Page 1


Lorraine Heath

Παιχνίδι με τη Φωτιά Μετάφραση: Μαρία Βασιλειάδου Εκδοσεις Εlxis


Τίτλος πρωτοτύπου: BETWEEN THE DEVIL AND DESIRE, Lorraine Heath © Jan Nowasky, 2009 Published by arrangement with Avon Books, an inprint of HarperCollins Publishers Ltd. & JLM Literary Agency © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Avon Books, an inprint of HarperCollins Publishers Ltd. & JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-87-0 Πρώτη ελληνική ηλεκτρονική έκδοση: Οκτώβριος 2018 Μετάφραση: Μαρία Βασιλειάδου / Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Μπανούση / Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου / Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Έρση Σωτηρίου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 www. elxisbooks.gr • info@elxisbooks.gr


Για τον Νέιθαν. Όταν ήμαστε πολύ νέοι για να γνωρίζουμε, χαθήκαμε ο ένας στο αστέρι του άλλου. Πάντα σου έλεγα περιπαικτικά ότι έφτιαχνα τους κακούς μου με μοντέλο εσένα. Αλλά, μωρό μου, είσαι πάντα ο ήρωάς μου.


Πρόλογος Από το Ημερολόγιο του Τζακ Ντότζερ Όταν ήμουν πέντε χρόνων, η μάνα μου με πούλησε. Ποτέ δεν την κατηγόρησα· ακόμα και σε τόσο τρυφερή ηλικία κατάλαβα ότι η πείνα και ο φόβος θα μπορούσαν να αναγκάσουν έναν άνθρωπο να κάνει πράγματα που νόμιζε ότι ποτέ δεν θα έκανε. Στη νέα μου κατάσταση, έμαθα γρήγορα ότι ο διάβολος φορούσε τα ρούχα των κυρίων και έφυγα μακριά, πεπεισμένος ότι θα περνούσα καλύτερα στους δρόμους παρά σε ένα κομψό σπίτι, όπου οι φανταχτεροί κύριοι προσποιούνταν τους αξιοπρεπείς. Δεν ήμουν πολύ καιρό μόνος μου, όταν βρέθηκα σε μια περιβόητη συμμορία ανήλικων κλεφτών, την οποία διαφέντευε ένας πανούργος γέρος τύπος που είχε το όνομα Φίγκαν. Κάτω από την κηδεμονία του, έμαθα ότι μπορεί να κλαπεί οτιδήποτε – με την κατάλληλη προετοιμασία βέβαια. Οι δικές μου δεξιότητες, η αποφασιστικότητά μου να πετύχω και έτσι να επιβιώσω ήταν ασύγκριτες και σύντομα ανέβηκα στην εκτίμησή του. Με αποκαλούσε στοργικά Ντότζερ και από τότε που ήμουν οκτώ βρέθηκα να περνάω τις περισσότερες νύχτες μου καθισμένος μπροστά σε μια φωτιά με τον Φίγκαν, καπνίζοντας την πήλινη πίπα μου, πίνοντας τζιν και απολαμβάνοντας τα σπάνια κομμάτια σοφίας που μοιραζόταν μόνο με λίγους εκλεκτούς. Αλλά η παλάμη μου με έτρωγε συνεχώς για να γεμίσει με περισσότερα νομίσματα. Μία μέρα ένας καλοντυμένος τύπος μου έδωσε έξι πένες για να παρασύρω μια ευγενικής γενιάς τριμελή οικογένεια σε ένα σοκάκι. Τα κατάφερα με κροκοδείλια δάκρυα και τον ισχυρισμό ότι η μαμά μου πέθαινε. Ο άντρας και η σύζυγός του σκοτώθηκαν αμέσως, αλλά το αγόρι δραπέτευσε. Τρομοκρατημένος από αυτό στο οποίο είχα πάρει μέρος, κυνήγησα αμέσως το παιδί, φοβούμενος ότι μας περίμενε η ίδια μοίρα. Τον ακολούθησα σε ένα άλλο σοκάκι, όπου κατέρρευσε, μαζεύτηκε και έκλαψε. Δεν είχαμε χρόνο για τέτοιες ανοησίες. Ευτυχώς, δεν με αναγνώρισε. Λόγω του σοκ από όλα αυτά, υποθέτω. Βρόμισα τα ρούχα του, το πρόσωπό του και τον έπεισα ότι μπορούσα να τον σώσω. Το όνομα του παιδιού ήταν Λούσιαν, αλλά αυτό ακουγόταν υπερβολικό, έτσι τον σύστησα ως Λουκ. Ο Φίγκαν μου έδωσε τρεις πένες που στρατολόγησα έναν νέο. Καθόλου κακή μπάζα για μια μέρα, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι


δεν κοιμήθηκα καλά εκείνο το βράδυ. Προς μεγάλη μου έκπληξη, παρόλο που ήμουν μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερός του, αισθανόμουν υπεύθυνος για εκείνο το παιδί. Όταν τον έπιασαν να κλέβει, σκέφτηκα βλακωδώς να τον σώσω. Περάσαμε τρεις μήνες στη φυλακή. Το σημάδι των φυλακών που αποκτήσαμε δυνάμωσε τη φιλία μας και γίναμε αχώριστοι. Μέχρι τη νύχτα που σκότωσε έναν άντρα. Ήταν δεκατεσσάρων, περιμένοντας τη δίκη, όταν ο κόμης του Κλέιμπουρν δήλωσε ότι ο Λουκ ήταν ο εδώ και χρόνια χαμένος εγγονός του. Απελευθερώθηκε υπό την κηδεμονία του γερο-άρχοντα. Η καλή τύχη του Λουκ έγινε γρήγορα χρυσωρυχείο. Ο γερο-άρχοντας πήρε κι εμένα. Ερχόμαστε συνεχώς σε αντιπαράθεση. Δούλεψε επιμελώς για να με μετατρέψει σε κύριο, αλλά προτίμησα να παραμείνω ένας κακοποιός. Φαινόταν πιο ειλικρινής τρόπος να πορευτώ. Όταν έγινα δεκαεννέα, ένας δικηγόρος με πληροφόρησε ότι είχα έναν ανώνυμο ευεργέτη, ο οποίος είχε μεγάλες προσδοκίες αν ενδιαφερόμουν και ήθελε να μου δώσει δέκα χιλιάδες λίρες, ώστε το μέλλον μου να είναι εξασφαλισμένο. Ποτέ δεν αμφισβήτησα ποιος ήταν ο ευεργέτης μου, γιατί δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ήταν ο παππούς του Λουκ – επιδιώκοντας να απαλλαγεί από εμένα χωρίς να απογοητεύσει τον εγγονό του. Είχα ζήσει στους δρόμους αρκετό καιρό για να ξέρω ότι τα χρήματα επρόκειτο να επενδυθούν ως αντάλλαγμα. Αγόρασα ένα κτίριο και το μεταμόρφωσα σε λέσχη αποκλειστικά για κυρίους. Έτσι λοιπόν, έγινα ένας άνθρωπος που τον είχε τον τρόπο του, υπερβαίνοντας κατά πολύ αυτό που ήμουν βέβαιος ότι ο ευεργέτης μου –ή οποιοσδήποτε άλλος για το θέμα αυτό– περίμενε από μένα. Αλλά δεν είχε σημασία πόσα χρήματα κέρδιζα, δεν ήταν ποτέ αρκετά. Ήμουν πάντα πεινασμένος για το επόμενο νόμισμα. Θα έκανα τα πάντα, οτιδήποτε, για να το αποκτήσω.


Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, 1851 Ο διάβολος είχε έρθει. Καθισμένη δίπλα του στη βιβλιοθήκη της, η Ολίβια Στάνφορντ, η δούκισσα του Λάβινγκτον, δεν ήξερε αν θα έπρεπε να είναι τρομαγμένη ή συγκλονισμένη. Ήταν ένα ενδιαφέρον πλάσμα και ενώ είχε ακούσει πολλές από τις οδυνηρές ιστορίες που τον αφορούσαν, ποτέ δεν είχε μάθει τίποτα πριν από εκείνο το βράδυ. Τα μαύρα, ατίθασα μαλλιά του, που έπεφταν σε μπούκλες στους φαρδιούς ώμους του, δήλωναν την επιθυμία τους να εξεγερθούν κατά των κοινωνικών περιορισμών. Οι σκληρές γραμμές του προσώπου του είχαν χαραχτεί από μια ζωή παρακμής, κακής συμπεριφοράς και υπερβολής. Ωστόσο, ήταν όμορφος με έναν τραχύ τρόπο, όπως μια βραχώδης ακτή την ώρα της ανατολής του ήλιου θα μπορούσε να κλέψει την ανάσα κάποιου με τη μεγαλοπρέπειά της. Χαμήλωσε το βλέμμα της από το προφίλ που την είχε ενθουσιάσει από τη στιγμή που μπήκε στη βιβλιοθήκη της και συνάντησε τον υπέροχα κακό Τζακ Ντότζερ. Η χαρτοπαικτική λέσχη του παρείχε ψυχαγωγία σε πολλούς άντρες της αριστοκρατίας. Αδερφές, σύζυγοι και μητέρες άκουγαν διάφορα αναφορικά με την αταξία που επικρατούσε στον χώρο του Τζακ Ντότζερ όταν τα αδέρφια, οι σύζυγοι, οι γιοι τους επέστρεφαν σπίτι τους το πρωί σαν φτερά στον άνεμο. Οι γυναίκες φυσικά μοιράζονταν διακριτικά τις ιστορίες την ώρα του τσαγιού και έτσι η φήμη του Ντότζερ, καθώς και η φήμη της λέσχης του είχαν πάρει διαστάσεις μεταξύ των καθωσπρέπει κυριών, που δεν έπρεπε να ξέρουν τέτοια απρεπή θέματα. Οι γυναίκες απέρριπταν την ύπαρξή του και την ευκαιρία που προσέφερε στους άντρες της ζωής τους να απομακρύνονται από όλα όσα ήταν ευπρεπή και αξιοσέβαστα, όμως κανένας δεν μπορούσε να αρνηθεί την αδιάκοπη γοητεία που αισθάνονταν για έναν άνθρωπο τόσο αφοσιωμένο στην αμαρτία. Καθισμένη κοντά του, η Ολίβια αντιλήφθηκε την ωμή σεξουαλικότητα που εκείνος εξέπεμπε. Φαντάστηκε ότι οι γυναίκες τον ακολουθούσαν στην κρεβατοκάμαρά του χωρίς να λένε ούτε μια λέξη. Μύρισε το μείγμα καπνού και ουίσκι που ανέδιδε και, προς μεγάλη της ντροπή, βρήκε τον εαυτό της να απολαμβάνει το σκοτεινό αντρικό άρωμα. Όλα σε αυτόν μαρτυρούσαν


απαγορευμένες απολαύσεις. Ήταν πραγματικά έργο του διαβόλου. Έφερε ακόμα και το σημάδι του διαβόλου. Το μαρκάρισμα ήταν ορατό στο εσωτερικό του δεξιού αντίχειρά του, μιας και δεν διέθετε τους καλούς τρόπους να φορά γάντια και τα μακριά δάχτυλά του ακουμπούσαν στο μπράτσο της καρέκλας. Ενώ το σημάδεμα των εγκληματιών δεν ήταν μια πρακτική που υιοθετούνταν πλέον, η Ολίβια γνώριζε τι σήμαινε το K που υπήρχε στο δέρμα του: είχε περάσει χρόνο στη φυλακή για κλοπή. Η ίδια φυσικά είχε μικρή ανοχή για εκείνους που έπαιρναν ό,τι δεν τους ανήκε δικαιωματικά. Παρά το αμφίβολο παρελθόν και τη φυλάκισή του, δεν μπορούσε να κακολογήσει την ποιότητα της ένδυσής του. Ήταν προφανώς από τον καλύτερο ράφτη στο Λονδίνο, αλλά το κόκκινο μπροκάρ γιλέκο κάτω από το μαύρο σακάκι του ήταν εντελώς ακατάλληλο για αυτή τη μάλλον περίεργη περίσταση: την ανάγνωση της διαθήκης του μακαρίτη του συζύγου της. Ο λόγος για τον οποίο ο Λάβινγκτον είχε επιμείνει ο περίφημος Τζακ Ντότζερ να είναι παρών ήταν πέρα από ασαφής. Πώς γνώριζε μάλιστα τον κακοποιό; Από όσο ήξερε, δεν είχε επισκεφθεί ποτέ τη λέσχη Ντρόουινγκ Ρουμ του Ντότζερ. Ωστόσο, ο αδερφός της, ο μακαρίτης δούκας του Άβενταλ, την επισκεπτόταν αρκετά συχνά, παρέχοντάς της την αξιοζήλευτη ευκαιρία να προσθέσει στις σκανδαλώδεις ιστορίες που ακούγονταν στον κύκλο των γυναικών. Αλλά ο Λάβινγκτον ήταν πιο θρήσκος από τον οποιονδήποτε. Ο άνθρωπος δεν είχε καν οινοπνευματώδη στο σπίτι και από όσο είχε πέσει στην αντίληψή της, το κρασί δεν είχε αγγίξει ποτέ τα χείλη του. Ήξερε ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ειπωθεί για τον Τζακ Ντότζερ. Είχε τα πιο σαρκώδη χείλη που είχε δει ποτέ σε άντρα, σε ένα σκοτεινό, σκούρο κόκκινο, σαν να είχαν μουλιάσει σε καλό κρασί, και δεν είχε αμφιβολία ότι ήταν συνηθισμένα να γεύονται όλες τις απολαύσεις. Το στόμα του σχεδιάστηκε για να δελεάζει τις πιο ενάρετες γυναίκες προς το απαγορευμένο πάθος. Για αυτόν τον λόγο έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται πώς θα ήταν αν τη φιλούσε. Εδώ και πολύ καιρό είχε σταματήσει να σκέφτεται την ευχαρίστηση των φιλιών –ίσως επειδή ο Λάβινγκτον ήταν πλέον νεκρός–, είχε ταχθεί εναντίον τους. Ωστόσο, να τη, να φαντάζεται αυτά τα χείλη να παίζουν πάνω στα δικά της, δελεάζοντάς τη με τρόπους που δεν είχε κάνει ποτέ ο Λάβινγκτον. Και πάλι αναρωτήθηκε γιατί εκείνος ήθελε τον Τζακ Ντότζερ παρών κατά την ανάγνωση της διαθήκης του. Ωστόσο, ο κύριος Μπέκγουιθ, δικηγόρος του δούκα, τοποθετώντας τα χαρτιά


του στο γραφείο απέναντί του, είχε επιμείνει ότι δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά και το ότι η Ολίβια έπρεπε να παρευρεθεί. Να τη, όπως πάντα, να τιμά τις ευθύνες της, ανεξάρτητα από το πόσο δυσάρεστο της ήταν. Από τη στιγμή που γεννήθηκε, η αφοσίωση στο καθήκον κυβερνούσε τη ζωή της. Ήταν ο λόγος που στα δεκαεννέα είχε παντρευτεί έναν άντρα πάνω από είκοσι πέντε χρόνια μεγαλύτερό της, επειδή ο πατέρας της είχε κανονίσει τον γάμο και μια σεβαστή κόρη δεν αντιτίθετο στις επιθυμίες του πατέρα της, ανεξάρτητα από τις δικές της παθιασμένες επιθυμίες. Ο Λάβινγκτον ήταν ειλικρινής από την αρχή. Μεγάλωνε και χρειαζόταν έναν κληρονόμο και ενώ ο γάμος μαζί του δεν ήταν αυτό που εκείνη ήλπιζε, δεν ήταν τόσο κακός όσο θα μπορούσε να είναι. Είχε κερδίσει τον σεβασμό του και ήταν η βασίλισσα στο σπίτι του. Και της είχε δώσει έναν πολύτιμο γιο, ακόμα κι αν δεν κατάφερε να της δώσει την καρδιά του. Ήταν σίγουρη ότι ο Χένρι, ως νόμιμος κληρονόμος, θα κληρονομούσε οτιδήποτε σημαντικής αξίας. Είχε ελπίδες ότι η διαθήκη θα όριζε ότι η κατοικία του Λονδίνου έπρεπε να δοθεί σε εκείνη, επειδή την αγαπούσε τόσο. Αλλά ήταν μάλλον μεγαλοπρεπής και συνήθως οι χήρες κληρονομούσαν μικρότερη κατοικία. Ο Λάβινγκτον, ωστόσο, δεν είχε αγοράσει ποτέ άλλα σπίτια στο Λονδίνο. Εάν δεν της άφηνε αυτή την κατοικία, τότε η απόφαση σχετικά με το πού θα κατοικούσε αργότερα θα έμενε στον γιο της – όταν θα ήταν αρκετά μεγάλος για να νοιαστεί για αυτά τα θέματα. Αλλά αυτή τη στιγμή ήταν μόνο πέντε και νοιαζόταν μόνο να του διαβάζει παραμύθι πριν κοιμηθεί. Ο δικηγόρος ένωσε τελικά τα χέρια του πάνω από τα χαρτιά και σήκωσε το βλέμμα του στο ακροατήριο των δύο τους. Τα σκούρα μαλλιά του ήταν γεμάτα ασήμι. Τα μπλε μάτια του φαίνονταν μεγαλύτερα λόγω των γυαλιών του και έδινε την εντύπωση ότι του επέτρεπαν να δει πολύ περισσότερα από τον μέσο άνθρωπο. «Κύριε Ντότζερ, θέλω να σας ευχαριστήσω που βρήκατε τον χρόνο, παρά το πολυάσχολο πρόγραμμά σας, να είστε μαζί μας αυτό το απόγευμα», δήλωσε επίσημα, όπως ήταν πρέπον. «Ας τελειώνουμε με αυτό. Έχω να επιστρέψω σε μια επιχείρηση». Η φωνή του Τζακ Ντότζερ ήταν τραχιά, σαν να είχε περάσει αρκετό χρόνο φωνάζοντας, μέχρι που ο λαιμός του βράχνιασε. Ωστόσο, είχε μια ευχάριστη χροιά που η Ολίβια δεν μπόρεσε να εξηγήσει. Φαντάστηκε να ψιθυρίζει κοντά στο αφτί μιας κυρίας, δελεάζοντάς τη για μια επαίσχυντη συμπεριφορά. «Ναι, φυσικά», είπε ο κύριος Μπέκγουιθ. Πήρε ένα μεγάλο πάκο περγαμηνών. «Η διαθήκη περιέχει αρκετή νομική ορολογία την οποία, με την άδειά σας, δεν θα αναγνώσω».


«Απλώς πες μου γιατί στα κομμάτια είμαι εδώ, ώστε να φύγω». Η Ολίβια αναστέναξε. Ο Τζακ Ντότζερ της έριξε μια περιφρονητική ματιά, πρώτη φορά που ενδιαφέρθηκε να της δώσει οποιαδήποτε προσοχή από τη στιγμή που είχαν μπει μέσα και είχαν καθίσει. «Θεέ μου, μη δείχνεις τόσο σοκαρισμένη». Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ξαφνικά την περιεργαζόταν, η Ολίβια είχε μια παράξενη επιθυμία να ελέγξει τα κουμπιά της και να βεβαιωθεί ότι όλα είχαν γίνει σωστά. «Πρέπει να επιμείνω στο να μη χρησιμοποιηθεί χυδαία γλώσσα στο σπίτι μου. Δεν μπορώ να μείνω αν είστε βλάσφημος». «Δεν δίνω δεκάρα αν μείνεις ή όχι». «Κύριε Ντότζερ», ο κύριος Μπέκγουιθ διέκοψε με έμφαση, ένα ίχνος στη φωνή του υποδείκνυε ότι και αυτός μπορεί να είχε επιφυλάξεις για την παρούσα ομήγυρη, «ο δούκας επέμεινε να είστε και οι δύο παρόντες. Θα ξεκινήσω να διαβάζω: Εγώ, ο Σίντνεϊ Αύγουστος Στάνφορντ, δούκας του Λάβινγκτον, μαρκήσιος του Άσλεϊ και κόμης του Γουιντμίαρ, έχων σώας τας φρένας και χαίρων άκρας υγείας, κληροδοτώ στον νόμιμο γιο μου και κληρονόμο των τίτλων μου, τον Χένρι Σίντνεϊ Στάνφορντ, όλα τα περιου- σιακά στοιχεία που συνεπάγονται του τίτλου, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία και τα έσοδα που προέρχονται από αυτά». H Ολίβια ένευσε με ικανοποίηση. Το περίμενε αυτό. Ήταν μόνο θέμα τυπικότητας να δηλώνεται στη διαθήκη. «Στην αφοσιωμένη σύζυγό μου Ολίβια Γκρέις Στάνφορντ, δούκισσα του Λάβινγκτον, μητέρα του κληρονόμου μου…» Συγκρατώντας τα δάκρυα που απειλούσαν να πλημμυρίσουν τα μάτια της, ευχήθηκε να μην ήταν παρών ο Τζακ Ντότζερ για να μην ακούσει αυτό το κομμάτι της ανάγνωσης. Τα τελευταία λόγια του συζύγου της σχετικά με αυτή ήταν προσωπικά. «…κληροδοτώ ένα καταπίστευμα που εάν χρησιμοποιηθεί σωστά, θα πρέπει να της παρέχει διά βίου δύο χιλιάδες λίρες ετησίως. Στον κύριο Τζακ Ντότζερ…» Η Ολίβια μόλις που είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει την απογοήτευσή της που δεν της άφησε την κατοικία, προτού η προσοχή της στραφεί στο γεγονός ότι τελικά θα ερχόταν στο φως ο λόγος για τη γελοία κλήτευση του Τζακ Ντότζερ. «…κληροδοτώ το υπόλοιπο της κοσμικής περιουσίας μου, εκτός από ένα στοιχείο, με την προϋπόθεση ότι θα υπηρετήσει ως κηδεμόνας και προστάτης του κληρονόμου μου μέχρι το παιδί να φτάσει στην ενηλικίωσή του ή όταν η χήρα μου παντρευτεί και ο σύζυγός της αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Όταν


οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις γίνει πραγματικότητα, ο κύριος Ντότζερ θα λάβει το τελικό στοιχείο – η αξία του οποίου είναι ανυπολόγιστη». Από μια φαινομενικά μεγάλη απόσταση η Ολίβια αναγνώρισε έναν ήχο που χτυπούσε στα αφτιά της, σαν τα φτεροκοπήματα χιλιάδων κορακιών που έφυγαν από τον Πύργο του Λονδίνου σηματοδοτώντας την πτώση της Μεγάλης Βρετανίας. Κατάλαβε αόριστα τον ήχο των χαρτιών, καθώς ο κύριος Μπέκγουιθ άφησε κάτω τη διαθήκη. Δεν μπορεί να είχε ακούσει σωστά. Τα μηνίγγια της είχαν αρχίσει να χτυπάνε θυμούμενη τη στιγμή που ο σύζυγός της έπεσε στις σκάλες, χτυπώντας θανάσιμα στο κεφάλι. Η θλίψη που βίωσε για την απροσδόκητη απώλεια έπαιζε ολέθρια με το μυαλό της, προκαλώντας τα λόγια να μπερδεύονται και να χάνουν το πραγματικό νόημά τους. Καθώς προσπαθούσε να καταλάβει πώς είχε συμβεί αυτό, πώς θα μπορούσε να τους αναγκάσει να γυρίσουν πίσω και να υποδείξουν αυτό που υποτίθεται ότι έπρεπε να γίνει, ο κύριος Μπέκγουιθ πήρε ένα μαύρο δερμάτινο βιβλίο και το έτεινε προς τον Τζακ Ντότζερ. «Αυτό το βιβλίο περιέχει μια λίστα όλων των μη συνεπαγόμενων περιουσιακών στοιχείων που θα γίνουν…» Ενώ η Ολίβια παρακολουθούσε με έκδηλο τρόμο, ο Τζακ Ντότζερ άρπαξε το βιβλίο από το χέρι του κυρίου Μπέκγουιθ πριν τελειώσει τη φράση του, το άνοιξε και άρχισε γρήγορα να περνά τις σελίδες, κάθε γύρισμα της σελίδας ένα χτύπημα στα εύθραυστα νεύρα της. Ο κύριος Μπέκγουιθ σήκωσε ένα άλλο βιβλίο και το έτεινε προς την Ολίβια. «Για δική σας ενημέρωση, μια λίστα των συνεπαγόμενων περιουσιακών στοιχείων του τίτλου που πηγαίνουν στον γιο σας». Η Ολίβια κούνησε το κεφάλι της. «Πρέπει να με συγχωρέσετε, αλλά δεν καταλαβαίνω πλήρως το νόημα όλων αυτών». «Από τη στιγμή που οι τίτλοι πέρασαν σε αυτόν, ο σύζυγός σας τήρησε ακριβή αρχεία που δείχνουν ποια ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία ήταν μέρος των τίτλων…» «Όχι, όχι. Αναφέρομαι στη διαθήκη· κάνατε λάθος. Είπατε ότι ο κύριος Ντότζερ πρόκειται να λειτουργήσει ως κηδεμόνας». «Ναι, αυτή ήταν η επιθυμία του δούκα». «Όχι, ο Χένρι είναι ο γιος μου. Εγώ είμαι ο κηδεμόνας του». «Ο νόμος αναγνωρίζει μόνο τον πατέρα ως κηδεμόνα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, αν το παιδί δεν έχει ακόμα φτάσει στην ηλικία των είκοσι ενός ετών, ο πατέρας πρέπει να διορίσει κηδεμόνα με τη διαθήκη του». Ο κύριος Μπέκγουιθ δεν εξέφρασε κανένα συναίσθημα, ακούστηκε σαν να διάβαζε ένα


κοινοβουλευτικό έγγραφο. «Λυπάμαι, Εξοχότατη, αλλά η απόφαση του συζύγου σας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί». «Δεν αμφισβητείται;» η Ολίβια σηκώθηκε με τόση βιασύνη, που σχεδόν έχασε την ισορροπία της. Ο κύριος Μπέκγουιθ σηκώθηκε και αυτός, ενώ ο Τζακ Ντότζερ παρέμεινε καθισμένος, καταβροχθίζοντας το περιεχόμενο του βιβλίου. Προφανώς, ο άντρας δεν είχε ιδέα σχετικά με τη σωστή συμπεριφορά όταν μια κυρία είναι παρούσα, αλλά ύστερα υποψιάστηκε ότι οι γυναίκες που κανονικά θα του παρείχαν συντροφιά δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν κυρίες. «Έχετε τρελαθεί; Με κάποιον τρόπο καταλάβατε εσφαλμένα την πρόθεση του συζύγου μου. Δεν μπορεί να είχε σκοπό να αφήσει τον κακοποιό…» «Λέει εδώ ότι αυτή η κατοικία και όλα μέσα σε αυτή είναι δικά μου», ανακοίνωσε ξαφνικά ο Τζακ Ντότζερ και η ψυχραιμία της Ολίβια χάθηκε σχεδόν. Όχι αυτή η κατοικία, όχι το μέρος που εκείνη είχε δουλέψει τόσο σκληρά για να κάνει σπίτι. Ο Τζακ Ντότζερ ξεδίπλωσε το μακρύ, αδύνατο σώμα του, έριξε το βιβλίο στο γραφείο με ένα δυνατό χτύπημα και έσκυψε αγριεμένος προς τον κύριο Μπέκγουιθ. «Είναι αυτό κάποιου είδους φάρσα;» Ο κύριος Μπέκγουιθ, προς τιμήν του, έμεινε ατάραχος μπροστά στο ξεδίπλωμα του διαβόλου. «Σας διαβεβαιώνω, κύριε Ντότζερ, αυτό δεν είναι φάρσα». «Μου λες ότι ένας άντρας που ήξερα ελάχιστα μου αφήνει» –τράβηξε το ημερολόγιο με ένα δάχτυλο– «όλα αυτά;» «Ξέρατε τον σύζυγό μου;» τον ρώτησε η Ολίβια έκπληκτη από την αποκάλυψη. Είχε το θράσος να της κουνά το χέρι του σαν να ήταν ασήμαντη, να τη διώχνει χωρίς παραπάνω σκέψη από αυτή που θα μπορούσε να δώσει σε έναν ζητιάνο που παρακαλούσε για νομίσματα. «Ναι, κύριε Ντότζερ, φαίνεται ότι συμβαίνει στην πραγματικότητα», είπε ο κύριος Μπέκγουιθ. «Και τι θα γίνει με τα χρέη του;» ρώτησε καυστικά. «Υποθέτω ότι τα κληρονομώ και αυτά». «Δεν υπάρχουν χρέη. Ο δούκας δεν πίστευε στην πίστωση. Πλήρωνε επί τόπου». Αυτό έκανε τον κύριο Ντότζερ να σταματήσει, προτού ξεδιπλώσει τα μακριά, λεπτά δάχτυλά του πάνω από το βιβλίο. «Και το τελικό στοιχείο είναι πιο πολύτιμο από όλα αυτά;» «Όπως αναφέρεται στη διαθήκη, η αξία του δεν μπορεί να εκτιμηθεί».


«Ξέρεις τι είναι;» «Ναι. Πρέπει να παραμείνει στην κατοχή μου μέχρι να παραδοθεί». «Σου εμπιστεύτηκε κάτι ανυπολόγιστης αξίας;» «Μου εμπιστευόταν τα πάντα, κύριε Ντότζερ». Ο κύριος Ντότζερ φάνηκε να το σκέφτεται για λίγο. «Ένα στοιχείο του οποίου η αξία δεν μπορεί να εκτιμηθεί μπορεί και να μην αξίζει κάτι». «Αν έπρεπε να υπολογίσω την αξία του, θα έλεγα το πιο πολύτιμο στοιχείο που είχε τη χαρά ποτέ ο δούκας να κατέχει». «Γαμώτο», είπε ο κύριος Ντότζερ με τη βραχνή φωνή του. «Χρειάζομαι ένα ποτό». Παρά τη γελοιότητα της όλης κατάστασης, η Ολίβια θυμήθηκε την καθωσπρέπει ανατροφή της και ένιωσε την ανάγκη να αφήσει την τέλεια οικοδέσποινα να έρθει στην επιφάνεια. «Να πω σε έναν υπηρέτη να σας φέρει ένα φλιτζάνι τσάι; Ή κάποια λεμονάδα ίσως;» Ο κύριος Ντότζερ την κοίταξε με μάτια μαύρα, όπως η ψυχή του. «Σκεφτόμουν ουίσκι, τζιν, ρούμι. Και τα τρία, αν τα έχεις». «Δεν έχουμε οινοπνευματώδη στην κατοικία», είπε απότομα η Ολίβια, η αγανάκτησή της ξαφνικά ζωντάνεψε. «Φυσικά και όχι!» «Δεν μου αρέσει ο τόνος σας, κύριε». «Λες και δίνω δεκάρα αν σου αρέσει ή όχι». Ω ο άνθρωπος ήταν εξοργιστικός. Τότε έκανε το πιο περίεργο πράγμα. Διέσχισε αργά το δωμάτιο, κοιτάζοντας επίμονα σαν να επρόκειτο να σκύψει και να γεμίσει με τα πάντα τις τσέπες του. Παρόλο που τώρα δεν είχε πλέον την ανάγκη να αρπάξει τίποτα. Όλα του είχαν παραδοθεί σε μια ασημένια πιατέλα. Μετά από αρκετά λεπτά επέστρεψε στο γραφείο και κοίταξε προσεκτικά τον κύριο Μπέκγουιθ. «Τα πάντα μέσα σε αυτό το σπίτι είναι δικά μου;» «Τα πάντα», είπε ο κύριος Μπέκγουιθ μελαγχολικά, σαν να αισθάνθηκε το βάρος αυτής της λέξης στην καρδιά της Ολίβια. «Με την προϋπόθεση ότι…» «Ναι, ναι, να γίνω κηδεμόνας του κληρονόμου. Σε αντίθεση με τη δούκισσα, δεν έχω καμία δυσκολία να κατανοήσω τους απλούστερους όρους, όταν είναι σχεδιασμένοι για μένα». Δεν μπορούσε να αφήσει την προσβολή να περάσει, αλλά, μα την πίστη της, δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία απάντηση που θα τον έβαζε αποτελεσματικά στη θέση του. Ένιωθε μικροσκοπική. Πώς της το έκανε αυτό ο Λάβινγκτον; Και το πιο σημαντικό – πώς το έκανε αυτό στον γιο τους; Δεν νοιαζόταν καθόλου τι είδους άνθρωπος θα γινόταν;


Ο Τζακ Ντότζερ στράφηκε αργά, κοιτάζοντας τα πάντα για μια ακόμα φορά, σαν να χαίρονταν τα μάτια του από μια υπέροχη δημιουργία. «Ήταν ο δούκας θεοπάλαβος;» Ο θόρυβος της παλάμης της Ολίβια που χτύπησε το μάγουλο του Τζακ Ντότζερ αντήχησε μέσα στο δωμάτιο. Δεδομένου ότι ποτέ δεν είχε χτυπήσει κανέναν στη ζωή της, δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο θα την πονούσε η παλάμη της. Κρατήθηκε ώστε να μη γρυλίσει ούτε και να δείξει ότι πιθανότατα είχε βλάψει τον εαυτό της περισσότερο από ό,τι είχε βλάψει εκείνον. «Ο σύζυγός μου μόλις πρόσφατα αναπαύθηκε και μιλάτε γι’ αυτόν με τέτοια έλλειψη σεβασμού. Πώς τολμάτε, κύριε!» Ο Τζακ Ντότζερ την περιεργάστηκε με ένα αχνό, υπολογιστικό χαμόγελο που έκανε το στομάχι της να φτάσει στα δάχτυλα των ποδιών της. «Η δούκισσα τις βρέχει. Ποιος να το φανταζόταν;» Ήθελε να τον πετάξει έξω από το σπίτι, πίσω στους δρόμους από όπου είχε έρθει. Γύρισε στον κύριο Μπέκγουιθ. «Η γλώσσα του είναι χυδαία, οι τρόποι του ελεεινοί. Απλώς δεν θα επιτρέψω σε αυτόν τον άνθρωπο να είναι υπεύθυνος για την ανατροφή του γιου μου». «Αυτό είναι αρκετά εύκολο να αλλάξει, δούκισσα», αντιγύρισε ο Τζακ Ντότζερ. «Βρες έναν άλλο σύζυγο». «Φαίνεται ότι διέφυγε την προσοχή σας ότι πενθώ. Δεν μπορώ να δεχτώ μνηστήρες». «Τότε δεν με θέλεις τόσο απεγνωσμένα έξω από τη ζωή σου, δούκισσα. Πίστεψέ με. Δεν υπάρχει τίποτα που δεν θα έκανε κάποιος εάν ήθελε κάτι απεγνωσμένα». Κάθε φορά που η λέξη δούκισσα έβγαινε κοροϊδευτικά από τη γλώσσα του, οι λεπτές τρίχες στον αυχένα του λαιμού της σηκώνονταν και η παλάμη της την έτρωγε να τον χτυπήσει ξανά. Προτού ακολουθήσει τη βάρβαρη παρόρμηση, αναγκάστηκε να απευθυνθεί στον δικηγόρο. «Κύριε Μπέκγουιθ…» «Λυπάμαι, Εξοχότατη, αλλά δεν υπάρχει προοπτική για διαπραγμάτευση επί του θέματος, αν ο κύριος Ντότζερ συμφωνεί να υπηρετήσει ως κηδεμόνας». «Μπορείτε να μου εξηγήσετε τη σκέψη του συζύγου μου;» «Υπηρέτησα τον δούκα εδώ και πολλά χρόνια, Εξοχότατη. Ποτέ δεν ήταν η θέση μου να αμφισβητώ τις αποφάσεις του. Εκείνος σπάνια αποκάλυπτε τη συλλογιστική του και δεν μπορώ να μάθω όλα όσα τον επηρέασαν, αλλά είμαι βέβαιος ότι σε αυτό το θέμα έκανε αυτό που θεωρούσε καλύτερο». Εάν δεν ήταν κυρία, θα έσκουζε για την άδικη κατάσταση. «Και αν δεν συμφωνώ με το θέμα της κηδεμονίας;» ρώτησε ο κύριος Ντότζερ.


Μια στιγμιαία σπίθα ανακούφισης έδωσε στην Ολίβια ελπίδα ότι αυτός ο σκληρός εφιάλτης θα είχε καλό τέλος. Προφανώς ο άντρας είχε την κοινή λογική να έχει αμφιβολίες για την αποδοχή των ευθυνών που του ανέθεσαν. «Η πρώτη διαθήκη θα ακυρωθεί και θα τεθεί σε εφαρμογή η δεύτερη», δήλωσε ο κύριος Μπέκγουιθ. Η Ολίβια δεν τόλμησε να ρωτήσει, αλλά έπρεπε να μάθει. Φαινόταν απίθανο ότι ο σύζυγός της θα μπορούσε να κάνει χειρότερη επιλογή από τον Τζακ Ντότζερ, αλλά εάν η πρώτη του ήταν αυτή, ποια ήταν η δεύτερη; Ο ίδιος ο διάβολος; «Ποιος διορίζεται ως κηδεμόνας του γιου μου σε αυτή τη διαθήκη;» «Δεν μπορώ να πω», δήλωσε ο κύριος Μπέκγουιθ ήρεμα. «Η απόφαση του κυρίου Ντότζερ πρέπει να ληφθεί χωρίς καμία επιρροή». «Χωρίς καμία επιρροή; Πώς θα λέγατε το ότι του δώσατε τα πάντα; Αν αυτό δεν είναι επιρροή, τολμώ να πω ότι δεν ξέρω τι άλλο θα ήταν». «Εγώ απλώς εννοούσα ότι ο σύζυγός σας δεν ήθελε αυτός ο οποίος θα λειτουργούσε ως κηδεμόνας να επηρεάσει την απόφαση του κυρίου Ντότζερ». «Αλλά σίγουρα είναι κάποιος πιο κατάλληλος, κάποιος εξοικειωμένος με τους κανόνες της κοινωνίας. Τι γνωρίζει ο κύριος Ντότζερ για την αριστοκρατία, τα καθήκοντά μας και τις ευθύνες μας;» «Γνωρίζω αρκετά, δούκισσα», είπε ο κύριος Ντότζερ. «Εξάλλου, είμαι πολύ καιρό φίλος του κόμη του Κλέιμπουρν». Γύρισε απότομα στην αναφορά του ονόματος του Λούσιαν Λάνγκτον. «Ένας ακόμα εγκληματίας; Ένας άνθρωπος που διέπραξε δολοφονία; Πώς, για όνομα του Θεού, αυτό θα έπρεπε να με καθησυχάσει; Δεν μπορεί να πιστεύετε ότι είστε κατάλληλος για να καθοδηγήσετε τον γιο μου στον σωστό δρόμο». «Ο σωστός δρόμος καθορίζεται συχνά από το πού στέκεσαι». «Τι στα κομμάτια σημαίνει αυτό; Ο δικός σας είναι ένας κόσμος παρακμής, κύριε Ντότζερ. Εσείς…» Οι λέξεις απότομα στάθηκαν στον λαιμό της. Εκείνος ήταν ξαφνικά κοντά της, πολύ κοντά, με μια φωτιά στα μάτια που μπορούσε να έχει ανάψει μόνο μέσα στα βάθη της Κόλασης, μια θέρμη που προκάλεσε ανεπιθύμητη ζεστασιά στον πυρήνα της, που έκανε τα γόνατά της να λυθούν, το στόμα της να στεγνώσει. «Πρέπει να τον επισκεφθείτε κάποια στιγμή», είπε με ύφος, με τη θέρμη, τη μυρωδιά του ουίσκι στην ανάσα να αιωρείται πάνω από το μάγουλο. «Συγγνώμη;» «Επισκεφθείτε τον δικό μου κόσμο, της ανηθικότητας. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου να σας καλωσορίσω όπως πρέπει. Ίσως να τον βρείτε ακόμα και της αρεσκείας σας».


Η φωνή του ήταν τόσο δυνατή όσο ένα χάδι, προκαλώντας τη να φανταστεί ότι το καλωσόρισμά του θα περιλάμβανε το στόμα του, τα χέρια του… Ήταν προφανή στα μάτια του τα πονηρά πράγματα που θα της έκανε, πράγματα που ποτέ δεν είχε φανταστεί με τον Λάβινγκτον. Θα έπρεπε να τον χαστούκιζε ξανά, ήξερε ότι έπρεπε, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να τρέμει από κάτι παρόμοιο με… Θεός φυλάξοι… Ένιωθε επιθυμία; Δεν ήταν δυνατόν. Ήταν μόνο επειδή είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αισθάνθηκε το άγγιγμα ενός άντρα. Μόλις έκανε τον κληρονόμο του, ο Λάβινγκτον είχε καταστήσει σαφές ότι δεν ήθελε εφεδρεία. Ένας γιος ήταν το μόνο που ήθελε. Από την άποψη αυτή, η ίδια και ο Λάβινγκτον ταίριαζαν πολύ. Και οι δύο έβαζαν το καθήκον πάνω από όλα. Δυστυχώς, είχε φτάσει στο σημείο να ανακαλύψει ότι το καθήκον ήταν ένας μοναχικός αφέντης. «Έχεις ποτέ αμαρτήσει, δούκισσα;» ρώτησε ο Τζακ Ντότζερ με την περίεργη και σκληρή φωνή, που υπαινισσόταν ένα πάθος μετά βίας κρυμμένο. Το μόνο στα όνειρά μου βρέθηκε στην άκρη της γλώσσας της. Αναρωτήθηκε αν ο Τζακ Ντότζερ είχε εκπληρώσει τις φαντασιώσεις άλλων γυναικών. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ήταν απολύτως ικανός… Ένα απότομο βήξιμο τους έκανε να αναπηδήσουν. Είδε τον ερεθισμό να λάμπει στο πρόσωπο του Τζακ Ντότζερ καθώς αυτός έκανε πίσω και έστρεψε το ασυμβίβαστο βλέμμα προς τον κύριο Μπέκγουιθ. Για μια στιγμή φάνηκε ότι ο δικηγόρος αγωνιζόταν να μην υποχωρήσει. Καθάρισε ξανά τον λαιμό του, σαν το θάρρος του να βρισκόταν στο βαθύ βήξιμό του. «Πιστεύω, κύριε Ντότζερ, ότι η συμπεριφορά σας προς τη δούκισσα είναι εντελώς αδικαιολόγητη και σίγουρα δεν είναι αυτό που ο δούκας οραματίστηκε όταν σας συμπεριέλαβε στη διαθήκη του». «Δεν ήξερα ότι γνώριζες τι είχε οραματιστεί». «Ξέρω ότι σεβόταν τη γυναίκα του, κύριε, και θα ήταν πολύ απογοητευμένος αν δεν το κάνατε κι εσείς». «Ο άνθρωπος είναι νεκρός. Υποψιάζομαι ότι δεν είναι πιθανόν να απογοητευτεί για τίποτα πια». «Εσείς, κύριε, είστε ελεεινός», πέταξε η Ολίβια πριν ο κύριος Μπέκγουιθ του δώσει μια αρμόζουσα απάντηση. «Δεν έχετε κανένα σεβασμό για τον μακαρίτη τον σύζυγό μου;» Γύρισε προς το μέρος της και ξαφνικά ήθελε να μην είχε μιλήσει. Πραγματικά δεν ήθελε να λογοφέρει μαζί του. Δεν μπορούσε να καθορίσει πώς να έχει το πάνω χέρι. Σε ό,τι τον αφορούσε, υποψιαζόταν ότι ήταν αδύνατον. Πάντα θα κατάφερνε με κάποιον τρόπο να τραβήξει τους γύρω του στον όλεθρο μαζί του.


«Σέβομαι μόνο εκείνους που έχουν κερδίσει τον σεβασμό μου. Και είναι λίγοι σε αριθμό». «Μπορώ να φανταστώ τι πρέπει να κάνει κάποιος για να κερδίσει τον σεβασμό σας». Κάποια αόριστη συγκίνηση –τύψεις;– φάνηκε στα μάτια του. «Πραγματικά, δούκισσα, υποψιάζομαι ότι δεν μπορείς». Γύρισε και στράφηκε προς την πόρτα. Πίστεψε ότι θα έφευγε και κάνοντάς το θα γύριζε την πλάτη στην πρώτη διαθήκη; «Πού πηγαίνετε;» φώναξε η Ολίβια. «Θέλω να ρίξω μια ματιά γύρω, να αποφασίσω τι θα κερδίσω από την ταλαιπωρία να σε έχω γύρω μου». Βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο χωρίς να ρίξει πίσω ματιά. Με έναν αναστεναγμό αγανάκτησης, η Ολίβια έτρεξε πίσω του. Αυτό το σπίτι ήταν δικό της –δικό της– μέχρι εκείνος να συμφωνήσει με τους όρους της διαθήκης. Οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει για να τον αποτρέψει από το να συναινέσει θα το έκανε. Θα του έδειχνε ποιος ήταν πρόθυμος να κάνει τα πάντα. Αν και έπρεπε να του δώσει δίκιο για το ότι ήταν σωστός για ένα πράγμα: με κάποιον τρόπο, χωρίς να το έχει παρατηρήσει, ο σύζυγός της είχε παραφρονήσει, είχε τρελαθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τη φήμη του κυρίου Ντότζερ, ο Τσαρλς Μπέκγουιθ ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει το ζευγάρι, αλλά ο δούκας είχε αφήσει συγκεκριμένες οδηγίες ότι δεν έπρεπε να παρεμβαίνει όσο εκείνοι καθόριζαν τις διαφορές τους. Μόνο ένας ανόητος θα περίμενε ότι η δούκισσα θα δεχόταν γαλήνια τόσο γελοία επιλογή κηδεμόνα και ο δούκας δεν φαινόταν ανόητος. Με έναν αναστεναγμό, ο Μπέκγουιθ έγειρε πίσω στην καρέκλα του για να περιμένει την επιστροφή τους και άρχισε να προετοιμάζεται ψυχικά για τον επόμενο γύρο με τον Τζακ Ντότζερ. Ήξερε ότι είχε τη δυνατότητα να είναι προκλητικός. Έπρεπε να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του δούκα χωρίς να διακινδυνεύσει την ακεραιότητά του. Δεν είχε τη συνήθεια να αμφισβητεί όσους πλήρωναν τόσο ακριβά για τις υπηρεσίες του, αλλά αναρωτήθηκε αν ο δούκας είχε καταλάβει πραγματικά τις συνέπειες των πράξεών του. Για τον Τσαρλς Μπέκγουιθ, φαινόταν να εξυπηρετούν μόνο έναν σκοπό: να ανοίξουν τον δρόμο για την καταστροφή.


Κεφάλαιο 2 Αγνοώντας τη χήρα που ακολουθούσε με γρήγορο βηματισμό, ο Τζακ Ντότζερ διέσχισε ζωηρά τους διαδρόμους και τα δωμάτια ψάχνοντας για κάτι οικείο, οτιδήποτε σήμαινε ότι είχε ξαναβρεθεί σε αυτό το σπίτι πριν. Είχε μάθει εδώ και πολύ καιρό ότι τίποτα δεν ήταν εύκολο και όλη αυτή η κατάσταση φαινόταν πάρα πολύ εύκολη. Εκτός από το να αντιμετωπίσει τη χήρα, φυσικά. Ήταν ακριβώς το είδος της γυναίκας που απέφευγε με κάθε τρόπο. Κρίνοντάς τον μέσα από το καλειδοσκόπιο της δίκαιης αγανάκτησης, ήταν τόσο παθιασμένη με το ότι εκείνος δεν άξιζε δεκάρα. Δεν είχε σημασία ότι είχε δίκιο. Η πίστη της στην ακαταλληλότητά του προκαλούσε τον διάβολο να βγει από μέσα του και προτιμούσε να έχει τον διάβολο από κοντά. Ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσει ότι δεν θα άφηνε ποτέ ξανά να τον εκμεταλλευτούν, δεν θα πονούσε ξανά, ποτέ δεν θα αφηνόταν να ζήσει με ενοχές. Η δούκισσα σίγουρα δεν πήρε καλά τα νέα που τους είπε ο δικηγόρος. Η φωτιά του θυμού που έκαιγε στα μάτια της τον χτύπησε ξαφνικά σαν μια γροθιά στο στομάχι και ήθελε να την κάνει φλόγα πάθους… Γαμώτο! Ήξερε καλά να ρίχνεται στις γυναίκες, το ήξερε καλύτερα από το να αποκαλύπτει οτιδήποτε σχετικά με τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του. Με κάποιον τρόπο η χήρα τον είχε αναγκάσει να στρέψει την προσοχή γύρω. Είχε αρχίσει να χάνει το πάνω χέρι σε αυτό το παιχνίδι… τι; Τι στο καλό γινόταν εδώ; Έτσι όρμησε έξω από το δωμάτιο επειδή είχε μάθει ότι μερικές φορές η υποχώρηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη. Μερικές φορές, η αποτελεσματική στρατηγική απαιτούσε την ανασυγκρότηση του οπλοστασίου ή κάποιου χώρου αναπνοής, ώστε ένας άνθρωπος να μπορέσει να σκεφτεί καθαρά και να δει λογικά τα πράγματα. Τι είδους τρελός ήταν ο Λάβινγκτον για να διορίσει ως κηδεμόνα των πάντων τον Τζακ; Οι ευγενείς ήταν τόσο προστατευτικοί με τους κληρονόμους τους. Ήταν γελοίο να θέσει το παιδί υπό την προστασία του Τζακ. Επιπλέον, τον εξόργιζε ότι η χήρα ήταν τόσο τρομαγμένη από αυτή την ιδέα. Θα έπρεπε να αποδεχτεί τους όρους της διαθήκης απλώς για να την εκνευρίσει περαιτέρω. Αλλά ποτέ δεν είχε βασίσει τις αποφάσεις του σε άμεσες αντιδράσεις.


Σκεφτόταν πάντα τη στρατηγική του, πάντα κοιτούσε τα πράγματα από κάθε πλευρά. Αν και σε αυτή την περίπτωση η πλευρά της κληρονομιάς φαινόταν προκλητικά καλή και απειλούσε να επισκιάσει την κοινή λογική του. Ενώ ο Τζακ είχε συγκεντρώσει αρκετό πλούτο κατά τη διάρκεια των ετών, το ταμείο του δεν είχε φτάσει ακόμα στο σημείο που ήθελε ώστε να ξοδέψει τα χρήματά του σε ένα ανάκτορο όπως αυτό. Ήταν υπερβολικά τεράστιο και ξεχείλιζε από αγαλματίδια, έργα τέχνης, όμορφα χειροποίητα έπιπλα και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να φανταστεί κάποιος. Στο μυαλό του άκουσε τον Φίγκαν να γελάει. «Τελικά τα κατάφερες, μικρέ. Ένα φανταστικό μέρος στο Σεντ Τζέιμς. Ποιος θα το φανταζόταν;» Σίγουρα όχι ο Τζακ. Είχε εξασκημένο μάτι όταν επρόκειτο να εκτιμήσει πολύτιμα αντικείμενα και ο καλός δούκας είχε συσσωρεύσει μια περιουσία. Ήταν επίσης προφανές ότι η οικογένεια, από τον πρώτο δούκα μέχρι τον τελευταίο, σκεφτόταν πολύ τον εαυτό της. Διαφορετικά γιατί να έχουν όλα αυτά τα πορτρέτα ζωγραφισμένα σε διάφορα στάδια της ζωής τους, από τη γέννησή τους μέχρι τα γεράματα; Θεέ μου, η ευγένεια ήταν υπερεκτιμημένη – το να σκέφτονται ότι κάποιος θα έδινε δεκάρα για το πώς μοιάζουν. Από την άλλη πλευρά, κρίνοντας από τον αριθμό των πορτρέτων που κρέμονταν στους τοίχους, κάποιος προφανώς ενδιαφερόταν. Ίσως να τα πουλούσε στον κληρονόμο για μία μόνο δεκάρα. Σαν να διάβασε τις σκέψεις του, η δούκισσα είπε: «Είμαι βέβαιη ότι όταν ο κύριος Μπέκγουιθ είπε “τα πάντα” δεν εννοούσε τα πάντα. Τα πορτρέτα είναι προφανώς μέρος των τίτλων». «Πώς έφτασες στο συμπέρασμα αυτό, δούκισσα;» «Είναι πορτρέτα των δουκών και των οικογενειών τους, των προγόνων του γιου μου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελούν μέρος της κληρονομιάς του». «Θα δούμε». Ήταν ένα λογικό επιχείρημα, αλλά εκείνος σχεδίαζε να μελετήσει προσεκτικά το βιβλίο, να απομνημονεύσει και να μετρήσει κάθε κομμάτι. Δεν θα την άφηνε να πάρει οτιδήποτε είχε οριστεί ως δικό του – χωρίς να πληρώσει ένα δίκαιο τίμημα γι’ αυτό. Δεν είχε καμία πρόθεση να την εκμεταλλευτεί, αλλά ούτε ήταν στη φύση του να είναι φιλάνθρωπος. «Αναρωτιέμαι τι χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για να αγοραστούν τα ρούχα σου», μουρμούρισε. «Συγγνώμη;» Σταμάτησε έξω από την τρίτη τραπεζαρία που είχε προσπεράσει και η Ολίβια σχεδόν έπεσε πάνω του. Το άρωμά της εισέβαλε στα ρουθούνια του, όπως ακριβώς και στη βιβλιοθήκη. Στεκόταν εκεί θέλοντας να γείρει περισσότερο


προς το μέρος της και να μυρίσει πιο βαθιά. Το άρωμά της ήταν λεβάντα, όχι το έντονο πατσουλί που χρησιμοποιούσαν οι πόρνες για να καλύψουν τη μυρωδιά της δουλειάς τους και των πολλών αντρών. Το πρόσωπό της μόρφασε έντονα, τραβώντας τα φρύδια πάνω από τα ασυνήθιστα κεχριμπαρένια μάτια. Από την αρχή, η σκιά τους –σχεδόν χρυσή, όπως και το χρώμα των νομισμάτων που αγαπούσε– είχε τραβήξει την προσοχή του. Η κορυφή του κεφαλιού της χήρας μόλις που έφτανε στον ώμο του. Ήταν τρομερά νέα για χήρα. Πρέπει να ήταν παιδί όταν ο δούκας την παντρεύτηκε. Με τη διαφορά ηλικίας τους, θα ήταν γέρος γι’ αυτή. Τον είχε αγαπήσει; Ή μήπως απλώς ήθελε τον τίτλο και όλα όσα ήρθαν μαζί του; «Αναρωτιόμουν μόνο αν τα ρούχα σου είναι μέρος των τίτλων», είπε αργά. Ο θυμός έλαμψε πάνω στα χαρακτηριστικά της. «Τα ρούχα μου, κύριε, είναι δικά μου. Δεν θα μου τα πάρετε». «Μη με προκαλείς, δούκισσα, αλλιώς θα μπω στον πειρασμό να αποδείξω ότι θα μπορούσα να βγάλω αυτά τα πένθιμα ρούχα προτού μπορέσεις να φέρεις αντίρρηση». «Ω παλιάνθρωπε!» Στρέφοντας το βλέμμα του μακριά της, προσπάθησε να μην απολαύσει το ότι έπαιξε τόσο με την ψυχραιμία της. Όχι πολύ ευγενικό από την πλευρά του, αλλά δεν είχε ποτέ ισχυριστεί ότι ήταν κύριος. Δεν είχε ακόμα συναντήσει κάποιον που να μην ήταν υποκριτής. Καλύτερα να παραδεχτεί κανείς ότι είναι ένα παλιοτόμαρο, ήταν πιο ειλικρινές. Εκείνος δεν προσποιήθηκε ότι ήταν κάτι που δεν ήταν. Ανυπόμονος, επέστρεψε με τον τρόπο που είχε έρθει. Έπρεπε να παραδεχτεί τον δούκα: είχε ξοδέψει τα χρήματά του σοφά. Μέσα του έβριζε έναν άνθρωπο που μετά βίας γνώριζε, έναν άντρα που είχε προφανώς κρίνει τον Τζακ πολύ καλά. Ό,τι έβλεπε ο Τζακ το ήθελε. Ήθελε να το βλέπει και να ξέρει ότι του ανήκει. Ήθελε να κατεβάσει τα τούβλα, να τα αντικαταστήσει με γυαλί και να αφήσει τον κόσμο να πάρει μια ματιά σε αυτό που ο Τζακ Ντότζερ κατείχε. Ήθελε να γοητεύσει. Αυτός, ο γιος μιας πόρνης, δεν είχε ισοπεδωθεί από την κοινωνία. Είχε βγει από την ανέχεια. Είχε κατακτήσει το Λονδίνο. Μα τον Θεό, έτσι αισθανόταν περπατώντας μέσα σε αυτούς τους υπέροχους διαδρόμους με το επιχρυσωμένο φινίρισμά τους και τις ζωγραφισμένες οροφές τους. Θα μπορούσε να είναι όλα δικά του για ένα πολύ μικρό τίμημα. Πόσο πρόβλημα θα ήταν να λειτουργήσει ως κηδεμόνας ενός αγοριού;


Φυσικά, το πραγματικό ερώτημα ήταν: πόσο ενοχλητικό θα ήταν να ασχοληθεί με τη χαρούμενη χήρα; Ήταν ο τύπος της γυναίκας που απεχθανόταν. Αυτάρεσκη, επικριτική, πίστευε ότι ήταν πολύ καλύτερη από άλλους. Δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά να την εξευτελίσει μια ή δυο φορές. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο είχε αναφέρει το θέμα των ρούχων της – σίγουρα όχι επειδή σκέφτηκε πώς θα ήταν να τη γδύσει. Το μαύρο φόρεμά της είχε πάρα πολλά κουμπιά για να τον ενδιαφέρει. Ανέβαιναν από τη μέση στο πιγούνι, από τον καρπό στον αγκώνα. Φαντάστηκε πως όταν θα έβγαινε από το πένθος, τα ρούχα της θα ήταν εξίσου βαρετά. Του φαινόταν σαν κάποια που θα σκεφτόταν ότι ο πειρασμός τελικά οδηγούσε στην Κόλαση και αυτό το μονοπάτι δεν έπρεπε να το πάρει επ’ ουδενί. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά, με ένα καπέλο χήρας που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος τους, αφήνοντάς τον να αναρωτηθεί πόσο μακριά θα μπορούσαν να είναι. Έβρισε τον εαυτό του που αναρωτιόταν για τα χαρακτηριστικά της. Ήταν δούκισσα, πιθανότατα σχετιζόμενη με τη βασίλισσα υπό κάποια μορφή ή με τη μόδα. Εξάλλου, όλες δεν ήταν έτσι; Σίγουρα συμπεριφέρονταν σαν να ήταν. Ακόμα και στη λέσχη του, κατά καιρούς, προσπάθησαν να τον διατάζουν – αλλά είχε δημιουργήσει έναν κόσμο όπου ήταν βασιλιάς, όπου ο λόγος του ήταν νόμος. Πλήρωναν ετήσια συνδρομή για να γίνουν δεκτοί επειδή τους παρείχε ψυχαγωγία και ποτέ δεν τους έκρινε για ό,τι είχαν κάνει. Σε αντίθεση με τη γυναίκα που τον είχε πάρει στο κατόπι. Είχε δει την περιφρόνηση στα μάτια της τη στιγμή που είχαν συστηθεί, την πεποίθηση ότι ήταν κατώτερός της. Είχε αισθανθεί το βλέμμα της να μένει πάνω του, αφού είχαν καθίσει, είχε επίγνωση ότι τον μελετούσε σαν να ήταν κάποιο έκθεμα που έπρεπε να παρουσιαστεί στη Μεγάλη Έκθεση. Είχε σκοπίμως αποφύγει να την κοιτάξει, αντίθετα επικεντρώθηκε στο να κοιτά την αίθουσα όσο ο δικηγόρος προετοίμαζε τα διάφορα. Ο Τζακ βγήκε από έναν μεγάλο διάδρομο στο φουαγιέ. Διασχίζοντάς το γρήγορα, ξεκίνησε να ανεβαίνει τις μαύρες μαρμάρινες σκάλες. «Πού πηγαίνετε;» ρώτησε εκείνη από πίσω του. «Σου είπα, δούκισσα, θέλω να δω τα πάντα». «Μα μόνο τα υπνοδωμάτια είναι εκεί πάνω». «Για έναν άνθρωπο όπως εγώ, όπως είμαι βέβαιος ότι μπορεί να μάντεψες, κανένα δωμάτιο δεν είναι πιο σημαντικό». Αγωνίστηκε να μη χαμογελάσει καθώς άκουσε ένα γρύλισμα πίσω του. Θεέ μου, τι της είχε βρει ο δούκας; Από ό,τι είχε καταφέρει να συμπεράνει, δεν είχε


αίσθηση του χιούμορ. Ήταν τόσο άκαμπτη όσο η μασιά του τζακιού. Αν και έπρεπε να θαυμάσει τον γενναίο αγώνα της να διατηρήσει αυτό που θεωρούσε δικό της. Αν και μικροσκοπική γυναίκα, είχε σίγουρα μετατραπεί σε λέαινα στη σκέψη ότι το μικρό παιδί της είχε περάσει στη φροντίδα του Τζακ. Αν η δική του μητέρα είχε τέτοια τάση, η νιότη του θα μπορούσε να ήταν λιγότερο σκληρή. Στην κορυφή των σκαλοπατιών, έστριψε αριστερά και άνοιξε την πρώτη πόρτα. Μπήκε μέσα στο δωμάτιο και το βλέμμα του έπεσε στο τεράστιο κρεβάτι με ουρανό. Ο θόλος ήταν καλυμμένος με βαρύ μοβ βελούδο. Άκουσε τη δούκισσα να αναπνέει βαριά καθώς σταμάτησε πίσω του και γρήγορα αναρωτήθηκε αν είχε χάσει την αναπνοή της σε αυτό το πλούσιο κρεβάτι. Τίναξε το κεφάλι του για να διώξει τις σκέψεις του. Τι τον ένοιαζε αν είχε βρει ικανοποίηση εκεί; «Η κρεβατοκάμαρα του δούκα;» ρώτησε έκπληκτος από τη χροιά της φωνής του. «Ναι». Ένα βιβλίο βρισκόταν στο κομοδίνο, με μια κορδέλα να βγαίνει έξω, σαν να περίμενε τον δούκα να επιστρέψει σε αυτό. Έκανε τον Τζακ να μην αισθάνεται άνετα σε αυτή τη σκέψη. Μόλις που ήξερε τον άνθρωπο, σίγουρα όχι αρκετά καλά για να θρηνήσει πραγματικά τον θάνατό του, και όμως η θλίψη τον κυρίευσε. Αναρωτήθηκε τι άλλο μπορεί να είχε αφήσει ο δούκας ημιτελές. Διώχνοντας τις δύσθυμες σκέψεις του, κοίταξε στο πλάι, προς μια άλλη κλειστή πόρτα, πέρα από το καθιστικό. «Και η δική σας είναι εκεί;» Την άκουσε να καταπίνει. «Ναι». Λοιπόν, ο δούκας την κρατούσε κοντά. Ο Τζακ δεν ήξερε γιατί αυτή η ιδέα τον ενόχλησε, αλλά τον ενόχλησε. Την κοίταξε έντονα. «Τι συμβαίνει με την αριστοκρατία και αυτή την τρελή αντίληψη ότι ο σύζυγος και η σύζυγος πρέπει να κοιμούνται σε ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες;» Δεν ήταν σίγουρος ότι είχε δει μια γυναίκα τόσο ωχρή όσο εκείνη, αλλά ξαφνικά μια ροζ απόχρωση εμφανίστηκε πάνω στα μάγουλά της και έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται αν το κοκκίνισμα αυτό την είχε επισκεφθεί στο κρεβάτι του δούκα. Γιατί συνέχιζε να έχει οράματα δικά της σε εκείνο το καταραμένο κρεβάτι; «Υποθέτω ότι το κάνουν επειδή μπορούν», είπε λακωνικά, δεν περίμενε πραγματικά να απαντήσει. Πιθανότατα πήγαινε για ύπνο καλυμμένη από την κορυφή ως τα νύχια με κάτι που θα έμοιαζε με σάβανο. Έκανε ένα βήμα μπροστά…


«Σας παρακαλώ, μην πάτε στο υπνοδωμάτιό μου», διέταξε απαλά. Η αδυναμία στη φωνή τον διαπέρασε, τον απογοήτευσε. Όλη τη νύχτα ήταν απαιτητική, θυμωμένη, πληγωμένη και αναστατωμένη. Φαινόταν περίεργο που τώρα επέλεξε να είναι υποτακτική. Ίσως είχε συμπεράνει ότι η επιθετικότητα δεν επηρέαζε την ψυχραιμία του. Χαμογελώντας στραβά, γύρισε πίσω προς το μέρος της. «Ποιο είναι το πρόβλημα, δούκισσα; Έχετε όλα τα σεξουαλικά βοηθήματα απόλαυσης κρυμμένα εκεί μέσα;» «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάτε». Την περιεργάστηκε για μια στιγμή, τα μαύρα ρούχα της, τον σωστό τρόπο που στεκόταν… «Δυστυχώς, μάλλον δεν ξέρετε». Η αθωότητα δεν του άρεσε ποτέ. Βγήκε από το δωμάτιο και συνέχισε πέρα στον μεγάλο διάδρομο. «Όλες οι κρεβατοκάμαρες είναι ίδιες», είπε από πίσω του. «Δεν βλέπω γιατί πρέπει…» Έφτασε σε μια άλλη πόρτα. «Σας απαγορεύω να πάτε σε εκείνο το δωμάτιο», δήλωσε εμφατικά. Κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του, της έκλεισε το μάτι. «Ποτέ μη μου απαγορεύετε, δούκισσα. Θα με οδηγήσετε μόνο στο να το κάνω». Όρμησε στο δωμάτιο. Μία νεαρή καστανομάλλα με καστανά μάτια, προφανώς υπηρέτρια, αναπήδησε και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν δίπλα στο κρεβάτι. Ένα νεαρό αγόρι ξάπλωσε απότομα, με τα καλύμματα να πέφτουν στη μέση του, τα ξανθά μαλλιά του να αναπηδούν, τα χρυσά μάτια του ορθάνοιχτα. Η δούκισσα προσπέρασε τον Τζακ, κάθισε στο κρεβάτι και πήρε το αγόρι προστατευτικά στην αγκαλιά της. Ενόχλησε τον διάβολο που έκρυβε μέσα του ο Τζακ ότι εκείνη υπέθεσε ότι το αγόρι χρειαζόταν προστασία, ότι περίμενε ότι αυτός θα το έβλαπτε. «Ο κληρονόμος;» ρώτησε ο Τζακ κοφτά. Η δούκισσα ένευσε. «Ναι». «Χένρι, σωστά;» «Ναι». «Πόσο είσαι, μικρέ;» «Είναι πέντε», είπε η δούκισσα. «Είναι μουγγός;» «Όχι, φυσικά όχι». «Τότε γιατί δεν τον αφήνεις να μιλήσει; Εκείνον ρώτησα». «Τον τρομάζεις». «Αλήθεια;» Κοίταξε το αγόρι. Ήταν μικρόσωμο όπως και η μητέρα του, το


ίδιο χλωμό. Τα μάτια του ήταν τεράστια και στρογγυλά, αλλά ο Τζακ είδε περισσότερη περιέργεια μέσα τους παρά φόβο. «Με φοβάσαι, μικρέ;» Το αγόρι κοίταξε τη μητέρα του. «Μην κοιτάς τη μητέρα σου για να απαντήσεις, μικρέ. Κοίτα τον εαυτό σου». «Μην έχετε αυτόν τον τόνο μαζί του», έδωσε εντολή η δούκισσα. «Δεν είστε ακόμα ο κηδεμόνας του». Ο Τζακ δεν ήξερε αν έπρεπε να ζηλέψει το αγόρι για την προστασία της μητέρας του –την προστατευτικότητα που ήθελε να του είχε δώσει η δική του μητέρα– ή να τον λυπηθεί γιατί τον μεγάλωνε σαν βουτυρόπαιδο. Στην ηλικία των έξι, ο Τζακ μπορούσε να επιβιώσει στους δρόμους με πονηριά, με εξυπνάδα και επιδέξια δάχτυλα. Δεν φοβόταν να εκμεταλλευτεί καταστάσεις. Είχε μάθει πώς να αποφεύγει εκείνους που ήθελαν να τον πιάσουν. Ήταν γρήγορος στα πόδια, αλλά ακόμα πιο γρήγορος στο μυαλό. «Η δεξιότητα θα σε φτάσει μόνο μέχρι εδώ, μικρέ, αλλά το μυαλό θα σε κρατήσει ζωντανό», του είχε πει ο Φίγκαν. Το να μάθει τα κόλπα του εμπορίου του έδωσε αυτοπεποίθηση, η οποία τον οδήγησε στην επιτυχία, που τον έκανε τολμηρό και ατρόμητο. Είχε φτάσει μέχρι εδώ επειδή είχε επιβιώσει. Δεν ήταν πεπεισμένος ότι αυτό το παιδί θα μπορούσε καν να σκουπίσει τη μύτη του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο δούκας έδωσε τη φροντίδα του στον Τζακ; Ο Τζακ γνώρισε για πρώτη φορά τον Λάβινγκτον μια ανοιξιάτικη μέρα στον κήπο του κόμη του Κλέιμπουρν. Ο Τζακ είχε μείνει με την εντύπωση ότι ο δούκας ήταν ένας θλιμμένος άνθρωπος. Χρόνια αργότερα, ο δούκας επισκέφθηκε τη λέσχη του Τζακ αρκετές φορές, αλλά δεν είχε συμβεί τίποτα το αξιομνημόνευτο. Τουλάχιστον τίποτε αξιομνημόνευτο από την πλευρά του Τζακ. Είχε ο δούκας παρατηρήσει κάτι στη συμπεριφορά του Τζακ που έδειχνε ότι είχε τα απαραίτητα προσόντα για να είναι αποτελεσματικός κηδεμόνας γι’ αυτό το αγόρι που ήταν προφανώς μαμόθρεφτο; Αλλά ακόμα κι έτσι, το να δώσει στον Τζακ όλα όσα είχε δεν ήταν λογικό. Ο Τζακ ήταν καχύποπτος από τη φύση του και το μυαλό του φώναζε προειδοποιητικά, επιμένοντας ότι κάτι πήγαινε στραβά. Απλώς δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς. Ο Τζακ γύρισε και κατευθύνθηκε προς τα σκαλοπάτια. «Πού πάτε;» ρώτησε η δούκισσα, με τα παπούτσια της να χτυπούν γρήγορα πίσω του. Θεέ μου, ήταν γρήγορη στο να τον ακολουθεί. Αν τα πόδια του δεν ήταν τόσο μακριά, σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε να την ξεπεράσει. «Όχι ότι σας αφορά,


αλλά θέλω να μιλήσω με τον Μπέκγουιθ». Γιατί έμπαινε στον κόπο να της εξηγήσει; Δεν έδινε εξηγήσεις σε κανέναν. Δεν το είχε κάνει από τότε που αποφάσισε να κάνει τους δρόμους σπίτι του. Κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες, με τη δούκισσα να χτυπά τα τακούνια της σαν κυνηγετικό σκυλί. Πέρασε μέσα από τον διάδρομο που είχε πράγματα που δεν είχε αμφιβολία ότι είχαν συγκεντρωθεί από παλιές γενιές. Ο ντυμένος με λιβρέα υπηρέτης άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης. Ο Τζακ μπήκε μέσα και γύρισε γρήγορα για να αντιμετωπίσει τη δούκισσα, αποκλείοντάς της την είσοδο. Εκείνη σταμάτησε με μια απότομη, σπασμωδική κίνηση, με την αναπνοή της γρήγορη, τα χρυσαφένια μάτια της ορθάνοιχτα, τα χείλη της ανοιχτά. Όταν το στόμα της δεν ήταν σαν να περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της πίνοντας λεμόνια, φαινόταν άξιο να φιληθεί αχόρταγα. Τον ερέθισε που το παρατήρησε, τον ενόχλησε ακόμα περισσότερο που αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να τη φιλάει. «Ιδιαιτέρως», είπε και χτύπησε την πόρτα πάνω της. Η εξαγριωμένη κραυγή της πέρασε το πάχος του ξύλου, φέρνοντάς του μια μικρή αίσθηση νίκης. Μιας και δεν την εμπιστευόταν ότι θα έκανε αυτό που την είχε προστάξει, γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά. Ευτυχώς ο δούκας το είχε διαθέσιμο. Χωρίς αμφιβολία, είχε συνηθίσει να ασχολείται με τις δυσάρεστες διαθέσεις της συζύγου του και αυτό το δωμάτιο πιθανότατα χρησίμευε ως το ιερό του για απομόνωση. Ο Τζακ έτρεξε προς τον Μπέκγουιθ, ο οποίος έδινε την εντύπωση ότι αγνοούσε την ταραχή που κυρίευε τον Τζακ. Ο άνθρωπος ήταν είτε ανόητος είτε εξειδικευμένος στο να παίζει χαρτιά όπως ο Τζακ. «Έχουν περάσει λίγο περισσότερο από δεκατέσσερα χρόνια από τότε που με πλησίασες και μου είπες πως είχα έναν ανώνυμο ευεργέτη. Αυτός είναι ο μόνος λόγος που αποφάσισα να εμφανιστώ εδώ απόψε. Ήταν ο ευεργέτης μου ο δούκας του Λάβινγκτον;» Αν και δεν έβγαζε κανένα νόημα, η εξήγηση αυτή ήταν η μόνη που μπόρεσε να βρει ο Τζακ για να εξηγήσει αυτή την τρέλα. «Εξυπηρετώ με μεγάλη ευχαρίστηση πολλούς άρχοντες και πλούσιους κυρίους, κύριε Ντότζερ. Ο ευεργέτης σας ήθελε να παραμείνει ανώνυμος και έτσι θα γίνει». «Μου λες ότι δεν ήταν ο Λάβινγκτον;» «Λέω ότι μέχρι ο ευεργέτης σας να μου επιτρέψει να αποκαλύψω τις επιθυμίες του, θα τιμήσω την εμπιστοσύνη του όσο το δυνατόν καλύτερα». «Τι γίνεται αν σε κάνω μαύρο στο ξύλο; Υποψιάζομαι ότι θα διαπιστώσεις ότι η ικανότητά σου δεν είναι όση νομίζεις». Ο Μπέκγουιθ είχε το θράσος να χαμογελάσει σαν να διασκέδαζε. Ο Τζακ δεν ήθελε να τον κοροϊδεύουν ή, ακόμα χειρότερα, να τον προκαλούν. Βρίζοντας


από μέσα του, σάρωσε το χέρι του πάνω από τη διαθήκη και τον φάκελο. «Αυτό δεν βγάζει νόημα». «Είναι σημαντικό να βγάζει;» «Είναι σημαντικό να καταλάβω γιατί ένας άνθρωπος στον οποίο μίλησα μόνο μερικές φορές θεώρησε σκόπιμο να μου δώσει τόσο πολλά για να κάνω τόσο λίγα». «Το να είσαι κηδεμόνας ενός Λόρδου του Βασιλείου είναι ένα βαρύ, σοβαρό και σημαντικό καθήκον, κύριε Ντότζερ. Μην υποτιμάτε τη δύναμη της επιρροής σας ή το μέγεθος της εργασίας που απαιτείται για να εξασφαλίσετε ότι ο νέος άρχοντας θα γίνει ένας άντρας σωστός». Ο Τζακ γέλασε δυνατά. «Γαμώτο, άνθρωπέ μου, αυτό ακριβώς λέω. Η δούκισσα έχει δίκιο. Είμαι ο τελευταίος που πρέπει να υπηρετήσει ως θεματοφύλακας και προστάτης του γιου της. Αποστρέφομαι την αριστοκρατία». «Αυτό είναι άσχημο, ειδικά επειδή είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για την πρωτοφανή επιτυχία σας. Ο δούκας αισθανόταν διαφορετικά όσον αφορά τα προσόντα σας για την καθοδήγηση του γιου του προς την ενηλικίωση. Ωστόσο, καταλάβαινε επίσης ότι δεν μπορείτε να αναγκαστείτε να κάνετε αυτό που δεν θέλετε να κάνετε. Έχετε είκοσι τέσσερις ώρες για να μου ανακοινώσετε την απόφασή σας. Στο τέλος αυτής της περιόδου, εάν δεν έχετε συμφωνήσει με τους όρους και τις προϋποθέσεις της διαθήκης όπως σας παρουσιάστηκαν σήμερα το απόγευμα, θα έχει περάσει η ευκαιρία σας να κερδίσετε όλα αυτά –και το τελευταίο μέρος– και θα μπει η δεύτερη διαθήκη σε ισχύ». «Μιλάς σαν να είναι ένα πολύπλοκο παιχνίδι». Ο Μπέκγουιθ χαμογέλασε γνωρίζοντας. «Ποιος είμαι για να κρίνω;» Ο Τζακ κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Περισσότερα βιβλία είχε δει μόνο στη βιβλιοθήκη του Κλέιμπουρν. Αν διάβαζε ένα βιβλίο κάθε μέρα για όσο καιρό ζούσε, δεν θα τα διάβαζε ποτέ όλα. Τα δερμάτινα βιβλία μόνο άξιζαν μια περιουσία. Ο Τζακ έστρεψε την προσοχή του στον άντρα που καθόταν ήρεμα στο γραφείο. Τίποτα δεν φαινόταν να τον εκνευρίζει. Ήταν ένας άνθρωπος που έπαιρνε τη δύναμή του από εκείνους που υπηρετούσε. «Στη δεύτερη διαθήκη, τι αφήνει στη χήρα;» «Δεν είμαι ελεύθερος να πω». «Γαμώτο, άνθρωπέ μου, τουλάχιστον πες μου αν την ευνοεί περισσότερο από την πρώτη». Ο Τζακ σκέφτηκε ότι ήταν θλιβερό το τι θα έμενε τελικά στη σύζυγο, η αλήθεια να λέγεται. Ακόμα και αν ήταν το άχαρο πλάσμα που τον ακολουθούσε.


