Page 1


JOHANNA LINDSEY

ΚΑΡΔΙΆ ΣΤΙΣ ΦΛΌΓΕΣ ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ ΧΡΙΣΤΙΆΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΎΛΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕLXIS


τίτλος πρωτοτύπου: Hearts aflame Johanna Lindsey © Johanna Lindsey, 1987 / Published by arrangement with HarperCollins Publishers & JLM Agency / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2017 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους HarperCollins Publishers & JLM Agency ISBN: 978-618-5229-33-7 Ηλεκτρονική έκδοση: Σεπτέμβριος 2017 Μετάφραση: Χριστιάννα Σακελλαροπούλου / επιμέλεια – διόρθωση: Βίκυ Κατσαρού / σχεδιασμός εξωφύλλου - ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


Κεφάλαιο 1 Νορβηγία 873 μ.Χ.

Ο Ντιρκ Γκέρχαρντσεν έπεσε στο έδαφος και σύρθηκε με τα γόνατα και τους αγκώνες προς την όχθη όπου είχε σταματήσει η χρυσομαλλούσα. Η Κρίστεν Χάαρντραντ έριξε μια κλεφτή ματιά πάνω από τον ώμο της, σαν να είχε ακούσει κάτι, και αφού έδεσε το εντυπωσιακό φαρί της σε ένα κλωνάρι, προχώρησε στην ακροποταμιά. Αριστερά, το Χόρτεν Φιόρδ έρεε ορμητικό, αλλά κάμποσοι ογκόλιθοι σπαρμένοι σ’ αυτό το σημείο κρατούσαν σε απόσταση τα ρεύματα, και το νερό ήταν ήρεμο, ακύμαντο, σαν την επιφάνεια μιας λιμνούλας. Ο Ντιρκ ήξερε από πείρα ότι θα ήταν επίσης απολαυστικά ζεστό και εξαιρετικά δελεαστικό για να το αγνοήσει η κοπελιά. Είχε μαντέψει ότι η Κρίστεν ερχόταν στο μέρος αυτό, από τη στιγμή που την είδε να φεύγει από το σπίτι του θείου της, του Χιου, και να καλπάζει προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όταν ήταν πολύ πιο μικροί, κολυμπούσαν εδώ μαζί, παρέα με τα αδέλφια και τα ξαδέρφια της. Η Κρίστεν είχε μεγάλο σόι: τρεις αδελφούς, έναν θείο, που ήταν ο ηγεμόνας σε αυτή την όχθη του φιόρδ, δεκάδες μακρινά ξαδέλφια από την πλευρά του πατέρα της, και όλοι τη λάτρευαν σαν θεά. Κι ο Ντιρκ το ίδιο, μέχρι πρότινος. Της πρόσφερε την καρδιά του και της ζήτησε να τον παντρευτεί, όπως είχαν κάνει τόσοι άλλοι πριν από αυτόν. Κι εκείνη τον απέρριψε –ευγενικά, όφειλε να παραδεχτεί–, αλλά και πάλι η απόρριψη τον ισοπέδωσε. Έβλεπε την Κρίστεν Χάαρντραντ να μεγαλώνει και να γίνεται από ψηλή και αδέξια παιδούλα μια εκθαμβωτική γυναίκα, και το μόνο που επιθυμούσε ήταν να την κάνει δική του. Ο Ντιρκ κράτησε την ανάσα του βλέποντάς τη να βγάζει το λινό φόρεμά της. Ήταν αυτό που περίμενε, που ήλπιζε, που ευχόταν… και –μα τον Όντιν!– να που συνέβαινε! Έμεινε έκθαμβος μπροστά στα μακριά, καλλίγραμμα πόδια, την απαλή καμπύλη των μηρών, τη λεπτή, ίσια πλάτη, που κάλυπτε μόνο μια χοντρή καστανόξανθη πλεξούδα. Πριν από μόλις δύο εβδομάδες είχε σφίξει αυτή τη χοντρή πλεξούδα στη γροθιά του και της είχε κλέψει ένα φλογερό φιλί που κόρωσε το αίμα του σχεδόν μέχρι τρέλας. Εκείνη τον είχε ανταμείψει με ένα γερό χαστούκι, τόσο δυνατό που τον έκανε να τρικλίσει. Γιατί η Κρίστεν δεν ήταν κανένα λεπτεπίλεπτο κοριτσάκι· ήταν λίγους πόντους μόνο κοντύτερη από


το ένα κι ογδόντα τρία του δικού του ύψους. Όχι πως αυτό τον πτόησε, βέβαια. Αλλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι θα παραφρονούσε αν δεν την έκανε δική του. Ο μεγαλύτερος αδελφός της, ο Σέλιγκ, είχε επέμβει ακριβώς τη στιγμή που ο Ντιρκ χιμούσε πάλι πάνω της και την ξάπλωνε κάτω. Οι δύο νέοι έφεραν ακόμα τα σημάδια εκείνης της άγριας συμπλοκής που είχε σημάνει το οριστικό τέλος της φιλίας τους – όχι επειδή πιάστηκαν στα χέρια, πράγμα που οι Βίκινγκς έκαναν πολύ συχνά και με κάθε ευκαιρία, αλλά εξαιτίας αυτού που ήταν έτοιμος να κάνει στην Κρίστεν. Γιατί ήταν στ’ αλήθεια έτοιμος να τη βιάσει εκεί, πάνω στα άχυρα, στον στάβλο του πατέρα της. Το βέβαιο είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν θα ήταν ζωντανός, αν τα είχε καταφέρει. Δεν θα τον είχε σφάξει ένας από τους αδελφούς ή τους ξαδέλφους της, θα τον είχε κομματιάσει με τα γυμνά του χέρια ο ίδιος ο Γκάρικ, ο πατέρας της. Η Κρίστεν ήταν τώρα μέσα στο νερό, αλλά το γεγονός ότι ο Ντιρκ δεν έβλεπε πια το κορμί της δεν μετρίαζε τον πόθο που πυράκτωνε το αίμα στις φλέβες του. Δεν είχε σκεφτεί τι μαρτύριο θα ήταν γι’ αυτόν να τη βλέπει να κολυμπάει. Τον έσπρωχνε μόνο η σκέψη ότι ήταν μονάχη, μακριά από τους δικούς της, και ίσως δεν του ξαναδινόταν άλλη τέτοια ευκαιρία. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι σύντομα θα παντρευόταν τον Σέλντον, τον πρωτότοκο γιο του Πέριν, του καλύτερου φίλου του πατέρα της. Βέβαια, παρόμοιες φήμες είχαν ακουστεί κι άλλες, αμέτρητες φορές στο παρελθόν, αφού η Κρίστεν μετρούσε ήδη δεκαεννιά χειμώνες στον κόσμο, και ειδικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια σχεδόν κάθε αρτιμελής άντρας στα παράλια του φιόρδ είχε ζητήσει το χέρι της. Η Κρίστεν επέπλεε ανάσκελα τώρα, με μόνο τα δάχτυλα των ποδιών, τις γαλακτερές καμπύλες της λεκάνης και τις κορυφές του στήθους της να ξεπροβάλλουν από το νερό – και, μα τον θεό Λόκι, θαρρείς και προκαλούσε να την κυριεύσουν! Ο Ντιρκ δεν άντεχε άλλο. Πέταξε τα ρούχα από πάνω του. Η Κρίστεν άκουσε τον παφλασμό και κοίταξε στην κατεύθυνση απ’ όπου είχε έρθει, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Έκανε βιαστικά μια πλήρη περιστροφή, όμως η ζεστή λιμνούλα ήταν άδεια, εκτός από την ίδια, κι η επιφάνειά της ρυτιδωνόταν μόνο από τα κυματάκια που δημιουργούσε εκείνη. Καλού κακού πάντως άρχισε να κολυμπάει προς την όχθη, εκεί που είχε αφήσει το φόρεμά της μαζί με το μοναδικό όπλο που είχε μαζί της, το στιλέτο με τα πετράδια στη λαβή, αν και περισσότερο σαν στολίδι χρησίμευε παρά σαν αμυντικό όπλο. Ήταν ανόητη που ήρθε ολομόναχη εδώ, αντί να περιμένει κάποιο από τα αδέλφια της. Αλλά είχαν πολλή δουλειά ετοιμάζοντας το καράβι του πατέρα της –από τα πιο επιβλητικά σκαριά των Βίκινγκς– με το οποίο θα σάλπαρε την


ερχόμενη εβδομάδα ο Σέλιγκ για την Ανατολή, και η μέρα ήταν ακαταμάχητα ζεστή μετά από μια υποτονική άνοιξη κι έναν ιδιαίτερα ψυχρό χειμώνα. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Της είχε φανεί σαν περιπέτεια να τολμήσει κάτι τέτοιο για πρώτη φορά, και οι περιπέτειες ήταν η μεγάλη της αδυναμία. Μα ήταν η πρώτη που θα τη βίωνε ολομόναχη. Και μάλλον δεν ήταν το πιο συνετό πράγμα να ξεγυμνωθεί τελείως, παρότι εκείνη τη στιγμή της φάνηκε μια ριψοκίνδυνη σκανδαλιά. Δυστυχώς, η Κρίστεν ήταν από τη φύση της ριψοκίνδυνη... πράγμα για το οποίο συνήθως μετάνιωνε, και πάντα κατόπιν εορτής, όπως τώρα… Ακριβώς τη στιγμή που τα πόδια της πάτησαν στον βυθό, εκείνος αναδύθηκε μπροστά της μεγαλόσωμος και απειλητικός. Η Κρίστεν έπνιξε ένα βογκητό αναγνωρίζοντας τον Ντιρκ· είχε επιχειρήσει ήδη μία φορά να της επιβάλει τις ορέξεις του, και η έκφρασή του ήταν ακριβώς ίδια όπως εκείνη τη μέρα, πριν από δύο εβδομάδες. Ήταν ένας ρωμαλέος νεαρός είκοσι ενός χρόνων, συνομήλικος με τον μεγαλύτερο αδελφό της, τον Σέλιγκ, με τον οποίο μάλιστα ήταν καρδιακοί φίλοι. Μέχρι τη μέρα που της όρμησε στον στάβλο, θεωρούσε τον Ντιρκ και δικό της καρδιακό φίλο. Η αλήθεια είναι ότι είχε αλλάξει πολύ από εκείνο το αγόρι με το οποίο είχαν μεγαλώσει μαζί, καλπάζοντας με τα άλογά τους, κυνηγώντας και κάνοντας βουτιές σ’ αυτήν εδώ τη λιμνούλα. Ήταν όμορφος, με τα σκούρα χρυσαφένια μαλλιά και τα ανοιχτά καστανά μάτια του, αλλά δεν ήταν ο ίδιος Ντιρκ που γνώριζε, και κάτι της έλεγε ότι θα επαναλαμβανόταν αυτό που είχε συμβεί τις προάλλες στον στάβλο. «Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ, Κρίστεν». Η φωνή του ήταν βαθιά, βραχνή. Κοίταζε σαν υπνωτισμένος τις στάλες νερού που άστραφταν σαν διαμάντια, ισορροπώντας στις απίστευτα μακριές βλεφαρίδες της, ενώ άλλες κυλούσαν νωχελικά στα ψηλά ζυγωματικά και στη ράχη της μικρής, ολόισιας μύτης της. Βλέποντας τη γλώσσα της να ξεπροβάλει αστόχαστα για να μαζέψει την υγρασία από τα σαρκώδη χείλη της, δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα βογκητό. Η Κρίστεν το άκουσε και γούρλωσε τα μάτια – όχι από φόβο, αλλά από οργή. Αυτά τα μάτια, ολόιδια με του πατέρα της, ήταν ένας συνδυασμός ουρανού, θάλασσας και γης, με μια έκρηξη ηλιόφωτος που τους προσέδιδε λάμψη και διαύγεια. Μα αυτή τη στιγμή φαίνονταν περισσότερο τιρκουάζ, θολά κι ανταριασμένα, σαν τα αφρισμένα κύματα φουρτουνιασμένης θάλασσας. «Άσε με να περάσω, Ντιρκ». «Δεν νομίζω».


«Σκέψου καλά τι κάνεις». Δεν ανέβασε καν τον τόνο της φωνής της· δεν χρειαζόταν. Η οργή ήταν αποτυπωμένη σε κάθε γραμμή του καρδιόσχημου προσώπου της. Αλλά η λαγνεία, που τον είχε κυριέψει, θόλωνε την αντίληψη του Ντιρκ και διέλυε την επίγνωση των θανάσιμων συνεπειών των πράξεών του. «Αχ, Κρίστεν». Τα χέρια του ανέβηκαν στους γυμνούς της ώμους και τους γράπωσαν πιο σφιχτά, όταν εκείνη επιχείρησε να τα αποτινάξει. «Έχεις ιδέα τι μου κάνεις; Ξέρεις σε τι τρέλα μπορεί να οδηγήσει έναν άντρα ομορφιά σαν τη δική σου;» Επικίνδυνα ρεύματα άστραφταν μέσα στα μάτια της. «Εσύ σίγουρα τρελάθηκες, αν νομίζεις ότι…» Τα χείλη του σφράγισαν τα δικά της, κάνοντάς τη με το ζόρι να σωπάσει. Έτσι όπως την έσφιγγε και με τα δυο του χέρια από τους ώμους, την τράβηξε πάνω του, συνθλίβοντας τα νεανικά, σφριγηλά στήθη της στο στέρνο του. Η Κρίστεν ένιωθε να πνίγεται. Σιχαινόταν την αίσθηση του στόματός του, την πίεση του κορμιού του πάνω στο δικό της. Το γεγονός ότι είχαν περίπου το ίδιο ύψος έφερνε τον ανδρισμό του σχεδόν πάνω στην πύλη που αναζητούσε, κι αυτό την αηδίαζε περισσότερο. Δεν ήταν αδαής στην ανθρώπινη ανατομία και στον τρόπο που έσμιγαν οι εραστές: η μητέρα της, η Μπρένα, της είχε εξηγήσει κάθε πτυχή της ερωτικής πράξης – κι αυτό που συνέβαινε εδώ δεν είχε τίποτα το ερωτικό, αφού μόνο αποστροφή της ενέπνεε. Βλαστήμησε τη δύναμή του όπως πάλευε να ελευθερωθεί από τη λαβή του. Θαύμαζε τη ρώμη και την τόλμη αυτού του άντρα, αλλά όχι όταν τα χρησιμοποιούσε ως όπλα για την υποταγή της. Ο Ντιρκ δεν θα δυσκολευόταν να της κλέψει την αγνότητά της – και θα το πλήρωνε με τη ζωή του, γιατί μόνο αυτή είχε το δικαίωμα να διαλέξει πότε και σε ποιον θα έκανε αυτό το δώρο… Μαγκώνοντας το σαρκώδες κάτω χείλι του ανάμεσα στα δόντια της, τον δάγκωσε με δύναμη, μπήγοντας ταυτόχρονα τα νύχια της στο στήθος του. Δυνάμωσε την πίεση που του ασκούσε, μέχρι που εκείνος τράβηξε τα χέρια του και έκανε πειθήνια ένα βήμα στην άκρη, προς την κατεύθυνση που τον έσπρωχνε. Ασφαλώς μπορούσε να τη χτυπήσει για να την αναγκάσει να ανοίξει τα σαγόνια της, αλλά αυτό μάλλον θα επέφερε τη μόνιμη παραμόρφωση του στόματός του. Παρ’ όλα αυτά, η Κρίστεν δεν το ρίσκαρε, συνεχίζοντας να τον δαγκώνει, ενώ σήκωσε απότομα τα πόδια της στην κοιλιά του. Άφησε το χείλι του ακριβώς τη στιγμή που χρησιμοποιούσε την καλογυμνασμένη κοιλιά του σαν βατήρα, παίρνοντας ώθηση για να εκτιναχτεί προς την όχθη, σπρώχνοντας έτσι τον Ντιρκ βαθύτερα στη λιμνούλα. Το


ξάφνιασμά του της έδωσε αρκετό χρόνο για να βγει από το νερό και να πιάσει σφιχτά το στιλέτο, πριν της ριχτεί ξανά. Παραδόξως, εκείνος δεν έκανε ανάλογη κίνηση. Μια ματιά στο όπλο της τον έκανε όμως να το ξανασκεφτεί. «Είσαι πιο πανούργα κι από κόρη του Λόκι!» βόγκηξε πονεμένα, σκουπίζοντας το αίμα από το χείλος του και κεραυνοβολώντας τη με μάτια που σπίθιζαν. «Μη με συγκρίνεις με τους θεούς σου, Ντιρκ. Η μητέρα μου με ανέθρεψε σαν χριστιανή». «Μου είναι αδιάφορο σε ποιο θεό πιστεύεις», απάντησε. «Άσε κάτω το μαχαίρι, Κρίστεν». Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ήταν πιο ήρεμη τώρα, με το όπλο στο χέρι της. Και, μα τον Όντιν, ήταν χάρμα οφθαλμών έτσι όπως στεκόταν ολόγυμνη μπροστά του, με το δέρμα της να γυαλίζει από το νερό, τα στήθη της να τον προκαλούν με τις χυμώδεις καμπύλες τους, την απαλή, επίπεδη κοιλιά της να αυλακώνεται από χοντρές στάλες που κυλούσαν νωχελικά προς το χρυσαφένιο τρίγωνο της ήβης της. Και τον προκαλούσε, τον προκαλούσε να κάνει την παραμικρή κίνηση καταπάνω της, κραδαίνοντας το στιλέτο της με τρόπο που έδειχνε ότι ήξερε πολύ καλά πώς να το χρησιμοποιήσει. «Μου φαίνεται ότι η μητέρα σου σε δίδαξε περισσότερα από το να λατρεύεις τον θεό της». Ο τόνος του έσταζε πικρία. «Ο πατέρας κι οι αδελφοί σου όχι μόνο δεν θα σου μάθαιναν να χειρίζεσαι αυτό το παιχνίδι, δεν θα το ανέχονταν καν, γιατί θα ήταν σαν να μην τους εμπιστεύεσαι να σε προστατεύουν. Η αρχόντισσα Μπρένα σου δίδαξε τα κελτικά τερτίπια της, έτσι; Μετά από τόσα χρόνια, έπρεπε να έχει μάθει ότι οι κελτικές τακτικές μόνο γέλια προκαλούν σ’ έναν Βίκινγκ. Τι άλλο σε έμαθε, Κρίστεν;» «Ξέρω να χειρίζομαι όλα τα όπλα εκτός από τον πέλεκυ – κι αυτό επειδή είναι το πιο άχαρο φονικό όργανο που δεν απαιτεί καμία επιδεξιότητα», αποκρίθηκε περήφανα. «Το λες άχαρο επειδή απλώς δεν έχεις τη δύναμη να το χειριστείς», είπε χολωμένα εκείνος. «Και τι θα έλεγε ο πατέρας σου αν το ήξερε; Βάζω στοίχημα ότι θα μαστίγωνε και εσένα και τη μάνα σου μαζί!» «Δηλαδή θα του το πεις εσύ;» τον προκάλεσε. Την κατακεραύνωσε με μια οργισμένη ματιά. Ασφαλώς δεν θα το έλεγε στον πατέρα της, γιατί τότε θα έπρεπε να του εξηγήσει και πώς το είχε μάθει. Και η Κρίστεν το ήξερε πολύ καλά, όπως έδειχνε το μειδίαμα στα χείλη της. Η σκέψη και μόνο του Γκάρικ Χάαρντραντ, ενός άντρα κατά τριάντα εκατοστά ψηλότερου από τον ίδιο και εξίσου γεροδεμένου παρά τα σαράντα έξι του χρόνια, καταλάγιασε κάπως την κάψα του Ντιρκ, αλλά δεν την έσβησε.


Τα καστανά μάτια του καρφώθηκαν ερευνητικά στα δικά της. «Τι στραβό έχω, Κρίστεν, και δεν με θέλεις;» Η ερώτησή του την ξάφνιασε, ειδικά με αυτόν τον τόνο γνήσιας απορίας και παράπονου. Στεκόταν μπροστά της ολόγυμνος, άκαμπτος αλλά περήφανος, κι εκείνη άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει αργά στο κορμί του. Δεν ταράχτηκε από αυτό που είδε, αφού μια φορά είχαν τρυπώσει με την Τίρα, την καλύτερή της φίλη, στο λουτρό του θείου της και είχαν κρυφτεί πίσω από το βαρέλι του νερού για να δουν κάμποσα από τα ξαδέρφια της να πλένονται. Βέβαια, αυτό έγινε πάνω από δέκα χρόνια πριν, και υπήρχε άλλη μια διαφορά τότε από τώρα: δεν είχε ξαναδεί αντρικό όργανο ορθωμένο όπως ήταν του Ντιρκ. «Δεν έχεις τίποτα στραβό, Ντιρκ», του απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια. «Έχεις πολύ ωραία κορμοστασιά και πρόσωπο και ο πατέρας σου έχει ένα πλούσιο υποστατικό, που μια μέρα θα γίνει δικό σου. Κάθε γυναίκα θα σε έπαιρνε με χαρά για άντρα της». Δεν πρόσθεσε ότι η Τίρα θα κινούσε γη και ουρανό για να τον είχε δικό της, άλλος ένας λόγος που η Κρίστεν δεν θα εξέταζε καν την πρότασή του. Η Τίρα έλιωνε κρυφά γι’ αυτόν τα τελευταία πέντε χρόνια, και η Κρίστεν είχε ορκιστεί να μην αποκαλύψει ποτέ και σε κανέναν το μυστικό της. « Απλώς δεν είσαι για μένα, Ντιρκ Γκέρχαρντσεν», κατέληξε. «Γιατί;» « Απλώς δεν κάνεις την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα». Η έκφρασή του έγινε δύσπιστη. «Έχει καμία σχέση αυτό με τον γάμο;» Απολύτως, ήταν η βουβή της απάντηση. «Λυπάμαι, Ντιρκ. Δεν σε θέλω για άντρα μου. Σου το είπα ήδη». «Είναι αλήθεια ότι θα παντρευτείς τον Σέλντον;» Θα μπορούσε να του πει ψέματα, να χρησιμοποιήσει αυτό το πρόσχημα για να βγει από τη δύσκολη θέση, αλλά δεν ήταν του χαρακτήρα της. «Νιώθω τον Σέλντον σαν αδελφό μου. Σκέφτηκα την πρότασή του, αφού οι γονείς μου θα ήθελαν να μας δουν μαζί, αλλά θα την απορρίψω κι αυτήν». Και θα ενθουσιαστεί, συμπλήρωσε βουβά, γιατί με βλέπει κι αυτός σαν αδελφή του κι αισθάνεται το ίδιο άβολα όσο εγώ στην πιθανότητα να γινόμαστε αντρόγυνο. «Θα χρειαστεί να διαλέξεις κάποιον, Κρίστεν. Έχουν ζητήσει το χέρι σου σχεδόν όλοι οι άντρες που ζουν κατά μήκος του φιόρδ. Θα ’πρεπε να έχεις παντρευτεί καιρό τώρα». Δεν ήταν καθόλου ευχάριστο θέμα συζήτησης για την Κρίστεν, που ήξερε καλύτερα από τον καθένα πώς είχαν τα πράγματα. Ονειρευόταν έναν έρωτα όπως αυτόν των γονιών της, μα όλα έδειχναν ότι θα έπρεπε να συμβιβαστεί με κάτι υποδεέστερο. Το ανέβαλλε εδώ και χρόνια, απορρίπτοντας τη μία πρόταση


μετά την άλλη, και οι γονείς της το επέτρεπαν επειδή την αγαπούσαν τόσο. Αλλά δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμα. Η υπενθύμιση της δεινής της θέσης –που ουσιαστικά τη βασάνιζε όλο τον περασμένο χρόνο– άναψε μια σπίθα θυμού μέσα της, που φούντωσε αμέσως σε πυρκαγιά. «Το ποιον θα διαλέξω δεν σε αφορά, Ντιρκ, γιατί σίγουρα δεν θα είσαι εσύ. Κοίτα να βρεις καμία άλλη και κάνε μου τη χάρη να μη με ξαναενοχλήσεις». «Θα μπορούσα να σε κάνω δική μου, Κρίστεν, και να σε αναγκάσω να με παντρευτείς», την προειδοποίησε χαμηλώνοντας τον τόνο του. «Έχεις απορρίψει τόσες προτάσεις, που ο πατέρας σου ευχαρίστως θα σε έδινε σ’ εμένα αν σε κατέστρεφα για όποιον περιμένεις. Δεν θα ήταν δα πρωτάκουστο». Ήταν όντως μία πιθανότητα. Αν έβγαινε ζωντανός από τα χέρια του πατέρα της, δεν αποκλείεται τελικά να τον έπειθε να του τη δώσει για σύζυγο. Εξάλλου, θα βάραινε και η χαμένη της παρθενιά στην πλάστιγγα. Η Κρίστεν τον κοίταξε μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα. «Αν δεν σε σκότωνε ο πατέρας μου, θα το έκανα εγώ. Μη γελιέσαι, Ντιρκ. Δεν θα συγχωρούσα ποτέ τέτοια προστυχιά». «Θα ήσουν δική μου, όμως». «Σου λέω ότι θα σε σκότωνα!» «Δεν το πιστεύω», διαφώνησε, και η σιγουριά του ήταν μάλλον ανησυχητική. «Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το ρισκάρω», πρόσθεσε, αφήνοντας το βλέμμα του να γλιστρήσει στα στήθη της. Η Κρίστεν έμεινε άκαμπτη. Ήταν μεγάλο λάθος της που στάθηκε εκεί και προσπαθούσε να τον λογικέψει. Έπρεπε να είχε πηδήξει στη ράχη του Τόρντεν και να καλπάσει όσο πιο μακριά μπορούσε, αντί να πάρει το στιλέτο και να μείνει να τον αντιμετωπίσει. «Κάνε ότι δοκιμάζεις, ανάθεμά σε, και θα σε σκοτώσω στη στιγμή!» σφύριξε μέσα από τα δόντια της. Ο Ντιρκ κοίταξε ξανά τη λεπίδα στο χέρι της, κρατημένη σε τέτοια γωνία που αποκλείεται να προλάβαινε να την αποκρούσει χωρίς απώλειες. Αν δεν ήταν τόσο ψηλή και γυμνασμένη, ίσως… Η οργή ξεχείλισε από μέσα του, αλλά αυτή τη φορά είχε στόχο τη μητέρα της, που τόλμησε να τη μυήσει στην τέχνη του πολεμιστή. «Δεν θα έχεις πάντα αυτό το παιχνίδι στο χέρι σου, Κρίστεν», γρύλισε απειλητικά. «Μάλλον ανόητο εκ μέρους σου να με προειδοποιείς», του είπε απτόητη. «Να είσαι βέβαιος ότι δεν θα με πετύχεις ποτέ ξανά μόνη». Αυτό μάλλον τον έτσουξε. «Τότε φρόντισε να κλειδώνεις καλά κι όταν κοιμάσαι, γιατί δεν θα αργήσει η μέρα που θα σε κάνω δική μου».


Η Κρίστεν δεν καταδέχτηκε να απαντήσει σ’ αυτή την απειλή, αλλά έσκυψε να μαζέψει τα ρούχα της και τα έριξε στον ώμο της. Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από τον Ντιρκ, πήρε τον Τόρντεν από τα γκέμια και απομακρύνθηκε υποχωρώντας από το ξέφωτο. Αφού έφτασε σε απόσταση ασφαλείας, πιάστηκε από τη μεταξένια, άσπρη χαίτη του αλόγου της και πήδηξε στη ράχη του, ωθώντας τον αμέσως σε έναν γοργό τριποδισμό. Άκουγε πίσω της τις οργισμένες βλαστήμιες του Ντιρκ, αλλά ήταν το τελευταίο που την απασχολούσε καθώς πάσχιζε να ντυθεί χωρίς να βραδύνει τον ρυθμό του Τόρντεν και προτού πλησιάσει αρκετά στον οικισμό των Χάαρντραντ για να την πάρει κανένα μάτι. Δεν θα κατάφερνε ποτέ να σκεφτεί μια πειστική δικαιολογία, και η αλήθεια θα επέσυρε έναν σωρό περιορισμούς στην ελευθερία της, πέρα από το κακό που θα έβρισκε τον Ντιρκ. Αν δεν εκτιμούσε τόσο την ελευθερία της, θα είχε βροντοφωνάξει η ίδια αυτό που είχε ζήσει. Αλλά αρκετά ανησυχούσε ήδη ο πατέρας της. Από τη μεριά της η Μπρένα, η μητέρα της, ήταν πιο ήσυχη, αφού αξιοποιούσε τα ταξίδια του άντρα της με τους γιους της προκειμένου να διδάσκει στη μοναχοκόρη της πώς να προστατεύει τον εαυτό της. Η Μπρένα της είχε διδάξει κρυφά όλα όσα είχε μάθει εκείνη από τον πατέρα της: την επιδεξιότητα και την πανουργία που απαιτούσε ο χειρισμός ενός όπλου εναντίον ενός δυνατότερου αντιπάλου, γιατί, παρότι η Κρίστεν ήταν σχεδόν δεκαπέντε εκατοστά ψηλότερη από τη μητέρα της και πιο δυνατή από τις περισσότερες γυναίκες, σαφώς υστερούσε απέναντι σε έναν άντρα. Η Κρίστεν ήταν περήφανη για την ικανότητά της να υπερασπίζεται τον εαυτό της, αλλά ήταν η πρώτη φορά που αναγκάστηκε να τη δοκιμάσει στην πράξη. Δεν μπορούσε να κυκλοφορεί ζωσμένη με όπλα όπως οι άντρες, γιατί ο πατέρας της θα γινόταν έξαλλος αν ήξερε για τα μαθήματα που της είχε κάνει η μητέρα της. Έτσι κι αλλιώς δεν θα το έκανε όμως, γιατί ήταν εξίσου περήφανη για τη θηλυκότητά της. Είχε όλη την αγάπη, τη φροντίδα και την προστασία της οικογένειάς της. Εκτός από τον αδελφό της τον Σέλιγκ, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερός της, είχε τον Έρικ, που είχε ζήσει δεκάξι χειμώνες, και τον Θόραλ, δύο χρόνια μικρότερο – που κι οι δύο κόντευαν σε μπόι τον πατέρα τους. Και είχε και τον ξάδελφό της τον Άθολ, λίγους μήνες μεγαλύτερο από τον Σέλιγκ, και δεκάδες άλλα δεύτερα και τρίτα ξαδέρφια από τη μεριά του πατέρα της, που θα πολεμούσαν μέχρι θανάτου για να υπερασπιστούν την τιμή της. Όχι, ζούσε σε απόλυτα προστατευμένο περιβάλλον και δεν θα αντιμετώπιζε ποτέ τους κινδύνους που διέτρεξε η Μπρένα στην ηλικία της.


Ή έτσι φαινόταν, μέχρι σήμερα. Αν τουλάχιστον μπορούσε να φύγει μαζί με τον Σέλιγκ και τους φίλους του για τα παζάρια της Ανατολής την επόμενη εβδομάδα, δεν θα είχε να σκοτίζεται πια για τον Ντιρκ – μέχρι τουλάχιστον την επιστροφή τους στα τέλη του καλοκαιριού. Μα το πιο πιθανό ήταν να έχει βρει σύζυγο ως τότε, οπότε δεν θα την ενοχλούσε ξανά. Δυστυχώς, είχε ζητήσει ήδη να την πάρουν μαζί και είχε εισπράξει μια ρητή άρνηση. Παραήταν μεγάλη για να ταξιδέψει μαζί με τόσους νεαρούς, κι ας ήταν με ένα από τα καράβια του πατέρα της και με καπετάνιο τον Σέλιγκ. Αφού δεν πήγαινε ο ίδιος ο Γκάρικ δεν θα πήγαινε ούτε αυτή, τελεία και παύλα. Δεν τον έκαμψε ούτε ο υπαινιγμός της ότι ίσως στην Μπίρκα ή στο Χέντεμπι έβρισκε ένα ριψοκίνδυνο και πετυχημένο έμπορο σαν εκείνον και τον έφερνε στο σπίτι για γαμπρό. Αφού δεν θα ήταν παρών ο ίδιος για να την προσέχει, όπως τις τρεις προηγούμενες φορές που επέτρεψε στην Κρίστεν και τη μητέρα της να κάνουν μαζί του το ταξίδι αυτό, ε, μα τον Όντιν, η μονάκριβη θυγατέρα του θα έμενε στην ασφάλεια του σπιτιού! Ο Γκάρικ δεν είχε ταξιδέψει τα οχτώ τελευταία χρόνια, προτιμώντας να περνάει τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες με την Μπρένα και παραχωρώντας τη διοίκηση του πλοίου του στον φίλο του τον Πέριν ή στον πρωτότοκό του, τον Σέλιγκ, τώρα που είχε μεγαλώσει. Οι γονείς της Κρίστεν καβαλούσαν τα άλογά τους και έφευγαν μόνοι τους για τον Βορρά, απ’ όπου δεν επέστρεφαν πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Οι δυο τους μοιράζονταν το κυνήγι, την εξερεύνηση και τον έρωτα – έναν έρωτα που η Κρίστεν ονειρευόταν για τον εαυτό της. Αλλά πού να ήταν άραγε αυτός ο άντρας σαν τον Γκάρικ, τόσο γλυκός και τρυφερός με αυτούς που αγαπούσε, και ταυτόχρονα τόσο τρομακτικός και επικίνδυνος για τους εχθρούς του, που θα έκανε την καρδιά της να φτεροκοπά στο στήθος της, όπως της μητέρας της όταν κοίταζε τον πατέρα της; Η Κρίστεν αναστέναξε και σκούντησε το άλογό της στα πλευρά για να επιταχύνει τον καλπασμό του. Δεν υπήρχε τέτοιος άντρας, όχι εδώ. Εντάξει, υπήρχαν κάποιοι που ήταν ευγενικοί, αν και όχι πολλοί, και σίγουρα ήταν επικίνδυνοι. Οι εσχατιές του Βορρά ανέτρεφαν σκληροτράχηλους άντρες, δυνατούς κι ατρόμητους, ωστόσο κανείς δεν είχε κάνει την καρδιά της να σκιρτήσει. Αχ και να μπορούσε να ταξιδέψει στην ανατολή με τον Σέλιγκ. Σίγουρα κάπου υπήρχε αυτός ο ένας που προοριζόταν γι’ αυτήν, ενδεχομένως έμπορος ή θαλασσινός σαν τον πατέρα της – Δανός, ίσως, ή Σουηδός ή ακόμα και Νορβηγός από τον Νότο. Όλοι είχαν εμπορικές σχέσεις με τα μεγάλα παζάρια της Ανατολής. Εκεί οπωσδήποτε θα τον έβρισκε…


Κεφάλαιο 2 Η Κρίστεν περίμενε τη μητέρα της στον έξυπνα απομονωμένο χώρο μαγειρέματος. Ο Σέλιγκ θα σήκωνε πανιά την επομένη, την ώρα που σε άλλα μέρη του κόσμου θα λογιζόταν ξημέρωμα, αλλά όχι κι εδώ, σε έναν τόπο τόσο ψηλά στον Βορρά, ώστε τα καλοκαίρια ο ήλιος έδυε για λίγες μόλις ώρες κάθε βράδυ. Μαζί με τον Σέλιγκ, το πλήρωμα του πλοίου θα απάρτιζαν τριάντα τέσσερις άντρες. Κάποιοι ήταν ξαδέρφια τους, αλλά οι περισσότεροι ήταν φίλοι, και τα μεγαλύτερα ή μικρότερα αδέρφια τους όλοι ήταν λάτρεις της θάλασσας. Το αμπάρι θα φορτωνόταν με τις γούνες που είχε κάθε άντρας να ανταλλάξει καθώς και άλλα αντικείμενα αξίας που είχαν φτιαχτεί τους σκοτεινούς μήνες του χειμώνα. Η οικογένεια της Κρίστεν είχε συλλέξει πενήντα πέντε γούνες τον φετινό χειμώνα, μεταξύ αυτών και δύο πάλλευκες από πολικές αρκούδες, που ήταν περιζήτητες στην Ανατολή. Το ταξίδι προβλεπόταν επικερδές από κάθε άποψη, και η Κρίστεν ήταν αποφασισμένη να κάνει άλλη μία προσπάθεια να συμπεριληφθεί στο πλήρωμα. Ο Σέλιγκ τής είχε πει ότι δεν τον πείραζε να την πάρει μαζί – αλλά πάλι, ο Σέλιγκ δεν της αρνιόταν σχεδόν τίποτα. Μιας και ο πατέρας της είχε πει ήδη τρία όχι την περασμένη εβδομάδα, η μητέρα της ήταν πια η μοναδική της ελπίδα να τον μεταπείσει. Οι υπηρέτριες ετοίμαζαν το βραδινό γεύμα. Όλες ξένες, είχαν αιχμαλωτιστεί σε επιδρομές των Βίκινγκς στα νότια και τα ανατολικά. Αντίθετα, όλοι οι υπηρέτες στη δούλεψη των Χάαρντραντ ήταν αγορασμένοι, γιατί ο Γκάρικ είχε να οργανώσει επιδρομή από τότε που ήταν νεαρός, και ο Σέλιγκ προτιμούσε επίσης το εμπόριο από τις πολεμικές αποστολές. Ήταν ένα θέμα που, περιστασιακά έστω, δημιουργούσε εντάσεις ανάμεσα στους γονείς τους, αφού η Μπρένα είχε έρθει σαν σκλάβα, δώρο στον Γκάρικ από τον πατέρα του όταν την αιχμαλώτισε σε μια επιδρομή στο χωριό της το σωτήριον έτος 851. Περήφανη και δυναμική, δεν αναγνώρισε ποτέ την κυριαρχία του Γκάρικ πάνω της, και τα παιδιά τους είχαν ακούσει κάμποσες εξιστορήσεις άγριων συγκρούσεων μεταξύ τους, πριν τους ενώσει για πάντα ο έρωτας. Η Κρίστεν δεν μπορούσε καν να φανταστεί τους γονείς της ως εχθρούς. Βέβαια, μάλωναν και τώρα κάπου κάπου, και μάλιστα υπήρξαν φορές που ο Γκάρικ καβάλησε το άλογό του κι έφυγε στα βόρεια για να καλμάρει. Αλλά,


όταν γύριζε, οι δυο τους κλειδώνονταν στην κάμαρά τους για ώρες, κι όταν τελικά έβγαιναν, είχαν ξεχάσει την αιτία του καβγά. Όλες οι διαφωνίες τους, μεγάλες και μικρές, λύνονταν στην κάμαρά τους, γεγονός που αποτελούσε μόνιμη πηγή θυμηδίας και πειραγμάτων από την υπόλοιπη οικογένεια. Έχοντας βαρεθεί να περιμένει, η Κρίστεν ζάλιζε τώρα την Αϊλίν για λίγους από τους γλυκούς αποξηραμένους καρπούς που πρόσθετε στη ζύμη του ψωμιού. Την καλόπιανε στη μητρική της γλώσσα, τα γαελικά, πράγμα που συνήθως έκαμπτε τις αντιστάσεις των υπηρετριών. Και, δεδομένου ότι προέρχονταν από τόσο διαφορετικές πατρίδες, η Κρίστεν είχε μάθει κάμποσες γλώσσες, και μάλιστα φαρσί. Ήταν προικισμένη με ένα πνεύμα σπινθηροβόλο και μια ακόρεστη δίψα να μαθαίνει καινούρια πράγματα. «Άφησε την Αϊλίν ήσυχη, αγάπη μου, γιατί στο τέλος δεν θα μείνουν καρποί για το αγαπημένο ψωμί του πατέρα σου!» Η Κρίστεν κατάπιε ένοχα τους τελευταίους καρπούς που μασουλούσε προτού στραφεί να υποδεχτεί τη μητέρα της με ένα χαμόγελο. «Νόμιζα ότι δεν θα κατέβαινες ποτέ! Αλήθεια, τι ψιθύρισες στο αφτί του πατέρα και τον έκανες να σε ανεβάσει σηκωτή στην κάμαρά σας;» Η Μπρένα κοκκίνισε και αγκάλιασε την κόρη της από τη μέση για να την τραβήξει έξω στη σάλα, εντελώς άδεια τώρα, μιας και όλοι οι άντρες ήταν κάτω στο φιόρδ και φόρτωναν τα καλούδια στο πλοίο τους. «Είναι απαραίτητο να λες τέτοια πράγματα μπροστά στις υπηρέτριες;» «Να τα λέω; Αφού όλες τον είδαν να σε σηκώνει στην αγκαλιά του και…» «Ξέρω, ξέρω». Η Μπρένα χαμογέλασε. «Και δεν του ψιθύρισα τίποτα». Η Κρίστεν απογοητεύτηκε, αφού ήλπιζε πως θα άκουγε μια πικάντικη εξομολόγηση από τη μητέρα της, που μιλούσε πάντα ανοιχτά για κάθε θέμα. Η Μπρένα έβαλε τα γέλια διαβάζοντας την απογοήτευση στο πρόσωπό της. «Δεν χρειάστηκε να του ψιθυρίσω κάτι, αγάπη μου. Απλώς τρίφτηκα στον λαιμό του. Είναι το ευαίσθητο σημείο του, βλέπεις». «Καλά, μπορεί μια τόση δα κίνηση να ξυπνάει τη λαγνεία;» «Και βέβαια μπορεί». «Τότε τον προκάλεσες. Ντροπή σου, μητέρα!» την πείραξε η Κρίστεν. «Ντροπή μου; Ντροπή που μοιράστηκα μια υπέροχη ώρα με τον πατέρα σου μέρα μεσημέρι, και μάλιστα ενώ ανυπομονούσε να κατέβει στην αποβάθρα; Κάποιες φορές η γυναίκα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες, όταν ο άντρας της είναι τόσο απασχολημένος». Η Κρίστεν γέλασε. «Και δεν θύμωσε που του στέρησες τη χαρά να επιβλέψει το φόρτωμα του πλοίου;»


«Εσύ τι λες;» Η κοπέλα χαμογέλασε πλατιά. Ρητορική ήταν η ερώτηση έτσι κι αλλιώς. Η μητέρα της δεν συμπεριφερόταν όπως οι άλλες μητέρες ούτε τους έμοιαζε. Πέρα από τα κατάμαυρα μαλλιά λόγω της κελτικής καταγωγής της και τα ζεστά γκρίζα μάτια της, φαινόταν πάρα πολύ νέα για να έχει μεγάλα παιδιά. Αν και θα έκλεινε γρήγορα τη δεύτερη εικοσαετία της ζωής της, έμοιαζε πολύ πιο μικρή. Η Μπρένα Χάαρντραντ ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα, και η Κρίστεν ήταν πολύ τυχερή που κληρονόμησε τα χαρακτηριστικά της, αν και το ύψος, τα καστανόξανθα μαλλιά και τα γαλαζοπράσινα μάτια ήταν του πατέρα της. Τουλάχιστον μπορούσε να ευχαριστεί τον Θεό που δεν πήρε όλο το ύψος του πατέρα και των αδελφών της. Η Μπρένα Τον ευχαριστούσε αρκετά και για τις δυο τους. Βέβαια, εδώ στον Βορρά, το ασυνήθιστο ύψος της Κρίστεν δεν ήταν και τόσο πρόβλημα, αφού οι Νορβηγοί ήταν το ίδιο ψηλοί ή και ψηλότεροι από εκείνη. Αλλά στα μέρη της Μπρένα θα ήταν σίγουρα μειονέκτημα, γιατί η Κρίστεν θα ξεπερνούσε τους περισσότερους άντρες. «Σίγουρα δεν με περίμενες απλά και μόνο για να μου κάνεις ανάρμοστες ερωτήσεις», είπε τώρα η Μπρένα. Η Κρίστεν χαμήλωσε το βλέμμα στα πόδια της. «Ήλπιζα ότι θα μπορούσες να πιάσεις τον πατέρα τώρα που είναι σε τόσο καλή διάθεση, και να τον ρωτούσες…» «Αν μπορείς να ταξιδέψεις με τον αδελφό σου;» συμπλήρωσε η Μπρένα. «Γιατί είναι τόσο σημαντικό για σένα αυτό το ταξίδι, Κρίστεν;» «Γιατί θέλω να βρω σύζυγο». Ορίστε. Είχε πει αυτό που ντρεπόταν να πει ευθέως στον πατέρα της. «Και δεν πιστεύεις ότι μπορεί να βρεις εδώ τον κατάλληλο;» Η Κρίστεν άφησε τα γλυκά γκρίζα μάτια να δουν βαθιά μέσα της. «Δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσα να αγαπήσω εδώ, μητέρα. Όχι με τον τρόπο που αγαπάς εσύ τον πατέρα». «Και έχεις εξετάσει όλους τους πιθανούς υποψήφιους;» «Ναι». «Μου λες ότι θα απορρίψεις και τον Σέλντον;» Η Κρίστεν δεν είχε σκοπό να αποκαλύψει τόσο σύντομα στους γονείς της την απόφασή της, αλλά ήταν αργά πια. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Τον Σέλντον τον αγαπώ, αλλά με τον ίδιο τρόπο που αγαπώ τους αδελφούς μου». «Δηλαδή αυτό που θέλεις είναι να παντρευτείς έναν ξένο;» «Κι εσύ ξένο παντρεύτηκες, μητέρα». «Αλλά με τον πατέρα σου γνωριζόμασταν πολύ καιρό πριν παραδεχτούμε


τελικά ότι αγαπιόμασταν και παντρευτούμε». «Δε νομίζω να μου πάρει τόσο πολύ να καταλάβω ότι είμαι ερωτευμένη». Η Μπρένα αναστέναξε. «Ναι, η αλήθεια είναι ότι σε όπλισα με γνώση που εγώ δεν είχα όταν πρωτογνώρισα τον πατέρα σου. Πολύ καλά, αγάπη μου, θα μιλήσω απόψε στον πατέρα σου, αλλά μην τρέφεις πολλές ελπίδες. Εξάλλου, δεν σου κρύβω πως ούτε κι εγώ θέλω να φύγεις με τον αδελφό σου». «Μα, μητέρα…» «Άσε με να τελειώσω. Αν ο Σέλιγκ γυρίσει εγκαίρως, πιστεύω ότι μπορούμε να πείσουμε τον πατέρα σου να σε πάει νότια για να ψάξεις για σύζυγο». «Κι αν δεν γυρίσει παρά στο τέλος πια του καλοκαιριού;» «Τότε θα πρέπει να περιμένεις ως την ερχόμενη άνοιξη. Αν είναι γραφτό να σε κρατήσει μακριά μου ένας άντρας στον Νότο, θα προτιμούσα να είναι την άνοιξη… εκτός κι αν ανυπομονείς να βρεις άμεσα σύζυγο…» Η Κρίστεν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ακριβώς αυτό που την απασχολούσε. Ήθελε να απομακρυνθεί άμεσα, να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε από την απειλή που αντιπροσώπευε ο Ντιρκ, αλλά ούτε στη μητέρα της μπορούσε να το εκμυστηρευτεί, γιατί πιθανότατα θα τον έστρωνε η ίδια στο κυνήγι. «Μα θα είμαι έναν χρόνο μεγαλύτερη», παρατήρησε ελπίζοντας να κάμψει τη μητέρα της. Η Μπρένα χαμογέλασε· από μια άποψη, ήταν καλό που η κόρη της δεν είχε ιδέα πόσο ποθητή ήταν. «Η ηλικία σου δεν θα βαρύνει στη ζυγαριά, αγάπη μου, πίστεψέ με. Θα σφάζονται στην ποδιά σου όταν μάθουν ότι ψάχνεις σύζυγο, όπως ακριβώς έκαναν κι εδώ. Δεν θα αλλάξουν τίποτα μερικοί μήνες». Η Κρίστεν δεν το συνέχισε. Κάθισαν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα που άφηνε να μπαίνει το ζεστό αεράκι και η λιακάδα. Η μεγάλη πέτρινη οικία που είχε χτίσει ο προπάππους της δεν είχε παράθυρα, προκειμένου να κρατάει έξω το πολικό ψύχος του χειμώνα. Η Κρίστεν βοηθούσε την Μπρένα να τελειώσει μια μεγάλη ταπετσαρία, αφού δεν είχε αρκετή υπομονή με την ύφανση. «Αλήθεια, μητέρα, εσύ τι θα έκανες αν ήθελες να ταξιδέψεις μ’ αυτό το πλοίο;» τη ρώτησε αυθόρμητα μετά από λίγο. Η Μπρένα γέλασε, πιστεύοντας ότι το θέμα είχε λυθεί. «Θα ανέβαινα απαρατήρητη και θα κρυβόμουν στο αμπάρι για μια δυο μέρες, ώσπου θα ήμασταν πολύ μακριά από την ακτή για να γυρίσουμε πίσω». «Αλήθεια;» ρώτησε η Κρίστεν γουρλώνοντας τα μάτια. «Όχι, αγάπη μου, αστειεύομαι. Γιατί να ήθελα να ταξιδέψω χωρίς τον πατέρα σου;»


Κεφάλαιο 3 Ο σπόρος βρήκε πρόσφορο έδαφος και ρίζωσε πριν προλάβει να αντιδράσει η Κρίστεν. Η μητέρα της μπορεί να το είπε αστειευόμενη, αλλά το σχέδιο ήταν ιδιοφυές. Η Μπρένα είχε το θάρρος να το τολμήσει, όπως είχε πάρει και άλλα ρίσκα στο παρελθόν. Σάμπως δεν περιέτρεξε ολόκληρο το φιόρδ στην καρδιά του χειμώνα για να επιστρέψει στον Γκάρικ μετά την απαγωγή της, πριν καν παντρευτούν; Και η Κρίστεν ήταν γνήσια κόρη της μητέρας της. Θα διατηρούσε την ελευθερία της και θα απέφευγε τον Ντιρκ με την ίδια κίνηση, ζώντας ταυτόχρονα μια περιπέτεια. Η προοπτική της περιπέτειας ήταν αυτή που την έσπρωξε στη δράση. Μόνο ένα μειονέκτημα είχε αυτό το σχέδιο. Της είχε απαγορευτεί ρητά να φύγει με τον αδελφό της, και θα τιμωρούνταν αυστηρά όταν γύριζε. Μέσα στον ενθουσιασμό της όμως, η Κρίστεν προτίμησε να το παραβλέψει και απαγόρευσε στην Τίρα να το αναφέρει, όταν της αποκάλυψε την πρόθεσή της. Η Τίρα έμεινε εμβρόντητη, αλλά ούτως ή άλλως είχε χάσει την αγάπη της για την περιπέτεια όταν βγήκε από την παιδική της ηλικία. Αντίθετα από την Κρίστεν. Τα δυο κορίτσια ήταν στην κάμαρα της Κρίστεν στο πάνω πάτωμα, το μόνο μέρος που παρείχε λίγη ησυχία από το αποχαιρετιστήριο γλέντι που γινόταν κάτω. Όλα τα μέλη του πληρώματος θα κοιμούνταν στη σάλα απόψε. Η Τίρα είχε έρθει μαζί με τον πατέρα της για να αποχαιρετήσουν τον αδελφό της, τον Θόρολφ, που έμενε εδώ τις τελευταίες μέρες βοηθώντας στις προετοιμασίες. Η Κρίστεν χαιρόταν που θα συμμετείχε στην αποστολή, γιατί ήταν καλοί φίλοι. Όταν ήταν μικρότεροι μάλιστα, είχε προσπαθήσει να του διδάξει κάποιες από τις γλώσσες που είχε μάθει, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο Θόρολφ ήταν πιθανότατα ο μόνος που θα έπαιρνε το μέρος της, όταν ο Σέλιγκ και τα τρία ξαδέρφια της, που θα επέβαιναν στο πλοίο, άρχιζαν τον εξάψαλμο για την επιπολαιότητά της. Ο Σέλιγκ θα θύμωνε πολύ, όπως και τα ξαδέλφια τους, ο Όλαφ, ο Χάκον και ο Όταρ, ο μεγαλύτερος από τους τρεις. Από τη στιγμή όμως που θα είχαν απομακρυνθεί αρκετά από τα παράλια όταν την ανακάλυπταν, οπότε θα τους κόστιζε πολύ χρόνο να τη φέρουν πίσω, αργά ή γρήγορα θα το αποδέχονταν όλοι. Θα της φώναζαν και θα την έβριζαν, αλλά κανείς τους δεν θα τολμούσε να σηκώσει χέρι πάνω της, ξέροντας εκ πείρας ότι δεν ήταν η δεσποσύνη που θα δεχόταν έναν ξυλοδαρμό χωρίς να ανταποδώσει. «Γιατί, Κρίστεν;» τη ρώτησε η Τίρα μόλις της αποκάλυψε τα σχέδιά της. «Η


μητέρα σου θα κλάψει. Ο πατέρας σου θα…» Έκανε μια παύση τρομαγμένη. «Δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ τι θα κάνει». Η Κρίστεν χαμογέλασε στο μικρότερο κορίτσι. «Δεν θα κάνει τίποτα μέχρι να γυρίσω. Και η μητέρα μου δεν κλαίει ποτέ. Δεν θα ανησυχήσει για μένα, αρκεί να μην παραλείψεις να της πεις πού είμαι. Θα υποψιαστεί τι έκανα όταν δεν φανώ, αλλά θα ανησυχεί μέχρι να βεβαιωθεί. Γι’ αυτό σου εκμυστηρεύτηκα το σχέδιό μου». «Μακάρι να το εκμυστηρευόσουν σε κάποιον άλλο. Ο πατέρας σου θα γίνει θηρίο». «Αλλά όχι μαζί σου, Τίρα. Και πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα τους πεις αύριο ότι έφυγα μαζί με τον Σέλιγκ, πριν αρχίσουν να ανησυχούν». «Θα το κάνω, Κρίστεν, παρόλο που ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί θέλεις να τους εναντιωθείς. Πρώτη φορά θέλεις να ταξιδέψεις με τον αδελφό σου». «Πολλές φορές ήθελα να ταξιδέψω με τον αδελφό μου, απλώς δεν σκέφτηκα να το ζητήσω ως τώρα. Όσο για τον λόγο, αυτή θα είναι η τελευταία μου ευκαιρία να ταξιδέψω μαζί του. Του χρόνου, θα με πάει στον Νότο ο πατέρας μου για να βρω σύζυγο – αν δηλαδή δεν βρω μόνη μου φέτος, στο Χέντεμπι», πρόσθεσε γελώντας. «Δηλαδή το εννοούσες στ’ αλήθεια όταν έλεγες ότι θα ψάξεις για σύζυγο μακριά από εδώ;» ρώτησε έκπληκτη η Τίρα. «Νόμιζες πως αστειευόμουν;» «Φυσικά! Γιατί τότε θα έπρεπε να ζεις μακριά από τους γονείς σου». «Όποιον και να παντρευόμουν, δεν θα συνέχιζα να ζω σε αυτό το σπίτι». «Αλλά αν παντρευόσουν τον Σέλντον, θα ήσουν κοντά στο πατρικό σου!» «Όμως δεν θα ήμουν ερωτευμένη, Τίρα. Κι εγώ προτιμώ να ερωτευτώ τον άντρα που θα παντρευτώ, κι ας είναι να ζήσω στην Άπω Ανατολή. Ξεχνάς, όμως, ότι ο πατέρας μου έχει δύο μεγάλα σκαριά και ένα μικρότερο. Λες να μη με επισκέπτονταν οι δικοί μου, όσο μακριά κι αν πήγαινα να ζήσω;» «Α, ναι, αυτό είναι σίγουρο. Το είχα ξεχάσει». «Βλέπεις; Σταμάτα, λοιπόν, να προσπαθείς να με πείσεις να μη φύγω, γιατί δεν μπορείς. Θα περάσω υπέροχα, Τίρα, και δεν θα σκεφτώ καν τις συνέπειες μέχρι να γυρίσουμε. Δεν ξέρεις τι συναρπαστικά μέρη είναι οι εμπορικές πόλεις, γιατί δεν έχεις πάει ποτέ. Ήμουν μικρή τις προηγούμενες φορές που πήγα με τους γονείς μου, και νοιαζόμουν μόνο για τα εμπορεύματα – ούτε που έβλεπα τους άντρες. Αλλά κυκλοφορούν άντρες απ’ όλο τον κόσμο! Θα βρω αυτόν που μπορώ να αγαπήσω και θα τον φέρω πίσω μαζί μου, κι αυτό σίγουρα θα καλμάρει τον θυμό του πατέρα μου».


«Για να το λες…» κατένευσε διστακτικά η Τίρα. «Ακριβώς έτσι θα ’ναι. Πάμε κάτω τώρα, γιατί προβλέπω να βρίσκουμε μόνο τα κόκαλα στο τραπέζι!» Μπαίνοντας στην πολύβουη σάλα, παρουσίασαν ένα τερπνό θέαμα για τους κεφάτους άντρες, η Τίρα ντελικάτη και μικροκαμωμένη να φτάνει μόλις μέχρι τον ώμο της Κρίστεν, η οποία ήταν πανέμορφη, φορώντας ένα μεταξένιο μπλε φόρεμα που αγκάλιαζε κολακευτικά τη λεπτή, αλλά καλλίγραμμη σιλουέτα της, και βαριά χρυσά περιβραχιόνια να κοσμούν τα γυμνά μπράτσα της. Ο Σέλντον τής έδωσε μια στον πισινό όπως περνούσε από πίσω του, κι η Κρίστεν γύρισε να του βγάλει τη γλώσσα. Έκανε μια κίνηση ότι τάχα θα την κυνηγούσε για την προσβολή, αλλά εκείνη μόλις που τάχυνε το βήμα της. Ευχόταν να πήγαινε και ο Σέλντον στο ταξίδι, αλλά εκτός από το μάζεμα της σοδειάς, αυτό το καλοκαίρι βοηθούσε μαζί με τους αδελφούς του τον πατέρα τους, τον Πέριν, να προσθέσει μερικές κάμαρες στο σπίτι τους. Μετά ανέκοψε την πορεία της ο ξάδελφός της ο Όταρ, που τη σήκωσε στον αέρα αγκαλιάζοντάς την από τη μέση, κι έπειτα την άφησε κάτω και της έσκασε ένα υγρό φιλί. «Για καλοτυχία, μικρή!» της είπε σαλιαρίζοντας από το μεθύσι. Η Κρίστεν έβαλε τα γέλια. Επέμενε να τη φωνάζει μικρή παρόλο που ήταν πια ολόκληρη γυναίκα, μόνο και μόνο επειδή ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Πατέρας του ήταν ένας από τους αδελφούς του παππού της. Αυτός κι οι αδελφοί του έμεναν με τον θείο της, τον Χιου. Ο πρώτος της ξάδελφος, ο Άθολ, δεν θα ακολουθούσε στο ταξίδι γιατί ήταν μοναχοπαίδι του Χιου, και ο θείος της επέμενε να τον έχει από κοντά. «Χρειάζεσαι καλοτυχία για να ανταλλάξεις εμπορεύματα στην Ανατολή;» ρώτησε περιπαικτικά τώρα. «Ένας Βίκινγκ πάντα χρειάζεται καλοτυχία όταν σηκώνει πανιά, άσχετα με τον προορισμό του», απάντησε εκείνος και της έκλεισε με νόημα το μάτι. Η Κρίστεν κούνησε τάχα επικριτικά το κεφάλι της. Ήταν ήδη σχεδόν μεθυσμένος, κι η νύχτα ήταν ακόμα στην αρχή. Μάλλον θα το μετάνιωνε το πρωί, όταν έπαιρνε τη θέση του στα κουπιά. Θα τον συμπονούσε, χωμένη στην ασφάλεια του αμπαριού. «Άφησέ τη να κάτσει, Όταρ, πριν πεθάνει της πείνας», φώναξε κάποιος. Κι εκείνος την άφησε αφού της έσκασε μια στον πισινό. Τον φιλοδώρησε με μια φουρκισμένη γκριμάτσα και συνέχισε προς το μακρόστενο τραπέζι που καταλάμβανε η οικογένειά της. Ποτέ της δεν κατάλαβε τι είχε τέλος πάντων ο ποπός της και προκαλούσε μονίμως αυτή τη χειρονομία, αλλά μετά από κάθε γλέντι ήταν γεμάτος μελανιές. Δεν την πείραζε, πάντως, γιατί ήταν στα πλαίσια


του πειράγματος. Επιτέλους έφτασε στο τραπέζι, αλλά δεν κατάφερε να προσπεράσει την καρέκλα του πατέρα της, ο οποίος την άρπαξε και την τράβηξε στα γόνατά του. «Μου έχεις θυμώσει, Κρις;» Την κοίταζε συνοφρυωμένος από ανησυχία. Η Μπρένα τού είχε μιλήσει ήδη, κι εκείνος είχε αρνηθεί για άλλη μία φορά ν’ αφήσει την κόρη του να ταξιδέψει χωρίς αυτόν. Τα γαλαζοπράσινα μάτια του καρφώθηκαν σε ένα ολόιδιο ζευγάρι μάτια, αλλά εκείνη χαμογέλασε και τον αγκάλιασε από τον λαιμό. «Σου έχω θυμώσει εγώ ποτέ;» τον ρώτησε χαδιάρικα. «Μπορώ να θυμηθώ άπειρες φορές, και πάντα όταν δεν γινόταν το δικό σου». Η Κρίστεν χαχάνισε. «Αυτές δεν μετράνε». «Δηλαδή καταλαβαίνεις γιατί δεν μπορείς να φύγεις με τον Σέλιγκ;» τη ρώτησε μαλακά. «Ναι, καταλαβαίνω γιατί δεν θες να με αφήσεις». Αναστέναξε. «Μερικές φορές εύχομαι να ήμουν γιος σου». Ο Γκάρικ έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε με την καρδιά του. Τον αγριοκοίταξε, θιγμένη. «Δεν βλέπω τίποτα αστείο!» «Μοιάζεις περισσότερο με τη μητέρα σου απ’ όσο φαντάζεσαι, Κρις», της είπε. «Στη μισή της ζωή πάλευε να είναι γιος. Εγώ πάλι είμαι απλώς ευγνώμων που έχω μια κόρη, και μάλιστα τόσο όμορφη όσο εσύ». «Τότε θα μου το συγχωρούσες αν έκανα… κάτι που δεν ενέκρινες;» Την κοίταξε χαμογελώντας. «Τι ερώτηση είναι αυτή; Έκανες κάτι;» «Όχι». Ήταν αδύνατον να του απαντήσει ειλικρινά, τουλάχιστον τη συγκεκριμένη στιγμή. «Α, ρωτάς υποθετικά, δηλαδή; Εντάξει, υποθετικά θα μπορούσα να σου συγχωρήσω τα πάντα – μέσα σε λογικά πλαίσια, φυσικά», πρόσθεσε με τάχα αυστηρή έκφραση. Η Κρίστεν έσκυψε και τον φίλησε. «Σ’ αγαπάω», του είπε σιγανά, κι η σφιχτή αγκαλιά του έκλεψε τον αέρα από τα πνευμόνια της. «Πατέρα!» έσκουξε πονεμένα. Εκείνος χαλάρωσε τα μπράτσα του και την έσπρωξε να σηκωθεί. «Άντε να φας κάτι πριν αδειάσουν τα πιάτα». Η φωνή του ήταν τραχιά, αλλά η έκφρασή του γεμάτη τρυφερότητα. Η Κρίστεν κατέλαβε τη θέση της στον πάγκο ανάμεσα στη μητέρα της και στον Σέλιγκ, που έσπευσε να της γεμίσει ένα μεγάλο κύπελλο με αφρίζον υδρόμελι. «Δεν θα μας κρατάς μούτρα, έτσι, Κρις;» τη ρώτησε. «Το τελευταίο που μου χρειάζεται είναι να σε θυμάμαι κατσούφα σε όλο το ταξίδι». Η Κρίστεν χαμογέλασε με την προθυμία του να της γεμίσει το πιάτο, κάτι που


σπάνια έκανε για οποιονδήποτε. «Με λυπάσαι, ε, Σέλιγκ;» Του ξέφυγε κάτι σαν γρύλισμα. «Ναι, λες και θα επέτρεπες σε κανέναν να σε λυπάται». «Πολύ σωστά, γι’ αυτό μην το κάνεις. Κι αν μουτρώσω, θα είναι μόνο για να σε αποχαιρετήσω απόψε, ώστε να μη χρειαστεί να σε βλέπω να σαλπάρεις αύριο χωρίς εμένα». «Ντροπή σου, Κρίστεν», τη μάλωσε γελώντας η Μπρένα. «Αν ήθελες να νιώσει ένοχος που σε αφήνει πίσω, μόλις το κατάφερες». «Ανοησίες». Η Κρίστεν χαμογέλασε σκανδαλιάρικα στον αδελφό της, αλλά απευθύνθηκε στη μητέρα της: «Ούτε που θα μου λείψει καθόλου». Ο Σέλιγκ της έριξε μια πληγωμένη ματιά γι’ αυτή την άκαρδη δήλωση και γύρισε να μιλήσει στον Άθολ, που καθόταν στην αντίθετη πλευρά. Η Κρίστεν έπνιξε έναν στεναγμό· μόνο όταν την έβρισκε στο καράβι του θα καταλάβαινε ο αδελφός της γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να της λείψει. Η Μπρένα πάντως παρερμήνευσε αυτόν τον αναστεναγμό. «Τόσο πολύ σε στενοχώρησε η απόφαση του πατέρα σου;» «Ήθελα πολύ μια συναρπαστική περιπέτεια πριν παντρευτώ, μητέρα», της απάντησε με ειλικρίνεια. «Έζησες κι εσύ περιπέτειες πριν παντρευτείς, έτσι δεν είναι;» «Και μάλιστα επικίνδυνες». «Αλλά ένα εμπορικό ταξίδι δεν είναι επικίνδυνο. Και ο πατέρας είπε ότι σου μοιάζω πολύ». «Ναι, τον άκουσα». Η Μπρένα χαμογέλασε. «Κι έλεγε αλήθεια. Αγωνιζόμουν με όλες μου τις δυνάμεις να είμαι ο γιος που δεν απέκτησε ο πατέρας μου. Αλλά ο δικός σου πατέρας έχει τρεις έξοχους γιους και λατρεύει τη μονάκριβη θυγατέρα του. Μη λαχταράς να γίνεις κάτι που δεν είσαι, αγάπη μου». «Το μόνο που λαχταρούσα ήταν η περιπέτεια», ομολόγησε η Κρίστεν. «Τότε βγάλ’ τη από το μυαλό σου, γιατί η περιπέτεια έρχεται όταν δεν τη θέλεις καθόλου». «Όπως η δική σου;» «Δεν μετανιώνω για την περιπέτεια που με έφερε εδώ, αλλά τότε μου στοίχισε απερίγραπτα. Κι εσύ θα κάνεις το ταξίδι σου στον Νότο, κι ας μην το ξέρει ακόμα ο πατέρας σου», πρόσθεσε ψιθυριστά η Μπρένα. «Θα του πω ότι δεν θέλεις για άντρα σου τον Σέλντον μόλις ησυχάσει το σπίτι, γιατί θα απογοητευτεί. Αυτός και ο Πέριν δεν έβλεπαν την ώρα να ενώσουν τις οικογένειές μας». «Λυπάμαι, μητέρα».


«Μη λυπάσαι, αγάπη μου. Θέλουμε την ευτυχία σου, κι αν δεν είναι να τη βρεις με τον Σέλντον, δεν μας πέφτει λόγος. Θα σου βρούμε έναν άντρα που μπορείς να αγαπήσεις». Αν δεν τον βρω εγώ πρώτα, σκέφτηκε η Κρίστεν, κι έσκυψε να καληνυχτίσει τη μητέρα της με ένα φιλί, όπως είχε κάνει πιο πριν με τον πατέρα της. Ευχήθηκε να καταλάβαιναν και να τη συγχωρούσαν γι’ αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει. «Σ’ αγαπάω πολύ, μητέρα».


Κεφάλαιο 4 Ήταν η καταιγίδα που πρόδωσε την Κρίστεν, και δεν ήταν καν σφοδρή, τουλάχιστον όχι ακόμα. Αλλά μόλις το σκαρί άρχισε να αναρριχάται στα φουσκωμένα κύματα, την έπιασε αναγούλα. Σπουδαίος θαλασσόλυκος θα γινόταν… Είχε ξεχάσει ότι πέρασε τα ίδια και την τελευταία φορά που είχε ταξιδέψει. Η ελάχιστη θαλασσοταραχή ήταν αρκετή για να αδειάσει το περιεχόμενο του στομαχιού της. Κάποιος την είχε ακούσει να ρεκάζει και είχε ανοίξει την καταπακτή για το αμπάρι. Αφού της έριξε μια ματιά, ο ναύτης βρόντηξε πάλι την καταπακτή. Εκείνη δεν πρόλαβε να δει ποιος ήταν ούτε την ένοιαζε εκείνη την ώρα, γιατί το σκαμπανέβασμα του πλοίου όλο και δυνάμωνε. Είχε σταθεί πολύ τυχερή ως τώρα. Είχε καταφέρει να μπει απαρατήρητη στον κοιτώνα των αδελφών της πίσω από τον στάβλο και να κλέψει ρούχα του Θόραλ για να τα φορέσει στο ταξίδι, αν και προνόησε να πάρει μαζί και μερικά από τα φουστάνια της για να τα βάλει όταν θα έφταναν στις εμπορικές πόλεις. Ήταν πολύ εύκολο να τρυπώσει στο αμπάρι για τα εμπορεύματα, επειδή είχαν αφήσει μόνο έναν άντρα φρουρό στο καράβι και, παρότι καθόταν κοντά στην καταπακτή, κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Η Κρίστεν, σβέλτη κι ευκίνητη παρά το ύψος της, δεν έχασε την ευκαιρία. Και το αμπάρι αποδείχτηκε πολύ φιλόξενο, παρά το αδιαπέραστο σκοτάδι, φορτωμένο όπως ήταν με μαλακές, ζεστές γούνες σε ψηλές στοίβες, ιδανικές για να κρυφτεί από πίσω και να φτιάξει ένα αναπαυτικό κρεβάτι. Πράγμα που έκανε για δύο μέρες. Είχε σκοπό να μείνει άλλη μια μέρα κρυμμένη, μιας και της έφταναν τα τρόφιμα, αλλά η τύχη τα έφερε αλλιώς. Η καταιγίδα αποκάλυψε πρόωρα την παρουσία της. Και το γεγονός ότι δεν είχε έρθει ακόμα κανείς να την ξεμπροστιάσει ήταν απλώς θέμα χρόνου. Η ίδια είχε την αίσθηση ότι εκείνη η τρίτη μέρα είχε έρθει κι είχε περάσει ως την ώρα που άνοιξε για δεύτερη φορά η καταπακτή, αφήνοντας το φως της μέρας να χυθεί άπλετο πάνω της και να πλημμυρίσει το αμπάρι. Ετοιμάστηκε για μάχη, όσο τουλάχιστον της επέτρεπε το καταπονημένο της σώμα. Αισθανόταν ακόμα απαίσια, παρόλο που η καταιγίδα είχε κοπάσει επιτέλους. Ήταν ο Σέλιγκ που πήδηξε μέσα στο αμπάρι. Η Κρίστεν έμεινε να κείτεται εκεί που είχε πέσει την τελευταία φορά, ουσιαστικά στα πόδια του. Το φως ήταν τόσο δυνατό, ώστε δεν μπορούσε καν να κοιτάξει προς τα πάνω. Τον κατάλαβε


περισσότερο από τη φωνή του, παρά από τον αγριωπό του τόνο. «Ξέρεις τι έκανες, Κρίστεν;» «Ξέρω», απάντησε αδύναμα εκείνη. «Όχι, τίποτα δεν ξέρεις!» Εκείνη έφερε το χέρι της αντήλιο σε μια προσπάθεια να δει την έκφρασή του, αλλά ήταν αδύνατον. «Σέλιγκ, σε παρακαλώ, με τυφλώνει το φως». Κάθισε ανακούρκουδα πλάι της κι έπιασε από μια άκρη το χοντρό γούνινο γιλέκο που φορούσε πάνω από την εφαρμοστή δερμάτινη πουκαμίσα, η οποία κάπως κατάφερνε να πλακώνει το στήθος της. Το βλέμμα του σάρωσε βλοσυρά το εφαρμοστό παντελόνι και τις ψηλές μπότες από μαλακό δέρμα με τη γούνα στο τελείωμα. Τη μέση της κοσμούσε μια φαρδιά ζώνη με σμαράγδια στην αγκράφα. «Πού τα βρήκες αυτά;» ρώτησε για τα ρούχα. «Δεν είναι δικά σου», τον διαβεβαίωσε αμέσως. «Τα δανείστηκα από τον Θόραλ, μια κι είναι πιο κοντά στο ύψος μου και…» «Πάψε, Κρίστεν!» την έκοψε απότομα. «Ξέρεις με τι μοιάζεις;» «Με κάποιον από το πλήρωμά σου;» έκανε μια απόπειρα να αστειευτεί. Άδικος κόπος. Τα γκρίζα του μάτια ήταν πιο σκοτεινά κι από τα σύννεφα της καταιγίδας που μόλις πέρασε. Φαινόταν έτοιμος να τη χτυπήσει, κι έπρεπε να επιστρατεύσει όλη του τη θέληση για να συγκρατηθεί. «Γιατί, Κρίστεν; Δεν έχεις φερθεί ποτέ ξανά τόσο ανόητα!» «Είχα αρκετούς λόγους». Έβλεπε καθαρά πλέον το πρόσωπό του τώρα που είχε κατέβει στο ίδιο ύψος, αλλά απέφυγε το βλέμμα του όταν πρόσθεσε: «Ένας απ’ αυτούς ήταν η περιπέτεια». «Άξιζε τον κόπο να προκαλέσεις την οργή του πατέρα;» «Μα δεν ήταν ο μόνος λόγος. Επίσης θέλω να παντρευτώ, Σέλιγκ, αλλά όχι με κάποιον από τα μέρη μας. Ήλπιζα ότι θα έχω την ευκαιρία να γνωρίσω καινούριους άντρες στις σπουδαίες εμπορικές πόλεις σας». «Θα σε πήγαινε ο πατέρας», της είπε ξερά. «Το ξέρω. Η μητέρα μου είπε ότι θα με πήγαινε ευχαρίστως αν γύριζες νωρίς φέτος ή αλλιώς την ερχόμενη άνοιξη». «Αλλά εσύ αποφάσισες να μην περιμένεις. Έτσι απλά!» Έκανε μια στράκα με τον μέσο και τον αντίχειρά του. «Αψηφάς…» «Στάσου, Σέλιγκ. Είχα άλλο έναν λόγο. Υπήρχε κάποιος… και δεν πρόκειται να σου πω το όνομά του, γι’ αυτό μη με ρωτήσεις… μα κάποιος είχε σκοπό να με υποχρεώσει να γίνω γυναίκα του… με το ζόρι…» «Ο Ντιρκ!» εξερράγη εκείνος. «Δεν θα σου πω το όνομά του, Σέλιγκ. Αλλά δεν μπορούσα να το πω σε


κανέναν, γιατί έτσι δεν θα είχα ούτε ένα λεπτό ησυχίας, πουθενά. Ο πατέρας θα τον έβαζε στη θέση του, όμως δεν θα μπορούσε να τον σκοτώσει, μιας και δεν είχε κάνει κάτι στην πράξη. Και μια άγρια κατσάδα ή ακόμα κι ένα γερό ξυλοφόρτωμα… να, δεν νομίζω ότι θα είχαν συνετίσει τον συγκεκριμένο άντρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ θα έχανα την ελευθερία μου. Έτσι ένιωσα ότι το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να φύγω μακριά για ένα διάστημα… κι αν παράλληλα κατάφερνα να βρω κι έναν σύζυγο, τόσο το καλύτερο για όλους!» «Ο Όντιν να με λυπηθεί!» αναφώνησε απελπισμένος ο Σέλιγκ. «Πόσο λογικά επιχειρήματα να περίμενα από γυναίκα;!» «Τώρα γίνεσαι άδικος! Σου είπα ότι ήταν ο συνδυασμός όλων αυτών των λόγων που με ώθησε να μπω λαθραία εδώ μέσα», διαμαρτυρήθηκε. «Εμένα μου φαίνεται ότι απλώς σε μέθυσε η προοπτική της περιπέτειας, γιατί υπάρχουν άλλοι τρόποι να αντιμετωπίσεις έναν άντρα όπως αυτός που περιγράφεις, και το ξέρεις!» «Ο πατέρας δεν θα τον σκότωνε απλά και μόνο επειδή εκτόξευσε κάποιες απειλές!» «Εγώ θα το έκανα, όμως». Τα μάτια της μετατράπηκαν σε δυο σχισμές. «Θα τον είχες σκοτώσει μόνο και μόνο επειδή με ποθούσε; Θα σκότωνες κάθε άντρα που με ποθεί;» «Θα σκότωνα όποιον πίστευε ότι μπορεί να σε κάνει δική του είτε του πεις ναι είτε του πεις όχι». Η Κρίστεν του χαμογέλασε, ξέροντας ότι μιλούσε ο αδελφός μέσα του. «Τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα μου προσφέρεις όλη την προστασία που χρειάζομαι στις περιβόητες εμπορικές πόλεις». «Αν έφτανες, που δεν πρόκειται», της απάντησε. «Γυρίζεις στο σπίτι». «Α, όχι, Σέλιγκ! Οι άντρες δεν θα μου το συγχωρούσαν ποτέ αν έχαναν τόσο χρόνο εξαιτίας μου». «Θα συμφωνήσουν όλοι να σε γυρίσουμε αμέσως πίσω!» «Μα γιατί; Τι πειράζει να με πάρετε μαζί; Σε εμπορική αποστολή πάτε». Η αγριεμένη έκφρασή του την έκανε πρώτα να γουρλώσει τα μάτια, κι έπειτα σχεδόν να πηδήξει πάνω από ενθουσιασμό. «Όχι! Είναι επιδρομή Βίκινγκς!» Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στο άνοιγμα της καταπακτής ο ξάδελφός τους ο Χάκον. «Σέλιγκ, της το είπες; Μα τον Θορ, μεγάλη βλακεία έκανες!» γρύλισε ο ξανθός γίγαντας. «Ηλίθιε!» Ο Σέλιγκ σηκώθηκε για να καρφώσει με μια δολοφονική ματιά τον νεότερο άντρα. «Εσύ της το είπες μόλις τώρα! Μια υπόθεση έκανε πριν!» Ο Χάκον πήδηξε μέσα στο αμπάρι και κοίταξε κατάματα τον ξάδελφό του.


«Και τώρα τι θα κάνεις; Θα την πας πίσω να το ξεφουρνίσει στον πατέρα σας;» Ο Σέλιγκ έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό. «Μα την πίστη μου, Χάκον, έχεις τρύπιο στόμα! Οι εχθροί μας θα έκαναν γλέντι αν σε έπιαναν στα χέρια τους». «Τι είπα;» Δεν καταδέχτηκε καν να του λύσει την απορία, αλλά στράφηκε στην Κρίστεν, που τους κοίταζε χαμογελώντας πλατιά. «Δεν θα το έλεγες στον πατέρα, ε;» τη ρώτησε με τον πιο γαλίφικο τόνο του. «Εσύ τι νομίζεις;» Το βογκητό του μαρτυρούσε καθαρή απόγνωση, αλλά ξέσπασε τον θυμό του πάνω στον Χάκον, ρίχνοντάς του μια γερή γροθιά στο σαγόνι, που τον εκτόξευσε πάνω σε μια στοίβα από γούνες. Την επόμενη στιγμή ορμούσε πάνω στον ξαπλωμένο τους ξάδελφο, ο οποίος φυσικά ανταπέδωσε τη φιλοφρόνηση σύμφωνα με τις πατρογονικές παραδόσεις των Βίκινγκς. Η Κρίστεν τους άφησε να χτυπιούνται για αρκετά λεπτά πριν επέμβει, μιλώντας με τόνο αρκετά δυνατό, ώστε να ακούγεται πάνω από τα βογκητά πόνου τους. «Αν νομίζετε ότι θα καταφέρετε να έχω τύψεις βλέποντας τα μελανιασμένα σας πρόσωπα αύριο, θα σας απογοητεύσω. Μάλλον για το κέφι σας δέρνεστε, όχι εξαιτίας μου!» Ο Σέλιγκ ανακάθισε και την κάρφωσε με μια χολωμένη ματιά. «Θα ’πρεπε να σε πετάξω στη θάλασσα, Κρίστεν. Έτσι, θα είχα απλώς να πω στους γονείς μας ότι πνίγηκες, όχι ότι σε πήρα μαζί μου σε επιδρομή. Νομίζω πως κι αυτοί θα το προτιμούσαν». Εκείνη μπουσούλησε προς το μέρος του και του έσκασε ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο, που είχε ήδη αρχίσει να πρήζεται, πριν καθίσει στις φτέρνες της και του χαμογελάσει πλατιά. «Παραδέξου την ήττα, αδελφέ μου, και πες μου πού πάμε». «Αυτό είναι κάτι που δεν χρειάζεται να ξέρεις, γι’ αυτό μην ξαναρωτήσεις. Θα μείνεις στο πλοίο και θα φροντίσεις να μη σε δει κανείς». «Σέλιγκ!» Αλλά εκείνος αγνόησε τον ικετευτικό της τόνο και βγήκε από το αμπάρι. Η Κρίστεν στράφηκε στον Χάκον, που μόλις σηκωνόταν. «Θα μου πεις τουλάχιστον εσύ;» «Και να τσακώνομαι μαζί του για όλο το υπόλοιπο ταξίδι; Έλεος, Κρίστεν». «Αχ, είναι άδικο!» φώναξε, αλλά απευθυνόταν ήδη στην πλάτη του.


Κεφάλαιο 5 Είχαν πλεύσει νότια, πολύ νοτιότερα απ’ όσο είχε ονειρευτεί ποτέ ότι θα ταξίδευε η Κρίστεν. Ήξερε ότι βρίσκονταν νότια, γιατί κάθε βράδυ ο ουρανός έμενε όλο και περισσότερο σκοτεινός, ώσπου τελικά η μέρα είχε σχεδόν την ίδια διάρκεια με τη νύχτα. Μέρες τώρα παρέπλεαν μια όμορφη, καταπράσινη στεριά, που μύριζε καλοκαίρι, αλλά κανείς δεν εννοούσε να της πει ποιος ήταν αυτός ο τόπος. Όχι πως δεν ήξερε τίποτα για τις χώρες του Νότου· ήταν φυσικό, με τόσες υπηρέτριες γύρω της, οι οποίες προέρχονταν από διάφορα μέρη. Η στεριά που παρέπλεαν τώρα μπορεί να ήταν το πελώριο νησί των Ιρλανδών Κελτών ή το ακόμα μεγαλύτερο νησί που μοιράζονταν οι Σκοτσέζοι, οι Σκότοι, οι Άγγλοι, οι Σάξονες, και τέλος οι Ουαλοί Κέλτες, οι συμπατριώτες της μητέρας της. Θα μπορούσε επίσης να είναι η γη των Φράγκων, αν και υπολόγιζε πως θα την είχαν αριστερά, όχι δεξιά τους όπως τώρα. Αν ήταν ένα από τα μεγάλα νησιά, είχε λόγο να πιστεύει ότι θα συγκρούονταν με τους Δανούς, αφού ο συγκεκριμένος λαός είχε βάλει σκοπό να κατακτήσει και τα δύο νησιά και, από τα τελευταία νέα που είχε ακούσει, το είχαν σχεδόν καταφέρει. Στην περίπτωση που χτυπούσαν τους Δανούς θα ήταν μια αναμέτρηση ισάξιων αντιπάλων, σε αντίθεση με τους πιο μικροκαμωμένους ντόπιους λαούς. Ασφαλώς ο Σέλιγκ ήξερε περισσότερα, αλλά κρατούσε το στόμα του κλειστό. Αν και ήταν ακόμα πολύ χολωμένος μαζί της, τελικά την άφησε να βγει από το αμπάρι. Ούτε καν ο Θόρολφ, ο αδελφός της Τίρα, δεν εννοούσε να της πει λέξη. Μάλλον πίστευαν ότι, αν δεν ήξερε πού βρίσκονταν ή τι έκαναν όταν τελικά έβγαιναν στην ξηρά, δεν θα είχε τίποτα να μεταφέρει στον πατέρα της μόλις θα γύριζαν πίσω. Λες και θα είχε το θάρρος να πει κουβέντα στον Γκάρικ για όλα αυτά! Σαν πετυχημένος έμπορος, δεν θα επέτρεπε να χρησιμοποιηθεί δικό του σκαρί σε επιδρομή. Οι άντρες της φατρίας των Χάαρντραντ είχαν να συμμετάσχουν σε επιδρομή από την εποχή του παππού της, αλλά βέβαια οι νέοι δεν έπαυαν να ονειρεύονται τα πλούτη που μπορούσαν να αποσπάσουν με μία μόνο επιτυχημένη επιδρομή, και ήταν νέοι όλοι οι άντρες στο πλήρωμα του Σέλιγκ, ενώ το σκαρί τους ήταν ιδανικό για τέτοιου είδους εγχείρημα. Κατασκευασμένο από ξύλο βελανιδιάς, είχε έναν χοντρό κορμό πεύκου για


κατάρτι πάνω στο οποίο πλατάγιζε το μεγάλο παραλληλόγραμμο πανί με τις χαρακτηριστικές κόκκινες και άσπρες λωρίδες. Το μακρόστενο σκαρί έπλεε γοργά μέσα στα πέλαγα, βοηθούμενο και από τα δεκάξι ζευγάρια μακριά κουπιά από ξύλο έλατου, με το κόκκινο και χρυσό κεφάλι δράκου να ατενίζει από την πλώρη. Η Κρίστεν δεν μετάνιωνε που είχε έρθει, αφού δεν άργησε να την κυριέψει η έξαψη των αντρών. Και, παρότι δεν θα της επέτρεπαν να αποβιβαστεί από το πλοίο, είχε κερδίσει ήδη την ιστορία που θα συνέπαιρνε τα παιδιά και τα εγγόνια της τις κρύες νύχτες του χειμώνα! Και η κορύφωσή της ήταν σε απόσταση αναπνοής. Το καταλάβαινε από την αλλαγή στη στάση των αντρών και τον τρόπο που ο Σέλιγκ και ο Όταρ παρακολουθούσαν άγρυπνα την ακτή για κάποια κίνηση. Κόντευε να ξημερώσει όταν έστριψαν στις εκβολές ενός πλατιού ποταμού, οπότε όλοι οι άντρες έπρεπε να λάβουν θέση στα κουπιά. Η έξαψη της Κρίστεν φούντωνε κάθε λεπτό που περνούσε· το τοπίο γύρω της φάνταζε σαν παρθένα γη, παρόλο που κάπου κάπου διέκρινε στο βάθος μικρούς οικισμούς και χωριουδάκια. Η εξερευνήτρια μέσα της παρατηρούσε σαγηνεμένη τα πάντα, ενώ η λάτρης της περιπέτειας κράτησε την αναπνοή της όταν έριξαν τελικά άγκυρα, και ο Σέλιγκ πήγε κοντά της – γιατί ήλπιζε ακόμα ότι ίσως της επέτρεπαν να πάει μαζί τους. Είχε προετοιμαστεί μάλιστα γι’ αυτή την πιθανότητα χώνοντας τη μακριά πλεξούδα της στην πλάτη της πουκαμίσας, για να μην την εμποδίζει, και βάζοντας το ασημένιο κράνος που της είχε πετάξει κρυφογελώντας ο Όταρ το ίδιο πρωί. Η Κρίστεν δεν είχε ασπίδα, αλλά, παρότι δεν της είχε περάσει καν από τον νου πως μπορεί να το χρειαζόταν, είχε πάρει μαζί της το ελαφρύ σπαθί που της είχε χαρίσει η μητέρα της πριν χρόνια, τότε που τη δίδασκε να το χειρίζεται. Δεν σκόπευε βέβαια να το αποκαλύψει στον αδελφό της παρά μόνο αν συμφωνούσε να την πάρουν μαζί τους, γιατί σίγουρα το εξαιρετικό όπλο που είχε στην κατοχή της θα προκαλούσε πάρα πολλές ερωτήσεις. Η βλοσυρή έκφρασή του, όταν είδε την αντρική της αμφίεση, δεν προοιωνιζόταν τίποτα καλό για τις προθέσεις του. Ο Σέλιγκ ήταν πολύ ωραίος νέος, αλλά, όταν σκυθρώπιαζε, γινόταν πραγματικά τρομακτικός – όχι για εκείνη, φυσικά, που τον ήξερε τόσο καλά. «Σου έγινα φόρτωμα, Σέλιγκ, το ξέρω, αλλά…» «Ούτε λέξη, Κρίστεν», τη διέκοψε ανυπόμονα. «Βλέπω ότι ακόμα έχεις σκοπό να κάνεις αυτό που θέλεις εσύ, και όχι αυτό που σου λέω εγώ, αλλά ξέχασέ το.


Θα κατέβεις στο αμπάρι και θα μείνεις εκεί μέχρι να επιστρέψω». «Μα…» «Τώρα, Κρίστεν!» «Καλά, λοιπόν». Αναστέναξε, αλλά του χαμογέλασε τελικά αφού δεν της έκανε καρδιά να τον αποχαιρετήσει με μούτρα. «Εύχομαι οι θεοί να σου φέρουν καλοτυχία – για ό,τι είναι αυτό που μαγειρεύεις». Φάνηκε έτοιμος να βάλει τα γέλια, αλλά τελικά περιορίστηκε σε ένα χαμόγελο. «Τέτοια ευχή… από σένα, χριστιανή;» «Κοίτα, ξέρω ότι ο δικός μου Θεός θα σε προσέχει χωρίς να Του το ζητήσω, αλλά ξέρω επίσης ότι θα καλοδεχόσουν όλη τη βοήθεια που μπορείς να έχεις από τους θεούς του πατέρα». «Τότε πέρνα τον χρόνο σου προσευχόμενη για μένα, Κρις». Η έκφρασή του γλύκανε και την έσφιξε στιγμιαία στην αγκαλιά του, αλλά τελικά της έδειξε με ένα νεύμα προς την καταπακτή του αμπαριού, και η Κρίστεν κύρτωσε τους ώμους και υπάκουσε σέρνοντας τα βήματά της. Δεν έμεινε για πολύ, πάντως. Τη στιγμή που πήδηξε κι ο τελευταίος άντρας από την κουπαστή και ξεμάκρυνε στην όχθη, ξεμύτισε από το αμπάρι για να εισπράξει ένα χαμόγελο από τον Μπιόρν κι ένα στραβοκοίταγμα από τον δεύτερο φρουρό, που έμεινε να φυλάει το πλοίο. Κανείς τους πάντως δεν την πρόσταξε να γυρίσει κάτω, οπότε είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το πλήρωμα να απομακρύνεται προς το πυκνό δάσος που έκρυβε την ενδοχώρα από τη θέα. Βημάτιζε νευρικά πέρα δώθε, απογοητευμένη που θα έχανε όλη τη δράση. Ήταν μόλις μεσημέρι, και ο ήλιος έλαμπε καυτός από πάνω τους, πιο καυτός απ’ όσο θυμόταν να τον έχει νιώσει στη Νορβηγία. Για πόσο θα έλειπαν άραγε οι άντρες; Για όνομα του Θεού, θα μπορούσαν να λείψουν μέρες! «Μα τον Θορ!» Η Κρίστεν γύρισε απότομα για να δει τους τελευταίους άντρες του πληρώματος να μπαίνουν στο σκοτεινό δάσος. Και τότε ξεχώρισε τον ήχο που έσκιαξε τον άντρα πίσω της: την κλαγγή σπαθιών και τις κραυγές αντρών που έδιναν μάχη. «Πρέπει να είναι ολόκληρη στρατιά για να μείνουν να χτυπηθούν με τους δικούς μας αντί να γίνουν καπνός. Πήγαινε κάτω, Κρίστεν!» της φώναξε ο Μπιόρν κι αμέσως πήδηξε από την κουπαστή στην όχθη. Η Κρίστεν υπάκουσε, αλλά μόνο για να πάρει το σπαθί της. Όταν ξαναβγήκε από το αμπάρι, είδε ότι κι οι δύο άντρες, που είχαν αναλάβει καθήκοντα


φρουρών, έτρεχαν τώρα προς το δάσος για να βοηθήσουν τους φίλους τους. Δεν δίστασε στιγμή να τους ακολουθήσει γιατί, όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Μπιόρν, μόνο ένας στρατός θα τολμούσε να αναμετρηθεί με τόσο πολλούς πάνοπλους Βίκινγκς και, όσο μικρή κι αν ήταν, η βοήθειά της μπορεί να φαινόταν χρήσιμη. Πρόλαβε τους δύο άντρες τη στιγμή που έφταναν στις παρυφές του δάσους και επιτίθονταν με άγριες κραυγές. Δεν τους ακολούθησε αμέσως. Γύρω της υπήρχαν μόνο σφαγιασμένα κορμιά. Μα τον Θεό, δεν περίμενε πως θα ήταν έτσι. Είδε τον ξάδελφό της τον Όλαφ να κείτεται σε μια αφύσικη στάση… κι υπήρχε τόσο πολύ αίμα. Κι ο Σέλιγκ; Πού ήταν ο Σέλιγκ; Πίεσε τον εαυτό της να πάρει το βλέμμα της από τα διάσπαρτα μέλη και σώματα στη γη και να κοιτάξει μπροστά της, εκεί όπου συνεχιζόταν η μάχη. Κοιτάζοντας καλύτερα τους επιτιθέμενους, της φάνηκε απίστευτο πώς αυτοί οι μικρόσωμοι, νευρώδεις άντρες κατάφεραν να κάνουν τέτοια μεγάλη ζημιά, αφού δεν ήταν τόσο πολλοί τελικά – και, όπως παρατηρούσε τώρα, δεν ήταν ούτε όλοι μικρόσωμοι. Υπήρχε μάλιστα ένας λίγο ψηλότερος από εκείνη, και πολεμούσε λυσσαλέα… με τον Σέλιγκ! Κύριε των Δυνάμεων, δεν ήταν ο μόνος που αγωνιζόταν ενάντια στον αδελφό της. Κίνησε να τον βοηθήσει, αλλά ξαφνικά της έκλεισε τον δρόμο ένας κοντός με μια στριγκή κραυγή. Αντί για σπαθί, της επιτέθηκε με ένα μακρύ δόρυ που του το έκοψε στα δυο με μια επιδέξια κίνηση. Τη στιγμή που σήκωνε το σπαθί της ενάντια στον άντρα, εκείνος έκανε μεταβολή και το έβαλε στα πόδια! Μέσα στην παραζάλη, η Κρίστεν γύρισε φρενιασμένα ψάχνοντας τον Σέλιγκ – και ούρλιαξε βλέποντάς τον να πέφτει σαν πελεκημένο δέντρο, ενώ ο ψηλός αντίπαλός του τραβούσε από πίσω του ένα αιματοβαμμένο σπαθί. Η Κρίστεν έτρεξε ξέφρενα προς το μέρος του, με τα μάτια της στυλωμένα πάνω στον άντρα που είχε καταβάλει τον αδελφό της. Χτύπησε στα τυφλά έναν άντρα που εμφανίστηκε στα δεξιά της για να της κλείσει τον δρόμο, αφήνοντάς τον πίσω της. Την επόμενη στιγμή, στεκόταν μπροστά στον φονιά του αδελφού της, αποκρούοντας την πρώτη του επίθεση. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν για μια στιγμή προτού το σπαθί της διαπεράσει τη σάρκα του. Η Κρίστεν διέκρινε τα γαλανά του μάτια να γουρλώνουν τη στιγμή που τραβούσε έξω το σπαθί της, αλλά ήταν το τελευταίο που πρόλαβε να δει.


Κεφάλαιο 6 Ένα μοναδικό κερί έριχνε αχνό φως στη μικρή κάμαρα. Ένα στενό κρεβάτι ήταν κολλημένο στον έναν τοίχο, με ένα μεγάλο μπαούλο στα πόδια. Ο απέναντι τοίχος ήταν καλυμμένος με μια μεγάλη ταπετσαρία που απεικόνιζε έναν αγρό γεμάτο καλοκαιρινά αγριολούλουδα, στον οποίο έπαιζαν ανέμελα μικρά παιδιά. Στον άλλον κρεμόταν ένας τέλεια γυαλισμένος μεταλλικός καθρέφτης, που είχε από κάτω ένα στενό ράφι με μια συλλογή διαφόρων αντικειμένων –από καρφίτσες με ένθετα πετράδια και κοκάλινες θήκες για χτένες, μέχρι μικρούλικα χρωματιστά μπουκαλάκια με αρώματα λουλουδιών–, και μπροστά έναν πάγκο με χοντρή βελούδινη επένδυση. Σε μια γωνία της κάμαρας στεκόταν ένας ψηλός σκαλιστός στύλος με ξύλινες κρεμάστρες κατά μήκος του, πραγματικό στολίδι έτσι όπως ήταν καλυμμένος με διαφανή πέπλα και κορδέλες σε όλα τα χρώματα. Στο μοναδικό παράθυρο κρέμονταν λωρίδες από έντονο κίτρινο μετάξι, μια αδιανόητη σπατάλη για τόσο φίνο ύφασμα. Υπήρχαν ακόμα δύο καρέκλες με ψηλή πλάτη τοποθετημένες κοντά σε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι, διακοσμημένο με ένα ζωγραφισμένο πήλινο βάζο γεμάτο κατακόκκινα ρόδα. Οι καρέκλες ήταν καλυμμένες με τα ρούχα των δύο κατόχων του κρεβατιού. Η κάμαρα ανήκε στη γυναίκα, την Κόρλις του Ρέντγουντ, μια λεπτοκαμωμένη καλλονή είκοσι ενός χρόνων, που ήταν πολύ περήφανη για τις βαριές χρυσοκόκκινες μπούκλες και τα βελούδινα μάτια της στο χρώμα του κάστανου. Η Κόρλις ήταν η μνηστή του άντρα που ήταν ξαπλωμένος μαζί της, του Ρόις του Γουίντχερστ, μέλους της αυλής του βασιλιά Αλφρέδου. Πριν από τέσσερα χρόνια του την πρόσφεραν για σύζυγο, αλλά εκείνος την απέρριψε. Μόλις τον προηγούμενο χειμώνα, με τον συνδυασμό γκρίνιας και γαλιφιάς, που μόνο μια πολυαγαπημένη κόρη μπορεί να επιστρατεύσει, έπεισε τον πατέρα της να επαναλάβει την πρότασή του, και αυτή τη φορά έγινε δεκτή. Ήξερε φυσικά ότι ο μόνος λόγος που ενέδωσε ο άρχοντας Ρόις ήταν επειδή κατάφερε να τον παρασύρει στην κάμαρά της, όπου του ρίχτηκε. Μεθυσμένος από το γλέντι του πατέρα της, εκείνος την κατέκτησε χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες. Για την ίδια την Κόρλις δεν ήταν καμιά τρομερή θυσία –αν και ήλπιζε ότι δεν θα το καταλάβαινε ο μνηστήρας της–, αφού είχε σμίξει ερωτικά με έναν άλλο άντρα νωρίτερα. Μόνο έναν όμως, γιατί από εκείνη την πρώτη φορά είχε αποφασίσει ότι η συγκεκριμένη πλευρά της σχέσης μεταξύ ενός άντρα και μιας


γυναίκας δεν ήταν καθόλου του γούστου της. Ωστόσο ήξερε ότι θα έπρεπε να σφίγγει τα δόντια και να το υπομένει συχνά μετά τον γάμο της με τον Ρόις. Ήταν μια αδιαφιλονίκητη απόδειξη της αποφασιστικότητάς της το ότι, αν και απεχθανόταν τις περιπτύξεις, η Κόρλις εξακολουθούσε να δίνεται στον Ρόις κάθε φορά που ερχόταν στην κάμαρά της, κάτι που ευτυχώς δεν έκανε συχνά. Φοβόταν μήπως απορρίπτοντάς τον τώρα, του έδινε λαβή να ματαιώσει τον γάμο τους. Εξάλλου, εκείνος δεν έψαχνε σύζυγο. Ήταν μόνο είκοσι εφτά χρόνων και δεν βιαζόταν καθόλου να δεσμευτεί – ή, έστω, αυτή ήταν η δικαιολογία που πρόβαλε στους επίδοξους πεθερούς του. Υπήρχε άλλος ένας λόγος που ήταν γνωστός, αν και ο ίδιος δεν τον επικαλέστηκε ποτέ. Είχε αρραβωνιαστεί στο παρελθόν, πριν από πέντε χρόνια, με μια κοπέλα που αγαπούσε. Την έχασε τρεις μέρες πριν από τον γάμο τους, και από τότε δεν αγάπησε καμία άλλη. Η Κόρλις ήταν της γνώμης ότι ο Ρόις δεν θα αγαπούσε ποτέ ξανά. Σίγουρα δεν αγαπούσε την ίδια κι ούτε θα υποκρινόταν κάτι τέτοιο. Δεν είχε καν το ατού μιας συμμαχίας με τον πατέρα της για να τον δελεάσει, μιας και ο πατέρας της με τον Ρόις ήταν φίλοι. Δεν είχαν ανάγκη από έναν γάμο για να ενισχύσουν τη φιλία τους. Όχι, η Κόρλις δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο μόνος λόγος που ενέδωσε ο Ρόις σε αυτή την ένωση ήταν η –εσφαλμένη– εντύπωσή του ότι είχε κλέψει την αγνότητά της. Η αλήθεια είναι ότι, αν ο Ρόις δεν ήταν τόσο περιζήτητος σύζυγος, ούτε η Κόρλις θα νοιαζόταν να τον παντρευτεί. Δυστυχώς, κάθε παρθένα σε ακτίνα μιλίων ονειρευόταν τον Ρόις του Γουίντχερστ στο πλευρό της, συμπεριλαμβανομένων και των τριών αδελφών της Κόρλις. Ήταν κατανοητό, γιατί δεν ήταν μόνο πλούσιος και ευνοούμενος του βασιλιά, αλλά ήταν και όμορφος, παρά το υπερβολικό ύψος του· για την ακρίβεια, ήταν περίπου τριάντα εκατοστά ψηλότερος από την Κόρλις. Ο συνδυασμός των σκούρων καστανών μαλλιών και των απίστευτα σκούρων πράσινων ματιών του ήταν πραγματικά καθηλωτικός. Σαν μνηστή του, τη ζήλευαν όλες οι κοπέλες – κι η Κόρλις λάτρευε να τη ζηλεύουν. Την έτρεφε η ζήλια των άλλων, κι ακόμα περισσότερο τώρα, που την έβλεπε και στα μάτια των αδελφών της. Ήταν αρκετή αποζημίωση για όσα έπρεπε να υπομένει μαζί του στο κρεβάτι, και γι’ αυτήν ακόμα την ερωτική πράξη, που της φαινόταν ατελείωτη κάθε φορά. Η πρώτη φορά ήταν γρήγορη, αλλά οι άλλες, όπως αυτή που μοιράζονταν τώρα, έμοιαζαν λες και παρατείνονταν για πάντα, όλο φιλιά και αγγίγματα. Τα φιλιά δεν την πείραζαν τόσο, αλλά τα αγγίγματα… Ο Ρόις την άγγιζε παντού, κι εκείνη έπρεπε να υπομένει αγόγγυστα αυτή την ασύλληπτη ταπείνωση. Κάποιες φορές αναρωτιόταν αν εκείνος το παρέτεινε σκόπιμα, αν είχε μαντέψει πόσο το


απεχθανόταν. Αλλά πώς θα μπορούσε; Δεν διαμαρτυρόταν ούτε πρόβαλε την παραμικρή αντίσταση, ποτέ. Έμενε εκεί ξαπλωμένη, εντελώς ακίνητη, και τον άφηνε να κάνει ό,τι ήθελε. Τι παραπάνω χρειαζόταν για να του δείξει ότι ήταν πρόθυμη παρτενέρ; Όταν την κοίταξε κατάματα, υπήρχε σαστιμάρα στην έκφρασή του. Τον άκουσε να αναστενάζει σιγανά και έμεινε άκαμπτη, ξέροντας ότι αυτό ήταν το σημάδι πως επιτέλους ένιωθε έτοιμος να την καβαλήσει. Τη στιγμή που έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πόδια της, ακούστηκαν κοφτά χτυπήματα στην πόρτα. «Μιλόρδε! Μιλόρδε, πρέπει να έρθεις αμέσως! Είναι κάτω ο ακόλουθός σου και λέει ότι είναι επείγον να σε δει!» Ο Ρόις άφησε το κρεβάτι και πήρε τα ρούχα του. Χαιρόταν για τη διακοπή, αν και δεν φαινόταν στην έκφρασή του. Το να κάνει έρωτα στην Κόρλις εξελισσόταν σε ένα πολύ βαρετό καθήκον, γεμάτο απογοήτευση και δίχως την παραμικρή ελπίδα ικανοποίησης. Και το παράδοξο ήταν ότι δεν το επιδίωκε καν ο ίδιος. Πάντα εκείνη τον παρέσυρε στην κάμαρά της, αφήνοντάς τον να πιστέψει ότι τον ήθελε. Αλλά μόλις βρίσκονταν στο κρεβάτι, η Κόρλις έμενε πιο απαθής κι από ένα κομμάτι κρέας, κι εκείνος δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει για να της προσφέρει κάποια ευχαρίστηση στις συνευρέσεις τους. Και μπορεί η ευχαρίστηση της συντρόφου τους να άφηνε αδιάφορους τους περισσότερους άντρες, αλλά ο Ρόις αντλούσε ικανοποίηση από την ηδονή που πρόσφερε. Και η αλήθεια είναι ότι περνούσε καλύτερα βατεύοντας μια ενθουσιώδη, ταπεινή τσούπρα, παρά τη δεσποσύνη που έμελλε να γίνει σύζυγός του, όσο όμορφη κι αν ήταν. Αφού έκλεισε τη ζώνη πάνω από το δερμάτινο γιλέκο που φορούσε, το μοναδικό ρούχο που κάλυπτε το στήθος του στο ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, έριξε μια πλάγια ματιά στην Κόρλις. Είχε σκεπαστεί σεμνότυφα με τα σεντόνια τη στιγμή που αυτός εγκατέλειψε το κρεβάτι. Του στερούσε κι αυτό ακόμα το θέαμα της υπέροχης γύμνιας της. Ο θυμός του φούντωσε ξαφνικά, αλλά κατάφερε να τον καταπνίξει. Έπρεπε να είναι ανεκτικός με τις ευαισθησίες της. Εξάλλου δεν διέφερε και τόσο από τις άλλες δεσποινίδες ευγενικής καταγωγής· μια λάθος κίνηση μπορούσε να καταλήξει σε κατακλυσμό δακρύων… «Μιλόρδε, πώς μπορείς να μ’ αφήνεις τώρα;» ρώτησε παραπονιάρικα η Κόρλις. Πολύ εύκολα, μικρή μου, της απάντησε νοερά. «Άκουσες την καμαριέρα σου να με φωνάζει. Με χρειάζονται κάτω». «Μα, Ρόις, φαίνεται τόσο… σαν να μη σε πειράζει… σαν να μη με θέλεις…» Χοντρά δάκρυα ξεχύνονταν κιόλας από τα μάτια της, κι ο Ρόις αναστέναξε


απαυδισμένος. Γιατί στην οργή το έκαναν όλες αυτό; Έκλαιγαν τόσο εύκολα για τόσο ασήμαντες αφορμές, σκάλωναν στα πάντα, απαιτούσαν διαρκώς διαβεβαιώσεις. Έτσι ήταν η μητέρα του και η θεία του, ακόμα κι η ξαδέλφη του η Νταρέλ, που ζούσε μαζί του πια – όλες αναλύονταν σε ποταμούς δακρύων και τον έκαναν να εύχεται να βρισκόταν οπουδήποτε αλλού! Αλλά όχι, δεν θα το ανεχόταν κι από τη σύζυγό του. Θα της το έκοβε αμέσως. «Σταμάτα, Κόρλις. Δεν αντέχω τα κλάματα». «Δεν… δεν με θέλεις», επανέλαβε πνιγμένη στα αναφιλητά. «Είπα τέτοιο πράγμα;» τη ρώτησε κοφτά. «Τότε μείνε. Σε παρακαλώ, Ρόις!» Σχεδόν τη μίσησε εκείνη τη στιγμή. «Θα προτιμούσες να παραβλέψω το καθήκον μου για να σου κάνω το χατίρι, αρχόντισσα; Αυτό δεν θα το κάνω ποτέ. Ούτε θα σε κανακεύω, πάρ’ το απόφαση!» Βγήκε από την κάμαρα πριν προλάβει να τον καθυστερήσει περισσότερο, αλλά οι οδυρμοί της τον ακολούθησαν ως το τέρμα του διαδρόμου, ερεθίζοντας άσχημα τα νεύρα του. Η σκηνή τού είχε χαλάσει εντελώς τη διάθεση και, βλέποντας τον Σέλντον τον δουλοπάροικο να τον περιμένει κάτω, δεν βελτιώθηκε καθόλου. Δεν θα του έστελναν έναν δουλοπάροικο αν δεν επρόκειτο για κάτι σημαντικό. «Τι συμβαίνει;» γάβγισε ο Ρόις στον μικρόσωμο άντρα. «Οι Βίκινγκς, μιλόρδε. Ήρθαν σήμερα το πρωί». «Πώς!» Ο Ρόις τον βούτηξε από το μπροστινό μέρος της πουκαμίσας και τον ταρακούνησε άγρια. «Μη λες ανοησίες, άνθρωπέ μου! Οι Δανοί είναι στον Βορρά και αντιμετωπίζουν τις εξεγέρσεις εναντίον τους στη Νορθουμβρία, ενώ προετοιμάζονται για επίθεση στη Μέρκια». «Δεν ήταν Δανοί!» έκρωξε έντρομος ο Σέλντον. Ο Ρόις χαλάρωσε τη λαβή του, νιώθοντας να τον ζώνει ένας παγερός τρόμος. Με τους Δανούς, που είχαν πλέον τον έλεγχο δύο βασιλείων στη χώρα, μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Είχαν κάνει ήδη την προσπάθειά τους στο Ουέσεξ, το Βασίλειο των Δυτικών Σαξόνων, στη διάρκεια εκείνου που έμεινε στην ιστορία ως το Έτος των Μαχών, το 871. Ο νεαρός Αλφρέδος είχε ανέβει στον θρόνο την ίδια χρονιά, μόλις είκοσι δύο χρόνων, την άνοιξη εκείνη που πέθανε ο αδελφός του Έθελρεντ. Και το φθινόπωρο, μετά από εννέα μάχες που δόθηκαν για τον έλεγχο του Ουέσεξ ενάντια στον Μεγάλο Παγανιστικό Στρατό –όπως ονόμασαν οι Δυτικοί Σάξονες τις δύο μεγάλες στρατιές των Βίκινγκς–, ο Αλφρέδος διαπραγματεύτηκε μια συνθήκη ειρήνης. Ήταν μια ειρήνη που κανείς δεν περίμενε να κρατήσει, αλλά ο Αλφρέδος


εξασφάλισε τον απαραίτητο χρόνο για να ανασυγκροτηθεί ο λαός του και να στήσει καλύτερες άμυνες. Τα δύο τελευταία χρόνια, οι στρατιωτικοί διοικητές του μαζί με τους άρχοντες και τους βαρόνους όλων των δεσποτειών εκπαίδευαν άντρες και τελειοποιούσαν τις ικανότητές τους στη μάχη, ενώ παράλληλα βελτίωναν τα οχυρωματικά έργα στους πύργους τους. Ο Ρόις είχε κάνει ένα βήμα παραπάνω, εξασκώντας κάποιους από τους πιο ρωμαλέους δουλοπάροικούς του στην τέχνη του πολέμου. Ήταν έτοιμος να επιτεθεί στους Δανούς Βίκινγκς που, όπως όλα έδειχναν, σκόπευαν να εποικίσουν τη χώρα. Αυτό που κανείς τους δεν περίμενε ήταν οι Βίκινγκς από τη θάλασσα, που θα μπορούσαν να αιφνιδιάσουν το Γουίντχερστ και να το ισοπεδώσουν, όπως λίγο έλειψε να κάνουν πριν από πέντε χρόνια. Η ολοκάθαρη ανάμνηση της τελευταίας επιδρομής των Βίκινγκς στον τόπο του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο για τον Ρόις και διατηρούσε άσβεστο το μίσος που σιγόκαιγε μέσα του πέντε χρόνια τώρα – μίσος που είχε στοιχίσει τη ζωή σε πολλούς Δανούς εκείνο το καλοκαίρι του 871, γιατί Δανοί ήταν οι επιδρομείς που χτύπησαν το Γουίντχερστ το 868, προτού συνεχίσουν τον δρόμο τους για να λεηλατήσουν το μοναστήρι του Τζάροου. Σ’ εκείνη την επιδρομή είχε χάσει τον πατέρα του, τον μεγαλύτερο αδελφό του και την αγαπημένη του Ρόνα, που βιάστηκε επανειλημμένα μπροστά στα μάτια του πριν της κόψουν τον λαιμό, ενώ εκείνος, ανίκανος να επέμβει εξαιτίας των δύο δοράτων που τον κρατούσαν καρφωμένο στον τοίχο, υπέμεινε την οδύνη να την ακούει να κλαίει και να ικετεύει για έλεος και να του φωνάζει να τη βοηθήσει, καθώς το αίμα του λίμναζε στο πάτωμα. Έπρεπε να είχε πεθάνει κι ο ίδιος, και θα πέθαινε, αν οι Βίκινγκς είχαν μείνει περισσότερο απ’ όσο έμειναν τελικά. «Με ακούς, άρχοντά μου; Αυτοί οι Βίκινγκς είναι Νορβηγοί». Ο Ρόις παραλίγο να τον τραντάξει για δεύτερη φορά. Τι σημασία είχε ποιοι ήταν; Αν δεν αποτελούσαν κομμάτι των δύο μεγάλων στρατιών των Βίκινγκς από τον Βορρά, τότε ήταν επιδρομείς πειρατές από τη θάλασσα, μακελάρηδες διψασμένοι για αίμα. «Έμεινε τίποτα από το Γουίντχερστ;» «Μα τους νικήσαμε!» είπε ο Σέλντον, με τόνο που πρόδιδε την έκπληξή του. «Οι μισοί είναι σκοτωμένοι· οι άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και τους κρατάμε αλυσοδεμένους». Ο Ρόις βούτηξε πάλι τον δόλιο από την πουκαμίσα και τον ταρακούνησε άλλη μια φορά. «Δεν μπορούσες να μου το πεις απ’ την αρχή, ανόητε;!» «Νόμιζα ότι σ’ το είπα, μιλόρδε. Νικήσαμε!» «Πώς;» «Ο άρχοντας Άλντεν κάλεσε όλους τους άντρες για εξάσκηση σε τακτικούς


ελιγμούς, στο ανατολικό λιβάδι. Αλλά ο ξάδελφός μου ο Άρνι ήταν νότια στο ποτάμι και δεν το έμαθε. Αυτός ήταν που είδε το καράβι των Βίκινγκς». «Μόνο ένας;» «Ναι, μιλόρδε. Ο Άρνι έτρεχε να πει τα μαντάτα στο Γουίντχερστ, αλλά έπεσε τυχαία πάνω στους άντρες του άρχοντα Άλντεν στο ανατολικό λιβάδι. Ο μόνος λόγος που τόλμησε ο άρχοντας Άλντεν να επιτεθεί ήταν επειδή ήταν οπλισμένοι, έτοιμοι για επίθεση και τόσο κοντά στην όχθη. Είχαμε χρόνο, αν και ίσα ίσα, για να τους στήσουμε ενέδρα. Οι άντρες σκαρφάλωσαν στα δέντρα του δάσους μπροστά στην όχθη και χτύπησαν τους Βίκινγκς όπως περνούσαν από κάτω. Σκοτώθηκαν τόσο πολλοί στην αιφνιδιαστική επίθεση, ώστε καταφέραμε να διαλύσουμε όσους έμειναν». Ο Ρόις πίεσε τον εαυτό του να ξεστομίσει την επόμενη ερώτηση. «Πόσους δικούς μας χάσαμε;» «Μόνο δύο». «Και οι τραυματίες;» «Λίγοι παραπάνω… δεκαοχτώ, για την ακρίβεια». «Δεκαοχτώ!» «Οι Βίκινγκς πολεμούσαν σαν δαίμονες, μιλόρδε – γιγάντιοι δαίμονες», δικαιολογήθηκε ο Σέλντον. Η έκφραση του Ρόις σκοτείνιασε. «Ας μη χάνουμε στιγμή, τότε. Θέλω να δω όσους επέζησαν απ’ αυτούς τους αιμοδιψείς πειρατές». «Ε, ξέρεις, άρχοντά μου, ο άρχοντας Άλντεν…» «Δεν σκοτώθηκε!» βόγκηξε ο Ρόις. «Όχι, όχι», απάντησε βιαστικά ο Σέλντον, ξέροντας πόσο δεμένα μεταξύ τους ήταν τα δύο ξαδέλφια. «Αλλά πληγώθηκε σοβαρά», πρόσθεσε απρόθυμα. «Πού;» «Στην κοιλιά». «Κύριε των Δυνάμεων!» αναφώνησε ο Ρόις, τρέχοντας κιόλας να βρει τον Ρέντγουντ.


