοι ήταν νεκροί». «Μάλιστα». Έκανε μια παύση. «Πού ήταν το σπίτι σου;» «Στο Χέσλινγκφιλντ». «Στο Χέσλινγκφιλντ!» «Το γνωρίζεις;» Ο Ίαν θυμόταν πολύ καλά τις εικόνες που είχε αντικρίσει εκεί και κατάλαβε γιατί δεν ήταν πρόθυμη να το συζητήσει. Δε θα της θύμιζε πάλι αυτό τον εφιάλτη. «Το έχω ακουστά. Νομίζω ότι ο θάνης του ήταν ο λόρδος Κινέρικ». «Ναι. Ήταν ο πατέρας μου». «Δεν τον γνώριζα, αλλά είχε τη φήμη ανδρείου πολεμιστή. Ακουσα πως είχε δύο γιους». Η Άσλιν έγνεψε καταφατικά, καταπίνοντας τα δάκρυά της. «Πέθαναν υπερασπίζοντας το σπίτι μας. Ο Έθελρεντ έπεσε δίπλα στον πατέρα μου. Δεν είδα το πτώμα του Μπαν και δεν είχα το χρόνο να ψάξω». «Πώς σε βρήκαν οι Νορμανδοί;» «Δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ όταν γύρισα στο σπίτι. Έτσι με είδαν και με κυνήγησαν. Στην αρχή νόμιζα ότι θα με σκότωναν κι εμένα, αλλά ο Φισύρ... ο Φισύρ έβαλε τους άντρες του να με πάνε στον αχυρώνα και να με γδύσουν. Ήθελε να διασκεδάσει μαζί μου και μετά να με δώσει στους άντρες του». Πήρε άλλη μια τρεμάμενη ανάσα καθώς θυμήθηκε με κάθε 36


Κεφάλαιο 2 λεπτομέρεια το μαρτύριό της στα χέρια του, το φόβο, τον εξευτελισμό και τη φρίκη. Ο Ίαν περίμενε σιωπηλός. Το βλέμμα της ήταν στυλωμένο στο έδαφος και δεν είδε τον οίκτο και το θυμό στα μάτια του. «Δεν πρόλαβε να το κάνει, γιατί έφτασαν οι άντρες σου και τους επιτέθηκαν. Μέσα στη σύγχυση που ακολούθησε, προσπάθησα να δραπετεύσω. Τα υπόλοιπα τα γνωρίζεις». «Πού πήγαινες πριν σε βρουν οι Νορμανδοί;» «Βόρεια, μετά τα σύνορα». «Έχεις συγγενείς εκεί;» «Όχι. Έλπιζα να φτάσω στα ανάκτορα του Ντάνφερμλαϊν μήπως με πάρουν στην υπηρεσία τους, αλλά δεν είχα το χρόνο να καταστρώσω λεπτομερές σχέδιο». Ο ειρωνικός τόνος της δεν του διέφυγε, ωστόσο δεν το σχολίασε. «Η κατάσταση στην περιοχή των συνόρων είναι άγρια και επικίνδυνη. Πολύ επικίνδυνη για μια γυναίκα μόνη της». «Δεν είχα άλλη επιλογή». «Ναι, δεν είχες». Έκανε μια παύση. «Δε μου είπες το όνομά σου». «Δε με ρώτησες». Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Σε ρωτάω τώρα». «Άσλιν». «Ωραίο όνομα, σαν εσένα», είπε ο Ίαν και το εννοούσε. Ο Ντούγκαλ είχε δίκιο: οι περισσότεροι άντρες θα την έβαζαν ευχαρίστως στο κρεβάτι τους. Άθελά του, ήρθε στο μυαλό του η σκηνή δίπλα στο ποτάμι, αλλά την παραμέρισε γρήγορα. Τέτοιες σκέψεις δεν είχαν θέση στα σχέδιά του. Ανήμπορη να παρακολουθήσει τη σκέψη του και επειδή την τάραζε το φαινομενικά απαθές βλέμμα του, η Άσλιν πίεσε τον εαυτό της να ανταμώσει τη ματιά του. «Ακόμα είσαι σε πιο πλεονεκτική θέση». «Ναι, το πιστεύω». «Τόσο μεγάλο μυστικό είναι το όνομά σου, ώστε δεν πρέπει να το μάθω;»

37


Η αιχμάλωτη Λαίδη Αυτή τη φορά ο ειρωνικός τόνος της είχε και μια υποψία αναίδειας και τα μάτια της είχαν μια έκφραση προκλητική, σαν να δοκίμαζε τα όριά του. Εκείνος μπήκε στον πειρασμό να της δείξει ότι κόντευε να τα ξεπεράσει, αλλά τελικά το άφησε πάλι να περάσει έτσι. Θα ερχόταν η σειρά του. «Δεν είναι μυστικό, αρχόντισσά μου», της απάντησε. «Είμαι ο Ίαν Μακάλπιν». Το όνομά του της φάνηκε γνωστό, αλλά ήταν αδύνατον να θυμηθεί από πού το ήξερε. Προηγουμένως τον είχε ακούσει να λέει ότι απόψε θα έμεναν στο Χέξαμ. Πού ακριβώς; Σε κανένα πανδοχείο δε θα χωρούσε τόσο μεγάλη ομάδα. Να είχε φίλους που θα τους πρόσφεραν κατάλυμα; Οι άντρες του τον αποκαλούσαν άρχοντα. Αρχοντα ποιανού τόπου; Πού ήταν το Μαύρο Βουνό; Αλλά, αντί να βασανίζεται με τις απορίες της, αποφάσισε να τον ρωτήσει. Εκείνρ.ς της απάντησε πρόθυμα. «Το Μαύρο Βουνό είναι ένα φρούριο στην κορυφή του Γκλενγκάρον». «Στο Γκλενγκάρον!» «Ναι». Η Άσλιν κατάλαβε ξαφνικά τα πάντα και κοκάλωσε. «Είσαι ο άρχοντας του Γκλενγκάρον;» «Σωστά». Το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Είχε ξεφύγει από τους Νορμανδούς, αλλά είχε πέσει στα χέρια του επικίνδυνου Μαύρου Ίαν από το Γκλενγκάρον που ήταν γνωστός σε όλη τη βόρεια Αγγλία. Δυστυχώς δεν είχε χρυσάφι για να εξαγοράσει την ελευθερία της. Μετά θυμήθηκε τη συζήτησή του με τον Ντούγκαλ νωρίτερα και τα μάγουλά της χλόμιασαν. «Τι θα με κάνεις;» «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, αλλά θα έρθεις μαζί μας τουλάχιστον μέχρι το Τζέντμπορο». «Το Τζέντμπορο;» «Ναι, έχω δουλειά εκεί. Θα την τελειώσω και μετά θα αποφασίσω». Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να μιλήσει ατάραχα. «Θα μπορούσες να με αφήσεις στο Χέξαμ». 38


Κεφάλαιο 2 «Θα μπορούσα, αλλά δε θα το κάνω». «Γιατί;» «Δε συμφωνεί με τα σχέδιά μου». Τον κοίταξε μη μπορώντας να το πιστέψει, μα το βλέμμα που αντάμωσε το δικό της ήταν αμείλικτο και τρομακτικό. Ένα κύμα αγανάκτησης την πλημμύρισε. «Γιατί να συνεργαστώ μαζί σου;» «Γιατί δε θα σου αρέσουν οι συνέπειες αν δεν το κάνεις». Παρά τον ήπιο τόνο του, η απειλή ήταν ξεκάθαρη. Από όσο την είχε γνωρίσει, ο Ίαν περίμενε ένα ξέσπασμα οργής. Εκείνη ωστόσο δεν ξέσπασε, αν και ανασήκωσε προκλητικά το πιγούνι της. Η αντίδρασή της τον διασκέδασε και, παραδόξως, τον συγκίνησε. Αθελά του, παραδέχτηκε με θαυμασμό ότι δεν ήταν μόνο όμορφη, αλλά και θαρραλέα. «Γιατί το κάνεις αυτό;» τον ρώτησε θυμωμένα εκείνη. «Αποκλείεται να σ’ ενδιαφέρει το μέλλον μου». «Δε μ’ ενδιαφέρει». «Τότε ο μόνος λόγος που με κρατάς έχει να κάνει με κέρδος». «Αρκετά σημαντικός λόγος, κατά την άποψή μου». Η Άσλιν πάλεψε να πνίξει τον πανικό της. «Αφησέ με στο Χέξαμ». «Μόλις σου είπα ότι δε θα κάνω. Έληξε το ζήτημα». «Δε... δε θα έρθω μαζί σου». Τα μαύρα μάτια του αντάμωσαν τα δικά της, τώρα όμως δεν υπήρχε ίχνος ευθυμίας στην έκφρασή του. «Θα έρθεις, κορίτσι μου. Θα έρθεις».

39


Κεφάλαιο 3 Σκεφτόταν διαρκώς πώς θα απελευθερωνόταν από το Σκοτσέζο άρχοντα. Δεν ήταν σίγουρη τι θα έκανε στη συνέχεια· σημασία είχε να ξεφύγει και να βρει κάπου να κρυφτεί. Κάπου όπου εκείνος δε θα σκεφτόταν να ψάξει. Αν δεν την έβρισκε, θα εγκατέλειπε τις προσπάθειες, γιατί φαινόταν αποφασισμένος να φτάσει γρήγορα στη Σκοτία. Τι δουλειά είχε στο Τζέντμπορο; Ποιον θα συναντούσε εκεί; Θα αποφασίσω μετά. Από τη στιγμή που δεν είχε στενούς συγγενείς να πληρώσουν λύτρα για χάρη της, υπήρχε μόνο ένας τρόπος να βγάλει κέρδος. Οι Σκοτσέζοι άρπαζαν συχνά αιχμαλώτους στις επιδρομές τους στις παραμεθόριες περιοχές. Οι σκλάβοι ήταν πολύτιμο αγαθό. Η Άσλιν ανατρίχιασε. Αυτό είχε σκοπό ο βάρβαρος; Όσο πιο πολύ το σκεφτόταν, τόσο πιθανότερο της φαινόταν. Επομένως έπρεπε οπωσδήποτε να αποδράσει. Όταν έφτασαν στα περίχωρα του Χέξαμ, τα πρώτα αστέρια είχαν εμφανιστεί ήδη στον ουρανό. Οι ανάσες αντρών και αλόγων έβγαιναν παγωμένες όταν σταμάτησαν μπροστά σε ένα επιβλητικό περιτοιχισμένο αρχοντικό. Η Άσλιν στάθηκε και παρατηρούσε το σπίτι και την αυλή με τα εξωτερικά κτίσματα, ενώ οι άντρες πήγαιναν τα άλογα σε ένα μεγάλο στάβλο. Ύστερα ο Ίαν την έπιασε από το μπράτσο και την οδήγησε στο σπίτι, που ήταν χτισμένο από ξύλο και πέτρα. Ένας υπηρέτης έσπευσε να ανοίξει την πόρτα και ο άρχοντας μπήκε σε μια μεγάλη σάλα με λιγοστό φως, τραβώντας μαζί και την αιχμάλωτη του. Από κει προχώρησαν σε ένα διάδρομο και ο υπηρέτης άνοιξε μια πόρτα στα δεξιά που έβγαζε σε μια μικρή κρεβατοκάμαρα. Ο υπηρέτης άφησε το κερί στο τραπέζι και αποσύρθηκε. Η Άσλιν έριξε μια κλεφτή ματιά τριγύρω. Το δωμάτιο ήταν καθαρό, με λιτή επίπλωση. Είχε ένα παράθυρο, που ήταν ερμητικά κλειστό, και αναμμένο τζάκι. Στο φως της φωτιάς είδε ένα τραπέζι με μια καρέκλα, ένα κομοδίνο με μια λεκάνη και ένα κανάτι και ένα κρεβάτι στην απέναντι πλευρά. Γύρισε και κοίταξε τον Ίαν ήρεμα, αν και μέσα της μόνο ηρεμία δεν ένιωθε. Στον κλειστό χώρο φαινόταν ακόμα πιο επιβλητικός και την 41


Η αιχμάλωτη Λαίδη κοιτούσε με διαπεραστικό βλέμμα που την αναστάτωνε. Η Άσλιν ανασήκωσε ελαφρά το πιγούνι της, πίεσε τον εαυτό της να ανταμώσει το βλέμμα του και περίμενε. «Θα κοιμηθείς εδώ απόψε», της είπε εκείνος. «Θα πω να σου φέρουν φαγητό σε λίγο». «Τίνος είναι το σπίτι;» «Έχει σημασία;» Ο τόνος του έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν. «Όχι». «Καλύτερα να μην ξέρεις κάποια πράγματα». Έκανε μια παύση. «Προσπάθησε να ξεκουραστείς. Μας περιμένει μεγάλο ταξίδι αύριο». Κι έπειτα γύρισε να φύγει. Τα λόγια του ζωντάνεψαν την απελπισία της και τον έπιασε από το μπράτσο. «Γιατί δε με αφήνεις εδώ; Αποκλείεται να σε νοιάζει η τιμή που θα πιάσεις από μια ακόμα σκλάβα». «Σου είπα ότι έληξε αυτή η συζήτηση». «Διαφωνώ». Εκείνος την έπιασε από τους ώμους και την τράβηξε κοντά του. Τα μαύρα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Δε μ’ ενδιαφέρει η γνώμη σου. Εγώ αποφασίζω εδώ και θα κάνεις ό,τι σου λέω». Η Άσλιν έπνιξε τα θυμωμένα λόγια που της ήρθαν στα χείλη. Πράγματι αυτός αποφάσιζε εδώ, αυτός ο αλαζόνας. Που ήταν επίσης πολύ δυνατός και υπερβολικά κοντά της. Ένιωθε τη ζεστασιά των χεριών του στα ρούχα της και το θυμό στο βλέμμα του. Το πρόσωπό του πλησίασε επικίνδυνα στο δικό της. Αν έσκυβε το κεφάλι του, τα χείλη του θα ακουμπούσαν τα δικά της. Η σκέψη αυτή την τρόμαξε, αλλά και τη συνάρπασε. «Κατάλαβες;» «Ε... ναι». «Για το καλό σου, φρόντισε να κατάλαβες, κορίτσι μου». Η Άσλιν έμεινε σιωπηλή. Εκείνος περίμενε κι άλλες αντιρρήσεις, κι έτσι, βλέποντας τη να σωπαίνει, ο θυμός έσβησε από τα μάτια του και έδωσε τη θέση του σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Η Άσλιν δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν, της έφερε όμως ρίγη που καμία σχέση δεν είχαν με 42


Κεφάλαιο 3 το κρύο του χειμώνα. Ο Ίαν έγειρε πιο κοντά της και ένιωσε το λεπτό θηλυκό της άρωμα, που τον διέγειρε. Η αντίδρασή του τον αιφνιδίασε και πήρε μια βαθιά ανάσα, επιπλήττοντας νοερά τον εαυτό του. Δε γινόταν να ερωτοτροπήσει μαζί της, όσο μεγάλος κι αν ήταν ο πειρασμός. Σιγά σιγά τραβήχτηκε. «Έχω ορισμένες δουλειές και πρέπει να σε αφήσω τώρα», της είπε. «Κοίτα να ξεκουραστείς, Άσλιν». Πήρε τα χέρια του από πάνω της κι εκείνη απόμεινε ακίνητη και τον κοίταξε που έφευγε. Ο Ίαν κοντοστάθηκε μια στιγμή στο κατώφλι. «Για ό,τι άλλο χρειαστείς, φώναξε τον υπηρέτη». Η πόρτα έκλεισε και η Άσλιν άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά. Σήκωσε το μάνταλο, μα φυσικά η πόρτα δε σάλεψε. Για μια στιγμή ακούμπησε πάνω της και όταν έσβησε τελικά ο ήχος από τα βήματά του, πήγε και στάθηκε μπροστά στο τζάκι για να ζεσταθεί, με το βλέμμα της στυλωμένο στις φλόγες και τις σκέψεις της ένα αληθινό χάος. *** Λίγη ώρα αργότερα ήρθε ο υπηρέτης φέρνοντας ένα δίσκο με φαγητό: ωραίο λευκό ψωμί και μια μεγάλη γαβάθα με ευωδιαστό κρέας με λαχανικά. Το πολύωρο ταξίδι τής είχε ανοίξει την όρεξη κι έτσι τα έφαγε όλα. Το φαγητό τη ζέστανε και της τόνωσε το ηθικό. Μέχρι να τελειώσει είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Έριξε μια ματιά στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, παρά μόνο να κοιμηθεί, αλλά τουλάχιστον θα ξεχνιόταν για λίγο. Έβγαλε τα ρούχα που φορούσε, εκτός από τη φανέλα και κουλουριάστηκε κάτω από τα γούνινα σκεπάσματα. *** Αφήνοντας την Άσλιν, ο Ίαν τράβηξε για τη δική του κάμαρα και καθ’ οδόν συνάντησε τον Ντούγκαλ. «Ταχτοποιήθηκαν οι άντρες;» «Μάλιστα, άρχοντά μου». 43


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Και οι τραυματίες;» «Κι αυτοί». «Και το παλικάρι που βρήκαμε στο Χέσλινγκφιλντ;» «Σε κακή κατάσταση. Αν δεν είχε σταματήσει λίγο η αιμορραγία του από το κρύο, θα είχε πεθάνει πολύ πριν τον βρούμε». Έκανε μια παύση. «Της το είπατε;» «Όχι. Πιστεύει ότι έχουν σκοτωθεί όλοι οι συγγενείς της». «Πιστεύετε πραγματικά πως είναι κάποιο μέλος της οικογένειάς της; Ίσως να είναι απλώς υπηρέτης». «Όχι, συγγενείς είναι», απάντησε ο Ίαν. «Μοιάζουν πολύ». «Τότε ίσως είναι καλύτερα να τον θεωρεί πεθαμένο σαν τους άλλους. Πολύ αμφιβάλλω ότι θα ζήσει το παλικάρι και είναι κρίμα να ξαναπεράσει την ίδια στενοχώρια». Φέρνοντας στο νου του την καταστροφή που είχε δει στο Χέσλινγκφιλντ όταν περνούσαν, ο Ίαν έγνεψε καταφατικά. «Αρκετά έχει τραβήξει ήδη. Θα περιμένουμε και θα δούμε. Ίσως και να ζήσει αυτός τελικά». «Ναι, ίσως. Θα είναι ευχάριστη έκπληξη για κείνη. Και για μας, αν αποφασίσετε να τον πουλήσετε αργότερα». «Κράτα με ενήμερο, Ντούγκαλ, αλλά ούτε λέξη στο κορίτσι. Πες και στους άντρες να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Θα της το πω εγώ όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή». Τον καληνύχτισε και αποσύρθηκε στην κάμαρά του, μα ο ύπνος δεν έλεγε να έρθει. Αναρωτιόταν αν το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μην αναφέρει την παρουσία του τραυματισμένου νεαρού Σάξονα. Έμοιαζε εκπληκτικά στην κοπέλα. Ο Ίαν το είχε προσέξει αμέσως. Ήξερε ότι η συμβουλή του Ντούγκαλ ήταν καλοπροαίρετη, μα ταυτόχρονα είχε και λίγες τύψεις. Ήταν σωστό να την κρατάει σε άγνοια; Ο νέος ήταν σοβαρά τραυματισμένος και είχαν να κάνουν μακρύ ταξίδι. Ήταν ακόμα αναίσθητος, αλλά, με τις πληγές που είχε, μάλλον ήταν καλύτερα έτσι. Και από την άλλη είχε την Άσλιν, θαρραλέα και ανυπότακτη, αν έκρινε από την αντίδρασή της στα σχέδιά του. Ο Ίαν θυμήθηκε την αποψινή σκηνή και έσμιξε τα φρύδια του. Της άρεσε δεν της άρεσε, θα ερχόταν μαζί του. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα έπαιρνε πολύ χρόνο και ίσως να ανέτρεπε 44


Κεφάλαιο 3 τα σχέδιά του. Κι αυτό δεν έπρεπε να συμβεί· πολλά εξαρτιόνταν από την επιτυχία τους. Ο Ίαν χτύπησε με τη γροθιά του το μαξιλάρι του. Πάλι δεν είχε πάρει την εκδίκησή του και είχε πάει στράφι ο κόπος μηνών. Μέχρι να ολοκληρώσει την αποστολή του και να αρχίσει πάλι το κυνήγι, ο Νορμανδός μπορεί να βρισκόταν οπουδήποτε. Η θύμηση του εχθρού του του έφερε κι άλλες σχετικές εικόνες στο νου: την πρώτη φορά που είδε για μια στιγμή το κορμί του κοριτσιού όταν του την έδειξε ο Φισύρ. Σου αρέσε; Θα σου τη δώσω. Κι αμέσως μετά θυμήθηκε τη στιγμή που την έβγαζε από το χείμαρρο. Η αλήθεια ήταν ότι την είχε γδύσει μονάχα για να ζεσταθεί γρήγορα το σώμα της. Ωστόσο, όταν της έβγαλε το σκισμένο, μουσκεμένο φόρεμα, δεν περίμενε ότι θα ήταν τόσο όμορφη ούτε ότι η εικόνα του θα αποτυπωνόταν τόσο έντονα στο μυαλό του. Γι’ αυτό είχε μπει απόψε στον πειρασμό; Θύμωσε και πάλι, αυτή τη φορά όμως με τον εαυτό του. Δεν έπρεπε να μπαίνει σε πειρασμούς. Στα χρόνια μετά την Ελοΐζ είχε πλαγιάσει περιστασιακό με κάποιες γυναίκες, πρόθυμες να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του κορμιού του. Αυτές οι σύντομες συναντήσεις ήταν αυτό που χρειαζόταν: έπαιρναν και οι δυο ό,τι ήθελαν κι ύστερα χώριζαν. Ούτε περιπλοκές ούτε μπερδέματα που θα τον έκαναν να παρεκκλίνει από τον όρκο που είχε δώσει. Χτύπησε πάλι το μαξιλάρι. Μόλις τελείωνε με τις υποχρεώσεις του στο Τζέντμπορο, θα αποφάσιζε τι να κάνει με το κορίτσι. *** Όταν η Άσλιν ξανάνοιξε τα μάτια της, είχε ξημερώσει. Έριξε μια ματιά γύρω της στο δωμάτιο και θυμήθηκε αμέσως σε πόσο επικίνδυνη κατάσταση βρισκόταν. Και μαζί μ’ αυτό θυμήθηκε την οικογένεια που είχε χάσει και την πλημμύρισε μια απέραντη θλίψη που ξεπέρασε τους άμεσους φόβους της. Για αρκετά λεπτά δε σάλεψε καθόλου μέχρι να καταφέρει να πνίξει τα αρνητικά της συναισθήματα. Δε θα τη βοηθούσαν. Έπρεπε να βοηθήσει τον εαυτό της τώρα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε στα γρήγορα, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Ό,τι κι αν συνέβαινε, δε θα άφηνε τον 45


Η αιχμάλωτη Λαίδη Μακάλπιν να την πάει στο Τζέντμπορο ή, Θεός φυλάξοι, στο Γκλενγκάρον. Από τη στιγμή που του είχε ξεκαθαρίσει πως δεν το ήθελε αυτό, ήξερε ότι θα την επιτηρούσε πιο στενά, οπότε θα έπρεπε να είναι προσεχτική, να τον ξεγελάσει και να περιμένει την ευκαιρία να δραπετεύσει. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας υπηρέτης με μια πιατέλα και η Άσλιν κάθισε φάει. Μόλις τελείωσε, άνοιξε ξανά η πόρτα. Η καρδιά της σφυροκόπησε όταν αντίκρισε τον Ίαν. «Είναι ώρα, κορίτσι μου. Πρέπει να φύγουμε». Έριξε μια ματιά στο κρεβάτι. «Πιστεύω να κοιμήθηκες καλά». «Ναι, ευχαριστώ». «Ωραία. Έχουμε να κάνουμε πολύ δρόμο σήμερα». «Δεν έχεις το δικαίωμα να με πάρεις μαζί σου». «Δεν έχει σημασία. Θα έρθεις επειδή με βολεύει». «Εμένα δε με βολεύει. Δε θέλω να έρθω». «Δε θα κουβεντιάσουμε τι θέλεις». Αν αντιλήφθηκε ότι είχε θυμώσει, δεν το έδειξε η έκφρασή του ήταν εκνευριστικά ήρεμη. Η Άσλιν έσφιξε τις γροθιές της, πνίγοντας την επιθυμία της να τον χτυπήσει. «Δε θα έρθω». «Θα έρθεις, κορίτσι μου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο». Η απειλή του ήταν ξεκάθαρη και είχε όντως τη δύναμη να την αναγκάσει να τον υπακούσει. Η έκφραση στα μαύρα μάτια του την τάραξε και έστρεψε το βλέμμα της αλλού, προσπαθώντας να σκεφτεί, ενώ η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Αν περνούσαν τα σύνορα, θα ήταν πιο δύσκολο να δραπετεύσει, επομένως έπρεπε να το κάνει πριν φτάσουν εκεί. Στο μεταξύ, ήταν μάταιο να του φέρει άλλες αντιρρήσεις. Αλλά αν ο αναθεματισμένος πίστευε ότι θα υποτασσόταν πειθήνια στη θέλησή του, ήταν πολύ γελασμένος. «Μη διανοηθείς να δραπετεύσεις, Άσλιν», είπε εκείνος, λες και είχε διαβάσει τη σκέψη της. «Θα σε ξαναβρώ πολύ γρήγορα και θα διαπιστώσεις τότε ότι ο χαρακτήρας μου δεν είναι καθόλου ευχάριστος». «Και ποια η διαφορά; Ποτέ δεν είναι ευχάριστος ο χαρακτήρας σου». 46


Κεφάλαιο 3 Τα λόγια τής ξέφυγαν αυθόρμητα κι εκείνος της έριξε μια ματιά που έκανε την καρδιά της να παγώσει από φόβο. «Μην πας γυρεύοντας», της είπε εκείνος, «γιατί θα δεις πολύ μεγάλη διαφορά, να το ξέρεις». Κι έπειτα την έπιασε από τον καρπό με ατσάλινο χέρι και την οδήγησε στην αυλή. Το κρύο την περόνιασε, γιατί η θερμοκρασία είχε κατέβει πολύ τη νύχτα και το χιόνι είχε παγώσει. Τριγύρω οι άντρες ανέβαιναν ήδη στα άλογά τους. Ο Ρόμπι πλησίασε με το άλογό του και μια όμορφη καστανή φοράδα. «Ο Ντούγκαλ είπε να τη φέρω για την κυρία», εξήγησε. Η Άσλιν δεν του έδωσε σημασία, όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη στο άλογο. «Στέορα!» Ακούγοντας το όνομά της, η φοράδα γύρισε το κεφάλι της και χλιμίντρισε σιγανά. Με δάκρυα στα μάτια, η Άσλιν πήγε και τη χάιδεψε στο λαιμό, ανακουφισμένη που δεν είχε πάθει τίποτα. Ο Ίαν την περιεργάστηκε με βλέμμα διαπεραστικό. «Βλέπω ότι γνωρίζεστε εσείς οι δυο». Για μια στιγμή εκείνη ξέχασε πως ήταν θυμωμένη μαζί του. «Πού τη βρήκες;» «Δεν τη βρήκα εγώ», της απάντησε αυτός. «Οι άντρες μου τη βρήκαν να περιπλανιέται μετά τη μάχη και την έφεραν μαζί με τα άλογα που πήραμε από τους Νορμανδούς». «Μάλιστα». «Θα ιππεύσεις, Άσλιν, ή να σε βοηθήσω;» Ο ήπιος τόνος του δεν την ξεγέλασε ούτε της διέφυγε ο υπαινιγμός του. Καταπίνοντας την τσουχτερή απάντηση που της ήρθε, ανασήκωσε το πιγούνι της. «Δε θα χρειαστεί». Η Άσλιν έπιασε τα ηνία και ανέβηκε με ευκολία στη ράχη της φοράδας. Ο Ίαν την κοίταξε για μια στιγμή και μετά καβαλίκεψε το άλογό του. «Πάμε». 47


Η αιχμάλωτη Λαίδη ’Ίππευσαν με σταθερό ρυθμό και σύντομα άφησαν το Χέξαμ πίσω τους. Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Ίαν πήγε μπροστά με τον Ντούγκαλ και την άφησε στη φροντίδα του νέου που τον έλεγαν Ρόμπι. Αν και εκείνος της έριχνε λοξές ματιές κάθε τόσο, η συζήτηση ήταν ελάχιστη. Μα η Άσλιν δεν επιθυμούσε να κουβεντιάσει, είχε το νου της αλλού. Όσο προχωρούσαν, μεγάλωνε η απελπισία της. Σύντομα θα έφταναν στα σύνορα και αλίμονο της. Αλλά δε θα άφηνε να την πουλήσουν σκλάβα. Καλύτερα να πέθαινε. Θα ήταν ριψοκίνδυνο να αποδράσει, μα θα το επιχειρούσε. Με την πρώτη ευκαιρία. *** Ανακουφίστηκε όταν η φάλαγγα έκανε στάση το μεσημέρι και μπόρεσε να ξεπεζέψει, γιατί ήταν ήδη πιασμένη μετά από τόσες ώρες στη σέλα. Απορούσε που αυτοί οι άντρες δεν έδειχναν να αισθάνονται ούτε κούραση ούτε το κρύο. Όταν πήγαν να ποτίσουν τα άλογα στο ρέμα, η Άσλιν τους μιμήθηκε και γέμισε τις χούφτες της με νερό. Ήταν παγωμένο, μα την ξεδίψασε. Και τότε άκουσε έναν άντρα να φωνάζει. Αμέσως άρχισαν να φωνάζουν και οι υπόλοιποι κι εκείνη σηκώθηκε γρήγορα και κοίταξε τριγύρω. Από τη στροφή του δρόμου μόλις είχαν εμφανιστεί έξι έφιπποι άντρες, πάνοπλοι. Ακολούθησαν ξαφνιασμένες φωνές και κλαγγή όπλων. Πολύ σύντομα μια μικρή ομάδα από τη σκοτσέζικη εμπροσθοφυλακή έδινε μάχη υπό τις επευφημίες των συντρόφων τους που προφανώς δε θεωρούσαν απαραίτητο να αναμειχτούν. Και μάλλον είχαν δίκιο, σκέφτηκε η Άσλιν, που θυμήθηκε τις μαχητικές ικανότητες των Σκοτσέζων πολεμιστών. Αντί να ανησυχήσουν για την αναπάντεχη αναμέτρηση, την αντιμετώπιζαν σαν διασκέδαση. Όλη τους η προσοχή ήταν στραμμένη στη μάχη. Η Άσλιν συνειδητοποίησε πως αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμενε. Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά γύρω της, άρπαξε τα ηνία της φοράδας της και πήδηξε στη σέλα. Σε λίγες στιγμές το ζώο είχε περάσει στην απέναντι όχθη του ρέματος και ανέβαινε τριποδίζοντας την πλαγιά. Η σύγκρουση ήταν άγρια. Αιφνιδιασμένοι, οι Νορμανδοί είχαν βρεθεί αμέσως σε μειονεκτική θέση και, παρ’ ότι έδιναν μάχη για τη ζωή τους, δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα με τους αντιπάλους τους. Οι Σκο48


Κεφάλαιο 3 τσέζοι νίκησαν εύκολα, μα είχαν προκύψει ορισμένα ερωτήματα. Ο Ντούγκαλ ήρθε κοντά στον Ίαν, που επιθεωρούσε τους νεκρούς μισθοφόρους. «Μια μικρή ομάδα επιδρομέων ή ανιχνευτές μιας μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης;» «Μάλλον το δεύτερο», αποκρίθηκε ο Ίαν. «Το ερώτημα είναι για πόσο μεγάλη δύναμη πρόκειται». Πριν προλάβει να απαντήσει ο Ντούγκαλ, ακούστηκε ξαφνικά τρομαγμένη η φωνή του Ρόμπι. «Άρχοντά μου!» Ο Ίαν γύρισε αμέσως, πιάνοντας αυτομάτως τη λαβή του ξίφους του. Μη βλέποντας κανένα άμεσο κίνδυνο, χαλάρωσε λίγο. Ύστερα είδε την Άσλιν που έφευγε και βλαστήμησε σιγανά. Κατακόκκινος από την ντροπή του, ο νέος δάγκωσε τα χείλη του. «Συγνώμη, άρχοντά μου. Γύρισα την πλάτη μου μόνο για μια στιγμή». «Ανάθεμά σε, παλικάρι μου», είπε ο Ντούγκαλ. «Μια μικρή κοπελίτσα δεν μπορούσες να προσέχεις;» «Θα την κυνηγήσω». Ο Ίαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, κάθισε με τους άλλους. Θα τη φέρω εγώ πίσω». «Ναι, και δώστε της κι ένα γερό χέρι ξύλο», γρύλισε ο Ντούγκαλ. «Της αξίζει της μικρής ανόητης». «Άφησέ τη σ’ εμένα», είπε ο Ίαν. «Στο μεταξύ, απομάκρυνε τους άντρες. Δε γνωρίζουμε πόσο μεγάλη είναι η δύναμη των Νορμανδών και δε θέλω να διακινδυνεύσει η αποστολή μας. Συνεχίστε για το Τζέντμπορο όπως σχεδιάζαμε. Θα σας προλάβω αργότερα». «Δε θα πάρετε μερικούς άντρες μαζί σας, άρχοντά μου;» ρώτησε εκείνος. «Θα σκοτεινιάσει σε καμιά ώρα και ποιος ξέρει πόσοι βρίσκονται εδώ γύρω και πού». «Θα κάνω πιο γρήγορα μόνος μου». «Ναι, ίσως». «Θα προσέχω». «Να προσέχετε πολύ». Ο Ίαν γύρισε και σφύριξε στο άλογό του να πλησιάσει. Σε λίγο είχε 49


Η αιχμάλωτη Λαίδη διασχίσει το ρέμα και ανέβαινε καλπάζοντας την πλαγιά. Φτάνοντας στην κορφή του λόφου, η Άσλιν έκοψε λίγο ταχύτητα και κοίταξε πίσω της. Στην αρχή δεν είδε να την κυνηγά κανείς. Ύστερα η καρδιά της σφυροκόπησε, όταν διέκρινε τον άντρα με το πιτσιλωτό γκρίζο άλογο που κατευθυνόταν προς το μέρος της. Κέντρισε τη φοράδα της να συνεχίσει. Η περιοχή πάνω ήταν ανοιχτή και επομένως επικίνδυνη. Ο γκρίζος επιβήτορας ήταν μεγαλύτερος και πιο γρήγορος από τη φοράδα της και στην ανοιχτωσιά θα την προλάβαινε σύντομα. Κοιτάζοντας τριγύρω, είδε δέντρα στο βάθος και τράβηξε κατά κει. Όταν έφτασε, ο γκρίζος επιβήτορας πλησίαζε γοργά. Έπρεπε να κρυφτεί αμέσως κάπου. Το μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα ήταν στενό και οι θάμνοι που το περιστοίχιζαν δεν είχαν φύλλα αυτή την εποχή για να μπορέσει να κρυφτεί. Καθώς το σκεφτόταν, έφτασε σε μια διακλάδωση και πήρε το αριστερό μονοπάτι. Εκατό μέτρα πιο πέρα συνειδητοποίησε πως είχε κάνει σοβαρό λάθος, γιατί το μονοπάτι σταματούσε απότομα σε ένα φαράγγι. Η Άσλιν έκανε στροφή και γύρισε πίσω, αλλά καθώς έφτανε στο κεντρικό μονοπάτι, είδε το άλογο του Ίαν στα εκατό μέτρα, να πλησιάζει γοργά. Με την ψυχή στο στόμα, κέντρισε τη Στέορα να τρέξει. Ο επιβήτορας όμως ήταν πολύ πιο γρήγορος. Και ακόμα χειρότερα, ξαναβγήκε στην ανοιχτωσιά. Δυο λεπτά αργότερα ο επιβήτορας έφτασε κοντά της και ένα δυνατό χέρι άρπαξε τα ηνία, αναγκάζοντας τη Στέορα να σταματήσει. Η Άσλιν πήδησε αμέσως από κάτω και έτρεξε προς το δάσος, κάνοντας μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγει. Δεν είχε διανύσει πάνω από πενήντα μέτρα, όταν την άρπαξε ένα στιβαρό χέρι. Μέσα σε μια στιγμή την είχε ανεβάσει στο άλογό του και τύλιξε το μπράτσο του σφιχτά γύρω της. Η Άσλιν πάλεψε άγρια να ελευθερωθεί και ο Ίαν σταμάτησε το άλογο και την αγριοκοίταξε. «Κάθισε ακίνητη, αγριόγατα!» Κι έπειτα, επειδή τα λόγια του δεν έφεραν αποτέλεσμα, πρόσθεσε: «Σταμάτα αμέσως, Άσλιν». «Αφησέ με!» «Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να το κάνω αυτό». Η Άσλιν έστριψε προς το μέρος του και τον χαστούκισε με δύναμη. Το σαγόνι του σφίχτηκε και τα μαύρα μάτια του πήραν μια τρομακτική έκφρα50


Κεφάλαιο 3 ση. Η Άσλιν συνειδητοποίησε πως τον είχε φτάσει στα όριά του και θα έβρισκε άσχημα τον μπελά της. Χωρίς να πει λέξη, ο Ίαν κατέβηκε από το άλογο, τραβώντας τη μαζί του. Η Άσλιν βάλθηκε να παλεύει, να κλοτσά και να τον βρίζει, μα κατάφερε να του ρίξει μόνο ένα δυνατό χαστούκι κι έπειτα βρέθηκε στο έδαφος, ακινητοποιημένη, με το γόνατό του στην πλάτη της. «Μα το Θεό, θα σε μάθω να με υπακούεις, μικρό αγρίμι», είπε ο Ίαν. «Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, παλιάνθρωπε!» «Παλιάνθρωπος, ε;» Ο Ίαν έβγαλε ένα σκοινί από το δερμάτινο πουγκί στη ζώνη του. «Τότε να μη σε απογοητεύσω». Λίγες στιγμές αργότερα η Άσλιν ήταν δεμένη χειροπόδαρα. Έξαλλη από οργή, πάλευε να λυθεί και ταυτόχρονα τον έλουζε με περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς. Ο Ίαν κοντοστάθηκε και την κοίταξε διαπεραστικά. «Νομίζω ότι δεν είσαι σε θέση να μου πετάς προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, κορίτσι μου». «Σου αξίζουν όλοι, παλιάνθρωπε». «Συνέχισε έτσι και σου υπόσχομαι ότι θα σου μαυρίσω την πλάτη με τη ζώνη μου, μικρή γλωσσού». Ήταν έτοιμη να του πει ότι δε θα τολμούσε, αλλά το κατάπιε. Ο βάρβαρος όχι μόνο θα το έκανε, αλλά θα το ευχαριστιόταν κιόλας. Ήταν ξεδιάντροπος. Η Άσλιν καταλάβαινε πλέον πώς είχε κερδίσει τη φήμη του. Και μάλλον ήταν ευτύχημα που δεν είδε το αυτάρεσκο χαμόγελο που συνόδευσε τη σιωπή της. Την τράβηξε όρθια με το δυνατό του χέρι. Και μετά την έβαλε με άνεση κάτω από τη μασχάλη του και την κουβάλησε στο άλογό του. Σε λίγο ήταν δεμένη στη σέλα σαν σακί. Έπειτα ίππευσε κι εκείνος και ξεκίνησε ξανά. Βράζοντας από θυμό, η Άσλιν προσπάθησε να λυθεί, μάταια όμως. Τα δεσμά της δεν ήταν υπερβολικά σφιγμένα, ήταν όμως γερά. Ο βάρβαρος ήξερε καλά τι έκανε. Ο τελικός εξευτελισμός της θα ήταν το ότι θα την παρουσίαζε έτσι στους άντρες του. Φανταζόταν ήδη πώς θα γελούσαν. Ο Ίαν, ωστόσο, δε γύρισε πίσω, αλλά συνέχισε στην ίδια κατεύθυνση για καμιά ώρα. Δε μίλησε καθόλου στην Άσλιν, ούτε αυτή σ’ εκείνον. Στην αρχή ήταν τόσο οργισμένη ώστε δεν καταλάβαινε πόσο άβολη ήταν η θέση της. Όσο περνούσε η ώρα, όμως, άρχισε να το αισθάνεται και να μετα51


Η αιχμάλωτη Λαίδη νιώνει για τις πράξεις της. Την πονούσαν τα δεμένα της μέλη, η σέλα την πίεζε αφόρητα και κρύωνε πολύ. Ήθελε να ελευθερωθεί από τα δεσμά της. Αν την έλυνε, θα συμφωνούσε να πάει μαζί του οπουδήποτε. Μα η περηφάνια της δεν την άφηνε να μιλήσει. *** Κόντευε να νυχτώσει όταν τα άλογα σταμάτησαν τελικά μπροστά σε μια μικρή αγροικία. Ένας άντρας βγήκε έξω και από τη θερμή υποδοχή του, ήταν φανερό ότι ο Ίαν δεν του ήταν άγνωστος. Στην Άσλιν δεν έδωσε καμία σημασία. Οι δυο άντρες αντάλλαξαν λίγες κουβέντες και αφού οδήγησε τον επισκέπτη του στον αχυρώνα, ο οικοδεσπότης μπήκε πάλι στον σπίτι. Καθώς ξεπέζεψε ο Ίαν για να οδηγήσει τα άλογα στο κατάλυμά τους, η Άσλιν τέντωσε το λαιμό της για να κοιτάξει τριγύρω και ξαφνικά αντιλήφθηκε πόσο απόμερα βρίσκονταν και ότι σε λίγο θα σκοτείνιαζε. Εδώ σκόπευε να συναντήσει τους άντρες του; Προς το παρόν δε φαίνονταν πουθενά και για πρώτη φορά ευχήθηκε να ήταν εκεί. Η παρουσία τους την έκανε να αισθάνεται περισσότερη ασφάλεια. Επιπλέον, ήταν κουρασμένη, πονούσε και κρύωνε, γιατί, όσο έπεφτε το σκοτάδι, δυνάμωνε η παγωνιά. Όταν έφτασαν στον αχυρώνα, ο Ίαν οδήγησε τα άλογα στα χωρίσματά τους. Ύστερα κοντοστάθηκε και την κοίταξε. Η Άσλιν είχε την ελπίδα ότι θα την έλυνε, αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να τον παρακαλέσει. Εκείνος περίμενε λίγο ακόμα κι έπειτα χαμογέλασε αχνά και έλυσε το σκοινί που την κρατούσε στη σέλα. Στη συνέχεια έλυσε τους αστραγάλους της και την άφησε να γλιστρήσει κάτω. Τα παγωμένα πόδια της λύγισαν καθώς χτύπησαν στο σκληρό δάπεδο και έπνιξε μια κοφτή φωνούλα. Εκείνος την κράτησε για να μην πέσει και την οδήγησε σε μερικά αναποδογυρισμένα βαρέλια δίπλα στον τοίχο. «Κάθισε εκεί και μη σαλέψεις», της είπε με τόνο που σήμαινε ότι θα ήταν σοβαρό λάθος να κάνει οτιδήποτε άλλο. Η Άσλιν δεν είπε τίποτα. Ίσα ίσα, δεν είχε πλέον καμιά πρόθεση να τον παρακούσει. Εκείνος έδειξε ικανοποιημένος και έστρεψε την προσοχή του στα άλογα. Τα ξεσέλωσε και τα έτριψε με μια μεθοδικότητα που, άθελά της, της άρεσε. Ύστερα γέμισε τα παχνιά με σανό. Όταν τέλειωσε στράφη52


Κεφάλαιο 3 κε πάλι στην αιχμάλωτή του και την κοίταξε ψυχρά. «Αν σου λύσω τα χέρια, θα μου δώσεις το λόγο σου ότι δε θα προσπαθήσεις να το σκάσεις;» Η Άσλιν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Ήταν πολύ κουρασμένη και παγωμένη για να κάνει κι άλλη απόπειρα. Εκείνος έλυσε το σκοινί και τα χέρια της ελευθερώθηκαν επιτέλους. Η Άσλιν λύγισε τους καρπούς της και άρχισε να τρίβει μαλακά την πονεμένη της σάρκα. «Πού είμαστε;» τον ρώτησε. «Ανάμεσα σε φίλους. Θα μείνουμε εδώ απόψε». «Και οι άντρες σου;» «Θα τους προλάβουμε αργότερα. Κοντεύει να νυχτώσει και ο τόπος είναι γεμάτος από Νορμανδούς μισθοφόρους. Είναι πολύ επικίνδυνο να συνεχίσου με». Η Άσλιν ανατρίχιασε, γιατί ήταν αλήθεια. Και την κυρίεψαν ενοχές που είχαν βρεθεί εξαιτίας της σε αυτή τη δύσκολη θέση. Συνειδητοποιώντας τις πιθανές συνέπειες, άρχισε να καταλαβαίνει πόσο ανόητα είχε φερθεί και για ποιο λόγο είχε θυμώσει τόσο πολύ ο Ίαν. Θα μπορούσε να την είχε δείρει αν ήθελε. Η Άσλιν ξεροκατάπιε. Ευτυχώς που είχε συγκρατηθεί ως προς αυτό· μόνο τον εγωισμό της της είχε πληγώσει. Από τις σκέψεις της την έβγαλε ο ερχομός του αγρότη. Της έριξε πάλι μια ματιά και μετά την αγνόησε. Μίλησε σιγανά με τον Ίαν και μετά άφησε έναν ξύλινο δίσκο, σκεπασμένο με μια πετσέτα, πάνω σε ένα βαρέλι. Μια λαχταριστή μυρωδιά κρέατος με λαχανικά έφτασε στα ρουθούνια της και ξαφνικά η Άσλιν συνειδητοποίησε ότι πέθαινε της πείνας. Ύστερα κοίταξε τον Ίαν. Δεν την είχε δείρει, αλλά ίσως να της στερούσε το φαγητό για τιμωρία. Και ποιος ξέρει πόσος χρόνος θα μεσολαβούσε μέχρι το επόμενο γεύμα της. Η Άσλιν δαγκώθηκε, προσπαθώντας να αγνοήσει το γουργούρισμα στο στομάχι της. Ό,τι κι αν συνέβαινε, δε θα τον παρακαλούσε. Εκείνος, όμως, δεν είχε πρόθεση να την αφήσει νηστική, γιατί της έδωσε μια γαβάθα με αχνιστό ζωμό και ένα κομμάτι ψωμί. «Έλα, φάε». Εκείνη πήρε τη γαβάθα κάπως ντροπαλά. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν ελαφρώς στα δικά του και ένα αναπάντεχο ρίγος διέτρεξε το σώμα της. 53


Η αιχμάλωτη Λαίδη Αποφεύγοντας το βλέμμα του, έστρεψε την προσοχή της στο φαγητό και, ανήμπορη να αντισταθεί, έπεσε με τα μούτρα. Ο ζωμός ήταν πλούσιος σε κρέας και λαχανικά και, ύστερα από μια μέρα στο ύπαιθρο, τον έβρισκε νοστιμότατο. Για μια στιγμή ο Ίαν την περιεργάστηκε σιωπηλός κι έπειτα κάθισε και άρχισε να τρώει. Συνόδευσαν το φαγητό με ένα κύπελλο μπίρα. Όταν τελείωσαν, είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά και έφεγγε μονάχα το λυχνάρι. Η Άσλιν ένιωθε καλύτερα τώρα, γιατί το φαγητό την είχε ζεστάνει και παρ’ όλο που έκανε κρύο στον αχυρώνα, δεν ήταν τόσο τσουχτερό όπως έξω. Τυλίχτηκε στο μανδύα της, νιώθοντας έντονα την παρουσία του Ίαν δίπλα της. Εκείνος ακούμπησε τις γαβάθες και τα κύπελλα στο δίσκο και πήρε το λυχνάρι. «Έλα». Η Άσλιν σηκώθηκε κάπως απρόθυμα. «Πού θα πάμε;» Την οδήγησε σε μια ξύλινη σκάλα. «Εκεί πάνω». «Στο πατάρι;» «Ναι». Τον κοίταξε ανήσυχη. «Πού θα κοιμηθείς εσύ;» «Εκεί, μαζί σου». «Όχι!» Το μαύρο του φρύδι ανασηκώθηκε ελαφρά. «Θα ανέβεις, Άσλιν, ή να σε κουβαλήσω εγώ;» Ο ήπιος του τόνος δεν την ξεγέλασε. Δε θα δίσταζε να την κουβαλήσει. Τον αγριοκοίταξε, ξέροντας ότι δεν είχε τη δυνατότητα να τον παρακούσει και με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα, νιώθοντας ότι ο Ίαν παρακολουθούσε κάθε της βήμα. Εκείνος χαμογέλασε σαρκαστικά· μετά την ακολούθησε και σήκωσε ψηλά το λυχνάρι, φωτίζοντας το σανό. «Μάλλον δεν είσαι συνηθισμένη να κοιμάσαι σε αχυρώνες, κορίτσι μου, αλλά είναι στεγνά και πολύ πιο ζεστά απ’ ό,τι έξω». Η Άσλιν δεν είπε τίποτα. Δεν ήταν ο ύπνος στον αχυρώνα που την ανησυχούσε. 54


Κεφάλαιο 3 «Μας περιμένει μακρύ ταξίδι αύριο», συνέχισε εκείνος, «γι’ αυτό κοιμήσου όσο μπορείς». Ο τόνος του ήταν πιο μαλακός τώρα, μα και πάλι η Άσλιν δεν έσπευσε να συμμορφωθεί. Τον είδε να κρεμάει το λυχνάρι σε ένα καρφί δίπλα στη σκάλα. Αμέσως ο χώρος βυθίστηκε στις σκιές, γιατί το περισσότερο φως έπεφτε κάτω. Χωρίς να αντιλαμβάνεται προφανώς το βλέμμα της, εκείνος έβγαλε τη ζώνη με το σπαθί του κι ύστερα ξάπλωσε και τυλίχτηκε στο μανδύα του με τη γούνινη επένδυση. Μετά γύρισε και την κοίταξε. «Καληνύχτα, κορίτσι μου. Καλόν ύπνο». Αφού δεν επιχείρησε να την αγγίξει, η Άσλιν ηρέμησε κάπως. Εξάλλου, ύστερα από την ταλαιπωρία της ημέρας, της βγήκε ξαφνικά μια τρομερή κούραση. Πηγαίνοντας όσο πιο μακριά του γινόταν, ξάπλωσε και τυλίχτηκε στο μανδύα της. Για λίγη ώρα έμεινε ακίνητη, με τα αυτιά τεντωμένα, μήπως ακούσει καμιά κίνηση από μέρους του, αλλά το μόνο που ακουγόταν ήταν τα ζώα που μασουλούσαν το σανό τους. Κάπου απ’ έξω ακούστηκε το αλύχτισμα μιας αλεπούς. Η Άσλιν ανατρίχιασε και κουλουριάστηκε κάτω από το μανδύα της. Ένιωσε φοβερή μοναξιά και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Δεν ήθελε με τίποτα να ακουστούν οι λυγμοί της ή να εκφράσει τη βαριά θλίψη που της πλάκωνε την καρδιά. Παρ’ όλα αυτά, μες στην ησυχία της νύχτας ακουγόταν και ο παραμικρός ήχος και ο Ίαν έπιασε τους πνιχτούς λυγμούς της. Καταλάβαινε απόλυτα την οδύνη της. Ο θυμός του εξανεμίστηκε και τον πλημμύρισε συγκίνηση, μάλλον περισσότερο απ’ ό,τι αν το κλάμα της ήταν φανερό. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να πάει κοντά της, αλλά συγκρατήθηκε. Ύστερα απ’ όλα όσα είχαν συμβεί, η προσπάθειά του να την παρηγορήσει μάλλον θα ήταν ανεπιθύμητη. Εξάλλου, ό,τι και να της έλεγε, δεν μπορούσε να μαλακώσει τον πόνο της για την απώλεια της οικογένειάς της. Καλύτερα να την άφηνε να κλάψει και να ξαλαφρώσει, όσο κι αν τον στενοχωρούσε να την ακούει. *** Τελικά την πήρε ο ύπνος, αλλά έφερε μαζί του και άσχημα όνειρα, με κτίρια που καίγονταν και έφιππους άντρες με πανοπλίες και κράνη που 55


Η αιχμάλωτη Λαίδη γυάλιζαν στο φως. Κάλπαζαν σαν δαίμονες ανάμεσα στις φλόγες και σκότωναν όποιον προσπαθούσε να ξεφύγει. Παντού αντηχούσαν κραυγές πόνου και τρόμου. Η Άσλιν είδε τον πατέρα της και τον Έθελρεντ να μάχονται απεγνωσμένα με πολυάριθμους εχθρούς. Τότε εμφανίστηκε ο Μπαν και της φώναξε να τραπεί σε φυγή. Εκείνη προσπάθησε να το κάνει, μα το άλογό της κινούνταν πολύ αργά και οι Νορμανδοί τους περικύκλωναν. Είδε τον αδερφό της να πέφτει κάτω από τα σπαθιά τους. Κι έπειτα οι στρατιώτες την άρπαξαν από το άλογό της, κοιτάζοντάς τη με φριχτά, πονηρά βλέμματα. Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω της κι εκείνη άρχισε να παλεύει. Από κάπου άκουγε μια γυναίκα να ουρλιάζει... Ξύπνησε λαχανιασμένη, με τα μάτια γουρλωμένα απ’ τον τρόμο, παλεύοντας να ξεφύγει από τα δυνατά χέρια που την κρατούσαν. «Έλα, κορίτσι μου, σώπα, ηρέμησε. Δεν έγινε τίποτα». Μέσα από τα δάκρυά της, η Άσλιν διέκρινε σιγά σιγά, στο φως του λυχναριού, τον άντρα που έσκυβε κοντά της. Ξαφνικά τον αναγνώρισε και, άθελά της, γαντζώθηκε πάνω του. «Μα, τους είδα... Νορμανδούς στρατιώτες και το Χέσλινγκφιλντ να καίγεται... τα πτώματα στο χιόνι... και αίματα, αίματα παντού». Η έκφραση του Ίαν αγρίεψε, μα της μίλησε μαλακά. «Ένα κακό όνειρο ήταν, κορίτσι μου. Τίποτα περισσότερο». Ο τρόμος της άρχισε να υποχωρεί, αλλά το σώμα της έτρεμε ακόμα. «Ήταν πολύ αληθινό». Εκείνος την τράβηξε κοντά του και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Δεν μπορούν να σε πειράξουν πια οι Νορμανδοί, Άσλιν», της είπε σιγανά. Συνέχισε να της μιλάει μαλακά, σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί. Σιγά σιγά εκείνη άρχισε να ηρεμεί, γιατί η παρουσία του την καθησύχαζε τώρα, δεν τη φόβιζε πια, και η δύναμή του την παρηγορούσε. Χαλάρωσε κάπως και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Τα χέρια του την αγκάλιασαν πιο σφιχτά και τον ένιωσε να της δίνει ένα φιλί στα μαλλιά. Ήταν απαλό, μα ένα κύμα θερμότητας πλημμύρισε ολόκληρο το είναι της. Της κόπηκε η ανάσα και, σηκώνοντας τα μάτια της, είδε στο βλέμμα του μια ένταση που τη μάγεψε, αλλά και την τρόμαξε. Ξύπνησε μέσα της ένα συναίσθημα που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή της. Τα χείλη του άγγιξαν απαλά τον 56


Κεφάλαιο 3 κρόταφο και το μάγουλό της, διώχνοντας με φιλιά τα δάκρυά της. Ύστερα το στόμα του αναζήτησε το δικό της και την πίεσε γλυκά ώσπου παραδόθηκε στο φιλί του και ένιωσε να ξυπνάνε μέσα της συγκλονιστικές αισθήσεις, που ως τότε της ήταν άγνωστες και την έκαναν να ριγήσει σύγκορμη. Η καρδιά του Ίαν άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα όταν ένιωσε το ξαφνικό της τρέμουλο και συνειδητοποίησε έκπληκτος πως είχε διεγερθεί. Δεν το περίμενε, μα ήταν αδιαμφισβήτητο. Το φιλί έγινε πιο φλογερό καθώς την έφερε στο μυαλό του γυμνή. Ο πόθος του φούντωσε και, ανήμπορος να συγκρατηθεί, την έσφιξε πάνω του. Την ήθελε τώρα, την ποθούσε με όλο του το είναι, απίστευτα διεγερμένος από τη γεύση και το άρωμά της, από την αίσθηση του κορμιού της στην αγκαλιά του. Την ξάπλωσε στο σανό και έγειρε πάνω της. Έλυσε τη ζώνη της, παραμέρισε το χιτώνιό της και γλίστρησε τα χέρια του μέσα στη φανέλα της, εξερευνώντας με χάδια τις απαλές καμπύλες της. Ένα κύμα ηδονής τον κατέκλυσε ολόκληρο, μια αίσθηση που σχεδόν την είχε ξεχάσει. Και η φαντασία του έτρεχε ακόμα πιο γρήγορα, βάζοντας φωτιά στο αίμα του. Άπλωσε τα χέρια του στα κορδόνια του παντελονιού της. Βλέποντας το φλογερό, διψασμένο βλέμμα του, η Άσλιν ένιωσε την καρδιά της να χοροπηδά και ξαφνικά βρέθηκε πάλι στον ερειπωμένο αχυρώνα και πανικοβλήθηκε. Ενστικτωδώς άρχισε να σπρώχνει τα χέρια του και της ξέφυγε ένας λυγμός. «Όχι, όχι... σε παρακαλώ, σε ικετεύω, μη!» Τα λόγια της ήταν σαν ψυχρολουσία πάνω του. Διέκρινε το φόβο και την απροθυμία στο πρόσωπό της και ο πόθος του υποχώρησε. Κύλησε στο πλάι και πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να ηρεμήσει το άγριο σφυροκόπημα της καρδιάς του και να καταπνίξει τις ταραγμένες σκέψεις του. Όταν την πήρε στην αγκαλιά του, είχε σκοπό να την παρηγορήσει μονάχα. Μα είχε λογαριάσει χωρίς το φιλί. Εκείνο το αθώο, αλλά τόσο αισθησιακό φιλί τον είχε διεγείρει και τον είχε αναστατώσει, είχε ξυπνήσει αναμνήσεις που νόμιζε πως ήταν θαμμένες για πάντα μέσα του. Δεν έπρεπε να ενδώσει για πάρα πολλούς λόγους. Πώς διάβολο του είχε ξεφύγει ο έλεγχος; «Μην ανησυχείς, κορίτσι μου. Δε θα σε πειράξω. Μη φοβάσαι. Τίποτα δε θα συμβεί», είπε. 57


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Δεν έπρεπε να σε... δεν είχα σκοπό να...» «Σσσ». Ακούμπησε το δάχτυλό του στα χείλη της. «Πιστεύω ότι κανείς μας δεν το είχε σκοπό». Τη σκέπασε πάλι με το μανδύα της. «Κοιμήσου, Άσλιν, και όνειρα γλυκά αυτή τη φορά». Κι έπειτα πήγε και ξάπλωσε στη θέση του. Τα λόγια του μπορεί να την είχαν καθησυχάσει, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να κοροϊδεύει άλλο τον εαυτό του. Είχε ξυπνήσει μέσα του κάτι που ως τότε το θεωρούσε νεκρό. Η σκέψη αυτή τον συντάραξε και ξαναφούντωσε ο θυμός του που είχε επιτρέψει να συμβεί αυτό. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά. Για το καλό και των δυο τους, δεν έπρεπε να ξανασυμβεί. Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα και ξεφύσηξε αργά. Ύστερα τυλίχτηκε στο μανδύα του και έκλεισε τα μάτια του. Άργησε πολύ να τον πάρει ο ύπνος.