«Τι σημασία έχει;» ρώτησε ο Μπέκγουιθ. Ο Τζακ έτριψε τον αντίχειρά του κατά μήκος της γραμμής του σαγονιού του. Δεν θα άφηνε τα κλειδιά ενός βασιλείου πολύ μεγαλύτερου από ό,τι διέθετε επί του παρόντος από τα χέρια του. Πήρε το δερμάτινο βιβλίο που του είχε δώσει ο Μπέκγουιθ νωρίτερα και έριξε στον άντρα το περίφημο μισό χαμόγελο για το οποίο ο Τζακ ήταν τόσο γνωστός. «Πώς μπορώ να αποδεχτώ τους όρους της διαθήκης;»


Κεφάλαιο 3 Με την ομίχλη να κινείται γύρω του, ο Τζακ περπατούσε στον ήσυχο δρόμο. Είχε πάρει μια άμαξα για το σπίτι του δούκα. Θα μπορούσε να βρει άλλη για να τον πάει πίσω στο σπίτι του, μόνο που δεν τη χρειαζόταν πλέον. Είχε άμαξα και άλογα. Είχε έπαυλη και υπηρέτες και ενδοιασμούς. Με ενδοιασμό υπέγραψε το έγγραφο που είχε βάλει ο Μπέκγουιθ μπροστά του. Παρά τις προσπάθειές του να αμφισβητήσει και να πείσει τον εαυτό του για το αντίθετο, γνώριζε από τη στιγμή που ο Μπέκγουιθ διάβαζε τους όρους της διαθήκης ότι δεν θα εγκατέλειπε όλα όσα του δίνονταν. Δεν περίμενε ότι η δούκισσα θα ήταν ευγενική όταν την ενημέρωναν ότι είχε αποδεχτεί τους όρους. Προς έκπληξή του, εκείνη απλώς ένευσε στον κύριο Μπέκγουιθ και είπε: «Θα πρέπει να ενημερωθούν οι υπηρέτες». Τους είχε καλέσει στο φουαγιέ. Με τον Τζακ να στέκεται στο κάτω μέρος των σκαλοπατιών κι εκείνη να στέκεται λίγο πιο πάνω, με όλη τη συμπεριφορά βασίλισσας. Πίστευε ότι τώρα ήξερε πώς έμοιαζε ο πολεμιστής στο τέλος της ημέρας, όταν η σκληρή μάχη δεν είχε πάει όπως ήθελε, όταν έπρεπε να κοιτάξει στα μάτια εκείνους που είχε στείλει στο πεδίο της μάχης και να τους πείσει ότι η τιμή βρισκόταν απλώς στην επιβίωση. Ήταν κομψή και εύγλωττη καθώς εξηγούσε ότι η έπαυλη ήταν τώρα του Τζακ και ότι όλοι θα φρόντιζαν για την ικανοποίησή του. Δεν είχε ειπωθεί ούτε μία λέξη από το προσωπικό. Ο Τζακ φαντάστηκε ότι θα είχαν τεράστιες απορίες μόλις το σοκ έφευγε. Αλλά θα τον ικανοποιούσε να αφήσει και αυτούς και τη δούκισσα ενώ θα προσαρμοζόταν στην αλλαγή της τύχης του μόνος. Ενώ παραδεχόταν ότι δεν θεωρούσε τον εαυτό του την καλύτερη επιλογή να υπηρετήσει ως κηδεμόνας τον αγαπημένο και υπερπροστατευμένο γιο της, θα μπορούσε σίγουρα να σκεφτεί και το χειρότερο. Ίσως ο ίδιος ο δούκας να είχε σκεφτεί το ίδιο. Ο Τζακ περπατούσε συχνά στους δρόμους με τα μεγάλα σπίτια, προσπαθώντας να θυμηθεί αυτό που νόμιζε ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Το πρώτο φανταχτερό σπίτι στο οποίο έζησε – ήταν πέντε. Ο άντρας είχε υποσχεθεί στη μητέρα του ότι θα φρόντιζε καλά τον Τζακ. Εκείνη φάνηκε να τον γνωρίζει και να τον εμπιστεύεται. Ίσως ήταν ένας από τους πελάτες της.


Το μόνο που θυμόταν ο Τζακ ήταν ότι ο άντρας τον τάισε, τον έλουσε και τον έβαλε στο κρεβάτι. Μπήκε κάτω από τα καλύμματα μαζί του… έκανε διάφορα… Ο Τζακ επιτάχυνε τα βήματά του σαν να ήταν πέντε πάλι, τρέχοντας μακριά. Ο άντρας είχε κλάψει μετά, είπε ότι λυπόταν, υποσχέθηκε να μην το κάνει ξανά… Ο Τζακ στράφηκε σε μια πανύψηλη λεύκα και χτύπησε τη γροθιά του στον κορμό, απόλαυσε το τσίμπημα του σκληρού φλοιού και ένιωσε τον πόνο να ανεβαίνει προς τα πάνω στο χέρι του. Δεν ήθελε να ξαναπάει εκεί, δεν ήθελε να επιστρέψει στον φόβο και στον πόνο. Στην ντροπή. Αν και είχε ξεφύγει, με έναν τρομακτικό ρυθμό στα βήματά του, είχε σκεφτεί ότι πάντα θυμόταν πού ήταν αυτό το σπίτι. Αλλά το Λονδίνο είχε αλλάξει μέσα σε είκοσι οκτώ χρόνια. Ο Τζακ δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς έμοιαζε ο άντρας. Δεν τον είχε σκεφτεί για πολύ καιρό, αλλά τώρα αναρωτήθηκε… Τι θα μπορούσε να πράξει ένας άνθρωπος λόγω της ενοχής; Θα αναζητούσε και θα άφηνε τα πάντα σε ένα αγόρι που είχε κακοποιηθεί; Ήταν ο Λάβινγκτον ο άνθρωπος που τον αγόρασε; Τι τον ένοιαζε τώρα; Ήταν νεκρός. Είχε αφήσει στον Τζακ μια περιουσία. Τι τον ένοιαζε αν ήταν μια περιουσία γεμάτη ενοχές και λύπη; Ο Τζακ πάντα ήθελε να συγκεντρώνει χρήματα που θα του εξασφάλιζαν ότι κανείς δεν θα τον ξαναγόραζε ποτέ. Τώρα, κανείς δεν θα μπορούσε πια να το κάνει. «Πες μου τι ξέρεις για τον δούκα του Λάβινγκτον», απαίτησε ο Τζακ. Ζητούσε απελπισμένα τη γεύση του ουίσκι στη γλώσσα του και αφού βρισκόταν στη γειτονιά, είχε σταματήσει στο σπίτι του Λουκ. Είχε περάσει μόνο μια εβδομάδα από τον βιαστικά διευθετημένο γάμο του Λουκ και το ζευγάρι δεν φαινόταν διατεθειμένο να κάνει γαμήλιο ταξίδι. Καθισμένος απέναντι από τον Τζακ, κοντά στο παράθυρο που είχε θέα στον εντυπωσιακό κήπο, όταν δεν ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι, ο Λουκ ήπιε μια γουλιά ουίσκι. Είχε βγάλει το σακάκι του και το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό στον λαιμό του. Τα σκούρα μαλλιά του φαίνονταν να έχουν ανακατευτεί πρόσφατα και ο Τζακ υποψιάστηκε ότι δεν ήταν ο Λουκ που το είχε κάνει αυτό. Παρ’ όλα αυτά, παρά το ατημέλητο της εμφάνισής του, είχε το βλέμμα ενός ανθρώπου που είχε τον έλεγχο, ενός ανθρώπου που γνώριζε τη θέση του στον κόσμο και τελικά ήταν άνετος με αυτό. Ο Τζακ δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά ο Λούσιαν Λάνγκτον «φορούσε» καλά τον τίτλο του κόμη. «Ήταν αξιοσέβαστος στη Βουλή των Λόρδων», δήλωσε επίσημα ο Λουκ.


«Όταν μιλούσε, οι άνθρωποι τον άκουγαν. Ο θάνατός του αφήνει κενό που θα είναι δύσκολο να γεμίσει». «Ώστε νομίζεις ότι ήταν ένας αξιοπρεπής τύπος;» Ο Λουκ ανασήκωσε τους ώμους. «Φαινόταν να είναι. Μου μίλησε μόνο λίγες φορές. Για πολιτική ως επί το πλείστον. Με συμβούλευσε ότι πάντα χρειαζόταν να ξέρω το γιατί ένιωθα με τον τρόπο που ένιωθα σε ορισμένα θέματα. Επέμενε στο να ρωτάει γιατί τους νεότερους άρχοντες. Επέμενε στο να μην είμαστε πρόβατα». «Και η γυναίκα του;» Ο Λουκ κούνησε το κεφάλι του. «Θα έπρεπε πιθανώς να ρωτήσουμε την Κάθριν. Είναι πολύ πιο εξοικειωμένη με τις κυρίες της αριστοκρατίας από μένα. Μέχρι πρόσφατα, δεν σύχναζα στον κύκλο τους». Η Κάθριν, η σύζυγός του, ήταν κόρη του δούκα του Γκρέιστοουν, που είχε πεθάνει πρόσφατα και ο αδερφός της, ο οποίος απουσίαζε κατά τη μεγάλη ασθένεια του πατέρα του, επέστρεψε στο Λονδίνο και κληρονόμησε τους τίτλους. Φαινόταν ότι τελευταία οι άρχοντες πέθαιναν σαν μύγες. Ο Τζακ αναρωτήθηκε αν ο πατέρας της Κάθριν θα είχε εγκρίνει να παντρευτεί τον «Κόμη Διάβολο». «Η Κάθριν δεν με συμπαθεί. Δεν θα βοηθήσει», είπε ο Τζακ. «Η Κάθριν έχει γενναιόδωρη καρδιά. Θα βοηθάει πάντα κάποιον που έχει ανάγκη». Ο Λουκ έσκυψε προς τα εμπρός. «Τι συμβαίνει, Τζακ; Από τη στιγμή που έφυγες στα δεκαεννέα σου, πάντα απέφευγες να έρθεις στο σπίτι μου, εκτός κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο –σαν να φοβόσουν ότι θα κολλούσες ευλογιά– και όμως ήρθες εδώ τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να ξαπλώσω». Απλώνοντας το χέρι στην καράφα πάνω στο τραπέζι που ήταν ανάμεσά τους, ο Τζακ έριξε περισσότερο ουίσκι στο ποτήρι του. Κατέβασε το περιεχόμενό του με μια μεγάλη γουλιά, απολαμβάνοντας την αίσθηση του καψίματος στον λαιμό του, που τελικά στροβιλίστηκε μέσα στο αίμα του. Το πρόβλημα με την τοποθέτηση τοίχων ήταν ότι η αναρρίχηση πάνω τους όταν χρειαζόταν βοήθεια ήταν τόσο δύσκολη. «Ο Λάβινγκτον άφησε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που δεν αφορούν τους τίτλους σε εμένα». Ο Λουκ τον κοίταξε σαν να στάθηκε μπροστά του και να γδύθηκε. «Η αντίδρασή μου ήταν αρκετά παρόμοια», είπε ο Τζακ λακωνικά. Αν η χήρα δεν είχε σκληρύνει σαν πέτρα στο άκουσμα των νέων, ίσως να πίστευε ότι είχε παρανοήσει σχετικά με τους όρους της διαθήκης. «Γιατί να το κάνει;» Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό φαίνεται να είναι το θέμα της βραδιάς


και δεν έχω την παραμικρή ιδέα για την απάντηση». «Τον ήξερες;» «Μετά βίας. Τον συνάντησα μια φορά στον κήπο εδώ. Νομίζω ότι είχε επισκεφθεί τον παππού σου. Ήρθε στη λέσχη μια ή δύο φορές». «Μήπως σου χρωστούσε κάποιο χρέος από τζόγο;» Ο Τζακ έριξε περισσότερο ουίσκι, κατέβασε άλλη μια μεγάλη γουλιά. «Απ’ όσο γνωρίζω, δεν έπαιζε ποτέ ούτε έπινε ούτε ασχολούνταν με πόρνες. Απλώς παρατηρούσε. Μερικοί άνθρωποι είναι έτσι: ηδονοβλεψίες της αμαρτίας. Ποτέ δεν το σκέφτηκα παραπάνω». Ο Λουκ σήκωσε τα χέρια του. «Έτσι απλά σου άφησε τα πάντα;» «Για την ακρίβεια, περιλάμβανε μια μικρή υποχρέωση, που δύσκολα μπορεί να παραλειφθεί. Πρέπει να υπηρετήσω ως κηδεμόνας του πεντάχρονου γιου του». Τα μάτια του Λουκ άνοιξαν διάπλατα καθώς έγερνε πίσω στην καρέκλα. «Γιατί, μα τον Θεό, να αναθέσει σε εσένα τη φροντίδα του γιου του;» «Εκτιμώ την εμπιστοσύνη σου. Συγγνώμη που σε καθυστέρησα από τον ύπνο σου». Ο Τζακ σηκώθηκε. Η φιλία του με τον Λουκ είχε διαταραχθεί τελευταία. Κάποτε εμπιστευόταν απόλυτα ο ένας τον άλλο, θα έδιναν και την ίδια τους τη ζωή, τώρα τους χώριζε απόσταση λόγω της λύπης και των μυστικών που είχαν αποκαλυφθεί. Δεν έπρεπε να κάνει τον κόπο να έρθει, αλλά ο δρόμος τους είχε κάνει αδέρφια. Όσο κι αν απεχθανόταν να παραδεχτεί ότι χρειαζόταν κάποιον, ο Τζακ ήθελε ξαφνικά απελπισμένα κάποιον να πιστέψει σε αυτόν. «Όχι, με παρεξήγησες. Σου έχω εμπιστοσύνη ότι θα είσαι καλός κηδεμόνας. Ο Θεός μόνο ξέρει, όταν ήμαστε παιδιά, πόσες φορές έσωσες το τομάρι μου. Αλλά γιατί ο Λάβινγκτον να αφήσει τη φροντίδα του γιου του σε έναν άνθρωπο που δεν ήξερε, παρά μόνο ελάχιστα;» Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του. «Είμαι τόσο μπερδεμένος όσο κι εσύ». «Πώς πήρε η χήρα του τα νέα;» Έτριψε το μάγουλό του, φέρνοντας στον νου του το τσίμπημα από το χαστούκι της. «Όχι καλά, καθόλου καλά, φοβάμαι». Άκουσε ένα ελαφρύ βήμα και γύρισε προς την πόρτα. Η Κάθριν στεκόταν κάτω από την κάσα. «Συγγνώμη. Δεν ήθελα να διακόψω. Δεν συνειδητοποίησα ότι έχεις παρέα. Απλώς αναρωτιόμουν τι σε κρατούσε ξύπνιο». Μακριά από το κρεβάτι μου, ήταν τα λόγια που ο Τζακ σκέφτηκε ότι έμειναν μετέωρα. Η Κάθριν Λάνγκτον, η κόμισσα του Κλέιμπουρν, ήταν μια όμορφη γυναίκα. Τα μαλλιά της, στο χρώμα των ακτίνων του φεγγαριού, ήταν ήδη λυτά για τη νύχτα. Για κάποιον λόγο, τον έκαναν να αναρωτηθεί πώς θα έμοιαζαν τα


μαλλιά της χήρας όταν τα άφηνε, τι μπορεί να ένιωθε χτενίζοντάς τα με τα δάχτυλά του. «Κάνε μας παρέα, σε παρακαλώ», είπε ο Λουκ. «Ο Τζακ θέλει να σε ρωτήσει κάποια πράγματα». Όχι, δεν θέλω, σκέφτηκε ο Τζακ εκνευρισμένα. Εσύ θέλεις να τη ρωτήσω. Αλλά έμεινε όπως ήταν γιατί αν έφευγε θα έδινε την εντύπωση ότι ήταν αναστατωμένος εξαιτίας της και ενώ αυτή η εκτίμηση μπορεί να ήταν αλήθεια, δεν είχε καμία επιθυμία εκείνη να το καταλάβει. Είχε μεγάλη επιρροή στον Λουκ ούτως ή άλλως. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να της επιτρέψει να πιστεύει ότι θα μπορούσε να ελέγξει έναν ακόμη άντρα. Ο Τζακ την κοίταξε καθώς διέσχισε με χάρη το δωμάτιο και κάθισε στην καρέκλα που είχε αφήσει ο Λουκ. Ο Λουκ έγειρε στο μπράτσο της καρέκλας, με τα δάχτυλά του να πηγαίνουν αμέσως στις μπούκλες της Κάθριν, σαν να μην μπορούσε να είναι δίπλα της χωρίς να την αγγίζει. Ήταν περίεργο να βλέπει τον φίλο του να πέφτει κάτω από τα μάγια της. Ο Λουκ θα έκανε οτιδήποτε γι’ αυτή – θα σκότωνε αν χρειαζόταν. Ο Τζακ δεν μπορούσε να φανταστεί να αγαπάει μια γυναίκα τόσο πολύ, δεν μπορούσε να φανταστεί να αγαπάει μια γυναίκα καθόλου. Η αγάπη έκανε ένα άτομο ευάλωτο και δεν είχε καμία πρόθεση να μπει ξανά σε τέτοια θέση. «Ο Τζακ αντιμετωπίζει μια ασυνήθιστη κατάσταση», άρχισε ο Λουκ. «Φαίνεται ότι ο Λάβινγκτον του έχει κληροδοτήσει όλες τις ιδιότητές του που δεν αφορούν τους τίτλους, με αντάλλαγμα ο Τζακ να λειτουργήσει ως κηδεμόνας του γιου του». Προς τιμή της, η Κάθριν δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να κοιτάξει τον σύζυγό της, με ένα συνοφρύωμα ανάμεσα στα λεπτά τοξωτά φρύδια της, πριν στρέψει την προσοχή της στον Τζακ. «Πώς μπορώ να βοηθήσω;» Παίρνοντας πάλι θέση στο κάθισμά του στην απροσδόκητη προσφορά της, ο Τζακ καθάρισε τον λαιμό του, μην ξέροντας από πού να ξεκινήσει. Όσον αφορά τη νεαρή χήρα, όσο περισσότερα γνώριζε για αυτή, τόσο μεγαλύτερο πλεονέκτημα θα είχε σε κάθε μελλοντική συνάντηση. Το ενδιαφέρον του ήταν τόσο απλό. Τίποτα περισσότερο. «Αναρωτιόμουν τι θα μπορούσατε να μου πείτε για τη γυναίκα του». «Την Ολίβια;» «Έχει και άλλη;» «Όχι, φυσικά όχι. Δεν τη γνωρίζω καλά. Ο πατέρας της ήταν ο δούκας του Άβενταλ. Πιστεύω ότι ήταν δεκαεννέα όταν παντρεύτηκε τον Λάβινγκτον. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι όλοι εκπλαγήκαμε που θα παντρευόταν κάποιον


πολύ μεγαλύτερο. Δεν νομίζω ότι ήθελε μνηστήρες. Υποψιάζομαι ότι ο γάμος είχε περισσότερο να κάνει με τις επιθυμίες του πατέρα της παρά τις δικές της». Έτριψε τρυφερά το πόδι του συζύγου της. «Δεν είμαστε όλοι τυχεροί να αγαπάμε εκείνον που παντρευόμαστε». Έγειρε το κεφάλι σκεπτική. «Πρόκειται να υπηρετήσετε ως κηδεμόνας του παιδιού;» «Φυσικά». «Δεν μπορεί να σου προσφέρει τίποτα που να χρειάζεσαι», είπε ο Λουκ. «Η ανάγκη δεν έχει καμία σχέση με την απόφασή μου. Όπως γνωρίζετε καλά, ποτέ δεν γυρίζω την πλάτη μου στην ευκαιρία να είμαι πλουσιότερος από όσο είμαι. Εκτός αυτού, τώρα θα είμαστε γείτονες. Κληρονόμησα την κατοικία του στο Λονδίνο». «Όμως το αξίωμα του κηδεμόνα είναι μεγάλη ευθύνη, κύριε Ντότζερ», είπε η Κάθριν. «Δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο άσχημα όσο λέτε. Εκτός αυτού, είμαι υποχρεωμένος μόνο μέχρι η χήρα να παντρευτεί, στη συνέχεια το καθήκον θα πέσει στον νέο σύζυγό της». «Γνωρίζω τη δούκισσα αρκετά καλά για να ξέρω ότι θέτει το καθήκον πάνω από όλα και συμμορφώνεται με τους θρησκευτικούς κανόνες της κοινωνίας. Θα τιμήσει τον σύζυγό της για όλη τη διετή περίοδο πένθους». «Τότε, σε δύο χρόνια και μια μέρα, θα έχω έναν τύπο να την περιμένει γονατιστός». «Πρόκειται να κανονίσετε γάμο γι’ αυτή;» η Κάθριν εξεπλάγη θετικά με αυτή την ιδέα. Ο Τζακ σήκωσε τα χέρια του, ξέροντας πως ό,τι κι αν έκανε, η Κάθριν θα έβρισκε λάθος στα σχέδιά του. «Δεν βλέπω κανέναν λόγο να μην το κάνω. Δεν είμαι εγώ σε πένθος». Εκτός αυτού, πόσο δύσκολο θα ήταν να βρει για τη δούκισσα έναν νέο σύζυγο; Και τα χρήματα θα μπορούσαν να αγοράσουν πολλά πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της συγχώρεσης για παραβίαση των κανόνων της εθιμοτυπίας. Η κοινωνία ίσως απαιτεί μια χήρα να θρηνήσει για δύο χρόνια, αλλά ο Τζακ δεν έβλεπε τον λόγο εκείνη να λυπηθεί για περισσότερο από δύο εβδομάδες. Μια ήσυχη τελετή και έπειτα μακριά, στον τόπο που μια χαρούμενη μικρή οικογένεια θα μπορούσε να πάει. Και ο Τζακ θα είχε την πανέμορφη νέα έπαυλή του για τον εαυτό του. «Ξύπνα, αγάπη μου», ψιθύρισε απαλά η Ολίβια.


Ο Χένρι άνοιξε τα μάτια του. Είχε πάρει την ωχρή επιδερμίδα της, τα ξανθά μαλλιά του ήταν από τον πατέρα του, αλλά τα μάτια του έμοιαζαν με τα δικά της. Ήταν τόσο περίεργο παιδί, πάντα μελετώντας τον κόσμο γύρω του, προσπαθώντας να ανακαλύψει πώς λειτουργούν τα πράγματα. Ο Λάβινγκτον είχε αφιερώσει λίγο χρόνο στον γιο του, όπως αρκετοί πατεράδες. Φρόντιζαν να αφήνουν την ανατροφή των γιων τους σε άλλους. Ίσως η μη εμπλοκή του Λάβινγκτον τον είχε πείσει ότι έπρεπε να σκεφτεί την επιλογή ενός κηδεμόνα – αλλά ακόμα και έτσι, η Ολίβια δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την επιλογή του. Δίνοντας ένα φιλί στο κεφάλι του Χένρι, μύρισε το γλυκό, γαλακτώδες άρωμα του παιδιού. Δεν θα μπορούσε να επιτρέψει σε έναν εγκληματία να τον μεγαλώσει. Ο καλύτερος τρόπος να αποφευχθεί αυτό ήταν να τον πάρει όσο πιο μακριά από τον Τζακ Ντότζερ ήταν δυνατόν. «Πρέπει να σηκωθείς και να ντυθείς. Θα πάμε στο οικογενειακό εξοχικό», του είπε η Ολίβια. Το εξοχικό ήταν μέρος του κληροδοτήματος. Ανήκε στον Χένρι και θα τον έθετε εκτός επιρροής του κηδεμόνα του. Μόλις θα βρισκόταν μακριά από αυτή την τρέλα, η Ολίβια θα μπορούσε να σκεφτεί πιο ξεκάθαρα και να βρει έναν τρόπο να εξασφαλίσει ότι ο κύριος Ντότζερ δεν θα είχε καμία επιρροή στον Χένρι. Φαινόταν να είναι ένας άνθρωπος που λάτρευε τα χρήματα. Ίσως θα μπορούσε να μεταφέρει τα χρήματα από το καταπίστευμά της σε αυτόν. Θα έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο –δίνοντάς το, κάνοντας θυσίες– για να εξασφαλίσει ότι ο Χένρι θα είχε την κατάλληλη καθοδήγηση. Τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό γι’ αυτή από τον γιο της. Γύρισε στην νταντά του. «Έλεν, σε παρακαλώ, ετοίμασε μερικά πράγματα για τον Χένρι και για εσένα. Έχω φέρει μια άμαξα μπροστά. Καλύτερα να μην καθυστερήσουμε». Δεν μπορούσε να πιστέψει σε πόσο απελπιστική κατάσταση την είχε φέρει ο θάνατος του Λάβινγκτον. Ήταν μόνο πενήντα ενός. Όταν τον παντρεύτηκε πριν από έξι χρόνια, φαινόταν πολύ ώριμος, αλλά όταν πέθανε ξαφνικά, φάνηκε τρομερά νέος, ότι έφυγε πριν από την ώρα του. Δυστυχώς δεν είχε ούτε μια στιγμή για να τον σκεφτεί, για το πώς θα ήταν η ζωή χωρίς αυτόν. Και αν ακόμα το είχε κάνει, σίγουρα δεν θα είχε ποτέ σκεφτεί ότι θα έπαιρνε την τροπή που πήρε απόψε. Παρ’ όλα αυτά, είχε ευθύνες και θα φρόντιζε για αυτές όσο καλύτερα μπορούσε. Το καθήκον δεν σου δίνει την πολυτέλεια του χρόνου για να θρηνήσεις. Όταν όλα ήταν έτοιμα και ο Χένρι ήταν κατάλληλα ντυμένος, η Ολίβια πήρε το χέρι του και τον κατέβασε από τις σκάλες. Η υπηρέτριά της την περίμενε στο


φουαγιέ. «Οι υπηρέτες έχουν φορτώσει τα πράγματά μας στην άμαξα», δήλωσε η Μάγκι στην Ολίβια. Πακετάρισαν πολύ λίγα πράγματα καθώς έπρεπε να φύγουν βιαστικά, για να είναι η διαφυγή τους πετυχημένη. Διαφυγή. Δεν ήταν μια λέξη που είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα σχετιζόταν με τη ζωή της, αλλά αυτό ήταν, φεύγοντας μες στη νύχτα σαν να ήταν κλέφτης. Εάν δεν ήταν τόσο κουρασμένη, ίσως θα μπορούσε να σκεφτεί μια άλλη στρατηγική, αλλά εκείνη τη στιγμή ήθελε μόνο να ξεφύγει από την τρέλα. «Καλώς. Ας φύγουμε». Με έναν υπηρέτη να κρατά ένα φανάρι και να τους οδηγεί και έναν άλλο να μεταφέρει τον γιο της, η Ολίβια βγήκε έξω στη νύχτα. Κατεβαίνοντας τα μεγάλα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο σπίτι που είχε ερωτευτεί. Περπατώντας ζωηρά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ένιωσε έναν θλιβερό πόνο στο στήθος της. Αν ήταν πιο αδύναμη γυναίκα, σκέφτηκε ότι θα έβαζε τα κλάματα, αλλά δεν θα άλλαζαν την κατάστασή της. Έπρεπε να παραμείνει δυνατή για τον Χένρι. Έπρεπε να τον προστατεύσει με κάθε κόστος. Γνώριζε το είδος του Τζακ Ντότζερ. Ήθελε τα πάντα εύκολα, χωρίς προσπάθεια. Μόλις έφευγαν, δεν θα έμπαινε στον κόπο να τους κυνηγήσει. Θα είχε την έπαυλη και το περιεχόμενό της, το οποίο ήταν πεπεισμένη ότι ήταν αυτό που πραγματικά ήθελε. Πήρε βιαστικά την κατεύθυνση στο καλντερίμι, έχοντας επίγνωση ότι η παχιά ομίχλη απορροφούσε και έσβηνε την ηχώ των βημάτων της. Αυτή η νύχτα φαινόταν τέλεια για να το σκάσει. Ένας υπηρέτης με λιβρέα άνοιξε την πόρτα στην άμαξα που περίμενε και τη βοήθησε να μπει μέσα. Καθώς βολευόταν πάνω στο βελούδινο κάθισμα, συνειδητοποίησε ένα οικείο άρωμα… «Πηγαίνεις κάπου, δούκισσα;» Άφησε ένα τρομαγμένο ουρλιαχτό ακούγοντας τη βραχνή φωνή που ερχόταν από τη σκιερή γωνία της άμαξας. Μπορεί να συνέχιζε να ουρλιάζει αν δεν ακολουθούσε το τρανταχτό γέλιο. Ήξερε τώρα την ηχώ του γέλιου του Σατανά· δεν ήταν ένας ήχος που καλούσε τους άλλους να συμμετάσχουν στην ευθυμία. «Εξοχότατη;» ρώτησε ένας από τους υπηρέτες. «Είναι μια χαρά», είπε ο Τζακ Ντότζερ καθώς άρπαξε το φανάρι από τον υπηρέτη και το κρέμασε από έναν εσωτερικό γάντζο, με τη χρυσή λάμψη να φωτίζει τα όρια της άμαξας κι εκείνον. Με κάποιον τρόπο κατάφερνε να δείχνει ευχαριστημένος και ενοχλημένος ταυτόχρονα. Και πάρα πολύ επικίνδυνος. Στην πόρτα που κρατούσε ο άλλος υπηρέτης στεκόταν ο Χένρι, που φώναξε όταν εκείνη ούρλιαξε ενώ τώρα έκλαιγε γοερά. Απλώνοντας τα χέρια έξω, τον


τράβηξε και πίεσε το τρεμάμενο κορμί του στο στήθος της. «Σσσς, Χένρι, όλα είναι εντάξει. Η μαμά απλώς τρόμαξε, αυτό είναι όλο. Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν θα σε πειράξει, αγάπη μου. Σου το υπόσχομαι». Σαν να καθησυχάστηκε από τα λόγια της, ο Χένρι σταμάτησε να κλαίει και άρχισε να πιπιλάει με θόρυβο το δάχτυλό του. Ήταν μια συνήθεια για την οποία η Ολίβια δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη, αλλά ούτε η ίδια ούτε η νταντά του είχαν καταφέρει να του την κόψουν. Τη συγκεκριμένη στιγμή δεν φάνηκε να αξίζει τον κόπο να ανησυχήσει. Είχε πολύ μεγαλύτερες ανησυχίες να αντιμετωπίσει. Εάν ήταν επιρρεπής στη βωμολοχία, σκέφτηκε η Ολίβια, τώρα ήταν μια καλή στιγμή για να βρίσει λίγο. Ο Τζακ Ντότζερ φαινόταν πιο ογκώδης από πριν και πιο δυσοίωνος. Τον συμπαθούσε όλο και λιγότερο και αποφάσισε ότι τον είχε αντέξει αρκετά για το συγκεκριμένο βράδυ. «Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε η Ολίβια με την πιο επίσημη φωνή της, αυτή που χρησιμοποιούσε όταν έπιανε υπηρέτες να χαλαρώνουν από τα καθήκοντά τους. «Η ερώτηση, δούκισσα, είναι εσύ τι κάνεις; Σύμφωνα με αυτό το βιβλίο», έσπρωξε το βιβλίο που κρατούσε σαν το περιεχόμενό του να ήταν ευαγγέλιο, «αυτή η άμαξα είναι ιδιοκτησία μου. Προσπαθείς να την κλέψεις από μένα;» «Πώς μπορεί να είναι η περιουσία σας; Φέρει το οικόσημο του δούκα». «Υποθέτω ότι έχεις δίκιο. Θα έπρεπε να βγάλω το οικόσημο, καθώς δημιουργεί σύγχυση». «Ήταν η άμαξα του δούκα». «Αλλά δυστυχώς για σένα, αγοράστηκε με μη κληροδοτούμενα κεφάλαια». «Το διαβάσατε αυτό στο σκοτάδι;» «Όχι, το διάβασα στη βιβλιοθήκη. Έχω μια εκπληκτικά καλή μνήμη. Χρειάζεται να διαβάσω κάτι μόνο μια φορά και είναι σαν να το έκανα εικόνα στο μυαλό μου. Αλλά αμφιβάλλω ότι ενδιαφέρεσαι πραγματικά για το ταλέντο μου, οπότε ας επιστρέψουμε στην αρχική μου ερώτηση. Επιδιώκεις να με κλέψεις; Χρειάζεται να καλέσω αστυφύλακα;» «Μη γίνεστε γελοίος. Πήγαινα απλώς τον Χένρι στην εξοχή». «Μέσα στη μαύρη νύχτα;» ρώτησε ο κύριος Ντότζερ. «Έχει περισσότερη δροσιά για να ταξιδέψει κάποιος και ο Χένρι κοιμάται όταν ταξιδεύουμε νύχτα. Έτσι δεν χρειάζεται να προσπαθώ να τον κρατήσω απασχολημένο και κάνει πολύ πιο ευχάριστο το ταξίδι για όλους τους εμπλεκόμενους και δεν είμαι σίγουρη για ποιον λόγο πρέπει να απολογηθώ». «Νομίζω ότι οι άνθρωποι συνήθως μπαίνουν στον κόπο να απολογηθούν όταν συνειδητοποιούν ότι έχουν κάνει λάθος».


«Δεν έκανα τίποτα λάθος». Αλλά τα λόγια της ακούστηκαν αμυντικά και αδύναμα ακόμα και στα αφτιά της. «Όπως το βλέπω, εδώ είναι το πρόβλημα. Είμαι ο κηδεμόνας του Χένρι. Αν είναι στην εξοχή, τότε δεν μπορώ να τον προστατέψω αποτελεσματικά». Θα μπορούσε να ορκιστεί ότι άκουσε το χιούμορ να χρωματίζει τη φωνή του. Νόμιζε ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο αστείο, ότι οι αποκαλύψεις απόψεων σχεδιάστηκαν για τη διασκέδασή του; Κατάπιε τα σκληρά λόγια που δεν θα της πρόσφεραν τίποτα εκτός από τον θυμό του. «Ως κηδεμόνας, δεν χρειάζεται να τον προστατέψετε. Εσείς απλώς επιβλέπετε την ευημερία του και μπορείτε να το κάνετε αναθέτοντας τη φροντίδα του σε εμένα και επιτρέποντάς μου να τον πάρω στην εξοχή». «Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό είναι προς το συμφέρον του». «Πώς μπορεί να μην είναι;» «Μεγαλώνεις έναν γυναικωτό! Εκείνος ούρλιαξε πιο δυνατά από εσένα». «Αμφισβητώ αυτό το υπονοούμενο. Μας φοβίσατε παραμονεύοντας στις σκιές ενώ κανείς δεν σας περίμενε – όπως κάποιοι κακοί. Γιατί δεν στεκόσασταν έξω από την άμαξα, όπως θα έκανε ένας αξιοπρεπής άντρας; Νομίζω ότι σκόπιμα προσπαθήσατε να με ενοχλήσετε». «Νομίζω ότι γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν είμαι καθόλου αξιοπρεπής». Είχε την τόλμη να χαμογελάσει χτυπώντας όλη την ώρα εκείνο το διαβολεμένο βιβλίο. «Βρίσκετε την κατάσταση διασκεδαστική;» ξέσπασε. «Τη βρίσκω εξαιρετικά δελεαστική». Το δελεαστική ήταν πολύ λίγο. «Εσείς κι εγώ μπορούμε να συμβιβαστούμε. Πάρτε τα πάντα. Πείτε ότι είστε ο κηδεμόνας του. Αφήστε τον Χένρι κι εμένα να φύγουμε». «Δυστυχώς για εσένα, δούκισσα, είμαι άνθρωπος που κρατά τον λόγο του. Υποσχέθηκα να αναλάβω τη φροντίδα και την ανατροφή του παιδιού και αυτό θα κάνω. Και θα το κάνω εδώ στο Λονδίνο, καθώς εδώ βρίσκονται τα επιχειρηματικά μου συμφέροντα. Βέβαια, ομολογώ πως έχεις δίκιο. Πρέπει να γίνουν συμβιβασμοί και να διευθετηθούν τα θέματα μεταξύ μας. Προτείνω να μπούμε στο σπίτι, όπου μπορούμε να τα συζητήσουμε με περισσότερη άνεση». «Είναι σχεδόν δέκα, αρκετά περασμένη ώρα για επίσκεψη. Σίγουρα δεν υπονοείτε ότι σκοπεύετε να μείνετε στην έπαυλη». «Είναι το σπίτι μου. Το παιδί είναι ο προστατευόμενός μου. Λοιπόν, ναι, θα μείνω». Μίλησε τόσο απλά για κάτι που ήταν εντελώς ακατάλληλο. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι είχε μεγαλώσει συνηθισμένος να κοιμάται ανάμεσα σε ξένους.


«Αυτό είναι γελοίο. Εσείς κι εγώ δεν είμαστε συγγενείς. Δεν μπορούμε να ζήσουμε στο ίδιο σπίτι». «Είστε χήρα, όχι νεαρή. Δεν είναι υποχρεωτική η συνοδεία. Παρόλο που υποθέτω ότι έχεις γυναίκες εργαζόμενες που φροντίζουν για τις πολυάριθμες ανάγκες σου. Άφησέ τες να παρακολουθούν εάν φοβάσαι ότι θα μπεις στον πειρασμό να έρθεις στο κρεβάτι μου». Η Ολίβια αναστέναξε με αγανάκτηση. «Άθλιο κτήνος! Ποτέ δεν θα ερχόμουν στο κρεβάτι σου». «Και καθώς ούτε εγώ ενδιαφέρομαι να έρθω στο δικό σου, δεν βλέπω το πρόβλημα. Εκτός αυτού, τα περισσότερα από τα επιχειρηματικά μου καθήκοντα απαιτούν την προσοχή μου τη νύχτα, έτσι πολύ συχνά θα είμαι στη λέσχη μου. Τίποτα δυσάρεστο δεν θα συμβεί». Η Ολίβια αρνήθηκε να αναγνωρίσει το έντονο τσίμπημα απόρριψης που αισθάνθηκε όταν εκείνος παραδέχτηκε ότι δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για αυτή. Δεν ήθελε να του το δείξει. Παρόλο που ήταν επώδυνο να συνειδητοποιεί ότι ένας άντρας ο οποίος χωρίς αμφιβολία είχε τη συνήθεια να κυνηγάει πολλές γυναικείες φούστες δεν είχε στα πλάνα του να κυνηγήσει τη δική της. Την είχε πληγώσει τρομερά όταν ο Λάβινγκτον δεν επέστρεψε ποτέ στο κρεβάτι της αφότου έμεινε έγκυος. Ίσως οι άντρες δεν την έβρισκαν ελκυστική. Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να αισθάνεται άνετα γνωρίζοντας ότι ήταν ασφαλής από τον Τζακ Ντότζερ. Αντί αυτού αισθάνθηκε μια τεράστια ανάγκη να κλάψει. «Σας παρακαλώ, για όνομα του Θεού, αφήστε μας να φύγουμε». Την περιεργαζόταν σκεπτικός και άρπαξε το τελευταίο ψήγμα ελπίδας της ότι αυτή η δοκιμασία θα τελείωνε υπέρ της. Αν εκείνος είχε μόνο ένα κομμάτι ευπρέπειας, θα μπορούσε να είναι αρκετό… «Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό». «Γιατί;» «Θα μπω στον κόπο να το επαναλάβω. Η αποχώρηση δεν είναι προς όφελος του αγοριού και είμαι ο κηδεμόνας του. Τώρα, μπορείς είτε να επιστρέψεις στην έπαυλη σαν μια σωστή κυρία –περπατώντας– ή πάνω στον ώμο μου. Η επιλογή είναι δική σου. Αλλά τώρα είναι η στιγμή». «Πάνω στον ώμο σας; Σαν να είμαι μια κοινή πόρνη; Δεν θα τολμούσατε». «Σου έχω ξαναπεί, και μόνο που με προκαλείς, θα με οδηγήσεις στο να το κάνω». Άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος της… Έβγαλε μια μικρή κραυγή, κράτησε τον Χένρι κοντά και πίεσε τόσο σκληρά στο πίσω μέρος της άμαξας, που εξεπλάγη που δεν το έσπασε και δεν βρέθηκε στο μέρος των αποσκευών. «Αρκετά. Ήσαστε σαφής. Είστε ένας τύραννος.


Είμαι απόλυτα ικανή να μπω στο σπίτι». «Κρίμα». Μετατοπίστηκε στο κάθισμα. «Θα μεταφέρω το αγόρι». «Θα προτιμούσα να μην το κάνετε». Για ελάχιστες στιγμές φάνηκε ότι πλήγωσε τα αισθήματά του. Δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, όταν δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά εχθρότητα μεταξύ τους. «Όπως επιθυμείς, δούκισσα», είπε. Ο κοροϊδευτικός τόνος του τους τύλιξε. «Μπορείτε να σταματήσετε να με αποκαλείτε έτσι;» «Δεν είναι το πρέπον;» «Όχι με τον τρόπο που το λέτε». «Ίσως μπορείς να με διδάξεις να το λέω σωστά και σε αντάλλαγμα μπορώ να μοιραστώ μαζί σου κάποια απρεπή πράγματα», είπε με χαμηλή φωνή, που την έκανε να αισθανθεί ένα τσίμπημα σε μέρη που ποτέ δεν είχε νιώσει. «Θα συζητήσουμε τις πιθανότητες στη βιβλιοθήκη». «Πρέπει πρώτα να διαβάσω στον Χένρι. Δεν μπορεί να πάει για ύπνο χωρίς να του έχω διαβάσει». «Αυτό ακούγεται σαν ένα τέχνασμα για να αναβάλεις το αναπόφευκτο», της είπε ειρωνικά. «Με προσβάλλει ότι με αμφιβητείτε. Επιπλέον, ρωτήστε οποιονδήποτε από το προσωπικό. Θα επιβεβαιώσει ότι του διαβάζω κάθε βράδυ. Όχι βέβαια ότι θα χρειαζόμουν την επιβεβαίωση του προσωπικού!» «Υποθέτω ότι έχεις δίκιο. Θα πρέπει να σε αντιμετωπίζω ως ίση». «Ίση; Είστε ένας κοινός θνητός». «Αναφερόμουν στο γεγονός ότι είμαστε και οι δύο κλέφτες. Αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι είμαι πιο επιτυχημένος σε αυτό. Δεν θα είχα πιαστεί». «Τολμώ να πω ότι υπερεκτιμάτε τις ικανότητές σας. Κάποια στιγμή πιαστήκατε. Παρατήρησα το σημάδι στο χέρι σας». «Ναι, μάλλον ατυχής επιχείρηση εκείνη. Ευτυχώς για σένα, δεν σημαδεύουν πια τους εγκληματίες». Δεν έβλεπε το νόημα να του πει για άλλη μια φορά ότι δεν ήταν κλέφτρα. Πώς να γνώριζε ότι εκείνος είχε κληρονομήσει την άμαξα; Χρειαζόταν να ρίξει μια ματιά στο βιβλίο του ή να μελετήσει του γιου της πιο προσεκτικά. «Είστε εξαιρετικά ενοχλητικός, κύριε Ντότζερ». «Είναι μέρος της γοητείας μου. Συνάντησέ με στη βιβλιοθήκη όταν τελειώσεις το διάβασμα στον προστατευόμενό μου». Λέγοντας αυτό κατέβηκε από την άμαξα κάνοντάς τη να ταλαντευτεί με τις κινήσεις του και ανακοίνωσε στους υπηρέτες που στέκονταν ακόμα εκεί: «Η


δούκισσα αποφάσισε να ακυρώσει το ταξίδι της στην εξοχή. Φροντίστε τα πάντα να μπουν εκεί που πρέπει». Στη συνέχεια βγήκε στο σκοτάδι, αφήνοντάς τη να κατρακυλά στην κόλαση.


Κεφάλαιο 4 Ξαπλωμένος σε έναν καναπέ στη βιβλιοθήκη, ο Τζακ έπινε το ουίσκι του, ευγνώμων που είχε προνοήσει να φέρει μερικά μπουκάλια από του Λουκ. Είχε προγραμματίσει να επιστρέψει στη νέα κατοικία του για να συζητήσει τις λεπτομέρειες με τη χήρα και είχε αποφασίσει ότι θα χρειάζονταν και οι δύο μια γερή δόση του παρασκευάσματος του διαβόλου για να προετοιμάσουν τον εαυτό τους γι’ αυτό που ήταν βέβαιο ότι επρόκειτο να είναι μια δύσκολη διαδικασία επιλογών σχετικά με τη φροντίδα του γιου της. Δεν περίμενε να συμφωνήσει με ό,τι θα πρότεινε. Είχε εκπλαγεί όταν έφτασε και ανακάλυψε ότι η άμαξα ήταν έτοιμη για τη βιαστική αναχώρηση της δούκισσας. Εδώ και πολύ καιρό ο διάβολος τον είχε καταλάβει και δεν είχε τη συνήθεια να φοβίζει τις γυναίκες, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει το να μπει στην άμαξα και να την περιμένει. Δυστυχώς, δεν είχε περάσει από το μυαλό του ότι θα είχε τον γιο της μαζί της. Το να την εκνευρίσει ήταν ένα πράγμα. Το να τρομοκρατήσει το παιδί ήταν εξ ολοκλήρου ένα άλλο θέμα. Δεν άντεχε την ιδέα να βλάπτει κάποιος παιδιά. Είχαν χάσει όλοι την αθωότητά τους πολύ σύντομα, όπως ήρθαν τα πράγματα. Γαμώτο, θα έπρεπε να την αφήσει να πάρει το παιδί στην εξοχή. Απλώς προσποιούνταν ότι ήταν ο κηδεμόνας. Είχε περάσει αρκετή από τη νιότη του προσποιούμενος το ένα ή το άλλο πράγμα για να εξαπατήσει κάποιον για κάτι. Όταν έκλεβε τσέπες, ήταν συχνά ντυμένος με φανταχτερά κλεμμένα ρούχα, οπότε όταν περπατούσε ανάμεσα σε πλούσιους τύπους, φαινόταν να ανήκει στον κύκλο τους – κάποιου το παιδί απλώς περιπλανιόταν. Όλα τα παιδιά του Φίγκαν είχαν την ικανότητα να μιμούνται το περιβάλλον τους, φαίνονταν να ταιριάζουν σε αυτό, ακόμα και όταν δεν ταίριαζαν. Άραγε ο Μπέκγουιθ θα τον έλεγχε, θα σιγουρευόταν ότι ήταν πιστός στα καθήκοντά του; Μάλλον απίθανο. Είχε επιβιώσει από την παράδοση του μηνύματός του, είχε δει ότι υπογράφηκαν τα κατάλληλα έντυπα. Είχε κερδίσει τα λεφτά του. Ο Τζακ σίγουρα δεν σχεδίαζε να του δώσει και άλλα. Είχε βγει από τη ζωή τους. Τουλάχιστον έως ότου έφτανε ο καιρός για να παραδώσει το τελικό στοιχείο. Η αξία του είναι ανυπολόγιστη. Οι λέξεις επαναλαμβάνονταν μέσα στο μυαλό του Τζακ σαν να τραγουδούσε μια χορωδία αγγέλων. Όλα αυτά και στη συνέχεια κάτι περισσότερο.


Κοίταξε το ρολόι στο τζάκι και στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του σε ένα τραπέζι όπου είχε τοποθετηθεί μια συλλογή ρολογιών. Η δούκισσα διάβαζε στον γιο της εδώ και σχεδόν μια ώρα. Τι στα κομμάτια του διάβαζε; Ένα από τα μυθιστορήματα του Ντίκενς; Τότε μια φριχτή σκέψη του πέρασε. Ήταν μια έξυπνη κοπέλα, όπως είχε αποδείξει με το να τον «μετρήσει» σωστά. Είχε κόψει μια δίοδο απόδρασης. Ίσως εκείνη βρήκε άλλη. «Γαμώτο!» μουρμούρισε καθώς σηκώθηκε όρθιος, χύνοντας το καλό ουίσκι στο αγαπημένο γιλέκο του. Έβρισε για την απώλεια και έπειτα κατάπιε το υπόλοιπο περιεχόμενο του ποτηριού πριν βγει τρέχοντας από τη βιβλιοθήκη. Ένας υπηρέτης που είχε γείρει στον τοίχο στον διάδρομο στάθηκε προσοχή, με τον φόβο για αντίποινα για την έλλειψη πειθαρχίας ζωγραφισμένο στην έκφρασή του. Ο Τζακ δεν νοιαζόταν για το πόσο ευθυτενής μπορούσε να σταθεί κάποιος. Νοιαζόταν μόνο ένας άντρας να παράγει αποτελέσματα και να είναι εκεί όταν χρειαζόταν. «Έχετε δει τη δούκισσα από τότε που πήγε επάνω;» ρώτησε ο Τζακ. «Όχι, κύριε». Έβρισε ξανά. Η διαφυγή ήταν σίγουρα μια πιθανότητα. Ο Τζακ θυμήθηκε ότι είχε δει τεράστια δέντρα κοντά στο σπίτι. Μπορούσε να ανοίξει ένα παράθυρο, να πηδήσει σε ένα και να κατέβει χωρίς κανένα πρόβλημα. Ο Τζακ το έκανε αρκετά συχνά, όταν ζούσε στου Κλέιμπουρν. Ο γερο-άρχοντας τους απαγόρευε να επισκέπτονται τον Φίγκαν όσο κοιμούνταν κάτω από τη στέγη του. Ο Τζακ πάντοτε υπέθετε ότι αν ο γερο-άρχοντας δεν το ήξερε, δεν θα τον πείραζε. Και είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει τελείως τον Φίγκαν. Έτσι, στεκόταν με το ένα πόδι και στους δύο κόσμους. Με πολλούς τρόπους ακόμα το έκανε. Έτρεξε πάνω στις σκάλες, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια δύο δύο. Δεν υπήρχαν άλλοι υπηρέτες. Κατευθύνθηκε στο παιδικό δωμάτιο, άνοιξε την πόρτα και σταμάτησε… Είχε δραπετεύσει –και οι δύο είχαν δραπετεύσει, και αυτή και ο γιος της– σε ύπνο. Το στομάχι του Τζακ σφίχτηκε καθώς η αόριστη ανάμνησή του να κοιμάται πάνω στη μητέρα του πάσχιζε για να γίνει πιο ζωντανή. Δεν ήθελε να το σκεφτεί απόψε, δεν ήθελε να σκεφτεί τίποτε από όσα μια μητέρα θα μπορούσε να θυσιάσει για το παιδί της, δεν ήθελε να αναρωτηθεί για το τι θυσιάζει η δούκισσα. Η αφοσίωσή της στον γιο της του είχε προκαλέσει έκπληξη. Πάντα υπέθετε ότι η αριστοκρατία ήταν υπεράνω συναισθημάτων. Συχνά έκρινε εσφαλμένα μια κατάσταση ή ανθρώπους. Αλλά σε αυτή την περίπτωση, μπορεί και όχι.


Κοίταξε γρήγορα γύρω στο δωμάτιο. Η νταντά κοιμόταν σε ένα μικρό κρεβάτι στην απέναντι πλευρά. Δεν ήξερε αν αυτή ήταν κοινή πρακτική ή απλώς ένα άλλο παράδειγμα της υπερπροστατευτικής φύσης της μητέρας του αγοριού. Δεν γνώριζε πολλά σχετικά με τα χαρακτηριστικά μιας οικογένειας. Ο Λάβινγκτον του άφησε ένα δύσκολο έργο. Παραξενεύτηκε από την αποφασιστικότητά του να το πραγματοποιήσει. Έστρεψε την προσοχή του στη δούκισσα. Καθόταν στο κρεβάτι, με το κεφάλι της σε περίεργη γωνία, με το ανοιχτό βιβλίο στην αγκαλιά της. Το αγόρι ήταν κυρτωμένο στο πλάι, πιπιλίζοντας τον αντίχειρά του, ροχαλίζοντας απαλά. Ένα από τα χέρια της μητέρας του βρισκόταν στο κεφάλι του, με τα δάχτυλά της χωμένα στις ξανθιές μπούκλες του, λες και μπορούσε να τον προστατεύσει με ένα τόσο απλό άγγιγμα. Ναι, έπρεπε να τους αφήσει να φύγουν. Τι ήξερε από αγόρια; Αχ, είχε προστατεύσει αρκετά στην εποχή του και υπήρχαν οι ουλές για να το δείξει, αν και δεν ήταν όλες τους ορατές. Αλλά είχε συνηθίσει να μαθαίνει στα αγόρια πώς να επιβιώνουν όταν δεν είχαν κανέναν να τα προστατεύσει. Αρκετά αγόρια δούλευαν στη λέσχη του: κάνοντας θελήματα, μαζεύοντας ποτά για κυρίους, φέρνοντας τις μάρκες για άλλους. Ο Τζακ αναρωτήθηκε αν ο Λάβινγκτον είχε παρατηρήσει την αυτοπεποίθηση που αυξανόταν στα αγόρια που προσλάμβανε. Ήταν πάντα φοβισμένα, δεν εμπιστεύονταν την καλή τύχη τους, ήταν ύποπτοι για τα κίνητρά του όταν τους έβαζε μέσα για πρώτη φορά. Αλλά με την πάροδο του χρόνου άλλαζαν γνώμη: άρχιζαν να περπατούν με μαγκιά, να μιλούν χωρίς δισταγμό, να κατανοούν την αξία τους. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Λάβινγκτον είχε έρθει στη λέσχη και δεν συμμετείχε σε ό,τι είχε να προσφέρει – για να παρακολουθήσει, να μάθει, να αποφασίσει ποιος θα μπορούσε να προετοιμάσει καλύτερα τον γιο του για τον κόσμο; Ένας κακοποιός, όπως ο Τζακ Ντότζερ; Αν το αγόρι ήταν ένα χαμίνι του δρόμου, ίσως. Αλλά ο γιος ενός άρχοντα; Ο Τζακ δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Γιατί δεν δέχτηκε την εύκολη διέξοδο από το δίλημμά του, όταν η δούκισσα του την πρόσφερε; Να πάρει τα πάντα και να τους αφήσει να φύγουν. Δεν είχε νόημα να τους αναγκάσει να μείνουν, όμως ήταν απρόθυμος να τους ελευθερώσει. Ο Τζακ έστρεψε την προσοχή του στην εν λόγω κυρία. Όταν κοιμόταν, είχε μια απροσδόκητη, αιθέρια ομορφιά, καθώς όλες οι ανησυχίες της ξεθώριαζαν ενώ παρασυρόταν σε όνειρα. Αναρωτήθηκε γρήγορα πώς ήταν να ονειρεύεσαι. Ποτέ δεν το έκανε. Ενδεχομένως επειδή κοιμόταν σπάνια. Είχε εμμονή με την απόκτηση όλου του πλούτου που μπορούσε να κερδίσει, καίγοντας νυχτερινό πετρέλαιο όσο το δυνατόν συχνότερα. Ήξερε την πραγματική αξία του


χρήματος. Προστάτευε κάποιον από το να κάνει πράγματα που δεν ήθελε να κάνει. Συνήθως. Δεν ήθελε ιδιαίτερα να χρησιμεύσει ως κηδεμόνας του παιδιού και αν το αγόρι δεν πιπίλιζε τον αντίχειρά του, αν δεν είχε φωνάξει πιο δυνατά από τη μητέρα του, ο Τζακ ίσως να μην είχε αμφισβητήσει την ανάγκη να παραμείνει. Ένα αγόρι δεν έπρεπε να είναι τόσο φοβισμένο. Κανείς δεν έπρεπε. Τι του είχε προκαλέσει φόβο; Και πώς θα άρχιζε ο Τζακ να του δίνει την αυτοπεποίθηση που απαιτείτο για να τιμήσει τον τίτλο του; Με βραδινές συνομιλίες μπροστά από το τζάκι, ενώ το τζιν θα ζέσταινε την κοιλιά του και μια πίπα τους πνεύμονες; Δεν πίστευε ότι η δούκισσα θα το ενέκρινε – γεγονός που έκανε την ιδέα να αξίζει να επανεξεταστεί. Το να προκαλεί την ψυχραιμία της θα μπορούσε να γίνει η συνήθειά του τελευταία. Τον ερέθιζε για λόγους που εκείνος δεν καταλάβαινε. Τη γνώριζε με τρόπους που δεν είχε κάνει ποτέ με άλλες γυναίκες. Η δούκισσα ήταν στριμωγμένη στο κρεβάτι του μικρού παιδιού, με τα παπούτσια της να βρίσκονται κοντά. Αν και φορούσε κάλτσες, είδε ότι είχε μικρά, ευαίσθητα πόδια. Την έκαναν να φαίνεται ευάλωτη και ξαφνικά ένιωσε μια παράλογη ανάγκη να την προστατεύσει. Φαντάστηκε ότι εκείνη θα είχε αντίρρηση σε αυτή την ιδέα. Πιθανώς είχε μείνει σκόπιμα εκεί μέχρι να κοιμηθεί, ελπίζοντας να αποφύγει μια άλλη συνάντηση με τον Τζακ. Ανόητη γυναίκα. Τελικά ο καθένας έπρεπε να αντιμετωπίσει τον διάβολο κι εκείνος να του δώσει αυτό που άξιζε. Αύριο θα έπαιρνε το μάθημά της. Για απόψε θα την άφηνε να ξεκουραστεί στην αθωότητα – αλλά όχι σε αυτό το κρεβάτι. Το ξύπνημα μετά από μια άβολη νύχτα θα χρησίμευε μόνο για να την κρατήσει μακριά και να κάνει πιο δύσκολο το να την αντιμετωπίσει – και ήταν ήδη αρκετά δύσκολη. Αμφέβαλλε ότι θα συμφωνούσαν ποτέ σε κάτι. Με προσοχή γλίστρησε τα χέρια του από κάτω της, ένα στους ώμους και ένα στα γόνατα. Η πλάτη του θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί για την κατάχρηση, αλλά όταν τη σήκωσε, ανακάλυψε ότι ήταν τόσο ελαφριά όσο το άγγιγμά του όταν έβαζε το χέρι του στην τσέπη κάποιου για να τον απαλλάξει από τα υπάρχοντά του. Έβγαλε έναν μικρό ήχο καθώς το κεφάλι της στριμώχτηκε στη γωνία του ώμου του. Ένα άρωμα που αναγνώριζε αναδύθηκε: λάβδανο. Ίσως κοιμόταν το ίδιο δύσκολα τη νύχτα με εκείνον. Ο Τζακ κοίταξε το αγόρι, που είχε καρφώσει το βλέμμα πάνω του. Σχημάτισε ένα χαμόγελο, έκλεισε το μάτι και είπε με χαμηλή φωνή: «Κοιμήσου. Θα κρατήσω τα τέρατα μακριά απόψε».


Το αγόρι έκλεισε τα μάτια του. Ο Τζακ περπάτησε από το δωμάτιο κάτω στον διάδρομο μέχρι την πόρτα που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα της δούκισσας. Σας παρακαλώ, μην μπείτε στην κρεβατοκάμαρά μου. Του ξέφυγε μια σκληρή κατάρα. Τι τον ένοιαζαν τα «θέλω» και οι επιθυμίες της; Τι έκρυβε εκεί μέσα; Η μη θέλησή της να τον δει να μπαίνει εκεί τον έκανε να θέλει να μπει ακόμα περισσότερο. Και γιατί δεν έπρεπε; Η έπαυλη ήταν δική του, πράγμα που σήμαινε ότι νόμιμα το δωμάτιό της ήταν δικό του. Είχε κάθε δικαίωμα να ανοίξει αυτή την πόρτα… Έβρισε πάλι και περπάτησε προς την πόρτα που οδηγούσε στο κυρίως υπνοδωμάτιο, ένα δωμάτιο που κάποτε ανήκε στον σύζυγό της και τώρα ανήκε στον Τζακ. Λυγίζοντας ελαφρά τα γόνατά του, κατάφερε να φτάσει το πόμολο, να το γυρίσει και να ανοίξει την πόρτα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο σκιές. Το φως από τις λάμπες στον διάδρομο κι εκείνο που έμπαινε μέσα από το παράθυρο –από τις λάμπες αερίου που υπήρχαν στο μπροστινό μονοπάτι– φώτιζαν αρκετά για να διακρίνει το μεγάλο κρεβάτι. Περπάτησε προς τα εκεί και την ακούμπησε πολύ απαλά. Κουνήθηκε λίγο και μουρμούρισε: «Λυπάμαι. Συγχώρησέ με». Ο Τζακ κάθισε στα γόνατα. «Για ποιο πράγμα, δούκισσα;» Η απάντησή της ήταν μόνο μια μαλακή αναπνοή. Ένα χέρι βαλμένο κοντά στο ισχίο της, το άλλο ακουμπισμένο στο μαξιλάρι. Είχε βγάλει το πένθιμο καπέλο – μια ανόητη τυπικότητα– και είχε μια καλύτερη εικόνα για τα μαλλιά της. Δεν ήταν τόσο καστανά όπως είχε αρχικά συμπεράνει, αλλά περισσότερο σε μια απόχρωση καστανιάς. Ένα μέρος του διαβόλου τον επισκέφθηκε και πάλι. Χρησιμοποιώντας τα επιδέξια δάχτυλα και το ελαφρύ άγγιγμα ενός κλεφτρονιού, βρήκε μια φουρκέτα. Πολύ προσεκτικά την έβγαλε. Στη συνέχεια βρήκε άλλη μια και άλλη και άλλη, μέχρι τα μαλλιά της να απαλλαγούν από τους περιορισμούς, παχιά και βαριά στο χέρι του. Μαλακά και μεταξένια. Έτριψε μερικές τούφες μεταξύ των δαχτύλων του. Δεν ήξερε γιατί ένιωσε αυτή τη δυνατή ανάγκη να γνωρίσει την υφή των μαλλιών της. Και να μάθει κάτι περισσότερο. Έγειρε το πρόσωπό του στην καμπύλη του λαιμού και εισέπνευσε αργά τη μεθυστική μυρωδιά του αρώματός της. Η μυρωδιά ήταν ισχυρότερη εκεί, σαν να βρισκόταν ένα μυστικό σημείο πίσω από το αφτί της. Πού αλλού θα μπορούσε να επιδιώξει να προκαλέσει έναν άντρα; Γιατί θα τον προκαλούσε – ο Τζακ δεν είχε καμία αμφιβολία. Ξεδιπλώνοντας το σώμα του, την κοίταξε. Αναρωτήθηκε πόσες νύχτες μπορεί


να έπεσε σε αυτό το κρεβάτι, γεμάτη και χορτάτη. Αν ο δούκας την κρατούσε και αργότερα; Οι γυναίκες που ο Τζακ είχε ρίξει στο κρεβάτι δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη προσοχή, αλλά σκέφτηκε ότι θα ήταν διαφορετικά με μια γυναίκα που δεν αγοραζόταν. Θα περίμενε περισσότερα όταν νομίσματα δεν θα γέμιζαν την παλάμη της. Θα χρειαζόταν ευγένειες να γεμίσουν την καρδιά της. Έκανε ένα βήμα πίσω. Υπήρχε κάτι πολύ ευχάριστο στο να βλέπεις μια γυναίκα στο κρεβάτι, ειδικά όταν ήταν τώρα στο δικό του κρεβάτι. Σε καμία από τις γυναίκες που είχε ευχαριστήσει και από τις οποίες είχε πάρει ευχαρίστηση δεν είχε προσφέρει ποτέ ύπνο. Ακόμα και στον ύπνο, μια γυναίκα ήταν σαγηνευτική και ελκυστική. Γύρισε την πλάτη του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αρνούμενος να παρασυρθεί, ακόμα και από κάποια τόσο όμορφη όσο η δούκισσα του Λάβινγκτον. Ο Τζακ μπήκε στη λέσχη του και απόλαυσε το θέαμα, τις μυρωδιές και τους ήχους. Τους καλά ντυμένους άντρες στα τραπέζια χαρτοπαιξίας. Το πλούσιο άρωμα του καλού ουίσκι και τα ακριβά πούρα. Τον θόρυβο των ζαριών και το χτύπημα των ξύλινων μαρκών. Η μουσική του πιάνου έβγαινε από ένα άλλο δωμάτιο, όπου τα κορίτσια του χόρευαν με τους άντρες, μερικές φορές τους τραβούσαν σε μια γωνία για ένα δελεαστικό φιλί, αφήνοντας ενίοτε το δωμάτιο για κάτι λίγο πιο παράνομο. Ο Τζακ πλήρωνε καλά τα κορίτσια για να διασκεδάζουν τους άντρες με χορό και κουβέντα μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Οτιδήποτε κέρδιζαν στην άλλη πλευρά αυτών των πορτών ήταν δικό τους και μόνο δικό τους. Δεν παρείχε πόρνες, αλλά ούτε έκρινε αν μια κοπέλα ήθελε περισσότερα – στο σημείο που αυτό ήταν επιλογή της. Ο καθένας ήξερε ότι ο Τζακ Ντότζερ δεν έστρεφε το κεφάλι από την άλλη πλευρά αν οι υπάλληλοί του έπεφταν θύματα κακομεταχείρισης. Περπατούσε γύρω από την περίμετρο μελετώντας τα τραπέζια, τους παίκτες, πώς τα παιχνίδια προχωρούσαν. Παρατήρησε τον όγκο του θορύβου. Οι θορυβώδεις άντρες συνήθως τείνουν να ξοδεύουν πιο ελεύθερα. Πλησίασε ένα από τα τραπέζια χαρτιών όπου έπαιζαν πόκερ. Είχε περάσει καιρός από τότε που ο Λουκ περνούσε πολλά από τα βράδια του εκεί – όχι μόνο επειδή ήταν φίλος, αλλά και γιατί απολάμβανε ένα καλό παιχνίδι χαρτιών. Από τότε που παντρεύτηκε, έμενε τις νύχτες με τη γυναίκα του. Όχι ότι ο Τζακ θα μπορούσε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό. Εκείνη ήταν ένα απολαυστικό κομμάτι. Καθώς ο Τζακ περνούσε από το δωματιάκι όπου αγόραζαν τις μάρκες, ο άντρας από μέσα του έκανε ένα νεύμα και χαμογέλασε, που σήμαινε ότι η


δουλειά πήγαινε καλά. Πλησίασε το δωμάτιο όπου οι γυναίκες πρόσφεραν παρηγοριά στους κυρίους που δεν είχαν τόση τύχη στα τραπέζια – ή ίσως μια γυναίκα ήταν η επιλογή τους για αμαρτία για τη νύχτα. Στάθηκε στην πόρτα και έδωσε στα μάτια του την ευκαιρία για μια στιγμή να προσαρμοστούν. Το δωμάτιο είχε ελαφρύ φωτισμό για να δίνει την ψευδαίσθηση της μυστικότητας. Αλλά δεν υπήρχαν πραγματικά μυστικά. Αν ο Τζακ ήταν αυτής της άποψης, θα μπορούσε να εκβιάσει κάθε άντρα μέσα σε αυτούς τους τοίχους – αλλά το επιχειρηματικό του ένστικτο ήταν πιο έξυπνο από αυτό. Παρείχε ένα ασφαλές καταφύγιο στους άντρες για να απολαύσουν τις ιδιοτροπίες τους. Είχε μάθει από μικρή ηλικία ότι κάποιος θα πλήρωνε σχεδόν τα πάντα για ένα ασφαλές καταφύγιο. Μια γυναίκα που καθόταν στα πόδια ενός κυρίου έπιασε το βλέμμα του. Η Προύντενς ήταν μαζί του μεγάλο διάστημα. Η νιότη άρχισε να ξεθωριάζει από τα χαρακτηριστικά της, αλλά μια καλή συμφωνία μπορούσε να γίνει λόγω εμπειρίας. Εκείνη ψιθύρισε κάτι στον άντρα, στη συνέχεια ξετύλιξε το διπλωμένο σώμα της και πλησίασε προκλητικά τον Τζακ. Τα ξανθά μαλλιά της έπεφταν χαλαρά στην πλάτη της. Μη έχοντας ίχνος ντροπής, φορούσε ένα μετάξι πάνω στο σώμα της. «Έι, αγάπη», τον χαιρέτησε δυνατά. «Εμένα ψάχνεις;» Ο Τζακ την κοίταξε για λίγο με εκτίμηση για αυτό που πρόσφερε σωματικά καθώς και με λύπη. Ήταν πάντα καλή ιδέα να μην αφήνει μια γυναίκα να ξέρει ότι δεν την επιθυμούσε. Να την αφήνει να πιστεύει ότι ήταν κάτι άλλο που τον απέτρεπε. «Όχι απόψε, Πρου». Έκανε μια γκριμάτσα. «Πάει καιρός, Τζακ. Δεν έχεις βρει κάποια άλλη, έτσι δεν είναι;» «Όχι, απλώς είμαι απασχολημένος. Πώς πάνε τα πράγματα με τα άλλα κορίτσια;» Η Προύντενς παρακολουθούσε τα κορίτσια που εργάζονταν εκεί, κάνοντας σαφές ότι καταλάβαιναν τους κανόνες, παρέμεναν καθαρές, δεν είχαν κακοποιηθεί. «Τα πράγματα είναι καλά, αλλά νομίζω ότι θα χάσεις την Άννι. Ένας από τους άρχοντες προσφέρθηκε να την κάνει επίσημα ερωμένη του». «Το θέλει;» Κούνησε το κεφάλι της. «Είναι ένας καλός τύπος». «Βεβαιώσου ότι καταλαβαίνει ότι ποτέ δεν θα την παντρευτεί». «Το ξέρει, Τζακ. Όλες γνωρίζουμε τι είμαστε». «Αυτό που είσαι, Πρου, είναι λίγο σατανικό. Κάπου κάπου το χρειάζεται ο άνθρωπος».


Μόρφασε. «Λοιπόν, ενημέρωσέ με πότε θα το χρειαστείς λίγο. Είμαι ακόμα το κορίτσι σου». Με ένα τίναγμα, επέστρεψε στον κύριο που την περίμενε. Τον τελευταίο καιρό η Πρου ήταν το μοναδικό εργαζόμενο κορίτσι που βρισκόταν στη διάθεση του Τζακ. Δεν χρειαζόταν ζήλια ανάμεσα στα κορίτσια του. Την πλήρωνε πολύ καλά – όχι επειδή ήταν ιδιαίτερα καλή, αλλά γιατί ποτέ δεν περίμενε περισσότερα από αυτόν απ’ ό,τι ήταν διατεθειμένος να δώσει. Απομακρύνθηκε από το δωμάτιο όπου οι άντρες απολάμβαναν τη συντροφιά των γυναικών. Περπατώντας πίσω στην αίθουσα χαρτιών, αναγνώρισε μερικούς από τους άντρες. Ήταν περασμένα κατά πολύ μεσάνυχτα, αλλά το δωμάτιο ήταν γεμάτο και το ηθικό ανεβασμένο. Η αμαρτία δεν είχε κανένα ρολόι, κάτι που ταίριαζε και στον Τζακ, καθώς είχε ανάγκη από λίγο ύπνο. Έσπρωξε την πόρτα που οδηγούσε στα πίσω δωμάτια, όπου διηύθυνε την επιχείρησή του. Σταμάτησε δίπλα σε μια ανοιχτή πόρτα, έσκυψε από την κάσα και κοίταξε καθώς η Φράνι Ντάρλινγκ κρατούσε ακριβείς σημειώσεις στα βιβλία του. Ήταν κι εκείνη ένα από τα παιδιά του Φίγκαν – η μόνη με επιδέξια χέρια που ταίριαζαν με εκείνα του Τζακ. Κανένας δεν είχε αρπάξει ποτέ τόσο μεγάλη λεία όσο οι δύο τους. Τα κόκκινα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω σε έναν κότσο, αλλά δεν φαινόταν να έχουν τεντώσει το δέρμα στα μάγουλά της με τον τρόπο που το έκανε η δούκισσα. Όπως και η δούκισσα, φορούσε μαύρα, όχι επειδή πενθούσε, αλλά γιατί δεν ήθελε να τραβάει την προσοχή πάνω της. Ο Τζακ της είχε κάποτε αγοράσει ένα φόρεμα σε σμαραγδένιο πράσινο. Προτίμησε έντονο χρώμα καθώς νόμιζε ότι θα φαινόταν όμορφη με αυτό. Είχε κοκκινίσει και τον ευχαρίστησε πολύ, αλλά απ’ όσο γνώριζε, δεν το φόρεσε ποτέ. Δεν της άρεσε να την παρατηρούν οι άντρες, αλλά το έκαναν. Ο Τζακ δεν πίστευε ότι κάποιο από τα αγόρια του Φίγκαν δεν είχε υπάρξει ερωτευμένο μαζί της κάποια στιγμή. Ακόμα κι εκείνος δεν ήταν άτρωτος στις χάρες της. Κοιτάζοντας προς τα πάνω, η Φράνι του χάρισε το ασταθές, ντροπαλό χαμόγελο που είχε κερδίσει την καρδιά πολλών παιδιών. «Εδώ είσαι. Έλειπες πολλή ώρα». «Η συνάντηση αποδείχθηκε πολύ πιο πολύπλοκη από όσο περίμενα». «Θέλεις να μιλήσεις γι’ αυτό;» «Όχι ιδιαίτερα, αλλά πρέπει να γνωρίζεις κάποιες αλλαγές που είναι πιθανόν να συμβούν». «Δεν είμαι σίγουρη ότι μου αρέσει αυτό όπως ακούγεται».