Κεφάλαιο 7 Η Κρίστεν ξύπνησε με κόπο, νιώθοντας λες και ο Θορ της κοπανούσε το κεφάλι με το σφυρί του. Ο Θεός να τη λυπηθεί, είχε και ειδωλολατρικές παραισθήσεις τώρα, αλλά αυτός ο πονοκέφαλος ήταν χειρότερος απ’ ό,τι είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της. Και τότε κατέκλυσαν τη συνείδησή της και άλλα, χειρότερα δεινά. Ανακάθισε απότομα, κι ένα κύμα ζαλάδας την έκανε να πέσει στο πλάι, αφήνοντας ένα βογκητό πόνου. Την έπιασαν δυο χέρια, και το κροτάλισμα αλυσίδας που συνόδεψε την κίνηση αυτή την έκανε να ανοίξει διάπλατα τα μάτια. Βρέθηκε να κοιτάζει τον Θόρολφ, που ανταπέδιδε το βλέμμα της, κι έπειτα στράφηκε στο πλάι να δει ποιος την κρατούσε. Ήταν ο Άιβαρ, ένας φίλος του Σέλιγκ. Ανακάθισε και κοίταξε φρενιασμένα γύρω της. Ήταν συνολικά δεκαεφτά, όλοι τους καθισμένοι κάτω, γύρω από έναν ψηλό πάσσαλο. Πολλοί απ’ αυτούς κείτονταν αναίσθητοι, με βαθιές πληγές, και ήταν όλοι δεμένοι μεταξύ τους με αλυσίδες στους αστραγάλους, με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζουν κύκλο γύρω από τον πάσσαλο. Αλλά ο Σέλιγκ δεν ήταν ανάμεσά τους. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ικεσία, όταν εστίασαν ξανά στα γαλανά μάτια του Θόρολφ. «Ο Σέλιγκ;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι, και το θρηνητικό ουρλιαχτό ξεχύθηκε από τα χείλη της πριν καν αντιληφθεί ότι φώναξε. Ο Άιβαρ της κάλυψε το στόμα, ενώ ο Θόρολφ έσκυβε στο αφτί της. «Δεν έχουν καταλάβει ότι είσαι γυναίκα!» σφύριξε σφίγγοντας τα δόντια του. «Θες να μας αναγκάσεις να καθόμαστε ανήμποροι εδώ και να τους κοιτάμε να σε σέρνουν πέρα για να σε βιάσουν ομαδικά; Πρόσεξε, Κρίστεν! Είναι γελοίο να προδοθείς με στριγκλιές!» Βλεφάρισε δείχνοντας τη συναίνεσή της, και ο Θόρολφ έγνεψε στον Άιβαρ να την αφήσει. Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα και διπλώθηκε στα δύο, συντετριμμένη από την αδιανόητη απώλεια. Ήθελε να ουρλιάξει, είχε ανάγκη να εξωτερικεύσει τον πόνο της. Χωρίς αυτή την εκτόνωση, η ένταση θέριευε επικίνδυνα μέσα της, ώσπου δεν ήταν σε θέση να την ελέγξει. Τα αναφιλητά της δυνάμωναν, μέχρι που μια ζυγισμένη γροθιά την πέτυχε στο σαγόνι και την έριξε αναίσθητη στα μπράτσα που περίμεναν σε ετοιμότητα. Όταν η Κρίστεν ξύπνησε πάλι, ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Κατάπιε τον στεναγμό της και ανακάθισε αργά, κοιτάζοντας τον Θόρολφ με μάτια γεμάτα


κατηγόρια. «Με χτύπησες». Δεν ήταν ερώτηση, φυσικά. «Σε χτύπησα». «Και πρέπει να σου πω κι ευχαριστώ από πάνω». «Καλό θα ήταν». «Μπάσταρδε». Θα γελούσε με την αντίθεση ανάμεσα στον τόνο της και στον χαρακτηρισμό που του πέταξε κατάμουτρα, αλλά δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή. Νωρίτερα είχαν μείνει αφρούρητοι, όσο οι εχθροί τους φρόντιζαν τους δικούς τους τραυματίες, αλλά τώρα τους παρακολουθούσαν βλοσυρά δύο άντρες που προφανώς είχαν αναλάβει χρέη δεσμοφυλάκων. «Ο θρήνος μπορεί να περιμένει, Κρίστεν», της είπε μαλακά ο Θόρολφ. «Το ξέρω». Τέντωσε τα πόδια της, με τους βαριούς σιδερένιους κρίκους γύρω από τους αστραγάλους της. Το δανεικό ασημένιο κράνος του Όταρ είχε κάνει φτερά, μαζί με τη ζώνη και το στιλέτο της με τα πετράδια στη λαβή. Της είχαν πάρει ως και τις μπότες της με τη γούνα στα τελειώματα. «Έκλεψαν ό,τι αξίας είχαμε πάνω μας;» ρώτησε. «Ναι. Θα σου είχαν πάρει και το γιλέκο, αν δεν ήταν τόσο φαγωμένο». «Και βαμμένο με αίμα», πρόσθεσε εκείνη χαμηλώνοντας το βλέμμα στις σκουρόχρωμες κηλίδες που την κάλυπταν, αφού το αίμα του άντρα που είχε σκοτώσει πετάχτηκε σαν πίδακας και την έλουσε ολόκληρη. Ψηλάφισε το κεφάλι της να βρει το καρούμπαλο που την έριξε αναίσθητη, και τότε θυμήθηκε. «Τα μαλλιά μου!» Η πλεξούδα της ήταν ακόμα κρυμμένη μέσα στην πουκαμίσα, αλλά σίγουρα κάποιος θα την πρόσεχε, αν την κοίταζε λίγο πιο προσεκτικά. Άρχισε αμέσως να κόβει λίγες τρίχες από τα μαλλιά της. «Όχι, Κρίστεν». Ο Θόρολφ τής τράβηξε κάτω τα χέρια όταν κατάλαβε τι προσπαθούσε να κάνει. «Ούτε σε έναν χρόνο δεν θα τα κόψεις έτσι». «Σου βρίσκεται κανένα μαχαίρι, μήπως;» τον ρώτησε κοφτά. Εκείνος γρύλισε αντί να απαντήσει σε μια τόσο άστοχη ερώτηση κι έπειτα άρχισε να την περιεργάζεται. Χωρίς τη ζώνη της, η κοντή πουκαμίσα έπεφτε ίσια ως τους μηρούς της, πετυχαίνοντας να κρύψει τη βαθιά κοιλότητα της μέσης της. Οι σκούρες καφέ περισκελίδες της ήταν φαρδιές κάτω από τις χαλαρωμένες σταυρωτές καλτσοδέτες, κρύβοντας και εκεί τις χυτές καμπύλες. Τα χέρια και τα πόδια της, γυμνά τώρα, δεν ήταν μικροσκοπικά, αν και ούτε ακριβώς αντρικά. Λίγη παραπάνω βρομιά θα βοηθούσε εκεί, όπως και στα γυμνά της μπράτσα, που ήταν υπερβολικά λεπτά για νεαρό άντρα. Ο Θόρολφ κατένευσε ικανοποιημένα. «Αν δεν ήταν η θεσπέσια κόμη σου,


μόνο η φωνή σου θα τους έκανε να μαντέψουν ότι δεν είσαι νεαρός. Αλήθεια, πώς εξαφάνισες τα στήθη σου;» Η Κρίστεν κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών της και χαμήλωσε το βλέμμα. «Τι ερώτηση είναι αυτή;» «Είμαι περίεργος». «Θόρολφ!» «Μη φωνάζεις, να πάρει! Για την ακρίβεια, μη βγάζεις άχνα όταν είναι κάπου κοντά κάποιος απ’ αυτούς. Θα τους πούμε ότι είσαι μουγκός, κι έτσι λύθηκε το πρόβλημα». «Και τι θα γίνει με τα μαλλιά μου;» Εκείνος σκυθρώπιασε, όμως ξαφνικά χαμογέλασε και βάλθηκε να ξηλώνει το στρίφωμα της πουκαμίσας του. Είπε στον Άιβαρ να κρύψει την Κρίστεν από το οπτικό πεδίο των φρουρών, κι έπειτα έβγαλε την κοτσίδα της από την πουκαμίσα, την έφερε μια βόλτα γύρω από το κεφάλι της, την κάλυψε με τη λωρίδα από το μαλακό ύφασμα του ρούχου του και την έδεσε στη βάση του κεφαλιού της πίσω. «Δεν είναι εκεί το τραύμα μου», θεώρησε σκόπιμο να του πει. «Δεν με απασχολεί εκείνο το αστείο καρούμπαλο», της απάντησε συνωμοτικά. «Στάσου, χρειάζεται μια τελευταία πινελιά». Χτύπησε μερικές φορές το μάλλον άσχημο σκίσιμο στο μπράτσο του και πασάλειψε τα δάχτυλά του με αίμα, το οποίο σκούπισε στο μπανταρισμένο κεφάλι της. «Θόρολφ!» «Πάψε, Κρίστεν! Άδικα θα παιδεύομαι τόση ώρα αν ακούσει κάποιος τη φωνή σου. Τι λες, Άιβαρ; Πιο εύκολα δεν θα την περάσουν για αγόρι τώρα;» «Μ’ αυτό το πρησμένο σαγόνι και την κεφάλα με τον επίδεσμο, ούτε που θα της ρίξει κανείς δεύτερη ματιά», απάντησε χαμογελώντας εκείνος. «Σας είμαι ευγνώμων», είπε χολωμένα η Κρίστεν. Ο Θόρολφ αγνόησε τον σαρκασμό. «Ναι, κάνει λίγο χοντρό το κεφάλι της, αλλά όσο δεν υποψιάζονται ότι μπορεί να είναι κορίτσι, θα σκεφτούν ότι είναι χοντρός ο επίδεσμος. Έτσι βρόμικη κι απεριποίητη που είναι τώρα, μια χαρά τους ξεγελάει. Αλλά κοίτα να είναι σφιχτός, Κρίστεν. Έτσι και πέσει, δεν σε σώζει τίποτα». Τον στραβοκοίταξε για την αχρείαστη προειδοποίηση. «Νομίζω ότι είναι ώρα να μου πείτε πού είμαστε». «Στο βασίλειο του Ουέσεξ». «Στο Ουέσεξ των Σαξόνων;» «Ναι».


Τα μάτια της γούρλωσαν από δυσπιστία. «Δηλαδή σας νίκησε ένας στρατός από μισερούς Σάξονες;» Ήταν σειρά του Θόρολφ να γίνει κόκκινος σαν παντζάρι. «Έπεσαν πάνω μας από τα δέντρα, γυναίκα, και το εννοώ κυριολεκτικά! Οι μισοί από εμάς κείτονταν στο χώμα πριν καταλάβουμε οι υπόλοιποι ότι δεχόμασταν επίθεση!» «Ω, τι άδικο!» έκρωξε εκείνη. «Σας έστησαν ενέδρα;» «Μάλιστα. Ήταν ο μόνος τρόπος να μας νικήσουν, γιατί δεν είχαν καμιά σπουδαία αριθμητική υπεροχή. Και η ειρωνεία είναι ότι δεν μας ενδιέφεραν αυτοί και τα υπάρχοντά τους. Θα προσπερνούσαμε αυτό το μέρος στο οποίο μας έφεραν. Ήταν…» Έκανε μια παύση, κι η έκφρασή του έγινε περίλυπη. «Ξέχνα το». «Τι πράγμα ήταν;» τον πίεσε. «Τίποτα». «Θόρολφ!» «Μα τα δόντια του Θορ, θα κατεβάσεις επιτέλους τη φωνή σου;» την επέπληξε. «Ένα μοναστήρι σκοπεύαμε να λεηλατήσουμε». «Αχ, όχι, Θόρολφ, μη μου πεις». «Σ’ το λέω, και αυτός ήταν ο λόγος που ο Σέλιγκ δεν ήθελε να το μάθεις, γιατί καταλάβαινε πώς θα ένιωθες. Αλλά αυτή ήταν η τελευταία μας ευκαιρία να μοιραστούμε λίγο από τον πλούτο αυτής της γης, Κρίστεν. Σύντομα θα την έχουν κατακτήσει οι Δανοί απ’ άκρη σ’ άκρη. Είπαμε μήπως και προλαβαίναμε να πάρουμε λίγο απ’ αυτόν τον πλούτο. Θα είχαμε ελάχιστους ή καθόλου σκοτωμούς. Το μόνο που θέλαμε ήταν ο μυθικός πλούτος του μοναστηριού του Τζάροου». «Και πώς ξέρατε πού να τον βρείτε;» «Η αδελφή του Φλόκι, αυτή που παντρεύτηκε με Δανό, ήρθε πέρυσι να δει τους δικούς της. Είχε πολλά νέα γι’ αυτά που κάνουν εκεί, και μας είπε για την αποτυχημένη απόπειρα ενάντια στη μονή του Αγίου Παύλου το 871, την πρώτη φορά που επιτέθηκαν στο Ουέσεξ οι ενωμένοι στρατοί του Χάλφνταν «της Ανοιχτής Αγκάλης» και του βασιλιά Γκούθορμ. Σκοπεύουν να κυριέψουν άμεσα το βασίλειο της Μερκίας, παρόλο που αυτοί οι ανόητοι τους πληρώνουν κάθε χρόνο φόρο υποτέλειας, “Ντέινγκελντ”, όπως τον έχουν ονομάσει, για να κρατούν τους Βίκινγκς μακριά. Και μόλις καταλάβουν τη Μερκία, θα ξανάρθουν για τα υπόλοιπα. Αν όχι φέτος ή του χρόνου, σίγουρα αμέσως μετά. Λες να μπορούν να παραβλέψουν αυτή την πλούσια, εύφορη γη; Αυτοί οι κοντοστούπηδες Σάξονες δεν έχουν καμία ελπίδα να τους αποκρούσουν». «Εσάς κατάφεραν να σας νικήσουν», του θύμισε.


«Είχαν την τύχη του Όντιν με το μέρος τους». «Δεν ήταν όλοι κοντοστούπηδες, Θόρολφ. Αυτός που σκότωσα ήταν στο μπόι σου». «Ναι, τον είδα όταν έφεραν τα κάρα για να μεταφέρουν τους τραυματίες τους εδώ. Αλλά δεν τον σκότωσες, Κρίστεν. Τουλάχιστον δεν έχει πεθάνει ακόμα». Της ξέφυγε ένα βογκητό οδύνης. «Δηλαδή δεν κατάφερα καν να πάρω εκδίκηση για τον αδελφό μου;» Έκανε μια κίνηση να την αγγίξει στο μάγουλο για παρηγοριά, αλλά τράβηξε πίσω το χέρι του, μήπως τον έβλεπε κάποιος από τους φρουρούς. «Δεν θα ζει για πολύ ακόμα, αυτό είναι βέβαιο. Η αιμορραγία από το τραύμα στην κοιλιά του ήταν πολύ μεγάλη όπως τον μετέφεραν σ’ εκείνο το μεγάλο κτίριο εκεί». Η Κρίστεν ζάρωσε αναλογιζόμενη τις εικόνες από το μακελειό στο δάσος, κι ας είχε συμμετάσχει και η ίδια. Αλλά η επέμβασή της ήταν δικαιολογημένη. Πώς θα αντίκριζε ξανά τους δικούς της, αν δεν είχε προσπαθήσει έστω να σκοτώσει τον φονιά του αδελφού της; Γύρισε να κοιτάξει προς το σημείο όπου έδειχνε ο Θόρολφ για να διώξει από τον νου της την εικόνα του αίματος που η ίδια έχυσε. Ήταν πράγματι ένα πολύ μεγάλο κτίριο με δύο πατώματα, χτισμένο κυρίως από ξύλο, με μεγάλα και μικρά παράθυρα που άφηναν να μπαίνει το φως της μέρας, αλλά σίγουρα και το κρύο τον χειμώνα. Υπήρχαν πολλά άλλα μικρότερα κτίρια τριγύρω, και ένας ξύλινος φράκτης που τα περιέκλειε, χοντρός, όχι όμως ιδιαίτερα ψηλός. «Ορίστε, βλέπεις και μόνη σου πόσο εύκολο θα ήταν να κυριέψουμε αυτό το μέρος», παρατήρησε ο Θόρολφ. «Αλλά είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για τους Δανούς. Κοίτα εκεί». Του έδειξε μια τεράστια στοίβα από χοντρά αγκωνάρια στην απέναντι πλευρά του περιφραγμένου χώρου. «Φαίνεται ότι ετοιμάζονται να χτίσουν πιο γερό τείχος». «Ναι, είδαμε κι άλλες πέτρες έξω από τον ξύλινο φράχτη», συμφώνησε, κι έπειτα γέλασε περιφρονητικά. «Οι Δανοί θα τους τσακίσουν πριν προλάβουν να τον τελειώσουν, πάντως». Η Κρίστεν ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί θα είχαν δραπετεύσει από εδώ πολύ πριν καταφτάσει οποιοσδήποτε εχθρός τους. Έστρεψε το βλέμμα της πίσω στο μεγάλο οικοδόμημα και σκυθρώπιασε. «Αυτό το μέγαρο θα πρέπει να ανήκει σε κάποιο σπουδαίο άρχοντα. Λες να ήταν εκείνος ο ψηλός;» «Όχι. Από τα λίγα που μπόρεσα να καταλάβω απ’ αυτά που έλεγαν, ο άρχοντας αυτού του πύργου δεν είναι εδώ. Νομίζω ότι έστειλαν να τον φωνάξουν. Έπρεπε να σε προσέχω περισσότερο όταν προσπαθούσες να μου


διδάξεις τη γλώσσα της γριάς Αλφρέντα». «Ναι, έπρεπε, γιατί είσαι ο μόνος που μπορείς να μιλάς για λογαριασμό μας, αν εγώ παριστάνω τη μουγκή». Ο Θόρολφ χαμογέλασε πλατιά. «Θα σου είναι πολύ δύσκολο να κρατάς το στόμα σου κλειστό όσο είναι κάποιος από δαύτους τριγύρω, ε;» Εκείνη ρουθούνισε σε απάντηση, ξέροντας ότι την πείραζε. «Κάπως θα τα καταφέρω, μη φοβάσαι».


Κεφάλαιο 8 Ένας γενναίος άντρας είχε μπει στον κύκλο των Βίκινγκς για να τοποθετήσει έναν πυρσό σε μια τρύπα στον πάσσαλο, στο κέντρο ανάμεσά τους. Έξι φρουροί στέκονταν από κοντά, στην περίπτωση που κάποιος τούς ριχνόταν. Η Κρίστεν έκρυψε ένα χαμόγελο καθώς ο άντρας περνούσε από δίπλα της. Τους είχε ακούσει να μαλώνουν για το ποιος θα έβαζε στη θέση του τον πυρσό, γιατί κανείς τους δεν τολμούσε να έρθει τόσο κοντά στους αιχμαλώτους, παρόλο που ήταν δεμένοι με αλυσίδες, και κάθονταν ή ήταν ξαπλωμένοι σε χαλαρή στάση. Με τόσους λαβωμένους ανάμεσά τους, σίγουρα δεν αποτελούσαν απειλή, τουλάχιστον άμεσα. Ο πυρσός δεν ήταν για τους αιχμαλώτους, αλλά για να μπορούν να τους βλέπουν καθαρά οι τρεις άντρες που έμειναν να τους φρουρούν τώρα που έπεφτε η νύχτα. Δεν τους είχαν φέρει ούτε τροφή ούτε επιδέσμους για τους τραυματίες – και είχαν ανάγκη από τροφή, αν ήθελαν να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να δραπετεύσουν, προφανώς όμως οι Σάξονες δεν είχαν σκοπό να τους αφήσουν να ζήσουν για πολύ. Αυτή η υποψία επιβεβαιώθηκε λίγη ώρα μετά, όταν οι φρουροί άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους. Ο Σάξονας που είχε φέρει τον πυρσό, έχοντας αναθαρρήσει προφανώς αφού δεν τον βρήκε κανένα κακό παρά το ρίσκο που πήρε, μιλούσε πιο δυνατά, έτσι που τον άκουγαν όλοι. «Γιατί κοιτάζει συνέχεια εσένα όσο κοκορεύεται;» ρώτησε η Κρίστεν τον Θόρολφ. «Γιατί πήρα τον λόγο για λογαριασμό όλων μας πιο νωρίς. Μας είχαν περάσει για Δανούς», απάντησε με τόνο που έσταζε περιφρόνηση. «Τους έβρισα χοντρά γι’ αυτό. Οι Δανοί έχουν έρθει για να κλέψουν τη γη τους. Εμείς θέλαμε μόνο να κλέψουμε τα πλούτη τους». «Και πίστευες ότι αυτό θα τους έκανε να μας δουν με συμπάθεια;» σάρκασε εκείνη. Ο Θόρολφ γέλασε. «Δεν πείραξε που το διευκρίνισα». «Έτσι λες;» τον ρώτησε βλοσυρά. «Τότε δεν ακούς τι λένε». «Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο μπάσταρδος μιλάει πολύ γρήγορα για να καταλάβω τι λέει, πέρα από κάποιες σκόρπιες λέξεις. Τι λένε;» Η Κρίστεν έστησε αφτί για λίγο, αποτυγχάνοντας να συγκρατήσει την έκφραση απέχθειας που αποτυπώθηκε στα χαρακτηριστικά της. «Μιλάνε για


κάποιον Ρόις. Ένας είπε ότι θα μας πουλήσει ως σκλάβους. Ο μισερός καυχησιάρης ορκίζεται ότι είναι τέτοιο το μίσος του για όλους τους Βίκινγκς, που αποκλείεται να μας κρατήσει ζωντανούς, και, μόλις γυρίσει, θα μας θανατώσει με βασανιστήρια». Δεν πρόσθεσε ότι ο «μισερός καυχησιάρης», που οι άλλοι φώναζαν Χάνφριθ, προχώρησε σε λεπτομέρειες, τονίζοντας ότι ο Ρόις θα μιμούνταν την ευρηματικότητα των ίδιων των Βίκινγκς και θα υπέβαλε τους αιχμαλώτους στα βασανιστήρια που υπέστη από τους Δανούς ο βασιλιάς της Ανατολικής Αγγλίας: τον είχαν δέσει σε ένα δέντρο και τον χρησιμοποίησαν σαν στόχο τοξοβολίας, μέχρι που θύμιζε σκαντζόχοιρο από τα βέλη. Κι όταν τον έλυσαν από τον κορμό ζωντανό ακόμα, του άνοιξαν την πλάτη, αποκαλύπτοντας τον θώρακά του. Φρικτό μαρτύριο στ’ αλήθεια, αλλά ένας από τους άλλους φρουρούς παρατήρησε ότι μάλλον θα έβαζε να τους πετσοκόψουν λίγο λίγο, κρατώντας τους ζωντανούς για όσο περισσότερο γινόταν και αναγκάζοντάς τους να βλέπουν καθώς θα πετούσαν τις σάρκες τους στα σκυλιά. Η Κρίστεν ήξερε ότι δεν είχε νόημα να τα μεταφέρει στον Θόρολφ όλα αυτά. Το βασανιστήριο είναι βασανιστήριο, όποια μορφή κι αν έχει. Αν έμελλε να πεθάνουν όταν έφτανε αυτός ο Ρόις για τον οποίο μιλούσαν, τότε καλύτερα να άρχιζαν αμέσως να σχεδιάζουν την απόδρασή τους. Γύρισε να κοιτάξει τον ψηλό πάσσαλο γύρω από τον οποίο ήταν δεμένοι, υπολογίζοντας ότι είχε περίπου το ύψος τριών αντρών. Το μήκος των αλυσίδων από τον αστράγαλο του ενός μέχρι του άλλου ήταν μεγαλύτερο απ’ όσο τολμούσε να ελπίσει, τουλάχιστον δύο μέτρα, πράγμα πολύ ανόητο από μέρους των Σαξόνων, αφού τους έδινε μεγάλα περιθώρια ελιγμών. «Θα χρειάζονταν μόνο τρεις άντρες, με το ζόρι τέσσερις, για να σκαρφαλώσουν αυτόν τον πάσσαλο και να μας ελευθερώσουν όλους», σκέφτηκε μεγαλόφωνα η Κρίστεν. «Και μάλλον γι’ αυτό ακριβώς φρόντισαν να μη βάλουν συνεχόμενα τρεις από εμάς χωρίς σοβαρό τραυματισμό». Ήταν ο Άιβαρ που μίλησε, δείχνοντάς της την ανοιχτή πληγή στον μηρό του, που σίγουρα θα τον δυσκόλευε ακόμα και να σταθεί όρθιος. Και ο άντρας στην άλλη μεριά του Θόρολφ είχε ακόμα την αιχμή ενός δόρατος καρφωμένη στον ώμο του. «Εγώ θα μπορούσα να κουβαλήσω έναν άντρα στους ώμους μου», είπε ο Θόρολφ, «αλλά θα μου κόστιζε σε ταχύτητα. Θα μας είχαν γεμίσει βέλη πριν καν πλησιάσουμε στην κορυφή». «Δεν θα μπορούσατε να ξεριζώσετε τον πάσσαλο;» πρότεινε εκείνη.


«Θα χρειαζόταν να σηκωθούμε ταυτόχρονα αρκετοί άντρες για να το επιχειρήσουμε, οπότε σίγουρα θα καταλάβαιναν τι σκαρώνουμε. Θα μπορούσαμε να τον ρίξουμε στο πλάι, αλλά θα έπεφτε αργά, άρα πάλι θα προλάβαιναν να μας πετσοκόψουν με τα σπαθιά τους. Ακόμα κι αν τα καταφέρναμε, πολλοί από μας θα έπεφταν νεκροί, οπότε θα ήταν αδύνατον να τους κουβαλάμε οι υπόλοιποι, έτσι που είμαστε δεμένοι όλοι μεταξύ μας. Λίγο μυαλό αν έχουν, δεν θα πλησίαζαν καν δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία ν’ αρπάξουμε τα όπλα τους, αλλά θα μας ξέκαναν με τα τόξα από μακριά». Η Κρίστεν έπνιξε ένα βογκητό. «Δηλαδή, όσο μας κρατούν δεμένους όλους μαζί με τις αλυσίδες, δεν έχουμε ελπίδα διαφυγής;» «Καμία, τουλάχιστον μέχρι να επουλωθούν οι πληγές μας και να βρούμε κάποιου είδους όπλα», απάντησε ο Άιβαρ. «Μην απελπίζεσαι, Κρίστεν», είπε χαρωπά ο Θόρολφ. «Ίσως αποφασίσουν να μας χρησιμοποιήσουν για να τους εκπαιδεύσουμε να αντιμετωπίσουν τους Δανούς». «Και μετά θα μας αφήσουν να πάρουμε τον δρόμο μας, ε;» «Φυσικά!» Ένας ήχος σαν γρύλισμα ήταν η μόνη της απάντηση, αλλά η ευθυμία του Θόρολφ την έκανε να νιώσει όντως καλύτερα. Αν ήταν γραφτό να πεθάνουν, θα πέθαιναν μαζί, και σίγουρα πολεμώντας και όχι υποκύπτοντας καρτερικά στα βασανιστήρια των Σαξόνων. Αυτός ήταν ο μόνος αποδεκτός θάνατος για τους Βίκινγκς και, παρότι ήταν χριστιανή, στις φλέβες της κυλούσε νορβηγικό αίμα. Ήταν έτοιμη να το δηλώσει, μάλιστα, όταν άνοιξε η ξύλινη πύλη για να μπουν στον περίβολο δύο καβαλάρηδες. Μόνο ο ένας τους άξιζε την αμέριστη προσοχή της έτσι όπως οδηγούσε τον επιβλητικό μαύρο επιβήτορά του προς το μέρος τους. Όταν ξεπέζεψε λίγα μόλις μέτρα μακριά, έμεινε έκπληκτη ανακαλύπτοντας ότι είχε σχεδόν το ύψος του πατέρα της, δηλαδή ήταν αρκετά ψηλότερος από τους περισσότερους νεαρούς που ήταν μαζί της. Ήταν νέος και ο ίδιος, με τετράγωνους ώμους και φαρδύ στέρνο. Το αμάνικο δερμάτινο γιλέκο του αποκάλυπτε τις δασιές σκουρόχρωμες τρίχες που έφταναν σχεδόν ως τον λαιμό του και τα μυώδη μπράτσα με τις χοντρές φλέβες ήταν μπράτσα πολεμιστή. Η ζώνη, που τύλιγε σφιχτά τη μέση του, τόνιζε ένα επίπεδο στομάχι, χωρίς ίχνος λίπους. Τα μακριά πόδια του ήταν επίσης στιβαρά και μυώδη, καλυμμένα με δύο ειδών παντελόνια, αντί για το μονό ρούχο των Βίκινγκς. Το κοντό παντελόνι ως το γόνατο, σαν κιλότα, ήταν χωμένο μέσα σε ένα κολλητό ένδυμα: περισκελίδες δεμένες χιαστί με δερμάτινα λουριά που είχαν μεταλλικά κουμπιά στην άκρη.


Το πρόσωπό του, με έντονα χαρακτηριστικά, ήταν απίστευτα όμορφο, με ολόισια μύτη, χείλη καλογραμμένα και σφριγηλά, με μια υποψία τραχύτητας στο τετράγωνο σαγόνι, χωρίς γενειάδα, αλλά με τη σκιά αξύριστου δέρματος. Μαλλιά σε πλούσια, γυαλιστερή απόχρωση του καστανού έπεφταν κυματιστά στους ώμους του και σχημάτιζαν ατίθασα μπουκλάκια γύρω από το ψηλό μέτωπο και τους κροτάφους του. Αλλά αυτό που καθήλωνε όποιον τον κοίταζε ήταν σίγουρα τα μάτια του. Είχαν μια τόσο σκούρα και συνάμα κρυστάλλινη πράσινη απόχρωση κι έσταζαν τέτοια απέχθεια και μίσος όπως σάρωναν τους αλυσοδεμένους άντρες, που η Κρίστεν κυριολεκτικά κράτησε την ανάσα της τη στιγμή που περνούσε το βλέμμα του από πάνω της. Xαλάρωσε μόνο όταν εκείνος πέταξε μια διαταγή σε έναν από τους φρουρούς και πήγε με μεγάλες δρασκελιές προς το μεγάλο οίκημα. «Δεν μου άρεσε η φάτσα του νεοφερμένου», παρατήρησε ο Άιβαρ δίπλα της. «Τι είπε;» Κάμποσοι άλλοι έκαναν την ίδια ερώτηση, αλλά η Κρίστεν κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Πες τους εσύ, Θόρολφ». «Δεν νομίζω ότι άκουσα καλά», απέφυγε να απαντήσει εκείνος. Η Κρίστεν τον κάρφωσε με μια λοξή ματιά. Οι άντρες είχαν δικαίωμα να ξέρουν, αλλά είτε ο Θόρολφ δεν είχε το κουράγιο να τους το πει είτε δεν πίστευε αυτό που σίγουρα είχε ακούσει. Η Κρίστεν έριξε μια πλάγια ματιά στον Άιβαρ, αλλά δεν άντεξε να τον κοιτάξει στα μάτια. «Τα ακριβή του λόγια ήταν: “Σκοτώστε τους το πρωί”». Ο Ρόις μπήκε στη σάλα και τη βρήκε σπαρμένη παντού με τους πληγωμένους άντρες του. Θα μιλούσε αργότερα στον καθένα τους χωριστά, αλλά αυτή τη στιγμή ανέβηκε τη σκάλα στο βάθος και πήγε κατευθείαν στην κάμαρα του ξαδέλφου του. Ο Άλντεν ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, σκεπασμένος ως τον λαιμό με ένα χοντρό πάπλωμα, τόσο ωχρός που ο Ρόις βόγκηξε ηχηρά, νομίζοντας ότι είχε αφήσει ήδη την τελευταία του πνοή. Οι γυναίκες που έκλαιγαν ολόγυρα επιβεβαίωσαν την τρομερή υποψία. Δύο υπηρέτριες που ο Άλντεν έπαιρνε κάποιες φορές στο κρεβάτι του στέκονταν στη γωνία κλαίγοντας γοερά. Η Μέγκαν, η αδελφή του Ρόις, παιδούλα που είχε ζήσει μόλις οχτώ χειμώνες, καθόταν σε ένα τραπεζάκι με το πρόσωπό της θαμμένο στα χέρια της και τρανταζόταν από τα αναφιλητά. Η Νταρέλ, αδελφή του Άλντεν, ήταν γονατισμένη στο κρεβάτι, με το πρόσωπό της θαμμένο στα καλύμματα, κι


έκλαιγε σπαρακτικά. Ο Ρόις κοίταξε τη μοναδική γυναίκα στην κάμαρα που δεν έκλαιγε, την Έρθα τη Θεραπεύτρια. «Ξεψύχησε; Δεν τον πρόλαβα για λίγες στιγμές;» Η γριά μάγισσα τίναξε πίσω τα κατσαρά καστανά μαλλιά της και του χάρισε ένα χαμόγελο. «Γιατί να ξεψύχησε; Μπορεί και να ζήσει. Μην τον ξαποστείλουμε πριν την ώρα του…» Το νέο πυροδότησε μέσα του ένα μείγμα ανακούφισης και οργής. Ήταν η οργή πάντως αυτή που προκάλεσε την επόμενη αντίδρασή του. «Έξω!» κραύγασε στις απαράδεκτες μοιρολογίστρες. «Κρατήστε τα κλάματά σας για την ώρα που επιβάλλονται!» Η Νταρέλ στράφηκε απότομα προς το μέρος του. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο, όπως και τα φλογισμένα της μάτια, τα μικρά στήθη της ανεβοκατέβαιναν κοφτά από ιερή αγανάκτηση. «Δικός μου αδελφός είναι!» «Δεν αντιλέγω, αλλά σε τι τον ωφελούν οι οδυρμοί σου; Πώς μπορεί να κοιμηθεί για να ανακτήσει τις δυνάμεις του με τέτοιο σαματά που κάνετε; Δεν έχει ανάγκη τα δάκρυά σου για να ξέρει ότι νοιάζεσαι, Νταρέλ». Εκείνη σηκώθηκε όπως όπως για να τον αντικρίσει. Η κορυφή του κεφαλιού της έφτανε με το ζόρι κάπου στο στήθος του. Ευχαρίστως θα τον χτυπούσε με τις γροθιές της, αν τολμούσε. Αντί γι’ αυτό, τέντωσε πίσω τον λαιμό της και τον κάρφωσε με μία δολοφονική ματιά. «Είσαι άκαρδος, Ρόις! Εγώ πάντα το ’λεγα ότι είσαι άκαρδος!» «Το έλεγες, κυρά μου; Τότε δεν θα ξαφνιαστείς όταν μάθεις ότι τα λόγια σου δεν με πληγώνουν! Άντε να σουλουπώσεις λίγο το πρόσωπό σου. Μπορείς να ξανάρθεις και να καθίσεις στο προσκεφάλι του Άλντεν όσο θέλεις, αρκεί να το κάνεις ήσυχα!» Οι δυο καμαριέρες είχαν γίνει ήδη καπνός. Τώρα αποχωρούσε και η Νταρέλ. Η Έρθα δεν ήξερε αν συμπεριλαμβανόταν στην εντολή να φύγουν από την κάμαρα, αλλά προτίμησε να μη ρωτήσει· πήρε το καλάθι της με τα βότανα και την ακολούθησε στη σκάλα. Ο Ρόις έμεινε τώρα να κοιτάζει το τρομαγμένο μουτράκι της αδελφής του. Η έκφρασή του μαλάκωσε. «Δεν είμαι θυμωμένος μαζί σου, ψιψίνα, γι’ αυτό μη με κοιτάς έτσι», της είπε τρυφερά, απλώνοντάς της το χέρι. «Γιατί έκλαιγες έτσι; Επειδή φοβόσουν ότι θα πεθάνει ο Άλντεν;» Η Μέγκαν έτρεξε και τύλιξε τα χέρια της στους μηρούς του, αφού το κεφάλι της μόλις που έφτανε μέχρι τη μέση του. «Η Έρθα είπε ότι μπορεί να γίνει καλά, και προσευχόμουν γι’ αυτό, αλλά μετά έβαλε τα κλάματα η Νταρέλ και…» «Η ξαδέλφη μας σου διδάσκει πολύ κακές συνήθειες σε πολύ άγουρη ηλικία,


ψιψίνα. Έκανες πολύ καλά που προσευχόσουν, γιατί ο Άλντεν έχει ανάγκη τις προσευχές σου για να αναρρώσει γρήγορα. Άραγε όμως γιατί λες πως θα ήθελε να κλαις, ενώ θα ’πρεπε να χαίρεσαι που είναι ακόμα ζωντανός, αφού αντιμετώπισε τους χειρότερους εχθρούς μας;» Δεν ήθελε να της αναλύσει περισσότερο πόσο εξοργιστική ήταν αυτή η μόνιμη έφεση των γυναικών στα δάκρυα, γιατί ήταν ευαίσθητη και έβαζε τα κλάματα με το παραμικρό. Έτσι, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και της σκούπισε τα δάκρυα από τα κατακόκκινα μάγουλά της. «Είναι ώρα να πας στο κρεβάτι σου, Μέγκαν, και κοίτα να προσεύχεσαι για τον Άλντεν μέχρι να σε πάρει ο ύπνος, σύμφωνοι; Άντε, τρέξε τώρα». Τη φίλησε στο μέτωπο και την άφησε κάτω μαλακά. «Σ’ ευχαριστώ, Ρόις», είπε αδύναμα ο Άλντεν τη στιγμή που έκλεισε η πόρτα πίσω από τη μικρή. «Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα άντεχα να παριστάνω τον κοιμισμένο. Μα κάθε φορά που άνοιγα τα μάτια μου, η Νταρέλ ούρλιαζε να γίνω καλά». Ο Ρόις ξέσπασε σε γέλια και τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι. «Ο Σέλντον, αυτός ο βλακέντιος τύπος, μου είπε ότι τραυματίστηκες στην κοιλιά. Μα τον Θεό, δεν περίμενα να σε βρω ζωντανό, πόσο μάλλον να μπορείς να μιλήσεις!» Ο Άλντεν έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει, αλλά έσφιξε τα δόντια του. «Η λεπίδα πέρασε ξώφαλτσα από το στομάχι μου, όμως λίγο έλειψε να με ξεκοιλιάσει. Θεέ μου, πώς πονάει! Κι όταν σκέφτομαι ότι μου το έκανε αυτό ένας μικρός με τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει ποτέ…» «Περίγραψέ τον μου, κι αν είναι ένας απ’ αυτούς κάτω, θα φροντίσω να το πληρώσει ακριβά πριν πεθάνει». «Αμούστακο αγόρι ήταν, Ρόις. Κανονικά δεν έπρεπε να είναι καν μαζί με τους άλλους». «Αν τα παιδιά τους μπορούν να παίρνουν μέρος σε επιδρομή, τότε μπορούν και να πεθάνουν», δήλωσε στεγνά ο Ρόις. «Δηλαδή έχεις σκοπό να τους σκοτώσεις όλους;» «Ναι». «Μα γιατί;» Ο Ρόις τον κάρφωσε με μια φαρμακερή ματιά. «Ξέρεις γιατί». «Ναι, ξέρω γιατί θα ήθελες να τους σκοτώσεις. Θα το κάνεις όμως τη στιγμή που μπορείς να τους χρησιμοποιήσεις; Είναι νικημένοι. Έχουμε το καράβι τους, και ο Γουέιτ μου είπε ότι το αμπάρι τους είναι φορτωμένο με ένα πλούσιο φορτίο, το οποίο σου ανήκει τώρα. Ο Λάιμαν παραπονιέται συνέχεια ότι οι δουλοπάροικοι που πρέπει να χρησιμοποιεί δεν είναι αρκετά δυνατοί για να


μεταφέρουν τα αγκωνάρια, τα οποία είναι απαραίτητα για την κατασκευή του τείχους σου. Κοίτα πόσοι μήνες χρειάστηκαν και μόνο για να μεταφερθούν εδώ μερικές στοίβες. Ήδη του τρέχουν τα σάλια όταν κοιτάζει τις τεράστιες πλάτες αυτών των αιχμαλώτων. Παραδέξου το, Ρόις: οι Βίκινγκς θα μπορούσαν να χτίσουν το τείχος σου στον μισό χρόνο. Και σκέψου και την ειρωνεία, ότι θα τους χρησιμοποιείς για να απωθήσεις τα αδέρφια τους, τους Δανούς!» Η έκφραση του Ρόις δεν άλλαξε. «Βλέπω ότι το συζητήσατε ήδη το θέμα με τον Λάιμαν». «Μου ζάλισε το κεφάλι στη διαδρομή με το κάρο, όπως με κουβαλούσαν εδώ. Αλλά έχει ένα δίκιο, Ρόις. Γιατί να τους σκοτώσεις, ενώ θα είχες μεγαλύτερο όφελος κρατώντας τους ζωντανούς;» «Άλντεν, ξέρεις ότι σε νιώθω πιο κοντά μου απ’ όσο ήταν ποτέ ο αδελφός μου. Πώς μπορείς να μου ζητάς να ζήσω με την πιθανότητα να καταφέρουν να το σκάσουν και να μας σφάξουν όλους στον ύπνο;» «Δεν θα σου ζητούσα ποτέ τέτοιο πράγμα. Αλλά μπορούμε να πάρουμε μέτρα που θα αποκλείσουν κάθε ενδεχόμενο απόδρασης. Σκέψου το μόνο πριν τους καταδικάσεις». Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η Νταρέλ. Τα μάτια της ήταν στεγνά, μα και πάλι έριχναν πυρωμένες λεπίδες στον Ρόις. Οι τρεις τους είχαν μεγαλώσει μαζί, με τον Άλντεν έναν χρόνο μικρότερο από τον Ρόις και την Νταρέλ δύο χρόνια μικρότερη από τον αδελφό της. Εκτός από τη Μέγκαν, ήταν οι μόνοι συγγενείς που είχαν απομείνει στον Ρόις, και τους αγαπούσε. Απλώς κάποιες φορές δεν άντεχε τα γυναικουλίστικα καμώματα της Νταρέλ. «Κατηγορείς εμένα ότι δεν τον αφήνω να αναπαυτεί, κι εσύ τι κάνεις, όταν τον ζαλίζεις με κουβέντες γι’ αυτούς τους αχρείους ειδωλολάτρες;» Ο Ρόις έστρεψε ένα βλέμμα απόγνωσης προς τα ουράνια, κι έπειτα χαμογέλασε στον Άλντεν. «Σε αφήνω στα ικανά χέρια της αδελφής σου». Ο Άλντεν έμεινε να τον κοιτάζει με απόγνωση, μέχρι που έφυγε από την κάμαρα.


Κεφάλαιο 9 Ο Ρόις κοίταξε την αδελφή του να διασχίζει γρήγορα τη σάλα για να κρυφοκοιτάξει από την ανοιχτή πόρτα και μετά να κάνει μεταβολή και να τρέχει σκυθρωπή προς τις σκάλες, απ’ όπου είχε έρθει. Τη φώναξε πριν φτάσει εκεί. Η μικρή πλησίασε χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη στο μακρόστενο τραπέζι όπου καθόταν μόνος κι έτρωγε πρωινό. Εκείνη είχε φάει ήδη με την καμαριέρα της, τη Γιάντελ. Η Νταρέλ τού κρατούσε μούτρα για το προηγούμενο βράδυ, κι έτσι δεν κάθισε μαζί του στο τραπέζι, αλλά παρακολουθούσε από το σημείο όπου ήταν σκυμμένη, πάνω από έναν από τους τραυματίες. Η απροθυμία της Μέγκαν να πλησιάσει τον επιβλητικό αδελφό της ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Αυτή η επιφυλακτικότητα της μικρής απέναντί του ράγιζε την καρδιά του Ρόις, παρόλο που ήξερε ότι την είχε προκαλέσει ο ίδιος με την άθλια συμπεριφορά του εκείνη την πρώτη χρονιά, μετά την ολέθρια επιδρομή των Βίκινγκς. Η Μέγκαν ήταν πάρα πολύ μικρή για να καταλάβει πώς ένιωθε, γιατί ήταν τόσο κακότροπος με όλους, ακόμα και μ’ αυτήν. Τη συγκεκριμένη χρονιά άρχισε να τον φοβάται και δεν έπαψε ποτέ, παρότι μόνο τρυφερότητα και στοργή τής έδειχνε, αφότου συνειδητοποίησε τι έκανε. Η μικρή είχε αποκτήσει πολλούς φόβους από εκείνη τη σκοτεινή περίοδο –την τρόμαζαν οι ξένοι, οι δυνατές φωνές, οι εκρήξεις θυμού– και ο Ρόις τους καταλόγιζε όλους στον εαυτό του. Ήξερε ότι τον αγαπούσε. Ήταν ο πρώτος πίσω από τον οποίο θα χωνόταν όταν ένιωθε ότι είχε ανάγκη από προστασία. Μα την ίδια στιγμή τον ντρεπόταν τόσο πολύ, η συμπεριφορά της ήταν τόσο υποταγμένη και διστακτική, θαρρείς και περίμενε ανά πάσα στιγμή ότι θα τη μάλωνε ή κάτι χειρότερο. Στην πραγματικότητα, αυτή τη στάση κρατούσε απέναντι σε όλους τους άντρες, αλλά ο Ρόις το έφερε βαρέως. «Φοβήθηκες να βγεις έξω;» τη ρώτησε μαλακά όταν τελικά στάθηκε μπροστά του με σκυμμένο το κεφάλι. «Όχι, ήθελα μόνο να δω τους Βίκινγκς. Η Γιάντελ μου είπε ότι ήταν όλοι απαίσιοι άνθρωποι, αλλά εμένα μου φάνηκαν μόνο πληγωμένοι». Του έριξε μια κλεφτή ματιά για να ζυγίσει την αντίδρασή του στα λόγια της και χαλάρωσε όταν τον είδε να χαμογελάει. «Δεν πιστεύεις ότι μπορεί να είναι πληγωμένοι απαίσιοι άνθρωποι;» «Μπορεί, αλλά και πάλι δεν φαίνονται τόσο κακοί. Μέχρι που ένας τους μου χαμογέλασε ή έτσι μου φάνηκε. Γίνεται τόσο νέοι να είναι αληθινά τόσο πολύ


κακοί, Ρόις; Νόμιζα ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν καιρό στην αμαρτία για να γίνουν όντως έτσι». «Αυτοί οι άντρες έξω δεν έχουν την ευλογία του Θεού να τιθασεύει τη μοχθηρία τους, οπότε δεν έχει σημασία πόσο νέοι είναι». «Η Γιάντελ είπε ότι έχουν πολλούς θεούς, κι αυτό τους κάνει επίσης κακούς». «Όχι, αυτό τους κάνει απλώς ειδωλολάτρες οι οποίοι κάνουν θυσίες σε παγανιστικούς θεούς. Σε φοβίζουν;» «Ναι», παραδέχτηκε διστακτικά. «Τι πιστεύεις ότι πρέπει να τους κάνουμε, Μέγκαν;» τη ρώτησε από παρόρμηση. «Να τους διώξουμε μακριά». «Έτσι ώστε να ξανάρθουν και να μας χτυπήσουν πάλι κάποια άλλη στιγμή; Δεν μπορώ να το επιτρέψω αυτό». «Τότε κάν’ τους χριστιανούς». Ο Ρόις γέλασε με την απλή λογική της μικρής. «Αυτό είναι δουλειά του αβά μας, όχι δική μου». «Τότε τι θα τους κάνεις; Η Γιάντελ πιστεύει ότι θα τους σκοτώσεις». Η Μέγκαν αναρίγησε ξεστομίζοντας αυτές τις λέξεις. «Πάντα λέει αυτά που πιστεύει η Γιάντελ;» μουρμούρισε σκυθρωπιάζοντας. Η Μέγκαν χαμήλωσε πάλι το βλέμμα. «Της είπα ότι αποκλείεται, γιατί δεν είναι πια τρομακτικοί, και δεν θα σκότωνες ποτέ άνθρωπο παρά μόνο αν ήταν πάνω στη μάχη». «Μερικές φορές είναι απαραίτητο…» Σταμάτησε έγκαιρα και κούνησε το κεφάλι του. «Ξέχασέ το, ψιψίνα. Τι λες να τους στρώσουμε στη δουλειά να χτίσουν τον τοίχο μας;» «Θα δέχονταν να δουλέψουν για εμάς;» «Α, νομίζω ότι, με το κατάλληλο κίνητρο, θα τους πείθαμε να κάνουν οτιδήποτε θέλαμε», αποκρίθηκε. «Εννοείς ότι δεν θα έχουν άλλη επιλογή;» «Οι αιχμάλωτοι σπάνια έχουν, ψιψίνα, και μην ξεχνάς ότι αυτό ακριβώς είναι. Αν είχαν νικήσει στη μάχη και σε είχαν πάρει μαζί τους στην πατρίδα τους, θα σε είχαν κάνει σκλάβα τους. Δεν γίνεται να περιμένουν κάτι διαφορετικό για τους εαυτούς τους». Σηκώθηκε γιατί περνούσε η ώρα, κι αν αμφιταλαντευόταν ως τώρα, η κουβέντα του με τη Μέγκαν τον είχε βοηθήσει να αποφασίσει. «Μία αδελφική συμβουλή μόνο», πρόσθεσε παραμερίζοντας τα μαλλιά που της έπεφταν στο μάγουλο. «Όσο τους έχουμε εδώ, μην πας κοντά τους. Είναι επικίνδυνοι, Μέγκαν, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Θέλω να μου το υποσχεθείς,


ψιψίνα». Η Μέγκαν κατένευσε σφιγμένα και στάθηκε εκεί, κοιτάζοντάς τον μέχρι που βγήκε από τη σάλα. Την επόμενη στιγμή έτρεξε σαν σίφουνας πάνω για να πει στην γκρινιάρα γριά, που ήταν η καμαριέρα της, ότι οι Βίκινγκς δεν θα θανατώνονταν τελικά. Ο ήλιος είχε ανατείλει για τα καλά όταν βγήκε από τη σάλα και πήγε προς το μέρος τους με αποφασιστικό βήμα. Η Κρίστεν περίμενε αυτή τη στιγμή όπως όλοι, κλωθογυρίζοντας στον νου της όσα την έθλιβαν: το γεγονός ότι δεν θα ξανάβλεπε τους γονείς της, δεν θα αποκτούσε ποτέ οικογένεια, δεν θα έβλεπε καν την επόμενη ανατολή. Ήταν αποφασισμένη να μην πεθάνει με ατιμωτικό τρόπο, αλλά ευχόταν να μην πέθαινε ούτως ή άλλως. Δύο από τους φρουρούς τον σταμάτησαν για να του μιλήσουν, κι έπειτα συγχρόνισαν το βήμα τους με το δικό του διασχίζοντας τον περίβολο μαζί του. Ο κοντοστούπης Σάξονας, ο Χάνφριθ, είχε αντικατασταθεί στην καρδιά της νύχτας, αλλά επέστρεψε νωρίς το πρωί για να συνεχίσει να τους τσιγκλάει με περιγραφές των βασανιστηρίων που τους περίμεναν. Τώρα πήγε κατευθείαν στον Θόρολφ και χτύπησε την πατούσα του αιχμαλώτου με την πλευρά του σπαθιού του. «Ο άρχοντάς μου ο Ρόις θέλει να σας μιλήσει, Βίκινγκ», ανήγγειλε με στόμφο. Η Κρίστεν τσίμπησε τον Θόρολφ για να τον ωθήσει να σηκωθεί, αλλά εκείνος της έσπρωξε πέρα το χέρι με μια κοφτή κίνηση. Ήταν συσπειρωμένος, έτοιμος να επιτεθεί στους Σάξονες, όπως και οι άλλοι, αν γινόταν η παραμικρή κίνηση να τους χωρίσουν για να τους πάρουν για βασανιστήρια. Με μόλις τρεις άντρες να στέκονται μπροστά τους, ήταν μάλλον απίθανο να είχε έρθει η στιγμή, αλλά δεν σκόπευε να το ρισκάρει. Ο Σάξονας άρχοντας με τα βαθυπράσινα μάτια περιεργαζόταν σχεδόν αδιάφορα τους αιχμαλώτους, σαν να τους έβλεπε για πρώτη φορά. Αντίθετα από χτες, η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. Η ελεεινή κατάστασή τους βέβαια ήταν πιο φανερή τώρα, κάτω από τον λαμπερό ήλιο, και προφανώς ένιωθε ότι δεν αποτελούσαν κίνδυνο γι’ αυτόν, αλλιώς δεν θα στεκόταν τόσο κοντά. Η άνεσή του συνιστούσε σχεδόν πρόκληση. Δεν φοβάται αυτός ο Σάξονας, σκεφτόταν η Κρίστεν όταν το βλέμμα του πέρασε φευγαλέα από πάνω της, κι αμέσως μετά ξαναγύρισε απότομα. Εκείνη χαμήλωσε το δικό της νιώθοντας την καρδιά της να χάνει έναν χτύπο στην επίγνωση ότι τα σκούρα πράσινα μάτια του την είχαν ξεχωρίσει, τρέμοντας ότι εκείνος είχε δει κάτω από τη μεταμφίεσή της.


Δεν σήκωσε το βλέμμα της ξανά, μέχρι που τον άκουσε να μιλάει – κι η αμηχανία της εντάθηκε ακόμα περισσότερο. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πως, δεμένη όπως ήταν με τον Θόρολφ, τον μόνο που υποτίθεται ότι μπορούσε να μιλήσει για λογαριασμό τους, βρισκόταν πολύ κοντά στο αντικείμενο της προσοχής τους. Με μερικά πλάγια βήματα γλίστρησε πίσω του και καμπούριασε, καταφέρνοντας να εξαφανιστεί πίσω από τους τετράγωνους ώμους του. Στο μεταξύ, ο Σάξονας κοίταζε κατάματα τον Θόρολφ. «Μου είπαν ότι μιλάς τη γλώσσα μας». «Μερικά», παραδέχτηκε ο Θόρολφ. «Ποιος είναι ο αρχηγός σας;» «Πέθανε». «Το καράβι ήταν δικό του;» «Του πατέρα του». «Πώς λέγεσαι;» «Θόρολφ Έρικσον». «Τότε δείξε μου τον καινούριο σας αρχηγό, Θόρολφ, γιατί ξέρω ότι θα έχετε διαλέξει κάποιον». Ο Θόρολφ έμεινε σιωπηλός για μερικές στιγμές. «Πες αργά», είπε τελικά. Το πρόσωπο του Ρόις συσπάστηκε από ανυπομονησία. «Ο καινούριος αρχηγός σας. Ποιος είναι;» Ο νεαρός χαμογέλασε τώρα και φώναξε: «Όταρ, σήκω πάνω και παρουσιάσου στον Σάξονα». Η Κρίστεν κοίταξε τον ξάδελφό της να σηκώνεται επιφυλακτικά, μιας και δεν είχε καταλάβει λέξη απ’ όσα είχαν ειπωθεί μέχρι που τον φώναξε ο Θόρολφ. Βρισκόταν στην άλλη μεριά του κύκλου από εκείνη, αλλά είχε καταφέρει να την πλησιάσει το προηγούμενο βράδυ, σέρνοντας μαζί άλλους τρεις άντρες. Και οι δύο αδελφοί του είχαν σκοτωθεί, αλλά κρατούσε την οδύνη θαμμένη βαθιά μέσα του, όπως κι αυτή εξάλλου. Μιας και ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους αλλά και ξάδελφος του Σέλιγκ, ήταν λογικό να θεωρείται αρχηγός τους. «Πώς τον λένε;» ρώτησε ο Ρόις κοιτάζοντας τον Όταρ από πάνω ως κάτω. «Όταρ Χάαρντραντ», απάντησε ο Θόρολφ. «Πολύ καλά. Πες στον Όταρ Χάαρντραντ ότι με έπεισαν να δείξω μεγαλοψυχία. Δεν μπορώ να σας αφήσω να φύγετε, αλλά θα σας προσφέρω τροφή και καταφύγιο, αν δεχτείτε να με υπηρετείτε. Χρειάζομαι έναν πέτρινο τοίχο γύρω απ’ αυτό το αρχοντικό. Αν επιλέξετε να μη δουλέψετε, απλά δεν θα έχετε τροφή».


«Μιλάμε», είπε ο Θόρολφ αντί να ζητήσει από τον Σάξονα να επαναλάβει τα λόγια του πιο αργά, δείχνοντας τους συντρόφους του. Ο Ρόις έγνεψε καταφατικά. «Αλίμονο, συζητήστε το». Ο Θόρολφ φώναξε τους άντρες να μαζευτούν πιο κοντά, αλλά μόνο σαν δικαιολογία για να φέρει την Κρίστεν στο κέντρο του κύκλου, όπου κανείς δεν μπορούσε να τη δει να μιλάει. «Μα τα δόντια του Θορ! Τι στην ευχή έλεγε τόση ώρα, Κρίστεν;» Το χαμόγελό της έφτανε ως τα αφτιά. «Δεν έχει σκοπό να μας σκοτώσει. Θέλει να μας βάλει να χτίσουμε τον πέτρινο τοίχο του». «Σιγά μην ιδρώσω για τον μπάσταρδο!» «Τότε θα πεθάνεις της πείνας», απάντησε η Κρίστεν. «Οι όροι του ήταν σαφείς. Δουλεύουμε για την τροφή μας και για να έχουμε καταφύγιο». «Σαν σκλάβοι!» «Μη γίνεστε ανόητοι!» σφύριξε μέσα από τα δόντια της. «Έτσι θα κερδίσουμε χρόνο για να δραπετεύσουμε». «Αφού ορθοποδήσουμε», συμφώνησε ο Όταρ. «Πες του το τώρα, Θόρολφ. Δεν θα κερδίσουμε τίποτα αν καταλάβει ότι δεν δεχόμαστε με ενθουσιασμό την πρότασή του». Ο Θόρολφ σηκώθηκε αυτή τη φορά και φώναξε τον Ρόις πίσω. «Οι αλυσίδες;» ρώτησε πρώτα. «Παραμένουν. Δεν είμαι τόσο κουτός ώστε να σας δείξω εμπιστοσύνη». Ο Θόρολφ χαμογέλασε αργά, κατανεύοντας. Ο Σάξονας ήταν συνετός, όμως δεν ήξερε τι σημαίνει να είσαι Βίκινγκ που έχει ανακάμψει, έχει χορτάσει και είναι αποφασισμένος να αποδράσει…


Κεφάλαιο 10 Μια γερόντισσα ήρθε να περιποιηθεί τις πληγές τους. Ήταν βρόμικη και απεριποίητη, ντυμένη με μια εφαρμοστή, μακρυμάνικη καμιζόλα σαν μεσοφόρι, κι από πάνω ένα πιο κοντό αμάνικο φουστάνι χωρίς ζώνη, που το έκανε να μοιάζει με σάκο. Περπατούσε πολύ ευθυτενής για την ηλικία της, και είπε ότι το όνομά της ήταν Έρθα. Η στάση της ήταν ανθρώπου που έχει ζήσει όσα χρόνια επιθυμούσε να ζήσει, κι έτσι ήταν αγενής, τολμηρή κι ατρόμητη, σαν να μη σκοτιζόταν για τις όποιες συνέπειες μπορεί να επέσυραν οι πράξεις της. Η Κρίστεν παρακολουθούσε τη θεραπεύτρια διασκεδάζοντας αλλά και νιώθοντας την ίδια στιγμή κάπως ανήσυχη. Η Έρθα ζουλούσε και έψαυε άντρες που ήταν σαν γίγαντες δίπλα της, χασκογελώντας με τα βογκητά ή τις έντονες διαμαρτυρίες τους. Το ανησυχητικό ήταν ότι θα έφτανε και στην ίδια κάποια στιγμή και θα ήθελε να εξετάσει το υποτιθέμενο τραύμα στο κεφάλι της – πράγμα που δεν μπορούσε να επιτρέψει. Επιπλέον, δεν είχε και την καλύτερη διάθεση εξαιτίας της ζέστης, με την οποία δεν ήταν κανείς τους εξοικειωμένος. Πολλοί από τους άντρες είχαν πετάξει όσα ρούχα μπορούσαν από πάνω τους, αλλά εκείνη δεν τολμούσε να το κάνει. Θα λυπόταν ακόμα και την Έρθα για το διπλό της φουστάνι, πάνω από κάποιο αθέατο εσώρουχο σίγουρα, με τη διαφορά ότι η γερόντισσα δεν φαινόταν να δυσφορεί καθόλου. Αλλά πάλι, ήταν φυσικό να την έχουν συνηθίσει οι Σάξονες. Η Έρθα τελείωσε με τον Άιβαρ και κάθισε ανακούρκουδα δίπλα στην Κρίστεν, γνέφοντάς της για να της δείξει τα άλλα τραύματά της πέρα από το κεφάλι της, συμπεραίνοντας την ύπαρξή τους από τις κηλίδες αίματος στα ρούχα της. Η Κρίστεν έγνεψε αρνητικά. Σε απάντηση, η Έρθα άπλωσε το χέρι στον επίδεσμο στο κεφάλι της. Η Κρίστεν της χτύπησε το χέρι για να εμποδίσει την κίνησή της αυτή και εισέπραξε ένα δυνατότερο χτύπημα σε ανταπόδοση. Στην επόμενη απόπειρα της Έρθα να αφαιρέσει τον επίδεσμο, η Κρίστεν πήδηξε όρθια δεσπόζοντας απειλητικά πάνω από τη βραχύσωμη θεραπεύτρια, ελπίζοντας ότι θα της έκοβε μια και καλή τη φόρα. Χρειάστηκε να γραπώσει σφιχτά τους καρπούς της Έρθα για να της κατεβάσει τα χέρια από το κεφάλι της. Όμως τιμωρήθηκε νιώθοντας την αιχμή ενός σπαθιού να κεντάει τα πλευρά της. Κάμποσοι άλλοι Βίκινγκς σηκώθηκαν, και ο Σάξονας φρουρός, που είχε έρθει να υπερασπιστεί την Έρθα, υποχώρησε. Τρομαγμένος, κάλεσε αμέσως βοήθεια. Η Κρίστεν βόγκηξε βλέποντας τι προκάλεσε, αν και δεν είχε άλλη επιλογή.


Εφτά Σάξονες έτρεχαν προς το μέρος τους με γυμνωμένα σπαθιά. Αγριοκοίταξε την Έρθα για την ξεροκεφαλιά της κι εντέλει άφησε τα χέρια της. Ήταν ο Θόρολφ που σταμάτησε τη γερόντισσα τώρα, τραβώντας την Κρίστεν πίσω του. Ευτυχώς, οι Σάξονες κοντοστάθηκαν όταν έφτασαν αρκετά κοντά στους αιχμαλώτους για να δουν ότι κανείς δεν απειλούσε πια την Έρθα. «Τι τρέχει;» ρώτησε επιτακτικά ο Χάνφριθ. «Ο μικρός δεν μ’ αφήνει να εξετάσω την πληγή του», διαμαρτυρήθηκε η Έρθα. Ο Χάνφριθ στράφηκε στον Θόρολφ για εξηγήσεις. «Πληγή κλείνει. Αφήνει ήσυχο», δήλωσε εκείνος. Ο φρουρός γρύλισε μέσα από τα δόντια του και αγριοκοίταξε την Έρθα, θεωρώντας την υπαίτια για τον πανικό. «Για να μπορεί να πετάγεται έτσι όρθιος, μάλλον δεν έχει ανάγκη τις περιποιήσεις σου, γερόντισσα». «Πρέπει να αλλάξω τον επίδεσμο», επέμεινε εκείνη. «Είναι μουσκεμένος με αίμα». «Παράτα τον. Φρόντισε αυτούς που θέλουν κι άσε τους άλλους να κάνουν ό,τι νομίζουν». Αμέσως μετά στράφηκε στον Θόρολφ. «Προειδοποίησε τον φιλαράκο σου να μην απλώσει άλλη φορά τα κουλά του, αν τα θέλει». Ήταν φανερό ότι ο Χάνφριθ δεν ήθελε να δώσει συνέχεια στο θέμα, τη στιγμή που τόσοι Βίκινγκς ήταν έτοιμοι να επέμβουν για να υπερασπιστούν το αγόρι, αλλά η Έρθα απομακρύνθηκε χολωμένη, μουρμουρίζοντας για τον «γυναικωτό» νεαρό. Ένας από τους Σάξονες παρατήρησε ότι ίσως γι’ αυτό ακριβώς τον πήραν οι Βίκινγκς μαζί τους, κι έφυγαν όλοι σκασμένοι στα γέλια. Τα μάγουλα της Κρίστεν είχαν πάρει φωτιά με την παρατήρηση. Όταν ο Θόρολφ το πρόσεξε και της ζήτησε μετάφραση, κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κοκκινίζοντας ακόμα περισσότερο. Ήθελε να την πειράξει και επέμεινε να ζητάει εξηγήσεις, ξέροντας ότι η Κρίστεν σπάνια ερχόταν σε τέτοια αμηχανία. Το μόνο που κατάφερε ήταν να του κοπανήσει μια γερή ξυλιά στο χέρι και να καθίσει κάτω με την πλάτη προς το μέρος του. Από την καινούρια της θέση, μπορούσε να δει το αρχοντικό – και τότε πρόσεξε έναν άντρα που στεκόταν στο παράθυρο του πάνω ορόφου. Το πρόσωπό του ήταν στη σκιά, οπότε δεν μπορούσε να μαντέψει ποιος ήταν. Ανακαλύπτοντας ότι δεν τους παρακολουθούσαν μονάχα οι φρουροί, τους οποίους πάντα έλεγχε αν κοίταζαν πριν μιλήσει στον Θόρολφ ή σε κάποιον άλλο, ένιωσε άβολα. Θα έπρεπε να είναι πιο επιφυλακτική στο εξής, ξέροντας ότι ίσως τους κατασκόπευε κάποιος από το αρχοντικό. Τους έδωσαν τροφή αμέσως μόλις η Έρθα τελείωσε τη δουλειά της και, σε


όσους είχαν μείνει ξυπόλυτοι επειδή είχαν την ατυχία να φορούν καινούριες ή πολύ καλοφτιαγμένες μπότες, τους τις επέστρεψαν πίσω, παρότι δεν μπορούσαν να τις φορέσουν με τις αλυσίδες στους αστραγάλους. Αυτό το πρόβλημα λύθηκε αργότερα το απομεσήμερο, όταν έπιασε δουλειά ο σιδεράς. Αυτός αφαίρεσε τα σιδερένια ελάσματα από τους αστραγάλους τους και τα αντικατέστησε με καινούρια, αυτή τη φορά με κοντή αλυσίδα προσαρμοσμένη σε κάθε ζευγάρι. Τα ελάσματα έκλειναν και ασφάλιζαν, αλλά υπήρχε μια τρύπα κλειδιού στην καθεμία για να μπορούν να αφαιρούνται, και το κλειδί δεν φαινόταν πουθενά. Ένας σιδερένιος κρίκος στο πίσω μέρος κάθε ελάσματος επέτρεπε να περνάει από μέσα μια μακρύτερη αλυσίδα. Η συγκεκριμένη είχε μήκος μόνο έξι μέτρα, και μόλις περάστηκε από τον κρίκο στο πόδι κάθε άντρα και συνδέθηκαν οι άκρες της, ο κύκλος που σχημάτιζαν γύρω από τον ψηλό πάσσαλο έγινε πολύ μικρότερος, περιορίζοντας κατά πολύ τα περιθώρια κίνησής τους. Η Κρίστεν φουρκίστηκε με αυτή την καινούρια προφύλαξη εναντίον τους. Υπέθεσε ότι θα μπορούσαν να αφαιρέσουν τη μακριά αλυσίδα όταν τους έστρωναν στη δουλειά, αλλά μια πιο κοντή ανάμεσα στους αστραγάλους τούς επέτρεπε μόνο μικρά βήματα, κι αυτά όχι πολύ βιαστικά προφανώς, οπότε τους φαντάστηκε όλους να μπουρδουκλώνονται και να σωριάζονται κάτω μέχρι να συνηθίσουν να βαδίζουν σχεδόν χοροπηδώντας. Θα ήταν πολύ ταπεινωτικό, και προφανώς αυτό επιδίωκαν οι άτιμοι οι Σάξονες. Η Κρίστεν είχε πάρει πίσω τις μπότες της, όπως και οι άλλοι, αν και είχαν αφαιρέσει τη γούνα στο τελείωμα. Τουλάχιστον προστάτευαν τους αστραγάλους της από τα μεταλλικά ελάσματα – τα οποία όμως ήταν πολύ σφιχτά, συνεπώς θα έσκιζαν αναπόφευκτα το λεπτό της δέρμα. Δεδομένου ότι οι δικοί της αστράγαλοι ήταν πολύ πιο λεπτοί από των αντρών, ο σιδεράς έστειλε να του φέρουν ένα στενότερο ζευγάρι ελάσματα, φτιαγμένο προφανώς για κάποιο αγόρι πολύ κοντύτερο από εκείνη. Εκείνο το βράδυ έβρεξε, και παρατημένοι έξω στην ύπαιθρο όπως ήταν, κάθε άλλο παρά χάρηκαν με τη νεροποντή. Η Κρίστεν βασανίστηκε περισσότερο απ’ όλους παλεύοντας μάταια να καλύψει τον ματωμένο επίδεσμό της για να μην ξεπλυθεί. Τελικά ο Θόρολφ έβαλε τα γέλια με τις προσπάθειές της και τη βοήθησε απλώνοντας τα δικά του μπράτσα πάνω από το κεφάλι της και σκεπάζοντάς τη με το σώμα του. Και μπορεί έτσι να μη μούσκεψε ο επίδεσμος, αλλά δυσκόλεψε πολύ τον ύπνο και των δύο. Από το παράθυρό του, ο Ρόις παρακολουθούσε τη σκηνή κάτω στον περίβολο. Είδε το αγόρι να διαμαρτύρεται και να προσπαθεί να αποδιώξει τον Θόρολφ,


όπως είδε τον γιγαντόσωμο Βίκινγκ να το χτυπάει στην πλάτη και να του φωνάζει κάτι στο αφτί, πριν καλύψει τελικά τον νεαρό με τα μπράτσα του, ξαπλώνοντας ο μισός σχεδόν από πάνω του. Μετά απ’ αυτό έμειναν ακίνητοι, όπως και οι άλλοι. Οι φρουροί είχαν στήσει ένα μικρό στέγαστρο για τη βροχή μπροστά στην αποθήκη. Η υπόλοιπη αυλή, που σιγά σιγά μεταβαλλόταν σε λασπότοπο, ήταν ήσυχη. «Ποιος είναι αυτός που επιτέθηκε στην Έρθα;» Ο Ρόις έριξε μια αφηρημένη ματιά στην Νταρέλ. Είχε πάει να σταθεί πλάι του στο παράθυρο, αφού μάζεψε τα φιλντισένια πιόνια του παιχνιδιού που είχαν τελειώσει. «Ο Βίκινγκ δεν της επιτέθηκε. Απλώς δεν την άφησε να εξετάσει το τραύμα του». «Μα εκείνη είπε…» «Ήμουν μπροστά, Νταρέλ, και η γερόντισσα υπερβάλλει στην περιγραφή της». «Αν τολμούσε να απλώσει σ’ εμένα τα χέρια του, ελπίζω να μην κρατούσες τόσο μετριοπαθή στάση», γρύλισε εκείνη. «Μείνε ήσυχη», της απάντησε μειδιώντας. «Θα μου πεις ποιος είναι;» «Δεν μπορείς να τον δεις τώρα». «Ο Άλντεν είπε ότι αυτός που τον χτύπησε ήταν αμούστακο αγόρι. Για τον ίδιο μιλάμε;» «Ναι, το μικρότερο από τους Βίκινγκς». «Τότε έπρεπε να τον τιμωρήσεις με τον βούρδουλα, αφού τον είδες να σηκώνει χέρι στην Έρθα». «Πολλοί σύντροφοί του φαίνονταν έτοιμοι να πολεμήσουν γι’ αυτόν. Δεν θα ωφελούσε να έχουμε περισσότερους τραυματίες». «Μάλλον όχι», συμφώνησε απρόθυμα εκείνη. «Πώς θα χτίσουν το τείχος μας ετοιμοθάνατοι; Το τείχος είναι πιο σημαντικό. Είναι λίγοι και ελέγχονται σχετικά εύκολα, αλλά οι Δανοί είναι πάρα πολλοί». Ο Ρόις γέλασε. «Βλέπω, ο Άλντεν κατάφερε να σε πείσει ότι μας είναι χρήσιμοι». «Εσύ θα διέταζες να τους σκοτώσουν όλους», του θύμισε με μια υπεροπτική ματιά. «Τουλάχιστον αυτός συνειδητοποίησε ότι θα σε υπηρετούσαν καλύτερα ζωντανοί». «Αλήθεια, δεν είναι ώρα να δεις πώς είναι ο αδελφός σου;» ρώτησε εμφατικά ο Ρόις.


Η Νταρέλ πλατάγισε τη γλώσσα της. «Μπορούσες να μου πεις απλώς να φύγω», είπε φουρκισμένα. «Αυτό θα ήταν αγένεια», της αποκρίθηκε αθώα, σπρώχνοντάς την προς την πόρτα. Ο Ρόις στεκόταν συχνά στο παράθυρο, παρακολουθώντας τους Βίκινγκς να δουλεύουν. Η απροθυμία του να τους αφήνει από τα μάτια του αποτελούσε σαφή ένδειξη ότι δεν είχε χωνέψει ακόμα την παρουσία τους στο Γουίντχερστ. Η αλήθεια είναι ότι δεν συμμεριζόταν και τόσο την αγωνία του Άλντεν και του Λάιμαν για την ανέγερση του αμυντικού τείχους επειδή, όταν θα ερχόταν ξανά η ώρα της μάχης, θα αναμετριόταν με τους Δανούς στα σύνορα του Ουέσεξ, και αμφέβαλε ότι θα κατόρθωναν να προελάσουν τόσο νότια ώστε να απειλήσουν το Γουίντχερστ. Αλλά, αφού ο βασιλιάς Αλφρέδος είχε δώσει εντολή στους ευγενείς του να οχυρώσουν τους πύργους τους, και είχαν έτσι κι αλλιώς πλούσιο απόθεμα οικοδομικών υλικών από τα ρωμαϊκά ερείπια πιο πέρα, συμφώνησε να υψώσουν ένα πέτρινο τείχος είτε τους χρησίμευε είτε όχι. Και οι Βίκινγκς είχαν χτίσει ήδη τα αγκωνάρια που οι δουλοπάροικοι είχαν χρειαστεί μήνες για να κουβαλήσουν ως εδώ – και μάλιστα σε μία μόλις εβδομάδα. «Η Μέγκαν μού λέει ότι αυτή είναι η καινούρια σου συνήθεια, ξάδελφε». Ο Ρόις γύρισε ξαφνιασμένος και είδε τον Άλντεν στην πόρτα. «Κάνεις καλά που σηκώθηκες τόσο σύντομα;» «Όχι κι εσύ!» βόγκηξε ο τραυματίας. «Αρκετά με κανακεύουν οι γυναίκες!» Ο Ρόις χαμογέλασε στον νεότερο άντρα, ο οποίος πλησίασε αργά το ανοιχτό παράθυρο για να σταθεί δίπλα του. «Η συντροφιά σου είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτη, γιατί πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πολύ επίμονα το παρελθόν όσο κάθομαι εδώ μόνος. Μάρτυς μου ο Θεός, έχω συνέχεια την αίσθηση ότι θα επιχειρήσουν κάτι τώρα που έχουν ανακάμψει σχεδόν όλοι, κι έτσι κάθε τόσο στέκομαι εδώ και τους παρακολουθώ. Μόνο δύο απ’ αυτούς δυσκολεύονται ακόμα να μεταφέρουν τα τεράστια αγκωνάρια». Ο Άλντεν έγειρε έξω από το παράθυρο κι έπειτα σφύριξε σιγανά μ’ αυτό που είδε στον περίβολο. «Είναι αλήθεια, λοιπόν! Χρειαζόμαστε κιόλας περισσότερες πέτρες!» «Σωστά», παραδέχτηκε απρόθυμα ο Ρόις. «Δύο απ’ αυτούς είναι αρκετοί για να σηκώσουν τους πιο μεγάλους ογκόλιθους που προηγουμένως χρειάζονταν πέντε δουλοπάροικοι για να μετακινήσουν. Να φανταστείς, στο ίδιο διάστημα οι δουλοπάροικοι δεν έχουν τελειώσει ακόμα το υπόστεγο που τους ανέθεσα να


χτίσουν για τους Βίκινγκς, δίπλα στην αποθήκη. Θα περάσουν λίγες μέρες ακόμα πριν μπορέσουμε να τους κλειδώνουμε εκεί για τη νύχτα – οπότε δεν θα χρειαζόμαστε τόσο πολλούς άντρες να τους φρουρούν, τουλάχιστον τα βράδια». «Ανησυχείς υπερβολικά, Ρόις. Τι μπορούν να κάνουν, πεδουκλωμένοι με τις αλυσίδες όπως είναι;» «Ένα γερό τσεκούρι θα ήταν αρκετό για να σπάσει αυτές τις αλυσίδες, ξάδελφε. Ένας από δαύτους μπορεί να τσακίσει δύο από τους άντρες μου πριν προλάβει καν να ξεθηκαρώσει το σπαθί του ένας τρίτος. Και οι ανόητοι συνεχίζουν να πλησιάζουν σε απόσταση αναπνοής, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις μου να κρατιούνται μακριά. Αν έχουν σκοπό οι Βίκινγκς να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, κάτι για το οποίο προσωπικά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία, είναι θέμα χρόνου να το επιχειρήσουν, και τότε θα χυθεί πολύ αίμα». «Κάψε το καράβι τους και πες τους ότι δεν έχουν ελπίδα να διαφύγουν μέσω θαλάσσης», πρότεινε ο Άλντεν. Ο Ρόις απάντησε με ένα γρύλισμα. «Εκπλήσσομαι που δεν σου είπε κανείς ότι αυτό έχει γίνει ήδη». «Τότε χρειάζεσαι ένα κίνητρο που θα τους κάνει να καθίσουν φρόνιμα», είπε ο Άλντεν. «Συμφωνώ, αλλά τι;» «Θα μπορούσες να απομονώσεις τον αρχηγό τους. Αν πιστέψουν ότι θα τον σκοτώσεις στην πρώτη υπόνοια εξέγερσης, σίγουρα θα…» «Όχι, Άλντεν. Το σκέφτηκα κι εγώ, αλλά λένε ότι αυτός που τους οδήγησε εδώ σκοτώθηκε στη μάχη. Και το καράβι που έκαψα ανήκε στον πατέρα του. Επέλεξαν έναν καινούριο αρχηγό ανάμεσά τους, και σίγουρα θα κάνουν το ίδιο αν τον απομονώσω απ’ αυτούς». «Λένε ότι σκοτώθηκε;» Ο Άλντεν συνοφρυώθηκε. «Κι αν λένε ψέματα;» «Πώς;!» αναφώνησε ο Ρόις. «Αν βρισκόταν ακόμα εκεί κάτω, ανάμεσά τους, γιατί να σου το έλεγαν ρισκάροντας να τον χρησιμοποιήσεις σαν μοχλό πίεσης;» «Μα την πίστη μου, αυτό δεν το σκέφτηκα!» Ωστόσο, ο Ρόις σκυθρώπιασε την επόμενη κιόλας στιγμή. «Μπα. Ο μόνος γύρω από τον οποίο συσπειρώνονται όλοι είναι αυτός ο νεαρός. Τον προστατεύουν λες κι είναι μωρό». Στην αρχή υπέθεσε ότι το αγόρι ήταν απλώς αδελφός του Θόρολφ, κι αυτός ήταν ο λόγος που φαινόταν να το κανακεύει ο τεράστιος Βίκινγκ. Αλλά μόλις οι αιχμάλωτοι καταπιάστηκαν με το χτίσιμο, άρχισαν όλοι να προσέχουν τον μικρό, εμποδίζοντας τους φρουρούς να τον τσιγκλάνε, παίρνοντας τις βαρύτερες


κοτρόνες από τα χέρια του και σπρώχνοντάς τον προς τις πιο ελαφριές, σπεύδοντας να τον βοηθήσουν να σηκωθεί κάθε φορά που έτρωγε τα μούτρα του. Κι ενώ ήταν ο πιο βρομερός απ’ όλους, αφού δεν πλησίαζε καν το νερό που τους έδιναν για να πλυθούν, επέμεναν όλοι να τον προσέχουν σαν τα μάτια τους. «Λες να είναι αυτός ο αρχηγός τους;» αναρωτήθηκε ο Άλντεν κοιτάζοντας τον που είχε καθίσει στον χαμηλό τοίχο, όσο τα τελευταία αγκωνάρια έμπαιναν στη θέση τους σύμφωνα με τις οδηγίες του Λάιμαν. «Χαζός είσαι, ξάδελφε; Για αμούστακο παιδί μιλάμε. Εντάξει, νεαροί είναι όλοι, αλλά αυτός είναι ο μικρότερος». «Αλλά αν το καράβι τους ανήκε στον πατέρα του, αναγκαστικά θα ακολουθούσαν όποιον έχει χρίσει εκείνος καπετάνιο». Ο Ρόις το στριφογύρισε λίγο στο μυαλό του. Μπορεί να ήταν τόσο απλό; Και ο βασιλιάς του ο Αλφρέδος, λίγα μόνο χρόνια μικρότερος από τον ίδιο, ήταν δεύτερος στην ιεραρχία από τα δεκάξι του χρόνια. Tούτο εδώ φαινόταν ένα άψητο αγόρι, που χρειαζόταν ακόμα κανάκεμα. Κι όμως, αυτό το άψητο αγόρι είχε καταφέρει ένα σχεδόν μοιραίο τραύμα στον Άλντεν, και ο Άλντεν ήταν εξίσου έμπειρος στη μάχη όσο ο ίδιος ο Ρόις. Τώρα που το καλοεξέταζε, όλοι ανεξαιρέτως οι Βίκινγκς παρατούσαν ό,τι έκαναν κάθε φορά που το αγόρι προσέλκυε την προσοχή, και ήταν σε μόνιμη επαγρύπνηση, έτοιμοι να σπεύσουν να το υπερασπιστούν αν χρειαζόταν. «Μου φαίνεται ότι είναι καιρός να κάνω άλλη μια κουβέντα με τον Θόρολφ», είπε βλοσυρά ο Ρόις. «Ποιον λες;» Ο Ρόις του έδειξε από το παράθυρο. «Εκεί, αυτόν που μόλις φώναξε το αγόρι να πάει κοντά του. Είναι ο μόνος που καταλαβαίνει τη γλώσσα μας, αν και όχι τέλεια». «Απ’ ό,τι βλέπω, ο Λάιμαν δεν θα τους χρειαστεί άλλο σήμερα», παρατήρησε ο Άλντεν. «Ναι, θα τους πάει αύριο στα ερείπια με κάρο για να μεταφέρουν κι άλλες πέτρες. Πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να στείλω ακόμα περισσότερους από τους άντρες μου για να τους φρουρούν όσο θα λείψουν». Συνέχισαν να παρακολουθούν καθώς οι φρουροί βάδιζαν δίπλα στους Βίκινγκς οδηγώντας τους βιαστικά πίσω στον πάσσαλο. Ο Ρόις γύρισε την πλάτη του στο παράθυρο, αλλά τον σταμάτησε η κραυγή του Άλντεν. «Μυρίζομαι μπελάδες». Ο Ρόις γύρισε απότομα. Μπορούσε να δει ότι ένας από τους Βίκινγκς είχε πέσει, και ο Χάνφριθ τον κλοτσούσε με την μπότα του να σηκωθεί. Μάντεψε


την ταυτότητα του πεσμένου Βίκινγκ όταν είδε ότι είχε σταματήσει ολόκληρη η πομπή των αιχμαλώτων. Ο Θόρολφ φώναξε κάτι στον Χάνφριθ, αλλά την ίδια στιγμή ο ανόητος φρουρός προσγειώθηκε βαριά στα πισινά του. Το αγόρι σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από τα χέρια του, και οι Βίκινγκς, ξεσπώντας σε βροντερά γέλια, συνέχισαν τον δρόμο τους. «Τον προειδοποίησα τον βλάκα να μην τους τσιγκλάει», σφύριξε ο Ρόις σφίγγοντας τα δόντια του. «Τυχερός ήταν που δεν τον αφόπλισαν όσο ήταν πεσμένος κάτω». «Κύριε των Δυνάμεων!» έκρωξε ο Άλντεν. «Πάει να επιτεθεί στον νεαρό!» Είχε δει κι ο Ρόις τον Χάνφριθ να σηκώνεται γυμνώνοντας το σπαθί του, αλλά έτρεχε κιόλας έξω από την κάμαρα, κατεβαίνοντας έπειτα ορμητικά τις σκάλες. Παρ’ όλα αυτά, όταν έφτασε στον περίβολο, το κακό είχε γίνει. Ένας από τους φρουρούς είχε καλέσει βοήθεια, και οι τοξότες κύκλωναν ήδη τους αιχμαλώτους μένοντας σε απόσταση ασφαλείας. Τρεις από τους φρουρούς απειλούσαν τον Όταρ, ο οποίος κρατούσε τον Χάνφριθ σε μια λαβή, σαν εναγκαλισμό αρκούδας, που εύκολα θα του τσάκιζε την πλάτη παρότι ο Βίκινγκ δεν φαινόταν να ασκεί ιδιαίτερη πίεση τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο Θόρολφ μιλούσε χαμηλόφωνα στον Όταρ. Το αγόρι δεν φαινόταν πουθενά, μέχρι που ο Ρόις το πρόσεξε τελικά να κρυφοκοιτάζει πάνω από τους ώμους των αιχμαλώτων που είχαν σχηματίσει τείχος μπροστά του. «Πες του να αφήσει κάτω τον δικό μου, Θόρολφ, αλλιώς θα δώσω εντολή να τον σκοτώσουν», γρύλισε ο Ρόις αρκετά αργά, ώστε να είναι βέβαιος ότι ο Βίκινγκ θα καταλάβαινε. Κοίταζε τον Όταρ, που ανταπέδιδε εντελώς ανέκφραστος το βλέμμα του. «Πες του το τώρα, Θόρολφ». «Του είπα», απάντησε ο Βίκινγκ και προσπάθησε να εξηγήσει. «Ξάδελφο Όταρ. Όχι επιτεθεί ξάδελφο Όταρ». Ο Ρόις στράφηκε τώρα στον Θόρολφ. «Αυτός είναι ξάδελφος του νεαρού;» «Ναι». «Τότε εσύ τι του είσαι;» «Φίλος». «Αυτός ο νεαρός είναι ο αρχηγός σας, Θόρολφ;» Ο Θόρολφ φάνηκε έκπληκτος από την ερώτηση, κι έπειτα χαμογέλασε και τη μετέφρασε στους συντρόφους του, οι οποίοι έβαλαν τα γέλια. Αυτό εκτόνωσε τουλάχιστον ένα μέρος της έντασης. Ως και ο Όταρ παρασύρθηκε, αφήνοντας τον Χάνφριθ να σωριαστεί ασθμαίνοντας στα πόδια του. Ο Ρόις άρπαξε τον συμπατριώτη του από τον σβέρκο και τον έσπρωξε μακριά από τους Βίκινγκς. Το σπαθί του Χάνφριθ ήταν πεσμένο στο χώμα, ανάμεσα στον Ρόις και στον


Όταρ. Ο Ρόις έσκυψε και το μάζεψε, ακουμπώντας την αιχμή στο χώμα ώστε να μην αποτελεί απειλή. «Έχουμε πρόβλημα, Θόρολφ», είπε αργά και καθαρά. «Δεν μπορώ να ρισκάρω τέτοιες επιθέσεις ενάντια στους άντρες μου». «Χάνφριθ έκανε επίθεση». «Ναι, το ξέρω», παραδέχτηκε ο Ρόις. «Νομίζω ότι θίχτηκε ο εγωισμός του». «Επίτηδες έριξε… άξιζε κλοτσιά», απάντησε θυμωμένα ο Θόρολφ. Ο Ρόις χρειάστηκε μερικές στιγμές να επεξεργαστεί αυτή την πληροφορία. «Αν έβαλε τρικλοποδιά στο αγόρι, τότε ίσως του άξιζε η κλοτσιά που λες. Αλλά το αγόρι γίνεται μεγαλύτερος μπελάς απ’ ό,τι του αξίζει». «Όχι». «Όχι; Ίσως αν τον χώριζα από εσάς τους υπόλοιπους και του ανέθετα λιγότερο βαριές εργασίες…» «Όχι!» Τα φρύδια του Ρόις έσμιξαν δυσοίωνα. «Πες στον νεαρό να βγει μπροστά. Ας αποφασίσει ο ίδιος». «Μουγκός». «Ναι, μου το είπαν. Αλλά σε καταλαβαίνει μια χαρά, έτσι δεν είναι; Σε έχω δει πολλές φορές να του μιλάς. Φώναξέ τον μπροστά, Θόρολφ». Ο ξανθομάλλης Βίκινγκ προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε αυτή τη φορά και κράτησε το στόμα του κλειστό. Ο Ρόις αποφάσισε να αιφνιδιάσει τους υπόλοιπους πριν τους μεταφέρει ο Θόρολφ τη στιχομυθία τους. Έσπρωξε στην άκρη τους Βίκινγκς που στέκονταν μπροστά, γράπωσε τον νεαρό από τον ώμο και τον τράβηξε προς την περίμετρο της ομάδας. Ο Όταρ έκανε μια κίνηση να τραβήξει πίσω τον νεαρό, αλλά πάγωσε όταν ο Ρόις έφερε την κόψη του σπαθιού στον λαιμό του τελευταίου. Ο Ρόις κοίταξε κατάματα τον Θόρολφ, μισοκλείνοντας τα μάτια του σε δυο σχισμές. «Πιστεύω ότι μου είπες ψέματα γι’ αυτόν εδώ, Βίκινγκ. Πες μου τώρα ποιος είναι!» Ο Θόρολφ έμεινε αμίλητος. Είχαν έρθει κοντά κι άλλοι φρουροί, ενώ μια μακριά λόγχη τον κρατούσε σε απόσταση από τον Ρόις. Άλλοι κρατούσαν υπό έλεγχο τους υπόλοιπους αιχμαλώτους, φυσικά με την απειλή όπλων. «Χρειάζεσαι κάποιο κίνητρο για να λυθεί η γλώσσα σου;» γρύλισε προειδοποιητικά, κι έχασε την υπομονή του όταν και πάλι δεν πήρε απάντηση. Άρχισε να σέρνει το αγόρι προς τον πάσσαλο των αιχμαλώτων. Όταν ο νεαρός έπεσε, αφού η κοντή αλυσίδα δεν του επέτρεπε να ακολουθήσει τις μεγάλες, οργισμένες δρασκελιές του, ο Ρόις τον έστησε βίαια στα πόδια του, ενώ


ταυτόχρονα γάβγιζε διαταγές στους άντρες του. Τη στιγμή που έφτασαν στον πάσσαλο, έσπρωξε τον νεαρό να ακουμπήσει πάνω το μάγουλό του τυλίγοντας γύρω τα μπράτσα του, και του ένωσε τους καρπούς μπροστά, μέχρι που ένας από τους άντρες του έφερε τρέχοντας ένα κοντό σκοινί και τους έδεσε σφιχτά. Μόνο τότε υποχώρησε ο Ρόις από τον πάσσαλο και στράφηκε προς το σημείο όπου στεκόταν ο Θόρολφ. Κάποιοι από τους Βίκινγκς τώρα του φώναζαν, αλλά εκείνος κρατούσε το στόμα του πεισματικά κλειστό, παρόλο που τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Να πίστευε ότι ο Ρόις σκόπευε απλώς να αφήσει δεμένο εκεί τον νεαρό; Ό,τι κι αν πίστευε, θα ανακάλυπτε πολύ σύντομα τις πραγματικές του προθέσεις. Ο Ρόις πήγε να σταθεί πίσω από τον νεαρό, κρύβοντάς τον με τον όγκο του από το οπτικό πεδίο των άλλων αιχμαλώτων. Έβγαλε το στιλέτο από τη ζώνη του και έκοψε το χοντρό γούνινο γιλέκο του νεαρού κατά μήκος της πλάτης. Το δερμάτινο ρούχο ήταν τόσο εφαρμοστό, ώστε ήταν βέβαιο ότι του χάραζε και το δέρμα, αλλά ο μικρός δεν έβγαλε άχνα. Το αλαβάστρινο λευκό δέρμα που αποκαλύφθηκε μπροστά του έκανε τον Ρόις να συνοφρυωθεί. Δεν υπήρχαν γραμμωμένοι μυς να δεχτούν το τσούξιμο του μαστιγίου. Και είχε όντως χαράξει το δέρμα του νεαρού. Μια λεπτή άλικη γραμμή εκτεινόταν από ένα σημείο ανάμεσα στις ωμοπλάτες μέχρι κάτω στη μέση του. Θα αναγκαζόταν να διατάξει να μαστιγώσουν μικρό παιδί, αν ο Θόρολφ δεν ξερνούσε επιτέλους την αλήθεια. Ο Ρόις παραμέρισε για να τους αφήσει να δουν όλοι τι είχε κάνει. «Όχι!» φώναξε ο Θόρολφ κι έσπρωξε στο πλάι τη λόγχη που στόχευε το στήθος του σε μια απόπειρα να πλησιάσει. Ο Όταρ απέσπασε μια δεύτερη λόγχη από τα χέρια ενός φρουρού και τη χρησιμοποίησε για να απωθήσει άλλους δύο, προκαλώντας όποιον τολμούσε να τα βάλει μαζί του, πριν κινήσει κι αυτός μανιασμένος προς τον πάσσαλο. Ο Ρόις τούς ανάγκασε να το ξανασκεφτούν πιέζοντας την αιχμή του στιλέτου του στην απαλή, πάλλευκη πλάτη. «Την αλήθεια, Θόρολφ». «Κανένας! Ένα αγόρι!» επέμεινε ο Βίκινγκ. Ο Γουέιτ τίναξε το μαστίγιο στον αέρα. Ο Θόρολφ έκρωξε πάλι και άρχισε να λέει κάτι, αλλά το αγόρι κουνούσε φρενιασμένα το κεφάλι του δεξιά αριστερά, οπότε σφράγισε το στόμα του. Ο Ρόις εξαγριώθηκε βλέποντας ότι οι επιθυμίες του νεαρού γίνονταν σεβαστές χωρίς καν να χρειάζεται να τις ξεστομίσει. «Πολύ ανόητο από μέρους σου», είπε πηγαίνοντας στην άλλη μεριά του πάσσαλου, ώστε να κοιτάζει καταπρόσωπο το αγόρι και ταυτόχρονα να βλέπει τους βουβαμένους Βίκινγκς, που είχαν παραταχτεί πίσω από τον Θόρολφ. «Εσύ


θα υποφέρεις, όχι αυτός. Εσύ δεν μπορείς να μου πεις, αλλά θα αναγκάσω αυτόν να μου πει ότι είσαι ο αρχηγός τους. Είναι ολοφάνερο. Θέλω μόνο την επιβεβαίωση». Δεν περίμενε απάντηση από μουγκό φυσικά ούτε πίστευε ότι ο νεαρός καταλάβαινε τι του έλεγε. Απλώς ήταν θυμωμένος που τον ανάγκαζαν να επιβάλει αυτή την τιμωρία, και οργίστηκε ακόμα περισσότερο όταν ο νεαρός του έριξε μια φευγαλέα ματιά με τα καταγάλανα μάτια του, πριν χαμηλώσει το κεφάλι και τα καρφώσει πεισματικά στο χώμα. Ήταν μια κίνηση πέρα για πέρα θηλυκή! Και πράγματι, αυτός ο νεαρός τελικά παραήταν θηλυπρεπής. Αν δεν ήξερε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, θα ενέδιδε στον πειρασμό να του κατεβάσει το μπροστινό μέρος της πουκαμίσας για να σιγουρευτεί ότι φανταζόταν ανυπόστατα πράγματα. Ανέκαθεν υπήρχαν αγόρια με μακριές βλεφαρίδες, ωραία μάτια και απαλό δέρμα, μέχρι που περνούσαν μια ηλικία και γίνονταν άντρες. Το συγκεκριμένο απλώς δεν είχε φτάσει ακόμα σ’ εκείνη τη διαχωριστική γραμμή. Ο Ρόις έγνεψε στον Γουέιτ να αρχίσει. Η στενή δερμάτινη λουρίδα έπεσε, κι από τα χείλη του αγοριού ξέφυγε μια σφυριχτή εκπνοή. Η αυλή είχε παραδοθεί σε νεκρική σιωπή. Ο Θόρολφ έμεινε σιωπηλός, παρότι έσφιγγε σπασμωδικά τις γροθιές του και κατέβαλε προσπάθεια να μείνει ακίνητος. Ο Ρόις έγνεψε ξανά. Αυτή τη φορά το ψηλόλιγνο σώμα τινάχτηκε πρώτα πάνω στον πάσσαλο, κι έπειτα αντανακλαστικά πίσω, όσο του επέτρεπαν τα δεσμά στους καρπούς. Η ανοιχτή δερμάτινη πουκαμίσα άρχισε να γλιστράει στα μπράτσα του. Το αγόρι αγκάλιασε πάλι σφιχτά τον πάσσαλο χωρίς βοήθεια από το μαστίγιο, αλλά όχι πριν πέσει μια λωρίδα λευκού λινού στα πόδια του. Ο Ρόις έσκυψε να μαζέψει το ύφασμα, το οποίο έμοιαζε πολύ με επίδεσμο, με τη διαφορά ότι δεν υπήρχε πουθενά αίμα. Στη μία άκρη υπήρχε ένας κόμπος, πράγμα που σήμαινε ότι είχε κοπεί μαζί με την πουκαμίσα ένα ύφασμα που χρησίμευε σαν… «Όχι, δεν το πιστεύω!» Σήκωσε όμως το βλέμμα στο σκυμμένο κεφάλι του νεαρού κι έπειτα άρπαξε την πουκαμίσα και την κατέβασε με μια απότομη κίνηση. Πήρε μια κοφτή ανάσα και βλαστήμησε άγρια βλέποντας μπροστά του την απόδειξη ότι το αγόρι ήταν τελικά γυναίκα. Το άλλο του χέρι τινάχτηκε σαν από δική του θέληση και τράβηξε τον επίδεσμο από το κεφάλι της, βλαστημώντας για δεύτερη φορά όταν ξετυλίχτηκε στην πλάτη της μια χοντρή, βαριά χρυσαφένια πλεξούδα. Από τα χείλη όλων των αιχμαλώτων ξέφυγε ένας συλλογικός στεναγμός αποκαρδίωσης, αλλά εκείνη δεν έβγαλε άχνα. Για την ακρίβεια, ούτε ένα δάκρυ


δεν θάμπωνε τα μάτια που καρφώθηκαν στα δικά του. Τι στον δαίμονα γυναίκα ήταν αυτή, που δεν πρόδιδε το φύλο της ούτε καν για να αποφύγει το καμτσίκι; Ή μήπως δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι θα απαλλασσόταν αμέσως αν αποκάλυπτε πως ήταν γυναίκα; Έκοψε το σκοινί στους καρπούς της, κι εκείνη ανέβασε αμέσως την πουκαμίσα για να καλυφθεί. Την επόμενη στιγμή, την άρπαξε από το χέρι και την έσυρε μαζί του, στήνοντάς την αντικριστά σε έναν υποταγμένο Θόρολφ. «Αγόρι, ε; Κανένας; Και με άφησες να τη μαστιγώσω! Για να κρύψεις τι; Ότι είναι γυναίκα; Γιατί;» τον ρώτησε έξαλλος από οργή. «Για να με προστατεύσει», απάντησε η Κρίστεν. Ο Ρόις την κεραυνοβόλησε με μια οργισμένη, κατάπληκτη ματιά, αλλά εκείνη δεν φάνηκε να πτοείται. «Ούτε μουγκή, λοιπόν! Και άλλη μία που καταλαβαίνει τη γλώσσα μας! Μα τον Θεό, θες δεν θες θα μου πεις γιατί δεν άνοιξες το στόμα σου για να σταματήσεις το μαστίγωμα!» «Για να μη με βιάσουν Σάξονες», απάντησε απλώς. Το γέλιο του ήταν σαρκαστικό. «Παραείσαι ψηλή για να ξυπνήσεις τον πόθο στους άντρες μου ή μήπως δεν το παρατήρησες; Όχι πως είσαι και κανένας φοβερός πειρασμός παρότι το ύψος σου, κοπελιά». Ήταν παράλογο, αλλά τα λόγια του την έτσουξαν. «Τι με περιμένει τώρα;» ρώτησε. Ο Ρόις απογοητεύτηκε, περιμένοντας μια πιο εκρηκτική αντίδραση στις προσβολές του. «Στο εξής θα δουλεύεις στο αρχοντικό. Το τι θα απογίνεις εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική τους στάση. Με καταλαβαίνεις;» «Ναι». «Τότε δώσε και σ’ αυτούς να καταλάβουν». Η Κρίστεν στράφηκε στον Θόρολφ και στον Όταρ, που είχε πλησιάσει και στεκόταν δίπλα του. «Νομίζει ότι κρατώντας με όμηρο στο αρχοντικό του, θα εξασφαλίσει την υποταγή σας. Μην αφήσετε αυτό το γεγονός να επηρεάσει τις αποφάσεις σας. Πρέπει να μου υποσχεθείτε ότι, αν σας δοθεί η ευκαιρία, θα αποδράσετε. Αν μπορέσει έστω και ένας από σας να γυρίσει στην πατρίδα, στείλτε τον πατέρα μου να με βοηθήσει». «Μα αυτός θα σε σκοτώσει αν αποδράσουμε». «Έχει γίνει έξαλλος επειδή μαστίγωσε γυναίκα. Δεν πρόκειται να με σκοτώσει». Ο Όταρ κατένευσε αργά. «Τότε, μόλις βρούμε ευκαιρία, θα πάμε βόρεια να βρούμε τους Δανούς. Αυτοί θα έχουν πλοία που σαλπάρουν για τον Βορρά». «Ωραία. Κι εγώ θα σας ενημερώνω πώς είμαι όποτε μπορώ, γι’ αυτό μην


ανησυχείτε για μένα». «Αρκετά!» είπε ο Ρόις σπρώχνοντάς την προς τον Γουέιτ. «Πάρ’ τη μέσα και βάλε τις γυναίκες να την κάνουν μπάνιο». Καθώς η Κρίστεν βάδιζε αργά προς τον πύργο, μπορούσε να δει τις κόκκινες χαρακιές στην πλάτη της, από τις οποίες η μία ήταν διάστικτη με κόμπους αίματος. Κατέβαλε προσπάθεια για να ελέγξει την οργή του απέναντι στον Θόρολφ. «Ξέρω ότι σας είπε περισσότερα απ’ όσα της ζήτησα. Εγώ ένα έχω να πω. Την πρώτη φορά που θα επιχειρήσετε να αποδράσετε ή να τραυματίσετε κάποιον από τους άντρες μου, θα την κάνω να εύχεται να ήταν νεκρή. Και δεν είναι κούφιες απειλές, πιστέψτε με».