58


Κεφάλαιο 4 Την ξύπνησε ένα χέρι στον ώμο της. «Ώρα να φύγουμε, κορίτσι μου». Η Άσλιν τινάχτηκε τρομαγμένη, αλλά μόλις αναγνώρισε τον Ίαν, ηρέμησε κάπως. Ο χώρος φαινόταν αρκετά καθαρά στο γκρίζο φως της αυγής και της έφερε στο νου το προηγούμενο βράδυ. Αμέσως ένιωσε μεγάλη ντροπή. Πόσο ανόητα είχε φερθεί! Τι εντύπωση θα του είχε δώσει; Χτες δε θα την ένοιαζε, αλλά τώρα... Του έριξε μια κλεφτή ματιά, μα εκείνος είχε γυρίσει από την άλλη και φορούσε τη ζώνη με το σπαθί του. Η Άσλιν δάγκωσε τα χείλη της. «Ίαν, αυτό που έγινε χτες το βράδυ...» Τα χέρια του έμειναν ακίνητα στη ζώνη του και τα μαύρα μάτια του στράφηκαν στα δικά της. «Τίποτα δεν έγινε χτες το βράδυ, κορίτσι μου». «Το ξέρω». Η Άσλιν σώπασε αμήχανα. «Σ’ ευχαριστώ». Εκείνος ξαφνιάστηκε για ένα δευτερόλεπτο. Όταν μίλησε όμως, η φωνή του ήταν απόλυτα σταθερή. «Ποτέ δεν έχω πάρει γυναίκα παρά τη θέλησή της και δεν πρόκειται να ξεκινήσω μ’ εσένα». Κούμπωσε τη ζώνη του και προχωρώντας προς τη σκάλα, στάθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε. «Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε, ας πηγαίνουμε». Αφού προγευμάτισαν με τυρί και παξιμάδια βρόμης, σέλωσαν τα άλογά τους. Ο Ίαν δεν είπε τίποτα μέχρι που έβγαλαν τα ζώα από τον αχυρώνα. Τότε σταμάτησε και την περιεργάστηκε με βλέμμα διαπεραστικό. «Θα χρειαστεί να σε δέσω πάλι στο άλογο, κορίτσι μου;» Εκείνη κοκκίνισε. «Όχι». «Έχω το λόγο σου;» «Ναι». 59


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Ωραία. Πάμε, λοιπόν». Καβάλησε το άλογό του, περίμενε να ανέβει κι εκείνη στη φοράδα και ξεκίνησαν. Για λίγη ώρα ίππευαν σιωπηλά. Ο Ίαν δεν έδειχνε διατεθειμένος να μιλήσει και η Άσλιν δεν ήθελε να διακόψει τις σκέψεις του. Πότε πότε του έριχνε καμιά κλεφτή ματιά, αλλά ως συνήθως η έκφρασή του δε φανέρωνε τίποτα. Στην πραγματικότητα, ο Ίαν κοίταζε προσεκτικά γύρω τους, μήπως διέκρινε καμιά κίνηση που θα μαρτυρούσε την παρουσία έφιππης δύναμης. Τίποτα όμως δε σάλευε, πέρα από λίγα πρόβατα που βοσκούσαν στην πλαγιά. Μια που δεν έβλεπε άμεσο κίνδυνο, χαλάρωσε λίγο κι έστρεψε την προσοχή του σ’ εκείνη. Η Άσλιν ίππευε με άνεση τη ζωηρή φοραδίτσα. Για άλλη μια φορά τον κυρίεψε περιέργεια. «Είναι εξαιρετικό άλογο», παρατήρησε. «Δώρο;» «Από τον πατέρα μου». «Ήξερε από άλογα». «Ναι». Αυτό τής έφερε στο νου κι άλλες ανεπιθύμητες αναμνήσεις. «Και το δικό σου είναι εξαιρετικό ζώο. Πώς τον φωνάζεις;» «Τυφώνα». «Του ταιριάζει. Τον εκπαίδευσες εσύ;» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι. Και ήταν άγριο θηρίο πιο μικρός». Κοιτάζοντας το περήφανο ζώο, η Άσλιν δε δυσκολεύτηκε καθόλου να το πιστέψει, ωστόσο είχαν πολύ αρμονική σχέση άλογο και αναβάτης. Είχε παρακολουθήσει τον πατέρα και τους αδερφούς της με ζώα και ήξερε ότι μια τόσο καλή συνεργασία είχε σφυρηλατηθεί με επιδεξιότητα και υπομονή, όχι με το μαστίγιο. Και πάλι, έβλεπε μια άλλη πλευρά του. «Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα», συνέχισε εκείνος. «Για τη φοράδα, εννοώ». «Γιατί;» «Περίμενα πως θα ήταν δώρο του συζύγου σου, όχι του πατέρα σου». Η Άσλιν στύλωσε το βλέμμα της στα αυτιά του αλόγου της. «Αλήθεια;» 60


Κεφάλαιο 4 Εκείνος δίστασε, όμως είχε ανάγκη να το μάθει. «Ήταν μήπως ο σύζυγός σου μεταξύ των νεκρών στο Χέσλινγκφιλντ;» «Όχι». «Τότε... » «Δεν έχω σύζυγο». «Γιατί;» Με κάποια προσπάθειά» η Άσλιν κατάφερε να κρατήσει τη φωνή της ήρεμη. «Δε σε αφορά». «Καθόλου», αποκρίθηκε εκείνος. «Από περιέργεια ρώτησα. Είσαι σε ηλικία γάμου και αποκλείεται να μην είχες μνηστήρες». Της ήρθε στο νου ο Άθελσταν. Σκέφτηκε ότι τώρα πια δε θα τον παντρευόταν ποτέ και ένιωσε ανακούφιση και τύψεις μαζί. Και μετά, χωρίς να υπάρχει λόγος, το πρόσωπο του Αθελσταν έδωσε τη θέση του στο πρόσωπο του Ίαν. Ένα ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της: ήταν ο τελευταίος άντρας στον κόσμο που θα διάλεγε ο πατέρας της για σύζυγό της. Και αν όμως τον είχε διαλέξει; Θα είχε τότε εκείνη τόσο έντονες αντιρρήσεις; Θα ένιωθε αποστροφή στην ιδέα ότι θα μοιραζόταν το κρεβάτι του; Η απάντηση της ήρθε αμέσως στο νου και την άφησε άναυδη. Γιατί, άσχετα με τη φήμη του, ήταν ελκυστικός άντρας. Και ακόμα χειρότερα, της γεννούσε αισθήματα που την τρόμαζαν και τη συνάρπαζαν ταυτόχρονα. Ο Ίαν την παρατηρούσε και αναρωτιόταν τι να σκεφτόταν. «Δεν απαντάς». «Είχα μνηστήρες, αλλά όχι κάποιον που να ήθελα να παντρευτώ». «Α. Είσαι δύσκολη». «Από τη στιγμή που ο γάμος είναι για μια ζωή, δε θα έπρεπε να προσέχει κανείς τι σύντροφο θα διαλέξει;» «Δεν έχεις άδικο», παραδέχτηκε εκείνος, «αλλά σίγουρα θα προσπάθησε ο πατέρας σου να σε καθοδηγήσει». «Ναι, το έκανε, αλλά κανείς δεν μπορεί να δει με τα μάτια του άλλου». Ήταν αλήθεια μονάχα ως ένα βαθμό, αλλά δεν είχε σκοπό να του εκμυστηρευτεί τα προσωπικά της ζητήματα. Και εξάλλου, όπως του είχε πει, 61


Η αιχμάλωτη Λαίδη δεν τον αφορούσε. «Σωστό», αποκρίθηκε εκείνος. «Για πες μου, τότε, κορίτσι μου, τι είδους άντρα θα ήθελες;» Η ευθύτητα της ερώτησής του την ξάφνιασε, αλλά μόνο για μια στιγμή. «Όταν τον βρω, θα ξέρω». Και κεντρίζοντας τη φοράδα με τις φτέρνες της, έφυγε μπροστά. Ο Ίαν μισοχαμογέλασε και τάχυνε το ρυθμό του για να την προλάβει. Η Άσλιν του έριξε μια γρήγορη ματιά και συνέχισε να κοιτάζει πεισματικά το δρόμο μπροστά της. Η ερώτησή του την είχε ταράξει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να ομολογήσει. Τι σημασία είχε αν θα γνώριζε τον άντρα των ονείρων της; Δεν είχε ούτε οικογένεια ούτε κτήματα ούτε πλούτη· μονάχα το άλογό της. Δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστική προίκα. Στις ρομαντικές ιστορίες τον εραστή δε θα τον ενδιέφεραν τα πλούτη της αγαπημένης του· στον αληθινό κόσμο, όμως, ήταν διαφορετικά. Ακόμα κι αν είχε πάει στο Ντάνφερμλαϊν και είχε ζητήσει τη βοήθεια της βασίλισσας, τι θα γινόταν; Ίσως να της έδιναν κάποια χαμηλή θέση, κάτι σαν υπηρέτρια σχεδόν. Το Ντάνφερμλαϊν δε φάνταζε πια πιθανό. Εκείνος μάλλον θα την πουλούσε στο Τζέντμπορο. Αλλιώς, μήπως θα την έπαιρνε στο Γκλενγκάρον; Είχε απόλυτη εξουσία πάνω της. Μπορούσε να την κάνει ό,τι ήθελε. Η Άσλιν του έριξε άλλη μια γρήγορη ματιά και ξαφνικά δεν της φάνηκε και τόσο αμελητέα η πιθανότητα. Δάγκωσε τα χείλη της. Όπως κι αν το κοιτούσε, το μέλλον έδειχνε ζοφερό, χωρίς καμιά ελπίδα. Ύστερα απ’ αυτό συνέχισαν πάλι το δρόμο τους σιωπηλά και Ίαν δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τη ρωτήσει τίποτε άλλο. Ίππευαν με σταθερό ρυθμό κι απομακρύνονταν ολοένα περισσότερο από το αγρόκτημα στους χερσότοπους. Η Άσλιν σκέφτηκε ότι το μέρος που θα διανυκτέρευαν απόψε μάλλον θα ήταν πολύ διαφορετικό από το σχετικά άνετο πατάρι του αχυρώνα και, παρ’ όλο που δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα κοιμόταν κάτω απ’ τ’ αστέρια, σίγουρα θα ήταν η πρώτη που θα το έκανε μέσα στο καταχείμωνο. Δεν ήταν ευχάριστη προοπτική και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, λυπήθηκε όλους αυτούς που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το Ντέραμ. *** 62


Κεφάλαιο 4 Το μεσημέρι έκαναν μια στάση για φαγητό κι έπειτα συνέχισαν ξανά. Η Άσλιν πρόσεξε ότι ο Ίαν προχωρούσε κοντά στις λοφοπλαγιές και απέφευγε τα πλατώματα όπου θα τους έβλεπαν από μακριά. Τώρα παρατηρούσε κι εκείνη άγρυπνα το τοπίο μπροστά τους, ωστόσο δεν έβλεπε ψυχή, πέρα από πρόβατα και πουλιά. Σκέφτηκε και πάλι ότι είχε φερθεί τρομερά ανόητα την προηγούμενη μέρα. Και τι δε θα έδινε για να ξαναδεί την ομάδα των Σκοτσέζων. Από τις σκέψεις της την έβγαλε ξαφνικά μια μεταλλική λάμψη ανάμεσα στα βράχια μπροστά τους. Ενστικτωδώς έριξε μια ματιά στον Ίαν. «Το είδες αυτό;» Τα μάτια του δεν έφυγαν ούτε στιγμή από το μονοπάτι. «Ναι, κορίτσι μου, το είδα». «Νορμανδοί;» «Αμφιβάλλω. Μάλλον ληστές». «Δεν μπορούμε να;...» Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, πετάχτηκαν από τους βράχους τέσσερις άντρες με άγρια όψη και σπαθιά στα χέρια. Η έκφρασή τους της θύμισε πεινασμένους λύκους. Ο Ίαν τράβηξε το σπαθί του. «Μείνε πίσω μου, Άσλιν». Και ο γκρίζος επιβήτορας χίμηξε μπροστά. Η Άσλιν άκουσε μια κραυγή καθώς το σπαθί του Ίαν βρήκε το πρώτο του θύμα. Σχεδόν ταυτόχρονα το μεγάλο άλογο σηκώθηκε στα πισινά του πόδια και χτύπησε με τις οπλές του ένα δεύτερο άντρα, ο οποίος έπεσε βαριά και έμεινε ασάλευτος στο έδαφος. Βλέποντας τη μοίρα των συντρόφων τους, οι άλλοι τραβήχτηκαν στα δεξιά κι αριστερά του, αναγκάζοντάς τον να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε δύο μέτωπα. Της Άσλιν της κόπηκε το αίμα. Μια ακόμα κραυγή έσκισε τον αέρα και ένας άντρας έπεσε, σφίγγοντας το μπράτσο του. Ένα σφοδρό ανάποδο χτύπημα άνοιξε το λαιμό του συντρόφου του. Η Άσλιν ηρέμησε. Μα η ηρεμία της μετατράπηκε σε φόβο καθώς εμφανίστηκαν από πίσω του άλλοι τρεις άντρες που ήταν κρυμμένοι στα βράχια. Του φώναξε για να τον προειδοποιήσει. Ο επιβήτορας γύρισε απότομα, όμως όχι αρκετά γρήγορα και οι άντρες τράβηξαν τον Ίαν από τη 63


Η αιχμάλωτη Λαίδη σέλα. Αντί να αντισταθεί, εκείνος ρίχτηκε στον αντίπαλό του και έπεσαν και οι δυο στο έδαφος. Κυλώντας μακριά, ο Ίαν σηκώθηκε με μια άνετη κίνηση, αφήνοντας τον εχθρό του μισοζαλισμένο στο χώμα. Οι άλλοι δυο τον περικύκλωσαν. Η Άσλιν έριξε μια ματιά πίσω της, περιμένοντας να δει κι άλλους εχθρούς, μα ο δρόμος ήταν έρημος. Θα μπορούσε να στρίψει τη φοράδα και να καλπάσει προς την ελευθερία. Αλλά μόλις το σκέφτηκε, είδε τον τρίτο άντρα να σηκώνεται, να μαζεύει το σπαθί του και να ζυγώνει τον Ίαν από πίσω. Ξεροκατάπιε. Πηδώντας από τη σέλα, έτρεξε σκυφτή να πιάσει από το έδαφος ένα σπαθί. Καθώς το άρπαζε, θυμήθηκε τα λόγια του αδερφού της: Να αιφνιδιάζεις τον αντίπαλό σου αν μπορείς και να τον τραυματίζεις με το πρώτο χτύπημα. Ίσως να μη σου δοθεί δεύτερη ευκαιρία. Με το που σήκωσε ο ληστής το σπαθί του για να επιτεθεί στον Ίαν, τον χτύπησε. Εκείνος ξεφώνισε και γύρισε παραπατώντας να αντιμετωπίσει την αναπάντεχη επίθεση με μια έκφραση κατάπληξης και οργής. Έπειτα, της όρμησε με μανία. Η Άσλιν απέφυγε το σπαθί του με ένα σάλτο στο πλάι και πήρε αμυντική στάση για την επόμενη επίθεση. Μα ο άντρας σωριάστηκε στο χώμα, με το αίμα να τρέχει από την ανοιχτή πληγή στο λαιμό του. Με την καρδιά της να βροντοχτυπάει, η Άσλιν έριξε μια γρήγορη ματιά πίσω της· ο Ίαν βρισκόταν ακόμα σε δύσκολη θέση. Χωρίς να το σκεφτεί, όρμησε στον πλησιέστερο εχθρό. Αυτός δεν την είδε εγκαίρως και ξεφώνισε όταν το σπαθί της μπήχτηκε στα πλευρά του. Για μια στιγμή απόμεινε όρθιος κι έπειτα κατέρρευσε στο έδαφος. Η Άσλιν είδε τον τελευταίο άντρα να πέφτει από το σπαθί του Ίαν λίγες στιγμές αργότερα. Ύστερα η μάχη τελείωσε. Τρέμοντας, πήρε μια βαθιά ανάσα και το βλέμμα της στράφηκε άθελά της στο σύντροφό της. «Είσαι καλά;» Εκείνος βαριανάσαινε, μα στεκόταν ακόμα όρθιος και την κοιτούσε με μια έκφραση που η Άσλιν δεν είχε ξαναδεί. «Ναι, κορίτσι μου, χάρη σ’ εσένα». «Χάρη σ’ εμένα μας επιτέθηκαν». «Δεν μπορούσε να ξέρεις ότι θα μας επιτίθονταν αυτά τα αποβράσματα».

64


Κεφάλαιο 4 «Όχι, αλλά εγώ φταίω που χωρίσαμε από τους άντρες σου». Ξεροκατάπιε. «Ίαν, λυπάμαι πολύ». Για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε λεπτά εκείνος έμεινε άναυδος, γιατί δε χωρούσε αμφιβολία για την ειλικρίνειά της. «Μην ανησυχείς, κορίτσι μου. Θα τους ξαναβρούμε σύντομα». Σκούπισε το σπαθί του και το έβαλε στο θηκάρι του. «Στο μεταξύ πρέπει να φύγουμε από δω». «Λες να υπάρχουν κι άλλοι;» «Όχι. Αν υπήρχαν, τώρα πια θα το ξέραμε, αλλά η περιοχή είναι γεμάτη με ληστές. Περνάει η ώρα και έχουμε ακόμα δρόμο μέχρι να βρούμε κατάλυμα. Θα προτιμούσα να μη μας πιάσει η νύχτα». Η Άσλιν έγνεψε καταφατικά. Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να ταξιδεύουν νυχτιάτικα σ’ αυτά τα μέρη. Ξεκίνησαν και για αρκετή ώρα προχωρούσαν γρήγορα ώστε να απομακρυνθούν από τον τόπο της ενέδρας. Ωστόσο, δεν είδαν ψυχή πουθενά. *** Είχε σουρουπώσει όταν έφτασαν σε μια αγροικία. Όπως και η προηγούμενη, ήταν κι αυτή σε απόμερο σημείο και προφανώς τον γνώριζαν κι εδώ, γιατί τον καλωσόρισαν και τον οδήγησαν στους στάβλους, ένα χαμηλό πέτρινο κτίσμα με αχυροσκεπή. Η Άσλιν ξεσέλωσε τη Στέορα και την έτριψε με προσοχή, ενώ ο Ίαν φρόντιζε το δικό του άλογο. Ύστερα εκείνη πήρε τροφή από ένα δοχείο και για τα δυο άλογα, ενώ ο Ίαν γέμιζε τα παχνιά με σανό. Όταν ταχτοποιήθηκαν τα ζώα, ο Ίαν έβγαλε το βαρύ μανδύα και τη ζώνη με το σπαθί του και στη συνέχεια το χιτώνιό του. Η Άσλιν τρόμαξε βλέποντας το ματωμένο μανίκι της φανέλας του. «Λαβώθηκες!» «Μια γρατσουνιά είναι μόνο». «Χρειάζεται φροντίδα. Θα πάω να ζητήσω μερικά καθαρά πανιά. Η γυναίκα του αγρότη ίσως να έχει και μέλι και κάποιο βάλσαμο». Ο Ίαν δε διαφώνησε. Ούτε την ακολούθησε. Λίγα λεπτά αργότερα 65


Η αιχμάλωτη Λαίδη εκείνη γύρισε με τα πανιά και μια γαβάθα με καθαρό νερό. Πήγε κοντά του και ανέβασε το μανίκι του για να εξετάσει το τραύμα του. Ευτυχώς ήταν επιπόλαιο τραύμα. Είχε αιμορραγήσει πολύ ωστόσο και σίγουρα θα πονούσε. Παρ’ όλα αυτά ο Ίαν δεν παραπονέθηκε, μόνο την παρατηρούσε σιωπηλός. Ήταν πολύ κοντά της και το διαπεραστικό του βλέμμα την αναστάτωνε, ωστόσο προσπάθησε να συγκεντρωθεί στη δουλειά της. «Πρέπει να καθαρίσω την πληγή, αλλά ίσως τσούξει λιγάκι». Εκείνος άφησε ένα γρύλισμα. Η Άσλιν έβρεξε ένα πανί και σκούπισε προσεχτικά το ξεραμένο αίμα. Ο Ίαν παρακολούθησε για λίγο τις επιδέξιες κινήσεις της κι έπειτα το βλέμμα του στράφηκε ψηλότερα. Στάθηκε για λίγο στο λαιμό της κι ύστερα πλανήθηκε ως το λεπτό πρόσωπό της. Είχαν ροδίσει τα μάγουλά της από το κρύο και είχαν ξεφύγει μερικά τσουλούφια από την κοτσίδα της. Η εικόνα ήταν παράξενα γοητευτική. «Θα ήταν πολύ χειρότερα αν δεν είχα εσένα να μου φυλάς τα νώτα», της απάντησε. «Πού έμαθες να χειρίζεσαι το σπαθί;» Εκείνη τον κοίταξε και τα καταγάλανα μάτια της πλημμύρισαν με συγκίνηση. «Ο Μπαν... ο αδερφός μου... μου έμαθε μερικά βασικά πράγματα». «Φαίνεται πως σε δίδαξε καλά». Η Άσλιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Τη γλίτωσα επειδή αιφνιδίασα τους αντιπάλους μου. Δεν ήταν θέμα δεξιοτεχνίας, πίστεψέ με». «Και πάλι είχες αρκετή δεξιοτεχνία, κορίτσι μου», της απάντησε. «Και θάρρος». Κάτι στον τόνο και το βλέμμα του έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει. Για να κρύψει την αναστάτωσή της, αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στο έργο της. «Είχες την ευκαιρία να δραπετεύσεις», συνέχισε εκείνος. «Γιατί δεν το έκανες;» Καλή ερώτηση, σκέφτηκε η Άσλιν, και δεν ήταν εύκολο να την απαντήσει. «Ας πούμε ότι σου χρωστούσα χάρη». «Ίσως, αλλά και πάλι δεν πατσίσαμε». Τα χέρια της έμειναν ακίνητα για μια στιγμή. «Εννοείς τον Φισύρ».

66


Κεφάλαιο 4 «Ναι». «Πάντως λυπάμαι πραγματικά που σου ξέφυγε». «Α, καλά... θα τον ξαναβρώ». «Για να ξεκαθαρίσεις παλιούς λογαριασμούς όπως είπες;» «Ακριβώς». Εκείνη δίστασε για λίγο. «Να ρωτήσω τι είδους λογαριασμούς;» τον ρώτησε τελικά. «Να μη σε απασχολεί». Η ξαφνική ψυχρότητά του την ενόχλησε. «Με συγχωρείς. Δεν ήθελα να γίνω αδιάκριτη». Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του, εκνευρισμένος με τον εαυτό του που της μίλησε απότομα. Αλλά το είχε κάνει αυθόρμητα, σκέφτηκε λυπημένα, και είχε φερθεί σαν αγροίκος. Έσφιξε τα δόντια του. «Ξέχνα το». Με τον τρόπο του, ήταν σχεδόν σαν να της ζητούσε συγνώμη. Παίρνοντας ουδέτερη έκφραση, η Άσλιν άρχισε να απλώνει βάλσαμο στην πληγή. «Δεν μπορώ να το ξεχάσω. Εξαιτίας μου διέφυγε». Εκείνος αναστέναξε και αυτή τη φορά δε μίλησε απότομα. «Δεν έφταιγες εσύ, κορίτσι μου. Αυτό που συνέβη χτες είναι κάτι που το συνηθίζει ο αχρείος». Η Άσλιν έβαλε ένα καθαρό πανί στην πληγή. «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ πιο κακό άνθρωπο». «Και να εύχεσαι να μη γνωρίσεις». Ο Ίαν βάλθηκε να την παρακολουθεί καθώς του έδενε το μπράτσο. Μια δυο φορές τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα του και το άγγιγμά της, απαλό και αναπάντεχα αισθησιακό, έστρεψε το νου του σε σκέψεις που δεν έπρεπε. Χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να τις πνίξει. Όταν τελείωσε με τον επίδεσμο, ο Ίαν λύγισε δοκιμαστικά το μπράτσο του. «Έκανες καλή δουλειά». Κοίταξε το βαζάκι με το βάλσαμο. «Επίτρεψέ μου να σου ανταποδώσω τη φροντίδα». Απλώνοντας το χέρι του, παραμέρισε μερικές μπούκλες από το πρόσωπό της, μια κίνηση παράξενα ερωτική, όπως η ζεστασιά και η αρρενωπή μυρωδιά του κορμιού του. Αμέσως της θύμισε εκείνο το εκπληκτικό 67


Η αιχμάλωτη Λαίδη φιλί στο πατάρι του αχυρώνα και η ανάσα της έγινε λίγο πιο βαριά. Με μεγάλη προσοχή εκείνος έβαλε λίγο από βάλσαμο στο χτυπημένο της μάγουλο και το άπλωσε απαλά. Ύστερα περιποιήθηκε το κόψιμο στα χείλη της, με ανάλαφρες κινήσεις σαν φτερούγισμα πεταλούδας. «Πιστεύω ότι φτάνει. Αίγες μέρες ακόμα και θα εξαφανιστούν τα σημάδια», είπε έπειτα. Πριν προλάβει να του απαντήσει η Άσλιν, εμφανίστηκε ο οικοδεσπότης τους με ένα δίσκο φαγητό και ο Ίαν απομακρύνθηκε από κοντά της για να τον υποδεχτεί. Ευχαριστημένη για τη διακοπή, η Άσλιν έκλεισε το βαζάκι με το βάλσαμο και πέταξε το βρόμικο νερό. Μέχρι να ξαναγυρίσει ο Ίαν, είχε ανακτήσει κάπως την αυτοκυριαρχία της. «Ώρα να φάμε, κορίτσι μου». Το φαγητό ήταν απλό, ψωμί και πηχτή λαχανόσουπα, ωστόσο γέμιζε το στομάχι και ζέσταινε το σώμα. Όταν τελείωσαν, είχε σκοτεινιάσει και τους έμενε μόνο να κοιμηθούν. Ο Ίαν άπλωσε ένα παχύ στρώμα καθαρά άχυρα στο μοναδικό άδειο χώρισμα και μετά στράφηκε στην Άσλιν. «Και πάλι λυπάμαι που είναι τόσο φτωχικό το κατάλυμά μας». Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν πειράζει». Ήταν αλήθεια, σκέφτηκε, πραγματικά δεν την πείραζε. Όλα τα μέρη ήταν λίγο πολύ τα ίδια τώρα πια. Τυλίχτηκε στο μανδύα της και ξάπλωσε. Ο Ίαν έβγαλε το σπαθί από το θηκάρι του. Ύστερα ξάπλωσε κι αυτός, βάζοντάς το δίπλα του, με τη λαβή πλάι στο χέρι του. Κατόπιν γύρισε και την καληνύχτισε. Εκείνη του ανταπέδωσε την καληνύχτα και τα άχυρα θρόισαν καθώς γύριζε στο πλάι. Πάντα κοιμόταν στο πλάι, σκέφτηκε εκείνος. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο μανδύα του και γύρισε επίσης στο πλάι, προσέχοντας να μην πονέσει το πληγωμένο του μπράτσο. Αν και τώρα πια ίσα που το ένιωθε. Το είχε περιποιηθεί πολύ καλά η Άσλιν. Και όχι μόνο, σκέφτηκε. Χωρίς την παρέμβασή της μάλλον θα είχε γίνει τροφή για τα κοράκια. Δε χωρούσε αμφιβολία για το θάρρος της. Θα μπορούσε να τον αφήσει να πεθάνει και να αρπάξει την ευκαιρία να ελευθερωθεί. Γιατί δεν το είχε κάνει; Δε θα είχε άδικο, έτσι όπως της είχε φερθεί. Και μετά της είχε μιλήσει απότομα όταν τον ρώτησε για τον Φισύρ. Ο Ίαν έσφιξε το σαγόνι του. Έπρεπε να το είχε χειριστεί καλύτερα, αλλά η ερώτησή της τον είχε αιφνιδιάσει και δεν 68


Κεφάλαιο 4 ήταν συνηθισμένος να μοιράζεται τις σκέψεις του με γυναίκες. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε να το συζητήσει καθόλου αυτό το θέμα. Του έφερνε στο νου πολύ πικρές αναμνήσεις. *** Παρά την κούρασή της, η Άσλιν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, γιατί την απασχολούσαν πολλές σκέψεις. Ποια ήταν η σχέση του Ίαν με τον Φισύρ; Βρίσκονταν σε διένεξη, αλλά για ποιο λόγο; Έτσι που αντέδρασε προηγουμένως, δε θα τολμούσε να τον ξαναρωτήσει. Ο Ίαν φύλαγε καλά τα μυστικά του. Για ένα διάστημα εκείνη τη μέρα της είχε φανεί ότι το τείχος ανάμεσά τους είχε χαμηλώσει λίγο, μα είχε κάνει λάθος. Δεν ήταν σίγουρη γιατί την πείραζε, αλλά την πείραζε. Ξαφνικά ήθελε να μάθει ποια ήταν τα κίνητρά του. Ποια γεγονότα στο παρελθόν τον είχαν επηρεάσει τόσο; Είχε παίξει ρόλο και ο Φισύρ σ’ αυτό; Αλλά μάλλον δε θα το μάθαινε ποτέ, γιατί η σχέση τους δε θα διαρκούσε πολύ. Για πρώτη φορά η Άσλιν σκέφτηκε με λύπη τα αντρικά της ρούχα. Δε θυμόταν από πότε είχε να πλυθεί ή να χτενίσει τα μαλλιά της. Σήκωσε συνεσταλμένα το χέρι της και άγγιξε το χτυπημένο της μάγουλο. Την πονούσε και σίγουρα θα είχε και μια άσχημη μελανιά. Δεν ήταν αυτό πρόσωπο για να γοητεύσει έναν άντρα. Σχεδόν αμέσως χαμογέλασε ειρωνικά. Αν ο Ίαν την ήθελε, ήταν μονάχα επειδή δεν είχε άλλη επιλογή και ούτως ή άλλως το σκοτάδι έκρυβε κάθε ατέλεια. Οι άντρες είχαν διαφορετικές ανάγκες, της είχαν πει, και τις ικανοποιούσαν με όποιον τρόπο μπορούσαν. Με τη σκέψη αυτή, συνήλθε. Και χάρηκε ακόμα περισσότερο που δεν του είχε δοθεί σε μια στιγμή τρέλας. Θα ήταν κατάρα να τη θεωρήσει εύκολη οποιοσδήποτε άντρας, αλλά με τον Ίαν θα ήταν ακόμα χειρότερο για κάποιο λόγο. *** Προς μεγάλη ανακούφιση της Άσλιν, το υπόλοιπο ταξίδι τους κύλησε ήρεμα και έφτασαν στο Τζέντμπορο χωρίς απρόοπτα. Σε ένα οχυρωμένο αρχοντικό γύρω στο ενάμισι χιλιόμετρο απ’ την πόλη, συνάντησαν τους 69


Η αιχμάλωτη Λαίδη άντρες του Ίαν. Μόλις μπήκαν στο προαύλιο, ο Ντούγκαλ έτρεξε χαμογελαστός να χαιρετήσει τον αρχηγό του. Ο Ίαν του ανταπέδωσε το χαμόγελο, ξεπέζεψε και παρέδωσε το άλογο σε έναν ιπποκόμο. Η Άσλιν τον μιμήθηκε και είδε τους δυο άντρες να σφίγγουν τα χέρια. «Χαίρομαι που γυρίσατε, άρχοντά μου. Σας είχαμε στο νου μας εδώ και δυο μέρες». Έριξε μια ματιά στην Άσλιν κι εκείνη διέκρινε θυμό στο βλέμμα του. Την ίδια έκφραση είχαν όλοι οι άντρες εκεί κοντά. Η Άσλιν ξεροκατάπιε, γιατί ήταν δικαιολογημένος ο θυμός τους. Με τις απερίσκεπτες πράξεις της, θα μπορούσαν να είχαν σκοτωθεί κι εκείνη και ο Ίαν και, παρ’ όλο που ο δικός της θάνατος δε θα τους ένοιαζε καθόλου, ο θάνατος του αρχηγού τους ήταν άλλη ιστορία. Αν αντιλήφθηκε την τεταμένη ατμόσφαιρα ο Ίαν, δεν το έδειξε. «Χαίρομαι κι εγώ που γύρισα, Ντούγκαλ». «Απαντήσατε τίποτα Νορμανδούς στο δρόμο, άρχοντά μου;» «Όχι, κανέναν». Η Άσλιν του έριξε μια λοξή ματιά. Ουσιαστικά ο Ίαν δεν είχε πει ψέματα. Θα τους έλεγε όμως για τους ληστές; Την ανησυχούσε το πώς θα αντιδρούσαν αν μάθαιναν ότι παραλίγο να χάσουν τον αρχηγό τους. Εκείνος όμως δεν ανέφερε τίποτα και ρώτησε μονάχα τον Ντούγκαλ αν ήταν όλα εντάξει με τους άντρες. «Καλά, λοιπόν. Πάμε μέσα;» είπε όταν έλαβε καταφατική απάντηση. Την οδήγησε προς το σπίτι, με το χέρι του, ζεστό και δυνατό, στον αγκώνα της. Πριν από ελάχιστες μέρες το άγγιγμά του θα την είχε ενοχλήσει. Τώρα την καθησύχαζε. Ο Ίαν τη συνόδευσε σε μια κάμαρα παρόμοια με εκείνη στο Χέξαμ. Η Άσλιν κοίταξε με ευγνωμοσύνη το αναμμένο τζάκι και το κρεβάτι. Τουλάχιστον απόψε δε θα αναγκαζόταν να κοιμηθεί σε έναν κρύο στάβλο. Ο Ίαν κοντοστάθηκε στο κατώφλι και κοιτάχτηκαν σιωπηλά. «Χρειάζεσαι τίποτα, κορίτσι μου;» Η Άσλιν κοίταξε τα ρούχα της. Μετά, κάπως διστακτικά, είπε, «Θα ήθελα να πλυθώ. Και να δανειστώ καμιά χτένα». «Θα δω τι μπορώ να κάνω».

70


Κεφάλαιο 4 Όταν έμεινε μόνη της, η Άσλιν έβγαλε το μανδύα της και τον ακούμπησε σε μια καρέκλα. Ξαφνικά ήθελε όσο τίποτε άλλο να πλυθεί. Μέσα στον κλειστό χώρο ένιωθε πολύ έντονα τη μυρωδιά του αλόγου στα ρούχα της. Αισθανόταν παντού βρόμικη. Και τι δε θα έδινε για μια ώρα στα λουτρά του Χέσλινγκφιλντ. Ξαφνικά της ήρθαν δάκρυα στα μάτια, αλλά τα έπνιξε ξεροκαταπίνοντας. Δεν ωφελούσε να το σκέφτεται. Το Χέσλινγκφιλντ δεν υπήρχε πια, ανήκε στο παρελθόν. Η άφιξη μιας υπηρέτριας διέκοψε τις άσχημες σκέψεις της και σε λίγο η Άσλιν είχε μια μεγάλη λεκάνη ζεστό νερό, σαπούνι, χτένα και λινές πετσέτες. Τα κοίταξε με ευχαρίστηση και μέσα σε λίγες στιγμές είχε γδυθεί. Ξεκίνησε από τα μαλλιά της και συνέχισε με το σώμα της. Της πήρε κάποια ώρα, μα τελικά ένιωσε πεντακάθαρη. Ύστερα τυλίχτηκε με μια πετσέτα, κάθισε μπροστά στο τζάκι και χτένισε τα μαλλιά της, ξεμπλέκοντας τους κόμπους. Μόλις στέγνωσαν στη φωτιά, τα ξαναχτένισε. Λαμπερά πλέον, χύθηκαν στην πλάτη της με απαλούς κυματισμούς. Κάπως ανήσυχη, πήρε τον καθρέφτη από το τραπέζι και επιθεώρησε την εμφάνισή της. Το κόψιμο στα χείλη της επουλωνόταν, μα στο αριστερό της μάγουλο είχε μια μελανιά. Έπειτα σκέφτηκε ότι σιγά σιγά θα περνούσε. Η μελανιά θα έσβηνε, αν όχι και η ανάμνηση. Ενόσω η Άσλιν ήταν απασχολημένη με την τουαλέτα της, ο Ίαν πήγε να δει τους άντρες του και τα άλογα. Αργότερα ξαναβρήκε τον Ντούγκαλ και έλαβε πιο λεπτομερή αναφορά για ό,τι είχε συμβεί κατά την απουσία του. Τον άκουσε χωρίς να τον διακόψει. «Ωραία. Και οι τραυματίες;» τον ρώτησε όταν τέλειωσε. «Είναι καλύτερα οι περισσότεροι». «Ο νεαρός Σάξονας;» «Είναι ακόμα μαζί μας », είπε ο Ντούγκαλ. «Έχει μαχητικό πνεύμα, αυτό να λέγεται». «Σαν την αδερφή του». «Είναι ψυχωμένη κοπέλα, δε λέω, αλλά είναι και ξεροκέφαλη και δημιουργεί συνεχώς φασαρίες. Αν της δίνατε μερικές με τη ζώνη, θα της άξιζε». «Μη νομίζεις ότι δεν μπήκα στον πειρασμό, αλλά αυτή η ξεροκέφαλη μου έσωσε τη ζωή». Ο Ντούγκαλ τον κοίταξε ξαφνιασμένος. «Σας έσωσε 71


Η αιχμάλωτη Λαίδη τη ζωή; Πώς;» Ο Ίαν του είπε εν συντομία για την επίθεση των ληστών. Ο Ντούγκαλ τον κοίταζε έκπληκτος. «Βρε για φαντάσου. Με σπαθί, είπατε;» «Ναι, με σπαθί». Η ιδέα άρεσε προφανώς στον Ντούγκαλ, γιατί χαμογέλασε. «Εξαιρετική κοπέλα, για Αγγλίδα». «Ναι, είναι». «Θα έρθει μαζί μας στο Γκλενγκάρον;» «Εξαρτάται». «Από τι;» «Από το βασιλιά». «Θα συζητήσετε την περίπτωσή της με τον Μάλκομ;» «Ναι. Το κορίτσι σκόπευε να πάει στο Ντάνφερμλαϊν. Αν το θελήσει ο βασιλιάς, θα μπορέσει να πάει». Η σκέψη αυτή τον ενόχλησε, αν και δεν ήξερε γιατί. «Δε θα την πουλήσετε δηλαδή;» ρώτησε ο Ντούγκαλ. «Όχι». «Α, καλά, ό,τι πείτε». Ο Ίαν άφησε τον Ντούγκαλ λίγα λεπτά αργότερα και γύρισε στην κάμαρα όπου είχε αφήσει την Άσλιν. Έπρεπε να συζητήσουν ορισμένα πράγματα. Ακούγοντας το χτύπημα στην πόρτα της, η Άσλιν φαντάστηκε πως είχε επιστρέφει η υπηρέτρια και της φώναξε να περάσει. Αλλά ήταν ο Ίαν. Βλέποντάς τον, πετάχτηκε όρθια με μια κοφτή ανάσα. Εκείνος σταμάτησε απότομα και το χαμόγελό του έσβησε καθώς αντίκρισε τη γυναίκα που στεκόταν δίπλα στο τζάκι. Η αγορίστικη εμφάνιση είχε δώσει τη θέση της σε μια θηλυκή οπτασία που έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει. Ήταν τυλιγμένη μονάχα με μια λινή πετσέτα. Το υγρό ύφασμα αγκάλιαζε τις καμπύλες της σκεπάζοντάς τη μονάχα από το στήθος ως τα γόνατα. Με τη φαντασία του αφαίρεσε την πετσέτα και άφησε το σώμα της 72


Κεφάλαιο 4 γυμνό, με τα καστανόξανθα μαλλιά της να χύνονται κυματιστά μέχρι τη μέση της. Τα πελώρια γαλανά μάτια της αντάμωσαν τα δικά του. «Κύριέ μου;» Πρώτη φορά τον αποκαλούσε έτσι και ο Ίαν αιφνιδιάστηκε, κυρίως λόγω των σκέψεων που κατέκλυζαν το μυαλό του. Άθελά του έριξε μια ματιά στο κρεβάτι. Κύριός της; Δεν ήταν, αλλά μα το Θεό, αν ήταν... Πίεσε τον εαυτό του να συνέλθει και ξερόβηξε. «Με συγχωρείς, κορίτσι μου. Ήρθα να συζητήσω κάτι μαζί σου, αλλά μπορεί να αναβληθεί για λίγο». Έκανε μια παύση. «Έχεις όλα όσα χρειάζεσαι;» «Ναι, ευχαριστώ». Η Άσλιν ήξερε ότι το πρόσωπό της έλαμπε τώρα και όχι μόνο από το σαπούνι και το νερό· ήξερε επίσης πως δεν ήταν ντυμένη κι εκείνος βρισκόταν πολύ κοντά της. Και δεν της διέφυγε η έκφραση των ματιών του. Προς μεγάλη της στενοχώρια, τον είδε να χαμογελά και το χαμόγελό του τη θορύβησε και την έκανε να ντραπεί ακόμα περισσότερο. Προφανώς εκείνος δεν ένιωθε ντροπή. Αντιθέτως, έδειχνε να το διασκεδάζει. Και αυτό την ενόχλησε. «Εκεί θα στέκεσαι όλη μέρα;» «Είναι πειρασμός, κορίτσι μου. Σου πηγαίνει να είσαι καθαρή». Η Άσλιν τον αγριοκοίταξε κι εκείνος έδειξε να το διασκεδάζει ακόμα περισσότερο. Υπό άλλες συνθήκες θα είχε ανταποκριθεί και με το παραπάνω στη σιωπηλή πρόκλησή της. Απόλαυσε λίγο ακόμα τη φαντασίωσή του και μετά τράβηξε απρόθυμα για την πόρτα. Φτάνοντας στο κατώφλι, σταμάτησε. «Θα δειπνήσουμε στην τραπεζαρία με τους άντρες μου απόψε. Στο επανιδείν, Άσλιν». Εκείνη ένιωσε ανακούφιση βλέποντας την πόρτα να κλείνει. Έπειτα, άρχισε να ντύνεται βιαστικά, χωρίς να τη νοιάζει πλέον αν τα δανεικά αντρικά της ρούχα ήταν ποτισμένα με τη μυρωδιά του αλόγου. Καλύτερα, σκέφτηκε. Σε κανέναν άντρα δε θα άρεσε αυτό. *** 73


Η αιχμάλωτη Λαίδη Ευτυχώς ο Ίαν δεν ανέφερε καθόλου το περιστατικό όταν συναντήθηκαν αργότερα. Ωστόσο, όταν τελείωσε το φαγητό του, έγειρε πίσω στην καρέκλα του και έστρεψε την προσοχή του σ’ εκείνη. Το διαπεραστικό του βλέμμα έκανε το αίμα να ταξιδέψει πιο γοργά στις φλέβες της. «Πρέπει να μιλήσουμε, κορίτσι μου». «Για δουλειές;» μάντεψε η Άσλιν, που θυμήθηκε τι της είχε πει νωρίτερα. «Ακριβώς». «Θα σε κρατήσουν καιρό οι δουλειές σου στο Τζέντμπορο;» «Όχι, άλλη μια μέρα μόνο». Η Άσλιν δεν το περίμενε αυτό. «Και μετά θα επιστρέψεις στο Γκλενγκάρον», του είπε, καταφέρνοντας να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. «Ναι. Σύντομα θα χαλάσει ο καιρός και θέλω να προλάβω να γυρίσω μέχρι τότε. Εξάλλου, οι άντρες μου ανυπομονούν να ξαναδούν τις γυναίκες και τα παιδιά τους». «Μάλιστα». «Είπες ότι ήθελες να πας στο Ντάνφερμλαϊν», συνέχισε εκείνος. «Το επιθυμείς ακόμα;» Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά. Δεν ήταν πια σίγουρη αν το ήθελε. Αν το έλεγε όμως, θα φαινόταν αναποφάσιστη και εξάλλου δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. «Πρέπει να αρχίσω να βγάζω το ψωμί μου και δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο», του απάντησε. «Τότε θα μιλήσω στο βασιλιά». «Στο βασιλιά;» «Ναι. Εκείνον ήρθα να συναντήσω». Η Άσλιν τον κοίταξε έκπληκτη. «Πότε;» «Αύριο». Τον κοίταξε άφωνη, πασχίζοντας να το χωνέψει. Αν συμφωνούσε ο βασιλιάς, αύριο θα χώριζαν οι δρόμοι τους. Μάλλον δε θα τον έβλεπε ξανά. Πριν θα της έδινε απερίγραπτη χαρά αυτή η σκέψη. Τώρα ήταν γεμάτη ανάμεικτα συναισθήματα. Πάνω απ’ όλα ένιωθε κάτι που δεν μπορούσε να 74


Κεφάλαιο 4 προσδιορίσει. Εκείνος, όμως, περίμενε την απάντησή της. Η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Εντάξει». «Θα του μιλήσω, λοιπόν», αποκρίθηκε εκείνος. «Φυσικά, μπορεί να αρνηθεί». «Και τότε;» «Τότε θα έρθεις μαζί μας στο Γκλενγκάρον». «Α». Το ήξερε πως φερόταν σαν χαζή, αλλά της ήταν αδύνατον να περιγράφει τα αισθήματά της εκείνη τη στιγμή. Αν την πήγαινε ο Ίαν στο Γκλενγκάρον, μόνο μία μπορεί να ήταν η τελική έκβαση. Θα ήταν τρομερή αφέλεια να φανταστεί οτιδήποτε άλλο. Και να σκεφτείς ότι κάποτε θεωρούσε το γάμο πρόβλημα! Ο Ίαν παρεξήγησε εντελώς την απάντησή της και έσμιξε τα φρύδια του. «Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, κορίτσι μου, είτε το θέλεις είτε όχι». *** Τα χαράματα ξεκίνησαν για το ραντεβού με συνοδεία έξι αντρών. Έκανε παγωνιά και μια γκρίζα ομίχλη έπεφτε πάνω από τους αγρούς. Η Άσλιν δε ρώτησε πού πήγαιναν· θα μάθαινε σύντομα. Δεν είχε κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ, γιατί οι σκέψεις της ήταν μπερδεμένες και δεν αισθανόταν πλέον σίγουρη για τίποτα. Μια δυο φορές γύρισε και κοίταξε τον Ίαν δίπλα της, μα η έκφρασή του δε φανέρωνε τις σκέψεις του. Να έλπιζε ότι ο βασιλιάς θα την έπαιρνε στο Ντάνφερμλαϊν; Να έλπιζε ότι θα την ξεφορτωνόταν οριστικά; Διόλου παράξενο, αν σκεφτόταν σε τι μπελάδες τον είχε ήδη βάλει. Πριν από λίγες μέρες η Άσλιν δε θα έδινε πεντάρα για τη γνώμη του. Τώρα, μόνο που σκεφτόταν ότι μπορεί να την αποδοκίμαζε, ένιωθε άσχημα. Το ταξίδι ήταν σύντομο, μόλις ενάμισι χιλιόμετρο περίπου. Έφτασαν σε ένα σπίτι δίπλα σε ένα πέτρινο εκκλησάκι. Έξι άλογα ήταν δεμένα στην αυλή και τα φρουρούσαν δυο οπλισμένοι άντρες. Ο Ίαν χαιρέτησε τον δεύτερο και ξεπέζεψε. Η Άσλιν τον μιμήθηκε και μπήκαν μαζί στο σπίτι, όπου ένας υπηρέτης τους οδήγησε σε μια μικρή κάμαρα με λιτή επίπλωση. Ήταν 75


Η αιχμάλωτη Λαίδη καθαρή, ωστόσο, και μια ζωηρή φωτιά έκαιγε στο τζάκι. Για μια στιγμή κανείς τους δεν είπε τίποτα. Ως συνήθως η έκφραση του Ίαν ήταν ανεξιχνίαστη. «Περίμενέ με εδώ, κορίτσι μου». Κι έπειτα έφυγε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Η Άσλιν πλησίασε και έστησε αυτί. Άκουσε κουβέντες και κατάλαβε ότι υπήρχε φρουρός απ’ έξω. Τα παράθυρα ήταν ψηλά, με σιδερένια κάγκελα. Ήταν όμως περιττές όλες αυτές οι προφυλάξεις, γιατί εκείνη δεν είχε πλέον καμιά επιθυμία να φύγει. Αναστέναξε και πήγε να ζεσταθεί στη φωτιά, προσπαθώντας να αγνοήσει τον κόμπο στο στομάχι της. Πόσο θα ήθελε να άκουγε τη συζήτηση του Ίαν με το βασιλιά. *** Ο Μάλκομ άκουσε προσεχτικά την αναφορά του Ίαν για τη στρατιωτική κατάσταση στην Αγγλία. Τα πράγματα ευνοούσαν απόλυτα τα σχέδιά του. «Είναι πολύ καλύτερα απ’ ό,τι έλπιζα». «Οι δυνάμεις του Γουλιέλμου έχουν χωριστεί για να αντιμετωπίσουν διάφορες εξεγέρσεις, Μεγαλειότατε, όχι μόνο στη Νορθάμπρια, αλλά και στα ανατολικά όπως και στα ουαλικά σύνορα». «Τότε θα είναι πολύ απασχολημένος για να αντιμετωπίσει και επιδρομές Σκοτσέζων στα σύνορα», σχολίασε ο Μάλκομ. Χτυπώντας το σύντροφό του στον ώμο, έβαλε δυο κύπελλα ουίσκι από την κανάτα στο τραπέζι. «Ας πιούμε στην υγειά της σύγχυσής του». Ο Ίαν θυμήθηκε την καταστροφή που είχε αντικρίσει ερχόμενος βόρεια και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Πολύ ευχαρίστως». Μετά την πρόποση βυθίστηκαν σε μια συντροφική σιωπή. Ο Ίαν ετοιμάστηκε να θίξει το επόμενο θέμα. Ο βασιλιάς τον κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Πιστεύω ότι σε απασχολεί και κάτι άλλο». «Η Μεγαλειότητά σας μαντεύει τις σκέψεις μου». «Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Έχουμε κυνηγήσει κι έχουμε πιει κι έχουμε πολεμήσει μαζί. 76


Κεφάλαιο 4 Έχεις διακινδυνεύσει τη ζωή σου για να με σώσεις, φίλε μου. Επομένως μίλησέ μου, αν θέλεις». Ο Ίαν του μίλησε για την Άσλιν για την ακρίβεια, του είπε τα βασικά. Ο Μάλκομ τον άκουγε με προσοχή, χωρίς να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα του από πάνω του. Δεν είχε πει ψέματα όταν τον αποκάλεσε φίλο του. Ο Ίαν Μακάλπιν ήταν από τους λίγους άντρες που συμπαθούσε και εμπιστευόταν. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία και έτσι ο Μάλκομ γνώριζε για το παρελθόν του φίλου του και δεν είχε προδώσει ποτέ το μυστικό του. Επιπλέον, ως βασιλιάς είχε μάθει από νωρίς πόσο απαραίτητο ήταν να καταλαβαίνει καλά τους ανθρώπους και αυτό που έβλεπε τώρα τον εξέπληξε. Αν ήξερε ο Ίαν πόσα φανέρωνε η λακωνική του αφήγηση, ίσως να αισθανόταν επίσης μεγάλη έκπληξη. «Άσχημη υπόθεση», σχολίασε ο Μάλκομ όταν τελείωσε ο Ίαν. «Η κοπέλα είναι τυχερή που είναι ζωντανή. Δεν έχει κανένα συγγενή να την αναλάβει;» «Κανέναν, Μεγαλειότατε». «Αν ήταν από λαϊκά στρώματα, θα σου πρότεινα να την πουλήσεις. Φαντάζομαι ότι και πάλι μπορείς να το κάνεις, μια που δεν έχει συγγενείς να πληρώσουν λύτρα». Ο Ίαν συνοφρυώθηκε. Έτσι απροκάλυπτα που είχε τεθεί, δεν του άρεσε η ιδέα. «Είναι όμορφη;» συνέχισε ο βασιλιάς. «Μάλιστα». «Α, καλό αυτό. Και από χαρακτήρα;» «Είναι ατίθαση, Μεγαλειότατε». «Κρίμα, αλλά το ξύλο θα τη δαμάσει στα σίγουρα». Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του. Δεν το είχε σκεφτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά, ναι, έτσι ήταν. Η ζωή των σκλάβων σήμαινε σκληρή δουλειά και τυφλή υποταγή. Για τις γυναίκες σήμαινε κι άλλα πράγματα, ιδίως αν ήταν όμορφες. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε αντικρίσει την Άσλιν, το σκισμένο της φόρεμα και το χέρι του Φισύρ που το τραβούσε να ανοίξει. Η ανάμνηση συνοδεύτηκε από ένα κύμα θυμού, γιατί ήταν εύκολο να φανταστεί τι θα συνέβαινε αν δεν τον είχε διακόψει τον παλιάνθρωπο. Θα άντεχε 77


Η αιχμάλωτη Λαίδη να την πουλήσει καταδικάζοντάς τη σε μια τέτοια μοίρα; Δεν του πήρε πάνω από ένα δευτερόλεπτο για να αποφασίσει. «Δε θα την πουλήσω, Μεγαλειότατε». Δίστασε. «Αναρωτιόμουν αν μπορούσε να βρεθεί κάποια θέση για κείνη στα ανάκτορα». Ο Μάλκομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Τα ανάκτορα δεν είναι τόπος για ένα κορίτσι μόνο του. Ούτε έχει προίκα για να βρεθεί μνηστήρας. Σύντομα θα τραβούσε την προσοχή άλλου είδους προστάτη». Και πάλι ο Ίαν αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ήταν αλήθεια και ένιωσε ξανά τύψεις. Τελικά ίσως έπρεπε να την είχε αφήσει στο Χέξαμ. Αλλά τι θα έκανε εκεί; Ίσως να είχε και σ’ αυτή την περίπτωση την ίδια μοίρα. «Μια που δε θέλεις να την πουλήσεις και δεν μπορεί να πάει στο Ντάνφερμλαϊν, μένει μόνο μια έντιμη λύση», συνέχισε ο Μάλκομ. «Πρέπει να την παντρευτείς». Ο Ίαν έμεινε για μια στιγμή άναυδος. Ύστερα κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν επιθυμώ να ξαναπαντρευτώ, Μεγαλειότατε». «Η αφοσίωσή σου στη μνήμη της συζύγου σου σε τιμά, αλλά δε γίνεται να ζεις προσκολλημένος στο παρελθόν». «Το γνωρίζω. Η Ελοΐζ δεν υπάρχει πια και τίποτα δεν μπορεί να τη φέρει πίσω». «Ωστόσο είσαι άντρας και έχεις τις ανάγκες σου». «Όταν θέλω γυναικεία συντροφιά, μπορώ να τη βρω». «Φυσικά. Και δεν είναι κακό, αλλά έτσι δεν μπορείς να αποκτήσεις κληρονόμους». Ήταν ένα ζήτημα που ο Ίαν προτιμούσε να μην το σκέφτεται, μα τώρα αναγκάστηκε να το αντιμετωπίσει. «Θα παντρευτώ ξανά και θα αποκτήσω γιους, αλλά μόνο αφού εξοντώσω τον Φισύρ». «Η επιθυμία σου για εκδίκηση είναι απόλυτα δικαιολογημένη, αλλά σου εξουσιάζει τη ζωή οχτώ χρόνια τώρα», αποκρίθηκε ο βασιλιάς. «Δεν μπορεί να ζει κανείς μόνο με το μίσος. Του χρειάζεται το θεραπευτικό άγγιγμα μιας γυναίκας. Είσαι πολλά χρόνια μόνος, φίλε μου. Είναι καιρός να αφήσεις το παρελθόν πίσω σου και να προχωρήσεις στη ζωή σου». 78


Κεφάλαιο 4 «Δεν μπορώ να προχωρήσω στη ζωή μου όσο ζει και προκόβει ο εχθρός μου. Και δεν μπορεί να με βοηθήσει μια γυναίκα σ’ αυτό». «Ο γάμος θα σου δείξει τον τρόπο, όπως τον έδειξε και σ’ εμένα». Ήταν γνωστή η εκτίμηση του βασιλιά για τη σύζυγό του και ο Ίαν χαμογέλασε βεβιασμένα. «Σας ευνόησε πολύ η τύχη, Μεγαλειότατε». «Εύχομαι να ήταν όλοι οι άντρες τόσο τυχεροί». «Οι περισσότεροι το ελπίζουν, μα δύσκολα το αποκτούν». «Ίσως, αλλά, εφόσον το είχες κάποτε, δεν το αναζητάς ξανά;» «Μου φαίνεται ανώφελο να αναζητώ κάτι που δεν υπάρχει, Μεγαλειότατε». «Διαισθάνομαι ωστόσο ότι δε σου είναι εντελώς αδιάφορο αυτό το κορίτσι». Ήταν οξυδερκής παρατήρηση. Ο Ίαν δε θα μπορούσε να το αρνηθεί ύστερα απ’ ό,τι είχε συμβεί στον αχυρώνα. Παρ’ όλα αυτά, άλλο να θέλεις μια γυναίκα κι άλλο να την παντρευτείς. «Αν το θελήσει ο Θεός, ίσως να πολεμήσεις κάποια στιγμή τον Φισύρ», συνέχισε ο Μάλκομ. «Στο μεταξύ πρέπει να κοιτάξεις τις πλευρές της ζωής σου που έχεις παραμελήσει. Πρέπει να αποκτήσεις γιους για να σε διαδεχτούν». Τον κοίταξε σταθερά. «Εξάλλου, κατά κάποιο τρόπο έχεις ήδη γίνει ο προστάτης της δεσποσύνης. Μονιμοποίησέ το». Ο τόνος του ήταν απόλυτα φιλικός, μα ο Ίαν ήξερε ότι δεν του έκανε απλώς μια πρόταση. Ο βασιλιάς ήθελε να γλιτώσει από το πρόβλημα χωρίς να μπει σε μπελάδες. Με ένα σφίξιμο στην καρδιά, ο Ίαν συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να το είχε προβλέψει και βλαστήμησε νοερά την ανοησία του. Ο Μάλκομ ήταν ανέκαθεν πονηρός. «Πρέπει να την παντρευτείς», επανέλαβε. «Είναι το μόνο λογικό βήμα». «Μεγαλειότατε, δεν...» «Πρέπει να παντρευτείς το κορίτσι και έληξε το θέμα». Ο Ίαν πήρε μια βαθιά ανάσα και του έδωσε τη μόνη δυνατή απάντηση. Ευχόταν να μην είχε αναφέρει καθόλου το ζήτημα. Δεν ήθελε τέτοια μπερδέματα. Και ήταν σίγουρος πως ούτε η Άσλιν θα χαιρόταν. Παρ’ όλα 79


Η αιχμάλωτη Λαίδη αυτά, δε γινόταν να αψηφήσει τη διαταγή του βασιλιά. Θα έπρεπε να την πείσει, λοιπόν, και αυτό δε θα ήταν καθόλου εύκολο. Ύστερα σκέφτηκε ότι θα είχε άφθονο χρόνο αν την πήγαινε στο Γκλενγκάρον ώστε να συνηθίσουν και οι δυο στην ιδέα. Τα επόμενα λόγια του Μάλκομ όμως τον έβγαλαν από την πλάνη του. «Θαυμάσια. Θα την παντρευτείς σήμερα και θα παραστώ εγώ ο ίδιος ως μάρτυρας». Χαμογέλασε. «Πήγαινε και φέρε τη νύφη στην εκκλησία. Ας ταχτοποιήσουμε το ζήτημα οριστικά». Η ακρόαση είχε τελειώσει. Για μια στιγμή ο Ίαν απόμεινε μαρμαρωμένος, ύστερα όμως συνήλθε αρκετά ώστε να υποκλιθεί στο βασιλιά και αποσύρθηκε. Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, βλαστήμησε σιγανά, νιώθοντας την ανάγκη να ξεσπάσει, αν και δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς ένιωθε. *** Η Άσλιν τον κοίταξε αποσβολωμένη. Σίγουρα αστειευόταν. Η έκφρασή του ωστόσο ήταν απόλυτα σοβαρή. Άρχισε να την κυριεύει ανησυχία, καθώς κι ένα συναίσθημα που δεν ήθελε να πολυεξετάσει. «Ο Μάλκομ δεν έχει το δικαίωμα». «Είναι ο βασιλιάς, Άσλιν». «Δεν είναι δικός μου βασιλιάς. Δεν οφείλω να τον υπακούσω». «Εγώ όμως το οφείλω και δεν μπορώ να αψηφήσω τη διαταγή του». «Τότε ρίξε την ευθύνη σ’ εμένα». «Είναι ανώφελο, κορίτσι μου. Ακόμα κι αν σ’ έπαιρνε στο Ντάνφερμλαϊν, θα σου έδινε θέση υπηρέτριας. Και αργά ή γρήγορα θα κατέληγες στο κρεβάτι κάποιου ψευτοπαλικαρά νεαρού αριστοκράτη». «Δε θα εξευτελιζόμουν έτσι». «Νομίζεις ότι θα είχες επιλογή;» Η Άσλιν ξεροκατάπιε, γιατί υποπτευόταν ότι ο Ίαν είχε δίκιο. Εκείνος κατάλαβε τι σήμαινε η σιωπή της και κούνησε το κεφάλι του. 80


Κεφάλαιο 4 «Η μόνη λύση που σου μένει τώρα είναι ο γάμος». Η Άσλιν ένιωθε σαν να παρασυρόταν στα βαθιά από ένα ορμητικό κύμα, ωστόσο πάλεψε να αντισταθεί. «Δε θα αφήσω το βασιλιά σου να με μεταχειριστεί σαν κτήμα του». «Βρισκόμαστε πλέον στη Σκοτία και ο βασιλιάς μου μπορεί να κάνει ό,τι θέλει». Ήταν αλήθεια και αυτό μάλλον μεγάλωσε τον τρόμο της. Ο γάμος μπορεί να ήταν μια έντιμη εναλλακτική λύση για την κατάστασή της, αλλά ήταν επίσης και αμετάκλητη. Κι αν της είχε φανεί κακή ιδέα τότε που επρόκειτο να παντρευτεί έναν άντρα που δεν της άρεσε, τώρα της φαινόταν απείρως χειρότερη. «Και ποια είναι η δική σου άποψη σε αυτό το ζήτημα;» τον ρώτησε. «Η απόφαση του βασιλιά είναι και δική μου». «Ανάθεμά σας και τους δύο!» Ήταν έτοιμη να του γυρίσει την πλάτη, αλλά εκείνος την έπιασε από τους ώμους. «Θα υποταχτείς, κορίτσι μου, να το ξέρεις». Την κοίταξε στα μάτια. «Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». Εκείνη σώπασε, γιατί ήξερε ότι αυτή ήταν η δυσάρεστη αλήθεια. Μη αντέχοντας άλλο το επίμονο βλέμμα του, χαμήλωσε τα μάτια της. Ήταν συνθηκολόγηση και το ήξεραν και οι δυο. «Καλύτερα το κακό που γνωρίζεις ήδη, κορίτσι μου». Την έπιασε από το μπράτσο. «Έλα». «Πού πάμε;» «Στην εκκλησία». «Στην εκκλησία! Τώρα;» «Δεν έχει νόημα να το αναβάλουμε. Εξάλλου, μας περιμένει ο βασιλιάς». Την οδήγησε στην πόρτα. Η Άσλιν αντιστάθηκε, παλεύοντας να πνίξει τον πανικό της. Εκείνος την έπιασε πιο σφιχτά. «Δεν ωφελεί, γλυκιά μου. Κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει πλέον».

81


Κεφάλαιο 5 Στην εκκλησία είχε παγωνιά και δεν ήταν κανείς εκεί αυτή την ώρα, εκτός από τον ιερέα που τους περίμενε και τον άντρα που στεκόταν δίπλα του. Ο Μάλκομ ήταν εντυπωσιακός, με τη γεροδεμένη κορμοστασιά πολεμιστή. Είχε καστανά μαλλιά, έντονα χαρακτηριστικά και έξυπνα μάτια. Η Άσλιν φαντάστηκε ότι στις μάχες θα κοιτούσε ανελέητα τους εχθρούς. Τώρα παρατηρούσε με κάθε λεπτομέρεια την ανορθόδοξη εμφάνισή της, μα δε φανέρωσε τις σκέψεις του. Σίγουρα ο Ίαν θα του τα είχε εξηγήσει όλα. Ο ιερέας, ωστόσο, την περιεργαζόταν με μια ψυχρή δυσαρέσκεια. Οι γυναίκες εδώ δεν ήταν ευπρόσδεκτες στις εκκλησίες, πόσο μάλλον μια γυναίκα ντυμένη τόσο σκανδαλωδώς. Μόνο λόγω της παρουσίας του βασιλιά δεν είπε τίποτα ο ιερέας. Η Μεγαλειότητά του τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του. «Ας ξεκινήσουμε». Η Άσλιν πήρε μια κοφτή ανάσα. Ύστερα ο Ίαν την τράβηξε να γονατίσει δίπλα του και μες στην απόγνωσή της της ήρθε να το βάλει στα πόδια. Αλλά θα ήταν παράλογο, γιατί δεν είχε πού να πάει. Και εν πάση περιπτώσει, στην πόρτα στέκονταν έξι άντρες του Μάλκομ. Η μοίρα της είχε αποφασιστεί. Δε θα κέρδιζε τίποτα με δάκρυα και παρακάλια, ακόμα κι αν η περηφάνια της δεν της απαγόρευε να κλάψει και να ικετεύσει. Μέσα στο χάος των σκέψεών της, αντιλαμβανόταν ότι ο ιερέας είχε αρχίσει την τελετή του γάμου. Η όλη κατάσταση της φαινόταν σαν κακό όνειρο, μόνο που δεν ήταν όνειρο και δε θα ξυπνούσε. Ζαλισμένη, άκουσε τον Ίαν να επαναλαμβάνει όλα τα απαραίτητα λόγια. Και μετά ήρθε η σειρά της. Στη βασική ερώτηση δίστασε· ήθελε να φωνάξει όχι, να αντισταθεί ανοιχτά στο Σκοτσέζο βασιλιά, να διαβολοστείλει κι αυτόν και τον Ίαν Μακάλπιν. Ήταν μεγάλος πειρασμός και η σιωπή της παρατράβηξε. Παρ’ όλο που ο άντρας δίπλα της δε σάλεψε, ήταν πολύ σφιγμένος καθώς περίμενε. Ξεροκαταπίνοντας, η Άσλιν έδωσε τελικά την απάντησή της και τον άκουσε να ξεφυσά σιγανά με ανακούφιση. 83


Η αιχμάλωτη Λαίδη Γιατί το είχε κάνει ο Ίαν; Σίγουρα όχι επειδή φοβόταν το βασιλιά του, αν και η παρουσία του πίσω τους ήταν επιβλητική, αλλά μάλλον γι’ αυτό που της είχε πει προηγουμένως: Καλύτερα το κακό που γνωρίζεις. Αν δεν τον παντρευόταν, η μοίρα της μάλλον θα ήταν πολύ χειρότερη. Δεν είχε επιλογή και το ήξεραν και οι δύο. Ωστόσο αυτό που δεν της άρεσε ήταν ο τρόπος, όχι ο άντρας. Δεν της ήταν αδιάφορος, ούτε μπορούσε να προσποιείται πια ότι δεν της άρεσε, κι αυτό περιέπλεκε τα πράγματα πολύ περισσότερο. Επειδή δεν είχε προλάβει να της αγοράσει δαχτυλίδι, ο Ίαν αυτοσχέδιασε με αυτό που φορούσε στον αντίχειρά του. Της ήταν τεράστιο, αλλά εξυπηρέτησε το σκοπό του. Όταν ειπώθηκαν όλα τα λόγια και πέρασε το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της, εκείνος τη φίλησε· ένα απαλό φιλί στο στόμα που παρ’ όλα αυτά ήταν σκέτη φωτιά και γεμάτο υποσχέσεις που έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει τρελά. Ύστερα ο βασιλιάς ήρθε να τους συγχαρεί και της έπιασε το χέρι, κάνοντας μια υπόκλιση. Η Άσλιν χαμήλωσε τα μάτια της, ανέκφραστη. Ο Μάλκομ την περιεργάστηκε διαπεραστικά για λίγο κι έπειτα κοίταξε τον Ίαν. «Αλήθεια είπες, Γκλενγκάρον. Η λαίδη σου είναι πολύ όμορφη. Να τη φυλάς σαν τα μάτια σου». «Το έχω σκοπό, Μεγαλειότατε». Ο Ίαν έπιασε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. Για μια στιγμή οι ματιές τους αντάμωσαν, αλλά, όπως συνήθως, η έκφρασή του δε φανέρωνε τίποτα. Άραγε να ένιωθε κι αυτός την ίδια δυσαρέσκεια; Ο βασιλιάς είχε επιβάλει και σ’ εκείνον το γάμο. Αν ήταν στο χέρι του, δε θα την παντρευόταν. Από την αρχή την έβλεπε σαν βάρος. Τι επιχείρημα να τον είχε πείσει να συμφωνήσει τώρα; Η Άσλιν χαμήλωσε γρήγορα το βλέμμα της, αυτή τη φορά για να κρύψει τη σύγχυσή της. Ύστερα του έδωσε πίσω το δαχτυλίδι. «Φύλαξέ το», του είπε. «Θα μπορούσα να το χάσω». Εκείνος χαμογέλασε κάπως πικρά και το πέρασε πάλι στον αντίχειρά του. «Σου υπόσχομαι ένα σωστό δαχτυλίδι, κορίτσι μου, μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις». Βγήκαν έξω και ο Ίαν αποχαιρέτησε το βασιλιά. Όταν έφυγε η έφιππη 84


Κεφάλαιο 5 βασιλική συνοδεία, εκείνος στράφηκε πάλι στην Άσλιν. «Έλα, γυναίκα μου». Η Άσλιν άναψε πάλι ολόκληρη, ακούγοντάς τον να την αποκαλεί έτσι. Πριν από λίγο καιρό η ιδέα ενός εξαναγκαστικού γάμου με τον Μπέρφορντ της προκαλούσε θυμό και αποστροφή. Τώρα είχε δοθεί σε έναν πολύ διαφορετικό σύζυγο. Σύντομα θα την έπαιρνε στο κρεβάτι του και θα την έκανε ολοκληρωτικά δική του. Η αδυναμία της να αντιδράσει την πλημμύρισε πάλι με θυμό. Μα παρ’ όλα τα αρνητικά της συναισθήματα εκείνη τη στιγμή, δεν ένιωθε αποστροφή. «Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε, καταβάλλοντας προσπάθεια για να μιλήσει με σταθερή φωνή. «Σπίτι, στο Γκλενγκάρον». *** Ταξίδεψαν πολλές ώρες μέσα στο κρύο εκείνη τη μέρα, μα η Άσλιν ίσα που το αισθανόταν. Προσπαθούσε να χωνέψει αυτά που είχαν συμβεί, χωρίς να πολυσκέφτεται το μέλλον. Ως επί το πλείστον ίππευαν σιωπηλά, γιατί ο γρήγορος ρυθμός τους δεν ευνοούσε τη συζήτηση. Το μεσημέρι, όμως, που σταμάτησαν για να ξεκουραστούν τα άλογα, φάνηκε πολύ γρήγορα πως είχαν διαδοθεί τα νέα για το γάμο του άρχοντα. Ο Ντούγκαλ πήρε την πρωτοβουλία να πάρουν οι άντρες λίγο ουίσκι από το βαρελάκι που είχαν στην άμαξα και έκανε πρόποση στο νιόπαντρο ζευγάρι. Δυνατές επευφημίες έσκισαν τον αέρα. Ο Ίαν κοίταξε τη νύφη του και χαμογέλασε ειρωνικά. «Φαίνεται ότι το εγκρίνουν, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν του έριξε μια ματιά, αλλά δεν ήξερε τι να πει. Η αλήθεια ήταν ότι την τρόμαζαν λίγο όλα αυτά τα χαμογελαστά πρόσωπα, αν και, παραδόξως, δεν έβλεπε πια ούτε ίχνος αντιπάθειας σε αυτά. Για να μη δείξει την ανησυχία της, πίεσε τον εαυτό της να φανεί ήρεμη. «Δε θα φιλήσετε τη νύφη, άρχοντά μου;» φώναξε ένας χωρατατζής από το πλήθος. 85