Μπαίνοντας μέσα, κοίταξε γύρω. Σε αντίθεση με την έπαυλη που μόλις είχε αφήσει, αυτό το δωμάτιο ήταν λιτά επιπλωμένο, με ένα γραφείο και τρεις καρέκλες. Οι τοίχοι ήταν γυμνοί. Ένα σύνολο μικρών ραφιών κρατούσε τα βιβλία με το ιστορικό της επιχείρησής του. Στον άλλο τοίχο υπήρχε ένας καναπές. Δεν ήταν σίγουρος σε τι χρησίμευε. Σίγουρα δεν κοιμόταν εκεί. Το κρεβάτι της βρισκόταν σε ένα διαμέρισμα που ήταν προσβάσιμο από ένα σοκάκι και σκάλες στο πίσω μέρος του κτιρίου. Είχε κι εκείνος διαμέρισμα, όπως και οι περισσότεροι υπάλληλοί του. Του κόστιζε μια ολόκληρη περιουσία, αλλά ένας ευτυχισμένος εργαζόμενος δεν έβαζε ποτέ χέρι στο ταμείο. «Γιατί δεν κάθεσαι;» είπε η Φράνι. Κουνώντας το κεφάλι του, ο Τζακ πήγε ένα βήμα πιο κοντά και έβαλε τα χέρια του γύρω από την πλάτη της δερμάτινης καρέκλας μπροστά στο γραφείο της. «Πέρασα σχεδόν όλη τη νύχτα καθισμένος». Έγειρε το κεφάλι του προς τα ανοιχτά βιβλία που απλώνονταν στο γραφείο της. Η Φράνι ήταν μια μεγαλοφυΐα όσον αφορά την κρυπτογράφηση. Ίσως επειδή ο Φίγκαν την έβαζε στην αγκαλιά του και την άφηνε να μετράει τα μαντίλια και τα νομίσματα που συγκέντρωναν οι άλλοι μέσα στην ημέρα. Ίσως δεν το είχε συνειδητοποιήσει, αλλά της έδωσε μια δεξιότητα που τους εξυπηρετούσε πολύ καλά. «Έχουμε μια κερδοφόρα βραδιά;» «Πάντα έχουμε κερδοφόρες βραδιές. Θα πεθάνεις πλούσιος, Τζακ». Η φωνή της περιείχε μια θλίψη που δεν του διέφυγε. Ήξερε ότι αντιτίθετο στη σημασία που εκείνος έδινε στα χρήματα. Αυτός χαμογέλασε. «Πλουσιότερος από ό,τι περίμενα. Ο δούκας του Λάβινγκτον μου άφησε μια περιουσία». Τα πράσινα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Γιατί;» «Μακάρι να ήξερα». Τα δάχτυλά του έτριψαν το δέρμα της καρέκλας. «Του μίλησες ποτέ;» «Γιατί να το κάνω;» «Ερχόταν εδώ πού και πού». «Ξέρεις ότι αποφεύγω την περιοχή των τραπεζιών όσο το δυνατόν περισσότερο». Το οινόπνευμα έκανε τους πελάτες τους πιο φιλικούς από ό,τι υπό άλλες συνθήκες και τους οδηγούσε να κρίνουν λάθος ακόμα και τις δικές τους επιθυμίες. Η περιοχή των τραπεζιών δεν ήταν μέρος για μια κυρία που ήθελε να αποφύγει τα πειράγματα των αντρών. «Ήταν επίσης γνωστός του παππού του Λουκ. Θυμάμαι αόριστα να τον συναντώ στην έπαυλη του Κλέιμπουρν και να του δείχνω το μενταγιόν». «Ποιο μενταγιόν;» Το μενταγιόν περιείχε μια μικρογραφία της μητέρας του. Τη νύχτα που τον


είχε πουλήσει, του το έδωσε με την προτροπή: «Ποτέ μην ξεχάσεις ότι σε αγαπούσα, Τζακ». Τον αγαπούσε. Δεν ήξερε τι είχε κάνει για να χάσει την αγάπη της. Με τον καιρό, είχε σταματήσει να προσπαθεί να το καταλάβει. Είχε ρίξει όλες τις διανοητικές ικανότητές του προς την επιβίωση. Την ημέρα που συναντήθηκε με τον Λάβινγκτον, βρισκόταν στον κήπο του Κλέιμπουρν, μελετώντας τα χαρακτηριστικά της μητέρας του, όπως αυτά απεικονίζονταν στη μικρογραφία, προσπαθώντας να διαπιστώσει εάν θα ήταν απογοητευμένη από αυτόν αν δεν εκμεταλλευόταν όλα αυτά που ο κόμης του προσέφερε. Μισούσε να είναι σε αυτό το φανταχτερό σπίτι. Του θύμιζε κάτι άλλο… Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είναι σημαντικό. Νόμιζα ότι ίσως μίλησες μαζί του στου Κλέιμπουρν». «Όχι απ’ ό,τι θυμάμαι». «Δεν νομίζω ότι έχει σημασία. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να γνωρίζεις ότι συμφώνησα να υπηρετήσω ως κηδεμόνας του κληρονόμου του, οπότε ίσως να μην είμαι τριγύρω όσο συνήθως». «Γιατί εσύ;» «Αυτό φαίνεται να είναι το ερώτημα για όλους και πάλι δεν έχω την παραμικρή ιδέα». «Νομίζω ότι θα γίνεις ένας αξιόλογος κηδεμόνας». Ο Τζακ γέλασε. Παρά το γεγονός ότι μεγάλωσε στους δρόμους, η Φράνι είχε λίγη αθωότητα όταν επρόκειτο για τα αγόρια του Φίγκαν. Πάντα πίστευε ότι κάποια καλοσύνη κατοικούσε μέσα τους, ακόμα και όταν θαβόταν τόσο βαθιά που δεν μπορούσαν να τη βρουν ούτε οι ίδιοι. «Θα πεις στον Λουκ για την αλλαγή της τύχης σου;» ρώτησε η Φράνι. «Το έκανα ήδη. Τον είδα νωρίτερα». Έριξε μια πλάγια ματιά. «Δεν νομίζω ότι με έχει ακόμα συγχωρήσει για την ανάμειξή μου στον θάνατο των γονιών του». Είχαν περάσει μόνο δύο μήνες από τότε που ο Λουκ είχε μάθει την αλήθεια εκείνης της μοιραίας ημέρας πριν από είκοσι πέντε χρόνια, μια ημέρα που είχε αλλάξει όλη του τη ζωή. «Δεν φταις εσύ. Ήσουν μόνο ένα παιδί. Δεν γνώριζες τι είχε προγραμματίσει ο άνθρωπος όταν σε πλήρωσε να παρασύρεις την οικογένεια στο σοκάκι». Αυτός ήταν και ο ισχυρισμός του Τζακ και δεν ήταν εξ ολοκλήρου ψέμα. Δεν γνώριζε ιδιαίτερα, αλλά ήξερε το κακό όταν το έβλεπε. Είχε αγνοήσει τις υποψίες του επειδή ήθελε τις έξι πένες. Ζούσε με τη λύπη κάθε μέρα. Ήλπιζε ότι δεν θα ήταν το ίδιο με το παζάρι που είχε κάνει απόψε. Χτύπησε το πάνω μέρος της καρέκλας. «Καλύτερα να πάω στη δουλειά μου, να βεβαιωθώ ότι όλα τα


θέματα έχουν μπει σε σειρά, ώστε να είμαι ελεύθερος το πρωί για να επιβλέψω τις ρυθμίσεις σχετικά με τις νέες υποχρεώσεις μου». «Υποθέτω ότι πρέπει να σε συγχαρώ», είπε η Φράνι μαλακά. Ο Τζακ δεν μπόρεσε να διώξει ένα κακό προαίσθημα. «Να με συλλυπηθείς καλύτερα». Της έκλεισε το μάτι. «Καληνύχτα, Φράνι». Κατέβηκε στον διάδρομο, σταμάτησε στο γραφείο του για να πάρει τον καπνό και την πίπα του και συνέχισε προς την πόρτα που οδηγούσε έξω. Βγήκε στη νύχτα. Η ομίχλη ήταν πυκνή, εμποδίζοντας την ορατότητα. Αναρωτήθηκε αν θα έβρισκε ομίχλη στην εξοχή. Ίσως τελικά θα έπρεπε να επιτηρήσει τα κτήματά του. Μπορεί να αποδεικνύονταν ενδιαφέροντα. Το Λονδίνο ήταν το μόνο που γνώριζε, αλλά το γνώριζε πολύ καλά. Στηριζόμενος στον τοίχο, γέμισε την πήλινη πίπα του, τη χτύπησε λίγο, άναψε τον καπνό και άρχισε να αναπνέει μέχρι το βαρύ άρωμα να στροβιλιστεί γύρω του. Ήταν ένα πολύ πιο πλούσιο μείγμα από αυτό που έκανε όταν ήταν παιδί. Ωστόσο, τον πήγε πίσω σε μια εποχή που η ζωή ήταν απλή, δοσμένη μόνο στη συλλογή συγκεκριμένου αριθμού μαντιλιών την ημέρα. Ο Τζακ δεν ήταν ικανοποιημένος με το μετάξι. Είχε προτιμήσει τα ρολόγια, τα κοσμήματα και άλλα λαμπερά αντικείμενα, που έφεραν μια δίκαιη τιμή από τους κλεπταποδόχους. Δεν πήγαινε πάντα την μπάζα του στον Φίγκαν. Είχε αναπτύξει τις δικές του επαφές. Αν ο παππούς του Λουκ δεν τον είχε πάρει, δεν είχε αμφιβολίες ότι θα είχε γίνει αρχηγός σε δική του ομάδα κλεφτών, που θα είχε τελικά ανταγωνιστεί τον Φίγκαν σε φήμη. Αυτός ήταν ο στόχος του, ούτως ή άλλως. Να γίνει ο πιο διάσημος, να είναι αυτός για τον οποίο θα μιλούσαν οι μπαλάντες και θα γράφονταν ιστορίες. Είχε προγραμματίσει να διδάξει στα αγόρια περίεργους τρόπους κλοπής. Και τώρα έπρεπε να εκπαιδεύσει ένα παιδί για να είναι ειλικρινής και ακλόνητος, να γίνει μέλος της Βουλής των Λόρδων και να βοηθήσει να κυβερνηθεί ένα έθνος.


Κεφάλαιο 5 Ο Χένρι Σίντνεϊ Στάνφορντ, ο έβδομος δούκας του Λάβινγκτον, ήξερε ότι το κουάκερ του κρύωνε –και απεχθανόταν το κρύο κουάκερ επειδή έπεφτε γλοιώδες στον λαιμό του–, αλλά φοβόταν ότι αν προσπαθούσε να φάει, μπορεί να πνιγόταν και να πέθαινε. Τελευταία, ανησυχούσε πολύ για τον θάνατο. Δεν το καταλάβαινε στην πραγματικότητα. Ήξερε μόνο ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει, έτσι τον έβαλαν σε ένα ωραίο κουτί, όπως έκανε και η νταντά του με τα παιχνίδια με τα οποία δεν έπαιζε πλέον. Και δεν είχε δει τον πατέρα του από τότε. Αλλά η νταντά του τον είχε προειδοποιήσει ότι αν έτρωγε πολύ γρήγορα, θα μπορούσε να πνιγεί και να πεθάνει. Δεν επρόκειτο να φάει γρήγορα, αλλά ήταν πολύ νευρικός και αισθανόταν σαν να είχε καταπιεί την μπάλα που ο πατέρας του του έριχνε μερικές φορές. Ήταν εξαιτίας του άντρα. Του άντρα που ήταν στην άμαξα. Του άντρα που είχε έρθει για τη μητέρα του χθες τη νύχτα. Ήταν στο παιδικό δωμάτιο τώρα, περπατώντας γύρω γύρω, κοιτάζοντας τα πράγματα. Κάθε λίγο και λιγάκι έβλεπε τον Χένρι και κάθε φορά που το έκανε, η μπάλα που βρισκόταν στον λαιμό του Χένρι μεγάλωνε. «Πόσο καιρό είσαι η νταντά του;» ρώτησε ο άντρας. «Από τη στιγμή που γεννήθηκε, άρχοντα, εννοώ… κύριε», απάντησε η νταντά του Χένρι με μια γρήγορη υπόκλιση. Η μητέρα του Χένρι την αποκαλούσε Έλεν. Ο Χένρι έπρεπε να την αποκαλεί κυρία Τάπιν. Αλλά πάντα τραύλιζε όταν προσπαθούσε να πει το όνομά της κι εκείνη συνήθιζε πάντα να χτυπά τις αρθρώσεις του με ένα μικρό ραβδί που είχε στην τσέπη της φούστας της, για αυτό δεν την αποκαλούσε ονομαστικά παρά μόνο αν έπρεπε. Τον χτυπούσε μόνο όταν δεν ήταν κανείς μπροστά. Ήξερε ότι ήταν γιατί νοιαζόταν γι’ αυτόν και το γεγονός ότι δεν ήταν καλό αγόρι ήταν το μυστικό τους. Δεν ήθελε να τον χτυπάει, αλλά δεν της άφηνε επιλογή. Εκείνος δεν το καταλάβαινε ούτε αυτό. Ήξερε μόνο ότι δεν ήθελε η μητέρα του να ξέρει ότι έκανε πράγματα που άξιζαν να φάει ξύλο. Εκείνη νόμιζε ότι ήταν καλό αγόρι και παρόλο που ήταν ψέμα, ήθελε να συνεχίσει να τον σκέφτεται έτσι ώστε να τον αγαπά.


«Ώστε αυτό είναι το πρωινό παιδικό δωμάτιο;» ρώτησε ο άντρας. «Μάλιστα, κύριε». «Και πού κοιμόταν χθες το βράδυ;» «Στο νυχτερινό δωμάτιο, κύριε». «Πότε ο λόρδος Χένρι θα μετακομίσει σε μια κανονική κρεβατοκάμαρα;» «Δεν είναι ο λόρδος Χένρι, κύριε. Ποτέ δεν ήταν στην πραγματικότητα. Ήταν ο λόρδος Άσλεϊ. Φυσικά, τώρα είναι ο δούκας. Η Εξοχότητά του». «Σωστά. Και πότε η Εξοχότητά του θα μετακομίσει σε μια κανονική κρεβατοκάμαρα;» «Όταν γίνει οκτώ χρόνων». «Υπάρχουν κανόνες ακόμα και για την παιδική ηλικία, βλέπω». «Ναι, κύριε». Η δεσποινίς Τάπιν κοίταξε τον Χένρι. «Δεν μας αρέσουν πάντα, αλλά πρέπει να τους ακολουθήσουμε». «Σου αρέσουν οι κανόνες, Χένρι;» ρώτησε ο άντρας. Ο Χένρι έριξε το βλέμμα του στην τσέπη της φούστας της νταντάς του, σε εκείνη που φυλούσε το ραβδί για το οποίο δεν έπρεπε να πει σε κανέναν και κούνησε το κεφάλι του. Ο άντρας γέλασε. «Καλό παιδί. Νομίζω ότι θα τα πάμε καλά οι δυο μας». Ο άντρας ήταν ψηλός, όπως ήταν ο πατέρας του Χένρι. Όλοι έπρεπε να φορούν μαύρα τώρα που ο πατέρας του Χένρι είχε πεθάνει, αλλά ο άντρας φορούσε ένα σκούρο μοβ γιλέκο. Ο Χένρι αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να πει στον άντρα για αυτόν τον κανόνα. Ο άντρας τράβηξε μια καρέκλα, τη γύρισε και κάθισε αναδιπλώνοντας τα χέρια του πάνω στην πλάτη. Ο Χένρι δεν είχε δει ποτέ κανέναν να κάθεται έτσι. Ήταν σίγουρος ότι ήταν ο λάθος τρόπος να κάθεσαι, αλλά η δεσποινίς Τάπιν δεν χτύπησε τον άντρα. Ίσως τον φοβόταν. «Ξέρεις ποιος είμαι, Χένρι;» Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του. Μάλλον ήξερε. Ο άντρας είχε αναστατώσει τη μητέρα του, αλλά με μεγάλη προσοχή είχε επίσης σηκώσει τη μητέρα του Χένρι στην αγκαλιά του. Και την κοίταξε σαν να του άρεσε τόσο όσο άρεσε και στον Χένρι. «Το όνομά μου είναι Τζακ Ντότζερ. Μπορείς να με φωνάζεις Τζακ». «Κύριε, δεν θέλω να παρέμβω, αλλά αυτό δεν είναι σωστό και θα αναπτύξει κακές συνήθειες», δήλωσε η δεσποινίς Τάπιν. «Θα πρέπει να σας αποκαλεί “κύριο Ντότζερ”. Και, θα τολμούσα να πω, ότι κι εσείς θα πρέπει να τον αποκαλείτε “Εξοχότατο”». «Θα δεις, γλύκα, ότι δεν είμαι άνθρωπος των κανόνων και ότι έχω κάποιες δικές μου κακές συνήθειες». Κοιτούσε τον Χένρι όλη την ώρα που μιλούσε.


«Εσύ κι εγώ έχουμε αυτό το κοινό. Ούτε κι εμένα μου αρέσουν οι κανόνες. Ο πατέρας σου μου ζήτησε να γίνω κηδεμόνας σου. Ξέρεις τι είναι ένας κηδεμόνας;» Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του. «Είναι το πρόσωπο που σε προστατεύει. Αν κάποιος σε βλάψει ποτέ, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μου το πεις και θα φροντίσω ο άνθρωπος αυτός να μη σε βλάψει ξανά». Ο Χένρι έστρεψε το βλέμμα του προς τη δεσποινίδα Τάπιν. Το στόμα της είχε γίνει μια σκληρή γραμμή, σαν και τις φορές που τον χτυπούσε. Κοίταξε ξανά τον Τζακ. «Λυπάμαι που πέθανε ο πατέρας σου», είπε ο Τζακ. «Είναι νεκρός και ο δικός σας πα… πατέρας;» «Πιθανώς. Η αλήθεια είναι, Χένρι, ότι ποτέ δεν γνώρισα τον πατέρα μου. Έτσι, βλέπεις, έχουμε και κάτι ακόμα κοινό. Κανείς από εμάς δεν έχει πατέρα». «Θα ε… επιστρέψει;» Ο Τζακ σήκωσε το φρύδι. «Ποιος; Ο πατέρας σου;» Ο Χένρι ένευσε. Ο Τζακ ξαφνικά κοίταξε λυπημένος. «Όχι, μικρέ, δεν θα το κάνει. Αλλά μου ζήτησε να σε φροντίσω, οπότε αν υπάρχει κάτι που χρειάζεσαι…» Άρχισε να σηκώνεται. «Ένα κουτάβι!» φώναξε ο Χένρι. Ο άντρας σταμάτησε. «Χρειάζεσαι ένα κουτάβι;» Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι γρήγορα. Ο Τζακ του έκλεισε το μάτι. «Θα το φροντίσουμε». Βγήκε από το δωμάτιο. Ο Χένρι κοίταξε τη δεσποινίδα Τάπιν. Το βλέμμα της ήταν στην πόρτα και μασούσε το κάτω χείλι της σαν να σκεφτόταν κάτι πολύ σκληρό. «Φάε το κουάκερ σου, Χένρι». Παρόλο που το κουάκερ ήταν γλοιώδες, έκανε ό,τι του είπε, επειδή το χέρι της είχε γλιστρήσει στην τσέπη της. Η Ολίβια τεντώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Είχε ακόμα πονοκέφαλο, ο λαιμός της είχε ξεραθεί και αισθανόταν τα μάτια της σκληρά. Το λάβδανο την είχε βοηθήσει να κοιμηθεί, αλλά δεν κατάφερε να την ανακουφίσει από τα συμπτώματα του πένθους. Αναρωτήθηκε πόσο καιρό θα παρέμεναν. Στη συνέχεια, ο λήθαργος έφυγε και θυμήθηκε τη φρίκη της ανακάλυψης των όρων της διαθήκης του συζύγου της. Ανακάθισε απότομα και έπιασε το


πονεμένο κεφάλι της. Τα μαλλιά της έπεφταν γύρω της. Πότε τα είχε λύσει; Είχε πάει για ύπνο χωρίς να τα κάνει κοτσίδα; Τότε το βλέμμα της έπεσε πάνω στις φουρκέτες της, που ήταν βαλμένες στη σειρά στο κομοδίνο. Μόνο που δεν ήταν το κομοδίνο της. Θεός φυλάξοι, δεν ήταν το κρεβάτι της! Με μεγάλη φρίκη, κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Η κρεβατοκάμαρα του συζύγου της. Πριν από το χθεσινό βράδυ, μόνο μια φορά είχε έρθει εδώ, σε μια ανόητη απόπειρα να αποπλανήσει τον σύζυγό της, όταν δεν κατάφερε να τον κάνει να έρθει στο κρεβάτι της για περισσότερο από ένα χρόνο από τότε που γέννησε τον Χένρι. Είχε σκεφτεί ότι ίσως δεν ήξερε ότι είχε επανέλθει πλήρως από τη γέννα και ότι θα μπορούσε να επιστρέψει στα καθήκοντά της. Αντ’ αυτού, είχε ανακαλύψει ότι δεν την ήθελε πια. Είχε τον κληρονόμο του. Την είχε κοιτάξει με οίκτο. Φοβόταν ότι τον είχε κοιτάξει απελπισμένα. Δεν ήταν καν σίγουρη πώς είχε βρει το θάρρος για να πάει σε αυτόν. Δεν ήταν επειδή ήταν στοργικός στο κρεβάτι. Ίσως επειδή ένα μόνο γρήγορο άγγιγμα ήταν καλύτερο από το να μην την αγγίζει καθόλου. Δεν ήταν παθιασμένος άντρας. Δεν ήταν καθόλου σαν τον Τζακ Ντότζερ. Αυτή η σκέψη έκανε την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά. Ο τρόπος που την κοίταξε – σαν να γνώριζε όλες τις μυστικές επιθυμίες της και ήταν σε θέση να τις ικανοποιήσει. Η θέρμη στα μάτια του την έκανε να τρέμει, όχι από το κρύο, αλλά από τη λαχτάρα να έχει κάποιον να την κοιτάζει σαν να ήταν επιθυμητή. Ήταν πάντα η καλή κόρη, η καλή σύζυγος, η καλή μητέρα, η καλή γυναίκα. Το καθήκον πάνω απ’ όλα. Αλλά ξαφνικά της ζητούσαν πάρα πολλά. Ποιος ήταν ο σκοπός του Λάβινγκτον για να φέρει τον Τζακ Ντότζερ στη ζωή της; Και πώς είχε φτάσει να είναι σε αυτό το κρεβάτι; Θεέ μου, ίσως δεν ήταν ο σύζυγός της που είχε τρελαθεί, αλλά εκείνη. Δεν θυμόταν να έρχεται εδώ. Ήταν ακόμα εντελώς ντυμένη, εκτός από τα παπούτσια της. Θυμήθηκε ότι πήρε μια μικρή ποσότητα λάβδανου για να τη βοηθήσει να ανακουφίσει τον πονοκέφαλό της, στη συνέχεια διάβαζε στον Χένρι. Μετά υποτίθεται ότι θα συναντιόταν με τον κύριο Ντότζερ – για να τον πείσει ότι το να την αφήσει να ταξιδέψει στην εξοχή ήταν προς το συμφέρον όλων. Απλώς χρειαζόταν μια στιγμή για να συγκεντρώσει τη δύναμή της πριν τον αντιμετωπίσει. Είχε κλείσει τα μάτια… Και τώρα ήταν εδώ. Την είχε αναζητήσει ο Τζακ Ντότζερ; Την είχε μεταφέρει στο κρεβάτι του; Είχε ασελγήσει πάνω της; Δεν αισθανόταν να την είχε αγγίξει. Δεν αισθανόταν καμία τρυφερότητα ανάμεσα στα πόδια της. Σίγουρα μετά από σχεδόν έξι


χρόνια που δεν είχε πλαγιάσει με άντρα, θα γνώριζε αν κάποιος της είχε κάνει έρωτα. Θα υπήρχαν κάποιες ενδείξεις. Καθώς δεν υπήρχε καμία, μπόρεσε μόνο να συμπεράνει ότι, αν ο κύριος Ντότζερ την είχε φέρει στο κρεβάτι, δεν είχε συμβεί τίποτε άσχημο. Είχε κρατήσει τον λόγο του. Για φαντάσου! Δεν ήξερε αν έπρεπε να είναι ανακουφισμένη ή απογοητευμένη. Τι είδους λαγνεία την είχε κυριεύσει; Σηκώνοντας τα πόδια της, έβαλε το μέτωπο στα γόνατά της. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει την ημέρα. Ήθελε να ξεφύγει. Στην εξοχή. Σε ένα λιβάδι με πράσινο γρασίδι και κίτρινα λουλούδια. Ήθελε να βγάλει τα παπούτσια της και να χορέψει ξυπόλυτη. Ήθελε να γελάσει. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που γέλασε. Ήταν είκοσι πέντε, αλλά τελευταία αισθανόταν ότι ήταν κοντά στα εκατό. Ήθελε να ξαναμπεί κάτω από τα σκεπάσματα, να κοιμηθεί και να ξυπνήσει για να ανακαλύψει ότι η ανάγνωση της διαθήκης ήταν ένα όνειρο. Αλλά το καθήκον την καλούσε. Και ο Χένρι. Θεέ μου, τι θα συνέβαινε αν ο κύριος Ντότζερ είχε αποφασίσει να πάρει σοβαρά τις ευθύνες του και να αναζητήσει τον Χένρι; Έπρεπε να ελέγξει το παιδί της. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και έτρεξε προς την πόρτα. Την άνοιξε, κοίταξε έξω. Δεν υπήρχαν σημάδια από τον τρομακτικό κύριο Ντότζερ. Γλίστρησε στον διάδρομο και έτρεξε στο παιδικό δωμάτιο. Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Χένρι καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε το πρωινό του κουάκερ. «Είναι όλα καλά, αγάπη μου;» ρώτησε. Αυτός έγνεψε. «Ο ά… άντρας είπε ότι θα… θα μπορούσα να έχω ένα κ… κουτάβι». «Ο άντρας; Ποιος άντρας; Ένα κουτάβι;» «Ο κύριος Ντότζερ, Εξοχότατη», είπε η Έλεν. «Πέρασε λίγη ώρα με τον νεαρό δούκα σήμερα το πρωί». Η καρδιά της Ολίβια σταμάτησε ξαφνικά. «Τους αφήσατε μόνους τους;» «Όχι, Εξοχότατη. Στην πραγματικότητα, ο κύριος Ντότζερ επέμεινε να παραμείνω παρούσα, ώστε να μπορώ να αναφέρω από πρώτο χέρι οτιδήποτε επιθυμείτε να μάθετε για την επίσκεψή του». «Ω. Λοιπόν». Η καρδιά της επέστρεψε στο ρυθμικό χτύπημά της. «Αυτό ήταν μάλλον συνετό και απροσδόκητο από αυτόν». «Είναι πολύ διαφορετικός από αυτό που περίμενα». «Τι εννοείτε;» «Λοιπόν, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να μην έχει ακούσει για τον Τζακ Ντότζερ. Είναι αρκετά γνωστός σε ορισμένα μέρη του Λονδίνου. Αλλά


φαινόταν αρκετά καλός σήμερα το πρωί». «Χρησιμοποίησε βρισιές;» «Όχι, μόνο ρώτησε αν ο νέος δούκας χρειαζόταν τίποτα». Χαμογέλασε. «Και φυσικά, είπε “ένα κουτάβι”, επειδή το ζητάει εδώ και μήνες. Ο κύριος Ντότζερ είπε ότι θα το φροντίσει». Βρίζοντας για την ασάφεια του άντρα, μπήκε μέσα στο δωμάτιο και γονάτισε δίπλα στον γιο της. «Αγάπη μου, αυτό δεν σημαίνει ότι θα σου πάρει ένα κουτάβι». «Α… αλλά το είπε». «Τα λόγια του σήμαιναν ότι ίσως θα σου έφερνε ένα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το κάνει, γιατί είναι μεγάλος μπελάς». «Ε… εγώ θα το φρόντιζα πολύ». «Το ξέρω ότι θα το έκανες». Αναστέναξε. «Θα του μιλήσω για αυτό». Ο Χένρι της χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο. Τον αγκάλιασε σφιχτά. Ήταν τόσο πολύτιμος. Πώς θα άλλαζε κάτω από την κηδεμονία του κυρίου Ντότζερ. «Τώρα πρέπει να πάω να ετοιμαστώ», είπε και τον φίλησε. Πήγε στο δωμάτιό της και χτύπησε για να καλέσει τη Μάγκι. Η υπηρέτριά της είχε ήδη τακτοποιήσει τα πράγματα που είχαν συσκευάσει για τη βιαστική αναχώρησή τους το προηγούμενο βράδυ. Η Ολίβια παρατήρησε το δερμάτινο βιβλίο πάνω στο γραφείο της. Το είχε τοποθετήσει στο χαρτοκιβώτιό της επειδή ήθελε να το μελετήσει όταν θα έφτανε στο εξοχικό. Περπάτησε μέχρι το γραφείο της και άνοιξε το δερμάτινο κάλυμμα. Όλα ήταν τόσο σχολαστικά γραμμένα, με λεπτομερείς περιγραφές… Η αναπνοή της πιάστηκε. Ξαναδιάβασε τις λέξεις που βρίσκονταν στην πρώτη σελίδα. Άφησε μια εξαγριωμένη μικρή κραυγή τη στιγμή που η Μάγκι μπήκε μέσα στο δωμάτιο. «Εξοχότατη…» «Πού είναι ο κύριος Ντότζερ;» ρώτησε. «Είναι στην τραπεζαρία του πρωινού». «Βοήθησέ με να ετοιμαστώ γρήγορα. Έχω μερικές κουβέντες να πω μαζί του». «Η άμαξα είναι του γιου μου!» Ο Τζακ σήκωσε το βλέμμα από τη σελίδα που διάβαζε στο βιβλίο του, απολαμβάνοντας ένα χαλαρό πρωινό. Η δούκισσα είχε φτάσει και ήταν εξαγριωμένη. Και μέσα στη μανία της ήταν εκπληκτικά όμορφη. Πώς δεν το είχε προσέξει αυτό χθες βράδυ; Ή μήπως ήταν απλώς το ότι μια καλή νυχτερινή ανάπαυση της είχε φέρει χρώμα στα μάγουλα και έδιωξε την κούρασή της;


Διώχνοντας τη σκέψη της με κόπο, σηκώθηκε. «Καλημέρα, Ολίβια. Κοιμήθηκες καλά;» «Μην έχετε αυτόν τον τόνο μαζί μου». «Τι; Εγκαρδιότητα; Νόμιζα ότι θα το εκτιμούσες». «Αθωότητα. Μην προσποιείστε τον αθώο». Πήγε προς το μέρος του, χτυπώντας το βιβλίο της καθώς έφτανε. «Με κατηγορήσατε ότι προσπαθούσα να σας κλέψω, όμως γνωρίζατε πολύ καλά ότι η άμαξα ανήκε στον γιο μου». «Φοβάμαι ότι δεν το ήξερα. Εμφανίζεται στη λίστα του βιβλίου μου». «Δείξτε μου». Αυτός μισόκλεισε τα μάτια. «Δεν νομίζω ότι θα το κάνω». «Είναι καταχωρημένο στην πρώτη σελίδα αυτού του βιβλίου. Εάν δεν μου δείξετε τη δική σας, θα υποθέσω ότι σκόπιμα είπατε ψέματα και θα ενημερώσω τον κύριο Μπέκγουιθ, ο οποίος αναμφίβολα θα ξανασκεφτεί εάν θα τιμήσει ή όχι την πρώτη διαθήκη». Ο Τζακ θα την πήγαινε στο δικαστήριο, προτού αμφισβητήσει την πρώτη διαθήκη. «Δείξε μου τη δική σου… και θα σου δείξω τη δική μου», την προκάλεσε με χαμηλή φωνή. Τον μελέτησε για μια στιγμή, σαν να έπρεπε να διαβάσει κάτι άλλο στα λόγια του, και ευτυχώς για εκείνον, δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε ή όχι. Δεν ήταν συνηθισμένος να φλερτάρει με τις γυναίκες για να τις δελεάσει στο κρεβάτι του. Πλήρωνε για τις γυναίκες που ήθελε. Τίποτε άλλο δεν απαιτείτο από αυτόν, εκτός από το να τις παίρνει με το χρήμα του. Με τη δούκισσα είχε το άβολο συναίσθημα ότι κάτι άλλο συνέβαινε μεταξύ τους και ότι θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που δεν ήθελε να πάρει. Όταν φάνηκε ότι πήρε την απόφαση, χτύπησε το βιβλίο στο τραπέζι, άνοιξε το κάλυμμα και έβαλε το δάχτυλό της στη σελίδα. «Εκεί». Αργά κατέβασε το βλέμμα του από τη θριαμβευτική έκφραση στις λέξεις της, που είχαν γραφτεί τόσο σωστά. «Μαύρη άμαξα με οικόσημο. Α κατάλαβα». «Τι ακριβώς καταλάβατε;» «Έγινε λάθος, προφανώς. Ο δούκας έβαλε το μεταφορικό μέσο και στα δύο βιβλία». «Γνωρίζοντας τον άντρα μου, νομίζω ότι είναι εντελώς απίθανο. Ο Λάβινγκτον ήταν σχολαστικός και ακριβής σε όλες τις πτυχές της ζωής του». «Συμπεριλαμβανομένου φαντάζομαι και του να κάνει έρωτα στη γυναίκα του;» Καθώς τον κοίταξε, ένα ροδοκόκκινο χρώμα απλώθηκε πάνω στα μάγουλά της. Ένιωσε ντροπιασμένη από το ερώτημα που τέθηκε ή την ακρίβεια του


συμπεράσματός του; «Με προκαλείτε συνεχώς με σκοπό να με αποπροσανατολίσετε. Οποιοσδήποτε αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θα έκανε μια τέτοια ερώτηση σε μια γυναίκα». «Όπως έχω ήδη πει αρκετές φορές, βρίσκω το “αξιοπρεπές” βαρετό». Άκουσε το πόδι της να χτυπά το πάτωμα και είχε την αίσθηση ότι εκείνη ήθελε να τον χαστουκίσει ξανά. Για να πούμε την αλήθεια, ήθελε να το κάνει. Το άξιζε. Τι τον είχε κάνει να θέσει ένα τόσο προσωπικό ερώτημα; Τι τον ένοιαζε πώς ο Λάβινγκτον αντιμετώπιζε τη γυναίκα του στο κρεβάτι; Αν ο Τζακ δεν ήξερε καλύτερα, θα πίστευε ότι αισθάνθηκε μια σπίθα ζήλιας. Το πόδι της σταμάτησε να χτυπάει. «Σας έδειξα τη δική μου, τώρα δείξτε τη δική σας». «Τη σελίδα;» ρώτησε. «Φυσικά, ηλίθιε. Για τι άλλο θα συζητούσαμε;» «Δεν ξέρω, Ολίβια, αλλά μπορώ να σκεφτώ πιο ενδιαφέροντα πράγματα για να δείξει ο ένας στον άλλο από τα βιβλία μας». «Με εξαπατήσατε χθες τη νύχτα, κύριε. Θα ήθελα να μάθω τον λόγο για αυτό». Με έναν αναστεναγμό, γύρισε τις σελίδες στο βιβλίο του και έδειξε. «Εκεί. Ειλικρινές λάθος». Κοίταξε κάτω. «Μαύρο μόνιππο; Πώς συγχέετε ένα μαύρο μόνιππο με μια κανονική άμαξα; Το μόνιππο είναι μικρότερο, με μόνο δύο θέσεις». «Δεν το συνειδητοποίησα. Νόμιζα ότι ήταν το ίδιο πράγμα». «Δεν πιστεύω ότι είστε τόσο παραπληροφορημένος, αλλά όπως και να έχει, τώρα που ξέρω ότι η άμαξα είναι του Χένρι, μπορώ να τη χρησιμοποιήσω ανά πάσα στιγμή χωρίς φόβο να συλληφθώ για κλοπή». «Στην πραγματικότητα, δεν μπορείτε. Ως κηδεμόνας του Χένρι, είμαι και κηδεμόνας όλων των περιουσιακών του στοιχείων». «Αλλά ο κύριος Μπέκγουιθ μου έδωσε το βιβλίο», επεσήμανε εκείνη. «Έτσι θα γνωρίζετε τι μπορεί να περιμένει ο γιος σας όταν θα γίνει είκοσι ενός και όχι γιατί σας έχει ανατεθεί η φροντίδα αυτών των αντικειμένων». Δεν απόλαυσε την ήττα που την έκανε να νιώσει. Στην πραγματικότητα, ήξερε ότι θα ήταν πολύ καλύτερη κηδεμόνας για τον γιο της από εκείνον. Θα πολεμούσε μέχρι θανάτου για να τον προστατεύσει, ενώ ο Τζακ θα πολεμούσε μόνο μέχρι να τραυματιστεί. Τα οικονομικά του, ωστόσο, ήταν ένα άλλο θέμα εξ ολοκλήρου. Ο Τζακ αμφέβαλλε ότι ήταν καλά εξοπλισμένος για να τα χειριστεί. «Δεν μπορείτε να κερδίσετε. Έχω όλη τη δύναμη». Φάνηκε ότι τα λόγια του ανανέωσαν την αποφασιστικότητά της να τον


αντιμετωπίσει. Ανασήκωσε τους ώμους και το πιγούνι. «Είστε ο πιο ενοχλητικός άνθρωπος που είχα ποτέ την ατυχία να συναντήσω». «Τότε, προφανώς, δεν έχεις συναντήσει πολλούς, Ολίβια». «Δεν σας έδωσα την άδεια να μου μιλάτε με τέτοια οικειότητα». «Αλήθεια; Μου είπες να μη σου απευθύνομαι με τον τίτλο σου, άρα μένει μόνο το όνομά σου». «Κύριε Ντότζερ…» «Αν είχα πατέρα, θα ήταν ο κύριος Ντότζερ. Καθώς δεν έχω, δεν υπάρχει κύριος Ντότζερ. Μπορείς να με αποκαλείς Τζακ». Η Ολίβια δεν μπορούσε, δεν μπορούσε με τίποτα να προσποιηθεί αυτή την εξοικείωση με αυτόν τον άνθρωπο. Και δεν πίστεψε ούτε για ένα δευτερόλεπτο ότι εκείνος είχε πιστέψει πραγματικά ότι μια άμαξα που φέρει το οικόσημο του δούκα στην κορυφή ήταν ιδιοκτησία του. Ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένος στο να της προκαλεί σύγχυση. Πιάνοντας το βιβλίο της, γύρισε την πλάτη και περπάτησε στο άλλο άκρο του τραπεζιού, όπου ακούμπησε το βιβλίο που ήταν βέβαιο ότι θα την οδηγούσε στην παράνοια προτού ο Χένρι φτάσει στην ενηλικίωσή του. Η ιδέα να ξεφύγει από την εθιμοτυπία και να παντρευτεί ως χήρα γινόταν όλο και πιο δελεαστική. Μιας και ήταν αναγκασμένη να συγκεντρώσει την εξυπνάδα της πριν από την επόμενη αψιμαχία, πήγε στον μπουφέ και γέμισε ένα πιάτο με αβγά, φρυγανισμένο ψωμί και ζαμπόν· ακόμα και καθώς το έκανε, συνειδητοποίησε με ανησυχία το βλέμμα του Ντότζερ να ακολουθεί τις κινήσεις της. Το στομάχι της σφίχτηκε στη σκέψη να περάσει το πρωινό της με την παρουσία του. Ο πονοκέφαλός της επέστρεψε εκδικητικά και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να παραμείνει όρθια. Έκανε ένα νεύμα στον υπηρέτη που στεκόταν κοντά στον μπουφέ, προτού πάει προς το τραπέζι, όπου ένας δεύτερος υπηρέτης τράβηξε την καρέκλα γι’ αυτή ενώ ο μπάτλερ στεκόταν και παρατηρούσε τα πάντα. Κανονικά, η παρουσία των υπηρετών δεν την ενοχλούσε, επειδή η ίδια και ο σύζυγός της σπάνια μιλούσαν για κάτι παραπάνω από τον καιρό. Φοβόταν ότι το ίδιο δεν θα γινόταν με τα θέματα που ο κύριος Ντότζερ θα έφερνε στην επιφάνεια. Ίσως να επέμενε όλες οι συνομιλίες να επικεντρώνονταν αποκλειστικά στον Χένρι. Ο κύριος Ντότζερ κάθισε στη θέση του με αργές κινήσεις, που της θύμισαν αρπακτικό που στέκεται και περιμένει την επόμενη ευκαιρία για να επιτεθεί στη λεία του. Έμεινε με την εντύπωση ότι, ενώ είχε στρέψει την προσοχή του πίσω στο βιβλίο του, τίποτα γι’ αυτόν δεν ήταν τόσο χαλαρό όσο φαινόταν. Είχε πλήρη συνείδηση κάθε πτυχής του περιβάλλοντος. Ήταν κοινώς γνωστό ότι είχε


επιβιώσει από μια ζωή στους δρόμους. Φαντάστηκε ότι η επιβίωσή του οφειλόταν σε οξυμμένες αισθήσεις. Ο Λάβινγκτον έδινε πάντα την εντύπωση ότι η προσοχή του ήταν αλλού όταν διάβαζε την εφημερίδα του. Είχε την αίσθηση ότι η διάσπαση της προσοχής ήταν κάτι τόσο εξωπραγματικό στον Τζακ Ντότζερ όσο η έννοια της τήρησης των κανόνων της κοινωνίας. Ήπιε μια γουλιά ζεστό τσάι, συγκεντρώνοντας την αποφασιστικότητά της για την επόμενη αντιπαράθεση. Δεν το ήθελε ιδιαίτερα, αλλά για χάρη του γιου της έπρεπε να σιγουρευτεί ότι ο κηδεμόνας του κατάλαβε ότι τα παιδιά δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν όπως οι ενήλικες. «Κύριε Ντότζερ…» «Παρακαλώ, δούκισσα. Τζακ». Ο κοροϊδευτικός τόνος του άφησε την αδιαμφισβήτητη εντύπωση ότι δεν είχε καθόλου σεβασμό για τον τίτλο της. «Εάν επιμένετε να χρησιμοποιώ το όνομά σας, τότε θα αποφύγω να σας αποκαλώ γενικά. Ίσως θα μπορούσατε να είστε το ίδιο ευγενής», πρότεινε κοφτά. «Αλλά μου αρέσει να σε αποκαλώ κάπως. Αν και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν μου χτυπά καλά το Ολίβια. Έχεις παρατσούκλι;» ρώτησε. «Όχι. Και για να ξεκινήσουμε τη συζήτηση, υποσχεθήκατε στον γιο μου ένα σκυλί». Σήκωσε το κεφάλι του, χωρίς να ασχοληθεί να κρύψει πως το διασκέδαζε. «Με κατσαδιάζεις;» «Δεν συζητήσατε το θέμα μαζί μου». «Είμαι ο κηδεμόνας του. Δεν χρειάζεται να συζητώ τίποτα σχετικά με τον γιο σου μαζί σου». Ω η αυταρέσκειά του ήταν το κάτι άλλο. «Έχετε ιδέα πόση δουλειά απαιτείται για να φροντίζεις ένα σκυλί;» «Έχω πάει σε αγώνες αρουραίων». Η Ολίβια σκέφτηκε ότι υπήρχε κίνδυνος να βγάλει το πρωινό της, εάν είχε βέβαια φάει κάτι. «Εκτός του ότι το θέμα αυτό είναι ακατάλληλο για την ώρα του πρωινού, τι σχέση έχει με τα σκυλιά;» «Τα σκυλιά πολεμούν τους αρουραίους. Έχω δει τη φροντίδα και την προσοχή που δείχνουν οι ιδιοκτήτες στα σκυλιά τους. Τα αντιμετωπίζουν σαν βασιλείς, έτσι γνωρίζω καλά το τι σημαίνει να φροντίζεις ζώα». «Και όταν πεθάνει, πώς θα χειριστεί ο γιος μου την πληγωμένη καρδιά του;» «Θα του πάρω άλλο». Άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Όταν αγαπάς κάτι και το χάνεις, δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα».


Ένιωσε το βάρος του βλέμματός του, καθώς χτυπούσε την ανοιχτή σελίδα του αναθεματισμένου βιβλίου. «Έτσι αισθάνεσαι για τον σύζυγό σου;» «Δεν θα συζητήσω τα αισθήματά μου με έναν άντρα που θα τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου». Σήκωσε τα χέρια της για να σταματήσει αυτή τη στροφή στη συζήτηση. Δεν θα του αποκάλυπτε ποτέ τα συναισθήματά της για οτιδήποτε. «Υποσχεθήκατε στον γιο μου ένα σκυλί. Αλλά δεν τον γνωρίζετε. Είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο παιδί. Πρέπει να επιμείνω στο μέλλον να συζητάτε μαζί μου τις αποφάσεις που σκοπεύετε να παίρνετε σχετικά με τον Χένρι πριν τις συζητήσετε μαζί του». Την παρατήρησε κι εκείνη έμεινε με την άβολη αίσθηση ότι μπορούσε εύκολα να διακρίνει τα συναισθήματά της χωρίς να χρειάζεται να τα φωνάζει, ότι ήταν ειδικός στο να βγάζει στην επιφάνεια τα συναισθήματα των ανθρώπων, όπως ήταν στο να αδειάζει τις τσέπες τους. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θα σου προκαλούσε ταραχή. Δεν θα του πάρω σκύλο». Έστρεψε την προσοχή του στο βιβλίο, σαν το θέμα να είχε διευθετηθεί απλώς και μόνο επειδή αυτός είχε θεωρήσει ότι είχε γίνει. Η Ολίβια δεν ήξερε αν αισθανόταν ανακούφιση που δεν θα υπήρχε σκύλος ή οργή επειδή μπορούσε τόσο εύκολα να πάρει πίσω μια υπόσχεση που είχε δώσει στον γιο της. Όταν ανέφερε το θέμα, δεν ήταν σίγουρη για το ποιο ήθελε να είναι το αποτέλεσμα – το ότι εκείνος δεν καταλάβαινε ότι δεν γνώριζε με ποιον τρόπο έπρεπε να φροντίσει τον γιο της υπέθεσε. Σε αντίθεση με τις περισσότερες μητέρες, δεν ήθελε να είναι απλώς παρούσα στη ζωή του γιου της. Αυτή και ο Λάβινγκτον είχαν πραγματικά έρθει σε διένεξη για το θέμα της νταντάς. Ενώ καταλάβαινε ότι όλα τα παιδιά της αριστοκρατίας φροντίζονταν από νταντάδες, δεν συμφωνούσε απολύτως με την ιδέα. Ήθελε έναν πιο ενεργό ρόλο και αυτός ο άνθρωπος απειλούσε να την απομακρύνει πλήρως από τη ζωή του Χένρι. «Χθες το βράδυ είπατε ότι είστε άνθρωπος που κρατά τον λόγο του». Κοιτάζοντας προς τα πάνω, της χαμογέλασε πονηρά. «Είμαι όταν με συμφέρει». Ήθελε να φωνάξει ακούγοντας τα παιχνίδια λέξεων που έπαιζε. Ήταν συνηθισμένη να ασχολείται με κυρίους, όχι με κακοποιούς που άλλαζαν προβιά ανάλογα την περίσταση. «Δεν μπορείτε να αθετήσετε την υπόσχεσή σας σε αυτόν». «Αποφάσισε. Θέλεις να έχει σκυλί ή όχι;» «Δεν θέλω να έχει σκυλί, αλλά θα ήταν πολύ χειρότερο αν αθετούσατε την υπόσχεσή σας σε αυτόν. Η εμπιστοσύνη είναι ένα εύθραυστο πράγμα και θα τον διδάξετε ότι μια υπόσχεση δεν σημαίνει τίποτα».


«Συνήθως δεν σημαίνει». «Ίσως στον κόσμο σας, κύριε Ντότζερ, αλλά όχι στον δικό μας», είπε κοφτά. «Τζακ». Ο άνθρωπος έχανε εντελώς την ουσία. Γιατί σπαταλούσε έστω και την αναπνοή της για να τσακωθεί μαζί του; Όπως όλοι οι άντρες, θα έκανε ό,τι είχε αποφασίσει πως ήθελε να κάνει. «Μπορούμε να προχωρήσουμε;» «Φυσικά. Τι ακριβώς είχες κατά νου;» «Υποτίθεται ότι θα σας συναντούσα στη βιβλιοθήκη χθες το βράδυ…» «Έτσι ήταν. Υποσχέθηκες». «Δεν είχα υποσχεθεί», αντέκρουσε. «Είπες ότι θα το κάνεις. Στον κόσμο μου, όταν κάποιος λέει κάτι, η υπόσχεση υπονοείται». Ω το κεφάλι της σφύριζε και είχε μεγάλη ανάγκη να επιστρέψει στο κρεβάτι και να χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα. «Έχετε δίκιο. Αποκοιμήθηκα. Ζητώ συγγνώμη». «Παίρνεις πάντα λάβδανο πριν από τον ύπνο;» «Πώς ξέρετε ότι παίρνω;» «Το έχω μυρίσει στην αναπνοή σου». Παγωνιά τρόμου διαπέρασε τις φλέβες της με το υπονοούμενο αυτής της δήλωσης. «Σήμερα το πρωί εγώ ξύπνησα, όμως όχι στο κρεβάτι μου και δεν θυμάμαι πώς έφτασα εκεί. Μήπως εσείς…» Γυρίζοντας, κοίταξε τους υπηρέτες. Ενώ δεν φαινόταν να δίνουν σημασία, ήξερε ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν κουφός. Έσκυψε προς τα εμπρός με την ελπίδα να την ακούσει ο Ντότζερ ενώ μιλούσε με χαμηλή φωνή, αλλά το τραπέζι ήταν απίστευτα μεγάλο. Γιατί χρειαζόταν ένα τραπέζι τόσο μακρύ σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο; Δεν ήταν ότι είχαν συχνά επισκέπτες. «Μήπως;…» την προέτρεψε. «Μπορούμε να διώξουμε τους υπηρέτες;» «Δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη. Όπως καταλαβαίνω, απαγορεύεται λόγω κάποιου είδους κώδικα υπηρετών να συζητούν τα θέματά μας, ακόμα και μεταξύ τους». «Ναι, λοιπόν…» κοίταξε ξανά γύρω. «Όταν δεν εμφανίστηκες όπως υποσχέθηκες, πήγα να σε ψάξω». «Κατάλαβα. Υποθέτω ότι με βρήκατε». Της χαμογέλασε αργά. «Σε βρήκα. Μου ζήτησες να μην μπω στην κρεβατοκάμαρά σου. Δεν είχα άλλη επιλογή εκτός από το να σε βάλω στη δική μου».


Το είπε σαν να είχε κάνει κάτι για το οποίο έπρεπε να τον θαυμάσουν. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι το να μεταφέρει γυναίκες στο υπνοδωμάτιό του ήταν κάτι που συνέβαινε κάθε μέρα – κάθε νύχτα. «Πήρατε πρωτοβουλίες;» είπε κοφτά. «Πίστεψέ με, δούκισσα, αν το είχα κάνει, θα το θυμόσουν». Η ξαφνική ένταση του βλέμματός του ήταν ανυπόφορη και της έδωσε την εντύπωση ότι ο ίδιος οραματιζόταν να είναι στο κρεβάτι της, κάνοντας πράγματα με το κορμί της που θα ήταν πολύ πιο αξέχαστα από οτιδήποτε είχε βιώσει ποτέ με τον Λάβινγκτον. Ήταν αρκετά ανησυχητικό το να σκέφτεται τον Τζακ Ντότζερ να την κρατάει στην αγκαλιά του, στο στήθος του, να τη βάζει στο κρεβάτι του, αφαιρώντας τις φουρκέτες –γιατί τώρα δεν είχε αμφιβολία ότι ήταν ο υπεύθυνος για τα λυτά μαλλιά της–, να τον περιεργάζεται να γλιστρά ανάμεσα στα σεντόνια μαζί της… Έριξε το βλέμμα στο πιάτο της για να κρύψει την ντροπή της, που λαχταρούσε να μάθει τι θα μπορούσαν να κάνουν τα δάχτυλά του. «Αφού σε άφησα στο κρεβάτι, πήγα στη λέσχη μου. Ρώτησε τον Μπριτλς. Ετοίμασε την άμαξά μου ή αυτό που νόμιζα ότι ήταν άμαξά μου για μένα». Κοίταξε τον μπάτλερ. Αν και υποτίθεται δεν άκουγε τη συνομιλία, της έκανε ένα νεύμα. Αναγκάστηκε να συναντήσει το βλέμμα του Ντότζερ. «Δεν ήταν πραγματικά απαραίτητο να με πάτε σε ένα κρεβάτι». «Αυτό στο οποίο ήσουν ήταν αρκετά περιορισμένο. Ξέρω πολλές γυναίκες που θα ήταν ευγνώμονες για τη σκέψη μου». «Δεν έχω καμία αμφιβολία για αυτό», πέταξε. «Δεν είμαι μια από αυτές». Έτριψε το φρύδι της. «Ζητώ συγγνώμη. Συνήθως δεν είμαι τόσο δύσκολη». Δεν θεωρούσε τον εαυτό της καθόλου δύσκολο, αλλά αμφέβαλλε ότι εκείνος θα πίστευε αυτή τη δήλωση. «Οι τελευταίες μέρες ήταν απίστευτα απαιτητικές, κύριε…» «Τζακ». Κατάπιε. Δεν ήθελε να δεχτεί την οικειότητα που της προσέφερε, αλλά ήταν τόσο κουρασμένη από τον πόλεμο. «Τζακ». «Ορίστε. Λοιπόν, αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο, σωστά;» Σηκώθηκε. «Μιας και οι τελευταίες μέρες ήταν τόσο απαιτητικές, σου προτείνω να απολαύσεις ένα χαλαρό πρωινό και όταν τελειώσεις, έλα στη βιβλιοθήκη και θα συζητήσουμε αυτή την ασυνήθιστη κατάσταση στην οποία μας έφερε ο μακαρίτης ο άντρας σου». Παρακολούθησε με έκπληξη, καθώς πήρε το μαύρο βιβλίο του και βγήκε από το δωμάτιο. Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ένα κομμάτι της λυπόταν για την


αποχώρησή του, αλλά μόνο επειδή ήταν τώρα μόνη της, χωρίς τίποτα παραπάνω από τις δικές της σκέψεις για συντροφιά. Και τι περίεργες σκέψεις ήταν αυτές! Για μια στιγμή, όταν μπήκε μέσα, ήταν σχεδόν σαν να είχε δει τον μακαρίτη σύζυγό της εκεί να τη χαιρετά. Ήταν ένα τέχνασμα του πρωινού φωτός που χυνόταν μέσα από τα παράθυρα. Δεν είχε συνηθίσει αυτό το δωμάτιο. Ο Λάβινγκτον πάντα προτιμούσε να κρατάει τον κόσμο έξω. Από όσο είχε καταφέρει να καταλάβει, πριν την παντρευτεί, δεν είχε αφήσει ποτέ να ανοίξει μια κουρτίνα ή ένα σκίαστρο να σηκωθεί. Ήταν ένα σκοτεινό σπίτι, αντανακλώντας τη μελαγχολική διάθεση του ιδιοκτήτη του. Της ζήτησε ακόμα και να περιορίσει την επιθυμία της να αφήνει τον ήλιο να μπει σε δωμάτια στα οποία εκείνος δεν σύχναζε. Νόμιζε ότι και ο Τζακ –όχι, δεν μπορούσε να τον σκεφτεί ως Τζακ– θα προτιμούσε και αυτός τις σκιές.


Κεφάλαιο 6 Ο Τζακ στεκόταν στο παράθυρο στη βιβλιοθήκη του, κοιτάζοντας τον άψογα περιποιημένο κήπο του. Τον δικό του κήπο, από το δικό του παράθυρο της δικής του βιβλιοθήκης. Είχε προγραμματίσει να μελετήσει το βιβλίο του, αλλά δεν κατάφερε να συγκεντρωθεί. Ο τρόπος που ο ήχος του ονόματός του βγήκε από το στόμα της χήρας και πώς τον είχε κάνει να αισθανθεί τον βρήκαν απροετοίμαστο. Ήθελε να της ζητήσει να το πει και πάλι. Ήθελε να πάει πιο κοντά της και να μιλήσει σιγά, ώστε οι υπηρέτες να μην ακούσουν. Ήθελε να μάθει για ποιον λόγο πραγματικά έφερε αντίρρηση για ένα σκυλί. Ήθελε να ρωτήσει τι γνώριζε για ραγισμένες καρδιές. Συνεπαρμένος από το παιχνίδι του ηλιακού φωτός που χόρευε πάνω στα καστανοκόκκινα μαλλιά της, είχε θυμηθεί πώς αισθάνθηκε κρατώντας τα στο χέρι του. Δέχτηκε την υπεροψία της επειδή κρατούσε τις δικές του επιθυμίες δεμένες. Έσπρωξε τον ώμο του στην αιχμηρή γωνία της κάσας του παραθύρου, αγνοώντας το τσούξιμο. Είχε κοκκινίσει στη χλευαστική χρήση του «δούκισσα» από πλευράς του, αλλά και ο δικός της τόνος δεν ήταν διαφορετικός. Άκουγε τη μομφή στη φωνή της κάθε φορά που τον αποκαλούσε «κύριο Ντότζερ». Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, όπως κι εκείνος: ο μπάσταρδος γιος μιας πόρνης, ο πατέρας του άγνωστος σε αυτόν, ίσως ένας ξένος στη μητέρα του. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει, αλλά έμεινε εκεί που ήταν. Τα ελαφρά βήματά της έγιναν πιο δυνατά καθώς πλησίαζε, μέχρι που μύρισε το άρωμά της. Δεν ήθελε να σκεφτεί την ευχαρίστηση που θα μπορούσε να πάρει σαν ανακάλυπτε τα διάφορα σημεία όπου το έβαζε. Ήρθε και στάθηκε απέναντί του, το καταραμένο φως του ήλιου πάλι έπεφτε στα μαλλιά της με τρόπους που τον έκαναν να θέλει να τα αγγίξει, να περάσει τα δάχτυλά του μέσα τους χωρίς να είναι τόσο προσεκτικός, όσο ήταν το προηγούμενο βράδυ, όταν έβγαζε τις φουρκέτες. «Δεν ξέρετε πραγματικά ποιος είναι ο πατέρας σας;» ρώτησε ήσυχα. Αυτή η συζήτηση είχε γίνει πριν από πολλή ώρα και δεν έβλεπε κανένα λόγο να επιστρέψει εκεί, παρόλο που του πέρασε από το μυαλό η πιθανότητα να τον σκεφτόταν όσο κι εκείνος σκεφτόταν εκείνη από τη στιγμή που έφυγε από την αίθουσα πρωινού. Υποψιάστηκε όμως ότι οι σκέψεις της επικεντρώνονταν στα


ελαττώματά του, ενώ εκείνος άρχιζε διστακτικά να αναγνωρίζει τις αρετές της. «Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να παραμείνουμε στο θέμα μας. Τι ξέρεις για την νταντά;» Τα χρυσά μάτια της διευρύνθηκαν ελαφρά με έκπληξη. «Την Έλεν; Έχει πολύ καλές συστάσεις. Και ο δούκας κι εγώ είμαστε εξαιρετικά ευχαριστημένοι με τις υπηρεσίες της. Γιατί ρωτάτε;» «Το παιδί φαίνεται πολύ ήσυχο». «Τα παιδιά υποτίθεται ότι πρέπει να είναι ήσυχα και με καλούς τρόπους…» Γέλασε απαλά στις αναμνήσεις της δικής του παιδικής ηλικίας. «Όχι τα παιδιά που ήξερα εγώ». «Μεγαλώσατε στους δρόμους, κύριε Ντότζερ. Ο γιος μου μεγαλώνει σε ένα σπίτι». «Ωστόσο, φοβάται, ενώ εγώ δεν φοβόμουν». «Είναι απλώς επιφυλακτικός, όπως ήταν ο πατέρας του». Ο Τζακ απέφυγε να ρωτήσει αν είχε αυτή την επιφυλακτικότητα και όταν την οδηγούσε στο κρεβάτι του. Γιατί ήταν αλήθεια τόσο περίεργος να μάθει όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής τους ζωής; Εκείνη κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Χθες το βράδυ είπατε ότι ίσα που γνωρίζατε τον Λάβινγκτον. Πώς έγινε και τον γνωρίσατε; Ερχόταν στη λέσχη σας;» «Ενίοτε. Τι γνωρίζετε για τη λέσχη μου;» «Ότι είναι ένας τόπος που ταιριάζει πολύ σε κακοποιούς». Χαμογέλασε στραβά. «Το λέτε αυτό σαν να πιέζω τους ανθρώπους να αποκτούν σκανδαλώδη συμπεριφορά. Δεν το κάνω». «Τους παρέχετε την ευκαιρία». «Βλέπεις; Και πάλι, ο τόνος σου υπονοεί ότι είναι κακό. Όσοι απολαμβάνουν να είναι κακοί δεν μπορούν να σταματήσουν. Θα πάνε στα πιο σκοτεινά σοκάκια για να βρουν μια χαρτοπαικτική λέσχη, ένα ποτό ή γυναίκες. Αν είναι ένα ανέντιμο παιχνίδι, ακόμα κι αν κερδίσουν, θα τους τα πάρουν όλα, πιθανώς και τη ζωή τους. Όταν αγοράζουν ένα μπουκάλι, δεν ξέρουν τι υπάρχει μέσα. Μερικές φορές δεν είναι τίποτα περισσότερο από κάτουρο». Ύψωσε το χέρι του για να προλάβει τη διαμαρτυρία για το λεξιλόγιό του, που ήταν σίγουρος ότι ήταν έτοιμη να ξεστομίσει. «Και οι γυναίκες: από τις γυναίκες μπορούν να πάρουν κάθε είδους ασθένειες, μερικές θα τους κάνουν τυφλούς ή θα τους κλέψουν τη λογική τους. Και έτσι, ναι, δίνω στους κυρίους ένα ασφαλές καταφύγιο, όπου τα παιχνίδια είναι έντιμα, το ποτό είναι το καλύτερο που υπάρχει και οι γυναίκες είναι καθαρές».


«Έχω μείνει με την εντύπωση ότι για κάποιον λόγο θεωρείτε τις πράξεις σας ευγενικές». «Όπως προείπα, δεν μπορείτε να σταματήσετε κάποιον που είναι αποφασισμένος να απολαύσει την αμαρτία. Γιατί να μην πρέπει να επωφεληθώ από τις αδυναμίες των άλλων; Έχω γίνει πολύ πλούσιος και ποιον έχω βλάψει;» Γιατί στεκόταν εκεί εξηγώντας τη ζωή του, τις επιλογές του, τις ενέργειές του; Γνώριζε πάντα ότι οι άλλοι έβρισκαν λανθασμένες τις προσπάθειές του, αλλά εκείνος όχι, και αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία γι’ αυτόν. Ποτέ δεν είχε νοιαστεί για τις απόψεις των άλλων. «Υποψιάζομαι ότι βλάπτετε χωρίς να το καταλαβαίνετε», είπε. Αυτό ήταν το πρόβλημα όταν συζητούσε με τους δίκαιους: δεν άκουγαν τα επιχειρήματα. «Όσο και αν είναι έτσι, δεν έχω καμία πρόθεση να βλάψω τον γιο σου». Κοίταξε στη γωνία, όπου την προηγούμενη μέρα ένα τραπέζι ήταν καλυμμένο με μια ποικιλία ρολογιών, σαν ο δούκας να προσπαθούσε να μαζέψει τον χρόνο. Τώρα μια ποικιλία από μπουκάλια και κανάτες ήταν όμορφα τοποθετημένα και σε κοντινή απόσταση από το γραφείο του. «Φέρατε ήδη οινοπνευματώδη στο σπίτι», είπε και διέκρινε τη μομφή στη φωνή της. «Αλλά δεν θα σε αναγκάσω να τα πιεις». «Ποτέ δεν θα το έκανα». «Χωρίς αμφιβολία». «Τι κάνατε τα ρολόγια του συζύγου μου;» ρώτησε σθεναρά. Για κάποιον λόγο, την προτιμούσε όταν ήταν ζωηρή μαζί του. Ίσως ήταν το χαστούκι που του είχε αρέσει ή η ανακούφιση που έδειχνε ότι δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Θα μπορούσε να αποδειχθεί ατυχές εάν αναπτυσσόταν μεταξύ τους μια συντροφικότητα. Ενώ ήταν αναμφίβολα γνωστό σε εκείνη ότι δεν ήταν ίσοι σε κανένα επίπεδο, αυτός γνώριζε πολύ καλά ότι δεν ήταν ίσοι σε αρκετά. «Είναι τα ρολόγια μου. Εμφανίζονται στη σελίδα επτά του ημερολογίου μου. Είπα στους υπηρέτες να τα διανείμουν σε όλο το σπίτι, όπως τους αρέσει». «Μια συλλογή δεν είναι πλέον συλλογή εάν βρίσκεται διάσπαρτη». «Δεν δίνω δεκάρα για τα αναθεματισμένα ρολόγια. Με νοιάζει το καταραμένο ουίσκι μου! Άλλωστε, το διαβολεμένο χτύπημά τους με τρέλαινε». Ίσως είχαν κάνει το ίδιο πράγμα και στον δούκα, μόνο που είχαν πετύχει αυτό που τον απασχολούσε. Ο Τζακ πήρε μια βαθιά ανάσα για να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά δεν


κατάφερε τίποτα, επειδή απλώς έφερε το άρωμά της προς το μέρος του. Δεν ήθελε να τον δελεάζει. Ήθελε να την παντρέψει. «Ας γυρίσουμε στις δουλειές μας ε;» Πήγε προς το γραφείο του και κάθισε στην καρέκλα του. Εκείνη δίστασε λίγο πριν ανασηκώσει τους ώμους και πάρει μια καρέκλα απέναντί του. Αν ήταν λιγότερο άντρας, το άγριο βλέμμα της θα ήταν τρομακτικό. Σίγουρα ήταν αποφασισμένη να το κρατήσει πάνω του. Θα έπρεπε να της δώσει τα εύσημα για αυτό – και για το γεγονός ότι νοιαζόταν τόσο πολύ για τον γιο της. «Ας είμαι ειλικρινής…» ξεκίνησε. «Υπονοείτε ότι δεν έχετε φτάσει σε αυτό το σημείο; Στον κόσμο μου, κύριε Ντότζερ, ένα άτομο υποτίθεται ότι μιλά ειλικρινά, οπότε τα λόγια του δεν χρειάζονται διευκρινίσεις». «Δούκισσα, δοκιμάζεις την υπομονή μου», μουρμούρισε. «Τότε στείλτε εμένα και τον γιο μου στην εξοχή». Δεν μπήκε στον πειρασμό ούτε στο ελάχιστο. «Ούτε κατά διάνοια», της είπε. «Θα έκανε τα πράγματα ευκολότερα στο μέλλον». «Βρίσκω το “εύκολο” βαρετό. Γι’ αυτό, πίσω στο θέμα μας. Στη λέσχη μου, έχω περισσότερους από δύο ντουζίνες ανθρώπους στη δούλεψή μου. Διαχειρίζομαι τόσο αυτούς όσο και την επιχείρησή μου χωρίς μεγάλο κόπο. Στην πραγματικότητα, η επιχείρησή μου λειτουργεί αρκετά αποτελεσματικά και αποδοτικά. Δυστυχώς, δεν ξέρω τίποτα για τη διαχείριση ενός νοικοκυριού». Παρακολούθησε μια μικρή αλλαγή στην έκφρασή της και συνειδητοποίησε ότι μπορεί να είχε εκτεθεί πολύ και να της είχε προσφέρει τη δύναμη από την οποία δεν ήταν διατεθειμένος ο ίδιος να παραιτηθεί. «Ενώ εγώ», δήλωσε με ένα ήρεμο, συγκρατημένο ύφος, που έκανε τα πάντα μέσα του να ανακατευτούν, «ξέρω τα πάντα για τη διαχείριση ενός νοικοκυριού». «Νόμιζα ότι ήξερες. Ως εκ τούτου, θα αφήσω τη διοίκηση του νοικοκυριού στη διακριτική σου ευχέρεια». Χαμογέλασε και ήταν το πιο συναρπαστικό πράγμα που είχε δει ποτέ. Τη μεταμόρφωσε σε κάποια που ήταν νέα και ανέμελη. Τον έκανε να θέλει να περάσει το δάχτυλό του πάνω στο στόμα της. Τον έκανε να θέλει να σηκωθεί, να πάει γύρω από το γραφείο και να την πάρει στην αγκαλιά του. «Ούτε… κατά… διάνοια…» Η θέληση και η επιθυμία κατέρρευσαν γύρω του. Κατάφερε με κάποιον τρόπο να διαβάσει τις σκέψεις του; «Συγγνώμη;»


Σηκώθηκε με όλη την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που μόλις κληρονόμησε μια αυτοκρατορία. «Δεν θα διαχειριστώ το νοικοκυριό». Γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Τότε είστε ευπρόσδεκτη στο κρεβάτι μου». Ακόμα και όταν ο Τζακ ξεστόμισε αυτή την πρόκληση, δεν ήταν σίγουρος για το τι τον είχε κάνει να προσφέρει αυτή την εναλλακτική λύση, αν και σίγουρα ήταν ελκυστική. Αν έφερνε τη μισή φωτιά στο κρεβάτι του από αυτή που προκαλούσαν τα λόγια της, σκέφτηκε ότι θα μπορούσαν να έχουν μια απίστευτη και αξέχαστη νύχτα. Πολύ αργά γύρισε. «Δεν σοβαρολογείτε». «Δεν είμαι άνθρωπος με αίσθημα φιλανθρωπίας. Σήμερα έχετε μια στέγη πάνω από το κεφάλι σας, ρούχα να φορέσετε και φαΐ να φάτε. Η στέγη και το φαγητό είναι δικά μου, τα ρούχα είναι ακόμη αμφισβητήσιμα, καθώς πρέπει να τα εντοπίσω στο βιβλίο μου. Παίρνετε από μένα, δούκισσα, χωρίς να δίνετε τίποτα σε αντάλλαγμα. Το να συνεχίσουμε έτσι είναι μια κακή επιχειρηματική πρακτική. Εάν επιθυμείτε να παραμείνετε στην κατοικία μου, πρέπει να δουλέψετε για αυτό». «Να δουλέψω; Σαν να ήμουν υπηρέτρια ή, χειρότερα, η πόρνη σας;» Ένιωσε την οργή να φουντώνει μέσα της. «Είστε ένα κάθαρμα». «Σύμφωνα με τον νόμο, ναι». «Πώς μπορείτε να είστε τόσο σκληρός; Μόλις έχασα τον σύζυγό μου, το σπίτι μου και, νομικά, τον γιο μου. Δεν έχετε καθόλου ευγένεια μέσα σας;» «Δεν υπάρχει κανένα κέρδος στην καλοσύνη». «Αυτό είναι που σας νοιάζει; Τα κέρδη σας;» Ο Τζακ έβρισε μέσα από τα δόντια του. Γιατί το έκανε τόσο δύσκολο; Είχε στρέψει το κεφάλι της απότομα, σαν να μπορούσε να τον εκφοβίσει να αλλάξει στάση. Τα μαλλιά της ήταν πλούσια, καστανά, με αρκετό κόκκινο χρώμα που την έκαναν ενδιαφέρουσα. Αναρωτήθηκε πώς θα έμοιαζε ντυμένη στα κόκκινα. Τα μαύρα την έκαναν να φαίνεται πολύ χλωμή. Αλλά κόκκινο ή μοβ, ένα βαθύ μοβ – όπως το βασιλικό… Κούνησε το κεφάλι του. Ποτέ δεν οραματίστηκε γυναίκες με ρούχα – τις φανταζόταν χωρίς αυτά, όχι με αυτά. Τι του συνέβαινε; Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο μπάτλερ. Επειδή η βιβλιοθήκη ήταν μεγάλη, με αρκετά καθίσματα τοποθετημένα μεταξύ της πόρτας και του γραφείου, χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να διασχίσει ο Μπριτλς τον χώρο, τα βήματά του σιωπηλά. Ο τρόπος που οι υπηρέτες κινούνταν τόσο ήσυχα έκανε τον Τζακ να είναι καχύποπτος. Δεν ήταν φυσικό αν κάποιος δεν σκόπευε να


ληστέψει κάποιον. Ο Μπριτλς στάθηκε προσοχή μέχρι ο Τζακ να τον κοιτάξει, έπειτα υποκλίθηκε ελαφρά. «Λυπάμαι που σας ενοχλώ, κύριε, αλλά κάποιος επιθεωρητής Σουίντλερ από τη Σκότλαντ Γιαρντ επιθυμεί να μιλήσει μαζί σας. Είστε σπίτι;» «Φυσικά είμαι σπίτι, άνθρωπέ μου. Κάθομαι μπροστά σου». Πριν μπορέσει να απαντήσει ο Μπριτλς, η δούκισσα έβηξε και μπήκε στη μέση. «Το να λέτε ότι δεν είστε στο σπίτι είναι ένας ευγενικός τρόπος να ενημερώσετε κάποιον πως δεν θέλετε να τον δείτε». «Νόμιζα ότι δεν έλεγαν ψέματα στον ευγενικό κόσμο σας». «Δεν είναι αγενείς στον κόσμο μου». Ο Τζακ ήθελε να το τραβήξει περαιτέρω, αλλά δεν ήθελε να αφήσει τον Σουίντλερ να περιμένει. Θα ασχολούνταν με τη δούκισσα αργότερα. Υποψιάστηκε ότι επρόκειτο να περάσουν πολύ από τον χρόνο τους μαλώνοντας για το τι θεωρούσε ο καθένας από τους δύο τους σωστό. Έστρεψε την προσοχή του στον μπάτλερ. «Φυσικά, θα τον δω». Μόλις ο μπάτλερ βγήκε από το δωμάτιο, η δούκισσα σηκώθηκε όρθια. «Τι έχετε κάνει;» «Επέλεξα να μην πω ψέματα υποστηρίζοντας ότι δεν ήμουν στο σπίτι. Σκέφτηκα ότι θα επικροτούσες την ειλικρίνειά μου». «Όχι, εννοώ, γιατί ένας επιθεωρητής από τη Σκότλαντ Γιαρντ είναι εδώ; Έχετε κλέψει κάποιον; Σκοτώσατε κάποιον;» Πήγε ένα βήμα πιο κοντά. «Τι κάνατε ώστε να αναγκαστεί η Σκότλαντ Γιαρντ να έρθει σε αυτό το σπίτι; Αν συλληφθείτε…» Προτού καταφέρει να ξεστομίσει αυτό που ο Τζακ ήταν σίγουρος ότι θα αποτελούσε μια τρομερή απειλή που θα την έκανε να τρέξει να μιλήσει στον Μπέκγουιθ, η πόρτα άνοιξε και πάλι. Αυτή τη φορά ο Τζέιμς Σουίντλερ μπήκε στο δωμάτιο. Πάντα ενοχλούσε τον Τζακ ότι ο Σουίντλερ είχε την παράξενη ικανότητα να δίνει την εντύπωση ότι ανήκε στο περιβάλλον, όποιο κι αν ήταν. Θα περίμενε πιθανώς να διασχίσει με άνεση το παλάτι του Μπάκιγχαμ. Φορούσε ένα μπεζ μάλλινο σακάκι, κρεμ γιλέκο και μια σκούρα πράσινη γραβάτα που τόνιζε το πράσινο χρώμα των ματιών του, προκαλώντας τα να γίνουν το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του. Συχνά ντυνόταν απλά για να μην εντοπίζεται. Σήμερα δεν ήταν μία από αυτές τις περιπτώσεις. Η Ολίβια μελετούσε τον Σουίντλερ σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήταν ο λιγότερο κακός από τους δύο που βρίσκονταν σήμερα στη βιβλιοθήκη. Επειδή ήξερε ότι ο Σουίντλερ θα έδειχνε άψογους τρόπους, ο Τζακ σηκώθηκε όρθιος, ξαφνικά επειδή δεν ήθελε να βρεθεί υπό. «Δούκισσα, επιτρέψτε μου να


σας συστήσω τον Τζέιμς Σουίντλερ από τη Σκότλαντ Γιαρντ». «Επιθεωρητά». «Σουίντλερ», είπε ο Τζακ, «επίτρεψέ μου να σου συστήσω τη δούκισσα του Λάβινγκτον. Προσφάτως χήρα». Και τεράστιος μπελάς στην πλάτη μου. Ο Σουίντλερ υποκλίθηκε εντυπωσιάζοντας χωρίς αμφιβολία τη χήρα με τις αριστοκρατικές χάρες του. Ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ένας τόσο ψηλός και μεγαλόσωμος άντρας δεν ήταν αδέξιος. Ήταν πέντε εκατοστά πιο ψηλός από τον Τζακ ενώ είχε και πιο φαρδιούς ώμους. «Εξοχότατη», τη χαιρέτησε τυπικά, ενοχλώντας τον Τζακ για λόγους που δεν κατάλαβε. Τι τον ένοιαζε αν η χήρα ήταν γοητευμένη; Ο Σουίντλερ έστρεψε το κοφτερό πράσινο βλέμμα του στον Τζακ. «Ο υπηρέτης σου είπε ότι ήταν επείγον». «Εσείς τον καλέσατε;» ρώτησε η δούκισσα. Ο Τζακ πήρε μεγάλη ικανοποίηση από την έκπληκτη έκφρασή της. «Συγγνώμη, δούκισσα. Θα απογοητευτείτε να μάθετε ότι δεν πρόκειται να με συλλάβει. Και τώρα που τελείωσαν οι τυπικότητες, Σουίντλερ, θέλεις ουίσκι ή τζιν;» Πήγε στο τραπέζι όπου είχε βάλει τα υπέροχα μπουκάλια των απολαύσεών του στη σειρά. Χωρίς τικ-τακ. «Δεν είναι ούτε μεσημέρι ακόμα, Τζακ», είπε ο Σουίντλερ. «Για έναν άνθρωπο που δεν ζει τη ζωή του με ένα ρολόι, δεν υπάρχει ποτέ ακατάλληλη στιγμή για μια απόλαυση», είπε ο Τζακ, ρίχνοντας ουίσκι σε ένα ποτήρι για τον εαυτό του. «Σε αντίθεση με εσένα, εγώ κοιμάμαι», είπε ο Σουίντλερ. «Δεν θα πάρω». «Όπως θέλεις». Ο ίδιος επέστρεψε στο γραφείο του. «Μπορείς να μας αφήσεις τώρα, δούκισσα». Ετοιμαζόταν να καθίσει στην καρέκλα του όταν του είπε: «Καθώς επιβλέπω το νοικοκυριό σας, πιστεύω ότι είναι επιτακτική η παραμονή μου». Τα λόγια της τον κοκάλωσαν, τον άφησαν να αιωρείται πάνω από την καρέκλα. Όχι επειδή τον εξέπληξαν, αλλά επειδή φαινόταν τόσο απίστευτα ευχαριστημένη από τον εαυτό της, σαν να σκέφτηκε ότι είχε επιτύχει κάποια νίκη εναντίον του. Όσο και αν πιεζόταν να το παραδεχτεί, του άρεσε πολύ όταν φαινόταν ευχαριστημένη – όχι ότι σχεδίαζε να προσπαθήσει να τη διατηρήσει σε αυτή τη συγκεκριμένη κατάσταση. Έπεσε στην καρέκλα του και ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του. «Πρέπει να υποθέσω ότι επιλέξατε να διαχειρίζεστε το νοικοκυριό μου παρά να…» «Ακριβώς», απάντησε γρήγορα, προτού στρέψει την προσοχή της στον Σουίντλερ. Ήταν εκνευριστικό που απέρριψε τον Τζακ τόσο εύκολα και του