Κεφάλαιο 11 Η Κρίστεν ένιωθε σαν ψάρι έξω από το νερό περνώντας το κατώφλι του σαξονικού αρχοντικού. Η σάλα στην οποία μπήκε ήταν μακρόστενη και μεγαλύτερη από εκείνη του πατέρα της, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο σε ένα τόσο μεγάλο κτίσμα. Στο σπίτι της δεν υπήρχε πάτωμα ακριβώς πάνω από τη σάλα, με αποτέλεσμα να θυμίζει πελώρια σπηλιά μέσα σε βράχο τόσο ψυχρή τον χειμώνα, ώστε η οικογένεια προτιμούσε να περνάει τα απόβραδα στον απομονωμένο χώρο μαγειρέματος. Αυτή εδώ η σάλα είχε έναν όροφο από πάνω, μα και πάλι δεν λογιζόταν χαμηλοτάβανη. Ο χώρος μαγειρέματος δεν ήταν απομονωμένος όπως στο αρχοντικό του Γκάρικ, κάτι στο οποίο επέμενε πεισματικά ο παππούς της επειδή δεν άντεχε τον καπνό. Εδώ το μαγείρεμα γινόταν σε μια μακρόστενη πέτρινη εστία, που κάλυπτε σχεδόν το μισό μήκος του πίσω τοίχου στα δεξιά, ενώ στην απέναντι πλευρά ξεκινούσε μια σκάλα. Υπήρχε άλλη μια πέτρινη εστία, μακρόστενη κι αυτή, στο κέντρο του πιο μακρινού τοίχου στα δεξιά, αλλά αυτή ήταν κρύα και άδεια, αφού προφανώς δεν χρησιμοποιούνταν τους καλοκαιρινούς μήνες. Η πέτρα έφτανε ως το ταβάνι πάνω από τις εστίες και για κάνα μέτρο στη βάση της σάλας, καθώς και γύρω από τα ψηλά θυρόφυλλα. Το δάπεδο ήταν από ξύλο και ακουγόταν κούφιο σε κάθε της βήμα, πράγμα που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε κάποιου είδους κελάρι από κάτω. Ένα λεπτό ορθογώνιο χαλί, του είδους που είχε βρει ο Γκάρικ στην Ανατολή, κάλυπτε ένα μικρό μέρος του δαπέδου μπροστά σε δύο φαρδιά παράθυρα, στην μπροστινή μεριά της σάλας και πάλι στα δεξιά. Πάνω ήταν τοποθετημένες καρέκλες και σκαμνιά, μαζί με αργαλειούς και το τελάρο μιας ταπετσαρίας. Ήταν εμφανώς ένας χώρος φτιαγμένος για τις γυναίκες, και να που τρεις ήταν ήδη εκεί, στρωμένες στη δουλειά. Όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν ανοιχτά, αφήνοντας να μπαίνει άπλετο φως και ένα γλυκό αεράκι. Απέναντι από αυτόν τον χώρο και μπροστά στα παράθυρα, αλλά πιο πολύ προς το κέντρο της σάλας, υπήρχε ένα μεγάλο βαρέλι μπίρας με έναν κρουνό από πάνω. Γύρω από το βαρέλι ήταν παραταγμένοι πάγκοι και καρέκλες, καθώς και αρκετά μικρά τραπέζια με πιόνια παιχνιδιών. Υπήρχε ένα ράφι με εργαλεία κι ένα άλλο, μακρόστενο τραπέζι καλυμμένο με όπλα, σκαμνιά, ως και ξύλινες γαβάθες σε διάφορα στάδια κατασκευής. Εκεί στεκόταν ένας άντρας και τύλιγε λεπτά δερμάτινα λουριά γύρω από τη λαβή


ενός καμτσικιού. Η Κρίστεν ζάρωσε ασυναίσθητα, νιώθοντας ξαφνικά πιο έντονα το τσούξιμο στην πλάτη της. Στη σάλα υπήρχαν συνολικά εφτά γυναίκες, οι οποίες μαρμάρωσαν όλες όταν είδαν τον Γουέιν να μπαίνει με την Κρίστεν. Ο συνδυασμός της αντρικής φορεσιάς της που κρεμόταν πάνω της, σκισμένη στην πλάτη, με το ασυνήθιστο ύψος της, που την έκανε να δεσπόζει περισσότερο από ένα κεφάλι πάνω από κάθε γυναίκα εκεί μέσα, την έκανε να νιώσει σαν τέρας της φύσης. Όλες οι άλλες γυναίκες ήταν καλυμμένες από τον λαιμό ως τα ακροδάχτυλα των ποδιών με τις μακρυμάνικες καμιζόλες τους, και μάλιστα μερικές φορούσαν πέπλα που κάλυπταν και τα μαλλιά τους, ενώ εκείνη στεκόταν εκεί με γυμνά μπράτσα και την πλάτη της εκτεθειμένη σε κοινή θέα. Σαν να μην έφτανε αυτό, ήταν όλες καθαρές και περιποιημένες, ενώ εκείνη ήταν καλυμμένη με το χώμα και τη λάσπη που πασάλειβε επίτηδες πάνω της, ώστε να καλύπτει την καθαρή, λεία επιδερμίδα της. Μία από τις γυναίκες, η πιο πλούσια ντυμένη απ’ όλες, σηκώθηκε από το κάθισμά της και διέταξε τον Γουέιτ να σταματήσει. Το ανοιχτό γαλάζιο φόρεμά της είχε κεντίδια στις άκρες, ακόμα και στα ριχτά μανίκια, που έφταναν ως τον αγκώνα πάνω από τα εφαρμοστά μανίκια της άσπρης καμιζόλας, και ζώνη που τόνιζε τη λεπτή της μέση. Τα χρυσοκάστανα μαλλιά της ήταν πιασμένα μέσα σε ένα δίχτυ από πλεγμένες χάντρες. Τα μάτια της ήταν ανοιχτογάλανα και πολύ φωτεινά, όπως εκείνου του άντρα που η Κρίστεν ήλπιζε ότι είχε σκοτώσει. Η Κρίστεν σκέφτηκε ότι η γυναίκα θα ήταν πολύ όμορφη αν δεν είχε αυτή τη σκυθρωπή έκφραση. Πιθανότατα ήταν η κυρά αυτού του αρχοντικού για να μπορεί να σταματάει τον στρατιώτη με τόσο αυταρχικό τόνο. Η Κρίστεν δεν ξαφνιάστηκε που ο Σάξονας άρχοντας είχε τόσο όμορφη σύζυγο. Θα μπορούσε ακόμα και να τη ζηλέψει, αν η ίδια δεν ήταν σκλάβα, στο έλεος αυτού του συζύγου. «Πώς τολμάς να φέρνεις αυτόν εδώ μέσα;» ρώτησε η γυναίκα τον Γουέιτ αφού πλησίασε μερικά –αν και όχι πολλά– βήματα. «Μιλαίδη, αυτός είναι αυτή, και ο άρχοντας Ρόις έδωσε εντολή να την κάνουν μπάνιο οι γυναίκες». «Γυναίκα;» ψέλλισε έκπληκτη η αρχόντισσα και ήρθε πιο κοντά, αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί από την κορυφή του κεφαλιού της Κρίστεν ως την αλυσίδα που ένωνε τα πόδια της. Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι της. «Όχι, δεν μπορεί». Ο Γουέιτ άρπαξε τη μακριά πλεξούδα της Κρίστεν και την έριξε πάνω από τον ώμο της, ώστε να τη δει η αρχόντισσα. «Ο άρχοντας Ρόις διέταξε να μαστιγωθεί,


κι έτσι αποκαλύφθηκε η απάτη». Τράβηξε απότομα την Κρίστεν να κάνει μεταβολή. «Δεν είναι αντρική αυτή η πλάτη». «Το λείο δέρμα και τα μακριά μαλλιά δεν αποδεικνύουν ότι είναι γυναίκα». Ο Γουέιτ χαχάνισε. «Ο άρχοντας το επιβεβαίωσε και με άλλον τρόπο, που θα δεις κι εσύ αφού κάνει μπάνιο». Η αρχόντισσα πλατάγισε αποδοκιμαστικά τη γλώσσα της. «Και τι υποτίθεται ότι θα την κάνουμε μετά το μπάνιο της;» Ο Γουέιτ ανασήκωσε τους ώμους. «Θα τη βάλεις να κάνει όποια δουλειά κρίνεις κατάλληλη, μιλαίδη. Στο εξής θα μένει στο αρχοντικό». «Μα καλά», αντέδρασε η γυναίκα, «πώς του ήρθε του Ρόις να μπάσει μια ειδωλολάτρισσα μέσα στο σπίτι μας;» «Έχει σκοπό να τη χρησιμοποιήσει σαν…» «Φαντάζομαι!» Σχεδόν έφτυσε τη λέξη. «Με τον ίδιο τρόπο που σίγουρα τη χρησιμοποιούσαν κι αυτοί οι Βίκινγκς!» «Ναι, μπορεί κι αυτό», είπε χαμογελώντας ο Γουέιτ. «Αλλά εγώ θα έλεγα σαν όμηρο». «Α, μάλιστα». Ακολούθησε ένας βαθύς αναστεναγμός. «Στείλε κάποιον να φέρει το κλειδί γι’ αυτές τις αλυσίδες, αν είναι να πλυθεί σωστά. Αλλά πήγαινέ την πρώτα στο λουτρό και βάλε δύο άντρες φρουρούς απέξω, μέχρι να δώσω οδηγίες στις υπηρέτριές μου. Σίγουρα δεν θα τους αρέσει αυτό, όπως δεν αρέσει και σ’ εμένα». Η Κρίστεν έμεινε με τον Ούλαντ και τον Άλντους, αν και δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος, μιας και ο Γουέιτ απλώς φώναξε τα ονόματά τους διασχίζοντας τη σάλα. Το μικρό λουτρό ήταν εν μέρει κάτω από τη σκάλα, με μια πόρτα που οδηγούσε απευθείας στην πίσω αυλή, απ’ όπου μπορούσαν να φέρνουν νερό από ένα πηγάδι. Η άλλη πόρτα ήταν επίσης κάτω από τη σκάλα, κοντά στον χώρο μαγειρέματος. Μέσα υπήρχε μια ξύλινη σκάφη που χωρούσε με το ζόρι ένα άτομο, όχι όπως η δεξαμενή στο λουτρό του θείου της του Χιου. Προφανώς οι Σάξονες δεν έκαναν με παρέα το μπάνιο τους. Η Κρίστεν συμπέρανε ότι οι δύο άντρες ήταν απλοί υπηρέτες και τους αγνόησε. Ήταν κι οι δύο μικρόσωμοι και μελαψοί, ένας μεσόκοπος, ο άλλος νεαρός, πιθανότατα πατέρας και γιος. Της έριχναν κλεφτές, φοβισμένες ματιές, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι θα δυσκολεύονταν να τη σταματήσουν αν αποφάσιζε να φύγει. Όχι πως είχε τέτοιο σκοπό. Ανυπομονούσε γι’ αυτό το μπάνιο τώρα που δεν χρειαζόταν πια να κρύβει τη θηλυκότητά της. Η βρομιά που ήταν αναγκασμένη να ανέχεται πάνω της ως τώρα ήταν μία από τις χειρότερες δοκιμασίες που είχε


περάσει. Δεν αποκλείεται να εκλιπαρούσε γι’ αυτό το μπάνιο, αν δεν ήταν διαταγή του πυργοδεσπότη. Ο σιδεράς μπήκε να αφαιρέσει τα δεσμά της, αν και δεν τα πήρε μαζί του φεύγοντας. Η Κρίστεν κάθισε αμέσως σε έναν πάγκο για να βγάλει τις μπότες και να εξετάσει τους αστραγάλους της. Το δέρμα της ήταν ερεθισμένο, κατακόκκινο, ωστόσο δεν είχε ανοίξει. Θα επουλωνόταν σχετικά σύντομα, αν δεν της επέβαλαν πάλι τα τρομερά δεσμά. Έμεινε καθισμένη εκεί και ξέπλεκε τα μαλλιά της, καθώς άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά της αγόρια που κουβαλούσαν κουβάδες με νερό. Προφανώς δεν θα έμπαιναν στον κόπο να το ζεστάνουν έστω και λίγο για χάρη της, μιας και η σκάφη ήταν ήδη σχεδόν γεμάτη. Δεν την πείραξε, αφού έτσι κι αλλιώς ήταν συνηθισμένη να κολυμπάει σε παγωμένα νερά. Όταν στριμώχτηκαν πέντε γυναίκες μέσα στην καμαρούλα, συν την αρχόντισσα που έμεινε στην πόρτα, η Κρίστεν σηκώθηκε, ανίκανη να συγκρατήσει άλλο τη δυσφορία της. «Μπορώ να πλυθώ και μόνη μου, αρχόντισσα», δήλωσε απλώς. «Δόξα τον Μεγαλοδύναμο, κι εγώ αναρωτιόμουν πώς θα καταφέρναμε να συνεννοηθούμε». «Σε καταλαβαίνω θαυμάσια. Είμαι εδώ για να κάνω μπάνιο –πράγμα που θα κάνω μετά χαράς, με τη διαφορά ότι δεν χρειάζομαι βοήθεια». «Τότε δεν κατάλαβες καθόλου. Ο Ρόις έδωσε εντολή να σε πλύνουν οι γυναίκες, κι αυτό θα κάνουν». Η Κρίστεν δεν θα σκοτιζόταν για κάτι τόσο ασήμαντο. Ούτε σεμνότυφη ήταν ούτε θα αντιδρούσε στις περιποιήσεις μερικών υπηρετριών. Έτσι, ανασήκωσε κοφτά τους ώμους και περίμενε να διώξουν τους άντρες από την καμαρούλα. Όταν αυτό δεν έγινε, αλλά οι γυναίκες άρχισαν να στριμώχνονται γύρω της κι έκαναν να τη γδύσουν, τις έσπρωξε πίσω – τόσο απότομα ώστε δύο απ’ αυτές σωριάστηκαν κάτω κι άρχισαν να σκούζουν. «Άκουσε εδώ, αρχόντισσα» –η Κρίστεν έπρεπε να φωνάζει για να ακούγεται πάνω από την οχλοβοή– «θα επιτρέψω στις γυναίκες να με πλύνουν, αλλά όχι μπροστά σε άντρες». «Πώς τολμάς να μου λες τι επιτρέπεις και τι όχι; Βρίσκονται εδώ για να προστατεύσουν τις υπηρέτριές μου από σένα, αφού κανείς δεν θα διακινδύνευε να σε αφήσει μόνη με ανυπεράσπιστες γυναίκες!» Η Κρίστεν παραλίγο να βάλει τα γέλια. Πέντε γυναίκες –έξι, αν μετρούσε κανείς και την αρχόντισσα– και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανυπεράσπιστους ενάντια σε μία. Απ’ την άλλη, μπορεί και να είχαν δίκιο, ειδικά αν επέμεναν να


γδυθεί μπροστά στους δουλοπάροικους. Κι αν οι γυναίκες την έτρεμαν τόσο, ίσως δεν έβλαπτε να συντηρήσει αυτό το κλίμα. Έδειξε με τον δείκτη της τους δύο άντρες που είχαν ζαρώσει και παρακολουθούσαν τη σκηνή με μάτια γουρλωμένα, έντρομοι στην προοπτική να κληθούν να την ακινητοποιήσουν. «Αυτοί θα χρειαστούν προστασία, αν δεν τσακιστούν να φύγουν από εδώ». Η αρχόντισσα έγινε έξαλλη κι άρχισε να εκτοξεύει διαταγές. Χάνοντας την υπομονή της, η Κρίστεν βούτηξε τον πάγκο, στον οποίο καθόταν μέχρι πριν από λίγο, και τον εκτόξευσε πάνω στους δύο άντρες. Ο Ρόις άκουσε τον πάταγο και τις φωνές πλησιάζοντας το αρχοντικό. Μπήκε πάνω στην ώρα για να δει τον Ούλαντ να εκσφενδονίζεται κυριολεκτικά έξω από το λουτρό. Ο Άλντους ακολούθησε παραπατώντας, μέχρι που σκουντούφλησε πάνω στον νεότερο άντρα, και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς από πάνω του. Μέχρι να φτάσει ο Ρόις στην καμαρούλα επικρατούσε σχετική ησυχία, αν και η Νταρέλ ξεσπούσε κάθε τόσο την οργή της με διαπεραστικές τσιρίδες. «Τι στην οργή συμβαίνει εδώ;» κραύγασε ο Ρόις από την πόρτα. «Δεν μας άφηνε να την κάνουμε μπάνιο!» «Πες του γιατί, αρχόντισσα», μούγκρισε με δυσκολία η Κρίστεν. Κειτόταν ανάσκελα στο πάτωμα, με τέσσερις γυναίκες να κάθονται πάνω της. Της είχαν ορμήσει από πίσω, τη στιγμή που πετούσε τον μεγαλύτερο άντρα έξω από την καμαρούλα. Την έριξαν κάτω με τρικλοποδιά και βούτηξαν όλες μαζί πάνω της. Μετά βίας ανάσαινε τώρα με μία από αυτές καθισμένη στο στήθος της και άλλη μία στο στομάχι της. «Για όνομα του Θεού, Νταρέλ!» ξέσπασε ο Ρόις. «Ένα απλό πράγμα σου ζήτησα, κι εσύ τα έκανες μαντάρα!» «Αυτή το ξεκίνησε!» διαμαρτυρήθηκε η αρχόντισσα. «Δεν τις άφηνε να τη γδύσουν. Ζει μονάχη με δεκάδες άντρες μέρα και νύχτα, και τώρα τάχα ντρέπεται δυο δουλοπάροικους!» «Η εντολή μου ήταν να την πλύνουν οι γυναίκες. Δεν είπα τίποτα για άντρες». «Μα, Ρόις, είναι Βίκινγκ! Σίγουρα δεν περίμενες να μείνουμε μόνες μαζί της!» «Για όνομα του Θεού, γυναίκα είναι!» «Δεν μοιάζει με γυναίκα. Δεν φέρεται σαν γυναίκα. Ολόκληρο πάγκο εξακόντισε πάνω σ’ αυτούς τους δυο δειλούς – και θες να μείνουμε μόνες μαζί της;» «Σηκωθείτε από πάνω της!» γρύλισε ο Ρόις απειλητικά στις υπηρέτριες, πλησιάζοντας την Κρίστεν και στήνοντάς τη στα πόδια της, μόλις απαλλάχτηκε από το βάρος τους. «Αν προβάλλεις άλλη αντίσταση, κοπελιά, θα σε ξεβρομίσω


εγώ ο ίδιος. Και δεν θα σ’ αρέσει». «Εγώ ήμουν πρόθυμη να κάνω μπάνιο, για να μην πω ευγνώμων». Η ατάραχη απάντησή της σχημάτισε μια βαθιά ζάρα ανάμεσα στα φρύδια του. «Κάν’ το, λοιπόν», της είπε, κι έπειτα στράφηκε στη μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα μέσα στην καμαρούλα. «Έντα, συνόδεψέ τη στην κάμαρά μου όταν τελειώσετε από εδώ». «Ρόις!» διαμαρτυρήθηκε η Νταρέλ. «Τι θες;» τη ρώτησε αγριωπά. «Δεν μπορεί να έχεις σκοπό να… να…» «Αυτό που θα κάνω είναι να την ανακρίνω, Νταρέλ, αν και σίγουρα δεν σε αφορά ο σκοπός μου, όποιος κι αν είναι! Πήγαινε στις δουλειές σου τώρα. Δεν σε χρειάζομαι να επιβλέπεις ένα τρίψιμο πλάτης». Τα μάγουλα της Νταρέλ είχαν πάρει φωτιά από την πίκα καθώς έβγαινε πρώτη από την καμαρούλα, αλλά ο Ρόις δεν είχε καμία διάθεση να την καλμάρει. Τι γελοιότητες! Ένα απλό λουτρό να μην μπορεί να γίνει εκεί μέσα χωρίς φωνές και πανηγύρια! Ο Άλντεν περίμενε ακόμα τον Ρόις στην κάμαρά του επάνω, όρθιος, μπροστά στο παράθυρο όπου τον είχε αφήσει ο ξάδελφός του. «Τα είδες όλα;» ρώτησε ξεφυσώντας ο Ρόις. «Ναι, αν και δεν άκουγα τι λέγατε», αποκρίθηκε ο Άλντεν. «Είδες αυτό που μου φάνηκε ότι είδες όταν κατέβασες την επίμαχη πουκαμίσα;» ρώτησε όλο περιέργεια. «Το αγόρι διαθέτει δύο έξοχα στήθη», γρύλισε ο Ρόις. Ο Άλντεν ήταν έτοιμος να μπήξει τα γέλια με την έκφρασή του, αλλά του κόπηκε η φόρα όταν συνειδητοποίησε τι σήμαινε αυτό. «Αρκετά άσχημα ένιωθα όταν νόμιζα ότι με εξουδετέρωσε ένα αμούστακο αγόρι, αλλά γυναίκα;!» αναφώνησε κοκκινίζοντας ως τις ρίζες των μαλλιών του. «Μην ταράζεσαι, ξάδελφε. Μόλις πέταξε δύο δουλοπάροικους έξω από το λουτρό. Για να ακριβολογήσω, τους απογείωσε. Δεν μοιάζει με καμία γυναίκα που γνωρίζουμε». «Μπορεί και να έχεις δίκιο. Είναι ασυνήθιστα ψηλή για γυναίκα, τόσο ψηλή που μας ξεγελάει όλους εδώ και μέρες». «Καλά, γιατί θα έπαιρναν μαζί τους γυναίκα σε επιδρομή;» απόρησε ο Ρόις. Ο Άλντεν ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί άλλο; Για να καλύπτει τις ανάγκες τους στο καράβι. Δεν ήταν μαζί με τους άλλους όταν ξέσπασε η συμπλοκή, ήρθε μετά. Προφανώς την είχαν αφήσει στο καράβι, αλλά είδε την επίθεση και θέλησε να βοηθήσει. Στο κάτω κάτω, αν σκοτώνονταν όλοι οι Βίκινγκς, αυτή θα


έμενε μόνη. Δεν είναι να απορεί κανείς που αγωνίστηκε τόσο λυσσαλέα στο πλευρό τους». «Καλά λες. Ήταν έτοιμη να δεχτεί αγόγγυστα κι άλλες καμτσικιές, παρά να αποκαλύψει το φύλο της. Είπε ότι το έκανε για να αποφύγει τον βιασμό από τους Σάξονες». Γέλασε τραχιά. «Όλοι οι άντρες είναι ίδιοι. Τι να φοβάται μια πόρνη από διαφορετική φυλή;» «Είναι τόσο πιστή στους συμπατριώτες της, φαίνεται, που το θεωρεί όνειδος να πλαγιάσει με τον εχθρό τους». «Ναι, υποθέτω. Έτσι εξηγείται γιατί μπήκαν κι αυτοί σε τόσο κόπο για να κρύψουν το φύλο της. Πολύ σύντομα θα βρίσκονταν κλειδωμένοι μαζί της σε ένα κατάλυμα για όλη τη νύχτα. Όμως, μα τον Θεό, δεν μπορώ να καταλάβω τι θελκτικό βρίσκουν σε μια τόσο ψηλή κι ανδροπρεπή γυναίκα!»


Κεφάλαιο 12 Η όλη θεώρηση της Κρίστεν για την πολυπόθητη περιπέτεια, που εκφυλίστηκε σε πανωλεθρία, άλλαξε ριζικά τη μέρα που μπήκε στο αρχοντικό του Γουίντχερστ για πρώτη φορά. Δεν είχε πλέον να ανησυχεί μόνο μήπως την άκουγε κανείς να μιλάει ή έβλεπε τη μακριά της πλεξούδα, έπρεπε κιόλας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που προσπαθούσε να αποφύγει μέχρι τώρα: πώς θα της φέρονταν οι Σάξονες ως γυναίκα. Θα την αντιμετώπιζαν σαν βδέλυγμα εξαιτίας του ύψους της, εκτός από το γεγονός ότι ήταν εχθρός τους; Ή θα την έβρισκαν το ίδιο ποθητή όσο οι άντρες πίσω στην πατρίδα της; Ο Σάξονας άρχοντας είχε πει ότι δεν αποτελούσε πειρασμό για τους άντρες του. Για να το πιστεύει αυτό, ήταν λογικό να συμπεράνει ότι ένας άντρας δεν θα ήθελε να κάνει έρωτα σε μια γυναίκα ψηλότερη από εκείνον, επειδή ίσως ένιωθε κατώτερος, ότι δεν είχε τον έλεγχο. Θαυμάσια. Αυτό σήμαινε ότι δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο, παρά μόνο από δύο άντρες που είχε συναντήσει σ’ αυτή τη μεριά της θάλασσας. Ο ένας ήλπιζε ότι ήταν νεκρός. Ο άλλος ήταν ο ίδιος ο πυργοδεσπότης. Η Κρίστεν είχε ανάμεικτα συναισθήματα απέναντι στον άρχοντα Ρόις. Τον είχε δει μερικές φορές την περασμένη εβδομάδα, αλλά πάντα έσπευδε να αποστρέψει το βλέμμα της για κάποιο λόγο που ούτε η ίδια καταλάβαινε. Και της ήταν αδύνατον να σβήσει από το μυαλό της την πρώτη φορά που τον είδε. Θύμιζε νεαρό θεό όπως μπήκε καλπάζοντας στον περίβολο, τόσο αγέρωχος κι ευθυτενής πάνω σ’ εκείνο το όμορφο φαρί, τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος των πάντων εντός αλλά και γύρω του. Πλησίασε χωρίς ίχνος δισταγμού δεκάξι εχθρικούς άντρες εξίσου γιγαντόσωμους και ρωμαλέους όσο ο ίδιος και δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να συγκαλύψει το μίσος του. Ναι, αυτός ο άντρας ήταν στ’ αλήθεια ατρόμητος. Και πάλι, σήμερα, πέρασε σπρώχνοντας ανάμεσα σε θυμωμένους Βίκινγκς για να αρπάξει την Κρίστεν από τον κλοιό προστασίας που είχαν σχηματίσει γύρω της. Οι άντρες σάστισαν από τον τρόπο που μπλέχτηκε ανάμεσά τους χωρίς καν να κρατάει όπλο. Ο Όταρ σκέφτηκε ότι ήταν ανόητος για να φέρεται τόσο απερίσκεπτα. Ο Θόρολφ υπέθεσε ότι τους έβαζε σκόπιμα σε πειρασμό, ότι έψαχνε αφορμή να τους τσεκουρώσει. Η Κρίστεν έκλινε περισσότερο προς τη δεύτερη άποψη, γιατί θυμόταν τη φονική λάμψη των ματιών του εκείνη την πρώτη μέρα, όπως και την


ψυχρή, ανελέητη εντολή του να τους θανατώσουν όλους. Η Κρίστεν τον φοβόταν γι’ αυτό, αλλά την ίδια στιγμή έπιανε τον εαυτό της να τον θαυμάζει. Εκτιμούσε απροκάλυπτα τη θέα ενός δυνατού, καλογυμνασμένου αντρικού κορμιού. Μόλις το τελευταίο βράδυ πριν φύγουν, στο αποχαιρετιστήριο γλέντι στο αρχοντικό του πατέρα της, η Μπρένα την είχε τσακώσει να χαζεύει τον Ντέιν, τον μικρότερο γιο του Πέριν και της Τζέινι, όπως αναμετριόταν στη χειροπάλη, και τη ρώτησε πειρακτικά αν ήταν σίγουρη ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί που θα της άρεσε για σύζυγος. Ένα δυνατό, αρμονικό κορμί είναι τέρψη για τα μάτια, και η μητέρα της την είχε μάθει ότι δεν ήταν ντροπή να κοιτάζει. Και ο Σάξονας άρχοντας δεν είχε μόνο άψογο κορμί, αλλά και πολύ καλοφτιαγμένο πρόσωπο. Ναι, αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, θα παραδεχόταν ότι απολάμβανε να τον κοιτάζει. Αλλά δεν ήθελε να την κοιτάζει κι αυτός με τον ίδιο τρόπο. Με το μίσος που έτρεφε για εκείνη και τους δικούς της, ασφαλώς δεν θα ήταν ευχάριστη εμπειρία να υποχρεωθεί να δεχτεί τον έρωτά του. Θα ήταν ασφαλής όσο δεν την ποθούσε, ακόμα και τώρα που την είχε χωρίσει από του άλλους. Οι στόχοι της παρέμεναν ίδιοι. Θα δούλευε σκληρά και θα φρόντιζε να περνάει απαρατήρητη, μέχρι να της δοθεί η ευκαιρία να αποδράσει. Μόνο που τώρα υπήρχε μια καινούρια παράμετρος στην εξίσωση: άραγε πώς θα την έβλεπε σαν γυναίκα; Οι γυναίκες την έτριψαν με μανία, γδέρνοντάς τη σχεδόν μέχρι να βγάλουν τα απωθημένα τους για την κατσάδα. Το ανέχτηκε μόνο και μόνο επειδή δεν ήθελε να ρισκάρει μια καινούρια συμπλοκή που θα έφερνε πίσω τον Σάξονα άρχοντα. Τα ρούχα που της έδωσαν να φορέσει ήταν για γέλια. Δεν είχαν τίποτα που της έκανε, ούτε καν αφού ξήλωσαν το στρίφωμα. Μπορεί να ήταν λεπτή σε σχέση με το ύψος της, αλλά σε σύγκριση με το λεπτεπίλεπτο σκαρί τους ήταν τεράστια. Τα μανίκια της λευκής καμιζόλας που της έδωσαν ήταν πολύ στενά για να περάσουν από μέσα τα χέρια της. Ξέσπασε μια έντονη διαφωνία για το αν έπρεπε να ξηλώσουν τα μανίκια και να τα δέσουν προσωρινά με κορδόνια ή να τα φαρδύνουν κατευθείαν με πρόσθετα υφάσματα. Η Κρίστεν έλυσε το πρόβλημα σκίζοντάς τα από τον ώμο. Δεν θα τα άντεχε μ’ αυτή τη ζέστη – εξάλλου και στην πατρίδα της φορούσε αμάνικα καλοκαιρινά φορέματα. Καμία δεν χάρηκε με την επιλογή της, αλλά ούτε αυτές ήθελαν δεύτερο γύρο αναμέτρησης. Κι ακόμα λιγότερο ήθελαν άλλη μια κατσάδα από τον πυργοδεσπότη. Η καμιζόλα, που υποτίθεται ότι έπρεπε να κρύβει τα γυναικεία πόδια, έφτανε με το ζόρι μέχρι τους αστραγάλους της. Και το γκρίζο φόρεμα, που της έδωσαν


να φορέσει από πάνω, έφτανε μόλις ως τα γόνατά της. Τουλάχιστον ήταν κι αυτό αμάνικο, και με ξηλωμένες τις πλαϊνές ραφές για να μπορεί να το σουλουπώσει όπως ήθελε με τη σκοινένια ζώνη που της έδωσαν. Προτίμησε να τη δέσει χαλαρά, παρόλο που άφηνε το φουστάνι να χάσκει στα πλάγια αποκαλύπτοντας την –υπερβολικά εφαρμοστή, δυστυχώς– καμιζόλα. Με δεδομένο ότι δεν θα κατάφερνε να κρύψει το σώμα της ό,τι κι αν έκανε, τουλάχιστον έτσι κουκούλωνε κάπως τις καμπύλες της. Της πήραν τις μπότες και της έδωσαν ένα ζευγάρι πάνινα υποδήματα σπιτιού με μαλακές σόλες που θα ήταν μια χαρά, αν δεν σκόπευαν να της ξαναπεράσουν τα δεσμά, γιατί δεν προστάτευαν τους αστραγάλους της. Δεν θα άφηνε να της δέσουν τα σιδερένια ελάσματα πάνω σε γυμνό δέρμα και το δήλωσε ξεκάθαρα. Η μεγαλύτερη σε ηλικία, η Έντα, επέλεξε σοφά να αφήσει την τελική απόφαση στην ανώτερη εξουσία, κι απλώς πήρε μαζί της τα δεσμά καθώς συνόδευε την Κρίστεν επάνω, μαζί με άλλες δύο υπηρέτριες. Αν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον λόγο, η Κρίστεν κυριεύτηκε από νευρικότητα, ξέροντας ότι σε λίγο θα ξανάβλεπε τον άρχοντα Ρόις. Δεν περίμενε κανενός είδους επιδοκιμασία από μέρους του, αλλά διατηρούσε μέσα της μια απειροελάχιστη ελπίδα ότι ίσως και να την κέρδιζε, μπανιαρισμένη και περιποιημένη όπως ήταν. Όταν η Έντα την έσπρωξε να μπει πρώτη στην κάμαρα, η Κρίστεν τον είδε να κάθεται δίπλα σε ένα μικρό τραπέζι και να ακονίζει ένα μακρύ σπαθί με διπλή κόψη. Χωρίς καμία εξήγηση για τον λόγο που η Κρίστεν δεν φορούσε τα δεσμά της, η σκλάβα τα απίθωσε πάνω στο τραπέζι και αποσύρθηκε, κλείνοντας πίσω της την πόρτα και αφήνοντας την Κρίστεν να στέκεται μόνη της εκεί. Η κάμαρα ήταν ευρύχωρη, με αραιή επίπλωση. Πέρα από το κρεβάτι με το χαμηλό κεφαλάρι αριστερά από την πόρτα και τη μεγάλη κασέλα στα πόδια του, υπήρχε το μικρό τραπέζι στο κέντρο της κάμαρας με τέσσερις καρέκλες ολόγυρα. Ακριβώς απέναντι από την πόρτα, χρησιμεύοντας και σαν πάγκος ανάμεσα στα δύο ανοιχτά παράθυρα, υπήρχε μια δεύτερη κασέλα με λουκέτο. Στην άλλη πλευρά του κρεβατιού υπήρχε ένα δεύτερο, μεγαλύτερο παράθυρο, που έβλεπε έξω στον περίβολο. Δεν υπήρχαν πουθενά ταπετσαρίες για να φωτίζουν τους τοίχους ούτε χαλιά στο πάτωμα, αλλά ο τοίχος στα δεξιά της Κρίστεν ήταν καλυμμένος με μια πλούσια συλλογή όπλων. Απέφευγε ακόμα να τον κοιτάξει καταπρόσωπο, παρόλο που ένιωθε το βλέμμα του πάνω της. Περίμενε να μιλήσει πρώτος, αλλά ο χρόνος κυλούσε νωθρά, κι εκείνος έμενε σιωπηλός. Αφού περιεργάστηκε τα πάντα μέσα στην κάμαρα, η Κρίστεν δεν είχε πού αλλού να κοιτάξει. Δεν ήταν του χαρακτήρα της να


στέκεται με σκυμμένο το κεφάλι και το βλέμμα καρφωμένο στο έδαφος. Ο μόνος λόγος που το έκανε ως τώρα ήταν επειδή ο Θόρολφ την είχε προειδοποιήσει να κρύβει τα μάτια της, γιατί θα τραβούσαν αναπόφευκτα την προσοχή με το παράξενο χρώμα και τις πολύ μακριές βλεφαρίδες. Τελικά κάρφωσε το βλέμμα στις μπότες του, ανεβάζοντάς το χωρίς βιασύνη, μέχρι που οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Και να το ήθελε, τώρα της ήταν αδύνατον να ξεκολλήσει τα μάτια της. Παραδόξως, δεν διέκρινε μίσος μέσα στα δικά του, αλλά απορία. «Ποια είσαι;» Φαινόταν σε πλήρη σύγχυση. Τι μπορεί να σκεφτόταν, για να είναι τόσο σαστισμένος; «Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις;» τον ρώτησε αντί να απαντήσει. «Το όνομά μου είναι Κρίστεν, αλλά νομίζω ότι δεν είναι αυτό που σε ενδιαφέρει». Ο τρόπος που σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος της την έκανε να υποθέσει ότι δεν είχε ακούσει ούτε μία της λέξη. Η έκφρασή του εξακολουθούσε να μαρτυρά έκπληξη, αλλά και κάτι άλλο, κάτι καινούριο, που της ήταν αδύνατον να προσδιορίσει. Εκείνος στάθηκε σε απόσταση λίγων μόλις εκατοστών, κι έπειτα σήκωσε τα δάχτυλά του κι άγγιξε απαλά το γαλακτερό της μάγουλο. «Την έκρυβες καλά αυτή την ομορφιά». Η Κρίστεν υποχώρησε ένα βήμα. «Είπες ότι δεν αποτελώ πειρασμό». «Τότε». Εκείνη έπνιξε έναν αναστεναγμό. Και πράγματι, ήταν επιθυμία αυτό που φώτιζε τα πράσινα βάθη των ματιών του όπως φτερούγισαν στο πρόσωπό της, προτού κατηφορίσουν στο σώμα της. Ήταν αρκετά έξυπνη για να ξέρει ότι δεν μπορούσε να αναμετρηθεί μαζί του σε δύναμη. Δεν είχε καμία ελπίδα. Εκείνος φορούσε μια μακρυμάνικη πουκαμίσα σήμερα, και οι μύες που θυμόταν πολύ καλά διαγράφονταν κάτω από το λεπτό λινό ύφασμα. Μπορούσε να τη συνθλίψει με τα μεγάλα του χέρια. Μπορούσε να την ξαπλώσει κάτω και να την κατακτήσει χωρίς καν να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια. Και δεν υπήρχε κανείς σε τούτη εδώ τη γη που μπορούσε να τον εμποδίσει, γιατί αυτή ήταν η άσπονδη εχθρός του, νικημένη πια, κι ήταν δικαίωμά του να τη μεταχειριστεί όπως ήθελε. «Δεν θα σου είναι εύκολο να με βιάσεις», τον προειδοποίησε χαμηλόφωνα η Κρίστεν. «Να σε βιάσω;» Η έκφρασή του άλλαξε αστραπιαία, τα χαρακτηριστικά του συσπάστηκαν από άγρια λύσσα. «Δεν θα ταπείνωνα τόσο τον εαυτό μου ώστε να βιάσω μια Βίκινγκ πόρνη!»


Ήταν η πιο βαριά προσβολή που είχε δεχτεί η Κρίστεν σε όλη της τη ζωή. Κι ήταν έτοιμη να το ξεφουρνίσει, αλλά συγκρατήθηκε όσο χρειαζόταν για να αναλύσει με τη λογική της τα λόγια του. Ο τόνος του πρόδιδε αποστροφή. Και ούτε ήταν τόσο εξωφρενικό να τη θεωρήσει πόρνη. Θα μπορούσε να έχει εξηγήσει έτσι την παρουσία της στο καράβι, ανάμεσα σε τόσους άντρες. Στο μεταξύ, εκείνος είχε γυρίσει στη θέση του και αρνιόταν να της ρίξει άλλη ματιά. Φαινόταν να παλεύει για να χαλιναγωγήσει τον θυμό του. Η Κρίστεν αναρωτήθηκε τι μπορεί να πυροδότησε μέσα του τόσο μίσος για τους Βίκινγκς, γιατί ήξερε ενστικτωδώς ότι το μένος του δεν είχε αποδέκτρια την ίδια, αλλά τους συμπατριώτες της γενικότερα. «Θα είχες τους ίδιους ενδοιασμούς αν ήμουν μια Βίκινγκ παρθένα;» θέλησε να μάθει. «Θα ήταν θεία δίκη αν είχα στο έλεός μου μια Βίκινγκ παρθένα. Θα το χαιρόμουν να σε μεταχειριστώ όπως μεταχειρίζονται οι συμπατριώτες σου τις γυναίκες των Σαξόνων». «Δεν έχουμε ξαναβγεί ποτέ στα παράλιά σας». «Εσείς μπορεί όχι, αλλά πάτησαν άλλοι σαν εσάς!» Ακούστηκε σαν να έφτυνε τις λέξεις. Αυτό ήταν, λοιπόν. Αυτός ο τόπος είχε δεχτεί επιδρομή Βίκινγκς στο παρελθόν. Η Κρίστεν αναρωτήθηκε ποια έχασε τότε, για να κατακλύζεται από τόση πικρία ώστε ούτε πόρνη δεν θα άγγιζε αφού θα την είχαν χρησιμοποιήσει πρώτα αυτοί που μισούσε. Παρ’ όλα αυτά θα έπνιγε μετά χαράς στο μίσος του μια αθώα παρθένα, απλά και μόνο επειδή στο αίμα της έρεε αίμα των Βίκινγκς. Κύριε των Δυνάμεων, αυτό κι αν ήταν παράδοξο! Η παρθενιά της δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο όσο εκείνος συνέχιζε να τη θεωρεί πόρνη! Λίγο έλειψε να βάλει τα γέλια μ’ αυτή τη συνειδητοποίηση. Ήταν στ’ αλήθεια απίστευτο. Αλλά πάλι, αν αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να είναι ασφαλής, δεν θα τον διέψευδε για λόγους ευθιξίας. Το ερώτημα ήταν πώς ακριβώς συμπεριφέρεται μια πόρνη. «Ήθελες να με ανακρίνεις;» του θύμισε νιώθοντας πολύ πιο άνετα τώρα που απαλλάχτηκε από τον αρχικό της φόβο. «Ναι. Τι ξέρεις για τους Δανούς;» «Ορέγονται τη γη σου;» τον ρώτησε, και δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο βλέποντας την έκφρασή του να σκοτεινιάζει. «Το βρίσκεις διασκεδαστικό;» τη ρώτησε αγριωπά. «Όχι, ζητώ συγγνώμη», απάντησε ταπεινά, παρότι το προηγούμενο μειδίαμα χόρευε ακόμα στις άκρες των χειλιών της. «Απλώς δεν καταλαβαίνω τι πιστεύεις


ότι θα μπορούσα να ξέρω γι’ αυτούς. Καταγόμαστε από διαφορετικό τόπο. Οι μόνοι Δανοί που έχω γνωρίσει ποτέ ήταν έμποροι, όπως… όπως είναι πολλοί από τους συμπατριώτες μου». Έπρεπε να είναι πιο προσεκτική. Αν του έλεγε ότι ο πατέρας της ήταν έμπορος, σίγουρα θα αναρωτιόταν γιατί στην ευχή εκείνη είχε καταλήξει πόρνη. Καλύτερα να μην ήξερε πού ζούσαν οι γονείς της ούτε καν ότι είχε οικογένεια να την περιμένει κάπου στον κόσμο. Οι σκέψεις του ακολουθούσαν πάνω κάτω τον ίδιο ειρμό. «Γιατί μια γυναίκα με τις χάρες σου πουλάει την εύνοιά της τόσο φθηνά;» «Έχει σημασία ο λόγος;» «Φαντάζομαι πως όχι», απάντησε μάλλον κοφτά, κι έπειτα έμεινε σιωπηλός. Το γεγονός ότι την κρατούσε όρθια ενώ εκείνος καθόταν, και μάλιστα παρότι υπήρχαν τρία άδεια καθίσματα σε απόσταση αναπνοής, δήλωνε καθαρά την εκτίμηση που έτρεφε γι’ αυτήν. Την είχε υποχρεώσει να δουλέψει όλο το πρωί, την είχε μαστιγώσει το απομεσήμερο, την υπέβαλε σε ένα λουτρό που έμοιαζε περισσότερο με ψυχρολουσία και βασανιστήριο, και τώρα την άφηνε να στέκεται εκεί και να υφίσταται αυτή τη βουβή ανάκριση. Ο άτιμος ο Λόκι πρέπει να ξεκαρδιζόταν με τα δεινά της. Πολύ καλά, λοιπόν, καιρός να γελάσει και η ίδια, και ανάθεμά την αν έμενε άλλο όρθια. Κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα και παρακολούθησε την έκφρασή του να σκοτεινιάζει ξανά. «Μα τον Θεό, κοπελιά, δεν έχεις καθόλου τρόπους;» «Εγώ;» ρώτησε έκπληκτη. «Και πού είναι οι δικοί σου τρόποι να με αφήνεις όρθια ενώ εσύ κάθεσαι;» «Προφανώς δεν το κατάλαβες ακόμα, αλλά η θέση σου εδώ είναι κατώτερη κι από του κατώτατου δουλοπάροικου». «Δηλαδή αυτός ο κατώτατος δουλοπάροικος μπορεί να κάθεται, αλλά εγώ όχι; Αυτό θέλεις να καταλάβω; Είμαι τόσο ποταπή που δεν αξίζω ούτε την ελάχιστη αβρότητα;» «Ακριβώς!» Τι προκλητικός τόνος, τι εριστική ερώτηση! Τι περίμενε να της απαντήσει; Να ζητήσει συγγνώμη από μια αιχμάλωτη; «Πολύ καλά, Σάξονα». Τον άφησε εμβρόντητο με το γέλιο της και σηκώθηκε πάλι όρθια. «Δεν θα δώσω εγώ την εντύπωση ότι οι γυναίκες της Νορβηγίας δεν είναι ανθεκτικές». Η υποχωρητικότητά της φάνηκε να φουντώνει ακόμα περισσότερο την οργή του. Πετάχτηκε όρθιος, πλησίασε προς το μέρος της, συγκρατήθηκε, έκανε μεταβολή και στάθηκε μπροστά στο τραπέζι, παλεύοντας σίγουρα να ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του. Άραγε τι θα της είχε κάνει αν δεν κατάφερνε να


συγκρατηθεί; Τα φρύδια της έσμιξαν από σαστιμάρα. Τι είχε κάνει που τον εξαγρίωσε τόσο; Απλώς συμμορφώθηκε. Αυτό δεν ήθελε εξαρχής; Ή μήπως έπρεπε να του εναντιωθεί; Μήπως δεν του άρεσε που υποτάχτηκε τόσο εύκολα; Ναι, πιθανότατα ήθελε μια αφορμή να την τιμωρήσει, να ξεσπάσει πάνω της το μένος του, και όσο δεν του την έδινε, τόσο θέριευε η οργή του. Η εκτίμηση της Κρίστεν δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Ο Ρόις ήταν σε αμηχανία από την πρώτη στιγμή που την έμπασαν στην κάμαρά του. Ασκούσε πάνω του μια πρωτόγνωρη έλξη, την οποία δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Του προκαλούσε αηδία. Τη μισούσε, κι αυτήν και όλη της τη φάρα. Κι όμως, όταν την κοίταξε, ένιωσε έντονη λαχτάρα να την αγγίξει. Κι όταν το έκανε, ανακάλυψε ότι το δέρμα της ήταν τόσο λείο και απαλό όσο φαινόταν. Ήταν πάρα πολύ όμορφη για να είναι αληθινή, και ο Ρόις ήταν έξαλλος με τον εαυτό του που μπορούσε να την ποθεί, έστω και για μερικές στιγμές, κι ακόμα χειρότερα, που την είχε αφήσει να το μαντέψει. Τη μείωσε περισσότερο για να συνεφέρει τον εαυτό του παρά για να τη βάλει στη θέση της. Ο ίδιος έπρεπε να θυμηθεί ποια ήταν, ότι πουλούσε τον εαυτό της σε οποιονδήποτε για ένα αντάλλαγμα. Αναμφίβολα είχε πλαγιάσει με όλους τους άντρες στο πλήρωμα του καραβιού. Ήταν μια Βίκινγκ πόρνη – ό,τι πιο σιχαμερό θα μπορούσε να συναντήσει στη ζωή του. Κι όμως, δεν την έβρισκε καθόλου σιχαμερή, κι αυτό ήταν το πρόβλημα. Έπρεπε να είναι έντρομη και υποταγμένη. Οποιαδήποτε άλλη έτσι θα ένιωθε στη θέση της. Έπρεπε να ζαρώνει μπροστά στον θυμό του, να ικετεύει με δάκρυα για έλεος. Τότε θα μπορούσε να την περιφρονήσει. Αντίθετα, εκείνη τον ξάφνιαζε με κάθε ευκαιρία, του απαντούσε με ασέβεια και μειδιούσε με την πρόδηλη οργή του. Έφτασε να γελάσει όταν την ταπείνωσε. Πώς μπορούσε να αντιπαλέψει αυτή την ακαταμάχητη έλξη, όταν διαρκώς τον αιφνιδίαζε με τις πιο απροσδόκητες κινήσεις; «Ίσως πρέπει να φύγω». Ο Ρόις γύρισε απότομα και την κάρφωσε με μια θυμωμένη ματιά. «Δεν θα κάνεις βήμα έξω απ’ αυτό το αρχοντικό, κοπελιά!» «Εννοούσα από εδώ, μιας και η παρουσία μου φαίνεται να σε εξοργίζει τόσο». «Δεν φταις εσύ», τη διαβεβαίωσε – και το ψέμα του ήταν σχεδόν αβίαστο. «Αλλά ναι, μπορείς να πηγαίνεις. Μόνο που πρώτα θα ξαναβάλεις αυτά». Πήρε τα δεσμά από το τραπέζι και τα πέταξε προς το μέρος της. Η Κρίστεν τα έπιασε με μια αντανακλαστική κίνηση, αντί να τα αφήσει να


πέσουν στο πάτωμα. Η αλυσίδα τυλίχτηκε στον καρπό της και ένα σιδερένιο έλασμα τη χτύπησε στον πήχη, κάνοντάς τη να μορφάσει από τον πόνο. Το σιδερένιο κατασκεύασμα ήταν όπλο στο χέρι της, αλλά εκείνη δεν το είδε έτσι. Κοίταξε τα δεσμά με απέχθεια. «Θα με υποχρέωνες να φοράω τούτα εδώ;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά, κοφτά. «Ναι, για να ξέρεις ότι η θέση σου δεν βελτιώθηκε, απλώς άλλαξε». Η Κρίστεν ανταπέδωσε με απάθεια το βλέμμα του, αν και ένα σύννεφο καταφρόνιας σκοτείνιασε στιγμιαία τα χαρακτηριστικά της. «Δε περίμενα κάτι άλλο». Κατέβασε το χέρι της για να αφήσει την αλυσίδα να ξετυλιχτεί αργά και να πέσει δίπλα στα πόδια της. «Θα χρειαστεί να μου τα φορέσεις ο ίδιος». « Απλώς κούμπωσέ τα στα πόδια σου, κοπελιά», την πρόσταξε ανυπόμονα, παρανοώντας την άρνησή της. «Κάν’ το εσύ, Σάξονα», του απάντησε ξερά. «Εγώ δεν θα περιόριζα ποτέ οικειοθελώς την ελευθερία μου». Τα μάτια του στένεψαν μπροστά στο θράσος της. Η πρώτη του παρόρμηση ήταν να τσακίσει αμέσως την απείθειά της, πριν γίνει ανεξέλεγκτη. Αλλά το ένστικτό του του έλεγε ότι θα χρειαζόταν κάτι πολύ πιο δραστικό από τον ξυλοδαρμό που είχε κατά νου για να τη συμμορφώσει. Πήγε αποφασιστικά προς το μέρος της και έπεσε στο ένα γόνατο για να της φορέσει τα μεταλλικά ελάσματα. Η Κρίστεν στεκόταν εντελώς ακίνητη, με το βλέμμα της καρφωμένο στην κορυφή του κεφαλιού του, στους πυκνούς βοστρύχους των καστανών μαλλιών του. Ήταν στ’ αλήθεια πολύ κρίμα που ανήκαν σε εχθρικά στρατόπεδα. Πόσο διαφορετικές προοπτικές θα ανοίγονταν για τους δυο τους αν είχαν συναντηθεί υπό άλλες συνθήκες… Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του ξαφνικά. Παρερμηνεύοντας την αιτία της ονειροπόλας έκφρασής της, μετάνιωσε γι’ αυτό που της έκανε. «Πού είναι οι μπότες που φορούσες;» «Εκείνη η γερόντισσα, η Έντα, είπε ότι δεν μπορώ να τις φοράω μέσα στο αρχοντικό». «Τότε θα πρέπει να βάλεις ύφασμα κάτω απ’ αυτά τα ελάσματα, για να μη σκιστεί το δέρμα σου». «Τι σκοτίζεσαι, μιλόρδε; Για το δέρμα μου μιλάμε, κι εγώ είμαι κατώτερη κι από τον κατώτατο δουλοπάροικο εδώ». Εκείνος σηκώθηκε σκυθρωπιάζοντας. «Δεν έχω την επιθυμία να σε κακοποιήσω, Κρίστεν». Την ξάφνιασε που θυμόταν το όνομά της. Νόμιζε πως δεν την άκουσε καν όταν το είπε, αφού συνέχισε να τη φωνάζει απαξιωτικά «κοπελιά». Αλλά η


αλυσίδα ήταν και πάλι περασμένη στους αστραγάλους της, ώστε καμία καλοσυνάτη λέξη ή προσφώνηση δεν μπορούσαν να μαλακώσουν τον θυμό της. «Α, με άλλα λόγια αξίζω την ίδια μέριμνα που δείχνεις στα ζωντανά σου;» Εκείνος κατάλαβε τον συσχετισμό με την προηγούμενη παρατήρησή του, ωστόσο δεν σκόπευε να αλλάξει γνώμη κι ούτε θα ένιωθε τύψεις γι’ αυτό. «Ναι, την ίδια μέριμνα. Ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη». Η Κρίστεν κατένευσε κοφτά, φροντίζοντας να μην τον αφήσει να δει πώς ένιωσε με τα λόγια του. Γύρισε να φύγει, αλλά εκείνος την έπιασε από το μπράτσο, και το χέρι του γλίστρησε στον καρπό της όταν εκείνη δεν σταμάτησε. Aναστατώθηκε προσέχοντας πόσο ζεστό ήταν το άγγιγμά του, το οποίο παρατάθηκε για αρκετές στιγμές αφού γύρισε προς το μέρος του, περιμένοντας να της πει τι ήθελε. «Μιας και δεν μπορείς να κοιμάσαι στο αρχοντικό με τις άλλες υπηρέτριες χωρίς έναν φρουρό να σε προσέχει, θα σου παραχωρήσω μια δική σου κάμαρα με πόρτα που κλειδώνει. Έτσι, δεν θα είναι απαραίτητο…» Έκανε μια παύση, σκυθρώπιασε και συμπλήρωσε απότομα: «Δεν χρειάζεται να κοιμάσαι με τις αλυσίδες στα πόδια. Θα δώσω το κλειδί στην Έντα, για να τις βγάζει κάθε βράδυ». Η Κρίστεν δεν τον ευχαρίστησε. Μπορούσε να δει ότι είχε αρχίσει να μετανιώνει που σε μια στιγμή παρόρμησης φάνηκε τόσο μεγαλόψυχος. Του γύρισε την πλάτη και αποσύρθηκε από την κάμαρα με όση περηφάνια της επέτρεπε ο αργός, άγαρμπος βηματισμός που επέβαλε η αλυσίδα. Της άξιζε αυτός ο εξευτελισμός. Όλα της άξιζαν, για να μάθει να αψηφά τους γονείς της και να ρίχνεται ασυλλόγιστα σε μια τραγική περιπέτεια. Ξαφνικά ένιωθε τόσο ανήμπορη, τόσο μόνη, τόσο μακριά από τους δικούς της. Αν ήταν εδώ ο Σέλιγκ, θα ήξερε τι να κάνει. Θα έβρισκε τρόπο να της δώσει κουράγιο πριν τη μεταφέρουν στο αρχοντικό. Αλλά ο Σέλιγκ ήταν νεκρός. Ο Σέλιγκ, Θεέ μου! Παραδόθηκε στην οδύνη της απώλειας τώρα που δεν χρειαζόταν να κρύβεται πια. Το έκανε ήσυχα, ολομόναχη, καταρρέοντας εκεί που στεκόταν, στα μισά της απόστασης ανάμεσα στην κάμαρα του Ρόις και στη σκάλα. Χείμαρροι δακρύων αυλάκωσαν τα μάγουλά της, μια πολυτέλεια που μόνο αυτή τη φορά θα της επέτρεπε η περηφάνια της. Ένα μέρος του θρήνου ήταν για τον ίδιο της τον εαυτό.


Κεφάλαιο 13 Ακόμα κι από τη θέση της στην πέρα γωνία της σάλας, στον χώρο με την εστία μαγειρέματος, η Κρίστεν μπορούσε να δει τα τέσσερα μεγάλα κάρα που έφευγαν από τον περίβολο περνώντας την ανοιχτή πύλη στην άλλη άκρη. Δύο απ’ αυτά μετέφεραν τους αιχμαλώτους, ένα άλλο τους φρουρούς τους, και το τελευταίο ήταν άδειο. Και τα τέσσερα θα γύριζαν φορτωμένα με τις μεγάλες πέτρες από τα ερείπια κάποιων αρχαίων ρωμαϊκών οικοδομημάτων. Αν ένα τερτίπι της τύχης δεν έκανε τον Σάξονα άρχοντα να υποθέσει ότι ήταν ο αρχηγός τους, η Κρίστεν θα ήταν μαζί τους σήμερα. Και ίσως ήταν σήμερα η μέρα της απόδρασής τους. Υπήρχαν μόνο εννιά φρουροί για δεκάξι άντρες. Μπορεί κάτι να συνέβαινε, να τους δινόταν η ευκαιρία που περίμεναν, και θα γίνονταν όλοι καπνός, ενώ εκείνη θα έμενε πίσω να υποστεί τις συνέπειες. Τους είχε πει να μην ανησυχούν γι’ αυτήν, ότι ο Σάξονας άρχοντας δεν θα τη σκότωνε. Τους είχε πει ότι είχε εξαγριωθεί επειδή είχε δώσει εντολή να μαστιγωθεί μια γυναίκα. Μα τι άλλο μπορούσε να πει για να τους αναγκάσει να σκεφτούν πρώτα τους εαυτούς τους; Αν έλεγε πως ήταν εξίσου πιθανό να είχε θυμώσει επειδή γελοιοποιήθηκε περνώντας τη για αρχηγό τους, σίγουρα κάποιοι θα δίσταζαν να την αφήσουν πίσω. Κι αφού την κρατούσαν χωριστά από εκείνους, θα έχαναν την ευκαιρία να αποδράσουν αν επιχειρούσαν να την ελευθερώσουν και να την πάρουν μαζί τους. Όχι, έπρεπε να το κάνουν χωρίς αυτήν. Η Κρίστεν λυπόταν για τον εαυτό της παρακολουθώντας τις πύλες να κλείνουν πίσω από τους φίλους της. Είχε περάσει μια ελεεινή νύχτα πάνω σ’ ένα σκληρό στρώμα σε ένα άθλιο καμαράκι. Θα έπρεπε να νιώθει ευγνώμων, αφού τώρα είχε γλιτώσει το κρύο χώμα, αλλά ήταν αληθινά δυστυχισμένη και ένιωθε να πνίγεται στη μοναξιά. Αντέχει κανείς πολύ καλύτερα τις κακουχίες, όταν τις μοιράζεται με δικούς του ανθρώπους. Από την άλλη, ήταν σαφώς λιγότερες οι κακουχίες που έπρεπε να αντέξει εδώ. Και πίσω στο σπίτι της καταπιανόταν συχνά με το νοικοκυριό. Μάλιστα, όταν ξεσπούσαν οι χειρότερες χιονοθύελλες τον χειμώνα, κανείς δεν είχε την αξίωση να βγουν οι υπηρέτριες από τα ζεστά τους καταλύματα δίπλα στους στάβλους, για να έρθουν στο αρχοντικό. Η Κρίστεν και η μητέρα της αναλάμβαναν μόνες τους το μαγείρεμα και το καθάρισμα για την οικογένεια. Ή, μάλλον,


περισσότερο η Κρίστεν παρά η μητέρα της, που ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τις «γυναικείες δουλειές». Η Μπρένα έκλεινε με νόημα το μάτι και ορκιζόταν γελώντας πως είχε ανατραφεί σαν αγόρι. Αλλά την Κρίστεν δεν την πείραζε καθόλου η ενασχόληση με τις «γυναικείες δουλειές». Αν κάτι την πείραζε, ήταν οι απότομες, κοφτές εντολές που της πετούσαν υποτιμητικά οι υπηρέτριες στο Γουίντχερστ. «Σε πονάει πολύ;» Η Κρίστεν κοίταξε στο πλάι για να δει ένα κοριτσάκι που καθόταν τώρα στην άκρη του μακρόστενου τραπεζιού, το οποίο είχε βοηθήσει στο στρώσιμο για το πρωινό γεύμα. Το παιδί απείχε κοντά δυο μέτρα από το τραπέζι όπου η Κρίστεν έπλαθε τη ζύμη για τις τάρτες φράουλας που θα σερβίριζαν αργότερα. Είχε όμορφο μουτράκι, ροδαλό και πεντακάθαρο, και δύο καλοπλεγμένες καστανές κοτσίδες, που κρέμονταν στους ώμους του. Είχε στυλώσει τα μεγάλα πράσινα μάτια της στην Κρίστεν, οπότε προφανώς η ερώτηση απευθυνόταν σ’ εκείνη. «Τι να με πονάει;» «Το πόδι σου. Τρέχει αίμα». Η Κρίστεν χαμήλωσε το βλέμμα στους αστραγάλους της. Όντως, έσταζαν κόμποι αίματος μέσα στο αριστερό της παπούτσι. Φουρκίστηκε με τον εαυτό της, γιατί ήταν μεγάλη ανοησία να αρνηθεί πεισματικά να βάλει ύφασμα κάτω από τα σιδερένια ελάσματα το πρωί. Ένα παιδιάστικο πείσμα, στο οποίο ενέδωσε με την ελπίδα ότι θα έκανε έναν συγκεκριμένο Σάξονα άρχοντα να αισθανθεί ενοχή όταν έβλεπε το δέρμα της να ανοίγει κάτω από τα αναθεματισμένα δεσμά που της επέβαλε. Τελικά ποιον πλήγωσε εκτός από τον εαυτό της; Εκείνου σίγουρα δεν θα του καιγόταν καρφάκι, ακόμα κι αν το πρόσεχε. Στράφηκε ξανά προς το κοριτσάκι, το οποίο παρακολουθούσε κάθε της κίνηση με απόλυτη προσήλωση. «Μπα, δεν είναι τίποτα», τη διαβεβαίωσε με ένα χαμόγελο. «Λες αλήθεια; Δεν αισθάνεσαι πόνο;» «Πώς, αισθάνομαι. Αλλά, για να πω την αλήθεια, έχω τόσο πολλά στο κεφάλι μου, ώστε ούτε που κατάλαβα ότι πονάω», κατέληξε δείχνοντας τα πόδια της. Η πιτσιρίκα γέλασε με το σκωπτικό σχόλιο της Κρίστεν για το εντυπωσιακό ύψος της. «Νιώθεις παράξενα που είσαι τόσο ψηλή;» «Μπα, όχι». «Μα να είσαι πιο ψηλή από έναν άντρα…» Το γάργαρο γέλιο της Κρίστεν τη διέκοψε. «Στη Νορβηγία, αυτό είναι πάρα πολύ σπάνιο, πίστεψέ με».


«Α, ναι, οι Βίκινγκς είναι όλοι πολύ ψηλοί!» Η Κρίστεν χαμογέλασε με τον έκθαμβο τόνο της μικρής. «Πώς σε λένε, μικρούλα;» «Μέγκαν». «Είναι τόσο ωραία μέρα σήμερα. Γιατί δεν είσαι έξω να κυνηγάς πεταλούδες και να φτιάχνεις γιρλάντες από λουλούδια ή να ψάχνεις για φωλιές πουλιών; Εγώ αυτά έκανα στην ηλικία σου. Δε θα ήταν πιο διασκεδαστικό, αντί να κάθεσαι μέσα στο αρχοντικό;» «Δεν βγαίνω ποτέ από το Γουίντχερστ». «Δεν είναι ασφαλές;» Η μικρή χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της, που ήταν σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι. «Ασφαλές είναι, αλλά δεν μου αρέσει να βγαίνω μόνη μου». «Μα υπάρχουν κι άλλα παιδιά εδώ». «Δεν παίζουν μαζί μου». Η Κρίστεν διέκρινε τον λυπημένο τόνο της μικρούλας και τη συμπόνεσε αληθινά, αλλά ήταν η Έντα που της εξήγησε τον λόγο, πηγαίνοντας να σταθεί δίπλα της: «Τα άλλα παιδιά φοβούνται να παίζουν με την αδελφή του άρχοντα, κι ούτε κι εσύ θα έπρεπε να της μιλάς», της ψιθύρισε προειδοποιητικά. Η Κρίστεν κεραυνοβόλησε τη μεγαλύτερη γυναίκα με μια παγερή ματιά. «Μέχρι να μου το απαγορεύσουν, θα μιλάω με όποιον θέλω». «Αλήθεια, τσούπρα;» ρώτησε η Έντα. «Τότε μην ξαφνιαστείς αν σου το απαγορεύσουν αμέσως, γιατί δεν μου φαίνεται καθόλου ευχαριστημένος». Η Κρίστεν δεν πρόλαβε καν να αναρωτηθεί τι εννοούσε η Έντα, γιατί ένα χέρι τη γράπωσε σφιχτά από τον ώμο και τη γύρισε απότομα. Αυτό που αντίκρισε ήταν ένας πολύ θυμωμένος Σάξονας. Ο Ρόις δεν είχε συγχυστεί για την αδελφή του, γιατί δεν είχε προσέξει καν ότι βρισκόταν στη σάλα. Με το που κατέβηκε στη μακρόστενη αίθουσα, δεν είχε μάτια παρά μόνο για την καστανόξανθη μάγισσα στον χώρο μαγειρέματος. Δεν την είχε δει καθόλου από τη στιγμή που αποσύρθηκε από το δωμάτιό του το προηγούμενο βράδυ, έχοντας δειπνήσει μαζί με τα ξαδέλφια του στην κάμαρα του Άλντεν και αποφεύγοντας επίτηδες να κατέβει στη σάλα, όπου ήξερε πως θα ήταν η κοπελιά. Όσο εκείνη στεκόταν στην άκρη του πάγκου εργασίας, με την πλάτη προς το μέρος του, ο Ρόις είχε την ελευθερία να τέρψει τα μάτια του με την ομορφιά της, κοιτάζοντας την από πάνω ως κάτω. Μέχρι που είδε τα σιδερένια δεσμά στους αστραγάλους της, τους οποίους άφηνε ακάλυπτη η κοντή καμιζόλα, κι ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Παρότι στεκόταν στην άλλη άκρη της σάλας,


μπορούσε να δει το αίμα που μούσκευε το πάνινο παπούτσι της στο πλάι. Το πρόσωπό του ήταν σαν οργισμένη μάσκα. «Αν νομίζεις ότι προκαλώντας κακοφορμισμένες πληγές στα πόδια σου θα απαλλαγείς από τα δεσμά, κάνεις μεγάλο λάθος!» Η Κρίστεν χαλάρωσε κατανοώντας την αιτία της οργής του. «Δεν νόμιζα τίποτα τέτοιο». «Εξηγήσου τότε! Σου είπα να επενδύσεις τα ελάσματα με πανιά!» «Ξέχασα να ζητήσω πανί», είπε ψέματα, κι έπειτα αυτοσχεδίασε: «Με κατέβασαν εδώ κάτω πριν καν ξημερώσει και μ’ έστρωσαν αμέσως στη δουλειά. Ομολογώ ότι κοιμόμουν όρθια και δεν σκέφτηκα καθόλου κάτι που έχει γίνει σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι μου πια». Η έκφρασή του μαλάκωσε, αφήνοντας μόνο μια νότα καχυποψίας στα μισόκλειστα μάτια του. Ήταν φανερό ότι ο Σάξονας αμφιταλαντευόταν αν έπρεπε να την πιστέψει ή όχι – πράγμα που της φάνηκε τόσο αστείο, ώστε δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο της. Γέλιο που φυσικά μεγάλωσε τη σύγχυσή του. «Αχ, μιλόρδε, φαίνεσαι βέβαιος ότι αποσκοπούσα στη συμπάθειά σου. Ησύχασε, δεν είμαι τόσο ανόητη για να πιστεύω ότι θα ξυπνούσε τόσο εύκολα η φιλευσπλαχνία σου». Εκείνος αναψοκοκκίνισε με ανανεωμένη οργή, μέχρι που, για μια στιγμή, φαινόταν έτοιμος να τη χαστουκίσει. Τον είχε προσβάλει ανοιχτά, αλλά ο σκωπτικός τόνος της το έκανε να φαίνεται σαν αδέξια φιλοφρόνηση, ότι τάχα ήξερε πως δεν ήταν τόσο εύκολο να τον χειριστεί κανείς. Ήταν φανερό ότι δεν είχε αντιμετωπίσει άλλοτε τόσο διφορούμενη συμπεριφορά από γυναίκα. Πελαγωμένος, ο Ρόις έστρεψε την προσοχή του στην Έντα, παγώνοντάς της το αίμα. «Περιποιήσου αμέσως τα πόδια της, κι έχε τον νου σου να μην ξεχάσει άλλη φορά να επενδύσει τα δεσμά της!» Έριξε μια τελευταία ματιά στην Κρίστεν κι έφυγε με φουριόζικες δρασκελιές. Η Έντα έσπευσε να φέρει πανιά, μουρμουρίζοντας ότι είχε αρκετές δουλειές ήδη και δεν θα έπρεπε να είναι υποχρέωσή της να κανακεύει μια πρωτόγονη που δεν είχε καν την εξυπνάδα να μην προκαλεί την οργή του άρχοντα. Η Κρίστεν αγνόησε τη γερόντισσα και την γκρίνια της, παρακολουθώντας χαμογελαστή τον Ρόις με το βλέμμα. Τελικά ο Σάξονας δεν διέφερε και τόσο από τους άντρες που ήξερε. «Πώς τόλμησες να γελάσεις μπροστά του, ενώ ήταν τόσο θυμωμένος;» Η Κρίστεν είχε ξεχάσει εντελώς τη Μέγκαν. Στράφηκε προς το μέρος της και της χάρισε ένα χαμόγελο, βλέποντας τα πράσινα μάτια της πελώρια από έκπληξη


και δέος. «Δεν ήταν και τόσο τρομερός ο θυμός του». «Δεν φοβήθηκες ούτε λίγο;» «Θα ’πρεπε, λες;» «Εγώ φοβήθηκα, και δεν φώναζε καν σ’ εμένα». Η Κρίστεν συνοφρυώθηκε. «Η Έντα είπε ότι είναι αδελφός σου. Σίγουρα δεν τον φοβάσαι, ε;» «Όχι… ε… ναι, μερικές φορές». «Μερικές φορές; Σε δέρνει;» Η Μέγκαν φάνηκε ξαφνιασμένη από την ερώτηση. «Όχι, ποτέ». «Τότε γιατί τον φοβάσαι;» «Γιατί θα μπορούσε να με δείρει. Είναι τόσο ψηλός και μεγάλος και φαίνεται τόσο κακός όταν θυμώνει». Η Κρίστεν γέλασε με ειλικρινή συμπάθεια. «Αχ, μικρούλα, οι πιο πολλοί άντρες φαίνονται κακοί όταν θυμώνουν, αλλά αυτό δεν αντανακλά την αληθινή τους φύση. Και ο αδελφός σου είναι μεγαλόσωμος, ναι, αλλά ο πατέρας μου είναι ακόμα πιο ψηλός –όχι πολύ, αλλά είναι–, και γίνεται κι αυτός θηρίο όταν θυμώνει. Κι όμως, δεν υπάρχει πιο καλόκαρδος άνθρωπος από τον πατέρα μου ούτε πιο τρυφερός προς την οικογένειά του. Και οι αδελφοί μου είναι οξύθυμοι, και ξέρεις τι κάνω όταν μου φωνάζουν;» Η Μέγκαν άκουγε σαγηνεμένη. «Τι κάνεις;» «Τους φωνάζω κι εγώ». «Είναι πιο ψηλοί από σένα;» «Ναι, ακόμα κι ο πιο μικρός, που έχει δει μόνο δεκατέσσερις χειμώνες, μ’ έχει ξεπεράσει στο μπόι, αν και όχι πολύ. Έχει κι άλλο ύψος να πάρει. Εσύ έχεις άλλους συγγενείς, εκτός από τον αδελφό σου;» «Είχα άλλο έναν αδελφό, αλλά δεν τον θυμάμαι. Πέθανε μαζί με τον πατέρα μου όταν μας επιτέθηκαν άλλοι Βίκινγκς. Πάνε πέντε χρόνια». Η Κρίστεν μόρφασε. Μα τον Θεό, ο Σάξονας είχε στ’ αλήθεια λόγο να μισεί τους Σκανδιναβούς. Δεν ήταν να απορεί κανείς που η πρώτη του παρόρμηση ήταν να διατάξει την εκτέλεσή τους. Το παράξενο ήταν που άλλαξε γνώμη. «Λυπάμαι πολύ, Μέγκαν», είπε με γνήσια συμπόνια. «Οι άνθρωποί σου υπέφεραν πολύ εξαιτίας των δικών μου». «Εκείνοι ήταν Δανοί». «Δυστυχώς, δεν διαφέρει και τόσο. Κι εμείς για επιδρομή ήρθαμε, αν και δεν ήταν το αρχοντικό σας ο στόχος, αν σε παρηγορεί αυτό». Η Μέγκαν συνοφρυώθηκε. «Δηλαδή οι φίλοι σου δεν θα έκαναν επίθεση στο


Γουίντχερστ;» «Όχι, είχαν στο μάτι ένα μοναστήρι πιο μέσα, στα ηπειρωτικά, κι αυτό περισσότερο για την περιπέτεια». «Το Τζάροου λες;» «Ναι». «Μα αυτό γκρεμίστηκε από τους Δανούς πριν από πέντε χρόνια και δεν ξαναχτίστηκε ποτέ». «Ω Θεέ μου!» έκρωξε η Κρίστεν. «Άδικα των αδίκων έχασαν τη ζωή τους ο Σέλιγκ και τα μισά του παλικάρια;» «Φίλος σου ήταν ο Σέλιγκ;» ρώτησε διστακτικά η Μέγκαν. «Φίλος; Ναι, φίλος… κι αδελφός», απάντησε η Κρίστεν με φωνή που έσπασε από την οδύνη. «Έχασες έναν αδελφό στη μάχη του δάσους;» «Ναι… Θεέ μου… ναι!» Η Κρίστεν χτυπούσε το ζυμάρι με τις γροθιές της, κι όταν αυτό δεν εκτόνωσε την ένταση, γκρέμισε τον πάγκο. Είχε καλύψει τη μισή απόσταση ως την είσοδο του πύργου όταν έτρεξε πίσω της η Έντα, προσπαθώντας να την πιάσει από το μπράτσο, να τη συγκρατήσει. «Μην το κάνεις, κοπελιά», την προειδοποίησε η γερόντισσα. «Θα σε τιμωρήσει». «Δεν με νοιάζει!» «Θα σε νοιάξει. Άκουσα αυτά που έλεγες στη μικρή. Εύχομαι να μην είχα στήσει αφτί, αλλά το έκανα. Λυπάμαι για την απώλειά σου και δεν περίμενα ποτέ ότι θα το έλεγα αυτό σε κάποια σαν εσένα, αλλά άκουσέ με: δεν θα ωφελήσει κανέναν αν βλάψεις τον εαυτό σου τώρα. Γύρνα μέσα, μάζεψε το χάλι που δημιούργησες και κανείς δεν θα καταλάβει ότι έγινε επίτηδες». Η Κρίστεν βύθισε το βλέμμα της στα μάτια της Έντα, προσπαθώντας να διαβάσει τις προθέσεις της. Τελικά κατένευσε κι έκανε μεταβολή για να γυρίσει στον χώρο μαγειρέματος. Έπνιξε έναν στεναγμό βλέποντας τα αποτελέσματα της έκρηξής της. Η Μέγκαν ήταν άφαντη. Ευτυχώς, ούτε κανείς άλλος ήταν παρών τόσο νωρίς το πρωί. «Η μικρή;» Η Έντα ρουθούνισε. «Κατατρόμαξε όταν έχασες τον έλεγχο. Θα το σκεφτεί διπλά πριν σου ξαναμιλήσει άλλη φορά». Αυτή τη φορά, η Κρίστεν δεν κατάφερε να συγκρατήσει τον στεναγμό της.


Κεφάλαιο 14 Είχαν περάσει δύο εβδομάδες από τότε που η Κρίστεν εγκαταστάθηκε στο αρχοντικό. Ο Θόρολφ και οι άλλοι προφανώς δεν είχαν βρει ευκαιρία να δραπετεύσουν σε αυτό το διάστημα, γιατί μοχθούσαν ακόμα στο τείχος. Εκείνη δεν είχε καταφέρει να τους μιλήσει, ούτε καν για να τους καθησυχάσει ότι ήταν καλά. Αν πήγαινε κοντά σε ένα ανοιχτό παράθυρο ή πόρτα, πάντα κάποιος της φώναζε να γυρίσει μέσα. Ήταν υπό διαρκή παρακολούθηση, είτε από τις υπηρέτριες του πύργου ή από τους άντρες της ένοπλης φρουράς του Ρόις, που περιφέρονταν συχνά μέσα στη σάλα. Η Κρίστεν είχε αξιοποιήσει αυτόν τον χρόνο για να μάθει όσο περισσότερα μπορούσε για τους Σάξονες. Οι υπηρέτριες την αντιμετώπιζαν με ένα ασυνήθιστο μείγμα φόβου και περιφρόνησης – με εξαίρεση την Έντα που, έστω κι απρόθυμα, της έδειχνε ένα είδος σεβασμού στα όρια της συμπάθειας, δυσδιάκριτα λόγω της μόνιμης κατήφειάς της. Αλλά η Έντα ήταν πολύτιμη πηγή πληροφοριών, χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι τις παρείχε αφειδώς. Η Κρίστεν ήξερε πλέον πολλά πράγματα για το Γουίντχερστ και τον αφέντη του. Το αρχοντικό ήταν αύταρκες σε κάθε είδους προμήθεια, πράγμα απαραίτητο, αφού η πιο κοντινή κωμόπολη απείχε μίλια. Ο Ρόις ανήκε στην ανώτερη αριστοκρατία του βασιλιά κι ήταν χωροδεσπότης του Γουίντχερστ, το οποίο περιλάμβανε μια τεράστια έκταση γης. Όπως και στη Νορβηγία, υπήρχαν οι ελεύθεροι γεωργοί που καλλιεργούσαν τα χωράφια και παράλληλα πρόσφεραν εργασία στον πύργο, οι περισσότεροι σαν τεχνίτες. Μπορούσαν να κατέχουν γη, αλλά όφειλαν τέλη στο στέμμα και στην εκκλησία, καθώς και στρατιωτική θητεία. Ο Ρόις τους εκπαίδευε στον πύργο του για τον επικείμενο πόλεμο με τους Δανούς. Πολλοί είχαν ενταχτεί ήδη στην προσωπική του φρουρά. Παράλληλα, εκπαίδευε κάποιους από τους ικανότερους δουλοπάροικους, τους ανθρώπους εκείνους που δεν ήταν ελεύθεροι, αλλά αποτελούσαν ιδιοκτησία μαζί με τη γη· τους παρείχε όπλα και τη δυνατότητα να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Έτσι, όταν ερχόταν η ώρα, θα είχε ετοιμάσει έναν μικρό στρατό για να παρατάξει στο πλευρό του βασιλιά Αλφρέδου. Ειδικά για τον Ρόις, η Κρίστεν έμαθε ότι ήταν ελεύθερος, αν και θα παντρευόταν αργότερα μέσα στη χρονιά. Η Έντα ήξερε ελάχιστα να της πει για τη μνηστή του, η οποία ζούσε βορειότερα, πέρα από το γεγονός ότι την έλεγαν Κόρλις, και φημολογούνταν πως ήταν πανέμορφη. Η Έντα είχε πολύ


περισσότερα να πει για την πρώτη μνηστή του άρχοντα, την αρχόντισσα Ρόνα, και η Κρίστεν ξάφνιασε τον εαυτό της συμπονώντας τον Σάξονα, όταν έμαθε πόσο περισσότερα είχε χάσει σ’ εκείνη την επιδρομή των Βίκινγκς απ’ όσα νόμιζε αρχικά. Τη Ρόνα τη λάτρευε. Κανείς όμως δεν ήξερε τι αισθανόταν για την αρχόντισσα Κόρλις. Η Νταρέλ, η ξαδέλφη του Ρόις που εκτελούσε τα χρέη πυργοδέσποινας, αγνοούσε συστηματικά την Κρίστεν από εκείνη την πρώτη μέρα, αναθέτοντάς τη στην Έντα. Αποτελούσε συναρπαστικό αντικείμενο παρατήρησης με εκπληκτικές αντιφάσεις, αφού τη μια στιγμή φερόταν με έπαρση και συγκατάβαση, και την επόμενη ικέτευε για επαίνους και επιβεβαίωση. Ήταν επίσης πολύ συναισθηματική. Η Κρίστεν την είχε πετύχει μια φορά να διαμαρτύρεται με διαπεραστικές τσιρίδες στον Ρόις, κι αμέσως μετά να αναλύεται σε δάκρυα όταν εκείνος έχασε πια την υπομονή του και την αποπήρε. Ήταν απίστευτο, αλλά μπορούσε να κλάψει για κάτι τόσο ασήμαντο όσο μερικές λάθος βελονιές στο κέντημα που δούλευε! Η Νταρέλ δεν ήταν πρόβλημα για την Κρίστεν, μιας και συμπεριφερόταν λες και ήταν αόρατη. Ούτε η Μέγκαν ήταν πρόβλημα, παρότι η Κρίστεν το φοβόταν στην αρχή. Η έμφυτη περιέργεια της μικρής την είχε ωθήσει να της αποκαλύψει πολύ περισσότερα για τον εαυτό της απ’ όσα έπρεπε τη μέρα που γνωρίστηκαν, πράγματα που δεν έπρεπε για κανένα λογο να φτάσουν στα αφτιά του Ρόις. Αν μάθαινε ότι είχε μια αγαπημένη οικογένεια και ο αδελφός της ήταν ένας από εκείνους που σκοτώθηκαν στο δάσος, ίσως αναθεωρούσε την άποψή του ότι ήταν πόρνη. Αλλά η Μέγκαν προφανώς δεν είχε επαναλάβει λέξη απ’ όσα της είχε εκμυστηρευτεί, και η εκτίμηση της Έντα αποδείχτηκε σωστή: η μικρή δεν ξαναπλησίασε την Κρίστεν μετά από τη συγκεκριμένη μέρα. Άλλο τόσο την αγνοούσε και ο Ρόις ή τουλάχιστον παρίστανε ότι την αγνοεί. Τον έβλεπε κάθε μέρα να πηγαινοέρχεται, αφού η σάλα στο ισόγειο του αρχοντικού ήταν ενιαία, αλλά εκείνος απέφευγε το βλέμμα της. Μόνο όταν καθόταν εκεί, χωρίς συγκεκριμένη ασχολία, τον τσάκωνε να την παρακολουθεί. Η Κρίστεν έβρισκε διασκεδαστική τη στάση του απέναντί της. Ήξερε ότι την περιφρονούσε γι’ αυτό που πίστευε πως ήταν και την απεχθανόταν λόγω της καταγωγής της. Κι όμως, αναμφίβολα ένιωθε κι αυτός την έλξη ανάμεσά τους. Αυτό που τη διασκέδαζε ήταν το πείσμα του να την αντιμάχεται. Ένιωθε τα μάτια του να ακολουθούν κάθε της κίνηση, μα, όταν σήκωνε το βλέμμα της, εκείνος απέστρεφε στη στιγμή το δικό του. Μια φορά, πάντως, δεν το έκανε. Αντίθετα, είχε απορροφηθεί τόσο κοιτάζοντάς την εκείνο το βράδυ, ώστε ο άντρας που καθόταν δίπλα του


χρειάστηκε να φωνάξει τρεις φορές το όνομά του για να του τραβήξει την προσοχή. Η Κρίστεν έσκασε στα γέλια, κι ο πλούσιος, κελαρυστός ήχος έφτασε στα αφτιά του Ρόις εξοργίζοντάς τον. Είχε βροντήξει στο τραπέζι το κύπελλό του με το υδρόμελι και είχε αποσυρθεί με βαριά βήματα από τη σάλα, αφήνοντας εμβρόντητους τους άντρες του – ενώ η Κρίστεν αγαλλίαζε με την επιρροή που ασκούσε πάνω του. Η Κρίστεν αναλογιζόταν συχνά εκείνο το βράδυ. Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόταν συχνά τον Ρόις. Η επίγνωση ότι την ήθελε είχε κάτι το μεθυστικό. Και χάρη στη μητέρα της ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε. «Θα αναγνωρίσεις τον άντρα που σου ταιριάζει όταν τον συναντήσεις», της είχε πει κάποτε η Μπρένα. «Κι εγώ τον αναγνώρισα, και υπέφερα για πολύ καιρό επειδή δεν ήθελα να το παραδεχτώ, ούτε καν στον ίδιο μου τον εαυτό. Μην κάνεις το ίδιο λάθος, κόρη μου. Όταν βρεις τον άντρα που δεν θα χορταίνεις να κοιτάς, που ξεσηκώνει τις αισθήσεις σου και σε κάνει να νιώθεις αλλόκοτα και συνάμα υπέροχα κάθε που σε πλησιάζει, να ξέρεις ότι είναι αυτός που θα σε κάνει ευτυχισμένη, αυτός που μπορείς να αγαπήσεις όπως αγαπώ εγώ τον πατέρα σου». Η Κρίστεν είχε μαγευτεί από τον Ρόις από την πρώτη στιγμή που τον είδε. Αντλούσε απύθμενη ευχαρίστηση και μόνο κοιτάζοντάς τον. Κι όταν τύχαινε να βρεθεί κοντά της, την κατέκλυζε μια πρωτόγνωρη αίσθηση, σαν να ένιωθε πιο ζωντανή. Απέδιδε σ’ αυτόν την καλή της διάθεση, γιατί μόνο όταν ήταν παρών της ερχόταν να γελάσει. Δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι τον αγαπούσε, γιατί θα έφευγε στο λεπτό απ’ αυτό το μέρος αν ήταν στο χέρι της. Αλλά ήταν αρκετά συντονισμένη με τα αισθήματά της για να ξέρει ότι ποθούσε τον Ρόις του Γουίντχερστ: λαχταρούσε να τον αγγίξει, να νιώσει πάνω της τα μπράτσα του, να τον γνωρίσει όπως μια γυναίκα γνωρίζει έναν άντρα. Αυτά τα αισθήματα μπορούσαν να εξελιχθούν σε αγάπη, και αναπόφευκτα θα εξελίσσονταν, αν έμενε αρκετά στον πύργο του. Ήταν στ’ αλήθεια ειρωνικό που ο πρώτος άντρας που ένιωσε να την έλκει, αφού απέρριψε τόσους που την ήθελαν, ήταν ο ένας που της αντιστεκόταν σθεναρά. Ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να τον τουμπάρει, αν το έβαζε σκοπό. Αλλά θα είχε άραγε την εντιμότητα να την κάνει γυναίκα του μετά; Υπήρχε και μια μνηστή που έπρεπε να σκεφτεί. Και η δική της θέση ήταν ως αιχμάλωτή του, δηλαδή ως σκλάβα του στην ουσία, όπως της θύμισε ευθαρσώς η Έντα. Και υπήρχε ακόμα το μίσος που έτρεφε για τους συμπατριώτες της. Γινόταν να ξεπεραστούν όλα αυτά με κάτι που θα ξεκινούσε σαν πάθος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους;


Οι Βίκινγκς δεν πίστευαν σε Μοίρες που ύφαιναν το μέλλον τους, αλλά το σφυρηλατούσαν οι ίδιοι. Πίστευαν ότι οι θεοί αντάμειβαν εκείνους που κινούσαν με γενναιότητα να κατακτήσουν και να κερδίσουν. Οι Βίκινγκς δεν εκτιμούσαν την πραότητα ούτε την εγκαρτέρηση. Αγωνίζονταν γι’ αυτά που ήθελαν. Η ήττα δεν είχε ψήγμα τιμής γι’ αυτούς. Η Κρίστεν είχε γαλουχηθεί με αυτά τα αισθήματα παρά τη χριστιανική ανατροφή της. Ως χριστιανή ήξερε ότι όφειλε να εναποθέσει το μέλλον της στα χέρια του Θεού, έπρεπε να είναι υπομονετική και να Τον παρακαλά να την ανταμείψει, αν ήταν το θέλημά Του. Αλλά ως κόρη ενός Βίκινγκ ένιωθε ότι, αν ήθελε τον Ρόις του Γουίντχερστ για άντρα της, έπρεπε να τον κερδίσει, να κατανικήσει τις μοίρες που τους μάχονταν, να παλέψει γι’ αυτό που ήθελε με όποιον τρόπο μπορούσε. Τον ήθελε για άντρα της; Ναι, οπωσδήποτε. Επιτέλους είχε βρει τον άντρα με τον οποίο μπορούσε να γίνει ευτυχισμένη: τον εχθρό της. Θα ήταν αστείο, αν δεν ήταν τόσο αποκαρδιωτικό. Κι όμως, είχε πίστη στις ικανότητές της. Και η θετική έκβαση άξιζε με το παραπάνω τον κόπο. Η ώρα ήταν περασμένη. Οι δύο από τις πέντε γυναίκες, που ετοίμαζαν και σερβίριζαν τα γεύματα, ήταν άρρωστες σήμερα, με αποτέλεσμα οι τρεις που απέμειναν να καθυστερήσουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. Μιας και η Κρίστεν ήταν μία απ’ αυτές, οι άλλες υπηρέτριες δήλωσαν κατάκοπες και δεν θεώρησαν απαραίτητο να τη βοηθήσουν να μαζέψει μετά το δείπνο, ώστε να αποσυρθεί κι αυτή κάποια στιγμή. Δεν την πείραξε. Ο Ρόις είχε μείνει στη σάλα περισσότερο από όσο συνήθως, και απολάμβανε να τον κοιτάζει να παίζει ζάρια με τους φίλους του. Για την ακρίβεια, σπατάλησε περισσότερο χρόνο να τον χαζεύει παρά μαζεύοντας και καθαρίζοντας το τραπέζι. Μόνο που δεν τον είδε να φεύγει, γιατί η Έντα –που έπρεπε αναγκαστικά να την περιμένει να πάει για ύπνο– βρήκε την ώρα να τη μαλώσει που δεν πρόσεχε τι έκανε. Επικρατούσε ησυχία πλέον. Η σάλα ήταν παραδομένη στο σκοτάδι, εκτός από τις δύο λίμνες φωτός των πυρσών που έκαιγαν δεξιά κι αριστερά από την κεντρική εστία. Οι υπηρέτριες είχαν ξεδιπλώσει τα στρώματά τους στο πάτωμα και απολάμβαναν τον ύπνο τους. Μόνο η Έντα και η Κρίστεν είχαν απομείνει, με τη γερόντισσα να ετοιμάζει τα απαραίτητα για το πρωί. Η Κρίστεν δεν ήταν κουρασμένη, αλλά την πονούσαν τα πόδια της μετά από μία ολόκληρη μέρα ορθοστασίας. Συνέχεια έτσι ήταν, από τη στιγμή που άνοιγε τα μάτια της με το πρώτο φως της μέρας, μέχρι που την κλειδαμπάρωναν στο


καμαράκι της μετά το δείπνο. Μα να που σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Η Κρίστεν τεντωνόταν, όταν άκουσε από την είσοδο τα βήματα που διέσχιζαν το ξύλινο δάπεδο της σάλας. Σήκωσε το βλέμμα της με περιέργεια, και η καρδιά φτερούγισε στο στήθος της όταν είδε τον Ρόις να βγαίνει από τις σκιές, με κατεύθυνση… όχι τη σκάλα, αλλά το σημείο όπου στεκόταν η ίδια! Δεν έκανε καμία κίνηση όσο περίμενε να την πλησιάσει. Βλέποντας τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα από την ένταση, ένιωσε τους παλμούς της καρδιάς της να αυξάνονται από προσμονή. Η έκπληξή της ήταν στιγμιαία όταν ο Ρόις έφερε το χέρι του στον σβέρκο της κι έμπλεξε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της, τραβώντας το κεφάλι της πίσω. Η Κρίστεν κρατούσε την αναπνοή της όσο το βλέμμα του πηγαινοερχόταν θυμωμένα στο πρόσωπό της. «Γιατί με αναστατώνεις τόσο;» Ήταν μια ερώτηση που δεν απευθυνόταν σε εκείνη, αλλά στον εαυτό του. «Σε αναστατώνω, μιλόρδε;» «Επίτηδες το κάνεις», την κατηγόρησε. «Ήξερες ότι στεκόμουν στην είσοδο και σε παρακολουθούσα». «Όχι, νόμιζα ότι είχες αποσυρθεί». «Ψεύτρα!» σφύριξε μέσα από τα δόντια του, πριν σφραγίσει τα χείλη της με τα δικά του. Η Κρίστεν το περίμενε ανυπόμονα, αδημονούσε να γνωρίσει την αίσθηση των χειλιών του, να έχει την ευκαιρία να τον αγγίξει. Το περίμενε με λαχτάρα, αλλά δεν είχε προβλέψει πόσο σαρωτική θα ήταν η αίσθηση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να την έχει προετοιμάσει για μια τόσο σφοδρή έκλυση πάθους, αφού δεν είχε νιώσει ποτέ ως τώρα ερωτικό πάθος. Το φιλί του ήταν τραχύ μέσα στον θυμό του. Έσφιγγε στο χέρι τα μαλλιά της, κρατώντας την ακίνητη όσο λεηλατούσε το στόμα της, ωστόσο δεν την άγγιζε πουθενά αλλού. Ήταν η Κρίστεν που έγειρε πάνω του, μέχρι που μπορούσε να νιώσει όλο το μήκος του κορμιού του και την απόδειξη του πόθου του. Αυτό τη φούντωσε ακόμα περισσότερο. Καθόλου δεν την ένοιαζε που αυτό το φιλί δεν το έδινε με την καρδιά του, που τη φιλούσε ενάντια στη θέλησή του, και πιθανότατα αυτό τον έκανε να την αποστρέφεται ακόμα περισσότερο. Τύλιξε τα μπράτσα της στην πλάτη του και έσυρε αργά τα χέρια της πάνω στους σκληρούς μυώνες, ενώνοντάς τα πάνω στους ώμους του. Τον άκουσε να αναγνωρίζει την ολοκληρωτική παράδοσή της με ένα πνιχτό μουγκρητό, τον ένιωσε να τυλίγει το άλλο του χέρι στη μέση της και να τη σφίγγει πάνω του. Η γλώσσα του βούτηξε στο στόμα της, κι η Κρίστεν την


αιχμαλώτισε σαν έπαθλο, αρνούμενη να την αποχωριστεί. Μα τον Μεγαλοδύναμο, ήταν υπέροχο, ήταν ό,τι πιο συγκλονιστικό είχε βιώσει ποτέ στη ζωή της. Θα τον άφηνε ευχαρίστως να την κατακτήσει εκεί, μέσα στη σάλα, στο τραπέζι ή στο πάτωμα, δεν την ένοιαζε. Ήθελε να κάνει έρωτα μαζί του τώρα, πριν έρθει στα συγκαλά του και σταματήσει. Μα ο Ρόις σταμάτησε, κι η Κρίστεν αναστέναξε λυπημένα όταν τα χείλη του εγκατέλειψαν τα δικά της. Την κοίταζε με μάτια που σπίθιζαν από ένα εκρηκτικό μείγμα πόθου και μένους. Εκείνη ανταπέδωσε άφοβα το βλέμμα του, αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν να συνδαυλίσει ακόμα περισσότερο την οργή του. Την έσπρωξε πέρα με ένα γρύλισμα απέχθειας. «Μάγισσα! Μα τον Θεό, δεν έχεις καθόλου τσίπα, ε;» Η Κρίστεν θα έβαζε τα γέλια, αν δεν ένιωθε τόση απογοήτευση. Φόρτωνε σ’ αυτήν την ευθύνη, θαρρείς και αυτή του ρίχτηκε. Δεν ήταν τόσο φοβερή κατηγόρια, αφού έτσι κι αλλιώς το ευχόταν, αλλά πώς μπορούσε να αρνείται αυτό που προφανώς ήθελαν και οι δύο; Πού έβρισκε τη δύναμη να είναι τόσο άτεγκτος, τη στιγμή που στεκόταν εκεί, μπροστά του, λιώνοντας από την επιθυμία να ξαναβρεθεί στην αγκαλιά του; Όμως, αν δεν ήταν πρόθυμος να παραδεχτεί με ειλικρίνεια αυτό που ένιωθε, εκείνη δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. «Δεν ντρέπομαι που σε θέλω», του είπε σιγανά. «Εμένα ή οποιονδήποτε άντρα!» της πέταξε με περιφρόνηση. «Όχι, μονάχα εσένα». Τον άκουσε να ξεφυσάει δύσπιστα και χαμογέλασε. «Είσαι το άλλο μου μισό, Ρόις», πρόσθεσε με σκόπιμα προκλητικό τόνο. «Άρχισε να το αποδέχεσαι. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». «Δεν θα με συγκαταλέξεις ποτέ μαζί με τους άλλους εραστές σου, κοπελιά», δήλωσε εμφατικά. Η Κρίστεν ανασήκωσε τους ώμους κι αναστέναξε ηχηρά. «Πολύ καλά, μιλόρδε. Αν αυτή είναι η επιθυμία σου». «Δεν είναι η επιθυμία μου, είναι η αλήθεια», επέμεινε εκείνος. «Και θα κόψεις τα πορνικά καμώματά σου μαζί μου!» Αυτή τη φορά, δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Πορνικά καμώματα! Σε ποια ακριβώς αναφέρεσαι, μιλόρδε; Είμαι ένοχη μόνο που σε κοιτάζω, ίσως συχνότερα απ’ όσο είναι πρέπον, αλλά είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Είτε το παραδέχεσαι είτε όχι, είσαι ο πιο εντυπωσιακός άντρας εδώ». Εκείνος πήρε μια κοφτή ανάσα, έφριξε. «Μα τον Μεγαλοδύναμο, είναι όλες οι πόρνες των Βίκινγκς τόσο ξεδιάντροπες όσο εσύ;» Η Κρίστεν είχε σιχαθεί να την αποκαλεί πόρνη. Δεν τολμούσε να του


αποκαλύψει ότι δεν ήταν, γιατί ήθελε να την κατακτήσει από πόθο κι όχι από εκδίκηση, όπως θα έκανε σίγουρα αν ήξερε πως ήταν παρθένα. Αλλά την πείραζε να τον ακούει να την αποκαλεί πόρνη πριν καλά καλά σβήσει η φωτιά που άναψε το φιλί του στις αισθήσεις της. «Μιας και δεν γνωρίζω πόρνες, δεν μπορώ να σου λύσω την απορία», του είπε αγανακτισμένη. «Αυτό που ονομάζεις ξεδιαντροπιά, εγώ το λέω ειλικρίνεια. Θα προτιμούσες να λέω ψέματα, να διατυμπανίζω ότι σε μισώ, ότι σιχαίνομαι να σε βλέπω;» «Πώς είναι δυνατόν να μη με μισείς; Σε έκανα σκλάβα. Σε κρατάω σιδηροδέσμια, και ξέρω ότι μισείς την αλυσίδα». «Γι’ αυτό είμαι ακόμα αλυσοδεμένη; Επειδή ξέρεις ότι το μισώ;» τον ρώτησε καχύποπτα. Ο Ρόις απαξίωσε να απαντήσει. «Εγώ πιστεύω ότι με μισείς και με προκαλείς επίτηδες, προσδοκώντας να με εκδικηθείς μαγεύοντάς με». «Αν το πιστεύεις, τότε δεν θα δεχτείς ποτέ αυτό που είμαι πρόθυμη να δώσω, Σάξονα, και λυπάμαι γι’ αυτό. Όντως μισώ αυτά τα δεσμά, αλλά όχι εσένα. Και η θέση της σκλάβας δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για την οικογένειά μου», πρόσθεσε αινιγματικά. «Αν πίστευα ότι θα έμενα για πάντα αλυσοδεμένη σκλάβα, τότε ναι, μπορεί και να σε μισούσα». «Δηλαδή ελπίζεις να αποδράσεις;» Τον κοίταξε μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα. «Δεν πρόκειται να σου ξαναπώ τι ελπίζω ούτε να σου εκμυστηρευτώ την αλήθεια, αφού αρνείσαι να τη δεχτείς. Πίστευε ό,τι σου αρέσει». Του γύρισε την πλάτη, αλλά έμεινε άκαμπτη όσο περίμενε να φύγει. Εκείνος δεν το έκανε αμέσως. Η Κρίστεν υπέθεσε ότι πάλευε να χαλιναγωγήσει τον θυμό του για το θράσος της να τον αποπέμψει με αυτόν τον τόνο. Θα ήταν πολύ πιο ήσυχη αν μπορούσε να δει το βλέμμα του να ταξιδεύει για άλλη μια φορά πάνω της, αποκαλύπτοντας πόσο δύσκολο του ήταν να την αποχωριστεί.