Η αιχμάλωτη Λαίδη Ακολούθησαν φωνές επιδοκιμασίες κι έπειτα οι άντρες βάλθηκαν να φωνάζουν «Φιλί! Φιλί! Φιλί!» Ο Ίαν έδωσε το κύπελλό του στον Ντούγκαλ. Έπειτα πήρε την Άσλιν στην αγκαλιά του, την έσφιξε πάνω του και τα χείλη του σκέπασαν καυτά τα δικά της. Κι άλλες φωνές ξέσπασαν γύρω τους. Η Άσλιν ίσα που τις άκουγε, το μόνο που ένιωθε ήταν η ζεστασιά που την είχε κατακλύσει, σαν να είχε ζωντανέψει ξαφνικά μια φλόγα. Σύντομα η φλόγα έγινε δυνατή φωτιά και, ανήμπορη να αντισταθεί, η Άσλιν παραδόθηκε στην αγκαλιά του και ανταποκρίθηκε στο φιλί του. Η αναπάντεχη παράδοσή της έκανε τον πόθο του να φουντώσει, διεγείροντας τη φαντασία του με κάτι που ο Ίαν νόμιζε πως είχε χάσει για πάντα. Αν ήταν μόνοι τους... Η σκέψη αυτή τον συνέφερε απότομα. Είχαν παντρευτεί διά της βίας, όχι από έρωτα και εξάλλου είχαν θεατές. Η Άσλιν τον φιλούσε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Απρόθυμα ο Ίαν τραβήχτηκε λίγο και την κοίταξε με βλέμμα που έκαιγε. «Μα το Θεό, κορίτσι μου», μουρμούρισε, «το παίζεις καλά το παιχνίδι». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, προς μεγάλη ευχαρίστηση των αντρών που, αν και δεν είχαν ακούσει τα λόγια, είχαν μαντέψει το νόημά τους. Εκείνη βρήκε καταφύγιο στο θορυβώδη ενθουσιασμό τους, μπας και ηρεμήσει η καρδιά της, που βροντοχτυπούσε. Κι αυτό που συνειδητοποίησε ξαφνικά τη συγκλόνισε. Έριξε άλλη μια ματιά στον Ίαν, μα το βλέμμα του δεν τη γαλήνεψε καθόλου. Στ’ αλήθεια πίστευε ότι το έβλεπε σαν παιχνίδι; Ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν ξεκίνησαν πάλι. Ο ρυθμός τους ήταν σταθερός και το κρύο δυνατό. Προχωρώντας, βρέθηκαν ανάμεσα σε χιονοσκέπαστους, βραχώδεις λόφους, με ρείκια και ξεραμένες φτέρες, που χάνονταν στην ομίχλη. Η Άσλιν άλλαξε ελαφρώς τη στάση της στη σέλα. Το σώμα της πονούσε από το κρύο και την πολύωρη ιππασία και λαχταρούσε όσο τίποτε άλλο μια φωτιά και λίγο ζεστό φαγητό. Ωστόσο, με καμία δύναμη δε θα παραπονιόταν. Αυτοί οι άντρες την έβλεπαν ήδη σαν βάρος και, παρ’ όλο που είχαν μαλακώσει απέναντι της σήμερα, δε θα τους έδινε πάλι λόγο να την αντιπαθήσουν. Ούτε να χάσουν την εκτίμησή τους για τον αρχηγό τους επειδή είχε παντρευτεί μια μαλθακή Αγγλιδούλα. Από περηφάνια, κρατούσε, λοιπόν, το κεφάλι της ψηλά και το στόμα της κλειστό, μα 86


Κεφάλαιο 5 όσο προχωρούσε το απόγευμα, δυσκολευόταν περισσότερο. Ο Ίαν, που ίππευε δίπλα της, ανησυχούσε βλέποντας τη χλομάδα της και την έβρισκε απόλυτα δικαιολογημένη. Ήταν δύσκολο ταξίδι, χώρια όλα όσα είχαν προηγηθεί. Από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα περίμενε τουλάχιστον κλάματα, μα η Άσλιν δεν ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα. Είχε δει το κουράγιο της και, κρίνοντας από όσα της είχαν συμβεί τελευταία, είχε προφανώς και πολύ ισχυρή θέληση που την έκανε να μην το βάζει κάτω όταν άλλες θα είχαν λυγίσει. Η σιωπή της τον συγκινούσε περισσότερο κι από λόγια και, βλέποντας την αταραξία της, ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα περηφάνιας. *** Ήταν αργά το απόγευμα όταν έφτασαν τελικά σε μια στενή κοιλάδα, που τη διέσχιζε μια ρεματιά. Βλέποντας τα πρόσωπα των αντρών να φωτίζονται, η Άσλιν γύρισε και κοίταξε τον Ίαν. Εκείνος ερμήνευσε σωστά τη ματιά της και της έγνεψε καταφατικά. «Φτάσαμε στο Γκλενγκάρον». Θα έπρεπε να ανακουφιστεί, αλλά αντί γι’ αυτό το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Είχαν φτάσει στη φωλιά του λύκου, απ’ όπου δε θα ξέφευγε ποτέ. Οι άντρες μπήκαν ένας-ένας στη ρεματιά, γιατί το μονοπάτι ήταν στενό. Οι λόφοι ολόγυρα χάνονταν στην ομίχλη και οι οπλές των αλόγων αντηχούσαν υπόκωφα. Ύστερα από μισό μίλι περίπου διέκριναν σπίτια στο βάθος. Μα η προσοχή της Άσλιν εστιάστηκε ευθεία μπροστά, σε έναν τεράστιο βράχο από γρανίτη, στην κορφή του οποίου δέσποζε ένα φρούριο που θαρρείς πως είχε φυτρώσει στο βράχο. Οι άντρες τράβηξαν γραμμή κατά κει, σε μια πελώρια ξύλινη πύλη με σιδερένιες ενισχύσεις, που έδινε την εντύπωση ότι οδηγούσε κατευθείαν στη λοφοπλαγιά. Κάποιος έβαλε μια χαρούμενη φωνή, κάποιος άλλος του απάντησε από μέσα και η πύλη άνοιξε και φάνηκε ένα φαράγγι ανάμεσα σε κατακόρυφους βράχους. Ήταν αρκετά φαρδύ για να χωρούν δυο ιππείς δίπλα δίπλα και ανηφόριζε σε μια άλλη πύλη. Άνοιξε και αυτή και μπήκαν σε μια μεγάλη περιτοιχισμένη αυλή με διάφορα κτίρια στις πλευρές της, πάνω από τα οποία δέσποζε ένας μεγάλος πύργος από ξύλο και πέτρα. Ο Ίαν κοί87


Η αιχμάλωτη Λαίδη ταξε τη σύζυγό του. «Καλώς ήρθες στο Μαύρο Βουνό, κορίτσι μου». Η Άσλιν δεν είπε τίποτα είχε μείνει άφωνη προς στιγμήν και πάλευε να πνίξει τον τρόμο της. Ο Ίαν ξεπέζεψε. Μια που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο, η Άσλιν κατέβηκε απρόθυμα από τη Στέορα. Καθώς στεκόταν ανάμεσα στο πλήθος αντρών και αλόγων, ένιωσε ξαφνικά πολύ μικρή και το αίσθημα της μοναξιάς και της αδυναμίας μεγάλωσε. Και τότε αντιλήφθηκε ότι ο Ίαν την παρακολουθούσε. Δε θα φανέρωνε όμως το φόβο της ούτε για ένα σακί χρυσάφι κι έτσι ανασήκωσε το πιγούνι της και πίεσε τον εαυτό της να ανταμώσει το βλέμμα του. Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. «Έλα». Την οδήγησε σε μια μεγάλη σιδερόπορτα που έβγαζε σε ένα χώρο με μικρά χωρίσματα. Όταν τα μάτια της συνήθισαν στο μισοσκόταδο, διαπίστωσε ότι ήταν αποθήκες και κελάρια. Από τη μυρωδιά φαγητού κατάλαβε ότι κάπου εκεί ήταν και η κουζίνα. Τράβηξαν αριστερά, σε μια ογκώδη δρύινη σκάλα που οδηγούσε σε μια μεγάλη σάλα με πέτρινους τοίχους και ψηλά, στενά παράθυρα. Ωστόσο, το περισσότερο φως προερχόταν από κεριά στους τοίχους και σε πελώριους σιδερένιους πολυελαίους. Στις τρεις πλευρές του δωματίου υπήρχαν λιγδιασμένα τραπέζια, με υπολείμματα φαγητού. Το ξύλινο πάτωμα ήταν λασπωμένο και στρωμένο με παλιά άχυρα που μύριζαν μούχλα και η μυρωδιά τους ανακατευόταν με οσμές παμπάλαιου φαγητού και καμένου κεριού. Τους τοίχους κοσμούσαν ασπίδες και όπλα, καθώς και τεράστια, σκονισμένα κέρατα ελαφιών. Βαλσαμωμένα κεφάλια λύκων και αλεπούδων έδειχναν τα δόντια τους ανάμεσα από πυκνούς ιστούς αράχνης. Στη μια πλευρά της αίθουσας δέσποζε ένα μεγάλο πέτρινο τζάκι όπου έκαιγαν κάμποσα μεγάλα κούτσουρα και ήταν η μόνη πηγή παρηγοριάς σε αυτό το μέρος. Η Άσλιν ένιωσε σαν να είχε καθίσει μια παγωμένη πέτρα στο στομάχι της, καθώς κοίταζε το χώρο. Αυτό το θλιβερό μέρος θα ήταν από δω και πέρα το σπίτι της; Αν και δεν του άξιζε να χαρακτηριστεί σπίτι. Περισσότερο με φυλακή έμοιαζε; Μη θέλοντας να το σκεφτεί άλλο, στράφηκε προς τη φωτιά. Παρ’ όλο που δεν είχε πει λέξη, η έκφρασή της ήταν αποκαλυπτική και ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του. Ως φρούριο το Μαύρο Βουνό τον είχε εξυ88


Κεφάλαιο 5 πηρετήσει καλά, ωστόσο δεν είχε ούτε θαλπωρή ούτε ανέσεις. Είχε πολύ καιρό να δει τη φροντίδα μιας γυναίκας. Η μητέρα του ήταν η τελευταία γυναίκα που είχε αφήσει εδώ το στίγμα της και το πέρασμα του χρόνου το είχε σβήσει σχεδόν. Ο Ίαν έριξε μια λοξή ματιά στην Άσλιν. Δεν αμφέβαλλε για το θάρρος της, μα ακόμα δεν ήξερε αν θα είχε και τις ικανότητες να διαδεχτεί τη μητέρα του. Η θύμησή της του έφερε στο νου άλλες αναμνήσεις, πολύ πιο πικρές, που καλύτερα θα ήταν να μείνουν θαμμένες στο παρελθόν. Για να ξεχαστεί κάλεσε έναν υπηρέτη και του έδωσε μια σειρά διαταγές. Εκείνος έφυγε βιαστικά και σε λίγο ήρθαν αρκετοί άλλοι. Ένας έφερε φαγητό και ζεστά ροφήματα. Άλλοι έτρεξαν στις σκάλες, κουβαλώντας σκούπες και κούτσουρα και διάφορα άλλα πράγματα για να καθαρίσουν. «Οι υπηρέτες θα σου ετοιμάσουν μια κάμαρα, κορίτσι μου. Στο μεταξύ έλα να φας κάτι». Εκείνη τον ακολούθησε στο τραπέζι και κάθισε στην καρέκλα που της έδειξε, αν και οι φόβοι της της είχαν κόψει την όρεξη. Για να μην του το δείξει, έφαγε με το ζόρι λίγο ψωμί και λίγο παστό βοδινό και μετά ήπιε το ζεστό ρόφημα. Το άρωμα και η ζεστασιά του την εμψύχωσαν κάπως. Ο Ίαν είχε γείρει πίσω στην καρέκλα του και την παρατηρούσε με βλέμμα διαπεραστικό. Είχε διαισθανθεί το φόβο της παρά τη φαινομενική ηρεμία της. Σκέφτηκε και πάλι ότι οι περισσότερες γυναίκες στη θέση της θα είχαν καταρρεύσει. Είχε όντως κουράγιο το κορίτσι. Λίγο αργότερα ξανάρθε ο υπηρέτης και είπε πως ήταν έτοιμη η κάμαρα. Ο Ίαν σηκώθηκε και της άπλωσε το χέρι του. Για μια στιγμή η Άσλιν δίστασε, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να μην πάει μαζί του, κι έτσι τον ακολούθησε απρόθυμα. Υπήρχαν άλλοι δύο όροφοι πάνω από τη σάλα, χωρισμένοι σε διαμερίσματα. Στον τελευταίο όροφο ο Ίαν σταμάτησε μπροστά από μια βαριά ξύλινη πόρτα, την άνοιξε και παραμέρισε για να της κάνει χώρο να περάσει. Ήταν ένα δωμάτιο με μέτριες διαστάσεις. Οι πέτρινοι τοίχοι ήταν γυμνοί και αστόλιστοι, αλλά το πάτωμα καθαρό. Τα μοναδικά έπιπλα ήταν ένα μικρό τραπέζι με δυο καρέκλες και, στο βάθος, ένα κρεβάτι στρωμένο με γούνες. Το τζάκι έκαιγε, αλλά, επειδή το είχαν ανάψει πρόσφατα, έκανε ακόμα ψύχρα και υπήρχε η οσμή της κλεισούρας και της υγρασίας στην ατμόσφαιρα. Στο τραπέζι έκαιγε ένα λυχνάρι, γιατί το παράθυρο ήταν κλειστό για να μην μπαίνει το κρύο. Η Άσλιν ανατρίχιασε από μέσα της. 89


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Για ό,τι χρειαστείς, θα σε εξυπηρετήσει η Μόραγκ από δω», της είπε εκείνος. Η υπηρέτρια, μια παχουλή γυναίκα με χοντροκομμένο απλό φόρεμα, ήταν απροσδιόριστης ηλικίας, κάπου μεταξύ σαράντα και εξήντα. Τα γκρίζα μάτια της περιεργάστηκαν την Άσλιν με περιέργεια. Η έκφρασή της, ωστόσο, ήταν καλοσυνάτη και όταν η Άσλιν της χαμογέλασε, η Μόραγκ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ο Ίαν την κοίταξε και έδειξε την πόρτα. «Περίμενε απ’ έξω». Η Μόραγκ έκανε μια υπόκλιση και αποσύρθηκε. Για μια στιγμή η Άσλιν και ο Ίαν κοιτάχτηκαν. Παρά την ψύχρα, εκείνη ένιωσε τις παλάμες της να ιδρώνουν, γιατί ήταν μόνη μαζί του σ’ ένα δωμάτιο με ένα μεγάλο κρεβάτι. Επιπλέον, ο σύζυγός της ήταν τουλάχιστον ένα κεφάλι ψηλότερος της, ζύγιζε καμιά σαρανταριά κιλά παραπάνω από εκείνη και στεκόταν υπερβολικά κοντά της. Τα μαύρα μάτια του ήταν στυλωμένα στο πρόσωπό της με μια ανησυχητική έκφραση. Μπερδεμένη, έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Εκείνος μάντεψε τις σκέψεις της, μα δεν είχε την πρόθεση να εκμεταλλευτεί την πλεονεκτική του θέση. «Η κάμαρά σου είναι πρόχειρη», είπε, «αλλά δεν αμφιβάλλω ότι σιγά σιγά θα τη φτιάξεις όπως σου αρέσει». Μη ξέροντας τι να πει, η Άσλιν παρέμεινε σιωπηλή. «Χρειάζεσαι τίποτε άλλο τώρα;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι». Ο Ίαν πήγε προς την πόρτα. «Τότε θα τα πούμε αργότερα, Άσλιν». Γεμάτη ανακούφιση, η Άσλιν είδε την πόρτα να κλείνει κι έπειτα κάθισε βαριά σε μια καρέκλα. Της πήρε μια δυο στιγμές για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Και τότε ξανάρθε η Μόραγκ. «Χρειάζεστε κάτι, αρχόντισσά μου;» «Ναι. Θα ήθελα να πλυθώ. Και να αλλάξω ρούχα αν γίνεται». «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Όταν έφυγε η Μόραγκ, η Άσλιν έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω στο δωμάτιο και ανατρίχιασε. Ενστικτωδώς πλησίασε πιο κοντά στη φωτιά, αναζητώντας παρηγοριά στη ζεστασιά της. Παρ’ όλα αυτά δεν της έφυγε το βάρος που της πλάκωνε την καρδιά.

90


Κεφάλαιο 5 *** Λίγη ώρα αργότερα η Μόραγκ είχε φέρει ζεστό νερό, σαπούνι, πετσέτες, μια χτένα, ένα καθαρό μεσοφόρι και ένα φόρεμα από καφέ μάλλινο ύφασμα μαζί με ένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες και γερά δερμάτινα παπούτσια. «Υποθέτω πως θα σας κάνουν, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν την ευχαρίστησε. Έπειτα, ενώ εκείνη άδειαζε το νερό στη λεκάνη και ετοίμαζε τις πετσέτες, έβγαλε το μανδύα της, τον έριξε στο κρεβάτι και στη συνέχεια έβγαλε τη ζώνη και το χιτώνιό της. Με τόσο κρύο δεν είχε διάθεση να γδυθεί ολόκληρη, οπότε αρκέστηκε να πλύνει τα χέρια και το πρόσωπό της. Με τη βοήθεια της Μόραγκ χτένισε κι έπλεξε τα μαλλιά της κι έπειτα φόρεσε το καθαρό μεσοφόρι, τις κάλτσες και το φόρεμα, που της έπεφτε μεγάλο, μα όχι υπερβολικά, κι έτσι το μάζεψαν με μια ζώνη. Η Άσλιν κοιτάχτηκε, στρώνοντας τη φούστα με τα χέρια της. Το φόρεμα ήταν ζεστό και το χρώμα του πρακτικό, αλλά καθόλου όμορφο. Ωστόσο, δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει τη δύσκολη. Η Μόραγκ της έδωσε το μανδύα και η Άσλιν τον φόρεσε, ευχαριστημένη που είχε ένα ακόμα ρούχο να τη ζεστάνει. «Θέλετε τίποτε άλλο, αρχόντισσά μου;» «Όχι. Σ’ ευχαριστώ». Η Μόραγκ αποσύρθηκε και η Άσλιν έμεινε μόνη της. Κοίταξε πάλι μελαγχολικά το δωμάτιο και πρόσεξε την ενδιάμεση πόρτα. Δοκίμασε να την ανοίξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Αναρωτήθηκε τι να υπήρχε εκεί, καμιά αποθήκη ίσως. Αλλά δεν είχε σημασία, και θα είχε το χρόνο να το μάθει αργότερα. Στο μεταξύ ήθελε να φύγει απ’ αυτή την κάμαρα. Βγήκε έξω, αλλά, αντί να ακολουθήσει το δρόμο από τον οποίο είχε έρθει, πήρε την άλλη κατεύθυνση. Τελικά έφτασε σε μια άλλη στενή ξύλινη πόρτα. Αυτή ήταν ξεκλείδωτη και άνοιξε εύκολα. Έβγαζε σε μια μικρή σκάλα που οδηγούσε σε μια ταράτσα στην κορυφή του πύργου. Είχε σουρουπώσει και σε λίγο θα έπεφτε το σκοτάδι. Σφίγγοντας το μανδύα ολόγυρά της, πήγε στην άκρη του τείχους και κοίταξε ανάμεσα από τις επάλξεις, αλλά το μόνο που είδε ήταν χιόνια και ομίχλη. Θυμήθηκε ότι ο Ίαν είχε πει πως θα χαλούσε ο καιρός. Σύντομα θα 91


Η αιχμάλωτη Λαίδη εγκλωβίζονταν όλοι στην κακοκαιρία. Ένιωθε σαν να βρισκόταν σε μια ερημιά στην άκρη του κόσμου, όπου ίσχυαν διαφορετικοί κανόνες και καραδοκούσαν ακαθόριστοι κίνδυνοι. Έκανε πολύ κρύο εκεί έξω, ωστόσο δεν ήθελε να επιστρέφει στην κάμαρά της και ασφαλώς δεν είχε καμιά πρόθεση να κατεβεί σ’ εκείνη τη θλιβερή βρόμικη σάλα όπου κατά πάσα πιθανότητα θα συναντούσε το σύζυγό της. Της είχε πει ότι δεν είχε εξαναγκάσει ποτέ γυναίκα να πλαγιάσει μαζί του, αλλά η Άσλιν δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι αυτό θα ίσχυε και για το γάμο. Ο σύζυγος είχε το δικαίωμα να πλαγιάζει με τη γυναίκα του όποτε ήθελε. Κι εκείνη ήξερε πολύ καλά ότι ο Ίαν θα το ήθελε. Άθελά της σκέφτηκε το μεγάλο κρεβάτι με τις γούνες. Πώς θα ήταν να πλαγιάσει μαζί του, να υποταχτεί ολοκληρωτικά στη θέλησή του; Ξαναθυμήθηκε το πατάρι στον αχυρώνα: τη ζεστασιά του κορμιού του πάνω της, τα καυτά φιλιά του στο λαιμό της, τα χέρια του στη γυμνή της σάρκα... Κατάφερε να αποδιώξει αυτές τις σκέψεις, αν και ήξερε πως δεν της ήταν αδιάφορος. Αλλά αυτό ήταν το χειρότερο. Για τους άντρες το συζυγικό κρεβάτι δεν είχε να κάνει με τα συναισθήματα, ήταν απλώς απαραίτητο για να αποκτήσουν κληρονόμους. Για τις γυναίκες ήταν διαφορετικά. Όπου υπήρχε αρχικά κάποια έλξη, το ερωτικό σμίξιμο οδηγούσε σε πιο ισχυρά αισθήματα. Τα οποία σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν αμοιβαία. Ο Ίαν την είχε παντρευτεί επειδή τον διέταξε ο βασιλιάς, μα η καρδιά δεν υπακούει σε διαταγές. Η Άσλιν θα ήταν απλώς το μέσο για να αποκτήσει κληρονόμους, τίποτα περισσότερο. Οι δικές της επιθυμίες δεν είχαν ληφθεί καθόλου υπόψη μπροστά στη θέληση του βασιλιά. Ουσιαστικά ήταν αιχμάλωτη του Γκλενγκάρον, αλλά, σε αντίθεση με άλλους αιχμαλώτους ευγενικής καταγωγής, η ελευθερία της δε θα εξαγοραζόταν ποτέ με λύτρα. Θα έμενε με αυτό τον άντρα σε τούτο τον απομονωμένο τόπο για πάντα. Ακόμα κι αν είχε την ελευθερία της, όμως, δεν είχε πού να πάει. Απ’ όποια πλευρά κι αν το κοιτούσε, το μέλλον φαινόταν ζοφερό όσο και το τοπίο. Εκείνη τη στιγμή το αντικείμενο των σκέψεών της είχε πάει να δει πώς ήταν οι τραυματισμένοι άντρες. Ο Ίαν δεν άφηνε ποτέ τραυματίες να πεθάνουν από το κρύο ή να πέσουν στα χέρια αποβρασμάτων σαν τους μισθοφόρους του Γουλιέλμου. Το ταξίδι με άμαξα ήταν οδυνηρό και δυσάρεστο, αλλά προτιμότερο από το θάνατο και όλοι οι τραυματίες είχαν λάβει καλή φροντίδα στο Τζέντμπορο. Ο Ίαν πίστευε ότι εφόσον είχαν αντέξει ως 92


Κεφάλαιο 5 τώρα, μάλλον θα ζούσαν. Σταμάτησε μπροστά σε ένα ξυλοκρέβατο και κοίταξε τον νέο που ήταν ξαπλωμένος εκεί. Παρά τη χλομάδα του προσώπου του, ο Σάξονας ήταν ένα ωραίο, καλοφτιαγμένο παλικάρι. «Πώς είναι;» Η γριά που εξέταζε προσεχτικά τον ασθενή της, γύρισε και κοίταξε τον άρχοντα. «Με τέτοιες πληγές και τόσο άσχημο χτύπημα στο κεφάλι, είναι τυχερός που ζει ακόμα. Διόλου παράξενο που έχει πυρετό». «Θα το ξεπεράσει;» «Είναι νέος και προφανώς έχει γερή κράση, αλλιώς θα είχε πεθάνει προ πολλού. Αν το θέλει ο Θεός, ίσως να ζήσει». «Φρόντιζέ τον καλά». «Να είστε σίγουρος, άρχοντά μου». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. Αν μπορούσε να τον σώσει κάποιος, ήταν αυτή εδώ η ηλικιωμένη γυναίκα. Κανείς στο Γκλενγκάρον δεν ήξερε περισσότερα από τη Μεγκ για ασθένειες και βότανα. Έλπιζε μονάχα ότι η πίστη του σ’ εκείνη θα δικαιωνόταν και τώρα όπως και όλες τις άλλες φορές. Ο Ίαν συνέχισε την περιοδεία του ανάμεσα στους τραυματίες, σταματώντας εδώ κι εκεί για να πει μια κουβέντα ή να ακουμπήσει καθησυχαστικά το χέρι του σε κάποιον ώμο. *** Όταν τελείωσε, είχε πια σκοτεινιάσει και το κρύο είχε δυναμώσει. Σίγουρα θα χιόνιζε ξανά. Είχαν επιστρέφει στο Γκλενγκάρον πάνω στην ώρα. Μπορεί να είχε χάσει τον Φισύρ προς το παρόν, όμως τον αποζημίωναν άλλα πράγματα: είχε ζεστό φαγητό, αναμμένα τζάκια και ένα άνετο κρεβάτι. Το κρεβάτι έστρεψε αλλού τις σκέψεις του και αναστέναξε. Το άμεσο μέλλον μάλλον δε θα τον γέμιζε με ιδιαίτερη χαρά. Η νύφη του ήταν χολωμένη και, παρά το θαρραλέο προσωπείο της, αρκετά φοβισμένη. Ο Ίαν καταλάβαινε καλά για ποιο λόγο. Της άρεσε δεν της άρεσε, όμως, αυτός ήταν τώρα ο προστάτης της. Και ένας Θεός ήξερε πόσο χρειαζόταν προστάτη. Του ήρθαν στο νου οι μελανιές στο πρόσωπό της και ο θυμός του φούντω93


Η αιχμάλωτη Λαίδη σε. Κανένας άντρας που ήθελε να λέγεται άντρας δεν επέβαλλε έτσι τη δύναμή του σε μια γυναίκα. Αν μη τι άλλο, ο γάμος τους είχε βάλει τέλος σε τέτοια πράγματα. Κανένας άντρας δε θα την άγγιζε ποτέ ξανά, εκτός απ’ αυτόν. Είχε κανονίσει να δειπνήσουν μόνοι τους σε μια απόμερη κάμαρα. Ήταν πολύ πιο ζεστή από τη σάλα και η ατμόσφαιρα πιο οικεία. Εξάλλου, ήξερε ότι η σύζυγός του δεν ήταν ακόμα έτοιμη για δημόσιες εμφανίσεις και υπήρχε αρκετός χρόνος για να δουν οι κάτοικοι του Γκλενγκάρον την καινούρια τους αρχόντισσα. Ούτως ή άλλως θα κυκλοφορούσαν ήδη ένα σωρό ιστορίες, γιατί πολλοί από τους άντρες του είχαν οικογένειες που λαχταρούσαν να μαθαίνουν τα τελευταία νέα και ο γάμος του άρχοντα ήταν σίγουρα πολύ ενδιαφέρον νέο. Για λίγη ώρα στάθηκε στη σάλα, με τα χέρια του απλωμένα στη φωτιά για να ζεσταθεί. Το χρυσό δαχτυλίδι στον αντίχειρά του γυάλιζε στο φως με μια κοκκινωπή λάμψη: το χρώμα του πάθους. Ο Ίαν μόρφασε. Ένας αναγκαστικός γάμος δεν ήταν πιθανό να οδηγήσει σε πάθος, ωστόσο δυο φορές ως τώρα είχε ανάψει μια σπίθα μεταξύ τους. Για μια στιγμή θυμήθηκε το φιλί τους στον αχυρώνα. Δε θα μπορούσε να αρνηθεί πως είχε νιώσει έλξη. Θα μπορούσε όμως να αναζωπυρώσει τη σπίθα; Θα το μάθαινε σε λίγο. *** Η Άσλιν σκόπευε να αρνηθεί όταν ήρθε ένας υπηρέτης και της ανήγγειλε ότι σερβιριζόταν το δείπνο. Αμέσως όμως κατάλαβε ότι θα ήταν ανόητο, γιατί από το λίγο που τον γνώριζε, ήταν σίγουρη ότι ο Ίαν θα ερχόταν να την πάρει ο ίδιος αν δεν πήγαινε μόνη της. Έτσι ακολούθησε υπάκουα τον υπηρέτη, περιμένοντας ότι θα την οδηγούσε στη σάλα. Εκείνος όμως την πήγε στην κάμαρα δίπλα στη δική της και ο σύζυγός της ήταν εκεί και την περίμενε. Φορούσε σκούρο στενό παντελόνι και βαθυκόκκινο μάλλινο χιτώνιο, με ζώνη στη μέση και πλούσια κεντήματα στο λαιμό και στα μανίκια. Το χρώμα αναδείκνυε τέλεια τα μαύρα μαλλιά και τα μάτια του. Τα οποία ήταν τώρα στυλωμένα πάνω της και η Άσλιν θυμήθηκε ξαφνικά πόσο υστερούσε 94


Κεφάλαιο 5 το δικό της ντύσιμο. Εκείνος, ωστόσο, δεν έδειξε να το προσέχει, γιατί της χαμογέλασε και έπιασε το χέρι της, κάνοντας μια υπόκλιση. «Έλα να καθίσεις, Άσλιν». Ο Ίαν είχε ξεχάσει ότι η σύζυγός του δεν είχε άλλα ρούχα πέρα από τα δανεικά που φορούσε. Φαντάστηκε ότι η Μόραγκ θα είχε προσπαθήσει να της δώσει κάτι για να αλλάξει, γιατί το καφέ μάλλινο φόρεμα ανήκε προφανώς σε κάποια υπηρέτρια. Της έπεφτε επίσης μεγάλο και έκρυβε τη σιλουέτα της αντί να την τονίζει. Το κοίταξε χωρίς να δείξει την αποδοκιμασία του και σκέφτηκε πως ήταν κάτι που θα έπρεπε να ταχτοποιήσει σύντομα. Μη μπορώντας να παρακολουθήσει τη σκέψη του, η Άσλιν κοκκίνισε και ένιωσε μια παράξενη συστολή, που απλώς χειροτέρεψε όταν θυμήθηκε τη μελανιά στο μάγουλό της και το κόψιμο στα χείλη της. Ποτέ δεν είχε παρουσιαστεί έτσι μπροστά σε άντρα. Κι αυτός δεν ήταν οποιοσδήποτε άντρας. Ήταν ωραίος και χαρισματικός και η παρουσία του την έκανε να νιώθει αμήχανα. Εκείνος, από την άλλη, έδειχνε πολύ άνετος και την οδήγησε στο τραπέζι. Παρ’ όλο που ακόμα δεν είχε όρεξη, η Άσλιν χάρηκε που θα δειπνούσαν και θα έμεναν προς το παρόν σε κάποια απόσταση ασφαλείας. Δεν είχε ιδέα τι έφαγε εκείνο το βράδυ, αλλά καθυστέρησε όσο μπορούσε, γιατί έτρεμε τη στιγμή που θα τελείωνε το γεύμα και η ατμόσφαιρα της θαλπωρής θα γινόταν ατμόσφαιρα οικειότητας. Έριξε μια ματιά στην κάμαρα τριγύρω. Ήταν άνετη, αλλά και πρακτική, αντρικό δωμάτιο. Είδε μια πόρτα και μάντεψε με φόβο ότι θα οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά του. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε πού έβγαζε η κλειδωμένη πόρτα στο δικό της δωμάτιο. Ο Ίαν έγειρε πίσω στην καρέκλα του, με το χέρι του απλωμένο στο κύπελλο του κρασιού. Είχε πιει αρκετά με το φαγητό, αλλά δεν τον είχε επηρεάσει καθόλου. Τα μαύρα μάτια του την περιεργάζονταν διαπεραστικά τώρα και η Άσλιν αγρίεψε αμέσως. «Είναι ανάγκη να με κοιτάζεις έτσι;» τον ρώτησε. «Δηλαδή σε δυσαρεστεί να σε κοιτάζει ένας άντρας;» Είτε ναι του έλεγε είτε όχι θα ήταν εξίσου γελοίο, γι’ αυτό δεν είπε τίποτα. 95


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Εξάλλου», συνέχισε εκείνος, «το ξέρω ότι δεν είναι η πρώτη φορά. Εσύ η ίδια μου είπες ότι είχες θαυμαστές». Ναι, σκέφτηκε η Άσλιν, αλλά κανείς τους δεν είχε τη δύναμη να με αναστατώνει τόσο πολύ. Εξάλλου, τότε είχε πάντα η ίδια τον έλεγχο της κατάστασης. «Είμαι σίγουρος πως είχες πολλούς θαυμαστές. Παρ’ όλα αυτά δε γνώρισες ποτέ κάποιον που να σου αρέσει;» «Όχι». Η Άσλιν του έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα. «Ακόμα δεν έχω γνωρίσει κάποιον». Τα μαύρα μάτια του έλαμψαν. «Έτσι μπράβο. Για μια στιγμή φοβήθηκα πως είχες χάσει το μαχητικό σου πνεύμα». «Αν το νομίζεις αυτό, είσαι γελασμένος». Η πρόκληση ήταν ξεκάθαρη και του άρεσε. «Χαίρομαι που το ακούω, πραγματικά. Κάποτε νόμιζα ότι ένας γάμος από συμφέρον θα ήταν ανιαρός. Τώρα είμαι σίγουρος ότι δε θα είναι». Η Άσλιν τον κοίταξε έκπληκτη. «Ανιαρός; Μαζί σου;» είπε έπειτα μ’ ένα αχνό, ειρωνικό χαμόγελο «Με κολακεύεις, κορίτσι μου». «Καθόλου». «Φυσικά», είπε εκείνος. «Έπρεπε να το καταλάβω». «Θέλεις κολακείες;» «Όχι, αλλά ούτως ή άλλως αμφιβάλλω ότι θα το έκανες. Έχεις μεγάλη γλώσσα και στην ανάγκη παλεύεις με νύχια και με δόντια». Ο υπαινιγμός του έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν ακόμα περισσότερο. «Λυπάμαι που δεν έχω να σου προσφέρω προίκα σαν αντιστάθμισμα για τα ελαττώματά μου». «Δε με πειράζει», της απάντησε. «Ίσως θα έπρεπε να είχες διαλέξει μια πλούσια σύζυγο όσο είχες την ευκαιρία». «Όσο δεν ήθελες άντρα εσύ, άλλο τόσο δεν ήθελα κι εγώ να ξαναπαντρευτώ». Για μια στιγμή η Άσλιν απόμεινε ακίνητη να τον κοιτάζει. «Δεν είναι ο πρώτος σου γάμος;» 96


Κεφάλαιο 5 Ο Ίαν αντάμωσε τα μάτια της. Δεν ήξερε γιατί το είχε πει. Δεν το είχε σκοπό, αλλά ίσως ήταν καλύτερα έτσι από το να το μάθει εκείνη από τα κουτσομπολιά των υπηρετών. «Όχι, δεν είναι. Η πρώτη μου σύζυγος πέθανε πριν από αρκετά χρόνια». «Λυπάμαι». Η Άσλιν δίστασε, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. «Πώς την έλεγαν;» Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από το κύπελλο. «Ελοΐζ». «Ελοΐζ; Δεν είναι γαλλικό όνομα;» «Είναι». «Πώς και γνώρισες και παντρεύτηκες Γαλλίδα;» «Ήμουν έξι χρόνια στη Γαλλία για τη στρατιωτική μου εκπαίδευση». «Μάλιστα». Η Άσλιν επιστράτευσε το κουράγιο της για την επόμενη ερώτησή της. «Ήταν γάμος από έρωτα;» «Ναι», της απάντησε. «Αλλά, όπως σου είπα, πάει καιρός». Η καρδιά της σφίχτηκε. Τα λόγια του μπορεί να είχαν εκτοπίσει την πρώην σύζυγό του στο παρελθόν, μα δεν είχε καταφέρει να κρύψει τα αισθήματά του. Προφανώς οι αναμνήσεις ήταν ακόμα ζωντανές. Μια παράξενη στενοχώρια την κυρίευσε. Η Ελοΐζ θα πρέπει να ήταν σπουδαία γυναίκα. Δεν ήθελα να ξαναπαντρευτώ... «Και τώρα ο βασιλιάς σε ανάγκασε να πάρεις εμένα». Το βλέμμα του μαλάκωσε λίγο με το θλιμμένο της τόνο. «Κανείς μας δεν είχε επιλογή, κορίτσι μου». Έκανε μια παύση. «Ούτε μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν». Για μια στιγμή η Άσλιν είδε το Χέσλινγκφιλντ να καίγεται και προσπάθησε να αποδιώξει την εικόνα. Χρειάστηκε να καταβάλει προσπάθεια για να μιλήσει με σταθερή φωνή. «Όπως τα λες». «Η ζωή σου είναι τώρα εδώ, Άσλιν. Μπορεί να μην είναι η ζωή που θα διάλεγες, αλλά σου υπόσχομαι ότι θα είσαι ασφαλής». Σηκώθηκε από την καρέκλα ταυ και εκείνη τον μιμήθηκε, με καρδιά που βροντοχτυπούσε. Ο Ίαν σταμάτησε λίγο πιο πέρα. «Και τώρα, αρχόντισσά μου;» Έριξε μια ματιά στην πόρτα που είχε 97


Η αιχμάλωτη Λαίδη προσέξει η Άσλιν νωρίτερα. «Εκεί είναι η κρεβατοκάμαρά μου. Αν ήθελες να έρθεις μαζί μου, θα μου έκανες μεγάλη τιμή και θα χαιρόμουν πολύ. Αν όχι, μπορείς να φύγεις». Τα λόγια του την άφησαν κατάπληκτη και τον κοίταξε για μια στιγμή, διχασμένη ανάμεσα στην απροθυμία της και σε κάτι άλλο που δυσκολευόταν να προσδιορίσει. Εκείνος αντιλήφθηκε το δισταγμό της και την πλησίασε. Η Άσλιν ένιωσε τα ζεστά χέρια του στους ώμους της. Ήξερε ότι θα έπρεπε να τραβηχτεί και εκνευρίστηκε που δεν το έκανε. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση της και την τράβηξαν κοντά του. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της. Μια γνώριμη ζεστασιά απλώθηκε μέσα της και το αίμα της άναψε από τη λαχτάρα να τον μυρίσει, να τον γευτεί. Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του και το φιλί έγινε πιο αισθησιακό, πιο βαθύ, το φιλί ενός άντρα που γνώριζε καλά τις γυναίκες και είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Η Άσλιν τσιτώθηκε. Η αγαπημένη του σύζυγος είχε πεθάνει κι αυτό εδώ δε σήμαινε για κείνον τίποτα πέρα από την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας. Δεν ήθελε να ρισκάρει την καρδιά της σε ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί μόνο η καρδιά της της έμενε. Στη σκέψη αυτή, ένιωσε ακόμα μεγαλύτερη θλίψη και το κορμί της τρεμούλιασε. Ο Ίαν ένιωσε το ρίγος της και τραβήχτηκε λίγο για να την κοιτάξει. Διακρίνοντας την απροθυμία στο πρόσωπό της, τα φρύδια του έσμιξαν και σχεδόν αμέσως την άφησε. «Μη φοβάσαι ότι θα σου επιβάλω οτιδήποτε πέρα από το όνομά μου, Άσλιν», της είπε. «Θα πλαγιάσω μαζί σου μόνο αν το θέλεις, αλλιώς καθόλου». «Τότε δε σκοπεύεις να... δε θα...» «Όχι, δε σκοπεύω. Έχουμε καιρό, κορίτσι μου». Ο καθησυχαστικός τόνος του απλώς επιβεβαίωσε την πεποίθησή της. Παρ’ όλο που ήταν αρκετά έντιμος ώστε να μην την εξαναγκάσει, το ότι επέλεγε να μην ασκήσει το δικαίωμά του φανέρωνε πόσο δυσανασχετούσε με αυτόν το γάμο. Και πώς να συγκριθεί η Άσλιν με την παλιά του σύζυγο; Ήταν άχαρη και επιπλέον δεν τον ήθελε! Ανασήκωσε το πιγούνι της με όση αξιοπρέπεια μπορούσε. 98


Κεφάλαιο 5 «Δε νομίζω ότι θα αλλάξει κάτι με τον καιρό», του απάντησε, «εφόσον παντρευτήκαμε επειδή το διέταξε ο βασιλιάς και όχι επειδή το θέλαμε». Τα λόγια της τον πείραξαν περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε, αλλά ο τόνος του παρέμεινε ήρεμος. «Όπως τα λες είναι, ωστόσο οι περιστάσεις θα μας οδηγήσουν αναπόφευκτα εκεί». «Μπορεί να το πιστεύεις, όμως εγώ δε συμμερίζομαι την άποψή σου». «Ίσως, αλλά, αν το σκεφτείς, θα δεις ότι έχω δίκιο». «Δεν επιθυμώ να το σκεφτώ». «Παρ’ όλα αυτά θα μένεις εδώ από τώρα και στο εξής και θα με βλέπεις κάθε μέρα είτε το θέλεις είτε όχι. Στο μεταξύ μπορείς να επιστρέφεις στο δωμάτιό σου αν επιθυμείς». Η Άσλιν έσφιξε το σαγόνι της, πνίγοντας το θυμό της. «Ευχαρίστως, άρχοντά μου». Προχωρώντας προς την πόρτα, κοντοστάθηκε μια στιγμή. «Καληνύχτα». Ξαφνιασμένος, ο Ίαν έμεινε να την κοιτάζει μέχρι που έκλεισε η πόρτα. Ύστερα αναστέναξε, στράφηκε προς το τζάκι και στύλωσε το βλέμμα του στις φλόγες, με το χέρι του ακουμπισμένο στον τοίχο. Η Άσλιν κατέφυγε στην κάμαρά της. Με το που βρέθηκε μόνη της, ο θυμός της υποχώρησε. Ένιωθε κουρασμένη κι απαρηγόρητη. Κακώς είχε εξαγριωθεί μαζί του, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Ο Ίαν ήταν τόσο αλαζόνας! Η αντίδρασή της ήταν καθαρά αμυντική. Και ο γάμος τους μάλλον είχε ξεκινήσει πολύ άσχημα. Ανατρίχιασε. Η φωτιά στο τζάκι είχε χαμηλώσει κατά την απουσία της και το δωμάτιο είχε κρυώσει, γιατί οι υπηρέτες είχαν φανταστεί, λογικά, ότι θα περνούσε αλλού τη νύχτα. Γδύθηκε και χώθηκε γρήγορα στο κρεβάτι, κάτω από τις γούνες, για να ζεσταθεί. Ξαπλωμένη μόνη της μες στο σκοτάδι, άκουγε τον άνεμο να χτυπά στα παντζούρια κι ήταν ένας ήχος ερημιάς και απελπισίας, σαν την απελπισία που κυρίευε την καρδιά της. Παρά την κούρασή της, άργησε πολύ να την πάρει ο ύπνος.

99


Κεφάλαιο 6 Όταν ξύπνησε, την επόμενη μέρα, το χλομό φως της αυγής τρύπωνε στο δωμάτιο από τα παντζούρια. Η Άσλιν έφερε στο μυαλό της τη χτεσινή νύχτα, συνειδητοποιώντας πού βρισκόταν και ανατρίχιασε. Κοίταξε το τζάκι, όπου είχε απομείνει μόνο ένας σωρός από στάχτες. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Η Άσλιν σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ύστερα έριξε νερό στο πρόσωπό της και χτένισε τα μαλλιά της. Είχε τελειώσει ήδη, όταν εμφανίστηκε η Μόραγκ με το πρωινό. Το βλέμμα της έπεσε στο κρεβάτι και παρ’ όλο που δεν έκανε κανένα σχόλιο, πήρε μια έκφραση περιέργειας. Όταν μίλησε, ωστόσο, ο τόνος της ήταν απόλυτα ευγενικός. «Ο άρχοντας Ίαν σας στέλνει τους χαιρετισμούς του, αρχόντισσά μου, και λέει ότι θα σας επισκεφτεί σύντομα». Η Άσλιν ανησύχησε. Και τώρα; Δεν επιθυμούσε να τον δει, όμως δεν μπορούσε να το αποφύγει. «Πολύ καλά. Στο μεταξύ, άναψε πάλι το τζάκι, σε παρακαλώ, και φρόντισε να μη σβήνει καθόλου. Κάνει φοβερό κρύο εδώ μέσα και θα περάσουν μέρες μέχρι να φύγει η υγρασία». Ενώ η Μόραγκ άναβε τη φωτιά, η Άσλιν έστρεψε την προσοχή της στο φαγητό και αναρωτήθηκε πώς θα φερόταν όταν ερχόταν ο Ίαν. Παρ’ όλο που δεν το είχε επιδιώξει κανείς τους, ήταν και οι δυο παγιδευμένοι σε τούτο το γάμο. Η οργή και η πίκρα δεν είχαν πια νόημα, έπρεπε να το αντιμετωπίσει. Εξάλλου, γνώριζε εκ πείρας πως ήταν ανώφελο να θυμώνει μαζί του και έπρεπε να κρατήσει την ψυχραιμία της. *** Όταν ήρθε ο Ίαν λίγο αργότερα, δεν ανέφερε καθόλου ό,τι είχε συμ101


Η αιχμάλωτη Λαίδη βεί. Ούτε έκανε κανένα σχόλιο για τη χλομάδα της και τους μαύρους κύκλους στα μάτια της, παρ’ όλο που δεν του διέφυγε τίποτα. Η αλήθεια ήταν ότι στενοχωρήθηκε περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε που την είδε έτσι. Σκέφτηκε ότι δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να την κερδίσει. Ίσα ίσα, πρέπει να της είχε δώσει την εντύπωση ότι του ήταν αδιάφορη, αν και δεν αλήθεια. Η Άσλιν ήταν έξυπνη και είχε αρχίσει να βρίσκει εύκολα τις ρωγμές στη θωράκισή του. Παρ’ όλα αυτά, ήταν σφάλμα του που είχε αντιδράσει απότομα. Έτσι την καλημέρισε με πιο μαλακό τόνο. «Αν θέλεις, θα σου δείξω το Μαύρο Βουνό, Άσλιν. Είναι πλέον το σπίτι σου και πρέπει να το γνωρίσεις». Εκείνη έπνιξε την παρόρμηση της να αρνηθεί. Ήταν αλήθεια εδώ ήταν πλέον το σπίτι της, είτε της άρεσε είτε όχι. Θα ήταν ανοησία να αρνηθεί. Και, εν πάση περιπτώσει, η περιέργειά της νίκησε την ανησυχία της. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Όπως επιθυμείς». «Έλα, τότε, κορίτσι μου». *** Το Μαύρο Βουνό ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι της είχε φανεί αρχικά, με αποθήκες, στάβλους, σιδηρουργεία και εργαστήρια. Πότε πότε σταματούσαν για να τη συστήσει σε κάποιους από τους ανθρώπους του. Η Άσλιν φρόντισε να απομνημονεύσει τα ονόματά τους και να μιλάει σε όσους συναντούσε, έστω και λίγο. Ήταν ακόμα νωρίς για να ξέρει αν θα την αποδέχονταν ποτέ πλήρως, αλλά τουλάχιστον ας έκανε μια καλή αρχή. Δεν είχε ξεχάσει επίσης ότι οι άντρες του είχαν θυμώσει με την απόπειρά της να αποδράσει καθ’ οδόν για το Τζέντμπορο. Ήταν μεγάλη ανοησία της και το μετάνιωνε πλέον. Σίγουρα η ιστορία θα είχε ήδη διαδοθεί και θα το είχε μάθει αρκετός κόσμος. Δεν ήθελε να σχηματίσουν οι άνθρωποί του ακόμα χειρότερη γνώμη για το φέρσιμό της. Ήταν όλοι ευγενικοί και την κοιτούσαν με άδολη περιέργεια, μα ήξερε ότι επιφυλάσσονταν να την κρίνουν μέχρι να τη γνωρίσουν καλύτερα. Και δεν τους κατηγορούσε. Στο μεταξύ φρόντισε να φέρεται σε όλους με ευγένεια και να τους χαμογελά. Ο Ίαν, που την παρατηρούσε, δεν είπε τίποτα, αλλά η συμπεριφορά της απέναντι στους ανθρώπους του τον ευχαρίστησε και διέκρινε στα 102


Κεφάλαιο 6 μάτια του μια επιφυλακτική επιδοκιμασία. Αν και ήταν σιωπηλή αρχικά, η Άσλιν χαλάρωσε λίγο όσο περνούσε η ώρα και ο Ίαν διαπίστωσε ότι του έκανε έξυπνες ερωτήσεις και άκουγε με προσοχή τις απαντήσεις του. Αρκούσε να της πει κάτι μία φορά κι εκείνη το θυμόταν, επιβεβαιώνοντας την άποψή του ότι δεν ήταν μόνο όμορφη, αλλά είχε και κοφτερό μυαλό. «Είναι προκομμένη κοινότητα», είπε η Άσλιν όταν σταμάτησαν τελικά στο κατώφλι του αχυρώνα. «Φαίνεται ότι έχεις όλα όσα χρειάζεσαι εδώ». «Σχεδόν», συμφώνησε εκείνος, «αλλά πρέπει να είναι προετοιμασμένος κανείς για κάθε ενδεχόμενο». «Κι εσύ είσαι;» «Ως επί το πλείστον». Η Άσλιν κοίταξε τριγύρω, παρατηρώντας τα σακιά και τα βαρέλια, τα χάμουρα και τις κουλούρες των σκοινιών. Μετά κοίταξε στην απέναντι γωνία και ανασήκωσε το φρύδι της. «Έλκηθρα;» «Πολύ χρήσιμα για να μεταφέρεις προμήθειες στα χιόνια». «Α, ναι, φυσικά». Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Προσπαθώ να μη με πιάνουν στον ύπνο». «Δεν αμφιβάλλω. Έχει δεχτεί ποτέ επίθεση το Μαύρο Βουνό;» «Ναι, στο παρελθόν. Αλλά κανένας εχθρός δε μας νίκησε ποτέ». «Έχεις εχθρούς;» «Ελάχιστοι ζουν και μόνο ένας με απασχολεί ακόμα». «Ο Φισύρ», αποκρίθηκε εκείνη. «Ναι, αυτός. Και κάποτε θα τον βρω». Το είπε αδιάφορα, μα ο τόνος του έκρυβε πολύ περισσότερα. Η Άσλιν δεν τόλμησε ωστόσο να του κάνει άλλες ερωτήσεις, γιατί θυμόταν πώς είχε αντιδράσει παλιότερα. Δεν ήταν από τους άντρες που θα ήθελες να τους εναντιωθείς. Απόδειξη το πώς της είχε φερθεί αρχικά, αν και καταλάβαινε πλέον ότι είχε επιδείξει και μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Παρ’ όλο που δεν εί103


Η αιχμάλωτη Λαίδη χε ξεσπάσματα οργής, ο θυμός του θα πρέπει να ήταν τρομερά επικίνδυνος έτσι και φούντωνε. Ρίχνοντάς του μια κλεφτή ματιά, η Άσλιν δυσκολεύτηκε να φανταστεί το ήρεμο πρόσωπό του οργισμένο, ωστόσο ήξερε πως έκρυβε ισχυρά πάθη: πάθος για πόλεμο και πάθος για εκδίκηση. Τα φαντάσματα του παρελθόντος στοίχειωναν τους ζωντανούς. Ο χιονισμένος αγρός με τα πτώματα ξανάρθε στη μνήμη της και τρεμούλιασε μέσα της. *** Ξέροντας ότι δε θα επαναλαμβανόταν το χτεσινό δείπνο, η Άσλιν αποτόλμησε να κατέβει στη σάλα εκείνο το βράδυ. Από τη μια χαιρόταν και από την άλλη την πτοούσε η ιδέα. Απ’ ό,τι είχε δει, ήταν φανερό ότι το δείπνο στη σάλα δε θα ήταν εύκολη εμπειρία. Εξάλλου, ήταν χώρος των αντρών και ο Ίαν δεν την είχε καλέσει. Αλλά ούτε της είχε απαγορέψει να πάει. Προηγουμένως ήταν αρκετά φιλικός μαζί της· θα την ήθελε όμως σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο; Αν την έδιωχνε, πώς θα αντιμετώπιζε τον εξευτελισμό; Για αρκετή ώρα δίστασε, μα τελικά μάζεψε το κουράγιο της και κατέβηκε. Ο Ίαν ήταν ήδη εκεί μαζί με πολλούς από τους άντρες του. Η Άσλιν κοντοστάθηκε στην πόρτα με αγωνία, γιατί ήταν η μόνη γυναίκα στην αίθουσα. Ωστόσο, δεν ήταν πλέον η αρχόντισσα του σπιτιού; Στη σκέψη αυτή, ανασήκωσε το πιγούνι της και διέσχισε την αίθουσα προς το σύζυγό της. *** Καθώς την αντιλήφθηκαν οι άντρες, οι κουβέντες έπαψαν και όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της. Η ανησυχία της μεγάλωσε. Ο Ίαν κοίταξε γύρω του και για μια στιγμή έδειξε να ξαφνιάζεται που την είδε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Άραγε θα έβρισκε ενοχλητική την παρουσία της και θα την έδιωχνε; Εκείνος, όμως, σηκώθηκε, την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε 104


Κεφάλαιο 6 στην καρέκλα δίπλα του. Η Άσλιν κάθισε ανακουφισμένη και οι κουβέντες ξανάρχισαν γύρω τους. «Δεν την περίμενα αυτή την τιμή», είπε εκείνος. Η Άσλιν κούνησε το κεφάλι της και ο Ίαν έγνεψε σε έναν υπηρέτη να γεμίσει το κύπελλό της. «Νόμιζα ότι θα προτιμούσες το δωμάτιό σου». «Δύσκολα θα το προτιμούσα». Ο Ίαν θυμήθηκε πόσο λιτή ήταν η επίπλωση στην κάμαρά της και μόρφασε από μέσα του. «Εν πάση περιπτώσει», συνέχισε εκείνη, «το σωστό δεν είναι να τρώμε μαζί;» «Ναι, φυσικά». Η Άσλιν ήπιε μια γουλιά κρασί, νιώθοντας πάνω της το βλέμμα του. Τι να σκεφτόταν άραγε; Να θυμόταν τον πρώτο του γάμο, που τον είχε κάνει από έρωτα; Τουλάχιστον δεν την είχε ντροπιάσει μπροστά στους άντρες του. Ο Ίαν δεν έκανε άλλο σχόλιο κι έπειτα έφτασε το φαγητό και άρχισε να τρώει. Ακολουθώντας το παράδειγμά του, έκανε κι εκείνη το ίδιο. Οι άλλοι άντρες την αγνοούσαν, αν κι αντιλήφθηκε μια δυο κλεφτές ματιές προς το μέρος της. Κοίταξε λυπημένα τα ταπεινά της ρούχα. Δεν ήταν αυτή ενδυμασία γυναίκας με ευγενή καταγωγή. Ωστόσο, βάζοντάς τη να καθίσει δίπλα του, ο Ίαν είχε εδραιώσει σιωπηρά τη θέση της. Μπορεί να μην ήταν η Ελοΐζ, αλλά ήταν η σύζυγός του και θα την αποδέχονταν ως αρχόντισσά τους. Μικρό βήμα, αλλά σημαντικό. Όρθωσε την πλάτη της. Μπορεί να μην ήταν αρχοντικά ντυμένη, αλλά τουλάχιστον μπορούσε να φερθεί αρχοντικά. *** Μόνο αφού τελείωσαν το φαγητό, ο Ίαν της έδωσε ξανά την προσοχή του. Η Άσλιν είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν την είχε ξεχάσει. Ήταν συνηθισμένη σε κουβέντες και φιλικά πειράγματα στο τραπέζι και η σιωπή του την ανησυχούσε λίγο. Όταν πήρε την καράφα του κρασιού και την έτεινε 105


Η αιχμάλωτη Λαίδη προς το κύπελλό της, του έγνεψε καταφατικά, κάπως έκπληκτη. Ώστε δεν την έδιωχνε ακόμα. Ίσως να μιλούσαν λίγο. Οι προηγούμενες συζητήσεις τους της είχαν κεντρίσει την περιέργεια, αλλά ο Ίαν ήταν ακόμα μεγάλο μυστήριο γι’ αυτή. Μάζεψε, λοιπόν, το κουράγιο της και τον ρώτησε: «Πόσον καιρό είσαι ο άρχοντας του Γκλενγκάρον;» «Πέντε χρόνια». «Φανταζόμουν περισσότερα, από τότε που γύρισες από τη Γαλλία». «Δεν επέστρεψα στο Γκλενγκάρον τότε». Έκανε μια παύση. «Προσέφερα αλλού τις υπηρεσίες του σπαθιού μου». «Μα η σύζυγός σου; Δεν ήταν μαζί σου;» «Η Ελοΐζ πέθανε στη Γαλλία. Γύρισα μόνος μου». Υπήρχε ένταση στη φωνή του. Μάλλον θα είχε πεθάνει στη γέννα ή από πυρετό, σκέφτηκε η Άσλιν. Ήταν κάτι συνηθισμένο. Διαισθάνθηκε ωστόσο ότι δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να ρωτήσει περισσότερα και φοβόταν μην τον ψυχράνει. Έτσι, άλλαξε θέμα. «Μπήκες στην υπηρεσία του βασιλιά;» «Ναι. Ο Μάλκομ φρόντιζε να στρατολογεί ικανούς πολεμιστές και μου ανέθεσε πολλά καθήκοντα», αποκρίθηκε εκείνος. «Ήμουν λοιπόν απασχολημένος μέχρι την τελευταία φορά που αρρώστησε ο πατέρας μου και τότε αναγκάστηκα να επιστρέφω». «Το λες σαν να μην ήθελες να επιστρέφεις». «Δεν ήθελα. Δεν ήμαστε δεμένοι με τον πατέρα μου και, αφότου πέθανε η μητέρα μου, που εξομάλυνε τις σχέσεις μας, τα πράγματα χειροτέρεψαν...» Έκανε μια ακαθόριστη χειρονομία. «Το Μαύρο Βουνό δεν ήταν ευχάριστος τόπος για μένα και χάρηκα όταν έφυγα». Η Άσλιν διέκρινε την πίκρα στον τόνο του. Και εν μέρει της θύμισε τη δική της πίκρα. «Συμφιλιωθήκατε τελικά;» «Όχι. Δε συμφωνούσε που υποστήριζα τον Μάλκομ και ψυχραθήκαμε ακόμα περισσότερο. Ήμουν μαζί του στα τελευταία του, αλλά ήταν πια πολύ άρρωστος και δεν μπορούσε να μιλήσει. Ένιωσα όμως ότι το ήθελε». 106


Κεφάλαιο 6 «Κάτι είναι κι αυτό. Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο κι εγώ». Την περιεργάστηκε με περιέργεια. «Τσακώθηκες με τον πατέρα σου;» «Όχι ακριβώς». Ο Ίαν περίμενε· ξαφνικά ήθελε πολύ να μάθει. Η Άσλιν χαμογέλασε θλιμμένα. «Η μητέρα μου παρουσίασε πυρετό λίγο μετά τη γέννησή μου. Ο θάνατός της ήταν φοβερό πλήγμα για κείνον». «Το καταλαβαίνω, αλλά δεν έπρεπε να κατηγορεί εσένα». «Έβαζε τα δυνατά του να μην το κάνει, αλλά δεν κατάφερνε να κρύβει τις σκέψεις του. Ήταν κάτι που υπήρχε πάντα ανάμεσά μας». Αναστέναξε. «Νομίζω ότι γι’ αυτό ήθελε να παντρευτώ τον...» Σώπασε, νιώθοντας πως είχε πει πολλά. «Γι’ αυτό ήθελε να παντρευτώ», διόρθωσε. «Για να μην αναγκάζεται πια να με βλέπει μπροστά του». Ο Ίαν πρόσεξε τη διόρθωση και αναρωτήθηκε τι ήταν έτοιμη να πει. Ωστόσο δεν την πίεσε. Οι εκμυστηρεύσεις δε γίνονται με το ζόρι. Δεν το είχε σκοπό να της μιλήσει για τον πατέρα του, αλλά του είχε βγει αυθόρμητα. Δεν ήταν όμως κακό, γιατί τουλάχιστον έτσι είχε χαθεί η ένταση της προηγούμενης βραδιάς. *** Η Άσλιν αποσύρθηκε λίγο αργότερα, αφήνοντας τους άντρες στη σάλα. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιό της, γδύθηκε και πρόσεξε πάλι πόσο άσχημα ήταν τα ρούχα της. Δεν ήταν πρόβλημα που λυνόταν εύκολα, αφού δεν είχε χρήματα για να αγοράσει υφάσματα, ακόμα κι αν ήξερε πού να τα βρει στην περιοχή. Ο αυτοσεβασμός της δεν της επέτρεπε να ζητήσει χρήματα από τον Ίαν. Προφανώς δεν τον ενοχλούσε το ντύσιμό της, έτσι κι εκείνη δε θα του έλεγε τίποτα. Αν τη σχολίαζαν άλλοι, πρόβλημά τους. Σε τελευταία ανάλυση, τα όμορφα ρούχα ήταν μια έκφραση ματαιοδοξίας. Ωστόσο της έλειπαν. Ήταν ένα ακόμα πράγμα που είχε λάβει ως δεδομένο, όπως το να φαίνεται ελκυστική. Δε θα έπρεπε να τη νοιάζει, παρ’ όλα αυτά την ένοιαζε, ιδίως τώρα. Της ήρθε στο νου το πρόσωπο του Ίαν. Θα άλλαζε τίποτα, ακόμα κι αν ήταν ντυμένη σωστά; Θα την κοιτούσε ποτέ όπως κοι107


Η αιχμάλωτη Λαίδη τούσε κάποτε την Ελοΐζ; Θα μπορούσε να επηρεάσει τις σκέψεις του; Μάλλον απίθανο, και αυτό της έριχνε το ηθικό. Αναστενάζοντας, ξάπλωσε στο κρεβάτι κάτω από τις γούνες για να ζεσταθεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν έλεγε να την πάρει ο ύπνος και για κάμποση ώρα ήταν ξύπνια, ακούγοντας τον άνεμο στην καμινάδα. Σκέφτηκε πόσο διαφορετική ήταν η κάμαρά της στο Χέσλινγκφιλντ και ανατρίχιασε. Ξαναθυμήθηκε την οικογένειά της και ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Την τελευταία φορά που είχε νιώσει έτσι βρισκόταν στο πατάρι ενός αχυρώνα και την είχε παρηγορήσει ο Ίαν. Η θύμηση της αγκαλιάς του έκανε πιο έντονο το αίσθημα της μοναξιάς. Προσπάθησε να διώξει τον κόμπο από το λαιμό της, μα αυτός μεγάλωσε κι άλλο, κόντεψε να την πνίξει. Έκρυψε τότε το πρόσωπό της στις γούνες κι άρχισε να κλαίει με σπαραχτικούς λυγμούς. *** Ο Ίαν άφησε τους άντρες του στην οινοποσία τους και ανέβηκε τη σκάλα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε διάθεση να πιει, γιατί ήταν αλλού ο νους του. Η εμφάνιση της Άσλιν στο τραπέζι του είχε θυμίσει έντονα πως είχε αλλάξει η ζωή του. Παρ’ όλο που δεν τον είχε ενοχλήσει η άφιξή της, ήταν ειλικρινής όταν έδειξε ότι δεν την περίμενε η παρουσία της ήταν αναπάντεχη και παραδόξως εντυπωσιακή και αξιοπρεπής. Δε θα της ήταν εύκολο να προσαρμοστεί στην καινούρια της ζωή στο Μαύρο Βουνό. Αν και δεν του είχε πει τίποτα, ο Ίαν διαισθανόταν ότι της έλειπε το σπίτι της. Και το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Το Χέσλινγκφιλντ είχε χαθεί για πάντα. Μόνο μια μικρή ελπίδα έμενε. Έφτασε στην κρεβατοκάμαρά του και άρχισε να γδύνεται, όταν άκουσε έναν αμυδρό ήχο από το διπλανό δωμάτιο. Σμίγοντας τα φρύδια του, πλησίασε στην ενδιάμεση πόρτα και αφουγκράστηκε. Ήταν φανερό ότι η Άσλιν έκλαιγε με λυγμούς, που τον στενοχώρησαν αφάνταστα. Για μια στιγμή στάθηκε αναποφάσιστος. Ακούμπησε το χέρι του στο πόμολο της πόρτας, αλλά τελικά το άφησε αναστενάζοντας και συνέχισε να γδύνεται. Για αρκετή ώρα έμεινε ξαπλωμένος μες στο σκοτάδι, ακούγοντας τους λυγμούς της από την άλλη μεριά της πόρτας. Ήθελε να πάει να την παρηγορήσει, αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε. Όχι ακόμα. Ήταν πια καιρός να ξε108


Κεφάλαιο 6 σπάσει και να ξαλαφρώσει. Μες στους γοερούς λυγμούς της διέκρινε όλο το φόβο και τον πόνο που έκρυβε πίσω από τη θαρραλέα συμπεριφορά της. Ο Ίαν το περίμενε από καιρό αυτό το ξέσπασμα, αλλά δεν είχε φανταστεί ότι θα ήταν τόσο έντονο. Ούτε πόσο θα τον στενοχωρούσε. *** Η Άσλιν ξύπνησε αργά, με το κεφάλι βαρύ και τα μάτια της κόκκινα και πρησμένα. Απρόθυμα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε. Ύστερα έπλυνε τα μάτια της με κρύο νερό. Μόλις τελείωσε, εμφανίστηκε η Μόραγκ με το πρωινό. Το άφησε στο τραπέζι και την κοίταξε με έγνοια. «Είστε καλά, αρχόντισσά μου;» «Λίγο πονοκέφαλο έχω», της απάντησε η Άσλιν. «Δεν κοιμήθηκα καλά χτες το βράδυ». «Θέλετε να σας φέρω κάτι;» «Όχι, ευχαριστώ. Σύντομα θα συνέλθω». Η Μόραγκ δεν έδειξε να πείθεται, όμως δεν την πίεσε. Όταν έφυγε, η Άσλιν συγκέντρωσε την προσοχή της στο φαγητό, μα ύστερα από μια μπουκιά εγκατέλειψε την προσπάθεια. Της είχε κοπεί εντελώς η όρεξη. Σηκώθηκε και στάθηκε για λίγο μπροστά στο τζάκι, με το βλέμμα της στυλωμένο στις φλόγες. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει. «Περάστε». Ο Ίαν άνοιξε την πόρτα και σταμάτησε στο κατώφλι. Για μια στιγμή την κοίταξε σιωπηλός, αλλά και να πρόσεξε κάτι, δεν το σχολίασε. «Καλημέρα, Άσλιν». Τον καλημέρισε κι εκείνη και περίμενε. Από τη μια ευχόταν να φύγει και να την αφήσει μόνη της και από την άλλη ήταν περίεργη να μάθει γιατί είχε έρθει. Τελικά εκείνος προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. «Θα ήθελα να έρθεις μαζί μου, κορίτσι μου. Επιθυμώ να σου δείξω κάτι». 109