φάνηκε ότι ήθελε να μείνει γιατί ο Σουίντλερ την ενδιέφερε. Αναρωτήθηκε πώς θα ένιωθε να παντρευόταν έναν κοινό θνητό. «Ίσως να επιθυμούσατε λίγο τσάι, επιθεωρητά», είπε. «Θα ήταν υπέροχο, ευχαριστώ». Κατευθύνθηκε κομψά στη μεγάλη πόρτα και ο Τζακ συνειδητοποίησε ότι δεν είχε αφιερώσει αρκετό χρόνο για να μελετήσει το πίσω μέρος της. Είχε στενή πλάτη. Αναρωτήθηκε πόσο από το περίγραμμα των γοφών της θα μπορούσε να αποδώσει στα μισοφόρια της. Γιατί οι γυναίκες δεν φορούσαν ρούχα που να δίνουν μια πιο αληθινή αίσθηση της σιλουέτας τους; «Τσάι», μουρμούρισε ο Τζακ με εκνευρισμό, ξέροντας ότι η Ολίβια ήταν πολύ μακριά για να ακούσει. «Πότε άρχισες να πίνεις τσάι;» «Είναι απόσπαση της προσοχής όταν έχω να ρωτήσω κυρίες που θα προτιμούσαν να μην ερωτηθούν». «Δεν νομίζω ότι θα ήθελες να σου αποσπούν την προσοχή». «Όχι εγώ. Εκείνες. Νιώθουν άνετα σερβίροντας το τσάι τους και μου λένε πράγματα που δεν θα μπορούσαν διαφορετικά». Η τακτική του έβγαζε νόημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ακόμα και με τη φήμη της Σκότλαντ Γιαρντ, ο Σουίντλερ ήταν γνωστός για την επιτυχία της δουλειάς του. Ο Τζακ ήταν σίγουρος ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να βγάλει πολύ περισσότερα χρήματα εάν έφτιαχνε δική του επιχείρηση, ερευνώντας προσωπικά θέματα. Αλλά σε αντίθεση με τον Τζακ, ο Σουίντλερ φαινόταν να έχει ελάχιστο ενδιαφέρον για τον πλούτο. «Το τσάι θα είναι εδώ σύντομα», είπε η δούκισσα καθώς επέστρεψε στην περιοχή της βιβλιοθήκης και κάθισε σε μια κοντινή καρέκλα. «Θα προσπαθήσω να μη γίνω ενοχλητική». Ξαφνικά έμοιαζε με μια νεαρή κοπέλα, καθισμένη στην άκρη του καθίσματός της, νομίζοντας ότι θα μπορούσε να μάθει ότι ο Τζακ είχε κάποιο πρόβλημα. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα ήθελε να τον δει να τον τραβάνε σιδηροδέσμιο. Είχε ζήσει μια τέτοια εμπειρία μια φορά. Θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να περάσει ξανά κάτι τέτοιο. Έδειξε μια καρέκλα απέναντί του και ο Σουίντλερ κάθισε. Ο Τζακ έσκυψε προς τα εμπρός. «Αυτή η κατοικία ανήκε στον δούκα του Λάβινγκτον. Μου την άφησε στη διαθήκη του. Θέλω να μάθω γιατί». Ο Σουίντλερ έστρεψε το βλέμμα του στη δούκισσα, τη μελέτησε για αρκετή ώρα και κοίταξε ξανά τον Τζακ. «Εκείνη δεν το ξέρει;» ρώτησε. «Έμεινε περισσότερο έκπληκτη από μένα. Νομίζω ότι ο δικηγόρος, ένας κύριος Μπέκγουιθ, μπορεί να γνωρίζει τον λόγο, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν έχει


το ελεύθερο να μου πει. Θέλω να πας στο σπίτι του τα μεσάνυχτα, να τον απαγάγεις, να τον πάρεις κάπου σκοτεινά και επικίνδυνα, να τον κρεμάσεις από τα δάχτυλα των ποδιών του και να τον χτυπήσεις μέχρι να αποφασίσει ότι έχει το ελεύθερο να μου πει». Η δούκισσα αναστέναξε και πετάχτηκε όρθια, με μια δίκαιη αγανάκτηση που την έπληξε σε κύματα. «Δεν μπορεί να μιλάτε σοβαρά. Αυτό είναι βάρβαρο. Δεν θα σας επιτρέψω να…» «Αξιότιμη». Προς απογοήτευση του Τζακ, ο Σουίντλερ διέκοψε το υπέροχο ξέσπασμά της. «Πράγματι δεν μιλάει σοβαρά». Άφησε ένα σκούξιμο που κόπηκε απότομα, σαν να είχε μόλις θυμηθεί ότι ήταν μια καθωσπρέπει κυρία. «Είστε άθλιος, κύριε». «Έλα τώρα, Ολίβια, πού είναι η αίσθηση του χιούμορ σου;» ρώτησε ο Τζακ. «Έφυγε βιαστικά όταν μπήκατε στη ζωή μου». Ο Τζακ δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει με την ατάκα που είχε ξεστομίσει. Ανάθεμα, άρχιζε να την απολαμβάνει. Ξαναγύρισε στο κάθισμά της. Πώς κατάφερνε να μένει τόσο ευθυτενής και άκαμπτη για τόση ώρα; «Βλέπεις τι γνώμη έχει για μένα;» ρώτησε ο Τζακ τον Σουίντλερ. «Όταν ανακοίνωσαν την άφιξή σου, νόμιζε ότι ήρθες να με συλλάβεις για κάποιο έγκλημα». «Δύσκολα μπορώ να την κατηγορήσω γι’ αυτό. Έχεις τη φήμη ότι δεν δείχνεις πάντα τον σεβασμό που θα έπρεπε στον νόμο». Ο Σουίντλερ σήκωσε το χέρι του πριν ο Τζακ διαμαρτυρηθεί. «Αλλά δεν έχω πολλή ώρα, οπότε ας επιστρέψουμε στο προκείμενο. Είχες υπάρξει ποτέ φίλος με τον Λάβινγκτον;» «Ήρθε μερικές φορές στη λέσχη». Ο Τζακ έτριψε τον αντίχειρά του κατά μήκος του σαγονιού του. «Αλλά ίσα που μιλήσαμε». «Φτάνοντας λοιπόν στο θέμα, τι θα σήμαινε για εσένα ο λόγος;» ρώτησε ο Σουίντλερ. «Ποτέ δεν έχεις ενδιαφερθεί από πού προέρχονται οι περιουσίες σου. Γιατί τώρα;» Ο Τζακ έστρεψε το βλέμμα του στη δούκισσα. Βλέποντας τα αυστηρά χαρακτηριστικά της, προφανώς δεν τον είχε συγχωρήσει για την προηγούμενη πλάκα του. Στην πραγματικότητα, ήλπιζε να την εξοργίσει αρκετά ώστε να φύγει. «Δεν θα έπρεπε να δεις το τσάι;» «Είμαι σίγουρη ότι θα σερβιριστεί μόλις ετοιμαστεί». Ανάθεμα, δεν περίμενε να είναι παρούσα ενώ θα μιλούσε με τον Σουίντλερ. Σκέφτηκε να επιμείνει στο να φύγει, αλλά αυτό θα αύξανε μόνο τις υποψίες της γι’ αυτόν. Εκτός αυτού, ίσως έπρεπε να το ακούσει αυτό. «Εντάξει, λοιπόν». Χτύπησε με τα δάχτυλα το γραφείο, ελπίζοντας ότι δεν θα ακουγόταν σε


εγρήγορση. «Πρέπει να υπηρετήσω ως κηδεμόνας του κληρονόμου του. Θέλω να σιγουρευτώ ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι παρόμοια με αυτή του Λουκ». Ο Τζακ είδε στα μάτια του Σουίντλερ ότι έκανε αμέσως τη σύνδεση. Ο πατέρας του Λουκ είχε δολοφονηθεί από τον θείο του Λουκ σε μια προσπάθεια να κερδίσει τον τίτλο. Ήταν ο θείος του Λουκ που είχε πληρώσει τον Τζακ έξι πένες για να παρασύρει μια οικογένεια –την οικογένεια του Λουκ– σε ένα δρομάκι. Είχε προσλάβει άντρες για να τους στήσουν ενέδρα εκεί. Οι πράξεις του είχαν αμετάκλητα αλλάξει όλη τη ζωή τους. «Έχεις λόγο να υποψιάζεσαι…» «Ο δούκας δεν είχε αδέρφια ζωντανά. Εντούτοις, ο Μπέκγουιθ μου είπε για δύο ξαδέρφια» –ο Τζακ του έδωσε ένα κομμάτι χαρτί– «ο πρώτος είναι ο επόμενος στη σειρά, ο άλλος ακολουθεί. Θέλω να μάθεις ό,τι μπορείς για αυτούς». Με ένα απότομο νεύμα ο Σουίντλερ έβαλε το χαρτί μέσα στο σακάκι του. Η δούκισσα σηκώθηκε ξανά. Δεν θα μπορούσε να μιλήσει ενώ καθόταν; «Πρόκειται να ερευνήσετε την οικογένεια του συζύγου μου;» ρώτησε με απορία. «Κάτι εδώ δεν πάει καλά, δούκισσα», της είπε ο Τζακ με ειλικρίνεια. «Ο δούκας είπε ότι έπρεπε να προστατεύσω τον Χένρι. Να τον προστατέψω από τι; Μια υπερβολική μητέρα; Δεν νομίζω ότι είναι πιθανόν». Τον κοίταξε σαν να σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να εγκατασταθεί στο Μπέθλεμ Ρόγιαλ Χόσπιταλ για τους ψυχικά ασθενείς. «Ώστε νομίζετε ότι τα ξαδέρφια του συζύγου μου θα δολοφονήσουν τον γιο μου για να κερδίσουν τον τίτλο; Είναι αυτό που υπονοείτε; Αγαπητέ κύριέ μου, αυτό είναι υλικό για μυθιστορήματα, όχι η πραγματικότητα». «Αυτό να το πείτε στον κόμη του Κλέιμπουρν». «Το είχα ακούσει…» Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, κάθισε κάτω, σαν τα γόνατά της να μην την κρατούσαν. «Νόμιζα ότι ήταν μόνο κουτσομπολιά. Ξέρετε πώς είναι οι άνθρωποι. Δεν νομίζετε πραγματικά ότι ο Χένρι βρίσκεται σε κίνδυνο…» «Δεν ξέρω τι άλλο να σκεφτώ, Ολίβια». Ήταν πολύ ανήσυχη για να παρατηρήσει την οικειότητα που είχε χρησιμοποιήσει ή ίσως δεν το θεωρούσε πλέον αρκετά σημαντικό για να δικαιολογήσει την οργή της. Ο Σουίντλερ, ανάθεμά τον, όντως παρατηρούσε και έτριψε την πλευρά της μύτης του με τον δείκτη του, ένα σήμα που είχε αναπτύξει στα νιάτα τους για να δείξει πότε κάποιος έδινε υπερβολικό κομμάτι του εαυτού του. Ο Σουίντλερ ήταν ένα από τα παλικάρια του Φίγκαν, το καλύτερο στο να διανείμει πληροφορίες.


«Λοιπόν», είπε ο Τζακ ενοχλημένος που ο Σουίντλερ μπορεί λανθασμένα να πίστευε ότι νοιαζόταν περισσότερο για τη χήρα από όσο συνέβαινε στην πραγματικότητα. «Τι περιμένεις; Ξέρεις τι χρειάζομαι». Όπως όλα τα παιδιά του Φίγκαν, ο Σουίντλερ ήταν εξοικειωμένος με τον Τζακ να δίνει παραγγελίες, οπότε δεν προσβλήθηκε. Σηκώθηκε, περπάτησε προς την Ολίβια και έσκυψε μπροστά της. «Δούκισσα, γνωρίζετε να υπάρχει κάποια απειλή;» Ο άντρας ακούστηκε τόσο άβολα συμπαθητικός, τόσο ενοχλητικά προστατευτικός. Ποτέ δεν είχε αποφύγει να αποκαλύψει τα συναισθήματά του αν πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα του αποκόμιζε πλεονέκτημα. Η Ολίβια θα πίστευε αναμφίβολα ότι ήταν θαυμάσιος. Καλώς. Θα μπορούσε να τον παντρευτεί και ο Τζακ θα μπορούσε να μεταφέρει ολόκληρο το χάος στον Σουίντλερ. Αν υπήρχε πρόβλημα, αναμφισβήτητα το καλύτερο θα ήταν να το ανακαλύψει και να το χειριστεί σωστά. Η Ολίβια τίναξε αργά το κεφάλι της, σαν να δυσκολευόταν να πιστέψει ότι το θέμα είχε φτάσει εκεί. «Όχι, εγώ, όχι, δεν γνωρίζω». «Πώς πέθανε ο σύζυγός σας;» «Έπεσε στις σκάλες και χτύπησε το κεφάλι του». «Ήταν επιρρεπής στο να είναι αδέξιος;» «Φυσικά και όχι». «Υπήρχαν μάρτυρες για το ατύχημα;» «Εγώ είδα τι συνέβη». «Κάποιος άλλος τον είδε να γλιστράει;» Δίστασε και ο Τζακ μπόρεσε να διακρίνει ότι περνούσαν διάφορα σενάρια από το μυαλό της, ζυγίζοντας τον καλύτερο τρόπο απάντησης. Τον είδε να πέφτει, ίσως η μόνη, έτσι αν η μαρτυρία της έμπαινε υπό αμφισβήτηση… «Σουίντλερ, γλίστρησε», είπε ο Τζακ. «Οι σκάλες είναι μαρμάρινες, γλιστρούν σαν πάγος. Σχεδόν κόντεψα να χάσω την ισορροπία μου χθες το βράδυ. Δεν νομίζω ότι θα μάθεις τίποτε ακολουθώντας αυτή την οδό». «Σωστά». Ο Σουίντλερ όρθωσε το σώμα του. «Θα δω τι μπορώ να βρω». Ένα ελαφρύ χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα και μια υπηρέτρια μετέφερε έναν δίσκο με τα σύνεργα του τσαγιού. «Ω», είπε η Ολίβια, καθώς σηκώθηκε κάπως ασταθής. Αν η χθεσινή νύχτα ήταν ένα σοκ γι’ αυτή, ο Τζακ μπορούσε μόνο να φανταστεί τι είχε περάσει τα τελευταία λεπτά. Ωστόσο, ακόμα παρέμενε ευγενική. «Το τσάι σας, επιθεωρητά». «Ευχαριστώ, αλλά πραγματικά πρέπει να φύγω. Μια άλλη μέρα, ίσως».


«Θα σε δω έξω», είπε ο Τζακ, ευγνώμων που η Ολίβια ήταν αποδιοργανωμένη για να τους συνοδεύσει. Ακολούθησε τον Σουίντλερ στον διάδρομο και μόλις βρέθηκαν σε απόσταση από τον υπηρέτη, ρώτησε με χαμηλή φωνή: «Δεν σκέφτεσαι ότι τον έσπρωξε». «Όχι. Ανησύχησε για το αν μου πέρασε από το μυαλό. Δεν μπορεί να ήταν πολύ γέρος». «Ήταν πολύ γέρος, στην πραγματικότητα. Στις αρχές των πενήντα του χρόνων, θα έλεγα». «Μετά από είκοσι χρόνια δεν θα νομίζεις ότι τα πενήντα είναι τόσο γέρος. Γιατί πιστεύεις ότι τον παντρεύτηκε;» ρώτησε ο Σουίντλερ. «Δεν γνωρίζω. Πρέπει να μάθω;» Ο Σουίντλερ ανασήκωσε τους ώμους. «Μάλλον δεν είναι σημαντικό, εκτός βέβαια κι αν αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε ότι δολοφονήθηκε». «Δεν τη βλέπω να μπορεί να δολοφονήσει κανέναν». «Τη γνωρίζεις καλά, έτσι;» «Δεν την ξέρω σχεδόν καθόλου», παραδέχτηκε ο Τζακ απρόθυμα. «Αυτό δεν σημαίνει ότι η εκτίμησή μου δεν έχει αξία. Υπήρχε λόγος που ήμουν εξειδικευμένος στο να προσδιορίζω ποιες τσέπες αξίζει τον κόπο να σουφρώσεις». «Και φυσικά υπάρχει λόγος που μου ζητάς να διερευνήσω το θέμα για εσένα». «Έχεις δίκιο, αλλά θέλω επίσης να εξετάσεις ένα άλλο ζήτημα». Περπατούσαν από τον διάδρομο στο φουαγιέ, που ήταν άδειο από υπηρέτες. «Κάνε μερικές έρευνες και δες αν μπορείς να ανακαλύψεις αν ο δούκας ήταν μπλεγμένος σε οποιαδήποτε διαστροφή». «Διαστροφή;» «Με νεαρά αγόρια, ειδικά». Ο Σουίντλερ σταμάτησε και το βλέμμα του έγινε διαπεραστικό. Ήταν πολύ έξυπνος, ίσως ο πιο έξυπνος από τα παιδιά του Φίγκαν. Ο Τζακ γνώριζε ότι βάζοντας τον Σουίντλερ σε αυτό το ίχνος, ο Σουίντλερ θα μπορούσε τελικά να καταλάβει τις πτυχές του παρελθόντος του Τζακ που πάντα ήθελε να παραμείνουν μυστικές, αλλά ήταν ένας κίνδυνος που ήταν πρόθυμος να πάρει για να ανακαλύψει την αλήθεια. Ενώ υποψιαζόταν ότι ο Λάβινγκτον δεν ήταν ο άνθρωπος που τον αγόρασε και τον κακοποίησε, χρεια- ζόταν επιβεβαίωση για να αφήσει κατά μέρος τυχόν αμφιβολίες. Ο Τζακ καθάρισε τον λαιμό του. «Ξέρω ότι δεν ήμουν ποτέ ο αγαπημένος σου ανάμεσα στα παιδιά του Φίγκαν, αλλά κάνε αυτή τη χάρη για μένα, θα το κάνεις; Μάθε αν ο γιος της βρίσκεται σε κίνδυνο».


«Θα κάνω κάποιες έρευνες, αλλά δεν θα το κάνω για σένα. Θα το κάνω γιατί θα το ήθελε η Φράνι». «Την αγαπάς, έτσι δεν είναι;» «Άντε μου στον διάολο». Ο Τζακ γέλασε. «Είναι πολύ αργά για αυτό, σύντροφε. Έχω πάει εκεί από τη στιγμή που γεννήθηκα». Συνεχίζοντας να χαχανίζει, περπάτησε πίσω στον διάδρομο. Για έναν άνθρωπο ο οποίος ξαφνικά έπεσε σε ανεπιθύμητες ευθύνες, η διάθεσή του βελτιωνόταν. Η Ολίβια θα έβλεπε τις υποθέσεις του νοικοκυριού του, αφήνοντάς τον ελεύθερο να φροντίσει τα θέματα που ήταν σημαντικά γι’ αυτόν. Μπαίνοντας στη βιβλιοθήκη, έκπληκτος είδε την Ολίβια να κάθεται στο γραφείο του, κοιτάζοντας το βιβλίο του. Το άρπαξε και το έκλεισε έξυπνα. «Είσαι ακόμα εδώ;» Σηκώθηκε, με τα μάτια της να στενεύουν, σαν να ανακάλυψε ότι όλες οι σελίδες στο βιβλίο του ήταν κενές. «Δεν πιστεύω ότι ήταν πραγματικά επιθεωρητής από τη Σκότλαντ Γιαρντ». Ο Τζακ σήκωσε το φρύδι. «Αλήθεια; Τότε ποιος ήταν;» «Προφανώς κάποιος γνωστός σας. Τον δελεάσατε με κάποια ποτά. Αλλά δεν πιστεύω ότι θα ήσαστε φίλος με έναν επιθεωρητή. Νομίζω ότι όλα αυτά ήταν απλώς ένα περίπλοκο τέχνασμα για να με κάνετε να πιστέψω ότι ο γιος μου κινδυνεύει και να κάνει εσάς να φαίνεστε πιο σημαντικός από όσο είστε». «Με ποιον σκοπό;» Φάνηκε να διστάζει, τότε σκέφτηκε καλύτερα. «Δεν έχω καθορίσει τι θέλετε να κερδίσετε. Ίσως να σας αφήσω σε ησυχία». «Αυτό αξίζει σίγουρα να γίνει». Άνοιξε το στόμα της… «Όχι, δεν μπορείς να πάρεις τον γιο σου στην εξοχή». «Στην κουνιάδα μου τότε. Για λίγες ώρες». «Όχι». «Δεν μπορείτε να μας κρατήσετε φυλακισμένους». «Μέχρι να είμαι βέβαιος ότι είστε ασφαλείς, μπορώ». «Γιατί νοιάζεστε καν;» «Ανάθεμα και αν ξέρω», μουρμούρισε και κατευθύνθηκε στο παράθυρο. «Πάρε μαζί σου δύο υπηρέτες. Θα παρακολουθούν εσένα και το αγόρι ανά πάσα στιγμή». Άκουσε την απογοήτευσή της. «Ο κόσμος μου είναι πολύ πιο πολιτισμένος από τον δικό σας. Σας διαβεβαιώνω, δεν βρισκόμαστε σε κανένα κίνδυνο», είπε με τη φωνή της γεμάτη


βεβαιότητα. «Τότε γιατί εμένα;» γύρισε για να ανακαλύψει ότι εκείνη είχε πλησιάσει σιωπηλά. Πετάχτηκε προς τα πίσω, ενώ εκείνος πολεμούσε να μην το κάνει. Ο διάβολος να την πάρει. Ποιος θα πίστευε ότι είχε τις ικανότητες ενός διαρρήκτη; «Γιατί εμένα;» επανέλαβε χωρίς να ασχοληθεί να κρύψει τον θυμό του, ελπίζοντας ότι δεν θα συνειδητοποιούσε πως το να είναι κοντά του τον επηρέαζε. Γιατί έπρεπε να μυρίζει τόσο απίστευτα ελκυστικά; Ήταν σε πένθος, για όνομα του Θεού. Δεν έπρεπε να μυρίζει σαν να έχει παραδοθεί στον θάνατο; «Είμαι εξοικειωμένος με τη σκοτεινή πλευρά του Λονδίνου. Γιατί ο άντρας σου σκέφτηκε ότι ο γιος σου χρειάζεται έναν κηδεμόνα με αυτή τη γνώση; Το ένα πράγμα στο οποίο είμαι καλός είναι να επιζώ. Έχω ζήσει μόνος στον δρόμο από τότε που ήμουν πέντε ετών. Ξέρω τον κίνδυνο όταν τον αισθάνομαι και μπορώ να διαβάσω τους ανθρώπους με ασυνήθιστη ακρίβεια. Αν δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, τότε γιατί εμένα;» Το λεπτό φρύδι της τσάκισε και έσφιξε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, κρατώντας τα δυνατά για να αποφύγει να τα απλώσει για να ηρεμήσει την ανησυχία της. «Είπατε ότι ήρθε στη λέσχη σας. Ήταν για τις γυναίκες;» Η φωνή της είχε κομπιάσει στο τέλος, σαν να έπρεπε να βγάλει τη λέξη από τα έγκατα της ψυχής της. «Είχε εσένα, γιατί θα έπρεπε να αναζητήσει ικανοποίηση σε άλλα μέρη;» Τα λόγια επιβεβαίωσης ήταν περίεργα στη γλώσσα του, αλλά όχι τόσο παράξενα όσο το σφίξιμο στο στομάχι του στη σκέψη του Λάβινγκτον να την έχει στο κρεβάτι του, στο τραπέζι του, στη βιβλιοθήκη του, στο πλευρό του. «Ίσως δεν ήμουν αρκετή», είπε απαλά. Ο διάβολος να την πάρει. Το μόνο που ο Τζακ ήξερε ήταν ότι ο Λάβινγκτον δεν είχε παίξει. Διατηρούσε αρχεία για το ποιος αγόραζε μάρκες και σε ποιες ποσότητες. «Δεν ήταν οι γυναίκες». Του χάρισε ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Θα σκεφτόμουν ότι θα ήσαστε καλύτερος στα ψέματα». Γιατί έπρεπε να νοιάζεται αν ήταν δυσαρεστημένη; Αλλά για κάποιον ακατανόητο λόγο, το έκανε. «Ποτέ δεν τον είδα με ένα από τα κορίτσια μου. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έπαιζε χαρτιά και ποτέ δεν τον είδα να πίνει». «Τότε γιατί ήταν εκεί;» «Παρακολουθούσε». Ακούστηκε διαστροφικό ακόμα και για τα αφτιά του. «Τι παρακολουθούσε;» Δεν θέλησε να το πει, δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι ο Λάβινγκτον τον είχε


παρακολουθήσει. Κάθε φορά που τον κοιτούσε, ο Λάβινγκτον μελετούσε τον Τζακ σαν να ήταν κάποιο μυστήριο πλάσμα. Ίσως αυτό να ήταν ένα είδος πειράματος. Ανέβασε έναν άνθρωπο κοινωνικά και δες αν τον έκανες καλύτερο. Η ειρωνεία, φυσικά, ήταν ότι από τη στιγμή που πέθανε, ο Λάβινγκτον δεν θα μάθαινε ποτέ τα αποτελέσματα. «Απλώς παρακολουθούσε όλες τις εκδηλώσεις. Μερικοί άνθρωποι είναι έτσι». «Για ποιον σκοπό;» «Επειδή δεν έχουν τα κότσια να κάνουν τίποτα. Φοβούνται τις ηθικές κρίσεις. Πώς στα κομμάτια να ξέρω; Πήγαινε στην κουνιάδα σου και άσε με στην ησυχία μου. Αλλά μη σου περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό να πας στην εξοχή. Αν χρειαστεί να ψάξω το αγόρι, θα κάνω τη ζωή σου άθλια». «Τολμώ να πω, κύριε Ντότζερ, ότι δύσκολα θα μπορούσα να διακρίνω τη διαφορά καθώς ήδη την έχετε κάνει άθλια». Με οργή ίση με τη δική του γύρισε και κατευθύνθηκε στην πόρτα. Παρατηρώντας το όμορφο λίκνισμα αυτών των οπισθίων καθώς έβγαινε, αποφάσισε ότι θα έπρεπε να λέει πράγματα για να την αναγκάζει να φεύγει πιο συχνά.


Κεφάλαιο 7 Η Ολίβια παραδέχτηκε ότι το να επισκεφθεί τη δούκισσα του Άβενταλ ήταν λάθος, γιατί τώρα ο Χένρι είχε μια μανιασμένη περιέργεια για τη Μεγάλη Έκθεση, αφού ο ξάδερφός του του είπε για όλα τα θαυμάσια πράγματα που είχε δει. Και ακόμα χειρότερα, όταν επέστρεψε στο σπίτι, ανακάλυψε ότι ένας επισκέπτης περίμενε στο σαλόνι. Η Έλεν οδήγησε έναν πολύ κουρασμένο Χένρι μέχρι το παιδικό δωμάτιο για έναν απογευματινό υπνάκο και η Ολίβια έβγαλε το μαύρο καπέλο της, το ακούμπησε στο τραπέζι του φουαγιέ και το αντικατέστησε με το καπελάκι της χηρείας που είχε αφήσει εκεί πριν φύγει. Ένιωσε σαν να είχε πιαστεί στα πράσα να κάνει κάτι που δεν έπρεπε και θα μπορούσε να δεχτεί επίπληξη. Ο Έντμουντ Στάνφορντ, ο υποκόμης Μπράιαργουντ, είχε επιλέξει μια ακατάλληλη στιγμή να κάνει επίσκεψη. Ο ξάδερφος του συζύγου της είχε χειριστεί ευγενικά το ζήτημα της κηδείας και είχε επιβλέψει το τελικό ταξίδι του Λάβινγκτον στον οικογενειακό τάφο. Της είχε προσφέρει έναν δυνατό ώμο για να στηριχτεί. Η ιδέα ότι θα δολοφονούσε τον Χένρι και θα σφετεριζόταν τους τίτλους ήταν γελοία. Αφού τίναξε πίσω μερικά αδέσποτα κορδόνια από το καπέλο, κατευθύνθηκε στο σαλόνι. «Άρχοντα Μπράιαργουντ, πόσο ευγενικό που μας επισκεφθήκατε. Ελπίζω να μην περιμένατε πολύ». Ο Μπράιαργουντ υποκλίθηκε. Μπορούσε να δει την ομοιότητα της οικογένειας στο τετράγωνο πιγούνι του. Ήταν μόλις λίγα χρόνια νεότερος από τον Λάβινγκτον, αλλά ήδη τα ξανθά μαλλιά του είχαν αρχίσει να ασπρίζουν. Δεν είχε κληρονομήσει το γονίδιο της οικογένειας προς το ύψος. Αλλά αυτό που του έλειπε σε ύψος το είχε σε πλάτος, κάτι που του έδινε μάλλον τρομακτικό παρουσιαστικό. «Μόνο λίγο, δούκισσα. Ειλικρινά, έμεινα έκπληκτος όταν ανακάλυψα ότι βγήκατε έξω». Η Ολίβια αισθάνθηκε τη θερμότητα να κοκκινίζει τα μάγουλά της από την επίκριση στη φωνή του. «Επισκέφθηκα μόνο την κουνιάδα μου. Χήρεψε κι εκείνη πρόσφατα και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να μου προσφέρει κάποιες συμβουλές για την αντιμετώπιση της άθλιας θλίψης».


«Φυσικά, συγχωρήστε με για το σχόλιό μου. Μπορώ μόνο να φανταστώ πόσο δύσκολο είναι όλο αυτό για σας…» Υποψιάζομαι ότι πραγματικά δεν έχετε ιδέα. «…και επιτρέψτε μου να εκφράσω και πάλι τα συλλυπητήριά μου για την απώλειά σας. Ο σύζυγός σας βρίσκεται τώρα σε ηρεμία στην οικογενειακή κρύπτη». «Εκτιμώ όλα όσα κάνατε. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν τρόπο να σας επιστρέψω την καλοσύνη σας». «Μην το σκέφτεστε. Υποσχέθηκα στον Λάβινγκτον ότι θα σας πρόσεχα, δεν το ξέρετε;» Η Ολίβια δεν μπόρεσε να εμποδίσει την έντονη ανησυχία που την κατέλαβε. Ήταν η μοίρα της γυναίκας στη ζωή να λογοδοτεί στον σύζυγό της και ξαφνικά είχε πάρα πολλούς άντρες που περιφέρονταν γύρω της, απαιτώντας και εκφράζοντας προσδοκίες. Μια υπηρέτρια έφερε το τσάι. Μόλις έφυγε, η Ολίβια και ο Μπράιαργουντ μετέφεραν τις καρέκλες τους σε ένα μικρό καθιστικό με ένα στενό τραπέζι ανάμεσά τους. Ο Μπράιαργουντ δεν ήταν τόσο λεπτός όσο ο σύζυγός της και η καρέκλα βούλιαξε κάτω από τον όγκο του. «Πότε σας ζήτησε ο Λάβινγκτον να με φροντίσετε;» ρώτησε η Ολίβια ήσυχα καθώς σέρβιρε το τσάι. «Δεν θυμάμαι ακριβώς. Ξέρετε πώς είναι. Οι άντρες ζητούν ο ένας στον άλλο χάρες συνεχώς, χωρίς να αναμένουν ποτέ ότι θα χρειαστούν. Ήρθα εδώ μόλις επέστρεψα από το Λονδίνο. Ήθελα να βεβαιώσω ότι όλα ήταν υπό έλεγχο. Η διαθήκη διαβάστηκε χθες το βράδυ, έτσι δεν είναι;» Το χέρι της Ολίβια τραβήχτηκε απότομα και το φλιτζάνι χτύπησε πάνω στο πιατάκι καθώς το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό του. Θα μπορούσε να δει τον σύζυγό της στα εκφραστικά πράσινα μάτια του. Τα μάτια του Λάβινγκτον ήταν στο ίδιο ανοιχτό πράσινο, είχαν το ίδιο λυπημένο βλέμμα. Όταν ο Λάβινγκτον χαμογελούσε, η χαρά ποτέ δεν φώτιζε τα μάτια του. Ήταν σχεδόν σαν να ζούσε σε μόνιμο πένθος. Ήθελε να την εμπιστευτεί, αλλά όπως και πολλοί στην αριστοκρατία, ο δικός τους δεν ήταν γάμος από έρωτα. Περίμενε μέχρι ο λόρδος Μπράιαργουντ να πάρει το φλιτζάνι από εκείνη για να μιλήσει. «Ναι, ναι, διαβάστηκε». «Ποιον όρισε ως κηδεμόνα;» Σήκωσε το δικό της φλιτζάνι, ήπιε μια γρήγορη γουλιά. «Ποιον θα σκεφτόσασταν;» Εκείνος χαμογέλασε σαν να είχε μοιραστεί ένα μυστικό και τώρα μπορούσε να


το πει στον κόσμο. «Θα σκεφτόμουν ότι θα όριζε εμένα. Ποτέ δεν μιλήσαμε για τις λεπτομέρειες, αλλά φαίνεται το πιο λογικό, το να είσαι οικογένεια και όλα τα υπόλοιπα – και ο επόμενος στη σειρά. Θέλω να ξέρετε ότι θεωρώ τιμή μου να φροντίζω τόσο τον νεαρό δούκα όσο κι εσάς». Τα λεγόμενά του της άφησαν μια άσχημη γεύση που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε κακή πρόθεση για τον Χένρι και παρ’ όλα αυτά την ενόχλησε η τόλμη του – να υποθέτει τόσο πολλά. Άφησε τον Ντότζερ να την επηρεάσει. Δεν θα ήταν ποτέ καχύποπτη αν δεν είχε φυτέψει τους σπόρους της αμφιβολίας στο μυαλό της. «Άρχοντά μου, εκτιμώ πραγματικά τα συναισθήματά σας, περισσότερο από ό,τι συνειδητοποιείτε. Δυστυχώς, ο σύζυγός μου όρισε τον Τζακ Ντότζερ ως κηδεμόνα». Ο Μπράιαργουντ έμοιαζε σαν να τον χτύπησε με τη λαβίδα του τζακιού. «Τον γνωστό Τζακ Ντότζερ;» «Ναι, ακριβώς». Σαφώς σε αμηχανία από τη σειρά των γεγονότων, την κοίταξε σαν να ήταν υπεύθυνη γι’ αυτό. «Τι θα υποχρεώσει τον Ντότζερ να φροντίσει τον γιο ενός άρχοντα;» «Φοβάμαι ότι δεν μπορώ ούτε να αρχίσω να μαντεύω, αλλά ο Λάβινγκτον εξασφάλισε το ενδιαφέρον του, αφήνοντάς του όλη τη μη προερχόμενη από τον τίτλο του περιουσία του». Επειδή ο Μπράιαργουντ ήταν ο επόμενος στη σειρά, σκέφτηκε ότι είχε το δικαίωμα να το γνωρίζει. Εάν δεν φρόντιζε για τα λείψανα του συζύγου της, ήταν σίγουρη ότι θα είχε παρευρεθεί το προηγούμενο βράδυ. Κουνώντας το κεφάλι του, μελέτησε το φλιτζάνι του σαν να προσπαθούσε να απομνημονεύσει το μοτίβο των λουλουδιών που στόλιζαν τη λεπτή πορσελάνη. Τότε σήκωσε το βλέμμα του προς το δικό της. «Ο Ντότζερ πρέπει να τον έχει εκβιάσει». «Να τον έχει εκβιάσει; Για ποιο πράγμα μιλάτε;» «Πρέπει να είχε απειλήσει τον Λάβινγκτον ότι θα τον εξέθετε για κάποια κακή συμπεριφορά ή κάτι τέτοιο». Η Ολίβια σκέφτηκε τις πιθανότητες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Λάβινγκτον φέρθηκε απρεπώς. Λαμβάνοντας υπόψη την έξαρση του Ντότζερ νωρίτερα, ήταν προφανές ότι ήταν τόσο μπερδεμένος όσο ο καθένας σχετικά με τους όρους της διαθήκης. «Θα αμφισβητήσουμε τη διαθήκη», δήλωσε ξαφνικά με ύφος ο Μπράιαργουντ, σαν να μην υπήρχε άλλο συμπέρασμα να καταλήξουν ενώ εκείνη θα συμφωνούσε μαζί του. «Μπορεί να δημιουργηθεί σκάνδαλο, αλλά δεν βλέπω να έχουμε άλλη επιλογή. Έχοντας τον Ντότζερ ως κηδεμόνα, οδεύουμε


γρήγορα προς την καταστροφή. Σίγουρα ο γιος σας θα σπιλωθεί, η αξιοπιστία του θα αμφισβητηθεί». «Ο κύριος Μπέκγουιθ είπε ότι η διαθήκη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί». «Φυσικά το είπε αυτό. Λιγότερη δουλειά γι’ αυτόν έτσι». «Και λιγότερα έξοδα για σένα», ακούστηκε μια βαθιά φωνή. Η Ολίβια έσκουξε, αναπήδησε και το φλιτζάνι της έγειρε, ρίχνοντας ζεστό τσάι πάνω στις φούστες της. Ευτυχώς, τα αρκετά πανωφόρια την έσωσαν από σοβαρό τραυματισμό. Έβαλε το πιατάκι και το φλιτζάνι στην άκρη, άρπαξε μια λινή πετσέτα και άρχισε να σκουπίζει το τσάι και να στεγνώνει τα χέρια της. Ο άνθρωπος είχε την εξοργιστική συνήθεια να εμφανίζεται εκεί που δεν το περίμενε. «Δεν θυμάμαι να σας προσκάλεσα στο σαλόνι, κύριε Ντότζερ». Άνοιξε τα χέρια του με τον εκνευριστικό τρόπο που την έκανε να καταλάβει ότι θα ακολουθούσαν εκνευριστικά λόγια. «Δεν χρειάζομαι πρόσκληση, καθώς τώρα είναι το σαλόνι μου. Καλησπέρα, μιλόρδε». Ο Μπράιαργουντ είχε σηκωθεί, με τα μάτια του να στενεύουν, σαν να εμπιστευόταν τον Ντότζερ τόσο λίγο όσο και η Ολίβια. «Ντότζερ», είπε τελικά. «Γνωρίζεστε;» ρώτησε η Ολίβια, σταματώντας το ξέφρενο σκούπισμα. Ο Ντότζερ χαμογέλασε με ένα ίχνος κακίας. «Σας είπα, δούκισσα, είμαι εξοικειωμένος με την αριστοκρατία». Κάθισε σε μια κοντινή καρέκλα, ξάπλωσε ελαφρώς πίσω, τοποθετώντας τον αστράγαλο στο γόνατό του. Δεν είχε δει ποτέ άντρα να κάθεται τόσο άσχημα. «Κάθισε, Μπράιαργουντ. Μπορούμε να συζητήσουμε όλους τους λόγους για τους οποίους δεν θέλουμε να κάνουμε αυτά που προτείνεις». Προς έκπληξή της, ο ξάδερφος του συζύγου της κάθισε. Αλλά η πλάτη του ήταν ευθεία, η στάση του εξαιρετική. Η ανατροφή ήταν τόσο σημαντική. Θα μπορούσε μόνο να αρχίσει να καταλαβαίνει τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε ο Χένρι αν διδασκόταν συμπεριφορά από τον Ντότζερ. Οι όμοιοί του θα τον χλεύαζαν, θα τον πρόσβαλαν και δεν θα του έδειχναν κανέναν σεβασμό. «Τώρα, όπως το βλέπω», μουρμούρισε ο Ντότζερ, «έχουμε τρεις λόγους για να μην παραπέμψουμε αυτό το θέμα στα δικαστήρια: το κόστος, επειδή θα πρέπει να προσλάβεις δικηγόρο, το τρομερό σκάνδαλο που θα δημιουργηθεί, επειδή κάτι τέτοιο είναι βέβαιο ότι θα υποκινήσει κουτσομπολιά, και το γεγονός ότι το θέμα μπορεί εύκολα να λυθεί αν παντρευτείς τη δούκισσα». «Να… την παντρευτώ;» ο Μπράιαργουντ τραύλισε σαφώς σοκαρισμένος από την ιδέα. «Ναι, δεν το ανέφερε αυτό; Παραδίδω την κηδεμονία όταν παντρευτεί έναν άνθρωπο πρόθυμο να αναλάβει τον ρόλο. Οπότε βλέπεις; Απλώς πρέπει να την


παντρευτείς…» «Είμαι σε πένθος, κύριε Ντότζερ», επανέλαβε η Ολίβια για εκατοστή φορά μέσα από τα σφιγμένα δόντια της. Πώς γινόταν ο άνθρωπος να μην κατανοούσε μια τόσο απλή ιδέα; «Η ίδια η τελετή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί πολύ διακριτικά, με ειδική άδεια. Ακριβώς όπως ο λόρδος Κλέιμπουρν κανόνισε τον γάμο του, ενώ η νέα νύφη του θρηνούσε την απώλεια του πατέρα της. Στη συνέχεια, θα πάτε στην εξοχή. Σε δύο χρόνια επιστρέφετε στο Λονδίνο με παραμύθια για την ακόρεστη αγάπη σας και όλα θα συγχωρεθούν. Οι κυρίες δικαιώνουν κάθε είδους αδιακρισία όταν η αγάπη βρίσκεται στον πυρήνα της». «Δεν θα πάω στην εξοχή…» «Νόμιζα ότι αυτό είναι που ήθελες». «Θέλω να απαλλαγώ από εσάς». «Ο γάμος επιτυγχάνει αυτόν τον σκοπό». «Δεν έχω όμως καμία επιθυμία να παντρευτώ τον λόρδο Μπράιαργουντ». Έστρεψε το βλέμμα της στον Μπράιαργουντ. «Συγγνώμη, άρχοντά μου. Είμαι βέβαιη ότι δεν σκέφτεστε τον γάμο, αλλά είμαι μόνο πρόσφατα χήρα». Και αν παντρευόταν και πάλι, ήλπιζε ότι το καθήκον δεν θα συμμετείχε. Από την άλλη πλευρά, ο Ντότζερ είχε δίκιο. Ο γάμος θα τον έβγαζε αποτελεσματικά από τη ζωή της. Καθάρισε τον λαιμό της. «Ελπίζω να μη σας προσβάλω αν θεωρήσατε…» «Όχι, εγώ… δεν χάρηκα με την ιδέα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα χαιρόμουν, μόνο που δεν το είχα σκεφτεί μέχρι αυτή τη στιγμή». Αντάλλαξε ματιές με τον Ντότζερ. «Πιστεύω ότι μας αποπροσανατόλισες πραγματικά με αυτή την ανοησία του γάμου. Πώς κατάφερες να πείσεις τον ξάδερφό μου να σε διορίσει κηδεμόνα;» «Δεν μπορώ να υπερηφανευτώ ότι τον έπεισα για κάτι. Όσον αφορά τον λόγο που με όρισε κηδεμόνα, δεν έχω ιδέα. Εντούτοις, έχω έναν επιθεωρητή από τη Σκότλαντ Γιαρντ που κάνει έρευνες. Ξέρεις για τυχόν απειλές που ίσως έγιναν;» Ο Μπράιαργουντ φάνηκε πιο συγκλονισμένος από αυτά τα νέα παρά από την ιδέα να την παντρευτεί. «Απειλές; Τι είδους απειλές;» «Απειλές για να σκοτώσουν το παιδί». «Γιατί θα τον σκότωνε κάποιος;» «Για να αποκτήσει τους τίτλους του». «Καθώς είμαι πρώτος στη σειρά για διαδοχή, υποθέτω ότι με βάζει πρώτο και στη σειρά ως ύποπτο. Έχει διαφύγει την προσοχή σας ότι έχω ήδη έναν τίτλο;» «Υποκόμης. Σίγουρα αρκετά υψηλός τίτλος. Και είναι μόνο ένας, ενώ ο νέος


Χένρι έχει τρεις». «Ο δικός μου είναι υψηλότερος από αυτόν που έχεις εσύ. Και ο ένας είναι αρκετός για μένα». «Σας είχα στο μυαλό μου ως έναν πιο φιλόδοξο άνθρωπο». Ο Μπράιαργουντ πετάχτηκε όχι και πολύ ευκίνητα. «Δεν δέχομαι το υπονοούμενο, κύριε, ότι θα διαμαρτυρόμουν άπληστα για περισσότερα και θα χρησιμοποιούσα παράνομα μέσα για να πάρω αυτό που δεν μου ανήκει δικαίως. Θα φύγω τώρα». Υποκλίθηκε ελαφρώς προς την Ολίβια. «Καλή σας ημέρα, Εξοχότατη. Αν με χρειαστείτε, μη διστάσετε να με ειδοποιήσετε». Εκείνη σηκώθηκε. «Άρχοντά μου, ζητώ συγγνώμη για τον κύριο Ντότζερ…» «Μην είσαι ανόητη, Ολίβια», ο Ντότζερ διέκοψε με αγένεια. «Δεν μπορείς να ζητάς συγγνώμη για κάτι που δεν έχεις κάνει. Εξάλλου, η συμπεριφορά μου δεν απαιτεί συγχώρεση». «Σίγουρα θα διαφωνήσουμε για το θέμα αυτό. Και μπορώ να ζητήσω συγγνώμη αν το επιθυμώ», αλλά ο λόρδος Μπράιαργουντ κατευθυνόταν ήδη προς την πόρτα. Ο Τζάκ Ντότζερ στριφογύρισε στην καρέκλα του και φώναξε: «Επί τη ευκαιρία, Μπράιαργουντ…» Ο λόρδος Μπράιαργουντ σταμάτησε και κοίταξε πίσω, με τα μάτια του να βγάζουν φωτιές. «…έχεις δίκιο», συνέχισε ο Ντότζερ. «Εάν τυχόν κάποια ατυχία συμβεί στον νεαρό Χένρι, θα είσαι ο πρώτος που θα ανακρίνει η Σκότλαντ Γιαρντ». «Τότε δεν έχω καμία ανησυχία. Το παιδί είναι ασφαλές από μένα. Δεν είμαι βέβαιος ωστόσο ότι μπορώ να διαβεβαιώσω ότι εσύ είσαι ασφαλής από μένα. Ποτέ δεν μου άρεσες». Ο Ντότζερ είχε το θράσος να χαμογελάσει. «Τότε σιγουρέψου ότι θα φέρεις χρήματα απόψε. Θα ανακαλύψεις ότι η πίστωσή σου στου Ντότζερ έχει ακυρωθεί». Το πρόσωπο του Μπράιαργουντ είχε ένα κόκκινο σκούρο χρώμα και τα μάτια του ήταν γουρλωμένα. «Να σε πάρει ο διάβολος». Ο Ντότζερ γέλασε με βελούδινο, μαλακό τρόπο, που φάνηκε να υπονοεί ότι διασκέδαζε τόσο με τον εαυτό του, όσο και με τον Μπράιαργουντ. «Το έκανε αυτό πολύ καιρό πριν, έτσι δεν είναι πλέον απειλή για μένα. Και υποψιάζομαι ότι δεν είσαι ούτε εσύ». Ο Μπράιαργουντ έβρισε και βγήκε από το δωμάτιο. Η Ολίβια έτρεμε από αγανάκτηση. «Τον προκαλέσατε επίτηδες». Ο Τζακ Ντότζερ ήταν ακόμη απλωμένος στην καρέκλα. Με τον αντίχειρά του


έτριψε την κάτω πλευρά του σαγονιού του. «Γιατί θα ήθελε να είναι κηδεμόνας; Αυτός είναι ο λόγος που ήρθε να σε δει, έτσι δεν είναι; Για να μάθει σε ποιον είχε δοθεί η μεγάλη τιμή να επιβλέπει το ταξίδι του γιου σου προς την ενηλικίωση;» Κατάπιε την ανάγκη της να τον βρίσει. «Νόμιζε ότι θα ήταν αυτός». «Νόμιζε ή ήλπιζε;» «Τι διαφορά έχει;» «Τι θα κέρδιζε;» «Δεν είναι όλοι σαν εσάς, κύριε Ντότζερ. Κάνουν κάτι επειδή είναι το σωστό, όχι επειδή μπορεί να κερδίσουν κάτι για τον εαυτό τους». Ξεδίπλωσε σιγά-σιγά το σώμα του και στις κινήσεις του διέκρινε δύναμη. Προχώρησε προς το μέρος της, στο πρόσωπό του μια μη αναγνώσιμη έκφραση. Ήθελε απεγνωσμένα να αποκρυπτογραφήσει τις σκέψεις του, τις προθέσεις του. Δεν ήθελε να υποχωρήσει, αλλά ξαφνικά τα αδύναμα πόδια της δεν της έδωσαν καμία επιλογή. Βυθίστηκε στην καρέκλα, πιέζοντας προς τα πίσω, όπως είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ μέσα στην άμαξα. Έβαλε τα χέρια του και στις δύο πλευρές της καρέκλας και έσκυψε, παγιδεύοντάς τη αποτελεσματικά. Η στιγμή ήταν περίεργη να συνειδητοποιήσει ότι είχε τις μακρύτερες βλεφαρίδες που είχε δει ποτέ σε άντρα. Πυκνές και λοξές, χωρίς ίχνος λεπτότητας ανάμεσά τους, αλλά ακόμη απίστευτα δελεαστικές. Αναρωτήθηκε αν χτυπούσαν στο πρόσωπο μιας γυναίκας όταν τη φιλούσε. «Ξέρεις ότι έχει μεγάλο χρέος; Όχι μόνο σε εμένα. Αν ήταν κηδεμόνας, δεν θα ήταν μόνο υπεύθυνος για την ευημερία του γιου σου, αλλά και για την περιουσία του. Ένας πολύ απελπισμένος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να σκεφτεί να τη χρησιμοποιήσει για δικό του κέρδος». «Ένας άντρας όπως εσείς;» του πέταξε με την αναπνοή της να κόβεται, λες και μόλις είχε τελειώσει να παίζει κυνηγητό με τον Χένρι. «Δεν είμαι απελπισμένος, δούκισσα. Ναι, είμαι άπληστος. Ναι, θέλω να πεθάνω καλυμμένος με χρυσά νομίσματα. Ναι…» σήκωσε το χέρι του έτσι ώστε εκείνη να μπορεί να δει το φριχτό σημάδι «…έχω κλέψει στο παρελθόν. Αλλά ανακάλυψα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κερδίσει περισσότερο πλούτο μέσω νόμιμων μέσων και ποτέ δεν πρέπει να κοιτάξει πάνω από τον ώμο του ενώ το κάνει. Και ίσως η επιλογή κηδεμόνα από τον άντρα σου ήταν τόσο απλή. Αν χρειάζεσαι κάποιον να φυλάξει το ταμείο, θέλεις κάποιον που δεν χρειάζεται αυτό που έχει το ταμείο». Απότομα τινάχτηκε πίσω και άρχισε να πηγαίνει γρήγορα προς την πόρτα. «Πιστεύετε πραγματικά ότι αυτός είναι ο λόγος που σας επέλεξε;» του


φώναξε. Σταμάτησε και την αντιμετώπισε. «Όχι. Απλώς ξέρω ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν επέλεξε τον Μπράιαργουντ». «Το επιχείρημά σας έχει βάση μόνο αν ο Λάβινγκτον τοποθετούσε τόσο ψηλά τα χρήματα όπως εσείς». «Στο τέλος, δούκισσα, για το μόνο πράγμα που νοιάζεται κανείς είναι τα χρήματα». Παρακολουθώντας τον να φεύγει με μάγκικη σιγουριά, πάλεψε να καταπνίξει το τρέμουλο που είχε γεννήσει το να είναι κοντά του. Για μια τρελή στιγμή, σκέφτηκε ότι θα έφερνε αυτά τα συναρπαστικά χείλη στα δικά της. Για μια επαίσχυντη στιγμή, ήλπιζε να το κάνει. «Τι στα κομμάτια σκεφτόταν ο Λάβινγκτον;» Ο Ρούπερτ Στάνφορντ παρακολουθούσε τον ξάδερφό του να βηματίζει ζωηρά στη βιβλιοθήκη του. Όπως συνήθιζε, ο Έντμουντ πήγε χωρίς πρόσκληση. Είχε την ατυχή συνήθεια να εκτοξεύει σάλια όταν μιλούσε με τέτοια δύναμη. Ο Ρούπερτ ευχήθηκε ο Έντμουντ να καθόταν, έτσι ώστε η υπηρέτρια να καταφέρει πιο αποτελεσματικά να καθαρίσει τα πάντα όταν έφευγε ο ξάδερφός του. Ο Ρούπερτ απεχθανόταν τη βρομιά. «Τζακ Ντότζερ είπες;» Ο Έντμουντ σταμάτησε απότομα. «Ναι, Τζακ Ντότζερ. Ο γνωστός Τζακ Ντότζερ». «Δεν τον γνωρίζω». «Πώς γίνεται να μην τον γνωρίζεις; Είναι ιδιοκτήτης μιας χαρτοπαικτικής λέσχης, το Ντρόουινγκ Ρουμ του Ντότζερ. Αναφέρεται σε αυτή ως αποκλειστικό σύλλογο κυρίων, αλλά όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει στο εσωτερικό». Ο Ρούπερτ ρούφηξε το κονιάκ του, πολεμώντας την ανάγκη να πάει να πλύνει τα χέρια του. Η παρουσία του ξαδέρφου του πάντα τον έκανε να αισθάνεται σαν να χρειαζόταν καλό πλύσιμο. «Ο τζόγος δεν είναι η αδυναμία μου. Δεν έχω πάει ποτέ εκεί». «Τώρα δεν θα μπορώ ούτε εγώ να πάω. Ακύρωσε την πίστωσή μου, ανάθεμά τον, απλώς και μόνο επειδή έχασα την ψυχραιμία μου. Πώς αλλιώς έπρεπε να αντιδράσω, σε ρωτώ; Δεν θα μπορούσα να αφήσω την απίστευτη προσβολή να παραμείνει αναπάντητη. Υπονόησε ότι θα σκοτώναμε το αγόρι για να αποκτήσουμε τους τίτλους». «Δεν είναι οι τίτλοι που θέλεις». «Όχι, γαμώτο». Ο Έντμουντ έπεσε τελικά σε μια καρέκλα. «Βασιζόμουν στον


Λάβινγκτον να με ορίσει κηδεμόνα για να επιβλέπω…» η φωνή του χαμήλωσε, σαν να ήταν απρόθυμη να παραδεχτεί αυτό που λαχταρούσε. «Τα οικονομικά του», ολοκλήρωσε ο Ρούπερτ γι’ αυτόν. «Έτσι, κομμάτι από τον πλούτο του θα μπορούσε να γίνει ως εκ θαύματος, ίσως τυχαία, δικό σου». Ο Έντμουντ τον κοίταξε. Μπορεί να μην είχαν τίποτα κοινό, να είχαν διαφορετικούς εθισμούς, αλλά ήξεραν καλά ο ένας τον άλλο. Ή τουλάχιστον ο Ρούπερτ ήξερε τον Έντμουντ όσο και κάθε άνθρωπο, αλλά είχε φροντίσει πολύ στο να εξασφαλίσει ότι ο Έντμουντ δεν γνώριζε τα πάντα γι’ αυτόν. Ο Έντμουντ απολάμβανε τη ζωή πάνω από τις δυνατότητές του. Ο Ρούπερτ προτιμούσε να ζει κάτω από αυτές. «Δεν θα τον έκλεβα… απλώς θα δανειζόμουν λίγα», είπε ο Έντμουντ θλιμμένα. «Έχεις παίξει αυτό το παιχνίδι για τόσο πολύ καιρό, νομίζω ότι έχεις ξεχάσει ότι το να δανειστείς σημαίνει ότι πρέπει να τα επιστρέψεις κάποτε». Ο Έντμουντ κατέβασε μονορούφι το μπράντι. Τι σπατάλη ωραίου ποτού… σε διάφορα επίπεδα. «Πόσων χρόνων είναι τώρα ο Χένρι;» ρώτησε ο Ρούπερτ με πλήξη. «Δεν έχω διατηρήσει επαφή με την οικογένεια». «Πέντε. Και δεν σκέφτηκες ούτε να παρακολουθήσεις την κηδεία. Αυτό φάνηκε μάλλον περίεργο, ακόμα και για εσένα». «Φοβάμαι ότι δεν ήμουν ο αγαπημένος ξάδερφος του Λάβινγκτον. Αυτή η τιμή είναι δική σου». «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πίστεψα ότι θα με διορίσει κηδεμόνα. Τι σκέφτηκε ο Λάβινγκτον;» επανέλαβε. «Ο Τζακ Ντότζερ είναι πιθανόν να βάλει το παιδί να εργάζεται στη λέσχη του», είπε αγανακτισμένος. «Όταν θα μεγαλώσει; Δεν βλέπω να συμβαίνει αυτό». «Επειδή είσαι τυφλός, άνθρωπε. Ζεις σε αυτόν τον μικρό σου κόσμο και δεν βλέπεις πέρα από αυτόν. Ο άνθρωπος απασχολεί παιδιά για να φροντίζουν πράγματα αντί γι’ αυτόν. Συλλέγουν τις μάρκες μας ή μας φέρνουν ποτό. Έπειτα έχει το αγόρι για τις μπότες του. Έχω ακούσει ότι έχει ένα ζευγάρι μπότες για κάθε μέρα της εβδομάδας και έχει ένα παιδί για κάθε ζευγάρι». «Αυτό φαίνεται να είναι παράξενο… να έχει τόσα αγόρια γύρω. Δεν φαίνεται φυσιολογικό». «Δεν υπάρχει τίποτα φυσιολογικό για τον Τζακ Ντότζερ, σου λέω. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, φαίνεται να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αγόρια. Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι που το συζητάς με μια κυρία. Υποθέτω ότι πρέπει να μιλήσω με τον δικηγόρο».


«Έχεις αποδείξεις ότι ο Ντότζερ έχει κακοποιήσει κάποιο από αυτά τα παιδιά;» Ο Έντμουντ δεν μίλησε, αλλά ο Ρούπερτ μπόρεσε να δει όλους τους υπολογισμούς στο μυαλό του. Ο Έντμουντ είχε την τάση να εκφοβίζει τους ανθρώπους. Η δύναμη του Ρούπερτ στηριζόταν στην πειθώ. Είχε τη γλώσσα του διαβόλου. «Θα ήμουν προσεκτικός να ξεκινήσω μια φήμη που δεν θα μπορούσα να αποδείξω», προειδοποίησε απαλά. Ο Έντμουντ έσκυψε προς τα εμπρός. «Αχ, αλλά βλέπεις, εκεί υπάρχει η ομορφιά. Ίσως δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά τότε δεν μπορεί να το διαψεύσει. Και στο δικαστήριο ποιον πρόκειται να πιστέψουν; Έναν ευγενή με τίτλο ή έναν έμπορο της αμαρτίας;»


Κεφάλαιο 8 Ηθελε να λεηλατήσει το στόμα της με μια ορμή που τον εξέπληξε. Γερμένος πάνω της στο σαλόνι, ο Τζακ είχε ξεχάσει για λίγο για ποιον λόγο αρχικά είχε σηκωθεί και είχε σταθεί από πάνω της. Ο Μπράιαργουντ είχε φύγει εντελώς από το μυαλό του και το μόνο που κατάφερε ήταν να ρουφήξει το άρωμά της, να χαθεί στο χρυσό των ματιών της, να αναρωτηθεί τι θα χρειαζόταν για να παίρνει πιο γρήγορες ανάσες και να προσδοκά να γνωρίσει τη γεύση της όταν θα κατακτούσε το στόμα της. Αλλά το να ενεργήσει υποκύπτοντας στις επιθυμίες του θα της είχε δώσει προσδοκίες που δεν ήταν έτοιμος να πραγματοποιήσει. Υποψιάστηκε ότι η σχολαστική και καθωσπρέπει δούκισσα δεν ήταν γυναίκα που θα χαριεντιζόταν με έναν άντρα που δεν ήθελε να παντρευτεί. Έτσι είχε βγάλει τα συμπεράσματά του και αποχώρησε. Όμως τον στοίχειωνε το υπόλοιπο απόγευμα, ενώ καθόταν στη βιβλιοθήκη και συναντήθηκε με διάφορους άντρες που ήταν υπεύθυνοι για την επίβλεψη διαφόρων εκτάσεων της περιουσίας: του τίτλου και όχι. Έδιναν τα βιβλία με τις αναφορές τους με ζοφερές εκφράσεις. Ο ίδιος διαβεβαίωσε ότι θα παρέμεναν στις θέσεις τους, εκτός αν ο Τζακ έβρισκε προβλήματα στην τήρηση αρχείων. Μέχρι τη στιγμή που το σκοτάδι της νύχτας έπεσε στο δωμάτιο, το κεφάλι του πονούσε έντονα, ο λαιμός και οι ώμοι του ήταν δύσκαμπτοι και το στομάχι του γκρίνιαζε. Προσδοκούσε να ανοίξει το ωραιότερο μπουκάλι μπορντό και να απολαύσει ένα καλά προετοιμασμένο γεύμα. Αν το πρωινό ήταν δείγμα για κάτι, φάνηκε πως ο δούκας είχε στην υπηρεσία του έναν εξαιρετικό μάγειρα. Η πόρτα άνοιξε και ο Μπριτλς μπήκε με τα εκνευριστικά σιωπηλά πόδια του. «Το δείπνο σερβίρεται, κύριε». «Έξοχα». Ακολούθησε τον μπάτλερ σε αυτό που υποτίθεται ότι ήταν η οικογενειακή τραπεζαρία. Όταν έφτασαν, ο Τζακ ανακάλυψε ότι δύο υπηρέτες ήταν υπ’ ατμόν, αλλά το τραπέζι ήταν στρωμένο μόνο για έναν. Δεν του άρεσε που παραδέχτηκε την απογοήτευση που τον χτύπησε με το που κατάλαβε ότι θα έτρωγε μόνος του. «Η δούκισσα δεν θα φάει;» «Τρώει με τον νεαρό δούκα στο παιδικό δωμάτιο, κύριε». «Κατάλαβα». Κάθισε, κοίταξε καθώς το κρασί χυνόταν στο ποτήρι και το πιάτο τοποθετούνταν μπροστά του. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. «Ο


νεαρός δούκας παίρνει πάντα το δείπνο του τέτοια ώρα;» «Όχι, κύριε», είπε ο Μπριτλς ενώ στεκόταν κοντά. «Αυτός συνήθως γευματίζει νωρίτερα». Η δούκισσα αναμφίβολα ήθελε να κάνει σαφές ότι ήταν απασχολημένη κατά τη διάρκεια του δείπνου του Τζακ. Ο Τζακ άρχισε να κουράζεται από αυτά τα παιχνίδια. Σηκώθηκε, άρπαξε το κρασί και το μπουκάλι και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Το δείπνο δεν σας ικανοποιεί, κύριε;» «Είναι μια χαρά», απάντησε ο Τζακ. Η συντροφιά, ωστόσο, δεν ήταν. Σταμάτησε απότομα. Συντροφιά; Πότε χρειάστηκε συντροφιά κατά τη διάρκεια των γευμάτων του; Και πάλι, πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγε σε τραπέζι; Έπαιρνε συνήθως τα γεύματά του στο γραφείο του. Ένα κομμάτι κρέατος, μια πατάτα, αρκετά για να αποτρέψουν την πείνα, ενώ σχεδίαζε τρόπους να αυξήσει τα έσοδά του. Αλλά δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στο τραπέζι χωρίς να φαίνεται τρελός. Εκτός αυτού, αυτός και η δούκισσα έπρεπε να συζητήσουν μερικά πράγματα. Ας το έκαναν, λοιπόν, στο παιδικό δωμάτιο. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια δύο τη φορά. Το κρασί έτρεξε πάνω από το χείλος του ποτηριού. Σταμάτησε στιγμιαία για να πιει το περιεχόμενο και έπειτα συνέχισε. Περπάτησε κάτω στον διάδρομο και άνοιξε την πόρτα του παιδικού δωματίου. Όλοι πετάχτηκαν σαν να είχε μπει απροσδόκητα ο Σατανάς. Ο Τζακ πάντα απολάμβανε την αμαυρωμένη φήμη του, αλλά ξαφνικά αυτή έγινε ενοχλητική. «Δεν συνειδητοποίησα ότι παίρναμε το δείπνο μας πάνω», είπε λακωνικά. «Θα ήμουν εδώ νωρίτερα». Ο νεαρός δούκας καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού, η μητέρα του δίπλα του. Η νταντά του, που χαμογέλασε κοκκινίζοντας στον Τζακ, καθόταν στο άλλο άκρο. «Εμείς δειπνούμε εδώ», είπε η δούκισσα. «Όχι εσείς. Το δείπνο σας σερβίρεται στην τραπεζαρία». «Θα φαινόταν λίγο αγενές να σας αρνηθώ τη συντροφιά μου», είπε καθώς καθόταν στο τραπέζι, που ήταν κατάλληλο περισσότερο για παιδιά παρά για ενήλικες. Τα γόνατά του χτύπησαν. Έριξε περισσότερο κρασί στο ποτήρι του και στη συνέχεια κοίταξε την νταντά. «Γίνε καλό κορίτσι και φέρε μου ένα πιάτο». Εκείνη σηκώθηκε και έτρεξε. «Φυσικά, κύριε, χαρά μου». Τον άφησε με την εντύπωση ότι θα ήταν πρόθυμη για πολλά περισσότερα από αυτό, αν εκείνος το απαιτούσε. Δεν είχε όμως κανένα ενδιαφέρον για εκείνη ή για καμία γυναίκα που περίμενε κάτι περισσότερο από νομίσματα από αυτόν. Μόλις το κοτόπουλο και τα λαχανικά τοποθετήθηκαν μπροστά του, πήρε το


πιρούνι με ευχαρίστηση. «Υπάρχουν ορισμένα θέματα που πρέπει να συζητήσουμε». «Πρέπει να τα συζητήσουμε εδώ και τώρα;» ρώτησε η δούκισσα. Πήρε μια μπουκιά κοτόπουλου και μάσησε σκεπτικός. «Συζητώντας για αυτά τώρα κερδίζω χρόνο. Τρώω ενώ φροντίζω τις δουλειές μου». «Φοβάμαι ότι οποιαδήποτε συζήτηση μαζί σας θα αναστάτωνε πολύ την πέψη μου». «Και νομίζεις ότι με νοιάζει η πέψη σου;» «Πραγματικά, νομίζω ότι δεν νοιάζεστε για τίποτα εκτός από τον εαυτό σας». «Θα σου δώσω δέκα λεπτά». «Δέκα λεπτά;» «Να φας χωρίς να πούμε κουβέντα. Στη συνέχεια, στα τσακίδια η πέψη σου». «Είστε εντελώς βάρβαρος». «Εννέα λεπτά». Άφησε ένα μουγκρητό και τον κοίταξε. Υπέθεσε ότι μπορεί να χρειαζόταν να φροντίσει στο μέλλον ότι δεν θα δηλητηρίαζε το φαγητό του. Την πίεζε και, διάολε, δεν μπορούσε να προσδιορίσει το γιατί. «Πο… πόνεσε;» Ο Τζακ έστρεψε την προσοχή του στο αγόρι, που κοιτούσε το χέρι του, χωρίς αμφιβολία το αποχρωματισμένο δέρμα στο εσωτερικό του αντίχειρά του. Ήταν αποτρόπαιο, αλλά ο Τζακ πάντα θεωρούσε ότι είχε μαρκαριστεί κλέφτης ως ένδειξη τιμής. Το παρελθόν του τον είχε κάνει τον άνθρωπο που ήταν. Δεν ντρεπόταν για αυτό. «Όπως ο ίδιος ο διάβολος». Τα μάτια του αγοριού άνοιξαν. Είχαν την ίδια χρυσή απόχρωση με της μητέρας του. Τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά του, από ό,τι θυμόταν ο Τζακ για τον Λάβινγκτον, τα είχε πάρει από τον πατέρα του. Ξαφνικά ο Τζακ ντράπηκε για το παρελθόν του, για λόγους που δεν μπόρεσε να καταλάβει. «Αλλά ήταν πολύ παλιά». Το αγόρι έριξε το βλέμμα του στο πιάτο του και στη συνέχεια διστακτικά κοίταξε τον Τζακ. «Τι συμβαίνει, μικρέ;» «Έ… έχετε πάει στο Κρίσταλ Πάλας;» «Όχι. Εσύ;» Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του, με τα μάτια του όμοια με εκείνα ενός δαρμένου κουταβιού και στη συνέχεια κοίταξε τη μητέρα του. «Χένρι, λυπάμαι, αγάπη μου, αλλά όπως σου εξήγησα, δεν μπορούμε να πάμε». «Γιατί δεν μπορείτε;» ρώτησε ο Τζακ.