Κεφάλαιο 15 Η Κρίστεν κάθε άλλο παρά καλοδιάθετη σηκώθηκε το επόμενο πρωί. Ήταν ευθύς και ειλικρινής με τον Σάξονα, του ομολόγησε τα αισθήματά της παραχωρώντας του ένα τεράστιο πλεονέκτημα, κι αυτός –ο εχθρός της!– την αντάμειψε μπουκώνοντάς τη με την υποκρισία του. Την ήθελε, κι ωστόσο ήταν αποφασισμένος να το αρνείται στον εαυτό του και σ’ εκείνη, κάνοντας και τους δυο τους να υποφέρουν. Και αν αυτό δεν ήταν αρκετό για να της δέσει κόμπο το στομάχι και να την κάνει να νιώσει η μεγαλύτερη ανόητη του κόσμου, ανέλαβε να της το υπογραμμίσει η Έντα, που είχε γίνει ακούσια μάρτυρας στην όλη σκηνή. «Σταμάτα να τον προκαλείς, κορίτσι μου», την είχε προειδοποιήσει πικρόχολα σχεδόν. «Θα το μετανιώσεις αν σε ρίξει στο κρεβάτι, γιατί ποτέ δεν θα γίνεις κάτι παραπάνω από σκλάβα γι’ αυτόν». Μπορεί να ήταν αλήθεια, κι αυτό έκανε ακόμα πιο έξαλλη την Κρίστεν. Άραγε ήταν όντως προετοιμασμένη να θυσιάσει την αγνότητά της για έναν άντρα που ίσως δεν θα την αγαπούσε ποτέ; Μέχρι πρότινος ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να τον κάνει να την αγαπήσει, αλλά τώρα είχε ριζώσει μέσα της η αμφιβολία – και μισούσε την αμφιβολία. Υπέσκαπτε το ηθικό της και την καταπλάκωνε με μια χιονοστιβάδα θλίψης. Όπως κάθε πρωί, καθάριζαν τις κάμαρες που έβλεπαν προς τον περίβολο, στην πρόσοψη του πύργου. Μία απ’ αυτές ήταν του Ρόις. Παλιότερα κοίταζε το κρεβάτι του με βλέμμα που πρόδιδε έξαψη. Σήμερα της ερχόταν να το σκίσει με τα νύχια της. Τελικά αρκέστηκε να γρονθοκοπήσει το μαξιλάρι του, αν και το έκανε τόσο άγρια ώστε ξεχύθηκαν μερικά πούπουλα από τις ραφές. «Από το ένα άκρο στο άλλο», παρατήρησε η Έντα κουνώντας επικριτικά το κεφάλι της. «Πάψε να τον σκέφτεσαι». «Άφησέ με ήσυχη», την προειδοποίησε η Κρίστεν. «Είπες εχθές ό,τι είχες να μου πεις». «Αλλά δεν ήταν αρκετό, βλέπω. Αν το έβαλες σκοπό να του κάνεις κακό τώρα, σε συμβουλεύω να το ξανασκεφτείς». Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μετά τη βασανιστική νύχτα που είχε περάσει παλεύοντας με τα πρωτόγνωρα αισθήματα που έσπειρε μέσα της ο Σάξονας. «Να του κάνω κακό;» γρύλισε δυσοίωνα. «Αν κάνω κακό σε κάποιον, αυτή θα είσαι εσύ, γερόντισσα, σε περίπτωση που δεν σταματήσεις να τρώγεσαι


μαζί μου!» Η Έντα υποχώρησε αργά προς την πόρτα. Είχε χαλαρώσει απέναντι στην Κρίστεν, που δεν έδειχνε καμία επιθετικότητα απέναντί της ως τώρα. Είχε αρχίσει μάλιστα να τη συμπαθεί, ξεχνώντας ότι ανήκε σε μια φυλή που πρόκοβε με τον θάνατο και την καταστροφή. Είχε χαλαρώσει αρκετά ώστε να μένει μονάχη μαζί της. Και να που τώρα κοίταζε την ψηλή, ρωμαλέα κοπέλα που έβραζε από θυμό και συνειδητοποιούσε ότι, με ή χωρίς τα δεσμά στα πόδια της, η Κρίστεν μπορούσε πολύ εύκολα να τη σηκώσει στον αέρα και να την πετάξει έξω από το παράθυρο. Θα ήταν παιχνιδάκι γι’ αυτήν. Μπορεί να μην ήταν τόσο ανόητη ώστε να το κάνει, αλλά σίγουρα μπορούσε. Η Έντα πήγε βιαστικά στην πόρτα, μουρμουρίζοντας όλο και πιο χολωμένα όσο μεγάλωνε η απόσταση που τη χώριζε από την Κρίστεν. «Ώστε απειλείς γριά γυναίκα, ε; Και μάλιστα αφού σε γλίτωσα από την κακομεταχείριση και τις βρισιές των άλλων;» Κοντοστάθηκε στο κατώφλι και την κεραυνοβόλησε με μια οργισμένη ματιά. «Τελείωσε μόνη σου εδώ. Και κοίτα να διορθώσεις τη συμπεριφορά σου όταν έρθεις κάτω, τσούπρα, αλλιώς θα περάσεις την υπόλοιπη μέρα κλειδωμένη στο καμαράκι σου, χωρίς ένα ξεροκόμματο. Να δεις αν σκοτίζομαι. Και μη χασομεράς εδώ, γιατί θα στείλω κάποιον από τους άντρες να σε κατεβάσει. Αυτόν σίγουρα δεν θα σου είναι τόσο εύκολο να τον πετάξεις από το παράθυρο!» Η Κρίστεν απόρησε με την παράξενη τελευταία δήλωση της γυναίκας, αλλά την έδιωξε από το μυαλό της. Ήταν η πρώτη φορά που έμενε μόνη σε ξεκλείδωτη κάμαρα. Και ήταν η δική του κάμαρα. Μπορούσε να ρημάξει τα πάντα εκεί μέσα στο άψε-σβήσε, και δεν υπήρχε κανείς για να επέμβει, παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά. Ο Ρόις δεν θα μπορούσε παρά να την τιμωρήσει με ξυλοδαρμό –το λιγότερο–, μα εκείνη θα καλοδεχόταν τον πόνο, τη λήθη, το μίσος που θα επακολουθούσε, γιατί ακόμα δεν είχε καταφέρει να τον μισήσει. Το πάλευε όμως και θα το πετύχαινε. Η σκέψη ήταν δελεαστική, αλλά πιο δελεαστική ήταν η πιθανότητα να βρει ένα τσεκούρι, το μοναδικό όπλο που θα επέτρεπε την απόδρασή της. Είχε χάσει πάρα πολύ χρόνο εστιάζοντας στον Σάξονα άρχοντα, ενώ θα έπρεπε να ψάχνει τρόπο να το σκάσει απ’ αυτό το μέρος. Ένα τσεκούρι θα της επέτρεπε να σπάσει την αλυσίδα στα δεσμά της και να ανοίξει τα παραθυρόφυλλα που την κλείδωναν στο καμαράκι της κάθε βράδυ. Είχε μόνο μια λεπτή κουβέρτα και ένα τραχύ σεντόνι στο αχυρόστρωμά της, όμως δένοντας μαζί και τα δικά της ρούχα, ίσως έφτιαχνε αρκετό σκοινί για να το ρίξει από το παράθυρο και να φτάσει σε ασφαλή απόσταση από το έδαφος. Με το ίδιο αυτό τσεκούρι θα άνοιγε την


πόρτα της φυλακής του Θόρολφ και των άλλων. Αν έβρισκε ένα τσεκούρι, θα το έκρυβε στο καμαράκι της τώρα, πριν γυρίσει κάτω. Και απόψε… Δυστυχώς, δεν υπήρχε ούτε ένα τσεκούρι στη συλλογή των όπλων που κρέμονταν στον τοίχο. Η Κρίστεν έσκυψε βιαστικά στη μεγάλη κασέλα στα πόδια του κρεβατιού του Ρόις και την άνοιξε. Μετακίνησε προσεκτικά τα ρούχα από πάνω, αλλά το μόνο που κάλυπταν ήταν κι άλλες στρώσεις ρούχα. Κοίταξε τη μικρότερη κασέλα ανάμεσα στα παράθυρα, όμως το σιδερένιο λουκέτο ήταν σαν να ανταπέδιδε βλοσυρά το βλέμμα της. Τελικά στράφηκε στον τοίχο με τα όπλα. Πάνω του ήταν κρεμασμένα παλιά σπαθιά, κάποια με ασημένιες λαβές, ένα μάλιστα με θηκάρι από ατόφιο χρυσάφι. Υπήρχαν διάφορες λόγχες, μια βαλλίστρα, ένα μακρύ ρόπαλο, που πρέπει να ήταν παμπάλαιο, και δεκάδες στιλέτα και εγχειρίδια με διάφορα σχέδια και σε διάφορα μήκη. Όσο κι αν λαχταρούσε να κλέψει κάποιο, ήξερε ότι η κενή θέση θα γινόταν αμέσως αντιληπτή. Από την άλλη, μια γερή λεπίδα μπορεί να της επέτρεπε να διαρρήξει την κλειδαριά εκείνης της κασέλας με τρόπο που δεν θα τραβούσε την προσοχή, τουλάχιστον όχι άμεσα. Πήρε το μικρότερο στιλέτο από τη θέση του, αυτό που θα της επέτρεπε να σκαλίσει πιο εύκολα την κλειδαριά, και γονάτισε μπροστά στην κασέλα. Το λουκέτο δεν ήταν καθόλου απλό. Για την ακρίβεια, δεν κατάφερε να βρει κλειδαρότρυπα σε καμία πλευρά του. «Δεν είναι κλειδωμένο, ξέρεις. Αυτό που κρατάς είναι απλό διακοσμητικό. Η κασέλα δεν έχει μάνταλο. Εμπρός, άνοιξε το καπάκι να δεις και μόνη σου. Ο ξάδελφός μου δεν έχει ανάγκη να κλειδώνει τα τιμαλφή του. Ξέρει ότι κανείς εδώ δεν θα τολμούσε να απλώσει χέρι σε κάτι δικό του». Η Κρίστεν δεν αναγνώρισε τη φωνή και γύρισε αργά, επιφυλακτικά, μην ξέροντας τι να περιμένει. Ο φόβος διαλύθηκε μέσα της μόλις αντίκρισε το πρόσωπο του άντρα. Τον ήξερε! Τα ήξερε αυτά τα φωτεινά γαλανά μάτια, αυτό το παράστημα που ξεπερνούσε για λίγα εκατοστά το δικό της. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ την εικόνα αυτού του άντρα με το σπαθί στο χέρι, και τον Σέλιγκ να γκρεμίζεται στο χώμα. «Εσύ!» σφύριξε η Κρίστεν και πετάχτηκε όρθια. «Έπρεπε να έχεις πεθάνει!» Εκείνος δεν έδωσε σημασία στα λόγια της. Την περιεργαζόταν με μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη. «Μα τον Μεγαλοδύναμο, η περιγραφή του Ρόις σε αδικεί οικτρά». Ούτε η Κρίστεν άκουσε τίποτα απ’ ό,τι έλεγε. Θα του είχε επιτεθεί στο φτερό, αλλά δεν ήταν τόσο τυφλωμένη από τη λύσσα ώστε να ξεχάσει την αλυσίδα στα πόδια της. Έτσι, τον πλησίασε με αργά βήματα όπως της επέβαλαν τα δεσμά


της, με την αλυσίδα να κροταλίζει στο πάτωμα προσελκύοντας το βλέμμα του. Το πρόσωπό του συσπάστηκε όταν είδε τα σιδερένια ελάσματα. Η πρόδηλη συμπόνια του την άφησε παγερά αδιάφορη. Όσο δεν πρόσεχε το στιλέτο που έσφιγγε στη γροθιά της, ας ασχολιόταν με ό,τι ήθελε. Ο μόνος λόγος που του απηύθυνε τον λόγο ήταν για να τραβήξει την προσοχή του στο πρόσωπό της. Σε λίγες στιγμές θα έχυνε το αίμα του. «Δεν ρώτησα για σένα. Υπέθεσα ότι είχες πεθάνει, γιατί δεν σε ανέφερε κανείς». «Ανάρρωνα. Λίγο έλειψε…» Και τότε χίμηξε η Κρίστεν με στόχο τον λαιμό του. Ο Σάξονας είχε καλύτερα αντανακλαστικά απ’ ό,τι περίμενε, οπότε κι αυτή στόχευσε κάτω από τον πήχη που είχε προτείνει για να αποκρούσει τη λεπίδα. Μα ήταν καλός, και το απέδειξε προλαβαίνοντας να πηδήξει πίσω για να αποφύγει το χτύπημα. Λίγο πιο μακριά αν ήταν η λεπίδα, θα είχε βρει στόχο. Όπως είχαν τα πράγματα, απλώς του έσκισε την πουκαμίσα, χαράζοντας μια στενή αιμάτινη γραμμή. Το είδε, παρότι έστριβε τον κορμό της για να πάρει φόρα και να καρφώσει τη λεπίδα της στο πλάι του λαιμού του, σκίζοντας τη σφαγίτιδα φλέβα. Το αριστερό του χέρι άρπαξε τον καρπό της λίγα εκατοστά από τον στόχο, αλλά δεν ήταν το δυνατό του χέρι, κι εκείνη είχε ρίξει όλο της το βάρος στην επίθεση. Η λεπίδα συνέχισε να κινείται ματώνοντάς τον ξανά, κι εκείνος μπορούσε μόνο να εκτρέψει την πορεία της, όχι να τη σταματήσει, τραβώντας κάτω το χέρι της, μπροστά του. Ήταν λεπτός παρά το ύψος του –ίσως και λόγω του πρόσφατου τραυματισμού του– και πολύ κατώτερος σε δύναμη από τον Ρόις. Η Κρίστεν, από τη μεριά της, είχε τη δίψα της για εκδίκηση να ενισχύει τη δύναμή της. Ήξερε ότι δεν θα κρατούσε για πολύ τον καρπό της με το αριστερό του χέρι. Ένιωθε τη λαβή του να γλιστράει, κι από εκεί που προσπαθούσε να ελευθερωθεί, ώθησε βίαια τη λεπίδα προς τον κορμό του. Η λεπίδα είχε καρφωθεί ως τη μέση στο στήθος του, πριν φέρει εκείνος το δεξιό του χέρι για να βοηθήσει το αριστερό, καταφέρνοντας να ξεκαρφώσει το μαχαίρι. «Για όνομα του Θεού, κοπελιά, σταμάτα!» «Όχι πριν ξεψυχήσεις, σκύλε Σάξονα!» Άρπαξε με το ελεύθερο χέρι της μια χούφτα από τα μαλλιά του και τον τράβηξε απότομα για να χάσει την ισορροπία του, αλλά εκείνος ρίχτηκε πάνω της και της ακινητοποίησε τον δεξιό βραχίονα κάτω από τον δικό του έτσι ώστε να μπορεί να της αποσπάσει το στιλέτο ανοίγοντας ένα ένα τα δάχτυλά της. Εκείνη ούρλιαξε από λύσσα όταν τον ένιωσε να ξεφεύγει από τη λαβή της. Τότε έκανε το λάθος να την αφήσει. Πριν προφτάσει να στραφεί να την αντικρίσει, η


Κρίστεν είχε ενώσει τα χέρια της σε ένα αυτοσχέδιο ρόπαλο και τον είχε κοπανήσει με δύναμη στην πλάτη. Το απροσδόκητο πλήγμα τον έστειλε τρικλίζοντας στον διάδρομο, όπου έσκασε με φόρα στον τοίχο απέναντι. Το στιλέτο είχε πέσει κάτω, στα μισά της απόστασης που τους χώριζε. Η Κρίστεν όρμησε να το πιάσει, αλλά είχε ξεχάσει την καταραμένη αλυσίδα που συνέδεε τους αστραγάλους της. Ο ξάδελφος του Ρόις γύρισε τη στιγμή που εκείνη έπεφτε και ρίχτηκε πάνω της. Η σφοδρή σύγκρουση τους έριξε πίσω, μέσα στην κάμαρα, όπου σωριάστηκαν στο πάτωμα, με τα μέλη τους μπλεγμένα σε ένα κουβάρι. Κάπου εδώ η συμπλοκή θα έπαιρνε τέλος για την Κρίστεν, αν ήταν πιο μικρόσωμη. Ο Άλντεν έκανε για δεύτερη φορά το ίδιο λάθος. Είχε προσγειωθεί από πάνω της, και τώρα της είχε πιάσει γερά τους καρπούς ακινητοποιώντας της τα χέρια στα πλάγια του κεφαλιού. Την κοίταζε σαστισμένος, αν και η υπομονή του είχε εξαντληθεί. «Γιατί;» ρώτησε επιτακτικά. «Ο Ρόις είπε ότι σε κανέναν δεν φερόσουν εχθρικά. Γιατί σ’ εμένα;» «Σκότωσες τον Σέλιγκ! Θα πληρώσεις τον χαμό του με τη ζωή σου! Εγώ η ίδια θα πάρω εκδίκηση!» Τον πέταξε στο πλάι ξεστομίζοντας σφυριχτά την τελευταία λέξη, και την επόμενη στιγμή βρέθηκε από πάνω του, κρατώντας το κεφάλι του στα δυο της χέρια. Το κοπάνησε δύο φορές δυνατά στο πάτωμα, πριν τυλιχτούν στο στήθος της δυο δυνατά μπράτσα και την τραβήξουν μακριά. Η Κρίστεν πάλευε μέχρι που τα μπράτσα σφίχτηκαν σε μια ασφυκτική μέγγενη, αδειάζοντας όλο τον αέρα από τα πνευμόνια της. «Μείνε ακίνητη!» σφύριξε μια φωνή στο αφτί της. Α, όχι, αυτό ήταν άδικο! Όχι αυτός! Μπορούσε να κάνει καλά οποιονδήποτε άλλον, αλλά όχι τον Ρόις! Η Κρίστεν υπάκουσε απρόθυμα χαλαρώνοντας τους μυς της, αλλά συνεχίζοντας να κοιτάζει με μίσος τον άντρα που κειτόταν στα πόδια της. Άλλο ένα γερό χτύπημα και θα ήταν όσο ζαλισμένος χρειαζόταν για να μπορεί εκείνη να σηκωθεί ώστε να πάρει ένα άλλο όπλο από τον τοίχο. Το πιο κατάλληλο όπλο. Γιατί στην ευχή έπρεπε να εμφανιστεί τώρα αυτός ο άθλιος Σάξονας; «Για όνομα του Θεού, Άλντεν, τι πήγες να κάνεις;» ρώτησε επιτακτικά ο Ρόις. «Εγώ;» Ο Άλντεν ανακάθισε κουνώντας το κεφάλι του. «Κοίταξέ με! Σου φαίνομαι να έκανα οτιδήποτε;» «Όχι, και θα μάθω το γιατί! Αν μου πεις ότι μια γυναίκα σε εξουδετέρωσε για δεύτερη φορά, μάρτυς μου ο Θεός…» «Έλεος, Ρόις», είπε μορφάζοντας εκείνος. «Ακόμα δεν έχω ανακτήσει τις


δυνάμεις μου, και η τσούπρα από εδώ δεν είναι κανένα λεπτεπίλεπτο θηλυκό! Για δοκίμασε να παλέψεις εσύ μαζί της, και μετά έλα να μου πεις!» «Γυναίκα είναι», μουρμούρισε περιφρονητικά ο Ρόις. Και λέγοντάς το, έσπρωξε την Κρίστεν μακριά του, μια κίνηση που αποσκοπούσε να τη σωριάσει κάτω φαρδιά πλατιά, αλλά την έκανε μόνο να τρεκλίσει μερικά βήματα πριν ξαναβρεί την ισορροπία της και γυρίσει να τον κεραυνοβολήσει με μια φαρμακερή ματιά. «Γυναίκα λες, ε;» Ο Άλντεν κούνησε το πονεμένο κεφάλι του. «Λοιπόν, αυτή η γυναίκα έχει πάρα πολλές γνώσεις από όπλα και τεχνικές πάλης –μη λες μετά ότι δεν σε προειδοποίησα!–, αν και φαίνεται ότι από μένα θέλει κυρίως εκδίκηση». «Γιατί;» «Ρώτα τη». Ο Ρόις στράφηκε στην Κρίστεν. «Γιατί;» επανέλαβε. Η Κρίστεν σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος της και έμεινε εκεί να τον κοιτάζει αμίλητη. Η υπομονή του ήταν ήδη στα όριά της. «Τι σου είπε;» ρώτησε τον ξάδελφό του. «Ότι σκότωσα κάποιον Σέλιγκ. Και θα το πληρώσω με τη ζωή μου». «Κάποιον εραστή, σίγουρα». «Όχι εραστή!» γάβγισε η Κρίστεν με μάτια σκοτεινιασμένα από την οργή. «Τότε τι σου ήταν;» «Δεν θα μάθεις ποτέ, Σάξονα». «Μα τον Θεό, θα μου πεις!» ξέσπασε εκείνος και την άρπαξε από το μπράτσο για να την τραβήξει βίαια μπροστά του. «Έτσι νομίζεις;» τον ρώτησε σαρκαστικά. «Πώς θα με αναγκάσεις; Θα με ξυλοκοπήσεις, θα με βασανίσεις; Κάνε κι αυτά και ό,τι άλλο θες, αλλά θα σου πω μόνο ό,τι θέλω εγώ να ξέρεις. Ούτε θα σε ικετέψω για έλεος, Σάξονα, οπότε σκότωσέ με τώρα να ξεμπερδεύουμε μια ώρα αρχύτερα». «Πήγαινε κάτω!» γρύλισε ο Ρόις σπρώχνοντάς την προς την πόρτα. Εκείνη βγήκε με αργά βήματα, αλλά η στάση της ήταν αγέρωχη, ηγεμονική σαν βασίλισσας. Ο Ρόις έμεινε να κοιτάζει βλοσυρά τον άδειο διάδρομο ακόμα κι αφού είχε φύγει. Τελικά στράφηκε στον ξάδελφό του τη στιγμή που ο Άλντεν σηκωνόταν. «Όχι άλλες φωνές, Ρόις, δεν θα το αντέξω. Ο Θεός να με λυπηθεί όταν δει η Νταρέλ όλο αυτό το αίμα…» «Τότε καθάρισε μόνος σου τα καινούρια σου τραύματα και μην κάνεις


κουβέντα γι’ αυτό. Δεν τραυματίστηκες σοβαρά, έτσι;» «Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι αν σε νοιάζει καθόλου». Ο Άλντεν χαμογέλασε. «Όχι, μερικές γρατζουνιές είναι – αν και, μάρτυς μου ο Θεός, λίγο έλειψε να μου κόψει τον λαιμό. Πολεμάει σαν δαίμονας, άσε που δεν μου έδωσε την παραμικρή προειδοποίηση ότι ετοιμαζόταν να μου επιτεθεί». «Άντε να φροντίσεις τις πληγές σου, Άλντεν», είπε ο Ρόις. «Αυτό θα κάνω, πριν βρει η Νταρέλ την ευκαιρία να με περιορίσει πάλι στην κάμαρά μου. Για στοργική αδελφή, με στραγγαλίζει με το ενδιαφέρον της». «Άλντεν;» «Ναι». Είχε φτάσει στην πόρτα, όπου κοντοστάθηκε. «Μείνε μακριά της». Ο Άλντεν χαμογέλασε. «Άσκοπη η προειδοποίηση. Οι συναντήσεις που είχα με αυτή την κοπελιά μου φτάνουν και μου περισσεύουν για μια ζωή».


Κεφάλαιο 16 Ο Ρόις έγειρε πίσω στην καρέκλα του, περιμένοντας να παίξει ο Άλντεν στην παρτίδα ζάρια που είχαν ξεκινήσει. Ήταν η πιο καυτή μέρα του φετινού καλοκαιριού μέχρι τώρα και, παρότι είχαν τραβήξει το τραπέζι στο οποίο έπαιζαν ακριβώς μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, είχε τέτοια άπνοια που δεν έπαιρναν ανάσα. Οι περισσότεροι άντρες του Ρόις τεμπέλιαζαν γύρω από το μεγάλο βαρέλι με το υδρόμελι, παρότι ήταν ακόμα απόγευμα. Είχαν περάσει το πρωί εκπαιδεύοντας τους λιγότερο ικανούς αγρότες σε τεχνικές μάχης, αλλά η ζέστη τούς είχε οδηγήσει από νωρίς πίσω στο αρχοντικό. Απλώς η μέρα δεν ήταν για πολλές δραστηριότητες πέρα από τις απολύτως αναγκαίες. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Άλντεν κατέβηκε στη σάλα από τη μέρα που ήρθαν οι Βίκινγκς. Είχαν περάσει δύο μέρες από την άτυχη συμπλοκή που τον περιόρισε πάλι στην κάμαρά του. Ένα από τα καινούρια τραύματά του ήταν πιο σοβαρό απ’ όσο το νόμισε αρχικά, και συνέχιζε να αιμορραγεί. Κατά συνέπεια, είχε χάσει περισσότερο αίμα απ’ όσο ήταν απαραίτητο καθυστερώντας να καλέσει την Έρθα να τον βοηθήσει. Αυτή η καινούρια καταπόνηση τον έριξε ξανά στο κρεβάτι. Μοναδική του παρηγοριά ήταν ότι η Έρθα κράτησε το στόμα της κλειστό, οπότε η Νταρέλ δεν είχε μάθει ακόμα τίποτα σχετικά με την καταστροφική δεύτερη συνάντησή του με την κοπελιά των Βίκινγκς. Ο Ρόις κάθε άλλο παρά διασκέδασε βλέποντας το άσχημο τραύμα στο στήθος του ξαδέρφου του αργότερα εκείνη τη μέρα. Διέταξε αμέσως να φτιαχτεί καινούρια αλυσίδα για την Κρίστεν, μακρύτερη, η οποία ασφαλιζόταν στον τοίχο του χώρου μαγειρέματος καθώς και στην αλυσίδα ανάμεσα στα πόδια της, επιτρέποντάς της να κινείται μόνο μέχρι το μακρόστενο τραπέζι όπου δούλευε κατά κύριο λόγο. Ήταν μια διαταγή που μετάνιωσε μόλις καταλάγιασε ο θυμός του. Ήξερε πόσο μισούσε η Κρίστεν τα δεσμά της· μπορούσε μόνο να φανταστεί πόσο απεχθανόταν αυτή την καινούρια αλυσίδα που περιόριζε τις κινήσεις της. Από εκείνη τη στιγμή δυσκολευόταν να την αντικρίσει. Δεν ήθελε να δει τη δυστυχία χαραγμένη σ’ εκείνο το όμορφο πρόσωπο. Δεν ήθελε να διαβάσει το μίσος που σίγουρα πρέπει να ένιωθε πια γι’ αυτόν. Ο Ρόις δεν ήξερε τι να κάνει με την Κρίστεν. Ήταν αντιμέτωπος με ένα πρωτόγνωρο δίλημμα, και δεν είχε κανέναν να το συζητήσει. Μπορούσε


ανέκαθεν να κουβεντιάζει τα πάντα με τον Άλντεν, αλλά ήταν απρόθυμος να εκμυστηρευτεί στον αγαπημένο του ξάδελφο ή σε οποιονδήποτε άλλο πόσο τον τάραζε αυτή η κοπέλα. Όσο κι αν αντιστεκόταν, την είχε συνέχεια στο μυαλό του. Δεν κατάφερνε να την αποφύγει ούτε καν όταν κοιμόταν, γιατί εισέβαλε συστηματικά στα όνειρά του. Δεν έμοιαζε με καμία άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Δεν την είχε δει ούτε μία φορά να κλαίει ή να θρηνεί για την κακοτυχία της. Δεν έδειξε ούτε μία φορά να τον φοβάται. Μισούσε τα δεσμά της, και παρ’ όλα αυτά δεν καταδέχτηκε ποτέ να του ζητήσει να την απαλλάξει, όπως θα έκανε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Δεν ζητούσε χάρες ούτε έλεος. Για την ακρίβεια, δεν είχε ζητήσει τίποτα, εκτός από… απ’ αυτόν. Είχε ομολογήσει ότι τον ήθελε. Μα τον Θεό, αυτά της τα λόγια είχαν ταράξει συθέμελα τον κόσμο γύρω του! Σε απάντηση, την είχε κατηγορήσει ότι επιδίωκε σκόπιμα να τον μαγέψει. Μα, σκόπιμα ή όχι, το είχε ήδη καταφέρει, από εκείνη τη μέρα που εμφανίστηκε μπροστά του με όλη τη μεγαλειώδη ομορφιά που κατάφερνε να καλύπτει η βρομιά. Ο Ρόις δεν είχε κυριευτεί ποτέ από τέτοιο πόθο για άλλη γυναίκα. Ούτε καν η Ρόνα, την οποία λάτρευε περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άνθρωπο στον κόσμο, δεν τον είχε αναστατώσει ποτέ τόσο βαθιά. Αρκούσε μια ματιά στην κοπελιά, και η αυτοκυριαρχία του πήγαινε περίπατο. Το αίμα του έπαιρνε φωτιά. Το κορμί του πονούσε από την επιθυμία. Τις προάλλες, τον είχε βγάλει εκτός ελέγχου. Είχε επιστρέψει στη σάλα με σκοπό να ανέβει στην κάμαρά του, αλλά ήταν μέγα λάθος του που σταμάτησε να την κοιτάξει, γιατί βρέθηκε καθηλωμένος εκεί, υπνωτισμένος από τις αργές, αισθησιακές κινήσεις της, παρακολουθώντας το χέρι της να ανεβαίνει στο πρόσωπό της για να παραμερίσει μια χρυσοκάστανη τούφα μαλλιών, κοιτάζοντάς τη να τεντώνει νωχελικά την πλάτη της και να προτάσσει τα σφριγηλά, χυμώδη στήθη της. Ήταν θαρρείς και έριξε προς το μέρος του μια αόρατη πετονιά, με το αγκίστρι στην άκρη να παραλύει τη θέλησή του, αφού βρέθηκε κοντά της χωρίς να το καταλάβει και τίποτα δεν θα μπορούσε να τον εμποδίσει να γευτεί τα καυτά της χείλη. Θα τον παρηγορούσε η σκέψη πως ήταν μάγισσα ή ίσως Βίκινγκ ιέρεια, κάτοχος μιας μυστικής μαγείας που της δίδαξαν οι παγανιστικοί θεοί της. Αυτό σίγουρα θα εξηγούσε το δίλημμά του: πώς ήταν δυνατόν να την απεχθάνεται, την ίδια στιγμή που την ποθούσε σαν τρελός; Ξυπνούσε μέσα του αισθήματα που ούτε ο ίδιος καταλάβαινε. Θα έπρεπε να αδιαφορεί για τα δεινά της –τα οποία ουσιαστικά εκείνος της είχε επιβάλει–, αλλά τον λυπούσαν αφάνταστα. Κι


ούτε ήταν λογικό να τον πειράζει τόσο που ήταν πόρνη. Κι όμως, ένιωθε έτοιμος για φόνο κάθε φορά που έφερνε στον νου του τους αμέτρητους άντρες που είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της, πιθανότατα όλους τους Βίκινγκς στο καράβι που τους κουβάλησε μέχρι εδώ. Και όταν έμαθε ότι νοιαζόταν ειδικά για έναν περισσότερο, σε βαθμό μάλιστα ώστε να παλέψει για να εκδικηθεί τον θάνατό του, νόμισε ότι θα παραφρονήσει. Είχε ρωτήσει τον Θόρολφ ποιος ήταν αυτός ο Σέλιγκ. Αλλά ο κατεργάρης Βίκινγκ είχε απαντήσει με ερώτηση, ζητώντας να μάθει ως τι τον είχε παρουσιάσει η Κρίστεν. Ήταν φανερό ότι δεν θα έπαιρνε πληροφορίες από τους συντρόφους της, οπότε ο Ρόις το άφησε εκεί. Ήταν όπως του είχε πει η Κρίστεν: θα μάθαινε μόνο όσα ήθελε εκείνη να ξέρει, κι εκείνη δεν θα του ξανάλεγε τίποτα. «Αν δεν θέλεις να τελειώσουμε την παρτίδα, Ρόις, πες το». «Τι;» «Πάνε ώρες που περιμένω να παίξεις». Ο Ρόις ανακάθισε και πήρε τα ζάρια. «Μην υπερβάλλεις, ξάδελφε. Έχω διάφορα στο κεφάλι μου». «Τελευταία βυθίζεσαι συχνά στις σκέψεις σου. Δεν είναι παράδοξο βέβαια με όλα αυτά που συνέβησαν αυτό το καλοκαίρι. Και τώρα μαθαίνουμε ότι θα έρθει για επίσκεψη ο βασιλιάς, αλλά χωρίς συγκεκριμένες ημερομηνίες». «Ας κοπιάσει όποτε θέλει», γρύλισε ο Ρόις. «Δεν θα τρελαθώ κιόλας». «Όχι; Τότε θα πρέπει να σε ανησυχούν ακόμα οι αιχμάλωτοι», υπέθεσε ο Άλντεν. «Ή μήπως σε απασχολεί ιδιαίτερα κάποιος απ’ όλους;» «Για ποιον μιλάς;» «Έλα μου, ντε!» Ο Άλντεν έβαλε τα γέλια. «Έλα τώρα, Ρόις. Γιατί δεν μου είπες ότι είναι τόσο εκθαμβωτικά όμορφη;» «Πες μου εσύ κάτι, Άλντεν. Επιχείρησε να σε σκοτώσει όχι μία, αλλά δύο φορές. Πώς μπορείς να γελάς μιλώντας γι’ αυτήν;» «Έχει τους λόγους της, φαντάζομαι, αλλά ακόμα κι έτσι, ποιος θα μπορούσε να καταφρονεί τέτοια καλλονή;» «Εγώ μπορώ». «Μπορείς; Γιατί; Σίγουρα δεν την κατηγορείς γι’ αυτό που έκαναν οι Δανοί; Δεν είναι καν συμπατριώτισσά τους». «Ξεχνάς φαίνεται ότι οι σύντροφοί της ήρθαν εδώ να λεηλατήσουν και να σκοτώσουν και ότι θα είχαν ρημάξει το Γουίντχερστ, αν δεν τους σταματούσες στο δάσος». «Θα είχαν προσπεράσει το Γουίντχερστ», μπήκε στην κουβέντα μια


διστακτική φωνούλα. Ο Ρόις και ο Άλντεν έριξαν μια πλάγια ματιά στη Μέγκαν, που είχε πλησιάσει αθόρυβα στο τραπέζι τους, για να παρακολουθήσει το παιχνίδι τους. Ο Ρόις συνοφρυώθηκε, αλλά άλλαξε αμέσως έκφραση όταν είδε τη Μέγκαν να χαμηλώνει φοβισμένα το βλέμμα της από το πρόσωπό του. «Γιατί το λες αυτό, ψιψίνα;» τη ρώτησε μαλακά. Εκείνη του έριξε μια εξεταστική ματιά, κι έπειτα ήρθε πιο κοντά όταν κατάλαβε ότι δεν θύμωσε που τους είχε διακόψει. «Η Κρίστεν μου το είπε. Είπε ότι πήγαιναν στη μονή του Τζάροου, κι αυτό μόνο για την περιπέτεια». «Πότε μίλησες μαζί της;» «Την επόμενη μέρα που την έφεραν στο αρχοντικό». «Σου είπε τίποτ’ άλλο, Μέγκαν;» «Πολλά πράγματα. Μου είπε για την οικογένειά της. Είπε ότι ο πατέρας της είναι πιο ψηλός κι από σένα και γίνεται κι αυτός θηρίο όταν θυμώνει». Η Μέγκαν σώπασε, συνειδητοποιώντας την γκάφα της. «Δεν ήθελα να πω ότι…» «Και βέβαια ήθελες», την πείραξε ο Άλντεν με ένα πλατύ χαμόγελο και την τράβηξε να καθίσει στα γόνατά του. «Όλοι ξέρουμε τι τρομερό θηρίο γίνεται ο αδελφός σου όταν θυμώνει». Ο Ρόις τής χαμογέλασε για να της δείξει ότι δεν ήταν θυμωμένος. «Συνέχισε, ψιψίνα. Τι άλλο σου είπε η κοπελιά;» «Εσύ δεν αποκαλύπτεις μυστικά, έτσι, Μέγκαν;» συνέχισε να την πειράζει ο Άλντεν. «Ξάδελφε!» τον επέπληξε ανυπόμονα ο Ρόις. «Μάλιστα, τόσο λίγο σε νοιάζει, έτσι;» Η Μέγκαν τούς ξάφνιασε και τους δύο με την επόμενη ερώτησή της. «Γιατί διέταξες να την αλυσοδέσουν στον τοίχο, Ρόις;» Ήταν τόσο φουρκισμένος που απάντησε με ένα δηκτικό σχόλιο για τον Άλντεν. «Επειδή θέλει να σκοτώσει τον ξαδελφούλη μας από εδώ, και ο καημένος δεν έχει αρκετή δύναμη για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, οπότε πρέπει να μεριμνήσω εγώ για την ασφάλειά του». Η Μέγκαν στριφογύρισε στα πόδια του Άλντεν για να τον κοιτάξει κατάματα με γουρλωμένα μάτια. «Γιατί θέλει να σε σκοτώσει η Κρίστεν;» «Γιατί άραγε;» αναρωτήθηκε πένθιμα εκείνος. «Και είμαι τόσο καλός τύπος». «Τότε σίγουρα κάνεις λάθος», συμπέρανε η Μέγκαν. «Όχι, μικρή μου, δυστυχώς δεν κάνω λάθος», παραδέχτηκε ο Άλντεν. «Υποτίθεται ότι σκότωσα κάποιον Σέλιγκ, και είναι αποφασισμένη να εκδικηθεί τον θάνατό του».


«Εσύ σκότωσες τον Σέλιγκ;» ρώτησε ξέπνοα η Μέγκαν. «Αχ, Άλντεν, γιατί έπρεπε να είσαι εσύ; Τώρα θα σε μισεί τρομερά…» Ο Ρόις έσκυψε πάνω από το τραπέζι και έπιασε την αδελφή του από το πιγούνι, μαλακά ευτυχώς, για να την υποχρεώσει να τον κοιτάξει κατάματα. «Μέγκαν, ξέρεις ποιος ήταν αυτός ο Σέλιγκ;» τη ρώτησε. «Ναι, μου είπε η Κρίστεν ποιος ήταν. Αλλά ταράχτηκε πολύ όταν τον ανέφερε. Ήταν μετά που της είπα ότι το Τζάροου γκρεμίστηκε από τους Δανούς. Είπε ότι ο Σέλιγκ και τα μισά παλικάρια του πέθαναν άδικα. Και τότε με τρόμαξε, γιατί κοπανούσε το τραπέζι με τις γροθιές της και μετά το αναποδογύρισε. Από τότε δεν της έχω μιλήσει, αλλά νομίζω ότι ξέσπασε τόσο άγρια εξαιτίας της λύπης της. Ήταν τόσο φιλική μαζί μου πριν από αυτό». «Ναι, βέβαια, μπορεί να είναι πολύ φιλική όταν τη βολεύει», μονολόγησε ο Ρόις, αλλά δεν ξέχασε αυτό που τον έκαιγε. «Θα μου πεις ποιος ήταν ο Σέλιγκ, Μέγκαν;» «Δεν τη ρώτησε ο Άλντεν;» «Μέγκαν!» Εκείνη χλώμιασε με τον ανεβασμένο τόνο της φωνής του κι απάντησε αυτόματα: «Ο αδελφός της, Ρόις. Είπε ότι ήταν φίλος και αδελφός της». Παρά τη σαστιμάρα που του προκάλεσε αυτή η αποκάλυψη, ο Ρόις πρόσεξε την ταραχή που κυρίευσε τη μικρούλα και βλαστήμησε βουβά για την ανυπομονησία του. «Γλυκιά μου Μέγκαν, δεν έχω θυμώσει μαζί σου». «Ούτε επειδή της μίλησα;» «Όχι, ούτε γι’ αυτό», την καθησύχασε. «Τώρα, γιατί δεν πας να δεις τι θησαυρούς ανακάλυψε η Νταρέλ; Της έφεραν ένα μέρος του φορτίου που αφαιρέθηκε από το καράβι των Βίκινγκς. Κάτι την άκουσα να λέει για γούνινα τελειώματα για καινούρια φουστάνια, δικά της και δικά σου». Η Μέγκαν πήγε χοροπηδώντας στην άλλη πλευρά της σάλας, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι γυναίκες. Ο Ρόις έγειρε πίσω στην πλάτη της καρέκλας του και κοίταξε κατάματα τον Άλντεν, που φαινόταν εξίσου κατάπληκτος με τον ίδιο. «Αδελφός της!» μουρμούρισε δύσπιστα ο Ρόις. «Πώς γίνεται να είχε έναν αδελφό ανάμεσα στο μπουλούκι; Θα σήμαινε ότι εκείνος ήξερε γιατί βρισκόταν στο καράβι, και μάλιστα το ανεχόταν». «Μήπως πέφτουμε έξω στην εικασία μας ότι είναι πόρνη;» ρώτησε ο Άλντεν. «Όχι», απάντησε απότομα ο Ρόις. «Παραδέχτηκε η ίδια ότι είναι». Ο Άλντεν ανασήκωσε απότομα τους ώμους του. «Τότε θα πρέπει να βλέπουν πολύ διαφορετικά τα πράγματα απ’ ό,τι εμείς. Τι ξέρεις πραγματικά για τη φυλή


τους; Ίσως δεν βρίσκουν τίποτα κακό σε μια γυναίκα που δίνεται σε πολλούς. Ποιος ξέρει, μπορεί να είναι όλες οι γυναίκες τους πόρνες». Ο Ρόις σκυθρώπιασε, ξαναφέρνοντας στον νου του την Κρίστεν να του λέει ότι δεν γνώριζε άλλες πόρνες. Ωστόσο, δεν το ανέφερε στον Άλντεν, βλέποντας την Νταρέλ έτοιμη να τους διακόψει. «Ρόις, κοίτα αυτό», έκρωξε ενθουσιασμένη, δείχνοντάς του το φόρεμα που είχε βρει. «Έχεις ξαναδεί ποτέ τόσο φίνο βελούδο; Δεν μπορεί παρά να ήρθε από την Άπω Ανατολή!» Εκείνος έριξε μια αδιάφορη ματιά στο σκούρο πράσινο ύφασμα που κρατούσε, μέχρι που εκείνη το τίναξε και το κράτησε μπροστά της, πάνω από τα ρούχα που φορούσε. Το φόρεμα ήταν αμάνικο, κι ήταν πραγματικά πολύ πλούσιο, με βαρύτιμα μαργαριτάρια να σχηματίζουν μια χοντρή πλεξούδα παράλληλα με το βαθύ τριγωνικό ντεκολτέ. Μια δεύτερη μαργαριταρένια πλεξούδα ήταν δεμένη γύρω από τη στενή μέση, προφανώς για να χρησιμοποιηθεί σαν ζώνη. Για κούμπωμα είχε μια αγκράφα από ατόφιο χρυσό. «Υπάρχει άλλο ένα φόρεμα στο ίδιο σχέδιο», συνέχισε κατενθουσιασμένη η Νταρέλ. «Και ταιριαστά παπούτσια και περιβραχιόνια από καθαρό χρυσάφι κι ένα περιδέραιο από κεχριμπαρένιες πέτρες. Ήταν πακεταρισμένα όλα μαζί. Θα τα χαρίσεις στην Κόρλις, Ρόις; Σίγουρα θα τα λάτρευε τόσο πλούσια δώρα. Αν όχι πάντως, εγώ σίγουρα θα τα ήθελα. Μα ό,τι κι αν γίνει, τα φορέματα θα πρέπει να μεταποιηθούν. Πρέπει να προστεθούν μανίκια, αλλά δεν θα χρειαστεί να ψάχνουμε ταιριαστό ύφασμα, αφού θα περισσέψει αρκετό όταν το κοντύνουμε. Όπως βλέπετε, τα φορέματα είναι πάρα πολύ μακριά. Μα τον Θεό, φαίνεται ότι οι γυναίκες της Νορβηγίας είναι όλες θεόρατες. Μόνο έτσι εξηγούνται τόσο μακριά ρούχα». Ο Ρόις κοίταζε τώρα το ύφασμα που περίσσευε –με μήκος τουλάχιστον τριάντα εκατοστά– και το οποίο σερνόταν στα πόδια της Νταρέλ. «Πες τους να τα πάνε στην κάμαρά μου, ξαδέλφη». «Δεν θέλεις να τα μεταποιήσω πρώτα;» ρώτησε με απογοήτευση. «Όχι. Όχι ακόμα, τουλάχιστον». Η Νταρέλ δεν είχε απομακρυνθεί ακόμα, όταν ο Ρόις έστρεψε το βλέμμα του στην πιο μακρινή άκρη της σάλας, στον χώρο μαγειρέματος, και εστίασε πάνω στην Κρίστεν. Στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο στη δουλειά που έκανε, μα και πάλι περνούσε το λιγότερο ένα κεφάλι τις άλλες γυναίκες γύρω της. Το ψηλό, χυτό σώμα της ήταν καλυμμένο με τα ίδια ρούχα που της είχαν παραχωρηθεί, ρούχα ασφυκτικά στενά για εκείνη και υπερβολικά κοντά. «Τι σκέφτεσαι, ξάδελφε;» ρώτησε καχύποπτα ο Άλντεν ακολουθώντας το


βλέμμα του. «Σκέφτομαι ότι τα ρούχα ανήκουν στην όμορφη καινούρια μου σκλάβα», απάντησε εκείνος με όλη του την προσοχή στραμμένη πάνω της. «Έλα τώρα, δεν μπορεί να το πιστεύεις στ’ αλήθεια!» αντέδρασε ο Άλντεν. «Μια ταπεινή κοπέλα, μια κοινή θνητή, δεν μπορεί να έχει τόσο πλούσιες φορεσιές, Ρόις! Ούτε καν η βασίλισσα Ίλσγουιθ δεν έχει τόσο φίνο βελούδο στα μπαούλα της. Κι αυτά τα μαργαριτάρια μόνο αξίζουν ολόκληρη περιουσία!» Ο Ρόις στράφηκε ξανά στον ξάδελφό του, σκεπτικός αυτή τη φορά. «Υποθέτω ότι είναι απίθανο, αλλά θα το εξακριβώσω πριν τελειώσει η σημερινή μέρα». «Πώς; Δεν αρκεί να τη ρωτήσεις αν της ανήκουν τα φορέματα. Έτσι κι αλλιώς θα σου πει ναι, γιατί ποια γυναίκα δεν θα διεκδικούσε τόσο υπέροχα ενδύματα, τη στιγμή που δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να τη διαψεύσει;» «Αυτό θα το δούμε». Ήταν τόσο δυσοίωνος ο τόνος του, ώστε ο Άλντεν ένιωσε συμπόνια για τη Βίκινγκ κοπελιά –πρόσκαιρη, έστω–, ενώ αναρωτιόταν τι τρόπο είχε σκαρφιστεί ο ξάδελφός του για να της αποσπάσει την αλήθεια. Εκείνος δεν νοιαζόταν στο ελάχιστο να τη μάθει.


Κεφάλαιο 17 Τελειώνοντας την κοπιαστική δουλειά της για σήμερα, η Κρίστεν δεν έβλεπε την ώρα να σωριαστεί στο κρεβάτι της. Σαν να μην έφτανε η πλήρης άπνοια και η εξοντωτική ζέστη όλη μέρα, επιπλέον έπρεπε να υπομένει την κάψα της εστίας, κοντά στην οποία ήταν αλυσοδεμένη. Ευχαρίστως θα φιλούσε σταυρωτά την Έντα τη στιγμή που έσκυψε να αφαιρέσει αυτή την καινούρια αλυσίδα που περιόριζε ακόμα περισσότερο την ελευθερία της Κρίστεν, αλλά συγκρατήθηκε. Η γερόντισσα της κρατούσε ακόμα μούτρα για τον άσχημο τρόπο της τις προάλλες. Η Κρίστεν της είχε ζητήσει συγγνώμη την ίδια μέρα, αλλά δεν ήταν αρκετό για να την εξευμενίσει – κι αυτό ήταν κακό, γιατί η Έντα ήταν η μόνη με την οποία μπορούσε να πει μια κουβέντα. Η ψυχρή σιωπή της μετέτρεψε μια ήδη βασανιστική μέρα σε κολασμένη. Η Έντα κρατούσε την Κρίστεν από το μπράτσο, αλλά όχι για να την οδηγήσει στο καμαράκι της στον πάνω όροφο. Της είπε ξερά ότι έπρεπε να κάνει μπάνιο. Αν και τσακισμένη από την κούραση, εκείνη δεν έφερε αντίρρηση. Αυτό θα ήταν το δεύτερο μπάνιο που έκανε από τότε που την έφεραν στο αρχοντικό. Ήξερε ότι η Νταρέλ απολάμβανε αυτή την πολυτέλεια αρκετές φορές την εβδομάδα, όπως και ο Ρόις, αλλά ήταν σπάνια για τις υπηρέτριες. Και παρά την αγάπη της για την καθαριότητα, η μικρή λεκάνη με νερό που της έδιναν καθημερινά για να νίβεται με ένα σφουγγάρι ήταν απλώς ανεπαρκής. Η σκέψη ότι επιτέλους θα απαλλασσόταν από τον ιδρώτα και τη βρομιά τόσων ημερών ήταν αρκετή για να αναπτερώσει το ηθικό της. Ωστόσο, δεν θα απολάμβανε ένα χουζούρικο μπάνιο, γιατί περίμεναν κι άλλες υπηρέτριες να χρησιμοποιήσουν το ίδιο νερό. Ευτυχώς, μπήκε πρώτη στην μπανιέρα. Το νερό ήταν ζεστό αυτή τη φορά και καθαρό, και μόνο η Έντα έμεινε στην καμαρούλα μαζί της. Όσο πλενόταν η Κρίστεν και έλουζε τα μαλλιά της, η Έντα έτριβε τα μοναδικά της ρούχα. Της είχε δώσει μια ασουλούπωτη ρόμπα από τραχύ, λεπτό μαλλί να φορέσει για απόψε, μέχρι να στεγνώσουν τα δικά της· δεν ήταν παρά ένα μακρύ ορθογώνιο από γκρίζο ύφασμα, με μια κυκλική τρύπα στη μέση για να περάσει το κεφάλι της. Παραδόξως, όταν το μάζεψε στα πλάγια και το σταθεροποίησε με μια ζώνη, έκανε τη δουλειά του, αν και, όπως καθετί άλλο, της έπεφτε κοντό. Απλώς ήταν γυμνή από κάτω. Ο μόνος λόγος που δεν αντέδρασε στην


προοπτική να κυκλοφορεί φορώντας μόνο ένα σακί ήταν ότι θα πήγαινε κατευθείαν στο καμαράκι της. Αλλά δεν έμελλε να πάει κατευθείαν στο καμαράκι της. Μόλις ανέβηκαν τη σκάλα, η Έντα την έσπρωξε να προσπεράσει την πόρτα κοντά στο κεφαλόσκαλο, και δεν σταμάτησε παρά μόνο στην άλλη άκρη του διαδρόμου, εκεί που ήταν η κάμαρα του άρχοντα. Η Κρίστεν υποχώρησε καχύποπτα. «Γιατί είμαι εδώ;» θέλησε να μάθει, ενώ η Έντα χτυπούσε ήδη την πόρτα. Η γερόντισσα ανασήκωσε μια φορά τους ώμους, αδιόρατα. «Εγώ κάνω ό,τι μου λένε. Δεν μου δίνει κανείς εξηγήσεις». «Εκείνος ζήτησε να με δει;» «Μου είπε να σε φέρω εδώ. Και σ’ έφερα». Η Έντα άνοιξε την πόρτα και περίμενε να περάσει μέσα η Κρίστεν. Εκείνη δίστασε, αλλά μόνο για μια στιγμή. Δεν φοβόταν, όμως δεν μπορούσε να φανταστεί τον λόγο για τον οποίο την είχε καλέσει εδώ νυχτιάτικα. Αν ο Ρόις ήθελε να την υποβάλει σε καινούρια ανάκριση, θα το είχε κάνει στη διάρκεια της μέρας, έτσι δεν είναι; Τελικά μπήκε στο δωμάτιο με μικρά, συρτά βήματα, παρόλο που η Έντα δεν της είχε ξαναφορέσει τα δεσμά μετά το μπάνιο. Όπως και την προηγούμενη φορά που την οδήγησε εδώ μετά το μπάνιο της, η γερόντισσα κουβαλούσε στα χέρια τα μεταλλικά ελάσματα με την αλυσίδα, τα οποία άφησε και τώρα στο τραπέζι του Ρόις και έφυγε αμίλητη, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Εκείνος στεκόταν μπροστά σε ένα από τα ανοιχτά παράθυρα και την κοίταζε. Η κάμαρα της ήταν οικεία πλέον, οπότε δεν αφιέρωσε χρόνο να περιεργαστεί τον χώρο, αλλά εστίασε το βλέμμα της στον Σάξονα άρχοντα, περιμένοντας να της πει τι γύρευε εκεί. Είχε αρχίσει να νιώθει άβολα μ’ αυτή τη γελοία ρόμπα. Έπρεπε να έχει αρνηθεί να τη φορέσει. Αν για κάποιο λόγο χαλάρωνε η σκοινένια ζώνη, ουσιαστικά θα ήταν ολόγυμνη. Δεν ήταν αμφίεση αυτή για να παρουσιάζεται μπροστά σε έναν άντρα. Κι ενώ πριν από λίγες μέρες ίσως χαιρόταν για την ευκαιρία να καταρρίψει τις άμυνές του, δεν ήταν πια τόσο σίγουρη ότι τον ήθελε. Όχι, αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ακόμα τον ήθελε. Απλώς δεν ήξερε κατά πόσο ήταν καλή ιδέα να διεκδικήσει αυτό που ήθελε. «Υπέπεσε στην αντίληψή μου ότι τα ρούχα που σου παραχωρήθηκαν δεν είναι καθόλου στα μέτρα σου». Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε ν’ ακούσει από το στόμα του η Κρίστεν. Το γεγονός ότι σκέφτονταν κι οι δύο το ίδιο πράγμα –την αμφίεσή της– έκανε να αναβλύσει από μέσα της ένα χαχανητό, το οποίο κατάφερε να


καταπνίξει έγκαιρα. «Τώρα το πρόσεξες;» Συνοφρυώθηκε με τον σαρκασμό της. «Στο κρεβάτι μου υπάρχει ένα φόρεμα. Δες αν σου κάνει». «Θέλεις να το δοκιμάσω τώρα;» «Ναι». «Εσύ θα φύγεις ή θα μείνεις να βλέπεις;» Ο Ρόις έμεινε άκαμπτος στην προκλητική ερώτησή της. Προφανώς και δεν θα την ένοιαζε αν την παρακολουθούσε να αλλάζει. Ήταν συνηθισμένη να εκθέτει τη γύμνια της σε λάγνα αντρικά βλέμματα. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει ανεξέλεγκτη οργή. «Δεν έχω καμία πρόθεση να σε δω να γδύνεσαι, κοπελιά», της απάντησε με καυστικό τόνο. «Θα γυρίσω την πλάτη μου μέχρι να ξαναντυθείς». Δειλέ, του πέταξε νοερά. «Πολύ μεγαλόψυχο από μέρους σου», είπε. Η Κρίστεν πήγε προς το κρεβάτι να πάρει το ρούχο, αλλά σταμάτησε απότομα. Το πράσινο βελούδινο φόρεμα ήταν απλωμένο πάνω στα σκεπάσματα έτσι που μπορούσε να δει κάθε λεπτομέρεια, συμπεριλαμβανομένης και της μαργαριταρένιας ζώνης, αλλά και διπλωμένο να ήταν, η Κρίστεν θα το αναγνώριζε στη στιγμή. Ήταν το αγαπημένο της, γιατί της το είχε φτιάξει η μητέρα της – και η μητέρα της σιχαινόταν το ράψιμο. Η Μπρένα είχε αφιερώσει ατελείωτες ώρες δουλεύοντάς το πέρυσι, για να της το κάνει δώρο για τη γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου. «Τι περιμένεις;» Η Κρίστεν έριξε μια κλεφτή ματιά πάνω από τον ώμο της κι ανακάλυψε ότι ο Ρόις δεν είχε γυρίσει την πλάτη του, όπως της είχε υποσχεθεί, αλλά στεκόταν εκεί και την παρακολουθούσε. Ξαφνικά ένιωσε σαν το ποντίκι στη φάκα. Μόνο για έναν λόγο θα ήθελε να τη δει να φοράει αυτό το φόρεμα: για να εξακριβώσει αν ήταν δικό της. Και καμία πόρνη, πουθενά στον κόσμο, δεν θα είχε τέτοιο φόρεμα στην κατοχή της. Σίγουρα αυτό σκεφτόταν και ο Ρόις. Από τη μεριά της, η Κρίστεν είχε κάθε δικαίωμα να θεωρεί τα κίνητρά του ύποπτα. Θα ήταν ανόητο να παραστήσει ότι δεν μάντευε τον απώτερο σκοπό του. Ήταν κάτι παραπάνω από προβλέψιμος. Αποφάσισε να περάσει στην επίθεση. «Τι σημαίνει αυτό;» «Ποιο;» Γύρισε να τον αντικρίσει και μισόκλεισε τα μάτια σε δυο καχύποπτες σχισμές. «Γιατί με βάζεις να δοκιμάσω ένα τέτοιο φόρεμα, μιλόρδε;» «Σου είπα γιατί». «Ναι, για να δεις αν είναι στα μέτρα μου. Και αν είναι, θα μου το χαρίσεις; Δεν


το πιστεύω. Συνεπώς, ποιος είναι ο λόγος;» «Δεν είσαι σε θέση να αμφισβητείς τα κίνητρά μου, κοπελιά». Η οργή της ξεχύθηκε στην επιφάνεια σαν λάβα. «Αυτό να το πεις στους σκλάβους σου που γεννήθηκαν σκλάβοι! Ξεχνάς ποια είμαι!» «Όχι!» ανταπέδωσε με την ίδια ένταση. «Ακριβώς αυτό προσπαθώ να ανακαλύψω, το ποια είσαι!» «Πάλι;» Παρίστανε την έκπληκτη, αλλά κατά βάθος ανησυχούσε για τις αναζωπυρωμένες υποψίες του. «Και τι σχέση έχει το φόρεμα με το ποια είμαι;» «Είναι δικό σου, έτσι δεν είναι;» Έβρισκε εξοργιστική την οξυδέρκειά του, αλλά έπρεπε πάση θυσία να τον αφήσει στην πλάνη του, επομένως χαμογέλασε σκανδαλιάρικα. «Έτσι νομίζεις; Σε λίγο θ’ αρχίσεις να πιστεύεις ότι είμαι και παρθένα…» «Είσαι;» «Μήπως θέλεις να το ανακαλύψεις αυτοπροσώπως, μιλόρδε;» τον ρώτησε προκλητικά, μπαίνοντας στο πετσί του ρόλου και παίζοντάς τα όλα για όλα, ενώ ενδόμυχα προσευχόταν να γινόταν πιστευτή η μπλόφα της. Η προκλητική συμπεριφορά της τον είχε εξοργίσει στο παρελθόν, και το πέτυχε και τώρα. Την κατακεραύνωσε με μια αγριωπή ματιά, κι εκείνη γέλασε με την καρδιά της. «Έλα τώρα, μιλόρδε. Πώς γίνεται να πιστεύεις ότι κάποια σαν εμένα θα μπορούσε να έχει ένα τόσο ακριβό φόρεμα; Αυτό ταιριάζει σε πριγκίπισσα ή σε σύζυγο ζάμπλουτου εμπόρου». «Ή σε μια πόρνη με πλούσιο εραστή, που είναι υπερβολικά γενναιόδωρος!» επέμεινε εκείνος. Η Κρίστεν του χάρισε ένα τσαχπίνικο μειδίαμα. «Μου δίνεις μεγαλύτερη αξία απ’ όση μου αναλογεί, Σάξονα. Με κολακεύεις. Αλλά σε βεβαιώνω ότι, αν είχα ποτέ πλούσιο εραστή, δεν θα τον άφηνα να μου ξεφύγει». «Πολύ καλά, αρνήθηκες ότι το φόρεμα αυτό είναι δικό σου. Τώρα κάνε αυτό που σου ζήτησα και φόρεσέ το». Ανάθεμα το ξερό, το αγύριστο κεφάλι του… «Δεν υπάρχει περίπτωση. Είναι άσπλαχνο από μέρους σου που μου το ζητάς». «Γιατί;» «Θα ήταν όνειρο να αισθανθώ αυτό το βελούδο πάνω στο δέρμα μου μετά τα στρατσόπανα που δίνεις στις σκλάβες σου για ρούχα. Αλλά για πόσο θα μου επιτρέψεις να το φοράω; Μόνο μέχρι να διαψεύσεις τις εντελώς αβάσιμες υποψίες σου», απάντησε μόνη της. «Και μετά θα με ξαναντύσεις με κουρέλια. Αν δεν είναι άσπλαχνο αυτό, τι είναι;» Ο Ρόις τής χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που τον είχε δει να χαμογελάει. Η


βλοσυρή ένταση έφυγε από το πρόσωπό του, πράγμα που έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει δυνατά στο στήθος της. «Έχεις ταλέντο στα λόγια, κοπελιά, και μια απάντηση σε όλα. Παραβλέπεις κάτι σημαντικό όμως. Στη θέση που βρίσκεσαι ούτε να αποφασίζεις ούτε να επιλέγεις μπορείς. Εκτελείς απλώς διαταγές, όποιες κι αν είναι αυτές, είτε τις κρίνεις άσπλαχνες είτε όχι. Το είπα αρκετά απλά, ώστε να το καταλάβεις;» «Ναι». «Τότε βάλε το φόρεμα». Είχε μιλήσει με ήπιο, ευχάριστο τόνο, που όμως δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Ήταν αποφασισμένος να τη δει ντυμένη με το φόρεμα, ό,τι αντιρρήσεις κι αν πρόβαλλε. Και τότε θα έβλεπε ότι αγκάλιαζε το σώμα της σαν δεύτερο δέρμα, εφαρμόζοντας τέλεια. Και φυσικά θα βεβαιωνόταν ότι ήταν δικό της. Θα ξεσκέπαζε το ψέμα της. Για να τη ρωτάει απόψε αν ήταν παρθένα, προφανώς κάτι τον είχε κάνει να υποπτευτεί πως δεν ήταν πόρνη. Την απόδειξη έψαχνε, κι ήταν αποφασισμένος να την πάρει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πριν την αφήσει να φύγει από την κάμαρά του. Σε ένα πράγμα έπεφτε έξω, πάντως. Η Κρίστεν είχε περιθώρια επιλογής. Μπορούσε να φορέσει το φόρεμα και να δει το πιο σκληρό, εκδικητικό του πρόσωπο υπομένοντας τον βιασμό που της είχε τάξει, σε περίπτωση που ήταν παρθένα. Ή μπορούσε να τον ξελογιάσει, να τον παρασύρει να της κάνει παθιασμένο έρωτα, επειδή στην πραγματικότητα ποθούσαν ο ένας τον άλλο. Ό,τι κι αν διάλεγε, ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα. Απόψε θα αποχαιρετούσε την αγνότητά της. Και η επιλογή ήταν ξεκάθαρη. Δεν θα άντεχε η πρώτη της συνεύρεση με έναν άντρα να είναι μια εμπειρία που θα θυμόταν με αποστροφή. Ο Ρόις την ήθελε, όσο κι αν το αρνιόταν. Το σμίξιμό τους μπορούσε να είναι υπέροχο – κι η Κρίστεν δεν θα επέτρεπε να είναι αλλιώς, τουλάχιστον αυτή την πρώτη φορά. Αν εκείνος έπρεπε να ανακαλύψει ότι ήταν ανέγγιχτη, θα ήταν κατόπιν εορτής. Τότε δεν θα ήταν πια τόσο σημαντικό. Και λίγο τυχερή αν ήταν, θα το θεωρούσε και ο Ρόις επουσιώδες. Μα έτσι κι αλλιώς, τότε θα είχε άλλους τρόπους άμυνας, καθώς και το πλεονέκτημα να τον έχει γνωρίσει καλύτερα. «Θα με αφήσεις να περιμένω για πολύ;» διέκοψε τις σκέψεις της ο Ρόις. «Όλη τη νύχτα, μιλόρδε», αποκρίθηκε χαμηλόφωνα η Κρίστεν. «Δεν σκοπεύω να συμμετάσχω σε αυτή την ανοησία». Εκείνος την πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Όταν στάθηκε μπροστά της, είχε μια έκφραση σαν να σκόπευε να την αρπάξει από τους ώμους και να την τραντάξει άγρια. «Τολμάς να με αψηφάς;» Πήρε την πιο αφοπλιστική έκφρασή της. «Μη μου πεις ότι σε αιφνιδίασα,


μιλόρδε; Εμείς οι Βίκινγκς είμαστε ξακουστοί για τον γενναίο, ατρόμητο χαρακτήρα μας – και πόσες φορές με έχεις χαρακτηρίσει ξεδιάντροπη ως τώρα; Άρα, επιβεβαιώνω την αρχική σου εκτίμηση. Αν θέλεις να με δεις ντυμένη με αυτό το φόρεμα, μιλόρδε, θα χρειαστεί να μου το βάλεις ο ίδιος». «Πιστεύεις ότι δεν θα το έκανα;» «Ναι, αυτό ακριβώς πιστεύω». Ήταν μια πρόκληση που δεν μπορούσε να αφήσει αναπάντητη. Με μια κοφτή κίνηση, ο Ρόις της έλυσε τη ζώνη, κι έπειτα τράβηξε τη ρόμπα πάνω από το κεφάλι της και την πέταξε πέρα. Δεν την κοίταζε πάντως, τουλάχιστον όχι χαμηλότερα από το πρόσωπο. Για μια ατελείωτη στιγμή, το βλέμμα του βυθίστηκε στα μάτια της. Κι έπειτα έκανε μεταβολή και πήγε στο κρεβάτι, βουτώντας το φίνο βελούδινο φόρεμα στη γροθιά του. Όταν στράφηκε ξανά για να της το πάει, δεν μπόρεσε να αποφύγει το μεγαλειώδες θέαμα. Αν υπήρχε τρόπος να το αποφύγει, αν είχε καταφέρει να κρατήσει το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της, ο Ρόις ίσως πετύχαινε να φέρει σε πέρας το αρχικό σχέδιό του. Αλλά τώρα απλώς μαρμάρωσε, έκθαμβος. Η Κρίστεν στεκόταν περήφανα εκεί, χωρίς ίχνος συστολής κάτω από το βλέμμα του, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια να καλύψει τη γύμνια της, αφήνοντάς τον να χορτάσει με τα μάτια αυτό που μόνο στη φαντασία του μπορούσε να βλέπει ως τώρα. Ήταν κυριολεκτικά χάρμα οφθαλμών, με τέλεια σμιλεμένες καμπύλες παρά το ανήκουστο ύψος της. Ο Ρόις δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι περπατούσε προς το μέρος της, μα να που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής, ξεχνώντας τελείως το φόρεμα, το οποίο έπεσε από τα δάχτυλά του σε μια λίμνη από βελούδο. Στην πραγματικότητα, ξέχασε τα πάντα καθώς σήκωνε τα χέρια του να αγγίξει τα μάγουλά της κι έσκυβε να γευτεί το νέκταρ των χειλιών της. Γεύτηκε το στόμα της αργά, μαλακά στην αρχή, μα γρήγορα υπέκυψε στην ακόρεστη δίψα του. Εκείνες τις πρώτες στιγμές, ήταν τόσο παραδομένος στο πάθος, ώστε δεν θα το πρόσεχε αν πρόβαλε αντίσταση η Κρίστεν. Αλλά εκείνη δεν αντιστάθηκε με κανέναν τρόπο. Αντίθετα, ανταποκρίθηκε με πλήρη εγκατάλειψη. Ένα μικρό κομμάτι της φοβόταν ότι ο Ρόις θα σταματούσε, όπως την άλλη φορά, όμως η υπόλοιπη είχε ανοιχτεί στον πλούτο των πρωτόγνωρων συναισθημάτων. Άδικα ανησυχούσε. Ο Ρόις ήταν ανίκανος να σταματήσει αυτό που είχε ξεκινήσει. Δεν το ήξερε, αλλά είχε χάσει τη μάχη να της αντισταθεί προτού καν εκείνη περάσει το κατώφλι της κάμαράς του. Κάτι μεγαλύτερο και πιο δυνατό απ’ αυτόν υπαγόρευε τις πράξεις του και, για μία φορά, δεν τον πείραζε καθόλου. Τον διαφέντευε το πάθος, μια αχαλίνωτη παραφορά που δεν θα


καταλάγιαζε παρά μόνο αν ικανοποιούνταν. Η Κρίστεν διαμαρτυρήθηκε με έναν αναστεναγμό όταν ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, αλλά ξαφνικά βρέθηκε στον αέρα. Ένιωσε πανικό για μια στιγμή – όχι γι’ αυτό που θα επακολουθούσε, αλλά για την επισφαλή θέση της. Είχαν να τη σηκώσουν στα χέρια από τότε που μεγάλωσε –και ψήλωσε!– αρκετά ώστε να είναι γελοίο να την πάει αγκαλιά ο πατέρας της στο κρεβάτι της, αν τύχαινε να αποκοιμηθεί στη σάλα. Αλλά ούτε το ύψος ούτε το βάρος της απασχολούσαν τώρα τον Ρόις. Την κρατούσε γερά στα στιβαρά του μπράτσα και δεν βιαζόταν καθόλου να την αφήσει, απλώς στάθηκε εκεί και διεκδίκησε ξανά τα χείλη της. Η Κρίστεν τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και σφίχτηκε πάνω του, επιτρέποντάς του να βαθύνει το φιλί τους, καθώς τη μετέφερε στο κρεβάτι του. Την ξάπλωσε με πολύ αργές κινήσεις για να μη χωριστούν τα χείλη τους, κι έπειτα ξάπλωσε κι αυτός δίπλα της γέρνοντας μόνο το στήθος του πάνω της, καθώς συνέχιζε να τη φιλάει. Μόνο που αυτό δεν της έφτανε πια. Γύρισε προς το μέρος του και κύρτωσε το κορμί της πάνω στο δικό του, λαχταρώντας να τον νιώσει παντού, σε κάθε χιλιοστό του δέρματός της. Ούτε αυτό της έφτανε. Τα ρούχα του ήταν εμπόδιο ανάμεσά τους, την έγδερναν. Ο Ρόις αντιλαμβανόταν κάπως θολά τις κινήσεις της. Η πλήρης επαφή των κορμιών τους τον είχε αφήσει εκστατικό, αλλά δεν σταμάτησε να τη φιλάει, όταν εκείνη τραβήχτηκε λίγο κι άρχισε να παλεύει με την αγκράφα της ζώνης του. Μόνο αφού την έλυσε και την πέταξε ανυπόμονα πέρα, συνειδητοποίησε τι γινόταν, γιατί τον έσπρωξε πίσω και σκαρφάλωσε καβαλικευτά πάνω του. Την κοίταξε να τραβάει την πουκαμίσα του για να τη βγάλει και ανασήκωσε την πλάτη του από το κρεβάτι για να τη διευκολύνει. Δεν σκέφτηκε πόσο απίστευτο ήταν να τον γδύνει μια γυναίκα. Ήταν υπνωτισμένος από το εξαίσιο θέαμα που παρουσίαζε η Κρίστεν καθισμένη πάνω του, με τα σφριγηλά της στήθη προτεταμένα, να απαιτούν θαρρείς το άγγιγμά του. Μια απαίτηση στην οποία υπέκυψε πρόθυμα, κλείνοντας πάνω τους τα χέρια του. Ο ήχος που ξέφυγε από τα χείλη της τράβηξε το βλέμμα του στα μάτια της, καταγάλανες θάλασσες με λάβα στον βυθό τους. Ολοκληρωτικά ερεθισμένη ανταπέδιδε το βλέμμα του καθώς έλυνε τα κορδόνια της περισκελίδας του και, γλιστρώντας χαμηλότερα στους μηρούς του, την τράβηξε από τους γοφούς του με μια απότομη κίνηση. Το βλέμμα της άφησε τα μάτια του για να περιεργαστεί αυτό που είχε αποκαλύψει, το ορθωμένο αντρικό μόριο που παλλόταν ήδη από προσμονή να την κατακτήσει. Το βλέμμα αυτό, χωρίς υποψία συστολής, φούντωσε ακόμα


περισσότερο την πυρκαγιά που μαινόταν μέσα του. Η έκφρασή της ήταν σχεδόν έκθαμβη, καθώς τα δάχτυλά της έκλειναν γύρω από τον ανδρισμό του. Ο Ρόις δεν μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο. Ανακάθισε με ένα πνιχτό βογκητό, την έπιασε από τους ώμους και την ξάπλωσε στο κρεβάτι. Για κάποιο μάλλον προφανή λόγο εκείνη δεν εννοούσε να μείνει εκεί. Όσο ο Ρόις πάλευε να απαλλαγεί από τα τελευταία του ρούχα, εκείνη πίεζε τα στήθη της στην πλάτη του, ενώ τα χέρια της μάλασσαν τους μυς στο στέρνο του. Δεν είχε γδυθεί ποτέ του τόσο γρήγορα. Την επόμενη στιγμή, γύρισε και έμπλεξε τα χέρια του στα μαλλιά της, σφραγίζοντας τα χείλη της με ένα φιλί, που ήταν σχεδόν βίαιο από ανυπομονησία και πόθο. Την έσπρωξε πίσω στα σκεπάσματα, και θα έδινε αμέσως τέλος στο μαρτύριό του αν, κοιτάζοντας την ξαπλωμένη εκεί, έτοιμη να του παραδοθεί άνευ όρων, δεν του θύμιζε τις αμέτρητες φορές που ονειρευόταν να την αγγίξει. Έτσι, απωθώντας τη μαλακά κάθε που επιχειρούσε να πιέσει το κορμί της πάνω του, άρχισε μια νωχελική εξερεύνηση του εξαίσιου κορμιού της. Γυρισμένος στο πλάι, στηριγμένος στον αγκώνα του για να έχει απρόσκοπτη θέα, απόλαυσε το βελούδινο δέρμα της με τα ακροδάχτυλά του. Κι αν ήταν μια πρωτόγνωρη ευχαρίστηση για τον Ρόις, η Κρίστεν νόμιζε ότι δεν άντεχε τέτοιον αισθησιασμό. Δεν πίστευε ότι ήταν δυνατόν να τον ποθεί περισσότερο από πριν. Μα να που γελάστηκε. Φλεγόταν από επιθυμία γι’ αυτόν, το κορμί της κυμάτιζε και σπαρταρούσε σαν από δική του θέληση, το δέρμα της μυρμήγκιαζε σε κάθε του άγγιγμα. Όταν τα δάχτυλά του γλίστρησαν ανάμεσα στους μηρούς της, μέσα στην υγρή φωλιά που αδημονούσε να τον δεχτεί, η Κρίστεν νόμιζε ότι θα παραφρονούσε από την ηδονή. Ένιωσε μια τρομερή ενέργεια να διαπερνάει το κορμί της, μια κραυγή να αναδύεται από κάπου πολύ βαθιά μέσα της. Σταμάτησε και τον Ρόις, που παρερμήνευσε την κραυγή της. Μα όχι, δεν μπορεί να την είχε πονέσει. Η Κρίστεν κοίταξε το χέρι του να ανεβαίνει αργά το κορμί της, κι έπειτα σήκωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του· τον έπιασε να την κοιτάζει. Ο Ρόις έσκυψε και τη φίλησε, τρυφερά, σαν να της έλεγε να μη φοβάται, ότι δεν ήθελε να την πονέσει. Την πρόσεχε, κι ας την περνούσε για πόρνη. Κι η καλοσύνη του τη συγκίνησε, πλημμυρίζοντας την καρδιά της με μια καινούρια ζεστασιά. Έτσι, του μίλησε κι αυτή με το κορμί της, απλώνοντας τα χέρια της προς το μέρος του, ανοίγοντας διάπλατα την αγκαλιά της, χωρίζοντας ανυπόμονα τα πόδια της για να τον δεχτεί. Ήξερε τι θα της έκανε, αλλά όχι πώς θα την έκανε να νιώσει. Κι αδημονούσε να το γευτεί. Ο Ρόις δεν χρειαζόταν άλλη ενθάρρυνση. Την τράβηξε κοντά του, νιώθοντας


απέραντη ικανοποίηση που, για μία φορά, δεν χρειαζόταν να μαζεύεται πάνω από μια γυναίκα επειδή ήταν τόσο μεγαλόσωμος. Το κορμί του συνταίριαζε τέλεια με το δικό της, κι ούτε καν χρειαζόταν να προσέχει μην τη συνθλίψει με το βάρος του, αφού τον έσφιγγε δυνατά, τον τραβούσε πάνω της σαν να τον ήθελε με όλο της το είναι. Άρχισε να διεισδύει μέσα της αργά, απορώντας και ο ίδιος που είχε την υπομονή να παρατείνει αυτή τη στιγμή που ονειρευόταν μέρα και νύχτα και κατάπληκτος όταν ανακάλυψε πόσο σφιχτό ήταν το θηκάρι που περιέβαλε τον ανδρισμό του, υγρό και καυτό. Και τότε συνάντησε το εμπόδιο που έκλεινε την πρόσβαση και παρέλυσε μόλις κατάλαβε τι σήμαινε. Η Κρίστεν ήταν προετοιμασμένη για τη στιγμή της αλήθειας. Τα γόνατά της ήταν ήδη λυγισμένα, τα πόδια της πατούσαν γερά στο κρεβάτι για να έχει στήριξη. Δεν θα τον άφηνε να σταματήσει τώρα, ειδικά για να ξαναρχίσει μετά, πιθανότατα με άλλον τρόπο. Έτσι, τη στιγμή που τον ένιωσε να μένει άκαμπτος και να ρίχνει το βάρος στους αγκώνες του για να την κοιτάξει κατάματα, έφερε τα χέρια της στους γλουτούς του και τον πίεσε δυνατά, ενώ ταυτόχρονα ανασήκωνε τη λεκάνη της. Με τους ώμους του μόλις ανασηκωμένους από το στρώμα, ο Ρόις δεν είχε στήριγμα για να αντιδράσει, αντίθετα βρισκόταν στην ιδανική θέση για να τη διευκολύνει. Και βέβαια, τον είχε αιφνιδιάσει για άλλη μία φορά. Είχε βυθιστεί μέσα της προτού καν ανασηκωθεί στους αγκώνες του. Αλλά πρόλαβε να δει την έκφρασή της, τα μάτια της να κλείνουν σφιχτά, τη σύσπαση πόνου που αλλοίωσε στιγμιαία τα χαρακτηριστικά της. Δεν φώναξε, πήρε μόνο μια κοφτή ανάσα. Το πρόσωπό της γαλήνεψε σχετικά γρήγορα, και τότε άνοιξε τα μάτια να τον κοιτάξει. Ο Ρόις δεν κατάφερε να κρύψει τον θυμό του, αν και δεν κράτησε για πολύ. «Θα τελειώσεις κι εσύ;» «Μόνο αν το θέλεις εσύ». Η απάντησή της έφερε ένα βογκητό στα χείλη του, κι έπειτα γέλασε και έγειρε ξανά πάνω της, σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του και κάνοντάς της έρωτα μ’ έναν τρόπο σαν να εξαρτιόταν η ζωή του από την ένωσή τους. Δεν ήταν ώρα να μάθει γιατί παρίστανε κάτι που δεν ήταν. Το φλογερό πάθος που τους τύλιγε απέκλειε κάθε άλλη σκέψη.


Κεφάλαιο 18 Ένα απολαυστικό αεράκι φυσούσε από το ανοιχτό παράθυρο. Η πρώτη πνοή δροσιάς από το πρωί έκανε όλα τα κεριά στην κάμαρα να τρεμοπαίξουν ζωηρά, πριν σβήσουν μ’ ένα τσιτσίρισμα. Ο Ρόις σηκώθηκε να φέρει ένα κερί από τον διάδρομο για να ξανανάψει αυτά που ήταν κοντά στο κρεβάτι, κι η Κρίστεν αναρίγησε από την ξαφνική απώλεια ζεστασιάς δίπλα της, εκεί που άγγιξε το αεράκι το νοτισμένο δέρμα της. Ήταν έτοιμη να κοιμηθεί. Αλλά μάλλον όχι και ο Ρόις. Γύρισε στο πλευρό της για να τον παρακολουθεί να βγαίνει από την κάμαρα, βλέποντας πού πήγαινε στο αχνό φως του φεγγαριού. Άραγε πώς ένιωθε, τι σκεφτόταν τώρα; Δεν μπορούσε να το ξέρει. Αλλά τουλάχιστον είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι δεν τον είχε κυριεύσει οργή, γιατί δεν την είχε αφήσει από την αγκαλιά του μετά τη δεύτερη φορά που έκαναν έρωτα. Αυτή η δεύτερη φορά ακολούθησε σχεδόν αμέσως την πρώτη, τόσο σύντομα, ώστε η Κρίστεν μόλις που πρόλαβε να γυρίσει στην πραγματικότητα από την έκσταση της καινούριας της εμπειρίας και να παραδοθεί ξανά στη δίνη του πάθους. Χαμογέλασε με τη σκέψη ότι τώρα πλέον ήξερε γιατί οι γονείς της αποσύρονταν τόσο συχνά στην κρεβατοκάμαρά τους. Η Μπρένα είχε προσπαθήσει να της περιγράψει πώς ήταν, αλλά δεν υπήρχαν λέξεις ικανές να αποδώσουν την απόλυτη ευδαιμονία. Ο Ρόις γύρισε μέσα, προστατεύοντας τη φλόγα του κεριού με την παλάμη του. Η ώρα ήταν περασμένη, και μάλλον γι’ αυτό δεν είχε κάνει την παραμικρή προσπάθεια να καλύψει τη γύμνια του. Προφανώς ούτε εκείνος ήταν ιδιαίτερα συνεσταλμένος. Ωστόσο, η θέα του γυμνού κορμιού του αναστάτωσε την Κρίστεν – όχι από αμηχανία, αλλά γιατί ανακάλυπτε ότι ήταν αρκετή για να αναζωπυρώσει μέσα της την επιθυμία που νόμιζε ότι είχε ικανοποιήσει και με το παραπάνω. Το κορμί του ήταν ένα γλυπτό καμωμένο από σφιχτό δέρμα και σιδερένιους μυώνες. Ήταν χάρμα οφθαλμών, από τα μακριά, μυώδη πόδια μέχρι τους τεράστιους ώμους και τον λαιμό, που θύμιζε κορμό αιωνόβιου δέντρου. Ο θαμνώνας από σκουρόχρωμους βοστρύχους που κάλυπτε το πάνω μέρος του στήθους του στένευε σε μια στενή λωρίδα στο στομάχι του. Δεν ήταν λεπτός σαν τον ξάδελφό του, αλλά στιβαρός και ρωμαλέος, και η Κρίστεν ένιωσε ότι δεν θα βαριόταν ποτέ να τον κοιτάζει.


Αφού άναψε τα κεριά στο ράφι του τοίχου δίπλα στο κρεβάτι, ο Ρόις κάθισε ξανά δίπλα της. Δεν ξάπλωσε αμέσως, και η Κρίστεν δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να απλώσει το χέρι της και να σύρει αργά τα ακροδάχτυλά της στην πλάτη του, κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης. Το τράβηξε μόνο όταν τον είδε να γυρίζει και να την κοιτάζει από ψηλά με ανεξιχνίαστη έκφραση. «Γιατί σταμάτησες;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. «Δεν ξέρω αν θέλεις να σε αγγίζω ή όχι», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια. «Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που συνηθίζει να εκφράζει την αγάπη της με αγκαλιές και φιλιά, εκτός από λόγια και πράξεις. Αλλά αν δεν είσαι εξοικειωμένος, ίσως με θεωρήσεις υπερβολικά τολμηρή». «Ήδη σε θεωρώ υπερβολικά τολμηρή, κοπελιά», της θύμισε πειρακτικά και ξάπλωσε πάλι δίπλα της, ακουμπώντας το σαγόνι στην παλάμη του για να συνεχίσει να την παρατηρεί από πλεονεκτική θέση. «Μα την πίστη μου, δεν έχω γνωρίσει ποτέ άλλη σαν εσένα, που μπορείς να εκφράζεις τόσο ανοιχτά την αγάπη σου, τόσο ανενδοίαστα. Με κάνεις να εύχομαι να μπορούσα να σε αγαπήσω το ίδιο, να σου χαρίσω όσα μου χαρίζεις». Η Κρίστεν έκλεισε τα μάτια με την ελπίδα ότι δεν είχε προλάβει ο Ρόις να δει τη θλίψη που της προκάλεσαν τα λόγια του – και την οδύνη της που μπορούσε να τα ξεστομίζει λίγη ώρα μετά τον παράφορο έρωτα που μοιράστηκαν. Δεν ήταν ανάγκη να της πει ότι δεν μπορούσε να την αγαπήσει. Μπορούσε θαυμάσια να το κρατήσει για τον εαυτό του και να της επέτρεπε έστω για λίγο να ελπίζει. Τον κοίταξε πάλι, αλλά τώρα την κυρίευσε ο θιγμένος εγωισμός της. «Γιατί μιλάς για αγάπη;» ρώτησε. Τον είδε να συνοφρυώνεται, να παγώνει. Καλώς. Ούτε αυτός μπορούσε να κρύψει την πληγωμένη περηφάνια του. «Λάθος μου», είπε σφιγμένα. «Δεν είπες ότι με αγαπάς, σωστά;» «Όχι, δεν το είπα. Μου αρέσει πολύ το σώμα σου, μιλόρδε, αλλά αυτό είναι το μόνο που υπάρχει μεταξύ μας». «Πολύ καλά», κάγχασε. «Για παρθένα, έχεις πολλά κοινά με πόρνη». Η Κρίστεν πήρε μια κοφτή ανάσα. Αυτός ο χλευασμός ξεπερνούσε τα όρια. Δεν θα ανεχόταν άλλο αυτή την προσβλητική συμπεριφορά, ειδικά αφού είχε αποκαλυφθεί η αλήθεια. «Άλλη μια φορά να με αποκαλέσεις πόρνη, Σάξονα, και θα σου βγάλω τα μάτια με τα νύχια μου!» σφύριξε οργισμένα. Εκείνος αντέδρασε με ένα χαμόγελο. «Είναι λίγο αργά να διαμαρτύρεσαι γι’ αυτό που δήλωνες η ίδια τόσο καιρό». «Εγώ δεν είπα ποτέ ότι ήμουν πόρνη. Εσύ το είπες». «Ούτε το αρνήθηκες ποτέ». «Ξέρεις τον λόγο».


«Δεν έχω ιδέα», απάντησε. «Αλλά δεν σου κρύβω ότι είμαι πολύ περίεργος να μάθω». «Τότε θυμήσου τι μου είπες σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα. Είπες ότι αν ήμουν παρθένα, θα με βίαζες. Σε ήθελα, αλλά όχι μ’ αυτόν τον τρόπο». Το χαμόγελό του πλάτυνε, και ξαφνικά ξεχείλισε από μέσα του ένα βαθύ, ανοιχτόκαρδο γέλιο. «Μα τον Θεό, κοπελιά, πήρες στα σοβαρά κάτι που είπα μέσα στον θυμό μου;» Η Κρίστεν τον αγριοκοίταξε, βρίσκοντας ολότελα άτοπο το γέλιο του. «Θες να πεις ότι δεν θα με βίαζες αν ήξερες ότι ήμουν παρθένα;» «Όχι, με κάθε ειλικρίνεια, όμως αν μου αντιστεκόσουν σήμερα, θα σε είχα κάνει δική μου έτσι κι αλλιώς. Εσύ θα το αποκαλούσες βιασμό, αλλά εγώ δικαίωμά μου». «Δεν εννοώ αυτό, Σάξονα», απάντησε ανυπόμονα. «Ξέρω ότι νιώθεις πως έχεις το δικαίωμα να με κάνεις ό,τι θες, και κάποια άλλη ώρα θα σου έλεγα τη γνώμη μου, αλλά όχι τώρα. Αυτό που…» «Α, θα μου την έλεγες, ε;» «Άφησέ με να τελειώσω! Θα με έκανες δική σου με τη βία για εκδίκηση;» «Όχι, Κρίστεν, όχι αυτό», απάντησε όταν ξεπέρασε την αρχική του έκπληξη, πριν απλώσει το χέρι του στη ζάρα στο μέτωπό της σαν να ήθελε να τη σβήσει. «Αυτό φοβόσουν;» «Ναι», μουρμούρισε. «Ούτε να αναμετριόμασταν ποιος θα παρεξηγήσει περισσότερο τον άλλο. Σε ήθελα, αλλά απέφευγα να σε αγγίξω επειδή σε είχα για πόρνη». «Και Βίκινγκ», του θύμισε. «Ναι, αλλά αυτό βάραινε όλο και λιγότερο κάθε φορά που σε έβλεπα. Στην πραγματικότητα με αηδίαζε η εντύπωση ότι πρόσφερες τόσο ανενδοίαστα το κορμί σου στους άντρες». Εκείνη χαχάνισε και πίεσε το μάγουλό της στο χέρι του. «Σε αηδιάζω ακόμα τώρα που πρόσφερα τόσο ανενδοίαστα το κορμί μου;» Ο Ρόις ήξερε ότι τον πείραζε, αλλά δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες συμπεριφορές. Ξάπλωσε ανάσκελα, μεγαλώνοντας την απόσταση ανάμεσά τους. «Ποια είσαι τελικά, Κρίστεν;» «Αυτή η ερώτηση σε βασανίζει υπερβολικά, νομίζω». «Το φόρεμα ήταν δικό σου; Είχα δίκιο σε αυτό;» «Ναι, δικό μου είναι», παραδέχτηκε με έναν αναστεναγμό. «Αφού προφανώς δεν υπάρχει στη ζωή σου σύζυγος, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι πλούσια η οικογένειά σου».


«Ο πατέρας μου. Σκοπεύεις να του ζητήσεις λύτρα;» «Όχι», απάντησε κοφτά, γυρνώντας ξανά στο πλευρό του για να τη βλέπει. «Σοφή απόφαση, μιλόρδε, γιατί θα σε ανάγκαζε να με παντρευτείς», του δήλωσε στον ίδιο τόνο. «Κύριε των Δυνάμεων! Να παντρευτώ μια Βίκινγκ;» «Δεν χρειάζεται να το λες σαν να πρόκειται για μια μοίρα χειρότερη κι από τον θάνατο», αντιγύρισε. «Για μένα θα ήταν!» «Πώς;!» αντέδρασε η Κρίστεν. «Γι’ αυτή την προσβολή, Σάξονα, θα σε κάνω όντως να με παντρευτείς!» «Έχεις χάσει τα λογικά σου». «Έτσι λες; Μάθε λοιπόν ότι είμαι επίσης η θυγατέρα του άντρα που θα σε σκοτώσει όταν έρθει να με βρει!» Μετάνιωσε την ίδια στιγμή, αλλά ακόμα περισσότερο όταν ο Ρόις την άρπαξε θυμωμένα από τους ώμους. Για τον Θεό, γιατί επέμεναν να προκαλούν ο ένας τον άλλο; Τι στην ευχή την είχε πιάσει και ξεφούρνιζε ό,τι της κατέβαινε; «Θέλεις να πεις ότι θα μας έρθουν κι άλλοι Βίκινγκς εδώ, Κρίστεν;» Έπνιξε έναν αναστεναγμό ακούγοντας τον παγερό του τόνο. Το λάθος ήταν όλο δικό της. Κι ήταν τόσο καλοδιάθετος πριν από λίγη ώρα… Όπως κι αυτή, εξάλλου. Αποφάσισε να μιλήσει ειλικρινά. «Όχι, Ρόις, είναι απίθανο. Ο πατέρας μου δεν θα έδινε ποτέ τη συγκατάθεσή του να έρθουν εδώ οι άντρες του, γι’ αυτό δεν του είπαν τι σχεδίαζαν. Είναι έμπορος. Νομίζει ότι το καράβι του έπλευσε για τις εμπορικές πόλεις, αφού για εμπορική αποστολή σάλπαρε. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξέρει ότι βγήκαν πρώτα στη δική σας ακτή». «Τότε γιατί το είπες αυτό πριν;» Έκανε να χαμογελάσει, αλλά συγκρατήθηκε. «Μου φαίνεται ότι δεν ακούς τις συμβουλές σου. Δεν μου είπες ότι ήταν λάθος που πήρα στα σοβαρά αυτά που είπες μέσα στον θυμό σου;» Το γρύλισμά του πρόδωσε τη δυσπιστία του, αλλά προτίμησε να συνεχίσει την προηγούμενη κουβέντα τους. «Είπες ότι το καράβι ήταν δικό του; Ώστε καπετάνιος και αρχηγός του πληρώματος ήταν ο αδελφός σου, ο Σέλιγκ;» «Δεν σου είπα ότι ήταν αδελφός μου», απάντησε καχύποπτα εκείνη. «Πώς το ξέρεις;» «Μου το είπε η Μέγκαν. Αλλά γιατί δεν ήθελες να το ξέρω;» «Σκέφτηκα ότι θα παραξενευόσουν αν ήξερες ότι ήταν κι ο αδελφός μου στο καράβι, τη στιγμή που με θεωρούσες πόρνη του πληρώματος». «Παραξενεύτηκα, αλλά δεν ξέρω τα ήθη των συμπατριωτών σου».


Η Κρίστεν δεν ήξερε γιατί το βρήκε προσβλητικό, αλλά δεν είχε σημασία. «Τα ήθη μας δεν είναι και τόσο διαφορετικά από τα δικά σας, μιλόρδε». Την άφησε, ωστόσο παρέμεινε συνοφρυωμένος. «Τι έκανες σε εκείνο το καράβι;» «Γιατί μου κάνεις τόσες ερωτήσεις;» θέλησε να μάθει. «Βρίσκεις τόσο αφύσικη την περιέργειά μου; Ή μου κρύβεις κι άλλα;» Εκείνη ξεφύσηξε ηχηρά, αφού υποτίθεται ότι ο Ρόις ήξερε πια τους λόγους που την είχαν αναγκάσει να λέει ψέματα για τον εαυτό της. Και, άραγε, ενώ η περιέργειά του ήταν απολύτως φυσική, εκείνη ήθελε να την ικανοποιήσει; Όχι. Γιατί να το θέλει; Δεν ήταν απαραίτητο να ξέρει τα πάντα για εκείνη, ούτε του άξιζε να του παραχωρήσει ένα τέτοιο πλεονέκτημα. Από την άλλη, δεν ήθελε να φανεί ότι κάτι του έκρυβε. Τι θα σκεφτόταν αν ήξερε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ακολούθησε τον αδελφό της στο ταξίδι ήταν για να βρει σύζυγο; Και να που βρήκε αυτόν εδώ τον άντρα, ο οποίος δεν θα την ήθελε ποτέ για σύζυγο. «Οι λόγοι που είχα για να βρεθώ στο καράβι ήταν πολλοί, αλλά αδιάφοροι», απάντησε ατάραχα. «Η αλήθεια είναι ότι έφυγα χωρίς την έγκριση των γονιών μου, κρυμμένη στο αμπάρι, μέχρι που ήμασταν πολύ μακριά για να γυρίσουμε πίσω». «Ήθελες να πάρεις μέρος σε πειρατική επιδρομή;» ρώτησε δύσπιστα. «Μη λες ανοησίες, μιλόρδε», τον μάλωσε. «Σου είπα ότι κανείς δεν ήξερε ότι το καράβι ερχόταν εδώ, κι ακόμα λιγότερο εγώ. Ο αδελφός μου έγινε έξαλλος όταν με ανακάλυψε. Και θα με πήγαινε πίσω, αλλά φοβήθηκε ότι θα έλεγα στον πατέρα μας για πού είχε βάλει πλώρη μαζί με τους φίλους του». «Είμαι σίγουρος ότι σοκαρίστηκες όταν έμαθες ότι θα λεηλατούσαν ένα σαξονικό μοναστήρι». Ο σαρκασμός του την εξαγρίωσε. «Εσύ είσαι χριστιανός, και για σένα η λεηλασία μιας εκκλησίας είναι ιεροσυλία. Αλλά μην περιμένεις από άντρες με άλλη θρησκεία να σέβονται τους ιερούς τόπους σου. Ήταν άντρες που δεν είχαν ξανακάνει άλλη επιδρομή αντίθετα από τους πατεράδες τους και μεγάλωσαν ακούγοντας ιστορίες για τους θησαυρούς που υπήρχαν σε μακρινές στεριές. Ήξεραν ότι οι Δανοί ορέγονται τη γη σου, ότι σκοπεύουν να κυριεύσουν ολόκληρο αυτό το νησί, κι ένιωσαν ότι αυτή ήταν η μόνη ευκαιρία που θα είχαν για να πλουτίσουν εύκολα, πριν κατακτήσουν τα πάντα οι Δανοί». «Αν σου τα είπε ο αδελφός σου όλα αυτά, να υποθέσω ότι θεωρείς πως δικαιολογείται το εγχείρημά του; Να έρθει να κλέψει από τους χριστιανούς για να προλάβει τους Δανούς; Δηλαδή οι χριστιανοί είναι χαμένοι έτσι κι αλλιώς,


οπότε λίγη σημασία έχει ποιος τους ληστεύει και τους σφάζει;» Η πικρία του την έτσουξε, αλλά κάπως έτσι είχε νιώσει και η ίδια, όταν άκουσε για πρώτη φορά το σχέδιό τους. «Ο αδελφός μου δεν μου είπε λέξη για ό,τι σχεδίαζαν, επειδή… τέλος πάντων, το γιατί δεν έχει σημασία. Ο Θόρολφ μού μετέφερε αυτά που είπα, κι αυτό μόνο αφού καταλήξαμε αλυσοδεμένοι γύρω από εκείνο τον πάσσαλο κάτω. Δεν τους υπερασπίζομαι. Απλώς καταλαβαίνω τα κίνητρά τους». «Παρέβλεψαν μόνο μια μικρή λεπτομέρεια», παρατήρησε ψυχρά εκείνος. «Εμείς οι Σάξονες δεν έχουμε σκοπό να χαρίσουμε ό,τι είναι δικό μας ούτε στους Δανούς ούτε σε κανέναν άλλο». «Όντως, όπως ανακάλυψαν πολύ αργά οι μισοί απ’ αυτούς τους Βίκινγκς», συμφώνησε το ίδιο παγερά εκείνη. «Ο αδελφός σου πέθανε από δικό του φταίξιμο, Κρίστεν». «Κι αυτό το κάνει λιγότερο οδυνηρό;» ξέσπασε εκείνη. «Όχι, υποθέτω πως όχι…» Έμειναν κι οι δύο σιωπηλοί, η Κρίστεν επειδή δυσκολευόταν να διαχειριστεί τη βαθιά οδύνη της μπροστά στον Ρόις. Θα καλοδεχόταν λίγη παρηγοριά από αυτόν, πράγμα που την παραξένεψε, αλλά ήξερε ότι δεν θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να την παρηγορήσει για κάποιον που μισούσε. Τελικά σύρθηκε στην άκρη του κρεβατιού και κάθισε. Ο Ρόις την άρπαξε από τον καρπό. «Τι κάνεις;» τη ρώτησε απορημένος. Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα στα δάχτυλα γύρω από τον καρπό της, κι έπειτα σ’ εκείνον. «Γυρίζω στο καμαράκι μου». «Γιατί;» «Δεν θα απαντήσω σε άλλες ερωτήσεις σου, μιλόρδε». Αναστέναξε. «Κουράστηκα». «Τότε κοιμήσου». «Θέλεις να μείνω εδώ, μαζί σου;» Ο Ρόις δεν απάντησε, αλλά την τράβηξε πίσω κοντά του. Εκείνη δεν το περίμενε. Γύρισε να τον κοιτάξει τη στιγμή που τύλιγε το μπράτσο του στη μέση της για να τη σφίξει στην αγκαλιά του. «Έχεις έναν τοίχο γεμάτο όπλα εδώ. Δεν φοβάσαι μη σε σκοτώσω στον ύπνο σου;» «Θα το έκανες;» «Όχι, αλλά θα μπορούσα να το σκάσω», απάντησε. «Δεν κλείδωσες την πόρτα σου». Εκείνος γέλασε. «Αν είχες τέτοιο σκοπό, δεν θα ανέφερες την ξεκλείδωτη πόρτα. Ησύχασε, Κρίστεν. Δεν έχασα τελείως τα μυαλά μου. Έχω έναν φρουρό


σε επιφυλακή στον διάδρομο». Η Κρίστεν πήρε μια κοφτή ανάσα. «Δηλαδή ήξερες από την αρχή ότι θα μου έκανες έρωτα!» «Όχι, απλώς προετοιμάστηκα για όλα τα ενδεχόμενα. Και τώρα σώπασε, αν όντως θέλεις να κοιμηθείς». Εκείνη σφάλισε τα χείλη της χολωμένη. Αλλά όχι για πολύ. Ο Ρόις ήθελε να περάσει τη νύχτα μαζί της. Την είχε χορτάσει, αλλά την ήθελε ακόμα κοντά του. Ήταν μια σκέψη που την έκανε να νιώθει πολύ όμορφα, τόσο όμορφα ώστε αποκοιμήθηκε με ένα χαμόγελο στα χείλη και με το μπράτσο του Ρόις τυλιγμένο σφιχτά στη μέση της.


Κεφάλαιο 19 Η Κρίστεν χάζευε τον Ρόις να κοιμάται, ξαπλωμένη δίπλα του. Ήταν ασύλληπτη πολυτέλεια, αφού έπρεπε να είναι ήδη στο πόδι. Η Έντα την ξυπνούσε πολύ πιο νωρίς συνήθως. Η γερόντισσα θα είχε πιάσει ήδη δουλειά κάτω, και η Κρίστεν δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι θα απαλλασσόταν από τον καθημερινό της μόχθο, απλά και μόνο επειδή είχε μοιραστεί το κρεβάτι του πυργοδεσπότη. Αναστέναξε. Δεν ήθελε να τον αποχωριστεί, αλλά έπρεπε να πάρει τα ρούχα της από το λουτρό προτού άρχιζαν να κυκλοφορούν στη σάλα και άλλοι, πέρα από τις υπηρέτριες. Ξεγλίστρησε από το κρεβάτι και φόρεσε βιαστικά την τραχιά γκρίζα ρόμπα. Έπειτα μάζεψε το πράσινο φόρεμα από το πάτωμα και το έτριψε απαλά στο μάγουλό της. Αναστέναξε ακόμη μία φορά και το άφησε προσεκτικά πάνω στην κασέλα, στα πόδια του κρεβατιού του. Ήξερε ότι δεν θα της επέτρεπε να φορέσει τα φορέματά της. Είχαν κάνει έρωτα, και πιθανότατα θα το επαναλάμβαναν, μα αυτό δεν σήμαινε για εκείνον ό,τι σήμαινε για εκείνη. Στα μάτια του παρέμενε μια σκλάβα, και οι σκλάβες δεν φορούσαν πολυτελή ενδύματα. «Κρίστεν;» Γύρισε το μάνταλο της πόρτας, ανακαλύπτοντας ότι με κάποιον τρόπο τον είχε ξυπνήσει. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού του με τα μαλλιά του μπερδεμένα, ολόγυμνος όπως ήταν και τη νύχτα, με νυσταγμένη έκφραση. Χασμουρήθηκε μεγαλοπρεπώς. Στα χείλη της χαράχτηκε ένα τρυφερό χαμόγελο. «Ναι, μιλόρδε;» «Θα έφευγες χωρίς να με ξυπνήσεις;» «Δεν φαντάστηκα ότι θα ήθελες να ξυπνήσεις τόσο νωρίς», απάντησε. «Έλα εδώ». Εκείνη δίστασε, αλλά μόνο για μια στιγμή. Αν ήθελε να κάνουν πάλι έρωτα, δεν είχε καμία αντίρρηση. Δεν μπορούσε να σκεφτεί πιο ευχάριστο τρόπο για να αρχίσει τη μέρα της. Όταν στάθηκε μπροστά του, εκείνος έπιασε τα χέρια της στα δικά του. Δεν ήταν πόθος αυτό που διάβασε στο βλέμμα του μόλις διασταυρώθηκαν οι ματιές τους. «Πού πήγαινες;» «Κάτω, να πιάσω δουλειά».


«Τότε ξέχασες κάτι». «Όχι, δεν…» Σταμάτησε απότομα και γούρλωσε τα μάτια, γιατί δεν μπορούσε να αναφέρεται παρά μόνο σε ένα πράγμα. Ο Ρόις διάβασε στην έκφρασή της ότι είχε καταλάβει. «Φόρεσέ τα, Κρίστεν». Προσπάθησε να τραβηχτεί, αλλά η λαβή του έγινε πιο σφιχτή, κρατώντας την εκεί. Κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία. «Θα με αναγκάσεις και τώρα να βάλω αυτά τα δεσμά, αφού… Πώς μπορείς να είσαι τόσο αναίσθητος;» «Ξέρω ότι τα μισείς και λυπάμαι», απάντησε χωρίς ένταση εκείνος. «Αν υπήρχε άλλος τρόπος να εξασφαλίσω ότι δεν θα αποδράσεις, θα τον διάλεγα στη στιγμή, αλλά δεν υπάρχει. Έχουν δραπετεύσει πάρα πολλοί σκλάβοι από το Ουέσεξ, πηγαίνοντας βόρεια για να ενταχτούν στον στρατό των Δανών. Ξέρω ότι το ίδιο θα έκανες κι εσύ, για να προσπαθήσεις να γυρίσεις στον τόπο σου». Δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσει. «Οι άντρες ναι, σίγουρα, αλλά εγώ δεν θα έφευγα χωρίς αυτούς». «Αν ελευθερωνόσουν, θα τους βοηθούσες να ελευθερωθούν κι αυτοί». «Κι αν σου έλεγα ότι δεν θα το κάνω, ότι δεν θα βγω από το αρχοντικό σου;» «Δεν μπορεί να περιμένεις να σε πιστέψω». «Γιατί όχι;» τον ρώτησε θυμωμένα. «Με πίστεψες ότι δεν θα σε σκότωνα, αλλά δεν με πιστεύεις ότι δεν θα επιχειρήσω να το σκάσω;» «Καλά το κατάλαβες!» Η ανυπομονησία ανέβασε τον τόνο της φωνής του. «Μπορώ να αποτρέψω όποια απόπειρα κάνεις εναντίον μου, αλλά δεν θα ρισκάρω να σε χάσω!» «Δεν βλέπω να παίρνεις παρόμοιες προφυλάξεις με τους άλλους σκλάβους σου!» του πέταξε σαρκαστικά. «Αυτοί γεννήθηκαν σκλάβοι, είναι απόγονοι των Βρετανών που οι Σάξονες υποδουλώσαμε εδώ και αιώνες. Το Γουίντχερστ είναι ο τόπος τους. Αλλά εσύ αιχμαλωτίστηκες, έχασες την ελευθερία που απολάμβανες μια ζωή. Δεν έχεις κανένα λόγο να θέλεις να μείνεις εδώ». Έτσι νόμιζε; Για τον Θεό, πόσο κουτός ήταν για να μην καταλαβαίνει ότι δεν ήθελε να τον αφήσει; Αλλά ήταν ακόμα πιο ανόητος αν νόμιζε ότι θα δεχόταν και τα δεσμά μαζί και τον έρωτά του! Ο Ρόις δεν είχε ξαναδεί την παγωνιά που απλώθηκε στα μάτια της. «Πολύ καλά, μιλόρδε. Μπορείς να με αφήσεις. Θα βάλω την αλυσίδα σου». Την άφησε, αλλά συνοφρυώθηκε παρακολουθώντας τη να πηγαίνει άκαμπτη στο τραπέζι και να παίρνει τα δεσμά, για να σκύψει να τα κουμπώσει στα πόδια της. «Μπορείς να παραλείψεις τη μεγαλύτερη αλυσίδα, Κρίστεν, αρκεί να μου υποσχεθείς ότι δεν θα επιτεθείς ξανά ενάντια στον ξάδελφό μου».


Τι, έπρεπε να του είναι ευγνώμων γι’ αυτό; Ανάθεμά τον, δεν είχε ιδέα πώς την πλήγωνε η αναλγησία του. Όρθωσε το ανάστημά της και τον κοίταξε κατάματα. «Θα σου έδινα τον λόγο μου να μην αποδράσω», του είπε με ήρεμη φωνή που όμως έσταζε πικρία, «αλλά αυτό δεν σου το υπόσχομαι». «Δεν αλλάζει τίποτα το γεγονός ότι είναι από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα;» «Και ο αδελφός μου ήταν από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα». «Τότε θα φοράς και την άλλη αλυσίδα, μέχρι να επουλωθούν τα τραύματά του και να ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του. Αν δεν ήσουν τόσο δυνατή, δεν θα ήταν απαραίτητο». «Δεν μετανιώνω για τη δύναμή μου. Με έχει βοηθήσει πολύ σε ώρες ανάγκης», του είπε αινιγματικά. «Να πηγαίνω, μιλόρδε;» πρόσθεσε παγερά. «Ναι, φύγε!» της φώναξε θυμωμένα. Η Κρίστεν έκανε μια κοφτή υπόκλιση και αποσύρθηκε, αφήνοντας τον Ρόις να βράζει από θυμό. Για τον Θεό, τι περίμενε δηλαδή ότι θα έκανε; Θα την εμπιστευόταν; Οπωσδήποτε καταλάβαινε πόσο παράλογο θα ήταν αυτό! Δεν είχε μόνο τον εαυτό του να σκεφτεί, αλλά και τόσους άλλους για τους οποίους ήταν υπεύθυνος. Θα της ήταν πολύ εύκολο να βοηθήσει τους άντρες του αδελφού της να ελευθερωθούν, αλλά μετά πώς θα εμπόδιζε τη σφαγή που θα επακολουθούσε; Ασφαλώς δεν μπορούσε. Τελικά ήταν πρόβλημα να κρατάει τόσους Βίκινγκς αιχμάλωτους. Με τη δική τους διάπλαση ισοδυναμούσαν με έναν μικρό στρατό. Έπρεπε να τους έχει εκτελέσει όλους τότε που το ήθελε. Θα είχε γλιτώσει από έναν σωρό σκοτούρες. Αλλά έτσι θα είχε σκοτώσει και την Κρίστεν. Η σκέψη ότι η διαταγή του θα είχε κόψει το νήμα της ζωής της χωρίς καν να ξέρει πως ήταν γυναίκα, κάλμαρε τον θυμό του. Σίγουρα δεν θα του κρατούσε για πολύ μούτρα. Ήταν αρκετά έξυπνη για να ξέρει ότι, μέχρι να είναι σε θέση να την εμπιστευτεί, ήταν αναγκασμένος να παίρνει προφυλάξεις. Η λογική δεν είχε θέση στις σκέψεις της Κρίστεν σήμερα. Τα συναισθήματά της ήταν σαν ανταριασμένο πέλαγος. Ένιωθε πληγωμένη, αν όχι προδομένη, και η πικρία έβραζε σαν κακοφορμισμένη πληγή. Δεν είπε λέξη σε κανέναν. Ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της, οι οποίες γίνονταν όλο και πιο τοξικές όσο περνούσε η ώρα. Δίχως μια διέξοδο για το εκρηκτικό μείγμα που σιγόβραζε μέσα της, είχε φτάσει στα πρόθυρα έκρηξης όταν η Έντα τη συνόδευσε πάνω το ίδιο βράδυ. Η Έντα προσπέρασε για άλλη μια φορά την πόρτα της κάμαράς της,


συνεχίζοντας προς εκείνη του Ρόις. Αλλά η Κρίστεν σταμάτησε μπροστά στη δική της, την οποία έκλεισε βροντώντας την πίσω της. Η Έντα την άνοιξε σε λίγα δευτερόλεπτα. «Τι σημαίνει αυτό; Με είδες να προχωράω». «Και;» ρώτησε η Κρίστεν ξαπλώνοντας στο στρώμα της. «Έχω εντολή να σε πάω σ’ εκείνον, τσούπρα». «Και;» Η Έντα αναστέναξε. «Μη γίνεσαι απείθαρχη, Κρίστεν. Δεν μπορείς να του αρνηθείς αυτό που θέλει». «Έτσι νομίζεις εσύ. Έτσι νομίζει κι αυτός, σίγουρα. Μάθετε, λοιπόν, ότι δεν είναι έτσι». Η Κρίστεν γύρισε την πλάτη της στη γερόντισσα. «Δεν χρειάζεται να μου βγάλεις τα δεσμά, Έντα. Κλείδωσε την πόρτα μου και φύγε». Η Κρίστεν δεν πρόλαβε να δει την Έντα να κουνάει το κεφάλι της κλείνοντας την πόρτα ούτε την άκουσε να την κλειδώνει. Τράβηξε τα γόνατά της ψηλά στο στήθος της και τεντώθηκε να πιάσει την αλυσίδα στα πόδια της, τραβώντας τη με τόση δύναμη που έγδαρε την παλάμη της. Ξέσπασε την απελπισία της με έναν τρομερό ήχο και γύρισε μπρούμυτα, κοπανώντας το στρώμα με τις γροθιές της σε μια προσπάθεια να εκτονωθεί. Μάταιος κόπος. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σκίσει το λεπτό στρωματσόπανο σε αρκετά σημεία, με αποτέλεσμα να χυθεί από μέσα το άχυρο. Ήταν σιωπηλή, ξαπλωμένη ακόμα μπρούμυτα με το κεφάλι της γυρισμένο στην αντίθετη μεριά από την πόρτα, όταν κατέφτασε ο Ρόις λίγο αργότερα. Προχώρησε μέσα μέχρι που τα πόδια του σχεδόν άγγιζαν το στρώμα της. Δεν είχε δει αυτό το καμαράκι από την ώρα που το ετοίμασαν οι υπηρέτριες για την Κρίστεν. Το είχαν γυμνώσει εντελώς, αφήνοντας μόνο το στενό ξύλινο πλαίσιο για το αχυρόστρωμα στο οποίο κοιμόταν. Ήταν ελεεινό μέρος για να επιστρέφει κάθε βράδυ. Δεν της είχαν παραχωρήσει ούτε ένα κερί. «Γιατί δεν ήρθες κοντά μου, Κρίστεν;» «Είμαι κουρασμένη». «Και θυμωμένη ακόμα;» Όταν δεν πήρε απάντηση, ο Ρόις κάθισε ανακούρκουδα δίπλα της και την άγγιξε στον ώμο. «Κάτσε κανονικά να σου βγάλω τα δεσμά». Εκείνη γύρισε προς το μέρος του, αλλά δεν ανακάθισε. «Αν είναι να τα πετάξεις, βγάλ’ τα μου. Διαφορετικά, άσ’ τα εκεί που είναι». «Μη γίνεσαι ξεροκέφαλη, κοπελιά. Δέξου αυτό που σου προσφέρουν». «Και να πω κι ευχαριστώ, ε;» πρόσθεσε παγερά. «Όχι. Αν είναι να με μεταχειρίζεσαι σαν ζώο, η πεδούκλα μένει στη θέση της». Εκείνος προτίμησε να αγνοήσει την παρομοίωση που χρησιμοποίησε. «Πριν


δεν είχες αντίρρηση για αυτή τη διευθέτηση». «Αυτό ήταν πριν». «Κατάλαβα. Περίμενες ότι θα άλλαζαν τα πράγματα, απλά και μόνο επειδή μοιράστηκες το κρεβάτι μου». Κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό είναι;» Εκείνη απέστρεψε το βλέμμα, αλλά την έπιασε από το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει κατάματα. «Αυτό είναι, Κρίστεν;» «Ναι!» Ήταν μια κραυγή που δήλωνε πίκρα αλλά και οδύνη. «Εγώ δεν θα σε μεταχειριζόμουν τόσο άσπλαχνα μετά απ’ αυτό που μοιραστήκαμε. Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να το κάνεις». «Ξέρω ότι καταλαβαίνεις γιατί πρέπει να είναι έτσι, Κρίστεν· απλώς δεν σου αρέσει», της είπε ανυπόμονα. «Σίγουρα ξέρεις πως ούτε σ’ εμένα αρέσει». «Πώς το ξέρω;» τον ρώτησε. «Είσαι ο αδιαφιλονίκητος άρχοντας εδώ. Ό,τι μου συμβαίνει γίνεται με δική σου εντολή, όχι κάποιου άλλου». Τελικά έχασε την υπομονή του και σηκώθηκε για να την καρφώσει με μια άτεγκτη ματιά αφ’ υψηλού. «Πολύ καλά, άκουσε λοιπόν τις εναλλακτικές σου επιλογές, αντί γι’ αυτή την αλυσίδα. Μπορείς να μένεις κλειδωμένη σε μία κάμαρα –ακόμα και τη δική μου, αν θέλεις– αλλά δεν θα βγαίνεις καθόλου. Έχω ελάχιστο χρόνο να σου διαθέσω στη διάρκεια της μέρας, οπότε θα είσαι ολομόναχη τις πιο πολλές ώρες, με εξαίρεση το βράδυ. Θα το προτιμούσες;» «Θα μπορούσες να με ρίξεις σε ένα κελί!» «Δεν έχουμε κελιά εδώ. Σου προσφέρω την κάμαρά μου, αντί γι’ αυτήν εδώ. Ορίστε, διάλεξε». «Δεν έχω να διαλέξω τίποτα, μιλόρδε», του είπε με πείσμα. «Μου προτείνεις έναν ακόμα πιο αυστηρό περιορισμό. Μίλησες για εναλλακτικές επιλογές. Πες μου μία που θα μπορούσα να δεχτώ». «Υπάρχει μόνο ένα άλλο πράγμα που μπορώ να κάνω για να εξασφαλίσω την ελευθερία σου στο Γουίντχερστ. Μπορώ να σκοτώσω τους φίλους σου». «Τι;!» Ανακάθισε κεραυνοβολώντας τον με μια ματιά γεμάτη δυσπιστία, αλλά εκείνος δεν έκανε πίσω. «Η μόνη περίπτωση να κινείσαι ελεύθερα είναι να μη βρίσκονται αυτοί εδώ, να μην κινδυνεύουν να σφαχτούν οι άνθρωποί μου σε περίπτωση που δραπετεύσουν. Μόνη σου δεν θα έφτανες πολύ μακριά, αν επιχειρούσες να αποδράσεις. Θα σε έβρισκα». «Αστειεύεσαι!» είπε δύσπιστα, ελπίζοντας πως ήταν όντως ένα κακόγουστο αστείο. «Όχι». «Ξέρεις ότι δεν θα διάλεγα την ελευθερία μου με τόσο φρικτό αντάλλαγμα!»


σφύριξε σφίγγοντας τα δόντια. «Πώς τολμάς ακόμα και να ξεστομίσεις μια τέτοια εναλλακτική; Θα σκότωνες στ’ αλήθεια άοπλους άντρες;» «Αυτοί οι άντρες είναι εχθροί μου, Κρίστεν. Θα με σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη, αν τους δινόταν η ευκαιρία. Δεν καλοείδα ποτέ την ιδέα να τους έχω εδώ και ευχαρίστως θα τους ξεφορτωνόμουν. Ο Άλντεν ήταν που με έπεισε ότι μπορεί να φαίνονταν χρήσιμοι». «Τότε ξεφορτώσου κι εμένα, Σάξονα!» του πέταξε. «Μία απ’ αυτούς είμαι!» «Ναι, κοπελιά, είσαι κι εσύ εχθρός μου», απάντησε μαλακά. «Αλλά εσένα μου αρέσει που σε έχω εδώ. Τώρα, άσε με να σου βγάλω τα δεσμά γι’ απόψε, αλλιώς πες μου τι άλλο διαλέγεις». Εκείνη τον κάρφωσε με μια οργισμένη ματιά, αλλά τέντωσε προς το μέρος του τα πόδια της πριν αποφασίσει να διαλέξει εκείνος για λογαριασμό της. Εξακολουθούσε να τον αγριοκοιτάζει μόλις εκείνος σηκώθηκε και κρέμασε την αλυσίδα στον λαιμό του, κρατώντας από ένα σιδερένιο έλασμα σε κάθε του χέρι. «Θέλω να σου κάνω έρωτα, Κρίστεν». Η φωνή του ήταν βραχνή. «Θα μου το αρνηθείς, υποθέτω, επειδή είσαι θυμωμένη, αλλά εγώ θα σου το ζητήσω έτσι κι αλλιώς. Θα έρθεις στο κρεβάτι μου;» «Όχι», μουρμούρισε παγερά εκείνη, αγνοώντας τη χορδή που είχε αρχίσει να πάλλεται μέσα της, ανταποκρινόμενη στα λόγια και στον τόνο του. «Μπορώ να επιμείνω». «Τότε θα ανακαλύψεις πως ξέρω να παλεύω, Σάξονα». Εκείνος έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Ελπίζω να ξεπεράσεις γρήγορα τον θυμό σου, κοπελιά». Ο Ρόις έφυγε, κι αυτή τη φορά η Κρίστεν άκουσε την πόρτα της να κλειδώνει.