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Τι πράγμα;» «Θα δεις». Έτοιμη ήταν να αρνηθεί κι εκείνος το κατάλαβε. «Σε παρακαλώ», της είπε. «Είναι μυστικό;» «Αν έρθεις μαζί μου, όλα θα ξεκαθαρίσουν». Η Άσλιν σηκώθηκε τελικά και πήγε κοντά του. Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Ίαν την οδήγησε στον από κάτω όροφο. Αφού προχώρησε για λίγο σε ένα διάδρομο, σταμάτησε έξω από μια πόρτα. Η Άσλιν τον κοίταξε ερωτηματικά, εκείνος όμως δεν της εξήγησε τίποτα, μόνο άνοιξε την πόρτα και παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Το δωμάτιο ήταν μικρότερο από το δικό της και η επίπλωση ακόμα πιο λιτή, ήταν όμως καθαρό και μια ζωηρή φωτιά έκαιγε στο τζάκι. Μια ηλικιωμένη γυναίκα καθόταν στην άκρη ενός κρεβατιού στο βάθος. Σήκωσε το βλέμμα της όταν τους άκουσε να μπαίνουν και τους χαιρέτησε με ένα νεύμα. Ο Ίαν της είπε λίγα λόγια στα γαελικά και εκείνη απάντησε στην ίδια γλώσσα. Η Άσλιν δεν έδωσε σημασία. Κοιτούσε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένος ένας άντρας, προφανώς κάποιος από τους τραυματίες που είχαν μεταφερθεί στο Μαύρο Βουνό μετά τη μάχη με τους Νορμανδούς. Έπειτα αντιλήφθηκε ότι μιλούσε πάλι ο σύζυγός της, στα αγγλικά αυτή τη φορά. «Πώς είναι σήμερα ο ασθενής, Μεγκ;» «Λίγο καλύτερα, άρχοντά μου. Έχει τις αισθήσεις του, αν και είναι ακόμα πολύ αδύναμος». Η Άσλιν τους κοίταξε και τους δυο με απορία. Ο Ίαν την έπιασε από τον αγκώνα και την τράβηξε πιο μέσα στο δωμάτιο. Όταν έφτασαν δίπλα στο κρεβάτι, εκείνη κοίταξε τον τραυματία. Ήταν πολύ ωχρός και είχε γένια πολλών ημερών στο πρόσωπό του, στο ίδιο καστανόξανθο χρώμα με τα μαλλιά που ξεπρόβαλλαν από τον επίδεσμο στο κεφάλι του. Τα μάτια του ήταν βαθυγάλανα και την κοιτούσαν τώρα σαν να έβλεπαν φάντασμα. Η Άσλιν έμεινε για μια στιγμή αποσβολωμένη και το πρόσωπό της χλόμιασε. «Μπαν;» 110


Κεφάλαιο 6 «Άσλιν;» Η φωνή, αν και αδύναμη, της ήταν γνώριμη. «Είσαι στ’ αλήθεια εσύ;» «Μπαν!» Κι αμέσως βρέθηκε δίπλα του και βάλθηκε να χαϊδεύει με τρεμάμενα χέρια το πρόσωπο, το στήθος, τα χέρια του. «Νόμιζα πως είχες πεθάνει. Και ότι δε θα σε ξανάβλεπα ποτέ σε τούτο τον κόσμο». «Παραλίγο να πεθάνω. Ευτυχώς που με πέρασαν για νεκρό οι Νορμανδοί, αλλιώς θα με είχαν αποτελειώσει». Μη μπορώντας να το πιστέψει, η Άσλιν κοίταξε τους επιδέσμους στα πλευρά και τον ώμο του και τον άλλο στο κεφάλι του. Για μια στιγμή δεν είπε τίποτα κι ύστερα ξέσπασε σε κλάματα. Η ηλικιωμένη γυναίκα τής έπιασε παρήγορα το μπράτσο. «Σου ήρθε πολύ απότομα, κορίτσι μου. Αλλά ήταν ευχάριστη η έκπληξη, φαντάζομαι». Η Άσλιν είχε χάσει τη μιλιά της και βάλθηκε να κλαίει ακόμα πιο δυνατά. «Θα έπρεπε να χαίρεσαι», της είπε ο Μπαν. «Γιατί μου φαίνεται ότι θα με πνίξεις όπως πας και θα αποτελειώσεις ό,τι δεν κατάφεραν οι Νορμανδοί». Η Άσλιν έβγαλε ένα τρεμάμενο γέλιο και προσπάθησε να σκουπίσει τα δάκρυά της με το ένα της χέρι. Με το άλλο κρατούσε σφιχτά το δικό του, λες και φοβόταν μην εξαφανιστεί ξαφνικά. Ο Μπαν την περιεργάστηκε για λίγο κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στον άντρα δίπλα της. «Πιστεύω ότι πρέπει να σε ευχαριστήσω που μου έσωσες τη ζωή». «Σε άλλους αξίζουν οι ευχαριστίες σου». «Μπορώ να μάθω ποιος είσαι και πώς βρίσκεται εδώ η αδερφή μου;» «Είμαι ο Ίαν Μακάλπιν του Γκλενγκάρον». Κατάλαβε ότι ο Μπαν αναγνώρισε αμέσως το όνομά του. «Γνώρισα την αδερφή σου τυχαία, όταν έτρεχε να γλιτώσει από τους Νορμανδούς. Από τότε μου έχει κάνει την τιμή να γίνει γυναίκα μου». «Γυναίκα σου;» Ο Μπαν τον κοίταξε αποσβολωμένος κι έπειτα το βλέμμα του γύρισε αμέσως στην αδερφή του. Για πρώτη φορά πρόσεξε τις αχνές μελανιές στο πρόσωπό της και τα μάτια του μισόκλεισαν καχύποπτα. «Σ’ έχει χτυπήσει, Άσλιν;» 111


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Όχι, ασφαλώς όχι!» του είπε. «Τις μελανιές τις απέκτησα χάρη σ’ ένα Νορμανδό άρχοντα». «Μα πώς και παντρεύτηκες; Και μάλιστα αυτόν;» Η Άσλιν διέκρινε τον πόνο στα μάτια του. «Είναι μεγάλη ιστορία, Μπαν, ας την αφήσουμε για άλλη φορά». «Ναι, για άλλη φορά», παρενέβη η Μεγκ. «Θα έχετε αρκετό χρόνο να τα πείτε. Στο μεταξύ, το παλικάρι πρέπει να ξεκουραστεί για να ξαναβρεί τις δυνάμεις του». Η Άσλιν έκανε να σηκωθεί, μα ο Μπαν την κράτησε. «Θα ξαναρθείς;» «Φυσικά θα ξαναρθώ». Του χαμογέλασε. «Τόσο γρήγορα νομίζεις ότι θα σε παρατούσα;» Εκείνος άφησε το χέρι της και η Άσλιν ακολούθησε απρόθυμα τον Ίαν, ρίχνοντας ματιές πίσω της. Αλλά, μόλις έκλεισε η πόρτα, γύρισε χλομή προς το μέρος του. «Τόσο καιρό το ήξερες ότι ζει και δε μου είπες τίποτα». Της ξέφυγε ένας λυγμός. «Πώς μπόρεσες;» «Άσλιν, δεν...» «Πίστευα ότι είχαν πεθάνει όλοι οι αγαπημένοι μου και με άφησες να το πιστεύω, ενώ μπορούσες να μου πεις κάτι». «Δεν ήταν έτσι, σου το ορκίζομαι». «Τι σόι άνθρωπος είσαι, Ίαν, για να μπορείς να κάνεις τέτοιο πράγμα;» «Θα με αφήσεις τουλάχιστον να μιλήσω πριν με καταδικάσεις;» Η Άσλιν δάγκωσε τα χείλη της. Εκείνος κοίταξε το χλομό, δακρυσμένο της πρόσωπο και περίμενε. Τελικά του έγνεψε καταφατικά. «Πολύ καλά. Πες ό,τι θέλεις να πεις». «Οι άντρες μου κι εγώ περάσαμε από το Χέσλινγκφιλντ λίγο μετά τους Νορμανδούς». Βλέποντας την έκφρασή της, κούνησε το κεφάλι του. «Ήταν ενώ ερχόμασταν βόρεια. Ο Φέργκους και ο Ντούγκαλ βρήκαν τον αδερφό σου ανάμεσα στους νεκρούς. Ήταν αναίσθητος, αλλά ανάσαινε. Δεν είχαμε ιδέα ποιος ήταν, μόνο πως ήταν μισοπεθαμένος και σίγουρα όχι Νορμανδός. Τον φροντίσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε και τον βάλαμε 112


Κεφάλαιο 6 στην άμαξα. Μόνο όταν σε άκουσα να μιλάς για τον αδερφό σου κατάλαβα πως ήταν αυτός. Και πάλι όμως δεν είπα τίποτα, γιατί νόμιζα ότι θα πέθαινε και δεν ήθελα να τον χάσεις ξανά. Αρκετά είχες τραβήξει». Έκανε μια παύση. «Αν δεν έπραξα σωστά, λυπάμαι πολύ. Σε παρακαλώ, πίστεψέ το», πρόσθεσε έπειτα. Για λίγη ώρα εκείνη παρατηρούσε αμίλητη την έκφρασή του. Φανέρωνε μεταμέλεια και ειλικρίνεια. Έπειτα πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. «Το πιστεύω ότι έκανες αυτό που θεωρούσες καλύτερο», του είπε τελικά, «αλλά δεν είχες το δικαίωμα να το αποφασίσεις εσύ». Τα γαλανά μάτια της γέμισαν πάλι δάκρυα. «Αν σε στενοχώρησα, κορίτσι μου, λυπάμαι πραγματικά». Ο τόνος του ήταν ειλικρινής και η Άσλιν ήθελε να το πιστέψει, αλλά ήταν τόσο ταραγμένη, ώστε δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τα δάκρυά της. Άρχισε να κλαίει και τότε ένιωσε τα χέρια του γύρω της να τη σφίγγουν στην αγκαλιά του. «Σσσ, κορίτσι μου, μην κλαις. Έλα, μην κλαις». Σιγά σιγά ο Ίαν την ένιωσε να χαλαρώνει καθώς έκλαιγε πάνω στον ώμο του με λυγμούς. Για λίγη ώρα απόμειναν έτσι και την άφησε να ξαλαφρώσει. Τελικά τα δάκρυά της υποχώρησαν και όταν σήκωσε το κεφάλι της τον είδε να την κοιτάζει με έγνοια. «Φέρθηκα ανόητα. Συγχώρεσέ με, Άσλιν». Έπρεπε να της το είχε πει από καιρό, συνειδητοποίησε ο Ίαν. Προσπαθώντας να τη γλιτώσει από τον πόνο, την είχε πονέσει πολύ περισσότερο. Αυτό που δεν περίμενε, όμως, ήταν ότι θα τον πονούσαν τόσο τα δάκρυά της. Εκείνη πήρε άλλη μια τρεμάμενη ανάσα, πασχίζοντας να μιλήσει, γιατί ο λαιμός της είχε κλείσει από τη συγκίνηση. Ξαφνικά ζαλίστηκε και άρχισε να καταρρέει. Εκείνος πέρασε το ένα του χέρι στη μέση της και άλλο το κάτω απ’ τα γόνατα και τη σήκωσε με ευκολία. Έπειτα τη μετέφερε στο δωμάτιό του και την απόθεσε μαλακά σε μια πολυθρόνα δίπλα στη φωτιά. Βλέποντας πόσο χλομή ήταν, τη σκέπασε με το μανδύα του κι έπειτα έβαλε κρασί σε ένα κύπελλο, το ζέστανε λίγο και της το έδωσε. «Πιες» 113


Η αιχμάλωτη Λαίδη Η Άσλιν το πήρε υπάκουα. Ήπιε μερικές γουλιές από το ζεστό υγρό κι εκείνος ανακουφίστηκε βλέποντας τα μάγουλά της να ξαναβρίσκουν κάπως το χρώμα τους. «Έτσι μπράβο». Αφού βεβαιώθηκε ότι συνερχόταν, έβαλε και εκείνος λίγο κρασί, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. Ή Άσλιν πρόσεξε τότε για πρώτη φορά το περιβάλλον και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν στο δωμάτιό του, εκεί που είχαν δειπνήσει μαζί το πρώτο της βράδυ στο Μαύρο Βουνό. Αυτό της προξένησε ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Ίαν, που την παρατηρούσε προσεχτικά, το μάντεψε. Ήταν ήδη αρκετά ταραγμένη και πριν από τη συνταρακτική της ανακάλυψη. «Έλπιζα ότι θα χαιρόσουν, αλλά βλέπω ότι σου ήρθε πολύ απότομα. Έπρεπε να σε είχα προετοιμάσει», της είπε. «Μου ήρθε απότομα», συμφώνησε εκείνη, «αλλά, όπως είπε η Μεγκ, ήταν ευχάριστη έκπληξη. Απλώς δεν άντεξα τη συγκίνηση τόσο σύντομα ύστερα από... ύστερα απ’ όλα τ’ άλλα». Ο Ίαν έσφιξε το σαγόνι του. «Όλα τ’ άλλα» θα ήταν βαρύ φορτίο για οποιονδήποτε, πόσο μάλλον για ένα ευαίσθητο κορίτσι. «Δεν ήθελα να σου προξενήσω κι άλλα δάκρυα, Άσλιν». «Το ξέρω. Είναι που ανακάλυψα ότι τελικά δεν είχα χάσει τους πάντες». Έκανε μια παύση. «Με τον Μπαν ήμαστε πάντα πολύ δεμένοι. Με περνάει μόλις ένα χρόνο». «Σου μοιάζει κιόλας». «Έχουμε ίδια μαλλιά και ίδια μάτια», συμφώνησε εκείνη. «Είναι οικογενειακό μας». «Είναι ωραίος νέος και γενναίος, πιστεύω». «Πάντα ήταν. Τίποτα δεν τον σταματούσε όταν αποφάσιζε να κάνει κάτι, όσο παράτολμο ή επικίνδυνο κι αν ήταν». «Κι εσύ ήσουν μαζί του, αν δεν κάνω λάθος». Τα λόγια του την έκαναν να χαμογελάσει αχνά και το βλέμμα της μαλάκωσε καθώς κοιτούσε τη φωτιά. Ο Ίαν αναρωτήθηκε τι θύμηση να είχε έρθει στο νου της. Ήθελε να μάθει πάρα πολλά, αλλά δε θα την πίεζε 114


Κεφάλαιο 6 ακόμα να του πει. Ήταν επιφυλακτική μαζί του και με το δίκιο της. Έμεινε, λοιπόν, σιωπηλός και περίμενε. «Είχαμε πολλές περιπέτειες όταν ήμαστε παιδιά, συχνά προς μεγάλη δυσαρέσκεια του πατέρα μας. Αλλά αυτό δε μας σταματούσε. Άξιζε τον κόπο, ακόμα κι αν τρώγαμε ξύλο. Και τρώγαμε, γιατί μπορεί ο πατέρας μας να μην ήταν κακός άνθρωπος, ήταν όμως αυστηρός. Δεν ανεχόταν πολλά πράγματα, είχε τα όριά του». «Κι εσείς τα ξεπερνούσατε». «Συχνά. Και πολλές φορές τη γλιτώναμε. Ο πατέρας μου έλεγε ότι ήμουν τρελοκόριτσο και ότι μου χρειαζόταν...» Σώπασε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν λίγο. «Τι σου χρειαζόταν;» Η Άσλιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κι εκείνος αναρωτήθηκε τι ήταν έτοιμη να πει, αλλά δεν ήθελε να τη διακόψει ξανά τώρα που είχε αρχίσει να του μιλάει. Της έβαλε κι άλλο κρασί. Εκείνη το ήπιε όλο και η ευχάριστη ζεστασιά του απλώθηκε μέσα της. Του έριξε μια κλεφτή ματιά, γιατί θυμόταν πολύ καλά τι είχε πει κάποτε ο πατέρας της πάνω στην αγανάκτησή του: Σου χρειάζεται χαλινάρι, κορίτσι μου, και θα βρεθεί κάποτε ο άντρας που θα σ’ το περάσει. Σου χρειάζεται σύζυγος και μάλιστα αυστηρός. Θα του φαινόταν άραγε αστείο αν μάθαινε ότι είχε βγει αληθινή η πρόβλεψή του, τουλάχιστον εν μέρει; Ίσως, αλλά ποτέ δε θα φανταζόταν ότι θα παντρευόταν η κόρη του τον άρχοντα του Γκλενγκάρον. «Ο πατέρας μου και ο μεγαλύτερος αδερφός μου πολέμησαν στο Χέιστινγκς», συνέχισε η Άσλιν. «Όταν χάθηκε η μάχη, κατάφεραν να ξεφύγουν και να γυρίσουν σπίτι. Και οι δυο αδερφοί μου ονειρεύονταν ότι θα ανατρεπόταν κάποτε η τυραννία των Νορμανδών, αλλά ο πατέρας μου το θεωρούσε ανόητο όνειρο. Έλεγε ότι οι Νορμανδοί δε θα φύγουν ποτέ. Δεν επέτρεψε στον Έθελρεντ και τον Μπαν να αναμειχτούν στην εξέγερση κατά των αντρών του Ντε Κόμιν». Έκανε μια παύση. «Καλύτερα να τους το επέτρεπε. Τουλάχιστον τότε δε θα είχε καεί το Χέσλινγκφιλντ χωρίς λόγο». Ο Ίαν διέκρινε την πίκρα στον τόνο της. Με το δίκιο της αισθάνεται 115


Η αιχμάλωτη Λαίδη πίκρα, σκέφτηκε. «Τους Νορμανδούς δεν τους νοιάζει αν είναι κανείς αθώος ή ένοχος», της απάντησε. «Ό,τι έκαναν στο Χέσλινκφιλντ, το κάνουν σε όλη τη χώρα από την Υόρκη ως το Ντέραμ. Ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής θέλει να συντρίψει τη Νορθάμπρια». «Γιατί; Για να γίνει βασιλιάς σε νεκροταφείο;» «Για να δείξει ότι δε θα επιτρέψει να αψηφά κανείς την εξουσία του». «Το μόνο που καταφέρνει είναι να τον μισήσει ο κόσμος ακόμα περισσότερο». «Ναι. Αλλά και να τον φοβάται περισσότερο». «Πρέπει να εμπνέει φόβο κανείς για να κυβερνά;» «Ναι, πρέπει, μα δε χρειάζεται να καταφεύγει στις ωμότητες που κάνουν με ευχαρίστηση οι Νορμανδοί». Η Άσλιν σώπασε σκεφτική. Ο Ίαν παρατήρησε ότι δεν έτρεμε πια και ότι είχε χαλαρώσει κάπως χάρη στη ζεστασιά από το τζάκι και το ποτό. Ο γούνινος μανδύας είχε γλιστρήσει από τους ώμους της και τα καστανόξανθα μαλλιά της είχαν πάρει μια κοκκινωπή λάμψη στο φως της φωτιάς, που τόνιζε την ομορφιά τους. Ο Ίαν ήθελε να τα χαϊδέψει, να τυλίξει τα μπράτσα του γύρω της, να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να διώξει τον πόνο της με φιλιά. Ωστόσο δεν έκανε τίποτα. Ο δεσμός τους ήταν ακόμα εύθραυστος και δεν ήθελε να κάνει κάτι που μπορεί να τον κατέστρεφε. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε με περιέργεια. «Εσένα σε φοβούνται οι άντρες σου;» «Δεν έχουν λόγο να με φοβούνται». «Μα δε σου εναντιώνονται». «Γι’ αυτό δεν έχουν λόγο να με φοβούνται». Η απάντησή του την έκανε να χαμογελάσει. «Και αυτοί που σου εναντιώνονται;» «Το κάνουν μόνο μία φορά». Η Άσλιν ρίγησε μέσα της, αλλά όχι μόνο από φόβο. Ήταν το ίδιο συναίσθημα που την κυρίευε παλιά, όταν ετοιμάζονταν με τον Μπαν για άλλη μια παράτολμη περιπέτεια. Ανησυχία, αλλά και κάτι άλλο: έξαψη που θα 116


Κεφάλαιο 6 έκαναν κάτι επικίνδυνο και απαγορευμένο. Κοιτάζοντας τώρα τον Ίαν, σκέφτηκε ότι το πρόσωπό του δεν ήταν απλώς εντυπωσιακό όπως το θεωρούσε ως τότε. Η έκφραση στα μαύρα μάτια του είχε κάτι που την τάραζε. Αναστατωμένη από την κατεύθυνση που έπαιρναν οι σκέψεις της, αποφάσισε ότι την είχε επηρεάσει το κρασί και γύρισε τη συζήτηση σε πιο ακίνδυνα θέματα. «Πότε μπορώ να ξαναδώ τον Μπαν;» «Αύριο. Όσο θα δυναμώνει, θα μπορείς να τον βλέπεις για μεγαλύτερα διαστήματα». «Πόσο καιρό ήταν αναίσθητος;» «Αρκετές μέρες. Και μετά παραληρούσε από τον πυρετό. Ακόμα και η Μεγκ νόμιζε ότι δε θα ζούσε». Η Άσλιν ένιωσε ανακούφιση και ευγνωμοσύνη. Την είχε πληγώσει που δεν της είχε πει για τον αδερφό της, αλλά το είχε κάνει καλοπροαίρετα, όχι από κακία. Η Άσλιν το καταλάβαινε πλέον. Η έκπληξή της που είχε βρει τον Μπαν ζωντανό, σε συνδυασμό με όλες της τις ανησυχίες, την είχε κάνει να αντιδράσει υπερβολικά. Και ένιωσε τύψεις. Η πραγματικότητα ήταν ότι ο Ίαν της είχε δώσει πίσω τον αδερφό της, ένα αναπάντεχο δώρο ανεκτίμητης αξίας. «Δε σε ευχαρίστησα που έσωσες τον Μπαν, αλλά σε ευχαριστώ τώρα. Ολόψυχα». Ο τόνος της ήταν τρυφερός, το ίδιο και το βλέμμα της. Και ειλικρινής, πράγμα που τον ζέστανε περισσότερο κι από το κρασί. «Καλύτερα να ευχαριστήσεις τον Φέργκους και τον Ντούγκαλ. Εκείνοι τον βρήκαν». «Εσύ όμως αποφάσισες να μην εγκαταλείπετε ποτέ τραυματίες», του απάντησε. «Και εσύ έβαλες να τον φέρουν εδώ και να τον φροντίσουν. Αλλιώς δε θα είχε ζήσει». «Και χαίρομαι πολύ που έζησε, κορίτσι μου». «Τού φέρθηκες με πολλή καλοσύνη. Περισσότερη απ’ ό,τι θα φανταζόμουν». «Δηλαδή δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι έχουν καλοσύνη οι απολίτιστοι Σκοτσέζοι;» 117


Η αιχμάλωτη Λαίδη Εκείνη κοκκίνισε ελαφρά. «Οι ιστορίες που λέγονται για σένα σε παρουσιάζουν διαφορετικά». «Α, και τι ιστορίες είναι αυτές;» «Ιστορίες για φόνους και απαγωγές, βιασμούς και ληστείες». «Είναι αλήθεια ότι έχω σκοτώσει πολλούς άντρες, αλλά πάντα στη μάχη. Όλοι οι πολεμιστές γνωρίζουν ότι μπορεί να σκοτωθούν», της απάντησε. «Έχω απαγάγει, αλλά ήταν άντρας. Ο πατέρας του αθέτησε μια εμπορική συμφωνία μας και αναγκάστηκα να βρω άλλο τρόπο για να πάρω ό,τι μου όφειλε. Έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες, αλλά δε βίασα καμία. Όσο για τα υπόλοιπα, τα ομολογώ, πάντα όμως έπαιρνα μόνο από όσους είχαν άφθονα αγαθά». «Χαίρομαι που έχεις τόσο ακλόνητες ηθικές αρχές». «Ίσως είναι διαφορετικές απ’ αυτές που έχεις συνηθίσει, κορίτσι μου, αλλά δεν μπορείς να με κατηγορήσεις για ατιμία». «Αυτό είναι αλήθεια». Η Άσλιν σηκώθηκε στις μύτες και τον φίλησε στο μάγουλο. «Και σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου που έσωσες τον Μπαν». Τα μαύρα μάτια του αντάμωσαν τα δικά της. «Δε χρειάζεται να με ευχαριστείς, Άσλιν. Αν είναι να με φιλήσεις, θα προτιμούσα να με φιλήσεις γιατί το θέλεις».

118


Κεφάλαιο 7 Τις επόμενες μέρες η Άσλιν έμενε κοντά στον Μπαν όσο το δυνατόν περισσότερο, αν και πρόσεχε να μην τον κουράζει. Ήταν ακόμα πολύ αδύναμος, αλλά τα μάγουλά του είχαν ξαναβρεί το χρώμα τους. Επιπλέον, είχε αρχίσει να τρώει και μέχρι το τέλος της βδομάδας καθόταν στο κρεβάτι ακουμπισμένος σε μαξιλάρια. Τις πρώτες μέρες δεν είχαν μιλήσει πολύ, τους ευχαριστούσε να βρίσκονται απλώς μαζί. Αργότερα, καθώς ανακτούσε τις δυνάμεις του, μιλούσαν περισσότερο, για κοινότοπα πράγματα και χαίρονταν μόνο που άκουγαν ο ένας τη φωνή του άλλου. Μερικές φορές, όταν εκείνος κοιμόταν, η Άσλιν καθόταν και τον κοιτούσε κι ευχόταν ολόψυχα να αναρρώσει εντελώς. Έτσι, βυθισμένη στις σκέψεις της, καθόταν ένα απόγευμα όταν ξύπνησε ο Μπαν. Τον είδε να χαμογελά. «Ακόμα εδώ είσαι;» «Πού αλλού θα ήμουν;» «Νόμιζα ότι δε θα σε ξανάβλεπα ποτέ». «Κι εγώ το ίδιο». Για λίγη ώρα σώπασαν συγκινημένοι. Ο Μπαν την κοιτούσε μελαγχολικά, γιατί κάτι σκίαζε ακόμα τη χαρά του που είχαν ξανασμίξει. Επέλεξε με προσοχή τα λόγια του. «Είναι ακόμα πολλά πράγματα που θα ήθελα να μάθω, Άσλιν». «Θα σου πω ό,τι θέλεις». «Τότε πες μου τι συνέβη αφού έφυγαν οι Νορμανδοί. Όλα όσα έχασα». «Πολύ καλά. Αλλά να ξέρεις, είναι μεγάλη ιστορία». «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, η Άσλιν άρχισε να του λέει τι είχε τραβήξει στα χέρια του Φισύρ, για την απόδρασή της από τον αχυρώνα και τη 119


Η αιχμάλωτη Λαίδη συνάντησή της με τον Ίαν. Ότι εκείνος την είχε σώσει από το παγωμένο ποτάμι και την πήρε μαζί του κι ότι δεν έμαθε παρά μόνο αργότερα ποιος ήταν. Του είπε για το ταξίδι στο βορρά και για το γάμο της, χωρίς να παραλείψει τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Το πρόσωπό του σκοτείνιαζε καθώς άκουγε και η Άσλιν τον είδε να σφίγγει την κουβέρτα. «Σε ανάγκασε να τον παντρευτείς;» «Με παντρεύτηκε επειδή το διέταξε ο βασιλιάς. Για τον Μάλκομ ήταν η λύση που θα του προξενούσε τους λιγότερους μπελάδες». Η Άσλιν αναστέναξε. «Δεν υπήρχε θέση στο Ντάνφερμλαϊν για μια άπορη κοπέλα χωρίς φίλους και επιπλέον σαξονικής καταγωγής». «Είχες εμένα». «Δεν το ήξερα. Ο Ίαν δε μου το είχε πει, γιατί νόμιζε ότι δε θα ζούσες. Το πιστεύω τώρα πια». «Δε σε πείραξε;» «Όχι. Ίσα ίσα, με έχει προστατεύσει, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής του». Ο Μπαν χαλάρωσε κάπως. «Δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει, Άσλιν. Έχει τη χειρότερη φήμη. Παρ’ όλα αυτά, του είμαι πολύ υποχρεωμένος». «Και οι δυο του είμαστε υποχρεωμένοι». «Έτσι φαίνεται». Ο Μπαν έκανε μια παύση. «Και αν σου έσωσε τη ζωή και σου έχει φερθεί καλά, δεν έχω λόγο να τον θεωρώ εχθρό μου». «Μου έχει φερθεί καλά. Δεν έχω παράπονα». Ο Μπαν κούνησε το κεφάλι του. «Είναι πολύ παράξενο να ακούω τόσο ευχάριστα και δυσάρεστα πράγματα ταυτόχρονα. Ίσως να είναι υπερβολικά όσα λέγονται γι’ αυτόν». «Νομίζω πως μάλλον είναι, αλλά μπορώ να μιλήσω μόνο για ό,τι έχω διαπιστώσει». «Και τι έχεις διαπιστώσει». «Είναι άνθρωπος που κρατάει το λόγο του, ηγέτης, αγωνιστής και ο κόσμος τον ακολουθεί». Ένας άνθρωπος ασυναγώνιστος. «Ζει με τους δικούς του κανόνες, αλλά δεν είναι ανέντιμος». Εκείνος της έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Τον αγαπάς;» 120


Κεφάλαιο 7 Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Τι ακριβώς ήταν η αγάπη, ο έρωτας; Είχε ακούσει να λένε ότι άντεχε στο χρόνο και σε κάθε αντιξοότητα, ότι ήταν ένα πάθος τόσο ισχυρό που δεν το υπερνικούσε ούτε ο θάνατος. Ένα πάθος που η Άσλιν το είχε ονειρευτεί μονάχα. Σαν αυτό που ένιωθε ο Ίαν για την Ελοΐζ. «Τον... εκτιμώ». «Μάλιστα. Πάντως η εκτίμηση είναι καλό θεμέλιο για το γάμο. Λένε ότι τα υπόλοιπα έρχονται με τον καιρό». Η Άσλιν δάγκωσε τα χείλη της. Δε θα του έλεγε ότι ο γάμος της με τον Ίαν θα έμενε μόνο στην εκτίμηση και δε θα πήγαινε ποτέ παραπέρα. Και επειδή είχε πάρει επικίνδυνη τροπή η συζήτηση, άλλαξε θέμα. Παρ’ όλα αυτά, τα λόγια του αδερφού της παρέμειναν για πολλή ώρα στο νου της. Ίσως να την είχαν παρηγορήσει αν δεν ήξερε ήδη ότι το πάθος του συζύγου της ήταν η εκδίκηση. *** Εν αγνοία της Άσλιν, επισκέφτηκε και ο Ίαν τον αδερφό της. Το σκεφτόταν καιρό, αλλά περίμενε να αναρρώσει πρώτα. Ήξερε ωστόσο ότι δεν ενέκρινε το γάμο του με την αδερφή του. Κανονικά δε θα έδινε πεντάρα για τη γνώμη κανενός, αλλά δεν ήταν πια τόσο απλά τα πράγματα. Δε γινόταν να ζει τόσο κοντά στον αδερφό της συζύγου του και να μην έχει καλές σχέσεις μαζί του. Έπρεπε να συμφιλιωθούν. Διάλεξε λοιπόν μια στιγμή που ήξερε ότι η Άσλιν δε θα ήταν εκεί και πήγε να τον δει. Παρ’ όλο που ο Μπαν δεν τον υποδέχτηκε εχθρικά, είχε μια προσεχτικά ουδέτερη έκφραση. Ο Ίαν κατάλαβε ότι τον μελετούσε για να τον κρίνει και έκρυψε ένα χαμόγελο. «Βλέπω ότι είσαι πολύ καλύτερα». «Ναι, ευχαριστώ». Ο τόνος του Μπαν ήταν ευγενικός αλλά ψυχρός. Ο Ίαν έδειξε το σκαμνί όπου καθόταν πριν από λίγο η Άσλιν. «Να καθίσω;» «Όπως επιθυμείς». Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν σιωπηλά σαν πολεμιστές που ζυγιάζουν ο 121


Η αιχμάλωτη Λαίδη ένας τον άλλο. «Πιστεύω ότι υπάρχουν πράγματα που θα θέλεις να μάθεις», του είπε ο Ίαν. «Ρώτησέ με ό,τι θέλεις και θα σου απαντήσω ειλικρινά». Τα γαλανά μάτια του Μπαν τον κοίταξαν για μια στιγμή γεμάτα έκπληξη κι έπειτα ξαναπήραν την ουδέτερη έκφρασή τους. Προφανώς μπορούσε να κρύβει καλύτερα τις σκέψεις του από ό,τι η αδερφή του. Ο Μπαν έγνεψε καταφατικά, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον Ίαν. «Είναι αλήθεια ότι θέλω να σου κάνω ερωτήσεις. Η Άσλιν μου είπε πολλά, αλλά...» «Αλλά;» «Αλλά κάποια πράγματα δε μου τα είπε». Ο Ίαν ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και περίμενε. «Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι χάρηκα ιδιαίτερα όταν έμαθα για το γάμο σας». «Το κατάλαβα». «Αλλά μιλάει θετικά για σένα». Ο Ίαν ίσα που κατάφερε να κρύψει την έκπληξή του. «Μάλλον πιο θετικά απ’ ό,τι πιστεύεις ότι μου αξίζει». «Δεν έχεις και πολύ καλή φήμη». «Αλήθεια είναι». «Παρ’ όλα αυτά, άρχοντά μου, μου είπε ότι της έσωσες τη ζωή και ανέλαβες την προστασία της». Έκανε μια παύση. «Οφείλω να σε ευχαριστήσω γι’ αυτό». «Τιμή μου, πίστεψέ με». Ο Μπαν τον περιεργάστηκε, αλλά δε διέκρινε κανένα ίχνος κοροϊδίας στο ωραίο του πρόσωπο. Και ο τόνος του φαινόταν ειλικρινής. Άραγε από ευγένεια μονάχα ή να νοιαζόταν για την Άσλιν περισσότερο απ’ ό,τι έδειχνε; «Η αδερφή μου κι εγώ είμαστε πολύ δεμένοι. Θέλω να είναι καλά και να γίνει ευτυχισμένη». «Κι εγώ. Σου υπόσχομαι ότι θα φροντίσω για το πρώτο και θα βάλω τα δυνατά μου για το δεύτερο». 122


Κεφάλαιο 7 Ο Μπαν λύγισε κάπως. «Μου είπε ότι της έχεις φερθεί καλά». Και πάλι ο Ίαν έκρυψε την έκπληξή του. Ήταν ευχάριστη έκπληξη. Δεν το περίμενε ότι η σύζυγός του θα επιδείκνυε τέτοια αφοσίωση. Άραγε από ευγνωμοσύνη μονάχα ή είχε αρχίσει να τον βλέπει πιο θερμά τελευταία; Στη σκέψη αυτή, άναψε μέσα του μια φλόγα που δεν περίμενε ότι θα ένιωθε ποτέ ξανά. «Έτσι είπε;» «Ναι». Ο Μπαν δίστασε. «Ομολογώ πως όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο πρόσωπό της, νόμισα...» «Ότι ήμουν εγώ υπεύθυνος;» Ο Μπαν κοκκίνισε. «Ναι. Με συγχωρείς». «Ήταν δικαιολογημένη η υποψία σου, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες». «Μου είπε τι συνέβη στην πραγματικότητα και ότι σκότωσες τους περισσότερους από αυτά τα καθάρματα». «Ναι. Και ήταν πραγματικά ευχαρίστησή μου». Ο τόνος του ήταν απόλυτα ήρεμος, αλλά του Μπαν δεν του διέφυγε η λάμψη που πέρασε από τα μαύρα μάτια του. Και επιβεβαιώθηκε η άποψή του ότι κανείς δεν τα έβαζε ατιμωρητί μαζί του. Όχι ότι εκείνος είχε την πρόθεση να το κάνει. Αντιθέτως, είχε αρχίσει να τον συμπαθεί περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε. Παρά την κακή του φήμη, ο Ίαν είχε μια ευθύτητα που άρεσε στον Μπαν. Όσο για τις ικανότητές του ως πολεμιστή, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Παρ’ όλα αυτά, ο άρχοντας του Γκλενγκάρον του επιφύλασσε άλλη μια έκπληξη. Πήγε στην πόρτα και κάλεσε τον υπηρέτη που περίμενε απ’ έξω. Εκείνος του έδωσε ένα σπαθί μέσα στο θηκάρι του και αποσύρθηκε ξανά. «Πιστεύω πως είναι δικό σου». Ο Ίαν γύρισε το ξίφος και του το έδωσε από τη λαβή. Για μια στιγμή ο Μπαν έμεινε άφωνος. Ύστερα το πήρε με χέρι που έτρεμε και τα γαλανά μάτια του αντάμωσαν τα μαύρα μάτια του Ίαν. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να μπορούσε να μιλήσει με σταθερή φωνή. «Δεν πίστευα ότι θα το ξανάβλεπα ποτέ. Πού το βρήκες; Πώς ήξερες πως ήταν δικό μου;» 123


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Το βρήκαμε δίπλα σου μετά τη μάχη. Έχει ένα γεράκι στη λαβή, οικόσημο του θάνη του Χέσλινγκφιλντ, πιστεύω». «Ναι». Ο Μπαν έσφιξε τη λαβή στην παλάμη του. Για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι αυτός ήταν τώρα ο θάνης, αν και φυγάς. Το σπαθί έγινε ξαφνικά ένα οδυνηρό σύμβολο για όλα όσα είχε χάσει και ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του. Βλέποντας τη συγκινημένη του έκφραση, ο Ίαν μάντεψε τις σκέψεις του. Από την πρώτη στιγμή που είδε το σπαθί, είχε αναγνωρίσει με πόση τέχνη ήταν φτιαγμένο, μα τώρα κατάλαβε πως είχε σημασία που ξεπερνούσε κατά πολύ την ομορφιά του. «Είναι εξαίρετο όπλο. Πίστευα ότι θα σε στενοχωριόσουν πολύ να το χάσεις». Με κάποια προσπάθεια, ο Μπαν κατάφερε να μιλήσει χωρίς να τρέμει η φωνή του. «Πράγματι θα στενοχωριόμουν, άρχοντά μου. Ήταν δώρο από τον πατέρα μου. Σε ευχαριστώ που μου το επέστρεψες». Έκανε μια παύση. «Τώρα σου είμαι διπλά υποχρεωμένος και δεν ξέρω πώς να σου το ανταποδώσω». «Αν θέλεις να μου το ανταποδώσεις, θα γίνεις καλά για να δώσεις χαρά στην αδερφή σου». Ο Μπαν δεν είπε τίποτα, γιατί δεν μπορούσε να εκφράσει ό,τι ένιωθε στην καρδιά του. Τα μαύρα μάτια του Ίαν αντάμωσαν τα δικά του. «Γίνε καλά, Μπαν». Πήγε στην πόρτα, του χαμογέλασε για μια στιγμή κι έφυγε. *** Η Άσλιν έκλεισε την πόρτα της αποθήκης και κοίταξε γύρω της. Ήταν ένα από τα πολλά δωμάτια που είχαν επισκεφτεί όταν την ξενάγησε ο Ίαν στο Μαύρο Βουνό. Κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ξαναρχόταν. Το βλέμμα της πλανήθηκε σε μια στοίβα από άδεια καλάθια και ένα σωρό από παλιά σακιά και σταμάτησε σε μερικά μεγάλα μπαούλα. Αρχικά δεν τους είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία, τώρα όμως της κέντρισαν την περιέργεια. Ήταν βαριά μπαούλα, με σιδερένιες ενισχύσεις και σκουριασμένα 124


Κεφάλαιο 7 μάνταλα, μα η Άσλιν επέμενε και κατάφερε να ανοίξει το πρώτο. Από μέσα έβγαινε μια ευχάριστη μυρωδιά και συνειδητοποίησε πως ήταν στρωμένο με κέδρο. Σύντομα κατάλαβε γιατί. Στο μπαούλο ήταν διπλωμένο ένα υπέροχο ύφασμα ταπετσαρίας. Πέρασε το χέρι της πάνω σε ένα πολύχρωμο κεντητό πουλί και χωρίς να το θέλει της ξέφυγε μια χαρούμενη φωνή. Στα άλλα δυο μπαούλα υπήρχαν παρόμοιες ταπετσαρίες, όλες τους καλοδιατηρημένες με κέδρο. Της Άσλιν της είχε ανοίξει η όρεξη. Ψάχνοντας κι άλλο, βρήκε ένα μεγάλο κι ελαφρώς σκοροφαγωμένο αρκουδοτόμαρο, έναν καθρέφτη από γυαλισμένο μέταλλο με περίτεχνη κορνίζα, ένα ξύλινο παραβάν με σκαλιστά φρούτα και φύλλα και μια κομψή ασημένια καράφα με έξι κύπελλα. Μαγεμένη, πέρασε με θαυμασμό τα δάχτυλά της στην περίτεχνη λαβή και αναρωτήθηκε από πού προέρχονταν. Τέτοια πράγματα έπρεπε να τα χαίρεται κανείς, όχι να είναι κρυμμένα στα μπαούλα. Και θα ομόρφαιναν πολύ τη λιτή της κάμαρα. Βέβαια, θα έπρεπε να ρωτήσει τον Ίαν, σκέφτηκε. Δάγκωσε τα χείλη της και έκλεισε προσεχτικά το μπαούλο. *** Δύο μέρες δίσταζε, μα τελικά αποφάσισε ότι με τη δειλία δε θα λυνόταν ποτέ το πρόβλημα και έτσι πήγε να βρει τον Ίαν. Ήταν απίθανο να τον έβρισκε στην κάμαρά του, γι’ αυτό πήγε στη σάλα, αλλά βρήκε μόνο τους υπηρέτες. Έτσι κι εκείνη κατέβηκε κάτω. Στα μισά της σκάλας άκουσε σαματά που της φάνηκε σαν θόρυβος μάχης. Για μια στιγμή κατατρόμαξε καθώς της ήρθαν στο νου Νορμανδοί με κράνη και αλυσιδωτές πανοπλίες. Αλλά μετά σκέφτηκε λογικά. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά έξω από την πόρτα, διαπίστωσε πως η αυλή ήταν γεμάτη με άντρες που εξασκούνταν στην πάλη και την ξιφομαχία. Στην ατμόσφαιρα αντηχούσαν κλαγγές σπαθιών και φωνές εμπαιγμού ή ενθάρρυνσης. Το βλέμμα της πέρασε γρήγορα από τους παλαιστές στους ξιφομάχους, αναζητώντας το σύζυγό της. Και τότε τον είδε και της κόπηκε η ανάσα. Όπως οι υπόλοιποι άντρες, είχε γδυθεί κι αυτός ως τη μέση, χωρίς να νοιάζεται για το κρύο. Μα η Άσλιν αγνόησε τους υπόλοιπους· όλη της η 125


Η αιχμάλωτη Λαίδη προσοχή είχε στραφεί στον Ίαν. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ το αντρικό σώμα σαν κάτι όμορφο, αλλά είχε κάνει λάθος. Τα μπράτσα και ο κορμός του ήταν σαν σμιλεμένα, τόσο έντονα διαγράφονταν οι μύες του. Οι σκούρες τρίχες στο πλατύ στήθος του συνεχίζονταν σε μια γραμμή προς τα κάτω, τραβώντας το βλέμμα της στη στενή του μέση κι από κει στα μακριά, μυώδη πόδια του. Παρ’ όλο που γνώριζε ήδη πόσο ικανός ήταν, η Άσλιν έπιασε τον εαυτό της να τον παρακολουθεί, υπνωτισμένη από την ευλυγισία, τη δύναμη και τη δεξιοτεχνία του. Ο Ίαν μαχόταν ακούραστα, δοκίμαζε τις ικανότητες του αντιπάλου του, αναζητούσε τις αδυναμίες του και όταν έβρισκε κάποια την εκμεταλλευόταν αμείλικτα. Φέρνοντας στο νου της τα μαθήματά της με τον Μπαν, χαμογέλασε θλιμμένα. Απέναντι σε τέτοια δεξιοτεχνία, οι δικές της ικανότητες ήταν εντελώς ασήμαντες. Θυμήθηκε το επεισόδιο με τους ληστές και κατάλαβε πως είχε σταθεί πολύ τυχερή. Αν δεν τους είχε αιφνιδιάσει, θα την είχαν σουβλίσει. Αν ήταν δίκαιη αναμέτρηση, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο Ίαν θα είχε νικήσει πολύ εύκολα τους αντιπάλους του. Ακόμα και ο Μπαν, που ήταν εξαιρετικός μαχητής, θα δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα μαζί του. Και με τη σκέψη αυτή, την κατέκλυσε μια αναπάντεχη περηφάνια. Στο τέλος του αγώνα ο Ίαν έβαλε το σπαθί στο θηκάρι του και φόρεσε πάλι τη φανέλα και το χιτώνιό του. Η Άσλιν είδε τον Ντούγκαλ να τον πλησιάζει. Αντάλλαξαν λίγα λόγια και μετά πήγαν κοντά τους δυο άλλοι. Σύντομα είχαν πιάσει όλοι μαζί ζωηρή συζήτηση. Κρίνοντας από τις χειρονομίες τους, πρέπει να ανέλυαν την τέχνη της ξιφομαχίας. Κάποια στιγμή είδε τον Ίαν να κοιτάζει γύρω του και το βλέμμα του έπεσε πάνω της. Άραγε θα τον ενοχλούσε η παρουσία της; Η έκφρασή του δεν έδειξε κάτι τέτοιο, τις περισσότερες φορές όμως της ήταν δύσκολο να καταλάβει τις σκέψεις του. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Θα ερχόταν τώρα κοντά της; Το έλπιζε. Οι άντρες του ήδη δεν την έβλεπαν με πολύ καλό μάτι και ίσως να μην τους άρεσε αν πήγαινε εκείνη κοντά του. Παρ’ όλα αυτά ο Ίαν παρέμεινε μαζί τους· προφανώς δεν έβλεπε λόγο να τους αφήσει. Γύρω τους η εξάσκηση συνεχίστηκε, τραβώντας την προσοχή του. Κάποια στιγμή είπε κάτι που θα πρέπει να ήταν αστείο, γιατί οι σύντροφοί του γέλασαν. Και η συζήτηση ξανάρχισε. Η Άσλιν δάγκωσε τα χείλη της και γύρισε από την άλλη. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Ο Ίαν ήταν 126


Κεφάλαιο 7 απασχολημένος και δεν την ήθελε εκεί. Έπρεπε να φύγει. «Οι αγώνες πάλης είναι ευχάριστο θέαμα, δε συμφωνείτε, αρχόντισσά μου;» είπε κάποιος δίπλα της. Η Άσλιν ξαφνιάστηκε και, γυρνώντας, είδε τον Ρόμπι. Για μια στιγμή ένιωσε αμηχανία, γιατί απ’ αυτόν είχε ξεφύγει όταν το έσκασε, αλλά η έκφρασή του ήταν φιλική. Δεν έδειχνε να της κρατάει κακία. Από την ερώτησή του η Άσλιν κατάλαβε ότι θα πρέπει να κοιτούσε τους παλαιστές, αν και στην πραγματικότητα δεν τους είχε προσέξει καθόλου. «Ε, ναι», του είπε. «Ποιος νομίζεις ότι θα νικήσει;» «Ο Φέργκους», απάντησε εκείνος χωρίς να διστάσει. «Κανείς στο Γκλενγκάρον δεν μπορεί να του παραβγεί». Η Άσλιν κοίταξε τον Φέργκους και κατάλαβε πως ήταν αλήθεια. Ήταν φοβερά μυώδης και ογκώδης, αλλά παρ’ όλα αυτά γρήγορος και ευκίνητος. Έγνεψε καταφατικά. «Ναι, το πιστεύω». «Ευτυχώς που πολεμά με το μέρος μας». Η Άσλιν συμφώνησε καθώς είδε τον Φέργκους να σηκώνει το στιβαρό αντίπαλό του πάνω από το κεφάλι του και να τον πετάει στα χιόνια στην άκρη της αυλής, προς μεγάλη ευχαρίστηση των θεατών που άρχισαν να ζητωκραυγάζουν. «Δε θα ήθελα να τον συναντήσω στο πεδίο της μάχης». «Ή σε κανένα σκοτεινό σοκάκι νυχτιάτικα», της απάντησε ο Ρόμπι με ένα χαμόγελο. «Θεός φυλάξοι». Γέλασαν και οι δυο. «Όλοι οι άντρες του Γκλενγκάρον είναι ικανοί μαχητές, σωστά;» συνέχισε εκείνη. «Ναι, αρχόντισσά μου. Τους εκπαιδεύει καλά ο άρχοντάς μας». «Το βλέπω». Η Άσλιν τον κοίταξε με περιέργεια. «Είσαι καιρό μαζί του;» «Τέσσερα χρόνια περίπου». «Τέσσερα χρόνια; Πολύς καιρός». «Όχι και τόσο. Πολλοί είναι μαζί του περισσότερο καιρό». «Είναι άνθρωπος που εμπνέει αφοσίωση επομένως». 127


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Πράγματι, αρχόντισσά μου. Φροντίζει τους άντρες του και όλους όσοι εξαρτώνται απ’ αυτόν. Δεν υπάρχει πιο γενναίος άρχοντας σε όλη την περιοχή των συνόρων, ούτε πιο πανούργος». «Αυτό το πιστεύω». «Και καλά κάνετε, αρχόντισσά μου. Πολύ δύσκολα θα έπιανε κανείς στον ύπνο τον Ίαν του Γκλενγκάρον». Βυθίστηκαν για λίγο σε σιωπή, μα η συζήτηση είχε βάλει την Άσλιν σε σκέψεις. Σχεδόν από την αρχή είχε διακρίνει ότι ο Ίαν ήταν ισχυρός ηγέτης. Ήταν φανερό από την αυτοπεποίθηση με την οποία φερόταν στους άντρες του. Τους αποκαλούσε όλους με το όνομά τους. Η Άσλιν δεν τον είχε ακούσει ποτέ να υψώνει τη φωνή, ωστόσο όλοι τον υπάκουαν αγόγγυστα. Είχε δει πόσο φοβεροί ήταν στη μάχη και, αν εκτιμούσαν τόσο πολύ τον αρχηγό τους, σήμαινε ότι είχε κερδίσει με την αξία του την εκτίμησή τους. Τέτοιοι άντρες δεν έδιναν εύκολα την αφοσίωση και το σεβασμό τους. Ο Ρόμπι την κοίταξε με περιέργεια. «Άκουσα ότι κι εσείς είστε καλή με το σπαθί, αρχόντισσά μου». «Ποιος σου το είπε;» «Ο Ντούγκαλ. Είπε πως, όταν σας επιτέθηκαν ληστές, σκοτώσατε μονάχη σας έξι από δαύτους». Η Άσλιν έβαλε τα γέλια. «Υπερβολές. Μόνο δυο ήταν και τους αιφνιδίασα». Ο Ρόμπι χαμογέλασε. «Και πάλι. Μακάρι να ήμουν εκεί και να το ’βλεπα». Στην αυλή, ο Ίαν συζητούσε ακόμα. Παρ’ όλα αυτά, πρόσεχε και τη σκηνή απέναντι. Ήταν πολύ μακριά για να ακούσει τι έλεγαν, μα τους είδε να γελάνε. Έσφιξε το σαγόνι του. Η Άσλιν σπάνια γελούσε όταν ήταν μαζί του, ωστόσο, μέσα σε λίγα λεπτά, ο Ρόμπι είχε σπάσει την επιφυλακτικότητά της. Ανάθεμά τον! Η Άσλιν ήταν πάντα χαριτωμένη, αλλά από τότε που είχαν σβήσει οι μελανιές από το πρόσωπό της έγινε αληθινή καλλονή. Όταν ερχόταν στη σάλα, οι άντρες του την ακολουθούσαν με το βλέμμα τους. Εκείνη δεν είχε δείξει να αντιλαμβάνεται την προσοχή που τραβούσε, μα τώρα φαινόταν να την ευχαριστεί πολύ η συντροφιά του Ρόμπι. Ήταν κοντά στην ηλικία της, καλοφτιαγμένος και ακόμα και τα ρούχα της ταίριαζαν με τα δικά του, που να πάρει η ευχή. Κάποιος που δεν ήξερε θα μπο128


Κεφάλαιο 7 ρούσε να την περάσει για κοπέλα του χωριού ή υπηρέτρια. Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του. «Τι κάνει εδώ η αρχόντισσα; Αυτό δεν είναι μέρος για γυναίκες». Είχε μιλήσει κάποιος έξω από τη συντροφιά του Ίαν, μα προφανώς ήθελε να ακουστεί. Εκείνος γύρισε αμέσως και τον κάρφωσε με ένα ψυχρό βλέμμα. Οι υπόλοιποι αναγνώρισαν αυτή την έκφραση και σώπασαν αμήχανα. «Α, Άρτσι», είπε ο Ίαν, «κάποιοι μπορεί να πουν πως δεν αρμόζει σε μια γυναίκα και να δίνει μάχη με ένοπλους ληστές, μα εκείνη το έκανε». Ο άντρας που είχε μιλήσει κοκκίνισε. «Με συγχωρείτε, άρχοντά μου. Δεν το είπα με αναίδεια». «Χαίρομαι», του είπε ο Ίαν. «Η λαίδη Άσλιν μπορεί να κάνει ό,τι την ευχαριστεί χωρίς να σου δίνει αναφορά». Ο Άρτσι χαμήλωσε το βλέμμα του. «Ό,τι πείτε, άρχοντά μου». Σιωπή είχε πέσει ολόγυρα και ο Ίαν περίμενε, ωστόσο κανένα άλλο σχόλιο δεν ακούστηκε και ύστερα από λίγο οι άντρες συνέχισαν τις συζητήσεις τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ο Ντούγκαλ έκανε μια παρατήρηση για κάποιον από τους ξιφομάχους και ο Ίαν πίεσε τον εαυτό του να στρέψει την προσοχή του στο σύντροφό του και να του απαντήσει. Παρά τις προσπάθειές του, όμως, το βλέμμα του γύριζε κάθε τόσο στην Άσλιν. Έδειχνε απορροφημένη από το θέαμα και δεν κοιτούσε καθόλου προς το μέρος του. Ύστερα ο Ρόμπι της ξαναμίλησε κι εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε. Τα μάτια του Ίαν πέταξαν σπίθες. *** Περίπου μισή ώρα αργότερα οι άντρες σταμάτησαν για να πάρουν μια ανάσα και να πιουν λίγη μπίρα. Χωρίστηκαν σε μικρές ομάδες, μιλώντας και γελώντας όλοι μαζί. Η Άσλιν άφησε τον Ρόμπι και απομακρύνθηκε. Ήταν διασκεδαστικό να παρακολουθεί τους άντρες, αλλά, αν και φορούσε μανδύα, είχε αρχίσει να κρυώνει. Καθώς τραβούσε όμως προς την πόρτα του πύργου, τη σταμάτησε ένα χέρι στο μπράτσο της. Αμέσως γύρισε και η 129


Η αιχμάλωτη Λαίδη καρδιά της σκίρτησε. «Ίαν». «Φαντάζομαι ότι σου άρεσαν οι αγώνες», της είπε εκείνος. Είχε μιλήσει σιγανά, αλλά η φωνή είχε έναν τόνο που της ήταν δύσκολο να τον προσδιορίσει. «Ναι, πάρα πολύ, αν και δεν ήρθα γι’ αυτόν το λόγο εδώ». «Αλήθεια; Και για ποιο λόγο ήρθες;» «Για σένα». «Με κολακεύεις. Νόμιζα ότι μπορεί να έψαχνες κάποιον άλλο». Το βλέμμα του στράφηκε στον Ρόμπι και η Άσλιν τον κοίταξε αποσβολωμένη. Αποκλείεται να νόμιζε... Για μια στιγμή τής ήρθε να βάλει τα γέλια, έπειτα όμως είδε την έκφρασή του και συγκρατήθηκε. Δεν ήταν δυνατόν να ζήλευε! Ήταν παράλογο. Πριν προλάβει να του πει οτιδήποτε, την έπιασε από το μπράτσο και την οδήγησε μέσα. Μόνο όταν έφτασαν στη σάλα, σταμάτησε και τη γύρισε προς το μέρος του. «Για τι ήθελες να μου μιλήσεις, κορίτσι μου;» Εκείνη άρπαξε την ευκαιρία και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, του είπε για όσα είχε ανακαλύψει στην αποθήκη. Ο Ίαν ξαφνιάστηκε από την απάντησή της και άθελά του το βρήκε κάπως αστείο. Μόνο αυτό δεν περίμενε να ακούσει. «Ήθελα, λοιπόν, να σε ρωτήσω αν μπορώ να τα χρησιμοποιήσω αυτά τα πράγματα». Η Άσλιν περίμενε κι αναρωτήθηκε αν θα θύμωνε. Η έκφρασή του, ωστόσο, δε φανέρωνε θυμό και ο τόνος του όταν της μίλησε ήταν απόλυτα ήρεμος. «Δε χρειάζεται να μου ζητάς την άδεια, Άσλιν. Αυτό το σπίτι είναι και δικό σου. Φτιάξ’ το όπως σου αρέσει». Εκείνη τη στιγμή κάποιοι από τους άντρες του άρχισαν να ανεβαίνουν τη σκάλα κι εκείνος της έκανε μια υπόκλιση και έφυγε. Η Άσλιν τον ακολούθησε για λίγο με το βλέμμα της, νιώθοντας μια παράξενη θλίψη. Προφανώς ο Ίαν δεν ενδιαφερόταν άλλο γι’ αυτό το ζήτημα ή για την ίδια. Έτσι κάλεσε έναν υπηρέτη και του ζήτησε να βρει τη Μόραγκ. 130


Κεφάλαιο 7 *** Λίγες ώρες αργότερα η Άσλιν κοίταξε ένα γύρο την κάμαρά της με ευχαρίστηση. Οι κρύοι πέτρινοι τοίχοι ήταν τώρα καλυμμένοι με τις θαυμάσιες, πολύχρωμες ταπετσαρίες και το αρκουδοτόμαρο ήταν απλωμένο στο πάτωμα, ενώ ζωηρόχρωμα μαξιλάρια κοσμούσαν το κρεβάτι και τις καρέκλες. Σε μια γωνιά ήταν το σκαλιστό παραβάν και στο τραπέζι ο καθρέφτης και η καράφα με τα κύπελλα. Τώρα που η φωτιά είχε διώξει επιτέλους την υγρασία, το δωμάτιο είχε αποκτήσει μια χαρούμενη θαλπωρή. «Έγινε πολύ ωραία η κάμαρα, αρχόντισσά μου», είπε η Μόραγκ, επιθεωρώντας επίσης το χώρο. «Πράγματι», συμφώνησε εκείνη. «Δε μοιάζει πια με κελί μοναστηριού». Γέλασαν και οι δυο. Ύστερα η Μόραγκ στράφηκε να φύγει. Η Άσλιν την είδε να μαζεύεται λίγο και, γυρνώντας, αντίκρισε τον Ίαν στην πόρτα. Εκείνος παραμέρισε για να περάσει η υπηρέτρια κι ύστερα μπήκε μέσα και κοίταξε τριγύρω. Η Άσλιν αναρωτήθηκε με φόβο ποια θα ήταν η αντίδρασή του, μα τελικά άδικα είχε ανησυχήσει. «Έκανες καλή δουλειά, κορίτσι μου». «Σ’ ευχαριστώ. Έτσι πιστεύω κι εγώ». Εκείνος την κοίταξε και χαμογέλασε αχνά. Αμέσως το δωμάτιο της φάνηκε πολύ πιο ζεστό. Και το κρεβάτι πολύ μεγαλύτερο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά και έκανε φοβισμένη ένα βήμα πίσω. «Οι ταπετσαρίες είναι πιο φίνες απ’ ό,τι περίμενα. Από πού είναι;» «Από τη Γαλλία», της απάντησε εκείνος. Η καρδιά της σφίχτηκε καθώς της ήρθε ξαφνικά στο νου μια δυσάρεστη σκέψη. Μήπως ήταν της Ελοΐζ αυτά τα πράγματα; Την κυρίεψε ντροπή. Γιατί δεν το είχε σκεφτεί; «Ήταν της μητέρας μου», συνέχισε αυτός. «Τα είχαν κρύψει όταν πέθανε και τα είχα σχεδόν ξεχάσει, αλλά χαίρομαι που επέστρεψαν στη θέση που τους αρμόζει».