«Είμαι μια χήρα σε πένθος. Δεν μπορώ να τριγυρνώ άσκοπα εδώ και εκεί». «Φαίνεται ωστόσο ότι το κάνεις όταν σε βολεύει. Ήσουν έξω το απόγευμα». «Πολύ διακριτικά, για να επισκεφθώ την κουνιάδα μου, που είναι επίσης χήρα. Δεν βγήκα στο σεργιάνι». «Άσε την νταντά του να τον πάει». Ανασήκωσε το φρύδι. «Δεν μπορούμε να τα έχουμε και τα δύο. Είτε υπάρχουν κίνδυνοι είτε δεν υπάρχουν. Εκτός αυτού, ο Χένρι πενθεί κι εκείνος. Δεν θα ήταν πρέπον». «Σου αρέσει να ακολουθείς τους κανόνες». «Είτε μου αρέσει είτε όχι, δεν τίθεται προς συζήτηση. Έχω ορισμένες προσδοκίες όσον αφορά τη συμπεριφορά και τις ακολουθώ». «Επομένως, αν οι προσδοκίες μου ήταν να συμπεριφερθείς άσχημα, τότε θα έκανες ό,τι ήταν δυνατόν για να τις ακολουθήσεις;» «Μην είστε ανόητος. Κάποιος δεν προσπαθεί να συμπεριφέρεται άσχημα». Αναστέναξε. «Δεν βλέπω κανέναν λόγο να παρατείνω την παρουσία σας στο δείπνο μας. Τι θέλατε να συζητήσετε;» «Για την κρεβατοκάμαρά μου». Αν έτρωγε, είχε την αίσθηση ότι θα είχε πνιγεί. Σηκώθηκε αφήνοντας να πέσει το μαύρο κρεπ ύφασμα απότομα, εξεπλάγη πώς δεν μπουρδουκλώθηκε στο τραπέζι ή ακόμα και στην καρέκλα της. «Μπορώ να σας δω στον διάδρομο;» «Εάν επιμένεις». «Επιμένω». Με κάτι που φάνηκε σαν αυταρχικό βήμα, έκανε έναν γύρο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Γύρισε και τον κοίταξε. Αναρωτήθηκε τι φορούσε κάτω από αυτές τις φούστες. Οι κυρίες με τις οποίες είχε στενές σχέσεις φορούσαν πολύ λίγα – όταν ένας άντρας πληρώνει για υπηρεσίες, δεν θέλει να μπαίνει στον κόπο να κουράζεται για να φτάσει σε αυτό για το οποίο έχει πληρώσει. Είχε την αίσθηση ότι το να ρίξει τη δούκισσα στο κρεβάτι θα ήταν μεγάλος μπελάς – αλλά ένα ταξίδι που άξιζε τον κόπο. Σταμάτησε στην πόρτα και τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Κύριε Ντότζερ». «Ω σωστά». Σηκώθηκε, έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε για εκείνη. Εκείνη περπάτησε και γύρισε για να τον αντιμετωπίσει πριν κλείσει την πόρτα πίσω του. «Η συζήτηση για το υπνοδωμάτιό σας είναι εντελώς ακατάλληλη μπροστά σε ένα πεντάχρονο, ευαίσθητο αγόρι», είπε. «Δεν συνειδητοποιεί ότι κοιμάμαι σε υπνοδωμάτιο;»


Άκουσε πραγματικά το τρίξιμο των δοντιών της. Η ψυχραιμία της ήταν τόσο εύκολο να διαταραχθεί. Τι πλάκα θα έσπαγαν τα παλικάρια του Φίγκαν μαζί της. «Υπέθεσα ότι οι ρυθμίσεις για τον ύπνο σας δεν ήταν αυτό που επιθυμείτε να συζητήσετε, αλλά μάλλον για τον δικό μου, από τη χθεσινή νύχτα», είπε. Στηριζόμενος στον τοίχο, σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του και αναρωτήθηκε τι βρήκε τόσο προσβλητικό στο θέμα της κρεβατοκάμαρας, ποια ανηθικότητα μπορεί να είχε συμβεί στη δική της. «Στην πραγματικότητα, ήθελα να συζητήσω για την ντουλάπα του συζύγου σου. Πρέπει τα ρούχα του να φύγουν. Δώσ’ τα στους υπηρέτες. Πιστεύω ότι αυτή είναι η συνήθης πρακτική, έτσι δεν είναι; Α και ξέρεις, έχω το είδος της μνήμης που μπορεί να θυμηθεί τις μικρότερες λεπτομέρειες. Βεβαιώσου ότι μόνο τα ρούχα θα φύγουν». «Υπάρχουν μερικά προσωπικά αντικείμενα, μερικά πράγματα που μπορεί να μεταφέρει ο πατέρας στον γιο του». «Αν αναφέρονται στο βιβλίο του γιου σου, έχεις άδεια να τα πάρεις». «Δεν μπορεί να σκέφτεστε ότι ο Λάβινγκτον απαριθμούσε κάθε αντικείμενο που κατείχε. Ή ότι πραγματικά εννοούσε να πάρετε τα πάντα μέσα σε αυτό το σπίτι. Υπάρχουν επιστολές που του έγραψα, μηνύματα που του έδωσα. Δεν σημαίνουν τίποτα για εσάς». «Είναι αλήθεια, αλλά σημαίνουν κάτι για εσένα. Ως εκ τούτου, έχουν αξία». Είδε την ψυχραιμία της να παίρνει φωτιά και πριν μπορέσει να αντιταχθεί, είπε: «Σκέψου την αξία τους. Θα διαπραγματευτούμε. Εν τω μεταξύ, πηγαίνω στη λέσχη μου, αλλά από αύριο προτίθεμαι να μείνω μόνιμα εδώ». Τα μάτια της άνοιξαν ελαφρώς. «Δεν σκοπεύετε να μείνετε στο υπνοδωμάτιο δίπλα στο δικό μου». «Είναι η κύρια κρεβατοκάμαρα, έτσι δεν είναι; Κι εγώ είμαι ο κύριος του σπιτιού». «Θα μετακινηθώ εγώ σε μια άλλη». «Γιατί να μπεις στον κόπο; Σου είπα ότι δεν θα αναζητήσω το κρεβάτι σου. Παρόλο που δεν έχω αντιρρήσεις να έρχεσαι εσύ στο δικό μου. Αυτό είναι που φοβάσαι; Ότι με το να είσαι τόσο κοντά μου δεν θα είσαι σε θέση να αντισταθείς στη γοητεία μου;» «Δεν σας φοβάμαι και δεν σας βρίσκω καθόλου γοητευτικό. Εκτός αυτού, ομολογώ ποτέ δεν θα ξάπλωνα με έναν άντρα με τον οποίο δεν θα ήμουν παντρεμένη και σίγουρα δεν θα τον παντρευόμουν ποτέ». Έσπρωξε τον εαυτό του μακριά από τον τοίχο. Προς όφελός της στάθηκε στο ύψος της. «Νομίζεις ότι η καυστική γλώσσα σου θα με συγκρατήσει, όταν το


μόνο που κάνει είναι να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν πάνω στο δέρμα μου». Τα χείλη της χωρίστηκαν ελαφρώς, καθώς ένα βαθύ κοκκίνισμα χρωμάτισε τα μάγουλά της. Ανάθεμά τον, είχε πει τις λέξεις για να την αφοπλίσει, αλλά με κάποιον τρόπο κατάφεραν να ταρακουνήσουν κι εκείνον. Φαντάστηκε τη γλώσσα της να γλιστράει πάνω στο στήθος του… Προτού χάσει τον έλεγχο της κατάστασης, του εαυτού του, γύρισε απότομα να φύγει, μετά σταμάτησε και κοίταξε πίσω, παλεύοντας να κρύψει το ξαφνικό, ανεξήγητο τρέμουλο στη φωνή του. «Παρεμπιπτόντως, προτιμώ να μη δειπνώ μόνος μου, έτσι να είσαι αρκετά ευγενική να μου κάνεις παρέα στα γεύματα. Φέρε και τον γιο σου αν σου αρέσει». Με ένα τίναγμα ξέφυγε από τη θολούρα της. «Είναι πρέπον για τα παιδιά να τρώνε στο παιδικό δωμάτιο». «Δεν έχεις μάθει ακόμα ότι δεν δίνω δεκάρα για το τι είναι πρέπον;» «Δεν έχετε μάθει ακόμα ότι εγώ δίνω;» Υπολόγισε ότι άξιζε μια μικρή νίκη. «Όπως νομίζεις. Θα συμβιβαστούμε. Θα έχω ένα γεύμα με τον προστατευόμενό μου: πρωινό ή δείπνο, εσύ επιλέγεις». «Δεν ακούτε; Δεν θα έπρεπε να έχει γεύματα μαζί σας». «Τότε πώς θα τον εκπαιδεύσω;» «Θα πάρετε εκπαιδευτές». «Δεν μπορούν να τον διδάξουν ό,τι γνωρίζω». «Δεν είμαι σίγουρη ότι πρέπει να μάθει ό,τι γνωρίζετε». «Ένα γεύμα, δούκισσα. Δεν δέχομαι κουβέντα». Γύρισε την πλάτη προτού εκείνη εκφράσει άλλη διαμαρτυρία. Εκείνη την εξέφρασε ούτως ή άλλως με τη μορφή ενός σκουξίματος και πιθανότατα ενός χτυπήματος του ποδιού, ίσως ακόμη και με τα δύο. Δεν ήξερε γιατί επέμεινε ώστε να τρώνε μαζί του ένα γεύμα. Ίσως γιατί όταν μπήκε στο δωμάτιο, χαμογελούσαν και τα χαμόγελα εξαφανίστηκαν με την είσοδό του. Το αγόρι τον είχε κοιτάξει προσεκτικά και του Τζακ δεν του άρεσε αυτό το επίπεδο δυσπιστίας σε ένα παιδί. Κάτι το είχε προκαλέσει και δεν πίστευε ότι ήταν κάτι που είχε κάνει εκείνος. Ίσως επειδή σήμερα το πρωί είχε υποσχεθεί στο παιδί ένα σκυλί και δεν το είχε παραδώσει ακόμα. Δεν είχε ιδέα πού να βρει ένα. Στους δρόμους υποτίθεται. Θα έπρεπε να το σκεφτεί. Αλλά όχι απόψε. Απόψε είχε πιο πιεστικά θέματα να αντιμετωπίσει. Η Ολίβια δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την εικόνα της γλώσσας της να παίζει πάνω στο δέρμα του Τζακ Ντότζερ. Πώς ακριβώς θα αισθανόταν… τι γεύση θα είχε;


Αν και ήταν μόνη στο κρεβάτι της, μόνη στο δωμάτιό της, αισθανόταν ακόμη αμήχανη όταν έφερε το χέρι της και έγλειψε το πίσω μέρος του. Δεν σκέφτηκε ότι θα ήταν τόσο μεταξένια ή θα είχε τόσο καθαρή γεύση. Θα την έγλειφε σε αντάλλαγμα; Φαντάστηκε ότι θα το έκανε. Εκείνος θα ξεκινούσε από την άκρη των ποδιών και θα γλιστρούσε σιγά-σιγά κατά μήκος της σάρκας της, ίσως να σταματούσε για να περάσει από το πίσω μέρος των γονάτων, πριν ταξιδέψει κατά μήκος των εσωτερικών των μηρών της… Πέταξε τα σκεπάσματα απελπισμένη για να ανακουφίσει τη ζέστη. Αλλά οι σκέψεις της δεν δροσίστηκαν. Τον είδε στο ισχίο της, κάνοντας μια χαλαρή ανάπαυλα στα στήθη της. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω τους, σαν να ήταν αυτό που χρειαζόταν για να σταματήσει αυτή η φρενίτιδα, αλλά στο μυαλό της εκείνος απλώς θα της χάριζε το διαβολικό χαμόγελό του και θα έσπρωχνε τα χέρια της πίσω. Η γλώσσα του θα έκανε κύκλους και θα τη βασάνιζε, μέχρις ότου τελικά θα έφτανε στον ώμο της. Αλλά δεν θα σταματούσε εκεί. Θα δοκίμαζε τον λαιμό της και έχοντας γευτεί τη μια πλευρά της, θα ξεκινούσε το ταξίδι προς τα κάτω, για να βιώσει και την άλλη. Αναστενάζοντας, ανακάθισε. Ω Θεέ μου. Πίεσε τα πόδια της σε μια προσπάθεια να σβήσει τον υπέροχο πόνο που ένιωσε ανάμεσα στους μηρούς της. Ήθελε να βάλει το χέρι της… Ο Θεός να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε τι ήθελε. Έτρεμε από επιθυμία που δεν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ. Ήταν λάθος του Τζακ Ντότζερ. Μιλώντας της για προσωπικά πράγματα. Κάνοντάς τη να αποζητά ένα παράνομο άγγιγμα. Μόνο για μια φορά μια γλυκιά απελευθέρωση. Σύρθηκε έξω από το κρεβάτι, σκόνταψε και σχεδόν έπεσε, τα γόνατά της ήταν τόσο αδύναμα. Συγκεντρώθηκε παίρνοντας βαθιές αναπνοές, κοίταξε την πόρτα που οδηγούσε στην γκαρνταρόμπα. Μέσα από εκεί ήταν η δίοδος προς το κύριο υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο με το κρεβάτι, όπου ο Τζακ Ντότζερ τώρα θα κοιμόταν. Θα έβγαζε τα ρούχα του… ήταν τόσο κοντά. Θα έπρεπε να μεταφερθεί σε ένα άλλο υπνοδωμάτιο, αλλά θα ήταν μια παραδοχή της δειλίας και της κυριαρχίας του πάνω της. Για να έχει οποιαδήποτε ελπίδα να περιορίσει την επιρροή του πάνω στον γιο της, δεν έπρεπε ποτέ να υποχωρήσει. Θα στεκόταν στο ύψος της και θα τον καταριόταν για όσο θα το έκανε. Χρειαζόταν να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί και να προετοιμαστεί καλύτερα για ό,τι το αύριο θα έφερνε. Ίσως λίγο ζεστό γάλα να βοηθούσε. Σκέφτηκε να χτυπήσει το κουδούνι για την υπηρέτριά της, αλλά είχε διάθεση να περιπλανηθεί στο σπίτι όταν ο Ντότζερ δεν ήταν γύρω. Κατά τη διάρκεια αυτών των στιγμών,


θα μπορούσε να προσποιηθεί ότι ήταν δικό της, ότι ο Λάβινγκτον ενδιαφερόταν για εκείνη αρκετά για να παρατηρήσει πόσο πολύ λάτρευε το σπίτι. Αλλά είχε παρατηρήσει τόσο λίγα. Η σκέψη την άφησε με μια βαθιά θλίψη, επειδή δεν έδωσαν σχεδόν τίποτε από τον εαυτό τους ο ένας στον άλλο. Μάζεψε πίσω τα δάκρυα που την απειλούσαν. Πώς ήταν δυνατόν να της λείπει ένας άντρας ο οποίος, από τότε που έμεινε έγκυος, ήταν περισσότερο ξένος παρά σύζυγος; Αλλά τουλάχιστον η ανάμνησή του έκανε τις σκέψεις της να φύγουν από τον Τζακ Ντότζερ. Έριξε πάνω της τη ρόμπα της και βγήκε από το δωμάτιό της. Βρισκόταν στα μισά της σκάλας, όταν άκουσε θηλυκό γέλιο να έρχεται από το φουαγιέ, ακολουθούμενο από ένα βαθύ μουρμουρητό που αναγνώρισε ότι ήταν του Ντότζερ. Αφού είχε ταλαιπωρηθεί με ανεκπλήρωτες επιθυμίες προηγουμένως λόγω των υπονοούμενών του, δεν είχε τη διάθεση να ανεχτεί να φλερτάρει με τις υπηρέτριες ή να εκμεταλλευτεί τη θέση του. Αν επρόκειτο να μείνει ανικανοποίητη εκείνη τη νύχτα, το ίδιο θα έκανε κι αυτός. Αυξάνοντας τον βηματισμό της, έφτασε στο φουαγιέ ακριβώς τη στιγμή που ο Ντότζερ έδιωχνε τον Μπριτλς, ο οποίος έφυγε γρήγορα. Μια γυναίκα στεκόταν με τον Ντότζερ, τα μαλλιά της ήταν τόσο έντονα κόκκινα, που εξαφάνιζαν όλα τα χρώματα όταν την πλησίασε. Η Ολίβια δεν τη γνώριζε, αλλά δεν είχε καμία αμφιβολία για το είδος της γυναίκας που εκείνος θα έφερνε στο σπίτι τόσο αργά. Δεν θα ανεχόταν αυτό το είδος συμπεριφοράς. Απλώς δεν θα το έκανε. Ειδικά στο υπνοδωμάτιο δίπλα της. Ο Ντότζερ και η πόρνη γύρισαν προς το μέρος της. «Α Ολίβια, είσαι ξύπνια τόσο αργά;» Πήγε κοντά του. «Δεν θα σας επιτρέψω να φέρνετε περίεργες γυναίκες στο σπίτι. Πρέπει να την πάρετε αλλού για να χορτάσετε τη σφοδρή σας επιθυμία». Έκλεισε τα σκούρα μάτια του κι εκείνη τον κοίταξε καθώς ένας μυς χτύπησε στο σαγόνι του. «Είναι το σπίτι μου και αυτή είναι εδώ γιατί το επιθυμώ. Θα φροντίσουμε για τη δουλειά μας στη βιβλιοθήκη». Έγειρε προς το μέρος της. «Είσαι ευπρόσδεκτη να παρακολουθήσεις αν θέλεις. Είμαι βέβαιος ότι θα βρεις τα κατορθώματά μας αρκετά δημιουργικά και διασκεδαστικά». Προτού η Ολίβια δώσει μια ανάλογη απάντηση, η γυναίκα χτύπησε το χέρι του. «Τζακ, τι κακία σκέφτεσαι;» «Μείνε έξω από αυτό, Φράνι», μουρμούρισε, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την Ολίβια. Η Ολίβια αγωνίστηκε να μην κοιτάξει μακριά. Μία φανερή εξοικείωση υπήρχε ανάμεσα σε αυτόν και στη γυναίκα και δεν ήθελε να θεωρήσει ότι μπορεί να ήταν κάτι περισσότερο από πόρνη που είχε πάρει από τους δρόμους για


διασκέδαση το βράδυ, ότι μπορεί να ήταν η ερωμένη του, κάποια που συχνά ζέσταινε το κρεβάτι του. Είχε μια σαγηνευτική αρρενωπότητα που δεν είχε ο σύζυγός της και υποψιάστηκε ότι θα χρειαζόταν να πηγαίνει συχνά στο κρεβάτι με κάποια για να κρατάει την επιθυμία του υπό έλεγχο. Με αυτές τις σκέψεις, μπόρεσε να αισθανθεί τη θερμότητα στα μάγουλά της, ήξερε ότι κοκκίνισε, γιατί η ικανοποίηση άγγιξε τα μάτια του. Πώς της ήρθε να τον αντιμετωπίσει; Η Ολίβια έπαιζε με τον διάβολο. Ένα επικίνδυνο πράγμα, όταν δεν γνώριζε τους κανόνες του παιχνιδιού. «Θα ζητήσετε συγγνώμη από την καλεσμένη μου», είπε. «Τζακ…» «Όχι τώρα, Φράνι». «Τζακ». Η μοναχική λέξη βγήκε σαν εντολή και προς έκπληξη της Ολίβια, ο άσπονδος εχθρός της υπάκουσε. Έκανε πίσω και ενώ οι τεντωμένοι μύες στο σαγόνι του δεν χαλάρωσαν, η φλόγα στα μάτια του ηρέμησε κάπως. «Σου χρωστάει μια συγγνώμη». «Όχι. Τι άλλο έπρεπε να σκεφτεί όταν φέρνεις μια γυναίκα στο σπίτι αργά το βράδυ;» «Όχι το να νομίζει ότι είσαι πόρνη». «Λοιπόν, η συμπεριφορά σου από τότε που ήρθαμε δεν βοήθησε τα πράγματα». Βγήκε μπροστά του και υποκλίθηκε ελαφρά. «Εξοχότατη, είμαι η Φράνι Ντάρλινγκ. Η λογίστριά του. Μου ζήτησε να ρίξω μια ματιά στα βιβλία». «Φράνι, ο σκοπός που είσαι εδώ δεν την ενδιαφέρει». «Ίσως όχι, αλλά δίνεις την εντύπωση ότι είμαι εδώ για έναν πολύ διαφορετικό και ανάρμοστο λόγο. Αξίζω κάτι καλύτερο από αυτό». Έβρισε σκληρά μέσα από τα δόντια του. «Έχεις δίκιο. Συγγνώμη», απολογήθηκε. Η μεταμέλειά του ήταν ειλικρινής και η Ολίβια αναρωτήθηκε αν η γυναίκα σήμαινε περισσότερα γι’ αυτόν από ό,τι θα παραδεχόταν ποτέ. «Ωστόσο, δεν είμαι εγώ αυτός που υπονόησε ότι είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι». «Όχι, αλλά δεν έκανες τίποτα για να διορθώσεις την παρανόηση», δήλωσε η κυρία Ντάρλινγκ και ακούστηκε αρκετά πληγωμένη. «Πρέπει κι εγώ να ζητήσω συγγνώμη», ξεκίνησε η Ολίβια. «Υπέθεσα το χειρότερο. Συγγνώμη». Εκείνη χαμογέλασε. «Οι περισσότεροι το κάνουν όταν έχει να κάνει με τον Τζακ. Είναι μια φήμη που δούλεψε αρκετά σκληρά για να διαμορφώσει».


«Φράνι…» φώναξε. «Ω γίνε πολιτισμένος, αλλιώς δεν θα δούμε τα βιβλία σου». Έριξε την προσοχή της πίσω στην Ολίβια. «Όσο απίθανο κι αν φαίνεται, δεδομένης της επιτυχίας του, τα πάει χάλια με τους αριθμούς». «Δεν είμαι τόσο κακός όσο λες», γκρίνιαξε. Όταν η κυρία Ντάρλινγκ του έριξε μια έντονη ματιά, μουρμούρισε: «Αλλά φυσικά δεν είμαι τόσο καλός όσο εσύ. Μπορούμε να επιστρέψουμε τώρα στη δουλειά;» «Φυσικά», είπε η κυρία Ντάρλινγκ. «Ήταν μεγάλη χαρά να σας γνωρίσω, Εξοχότατη. Και ο Τζακ είχε δίκιο. Είστε περισσότερο από ευπρόσδεκτη να συμμετάσχετε μαζί μας». Η Ολίβια συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι φορούσε τη ρόμπα της, καθόλου κατάλληλη ενδυμασία για διασκέδαση. «Θα πω να ετοιμάσουν μερικά αναψυκτικά για σας». «Αυτό θα ήταν πράγματι υπέροχο, ευχαριστώ», δήλωσε η κυρία Ντάρλινγκ. Η Ολίβια τους παρακολούθησε καθώς περπατούσαν στον διάδρομο, ο Ντότζερ φαινόταν πολύ προσεκτικός, αφήνοντας μια διακριτική απόσταση μεταξύ αυτού και της κυρίας Ντάρλινγκ. Συνειδητοποίησε ότι η Φράνι Ντάρλινγκ ήταν κάτι ιδιαίτερο γι’ αυτόν. Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να έχεις την προσοχή ενός ανθρώπου νεαρού, αρρενωπού και σκοτεινά επικίνδυνου όπως ο Τζακ Ντότζερ. Η Φράνι Ντάρλινγκ κάθισε στο μεγάλο μαονένιο γραφείο στη μεγάλη βιβλιοθήκη και μελέτησε τα βιβλία και τα καθολικά που ο Τζακ είχε βάλει μπροστά της με σχεδόν την ίδια συγκέντρωση που μελετούσε κι εκείνον. Κάθισε σε έναν καναπέ κοντά στο παράθυρο, κοιτάζοντας ένα μαύρο βιβλίο, σαν να αναζητούσε μια απάντηση σε ένα παζλ που τον μπέρδευε. Ήξερε τον Τζακ εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν πάντα όπως ένας μεγαλύτερος αδερφός, προσέχοντάς τη, κάνοντας σίγουρο ότι κανείς δεν θα έβλαπτε ποτέ την ίδια ούτε και τα συναισθήματά της. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους είχε εκπλαγεί τόσο νωρίτερα, όταν είχε αφήσει σκόπιμα τη δούκισσα να πιστέψει κάτι ανάρμοστο. Την έκανε να αναρωτιέται γιατί νοιαζόταν για τη γνώμη που είχε η δούκισσα γι’ αυτόν και γιατί ήθελε να είναι μη κολακευτική. Ενώ ποτέ δεν τον είχε δει να φοβάται τίποτα, γνώριζε καλά ότι απέφευγε με προσοχή τυχόν συναναστροφές που θα μπορούσαν να εμπλέκουν την καρδιά. Ποτέ δεν μίλησε για το παρελθόν του, για την προέλευσή του ή για τη μητέρα του, αλλά ο Φίγκαν είχε πει κάποτε ότι η μητέρα του Τζακ τον είχε πουλήσει. «Φαντάσου πώς θα αισθανόσουν αν κάποιος που αγαπούσες σου έβαζε μια τιμή», είχε πει ο Φίγκαν. Η Φράνι δεν μπορούσε να το φανταστεί.


Πίστευε επίσης ότι κάτι τρομερό είχε συμβεί στον Τζακ όταν ήταν στη φυλακή με τον Λουκ. Προτού περάσει χρόνο στη φυλακή, ο Τζακ γελούσε συχνά, και όταν το έκανε, τα παιδιά του Φίγκαν γελούσαν μαζί του. Αλλά όταν επέστρεψε στου Φίγκαν μετά τη φυλάκισή του, το γέλιο του είχε αλλάξει. Δεν περιείχε πλέον ούτε ένα ίχνος χαράς. Τον είχε ρωτήσει μία φορά, αλλά αρνήθηκε να μιλήσει για αυτό που ονόμαζε οι σκοτεινές στιγμές. Ο Λουκ, επίσης, ήταν σιωπηλός για το θέμα, αλλά όταν οι δυο τους κοιτάζονταν, η Φράνι ήξερε ότι οτιδήποτε είχε συμβεί τους επηρέασε και τους δύο, τους έφερε κοντά και τους χώρισε από όλους τους άλλους. Ο Τζακ είχε σηκώσει τοίχους και υπό μια έννοια σκέφτηκε ότι ήταν ακόμα στη φυλακή – μια που είχε φτιάξει ο ίδιος, αλλά που ήταν ακριβώς ίδια. Αναρωτήθηκε επίσης ποια ήταν τα αληθινά συναισθήματά του αναφορικά με τη δούκισσα. Καθόταν στον καναπέ αδιάφορα, σαν να μην είχε καμία έννοια για τον κόσμο, αλλά όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα, είχε κοιτάξει ψηλά και είχε δει ένα ίχνος προσμονής στο πρόσωπό του, που αποκαλύφθηκε μόνο για μια στιγμή και εξαφανίστηκε γρήγορα. Έκρυψε με μικρότερη επιτυχία την απογοήτευση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, όταν μια μικρή υπηρέτρια μπήκε στο δωμάτιο με μπισκότα και τσάι. Η Φράνι είχε την αίσθηση ότι είχε ελπίσει ότι η δούκισσα αποφάσισε να τους κάνει συντροφιά. Όχι ότι θα το παραδεχόταν ποτέ. Δεν άφηνε τίποτα να φανεί προς τα έξω που θα τον έκανε να δείχνει ευάλωτος. Με ένα χασμουρητό, τέντωσε τα χέρια της και την πλάτη της για να διώξει το πιάσιμο. Είχε «χτενίσει» τα βιβλία για περισσότερο από δύο ώρες. Καθώς έκρινε ορθά ότι εκείνη είχε αρχίσει να κουράζεται, ο Τζακ σηκώθηκε, περπάτησε μέχρι το γραφείο και κάθισε στη γωνία. «Τι νομίζεις;» «Δεν είναι πολύ άθλια. Αλλά έχεις δίκιο. Τα χρήματα δεν επενδύονται τόσο σοφά όσο θα μπορούσαν». «Υποθέτω ότι θα μπορούσα να τα επενδύσω στου Ντότζερ». «Δεν νομίζω ότι η χήρα σου θα το ενέκρινε». «Δεν είναι χήρα μου». Δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένη για την εκτίμηση αυτή. «Δεν είσαι πολύ ευγενικός μαζί της». «Είμαι τόσο ευγενικός όσο αξίζει». «Αλλά δεν θα ήταν καλύτερο να είσαι πιο ευγενικός από όσο αξίζει; Τότε μπορεί να φτάσει στο σημείο να σε συμπαθήσει». «Ποτέ δεν με ένοιαζε ποια είναι η γνώμη κάποιου για μένα. Το ξέρεις καλά αυτό».


Αχ, ο άνθρωπος είχε φοβερό πείσμα. «Η ζωή της έχει πάρει μια δραστική στροφή. Δεν μπορώ να φανταστώ πόση δύναμη θα χρειαζόταν να συνεχίσω μετά την απώλεια του συζύγου μου». Χτύπησε τα δάχτυλά του στο γραφείο σαν να έχανε την υπομονή του μαζί της. «Προσπάθησα να είμαι εγκάρδιος». Εκείνη τον κοίταξε με δυσπιστία. «Εύχομαι η συνάντηση στον διάδρομο να μην ήταν αυτό το προϊόν της εγκαρδιότητάς σου». «Βρίσκει λάθη σε εμένα στο καθετί και εξαιρώ τη γνώμη της». «Τζακ…» «Φράνι». Σήκωσε το χέρι του. «Θα ασχοληθώ με τη χήρα με τους όρους μου, όπως κρίνω σκόπιμο». «Εντάξει. Μείνε πεισματάρης». Έκλεισε με θόρυβο το βιβλίο. «Είμαι κουρασμένη. Θα πάρω αυτό το βιβλίο μαζί μου. Θέλω να το μελετήσω λίγο πιο προσεκτικά». Εκείνος τραβήχτηκε από το γραφείο και έπεσε στην καρέκλα απέναντί της. «Θα πρέπει να της αγοράσουμε ένα σπίτι». «Τι κακό έχει αυτό εδώ;» «Είναι δικό μου». «Δεν το χρειάζεσαι. Μου είπες πολλές φορές ότι ποτέ δεν θα παντρευτείς ούτε θα κάνεις παιδιά». «Αυτό δεν παίζει ρόλο». «Γιατί ήθελες να νομίζει ότι θα κάναμε κάτι άτακτο εδώ;» «Νομίζει το χειρότερο για μένα. Ίσως αυτό να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της». «Επομένως όντως σε ενδιαφέρει τι σκέφτεται». «Μην γκρινιάζεις, Φράνι. Δεν σου ταιριάζει». «Είσαι πολύ δυσάρεστος». Έτριψε το φρύδι του. «Συγγνώμη. Είμαι κουρασμένος. Έχω κοιμηθεί πολύ λίγο από χθες το βράδυ, αλλά αυτό είναι ένα μικρό τίμημα. Τι γνώμη έχεις για το σπίτι;» «Νομίζω ότι είναι πολύ όμορφο». Χαμήλωσε προς τα εμπρός και στήριξε το πιγούνι στις παλάμες της, με τους αγκώνες στο γραφείο. «Ο Φίγκαν πάντα έλεγε ότι θα πήγαινες πιο ψηλά από όλους μας». Ο Τζακ κοίταξε γύρω. «Αλλά δεν έφερα τον εαυτό μου σε αυτό, έτσι δεν θεωρείται ως επίτευγμά μου». «Οι περισσότεροι θα δέχονταν απλώς την καλή τύχη τους και θα ήταν ευτυχείς».


«Δεν εμπιστεύομαι την καλή τύχη που έρχεται τόσο εύκολα. Υπάρχει πάντα ένα τίμημα που πρέπει να καταβάλεις, Φράνι. Πάντα». Της χαμογέλασε χαλαρά. «Θέλω να μάθω το τίμημα πριν αναγκαστώ να το πληρώσω». «Είχες σκληρή ζωή, Τζακ. Ίσως είναι απλώς η σειρά σου να έχεις κάτι καλό». «Μακάρι η ζωή να ήταν δίκαιη». Σηκώθηκε απότομα. «Έλα, λοιπόν, ας επιστρέψουμε στη λέσχη. Για μας η νύχτα είναι ακόμα μπροστά».


Κεφάλαιο 9 Το επόμενο πρωί, καθώς ένιωθε την άνευ προηγουμένου κόπωση, ο Τζακ συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να είχε κοιμηθεί όταν αυτός και η Φράνι επέστρεψαν στη λέσχη του. Αντί αυτού είχε ασχοληθεί με έναν άρχοντα ο οποίος είχε κατηγορηθεί ότι εξαπάτησε στα χαρτιά και πέρασε αρκετή ώρα για να εξηγήσει σε ένα από τα κορίτσια του ότι δεν μπορούσε να σκοτώσει έναν άντρα επειδή είχε κουραστεί να της κάνει τα χατίρια. Στη συνέχεια είχε μια σύντομη συνομιλία με τον κόμη του Τσέσνι, που θα μπορούσε να προσφέρει μια λύση σε ένα από τα προβλήματά του. Ο Σουίντλερ είχε περάσει για να ενημερώσει τον Τζακ ότι όλα όσα είχε ανακαλύψει για τα ξαδέρφια μέχρι στιγμής ήταν ότι ζούσαν πολύ ιδιωτικές ζωές – και αυτό, πίστευε, ήταν η αιτία για να τους ερευνήσει πιο προσεκτικά. Του Σουίντλερ του άρεσαν οι γρίφοι. Ό,τι και να έκρυβαν τα ξαδέρφια, θα το ανακάλυπτε. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας ο Τζακ το είχε περάσει μελετώντας σχέδια για να αυξήσει τα κέρδη του. Όπως είχε πει στη Φράνι, είχε κοιμηθεί λίγο από την ανάγνωση της διαθήκης, έτσι η εξάντληση τον είχε καταβάλει όταν μπήκε στο σπίτι του και αντιμετώπισε το χάος. Άκουσε ήχους σαν να μετακινούνταν τα έπιπλα και διάφορες φωνές να φωνάζουν: «Χένρι! Εξοχότατε! Νεαρέ κύριε!» Το παιδί αναμφίβολα είχε δημιουργήσει κάποιου είδους αναταραχή. Ο Τζακ δεν τον θεωρούσε ικανό για κάτι περισσότερο από το να κάθεται ήσυχα και να συμπεριφέρεται σωστά. Ήταν καλό για αυτόν. Ήταν φυσικό για ένα αγόρι να δημιουργεί αραιά και πού σαματά. Ο Τζακ είχε μόλις ξεκινήσει να ανεβαίνει τις σκάλες όταν είδε τη δούκισσα να τρέχει. «Ω δόξα τω Θεώ, ήρθατε επιτέλους», είπε βιαστικά. Της χαμογέλασε. «Τελικά αρχίζεις να με εκτιμάς, έτσι;» «Όχι, γελοίε, ο Χένρι εξαφανίστηκε». Ο Τζακ ήθελε το κρεβάτι του και όχι να παίξει κρυφτό με ένα παιδί. «Τι εννοείς ότι εξαφανίστηκε;» «Έχει εξαφανιστεί. Όταν η νταντά του ξύπνησε σήμερα το πρωί, δεν ήταν στο κρεβάτι του. Κανείς δεν τον έχει δει. Σκέφτηκα ότι ίσως τον πήρατε εσείς. Τον


πήρατε;» Μίλησε γρήγορα, σαν να του εξήγησε απελπισμένα, ώστε να μπορέσει να πάρει την απάντηση που περίμενε. Τώρα είδε ότι η ανησυχία τής είχε θολώσει τα μάτια. «Όχι». «Τότε πού είναι; Έχει απαχθεί νομίζετε; Είναι όπως υποψιαζόσασταν; Βρίσκεται σε κίνδυνο;» Την άρπαξε από τους ώμους. «Χαλάρωσε, Ολίβια». Ελευθερώθηκε από τα χέρια του και σχεδόν κατέρρευσε στις σκάλες. «Δεν θέλω να ηρεμήσω! Θέλω να βρω τον γιο μου! Τι γίνεται αν… πάθει κακό;» «Ποιος θα τον βλάψει;» «Πριν νομίζατε ότι κάποιος θα μπορούσε να το κάνει». Έτριψε το πιγούνι του. «Ναι, ναι, ναι». Είχε σκεφτεί ότι το παιδί θα μπορούσε να βρίσκεται σε κάποιον κίνδυνο, αλλά πώς θα μπορούσε κάποιος να πάρει το αγόρι κάτω από το άγρυπνο μάτι της νταντάς του; Λοιπόν, δεν ήταν τόσο άγρυπνο προφανώς. Όμως σκέφτηκε ότι ήταν απίθανο κάποιος να είχε φτάσει στο σπίτι για να πάρει τον Χένρι και να ξέφυγε. «Πού κοιτάξατε;» «Παντού. Είναι αυτή μια από τις αρρωστημένες φάρσες σας, ένας από τους τρόπους που σκέφτεστε να με ταρακουνήσετε;» «Δεν ήμουν εδώ για ώρες. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;» «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα μπορούσατε να είστε υπεύθυνος». Αρκετά ανέχτηκε τις υποψίες της. Ξεκίνησε να ανεβαίνει τις σκάλες. «Πού πηγαίνετε;» του φώναξε. Ήταν λαχανιασμένη, σαν να είχε τρέξει γύρω και ήταν ξαφνικά ανίκανη να αναπνεύσει. Φαινόταν πάντοτε να έχει τον έλεγχο. Τον άφησε να τη δει σε πανικό. «Στο δωμάτιό μου να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου και να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, ώστε να μπορέσω να αντιμετωπίσω αυτή την κατάσταση». Αναγνώρισε την ηχώ των γρήγορων βημάτων της καθώς τον ακολούθησε. Ήταν απίστευτο πόσα πράγματα είχαν αρχίσει να γίνονται γνωστά για εκείνη. Ο ήχος των βημάτων της, το άρωμά της. «Δεν τον πήρατε μαζί σας όταν φύγατε;» «Φυσικά και όχι». Έπιασε την κουπαστή. «Ίσως πήγε στη Μεγάλη Έκθεση. Ήθελε να πάει, έτσι δεν είναι;» «Δεν θα έφευγε μόνος του. Δεν θα ήξερε καν πού να πάει». «Είναι μικρό παιδί, δούκισσα. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει τον δρόμο προς την περιπέτεια. Απλώς χρειάζεται να ξέρει ότι τον περιμένει». Άνοιξε την πόρτα στο υπνοδωμάτιό του.


«Αλλά τι θα γίνει αν έχει απαχθεί;» ρώτησε. Ακούστηκε σαν να βρισκόταν στα όρια της υστερίας. Ήξερε ότι η μόνη ανακούφιση που θα δεχόταν αφορούσε την εύρεση του γιου της. «Θα φωνάξουμε τον Σουίντλερ. Ο άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει τις ενδείξεις με κλειστά μάτια». Μπήκε στο δωμάτιό του, έκπληκτος που τον ακολούθησε κι εκείνη. Προφανώς, ο πανικός της υπερίσχυσε της σωστής συμπεριφοράς. Αν η ανησυχία δεν έβγαινε από μέσα της σε κύματα, ίσως να την είχε πειράξει γι’ αυτό. Περπατούσε προς το κομοδίνο που είχε τη λεκάνη πορσελάνης όταν άκουσε ένα χτύπημα στην ντουλάπα που πέρασε. Είχαν κοιτάξει παντού; Ή μήπως μόνο κοίταξαν εκεί που περίμεναν ότι θα ήταν το αγόρι; Ο Τζακ άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας. Το αγόρι βγήκε σαν ένα άγριο θηρίο. «Ό… όχι! Δ… δεν θα σ… σας αφήσω! Δεν πρ… πρόκειται!» Ο Τζακ ενστικτωδώς έπιασε το αγόρι, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω του, προσπαθώντας να σταματήσει το τρελό χτύπημά του. Ήταν με τις πιτζάμες του, αγωνιζόταν σαν τίγρης. Χαμένος σε έντονο φόβο, ήταν επιθετικός. «Σταμάτα, μικρέ». «Αφήστε τον να φύγει. Τι του έχετε κάνει; Αφήστε τον να φύγει!» φώναξε η δούκισσα. Ο Τζακ μόρφασε. Με τι στα κομμάτια τον χτυπούσε; Ένιωσε το δέρμα να χωρίζεται στο μάγουλό του. Έβρισε δυνατά, αποφεύγοντας άλλο ένα σλαπ! και απελευθέρωσε το αγόρι, το οποίο αμέσως τον κλότσησε στο καλάμι. Όλο αυτό ήταν αναθεματισμένα κακό. Αναπνέοντας βαριά, έκανε ένα ακόμα βήμα πίσω για να αποφύγει το όπλο που τον χτυπούσε –μπόρεσε να δει τώρα ότι κρατούσε μια σιδερένια λαβίδα– και την οργή της. Το αγόρι μουρμούριζε ότι είχε μετανιώσει. Με το μίσος στα μάτια της στραμμένο προς τον Τζακ και τη λαβίδα ακόμα έτοιμη, η δούκισσα είχε το ένα χέρι τυλιγμένο προστατευτικά γύρω από τον γιο της. «Τι του κάνατε;» ζήτησε να μάθει. Ο Τζακ άγγιξε με το πίσω μέρος του χεριού του το πονεμένο του μάγουλο, το έφερε μακριά και κοίταξε το αίμα. «Σ… συγγνώμη», φώναξε το αγόρι με δάκρυα στα μάγουλά του. «Ε… εγώ δεν θα το ξανακάνω. Τ… το υπόσχομαι». «Τι σχεδίαζες, μικρέ;» Ο Τζακ άκουσε έναν ήχο στην πόρτα. Η νταντά είχε φτάσει, με ξεκάθαρη ανησυχία στα χαρακτηριστικά της, αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι ήταν για το παιδί. Θεώρησε ότι ήταν πιο πιθανό ότι ήταν για τον εαυτό της, επειδή είχε


χάσει τα ίχνη του παιδιού. Ποιο ήταν το όνομά της; Χέιζελ; Χάριετ; Έλεν; Έλεν, αυτό ήταν. «Θα τον πάρω αμέσως, Εξοχότατη», είπε απλώνοντας τα χέρια στο παιδί. «Όχι, δεν θα το κάνεις», είπε ο Τζακ έντονα και όλοι τον κοίταξαν. Τουλάχιστον σταμάτησαν να φωνάζουν. «Όχι, μέχρι να καταλάβω τι συμβαίνει εδώ». «Είναι προφανές ότι τον τρομάζετε», είπε η δούκισσα. «Μπορώ να δω ότι φοβάται», δήλωσε ο Τζακ ήρεμα, αν και ένιωθε οτιδήποτε άλλο εκτός από ήρεμος. «Τι συμβαίνει, μικρέ;» Το αγόρι τίναξε ζωηρά το κεφάλι του. «Τι νομίζεις ότι θα σου κάνω;» Το αγόρι κούνησε ξανά το κεφάλι του. «Αφήστε τον ήσυχο», δήλωσε η μητέρα του, γυρίζοντας προς την πόρτα, με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από το παιδί. «Όχι». Η απειλή κάποιου είδους τιμωρίας πρέπει να ήταν σαφής στη φωνή του επειδή σταμάτησε και τον κοίταξε. «Φαίνεται να ξεχνάς ότι είμαι ο κηδεμόνας του. Θα πάρω απαντήσεις στις ερωτήσεις μου ακόμα και αν πρέπει να σταθούμε εδώ όλη την ημέρα». Θυμήθηκε πώς ο Σουίντλερ είχε σκύψει μπροστά στη δούκισσα την προηγούμενη μέρα και ενώ το να σκύβει μπροστά σε κάποιον πήγαινε ενάντια στα ένστικτα του Τζακ, συγκρατήθηκε τοποθετώντας τον εαυτό του στο επίπεδο των ματιών του παιδιού, προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο απειλητικός. «Με φοβάσαι;» Το αγόρι ένευσε. «Γιατί;» Το αγόρι κοίταξε τη μητέρα του, κοίταξε την νταντά του. «Μην τις κοιτάς για την απάντηση, μικρέ, κοίτα τον εαυτό σου. Τι νομίζεις ότι θα σου κάνω;» Το αγόρι άρχισε να μελετά τις μύτες των ποδιών του. «Θυμάσαι τι σου είπα χθες το πρωί; Ότι ο πατέρας σου μου ζήτησε να σε προστατεύσω; Δεν ήξερα καλά τον πατέρα σου, Χένρι, αλλά ξέρω ότι σε νοιαζόταν πάρα πολύ και δεν παίρνω ελαφρά το αίτημά του. Σου είπα ότι ποτέ δεν θα άφηνα κανέναν να σε βλάψει. Γιατί, λοιπόν, με φοβάσαι;» Παρακολούθησε καθώς το παιδί κατάπιε. Το κάτω χείλος του έτρεμε. «Θ… θα κ… κάψετε το δ… δάχτυλό μου». «Γιατί να το κάνω αυτό;» «Ε… επειδή ξ… ξέχασα και το π… πιπίλισα όταν κ… κοιμόμουν».


Επομένως είχε ξυπνήσει, ανακάλυψε τον αντίχειρά του στο στόμα του και πήγε να κρυφτεί. Η εικόνα άρχισε να διαμορφώνεται. «Ποιος σου είπε ότι θα κάψω το δάχτυλό σου αν το βάλεις στο στόμα σου;» «Η νταντά μου», ψιθύρισε σαν να άφηνε το βάρος ενός μεγάλου μυστικού. Με το βλέμμα του στραμμένο στην νταντά, που έμοιαζε σαν να είχε στραγγίσει όλο το αίμα από το πρόσωπό της, ο Τζακ αργά ξεδίπλωσε το σώμα του. «Δεν συνηθίζω να τρομοκρατώ παιδιά για να καθίσουν φρόνιμα. Είσαι ελεύθερη. Μάζεψε τα πράγματά σου και να έχεις φύγει μέσα στην επόμενη ώρα». «Αλλά, κύριε, δεν είχα άλλη επιλογή. Είναι ο νέος δούκας τώρα. Δεν πρέπει να πιπιλίζει τον αντίχειρά του». «Είναι ο αντίχειράς του. Δεν δίνω δεκάρα αν τον πιπιλάει μέχρι να γίνει άντρας. Μάζεψε τα πράγματά σου». Η Έλεν κοίταξε τη δούκισσα. «Εξοχότατη, λυπηθείτε με». Η δούκισσα άνοιξε το στόμα της να πει κάτι…. «Διαφώνησε κι εσύ μαζί μου για αυτό και μπορείς να φτιάξεις και τις δικές σου τσάντες», δήλωσε ο Τζακ με σταθερή φωνή, που δεν άφησε περιθώριο για επιχείρημα. Τον κοίταξε και για πρώτη φορά τα μάτια της δεν αντανακλούσαν θυμό ή μίσος. Μόνο τρόμο και βαθιά θλίψη για αυτό που είχαν ανακαλύψει. Γύρισε στην νταντά. «Έχει δίκιο. Αυτό που κάνατε ήταν τερατώδες λάθος, άδικο για τον κύριο Ντότζερ και αφόρητα σκληρό για τον γιο μου. Δεν μπορώ ούτε να σας συγχωρήσω ούτε να μιλήσω προς υπεράσπισή σας. Φοβάμαι ότι ο κύριος Ντότζερ ήταν πολύ γενναιόδωρος όταν σας έδωσε μία ώρα. Θέλω να έχετε φύγει στο μισό αυτού του χρόνου». Η νταντά ξέσπασε σε κλάματα προτού γυρίσει και φύγει στον διάδρομο. Ο Τζακ χαμήλωσε το βλέμμα του στο παιδί. «Δεν θα σε βλάψω ποτέ. Το κατάλαβες;» Το παιδί ανοιγόκλεισε τα μάτια και ένευσε. «Καλώς». «Αιμορραγείτε», είπε η δούκισσα. «Έχω αιμορραγήσει και παλαιότερα. Τώρα θέλω να κάνω ένα μπάνιο, γι’ αυτό εξαφανίσου». «Κύριε Ντότζ….» «Έξω», μούγκρισε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, διακόπτοντας ό,τι θα έλεγε η δούκισσα. «Επειδή εσένα, δούκισσα, είναι πιθανόν να σε βλάψω». Έσπρωξε γρήγορα το παιδί, άπλωσε το χέρι να πιάσει το πόμολο έξω και


έμεινε ακίνητη. «Δεν θα διαφωνούσα με την απόφασή σας να απολύσετε την Έλεν – ακόμα και προτού με απειλήσετε», γύρισε και του είπε. Σκέφτηκε ότι η εξομολόγηση θα ηρεμούσε τα νεύρα του; Προτού μπορέσει ο Τζακ να σκεφτεί κατάλληλη απάντηση, εκείνη έκλεισε ήσυχα την πόρτα. Ο Τζακ έσκισε τη γραβάτα του. Δεν ήταν αρκετό. Πήγε σε ένα μικρό τραπέζι δίπλα στον καναπέ στο καθιστικό. Πήρε ένα βάζο και το χτύπησε στο τζάκι, κάνοντάς το χίλια κομμάτια. Δεν τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα. Είχε ανεχτεί την κακή γνώμη των αντρών για χρόνια. Γιατί τον είχε ενοχλήσει τόσο που μια ανόητη δούκισσα τον θεωρούσε ικανό να βλάψει τον γιο της; Η γνώμη της δεν είχε σημασία. Δεν του ήταν τίποτα. Δεν τον ένοιαζε τι σκεφτόταν. Σε κάθε στροφή εκείνη περίμενε το χειρότερο. Τι σκέφτηκε ο άντρας της για να διορίσει ως κηδεμόνα τον Τζακ; Κοιτάζοντας το σπασμένο βάζο, σκέφτηκε τα αγόρια που εργάζονταν γι’ αυτόν, τη νύχτα που είχε σχεδόν σκοτώσει έναν άντρα στη λέσχη του επειδή είχε αγγίξει ένα από τα αγόρια με τέτοιο τρόπο που κανένας άντρας δεν θα έπρεπε να αγγίζει ποτέ ένα αγόρι. Ήταν ο Λάβινγκτον εκεί εκείνη τη νύχτα; Ήξερε ότι η προστασία των νεαρών αγοριών ήταν η αδυναμία του Τζακ; «Θα μπορούσε αλήθεια να είναι τόσο απλό;» αναρωτήθηκε χαμηλόφωνα. Η πόρτα του βεστιαρίου άνοιξε. Για ένα δευτερόλεπτο, ο Τζακ περίμενε να δει τη δούκισσα να έρχεται από το δωμάτιο και με μεγάλη οργή ένιωσε μια στιγμιαία αύξηση της προσδοκίας. Ήταν όμως ο υπηρέτης του, ο Στάιλς. Ο Τζακ τον είχε συναντήσει για λίγο την προηγούμενη μέρα. Δεν ήταν πολύ ψηλότερος από τη δούκισσα και ήταν μεγάλος σε ηλικία. Αλλά ακόμα στεκόταν στητός. «Η δούκισσα είπε ότι χρειάζεστε κάποια φροντίδα και μπάνιο», δήλωσε επίσημα. «Φροντίδα;» Έσκυψε ελαφρώς το κεφάλι του. «Έχετε κοπεί, κύριε». Ο Τζακ άγγιξε και πάλι το ευαίσθητο μάγουλό του. Τα δάχτυλά του είχαν ελάχιστο αίμα. «Είναι εντάξει». «Θα μπορούσα να στείλω για έναν γιατρό…» «Είπα ότι είναι εντάξει. Εάν επιθυμείτε να μείνετε στην υπηρεσία μου, δεν θα με κάνετε να επαναλαμβάνομαι». «Μάλιστα, κύριε. Είπα στις καμαριέρες να ανεβάσουν το ζεστό νερό τώρα. Το μπάνιο θα πρέπει να είναι έτοιμο σύντομα». «Καλώς. Θα ήθελα κάποιος να το ετοιμάζει κάθε πρωί μετά την άφιξή μου και κάθε βράδυ πριν φύγω». «Όπως επιθυμείτε, κύριε».


«Και όταν βγάζω τα ρούχα μου, δεν τα φορώ ξανά μέχρι να πλυθούν και να σιδερωθούν». «Μάλιστα, κύριε». Ο Τζακ δεν είχε ποτέ υπηρέτη. Δεν ήταν σίγουρος αν τον ήθελε τώρα. «Δεν είμαι δούκας. Καταλαβαίνω ότι το κύρος σου θα μπορούσε να πληγεί αν με υπηρετήσεις. Εάν επιθυμείς να φύγεις, θα σου δώσω μια καλή συστατική». Ο άντρας έστρεψε το κεφάλι του με συγκατάβαση, ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις γωνίες του στόματός του. «Σας ευχαριστώ, κύριε, αλλά υπηρετώ τον δούκα από τότε που ήταν νεαρός άντρας. Έχω συνηθίσει σε αυτό το νοικοκυριό και η αλλαγή δεν μου ταιριάζει. Προτιμώ να μείνω, αν δεν έχετε αντιρρήσεις». «Αρκετά δίκαιο. Μάζεψα μερικά ρούχα. Είναι στην άμαξα. Βάλε έναν υπηρέτη να τα φέρει επάνω». «Μάλιστα, κύριε. Θέλετε κάτι άλλο;» «Αφού φέρουν τα ρούχα μου, βγάλε κάτι για μένα και μετά φύγε, δεν σε θέλω. Σκοπεύω να κοιμηθώ για λίγο και μπορώ να ντυθώ μόνος μου». «Πολύ καλά, κύριε». «Πες μου, Στάιλς, διαφώνησες ποτέ με τον δούκα;» Οι ρυτίδες στο πρόσωπό του μετατοπίστηκαν καθώς χαμογέλασε. «Μερικές φορές, κύριε. Είχε μεγάλο πρόβλημα όταν έπρεπε να συνδυάσει χρώματα. Μερικές φορές έμοιαζε με ερωτοχτυπημένο παγόνι». «Δεν θα υπάρχει πρόβλημα με το ντύσιμό μου. Ό,τι φορώ είναι μαύρο ή λευκό, εκτός από τα γιλέκα μου». «Μάλιστα, κύριε. Όντως παρατήρησα ότι φαίνεται να έχετε γούστο όσον αφορά τα γιλέκα σας». Ο Τζακ δεν άκουσε καμία κολακεία στη φωνή του. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους θα μπορούσαν να τα πάνε καλά. «Σου λείπει;» «Πάρα πολύ, κύριε». «Πες μου, Στάιλς, οι άλλοι υπηρέτες δέχτηκαν που έγινα αφέντης τους όπως κι εσύ;» «Πιστεύω ότι επιφυλάσσονται για την κρίση τους, κύριε». «Κρίμα που η δούκισσα δεν μπορεί να κάνει το ίδιο», μουρμούρισε ο Τζακ. Στη συνέχεια έκανε μια κίνηση στον Στάιλς. «Συνέχισε τη δουλειά σου ενώ κάνω το μπάνιο μου». «Μάλιστα, κύριε». Ο Στάιλς εγκατέλειψε την γκαρνταρόμπα. Ο Τζακ πήγε στο δωμάτιο. Το βλέμμα του πήγε αμέσως στην άλλη πόρτα, την πόρτα που οδηγούσε στο


υπνοδωμάτιο της Ολίβια. Δεν θα ήταν εκεί τώρα. Θα ήταν μαζί με τον Χένρι στο παιδικό. Ίσως ακόμα να κοιμόταν και εκεί αφού δεν είχε νταντά. Βγάζοντας το σακάκι του, αναρωτήθηκε αν είχε λουστεί σε αυτή τη χάλκινη μπανιέρα, τη φαντάστηκε να ξαπλώνει πίσω, το ζεστό νερό να ατμίζει τα μάγουλα και τον λαιμό της, τα μαλλιά της να κουλουριάζονται γύρω από το πρόσωπό της. Φαντάστηκε το νερό να καλύπτει τα στήθη της, το στομάχι της, τους γοφούς της, τους μηρούς της. Τη φαντάστηκε να κάθεται στα γόνατά της, που θα έμοιαζαν σαν μικρά νησιά στη μέση της μπανιέρας. Μούγκρισε με την αντίδραση του σώματός του στις ερωτικές εικόνες που τον βομβάρδισαν. Ανάθεμα, καλά έκανε που έδωσε οδηγίες στον υπηρέτη του να φύγει. Δεν χρειαζόταν να παραμονεύει για το πότε το σώμα του θα στεκόταν σε πλήρη προσοχή. Έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα του, μπήκε στην μπανιέρα και βυθίστηκε κάτω από το νερό. Ήταν υπέροχα. Απολύτως υπέροχα. Βάζοντας το κεφάλι του στο πίσω μέρος της μπανιέρας, έκλεισε τα μάτια του. Αναρωτήθηκε αν κάθε πρωί που θα επέστρεφε σε αυτό το σπίτι θα έβρισκε κάποια κρίση σε εξέλιξη. Θα έπρεπε να βρει λίγο χρόνο για να τον περάσει με το παιδί. Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μιλήσει με τον Λουκ, να μάθει τι είδους πράγματα πρέπει να γνωρίζει ένα παιδί της αριστοκρατίας. Ο Τζακ θα μπορούσε να τον διδάξει πώς να κρυφτεί… Χαχάνισε με ένα μείγμα υπερηφάνειας και θαυμασμού. Το αγόρι είχε κάνει αρκετά καλή δουλειά από μόνο του σε αυτό. Ήταν επίσης πιο θαρραλέος από ό,τι είχε πιστέψει αρχικά ο Τζακ – για να κρυφτεί τόσο κοντά στα λημέρια εκείνου που φοβόταν. Ναι, υπήρχε κάτι περισσότερο στο παιδί από όσο ο Τζακ είχε καταλάβει αρχικά. Εξακολουθούσε να χρειάζεται να γαλουχηθεί για να γίνει άντρας, αλλά ακόμα και με το τραύλισμά του, είχε γίνει μια καλή αρχή. Αν η μητέρα του του έδινε απλώς άδεια να φύγει από τις φούστες της. Η μητέρα του. Θεέ μου, όταν ήταν θυμωμένη, ήταν χάρμα οφθαλμών. Ο Τζακ βούλιαξε πιο βαθιά στην μπανιέρα. Από τότε που ήταν παιδί δεν είχε κανέναν να τον πλύνει, αν και σίγουρα θα μπορούσε να φανταστεί εκείνη να περνά το πανί πάνω του. Αλλά καθώς δεν ήταν εδώ, θα έπρεπε να το κάνει ο ίδιος. Κρίμα. Άφησε έναν μακρύ αναστεναγμό. Φαινόταν ανίκανος να παραμείνει θυμωμένος μαζί της για πολύ. Θαύμαζε την επιμονή της όταν ερχόταν η ώρα να προστατεύσει τον γιο της. Νόμιζε ότι ήταν πιθανότατα γυναίκα ικανή για μεγάλη αγάπη. Θα ήταν ευχαριστημένος αν απλώς του έδινε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας από καιρό σε καιρό.


Η Ολίβια δεν ήθελε να σκεφτεί ότι αυτή τη στιγμή ο Τζακ Ντότζερ βρισκόταν στην γκαρνταρόμπα της… κάνοντας μπάνιο. Πώς θα έμπαινε στην μπανιέρα και θα βυθιζόταν στο νερό γνωρίζοντας ότι ο γυμνός εαυτός του είχε αγγίξει τον ίδιο χαλκό με τον δικό της; Θα έπρεπε να μοιράζεται ένα δωμάτιο βεστιαρίου μόνο με κάποιον που γνώριζε καλά. Ενώ δεν θα ήταν ποτέ ταυτόχρονα στην μπανιέρα, φαινόταν αρκετά προσωπικό και παρακμιακό. Και η σκέψη του γυμνού Τζακ Ντότζερ δεν ήταν αυτό στο οποίο έπρεπε να επικεντρωθεί. Έπρεπε να επικεντρωθεί στο να βρει για τον Χένρι μια νέα νταντά. Ο Χένρι είχε φωλιάσει δίπλα της καθώς κάθονταν σε έναν καναπέ δίπλα στο παράθυρο του παιδικού δωματίου. Είχε κλείσει τον αντίχειρά του μέσα στο χέρι του και έσφιγγε τα δάχτυλά του γύρω του, σαν να αποφάσισε να μην τον πιπιλίσει. Ωστόσο, εάν κάποια στιγμή ήταν κατάλληλη για πιπίλισμα, το σημερινό πρωινό φαινόταν να είναι το καλύτερο. Ήξερε ότι έπρεπε να σταματήσει τη συνήθειά του, αλλά δεν είχε καταλάβει ότι η Έλεν είχε χρησιμοποιήσει τόσο σκληρό μέσο για να προσπαθήσει να τον σταματήσει από το να βάλει το δάχτυλό του στο στόμα του. Όμως, όσο ενοχλημένη ήταν από τις ενέργειες της Έλεν, άλλο τόσο έκπληκτη ήταν από του Ντότζερ. Η γνώμη της γι’ αυτόν είχε αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτών των τεταμένων στιγμών προς όφελός του. Είχε γίνει δέκτης της πύρινης ματιάς του, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο θερμή όσο όταν την είχε κατευθύνει προς την Έλεν. Η Ολίβια ήταν έκπληκτη που η νεαρή κοπέλα δεν είχε καεί. Η Ολίβια φοβόταν ότι ο Ντότζερ θα ήταν εξίσου κοφτός με τον Χένρι όσο ήταν μαζί της. Περίμενε να μην τον νοιάζουν τα συναισθήματα του γιου της. Περίμενε να είναι τόσο σκληρός και αδιάφορος όσο φάνηκε να είναι με όλα τα πράγματα. Την είχε εκπλήξει. Είχε κρίνει τον Τζακ Ντότζερ με βάση τις συνομιλίες που είχε με άλλες κυρίες. Είχαν μιλήσει για άντρες που έρχονταν στο σπίτι τις πρώτες πρωινές ώρες βρομοκοπώντας ποτό και γυναίκες – και η Ολίβια είχε συμπεράνει ότι ο Τζακ Ντότζερ θα έπινε υπερβολικά και θα είχε συχνές ερωτικές επαφές. Μία κυρία είχε αναφέρει ότι ο σύζυγός της είχε πουλήσει τα κοσμήματά της για να αποκτήσει κεφάλαια για τη συνήθειά του να παίζει – και η Ολίβια είχε υποθέσει ότι ο Ντότζερ θα περνούσε πολύ χρόνο στα τραπέζια των τυχερών παιχνιδιών. Ήταν χαλαρός όταν καθόταν και τον θεωρούσε ατημέλητο. Αλλά ντυνόταν άψογα και ακόμα και τώρα έκανε μπάνιο. Τον θεωρούσε μνησίκακο και όμως δεν είχε αντιδράσει όταν τον χτύπησε με τη λαβίδα. Είχε απλώς κινηθεί μακριά της, ενώ δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα


μπορούσε να την αφοπλίσει αποτελεσματικά ρίχνοντάς τη στο έδαφος. Με τον τρόπο που είχε μιλήσει στον Χένρι για να φτάσει στη ρίζα του προβλήματος, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του παιδιού κι εκείνο είχε εξομολογηθεί τα πάντα. Τον θεωρούσε ανυπόφορο, αλλά η γυναίκα χθες το βράδυ –η Φράνι Ντάρλινγκ– τον είχε πειράξει και καλοπιάσει και τον είχε χτυπήσει και στον ώμο παιχνιδιάρικα. Τον είχε επιπλήξει και δεν είχε αντιδράσει. Το είχε δεχτεί αδιαμαρτύρητα. Τον θεωρούσε άνθρωπο που θα έκανε τα πάντα για ένα νόμισμα. Τα οικονομικά του γιου της βρίσκονταν τώρα στα χέρια του και ο ίδιος θα μπορούσε σίγουρα να τον εκτοπίσει από τα πάντα – όμως είχε δείξει ότι δεν θα το έκανε. Ένα τέχνασμα ίσως, για να την αναγκάσει να χαλαρώσει την προστατευτικότητά της. Αν τον εμπιστευόταν, τότε θα μπορούσε να καταλήξει με πολλά περισσότερα. Αν τον εμπιστευόταν, ίσως θα μπορούσε να απολαμβάνει την παρουσία του; Όχι, ποτέ. Το μόνο που είχαν κοινό ήταν ο γιος της και διαφωνούσαν σε κάθε πτυχή που τον αφορούσε. Λοιπόν, σχεδόν σε κάθε πτυχή. Όντως συμφώνησε με τον Ντότζερ ότι η Έλεν έπρεπε να απολυθεί. Ήταν μια αποτρόπαια συμπεριφορά από την πλευρά της να χρησιμοποιήσει τον Ντότζερ για να τρομάξει τον γιο της ώστε να είναι φρόνιμος. Πώς της είχε διαφύγει ότι η Έλεν ήταν ικανή να κάνει κάτι τέτοιο; Είχε απειλήσει και άλλες φορές τον Χένρι; Ήταν τόσο ήσυχο, καλό παιδί. Ντροπαλός, βέβαια, αλλά η Ολίβια είχε συμπεράνει ότι το τραύλισμά του οφειλόταν στο γεγονός ότι ντρεπόταν. Ο Λάβινγκτον δεν είχε ανησυχήσει για αυτό. «Είναι η κατάρα των Λάβινγκτον. Θα το ξεπεράσει. Κι εγώ το ξεπέρασα». Έτσι η Ολίβια προσπάθησε να μην ανησυχεί. Ήταν σαν τον πατέρα του υπό πολλές έννοιες. Είχε τα ξανθά μαλλιά του, αλλά τα κεχριμπαρένια μάτια της. Είχε μακριά άκρα και ήξερε τελικά ότι θα αποκτούσε το ύψος του πατέρα του. Αλλά με τον Ντότζερ ως κηδεμόνα του, δεν έβλεπε πώς θα αποκτούσε την αξιοπρέπεια του πατέρα του. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα, ξαφνιάζοντας τόσο την ίδια όσο και τον Χένρι, ο Ντότζερ μπήκε με μια αυτοπεποίθηση που δεν περίμενε ακόμα και από τον Λάβινγκτον. «Χένρι, πάμε», είπε. Ο Χένρι άρχισε να απομακρύνεται από κοντά της, αλλά τον τράβηξε πίσω. «Πού τον πάτε;» «Επειδή είμαι ο κηδεμόνας του, δεν χρειάζεται να εξηγήσω τις ενέργειές μου


σε εσένα, αλλά καθώς είσαι η μητέρα του και χωρίς αμφιβολία ανησυχείς για την ευημερία του, θα σου πω. Θα τον κάνω μια βόλτα με το μόνιππό μου». «Νόμιζα ότι επρόκειτο να κοιμηθείτε». Αφού είχε ακούσει κάτι να σπάει, είχε μια γρήγορη συνομιλία με τον Στάιλς αφού έφυγε από το δωμάτιο του Ντότζερ, ήθελε να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν καλά. Θα έπρεπε να μαζέψει τα θρύψαλα ενός βάζου, όταν ο Ντότζερ θα ξυπνούσε. Στένεψε τα μάτια του. «Επρόκειτο, αλλά αποφάσισα ότι έπρεπε να δω αυτό το θέμα αντί για τον ύπνο». «Τι θέμα είναι αυτό;» Άκουσε ένα βαθύ γουργουρητό, σαν αυτό μιας μεγάλης γάτας που σκεφτόταν το επόμενο θύμα της. «Ολίβια, παίζεις με την υπομονή μου. Έλα, μικρέ». Η Ολίβια ένιωσε το τρέμουλο που διαπέρασε τον Χένρι, προτού απομακρυνθεί από αυτή και σηκωθεί. «Δεν μπορώ να σας αφήσω να τον πάρετε οπουδήποτε χωρίς εμένα», είπε καθώς σηκωνόταν. «Θα έρθω μαζί σας». «Δεν θα έπρεπε να κάνεις συνεντεύξεις με νταντάδες;» «Θα βάλω μια από τις καμαριέρες να αναλάβει τον ρόλο μέχρι να μπορέσω να συγκεντρώσω κάποιες συστάσεις». Της έριξε μια ανυπόμονη ματιά. «Έχω το μόνιππο έτοιμο. Έχω χρονοδιάγραμμα σήμερα. Δεν έχω χρόνο να περιμένω την άμαξα και, όπως σου το είπα τόσο ευγενικά, το μόνιππό μου είναι πιο κατάλληλο για δύο». «Ο Χένρι μπορεί να καθίσει στην αγκαλιά μου. Θα σας πολεμήσω με νύχια και με δόντια, αν χρειαστεί, αλλά δεν θα σας αφήσω να τον πάρετε χωρίς εμένα». Κάτι άλλαξε στα μάτια του, σαν να χαιρέτισε την πρόκληση. Δεν ήταν καθόλου βέβαιη ότι θα τελείωνε με γροθιές, αλλά η σκέψη να παλέψουν… «Εντάξει, πάμε λοιπόν. Βιάσου όμως. Δεν έχω όλη την ημέρα». Πιάνοντας το χέρι του Χένρι, η Ολίβια αναρωτήθηκε σε τι μπλεκόταν. Ο Χένρι κάθισε στην αγκαλιά της μητέρας του. Πάντα ήθελε να πάει βόλτα με ένα μόνιππο με τον πατέρα του, επειδή το μπροστινό μέρος ήταν σαν ένα παράθυρο, που μπορούσες πολύ εύκολα να δεις τα πάντα. Θα μπορούσε να παρατηρήσει τον κόσμο, ήταν τόσο συναρπαστικό. Αν και το όχημα φαινόταν πολύ μικρό με τον κύριο Ντότζερ να κάθεται σε αυτό. Αναρωτήθηκε αν η μητέρα του είχε συνειδητοποιήσει πόσο χώρο θα έπιανε ο κύριος Ντότζερ και πόσο στενόχωρα θα ήταν. Αισθάνθηκε την ένταση της μητέρας του. Ίσα που ανέπνεε. Αυτό έκανε και ο Χένρι όταν φοβόταν τη νύχτα – ξάπλωνε στο κρεβάτι, μόλις που ανέπνεε, λες και άσχημα πράγματα δεν μπορούσαν να τον βρουν αν δεν ανέπνεε.


Αναρωτήθηκε αν η μητέρα του φοβόταν τον κύριο Ντότζερ. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε κι εκείνος να τον φοβάται. Ο κύριος Ντότζερ του είπε ότι δεν θα τον έκαιγε, είχε πει στην κυρία Τάπιν ότι δεν τον ένοιαζε αν ο Χένρι πιπιλούσε το δάχτυλό του. Αυτό είχε κάνει τον Χένρι να αισθανθεί καλύτερα, αλλά τον έκανε και να θέλει να σταματήσει να πιπιλίζει τον αντίχειρά του, οπότε τον κρατούσε σφιχτά πίσω από τα δάχτυλά του για να μην τον βάλει στο στόμα του. Ο κύριος Ντότζερ δεν φορούσε καπέλο, όπως έκανε ο πατέρας του Χένρι. Αλλά φορούσε ένα ωραίο μαύρο σακάκι. Και το γιλέκο του ήταν σκούρο πράσινο με χρυσά κουμπιά και όχι το μοβ που φορούσε χθες. Φαινόταν κουρασμένος. Μια φορά χασμουρήθηκε χωρίς να καλύψει το στόμα του, πράγμα το οποίο έκανε τη μητέρα του Χένρι να μορφάσει. Ακόμα και ο Χένρι ήξερε ότι ένας κύριος πρέπει να βάζει το χέρι του πάνω από το στόμα του όταν χασμουριέται. Αφού η μητέρα του έδειξε τη δυσαρέσκειά της, ο κύριος Ντότζερ είχε κλείσει το μάτι στον Χένρι, σαν να μοιράζονταν ένα μυστικό. Αυτό έκανε τον Χένρι να σκεφτεί ότι ο κύριος Ντότζερ γνώριζε τον κανόνα για το χασμουρητό, αλλά σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο διασκεδαστικό να κάνει τη μητέρα του Χένρι να μορφάσει. Ενώ δεν σκέφτηκε ότι μπορεί να άρεσε στη μητέρα του ο κύριος Ντότζερ, σκέφτηκε ότι ίσως εκείνη να άρεσε στον κύριο Ντότζερ. Το μόνιππο ακολούθησε μια πλακόστρωτη διαδρομή και ο Χένρι μπόρεσε να δει μια μεγάλη κατοικία μπροστά τους. «Αυτή είναι η κατοικία του λόρδου Τσέσνι», δήλωσε η μητέρα του. «Είναι πολύ νωρίς για κοινωνική επίσκεψη». «Δεν είμαστε εδώ για κοινωνική επίσκεψη», δήλωσε ο κύριος Ντότζερ. «Γιατί είμαστε εδώ;» ρώτησε η μητέρα του. «Επειδή ο νέος δούκας πρέπει να τον δει». «Για ποιον λόγο;» Ο κύριος Ντότζερ κοιτούσε μπροστά, αλλά του Χένρι του φάνηκε ξαφνικά χαρούμενος. Παρατήρησε ένα πολύ μικρό μειδίαμα στο στόμα του, σαν να είχε το μικρότερο χαμόγελο. «Επειδή η σκύλα του κόμη πρόσφατα έκανε ένα σωρό κουτάβια». Ο Χένρι νόμιζε ότι η καρδιά του θα βγει από το στήθος του. «Κουτάβια;» Ο κύριος Ντότζερ τον κοίταξε και γέλασε ξανά. «Σου υποσχέθηκα ένα, έτσι δεν είναι;» Ο Χένρι δεν είδε να κινείται το χέρι του, αλλά ξαφνικά έτεινε μια κάρτα προς τον Χένρι. «Η πρόσκλησή σου». «Αυτή είναι του δούκα», είπε η μητέρα του. «Ναι, τη βρήκα σε ένα συρτάρι γραφείου. Δικαίως ανήκει στον γιο σου, καθώς


είναι ο δούκας». Η μητέρα του Χένρι ανοιγόκλεισε τα μάτια αρκετές φορές, όπως έκανε όταν προσπαθούσε να μην κλάψει. Η άμαξα σταμάτησε. Ο υπηρέτης πήδηξε, άνοιξε την πόρτα και ξεδίπλωσε τα σκαλοπάτια. Ο κύριος Ντότζερ βγήκε έξω. Ο Χένρι τον ακολούθησε. Ο κύριος Ντότζερ κοίταξε πίσω στην άμαξα και έτεινε το χέρι του. «Θα έρθεις, δούκισσα;» Κοίταξε τον κύριο Ντότζερ, κοίταξε τον Χένρι και του χάρισε ένα θλιβερό χαμόγελο. «Είμαι σε πένθος. Δεν θα ήταν σωστό. Να είσαι κύριος, Χένρι». Ο Χένρι ένευσε και κοίταξε τον κύριο Ντότζερ. Ήταν λίγο φοβισμένος και ήθελε να πιάσει το χέρι του κυρίου Ντότζερ, αλλά ο κύριος Ντότζερ δεν φαινόταν φοβισμένος. Ακούμπησε τον ώμο του Χένρι, ο οποίος ένιωσε τόσο ανακουφισμένος όσο και αν του έπιανε το χέρι. «Έλα, μικρέ». Ο Χένρι ακολούθησε τον κύριο Ντότζερ στα σκαλοπάτια και στο σπίτι. Ένας μπάτλερ πλησίασε. «Δείξε του την κάρτα σου», είπε ο κύριος Ντότζερ. Ο Χένρι έκανε ό,τι του είπε. Ο μπάτλερ την έβαλε σε έναν ασημένιο δίσκο και έφυγε. Ο Χένρι πολέμησε πολύ σκληρά για να σταθεί τελείως ακίνητος, όπως και ο κύριος Ντότζερ. Ήθελε να χοροπηδήσει και να χτυπήσει τα χέρια του. Θα έπαιρνε ένα κουτάβι. Του φάνηκε αιώνας μέχρι να εμφανιστεί κάποιος με μια μεγάλη, στρογγυλή κοιλιά. «Α Εξοχότατε. Ο κύριος Ντότζερ εδώ με πληροφόρησε ότι θέλετε ένα κουτάβι». «Μάλιστα, κύριε». Αυτός χαμογέλασε. «Είμαι ο Τσέσνι. Λυπάμαι για τον πατέρα σας. Καλός άνθρωπος. Πολύ καλός άνθρωπος». Ο Χένρι ήταν σίγουρος ότι έπρεπε να πει κάτι… «Σας ευχαριστώ, λόρδε Τσέσνι», είπε ο κύριος Ντότζερ. «Ο δούκας εκτιμά τα συναισθήματά σας». «Αλλά ενδιαφέρεστε περισσότερο για τα σκυλιά μου, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι γρήγορα. «Ελάτε, λοιπόν, έχω ένα ειδικό δωμάτιο για τα σκυλιά μου. Τα αντιμετωπίζω βασιλικά…» Καθώς τους οδήγησε μέσα από το σπίτι, ο λόρδος Τσέσνι συνέχισε να μιλάει, λέγοντας στον Χένρι τα πάντα για την ιστορία των σκυλιών, αλλά ο Χένρι μόλις που έδινε σημασία. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν ότι επρόκειτο να έχει ένα σκυλί. Τέλος, μπήκαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Σε μια γωνιά, σε ένα ανάχωμα μαξιλαριών και κουβερτών ήταν ένα μεγάλο άσπρο και καφέ σκυλί. Γύρω του τα τρία κουτάβια ήταν πεσμένα.


«Πηγαίνετε, Εξοχότατε, παίξτε μαζί τους. Δείτε ποιο σας ταιριάζει». Ο Χένρι κάθισε στο πάτωμα και τα κουτάβια τον περικύκλωσαν. Γέλασε. Ο λόρδος Τσέσνι πήγε δίπλα του. «Ποιο θέλετε;» Ο Χένρι κοίταξε τον κύριο Ντότζερ. «Μην κοιτάς εμένα, μικρέ, κοίτα τον εαυτό σου». Ο Χένρι μελέτησε τα κουτάβια. Ήταν τόσο δύσκολο να αποφασίσει. Τι θα γινόταν αν έκανε λάθος; «Δεν υπάρχει λάθος απάντηση, μικρέ», είπε ο κύριος Ντότζερ ήσυχα. Ο Χένρι άρπαξε το πρώτο κουτάβι που είχε προσγειωθεί στην αγκαλιά του και το αγκάλιασε σφιχτά. «Αυτό!» «Αυτό, λοιπόν», είπε ο λόρδος Τσέσνι με ένα γέλιο και σηκώθηκε, με τα γόνατά του να κάνουν θόρυβο. Ο Χένρι κοίταξε ξανά τον κύριο Ντότζερ, ο οποίος παρέδωσε στον λόρδο Τσέσνι ένα μικρό πουγκί που κουδούνισε όταν προσγειώθηκε στην παλάμη του. Καθώς περπατούσαν πίσω στην άμαξα, κρατώντας το κουτάβι κοντά του, ο Χένρι είπε: «Κ… κόστισε αρκετά». «Όχι ιδιαίτερα. Υποψιάζομαι ότι στο τέλος θα τα βγάλει τα λεφτά του». «Πώς;» «Μπορείς να κρατήσεις μυστικό;» Ο Χένρι ένευσε, παρόλο που δεν ήξερε τι ήταν μυστικό. Ο κύριος Ντότζερ χαμογέλασε πλατιά. «Όταν οι τσέπες του είναι γεμάτες, ο λόρδος Τσέσνι παίζει πολύ χαλαρά στα τραπέζια τυχερών παιχνιδιών. Απόψε θα ξοδέψει αυτό που μόλις του έδωσα και έπειτα κάποια ακόμα, έτσι μπαίνουν ξανά στο ταμείο μου». Ο Χένρι δεν ήταν σίγουρος για τι μιλούσε ο κύριος Ντότζερ. «Θ… θα πάρει τότε το σκυλί;» «Ούτε καν. Το σκυλί είναι δικό σου». «Σας ευχαριστώ, κύριε». «Παρακαλώ, μικρέ». Ήξερε ότι η μητέρα του δεν θα συμφωνούσε, αλλά ο Χένρι σκέφτηκε ότι ο κύριος Ντότζερ ήταν πολύ καλός κηδεμόνας.


Κεφάλαιο 10 Η Ολίβια βρισκόταν έξω από την πόρτα της βιβλιοθήκης, περιμένοντας να ξαναβρεί το θάρρος της. Ο Χένρι λάτρεψε το νέο κουτάβι του. Το είχε ονομάσει Πέπιν. Δεν ήξερε πού βρήκε το όνομα. Αλλά αγαπούσε ήδη το ζώο τόσο πολύ, που ήταν σαν να είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλο. Είχε βάλει μια από τις καμαριέρες να παρακολουθούν τον Χένρι ενώ εκείνη πρόσφερε ένα κλαδί ελιάς – ή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένα γεύμα. Μόλις επέστρεψαν στο σπίτι, ο Ντότζερ πήγε στη βιβλιοθήκη, χωρίς αμφιβολία να μελετήσει περαιτέρω τα βιβλία. Δεν είχε ζητήσει αναψυκτικά ούτε κάλεσε κανέναν από τους υπηρέτες. Ήταν νωρίς το απόγευμα. Καθώς σκεφτόταν τη συλλογή των μπουκαλιών του, προσπάθησε να μην αναρωτηθεί αν τα είχε απολαύσει, αν κανείς δεν τον είχε ακούσει, επειδή βρισκόταν στο πάτωμα σε μεθυσμένη δίνη. Φαινόταν αδύνατον να τον σκέφτεται χωρίς να περιμένει το χειρότερο και προς μεγάλη της ντροπή, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η κακή γνώμη της για εκείνον ήταν αβάσιμη. Ανεξάρτητα από την ανησυχία της, ήταν καιρός να τον αντιμετωπίσει, καιρός να βάλει τα πράγματα στον σωστό δρόμο. Ένευσε στον υπηρέτη. Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, μπήκε μέσα με τον δίσκο. Η καρδιά της χτύπησε τρελά με το κλείσιμο της πόρτας. Περίμενε από τον Ντότζερ να κάνει κάποιο καυστικό σχόλιο και εξεπλάγη που είδε ότι εκείνος δεν καθόταν στο γραφείο του, αλλά σε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο. Αν και το καθόταν δεν ήταν η σωστή λέξη. Ήταν αρκετά απλωμένος σε αυτή, με το ένα πόδι τεντωμένο, το ανοιχτό βιβλίο στην αγκαλιά του, το κεφάλι του σε μια περίεργη γωνία, με τα μάτια κλειστά. Ακόμα και κοιμισμένος, δεν φαινόταν αθώος. Όσο το δυνατόν πιο ήσυχα, περπάτησε πάνω στο χαλί και έβαλε τον δίσκο στο γραφείο. Με την περιέργεια να την έχει καταλάβει, πλησίασε προσεκτικά τον άνθρωπο που ο Λάβινγκτον είχε θεωρήσει άξιο να φυλάει τον γιο του. Δεν ήταν ακόμα έτοιμη να δηλώσει ότι ήταν η καλύτερη επιλογή, αλλά ήταν πρόθυμη να παραδεχτεί ότι δεν μπορούσε να είναι η χειρότερη.