Κεφάλαιο 20 «Τι έκανες στον ξάδελφό μου, κοπελιά, και είναι τόσο τσατισμένος;» Η Κρίστεν έριξε στον Άλντεν μια πεταχτή ματιά. Είχε έρθει να σταθεί στην απέναντι μεριά του πάγκου από εκείνη, κι ήταν η πρώτη φορά που την πλησίαζε από τότε που του είχε επιτεθεί. Η συντροφιά του κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτη ήταν. «Δεν ευθύνομαι εγώ για την όποια διάθεσή του», είπε ξινισμένα. «Όχι;» Ο Άλντεν χαμογέλασε. «Έχω δει τον τρόπο που σε κοιτάζει. Εσύ ευθύνεσαι πέρα από κάθε αμφιβολία». «Φύγε, Σάξονα», του είπε καρφώνοντάς τον με μια δολοφονική ματιά. «Εσύ κι εγώ δεν έχουμε να πούμε τίποτα». «Ώστε θέλεις ακόμα να με σκοτώσεις;» «Αν θέλω; Είναι χρέος μου να το κάνω». Ο νεαρός άντρας αναστέναξε περίλυπα. «Είναι πολύ κρίμα που δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι. Θα μπορούσα να σου δώσω καλές συμβουλές για το πώς να χειριστείς τον ξάδελφό μου, γιατί δεν φαίνεται να τα πηγαίνεις και πολύ καλά μόνη σου». «Δεν χρειάζομαι συμβουλές!» του είπε. «Κι ούτε θέλω να τον χειριστώ. Δεν θέλω την παραμικρή σχέση μαζί του!» «Μπορεί, αλλά σε έχω δει κι εσένα να τον παρακολουθείς. Να ανταλλάσσετε τόσο λάγνες ματιές, και παρ’ όλα αυτά…» «Ανάθεμά σε!» κραύγασε θυμωμένα. «Σπορά του άτιμου Λόκι θα είσαι κι εσύ! Φύγε από εδώ, πριν σου πετάξω αυτό το ζυμάρι κατακέφαλα!» Ο Άλντεν έφυγε πνιγμένος στα γέλια. Η Κρίστεν γρονθοκοπούσε άγρια το ζυμάρι που ζύμωνε. Πώς τολμούσε να την τσιγκλάει ο τύπος; Πίστευε ότι δεν εννοούσε στ’ αλήθεια ότι ήθελε τον θάνατό του; Γιατί το εννοούσε, με όλο της το είναι. Η φιλική, πρόσχαρη ιδιοσυγκρασία του της ήταν εντελώς αδιάφορη. Ούτε άλλαζε κάτι η ανακάλυψη ότι σ’ αυτόν χρωστούσαν τη ζωή τους κι αυτή και όλοι οι δικοί της. Δεν είχε καμία σημασία επίσης το γεγονός ότι της θύμιζε τον αδελφό της τον Έρικ, με την ακαταμάχητη γοητεία, τη διαρκώς περιπαικτική διάθεση και το αγορίστικο χαμόγελό του. Θα τον σκότωνε. Αν την ελευθέρωναν ποτέ, θα τον σκότωνε. Η μακριά, χοντρή κοτσίδα της είχε πέσει πάνω από τον ώμο της και την τίναξε θυμωμένα στην πλάτη της. Ήταν μέσα καλοκαιριού τώρα κι ο χειρότερος


καύσωνας που είχε ζήσει η Κρίστεν στη ζωή της. Στον τόπο της σίγουρα θα είχε πάει για κολύμπι με την Τίρα ή θα κάλπαζε στα λιβάδια καβάλα στον Τόρντεν, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν ελεύθερα στον αέρα. Σίγουρα δεν θα ήταν καθηλωμένη κοντά σε μια εστία που έκαιγε όλη μέρα. Μετάνιωνε για χίλια δυο πράγματα, αλλά το μόνο που κατάφερνε ανατρέχοντας στη λίστα με αυτά που έπρεπε να είχε κάνει, ήταν να θυμίζει στον εαυτό της ότι βρισκόταν εκεί από καθαρά δικό της λάθος. Είχε περάσει λίγο παραπάνω από μήνας από τότε που έριξαν άγκυρα στην όχθη του ποταμού εκείνο το ολέθριο πρωί. Η Κρίστεν έβλεπε κάπου κάπου τον Θόρολφ και τους άλλους από ένα ανοιχτό παράθυρο όπως πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας στο τείχος. Αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να τη δουν στην πιο μακρινή γωνία της σάλας όπου ιδροκοπούσε. Η Κρίστεν ήξερε ότι πιθανότατα ανησυχούσαν ακόμα γι’ αυτήν, αν όχι όλοι, σίγουρα ο Όταρ και ο Θόρολφ. Έπρεπε να έχουν αποδράσει ως τώρα. Ήλπιζε να μην τους απέτρεπε η σκέψη ότι θα την άφηναν πίσω, αν και μάλλον το απέκλειαν ο Ρόις και τα αναθεματισμένα μέτρα ασφαλείας του. Σκεφτόταν να ζητήσει από τον Ρόις την άδεια να τους μιλήσει, αλλά ο Άλντεν είχε δίκιο. Η διάθεση του Ρόις ήταν πολύ άσχημη όλη την τελευταία εβδομάδα, δηλαδή από τότε που αρνήθηκε να πλαγιάσει μαζί του, και σίγουρα η απάντησή του σε οτιδήποτε του ζητούσε θα ήταν ένα μεγάλο όχι. Οι διαταγές στους άντρες του ήταν κοφτές, η έκφρασή του μόνιμα απειλητική. Η αδελφή και οι υπηρέτριές του τον απέφευγαν με κάθε τρόπο και σώπαιναν από φόβο μην τραβήξουν την προσοχή του. Ήταν δυνατόν να έφταιγε η ίδια για όλο αυτό το βαρύ κλίμα; Θα ήθελε να το πιστέψει, αλλά δεν έτρεφε την αυταπάτη ότι ασκούσε τόσο μεγάλη επιρροή πάνω του. Ήταν αλήθεια ότι ο Ρόις πήγαινε κάθε βράδυ και την προσκαλούσε στο κρεβάτι του, και κάθε βράδυ εκείνη έμενε αδαμάντινη στην άρνησή της. Ο Άλντεν κάπως πρέπει να έμαθε γι’ αυτό. Ίσως άκουσε τον Ρόις να φωνάζει στην πόρτα της ένα από τα τελευταία βράδια, οπότε κόντευε να εξαντληθεί η υπομονή του, ή απλώς ερμήνευε τις ματιές που της έριχνε ο Ρόις, όπως της είχε πει. Ήταν μάλλον αμφίβολο να συζητούσε γι’ αυτήν ο Ρόις με τον ξάδελφό του. Γιατί θα το έκανε, άλλωστε; Ήταν απλώς μια κοπέλα που τον είχε γοητεύσει όσο χρειαζόταν για να τη θέλει στο κρεβάτι του, αλλά όχι και για να την αναφέρει στους δικούς του. Δεν θα παραδεχόταν ποτέ την έλξη που ασκούσε πάνω του μια αιχμαλωτισμένη σκλάβα, η οποία ανήκε μάλιστα σε μία από τις φυλές των Βορείων που μισούσε όσο τίποτα. Η Έντα ήξερε τι συνέβαινε, αλλά ήταν πιστή στον Ρόις και δεν θα τον εξέθετε


ποτέ αποκαλύπτοντας ότι χαριζόταν στην Κρίστεν, παρότι τον αψηφούσε. Επέπληττε καθημερινά την Κρίστεν για την ξεροκεφαλιά της γιατί πίστευε ότι, αν ο Ρόις την ήθελε, έπρεπε να την έχει. Παράλληλα ήξερε ότι η μία νύχτα που μοιράστηκαν υπήρξε ευχάριστη και για τους δύο, γιατί ούτε ουρλιαχτά ακούστηκαν από την κάμαρά του ούτε μώλωπες εμφανίστηκαν στο γαλατένιο δέρμα της Κρίστεν την επομένη. Και δεν δυσκολεύτηκε να μαντέψει τον λόγο που ήταν αμίλητη και απρόσιτη όλη εκείνη τη μέρα, βλέποντας τις χολωμένες ματιές που έριχνε κάθε τόσο στα δεσμά της. Η Έντα την είχε χαρακτηρίσει ανόητη που δεν προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια του άρχοντα με τον γνωστό, πατροπαράδοτο τρόπο. Η Κρίστεν απάντησε ότι κάλλιο να της έλειπε τέτοια εύνοια, αφού την κρατούσε πεδουκλωμένη σαν ζώο. Την παραξένευε πάντως που ο Ρόις υποτασσόταν στις επιθυμίες της. Συνέχιζε να την προσκαλεί στο κρεβάτι του και συνέχιζε να δέχεται την άρνησή της, αν και όλο με λιγότερη ευγένεια. Η Κρίστεν δεν το περίμενε. Το αντίθετο μάλλον, περίμενε ότι θα την εξανάγκαζε, όπως άλλωστε ήταν το αναμενόμενο, με δεδομένη τη θέση της. Κι όμως, ο Ρόις δεν το έκανε, πράγμα που την ανακούφιζε, αλλά δεν τη χαροποιούσε ιδιαίτερα. Γιατί τον ήθελε ακόμα. Και τώρα που είχε γνωρίσει τον έρωτα, τον ήθελε ακόμα περισσότερο από πριν. Αλλά η περηφάνια, που διέθετε σε αρκετά ενισχυμένη δόση, δεν της επέτρεπε να το παραδεχτεί άλλη φορά μεγαλόφωνα, σ’ αυτόν τουλάχιστον. Εκείνο το βράδυ, η Κρίστεν περίμενε με αγωνία να έρθει ξανά στο καμαράκι της ο Ρόις, αλλά εκείνος δεν εμφανίστηκε. Τον φαντάστηκε να βρίσκει αλλού ικανοποίηση και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν την ένοιαζε. Μα σίγουρα θα ήταν λιγότερο ευέξαπτη το επόμενο πρωί, αν ήξερε πού είχε περάσει τη νύχτα του. Όπως είχαν τα πράγματα, η μέρα αποδείχτηκε ατελείωτη, κι εκείνη ένιωθε ότι έβαλε τα χέρια της και έβγαλε τα μάτια της. Γιατί ήταν η μόνη υπαίτια για την καινούρια κατάσταση: σίγουρα ο Ρόις δεν θα πήγαινε άλλη φορά στην πόρτα της, την είχε ξεγράψει. Κι όταν εκείνος δεν φάνηκε στη σάλα όλη την ημέρα, επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι της. Παρ’ όλα αυτά, η Κρίστεν περίμενε για λίγη ώρα αφότου η Έντα της έβγαλε τα δεσμά και κλείδωσε την πόρτα της το ίδιο βράδυ· κάθισε στο στρώμα της μέσα στο σκοτάδι και μαδούσε την ξεφτισμένη άκρη της σκοινένιας ζώνης της, ελπίζοντας ότι δεν θα ήθελε να την ξεγράψει ο Ρόις. Ήθελε να την εξαναγκάσει να τον δεχτεί. Η περηφάνια της ήταν ένα εμπόδιο που όφειλε να υπερπηδήσει.


Το χρωστούσε και στους δυο τους. Γιατί δεν το έκανε, λοιπόν; Μετά από κάμποση αναμονή, η Κρίστεν αναστέναξε τελικά κι έβγαλε τα ρούχα της για να πέσει για ύπνο. Δεν το έκανε όλη την τελευταία εβδομάδα, παρά μόνο αφού ο Ρόις είχε ξαναφύγει με κομμένα τα φτερά από την άρνησή της. Το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκε φορώντας τα ρούχα της, πιο άβολα κι από σαμάρι. Μα απόψε… Απόψε ήξερε ότι εκείνος δεν θα ερχόταν. Ήταν ακόμα ξύπνια όταν άνοιξε η πόρτα. Ένας πυρσός στον διάδρομο πίσω του μετέτρεπε την επιβλητική παρουσία του σε μια σκιώδη φιγούρα στο άνοιγμα. Η Κρίστεν ένιωσε στη στιγμή ρίγη έξαψης να διατρέχουν το κορμί της. Ήταν πανευτυχής που ο Ρόις είχε έρθει, που δεν την είχε απορρίψει ακόμα. Αλλά η έκφρασή της δεν πρόδωσε τίποτα απ’ ό,τι ένιωθε, μιας και το δικό του πρόσωπο ήταν αθέατο κόντρα στο φως. Όταν εκείνος έμεινε απλώς να στέκεται εκεί για μερικά λεπτά, η Κρίστεν συνειδητοποίησε ότι δεν σκόπευε να μιλήσει. Είχε κι αυτός την περηφάνια του. Και δεν χρειάζονταν λέξεις για να της πει τι ήθελε εκεί. Αποφάσισε να σπάσει εκείνη τη σιωπή. «Έχεις σκοπό να πετάξεις τα δεσμά μου, μιλόρδε;» «Όχι». «Ούτε καν αν ορκιστώ στη ζωή της μητέρας μου ότι δεν θα βγω απ’ αυτό το αρχοντικό;» «Όχι, γιατί δεν θα μπορούσα να ξέρω αν μισείς τη μητέρα σου ή αν είναι ήδη μακαρίτισσα, οπότε ο όρκος σου δεν έχει καμία σημασία». Η Κρίστεν χαλιναγώγησε κάπως την πίκα της. Στηρίχτηκε στον αγκώνα της, αφήνοντας τη λεπτή κουβέρτα να πέσει κάτω από τα στήθη της. Ήταν ανέντιμο από μέρους της, αλλά είχε σιχαθεί αυτό το αδιέξοδο. Χρωμάτισε με αρκετό θυμό τον τόνο της, για να τον κάνει να πιστέψει πως δεν το είχε αντιληφθεί. «Τυγχάνει να αγαπώ πολύ τη μητέρα μου, η οποία είναι ολοζώντανη και χαίρει άκρας υγείας, αν και σίγουρα θα κοντεύει να τρελαθεί από την αγωνία της για μένα. Πιστεύεις ότι επειδή είμαι γυναίκα, δεν έχω τιμή; Ή μήπως δεν με εμπιστεύεσαι επειδή είμαι Βίκινγκ;» Εκείνος είχε κάνει το πρώτο βήμα προς το μέρος της, αλλά σταμάτησε απότομα. «Οι λέξεις είναι φούμαρα, κοπελιά. Οι πράξεις μιλούν πιο ξεκάθαρα, και οι δικές σου δεν σε κάνουν πολύ αξιόπιστη». «Γιατί; Επειδή θέλω να σκοτώσω τον ξάδελφό σου;» τον ρώτησε. «Ή επειδή δεν τσακίζομαι όταν με καλείς;» Ο τρόπος που χτύπησε τη γροθιά του στην παλάμη του άλλου χεριού του της έδειξε ότι το καυστικό της σχόλιο είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τουλάχιστον


κατάφερνε ακόμα να τον ερεθίζει – έστω και με λάθος τρόπο. «Επιτέλους!» ξέσπασε απεγνωσμένος. «Είσαι η πιο παράτολμη γυναίκα! Καταλαβαίνω ότι πάλι έχασα τον χρόνο μου εδώ. Απλώς αρνείσαι να καταλάβεις». «Καταλαβαίνω, Ρόις», απάντησε ατάραχα εκείνη. «Και ήμουν πρόθυμη να σε συναντήσω κάπου στη μέση». «Όχι, εσύ τα θέλεις όλα δικά σου!» «Δεν είναι έτσι», επέμεινε. «Σου έδωσα τον λόγο μου, κι αυτό μου κοστίζει πολύ, αφού δεν έχω πάψει να λαχταράω να γυρίσω στο σπίτι μου». «Μα δεν μπορώ να βασιστώ στον λόγο κανενός, είτε άντρας είναι είτε γυναίκα, ενώ τον γνωρίζω τόσο λίγο καιρό. Ούτε πιστεύω ότι ένα κομμάτι σου θέλει αληθινά να μείνει εδώ, έτσι όπως έχουν τα πράγματα τη δεδομένη στιγμή για σένα: χωρίς δικαιώματα και χωρίς καν την ελπίδα να γίνεις κάποτε κάτι παραπάνω από σκλάβα». «Ω, ναι, πόσο σωστά μιλάς, μιλόρδε», συμφώνησε ειρωνικά η Κρίστεν. «Γιατί να θέλω να μείνω εδώ, αλήθεια; Σίγουρα όχι για σένα». «Για μένα;» επανέλαβε δύσπιστα. «Περιμένεις να πιστέψω ότι θα έμενες εδώ για μένα, τη στιγμή που με διώχνεις κάθε βράδυ; Ή θα έρθεις κοντά μου απόψε, Κρίστεν;» «Θα με απαλλάξεις μια για πάντα από τα δεσμά, μιλόρδε;» τον ρώτησε μειλίχια για άλλη μια φορά. «Μα τον Θεό και όλους τους αγίους…» Δεν το συνέχισε, αλλά έκανε μεταβολή μουγκρίζοντας σαν λαβωμένο θηρίο και έφυγε από το καμαράκι. «Πολύ εύκολα δέχεσαι την ήττα, Σάξονα!» γρύλισε μέσα από τα δόντια της, βλέποντας την πόρτα να κλείνει – αλλά μάλλον το είπε πιο δυνατά απ’ όσο ήθελε, γιατί η πόρτα ξανάνοιξε βροντώντας τόσο δυνατά στον τοίχο πίσω της, που παραλίγο να ξεχαρβαλωθεί τελείως. «Άκουσα καλά, κοπελιά;» θέλησε να μάθει ο Ρόις με απατηλά πράο τόνο. Άφησε την πόρτα ανοιχτή για να μπαίνει φως και πήγε κοντά της με αργά, μετρημένα βήματα. Η Κρίστεν ανέβασε την κουβέρτα μέχρι το πιγούνι της. Θα ήθελε πολύ να πεταχτεί όρθια, γιατί ένιωθε πολύ ευάλωτη ξαπλωμένη εκεί στο πάτωμα, μ’ εκείνον να δεσπόζει από πάνω της, αλλά δεν θα του έδινε την ικανοποίηση να δει πόσο την τάραζε. Αντί γι’ αυτό, γύρισε ανάσκελα, ώστε να μπορεί να τον βλέπει. «Τι νομίζεις ότι άκουσες;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Μια πρόκληση». Ο τόνος του παρέμεινε ήπιος, μα ενείχε μια απειλή. «Κι όταν προκαλείς, πρέπει να δέχεσαι και τις συνέπειες».


«Ποιες συνέπειες;» Αντί γι’ απάντηση, ο Ρόις έσκυψε και πέταξε πέρα την κουβέρτα. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε ξαπλωμένος από πάνω της, ακινητοποιώντας το κεφάλι της με τα χέρια του καθώς έσκυβε να τη φιλήσει. Αλλά πριν σμίξουν τα χείλη τους, η Κρίστεν του έδωσε μια δυνατή σπρωξιά που τον πέταξε κάτω από το αχυρόστρωμα. Ήξερε ότι το κατάφερε μόνο και μόνο επειδή τον αιφνιδίασε, και εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να πηδήξει από πάνω του και να σηκωθεί. Εκείνος πρόλαβε και την έπιασε από το πόδι, τραβώντας την πίσω μόλις έκανε το πρώτο βήμα προς την πόρτα. Η Κρίστεν έπεσε κάτω, έστριψε τον κορμό της και κλότσησε τον Ρόις με το ελεύθερο πόδι της, καταφέρνοντας να ελευθερωθεί ξανά. Αλλά τώρα ανακαθόταν κι εκείνος και, παρότι μάζεψε τα πόδια της για να μην του αφήσει περιθώρια να την πιάσει πάλι, ήξερε ότι δεν είχε καμία ελπίδα να φτάσει έγκαιρα στην πόρτα. Έτσι, γύρισε να τον αντικρίσει υποχωρώντας αργά, με τα μπράτσα της προτεταμένα για να τον απωθήσει. Εκείνος άρχισε να κινείται πλάγια, αναγκάζοντάς τη να αλλάξει κατεύθυνση, και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν είχε μπλοκάρει τη μοναδική έξοδο. «Γύρνα στο στρώμα σου, Κρίστεν». Υπήρχε μια δυσοίωνη προειδοποίηση σ’ αυτή την ψυχρή διαταγή, αλλά εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, κοφτά, οπισθοχωρώντας μέχρι που έφτασε με την πλάτη στον πλαϊνό τοίχο. Δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής, με τη διαφορά ότι δεν ήθελε στ’ αλήθεια να διαφύγει. Τελικά ο Ρόις θα της επέβαλε τη θέλησή του και, παρότι δεν θα του παραχωρούσε εύκολα αυτή τη νίκη, ήθελε να είναι αυτός ο νικητής – ή, έστω, να τον κάνει να πιστέψει πως ήταν. Αφού η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να ενδώσει, θα υπέκυπτε στην ανώτερη μυϊκή δύναμή του. Στο μεταξύ, η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα στο στήθος της όπως τον παρακολουθούσε να βγάζει τη ζώνη και την πουκαμίσα του και να τα πετάει στην άκρη με κοφτές κινήσεις. Ήταν πραγματικά θυμωμένος, κι αυτό ήταν επικίνδυνο, γιατί αν ήθελε, μπορούσε να την πληγώσει. Εκτός από γιγαντόσωμος, ήταν επίσης πολύ δυνατός. Και μπορεί να έκρινε πως είχε έρθει η στιγμή να τη συμμορφώσει με ένα γερό χέρι ξύλο. Οι περισσότεροι άντρες αυτό θα έκαναν. Ήταν ένα ρίσκο που είχε πάρει συνειδητά, όμως. Ο Ρόις δεν έκανε βήμα παρά μόνο αφού κατέληξαν και τα τελευταία ρούχα του σπαρμένα εδώ κι εκεί. Στεκόταν απέναντί της, με το βλέμμα του στυλωμένο στα μάτια της, το φως απέξω να τον λούζει από το πλάι, αφήνοντας τη μία πλευρά του στο σκοτάδι. Αν δεν στεκόταν ολόγυμνη μπροστά του, ίσως και να ηρεμούσε ή έστω να ξανασκεφτόταν αυτό που πήγαινε να κάνει. Αλλά το θέαμα


παραήταν ερεθιστικό για να του αφήσει περιθώρια. Εκείνη δεν πίστευε πως θα έφευγε από το καμαράκι για να φέρει ένα κερί. Θα του ξέφευγε μόλις έκλεινε την πόρτα, τυλίγοντάς τους στο σκοτάδι. Αυτό ήταν το σχέδιό της. Μόνο που ο Ρόις δεν ασχολήθηκε με την πόρτα, μαντεύοντας ίσως τι σκάρωνε. Η Κρίστεν έπρεπε να καταστρώσει καινούριο σχέδιο όταν ο Ρόις κινήθηκε προς το μέρος της. Ξεκόλλησε την πλάτη της από τον τοίχο και απέφυγε όσο μπορούσε τις γωνίες της κάμαρας, όπου θα μπορούσε να παγιδευτεί. Μόνο έτσι είχε πιθανότητες να του ξεγλιστράει, αν και όχι για πολύ, ειδικά αν αποφάσιζε να κινηθεί πιο σβέλτα. Αλλά εκείνος τη στρίμωχνε μεθοδικά, την οδηγούσε επιδέξια προς το στρώμα, διατηρώντας ταυτόχρονα τον έλεγχο της πόρτας. Η Κρίστεν αποφάσισε να επιχειρήσει άλλο έναν αιφνιδιασμό και, ενώνοντας τα χέρια της σε ένα συμπαγές ρόπαλο, σταμάτησε να υποχωρεί και έστριψε τον κορμό της για να χτυπήσει τον Ρόις όπως είχε κάνει με τον Άλντεν. Ο πιο αδύνατος άντρας είχε χάσει την ισορροπία του. Αλλά ο Ρόις δεν είχε γυρισμένη την πλάτη του και ο ελιγμός της Κρίστεν τής γύρισε μπούμεραγκ όταν εκείνος της έπιασε τους ενωμένους καρπούς με το ένα χέρι. Δεν δοκίμασε να αποτρέψει το πλήγμα, το ενίσχυσε με μια δυνατή έλξη, έτσι ώστε η Κρίστεν διέγραψε σχεδόν πλήρη περιστροφή γύρω από τον άξονά της, δίνοντάς του την ευκαιρία να τυλίξει το μπράτσο του στη μέση της και να τη σηκώσει στον αέρα. Το ταπεινό αχυρόστρωμά της δεν ήταν ούτε δυο βήματα μακριά. Την πέταξε εκεί, αδιαφορώντας αν ουσιαστικά ήταν σαν να την έριχνε στο πάτωμα. Η Κρίστεν έμεινε εμβρόντητη για μια στιγμή, παλεύοντας να πάρει ανάσα. Ο Ρόις δεν χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να βρεθεί ανάμεσα στα πόδια της και να την κατακτήσει πριν προλάβει να τον απωθήσει. Άκουσε το επιφώνημα αγανάκτησης που της ξέφυγε μόλις ξαναβρήκε την ανάσα της και γέλασε βραχνά όταν εκείνη γλίστρησε τα χέρια της ανάμεσά τους και προσπάθησε να τον σπρώξει από πάνω της. Άδικος κόπος. Ήταν ριζωμένος μέσα της και πανέτοιμος για οτιδήποτε μπορεί να επιχειρούσε. «Παράτα τα, αλεπουδίτσα», έσκυψε πιο κοντά για να της ψιθυρίσει στο αφτί. «Έχασες ήδη αυτό που προσπαθείς να μου αρνηθείς». Αντί για άλλη απάντηση, εκείνη τίναξε τους γοφούς της σε μια προσπάθεια να τον απωθήσει. Παρ’ όλα αυτά, το μόνο που κατάφερε ήταν να τον σπρώξει ακόμα πιο βαθιά μέσα της. Το επιφώνημα που της ξέφυγε αυτή τη φορά ήταν ηδονικό, σαν αντίλαλος του δικού του πνιχτού βογκητού ευχαρίστησης. «Αχ, γυναίκα, το παίρνω πίσω», μουρμούρισε βραχνά ο Ρόις. «Μπορείς να με πολεμάς όποτε θέλεις».


Η Κρίστεν παραλίγο να βάλει τα γέλια, πράγμα που θα τίναζε στον αέρα την εντύπωση ότι τάχα την είχε υποτάξει διά της βίας. Την πρόλαβαν τα χείλη του, που σφράγισαν τα δικά της με ένα φλογερό φιλί. Εκείνη καμώθηκε τάχα ότι πρόβαλε μια τελευταία αντίσταση προσπαθώντας να αποστρέψει το πρόσωπό της, αλλά εκείνος συνέχισε να διεκδικεί πεισματικά το στόμα της, ώσπου τελικά παραδόθηκε – και όχι μόνο δέχτηκε το φιλί του, αλλά το ανταπέδωσε με πάθος. Η εμφανώς βελτιωμένη του διάθεση, αν και μάλλον απέρρεε από την αίσθηση υπεροχής του, ήταν μεταδοτική. Δεν την ένοιαζε σε τι οφειλόταν· όσο δεν ήταν θυμωμένος, δεν ήταν και βίαιος. Όχι πως δεν θα δεχόταν ακόμα κι αυτό έτσι πυρπολημένες που ένιωθε όλες της τις αισθήσεις. Ελευθέρωσε τα χέρια της που είχαν εγκλωβιστεί ανάμεσα στα κορμιά τους κι έπιασε το κεφάλι του για να κρατήσει τα χείλη τους ενωμένα, ενώ εκείνος άρχισε να αναδεύει κυματιστά το κορμί του με έναν σαγηνευτικό τρόπο, χωρίς να αποτραβιέται ολοκληρωτικά, τρίβοντας πάνω της τους μηρούς, την κοιλιά, το στέρνο του σε ένα ενιαίο ερωτικό χάδι. Η Κρίστεν έφτασε σε οργασμό σχεδόν αμέσως, ανασηκώνοντας όλο το βάρος του όπως τίναζε ενστικτωδώς τη λεκάνη της για να πάρει ό,τι είχε να της προσφέρει. Η δική του ώθηση τη στιγμή που έφτασε στην κορύφωση την καθήλωσε στο αχυρόστρωμα, εντείνοντας την ευχαρίστησή της και κλέβοντας ένα βογκητό από τα βάθη του στήθους της. Μπορούσε να νιώσει τον ανδρισμό του να πάλλεται μέσα της από ηδονή, κι αυτό παρέτεινε τον οργασμό της για πολύ περισσότερο απ’ όσο θα θεωρούσε ποτέ δυνατό. Ξαναγύρισε στην πραγματικότητα με μεγάλη λύπη. Ο Ρόις βάραινε σαν πέτρα πάνω της, μα δεν την πείραζε. Ανάσαινε βαριά και κοφτά, με το κεφάλι του γυρισμένο στο πλάι. Τα δάχτυλά της μπλέκονταν παιχνιδιάρικα στα μαλλιά του. Μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί, έτσι, αλλά ήξερε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Δεν μπορούσε να μαντέψει τι σκεφτόταν ο Ρόις για την ολοκληρωτική παράδοσή της. Έχοντας ακούσει άντρες να καυχιούνται για τις επιτυχίες τους, υπέθεσε ότι θα μπορούσε να αποδώσει τη συνθηκολόγησή της στη δεινότητά του ως εραστής. Τελικά, όμως, δεν θα την ενοχλούσε ό,τι κι αν πίστευε, αρκεί να μην καταλάβαινε ότι τον είχε χειραγωγήσει για να της κάνει έρωτα. Αυτό μάλλον θα τον έκανε έξω φρενών. Τα χέρια της γλίστρησαν στους ώμους του, κι από εκεί στο στήθος του, όταν ανασηκώθηκε λίγο για να την κοιτάξει. Ένιωθε τους παλμούς της καρδιάς του κάτω από την παλάμη της, σταθερούς και δυνατούς. Βύθισε το βλέμμα της στα μάτια του προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις του, αλλά δεν κατάφερε


τίποτα. Κρίνοντας από την εξεταστική ματιά του, το ίδιο προσπαθούσε να κάνει κι εκείνος με την έκφρασή της. Πού να ’ξερες, του είπε νοερά και χαμογέλασε. «Ώστε δεν είσαι θυμωμένη μαζί μου;» τη ρώτησε. «Και βέβαια είμαι». Ο Ρόις γέλασε. «Χαμογελάς πάντα όταν θυμώνεις;» «Όχι πάντα, κάποιες φορές». Το είπε με τόση σοβαρότητα, που ο Ρόις κούνησε σαστισμένος το κεφάλι του. Κάθε της δήλωση ήταν και μια καινούρια έκπληξη. Προτίμησε να πιστέψει ότι αστειευόταν. «Μάλλον σου οφείλω μια συγγνώμη», είπε τελικά. «Ναι, το ίδιο πιστεύω κι εγώ». Ρουθούνισε επικριτικά με την αυτόματη κατάφασή της, αλλά δεν συνέχισε. Εκείνη τον προκάλεσε. Και μπορεί να μην της άξιζε μια τόσο τραχιά αντίδραση, αλλά τελικά τον είχε δεχτεί με ενθουσιασμό. Γιατί επέμενε να τον απορρίπτει τόσες μέρες; Μα ήξερε το γιατί και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αλλάξει. Έκανε μια κίνηση να αποτραβηχτεί, αλλά με κάποιον τρόπο πιέστηκαν οι γοφοί τους μεταξύ τους. Ο ανδρισμός του ήταν ακόμα μέσα της, κι η Κρίστεν έκλεισε τα μάτια απολαμβάνοντας τη μεγαλειώδη αίσθηση πληρότητας πριν τη χάσει. Ο Ρόις πήρε μια κοφτή ανάσα. «Έλεος, κοπελιά, επίτηδες το κάνεις;» ρώτησε ξέπνοα. Τα βλέφαρά της ανασηκώθηκαν βαριά. «Ποιο πράγμα;» Στ’ αλήθεια δεν ήξερε τι είχε κάνει αυτή τη φορά. «Όταν έχεις αυτή την έκφραση… είναι ακριβώς όπως όταν είμαστε…» «Πώς το ξέρεις; Με κοιτάζεις;» «Φυσικά». Αυτό της κέντρισε το ενδιαφέρον. «Δεν το είχα σκεφτεί. Θα πρέπει να το δοκιμάσω την επόμενη φορά που θα κάνουμε έρωτα». «Ο άντρας που θα μπορεί να κοιτάζει τα υπέροχα μάτια σου τέτοιες στιγμές σίγουρα θα χάσει το μυαλό του», είπε προφητικά εκείνος. «Ησύχασε, μιλόρδε», του είπε χαμογελώντας. «Δεν εννοούσα ότι θα κοιτάζω εσένα». «Ελπίζω να αστειεύεσαι, κοπελιά», της είπε αυστηρά και σηκώθηκε, τραβώντας τη μαζί του. «Δεν θα σου αρέσουν καθόλου οι συνέπειες αν το λες σοβαρά. Δεν θα σου επιτρέψω να έχεις άλλους εραστές. Θα είσαι πιστή για όσο καιρό σε θέλω για μένα». Εκείνη ύψωσε το φρύδι της, χαρούμενη που μπορούσε να τον πειράζει. «Θα


είμαι;» Δεν μπήκε στον κόπο να της απαντήσει, αλλά την τράβηξε μαζί του όσο μάζευε τα ρούχα του και τα δικά της και προχώρησε προς την πόρτα. Η Κρίστεν ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται όταν συνειδητοποίησε ότι η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη, κι όποιος περνούσε θα μπορούσε να τους έχει δει. Δεν θα έπαιρνε χαμπάρι ακόμα κι αν στεκόταν κάποιος εκεί όλη την ώρα, τόσο απορροφημένη ήταν στον εραστή της. Τον εραστή της. Ωραίο ακουγόταν. Θα γίνονταν κάποιες αλλαγές στο εξής. Έπρεπε να γίνουν. Και ο Ρόις δεν θα μετάνιωνε ενδίδοντας. Θα του αποδείκνυε πως ήταν στ’ αλήθεια το άλλο του μισό. Όταν έφτασαν στην κάμαρά του κι έκλεισαν την πόρτα, ο Ρόις πέταξε τα ρούχα τους στο πάτωμα και την πήρε στην αγκαλιά του. «Τώρα θα πληρώσεις το τίμημα που με έδιωχνες τόσο καιρό. Μάτι δεν θα κλείσεις απόψε». «Πρόκληση είναι αυτό, μιλόρδε;» γουργούρισε η Κρίστεν, ελπίζοντας μάλλον ότι ήταν υπόσχεση.


Κεφάλαιο 21 Ο ουρανός μόλις είχε αρχίσει να ροδίζει, όταν ξύπνησε τον Ρόις ένας από τους άντρες του. Είχε δημιουργηθεί μια αναταραχή ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Τέθηκε υπό έλεγχο, αλλά ο Θόρολφ ήθελε να του μιλήσει. Ο Ρόις έδιωξε τον άντρα κακήν κακώς. Αν η αναταραχή είχε λήξει, δεν είχε λόγο να κατέβει στον περίβολο. Αλλά ούτε να αδιαφορήσει μπορούσε. Αναστέναξε χαμηλώνοντας το βλέμμα στην καλλονή που κοιμόταν στο κρεβάτι του. Η αυγή έριχνε ένα ωχρό φως στην κάμαρα, όμως την έβλεπε πεντακάθαρα τόσο κοντά της που καθόταν. Η Κρίστεν συνέχιζε τον ύπνο της, χωρίς να έχει ενοχληθεί καθόλου από τις φωνές τους. Δεν τον παραξένεψε. Την είχε κρατήσει ξύπνια για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας – ή, μάλλον, εκείνη τον είχε κρατήσει ξύπνιο, με την παρουσία της και μόνο. Απλώς δεν μπορούσε να την αφήσει ήσυχη. Χαμογέλασε αναπολώντας τις πιο πικάντικες στιγμές, απορώντας που δεν ένιωθε και ο ίδιος εξαντλημένος αυτό το πρωινό. Η Κρίστεν κουλουριάστηκε στο πλάι βάζοντας τα χέρια ανάμεσα στα πόδια της σαν να κρύωνε, μια συνήθεια που απέκτησε από τους πολικούς χειμώνες που είχε ζήσει. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν λυτά και μπλεγμένα, χυμένα γύρω από το πρόσωπό της σαν χρυσή λίμνη. Το λεπτό σεντόνι που τους κάλυπτε, όταν αποκοιμήθηκαν κάποια στιγμή, είχε κατέβει κάπου στο ύψος των γοφών της, αφήνοντας εκτεθειμένο στο βλέμμα του το πάνω μέρος του κορμιού της. Ο Ρόις ένιωσε μια ιδιαίτερη έξαψη που μπορούσε να τη βλέπει έτσι χωρίς να το ξέρει η ίδια. Ήταν η πρώτη γυναίκα με την οποία είχε μοιραστεί το κρεβάτι του για ολόκληρη νύχτα, η πρώτη που είχε παρακολουθήσει να κοιμάται. Τις δουλοπάροικους που του τραβούσαν την προσοχή συνήθως τις βάτευε όπου τις πετύχαινε. Τις λίγες που είχε φέρει στο κρεβάτι του τις ξαπόστελνε αμέσως μετά την πράξη. Την Κόρλις την άφηνε ο ίδιος, αφού δεν ένιωθε την παραμικρή επιθυμία να μείνει μαζί της ως το πρωί. Το ίδιο ίσχυε και για τις κυρίες της αυλής με τις οποίες είχε έρθει πιο κοντά. Αλήθεια, γιατί δεν τον ενοχλούσε να μοιράζεται το κρεβάτι του με αυτή τη Βίκινγκ κοπελιά, ακόμα κι αφού την είχε χορτάσει; Όχι μόνο δεν τον ενοχλούσε, του άρεσε να κοιμάται μαζί της. Αλλά γιατί; Εξακολουθούσε να την αποστρέφεται – ή μήπως όχι; Η φάρα της τον είχε βλάψει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Ήταν γυναίκα, μα και πάλι είχε γαλουχηθεί με τα ίδια πιστεύω


όπως οι άντρες που κατέφτασαν εδώ και σκότωσαν τους δικούς του. Ήταν μια Βίκινγκ, μια ειδωλολάτρισσα, ένα βδέλυγμα στα μάτια όλων των θεοσεβούμενων χριστιανών. Κι αν είχε σταματήσει να την αποστρέφεται, ήταν σφάλμα του. Όφειλε να έχει αντισταθεί πιο επιτυχημένα στην έλξη που ασκούσε πάνω του. Απεχθανόταν τον εαυτό του για την αδυναμία που τον έκανε να δει εντός του, κι ακόμα περισσότερο τώρα που του απέδειξε ότι η δική της θέληση ήταν πιο ισχυρή από τη δική του. Τον ήθελε ακόμα. Το είχε αποδείξει τη χτεσινή νύχτα μέσα σε αυτή την κάμαρα. Κι όμως, τον έδιωχνε όλη την εβδομάδα και θα συνέχιζε να τον διώχνει, αν δεν την είχε καθυποτάξει σαν πιο δυνατός. Ο Ρόις πλατάγισε τη γλώσσα του από δυσφορία. Δεν ωφελούσε σε τίποτα να επιτιμά τον εαυτό του τώρα. Η ζημιά είχε γίνει και δεν ήταν έτοιμος να την αφήσει πίσω. Δεν του έφτανε που ενέδωσε στον πόθο του γι’ αυτήν άλλη μία φορά. Την ήθελε ακόμα. Και η προσπάθεια να της αντισταθεί τώρα θα ήταν σαν να έκοβε ένα χέρι από το οποίο είχαν πρώτα ακρωτηριαστεί τα δάχτυλα, πράγμα που θα προκαλούσε αναίτια μεγαλύτερο πόνο. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή την ήθελε. Ο μόνος λόγος που δεν την ξύπνησε ήταν η επίγνωση ότι θα την έκανε δική του πιο μετά. Ήταν σχεδόν μεθυστική αυτή η αίσθηση, ότι είχε υπό τον έλεγχό του τη συγκεκριμένη γυναίκα. Όπως κάθε αιχμαλωτισμένος σκλάβος, είχε ακόμα λιγότερα δικαιώματα από τους Βρετανούς που γεννήθηκαν δούλοι ή τους ποινικούς σκλάβους, δηλαδή αυτούς που έχασαν την ελευθερία τους για συγκεκριμένα εγκλήματα ή επειδή δεν κατέβαλαν τα τέλη και τις αποζημιώσεις που τους επιδικάζονταν. Η εκκλησία τιμωρούσε αυστηρά την κακομεταχείριση αυτών των χριστιανών σκλάβων. Εκείνοι που είχαν χάσει την ελευθερία τους για κάποιο αδίκημα μπορούσαν να επανέλθουν στην πρότερη θέση τους μετά από έναν χρόνο, με τη μεσολάβηση των συγγενών τους. Εκείνοι που είχαν γεννηθεί από υπόδουλους γονείς μπορούσαν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Κι επίσης, τους επιτρεπόταν να πωλούν ό,τι έφτιαχναν στον ελεύθερο χρόνο τους. Αλλά οι εχθροί που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι ανήκαν σε άλλη κατηγορία. Ανταλλάσσονταν για λύτρα, πωλούνταν σαν εμπορεύματα, εκτελούνταν κατά βούληση. Η μοίρα τους εξαρτιόταν αποκλειστικά από τους ιδιοκτήτες τους. Αυτό σήμαινε ότι η Κρίστεν ήταν δική του και μόνο δική του, όπως αν είχε δεθεί μαζί της με τα δεσμά του γάμου. Μπορούσε να την παίρνει όποτε και όπου ήθελε, κι εκείνη δεν είχε κανένα δικαίωμα να τον αποκρούσει. Αλλά υπήρχε ένα πρόσθετο δέλεαρ στην επίγνωση ότι εκείνη ανταπέδιδε τον πόθο του, το γεγονός ότι απολάμβανε το κορμί του όσο εκείνος το δικό της.


Αν συνέχιζε αυτές τις σκέψεις, σίγουρα θα την ξυπνούσε τελικά. Βέβαια, στάθηκε αδύνατον να αντισταθεί στον πειρασμό να την αγγίξει πριν σηκωθεί από το κρεβάτι, γλιστρώντας το χέρι του ανάμεσα στα στήθη της για να μαλάξει το ένα μέσα στην παλάμη του. Η Κρίστεν χαμογέλασε μέσα στον ύπνο της, ένα χαμόγελο που καθρεφτίστηκε στο πρόσωπο του Ρόις. Πραγματικά, αυτή η κοπέλα τον έκανε να νιώθει όμορφα μέσα του με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους. Αναρωτήθηκε αν ήξερε πόσο σπάνια ήταν αυτή η απροσποίητη, απροκάλυπτη χαρά που αντλούσε από τις αισθήσεις της. Σε όλη του τη ζωή δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα να κορώνει από το πάθος, και μάλιστα τόσο εύκολα. Θα ήταν μια υπέροχη μέρα, αποφάσισε καθώς ντυνόταν και κατέβαινε τη σκάλα. Ούτε καν η προοπτική προβλημάτων με τους αιχμαλώτους δεν θα του χαλούσε τη διάθεση αυτό το πρωινό. Τους βρήκε έξω στον περίβολο, συγκεντρωμένους μπροστά στο παράπηγμα που είχε κατασκευαστεί γι’ αυτούς. Ο Γουέιτ τούς είχε κρατήσει εκεί να περιμένουν τον άρχοντα. Ο Ρόις τους έστειλε στον Λάιμαν, κρατώντας μόνο τον Θόρολφ πίσω. Ο νεότερος άντρας φαινόταν ταραγμένος για κάτι, κι από τη ματιά που έριξε στον Ρόις όταν του έγνεψε να ξαναμπούν μέσα στην καλύβα για να μιλήσουν κατ’ ιδίαν, το θέμα είχε να κάνει με τον ίδιο. «Με ενημέρωσαν ότι τσακωθήκατε μεταξύ σας αυτό το πρωί, Θόρολφ. Θέλεις να μου πεις γιατί;» Η αλυσίδα στα πόδια του κροτάλιζε όπως πηγαινοερχόταν νευρικά. «Αυτό;» Το απαξίωσε με μια κοφτή κίνηση του χεριού. «Τίποτα. Ο Μπγιάρνι θύμωσε τον Όταρ με αστείο». Στάθηκε εκεί και κοίταξε κατάματα τον Ρόις, μισοκλείνοντας τα μάτια. «Αφορά εσένα και Κρίστεν». Ο Ρόις το κλωθογύρισε στο μυαλό του, αμφιβάλλοντας ότι θα μάθαινε τι ακριβώς είχε ειπωθεί. «Να υποθέσω ότι προσβλήθηκες κι εσύ από το αστείο του Μπγιάρνι;» «Ναι. Πολύς καιρός μακριά Κρίστεν. Ανάγκη μιλάω σ’ εκείνη… παρακαλώ». Ο Ρόις έμεινε άκαμπτος, ξέροντας πόσο πρέπει να κόστισε σ’ αυτόν τον περήφανο Βίκινγκ να ξεστομίσει αυτή τη λεξούλα. Το κίνητρό του φάνηκε ύποπτο. Ήταν ο άντρας που είχε δει τόσες φορές να προστατεύει την Κρίστεν όταν παρίστανε ακόμα το αγόρι. Ισχυριζόταν πως ήταν μόνο φίλος, αλλά ήταν αυτή η αλήθεια; «Πόσο καιρό γνωρίζεις την Κρίστεν, Θόρολφ;» «Πάντα. Γείτονες στο σπίτι. Παιδιά κολύμπι, ιππασία, κυνήγι μαζί. Αδελφή μου Τίρα και Κρίστεν πολύ, πολύ φίλες».


«Ώστε είναι φίλη της αδελφής σου, ωστόσο φαίνεται να την πήρες υπό την προστασία σου. Γιατί αυτό;» Ο Θόρολφ δεν απάντησε. Ο Ρόις περπάτησε γύρω του και στάθηκε πίσω από την πλάτη του. «Είναι επειδή πέθανε ο αδελφός της ή την αισθάνεσαι κάτι παραπάνω από φίλη;» Ο Θόρολφ γύρισε να τον αντικρίσει. «Μιλάς πιο αργά, Σάξονα. Ή φέρεις Κρίστεν μιλάει για σένα». «Χα, έξυπνο», κάγχασε ο Ρόις, «αλλά δεν νομίζω. Έχει βολευτεί μια χαρά στο αρχοντικό και δεν χρειάζεται να της θυμίσουμε τα βάσανά σας. Δεν έχει να σου πει τίποτα που δεν μπορώ να σου πω εγώ. Είναι καλά και δεν δουλεύει εξαντλητικά. Όπως βλέπεις, δεν έχεις κανένα λόγο να ανησυχείς γι’ αυτήν». «Αυτό λες εσύ. Πρέπει λέει αυτή». Ο Ρόις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Αν μόνο γι’ αυτό ήθελες να μου μιλήσεις…» Κίνησε για την πόρτα. «Σάξονα!» φώναξε θυμωμένα ο Θόρολφ. «Όχι πιάνεις Κρίστεν». Ο Ρόις γύρισε να του ρίξει μια δύσπιστη ματιά. «Στ’ αλήθεια μου λες να μην απλώσω χέρι πάνω της;» «Ναι». Άρχισε να γελάει. «Τι έπαρση! Ίσως δεν το πρόσεξες, αλλά δεν είσαι σε θέση να απαιτείς». «Την παντρεύεσαι;» «Ως εδώ, Βίκινγκ», είπε ανυπόμονα ο Ρόις. «Σκλάβα είναι, όχι καλεσμένη. Το τι της συμβαίνει εξαρτάται από σένα και τους συντρόφους σου, όπως είπα και άλλοτε. Κανείς δεν της έκανε κακό ούτε την ανάγκασε να κάνει κάτι που δεν θέλει και η ίδια». «Εσύ δεν πιάνεις ακόμα;» Αυτή τη φορά ήταν ο Ρόις που δεν απάντησε. Ο Θόρολφ έβγαλε τα συμπεράσματά του, και η θρυλική νορβηγική αψιθυμία του εκδηλώθηκε με μια έκρηξη. Ο Ρόις δεν ήταν προετοιμασμένος για την επίθεση, αλλά και πάλι δεν περίμενε πως θα τολμούσε να του επιτεθεί αν ήταν πιο μικρόσωμος ή λιγότερο γεροδεμένος. Ξαφνικά βρέθηκε ξαπλωμένος κάτω, με ένα ζευγάρι χέρια να σφίγγουν αδυσώπητα τον λαιμό του. Του κόπηκε εντελώς η ανάσα, μέχρι που το στιλέτο του μπήχτηκε μερικά εκατοστά στο πλευρό του Θόρολφ. «Πάρε τα χέρια σου αργά», τον πρόσταξε ο Ρόις. Ο νεαρός υπάκουσε, κι έπειτα σηκώθηκε και υποχώρησε, πιέζοντας το χέρι του στο τραύμα που αιμορραγούσε. Ήταν ακόμα οργισμένος, και μάλιστα ακόμα περισσότερο επειδή είχε αποτύχει. Αλλά κι ο Ρόις δεν πήγαινε πίσω. «Τι ήλπιζες να πετύχεις μ’ αυτή την κουταμάρα;» ρώτησε αγριωπά.


«Να μην πιάνεις πάλι Κρίστεν». «Θα με σκότωνες για να μην την ξαναγγίξω; Ναι, έτσι θα το πετύχαινες σίγουρα, μόνο που δεν θα ζούσες να καυχιέσαι για το κατόρθωμά σου». «Όχι σκοτώνω», επέμεινε ο Θόρολφ. «Άλλοι τρόποι μην πιάνεις πάλι, ποτέ». Ο Ρόις συνοφρυώθηκε, μέχρι που ο Θόρολφ έκανε μια κοφτή, στριφτή κίνηση με το χέρι του. Και βόγκηξε. «Σωστά, υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Θα φροντίσω να μένω σε απόσταση ασφαλείας στο εξής, μιας και προτιμώ να λειτουργούν όλα μου τα μέλη». Κούνησε το κεφάλι του και τίναξε το χώμα από πάνω του. «Ανόητε νεαρέ. Δεν με πίστεψες όταν είπα ότι η Κρίστεν δεν εξαναγκάστηκε να κάνει τίποτα; Δεν έχει κανένα παράπονο από τη διαμονή της στο αρχοντικό, πέρα από τις αλυσίδες στα πόδια της». Ο Θόρολφ τον κάρφωσε με μια δολοφονική ματιά. «Εσύ ψέματα! Πολλοί θέλουν παντρευτεί Κρίστεν. Πολλοί», τόνισε. «Λέει όχι όλους». «Αλήθεια; Τότε υποθέτω ότι είμαι τυχερός», παρατήρησε στεγνά ο Ρόις. «Αν λες αλήθεια, Σάξονα, τότε πρέπει παντρεύεσαι». Ο Ρόις αναστέναξε με την ξεροκεφαλιά του. «Έχω ήδη μία μνηστή, Θόρολφ, αλλά και να μην είχα, δεν θα παντρευόμουν μία ειδωλολάτρισσα ούτε Βίκινγκ ούτε σκλάβα, και η Κρίστεν είναι και τα τρία. Είναι κιόλας δική μου. Δώσε μου έναν λόγο γιατί να θέλω να την παντρευτώ – έναν βάσιμο λόγο, όχι επειδή σε συμφέρει». «Μπγιάρνι όχι αστείο. Κρίστεν αρέσει αυτό που βλέπει εσένα. Ας είναι. Αλλά όχι παντρευτεί, όχι αρέσει για πολύ. Κρίστεν διαλέγει εσένα, Σάξονα. Κάνε σωστό ή χάσε». «Δεν μπορώ να χάσω κάτι που μου ανήκει», δήλωσε ο Ρόις με σιγουριά και έφυγε πριν τον εκνευρίσει περισσότερο η συλλογιστική του Βίκινγκ. Ο Θόρολφ πήγε κοντά στην πόρτα για να παρακολουθήσει τον Σάξονα άρχοντα να διασχίζει τον περίβολο προς το αρχοντικό του. Ο Γουέιτ πλησίασε για να τον συνοδεύσει στο τείχος, αλλά ο νεαρός μόλις που του έριξε μια λοξή ματιά. Ώστε ο Μπγιάρνι είχε δίκιο τελικά. Είχε πει ότι είχε παρατηρήσει την Κρίστεν να γλυκοκοιτάζει αυτόν τον άρχοντα όσο ήταν ακόμα μαζί τους, και δεν είχε δει πιο ξελογιασμένη γυναίκα. Αν η Κρίστεν είχε κάνει τελικά την επιλογή της, είχε διαλέξει τον πιο λάθος άντρα. Κι όσο την κρατούσαν μακριά απ’ αυτούς, δεν είχε έναν φίλο να της ανοίξει τα μάτια. Ο Σάξονας δεν θα αποκαθιστούσε ποτέ την τιμή της. Ήταν ένας άντρας με εξουσία, κι εκείνη μια αιχμαλωτισμένη σκλάβα. Σαν ελεύθερος άντρας με κάμποσες σκλάβες στο σπίτι του, ο Θόρολφ κατανοούσε πλήρως το σκεπτικό του άρχοντα. Με τη διαφορά ότι η Κρίστεν δεν ήταν γεννημένη στη


σκλαβιά. Αν και όταν επέλεγε να αποτινάξει τα δεσμά της, θα το έκανε με όλη της την ψυχή. Τώρα απορούσε γιατί μπήκε στον κόπο να προειδοποιήσει τον Σάξονα για το πώς έπρεπε να τη μεταχειριστεί. Η Κρίστεν ήταν χριστιανή, αν και προφανώς δεν το είχε αποκαλύψει στους ντόπιους. Αλλά ήταν και Νορβηγίδα, γαλουχημένη με την υπερηφάνεια και την αποφασιστικότητα των Βίκινγκς. Ίσως ήταν καλύτερο που ήταν πιο δεκτική, γιατί μάλλον δεν θα καλοπερνούσε αν ερχόταν σε σύγκρουση με τον άρχοντά της, συνειδητοποίησε ο Θόρολφ.


Κεφάλαιο 22 Η Κρίστεν ξετύλιξε το κορμί της και τεντώθηκε ηδονικά. Χαμογέλασε στο πουλάκι που είχε κουρνιάσει στο περβάζι του παραθύρου, ξυπνώντας τη με το κελάηδημά του. Πέταξε μακριά μόλις την είδε να ανακάθεται. Ήταν μόνη. Αναρωτήθηκε αν ήταν κλειδωμένη η πόρτα και σηκώθηκε να την ελέγξει. Δεν ήταν. Την έκλεισε με ένα πιο πλατύ χαμόγελο. Ναι, οι αλλαγές είχαν αρχίσει ήδη να συντελούνται. Ο Ρόις θα προσπαθούσε να μάθει να την εμπιστεύεται. Έπρεπε να είναι προσεκτική, για να μην τον απογοητεύσει. Τα ρούχα της, μπερδεμένα με τα δικά του, ήταν ακόμα εκεί που τα είχε πετάξει ο Ρόις το προηγούμενο βράδυ. Ντύθηκε βιαστικά κι έπειτα άρχισε να τακτοποιεί την κάμαρα. Ήταν τόσο κεφάτη που ξεκίνησε να τραγουδάει ένα απλό κελτικό τραγουδάκι, που της είχε μάθει η μητέρα της όταν ήταν μικρή. «Ώστε ξέρεις κι άλλη γλώσσα εκτός από τη δική μας, ε;» Η Κρίστεν σήκωσε το βλέμμα από τα σκεπάσματα που έστρωνε και είδε την Έντα στην πόρτα. Χαμογέλασε. «Ναι, πολλές». «Κοίτα πάντως μη σ’ ακούσει ο άρχοντας Ρόις να μιλάς στη συγκεκριμένη, γιατί οι περισσότεροι Κέλτες είναι εχθροί μας». «Οι περισσότεροι;» «Κάποιοι ζουν στο Ουέσεξ πλάι πλάι με τους Σάξονες, στο Ντέβον, και άλλοι ακόμα πιο κοντά, στο Ντόρσετ. Αλλά εκείνοι στα πιο μακρινά δυτικά παράλια ήταν πάντα εχθροί μας. Μέχρι που συμμάχησαν με τους Δανούς εναντίον μας». «Και οι Ουαλοί Κέλτες στα βορειοδυτικά;» ρώτησε η Κρίστεν με τον νου της στην Μπρένα. «Εχθροί μας και αυτοί, αν και ζουν πολύ μακριά για να μας ενοχλούν. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που επιτέθηκαν στη Μερκία, και τότε ήρθε σε βοήθεια ο βασιλιάς Έθελγουλφ, ο πατέρας του Αλφρέδου. Οδήγησε τον στρατό του μέχρι τον Βορρά κι επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Ουαλούς. Αλλά οι Κέλτες από τα δυτικά λεηλατούν ακόμα τα χωριά μας. Πάνε μόλις δύο μέρες που ένα σμάρι από δαύτους μάς έκλεψε κάμποσα γελάδια. Ο άρχοντας Ρόις έφερε πίσω τα ζωντανά, αλλά, παρόλο που αυτός κι οι άντρες του κυνήγησαν τους κλέφτες μέσα στη νύχτα, δεν κατάφεραν να τους τσακώσουν. Γι’ αυτό σου λέω, δεν θα του αρέσει ν’ ακούσει αυτή τη γλώσσα από το στόμα σου τώρα, και την ξέρει αρκετά καλά για να την αναγνωρίσει». Η Κρίστεν χαμογέλασε, κι έπειτα δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα


χαρούμενο γελάκι. Ώστε γι’ αυτό δεν είχε έρθει ο Ρόις στην πόρτα της τις προάλλες. Αυτή στενοχωριόταν ότι είχε βρει συντροφιά σε άλλη αγκαλιά, ενώ εκείνος καταδίωκε κλέφτες. «Το γέλιο σου είναι άστοχο, κοπελιά», την επέπληξε η γερόντισσα. «Δεν θα καταλάβαινες, Έντα», αποκρίθηκε η Κρίστεν. «Αλλά λυπάμαι που οι κλέφτες ξέφυγαν από τον Ρόις. Δεν ήξερα ότι οι Κέλτες ήταν εχθροί σας». Η Έντα γρύλισε. «Και δεν είναι οι μόνοι. Ακόμα και μερικούς Σάξονες θεωρεί εχθρούς του ο άρχοντας Ρόις. Ειδικά ένας δεν ζει πολύ μακριά από εδώ. Ο άρχοντας Έλντρεντ θα χαιρόταν να δει τον Ρόις νεκρό. Είναι στα μαχαίρια από τότε που ζούσαν και οι δύο στην αυλή του βασιλιά». «Ξέρεις γιατί;» «Ναι. Ο άρχοντας Έλντρεντ ζήλευε τον άρχοντά μας για τη στενότερη σχέση του με τον Αλφρέδο. Αυτό ήταν πριν γίνει βασιλιάς ο Αλφρέδος, τότε που κυνηγούσαν και διασκέδαζαν όλοι μαζί στα βασιλικά κτήματα. Οι περισσότεροι δευτερότοκοι γιοι ζουν στην αυλή. Εκεί ζούσε και ο μιλόρδος, μέχρι που πέθαναν ο πατέρας και ο αδελφός του. Τώρα πηγαίνει πολύ σπάνια ή όποτε τον καλεί ο Αλφρέδος. Μόνο η απειλή των Δανών έκανε τους δύο άρχοντες να παραμερίσουν προσωρινά την έχθρα τους». «Σοφή απόφαση. Δεν θα μου άρεσε να σκέφτομαι τον Ρόις να πολεμάει, έχοντας και στα νώτα του έναν εχθρό». «Σε νοιάζει στ’ αλήθεια; Οι περισσότεροι άρχοντες χαρίζουν την ελευθερία στους σκλάβους τους όταν ψυχορραγούν. Με λίγο σπρώξιμο από την εκκλησία». «Θέλω την ελευθερία μου, Έντα, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο», απάντησε η Κρίστεν. Η γερόντισσα έσμιξε τα φρύδια, παίρνοντας μια έκφραση μεταξύ δυσπιστίας και επιδοκιμασίας. «Καλά, έλα τώρα. Ο μιλόρδος είπε να σε αφήσω να κοιμηθείς, αλλά όχι και να τεμπελιάζεις όλη τη μέρα. Ήδη έχασες ένα γεύμα». Η Κρίστεν χαμογέλασε και κίνησε προς την πόρτα. Η Έντα πρόσεξε τα δεσμά που είχαν πεταχτεί στη γωνία νωρίτερα και πήγε να τα μαζέψει. Η Κρίστεν τη σταμάτησε. «Άφησέ τα, Έντα. Ξεμπέρδεψα με αυτά». «Το είπε ο άρχοντας;» «Όχι, αλλά…» Η Έντα την αγνόησε και πήρε την αλυσίδα. «Μέχρι να το πει αυτός, θα φοράς την πεδούκλα». «Σου είπα ότι δεν θα με αναγκάσει να τη φοράω πια. Άντε ρώτα τον». «Έχεις τρελαθεί, κοπελιά; Δεν θα τολμούσα να τον ενοχλήσω για κάτι τόσο


ασήμαντο». Η δολοφονική ματιά της Κρίστεν δεν πτόησε καθόλου την Έντα. «Μη με βάζεις σε μπελάδες, Κρίστεν. Αν αποφάσισε ότι μπορεί να σε εμπιστεύεται, θα μου το πει ο ίδιος. Δεν μπορείς να περιμένεις ως τότε;» Όχι, ήθελε να ξεφωνίσει η Κρίστεν, αλλά σε τι θα ωφελούσε; Σε λίγα λεπτά, το πολύ σε λίγες ώρες, αν ο Ρόις δεν ήταν κάτω στη σάλα, θα τον έβλεπε ξανά, και το μαρτύριό της θα έπαιρνε τέλος. Μπορούσε να περιμένει κι ας μην της άρεσε. Ωστόσο, κύλησαν πάνω από λίγες ώρες πριν τον ξαναδεί, αφού έλειψε ολόκληρη την ημέρα. Η Έντα έμαθε από την καμαριέρα της Μέγκαν, τη Γιάντελ, ότι είχε πάει τη μικρή για ιππασία. Η μικρή γύρισε στη σάλα νωρίς το απόγευμα, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα από την έξαψη, αλλά ο Ρόις δεν ήταν μαζί της. Η Έντα παρατήρησε ότι ήταν σπάνιο για τον Ρόις να βρει χρόνο για την αδελφή του. Και, κρίνοντας από την έκφρασή της, η Μέγκαν το είχε απολαύσει με την ψυχή της. Η Κρίστεν κάλμαρε για λίγο, συμμεριζόμενη τη χαρά της μικρής. Αλλά η ανυπομονησία της εξελίχθηκε σε αγανάκτηση και κατέληξε στην ίδια οργή που την είχε κυριέψει μετά την προηγούμενη φορά που είχαν κάνει έρωτα, όταν είχε επιμείνει να της επιβάλει ξανά τα δεσμά. Να είχε πέσει έξω στην εκτίμησή της; Μπορούσε να της φέρεται με τόση τρυφερότητα στο κρεβάτι και να του είναι αδιάφορο αν όλη την υπόλοιπη μέρα κυκλοφορούσε αλυσοδεμένη σαν αγρίμι; Είχε σερβιριστεί το τελευταίο γεύμα της μέρας όταν τελικά μπήκε στη σάλα ο Ρόις. Η Κρίστεν τον έτρωγε με τα μάτια καθώς πλησίαζε το μακρόστενο τραπέζι μπροστά στη μεγάλη εστία. Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, το χαμόγελό του έσβησε ως διά μαγείας τον θυμό της. Μα τον Μεγαλοδύναμο, ήταν ακαταμάχητος άντρας! Η Κρίστεν ήλπιζε να μη συνειδητοποιούσε ποτέ τη θύελλα που ξεσήκωνε μέσα της με μία του ματιά. Δεν χρειαζόταν κι άλλα βέλη στην ήδη ξέχειλη φαρέτρα του. Η Νταρέλ ζήτησε να του μιλήσει, και η Κρίστεν αφοσιώθηκε ξανά στη δουλειά της, γεμίζοντας τις πιατέλες που θα πήγαιναν στο τραπέζι. Να που τον είχε και πάλι παρεξηγήσει. Δεν ήταν σκληρόκαρδος, απλώς ξεχασιάρης. Με το που θα έβλεπε την αλυσίδα στα πόδια της, θα εκλιπαρούσε τη συγγνώμη της προσπαθώντας με κάθε τρόπο να εξιλεωθεί. Ο Ρόις την πλησίασε πριν ακόμα αποσυρθούν όλοι οι συνδαιτυμόνες για τη νύχτα. Είχε απολαύσει ένα χορταστικό γεύμα, είχε μοιραστεί μερικές μπίρες με τους άντρες του, και ήδη ζεσταινόταν το νερό για ένα χαλαρωτικό μπάνιο. Η ίδια η Κρίστεν είχε γεμίσει δύο κουβάδες από τον μεγάλο κάδο που κρεμόταν πάνω από τη φωτιά.


Στάθηκε δίπλα της, αν και όχι πολύ κοντά, και κάρφωσε το βλέμμα του στα βουναλάκια ζυμαριού που είχαν παραταχτεί στο τραπέζι για τις πρωινές τάρτες. «Πώς πήγε η μέρα σου, κοπελιά;» Μια πλάγια ματιά ήταν αρκετή για να βεβαιωθεί ότι εξακολουθούσε να μην την κοιτάζει κατάματα, αλλά ήξερε ότι δεν θα το έκανε με τόσους ανθρώπους ακόμα παρόντες στη σάλα. «Καλά, μιλόρδε». «Η νύχτα σου θα είναι ακόμα καλύτερη». Ήταν μια υπόσχεση που δόθηκε μ’ έναν βραχνό ψίθυρο κι έστειλε ρίγη προσμονής στη ραχοκοκαλιά της. Μα τότε απομακρύνθηκε προς την καμαρούλα κάτω από τη σκάλα που χρησίμευε σαν λουτρό, κι η Κρίστεν έμεινε να κοιτάζει κατάπληκτη την πλάτη του. Δεν ήταν δυνατόν να μην είχε δει τα σιδερένια ελάσματα στους αστραγάλους της όταν την πλησίασε. Ούτε να μην πρόσεξε τη μακρύτερη αλυσίδα που της επέτρεπε να κινείται μόνο στην περιοχή πίσω από τον πάγκο εργασίας. Οι γυναίκες παραπονιούνταν συνέχεια που έπρεπε να προσέχουν όλη μέρα μην μπερδευτούν πάνω της. Μόνο τυφλός δεν θα την έβλεπε! Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της, τα χέρια της έτρεμαν ανεξέλεγκτα. Κατάρα στα πράσινα μάτια και στη μαύρη του καρδιά! Δεν ήταν πόρνη για να μοιράζεται το κρεβάτι του τη στιγμή που δεν την εμπιστευόταν! Αρκετά την είχε χρησιμοποιήσει. «Σου το είπα νωρίτερα, κοπελιά. Είναι πολύ νωρίς για να σε εμπιστευτεί. Κάνε υπομονή». Ήταν η Έντα, που στεκόταν πίσω της. Η Κρίστεν δεν γύρισε να απαντήσει. Έσφιγγε σπασμωδικά τις γροθιές της για να ελέγξει το τρέμουλο και πάλεψε να χαλιναγωγήσει τα αισθήματά της. Μετά από λίγο, η οργή καταλάγιασε και έγινε περιφρόνηση. «Αν κάνω κι άλλη υπομονή, θα γίνουν μόνιμες οι ουλές στους αστραγάλους μου. Ας είναι. Μου αξίζει, αφού συγχρωτίζομαι με τον εχθρό μου. Θα έχω τα σημάδια για επιτίμιο». «Επιτίμιο! Για όνομα του Θεού, ακούγεσαι σχεδόν σαν χριστιανή. Έχετε και κληρικούς δηλαδή για τους πολλούς θεούς σας, που επιβάλλουν να εξιλεώνεστε για τα λάθη σας;» Η Κρίστεν δεν απάντησε. «Τελειώσαμε εδώ, Έντα;» «Ναι». Η γερόντισσα έσκυψε στα πόδια της για να ξεπεράσει την αλυσίδα που κατέληγε σε έναν κρίκο στον τοίχο. Επ’ ευκαιρία, έβγαλε και τα δεσμά από τα πόδια της, για να διευκολύνει την Κρίστεν στα σκαλιά. Ενδόμυχα, συμμεριζόταν την απόγνωση της κοπέλας. Μπορεί η εύνοια του άρχοντα να της έκανε πιο εύκολη τη ζωή, αλλά μόνο ως έναν βαθμό. «Εμπρός, πάμε», είπε τελικά.


Εμπιστευόταν την Κρίστεν να την ακολουθήσει. Κι εκείνη το έκανε, αλλά μόνο επειδή θα ήταν ανόητο να αποδράσει χωρίς ένα σχέδιο – χωρίς καν ένα όπλο. Όπως και πριν, σταμάτησε στην πόρτα της μικρής κάμαράς της, παρόλο που η Έντα συνέχισε στον διάδρομο. Αυτή τη φορά όμως έμεινε στο άνοιγμα σαν στήλη άλατος. Άδεια ήταν πάντα, όμως τώρα την είχαν αδειάσει εντελώς. «Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε βλοσυρά την Έντα, που είχε γυρίσει και στεκόταν πίσω της. «Ο μιλόρδος δεν μου είπε τίποτα για τα δεσμά σου, Κρίστεν, αλλά μου είπε ότι δεν θα χρησιμοποιείς πια αυτή την κάμαρα. Το μόνο κρεβάτι που υπάρχει διαθέσιμο για σένα είναι το δικό του». Η αντίδρασή της ήταν ένα τραχύ γέλιο. «Αλήθεια; Λοιπόν, προτιμώ το πάτωμα εδώ απ’ ό,τι άλλο μου διαθέτει». «Θα θυμώσει, κοπελιά». «Λες να σκοτίζομαι;» Η Έντα έφυγε για να ενημερώσει τον άρχοντα σχετικά με την επιλογή της Κρίστεν. Εκείνη κρατούσε την ανάσα της μέχρι που άκουσε το κλειδί στην κλειδαριά. Ήταν παρατραβηγμένο, αλλά ήλπιζε ότι η Έντα θα το ξεχνούσε, δίνοντάς της την ευκαιρία να κλέψει ένα όπλο από την κάμαρα του Ρόις, όσο εκείνος απολάμβανε ακόμα το λουτρό του. Το τι θα έκανε μ’ αυτό, βέβαια, ήταν άλλη ιστορία. Αποκαρδιωμένη, πήγε με βαριά βήματα στον απέναντι τοίχο και κάθισε να περιμένει.


Κεφάλαιο 23 Όταν ο Ρόις ξεκλείδωσε την πόρτα, η Κρίστεν καθόταν με την πλάτη της στηριγμένη στον απέναντι τοίχο και τα γόνατά της λυγισμένα μπροστά για να μπορεί να σηκωθεί άμεσα, αν χρειαζόταν. Είδε ότι δεν ήταν θυμωμένος, ακόμα τουλάχιστον, αλλά ούτε και χαρούμενος. Έχοντας ανέβει κατευθείαν από το μπάνιο του, φορούσε μόνο μια μακρυμάνικη άσπρη πουκαμίσα κι από πάνω μια ρόμπα παρόμοια με εκείνη που είχαν δώσει στην Κρίστεν μετά το μπάνιο της, αν και σε καλύτερη ποιότητα, με μπορντούρα από πράσινο μετάξι στις άκρες του λευκού λινού που έφτανε στα πόδια του. Του πήγαινε πολύ το άσπρο, με τα σκουρόχρωμα μαλλιά και το ηλιοκαμένο δέρμα του. Αν δεν ήταν έξαλλη μαζί του, σίγουρα θα περίμενε με κομμένη την ανάσα να δει τον μυώδη μηρό του μέσα από το άνοιγμα της ρόμπας όπως περπατούσε. Τώρα κάρφωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του, φωτισμένο από το σπαρματσέτο που κρατούσε ψηλά ώστε να φτάνει το φως ως εκείνη, στην άλλη άκρη της μικρής κάμαρας. «Η Έντα μου εξήγησε γιατί είσαι πάλι εδώ, αντί για την κάμαρά μου. Θέλω να μάθω γιατί θεώρησες ότι σου είχε παραχωρηθεί ελευθερία κινήσεων στη σάλα, παρότι εγώ δεν σου είπα κάτι τέτοιο». Η Κρίστεν ήταν περήφανη για τη σταθερότητα της φωνής της, που ακούστηκε εντελώς ατάραχη. «Είναι απλό, Σάξονα. Ήξερες γιατί αρνιόμουν να πλαγιάσω μαζί σου την εβδομάδα που πέρασε. Κι όμως, εχθές με πήρες ξανά στο κρεβάτι σου. Ήμουν αρκετά ανόητη για να υποθέσω ότι άλλαξες γνώμη σχετικά με τα δεσμά μου». «Σωστά», συμφώνησε ξερά εκείνος. «Ήταν ανόητο να το υποθέσεις. Σου είπα γιατί πρέπει να είσαι περιορισμένη. Όπως σου είπα και τις εναλλακτικές επιλογές». Η Κρίστεν δεν είχε λόγο να διατηρεί τα προσχήματα, τώρα που της είχε επιβεβαιώσει την υποψία της. «Με αηδιάζουν οι εναλλακτικές σου! Θα φοράω την αναθεματισμένη πεδούκλα σου, αλλά δεν θέλω τίποτ’ άλλο από σένα. Δεν αντέχω και την τρυφερότητα και τις αλυσίδες σου!» Εκείνος πήγε αργά προς το μέρος της. Η Κρίστεν σηκώθηκε επιφυλακτικά, αλλά ο Ρόις άφησε απόσταση ενός μέτρου ανάμεσά τους. «Σε είχα για πιο ανθεκτική, κοπελιά».


Πήρε μια κοφτή ανάσα, σαν να την είχε χαστουκίσει. «Δεν μου λείπει το σθένος, μιλόρδε. Ο πατέρας μου αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στα νιάτα του. Η μητέρα μου έζησε επίσης σαν σκλάβα για ένα διάστημα. Είμαι αυτό που με έκαναν οι γονείς μου, και θα τους ντρόπιαζα αν δεν μπορούσα να αντέξω την υποδούλωση. Για μένα, είναι δίκαιη τιμωρία, αφού αψήφησα τους γονείς μου και επιβιβάστηκα κρυφά στο καράβι με τον αδελφό μου. Αντέχω, Ρόις, μην έχεις αμφιβολία. Αλλά υπάρχουν όρια σε αυτά που θα αντέξω χωρίς να πολεμήσω. Άσε με ήσυχη από εδώ και στο εξής, και δεν θα έχεις πρόβλημα από μένα». «Δεν μπορώ», της απάντησε απλώς. «Και ούτε εσύ θέλεις πραγματικά να σε αγνοώ, Κρίστεν». «Το θέλω. Εσένα δεν θέλω πια». Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που άκουγε, και φάνηκε στο σούφρωμα των χειλιών και στην αντάρα που ξέσπασε στα πράσινα μάτια του. «Μπορείς να το λες αυτό μετά τη χτεσινή νύχτα;» «Μπορώ». «Ψεύτρα. Με θέλεις ακόμα και θα σ’ το αποδείξω». Εκείνη ρουθούνισε περιφρονητικά. «Ένα από τα ελαττώματά μου είναι η ξεροκεφαλιά, την οποία κληρονόμησα από τη μητέρα μου. Κάποτε σταμάτησε να μιλάει στον πατέρα μου μετά από μια λογομαχία, και δεν της πήρε λέξη για έναν ολόκληρο μήνα. Και είναι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται με πάθος. Μπορεί να σε θέλω ακόμα, Ρόις, γιατί υπάρχει ισχυρή έλξη μεταξύ μας. Αλλά δεν θα με ακούσεις ποτέ να το παραδέχομαι ούτε θα σε ξαναδεχτώ με προθυμία, γιατί όταν με αλυσοδένεις, μου δείχνεις ότι δεν σου είμαι τίποτα, ότι δεν τρέφεις καθόλου αισθήματα για μένα. Εγώ χρειάζομαι περισσότερα από τον άντρα στον οποίο δίνομαι. Χρειάζομαι περισσότερα από σκέτο πάθος». «Ώστε θα μας αποκηρύξεις και τους δύο;» Η Κρίστεν σφάλισε τα μάτια της για μια στιγμή, νιώθοντας την απογοήτευση να την κατακλύζει σαν χολή. Τι περίμενε πως θα της έλεγε; Νοιάζομαι για σένα, Κρίστεν. Και βέβαια τρέφω αισθήματα για σένα, δυνατά αισθήματα. Πώς μπορείς να το αμφισβητείς; Ανόητη! Δεν θα άκουγε ποτέ τέτοια λόγια απ’ αυτόν. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια, τον βρήκε να την κοιτάζει με σφιγμένα χείλη. Τώρα είχε αρχίσει να τρέμει το σαγόνι του. Το ελεύθερο χέρι του ήταν σφιγμένο σε γροθιά. Τα σκουρόχρωμα φρύδια του είχαν συνοφρυωθεί, τα μάτια του ήταν δυο σχισμές. Επιτέλους, ήταν θυμωμένος. Ωραία. Ας μοιράζονταν τουλάχιστον κι οι δύο το αίσθημα του θυμού που τους είχε κατακλύσει. «Απάντησέ μου, κοπελιά!» «Ναι, μιλόρδε. Θα μας αποκηρύξω».


«Να πάρει και να σηκώσει, είπες αυτά που είχες να πεις! Σειρά σου να με ακούσεις. Το αν σε κάνω δική μου ή όχι είναι δική μου απόφαση, όχι δική σου. Σου έδωσα το ελεύθερο να διαλέξεις για ένα διάστημα, αλλά ήταν λάθος, και διδάσκομαι από τα λάθη μου. Τα περιθώρια που σου παραχώρησα χαριστικά σε οδήγησαν στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι είχες τη δυνατότητα επιλογής. Δεν έχεις, Κρίστεν. Είσαι κτήμα μου. Η ζωή σου, το κορμί σου, το μυαλό σου, τα πάντα μου ανήκουν». Η ωμή δήλωσή του την εξαγρίωσε. «Ποτέ! Είμαι κτήμα σου, γιατί μπορείς να με σκοτώσεις, να με πουλήσεις, να με βιάσεις ή ό,τι άλλο θες! Αλλά δεν θα είναι πάντα έτσι, γιατί αν με πουλήσεις, αν δραπετεύσω ή με πάρουν από σένα, θα πάψω να είμαι ιδιοκτησία σου. Να σου ανήκω! Σκέψου το λίγο. Στην πραγματικότητα, είμαι η μόνη που μπορώ να το πω. Θα έπρεπε να σ’ αγαπάω, για να σου ανήκω ουσιαστικά. Θα έπρεπε να μη θέλω να σε αποχωριστώ ποτέ, κι αν τα ’φερνε έτσι η ζωή, να λαχταράω να γυρίσω σ’ εσένα». «Δεν ζητάω την αγάπη σου», της είπε τραχιά. «Καλά κάνεις», του απάντησε στον ίδιο τόνο. «Γιατί δεν σου την προσφέρω. Μιλάς για επιλογές. Είναι αλήθεια, μόνο εσύ επιλέγεις αν θα με κάνεις δική σου ή όχι. Το αν είμαι πρόθυμη να σε δεχτώ, όμως, είναι δική μου επιλογή. Και δεν είμαι, Σάξονα». «Δηλαδή θα με πολεμήσεις;» «Ναι». «Έχεις ανακαλύψει ήδη ότι είναι μάταιο». «Όχι, αυτό που ανακάλυψα είναι πόσο εύκολα μπορώ να σε χειριστώ με μια απλή πρόκληση», παραδέχτηκε μέσα στον θυμό της και γέλασε κοροϊδευτικά. «Δεν έχεις δει ακόμα πώς αντιστέκομαι στ’ αλήθεια, Σάξονα. Εχθές δεν έκανες τίποτα που δεν ήθελα να κάνεις, γιατί σε ποθούσα το ίδιο. Αλλά αν επιχειρήσεις να μου επιβληθείς τώρα, θα σε πολεμήσω στ’ αλήθεια, και έχεις τον λόγο μου ότι δεν θα βρεις καμία ικανοποίηση». Όπως ήταν επόμενο, οι χλευασμοί φούντωσαν την οργή του. Πέταξε το κερί στο πάτωμα, βλαστημώντας άγρια. Την είχε αρπάξει προτού καν σβήσει η φλόγα, πριν προλάβει να τον δει να ορμάει καταπάνω της. Το ένα του χέρι έκλεισε σαν μέγγενη γύρω από τον καρπό της, κι άρχισε να την τραβάει ξοπίσω του προς την πόρτα. Η Κρίστεν περίμενε ώσπου βρέθηκαν στον στενό διάδρομο και τράβηξε απότομα το χέρι της. Κατάφερε να του ξεφύγει και είχε την ευχαρίστηση να τον ακούσει να βλαστημάει ξανά, ενώ έτρεχε προς τη σκάλα. Εκείνος την έριξε κάτω πριν φτάσει στο κεφαλόσκαλο, πέφτοντας βαριά από πάνω της.


Τη στιγμή που ανασήκωσε το πάνω μέρος του κορμιού του, επιτρέποντάς της να κάνει το ίδιο, η Κρίστεν τίναξε με δύναμη πίσω τον αγκώνα της. Καρφώθηκε στην κοιλιά του, και τον άκουσε να μουγκρίζει. Έχοντας εξασφαλίσει λίγο περισσότερο χώρο ανάμεσά τους, κύλησε στο πλάι – και θα τον είχε κλοτσήσει ακόμα πιο μακριά της, αν δεν της είχε ακινητοποιήσει τα πόδια με το μπράτσο του. Την επόμενη στιγμή της άρπαξε το ένα χέρι και βρέθηκε κρεμασμένη σαν σακί στον ώμο του. Ο Ρόις ζορίστηκε να σηκωθεί με εκείνη από πάνω του να συστρέφεται, αλλά φυσικά τα κατάφερε και κίνησε για την κάμαρά του. Η Κρίστεν ωστόσο δεν είχε ηττηθεί ακόμα. Μισοκρεμασμένη όπως ήταν στην πλάτη του, τέντωσε το ελεύθερο χέρι της και του άρπαξε τα μαλλιά. Τα τράβηξε με τόση δύναμη, ώστε θα είχε σπάσει τον σβέρκο ενός λιγότερο γυμνασμένου άντρα. Όπως είχαν τα πράγματα, ο Ρόις έχασε την ισορροπία του και έπεσε πάνω στον τοίχο. Η Κρίστεν ένιωσε να γκρεμίζεται και προσγειώθηκε ανάσκελα αυτή τη φορά, με ένα επιφώνημα πόνου. Αλλά δεν άφησε τα μαλλιά του Ρόις, πράγμα που τον έφερε γονατιστό δίπλα της. Εκείνος γρύλισε αγριεμένα και της έσπρωξε πέρα το χέρι, αφήνοντάς τη με μια τούφα μαλλιά στα δάχτυλά της. Όταν την άρπαξε ξανά από τον καρπό, ήταν για να της στρίψει το χέρι πίσω από την πλάτη και ψηλά πάνω, έτσι που της φάνηκε πως ήθελε να της το σπάσει. Αλλά εκείνος ήθελε μόνο να την αναγκάσει να σηκωθεί, κι εκείνη συμμορφώθηκε κακήν κακώς. Τώρα την κρατούσε μπροστά του, κι αν έκανε ότι σταματούσε, της τραβούσε το στριμμένο χέρι πιο ψηλά. Έτσι την έμπασε στην κάμαρά του, όπου την έσπρωξε δυνατά μακριά του. Η Κρίστεν παραπάτησε, όμως ξαναβρήκε την ισορροπία της και στράφηκε απότομα προς το μέρος του. Εκείνος κλείδωσε ατάραχα την πόρτα. Το ίδιο ατάραχα πήγε και πέταξε το κλειδί έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Αυτό τη φόβισε στ’ αλήθεια, αλλά ο Ρόις δεν την πλησίασε ακόμα. Η κάμαρα ήταν καλοφωτισμένη, και μπορούσε να δει την ψυχρή αποφασιστικότητα στην έκφρασή του όταν την κοίταξε. Και πάλι δεν την πλησίασε. Αντί γι’ αυτό, πήγε στο κρεβάτι. Εκεί, πιάνοντας το κάλυμμα στο ένα χέρι, χρησιμοποίησε το στιλέτο του για να κόψει λεπτές λωρίδες υφάσματος. Η Κρίστεν τον παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια. Όχι γιατί είχε μαντέψει τι σκόπευε να κάνει με τις λωρίδες, αλλά επειδή το κάλυμμα ήταν αληθινό έργο τέχνης, φτιαγμένο από μαλακό δέρμα προβάτου και κεντημένο με νήματα σε μισή ντουζίνα διαφορετικά χρώματα. Ο Ρόις σταμάτησε μόνο αφού είχε τέσσερις λεπτές λωρίδες. Έδεσε τη μία σε


έναν από τους χαμηλούς στύλους του κρεβατιού, και συνέχισε με τον επόμενο. Η Κρίστεν τον κοίταζε σαστισμένη, αλλά όχι για πολύ. Ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει στο στήθος της, γιατί μόνο μία εξήγηση υπήρχε γι’ αυτό που έκανε. Ο ήχος που ξέφυγε από τα χείλη της ήταν μεταξύ κλαψουρίσματος και κραυγής. Την επόμενη στιγμή, είχε τρέξει στον τοίχο με τα όπλα κι είχε αρπάξει μια βαριά σπάθα. Ο Ρόις ήταν σίγουρα τρελός! «Άφησέ το στη θέση του, Κρίστεν». Μιλούσε σαν λογικός άνθρωπος. Αλλά πώς μπορεί να ήταν λογικός, όταν ετοιμαζόταν να τη βασανίσει; «Όχι!» Γύρισε και τον κατακεραύνωσε με μια απειλητική ματιά. «Καλύτερα νεκρή, παρά να σε αφήσω να με βασανίσεις!» Εκείνος την κοίταξε κουνώντας απαυδισμένος το κεφάλι και συνέχισε να δένει τη λωρίδα στον τρίτο στύλο, και μετά στον τέταρτο. Δεν κοίταζε την Κρίστεν, ήταν αφοσιωμένος σε αυτό που έκανε. Εκείνη αντίθετα δεν έπαιρνε το βλέμμα από πάνω του, κι έτσι είδε το μειδίαμα που τρεμόπαιζε στις άκρες των χειλιών του. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της, γιατί δεν υπήρχε ίχνος ευθυμίας σε αυτό το χαμόγελο. Η σπάθα ήταν βαριά στο χέρι της, πολύ βαρύτερη απ’ όποιο όπλο είχε χρησιμοποιήσει για εξάσκηση. Αλλά ο χρόνος που έχασε παρακολουθώντας τον, της στέρησε την ευκαιρία να διαλέξει κάτι πιο εύχρηστο. Το μυαλό της δεν λειτουργούσε σωστά από την ταραχή. Συνειδητοποιούσε τώρα –δηλαδή πολύ αργά– ότι έπρεπε να του είχε επιτεθεί όσο ασχολιόταν με τους κόμπους αντί να περιμένει να έχει την αμέριστη προσοχή του. Ο Ρόις έβαλε το στιλέτο στη θήκη που κρεμόταν στη ζώνη του. Χωρίς να κρατάει όπλο, κινήθηκε προς την Κρίστεν, κι ενώ υπήρχαν ένα σωρό όπλα διαθέσιμα πάνω στον τοίχο, θα έπρεπε να περάσει πρώτα από εκείνη για να τα φτάσει. Δεν θα τον άφηνε. Σκλήρυνε την καρδιά της, διώχνοντας ό,τι αισθανόταν για εκείνον. Η έκφρασή της μαρτυρούσε τη φονική της πρόθεση. Κρατούσε χαμηλά τη σπάθα, έτοιμη να την ανεβάσει με μια κοφτή κίνηση πάνω και μπροστά. Αλλά ο Ρόις στάθηκε σε απόσταση ενός βήματος από την αιχμή του όπλου της. Η έκφρασή του τώρα ήταν εντελώς ανεξιχνίαστη. «Πες μου κάτι, Κρίστεν. Όλες οι Νορβηγίδες εκπαιδεύονται τόσο καλά να υπερασπίζονται τον εαυτό τους;» «Όχι», του απάντησε στεγνά. «Αλλά προφανώς εσύ εκπαιδεύτηκες, όπως απέδειξες ήδη δύο φορές πάνω στον ξάδελφό μου. Σε δίδαξε ο πατέρας σου, υποθέτω, ε; Ή ο αδελφός σου, ο Σέλιγκ; Βέβαια, εκείνος δεν ήταν τόσο ικανός…»


Εκείνη οργισμένη ούρλιαξε και στριφογύρισε τη σπάθα σε μια τροχιά που θα του πελεκούσε τον ώμο, αν δεν προλάβαινε να πηδήξει στο πλάι. Αλλά αντί να υποχωρήσει για να αποφύγει την επόμενη ώθηση της λεπίδας, ο Ρόις είχε έρθει πιο κοντά. Η γροθιά του κατέβηκε στον καρπό της Κρίστεν πριν προλάβει να σηκώσει αρκετά τη βαριά σπάθα για να επιτεθεί ξανά. Το όπλο έπεσε με κρότο στο πάτωμα, ενώ ο Ρόις έστριβε την Κρίστεν έτσι που βρέθηκε με την πλάτη της προς το μέρος του και, με τα μπράτσα του τυλιγμένα στη μέση της. Τα χέρια της ήταν ακινητοποιημένα στη λαβή του. Όσο κι αν αγωνιζόταν, στάθηκε αδύνατον να ελευθερωθεί. «Κουτό κορίτσι. Δεν σου έμαθε κανείς να αγνοείς τα σχόλια του αντιπάλου σου;» Αντί για απάντηση, η Κρίστεν τίναξε πίσω τη φτέρνα της πετυχαίνοντας το καλάμι του, αλλά το μαλακό πάνινο παπούτσι δεν έκανε καμία μεγάλη ζημιά. Μάλλον το δικό της πόδι πόνεσε περισσότερο παρά το δικό του. Αν κατάφερε κάτι, ήταν να τον κάνει να την οδηγήσει πιο γρήγορα στο κρεβάτι. Την πέταξε πάνω και βούτηξε κι αυτός πριν καν προλάβει να ελευθερώσει τα χέρια από τον κορμό της. Το ένα της χέρι, που κατάφερε να βγάλει, της το άρπαξε με μια κοφτή κίνηση και το τράβηξε, δένοντάς το με τον έναν αυτοσχέδιο ιμάντα από τον στύλο. Της έδεσε τον αριστερό καρπό στον δεξιό στύλο, κι έτσι περίμενε ότι θα τη γυρίσει ανάσκελα και αντέδρασε αναλόγως. Αλλά η γροθιά της βρήκε αέρα κοπανιστό, αφού αντί να ασχοληθεί με το χέρι της, εκείνος άρπαξε το ένα της πόδι. Τη γύρισε με σχετική άνεση, και ακινητοποίησε το ένα της πόδι με το βάρος του, ενώ της έδενε το άλλο. Δεν ήταν τυχαίο που ούτε το ελεύθερο χέρι της τον έφτανε. Η Κρίστεν ήθελε να βάλει τα κλάματα από την απογοήτευση, αλλά δεν θα του έδινε τέτοια ικανοποίηση. «Καλύτερα να με σκοτώσεις όταν τελειώσεις, Σάξονα, γιατί θα σε στείλω στην κόλαση γι’ αυτό!» Ο Ρόις δεν μίλησε. Τα πόδια της ήταν διάπλατα ανοιχτά, με τους αστραγάλους της δεμένους γερά στους στύλους. Σηκώθηκε χωρίς βιασύνη και πήγε να σταθεί πάνω από τον τελευταίο στύλο που απέμενε. Η Κρίστεν τον αγριοκοίταζε, σφίγγοντας το δεξιό της χέρι μακριά του. Όταν εκείνος έσκυψε να το πάρει, η γροθιά της κινήθηκε αστραπιαία – τόσο που αυτή τη φορά ο Ρόις δεν πρόλαβε να την αποφύγει. Την κατέκλυσε ένα κύμα ικανοποίησης, παρότι οι κόμποι των δαχτύλων της πονούσαν ήδη καθώς τον είχαν βρει στα δόντια. Ωστόσο το χείλι του ήταν πασαλειμμένο με αίμα, και η έκφρασή του δεν ήταν πια ανεξιχνίαστη. Άρπαξε


θυμωμένα το τελευταίο ελεύθερο άκρο της και τύλιξε το ύφασμα γύρω του, δένοντας τον κόμπο υπερβολικά σφιχτά. Όταν σηκώθηκε, τα καταπράσινα μάτια που κάποτε δεν χόρταινε να κοιτάζει στυλώθηκαν στα δικά της γεμάτα απειλή. Σκούπισε αργά το αίμα από το στόμα του με την ανάστροφη του χεριού του. Η Κρίστεν έκλεισε τα μάτια μπροστά στον θρίαμβό του. Τελικά παραήταν εύκολο γι’ αυτόν. Και τώρα θα τη μαστίγωνε ή θα της έκανε ό,τι άλλο ήθελε για να την τιμωρήσει για την απείθειά της. Αυτό που έκανε, πάντως, ήταν να σκίσει τα ρούχα της με το στιλέτο του. Η Κρίστεν κατάπιε ένα βογκητό αποτροπιασμού, αλλά κράτησε την έκφρασή της ουδέτερη και τα μάτια της σφαλιστά. Δεν θα ούρλιαζε όταν άρχιζε ο πόνος, δεν θα έκλαιγε ούτε θα ικέτευε για έλεος, γιατί αν μπορούσε να της το κάνει αυτό, προφανώς δεν είχε έλεος μέσα του. «Άνοιξε τα μάτια σου, Κρίστεν». Εκείνη αρνήθηκε. Ένιωσε το κρεβάτι να βουλιάζει και κατάλαβε ότι είχε καθίσει δίπλα της. Τελικά, όταν δεν είπε κάτι άλλο ούτε έκανε άλλη κίνηση, άρχισε να νιώθει πολύ άβολα για να μην κοιτάξει. Βρήκε το βλέμμα του καρφωμένο στα μάτια της, πριν αρχίσει να ταξιδεύει αργά στο κορμί της, βάζοντας φωτιά στο δέρμα της. Παρακολουθώντας τον, ξαφνικά ένιωσε ακόμα πιο ανήμπορη. Μπορούσε να λυγίσει κάπως τα γόνατα, μα όχι πολύ. Τα μπράτσα της δεν ήταν τεντωμένα, αλλά λυγισμένα. Δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει, ούτε και τα πόδια της, χωρίς ωστόσο να είναι σε άβολη θέση. Οι λωρίδες υφάσματος δεν έγδερναν το δέρμα της, παρά μόνο αν τις τσίτωνε υπερβολικά. Ήταν η ανικανότητά της να συνεχίσει να παλεύει που την έκανε να αισθάνεται άσχημα και το γεγονός ότι δεν ήξερε τη μέθοδο της τιμωρίας της. «Τήρησες την υπόσχεσή σου μέχρι τώρα τουλάχιστον». Η φωνή του τράβηξε το βλέμμα της στο πρόσωπό του. «Ποια υπόσχεση;» «Ότι δεν θα έβρισκα ικανοποίηση, αν αποφάσιζες να με πολεμήσεις. Σε διαβεβαιώνω ότι είναι μεγάλη ικανοποίηση να σε βλέπω έτσι». Τον άτιμο, θα άρχιζε και τις κομπορρημοσύνες τώρα! «Φέρε το μαστίγιό σου και τελείωνε επιτέλους, Σάξονα!» σφύριξε σφίγγοντας τα δόντια της. Εκείνος χαμογέλασε. «Α, ναι, κάτι είπες πριν για τα βασανιστήρια που θα σου επέβαλα. Καλά που μου το θύμισες». Ελευθέρωσε τη χοντρή, μακριά πλεξούδα των μαλλιών της, που είχε μείνει κάτω από την πλάτη της, με μεγάλη προσοχή. «Τι, μ’ αυτήν έχεις σκοπό να με μαστιγώσεις;» τον ρώτησε δύσπιστα. «Ενδιαφέρουσα ιδέα». Γέλασε, πιάνοντας την άκρη της πλεξούδας της. «Κάπως έτσι, λες;» Οι άκρες των μαλλιών της άνοιξαν σαν βεντάλια ανάμεσα


στα δάχτυλά του και γαργάλησαν την κορυφή του στήθους της. Το αίμα κατέκλυσε ορμητικά την περιοχή, τσιτώνοντας την ευαίσθητη κορυφή. Η Κρίστεν ένιωσε ρίγη να απλώνονται σε διάφορα σημεία του κορμιού της. Παρατηρώντας κάθε της αντίδραση, ο Ρόις συνέχισε να χαμογελάει, σέρνοντας αργά τη βεντάλια στην κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη της, για να «μαστιγώσει» με βελούδινη απαλότητα και την άλλη σάρκινη κορυφή. Μπορεί το κορμί της να ανταποκρινόταν με ενθουσιασμό σε κάθε του άγγιγμα, αλλά ο Ρόις δεν μπορούσε να ξέρει τι συνέβαινε μέσα της. Αυτό που ήταν ένας πολύ αληθινός, αν και ασυνείδητος φόβος στα μύχια τού είναι της, γιγαντωνόταν τώρα σε διέγερση. Το να βρίσκεται στο απόλυτο έλεος ενός άντρα που ήξερε πολύ καλά πώς να την ικανοποιεί… Όχι, αυτό δεν το είχε προβλέψει. «Δεν… δεν σκοπεύεις να με ξυλοκοπήσεις;» «Γιατί το λες με τόση έκπληξη;» τη ρώτησε μαλακά, σέρνοντας την τρίχινη βεντάλια πάνω στο στομάχι της και παρακολουθώντας τους μυς να συσπώνται και να τινάζονται σπασμωδικά. «Μου αρέσει το δέρμα σου όπως είναι. Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα έκανα κάτι να το ασχημύνω;» «Ήσουν αρκετά θυμωμένος…» «Με το δίκιο μου. Σήμερα με έβγαλες ψεύτη. Ορκίστηκα στον φίλο σου τον Θόρολφ ότι δεν χρειάστηκε να σε πάρω με το ζόρι στο κρεβάτι μου, μα να που μόλις το έκανα!» «Του είπες… Οχ!» Ο Ρόις ανασήκωσε ανέμελα τους ώμους. «Ανησυχούσε και ήθελε να σιγουρευτεί ότι δεν εκμεταλλευόμουν με αθέμιτο τρόπο την εξουσία που έχω επάνω σου». «Αυτό δεν κάνεις;» τον ρώτησε κοιτάζοντας με νόημα το γυμνό και δεμένο κορμί της. Εκείνος γέλασε. «Ναι, τώρα μπορεί και να το κάνω. Θα συμφωνήσεις όμως, αλεπουδίτσα, ότι χτες δεν σε εκμεταλλεύτηκα με κανέναν τρόπο». «Και ήταν απαραίτητο να το πεις στον Θόρολφ;» «Προτιμούσες να τον αφήσω να ανησυχεί για σένα;» «Προτιμούσα να μην πιστεύει αυτό που πρέπει να πιστεύει τώρα!» φώναξε θυμωμένα. «Ότι σου αρέσω;» «Να σε πάρει ο διάβολος, Σάξονα, δεν μου… όχι πια!» διόρθωσε, αλλά πήρε μια κοφτή ανάσα όταν εκείνος έσκυψε και της έδωσε ένα υγρό φιλί στην κοιλιά. «Όχι! Σταμάτα!» Η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσα στα χείλη του και χάραξε έναν κύκλο γύρω


από τον αφαλό της. «Ακόμα αντιστέκεσαι, αλεπουδίτσα; Μιας και δεν μπορείς να με σταματήσεις η ίδια, μήπως θα με ικετέψεις να σταματήσω;» «Όχι!» Εκείνος ανακάθισε και άνοιξε τα μεγάλα χέρια του πάνω στο στομάχι της, ανεβάζοντάς τα αργά και βασανιστικά προς τα στήθη της. «Το περίμενα ότι δεν θα έκανες, γιατί δεν θέλεις πραγματικά να σταματήσω». Τώρα κύκλωνε με τα ακροδάχτυλά του τις ρώγες της. «Κάνεις λάθος». Η φωνή της έτρεμε προδοτικά. «Δεν… δεν θα ικετέψω… για τίποτα». «Είσαι τόσο περήφανη, κοπελιά…» Τσίμπησε τις ερεθισμένες ρώγες της ανάμεσα στους αντίχειρες και στους δείκτες του, για να μαλακώσει την πίεση όταν άκουσε την κοφτή εισπνοή της. Συνέχισε να διεγείρει βασανιστικά την ευαίσθητη σάρκα, μέχρι που η Κρίστεν ήταν έτοιμη να ικετέψει για έλεος. Δεν μπορούσε άλλο να μένει ακίνητη. Δεν μπορούσε να κρατάει ουδέτερη την έκφρασή της, παρόλο που ένιωθε το βλέμμα του να κουρσεύει κάθε της αντίδραση. Η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα στο στήθος της, κάλπαζε σαν αφηνιασμένο άλογο. Ένιωθε κάψα να ξεχύνεται από τους πόρους της, παρόλο που το μέτωπό της ήταν στεγνό. Ο Ρόις είχε υπνωτιστεί από την εκφραστικότητα των καταγάλανων χαραμάδων που ήταν τα μάτια της, τον τρόπο που δάγκωνε ασυναίσθητα το κάτω χείλι της. Δεν θα φιλούσε τα χείλη της, όχι ακόμα, γιατί δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα έμπηγε τα κάτασπρα δοντάκια της στη σάρκα του. Αλλά τα χέρια του ανέβηκαν τελικά για να πλαισιώσουν το πρόσωπό της και να το κρατήσουν ακίνητο, ενώ τη φιλούσε οπουδήποτε αλλού εκτός από το στόμα. «Πες μου ότι με θέλεις, Κρίστεν», της ψιθύρισε στο αφτί. «Όχι! Δεν θα με ακούσεις ποτέ να το λέω!» Έκανε λίγο πίσω για να την κοιτάξει. Στα μάτια της σιγόκαιγε μια φωτιά. Δεν είχε ξαναδεί γυναίκα πιο έτοιμη να αγαπηθεί. Χαμογέλασε κουνώντας συλλογισμένα το κεφάλι του. «Είσαι όσο ξεροκέφαλη έλεγες πριν. Αλλά το ίδιο είμαι κι εγώ, αλεπουδίτσα. Και θα σε ακούσω να το λες, πίστεψέ με». Σηκώθηκε και πήγε στα πόδια του κρεβατιού. Στάθηκε εκεί και, απολαμβάνοντας το μεγαλειώδες θέαμα, άρχισε να βγάζει τη ρόμπα και την πουκαμίσα του. Το βλέμμα του φλόγιζε την επιδερμίδα της σχεδόν όσο και το χάδι του. Τρέλαινε όλες τις αισθήσεις της. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη της τη θέληση για να κλείσει τα μάτια της. Πίεσε το κορμί της να χαλαρώσει, να καλμάρει. Δεν την ωφέλησε. Η προσμονή, η αγωνία για το τι σκόπευε να κάνει μετά, συδαύλιζε την έξαψη εντός της αντί


να την κατευνάζει. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Το στρώμα βούλιαξε στα πόδια της, κι έπειτα ένιωσε τα χέρια του να κρατούν τους αστραγάλους της. Κράτησε τα μάτια της κλειστά. Τα χέρια του γλιστρούσαν αργά στην εσωτερική πλευρά των ποδιών της –όχι, δεν θα άνοιγε τα μάτια της– πάνω από τα γόνατα, όλο και πιο αργά όσο σκαρφάλωναν στους μηρούς της –δεν θα τα άνοιγε, δεν θα τα άνοιγε!– και πιο πάνω, πιο κοντά… Ο Ρόις σταμάτησε διστάζοντας, ενώ η Κρίστεν κρατούσε την αναπνοή της, σίγουρη ότι η καρδιά της θα έσκαγε μέσα στο στήθος της έτσι ξέφρενα που παλλόταν. Και τότε, τα δάχτυλά του άλλαξαν κατεύθυνση, διατρέχοντας την κορυφή των γοφών της και γλιστρώντας προς τα έξω και ξανά προς τα κάτω, ως τα γόνατά της. Τη στιγμή που άδειαζε τον αέρα από τα πνευμόνια της όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, της κόπηκε ξανά η ανάσα, αφού εκείνος ξανάρχισε την ανοδική του πορεία με τεντωμένα τα μακριά του δάχτυλα. Επανέλαβε την ίδια διαδρομή ξανά και ξανά, πλησιάζοντας κάθε φορά και λίγο παραπάνω τον πυρήνα της θηλυκότητάς της, αλλά χωρίς ποτέ να την αγγίζει εκεί, παρότι την έκανε να το πιστεύει, να το ελπίζει και να το εύχεται. Η Κρίστεν σαρωνόταν από διαδοχικά κύματα ερωτισμού. Ετοιμαζόταν να τον ικετέψει. «Κοίταξέ με, Κρίστεν». Κούνησε μανιασμένα το κεφάλι της πέρα δώθε. «Κρίστεν». Εκείνη τέντωσε πίσω τον λαιμό της, έτσι ώστε ακόμα και αν άνοιγε τα μάτια, να μην τον έβλεπε συσπειρωμένο ανάμεσα στα πόδια της. Τον άκουσε να γελάει με την παιδιάστικη αντίδρασή της, κι ένιωσε το στρώμα να κυματίζει καθώς εκείνος ξάπλωνε στο κάτω μέρος. Και μετά, γλίστρησε τα μπράτσα του κάτω από τους γοφούς της, σχεδόν μέχρι τους ώμους του. Τα χέρια του άνοιξαν μπροστά, πάνω στο στομάχι της, το πιγούνι του ακούμπησε στην ήβη της. «Με θέλεις τώρα, Κρίστεν;» Δεν εννοούσε να του απαντήσει. Τα χέρια του ανέβηκαν αργά κι έκλεισαν πάνω στα στήθη της. Εκείνος σήκωσε το πιγούνι του, κι η Κρίστεν ένιωσε τη ζεστή ανάσα του… Μα τον Θεό, δεν μπορεί… Ω Θεέ! Η γλώσσα του άγγιξε τον μικρό σάρκινο κόμπο που έλεγχε το πάθος της, κι εκεί τελείωσαν όλα. Η Κρίστεν ένιωσε να την κατακλύζει ένα κύμα ηδονής τόσο βίαιο, ώστε σχεδόν κραύγασε το όνομά του. Η λεκάνη της τινάχτηκε σπασμωδικά προς το μέρος του, εκλιπαρώντας την πίεση της γλώσσας του. Αν μπορούσε, θα τον πίεζε πάνω της. Αλλά ο Ρόις δεν της αρνήθηκε αυτό που είχε


τόση ανάγκη. Της χάρισε έκσταση που όμοιά της δεν είχε ξαναζήσει. Και δεν σταμάτησε. Πριν καλά καλά επανέλθει στην πραγματικότητα, εξαπέλυσε καινούρια επίθεση στις αισθήσεις της κι εκείνη δεν είχε πια τη θέληση να αντισταθεί. Ήταν υπερβολικά χορτασμένη, υπερβολικά συγκλονισμένη από την προηγούμενη εμπειρία της. Αρκούσε να το ξαναφέρει στον νου της κι ένιωθε να φουντώνει μέσα της η έξαψη. Ο Ρόις ήταν πάνω της τώρα, με τα χείλη του να χαράζουν πύρινα μονοπάτια στο δέρμα της. Αλλά αρνιόταν να διεισδύσει μέσα της, αρνιόταν να ικανοποιήσει το πάθος που μοιραζόταν μαζί της. Ήταν στην κατάλληλη θέση και τη βασάνιζε πάλι με την ανικανοποίητη προσμονή, αλλά δεν ενέδιδε. Όταν ανασηκώθηκε, τα μάτια του ήταν σαν σμαράγδια που σπίθιζαν. «Με θέλεις», ψιθύρισε ξέπνοα πάνω στα χείλη της. «Πες το». «Δεν θα το πω». Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της φευγαλέα. «Θέλεις να σε αφήσω τώρα;» Μα τον Θεό, ένιωθε ότι θα πέθαινε αν την άφηνε. Μα πώς θα μπορούσε; Μπορούσε; Όχι, αποκλείεται! Έμεινε σιωπηλή και τα μάτια της αντανακλούσαν ένα μείγμα ξεροκεφαλιάς, περηφάνιας και πόθου. Ο Ρόις βόγκηξε, νιώθοντας ότι έχανε την αναμέτρηση. Μα η ήττα ήταν επουσιώδης σε σύγκριση με την ευδαιμονία που ένιωσε βουτώντας μέσα της, παίρνοντάς τη μαζί του σε άλλο ένα ξέφρενο ταξίδι στην ηδονή. Όταν η Κρίστεν ξαναγύρισε για άλλη μια φορά στην πραγματικότητα, ο Ρόις έκοβε τα δεσμά της. Όταν τελείωσε, την πήρε στην αγκαλιά του και ξάπλωσε, μ’ εκείνη γερμένη στο στήθος του. Όλη η διάθεση για αναμετρήσεις είχε ξεθυμάνει μέσα της για τώρα, κι εκείνος το ήξερε. Και, βέβαια, το εκμεταλλεύτηκε δεόντως. «Ήξερες ότι δεν θα σε άφηνα», την κατηγόρησε. «Ναι, το ήξερα», απάντησε αναστενάζοντας εκείνη. «Είσαι πεισματάρα αλεπουδίτσα». Η Κρίστεν χαμογέλασε νυσταγμένα.