131


Η αιχμάλωτη Λαίδη Η Άσλιν, που κρατούσε ως τότε την ανάσα της, εξέπνευσε με τρομερή ανακούφιση. «Πέθανε πριν από καιρό;» «Ναι, όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών. Ο πατέρας μου έβγαλε από τη μέση καθετί που του τη θύμιζε, ακόμα κι εμένα». Χαμογέλασε με πικρία. «Αν κι εμένα με έστειλε στη Γαλλία αντί για την αποθήκη». «Θα πρέπει να σε πείραξε πολύ». «Όχι ιδιαίτερα. Ήταν ανακούφιση από πολλές απόψεις. Όπως σου είπα, δεν ήμαστε ποτέ δεμένοι μεταξύ μας. Ήταν ευέξαπτος και ξεσπούσε συχνά πάνω μου, είτε μου άξιζε είτε όχι». Παρ’ όλο που ο τόνος του δεν είχε ούτε ίχνος λύπησης για τον εαυτό του, η Άσλιν διαισθάνθηκε την πίκρα του. Ήταν κάτι που είχε νιώσει και η ίδια. «Αχ, είναι παράξενα πράγματα οι οικογένειες, ε;» «Ναι, κορίτσι μου, είναι». «Τα παιδιά είναι ευαίσθητα από τη φύση τους κι αν τα εχθρεύεται ο γονιός τους ακόμα χειρότερα». Ο τόνος της ήταν ήρεμος, μα ο Ίαν διέκρινε τον καημό της στα μάτια της. «Παίζουμε ανάλογα με τη ζαριά που μας έρχεται», της απάντησε, «και ίσως να γινόμαστε πιο δυνατοί έτσι». «Ίσως». «Εσύ είσαι δυνατή παρά τη συμπεριφορά του πατέρα σου», της είπε. «Δυνατή και γενναία». Δεν υπήρχε ίχνος κοροϊδίας στον τόνο του και η Άσλιν σήκωσε το βλέμμα της έκπληκτη. Ύστερα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ο πατέρας μου δεν πρόσεχε τι έλεγε». «Τότε δε σε ήξερε πολύ καλά». Ταραγμένη από την απρόβλεπτη τροπή της συζήτησης, η Άσλιν άλλαξε θέμα. «Δεν είχες αδέρφια;» «Τρία από τα αδέρφια μου πέθαναν μωρά, αλλά έχω ακόμα μια αδερφή». 132


Κεφάλαιο 7 «Αδερφή; Πώς τη λένε;» «Τζίνι». «Θα τη γνωρίσω σύντομα;» «Αμφιβάλλω», της απάντησε. «Α, μένει μακριά επομένως». «Όχι πολύ μακριά, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουμε... ψυχραθεί». Η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Να ρωτήσω γιατί;» «Τσακωθήκαμε». «Λυπάμαι». Έκανε μια παύση. «Δε γίνεται να συμφιλιωθείτε;» «Όχι». Ο Ίαν αναστέναξε. «Δεν παίρνει γιατρειά η διαφωνία μας». Και βλέποντας την απορημένη της έκφραση, πρόσθεσε: «Έχει να κάνει με τον Φισύρ». «Τον Φισύρ!» Η Άσλιν τον κοίταξε κατάπληκτη. «Πώς δηλαδή;» «Η Τζίνι πιστεύει ότι πρέπει να εγκαταλείψω τις προσπάθειες μου να τον βρω». «Κατάλαβα». «Όχι, δεν κατάλαβες. Δεν έχεις ιδέα». Ο τόνος του ήταν ασυνήθιστα σκληρός. Η Άσλιν διέκρινε θυμό και κάτι σαν πόνο. Τα μάτια του είχαν πάρει μια παγερή έκφραση. Από τη μια δείλιασε, το μυαλό της της έλεγε να μην τον πιέσει, μα από την άλλη ήθελε να μάθει, να καταλάβει. Ενστικτωδώς άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο μπράτσο του. «Δε θέλεις να μου πεις;» Για μια στιγμή τής φάνηκε ότι θα της μιλούσε πάλι απότομα, ότι θα της έλεγε πως δεν την αφορούσε. Τον είδε να παίρνει μια βαθιά ανάσα, θαρρείς για να ηρεμήσει. «Αν δικαιούται κανείς να το μάθει, υποθέτω πως είσαι εσύ», της απάντησε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά και η Άσλιν περίμενε, μη θέλοντας να κάνει τίποτα που μπορεί να του άλλαζε τη γνώμη. «Σου είπα ότι είχα ξαναπαντρευτεί και ότι η γυναίκα μου πέθανε», συ133


Η αιχμάλωτη Λαίδη νέχισε εκείνος. «Για το θάνατό της, ο Φισύρ ευθύνεται». Η Άσλιν τον κοίταξε συγκλονισμένη. «Ο πατέρας μου με έστειλε στη Γαλλία για να ολοκληρώσω τη στρατιωτική μου εκπαίδευση. Η αδερφή του ήταν... είναι... παντρεμένη με ένα Γάλλο ευγενή, τον κόμη ντε Βοκούρ, που είναι διάσημος για τη δεξιοτεχνία του στα όπλα. Στο σπίτι τους γνώρισα την Ελοΐζ. Ήταν... πανέμορφη. Νομίζω ότι την ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που την είδα». Η Άσλιν έβαλε τα δυνατά της και πήρε την πλέον ουδέτερη έκφραση καθώς άκουγε, κρύβοντας τις ταραγμένες σκέψεις της. «Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία και μια που δεν είχαν αντίρρηση οι οικογένειές μας, παντρευτήκαμε. Για λίγο καιρό ήμαστε πολύ ευτυχισμένοι. Είχα ωστόσο έναν αντίζηλο». Η Άσλιν αντάμωσε για μια στιγμή το βλέμμα του. «Τον Φισύρ». «Ναι. Ήθελε κι εκείνος την Ελοΐζ και το πήρε πολύ στραβά που την έδωσαν σε έναν κατά τη γνώμη του παρείσακτο ξένο. Και το γεγονός ότι ήταν γάμος από έρωτα έθιξε ακόμα περισσότερο τον εγωισμό του. Έτσι, επειδή πίστευε πως αδικήθηκε, αποφάσισε να πάρει εκδίκηση». «Τι έκανε;» «Ο κόμης ντε Βοκούρ οργάνωσε ένα κυνήγι αγριογούρουνου και ξεκίνησε πολύς κόσμος εκείνη τη μέρα, ανάμεσά τους η Ελοΐζ κι εγώ. Στη διάρκεια του κυνηγιού, εκείνη απομακρύνθηκε από τους υπόλοιπους. Οι άντρες του Φισύρ άρπαξαν την ευκαιρία και την πήγαν στο κάστρο του μερικά χιλιόμετρα μακριά». Η Άσλιν χλόμιασε, γιατί θυμήθηκε τη δική της συνάντηση με τον Φισύρ και ήξερε πολύ καλά τι ήταν ικανός να κάνει. Ο Ίαν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τη βίασε επανειλημμένα και, όταν τελείωσε, την έδωσε στους άντρες του. Όταν διασκέδασαν κι αυτοί, την άφησαν να φύγει. Τελικά τη βρήκαμε στους αγρούς κοντά στο Βοκούρ. Ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση που θα πρέπει να είχε καταβάλει τρομερή προσπάθεια για να γυρίσει. Πάνω απ’ όλα ήθελε να τιμωρηθεί ο Φισύρ για το κακό που της έκανε. Και αφού της έδωσα όρκο ότι θα τον εκδικηθώ, άρπαξε το στιλέτο από τη ζώνη μου και έβαλε τέλος στη ζωή της». 134


Κεφάλαιο 7 «Χριστέ μου». «Δεν ήταν δική της η ντροπή, μα δεν άντεχε να ζήσει μετά από αυτό». «Κι εσύ τι έκανες;» «Επιδίωξα να δοθεί δικαιοσύνη μέσω του νόμου. Πίστευα ο ανόητος ότι θα το κατάφερνα επειδή είχα το δίκιο με το μέρος μου. Μα όταν παρουσιάστηκε το ζήτημα στο δούκα Ριχάρδο, ο Φισύρ ορκίστηκε ότι η Ελοΐζ είχε πάει μαζί του με τη θέλησή της, ότι δεν είχαν αναμειχτεί άλλοι. Είχε ισχυρούς φίλους που ψευδομαρτύρησαν. Και επειδή αυτοί είχαν χρηματοδοτήσει τους πολέμους του, ο δούκας πήρε το μέρος τους. Θα τον σκότωνα ούτως ή άλλως τον Φισύρ και στο διάβολο οι συνέπειες, αλλά ο θείος μου το ήξερε και με έστειλε με το ζόρι πίσω στη Σκοτία για τη δική μου ασφάλεια». «Πώς το κατάφερε;» «Έβαλε ναρκωτικό στο κρασί μου ένα βράδυ. Ξύπνησα σε ένα εμπορικό καράβι με προορισμό τις εκβολές του ποταμού Φορθ. Στην αρχή καταράστηκα το θείο μου, αλλά εκ των υστέρων κατάλαβα πως είχε δίκιο. Θα ζούσα και θα έπαιρνα αργότερα την εκδίκησή μου. Στα χρόνια που ακολούθησαν μου έστελνε τακτικά πληροφορίες από τη Γαλλία. Έτσι έμαθα ότι ο Φισύρ είχε μπει στην υπηρεσία του δούκα Γουλιέλμου και θα ερχόταν στην Αγγλία. Και ήξερα τότε ότι ερχόταν η σειρά μου». Έκανε μια παύση. «Το μόνο που φοβόμουν ήταν ότι μπορεί να είχε σκοτωθεί ο εχθρός μου στο Χέιστινγκς μαζί με όλους τους άλλους. Ευτυχώς δε σκοτώθηκε». «Και, από τότε τον ψάχνεις». «Ναι και κάποτε θα συναντηθούμε». Ο τόνος του ήταν τόσο ψυχρός και αποφασιστικός, που η Άσλιν ανατρίχιασε. «Ίσως να αργήσει πολύ αυτή η μέρα», του απάντησε. «Σε ένα χρόνο ή σε δέκα, δεν αλλάζει τίποτα. Θα τηρήσω τον όρκο μου». Μια έντονη θλίψη την κυρίευσε, καθώς συνειδητοποίησε τι σήμαινε αυτό. Δε θα εξορκίζονταν ποτέ τα κακά του παρελθόντος; Αν ήταν να οικοδομήσουν ποτέ μαζί τη ζωή τους, δε γινόταν να τη θεμελιώσουν σε μίσος και εκδίκηση. Και αν οικοδομούσαν τελικά ένα μέλλον, θα ένιωθε ποτέ για 135


Η αιχμάλωτη Λαίδη κείνη ό,τι είχε νιώσει για την Ελοΐζ; Ο Ίαν παρεξήγησε τη σιωπή της και την κοίταξε λυπημένα. «Δεν είναι ευχάριστη ιστορία. Ίσως δεν έπρεπε να σου την πω». «Ναι, δεν είναι ευχάριστη», του απάντησε, «αλλά, παρ’ όλα αυτά, χαίρομαι που μου την είπες. Ξεκαθαρίζουν πολλά πράγματα έτσι». «Αλήθεια;» «Ναι, και μεταξύ άλλων γιατί σου ζήτησε η αδερφή σου να εγκαταλείψεις το στόχο σου». Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του. «Η Τζίνι δεν καταλαβαίνει τι μου ζητάει». «Νομίζω ότι καταλαβαίνει. Θέλει να το ξεπεράσεις». «Αυτό είναι αδύνατον». «Είναι;» «Είναι, μέχρι να απαλλάξω αυτό τον κόσμο από τον Φισύρ». «Καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί τον μισείς, αλλά δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, Ίαν». Του έσφιξε το μπράτσο. «Μην το σκέφτεσαι πια. Σκέψου το μέλλον». Ο Ίαν ένιωσε τη ζεστασιά του χεριού της μέσα από το μανίκι του. Το άγγιγμά της τον ηρεμούσε, μα ήταν και αισθησιακό. Πίεσε τον εαυτό του να το αγνοήσει, καθώς και την έκφραση των ματιών της. «Δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον μέχρι να διευθετηθεί αυτό το ζήτημα. Έδωσα έναν όρκο επειδή χύθηκε αίμα και θα τον εκπληρώσω χύνοντας αίμα. Δε θα γίνω επίορκος». «Και θα θυσιάσεις τα πάντα γι’ αυτόν το σκοπό;» «Στην ανάγκη, ναι». «Θα θυσιάσεις κι εμένα;» «Αυτό το ζήτημα δεν έχει καμία σχέση μ’ εσένα, Άσλιν». «Πώς μπορείς να το λες αυτό;» του απάντησε. «Έχω κι εγώ λόγο να μισώ τον Φισύρ, αλλά, αν άφηνα το μίσος να κυβερνά τη ζωή μου, θα κέρδιζε εκείνος. Δεν το καταλαβαίνεις;» Ο Ίαν έσφιξε το σαγόνι του. Δεν αμφέβαλλε ότι τα λόγια της ήταν ειλικρινή, ούτε του διέφυγε η ικεσία στον τόνο της, μα δεν μπορούσε να υποχωρήσει. «Αντιμετώπισέ τον με τον τρόπο σου κι εγώ θα τον αντιμετωπίσω 136


Κεφάλαιο 7 με τον δικό μου». Κι έπειτα έκανε μεταβολή κι έφυγε. Η Άσλιν κατάλαβε τότε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Ίαν θα θυσίαζε κι εκείνη προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Την είχε παντρευτεί επειδή έπρεπε. Δε θα άφηνε το γάμο τους να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά του. Και εκείνη, σκέφτηκε θλιμμένα, δεν είχε καμιά ελπίδα να κερδίσει την καρδιά του. Ήταν προφανές ότι η καρδιά του ανήκε ακόμα στην Ελοΐζ.

137


Κεφάλαιο 8 Στο μεταξύ, οι πληγές του Μπαν επουλώνονταν και η Άσλιν παρακολουθούσε την ανάρρωσή του με ικανοποίηση. Περισσότερο την ανησυχούσε η διάθεσή του. Δε μιλούσε ποτέ για το Χέσλινγκφιλντ, μα ήταν σίγουρο ότι πονούσε για όσα είχαν συμβεί εκεί. Παρ’ όλο που δεν είχε χάσει εντελώς την εύθυμη διάθεσή του, βυθιζόταν για μεγάλα διαστήματα σε περισυλλογή. Η Άσλιν δε χρειαζόταν να τον ρωτήσει τι σκεφτόταν· ήταν φανερό από την έκφραση των ματιών του. Φυσικά, εκείνος ήθελε να ξανασταθεί στα πόδια του και άφησε το κρεβάτι του με την πρώτη ευκαιρία. Η Άσλιν πήγε να τον δει ένα πρωί και τον βρήκε όρθιο και μάλιστα ντυμένο. «Μπαν, γιατί στην ευχή σηκώθηκες; Δεν έχεις ακόμα όλες σου τις δυνάμεις». «Δεν μπορώ άλλο στο κρεβάτι, Ας. Είναι πολύς καιρός». «Τρεις βδομάδες. Αν δεν προσέξεις, θα ξανανοίξουν οι πληγές σου». «Μόνο τον ώμο μου πρέπει να προσέχω ακόμα. Οι υπόλοιπες πληγές μου έχουν επουλωθεί σχεδόν». «Μου φαίνεται ότι το τραύμα στο κεφάλι σου σου έχει θολώσει το μυαλό». «Α, όχι, αδερφούλα. Ανησυχείς για το τίποτα». «Δίκιο έχεις. Τα χτυπήματα στο κεφάλι δεν κάνουν ποτέ σοβαρή ζημιά». Ο Μπαν χαμογέλασε. «Αν δεν είχα δεμένο το χέρι μου, θα σε έκανα να πληρώσεις για την αναίδειά σου». «Τρέμω απ’ το φόβο μου. Ευτυχώς όμως που τη γλίτωσα τόσο φτηνά». Η Άσλιν συνειδητοποίησε ότι το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς την πόρτα πίσω της και, γυρνώντας, αντίκρισε τον Ίαν. Κρίνοντας από την 139


Η αιχμάλωτη Λαίδη εύθυμη έκφρασή του, θα πρέπει να είχε ακούσει τα περισσότερα. «Άρχοντά μου», τον παρακάλεσε, «πες του ότι δεν πρέπει να σηκωθεί τόσο σύντομα». «Αλίμονο, πολύ φοβάμαι ότι δε θα μ’ ακούσει, γιατί μου φαίνεται ότι το πείσμα είναι οικογενειακό σας». Προχώρησε μέσα στο δωμάτιο και κοίταξε προσεκτικά τον Μπαν. «Εξάλλου, ακόμα και η ξάπλα χάνει τη γοητεία της κάποια στιγμή». «Καλά τα λες, άρχοντά μου». Ο Μπαν κοίταξε θριαμβευτικά την αδερφή του. «Συνωμοτείτε εναντίον μου», είπε εκείνη. Ο Ίαν χαμογέλασε. «Καθόλου, αν και φοβάμαι ότι μειοψηφείς σε αυτή την περίσταση». «Εντάξει. Νικήσατε». Η Άσλιν κοίταξε τον Μπαν. «Μόνο μην κάνεις καμιά ανοησία, σε ικετεύω». «Έλα τώρα, αφού με ξέρεις». «Ακριβώς γι’ αυτό». *** Στην πραγματικότητα ο Μπαν ήταν εξαιρετικά φρόνιμος για αρκετές μέρες· δεν πίεζε τον εαυτό του και έμενε μέσα. Αλλά όπως και στην Άσλιν, του άρεσε να βγαίνει έξω και σύντομα της πρότεινε έναν περίπατο στην αυλή για να πάρει καθαρό αέρα. Παρά τους δισταγμούς της, η Άσλιν συμφώνησε να τον συνοδεύσει, γιατί ήξερε ότι θα έβγαινε μόνος αν δεν το έκανε. Ο Ίαν είχε απόλυτο δίκιο όταν είπε ότι ο αδερφός της ήταν πεισματάρης. Μα τελικά οι ανησυχίες της ήταν αβάσιμες. Ο Μπαν ήταν μια χαρά και ο καθαρός αέρας τον βοήθησε να ξαναβρεί το χρώμα και την όρεξή του. Σιγά σιγά άρχισε να κάθεται περισσότερη ώρα έξω και, όταν εξασκούνταν οι άντρες με τα σπαθιά, στεκόταν και τους παρακολουθούσε και σταδιακά, με τη μεσολάβηση του Ίαν, άρχισε να πιάνει συζήτηση μαζί τους. Το ενδιαφέρον και οι γνώσεις του τους έκαναν να τον αποδεχτούν στη συντρο140


Κεφάλαιο 8 φιά τους και η Άσλιν, που παρακολουθούσε από μακριά, χαιρόταν γι’ αυτό. Ο Μπαν είχε ανάγκη την παρέα τους, γιατί είχε τη δυνατότητα να σκέφτεται και κάτι άλλο πέρα από το παρελθόν. «Ο αδερφός σου φαίνεται πολύ καλύτερα», παρατήρησε ο Ίαν ένα πρωί. «Πράγματι». «Δείχνει πολύ πιο ζωηρός τώρα τελευταία». «Τον ωφελεί η συντροφιά των αντρών. Ήταν πολύ καιρό κλεισμένος μέσα μόνο μ’ εμένα». «Δε νομίζω ότι θα πείραζε κανέναν άντρα η συντροφιά σου», της απάντησε εκείνος. Ο τόνος του ήταν αδιάφορος, αλλά όχι και το βλέμμα του. Ίσα ίσα, ήταν θερμό και η Άσλιν ταράχτηκε. Επιπλέον, δε διέκρινε πια καμιά ένταση στη συμπεριφορά του· ήταν σαν να μην είχε συμβεί ποτέ η συζήτησή τους για τον Φισύρ. «Παρ’ όλα αυτά πάντα ωφελεί η συζήτηση με καινούριους ανθρώπους», του απάντησε. «Δεν είναι καλό να μένει κανείς για καιρό μόνος του και να κάνει θλιβερές σκέψεις». «Όχι, δεν είναι». Ο Ίαν έκανε μια παύση. «Ίσως να σε τονώσει κι εσένα μια καινούρια συντροφιά». «Καινούρια συντροφιά;» «Κοντεύουν τα Χριστούγεννα. Και συνηθίζουμε να τα γιορτάζουμε με ένα συμπόσιο». «Τα Χριστούγεννα», μουρμούρισε η Άσλιν. «Τα είχα ξεχάσει». Παλιά τα περίμενε πάντα με χαρά. Φέτος τα έτρεμε, αλλά μετά την καταστροφή του Χέσλινγκφιλντ δεν τα είχε ξανασκεφτεί. Θαρρείς και ο νους της τα είχε διαγράψει. Μαντεύοντας κάποιες από τις σκέψεις της, ο Ίαν την έπιασε μαλακά απ’ τον ώμο. «Φαντάζομαι ότι δε θα είναι εύκολο για σένα, κορίτσι μου, ούτε για τον αδερφό σου. Μήπως θέλεις να μην κάνω το συμπόσιο φέτος;» Η Άσλιν τον κοίταξε κατάπληκτη και η ζεστασιά στο άγγιγμα και το βλέμμα του την άφησε για μια στιγμή άφωνη. Ύστερα κούνησε αρνητικά 141


Η αιχμάλωτη Λαίδη το κεφάλι της. «Σε ευχαριστώ, αλλά όχι. Δε θα μου είναι εύκολο, όπως λες, μα πρέπει να το αντιμετωπίσω. Εξάλλου, δε θα ήθελα να χαλάσω τη διασκέδαση των άλλων, ούτε ο Μπαν θα το ήθελε». «Τι δε θα ήθελα;» ρώτησε ο Μπαν από πίσω τους. Η Άσλιν γύρισε και τον κοίταξε. «Ο Ίαν ρωτούσε αν θα θέλαμε να μη γίνει φέτος το χριστουγεννιάτικο συμπόσιο ύστερα απ’ ό,τι συνέβη στο Χέσλινγκφιλντ». Ο Μπαν αντάμωσε το βλέμμα της. Ύστερα γύρισε και κοίταξε τον Ίαν. «Όχι, άρχοντά μου, σε καμία περίπτωση δε θα το ήθελα. Αντιθέτως, ας γίνει το συμπόσιο, όπως γινόταν πάντα και στο Χέσλινκφιλντ. Έτσι θα κρατηθούν ζωντανές όλες οι ευχάριστες αναμνήσεις μας». Έπιασε το χέρι της αδερφής του και το έσφιξε στο δικό του. Η Άσλιν κατάφερε να του χαμογελάσει και ο Ίαν ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται βλέποντας το χαμόγελό της. Την επόμενη μέρα ο καιρός χάλασε και ο ουρανός σκοτείνιασε από πυκνά, βαριά σύννεφα που προ μηνούσαν χιόνια. Ο άνεμος ήταν τσουχτερός. Η Άσλιν βγήκε για λίγο στην ταράτσα αλλά η παγωνιά την έκανε να επιστρέφει βιαστικά στη ζεστασιά της κάμαράς της. Δεν πέρασε πολλή ώρα και κάποιος χτύπησε την πόρτα της. Σίγουρη ότι θα ήταν ο Μπαν, του φώναξε να ανοίξει. Αλλά δεν ήταν εκείνος. «Καλημέρα, Άσλιν». Ο Ίαν την περιεργάστηκε σιωπηλά για μια στιγμή κι έπειτα χαμογέλασε αχνά. «Να περάσω;» Η Άσλιν κατάφερε να συνέλθει από το ξάφνιασμά της και του απάντησε καταφατικά. Εκείνος προχώρησε μέσα κι ύστερα έγνεψε σε κάποιον άλλο απ’ έξω. Προς μεγάλη της έκπληξη, μπήκαν μέσα τέσσερις γυναίκες, φορτωμένες με μεγάλες τσάντες. Της υποκλίθηκαν χαμογελώντας και η Άσλιν γύρισε κοίταξε τον Ίαν σαστισμένη. «Η Μαντάμ και οι βοηθοί της μόλις έφτασαν από το Ντάνφερμλαϊν. Θα μείνουν μαζί μας μερικές μέρες». «Αλήθεια;» Η Άσλιν πρόσεξε ότι κρατούσε μερικά τόπια ύφασμα, που τα απόθεσε στο κρεβάτι. Το ίδιο και οι γυναίκες που τον συνόδευαν. 142


Κεφάλαιο 8 «Τι είναι αυτά;» τον ρώτησε. «Η καινούρια σου γκαρνταρόμπα, αρχόντισσά μου», της απάντησε, «ή τουλάχιστον η αρχή της». «Καινούρια γκαρνταρόμπα;» «Ναι, καιρός ήταν». Κοίταξε το άχαρο φόρεμά της με δυσαρέσκεια. «Από την πρώτη μέρα που είδα αυτό το φριχτό φουστάνι, ήθελα να το βγάλω από πάνω σου. Θα το είχα κάνει πολύ νωρίτερα, αλλά οι κυρίες από δω είχαν υποχρεώσεις στη βασιλική Αυλή και δεν μπορούσαν να φύγουν». «Ήρθαν από τη βασιλική Αυλή;» «Ακριβώς». Άφωνη, η Άσλιν τον είδε να πηγαίνει πάλι στην πόρτα. «Θα σε αφήσω, λοιπόν», της είπε κι έφυγε. Η Άσλιν προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί και γύρισε να κοιτάξει τα υφάσματα στο κρεβάτι. Η μεγαλύτερη μοδίστρα έσπευσε να τραβήξει ένα γαλάζιο μεταξωτό και το κράτησε μπροστά στην Άσλιν. «Σας πηγαίνει πολύ αυτό το χρώμα, αρχόντισσά μου». «Είναι πολύ όμορφο», αποκρίθηκε εκείνη, περνώντας τα δάχτυλά της στο ύφασμα. «Δεν έχω ξαναδεί κάτι τόσο φίνο». Και ήταν αλήθεια. Ποτέ δε θα φανταζόταν ότι θα αποκτούσε τέτοιο φόρεμα. Παρ’ όλα αυτά, ενώ θαύμαζε ακόμα το γαλάζιο χρώμα, η Μαντάμ έγνεψε σε μια βοηθό να φέρει ένα τόπι κόκκινο βελούδο. Το περιεργάστηκε σκεφτική κι έπειτα το βλέμμα της στράφηκε στο πρόσωπο και τα μαλλιά της Άσλιν και στη συνέχεια στο λυγερό κορμί της. «Κι αυτό θα σας πηγαίνει», της είπε. Βλέποντας ότι η Άσλιν σιωπούσε, την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Δε σας αρέσει το ύφασμα, αρχόντισσά μου;» «Όχι, είναι ωραιότατο. Αλλά δυσκολεύομαι να διαλέξω». «Δε χρειάζεται, αρχόντισσά μου», της απάντησε, «γιατί θα σας φτιάξουμε έξι καινούρια φορέματα». Για μια στιγμή η Άσλιν έμεινε άναυδη. Έξι καινούρια φορέματα! Ποτέ στη ζωή της δεν της είχαν επιτρέψει πάνω από ένα καινούριο φόρεμα τη φορά και, βεβαίως, όχι από τέτοια υφάσματα. Η Μαντάμ χαμογέλασε. 143


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Επομένως να κρατήσουμε το κόκκινο». «Ε... ναι». Το κόκκινο τόπι πήγε να κάνει συντροφιά με το γαλάζιο. *** Μισή ώρα αργότερα στα δυο τόπια είχαν προστεθεί και άλλα τέσσερα σε χρυσό, κερασί, σκούρο πράσινο και μοβ. Ύστερα οι βοηθοί άρχισαν να της παίρνουν τα μέτρα. Η Μαντάμ τους μιλούσε στα γαλλικά, δίνοντάς τους προφανώς λεπτομερείς οδηγίες. Η Άσλιν τις παρακολουθούσε με δέος, σιωπηλή. Έτρεμε στη σκέψη του πόσο θα κόστιζαν όλα αυτά. Ποτέ δε θα είχε φανταστεί ένα τόσο πλούσιο δώρο. Τα υφάσματα ήταν υπέροχα, πραγματικά κατάλληλα για τη βασιλική Αυλή. Εκτός απ’ αυτά για τα φορέματα, της είχαν φέρει και πιο λεπτά υφάσματα για μεσοφόρια και κάλτσες. Και τούτα τα εξέτασε προσεχτικά η Μαντάμ, διαλέγοντας τις αποχρώσεις που θα ταίριαζαν με τα υπόλοιπα. Ύστερα, αφού είχαν παρθεί τα μέτρα, έβγαλε πατρόν από μια δερμάτινη τσάντα. Η Άσλιν τα περιεργάστηκε ανήσυχα. «Δεν είναι κάπως αποκαλυπτικά;» «Είναι η τελευταία μόδα, αρχόντισσά μου. Να σας δείξω». Έγνεψε στην πιο νέα γυναίκα να πλησιάσει. «Προσέξτε πώς είναι φαρδύτερα τα μανίκια ώστε να φαίνεται το χρώμα του μεσοφοριού και να αναδεικνύεται ο συνδυασμός. Και το μπούστο εφαρμόζει στο σώμα». Παρατήρησε για μια στιγμή την πελάτισσά της. «Ένα σώμα σαν το δικό σας θα πρέπει επίσης να αναδεικνύεται, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν αναρωτήθηκε τι στην ευχή θα έλεγε ο Ίαν γι’ αυτό. Το στυλ που της πρότειναν διέφερε τόσο πολύ από τα σεμνά σαξονικά φορέματα ώστε ήταν σχεδόν σκανδαλιστικό, μα ως γυναίκα της ήταν δύσκολο να αντισταθεί. Μια τέτοια μόδα ίσως να ευχαριστούσε και έναν άντρα, αν και για διαφορετικούς λόγους. Άραγε θα ευχαριστούσε τον Ίαν; Θα την πρόσεχε τότε; «Ο άρχοντας επέμενε πολύ ως προς αυτό», είπε η Μαντάμ, μαντεύοντας τις σκέψεις της. 144


Κεφάλαιο 8 «Αλήθεια;» «Ναι, αρχόντισσά μου. Φορέματα σε γαλλικό στυλ. Αυτές ήταν οι οδηγίες του». Η Άσλιν δεν εξέφρασε άλλους ενδοιασμούς. Και ούτε πρόλαβε να το σκεφτεί, γιατί οι βοηθοί της Μαντάμ ήθελαν να μετρήσουν τα πόδια της. Και στη συνέχεια έκοψαν μαλακό δέρμα για να της φτιάξουν παπούτσια στο μέγεθος της. «Θα μας πάρει μερικές μέρες να τα ολοκληρώσουμε όλα», είπε η Μαντάμ, «αλλά ελπίζω να σας αρέσουν, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν ήταν σίγουρη ότι θα της άρεσαν. Ανυπομονούσε πολύ να τα δει. Άραγε θα άρεσαν στον Ίαν; Το έλπιζε. Της είχε κάνει ένα πλουσιοπάροχο δώρο, που η Άσλιν δεν το περίμενε καθόλου. Έπρεπε τουλάχιστον να τον ευχαριστήσει. *** Όταν έφυγαν οι γυναίκες, πήγε και τον βρήκε στη σάλα. «Είσαι σύζυγος άρχοντα και πρέπει να ντύνεσαι ανάλογα», της απάντησε εκείνος όταν τον ευχαρίστησε θερμά. «Μη νιώθεις υποχρεωμένη να με ευχαριστήσεις». «Δε σε ευχαρίστησα από υποχρέωση, άρχοντά μου, αλλά επειδή το ήθελα». Εκείνος έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή κι έπειτα κούνησε το κεφάλι του. «Τότε τη δέχομαι την ευχαριστία σου». Αφού έφυγε ο Ίαν, η Άσλιν ανέβηκε στην ταράτσα, γιατί είχε ανάγκη να βρεθεί λίγο μόνη της και να βάλει σε τάξη τις αναστατωμένες σκέψεις της. Της ερχόταν να τσιμπηθεί για να διαπιστώσει αν ήταν ξύπνια ή κοιμόταν. Δε θα ξαφνιαζόταν καθόλου αν ανακάλυπτε ότι οι δυο τελευταίες ώρες ήταν όνειρο. Ποτέ δε θα φανταζόταν ότι ο Ίαν θα σκεφτόταν το ντύσιμό της, μα ως γυναίκα το εκτιμούσε και ανυπομονούσε να δει τα φορέματα. Θα χαιρόταν πολύ να φορέσει πάλι κομψά γυναικεία ρούχα. Θα την έβρισκε τότε ελκυστική; Η Άσλιν κοίταξε το άχαρο φόρεμα και αναστέναξε. Προφανώς ο Ίαν την έβλεπε σαν σκιάχτρο προς το παρόν. Αμέσως 145


Η αιχμάλωτη Λαίδη ντράπηκε· δεν έπρεπε να κάνει τέτοιες ανόητες σκέψεις. Θα είχαν επισκέπτες τα Χριστούγεννα και ο Ίαν ήθελε η σύζυγός του να είναι ντυμένη ανάλογα με το ρόλο της. Αυτό δεν της είχε πει ξεκάθαρα; Ήταν μάταιο να ελπίζει για κάτι περισσότερο. Έστρεψε, λοιπόν, το νου της στο θέμα των Χριστουγέννων. Έπρεπε να γίνουν ετοιμασίες για το συμπόσιο και τους επισκέπτες. Να καθαριστούν δωμάτια και να στρωθούν κρεβάτια. Και να ετοιμαστεί η σάλα. Μόνο που τη σκέφτηκε, έκανε μια γκριμάτσα. Ύστερα από πολύχρονη παραμέληση και αποκλειστικά αντρική παρουσία, έμοιαζε περισσότερο με ναό βαρβάρων παρά με την καρδιά του σπιτιού. Δε θα έμενε όμως έτσι. Δεν της είχε πει ο Ίαν να κάνει ό,τι αλλαγές ήθελε; Το πήρε, λοιπόν, απόφαση, μπήκε πάλι μέσα και κάλεσε τη Μόραγκ. «Μάζεψε όλους τους υπηρέτες στη σάλα. Θέλω να τους μιλήσω». *** Λίγη ώρα αργότερα ένας δυσάρεστημένος οικονόμος σταμάτησε τον Ίαν στη σκάλα από το ισόγειο με απανωτές ερωτήσεις. Ήθελε όντως η Εξοχότητά του να τριφτούν τα τραπέζια της σάλας; Έπρεπε να αλλαχτούν τα άχυρα, ενώ τα είχαν στρώσει μόλις έξι μήνες πριν και είχαν σκουπίσει τότε και το πάτωμα; Ποιον έβλαψαν ποτέ η σκόνη και οι ιστοί αράχνης; Ήθελε πράγματι η Εξοχότητά του να αφήσουν οι περισσότεροι υπηρέτες τα καθήκοντά τους για να κάνουν αυτή τη δουλειά ή να λείψουν δυο απ’ αυτούς ένα ολόκληρο πρωινό για να μαζέψουν πρασινάδες, με αποτέλεσμα να μείνει αυτός, ο Ντέιβι Κερ, χωρίς αρκετούς βοηθούς; Ο Ίαν τον άκουσε κρύβοντας την έκπληξή του, αλλά δεν είπε τίποτα στην αρχή και περίμενε μέχρι να τελειώσει. «Ποιος έδωσε την εντολή;» τον ρώτησε τότε. «Η λαίδη Άσλιν, άρχοντά μου». «Αλήθεια;» Ο Ντέιβι Κερ φούσκωσε το στενό θώρακά του με αγανάκτηση. «Μάλιστα, άρχοντά μου». Ο Ίαν τον κοίταξε διαπεραστικά. «Τότε συμμορ146


Κεφάλαιο 8 φώσου». Ο οικονόμος έμεινε κατάπληκτος για μια στιγμή. «Ορίστε, άρχοντά μου;» «Άκουσες τι σου είπα. Συμμορφώσου». «Πολύ καλά, άρχοντά μου». Ο Κερ του έριξε ένα σκληρό βλέμμα, ύστερα υποκλίθηκε σφιγμένα και γύρισε να φύγει. «Α, και, Κερ...» «Άρχοντά μου;» «Μην αμφισβητήσεις ποτέ ξανά τις εντολές της λαίδης Άσλιν». Ο τόνος του ήταν μαλακός, αλλά όχι και το βλέμμα του. Ο Κερ ξεροκατάπιε, έγνεψε καταφατικά και έφυγε βιαστικά. Ο Ίαν συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά και έφτασε στη σάλα. Στο κατώφλι σταμάτησε απότομα. Στην αίθουσα πηγαινοέρχονταν υπηρέτες με σκούπες, κουβάδες και βούρτσες. Ανάμεσά τους στεκόταν η Άσλιν, λυγερή και αριστοκρατική, δίνοντας οδηγίες. Παρά το άχαρο φόρεμά της, απέπνεε κύρος και κανείς δεν αμφισβητούσε τις εντολές της. Οι άντρες φαίνονταν λίγο σαστισμένοι, μα οι γυναίκες είχαν σχεδόν θριαμβευτική έκφραση. Ο Ίαν βάλθηκε να τους παρακολουθεί για λίγο, διασκεδάζοντας με το θέαμα. Αν είχε ποτέ αμφιβολίες για την ικανότητά της να διευθύνει το νοικοκυριό του, τώρα πλέον εξανεμίστηκαν. Είχε δει στρατιωτικούς διοικητές με λιγότερες ικανότητες. «Τι στο διάβολο συμβαίνει;» ρώτησε κάποιος δίπλα του. Ο Ίαν γύρισε και είδε τον Μπαν. «Πιστεύω ότι η αδερφή σου ετοιμάζει τη σάλα για τους εορτασμούς των Χριστουγέννων». «Α». «Φαντάζομαι ότι το έχεις ξαναδεί». «Α, ναι». «Φαίνεται πολύ σχολαστική». «Δεν έχεις ιδέα». Ο Ίαν χαμογέλασε. «Τι θα συμβούλευες, λοιπόν;» «Να εξαφανιστούμε».

147


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ. Τι λες για μια κανάτα μπίρα και μια παρτίδα σκάκι;» «Εξαιρετική ιδέα, άρχοντά μου». *** Χρειάστηκε σχεδόν όλη η μέρα και μια στρατιά από υπηρέτες για να καθαριστεί η σάλα όπως ήθελε η Άσλιν. Τότε επέστρεψαν και οι άντρες που είχε στείλει έξω νωρίτερα, με ένα κάρο γεμάτο ευωδιαστές πρασινάδες για τη διακόσμηση της αίθουσας. Η Άσλιν έβαλε όλους τους διαθέσιμους υπηρέτες να βοηθήσουν και, όταν τελείωσαν, επιθεώρησε το χώρο με ικανοποίηση. Δίπλα της η Μόραγκ συγκατένευσε επιδοκιμαστικά. «Είναι πάλι όπως παλιά, τότε που ζούσε η λαίδη Άλις». «Η λαίδη Άλις;» «Η μητέρα του λόρδου Ίαν, Θεός σχωρέσ’ την». Η Μόραγκ κούνησε το κεφάλι της. «Πάντα στόλιζε έτσι τη σάλα για το συμπόσιο. Όταν πέθανε, άλλαξαν τα πράγματα. Οι άντρες δεν έχουν μυαλό για τέτοια». «Ορισμένοι θα έλεγαν ότι οι άντρες δεν έχουν καθόλου μυαλό», αποκρίθηκε η Άσλιν. Η Μόραγκ γέλασε. «Δεν έχετε άδικο, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν συγκέντρωσε όλους τους υπηρέτες. «Κάνατε καταπληκτική δουλειά. Πηγαίνετε τώρα να φάτε και να πιείτε κάτι. Σας αξίζει». Έπειτα πήγε και κάθισε δίπλα στο τζάκι. Είχε κουραστεί κι εκείνη. Ο Μπαν και ο Ίαν τη βρήκαν εκεί λίγο αργότερα. Κοίταξαν και οι δυο την αίθουσα με το στόμα ανοιχτό. «Θεέ και Κύριε», μουρμούρισε ο Μπαν, «άλλαξε εντελώς ο χώρος». Ο Ίαν συμφώνησε νοερά. Πέρα από την καθαριότητα, μύριζε υπέροχα πρασινάδα, φρέσκα άχυρα και πλυμένο ξύλο. Τα παλιά κεριά από λίπος είχαν αντικατασταθεί με μελισσοκέρια που μύριζαν όμορφα και έριχναν μια γλυκιά λάμψη σε όλη την αίθουσα. Μέσα σε μια στιγμή ξαναγύρισε στα παιδικά του χρόνια, τότε που ζούσε η μητέρα του και ένιωσε το λαιμό του να σφίγγεται. Τότε συνειδητοποίησε ότι τον παρατηρούσε η Άσλιν. «Σου αρέσει;» τον ρώτησε. «Είναι τέλεια, κορίτσι μου. Τέλεια». Έπιασε το χέρι της και το έφερε 148


Κεφάλαιο 8 στα χείλη του. «Σε ευχαριστώ». Πρώτη φορά τής μιλούσε με αυτό τον τόνο. Ήταν τρυφερός και την ξάφνιασε, όπως τα ζεστά του δάχτυλα και το φιλί του. Η Άσλιν δεν τράβηξε το χέρι της κι εκείνος δεν έδειξε να βιάζεται να το αφήσει. Μόνο όταν ήρθε μια υπηρέτρια να ρωτήσει την Άσλιν για το σερβίρισμα του δείπνου, την άφησε απρόθυμα. *** Η ατμόσφαιρα στη σάλα ήταν διαφορετική εκείνο το βράδυ, γιατί μόλις συνήλθαν οι άντρες από την αρχική τους έκπληξη, η διάθεσή τους έφτιαξε, επηρεασμένη από το χαρούμενο περιβάλλον. Η αίθουσα αντηχούσε με γέλια και φιλικά πειράγματα. Χαλάρωσε και η Άσλιν και χάρηκε βλέποντας τον Μπαν να χαμογελά. Ωστόσο, όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να της βγαίνει η κούραση της ημέρας και τελικά ζήτησε συγνώμη από τη συντροφιά και σηκώθηκε να φύγει. Αυτή τη φορά σηκώθηκε και ο Ίαν μαζί της και τη συνόδευσε μέχρι την πόρτα της. Για μια στιγμή τα μαύρα του μάτια την περιεργάστηκαν με έγνοια. «Φαίνεσαι κουρασμένη, κορίτσι μου». «Είμαι», παραδέχτηκε εκείνη. «Διόλου παράξενο». Έκανε μια παύση. «Σε ευχαριστώ για τις προσπάθειές σου σήμερα. Χρόνια είχε να δείξει το Μαύρο Βουνό σαν σπιτικό». Δε χωρούσε αμφιβολία πως της το έλεγε με ειλικρίνεια και, όταν έφερε το χέρι της στα χείλη του, η Άσλιν παρέμεινε σιωπηλή, μη ξέροντας τι να πει. Το άγγιγμά του την είχε αναστατώσει ολόκληρη. Άραγε θα την έπαιρνε τώρα στην αγκαλιά του; Και μετά τι θα γινόταν; Φέρνοντας στο νου της πόσο την είχε ανάψει το φιλί του, συνειδητοποίησε αμέσως τι θα γινόταν. Εκείνος την κοίταξε λίγο ακόμα και άφησε το χέρι της. «Καληνύχτα. Καλό ύπνο, κορίτσι μου». Σαστισμένη, η Άσλιν κατάλαβε ότι αυτό που ένιωθε δεν ήταν ανακούφιση, αλλά μάλλον απογοήτευση. Τον καληνύχτισε και γύρισε να μπει στο δωμάτιο. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει μέχρι που έκλεισε την πόρτα 149


Η αιχμάλωτη Λαίδη της. *** Δυο μέρες αργότερα ο καιρός άλλαξε και χιόνισε πάλι μέσα στη νύχτα. Μέχρι το πρωί το τοπίο είχε αλλάξει. Η Άσλιν κοίταξε για λίγο από την ταράτσα κι έπειτα κατέβηκε στη σάλα. Αλλά δε βρήκε εκεί ούτε τον Ίαν ούτε τον αδερφό της και βγήκε έξω. Την αυλή την είχαν καθαρίσει και είχαν στοιβάξει τα χιόνια πλάι στους τοίχους. Έκανε τσουχτερό κρύο, αλλά ο αέρας είχε πέσει και οι κρύσταλλοι του πάγου λαμποκοπούσαν σαν διαμάντια στον ήλιο. Η Άσλιν χαμογέλασε και πήρε μια βαθιά ανάσα, απολαμβάνοντας τη στιγμή. Θα έκανε ένα μικρό περίπατο πριν ξεκινήσει δουλειά. Παρ’ όλα όσα είχαν ήδη γίνει, έπρεπε να γίνουν ακόμα πολλά πράγματα. Άρχισε να σκέφτεται το μενού για το συμπόσιο. Θα συμβουλευόταν κάποια στιγμή το μάγειρα... Οι σκέψεις της διακόπηκαν απότομα καθώς μια μεγάλη χιονόμπαλα τη χτύπησε κατάστηθα. Σηκώνοντας αγανακτισμένη το βλέμμα της, είδε τον αδερφό της λίγα μέτρα πιο κει, να την κοιτάζει με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. Εκείνη τη στιγμή τής θύμισε τόσο πολύ τον παλιό Μπαν που η καρδιά της πλημμύρισε με συγκίνηση. Αλλά η συγκίνησή της δεν κράτησε πολύ, γιατί άλλη μια χιονόμπαλα την πέτυχε στον ώμο. Η Άσλιν μισόκλεισε τα μάτια της επιθετικά. «Θα σου δείξω εγώ!» Μάζεψε στα γρήγορα μια μπάλα από χιόνι και του την πέταξε. Ο Μπαν έσκυψε και η χιονόμπαλα πέρασε ξυστά από το μανδύα του, αλλά η επόμενη τον βρήκε στο πρόσωπο. Άρχισε να φτύνει και η Άσλιν έβαλε τα γέλια. «Είμαι ακόμα εύστοχη, αδερφέ μου». «Παραείσαι, ατιμούλα». Αρκετοί άλλοι άντρες είχαν βγει από τη σάλα και τους παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, ανάμεσα στους οποίους και ο Ίαν που είχε βγει από το σιδηρουργείο εκεί κοντά. Ο Μπαν της έριξε κι άλλες χιονόμπαλες, μα δεν την πετύχαινε πάντα, γιατί χρησιμοποιούσε το αριστερό του χέρι για να μη ζορίσει τον ώμο του που δεν ήταν ακόμα εντελώς καλά. Παρ’ όλα αυτά, δεν το έβαζε κάτω και η Άσλιν, από τις προσπάθειές της ν’ αποφεύγει τις 150


Κεφάλαιο 8 μπαλιές του καθώς έριχνε τις δικές της, άρχισε να αστοχεί. Μια μεγάλη χιονόμπαλα, που προοριζόταν για το στήθος του Μπαν, τον προσπέρασε και χτύπησε τον Ίαν. Ακούστηκαν κάμποσες κοφτές ανάσες κι έπειτα πνιχτά γέλια. Ο Μπαν γέλασε δυνατά. Για μια στιγμή η Άσλιν κοκάλωσε και μετά έσκασε ένα πλατύ σκανταλιάρικο χαμόγελο. Ο Ίαν ανασήκωσε το φρύδι του και προχώρησε χαλαρά προς το μέρος της. Εκείνη δεν ξεγελάστηκε από τη φαινομενική αδιαφορία του και γύρισε να το βάλει στα πόδια. Εκείνος όμως την έπιασε στα έξι βήματα και τη σήκωσε στον αέρα σαν να ήταν πούπουλο, αγνοώντας τα ξεφωνητά της και τις προσπάθειές της να ελευθερωθεί. Ύστερα την κοίταξε με μια λάμψη στα μάτια του που δεν προμηνούσε τίποτα καλό. «... Ώστε μου ρίχνεις χιονόμπαλες, κορίτσι μου;» «Δεν καταλαβαίνεις... » «Α, ίσα ίσα». Τη μετέφερε στην άκρη της αυλής όπου ήταν στοιβαγμένο το χιόνι. Η Άσλιν τον είδε να χαμογελά πλατιά και της ήρθε μια δυσάρεστη υποψία. «Ίαν, όχι!» «Όχι;» Η Άσλιν ενέτεινε τις προσπάθειες της να του ξεφύγει. «Μην τολμήσεις!» «Ξέρεις ότι δεν πιάνουν αυτά σ’ εμένα, κορίτσι μου». «Δε θα με... » Ο Ίαν την έριξε στον πελώριο λευκό σωρό και η φράση της κατέληξε σε μια στριγκλιά. Οι θεατές ξέσπασαν σε βροντερά γέλια. Ύστερα, θαρρείς και είχε δοθεί σινιάλο, άρχισαν όλοι να πετάνε χιονόμπαλες και σύντομα η ατμόσφαιρα αντηχούσε από γέλια και ξεφωνητά. Για μια στιγμή ο Ίαν παρακολούθησε χαμογελώντας. Έπειτα κοίταξε την Άσλιν, που προσπαθούσε χωρίς επιτυχία να βγει απ’ τη στοίβα του χιονιού. «Βοήθησέ με, βρε παλιάνθρωπε!» «Τώρα είμαι παλιάνθρωπος;» Ο Ίαν κούνησε το κεφάλι του. «Δε φτάνει που μου έκανες απρόκλητη επίθεση, με βρίζεις κι από πάνω». Αν κι εκνευρισμένη, η Άσλιν ήθελε να βάλει τα γέλια. «Ζητώ συ151


Η αιχμάλωτη Λαίδη γνώμη, άρχοντά μου. Θα με βοηθήσεις, σε παρακαλώ, να σηκωθώ;» Εκείνος χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά και την κοίταξε για λίγο. Ύστερα την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε έξω από το λευκό βουναλάκι. Ήταν γεμάτη χιόνια από την κορφή ως τα νύχια, μα χαμογελούσε πλατιά. Ο Ίαν τίναξε το μανδύα της κι έπειτα άρχισε να καθαρίζει τα μαλλιά της. Τότε τον πέτυχε μια χιονόμπαλα στο αυτί και η Άσλιν έβαλε τα γέλια. «Μου φαίνεται, γυναίκα μου, ότι δε φέρεσαι με το σεβασμό που αρμόζει στον άρχοντα και αφέντη σου», της είπε με μια έκφραση που την έκανε να γελάσει ακόμα περισσότερο. «Μάλλον πρέπει να σου δώσω ένα μάθημα». Της έκανε νόημα με το δάχτυλό του. «Έλα εδώ». Η Άσλιν πισωπάτησε. «Δεν έρχομαι». «Αλήθεια;» Ο Ίαν προχώρησε αργά προς το μέρος της. «Και νόμιζα ότι σε είχα συμμορφώσει και δεν ήσουν πια ανυπάκουη». Ο τόνος του ήταν διφορούμενος. Επιπλέον, τα μάτια του είχαν μια έκφραση που η Άσλιν δεν είχε ξαναδεί, μα σίγουρα δεν την εμπιστευόταν. «Ίαν;» Οπισθοχώρησε λίγα ακόμα βήματα, αυτός όμως συνέχισε να πλησιάζει. Ύστερα την άρπαξε ξαφνικά από τον καρπό και η Άσλιν έβγαλε μια πνιχτή φωνούλα και προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εκείνος την είχε ρίξει στον ώμο του. Αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της, διέσχισε την αυλή και τη μετέφερε στον πύργο. Όταν τελικά την άφησε πάλι κάτω, βρίσκονταν στη μεγάλη σάλα. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν, εκείνη μισογελώντας λαχανιασμένη κι αυτός παρατηρώντας την προσεκτικά. Ήταν αναμαλλιασμένη, με χιόνια ακόμα στο μανδύα και τα μαλλιά της και τα μάγουλά της ροδοκόκκινα από το κρύο, ενώ τα μάτια της εξακολουθούσαν να λάμπουν σκανταλιάρικα. Επιπλέον, είχε ένα πολύ προκλητικό χαμόγελο στα χείλη της. Ο Ίαν την τράβηξε κοντά του και την κοίταξε στο πρόσωπο με μια έκφραση που την ανησύχησε, αλλά και τη συνάρπασε. Ύστερα τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της και η Άσλιν ξέχασε την ανησυχία της και παραδόθηκε συνεπαρμένη στην αγκαλιά του, γιατί αυτό ήθελε από κείνον. Το φιλί έγινε πιο έντονο, πιο ερωτικό. Τα χέρια της τυλίχτηκαν στο λαιμό του και βάλθηκαν να χαϊδεύουν τον αυχένα του κάτω από τα μακριά, μαύρα μαλλιά του.

152


Κεφάλαιο 8 Το χάδι της τον μάγεψε ως τα βάθη του είναι του, ξυπνώντας μια δίψα που νόμιζε ότι δε θα ξανάνιωθε ποτέ. Την έσφιξε πάνω του, σηκώνοντάς τη στον αέρα, και ένιωσε το στόμα της να ανταποκρίνεται στο δικό του. Γεύτηκε ξανά τη γλύκα της, ανάσανε τη δροσερή μυρωδιά του χιονιού στα μαλλιά και τα ρούχα της μαζί με την αισθησιακή μυρωδιά του κορμιού της. Την ήθελε, ήθελε να χαθεί μέσα της και να ξεχάσει τα πάντα... Ένας διακριτικός βήχας τους επανέφερε στην πραγματικότητα και, γυρνώντας, είδαν τον Φέργκους και τον Ντούγκαλ. Τα μάγουλα της Άσλιν έγιναν ακόμα πιο κόκκινα και, με ένα πικρό χαμόγελο, ο Ίαν την άφησε και την είδε να γυρνά προς το τζάκι. Καθώς πλησίαζαν οι άντρες, η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει και να ηρεμήσει την καρδιά της που βροντοχτυπούσε. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον Ίαν, αλλά η έκφρασή του δε φανέρωνε ούτε τις σκέψεις του ούτε κανένα από τα ισχυρά συναισθήματα που κυρίευαν τώρα την ίδια. Και η φωνή του ήταν ήρεμη όταν μίλησε στους άντρες του, κάνοντάς τη να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα. Ό,τι είχε συμβεί είχε ξεκινήσει σαν αθώα διασκέδαση και απλώς είχε προχωρήσει πιο πέρα απ’ ό,τι σκόπευαν. Η Άσλιν χαμογέλασε θλιμμένα. Για κείνον σίγουρα δεν ήταν τίποτα περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά είχε δει μια πλευρά του σήμερα που δεν την είχε φανταστεί, μια πλευρά σκανταλιάς και παιχνιδιού που τον έκανε ακόμα πιο ελκυστικό. Όταν γελούσε, φωτιζόταν ολόκληρο το πρόσωπό του και τα μάτια του έπαιρναν μια ζεστή λάμψη. Η Άσλιν συνειδητοποίησε ότι πρώτη φορά τον είχε δει να γελάει έτσι. «Αν επιθυμείτε, αρχόντισσά μου, μπορείτε να δείτε τα καινούρια φορέματα. Είναι έτοιμα». Η Άσλιν γύρισε και είδε τη Μόραγκ. «Ορίστε;» «Τα φορέματά σας, αρχόντισσά μου». «Φυσικά, θα έρθω αμέσως». Ρίχνοντας ένα γρήγορο βλέμμα στους άντρες, τους άφησε στη συζήτησή τους και τράβηξε ήσυχα για τη σκάλα. Και δεν είδε τα μαύρα μάτια που την ακολούθησαν μέχρι να φύγει. *** Τα φορέματα ξεπερνούσαν τις προσδοκίες της από κάθε άποψη. Ήταν πολύ όμορφα. Η Μόραγκ έμεινε με ανοιχτό το στόμα βλέποντας ότι ήταν 153


Η αιχμάλωτη Λαίδη τόσο πολλά: μεσοφόρια, φορέματα, παπούτσια, ακόμα κι ένας μάλλινος μανδύας με επένδυση από γούνα νυφίτσας. Ήταν πολύ πιο ζεστός από τον παλιό της και η Άσλιν ευχαριστήθηκε που θα τον είχε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Πέρασε την επόμενη ώρα δοκιμάζοντας ένα-ένα τα ρούχα, ενώ την παρακολουθούσαν η Μαντάμ και οι βοηθοί της. Η Άσλιν δε βρήκε το παραμικρό ψεγάδι. Η Μαντάμ ήταν αλάνθαστη σε θέματα χρωματικών συνδυασμών και στυλ. Τα φορέματα έπεφταν τέλεια στο σώμα της και ήταν φανερό από την έκφραση των γυναικών ότι της πήγαιναν πολύ. Άραγε θα άρεσαν και στον Ίαν; Το έλπιζε, γιατί της είχε κάνει ένα πολύ πλουσιοπάροχο δώρο πλουσιοπάροχο και αναπάντεχο. Και πάνω στην κατάλληλη στιγμή· τώρα πια δε θα είχε λόγο να ντρέπεται μπροστά στους επισκέπτες των Χριστουγέννων. Έδωσε εντολή να φέρουν στην κάμαρά της ένα από τα μεγάλα μπαούλα που ήταν στρωμένα με κέδρο. Θα ήταν ιδανικό για τη φύλαξη των καινούριων φορεμάτων. Όταν ήρθε το μπαούλο, βοήθησε τη Μόραγκ να βάλει μέσα τα φορέματα. Εκείνη την κοίταξε με απορία. «Δε θα αλλάξετε φόρεμα τώρα, αρχόντισσά μου;» «Όχι τώρα. Αύριο». «Α, για το συμπόσιο». «Ακριβώς». «Σίγουρα θα ραγίσετε καρδιές, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν χαμογέλασε με καημό, γιατί ήξερε ότι υπήρχε τουλάχιστον μία καρδιά που δε θα συγκινούσε ποτέ.

154


Κεφάλαιο 9 Περίμεναν πολύ κόσμο για το χριστουγεννιάτικο συμπόσιο. Η Άσλιν είχε ντυθεί με προσοχή, διαλέγοντας το σκούρο πράσινο φόρεμα. Ήταν απλό και κομψό και φωτιζόταν από το απαλό κρέμ μεσοφόρι, ένας συνδυασμός που αναδείκνυε τα λαμπερά καστανόξανθα μαλλιά της. Που με τη βοήθεια της Μόραγκ έπεφταν σε μια πλεξούδα στην πλάτη της δεμένη με ασορτί πράσινες κορδέλες. Στη μέση της φορούσε μια ζώνη κεντημένη με καφέ και χρυσά λουλούδια. Ο Μπαν, που πέρασε λίγο αργότερα, στάθηκε και την κοίταξε. Η Άσλιν έκανε μια στροφή χαμογελώντας. «Σου αρέσει;» «Είναι πανέμορφο», της απάντησε. «Πώς σου φαίνεται, άρχοντά μου;» ρώτησε έπειτα, κοιτάζοντας πίσω του. Ο Ίαν, που είχε μόλις εμφανιστεί στο κατώφλι, σταμάτησε απότομα. Για κάμποση ώρα έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλός, ανήμπορος να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της. Ο Μπαν δεν είχε υπερβάλει: η Άσλιν ήταν πραγματικά πανέμορφη. Τα καινούρια φορέματα μπορεί να είχαν κοστίσει μια περιουσία, μα το άξιζαν μέχρι τελευταίας πεντάρας. «Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου», του απάντησε. Της Άσλιν δεν της διέφυγε ο θαυμασμός στο βλέμμα του. Για πρώτη φορά από τότε που είχε φύγει από το Χέσλινγκφιλντ ένιωσε να ξαναβρίσκει τον εαυτό της και η διάθεσή της έφτιαξε αμέσως. Γέλασε και έκανε μια βαθιά υπόκλιση. «Σας ευχαριστώ, άρχοντές μου». Ο Μπαν χαμογέλασε. «Είσαι έτοιμη, Ας; Φτάνουν οι επισκέπτες». «Ναι, να φορέσω μόνο το μανδύα μου». Τον έπιασε από την καρέκλα όπου τον είχε ακουμπήσει, αλλά πλησίασε ο Ίαν και τον πήρε από το χέρι της. «Επίτρεψέ μου». 155


Η αιχμάλωτη Λαίδη Πέρασε το μανδύα στους ώμους της και τον κούμπωσε με την πόρπη του. Το χέρι του ακούμπησε απαλά στο γιακά του φορέματος της και το ανάλαφρο άγγιγμά του έκανε το κορμί της να μυρμηγκιάσει. Ύστερα εκείνος της άπλωσε το χέρι του. «Πάμε;» Όταν κατέβηκαν τη σκάλα, είδαν τους πρώτους επισκέπτες να μπαίνουν έφιπποι στην αυλή. Η Άσλιν τους κοίταξε με ενδιαφέρον. Μαζί με τους υπηρέτες, ήταν γύρω στα δώδεκα άτομα, από τεσσάρων ετών έως σαράντα. Ξαφνιάστηκε βλέποντας παιδιά ανάμεσά τους, μα ήταν ευχάριστη έκπληξη. Θα είχαν πολλά χρόνια να ακουστούν παιδικές φωνές στο Μαύρο Βουνό. Καθώς το σκεφτόταν, πρόσεξε ότι ο Ίαν δεν κοιτούσε τα παιδιά αλλά τους ενήλικες και ξαφνικά όλο του το σώμα τσιτώθηκε. Ακολουθώντας το βλέμμα του, είδε πως ήταν στυλωμένο σε μια ωραία γυναίκα με μαύρα μαλλιά. Τον κοίταξε κι εκείνη για λίγο και έπειτα επέτρεψε στο σύντροφό της να τη βοηθήσει να κατέβει από το άλογο. Ήταν ένας εύσωμος άντρας με γενειάδα και γούνινο μανδύα. Για μια στιγμή εκείνος και ο Ίαν κοιτάχτηκαν σιωπηλοί. Οι υπόλοιποι γύρω τους σιωπούσαν επίσης, σαν να περίμεναν κάτι. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ τεταμένη. Ύστερα ο νεοφερμένος άπλωσε το δεξί του χέρι. Ο Ίαν έκανε ένα βήμα μπροστά και του το έσφιξε. «Πάει καιρός, Ντάνκαν». Οι υπόλοιποι χαλάρωσαν. Η περιέργεια της Άσλιν μεγάλωσε. Αντάλλαξε μια ματιά με τον Μπαν και τον είδε να ανασηκώνει το φρύδι του. Προφανώς ήταν κι αυτός περίεργος. Ύστερα έστρεψε πάλι την προσοχή της στους νεοφερμένους. «Ναι», αποκρίθηκε ο Ντάνκαν. «Πολύς καιρός». Κοίταξε τη γυναίκα δίπλα του. Εκείνη δε σάλεψε· τα μάτια της ήταν στυλωμένα στο πρόσωπο του Ίαν, με μια έκφραση επιφυλακτικότητας, αλλά και λαχτάρας. Ο Ίαν της ανταπέδωσε το βλέμμα. «Είναι πολύ ευχάριστη έκπληξη ο ερχομός σου», της είπε. «Δεν αμφιβάλλω για την έκπληξη», του απάντησε εκείνη. «Όσο για το πρώτο, δεν είμαι σίγουρη». «Μην αμφιβάλλεις. Είσαι ευπρόσδεκτη εδώ, Τζίνι». 156


Κεφάλαιο 9 Η καρδιά της Άσλιν σκίρτησε. Προφανώς ήταν αδερφή του. «Καλοσύνη σου που έκανες το ταξίδι με τέτοιο καιρό», συνέχισε εκείνος. Ο Ντάνκαν κάγχασε. «Και ενάμισι μέτρο χιόνι να είχε, η Τζίνι ήταν αποφασισμένη να έρθει». «Χαίρομαι». «Ναι, χαίρεσαι, βρε μασκαρά», του απάντησε η Τζίνι. Χωρίς να πτοηθεί από τα λόγια της, ο Ίαν την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Είναι δυνατόν να σου έλειψα, αγαπητή μου αδερφή;» Εκείνη αγνόησε το σαρκασμό του. «Ήθελα να δω με τα ίδια μου τα μάτια αν αληθεύει αυτό που άκουσα». «Α, και τι άκουσες;» της απάντησε εκείνος. «Ότι άρπαξες μια ωραία γυναίκα και μετά την παντρεύτηκες. Ο Ντάνκαν δεν το πίστεψε και ομολογώ ότι κι εμένα μου φάνηκε εξωφρενικό στην αρχή, αλλά όταν το άκουσα από πολλά στόματα, με κυρίεψε περιέργεια». Τον κάρφωσε με ένα διαπεραστικό βλέμμα. «Τι έχεις σκαρώσει, αδερφέ μου;» Ο Ίαν συγκρότησε μετά βίας ένα χαμόγελο. «Άρπαξα μια ωραία γυναίκα και μετά την παντρεύτηκα». Εκείνη έμεινε για μια στιγμή με ανοιχτό το στόμα, αλλά συνήλθε γρήγορα. «Έτσι και με κοροϊδεύεις, Ίαν Μακάλπιν, σε προειδοποιώ ότι θα... » «Ούτε που θα μου περνούσε απ’ το μυαλό». Ο Ίαν κοίταξε πίσω του και χαμογέλασε. «Ελάτε. Από δω η σύζυγός μου, λαίδη Άσλιν, και ο αδερφός της, λόρδος Μπαν. Άσλιν, η αδερφή μου, η Τζίνι και ο σύζυγός της, Ντάνκαν Μακρέι του Άρντνασιλ». Για μια στιγμή έπεσε σιωπή. Τα γαλανά μάτια του Ντάνκαν σπίθισαν και γέλασε σιγανά, μη μπορώντας να το πιστέψει. «Μπα, σε καλό μας». Κοίταξε την Άσλιν χαμογελώντας. «Πραγματικά χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία, αρχόντισσά μου, αν και είναι απίστευτο ότι κατάφερε να βρει μια τόσο ωραία κοπέλα αυτός ο αγροίκος». Η Άσλιν έκανε μια υπόκλιση και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Κι εγώ χαίρομαι πολύ, άρχοντά μου». 157


Η αιχμάλωτη Λαίδη Ο Ντάνκαν στράφηκε στον Μπαν και του άπλωσε το χέρι του. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, λόρδε μου. Μήπως σας άρπαξε κι εσάς;» Ο Μπαν χαμογέλασε. «Ναι, άρχοντά μου, με άρπαξε κατά κάποιον τρόπο». «Αλήθεια; Τότε, μα το Θεό, θα ήθελα πολύ να ακούσω την ιστορία». «Κι εγώ», είπε η Τζίνι. Η Άσλιν κοίταξε την Τζίνι. Είχε ελκυστικό πρόσωπο, σγουρά μαύρα μαλλιά, και θα πρέπει να ήταν πέντε με έξι χρόνια μεγαλύτερή της. Ήταν επίσης πιο ψηλή και πιο γεμάτη και είχε μαύρα μάτια σαν του αδερφού της, που δεν τους διέφευγε τίποτα. «Πίστευα πως ό,τι κι αν έκανε πια ο αδερφός μου δε θα με παραξένευε, αλλά βλέπω πως έκανα λάθος». Χαμογέλασε. «Και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό». Η Άσλιν ανακουφίστηκε βλέποντας το χαμόγελό της και σκέφτηκε ότι ίσως να αποκτούσε μια φίλη. Η Τζίνι έδειξε τα τρία παιδιά που στέκονταν πιο πέρα. «Οι γιοι μου, Τζέιμι και Άντριου, και η κόρη μου, η Φιόνα». Τα παιδιά υποκλίθηκαν στην Άσλιν και ο Ίαν τα κοίταξε κατάπληκτος. «Θεέ μου, πώς μεγάλωσαν. Τρόμαξα να τα γνωρίσω». «Πώς να τα γνωρίσεις;» του απάντησε η Τζίνι. «Έχεις να τα δεις τρία χρόνια». Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε ξανά και ο Μπαν έσπευσε να παρέμβει. «Μεγαλώνουν γρήγορα τα παιδιά, έτσι δεν είναι;» «Έτσι φαίνεται», αποκρίθηκε ο Ίαν. Τα παιδιά τον κοιτούσαν φοβισμένα και η Άσλιν τους χαμογέλασε. «Χαίρομαι που ήρθατε», τους είπε. «Θα φροντίσω να περάσουμε πολύ καλά αυτά τα Χριστούγεννα». Ο καλοσυνάτος τόνος της φαίνεται ότι τα καθησύχασε. «Θα έχουμε φαγητά και μουσική και, αν το επιθυμείτε, θα παίξουμε παιχνίδια. Θα θέλατε;» τα ρώτησε. Της έγνεψαν καταφατικά. «Ωραία. Σε λίγο θα πάμε μέσα και θα μου πείτε ποια παιχνίδια σας αρέσουν περισσότερο». Άπλωσε το χέρι της και, αφού δίστασε λίγο, το κο158


Κεφάλαιο 9 ριτσάκι την έπιασε. Ο Ίαν παρακολουθούσε τη σκηνή μαγεμένος. Ποτέ δε θα φανταζόταν ότι της άρεσαν τα παιδιά. Κι εκείνα έδειχναν πως την είχαν συμπαθήσει και είχαν μαζευτεί τώρα κοντά της, νιώθοντας προφανώς ασφάλεια. Αυτόν συνέχιζαν να τον κοιτάζουν επιφυλακτικά. Δεν του έκανε εντύπωση αυτό. Δε θα τον θυμούνταν καν. Τρία χρόνια! Ξαφνικά τον κυρίεψαν τύψεις. Για να το κρύψει σύστησε την Άσλιν και τον Μπαν σε μερικά ξαδέρφια του που είχαν φτάσει επίσης. Μετά, έγνεψε προς την πόρτα. «Να περάσουμε μέσα;» Η Τζίνι χαμογέλασε στην Άσλιν. «Ναι, πάμε. Να βρούμε μια ήσυχη γωνιά και να μου πεις πώς είχες την ατυχία να παντρευτείς τον αδερφό μου». Ο Ίαν έριξε στην αδερφή του μια ματιά όλο νόημα, μα εκείνη την αγνόησε. Η Άσλιν τη συμπαθούσε όλο και περισσότερο. Έπιασε το βλέμμα του Μπαν και τον είδε να χαμογελά. Ύστερα πήγαν όλοι μέσα. Αφού πήραν αναψυκτικά οι επισκέπτες και οδηγήθηκαν στα δωμάτιά τους, η Άσλιν πήγε να ρωτήσει την Τζίνι αν είχε όλα όσα χρειαζόταν. «Όλα είναι πολύ καλά. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα τόσες ανέσεις εδώ», της απάντησε, κοιτάζοντας τριγύρω. «Έχεις κάνει ήδη εμφανή την παρουσία σου». Η Άσλιν είχε ψάξει στις αποθήκες για χαλιά και ταπετσαρίες και με τη βοήθεια της Μόραγκ και των άλλων υπηρετών είχε διακοσμήσει τα δωμάτια. Είχε δώσει επίσης εντολή να ανάψουν τα τζάκια στους ξενώνες από μέρες πριν για να φύγει η υγρασία. Έτσι, τα δωμάτια έδειχναν πολύ πιο όμορφα και την ευχαριστούσε που οι προσπάθειές της είχαν πιάσει τόπο. Η Τζίνι της έδειξε την καρέκλα απέναντι της. «Θα καθίσεις να μου πεις την ιστορία σου; Λαχταρώ πολύ να την ακούσω». Η Άσλιν της αφηγήθηκε τα βασικά γεγονότα, παραλείποντας τις πιο προσωπικές λεπτομέρειες. Η Τζίνι την άκουγε με φρίκη και συμπόνια, αλλά όταν έφτασε στο γάμο, τα μαύρα της μάτια μισόκλεισαν με καχυποψία. «Σε ανάγκασε ο αδερφός μου να τον παντρευτείς παρά τη θέλησή σου;» «Δεν μπορούσε να μη με παντρευτεί, αρχόντισσά μου, εφόσον το 159


Η αιχμάλωτη Λαίδη διέταξε ο βασιλιάς». «Ο Μάλκομ δίνει πάντα ό,τι διαταγές τον βολεύουν», αποκρίθηκε η Τζίνι και την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Σου έχει φερθεί καλά ο αδερφός μου;» «Ναι, πολύ καλά. Και πολύ γενναιόδωρα». «Αλήθεια; Ησύχασα τώρα». «Δεν έχω κανένα παράπονο». «Πρέπει να είσαι το πρώτο πρόσωπο που λέει αυτό». Η Τζίνι χαμογέλασε. «Αλλά αρκετά με τον Ίαν. Μίλησέ μου για το δικό σου αδερφό». Η Άσλιν της εξήγησε πώς είχε ξαναβρεθεί με τον Μπαν. Μέχρι να τελειώσει, τα μάτια της Τζίνι είχαν βουρκώσει. «Είναι πράγματι παράξενη η μοίρα που σε έφερε εδώ, αλλά χαίρομαι πολύ που ήρθες». Έκανε μια παύση. «Εγώ και ο Ίαν είχαμε ψυχραθεί από καιρό και είχα αρχίσει να φοβάμαι ότι δε συμφιλιωνόμασταν ποτέ. Αλλά χάρη σ’ εσένα έχουμε την ευκαιρία να ξαναφτιάξουμε τη σχέση μας». «Χαίρομαι. Οι οικογένειες πρέπει να είναι ενωμένες». «Ναι, πρέπει». Η Τζίνι την κοίταξε με βλέμμα ερωτηματικό. «Σου είπε ο αδερφός μου για ποιο λόγο τσακωθήκαμε;» «Είπε πως ήταν σχετικά με τον Φισύρ». «Αλήθεια είναι. Αυτό που έκανε ο Φισύρ ήταν φοβερά απάνθρωπο». Η Τζίνι αναστέναξε. «Δεν άντεχα όμως να βλέπω τον Ίαν να καταστρέφεται από την οργή και το μίσος». «Το καταλαβαίνω». «Ήμαστε πολύ δεμένοι κάποτε και τον θαύμαζα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Τα παιδικά μας χρόνια δεν ήταν εύκολα και μου στάθηκε πολλές φορές απέναντι στον πατέρα μας». Η Άσλιν την άκουγε αχόρταγα. Λαχταρούσε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τον άντρα που είχε παντρευτεί. «Έφαγε μερικές φορές ξύλο γι’ αυτό», συνέχισε η Τζίνι, «αλλά ποτέ δεν τον είδα να κλαίει. Ήταν για κείνον ζήτημα περηφάνιας να μην κλάψει. Όταν πέθανε η μητέρα μας, τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα. Ο Ίαν έλεγε ότι η απονιά του πατέρα μας είχε προκαλέσει το θάνατό της. Ίσως να 160