Έπρεπε επειγόντως να κόψει τα μαλλιά του. Σκέφτηκε πώς θα ήταν να περνούσε τα δάχτυλά της μέσα από τις απείθαρχες μπούκλες του. Τα ατίθασα τσουλούφια θα έπρεπε να του έδιναν την εμφάνιση ενός παιδιού – αλλά τίποτα πάνω του δεν αντανακλούσε την αθωότητα της νιότης. Υποψιάστηκε ότι δεν ήταν αθώος ακόμα και όταν γεννήθηκε. Το πρόσωπό του είχε μια τραχύτητα που παρέμενε ακόμα και στον ύπνο, σαν να μην τον άφηνε ποτέ σε ησυχία η σκληρότητα της ζωής του. Ήθελε να απλώσει το χέρι και να χαλαρώσει το αυλάκι ανάμεσα στα φρύδια του. Παράξενη επιθυμία. Ένιωσε απίστευτα χαζά να στέκεται εκεί, παρακολουθώντας τον χωρίς εκείνος να το γνωρίζει. Το χέρι του κουνήθηκε και παραλίγο να φωνάξει. Ήταν πάνω σε μια ανοιχτή σελίδα του βιβλίου του. Γυρισμένο ελαφρώς, αποκάλυπτε το φριχτό κάψιμο. Δεν είχε σκεφτεί το πόσο θα έπρεπε να είχε πονέσει, αλλά επικεντρώθηκε σε αυτό που αντιπροσώπευε. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί να τεντώνει πρόθυμα το χέρι για να δεχτεί ένα σημάδι. Εκείνη θα είχε αγωνιστεί. Θα έπρεπε να τον είχαν ακινητοποιήσει. Το στομάχι της σφίχτηκε. Ακόμα και αν είχε κλέψει, άξιζε να μαρκαριστεί; Ο οποιοσδήποτε; Σήκωσε το βλέμμα της πίσω στην ουλή στο μάγουλό του. Ήταν κόκκινη, με φλεγμονή. Δεν το άξιζε ούτε αυτό. Δεν άξιζε την οργή ή τη δυσπιστία της. Αυτό που άξιζε, αποφάσισε, ήταν η ηρεμία. Θυμήθηκε πως είχε εκφράσει την ανησυχία ότι θα ξυπνούσε πιασμένη εάν την είχε αφήσει στο κρεβάτι του Χένρι. Θα έκανε το ίδιο, αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσε να τον μεταφέρει στο κρεβάτι. Αν και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τον κάνει να νιώσει λίγο πιο άνετα. Αν απλώς έπαιρνε το βιβλίο… Σίδερο τυλίχτηκε γύρω από τον καρπό της, τραβώντας τη μπροστά. Βγάζοντας μικρές στριγκλιές, σταμάτησε την κίνηση σπρώχνοντας το χέρι της ενάντια σε κάτι σκληρό – το στήθος του Τζακ Ντότζερ. Το πρόσωπό της ήταν υπερβολικά κοντά του και για μια στιγμή τρομοκρατήθηκε, διότι στα μάτια του είδε να αντικατοπτρίζεται μια αγριότητα που υπέθεσε ότι υπήρχε μόνο σε πεδία μάχης. Η αναπνοή του ήταν σκληρή, με το στήθος του να κινείται ρυθμικά κάτω από τα δάχτυλά της. Τα γόνατά της είχαν χτυπήσει την καρέκλα και προς μεγάλη της ντροπή, συνειδητοποίησε ότι είχε κάπως σφηνωθεί ανάμεσα στους μηρούς του. Φοβόταν να κινηθεί, αλλά και να μην κινηθεί. Την έβλεπε σαν να μην την είχε δει ποτέ πριν, σαν να προσπαθούσε να καθορίσει πώς είχε διαμορφωθεί κάθε πτυχή των χαρακτηριστικών της. «Τι κάνεις;» ρώτησε άγρια.


Κατάπιε και μια σφιχτή μπάλα ξαφνικά κάθισε στον λαιμό της. «Ε… εσείς κοιμόσασταν. Σκέφτηκα να σας κάνω να νιώσετε πιο άνετα». Κατέβασε το βλέμμα του στο στόμα της και συνειδητοποίησε ότι είχε περάσει πάρα πολύς καιρός από τότε που ήταν τόσο κοντά σε έναν άντρα, εξαιρετικά πολύς, πολύς καιρός από τότε που τα χείλη της ήταν τόσο κοντά στο να φιληθούν. Αναγνώρισε το πάθος που φούσκωνε στα μάτια του. Η καρδιά της χτύπησε, τα γόνατά της λύγισαν και νόμισε ότι κινδύνευε να βρεθεί στην αγκαλιά του. Περίμενε εναγωνίως να την τραβήξει πιο κοντά, να βάλει εκείνο το τέλεια διαμορφωμένο στόμα, αυτά τα γεμάτα χείλη στα δικά της… Σηκώνοντας το ελεύθερο χέρι του, χάιδεψε το μάγουλό της. Η παλάμη του ήταν πολύ πιο σκληρή σε σύγκριση με του Λάβινγκτον. Πιο τραχιά και μεγαλύτερη. Πέρασε τον αντίχειρά του πάνω από τα χείλη της, πριν γυρίσει το βλέμμα του πίσω στο δικό της. «Πρόσεξε, δούκισσα», είπε με βαθιά φωνή. «Δεν είμαι από τους άντρες που αρκούνται μόνο σε ένα φιλί». Η ταπείνωση τη χτύπησε από μέσα και φοβήθηκε ότι είδε στα μάτια της αυτό που κι εκείνη είδε στα δικά του. Επιθυμία. Η επιθυμία που δεν πρέπει να μείνει ανικανοποίητη, πρέπει να αφεθεί να καεί, ώστε να μη βρεθεί να καίγεται εκείνη για την υπόλοιπη αιωνιότητα. Είχε μεγάλη υπερηφάνεια για να παραδεχτεί ότι εκείνος είχε μαντέψει με ακρίβεια τι ήθελε και ήταν πολύ δειλή για να το αποκτήσει. Για να προστατεύσει τον εαυτό της, επέλεξε να είναι αυστηρή. «Αφήστε με, κύριε». Απότομα την απελευθέρωσε. Έχασε την ισορροπία της. Άρχισε να πέφτει και την άρπαξε από τη μέση με τα δύο χέρια. Προσπαθώντας να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της, ξαναβρήκε τον εαυτό της και έκανε ένα βήμα πίσω, περνώντας τα χέρια της πάνω από τη φούστα της. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Τι κάνεις εδώ, Ολίβια; Προσπαθείς να κλέψεις το βιβλίο μου;» «Δεν είμαι εγώ ο κλέφτης εδώ, κύριε». «Όχι, δεν είσαι. Τι ήθελες, λοιπόν;» Ένιωσε τόσο τρομερά ανόητη. «Ο Μπριτλς είπε ότι δεν είχατε φάει ακόμα, έτσι σας έφερα κάτι». Της έριξε μια ματιά που την έκανε να σκεφτεί ότι του πέρασε από το μυαλό να την καταβροχθίσει. Γύρισε και πήγε στο γραφείο, μεταφέροντας τον δίσκο πιο κοντά στην καρέκλα στην άλλη πλευρά. «Είναι αρνί και πατάτες. Πρέπει πραγματικά να φάτε». «Θα έπρεπε;» Καθάρισε τον λαιμό της. «Εγώ η ίδια ετοίμασα τον δίσκο».


«Δεν έχω υπηρέτες να ετοιμάζουν τους δίσκους;» «Το κάνετε τόσο δύσκολο». Ο Τζακ τη μελέτησε, προσπάθησε να μη σκέφτεται ότι τα χέρια του είχαν αγκαλιάσει τη μέση της. Δεν ήθελε να θυμηθεί πώς είχε ξυπνήσει βρίσκοντάς τη να στέκεται από πάνω του. Πόσο κοντά ήταν τα χείλη της στα δικά του, πώς με τις παραμικρές κινήσεις θα μπορούσε να είχε γνωρίσει τη γεύση της. Δεν συνήθιζε να αρνείται στον εαυτό του απολαύσεις, αλλά ήταν επικίνδυνη με τρόπο που δεν τον ενδιέφερε να εξετάσει. «Προσπαθείς να επανορθώσεις;» ρώτησε. Τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Προσπαθώ να είμαι λίγο πιο ευχάριστη». «Ευχάριστη;» Σηκώθηκε από την καρέκλα, πήγε στο τραπέζι στη γωνία και σήκωσε το πώμα από μια καράφα. «Θα ενδιαφερόσουν να μου κάνεις παρέα;» «Όχι, ευχαριστώ. Σας αρέσει το αλκοόλ, έτσι δεν είναι;» «Πίνω τζιν από τότε που ήμουν οκτώ. Δεν βλέπω κανέναν λόγο να σταματήσω τώρα». Περπάτησε μέχρι το γραφείο και αφαίρεσε το καπάκι που κάλυπτε το πιάτο. Τα νόστιμα αρώματα τον χτύπησαν και μόνο τότε κατάλαβε ότι πεινούσε. Κάθισε στην καρέκλα του. «Ο Μπριτλς είπε ότι δεν φάγατε χθες το απόγευμα. Εργάζεστε συχνά χωρίς να αφήνετε χρόνο για να φάτε;» ρώτησε. «Δεν αντέχω τα θηλυκά που γυρίζουν γύρω γύρω. Ή κάθισε ή φύγε». Προς μεγάλη του έκπληξη και ευχαρίστηση, κάθισε. «Δεν απαντήσατε στην ερώτησή μου». Έκοψε ένα κομμάτι αρνί και το έβαλε στο στόμα του, απολαμβάνοντας τη γεύση. «Εργάζομαι κατά τη διάρκεια των περισσότερων γευμάτων. Ο χρόνος που δεν δουλεύω είναι χρόνος που περνάει χωρίς να κερδίζω χρήματα». «Σας ενδιαφέρουν πολύ τα χρήματα». «Με ενδιαφέρουν μόνο τα χρήματα». «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συμφωνήσατε με τους όρους της διαθήκης;» Μάσησε, κατάπιε. «Ναι». Χτύπησε το μαχαίρι στο πιάτο. «Γιατί είσαι εδώ;» Πέρασε το χέρι του πάνω από το πιάτο. «Γιατί αυτό;» Κοιτάζοντας κάτω τα χέρια της, σταυρωμένα στην αγκαλιά της, στριφογύρισε στην καρέκλα της, πριν ξαναρίξει το βλέμμα της προς το μέρος του. «Μπορεί να σας έκρινα λάθος. Σε κάθε περίπτωση, σκέφτηκα το χειρότερο. Σκέφτηκα ότι ο επιθεωρητής ήταν εδώ για να σας συλλάβει. Νόμιζα ότι η λογίστριά σας ήταν πόρνη. Νόμιζα ότι είχατε κάνει κάτι για να βλάψετε τον Χένρι. Προσπαθώ να ζητήσω συγγνώμη και δεν είμαι πολύ καλή σε αυτό», απολογήθηκε.


«Δεν λες συγγνώμη συχνά;» «Δεν κάνω συχνά λάθος». Σε μια στιγμή είχε περάσει από τη μεταμέλεια στην περιφρόνηση. Την προτιμούσε έτσι, να δείχνει το χαλύβδινο του χαρακτήρα της και όχι την απαλότητά της. Αλλά ακόμα και έτσι, είχε μια ασυνήθιστη ομορφιά. Δεν ήταν εντελώς ευδιάκριτο όταν τη γνώρισε πρώτη φορά. Ήταν σαν κάθε στιγμή που περνούσε να έβλεπε περισσότερα πράγματα σε αυτή και αυτά με τη σειρά τους να βελτίωναν την ομορφιά της. Είχε ίχνη φακίδων στα μάγουλά της και φαντάστηκε ότι έπαιζε έξω χωρίς να έχει το καπέλο ή την ομπρέλα της. Φαντάστηκε την πρώτη της εμφάνιση και όλους τους κυρίους που θα την είχαν περιτριγυρίσει. «Γιατί τον παντρεύτηκες;» ρώτησε. Κοίταξε ξανά τα χέρια της, σαν να κρατούσε την απάντηση κρυμμένη εκεί. «Ο πατέρας μου το θέλησε». «Ο Λάβινγκτον ήταν πολύ μεγαλύτερος από εσένα». Κούνησε το κεφάλι της και σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος του. «Αλλά ήταν φίλος του πατέρα μου. Χρειαζόταν έναν κληρονόμο για τον σεβαστό τίτλο του. Και ήμουν μια υπάκουη κόρη. Έπραξα όπως ήθελε ο πατέρας μου. Στον κόσμο μου, κύριε Ντότζερ, οι κόρες τείνουν να υπακούν στους πατεράδες τους». «Ήσουν και υπάκουη σύζυγος;» Πριν εκείνη απαντήσει, είπε: «Συγγνώμη. Η ερώτηση αυτή δεν έπρεπε να γίνει. Προφανώς, όταν πρόκειται για την κοινωνία των ευγενών, οι δεξιότητες στη συναναστροφή μού λείπουν». «Με βάση τη φήμη σας με τις γυναίκες, πίστευα ότι θα έχετε εξαιρετικές ικανότητες συναναστροφής». «Όταν είμαι με γυναίκες, το στόμα μου είναι συνήθως απασχολημένο με πράγματα εκτός του να μιλά». Κοκκίνισε έντονα. Δεν ήξερε γιατί ευχαριστήθηκε που πήραν χρώμα τα μάγουλά της. Θα ήθελε να το κάνει με πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι τα λόγια. Ήταν όμως μια κυρία της αριστοκρατίας και γνώριζε ότι ακόμα και να άγγιζε μια, ένας άντρας θα κινδύνευε να βρεθεί στην εκκλησία… ένα ταξίδι που εκείνος δεν είχε σκοπό να κάνει ποτέ. Εκτός αυτού, δεν ήθελε να έχει καμία αξίωση πάνω της. Ήθελε να παντρευτεί, οπότε θα μπορούσε να αποφύγει την ευθύνη της ανατροφής του γιου της. «Φάνηκες πολύ επίμονη στο να μη θέλεις να παντρευτείς τον Μπράιαργουντ». Κοίταξε ξανά τα χέρια της. «Αν θα παντρευόμουν ξανά, θα ήθελα πάρα πολύ να είναι δική μου επιλογή και απόφαση». Δυστυχώς, αυτή η στάση θα προκαλούσε πρόβλημα στον Τζακ. Αυτό έδειχνε


μια διαδικασία που θα καθυστερούσε και αυτός ήθελε να την παντρέψει πολύ σύντομα. «Τότε, αν θα μπορούσες να επιλέξεις να παντρευτείς κάποιον, ποιος θα ήταν;» Κοίταξε ψηλά έκπληκτη. «Δεν το έχω σκεφτεί». «Ω έλα τώρα. Σίγουρα με την πάροδο των ετών, κάποιος θα σου άρεσε. Σε ένα δείπνο ή κατά τη διάρκεια ενός χορού. Ίσως να χόρεψες μαζί του και σκέφτηκες ότι θα απολάμβανες κάτι περισσότερο». «Ήμουν παντρεμένη». «Δεν υπονοώ ότι είχες δεσμό, επειδή ο Θεός ξέρει ότι δεν θα έκανες τίποτε απρεπές, αλλά το να το σκεφτείς δεν είναι λάθος. Σίγουρα το σκέφτηκες». «Δεν το έκανα, κύριε. Ποτέ». Προς μεγάλη του έκπληξη, συνειδητοποίησε ότι έλεγε αλήθεια. Ποτέ δεν φαντάστηκε κάτι απαγορευμένο; Δεν μπορούσε να το διανοηθεί. «Εντάξει, δέχομαι ότι πιθανώς ποτέ δεν σκέφτηκες να πλησιάσεις οποιονδήποτε άλλο, αλλά σίγουρα σου άρεσε κάποιος, βρήκες κάποιον άλλο ευχάριστο να είναι τριγύρω. Θα μπορούσα να το κανονίσω να σε επισκεφθεί εδώ για να τον γνωρίσεις καλύτερα…» «Είμαι σε πένθος». «Συνεχίζεις να μου το θυμίζεις όταν δεν είναι απαραίτητο, Ολίβια. Ειλικρινά, είναι εμφανές από τα ρούχα σου. Δείχνεις άσχημη με τα μαύρα, παρεμπιπτόντως. Έχεις κάτι σε βιολετί;» Έβγαλε κάποιους ήχους. Εκείνος σήκωσε το χέρι του. «Δεν πειράζει. Μπορούμε να μιλήσουμε για τα ρούχα σου αργότερα. Το θέμα είναι αλλού. Δεν θέλεις να είμαι κηδεμόνας του γιου σου. Ούτε εγώ το θέλω. Η απλούστερη λύση και για τους δύο μας για το πρόβλημα είναι να παντρευτείς. Και είμαι πρόθυμος να βοηθήσω με κάθε τρόπο που περνάει από το χέρι μου. Θα σου φέρω τους μνηστήρες. Ποιον φαντάζεσαι;» «Θα ήταν τελείως ακατάλληλο για μένα να δεχτώ αντρικές επισκέψεις». «Φυσικά, είναι ακατάλληλο. Αυτός είναι ο λόγος που θα το κάνουμε διακριτικά». «Όταν μια γυναίκα βρίσκεται σε πένθος, δεν μπορεί να κάνει προσκλήσεις». «Δεν θα το κάνεις εσύ. Εγώ θα το κάνω». Σηκώθηκε όρθια. «Δεν είμαι σίγουρη γιατί μπήκα στον κόπο να προσπαθήσω να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα μεταξύ μας», είπε κοφτά. Κι εκείνος δεν ήξερε γιατί προσπαθούσε να τα κάνει χειρότερα. «Κάθισε κάτω». Δίστασε. «Σε παρακαλώ».


Με ένα νεύμα κάθισε. «Του Χένρι του αρέσει πολύ το σκυλί του», είπε ικανοποιημένη. Η αλλαγή του θέματος τον ξάφνιασε, αλλά τον ικανοποίησε. «Όπως και θα έπρεπε. Μου κόστισε μια περιουσία». «Μου το είπε». Χαμογέλασε και πάλι τον χτύπησε το πόσο προσιτή την έκανε να φαίνεται. Εάν ήταν δικιά του, σκέφτηκε ότι πάντα θα προσπαθούσε να την κάνει να χαμογελάει. «Δεν ήταν αρκετά σίγουρος πώς να κρατήσει μυστικό, δεδομένου ότι δεν του δώσατε κάτι το οποίο να είναι μυστικό». «Αυτή πρέπει να ήταν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση». «Τολμώ να πω ότι ήταν διαφωτιστική». Θα έπρεπε να είχε φροντίσει περισσότερο να εξηγήσει τα πράγματα στο παιδί, όχι ότι τον ενοχλούσε ιδιαίτερα η μητέρα του να γνωρίζει την αλήθεια της κατάστασης. Απλώς δεν ήθελε να το κάνει μπροστά στον Τσέσνι. «Πώς το ξέρατε;» ρώτησε. Τελείωσε το μάσημα του αξιοζήλευτου αρνιού και κατάπιε. «Συγγνώμη;» «Για την Έλεν. Την νταντά του Χένρι. Την υποψιαζόσασταν από την αρχή. Ο Χένρι μου είπε ότι κρατούσε ένα ραβδί στην τσέπη της και τον χτυπούσε στο χέρι αν τη δυσαρεστούσε. Αυτά δεν είναι τα ακριβή λόγια του φυσικά, αλλά είναι η ουσία αυτού που ομολόγησε. Πώς ξέρατε ότι τον φόβιζε;» Κάτι μεταβαλλόταν μεταξύ τους, κάτι με το οποίο δεν ένιωθε αρκετά άνετα. Αλλά ήταν επίσης κουρασμένος από τον καβγά. Μέχρι να μπορέσει να την παντρέψει, θα ζούσαν μαζί σε αυτό το σπίτι. Μπορεί επίσης να το έκαναν φιλικά. «Όταν ήμουν πολύ νέος, για λίγο έζησα με κάποιον που με έβλαψε. Όταν φοβόμουν, τραύλιζα. Είμαι σίγουρος ότι οι άνθρωποι τραυλίζουν για κάθε είδους λόγους, οπότε το ένα ίσως να μην είχε καμία σχέση με το άλλο. Επιπλέον, είναι αγόρι και δεν είναι στη φύση του να συμπεριφέρεται τόσο καλά». «Αυτό που είπατε για τον Λάβινγκτον νωρίτερα, ότι θα παίρνατε σοβαρά το καθήκον σας ως κηδεμόνα… τα πράγματα μεταξύ μας ίσως να μην ήταν τόσο δύσκολα αν μου το λέγατε νωρίτερα». «Ειλικρινά, δούκισσα, δεν είμαι βέβαιος ότι το συνειδητοποίησα μέχρι να το ξεστομίσω. Είμαι τόσο αμήχανος όσο κι εσύ από την επιλογή του συζύγου σου να είμαι κηδεμόνας, αλλά μου αρέσει αυτό το σπίτι και τα πάντα σε αυτό. Προτίθεμαι να τα κρατήσω». «Όσο είστε καλός με τον Χένρι, θα προσπαθήσω να είμαι πιο ευγενική». Δεν ήταν αρκετά σίγουρος ότι ήθελε τη χάρη της. Την προτιμούσε με λίγη σπίθα. «Είσαι η αδερφή του εκλιπόντος δούκα του Άβενταλ». Φάνηκε να εξεπλάγη που γνώριζε αυτές τις πληροφορίες. «Ναι. Ο πατέρας μου


πέθανε έναν μήνα αφού παντρεύτηκα. Ο αδερφός μου κληρονόμησε τον τίτλο. Πρόσφατα πέθανε, αφήνοντας τον τίτλο στον γιο του. Δεν έχω άλλη άμεση οικογένεια. Εσείς;» Είχε μοιραστεί τόσο απρόσμενα τόσες προσωπικές πληροφορίες, που του χρειαζόταν μια στιγμή για να συνειδητοποιήσει τι τον ρωτούσε και όταν το συνειδητοποίησε, γέλασε και σήκωσε το ποτήρι του σε χαιρετισμό. «Όχι. Όχι με την παραδοσιακή έννοια τέλος πάντων». Κατάπιε το τζιν, έβαλε το μαχαίρι και το πιρούνι πάνω στο πιάτο και το κάλυψε. «Σε ευχαριστώ που μου έφερες φαγητό». «Χαίρομαι που σας άρεσε». Σηκώθηκε. «Ελπίζω ότι θα βάλετε έναν γιατρό να εξετάσει το μάγουλό σας. Θα αισθανόμουν άσχημα αν μολυνόταν». «Υποθέτω ότι έχεις δίκιο. Μια ουλή θα καταστρέψει την καλή μου εμφάνιση». «Υποθέτετε ότι είχατε καλή εμφάνιση εξαρχής». «Υπονοείς ότι δεν είχα;» «Υπονοώ ότι είναι υπεροπτικό να δηλώνετε ότι είστε όμορφος». Χαμήλωσε ξανά το βλέμμα της και στη συνέχεια το σήκωσε. «Λυπάμαι που σας χτύπησα. Νόμιζα…» «Ότι το παιδί ήταν σε κίνδυνο. Αν είναι να γίνει ένα λάθος, δούκισσα, προτιμώ να γίνει όπως σήμερα το πρωί». «Σας ενδιαφέρει ο Χένρι». «Ούτε στο ελάχιστο. Αλλά είναι ο προστατευόμενός μου. Αν τραυματιστεί, θα είναι πιο δύσκολο για μένα». Έσκυψε πάνω από το γραφείο του. Το άρωμα της λεβάντας εισέβαλε στα ρουθούνια και τα χείλη της ήταν τόσο πολύ κοντά. «Δεν είμαι σίγουρη ότι σας πιστεύω, κύριε Ντότζερ». Σήκωσε τον δίσκο και σχεδόν χτύπησε τη μύτη του. Λάθος του, επειδή δεν παρατήρησε ότι κινούνταν προς το μέρος της. «Πίστεψέ το, δούκισσα», είπε προσπαθώντας να ξανακερδίσει τον έλεγχό του. «Δεν πιστεύω ότι θα το κάνω». Με αυτό, γύρισε και διέσχισε το δωμάτιο αργά. Κάτι συνέβαινε, κάτι πολύ επικίνδυνο. Άρχιζε να απογοητεύει η κηδεμονία του. Και δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Θα μπορούσε να σημάνει καταστροφή γι’ αυτόν. Είχε περάσει μια ζωή να υψώνει τοίχους γύρω από την καρδιά του. Δεν επρόκειτο να αφήσει μια όμορφη χήρα να τους γκρεμίσει.


Κεφάλαιο 11 Με την πλάτη της πιεσμένη πάνω σε έναν σωρό μαξιλαριών και με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από τα γυμνά πόδια της, η Ολίβια καθόταν στο κρεβάτι κοιτάζοντας την περίτεχνη πόρτα που οδηγούσε στην γκαρνταρόμπα και τεντώθηκε για να ακούσει έστω και έναν ψίθυρο του Τζακ, που ετοιμαζόταν για τη νύχτα. Κάθε λίγο και λιγάκι της ερχόταν ζαλάδα και συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την ανάσα της. Αργά το απόγευμα, είχε στείλει μια επιστολή στην οποία την πληροφορούσε ότι δεν θα ήταν διαθέσιμος για δείπνο και ήταν ελεύθερη να δειπνήσει με τον Χένρι. Δεν της άρεσε ότι είχε την εντύπωση ότι ήταν υπεύθυνος για το πρόγραμμά της. Βρήκε, επίσης, ενδιαφέρον ότι είχε επιλέξει να μην τη βρει να την ενημερώσει προσωπικά. Την απέφευγε; Θα μπορούσε να ήταν το γεγονός ότι δεν ένιωθε άνετα με τη σχέση τους, που εξασθενούσε από την αντιπαράθεση; Δεν ήξερε τίποτα για τον συγκεκριμένο άντρα, αλλά ήταν σίγουρη για ένα πράγμα: δεν θα εισέβαλε εδώ. Παρά τα όσα οι κυρίες είχαν πει ποτέ γι’ αυτόν, ανακάλυπτε ότι είχε κάποια μορφή ηθικής πυξίδας. Μία που ίσως ήταν κάπως στραβή, αλλά μερικές φορές φαινόταν ικανή να δείχνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Τουλάχιστον με τον Χένρι. Ήταν σίγουρη ότι θα τιμούσε τον λόγο του και δεν θα αναζητούσε το κρεβάτι της. Αγωνίστηκε ενάντια στη χροιά της απογοήτευσης. Όχι ότι ήθελε να ανοίξει ήσυχα εκείνη την πόρτα και να περπατήσει γαλήνια… Όχι, αυτό ήταν ο τρόπος του Λάβινγκτον. Ο Τζακ Ντότζερ θα έμπαινε μέσα με έντονη ορμή, με τον ανδρισμό να βγαίνει από κάθε πόρο. Θα ήταν απαιτητικός, με τα χέρια του να εξερευνούν με άγχος, η γλώσσα του να προκαλεί ευχαρίστηση… Με έναν ήπιο αναστεναγμό, έσπρωξε το μέτωπό της στα γόνατά της. Δεν θα περνούσε από εκείνη την πόρτα. Ήταν γελοίο να επιτρέψει σε τέτοιες σαρκικές σκέψεις να ταλανίζουν το μυαλό της. Τι πείραζε αν κοιμόταν σε εκείνο το δωμάτιο; Δύο πόρτες τους χώριζαν. Δεν θα τον άκουγε να αναπνέει ή να σηκώνεται απότομα ή να γυρίζει. Δεν θα έβλεπε τα γυμνά πόδια του καθώς θα περπατούσε με το νυχτικό του. Σήκωσε το κεφάλι της, βάζοντας το πιγούνι στα γόνατά της. Θα φορούσε καν νυχτικό; Φυσικά και θα φορούσε. Όλοι οι κύριοι φορούσαν. Αλλά ο Τζακ


Ντότζερ δεν ήταν καθόλου κύριος. Δεν μπορούσε να τον φανταστεί να φοράει νυχτικό. Ω έπρεπε να σταματήσει να τον σκέφτεται. Κοιτάζοντας το ρολόι της, η ώρα την εξέπληξε. Ήταν μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Καθώς δεν είχε έρθει ακόμα στο δωμάτιό του, πιθανότατα θα ήταν στη λέσχη. Πόσο ανόητο από μέρους της, να ξοδέψει πολύτιμο χρόνο περιμένοντας να ακούσει μια άφιξη που δεν θα γινόταν ποτέ. Χρειαζόταν κάτι να της αποσπάσει την προσοχή. Θα πήγαινε στη βιβλιοθήκη και θα έβρισκε ένα βιβλίο για να διαβάσει. Οτιδήποτε να πάρει το μυαλό της μακριά από τον Τζακ. Κατέβηκε γρήγορα από το κρεβάτι και έβαλε τη ρόμπα της. Παίρνοντας τη λάμπα από το κομοδίνο, περπάτησε στον διάδρομο. Κατέβηκε τις σκάλες και κατευθύνθηκε στη βιβλιοθήκη. Αυτή την ώρα της νύχτας δεν υπήρχε κανένας υπηρέτης τριγύρω. Ανοίγοντας την πόρτα, έμεινε έκπληκτη που είδε τον Τζακ να κάθεται στο γραφείο, πεσμένος πάνω από τα βιβλία. Γιατί δεν ήταν στη λέσχη, πώς θα μπορούσε τώρα να φύγει χωρίς να τη δει; Συνειδητοποίησε με μια αυξανόμενη αίσθηση φόβου ότι δεν μπορούσε, γιατί είχε τραβήξει την προσοχή του. «Νόμιζα ότι πήγατε στη λέσχη σας». Κουνώντας το κεφάλι του, έσκυψε πίσω και τέντωσε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. «Είχα κάποια πράγματα να διευθετήσω εδώ». Σηκώθηκε, ίσως βρίσκοντας τους καλούς του τρόπους ύστερα από δεύτερη σκέψη. «Γιατί δεν κοιμάσαι;» Το Επειδή δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι δεν φάνηκε να είναι μια συνετή ομολογία. «Δεν είμαι σίγουρη. Σκέφτηκα ότι βρίσκοντας ένα βιβλίο να διαβάσω, θα μπορούσε να βοηθήσει, να με κάνει να κοιμηθώ». «Έχω διαπιστώσει ότι λειτουργεί μόνο όταν πρόκειται για ένα βαρετό βιβλίο». Δεν μπόρεσε να τον φανταστεί να διαβάζει ένα βιβλίο για ευχαρίστηση. Υπολόγισε ότι έπαιρνε τις απολαύσεις του μέσω σαρκικών οδών. Νιώθοντας ότι τα μάγουλά της κοκκίνισαν με αυτή τη σκέψη, πήγε πιο κοντά στο γραφείο. «Πότε κοιμάστε;» «Μερικές ώρες εδώ και εκεί. Ποτέ δεν έχω ανάγκη από πολύ». Κοίταξε τα διάφορα λογιστικά βιβλία που στριμώχνονταν πάνω στο γραφείο. «Σίγουρα αφιερώνετε πολύ χρόνο για τα οικονομικά σας». «Στην πραγματικότητα, είναι τα δικά σου οικονομικά που μελετώ». Έκπληκτη από τα λόγια του, σήκωσε ψηλά το κεφάλι της. «Γιατί θα νοιαζόσασταν για τα δικά μου οικονομικά;» «Υποθέτω ότι έχει να κάνει με τις ταπεινές αρχές μου».


Γέλασε. «Δεν βλέπω τίποτα ταπεινό πάνω σας». Δεν φάνηκε προσβεβλημένος. Αντ’ αυτού έδειξε τον καναπέ κοντά στο παράθυρο. «Κάθισε και θα σου εξηγήσω τι σκέφτομαι». Ήταν αργά, ήταν με το νυχτικό της και ήταν μόνοι στη βιβλιοθήκη. Δεν μπορούσε να οραματιστεί τίποτα πιο ακατάλληλο… εκτός από το να είναι μόνοι στο υπνοδωμάτιό του. Αλλά δίσταζε να φύγει. Ήταν πάντα ευτυχής όταν ο Λάβινγκτον περνούσε λίγο χρόνο μαζί της, αλλά μόνο επειδή οι επισκέψεις του της πρόσφεραν μια ανάπαυλα από τη μοναξιά της. Ο Τζακ δεν της πρόσφερε τίποτα περισσότερο και δεν μπορούσε πλέον να αρνηθεί την περιέργειά της για ό,τι είχε σχέση με αυτόν. Δεν ήταν καθόλου όπως είχε οραματιστεί αρχικά. Είχε την επιθυμία να εξερευνήσει αυτό το καινούριο προσωπείο του. Κατευθύνθηκε όσο πιο αδιάφορα μπορούσε στον καναπέ. Ένα ελαφρύ τρέμουλο χόρευε κάτω από το δέρμα της και ήλπιζε ότι εκείνος δεν μπορούσε να διακρίνει τη νευρικότητά της. Ενώ καθόταν, τον κοίταξε καθώς πήγε ευέλικτα στο τραπέζι στη γωνία και άδειασε το περιεχόμενο ενός από τα μπουκάλια του σε δύο ποτήρια. Κράτησε και τα δύο ποτήρια ανάμεσα στα δάχτυλα του ενός χεριού, την καράφα στο άλλο. Αφού έβαλε το μπουκάλι σε ένα τραπέζι δίπλα στον καναπέ, έτεινε ένα από τα ποτήρια προς το μέρος της. Εκείνη δίστασε… «Το καλύτερο κονιάκ μου. Έλα τώρα, πού είναι το κακό; Δεν θα πας στην Κόλαση αν απολαύσεις λίγο». «Ο Θεός ψιθυρίζει στο αφτί σας, υπαγορεύοντάς σας αυτές τις αλήθειες;» Της χάρισε ένα πονηρό μειδίαμα. «Μάλλον ο διάβολος». «Αυτό δεν με εκπλήσσει καθόλου. Υποψιάζομαι ότι είστε δύο καλοί φίλοι». «Οι καλύτεροι. Τώρα πιες. Θα σε βοηθήσει να ζεσταθείς». «Δεν κρυώνω». «Τρέμεις». «Πρέπει πάντα να είστε τόσο παρατηρητικός;» Πήρε το ποτήρι και ήπιε. Το υγρό έκαψε τον λαιμό της, τους πνεύμονες, έφερε δάκρυα στα μάτια της. Πλησίασε και χτύπησε την πλάτη της, με τη θερμότητα του χεριού του να την καίει μέσα από τα ρούχα της. Πώς θα ήταν να έχεις σάρκα στη σάρκα; Αγωνίστηκε να μην εξετάσει τις δυνατότητες. «Προσοχή, το κονιάκ προορίζεται να το γεύεσαι, όχι να το κατεβάζεις με μεγάλες γουλιές». Πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς η ζεστασιά εγκαταστάθηκε στο στομάχι της. Νόμιζε ότι ήταν από το ποτό, αλλά ίσως ήταν απλώς το ότι εκείνος ήταν κοντά της. Η παρουσία του ήταν σχεδόν εξουσιαστική, σαν να ήταν μεγαλύτερη από τη ζωή. Από την πρώτη νύχτα, είχε παρατηρήσει ότι κυριαρχούσε σε οποιοδήποτε


δωμάτιο –σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο– χρησιμοποιούσε. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους την εκνεύριζε. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα μπορούσε κάποιος ποτέ να αγνοήσει. «Δεν περίμενα να εκτιμάτε τα ωραία πράγματα». Σχεδόν είπε από μέσα της τα λόγια, πράγμα που τον έκανε να χαμογελάσει. «Εδώ και καιρό εκτιμώ τα καλύτερα πράγματα στη ζωή. Γιατί νομίζεις ότι έχω εργαστεί τόσο σκληρά για να τα αποκτήσω;» Κάθισε στην άλλη άκρη του καναπέ, απλώνοντας τα πόδια του μπροστά, τοποθετώντας το χέρι του χαλαρά κατά μήκος της πλάτης, τα μακριά δάχτυλά του προσεκτικά κοντά στους ώμους της, και ξαφνικά τα έπιπλα φάνηκαν απίστευτα μικρά, όχι φτιαγμένα να κρατήσουν περισσότερο από ένα άτομο. «Όταν οι κυρίες μιλούν για σας, η τάση σας για σκληρή δουλειά δεν αναφέρεται ποτέ». «Οι κυρίες;» Ήπιε μια γουλιά από το κονιάκ. Η εισπνοή έκαψε τα ρουθούνια της, αλλά βρήκε ευχάριστη την αίσθηση. Αναρωτήθηκε ποιες απολαύσεις έκρυβαν τα άλλα μπουκάλια. «Κατά τη διάρκεια του απογευματινού τσαγιού, συνηθίζεται να συζητιέστε συχνά». Γέλασε σαν να διασκέδασε αναπάντεχα. «Τι λένε οι κυρίες για μένα;» ρώτησε. «Ότι έχετε κάνει συμφωνία με τον διάβολο». «Έχω κάνει». Σήκωσε το ποτήρι του σε έναν χαιρετισμό και ήπιε το περιεχόμενό του. Προσπάθησε να μη γοητευτεί βλέποντας τον λαιμό του να καταπίνει. Δεν φορούσε την γραβάτα, το γιλέκο ή το σακάκι του. Είχε ανοίξει τα κουμπιά στον λαιμό του. Θεωρώντας ότι δεν είχε καμία επιθυμία να αναστατώσει τη συντροφικότητα που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, αποφάσισε να μην παραπονεθεί για το ατημέλητο ντύσιμό του, ειδικά επειδή δεν φαινόταν ατημέλητο. Ακόμα και απεριποίητος, ήταν απίστευτα γοητευτικός. «Θα συζητούσαμε τα οικονομικά μου», του υπενθύμισε. «Α ναι. Τα οικονομικά σου. Ίσως θυμάσαι ότι ο μακαρίτης άντρας σου έβαζε χρήματα σε ένα καταπίστευμα που θα σου δίνει δύο χιλιάδες ετησίως». «Φυσικά, θυμάμαι». «Με μια προσεκτική επένδυση, πιστεύω ότι μπορώ να το οργανώσω έτσι ώστε να φτάσεις τις πέντε χιλιάδες». «Ετησίως;» Οι λέξεις βγήκαν με έναν ψίθυρο δυσπιστίας. «Ετησίως». «Γιατί θα το κάνατε αυτό;»


«Επειδή θα είναι πιο εύκολο να σε παντρέψω». Πιάνοντας την καράφα από το τραπέζι, εισέβαλε στον μικρό χώρο που τους χώριζε και ξαναγέμισε το ποτήρι της. Ήπιε μια γουλιά, μελετώντας τον πάνω από το χείλος του ποτηριού. Η γεύση του κονιάκ πλημμύρισε το μέσα της. «Φαίνεται να έχετε εμμονή με την ιδέα να με παντρέψετε». «Λύνει πολλά προβλήματα για μένα». «Αν δεν θέλατε να είστε κηδεμόνας, τότε γιατί συμφωνήσατε με αυτό;» «Σίγουρα, στο μικρό χρονικό διάστημα που με γνωρίζεις, έχεις μάθει ότι δεν θεωρώ τίποτα πολύ δυσάρεστο να αναλάβω, όταν βάζει περισσότερα νομίσματα στο χέρι μου». «Αφού σας παρατήρησα σήμερα με τον Χένρι, είχα αποκομίσει την εντύπωση πως σας αρέσει». «Μου αρέσει. Χαριτωμένο παιδί. Δεν σημαίνει ότι δεν προτιμώ την ελευθερία μου». Ήπιε μια ακόμα γουλιά, έπειτα ακόμα μία. Με την αίσθηση ότι έπεφτε σε λήθαργο, έβαλε τα πόδια της πάνω στα μαξιλάρια. Ήταν η ένοχη ευχαρίστησή της, να κάθεται τόσο χαλαρή στο υπνοδωμάτιό της, όταν διάβαζε μπροστά από το τζάκι. Το κονιάκ το έκανε να φανεί σαν να ήταν η ώρα για ένοχες απολαύσεις. «Μπορείτε εύκολα να ξανακερδίσετε την ελευθερία σας αν φύγετε από τη ζωή μας», του υπενθύμισε. «Θεωρώ δύσκολο να πιστέψω ότι εσύ, που είσαι τόσο πρόθυμη στο να είσαι υπάκουη, θα πρότεινες να αποφύγω τα καθήκοντά μου». Έριξε περισσότερο κονιάκ στο ποτήρι της. «Προσπαθείτε να με μεθύσετε;» Γέλασε, με έναν βαθύ, ακανόνιστο ήχο που ανατρίχιασε το δέρμα της. «Τι ξέρεις για τις απολαύσεις των οινοπνευματωδών ποτών;» «Ξέρω ότι περισσότερες από μία φορές ο αδερφός μου επέστρεψε από τη λέσχη σας και ίσα που ήταν σε θέση να περπατήσει. Νομίζω ότι θα παίρνατε μεγάλη ικανοποίηση να με ρίξετε στα γόνατα και να διαδώσετε φήμες για τη σκανδαλώδη συμπεριφορά μου». Τα μάτια του σκοτείνιασαν και το βλέμμα του δεν ήταν λαμπερό καθώς τη μελετούσε. Έμεινε με την εντύπωση ότι είχε πει κάτι που έβρισκε ενδιαφέρον. Μόλις που μετακίνησε το χέρι του, αλλά ήταν αρκετό για να πάρει την πλεξούδα της και καθώς το χέρι του πέρασε πάνω από τον ώμο της, ένα τρέμουλο ευχαρίστησης κυμάτισε μέσα της.


Έπαιξε με το άκρο της πλεξούδας, περνώντας τον αντίχειρά του ανάμεσα. «Στην επιχείρησή μου, δούκισσα, έμαθα να είμαι πολύ διακριτικός. Σε διαβεβαιώνω ότι τίποτα που συμβαίνει μέσα σε αυτό το σπίτι δεν θα βγει έξω από αυτούς τους τοίχους. Σε αντίθεση με τις κυρίες σου, δεν βρίσκω καμία ευχαρίστηση στο κουτσομπολιό. Έτσι, λοιπόν, γίνε σκνίπα και πέσε στα γόνατα όσο συχνά θέλεις». Δεν σχεδίαζε να μεθύσει ή να πέσει με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά δεν διαφώνησε όταν εκείνος έριξε περισσότερο κονιάκ. Νιώθοντας πιο χαλαρή από όσο εδώ και αρκετό καιρό, στριφογύρισε το ποτήρι, προσέχοντας την κίνηση του υγρού. «Λοιπόν, πώς θα το κάνετε αυτό;» Φάνηκε σαστισμένος από την ερώτησή της. «Να κάνω τι;» Αναρωτήθηκε για το τι σκέφτηκε. «Να αυξήσετε το ετήσιο εισόδημά μου». «Α ναι, είχα ξεχάσει ότι αυτό μας έφερε εδώ. Θα αυξήσω το εισόδημά σου επενδύοντας τα χρήματά σου». «Σε κάτι απρεπές υποθέτω…» Είδε μια σπίθα σεβασμού να φωτίζει τα μάτια του και δεν μπόρεσε να μην αισθανθεί λίγο ενθουσιασμένη που είχε μαντέψει τι είχε σχεδιάσει να κάνει με τα χρήματά της. «Ας πούμε απλώς, για λόγους ευπρέπειας, πως θα επενδύσεις στην παροχή ψυχαγωγίας. Δεν νομίζω ότι θα χρειαζόταν ή θα ήθελες να μάθεις τις λεπτομέρειες». Κούνησε το κεφάλι της. «Θα με έκανε υποκρίτρια». «Μια πλούσια υποκρίτρια». Χαμογελώντας, ήπιε μια ακόμα γουλιά. Ήταν δελεαστικό. Αποφάσισε ότι το αλκοόλ δεν ήταν τόσο απαίσιο όσο είχε σκεφτεί αρχικά. Ήταν στην πραγματικότητα αρκετά ευχάριστο. Και την έκανε πολύ χαρούμενη. Πιο ευτυχισμένη από όσο είχε αισθανθεί εδώ και αρκετό καιρό. «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στη ζωή από τον πλούτο», του είπε. «Αυτοί που κάνουν τέτοιες απερίσκεπτες διακηρύξεις είναι συνήθως πλούσιοι». «Κι εσείς είστε πλούσιος». «Επειδή αναγνωρίζω ότι είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία και έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να το αποκτήσω και να το κρατήσω». «Αυτό είναι θλιβερό. Τρομερά, τρομερά θλιβερό. Δεν έχετε κανέναν δικό σας άνθρωπο;» Για μια στιγμή, με τον τρόπο που την κοίταξε, σκέφτηκε ότι θα της έλεγε για κάποια που αγαπούσε.


«Θέλεις να επενδύσω τα χρήματά σου ή όχι;» ρώτησε αυστηρά. Φαινόταν λάθος να επενδύσει τα χρήματά της σε πράγματα που δεν ενέκρινε, αλλά η σκέψη των πέντε χιλιάδων ετησίως, ποσό που θα την έκανε ανεξάρτητη, ήταν ένας πολύ μεγάλος πειρασμός για να αντισταθεί. Κατέβασε το υπόλοιπο κονιάκ της, πιο ικανή για κάποιον λόγο να το ανεχτεί σε μεγαλύτερες ποσότητες και ένευσε. «Υπέροχα». Ξαναγέμισε το ποτήρι της. «Επόμενο θέμα». «Και ποιο είναι αυτό;» «Ο σύζυγός σου». «Ο Λάβινγκτον;» «Όχι, ο μελλοντικός σου σύζυγος». Άπλωσε τα χέρια του στα πόδια της, τα τέντωσε και τοποθέτησε τα γυμνά πόδια της στην αγκαλιά του. «Τι κάνετε;» ρώτησε ανησυχώντας για την οικειότητα, αλλά ήταν αρκετά χαμένη στον λήθαργο ώστε να μη θέλει να τα τραβήξει πίσω. «Σου προσφέρω λίγο περισσότερη ευχαρίστηση». «Νομίζω ότι προσπαθείτε να με διαφθείρετε». «Με λίγο κονιάκ και τρίψιμο ποδιών; Ω είμαι διάβολος». Χαμογελώντας του πάνω από το χείλος του ποτηριού, είπε: «Αυτό σκέφτηκα την πρώτη νύχτα. Ότι ο διάβολος είχε έρθει να μας επισκεφθεί». «Και τώρα;» «Δεν είμαι σίγουρη τι να σκεφτώ για εσάς». Ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ άνετα μαζί του, σαν να είχαν σπάσει όλες οι αναστολές της. Νόμιζε ότι θα μπορούσε ακόμα και να τον εμπιστευτεί, αποκαλύπτοντας τα πιο βαθιά, πιο σκοτεινά μυστικά της. Τα μεγάλα, τραχιά χέρια του Τζακ άρχισαν να ζυμώνουν τα πέλματα των ποδιών. Ήταν καταπληκτικά. Κοιτάζοντάς τον μέσα από την ομίχλη του κονιάκ, αποφάσισε ότι ήταν αρκετά γοητευτικός. «Επειδή δεν θα μου πεις ποιος σου αρέσει, πες ποια χαρίσματα προτιμάς σε έναν άντρα και θα ψάξω, θα δω τι μπορώ να βρω», είπε. Η Ολίβια δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Γέλασε. «Το κάνετε να ακούγεται τόσο απλό». «Δεν είναι;» Έτρεξε το μαξιλαράκι του αντίχειρά του μέχρι το κέντρο του πέλματός της, κάνοντας τα δάχτυλα των ποδιών της να κυρτώσουν. «Τι χαρίσματα θέλεις στον επόμενο σύζυγό σου;» Κούνησε το κεφάλι της. Δεν ήθελε να συζητήσει αυτά τα πράγματα. Δεν ήθελε εκείνος να ξέρει… «Έλα, Ολίβια», είπε με εκείνη την απαλή, τραχιά φωνή που έκανε παράξενα


πράγματα στο στομάχι της. «Τι θέλεις από τον επόμενο σύζυγό σου;» Κλείνοντας τα μάτια της, άφησε περισσότερο κονιάκ να γλιστρήσει στον λαιμό της. Η ζέστη του φάνηκε να ανεβαίνει από το κεφάλι της, παροτρύνοντάς τη να ομολογήσει. Την έκανε να αισθάνεται ριψοκίνδυνη, τολμηρή και όχι τόσο ντροπαλή για αυτό που ήθελε. Περνώντας τη γλώσσα της πάνω στα χείλη της, συγκέντρωσε τα τελευταία υπολείμματα κονιάκ. Άνοιξε τα μάτια της για να ανακαλύψει ότι ο Τζακ είχε έρθει πιο κοντά, αρκετά κοντά ώστε να βάλει πίσω από τα αφτιά της τα μαλλιά που είχαν ξεφύγει από την πλεξούδα. «Πες μου, Ολίβια». «Δεν θέλω να με βάλει στην άκρη όταν κάνει τον κληρονόμο του». Κράτησε το ποτήρι με τα δύο χέρια και κοίταξε στο γυαλί, σαν εκείνο να κρατούσε εικόνες από το παρελθόν. «Ο Λάβινγκτον το έκανε αυτό. Ποτέ δεν με άγγιξε ξανά όταν συνειδητοποίησε ότι ήμουν έγκυος». Χρειάστηκε κάθε θάρρος που είχε για να σηκώσει το βλέμμα της στο δικό του. Δεν περίμενε συμπάθεια από έναν άνθρωπο όπως ο Τζακ Ντότζερ και δεν την απογοήτευσε από αυτή την άποψη. Δεν ήταν αρκετά σίγουρη τι σκεφτόταν, αλλά με βάση τη σκληρότητα του σαγονιού του, υποψιάστηκε ότι ήταν καλό που ο Λάβινγκτον ήταν νεκρός. «Νόμιζα ότι ήταν επειδή ήμουν έγκυος και φοβόταν ότι η οικειότητα θα μπορούσε να με κάνει να το χάσω», προσπάθησε να εξηγήσει. «Σκέφτηκα ότι μετά τη γέννηση του Χένρι όλα θα γίνονταν πάλι όπως ήταν. Αλλά δεν έγιναν». Πέρασε το δάχτυλό του στο μάγουλό της. «Ο άνθρωπος ήταν ένας ανόητος». «Εγώ ήμουν η ανόητη. Πήγα στο δωμάτιό του μια φορά, σκέφτηκα να τον αποπλανήσω». Αισθάνθηκε τόσο ανόητη τότε, δεν σκέφτηκε ποτέ να το πει σε κανέναν, αλλά απόψε, στις σκιές από το κονιάκ που περνούσαν από τις φλέβες της, η ντροπή ήταν μια μακρινή ανάμνηση. «Με έδιωξε. Προσπάθησε να είναι ευγενικός. Μου είπε ότι υπήρξε ένα κορίτσι στα νιάτα του και όταν τον άφησε, η καρδιά του έφυγε μαζί της. Ότι την είχε προδώσει και δεν μπορούσε να την προδώσει ξανά. Πραγματικά δεν ήξερα για τι μιλούσε. Ήμουν τόσο θλιμμένη, δεν άκουγα πραγματικά». Σάρωσε με τον αντίχειρά του την ευαίσθητη σάρκα του λαιμού της. «Ποια ήταν;» «Δεν ξέρω. Έτσι γίνεται συχνά στην αριστοκρατία. Οι πολιτικές συμμαχίες ή τα οικονομικά οφέλη έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα θέματα της καρδιάς». Κούνησε το κεφάλι της. «Ήμουν παντρεμένη με τον Λάβινγκτον για έξι χρόνια και δεν τον γνώριζα καθόλου. Κανονικά θα έπρεπε να μου λείπει περισσότερο, θα έπρεπε να υπάρχει ένα ίχνος απουσίας. Το μόνο που αισθάνομαι είναι μια


αίσθηση κενού, ότι κάτι λείπει, αλλά νομίζω ότι έλειπε πολύ πριν πεθάνει». Το κονιάκ την έκανε τολμηρή. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και ψιθύρισε: «Δεν είμαι βέβαιη ότι έχω φιληθεί πραγματικά». Ήταν παράξενο πόσο ακίνητος ξαφνικά έγινε, ακίνητος και τσιτωμένος, καθώς το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στο δικό της. «Σου έχω ήδη πει ότι δεν είμαι άνθρωπος που θα αρκεστεί μόνο σε ένα φιλί». Την είχε επίσης προειδοποιήσει ποτέ να μην τον προκαλέσει, γιατί το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να δεχτεί την πρόκληση. Ήταν είκοσι πέντε χρόνων και είχε πάρει μόνο ένα φιλί ενώ στεκόταν στον βωμό. Ο Λάβινγκτον δεν ήταν σκληρός, αλλά ούτε ήταν παθιασμένος. Την είχε αντιμετωπίσει με καλοσύνη, αλλά ποτέ δεν είχε ζωντανέψει τα συναισθήματά της, όπως έκανε ο Τζακ Ντότζερ. Ο Τζακ την εξαγρίωνε. Τη μαγνήτιζε. Την τρόμαζε. Την έκανε περίεργη. Γλείφοντας τα χείλη για να κλέψει τα απομεινάρια του κονιάκ, είδε τα μάτια του να σκοτεινιάζουν. Η αντίδρασή του την εξέπληξε αρκετά. «Σου απαγορεύω να με φιλήσεις μόνο». «Σε προειδοποίησα να μη μου απαγορεύεις», μουρμούρισε. Σε μια στιγμή είχε γλιστρήσει το χέρι του γύρω από τον λαιμό της, κρατώντας την ακίνητη, καθώς μαστίγωσε με το στόμα του το δικό της. Δεν ήταν ευγενής ή με τρόπους. Ήταν σχεδόν άγριος με την επιθυμία του να παραδώσει αυτό που εκείνη είχε ζητήσει. Χαλάρωσε μέσα του, δεν έφερε καμία αντίρρηση όταν η γλώσσα του ώθησε τα χείλη της να ανοίξουν και γλίστρησε στο στόμα της. Η θερμότητα την κυρίευσε λιώνοντας τα οστά της σαν να ήταν περισσότερο από λίπος. Δεν την άγγιζε, παρά με το ένα χέρι και το στόμα του, αλλά φαινόταν σαν να τη χάιδευε παντού, μέσα και έξω, επιφανειακά και βαθιά. Πώς μπορούσε ένα φιλί να είναι τόσο ισχυρό, να προκαλεί τέτοιες επιθυμίες; Το χέρι του συγκρατούσε το πίσω μέρος του κεφαλιού της, σαν να ήταν κάτι φυσιολογικό, ενώ το στόμα του είχε κυριεύσει το δικό της. Αναρωτήθηκε αν γευόταν το κονιάκ στη γλώσσα της όπως εκείνη στη δική του. Ήταν ξαφνικά μια πλουσιότερη γεύση, πιο έντονη, πιο ευχάριστη. Ήθελε να την αγκαλιάσει, να μεθύσει. Πάντα ήταν τόσο καλή στο να δείχνει σωστή συμπεριφορά και ξαφνικά απολάμβανε το απαγορευμένο, κατανοώντας πόσο ευχάριστο ήταν. Το σκληρό γένι του έκοψε το δέρμα της, αλλά ήταν απλώς μέρος της απόλαυσης. Έντονη ευχαρίστηση στροβιλίστηκε μέσα της. Αχ, δεν είχε αισθανθεί ποτέ κάτι τέτοιο πριν. Ήθελε να τυλιχτεί γύρω του, να τον κρατήσει κοντά. Έχωσε τα δάχτυλά της στο κεφάλι του, στις πυκνές τούφες των μαλλιών του, μαλακά στο δέρμα


του. Άκουσε ένα χαμηλό μουγκρητό, ίσα που συνειδητοποίησε ότι προήλθε από αυτή. Όλο το σώμα της φάνηκε να ξυπνάει, σαν να μη γνώριζε όλα αυτά τα χρόνια ότι είχε κοιμηθεί. Εάν ήταν δυνατόν, βάθυνε το φιλί του σαν να μην του ήταν αρκετό. Σαν να την ποθούσε. Ο περιβόητος Τζακ Ντότζερ την ήθελε; Ήταν μια σκέψη τολμηρή. Ο σύζυγός της την είχε φιλήσει στο ιερό επειδή το απαιτούσε το καθήκον. Παρόλο που είχε προκαλέσει τον Τζακ, δεν αισθάνθηκε καθόλου το καθήκον στην αντίδρασή του απέναντί της. Ένιωσε μόνο μια σαρωτική δύναμη, ελάχιστα συγκρατημένη. Η δική της αντίδραση στις άπληστες απαιτήσεις του τη σόκαρε. Δεν ήθελε να σταματήσει. Ποτέ δεν ήθελε αυτός να… Ξαφνικά απομακρύνθηκε και σηκώθηκε όρθιος, αφήνοντάς τη μετέωρη, άπλωσε τα χέρια της να τον πιάσει, πριν ακόμα συνειδητοποιήσει τι έκανε. Ανασαίνοντας έντονα, με την πλάτη του γυρισμένη σε αυτή, είπε: «Θα σου ετοιμάσω μια πρόταση, αναφέροντας τι σκοπεύω να κάνω με τα χρήματά σου. Μπορείς να το συζητήσεις με τον Μπέκγουιθ για να είσαι σίγουρη ότι τα συμφέροντά σου θα εξυπηρετηθούν». Εμβρόντητη, τον κοίταξε με δυσπιστία. Το φιλί που την είχε κάνει να τρέμει από το κεφάλι μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών δεν σήμαινε τίποτα για αυτόν. Μπορούσε να παίξει με το στόμα της άγρια και στη συνέχεια να σηκωθεί και να συζητήσει ήρεμα τα οικονομικά της; Τι χαζή που ήταν που ενέδωσε στον πειρασμό, μόνο για να της το πετάξει κατάμουτρα. Τα δάκρυα γέμισαν τα μάτια της, ενώ πολεμούσε απελπισμένα να βρει την ψυχραιμία της και κάποιον τρόπο να φύγει χαριτωμένα από μπροστά του. Ξαφνικά γύρισε και έγειρε πάνω της, με τα χέρια του να αγκαλιάζουν τον καναπέ, να την κλείνουν μέσα, τα μάτια του να βγάζουν φωτιές από το πάθος που μόλις ελεγχόταν. «Σε προειδοποίησα ότι δεν ήμουν άνθρωπος που θα αρκούνταν μόνο σε ένα φιλί, οπότε να είσαι υποψιασμένη, θα πάρω αυτό που μου οφείλεις. Θα τηρήσω την υπόσχεσή μου και δεν θα έρθω στο κρεβάτι σου, αλλά, μα τω Θεώ, θα έρθεις εσύ στο δικό μου. Θα αφήσω την επιλογή της στιγμής πάνω σου, αλλά διάλεξε μια στιγμή που θα το κάνεις». Με μια δύναμη που ταρακούνησε τον καναπέ, έφυγε μακριά και γύρισε προς την πόρτα. «Πάω στη λέσχη μου», πέταξε λες και η Ολίβια είχε ρωτήσει για τις προθέσεις του. Αλλά δεν είχε τη δύναμη να σχηματίσει λόγια. Ίσα που μπόρεσε να μείνει καθισμένη σε όρθια θέση. Όλο το σώμα της το ένιωθε αδύναμο. Τρέμουλο την κατέλαβε καθώς προσπαθούσε να αναπνεύσει. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα φιλί κι εκείνος είχε πάρει περισσότερα.


Έσφιξε τα μάτια της, με τη βελούδινη απειλή του να αντανακλά μέσα από το μυαλό της. Ω η αλαζονεία του ανθρώπου. Δεν θα πήγαινε ποτέ στο κρεβάτι του. Ποτέ. Αλλά ακόμα και τη στιγμή που σκεφτόταν αυτά τα λόγια, φοβήθηκε ότι ήταν ψέμα. Ο Τζακ μπήκε σαν σίφουνας στη λέσχη του, ένας άνθρωπος με σκοπό. Είχε σκεφτεί ότι η αποχώρηση από τη δούκισσα θα ήταν αρκετή για να κατευνάσει την επιθυμία του. Είχε κάνει λάθος. Ακόμα και τώρα μούγκριζε μέσα του με μια ασεβή επιθυμία για εκδίκηση, αρνούμενη να αγνοηθεί. Για πρώτη φορά στη ζωή του ήθελε περισσότερα από ό,τι είχε ποτέ. Ήθελε να ακούσει τις κραυγές μιας γυναίκας καθώς παραδινόταν στην απόλαυση. Ήθελε να είναι αυτός που θα έκανε τις φωνές να ανεβαίνουν από τον λαιμό της. Ήθελε να την αγγίξει με τρόπους που την ευχαριστούσαν. Ήθελε να τη δοκιμάσει. Να ξεκινήσει από το στόμα της και να κατέβει μέχρι τα δάχτυλά της. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο όπου δούλευαν τα κορίτσια. Στάθηκε στην πόρτα και παρατήρησε το πλήθος, μέχρις ότου είδε την Προύντενς να λικνίζεται στην αγκαλιά ενός άντρα. Ήξερε πόσο έντονο ήταν το βλέμμα του, πως μπορούσε να αναγκάσει έναν άνθρωπο να τον νιώσει και να κερδίσει την προσοχή του. Τελικά τον κοίταξε. Έκανε νεύμα με το κεφάλι του προς τα γραφεία. Εκείνη ανταπέδωσε με ένα γρήγορο νεύμα πριν γυρίσει πίσω στον πελάτη της, για να κατευνάσει τυχόν διαμαρτυρίες για την απροσδόκητη αναχώρησή της. Ο Τζακ έτρεχε μέσα στις εγκαταστάσεις του, αγνοώντας τους γύρω του. Κάτι στο πρόσωπό του πρέπει να είχε δείξει ότι ήθελε να τον αγνοήσουν επίσης, γιατί κανείς δεν ζήτησε ή προσπάθησε να τραβήξει την προσοχή του. Ο Τζακ άνοιξε με ορμή την πόρτα που οδηγούσε στα γραφεία, πέρασε της Φράνι χωρίς να κοιτάξει και μπήκε στο δικό του, κλείνοντας και κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του. Πήγε στον τοίχο και κατέβασε μια ελαιογραφία με μια γυναίκα που καθόταν κάτω από ένα δέντρο. Βγάζοντας ένα κλειδί από την τσέπη του γιλέκου του, το έβαλε στην κλειδαριά και άνοιξε το χρηματοκιβώτιό του. Πήρε τα απαιτούμενα νομίσματα και τα έριξε σε ένα βελούδινο πουγκί. Αφού ασφάλισε την πόρτα, έβγαλε το κλειδί, έβαλε τον ζωγραφικό πίνακα στη θέση του και ξεκλείδωσε την πόρτα του γραφείου του. Ρίχνοντας το πουγκί σε μια γωνιά του γραφείου για να το πάρει εύκολα, κάθισε, άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε ένα προφυλακτικό και το έχωσε στην τσέπη του. Απόψε χρειαζόταν μόνο ένα γρήγορο πήδημα. Το γραφείο του θα αρκούσε.


Θα έστελνε την Πρου πίσω στον πελάτη της, πριν το καταλάβει πραγματικά. Απλώνοντας το χέρι πίσω του, άρπαξε ένα μπουκάλι ουίσκι, έριξε αρκετό σε ένα ποτήρι και το κατάπιε με μια γουλιά. Δεν είχε αισθανθεί ποτέ την ανάγκη τόσο πολύ. Ήταν σχεδόν βάρβαρη. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το όραμα της Ολίβια. Την αθωότητα στο αίτημά της: «Σου απαγορεύω να με φιλήσεις μόνο». Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία αθωότητα στην απάντησή της. Τι τον είχε κάνει να δεχτεί την πρόκλησή της; Θα ήταν πολύ καλύτερο να την είχε απορρίψει, να είχε φύγει, να μην την είχε δοκιμάσει, να μη γνώριζε τη γλυκιά ηχώ των αναστεναγμών και των βογκητών της καθώς η ευχαρίστηση φούντωνε. Χρειάστηκε κάθε ίχνος αυτοσυγκράτησης για να μην προχωρήσει περισσότερο από ένα φιλί. Ήθελε απεγνωσμένα να χαλαρώσει τα κουμπιά της και να βγάλει το άθλιο νυχτικό. Ήθελε να πάρει το δέρμα της στα χέρια και στο στόμα του. Ήθελε να την τραβήξει από κάτω του, να τριφτεί πάνω της… Ήταν λαγνεία… απλώς σφοδρή επιθυμία, και τίποτα περισσότερο. Αλλά ήξερε ότι αυτό ήταν ψέμα. Σηκώθηκε, άρπαξε το πουγκί και βγήκε στον διάδρομο, στην πόρτα που οδηγούσε έξω. Θα πήγαιναν στο δωμάτιό του, στο κρεβάτι του, για μια μακρύτερη, πιο ικανοποιητική συνεύρεση. Θα έθαβε τον εαυτό του τόσο βαθιά μέσα της… Τα βήματα που άκουσε έκαναν την καρδιά του να ξαναβρεί τον ρυθμό της. Κοίταξε καθώς η Πρου πλησίασε με την αισθησιακή ενδυμασία της. Αλλά δεν κατάφερε να τον δελεάσει, όπως η Ολίβια με τα φρικιαστικά μαύρα φορέματά της. Η Πρου γλίστρησε το χέρι της μέσα στο δικό του και πίεσε το στήθος της – πολύ μεγαλύτερο από της Ολίβια– υπαινικτικά με το χέρι του. «Γεια σου, αγάπη. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που με κάλεσες τελευταία φορά. Πάμε στο δωμάτιό σου;» Ποτέ δεν ένιωσε τίποτα μαζί της. Με κάθε γυναίκα την οποία είχε πληρώσει δεν ένιωθε τίποτα πέρα από το σωματικό. Πάντα πίστευε ότι ήταν ανίκανος να αισθανθεί κάτι περισσότερο, ότι κάτι μέσα του είχε σπάσει και κρατούσε τα συναισθήματά του φυλακισμένα μακριά. Αλλά ξαφνικά αυτό που μπορούσε να του δώσει δεν ήταν αρκετό. «Τζακ;» Άγγιξε το μάγουλό της λυπημένα. «Συγγνώμη, Πρου. Φαίνεται ότι δεν έχω διάθεση τελικά». Της έδωσε το πουγκί. «Αυτό είναι για τον κόπο σου». «Τζακ, δεν μπορώ να πάρω τα χρήματά σου χωρίς να κάνω κάτι»,


διαμαρτυρήθηκε. «Ήρθες σε εμένα. Αυτό είναι αρκετό». «Είναι όλα εντάξει; Δεν φαίνεσαι καλά». «Δεν θα μπορούσα να είμαι καλύτερα. Πήγαινε να δεις τους πελάτες σου». Ανασήκωσε τους ώμους σαν να ήταν μια ατυχία. «Εντάξει». Δεν είχε μελαγχολήσει επειδή την είχε απορρίψει. Όπως η Προύντενς ήταν δουλειά για τον Τζακ, έτσι και ο Τζακ ήταν δουλειά για εκείνη. Τίποτα περισσότερο. Η ζωή του δεν είχε ποτέ εμπλακεί σε κάτι περισσότερο.


Κεφάλαιο 12 Η Ολίβια κύλησε στο κρεβάτι και προφύλαξε τα μάτια της από το φως του ήλιου που έμπαινε μέσα από μια χαραμάδα στις κουρτίνες. Θυμήθηκε πόσο δυσαρεστημένος ήταν ο αδερφός της όταν τελικά έπεφτε στο κρεβάτι μετά από μια νύχτα στου Ντότζερ. Ήταν αυτή η κατάρα του κονιάκ; Να την αφήσει με έναν οδυνηρό πονοκέφαλο, έναν ξερό λαιμό και σκέψεις που στροβιλίζονταν μέσα στο μυαλό της σαν σε λεπτή ομίχλη; Με μεγάλη προσπάθεια γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και κοίταξε το ρολόι που χτυπούσε στο κομοδίνο της. Τα μικρά χερουβείμ που το διακοσμούσαν τη χαιρέτησαν όπως πάντα κάθε πρωί, προκαλώντας το χαμόγελό της. Ήταν σχεδόν εννέα. Είχε παρακοιμηθεί. Της είχε κάνει εντύπωση που ο Τζακ δεν είχε χτυπήσει την πόρτα της για να αναζητήσει συντροφιά για τη διάρκεια του πρωινού. Ίσως να μην είχε επιστρέψει ακόμη από τη νυχτερινή διαδρομή του. Ο Τζακ. Οι μνήμες του στόματός του να λεηλατεί το δικό της την κατέλαβαν. Πώς θα τον αντιμετώπιζε; Αλλά θα τον αντιμετώπιζε. Το προηγούμενο βράδυ ήταν μια παρεκτροπή, το κονιάκ χαλάρωσε την ηθική της. Θα απέφευγε το αλκοόλ στο μέλλον και θα έκανε απόλυτα σαφές ότι θα απέφευγε και το κρεβάτι του. Δεν χρωστούσε τίποτα. Είχε δεχτεί την πρόκληση να πάρει μόνο ένα φιλί και θα έπρεπε απλώς να ζήσει με αυτό. Ήταν σίγουρη ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να βρει παρηγοριά αλλού. Γιατί η σκέψη αυτή προκάλεσε πόνο κοντά στην καρδιά της; Θα πήγαινε στη Φράνι; Θα τον καλωσόριζε με ανοιχτές αγκάλες, θα του έδινε αυτό που φοβόταν να προσφέρει η Ολίβια; Μήπως η Φράνι γνώριζε την ευχαρίστηση του πρωινού καλωσορίσματος χωμένη μέσα στα χέρια του; Αφήνοντας έναν ληθαργικό αναστεναγμό για τις ανόητες σκέψεις της, η Ολίβια σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το δάπεδο ήταν δροσερό στα πέλματά της. Ίσως σήμερα να μην έβαζε παπούτσια. Χαχάνισε στη σκέψη μιας δούκισσας χωρίς παπούτσια. Ή νόμιζε ότι χαχάνισε. Δεν είχε ακούσει κανέναν ήχο. Τι της συνέβαινε; Κοίταξε προς την πόρτα που οδηγούσε στην γκαρνταρόμπα. Κάποιος είχε μετακινήσει το καταραμένο πράγμα. Φαινόταν τόσο πολύ μακριά ξαφνικά. Στα μισά του δρόμου μέχρι εκεί, κατάλαβε ότι είχε ξεχάσει να καλέσει την υπηρέτριά της. Πώς θα ετοιμαζόταν χωρίς τη Μάγκι; Ίσως να πήγαινε πίσω στο


κρεβάτι, να κοιμόταν λίγο περισσότερο και να ξεκινούσε την ημέρα αργότερα. Αντ’ αυτού, άνοιξε την πόρτα στην γκαρνταρόμπα. Ο ζεστός ατμός τη χαιρέτισε και την παρηγόρησε, παρόλο που ζεσταινόταν. Και όλο και πιο πολύ ζεσταινόταν από αμηχανία, ντροπή και συνειδητοποίηση. Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, με σαπουνάδα στο ένα μέρος του προσώπου του και το ξυράφι στο χέρι του, ένας άντρας. Εικόνες έτρεχαν μέσα στο μυαλό της: λεπτή πλάτη, φαρδιοί ώμοι. Οι γλουτοί του… άσπροι και στρογγυλοί και σφιχτοί. Μακριά πόδια. Μυώδεις μηροί. Ήταν γοητευμένη, βλέποντας τους μυς του να κυματίζουν με τις κινήσεις του λίγο πριν μείνει ακίνητος. Δεν είχε δει τίποτα τόσο εξαιρετικό πριν. Ήταν γυμνός… εντελώς γυμνός. Σταγόνες είχαν συγκεντρωθεί στην πλάτη του, σαν να είχε περάσει την πετσέτα από πάνω, αλλά δεν μπόρεσε να φτάσει σε αυτές τις λίγες. Ένιωσε μια παράλογη επιθυμία να πάρει μια πετσέτα και να σκουπίσει το δέρμα του, να απορροφήσει τα υπολείμματα του λουτρού του. «Κάνατε μπάνιο χθες», είπε ξαφνικά, οι λέξεις ακούστηκαν σαν να έρχονταν από μεγάλη απόσταση. Πιάνοντας το βλέμμα της στον καθρέφτη, είπε: «Κάνω μπάνιο κάθε πρωί». Προφανώς ο άνθρωπος δεν ένιωθε καμία ντροπή. Γιατί ήταν τόσο έκπληκτη; Με μια πρόκληση σε αυτά τα σκοτεινά μάτια και ένα χαμόγελο, γύρισε να την κοιτάξει. Ήταν εξοικειωμένη με τη μορφή της ανατομίας ενός άντρα, παρόλο που ο σύζυγός της της είχε κάνει έρωτα με ευπρέπεια. Πάντα φορούσε νυχτικό. Είχε αισθανθεί, αλλά δεν είδε ποτέ… και ακόμα κι αν είχε δει, δεν σκέφτηκε ότι ο σύζυγός της ήταν πολύ… ελκυστικός. Ήταν η μόνη λέξη που θα μπορούσε να σκεφτεί για να περιγράψει αυτό που ο Τζακ Ντότζερ τόσο υπερήφανα έδειχνε. Κάθε κομμάτι της ύπαρξής του δεν ήταν παρά μια πρόσκληση για να επιδοθεί στην ακολασία. «Ω Θεέ μου», βγήκε από το στόμα της μαζί με μια τρεμουλιαστή ανάσα. Ξαφνικά το δωμάτιο άρχισε να περιστρέφεται, μαύρες κουκκίδες κάλυψαν το κέντρο του οπτικού της πεδίου, μέχρι που δεν έβλεπε τίποτα. «Ανάθεμα!» Με το ξυραφάκι να κάνει θόρυβο στο κύπελλο καθώς το άφησε, ο Τζακ άπλωσε τα χέρια προς την Ολίβια, με κάποιον τρόπο κατάφερε να την αρπάξει πριν πέσει στο πάτωμα. Πώς γινόταν μια γυναίκα που είχε παντρευτεί να τρελαινόταν στη θέα ενός γυμνού άντρα; Όμως καθώς τη σήκωσε στην αγκαλιά του και το κεφάλι της χτύπησε τον γυμνό ώμο του, συνειδητοποίησε ότι κάτι άλλο ήταν υπεύθυνο για τη λιποθυμία της. «Θεέ μου, καις».


Δίχως να φοράει τίποτε άλλο εκτός από το βαμβακερό νυχτικό της, ήταν ελαφρύτερη από την πρώτη φορά που την είχε μεταφέρει. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Απλώνοντας το χέρι για να καλέσει την υπηρέτρια, δίστασε. Πώς θα εξηγούσε τη γύμνια του αν η υπηρέτρια απαντούσε γρήγορα στο κάλεσμα; Αρπάζοντας μια πετσέτα καθώς περνούσε από το δωμάτιο και σκουπίζοντας τον αφρό από το πρόσωπό του, έτρεξε στο δωμάτιό του. Φορώντας το παντελόνι του και γλιστρώντας ένα πουκάμισο, αναρωτήθηκε αν αντιμετώπιζε κάποια ασθένεια από πριν. Δεν του άρεσε η σκέψη ότι θα μπορούσε να είχε κάνει άθλια τη ζωή μιας άρρωστης γυναίκας… ή ότι θα μπορούσε μάλιστα να είναι υπεύθυνος για την ασθένεια. Χθες το βράδυ έμοιαζε ξαναμμένη μόνο από το πάθος· σίγουρα θα το είχε παρατηρήσει αν ήταν άρρωστη. Κουμπωμένος και τακτοποιημένος, αποφάσισε ότι τα υπόλοιπα θα μπορούσαν να περιμένουν. Θα μπορούσε να εξηγήσει πως ήταν εν μέρει ντυμένος πολύ πιο εύκολα από όσο θα μπορούσε να εξηγήσει τη γύμνια. Με μεγάλα βήματα επέστρεψε στο υπνοδωμάτιό της και κάλεσε την υπηρέτρια. Ήταν ακόμα εντελώς αναίσθητη, αλλά όχι νεκρή. Χτύπησε το μάγουλό της. «Λίβι; Έλα τώρα, γλυκιά μου». «Συγγνώμη», μουρμούρισε. «Λυπάμαι πολύ». «Και θα έπρεπε να λυπάσαι, μπουκάροντας στο δωμάτιό μου έτσι». Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι είχε πάρει την απόφαση να έρθει στο κρεβάτι του. Το σώμα του, ανάθεμα την αδυναμία του, είχε αμέσως ανταποκριθεί. Τα ήπια χτυπήματά του δεν επανέφεραν την Ολίβια. Κροτάλισμα ήταν αυτό στο στήθος της; Φέρνοντας το αφτί του στο στήθος της, άκουσε έναν ακανόνιστο ήχο, αλλά δεν ήταν δυσάρεστος. Το πιο ενοχλητικό ήταν ότι λόγω του λεπτού υλικού αισθάνθηκε ξαφνικά για τα καλά την απαλότητα των μαστών της πάνω στο μάγουλό του. Η οικειότητα έκανε το στόμα του να στεγνώσει. Το στήθος της ήταν μικρότερο από της Πρου, αλλά, γαμώτο, είχε προκαλέσει έκρηξη στην επιθυμία του, σχεδόν κομματιάζοντας τον έλεγχό του. Η πόρτα άνοιξε και ο Τζακ αναπήδησε ένοχα, παίρνοντας έκφραση αδιαφορίας. Η κοπέλα αναστέναξε. «Τι κάνετε, κύριε Ντότζερ;» «Λιποθύμησε. Προσπαθώ να την επαναφέρω. Πρέπει να στείλουμε για τον γιατρό μου». «Έχει τον δικό της». Η καμαριέρα έσπευσε και άρχισε να χτυπά τα δάχτυλά της στα μάγουλα της Ολίβια. «Το έχω δοκιμάσει ήδη», της είπε.