Κεφάλαιο 24 Η Κρίστεν ξύπνησε με το πιο γλυκό φιλί. Αναστέναξε και τεντώθηκε νωχελικά, αλλά δεν άνοιξε αμέσως τα μάτια της. Ονειρευόταν την πατρίδα της, κι ήταν ένα όνειρο τόσο ζωντανό. Δεν ήθελε με τίποτα να το απαρνηθεί, αλλά η πίεση στα χείλη της ήταν πολύ δελεαστική για να την αγνοήσει. «Σου πέρασε η διάθεση για μάχη, αλεπουδίτσα;» Η Κρίστεν χαμογέλασε, ξέροντας ότι ο Ρόις καθόταν δίπλα της στο κρεβάτι. «Μπα, όχι, μιλόρδε». «Τότε ανυπομονώ για την επόμενη πρόκληση». «Ω!» Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και του πέταξε το μαξιλάρι της. Ο Ρόις υποχωρούσε ήδη προς την πόρτα. «Σταμάτα, Κρίστεν! Ανακωχή! Είναι χίλια δυο πράγματα που πρέπει να γίνουν σήμερα, κι ο χρόνος πιέζει. Έστειλα ήδη την Έντα να σου φέρει τα ρούχα σου και…» Έκανε μια παύση, τη στιγμή που εμφανίστηκε στην πόρτα η Έντα. «Α, ωραία. Της εξηγείς εσύ, Έντα», είπε κι έγινε καπνός. Η Κρίστεν ανακάθισε και κοίταξε σκυθρωπή τη γερόντισσα. «Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ποια είναι αυτά που πρέπει να γίνουν;» «Α, έρχεται ο Αλφρέδος σήμερα». «Έρχεται εδώ ο βασιλιάς σας;» ρώτησε εμβρόντητη. Η Έντα έγνεψε καταφατικά και μπήκε στην κάμαρα. «Έφεραν τα νέα άντρες της προφυλακής του. Έχουμε λίγες μόνο ώρες να ετοιμαστούμε». «Μα καλά, γιατί έρχεται;» «Είναι μεγάλη τιμή για τον άρχοντα Ρόις». «Αν δεν ξέρεις, απλώς πες το». Η Έντα χαχάνισε σαν κοριτσάκι. «Εντάξει, με τσάκωσες. Πού να ξέρω εγώ γιατί έρχεται; Αλλά από τότε που σύναψε την ειρήνη, συνηθίζει να επισκέπτεται τακτικά τους λόρδους του για να επιθεωρεί τα οχυρωματικά τους έργα, να ελέγχει την ετοιμότητά τους και να τους θυμίζει ότι αυτή η περίοδος ειρήνης δεν θα κρατήσει για πολύ. Παράλληλα επαινεί και εμψυχώνει τους άντρες τους, για να βάζουν ακόμα πιο πολύ τα δυνατά τους. Αυτή θα είναι η τρίτη φορά που έρχεται στο Γουίντχερστ από το Έτος των Μαχών». «Να, βλέπεις; Ήξερες πολύ περισσότερα απ’ όσα νόμιζες», παρατήρησε χαμογελώντας η Κρίστεν. «Μπα, υπάρχουν κι άλλοι πιθανοί λόγοι. Λένε ότι κάνει συχνές επισκέψεις


στους άρχοντες που συμπαθεί περισσότερο, επειδή θέλει να ξεχνάει την απειλή των Δανών για λίγες ώρες ή μέρες. Κι ο άρχοντας Ρόις είχε πάντα την εύνοια του βασιλιά». «Τι καλά», παρατήρησε κάπως σαρκαστικά η Κρίστεν. Τώρα που ξεκινούσε η καινούρια μέρα, και ο Ρόις δεν ήταν παρών να θολώνει τις σκέψεις και τα αισθήματά της, δεν ήταν τόσο θετικά διακείμενη απέναντί του. «Λοιπόν, τι μου έφερες εκεί; Κι άλλα ρούχα που μου πέφτουν μικρά;» «Όχι, δόθηκε εντολή αυτά να φτιαχτούν για σένα, ώστε να φτάνουν στο σωστό μήκος». Η Κρίστεν ύψωσε ερωτηματικά το ένα φρύδι και συνοφρυώθηκε όταν η Έντα της έδειξε το φουστάνι και την καμιζόλα, γιατί ήταν φτιαγμένα από το ίδιο τραχύ ύφασμα όπως εκείνα που έσκισε ο Ρόις με το στιλέτο του μόλις χτες το βράδυ. «Η εντολή ήταν από τον Ρόις;» «Όχι, από την αρχόντισσα Νταρέλ», αποκρίθηκε η Έντα. «Της φαινόταν ανάρμοστο να μένει τόσο δέρμα ακάλυπτο κάτω από την καμιζόλα σου. Την άκουσαν να λέει ότι τέτοια πρόκληση μπορεί να έβαζε σε πειρασμό τους λιγότερο ευσεβείς άντρες εδώ». Η Έντα σφιγγόταν, και μια ματιά που αντάλλαξε με την Κρίστεν ήταν αρκετή για να ξεσπάσουν κι οι δυο στα γέλια. Η θυμηδία της Κρίστεν αποδείχτηκε βραχύβια, γιατί τότε είδε τα δεσμά της κρεμασμένα στον πήχη της Έντα, κάτω από τα ρούχα που κρατούσε. Δεν είπε λέξη πάντως, και μάλιστα έκλεισε η ίδια τα σιδερένια ελάσματα στους αστραγάλους της. Δεν είχε καταφέρει τίποτα προβάλλοντας αντίσταση στον Ρόις και προφανώς δεν θα κατάφερνε τίποτα εξακολουθώντας να εκφράζει την απέχθειά της γι’ αυτό το πολύ ιδιαίτερο αξεσουάρ. Αν δεν επρόκειτο να ελευθερωθεί ποτέ από τις αλυσίδες, θα τις δεχόταν. Αργά ή γρήγορα θα έφερναν μαζί τους το μίσος που είχε ανάγκη για να απαλλαγεί από την επιρροή που ασκούσε πάνω της ο Σάξονας. Η σάλα ήταν σχεδόν έρημη όταν κατέβηκαν η Κρίστεν και η Έντα. Οι περισσότερες γυναίκες ετοίμαζαν τις κάμαρες για τον βασιλιά και τη συνοδεία του. Ο Ρόις και οι άντρες του είχαν πάει για κυνήγι, προκειμένου να συμπληρώσουν το απόθεμα σε θηράματα. Οι υπηρέτες δούλευαν πυρετωδώς έξω, οδηγώντας τα περισσότερα άλογα από τους στάβλους στα βοσκοτόπια, ώστε να ανοίξουν χώρο για εκείνα των επισκεπτών, κουβαλώντας πρόσθετα δεμάτια σανού και τσουβάλια φορβής και κυλώντας καινούρια βαρέλια μπίρας στη σάλα. Οι δύο γυναίκες που δούλευαν πυρετωδώς στην εστία μαγειρέματος έφυγαν τη στιγμή που έφτασαν η Κρίστεν με την Έντα. Μέσα στην έκπληξή της, η Κρίστεν


δεν πρόσεξε καν τη δεύτερη, μακρύτερη αλυσίδα να ασφαλίζεται στην πεδούκλα της. «Μη μου πεις ότι περιμένουν να μαγειρέψουμε μόνες μας για όλους!» Η Έντα γέλασε. «Θα γυρίσουν μαζί με τις άλλες μόλις τελειώσει μαζί τους η αρχόντισσα Νταρέλ πάνω. Πάντα πελαγώνει με τις βασιλικές επισκέψεις, κι έχει τις γυναίκες της να τρέχουν σαν τρελές πέρα δώθε, συνήθως άσκοπα. Θα γίνονταν πολύ περισσότερα, πολύ πιο γρήγορα, αν η κυρά του αρχοντικού έμενε στο κρεβάτι της». «Έντα!» «Αφού είναι αλήθεια», επέμεινε η γερόντισσα. Η Κρίστεν χαμογελούσε καθώς άρχισαν να δουλεύουν πλάι πλάι. Η Έντα είχε αποκαλύψει μια καινούρια πλευρά του χαρακτήρα της αυτό το πρωί: μια αίσθηση του χιούμορ. Πέρα απ’ ό,τι κατάφερνε να δει μόνη της, που ήταν ελάχιστα, το χιούμορ ήταν αυτό που της έλειπε περισσότερο από τότε που αποβιβάστηκαν σ’ αυτή την ακτή. Αυτό την έκανε να εκτιμήσει την Έντα ακόμα περισσότερο και να συνειδητοποιήσει πόσο είχε αρχίσει να τη συμπαθεί. Με τη μόνιμα κατσούφικη στάση της, τις συχνά ανεπιθύμητες νουθεσίες και τη διακριτική φροντίδα της, θύμιζε στην Κρίστεν την Αλφρέντα στην πατρίδα της, που ήταν δεσποτική σαν μητέρα –όχι η Μπρένα, σαν τις μανάδες των φιλενάδων της Κρίστεν–, αλλά συνάμα αγαπημένη φίλη. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα όταν ξαναβγήκε στην επιφάνεια ο πιο γκρινιάρης, κακότροπος εαυτός της. «Τι να πεις! Ούτε μία τσούπρα δεν γύρισε ακόμα να σερβίρει αυτούς τους τρεις με ένα χαμόγελο καλωσορίσματος. Τα αφήνουν όλα σε μια γερόντισσα, θαρρείς και δεν έχω ένα σωρό δουλειές!» Η Κρίστεν ακολούθησε το σκυθρωπό βλέμμα της ως την πόρτα, απ’ όπου μόλις είχαν μπει τρεις νεαροί. «Είναι αυτοί που έφεραν την είδηση για την άφιξη του βασιλιά;» «Ναι, και είναι αρχοντόπουλα, αν κρίνω από τις φορεσιές τους». Οι τρεις άντρες γελούσαν μεταξύ τους για κάποιο αστείο που είχε κάνει ο πιο ψηλός. Έβγαλαν τους κοντούς μανδύες, όχι όμως και τα όπλα τους, πριν πάνε προς το μεγάλο βαρέλι μπίρας στην άλλη μεριά της σάλας. Η Έντα πήρε μεταλλικά κύπελλα για να δώσει στους νεαρούς και γύρισε ακόμα πιο μπουρινιασμένη από πριν. «Μου φαίνεται ότι γνώρισα αυτό το κοκοράκι με το λείο πρόσωπο. Είναι ο άρχοντας Έλντρεντ. Όχι, κοπελιά, μην κοιτάς!» την προειδοποίησε κοφτά. «Δεν θες να τραβήξεις την προσοχή του, άκου με που σου λέω». Η Κρίστεν είχε τραβήξει ήδη την προσοχή του, καθώς και των δύο άλλων


νεαρών. Με τη σάλα εντελώς άδεια, ήταν φυσικό να κοιτάξουν τις μοναδικές δύο γυναίκες που βρίσκονταν εκεί. Κι όταν την έβλεπε, δύσκολα αγνοούσε κανείς την Κρίστεν. Απλώς ήταν πολύ διαφορετική απ’ ό,τι είχαν συνηθίσει οι Σάξονες: υπερβολικά ψηλή, υπερβολικά εντυπωσιακή και σίγουρα υπερβολικά αγέρωχη για συνηθισμένη δουλοπάροικο. Η Κρίστεν κράτησε το βλέμμα της χαμηλωμένο, αλλά ήταν περίεργη. «Ποιος από τους τρεις είναι;» «Αυτός με τα κιτρινωπά μαλλιά. Είχε μαθευτεί ότι ίσως ήταν στην ακολουθία του Αλφρέδου, αλλά απορώ με το θράσος του να έρχεται εδώ από πριν, χωρίς την προστασία του βασιλιά. Αναρωτιέμαι αν ξέρει ο άρχοντας Ρόις ότι είναι εδώ. Όχι, δεν νομίζω», απάντησε η ίδια στην ερώτησή της, «γιατί δεν θα τον εμπιστευόταν μονάχο μέσα στο αρχοντικό του». Η Κρίστεν απόρησε καθώς η Έντα την έσπρωξε στο τέρμα του πάγκου, έτσι ώστε να στέκεται με την πλάτη στη σάλα. Φυσικά δεν είχε ξεχάσει τι της είπε η Έντα για τον άρχοντα Έλντρεντ, ότι συγκαταλεγόταν στους εχθρούς του Ρόις. Για ποιο λόγο θα ερχόταν στον πύργο του εχθρού του σχεδόν μόνος; Για να δείξει ότι δεν φοβόταν τον Ρόις; Ή υπολόγιζε ότι η επικείμενη άφιξη του βασιλιά θα απέτρεπε οποιονδήποτε διαπληκτισμό; Η Έντα είχε πει ότι είχαν συμφωνήσει ανακωχή οι δυο τους, λόγω της απειλής των Δανών. Αλλά πόσο σίγουρη ήταν αυτή η ανακωχή, αν ήταν βαθιά ριζωμένες οι έχθρες; Ξανάφερε την εικόνα του άρχοντα Έλντρεντ στο μυαλό της, όπως τον είδε στην άλλη άκρη της σάλας. Πρέπει να ήταν πάνω κάτω στο ύψος της, πράγμα που σήμαινε ότι μόνο ο Ρόις τον περνούσε από τους παρόντες. Θα ήταν ένα δυο χρόνια μεγαλύτερος από τον αντίπαλό του, αλλά σαφώς κατώτερος σε ρώμη. Και πάλι, όμως, ήταν σε άριστη φυσική κατάσταση από τη διαρκή εξάσκηση για το πεδίο της μάχης· και είχε μακράν το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει σε άντρα, μετά από τους αδελφούς της. Έχοντας ανέκαθεν προτίμηση στα ρωμαλέα αντρικά κορμιά, όπως του Ρόις, ένιωσε μόνο μια ήπια περιέργεια για τον Έλντρεντ και τους συντρόφους του. «Το ’χασες το στοίχημα, Ράντγουλφ! Δεν είναι άντρας με γυναικείο φουστάνι, αλλά γυναίκα!» Η Κρίστεν στράφηκε απότομα, με ένα επιφώνημα έκπληξης. Η Έντα θα την είχε προειδοποιήσει ότι πλησίαζαν, αλλά ήλπιζε ότι οι τρεις νεαροί θα άλλαζαν γνώμη. Έπεσε έξω. «Δεν με πειράζει και τόσο που έχασα, τελικά», απάντησε ο μελαχρινός Ράντγουλφ. Πέταξε ένα χρυσό νόμισμα στον Έλντρεντ, αλλά δεν πήρε το βλέμμα του από την Κρίστεν.


Το νόμισμα κατέληξε στο πάτωμα, αφού ούτε ο Έλντρεντ είχε μάτια για οτιδήποτε άλλο πέρα από την ανακάλυψή τους. «Πες μας, κοπελιά, γιατί σε κρατούν αλυσοδεμένη;» τη ρώτησε με φιλικό τόνο. «Τόσο μεγάλο ήταν το έγκλημά σου;» Ήταν η πιο ατυχής προσέγγιση, αφού η Κρίστεν δεν έδειξε ίχνος επιφυλακτικότητας, πυροδοτώντας την οργή της. «Γιατί είμαι επικίνδυνη. Δεν μου φαίνεται;» «Ναι, ναι», αποκρίθηκε ένας τους, κι έβαλαν κι οι τρεις τα γέλια. «Πες μας, κοπελιά», επέμεινε ο Έλντρεντ. «Είμαι Νορβηγίδα», τους είπε άκαμπτα. «Τι άλλη εξήγηση χρειάζεται;» «Κύριε των Δυνάμεων, μια Βίκινγκ!» φώναξε ο τρίτος νεαρός της παρέας. «Γι’ αυτό είναι απαραίτητες οι αλυσίδες». «Κρίμα που δεν είναι Δανέζα», είπε ο Ράντγουλφ. «Τότε θα ήξερα πώς να τη μεταχειριστώ». Ο Έλντρεντ χαμογέλασε. «Λες χαζομάρες, Ράντγουλφ. Τι σημασία έχει ποια είναι; Αρκεί που είναι σκλάβα». Σήκωνε ήδη το χέρι του προς το μάγουλο της Κρίστεν. Εκείνη απέστρεψε το βλέμμα. Είχαν αρχίσει να τη ζώνουν τα φίδια, μαζί με τους τρεις νεαρούς που στριμώχνονταν γύρω της σε έναν κλοιό που όλο και στένευε· ο πάγκος πίσω της δεν της άφηνε χώρο να υποχωρήσει. Αλλά πάλι, τι περιθώρια υποχώρησης είχε με την αλυσίδα να την κρατάει λίγα μέτρα από τον τοίχο; «Σταματήστε, άρχοντες», είπε απαυδισμένα. «Έχω πολλή δουλειά». Ήταν τολμηρή κίνηση να τους γυρίσει την πλάτη, ελπίζοντας ότι θα δέχονταν την αποπομπή τους. Αποδείχτηκε λανθασμένη. Ένα σκληρό κορμί κόλλησε στην πλάτη της, και δύο μεγάλα χέρια κάλυψαν τα στήθη της. Η αντίδραση της Κρίστεν ήταν άμεση. Μισογύρισε στο πλάι και τον έσπρωξε πέρα. Ήταν ο Ράντγουλφ, ο οποίος υποχώρησε παραπατώντας, με μια έκφραση σαστιμάρας σχεδόν κωμική. «Πώς τολμάς, κοπελιά;» γκάριξε όταν ξαναβρήκε την ισορροπία του. «Στ’ αλήθεια, πώς τολμάς;» Η Κρίστεν κοίταξε τον έναν μετά τον άλλο. Ο Έλντρεντ φαινόταν να διασκεδάζει, αλλά όχι και οι άλλοι δύο. Μακάρι να είχε ένα όπλο για να τους απωθήσει. Αλλά δεν της είχαν επιτρέψει ποτέ να χρησιμοποιήσει ούτε καν ένα μικρό μαχαίρι, έστω στομωμένο. Ό,τι χρειαζόταν τεμάχισμα, το έπαιρνε κάποια από τις άλλες γυναίκες. «Δεν είμαι εδώ για την ευχαρίστησή σας, μιλόρδοι. Κρατούμαι όμηρος, προκειμένου να διασφαλιστεί η υπακοή των αντρών με τους οποίους ήρθα σε αυτό το μέρος. Ο Ρόις δεν θα ανεχτεί την κακοποίησή μου».


Μπλόφαρε βέβαια, γιατί δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε εκείνος αν τη βίαζαν αυτοί οι τρεις. Μπορεί να μη σκοτιζόταν, αλλά μπορεί και να χαιρόταν που θα του δινόταν μια αφορμή να προκαλέσει τον Έλντρεντ. Ήταν αυτός που έδειξε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα λόγια της. «Ο Ρόις; Αναφέρεσαι στον αφέντη σου με το βαφτιστικό του; Γιατί, άραγε;» «Επειδή την παίρνει στο κρεβάτι του, σίγουρα», είπε σαρκαστικά ο Ράντγουλφ. «Και αν μπορεί να την κάνει καλά αυτός, σίγουρα μπορούμε κι εμείς». «Όχι!» φώναξε η Κρίστεν, αλλά κοίταζε ίσια τον Έλντρεντ. «Ρισκάρετε να υποστείτε τις συνέπειες; Θα σας σκοτώσει!» «Έτσι νομίζεις, κοπελιά;» Ο Έλντρεντ χαμογέλασε πλατιά. «Τότε άσε με να σε βγάλω από την πλάνη σου. Ο Ρόις σου δεν θα κάνει απολύτως τίποτα, επειδή στον Αλφρέδο δεν αρέσει να τσακώνονται μεταξύ τους οι άρχοντές του, κι ο Ρόις δεν δυσαρεστεί ποτέ τον βασιλιά». Είχε έρθει πιο κοντά καθώς μιλούσε, όπως και οι φίλοι του. Αναγκασμένη να παρακολουθεί τις κινήσεις τριών αντιπάλων, η Κρίστεν αιφνιδιάστηκε από τον Έλντρεντ. Τα χέρια του έκλεισαν πάνω στους καρπούς της και τους έφερε πίσω από την πλάτη της, συνθλίβοντας τα στήθη της στο στέρνο του. Επιχείρησε να τη φιλήσει, αλλά δεν είχε τρόπο να ακινητοποιήσει το κεφάλι της. Είχε όμως τη φαεινή ιδέα ότι μπορούσε να της κρατήσει και τα δυο χέρια με το ένα δικό του. Ήταν λάθος να υποτιμήσει τη δύναμή της. Δεν ήταν κανένα κοριτσίστικο σκαμπίλι αυτό που του έριξε όταν ελευθέρωσε το ένα της χέρι, αλλά μια κανονική γροθιά στο σαγόνι, που τίναξε το κεφάλι του στο πλάι και γέμισε με αστεράκια το οπτικό του πεδίο. Αλλά οι άλλοι δύο επενέβησαν αμέσως για να την ακινητοποιήσουν. Ο Έλντρεντ ήταν τώρα εκτός εαυτού, το όμορφο πρόσωπό του είχε μετατραπεί σε μια αποκρουστική μάσκα μοχθηρίας. «Θα το πληρώσεις αυτό, σκύλα», της υποσχέθηκε. «Θα απαιτήσω τη ζωή σου – όταν τελειώσω μαζί σου!» «Αρκετά!» Στράφηκαν όλοι ταυτόχρονα και είδαν τον Άλντεν να πηγαίνει προς το μέρος τους, με την Έντα ξοπίσω του. Η Κρίστεν θα τη φιλούσε που έφερε κάποιον σε βοήθεια, κι ας ήταν κι αυτός. «Μην ανακατεύεσαι, Άλντεν», είπε προειδοποιητικά ο Έλντρεντ. «Η κοπελιά με χτύπησε». «Αλήθεια; Ε, δεν μου κάνει εντύπωση, αφού δεν είναι συνηθισμένη κοπελιά». Ο Άλντεν τους παρέκαμψε για να πάει να σταθεί μπροστά στον κρίκο που


κρατούσε τη μακρύτερη αλυσίδα της Κρίστεν, δείχνοντάς τη με τη μύτη του σπαθιού του. «Γιατί λέτε να την κρατάμε αλυσοδεμένη;» Ο Έλντρεντ δεν είχε διάθεση για κουβέντες. «Σε προειδοποιώ, Άλντεν, έχω σκοπό να την πάρω». «Ναι», συμφώνησε αμέσως ο Ράντγουλφ. «Κι εγώ», πετάχτηκε ο άλλος. «Θα τα βάλεις και με τους τρεις μας;» ρώτησε χαμογελώντας ο Έλντρεντ. «Εγώ;» έκανε τάχα απορημένος εκείνος. «Δεν θα χρειαστεί. Αυτή η κοπελιά δίνει η ίδια τις μάχες της, και το κάνει πάρα πολύ καλά. Εξάλλου, το δίκαιο είναι να έχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό της». Πριν καταλάβουν τι πήγαινε να κάνει, ο Άλντεν απέσπασε την αλυσίδα από τον κρίκο με το σπαθί του. Οι τρεις άντρες δεν φάνηκαν να εντυπωσιάζονται από την κίνησή του. Παρακολουθούσαν ακόμα τον Άλντεν, που κράδαινε το σπαθί του και στεκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά, κι έτσι ο Ράντγουλφ αιφνιδιάστηκε για δεύτερη φορά όταν η Κρίστεν ξέφυγε από τη λαβή του κι έσκυψε να σηκώσει την αλυσίδα. Ο τρίτος τύπος δεν είχε χρόνο να αφήσει το άλλο της μπράτσο τώρα που κρατούσε αυτό το όπλο στα χέρια της. Η Κρίστεν στριφογύρισε την ελεύθερη άκρη της αλυσίδας πάνω από το κεφάλι της, αναγκάζοντας τους άντρες να οπισθοχωρήσουν. Τώρα δεν μπορούσαν να την πλησιάσουν χωρίς να υποστούν τις συνέπειες. Ο Ράντγουλφ βρήκε το θάρρος να δοκιμάσει, πιστεύοντας ότι αν τύλιγε την αλυσίδα στον πήχη του, θα μπορούσε να ρίξει την Κρίστεν με ένα γερό τράβηγμα, μιας και ήταν ακόμα περασμένη στα δεσμά της. Ήταν προετοιμασμένος να υπομείνει τον πόνο, σίγουρος ότι η αλυσίδα θα έβρισκε στην κρεατωμένη πλευρά του χεριού του, προκαλώντας του το πολύ ένα τσούξιμο. Δεν περίμενε καθόλου πως οι χοντροί κρίκοι θα τινάζονταν χαμηλότερα από το μπράτσο του, χτυπώντας τον στο θώρακα. Ένα πλευρό έσπασε. Ο ίδιος ο Ράντγουλφ δεν άκουσε τον ξερό κρότο, αφού ο πόνος μπλόκαρε όλες τις άλλες αισθήσεις του. Ένιωσε το δέρμα του να σκίζεται, μια αίσθηση τόσο καταλυτική που παραλίγο να λιποθυμήσει. Ούτε καν συνειδητοποίησε ότι κυλιόταν στο πάτωμα ουρλιάζοντας. Η Κρίστεν δεν ένιωσε την ελάχιστη μεταμέλεια για την πράξη της. Αντιθέτως, ήταν έτοιμη να την επαναλάβει. Ο Έλντρεντ το συνειδητοποίησε πρώτος κι έγνεψε στον φίλο του να υποχωρήσουν. Αλλά δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Στράφηκε στον Άλντεν με μάτια που σπίθιζαν. «Μη γελιέσαι, ο βασιλιάς θα τα


μάθει όλα. Μας έστειλε εδώ…» «Για να κακοποιήσετε μία από τις σκλάβες του ξαδέλφου μου; Δεν το πιστεύω. Κι αν ήμουν στη θέση σου, Έλντρεντ, θα ανησυχούσα περισσότερο για το τι θα κάνει ο Ρόις, παρά για το τι θα έκανε ο Αλφρέδος». «Τραυμάτισε έναν δικό μας. Πρέπει να πληρώσει γι’ αυτό». «Θα πληρώσει ο ξάδελφός μου το πρόστιμο». Ο Έλντρεντ έφυγε ορμητικά από τη σάλα ξεφυσώντας σαν θυμωμένος ταύρος κι αφήνοντας μόνο τον φίλο του να μαζέψει τον Ράντγουλφ από κάτω. Η Κρίστεν δεν χαλάρωσε παρά μόνο αφού έφυγαν κι οι τρεις από τη σάλα. Τότε ήταν που στράφηκε στον Άλντεν. Η αλυσίδα κρεμόταν χαλαρά στο χέρι της, αλλά δεν την είχε αφήσει κιόλας. Εκείνος βύθισε το βλέμμα του στα μάτια της, μαντεύοντας τι σκεφτόταν. «Θα το έκανες στ’ αλήθεια;» τη ρώτησε ατάραχα. «Παρόλο που μόλις σε βοήθησα;» «Δεν θυμάμαι να σου ζήτησα βοήθεια». «Τη χρειαζόσουν, όμως». Η εσωτερική πάλη της Κρίστεν δεν κράτησε για πολύ. «Πολύ καλά», είπε κλίνοντας μια φορά το κεφάλι, κοφτά. Άφησε την αλυσίδα να πέσει στο πάτωμα, δείχνοντας ότι δεν είχε σκοπό να του επιτεθεί. «Αλλά αυτό που έκανες πριν… δεν μπορώ να το ξεχάσω. Ποτέ». Ο Άλντεν αναστέναξε. «Το ξέρω, και λυπάμαι ειλικρινά». Η Κρίστεν του γύρισε την πλάτη.


Κεφάλαιο 25 Όταν άρχισαν οι γυναίκες να επιστρέφουν στη σάλα, καμία δεν σχολίασε τη μερική ελευθερία της Κρίστεν. Αλλά πάλι, ελάχιστες πρόλαβαν να την παρατηρήσουν πνιγμένες όπως ήταν στη δουλειά για να ετοιμάσουν το συμπόσιο. Ακόμα κι η Κρίστεν μόλις που πρόλαβε να αναλογιστεί αυτό που συνέβη. Κρέμασε τη μακρύτερη αλυσίδα από τη σκοινένια ζώνη της για να μην τη σέρνει θορυβωδώς πέρα δώθε και στρώθηκε στη δουλειά. Πάντως, μία ώρα μετά αιφνιδιάστηκε για δεύτερη φορά, όταν ένιωσε αντρικά χέρια να τυλίγονται από πίσω στη μέση της, σφίγγοντάς τη μαλακά. Ο πανικός της δεν κράτησε πάνω από μερικές στιγμές, ανίσχυρος σε σύγκριση με την οργή που την κατέκλυσε. Πώς τολμούσαν να την πλευρίσουν ξανά; Αυτή τη φορά ήταν όλες οι υπηρέτριες στη σάλα, όπως και η Νταρέλ, που κοίταζε με απορία προς το μέρος της. «Είσαι καλά;» Η Κρίστεν ένιωσε να καίγεται και να παγώνει ταυτόχρονα. Σάστισε. Τα χέρια στη μέση της ήταν του Ρόις, η απροσποίητη ανησυχία χρωμάτιζε τη δική του φωνή. Ο ίδιος άντρας που έκανε ό,τι μπορούσε για να δίνει την εντύπωση ότι ούτε καν την έβλεπε και που το προηγούμενο βράδυ προσποιήθηκε ότι έκανε κάτι άλλο για να μη φανεί ότι της μιλούσε, τώρα την αγκάλιαζε μπροστά σε όλους. Η Κρίστεν δεν ήξερε τι να υποθέσει. «Έχασες τα λογικά σου, μιλόρδε;» Στράφηκε προς το μέρος του για να ελέγξει μήπως ήταν πιωμένος. Μπα, μια χαρά νηφάλιος φαινόταν. Την κοίταζε σκυθρωπός, η σύγχυσή του συναγωνιζόταν τη δική της. «Σου κάνω μία απόλυτα λογική ερώτηση, κι απαντάς με ερώτηση, και μάλιστα όλο ασέβεια. Και βέβαια δεν έχασα εγώ τα λογικά μου. Μήπως τα έχασες εσύ;» «Αρχίζω να αναρωτιέμαι», απάντησε φουρκισμένη. «Έρχεσαι κοντά μου εδώ, τώρα, τη στιγμή που δεν το έχεις κάνει ποτέ στο παρελθόν. Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι σε κοιτάζουν όλοι;» Ο Ρόις κοίταξε τριγύρω τη σάλα πάνω από το κεφάλι της. Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με της Νταρέλ, φευγαλέα· η αποδοκιμασία της για τη συμπεριφορά του ήταν πρόδηλη, αλλά δεν θα την άφηνε να τον επηρεάσει. Κοίταξε πάλι την Κρίστεν, χωρίς να τραβήξει τα χέρια του από τη μέση της. «Δεν θα συνεχίσω να παριστάνω ότι σε αγνοώ για να αποφύγω τα κουτσομπολιά», της είπε απλώς. «Αν δεν ήταν μαζί σου η Έντα το πρωί…


Κανείς άλλος δεν θα αντιδρούσε όπως αυτή. Είναι καιρός λοιπόν να μάθουν όλοι τι σημαίνεις για μένα. Αν μπορούσα, θα σε μάρκαρα με τη σφραγίδα μου. Αν ήξεραν ανάγνωση οι ευγενείς του Αλφρέδου, θα σου κρεμούσα πινακίδα στον λαιμό. Κανείς άλλος δεν θα δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν είσαι υπό την προστασία μου. Αν πρέπει να το δείξω με πράξεις, ας μας δουν όλοι». Η Κρίστεν δεν πίστευε στ’ αφτιά της. «Γιατί; Δεν είμαι παρά μία ακόμα σκλάβα σου». «Άσε τις σεμνοτυφίες, κοπελιά», τη μάλωσε. «Ξέρεις ότι είσαι ξεχωριστή για μένα». «Για ένα διάστημα;» «Για ένα διάστημα». Αν ήταν μόνοι, θα τον είχε σπρώξει πέρα γι’ αυτή του την απάντηση χωρίς καν να το σκεφτεί. Αλλά η Κρίστεν είχε πλήρη συναίσθηση ότι τους παρακολουθούσαν οι πάντες. Δεν άρμοζε να δείξει τέτοια ασέβεια σε έναν άντρα που θεωρείτο «αφέντης» της – όχι για την ίδια, αλλά για τον Ρόις. Κι ας μην ήξερε γιατί σκοτιζόταν για την περηφάνια του. «Είμαι σίγουρη ότι έχεις πολλά να κάνεις, μιλόρδε, όπως κι εγώ», είπε τελικά. Ο Ρόις αναγνώρισε την αποπομπή, αλλά την αγνόησε, επιλέγοντας ωστόσο να κατεβάσει τα χέρια του. «Μάρτυς μου ο Θεός, δεν θα σε καταλάβω ποτέ. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα έσκουζε και θα ολοφυρόταν για τους εξευτελισμούς που υπέστη, απαιτώντας την τιμωρία των ενόχων. Εσύ, όχι μόνο δεν λες λέξη για την επίθεση, αλλά με κατηγορείς κι από πάνω ότι τρελάθηκα, επειδή σε ρώτησα αν είσαι καλά…» Η Κρίστεν πήγε να χαμογελάσει, αλλά δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο της. «Α, περί αυτού πρόκειται; Αυτό που έγινε το πρωί;» «Δεν σε τάραξε ούτε λίγο;» «Γιατί να με ταράξει; Δεν έπαθα τίποτα». Η στάση της ήταν τόσο διαφορετική απ’ ό,τι περίμενε, ώστε σχεδόν τον εξόργισε. Αυτός είχε τρέξει μέσα να την παρηγορήσει, να της ορκιστεί ότι θα έπαιρνε εκδίκηση, και την έβρισκε εντελώς αδιάφορη. Ήθελε να καρφώσει τον Έλντρεντ στον τοίχο όταν έμαθε από τον Άλντεν τι πήγε να κάνει, και μάλλον θα το είχε επιχειρήσει, αν το κάθαρμα ήταν κάπου εκεί γύρω. Κι όμως, η έγνοια του για την Κρίστεν παραγκώνισε τη λύσσα του – και να που αυτή τη θεωρούσε άστοχη. «Ίσως δεν αντιλαμβάνεσαι ότι διαπράχτηκε ένα έγκλημα», της είπε τραχιά. «Σε βάρος μίας σκλάβας;» τον ρώτησε σαρκαστικά. Ο ίδιος της είχε δηλώσει


ότι σαν σκλάβα δεν είχε κανένα δικαίωμα. «Σε βάρος του άντρα που τραυμάτισες». Εκείνη έμεινε άκαμπτη, σύννεφα σκέπασαν το γαλάζιο των ματιών της. «Ποιο έγκλημα; Που υπερασπίστηκα τον εαυτό μου; Τολμάς να το αποκαλείς έγκλημα;» «Όχι εγώ. Είναι ο νόμος. Ένας σκλάβος δεν μπορεί να φέρει όπλα παρά μόνο με εντολή του αφέντη του, ούτε να επιτίθεται σε κανέναν, πόσο μάλλον σε ευγενή. Η επίθεση σε ευγενή επισύρει υψηλό πρόστιμο ακόμα και σε ελεύθερο, αλλά για σκλάβο…» «Γι’ αυτό περίμενες να με βρεις ταραγμένη;» κάγχασε. «Θα με κρεμάσετε επειδή υπερασπίστηκα τον εαυτό μου;» «Μη λες ανοησίες, κοπελιά. Ως αφέντης σου, υποχρεώνομαι να καταβάλω το πρόστιμο που θα σου επιβληθεί, και εξυπακούεται ότι θα το κάνω. Απλώς ήθελα να καταλάβεις τη σοβαρότητα αυτού που εσύ αψηφάς σαν επουσιώδες». «Δεν θα σε ευχαριστήσω», απάντησε βλοσυρά εκείνη. «Δεν μου αρέσει η ιδέα ότι θα βγει και κερδισμένο αυτό το γουρούνι. Στον τόπο μου, αυτοί οι τρεις θα πλήρωναν με τη ζωή τους γι’ αυτό που επιχείρησαν να μου κάνουν». «Δεν μπορείς να περιμένεις ότι τα πράγματα θα είναι κι εδώ όπως είναι στον τόπο σου, Κρίστεν». Ο τόνος του είχε μαλακώσει, ο θυμός του καταλάγιασε με την υπενθύμιση ότι εκείνη δεν ήταν πάντα σκλάβα, είχε συνηθίσει να τη μεταχειρίζονται με σεβασμό. «Ούτε εμένα μου αρέσει που θα πάρει κι αποζημίωση ο άξεστος ο Ράντγουλφ, και θα φροντίσω να πονέσει λίγο παραπάνω για να την τσεπώσει». Η αποζημίωση αυτή, που λεγόταν και «τιμή αίματος» ή «τιμή του ανδρός», ήταν το χρηματικό ποσό με το οποίο αποτιμούσαν την αξία κάθε ανθρώπου βάσει της αρχής της εξαγοράς, ανάλογα με την περιουσία και τη θέση του στην κοινωνία. Ήταν τα σελίνια που έπρεπε να καταβληθούν σαν αποζημίωση για κάθε βλάβη σε ή από έναν Σάξονα. Στην κοινωνία του Ουέσεξ, υπήρχαν μόνο τρεις βαθμίδες: χίλια διακόσια σελίνια για τον βασιλιά και τη βασιλική οικογένεια· εξακόσια σελίνια για τους ευγενείς του βασιλιά· και διακόσια σελίνια για τους ελεύθερους γεωργούς. Οι σκλάβοι δεν είχαν τιμή αίματος, αποτιμούνταν στα οχτώ βόδια. Η Κρίστεν τα ήξερε όλα αυτά χάρη στην Έντα. Ήξερε ότι οι οικείοι ενός άντρα μπορούσαν να εισπράξουν το σύνολο της αποζημίωσης σε περίπτωση θανάτου, με τους τραυματισμούς να αποτιμώνται σε μικρότερα ποσά, τα οποία μάλιστα όριζε σαφώς ο νόμος. Φανταζόταν ότι ένα σπασμένο πλευρό, που θα περιόριζε για κάμποσο καιρό τις δραστηριότητες του παθόντα, θα επέσυρε


υψηλό πρόστιμο, όπως της είπε ο Ρόις· πόσο μάλλον όταν επρόκειτο για μέλος της βασιλικής αυλής. Και τα εξακόσια σελίνια ήταν ιλιγγιώδες ποσό για τους περισσότερους ανθρώπους. Η Κρίστεν συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο Ρόις δεν φαινόταν καθόλου χολωμένος για το πρόστιμο που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει εξαιτίας της, αυτό που τον πείραξε ήταν η κοροϊδευτική αντίδρασή της στην ανησυχία του. Και τώρα της έλεγε ότι θα φρόντιζε προσωπικά να υποφέρει ο Ράντγουλφ ακόμα περισσότερο. Της έλεγε ότι θα έπαιρνε εκδίκηση γι’ αυτό που της έκανε. Η Κρίστεν δεν γνώριζε κανέναν, ούτε καν ανάμεσα στους δικούς της, που θα ζητούσε εκδίκηση για μια σκλάβα. Για όνομα του Θεού, δεν μπορούσε να μείνει σταθερός αυτός ο άνθρωπος; Γιατί έπρεπε τη μια στιγμή να την κάνει να αισθάνεται ένα τίποτα και την άλλη να νιώθει βασίλισσα της καρδιάς του; Χαμήλωσε το βλέμμα, μετανιώνοντας για την υποτιμητική στάση της νωρίτερα. «Εκτιμώ αυτό που θα έκανες, μιλόρδε, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Όπως σου είπα και πριν, δεν έπαθα…» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της. Δύο από τους νεότερους, πιο ενθουσιώδεις δουλοπάροικους εισέβαλαν περιχαρείς στη σάλα, φωνάζοντας ότι είχε φτάσει ο βασιλιάς. Ο Ρόις κίνησε να φύγει έχοντας ξεχάσει και την Κρίστεν και την κουβέντα τους. Δεν ήταν έτσι. Γύρισε πίσω κι έγνεψε στην Έντα να πάει κοντά του. «Βγάλ’ της τα δεσμά, Έντα». Βύθισε το βλέμμα του στα μάτια της Κρίστεν για μερικές στιγμές, και πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Εμείς οι δύο πρέπει να κάνουμε μια συμφωνία, αλλά δεν προλαβαίνω να τη συζητήσουμε τώρα. Για όνομα του Θεού, κοπελιά, κάτσε φρόνιμα». Η Κρίστεν τον παρακολούθησε να πηγαίνει βιαστικά στην είσοδο του αρχοντικού. Είδε την αρχόντισσα Νταρέλ να τρέχει ξοπίσω του και να προσπαθεί να του πει κάτι, αλλά εκείνος της έγνεψε να σωπάσει και δεν επιβράδυνε καθόλου το βήμα του. Όλοι οι άλλοι μέσα στη σάλα στριμώχτηκαν στα παράθυρα για να παρακολουθήσουν την άφιξη του βασιλιά Αλφρέδου. Η Κρίστεν δεν έκανε βήμα, ούτε καν όταν τα μισητά ελάσματα αφαιρέθηκαν από τα πόδια της, και η Έντα ξεκρέμασε από τη ζώνη της τη μακρύτερη αλυσίδα. Οι γωνίες των χειλιών της τεντώθηκαν σαν από δική τους θέληση προς τα πάνω, σχηματίζοντας ένα ολόλαμπρο χαμόγελο. Ο Ρόις θα διαπραγματευόταν μαζί της, θα δεχόταν τον λόγο της για όποια συμφωνία είχε να προτείνει. Επιτέλους, άρχιζε να την εμπιστεύεται. Αυτό που ένιωθε ήταν καθαρή ευφορία. Ήθελε να ξεφωνίσει από χαρά, και θα το είχε κάνει, αν δεν ήταν ακόμα μαζί της η Έντα. Η γερόντισσα είχε δίκιο από την αρχή. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν


λίγη υπομονή. «Ναι, βλέπω ότι είσαι τρισευτυχισμένη». Παραδόξως, η Έντα δεν χαμογελούσε. «Κοίτα μόνο να θυμάσαι την προειδοποίησή του, κοπελιά. Μην κάνεις κάτι που θα τις ξαναφέρει στα πόδια σου», πρόσθεσε και έριξε τις αλυσίδες στη γωνία. Η Κρίστεν κατένευσε, αλλά αφηρημένα. Στις σκέψεις της κυριαρχούσε ο Ρόις και η εμπιστοσύνη του. Μέσα της είχε αναζωπυρωθεί η ελπίδα ότι δεν έσφαλε επιλέγοντας τον Ρόις του Γουίντχερστ. Τη θεωρούσε ακόμα εχθρό του, αλλά και οι γονείς της υπήρξαν κάποτε εχθροί, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να ενώσουν για πάντα τις ζωές τους. Στο μεταξύ, άρχισαν να συρρέουν στη σάλα άγνωστοι. Περιχαρής και η ίδια, μπορούσε να συμμεριστεί ως έναν βαθμό την έξαψη των άλλων που είχαν την ευκαιρία να δουν τον σπουδαίο βασιλιά των Σαξόνων. Αλλά ήταν η μόνη που ξαφνιάστηκε, αφού τον έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν τόσο νέος, μικρότερος από τον Ρόις! Στην αρχή νόμισε ότι έκανε λάθος. Δεν μπορεί να ήταν αυτός ο ηγεμόνας που οδήγησε τον στρατό των Σαξόνων ενάντια στους τρομερούς Δανούς και πέτυχε μια προσωρινή ειρήνη για τον λαό του. Εξάλλου, δεν είχε τίποτα να τον ξεχωρίζει από τους ευγενείς γύρω του. Ήταν όλοι ντυμένοι με πολυτελή ενδύματα, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο εντυπωσιακά. Ορισμένοι απ’ αυτούς, άντρες μεγαλύτερης ηλικίας με αδρά χαρακτηριστικά, θα περνιόνταν πιο εύκολα για εστεμμένοι. Κι όμως, βασιλιάς ήταν αυτός ο νεαρός. Δεν χρειαζόταν την επιβεβαίωση της Έντα. Υπήρχε μια αύρα γύρω του που δεν είχε κανείς άλλος. Ήταν αυτό που είχε δει στον Ρόις την πρώτη μέρα που τον συνάντησε, όταν κατάλαβε ποιος ήταν από το αγέρωχο παράστημα κι όχι από τα ενδύματα. Ήταν ένας άντρας συνηθισμένος να διοικεί. Οι άλλοι, άρχοντες όλοι τους, συνηθισμένοι επίσης να δίνουν διαταγές, υποκλίνονταν στην εξουσία του. Πέρα από το νεαρό της ηλικίας και την εξουσία που του έδινε το αξίωμα του βασιλιά, ο Αλφρέδος του Ουέσεξ δεν είχε τίποτα το αξιοσημείωτο, τουλάχιστον με την πρώτη ματιά. Ήταν ψηλός για Σάξονας, με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και γαλανά μάτια, που σπίθιζαν παρατηρώντας τα πάντα γύρω του, χωρίς να είναι φανερό. Δεν είχε την όψη πολεμιστή, και η Κρίστεν θα μάθαινε αργότερα ότι ήταν λόγιος, με πιο ευγενή ενδιαφέροντα. Και θα μάθαινε επίσης πως, αν και δεν είχε κάτι το αξιοπρόσεκτο εξωτερικά, ήταν ξεχωριστός στην ενεργητικότητα και στον δυναμισμό του, στην αλύγιστη αποφασιστικότητά του να κρατήσει το βασίλειό του υπό σαξονικό έλεγχο.


Τη συγκεκριμένη στιγμή πάντως ήταν όπως όλοι γύρω του, λίγο κουρασμένος από τα ταξίδια, ευγνώμων για την κούπα κρασί που του πρόσφερε η αρχόντισσα Νταρέλ και συγκεντρωμένος στις συστάσεις που ανέλαβε να κάνει ο Ρόις, πριν προχωρήσουν στα τραπέζια που ήταν ήδη στρωμένα για το συμπόσιο. Η Κρίστεν παρακολουθούσε με περηφάνια τον Ρόις, τον καμάρωνε μ’ έναν τρόπο που δεν της άρμοζε αφού δεν του ήταν τίποτα, παρ’ όλα αυτά ένιωθε κάποια τρυφερότητα. Η Έντα επιβεβαιώθηκε σε άλλο ένα πράγμα: ο Ρόις έχαιρε της εύνοιας του βασιλιά. Δεν υπήρχε ίχνος τυπικότητας ανάμεσά τους. Μιλούσαν σαν φίλοι, δύο ισότιμοι άντρες. Πρόσεξε μάλιστα κάμποσους να τους στραβοκοιτάζουν όταν οι δυο τους γελούσαν με κάποιο αστείο, κι αναρωτήθηκε αν ο Ρόις ήξερε ότι τον φθονούσαν. Οι περισσότεροι από τους ευγενείς που αποτελούσαν την ακολουθία του Αλφρέδου ήταν συνομήλικοί του νεαροί, δευτερότοκοι γιοι που ζούσαν στην αυλή του, αποσκοπώντας να κερδίσουν την εύνοιά του. Υπήρχε και μισή ντουζίνα αρχόντισσες, σύζυγοι και θυγατέρες που συνόδευαν τους άρχοντές τους, παρότι η βασίλισσα δεν ήταν ανάμεσά τους. Μόνο μία από αυτές τις γυναίκες κέντρισε την περιέργεια της Κρίστεν: μια πολύ όμορφη αρχόντισσα με αχυρένια μαλλιά, πιασμένα κάτω από ένα δίχτυ από μαργαριτάρια. Ήταν νέα, με τη ζουμερή σιλουέτα της στριμωγμένη σε μια καλοφτιαγμένη τουαλέτα με γούνα στα τελειώματα, που η Κρίστεν μπορεί και να τη ζήλευε, αν δεν θεωρούσε πολύ ανώτερη την πράσινη βελούδινη δική της που της είχε φτιάξει η Μπρένα. Αλλά πάλι, η ίδια ήταν ξεχασμένη στη γωνιά της, ενώ η ξανθομαλλούσα αρχόντισσα καθόταν στο τραπέζι και παρακολουθούσε κάθε λέξη που αντάλλασσαν ο βασιλιάς με τον Ρόις. Η Κρίστεν απέστρεψε το βλέμμα από τους ευγενείς νιώθοντας ζήλια για πρώτη φορά στη ζωή της. Και, παρότι ήταν πρωτόγνωρο συναίσθημα, δεν το αναγνώρισε καν. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι την ενοχλούσε να βλέπει εκείνη την αρχόντισσα, τόσο όμορφη με τη φίνα φορεσιά της, να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του Ρόις. Μοναδική παρηγοριά της Κρίστεν ήταν ότι ο βασιλιάς μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του – για την ώρα, τουλάχιστον.


Κεφάλαιο 26 Το συμπόσιο συνεχίστηκε όλο το απόγευμα κι αφού έπεσε η νύχτα. Στην αυλή πίσω από τη σάλα είχαν ανάψει υπαίθριες φωτιές για να ψηθούν τα μεγαλύτερα ζώα, συνολικά τρία, ώστε να υπάρχει ποικιλία: το ελάφι που είχαν σκοτώσει οι κυνηγοί το ίδιο πρωί, ένα αρνί κι ένα μοσχάρι. Μικρότερα θηράματα ψήνονταν στην εστία μέσα στη σάλα, μαζί με άφθονα λαχανικά από τα περιβόλια του αρχοντικού. Από το κελάρι είχαν ανεβάσει κεφάλια από διάφορα τυριά και φρέσκα φρούτα, με τα οποία ετοίμαζαν πίτες, γλυκές τάρτες και σάλτσες. Η Κρίστεν τσιμπολογούσε όποτε έβρισκε λίγο χρόνο. Ήταν εξοικειωμένη με τέτοιου είδους γλέντια. Μέχρι που είχε βοηθήσει στην προετοιμασία των εδεσμάτων, γιατί ο χειμώνας στον τόπο της δεν αστειευόταν, ρίχνοντας στο κρεβάτι μία ή περισσότερες υπηρέτριες, οπότε χρειάζονταν επιπλέον χέρια στην κουζίνα. Αλλά υπήρχε μία πολύ βασική διαφορά: δεν είχε βοηθήσει ποτέ στην προετοιμασία γλεντιού τους καλοκαιρινούς μήνες. Τον χειμώνα, όταν ο απομονωμένος χώρος μαγειρέματος γινόταν υπερβολικά ζεστός, άνοιγαν την πίσω πόρτα, κι αμέσως έμπαινε μια ψυχρή ανάσα ανακούφισης. Εδώ, ακόμα και με το παράθυρο κοντά στην εστία ορθάνοιχτο, η Κρίστεν ένιωθε σαν να ήταν η ίδια στον φούρνο, μαζί με τις τάβλες με τα μελόψωμα. Υπέφερε από τη ζέστη, χειρότερα απ’ όλες τις προηγούμενες μέρες. Σίγουρα έπαιζε ρόλο και η κοσμοσυρροή μέσα στη σάλα, και μάλιστα από νωρίς το πρωί. Ακόμα περισσότερο συνέβαλαν τα μακριά μανίκια της καινούριας καμιζόλας της· μαζί με το φουστάνι από πάνω, αγκύλωναν στο δέρμα της και κολλούσαν στην πλάτη και στα πλευρά της. Τα μαλλιά που είχαν ξεφύγει από την πλεξούδα της κρέμονταν γύρω από το πρόσωπό της σε υγρές τούφες. Παρά τη γερή κράση και την αντοχή της, η Κρίστεν ένιωθε σήμερα τις δυνάμεις της να εξαντλούνται. Οι άλλες γυναίκες άρπαζαν την παραμικρή ευκαιρία να βγουν έξω για μια ανάσα. Εκείνη δεν είχε ούτε αυτή την ανάπαυλα. Μπορεί να μην ήταν αλυσοδεμένη πια, αλλά ήταν υπό διαρκή παρακολούθηση – από την Έντα, τις άλλες γυναίκες και κάμποσους από τους άντρες του Ρόις. Και όντως, σταδιακά παρατήρησε ότι οι άντρες της φρουράς του, αν και απαλλαγμένοι από τα καθήκοντά τους για την περίσταση, είχαν διαταγές να την προσέχουν. Προφανώς η εμπιστοσύνη του Ρόις δεν ήταν όσο απόλυτη νόμιζε! Η ανακάλυψη αυτή μπορεί να μην την εξόργιζε τόσο, αν δεν ήταν η πνιγηρή


ζέστη. Ο συνδυασμός αυτός, όμως, την έκανε το ίδιο αψίθυμη όσο ήταν και οι άλλες γύρω της. Τραχιές επιπλήξεις και σκαμπίλια έπεφταν βροχή από τις μεγαλύτερες στις νεότερες. Ως και η Έντα χαστούκισε μια κοπέλα που διέκοψε τη δουλειά της για να κάνει λίγο αέρα στο πρόσωπό της. Τα νεύρα των υπηρετών τεντώνονταν όσο μεγάλωνε η πίεση και η κούραση, ενώ στα τραπέζια φούντωνε το γλέντι, με τους καλεσμένους να διασκεδάζουν με την καρδιά τους. Μέχρι που κάποιοι χόρεψαν στο κέντρο της σάλας, δίνοντας την ευκαιρία στην Κρίστεν να διαπιστώσει ότι οι σαξονικοί χοροί δεν διέφεραν και πολύ από τους δικούς τους. Βάρδοι αφηγήθηκαν ιστορίες για δράκοντες και μάγισσες, γίγαντες και ξωτικά. Ένας τροβαδούρος τραγούδησε με την άρπα του για ήρωες ενός παλιότερου τόπου, αλλά κυρίως για τον βασιλιά Έγκμπερτ, παππού του Αλφρέδου, που άλλαξε την ιστορία του βασιλείου του αναγνωρίζοντας αρχικά την κυριαρχία των Άγγλων στη Μερκία ως ηγεμόνας του Ουέσεξ, για να καταφέρει κατόπιν δύο μεγάλες νίκες εναντίον τους, ώσπου προσάρτησε τη Μερκία στο ενιαίο βασίλειο που ίδρυσε υπό το σκήπτρο του. Άραγε πόσες απ’ αυτές τις ιστορίες είναι αληθινές; αναρωτήθηκε η Κρίστεν, αλλά άκουσε ακόμα και για τις νίκες που πέτυχε ο παππούς του Αλφρέδου ενάντια στους Ουαλούς, βόρεια από τον ποταμόκολπο του Χάμπερ, και τους γιγάντιους Κέλτες της Κορνουάλης, οι οποίοι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση στην εξουσία του. Ενθουσιασμένοι, οι συνδαιτυμόνες ζητούσαν συνέχεια κι άλλες ιστορίες από τον τροβαδούρο. Κι έτσι περνούσαν οι ώρες, με τους ευγενείς να ξεφαντώνουν και να ευχαριστιούνται με φαγητό και πιοτό, ενώ οι δούλοι έτρεχαν να τους περιποιηθούν. Κάποια στιγμή, φώναξαν την Κρίστεν δύο άρχοντες που ήθελαν να τους σερβίρει προσωπικά εκείνη. Η Έντα της είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν επιτρεπόταν να πλησιάσει τα τραπέζια, παρότι είχε απαλλαγεί από τα δεσμά της. Τόσο το καλύτερο, βέβαια. Άλλο να ετοιμάζει πιατέλες στα μισοσκότεινα βάθη της σάλας και άλλο να υπηρετεί άρχοντες και αρχόντισσες που δεν θεωρούσε καθόλου ανώτερους από την ίδια. Τους συγκεκριμένους άρχοντες απλώς τους αγνόησε, μέχρι που βαρέθηκαν να προσπαθούν και φώναξαν άλλη κοπέλα να τους περιποιηθεί. Πέρα απ’ αυτό, είχε περάσει απαρατήρητη. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Θα είχε νιώσει άβολα αν ήξερε ότι στην πραγματικότητα είχε τραβήξει την προσοχή όλων των παρευρισκόμενων, συμπεριλαμβανομένου και του βασιλιά. Κάμποσοι άρχοντες την έδειξαν ο ένας στον άλλο κι αντάλλαξαν εικασίες γι’ αυτήν, αν και κανείς δεν θα καταδεχόταν να ρωτήσει για μία σκλάβα – ιδιότητα πασίδηλη από την αμφίεση και τις ασχολίες της. Μόνο ο Αλφρέδος δεν είχε ενδοιασμούς να


ρωτήσει τον Ρόις για να ικανοποιήσει την περιέργειά του. Η Κρίστεν μάλλον θα φουρκιζόταν αν άκουγε αυτή την κουβέντα. Αρκετά νεύρα είχε ήδη ακούγοντας κάθε τόσο συζητήσεις για τους Βίκινγκς που πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Ρόις εισέπραξε επαίνους για το ανδραγάθημά του και συγχαρητήρια για την ιδέα του να βάλει «τους βάρβαρους» να δουλέψουν στα οχυρωματικά του έργα. Αυτοί οι βάρβαροι περνούσαν την ημέρα κλεισμένοι στο χωρίς παράθυρα κατάλυμά τους λόγω του συμποσίου και των αξιότιμων καλεσμένων. Αυτοί οι βάρβαροι ήταν συγγενείς και φίλοι και συμπατριώτες της! Λίγο η ζέστη, λίγο η κούραση, λίγο τα ταπεινωτικά σχόλια για τους δικούς της ανέβασαν επικίνδυνα τη θερμοκρασία της, τόσο που ακόμα και μία λάθος ματιά αρκούσε για να πυροδοτήσει μία έκρηξη. Και η μοιραία ματιά ήρθε από τον ίδιο τον Ρόις. Σε μια ανάπαυλα ανάμεσα σε δύο τραγούδια του τροβαδούρου, η Κρίστεν κάθισε στο περβάζι του παραθύρου κάνοντας αέρα στο πρόσωπό της με τα δυο της χέρια. Οι φρουροί δεν μπορούσαν να τη δουν εκεί, μιας και την κάλυπταν οι άλλες γυναίκες που δούλευαν στον πάγκο, αλλά ο Ρόις καθόταν σχεδόν απέναντι. Έτσι, δεν θα γινόταν να μην προσέξει την αυστηρή ματιά που της έριξε, μια βουβή προειδοποίηση να απομακρυνθεί από το παράθυρο. Καλά, φοβόταν μην το σκάσει; Προφανώς! Και σιγά μην τον ένοιαζε ότι κόντευε να λιποθυμήσει από τη ζέστη… Η υπομονή της εξαντλήθηκε. Σηκώθηκε και, καρφώνοντάς τον με μάτια που άστραφταν από οργή, ξήλωσε τα μακριά μανίκια της καμιζόλας της και τα πέταξε επιδεικτικά έξω από το παράθυρο. Αμέσως ένιωσε καλύτερα. Και τότε άκουσε το αυθόρμητο γέλιο του Ρόις. Ήταν το γέλιο του που την πρόλαβε από κάτι πιο ακραίο, επιτρέποντάς της να ξεχάσει για λίγο τη δυσφορία της και να δει τη γενική εικόνα. Η αγανάκτηση που την έπνιγε όλη μέρα εξατμίστηκε ως διά μαγείας. Χαμογελούσε μάλιστα ακούγοντας τον εξάψαλμο από μια απαυδισμένη Έντα. Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα από εκείνη τη στιγμή. Η σάλα άδειαζε σιγά σιγά. Τα τραπέζια μαζεύονταν, κι άρχιζαν ήδη οι προετοιμασίες για το πρωινό γεύμα. Η Κρίστεν υπέθετε ότι την περίμεναν ώρες δουλειάς μέχρι να πάει να ξεκουραστεί. Έκανε λάθος. Ο Ρόις σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Χωρίς λέξη, την πήρε από το χέρι και την τράβηξε μαζί του στη σκάλα. Μπορεί να δυσανασχετούσε, αν δεν ήταν τόσο εξουθενωμένη. Αλλά πάλι, της είχε πει ότι θα δήλωνε έμπρακτα στους αυλικούς του Αλφρέδου ότι την είχε υπό την προστασία του, και τι πιο εύγλωττο από το να την πάρει μαζί στην κάμαρά του; Το κατέστησε ακόμα πιο σαφές σταματώντας στη βάση της σκάλας για να


τη φιλήσει πεταχτά στα χείλη. Παραδόξως, η Κρίστεν δεν ένιωσε καθόλου άβολα με όλες αυτές τις δημόσιες εκδηλώσεις τρυφερότητας. Έτσι ακριβώς θα αποσύρονταν από τη σάλα, αν ήταν αντρόγυνο. Αλλά αυτό που βάρυνε ακόμα περισσότερο στη ζυγαριά ήταν ότι ο Ρόις άφηνε τον βασιλιά και την ακολουθία του στη φροντίδα του Άλντεν, προκειμένου να αποσυρθεί μαζί της. Κι αυτό έδειχνε πόσο ψηλά έβαζε την ασφάλειά της. «Έκανες καλά που δεν πρόβαλες αντίσταση, Κρίστεν», της είπε τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα της κάμαράς του και άφησε το χέρι της. Ο τόνος του ήταν σαν να την ευγνωμονούσε που του επέτρεψε να δώσει αυτή τη μικρή παράσταση. Η Κρίστεν πήγε αμίλητη προς το κρεβάτι, όπου κάθισε βαριά. Ήταν κατάκοπη. «Δεν θα σου εναντιωνόμουν μπροστά σε άλλους, μιλόρδε». Εκείνος στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε σκυθρωπιάζοντας. «Ίσως δεν αντιλήφθηκες τι…» Τον διέκοψε γελώντας. «Ήταν κάπως τραχιά η χειρονομία, αλλά βρήκα το μήνυμα απόλυτα σαφές – όπως και οι καλεσμένοι σου, πιστεύω. Με μάρκαρες σαν δική σου». «Και δεν σε πειράζει;» «Προφανώς όχι, αλλιώς θα ήμουν θυμωμένη. Εκτός αν είμαι πολύ εξαντλημένη για να θυμώσω. Δεν ξέρω. Αλλά γιατί φαίνεσαι ενοχλημένος; Θα εξυπηρετούσε καλύτερα τον σκοπό σου αν με κουβαλούσες σηκωτή ως εδώ, ενώ θα χτυπιόμουν και θα τσίριζα;» «Η αλήθεια είναι ότι δεν θα με ξάφνιαζε», απάντησε γρυλίζοντας. Εκείνη του χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της. «Όπως σου είπα, δεν θα σου εναντιωνόμουν μπροστά σε άλλους». «Και γιατί αυτό;» θέλησε να μάθει. «Δεν σε είδα να διστάζεις άλλοτε». «Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή ανάμεσα σε άντρες, και ξέρω τι περήφανα πλάσματα είναι. Δεν θα μου το συγχωρούσες ποτέ αν σε νικούσα μπροστά σε κάποιον. Αλλά εδώ, που είμαστε μόνοι μας, δεν θα πείραζε τόσο». Ο Ρόις γέλασε. «Νομίζω ότι αυτό ισχύει και για σένα, αλεπουδίτσα». Η Κρίστεν ανασήκωσε τους ώμους και ξάπλωσε πίσω, κοιτάζοντάς τον με μισόκλειστα μάτια. Ο Ρόις πήρε μια κοφτή ανάσα. Τον προκαλούσε και τον προσκαλούσε όπως κειτόταν μπροστά του χαλαρή, πρόθυμη. Το αίμα κατέκλυσε τον βουβώνα του, αλλά εξακολουθούσε να μην πιστεύει ότι η Κρίστεν δεν σκάρωνε κάτι. Η μεταστροφή αυτή παραήταν απότομη για να είναι αληθινή. Η Κρίστεν παρερμήνευσε τον δισταγμό του. «Καταλαβαίνω, μιλόρδε»,


μουρμούρισε με ένα βραχνό γελάκι. «Τι καταλαβαίνεις, δηλαδή;» τη ρώτησε τραχιά. Η αλήθεια είναι ότι είχε πειραχτεί από την αντίδρασή της, αφού δεν έβρισκε καμιά λογική εξήγηση. Ανασηκώθηκε λίγο, ρίχνοντας το βάρος στους αγκώνες της. Οποιαδήποτε άλλη στη θέση της θα είχε θορυβηθεί από τον τόνο του. Η Κρίστεν του χάρισε ένα χαμόγελο. «Είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα. Δεν είναι παράξενο που δεν με βρίσκεις θελκτική». Δεν πίστευε στα αφτιά του. «Δεν σε βρίσκω θελκτική;» κραύγασε σχεδόν. «Ναι. Θα ζητούσα άδεια για ένα λουτρό, αλλά θα έπρεπε να διασχίσω τη σάλα. Οι καλεσμένοι σου θα πίστευαν ότι μ’ έστειλες εσύ να ξεβρομίσω. Ε, έχω κι εγώ την περηφάνια μου». Εκείνος την κοίταξε άναυδος για μερικές στιγμές, κι έπειτα γονάτισε πάνω στο στρώμα για να σκύψει από πάνω της. «Γυναίκα…» άρχισε. Αυτή τη φορά τον διέκοψε βάζοντας τις παλάμες στο στέρνο του. «Όχι, θα βρομάω σίγουρα. Πώς θα μπορούσες;» «Με μεγάλη ευχαρίστηση, πίστεψέ με», απάντησε γελώντας. «Αλλά αν λαχταράς τόσο πολύ ένα μπάνιο, υπάρχει μια λιμνούλα εδώ κοντά». Τα μάτια της φωτίστηκαν. «Θα με πήγαινες εκεί;» «Αμέ». Έριξε το βάρος του στα χέρια της για να της κλέψει ένα φιλί. Ένιωσε αγαλλίαση βλέποντας την έκφρασή της. Οπότε ήταν ακόμα μεγαλύτερη η έκπληξή του όταν την άκουσε να ξεφυσάει φουρκισμένη. «Τι άδικο! Να με βάζεις σε πειρασμό με κολύμπι σε κρύα νερά, τη στιγμή που είμαι τόσο κουρασμένη ώστε ούτε το χέρι μου δεν μπορώ να σηκώσω!» «Κύριε των Δυνάμεων!» γρύλισε και τραβήχτηκε πίσω. «Εσύ θα με τρελάνεις, κοπελιά!» «Γιατί;» Την κοίταξε εξεταστικά μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα, και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν τον πείραζε. Μιλούσε σοβαρά. Ανέτρεξε σε όλη τη στάση της από τη στιγμή που ανέβηκαν στην κάμαρά του και κατάλαβε: ήταν αληθινή η απογοήτευσή της πριν λίγο. «Είσαι αλήθεια τόσο κουρασμένη;» Του χάρισε ένα αχνό χαμόγελο. «Φοβάμαι ότι η ζέστη της σάλας σου στράγγισε ολότελα τις δυνάμεις μου. Τη δουλειά την αντέχω, αλλά ήταν τόσο αποπνικτικά…» Σωριάστηκε ξανά στο στρώμα με έναν στεναγμό. «Καλύτερα που δεν με θέλεις τώρα. Δεν νομίζω ότι θα απολάμβανε κανείς μας την άσκηση». Ήταν έτοιμος να πει «Εσύ μπορεί όχι», αλλά συγκρατήθηκε. Άλλοτε θα τον σκανδάλιζε μια τόσο ξεδιάντροπη δήλωση. Μάλλον άρχιζε να συνηθίζει την


ευθύτητά της, αν και όχι τις ανακολουθίες της. «Θέλεις ακόμα εκείνο το μπάνιο;» Έκλεισε τα μάτια, αλλά στα χείλη της τρεμόπαιζε ακόμα ένα χαμόγελο. «Ωραίο θα ήταν, αλλά δεν πάω κάτω. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σπαταλήσω άλλη ενέργεια για να τσακωθώ μαζί σου». Του ξέφυγε ένα επικριτικό μουγκρητό. Είχε ενέργεια για να τσακωθεί μαζί του, όχι όμως για να κάνει έρωτα! Μα αυτός την ήθελε, άσχετα από την εξάντληση και την κατάστασή της. Από την άλλη, γιατί να συμβιβαστεί με μια νωθρή, νυσταλέα Κρίστεν, τη στιγμή που η φλογερή της ανταπόκριση ήταν αυτή που απολάμβανε ολόψυχα; Η Κρίστεν είχε ανοίξει τα μάτια ακούγοντας το μουγκρητό του και τον κοίταζε κάτω από τις βαριές βλεφαρίδες της. Το μυαλό της πρέπει να ήταν το ίδιο αποκαμωμένο όσο το κορμί της. Είχε βγάλει κάποια συμπεράσματα με βάση αυτά που ένιωθε η ίδια. Προφανώς ο Ρόις δεν συμμεριζόταν τα αισθήματά της, ειδικά αν έκρινε από τη σχεδόν πονεμένη έκφρασή του. Την ήθελε, εδώ και τώρα, αλλά η επίγνωση δεν προκάλεσε το αναμενόμενο φούντωμα μέσα της. Τη χαροποίησε, όμως δεν την αναστάτωσε. «Όπως επιθυμείς, μιλόρδε». Τον είδε να φουρκίζεται με την προσφορά της, ωστόσο μετά χαλάρωσε, τα χαρακτηριστικά του μαλάκωσαν. «Ναι, κοπελιά, το επιθυμώ, αλλά θα σεβαστώ τη δική σου επιθυμία. Έλα, μπορείς να έχεις το μπάνιο σου». Αναστέναξε βαριά όταν την έπιασε από το χέρι. «Ρόις, όχι. Πιο πολύ απ’ όλα θέλω να κοιμηθώ». Ήταν τόσο κουρασμένη που τον προσφώνησε με το όνομά του, αντί για Σάξονα ή μιλόρδε – με υποτιμητικό τόνο. Του άρεσε. Πρώτη φορά την έβλεπε έτσι. Η εξάντληση είχε ρίξει ολότελα τις άμυνές της. «Εσύ δεν χρειάζεται παρά να σταθείς όρθια για λίγη ώρα», την καθησύχασε χαμογελώντας. «Τα υπόλοιπα θα τα κάνω εγώ». «Να σταθώ;» «Ναι, εδώ». Την οδήγησε στη λεκάνη με το νερό που είχαν τοποθετήσει πάνω στο τραπέζι του. Υπήρχε ένα διπλωμένο πανί εκεί, ένα σφουγγάρι και ένα κομμάτι σαπούνι. «Τι είναι αυτό πάλι;» ρώτησε σκυθρωπιάζοντας εκείνη. «Εσύ πάντα πλένεσαι κάτω». «Το λουτρό έχει παραχωρηθεί στους φιλοξενούμενούς μου. Όταν έχουμε καλεσμένους, μου φέρνουν πάντα εδώ νερό. Δεν είσαι η μόνη που υποφέρει από τη ζέστη σε μια αποπνικτική σάλα γεμάτη κόσμο, αν και φαντάζομαι ότι εσύ


υπέφερες χειρότερα». «Ό,τι κι αν φαντάζεσαι, η πραγματικότητα το ξεπερνάει», του είπε σοβαρά. «Αλήθεια σου πέφτει τόσο βαρύ το κλίμα μας, κοπελιά;» θέλησε να μάθει καθώς την έγδυνε. «Δεν πρόσεξα να σε πτοεί ως τώρα». Μετάνιωσε για το πείραγμα, φοβούμενος ότι θα το έπαιρνε σαν υποτίμηση των δεινών της. Η Κρίστεν τον ξάφνιασε για άλλη μια φορά γελώντας πρόσχαρα. «Ξέρεις, αν δεν είχες γελάσει τη στιγμή που ξήλωσα τα μανίκια μου, θα έκανα καμιά χοντράδα έτσι που υπέφερα από τη ζέστη. Σου φάνηκε αλήθεια τόσο αστεία η κίνησή μου;» Χαμογέλασε όταν δεν πήρε απάντηση. «Σου θύμισα πεισμωμένο παιδί, ε; Έτσι είδα εγώ τον εαυτό μου όταν σε άκουσα να γελάς». Εκείνος αρκέστηκε σε ένα γρύλισμα, γιατί είχε μαντέψει ακριβώς τη σκέψη του. Τώρα, πάντως, δεν την έβλεπε καθόλου σαν παιδί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, με τόσο μεγαλειώδες… Απορούσε με τον εαυτό του, που νόμισε ότι θα μπορούσε να τη νίψει ο ίδιος, σαν μικρό παιδί. Και τότε πρόσεξε ότι τα βλέφαρά της ήταν σφαλιστά, τα μέλη της απόλυτα χαλαρωμένα. Είχε αποκοιμηθεί σχεδόν όρθια! Έμεινε να την κοιτάζει αποσβολωμένος. «Δεν είσαι αναγκασμένος να το κάνεις, μιλόρδε», ψιθύρισε η Κρίστεν χωρίς να ανοίξει τα μάτια. «Το ξέρω», απάντησε, δεχόμενος την πρόκληση. Άπλωσε το χέρι του στο σαπούνι, ευχαριστημένος που εκείνη δεν το είδε να τρέμει. Προσπάθησε να τη σαπουνίσει στα γρήγορα, και μάλιστα ακολουθώντας με φευγαλέες ματιές τα χέρια του. Δεν ήταν εύκολο. Ούτε τον ωφέλησε καθόλου. Μπορεί να μην κοίταζε, αλλά άγγιζε και ένιωθε. Ήταν τρελός που υπέβαλλε τον εαυτό του σε αυτό το βασανιστήριο, ενώ δεν είχε πρόθεση να τη διεκδικήσει μετά. Γιατί δεν θα το έκανε. Το γεγονός και μόνο ότι στεκόταν ακίνητη εκεί επιβεβαίωνε την εξάντλησή της. Κι ευθυνόταν εκείνος. Δεν είχε σκεφτεί πόσο θα την εξουθένωνε όλη η επιπλέον δουλειά σήμερα. Οι υπηρέτριες ήταν συνηθισμένες τόσο στη σκληρή δουλειά όσο και στα καλοκαίρια του Ουέσεξ. Αλλά όχι και η Κρίστεν. Χρησιμοποίησε το σφουγγάρι για να την ξεπλύνει, αφήνοντας το νερό να τρέχει στα λερωμένα ρούχα που ήταν πεσμένα στα πόδια της. Η έκφραση απόλυτης ευχαρίστησης στο πρόσωπό της, όπως κυλούσε πάνω της το δροσερό νερό, τον αποζημίωσε για το βασανιστήριο που είχε υποστεί. Μέχρι που καθυστέρησε το ξέπλυμα για να παρατείνει την ευχαρίστησή της. Στο τέλος τη σφούγγισε με το ύφασμα – με το οποίο την τύλιξε κιόλας, πριν την οδηγήσει πίσω στο κρεβάτι. Θα την είχε πάει αγκαλιά, αλλά θα έχανε τον


έλεγχο με μια τόσο στενή επαφή. Και πάλι, ο ηδονικός αναστεναγμός της μόλις την έβαλε στο κρεβάτι τον αναστάτωσε. Τη σκέπασε με το λεπτό σεντόνι, αφήνοντας το κάλυμμα διπλωμένο στα πόδια του κρεβατιού. «Μπορείς να κοιμηθείς όσο θες το πρωί», της είπε, πιο τραχιά απ’ όσο θα ήθελε. «Με κακομαθαίνεις, μιλόρδε». «Όχι, τα κίνητρά μου είναι εντελώς εγωιστικά». Μισάνοιξε τα βλέφαρά της με δυσκολία. «Τι σχέση έχει αυτό με…» «Κοιμήσου, κοπελιά!» «Εσύ δεν θα ξαπλώσεις;» Ο Ρόις βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και της γύρισε την πλάτη. Μάζεψε τα ρούχα της από το πάτωμα κι έφυγε. Θα τα έδινε στην Έντα να τα πλύνει, και μετά θα πήγαινε στη λίμνη για μια βουτιά στο κρύο νερό. Ακόμα κι έτσι, δύσκολα θα κατάφερνε να κλείσει μάτι στο κρεβάτι του απόψε.


Κεφάλαιο 27 Η Κρίστεν είχε την αίσθηση ότι ο άρχοντας Έλντρεντ την περίμενε. Μόλις έφτασε στον χώρο μαγειρέματος και η Έντα της έβαλε μια γαβάθα χυλό στα χέρια, εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του στην άλλη άκρη της σάλας και πήγε κοντά της. Δεν ένιωσε καθόλου φόβο βλέποντάς τον, απλώς κάθισε σε ένα σκαμνί στην άκρη του πάγκου εργασίας κοντά στο παράθυρο και άρχισε να τρώει. Η σάλα φαινόταν να έχει επανέλθει στους κανονικούς της ρυθμούς, με τις υπηρέτριες να δουλεύουν ήσυχα και κάμποσους άντρες της φρουράς του Ρόις να χαζολογούν εδώ κι εκεί. Ήταν σχεδόν όπως πάντα, με μόνη διαφορά τις επιπλέον κυρίες που γέμιζαν τον χώρο της αρχόντισσας Νταρέλ, καθισμένες γύρω της. Οι φιλοξενούμενες. Η Κρίστεν έπιασε κάποιες σκόρπιες κουβέντες για ένα κυνήγι, οπότε υπέθεσε πως γι’ αυτό έλειπαν ο βασιλιάς και οι αυλικοί του – όλοι εκτός από τον άρχοντα Έλντρεντ. «Άργησες να έρθεις στη δουλειά σου, κοπελιά». Είχε καθίσει στην άκρη του μακρόστενου τραπεζιού, με τρίποδα που δεν θα τα μάζευαν παρά αφού αναχωρούσαν οι φιλοξενούμενοι. Η άκρη αυτή απείχε ενάμισι με δύο μέτρα από το τραπέζι της Κρίστεν. Οι άλλες γυναίκες δούλευαν ακόμα εκεί, αλλά ήταν προφανές σε ποια απευθυνόταν. Κι όμως, μόνο εκείνες τον κοίταξαν. «Πράγματι», είπε σαν να μονολογούσε η Κρίστεν. Ακολούθησαν αρκετές στιγμές σιωπής, κι έπειτα είπε: «Βλέπω ότι τελείωσε η τιμωρία σου». «Δεν με αλυσόδεσαν για τιμωρία», απάντησε πράα, ενώ συνέχισε να τρώει. «Ναι, θυμάμαι, είπες ότι είσαι επικίνδυνη». Ο τόνος του ήταν εριστικός. «Μπορεί και να σε πίστευα μετά το χτεσινό επεισόδιο, αλλά δεν θα ήσουν ελεύθερη τώρα, αν ήταν αλήθεια». Η Κρίστεν ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως ο άρχοντας Ρόις αισθάνεται ότι τώρα υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος εδώ από μένα». «Ποιος κίνδυνος; Ανάθεμά σε, κοίταζέ με όταν σου μιλάω!» Εκείνη σήκωσε αργά το βλέμμα στα οργισμένα χαρακτηριστικά του. Τα μάγουλά του ήταν αναψοκοκκινισμένα, το στόμα του στράβωνε στη μια μεριά. Δεν ήταν όμορφος όταν θύμωνε. Απέστρεψε αδιάφορα το βλέμμα, όπως θα έκανε με ένα ψωριάρικο σκυλί. Έφαγε άλλη μία κουταλιά πριν δώσει την απάντησή της: «Εσύ ήσουν ο κίνδυνος, μιλόρδε. Έχω την ελευθερία να


προστατεύσω τον εαυτό μου. Ο άρχοντας Ρόις ξέρει ότι είμαι πολύ καλή σε αυτό». Τολμούσε να τον αγνοεί! Ο Έλντρεντ δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ άλλοτε τέτοια απαξίωση από γυναίκα. Οι γυναίκες τον καλόπιαναν, τον ερωτεύονταν, τσακώνονταν μεταξύ τους για την εύνοιά του. Κι αυτή, μια σκλάβα, τον αντιμετώπιζε σαν να τον θεωρούσε ανάξιο της προσοχής της. Μπορούσε να τη σκοτώσει γι’ αυτό. Αν ήταν μόνοι, θα την έβαζε κάτω… και θα την έκανε να πληρώσει ακριβά για την προσβλητική συμπεριφορά της. «Ο Ρόις σε αλυσόδεσε», κάγχασε τώρα εκείνος, «όπως αλυσοδένει αυτούς τους βάρβαρους έξω, που χτίζουν το τείχος του. Πες μου, κοπελιά, και στο κρεβάτι του με αλυσίδες σε κρατάει;» Άκουσε τις γυναίκες γύρω της να παίρνουν μια κοφτή ανάσα γι’ αυτή του τη χοντράδα, η ίδια όμως έμεινε εντελώς απαθής. Καθόταν εκεί με ολύμπια αταραξία και έτρωγε το φαγητό της, ενώ εκείνος ήθελε να τη στραγγαλίσει. Πώς κατάφερε να τον βγάλει εκτός εαυτού; Το μόνο που ήθελε ήταν να την τσιγκλήσει και να τη γελοιοποιήσει, να πάρει το αίμα του πίσω για το χτεσινό επεισόδιο. Έπρεπε να τα παρατήσει, αν δεν ήθελε να δώσει λαβή για κουτσομπολιά, σαν αυτά που άκουσε το ίδιο πρωί: ότι ο Ρόις δεν περίμενε καν να βρεθεί μόνος για να την καλέσει στο κρεβάτι του, αλλά την πήρε μαζί του από τη σάλα. Είχε διατυμπανίσει ανερυθρίαστα την αδυναμία του σε μια σκλάβα –μια σκλάβα!– και μάλιστα μπροστά στον βασιλιά του! Ο Έλντρεντ ευχόταν να είχε παρακολουθήσει αυτή τη γελοιότητα, αλλά είχε προτιμήσει να μην αντιμετωπίσει τον Ρόις παρουσία του Αλφρέδου, ειδικά αφού ο Άλντεν τού κατέστησε σαφές ότι η συγκεκριμένη σκλάβα ήταν ξεχωριστή για τον ξάδελφό του. Ο Ρόις δεν το είχε σε τίποτα να τον προκαλέσει γι’ αυτό που πήγε να κάνει και, δυστυχώς, ήταν ανίκητος αντίπαλος. Από την άλλη μεριά, ο Έλντρεντ είχε κοπιάσει πολύ για να κερδίσει την εκτίμηση του Αλφρέδου, ώστε να τη χάσει σε μια διένεξη με τον Ρόις για μία σκλάβα. Και πάλι, όμως, δεν μπορούσε να τα παρατήσει. Μάνιαζε από οργή, που δεν θα έσβηνε παρά μόνο με τον εξευτελισμό της. «Φέρε μου μπίρα, κοπελιά», την πρόσταξε τραχιά. «Όχι εσύ!» αποπήρε εκείνη που πήγε να τον εξυπηρετήσει. «Θα μου τη φέρει η Βίκινγκ». Επιτέλους, είχε τραβήξει την προσοχή της. Αλλά η ικανοποίησή του αποδείχτηκε βραχύβια, γιατί τότε είδε τα μάτια της να σπιθίζουν περιπαικτικά. «Αν θέλεις πραγματικά μπίρα, μιλόρδε, καλύτερα να αφήσεις την Έντρια να σου τη φέρει. Αλλιώς, θα πρέπει να την πάρεις μόνος σου».


«Αρνείσαι να με σερβίρεις;» Η Κρίστεν πίεσε τον εαυτό της να μη χαμογελάσει. «Όχι, μιλόρδε», απάντησε. «Υπακούω στις εντολές του άρχοντα Ρόις –όταν με βολεύουν. Και με βολεύει πολύ που μου απαγόρευσε να σερβίρω τους καλεσμένους του». Το είχε παρακάνει! Ο Έλντρεντ όρμησε πάνω της, την τράβηξε όρθια με το ένα χέρι, ενώ τίναζε το άλλο πίσω για να τη χτυπήσει. Τον σταμάτησε όμως σπρώχνοντάς τον μακριά της. Ο Έλντρεντ ε ξανά καταπάνω της, αλλά αυτή τη φορά τον σταμάτησε μια τραχιά φωνή πίσω του. «Μην την αγγίξεις, μιλόρδε». Στράφηκε απότομα και βρέθηκε να κοιτάζει τον δουλοπάροικο του Ρόις, τον Σέλντον. Ένας δεύτερος άντρας της φρουράς του Ρόις στεκόταν ένα βήμα πιο πίσω. Είχαν κι οι δυο τα χέρια τους στη λαβή των σπαθιών τους. «Αυτή τη φορά δεν θα μου γλιτώσει!» γρύλισε ο Έλντρεντ. «Θα τιμωρηθεί για την αναίδειά της!» «Όχι από σένα, μιλόρδε. Ο άρχοντας Ρόις έδωσε ρητή εντολή να μην αγγίξει κανείς αυτή τη γυναίκα». Τώρα ήταν η Κρίστεν που θίχτηκε. «Δεν χρειάζομαι τη βοήθεια κανενός για να αντιμετωπίσω αυτόν τον αχρείο. Θα τον είχα καρφώσει με το ίδιο του το όπλο!» Πριν καταλάβουν τι ετοιμαζόταν να κάνει, άρπαξε το στιλέτο του Έλντρεντ από τη ζώνη του. Ήταν από καθαρή περιφρόνηση που το κάρφωσε στο τραπέζι, αντί να το κρατήσει για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Κι ήταν αυτή η ταπείνωση που τον έκανε να αγνοήσει την προειδοποίηση που του είχε δοθεί και να της ρίξει μια δυνατή ανάστροφη. Η Κρίστεν αντεπιτέθηκε ενώνοντας τις γροθιές της και χτυπώντας τον πλάγια στο σαγόνι. Το χτύπημα τον προσγείωσε στο τραπέζι και σωριάστηκε κάτω. Οι άντρες του Ρόις τον βοήθησαν να σηκωθεί, αλλά δεν τον άφησαν, παρόλο που έβριζε και πάλευε. Πάνω απ’ όλο αυτόν τον σαματά, η Κρίστεν άκουσε την Νταρέλ να στριγκλίζει και γύρισε για να τη δει να τρέχει προς την είσοδο. Και τότε έπνιξε ένα βογκητό, αφού είδε τον Ρόις να στέκεται στο άνοιγμα, και μάλιστα όχι μονάχος, αλλά μαζί με τον Αλφρέδο. Και φαινόταν έτοιμος για φόνο. Έδιωξε την Νταρέλ με μια μονολεκτική προσταγή. Ο Έλντρεντ άκουσε τον Ρόις και σταμάτησε να παλεύει. Τώρα τον είδαν και οι δύο άντρες και ελευθέρωσαν τον άρχοντα. Στέκονταν όλοι εκεί σαν αγάλματα, όσο ο Ρόις και ο βασιλιάς διέσχιζαν τη σάλα. Το πρόσωπο της Κρίστεν δεν πρόδιδε τίποτα απ’ ό,τι αισθανόταν. Ήταν εντελώς ατάραχη εξωτερικά, αλλά μέσα της έτρεμε. Δική της ευθύνη ήταν όλο


αυτό. Σκόπιμα είχε προκαλέσει τον ψωρολόρδο. Επιδίωκε την οργή του και τα κατάφερε. Και τώρα θα πλήρωνε το τίμημα. Ο Ρόις φαινόταν αρκετά εξαγριωμένος και έτοιμος να κάνει πολύ χειρότερα από το να την αλυσοδέσει απλώς. Ο Έλντρεντ είδε την ευκαιρία του για εκδίκηση και την άδραξε. Απευθύνθηκε ικετευτικά στον Αλφρέδο, πριν ανοίξει το στόμα του ο Ρόις. «Εξοχότατε, απαιτώ την τιμωρία αυτής της σκλάβας. Σήκωσε για δεύτερη φορά το χέρι της ενάντια σε ευγενείς της αυλής σου. Ο λόρδος Ράντγουλφ είναι στο κρεβάτι με ένα σπασμένο πλευρό από το πλήγμα που του κατάφερε με μία αλυσίδα. Και τώρα, τολμά να χτυπήσει εμένα και…» Ο Σέλντον απευθύνθηκε στον άρχοντά του. «Τον προειδοποιήσαμε, μιλόρδε, ότι είχατε δώσει εντολή να μην την αγγίξει κανείς». «Είναι αλήθεια, Έλντρεντ;» ρώτησε ατάραχα ο βασιλιάς. «Με προκάλεσε!» επέμεινε εκείνος. «Ο λόγος δεν έχει σημασία», απάντησε ο Αλφρέδος. «Δεν σου ανήκει για να την τιμωρήσεις και προειδοποιήθηκες να μην το κάνεις. Αυτή η αναστάτωση αποτελεί αρκετή παραβίαση ασύλου σε βάρος του οικοδεσπότη σου. Θα μας αποχαιρετήσεις τώρα, και δεν θα επιστρέψεις στην αυλή παρά μόνο κατόπιν προσκλήσεώς μου». Ο Έλντρεντ πάνιασε. Φαινόταν έτοιμος να διαμαρτυρηθεί, αλλά μάλλον το ξανασκέφτηκε, γιατί κατένευσε κοφτά και αποσύρθηκε. Ο Ρόις τον παρακολουθούσε να φεύγει από τη σάλα με τις γροθιές σφιγμένες στα πλευρά του. «Θα προτιμούσα να μην το είχες κάνει αυτό, εξοχότατε». «Το ξέρω», απάντησε ο Αλφρέδος καταπνίγοντας ένα χαμόγελο. «Θα προτιμούσες να το διευθετήσεις με το σπαθί σου. Αλλά κάνε υπομονή, φίλε μου. Το Ουέσεξ χρειάζεται όλους τους άντρες που διαθέτει αυτή την ώρα, ακόμα κι αυτούς της φάρας του Έλντρεντ. Όταν συνάψουμε πραγματική ειρήνη, θα είσαι ελεύθερος να λύσεις τις διαφορές σου μαζί του». Ο Ρόις κοίταξε έντονα τον βασιλιά του για μερικές στιγμές, όμως τελικά χαλάρωσε και έγνεψε καταφατικά. Κι έπειτα, στράφηκε στην Κρίστεν. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και άπλωσε το τεράστιο χέρι του πάνω στο κόκκινο σημάδι στο μάγουλό της. «Είσαι καλά;» Ήταν τόση η ανακούφιση της Κρίστεν, που παραλίγο να σωριαστεί στα πόδια του. Αυτή η μαύρη, δολοφονική μανία που είχε δει στα μάτια του δεν είχε στόχο την ίδια. Δυστυχώς, η ανακούφιση άνοιξε την κερκόπορτα στην αγανάκτηση. Απαλλαγμένη από τον φόβο της επίπληξης, θυμήθηκε τον λόγο που θύμωσε τόσο πριν.


Έδειξε τους άντρες της φρουράς του με τεντωμένο δάχτυλο. «Δεν χρειάζομαι τα τσοπανόσκυλά σου, μιλόρδε». Το χέρι του έπεσε από το πρόσωπό της. «Το είδαμε». Το είδαν; Πολύ ωραία, το είχαν δει, αλλά δεν είχαν ακούσει ό,τι διαμείφθηκε. Έριξε μια πλάγια ματιά στους δυο φρουρούς για να δει αν σκόπευαν να μπουν σε λεπτομέρειες. Την κοίταζαν με την ίδια ακριβώς έκφραση. Ο Σέλντον της χαμογελούσε. Δεν μίλησαν τώρα, αλλά μπορεί να το έκαναν αργότερα. Και τότε ίσως έλεγαν στον Ρόις ότι είχε τσιγκλήσει τον Έλντρεντ με τη γλώσσα της, ότι η ανάποδη που έφαγε ήταν η απάντηση στις προσβολές της. Η οργή καταλάγιασε μέσα της σε δυσαρέσκεια, την οποία εξέφρασε χαμηλόφωνα. «Ξέρω γιατί τους ανέθεσες να με παρακολουθούν, μιλόρδε. Όχι για να με προστατεύουν, αφού ξέρεις ότι μπορώ κάλλιστα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Αντικαθιστούν την πεδούκλα, με προσέχουν να μην αποδράσω. Έτσι δείχνεις την εμπιστοσύνη σου;» Ο Ρόις συνοφρυώθηκε. Δεν μπορούσε να την εξευμενίσει μπροστά στον βασιλιά του. Δεν γινόταν! Από την άλλη, γνώριζε την Κρίστεν αρκετά για να ξέρει πως όταν ήταν θυμωμένη, κάθε συνδιαλλαγή μαζί της ήταν πιο δύσκολη – αλίμονό του, δηλαδή. «Μέχρι να κλείσουμε τη συμφωνία μας, κοπελιά, μην αμφισβητείς τις πράξεις μου». Ο τόνος του ήταν τραχύς, τα σμαράγδια των ματιών του κάμποσους τόνους πιο σκούρα. Η Κρίστεν θυμήθηκε πολύ αργά την παρουσία του Αλφρέδου. Του έριξε μια κλεφτή ματιά, για να ανακαλύψει ότι διασκέδαζε με αυτή τη στιχομυθία μεταξύ άρχοντα και σκλάβας. Μα τον Μεγαλοδύναμο! Πόσο ανόητη ήταν για να τολμά να προκαλεί τον Ρόις μπροστά στον ηγεμόνα του; Και είχε ξεχάσει τελείως τη συμφωνία που είχε αναφέρει νωρίτερα. Ήταν περήφανη, αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να αναγνωρίζει τα λάθη της. Χάρισε στον Ρόις ένα διστακτικό χαμόγελο και συνέχισε εκφράζοντας τη μεταμέλειά της. «Συγχώρεσέ με, μιλόρδε. Μερικές φορές χάνω τον έλεγχο της γλώσσας μου. Και λυπάμαι ειλικρινά για την αναστάτωση. Ο λόρδος Έλντρεντ προσπαθούσε να με εξοργίσει – όπως κι εγώ αυτόν. Πετύχαμε και οι δύο τον σκοπό μας, αλλά ζητώ ταπεινά συγγνώμη που χρειάστηκε να γίνετε μάρτυρας αυτής της απαράδεκτης σκηνής». Ο Ρόις έμεινε περισσότερο άναυδος από την απολογία παρά από την ομολογία της. Αλλά ήταν η ομολογία που έκανε τον βασιλιά του Ουέσεξ να ρίξει πίσω το λιονταρίσιο κεφάλι του και να ξεσπάσει σε ηχηρά γέλια. «Μα τον Θεό, Ρόις,


τόση ειλικρίνεια είναι τρομακτική! Κι εγώ που νόμιζα ότι σε ζήλευα για το έπαθλό σου. Όχι, να μένει, παραείναι ευθύς για μια βασιλική αυλή που βρίθει πανουργίας και κούφιων κολακειών». Ο Ρόις ρουθούνισε. «Δεν σου την πρόσφερε κανείς, Εξοχότατε». Η Κρίστεν πήρε μια κοφτή ανάσα ακούγοντας την τολμηρή απάντηση, αλλά ο Αλφρέδος γέλασε. «Απ’ ό,τι βλέπω, η ευθύτητά της είναι μεταδοτική. Καλά θα κάνω να κρατάω τους άλλους ευγενείς μου σε απόσταση, διαφορετικά δεν θα ξανακούσω ποτέ τι καταπληκτικός κυνηγός είμαι!» Ήταν η σειρά του Ρόις να γελάσει. «Σήμερα πάντως δεν θα σου λείψουν οι έπαινοι, Εξοχότατε, αφού εσύ μας εξασφάλισες το θήραμα του δείπνου». Απομακρύνθηκαν κουβεντιάζοντας, αλλά ο Ρόις πρόλαβε να ρίξει στην Κρίστεν μια περίεργη ματιά και να χαμογελάσει. Τον είχε εξευμενίσει, όπως είχε σκοπό. Αργότερα, θα έπρεπε να την εξευμενίσει κι αυτός.


Κεφάλαιο 28 Η Έντα έστειλε πάνω την Κρίστεν. Το γεγονός ότι ανέβηκε μόνη της, χωρίς τη συνοδεία της γερόντισσας ή των δύο ένοπλων αντρών, βελτίωσε κατά πολύ τη διάθεσή της. Ούτε που της πέρασε από το μυαλό να πάει οπουδήποτε αλλού πέρα από την κάμαρα του Ρόις. Εκείνος ήταν ακόμα κάτω στη σάλα. Η ώρα ήταν περασμένη. Οι περισσότεροι από τους καλεσμένους του είχαν αποσυρθεί, αλλά ο βασιλιάς συνέχιζε να πίνει και να αφηγείται ιστορίες αντάξιες κάθε τροβαδούρου. Φαινόταν μάλλον απίθανο να αποσυρθεί ο Ρόις για δεύτερη φορά πριν από τον βασιλιά του. Η Κρίστεν το ήξερε και επιστράτευσε την υπομονή της. Χτες βράδυ ήταν υπερβολικά αποκαμωμένη για να θυμάται οτιδήποτε σχετικά με τη συμφωνία που θα συζητούσαν. Απόψε ήταν πολύ διαφορετικά. Δεν ήταν καθόλου κουρασμένη, αφού πολλές από τις συνηθισμένες δουλειές της τις είχαν αναλάβει άλλες. Της επιτρεπόταν να κάνει μικρά διαλείμματα στο παράθυρο. Μέχρι που η Έντα την πήρε για κάμποσες ώρες από τη ζεστή σάλα, για να τακτοποιήσουν τις κάμαρες των φιλοξενούμενων στο πάνω πάτωμα. Η Κρίστεν αναλογίστηκε τη χτεσινή νύχτα και κατάλαβε ότι ο Ρόις είχε δώσει εντολή να μειώσουν τον φόρτο εργασίας της. Όπως κατάλαβε τι εννοούσε όταν της είπε ότι είχε εγωιστικά κίνητρα, αλλά καθόλου δεν την πείραξε. Κι αυτή ανυπομονούσε για μια βραδιά στην αγκαλιά του. Δεν είχε σκοπό να του κρύψει τίποτα πια. Όχι μόνο της έδωσε την ελευθερία της, αλλά της απέδειξε με διάφορους τρόπους ότι νοιαζόταν για εκείνη. Ναι, ο Σάξονάς της είχε αρχίσει να ενδίδει. Ήταν θέμα χρόνου να παραδεχτεί ότι στο πρόσωπό της είχε βρει το άλλο του μισό. Και τότε, θα την παντρευόταν. Θα ελευθέρωνε τους δικούς της, οι οποίοι θα γύριζαν στην πατρίδα τους με ένα μήνυμα στους γονείς της. Όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Η διαδρομή ήταν δύσκολη, αλλά με τι ευτυχή κατάληξη! Η Κρίστεν χαμογέλασε βλέποντας ότι υπήρχαν δύο μεγάλες λεκάνες στο τραπέζι απόψε, καθώς και επιπλέον υφάσματα για να σφουγγίσουν το νερό. Χρησιμοποίησε βιαστικά τα δικά της, κι έπειτα χώθηκε γυμνή κάτω από το λεπτό σεντόνι για να περιμένει τον κύρη και αφέντη της. Ναι, μπορούσε να τον θεωρεί κύρη και αφέντη της τώρα, αφού αυτό θα γινόταν όταν παντρεύονταν. Ο Ρόις δεν άργησε ούτε μισή ώρα να έρθει να τη βρει. Η Κρίστεν θα αγαλλίαζε αν ήξερε πόσο αφηρημένος ήταν μετά την αναχώρησή της, σε βαθμό


που ο Αλφρέδος τον λυπήθηκε και αποσύρθηκε εσπευσμένα, προκειμένου να απαλλάξει τον οικοδεσπότη από τα καθήκοντά του. Και πάλι, όμως, τη χαροποίησε ιδιαίτερα η έκφραση της ευχάριστης έκπληξης που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του όταν τη βρήκε κιόλας στο κρεβάτι. Κουλουριάστηκε στο πλευρό της, με τον αγκώνα λυγισμένο και το κεφάλι ακουμπισμένο στην παλάμη της για να τον κοιτάζει να πηγαίνει κοντά της. Μα τον Θεό, της άρεσε πολύ αυτό που έβλεπε. Μπορεί να διαφωνούσαν συχνά και για διάφορα θέματα, αλλά δεν θα ήθελε να αλλάξει ούτε μία τρίχα πάνω σ’ αυτό το μεγαλειώδες κορμί. Από την ώρα που έφτασε ο βασιλιάς με τη συνοδεία του, ο Ρόις ντυνόταν πιο επίσημα απ’ ό,τι συνήθως. Φορούσε έναν μανδύα πιασμένο με πόρπη στον δεξιό του ώμο όπως όλοι οι άρχοντες, το χρώμα του οποίου ήταν σκούρο καφέ με κροκί επένδυση από σπάνιο μετάξι. Το ίδιο κροκί μετάξι κοσμούσε τον γιακά και το στρίφωμα της πουκαμίσας του στο χρώμα της άμμου, με μακριά μανίκια που εφάρμοζαν στους καρπούς. Οι γήινες αποχρώσεις του πήγαιναν έξοχα, αναδεικνύοντας το βαθυπράσινο των ματιών του. Φορούσε ακόμα φαρδιά ζώνη με ένθετες χοντρές πέτρες από κεχριμπάρι. Μέχρι και το στιλέτο που είχε περασμένο στη ζώνη του ήταν στολισμένο με πετράδια. Δεν της είχε μιλήσει μετά το περιστατικό με τον Έλντρεντ, και τώρα την ξάφνιασε λέγοντας: «Μου ζήτησες συγγνώμη σήμερα, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι υπήρχε λόγος». «Η απολογία μου ισχύει, κι είσαι ελεύθερος να τη δεχτείς ή να την απορρίψεις», του είπε καλόγνωμα. «Τότε την απορρίπτω». Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι, λυγίζοντας το ένα του γόνατο ώστε να μπορεί να την κοιτάζει. Άπλωσε το χέρι του στον γοφό της, κόμπιασε και τελικά το μάζεψε. «Γνωρίζω από καιρό τον Έλντρεντ. Ξέρω ότι έχει διαρκώς το μυαλό του σε ανακατώματα». «Δεν είπα ψέματα, μιλόρδε», του είπε ατάραχα. «Αλήθεια τον προκάλεσα σκόπιμα». «Αλλά αυτός σε πλεύρισε, όχι το αντίθετο». Χαμογέλασε. «Αυτό είναι αλήθεια». Ο Ρόις άπλωσε ξανά το χέρι του, κι αυτή τη φορά το άφησε πάνω στον γοφό της. «Δεν σε ευχαρίστησα για τη διακριτικότητά σου μπροστά στον Αλφρέδο». «Ναι, με ευχαρίστησες», αντιγύρισε χαμηλόφωνα. Πράγματι, ο Ρόις φοβόταν ότι δεν θα είχε ερμηνεύσει σωστά το χαμόγελο που της χάρισε ξεμακραίνοντας μαζί με τον ηγεμόνα του, αλλά είχε πέσει έξω. Η Κρίστεν τον ήξερε καλύτερα απ’ όσο πίστευε, κι αυτό τον ευχαριστούσε.


Της χαμογέλασε κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί. Δεν είχαν πολλές πιθανότητες να συζητήσουν αν έμενε τόσο κοντά της, και ήθελε πραγματικά να καταλήξουν σε συμφωνία. Δεν θα της ζητούσε δα και κάτι τρομερό. Όσο κι αν εκτιμούσε την ελευθερία της, του φαινόταν απίθανο να του έλεγε όχι. Έκανε να ξεκουμπώσει την πόρπη που συγκρατούσε τον μανδύα του, αλλά έμεινε σαν στήλη άλατος όταν η Κρίστεν ανακάθισε στη μέση του κρεβατιού. Το σεντόνι έπεσε στη μέση της, όμως δεν έκανε καμία κίνηση να το σηκώσει. Τον κοίταζε με προσμονή, κι ήταν τόσο άνετη με τη γύμνια της ώστε δεν αντιλαμβανόταν καν την επίδραση που είχε πάνω του. Ήταν καθηλωμένος, παρατηρούσε σαν υπνωτισμένος τη νύμφη στο κρεβάτι του, ανίκανος να τραβήξει το βλέμμα. «Η συμφωνία που θα πρότεινες, μιλόρδε;» «Τι;» Δεν θυμόταν να έχει δυσκολευτεί ποτέ τόσο πολύ να εστιάσει σε ένα ζευγάρι μάτια. Και η προσμονή που διάβασε μέσα τους σχεδόν ανέτρεψε την αποφασιστικότητά του. Έκανε μεταβολή, νιώθοντας την κάψα να απλώνεται κυματιστά στο κορμί του. Ήταν απίστευτη η δύναμη που είχε πάνω του. Αν την ανακάλυπτε ποτέ… ο Θεός να τον λυπόταν… Ξεροκατάπιε και συνέχισε να γδύνεται, προτιμώντας να σταθεί με γυρισμένη την πλάτη. Τελικά έπρεπε να κάνουν γρήγορα την κουβέντα τους, αλλιώς θα την ανέβαλαν ξανά. Καθάρισε τον λαιμό του, κι ακούστηκε σαν χαμηλός βρυχηθμός. «Η δυσκολία που αντιμετώπισες χθες το πρωί κατέδειξε ότι δεν ήσουν σε θέση να υπερασπιστείς τον εαυτό σου περιορισμένη με τα δεσμά σου. Βεβαίως λυπάμαι που προέκυψε τέτοια ανάγκη». Μια ματιά πάνω από τον ώμο του τον έπεισε ότι είχε την αμέριστη προσοχή της. Το σεντόνι, βέβαια, ήταν ακόμα πεσμένο στη μέση της. Πήγε στο τραπέζι κι έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο και στο στήθος του. Έπρεπε να ξεροβήξει πάλι για να καθαρίσει τον λαιμό του. «Δεν μου αρέσει που βρέθηκες σε τόσο επισφαλή θέση, Κρίστεν. Μπορώ να έχω άντρες της φρουράς μου να σε προσέχουν, όπως κάνω άλλωστε μέχρι τώρα, αλλά δεν είναι το ίδιο με το να μπορείς να αμυνθείς όταν δεν είμαι εδώ». «Δε χρειάζεται να εξηγείς γιατί με απάλλαξες από τις αλυσίδες, μιλόρδε». Ο Ρόις δεν χρειαζόταν να την κοιτάξει για να ξέρει ότι χαμογελούσε. Κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά στο τραπέζι για να βγάλει τα παπούτσια και τις δερμάτινες περικνημίδες του. «Πολύ καλά. Αυτό που θέλω από σένα είναι να μου υποσχεθείς ότι δεν θα κάνεις άλλη απόπειρα ενάντια στον ξάδελφό μου,


μέχρι να φύγουν ο Αλφρέδος και η συνοδεία του». «Ζητάς πολλά», απάντησε σιγανά εκείνη. «Σκέψου τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που έκανες σκόπιμα κακό στον Άλντεν, όσο βρίσκεται εδώ ο Αλφρέδος. Είναι δίκαιος, αλλά είδες κι εσύ σήμερα πώς προστατεύει τους ευγενείς του αυτόν τον καιρό. Ο νόμος μου αναγνώριζε το δικαίωμα να προκαλέσω τον Έλντρεντ. Επιπλέον, ο Αλφρέδος ήξερε πόσο διακαώς το επιθυμούσα. Κι όμως, έστειλε τον λεχρίτη στο σπίτι του, προστατεύοντάς τον από την οργή μου. Δεν θυσιάζει ούτε έναν άντρα από τις γραμμές του εν αναμονή της σύγκρουσης με τους Δανούς. Και γίνεται αμείλικτος με όποιον αφαιρεί τη ζωή πολεμιστή του». «Έγινες κατανοητός, μιλόρδε. Αλλά γιατί ζητάς να δεσμευτώ μόνο μέχρι την αναχώρηση του βασιλιά σου;» «Όταν έχουν φύγει όλοι οι λόρδοι, θα είσαι και πάλι ασφαλής». «Και τότε;» «Θα έχει περάσει ο κίνδυνος, οπότε γυρίζουμε στα προηγούμενα δεδομένα. Λοιπόν, θα μου δώσεις τον λόγο σου;» Η Κρίστεν έμεινε καθισμένη εκεί για μια ατέλειωτη στιγμή κατάπληξης, με το βλέμμα καρφωμένο στην πλάτη του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι παίρνοντας το σεντόνι μαζί της και τον πλησίασε τόσο αθόρυβα, ώστε τον αιφνιδίασε τυλίγοντας το ένα της μπράτσο στον λαιμό του. «Ναι, σου δίνω τον λόγο μου ότι δεν θα αγγίξω τον πολύτιμο Άλντεν σου», γουργούρισε στο αφτί του. «Αλλά σε ό,τι αφορά εσένα…» Ένα απότομο τράβηγμα ήταν το μόνο που χρειάστηκε για ανατρέψει την καρέκλα, μαζί με τον Ρόις. Άκουσε το μουγκρητό πόνου που ξέφυγε από τα χείλη του και την οργισμένη βλαστήμια που κραύγασε, αλλά έτρεχε ήδη προς την ξεκλείδωτη πόρτα. Στον διάδρομο όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με την αποκαρδιωτική επίγνωση ότι δεν μπορούσε να κατέβει στη σάλα γυμνή. Έτσι, έτρεξε προς την πιο κοντινή πόρτα με σκοπό να κρυφτεί από πίσω, όποιος κι αν έμενε στην κάμαρα εκείνη. Έξοχο σχέδιο –ειδικά για να καταστρωθεί υπό τις δεδομένες, ασφυκτικά πιεστικές συνθήκες–, αλλά δεν περίμενε να αντικρίσει τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Το κερί που έκαιγε δίπλα στο κρεβάτι τής επέτρεψε να αναγνωρίσει αμέσως τον βασιλιά του Ουέσεξ, που ανακάθισε κραδαίνοντας το σπαθί του. Έμειναν κι οι δύο εμβρόντητοι, αλλά μόνο για μια στιγμή. Εκείνος απόλαυσε χαμογελώντας το θέαμα: τον χείμαρρο των καστανόξανθων μαλλιών που κάλυπτε στους ώμους της, το σεντόνι που κρεμόταν ζαρωμένο μπροστά της, αφού δεν είχε προλάβει να το τυλίξει γύρω της.


Ωστόσο, η Κρίστεν είχε χάσει πολύτιμο χρόνο μέσα στη σαστιμάρα της. Είχε κλείσει την πόρτα της κάμαρας του Ρόις, αλλά την άκουγε κιόλας να ανοίγει. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να κρυφτεί εδώ μέσα. Δεν μπορούσε να κρατήσει την πόρτα κλειστή κόντρα στη δύναμη του Ρόις, ούτε έτρεφε την ελπίδα πως θα της το επέτρεπε ο βασιλιάς του. Και δεν προλάβαινε να βρει αλλού καταφύγιο, τώρα που εκείνος ήταν ήδη στον διάδρομο. Εξέτασε όλες τις εναλλακτικές της πριν στραφεί να αντικρίσει τον Ρόις, αδιαφορώντας που πρόσφερε στον Αλφρέδο απρόσκοπτη θέα στα οπίσθιά της. Μια ματιά στην αγριεμένη έκφραση του Ρόις ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεχάσει ακόμα και την ύπαρξη του βασιλιά. Χωρίς λέξη, εκείνος άρπαξε το χέρι της τη στιγμή που εκείνη το σήκωσε έναντίον του. Άφησε το σεντόνι να πέσει για να δοκιμάσει να τον χτυπήσει με το άλλο, αλλά ο Ρόις πρόλαβε και το γράπωσε κι αυτό· έφερε και τα δυο της χέρια πίσω από την πλάτη της, συνθλίβοντάς τη στο στήθος του. «Συγγνώμη, εξοχότατε», είπε στον βασιλιά του ο Ρόις. «Αλίμονο, ήταν πολύ διασκεδαστικό», απάντησε γελώντας εκείνος. Ο Ρόις κατένευσε κοφτά και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα, πριν σύρει την Κρίστεν πίσω στην κάμαρά του. Έσφιγγε σπασμωδικά τα σαγόνια του, αφού δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του να επιχειρήσει να μιλήσει. Ευχαρίστως θα της έστριβε το λαρύγγι! Έκλεισε την πόρτα της κάμαράς του με μια κλοτσιά και την τράβηξε ως το κρεβάτι. Κάθισε βαριά, τραβώντας την κάθετα στα γόνατά του. Την έσφιγγε σε μια λαβή που δεν της επέτρεπε να κουνήσει τα χέρια της, ενώ τα πόδια της κλοτσούσαν τον αέρα. Έμεινε καθισμένος για αρκετή ώρα έτσι, κρατώντας την απλώς εκεί, ενώ αγωνιζόταν να θέσει υπό έλεγχο το μένος του, με εκείνη μάταια να παλεύει να ελευθερωθεί. Κάποτε η Κρίστεν έμεινε ακίνητη, έχοντας εξαντλήσει τις δυνάμεις της. Μόνο τα μάτια της συνέχιζαν να εξαπολύουν γαλαζοπράσινα αστροπελέκια. Ο Ρόις δεν τα έβλεπε. Είχε κλείσει τα μάτια του, ξέροντας πόσο ευάλωτος ήταν στη θέα του γυμνού κορμιού της πάνω στα πόδια του. «Σε μισώ!» Τινάχτηκε αιφνιδιασμένος από τον φαρμακερό της τόνο, σαν σφύριγμα φιδιού. Η οργή μέσα του έδωσε τη θέση της σε έναν αγκαθωτό κόμπο. Η Κρίστεν ήταν απρόβλεπτη, αλλά δεν περίμενε ποτέ να ακούσει αυτές τις λέξεις από το στόμα της. «Γιατί;» τη ρώτησε ανταποδίδοντας το βλέμμα της. «Με ξεγέλασες! Ήξερες τι πίστεψα και με άφησες στην πλάνη μου!»


«Δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό σου, Κρίστεν». «Ψεύτη!» γρύλισε εκείνη. «Για ποιον άλλο λόγο θα ερχόμουν αδιαμαρτύρητα στην κάμαρά σου; Βγάζεις τις αλυσίδες και μου λες ότι θα κάνουμε μια συμφωνία. Πώς να φανταζόμουν ότι μιλούσες για προσωρινή συμφωνία;» Η αλήθεια είναι ότι είχε εκπλαγεί από τη συγκαταβατικότητά της, αλλά δεν κάθισε να αναλύσει την αιτία. «Με αδικείς, κοπελιά», αναστέναξε. «Πώς να ξέρω τι υπέθεσες, τη στιγμή που ποτέ δεν σκόπευα να αφαιρέσω οριστικά τις αλυσίδες; Δεν υπήρχε σαν σκέψη στο δικό μου μυαλό, κι έπρεπε να μαντέψω ότι υπήρχε στο δικό σου;» «Δηλαδή πάλι εγώ είμαι το κορόιδο! Βλέπω μέσα σου πράγματα που δεν υπάρχουν κι ούτε πρόκειται να υπάρξουν ποτέ!» Η πικρία της τον έτσουξε. «Τι βλέπεις; Έλεος, Κρίστεν, τι θέλεις από μένα;» «Δεν υπάρχει τίποτα που θέλω πια από σένα πέρα από το να με αφήσεις ήσυχη». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, λυπημένα. «Θα το έκανα, αν μπορούσα». «Αν μπορούσες;» κάγχασε. «Τόσο αδύναμη είναι η θέλησή σου, Σάξονα;» «Σε ό,τι αφορά εσένα, ναι». Αυτή η παραδοχή σίγουρα δεν ήταν εύκολη για εκείνον. Αλλά δεν μετρίασε την απογοήτευση που την έπνιγε. «Δεν με μισείς, Κρίστεν», της είπε, κι η φωνή του δεν ήταν δυνατότερη από ψίθυρο. «Είσαι θυμωμένη μαζί μου, αλλά δεν με μισείς. Παραδέξου το». Ήταν αλήθεια. Ακόμα δεν τον μισούσε. Το ευχόταν, αλλά δεν το ένιωθε. Παρ’ όλα αυτά, κράτησε το στόμα της κλειστό. «Αφού δεν το λες, τουλάχιστον δείξ’ το μου», ψιθύρισε ο Ρόις σκύβοντας να τη φιλήσει. Και, παρότι ενάντια στη θέλησή της, η Κρίστεν δεν του χάλασε το χατίρι.


Κεφάλαιο 29 Καινούριοι επισκέπτες έφτασαν στο Γουίντχερστ. Ο λόρδος Άβερελ ήρθε να δει τον βασιλιά, κι έφερε μαζί τον μοναχογιό του Γουίλμπερτ και τις τρεις θυγατέρες του. Η Κρίστεν δεν θα έτρεφε το ελάχιστο ενδιαφέρον για τους νεοφερμένους, αν μία από αυτούς δεν ήταν η αρχόντισσα Κόρλις του Ρέντγουντ, όπως έσπευσε να την πληροφορήσει η Έντρια, που δούλευε δίπλα της. Αλλά πάλι, ήταν θέμα χρόνου να το μαντέψει η Κρίστεν, από τις πυρετώδεις προσπάθειες της Νταρέλ να την κάνει να αισθανθεί ευπρόσδεκτη. Ώστε αυτή ήταν η μέλλουσα σύζυγος του Ρόις. Η Κρίστεν δεν είχε καμία αμφιβολία ότι η Κόρλις θα ήταν πανέμορφη –της το είχαν πει, εξάλλου–, αλλά ένιωσε ελεεινά βλέποντάς τη. Ήταν μικροκαμωμένη, λεπτεπίλεπτη και χαριτωμένη, όλα όσα δεν ήταν η ίδια η Κρίστεν. Και πίστεψε ότι μπορούσε να αποσπάσει τον Ρόις από αυτό το κομψοτέχνημα για γυναίκα; Μα τον Θεό, η ανοησία της δεν είχε όρια! Για ένα πράγμα μόνο μπορούσε να ευγνωμονεί την τύχη της: ότι ο Ρόις δεν ήταν παρών να υποδεχτεί τη μνηστή του. Δεν θα άντεχε να τον βλέπει να δείχνει σ’ αυτή τη γυναίκα όλη την τρυφερότητα και την αβρότητα που λαχταρούσε η ίδια, χωρίς να έχει τουλάχιστον λίγο χρόνο να προετοιμαστεί. Όπως ήρθαν τα πράγματα, χόρτασε να βλέπει τις περιποιήσεις που δεχόταν η Κόρλις από την Νταρέλ, τις υπηρέτριες και τον Άλντεν, από την ώρα που κατέβηκε στη σάλα. Ήταν πραγματικά αηδιαστικό αλλά και τόσο σύνηθες. Ακόμα κι αν δεν τη συμπαθούσαν, θα τη λιβάνιζαν ασταμάτητα, αφού σύντομα θα αντικαθιστούσε ως πυργοδέσποινα του Γουίντχερστ την Νταρέλ, που καταλάμβανε τη θέση της μοναδικής συγγενούς του Ρόις σε κατάλληλη ηλικία. Ωστόσο, υπήρχε ένα άτομο σε όλο το αρχοντικό που δεν προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια της μέλλουσας κυράς. Η Μέγκαν. Κανείς δεν θα περίμενε βέβαια από τη μικρή να αντιλαμβάνεται ότι μια μέρα θα βρισκόταν υπό την κηδεμονία της, άρα ήταν προς συμφέρον της να καλοπιάνει από τώρα την Κόρλις. Πάντως η Κρίστεν χειροκρότησε νοερά όταν είδε τη Μέγκαν να κουνάει αρνητικά το κεφάλι τη στιγμή που η λαίδη της έγνεψε να πάει κοντά της, και μάλιστα να απαντάει με μια κοροϊδευτική γκριμάτσα πριν φύγει από τον χώρο της σάλας που ήταν αφιερωμένος στις γυναίκες. Η Κρίστεν κατάπιε με το ζόρι το γέλιο της, γιατί σίγουρα οι άλλες γύρω της θα


την πίεζαν να τους πει πού ήταν το αστείο. Ήξερε ότι η Νταρέλ θα φώναζε πίσω τη μικρή και θα τη μάλωνε, αν την είχε δει. Όσο για την Κόρλις, δεν φώναξε μεν πίσω τη Μέγκαν, αλλά έμεινε με μια ξινισμένη έκφραση στα σουφρωμένα χείλη της. Η Κρίστεν δεν θα κατάφερνε να κρατηθεί, πάντως, αν είχε δει ότι πρόσεξε και ο Άλντεν τη σκηνή, κι αγωνιζόταν τώρα να κρύψει τη θυμηδία του. Ξαφνιάστηκε πραγματικά όταν, ελάχιστη ώρα μετά, ένιωσε ένα τράβηγμα στο φουστάνι της. Γυρνώντας, είδε ότι η Μέγκαν είχε κάνει τον γύρο της σάλας για να την πλησιάσει από πίσω. Παρ’ όλα αυτά, δεν την κοίταζε κατάματα. «Είσαι… είσαι ακόμα θυμωμένη μαζί μου;» ρώτησε διστακτικά. Η Κρίστεν τα ’χασε από την ερώτηση. «Γιατί να έχω θυμώσει μαζί σου, μικρούλα;» «Είπα στον αδελφό μου αυτά που μου είπες, και ο Άλντεν μου είπε ότι αποκάλυπτα μυστικά σου». Η Μέγκαν αποτόλμησε μια κλεφτή ματιά. «Δεν το ήξερα ότι ήταν μυστικά, αλήθεια». «Και νόμιζες ότι θα θύμωνα;» «Θύμωσες», απάντησε η μικρή. «Σε είδα την επόμενη μέρα, και ήσουν πολύ θυμωμένη». Η Κρίστεν χαμογέλασε, έχοντας θυμηθεί. «Ναι, αλλά όχι μ’ εσένα, γλυκιά μου. Αυτά που είπες στον αδελφό σου για μένα δεν άλλαξαν κάτι». Ήταν ψέμα, βέβαια, γιατί τον έσπρωξαν να ενδώσει στην έλξη που τους συνέδεε, μα η Κρίστεν δεν είχε μετανιώσει γι’ αυτό. Η Μέγκαν συνοφρυώθηκε. «Μα τότε άδικα σου κρυβόμουν η χαζή!» Το γέλιο της Κρίστεν τράβηξε την προσοχή της Έντα. «Τι κάνεις εδώ, μικρή;» ρώτησε αυστηρά. «Μιλάω», απάντησε θαρρετά η Μέγκαν. Η Έντα στραβοκοίταξε την Κρίστεν. «Έχεις δουλειά, κοπελιά». «Και την κάνω». «Μπορώ να βοηθήσω;» ρώτησε η Μέγκαν. Η Έντα κούνησε το κεφάλι της και γύρισε μουρμουρίζοντας στις δουλειές της. Η Κρίστεν δεν ήξερε τι να απαντήσει στη Μέγκαν, που περίμενε όλο προσμονή και προθυμία. Κοίταξε το σμάρι των γυναικών στην άλλη άκρη της σάλας κι έπειτα πάλι τη μικρή. Αναστέναξε. «Επιτρέπεται να είσαι εδώ, Μέγκαν;» Εκείνη έριξε μια πλάγια ματιά στις αρχόντισσες απέναντι. «Εγώ το προτιμώ», δήλωσε πεισματικά. Η Κρίστεν πιέστηκε να κρατήσει σοβαρή την έκφρασή της. «Γιατί αντιπαθείς την αρχόντισσα Κόρλις;»


Την κοίταξε κατάπληκτη. «Πώς το ξέρεις;» «Είδα τι έκανες πριν». «Α». Η μικρή κοκκίνισε και χαμήλωσε το κεφάλι, αλλά βρήκε το θάρρος να εξηγήσει: «Δεν ήθελε στ’ αλήθεια να πάω κοντά της. Όλο λέει και κάνει πράγματα που δεν τα εννοεί. Είναι γλυκιά και καλή τώρα, αλλά δεν ήταν έτσι πριν τον αρραβώνα». «Καταλαβαίνω». «Αλήθεια;» ρώτησε περιχαρής η μικρή. «Δεν πιστεύεις ότι έχω άδικο που δεν τη συμπαθώ;» «Τα αισθήματά σου είναι δικά σου, και κανείς δεν μπορεί να σου πει τι να νιώθεις. Αλλά μιας και τη συμπαθεί ο αδελφός σου, ίσως θα ’πρεπε να κάνεις τουλάχιστον μια προσπάθεια». «Έκανα», παραδέχτηκε φουρκισμένα η Μέγκαν. «Μέχρι που ο Ρόις με πήρε μαζί του στο Ρέντγουντ, κι αυτή με τσίμπησε για να φύγω και να την αφήσω μόνη μαζί του». «Κι εκείνος τι έκανε;» «Δεν το είδε». Η Κρίστεν συνοφρυώθηκε. «Έπρεπε να του το πεις». «Όχι. Θα τον δυσαρεστούσε». Και η Μέγκαν δεν θα έκανε ποτέ κάτι που θα τον δυσαρεστούσε. Η Κρίστεν αναστέναξε μέσα της. Η κακόμοιρη η μικρούλα έπρεπε με κάποιον τρόπο να καταλάβει ότι ο θυμός του αδελφού της δεν ήταν τόσο τρομερό πράγμα – ή δεν θα ’πρεπε να είναι για εκείνη, τέλος πάντων. Είχε δει πόσο τρυφερά της φερόταν ο Ρόις· ήταν παρούσα ένα βράδυ που την ανέβασε αγκαλιά στο κρεβάτι της, αφού την πήρε ο ύπνος στη σάλα. Της είχε θυμίσει τον πατέρα της, και πόσο ασφαλής ένιωθε στην αγκαλιά του. Ναι, ο Ρόις τη λάτρευε αυτή τη μικρούλα, κι ωστόσο αυτή εξακολουθούσε να τον φοβάται. Βλέποντάς τη να κουνάει το κεφάλι, η Μέγκαν πέρασε την απορία της για δυσφορία. «Θέλεις να φύγω;» ρώτησε λυπημένα. «Ορίστε; Α, όχι, γλυκιά μου, μείνε, αν θες». Η Κρίστεν συνειδητοποίησε ότι μάλλον ήταν το μικρότερο από δύο κακά στο μυαλό του κοριτσιού. «Αλλά είσαι σίγουρη ότι δεν θα σε μαλώσουν αν μείνεις εδώ;» Η Μέγκαν έγνεψε αρνητικά, ζωηρά. «Υπάρχουν τόσο πολλοί επισκέπτες, που κανείς δεν θα προσέξει πού είμαι». «Τότε κάθισε σ’ εκείνο το σκαμνί, και θα σου δείξω πώς φτιάχνεται το αγαπημένο ψωμί του πατέρα μου με ξηρούς καρπούς». «Του αρέσουν οι ξηροί καρποί στο ψωμί του;»


«Πολύ». Η Κρίστεν τής έκλεισε το μάτι κι έχωσε το χέρι της στο σακουλάκι που κρεμόταν από τη ζώνη μέσα από το φουστάνι της, για να βγάλει μια χούφτα ξηρούς καρπούς. «Τα βούτηξα από την Έντα, πριν τα προσθέσει στη γέμιση για τα πουλερικά. Θα φτιάξουμε δύο ξεχωριστά ψωμάκια, μόνο για μας τις δύο. Θα σου άρεσε αυτό;» Το μουτράκι της Μέγκαν φωτίστηκε από παιδιάστικο ενθουσιασμό. «Αχ, ναι, Κρίστεν! Και θα είναι το μυστικό μας!» Η Μέγκαν έκανε λάθος στην πρόβλεψή της ότι κανείς δεν θα πρόσεχε πού ήταν. Ο Ρόις το παρατήρησε από τη στιγμή που μπήκε στη σάλα, αφού όπως πάντα το βλέμμα του αναζήτησε αμέσως την Κρίστεν. Έτσι, είδε αμέσως και τη μικρή, καθώς έσκυβαν κι οι δύο στον πάγκο και γελούσαν για κάτι αδιαφορώντας για τους γύρω τους. Κοντοστάθηκε και τις κοίταξε νιώθοντας να τον πλημμυρίζει ένα κύμα ζεστασιάς: η μικρή του αδελφή και η γυναίκα του. Όταν όλοι ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην Κρίστεν, θα περίμενε ότι η Μέγκαν, που φοβόταν τους ξένους, δεν θα την πλησίαζε ούτε στα δέκα μέτρα. Προφανώς έπεφτε έξω. Ήταν φανερό ότι συμπαθούσαν η μία την άλλη, κι αυτό τον ευχαρίστησε. Θα πήγαινε κατευθείαν κοντά τους, αν δεν τον φώναζε η Νταρέλ. Έμεινε άκαμπτος βλέποντας την Κόρλις. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει ότι τον περίμενε εδώ; Ο λόρδος Άβερελ είχε πάει στον χώρο εξάσκησης, εκεί που ο Αλφρέδος προσκάλεσε τους αυλικούς του σε αυτοσχέδιους αγώνες. Και όποτε ερχόταν ο Άβερελ στο Γουίντχερστ, έφερνε και τις κόρες του. Όπως αποδείχτηκε, αυτή η φορά δεν αποτελούσε εξαίρεση. Έσφιξε τα δόντια και πήγε να καλωσορίσει τη μνηστή του. Η Κρίστεν παρακολουθούσε τον Ρόις και την Κόρλις όλο το απόγευμα, καθισμένους πλάι πλάι στο μακρόστενο τραπέζι. Της ήταν αδύνατον να κάνει αλλιώς, οπότε κατέληξε με έναν κόμπο στον λαιμό. Παρότι επαναλάμβανε στον εαυτό της ότι δεν την ένοιαζε, ότι ο Ρόις δεν ήταν δικός της έτσι κι αλλιώς, και πάλι υπήρχε ένα κομμάτι της που ένιωθε προδομένο. Με τη διαφορά ότι δεν μπορούσε να αγωνιστεί γι’ αυτόν, δεν μπορούσε να τον διεκδικήσει ούτε καν να του τα ψάλει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον χωρίσει από την άλλη γυναίκα. Ο πόνος την έκανε να συνειδητοποιήσει τη θέση της πληρέστερα από ποτέ άλλοτε. Υπέμενε μακάρια αυτή την κατάσταση με την ελπίδα ότι στο τέλος θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Και κάθε αναποδιά την έκανε να χάνει την υπομονή –


και την ψυχραιμία της, σίγουρα– αλλά όχι και την ελπίδα. Πόσο αφελής ήταν! Το γεγονός ότι ο πατέρας της είχε ερωτευτεί και παντρευτεί τη σκλάβα του δεν σήμαινε ότι μπορούσε να συμβεί το ίδιο κι εδώ, στο Ουέσεξ. Στον τόπο της, τους κανόνες τους έφτιαχνε η οικογένειά της, λόγω της απομόνωσής της από την υπόλοιπη χώρα. Ο θείος της ο Χιου ήταν γιαρλ, αρχηγός της φατρίας, και η εξουσία του στη Νορβηγία ήταν αντίστοιχη με του Αλφρέδου εδώ. Ακόμα κι έτσι όμως, ο Γκάρικ μπορούσε να παντρευτεί την Μπρένα μόνο αφού ανακηρύχτηκε επίσημα ελεύθερη. Ούτε η αγάπη μπορούσε να παρακάμψει τον νορβηγικό νόμο σχετικά με τους σκλάβους. Κι εδώ ήταν τόσο πολλοί οι άρχοντες, τόσο μπερδεμένοι οι νόμοι! Μήπως ο Ρόις δεν την είπε τρελή, και μόνο που μίλησε για γάμο; Τώρα, βλέποντάς τον δίπλα στη μνηστή του, η Κρίστεν συνειδητοποίησε ότι ήταν όντως τρελή που πίστεψε ότι μπορούσε να τον έχει δικό της. Δεν είχε δει ούτε μία φορά τα πράγματα από τη δική του σκοπιά. Κάποτε την είχε αποκαλέσει κατώτερη από τον κατώτατο δουλοπάροικο –μέσα στον θυμό του, έστω–, αλλά πόσο να απείχε από τα πραγματικά του αισθήματα; Ήταν σκλάβα. Μία από τις πολλές στην κατοχή του. Μπορεί τώρα να του ζέσταινε το κρεβάτι, αλλά σύντομα θα είχε σύζυγο γι’ αυτόν τον σκοπό. Το ενδιαφέρον του ήταν το ίδιο που θα έδειχνε για οτιδήποτε στην ιδιοκτησία του. «Χαζεύεις, ε;» Η Κρίστεν στράφηκε αργά προς την Έντα. «Ναι, μάλλον». Η γερόντισσα πρόσεξε αμέσως τον θλιμμένο τόνο της. «Πάντα περίμενες πάρα πολλά, κοπελιά». «Το ξέρω». «Θα ’πρεπε να είσαι ευγνώμων γι’ αυτά που έχεις. Είσαι ζωντανή, ενώ θα μπορούσε να έχει θανατώσει κι εσένα και τους φίλους σου. Καλύπτει τις ανάγκες σου. Μα τον Μεγαλοδύναμο, μέχρι που σε προστατεύει από τους άλλους άντρες! Οι μισές κοπελιές γύρω σου θα υποταχτούν στις ορέξεις αυτών των κοκόρων απόψε, αλλά όχι εσύ». «Δεν χρειάζεται να μου πεις πόσο τυχερή είμαι…» «Χα!» έκανε η Έντα, αναγνωρίζοντας τον σαρκασμό στον τόνο της. «Αν δεν σου αρέσουν τα πράγματα όπως είναι, μπορείς να ψάξεις για άλλο άντρα. Έχω μάτια και βλέπω πώς σε κοιτάζουν αυτά τα κοκοράκια. Αν του το ζητήσεις ευγενικά, ίσως ο άρχοντας Ρόις σε πουλήσει σε κάποιον όταν παντρευτεί». «Βέβαια, είναι κι αυτή η πιθανότητα». «Πώς! Όχι, κοπελιά, στ’ αστεία το είπα. Αν το κάνεις αυτό θα ξεσπάσει τέτοιος χαλασμός, που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει όλους».


«Δεν σε καταλαβαίνω, Έντα». «Σου λέω αλήθεια, δεν θα σε πουλήσει ποτέ. Δεν είσαι χαζή», είπε ανυπόμονα η μεγαλύτερη γυναίκα. «Ξέρεις πως ό,τι κάνεις τον επηρεάζει άμεσα». «Ανοησίες!» «Έτσι λες; Κι εκείνη την εβδομάδα που ήταν σαν το θηρίο στο κλουβί, τότε που τον έδιωχνες από το καμαράκι σου – πώς θα την έλεγες, κοπελιά; Όλοι εδώ ξέρουν ότι εσύ ήσουν η αιτία της κακοκεφιάς του, αν και μόνο εγώ ξέρω το γιατί». Η Έντα γέλασε. «Αλλά μόλις σε ξαναπήρε στο κρεβάτι του, όλα έγιναν πάλι μέλι γάλα». Η Κρίστεν χαμήλωσε το βλέμμα κοκκινίζοντας. «Εντάξει, τώρα με θέλει. Δεν θα κρατήσει, όμως». «Αυτός ο άντρας θα σε θέλει πάντα, κοπελιά. Το βλέπω στον τρόπο που σου φέρεται. Θα μπορούσα να σου πω κι άλλα που θα σε έπειθαν, αλλά δεν θέλω να σου φουσκώσω τα μυαλά. Όχι, ούτε θα σε πουλήσει ποτέ ούτε θα σε αφήσει να πάρεις άλλον. Αλλά θα παντρευτεί την αρχόντισσά του». Η Κρίστεν έμεινε άκαμπτη. «Τότε γιατί μου τα λες όλα αυτά, γερόντισσα;» «Επειδή θα κρατήσει κι εσένα. Επειδή δεν μου αρέσει να σε βλέπω τόσο δυστυχισμένη. Επειδή πρέπει να αρχίσεις να δέχεσαι αυτό που έχεις και να πάψεις να ζητάς τα αδύνατα. Αν είσαι εσύ δυστυχισμένη, θα είναι κι αυτός δυστυχισμένος, κι αυτό μας επηρεάζει όλους». «Αρκετά, Έντα. Δεν πιστεύω ότι ασκώ τόση δύναμη πάνω του. Αν ήταν έτσι…» «Αν ήταν έτσι, τι; Ξέρω, ξέρω. Θα αγνοήσεις όλα όσα σου είπα και θα συνεχίσεις να ζητάς τα αδύνατα». «Κάνεις λάθος, σε κατάλαβα πολύ καλά. Αυτό που δεν καταλαβαίνεις εσύ είναι ότι δεν μπορώ – δεν θα μπορούσα ποτέ να δεχτώ τα πράγματα όπως είναι. Η μητέρα μου έγινε κάποτε σκλάβα, αιχμαλωτίστηκε όπως εγώ. Ήταν η κόρη ενός ισχυρού άρχοντα του τόπου της, δυνατή και περήφανη. Δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι ήταν σκλάβα ούτε στον άντρα που ήταν ο αφέντης της ούτε καν στον εαυτό της. Εγώ δεν είμαι τόσο ξεροκέφαλη. Ξέρω την τωρινή μου θέση. Ωστόσο, είμαι κόρη της μητέρας μου. Δεν μπορώ να μείνω σκλάβα, Έντα». «Δεν έχεις επιλογή». Η Κρίστεν κοίταξε τη σάλα στο βάθος, σκοτεινότερη τώρα, με μόνο μερικούς πυρσούς να μένουν αναμμένοι. Όσο εκείνη καθόταν και βούλιαζε στη μιζέρια, σχεδόν όλοι είχαν πέσει για ύπνο. Υπήρχαν παντού απλωμένα στρώματα, αφού δεν κοιμούνταν εκεί μόνο οι φρουροί και οι υπηρέτριες του Ρόις, αλλά κι εκείνοι των φιλοξενούμενών του. Δεν είχε δει καν τον πυργοδεσπότη να φεύγει ούτε την


κυρά του. «Έμεινε εδώ αυτή;» ρώτησε την Έντα. Η γερόντισσα γρύλισε, ξέροντας πολύ καλά για ποια μιλούσε. «Ναι, δεν θα γύριζαν μέσα στη νύχτα. Κι εγώ κουράστηκα να μιλάω σε κλειστά αφτιά. Έλα, θα κοιμηθείς μαζί μου απόψε». Ένα καινούριο κύμα οδύνης κατέκλυσε την Κρίστεν, αλλά κράτησε ουδέτερη την έκφρασή της. «Δηλαδή είναι αυτή στο κρεβάτι του;» «Ντροπή!» τη μάλωσε η Έντα. «Ξέρεις ότι έχουμε μόνο έξι κάμαρες πάνω. Οι δεσποινίδες τακτοποιήθηκαν μαζί με την αρχόντισσα Νταρέλ και τη Μέγκαν. Ο λόρδος Άλντεν παραχώρησε τη δική του κάμαρα στον βασιλιά και έχει στριμωχτεί με τα κοκοράκια που μοιράζονται τις δύο άλλες κάμαρες». «Τότε γιατί…» «Σουτ!» σφύριξε η Έντα. «Ούτε στον μιλόρδο άρεσε, αλλά με τον λόρδο Άβερελ και τον γιο του εδώ σήμερα, δεν μπορούσε να κρατήσει την κάμαρα για τον εαυτό του. Πού θα τους έβαζε να κοιμηθούν;» Η Κρίστεν φαντάστηκε τον Ρόις να μοιράζεται το κρεβάτι του με τον μελλοντικό πεθερό και τον κουνιάδο του και παραλίγο να γελάσει. Παραλίγο.


Κεφάλαιο 30 Ένας πυρσός έσβησε τσιτσιρίζοντας, αφήνοντας αναμμένο μόνο εκείνον που είχε τοποθετηθεί πλάι στη σκάλα. Σποραδικοί θόρυβοι ηχούσαν στη σάλα: ροχαλητά, ένας βήχας, κάποια μουγκρητά και στεναγμοί. Η Έντα ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που ροχάλιζαν σιγανά. Είχε οδηγήσει την Κρίστεν στο σημείο που ξάπλωνε συνήθως εκείνη, μπροστά στη σβηστή εστία, ένα περιζήτητο σημείο αφού ήταν δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό τον χειμώνα. Η Κρίστεν δεν είχε αχυρόστρωμα, καθώς όλα τα εφεδρικά που υπήρχαν χρησιμοποιούνταν ήδη από τους επισκέπτες. Κρεβάτι της ήταν μια λεπτή κουβέρτα και το σκληρό πάτωμα ήταν τόσο άβολο ώστε τελικά έμεινε ξάγρυπνη. Όχι πως θα κοιμόταν απόψε, έτσι κι αλλιώς. Η Κρίστεν ανακάθισε αργά και κοίταξε ολόγυρά της. Κάποιες γυναίκες κοιμούνταν λίγο πιο κει, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να τις ανησυχήσει. Περίμενε μόνο την Έντα να κοιμηθεί. Θα προτιμούσε να περιμένει λίγο ακόμα, για το ενδεχόμενο να είναι και κάποιος άλλος ξύπνιος, αλλά δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Απόψε θα έφευγε. Δεν δυσκολεύτηκε να αποφασίσει, γιατί αυτή ήταν η μόνη ευκαιρία που θα είχε. Χτες βράδυ είχε ρωτήσει τον Ρόις πόσο θα έμενε ακόμα ο βασιλιάς του. Ήταν η μόνη κουβέντα που του είπε αφού της έκανε έρωτα, κι εκείνος δεν ήξερε την απάντηση. Μπορεί να ήταν το πρωί ή σε μια εβδομάδα, αλλά όταν έφευγε ο Αλφρέδος, η Κρίστεν θα περιοριζόταν πάλι με αλυσίδες. Εξίσου πιθανό ήταν να θρονιαστεί πάλι στην κάμαρα του Ρόις, οπότε θα ήταν πιο δύσκολο και πολύ πιο παρακινδυνευμένο να επιχειρήσει να ξεγλιστρήσει από δίπλα του, ακόμα και με την πόρτα ξεκλείδωτη, απ’ ό,τι να το σκάσει απ’ αυτή την κατάμεστη σάλα. Εδώ, με όλα τα παράθυρα ανοιχτά, χρειαζόταν μόνο ένας πήδος για να βγει στον περίβολο. Και είχε μπόλικο χρόνο να απομακρυνθεί, πριν ανακαλύψουν την απουσία της το πρωί. Κι ενώ πήρε τόσο εύκολα την απόφαση, η Κρίστεν δεν είχε υπολογίσει τον βαρύ ζόφο που τη συνόδευε. Παρόλο που ήξερε ότι δεν είχε τίποτα να ελπίζει εδώ, ένιωθε να πνίγεται γνωρίζοντας ότι δεν θα ξανάβλεπε ποτέ τον Ρόις. Έριξε μια στερνή ματιά στην Έντα, που κειτόταν ανάσκελα, παραδομένη σε βαθύ ύπνο. Παραδόξως, θα της έλειπε κι αυτή η ιδιόρρυθμη, κατσούφα και συνάμα στοργική γερόντισσα. Και η μικρούλα Μέγκαν, της οποίας η περιέργεια και η δίψα για μια φίλη βοήθησαν την Κρίστεν να ξεχάσει για λίγο σήμερα τα


δεινά της. Ωστόσο, οι σκέψεις αυτές δεν εμπόδισαν την Κρίστεν να πλησιάσει προσεκτικά το παράθυρο δίπλα στον χώρο μαγειρέματος. Καμία βροντερή προειδοποίηση δεν τάραξε τη γαλήνη της σάλας όπως κρεμούσε τα πόδια της έξω από το περβάζι. Η θλίψη την έκανε να διστάσει εκεί για μερικές στιγμές, ώσπου η περηφάνια της έδωσε το τελευταίο σπρώξιμο. Ο περίβολος σε αυτή την πλευρά του αρχοντικού λουζόταν στο χλωμό φως ενός σχεδόν γεμάτου φεγγαριού. Η Κρίστεν προσγειώθηκε στα πόδια της και χώθηκε στις σκιές κοντά στον τοίχο. Γλίστρησε επιφυλακτικά πίσω από τη σάλα και προς την πλευρά όπου ήταν ο στάβλος, η αποθήκη αλλά και το παράπηγμα που καταλάμβαναν οι δικοί της. Δεν είχε δει το κατάλυμά τους από τότε που ολοκληρώθηκε η κατασκευή του, αλλά ήξερε πως ήταν στενόμακρο και χωρίς παράθυρα. Πόσο πνιγηρά θα ήταν εκεί μέσα αφού αμπαρωνόταν το συμπαγές, ενισχυμένο πορτόφυλλο. Μα πάλι, θα ήταν προτιμότερο από το να προσπαθούν να κοιμηθούν υπό βροχή. Ευχήθηκε να έβρεχε κι απόψε, ώστε να περιορίζεται η ορατότητα και να καλύπτεται ο θόρυβος από τις κινήσεις της, αλλά υπήρχαν μόνο κάποια σκόρπια σύννεφα στον ουρανό, κι αυτά μακριά από το λαμπερό φεγγάρι. Δεν θα το άφηνε όμως να την αποτρέψει. Όλοι ήταν μέσα και κοιμούνταν. Δεν υπήρχε κανείς για να τη δει. Το χρεμέτισμα ενός αλόγου που άκουσε από το πίσω μέρος του στάβλου τής θύμισε πως θα χρειάζονταν και άλογα, φυσικά. Αλλά όχι από εδώ. Η μεγάλη ξύλινη θύρα αμπαρωνόταν για τη νύχτα και λογικά φυλασσόταν από φρουρούς. Ακόμα και χωρίς φρουρά, θα έκαναν πολύ θόρυβο για να βγάλουν τα σταβλισμένα άλογα. Ευτυχώς, αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα, αφού ήξερε ότι τα περισσότερα άλογα του Ρόις είχαν οδηγηθεί σε κάποιο λιβάδι. Πόσο δύσκολο θα ήταν να το βρει; Κάνοντας τον γύρο της καλύβας των αιχμαλώτων προβληματίστηκε. Είδε έναν φρουρό να κάθεται μπροστά στη μοναδική πόρτα. Υποχώρησε πίσω από τον πλαϊνό τοίχο, με την καρδιά της να χτυπάει ξέφρενα στο στήθος της. Άραγε την είχε ακούσει; Την είχε δει; Ευτυχώς, δεν άκουσε τον παραμικρό ήχο από εκείνον, και λίγο μετά βρήκε το κουράγιο να κρυφοκοιτάξει από τη γωνία. Ο άντρας καθόταν ακόμα στην ίδια θέση, με την πλάτη του ακουμπισμένη στην πόρτα, το κεφάλι του γερμένο πίσω και πλάγια. Άδειασε τον αέρα από τα πνευμόνια της συνειδητοποιώντας ότι ήταν κοιμισμένος. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν το είχε προβλέψει, θεωρώντας ότι δεν χρειαζόταν φρουρός, αφού κλείδωνε η πόρτα. Και πράγματι, αυτή η τεράστια κλειδωνιά ήταν το πιο


σημαντικό εμπόδιο. Πώς θα την άνοιγε; Εκτός αν ο φρουρός είχε πάνω του το κλειδί! Η Κρίστεν υποχώρησε ως την πίσω πλευρά της καλύβας για να βρει μια πέτρα αρκετά μεγάλη ώστε να ρίξει αναίσθητο τον φρουρό. Έτσι όπως κοιμόταν, μπορούσε μια χαρά να του αρπάξει το στιλέτο και να του κόψει το λαρύγγι, αλλά δεν της πήγαινε η καρδιά. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν αρκετά μεγάλες πέτρες στον περίβολο, οπότε αναγκάστηκε να πάει ως εκεί που ανέγειραν το πέτρινο τείχος. Εκεί, πάλι, παιδεύτηκε να βρει μια πέτρα που δεν ήταν υπερβολικά μεγάλη. Κάποια στιγμή τα κατάφερε, κι έφτασε κοντά στον φρουρό χωρίς άλλες αναποδιές. Ο παλμός της ανέβαινε καθώς τον πλησίαζε. Όλα θα τελείωναν αν προλάβαινε να φωνάξει. Κι αν τον κοπανούσε πολύ δυνατά… Μάρτυράς της ο Θεός, δεν ήθελε να του κάνει κακό, μόνο να βαθύνει λίγο ακόμα τον ύπνο του. Η πέτρα τον πέτυχε κοντά στον κρόταφο, κι ο άντρας σωριάστηκε στο πλάι. Ανέπνεε, κι αυτό ήταν αρκετό για να καθησυχάσει τη συνείδησή της καθώς ερευνούσε το σώμα του για το κλειδί. Δυστυχώς, δεν ήταν τόσο τυχερή. Θα έπρεπε να σπαταλήσει κι άλλο χρόνο προσπαθώντας να παραβιάσει το λουκέτο, αλλά τουλάχιστον η απροσδόκητη παρουσία του φρουρού τής εξασφάλιζε ένα στιλέτο άμεσα. Έπιασε αμέσως δουλειά, ψιθυρίζοντας όσο πιο δυνατά τολμούσε: «Όταρ! Θόρ…». Ένα μεγάλο χέρι κάλυψε το στόμα της φιμώνοντάς την, ενώ ένα δεύτερο άδραξε τον καρπό του χεριού της που κρατούσε το στιλέτο. «Πέταξέ το. Τώρα!» Η Κρίστεν υπάκουσε, με ένα αλλόκοτο μείγμα φόβου και αγαλλίασης να την κατακλύζει όταν αναγνώρισε τη φωνή. Εκείνος άφησε τον καρπό της με το που έπεσε κάτω το στιλέτο, για να τυλίξει το χέρι του στη μέση της. Δεν ήταν οδυνηρά σφιχτή η λαβή του, αλλά η Κρίστεν δεν αμφέβαλε πως θα γινόταν, αν πρόβαλε αντίσταση. Η λύπη σάρωσε κάθε άλλο συναίσθημα μέσα της, όταν άκουσε τον Θόρολφ στη μέσα πλευρά της αμπαρωμένης πόρτας. Την είχε ακούσει! Πίστευε ότι ήταν εκεί για να τους βοηθήσει να αποδράσουν. «Κρίστεν, απάντησέ μου. Πες μου ότι δεν ονειρευόμουν». «Τι λέει;» ψιθύρισε στο αφτί της ο Ρόις. «Ξέρει ότι είμαι εδώ». «Τότε πες του τι έγινε». Εκείνη ξεροκατάπιε. Τι είχε γίνει, αλήθεια; Πώς; Είχε φτάσει ως εδώ. Κανείς δεν σήμανε συναγερμό. Κι όμως, να που τη σταμάτησε ο μόνος άντρας τον


οποίο δεν θα πολεμούσε με όλη της την καρδιά. Όποιος άλλος κι αν ήταν… «Θόρολφ, λυπάμαι. Σχεδόν τα είχα καταφέρει, αλλά με έπιασε ο Σάξονας άρχοντας. Είναι εδώ». Ακολούθησε παρατεταμένη σιωπή. «Δεν έπρεπε να έρθεις για μας, Κρίστεν», της είπε τελικά. «Έπρεπε να έχεις γίνει καπνός όταν είχες την ευκαιρία». «Δεν έχει σημασία πια». «Τι θα σου κάνει αυτός;» Τι να του έλεγε; «Ρωτάει να του πω τι θα μου κάνεις», είπε στον Ρόις. «Τι θα είχε συμβεί αν κατάφερνες να ξεκλειδώσεις αυτή την πόρτα;» Η φωνή του ήταν ανατριχιαστικά άτονη. Μα τον Μεγαλοδύναμο, γιατί δεν της φώναζε; Έπρεπε να είναι έξαλλος. Δεν τον είχε κοιτάξει ακόμα κατάματα, αλλά δεν είχε αμφιβολία. Όμως, αν μπορούσε εκείνος να κρύψει την οργή του, μπορούσε κι αυτή να κρύψει τον φόβο της. «Αν κατάφερνα να ανοίξω την πόρτα», αποκρίθηκε με την ίδια αταραξία, «θα το είχαμε σκάσει από εκείνη τη μάντρα και θα γινόμασταν καπνός». «Μετά το μακελειό;» «Αστειεύεσαι, μιλόρδε. Είναι δεκάξι άντρες. Τόσοι είναι οι πολέμαρχοι που φιλοξενείς στο αρχοντικό σου, κι ένα τσούρμο οι άντρες της φρουράς σου και της ακολουθίας τους. Έχεις έναν καλά εκπαιδευμένο στρατό. Οι Βίκινγκς είναι γενναίοι, μιλόρδε, αλλά δεν είναι ηλίθιοι». «Τότε πες του ότι δεν θα σε τιμωρήσω, γιατί το μόνο που έκανες ήταν να δώσεις ένα χρήσιμο μάθημα σε έναν φρουρό που κοιμόταν στη βάρδια του». Η Κρίστεν δεν πίστευε στ’ αφτιά της. Δεν μπορεί να το εννοούσε. Κάτι θα έκανε. Ήταν μια σκλάβα που επιχείρησε να δραπετεύσει, βοηθώντας μάλιστα κι άλλους. Αλλά δεν ήθελε να το ξέρει αυτό ο Θόρολφ, και σίγουρα δεν το ήθελε ούτε ο Ρόις. Ο Θόρολφ ήταν το ίδιο δύσπιστος όσο εκείνη. «Δεν σε πιστεύει, μιλόρδε». «Πες του ότι θα τους φέρεις η ίδια το φαγητό τους αύριο και θα τους πεις τότε τι σου έκανα ακριβώς». Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. Επανέλαβε τα λόγια του στον Θόρολφ, που αυτή τη φορά φάνηκε να πείθεται – πάλι καλά, δηλαδή, γιατί ο Ρόις δεν θα συνέχιζε την κουβέντα. Την τράβηξε μαζί του, έχοντας το μπράτσο του τυλιγμένο στη μέση της. Ο φόβος άρχισε να θεριεύει μέσα της. Αυτό το «τι σου έκανα ακριβώς» ακούστηκε αρκετά δυσοίωνο. Ήταν έτοιμη να πάρει το ρίσκο να τον πολεμήσει, όταν ο Ρόις σταμάτησε. Βρίσκονταν μπροστά στον στάβλο. Την έφερε να σταθεί αντικριστά μπροστά


του. Είχε τώρα και τα δυο του μπράτσα γύρω από τη μέση της, αλλά δεν την τράβηξε κοντά του. Έγειρε πίσω το κεφάλι, ατενίζοντας τον καθάριο ουρανό, αργυρόχρωμο από τη λάμψη του γεμάτου σχεδόν φεγγαριού. Τον άκουσε να αναστενάζει. «Τις προάλλες πρότεινα να σε πάω στη λίμνη όπου μπορείς να βουτήξεις», της είπε χαμηλόφωνα. «Θα ήθελες να πάμε τώρα;» «Για να με πνίξεις;» Χαμήλωσε το βλέμμα του στα μάτια της, κι ένα απειροελάχιστο χαμόγελο εμφανίστηκε στις γωνίες των χειλιών του. «Δεν πίστεψες αυτό που είπα πριν;» «Προσπάθησα να δραπετεύσω. Με σταμάτησες, αλλά εγώ προσπάθησα. Τι επιβάλλουν οι νόμοι σου γι’ αυτό;» «Είσαι αιχμάλωτη, όχι Βρετανή σκλάβα. Οι νόμοι είναι πιο ελαστικοί αναφορικά με τους αιχμαλώτους. Αλλά εδώ δεν εμπλέκεται ο νόμος, αφού κανείς άλλος δεν ξέρει αυτό που έκανες εκτός από μένα». «Και τον φρουρό». «Ο τύπος θα νομίζει ότι ονειρεύτηκε αυτό το καρούμπαλο στο κεφάλι του. Ίσως έτσι το σκεφτεί καλύτερα, πριν ξανακοιμηθεί στη βάρδια του». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Μιλάς ειλικρινά… Στ’ αλήθεια δεν θα μου κάνεις τίποτα;» «Ο λύκος ροκανίζει το πόδι του για να ελευθερωθεί από το δόκανο. Ξεφεύγει, αλλά με μεγάλο κόστος. Αν είχες αποδράσει μαζί με τους άλλους, θα σας έβρισκα, μην αμφιβάλλεις στιγμή γι’ αυτό. Οι φίλοι σου θα έδιναν σκληρή μάχη, και θα επακολουθούσε αιματοχυσία. Θεωρώ πως αυτή θα ήταν αρκετή τιμωρία για σένα. Όπως έχουν τα πράγματα, δεν τα κατάφερες. Και όπως κατανοώ τον λύκο, κατανοώ επίσης τα κίνητρα που υπαγορεύουν τις πράξεις σου. Θέλεις την ελευθερία σου. Δεν μπορώ να σε τιμωρήσω γι’ αυτό. Μα ούτε να σ’ αφήσω να φύγεις μπορώ». «Θα μπορούσες, αν το ήθελες», επέμεινε εκείνη. «Οι άλλοι χτίζουν το τείχος σου. Αυτό που κάνουν είναι απαραίτητο για το Γουίντχερστ. Αλλά αυτό που προσφέρω εγώ στο αρχοντικό δεν έχει καμία αξία. Δεν έχεις λόγο να με κρατάς εδώ». «Είσαι απαραίτητη σ’ εμένα, Κρίστεν!» Η σφοδρότητα αυτής της δήλωσης την αποστόμωσε. Το εννοούσε, κι ήταν συναρπαστικό να το ακούει, αλλά δεν ήταν πια τόσο αφελής ώστε να το πάρει τοις μετρητοίς. Ήταν παθιασμένος μαζί της, επειδή απλώς δεν είχε γνωρίσει άλλη σαν αυτή. Αλλά το πάθος θα ξεθύμαινε με τον καιρό, και τότε δεν θα τη χρειαζόταν πια – πιθανότατα όταν θα έκανε δική του την όμορφη αρχόντισσά


του. Ίσως τότε κατάφερνε να τον πείσει να την αφήσει να φύγει. Στο μεταξύ –ο Θεός να τη λυπόταν– θα έπρεπε να συνεχίσει να υποφέρει και να λαχταράει και να προσεύχεται να κατάφερνε να διατηρήσει λίγη αξιοπρέπεια. Δεν θα ήταν εύκολο. Ο Ρόις την τράβηξε κοντά του. «Ακόμα με αμφισβητείς;» ρώτησε όταν την ένιωσε άκαμπτη στην αγκαλιά του. «Όχι, αλλά… το να με πας στη λίμνη μετά από αυτό που έκανα… είναι σαν να με επιβραβεύεις που σε αψήφησα. Με μπερδεύεις, Σάξονα». Εκείνος γέλασε. «Χαίρομαι που το ακούω. Τόσο καιρό είμαι εγώ σε πλήρη σύγχυση, χαρά μου να έχω τόσο καλή παρέα. Όχι, μη μου θυμώνεις», την καλόπιασε όταν έκανε να τραβηχτεί. «Θα σου λύσω την απορία, παρότι εσύ δεν το έκανες ποτέ για μένα». «Λοιπόν;» τον ρώτησε βλέποντάς τον να σοβαρεύει. « Απλώς επιλέγω να ξεχάσω αυτό που έκανες. Κατέβηκα στη σάλα για να σε πάω στη λίμνη. Όταν ανακάλυψα ότι ήσουν φευγάτη…» Δεν θα της έλεγε πώς ένιωσε. Ήταν ένα συναίσθημα που ευχόταν να μην ξανανιώσει ποτέ. Την έσφιξε πάνω του, πιέζοντας το μάγουλό του στο δικό της για μια στιγμή. «Δεν έγινε κανένα κακό, Κρίστεν. Μπορώ να παραβλέψω την πρόθεσή σου και να ευχηθώ ότι κατάλαβες πως είναι άσκοπο να προσπαθείς να φύγεις από εδώ. Πάντα θα μαντεύω τις κινήσεις σου». Η Κρίστεν πήρε μια κοφτή ανάσα. «Το ήξερες! Γι’ αυτό υπήρχε φρουρός στην πόρτα!» «Και μάλιστα άχρηστος», γρύλισε εκείνος. «Αλλά δεν το ήξερα. Απλώς δεν το ρισκάρω σε ό,τι σε αφορά». Η διαίσθησή της έλεγε πως ούτε θα ρίσκαρε ποτέ, ότι πάντα θα διατηρούσε το ίδιο επίπεδο επιφυλακής, τουλάχιστον όσο την ήθελε. Πραγματικά δεν είχε καμία ελπίδα να φύγει από εδώ, αν πρώτα δεν έβρισκε εκείνος αλλού την ικανοποίηση. «Πότε παντρεύεσαι, μιλόρδε;» Ήξερε ότι η ερώτηση θα τον αιφνιδίαζε. Τον ένιωσε να μένει άκαμπτος. Θα δυσκολευόταν να κατανοήσει τι σχέση είχε αυτό με την κουβέντα τους. «Τι έχεις στο μυαλό σου, κοπελιά;» «Δεν με αφορά, λες;» «Όχι, καθόλου». «Ρωτάω από περιέργεια, μιλόρδε». «Μου φαίνεται ότι μάλλον από πονηριά ρωτάς, παρά από περιέργεια. Προσπαθείς να με εκνευρίσεις;»


Ήταν σειρά της Κρίστεν να εκπλαγεί. «Πώς σου ήρθε αυτό; Ήταν μια απλή ερώτηση, μιλόρδε, η οποία μάλιστα με αφορά. Όταν εγκατασταθεί εδώ η αρχόντισσα σύζυγός σου, θα υπάρξουν αλλαγές. Αυτή θα μοιράζεται την κάμαρά σου, όχι εγώ». Αν ήθελε να τον κατευνάσει, απέτυχε παταγωδώς. «Και δεν βλέπεις την ώρα, ε;» ξέσπασε. «Λοιπόν, θα σε απογοητεύσω, γιατί δεν θα γίνει πολύ σύντομα. Δεν έχουν συζητηθεί ακόμα οι λεπτομέρειες». «Για να είμαι ειλικρινής, καθόλου δεν λυπάμαι», απάντησε χωρίς να σκεφτεί η Κρίστεν. Ο θυμός του εξατμίστηκε ως διά μαγείας, κι εκείνη ευχήθηκε να μπορούσε να πάρει πίσω τα λόγια της ακούγοντάς τον να πνίγεται στα γέλια. Δεν είχε σκοπό να του πει ότι τον ήθελε ακόμα. Νευρίασε με το τρύπιο της στόμα κι έκανε δεύτερη γκάφα λέγοντας θυμωμένα: «Δεν καταλαβαίνω τι σε διασκεδάζει τόσο. Η μνηστή σου μπορεί να…». «Σουτ. Φτάνει η κουβέντα γι’ αυτήν», τη διέκοψε. «Εγώ ακόμα δεν έχω διάθεση να γυρίσω στην κάμαρά μου με τον Άβερελ να βρυχάται σαν κρυωμένη αρκούδα. Έρχεσαι μαζί μου στη λίμνη;» Πάλι το ίδιο ακαταμάχητο δόλωμα! Αλλά πάλι, δεν ήταν τόσο θυμωμένη ώστε να χάσει τέτοια ευκαιρία. «Ναι, θα ήθελα να έρθω μαζί σου». «Και θα μ’ αφήσεις να σου κάνω έρωτα εκεί;» πρόσθεσε βραχνά εκείνος. «Δεν ανέφερες όρους και προϋποθέσεις!» Ο Ρόις γέλασε. «Τότε θα αφήσω τα πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους…»


Κεφάλαιο 31 Ο Ρόις και η Κρίστεν έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ. Και πέρασαν τη νύχτα στις χορταριασμένες όχθες της λίμνης. Τουλάχιστον η Κρίστεν. Καθώς απολάμβανε το δροσερό νερό, ήταν τόσο χαλαρή και ήρεμη που σχεδόν ξέχασε ότι ο Ρόις την παρακολουθούσε από την όχθη. Εκείνος δεν ανοίχτηκε. Της ομολόγησε πως δεν ήξερε κολύμπι. Αλλά η Κρίστεν ευχαριστήθηκε το νερό μέχρι που χόρτασε η καρδιά της. Ήταν σαν να ξαναβρήκε την ελευθερία της, σαν να βρέθηκε πίσω στην πατρίδα της, με μόνη διαφορά την αρκετά υψηλότερη θερμοκρασία του νερού. Και το γεγονός ότι στην πατρίδα της δεν την περίμενε στην όχθη ο εραστής της. Όταν τελικά βγήκε από το νερό, ο Ρόις δεν της άφησε καν χρόνο να στεγνώσει. Την πήρε αμέσως στην αγκαλιά του και άρχισε να πίνει το νερό από τα χείλη, τα μάγουλα, τα στήθη της. Η Κρίστεν δεν είχε καμία πρόθεση να τον αρνηθεί κάτω από το σεληνόφως. Ούτε για το θεαθήναι δεν πρόβαλε αντίσταση. Τον ήθελε και ανυπομονούσε να του ανταποδώσει έστω λίγη από την ευχαρίστηση που της χάρισε φέρνοντάς τη στη λίμνη. Ο Ρόις δεν θα μπορούσε να ξέρει πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτήν. Ίσως το καταλάβαινε τώρα, γιατί τον είχε αγαπήσει με όλο της το είναι, αφήνοντας το πάθος της να φουντώσει τόσο, ώστε ξεπέρασε ακόμα και το δικό του. Ο Ρόις δεν θα ξεχνούσε γρήγορα αυτό το μαγικό ιντερλούδιο. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος δεν βυθίστηκε μακάρια στον ύπνο, όπως η Κρίστεν. Ξυπνώντας τώρα, με τα πρώτα τιτιβίσματα των πουλιών που ανήγγειλαν τον ερχομό της καινούριας μέρας, βρήκε τον Ρόις εντελώς ξύπνιο. Και πρόσεξε αμέσως πόσο κατάκοπος φαινόταν. Την κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά του. Είχε κοιμηθεί κολλημένη πάνω του για ζεστασιά καθώς και οι δύο ήταν γυμνοί, και το νυχτερινό αεράκι έστελνε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. Ήταν σκεπασμένοι μόνο με το λεπτό φουστάνι της. Η Κρίστεν ανακάθισε, τεντώθηκε νωχελικά κι έπειτα κοίταξε πίσω της τον Ρόις κουνώντας το κεφάλι της. «Έπρεπε να κοιμηθείς κι εσύ, μιλόρδε». «Με το άλογό μου σε απόσταση αναπνοής;» «Γίνεσαι άδικος τώρα. Δεν θα μου καταλογίσεις την αϋπνία σου. Μπορούσες να με πας πίσω και να βάλεις τους άντρες σου να με παρακολουθούν». «Απ’ ό,τι θυμάμαι, εξαγριώνεσαι ακόμα στην ιδέα ότι σε παρακολουθούν άντρες της φρουράς μου».


«Γιατί, το ίδιο δεν έκανες κι εσύ ξαγρυπνώντας όλη νύχτα;» τον μάλωσε. Εκείνος ανακάθισε χαμογελώντας. «Εγώ σε είχα αγκαλιά, κοπελιά, και δεν ήταν αυτό ακριβώς που είχα στο μυαλό μου». «Είσαι απίστευτος!» Γέλασε και τεντώθηκε να τον φιλήσει πεταχτά στα χείλη. «Αλλά σου είμαι ευγνώμων. Ήταν πολύ πιο άνετα εδώ, στο μαλακό χορτάρι, απ’ ό,τι στο σκληρό δάπεδο της σάλας σου». «Και είμαι βολικό μαξιλάρι;» «Κι αυτό, ναι». Το δάχτυλό του γλίστρησε απαλά στην κλείδα της, πριν στρίψει παιχνιδιάρικα προς την κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη της. «Θα σ’ έχω πάλι στο κρεβάτι μου απόψε». «Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θέλω να γυρίσω εκεί;» τον ρώτησε τάχα σεμνότυφα. «Θέλεις…» Εκείνη κούνησε κοφτά το κεφάλι. «Κάναμε μια ανακωχή εδώ, αλλά όταν επιστρέψουμε…» «Σουτ». Τεντώθηκε να γευτεί τον λαιμό της με την άκρη της γλώσσας του, κι έπειτα, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, βρέθηκε ξαπλωμένος από πάνω της. «Εμπρός, παραδέξου το. Σου αρέσει το κρεβάτι μου». Ήταν σκέτο πειραχτήρι αυτό το πρωί. Και η Κρίστεν δεν είχε περισσότερη διάθεση για σοβαρή κουβέντα. Τα μάτια της σπίθιζαν από ιλαρότητα. «Μια χαρά είναι το κρεβάτι σου, Σάξονα. Καλοφτιαγμένο και αναπαυτικό». Ο Ρόις της έριξε μια δυσοίωνη ματιά. «Δεν θα σε αφήσω να σηκωθείς…» άρχισε μασουλώντας μαλακά τα χείλη της, «πριν παραδεχτείς…» τώρα έβαλε και τη γλώσσα του στο παιχνίδι, «ότι με θέλεις…» Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό του κι έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. «Σε αυτή την περίπτωση, προβλέπω να μένουμε για πολύ ακόμα εδώ…» Ήταν ώρες μετά το ξημέρωμα όταν επέστρεψαν στο αρχοντικό. Δεν πέρασαν όλο το πρωί στη λίμνη, παρότι η Κρίστεν βούτηξε άλλη μια φορά πριν βάλει τελικά τα ρούχα της. Αλλά όταν ο Ρόις την ανέβασε στο άλογό του βάζοντάς την μπροστά του, δεν ήταν προς το αρχοντικό που την οδήγησε. Την πέρασε μέσα από δάση, μέσα από καλλιεργημένες εκτάσεις, μέσα από λιβάδια πνιγμένα στα αγριολούλουδα και καταπράσινα βοσκοτόπια. Της έδειξε τη γη του, τους ανθρώπους του, τα χωριά και τους οικισμούς. Η Κρίστεν είδε ότι αυτοί που εργάζονταν στο αρχοντικό ήταν μόλις μια χούφτα άνθρωποι. Υπήρχαν


τόσο περισσότεροι που δούλευαν τη γη, που φρόντιζαν τα κοπάδια από αγελάδες και άλογα, που κυνηγούσαν στα πυκνά δάση. Και ένιωσε την περηφάνια του Ρόις γι’ αυτά που της έδειχνε. Αυτό το πρωινό εξελίχθηκε σε μαγική εμπειρία. Η ζεστή αίσθηση ευδαιμονίας με την οποία ξύπνησε η Κρίστεν συνεχίστηκε, όπως και η παιχνιδιάρικη διάθεση του Ρόις. Οι περισσότεροι άντρες γίνονται κακότροποι όταν είναι ξενυχτισμένοι. Ο Ρόις αντίθετα ήταν όλο κέφι και πειράγματα, σε βαθμό γελοιότητας σχεδόν. Δεν δυσανασχέτησε με τίποτα που του είπε ή έκανε. Παρατούσε τα ηνία για να την κάνει να σκύψει να τα πιάσει, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία να χουφτώσει το στήθος της. Τα χέρια του αλώνιζαν ελεύθερα στους μηρούς της, μιας και η Κρίστεν καθόταν καβαλικευτά στο άλογο, με την καμιζόλα αναγκαστικά τραβηγμένη ψηλά. Δεν εννοούσε να μαζέψει τα χέρια του, όσες ξυλιές κι αν του έδωσε. Τη γαργαλούσε μέχρι που τον ικέτευε να σταματήσει, κι έπειτα δάγκωνε και φιλούσε τον λαιμό της. Γελούσε μαζί της και σε βάρος της, κι απλώς δεν την άφηνε ήσυχη. Και η Κρίστεν απολάμβανε τα πάντα. Έστω και πρόσκαιρα, ένιωθε πως είχε την ελευθερία της. Και, παρότι τα αισθήματά του δεν ήταν τόσο βαθιά, ένιωθε πως είχε την αγάπη του. Με αυτά τα δεδομένα, ήταν φυσικό να λυπηθεί όταν επέστρεψαν στο αρχοντικό και στη ζοφερή πραγματικότητα. Εκείνη θα πήγαινε στη δουλειά της στη σάλα και εκείνος κατευθείαν στο κρεβάτι του, αφού ο Άλντεν είχε πάρει τον βασιλιά και τη συνοδεία του για κυνήγι. Έτυχε να τους ακούσουν μέσα στο δάσος, αν και ο Ρόις δεν οδήγησε το άλογό του προς τις φωνές. Κρίνοντας από τον άδειο στάβλο, δεν είχαν επιστρέψει ακόμα. Την κατέβασε αγκαλιά από το άλογο, αλλά δεν πήρε αμέσως τα χέρια του από τη μέση της. Το πρόσωπό του είχε χάσει την προηγούμενη ανεμελιά του. Ίσως μάλιστα να λυπόταν κι αυτός για το τέλος του ειδυλλιακού αυτού περιπάτου. Η σκέψη ζέστανε την καρδιά της Κρίστεν. «Ρόδισαν τα μάγουλά σου». «Ο καθαρός αέρας», είπε χαμογελώντας εκείνη. «Μπορεί, αλλά σίγουρα δεν οφείλεται επίσης στον αέρα η λάμψη στα μάτια σου. Θα με ευχαριστούσε να ακούσω ότι πέρασες καλά». «Αλήθεια;» Ένας ιπποκόμος είχε πάρει το άλογό του. Υπήρχαν τουλάχιστον άλλοι τρεις άντρες μέσα στον στάβλο, κι ωστόσο εκείνος την κρατούσε ακόμα από τη μέση. «Θα με κρατήσεις εδώ μέχρι να το παραδεχτώ;» Η υπενθύμιση έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη του κι έπειτα γέλασε. Τη σήκωσε στο ύψος του για ένα φλογερό φιλί και την άφησε στα πόδια της με μια ξυλιά στα πισινά. «Δεν θα ήμουν τόσο άξεστος να σε κρατήσω στον στάβλο,


αλεπουδίτσα. Αργότερα, όμως…» «Κι άλλες απειλές!» του πέταξε περιπαικτικά. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να το παραδεχτώ, τότε. Ναι, πέρασα πολύ καλά». «Μιας και σε βρίσκω τόσο πρόθυμη για παραδοχές…» «Όχι, Σάξονα, κάνω μία εξομολόγηση την ημέρα». Κατάπιε με δυσκολία το γέλιο του, προσπαθώντας να φαίνεται απογοητευμένος. «Είσαι αδυσώπητη, κοπελιά», είπε βγαίνοντας μαζί της στον περίβολο. «Ενώ η επιμονή σου είναι αξιέπαινη», αντιγύρισε. Αυτή τη φορά δεν κατάφερε να μη γελάσει. «Υποχωρώ λοιπόν, έστω προσωρινά». Είχε το χέρι του στην πλάτη της, συνοδεύοντάς την προς την είσοδο του αρχοντικού. «Δεν μπορεί να γίνεται συχνά», πρόσθεσε διστακτικά, «αλλά όταν βρω ευκαιρία, θα έρθεις πάλι μαζί μου στη λίμνη;» Η Κρίστεν του έριξε μια πλάγια ματιά. Δεν το περίμενε καθόλου αυτό. Είτε το καταλάβαινε είτε όχι, της έδινε κάτι να προσδοκά. Κι αυτό το χρειαζόταν απελπισμένα στις δεδομένες συνθήκες. «Θα το ήθελα πολύ, μιλόρδε. Αλλά μπορώ να έχω ένα άλογο μόνη μου την επόμενη φορά;» «Όχι». Τα φρύδια της έσμιξαν. «Ξέρω να ιππεύω». «Μου το είπε ο Θόρολφ». «Άρα λες όχι επειδή δεν με εμπιστεύεσαι». «Εννοείται ότι δεν σε εμπιστεύομαι». Χαμογέλασε πλατιά βλέποντάς τη να μουτρώνει. «Όμως ο βασικός λόγος είναι ότι προτιμώ να σε έχω στα πόδια μου, όπου μπορώ να…» «Ρόις!» «Κοκκινίζεις, κοπελιά; Μα την πίστη μου, έγινες παντζάρι!» «Σταμάτα, Σάξονα, αλλιώς θα…» Δεν έμελλε να μάθει ποτέ τι αντίποινα είχε κατά νου. Ακολουθώντας το βλέμμα της, ο Ρόις είδε την Κόρλις να στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας της σάλας, μαζί με μία από τις αδελφές της. Σίγουρα δεν ήταν εκεί για να τον καλωσορίσουν, γιατί καμιά τους δεν είχε ιδιαίτερα θερμή έκφραση. «Μάλλον ξέχασες την παρουσία της εδώ, μιλόρδε», του ψιθύρισε η Κρίστεν. Είχε βάλει τα δυνατά του, αλλά αυτό δεν το είπε μεγαλόφωνα. Μια ματιά στο πρόσωπό της επιβεβαίωσε την αρχική υποψία του: δεν τον συμπονούσε καθόλου γι’ αυτό που τον περίμενε. Αντίθετα, τα μάτια της σπίθιζαν από χαιρέκακη ευθυμία. Η άκαρδη αλεπουδίτσα χαιρόταν για την κατσάδα που θα έτρωγε επειδή παραμέλησε τη μνηστή του.


«Αρχόντισσες», χαιρέτησε άκαμπτα ο Ρόις. «Μιλόρδε», ανταπέδωσε η Κόρλις στον ίδιο τόνο. Δεν παραμέρισε για να αφήσει την Κρίστεν να μπει στη σάλα. Αντίθετα, την κοίταξε επιτιμητικά από πάνω ως κάτω. «Ποια είναι αυτή η αλλόκοτη γιγάντισσα;» Ο Ρόις έτριξε τα δόντια του. Οι μύες του αυχένα του κυμάτισαν δυσοίωνα. Η Κρίστεν θα έμενε άναυδη αν τα είχε αντιληφθεί αυτά, παρότι σίγουρα θα απέδιδε τον θυμό του στη ζήλια που πρόδιδε η στάση της. Μόνο που η Κρίστεν δεν κοίταζε τον Ρόις. Κοίταζε την αρχόντισσα, και την κοίταζε αναγκαστικά αφ’ υψηλού, αφού η κορυφή του κεφαλιού της Κόρλις δεν έφτανε ψηλότερα από το πιγούνι της. Αν δεν αισθανόταν άνετα με το ύψος της, το χλευαστικό σχόλιο της λαίδης μπορεί και να την πλήγωνε. Αντί γι’ αυτό, βρήκε τη σκηνή ζηλοτυπίας που την περιλάμβανε διασκεδαστική. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι θα χάριζε κάστανα. «Αν ρωτάς εμένα, αρχόντισσα, να σε ενημερώσω ότι στα μέρη μου συχνά αφήνουν τα λιποβαρή, μικροκαμωμένα νεογέννητα να πεθάνουν, αφού δύσκολα θα άντεχαν το τραχύ κλίμα μας». «Τι βαρβαρότητα!» έφριξε η Κόρλις. «Ναι, είναι φυσικό να το βλέπεις έτσι», αποκρίθηκε η Κρίστεν, ρίχνοντας μια εύγλωττη ματιά στη μικρόσωμη λαίδη. «Μιλόρδε…» κλαψούρισε η Κόρλις, και δυο κόκκινες στάμπες εμφανίστηκαν στα ζυγωματικά της. Η Κρίστεν σούφρωσε τα χείλια. «Συγχώρα με, μιλαίδη. Καταλαβαίνω ότι δεν ρωτούσες εμένα. Αλλά, πάλι, ο άρχοντας Ρόις μπορεί να σου πει μόνο ότι με κρατάει αιχμάλωτη, σκλάβα στο έλεός του. Για μένα ξέρει μόνο ό,τι του έχω πει, δηλαδή ελάχιστα πράγματα. Έτσι δεν είναι, μιλόρδε;» Μόλις που πρόλαβε να δει τα στερνά υπολείμματα της οργής του Ρόις όταν του έριξε μια λοξή ματιά. Η έκφρασή του ήταν σχεδόν απαθής, αν και ήταν φανερή η δυσαρέσκειά του στον τρόπο που την έσπρωξε να προσπεράσει την Κόρλις και τη διέταξε να πάει στη δουλειά της. Η Κρίστεν συμπέρανε ότι προφανώς κατά τη γνώμη του είχε υπερβεί τα εσκαμμένα, αλλά δεν την ένοιαζε. Πράγμα που φρόντισε να του δείξει με την ασκότιστη ματιά που του έριξε πάνω από τον ώμο της όπως απομακρυνόταν. Ο Ρόις χρειάστηκε να αποστρέψει βιαστικά το βλέμμα πριν βάλει τα γέλια, αλλά έτσι βρέθηκε να κοιτάζει την Κόρλις. Σοβάρεψε αμέσως και ξέσπασε την οργή του με μια βλαστήμια. Η αδελφή της λαίδης τράπηκε σε άτακτη φυγή, ενώ κι η ίδια η Κόρλις άρχισε να οπισθοχωρεί. Την έπιασε από το χέρι με μια αστραπιαία κίνηση. «Όχι, μιλαίδη, πρώτα θα μου δώσεις εξηγήσεις».


«Με πονάς, Ρόις!» Εκείνος βλαστήμησε ξανά όταν είδε τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της. Τράβηξε αμέσως το χέρι του από τον καρπό της. Ήταν αδύναμη σαν μικρό παιδί. Δεν το είχε συνειδητοποιήσει ως τώρα, αλλά αφότου γνώρισε την Κρίστεν, δυναμική και ρωμαλέα, ικανή και έτοιμη να αναμετρηθεί μαζί του όχι μόνο λεκτικά αλλά και σωματικά ανά πάσα στιγμή, η οποία δεν είχε κλάψει ούτε μία φορά ούτε είχε διαμαρτυρηθεί ότι την πόνεσε, η Κόρλις θα εισέπραττε την οργή του ενάντια σε όλες τις εύθραυστες, αιθέριες εκπροσώπους του φύλου της. «Σκούπισε τα μάτια σου», της είπε απότομα. «Ξέρω τη δύναμή μου και ξέρω ότι δεν σε πόνεσα. Γιατί κλαις, λοιπόν;» Τα δάκρυα στέγνωσαν από τα μάτια της, αν και η έκφρασή της παρέμεινε πονεμένη. «Μου φέρεσαι προσβλητικά!» «Εγώ; Πώς χαρακτηρίζεις τον άθλιο χαρακτηρισμό σου για τη νεαρή Βίκινγκ;» «Προσβολή το θεωρείς;» ανταπέδωσε εριστικά εκείνη. «Εγώ απλώς δήλωσα ένα γεγονός. Το ύψος της είναι τερατώδες». «Είμαι πιο ψηλός απ’ αυτήν, Κόρλις. Θες να μου πεις τι με κάνει αυτό;» «Μα… εσύ είσαι άντρας», δήλωσε το προφανές. «Είναι φυσικό να είσαι έτσι. Ενώ αυτή είναι ψηλότερη από τους περισσότερους άντρες. Είναι αφύσικο». «Κάνεις λάθος», απάντησε σφίγγοντας τα δόντια του. «Είναι ψηλότερη από τους περισσότερους Σάξονες, όντως, αλλά υπάρχουν δεκάξι Βίκινγκς που ήταν μαζί της στο καράβι, κι ούτε ένας δεν είναι κοντύτερός της. Θα ήθελες να τους δεις;» «Αστειεύεσαι!» έκρωξε εκείνη. «Ναι, αστειεύομαι». Αναστέναξε. «Με συγχωρείς, Κόρλις. Γίνομαι αγενής όταν είμαι κουρασμένος, και η αλήθεια είναι ότι είμαι κατάκοπος». Εκείνη παρέβλεψε το υπονοούμενο. «Αλλά τι έκανες μαζί της, Ρόις;» Έσφιξε τα δόντια για να καταπιεί άλλη μια βλαστήμια. «Δεν είσαι ακόμα γυναίκα μου για να ανακατεύεσαι στις υποθέσεις μου». «Και όταν θα είμαι γυναίκα σου;» Η ένοχη συνείδησή του τον έκανε να την αποπάρει λέγοντας: «Θα μάθεις να μη με αμφισβητείς». Η Κόρλις δεν προσβλήθηκε από τη συμπεριφορά του, γιατί έτσι φέρονταν οι περισσότεροι άντρες στις γυναίκες. Αλλά την έτσουξε ο τόνος του και βούρκωσε για να δείξει ότι πληγώθηκε. Ο Ρόις, που σιχαινόταν τα δάκρυα και αντιδρούσε σε αυτά μόνο με οργή, απομακρύνθηκε αηδιασμένος για την ενοχή που έσπειραν μέσα του.


Κεφάλαιο 32 Το φαγητό πήγε με καθυστέρηση στους αιχμαλώτους εκείνο το δειλινό. Ούτε η Έντα, που το μαγείρευε, ούτε η Έντρια, που συνήθως το πήγαινε στο παράπηγμα με τη βοήθεια του Ούλαντ, πίστεψαν την Κρίστεν όταν τους είπε ότι είχε την άδεια να τους το πάει εκείνη σήμερα. Αλλά η Έντα είχε τη σύνεση να αναβάλει τη διανομή του φαγητού μέχρι να διευκρινίσει το ζήτημα με τον πυργοδεσπότη. Έπρεπε να περιμένουν να κατέβει από την κάμαρά του ο Ρόις, ο οποίος άργησε. Είχε περάσει εκεί όλο το απομεσήμερο, αφού παράτησε τη μνηστή του στην είσοδο της σάλας. Η Κρίστεν τον παρακολουθούσε από τη γωνιά της να μιλάει με τη λαίδη του. Ήταν θυμωμένος. Η Κόρλις έκλαιγε. Έφυγε θυμωμένος. Τα δάκρυα της Κόρλις στέγνωσαν με το που γύρισε την πλάτη του ο Ρόις, και η έκφρασή της δήλωνε πίκα, όχι στενοχώρια. Η Κρίστεν δεν πέρασε το απόγευμα με τις ζοφερές σκέψεις που την ταλάνιζαν την προηγουμένη. Ένιωθε χαρούμενη κι ανέμελη και προτιμούσε να μην αναλύει τους λόγους. Και τα κατάφερε, αφού ήταν απασχολημένη ζυμώνοντας περισσότερο ψωμί με ξηρούς καρπούς. Η Έντα είχε δοκιμάσει μια μπουκιά από τα καρβελάκια που είχε φτιάξει η Κρίστεν για τη Μέγκαν και τον εαυτό της και της άρεσε τόσο, ώστε έκανε μια συμφωνία με την Κρίστεν. Θα έδινε στην Κρίστεν τους καρπούς και θα την άφηνε να ζυμώσει μισή ντουζίνα καρβέλια για τους αιχμαλώτους, αν έφτιαχνε άλλα τόσα για τους φιλοξενούμενους του Ρόις. Η Κρίστεν δεν μπορούσε να αρνηθεί, πόσο μάλλον όταν είχε και πάλι τη Μέγκαν για συντροφιά. Έτσι, πέρασε ευχάριστα την υπόλοιπη μέρα της, μέχρι που άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια. Η Έντα άρχισε να γκρινιάζει ότι ο Ρόις αργούσε πολύ να κατέβει. Το βραστό των αιχμαλώτων έπηζε. Η Έντρια είχε άλλες δουλειές να κάνει, αφού οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει το δείπνο τους, οπότε δεν μπορούσε να πάει στους αιχμαλώτους το φαγητό. Αλλά η Κρίστεν ανησυχούσε περισσότερο, ξέροντας τι θα υπέθετε ο Θόρολφ, αν δεν την έβλεπε σήμερα. «Πήγαινε να τον ξυπνήσεις για να σου πει», είπε τελικά στην Έντα. «Έτσι κι αλλιώς δεν θα θέλει να κοιμάται όλη μέρα». «Επιμένεις ότι κοιμάται, κοπελιά. Πώς γίνεται αυτό, μέρα μεσημέρι;» Η Κρίστεν ανασήκωσε τους ώμους. «Κάν’ το, Έντα. Δεν θα θυμώσει αν τον ενοχλήσεις». Η Έντα πείστηκε, για να γυρίσει λίγο μετά κουνώντας εμφατικά το κεφάλι.


«Για φαντάσου, στ’ αλήθεια κοιμόταν, και μάλιστα φώναζε γιατί δεν τον ξύπνησε κανείς πιο νωρίς». Η Κρίστεν χαμογέλασε, κι η γερόντισσα τη φιλοδώρησε με μια διαπεραστική ματιά. «Είχες δίκιο τελικά, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ο άρχοντας σε άφησε… Μπορείς να πάρεις το φαΐ, αλλά θα έρθουν δυο φρουροί μαζί σου. Και ο Ούλαντ, για να σε βοηθήσει να το κουβαλήσεις». Η Έντα φώναξε τους άντρες για να τους δώσει οδηγίες. Η Κρίστεν δεν μπορούσε να φέρει αντιρρήσεις. Ανυπομονούσε τόσο να δει τον Θόρολφ και τους άλλους, ώστε χαμογελούσε πλατιά σε όλη τη διαδρομή ως την καλύβα των αιχμαλώτων. Ήταν όλοι μέσα στο μακρόστενο κτίσμα, με την πόρτα ανοιχτή. Οι δύο φρουροί μπροστά, απορροφημένοι σε έναν διαγωνισμό ευστοχίας με μαχαίρια, μόλις που της έριξαν μια ματιά όπως πλησίαζε με τον Ούλαντ και τους δικούς της φρουρούς. Κατάλαβε την αιτία γι’ αυτή τη χαλαρότητα ακούγοντας τα κροταλίσματα από αλυσίδες. Η διάθεσή της καταβαραθρώθηκε στη συνειδητοποίηση ότι, αντίθετα από εκείνη, αυτοί κυκλοφορούσαν ακόμα σιδηροδέσμιοι όλες τις ώρες. Αλλά τη στιγμή που στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα, την πλημμύρισε πάλι η χαρά. Το βλέμμα της εστίασε πρώτα πάνω στον ξάδελφό της. Έριξε το καλάθι με το ψωμί και τα φρούτα στη γη κι έτρεξε στην ξαφνιασμένη αγκαλιά του Όταρ. Ήταν τόσοι εκείνοι που έκρωζαν έκπληκτοι το όνομά της, ώστε κατάλαβε ότι ο Θόρολφ δεν είχε πει σε κανέναν τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα, πιθανότατα από φόβο ότι δεν θα την ξανάβλεπε κανείς τους. Ο Όταρ έμεινε με άδεια χέρια, αφού η Κρίστεν πέρασε διαδοχικά από την αγκαλιά όλων των παλιών, καλών της φίλων. Δέχτηκε αρκουδίσιες αγκαλιές, καλωσορίσματα και πειράγματα απ’ όλους, τσιρίζοντας και γελώντας. Ο Ούλαντ, που στεκόταν στην πόρτα και παρακολουθούσε αυτό το αυθόρμητο πανηγύρι, δεν πίστευε στα μάτια του. Η Έντρια ισχυριζόταν ότι τουλάχιστον ένας από τους Βίκινγκς, εκείνος που ερχόταν πάντα στην πόρτα να πάρει το φαγητό από τα χέρια της, δεν μπορεί να ήταν τόσο βάρβαρος όσο οι άλλοι, γιατί της χαμογελούσε συχνά. Ανοησίες που φαντάζεται μια τσούπρα γοητευμένη από έναν ομορφονιό, σκεφτόταν ο Ούλαντ. Κι όμως, αυτή η επίδειξη τρυφερότητας και ζεστασιάς για τη γιγαντόσωμη κοπελιά… Μα τον Θεό, τους έκανε σχεδόν ανθρώπινους, αντί για τα αντίχριστα τέρατα που τους νόμιζαν όλοι. Κατάπληκτος, ο Ούλαντ άφησε μπροστά στην πόρτα το μεγάλο καζάνι με βραστό κρέας, και γύρισε βιαστικά στη σάλα να περιγράψει στους φίλους του αυτό που είχε δει.


Μέσα στην καλύβα, η Κρίστεν είχε φτάσει τελικά στον Θόρολφ. Τη στιγμή που διασταυρώθηκαν οι ματιές τους, ο ενθουσιασμός καταλάγιασε μέσα της, γιατί η έκφρασή του ήταν μάλλον αγέλαστη όπως την περιεργαζόταν από πάνω ως κάτω. Ξαφνικά θυμήθηκε αυτό που παραδέχτηκε ο Ρόις ότι του είχε πει κι ένιωσε να την κατακλύζει ένα κύμα συστολής. Η επιφυλακτικότητά της ήταν σαν χαστούκι για τον Θόρολφ, που κοκκίνισε ξέροντας ότι εξαιτίας του έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη της. Είχε περάσει τη μέρα αγωνιώντας για την τύχη της κι ένιωσε τέτοια ανακούφιση όταν την είδε να μπαίνει γερή και δυνατή, ώστε πάγωσε για μια στιγμή. Έψαχνε ακόμα για μώλωπες εκεί που δεν υπήρχε κανείς, ενώ θα έπρεπε να εκφράζει τη χαρά του που την ξανάβλεπε, όπως έκαναν οι άλλοι. Έφερε το χέρι του στο πιγούνι της και σήκωσε το πρόσωπό της. «Συγχώρα με, Κρίστεν. Ο Σάξονας σε μαστίγωσε μία φορά. Ήμουν σίγουρος…» «Πως θα το ξανάκανε;» συμπλήρωσε μ’ ένα χαμόγελο. «Κι εγώ έτσι νόμιζα, αλλά δεν το έκανε». «Μήπως το ανέβαλε;» Ξανάφερε στον νου της την προηγούμενη νύχτα. Ο Ρόις την είχε πάει στη λίμνη, ξέροντας πόσο θα χαιρόταν το κολύμπι. Της είχε επιτρέψει να δει τους φίλους της, άλλη μια πηγή χαράς. Και της είχε κάνει έρωτα κάτω από τα άστρα… Έγνεψε αρνητικά με απόλυτη σιγουριά, κοιτάζοντας κατάματα τον Θόρολφ. «Όχι, το έχει ξεχάσει ήδη». Ο Βίκινγκ έριξε πίσω το κεφάλι του, γέλασε καταχαρούμενος και την έσφιξε σε άλλη μια αγκαλιά, που λίγο ακόμα και θα της έσπαγε τα κόκαλα. «Μα τα δόντια του Θορ, χαίρομαι πολύ που το ακούω!» «Τι λέτε εσείς; Ποιο πράγμα ξεχάστηκε;» θέλησε να μάθει ο Όταρ. Μαζί με τους υπόλοιπους είχαν μαζευτεί γύρω από την Κρίστεν. Σκέφτηκε να τους πει κάποιο ψέμα, μιας και δεν μπορούσαν να ξέρουν το θέμα της κουβέντας της με τον Θόρολφ. Αλλά δεν μπορούσε να τους πει ψέματα. Δεν ήταν εύκολο να εξηγήσει την απόπειρά της να αποδράσει και τον λόγο που δεν τιμωρήθηκε τελικά, αφού έπρεπε να αποσιωπήσει λεπτομέρειες και να προσπεράσει θολά σημεία που θα προκαλούσαν ερωτήσεις. Αλλά μετά άρχισε να τους λέει όσα ήξερε για το Γουίντχερστ και το Ουέσεξ, που μπορεί να μην ήταν πολλά, αλλά ήταν περισσότερα απ’ όσα είχαν μάθει εκείνοι. Τους είπε πού βοσκούσαν τα άλογα και πού ήταν το πιθανότερο να βρίσκεται ο στρατός των Δανών – πολύ βορειότερα, δυστυχώς. Τους είπε επίσης για τους γιγαντόσωμους Κέλτες που είχε ακούσει, οι οποίοι ήταν εχθροί με τους Σάξονες, άρα μπορεί να βοηθούσαν τους Βίκινγκς αν επέλεγαν να κινηθούν προς δυσμάς, αντί προς τον βορρά.


Τουλάχιστον είχαν κάποιες εναλλακτικές για τα σχέδιά τους. Η φυγή ήταν μόνιμη σκέψη στο μυαλό τους. Άκουσε ατελείωτη γκρίνια για την επιφυλακτικότητα των Σαξόνων. Όταν παρατήρησε πόσο υγιείς και γεροί φαίνονταν όλοι, σέρνοντας χαμογελαστή τα ακροδάχτυλά της πάνω στους διογκωμένους δικέφαλους εκείνων που βρίσκονταν πιο κοντά της, ο Μπγιάρνι γέλασε και επέδειξε τη νεοαποκτημένη δύναμή του σηκώνοντάς την πάνω από το κεφάλι του. Η Κρίστεν τον αγριοκοίταξε όταν την απίθωσε κάτω, αλλά εκείνος δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας. «Τουλάχιστον είστε έτοιμοι για απόδραση», παρατήρησε τελικά. «Ναι, το κουβάλημα δεν μας έβλαψε καθόλου», απάντησε ο Όντελ. «Όταν γυρίσουμε πίσω, το όργωμα των χωραφιών μου θα μου φαίνεται παιχνίδι». «Αυτοί οι τοίχοι δεν μπορούν να μας κρατήσουν, Κρίστεν», είπε σοβαρά ο Όταρ. «Αλλά δεν θα ωφελούσε να τους γκρεμίσουμε χωρίς να έχουμε πρώτα ένα τσεκούρι για να σπάσουμε αυτές τις αλυσίδες». «Δεν έχω δει τσεκούρι πουθενά τόσες εβδομάδες», είπε συλλογισμένα η Κρίστεν. «Υπάρχει κάθε είδους όπλο στο αρχοντικό, αλλά κανένα τσεκούρι. Δεν θα με ξάφνιαζε αν τα κλειδώνουν κάπου, Όταρ, γιατί ο Σάξονας είναι πολύ προσεκτικός». «Τότε χρειαζόμαστε το κλειδί για την πόρτα κι αυτές τις αλυσίδες». «Ξέρετε ποιος το κρατάει;» ρώτησε. «Αυτός που χτίζει το τείχος, αυτός που τον φωνάζουν Λάιμαν». Η Κρίστεν τον θυμόταν, αλλά δεν τον είχε δει από τότε που τη χώρισαν από τους άντρες. «Δεν έρχεται στη σάλα. Θα πρέπει να ζει έξω από το αρχοντικό». Η απογοήτευση όλων τους ήταν σχεδόν απτή. Μα την πίστη της, ήταν άδικο αυτό που ζούσαν! Ο Όταρ τη γαργάλησε κάτω από το σαγόνι. «Έλα τώρα, ξαδέλφη, μη σκοτίζεσαι εσύ. Θα βρούμε έναν τρόπο. Μας συνηθίζουν σιγά σιγά. Αργά ή γρήγορα, κάποιος θα κάνει ένα λάθος και τότε θα έχουμε την ευκαιρία μας». «Κι εμένα με συνηθίζουν, αλλά δεν βλέπω να με εμπιστεύονται περισσότερο», είπε εκείνη σκυθρωπιάζοντας. «Σήμερα είναι η πρώτη φορά που είχα άδεια να βγω από τη σάλα». «Υπάρχει η τσούπρα που κορτάρει ο Μπγιάρνι, η Έντρια. Λες να πειστεί να βοηθήσει αν καταφέρει ο δικός μας να κερδίσει την εύνοιά της;» Η Κρίστεν γούρλωσε τα μάτια κι έπειτα έμπηξε τα γέλια. «Μα την πίστη μου, εσείς σκέφτεστε τα πάντα! Αλλά τώρα που το αναφέρατε, φάνηκε στ’ αλήθεια απογοητευμένη που θα σας έφερνα εγώ το φαγητό αυτή τη φορά». Κοίταξε κατάματα τον Μπγιάρνι. «Μου λες πώς κορτάρεις την κοπέλα, ενώ δεν μιλάς


καν τη γλώσσα της;» Ένα κατεργάρικο χαμόγελο έλαμψε στα χείλη του. «Μου μαθαίνει ο Θόρολφ τις λέξεις που πρέπει να ξέρω». «Α, εκείνες τις λέξεις», παρατήρησε χαμογελώντας κι αυτή. «Πηγαινοέρχεται ελεύθερα η κοπελιά;» θέλησε να μάθει ο Όταρ. «Ναι, απ’ όσο ξέρω. Αλλά την ίδια την Έντρια τη γνωρίζω ελάχιστα, οπότε δεν μπορώ να πω αν θα βοηθούσε – ακόμα και για χάρη του Μπγιάρνι. Όλες οι υπηρέτριες εξακολουθούν να με φοβούνται και μου μιλούν σπάνια με εξαίρεση τη γερόντισσα, την Έντα, η οποία είναι πολύ πιστή στον άρχοντά της. Θα κάνω πάντως μια προσπάθεια να μιλήσω στην Έντρια, για να μάθω αν αισθάνεται κάτι για τον Μπγιάρνι. Μπορώ τουλάχιστον να της πω τι καλός, πιστός και αφοσιωμένος άντρας είναι». Η Κρίστεν το είπε γελώντας, γιατί όλοι ήξεραν τι γυναικάς ήταν ο νεαρός Βίκινγκ, με πρώτο και καλύτερο τον ίδιο. Ωστόσο, ήταν αναντίρρητα ο πιο όμορφος απ’ όλους εκεί. Αν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να κλέψει την καρδιά μιας κοπέλας και να την κάνει να προδώσει τους δικούς της, αυτός ήταν ο Μπγιάρνι. Συνέχισαν να την πολιορκούν με ερωτήσεις, περιμένοντας να ξέρει ποιοι ήταν οι νεαροί άρχοντες που είχαν έρθει να τους περιεργαστούν τις προάλλες. Έμειναν έκπληκτοι μαθαίνοντας πως ο ένας ήταν ο βασιλιάς αυτών των Σαξόνων και μάλιστα έμενε στο Γουίντχερστ για ένα διάστημα. Χρειάστηκε να τον περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια, αφού θα ήταν ο ιδανικός όμηρος αν έκανε ποτέ το λάθος να τους πλησιάσει αρκετά. Με τον Αλφρέδο του Ουέσεξ στα χέρια τους, μπορούσαν να απαιτήσουν την ελευθερία τους, καθώς και τη δική της. Θα ήταν ο εύκολος τρόπος. Παρότι όμως η Κρίστεν τους είπε όλα όσα ήθελαν να μάθουν, αμφέβαλε ότι ο Σάξονάς της θα άφηνε ποτέ τον βασιλιά του να πάει τόσο κοντά τους, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Δεν φοβόταν για τον εαυτό του, αλλά δεν θα ρίσκαρε να πάθει το παραμικρό ο Αλφρέδος. Τελικά, τους μάλωσε όλους που άφηναν το φαγητό τους να κρυώνει, κι αυτοί πήγαν να πάρουν τις κακοφτιαγμένες ξύλινες γαβάθες που τους είχαν δώσει, γαβάθες που γέμιζαν το φαγητό τους με σκλήθρες. Μόνο ο Θόρολφ έμεινε πίσω. Τράβηξε την Κρίστεν να καθίσει δίπλα του, στηρίζοντας την πλάτη της στον τοίχο, κι έμπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της πάνω στο λυγισμένο γόνατό του. Δεν κοίταζε εκείνη, αλλά το άθλιο κατάλυμα γύρω του. Ο Όταρ απέφυγε να τη ρωτήσει πώς τα πήγαινε η ίδια, γιατί έβλεπε με τα μάτια του ότι ήταν καλά,


σωματικά και ψυχικά. Ο Θόρολφ πάλι δεν είχε ενδοιασμούς να θίξει ένα ευαίσθητο θέμα. Και το έκανε χωρίς περιστροφές. «Ώστε είναι αλήθεια αυτό που μου είπε ο Σάξονας; Σου αρέσει;» Ο Ρόις ήταν εχθρός τους. Τους είχε αιχμαλωτίσει και τους κρατούσε σκλάβους του. Η Κρίστεν ήξερε τι σκεφτόταν. Πώς να του έδινε να καταλάβει κάτι που δεν κατανοούσε ούτε η ίδια; Μα πάλι, ούτε αυτή μάσησε τα λόγια της. «Όταν τον κοιτάζω, νιώθω υπέροχα μέσα μου. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ποτέ πριν, Θόρολφ». «Θα τον έπαιρνες για άντρα σου;» Χαμογέλασε ονειροπόλα. «Εγώ ναι, αλλά δεν θα μου το ζητούσε». Έσφιξε μαλακά τα δάχτυλά της. «Φοβόμουν ότι δεν το ήξερες, ότι πίστευες πως θα σε τιμούσε». «Δεν έχασα και τα λογικά μου μαζί με… Κοίτα, ξέρω καλά τι να περιμένω. Του αρέσω πολύ τώρα, αλλά…» «Τώρα;» «Στην αρχή νόμιζε πως ήμουν πόρνη. Περίμενε, Θόρολφ». Χαμογέλασε όταν στράφηκε φουρκισμένος προς το μέρος της. «Για να γελάς είναι. Εγώ γέλασα. Και τον άφησα να το πιστεύει. Τον αηδίαζα, κι αυτό τον κράτησε σε απόσταση για ένα διάστημα. Αλλά τότε άρχισε να με πειράζει αυτή η απόσταση. Ήμουν κάτι παραπάνω από πρόθυμη όταν αποφάσισε τελικά να… Όπως σου είπα, του αρέσω πολύ τώρα, αλλά δεν με εμπιστεύεται ούτε γι’ αστείο. Κι ωστόσο, κρατάει τους άλλους άντρες μακριά μου. Μέχρι που διέταξε να με απαλλάξουν από τα δεσμά μου όσο μένουν εδώ αυτά τα αρχοντόπουλα, ώστε να μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου όταν δεν είναι ο ίδιος παρών». «Δηλαδή τον έχεις δικό σου – κατά το ήμισυ;» «Ναι, κατά το ήμισυ, και θα το χάσω κι αυτό όταν παντρευτεί. Κι ωστόσο…» Τελείωσε τη φράση της με έναν στεναγμό. Ο Θόρολφ έσφιξε ξανά τα δάχτυλά της για να της δείξει ότι καταλάβαινε. Δεν ήταν κανένας υποκριτής για να της πει ότι ήταν λάθος της που ήθελε τον Σάξονα. Ήξερε ότι κι αυτός το ίδιο θα έκανε αν ήταν στη θέση της και ποθούσε μία εχθρό του. Θα έπεφτε με τα μούτρα κι όσο κρατούσε. Θα ήταν άσκοπο να της θυμίσει ότι ήταν γυναίκα, άρα δεν δικαιούνταν να το βλέπει με τον ίδιο τρόπο. Ήταν κόρη της μητέρας της, και η Μπρένα Χάαρντραντ ήταν τόσο γενναία που έβαζε τον εαυτό της πάνω και έξω από τις συμβάσεις. «Μη χολοσκάς, Κρίστεν». «Να μη χολοσκάω;» Ο τόνος της πρόδιδε το σάστισμα που ένιωθε. «Η λογική μου λέει ότι θα ’πρεπε ήδη να τον μισώ. Έτρεφα κάποιες ελπίδες», παραδέχτηκε


απρόθυμα. «Έσβησαν τη στιγμή που είδα τη μνηστή του. Κι όμως, ο Θεός να με λυπηθεί, Θόρολφ, με πήγε για κολύμπι αφότου με τσάκωσε εδώ, να προσπαθώ να αποδράσω. Γιατί το έκανε αυτό, μου λες;» «Δηλαδή εκείνος δεν κέρδισε τίποτα;» «Μπορούσε να “κερδίσει” αυτό που εννοείς οπουδήποτε. Δεν ήταν υποχρεωμένος να με πάει στη λίμνη». «Ορίστε, απάντησες. Ο τύπος είναι μαγεμένος μαζί σου, κι αυτό δύσκολα αλλάζει». «Μαγεμένος; Όχι, εγώ είμαι η μαγεμένη από τους δυο μας. Ξέρω ότι θα τον μισήσω τελικά, αλλά κάλλιο να συνέβαινε τώρα παρά αργότερα. Μακάρι να παντρευτεί αύριο κιόλας και να με ξεγράψει, να τελειώνουμε!» Ο Θόρολφ χαμογέλασε με τον περίλυπο τόνο της κι έσκασε στα γέλια όταν τον αγριοκοίταξε. «Λυπάμαι τον Σάξονά σου, Κρίστεν, με όλη μου την καρδιά. Να σε ξεγράψει; Μα τον Όντιν, το αντίθετο συμβαίνει. Αυτός να δούμε πώς θα το αντέξει όταν τον ξεγράψεις εσύ…» Η Κρίστεν ξεκαρδίστηκε με την ιδέα ενός καταρρακωμένου Ρόις. Ήταν εξωφρενική, αλλά εκτίμησε αληθινά την προσπάθεια του Θόρολφ να της τονώσει την αυτοεκτίμηση. Έτσι την είδε ο Ρόις όταν στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα της καλύβας: καθισμένη σχεδόν στην αγκαλιά του Βίκινγκ, πιασμένους χέρι χέρι να γελούν με την καρδιά τους. Η πρώτη του παρόρμηση ήταν να τους χωρίσει βίαια και να κάνει τον νεαρό μαύρο στο ξύλο, αλλά την κατέστειλε. Είχε ξεχάσει πώς την πρόσεχαν από την αρχή οι Βίκινγκς. Η ησυχία που έπεσε ξαφνικά στην καλύβα την ξάφνιασε, μέχρι που είδε την αιτία. «Μου φαίνεται ότι έμεινα πολύ». Το χέρι του Θόρολφ έσφιξε το δικό της όταν έκανε να σηκωθεί. «Λες να μπει μέσα να σε πάρει, Κρίστεν;» Η ερώτηση της πάγωσε το αίμα. «Κοίταξέ τον. Σε βεβαιώνω ότι αυτή δεν είναι η ευχαριστημένη του έκφραση. Θέλεις να με πάρει σηκωτή από εδώ;» «Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν το δοκίμαζε». Μόνο τότε κατάλαβε τι είχε κατά νου. «Θόρολφ!» «Μπορούμε να τον νικήσουμε, Κρίστεν», της είπε ατάραχα, κοιτάζοντας κατάματα τον Σάξονα καθώς μιλούσε. «Είναι εξίσου καλός όσο ο βασιλιάς του για όμηρος. Εδώ μέσα δεν μπορούν να μας κυκλώσουν με τόξα και βέλη, για να μας αναγκάσουν να τον ελευθερώσουμε». Η καρδιά και το σώμα της έγιναν έρμαια του πανικού της, αλλά ήταν η λογική που μίλησε. «Τον ξέρω καλά, Θόρολφ. Άκουσέ με. Γι’ αυτόν, προτεραιότητα


έχουν οι δικοί του και το καθήκον του. Πιστεύει ακράδαντα ότι θα ακολουθήσει μακελειό αν ελευθερωθείτε. Δεν πείθεται με κανέναν τρόπο για το αντίθετο. Θα θυσιαστεί ο ίδιος πριν δώσει διαταγή να σας ελευθερώσουν». Ο Θόρολφ είχε τη δική του συλλογιστική. «Οι φρουροί του δεν θα υπακούσουν, αν απειλείται η ζωή του». «Δεν θα πετύχει σου λέω!» «Ο ξάδελφός σου διαφωνεί. Κοίτα τον, Κρίστεν. Ο Όταρ έχει φτάσει ήδη στο ίδιο συμπέρασμα με εμένα. Αν ο Σάξονάς σου είναι τόσο παράτολμος ώστε να μπει μέσα να σε πάρει, τότε του αξίζει ό,τι γίνει μετά». Μάρτυράς της ο Θεός, σχεδόν μίσησε τον Θόρολφ που την ανάγκαζε να διαλέξει ανάμεσά τους. Αν έτρεχε έξω τώρα, κανείς δεν θα τη σταματούσε, αλλά έτσι θα αρνιόταν στους φίλους της την ελευθερία τους, και δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι θα τους δινόταν άλλη ευκαιρία. Αλλά αν έμενε… αν έμενε, μπορεί να καταδίκαζε τον Ρόις σε θάνατο. Ο Θόρολφ μάντεψε κάποιες από τις σκέψεις της, πιθανότατα από την αγωνία στο πρόσωπό της. Χαλάρωσε τη λαβή του στο χέρι της. Την πίεζε να διαλέξει, της έδινε πλήρη ελευθερία να επιλέξει. «Δεν θα τον σκοτώσουμε, Κρίστεν», της είπε χαμηλόφωνα. «Δεν θα μας εξυπηρετούσε σε τίποτα αυτό». Η διαβεβαίωσή του ήταν άσκοπη. Δεν ήταν πια στο χέρι της, αφού ο Ρόις έχασε την υπομονή του. Αντί να κλείσει την πόρτα και να την αναγκάσει να βγει με κάποιον άλλο τρόπο, η αλαζονεία του –η αναθεματισμένη αλαζονεία του– τον έκανε να ορμήσει μέσα. Ήταν σαν να έμπαινε στη σάλα του αρχοντικού του, όπου την κύκλωναν μόνο οι πιο έμπιστοι υπηρέτες του. Τόσο χαλαρός κι ατάραχος ήταν καλύπτοντας την απόσταση που τους χώριζε. Ο Όταρ προφανώς δεν πίστευε στα μάτια του. Περίμενε να δει τι θα έκανε ο Ρόις, αλλά τώρα που είχε τολμήσει το απίθανο, είχε μείνει άναυδος. Ο Θόρολφ σηκώθηκε, τραβώντας μαζί και την Κρίστεν. Αμφιταλαντευόταν, ψάχνοντας το κρυφό πλεονέκτημα που πρέπει να του είχε διαφύγει, αλλά εκείνη ένιωθε την ένταση στο χέρι που κρατούσε ακόμα το δικό της. Δεν είχε παραιτηθεί από το σχέδιό του. Κι εκείνη δεν μπορούσε να προειδοποιήσει τον Ρόις, γιατί αυτό απλώς θα επέσπευδε τα πράγματα. Οι Βίκινγκς είχαν μεγάλη έφεση στις προλήψεις. Ως εκ τούτου, για ανθρώπους που δεν πατούσαν το πόδι τους σ’ ένα σκαρί το οποίο ήξεραν απέξω κι ανακατωτά, αν δεν έκαναν πρώτα θυσία στους θεούς τους, η τόλμη του Ρόις – στα όρια της παραφροσύνης– είχε κάτι το απόκοσμο. Αυτό του επέτρεψε να περάσει από ανάμεσά τους χωρίς να κουνηθεί ούτε ένας για να τον σταματήσει. Το είχε κάνει κι άλλη φορά, κι ούτε τότε μπορούσαν να το πιστέψουν, ακόμα και


με τους τοξότες του έτοιμους να τον υπερασπιστούν. Αλλά τώρα, ολομόναχος, με το σπαθί του ακόμα κρεμασμένο στο θηκάρι της ζώνης του, με τα χέρια του άδεια… Έφτασε στην Κρίστεν και στον Θόρολφ και στάθηκε αγέρωχα μπροστά τους. Ο Θόρολφ άφησε το χέρι της. Εκείνη περίμενε να το διαδεχτεί το χέρι του Ρόις, να νιώσει τα μακριά του δάχτυλα να τυλίγονται κτητικά στον καρπό της. Η έκφρασή του ήταν παγερή, ωστόσο ήξερε ότι μόνο τυφλωμένος από λύσσα μπορούσε να κάνει μια τέτοια αποκοτιά. Είχε παγώσει και η ίδια, το στομάχι της ήταν κόμπος, τα νεύρα της μουδιασμένα, νεκρά όσο παρατεινόταν η αναμονή. Ο Ρόις άπλωσε ξαφνικά το χέρι του, αλλά ήταν τον Θόρολφ που γράπωσε. Με μια κίνηση τόσο γρήγορη που έμοιαζε σαν θολούρα μπροστά στα μάτια της, ο Ρόις βρέθηκε πίσω από τον Θόρολφ, κρατώντας τον με μια λαβή που έστριβε τον λαιμό του σε επικίνδυνη γωνία, ενώ με το άλλο χέρι του κρατούσε το κεφάλι του Βίκινγκ. Μια ελάχιστη ώθηση θα ήταν αρκετή για να τσακίσει τον λαιμό του. «Ρόις…» ψέλλισε εκείνη. «Μήπως θα φύγεις τώρα, κοπελιά;» τη διέκοψε χωρίς να την κοιτάζει, με απόλυτα στεγνό τόνο. Ένας πνιχτός ήχος από τον λαιμό του Θόρολφ την έκανε να του ρίξει μια έντρομη ματιά, αλλά αυτό που είδε ξεμπλόκαρε στη στιγμή τα συναισθήματά της. Μα την πίστη της, πνιγόταν στα γέλια! Αν έβρισκε τόσο αστείο το γεγονός ότι το ίδιο του το σχέδιο γύρισε εναντίον του και τον έφερε στο έλεος του… Γύρισε την πλάτη της στους δύο άντρες και πήγε με μεγάλες δρασκελιές στον Όταρ. «Θα τον αφήσετε να φύγει ή θα τον αναγκάσετε να σκοτώσει τον Θόρολφ; Μπορεί ο ίδιος να διασκεδάζει αυτή την ανατροπή, αλλά ο Σάξονας δεν αστειεύεται καθόλου. Θα τον σκοτώσει χωρίς δεύτερη σκέψη». «Ναι, το βλέπω», απάντησε ο Όταρ, ανίκανος να συγκρατήσει ένα εντελώς άτοπο χαμόγελο. «Ο Σάξονας θα φύγει χωρίς βοήθεια από εμάς, νομίζω. Μα τον Θορ, είναι σκέτη κωμωδία ο τύπος. Άσε μας να σπάσουμε λίγη πλάκα ακόμα, να πάρουμε κανένα μάθημα. Άντε, μικρή μου, πήγαινε. Είμαι σίγουρος ότι θα τρέξει ξοπίσω σου στο λεπτό». Την έσφιξε στην αγκαλιά του πριν την αφήσει να φύγει, γιατί ήταν απίθανο να ξαναβρεθούν μετά το συγκεκριμένο επεισόδιο, και το ήξεραν κι οι δύο. Κι έπειτα, την έσπρωξε προς την πόρτα. Η Κρίστεν πήγε μαζεύοντας ευχές και παιχνιδιάρικα χτυπήματα στον πισινό, όπως συνήθιζαν στην πατρίδα τους. Μα καλά, είχαν τρελαθεί όλοι κι έβρισκαν αστείο αυτό που είχε συμβεί, αντί να τους


πνίγει η απογοήτευση; Όπως κι αν ήταν, όσο αυτοί γελούσαν αργότερα με το περιστατικό, η Κρίστεν έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Ρόις, κι αυτό σίγουρα δεν ήταν παιχνίδι. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα καθόταν εκεί, να λουστεί την οργή του. Την είχε προστάξει ήδη μία φορά να φύγει. Απλώς υπάκουσε, γυρίζοντας πίσω στο αρχοντικό.


Κεφάλαιο 33 «Άραγε θα με δει αν κρυφτώ κάτω απ’ αυτό το τραπέζι;» Η Έντα της έριξε μια πλάγια ματιά. «Τι είδους ερώτηση είν’ αυτή, κοπελιά;» «Για να γελάσουμε», απάντησε η Κρίστεν και κάθισε βαριά σε ένα σκαμνί. Μετά την αγωνία που πέρασε, είχε κάθε δικαίωμα να είναι εριστική, αλλά δεν ήταν αυτός ο πραγματικός λόγος. Δεν της άρεσε να είναι υπόλογη για κάτι που δεν είχε προκαλέσει η ίδια, γι’ αυτό είχε πάρει ήδη αμυντική στάση απέναντι στην οργή του Ρόις. Όχι πως δεν θα προτιμούσε να την αποφύγει. Στ΄ αλήθεια ευχόταν να μπορούσε να κρυφτεί κάπου, μέχρι να καταλαγιάσει κάπως ο θυμός του. «Μόνη σου γύρισες;» διέκοψε τις σκέψεις της η Έντα. «Πού είναι ο άρχοντας Ρόις;» Η Κρίστεν ανέμισε αδιάφορα το χέρι της. «Λύνει ένα θεματάκι με τους αιχμαλώτους του κι έρχεται». Όντως, ο Ρόις μπήκε εκείνη τη στιγμή και την κάρφωσε με το βλέμμα του. Προφανώς δεν ήταν έτοιμος να το συζητήσει μαζί της, γιατί απέστρεψε τα μάτια και πήγε να καθίσει σε μια άδεια καρέκλα στο τραπέζι, αντί να πάει κοντά της. Θαυμάσια! Δηλαδή θα γύριζε στη συντροφιά του και στο πιοτό, σαν να μην είχε ρισκάρει τη ζωή του πριν από λίγο! Γιατί το έβρισκε τόσο εξοργιστικό; «Θα κοιμηθώ κι απόψε μαζί σου, Έντα;» «Όχι, και το ξέρεις, αφού είδες κι εσύ τον λόρδο Άβερελ να φεύγει σήμερα με την οικογένειά του». «Τους είδα, αλλά θα προτιμούσα να κοιμηθώ μαζί σου». «Αλήθεια; Όταν μόλις χτες γκρίνιαζες που έχασες το μαλακό σου το κρεβάτι;» «Δεν γκρινιάζω!» «Ούτε τώρα; Γιατί τόσα νεύρα;» Αυτό δεν άξιζε καν απάντηση. «Γιατί ήρθε να με βρει, Έντα; Δεν έλειψα δα τόσο πολύ». Η γερόντισσα ανασήκωσε κοφτά τους ώμους. «Είδε τον Ούλαντ να γυρίζει ξαναμμένος και να λέει σε όλους μια ιστορία. Ο μιλόρδος έστειλε την Έντρια να μάθει τι είχε γίνει. Το ανόητο αγόρι εντυπωσιάστηκε που οι Βίκινγκς σε υποδέχτηκαν σαν αδελφή που είχαν καιρό να δουν, και περίμενε να μη σου ’χουν αφήσει κόκαλο γερό έτσι που σε αγκάλιαζαν οι γίγαντες, ο ένας μετά τον άλλο».