Κεφάλαιο 9 είχε δίκιο εν μέρει». «Λυπάμαι». «Ο Ίαν και ο πατέρας μας τσακώθηκαν πολύ άσχημα και πιάστηκαν στα χέρια. Λίγο αργότερα ο πατέρας μας τον έστειλε στη Γαλλία». «Κι εσύ τι απέγινες;» «Με έσωσε μια θεία μου, αδερφή της μητέρας μου. Ανέκαθεν ήταν ευγενική ψυχή και το σπίτι της μου φάνηκε σαν παράδεισος. Τα τρία χρόνια που έμεινα μαζί της ήταν από τα καλύτερα της ζωής μου. Εκεί γνώρισα τον Ντάνκαν. Με φλέρταρε και όταν έκλεισα τα δεκάξι παντρευτήκαμε». «Μάθαινες νέα από τον Ίαν τότε;» «Μου έγραφε πότε πότε. Ήταν φανερό ότι του άρεσε η Γαλλία». «Και παντρεύτηκε εκεί, έτσι δεν είναι;» «Σωστά». Έκανε μια παύση. «Σου είπε τι συνέβη στη γυναίκα του;» «Ναι». «Είχε διαλυθεί τότε. Έγινε άλλος άνθρωπος. Για λίγο καιρό φοβόμουν ότι θα τρελαθεί. Αλλά διοχέτευσε την οργή του στους πολέμους». «Τότε μπήκε στην υπηρεσία του Μάλκομ». «Ναι, και άρχισε να αποκτά τη φήμη του. Πάντα ήταν καλός ξιφομάχος και έγινε ακόμα καλύτερος. Όσοι τον έβλεπαν σε μάχη έλεγαν πως ήταν ατρόμητος. Και με τον καιρό, η φήμη του μεγάλωσε, μαζί με τα κατορθώματά του». «Τα είχα ακούσει πολύ πριν τον γνωρίσω», της απάντησε η Άσλιν. Η Τζίνι συγκατένευσε. «Είχε μάθει πόσο σημαντικό ήταν να τον φοβούνται». «Αλλά εσύ δεν τον φοβόσουν;» «Όχι, φοβόμουν για κείνον. Έτρεμα όταν σκεφτόμουν πώς θα τον μεταμόρφωναν το μίσος και η οργή και τον ικέτευσα να πάψει να κυνηγάει τον Φισύρ, αλλά εκείνος δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα και τσακωθήκαμε». Αναστέναξε. «Ένας Θεός ξέρεις πόσες φορές το έχω μετανιώσει». «Έκανες αυτό που πίστευες ότι έπρεπε να κάνεις». «Μα δεν κέρδισα τίποτα εκτός από την έχθρα του». 161


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Σίγουρα όμως αυτό θα τελειώσει τώρα», της είπε η Άσλιν. «Το ελπίζω, γιατί μόνο δάκρυά και πίκρα έφερε αυτός ο τσακωμός». Η Τζίνι την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Τώρα που έχει εσένα, ίσως να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για εκδίκηση». Η Άσλιν χαμογέλασε θλιμμένα, γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσε να τον επηρεάσει. Ο Ίαν ακολουθούσε μια πορεία που θα κατέληγε σε αιματοχυσία και θάνατο, για τον ίδιο ή για τον Φισύρ ή και για τους δυο. Ό,τι κι αν του έλεγε, δε θα του άλλαζε ποτέ τη γνώμη. *** Παρά την κακοκαιρία, αργότερα την ίδια μέρα ήρθαν κι άλλοι φίλοι και συγγενείς. Τους υποδέχτηκαν όλους θερμά και, αφού έγιναν οι συστάσεις, έμειναν έκπληκτοι όταν πληροφορήθηκαν το γάμο του άρχοντα και η Άσλιν έγινε ξαφνικά το επίκεντρο της προσοχής. «Είναι πολύ ωραίο κορίτσι», είπε ο Ντάνκαν, που στεκόταν με τον Ίαν δίπλα στο τζάκι και κοιτούσε την Άσλιν και τον αδερφό της, οι οποίοι μιλούσαν με την Τζίνι και κάποια ξαδέρφια στην άλλη πλευρά της αίθουσας. «Καλοπαντρεύτηκες». «Το ξέρω», αποκρίθηκε ο Ίαν. «Μου αρέσει και ο αδερφός της. Είναι γενναίο παλικάρι, απ’ ό,τι είπες». «Είναι». «Πέρασαν δύσκολες στιγμές οι δυο τους». «Ναι, πολύ δύσκολες». «Δηλαδή αληθεύουν οι φήμες ότι ο Γουλιέλμος σπέρνει τον όλεθρο στη Νορθάμπρια». «Ναι, είναι αλήθεια. Το Χέσλινγκφιλντ ήταν ένα από τα πολλά αρχοντικά που κατέστρεψε, σφαγιάζοντας τους ανθρώπους τους». Ο Ντάνκαν κούνησε το κεφάλι του αγανακτισμένος. «Είναι αισχρό που τιμωρεί αθώους ανθρώπους. Το κτήνος». Έριξε μια ματιά στον Μπαν. «Τι θα κάνει το παλικάρι όταν ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του;» 162


Κεφάλαιο 9 «Δεν ξέρω. Δεν το έχουμε συζητήσει ακόμα». «Καλά, έχετε χρόνο». «Άφθονο χρόνο». Ο Ίαν άπλωσε το κύπελλό του σ’ έναν υπηρέτη για να του το ξαναγεμίσει. «Σίγουρα θα μου πει τι έχει κατά νου όταν είναι έτοιμος». Το βλέμμα του στράφηκε πάλι στη συντροφιά απέναντι, αν και η αλήθεια ήταν ότι είχε μάτια μόνο για την Άσλιν. Χαιρόταν που προσέγγιζε με οικειότητα την αδερφή του και χαιρόταν ακόμα περισσότερο που την έβλεπε να χαμογελά και να κουβεντιάζει εύθυμα. Σήμερα φαινόταν από κάθε άποψη ότι ήταν αληθινή αρχόντισσα. Τα μάτια του στάθηκαν στις καμπύλες της, που αναδεικνύονταν με το καινούριο της φόρεμα και η εικόνα του γυμνού κορμιού της επέστρεψε βασανιστικά στο μυαλό του. Ήξερε ότι δεν ήταν ο μόνος που τη θαύμαζε· είχε δει πώς την κοιτούσαν και οι άλλοι άντρες. Ας κοιτούσαν. Κανείς δε θα τολμούσε να την αγγίξει: ήταν δική του. *** Το δείπνο εκείνο το βράδυ ήταν πλουσιοπάροχο και η σάλα αντηχούσε από συζητήσεις και γέλια. Ο Ίαν εντυπωσιάστηκε βλέποντας τα πιάτα που κατέφταναν από την κουζίνα. Για άλλη μια φορά είχε εκπλαγεί από τις οργανωτικές ικανότητες της Άσλιν. Δεν είχε υποψιαστεί αυτή την πλευρά της προσωπικότητάς της. Χαμογελούσε και μιλούσε στους επισκέπτες με όλη την ευγένεια της κυράς του κάστρου. Το αγοροκόριτσο και η αγριόγατα που είχε γνωρίσει εκείνος είχαν χαθεί, ο Ίαν όμως ήξερε ότι και τα δυο υπήρχαν ακόμα μέσα της. Το ότι ήταν απρόβλεπτη, σκέφτηκε, αποτελούσε μέρος της απαράμιλλης γοητείας της. Ποτέ δεν ήξερε ποια άλλη πλευρά της θα έβλεπε και αυτό τον μάγευε και του κέντριζε την περιέργεια να τη γνωρίσει καλύτερα. Νιώθοντας το βλέμμα του πάνω της, η Άσλιν γύρισε να τον κοιτάξει και τον είδε να της χαμογελά. «Έξοχο δείπνο», της είπε. «Με εντυπωσίασες». Τα λόγια του τη γέμισαν με χαρά και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. 163


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Το μάγειρα πρέπει να ευχαριστήσεις, όχι εμένα». «Αν δεν ήσουν εσύ, αμφιβάλλω ότι θα βλέπαμε κάτι τέτοιο. Η φαντασία του περιοριζόταν ως τώρα σε αρνί ή ελάφι». «Πρόσθεσα και μερικές δικές μου ιδέες». «Το βλέπω και χαίρομαι. Το τραπέζι είναι άξιο ακόμα και για βασιλιά». Έκανε μια παύση. «Πού τα έμαθες όλα αυτά;» «Ακόμα και οι Αγγλίδες μαθαίνουν από μικρές να διευθύνουν ένα σπιτικό, άρχοντά μου». «Ποιος θα το φανταζόταν;» Η Άσλιν κούνησε το κεφάλι της. «Μην προσπαθείς. Δε θα καταφέρεις να με τσιγκλήσεις». «Κρίμα». «Νομίζω ότι σου αρέσει να τσιγκλάς τον κόσμο». «Μόνο όταν είναι απρόβλεπτοι σαν εσένα». Η Άσλιν γέλασε. «Δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση, γιατί ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι ευέξαπτη». «Δεν είναι έτσι. Πάντα ήσουν απρόβλεπτη, κορίτσι μου, αλλά ποτέ δεν εξοργίστηκες χωρίς λόγο». Ο τόνος του δεν είχε ίχνος αστεϊσμού και την έπιασε απροετοίμαστη, γιατί, ενώ ένιωθε ικανή να αντιμετωπίζει τα πειράγματά του, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει στη σοβαρότητά του. Δε χρειάστηκε όμως, γιατί εκείνη τη στιγμή άρχισε η μουσική για να ξεκινήσει ο χορός. Ο Ίαν σηκώθηκε να της άπλωσε το χέρι του. «Θα μου κάνετε την τιμή, αρχόντισσά μου;» Και πάλι την έπιασε απροετοίμαστη. Ωστόσο, του έδωσε το χέρι της και τον άφησε να την οδηγήσει στο κέντρο της αίθουσας. Σε λίγο ήρθαν και άλλα ζευγάρια. Η Άσλιν δε θα τον φανταζόταν ποτέ να χορεύει και όμως, παρά το ύψος του, οι κινήσεις του είχαν εξαιρετική χάρη. «Πού έμαθες να χορεύεις;» τον ρώτησε, καθώς έκαναν μια φιγούρα που τους έφερε κοντά. «Στη Γαλλία. Ήταν επιβεβλημένο στο σπίτι της θείας μου, όπως επιβεβλημένο ήταν και για κάθε ακόλουθο και ιπποκόμο να μάθει να φέρεται 164


Κεφάλαιο 9 σωστά ανάμεσα σε κόσμο». Χαμογέλασε. «Έξι μήνες ως μαθητής της και έπαψα να είμαι άχαρος». «Νόμιζα ότι πήγες εκεί για στρατιωτική εκπαίδευση». «Έτσι είναι, αλλά αυτά τα δυο πήγαιναν χέρι-χέρι. Μερικές φορές ήταν δύσκολο να καταλάβω τη διαφορά». Η Άσλιν γέλασε. Ύστερα ο χορός τούς ανάγκασε να απομακρυνθούν ξανά, αλλά τα λόγια του την είχαν βάλει σε σκέψεις. Ο άνθρωπος που ο κόσμος αποκαλούσε Μαύρο Ίαν έκρυβε μια προσωπικότητα πολύ πιο σύνθετη που της κέντριζε το ενδιαφέρον. Στη συνέχεια τη ζήτησαν κι άλλοι για χορό και ο Ίαν, ως οικοδεσπότης, χόρεψε και με άλλες κυρίες. Η Άσλιν πρόσεξε ότι όλες τον κοιτούσαν συνεχώς στα μάτια χαμογελώντας και κρέμονταν προφανώς απ’ τα χείλη του. Για άλλη μια φορά συνειδητοποίησε ότι ο σύζυγός της ήταν πολύ ελκυστικός. Αργότερα, όταν έκαναν διάλειμμα οι μουσικοί, οι καλεσμένοι απαίτησαν να οριστεί ένας Άρχοντας της Αταξίας για να κατευθύνει τη γιορτή από κει και πέρα. Ύστερα από αρκετά γέλια και πειράγματα, εκλέχτηκε ένας νέος που τον έλεγαν Χάμις. Η Άσλιν θυμήθηκε πως ήταν ένας από τους πολλούς ξαδέρφους του Ίαν. Εκείνος πήρε με άνεση το ρόλο του Αρχοντα της Αταξίας και το πρώτο του διάταγμα ήταν ένα παιχνίδι τυφλόμυγας, πρόταση που είχε μεγάλη απήχηση, ιδίως στα νεότερα μέλη της συντροφιάς. Έτσι, έφεραν ένα μαντίλι και μετά ο Χάμις στράφηκε στην Άσλιν. «Ως Άρχοντας της Αταξίας, αποφασίζω να δεθούν πρώτα τα δικά σας μάτια, αρχόντισσά μου». Η Άσλιν δεν το περίμενε και σήκωσε τα χέρια της για να διαμαρτυρηθεί, όλοι όμως επέμειναν κι έτσι υποχώρησε γελώντας. Οι καλεσμένοι ζητωκραύγασαν και, καθώς ο Χάμις της έδενε τα μάτια με το μαντίλι, ο Ίαν έδωσε το κύπελλό του στον Ντάνκαν. «Έχω καιρό να παίξω τυφλόμυγα. Για να δω αν θυμάμαι». Προς μεγάλη έκπληξη του γαμπρού του, πήγε μαζί με τους άλλους στο κέντρο της αίθουσας. Οι άλλοι τον επιδοκίμασαν. Η Άσλιν άκουσε τα γέλια, αλλά δεν κατάλαβε τι τα προκάλεσε. Ύστερα ο Χάμις τη στριφογύρισε και την άφησε. Εκείνη παραπάτησε λιγάκι, αλλά βρήκε την ισορροπία 165


Η αιχμάλωτη Λαίδη της και άρχισε να προχωρά με τα χέρια απλωμένα μπροστά. Άκουγε τα άχυρα να θροΐζουν, καθώς όλοι άλλαζαν θέσεις και παντού γύρω της γέλια. Προχώρησε για λίγο σκουντουφλώντας και, εκεί που δεν το περίμενε, τα χέρια της ακούμπησαν σε ένα μάλλινο χιτώνιο. Εξερευνώντας παραπέρα, ανακάλυψε αντρικά μπράτσα και φαρδιούς ώμους. Τα γέλια δυνάμωσαν. Ξαφνικά τα μπράτσα έκλεισαν γύρω από τη μέση και τους ώμους της και την έσφιξαν επάνω σε ένα λεπτό, σκληρό σώμα. Ύστερα τα χείλη του άντρα σκέπασαν τα δικά της με ένα φλογερό φιλί. Η Άσλιν αιφνιδιάστηκε και δεν πρόλαβε να αντισταθεί. Μα ενώ σήκωνε τα χέρια της για να τον σπρώξει, μια προδοτική φλόγα άναψε μέσα της και απλώθηκε σαν πυρκαγιά στο κορμί της. Το φιλί ήταν τόσο παθιασμένο που όλοι επευφήμησαν με ευχαρίστηση. Όταν εκείνος την άφησε τελικά, για μια στιγμή έπεσε απόλυτη σιωπή. Ύστερα ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Λαχανιασμένη και αποσβολωμένη, η Άσλιν έβγαλε το μαντίλι και αντίκρισε τον πρόσωπο του συζύγου της. Τα μάτια του έλαμπαν εύθυμα. Ήταν φανερό ότι τον διασκέδαζε η σύγχυσή της. Άφωνη, η Άσλιν έδωσε το μαντίλι στον Χάμις και άφησε τον Ίαν να την οδηγήσει παράμερα. Όταν βρέθηκαν σε αρκετή απόσταση από τους άλλους, στράφηκε προς το μέρος του. «Το έκανες εσκεμμένα, ε;» «Σωστά. Αυτή δεν είναι η ουσία του παιχνιδιού;» Τα λόγια του την έφεραν στην ημέρα του γάμου τους. Την είχε φιλήσει τότε για χάρη των άλλων. Κι εκείνη πάλι είχε ανταποκριθεί άθελά της. «Μα το Θεό, κορίτσι μου, το παίζεις καλά το παιχνίδι». Και τώρα για τον ίδιο λόγο την είχε φιλήσει; Η αγανάκτηση έδωσε τη θέση της σε στενοχώρια και αβεβαιότητα. «Ώστε όλα είναι παιχνίδι για σένα, ε;» Η ευθυμία του χάθηκε. «Παιχνίδι; Τι εννοείς, Άσλιν;» «Ξέρεις πολύ καλά». «Δε νομίζω. Εξήγησέ μου». «Όλα... όλη αυτή η κατάσταση». «Θύμωσες επειδή σε φίλησα μπροστά στον κόσμο;» «Όχι». 166


Κεφάλαιο 9 «Τότε γιατί;» Καθώς προσπαθούσε να βρει τα κατάλληλα λόγια για να του εξηγήσει, πλησίασε ο Ντάνκαν. «Με συγχωρείτε, αλλά χρειάζομαι τον άντρα σου, αρχόντισσά μου». Χαμογέλασε και έγνεψε προς την άλλη μεριά της αίθουσας. «Έχουν μια διαφωνία εκεί πέρα που πρέπει να λυθεί». Η Άσλιν απογοητεύτηκε, αλλά μόνο μια απάντηση μπορούσε να δώσει. «Παρακαλώ». Ο Ίαν έσφιξε τα δόντια του, αλλά δε γινόταν να αρνηθεί. Ωστόσο, πριν φύγει, έριξε στην Άσλιν ένα διαπεραστικό βλέμμα. «Θα επιστρέψω, αρχόντισσά μου, και θα συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση». Στενοχωρημένη, τον είδε να απομακρύνεται. Πάνω που πήγαιναν όλα καλά, τον είχε ψυχράνει. Τι της είχε έρθει να του το πει; Φυσικά ήταν παιχνίδι! Γιατί είχε επιμείνει; Εφόσον ήξερε πολύ καλά πού ήταν δοσμένη η καρδιά του. *** Ο Ίαν πραγματικά σκόπευε να επιστρέφει όπως της είχε υποσχεθεί και να λύσουν το ζήτημα. Αλλά δεν ήταν τελικά τόσο εύκολο. Μέχρι να διευθετηθεί η διαφωνία στον κύκλο του Ντάνκαν, είχε ξαναρχίσει ο χορός και η Άσλιν δεχόταν συνεχώς προτάσεις για χορό. Ο Ίαν πρόσεξε ότι δεν τον αναζήτησε καθόλου, ούτε καν κοιτούσε προς το μέρος του. Γιατί είχε θυμώσει τόσο πολύ; Αποκλείεται επειδή την είχε φιλήσει, έστω και μπροστά στον κόσμο. Την κοίταξε καθώς μιλούσε και γελούσε με τους επισκέπτες. Σε οποιονδήποτε άλλο θα φαινόταν άνετη. Εκείνος όμως δεν ξεγελιόταν. Καταλάβαινε πόσο σφιγμένη ήταν. Σκέφτηκε πως ό,τι είχε συμβεί προηγουμένως ίσως να οφειλόταν σε άλλους λόγους απ’ αυτούς που είχε υποθέσει. Θα πρέπει να της έλειπαν το σπίτι και η οικογένειά της. Και έτσι ευάλωτη που ήταν, θα την αναστάτωνε το παραμικρό. Τι να ήταν; Μακάρι να του έλεγε. Ήταν τόσο βυθισμένος στις σκέψεις του, ώστε στην αρχή δεν πρόσε167


Η αιχμάλωτη Λαίδη ξε την Τζίνι, που είχε έρθει δίπλα του. «Είναι πολύ όμορφη, Ίαν». Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Ναι, είναι». «Και γοητευτική», συνέχισε η αδερφή του. «Σκλαβώνει τους άντρες με ένα χαμόγελο. Και τις γυναίκες επίσης, απ’ ό,τι φαίνεται». «Έχει περίσσια γοητεία». «Δεν είχα καταλάβει ότι είχες τόσο καλό γούστο». «Θα το εκλάβω ως κομπλιμέντο». «Καταλαβαίνω γιατί την παντρεύτηκες». Η Τζίνι έκανε μια παύση. «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί δέχτηκε εκείνη». «Πες ό,τι θες να πεις, Τζίνι, χωρίς να με κολακέψεις». «Την ανάγκασες να σε παντρευτεί παρά τη θέλησή της, ε;» «Όταν σε διατάξει ο βασιλιάς, δεν μπορείς να μη συμμορφωθείς. Ούτε εγώ ούτε η Άσλιν είχαμε άλλη επιλογή. Ο Μάλκομ έλυσε το πρόβλημα όσο πιο βολικά γινόταν γι’ αυτόν». «Ωστόσο δε βγήκες χαμένος». Η Τζίνι κούνησε το κεφάλι της. «Στην πραγματικότητα, την Άσλιν λυπάμαι. Μια γυναίκα δεν μπορεί να αντιδράσει απέναντι στη θέληση ισχυρών αντρών». «Έχει σεβαστή θέση εδώ. Η εναλλακτική λύση θα ήταν πολύ χειρότερη». «Δηλαδή ήσουν το μικρότερο κακό;» «Αν το θέτεις έτσι». «Α, το θέτω. Όπως είπα, σε ξέρω καλά, αδερφέ μου. Παρ’ όλα αυτά, με συναρπάζει που σε βλέπω στο ρόλο του προστάτη μιας ωραίας γυναίκας». «Σε διαβεβαιώ ότι τον παίρνω πολύ σοβαρά αυτό το ρόλο». «Χαίρομαι. Το κορίτσι έχει ζήσει πολύ άσχημες στιγμές». «Έτσι είναι, αλλά ευτυχώς έχουν περάσει πια. Τίποτα κακό δε θα της ξανασυμβεί όσο περνάει από το χέρι μου». Το είπε σιγανά, μα η Τζίνι διέκρινε την αποφασιστικότητα στον τόνο του και σήκωσε έκπληκτη το βλέμμα της. Δε χωρούσε αμφιβολία για την 168


Κεφάλαιο 9 ειλικρίνειά του. Θυμήθηκε πόσο ψυχρός άνθρωπος ήταν πριν και συνειδητοποίησε πως είχε αλλάξει κάτι ουσιαστικό και μια μικρή ελπίδα γεννήθηκε στην καρδιά της. Ο Ίαν ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο κρασί του και έριξε άλλη μια ματιά απέναντι. Βλέποντας τη σύζυγό του περιτριγυρισμένη από ένα πλήθος θαυμαστών που όλοι επιζητούσαν την προσοχή της, ξύπνησε πάλι μέσα του το ίδιο συναίσθημα που τον είχε κυριεύσει την ημέρα που την είχε δει με τον Ρόμπι στο προαύλιο. Και τον ενόχλησε αυτό, γιατί δεν είχε λόγους να ζηλεύει. Η Άσλιν ήταν όμορφη και οι άντρες τη θαύμαζαν και την ήθελαν. Αλλά, παρά τα χαμόγελά της, ήξερε να τους κρατάει σε απόσταση. Πράγμα που είχε βέβαια ως αποτέλεσμα να προσπαθούν εκείνοι περισσότερο. Φυσικό ήταν. Κι αυτός αντιλαμβανόταν πλήρως τις σωματικές χάρες της. Τα βράδια ξαγρυπνούσε με τη σκέψη ότι τους χώριζε μονάχα μια πόρτα, ότι είχε το κλειδί και θα ήταν πολύ εύκολο να καταφύγει σε καταναγκασμό. Δεν ήθελε όμως απλώς να κάνει δικό του το κορμί της. Έπρεπε να έρθει εκείνη σ’ αυτόν, αλλιώς δε θα σήμαινε τίποτα το σμίξιμό τους. Γι’ αυτό περίμενε... και περίμενε. Και πάνω που νόμιζε πως είχε σημειώσει κάποια πρόοδο, βρέθηκε πάλι στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Η Άσλιν άφησε την παρέα που την περιτριγύριζε για να μιλήσει στον αδερφό της που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Πέρασε το χέρι της γύρω του, μια απλή στοργική χειρονομία που δε σήμαινε τίποτα, αλλά σήμαινε και τα πάντα. Ζήλια τον κυρίεψε ξανά και έσφιξε το σαγόνι του. Γιατί στην ευχή αντιδρούσε έτσι για κάτι τόσο ασήμαντο; Ο Μπαν ήταν αδερφός της και τον αγαπούσε. Γιατί να μην τον αγαπάει; Ήταν ωραίο και γενναίο παλικάρι και η συντροφιά του ευχάριστη. Μαζί του, η Άσλιν ανοιγόταν σαν λουλούδι στον ήλιο. Χαμογελούσε αβίαστα, γελούσε με την καρδιά της. Και ο Μπαν έπαιζε καλά το ρόλο του. Ήταν απόδειξη της δύναμής τους το ότι δε φόρτωναν τις λύπες τους στους άλλους, παρ’ όλο που οι πληγές τους ήταν ακόμα ανοιχτές. Ο θαυμασμός του μεγάλωσε, μαζί με τον εκνευρισμό και την απογοήτευσή του, γιατί αν και ήξερε ότι η Άσλιν δεν αδιαφορούσε γι’ αυτόν, δεν τον κοιτούσε ούτε του χαμογελούσε όπως κοιτούσε και χαμογελούσε στον Μπαν. Κάποτε της είχε πει ότι θα τον έβλεπε κάθε μέρα σε όλη την υπόλοιπη ζωή της, είτε της άρεσε είτε όχι. Τι ειρωνεία ήταν που τώρα βασανιζόταν αυτός που την έβλεπε κάθε μέρα, που της μιλούσε, που βρισκόταν 169


Η αιχμάλωτη Λαίδη κοντά μα και τόσο μακριά της. Παρ’ όλα αυτά, θα τη μάθαινε το λόγο της δυσαρέσκειάς της απόψε κιόλας. *** Η Άσλιν ένιωσε ανακούφιση όταν άρχισαν να αποχωρούν οι γυναίκες της συντροφιάς. Σύντομα θα μπορούσε να καταφύγει και εκείνη στην κάμαρά της. Με την άκρη του ματιού της είδε τον Ίαν να μιλάει με τον Ντάνκαν και την Τζίνι. Τον είδε να πιάνει το χέρι της αδερφής του και χαμογέλασε, χαρούμενη που είχαν συμφιλιωθεί κάπως. Προχώρησαν και οι δυο προς την πόρτα, μαζί με κάμποσες άλλες κυρίες. Εκεί σταμάτησαν και ο Ίαν τις καληνύχτισε ευγενικά. Όταν έφυγαν, στράφηκε πάλι προς την αίθουσα, κοιτάζοντας ολόγυρα. Το βλέμμα του στυλώθηκε αμέσως στην Άσλιν. Αν περίμενε ότι θα πήγαινε να μιλήσει πάλι με τους καλεσμένους, ήταν γελασμένη· έμεινε εκεί ακριβώς που βρισκόταν και περίμενε. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Δε θα την άφηνε να φύγει από τη σάλα χωρίς να περάσει πρώτα από μπροστά του. Μια που δεν είχε νόημα να αναβάλει το αναπόφευκτο, η Άσλιν καληνύχτισε τους καλεσμένους. Ο Ίαν την είδε που πλησίαζε και μια στιγμή κοιτάχτηκαν σιωπηλά. Ύστερα την έπιασε από το μπράτσο, χωρίς να την πονέσει, μα αρκετά γερά ώστε να μην του ξεφύγει. Την τράβηξε μαζί του στο διάδρομο και η Άσλιν σήκωσε το βλέμμα της, περιμένοντας ότι θα σταματούσε, όμως δε σταμάτησε. Αντίθετα, και προς μεγάλη της ταραχή, την οδήγησε στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα. Ύστερα γύρισε, ακούμπησε στην πόρτα και την περιεργάστηκε με βλέμμα διαπεραστικό. «Καιρός να μιλήσουμε, κορίτσι μου, τώρα που είμαστε μόνοι μας». «Δεν έχουμε να τίποτα πούμε». Η Άσλιν έκανε ένα βήμα προς την πόρτα, εκείνος όμως δε σάλεψε. «Νομίζω πως έχουμε να πούμε πολλά και δε θα φύγεις αν δε λυθεί το ζήτημα». Έκανε μια παύση. «Τώρα πες μου τι σε πείραξε τόσο πολύ και με απέφευγες όλο το βράδυ. Δεν το πιστεύω ότι σε ενόχλησε ένα απλό φιλί». Η Άσλιν κούνησε το κεφάλι της λυπημένα. Ένα απλό φιλί. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο γι’ αυτόν. «Δεν έχει σημασία». 170


Κεφάλαιο 9 «Έχει. Αν δε με απατά η μνήμη μου, με κατηγόρησες εμμέσως ότι παίζω παιχνίδια και δε μου άρεσε». «Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται, ε;» Εκείνος μισόκλεισε τα μάτια του. «Πιστεύεις πως ήταν παιχνίδι που σε φίλησα;» «Δεν ήταν;» του αντιγύρισε. «Δεν έπαιξες θέατρο για χάρη των καλεσμένων σου; Και το έκανες πολύ καλά, οφείλω να ομολογήσω. Νομίζω ότι πείστηκαν». Εκείνος γέλασε άκεφα. «Αυτό πιστεύεις;» «Τι άλλο να πιστέψω;» «Ότι ίσως σε φίλησα επειδή πραγματικά το ήθελα, ότι δεν ήταν προσποίηση το πάθος, ότι είσαι τόσο όμορφη ώστε δεν ξέρω πώς να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου». «Επειδή με θέλεις στο κρεβάτι σου, εννοείς». «Ναι, σε θέλω, αν δεν το έχεις καταλάβει ήδη. Κακό είναι;» Εκείνη ξεροκατάπιε. «Κακό είναι, όταν αγαπάς άλλη». «Ορίστε!» Ο Ίαν έσμιξε τα φρύδια του. «Ποια νομίζεις ότι αγαπώ, Άσλιν;» «Την Ελοΐζ!» του απάντησε. «Εσύ ο ίδιος μου το είπες. Γι’ αυτό δεν ξαναπαντρεύτηκες και ούτε θα ξαναπαντρευόσουν αν δε σε διέταζε ο βασιλιάς. Πιστεύω ότι συμφώνησες μόνο επειδή χρειαζόσουν κληρονόμους». Για μια στιγμή εκείνος χλόμιασε και την κοίταξε έντονα. Ύστερα, όταν βεβαιώθηκε ότι θα μπορούσε να μιλήσει ήρεμα, είπε: «Μια που το έθιξες, θα ξεκινήσουμε με την Ελοΐζ». «Δε θέλω να σε ακούσω». «Θα με ακούσεις», της αποκρίθηκε. «Δε θα λες τέτοια πράγματα χωρίς να μου δίνεις το δικαίωμα να απαντώ». Την κάρφωσε με βλέμμα διαπεραστικό. «Με κατηγορείς ότι αγαπώ ακόμα την Ελοΐζ και είναι αλήθεια, αλλά όχι όπως νομίζεις. Αυτό που αγαπώ δεν είναι ένα ανεκπλήρωτο πάθος, αλλά η ανάμνηση μιας βραχυχρόνιας ευτυχίας, μιας ευτυχίας που δεν πίστευα ποτέ ότι θα ζούσα μέχρι που γνώρισα την Ελοΐζ και που, για πολύ καιρό μετά το θάνατό της, πίστευα ότι δε θα ξαναζούσα ποτέ. Κι έπει171


Η αιχμάλωτη Λαίδη τα ήρθες εσύ στη ζωή μου». Έκανε μια αόριστη χειρονομία. «Δε θα προσποιηθώ ότι σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή· μόνο όταν σε φίλησα για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι αισθανόμουν έλξη για σένα. Ακόμα και τότε προσπάθησα να την αρνηθώ, αλλά όσο περισσότερο ήμουν μαζί σου, τόσο πιο δύσκολο ήταν». «Πολύ δύσκολο», συμφώνησε εκείνη. «Τόσο πολύ, που χρειάστηκε να σε διατάξει ο βασιλιάς για να παντρευτούμε». «Ο Μάλκομ είχε τους λόγους του. Αλλά όταν μου έδωσε αυτή την εντολή, κάθισα και σκέφτηκα τι πραγματικά ήθελα». «Μπα και τι αποφάσισες;» «Ότι θέλω να ζήσω μαζί σου. Ότι θέλω οικογένεια, παιδιά που θα τα μεγαλώσω με στοργή. Αν ήθελα μόνο να αποκτήσω κληρονόμους, θα το είχα κάνει από καιρό. Ο λόγος που δεν το έκανα είναι επειδή δε γνώρισα ποτέ κάποια με την οποία θα ήθελα να τα μοιραστώ όλα αυτά. Ύστερα από ό,τι είχα με την Ελοΐζ, δε θα μπορούσα να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο. Πίστευα ότι δε θα ξαναζούσα ποτέ το ίδιο, μέχρι που γνώρισα εσένα». Η Άσλιν τον κοίταζε, με την καρδιά της να χτυπάει ξέφρενα στο στήθος της. Της φαινόταν ειλικρινής. «Λες αλήθεια;» «Σου ορκίζομαι σε ό,τι έχω ιερό». Η Άσλιν γύρισε από την άλλη, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Ήθελαν και οι δυο τα ίδια πράγματα. Σχεδόν. Δεν της είχε εκφράσει την επιθυμία του για εκδίκηση, μα εκείνη ήξερε ότι αποτελούσε ακόμα πρόβλημα και έπρεπε να το αντιμετωπίσουν. Αν όμως το έθιγε, θα λύνονταν τα μάγια και θα χανόταν η στιγμή. Τον είχε ψυχράνει ήδη προηγουμένως με τα λόγια της κι εκείνος προσπαθούσε τώρα να επανορθώσει τα πράγματα. Πώς να καταστρέψει κάτι που είχε κερδηθεί τόσο δύσκολα; Ο Ίαν δεν επιχείρησε να την αγγίξει, μα η φωνή του ήταν τώρα πιο ήρεμη, πιο σταθερή. «Ξέρω πολύ καλά τι πέρασες, κορίτσι μου, και με πόσο κουράγιο το αντιμετώπισες. Όταν πήρες το όνομά μου, ορκίστηκα να σε προστατεύσω και, αν κυβερνούσα εγώ τον κόσμο, δε θα ξαναπάθαινες κανένα κακό». Έκανε μια παύση. «Μαζί σου βρήκα κάτι που νόμιζα ότι δε θα ξανάβρισκα ποτέ με καμιά γυναίκα. Έλπιζα ότι είχες αρχίσει να νοιάζεσαι λίγο για μένα. Έκανα λάθος;»

172


Κεφάλαιο 9 Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, δεν έκανες λάθος. Απλώς... » «Απλώς;» «Φοβόμουν». «Εμένα;» Η Άσλιν γύρισε προς το μέρος του. «Μην πληγωθώ». «Ποτέ δε θα σε πλήγωνα εσκεμμένα». Παρά τις προσπάθειές της, τα μάτια της βούρκωσαν και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Ο Ίαν την τράβηξε μαλακά στο στήθος του και επιτέλους όλη της η ένταση εξανεμίστηκε και αφέθηκε στην ασφάλεια της αγκαλιάς του. Της έδωσε ένα φιλί στα μαλλιά και, καθώς εκείνη σήκωσε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει, της έδωσε άλλο ένα στο στόμα. Η Άσλιν του το ανταπέδωσε, βάζοντας φωτιά στο αίμα του. Για μια στιγμή τα μαύρα μάτια του στυλώθηκαν φλογερά στα δικά της και διέκρινε στο βλέμμα της κάτι που δεν τολμούσε να ελπίσει ότι θα έβλεπε. «Θέλω να σε ξαναφιλήσω, κορίτσι μου, αλλά φοβάμαι ότι, αν το κάνω, δε θα σταματήσω στο φιλί». «Ποιος σου είπε ότι θέλω να σταματήσεις;» Η καρδιά του σκίρτησε και για μια στιγμή έμεινε ασάλευτος, χωρίς να είναι σίγουρος ότι είχε ακούσει καλά. Ύστερα η Άσλιν πήρε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της και τον φίλησε, δείχνοντας με πάθος τα συναισθήματά της, που δεν μπορούσε πια να τα κρύβει. Ο Ίαν τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στην κρεβατοκάμαρά του. Την έγδυσε και μετά γδύθηκε κι εκείνος. Η Άσλιν ένιωσε την ανάσα της να κόβεται βλέποντας το όμορφο, δυνατό κορμί του και τους σμιλεμένους μυς. Ο Ίαν ξάπλωσε δίπλα της στο κρεβάτι και τράβηξε τα γούνινα σκεπάσματα πάνω τους. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της και τα χέρια του άρχισαν να εξερευνούν τις καμπύλες της με απαλά, αισθησιακά χάδια. Και ο κόσμος γύρω τους χάθηκε και υπήρχαν μόνο οι αισθήσεις. Το τρεμάμενο φως από τη φωτιά στο τζάκι, η αμυδρή μυρωδιά των καυσόξυλων και η ζεστή σάρκα του πάνω στη δική της, το αρρενωπό άρωμα του κορμιού του, η γεύση του κρασιού στα χείλη του. Το στόμα του κατηφόρι173


Η αιχμάλωτη Λαίδη σε, χαϊδεύοντας το λαιμό και τα στήθη της και ένα υπέροχο ρίγος διαπέρασε όλο της το κορμί. Η Άσλιν παραδόθηκε στον πόθο της, ανήμπορη πλέον να αρνηθεί ό,τι ένιωθε. Οι φόβοι και οι αμφιβολίες της είχαν χαθεί κι έμεινε μόνο η γλυκιά αίσθηση ότι είχε βρει κάτι που αναζητούσε καιρό. Εκείνος προχώρησε αργά, χαλιναγωγώντας την επιθυμία και το πάθος του, πνίγοντας την παρόρμησή του να την κάνει βιαστικά δική του. Θα γινόταν δική του, οριστικά και ολοκληρωτικά. Ήξερε πλέον ότι το ήθελε εξαρχής αυτό και είχε προσπαθήσει να το αρνηθεί, όπως κι εκείνη. Εξερεύνησε αργά το πανέμορφο κορμί της, με τα χέρια του να ταξιδεύουν στη μέση, τους γοφούς και στους μηρούς της κι από κει στο απόκρυφο μπουμπούκι της, απαλά και ερεθιστικά. Και τότε ένιωσε τη γλυκιά ζεστασιά της και το πρώτο ρίγος που συγκλόνισε το κορμί της. Ένα κορμί πλασμένο για έρωτα. Πέρασε το γόνατό του ανάμεσα στους μηρούς της και γλίστρησε μέσα της προσεκτικά και άρχισε να κινείται αργά αργά για να μην την πονέσει στην πρώτη της φορά. Η Άσλιν έβγαλε μια πνιχτή φωνούλα καθώς τον ένιωσε να μπαίνει βαθιά μέσα της και άρχισε να ακολουθεί το ρυθμό του, κυρτώνοντας το σώμα της, νιώθοντας ηδονή να την κατακλύζει ολόκληρη. Της ξέφυγε μια κραυγή και τότε έχασαν κι οι δυο τον έλεγχο και παραδόθηκαν ο ένας στον άλλο, φτάνοντας μαζί σε ένα συγκλονιστικό οργασμό. Για λίγη ώρα εκείνος έμεινε μέσα της, βαριανασαίνοντας. Την κοιτούσε με δέος και πρόσεξε ότι στο πρόσωπό της καθρεφτιζόταν το ίδιο συναίσθημα. Το περίμενε ότι θα ευχαριστιόταν τον έρωτα μαζί της, μα δεν περίμενε ότι θα πλημμύριζε η ψυχή του με τόση μαγεία απόλαυση. Τραβήχτηκε μαλακά και έγειρε δίπλα της, με απόλυτη ικανοποίηση. Της είχε προσφέρει ηδονή για να την κάνει να τον θέλει κι άλλο· μα δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα το ένιωθε κι εκείνος με τόση ένταση. Δίπλα του η Άσλιν αποκοιμήθηκε, εξαντλημένη. Ο Ίαν χαμογέλασε και τη σκέπασε πάλι με τις γούνες, δίνοντάς της ένα φιλί στον ώμο. Ύστερα κουλουριάστηκε κοντά της και την τράβηξε στην αγκαλιά του, ακούγοντας την απαλή ανάσα της μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.

174


Κεφάλαιο 10 Η Άσλιν τεντώθηκε με απόλαυση όταν ξύπνησε το πρωί. Ανοίγοντας τα μάτια της, αντίκρισε ένα άγνωστο δωμάτιο και για στιγμή μπερδεύτηκε. Πώς είχε βρεθεί εκεί; Μα ύστερα θυμήθηκε και χαμογέλασε. Γύρισε και κοίταξε με ευχαρίστηση τον Ίαν δίπλα της. Αν και ήξερε τι θα συνέβαινε στο συζυγικό κρεβάτι, δεν είχε φανταστεί κάτι τόσο υπέροχο. Στη θύμηση, ένα κύμα ζεστασιάς πλημμύρισε το κορμί της. Το μόνο συννεφάκι στον ορίζοντα ήταν ότι εκείνος δεν της είχε πει πως την αγαπούσε. Νοιάζομαι για σένα, της είχε πει, όμως δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Από την άλλη όμως, ίσως να μην του ήταν εύκολο να το πει. Στο μεταξύ, αντιλήφθηκε πως ήταν προχωρημένη ώρα και είχαν επισκέπτες. Ρίχνοντάς του μια κλεφτή ματιά, γύρισε από την άλλη και αναζήτησε τα ρούχα της. Ήταν στην άλλη άκρη του δωματίου. Έκανε να σηκωθεί σιγά σιγά, αλλά το χέρι του Ίαν τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της και την τράβηξε πίσω. Έπειτα είδε το πρόσωπό του από πάνω της, χαμογελαστό. «Για πού το έβαλες, γυναίκα μου;» «Έχουμε κοινωνικές υποχρεώσεις, άρχοντά μου». «Ας περιμένουν». «Μα έχει βγει πια ο ήλιος. Είναι αργά για να μείνουμε στο κρεβάτι». Το χαμόγελό του πλάτυνε. «Σε διαβεβαιώ ότι είναι ακόμα νωρίς, γλυκιά μου, και το χτεσινό βράδυ μού άνοιξε την όρεξη». «Είσαι ξεδιάντροπος». «Δεν είσαι το πρώτο πρόσωπο που μου το λέει». «Το πιστεύω. Όποιος σε βάφτισε Μαύρο Ίαν, σε ήξερε καλά». Τα μαύρα μάτια του έλαμψαν με ευχαρίστηση. «Τότε πρέπει να φανώ αντάξιος του ονόματος μου». Καθώς η Άσλιν συνειδητοποίησε τι υπονοούσε, ξύπνησε ο δαίμονας μέσα της. Με μια απότομη κίνηση, στριφογύρισε, 175


Η αιχμάλωτη Λαίδη προσπαθώντας να ξεφύγει από το μπράτσο του, μα ο Ίαν την κράτησε με άνεση και γέλασε σιγανά. Το γέλιο του την έκανε να στριφογυρίσει ξανά, αλλά, αντί να τραβηχτεί, ρίχτηκε πάνω στο στήθος του και τον έσπρωξε πίσω στο κρεβάτι. Χαμογέλασε θριαμβευτικά, την επόμενη στιγμή όμως έβγαλε μια τρομαγμένη φωνή, γιατί εκείνος ήρθε με μια κίνηση από πάνω της και την ακινητοποίησε με το βάρος του, διακόπτοντας τις διαμαρτυρίες της με ένα φιλί. Μια ηδονική ζεστασιά απλώθηκε σε όλο της το σώμα. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι οι προσπάθειές της δεν είχαν ελαττώσει καθόλου τον πόθο του. Η Άσλιν προσπάθησε να του ξεφύγει, μάταια όμως. «Άφησέ με, παλιομασκαρά». «Ξέχασέ το, κορίτσι μου». *** Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά όταν έκαναν τελικά την εμφάνισή τους στη σάλα. Κανείς όμως δεν έδειξε να έχει πρόβλημα και τους υποδέχτηκαν με χαμόγελα. Η Άσλιν συγκέντρωσε την προσοχή της στο φαγητό, προσπαθώντας να μη σκέφτεται όσα είχαν συμβεί στην κρεβατοκάμαρα, γιατί, μόνο που τα θυμόταν, ένιωθε τη σάρκα της να φλέγεται. Όταν τελείωσε το πρόγευμά της, γύρισε στον Ίαν και τον είδε να χαμογελά. «Τι θα κάνουμε σήμερα;» τη ρώτησε. «Μια που έχει χιονίσει, ας το εκμεταλλευτούμε». Ακούγοντάς την, τα παιδιά που έπαιζαν εκεί κοντά σώπασαν και τα μάτια τους στυλώθηκαν πάνω της. Ο Ίαν είδε πώς την κοιτούσαν και η ελπίδα στα πρόσωπά τους του κίνησε το ενδιαφέρον. «Τι ακριβώς έχεις στο νου σου;» «Υπάρχουν μερικά έλκηθρα στον αχυρώνα», του απάντησε εκείνη. «Θα μπορούσαμε να τα πάρουμε στο λόφο». Τα παιδιά άρχισαν να ξεφωνίζουν αμέσως με ενθουσιασμό και οι μεγάλοι τούς είπαν να ησυχάσουν. Έστρεψαν τότε τα ματάκια τους στον Ίαν και περίμεναν, γεμάτα λαχτάρα. Εκείνος άφησε τη σιωπή να παραταθεί για λίγο ακόμα και μετά χαμογέλασε. «Γιατί όχι;» είπε. 176


Κεφάλαιο 10 Ζητωκραυγές έσκισαν τον αέρα. Ο Ίαν έγνεψε στα παιδιά να πλησιάσουν. Εκείνα έκαναν αυτό που τους είπε, αν και κρατήθηκαν από σεβασμό σε κάποια απόσταση. «Τα μεγαλύτερα αγόρια μπορούν να φέρουν τα έλκηθρα από τον αχυρώνα». Στη λέξη έλκηθρα έδειξαν κι άλλοι ενδιαφέρον. «Θα πάμε κι εμείς μαζί τους, άρχοντά μου», είπε ο Χάμις, κοιτάζοντας με νόημα τον Ντόναλντ. «Ασφαλώς», αποκρίθηκε εκείνος. «Για να προσέξουμε μην πάθουν τίποτα, άρχοντά μου». Ο Μπαν σηκώθηκε όρθιος. «Καλύτερα να πάω κι εγώ. Στο κάτω κάτω, είναι πολλά τα παιδιά». «Πράγματι», απάντησε ο Ίαν. Ύστερα κοίταξε την Άσλιν. «Θα πρέπει να τα συνοδεύσουν μερικοί ενήλικες, τι λες;» Εκείνη γέλασε. «Διάβασες τη σκέψη μου». «Να έρθω κι εγώ, θεία Άσλιν;» ρώτησε συνεσταλμένα η Φιόνα δίπλα της. «Βεβαίως να έρθεις». Έπιασε χαμογελώντας τη μικρή από το χέρι. «Θα πάμε μαζί». Ο Ίαν χαμογέλασε. «Είμαστε πλήρεις, λοιπόν». Πέντε λεπτά αργότερα πήγαν και βρήκαν το ενθουσιασμένο πλήθος στην αυλή. Όταν τα αγόρια έφεραν τα έλκηθρα ξεκίνησαν. Τα μεγαλύτερα παιδιά προπορεύονταν και ορισμένοι από τους νέους έπαιζαν χιονοπόλεμο στο δρόμο. Η Άσλιν προχωρούσε αναγκαστικά πιο αργά για να την προλαβαίνει η Φιόνα με τα μικρά βηματάκια της. Ο Ίαν σταμάτησε και τις περίμενε. Άκουσε την Άσλιν να μιλάει στο κοριτσάκι γλυκά και υπομονετικά κι εκείνο να γελάει. Προφανώς ήταν πολύ καλή με τα παιδιά. «Ποτέ δε σε σκέφτηκα σε αυτόν το ρόλο», της είπε όταν τον έφτασαν. «Σου ταιριάζει». «Αλήθεια;» «Πάρα πολύ». Της το είπε σιγανά, μα με έναν τόνο που η Άσλιν δεν είχε ξανακούσει και την πλημμύρισε μια γλυκιά ζεστασιά. 177


Η αιχμάλωτη Λαίδη Συνέχισαν να περπατούν, αλλά όσο προχωρούσαν, το χιόνι ήταν πιο παχύ και η Φιόνα σκουντουφλούσε στο φόρεμά της. Η Άσλιν την κρατούσε και για να μην πέσει, μα ήταν φανερό ότι θα αργούσαν με αυτόν το ρυθμό. «Προχώρα εσύ», είπε στον Ίαν. «Έχω μια καλύτερη ιδέα», απάντησε εκείνος και, σκύβοντας, σήκωσε το παιδί στους ώμους του. «Κρατήσου γερά». Η Φιόνα υπάκουσε αμέσως, γεμάτη φόβο αλλά κι ενθουσιασμό που βρέθηκε τόσο ψηλά. Σιγά σιγά όμως άρχισε να χαλαρώνει και να το απολαμβάνει, χαμογελώντας πότε πότε ντροπαλά στην Άσλιν. Η Άσλιν το διασκέδαζε και την είχε κυριεύσει και μια παράξενη συγκίνηση. Δεν είχε φανταστεί ποτέ τον Ίαν να μαλακώνει τόσο πολύ, μα να που είχε συμβεί. Θα γινόταν καλός πατέρας. Στη σκέψη αυτή, την πλημμύρισε πάλι ζεστασιά. Του έριξε ένα βλέμμα και εκείνος χαμογέλασε. *** Όταν έφτασαν στην πλαγιά, οι μεγαλύτεροι της ομάδας τους οργανώνονταν ήδη. Ο Ίαν κατέβασε τη Φιόνα από τους ώμους του, την άφησε σε δυο μεγαλύτερες ξαδέρφες της να την προσέχουν και κοίταξε τον Χάμις και τον Ντόναλντ που ξεκινούσαν ήδη. Δεν είχαν όμως καλή ισορροπία και το έλκηθρο ξέφυγε από την πορεία του, τραβώντας προς το ρυάκι. Φωνάζοντας τρομαγμένοι, προσπάθησαν να το φέρουν πάλι στην ευθεία, μα συγκρούστηκαν με ένα βράχο κρυμμένο στα χιόνια και έπεσαν με τα μούτρα στην κατηφόρα, προς μεγάλη διασκέδαση των υπολοίπων. Απτόητοι, οι συμπαίκτες τους ανέβηκαν στα έλκηθρά τους και ξεκίνησαν ολοταχώς. Η ατμόσφαιρα αντήχησε από φωνές και γέλια. Ο Ίαν στράφηκε στη σύζυγό του. «Θα έρθεις μαζί μου, Άσλιν;» Ο τόνος του ήταν αθώος, τα μάτια του όμως είχαν μια σκανταλιάρικη έκφραση που την έκανε να διστάσει. Ο Ίαν άρπαξε την ευκαιρία να την τσιγκλήσει. «Τι τρέχει, κορίτσι μου; Φοβάσαι;» Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της και ο Ίαν χαμογέλασε. Την έπιασε 178


Κεφάλαιο 10 από το χέρι και την οδήγησε σε μια πολύ πιο απότομη πλευρά του λόφου. Η Άσλιν κοίταξε την πλαγιά ανήσυχα. Στην πιο μικρή κλίση τα έλκηθρα είχαν αναπτύξει τρομακτικές ταχύτητες. Τούτη εδώ ήταν πολύ χειρότερη. Στο τέρμα της υπήρχε ένα πλάτωμα που σταματούσε απότομα πάνω από έναν γκρεμό, όπου αυτή την εποχή τα νερά έτρεχαν ορμητικά. «Είσαι σίγουρος, Ίαν;» «Φυσικά. Η Τζίνι κι εγώ ερχόμασταν συχνά εδώ όταν ήμαστε παιδιά. Είναι καταπληκτική διαδρομή, στο λόγο μου». Η Άσλιν κάθισε διστακτικά στο έλκηθρο κι εκείνος πήρε τη θέση του πίσω της και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της. «Αλήθεια, ξέρεις κολύμπι;» τη ρώτησε. «Κολύμπι!» «Ναι, για την περίπτωση που πέσουμε στο νερό». Η Άσλιν ξεφώνισε τρομαγμένη καθώς ο Ίαν έδωσε μια και το έλκηθρο όρμησε στην πλαγιά, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο αέρας τής μαστίγωνε το πρόσωπο, κάνοντας τα μάτια της να δακρύζουν και ο γκρεμός πλησίαζε φρικιαστικά γρήγορα. Η Άσλιν έβγαλε μια στριγκλιά και έκλεισε τα μάτια της. Δεν ήξερε όμως ότι το πλάτωμα στο τέρμα της κατηφόρας φαινόταν πιο μικρό από ψηλά και ότι στην πραγματικότητα η απόσταση μέχρι τον γκρεμό ήταν αρκετά μεγάλη και έτσι το έλκηθρο σταμάτησε εγκαίρως. Η Άσλιν απόμεινε για λίγο άφωνη, με την ψυχή στο στόμα. Ο Ίαν, παραδόξως, δε μιλούσε καθόλου. Γυρνώντας προς το μέρος του, τον είδε να τραντάζεται σιωπηλά απ’ τα γέλια. Τον αγριοκοίταξε. «Είσαι απαίσιος! Κόντεψα να πεθάνω απ’ το φόβο μου». Ο Ίαν φάνηκε να το διασκεδάζει περισσότερο και η Άσλιν τον κοίταξε κατάπληκτη, τρέμοντας ακόμα. Ύστερα, καθώς υποχώρησε κάπως ο φόβος της, κατάλαβε πως ήταν αστείο και άρχισε να γελάει κι εκείνη κάπως θλιμμένα. «Πραγματικά σου ταιριάζει το όνομά σου!» του είπε. «Παραδέξου ότι το διασκέδασες». «Αν είναι διασκέδαση ο τρόμος, τότε, ναι, το παραδέχομαι». «Αυτές οι στιγμές τρόμου δεν μας κάνουν να νιώθουμε ζωντανοί;» 179


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Μην πας να το φιλοσοφήσεις, κάθαρμα. Σου άρεσε που με κατατρόμαξες, αυτό διασκέδασες». «Δεν το αρνούμαι». Η Άσλιν άρπαξε μια χούφτα χιόνι και του την έτριψε στο πρόσωπο. «Για να μάθεις!» Ο Ίαν την έριξε ανάσκελα στο χιόνι και έπεσε από πάνω της καθηλώνοντάς τη με το βάρος του. Και το χειρότερο, τα μαύρα του μάτια είχαν πάρει μια πολύ γνώριμη λάμψη. «Δεν έμαθες ακόμα ότι τέτοια πράγματα επισύρουν φοβερές τιμωρίες;» Και βάλθηκε να τη γαργαλάει ανελέητα στα πλευρά. Η Άσλιν ξεφώνισε, προσπαθώντας μάταια να του ξεφύγει. «Και τώρα παρακάλεσέ με να σε λυπηθώ, γυναίκα μου». «Δε θα σε παρακαλέσω». «Έτσι λες;» Το γαργάλημα συνεχίστηκε. Ξεθεωμένη από τα γέλια, η Άσλιν κατέθεσε τα όπλα. «Φτάνει, Ίαν, παραδίνομαι». «Τότε, ως νικητής, έχω το δικαίωμα να θέσω τους όρους της παράδοσής σου». «Που είναι;» Αντί για απάντηση, της έδωσε ένα φιλί. Κι εκείνη, μη μπορώντας να τον εμποδίσει, αναγκάστηκε να υποταχτεί. Και της άρεσε πολύ. Επιπλέον, η έκφραση που έβλεπε στα μάτια του μεγάλωνε την ευχαρίστηση που ένιωθε. Συνέχισαν, λοιπόν, έτσι για αρκετή ώρα μέχρι που ακούστηκαν φωνές και τα μάγια λύθηκαν. Γυρίζοντας, είδαν τον Χάμις και τον Ντόναλντ να πλησιάζουν από το μονοπάτι, με τον Μπαν, τον Τζέιμς και τον Άντριου να ακολουθούν. «Βρήκαν τη στιγμή», μουρμούρισε ο Ίαν. «Θα έπαιρνα όρκο ότι ο Χάμις το κάνει επίτηδες». Η Άσλιν γέλασε κι εκείνος την αγριοκοίταξε. Ύστερα σηκώθηκε, την τράβηξε να σηκωθεί κι εκείνη και άρχισαν να ανηφορίζουν στο λόφο. Καθώς πλησίαζαν τους άλλους, ο Μπαν χαμογέλασε πονηρά βλέπο180


Κεφάλαιο 10 ντάς την αναμαλλιασμένη. Αλλά, πριν προλάβει να κάνει κανένα σχόλιο, πετάχτηκε ο Χάμις. «Ακολουθούμε το παράδειγμά σας, άρχοντά μου. Αυτή η διαδρομή φαίνεται πολύ πιο διασκεδαστική». «Πράγματι είναι», αποκρίθηκε ο Ίαν. Και γυρνώντας στην Άσλιν πρόσθεσε: «Και η κατηφόρα είναι πολύ συναρπαστική». Η Άσλιν γέλασε κοροϊδευτικά και αμέσως έσπευσε να βήξει για να το κρύψει. Ο Ντόναλντ την κοίταξε με ελπίδα. «Θα έρθετε μαζί μου, αρχόντισσά μου;» τη ρώτησε. «Όχι, ευχαριστώ. Μία φορά είναι υπεραρκετή». Εκείνος ανέβηκε με τον Χάμις στο έλκηθρο, απογοητευμένος. Το ίδιο και ο Μπαν με τον Τζέιμς και τον Άντριου. Ύστερα ξεχύθηκαν και οι πέντε στην κατηφόρα. Ο Ίαν τους κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. Όταν όμως στράφηκε στην Άσλιν, η έκφρασή του ήταν πολύ σοβαρή. «Αρκεί όντως μία φορά ή θα ξανάρθεις μαζί μου, Άσλιν;» Την κοίταξε κατάματα και η έκφρασή του ήταν γεμάτη πρόκληση, αλλά και υποσχέσεις. Η Άσλιν θυμήθηκε μ’ ένα σκίρτημα τη φοβερή βουτιά στην παγωμένη πλαγιά. Ήξερε πλέον ότι δεν είχε κινδυνεύσει καθόλου, ότι ο Ίαν δε θα την είχε αφήσει να πάθει τίποτα. Ήταν αναζωογονητική εμπειρία και όχι μόνο λόγω του υποτιθέμενου κινδύνου, αλλά επειδή βρισκόταν μαζί του. Τον είδε να χαμογελά και να της απλώνει το χέρι του και, ύστερα από μια μόνο στιγμή δισταγμού, του χαμογέλασε κι εκείνη. «Ναι, θα έρθω». Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από τα δικά της. «Έλα, λοιπόν, γλυκιά μου». Αυτή τη φορά η βουτιά ήταν συναρπαστική, χωρίς ίχνος φόβου, και έφτασαν στο τέρμα της κατηφόρας ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Αργά το απόγευμα, όταν επέστρεφαν στο Μαύρο Βουνό, ο μανδύας της ήταν μουσκεμένος, το ίδιο και το στρίφωμα του φορέματος της και τα παπούτσια της και τα χέρια της είχαν παγώσει μέσα στα γάντια της, μα ήταν γεμάτη χαρά και δεν την ένοιαζαν τέτοιες λεπτομέρειες. Η αλήθεια 181


Η αιχμάλωτη Λαίδη ήταν ότι πριν από δυο μήνες δε φανταζόταν ότι θα ένιωθε ξανά τόσο ζωντανή. Για πρώτη φορά άρχισε να διακρίνει ένα μέλλον που δεν ήταν γεμάτο φόβο και να πιστεύει ότι τελικά ίσως να έβρισκε ευτυχία σε τούτο τον απόμερο και άγριο τόπο. *** Η Άσλιν άλλαζε τα νοτισμένα ρούχα της στην κάμαρά της, όταν χτύπησε η πόρτα της και η καρδιά της σκίρτησε. «Περάστε», είπε, μα όταν άνοιξε η πόρτα, είδε τον αδερφό της στο κατώφλι. «Α, Μπαν». Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Περίμενες κάποιον άλλο;» «Νόμιζα ότι θα ήταν η Μόραγκ». «Α». Κοίταξε τριγύρω και είδε τα σκορπισμένα ρούχα. «Μήπως σε διέκοψα;» «Όχι, καθόλου. Πέρνα μέσα». «Πρέπει να σου μιλήσω, Ας». Βλέποντας πόσο συλλογισμένος ήταν, του έδειξε μια καρέκλα. «Έλα, κάθισε». Εκείνος όμως πήγε στο τζάκι και στύλωσε το βλέμμα του στη φωτιά. Η Άσλιν περίμενε, απορημένη, και άρχισε να την κυριεύει ανησυχία. «Σκεφτόμουν», είπε εκείνος τελικά. «Τι πράγμα;» «Το μέλλον». Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε. «Ο σύζυγός σου είναι πολύ φιλόξενος μαζί μου, αλλά δεν μπορώ να μείνω εδώ για πάντα. Πρέπει να κάνω κάτι στη ζωή μου. Και εφόσον η καλύτερη ευκαιρία μου είναι να πάω στο Ντάνφερμλαϊν και να υπηρετήσω στο στρατό, αυτό σκοπεύω να κάνω». «Μα ο ώμος σου δεν είναι εντελώς καλά ακόμα». «Όχι, αλλά καλυτερεύει μέρα με την ημέρα. Την Πρωτοχρονιά θα ξαναρχίσω εξάσκηση και μέχρι την άνοιξη θα είμαι πάλι σε φόρμα». Η Άσλιν δάγκωσε τα χείλη της, προσπαθώντας να πνίξει τον τρόμο 182


Κεφάλαιο 10 της. «Δε θέλω να πας, Μπαν». «Το ξέρω, αλλά πρέπει. Δεν το καταλαβαίνεις;» «Ναι, αλλά... » «Αλλά τι;» «Μόνο εσύ μου έχεις μείνει από την οικογένειά μας. Θα μου λείψεις τρομερά». «Κι εσύ», της απάντησε, «αλλά θα βλεπόμαστε όποτε το επιτρέπουν οι περιστάσεις. Εξάλλου, θα είσαι πολύ απασχολημένη και δε θα προλαβαίνεις να σκέφτεσαι εμένα». Η Άσλιν γύρισε από την άλλη για να κρύψει τα βουρκωμένα μάτια της. Σμίγοντας τα φρύδια του, ο Μπαν την έπιασε από τους ώμους. «Μην απελπίζεσαι. Δε φεύγω ακόμα. Θα έχεις πολύ χρόνο για να συνηθίσεις στην ιδέα». «Δε νομίζω ότι θα συνηθίσω ποτέ». «Πρέπει, Ας. Οι δρόμοι μας χωρίζουν από δω και πέρα». «Ο Ίαν το ξέρει;» «Όχι ακόμα, αλλά θα του μιλήσω σύντομα». Η Άσλιν γύρισε και τον κοίταξε ικετευτικά. «Πρέπει να φύγεις οπωσδήποτε;» Εκείνος της χαμογέλασε τρυφερά. «Εσύ βρήκες τη θέση σου στη ζωή, Ας. Τώρα πρέπει να αναζητήσω κι εγώ τη δική μου». Ύστερα από λίγο έφυγε και η Άσλιν άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε ταραγμένη. Σε λίγο καιρό ο Μπαν δε θα ήταν πια εκεί. Ήταν καλός ξιφομάχος και σίγουρα θα έβρισκε αυτό που επιθυμούσε. Και μετά το Ντάνφερμλαϊν τι; Της είχε πει ότι θα βλέπονταν όποτε το επέτρεπαν οι περιστάσεις, μα σίγουρα δε θα ήταν συχνά. Κι αν πάθαινε κάτι; Η ζωή ήταν γεμάτη κινδύνους, ιδίως για κάποιον που έβγαζε το ψωμί του πολεμώντας. Ήταν ο τελευταίος της δεσμός με όλα όσα αγαπούσε πρώτα. Αν τον έχανε... Ξαφνικά, όλοι οι προηγούμενοι φόβοι της την κυρίευσαν ξανά και σωριάστηκε τρέμοντας σε μια καρέκλα. *** 183


Η αιχμάλωτη Λαίδη Εκείνο το βράδυ ήταν πιο σιωπηλή από ό,τι συνήθως και παρά τη μουσική και τα γέλια γύρω της η καρδιά της δεν ξαλάφρωσε. Άθελά της οι σκέψεις της στράφηκαν στα τελευταία της Χριστούγεννα στο Χέσλινγκφιλντ, στη σάλα με τη ζωηρή φωτιά στο τζάκι και τις πρασινάδες που στόλιζαν τους τοίχους. Θυμήθηκε την οικογένειά της, τα γέλια και τα χαρούμενα πειράγματά τους με τους επισκέπτες. Της ήρθαν στο νου η μουσική, τα τραγούδια και οι γαργαλιστικές μυρωδιές που έβγαιναν από την κουζίνα, αφού ο άρχοντας Κινέρικ ήταν πασίγνωστος για τα πλούσια τραπέζια του. Όχι μόνο ήταν καλός οικοδεσπότης, αλλά δεν έδιωχνε και κανέναν από την πόρτα του, όσο ταπεινός κι αν ήταν. Όλες αυτές οι αναμνήσεις της έφεραν δάκρυα στα μάτια. Τα Χριστούγεννα δε θα γιορτάζονταν ποτέ ξανά στο Χέσλινγκφιλντ. Ένας σπουδαίος σαξονικός οίκος είχε αφανιστεί, μαζί με όλες του τις παραδόσεις φιλοξενίας και καλής συντροφιάς. «Άσλιν;» Η φωνή της Τζίνι την επανέφερε στο παρόν και, γυρίζοντας ξαφνιασμένη, αντιλήφθηκε ότι την παρατηρούσαν και η κουνιάδα της και ο σύζυγός της. «Με συγχωρείτε». «Είσαι καλά;» «Ναι, απόλυτα». Με κάποια προσπάθεια έστρεψε πάλι την προσοχή της στον κόσμο. «Ο Ντάνκαν κι εγώ θέλουμε να σε προσκαλέσουμε στο Άρντνασιλ την άνοιξη», της είπε η Τζίνι. «Θα έρθεις, έτσι; Δε θέλω να σε χάσω τόσο σύντομα». « Θα χαρώ πολύ να έρθω». Η Άσλιν κοίταξε τον Ίαν. «Αν βέβαια...» Εκείνος χαμογέλασε και στράφηκε στην αδερφή του. «Θα τη φέρω, σου το υπόσχομαι». «Θα το θυμάμαι». «Δε θα τολμούσα να την παρακούσω», είπε εκείνος στην Άσλιν. «Αλίμονο μου έτσι και με πιάσει στη γλώσσα της». Η Άσλιν χαμογέλασε. «Τότε θα περιμένω με χαρά την άνοιξη». «Δε θα αργήσει». Η Τζίνι έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα στον αδερφό της. «Κι εσύ σίγουρα θα φύγεις πάλι για περιπέτειες». 184