«Καίγεται». Τον κοίταξε και συνειδητοποίησε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε πιστέψει ότι είχε κάνει κάτι που έκανε την κυρία της να λιποθυμήσει. Ή ίσως τον θεωρούσε υπεύθυνο για τον πυρετό της. Τον κατηγορούσαν για τόσο πολλά πράγματα, τι άλλαζε με ένα παραπάνω; «Μείνε μαζί της». Ξεκίνησε να βγαίνει από το δωμάτιο. «Θα φέρω έναν γιατρό». Ίσως να είχε τον δικό της, αλλά δεν θα φώναζε αυτόν. Ο Τζακ ήθελε κάποιον που να εμπιστεύεται. Δεν τον ένοιαζε να διερευνήσει τον ξαφνικό τρόμο που τον κατέλαβε στη σκέψη του να πεθάνει εκείνη. Η Ολίβια ξύπνησε αντικρίζοντας έναν άγγελο να αιωρείται πάνω από το κρεβάτι της. Τα ξανθά μαλλιά του σχημάτιζαν ένα φωτοστέφανο γύρω από το πρόσωπό του. Σε κάποιο μακρινό μέρος του μυαλού της συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να φοβάται που κάποιος ξένος ήταν στο υπνοδωμάτιό της, μα παρ’ όλα αυτά το χαμόγελό του ήταν τόσο ευγενικό, τόσο καθησυχαστικό, που το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να χαμογελάσει αδύναμα σε αντάλλαγμα. «Γεια σας», είπε απαλά. «Ποιος…» «Είμαι ο δρ Γκρέιβς. Ο κύριος Ντότζερ με φώναξε. Πώς αισθάνεστε;» Θυμήθηκε τώρα, θυμόταν τι είχε δει. «Ήταν γυμνός». «Αλήθεια;» Άκουσε έναν σκληρό ήχο… ήταν δυνατόν… κάποιος να καθαρίζει τον λαιμό του; «Υποψιάζομαι ότι πιθανώς ονειρευόσασταν», είπε ο γιατρός. Αγωνίστηκε να κουνήσει το κεφάλι της. «Όχι. Ποτέ δεν τον έχω ονειρευτεί να φαντάζει τόσο υπέροχος όσο τότε». Της φάνηκε σαν να αγωνιζόταν να μη γελάσει. «Ναι, λοιπόν, έχουμε πιο πιεστικές ανησυχίες. Πονάτε κάπου;» τη ρώτησε. «Παντού. Τόσο κουρασμένη». «Υποψιάζομαι ότι είστε. Πόσο καιρό αισθάνεστε αδιαθεσία;» «Από πάντα. Αλλά όχι τόσο ζεστή». «Ίσως ο πυρετός να σας κατέβαλε». Κούνησε το κεφάλι ή νόμιζε ότι το κούνησε. «Γιατί δεν κοιμάστε τώρα;» είπε. Αναστενάζοντας, έκλεισε τα μάτια της. «Ο Χένρι…» «Είναι μια χαρά». Ο άνθρωπος ήταν θαυμάσιος. Ήξερε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις πριν τις


κάνει. Και τα χέρια του ήταν απίστευτα ευγενή καθώς την πίεζε εδώ και εκεί. Τόσο απαλά. Ο Λάβινγκτον δεν ήταν ποτέ πολύ τρυφερός. Το να κάνει έρωτα ήταν πάντα μια δουλειά. Δεν είχε πει ποτέ γλυκά λόγια πριν και δεν είχε ψιθυρίσει κανένα στο σκοτάδι μετά. Μερικές φορές είχε την εντύπωση ότι ζητούσε συγγνώμη για το ότι έμπαινε μέσα της. Ερχόταν πάντοτε στο δωμάτιό της, γλιστρούσε στο κρεβάτι, βυθιζόταν μέσα της και έπειτα έφευγε, αφήνοντάς τη με μια μοναξιά που την πονούσε. Πάντα τόσο μόνη… «Λοιπόν», είπε ανυπόμονα ο Τζακ μόλις ο Γκρέιβς τελείωσε την εξέταση. «Υποψιάζομαι κάτι παρόμοιο με τη γρίπη». Ο Τζακ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται ενώ η καμαριέρα αναστέναξε. Καθόταν σε μια κοντινή καρέκλα για χάρη ευπρέπειας, για να δώσει μαρτυρία ότι δεν συνέβη κάτι άσχημο. Αρχικά είχε αντιταχθεί στην παρουσία του Τζακ, αλλά το μόνο που την έκανε να σωπάσει ήταν η υπενθύμιση ότι τώρα εκείνος πλήρωνε τον μισθό της. Αχ, ναι, με το να μοιράζεις χρήματα ερχόταν η εξουσία και η τάση των ανθρώπων να κοιτάζουν αλλού. «Θα πεθάνει;» ρώτησε ο Τζακ. Ο Γκρέιβς τον κοίταξε. «Είναι νέα. Δεν μπορώ να βεβαιώσω τη δύναμή της επειδή είναι τόσο λεπτή. Οι αριστοκρατικές γυναίκες τείνουν να τρώνε ελάχιστα. Έχουν τα μέσα για να αγοράσουν τρόφιμα και δεν το εκμεταλλεύονται. Θεωρούν ότι η όρεξη είναι κάτι χυδαίο». «Πρέπει λοιπόν να την ταΐσουμε;» «Αμφιβάλλω ότι θα έχει όρεξη να φάει, αλλά ναι, χρειάζεται τροφή όταν ξυπνά. Της έχω δώσει λίγο λάβδανο για να κοιμηθεί για λίγο. Θα αφήσω ένα κατάπλασμα, θα βοηθήσει να κατέβει ο πυρετός. Τα δροσερά λουτρά μπορεί επίσης να βοηθήσουν, αλλά στη συνέχεια θα πρέπει να φροντίσετε να μην κρυώσει». «Πώς μπορεί να μην κρυώσει με δροσερά μπάνια;» «Βλέπεις το δίλημμα. Το καλύτερο πράγμα είναι ίσως μόνο να αφήσουμε να κάνει τον κύκλο του». Ο Τζακ αισθάνθηκε τον θυμό και την απογοήτευση να φουντώνουν. «Σε κάλεσα γιατί υποτίθεται ότι είσαι τόσο καλός για να διαχειρίζεσαι τους αρρώστους…. και το καλύτερο που μπορείς να προσφέρεις είναι Ας δούμε πώς πηγαίνει;» «Όσο και να ήθελα να ήταν διαφορετικά, δεν υπάρχουν διορθωτικά μέτρα για αυτό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε εδώ. Λυπάμαι». «Είναι καλοκαίρι, για όνομα του Θεού. Νόμιζα ότι οι άνθρωποι αρρωσταίνουν


τον χειμώνα». «Περισσότεροι άνθρωποι είναι συνήθως άρρωστοι τον χειμώνα, αλλά η ασθένεια δεν κάνει διακοπές. Όταν οι συνθήκες είναι ώριμες, οι άνθρωποι αρρωσταίνουν. Είναι το πένθος. Μάλλον δεν τρώει, δεν κοιμάται. Η θλίψη συμβάλλει». Μόνο αν εμπλέκεται η αγάπη. Αυτό σημαίνει ότι αγαπούσε τον σύζυγό της, τον σύζυγό της που την είχε αφήσει μόλις με δύο χιλιάδες λίρες ετησίως; Τον σύζυγό της που ποτέ δεν τη φίλησε σωστά; Τι ωθούσε τους ανθρώπους να αγαπούν; Πώς ήταν αυτό το συναίσθημα; Ο Τζακ είχε αγαπήσει τη μητέρα του, αλλά ήταν δύσκολο να σκεφτεί κάποιον που αγάπησε από τότε. Ένιωθε απίστευτη τρυφερότητα για τη Φράνι, αλλά δεν ήταν αγάπη. «Θα τη φροντίσω εγώ», είπε η καμαριέρα της. «Δεν μπορείς να το κάνεις είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα», είπε απότομα ο Τζακ. «Θα προσλάβουμε νοσοκόμα». «Τα καλά νέα είναι ότι πρέπει να περάσει αρκετά γρήγορα. Ο πυρετός θα πρέπει να πέσει σε δύο ή τρεις ημέρες», είπε ο Γκρέιβς. Το Εάν πρόκειται να πέσει δεν ειπώθηκε. «Θα επιστρέψω για να την ελέγξω αύριο». Ο Γκρέιβς πήρε τη δυσοίωνη μαύρη τσάντα του. «Έλα πίσω απόψε», διέταξε ο Τζακ. «Έχω πολλούς ασθενείς…» «Πρόκειται να σου χτίσω ένα καταραμένο νοσοκομείο». «Επειδή έχασες ένα στοίχημα. Αυτό δεν με κάνει να σου χρωστάω». Το χειρότερο ήταν ότι ο Τζακ ήξερε ότι αν ο Λουκ το είχε ζητήσει, ο Γκρέιβς όχι μόνο θα επέστρεφε, αλλά δεν θα έφευγε ποτέ. Όλα τα παιδιά του Φίγκαν ήταν πιο πιστά στον Λουκ παρά στον Τζακ. Ζήλευαν τη σχέση του Τζακ με τον Φίγκαν. Ήταν ο γιος που δεν είχε ποτέ ο Φίγκαν, εκείνος που εμπιστευόταν αν κάτι έπρεπε να μείνει κρυφό. Όλοι ανησυχούσαν ότι ο Τζακ γνώριζε τα βαθύτερα, πιο σκοτεινά μυστικά τους. Δυστυχώς γι’ αυτούς, τα γνώριζε. Αλλά ποτέ δεν τους είχε διαφεντέψει με αυτό, ποτέ δεν τους είχε απειλήσει ότι θα εξέθετε όσα ήθελαν να μείνουν κρυφά. Όσο και αν δελεαζόταν από τον πειρασμό, δεν θα χρησιμοποιούσε αυτό που ήξερε τώρα. Προς χάρη του παιδιού που είχε χάσει ήδη τον πατέρα του, ο Τζακ κατάπιε την υπερηφάνεια του. «Σε παρακαλώ». «Θα προσπαθήσω. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να σου υποσχεθώ. Αλλά πραγματικά, μπορώ να κάνω λίγα πράγματα για αυτή και πολύ περισσότερα για άλλους».


Ο Τζακ ένευσε μελετώντας την ακίνητη μορφή της Ολίβια, προτιμώντας να περπατάει γύρω από το σπίτι, να τον χρεώνει για το ένα ή για άλλο πράγμα. «Νιώθεις ποτέ ότι παριστάνεις τον Θεό, διαλέγοντας και επιλέγοντας ποιος θα τραβήξει την προσοχή σου;» «Δεν θα δώσω απάντηση σε αυτή την ερώτηση». «Συγγνώμη. Ξέρω ότι είμαι δύσκολος». «Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι όταν κάποιος για τον οποίο νοιάζονται είναι άρρωστος». Ο Τζακ κάρφωσε τον Γκρέιβς. Ήταν στα πρόθυρα να αρνηθεί την κατηγορία, αλλά ο άνθρωπος είχε μια διερευνητική λάμψη στο μάτι του. Ήταν σαν να είχε την εκπληκτική ικανότητα να δει βαθιά σε ένα άτομο – χωρίς ιατρικά όργανα οποιουδήποτε είδους. «Εγώ ίσα που τη γνωρίζω», γέλασε ο Τζακ. «Δεν σημαίνει ότι δεν σε νοιάζει». Ο Γκρέιβς σήκωσε το χέρι του. «Ξέρω. Ξέρω. Σε ενδιαφέρει μόνο ο Τζακ Ντότζερ. Θα βρω έναν τρόπο να περάσω μέχρι το βράδυ». Πηγαίνοντας προς την πόρτα, σταμάτησε δίπλα στον Τζακ και ψιθύρισε χαμηλά: «Ίσως να ήθελες να κουμπώσεις το παντελόνι σου». Με ένα μουγκρητό ο Τζακ πήγε στο υπνοδωμάτιό του. Έπρεπε να τελειώσει το ντύσιμό του ούτως ή άλλως. Δεν ήταν σίγουρος ότι η καμαριέρα πίστεψε την ιστορία του ότι ντυνόταν όταν άκουσε έναν δυνατό γδούπο από το δωμάτιο της δούκισσας. Υποτίθεται ότι δεν είχε σημασία τι πίστευε κανείς. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να γίνει καλά. Καθισμένος στο γραφείο του στη βιβλιοθήκη, ο Τζακ ήταν αρκετά ικανοποιημένος με τα επιτεύγματα της ημέρας. Για να κρατήσει το μυαλό του μακριά από την Ολίβια, είχε αναλάβει πολλά καθήκοντα. Μίσθωσε μια νοσοκόμα, μια κυρία ονόματι Κολίν, για να προσέχει την Ολίβια κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η καμαριέρα επέμεινε ότι θα επαγρυπνούσε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ενώ έκανε συνεντεύξεις σε νοσοκόμες, έκανε και σε νταντάδες. Η νεαρή κυρία που προσέλαβε για να φροντίζει τον Χένρι ονομαζόταν Άιντα. Ήταν κοντή, με την κορυφή του κεφαλιού να φτάνει μέχρι τη μέση του στήθους του Τζακ – και αυτό με παπούτσια. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω σε έναν σοβαρό κότσο, αλλά τα γαλάζια μάτια της έλαμπαν από αγάπη, ακόμα και όταν απάντησε στις δύσκολες ερωτήσεις του Τζακ σχετικά με τη στάση της απέναντι στην τιμωρία. Δεν πίστευε στο να χτυπούν τα παιδιά. «Πώς θα τον κάνετε να συμπεριφερθεί καλά;»


«Με καλοσύνη». Σίγουρα όχι μια συμβατική προσέγγιση, αλλά, όμως, ο Τζακ δεν είχε φροντίσει να ακολουθεί συμβατική σοφία. Στα είκοσι, η εμπειρία της περιοριζόταν στην παρακολούθηση των νεότερων αδερφών της. Αλλά ο Τζακ αναγνώρισε μια ευγένεια στα μάτια της και του άρεσε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τον Χένρι και όπως του απαντούσε. Ο Χένρι ένιωσε άνετα μαζί της και το αγόρι φάνηκε να καταλαβαίνει ότι αν δεν ήταν ευχαριστημένος με κάτι, έπρεπε να διακόψει τον Τζακ ανά πάσα στιγμή και να του το πει. Έτσι, με το θέμα της νταντάς φροντισμένο, ο Τζακ ήταν σε θέση να επικεντρωθεί στα οικονομικά θέματα, αλλά ξαφνικά τίποτα δεν φαινόταν να λειτουργεί. Δεν πίστευε ότι είχε να κάνει με τους αριθμούς των βιβλίων, αλλά με το γεγονός ότι ανησυχούσε για την Ολίβια. Κοντά στα μεσάνυχτα, όταν έπρεπε να πάει στη λέσχη για να δει τα πράγματα εκεί, πήγε αντ’ αυτού στο δωμάτιο της Ολίβια. Έχοντας επίγνωση της αφοσίωσής της στη σωστή συμπεριφορά, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, εκτός από μια λάμπα με χαμηλή φλόγα που ήταν στο κομοδίνο. Η νοσοκόμα σηκώθηκε. «Πώς είναι;» ρώτησε ο Τζακ. «Ακόμα έχει πυρετό. Μουρμουρίζει πολύ. Αλλά νομίζω ότι είναι άνετα. Θα μετακινηθώ εδώ στη γωνία αν θέλετε μια ιδιαίτερη στιγμή». Αναρωτήθηκε σχεδόν γιατί θα χρειαζόταν μια ιδιαίτερη στιγμή με την Ολίβια. Είχε τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Θα μπορούσε να φύγει τώρα. Αλλά βρήκε τον εαυτό του να κουνά το κεφάλι προτού το σκεφτεί. «Ναι, ευχαριστώ». Πήρε το βελούδινο σκαμπό που βρισκόταν κοντά στην τουαλέτα της, το έβαλε δίπλα στο κρεβάτι και κάθισε. Τόσο μεγάλη ήταν η ανησυχία του για την Ολίβια νωρίτερα, που είχε μόλις παρατηρήσει το δωμάτιο, την αίθουσα που του είχε ζητήσει να μην μπει. Κοιτάζοντας γρήγορα, δεν μπόρεσε να δει τίποτε ασυνήθιστο, τίποτα που θα μπορούσε να την ντροπιάσει ή που θα ήθελε να κρατήσει μυστικό. Ίσως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από το ότι αυτό το δωμάτιο ήταν το ιερό της και δεν ήθελε να εισβάλουν όμοιοι του Τζακ Ντότζερ μέσα. Δεν έπρεπε, λοιπόν, να αρρωστήσει. Σκεφτόταν να πάρει το χέρι της, αλλά η κίνηση φαινόταν πιο οικεία από το φιλί. Δεν ήξερε καν γιατί ήταν εκεί. Θα μπορούσε να κάνει λίγα γι’ αυτή – αλλά αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει κάτι. Μισούσε το συναίσθημα να μην έχει κανέναν έλεγχο στην κατάσταση. Δεν βοηθούσε ότι τα διαβολεμένα ρολόγια χτυπούσαν… Κοίταξε στο κομοδίνο. Ένα ρολόι με φτερωτά χερουβείμ σήμανε το πέρασμα


του χρόνου. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να δημιουργήσει έναν τέτοιο σαματά. Περιστρέφοντας το κεφάλι, κοίταξε στη γωνία και ανακάλυψε ότι τα ρολόγια που είχε αφαιρέσει από τη βιβλιοθήκη ήταν σε ένα μικρό τραπέζι καλυμμένο με δαντέλες. Γιατί ήταν τόσο πολύτιμα γι’ αυτή; Γύρισε πίσω και τη μελέτησε. Φαινόταν να αναπαύεται. Έριξε το βλέμμα του προς τη νοσοκόμα. Καθόταν δίπλα στο τζάκι, με το προφίλ της να επικεντρώνεται στο πλέξιμό της. Υποψιάστηκε ότι θα το πρόσεχε αν δεν έκανε κάτι που δεν ήταν ευγενικό, αλλά ήταν αρκετά μακριά για να μην ακούσει αν ψιθύριζε. Όχι ότι ήθελε να ψιθυρίσει κάτι στη δούκισσα. Υπήρχαν αρκετά πράγματα που ήθελε να φωνάξει σε αυτή. Ήταν πραγματικά ενοχλητικό για αυτόν. Ήταν καταραμένα εξοργιστικό. Χρειαζόταν να γίνει καλά και γρήγορα. Δεν είχε χρόνο να σπαταλάει φροντίζοντάς τη και ο γιος της ανησυχούσε, οπότε ο Τζακ έπρεπε να κλέψει χρόνο από τις δουλειές του –χρόνο που δεν μπορούσε να χάσει– για να καθησυχάσει τον Χένρι. Έπρεπε να φροντίσει τα θέματα εδώ και στην επιχείρησή του. Δεν είχε την υπομονή για αυτή την ανοησία. Εντούτοις, έβαλε τους αγκώνες στα γόνατά του και έσκυψε ελαφρώς προς τα εμπρός. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τον γιο σου», είπε με χαμηλή φωνή. «Έχει τώρα μια σωστή νταντά. Η κόμισσα Κλέιμπουρν με βοήθησε να τη βρω». Αυτό ήταν ενοχλητικό επίσης: το να ζητά από την Κάθριν βοήθεια. Ο Τζακ ήταν συνηθισμένος να φροντίζει τα πράγματα μόνος του, αλλά δεν ήταν τόσο εξοικειωμένος με αυτόν τον κόσμο όσο ήταν με τον δικό του. Δεν ήθελε να απογοητεύσει την Ολίβια κάνοντας κακή επιλογή. Και αυτό ήταν ενοχλητικό: ότι νοιαζόταν για την ευχαρίστησή της. «Θα την εγκρίνεις τη νέα νταντά. Το όνομά της είναι Άιντα. Του Χένρι του αρέσει αρκετά». Τα μάτια της Ολίβια πετάρισαν. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν είχε την πρόθεση να την ξυπνήσει. Εξάλλου, ήταν ειδικευμένος στο ψέμα. Αλλά ήθελε να ξυπνήσει, ήθελε να δει ο ίδιος ότι η ζωή παρέμενε στα χρυσά μάτια. Ήθελε να τα κοιτάξει ξανά. «Πώς νιώθεις;» ρώτησε. Τα μάτια της έκλεισαν σύντομα, σαν να έβαλε όλη της τη δύναμη να απαντήσει. «Κουρασμένη». Σκέφτηκε να αγγίξει το μέτωπό της για να ελέγξει τον πυρετό, αλλά είδε το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλά της, τον ιδρώτα στο δέρμα της. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι είχε ακόμα πυρετό. «Ο Χένρι;» ψιθύρισε.


«Είναι καλά. Τώρα κοιμάται». «Ώρα;» «Λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Μπορώ να σου πω την ακριβή ώρα αν θέλεις. Έχεις όλα τα καταραμένα ρολόγια εδώ». Μια γωνία του στόματός της άνοιξε σε ένα αδύναμο χαμόγελο. «Τα έδωσα… σε αυτόν». «Έδωσες στον Λάβινγκτον όλα τα ρολόγια;» Κοίταξε ελαφρώς. Καθόλου περίεργο που είχε αναστατωθεί που ο Τζακ είχε υποτιμήσει την πολύτιμη συλλογή. «Έλεγε πάντα ότι ο χρόνος ήταν ο εχθρός του». Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. «Προσπάθησα να τον κάνω να δει ότι δεν ήταν έτσι. Αλλά υποστήριξε ότι υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να κάνει. Πράγματα που έπρεπε να ρυθμιστούν σωστά». «Τι πράγματα;» Κούνησε αργά το κεφάλι της, έκλεισε τα μάτια και τα άνοιξε. «Δεν έλεγε. Τα μυστικά του». Ο Τζακ δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί αν κάποιο από αυτά τα μυστικά τον αφορούσαν. Κοίταξε ξανά το δωμάτιο. Τίποτα δεν φαινόταν οικείο, αλλά θα μπορούσε να είχε αλλάξει όσο και το Λονδίνο. Ο άνθρωπος που τον είχε πάρει του είχε δώσει ένα δωμάτιο δίπλα στο δικό του, αλλά ο Τζακ νόμιζε ότι δεν ήταν αυτό. «Λυπάμαι», είπε βραχνά. Την κοίταξε πάλι, για ελάχιστες στιγμές φοβήθηκε ότι είχε τη δυνατότητα να διαβάσει το μυαλό του, να γνωρίσει τους σκοτεινούς δρόμους στους οποίους είχαν ταξιδέψει οι σκέψεις του. Έτσι η γλώσσα του ήταν λίγο πιο έντονη από όσο σκόπευε όταν μίλησε τελικά. «Για ποιο πράγμα ζητάς συνέχεια συγγνώμη; Τι έκανες που να απαιτεί αιώνια συγγνώμη;» «Ο Λάβινγκτον. Τον σκότωσα».


Κεφάλαιο 13 Ο Τζακ κοίταξε την Ολίβια. Έκλεισε τα μάτια της μόλις είπε τις λέξεις, λες και η παραδοχή να είχε χρησιμοποιήσει όλη την υπόλοιπη δύναμή της. Νόμιζε ότι πέθαινε και χρειαζόταν μια εξομολόγηση πριν από τον θάνατο; Γιατί είχε πει κάτι τέτοιο; Αν ξαφνικά σηκωνόταν από το κρεβάτι, έβγαζε όλα τα ρούχα της και έτρεχε μέσα στους δρόμους του Λονδίνου ολόγυμνη, ο Τζακ θα ήταν λιγότερο έκπληκτος. Ένας ήχος τον ξάφνιασε, το σώμα του τσιτώθηκε και εκνευρίστηκε. Η νοσοκόμα στεκόταν στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Έπρεπε όλοι να τριγυρίζουν γύρω γύρω αθόρυβα; Θα απαιτούσε να μπουν κουδούνια πάνω στα ρούχα όλων, ώστε να γνωρίζει πότε πλησιάζουν. «Ήταν ξύπνια;» ρώτησε. «Για ένα λεπτό». «Της δώσατε τίποτα για να πιει;» «Όχι». Η Κολίν τον κοίταξε σαν να είχε αποκαλύψει ότι ενδιαφερόταν περισσότερο να ανοίξει τα κουμπιά της Ολίβια παρά να φροντίσει για την άνεσή της. Πέρασε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Άγγιξε με τα δάχτυλά της το φρύδι της Ολίβια. Εκείνη μουρμούρισε ασυνάρτητα. «Θεέ μου, ψήνεται». Αυτό σήμαινε ότι η ομολογία της ήταν μάλλον το αποτέλεσμα παραληρήματος. Θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί από ένα όνειρο, έναν εφιάλτη, μια κρυφή επιθυμία για τον προηγούμενο σύζυγό της να πεθάνει, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί έναν νεότερο. Εκείνος κρυφογέλασε. Το τελευταίο ήταν απίθανο. Ήταν σε θέση τώρα να παντρευτεί έναν νεότερο άντρα και απέρριψε τις προσπάθειες του Τζακ να της προξενέψει κάποιον. Φυσικά, το γεγονός ότι δεν φαινόταν να θέλει να παντρευτεί δεν σήμαινε ότι δεν ήθελε να ελευθερωθεί από τον σύζυγό της. Αλλά να τον σκοτώσει; Δεν φαινόταν αιμοδιψής τύπος. Η Κολίν άπλωσε το χέρι να καλέσει την υπηρέτρια. «Τι κάνεις;» ρώτησε ο Τζακ. «Θα τη βάλω σε κρύο νερό. Πρέπει να κατεβάσω τον πυρετό». Εκείνος ένευσε. «Ετοίμασέ το αμέσως. Θα τη βάλω εγώ στην μπανιέρα».


«Αυτό δεν είναι σωστό». «Στα τσακίδια ο καθωσπρεπισμός. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να περπατήσει μόνη της. Κι εσύ δεν είσαι αρκετά δυνατή για να τη μεταφέρεις. Και σίγουρα δεν πρόκειται να αφήσω έναν από τους άντρες υπηρέτες να το κάνει. Σε πληρώνω, θα κάνεις ό,τι λέω. Ετοίμασε το λουτρό». «Μάλιστα, κύριε». Λίγα λεπτά αργότερα, επικράτησε μια αναταραχή δραστηριότητας, καθώς οι καμαριέρες έτρεχαν πάνω κάτω, ανανεώνοντας το νερό και τον πάγο κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Μπριτλς. Ο Τζακ αναρωτήθηκε αν ο μπάτλερ κοιμόταν με τα ρούχα του, καθώς πάντα φαινόταν έτοιμος να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κατάσταση προέκυπτε. Ίσως ήταν μόνο ότι ανησυχούσαν όλοι για τη δούκισσα και επαγρυπνούσαν στα αντίστοιχα μέρη του σπιτιού. Ο Τζακ έβγαλε το σακάκι του και γύρισε για να το πετάξει σε μια κοντινή καρέκλα. Ήταν τότε που παρατήρησε τη λάμψη από τις ξανθές μπούκλες στην πόρτα. Γυρίζοντας τα μανίκια του, κατευθύνθηκε στον διάδρομο. Ο νεαρός Χένρι ήταν κουλουριασμένος δίπλα στην πόρτα, με την πλάτη του να πιέζει τον τοίχο, κρατώντας το κουτάβι κοντά του, με τον φόβο στα μάτια του. Είχε προφανώς ακούσει την αναταραχή και περίμενε το χειρότερο. Ο Τζακ υπέθεσε ότι παρόμοια αναταραχή θα είχε συμβεί και τη νύχτα που πέθανε ο δούκας. Ο Τζακ έσκυψε μπροστά στο αγόρι. «Θα γίνει καλά, μικρέ». «Μπ… μπορώ να τη δω;» «Θα ήταν καλύτερα όχι, τουλάχιστον για τώρα. Ποτέ δεν θα με συγχωρούσε αν αρρώσταινες κι εσύ». Ο Τζακ δεν είχε καθόλου χρόνο να αναρωτηθεί γιατί ανησυχούσε με την ιδέα ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι που δεν θα του συγχωρούσε. «Τι γίνεται αν π… πεθάνει;» «Δεν θα πεθάνει, μικρέ. Σ’ το υπόσχομαι και ο Τζακ Ντότζερ είναι ένας άνθρωπος που κρατά τις υποσχέσεις του. Ρώτησε όποιον θέλεις». «Ποιον;» Ο Τζακ χαμογέλασε. «Κανέναν που να ξέρεις, ευτυχώς». Χτύπησε μαλακά τον ώμο του αγοριού. «Τώρα πήγαινε ξανά στο κρεβάτι, έτσι μπορώ να πάω να δω τη μαμά σου». Με ένα νεύμα, το αγόρι σηκώθηκε και άρχισε να πηγαίνει πίσω στο δωμάτιό του. Η νταντά του τον περίμενε στην πόρτα. Αγκάλιασε τον Χένρι όταν την έφτασε και ο Τζακ αισθάνθηκε πιο σίγουρος ότι επέλεξε τη σωστή γυναίκα για το παιδί. Ξεδίπλωσε το σώμα του και επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο της


δούκισσας. «Είναι έτοιμο», είπε η Κολίν. Άνοιξε γρήγορα το γιλέκο του και το έριξε πάνω στο σακάκι. Στη συνέχεια ακολούθησε η γραβάτα του. Περπάτησε στο κρεβάτι και πέταξε πίσω τα σκεπάσματα. Η Ολίβια ήταν σεμνά ντυμένη, με το νυχτικό της γύρω από τα γόνατά της. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στην γκαρνταρόμπα. Δίστασε. Από το νερό δεν ανέβαινε ατμός. Ο πάγος επέπλεε στην επιφάνειά του. Ήταν εξοικειωμένος με τη δυσάρεστη αίσθηση ενός ψυχρού λουτρού. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε βυθιστεί σε κρύο νερό στη φυλακή και τρίφτηκε χωρίς οίκτο, αλλά δεν ήταν μια εμπειρία που ξεχνιόταν εύκολα. «Κύριε, είναι για το δικό της καλό», είπε η Κολίν ήσυχα. Λες και ο Τζακ ήταν ένας άνθρωπος που νοιαζόταν για την άνεση των άλλων, κάτι που σίγουρα δεν ίσχυε. «Σωστά». Πήγε στην μπανιέρα, πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ήταν εκείνος που επρόκειτο να βυθιστεί και την έβαλε στο νερό. Η Ολίβια πετάχτηκε ξύπνια με ένα ξάφνιασμα. Είχε καλυφθεί με ζεστασιά, άνεση, ασφάλεια και ξαφνικά βυθίστηκε σε παγωμένο νερό. Ήταν κρύο, τόσο πολύ κρύο. Κομμάτια από πάγο χτυπούσαν μεταξύ τους. Στρίγκλισε, χτυπήθηκε, έχωσε τα νύχια της, πολέμησε για να ελευθερωθεί, ακόμα και όταν το σώμα της βυθίστηκε κάτω από το νερό και το μαλακό νυχτικό της επέπλευσε γύρω της. «Ολίβια». Κάποιος άρπαξε τους καρπούς της, τους κράτησε στη θέση τους με ένα χέρι τόσο δυνατό όσο το σίδερο, ενώ το άλλο χέρι άρπαξε το πίσω μέρος του κεφαλιού της. «Ολίβια. Ολίβια! Θέλεις να τρομάξεις τον Χένρι;» Έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας τον Τζακ. Εκείνη τη στιγμή τον μισούσε. «Εί… είναι κρύο». Απελευθέρωσε τους καρπούς της και κράτησε το πρόσωπό της. Το χέρι του ήταν ζεστό, τόσο ζεστό. Ήθελε να χώσει ολόκληρο το σώμα της σε αυτό. «Το ξέρω, αλλά πρέπει να κατεβάσουμε τον πυρετό σου, γλύκα», είπε. Τρέμοντας ένευσε. Πέφτοντας στο πάτωμα, κάθισε δίπλα στην μπανιέρα, λες και το να είναι στην γκαρνταρόμπα ενώ ήταν εκείνη μέσα ήταν κάτι πρέπον. Δεν ήταν και ήθελε να φύγει, αλλά περισσότερο ήθελε να μείνει. «Σκέψου κάτι άλλο», τη διέταξε. «Σ… σαν τ… τι;» «Τα ρολόγια. Σου αρέσουν τα ρολόγια;» Κούνησε το κεφάλι, με τα δόντια της να χτυπάνε. «Θα σου αγοράσω ένα ρολόι για κάθε λεπτό που θα μείνεις στην μπανιέρα».


«Δ… δεν μ… μου α… αρέσουν τ… τόσο πολύ». Γέλασε αφήνοντας έναν βαθύ ήχο. «Χαίρομαι που κ… κάποιος διασκεδάζει», τραύλισε. «Δεν διασκεδάζω». Κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Το μόνο άλλο άτομο ήταν η νοσοκόμα. Ποιο ήταν αλήθεια το όνομά της; Χόρευε στην άκρη του μυαλού της. Η νοσοκόμα έσκυψε στην άλλη πλευρά της μπανιέρας. «Μόνο μερικά λεπτά, Εξοχότατη». Η Ολίβια ένευσε. Ήταν δυστυχισμένη, τόσο δυστυχισμένη. «Σκέψου πόσο υπέροχα θα είναι όταν βγεις», είπε ο Τζακ. Η Ολίβια κούνησε το κεφάλι της. «Θα με κρατήσετε και πάλι; Είστε τόσο άνετος και ζεστός». Της ξέφυγε ένα ελαφρύ γέλιο. «Ανόητο να θέλω να είμαι ζεστή όταν αυτό είναι που με έφτασε εδώ εξαρχής». «Όταν βγεις έξω, θα έχεις μια ζεστή σούπα», είπε. «Δεν τρως αρκετά, Ολίβια». «Πώς τ… το ξέρετε;» «Σε έχω μεταφέρει τρεις φορές μέχρι τώρα και είσαι ίχνος γυναίκας». Ήταν σίγουρη ότι κατάφερε να την προσβάλει, αλλά πραγματικά δεν την ένοιαζε. «Π… πονάει». Άρπαξε τα άκρα της μπανιέρας. «Ορίστε». Έβαλε το χέρι του κάτω από το δικό της. «Πίεσε το χέρι μου». «Μπορεί να σπ… σπάσω κό… κόκαλα». «Θα ξαναφτιάξουν. Έλα, σφίξε». Το έκανε σφίγγοντας το χέρι του, σφίγγοντας τα μάτια της κλειστά, σφίγγοντας, σφίγγοντας, σφίγγοντας. «Μ… μιλήστε μου». «Για τι;» ρώτησε. «Την παιδική σας ηλικία. Π… πείτε μου μια ιστορία. Ο αντίχειράς σας». «Γιατί όλοι τρελαίνονται με τον αντίχειρά μου;» «Τ… τι κλέψατε;» Τρυφερά έδιωξε μερικά μαλλιά πίσω από το πρόσωπό της. «Τίποτα». «Ήσαστε αθώος;» «Για το συγκεκριμένο έγκλημα, ναι. Αλλά ήμουν αρκετά ένοχος για άλλα, για τα οποία πήρα την τιμωρία που μου άξιζε». «Ορίστε, Εξοχότατη», είπε η νοσοκόμα, πιέζοντας ένα τυλιγμένο πανί στο στόμα της Ολίβια. «Πρέπει να σφίξετε αυτό, πριν δαγκώσετε τη γλώσσα σας». Έκανε ό,τι της είπε και στη συνέχεια έβγαλε ένα μουρμουρητό: «Μιλήστε». Αναστέναξε σαν να μην είχε περισσότερη υπομονή γι’ αυτή, αλλά μετά είπε: «Ήταν ο Κλέιμπουρν. Προσπάθησε να κλέψει ένα κεφάλι τυριού. Πάντα θέλεις


να κλέψεις κάτι μικρό, που μπορείς να κρύψεις στην τσέπη σου ή εύκολα να δώσεις σε κάποιον άλλο χωρίς να σε δουν. Αλλά βλακωδώς ήθελε το τυρί. Επέστρεψα και προσπάθησα να τον ελευθερώσω από τον μπακάλη και το μόνο που κατάφερα ήταν να πιαστώ εγώ. Ήταν η μόνη φορά που με έπιασαν, παρεμπιπτόντως». Έμοιαζε τόσο υπερήφανος για αυτό το επίτευγμα. Ένευσε παροτρύνοντάς τον να συνεχίσει. Όταν μιλούσε, χανόταν στην τραχιά φωνή του και σχεδόν ξεχνούσε την απίστευτη αγωνία στην οποία βρισκόταν. «Ήμουν δέκα. Μας καταδίκασαν σε τρεις μήνες στη φυλακή. Όταν μας απελευθέρωσαν, επιστρέψαμε στη ζωή μας στον δρόμο, λίγο πιο σοφοί και λίγο πιο προσεκτικοί. Η Φράνι ήταν η μικρή μας μητέρα. Είναι μικρότερη από τους περισσότερους από εμάς, αλλά φρόντιζε τις κακοτοπιές μας. Και νομίζω ότι έμεινες αρκετά σε αυτό το μπάνιο». «Ένα λεπτό ακόμα», είπε η νοσοκόμα. Η Ολίβια τη μισούσε, μισούσε τον Τζακ για την πρόσληψή της. «Μελανιάζει», είπε. «Αρκετά». «Όχι, κύριε». «Αρκετά», είπε με εκείνη την ενοχλητική φωνή που σήμαινε ότι νόμιζε ότι ήταν κύριος. Το μισούσε αυτό. Της άρεσε που ένα χέρι μπήκε κάτω από τα γόνατά της, το άλλο πίσω από τους ώμους της και έπειτα τη σήκωσε με έναν αναστεναγμό. Ίσως δεν ήταν τόσο ελαφριά τελικά. Την έβαλε σε μια καρέκλα. «Πιάσε τις πετσέτες». «Θα τη φροντίσω εγώ, κύριε», είπε η νοσοκόμα. Ο Τζακ έκανε πίσω και η Ολίβια είδε ότι το πουκάμισό του ήταν σχεδόν τόσο μούσκεμα όσο κι εκείνη. «Πάω στη λέσχη μου», είπε. «Πείτε μου αν με χρειαστείτε». Η Ολίβια σχεδόν του υπενθύμισε ότι χρειαζόταν να την κρατήσει, να τη ζεστάνει, αλλά το ύφασμα ήταν ακόμα στο στόμα της και φοβόταν ότι αν το αφαιρούσε, θα δάγκωνε τη γλώσσα της. Η νοσοκόμα προσπαθούσε να τη βοηθήσει να βγάλει το νυχτικό και ήταν αρκετά σίγουρη ότι θα ζεσταινόταν ξανά σύντομα. Αλλά ακόμα δεν μπορούσε να αρνηθεί την απογοήτευση ότι δεν ήταν ο Τζακ εκείνος που θα τη ζέσταινε. Καθώς ο Τζακ έβγαζε τα βρεγμένα ρούχα του, ήταν αποφασισμένος να φύγει από το σπίτι το συντομότερο δυνατόν. Δεν είχε υποσχεθεί στην Ολίβια ότι θα την κρατούσε, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει το αίτημά της από το μυαλό του. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι ήταν άρρωστη, σε ντελίριο, πιθανότατα δεν ήξερε τι έλεγε. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ίσως ήταν το να την κρατήσει


εκείνος. Παίρνοντας τα στεγνά ρούχα του, την είδε ξανά να τρέμει στην μπανιέρα. Το να την αναγκάσει να παραμείνει στο κρύο νερό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Ανατριχίλα ψύχους είχε εμφανιστεί στο δέρμα της. Οι σκούρες θηλές της είχαν σκληρύνει. Ήξερε ότι ήταν σκούρες επειδή ξεχώρισαν μέσα από το αραχνοΰφαντο νυχτικό της. Ευτυχώς, ήταν πάρα πολύ άρρωστη για να παρατηρήσει ότι γνώριζε καλά κάθε πτυχή του βρεγμένου σώματός της. Μόλις άρχισε να τρέμει, ήθελε να την πάει πίσω στο κρεβάτι. Αλλά είχε υποσχεθεί στον Χένρι ότι δεν θα πέθαινε και αν η νοσοκόμα θεώρησε ότι χρειαζόταν ένα κρύο μπάνιο, θα είχε ένα κρύο μπάνιο. Έτριψε το φρύδι του. Τι τον είχε κάνει αλήθεια να υποσχεθεί κάτι τέτοιο; Άνοιξε διάπλατα την πόρτα του και βγήκε στον διάδρομο… «Π… πέθανε;» Ο Τζακ γύρισε. Ο Χένρι βρισκόταν εκεί με το νυχτικό του, φαινόταν τόσο μικρός και φοβισμένος, με τα μάτια του ορθάνοιχτα. «Όχι, μικρέ». Περπάτησε και έσκυψε μπροστά του. «Θα γίνει καλά. Πού είναι η νταντά σου;» «Κοιμάται». Ο Χένρι κοίταξε την πόρτα και μετά τον Τζακ. «Δεν μπορείς να τη δεις ακόμα, μικρέ. Θέλεις να καθίσεις λίγο έξω από το δωμάτιό της;» Κούνησε το κεφάλι του. Ο Τζακ κάθισε στο πάτωμα με την πλάτη του στον τοίχο. Ο Χένρι πάνω στην αγκαλιά του, πιέζοντας το πρόσωπό του στο στήθος του Τζακ. «Θα γίνει καλά, μικρέ. Θα γίνει». Κάθισαν στην ησυχία για μια στιγμή πριν ο Τζακ πει: «Μπορείς να πιπιλίσεις το δάχτυλό σου αν θέλεις». Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του. «Ορίστε». Ο Τζακ έβαλε το χέρι του στην τσέπη του, έβγαλε το μενταγιόν του και το έδωσε στον Χένρι. «Κράτα το για καλή τύχη». Το μικρό χέρι του Χένρι το έσφιξε. «Ξέρεις τον λόρδο Κλέιμπουρν;» ρώτησε ο Τζακ. Ο Χένρι τον κοίταξε. «Όχι». Η φωνή του ήταν τόσο μαλακή, σαν να φοβόταν μην ενοχλήσει τη μητέρα του, που ο Τζακ σχεδόν δεν τον άκουγε. «Λοιπόν, υποψιάζομαι ότι θα τον γνωρίσεις κάποια μέρα. Έζησα για έναν καιρό με τον προηγούμενο λόρδο Κλέιμπουρν. Μια μέρα προσπαθούσα να αποφασίσω αν ήθελα να το σκάσω. Στεκόμουν στην πίσω πόρτα, κοιτάζοντας το μενταγιόν μου, όταν με πλησίασε ο πατέρας σου».


Τα χρυσά μάτια του Χένρι άνοιξαν διάπλατα. «Αυτό ήταν πριν από χρόνια», είπε ο Τζακ. «Πριν γεννηθείς. Νόμιζε ότι το έκλεψα, αλλά του είπα ότι η μαμά μου μου το έδωσε…» άρχισε να εξηγεί στον μικρό. Ο Τζακ θυμόταν εκείνη την ημέρα σαν να ήταν χθες. «Θα σου δώσω ένα σελίνι για να το δω», είπε ο Λάβινγκτον. «Γιατί ενδιαφέρεσαι;» «Μια κοπέλα που ήξερα κάποτε φορούσε ένα μενταγιόν που έμοιαζε πολύ με αυτό». Του Τζακ δεν του άρεσε. Δεν εμπιστευόταν κανέναν με πράσινα μάτια. Του θύμιζαν τον άνθρωπο που τον είχε βλάψει πολύ καιρό πριν. Αλλά πού ήταν το κακό να πάρει ένα νόμισμα; «Μια κορόνα». Ο άντρας χαμογέλασε. «Είσαι διαπραγματευτής. Στο κάτω κάτω, πρόκειται για μια συμφωνία». Έδωσε στον Τζακ την κορόνα και μόλις την κράτησε στο χέρι του, ήθελε να τρέξει. Να πάρει το νόμισμα και να εξαφανιστεί. Αντ’ αυτού, νιώθοντας ένα σφίξιμο στον λαιμό του που νόμιζε ότι μπορούσε να τον πνίξει, έδωσε το πολύτιμο απόκτημά του. Ο δούκας άνοιξε σιγά-σιγά το μενταγιόν και μελέτησε τη μικρογραφία για πολλή ώρα. Μετά το έκλεισε και το έδωσε πίσω στον Τζακ. «Είναι ένα πολύ όμορφο μενταγιόν, αλλά όχι αυτό που θυμόμουν». Ο Τζακ πήρε το μενταγιόν και χαμογέλασε. «Ευχαριστώ για την κορόνα». «Σκέφτεσαι να φύγεις;» «Δεν νομίζω ότι είναι δική σας δουλειά». «Ο κόμης σου προσφέρει μια ευκαιρία εδώ που δίνεται σε λίγους όπως εσύ. Αν δεν θέλεις να μάθεις από αυτόν, ίσως να είσαι διατεθειμένος να μάθεις από μένα». «Δεν προσφέρεις τίποτα που να θέλω. Εκτός αυτού, κάνεις λάθος. Δεν σκοπεύω να φύγω. Οι φίλοι μου είναι εδώ. Θα μείνω». «Μπράβο, μικρέ. Μπράβο σου». Μέχρι ο Τζακ να ολοκληρώσει την ιστορία του, ο Χένρι είχε αποκοιμηθεί. Ο Τζακ προσεκτικά έβγαλε το μενταγιόν από το μικροσκοπικό χέρι, το άνοιξε και κοίταξε τη μικρογραφία της μητέρας του. Είχε σκούρα μαλλιά και μάτια – όπως εκείνος. Πάντα τη θεωρούσε όμορφη. Οι σκέψεις του συνέχισαν να επιστρέφουν στον άνθρωπο που τον είχε αγοράσει. Ήταν πιθανόν να ήταν ο Λάβινγκτον; Αυτό θα εξηγούσε γιατί το μενταγιόν του φάνηκε γνωστό. Ο άντρας που τον αγόρασε στεκόταν κοντά όταν


η μητέρα του Τζακ του το έδωσε καθώς έλεγε αντίο. Όχι, ο Τζακ αρνήθηκε να πιστέψει ότι ο Λάβινγκτον ήταν αυτός ο άνθρωπος. Θα μπορούσε να τρελαθεί στη σκέψη ότι εκείνος άγγιζε τη Λίβι, ήταν ο πατέρας του Χένρι. Κάτι άλλο υπήρχε πίσω από τη διαθήκη. Αλλά πώς στα κομμάτια ο Τζακ θα το ανακάλυπτε; Και γιατί είχε την αίσθηση ότι ήταν σημαντικό να το μάθει; Θα έπρεπε να το αφήσει όπως ήταν, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ότι του διέφευγε κάτι σημαντικό. Ο Λάβινγκτον είχε πει στην Ολίβια ότι είχε να φροντίσει κάτι. Ο Τζακ αναρωτήθηκε αν και αυτός είχε κληρονομήσει αυτό το καθήκον. Απλώς δεν ήξερε τι ήταν ακόμα. Ο χρόνος πέρασε. Μερικές φορές η Ολίβια κρύωνε, έτρεμε και άλλες φορές ήταν τόσο ζεστή που σκεφτόταν ότι καιγόταν. Ο Τζακ δεν επέστρεψε ποτέ να δει αν ήταν καλά. Εκείνη θεώρησε ότι είχε χάσει το ενδιαφέρον του, αφού συνειδητοποίησε ότι θα επιζούσε και θα ήταν εκεί για να διαχειριστεί το νοικοκυριό του. Της έλειπε ο Χένρι, αλλά ήξερε ότι θα τον φόβιζε αν την έβλεπε τόσο αδύναμη. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ ο αγγελικός γιατρός ερχόταν να δει τι έκανε. Οι επισκέψεις του της έδιναν τη δυνατότητα να παρακολουθεί το πέρασμα των ημερών. Την τρίτη νύχτα τελικά έπεσε ο πυρετός της και φάνηκε πολύ ευχαριστημένος όταν έφτασε το πρωί και την είδε να κάθεται στο κρεβάτι. «Δεν είστε ο κανονικός γιατρός μου», είπε. Ήταν εξαντλημένη, αλλά αισθανόταν πολύ καλύτερα. Ήταν φρεσκοπλυμένη, φορώντας ένα καθαρό νυχτικό. Τα κλινοσκεπάσματα είχαν αλλαχθεί. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, το φως του ήλιου έρρεε μέσα και η οσμή της αρρώστιας εξασθενούσε. «Όχι, δεν είμαι. Είμαι φίλος του Τζακ Ντότζερ», είπε ο δρ Γκρέιβς. «Φαίνεστε πολύ αξιοσέβαστος να είστε φίλος του». Ο δρ Γκρέιβς χαμογέλασε. «Τον ήξερα όταν ήμουν παιδί». «Μεγαλώσατε κι εσείς στους δρόμους;» «Ναι». «Πώς και μάθατε να συμπονάτε;» Στένεψε τα μάτια του. «Στην πραγματικότητα ρωτάτε Πώς ο κύριος Ντότζερ δεν έμαθε;» «Απλώς φαίνεστε αταίριαστο ζευγάρι». «Στα παιδιά σπάνια δίνεται η πολυτέλεια να επιλέγουν την παιδική τους ηλικία, αλλά δεν μπορώ να κατηγορήσω τις φιλίες που σχημάτισαν τη δική μου.


Μου έχουν σταθεί πολύ στις δυσκολίες». Μάδησε μια κλωστή από το πάπλωμα. «Απλώς δεν ενοχλήθηκε καν να δει πώς πάω». «Ω έχει ενοχληθεί». Χαμογέλασε σαν να ήταν έτοιμος για κάποιο μεγάλο αστείο. «Κάθε φορά που έρχομαι να σας δω, μετά περνάω από μια εξαντλητική ανάκριση για την υγεία σας». Σαν να ζύγιζε το βάρος των λόγων του, είπε: «Δεν έχει έρθει να με δει». Ακούστηκε πεισματάρα, καθόλου ο εαυτός της. «Δεν θα ήταν πρέπον, έτσι δεν είναι;» Λες και ό,τι ήταν πρέπον τον είχε εμποδίσει πριν. Δεν τον είχε σταματήσει κανένα από αυτά, η αλήθεια να λέγεται. «Θέλω να παραμείνετε στο κρεβάτι για δύο ακόμα ημέρες, να ανακτήσετε δυνάμεις», είπε ο δρ Γκρέιβς. «Και ο Χένρι;» «Είναι μια χαρά. Θα τον δείτε σε δύο μέρες». «Θα ήθελα να τον δω τώρα». «Σε δύο μέρες». Η φωνή του ήταν σύντομη, δεν έδωσε κανένα περιθώριο για περαιτέρω κουβέντα. «Είστε όλοι εσείς τα παιδιά του δρόμου τόσο αυταρχικοί;» «Όντως, είμαστε». Σήκωσε τη μαύρη τσάντα του. «Τώρα πρέπει να πάω να αντιμετωπίσω τον μέγα ανακριτή». Η Ολίβια τον παρακολούθησε να φεύγει από το δωμάτιο. Στη συνέχεια κοίταξε εκεί που καθόταν η νοσοκόμα. «Υποθέτετε ότι θα μπορούσα να καθίσω δίπλα στο παράθυρο για λίγο;» «Είπε να μείνετε στο κρεβάτι». «Αλλά σίγουρα το να καθίσω ήρεμα δίπλα στο παράθυρο θα πετύχει το ίδιο πράγμα». Η Κολίν άφησε το πλεκτό της στην άκρη. «Υποθέτω ότι δεν μπορεί να βλάψει πολύ». Πονούσε περισσότερο από ό,τι είχε προβλέψει η Ολίβια. Οι μύες της άρχισαν να πονούν, τα κόκαλά της να κάνουν θόρυβο. Αν δεν ήξερε, θα πίστευε ότι είχε γεράσει εκατό χρόνια. Στηριζόμενη στην Κολίν, είχε μείνει από ανάσα όταν τελικά κάθισε στην καρέκλα. «Ω Θεέ μου. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορέσω να επιστρέψω στο κρεβάτι». «Αν δεν μπορείτε, θα καλέσουμε τον κύριο Ντότζερ και θα του ζητήσουμε να σας μεταφέρει». Ένιωσε τη θέρμη της αμηχανίας να ζεσταίνει τα μάγουλά της και παρόλο που


είχε παραπονεθεί για το ότι δεν ήταν εκεί από την πρώτη νύχτα, δεν μπόρεσε να παραβλέψει το γεγονός ότι δεν έπρεπε να ήταν στο δωμάτιό της ούτε τότε. Δεν χρειαζόταν σκανδαλώδη κουτσομπολιά να κυκλοφορούν ασταμάτητα. «Δεν έπρεπε να βρίσκεται εδώ. Ήταν απρεπές». «Ήταν απόλυτα κύριος». Η Ολίβια σκέφτηκε ότι άκουσε κάτι στη φωνή της, σαν να προσβλήθηκε η νοσοκόμα για λογαριασμό του Τζακ. «Πόσο καλά τον ξέρετε;» «Σχεδόν καθόλου. Έχω ακούσει για αυτόν βέβαια, αλλά ποτέ δεν τον γνώρισα μέχρι που ήρθα να δουλέψω γι’ αυτόν. Πρέπει να παραδεχτώ ότι εκπλήσσομαι που τον συμπαθώ». Η Ολίβια έγειρε πίσω και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ήταν πολύ κουρασμένη για να λογομαχήσει, πολύ κουρασμένη για να κάνει περισσότερες ερωτήσεις. Αναρωτήθηκε αν του Τζακ του άρεσε η Κολίν, αν ίσως η παρουσία του στο δωμάτιο της Ολίβια είχε να κάνει περισσότερο με τη νοσοκόμα παρά με την ίδια. Αφού τη φίλησε, την είχε πλέον βαρεθεί; Ήταν περίεργο πράγμα που έπρεπε να την ανησυχεί, ειδικά επειδή πραγματικά δεν ήθελε την προσοχή του Τζακ. Είδε τον δρα Γκρέιβς να κατευθύνεται στην άμαξά του. Ήταν μια πολύ ωραία άμαξα. Δεν το περίμενε αυτό. Αναρωτήθηκε πώς είχε προκύψει να έχει τόσο φανταχτερά πράγματα. Ήταν ευκολότερο να φάει καθισμένη σε μια καρέκλα, έτσι είχε ένα μπολ με βραστό. Μόνο όταν άρχισε να τρώει, συνειδητοποίησε πόσο πεινασμένη ήταν. Δεν έμεινε στην καρέκλα για πολλή ώρα. Ίσως μια ώρα. Στη συνέχεια επέστρεψε σιγά πίσω στο κρεβάτι και αμέσως κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε αργότερα, ήταν νύχτα. Η λάμπα δίπλα στο κρεβάτι της έκαιγε χαμηλά. Με προτροπή της Κολίν έφαγε περισσότερο βραστό. Στη συνέχεια βυθίστηκε σε ακόμα έναν βαθύ ύπνο, σαν λήθαργο. Όταν ξύπνησε και πάλι, η λάμπα έκαιγε ακόμα, αλλά η Κολίν ήταν κουλουριασμένη σε ένα ράντζο και ροχάλιζε απαλά. Η Ολίβια κοίταξε το ρολόι της. Ήταν σχεδόν εννέα. Ο Χένρι θα κοιμόταν. Φοβόταν ότι πήγαινε για ύπνο χωρίς κάποιον να του διαβάζει ιστορίες όλες αυτές τις πολλές νύχτες. Δεν είχε ακόμα μια κανονική νταντά. Έσμιξε το φρύδι της. Μήπως κάποιος της είχε πει ότι όντως είχε νταντά; Είχε μια αχνή ανάμνηση… σίγουρα όχι. Θα μπορούσε να φανταστεί μόνο το είδος της γυναίκας που θα ενέκρινε ο Τζακ. Ο δρ Γκρέιβς ήθελε να παραμείνει στο κρεβάτι για μια ακόμα μέρα, αλλά έμεινε όσο μπορούσε. Ήθελε να δει τον Χένρι. Τώρα ήταν η τέλεια στιγμή γιατί θα κοιμόταν και δεν χρειαζόταν να


ανησυχεί για το γεγονός ότι θα την κούραζε υπερβολικά. Αύριο θα περνούσε λίγη ώρα μαζί του και θα του διάβαζε. Απολάμβανε τόσο να του διαβάζουν. Την εξάντλησε το να σπρώξει τα σκεπάσματα. Αναρωτήθηκε πόσο καιρό θα χρειαζόταν να επανέλθει πλήρως και να ανακτήσει τις δυνάμεις της. Η ρόμπα της ήταν στη βάση του κρεβατιού. Τη σήκωσε. Με γυμνά πόδια, πήγε προς την πόρτα, σαν να ήταν παιδί που έκανε κάτι που δεν έπρεπε. Ήταν αρκετά σίγουρη ότι αν η Κολίν ξυπνούσε, θα την επέπληττε και θα επέμενε να επιστρέψει στο κρεβάτι. Κι εκείνη θα το έκανε, μόλις έβλεπε ότι ο Χένρι ήταν εντάξει, ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Ανοίγοντας την πόρτα, βγήκε στον διάδρομο. Ήταν τόσο ήσυχα όσο περίμενε. Η πόρτα στο παιδικό δωμάτιο ήταν ανοιχτή και όταν πλησίασε, άκουσε μια ψιθυριστή φωνή. Σταμάτησε στην πόρτα και κοίταξε μέσα. Σίγουρα εξακολουθούσε να έχει πυρετό και να βρίσκεται σε ντελίριο, επειδή αυτός που καθόταν στην καρέκλα, με τους αγκώνες στους μηρούς του, με ένα βιβλίο στα χέρια του, διαβάζοντας στον γιο της ήταν ο Τζακ Ντότζερ. Δεν είχε δει ποτέ τον Χένρι τόσο ενθουσιασμένο. Καθόταν ψηλά στο κρεβάτι, με έναν περίεργο μπόγο στο πλάι του κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι κοιμόταν με το σκυλί του. Ο Τζακ διάβαζε και ο Χένρι τον διέκοψε λέγοντας: «Ντότζερ. Αυτό είναι το όνομά σας». Ο Τζακ κοίταξε το βιβλίο. «Έτσι είναι». Ο Χένρι τον περιεργάστηκε για λίγο, με το μικρό του φρύδι βαθιά χαρακωμένο. «Είσαι ο Άρτφουλ Ντότζερ;» «Τι ανόητη υπόθεση. Υπάρχουν πολλοί ντότζερ, δηλαδή λωποδύτες, στον δρόμο, μικρέ. Ξέρεις τι είναι ο λωποδύτης;» Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του. Η Ολίβια δεν τον είχε δει ποτέ τόσο ζωντανό, τόσο άφοβο. «Ένας λωποδύτης είναι κάποιος που είναι ειδικός στο να αποφεύγει να πιαστεί». Ο Τζακ έγειρε το σώμα του στο πλάι, πίσω και έπειτα προς τα εμπρός. «Όταν παίρνεις κάτι και πάνε να σε πιάσουν, τους αποφεύγεις. Είναι τιμή να ονομάζεσαι “ντότζερ”. Υποψιάζομαι ότι ο κύριος Ντίκενς το ήξερε αυτό όταν έγραψε την ιστορία». «Ήσαστε καλός στο να μη σας πιάνουν;» «Ο καλύτερος». Ω τι θράσος, αλλά η Ολίβια κρατούσε την ανάσα της επειδή δεν ήθελε να την αντιληφθούν. Ήταν γοητευμένη παρακολουθώντας τους. Ο Χένρι δεν είχε τραυλίσει καθόλου.


«Θα με διδάξετε;» ρώτησε ο Χένρι. Ο Τζακ φάνηκε να το σκέφτεται. «Δεν νομίζω ότι είναι μια δεξιότητα που ένας άρχοντας θα χρειαζόταν ποτέ, αλλά δεν βλέπω κανένα κακό σε αυτό». «Τώρα;» «Όχι». Ο Τζακ γέλασε. «Όταν η μητέρα σου είναι αρκετά δυνατή για να καθίσει στον κήπο. Καλύτερα να κοιμηθείς τώρα. Αν η μαμά σου διαπιστώσει ότι σε άφησα να μείνεις ξύπνιος μέχρι τόσο αργά, δεν θα ακούσω ποτέ το τέλος αυτής της ιστορίας». Ο Χένρι γέλασε. Η Ολίβια δεν μπόρεσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε ακούσει τόσο γλυκό ήχο. Τρανταζόταν μέχρι που ξάπλωσε. Ο όγκος δίπλα του κουνήθηκε και η μύτη του κουταβιού φάνηκε. Ξεκουράστηκε στην πλευρά του Χένρι. «Κλείσε τα μάτια σου και θα διαβάσω λίγο περισσότερο μέχρι να κοιμηθείς», είπε ο Τζακ. Ο Χένρι υπάκουσε, αλλά συνήθως έτσι έκανε. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε κάτι στον τρόπο που κοίταξε τον Τζακ, στον τρόπο που απάντησε τόσο γρήγορα, στη συντροφικότητα που φαινόταν να έχει αναπτυχθεί… η αντίδραση του γιου της θα μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν λατρεία. Τι είχε συμβεί όταν εκείνη ήταν άρρωστη; Άκουσε τη φωνή του Τζακ να συνεχίζει την ιστορία. Πήγε κάτω στον διάδρομο μέχρι το δωμάτιό της, ευγνώμων που δεν την είχαν καταλάβει. Δεν ήξερε τι να κάνει για όλα αυτά. Με κάποιον τρόπο, φαινόταν τρομερά λάθος ότι ο Τζακ σφετεριζόταν τη θέση της και έδειχνε τόση προσοχή στον Χένρι… και υπό άλλη μορφή φαινόταν τόσο τρομερά σωστό.


Κεφάλαιο 14 Το επόμενο πρωί, η Ολίβια ξύπνησε από τους ήχους που έρχονταν από το διπλανό δωμάτιο. Χωρίς αμφιβολία ετοίμαζαν το μπάνιο για τον Τζακ. Μία εικόνα όρμησε στο μυαλό της, μια εικόνα που είχε αγωνιστεί να ξεχάσει. Ο Τζακ Ντότζερ εντελώς γυμνός. Δεν θα μπορούσε να επιλέξει μια πιο κατάλληλη στιγμή για να καταρρεύσει. Παραδόξως, όλο αυτό την είχε αφήσει με λίγη αξιοπρέπεια. Αν είχε γυρίσει την πλάτη της και έφευγε από το δωμάτιο, ο Τζακ θα είχε γελάσει με την υποχώρησή της. Και αν είχε μείνει, κοιτάζοντάς τον υποτιμητικά και προσπαθώντας να τον κάνει να ντραπεί για να φύγει, πιθανότατα θα έμεναν εκεί. Ή, χειρότερα, μπορεί να είχε προσκληθεί στο κρεβάτι του. Το δωμάτιο της γκαρνταρόμπας είχε ησυχία και φαντάστηκε τον Τζακ να κάθεται στη χάλκινη μπανιέρα, με το ζεστό νερό να καλύπτει το σώμα του. Ένιωσε μια ασυνήθιστη επιθυμία να μπει μέσα στο δωμάτιο, να γεμίσει τα χέρια της με σαπούνι και να τα πιέσει αργά πάνω στο στήθος και στους ώμους του. Κατά μήκος της πλάτης του και κάτω από τα χέρια του. Την κατέλαβε με τρόπο που δεν έπρεπε, μετατρέποντας την επιθυμία της σε πρωτόγονη συμπεριφορά. Ήταν πάντα καλή και ξαφνικά βρήκε τον εαυτό της να αναρωτιέται σε τι θα έβλαπτε το να είναι κακιά. «Είστε ξύπνια». Η Ολίβια έμεινε έκπληκτη από τις πονηρές σκέψεις της. Είχε ξεχάσει τη νοσοκόμα. Η Κολίν χαμογέλασε θερμά και έβαλε το χέρι της στο μέτωπο της Ολίβια. «Ο πυρετός δεν ανέβηκε. Μόλις ο κύριος Ντότζερ τελειώσει με το λουτρό του, θα πω να ετοιμάσουν ένα για εσάς». Η Ολίβια δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο από το να νεύσει, με τη σκέψη της να σέρνεται στην μπανιέρα που είχε χρησιμοποιήσει πριν ο Τζακ. «Δεν νομίζω ότι θα με χρειαστείτε άλλο», είπε η Κολίν πιάνοντας το σκοινί να ειδοποιήσει την υπηρέτρια. «Εκτιμώ που με φροντίσατε. Πρέπει να χρειάζεται πολύ θάρρος να θέτετε σε κίνδυνο τη δική σας υγεία, φροντίζοντας τους άλλους». «Μου αρέσει να βοηθάω. Και είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον δρα Γκρέιβς. Οι φήμες λένε ότι ο κύριος Ντότζερ του χτίζει νοσοκομείο. Ελπίζω να


δουλέψω εκεί». Ο Τζακ έχτιζε νοσοκομείο; Ο άνθρωπος ήταν πηγή συνεχών αποκαλύψεων. «Δεν ξέρω αν θα έχω κάποια επιρροή, αλλά θα πω έναν καλό λόγο». Η Κολίν υποκλίθηκε. «Σας ευχαριστώ, Εξοχότατη. Είστε πολύ ευγενική». Η Ολίβια δεν ένιωθε ευγενική. Ήταν αναγκασμένη να περιμένει τον Τζακ να τελειώσει με το μπάνιο του. Αλλά είχε πάρα πολλά να πλύνει, οπότε υπέθεσε ότι ήταν κατανοητό να του πάρει λίγο χρόνο. Ενώ ίσως είχαν ίδιο ύψος με τον Λάβινγκτον, ήταν αρκετά πιο ανοιχτός όμως, ούτε ένα γραμμάριο δεν ήταν λίπος. Ήταν γυμνασμένος και χωρίς πάχος. Είχε δει τη γυμνή αρσενική μορφή ως άγαλμα και ακόμα και τότε η σεμνότητα την εμπόδισε να αφήσει το βλέμμα της να παραμείνει πάνω του πολύ. Θα της χρειαζόταν αρκετή ώρα για να πάρει το βλέμμα της από τον Τζακ. Η καμαριέρα της σύντομα μπήκε μέσα. Η Κολίν έφυγε. Η Ολίβια δεν ήξερε πώς η Μάγκι γνώριζε ότι το δωμάτιο ήταν τελικά διαθέσιμο. Αλλά είχε τελειώσει το λουτρό του και το δικό της ήταν έτοιμο. Ήταν υπέροχο να κάθεται σε ζεστό νερό, να το αφήνει να ξεκουράσει τους επίμονους πόνους στους μυς της. Ένιωθε τόσο αδύναμη, αλλά δεν πίστευε ότι η δύναμή της θα επέστρεφε ξαπλώνοντας συνεχώς. Αισθάνθηκε λίγο περισσότερο ο εαυτός της μόλις ντύθηκε. Κοίταξε το μαύρο φόρεμα στον καθρέφτη και για πρώτη φορά από τότε που χήρεψε, ήθελε απεγνωσμένα να φορέσει κάτι με λίγο χρώμα. Το μαύρο δεν γλύκαινε τα χαρακτηριστικά της. Ο Τζακ είχε δίκιο σε αυτό, αλλά την πονούσε το γεγονός ότι χρειάστηκε να το αναφέρει. «Να σας φέρω έναν δίσκο;» ρώτησε η Μάγκι. Η Ολίβια κούνησε το κεφάλι της. «Όχι. Θα πάω κάτω για πρωινό. Πεινάω πολύ. Φοβάμαι ότι θα χρειαζόταν να μου φέρνετε δίσκους όλο το πρωί». Εκτός αυτού, είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει τον διάβολο και ήλπιζε ότι θα μπορούσε να το κάνει χωρίς να τον φαντάζεται γυμνό. Ενώ το συνηθισμένο τελετουργικό περιλάμβανε την επίσκεψή της στον Χένρι αρχικά το πρωί, αποφάσισε ότι έπρεπε να φάει πρώτα. Ο αναμενόμενος ενθουσιασμός του ήταν πιθανόν να τη βγάλει εκτός συναγωνισμού αν δεν είχε δυνάμεις. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, κρατούσε σταθερά το κάγκελο, με κάθε βήμα να μοιάζει σαν να έκλεβε την ανάσα της. Όταν έφτασε στο φουαγιέ, το μόνο που ήθελε ήταν να επιστρέψει στο κρεβάτι. Σταμάτησε για λίγο να συγκεντρώσει τη δύναμή της, κατόπιν ίσιωσε τους ώμους της και περπάτησε στην τραπεζαρία πρωινού. Το θέαμα που αντίκρισε αφαίρεσε το τελευταίο ίχνος της δύναμής της. Ο Τζακ


καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού, ντυμένος πλήρως, το γιλέκο του ήταν βαθύ μπλε. Φυσικά, μελετούσε το βιβλίο του, το οποίο φαινόταν να είναι το αγαπημένο του υλικό ανάγνωσης. Αλλά δεν ήταν αυτό που την έκανε να παγώσει. Ήταν το βλέμμα του γιου της που καθόταν δίπλα του. Ο Χένρι είχε επίσης ένα μαύρο βιβλίο δίπλα στο πιάτο του, γεγονός που έμοιαζε περίεργο, καθώς δεν είχε μάθει ακόμα να διαβάζει. Κάθε φορά που ο Τζακ γύριζε τη σελίδα στο βιβλίο του, ο Χένρι γύριζε μια στο δικό του. Ήταν τόσο γοητευτικό και ενοχλητικό. Αν ο γιος της ήταν τόσο πρόθυμος και ήθελε να μιμηθεί μια τέτοια αθώα πράξη, θα έκανε το ίδιο με κάτι όχι τόσο αθώο; Δεν ήταν καν βέβαιο ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράδειγμα ορθής συμπεριφοράς. Αραιά και πού ακουγόταν ένα χτύπημα. Τα πόδια του Χένρι ήταν πολύ μικρά για να αγγίξουν το πάτωμα, τα κουνούσε και κλοτσούσε την κάτω πλευρά της καρέκλας. Η Ολίβια έμεινε έκπληκτη που ο Τζακ φάνηκε να μην ενοχλείται από το συνεχές χτύπημα – ειδικά μιας και έβρισκε ενοχλητικό το χτύπημα των ρολογιών της. Τον είχε σκεφτεί ως έναν άντρα με λίγη υπομονή σε ό,τι είχε να κάνει με παιδιά, αλλά φαινόταν να έχει άφθονη – τουλάχιστον σε ό,τι είχε να κάνει με τον Χένρι. Δεν κατάλαβε ότι έκανε θόρυβο, αλλά ξαφνικά ο Τζακ σήκωσε το κεφάλι του και της έριξε το πονηρό χαμόγελο που γνώριζε ότι πάντα προμήνυε κάτι που σίγουρα θα προκαλούσε την οργή της. Σηκώθηκε όρθιος. «Λοιπόν, Ολίβια, τι ευχάριστη έκπληξη». Αφού είχαν μοιραστεί την οικειότητα του φιλιού του, για να μην αναφέρει ότι τον είδε εντελώς γυμνό, την εξέπληξε το γεγονός ότι ο χαιρετισμός του ήταν τόσο ιπποτικός. Θα προσποιούνταν ότι δεν είχε συμβεί τίποτε απρεπές μεταξύ τους; Προτού μπορέσει να αποφασίσει τι θα έκανε για αυτή την απροσδόκητη μεταστροφή, ο Χένρι σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Μαμά!» Έτρεξε στην τραπεζαρία και έριξε το σώμα του στα πόδια της. Αν δεν είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω της, ίσως να είχε πέσει. Όπως την αγκάλιασε, κατάφερε να τη συγκρατήσει κάπως. Κάθισε στα γόνατά της και τον αγκάλιασε σφιχτά. Μύριζε όμορφα, ήταν φρεσκοπλυμένος και τον ένιωσε τόσο γεροδεμένο – ή ίσως απλώς εκείνη ήταν τόσο ασταθής. Τον έσπρωξε πίσω και τον παρατήρησε. «Θεέ μου, νομίζω ότι μεγάλωσες». Όχι σε εκατοστά τόσο, όσο σε αυτοπεποίθηση. Σήκωσε τον αντίχειρά του. «Δεν το π… πιπιλίζω πια». «Είσαι ένα μεγάλο αγόρι, λοιπόν, έτσι δεν είναι;»


Αυτός έγνεψε. «Έλα τώρα. Η μητέρα σου πρέπει να φάει, πολύ». Δεν είχε ακούσει τον Τζακ να πλησιάζει, αλλά το χέρι του ξαφνικά βρέθηκε κάτω από τον αγκώνα της, σηκώνοντάς τη όρθια στα πόδια της. Τα σκούρα μάτια του την εξέτασαν και δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν ευχαριστημένος με αυτό που είδε. «Γιατί δεν κάθεσαι; Θα σου ετοιμάσω ένα πιάτο». «Κάθισε δίπλα μου», είπε με ενθουσιασμό ο Χένρι. Πριν μπορέσει να σχολιάσει ότι η κατάλληλη θέση της ήταν στην άκρη του τραπεζιού, ο Τζακ είπε: «Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το πού θα καθίσεις σε αυτό το δωμάτιο». Ω αλλά εκείνη νοιαζόταν. Νοιαζόταν για το τι εκείνος σκεφτόταν. Ακόμα αισθανόταν ότι του όφειλε; Ή υπό το βάρος της ασθένειάς της αποφάσισε να της χορηγήσει αναστολή; Ο Χένρι πήρε το χέρι της και την οδήγησε στην καρέκλα, σαν το σχόλιο του Τζακ να είχε διευθετήσει το θέμα. Μόλις κάθισαν, ο Χένρι είπε: «Α… ανησυχήσαμε για εσένα». Ο Χένρι ίσως, αλλά αμφέβαλε για τον Τζακ. Παρ’ όλα αυτά δεν βρήκε τον λόγο να τον συντρίψει με την αλήθεια. «Αλήθεια;» Αυτός έγνεψε. «Εμείς καθόμασταν έξω από το δωμάτιό σου για ώρες και ώρες. Ακόμα και τη νύχτα». «Εμείς; Εννοείς εσύ και ο κύριος Ντότζερ;» Ένευσε ξανά, χαμογέλασε πλατιά και ψιθύρισε: «Είναι το μυστικό μας». Ένα πιάτο εμφανίστηκε μπροστά στην Ολίβια, κάνοντάς τη να αναπηδήσει ελαφρά. «Προφανώς ξέχασα να εξηγήσω τι είναι ένα μυστικό», είπε ο Τζακ χαμηλόφωνα, κοντά στο αφτί της, κι εκείνη ανατρίχιασε. Απομακρύνθηκε και κατευθύνθηκε στη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού. «Θα έπρεπε να μου είχες πει ότι δεν αισθάνεσαι καλά προτού καταρρεύσεις». Φάνηκε ότι θα συμπεριφερόταν σαν να μην είχε συμβεί το κονιάκ, το φιλί και η συνάντησή τους στην γκαρνταρόμπα. Θα έκανε κι εκείνη το ίδιο, διότι ξαφνικά ήταν γεμάτη συναισθήματα. Ήθελε την προσοχή του ή όχι; Ειλικρινά δεν ήξερε. «Νόμιζα ότι ήταν θλίψη. Εκτιμώ όλον τον κόπο που κάνατε για να διασφαλίσετε την επιβίωσή μου». «Καθαρά εγωιστικά, σε διαβεβαιώνω». «Επειδή με χρειάζεστε να επιβλέπω το νοικοκυριό σας;» «Γιατί χρειάζεται να παντρευτείς. Οι άντρες τείνουν να απορρίπτουν την ιδέα


να παντρευτούν κάποια που δεν αναπνέει». Ακουγόταν πολύ φορτισμένος, αλλά τουλάχιστον επειδή είχε ακόμα σχέδια να την παντρέψει, ήταν σίγουρη ότι είχε χάσει το ενδιαφέρον να την παρασύρει στο κρεβάτι του. Βρισκόταν μεταξύ ανακούφισης και απογοήτευσης. «Όπως έχουμε συζητήσει παλαιότερα, αυτό που χρειάζεστε, κύριε Ντότζερ, δεν είναι απαραίτητα αυτό που θέλω». «Σου έχω πει ποτέ ότι μου αρέσουν οι προκλήσεις;» Τον κοίταξε. Τα σκούρα μάτια του είχαν μια προειδοποιητική λάμψη καθώς είπε ήρεμα: «Ίσως θα προσπαθήσω να σε πείσω ότι αυτό που χρειάζομαι είναι ακριβώς αυτό που θέλεις». Η Ολίβια αισθάνθηκε ένα ίχνος προσδοκίας. Ίσως να μην είχε χάσει το ενδιαφέρον του εντέλει. Η Ολίβια κάθισε σε μια ξαπλώστρα κοντά στον κήπο βλέποντας τον Χένρι να προσπαθεί να διδάξει το κουτάβι του να φέρει ένα ραβδί, αν και ήταν η νταντά του εκείνη που το έπιανε, ενώ ο σκύλος αγνοούσε συνεχώς τα λόγια του Χένρι και απλώς έσκαβε στο χορτάρι. Ήταν ένα ασυνήθιστα ζεστό απόγευμα και το φως του ήλιου είχε υπέροχη αίσθηση στο πρόσωπο της Ολίβια. Ο Τζακ είχε φύγει από το σπίτι νωρίτερα και ενώ είχε εκμεταλλευτεί τον χρόνο για να προσποιηθεί ότι η κατοικία ήταν δική της, δεν ήταν τόσο ελκυστικό όσο ήταν κάποτε το να τον φαντάζεται έξω από τη ζωή τους. Ήθελε πραγματικά ακόμα να την παντρέψει; Ή ήταν τόσο αδιάφορος με σκοπό να προστατεύσει τον εαυτό του επειδή τον ένοιαζε τόσο πολύ; Ήταν ένα αίνιγμα και άρχισε να σκέφτεται ότι η επίλυση του παζλ «Τζακ Ντότζερ» θα μπορούσε να είναι μια απολαυστική πρόκληση. Ο Χένρι έτρεξε και ξάπλωσε κάτω δίπλα της, με το μέτωπό του ρυτιδιασμένο, με τα μάτια του σοβαρά. «Δεν θα το κάνει». Χαϊδεύοντας τις ξανθές μπούκλες πίσω από το φρύδι του, είπε: «Μπορεί να είναι πολύ μικρός, Χένρι. Είναι πραγματικά μόνο ένα μωρό. Ίσως όταν μεγαλώσει, θα είναι πιο διατεθειμένος να μάθει». «Ο κύριος Ντότζερ θα μπορούσε να τον διδάξει. Μπορεί να κάνει τα πάντα». «Είναι αρκετά πολυάσχολος άνθρωπος. Δεν νομίζω ότι θα έχει χρόνο για τον Πέπιν». Κούνησε αργά το κεφάλι, σαν να δέχτηκε την αλήθεια των λέξεών της. Τότε τα μάτια του διευρύνθηκαν με χαρά και σηκώθηκε. «Ήρθατε!» Η Ολίβια κοίταξε πάνω από τον ώμο της και είδε τον Τζακ να έρχεται από το πλάι. Έφερνε κάτι που φαινόταν να είναι τρία μικρά ξύλινα κουτιά.