«Γι’ αυτό ήρθε με βρει;» «Όχι, συνέχισε το φαγητό του. Αλλά τον παρακολουθούσα». Η Έντα γέλασε. «Και δεν έπαιρνε τα μάτια του από την πόρτα, περιμένοντας να γυρίσεις. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι έχασε την υπομονή του». Όπως και τώρα, υπέθετε η Κρίστεν, ο Ρόις δεν ήθελε να ξεσπάσει την οργή του μπροστά στον βασιλιά. Αλλά δεν αμφέβαλε στιγμή ότι σ’ εκείνη θα την έδειχνε σε όλο της το μεγαλείο. Δεν θα την άφηνε ατιμώρητη για το συγκεκριμένο επεισόδιο. Έριξε μια κλεφτή ματιά προς το μέρος του, όμως δεν μπορούσε να τον δει, με τον Άλντεν να τον κρύβει από το οπτικό της πεδίο. Ούτε τον Αλφρέδο μπορούσε να δει, αφού καθόταν από την άλλη μεριά του Ρόις. Η Έντρια πήγε δίπλα στην Κρίστεν κι άφησε έναν ξύλινο δίσκο στο τραπέζι. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν λίγα ψίχουλα. «Ξέρεις, τους άρεσε το ψωμί σου», της είπε. «Ο μιλόρδος το επαίνεσε πολύ και μάλιστα ρώτησε ποια το έφτιαξε». «Του είπες;» «Όχι, φοβήθηκα ότι οι μισοί άρχοντες θα το έφτυναν από φόβο μην τους φαρμάκωσες». Τα σκούρα καστανά μάτια της Έντρια σπίθιζαν από ευθυμία. Είχε αστειευτεί! Η Κρίστεν δυσκολευόταν να το πιστέψει, αφού ήταν πιο απίστευτο κι από το γεγονός ότι της μιλούσε. «Η καλύτερη στιγμή να το μάθουν θα ήταν αφού είχαν καταπιεί», παρατήρησε. Η Έντρια πνίγηκε στα γέλια. «Είχε δίκιο ο Ούλαντ. Δεν είσαι τόσο παράξενη. Το έλεγε κι η Έντα, αλλά η Έντα σε συμπαθεί. Αυτό κι αν είναι παράξενο!» Η Κρίστεν χαμογέλασε παρά την κακή της διάθεση. «Δύσκολα το μαντεύεις τέτοια μέγαιρα που είναι», είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της για να είναι σίγουρη ότι θα την άκουγε. Η Έντα ξεφύσηξε ηχηρά, αλλά ήταν η Έντρια που απάντησε: «Ναι, η Έντα σε ξεγελάει εύκολα. Ίσως ούτε οι Βίκινγκς είναι τόσο τρομεροί, τελικά». «Τον λένε Μπγιάρνι», είπε η Κρίστεν. «Ποιον;» «Αυτόν που του αρέσεις». Η καημένη η κοπελίτσα δεν ήξερε πώς να κρύψει τη χαρά της. Το όμορφο πρόσωπό της φωτίστηκε από έξαψη. «Σου το είπε ο ίδιος;» Η Κρίστεν δεν ήταν ακριβώς σε διάθεση να προάγει τα συμφέροντα του ερωτύλου νεαρού και των συντρόφων του τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά η κουβέντα με την κοπέλα ήταν χρήσιμος περισπασμός. «Φουρκίζεται που δεν


μπορεί να σου το πει ο ίδιος. Έβαλε τον Θόρολφ να του μάθει κάποιες λέξεις της γλώσσας σου, αλλά μην εκπλαγείς αν δεν καταλάβεις τι σου λέει, γιατί ούτε ο Θόρολφ τη μιλάει καλά». Για όλη την επόμενη ώρα, η Έντρια δεν σταματούσε να της κάνει ερωτήσεις για τον νεαρό Βίκινγκ, και η Κρίστεν τον περιέγραψε με τα πιο λαμπερά χρώματα, πράγμα που σίγουρα θα οδηγούσε σε απογοήτευση, αφού ο Μπγιάρνι δεν ήταν κανένα υπόδειγμα αρετής. Ήταν από τους άντρες που γλεντάει μια γυναίκα, και κανείς δεν τους παίρνει στα σοβαρά. Αλλά αν η Έντρια είχε την αφέλεια να πιστέψει ό,τι μπαρούφα της έλεγε για να κερδίσει τη βοήθειά της σε μια απόπειρα απόδρασης, η Κρίστεν δεν θα την προστάτευε. Οι φίλοι της και η ελευθερία τους έρχονταν πάνω από τα αισθήματά της για τη μικρή Σάξονα. Αν η Κρίστεν μπορούσε να πλησιάσει τον Λάιμαν και το κλειδί, θα το έκανε η ίδια. Αλλά έμελλε ήδη να γυρίσει στην κάμαρα του άρχοντα. «Κάθεσαι εκεί και χαζολογάς», μάλωσε η Έντα την Κρίστεν, όταν η Έντρια πήγε να γεμίσει μερικά κύπελλα μπίρας. «Πήγαινε να κοιμηθείς, για ν’ αρχίσεις από νωρίς αύριο. Η λαίδη Νταρέλ ζήτησε κι άλλο από το ψωμί σου. Νομίζει ότι είναι μια συνταγή που κρατούσα κρυφή τόσα χρόνια». «Και βέβαια την άφησες να το πιστεύει». «Πώς αλλιώς;» απάντησε γελώντας η Έντα. «Κι εσείς, τι λέγατε τόση ώρα με την Έντρια;» «Της αρέσει ένας από τους αιχμαλώτους». Τα φρύδια της γερόντισσας πετάχτηκαν ψηλά στο μέτωπό της. «Ελπίζω να της είπες ότι άδικα ονειρεύεται». «Και γιατί, παρακαλώ; Άντρες είναι, όπως είναι κι ο Ρόις. Σίγουρα δεν είναι τόσο άκαρδος ώστε να μην τους παραχωρήσει γυναίκες πρόθυμες να ικανοποιήσουν τις φυσικές τους ανάγκες. Αλλιώς θα ανάψουν τα αίματα, με άσχημες συνέπειες. Είναι λογικό να…» «Κύριε των Δυνάμεων!» τη διέκοψε εμβρόντητη η Έντα. «Πρώτα τους πας φαγητό και τώρα θες να τους πας πόρνες; Άντε για ύπνο, κοπελιά, πριν σου μπει η ιδέα να τους παντρέψεις και να τους τακτοποιήσεις εδώ!» «Τώρα που το ανέφερες…» Η Κρίστεν το ’βαλε στα πόδια, πριν προλάβει να εκραγεί η Έντα. Χαμογελούσε ακόμα όταν έφτασε στο κεφαλόσκαλο. Κάπου εκεί ξέχασε τα πειράγματα της Έντα και κοίταξε την πόρτα στην πέρα άκρη του διαδρόμου. Αναστέναξε και κίνησε αργά προς τα εκεί, ενώ αναρωτιόταν για πόσο θα έμενε μόνη της πριν κάνει την εμφάνισή του ο Ρόις. Δεν είχε ούτε ένα λεπτό. Εκείνος πρέπει να έφυγε από τη σάλα αμέσως μετά.


Στεκόταν στο τραπέζι, με την πλάτη της στην πόρτα. Είχε σκοπό να βγάλει τα ρούχα της και να χρησιμοποιήσει το νερό που είχαν φέρει γι’ αυτόν τον σκοπό. Ούτε τη ζώνη της δεν είχε προλάβει να λύσει, μόλις άνοιξε η πόρτα. «Τι έγινε με τους αιχμαλώτους, Κρίστεν;» Γύρισε απότομα προς το μέρος του, γουρλώνοντας τα μάτια όταν αντίκρισε τον Άλντεν, αντί για τον Ρόις. Της πήρε μερικές στιγμές να συνέλθει από την έκπληξη, κι έπειτα κοίταξε τα όπλα που ήταν παραταγμένα στον τοίχο. «Όχι», της είπε διαβάζοντας τη σκέψη της. «Άκουσε τι έχω να σου πω, πριν προσπαθήσεις πάλι να μου κόψεις το λαρύγγι. Ξέρω καλά τον ξάδελφό μου. Όταν θυμώνει, φωνάζει, μανιάζει, τσουγκρίζει κεφάλια. Όταν είναι έξαλλος, μένει παγερά ατάραχος εξωτερικά, κι ο Θεός να λυπηθεί τη δύστυχη ψυχή που θα διαταράξει αυτή τη γαλήνη. Και είναι έξαλλος αυτή τη στιγμή. Τι συνέβη και είναι έτσι τώρα;» «Γιατί δεν ρωτάς εκείνον;» «Ναι, ρωτήσω εκείνον;» επανέλαβε με φρίκη, κι η Κρίστεν αναρωτήθηκε αν ήταν προσποιητό. «Όταν είναι σ’ αυτή την κατάσταση, δεν θέλω καθόλου να είμαι κοντά του». «Κι εγώ δεν θέλω να είμαι κοντά σ’ εσένα, Σάξονα. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι μη σου επιτεθώ. Έδωσα τον λόγο μου στον ξάδελφό σου ότι δεν θα κάνω καμία κίνηση εναντίον σου, όσο είναι εδώ ο βασιλιάς σας». Στα χείλη του τρεμόπαιξε ένα χαμόγελο. «Θες να πεις ότι δεν κινδυνεύω αν έρθω πιο κοντά;» «Δεν θα σου το συνιστούσα», απάντησε απειλητικά. «Τουλάχιστον θα μου πεις τι συνέβη; Ίσως μπορέσω να σκεφτώ έναν τρόπο να κατευνάσω κάπως την οργή του». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους, αλλά τα λόγια της διέψευδαν τη φαινομενική της απάθεια. «Συμπεριφέρθηκε σαν ανεγκέφαλος. Μπήκε ανάμεσα στους αιχμαλώτους για να με βγάλει από την καλύβα τους». Ο τόνος της σταδιακά υψωνόταν, καθώς η αναβίωση της σκηνής στο μυαλό της αναζωπύρωνε την οργή της. «Ο Θόρολφ με κρατούσε από το χέρι, κι ο Ρόις, αντί να πράξει το λογικό, που θα ήταν να κάνει μεταβολή και να φύγει αφού θα ακολουθούσα κι εγώ τελικά, μπήκε μέσα να με πάρει! Ήταν το πιο ανόητο, το πιο ξιπασμένο πράγμα που μπορούσε να κάνει. Κι ήταν αυτό ακριβώς που ήλπιζαν οι αντίπαλοί του!» «Και ωστόσο, δεν άνοιξε ρουθούνι». Η έκφραση της Κρίστεν πρόδιδε την αποστροφή της. «Δεν είναι αυτό το θέμα. Αντέστρεψε την κατάσταση έτσι που είχε το πάνω χέρι. Εξίσου εύκολα θα


μπορούσε να έχει βρεθεί αυτός στο έλεός τους!» «Και σε στενοχωρεί αυτό;» Τον κάρφωσε με μια δολοφονική ματιά. «Σου είπα ό,τι ήθελες να μάθεις. Και τώρα, άφησέ με». Ο Άλντεν κατένευσε, αλλά κοντοστάθηκε ξανά. «Δέξου μια προειδοποίηση, κοπελιά. Μην του πεις αυτά που είπες σ’ εμένα. Δεν νομίζω ότι θα ανεχτεί να τον αποκαλέσεις ανεγκέφαλο αυτή τη στιγμή». Άνοιξε την πόρτα να φύγει – και βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ρόις. Ανέπεμψε μια βουβή προσευχή να μην είχε ακούσει την κουβέντα τους. Η Κρίστεν διόρθωσε την έκφρασή της, βλέποντας ότι ο Άλντεν είχε δίκιο. Ο Ρόις φαινόταν αρκετά ήρεμος εξωτερικά, αλλά μόνο σαν πρώτη εντύπωση. Μια πιο εξεταστική ματιά αποκάλυψε τα σφιγμένα χείλη και την επικίνδυνη λάμψη στα μάτια του. «Τι κάνεις εδώ, ξάδελφε;» «Βοηθάω την κοπελιά να ετοιμαστεί για τη σύγκρουση», αστειεύτηκε ο Άλντεν. Ο Ρόις δεν το βρήκε αστείο. «Είναι κάπως ασύνετη η συνήθεια που απέκτησες να τη βοηθάς. Θα το φας το κεφάλι σου στο τέλος. Άφησέ μας». Ο τόνος του ήταν ήπιος, αλλά η Κρίστεν άκουσε καθαρά την απειλή. Γύρισε την πλάτη της με το που έκλεισε η πόρτα, μασουλώντας ανήσυχα το κάτω χείλι της. Μόνο μία φορά είχε ξαναδεί έτσι τον Ρόις: στην πρώτη τους συνάντηση. Το ίδιο απαθής ήταν όταν έδωσε την εντολή να τους σκοτώσουν όλους. Τι θα έκανε τώρα; Δεν φοβόταν τόσο, σίγουρη ότι δεν θα τη σκότωνε. Αν κάτι την τρόμαζε, ήταν το άγνωστο. «Οι περιστάσεις με αναγκάζουν να αναρωτηθώ αν όλα όσα λες και κάνεις είναι κατάφωρα ψέματα». Η Κρίστεν έμεινε άκαμπτη. Μα τον Μεγαλοδύναμο, πώς να υπερασπιστεί τον εαυτό της, όταν δεν τον καταλάβαινε; Πώς συνδεόταν αυτή η ξεκάρφωτη παρατήρηση με ό,τι είχε προηγηθεί στο κατάλυμα των αιχμαλώτων; «Υποθέτω ότι έχεις κάποιο λόγο που το λες αυτό, μιλόρδε. Θα μου τον πεις ή πρέπει να τον μαντέψω;» Ο Ρόις την είχε πλησιάσει αθόρυβα, αποσπώντας ένα επιφώνημα έκπληξης όταν την άρπαξε από τον ώμο και τη γύρισε να τον αντικρίσει. Η έκφρασή της ήταν ανεξιχνίαστη μόλις κοίταξε τα σκοτεινιασμένα μάτια του. Δεν θα συμμετείχε σε ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. «Πες μου για ποιο πράγμα με κατηγορείς να τελειώνουμε!» τον τσίγκλησε. «Είναι παραπάνω από φίλος σου αυτός ο Θόρολφ!» «Το λες επειδή τον άφησα να με κρατήσει;» ρώτησε δύσπιστα. «Ναι, τον


άφησα, επειδή δεν περίμενα ότι θα ήσουν τόσο αφελής ώστε να τσιμπήσεις το δόλωμα». «Εγώ ήμουν ο αφελής;» Η Κρίστεν γούρλωσε τα μάτια. «Το ήξερες! Ήξερες τι θα έκανε, κι ωστόσο μπήκες στην καλύβα! Είσαι στ’ αλήθεια τρελός!» Εκείνος την άδραξε από τους ώμους και την ταρακούνησε. «Για τρελός δεν ξέρω, αλλά η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Τον αγαπάς;» Το ότι κατάφερε να αποτινάξει τα χέρια του, παρότι την έσφιγγαν σαν μέγγενες, επιβεβαίωσαν ότι ήταν σε παρόμοια κατάσταση. «Άλλη μία ερώτηση που δεν έχει καμία σχέση με ό,τι συνέβη! Και βέβαια τον αγαπώ. Είναι σαν αδελφός μου. Και τώρα πες μου τι σχέση έχει αυτό με το σημερινό! Έβαλες τον εαυτό σου σε θανάσιμο κίνδυνο. Ο Θόρολφ είπε ότι δεν θα σε σκότωναν, αλλά εσύ δεν μπορούσες να το ξέρεις. Δεν είχες παρά να γυρίσεις στη σάλα, Σάξονα, και θα σε ακολουθούσα από μόνη μου». «Κι αυτό υποτίθεται ότι το ήξερα;» Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο Ρόις κραύγαζε, άρα δεν ήταν πια έξαλλος, απλώς θυμωμένος, αν έλεγε την αλήθεια ο Άλντεν. Ποιο απ’ όσα του είχε πει προκάλεσε τούτη την ύφεση; Χαμήλωσε και τον δικό της τόνο. «Αν άκουγες τη λογική σου, ναι. Είχες τον πλήρη έλεγχο έξω από εκείνους τους τοίχους. Μπορούσες να με αναγκάσεις να βγω με χίλιους δυο τρόπους. Το ήξερα. Ποτέ δεν είχα πρόθεση να μείνω», παραδέχτηκε. «Δεν σκόπευα καν να καθυστερήσω τόσο, αλλά είχα αρκετό καιρό να τους μιλήσω». «Και να τους αγγίξεις – να τον αγγίξεις! Έχω μάτια, κοπελιά. Μόνο καβάλα πάνω του δεν σ’ έπιασα!» «Ψέματα!» φώναξε. «Καθόμουν δίπλα του. Κρατούσε το χέρι μου. Πώς γίνεται να είδες κάτι παραπάνω απ’ αυτό που υπήρχε στην πραγματικότητα; Σου είπα εδώ και καιρό ότι με μεγάλωσαν να εκδηλώνω τα αισθήματά μου. Θεωρώ απόλυτα λογικό να αγγίζω κάποιον που αγαπώ». «Τότε αγάπα εμένα, Κρίστεν». Οι λέξεις αυτές τη χτύπησαν σαν αστροπελέκι. Η επιθυμία σάρωσε τον θυμό από τα μάτια του, ξυπνώντας αυτόματα μέσα της τον πόθο. Η συναισθηματική της ανταπόκριση ήταν δεδομένη. Το βλέμμα και η παρότρυνσή του διέγειρε τις αισθήσεις της, συδαύλισε τη μόνιμη λαχτάρα να ριχτεί στην αγκαλιά του. Και σχεδόν ρίχτηκε. Σχεδόν έκανε το βήμα που θα έφερνε σε επαφή τα κορμιά τους. Χρειάστηκε τα έσχατα αποθέματα θέλησης μέσα της για να κρατηθεί. Μάρτυράς της ο Θεός, αν το είχε διατυπώσει διαφορετικά, αν δεν είχε μιλήσει


για αγάπη… «Κρίστεν;» «Όχι!» φώναξε και τραβήχτηκε μακριά του. «Δεν σ’ αγαπάω!» Η άρνηση παραήταν εμφατική, το ήξερε. Δεν ήταν παράξενο που ο Ρόις την αγνόησε, έκανε το βήμα που αρνήθηκε να κάνει εκείνη και την κόλλησε πάνω του. Τη διαπέρασε δεύτερος κεραυνός όταν ακούμπησαν τα κορμιά τους σε όλο τους το μήκος, εφαρμόζοντας τέλεια. Τα χείλη του σφράγισαν το στόμα της, επίμονα, φλογερά, απαιτώντας την παθιασμένη ανταπόκρισή της. Έγειρε πάνω της σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του, ενώ τώρα της φιλούσε το αφτί. «Συμβιβάζομαι, Κρίστεν. Μη με αγγίξεις επειδή με αγαπάς, αλλά επειδή σε χρειάζομαι. Αλλά άγγιξέ με!» Ήταν αυτό το βογκητό που την έκαμψε, σχεδόν σαν κραυγή πόνου. Η καρδιά της δεν άντεχε να του αρνηθεί. Το κορμί της είχε ήδη χάσει τη μάχη. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το πρόσωπό της ανασηκώνοντάς το, και το βλέμμα του ήταν πιο ερεθιστικό από χάδι. Ναι, Σάξονά μου, θα σε αγγίξω. Θα σε αγγίξω μέχρι να φτάσω στην καρδιά σου. Δεν το είπε μεγαλόφωνα, αλλά το πρόβαλε στα μάτια της για να το δει: τη δική της ανάγκη, την επιθυμία, την αγάπη της. Μα την ίδια στιγμή τον φίλησε στα βλέφαρα, εμποδίζοντάς τον να εμβαθύνει πολύ. Κι όταν έσμιξαν ξανά τα χείλη τους, του έδωσε όλο της το είναι.


Κεφάλαιο 34 Έξι αχνιστά καρβέλια ψωμί με ξηρούς καρπούς τοποθετήθηκαν σε ένα καλάθι και μεταφέρθηκαν έξω, στα κάρα που περίμεναν τις αποσκευές. Η Έντα είχε ξυπνήσει χαράματα την Κρίστεν να πάει να τα ζυμώσει, για να είναι έτοιμα στην αναχώρηση του βασιλιά. Αυτός και η συνοδεία του έφευγαν επιτέλους. Οι υπηρέτες μαζεύτηκαν και πάλι στα παράθυρα για να παρακολουθήσουν την πομπή των λόρδων καβάλα στα εντυπωσιακά άλογά τους. Ο ουρανός ήταν βαρύς με θυμωμένα σύννεφα. Το πιθανότερο ήταν να έχουν μουσκέψει ως το κόκαλο πριν καν φτάσει το μεσημέρι. Ωστόσο, δεν δόθηκε εντολή να αναβληθεί η αναχώρηση. Ο Αλφρέδος δε φοβόταν τον καιρό. Αντίθετα από την άφιξη της βασιλικής πομπής, η Κρίστεν ήταν ελεύθερη να παρακολουθήσει την αναχώρησή της μαζί με τους άλλους. Είδε τον βασιλιά να αγκαλιάζει τον Ρόις. Τους είδε να γελούν με κάτι που είπε ο Αλφρέδος. Κι έπειτα παρακολούθησε τον νεαρό βασιλιά των Σαξόνων να βγαίνει ιππεύοντας από το Γουίντχερστ. Δεν στενοχωρήθηκε βλέποντάς τον να φεύγει, αφού κάθε άλλο παρά χάρηκε με τον πανικό που είχε προκαλέσει η επίσκεψή του. Κι ωστόσο, ήξερε τι σήμαινε γι’ αυτήν η αναχώρησή του: η συμφωνία που είχε κάνει με τον Ρόις έπαιρνε τέλος. Γύρισε αργά στον χώρο μαγειρέματος, με την Έντα στο πλευρό της. «Σου είπε κάτι ο Ρόις σήμερα το πρωί;» ρώτησε τελικά. «Ναι, μου είπε». «Α». «“Α”; Εσύ δεν τα γυροφέρνεις, κοπελιά», είπε η Έντα. «Αν θες να μάθεις για τα δεσμά σου, ρώτα με. Όχι, μη ρωτήσεις. Έχω την εντολή του, όπως το περίμενες». «Σωστά, το περίμενα». «Αν σε παρηγορεί αυτό, ούτε εκείνος χάρηκε, ξέρεις». «Δεν με παρηγορεί». Η Έντα την κεραυνοβόλησε με μια αυστηρή ματιά. «Έκανες μια συμφωνία μαζί του. Κάνε μια καινούρια. Κόβει το μυαλό σου, κοπελιά. Χρησιμοποίησε ό,τι έχεις για να πετύχεις αυτό που θέλεις». Η γερόντισσα είχε καταφέρει τελικά να την εκνευρίσει, όπως φάνηκε με το σαρκαστικό σχόλιό της. «Και μόνο που το προτείνεις, εναντιώνεσαι στον αφέντη σου. Ξεχνάς ότι είμαι εντελώς ανάξια εμπιστοσύνης. Και μέρα μεσημέρι θα


μπορούσα να επιχειρήσω να το σκάσω». «Καλά, μη μ’ ακούς. Έτσι κι αλλιώς, δεν με ακούς ποτέ. Τι να ξέρω εγώ; Απλώς τον ξέρω από μωρό παιδί. Εγώ τον…» «Βοήθα με, Θεέ μου!» ξέσπασε απαυδισμένη η Κρίστεν. «Αν δεν σταματήσεις να με ζαλίζεις, γερόντισσα, θα…» «Ποιο Θεό επικαλείσαι, κοπελιά;» πετάχτηκε ο Ρόις πίσω της. Γύρισε απότομα, πολύ τσατισμένη για να προσέξει την έκπληξή του. «Τι θέλεις, Σάξονα; Δεν έχεις κυνήγι ή στρατιωτικές ασκήσεις ή κάτι παρόμοιο να κάνεις; Το σιχαίνομαι όταν ζυγώνεις έτσι αθόρυβα!» Ο Ρόις ήξερε γιατί ήταν τόσο νευριασμένη. Το περίμενε ότι δεν θα δεχόταν στωικά τα δεσμά της. Γι’ αυτό είχε έρθει κι αυτός, εξάλλου, για να προλάβει δυσάρεστες εξελίξεις. Απλώς τον είχε αιφνιδιάσει χρησιμοποιώντας μια επίκληση που μόνο χριστιανός θα έκανε. «Δεν μου απάντησες: ποιο Θεό επικαλείσαι;» επανέλαβε. Η Κρίστεν σούφρωσε πεισματικά τα χείλη. Δεν σκόπευε να του απαντήσει. Την άρπαξε από τα μπράτσα και την ταρακούνησε άγρια, μέχρι που εκείνη έχασε την υπομονή της και τον έσπρωξε πίσω. «Τρίξε μου άλλη φορά τα δόντια, Σάξονα, κι ορκίζομαι να σου κατεβάσω το μάγουλο με τη γροθιά μου!» Η έκρηξη οργής που αναμενόταν από τον Ρόις ήρθε, αλλά ήταν απλώς ένα τρανταχτό γέλιο. «Μια απλή ερώτηση έκανα, Κρίστεν. Γιατί γίνεσαι εριστική;» Το γέλιο του άμβλυνε τα νεύρα της. Αλήθεια, για ποιο λόγο του κρατούσε το συγκεκριμένο μυστικό; Μπορεί κάποτε να είχε λόγο, αλλά όχι πια. Η Κρίστεν χαμογέλασε, κάνοντας την Έντα να κουνήσει το κεφάλι σαστισμένη με τις απότομες μεταπτώσεις της. Η σύγχυση του Ρόις δεν ήταν μικρότερη. Ο τρόπος που είχε να κυριεύεται από τόσο θυελλώδη συναισθήματα ήταν απίστευτος. «Συγχώρα με, μιλόρδε», είπε τελικά, αν και δεν φαινόταν και τόσο μεταμελημένη. «Δεν είχα πρόθεση να σε εξωθήσω… Εντάξει, την είχα, αλλά λυπάμαι γι’ αυτό». «Που δεν σημαίνει ότι δεν θα ξανασυμβεί». «Σωστά». Τα μάτια της γελούσαν. «Θα στέρξεις να απαντήσεις στην ερώτησή μου τώρα;» τη ρώτησε χαμογελώντας εκείνος. Ανασήκωσε τους ώμους της. «Προσεύχομαι στον Θεό της μητέρας μου». «Και γιατί δεν τον προσφωνείς με το όνομά του;» «Αυτό έκανα». Το σηκωμένο του φρύδι ζητούσε κι άλλες εξηγήσεις. «Ο Θεός της μητέρας μου είναι ο ίδιος με τον δικό σου».


Εκείνος σοβάρεψε απότομα. «Πώς είναι δυνατόν αυτό;» «Εύκολα, μιλόρδε. Οι Βίκινγκς έκαναν επιδρομές σε άλλους τόπους για πολλά, πολλά χρόνια. Οι επιδρομές έφερναν πίσω χριστιανούς αιχμαλώτους. Η μητέρα μου ήταν μία από αυτούς. Ο πατέρας της ήταν επίσης χριστιανός. Ο πατέρας και οι αδελφοί μου» –χαμογέλασε σ’ αυτό το σημείο– «δεν το ρισκάρουν, οπότε λατρεύουν όλους τους θεούς». «Κι εσύ;» «Εγώ πιστεύω στον Έναν Αληθινό Θεό». Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Κι όμως, υπερασπίστηκες την πρόθεση των φίλων σου να λεηλατήσουν ένα μοναστήρι!» Τον κοίταξε με μισόκλειστα βλέφαρα. «Δεν υπερασπίστηκα τίποτα. Είπα ότι καταλαβαίνω, κι είναι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι είσαι πρόθυμος να κάνεις εσύ. Σου είπα ότι ο αδελφός μου δεν μου είχε αποκαλύψει τι σχεδίαζαν. Δεν σου είπα τον λόγο, και ο λόγος είναι ότι ήξερε πως θα αγωνιζόμουν με όλες μου τις δυνάμεις να του αλλάξω γνώμη – και ρότα. Γι’ αυτό μου το έκρυψε. Κι έτσι ήρθε εδώ και βρήκε τον θάνατο! Στο κεφάλι μου ξέρω ότι ήταν θέλημα Θεού, αλλά μέσα μου κυλάει και αίμα των Βίκινγκς, και η καρδιά μου διψάει για εκδίκηση, Σάξονα. Θες να μου πεις ότι οι χριστιανοί δεν παίρνουν εκδίκηση για τον θάνατο ενός αγαπημένου τους;» Φυσικά, δεν μπορούσε να της πει τέτοιο πράγμα. Η εκκλησία αποστρεφόταν τις θανάσιμες βεντέτες, αλλά δεν είχε κατορθώσει να τις αποτρέψει. «Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι είσαι χριστιανή;» τη ρώτησε μάλλον βλοσυρά. «Σάμπως θα είχε καμία διαφορά; Και οι άλλοι σκλάβοι σου είναι χριστιανοί, αλλά παραμένουν σκλάβοι». «Έχει διαφορά, Κρίστεν. Μας παρέχει έναν κοινό δεσμό, και μου δίνει τον μοχλό πίεσης που μου έλειπε για να διαπραγματευτώ μαζί σου. Μου δίνει έναν λόγο να σε εμπιστευτώ». Τον κοίταξε κάτω από μισόκλειστα βλέφαρα. «Τι μου λες, Σάξονα;» «Σου λέω ότι θα δεχτώ τον λόγο σου, αν ορκιστείς στο όνομα του Θεού. Ορκίσου ότι δεν θα επιχειρήσεις ποτέ να δραπετεύσεις από εδώ, και θα έχεις την ελευθερία που απολαμβάνουν οι άλλοι υπηρέτες». «Χωρίς αλυσίδες;» ρώτησε δύσπιστα. «Χωρίς». «Τότε ορκίζομαι…» Σταμάτησε. Παραήταν βιαστικό. Δεσμευόταν με όρκο χωρίς να το σκεφτεί καλά πριν. «Κρίστεν;» «Μα την πίστη μου, δώσε μου μια στιγμή!»


Ποτέ, της είχε πει. Το ποτέ ίσχυε για πάντα. Τι θα γινόταν όταν εκείνος δεν την ήθελε πια, όταν είχε μια σύζυγο να καλύπτει τις ανάγκες του; Θα μισούσε τη ζωή της εδώ, και σίγουρα θα μισούσε κι αυτόν. Κι όμως, θα δεσμευόταν με όρκο να μείνει εδώ, να συνεχίσει να υπηρετεί σ’ αυτό το αρχοντικό… για πάντα. Κάρφωσε το βλέμμα της στα μάτια του. Θα του άρεσε αυτό. Μήπως τον ένοιαζαν τα αισθήματά της; Κι όμως, λίγο πρέπει να τον ένοιαζαν, αλλιώς δεν θα της πρότεινε αυτή τη συμφωνία. «Πολύ καλά, μιλόρδε. Ορκίζομαι στο όνομα του Θεού ότι δεν θα επιχειρήσω να δραπετεύσω από το Γουίντχερστ – ως τη μέρα που θα παντρευτείς». Είδε τα μάτια του να στενεύουν δυσοίωνα, οπότε έσπευσε να προσθέσει: «Λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν συμπαθώ τη μνηστή σου. Δε νομίζω να αντέξω για πολύ εδώ με αυτή για πυργοδέσποινα». «Σύμφωνοι», είπε κοφτά εκείνος. «Σοβαρά;» ρώτησε έκπληκτη. «Δέχεσαι αυτούς τους όρους;» «Φυσικά. Απλώς εκείνη τη μέρα θα ξαναφορέσεις τα δεσμά σου». Εκείνη έσφιξε αποκαρδιωμένη τα δόντια. «Ας είναι. Αλλά δεν θα ορκιστώ τίποτ’ άλλο». «Όχι, θα ορκιστείς ακόμα να μη βοηθήσεις τους φίλους σου να αποδράσουν». Της έκλεισε τα χείλη με τον δείκτη του, σιγάζοντας τη διαμαρτυρία της. «Ως τη μέρα του γάμου μου». «Έγινε!» απάντησε με πικρία. «Αλλά δεν θα ορκιστώ να μην επιδιώξω εκδίκηση!» «Όχι, δεν περίμενα κάτι τέτοιο», παραδέχτηκε εκείνος. «Ο Άλντεν έχει ανακτήσει αρκετά τις δυνάμεις του για να είναι σε θέση να σε αντιμετωπίσει. Επαφίεμαι στις ικανότητές του, αρκεί να μην του ριχτείς στον ύπνο». «Εκδίκηση θέλω, όχι σφαγή στη συνείδησή μου». «Πολύ καλά. Τότε αρκεί να σε προειδοποιήσω ότι, αν καταφέρεις να σκοτώσεις τον Άλντεν, θα αναγκαστώ να αφαιρέσω τη ζωή σου σε ανταπόδοση». Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις πριν αποχωρήσει, αφήνοντάς τη να βράζει από ιερή αγανάκτηση. Για κάποιο λόγο, ούτε από αυτή τη συμφωνία δεν ένιωθε ότι είχε βγει κερδισμένη.


Κεφάλαιο 35 Ο Ρόις επέστρεψε στη σάλα αργά το απομεσήμερο, μετά από ώρες ασκήσεων με τους άντρες του στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, κάτι που τους είχε λείψει τις τελευταίες πέντε μέρες. Το αρχοντικό είχε επανέλθει στη φυσιολογική του κατάσταση. Τα πρόσθετα τραπέζια είχαν μαζευτεί στη διάρκεια της μέρας, και η Νταρέλ είχε καταλάβει την ηγεμονική της θέση στον χώρο για τις γυναίκες. Ζήτημα αν είχε πει λέξη στον Ρόις από τη μέρα που κατάλαβαν όλοι ότι η Κρίστεν ήταν ερωμένη του. Εξέφραζε την αποδοκιμασία της κάνοντας μούτρα, πράγμα που κανονικά θα τον άφηνε εντελώς αδιάφορο, αλλά και πάλι έπιανε τον εαυτό του να τη συγκρίνει με την Κρίστεν, που δεν έκανε μούτρα ούτε κρατούσε τη δυσαρέσκειά της για τον εαυτό της, αλλά τη δήλωνε ντόμπρα. Παραδόξως, αυτή η ντομπροσύνη ήταν ελάχιστα ενοχλητική σε σύγκριση με τις αμέτρητες χολωμένες ματιές για μέρες κι εβδομάδες. Ίσως έπρεπε να βρει σύζυγο στην Νταρέλ, παρά την κατηγορηματική δήλωσή της ότι δεν ήθελε. «Πρόσεξες την αδελφή σου να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάποιον από τους φιλοξενούμενούς μας;» αποφάσισε να ρωτήσει τον Άλντεν. Κάθονταν αντικριστά στο τραπέζι παιγνίων, αφοσιωμένοι σε ένα παιχνίδι στρατηγικής. Ο Άλντεν ίσα που άκουσε την ερώτηση, αναπτύσσοντας το στράτευμά του. «Δεν το πολυσκέφτηκα». «Σκέψου το τώρα». Ο Άλντεν ανέβλεψε τότε, κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε αργά στα χείλη του. «Μα τον Θεό, τελευταία σε απασχολούν τα πιο παράξενα πράγματα! Τώρα που το ανέφερες, μου φάνηκε πιο ευδιάθετη όσο ήταν εδώ ο Γουίλμπερτ». «Ο αδελφός της Κόρλις;» Ο Ρόις αιφνιδιάστηκε, αλλά κλωθογύρισε τη σκέψη αυτή για λίγο στο μυαλό του. «Πιστεύεις πως θα τον ήθελε για άντρα της;» Ο Άλντεν σφύριξε σιγανά. «Το ξέρει ότι εξετάζεις το συγκεκριμένο θέμα;» «Πώς να ξέρει τι εξετάζω, αφού δεν μου μιλάει καν;» «Ναι, σου κρατάει μούτρα, αλλά είναι λόγος αυτός να την παντρέψεις;» «Δεν θα ισχυριστώ ότι δεν θα προτιμούσα να ήταν άλλος ο αποδέκτης του θυμού της, αλλά δεν συμφωνείς ότι έχει φτάσει σε ηλικία γάμου;» «Εδώ και καιρό. Όμως δεν θα παντρευτεί, πριν παντρευτείς εσύ». «Τι σχέση έχει το τι θα κάνω εγώ;» ρώτησε εκνευρισμένος ο Ρόις.


«Έλα τώρα, ξάδελφε. Γιατί νομίζεις ότι αρνείται όλα αυτά τα χρόνια να σου επιτρέψει να της βρεις γαμπρό; Φοβάται ότι, χωρίς οικοδέσποινα, ο πύργος θα περιέλθει σε πλήρη εγκατάλειψη, και μάλλον δεν έχει άδικο». «Αν ήξερες ότι αυτός ήταν ο λόγος, ξάδελφε», γρύλισε ο Ρόις, «έπρεπε να μου το έχεις πει νωρίτερα, σαν αδελφός της!» «Για να κρατάει σ’ εμένα μούτρα, επειδή πρόδωσα αυτό που μου εκμυστηρεύτηκε;» ρώτησε φρίττοντας ο Άλντεν. «Θα αστειεύεσαι, ξάδελφε. μιας και μιλήσαμε για γάμο, όμως, πότε θα κανονίσεις τον δικό σου;» «Όταν ευκαιρήσω», απάντησε ανόρεχτα. «Και μην πεις ότι ευκαιρώ τώρα, γιατί θα σου απαντήσω ότι κάνεις λάθος». Ο Άλντεν κούνησε εμφατικά το κεφάλι του. «Αν δεν θέλεις να την παντρευτείς…» «Ποτέ δεν ήθελα να την παντρευτώ, Άλντεν. Απλώς ήταν το πρέπον μετά… τέλος πάντων, το πρέπον». «Τότε ματαίωσε τον γάμο». «Ναι, αυτό το βλέπει εύκολο ένας αδέσμευτος», είπε ξινισμένα ο Ρόις. Ο Άλντεν γέλασε με νόημα. «Η ζωή όλων μας ήταν πιο απλή πριν έρθουν οι Βίκινγκς». Η βλοσυρή ματιά που εισέπραξε τον έκανε να γελάσει ακόμα δυνατότερα. Την προσοχή των δύο αντρών τράβηξε τότε η άφιξη δύο από τους φρουρούς του Ρόις, που μπήκαν στη σάλα συνοδεύοντας έναν άγνωστο. Ήταν ένας πανύψηλος άντρας, Κέλτης, αν έκριναν από την αμφίεσή του. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά τον έκαναν ενδιαφέροντα, μα ειδικά το δεύτερο, μετά τις πρόσφατες διενέξεις που είχαν με τους Κέλτες της Κορνουάλης. Οι φρουροί τον οδήγησαν μπροστά στον Ρόις, ενώ έδιναν αναφορά για το πώς τον βρήκαν στα δυτικά κτήματα του Γουίντχερστ. Ακολούθησε ενδελεχής έρευνα για να εξακριβωθεί αν ταξίδευε πραγματικά μόνος, όπως ισχυριζόταν, και δεν βρέθηκε κανείς άλλος. Ίππευε ένα ταλαίπωρο άλογο που θα έπρεπε να έχει απαλλαγεί προ πολλού από τα χρέη υποζυγίου. Δεν είχε καθόλου υπάρχοντα πέρα από ένα παλιό σκουριασμένο σπαθί, με λαβή σε ένα παλιό κελτικό σχέδιο. Ο Ρόις άκουγε προσεκτικά, ενώ περιεργαζόταν τον νεοφερμένο. Αν και στραπατσαρισμένος, ήταν ίσως ο πιο όμορφος άντρας που είχε δει ποτέ. Είχε μακριά μαλλιά, δεμένα πίσω με λεπτό λουρί, κι ήταν ντυμένος σαν τον πιο φτωχό δουλοπάροικο, με φαρδιά μακρυμάνικη πουκαμίσα, σφιγμένη στη μέση με ένα ξεφτισμένο σκοινί, και φθαρμένες περισκελίδες όλο τρύπες. Κι όμως, το παράστημά του ήταν σχεδόν αρχοντικό· βαθύχρωμα γκρίζα μάτια ανταπέδιδαν τολμηρά το βλέμμα του Ρόις – χωρίς την ελάχιστη εριστική διάθεση,


επιφυλακτικότητα ή κατεργαριά, ούτε καν ένταση. Ήταν ένα βλέμμα που ταίριαζε σε άνδρα ισότιμο και κέντρισε αυτόματα την περιέργεια του Ρόις. «Ποιος είσαι;» «Δεν καταλαβαίνω». Ο Ρόις συνοφρυώθηκε στο άκουσμα της κελτικής γλώσσας. Οι περισσότεροι Κέλτες δυτικά από εδώ μιλούσαν τη γλώσσα των Σαξόνων, μιας και ζούσαν μαζί τους. Όχι όμως και οι Κέλτες της Κορνουάλης, που συχνά έκαναν επιδρομές στη γη του. Επανέλαβε την ερώτηση στη γλώσσα του ξένου. «Ονομάζομαι Γκέιλεν». «Από την Κορνουάλη;» «Από το Ντέβον». «Ελεύθερος;» «Ναι». Ο Ρόις μισόκλεισε τα βλέφαρα. Πολύ λιγομίλητος αυτός ο ελεύθερος άντρας από το Ντέβον. «Πώς ξέρω ότι λες αλήθεια;» «Γιατί θα έλεγα ψέματα;» «Γιατί, αλήθεια;» γρύλισε ο Ρόις. «Είσαι πολύ μακριά από τον τόπο σου. Για πού το ’βαλες και χρειάστηκε να διασχίσεις τη γη μου;» «Ψάχνω έναν άρχοντα που θα πολεμήσει τους Δανούς, για να μπω στην υπηρεσία του. Τον βρήκα;» Ο Άλντεν έβαλε τα γέλια βλέποντας την έκπληξη του Ρόις. «Αυτό μάλλον ήταν το τελευταίο που περίμενες να ακούσεις, έτσι, ξάδελφε;» Ο Ρόις του έριξε μια πλάγια ματιά κι έστρεψε ξανά την προσοχή του στον Κέλτη. «Υπάρχουν πολλοί άρχοντες από το Ντέβον μέχρι εδώ που θα πολεμήσουν τους Δανούς. Γιατί πορεύτηκες τόσο μακριά ανατολικά;» «Δεν βρήκα κανέναν που ετοιμάζεται στα σοβαρά. Θέλω να ξέρω σίγουρα ότι θα ριχτώ σε αληθινή μάχη». «Γιατί;» «Δεν φτάνει που εγκαταστάθηκαν στις εκτάσεις που άρπαξαν στον Βορρά, οι Δανοί συνεχίζουν τις επιδρομές από τη θάλασσα. Ζούσα σε ένα ψαροχώρι στη νότια ακτή. Τη ρήμαξαν οι Βίκινγκς σε μια επιδρομή. Έχασα τη γυναίκα μου, τους δυο μου γιους, συγγενείς και φίλους. Δεν άφησαν κανένα ζωντανό». «Εκτός από σένα. Γιατί αυτό;» «Κυνηγούσα στα ηπειρωτικά. Ίσα που πρόλαβα να δω το καράβι τους να σηκώνει πανιά γυρνώντας». Ήταν ένα παραμύθι που ο Γκέιλεν είχε αφηγηθεί πολλές φορές στη διάρκεια της έρευνάς του, και έγινε πιστευτό από τους περισσότερους Σάξονες άρχοντες.


Μα τούτοι οι δυο μπροστά του ήταν πιο καχύποπτοι από τους περισσότερους. Να έφτανε επιτέλους στο τέλος της η αναζήτησή του; «Πότε έγινε αυτό;» ρώτησε ο Ρόις. «Στην αρχή του καλοκαιριού». «Γιατί λες πως ήταν Δανοί αυτοί που σας επιτέθηκαν;» «Ποιοι άλλοι λυμαίνονται αυτόν τον τόπο για τόσο καιρό;» Ο Ρόις κι ο Άλντεν αντάλλαξαν μια πλάγια ματιά, κι έπειτα ο Ρόις κάρφωσε το βλέμμα στη γροθιά του που έσφιγγε σπασμωδικά στο τραπέζι. Ωστόσο, κανείς τους δεν απάντησε. Ήταν ο Άλντεν που συνέχισε την ανάκριση: «Αν οι Δανοί εισβάλλουν ξανά στο Ουέσεξ, θα μας βρουν μπροστά τους. Είμαστε έτοιμοι να τους πολεμήσουμε. Εσύ, όμως;» «Θα… θα χρειαστώ εκπαίδευση». «Και αν δεχτεί ο ξάδελφός μου να σε εκπαιδεύσει, πώς έχεις σκοπό να τον υπηρετήσεις;» «Θα τον υπηρετήσω ως σωματοφύλακας – είμαι αρκετά μεγαλόσωμος γι’ αυτό». «Και να ήξερες να πολεμήσεις, για κοίτα με καλύτερα», επενέβη ο Ρόις. «Σου φαίνομαι να έχω ανάγκη από προστασία;» Τα γκρίζα μάτια ζάρωσαν, όπως και το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του. «Οι άλλοι άρχοντες που συνάντησα ως τώρα δεν ήταν τόσο ρωμαλέοι, μιλόρδε. Είμαι πρόθυμος να προσφέρω όποια υπηρεσία επιθυμείς, αν με δεχτείς στον πύργο σου». «Λοιπόν, ξάδελφε;» ρώτησε ο Άλντεν στη μητρική τους γλώσσα. «Δεν είναι ότι μας περισσεύουν οι άντρες, και με τέτοιο μπόι, θα γίνει πολύτιμος μόλις εκπαιδευτεί». «Δεν μου αρέσει όλο αυτό», απάντησε ο Ρόις. «Λες να σβήσει τη δίψα του για εκδίκηση με το που θα δει τους αιχμαλώτους σου;» «Είναι κι αυτό ένα θέμα». «Μα τους φυλάς τόσο καλά, που δεν θα κατάφερνε να τους πλησιάσει». «Όχι και την Κρίστεν, όμως», του θύμισε κοφτά ο Ρόις. Ο Άλντεν έστρεψε μια απαυδισμένη ματιά στα ουράνια. «Φυσικά, τώρα που κυκλοφορεί ελεύθερα στο Γουίντχερστ, δεν τη φυλάει κανείς. Θα μπορούσες πάντα να την περιορίσεις στο αρχοντικό, απαγορεύοντας στον Κέλτη την είσοδο». «Έκανα μια συμφωνία μαζί της. Δεν μπορώ και δεν θέλω να την αλλάξω


τώρα». «Αστειευόμουν, Ρόις. Αλλά πιστεύω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να την πειράξει. Το αίμα Βίκινγκς θέλει, όχι μιας γυναίκας. Αν αμφιβάλλεις, μπορείς να τον δοκιμάσεις. Αλλά μην τον διώξεις για μια απλή υποψία. Η πρόθεσή σου να προστατεύσεις την κοπελιά θα ξεπερνούσε τα όρια – άσε που είναι παραπάνω από ικανή να προστατεύει τον εαυτό της. Κι αν δεν σου αρκεί αυτό, σκέψου ότι κι εσύ για τους ίδιους λόγους ήθελες εκδίκηση, όμως δεν πείραξες ούτε τρίχα απ’ τα μαλλιά της». Ο Ρόις ήξερε πως ήταν όλα αλήθεια. Έριξε άλλη μια λοξή ματιά στον Κέλτη, που στεκόταν εκεί σαν υπόδειγμα υπομονής. «Δεχτήκαμε κι εμείς επιδρομή από Βίκινγκς αυτό το καλοκαίρι», είπε ο Ρόις κοιτάζοντας εξεταστικά τα μάτια του νεοφερμένου. «Σταθήκαμε πιο τυχεροί από τους συντοπίτες σου και τους νικήσαμε». «Τους σκοτώσατε όλους;» Ως και ο Άλντεν ύψωσε το φρύδι του, ξαφνιασμένος από τη δριμύτητα του τόνου του. «Είναι απίθανο να ήταν οι ίδιοι. Εδώ ήρθαν Νορβηγοί, που έψαχναν θησαυρούς. Είναι αμφίβολο ότι θα χτυπούσαν ψαροχώρι, αφού ήρθαν για λάφυρα». «Τους σκοτώσατε, όμως;» «Όχι όλους. Όσους συλλάβαμε, τους κρατάμε αιχμάλωτους. Τους έχουμε βάλει να δουλεύουν στα οχυρωματικά μας έργα». «Και βρίσκονται υπό την προστασία μου», πρόσθεσε ο Ρόις, καχύποπτος από τον τρόπο που χαλάρωσε ο Κέλτης όταν άκουσε από τον Άλντεν για την ύπαρξη αιχμαλώτων. Ο Γκέιλεν άκουσε καθαρά την απειλή στον τόνο του. «Αν κρατάτε αιχμάλωτους αυτούς τους Βίκινγκς, τότε αποδόθηκε δικαιοσύνη», απάντησε. «Δεν θα κάνουν άλλες επιδρομές. Εγώ θέλω αυτούς που αλωνίζουν ακόμα ελεύθεροι στα βόρεια, γιατί μάλλον εκεί πήγε το καράβι που ρήμαξε το χωριό μου». «Αν σε δεχτώ, Γκέιλεν από το Ντέβον, θα δουλέψεις στο χτίσιμο των αμυντικών μου έργων, μαζί με τους αιχμαλώτους;» Ο άντρας έμεινε άκαμπτος. «Δεν θα ζητήσω απ’ αυτούς εκδίκηση, μιλόρδε, αλλά μη μου ζητάς να δουλεύω δίπλα τους». «Σ’ το ζητάω. Είναι η μόνη δουλειά που έχω αυτή τη στιγμή για έναν άντρα με τη δική σου διάπλαση. Είπες ότι είσαι πρόθυμος να αναλάβεις όποια υπηρεσία σου ανέθετα». «Το είπα». Ακολούθησε μια μακριά παύση. «Ας είναι».


«Θα καταφέρεις να αντισταθείς στον πειρασμό;» επέμεινε ο Ρόις. «Είπα ήδη ότι δεν θέλω το αίμα υποδουλωμένων αντρών». «Είσαι ευπρόσδεκτος τότε. Θα πιάσεις δουλειά το πρωί. Το απομεσήμερο θα εκπαιδεύεσαι μαζί με τους άντρες μου. Σέλντον, δείξε τα κατατόπια σε αυτόν τον άντρα». Ο Άλντεν έσκυψε προς το μέρος του Ρόις, ενώ ο Σέλντον πήγαινε τον Κέλτη στο βαρέλι για ένα κύπελλο υδρόμελι. «Είσαι σίγουρος;» Ο Ρόις τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «Με ρωτάς αφού τον υποστήριξες; Ναι, είμαι σίγουρος. Άλλο που σκοπεύω να τον έχω υπό διαρκή παρακολούθηση, για μεγαλύτερη σιγουριά», πρόσθεσε βλοσυρά.


Κεφάλαιο 36 Αργά το ίδιο απομεσήμερο, όταν η Κρίστεν γύρισε στη σάλα με την Έντα, αφού τακτοποίησαν τους ξενώνες, έψαχνε ακόμα έναν τρόπο να εκδικηθεί τον Άλντεν, χωρίς να χάσει κι εκείνη τη ζωή της. Έσπαγε όλη μέρα το κεφάλι της. Είχε φτιάξει μια νοερή λίστα με όλους τους τρόπους που θα μπορούσε να τον βλάψει – ή μάλλον να τον ακρωτηριάσει μόνιμα, έτσι ώστε να καταρρεύσει τόσο το ηθικό του, με αποτέλεσμα να κόψει ο ίδιος το νήμα της ζωής του. Το μόνο πρόβλημα στο σχέδιό της ήταν η πιθανότητα να μην κατάφερνε να του προκαλέσει ένα μόνιμο σακάτεμα. Άραγε πώς θα αντιδρούσε ένας τόσο ανοιχτόκαρδος και ξέγνοιαστος άντρας στην πλήρη αποκαρδίωση; Δεν σκέφτηκε καν το ενδεχόμενο να χαρίσει στον Άλντεν τη ζωή. Αντίθετα. Όσο περισσότερο το κλωθογύριζε στο μυαλό της, τόσο περισσότερο σκεφτόταν τον χαμένο αδελφό της, κι αυτό ενίσχυε την αποφασιστικότητά της. Πρέπει να ήταν το γεγονός ότι είχε τον Σέλιγκ πολύ έντονα στο μυαλό της, που της προκάλεσε τόσο άσχημη αντίδραση την πρώτη φορά που είδε τον ξένο στη σάλα. Καθόταν με την πλάτη προς το μέρος της, κι ωστόσο εκείνη έχασε τελείως το χρώμα της, της κόπηκε η ανάσα, λύγισαν τα γόνατά της, μέχρι σκοτοδίνη της ήρθε εκείνη την τρομερή στιγμή που σταμάτησε η καρδιά της, γιατί νόμισε ότι ο αδελφός της είχε γυρίσει από τους νεκρούς! Η Έντα έπεσε με τα μούτρα πάνω της, φέρνοντάς την πίσω στην πραγματικότητα. «Επιτέλους, γυναίκα! Κοίτα πού πας!» «Εγώ!» έκρωξε θιγμένη η γερόντισσα. «Εγώ; Εγώ έμεινα ξαφνικά στήλη άλατος; Σε ρωτάω!» Η Κρίστεν αρκέστηκε να την αγριοκοιτάξει, κι έπειτα προχώρησε βιαστικά στον χώρο μαγειρέματος. Όταν έφτασε, κάθε τόσο έπιανε το βλέμμα της να λοξοδρομεί προς τον ξένο. Ήταν τα αναθεματισμένα μαλλιά, μαύρα σαν φτερούγες κόρακα. Οι αναθεματισμένοι τετράγωνοι ώμοι, η πλάτη, ολόιδια μ’ εκείνη στην οποία έκανε καβαλαρία όταν ήταν πολύ πιο μικρή. Ήταν φυσικό να σκέφτεται ότι έμοιαζε με τον Σέλιγκ, παρότι όλες της οι αισθήσεις της έλεγαν πως ήταν αδύνατον. Από πίσω, αυτός ο ξένος ήταν σωσίας του αδελφού της. Και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του, ενώ θέριευε μέσα της η ανάγκη να δει το πρόσωπό του. Κι όμως, εκείνος δεν γύρισε ούτε μία φορά. Καθόταν με τον Σέλντον και τον Χάνφριθ πίνοντας υδρόμελι, γελώντας και κουβεντιάζοντας, αν και πολύ μακριά για να ακούει τις φωνές τους.


Όταν μπήκε στη σάλα ο Ρόις, η ταραχή της Κρίστεν καταλάγιασε κάπως. Η αλήθεια είναι πως είχε τέτοια επίδραση πάνω της. Ωστόσο, δεν είχε ξεχάσει την απειλή του, γι’ αυτό το βλέμμα που του έριξε ήταν φευγαλέο. Όσο για τον Άλντεν, τον φιλοδώρησε με μια δολοφονική ματιά, που τον έκανε να βάλει τα γέλια. Την επόμενη στιγμή, το βλέμμα της είχε καρφωθεί ξανά πάνω στον νεοφερμένο. Μα ποιος ήταν; «Τον λένε Γκέιλεν». «Ορίστε;» Η Κρίστεν γύρισε και βρήκε την Έντρια να της χαμογελάει πλατιά. «Γκέιλεν», επανέλαβε. «Είναι Κέλτης από το Ντέβον. Πρόσεξα ότι κι εσύ τον κοιτάς». «Εγώ και ποιος άλλος;» Η Έντρια γελούσε. «Κοίτα γύρω σου». Έγνεψε προς τον χώρο με τον αργαλειό. «Ως και η αρχόντισσα Νταρέλ τον τρώει με τα μάτια!» «Γιατί;» «Γιατί; Αστειεύεσαι, Κρίστεν. Το πρόσωπό του είναι σαν αγγέλου, κατευθείαν από τον παράδεισο. Εσύ γιατί τον κοιτάς, δηλαδή;» «Εγώ απλώς αναρωτιόμουν ποιος είναι και τι γυρεύει», απάντησε η Κρίστεν. «Νόμιζα ότι είχαμε τελειώσει με τους ξένους που πηγαινοέρχονται εδώ». «Όσο για τον λόγο που είναι εδώ, τον προσέλαβε ο μιλόρδος. Θα δουλεύει στο τείχος μαζί με τους άλλους». «Ναι, σίγουρα διαθέτει τα προσόντα». «Με το παραπάνω», είπε η Έντρια με έναν στεναγμό. «Νόμιζα ότι είχες αδυναμία στον Μπγιάρνι». «Σωστά νόμιζες», απάντησε κοκκινίζοντας η κοπέλα. «Αλλά αν με πρόσεχε ο Κέλτης…» Κι άλλος στεναγμός. «Αλλά έχω πάλι το ίδιο πρόβλημα. Δεν μιλάει τη γλώσσα μας και, αν και υπάρχουν πολλοί εδώ που ξέρουν τη δική του, εγώ δεν την έμαθα ποτέ». «Έντρια, άντε να βοηθήσεις την Έθελ να στρώσει τα τραπέζια», ήρθε να τη μαλώσει η Έντα. «Με κουτσομπολιά δεν γίνεται η δουλειά. Κι εσύ, Κρίστεν, τελείωνε κάποτε το καθάρισμα των μπιζελιών». Η Κρίστεν άρπαξε τη γερόντισσα από το μπράτσο πριν προλάβει να κάνει μεταβολή. «Έντα, πρόσεξες τον νεοφερμένο Κέλτη;» Εκείνη κοίταξε προς τον Γκέιλεν. «Ναι. Και να θέλεις, αποκλείεται να μην τον προσέξεις». «Μα νόμιζα ότι μόνο οι Κέλτες της Κορνουάλης ήταν γίγαντες, κι εσύ μου είπες ότι είναι εχθροί με τον Ρόις». «Πράγματι, αλλά αυτός δεν είναι από την ακτή της Κορνουάλης. Και


υπάρχουν παντού εξαιρέσεις στο ύψος ενός ανθρώπου. Πάρε τον άρχοντα Ρόις σε σύγκριση με άλλους Σάξονες – κι όμως, είναι βέρος Σάξονας». «Μάλιστα». Η Έντα την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Βλέπω ότι ενδιαφέρεσαι, αλλά σε συμβουλεύω να πνίξεις αμέσως αυτό το ενδιαφέρον. Δεν θα αρέσει καθόλου στον μιλόρδο». «Δεν είμαι…» Η Κρίστεν δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα μειδίαμα. Δεν είμαι κτήμα του μιλόρδου, ετοιμαζόταν να πει, αλλά θα ήταν ψέμα. Γιατί ήταν κτήμα του Ρόις και έπρεπε να φροντίζει να τον ευαρεστεί. Από την άλλη, το ενδιαφέρον της για τον Κέλτη δεν ήταν όπως υποπτευόταν η Έντα. Το μόνο που ήθελε ήταν να δει το πρόσωπό του. «Ευχαριστώ για τη συμβουλή, Έντα». «Ωραία. Τέλειωνε τώρα τα μπιζέλια, αλλιώς δεν θα προλάβουν να βράσουν». Αλλά σχεδόν μόλις γύρισε η Έντα την πλάτη της, η Κρίστεν μετακίνησε επίτηδες το βαρύ καζάνι με τα καθαρισμένα μπιζέλια στην άκρη του τραπεζιού, όπου ισορρόπησε με δυσκολία για μια απειροελάχιστη στιγμή. Όταν έπεσε με πάταγο στο πάτωμα, με τα μπιζέλια να κατρακυλούν προς την εστία σαν χοντρό πράσινο χαλί, το βλέμμα της Κρίστεν δεν πήγε στον χαμό που είχε προκαλέσει, αλλά στον Κέλτη απέναντι. Φυσικά δεν ήταν ο μόνος που γύρισε στον βροντερό θόρυβο. Αλλά ήταν σίγουρα ο μόνος που είδε η Κρίστεν. «Για όνομα του Θεού, κοπελιά!» έσκουξε πίσω της η Έντα. «Τι σ’ έχει πιάσει και είσαι τόσο αδέξια σήμερα;» Η Κρίστεν ούτε καν την άκουσε. Τα μάτια της ήταν είχαν στυλωθεί πάνω σ’ εκείνα τα γκρίζα μάτια που νόμιζε πω δεν θα ξανάβλεπε ποτέ. Από τον λαιμό της ανέβηκε ένας πνιχτός ήχος, που μόλις ακούστηκε μέσα από το χέρι που κάλυπτε το στόμα της. Το άλλο της χέρι πίεζε το στήθος της, εκεί που η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια! Δεν μπορεί! Ο Σέλιγκ! Ζωντανός! Σηκώθηκε από το σκαμνί της για να πάει κοντά του. Εκείνος σηκώθηκε από την καρέκλα του για να τη συναντήσει στα μισά. Και ήρθαν ταυτόχρονα στα συγκαλά τους, μαρμαρώνοντας στις θέσεις τους. Η Κρίστεν έκανε μεταβολή, σφίγγοντας τα χέρια στο τραπέζι πίσω της για να μείνει εκεί. Ζωντανός! Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Πραγματικά ζωντανός! Ανέπνεε βαθιά, τραχιά και γοργά, παλεύοντας να συγκρατήσει την παρόρμηση να ουρλιάξει, να γελάσει, να κλάψει. Δεν μπορούσε να πάει κοντά του. Όσο κι αν λαχταρούσε, δεν μπορούσε να τον σφίξει στην αγκαλιά της. Αν το έκανε, θα τον έστελνε αλυσοδεμένο μαζί με τους


άλλους σ’ εκείνη την καλύβα. Ωστόσο, ήταν τόση η χαρά της που νόμιζε ότι θα έσκαγε η καρδιά της σε χίλια κομμάτια. Τελικά πρόσεξε την Έντα να την κοιτάζει σε πλήρη σύγχυση. Υποκύπτοντας σε μια παρόρμηση, όρμησε και άρπαξε τη γερόντισσα στην αγκαλιά της, στροβιλίζοντάς τη γύρω γύρω και γελώντας με τις έντρομες κραυγές της. Μπορούσε να γελάει μ’ αυτό. Και είχε ανάγκη από μια πρόφαση για να γελάσει. Μα τον Μεγαλοδύναμο, ο αδελφός της ήταν ζωντανός! «Είσαι θεότρελη, κοπελιά! Άσε με κάτω!» «Ζητώ συγγνώμη!» είπε η Κρίστεν χαμογελώντας πλατιά. «Για όλες τις συμβουλές σου που δεν ακολούθησα! Αναγνωρίζω ότι είσαι πολύ σοφότερη από την ηλικία σου, Έντα! Αχ, Έντα, σ’ αγαπάω!» Η Κρίστεν την έφερε άλλη μια βόλτα στον αέρα πριν την αφήσει τελικά κάτω, για να επιδοθεί στον χειρότερο εξάψαλμο που είχε ακούσει ποτέ της. Τον άκουσε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά, πέφτοντας στα τέσσερα για να μαζέψει τα σκορπισμένα μπιζέλια, χωρίς να τολμά να κοιτάξει ξανά στην άλλη άκρη της σάλας. Αν κοίταζε, θα έβλεπε και τον Σέλιγκ να χαμογελάει πλατιά. Η αναζήτησή του είχε φτάσει όντως στο τέλος της. Είχε βρει την Κρίστεν, ήταν υγιέστατη και καταχαρούμενη κι έδινε ολόκληρη παράσταση για να κρατηθεί και να μην τρέξει κοντά του. Την ήξερε την πληθωρικότητά της. Τον είχε ξαπλώσει χάμω ανάσκελα ένα σωρό φορές όταν γύριζε από ταξίδι κι εκείνη ορμούσε να τον καλωσορίσει. Ήταν θαύμα πώς συγκρατήθηκε τώρα, αλλά ήταν και προειδοποίηση, έστω κι αχρείαστη. Δεν μπορούσε να την πλησιάσει για κανένα λόγο. Σε όλη τη διάρκεια της αναζήτησής του τον κατέτρωγε η σκέψη του θανάτου της. Μα να που ήταν ζωντανή! Ζωντανή! «Αυτό τώρα πώς το ερμηνεύεις εσύ, Ρόις;» θέλησε να μάθει ο Άλντεν. Παρακολουθούσαν άναυδοι και οι δυο τα αλλοπρόσαλλα καμώματα της Κρίστεν. «Τι μπορώ να πω; Σάμπως έπαψε ποτέ να με εκπλήσσει με αυτά που κάνει; Όχι, συνεχίζει ακάθεκτη, αλλά έχω αρχίσει να το συνηθίζω πια». «Πάντως είναι παράξενο να της φανεί τόσο αστείο που χύθηκαν τα μπιζέλια». Ο Ρόις γέλασε με τον χολωμένο τόνο του Άλντεν – που μάλλον τα ορεγόταν για απόψε. Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο Σέλιγκ έμεινε άκαμπτος βλέποντας τους άρχοντες να κοιτάζουν την αδελφή του. Σκούντησε τον Σέλντον δίπλα του. «Τι λένε;» «Μιλάνε για τη Βίκινγκ κοπελιά». «Κι αυτή αιχμάλωτη είναι;» «Ναι, αλλά θα ήταν πιο ταιριαστό να τη λέγαμε προσωπική σκλάβα του


λόρδου Ρόις, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Ο Σέλντον χαχάνισε. «Αυτή τη Βίκινγκ τη δάμασε για τα καλά». Ο Σέλιγκ έκλεισε τα μάτια. Κάτω από το τραπέζι, έσφιξε τις γροθιές του. Η αλήθεια είναι ότι φοβόταν μήπως δεν την έβρισκε ζωντανή. Δεν του πέρασε καν από τον νου η πιθανότητα να τη βίασαν αυτοί οι Σάξονες. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, ήταν βαμμένα με το γκρίζο μιας σκοτεινής, βίαιης καταιγίδας. Αυτός ο Σάξονας λόρδος δεν θα έβγαινε ζωντανός από τα χέρια του.


Κεφάλαιο 37 Η Κρίστεν πήγε στον Ρόις με το που μπήκε στην κάμαρά του, τυλίγοντας χαλαρά τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό του, ενώ τα δάχτυλά της έπαιζαν με τα μαλλιά στη βάση του κεφαλιού του. Εκείνος έσμιξε τα φρύδια, απορημένος από αυτό το ασυνήθιστο καλωσόρισμα. «Ο Άλντεν λέει ότι νωρίτερα τον κεραυνοβόλησες με μια ματιά, που παραλίγο να τον καρβουνιάσει, και ούτε δύο ώρες μετά του χαμογέλασες». «Ναι, τέλος πάντων, μιλόρδε, άφησα το μίσος να ξεχυθεί από την καρδιά μου, τις τελευταίες στάλες, πριν το θάψω μέσα μου». Γέλασε βλέποντας τη δυσπιστία στην έκφρασή του. «Πήρα την προειδοποίησή σου στα σοβαρά. Είναι τόσο παράξενο;» «Από σένα, ναι». «Ο χρόνος θα δείξει». Το δάχτυλό της χάραζε μικρούς κύκλους γύρω από το αφτί του. Τα μάτια της τον προσκαλούσαν, αλλά το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Σκεφτόταν ότι, αν δεν έδειχνε κάποια περιέργεια για τον νεοφερμένο άντρα της φρουράς του, μάλλον θα του φαινόταν παράδοξο. «Πρόσεξα έναν νεοφερμένο στη σάλα σήμερα», είπε με ουδέτερο τόνο. «Συνηθίζεις να παίρνεις ξένους στη δούλεψή σου;» Η ερώτησή της είχε το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που θα ήθελε, εγείροντας τις υποψίες του. «Δεν έδειξες το ελάχιστο ενδιαφέρον για τον βασιλιά του Ουέσεξ και τόσους άρχοντες στην ακολουθία του, αλλά τώρα με ρωτάς γι’ αυτόν τον Κέλτη. Γιατί;» «Από απλή περιέργεια, μιλόρδε. Όλες οι γυναίκες γι’ αυτόν μιλάνε». «Αυτές ας μιλάνε, αλλά εσύ κοίτα να μείνεις μακριά του», της είπε τραχιά. «Μισεί όλους τους Βίκινγκς όσο εγώ». Ήταν ώρα να στρέψει αλλού την προσοχή του. Χαμήλωσε τα βλέφαρά της, ενώ ταυτόχρονα γλιστρούσε το δάχτυλό της κατά μήκος του σαγονιού του, απ’ όπου το έσυρε στο περίγραμμα των χειλιών του. «Τόσο πολύ, Σάξονα;» μουρμούρισε βραχνά. «Μισείς ακόμα όλους τους Βίκινγκς;» Ως απάντηση την έσφιξε πάνω του μ’ ένα βογκητό. Κι η Κρίστεν δεν είχε πια άλλες σκέψεις στο μυαλό της, αλλά η χαρά της για την επάνοδο του αδελφού της από τους νεκρούς ήταν κυρίαρχη σε ό,τι έκανε. Όπως ακριβώς είχε στροβιλίσει την Έντα στον αέρα νωρίτερα, νιώθοντας ότι, αν δεν μοιραζόταν τη χαρά της θα έσκαγε, έτσι τη μοιράστηκε κι απόψε με τον Ρόις.


Ήταν σκανδαλιάρα και παθιασμένη, ντροπαλή και επιθετική. Τη μια στιγμή ήταν η ξελογιάστρα, την επόμενη η παρθένα, κι έπειτα η σκληρή αφέντρα. Έγινε τα πάντα για εκείνον, μέχρι που ο Ρόις έπαψε να ξαφνιάζεται από τις εναλλαγές. Το βραχνό γέλιο της, που δεν είχε ξανακουστεί ποτέ στο κρεβάτι του, έφερε το αίμα του σε θερμοκρασία βρασμού. Την έκανε δική του ξανά και ξανά και ξανά, απορώντας κι ο ίδιος με τις αντοχές του. Αλλά όταν του ψιθύρισε ότι τον ήθελε πάλι, ανταποκρίθηκε με όλο του το είναι. Τον είχε εξοντώσει, κι όταν κοιμήθηκε τελικά ήταν σαν πεθαμένος από την κούραση. Η Κρίστεν ήταν τόσο φορτισμένη συναισθηματικά ώστε λαγοκοιμήθηκε μόνο, και ξύπνησε πολύ πριν χαράξει η καινούρια μέρα. Διέθεσε μόλις μια στιγμή για να απολαύσει τη θαλπωρή της αγκαλιάς του Ρόις, κι έπειτα ελευθερώθηκε προσεκτικά από τη λαβή του και ντύθηκε αθόρυβα στο σκοτάδι. Ήξερε από έκτη αίσθηση ότι θα έβρισκε τον Σέλιγκ να την περιμένει. Και πράγματι, ήταν στη βάση της σκάλας. Την περίμενε εκεί όλη τη νύχτα, καθισμένος με την πλάτη στον τοίχο απέναντι από τη σκάλα, ξεκλέβοντας λίγες στιγμές ύπνου τη φορά και ξυπνώντας με το παραμικρό. Έτσι άκουσε τα αέρινα βήματά της, κι είχε ήδη σηκωθεί όταν εκείνη έφτασε κάτω. Ανασκουμπώθηκε για να δεχτεί το βάρος της, καθώς βρέθηκε στην αγκαλιά του μ’ έναν πήδο. Έσφιγγαν ο ένας τον άλλο για κάμποσες στιγμές άφατης ευτυχίας. Και τότε, η Κρίστεν τραβήχτηκε πίσω κι έσυρε τα χέρια της στο πολυαγαπημένο πρόσωπό του. Δεν τον έβλεπε. Όλοι οι πυρσοί είχαν σβήσει, και το φεγγαρόφωτο έμπαινε αχνό από τα ανοιχτά παράθυρα. Μα δεν είχε ανάγκη να τον βλέπει, τώρα που τον κρατούσε. «Νόμιζα ότι ήσουν νεκρός, Σέλιγκ». Τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της ακούγονταν καθαρά στη φωνή της. «Το ίδιο νόμιζα κι εγώ για σένα». Χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της, κι έπειτα την έσφιξε ξανά πάνω του, πιέζοντας το κεφάλι της στον ώμο του. «Το κλάμα είναι για τους αδύναμους». «Το ξέρω». Ρούφηξε τη μύτη της, νομίζοντας ότι το έλεγε γι’ αυτήν, μέχρι που ένιωσε ένα δάκρυ να στάζει στο μάγουλό της. Χαμογέλασε και σηκώθηκε στις μύτες για να φιλήσει τα μάγουλά του. «Έλα. Δεν είναι ασφαλές να μιλήσουμε εδώ». Η Κρίστεν πήρε το χέρι του στο δικό της και τον οδήγησε στην καμαρούλα που χρησίμευε σαν λουτρό, κι από εκεί στην πίσω πόρτα. Όπως τα παράθυρα, ήταν κι αυτή ξεκλείδωτη. Ο Σέλιγκ δίστασε, περιμένοντας ότι θα υπήρχε φρουρός. «Δεν νομίζω ότι οι φρουροί περιπολούν», του ψιθύρισε. «Έχω βγει άλλη μια φορά τη νύχτα, και δεν είδα κανέναν στον περίβολο. Κι εμένα με


παραξένεψε, ξέροντας πόσο καχύποπτοι είναι οι συγκεκριμένοι Σάξονες. Ίσως έχουν περιπόλους στην εξωτερική πλευρά του τείχους». «Τότε θα αντιμετωπίσουμε τους φρουρούς όταν τους συναντήσουμε. Πάμε, Κρίστεν». Εκείνη τον τράβηξε πίσω, όταν έκανε να ξεκολλήσει την πλάτη του από τη σκιά του τοίχου του αρχοντικού. «Σέλιγκ, δεν μπορώ να φύγω». «Δεν μπορείς;» «Έδωσα τον λόγο μου ότι δεν θα το έκανα». «Μα τον Όντιν, γιατί;» Μόρφασε ακούγοντας τον τόνο της φωνής του. «Για να μη βρεθώ πάλι αλυσοδεμένη». Ακολούθησε μια παύση, κι έπειτα τη ρώτησε πολύ σιγανά: «Πάλι;» «Ήμουν αλυσοδεμένη όπως οι άλλοι από τότε που μας έπιασαν αιχμάλωτους. Τα δικά μου…» «Ποιοι έχουν απομείνει, Κρίστεν;» τη διέκοψε. Εκείνη του είπε όλα τα ονόματα και τον άφησε να ξαναφέρει στον νου του όσους έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Ένιωσε το αεράκι να αναδεύει τα μαλλιά της. Άκουσε το τερέτισμα των νυχτόβιων εντόμων. Και πάνω απ’ όλα ένιωσε την οδύνη του, ωστόσο ήξερε πως τη μετρίαζε η ανακούφιση, αφού δεν ήταν όλοι τους νεκροί, όπως νόμιζε. «Συνέχισε», της είπε τελικά. «Τα δικά μου δεσμά αφαιρέθηκαν μόλις στις αρχές αυτής της εβδομάδας, όταν ήρθαν εδώ ο βασιλιάς των Σαξόνων και η συνοδεία του. Με πλεύρισαν μερικοί άρχοντες, και ο Ρόις πρόσταξε να μου βγάλουν τις αλυσίδες, για να μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου όσο έμεναν εδώ. Αλλά έφυγαν το πρωί –εννοώ χθες το πρωί–, και θα στερούμουν ξανά την ελευθερία μου, αν δεν έδινα όρκο ότι δεν θα επιχειρούσα να αποδράσω». «Καταδίκασες οικειοθελώς τον εαυτό σου να μείνεις για πάντα εδώ;» ρώτησε, κι η απόγνωσή του ήταν πασίδηλη. «Όχι, απλώς συμβιβάστηκα. Ο όρκος με δεσμεύει μόνο μέχρι να παντρευτεί ο Ρόις». «Και πότε θα γίνει αυτό;» «Σύντομα». Ο Σέλιγκ ηρέμησε αφομοιώνοντας την πληροφορία. Η Κρίστεν το ένιωσε από τον τρόπο που χαλάρωσε τη λαβή του στο χέρι της. «Πες μου εσύ τώρα, πριν σκάσω από περιέργεια! Πώς κατάφερες να ξεφύγεις; Σε είδα πληγωμένο».


«Με είδες;» «Σουτ!» σφύριξε για να χαμηλώσει τον τόνο του. «Φυσικά και σε είδα. Δεν θα μπορούσα να μείνω στο καράβι, όταν άκουσα την κλαγγή της μάχης. Έπρεπε να βοηθήσω». «Εσύ, να βοηθήσεις;» Αγνόησε το σαρκαστικό σχόλιο. «Εντάξει, δεν βοήθησα και πολύ. Αλλά τουλάχιστον πελέκησα τον Σάξονα που σε λάβωσε». «Εσύ;!» «Σέλιγκ!» «Μα τον Όντιν, μπορούσες να σκοτωθείς!» «Αλλά δεν σκοτώθηκα. Δυστυχώς, ούτε κι αυτός. Τον τραυμάτισα μόνο. Ανάρρωσε, κι από τότε μου έχει κάνει μόνο καλό, παρότι μέχρι σήμερα που σε είδα έψαχνα τρόπο να τον σκοτώσω. Στ’ αλήθεια χαίρομαι που δεν χρειάζεται πια». Ο Σέλιγκ κουνούσε άναυδος το κεφάλι του, αλλά εκείνη φλεγόταν να μάθει. «Έλα, πες μου! Την τελευταία φορά που σε είδα, κειτόσουν ακίνητος στο χώμα, μουσκεμένος στο ίδιο σου το αίμα». «Ναι, το τραύμα μου ήταν άσχημο. Βρήκα τις αισθήσεις μου την ώρα που έφευγαν τα κάρα, φορτωμένα με τους αιχμαλώτους. Με είχαν αφήσει πίσω, κι αφού θεωρηθήκαμε όλοι νεκροί, δεν έμεινε κανείς εκεί για φρουρός. Αλλά δεν ήξερα πότε θα γύριζαν για την ταφή, γι’ αυτό σύρθηκα μακριά από το μακελειό για να μη με βρουν. Είχα σκοπό να κρυφτώ για λίγες ώρες στο δάσος, κι έπειτα να ακολουθήσω για να δω πού σας είχαν πάει. Αλλά όπως σου είπα, το τραύμα μου ήταν άσχημο. »Έχασα ξανά τις αισθήσεις μου και δεν συνήλθα παρά μόνο το ίδιο βράδυ. Ήμουν πάρα πολύ αδύναμος ακόμα και για να σταθώ. Δεν ξέρω για πόσο έμεινα εκεί. Η αναθεματισμένη πληγή κακοφόρμισε. Ανέβασα πυρετό, αλλά δεν θυμάμαι και πολλά. Ξέρω ότι κάποια στιγμή βγήκα από την κρυψώνα μου. Θυμάμαι να περιπλανιέμαι, ψάχνοντας για τους Σάξονες». «Λες και μπορούσες να κάνεις κάτι, αν τους έβρισκες», τον μάλωσε. «Δεν σκεφτόμουν λογικά». Της χαμογέλασε. «Ξέρω μόνο ότι συνέχισα να προχωράω, συνέχισα να προσπαθώ να βρω εσένα και τους άλλους, πριν να είναι πολύ αργά». «Πολύ αργά;» «Δεν πίστευα ότι θα σας άφηναν να ζήσετε. Πίστευα ότι σας πήγαιναν στον αρχηγό των Σαξόνων που μας έστησαν ενέδρα, για να παρευρεθεί στην εκτέλεσή σας». «Παραλίγο και θα το έκανε», παραδέχτηκε χαμηλόφωνα η Κρίστεν. «Αυτό το


μέρος, το Γουίντχερστ, έχει δεχτεί και παλιότερα επιδρομή από τους Βίκινγκς. Ο άρχοντας έχασε τους περισσότερους δικούς του σ’ εκείνη την επίθεση, και από τότε τους μισεί θανάσιμα». Ο Σέλιγκ γέλασε. «Τώρα εξηγείται που με άφησε να μείνω. Του είπα ότι το ίδιο είχε συμβεί και σ’ εμένα. Προφανώς συμμερίστηκε τον πόνο μου». «Πώς μπόρεσες να πεις τέτοια ιστορία;» τον επέπληξε. «Μα την πίστη μου, θα σε κάνει κομμάτια αν ανακαλύψει ποιος είσαι στην πραγματικότητα. Κι όσο σκέφτομαι ότι ανησυχούσα ότι θα κατέληγες αλυσοδεμένος και φυλακισμένος μαζί με τους άλλους, αν σε μυριζόταν…» Χαμογέλασε με την αντίδρασή της. «Δεν θα με μυριστεί. Ο Όταρ και οι άλλοι θα έχουν τη σύνεση να μη μου κάνουν πανηγυρική υποδοχή όταν με δουν». «Εκτός αν πέσουν ξεροί, όπως παραλίγο να πάθω κι εγώ». «Πρόσεξα τι γρήγορα που συνήλθες», είπε γελώντας. Η Κρίστεν του κοπάνησε μια στο στήθος. «Τελείωσε την ιστορία σου, επιτέλους!» Ο Σέλιγκ έπνιξε το γέλιο του με δυσκολία. «Έχεις χάσει την αίσθηση του χιούμορ σου, Κρις». Η δεύτερη γροθιά τον επανέφερε στην τάξη. «Καλά, καλά. Σου είπα ότι περιπλανιόμουν. Ακόμα δεν ξέρω για πόσο περιπλανιόμουν και για πόσο κειτόμουν μισοπεθαμένος, την τελευταία φορά που έχασα τις αισθήσεις μου. Ξύπνησα στην καλύβα μιας γριάς Κέλτισσας. Αυτή κι η κόρη της με βρήκαν, γυρίζοντας από ένα παζάρι στο Γουίμπορν. Ήταν μια μέρα με το άλογο από εκεί που με βρήκαν μέχρι το σπίτι τους, πιο βόρεια». «Πού είναι αυτό;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το ξαναβρώ. Ο Λόκι μου σκάρωσε μεγάλη κασκαρίκα. Δεν θα πίστευες πόσο χαμένος ήμουν». «Το μόνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να βρεις το ποτάμι», του είπε απαυδισμένη. «Ναι, έτσι νόμιζα κι εγώ», συμφώνησε. «Έμεινα στης γερόντισσας κοντά δυο εβδομάδες. Με υποψιάστηκε από τα ρούχα μου, κι επειδή μουρμούριζα σε ξένη γλώσσα όσο παραληρούσα. Αλλά επειδή μιλούσα και τη γλώσσα της μητέρας, που ήταν και δική της, με περιέθαλψε μέχρι να ανακάμψω και μάλιστα με οδήγησε σε έναν έμπορο, που μου πήρε τη ζώνη και τα χρυσά περιβραχιόνια σε αντάλλαγμα γι’ αυτά τα κουρέλια που βλέπεις κι ένα ψωράλογο. Και μετά μου έδωσε οδηγίες για το πιο κοντινό ποτάμι». «Και;» «Και εκείνο το ποτάμι ήταν τόσο δυτικά από εδώ, ώστε παραλίγο να φτάσω


στην άλλη άκρη της στεριάς. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα ιδέα προς τα πού είχα περιπλανηθεί ή αν μέσα στο παραλήρημά μου είχα καταφέρει κάπως να διασχίσω το ποτάμι. Δεν είχα κανέναν τρόπο να ξέρω αν οι Σάξονες που έψαχνα ήταν ανατολικά ή δυτικά από εκεί που βρισκόμουν. Κι όταν εκείνη με έστειλε δυτικά, υπέθεσα ότι έχεις περιπλανηθεί προς ανατολάς. Κι έτσι έχασα πολύτιμο χρόνο». «Κι όταν βρήκες το σωστό ποτάμι, κατάλαβες ότι είχες πάρει λάθος δρόμο;» «Ναι. Αλλά και τότε δεν ήξερα πόσο μακριά από το ποτάμι έπρεπε να πάω, πού είχαν πάει εσένα και τους άλλους, οπότε ήμουν αναγκασμένος να σταματάω σε κάθε οχυρωμένο πύργο σε όλη τη διαδρομή μέχρι εδώ. Έλεγα την ίδια ιστορία σε κάθε άρχοντα, κερδίζοντας την εκτίμησή του, αλλά ξανάπαιρνα τον δρόμο μου όταν σιγουρευόμουν ότι δεν είχαν ακούσει καν για Βίκινγκς που ήρθαν διά θαλάσσης. Όταν έφτασα εδώ, δεν ήξερα ότι είχα βρει το σωστό μέρος, μέχρι που ο Σάξονας παραδέχτηκε ότι είχαν δεχτεί κι αυτοί επιδρομή φέτος το καλοκαίρι». «Και το τραύμα σου έχει θεραπευτεί πλήρως;» «Ναι, δεν με ενοχλεί καθόλου πια». «Ξέρεις, ευτυχώς που είπες ότι ήσουν από το Ντέβον, και όχι από την Κορνουάλη, αλλιώς δεν θα ήσουν καλοδεχούμενος». Εκείνος γέλασε. «Έμαθα για την έχθρα ανάμεσα στους Κέλτες της Κορνουάλης και τους Σάξονες στον πρώτο πύργο που πλησίασα. Λίγο έλειψε να καταλήξω αλυσοδεμένος εκεί, αλλά ξέρεις τι γαλίφης μπορώ να γίνω». «Φυσικά και το ξέρω. Αχ, Σέλιγκ, είμαι τόσο ευτυχισμένη τώρα…» Τα δάχτυλά του πάνω στα χείλη της σταμάτησαν το παραλίγο επιφώνημα χαράς της. «Κάνε με το ίδιο ευτυχισμένο, Κρις. Πες μου ότι δεν σε βίασαν αυτοί οι Σάξονες». «Να με βίασαν; Όχι, κανείς δεν με βίασε». Δεν του άφησε το χρόνο να νιώσει ανακούφιση, πάντως. «Αλλά μυήθηκα για τα καλά στις χαρές του έρωτα από τον άρχοντα Ρόις». Άκουσε τη σφυριχτή ανάσα που πήρε μέσα από τα δόντια του, και του έκλεισε το στόμα με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει εκείνος πριν. «Μην πεις κάτι που θα με κάνει να μετανιώσω που σου μίλησα ανοιχτά, Σέλιγκ. Νομίζω ότι αγαπώ τον Σάξονα. Είμαι πιο σίγουρη ότι τον θέλω. Τον ήθελα από την πρώτη… καλά, ίσως όχι από τόσο νωρίς. Αλλά με γοήτευσε από την αρχή, όταν μπήκε ιππεύοντας στον περίβολο όπου μας είχαν αλυσοδεμένους, και μας κοίταξε με απέραντη περιφρόνηση. Έδωσε διαταγή να μας θανατώσουν όλους. Αλλά ως την επομένη είχε αλλάξει γνώμη, και βγήκε έξω να μας πει ότι θα μας έβαζαν να χτίσουμε το πέτρινο τείχος του».


«Πες μου ότι έβαλε κι εσένα να κουβαλάς πέτρες!» Γέλασε πρόσχαρα. «Ναι! Ο Θόρολφ και οι άλλοι βοήθησαν να μεταμφιεστώ. Οι Σάξονες με περνούσαν για αγόρι για μια εβδομάδα περίπου. Αλλά οι δικοί μας δεν μπορούσαν να ξεχάσουν ότι δεν είμαι κορίτσι. Όλο με βοηθούσαν, και νομίζω ότι αυτό ήταν που με πρόδωσε ή έστω τράβηξε την προσοχή πάνω μου. Ο Σάξονας συμπέρανε ότι με προστάτευαν όλοι επειδή ήμουν ο αρχηγός τους. Τέλος πάντων, έτσι ανακάλυψε το φύλο μου και με μετακίνησε στο αρχοντικό». «Και στο κρεβάτι του;» Έπρεπε να περιμένει τη γροθιά στο στομάχι του. Διπλώθηκε με ένα ηχηρό ξεφύσημα. «Μα τα κόκαλα του Θορ, Κρίστεν! Πρόσεχε πού βαράς!» «Κι εσύ πρόσεχε πώς μιλάς», τον προειδοποίησε αυστηρά. «Είμαι ολόκληρη γυναίκα. Δεν λογοδοτώ σε εσένα για τις πράξεις μου. Και δεν πήγα κατευθείαν στο κρεβάτι του». Δεν θα του έλεγε όλα όσα είχε πει στον Θόρολφ. «Η αλήθεια είναι ότι μου αντιστάθηκε», είπε με κάθε σοβαρότητα. «Τι;» Η έκπληξή του έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη της. «Μάρτυς μου ο Θεός. Ήξερα ότι με ποθούσε, αλλά το πάλεψε. Σθεναρά. Κανένας άντρας δεν μου είχε αντισταθεί ποτέ ως τώρα». «Εμένα θα μου πεις; Λες να ξέχασα πόσα κεφάλια κόντεψα να ανοίξω στα δυο, επειδή δεν σου αντιστέκονταν καθόλου;» Πνίγηκε στα γέλια. «Αλλά ο Σάξονας αγωνίστηκε ενάντια στην έλξη που ένιωθε για μένα, κι όσο περισσότερο το έκανε, τόσο πιο πολύ τον ήθελα. Τον έβαζα επίτηδες σε πειρασμό, Σέλιγκ». Δεν της ήταν καθόλου εύκολο να τα λέει αυτά στον αδελφό της, αλλά δεν θα τον άφηνε να κατηγορεί τον Ρόις ότι τάχα την αποπλάνησε, ενώ συνέβη το αντίθετο. «Πριν από δύο εβδομάδες, απέσπασα τη νίκη: με πήρε στο κρεβάτι του. Από τότε κοιμάμαι στην κάμαρά του. Από εκεί κατέβηκα τώρα». «Στ’ αλήθεια τον αγαπάς, Κρις;» «Έτσι νομίζω. Δε συμφωνώ με όλα όσα κάνει. Πολλές φορές έχω γίνει θηρίο μαζί του. Αλλά δεν μπόρεσα να τον μισήσω, ούτε καν όταν με έδεσε με αλυσίδες – τις αλυσίδες που μισούσα περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο». «Κι αυτός τι νιώθει για σένα;» «Δεν ξέρω. Με έχει υπό την προστασία του. Έχει δείξει να νοιάζεται για μένα, αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο θα νοιαζόταν για οτιδήποτε του ανήκει, νομίζω. Αλλά πάλι, δεν μου έκανε τίποτα όταν επιχείρησα να δραπετεύσω. Και ξέρω ότι δεν τον χαροποιούσε το γεγονός ότι έπρεπε να με κρατάει με αλυσίδες. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω», κατέληξε.


«Σε θέλει ακόμα;» «Ναι, αυτό δεν άλλαξε». «Τότε…» «Και πάλι όμως, θα παντρευτεί μια άλλη». «Ναι, το ανέφερες αυτό», μουρμούρισε, για να εκραγεί αμέσως μετά: «Μα τον Οντίν, όχι! Εσένα θα παντρευτεί!». Η Κρίστεν κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Σέλιγκ, είμαι σκλάβα του. Αν το δεις από τη σκοπιά του, γιατί να με παντρευόταν, αφού με έχει ήδη στην κατοχή του;» «Ο πατέρας θα μπορούσε να του πει δυο τρεις αλήθειες πάνω σ’ αυτό», γρύλισε εκείνος. «Θα μπορούσε, ναι, μα έλα που δεν είναι εδώ», παρατήρησε γελώντας. «Τότε θα μπορούσα εγώ…» «Αλλά δεν θα το κάνεις, γιατί ο Ρόις δεν πρέπει να μάθει ότι είσαι αδελφός μου για κανένα λόγο». «Τότε τι κάνεις, Κρις;» Εκείνη έσφιξε τα δόντια. «Θα απολαύσω αυτό τον άντρα για όσο μπορώ. Κι όταν παντρευτεί, θα φύγω». «Έτσι απλά; Παρόλο που τον αγαπάς;» «Μπορώ να κάνω κάτι άλλο; Τουλάχιστον είσαι εσύ τώρα εδώ για να με βοηθήσεις να δραπετεύσω όταν είμαι έτοιμη. Κι αν μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους να το σκάσουν νωρίτερα, κάν’ το. Γυρίζεις μετά για μένα». «Ας γίνει έτσι». Εκείνη έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε. «Σ’ ευχαριστώ που δεν με μαλώνεις, Σέλιγκ». Την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Όπως είπες, δεν λογοδοτείς σ’ εμένα. Αλλά ο Όντιν να σε βοηθήσει όταν προσπαθήσεις να τα εξηγήσεις όλα αυτά στον πατέρα». «Ω, είναι άδικο να μου το θυμίσεις αυτό τώρα!» Εκείνος της έδωσε μια στον ποπό. «Άντε, μείναμε πολύ εδώ». Ο ουρανός είχε αρχίσει να ξανοίγει για τα καλά. «Ναι». Η Κρίστεν πήγε στην πόρτα, όμως κοντοστάθηκε κι άγγιξε άλλη μια φορά το μάγουλό του. «Δεν θα σου ξαναμιλήσω για ένα διάστημα. Και μην ξαφνιαστείς αν δεις ότι σε αγνοώ εντελώς μέσα στο αρχοντικό. Με προειδοποίησε ήδη να μείνω μακριά σου». Γέλασε. «Μάλλον πιστεύει ότι θα επιχειρήσω να σε βλάψω, αν μάθω ότι είσαι μια αιμοδιψής Βίκινγκ». «Όποιος κι αν είναι ο λόγος, ο θυμός του δεν είναι αστεία υπόθεση, γι’ αυτό


πρόσεχε, αδελφέ». Δεν έκαναν τον παραμικρό θόρυβο μπαίνοντας στη σάλα, αλλά αποδείχτηκε μάταιος κόπος. Ο Ρόις ήταν εκεί και ξυπνούσε μερικούς άντρες του κλοτσώντας τους θυμωμένα. Σταμάτησε απότομα μόλις την είδε, κι αμέσως μετά τα μάτια του στένεψαν σε δυο σχισμές όταν πρόσεξε δίπλα της τον Σέλιγκ. «Βγήκαμε έξω για τον αέρα», ψιθύρισε βιαστικά η Κρίστεν στον αδελφό της, καθώς τους πλησίαζε ο Ρόις. «Συναντηθήκαμε γυρίζοντας μέσα». «Θα το πιστέψει;» «Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς». Αλλά ο Ρόις δεν έκανε καμία ερώτηση όταν έφτασε κοντά τους. Απλώς άδραξε την Κρίστεν από τον καρπό και άρχισε να την τραβάει προς τη σκάλα, φωνάζοντας πάνω απ’ τον ώμο του στον Σέλιγκ: «Περίμενε εκεί που είσαι». Η Κρίστεν αγωνιζόταν να ελευθερωθεί από τη λαβή του και τα κατάφερε στα μισά της σκάλας, αλλά εκείνος την έπιασε ξανά και συνέχισε να τη σέρνει ξοπίσω του. «Ανάθεμά σε, Σάξονα, καλύτερα να έχεις έναν καλό λόγο που με τραβολογάς έτσι!» Δεν πήρε απάντηση. Ο Ρόις την έσπρωξε μέσα στην κάμαρά του και κλείδωσε την πόρτα. Η Κρίστεν την κοίταξε αποσβολωμένη, δοκίμασε το χερούλι για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειδωμένη κι έπειτα την κλότσησε μέσα στα νεύρα της. Κάτω, ο Ρόις έγνεψε στον Σέλιγκ να τον ακολουθήσει και τον οδήγησε έξω από την μπροστινή είσοδο της σάλας, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Ο Σέλιγκ γύρισε, και ο Ρόις του κατάφερε μια γροθιά στο σαγόνι, ρίχνοντάς τον φαρδύ πλατύ κάτω. Στάθηκε από πάνω του, με πρόσωπο αλλοιωμένο από οργή. «Δεν θα σου απαγορεύσω να μπαίνεις στο αρχοντικό, Γκέιλεν, αλλά σου απαγορεύω να ξαναπλησιάσεις αυτή τη γυναίκα. Είναι δική μου, και προσέχω πάντα αυτά που μου ανήκουν». Μ’ αυτό, ο Ρόις ξαναμπήκε στη σάλα. Άφησε τα θυρόφυλλα ανοιχτά. Ο Σέλιγκ μπορούσε να τον ακολουθήσει μέσα. Δεν το έκανε. Κάθισε εκεί στο χώμα ελέγχοντας με το χέρι το σαγόνι του. Το χαμόγελο που τρεμόπαιζε στα χείλη του κατέληξε σε ένα χαχανητό. Στο πάνω πάτωμα, από το παράθυρο που είχε θέα στον περίβολο, η Κρίστεν είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή. Τα χέρια της σφίγγονταν στο περβάζι, μέχρι που άκουσε αυτό το γέλιο. Κούνησε το κεφάλι της, απαυδισμένη με όλους τους άντρες ανεξαιρέτως.


Κεφάλαιο 38 Ένας καλογυαλισμένος καθρέφτης χειρός εκσφενδονίστηκε προς το κεφάλι του Ρόις μόλις άνοιξε την πόρτα της κάμαράς του. Ακολούθησε ένα ασημένιο πιάτο. Είδε την Κρίστεν στην απέναντι μεριά του δωματίου να ψάχνει το επόμενο βλήμα. «Δεν είσαι στ’ αλήθεια θυμωμένη, αλλιώς θα μου πετούσες όπλα». «Μη με βάζεις σε πειρασμό, Σάξονα!» Την είχε αφήσει κλειδωμένη στην κάμαρά του όλη την ημέρα, χωρίς να φάει τίποτα και χωρίς να δει και να μιλήσει με κανέναν. Η υπομονή της είχε εξαντληθεί εδώ και ώρες. «Γιατί με έβαλες στην απομόνωση;» απαίτησε να μάθει. «Ξύπνησα το πρωί και ήσουν άφαντη. Κατέβηκα να σε ψάξω, και δεν ήσουν πουθενά. Νόμιζα ότι είχες πατήσει τον όρκο σου». «Με κλείδωσες εδώ μέσα γι’ αυτό που νόμιζες πως έκανα;» ξέσπασε. «Αφού βεβαιώθηκες ότι δεν πάτησα τον όρκο μου, κι ούτε πρόκειται. Γιατί έμεινα εγώ εδώ;» «Το τι κάνεις με τον Κέλτη είναι άλλο θέμα», απάντησε τραχιά. «Έτσι λες;» τον προκάλεσε. «Και τι υποτίθεται ότι έκανα μαζί του;» «Αυτό θέλω να μάθω, Κρίστεν». «Τότε να πας να τον ρωτήσεις, γιατί είμαι πολύ έξαλλη μαζί σου για να σου πω οτιδήποτε!» Ο Ρόις κάλυψε την απόσταση μεταξύ τους με λίγες δρασκελιές. Η Κρίστεν έσφιξε τις γροθιές της και τις κράτησε μπροστά στο στήθος, προκαλώντας τον να κάνει το τελευταίο βήμα που θα τον έφερνε μέσα στην εμβέλειά τους. Εκείνος κοντοστάθηκε και την κάρφωσε με μια φονική ματιά. «Πες μου ότι δεν σε ενδιαφέρει ο νεοφερμένος». «Να πας στον διάβολο!» «Πες μου!» «Δεν με ενδιαφέρει!» «Τότε τι έκανες μαζί του έξω;» Η Κρίστεν κατέβασε τις γροθιές της, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Ζηλεύεις, Σάξονα; Γι’ αυτό τον χτύπησες;» Εκείνος έριξε μια πλάγια ματιά στο παράθυρο, συνειδητοποιώντας πώς το ήξερε. Αλλά δεν μπορεί να είχε καταλάβει τι είπε στον Κέλτη. Εστίασε ξανά το


βλέμμα του πάνω της, συνοφρυωμένος ακόμα. «Είμαι κτητικός, Κρίστεν. Δεν θα σε αγγίξει κανείς άλλος, όσο ανήκεις σ’ εμένα». «Κι όταν παντρευτείς και φύγω από εδώ, δεν θα σου ανήκω πλέον». Ο Ρόις την άρπαξε από τα μπράτσα και την τράνταξε μανιασμένα. «Δε θα με αφήσεις, αλεπουδίτσα, ποτέ. Πες μου τώρα τι κάνατε με τον Κέλτη!» Ο θυμός της είχε εξατμιστεί όταν συνειδητοποίησε την αιτία της έκρηξής του. Ζήλευε. Τη ζήλευε. Ήταν ένα υπέροχο συναίσθημα! Του σερβίρισε μερικά αθώα ψέματα που ήλπιζε ότι θα τον κατεύναζαν. «Δεν έκανα τίποτα, Ρόις. Δεν είχα ύπνο, οπότε βγήκα για έναν περίπατο και περίμενα να δω την ανατολή. Όταν πρόσεξα ότι δεν ήμουν μόνη στον περίβολο, γύρισα κατευθείαν μέσα. Ο άντρας με ακολούθησε. Μου είπε μερικές λέξεις στην πόρτα, αλλά δεν τον κατάλαβα. Δεν ξέρω τι έκανε αυτός έξω, θα πρέπει να ρωτήσεις τον ίδιο να σου πει. Πιθανότατα βγήκε απλώς να πάρει καθαρό αέρα, όπως εγώ». «Δεν θέλω να βγαίνεις έξω τη νύχτα, Κρίστεν», της είπε χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Δεν μου το είχες απαγορεύσει, μιλόρδε». «Σ’ το απαγορεύω τώρα». «Την επόμενη φορά που δεν θα έχω ύπνο τότε, θα φροντίσω να περπατάω μόνο μέσα στη σάλα, για να ξυπνήσω τους πάντες», σάρκασε. Επιτέλους χαμογέλασε. «Ή μπορείς να ξυπνήσεις εμένα, και θα φροντίσω να έχεις κάτι άλλο να κάνεις, αντί για το περπάτημα». Θα του είχε δώσει μια πικάντικη απάντηση, αν δεν τους διέκοπτε ένα άτολμο χτύπημα στην πόρτα. Η Μέγκαν έχωσε το κεφαλάκι της στο άνοιγμα μετά το τραχύ «Μπρος!» του Ρόις. «Ο Άλντεν είπε να σου πω ότι ο θυμός φέρνει θυμό, και η βία φέρνει δυστυχία. Τι εννοεί μ’ αυτό, Ρόις;» Η Κρίστεν έσκασε στα γέλια με την έκπληξη που διάβασε στο πρόσωπό του. «Ω, δαιμόνιος ο ξάδελφός σου, μιλόρδε! Άραγε τι φοβήθηκε, μη με δείρεις ή μη σου ανοίξω το κεφάλι;» Το γέλιο της δυνάμωσε όταν είδε τις σπίθες που άναψαν στα καταπράσινα μάτια του. «Κι έστειλε την αδελφή σου… ναι, έχεις πανέξυπνο ξάδελφο… Έλα μέσα, γλυκιά μου. Ο ξάδελφός σας ο Άλντεν έστησε μια πολύ αστεία φάρσα στέλνοντάς σε εδώ πάνω, αλλά είσαι ευπρόσδεκτη». Η Μέγκαν πήγε φουριόζα στο πλευρό της Κρίστεν. «Νόμιζα ότι ο Ρόις ήταν θυμωμένος», της ψιθύρισε. «Και παρ’ όλα αυτά ήρθες να παραδώσεις το μήνυμά σου; Είσαι στ’ αλήθεια γενναίο κορίτσι!»


Ο Ρόις απέστρεψε το βλέμμα με έναν ήχο σαν βρυχηθμό. Η Μέγκαν στράφηκε αλαφιασμένη προς το μέρος του. Βλέποντάς τον, η Κρίστεν ήθελε να τον κοπανήσει που τρόμαξε τη μικρή. «Μην του δίνεις σημασία, Μέγκαν. Οι άντρες το ’χουν χούι να γρυλίζουν. Δεν σημαίνει τίποτα». Ο Ρόις την αγριοκοίταξε. «Κρίστεν…» άρχισε προειδοποιητικά. «Σιωπή», τον επέπληξε. «Δίνω στη μικρή σου αδελφή ένα πολύτιμο μάθημα. Βλέπεις, γλυκιά μου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι τους άντρες όταν θυμώνουν. Τι νομίζεις ότι είναι, εκτός από λίγο ψηλότεροι από σένα;» Το βλέμμα της Μέγκαν ταξίδεψε αργά στο επιβλητικό ύψος του αδελφού της, κι η Κρίστεν χαμογέλασε. «Εντάξει, υπάρχουν κι οι εξαιρέσεις των πολύ ψηλότερων. Αλλά πάρε τον αδελφό σου για παράδειγμα. Ήταν θυμωμένος, όπως ήμουν κι εγώ. Μου φώναξε, του φώναξα κι εγώ, όμως νιώθουμε καλύτερα τώρα που ξεθυμάναμε». «Μα ο Ρόις είναι ακόμα θυμωμένος», της είπε φοβισμένα η Μέγκαν και σχεδόν χώθηκε πίσω της. «Μπα, κάνει τον αγριάνθρωπο, κάτι που συνηθίζουν οι άντρες. Βέβαια, υπάρχει και η βαθύτερη οργή, και είναι προτιμότερο να μείνεις μακριά από έναν εξαγριωμένο άντρα. Θα μάθεις με τον καιρό να ξεχωρίζεις τη διαφορά. Αλλά ο αδελφός σου… Τον έχεις δει ποτέ να χτυπάει γυναίκα;» Ανέπεμψε θερμή προσευχή να είχε εκτιμήσει σωστά. Έκανε λάθος. «Έβαλε να σε μαστιγώσουν». «Τότε δεν ήξερε ότι είμαι γυναίκα». «Έβαλε να σε δέσουν με αλυσίδα κι έτρεχε αίμα το πόδι σου». Η Κρίστεν αναστέναξε. «Δεν σου είπα τότε ότι ήταν μια απλή γρατζουνιά, που ούτε καν την ένιωθα; Εξάλλου, δεν έφταιγε αυτός, γλυκιά μου. Με είχε προειδοποιήσει να επιδέσω τους αστραγάλους μου κάτω από τα σιδερένια ελάσματα. Εγώ ξέχασα να το κάνω». «Τότε όχι», υποχώρησε η Μέγκαν, «δεν έχει χτυπήσει ποτέ γυναίκα». «Επειδή κάτω απ’ όλους τους λεονταρισμούς του, είναι καλόκαρδος κι ευγενικός άνθρωπος. Κι αφού δεν θα χτυπούσε γυναίκα, ούτε καν θυμωμένος, σίγουρα δεν θα σήκωνε ποτέ χέρι σε παιδί. Και να είσαι ακόμα πιο σίγουρη ότι δεν θα έβλαπτε ποτέ την αδελφή του. Εσύ, γλυκιά μου, θα τη γλίτωνες ακόμα κι αν έκανες αυτό». Η Κρίστεν πλησίασε με δυο δρασκελιές τον Ρόις και του κατάφερε μια δυνατή κλοτσιά στο καλάμι. «Δεν θα σου έκανε τίποτα για τιμωρία». Ο Ρόις έμεινε σαν στήλη άλατος, γιατί η Μέγκαν είχε αρχίσει να χαχανίζει. Μέχρι που κατάφερε να κρατήσει ουδέτερη την έκφρασή του όσο τον κοίταζε με


γουρλωμένα μάτια. «Αλήθεια, δεν θα με χτυπούσες ποτέ, Ρόις;» Της χαμογέλασε τρυφερά. «Όχι, ψιψίνα. Ποτέ». Η μικρούλα έτρεξε και τον αγκάλιασε σφιχτά απ’ τη μέση. Έπειτα, έκανε το ίδιο στην Κρίστεν. «Σ’ ευχαριστώ, Κρίστεν!» τιτίβισε χαμογελώντας, κι έφυγε τρέχοντας από την κάμαρα. «Κι εγώ σ’ ευχαριστώ», είπε ο Ρόις πίσω της. «Ό,τι κι αν έκανα, δεν κατάφερνα να την πείσω ότι δεν πρέπει να με φοβάται. Μα σε ό,τι αφορά εκείνη την κλοτσιά, αλεπουδίτσα…» Το μπράτσο του τυλίχτηκε στη μέση της, σηκώνοντάς τη στον αέρα. Την κουβάλησε στο κρεβάτι και την ξάπλωσε μπρούμυτα στα γόνατά του. «Ρόις, τι κάνεις;» Η Κρίστεν δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Εγώ ήθελα απλώς να της δώσω ένα παράδειγμα!» «Μπορούσες να βρεις άλλο, κοπελιά. Και μέχρι να περάσει ο πόνος στο καλάμι μου, θα νιώσεις κι εσύ λίγο στον πισινό σου». Η Κρίστεν έφαγε όρθια το βραδινό της. Παρ’ όλα αυτά, στις γωνίες των χειλιών της τρεμόπαιζε ένα αχνό χαμόγελο. Μπορεί ο Σάξονάς της να της τις είχε βρέξει επειδή το παράκανε με τις επιδείξεις, αλλά φρόντισε να την αποζημιώσει μετά…


Κεφάλαιο 39 Η Κρίστεν βλαστήμησε την τύχη της που ο Ρόις της πρότεινε να πάει μαζί του για ιππασία το επόμενο πρωί, ενώ ο πισινός της έτσουζε ακόμα από τις περιποιήσεις του. Αλλά πήγε έτσι κι αλλιώς. Πώς μπορούσε να αρνηθεί, όταν της παραχώρησε δικό της άλογο, και μάλιστα την προκάλεσε να παραβγούν; Δεν θα τον καταλάβαινε ποτέ, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Έχασε την κούρσα, αλλά το απόλαυσε με την καρδιά της. Της θύμισε τις ξέγνοιαστες βόλτες της με τον Τόρντεν μέσα από δάση και λιβάδια. Το άλογο που ίππευε δεν ήταν τόσο εξαίσιο, αλλά το αντιστάθμιζε ο σύντροφός της. Αργότερα μέσα στο πρωί, σταμάτησαν για να ξεδιψάσουν τα άλογα από έναν χείμαρρο. Το τοπίο παλλόταν από καλοκαιρινά χρώματα, σκουρότερα πράσινα και κίτρινα και κόκκινα. Ο ουρανός ήταν ανέφελος, ο ήλιος έκαιγε έξω από τη σκιά του δέντρου όπου την οδήγησε ο Ρόις. Κάθισε ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό και της έγνεψε να πάει κοντά του. Η Κρίστεν τον αγνόησε, προτιμώντας να καθίσει πιο χαμηλά, στην άκρη των ποδιών του. Έκοψε λίγο χορτάρι κι άρχισε να το μασουλάει. Τα μάτια της έσταζαν γλύκα όπως τον κοίταζε. Ο Ρόις αναστέναξε. Μπορεί να του είχε δοθεί ολόψυχα τις προάλλες, αλλά του έδειχνε πάλι απροθυμία. Αν δεν την τραβούσε στην αγκαλιά του, δεν πήγαινε μόνη της. «Ευχαριστώ για την εξόρμηση, μιλόρδε». Απέρριψε την ευγνωμοσύνη της με ένα ανασήκωμα των ώμων. «Ο Θόρολφ είχε δίκιο. Ιππεύεις έξοχα, σαν αληθινή αμαζόνα». «Κάνω πολλά πράγματα έξοχα, αλλά ο Θόρολφ δεν θα τα ήξερε». «Όπως, ας πούμε;» Εκείνη έγειρε πίσω στα χέρια της και τέντωσε τα πόδια της μπροστά. Η χοντρή καστανόξανθη πλεξούδα κρεμόταν πάνω από τον ώμο, μέχρι τα πόδια της. Ο Ρόις παρατηρούσε μαγεμένος τις ελεύθερες τούφες γύρω από το πρόσωπό της να ανεμίζουν στο απαλό αεράκι. Η Κρίστεν κοίταζε τον ουρανό απαντώντας. «Ο Θόρολφ δεν ξέρει ότι έχω εκπαιδευτεί στα όπλα. Κανείς τους δεν το ξέρει. Αλλά εσύ το ξέρεις». «Το συγκεκριμένο θα προτιμούσα να το αγνοώ», γρύλισε. Εκείνη χαμογέλασε. «Αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση με έκανε να το κρατάω μυστικό, μέχρι που αναγκάστηκα να το αποκαλύψω». «Ποιος απ’ αυτούς σε δίδαξε;» τη ρώτησε. «Σίγουρα όχι ο πατέρας σου;»


«Όχι, δεν θα το έκανε ποτέ», συμφώνησε εκείνη. «Η μητέρα μου με δίδαξε». «Η…» Ο Ρόις πνίγηκε στα γέλια. «Γέλα όσο θες, μιλόρδε, μα σου λέω την αλήθεια». «Δεν αμφιβάλλω», είπε γελώντας ακόμα. «Και τι άλλο σου δίδαξε η πολεμοχαρής μαμά σου;» Ήταν σειρά της Κρίστεν να βάλει τα γέλια, φέρνοντας στο μυαλό της την όμορφη, ντελικάτη Μπρένα. Πολεμοχαρής; Μα τον Μεγαλοδύναμο, μόνο πολεμοχαρή δεν την έλεγε κάποιος. «Η μητέρα μου μπορεί να περιφρονεί τη μαγειρική και το ράψιμο, μιας και δεν της έμαθε κανείς να τα απολαμβάνει. Αλλά δεν είναι πολεμοχαρής, μιλόρδε. Και μου έδωσε άλλο ένα πολύτιμο μάθημα. Μου δίδαξε να μην ντρέπομαι όταν νιώθω επιθυμία για έναν άντρα». Ο Ρόις σοβάρεψε αμέσως. Τα λόγια της είχαν την ίδια επίδραση πάνω του με ένα χάδι σε ευαίσθητο σημείο. «Και δεν ντρέπεσαι;» «Όχι». «Αλλά με θέλεις, Κρίστεν;» «Όχι». «Ψεύτρα», την κατηγόρησε χαμογελώντας. «Το παραδέχτηκες ήδη μία φορά. Γιατί δεν το παραδέχεσαι και τώρα;» «Σου είπα ότι δεν θα το παραδεχτώ και δεν σκοπεύω να το κάνω». «Αυτό μου το είπες π