Κεφάλαιο 10 «Εξαρτάται από την περιπέτεια», της απάντησε εκείνος. Κανείς τους δεν είπε τη λέξη εκδίκηση, μα αυτό εννοούσαν και η Άσλιν είχε ξαφνικά ένα κακό προαίσθημα. Όταν τελείωναν οι γιορτές και έφευγαν οι επισκέπτες, εκεί θα στρέφονταν οι σκέψεις του; Και θα έφευγε κι αυτός όταν έλιωναν τα χιόνια; Ήταν άνθρωπος της δράσης, αφοσιωμένος στον αιματηρό του όρκο. Μόλις έφτιαχνε ο καιρός, θα αναχωρούσε πάλι με τους άντρες του και θα έφευγε και ο αδερφός της για το Ντάνφερμλαίν για να ενταχθεί στο στρατό. Τούτος ο μαγικός χειμώνας που τους κρατούσε όλους μαζί ήταν μονάχα ένα όνειρο, μια πλάνη που θα εξαφανιζόταν μαζί με τα χιόνια. Φόβος πλημμύρισε την καρδιά της. Τα δύο πιο αγαπημένα της πρόσωπα θα έφευγαν και θα έμενε πάλι μόνη της. Και ήξερε πως ό,τι αισθανόταν για τον Ίαν δεν ήταν απλώς ερωτική έλξη. Είχε αρχίσει να νοιάζεται γι’ αυτόν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα φανταζόταν ποτέ. Ήταν ένα πολύ διαφορετικό συναίσθημα από την αγάπη της για τον Μπαν και δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ο Ίαν κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και αποφάσισε να μάθει το γιατί. Μα οι κανόνες της φιλοξενίας απαιτούσαν να δώσει προτεραιότητα στις ανάγκες των επισκεπτών του. *** Έτσι, μόνο αφού αποσύρθηκαν όλοι για ύπνο, βρήκε την κατάλληλη στιγμή. Η Άσλιν είχε φύγει νωρίτερα και ο Ίαν ξαφνιάστηκε που την είδε ακόμα στο πόδι όταν μπήκε στο δωμάτιο. Καθόταν μπροστά στο τζάκι και προφανώς ήταν απορροφημένη σε σκέψεις, γιατί τινάχτηκε όταν τον άκουσε να μπαίνει. Του χαμογέλασε κι εκείνος πήγε και κάθισε δίπλα της και την πήρε στα γόνατά του. «Κάτι σε απασχολεί, Άσλιν, και σε απασχολούσε όλο το βράδυ. Τι είναι;» «Πώς το κατάλαβες;» «Το πρόσωπό σου είναι πολύ εκφραστικό, γλυκιά μου. Πάντα ήταν». Της χαμογέλασε. «Πες μου, λοιπόν». «Είναι αυτό που είπε η Τζίνι». 185


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Για ποιο πράγμα;» «Ότι θα φύγεις την άνοιξη». Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος. «Όταν ζεστάνει ο καιρός, θα αναχωρήσω πάλι με τους άντρες μου. Αλλά πιστεύεις πραγματικά ότι θα έμενα πολύ καιρό μακριά σου;» Τη φίλησε απαλά στο μέτωπο. «Σε καμία περίπτωση». «Μα θα ψάξεις για τον Φισύρ». «Το ξέρεις ότι πρέπει». «Ναι, και αν τον βρεις, ίσως να σε σκοτώσει και τότε τι θα κάνω εγώ;» «Ησύχασε, κορίτσι μου. Δεν πρέπει να το φοβάσαι αυτό». «Πώς να μην το φοβάμαι;» «Του Φισύρ του αρέσει να νικά με δόλο. Σε μια κανονική αναμέτρηση έχει ελάχιστες πιθανότητες και το ξέρει». «Γίνεται να υπάρξει κανονική αναμέτρηση με έναν τέτοιο άνθρωπο;» «Ναι, γίνεται, και κάποτε θα αναγκαστεί να με αντιμετωπίσει». Η Άσλιν αναστέναξε και έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Εκείνος της γύρισε μαλακά το πρόσωπο προς το μέρος του. «Πρέπει να εξορκιστούν τα φαντάσματα του παρελθόντος, Άσλιν, αλλιώς θα μας στοιχειώνουν για πάντα». Έκανε μια παύση και την κοίταξε στα μάτια. «Αλλά δε σε απασχολεί μόνο ο Φισύρ, έτσι δεν είναι;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Θα φύγει ο Μπαν». «Α». «Σκοπεύει να πάει στο Ντάνφερμλαϊν και να υπηρετήσει στο στρατό». «Πιστεύω ότι έχει όλα τα προσόντα για να το επιτύχει». Για αρκετή ώρα εκείνη έμεινε σιωπηλή. Ύστερα κύλησε ένα δάκρυ στο μάγουλό της. «Αχ, μην κλαις, κορίτσι μου». Δυστυχώς τα λόγια του δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ακολούθησαν κι άλλα δάκρυα και ο Ίαν την κοίταξε με έγνοια. Η Άσλιν πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να συνέλθει. 186


Κεφάλαιο 10 «Με συγχωρείς. Το ξέρω ότι πρέπει να φύγετε κι εσύ και ο Μπαν, αλλά τρέμω μην πάθετε κάτι και σας χάσω». Ο Ίαν την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Ποτέ δε θα με χάσεις, κορίτσι μου, ούτε τον Μπαν, απ’ όσο τον ξέρω. Οι πιθανότητες είναι λιγότερες κι από μία στις είκοσι». Εκείνη γέλασε απρόθυμα. «Ποτέ δεν είχα τόση ανασφάλεια... πριν έρθουν οι Νορμανδοί». «Μην έχεις ανασφάλεια. Όσο είναι στο χέρι μου, δε θα συμβεί ποτέ κανένα κακό». Πήρε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του, σκούπισε τα δάκρυα και τη φίλησε τρυφερά στο στόμα. «Σε νοιάζομαι πολύ, κορίτσι μου, και δε θα ήθελα ποτέ να γίνω αιτία να κλάψεις». Της χαμογέλασε. «Όσο για τον αδερφό σου, θα του μιλήσω. Αν είναι αποφασισμένος να πάει στο Ντάνφερμλαϊν, ίσως μπορέσω να τον βοηθήσω. Έχω γνωριμίες εκεί που μπορεί να του φανούν χρήσιμες». «Σ’ ευχαριστώ». «Και τώρα, περιστεράκι μου, είναι αργά και θα έπρεπε να βρίσκεσαι στο κρεβάτι». Σηκώθηκε και την τράβηξε να σηκωθεί κι εκείνη. Της έβγαλε το φόρεμα και το έριξε στην καρέκλα. Ύστερα την οδήγησε στο κρεβάτι και τη σκέπασε με τις γούνες. Έπειτα, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της, γδύθηκε κι εκείνος και ξάπλωσε δίπλα της. Της έκανε τρυφερά έρωτα και ύστερα την κράτησε στην αγκαλιά του μέχρι που την πήρε ο ύπνος. Η επόμενη μέρα ξημέρωσε με πυκνή συννεφιά και βροχή. Ομίχλη σκέπαζε τους λόφους και έκανε τσουχτερό κρύο. Κανείς δεν είχε διάθεση να βγει έξω με τέτοιο καιρό κι έτσι οι άντρες διασκέδασαν παίζοντας σκάκι και ζάρια και οι γυναίκες με ανάλαφρη κουβεντούλα. Ο Χάμις μάζεψε τα παιδιά παράμερα και επινόησε παιχνίδια για να ψυχαγωγηθούν. Το απόγευμα τους πρότεινε να παίξουν αλεπούδες και λαγωνικά και έθεσε τους κανόνες του παιχνιδιού. «Οι αλεπούδες μπορούν να κρυφτούν οπουδήποτε στον πύργο, αλλά όχι παραέξω. Τα λαγωνικά θα μετρήσουν μέχρι το εκατό πριν αρχίσουν να 187


Η αιχμάλωτη Λαίδη ψάχνουν. Όποιος βρεθεί τελευταίος κερδίζει το παιχνίδι». Έκανε μια παύση. «Αλλά όποιος βρεθεί πρώτος πρέπει να υποστεί μια ποινή». Τα παιδιά χτύπησαν με χαρά παλαμάκια. Ο Χάμις κοίταξε προς το σημείο όπου βρισκόταν ο οικοδεσπότης με αρκετούς από τους επισκέπτες. «Θα παίξει κανείς από τις κυρίες και τους κυρίους; Μπορώ να σας πείσω;» Εκείνοι γέλασαν και κούνησαν αρνητικά τα κεφάλια τους. Ο Χάμις ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε την Άσλιν. «Εσείς, αρχόντισσά μου;» «Γιατί όχι;» Κοίταξε χαμογελώντας τον αδερφό της. «Μπαν;» Εκείνος της ανταπέδωσε το χαμόγελο και έγνεψε καταφατικά. «Πράγματι, γιατί όχι;» Τα παιδιά ξέσπασαν σε ζητωκραυγές καθώς πήγαν κοντά τους. Ο Χάμις στράφηκε στον Ίαν. «Εσείς, άρχοντά μου;» Ο Ίαν χαμογέλασε. «Πώς να αρνηθώ;» Στην αρχή τα παιδιά τον κοίταξαν έκπληκτα κι έπειτα ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Ο Χάμις φώναξε να γίνει ησυχία. «Πολύ καλά. Λαίδη Άσλιν, λόρδε Μπαν, θα είστε οι αλεπούδες στον πρώτο γύρο. Έχετε μέχρι το εκατό να βρείτε κάπου να κρυφτείτε. Ένα... δύο...» Εκείνοι αντάλλαξαν ξαφνιασμένοι μια ματιά και αμέσως αναχώρησαν για τη σκάλα. Μόλις έφτασαν στο διάδρομο, σταμάτησαν. «Πρέπει να χωριστούμε», είπε ο Μπαν. «Θα πάω στις αποθήκες. Εσύ;» «Επάνω», του απάντησε εκείνη. «Καλή τύχη». Κι έπειτα ο Μπαν πήρε στα γρήγορα τα σκαλιά προς τα κάτω. Η Άσλιν χαμογέλασε και έτρεξε προς το μέρος που είχε διαλέξει. Στη σάλα ο Ίαν περίμενε να τελειώσει το μέτρημα και όταν σκορπίστηκαν τα παιδιά, ξεκίνησε κι αυτός. Ήταν αποφασισμένος να βρει ο ίδιος τη σύζυγό του. Ανέβηκε τη σκάλα, παριστάνοντας πως έψαχνε σε διάφορα 188


Κεφάλαιο 10 μέρη, μα άφησε τους υπόλοιπους και τράβηξε για την κορφή του πύργου, γιατί ήταν σίγουρος ότι θα την έβρισκε εκεί. *** Η Άσλιν χαμογέλασε, ικανοποιημένη με την κρυψώνα της. Είχε μπει σε μια εσοχή του τοίχου στην ταράτσα του πύργου. Βρισκόταν πίσω από την πόρτα, επομένως όποιος έριχνε μια γρήγορη ματιά στην ταράτσα, δε θα πρόσεχε εύκολα την εσοχή. Η Άσλιν τυλίχτηκε στο μανδύα της, αν και δεν κρύωνε, γιατί η γούνα του ήταν ζεστή και ο ψυχρός αέρας στο πρόσωπό της αναζωογονητικός. Ευτυχώς είχε σταματήσει να βρέχει, αν και τα σύννεφα προμηνούσαν κι άλλη βροχή. Ξαφνικά άκουσε φωνές από κάπου κοντά και κόλλησε στον τοίχο, παίρνοντας μια κοφτή ανάσα. Λίγο αργότερα άκουσε κάποιον να ανοίγει την πόρτα που έβγαζε στην ταράτσα. Ύστερα τη φωνή του Ντόναλντ. «Όχι, δεν είναι κανείς εδώ. Ας κοιτάξουμε πιο κάτω». Ένας άλλος άντρας απάντησε καταφατικά και η πόρτα έκλεισε. Η Άσλιν χαμογέλασε. Ήταν πλέον πολύ πιθανό ότι δε θα την έβρισκαν. Και ευτυχώς, γιατί ο Χάμις σίγουρα θα σκεφτόταν καμιά ποταπή ποινή. Ώρες ώρες η φαντασία του έπαιρνε πολύ πονηρές στροφές. Η Άσλιν θυμόταν μερικά πρόσφατα παραδείγματα, όταν άνοιξε πάλι η πόρτα. Αυτή τη φορά δεν ακούστηκαν φωνές, μόνο βήματα, που κατευθύνονταν αργά και αποφασιστικά προς το μέρος της. Η καρδιά της σκίρτησε, γιατί κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν. Και μια στιγμή αργότερα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το σύζυγό της. «Αρχόντισσά μου». Της χαμογέλασε με μια σκανταλιάρικη έκφραση που μαρτυρούσε ότι δεν την είχε ανακαλύψει τυχαία. Η Άσλιν του ανταπέδωσε το χαμόγελο και τον κοίταξε σκεφτική. «Ήξερες από την αρχή πού θα μ’ έβρισκες, ε;» «Ήμουν αρκετά σίγουρος». «Δε φαντάστηκα ότι ήμουν τόσο προφανής». «Δεν πρέπει να είσαι», συμφώνησε εκείνος. «Βάζει σε πλεονεκτική 189


Η αιχμάλωτη Λαίδη θέση τον αντίπαλό σου». Η έκφραση στα μαύρα του μάτια την ανησύχησε και έμεινε ακίνητη στη θέση της. Εκείνος την περιεργάστηκε εύθυμα. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις, Άσλιν. Εξάλλου, δε θα ήταν σωστό να προσπαθήσεις». Του χαμογέλασε. «Ούτε το να κάνεις ζαβολιές είναι σωστό, παλιομασκαρά». «Δεν έκανα ζαβολιά· απλώς γνώριζα καλά την περιοχή και το θήραμά μου». Ο Ίαν έδειξε με ένα νεύμα την εσοχή. «Είναι πολύ καλή κρυψώνα. Την έχω χρησιμοποιήσει κι εγώ». Ο αδιάφορος τόνος του δεν την ξεγέλασε ούτε στιγμή. Ωστόσο, δεν μπορούσε να ξεφύγει κι έτσι παραδόθηκε στη μοίρα της. «Έλα, αρχόντισσά μου». Πιάνοντάς την από τον καρπό, την τράβηξε μέσα και έκλεισε την πόρτα. «Είστε συνεννοημένοι με τον Χάμις;» τον ρώτησε εκείνη. «Ο Χάμις είναι πέρα για πέρα αθώος». «Δεν το συνηθίζει. Παρ’ όλα αυτά τρέμω τι ποινή θα σκεφτεί». «Δε θα επιβάλει ο Χάμις την ποινή σου. Εγώ θα την επιβάλλω». Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή άφωνη. «Εσύ;» «Βεβαίως». Συνειδητοποιώντας τι υπονοούσε, η Άσλιν κοίταξε γύρω της. Ο διάδρομος ήταν έρημος και, παρά τους πυρσούς, μισοσκότεινος, γιατί είχε αρχίσει να νυχτώνει. Η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό». Εκείνος την κοίταξε με μια έκφραση ευγενικού ενδιαφέροντος. Η Άσλιν δοκίμασε άλλη τακτική. «Είναι ενάντια στους κανονισμούς». «Εγώ δεν ακολουθώ τους κανονισμούς, κορίτσι μου. Θα έπρεπε να το ξέρεις πλέον». Χωρίς να της αφήσει το χέρι, προχώρησε στο διάδρομο μέχρι την κάμαρά του, αφού πρώτα κλείδωσε την πόρτα. Δεν είχε πια καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις του και η καρδιά της άρχισε να σφυροκο190


Κεφάλαιο 10 πάει. Τον είδε να την πλησιάζει χαμογελαστός και αμέσως οπισθοχώρησε. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις, Άσλιν». «Έτσι λες;» «Ναι, έτσι λέω». Η Άσλιν θυμήθηκε την ενδιάμεση πόρτα στα δωμάτιά τους και έκρυψε ένα χαμόγελο. Αν νόμιζε ότι θα την παγίδευε τόσο εύκολα, ήταν πολύ γελασμένος. Απολαμβάνοντας από τώρα την απογοήτευσή του, γύρισε και όρμησε στην κρεβατοκάμαρά του. Ο Ίαν μπήκε μέσα τη στιγμή που έφτανε στην ενδιάμεση πόρτα. Εκείνη άρπαξε το πόμολο και το γύρισε με δύναμη. Μάταια όμως. Αμέσως το βλέμμα της πήγε στην κλειδαριά. «Αυτό εδώ ψάχνεις;» τη ρώτησε εκείνος. Η Άσλιν γύρισε και τον κοίταξε. Κρατούσε στο χέρι του ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί. Άφωνη, τον παρακολούθησε να κλείνει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και να την κλειδώνει. Το σχέδιό του ήταν πλέον ολοφάνερο. Την είχε οδηγήσει εκεί ακριβώς που ήθελε. «Τι πονηρός που είσαι», του είπε χαμηλόφωνα και, άθελά της, με θαυμασμό, βλέποντάς τον να πλησιάζει. «Τα είχες υπολογίσει όλα, ε;» «Σε κάθε εκστρατεία πρέπει να καταστρώνει κανείς σχέδιο». Και μετά την έπιασε από τους ώμους και ξαφνικά το πρόσωπό του ήταν πολύ κοντά της και τα μαύρα μάτια του στυλώθηκαν φλογερά στα δικά της. «Φίλησέ με, Άσλιν». Ενοχλημένη με τον εαυτό της που είχε πέσει τόσο εύκολα στην παγίδα του και ακόμα πιο ενοχλημένη που το απολάμβανε, η Άσλιν έκανε μια δήθεν προσπάθεια να αντισταθεί. Εκείνος την έσφιξε πάνω του και τη φίλησε αργά και επίμονα, αγνοώντας την αντίστασή της μέχρι που την ένιωσε να αφήνεται στο φιλί του. Τότε τη μετέφερε στο κρεβάτι. *** Αργότερα, καθώς ήταν ξαπλωμένοι κάτω απ’ τις γούνες, η Άσλιν τον κοίταξε και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. 191


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Ήταν μεγαλούτσικη η ποινή, άρχοντά μου». «Όχι», της απάντησε. «Η ποινή ήταν μόνο ένα φιλί». «Ένα φιλί!» Η Άσλιν ανασηκώθηκε στον αγκώνα της. «Α, βρε παλιό...» Μα έχασε τα λόγια της μπροστά στο πειραχτικό χαμόγελό του και τότε του χίμηξε. Ο Ίαν έβαλε τα γέλια. Ακολούθησε μια σύντομη άνιση μάχη και τελικά την έπιασε από τους καρπούς και την καθήλωσε στο κρεβάτι. «Όλα επιτρέπονται στον έρωτα και τον πόλεμο, κορίτσι μου». Την κρατούσε ακόμα, γιατί τα γαλανά μάτια της είχαν μια επιθετική λάμψη. «Και τώρα σε έχω πιάσει αιχμάλωτη και δε θα σ’ αφήσω». Εκείνη γέλασε σιγανά. «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ, Ίαν. Τι θα γίνει με το παιχνίδι;» Ο Ίαν έσκυψε και τη φίλησε. «Α, ίσα ίσα, κορίτσι μου, πιστεύω ότι έτσι δε θα αμφισβητήσει κανείς τη νίκη σου».

192


Κεφάλαιο 11 Ύστερα από δύο μέρες βροχής ο ουρανός καθάρισε και μια που είχαν λιώσει τα χιόνια, ο Χάμις πρότεινε να βγουν οι άντρες για ιππασία. Η ιδέα του είχε μεγάλη απήχηση. Η Άσλιν κοίταξε τον αδερφό της. «Θα πας μαζί τους;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Πολύ θα το ήθελα, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θα αντέξει ο ώμος μου το ρυθμό τους. Πρέπει να το δοκιμάσω με τους δικούς μου όρους». «Πάμε τότε οι δυο μας με το ρυθμό που σε βολεύει». «Πάμε», της είπε. «Στο κάτω κάτω, έχει περάσει καιρός και αν δεν ιππεύσω σύντομα, θα ξεχάσω πώς γίνεται». Η Άσλιν γέλασε. «Εντάξει, αλλά μην πάμε πολύ μακριά στην αρχή, γιατί θα πιαστείς». Ο Ίαν, που είχε παρακολουθήσει την κουβέντα τους, τους κοίταξε με ένα χαμόγελο. «Θα στείλω έναν ιπποκόμο μαζί σας, μια που δε γνωρίζετε την περιοχή». Έτσι, κατέβηκαν όλοι στην αυλή και ξεκίνησαν. Ο Ίαν πήγαινε δίπλα τους μέχρι να φτάσουν στη διακλάδωση του μονοπατιού όπου εκείνος και οι άντρες θα τους άφηναν. Χαιρέτησε τον Μπαν και μετά έσκυψε και φίλησε την Άσλιν στο μάγουλο. «Θα βρεθούμε αργότερα, Άσλιν». Της χαμογέλασε και έστριψε το άλογό του. Για λίγη ώρα εκείνη τον ακολούθησε με το βλέμμα της. Της έλειπε ήδη η παρουσία του. Είπε όμως στον εαυτό της να μη γίνεται ανόητη και έφερε το άλογό της δίπλα στου αδερφού της. Προχώρησαν με σταθερό ρυθμό, μα η Άσλιν έβλεπε ότι ο Μπαν χαιρόταν τη διαδρομή και την ευχαριστούσε που τον έβλεπε να χαμογελά όπως παλιά. Ο οδηγός τους τους πήγε μέσα από όλο το Γκλενγκάρον, σκο193


Η αιχμάλωτη Λαίδη πεύοντας να κάνει το γύρο της κοιλάδας. Παρ’ όλο ήταν που της άρεσε ο καθαρός αέρας, έκανε πολύ κρύο κι έτσι δεν την πείραζε καθόλου που θα έκαναν πιο μικρή εκδρομή αυτή τη φορά. Φτάνοντας στο τέλος της κοιλάδας, ο ιπποκόμος σταμάτησε και στύλωσε το βλέμμα του στην πλαγιά του λόφου στο βάθος. Ο Μπαν έσμιξε τα φρύδια του. «Τι είναι, Κάλεμ;» «Δεν είμαι σίγουρος, άρχοντά μου. Μου φάνηκε πως είδα κάτι να κινείται εκεί απέναντι». Έμειναν και οι τρεις ακίνητοι, προσπαθώντας να διακρίνουν κάτι, αλλά δεν είδαν τίποτα. «Ίσως ήταν κανένα ελάφι», είπε ο Μπαν. «Ίσως», αποκρίθηκε ο Κάλεμ, μα δεν έδειχνε να έχει πειστεί. «Τι άλλο; Σίγουρα δε θα ερχόταν κανείς απρόσκλητος στο Γκλενγκάρον, έτσι δεν είναι;» «Θα ήταν άμυαλος αν το έκανε, άρχοντά μου». Η Άσλιν κοίταξε τους βράχους και τα μουσκεμένα από τη βροχή ρείκια, αλλά δε διέκρινε καμιά κίνηση. Σκέφτηκε λοιπόν ότι θα ήταν κάποιο ζώο που τρόμαξε από τον ερχομό τους και είχε φύγει τρέχοντας ανάμεσα στα χαμόκλαδα. Παρ’ όλα αυτά, η απόλυτη ηρεμία την ανησύχησε ξαφνικά. «Προτείνω να γυρίσουμε πίσω», είπε. Ο Κάλεμ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Καλή ιδέα, αρχόντισσά μου». Ο Μπαν τους κοίταξε και τους δυο σκεφτικός κι έπειτα έριξε άλλη μια ματιά στο λόφο. «Όπως επιθυμείτε». Έστριψαν τα άλογά τους και πήραν το δρόμο της επιστροφής, με λίγο πιο γρήγορο ρυθμό. Η Άσλιν κοίταξε μια φορά πίσω της, αλλά δε φαινόταν τίποτα. *** Οι άλλοι επέστρεψαν αργότερα, λασπωμένοι και καλοδιάθετοι ύστερα 194


Κεφάλαιο 11 από την εκδρομή στον καθαρό αέρα. Ο Ίαν πήγε στη σύζυγό του δίπλα στο τζάκι, πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και της έδωσε ένα φιλί. Η Άσλιν χαμογέλασε. «Νομίζω ότι ευχαριστήθηκες τη βόλτα, άρχοντά μου». «Πράγματι, αν και μου έλειψε η συντροφιά σου». «Ψέματα. Σίγουρα θα μιλούσες για άλογα και κυνήγι». Εκείνος χαμογέλασε. «Μα και πάλι σε σκεφτόμουν». «Τι σκεφτόσουν;» Εκείνος έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί. Η Άσλιν έγινε κατακόκκινη. «Είσαι αδιόρθωτος». «Έτσι μου λένε». Έκανε μια παύση. «Παρ’ όλα αυτά, σωστά μάντεψες για το κυνήγι. Όποτε ξανακάνει καλή μέρα, θα βγούμε με τα λαγωνικά. Θα έρθεις;» Τα μάτια της φωτίστηκαν. «Αμφιβάλλεις;» Εκείνος κοίταξε τον Μπαν. «Πώς πήγε η βόλτα;» «Καλά, άρχοντά μου», του απάντησε. «Ο ώμος μου είναι πολύ καλύτερα και σύντομα θα είμαι πάλι υγιέστατος». Δεν ανέφερε το μικρό περιστατικό και η Άσλιν σκέφτηκε ότι καλά έκανε. Τι να έλεγαν, στο κάτω κάτω; Μια υποψία ήταν μόνο. Δεν είχαν δει τίποτα. «Χαίρομαι», συνέχισε ο Ίαν. «Σύντομα θα σταματήσουν οι βροχές και θα αναλάβουμε πάλι δράση. Στο μεταξύ, καλή θα ήταν λίγη εξάσκηση στο σπαθί. Τι θα έλεγες για ένα μικρό αγώνα;» «Θα ήταν τιμή μου». Η Άσλιν έριξε μια ματιά στον αδερφό της. «Είσαι σίγουρος;» «Γιατί όχι;» αποκρίθηκε εκείνος. «Δε θα το παρακάνω, αλλά πρέπει να ξεκινήσω κάποτε». Εκείνη τους κοίταξε και τους δυο, μη μπορώντας να το πιστέψει. «Με αυτό τον καιρό;» Ο Ίαν χαμογέλασε. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα πάμε στον αχυρώνα». Ύστερα, βλέποντας την ανήσυχη έκφραση της συζύγου του, πρόσθεσε: «Μη φοβάσαι, αρχόντισσά μου, θα σου τον επιστρέφω σώο και αβλαβή». 195


Η αιχμάλωτη Λαίδη Εκείνη αναστέναξε και τους κοίταξε που αναχώρησαν. Σε λίγες βδομάδες ο Μπαν θα ήταν πράγματι υγιέστατος. Και μετά θα έφευγε. Ήταν καιρός να αντιμετωπίσει τη δυσάρεστη αλήθεια. Ο αδερφός της είχε τη δική του ζωή και δεν ήταν σωστό να θέλει να τον κρατήσει εκεί, αν εκείνος ήθελε να φύγει. Οι δρόμοι τους ήταν διαφορετικοί πλέον, αλλά, αν τους ευνοούσε η μοίρα, ίσως να διασταυρώνονταν πότε πότε. Εξάλλου, είχε κι αυτή τώρα καθήκοντα και ευθύνες. *** Στον αχυρώνα οι δυο άντρες άρχισαν το συνηθισμένο ζέσταμα. Ο Μπαν ήταν αισιόδοξος. Όπως είχε πει, ο ώμος του ήταν καλύτερα. Η καθημερινή άσκηση θα δυνάμωνε τους μυς και θα τον βοηθούσε να ξαναβρεί την αντοχή του. Πότε πότε κοιτούσε το γαμπρό του, μα εκείνος και να το πρόσεξε, δεν το έδειξε· ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ αυτό που έκανε. Όπως πάντα. Οτιδήποτε επιχειρούσε, το έκανε με αφοσίωση και σχολαστικότητα. Ο Μπαν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να μάθει πολλά από αυτόν. Θυμήθηκε τις αρχικές αμφιβολίες του και ένιωσε ανόητος. Ο Ίαν Μακάλπιν μπορεί να είχε τα ελαττώματά του, αλλά ήταν επίσης άξιος κάθε σεβασμού. Θα έβρισκε τέτοιον άνθρωπο ανάμεσα στους άρχοντες του Ντάνφερμλαϊν; Το έλπιζε. Παρ’ όλα αυτά ήξερε ότι θα του έλειπε το Μαύρο Βουνό, γιατί στο διάστημα που βρισκόταν εκεί είχε γίνει σπίτι του, κάτι που δεν πίστευε ότι θα ξανάβρισκε ποτέ. Το πιο δύσκολο θα ήταν που θα άφηνε την Άσλιν, θα ένιωθε σαν να την έχανε ξανά. Αλλά τουλάχιστον τον παρηγορούσε που ήξερε ότι εκείνη θα είχε πάντα ασφάλεια και αγάπη. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ξαφνικά η φωνή του Ίαν. «Να κάνουμε λίγη εξάσκηση τώρα;» «Γιατί όχι;» Άρχισαν να ξιφομαχούν, κάνοντας τις συνηθισμένες ασκήσεις. Ο Μπαν ήταν σφιγμένος στην αρχή, μα σιγά σιγά προσαρμόστηκε στους γνώριμους ρυθμούς. Αν και είχε ξαναδεί τον Ίαν να μάχεται, ένιωσε πάλι δέος για τη δύναμη και την ευλυγισία του, την αντοχή και τη χάρη του, το ότι χειριζόταν το σπαθί σαν προέκταση του μπράτσου του. Ο Μπαν ήταν καλός ξιφομάχος, αλλά αμέσως είδε το επίπεδο που έπρεπε να φτάσει. Σύ196


Κεφάλαιο 11 ντομα όμως διαπίστωσε ότι θα του έπαιρνε καιρό να πετύχει το στόχο του, γιατί ύστερα από λίγη ώρα πιο ζωηρής άσκησης, άρχισε να τον πονάει ο ώμος του και να του φαίνεται πολύ πιο βαρύ το σπαθί. Βλέποντας το χέρι του να τρέμει, ο Ίαν κατέβασε το δικό του. «Νομίζω ότι φτάνει για σήμερα». Ο Μπαν χαμογέλασε απολογητικά. «Δυστυχώς ναι». «Παρ’ όλα αυτά ο ώμος σου είναι πολύ καλύτερα». Ο Ίαν έβαλε το ξίφος στο θηκάρι του. «Σύντομα θα είναι εντελώς καλά». «Μακάρι να έχεις δίκιο, γιατί απ’ αυτό ελπίζω να βγάζω το ψωμί μου». Ο Μπαν σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και πρόσεξε ότι ο γαμπρός του δεν είχε καν ιδρώσει ακόμα. Με ένα θλιμμένο χαμόγελο, έβαλε και το δικό του σπαθί στο θηκάρι του. «Φαντάζομαι ότι σου το είπε η αδερφή μου». «Ναι, μου το είπε». Ο Ίαν έσκυψε και μάζεψε το χιτώνιό του. «Μου είπε ότι σκέφτεσαι να πας στο Ντάνφερμλαϊν». «Έτσι είναι». «Τότε θα χαρώ να σου κάνω μια σύσταση». «Μεγάλη καλοσύνη σου, άρχοντά μου. Εφόσον μάλιστα σου οφείλω ήδη πάρα πολλά». «Δε μου οφείλεις τίποτα». «Νομίζω ότι υποτιμάς όσα έχεις κάνει για μένα». «Καθόλου». Ο Ίαν φόρεσε το χιτώνιό του και έδεσε τη ζώνη του. «Πρέπει να στηρίζει κανείς την οικογένειά του». Ένα κύμα περηφάνιας και ευχαρίστησης πλημμύρισε τον Μπαν, γιατί ο Ίαν του είχε δώσει μια θέση στην οικογένειά του. «Μιλάς σωστά, άρχοντά μου». «Και αφού είναι έτσι, έχω να σου κάνω μια πρόταση». Ο Μπαν σταμάτησε τη στιγμή που έσκυβε να πιάσει το δικό του χιτώνιο. «Πρόταση;» «Ναι. Μείνε εδώ στο Μαύρο Βουνό. Πάντα χρειάζομαι καλούς άντρες». Για μια στιγμή έπεσε σιωπή. Ο Ίαν χαμογέλασε αχνά. 197


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Δε χρειάζεται να το αποφασίσεις τώρα. Σκέψου το με την ησυχία σου». Ο Μπαν κοκκίνισε, αλλά συνήλθε γρήγορα. «Την παρεξήγησες τη σιωπή μου, άρχοντά μου. Δεν ήταν δισταγμός, αλλά έκπληξη. Το εννοείς πραγματικά;» Τα μαύρα μάτια του Ίαν αντάμωσαν τα δικά του. «Δε θα το έλεγα αν δεν το εννοούσα. Εξάλλου, θα με στενοχωρούσε να φύγεις». «Κι εμένα θα με στενοχωρούσε, άρχοντά μου». «Επομένως ταχτοποιήθηκε». Ο Ίαν χαμογέλασε ξανά. «Τώρα πρέπει να μιλήσω στον Ντούγκαλ. Στο μεταξύ, θα πρότεινα να το πεις στην αδερφή σου». *** Ο Μπαν βρήκε την Άσλιν στη σάλα δίπλα στο τζάκι. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και του χαμογέλασε. «Πώς πήγε η εξάσκηση;» «Καλά, αλλά υστερώ πολύ ακόμα». Κούνησε τον ώμο του και μόρφασε λίγο. «Δεν έχω ανακτήσει όλες μου τις δυνάμεις». «Μάλλον θα σου πάρει μερικές βδομάδες, αλλά δεν υπάρχει βιασύνη. Ούτως ή άλλως δεν μπορείς να φύγεις μέχρι να ζεστάνει ο καιρός» «Δε θα φύγω τελικά». «Δεν καταλαβαίνω». «Ο Ίαν μου ζήτησε να μείνω. Να μπω στην υπηρεσία του». «Κι εσύ τι... τι είπες;» «Ναι, φυσικά». Για μια στιγμή η Άσλιν έμεινε άφωνη από τη χαρά και την ανακούφιση της. Ύστερα πετάχτηκε όρθια και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Πόσο χαίρομαι». «Για να σου πω την αλήθεια κι εγώ χαίρομαι». «Αλήθεια;» Τραβήχτηκε λίγο πίσω και τον κοίταξε στα μάτια. «Δεν το 198


Κεφάλαιο 11 λες μόνο για χάρη μου;» «Όχι. Όταν μου έκανε την πρόταση ο Ίαν, τη δέχτηκα με μεγάλη χαρά. Τον σέβομαι και θα τον ακολουθούσα ευχαρίστως». Η Άσλιν συγκατένευσε. Είχε δει πόσο είχε αρχίσει να θαυμάζει ο αδερφός της τον άντρα της και τη χαροποιούσε η φιλία τους. Ήξερε ωστόσο ότι ο Ίαν δεν είχε κάνει την πρόταση μονάχα επειδή πίστευε στις ικανότητες του Μπαν, αλλά και για να την ευχαριστήσει και αυτό τη συγκίνησε πολύ. Δεν είχε ιδέα πόση χαρά της είχε δώσει με αυτή την απλή χειρονομία. Ο Ίαν ήταν στη σάλα μαζί με τον Ντούγκαλ. Ο Ντούγκαλ τους χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι του στον αδερφό της. «Ο λόρδος Ίαν μου είπε τα καλά νέα. Πολύ χαίρομαι». Ο Μπαν κοκκίνισε λίγο και του έσφιξε το χέρι. «Είναι τιμή μου, πιστέψτε με, κύριε». «Ας πιούμε, λοιπόν, για να το γιορτάσουμε». Ο Ίαν είπε να φέρουν κρασί και έκανε μια πρόποση. «Στη φιλία και την αδελφοσύνη μας». Ο Μπαν ύψωσε το κύπελλό του, επαναλαμβάνοντας με σοβαρότητα τα λόγια που θα έλεγε αργότερα, όταν θα ορκιζόταν πίστη στον άρχοντά του ενώπιον των αντρών του. Ρίχνοντας μια ματιά στην Άσλιν, την είδε να του χαμογελά. Μετά την πρόποση η συζήτηση στράφηκε σε πιο γενικά θέματα κι εκείνη άφησε τους άντρες να μιλούν, με τα μάτια της στον Ίαν. Το είχε κάνει αυτό για χάρη της. Συγκινημένη, αντάμωσε το βλέμμα του κι εκείνος της χάρισε ένα χαμόγελο που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει. Βλέποντας ότι ο Ντούγκαλ και ο Μπαν είχαν απορροφηθεί από τη συζήτησή τους, ο Ίαν ήρθε κοντά της. Εκείνη τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. «Πώς να σε ευχαριστήσω;» «Δε χρειάζεται. Ήταν ένα λογικό βήμα. Ο Μπαν χρειάζεται να φτιάξει τη ζωή του κι εγώ χρειάζομαι ικανούς άντρες. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, επομένως». «Τρία», του απάντησε, «γιατί έδωσες και σ’ εμένα μεγάλη χαρά».

199


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Αν χάρηκες, τότε είμαι πολύ ευχαριστημένος». «Όσο δε φαντάζεσαι, Ίαν. Είχα απελπιστεί όταν καταστράφηκε το Χέσλινγκφιλντ κι εσύ μου έδωσες ελπίδα για το μέλλον». Ο λαιμός του σφίχτηκε, γιατί δεν περίμενε να ακούσει τέτοια λόγια από κείνη. Ήταν όμως βγαλμένα από την καρδιά της, δε χωρούσε αμφιβολία. «Θα φτιάξουμε μαζί το μέλλον μας, εσύ κι εγώ», της απάντησε. «Αλήθεια;» «Αμφιβάλλεις;» «Θέλω πολύ να το πιστέψω, Ίαν, αλλά υπάρχει ακόμα η σκιά του παρελθόντος». Τα μάτια της αντάμωσαν τα δικά του κι εκείνος διέκρινε την οδύνη στο βλέμμα της. «Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;» «Ο Φισύρ». Για μια στιγμή έπεσε σιωπή ανάμεσά τους. Η Άσλιν ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Αν θέλεις πραγματικά να φτιάξουμε το μέλλον μας, ξέχνα το μίσος σου, Ίαν». Έκανε μια παύση. «Αυτές οι παλιές έχθρες είναι καταστροφικές. Δε θέλω να μολύνουν τη ζωή μας τα κακά του παρελθόντος». Η έκφρασή του σοβάρεψε. «Δεν καταλαβαίνεις τι μου ζητάς, Άσλιν». «Όχι, καταλαβαίνω, περισσότερο από κάθε άλλον». «Έδωσα μια ιερή υπόσχεση. Θέλεις να την αθετήσω;» «Δεν απαιτώ τίποτα. Σου ζητώ μονάχα να το σκεφτείς». «Αυτό είναι άδικο, Άσλιν». «Όπως ήταν άδικο που ο Φισύρ κατέστρεψε το Χέσλινγκφιλντ και δολοφόνησε τους δικούς μου», του απάντησε, «και έχω σκεφτεί πολλές φορές να τον εκδικηθώ. Αλλά η εκδίκηση δε θα φέρει πίσω το σπίτι και την οικογένειά μου. Χάθηκαν και αυτό δεν αλλάζει». Έκανε μια παύση. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αξιοποιήσουμε ό,τι έχουμε». «Μαζί σου βρήκα κάτι που πίστευα ότι δε θα ζούσα ποτέ ξανά, αλλά 200


Κεφάλαιο 11 δεν μπορώ να ησυχάσω αν δεν πεθάνει ο Φισύρ». «Δηλαδή θα τον αφήσεις να μολύνει το μέλλον όπως και το παρελθόν, Ίαν; Γιατί, τότε, πραγματικά θα έχει κερδίσει». Γύρισε με θλίψη από την άλλη και τον άφησε μόνο του. Εκείνος αναστέναξε και την κοίταξε που έφευγε, διχασμένος μεταξύ επιθυμίας και εκνευρισμού. Τι περίμενε λοιπόν από εκείνον, να γίνει επίορκος; Οι αναμνήσεις του μπορεί να είχαν γίνει πιο υποφερτές με τον καιρό, η απόφασή του για εκδίκηση όμως δεν είχε χαθεί. Έσφιξε το κύπελλό του στο χέρι του. Αυτό που ζητούσε η Άσλιν ήταν αδύνατον. Πώς να αποκτήσει το μέλλον που ήθελε όσο ζούσε και βασίλευε ο εχθρός του; Η Άσλιν βγήκε στην αυλή για να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Τουλάχιστον είχε σταματήσει να βρέχει, αν και τα πάντα μύριζαν υγρασία. Κοιτάζοντας τα σύννεφα που έτρεχαν στον ουρανό, ανατρίχιασε και τυλίχτηκε στο μανδύα της. Δεν ήταν καιρός για έξω, ωστόσο δεν ήθελε να επιστρέφει ακόμα στη σάλα και πήγε στο στάβλο. Ήταν στεγνά μέσα και πιο ζεστά και ο αέρας είχε μια γλυκιά, αψιά μυρωδιά από σανό και άλογα. Όταν συνήθισαν τα μάτια της στο λιγοστό φως, πήγε στο χώρισμα της Στέορα. Η φοράδα την άκουσε και γύρισε, με ένα σιγανό χλιμίντρισμα. Η Άσλιν χαμογέλασε και της χάιδεψε τρυφερά τη μουσούδα της. Θα ήταν ωραία να βγει για ιππασία όταν έφτιαχνε ο καιρός. Ο Ίαν είχε μιλήσει για κυνήγι. Της άρεσε η ιδέα. Με το που σκέφτηκε τον Ίαν, θυμήθηκε πάλι την πρόσφατη συζήτησή τους και αναστέναξε. Είχε ελπίσει ότι θα του άλλαζε γνώμη με τα επιχειρήματα της, αλλά τώρα αναρωτιόταν αν είχε κάνει καλά που έθιξε το ζήτημα. Δεν αθετούσε κανείς εύκολα έναν ιερό όρκο και ο Ίαν είχε κάθε δικαίωμα να θέλει εκδίκηση. Το καταλάβαινε, μα της ήταν δύσκολο να σκεφτεί αντικειμενικά, με δεδομένο ποιο μπορεί να ήταν το τίμημα μια τέτοιας εκδίκησης. Αν τον έχανε; Αν έχανε την ευτυχία που μόλις είχε βρει; Κατάλαβε τότε ότι η έκκλησή της είχε να κάνει εν μέρει με τις δικές της ανασφάλειες. Αλλά αυτό δεν την έκανε να νιώσει καλύτερα. Πίσω της ακούστηκαν βήματα και η Άσλιν γύρισε, περιμένοντας να δει κάποιον από τους ιπποκόμους, αλλά ήταν ο Ίαν. Για λίγες στιγμές κοιτάχτηκαν σιωπηλοί. 201


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Το φαντάστηκα ότι ίσως να σ’ έβρισκα εδώ», είπε εκείνος. Η Άσλιν έδωσε ένα τελευταίο χάδι στη Στέορα και πήγε κοντά του. «Ίαν, αυτό που είπα πριν... λυπάμαι. Δεν είχα δικαίωμα να σου το ζητήσω». Εκείνος την κοίταξε για μια στιγμή έκπληκτος. Ύστερα αναστέναξε. «Το είχες το δικαίωμα, κορίτσι μου». «Όχι, είναι ιερός ένας τέτοιος όρκος. Το καταλαβαίνω και σου ζητώ συγνώμη». «Αχ, κορίτσι μου, δεν υπάρχει λόγος να μου ζητήσεις συγνώμη. Εξάλλου, ήταν αλήθεια αυτό που είπες». Τώρα ήταν η σειρά της να εκπλαγεί, πριν προλάβει όμως να πει τίποτα, εκείνος συνέχισε: «Κουβαλώ τόσο καιρό στην καρδιά μου την επιθυμία για εκδίκηση που έχει γίνει κομμάτι του εαυτού μου. Και δυστυχώς, δεν είναι από τις καλύτερες πλευρές μου. Ακόμα και τώρα, δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να την παραμερίσω». «Ίαν, δεν... » «Όχι, άκουσέ με, σε ικετεύω». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αν ανταμώσουν ποτέ οι δρόμοι μας, θα τον σκοτώσω, αλλά θα πάψω να τον αναζητώ πια». Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. «Το εννοείς;» «Δε θα το έλεγα αν δεν το εννοούσα, κορίτσι μου». Την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό. «Είσαι ευχαριστημένη έτσι;» Η Άσλιν έμεινε βουβή για μια στιγμή, γιατί αυτό ήταν κάτι που ξεπερνούσε τις προσδοκίες της. Ύστερα έγνεψε καταφατικά. «Ναι». Ο Ίαν ήξερε ότι πριν από μια βδομάδα, ακόμα και πριν από μια μέρα, δε θα μπορούσε να δώσει τέτοια υπόσχεση, αλλά για πρώτη φορά είχε ανακαλύψει κάτι που ήθελε περισσότερο από την εκδίκηση. Είχε γίνει μια μεγάλη αλλαγή μέσα του και η αιτία ήταν τα αισθήματά του για την Άσλιν. Θα έπρεπε να έχει αγανακτήσει, αλλά δεν ένιωθε έτσι. Ίσα ίσα, αισθανόταν σαν να είχε φύγει ένα βάρος από πάνω του. «Τότε ας το αφήσουμε εκεί το ζήτημα», της είπε. «Σ’ ευχαριστώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα». «Θέλω το μέλλον για το οποίο μιλήσαμε». 202


Κεφάλαιο 11 «Κι εγώ. Θέλω παιδιά μαζί σου, Ίαν, και θέλω να γνωρίσουν τον πατέρα τους, όχι να μαθαίνουν γι’ αυτόν από άλλους». Εκείνος χαμογέλασε. «Θα με γνωρίσουν καλά. Ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν». «Αμφιβάλλω. Πιστεύω ότι θα είσαι εξαιρετικός πατέρας». «Αλήθεια; Και πώς σου μπήκε αυτή η σκέψη;» «Σε είδα με την ανιψιά σου. Έχεις ταλέντο με τα παιδιά». «Α, κάνω εξάσκηση για τότε που θα αποκτήσω δικά μου». «Αν το θέλει ο Θεός, θα αποκτήσεις σύντομα». Πλησιάζοντάς τον κι άλλο, πήρε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της και του έδωσε ένα φλογερό φιλί. Όταν σταμάτησαν τελικά για να πάρουν ανάσα, ο Ίαν την είδε να κοιτάζει πίσω του, προς το βάθος του στάβλου. Γύρισε κι εκείνος και κοίταξε τη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι. Της έριξε τότε μια ερωτηματική ματιά. «Όταν πρωτοήρθα εδώ, μου έδειξες όλο το Μαύρο Βουνό», του είπε. «Έτσι είναι, κορίτσι μου». «Αλλά ποτέ δε μου έδειξες τι υπάρχει εκεί πάνω, άρχοντα μου». Η καρδιά του σκίρτησε. Ύστερα της χαμογέλασε. «Να επανορθώσω τότε». Ανέβηκαν και ο Ίαν τράβηξε επάνω τη σκάλα. Έπειτα άπλωσε το μανδύα του στα άχυρα. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν και μετά εκείνος γονάτισε και την πήρε στην αγκαλιά του. Τα χείλη της μισάνοιξαν, αφήνοντάς τον να γευτεί το γλυκό της στόμα και το κορμί της κόλλησε στο δικό του. Ο Ίαν τραβήχτηκε λίγο για να βγάλει τη ζώνη και το χιτώνιό του κι ύστερα τη φίλησε απαλά στο μάγουλο και το λαιμό, ανασηκώνοντας ταυτόχρονα το φόρεμά της. Η Άσλιν ένιωσε τα ζεστά χέρια του στο δέρμα της και ρίγησε σύγκορμη. Τυλίγοντας τα μπράτσα της γύρω του, πέρασε τη γλώσσα της στο λαιμό του, ανασαίνοντας το μεθυστικό, αρρενωπό του άρωμα και χάιδεψε τη μυώδη πλάτη του. Το φιλί τους έγινε πιο φλογερό και τα χέρια της γλίστρησαν στα κορδόνια του παντελονιού του. Τα έλυσε, πέρασε μέσα το χέρι της για να τον χαϊδέψει και τον ένιωσε να ερεθίζεται. Ο Ίαν πήρε μια κοφτή ανάσα και τότε εκείνη τον έσπρωξε πίσω, πέρασε πάνω του και τον έφερε μέσα της. 203


Η αιχμάλωτη Λαίδη Ο Ίαν είχε φανταστεί να της κάνει έρωτα με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικά μέρη, αλλά η πραγματικότητα ξεπερνούσε τη φαντασία του. Επιπλέον, τα μάτια της είχαν μια έκφραση που δεν είχε ξαναδεί. Ήταν προκλητική και σκανταλιάρικη και άναψε μια πρωτόγνωρη φωτιά στο κορμί του. Την έπιασε από τους γοφούς και, κυρτώνοντας το κορμί του, μπήκε πιο βαθιά μέσα της, λαχταρώντας να ικανοποιήσει τον πόθο του. Μα η Άσλιν χαμογέλασε και αρνήθηκε να βιαστεί. «Άσλιν, σε ικετεύω...» «Κάθε πράγμα στην ώρα του, άρχοντά μου». Σκύβοντας, τον φίλησε στο στόμα κι έπειτα άρχισε να κινείται πάνω του με αργό ρυθμό, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά του πόθου του. Ο Ίαν ένιωσε την ανάσα του να κόβεται καθώς τον κατέκλυσε άλλο ένα κύμα ηδονής. «Λυπήσου με, κορίτσι μου». Εκείνη του χαμογέλασε ξανά, πονηρά και προκλητικά. Ο Ίαν έσφιξε τα δόντια του. «Σε προειδοποιώ, γλυκιά μου, θα μου το πληρώσεις αυτό». «Πάλι εκδίκηση μελετάς, άρχοντά μου;» «Μην αμφιβάλλεις καθόλου». Την κράτησε πάνω του και η Άσλιν πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. Ύστερα άρχισε να λικνίζεται μαζί του ακολουθώντας το ρυθμό του, ώσπου έφτασαν και οι δυο σε ένα συγκλονιστικό οργασμό. Έγειραν στα άχυρα, σκεπασμένη με το μανδύα της, ζεσταίνοντας ο ένας τον άλλο. Η Άσλιν φώλιασε κοντά του και αποκοιμήθηκε, με το κεφάλι της στον ώμο του. Εκείνος τη φίλησε στο μέτωπο και την έσφιξε στην αγκαλιά του, μη μπορώντας να πιστέψει την ηδονή που είχε νιώσει. Πίστευε ότι δε θα το ξαναζούσε ποτέ αυτό με καμιά γυναίκα· ότι δε θα ένιωθε ποτέ ξανά έτσι για καμιά. Να όμως που είχε συμβεί και δεν μπορούσε πλέον να το αρνείται. Ούτε πόσο τον γοήτευε η Άσλιν μπορούσε να αρνείται. Κάθε φορά που νόμιζε ότι την είχε μάθει πια, εκείνη τον ξάφνιαζε και πάλι. Αν ήταν αυτό μια πρώτη γεύση από ό,τι θα ακολουθούσε... Η σκέψη του οδηγήθηκε σε καινούριες ευχάριστες σκέψεις και ο πόθος του φούντωσε ξανά. Η Άσλιν ξύπνησε λίγο αργότερα από ένα τρυφερό φιλί, που σιγά σιγά 204


Κεφάλαιο 11 έγινε πιο φλογερό. Τα χέρια του γλίστρησαν κάτω από το φόρεμά της κι εκείνη άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Άρχοντά μου;» Τα μαύρα μάτια του έλαμψαν και στα χείλη του φάνηκε ένα πονηρό χαμόγελο που έκανε το κορμί της να ριγήσει ηδονικά. «Σε προειδοποίησα, κορίτσι μου». «Για ποιο πράγμα;» «Ότι θα μου το πλήρωνες». *** Όταν επέστρεψαν τελικά στον πύργο, είχε νυχτώσει και οι μυρωδιές από την κουζίνα πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα. Σε λίγο θα σερβιριζόταν το δείπνο. «Την καλύτερη στιγμή ήρθαμε», είπε ο Ίαν με ένα χαμόγελο. «Μόνο το φαγητό σκέφτεστε εσείς οι άντρες;» του απάντησε εκείνη. «Καθόλου». Την τράβηξε κοντά του για ένα ακόμα φιλί. «Όχι άλλο, άρχοντά μου. Πρέπει να πάω να αλλάξω. Έτσι και με δει κανείς τώρα, θα νομίσει ότι έκανα έρωτα σε κανέναν αχυρώνα». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Πάντα το χειρότερο σκέφτεται ο κόσμος. Ένας Θεός ξέρει πώς τους έρχονται τέτοιες επαίσχυντες σκέψεις». Εκείνη χαμογέλασε. «Είναι πράγματι απίστευτο». Ανέβηκαν τη σκάλα και, ευτυχώς, δεν τους αντιλήφθηκε κανείς. Η Άσλιν τον άφησε και πήγε στην κάμαρά της για να πλυθεί και να αλλάξει. Το σώμα της φλεγόταν ακόμα από τον έρωτά του και ήταν πιασμένα όλα της τα μέλη από την απολαυστική του εκδίκηση. Στη θύμηση όσων είχαν συμβεί, χαμογέλασε. Γδύθηκε βιαστικά, πλύθηκε και φόρεσε καθαρό μεσοφόρι και ένα χρυσάφι φόρεμα. Με τη βοήθεια της Μόραγκ, χτένισε και έπλεξε τα μαλλιά της με ασορτί χρυσές κορδέλες. Όταν τελείωσε, κάθε ίχνος της αναμαλλιασμένης γυναίκας που είχε κάνει έρωτα στον αχυρώνα είχε χαθεί και στη θέση της ήταν η κομψή και ευγενική οικοδέσποινα.

205


Η αιχμάλωτη Λαίδη *** Ο Ίαν πρόσεξε την αλλαγή της και της χαμογέλασε όταν κάθισε δίπλα του στο τραπέζι. Για μια στιγμή άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στις καμπύλες της μέσα στο χρυσό φόρεμα και την έφερε στο μυαλό του γυμνή. Όπως και αυτό που είχε γίνει το απόγευμα. Τον πρώτο καιρό του γάμου τους που ονειρευόταν να την κάνει δική του, δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι το πάθος της θα συναγωνιζόταν το δικό του ούτε ότι θα τον διέγειρε τόσο πολύ. Η Άσλιν, που αντιλήφθηκε το βλέμμα του, φρόντισε νά στρέψει την προσοχή της πρώτα στο φαγητό και μετά στους καλεσμένους, για να μη φανερώσει με το βλέμμα τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της. Ωστόσο, οι περισσότερες κουβέντες απόψε ήταν για κυνήγι και, μια που είχε σταματήσει να βρέχει, όλοι ήταν αισιόδοξοι. «Αν διαλυθούν τα σύννεφα, ίσως να κάνει καλή μέρα αύριο», είπε ο Ντάνκαν. «Ναι, μπορεί». Ο Ίαν κοίταξε την Άσλιν. «Επιθυμείς ακόμα να έρθεις;» «Δε θα το έχανα με τίποτα», του απάντησε. «Και οι καλεσμένοι μας θα χαρούν πολύ με λίγο φρέσκο ελάφι». Εκείνος στράφηκε στον αδερφό της. «Τι λες για κυνήγι, Μπαν;» «Θα με ευχαριστούσε όσο τίποτε άλλο, άρχοντά μου». «Έληξε, επομένως». Ο Ίαν χαμογέλασε. «Θα πάμε αύριο για κυνήγι». «Για κανένα μεγάλο αρσενικό ελάφι;» «Αν είμαστε τυχεροί. Αν δεν ξαναχαλάσει ο καιρός, θα στείλουμε πρωί πρωί τον Σιμ με το λαγωνικό του να δούμε τι θα μας βρει. Δεν υπάρχει σκυλί με καλύτερη όσφρηση σε όλη την περιοχή». Η Άσλιν, που κατάλαβε ότι οι άντρες ήταν έτοιμοι να αρχίσουν να συζητούν περί κυνηγιού, έπιασε το βλέμμα της Τζίνι και διέκρινε στα μάτια της την ίδια ανησυχία. «Είμαι σίγουρη ότι όλοι περιμένουμε με χαρά το αυριανό κυνήγι, αδερφέ μου. Να ακούσουμε ωστόσο τώρα λίγη μουσική;» είπε εκείνη.

206


Κεφάλαιο 11 «Θαυμάσια ιδέα», είπε η Άσλιν. Αρκετές άλλες κυρίες επιδοκίμασαν αμέσως την πρότασή τους. Ο Ίαν χαμογέλασε και υποχώρησε ευγενικά. «Πολύ καλά. Τι θα θέλατε;» Κάποιες ζήτησαν μουσική και άλλες τραγούδι. Προς μεγάλη της έκπληξη, η Άσλιν είδε έναν υπηρέτη να δίνει στον άντρα της ένα λαούτο. Εκείνος κάθισε σε ένα σκαμνί και άρχισε να το κουρδίζει. Δεν ήξερε ότι ο Ίαν είχε μουσικό ταλέντο. Προφανώς οι άλλοι το γνώριζαν, γιατί άρχισαν να χειροκροτούν. Εκείνος στράφηκε στον Ντάνκαν. «Θα μας τραγουδήσεις, φίλε μου;» Κι άλλες επευφημίες ακολούθησαν και δυνάμωσαν όταν ο Ντάνκαν σηκώθηκε όρθιος. Φαίνεται ότι το κοινό είχε συγκεκριμένο τραγούδι κατά νου, γιατί βάλθηκαν να του το φωνάζουν επίμονα. Εκείνος γέλασε και έγνεψε καταφατικά. Είχε πολύ καλή φωνή και, όταν τελείωσε, εισέπραξε πολλά χειροκροτήματα. Έπειτα κάλεσαν την Τζίνι να τραγουδήσει. Οι διαμαρτυρίες της απέβησαν μάταιες και τελικά υπέκυψε. Το τραγούδι ήταν μια γαελική μπαλάντα και η Άσλιν δεν καταλάβαινε τα λόγια, μα η φωνή της Τζίνι είχε μια παράξενη ομορφιά που σε καθήλωνε και ήταν γεμάτη με τόσο πόνο που σε συγκινούσε. Η Άσλιν βούρκωσε. Η μελωδία την κράτησε αιχμάλωτη ως το τέλος και τότε βάλθηκε να χειροκροτεί δυνατά μαζί με τους άλλους. Ρίχνοντας μια ματιά στον Μπαν, διαπίστωσε ότι είχε συγκινηθεί κι εκείνος. Περίμενε ότι η Τζίνι θα καθόταν στη συνέχεια, αλλά ο Ίαν της είπε κάτι και άρχισε να ξαναπαίζει αφού συμφώνησε εκείνη. Αλλά αυτή τη φορά τραγούδησε κι εκείνος μαζί της. Η φωνή του ήταν ωραία και δυνατή και συνόδευε τέλεια τη δική της, ξανά στη γλυκιά γαελική γλώσσα. Η Άσλιν άκουγε μαγεμένη κι αναρωτιόταν πόσες ακόμα πλευρές του συζύγου της δε γνώριζε. Όταν τελείωσαν, όλοι ξέσπασαν σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Αυτή τη φορά η Τζίνι κάθισε και σε λίγο ο αδερφός της άρχισε να παίζει μια άλλη μελωδία. Οι κουβέντες σταμάτησαν αμέσως και ο Ίαν στύλωσε το βλέμμα του στην Άσλιν και άρχισε να τραγουδά έναν όμορφο και απαλό σκοπό. Της έλεγε ένα ερωτικό τραγούδι. Εκείνη τον άκουγε μαγεμένη, αιχμαλωτισμένη από τα μαύρα του μάτια που ήταν πιο εκφραστικά και από τα λόγια. Ακόμα 207


Η αιχμάλωτη Λαίδη κι αν ήθελε, δε θα μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε και κατάλαβε ότι ο Ίαν δεν τραγουδούσε απλώς: της έκανε ερωτική εξομολόγηση μπροστά σε όλους. Για μια στιγμή την κυρίευσε ένας υπέροχος πόνος και όλα γύρω τους έσβησαν και απόμειναν οι δυο τους και το μόνο που ακουγόταν ήταν το λαούτο και η φωνή του που ήταν γεμάτη αγάπη και καημό. Και τότε η Άσλιν κατάλαβε τι προσπαθούσε τόσο καιρό να αρνηθεί η καρδιά της. Όταν σταμάτησε τελικά το τραγούδι, έπεσε σιωπή για λίγο κι έπειτα έγινε χαλασμός από τα χειροκροτήματα. Μα η Άσλιν δεν έπαψε στιγμή να τον κοιτάζει και όταν της χαμογέλασε, της κόπηκε η ανάσα. Ο Ίαν έδωσε το λαούτο στον Χάμις και γύρισε πάλι δίπλα της. «Ήταν πολύ ωραίο», του είπε. Ήταν αλήθεια, όπως και το συναίσθημα που την κατέκλυζε τώρα. «Δεν το ήξερα ότι τραγουδάς». «Κι αυτό χάρη στην εκπαίδευση της καλής μου της θείας», αποκρίθηκε εκείνος. «Της άρεσε πολύ η μουσική και παρότρυνε και τους άλλους να ασχοληθούν». «Εκείνη σου έμαθε αυτό το τραγούδι;» «Όχι, το ήξερα πολύ πριν πάω στη Γαλλία. Ήταν από τα αγαπημένα της μητέρας μου». «Κατάλαβα». Εκείνος έπιασε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Το ελπίζω, κορίτσι μου». Στην άλλη μεριά της αίθουσας ο Χάμις άρχισε να παίζει ένα ζωηρό ρυθμό που το ρεφρέν του απαιτούσε να συμμετέχει με δυνατές φωνές το κοινό κι έτσι δεν μπόρεσαν να συζητήσουν άλλο. Πέρασε πολλή ώρα μέχρι να σταματήσουν τα τραγούδια και να αρχίσουν να αποχωρούν ορισμένοι από τους φιλοξενούμενους. Η Άσλιν περίμενε ότι ο Ίαν θα καθόταν κι άλλο όπως το συνήθιζε, αλλά προς μεγάλη της έκπληξη ανέβηκε μαζί της τη σκάλα. Την οδήγησε στην κάμαρά του, έκλεισε την πόρτα και την κοίταξε στα μάτια. «Θα ήθελα να σου δώσω κάτι, Άσλιν. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή», της είπε και έβγαλε από μια τσέπη ένα πακετάκι. «Είναι πολύ καθυ208


Κεφάλαιο 11 στερημένο, αλλά ελπίζω να αξίζει την αναμονή». Έπιασε το χέρι της και έβαλε το πακετάκι στην παλάμη της. Εκείνη του έριξε μια γρήγορη ματιά, μα η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. Γεμάτη περιέργεια, ξετύλιξε προσεχτικά το δώρο και τότε πήρε μια κοφτή ανάσα. Ήταν ένα χρυσό δαχτυλίδι, με ένα περίτεχνο σχέδιο από καρδιές. Για μια στιγμή το κοίταξε με δέος κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα της σ’ εκείνον. «Πού στο καλό βρήκες τέτοιο δαχτυλίδι;» «Έβαλα το σιδερά να το φτιάξει. Κάνει λεπτοδουλειές πότε πότε, ανάμεσα στις τακτικές εργασίες του». «Έχει πολύ ταλέντο». «Λυπάμαι που άργησα τόσο πολύ. Ήθελα να σου το δώσω από καιρό, μα ο Γιούαν δε δέχεται να βιαστεί». «Και καλά κάνει», απάντησε εκείνη. «Είναι πραγματικός καλλιτέχνης». «Δηλαδή σου αρέσει;» «Είναι πάρα πολύ όμορφο, Ίαν». Η Άσλιν άπλωσε το χέρι της. «Θα μου κάνεις την τιμή;» Εκείνος πήρε το δαχτυλίδι και το πέρασε στο δάχτυλό της. Ύστερα χαμογέλασε. «Εφαρμόζει πολύ καλύτερα από το προηγούμενο». «Είναι τέλειο. Σ’ ευχαριστώ». Ο Ίαν την οδήγησε στη διπλανή κάμαρα, της έβγαλε τα ρούχα και γδύθηκε και εκείνος. Ύστερα ξάπλωσαν μαζί στο κρεβάτι. Και επειδή της είχε ζητήσει πολλά νωρίτερα, τώρα δε ζήτησε τίποτα, μόνο αρκέστηκε να την πάρει στην αγκαλιά του. Εκείνη τον ένιωσε να κουλουριάζεται προστατευτικά γύρω της και χαμογέλασε, φωλιάζοντας στη ζεστασιά του κορμιού του μέχρι που αποκοιμήθηκαν και οι δυο.

209


Κεφάλαιο 12 Το επόμενο πρωί ο αρχικυνηγός έφυγε από τα χαράματα. Όταν επέστρεψε, είπε ότι το λαγωνικό του είχε βρει ελάφια σε ένα γειτονικό λαγκάδι. Ανάμεσά τους ήταν και ένα μεγάλο αρσενικό. Έτσι, μια μεγάλη ομάδα από άντρες και γυναίκες συγκεντρώθηκαν έφιπποι στην αυλή. Όλοι ήταν καλοδιάθετοι και η ατμόσφαιρα αντηχούσε από γέλια και φιλικά πειράγματα. Η Άσλιν, στη ράχη της στη Στέορα, βρήκε τον αδερφό της και κοίταξαν και οι δυο τα πελώρια λαγωνικά. «Φαίνονται δυνατά και τολμηρά σκυλιά», παρατήρησε εκείνος. «Θα στρίμωχναν άνετα ένα άγριο ζώο». «Έχεις δίκιο», του είπε ο Ίαν που είχε έρθει δίπλα του με το άλογό του. «Έτσι και μυριστούν κάτι, δεν το βάζουν κάτω». Σε λίγο ξεκίνησαν, με χαλαρό ρυθμό, για να μην κουραστούν πρόωρα τα άλογα και τα σκυλιά. Η Άσλιν ένιωθε την έξαψη της Στέορα. Λαχταρούσε να τρέξει και το έδειχνε με το ανυπόμονο βήμα της. Το ίδιο ανυπόμονα ήταν και τα άλλα άλογα, που δάγκωναν τα χαλινάρια τους. Ο Τυφώνας επιχείρησε να μισοσηκωθεί στα πισινά του πόδια και εισέπραξε μια επίπληξη από τον αναβάτη του. Ο επιβήτορας χαμήλωσε το κεφάλι του και χλιμίντρισε αγανακτισμένος. Η Άσλιν έριξε μια λοξή ματιά στον Ίαν και τον είδε να χτυπά καλοσυνάτα το λαιμό του αλόγου. «Φρόνιμα, βρε ανυπόμονε», είπε. «Όπου να ’ναι θα τρέξεις». Εκείνη γέλασε. «Αδημονεί, άρχοντά μου». «Ναι, θαρρείς και δεν έχει ξανακούσει κυνηγετικό κόρας η δεν έχει ξαναδεί σκυλιά». «Όλα τα άλογα αγαπούν το κυνηγητό». «Έτσι είναι». «Και δεν το αγαπούν μόνο αυτά». Το χαμόγελό του έσβησε και η έκφρασή του σοβάρεψε για μια στιγμή. 211


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Μείνε με τις άλλες γυναίκες, Άσλιν. Δε γνωρίζεις ακόμα την περιοχή και μπορεί να χαθείς». «Θα ακολουθήσω τη συμβουλή σου, άρχοντά μου». «Η περιοχή των συνόρων είναι άγρια. Δε θα έπρεπε να βρεθείς μόνη σου». Η Άσλιν θυμήθηκε τη συμπλοκή στο ταξίδι τους όταν έρχονταν εδώ και κατάλαβε για ποιο λόγο ήταν τόσο ανήσυχος. «Πιστεύεις ότι υπάρχει κίνδυνος». «Όχι για μια τόσο μεγάλη ομάδα», της απάντησε. «Χαίρομαι». Του χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Δεν έχω σπαθί σήμερα». Εκείνος της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Τυχεροί οι ληστές. Αν και δε νομίζω να έχουν μείνει πολλοί στην περιοχή. Σίγουρα θα τους τρόμαξε η φήμη σου». Η Άσλιν γέλασε. «Όχι η δική μου φήμη». Ο Ίαν στράφηκε στον Μπαν. «Το ήξερες ότι είχαν τόση επιτυχία τα μαθήματα που της είχες δώσει στην ξιφομαχία;» «Πώς δηλαδή, άρχοντά μου;» «Δε σου είπε η αδερφή σου ότι κατατρόπωσε μόνη της μερικούς φοβερούς παλιανθρώπους;» Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του. «Δε μου το ανέφερε». «Όχι; Α, είναι πολύ μετριόφρων». «Έτσι φαίνεται», είπε ο Μπαν. «Δε θα με ενημερώσεις, άρχοντά μου;» «Πολύ ευχαρίστως». Η Άσλιν έριξε στο σύζυγό της μια άγρια ματιά, μα εκείνος το διασκέδασε και την αγνόησε. Ύστερα αφηγήθηκε παραστατικά στον Μπαν τι είχε συμβεί καθ’ οδόν για το Τζέντμπορο. Εκείνος τον άκουγε κατάπληκτος, αλλά και περήφανος. «Έχεις κρυφά προσόντα, Ας», είπε όταν τέλειωσε ο Ίαν. Εκείνος συγκατένευσε σοβαρά. «Το ίδιο είπα κι εγώ». «Ήμουν τυχερή», απάντησε η Άσλιν. 212


Κεφάλαιο 12 «Και πάλι». Ο Μπαν χαμογέλασε. «Θύμισέ μου να μη σε κάνω να νευριάσεις». «Είναι να τη φοβάσαι όταν εξαγριώνεται», τον πληροφόρησε ο Ίαν. «Δε χρειάζεται να μου το πεις, άρχοντά μου. Μαζί της μεγάλωσα». «Πράγματι. Πάντα έτσι ήταν, λοιπόν;» «Δε φαντάζεσαι». «Ώστε έτσι. Πρέπει να μου τα πεις». «Α, δε σας πιστεύω!» Η Άσλιν τους κοίταξε κατάπληκτη. «Συνωμοτείτε εναντίον μου». Ο Ίαν το διασκέδασε ακόμα περισσότερο. «Μάλιστα, κορίτσι μου». «Δεν ξέρω ποιος απ’ τους δυο σας είναι χειρότερος. Και δε νομίζω ότι θέλω να το μάθω». Κι αμέσως έστριψε τη Στέορα και γύρισε πίσω να βρει την Τζίνι, αφήνοντας τους άντρες στη συζήτησή τους. *** Πέρασε καμιά ώρα μέχρι να φτάσουν στο λαγκάδι όπου είχε βρει το λαγωνικό τα ελάφια. Εκεί αμόλησαν τα σκυλιά για να μυριστούν τα χνάρια τους. Η Άσλιν κοίταξε γύρω της την άγρια περιοχή και κατάλαβε γιατί ο Ίαν της είχε συστήσει να προσέχει. Θα ήταν εύκολο να χαθεί. Ωστόσο δεν είχε σκοπό να κάνει τέτοια ανοησία. Το μεγάλο λαγωνικό είχε κάνει καλά τη δουλειά του και τα άλλα σκυλιά βρήκαν γρήγορα τη μυρωδιά και ξεχύθηκαν μπροστά γαβγίζοντας. Ακούγοντας το κυνηγετικό κέρας, οι ιππείς ακολούθησαν όσο πιο γρήγορα τους επέτρεπε η μορφολογία του εδάφους. Οι άντρες με τα μεγάλα άλογά τους σύντομα προπορεύτηκαν. Ξέροντας ότι θα κρατούσε ώρες το κυνήγι, η Άσλιν δεν πίεσε τη φοράδα από τώρα. Θα έπρεπε να κρατήσουν και οι δυο τις δυνάμεις τους για να αντέξουν όλη τη μέρα. Και ακολουθώντας τη συμβουλή του Ίαν, έμεινε κοντά στις άλλες γυναίκες. Οι περισσότερες θα είχαν ξανάρθει εδώ και ορισμένες, όπως η Τζίνι, μάλλον θα γνώριζαν καλά την περιοχή. Ήταν κοινή λογική να βασιστεί στις γνώσεις και την πείρα τους. 213


Η αιχμάλωτη Λαίδη Το μονοπάτι προχωρούσε μες στο λαγκάδι για ένα διάστημα, ανάμεσα σε ρείκια και βράχια κι έπειτα ανηφόριζε στην πλαγιά. Για λίγη ώρα πήγαιναν γρήγορα, γιατί τα δέντρα ήταν αραιά. Μα καθώς το θήραμα τράβηξε για πιο πυκνές λόχμες, η καταδίωξη έγινε πιο δύσκολη, γιατί οι κυνηγοί έπρεπε να αποφεύγουν τα χαμηλά κλαδιά. Αναγκαστικά έκοψαν λίγο ταχύτητα και η Άσλιν έριξε μια γρήγορη ματιά τριγύρω. Τότε ακούστηκε το κέρας κάπου στα αριστερά και όλοι έστριψαν προς εκείνη την κατεύθυνση. Τα λαγωνικά ξετρύπωσαν το ελάφι μέσα τις λόχμες και το ανάγκασαν να βγει σε ένα πλάτωμα. Τα σκυλιά δεν είχαν την αντοχή του αρσενικού ελαφιού σε μεγάλες αποστάσεις, μα θα τα αντικαθιστούσαν με τα ξεκούραστα, οπότε αυξάνονταν οι πιθανότητες να πιάσουν το θήραμα. Ο καλπασμός ήταν αναζωογονητικός και η Άσλιν άφησε το άλογό της να τρέξει ελεύθερα, απολαμβάνοντας την ταχύτητα και τον καθαρό, κρύο αέρα στο πρόσωπό της. Ευθεία μπροστά της έβλεπε το άλογο του Ίαν μαζί με τα άλλα άλογα που προπορεύονταν και για μια στιγμή διέκρινε και τον Μπαν. Χαμογέλασε. Ο αδερφός της είχε ξαναβρεί αρκετές από τις δυνάμεις του και το κυνήγι θα του έκανε καλό. Σε λίγο όμως παραμέρισε τις σκέψεις της καθώς οι άντρες εξαφανίστηκαν ανάμεσα στα δέντρα. Τότε ήταν που με την άκρη του ματιού της πρόσεξε κι άλλους έφιππους άντρες. Ήταν καμιά δεκαριά και πλησίαζαν γοργά από το πλάι. Παραξενεύτηκε και τους κοίταξε πιο προσεχτικά. Μάλλον ανήκαν στην ομάδα του Ίαν, γιατί ήταν ντυμένοι με τις ίδιες δερμάτινες κυνηγετικές φορεσιές. Κάτι δεν πήγαινε καλά όμως, αν και δεν ήταν σίγουρη τι. Καθώς πλησίασαν κι άλλο, συνειδητοποίησε ότι αυτό που την είχε βάλει σε υποψίες ήταν η πορεία τους, γιατί φάνηκε πλέον πως δεν ακολουθούσαν το κυνήγι, μα κατευθύνονταν προς την ομάδα στα νώτα. Τώρα που οι άντρες είχαν χαθεί μες στα δέντρα, οι γυναίκες είχαν απομείνει στο ξέφωτο και ήταν εύκολο να αποκοπούν από τους υπόλοιπους. Η Άσλιν ανατρίχιασε. Κοίταξε την κουνιάδα της και κατάλαβε πως τους είχε δει κι αυτή. «Ποιοι είναι, Τζίνι;» «Δεν ξέρω», της απάντησε εκείνη, «αλλά δε μου αρέσει η όψη τους». «Ούτε εμένα». Τους είχαν προσέξει τώρα και μερικές από τις άλλες κυρίες και έδειχναν πολύ ανήσυχες. 214


Κεφάλαιο 12 «Σκορπιστείτε και τραβήξτε για τα δέντρα!» τους φώναξε η Τζίνι. «Φύγετε!» Δε χρειαζόταν να τους το πει δεύτερη φορά. Η Άσλιν έσκυψε στο λαιμό της Στέορα και ξεχύθηκε σε ένα ξέφρενο καλπασμό. Ευτυχώς που δεν είχε ζορίσει το άλογό της προηγουμένως. Μα το ποδοβολητό της καταδίωξης ακουγόταν ολοένα και πιο κοντά. Τρομαγμένη, έριξε μια ματιά πίσω της και είδε τους άγνωστους να πλησιάζουν αγριεμένοι. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι δε θα έφτανε στα δέντρα. Ήταν πολύ μακριά. Τα δικά τους άλογα ήταν μεγαλύτερα και πιο γρήγορα. Απελπισμένη, σπιρούνισε τη Στέορα, μα έτρεχε ήδη με όλη της τη δύναμη. Γεμάτη θυμό για την ανημποριά της, είδε κάποιον να φτάνει δίπλα της και να της αρπάζει τα γκέμια. Άκουσε φωνές και μετά σταμάτησαν απότομα και τα δυο άλογα. Σε λίγο ήταν περικυκλωμένη. Μόνο τότε συνειδητοποίησε αυτό που της είχε διαφύγει πριν: οι φορεσιές τους μπορεί να ήταν καλή μεταμφίεση από μακριά, τα κοντά μαλλιά τους όμως μαρτυρούσαν πως ήταν Νορμανδοί. Έντρομη, κοίταξε γύρω της και είδε με φρίκη πως είχαν πιάσει και την Τζίνι. Οι άλλες γυναίκες εξαφανίζονταν ανάμεσα στα δέντρα. Τότε άκουσε τη φωνή ενός άντρα και το στομάχι της ανακατεύτηκε, γιατί τον αναγνώρισε. Ο Ντε Βαρντ! Εκείνος την κοίταξε με κακία για μια στιγμή κι έπειτα έστρεψε την προσοχή του στη συντρόφισσά της. «Πες στον Μακάλπιν ότι, αν θέλει πίσω τη γυναίκα του, πρέπει να την κερδίσει με μονομαχία». Η Τζίνι είχε χλομιάσει, αλλά τα μαύρα της μάτια άστραψαν με οργή. «Με ποιον;» «Θα καταλάβει». «Πού;» «Στον κύκλο από μονόλιθους μετά το Γκλενγκάρον. Αύριο τα χαράματα. Να έρθει μόνος του». «Όχι! Μην το κάνεις!» φώναξε η Άσλιν. «Πες του να μην έρθει!» «Καλύτερα να εύχεσαι να έρθει, αρχόντισσά μου», της απάντησε ο Ντε Βαρντ. «Αλλιώς θα σε παραλάβει κομματάκι-κομματάκι». Ξανακοίταξε την Τζίνι. «Κοίτα να τού μεταφέρεις το μήνυμα». «Θα του το μεταφέρω», αποκρίθηκε εκείνη. «Και θα σου πω και κάτι: έτσι και πειράξεις τη λαίδη Άσλιν, ούτε στην κόλαση δε θα μπορέσεις να 215


Η αιχμάλωτη Λαίδη κρυφτείς». «Δε θα την πειράξω, αν κάνει ο Μακάλπιν ό,τι του λέω. Αλλά, αν επιχειρήσει να μας ακολουθήσει τώρα, θα της κόψω αμέσως το λαιμό». Έγνεψε στον άντρα που κρατούσε τα ηνία της φοράδας της κι εκείνος τα άφησε. Η Τζίνι έριξε μια ματιά γεμάτη αγωνία στην Άσλιν κι έπειτα έστριψε το άλογό της και τράβηξε προς το δάσος. Ο Ντε Βαρντ την κοίταξε για μια στιγμή που έφευγε και ύστερα έφερε το άλογό του δίπλα στη Στέορα. Χωρίς να πει λέξη, άρπαξε τα ηνία από τα χέρια της Άσλιν και την τράβηξε μαζί του. *** Ο Ίαν άκουσε την αδερφή του σιωπηλός, με μια παγερή, αδυσώπητη έκφραση στο ωχρό του πρόσωπο. Δίπλα του, ο Μ παν είχε γίνει άσπρος σαν πανί. Είχαν σωπάσει και οι άλλοι γύρω τους, ακούγοντας το μήνυμα με θυμό και κατάπληξη. «Είπε ότι θα καταλάβεις ποιος είναι ο αντίπαλός σου», συνέχισε η Τζίνι. «Τι εννοούσε; Ποιος είναι, Ίαν;» «Ο Φισύρ». «Θεέ μου, όχι». «Κι όμως». Ο Μπαν του έριξε μια διαπεραστική ματιά. «Ο Φισύρ! Αυτός δεν είναι που αφάνισε το Χέσλινγκφιλντ;» «Αυτός είναι». «Νομίζω ότι δεν τον έχεις μόνο ακουστά». «Όχι, τον γνωρίζω και αν μου το είχαν επιτρέψει οι περιστάσεις, θα τον είχα σκοτώσει από καιρό. Αλλά δε θα μου γλιτώσει ξανά. Αυτή τη φορά θα απαλλάξω τον κόσμο απ’ αυτόν μια για πάντα». «Τι θα κάνετε;» τον ρώτησε ο Ντούγκαλ. «Θα πάω να τον βρω. Τι άλλο;» Κι αμέσως έστριψε το άλογό του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Για μια στιγμή οι άλλοι τον κοίταξαν κι ύστερα τον ακολούθησαν σιωπηλοί. 216


Κεφάλαιο 12 Ο Ίαν ίππευε μηχανικά· το στομάχι του ήταν σφιγμένο από την οργή και ο νους του είχε γυρίσει σε μια άλλη ημέρα και ένα άλλο κυνήγι πριν από οχτώ χρόνια. Δυο γυναίκες είχε αγαπήσει και του τις είχε πάρει και τις δυο ο ίδιος άντρας. Αυτή τη φορά, όμως, η έκβαση θα ήταν διαφορετική. Κάποτε νόμιζε ότι δε θα αγαπούσε ποτέ ξανά, μα είχε κάνει μεγάλο λάθος. Δεν είχε κερδίσει εύκολα τούτο τον έρωτα, αλλά τώρα έβλεπε μονάχα το πρόσωπο της Άσλιν. Η Ελοΐζ ήταν το πάθος της νιότης του, ένα υπέροχο ρομαντικό όνειρο που θα το θυμόταν για πάντα. Τούτη η αγάπη ήταν διαφορετική· είχε αναπτυχθεί πιο αργά, μα είχε γίνει πολύ δυνατή, ένα συναίσθημα που τον κατέκλυζε ως τα κατάβαθα του είναι του. Η αγάπη του για την Άσλιν τον είχε γιατρέψει. Και τότε κατάλαβε πως δε θα έκανε ό,τι θα έκανε για να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς, αλλά γιατί εκείνη είχε γίνει πια η ζωή του και η ελπίδα του για το μέλλον. *** Χάρη στο γοργό ρυθμό τους έφτασαν στο Γκλενγκάρον μια ώρα αργότερα. Πολύ σύντομα όλοι έμαθαν τι είχε συμβεί και η πρωτύτερη χαρούμενη διάθεση έδωσε τη θέση της στη θλίψη και το θυμό. Η προσβολή που είχε δεχτεί ο άρχοντας ήταν προσβολή για όλους τους. Παρ’ όλα αυτά, η Τζίνι δεν παρακολουθούσε τώρα τον αδερφό της, αλλά τον Μπαν. Ήταν κάτασπρος σαν πανί. Μαντεύοντας τις σκέψεις του, τον έπιασε μαλακά από το μπράτσο. «Μη φοβάσαι», του είπε, «θα την πάρουμε πίσω». «Ναι, αλλά ζωντανή ή νεκρή, αρχόντισσά μου;» της απάντησε εκείνος.. «Δε θα τη βλάψει ο Φισύρ», του είπε ο Ίαν. «Του χρησιμεύει πολύ περισσότερο ζωντανή. Τη θέλει για να πιάσει εμένα». «Αποκλείεται να μονομαχήσει μαζί σας», του είπε ο Ντούγκαλ. «Σίγουρα είναι παγίδα». «Φυσικά, αλλά θα τον αναγκάσω τον αχρείο να με αντιμετωπίσει». «Πώς; Αν πάτε μόνος σας, θα σκοτωθείτε». Ο Ίαν του έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα. «Ποιος είπε ότι θα πάω 217


Η αιχμάλωτη Λαίδη μόνος μου;» Εκείνος του ανταπέδωσε το βλέμμα. «Έχετε κάποιο σχέδιο». «Ναι. Φώναξε όλους τους άντρες στη σάλα. Θέλω να τους μιλήσω». Ο Ντούγκαλ έσπευσε να υπακούσει και τότε παρενέβη ο Μπαν. «Ό,τι κι αν αποφασίσεις, άρχοντά μου, θέλω να συμμετέχω κι εγώ». Ο Ίαν συγκατένευσε βλοσυρά. «Θα συμμετέχεις, αδερφέ μου. Σου το ορκίζομαι». *** Η Άσλιν δεν είχε ιδέα πόση ώρα προχωρούσαν και πού πήγαιναν, γιατί έτρεμε για τον Ίαν. Φέρνοντας στο νου της την ημέρα που εκείνη και ο Μπαν είχαν βγει βόλτα με τον Κάλεμ, κατάλαβε ότι τελικά δεν ήταν ελάφι αυτό που είχαν δει στην πλαγιά του λόφου. Οι Νορμανδοί παρακολουθούσαν το Γκλενγκάρον. Και για να φτάσουν τόσο κοντά, θα πρέπει να είχαν βοήθεια στην περιοχή. Ένας άνθρωπος σαν τον Ίαν είχε εχθρούς. Να είχαν καταφέρει να το εκμεταλλευτούν οι Νορμανδοί; Όσο πιο πολύ το σκεφτόταν, τόσο πιο πιθανό το έβρισκε. Κάποια στιγμή έφτασαν σε μια απόμερη αγροικία. Ήταν εντυπωσιακό κτίριο και προφανώς ανήκε σε κάποιον σημαντικό άνθρωπο. Οι γκρίζοι πέτρινοι τοίχοι και τα ψηλά στενά παράθυρα του έδιναν μια άγρια όψη. Πέρασαν από μια θολωτή πύλη και σταμάτησαν στην αυλή. Κατέβασαν την Άσλιν από το άλογο, την οδήγησαν μέσα στο, κτίριο, στον τελευταίο όροφο ενός πυργίσκου και την έριξαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Έκλεισαν την πόρτα με βρόντο, την κλείδωσαν κι έπειτα ακούστηκαν βήματα να κατεβαίνουν τα σκαλιά. Τρέμοντας, η Άσλιν έτριψε το μελανιασμένο της καρπό και κοίταξε γύρω της. Το δωμάτιο ήταν κρύο και σκοτεινό, το λιγοστό φως έμπαινε από ένα παραθυράκι ψηλά στον τοίχο. Έπιπλα δεν υπήρχαν, πέρα από ένα ξυλοκρέβατο με λεπτό αχυρόστρωμα και, σε μια γωνιά, ένας κουβάς. Η στενή δρύινη πόρτα ήταν σιδερόφραχτη, χωρίς πόμολο από μέσα. Δεν μπορούσε να δραπετεύσει από τη φυλακή της. Για λίγη ώρα βημάτισε πέρα δώθε 218


Κεφάλαιο 12 εξοργισμένη, μα τελικά σωριάστηκε απαρηγόρητη στο αχυρόστρωμα. *** Λίγο αργότερα άκουσε ξανά βήματα στα σκαλιά κι έπειτα το κλειδί στην κλειδαριά. Πετάχτηκε όρθια και τραβήχτηκε πίσω στον τοίχο. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένας άντρας. Τρόμος την κυρίεψε. Ο Φισύρ! Εκείνος την περιεργάστηκε για λίγο κι έπειτα χαμογέλασε. «Να που ξαναβρεθήκαμε, αρχόντισσά μου». Μπήκε μέσα μέσα και τον ακολούθησε ένας άντρας. Ήταν καμιά δεκαριά χρόνια πιο νέος από τον Φισύρ, κοντόχοντρος και ντυμένος με ένα λεκιασμένο χιτώνιο. Τα καστανά μαλλιά του κρέμονταν λιγδιασμένα γύρω από το αξύριστο πρόσωπό του και τα ξέθωρα γαλανά μάτια του είχαν στυλωθεί πάνω της. Ύστερα χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τα κιτρινισμένα δόντια του. «Ώστε αυτή είναι η γυναίκα του Μακάλπιν». Ο Φισύρ του έριξε μια λοξή ματιά. «Αυτή είναι». «Το είχα ακούσει πως ήταν όμορφη, μα οι περιγραφές την αδικούν». Η Άσλιν ξεροκατάπιε, σφίγγοντας τις άκρες του μανδύα της και έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον Φισύρ. «Να σου συστήσω τον οικοδεσπότη μας, τον σερ Ρόμπερτ Φρέιζερ. Ανυπομονούσε να σε γνωρίσει». «Έτσι είναι», είπε εκείνος. Η Άσλιν έπνιξε το κακό της προαίσθημα και κατάφερε να παραμείνει ήρεμη. «Γιατί με έφερες εδώ; Τι θέλεις;» «Θέλω τον Μακάλπιν», της απάντησε ο Φισύρ. «Και θα τον πιάσω, με τη βοήθειά σου». «Δεν έχεις δικαίωμα να τον κυνηγάς εδώ. Η περιοχή δεν ανήκει στο βασιλιά σου». «Λεπτομέρειες που δεν πρέπει να μας ανησυχούν». «Πού είμαστε;» 219


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Στο Ντάνγκαβαν», της απάντησε ο Φρέιζερ. «Σου λέει τίποτα το όνομα, αρχόντισσά μου;» «Όχι, θα έπρεπε;» «Ίσως όχι», αποκρίθηκε εκείνος, «αν και σιγά σιγά θα μάθεις περισσότερα». «Μιλάς με γρίφους». «Όπως και ο άρχοντας Φισύρ, έχω κι εγώ ανοιχτούς λογαριασμούς με τον άντρα σου». Της χαμογέλασε με κακία. «Έχουν να κάνουν με απαγωγή και πληρωμή λύτρων». Τα λόγια του την τρόμαξαν, γιατί της θύμισαν κάτι, μα πριν μπορέσει να το προσδιορίσει, εκείνος συνέχισε. «Περίμενα πολύ καιρό για να τον εκδικηθώ, αλλά, όπως λένε, το καλό πράγμα αργεί να γίνει». «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Αύριο ο εχθρός μου θα πεθάνει, αλλά πρώτα θα μάθει ότι παίρνω τη γυναίκα του». Το στομάχι της δέθηκε κόμπος και χρειάστηκε να καταβάλει τρομερή προσπάθεια για να ανταμώσει το βλέμμα του. «Ποτέ δε θα πάρεις τη γυναίκα του». Εκείνος γέλασε σιγανά και το γέλιο του την έκανε να παγώσει ολόκληρη. «Σε τιμά η αφοσίωσή σου, αρχόντισσά μου, αλλά ύστερα από μια νύχτα στο κρεβάτι μου ίσως να αλλάξεις γνώμη». «Αμφιβάλλω». Τα ξέθωρα μάτια του πήραν σκληρή έκφραση. «Είσαι πολύ περήφανη, αλλά θα σου την πατάξω την περηφάνια, να το θυμάσαι, εκτός κι αν το κάνει πρώτα ο άρχοντας Φισύρ». Η Άσλιν ένιωσε την καρδιά της να σφυροκοπάει και έριξε μια γρήγορη ματιά στο Νορμανδό. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Α, ναι. Είχαμε μια δουλειά εσύ κι εγώ». «Δεν έχουμε καμιά δουλειά». «Κάνεις λάθος. Μας διέκοψαν, απ’ ό,τι θυμάμαι, αλλά πάντα τελειώνω ό,τι αρχίζω». 220


Κεφάλαιο 12 «Τελείωσέ το τώρα αν θέλεις», του είπε ο Φρέιζερ. «Το ίδιο μου κάνει. Στο κάτω κάτω, μετά θα την πάρω εγώ». Το στομάχι της σφίχτηκε και της φάνηκε πως το δωμάτιο έσφιγγε σαν κλοιός γύρω της. Υπήρχε μόνο μία πόρτα κι εκείνοι της έφραζαν το δρόμο. «Όχι», απάντησε ο Φισύρ. «Θα το τελειώσω αύριο, μπροστά στον Μακάλπιν. Θα τον βάλω να βλέπει... πριν του κόψω το λαιμό». «Εσύ θα πεθάνεις αύριο», του είπε η Άσλιν. «Δεν μπορείς να τον νικήσεις σε μονομαχία». «Μονομαχία; Τι αφελής που είσαι. Θα τον περικυκλώσουμε με σπαθιά». «Το περίμενα ότι θα κατέφευγες σε δόλο», του απάντησε εκείνη. «Αλλά ο Ίαν δε θα πέσει εύκολα σε παγίδα». Εκείνος πήγε στην πόρτα και σταμάτησε στο κατώφλι. «Θα πέσει». «Φαίνεσαι πολύ σίγουρος». «Είμαι σίγουρος. Στο κάτω κάτω, εσύ είσαι το δόλωμα». Βγήκαν από το δωματιάκι και κλείδωσαν την πόρτα. Η Άσλιν ακούμπησε στον τοίχο, τρέμοντας ολόκληρη. Τα δάκρυά που έπνιγε τόση ώρα πλημμύρισαν τα μάτια της. Ο Ίαν θα ερχόταν αύριο να βρει τον παλιό εχθρό του, αλλά δε θα έφευγε. Αυτή τη φορά θα πέθαινε. Και θα πέθαινε κι εκείνη, θα αυτοκτονούσε. Κάλλιο ένας γρήγορος θάνατος μαζί του, παρά μια ολόκληρη ζωή χωρίς αυτόν ή ατίμωση στα χέρια των εχθρών του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε γιατί η Ελοΐζ είχε βάλει τέλος στη ζωή της. Η σκέψη αυτή της έδωσε κουράγιο. Αν έφταναν εκεί τα πράγματα, δε θα δίσταζε. Κανείς άλλος δεν ήρθε στη φυλακή της και δεν της έδωσαν ούτε φαγητό ούτε νερό, αν και η αλήθεια ήταν ότι δε θα μπορούσε να φάει τίποτα. Σιγά σιγά νύχτωσε και το κρύο δυνάμωσε. Η Άσλιν τυλίχτηκε στο μανδύα της και κουλουριάστηκε στο αχυρόστρωμα. Πότε πότε την έπαιρνε ο ύπνος, μα κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της, έβλεπε το πρόσωπο του Ίαν και ο τρόμος της μεγάλωνε. Δυστυχισμένη και ξεπαγιασμένη, περίμενε να ξημερώσει. *** 221


Η αιχμάλωτη Λαίδη Αφού παρουσίασε λεπτομερώς το σχέδιό του, ο Ίαν έδιωξε τους άντρες του και ανέβηκε στην ταράτσα, θέλοντας να μείνει για λίγο μόνος του. Στάθηκε στο πέτρινο παραπέτο και κοίταξε το λαγκάδι που σκοτείνιαζε, μα στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τους λόφους. Κάπου εκεί μακριά ήταν η Άσλιν. Σκιζόταν η καρδιά του να σκέφτεται το φόβο και την απελπισία της, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Παρά την ήρεμη στάση του μπροστά στον Μπαν και τους υπόλοιπους, βασανιζόταν από αμφιβολίες. Μήπως την είχαν πειράξει; Μήπως ο Φισύρ είχε τελειώσει ό,τι είχε ξεκινήσει εκείνη τη μέρα; Θα έκανε στην Άσλιν ό,τι είχε κάνει και στην Ελοΐζ; Ο Ίαν έσφιξε τις γροθιές του και πήρε μια βαθιά ανάσα για να καταπολεμήσει τη ναυτία που τον κατέκλυζε. Ο Νορμανδός ήταν αδίστακτος και ήξερε ότι τίποτε άλλο δε θα πείραζε τον εχθρό του όσο αυτό. «Ας είναι σώα, Θεέ μου», μουρμούρισε. «Έκανα τόσο καιρό να τη βρω. Μην τη χάσω τώρα. Μη χάσω την ελπίδα που μου δίνει». Θυμήθηκε την υπόσχεσή του να εγκαταλείψει κάθε σκέψη για εκδίκηση. Εκτός αν διασταυρωθούν οι δρόμοι μας. Και τώρα οι δρόμοι τους είχαν διασταυρωθεί. Τι πικρή ειρωνεία. Θα ήταν για πάντα ο Φισύρ η νέμεσή του; Ήταν θέλημα του Θεού; Καλά, λοιπόν, δε θα προσπαθούσε να το παρακάμψει. Αύριο θα πήγαινε να ανταμώσει τον εχθρό του και το πεπρωμένο του.

222


Κεφάλαιο 13 Ο κύκλος από μονόλιθους ήταν στο λόφο μετά το Γκλενγκάρον. Οι πέτρες ήταν πολύ ψηλές και πλατιές και στέκονταν αναλλοίωτες μέσα στο χρόνο, αν και η φυλή που τις είχε φτιάξει είχε εξαφανιστεί προ πολλού. Δέσποζαν μελαγχολικά στην κορφή του λόφου και γύρω εκτείνονταν ρεικότοποι κάτω το σκυθρωπό ουρανό. Πέρα από τον παγωμένο άνεμο, το μόνο που ακουγόταν ήταν τριξίματα από σέλες και τα πνιχτά βήματα των αλόγων στο χώμα. Καθώς πλησίαζαν, η Άσλιν είδε με απελπισία ότι ο Φισύρ και ο Φρέιζερ είχαν διαλέξει καλά το μέρος. Εδώ ο εχθρός τους θα ήταν ολομόναχος, αποκομμένος από κάθε βοήθεια. Αυτοί, από την άλλη, είχαν μαζί τους δώδεκα οπλισμένους άντρες. Σταμάτησε λίγα μέτρα έξω από τον κύκλο των μονόλιθων. Ο Φρέιζερ κοίταξε τον έρημο χερσότοπο τριγύρω. «Δεν είναι εδώ». «Τότε θα περιμένουμε», του απάντησε ο Φισύρ. «Δε θα έρθει. Θα ήταν τρέλα και το ξέρει». Ο Νορμανδός έριξε μια ματιά στην Άσλιν. «Θα έρθει». Εκείνη κατάφερε να ανταμώσει το βλέμμα του και τον κοίταξε περιφρονητικά. «Δε θα τον σκοτώσετε εύκολα». «Αντίθετα, πιστεύω ότι θα είναι πολύ εύκολο». Βλέποντάς τη να χλομιάζει, ο Φισύρ χαμογέλασε. Την έγδυνε με τα μάτια του, φέρνοντάς της στο νου φρικτές αναμνήσεις. «Σε ένα πράγμα τον παραδέχομαι τον Μακάλπιν. Πάντα είχε καλό γούστο στις γυναίκες. Είναι το μόνο κοινό που έχουμε». Ο Φρέιζερ χαμογέλασε. «Και που θα το μοιραστούμε όλοι μας». Η Άσλιν γύρισε αηδιασμένη από την άλλη. Το βλέμμα της έπεσε στο μοναχικό καβαλάρη που πλησίαζε από τα ανατολικά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ακόμα κι από μακριά, δε χωρούσε αμφιβολία ποιος ήταν ο άντρας πάνω στον γκρίζο επιβήτορα.

223


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Ίαν», μουρμούρισε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι τον αγαπούσε τρελά και απεριόριστα. Ήταν ο άρχοντάς της. Αυτός και κανείς άλλος για όλη της τη ζωή. Και τότε την κυρίευσαν ο πόνος και η λαχτάρα του έρωτα, ο τρόμος μήπως τον χάσει. Ακολουθώντας το βλέμμα της, ο Φισύρ είδε τον Ίαν και κοίταξε τον Φρέιζερ με ένα πλατύ χαμόγελο. «Ορίστε. Σ’ το είπα ότι θα ερχόταν». Γύρισε στους άντρες του και τους διέταξε να ξεπεζέψουν. Δυο απ’ αυτούς τράβηξαν την Άσλιν από το άλογό της, την άρπαξαν από τα μπράτσα και την έσυραν σε περίοπτη θέση, ενώ οι υπόλοιποι σχημάτισαν ημικύκλιο πίσω από τον αρχηγό τους, που παρέμεινε έφιππος. Όλα τα βλέμματα στυλώθηκαν στον άντρα που πλησίαζε. Ο Φισύρ μίλησε χαμηλόφωνα, χωρίς να στρίψει το κεφάλι του. «Περίμενε να πλησιάσει κι άλλο για να ρίξεις. Μη γίνει κανένα λάθος. Τον θέλω ζωντανό». Ο Ντε Βαρντ έγνεψε καταφατικά. «Δε θα γίνει κανένα λάθος, άρχοντά μου». Τότε μόνο πρόσεξε η Άσλιν τη βαλλίστρα που κρατούσε εκείνος δίπλα του και στέγνωσε ο λαιμός της. Όταν πλησίαζε αρκετά, ο Ντε Βαρντ θα του έριχνε για να τον σακατέψει. Αν τραυματιζόταν, δε θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και θα τον αιχμαλώτιζαν. Κι έπειτα θα έπαιρναν την τελική εκδίκησή τους. Πανικόβλητη, πάσχισε να ελευθερωθεί, μα οι άντρες την κράτησαν ακόμα πιο σφιχτά από τα μπράτσα. Βλέποντας την, ο Φρέιζερ γέλασε. «Μάταια αγωνίζεσαι, αρχόντισσά μου. Τίποτα δεν τον σώζει πια τον Γκλενγκάρον. Σε δυο ώρες από τώρα το κεφάλι του θα στολίζει την πύλη μου». Συντετριμμένη, η Άσλιν περίμενε αναγκαστικά, βλέποντας τον άντρα που αγαπούσε να οδεύει προς το θάνατό του. ***

224


Κεφάλαιο 13 Ο Ίαν πλησίαζε αργά, παρατηρώντας κάθε λεπτομέρεια μπροστά του, χωρίς να ξεγελιέται από τη φαινομενική ηρεμία των αντρών που περίμεναν. Μέτρησε δεκατέσσερις, μαζί με τον Φισύρ. Τρεις στέκονταν παράμερα και κρατούσαν τα άλογα, ενώ οι υπόλοιποι ήταν παραταγμένοι ημικυκλικά και τον παρακολουθούσαν. Όλη τους η προσοχή ήταν στραμμένη πάνω του, όπως το είχε υπολογίσει. Καθώς προχωρούσε, δεν άφηνε ούτε στιγμή τους Νορμανδούς από τα μάτια του. Ήξερε πολύ καλά ότι ο Φισύρ δεν είχε καμιά πρόθεση να μονομαχήσει μαζί του· μάλλον σχεδίαζε να τον τραυματίσει και τον πιάσει ζωντανό. Όλα θα εξαρτιόνταν από ό,τι συνέβαινε στα επόμενα δυο λεπτά. Και τότε είδε με ικανοποίηση τους άντρες του που σηκώθηκαν σαν φαντάσματα από τα ρείκια πίσω από τους Νορμανδούς. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα οι τρεις άντρες που κρατούσαν τα άλογα κατέρρευσαν σιωπηλά, με κομμένο λαιμό, πριν προλάβουν να αντιληφθούν καν τι γινόταν. Ο Ίαν χαμογέλασε βλοσυρά. Αγνοώντας τι συνέβαινε πίσω του, ο Φισύρ συνέχισε να κοιτάζει τον άντρα που πλησίαζε. «Ετοιμάσου, Ντε Βαρντ». Ο Νορμανδός σήκωσε τη βαλλίστρα και σημάδεψε προσεχτικά. Η Άσλιν έβγαλε μια κραυγή. Το βέλος έσκισε τον αέρα και ο Ίαν έγειρε στη σέλα και γλίστρησε στο έδαφος. Παλεύοντας να μη λιποθυμήσει, η Άσλιν κοίταξε τον γκρίζο επιβήτορα που στεκόταν τώρα δίχως αναβάτη. «Τον πέτυχα», είπε με ενθουσιασμό ο Ντε Βαρντ. «Ωραία», αποκρίθηκε ο Φισύρ. «Και τώρα φέρ’ τον». «Μάλιστα, άρχοντά μου». Ο Ντε Βαρντ άφησε το τόξο και τράβηξε το σπαθί του. «Εσείς οι τρεις, ελάτε μαζί μου», είπε σε κάποιους άντρες. Η Άσλιν τους κοίταξε έντρομη. Σε λίγο θα έπιαναν τον Ίαν αιχμάλωτο και θα τον σκότωναν, μα όχι γρήγορα, αχ, όχι γρήγορα. Με φρίκη είδε τον Ντε Βαρντ και τους συντρόφους του να προχωρούν, αλλά ύστερα από λίγα βήματα, κοκάλωσαν. Κι έπειτα έπεσαν κάτω ξεροί. Μόνο τότε είδε η Άσλιν τα βέλη που ήταν καρφωμένα ανάμεσα στις ωμοπλάτες τους. Πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει, άκουσε μια κραυγή. Έπειτα τα χέρια της ελευθερώθηκαν, καθώς οι δυο άντρες που την κρα225


Η αιχμάλωτη Λαίδη τούσαν σωριάστηκαν στο έδαφος, με βέλη καρφωμένα στα πλευρά τους. Σε λίγα δευτερόλεπτα ξεπετάχτηκαν από τα ρείκια άντρες ντυμένοι στα μαύρα, με τα πρόσωπά τους πασαλειμμένα με χώμα. Αιφνιδιασμένοι, οι Νορμανδοί δεν πρόλαβαν καν να τραβήξουν τα όπλα τους πριν πέσουν πάνω τους οι Σκοτσέζοι με σπαθιά και στιλέτα. Οι σκηνές που ακολούθησαν δεν κράτησαν πολύ, αλλά ήταν αιματηρές και άγριες. Η Άσλιν κοιτούσε με κομμένη την ανάσα. Μπροστά στα μάτια της ένας εξαγριωμένος άντρας άρπαξε τον Φρέιζερ από τα μαλλιά και τράβηξε πίσω το κεφάλι. Εκείνος μόλις που πρόλαβε να βγάλει μια πνιχτή κραυγή πριν ο άλλος άντρας του κόψει το λαιμό. Λίγο πιο πέρα ο Φισύρ πάλευε να κουμαντάρει το τρομαγμένο του άλογο. Συνειδητοποιώντας καθυστερημένα πως είχε πέσει σε παγίδα, κοίταξε εξοργισμένος το μέγεθος της καταστροφής γύρω και, μόλις κατάλαβε πως είχε χαθεί το παιχνίδι, σπιρούνισε το άλογό του και τράπηκε σε φυγή. Στα αριστερά του, ο Μπαν σήκωσε το τόξο του και σημάδεψε. Ένα βέλος έσκισε τον αέρα και το άλογο ούρλιαξε κι έπεσε στα ρείκια, πλακώνοντας τον Φισύρ. «Καλή βολή», είπε ο Ντούγκαλ. «Για Άγγλο, δηλαδή». Ο Μπαν χαμογέλασε, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον Φισύρ, που αγωνιζόταν να ελευθερωθεί από το βάρος του αλόγου. Το χέρι του πήγε στη λαβή του σπαθιού του. «Δώσε τη διαταγή και θα τον αποτελειώσω». «Όχι». Ο Ντούγκαλ στράφηκε στους άντρες δίπλα του. «Φέρτε τον εδώ, ζωντανό!» *** Τρέμοντας, η Άσλιν κοιτούσε γύρω της χωρίς να μπορεί να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Μέσα σε λίγα λεπτά οι Νορμανδοί είχαν εξοντωθεί. Το βλέμμα της έπεσε ξανά στον επιβήτορα που στεκόταν δίχως αναβάτη εκατό μέτρα πιο πέρα και τα μάγουλά της χλόμιασαν. «Ίαν!» Και τότε άρχισε να τρέχει, τρέμοντας από φόβο γι’ αυτό που θα αντίκριζε. Αλλά πριν φτάσει εκεί, ένας άντρας πετάχτηκε από τα ρείκια και την άρπαξε. Η Άσλιν στρίγκλισε και άρχισε να κλοτσά και να παλεύει για να 226


Κεφάλαιο 13 ξεφύγει. Πέρασαν αρκετές στιγμές μέχρι να αναγνωρίσει τη φωνή του. «Ίαν;» Ξέπνοη από την ανακούφιση, τον ένιωσε να τη σφίγγει στην αγκαλιά του σαν να μην ήθελε να την αφήσει ποτέ και για μια στιγμή δε μίλησε κανείς. Ύστερα εκείνος την κοίταξε στα μάτια. «Νόμιζα ότι σε έχασα. Νόμιζα...» Πήρε μια βαθιά ανάσα για να βρει το κουράγιο να τη ρωτήσει αυτό που τον βασάνιζε περισσότερο. «Είσαι καλά, κορίτσι μου; Σε πείραξε; Σε;...» «Όχι». Η Άσλιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν έχω πάθει τίποτα». Απέραντη ανακούφιση τον πλημμύρισε. «Δόξα τω Θεώ. Από τη στιγμή που σε πήρε, έτρεμα για το τι μπορεί να έκανε». «Φύλαγε την εκδίκησή του για σήμερα. Κι εκείνος και ο Φρέιζερ». «Ο Φρέιζερ! Ώστε αυτός τους βοηθούσε». «Είπε ότι σου κρατούσε από καιρό κακία». «Δεν αμφιβάλλω. Αυτόν είχα απαγάγει όταν αθέτησε ο πατέρας του μια συμφωνία μας». «Εσύ όμως, άρχοντά μου; Δεν είσαι πληγωμένος;» Τον κοίταξε ανήσυχα. «Σε χτύπησε ο Ντε Βαρντ». «Τους άφησα να πιστέψουν ότι με χτύπησε». Της χαμογέλασε κι έπειτα τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της με ένα φλογερό φιλί. Όταν τραβήχτηκε τελικά, είδε δάκρυά στο πρόσωπό της. «Σκόπευαν να σε σκοτώσουν, Ίαν. Και να με βάλουν να βλέπω...» Της ξέφυγε ένας λυγμός. «Αχ, κορίτσι μου, με συγχωρείς». Την έσφιξε στην αγκαλιά του μέχρι που καταλάγιασαν οι λυγμοί της. «Δεν ήθελα να υποφέρεις εξαιτίας μου». «Δεν έχει σημασία πια. Απέτυχε το σχέδιό του. Πάει, τελείωσε». Ο Ίαν έριξε μια ματιά στους άντρες που περίμεναν. «Όχι, κορίτσι μου. Όχι ακόμα». Εκείνη σήκωσε αμέσως το βλέμμα της. «Τι εννοείς;» «Πρέπει να κάνω κάτι ακόμα». Γεμάτη ανησυχία, ακολούθησε το βλέμμα του και κοίταξε τους άντρες 227


Η αιχμάλωτη Λαίδη του. Και τότε αναγνώρισε τον αιχμάλωτό τους. «Ίαν, μου υποσχέθηκες...» «Σου υποσχέθηκα να μην ψάξω να τον βρω και κράτησα το λόγο μου. Αυτός έψαξε για μένα». «Έτσι είναι, μα και πάλι σε ικετεύω...» «Πρέπει να ταχτοποιηθεί αυτό το ζήτημα, Άσλιν». Ο τόνος του ήταν αδιάλλακτος και η Άσλιν κατάλαβε πως τίποτα δε θα του άλλαζε τη γνώμη. Πήγαν εκεί που περίμεναν ο Ντούγκαλ και οι άλλοι. Ανάμεσά τους στεκόταν ο Φισύρ, με τα χέρια δεμένα. Βλέποντας την αδερφή του, ο Μπαν έτρεξε και την αγκάλιασε με ένα χαρούμενο χαμόγελο. Έπειτα όμως είδε το δακρυσμένο της πρόσωπο και έσβησε η χαρά του. «Θεέ μου, είσαι καλά, Ας; Σε πείραξε αυτό το κάθαρμα;» «Όχι, δε μου έκανε τίποτα, πέρα απ’ το να με φυλακίσει». «Δόξα τω Θεώ». Ο Μπαν έριξε ένα ψυχρό βλέμμα στον αιχμάλωτο. «Μα αυτό το σκουλήκι θα πληρώσει για τα εγκλήματά μου». «Ναι, θα πληρώσει», απάντησε ο Ίαν. «Δικαιούσαι να τον τιμωρήσεις εσύ, άρχοντα μου», του είπε ο Μπαν, «γιατί εσένα αδίκησε πρώτο. Το αναγνωρίζω και υποχωρώ, γιατί οφείλω να σε υπακούω. Φρόντισε όμως να πληρώσει και για την καταστροφή του Χέσλινγκφιλντ και το φόνο των δικών μας». «Θα πληρώσει, αδερφέ μου, σου το ορκίζομαι». Ο Ίαν κοίταξε τον Φισύρ κι έπειτα στράφηκε τον Ντούγκαλ, δείχνοντας τους μονόλιθους. «Πηγαίνετέ τον εκεί». Οι άντρες του πήγαν και σχημάτισαν ένα μεγάλο κύκλο μέσα στο αρχαίο μνημείο, με τον Φισύρ στη μέση. Ύστερα τράβηξαν όλοι τα σπαθιά τους. Εκείνος έριξε γρήγορες ματιές γύρω του και κατάλαβε πως δεν μπορούσε να διαφύγει από πουθενά. Επιπλέον, όλοι τον κοιτούσαν ψυχρά, σκληρά, ανελέητα. Σάλιωσε τα χείλη του που είχαν στεγνώσει. Ο Σκοτσέζος άρχοντας μπήκε στον κύκλο, με το σπαθί στο χέρι και σταμάτησε μπροστά του. «Κόφτε του τα δεσμά». Μόλις το έκανε, ο Ίαν έμπηξε το σπαθί του στο έδαφος και το άφησε 228


Κεφάλαιο 13 εκεί. Ύστερα τράβηξε το σπαθί του Φισύρ. «Υπερασπίσου τον εαυτό σου», είπε και του έτεινε το σπαθί. Ο τόνος του ήταν ήπιος, μα δεν υπήρχε αμφιβολία για τις προθέσεις του. Ο Φισύρ κοίταξε μια το σπαθί και μια τον αντίπαλό του, σίγουρος πως θα ήταν κάποιο τέχνασμα. Μα όταν είδε ότι δεν έκανε καμιά κίνηση, έπιασε το σπαθί από τη λαβή και το πήρε. Οι δυο άντρες άρχισαν να γυροφέρνουν ο ένας τον άλλο και της Άσλιν της κόπηκε η ανάσα όταν είδε τον Φισύρ να ορμά. Ο Ίαν τον απέφυγε με ευκολία. Ο Νορμανδός επιτέθηκε ξανά, ρίχνοντας βροχή τα χτυπήματα, αλλά ο Ίαν τα απέκρουσε όλα. Και ξαφνικά χίμηξε και το σπαθί του βρήκε τον αντίπαλό του στο μπράτσο. Ένας κόκκινος λεκές απλώθηκε στο σκισμένο δερμάτινο μανίκι του. Ο Φισύρ πέρασε σε μια σφοδρή αντεπίθεση. Μα ο Ίαν απέκρουσε πάλι τα χτυπήματά του. Όρμησε ξανά και το σπαθί του τον έκοψε και στο άλλο μπράτσο, πιο βαθιά αυτή τη φορά. Πνίγοντας μια κραυγή πόνου, ο Νορμανδός υποχώρησε λίγο κι έφερε πάλι ένα κύκλο, πιο επιφυλακτικά τώρα, ψάχνοντας για άνοιγμα. Έπειτα πετάχτηκε ξανά κι αυτή τη φορά ο Ίαν οπισθοχώρησε. Ο Φισύρ χαμογέλασε και τον κυνήγησε. Δεν κατάλαβε εγκαίρως την προσποίηση και το σκοτσέζικο σπαθί τού έσκισε τα πλευρά. Μουγκρίζοντας, έπιασε το ματωμένο πλευρό του. Μες στην οργή και την απόγνωσή του, όρμησε ξανά. Παρά τις προσπάθειες του όμως, το σπαθί του αντάμωνε μόνο μέταλλο ή αέρα. Άλλη μια πληγή άνοιξε στο αριστερό του μπράτσο. Συνειδητοποίησε τότε ότι ο Σκοτσέζος έπαιζε μαζί του, θέλοντας να τον εξασθενίσει σιγά σιγά και μετά να του δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Ο Φισύρ πανικοβλήθηκε. Οι πληγές του αιμορραγούσαν και ο πόνος δυνάμωνε. Άρχισε να ιδρώνει. Είχε πολεμήσει με πολλούς αντιπάλους, αλλά ποτέ με κάποιον τόσο γρήγορο και ικανό. «Γιατί δε βάζεις τέλος;» είπε. «Δεν είμαι έτοιμος ακόμα», αποκρίθηκε ο Ίαν. Ο Φισύρ οπισθοχώρησε τρεκλίζοντας προς την άκρη του κύκλου, μήπως και κατάφερνε και διαφύγει, αλλά συνάντησε σπαθιά ολόγυρα. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο, γύρισε ξανά παραπατώντας προς τον εχθρό του. Ο Ίαν τον άφησε να πλησιάσει. Εκείνος επιτέθηκε ξα229


Η αιχμάλωτη Λαίδη νά, μα τα χτυπήματά του ήταν πιο άτακτα και απρόσεχτα τώρα και τα πλήρωσε με ένα κόψιμο στο πόδι. Ξεφώνισε απ’ τον πόνο και από την πληγή έτρεξε αίμα, λεκιάζοντας το χορτάρι. Η Άσλιν πήρε μια κοφτή ανάσα, με το βλέμμα της στυλωμένο στον Ίαν. Είχε την αδυσώπητη έκφραση πολεμιστή που σπέρνει το θάνατο, μια έκφραση που μάγευε αλλά και προκαλούσε τρόμο. Δίπλα της ο Μπαν ήταν ασάλευτος, καθηλωμένος από το θέαμα. Το οποίο συνεχίστηκε κάμποση ώρα ακόμα ώσπου ο Φισύρ, αιμορραγώντας από καμιά δεκαριά πληγές, σωριάστηκε εξαντλημένος στα γόνατά του. «Βάλε τέλος, ανάθεμά σε». Η Άσλιν περίμενε τρέμοντας να του καταφέρει ο Ίαν το τελειωτικό χτύπημα. Εκείνος όμως χαμήλωσε το σπαθί του και τον κοίταξε με περιφρόνηση. «Δε θα σου πάρω την ανάξια ζωή σου», του είπε. «Για τη μοίρα σου θα αποφασίσει πιο ανώτερη εξουσία». «Τι εννοείς;» «Ο βασιλιάς μου είναι ήδη καλά ενημερωμένος για τα εγκλήματά σου και είναι πολύ γνωστές οι απόψεις του για όσους παραβιάζουν την ειρήνη στην επικράτειά του. Θα πας στο Ντάνφερμλαϊν». Γύρισε από την άλλη και έγνεψε στον Ντούγκαλ και τον Φέργκους. «Βάλτε τον σ’ ένα άλογο». Ο Φισύρ χλόμιασε, καταλαβαίνοντας ότι δε θα έβρισκε το γρήγορο θάνατο που έλπιζε, αλλά κάτι πολύ χειρότερο. Απελπισμένος, σηκώθηκε με κόπο και όρμησε με το σπαθί του στην αφύλακτη πλάτη του εχθρού του. Η Άσλιν έβγαλε μια κραυγή. Ο Ίαν γύρισε αμέσως, με το σπαθί υψωμένο για να αποκρούσει το χτύπημα. Εκείνη τη στιγμή ο Φισύρ έχασε την ισορροπία του και έπεσε πάνω στην αιχμή του ξίφους. Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή, με μια έκφραση κατάπληξης κι έπειτα σωριάστηκε στο έδαφος. Η Άσλιν έμεινε άφωνη για λίγο. Ύστερα έτρεξε στο σύζυγό της κι εκείνος την έκλεισε στην αγκαλιά του. Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς. «Δε θα προσποιηθώ ότι λυπάμαι που πέθανε», είπε τελικά εκείνος, «αλλά πραγματικά σκόπευα να τον παραδώσω στον Μάλκομ». «Δε φταις εσύ. Ο Φισύρ ήταν ύπουλος μέχρι το τέλος». Της ξέφυγε 230


Κεφάλαιο 13 ένας λυγμός. «Φοβήθηκα ότι θα σε σκότωνε». «Αν δε με προειδοποιούσες, ίσως και να το έκανε. Σ’ ευχαριστώ, κορίτσι μου». «Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πέθανε, ότι τελείωσε αυτή η ιστορία». «Τελείωσε. Τα φαντάσματα του παρελθόντος βρήκαν επιτέλους γαλήνη», της είπε ο Ίαν και, πραγματικά, είχε ξαλαφρώσει από το μίσος και την καταστροφική του δύναμη. Το πνεύμα της Ελοΐζ θα ησύχαζε, γιατί είχε πραγματοποιήσει την υπόσχεση που της είχε δώσει. «Δεν μπορεί να μας βλάψει πια ο Φισύρ. Ούτε κανείς άλλος». «Ευχαριστώ το Θεό και γι’ αυτό και που σε φύλαξε». «Κι εγώ Τον ευχαριστώ, κορίτσι μου». «Αν είχες σκοτωθεί σήμερα, θα έβαζα τέλος στη ζωή μου. Δεν ήθελα να ζήσω χωρίς εσένα». Εκείνος συγκινήθηκε και τα μαύρα του μάτια στυλώθηκαν στα δικά της, αναζητώντας την απάντηση σε μια ανείπωτη ερώτηση. Η Άσλιν κατάλαβε αμέσως. «Σ’ αγαπώ, Ίαν. Περισσότερο και από την ίδια μου τη ζωή», είπε. «Κι εγώ σ’ αγαπώ, κορίτσι μου. Όταν σε άρπαξαν, κατάλαβα επιτέλους πόσο πολύ σ’ αγαπώ. Έτρεμα μην επαναληφθεί η ίδια ιστορία». Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. «Αλλά ο Θεός μάς λυπήθηκε αυτή τη φορά. Και είναι ένα δώρο που εκτιμώ περισσότερο από καθετί άλλο. Σε λατρεύω, Άσλιν». «Κι εγώ, άρχοντά μου». «Αγάπη μου και γυναίκα μου», είπε εκείνος. Ύστερα την έσφιξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος.

231


Επίλογος Η Άσλιν καθόταν σε ένα βράχο στον ήλιο δίπλα στο ρυάκι και κοιτούσε έναν κορυδαλλό που κελαηδούσε στο γαλανό ουρανό. Το τραγούδι του γέμιζε την ψυχή της με χαρά και ακολούθησε το πέταγμά του μέχρι που τον έχασε. Χαμογέλασε τότε και έστρεψε το βλέμμα της στην πλαγιά του λαγκαδιού. Τα δέντρα είχαν αρχίσει να βγάζουν καινούρια φυλλαράκια και ανάμεσα στα χόρτα είχαν φυτρώσει ανεμώνες. Πέρα μακριά στους αγρούς βοσκούσαν αγελάδες και πρόβατα. Τα χιόνια του χειμώνα είχαν λιώσει και η φύση έδειχνε να το γιορτάζει. Ήταν τόσο απορροφημένη με το τοπίο, που δεν αντιλήφθηκε τον άντρα που πλησίαζε, παρά μόνο όταν χλιμίντρισε το άλογό του. Ξαφνιασμένη, γύρισε αμέσως και τότε χαμογέλασε και σηκώθηκε όρθια. Ο Τυφώνας σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα και ο αναβάτης την κοίταξε στα μάτια ανταποδίδοντάς της το χαμόγελο. «Τι ευχάριστη έκπληξη». «Πράγματι. Δεν περίμενα ότι θα γύριζες κιόλας από το χωριό, άρχοντά μου». «Οι δουλειές μου δε μου πήραν τελικά όσο χρόνο φοβόμουν». Ξεπέζεψε και άφησε το άλογο να βοσκήσει. Έπειτα ήρθε κοντά της και πέρασε το χέρι του στη μέση της. «Μα το Θεό, είσαι πιο όμορφη κάθε φορά που σε βλέπω». «Είσαι ένας ξεδιάντροπος κόλακας». «Καθόλου». Έσκυψε και φίλησε τα απαλά της χείλη. «Έχω δυο ώρες να σε δω και παίρνω όρκο ότι μεγάλωσε η ομορφιά σου». Η Άσλιν γέλασε. «Η ομορφιά μου ή ο πόθος σου, άρχοντά μου;» «Εντάξει, ο πόθος μου». Την άρπαξε με ένα παιχνιδιάρικο γρύλισμα και της έδωσε ένα φλογερό φιλί που έβαλε φωτιά στο αίμα της. «Όμως τι γυρεύεις εδώ, κορίτσι μου; Δεν ξέρεις ότι είναι επικίνδυνο να βγαίνεις έξω μόνη σου;» 233


Η αιχμάλωτη Λαίδη «Είναι πολύ ωραία μέρα για να κλειστώ μέσα. Εξάλλου, δεν είναι επικίνδυνο το Γκλενγκάρον. Έχει πολύ καλή φρούρηση». «Το Γκλενγκάρον είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο», της απάντησε. «Δεν έχεις ακούσει τι λένε για τον άρχοντά του;» «Έχω ακούσει μερικές φήμες. Να ανησυχώ;» «Να ανησυχείς πολύ». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη φίλησε πάλι με πάθος. Γελώντας, η Άσλιν πάλεψε να του ξεγλιστρήσει. Τα μαύρα μάτια του έλαμψαν. «Μάταια προσπαθείς να ξεφύγεις, κορίτσι μου. Σε έχω πιάσει και σκοπεύω να σε χαρώ». «Αλίμονο, αληθεύουν οι φήμες δηλαδή». Τα χείλη του χάιδεψαν απαλά το μάγουλο και το λαιμό της και η Άσλιν ρίγησε από ευχαρίστηση. «Ναι, αληθεύουν, όπως θα διαπιστώσεις». Η Άσλιν γέλασε. «Σε ικετεύω να μου φερθείς μαλακά, άρχοντά μου». «Μαλακά; Γιατί;» «Γιατί περιμένω παιδί». Ο Ίαν την κοίταξε έκπληκτος. «Παιδί; Πότε;» «Τον επόμενο χειμώνα». «Άσλιν, είσαι σίγουρη;» «Απόλυτα σίγουρη». Το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα χαμόγελο. «Αυτό είναι υπέροχο!» Τότε σκέφτηκε κάτι άλλο και την κοίταξε ανήσυχα. «Μα έπρεπε να μου το είχες πει, κορίτσι μου. Δε θα σε άρπαζα τόσο απότομα. Μήπως σου έκανα κακό;» «Όχι, καθόλου». Ανακουφισμένος, την απόθεσε μαλακά κάτω και την κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια, μα το φόρεμά της δε φούσκωνε καθόλου. «Πότε θα αρχίσει να φαίνεται;» «Σύντομα. Σε κανένα μήνα ίσως». «Πόσον καιρό το ξέρεις;» «Το υποψιαζόμουν, αλλά ήθελα να σιγουρευτώ πριν σου το πω». 234


Επίλογος Ο Ίαν έπιασε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. Η Άσλιν τον κοίταξε. «Δε θα πάθω τίποτα αν με ξαναφιλήσεις, Ίαν». Εκείνος ακολούθησε πρόθυμα την προτροπή της και αμέσως ένιωσε τη φλόγα που άναβε πάντοτε μεταξύ τους, αλλά δεν την άφησε να φουντώσει, από φόβο μην κάνει κάτι που μπορεί να έβλαπτε την Άσλιν ή το παιδί τους. Τη φίλησε μόνο τρυφερά, εκφράζοντάς της χωρίς λόγια τα συναισθήματά του. Ύστερα κάθισαν μαζί στο βράχο, απολαμβάνοντας τη μοναξιά, τη λιακάδα και το κοινό μυστικό τους. «Αν είναι γιος, θέλω να γίνει πολεμιστής σαν τον πατέρα του όταν μεγαλώσει», είπε εκείνη. «Αν είναι κόρη, να είναι όμορφη και μυαλωμένη». «Ναι», αποκρίθηκε ο Ίαν, «και να έχει το θάρρος της μητέρας της». «Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ καλή ιδέα αυτό». «Ίσα ίσα. Δε θα ήθελα ένα γλυκανάλατο κοριτσάκι». «Ό,τι κι αν γίνει το παιδί μας, θα έχει την αγάπη των γονιών του». Εκείνος σοβάρεψε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, κορίτσι μου, θα την έχει». Είχε δει από μικρός πώς δεν έπρεπε να είναι ένας πατέρας, γνώριζε αρκετά καλά πώς έπρεπε να είναι. Ως τώρα τον είχε σκεφτεί μόνο από μακριά αυτόν το ρόλο, σύντομα όμως θα γινόταν πραγματικότητα. Πράγμα που τον τρόμαζε και ταυτόχρονα τον γέμιζε χαρά. Μη μπορώντας να παρακολουθήσει τις σκέψεις του, η Άσλιν τον κοίταξε ερωτηματικά. «Θα σε πειράξει πολύ αν είναι κορίτσι;» Εκείνος της χαμογέλασε. «Όχι, γλυκιά μου. Αρκεί να είναι γερό παιδί. Κι εσύ το ίδιο». Της χαμογέλασε. «Εξάλλου, έχουμε όλο το χρόνο για αποκτήσουμε και γιους». Η Άσλιν γέλασε χαρούμενα. «Φαίνεσαι πολύ σίγουρος, άρχοντά μου». «Είμαι». Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο στόμα. «Γιατί δεν μπορώ να αντισταθώ για πολύ στα μάγια σου. Δε νομίζω να λυθούν όσο ζω». Ο ήλιος ήταν ψηλά στο γαλανό ουρανό όταν επέστρεψαν στο άλογο που βοσκούσε ήσυχα. Αφού την ανέβασε στη σέλα, ο Ίαν ανέβηκε και ο 235


Η αιχμάλωτη Λαίδη ίδιος και πήρε αργά το δρόμο για το σπίτι. Η Άσλιν χαλάρωσε στην προστατευτική αγκαλιά του, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά του στήθους του στην πλάτη της. Εδώ, μαζί του, στην υπέροχη ανοιξιάτικη λιακάδα, οι σκιές του παρελθόντος είχαν χαθεί. Γύρω τους σκιρτούσε η καινούρια ζωή σαν το παιδί που είχε στα σπλάχνα της και έφερνε ελπίδες για το μέλλον ένα μέλλον που πριν από λίγο καιρό δεν πίστευε ότι θα αποκτούσε. Ο Ίαν έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Είσαι ευτυχισμένη;» «Πάρα πολύ. Εσύ, άρχοντά μου;» «Περισσότερο απ’ ό,τι ήλπιζα ποτέ», της είπε. Και το εννοούσε.

236


Η Αιχμάλωτη Λαίδη Όταν την αιχμαλωτίζουν οι Νορμανδοί εισβολείς που κακατέστρεψαν το σπίτι της και την οικογένειά της, η λαίδη Άσλιν βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο -και τότε η σωτηρία έρχεται με τη μορφή ενός γενναίου Σκοτσέζου πολεμιστή. Ο Μαύρος Ίαν μπορεί να είναι ο φόβος και ο τρόμος των εχθρών του, όμως, κατά ένα παράξενο τρόπο, η Άσλιν νιώθει ασφαλής στα χέρια του... Η φήμη του Ίαν Μακάλπιν είναι πέρα για πέρα αληθινή, και καμιά δεν μπορεί να κερδίσει την καρδιά του. Έχοντας αγαπήαγαπήσει και χάσει μια φορά στο παρελθόν, ο Ίαν θέλει μονάχα να απαλλαγεί από την ατίθαση, σαγηνευτική Άσλιν. Αλλά τότε έρχεται ένα διάταγμα από τον βασιλιά. που τον προστάζει να κάνει την όμορφη αιχμάλωτή του γυναίκα του!

Κλασικά Άρλεκιν

Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΛΑΙΔΗ  
Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΛΑΙΔΗ  
Advertisement