«Τι κρατάτε;» ρώτησε ο Χένρι. «Χένρι, είναι ανάρμοστο να κάνεις μια τέτοια ερώτηση», τον μάλωσε η Ολίβια. Για μερικά δευτερόλεπτα φάνηκε μεταμελημένος, προτού το χαμόγελό του φωτίσει πάλι το πρόσωπό του. «Σκέφτηκα ότι αφού η μητέρα σου έχει αναρρώσει, θα έπρεπε να το γιορτάσουμε», είπε ο Τζακ σκύβοντας δίπλα της. Αγωνίστηκε για να ηρεμήσει τη χαρά της ακούγοντας τα λόγια του και την ευχαρίστηση που πήρε από την παρουσία του δίπλα της. Γνώριζε απόλυτα το οικείο, ελκυστικό άρωμά του και δίπλωσε τα χέρια της στην αγκαλιά της για να αποφύγει να τα απλώσει και να χτενίσει με τα δάχτυλά της τις μπούκλες του, τις τόσο ανέμελες όσο του Χένρι, αλλά καθόλου παιδαριώδεις. Όχι, δεν υπήρχε τίποτα παιδιάστικο στον Τζακ Ντότζερ. Έβαλε τα κουτιά στην αγκαλιά της και της χάρισε ένα χαμόγελο. «Σε πειράζει;» «Όχι, φυσικά όχι». Ήταν θλιβερό να απολαμβάνει έστω και τα ελάχιστα ίχνη προσοχής που της χάριζε. Εκείνος κάλεσε την νταντά και όταν πλησίασε, είπε: «Θα θέλετε να το δείτε αυτό». Η Άιντα κάθισε στο έδαφος σαν να μην την ένοιαζαν καθόλου οι λεκέδες από γρασίδι που μπορεί να αποκτούσε. Η Ολίβια δεν ήθελε να σκεφτεί ότι ο Τζακ ίσως να είχε ενδιαφερθεί για την Άιντα ενώ η ίδια ήταν άρρωστη. Ήταν πιθανότατα συνηθισμένος να φλερτάρει. Γιατί ήθελε να σημαίνει περισσότερα για εκείνον απ’ ό,τι θα μπορούσε στην πραγματικότητα; Ήταν επειδή εκείνος είχε αρχίσει να σημαίνει κάτι για αυτή, εκτός από κηδεμόνας του γιου της; «Ξέρεις τι είναι καλειδοσκόπιο;» ρώτησε ο Τζακ καθώς πήρε το πρώτο ξύλινο κουτί. «Όχι, κύριε», είπε ο Χένρι ενθουσιασμένος, ενώ η Άιντα κούνησε το κεφάλι της. Ο Τζακ στράφηκε στην Ολίβια. Εκείνη ένευσε καταφατικά με το κεφάλι. «Αν και ποτέ δεν έχω δει ένα». «Τότε θα το απολαύσετε». Κάλεσε τον Χένρι να καθίσει μπροστά του, με την πλάτη του προς αυτόν. Αλλά ο Χένρι ήταν πολύ περίεργος και μόλις βρέθηκε στο σημείο, στριμώχτηκε για να δει τι συνέβαινε. Με ένα χαλαρό χαμόγελο ο Τζακ άνοιξε τη θήκη και αφαίρεσε τον κύλινδρο. «Λοιπόν, αυτό είναι σαφές. Κοιτάζεις μέσα από εδώ…» έδειξε τον προσοφθάλμιο φακό «…και καθώς


γυρίζεις το άλλο άκρο, ό,τι κοιτάς γίνεται πολύ διαφορετικό». Καθοδήγησε το χέρι του Χένρι, μαθαίνοντάς του να το κρατάει, να το γυρίζει. Ο Χένρι γέλασε με απόλαυση. Πήδησε επάνω. «Θέλω να κοιτάξω τον Πέπιν». Γελώντας με προφανή ικανοποίηση από τον ενθουσιασμό του Χένρι, ο Τζακ παρέδωσε ένα κουτί στην Άιντα. «Για σένα». Χαμογέλασε με απόλαυση. «Ευχαριστώ, κύριε. Καλύτερα να ρίξω μια ματιά στον νεαρό αφέντη». Σηκώθηκε και έτρεξε πίσω από τον Χένρι, ο οποίος, ανίκανος να κάνει τον Πέπιν να καθίσει ακίνητος, είχε γυρίσει να δει τα λουλούδια. «Την εγκρίνω», είπε ήσυχα η Ολίβια. Ο Τζακ έστρεψε την προσοχή του πάνω της, με μια λάμψη στα μάτια του. «Ανάθεμα. Αυτό σημαίνει ότι η κόλαση θα είναι κρύα όταν φτάσω εκεί. Δεν μου αρέσει το κρύο». «Υποθέτω ότι υπονοείτε ότι αυτός ο απαίσιος τόπος θα παγώσει με το που θα συμφωνήσω μαζί σας». «Ακριβώς». «Ανησυχείτε για το τέλος;» «Η ανησυχία για πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω είναι χάσιμο χρόνου για εμένα». «Δεν είναι πολύ αργά, ξέρετε. Αν ήσαστε πάρα πολύ καλός…» Εκείνος γέλασε και η Ολίβια συνειδητοποίησε ότι άρχιζε να καλοδέχεται τον τραχύ ήχο του, ότι ξυπνούσε κάτι βαθιά μέσα της. «Το να είμαι πάρα πολύ καλός θα με έφερνε νωρίτερα στον τάφο». Της έκλεισε το μάτι, χτύπησε το κουτί με το δάχτυλο. «Άνοιξε το δικό σου». Ο ενθουσιασμός της στη σκέψη ενός δώρου έκανε τα χέρια της να τρέμουν ελαφρώς. Ήξερε τώρα πώς ένιωθε ο Χένρι, ανίκανος να καθίσει ακίνητος. Το χαρούμενο γέλιο του αντηχούσε στον κήπο και αναρωτήθηκε ποιες απολαύσεις είχε βρει. «Το δικό σου είναι κάπως διαφορετικό», είπε ο Τζακ, με το μακρύ δάχτυλο να ακουμπά πάνω από το πλούσιο, σκούρο ξύλο του κυλίνδρου. Έστρεψε το μεγαλύτερο άκρο προς το μέρος της. «Έχει κομμάτια από χρωματιστό γυαλί σε αυτό, κυρίως κόκκινο και μοβ. Όταν το γυρνάς, έχεις διαφορετικές εικόνες». Καθώς το σήκωσε για να το κοιτάξει, έβαλε ένα από τα χέρια του γύρω από τους ώμους της, τοποθετώντας την παλάμη του πάνω από το χέρι της που κρατούσε τον μηχανισμό περιστροφής, σαν να χρειαζόταν βοήθεια για μια τόσο απλή κίνηση. Πριν από μια εβδομάδα, ίσως τον έσπρωχνε μακριά. Τώρα καλοδέχτηκε με ικανοποίηση το ότι ήταν κοντά της, όπως θα έκανε με μια ζεστή


κουβέρτα μια χιονισμένη χειμωνιάτικη βραδιά. Το μάγουλό του σχεδόν άγγιξε το δικό της, λες και θα μπορούσε να δει ό,τι έβλεπε. «Σου αρέσει;» ρώτησε με χαμηλή φωνή. Δεν ήταν σίγουρη αν μιλούσε για το καλειδοσκόπιο ή για τον τρόπο που σχεδόν την αγκάλιαζε. Και στις δύο περιπτώσεις, η απάντηση ήταν η ίδια. «Πάρα πολύ». Στρέφοντας το κεφάλι της, συνειδητοποίησε ότι τα χείλη της ήταν μόνο μια ανάσα μακριά από τα δικά του. Λαμβάνοντας υπόψη την τρέλα που τους είχε καταλάβει όταν είχαν φιληθεί νωρίτερα, σκέφτηκε ότι ήταν συνετό να μη μίκραινε η απόσταση μεταξύ τους. «Θέλετε να ρίξετε μια ματιά;» Το βλέμμα του έπεσε στο στόμα της, προτού κλίνει ελαφρά προς το καλειδοσκόπιο, τα χέρια του πάνω από τα δικά της, οδηγώντας το προς το μάτι του. «Τα χρώματα μου θυμίζουν εσένα», μουρμούρισε. «Δυναμική, παθιασμένη. Κάθε στροφή αποκαλύπτει μια διαφορετική όψη». «Δεν είμαι βέβαιη ότι είμαι τόσο ενδιαφέρουσα». Έσκυψε πίσω. «Τότε δεν αναγνωρίζεις τo πόσο ελκυστική είσαι. Πώς αισθάνεσαι; Αρκετά δυνατή για μια βόλτα στον κήπο;» «Μαζί σας;» Ο Τζακ την παρατήρησε χωρίς να είναι σίγουρος αν θα καλοδεχόταν τη συντροφιά του, αλλά είχε κάποιες ερωτήσεις που ήθελε να απαντήσει και σκέφτηκε ότι ο κήπος μπορεί να ήταν το καλύτερο μέρος για κάτι τέτοιο. Είχε ελπίσει ότι τα παιχνίδια που είχε φέρει θα μείωναν τις επιφυλάξεις της. «Ναι, υπόσχομαι να συμπεριφερθώ άψογα». «Το καλύτερό σας θα μπορούσε ακόμα να είναι κακό». Θα μπορούσε. Είχε αισθανθεί άσχημα που είχε αρρωστήσει και αναρωτήθηκε αρχικά αν οι πράξεις του τη νύχτα πριν καταρρεύσει –ποτίζοντάς την κονιάκ και έπειτα φιλώντας την, η ανάμνηση του φιλιού είχε ακόμα τη δύναμη να κάνει το σώμα του να αντιδρά– είχαν κάποια επίδραση στην υγεία της. Δεν μπορούσε να ρωτήσει τον Γκρέιβς χωρίς να εξηγήσει τι είχε κάνει – όχι ότι ντρεπόταν, αλλά δεν ήταν συνηθισμένος να μοιράζεται τις προσωπικές στιγμές του. «Από εκτίμηση για την πρόσφατη ασθένεια, το καλύτερό μου θα είναι καλό. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είμαι εκεί σε περίπτωση που λιποθυμήσεις και πάλι». «Δεν είναι πιθανό να λιποθυμήσω. Ωστόσο, θα δεχόμουν τη συντροφιά σας». Λέξεις που ποτέ δεν περίμενε να ακούσει από εκείνη. Δεν ήταν σίγουρος τι έπρεπε να κάνει για τη νεοσυσταθείσα συντροφιά τους. Απλώς ήξερε ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει μεταξύ τους. Είτε ως αποτέλεσμα του φιλιού είτε της


ασθένειάς της είτε απλώς μιας αποδοχής, προς το παρόν, ότι ο ένας ήταν μέρος της ζωής του άλλου, δεν γνώριζε. Ήθελε ακόμα να την παντρέψει, αλλά είχε επίσης μια σχεδόν ανεξέλεγκτη επιθυμία να τη βάλει στο κρεβάτι του. Ενώ απομάκρυνε το καλειδοσκόπιο, όρθωσε το σώμα του. Όταν ήταν έτοιμη, τη βοήθησε να σηκωθεί στα πόδια της, αφήνοντας αμέσως το χέρι της από το δικό του μόλις αυτή σταθεροποιήθηκε. Το να την έπαιρνε στα χέρια του δεν θα του έδινε αυτό που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. «Έχετε δει όλους τους κήπους σας;» ρώτησε εκείνη. Ήταν η πρώτη φορά που αναφέρθηκε σε οτιδήποτε υπήρχε πραγματικά εκεί ως δικό του. Με κάποιον τρόπο έδωσε βάρος στο ότι εκείνος κατείχε τα πάντα και έμεινε να αναρωτιέται αν τελικά είχε αποδεχτεί τους όρους της διαθήκης. «Για να είμαι ειλικρινής, ναι», είπε. «Μου αρέσουν οι κήποι». «Είχα την εντύπωση ότι θα τους βρίσκατε ασήμαντους». Τη συνόδευσε στο στενό καλντερίμι, που οδηγούσε μακριά από το σημείο όπου ο Χένρι και η Άιντα εξερευνούσαν ακόμα τα νέα παιχνίδια. Τα φυτά και τα λουλούδια ήταν άφθονα εδώ, προκαλώντας μια αίσθηση απομόνωσης. «Μεγάλωσα στα πεζοδρόμια. Είναι βρόμικα, γεμάτα κόσμο, δεν προσφέρουν πολύ πράσινο ή ζωντανά χρώματα ή ευχάριστα αρώματα. Έτσι, ναι, εκτιμώ τους κήπους. Και η μητέρα μου πουλούσε λουλούδια, οπότε το να είμαι κοντά τους τείνει να μου τη θυμίζει». «Παράξενο, δεν σας είχα σκεφτεί ποτέ να έχετε μητέρα». «Όσο παράξενο κι αν είναι, ακόμα και ο γιος του Σατανά πρέπει να έχει μητέρα». Τίναξε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. «Μερικές φορές έχετε τόσο χαμηλή γνώμη για τον εαυτό σας που με εκπλήσσετε». Της χαμογέλασε. «Γιατί νομίζεις ότι θεωρώ μειονέκτημα να έχω σχέση με τον διάβολο;» Χαμήλωσε τα μάτια της. «Υποθέτω ότι δεν το θεωρείτε. Χαρά στο κουράγιο της μητέρας σας που σας μεγάλωσε». «Δεν το έκανε, στην πραγματικότητα. Όχι για πολύ, τέλος πάντων. Με πούλησε όταν ήμουν πέντε». Η συμπόνια και η φρίκη φάνηκαν στα μάτια της και ο ίδιος έβρισε τον εαυτό του που αποκάλυψε αυτό το μικρό κομμάτι προσωπικών πληροφοριών. Δεν γνώριζε τι τον είχε κάνει να της το πει. Το είχε πει μόνο στον Λουκ. Και φυσικά το γνώριζε και ο Φίγκαν. Ο Φίγκαν ήξερε τα πάντα. «Μη δείχνεις τόσο τρομοκρατημένη, Ολίβια. Ήταν πολύ καιρό πριν». «Γιατί το έκανε αυτό;»


«Δεν γνωρίζω. Έκανα κάτι που την πείραξε, είμαι βέβαιος». «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα μπορούσατε να κάνετε κάτι για να την αναγκάσει να σας πουλήσει τόσο άκαρδα». «Ναι, λοιπόν, υποψιάζομαι ότι υπάρχουν αρκετά που δεν μπορείς να φανταστείς. Είναι ένας πολύ διαφορετικός κόσμος αυτός του πεζοδρομίου». «Σε ποιον σας έδωσε;» «Δεν έχει σημασία πια». «Σίγουρα εσείς παρεξηγήσατε τις προθέσεις της». «Είναι λίγο δύσκολο να παρανοήσεις κάτι όταν το πορτοφόλι με τα χρήματα περνάει μπροστά από τα μάτια σου». Άρχισε να ακούγεται αμυντικός. «Ας προχωρήσουμε σε ένα άλλο θέμα ε;» «Ναι, φυσικά. Δεν ήθελα να εισβάλω στο οδυνηρό παρελθόν σας, συγγνώμη». Από μέσα του έβρισε ξανά τον εαυτό του που είχε μοιραστεί τόσα μαζί της. Τι τον είχε πιάσει; «Νομίζω ότι χτίζετε ένα νοσοκομείο για τον δρα Γκρέιβς. Είστε πολύ πιο φιλάνθρωπος από όσο νόμιζα», είπε. «Όχι, δεν είμαι. Έχασα ένα στοίχημα». Τα μάτια της άνοιξαν. «Βάλατε στοίχημα να του χτίσετε ένα νοσοκομείο;» Αυτός ανασήκωσε τους ώμους. «Κι εκείνος τι θα σας έχτιζε;» «Μια ταβέρνα». Εκείνη γέλασε. «Φυσικά. Ποιο ήταν το στοίχημα;» «Ο Λουκ –ο Κλέιμπουρν– πάντα αγαπούσε τη Φράνι. Ήξερα ότι σκόπευε να την παντρευτεί. Μια νύχτα, ο Γκρέιβς ανέφερε ότι πίστευε ότι ο Λουκ θα παντρευόταν τη λαίδη Κάθριν Μέιμπρι. Κι εγώ, πάντα έτοιμος για εύκολο χρήμα, είπα: “Βάζω στοίχημα”. Ο Λουκ παντρεύτηκε την Κάθριν τρεις εβδομάδες αργότερα. Τώρα είμαι υποχρεωμένος να χτίσω το νοσοκομείο». «Πώς το ήξερε;» Ο Τζακ ανασήκωσε ξανά τους ώμους του. «Όσοι από εμάς μεγάλωσαν κάτω από τη φροντίδα του Φίγκαν είναι εξειδικευμένοι στο να αντιλαμβάνονται πράγματα. Σε αυτή την περίπτωση, ο Γκρέιβς ήταν πιο εξειδικευμένος από μένα». «Συγγνώμη. Ποιος είναι ο Φίγκαν;» «Ήταν ο αρχηγός της ομάδας κλεφτρονιών». «Ο Κλέιμπουρν ήταν ένα από αυτά τα παιδιά;» ρώτησε. Ο Τζακ έγνεψε. «Και ο Γκρέιβς και ο Σουίντλερ και η Φράνι». «Εκείνη την πρώτη νύχτα, είπατε ότι σέβεστε μόνο μερικούς…»


«Είναι οι λίγοι. Παρά τις πιθανότητες, τα έχουν καταφέρει καλά στη ζωή τους». «Όπως κι εσείς». «Δεν τα έχω πάει και χάλια». Πέρασαν από ένα μέρος του κήπου όπου τα τριαντάφυλλα κάλυπταν τον τοίχο. Το άρωμά τους ήταν τόσο έντονο, που δεν μπορούσε να μυρίσει το άρωμα της Ολίβια. Ήταν επίσης αρκετά μακριά ώστε να μην τους ακούει κανείς μέσα ή έξω από την έπαυλη. Καθώς περπατούσαν μαζί, την κοιτούσε κρυφά με την άκρη του ματιού, περιμένοντας υπομονετικά, παρατηρώντας ότι οι σκέψεις της έτρεχαν μακριά του. Η αυλάκωση στο φρύδι της μαλάκωσε. Τα μάτια της έλαμψαν, τα χείλη της στρογγύλεψαν ελαφρώς καθώς χάθηκε στο θαύμα των κρίνων που τους καλοδέχτηκαν καθώς έστριψαν. «Πες μου λοιπόν… γιατί σκότωσες τον άντρα σου;» Η Ολίβια σταμάτησε απότομα και τον κοίταξε. Δεν ήταν δυνατόν να είχε ακούσει σωστά. Της χαμογέλασε χαλαρά. «Το είπες ενώ είχες πυρετό». Ξαφνικά ένιωσε ναυτία. «Ποιος το άκουσε;» «Μόνο εγώ». Ο κήπος άρχισε να γυρίζει γύρω της. Δεν κινήθηκε, αλλά με κάποιον τρόπο σκόνταψε. Εκείνος άρπαξε τον αγκώνα της. «Έλα. Κάθισε εδώ», διέταξε και την οδήγησε στο παγκάκι από σφυρήλατο σίδερο που η Ολίβια είχε τοποθετήσει σε αυτό το σημείο του κήπου, επειδή συνήθως απολάμβανε να κάθεται εκεί και να ηρεμεί. Έπεσε στο παγκάκι. Ήταν μικρό και, όσο τρελό και αν ήταν, ήθελε να καθίσει δίπλα της και να την κρατήσει. Αντ’ αυτού, έσκυψε μπροστά της, όπως ακριβώς είχε κάνει ο επιθεωρητής Σουίντλερ, λες και η συγκεκριμένη θέση μπορούσε να προκαλέσει κάποια εξομολόγηση. «Ήσουν σε παραλήρημα όταν το είπες αυτό;» τη ρώτησε. Της έδωσε έναν εύκολο τρόπο να ξεφύγει από τη δυσάρεστη κατάστασή της και αν το βάρος δεν την είχε ακόμα καταπλακώσει, ίσως την έπαιρνε μαζί του. Αλλά δεν είχε μιλήσει σε κανέναν και ήταν τόσο δύσκολο, τόσο σκληρό, να ζήσει με αυτό. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια για να απελευθερώσει τα δάκρυα που έκαιγαν τα μάτια της, κούνησε το κεφάλι της. «Πες μου», την προέτρεψε ήσυχα. «Θα νομίζετε ότι είμαι απαίσια». Έβαλε το χέρι του στο σακάκι του, έβγαλε ένα μαντίλι και της το έτεινε.


«Είμαι πολλά πράγματα, Λίβι. Υποκριτής δεν είναι ένα από αυτά. Έκανα πολύ χειρότερα πράγματα από ό,τι θα μπορούσες ποτέ να κάνεις εσύ». Πήρε το μαντίλι, σκούπισε τα δάκρυά της και φύσηξε τη μύτη της. «Με αποκάλεσες έτσι όταν ήμουν άρρωστη». «Φαινόταν να ταιριάζει». Κατάπιε απότομα, φυσώντας τη μύτη ξανά. «Κανείς δεν με έχει αποκαλέσει ποτέ τίποτε άλλο από Ολίβια – τουλάχιστον όταν χρησιμοποιούν το όνομά μου. Με έχουν αποκαλέσει “Εξοχότατη”, φυσικά, και “Δούκισσα”, αλλά ποτέ “Λίβι”. Μου αρέσει, και τώρα φλυαρώ». Το βλέμμα του ήταν διεισδυτικό και αισθάνθηκε σαν να μπορούσε να δει κατευθείαν στην καρδιά της. «Αν το κάνει ευκολότερο, δεν πιστεύω ότι τον σκότωσες, όχι από κακία τουλάχιστον», είπε. «Αλλά είμαι ο λόγος που είναι νεκρός». «Πώς δηλαδή;» Έσφιξε το μαντίλι του και το τέντωσε. «Πηγαίναμε σε δείπνο. Ο Χένρι φαινόταν ιδιαίτερα απογοητευμένος που φεύγαμε, οπότε πήγα να τον καθησυχάσω. Ως αποτέλεσμα καθυστερήσαμε. Ο Λάβινγκτον έκανε κάποιο σχόλιο, του ήταν τόσο δύσκολο να πιστέψει ότι άφησα τον χρόνο να περάσει ενώ είχα αυτή την εμμονή με την αγορά ρολογιών. Ήταν πραγματικά εκτός εαυτού, είπε κάτι άσχημο. Τα λόγια του με πλήγωσαν». Ακόμα και τώρα η σκέψη την πονούσε. Τα ρολόγια ήταν τα πάντα γι’ αυτόν. Πάντοτε χαμογελούσε όταν του έδινε ένα και έλεγε: «Ω τώρα έχω περισσότερο χρόνο». Μόνο που δεν είχε. Δεν είχε αρκετό. «Μπορώ να καταλάβω γιατί τον σκότωσες», είπε ο Τζακ. Τον κοίταξε. «Γλυκαίνεις τον πόνο μου». Σηκώθηκε. «Επειδή με κάνει να νιώθω άβολα. Δεν μου αρέσει να σε βλέπω να πονάς». «Ποιος θα σκεφτόταν ότι θα νοιαζόσασταν; Νομίζω ότι υπάρχει μια πολύ διαφορετική πλευρά σε εσάς που μοιράζεστε με λίγους μόνο». «Δεν τη μοιράζομαι με κανέναν». Σταύρωσε τα χέρια του μπροστά. Τα έσφιξε. Είδε το δέρμα να τεντώνεται στις αρθρώσεις του και αναρωτήθηκε αν αγωνιζόταν να μην τα απλώσει και την αγγίξει. Φαινόταν ότι όταν η κατάσταση το απαιτούσε, μπορούσαν και οι δύο να είναι εξαιρετικά δυνατοί. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να πέσει στην αγκαλιά του, όμως κράτησε την απόσταση.


«Λοιπόν, αργοπόρησες…» την παρότρυνε. Κούνησε το κεφάλι. «Βιαζόμασταν κατεβαίνοντας τις σκάλες και νόμισα ότι άκουσα τον Χένρι να κλαίει. Γύρισα για να τον ελέγξω και ο Λάβινγκτον με άρπαξε. Μου είπε να αφήσω τον Χένρι ήσυχο. Ότι ήταν καλά. Αλλά ήμουν ακόμη αναστατωμένη για το ανόητο σχόλιο του ρολογιού – γι’ αυτό ελευθερώθηκα και όταν το έκανα…» Ω Θεέ, το είδε τόσο καθαρά, κάθε δευτερόλεπτο φάνηκε να διαρκεί ένα λεπτό. Το σαστισμένο βλέμμα στο πρόσωπό του. Τα χέρια του να αιωρούνται. Το πόδι του να γυρίζει ψάχνοντας για το σκαλοπάτι που περίμενε να βρει εκεί, αναζητώντας ισορροπία – μη βρίσκοντας όμως. «…έπεσε πίσω. Πήγα να τον πιάσω, αλλά ήδη κουτρουβαλούσε και άκουσα αυτόν τον φοβερό, φοβερό ήχο, σαν να έσπασαν πολλά αβγά… και έμεινε εκεί ακριβώς». Ο Τζακ ξαφνικά φαινόταν θολός και συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε μέσα από ένα πέπλο δακρύων. «Βλέπετε, λοιπόν, ήταν δικό μου λάθος». Πήρε το μαντίλι του από τη θανατηφόρα λαβή της και πολύ τρυφερά –με περισσότερη τρυφερότητα απ’ ό,τι πίστευε ότι είχε– σκούπισε τα δάκρυά της. «Όχι, δεν ήταν», είπε ήσυχα. «Ήταν ατύχημα». «Όλα ήταν τόσο ανόητα. Δεν ήθελε καν να πάει στο δείπνο, αλλά ήταν με τη βασίλισσα. Αυτή και ο πρίγκιπας γιόρταζαν την επιτυχία της Μεγάλης Έκθεσης. Μάλλον δεν γνωρίζετε, αλλά δεν μπορεί κανείς να απορρίψει πρόσκληση από τη βασίλισσα». Μέσα από τα δάκρυά της, είδε μια γωνία του στόματός του να ανασηκώνεται. «Υποψιάζομαι ότι η εθιμοτυπία που αφορά τη βασίλισσα είναι κάτι που δεν θα χρειαστεί ποτέ να γνωρίσω». Της ξέφυγε ένα μικρό γέλιο, ένα αναφιλητό. «Πιθανότατα όχι». Τινάχτηκε από το αναφιλητό και πάλι. «Θέλετε να ακούσετε κάτι γελοίο;» «Θα μπορούσα να γελάσω». Εφόσον εκείνος είχε σταματήσει να σκουπίζει τα δάκρυά της, άρπαξε το μαντίλι του και μάζεψε τα υπόλοιπα. «Είναι ανόητο τώρα, αλλά όταν διαβάστηκε η διαθήκη, σκέφτηκα ότι ήσαστε η τιμωρία μου. Σκέφτηκα ότι ίσως ο Λάβινγκτον ήξερε κατά κάποιον τρόπο ότι θα ήμουν υπεύθυνη για τον θάνατό του και έτσι άφησε αυτήν τη γελοία διαθήκη για να με τιμωρήσει». «Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι έτσι πρέπει να αισθάνθηκες εκείνη τη στιγμή». «Ήταν απλώς τόσο απροσδόκητο. Δεν θέλω να ακουστώ αγνώμων για αυτά που όντως μου άφησε, αλλά είχα μεγάλες ελπίδες ότι θα μου άφηνε την έπαυλη. Ξέρω ότι είναι πολύ μεγάλη για κατοικία, αλλά όταν μετακόμισα, ήταν τόσο


ζοφερή. Ποτέ δεν άφηνε το φως να μπαίνει μέσα. Το προσωπικό του δεν επαρκούσε, ήταν ελάχιστοι. Μεγάλο μέρος του σπιτιού ήταν παραμελημένο. Όλα αυτά τα άλλαξα. Για να είμαι ειλικρινής, αισθάνθηκα προδομένη που το έδωσε σε εσάς και στη συνέχεια σας όρισε –έναν γνωστό κακοποιό– κηδεμόνα του πολύτιμου Χένρι… ήταν απλώς πάρα πολύ για να το αντέξω. Φοβάμαι ότι έβγαλα όλη την απογοήτευσή μου και τα νεύρα μου πάνω σας. Λυπάμαι για αυτό». «Ζητάς πολύ συχνά συγγνώμη, Λίβι. Είχες κάθε δικαίωμα να είσαι θυμωμένη. Άλλωστε η αντίδρασή μου δεν ήταν ιδιαίτερα γοητευτική». «Απλώς δεν ξέρω τι σκεφτόταν. Υποθέτω ότι δεν θα μάθουμε ποτέ». Αναστέναξε. «Μου λείπει, αλλά όχι τόσο όσο θα έπρεπε. Ήμουν πολύ μόνη. Μερικές φορές εύχομαι να μην είχα υπάρξει καλή κόρη. Μακάρι να είχα επαναστατήσει και να έφευγα με κάποιον της επιλογής μου. Με τον κηπουρό ίσως». «Ήσουν ερωτευμένη με τον κηπουρό;» Γέλασε ελαφρά, γιατί ακούστηκε τόσο σοκαρισμένος. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ο Τζακ θα τρόμαζε από κάτι. «Έδωσα μόνο ένα γελοίο παράδειγμα. Δεν υπήρχε κανένας άλλος στην πραγματικότητα». Έσφιξε τα χέρια της, τα μελέτησε. «Είχατε δίκιο, παρεμπιπτόντως. Ο Λάβινγκτον ήταν συνοπτικός σε όλα τα θέματα. Αλλά δεν λυπάμαι που τον παντρεύτηκα. Όταν κοιτάω τον Χένρι, είμαι ευγνώμων. Απλώς εύχομαι να μην τον είχα σκοτώσει». «Δεν τον σκότωσες, Λίβι. Αν κάτι τον σκότωσε, ήταν η αδεξιότητά του». Κούνησε το κεφάλι της. «Πάντα θα αισθάνομαι ένοχη. Αν τον είχα αγαπήσει βαθύτερα ή δεν παραχάιδευα τόσο πολύ τον Χένρι… Ξέρω ότι τον παραχαϊδεύω. Αλλά πρέπει να διοχετεύσω την αγάπη μου κάπου». «Αν σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα, υποψιάζομαι», είπε ήσυχα, «βασισμένος σε όσα τώρα ξέρουμε για την Έλεν, ότι όντως είχες ακούσει τον Χένρι να φωνάζει». Αν ήθελε να την κάνει να αισθανθεί καλύτερα… «Προσπαθείτε να με απαλλάξετε από την ενοχή μου, πράγμα που πραγματικά εκτιμώ, αλλά δυστυχώς εξυπηρετεί μόνο στο να δείξει ότι δεν ήμουν μόνο φοβερή σύζυγος, αλλά και φριχτή μητέρα». «Δεν μπορείς να κατηγορείς τον εαυτό σου που δεν ήξερες για την Έλεν. Οι άνθρωποι που παίρνουν ευχαρίστηση από το να βλάπτουν παιδιά είναι πολύ επιδέξιοι στο να το κρύβουν». «Το άτομο που σας έβλαψε το έκρυβε;» «Ναι, πιστεύω ότι το έκανε».


Δεν ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες, παρόλο που ήθελε πολύ να μάθει τα πάντα γι’ αυτόν. Σκούπισε για τελευταία φορά τα μάτια της, πριν του δώσει πίσω το μαντίλι του. «Θα το πείτε στον φίλο σας στη Σκότλαντ Γιαρντ;» «Δεν τον σκότωσες, Λίβι. Μπορούμε να ζητήσουμε τη γνώμη του Σουίντλερ αν θέλεις, αλλά θα σου πει το ίδιο πράγμα με εμένα». Σηκώθηκε αργά. «Λένε ότι η εξομολόγηση είναι καλή για την ψυχή. Στην πραγματικότητα αισθάνομαι κάπως καλύτερα. Σας ευχαριστώ… Τζακ». «Παρακαλώ, Λίβι». Δεν επέστρεψε στο σπίτι. Το βλέμμα του έπεσε στα χείλη της κι εκείνη αναρωτήθηκε αν σκεφτόταν άλλες απολαύσεις. «Εκείνο το πρωί που μπήκες στην γκαρνταρόμπα…» ξεκίνησε. «Δεν συνειδητοποίησα ότι ήσαστε εκεί», τον διέκοψε προσπαθώντας να τον σταματήσει προτού πει κάτι τραβηγμένο. «Είχα σκεφτεί ίσως ότι ήρθες για να μου πληρώσεις αυτό που μου οφείλεις». «Δεν νομίζω ότι σας χρωστάω κάτι». Είχε μείνει χωρίς ανάσα και ένιωθε ζεστή ξανά. «Αποδεχτήκατε την πρόκληση με περιορισμούς». «Τότε είμαστε και πάλι σε αντιπαράθεση». «Φαίνεται ότι είμαστε». Της χάρισε ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. «Παράξενο που δεν φαίνεται έτσι». Πριν μπορέσει να αντιμετωπίσει την απαίτησή του, έτεινε το χέρι του. Ήταν μια ένδειξη ανακωχής, συνειδητοποίησε. Καθώς περπατούσαν πίσω στο σπίτι, της πέρασε από το μυαλό ότι όσο περισσότερο χρόνο περνούσε συντροφιά του, τόσο πιο επικίνδυνο γινόταν για την καρδιά της.


Κεφάλαιο 15 Ηταν εκ φύσεως υπομονετικός άνθρωπος. Ήταν επίσης επιφυλακτικός, αλλά τελευταία βαριόταν. Όντας μέσα στην κόλαση της χαρτοπαιξίας, το να ξέρει ότι δεν θα ήταν ευπρόσδεκτος εάν ο σκοπός του ανακαλυπτόταν ήταν αρκετά… συναρπαστικό. Τα τραπέζια στοιχημάτων δεν τον ενδιέφεραν. Ούτε τα τραπέζια όπου έπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Το δωμάτιο που είχε τις γυναίκες ήταν απλώς βαρετό. Και δεν είχε πάρει ποτέ απόλαυση από το αλκοόλ. Αλλά τα αγόρια. Ήταν ένα εντελώς άλλο θέμα. Κανείς δεν παρατηρούσε ποτέ αν κάποιο παιδί έλειπε από το πεζοδρόμιο. Αλλά εδώ μπορεί να το παρατηρούσαν. Ειδικά αν αυτός ο καταραμένος επιθεωρητής Σουίντλερ ήταν τριγύρω παρατηρώντας. Το μυστικό ήταν να πάρει τον χρόνο του, να καθορίσει ποιο ήταν το σωστό αγόρι και στη συνέχεια να κάνει την κίνησή του. Η Ολίβια ήξερε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Αντ’ αυτού, κακόμαθε τον εαυτό της και έμεινε εκεί που ήταν, ακούγοντας τον Τζακ να παίρνει το πρωινό του μπάνιο. Τέσσερις ημέρες μετά την ασθένειά της γνώριζε πολύ καλά ότι ο Τζακ την παρακολουθούσε με προσοχή, σαν να προσπαθούσε να κρίνει την ετοιμότητά της να αντιμετωπίσει κάτι. Την έκανε να νιώθει κάπως άβολα. Ίσως είχε πει στον Σουίντλερ για την εξομολόγησή της και ίσως κατέληγε να μεταφερθεί στη Σκότλαντ Γιαρντ. Κάθε πρωί ο Τζακ τη ρωτούσε για την υγεία της, ήθελε να μάθει πόσο δυνατή αισθανόταν και την περνούσε από ανάκριση, κάπως παρόμοια με αυτή που είχε υπομείνει ο Γκρέιβς. Βρήκε τον εαυτό της να συμπάσχει με τον άνθρωπο. Ανησυχώντας για τον λόγο για τον οποίο ο Τζακ ήταν τόσο προβληματισμένος με την υγεία της, χθες το πρωί είχε απαντήσει: «Νιώθω τόσο υγιής όσο ήμουν προτού αρρωστήσω». Το μόνο που είπε ήταν: «Χαίρομαι που το ακούω». Κάτι που την έκανε να αναρωτηθεί αν είχε προκαλέσει τις προσπάθειές του να την παρασύρει στο κρεβάτι του. Είχε επιδείξει ιδιαίτερα καλή συμπεριφορά μετά τη βόλτα στον κήπο. Είχαν απολαύσει το δείπνο μαζί τα βράδια. Η σχέση τους είχε πάρει σίγουρα στροφή προς το καλύτερο και δυσκολευόταν να θυμηθεί


γιατί είχε αντιταχθεί ποτέ στο να γίνει κηδεμόνας. Όταν όλα ησύχασαν στην γκαρνταρόμπα, έμεινε εκεί που ήταν για λίγο περισσότερο, προσπαθώντας να μην τον φανταστεί να ντύνει το ελκυστικό σώμα του. Φυσικά, όσο περισσότερο προσπαθούσε να μην τον φαντάζεται, τόσο περισσότερο το έκανε. Ένα ξαφνικό δυνατό χτύπημα στην πόρτα την εξέπληξε. Είχε μόλις ανακαθίσει πριν η πόρτα του δωματίου ανοίξει διάπλατα και ο Τζακ μπει στο δωμάτιό της. Αναστενάζοντας τράβηξε τα σκεπάσματα στο στήθος της. «Τι κάνετε εδώ;» «Το αναβάλλω συνεχώς μέχρι να συνέλθεις από την αρρώστια αρκετά για να έρθεις μαζί μας. Ο Χένρι θέλει να πάει στη Μεγάλη Έκθεση», της είπε. «Το ξέρω, αλλά…» «Θα πάμε σήμερα. Θα θέλαμε να έρθεις μαζί μας. Είναι η ημέρα των σελινιών, μια ημέρα που έχει σχεδιαστεί ειδικά για τις κατώτερες τάξεις, έτσι ώστε οι ανώτερες τάξεις –αν και σνομπ, τους συγχωρώ αυτή τη στιγμή επειδή λειτουργεί προς όφελός μας– να μην αναπνέουν τον ίδιο αέρα με τις κατώτερες τάξεις. Οι άνθρωποι που θα παρευρεθούν σήμερα δεν είναι αυτοί που συνηθίζεις να συναναστρέφεσαι, οπότε είναι απίθανο να σε αναγνωρίσουν». Έριξε έναν μπόγο στο κρεβάτι. «Για να σε καθησυχάσω περισσότερο, σου έφερα αυτά τα ρούχα. Εξασφαλίζουν ότι δεν θα ξεχωρίζεις. Φεύγουμε σε μισή ώρα». Προτού προβάλει αντίρρηση, εκείνος έκλεισε την πόρτα. Έπιασε τον μπόγο, χαλάρωσε τον κόμπο στην κορυφή και ξεδίπλωσε τα ατημέλητα ρούχα: ένα σακάκι, ένα πουκάμισο, παντελόνι, παπούτσια και ένα κασκέτο. Υπονοούσε ότι έπρεπε να ντυθεί σαν αγόρι; Αρπάζοντας το παντελόνι, πήδηξε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε στην πόρτα για να τον αντιμετωπίσει. Ήταν φυσικά εντελώς απρεπές… Αλλά όχι τόσο απρεπές όσο το να τον φιλήσει. Μήπως μια μικρή κακή συμπεριφορά δικαιολογεί μια άλλη; Σταμάτησε απότομα και έσφιξε το ρούχο. Ήταν καθαρό, λίγο παλιό. Ο Τζακ, ο οποίος πλενόταν δύο φορές την ημέρα και –είχε ακούσει από την πλύστρα της– έβαζε να πλένουν τα ρούχα του πιο συχνά από ό,τι έπρεπε, της είχε δώσει καθαρά ρούχα. Κράτησε το παντελόνι στη μέση της να το δει, αφήνοντας τα μπατζάκια να πέσουν μέχρι τα πόδια της. Ήταν αρκετά μακρύ, φαινόταν αρκετά φαρδύ. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο καλά πρέπει να την είχε παρατηρήσει για να κρίνει με ακρίβεια τα ρούχα που της ταίριαζαν. Δεν ήξερε αν έπρεπε να είναι αναστατωμένη ή κολακευμένη, να τον ευχαριστήσει ή να τον κατσαδιάσει. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι εκείνος περίμενε το τελευταίο, ενδεχομένως περίμενε από την άλλη πλευρά αυτής της πόρτας, με τα επιχειρήματά του έτοιμα.


Ζυγίζοντας τις επιλογές της, έκανε ένα προσωρινό βήμα πίσω. Η αλήθεια είναι ότι ήθελε να δει τη Μεγάλη Έκθεση όσο και ο Χένρι. Αλλά να ντυθεί σαν αγόρι… Ένα χαχανητό της ξέφυγε και έκλεισε με το χέρι της το στόμα της. Μόνο η σκέψη την έκανε να αισθάνεται ξέγνοιαστη και νέα και περιπετειώδης. Πού ήταν το κακό; Ποιος θα το μάθαινε; Έτρεξε τα επιχειρήματα μέσα στο μυαλό της. Το πρόβλημα θα ήταν τα μαλλιά της. Μπορεί να πετύχαινε κάτι αν τα έπλεκε σφιχτά, τα έπιανε ψηλά, έβαζε το κασκέτο και το κατέβαζε χαμηλά. «Όχι, δεν μπορώ», ψιθύρισε. «Δεν μπορώ». «Γιατί όχι;» μια μικρή φωνή που δεν ακούστηκε σαν τη δική της απάντησε. Ήταν βαθιά μέσα στο μυαλό της. Ίσως να ήταν τρέλα. Ήταν αρκετά κακό να μιλάει στον εαυτό της, αλλά το να απαντήσει ήταν εντελώς παραφροσύνη. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα που οδηγούσε στην γκαρνταρόμπα. «Είσαι έτοιμη;» ρώτησε μια βαθιά φωνή. «Όχι». «Είσαι ντυμένη;» «Όχι». «Ντύσου. Έρχομαι μέσα». «Όχι». Ο σατανάς άνοιξε την πόρτα, κοίταξε γύρω και την περιεργάστηκε. «Έλα, Λίβι, ξέρεις ότι το θέλεις». Νιώθοντας ότι ήταν εντελώς ευάλωτη μαζί του στο υπνοδωμάτιό της, έβαλε το ένα γυμνό πόδι στην κορυφή του άλλου. «Ποιον θα βλάψει αν πας;» ρώτησε ο Τζακ. Περπάτησε μπροστά από την πόρτα, έγειρε στον τοίχο και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος σαν να την προκαλούσε. Δεν ήταν ντυμένος με τα συνηθισμένα ρούχα του. Το καφέ τουίντ παλτό δεν του έκανε. Ήταν λίγο μεγάλο και τον έκανε να φαίνεται κοινός. Δεν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει πόσο ασυνήθιστος φαινόταν. Τώρα της πέρασε από το μυαλό ότι αν δεν γνώριζε την ιστορία του, ίσως τον περνούσε για αριστοκράτη όταν ήταν ντυμένος ευπρεπώς. Είχε τον αέρα του αριστοκράτη. Δεν το έκρυβαν καλά τα μουντά ρούχα του. Ήταν περίεργο το να μη φοράει κάποιο χρώμα. «Ποιον θα βλάψει αν δεν πας;» ρώτησε, σαν να παραιτήθηκε από την απάντηση της προηγούμενης ερώτησής του. Κοίταξε τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι. «Μετά από χρόνια, ο Χένρι θα μιλάει για τις αναμνήσεις του από τη Μεγάλη


Έκθεση. Δεν θέλεις να περιλαμβάνουν κι εσένα;» ρώτησε ο Τζακ. «Αυτό δεν είναι δίκαιο. Εκτός αυτού, τι γίνεται αν κάποιος με αναγνωρίσει;» «Κανείς δεν βλέπει τα πρόσωπα των φτωχών. Φορώντας αυτά τα ρούχα, θα μοιάζεις με άπορο». «Τότε πώς έλαβα είσοδο;» Ο Τζακ αναστέναξε. «Κανείς δεν θα ρωτήσει. Έλα, Λίβι, για μια φορά στη ζωή σου, κάνε κάτι που δεν πρέπει». Σχεδόν του υπενθύμισε ότι τον είχε φιλήσει, αλλά επειδή δεν είχε μιλήσει για το συμβάν ούτε μια φορά από τη βόλτα στον κήπο, υποψιάστηκε ότι είτε ήθελε να το ξεχάσει είτε ότι είχε αποφασίσει ότι πραγματικά δεν σήμαινε τίποτα. Προσπάθησε να μην απογοητευτεί από αυτό το συμπέρασμα. Την προκαλούσε, κάνοντάς το να φαίνεται τόσο εύκολο, να πέσει από το βάθρο της υψηλής ηθικής. Ωστόσο, αυτό που της ζητούσε δεν ήταν τρομερά απαίσιο. Θα ήταν τόσο ωραίο να βγει από το σπίτι και να κάνει κάτι με τον Χένρι. «Υποθέτω ότι υπάρχουν χειρότερα πράγματα που θα μπορούσα να κάνω». «Με έναν άντρα στην κρεβατοκάμαρά σου και ντυμένη με το νυχτικό σου» – της έκλεισε το μάτι– «αυτό που προτείνω ίσα που θεωρείται κακό». Αν δεν την είχε φιλήσει, ίσως να σκεφτόταν ότι ήταν προσβλητικός, αλλά τώρα σκέφτηκε ότι απλώς την πείραζε προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει, να την κάνει να δει την ανοησία του διλήμματός της. «Αν πάω στην Κόλαση γι’ αυτό…» «Θα είμαι κι εγώ εκεί. Θα χορέψω μαζί σου», υποσχέθηκε. Κάτι στον τόνο της φωνής του, στο βλέμμα του, την έκανε να σκεφτεί ότι αυτή τη φορά δεν την πείραζε και είχε μια παράλογη επιθυμία να κλάψει. Μάλλον ήταν τα απομεινάρια της ασθένειάς της ή ίσως ήταν απλώς ότι αναγνώρισε ότι φοβόταν να είναι μόνη. Αν σκεφτόταν πάρα πολύ τι της ζητούσε ο Τζακ, ίσως να δείλιαζε. Αντ’ αυτού, σήκωσε το πιγούνι της και κούνησε το χέρι της. «Εμπρός λοιπόν. Πρέπει να ετοιμαστώ». Της χαμογέλασε πριν εξαφανιστεί πίσω από την πόρτα και την κλείσει. Ω εκείνη ευχόταν να μην το κάνει αυτό, δεδομένης της ευχαρίστησης που της πρόσφερε. Προκαλούσε ατέλειωτη συγκίνηση στην καρδιά της. Ήταν θαυμάσια αίσθηση το να φέρνει σε κάποιον χαρά, να ξέρει ότι ήθελε να είναι μαζί της. Ευτυχία. Απόλυτη ευτυχία. Βίωνε την ευτυχία πέρα από οτιδήποτε είχε γνωρίσει ποτέ. Απλώνοντας το χέρι στο κουδούνι, δεν μπόρεσε να θυμηθεί μια στιγμή στη


ζωή της που να ήταν τόσο ενθουσιασμένη. Τα ρούχα ήταν ένα λάθος, ένα τρομερό λάθος, επειδή ο Τζακ αναγκάστηκε να θαυμάσει το υπέροχο σχήμα των οπισθίων της καθώς στέκονταν στην ουρά για να μπουν στο Κρίσταλ Πάλας. Πρέπει να είχε βάλει την καμαριέρα της να δέσει τα στήθη της, γιατί ήταν τόσο επίπεδη, σαν σανίδα μέσα σε αυτό το πουκάμισο. Ή ίσως ήταν ο τρόπος που το σακάκι κρεμόταν από πάνω του. Αυτό το υπερβολικά κοντό πανωφόρι που του επέτρεψε να δει τον πισινό της μέσα στο παντελόνι. Έμοιαζαν με τρεις φίλους που αναζητούσαν περιπέτεια. Ή τουλάχιστον αυτή και ο Χένρι έμοιαζαν με παιδιά. Ο Τζακ έμοιαζε περισσότερο με τον πατέρα τους. Το ένιωθε κι εκείνος. Ένιωθε μεγάλος και κυνικός. Δεν τον είχε νοιάξει ποτέ η σκληρή αντίληψη που είχε για τη ζωή, μόνο τώρα τον έκανε να αισθάνεται γέρος, ενώ αυτή και ο Χένρι ήταν γεμάτοι ενθουσιασμό και δεν είχαν φτάσει καν στο κτίριο. Δεν είχε δει ποτέ τα μάτια της γεμάτα με τόση ευθυμία. Κάθε λίγο και λιγάκι έσκυβε και μιλούσε στον Χένρι, επισημαίνοντας κάτι. Όσο και αν ήξερε ότι δεν έπρεπε, ο Τζακ ήθελε να το μοιραστεί μαζί του, να του αγγίξει το χέρι, να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και να ψιθυρίσει την απόλαυσή της στο αφτί του. Ακόμα και όταν ήταν ντυμένη με αρρωστιάρικα ρούχα, ήταν απολαυστική. Αλλά εξακολουθούσε να μοιάζει με κάποια της υψηλής κοινωνίας. Θα μπορούσε να βάλει βρομιά στα μάγουλά της και λάσπη στην άκρη της χαριτωμένης μικρής μύτης της και ακόμα και τότε δεν θα έμοιαζε να ανήκει στον βάλτο που ήταν η ζωή του Τζακ. Αν κάποιος έπεφτε πάνω της με τον τρόπο που μόλις κάποιος χτύπησε τον Τζακ, θα ζητούσε συγγνώμη ή θα σούφρωνε τη μύτη, όπως έκανε όταν ήταν δυσαρεστημένη. Δεν θα έσπρωχνε… Ανάθεμα. Ψάχνοντας στην τσέπη του, κοίταξε γρήγορα γύρω του. Δεν υπήρχε κλέφτης στο οπτικό πεδίο. «Γαμώτο». «Έι, φίλε, πρόσεξε το στόμα σου. Έχεις μια κυρία εδώ». Ο Τζακ γύρισε προς τον άντρα που είχε μιλήσει. Ήταν πολύ μεγαλύτερης ηλικίας, η σύζυγός του μη ελκυστική – αλλά ανάθεμα, φαινόταν σαν να τη νοιαζόταν, σαν να ήταν πραγματικά ζευγάρι. «Τι συμβαίνει;» κάποιος μούγκρισε. Γύρισε σιγά-σιγά το κεφάλι του στην Ολίβια. «Τι συμβαίνει;» επανέλαβε με μια φωνή που υπέθεσε ότι μιμούνταν ένα παιδί,


ενώ στην πραγματικότητα δεν έμοιαζε στο ελάχιστο. Αν δεν προσπαθούσαν να μην τραβήξουν την προσοχή, θα την πείραζε γι’ αυτό. «Με έκλεψαν». Τι ντροπή να το παραδέχεται. «Τι;» ρώτησε με ανησυχία μιλώντας κανονικά, το οποίο έκανε τόσο τον κύριο πίσω τους όσο και την ξανθιά κυρία να σηκώσουν το φρύδι. «Ένα μενταγιόν που περιείχε μια φωτογραφία της μάνας μου», απάντησε κοφτά. «Γιατί έπρεπε να μεταφέρεις κάτι τόσο πολύτιμο…» «Το έχω πάντα μαζί μου», δήλωσε συνοπτικά, χωρίς διάθεση να επισημάνει την ανοησία του. «Πρέπει να πήγαν να μου το αρπάξουν κάμποσες φορές όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ήμουν πάντα αρκετά γρήγορος και έπιανα το κλεφτρόνι που προσπαθούσε να το πάρει». Ήθελε να βρίσει ξανά, αλλά δεν ήθελε να μαλώσει με τον τύπο πίσω του. Ο άντρας μπορεί να ήταν μεγαλύτερος, αλλά ήταν πιο ογκώδης από αυτόν και με γερή γροθιά, που ο Τζακ ήξερε ότι θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιά. Αν ήταν μόνος του, θα μπορούσε να φύγει μακριά αρκετά εύκολα, αλλά τώρα έπρεπε να ανησυχεί μήπως η Ολίβια ή το παιδί δεχτούν κάποιο χτύπημα που προοριζόταν γι’ αυτόν. «Ώστε κάποιος με τις δεξιότητές σας το πήρε», είπε η Ολίβια παρά ρώτησε. Θα μπορούσε να της πει την αλήθεια, ότι η δεξιοτεχνία δεν είχε να κάνει με αυτό, ότι εκείνη του είχε αποσπάσει την προσοχή, χωρίς να δίνει σημασία, πράγμα που πρέπει να ήταν προφανές σε όποιον τον είχε αναγνωρίσει ως εύκολο στόχο. Ο ίδιος όμως αποφάσισε ότι η εξομολόγηση θα έκανε και τους δυο τους να αισθανθούν άβολα. «Δεν έχει καμία αξία γι’ αυτόν. Θα πρέπει να το ξεφορτωθεί. Θα το βρω». Η Ολίβια περπάτησε γύρω από τον Χένρι, ο οποίος είχε σταθεί ανάμεσά τους, χρησιμεύοντας ως μαξιλάρι ασφαλείας. Άγγιξε το χέρι του Τζακ και παρόλο που φορούσε σακάκι και πουκάμισο, εκείνος ένιωσε τη ζεστασιά της παλάμης της, σαν να μην τους χώριζε τίποτα. Αν δεν το ήξερε, θα πίστευε ότι είχε πυρετό. Ή ίσως είχε εκείνος. Ήθελε να τραβηχτεί, ήθελε να κινηθεί πιο κοντά. «Λυπάμαι», είπε εκείνη απαλά, ένας ψίθυρος παρηγοριάς που είχε τη δύναμη να περάσει το προσεκτικά χτισμένο τείχος. «Δεν είναι δικό σου λάθος… δική μου ανοησία». Ο λαιμός του ακούστηκε σκληρός, η φωνή του τραχιά. Τι στα κομμάτια τον είχε κάνει να σκεφτεί ότι μια εκδρομή μαζί της ήταν καλή ιδέα; Είχε χάσει εντελώς το μυαλό του; Την ήθελε περισσότερο τώρα από όσο τη νύχτα που τη φίλησε. Η αθώα έλλειψη συνειδητοποίησης από την πλευρά της σχετικά με την επιθυμία του τον βασάνιζε.


«Έχετε άλλη φωτογραφία της;» τον ρώτησε. «Όχι. Δεν έχει σημασία. Δεν είναι σημαντικό». Αν και το χέρι της δεν κινούνταν, αισθάνθηκε σαν να το έκανε, σαν να χάιδευε τους ώμους του, το στήθος του. Μπορούσε να το φανταστεί, το ήθελε τόσο έντονα, που σχεδόν τον συντάραξε. «Γιατί δεν ανοίγουν τις πόρτες;» ρώτησε οργισμένα. Το χέρι της γλίστρησε καθώς κοίταξε προς το γυάλινο κτίριο. Ήθελε να το αρπάξει πίσω, να το κρατήσει σφιχτά και ποτέ να μην το αφήσει. Είχε χάσει εντελώς το μυαλό του. Δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία. «Φαίνεται ότι μάλλον το κάνουν», είπε εκείνη. «Βλέπω κάποια κίνηση μπροστά». Κοίταξε πίσω προς το μέρος του, την κάρφωσε με το βλέμμα του και για μια φριχτή στιγμή σκέφτηκε ότι εκείνη θα μπορούσε να δει την αναταραχή που είχε προκαλέσει μέσα του. Ξαφνικά ήθελε περισσότερα από όσα θα μπορούσε να έχει… πολλά περισσότερα. Ήθελε να τη φέρει εδώ μια μέρα που θα ερχόταν η υψηλή κοινωνία. Ήθελε να φορέσει τα ραμμένα στα μέτρα του ρούχα και να τη δει με ένα φόρεμα διαφορετικό από το μαύρο. Ήθελε το χέρι της στο δικό του, γνωρίζοντας ότι θα ήταν επιβεβλημένο επειδή θα ήταν στο πλευρό του. «Ελάτε! Ελάτε!» φώναξε ο Χένρι. Ο Τζακ συνειδητοποίησε ότι η ουρά είχε αρχίσει να κινείται, του είχε διαφύγει εντελώς. «Θα πρέπει να προσέχουμε εδώ». Η Ολίβια χαμογέλασε απαλά, σαν να κατάλαβε τον αγώνα του. Απλώνοντας το χέρι, έπιασε εκείνο του Χένρι. «Μείνε κοντά». Ο Τζακ δεν ήξερε αν μιλούσε στον γιο της ή σε αυτόν, αν αναγνώριζε ότι ξαφνικά ήθελε να φύγει. Αλλά παρέμεινε κοντά, έχοντας την πεποίθηση ότι τίποτα μέσα σε αυτό το κτίριο από γυαλί και μέταλλο δεν θα τον γοήτευε όσο η γυναίκα που ντυμένη σαν αγόρι περπατούσε τώρα δίπλα του. Κατάλαβε τα βλέμματα, την προσοχή που τραβούσαν, χωρίς αμφιβολία επειδή η Ολίβια μιλούσε και ενεργούσε ως μητέρα, όχι σαν νεαρό παιδί. Λες και η ίδια να αντιλήφθηκε το ενδιαφέρον, κοίταξε γύρω. Κοίταξε τον Τζακ κι εκείνος είδε τον πανικό στο πρόσωπό της που οι άνθρωποι άρχισαν να την παρατηρούν, καταλαβαίνοντας ότι δεν ήταν αγόρι. Πριν μπορέσει να την καθησυχάσει ότι δεν είχε καμία συνέπεια, είπε «Ανάθεμα» με εκείνο το βαθύ βράχνιασμα που πίστευε ότι ήταν ο τρόπος που θα μιλούσε ένας νεαρός άντρας. «Ανάθεμα», επανέλαβε ο Χένρι. Η Ολίβια δεν θα φαινόταν πιο τρομαγμένη ακόμα και αν ο Τζακ τη σήκωνε και τη φιλούσε στα χείλη. Και τότε άρχισε να χαχανίζει, καλύπτοντας το στόμα της,


κουνώντας το κεφάλι της. «Έι, έι, το στόμα σου», είπε ο άντρας πίσω τους. Τα μάτια της γυναίκας πίσω τους άνοιξαν διάπλατα. «Δεν νομίζω ότι είναι παιδί, Τζόνα. Τι συμβαίνει εδώ;» Ο Τζακ έπιασε το χέρι της Ολίβια. «Έλα». Άρπαξε το χέρι του Χένρι. Ο Τζακ τους οδήγησε μακριά από την ουρά. «Θα χάσουμε τη σειρά μας», είπε η Ολίβια, αλλά δεν ακούστηκε θυμωμένη. Μπορούσε ακόμα να ακούσει το ίχνος του γέλιου στη φωνή της. «Θα βρούμε καλύτερη», είπε ο Τζακ προχωρώντας μπροστά. «Δεν σκέφτεστε να κλέψουμε κάποιου τη σειρά». «Σου είπα ότι δεν το κάνω πια». Κοίταξε πίσω προς το μέρος της και χαμογέλασε. «Να κλέβω». Δεν ήθελε την αρχή της ουράς, γιατί θα ήταν πολύ εμφανές. Αλλά ήθελε να είναι πιο κοντά. Εντόπισε έναν άντρα, μια γυναίκα και μια νεαρή κοπέλα. Με την Ολίβια και τον Χένρι πίσω του, ο Τζακ πλησίασε. «Πόσοι είστε στην ομάδα σου;» ρώτησε ο Τζακ τον άντρα. «Και τι σε κόφτει;» «Θα σε πληρώσω γερά για τη σειρά σας εδώ αν πάρεις την οικογένειά σου στο πίσω μέρος της ουράς», του είπε ο Τζακ. «Είσαι θεοπάλαβος. Είμαστε εδώ από τις πέντε το πρωί…» Κοίταξε τα χρήματα που είχε βάλει ο Τζακ στο χέρι του. Σήκωσε το βλέμμα του στον Τζακ, έπειτα σήκωσε το κασκέτο του. «Τα λέμε, φίλε». Γύρισε στη γυναίκα και στο κορίτσι. «Πάμε». «Εγώ δεν…» «Πίσω στην ουρά τώρα, αγάπη», είπε σπρώχνοντας τη γυναίκα μακριά από το πλήθος, προτού της δείξει τι κρατούσε. Τα μάτια της άνοιξαν πριν βάλει το χέρι της στο μπράτσο του και φύγουν μακριά. «Νόμιζα ότι επρόκειτο να προσπαθήσουμε να μη δώσουμε στόχο», δήλωσε η Ολίβια καθώς ο Τζακ τους έβαζε στη γραμμή. «Χάσαμε την ευκαιρία όταν προσπάθησες να τραβήξεις την προσοχή όλων μακριά σου». «Τι έπρεπε να κάνω;» «Ακριβώς αυτό που έκανες. Θα έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα». «Φτάσαμε σχεδόν», φώναξε έντονα ο Χένρι, τραβώντας το χέρι του Τζακ και πηδώντας. Ναι, είχαν φτάσει και ήδη ο Τζακ ήθελε αυτή η μέρα να μην τελειώσει ποτέ.


Η Ολίβια δεν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις μάζες. Δεν ήταν μέρος του κόσμου της. Ωστόσο, περπατώντας ανάμεσά τους, δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει ότι δεν φαίνονταν τόσο διαφορετικοί. Ο Τζακ προσαρμόστηκε πολύ καλά, αλλά η Ολίβια ήξερε ότι αυτό έγινε επειδή εκείνος ήξερε να το κάνει. Είχε θεωρήσει ότι προερχόταν από τα κατακάθια της κοινωνίας, αλλά δεν ανήκε εκεί. Νόμιζε ότι ανήκε ακριβώς εκεί που βρισκόταν. Ήταν απρεπές για την ίδια να καταλαβαίνει τόσο καλά έναν άλλο άνθρωπο και παρ’ όλα αυτά φαινόταν τόσο φυσικό. Ήξερε πότε ο Τζακ θα χαμογελούσε πονηρά –πριν χαμογελάσει– επειδή ένα μικρό κομμάτι του διαβόλου θα εμφανιζόταν πρώτα στα μάτια του και έπειτα θα κατέβαινε αργά στο στόμα του. Δεν χαμογελούσε συχνά, αλλά όταν το έκανε, είχε τη δύναμη να κλέψει την αναπνοή της. Όταν δεν ήταν αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του ή σκεφτόταν ένα πρόβλημα, έτριβε το κάτω μέρος του σαγονιού του. Η φωνή του πάντα ακουγόταν σίγουρη, αλλά άρχισε να υποψιάζεται ότι υπήρχαν στιγμές που δεν ήταν, και αυτή η μικρή ιδιομορφία ενίσχυε κατά κάποιον τρόπο την αυτοπεποίθησή του. Δεν ήταν αρκετά βέβαιη για ποιον λόγο διαπίστωνε αυτή την ευαισθησία πάνω του, αλλά το έκανε. Ήταν απίστευτα γοητευμένη, παρακολουθώντας τον να εξηγεί τα πράγματα στον Χένρι, να τον σηκώνει, ώστε να μπορεί να έχει μια πιο ωραία θέα και να τον βάζει στους ώμους του όταν κουραζόταν να περπατάει. Υποψιάστηκε ότι τίποτε από αυτά δεν θα συνέβαινε εάν έρχονταν κάποια άλλη μέρα. Ο Χένρι, όπως ήταν αναμενόμενο, θα συμπεριφερόταν κατά τρόπο που να ταιριάζει στη θέση του, στον τίτλο του. Ή ίσως δεν θα υπήρχε καμία διαφορά. Ο Τζακ ίσως τον είχε διδάξει να μην τον νοιάζει. Ναι, αυτό ήταν πιο πιθανό. Αν δεν παντρευόταν, αν δεν είχε κανέναν σύζυγο να πάρει τον ρόλο του Τζακ ως κηδεμόνα, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο Χένρι θα μεγάλωνε χωρίς να φοβάται να εκφράσει τη γνώμη του. Δεν ήταν όμως πλέον καθόλου βέβαιη αν ήταν κακό. Από όλα τα έργα τέχνης, τις εφευρέσεις και τα θαύματα που είχαν να εξερευνήσουν στη Μεγάλη Έκθεση, ο Χένρι ήταν συνεπαρμένος από την τεράστια ατμομηχανή. «Έχεις ταξιδέψει ποτέ με το τρένο, μικρέ;» ρώτησε ο Τζακ. Με τα μάτια ορθάνοιχτα, ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του. «Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους… έτσι έφτασαν εδώ. Ταξιδεύοντας με τον σιδηρόδρομο. Πριν από αυτό, θα τους είχε πάρει μέρες και μέρες για να φτάσουν στο Λονδίνο. Φαντάσου τι θα έχαναν». «Έχετε ταξιδέψει με τον σιδηρόδρομο;» ρώτησε η Ολίβια. Συνέχισε να μιλά


με βαθύτερη φωνή, αλλά είχε ενθουσιαστεί από όλα όσα τους περιέβαλλαν και είχε ξεχαστεί. Οι άνθρωποι δεν τους έδιναν σημασία ούτως ή άλλως. Πάρα πολλά εκθέματα τους τραβούσαν το ενδιαφέρον και δεν έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στο περίεργα ντυμένο τρίο. Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν έχω βρεθεί ποτέ έξω από το Λονδίνο». «Ποτέ;» Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Γιατί να το έκανα;» «Η επαρχία είναι πολύ διαφορετική. Θα τολμούσα να σας προσκαλέσω όταν ταξιδέψουμε στα κτήματα». Έτριψε το σαγόνι του. «Όταν το κάνουμε, σίγουρα». «Δεν φοβάστε…» «Όχι φυσικά», είπε ο ίδιος διακόπτοντάς τη. «Το Λονδίνο μου ταιριάζει. Ποτέ δεν είχα ανάγκη να πάω κάπου αλλού». «Πώς μπορείτε να το ξέρετε αν δεν έχετε πάει ποτέ πουθενά αλλού;» ρώτησε. «Απλώς το ξέρω». «Δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσατε». «Εσύ πώς ξέρεις ότι δεν θα απολάμβανες κάποια κακία;» ρώτησε έντονα. Στη σιωπή της, ανασήκωσε ένα φρύδι και ένα χαμόγελο που άρχισε από τα μάτια του κατέβηκε στο στόμα του. Η Ολίβια ήξερε ακριβώς τι ρωτούσε με αυτό το βλέμμα. Πώς μπορούσε να αμφισβητήσει την κρίση του για αυτό που δεν είχε βιώσει ποτέ όταν κι εκείνη ήταν ένοχη για το ίδιο πράγμα; Δεν είχε ποτέ αμαρτήσει και μάρτυς της ο Θεός, είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι ποτέ δεν είχε θελήσει αληθινά τον άντρα της. Στην αρχή τον σκεφτόταν πριν πάει για ύπνο, της έλειπε, ένιωθε τη μοναξιά από την απουσία του στο κρεβάτι της. Δεν περίμενε με ανυπομονησία να τον δει στο πρωινό. Δεν είχε σκεφτεί ότι τα απογεύματα χωρίς αυτόν θα ήταν πολύ μεγάλα και τα βράδια συντροφιά του θα ήταν πολύ σύντομα. Δεν τον σκεφτόταν με λαχτάρα. Υποπτευόταν ότι αν δεν ήταν πάρα πολύ προσεκτική με τον Τζακ, θα μπορούσε να βρει τον εαυτό της να λαχταρά κάτι περισσότερο από ένα φιλί… Πήρε το χέρι του Χένρι λέγοντας: «Νομίζω ότι περιδιαβήκαμε αρκετά εδώ». Ο Χένρι κοίταξε πίσω. «Μπορούμε να πάμε στον σιδηρόδρομο;» «Κάποια μέρα, μικρέ». Άκουσε στη φωνή του Τζακ μια υπόσχεση. Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί μέχρι η άμαξα να φτάσει στην έπαυλη. Ο Χένρι – όλοι τους– είχε φάει στο αναψυκτήριο, απολαμβάνοντας ποικίλες γεύσεις. Η Ολίβια δεν πίστευε ότι κάποιος θα ήθελε να δειπνήσει, πράγμα που ήταν καλό


καθώς ο Χένρι είχε ήδη κοιμηθεί. Με τον Χένρι να είναι κολλημένος πάνω του σαν ένα μικρό πιθηκάκι –τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του, τα πόδια του γύρω από τη μέση του–, ο Τζακ βγήκε με χάρη από την άμαξα. Καθώς περπατούσαν προς το αρχοντικό, η Ολίβια αισθάνθηκε τα δάκρυα να τρυπούν τα μάτια της στη θέα του ψηλού, στητού άντρα δίπλα της και του μικρού αγοριού που τον εμπιστευόταν σιωπηρά. Δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι αυτό που άρχιζε να αισθάνεται για τον Τζακ ήταν πραγματικά θαυμάσιο, τρομακτικό όμως σε ένταση. Ήθελε να είναι μαζί του με τρόπους που ήξερε ότι δεν έπρεπε. Σκανδαλώδεις τρόπους, αμαρτωλούς. Έπρεπε να υπερασπιστεί την αποφασιστικότητά της να αντισταθεί σε αυτό που γνώριζε ότι θα οδηγούσε μόνο σε καταστροφή. Να εγκαταλείψει την ανατροφή της για μια νύχτα πάθους στο κρεβάτι ενός άντρα τον οποίο δεν είχε παντρευτεί, έναν άντρα που είχε σχέδια να την παντρέψει με άλλον – ήταν μια ανόητη, ανόητη γυναίκα που σκεφτόταν να πάρει τέτοιο δρόμο. Ο Χένρι δεν κουνήθηκε καθόλου καθώς έμπαιναν στο σπίτι και άρχισαν να ανεβαίνουν τις σκάλες. Ήταν πραγματικά κατάκοπος. Η Ολίβια σίγουρα καταλάβαινε αυτό το συναίσθημα. Θα καλοδεχόταν ένα ζεστό μπάνιο και έναν ύπνο σύντομα. Η Άιντα τους χαιρέτησε στο παιδικό δωμάτιο. «Πώς είναι ο νεαρός δούκας;» «Ψόφιος», είπε ο Τζακ και έβαλε τον Χένρι στο κρεβάτι του με μια ευγένεια που εξέπληξε την Ολίβια. Μετά από όλο αυτό το διάστημα, έμενε ακόμα έκπληκτη από το γεγονός πως σε ό,τι είχε να κάνει με τον Χένρι, ο Τζακ έδειχνε τόσο μεγάλη φροντίδα. «Θα τον ετοιμάσω για ύπνο», ψιθύρισε η Άιντα. «Φροντίστε για εσάς». Σκύβοντας η Ολίβια φίλησε το μέτωπο του Χένρι. «Καληνύχτα, αγάπη μου». Ακολούθησε τον Τζακ στον διάδρομο. «Πραγματικά δεν έχω κουράγιο για δείπνο». Τα μάτια του έπεσαν ανήσυχα πάνω της. «Ήταν υπερβολικό το σημερινό;» «Ήταν τέλειο. Είμαι απλώς κουρασμένη. Εάν δεν σας πειράζει, θα χρησιμοποιήσω πρώτη την γκαρνταρόμπα». «Πρέπει να βγω». «Πού πηγαίνετε;» «Θέλω να βρω το μενταγιόν μου». «Πιστεύετε ότι θα έχετε κάποια τύχη;» «Ξέρω πού είναι πιθανόν να βρεθεί. Θα το βρω». Είχε τέτοια αυτοπεποίθηση. Αυτοπεποίθηση για τα πάντα.


Έβαλε το χέρι της στο μπράτσο του. «Σας ευχαριστώ πολύ για σήμερα». Πέρασε τα δάχτυλά του κάτω από το πιγούνι της και έσκυψε στον λαιμό της. Η αναπνοή της τον βομβάρδισε με σκέψεις να την τραβήξει κοντά και να της δώσει ένα καυτό φιλί, πριν φύγει να πάει στην επιχείρησή του. Το βλέμμα του έκανε ένα αργό ταξίδι από τα δάχτυλα των ποδιών της πίσω στα μάτια της. «Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν περίμενα να δείχνεις τόσο απολαυστική με παντελόνι». Η Ολίβια ένιωσε έντονη ζαλάδα. «Ανάθεμα, με κάνεις να εύχομαι να ήμουν άνθρωπος που θα αρκούνταν μόνο σε ένα φιλί». «Υποθέτω ότι θα μπορούσα να σας απαγορεύσω». Μόνο μια γωνία του στόματός του σηκώθηκε, σαν να είχε απλώς διασκεδάσει από την επαίσχυντη απερισκεψία της. «Για τώρα, πού είναι η ζημιά;» ρώτησε με εκείνη την αχνή φωνή που δημιουργούσε παράξενα πράγματα μέσα της. «Απλώς θα προσθέσει παραπάνω στο χρέος σου». Δεν έκανε τον κόπο να τον διορθώσει, για να τον ενημερώσει ότι δεν θα πλήρωνε ποτέ αυτό που υποτίθεται ότι όφειλε. Δεν θα πήγαινε στο κρεβάτι του. Όσο και αν η ιδέα άρχιζε να την ελκύει, θα κρατούσε τη θέση της, ακόμα και όταν χαμήλωσε το στόμα του στο δικό της, ακόμα κι όταν σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να το συναντήσει. Ήταν, εξάλλου, μόνο ένα φιλί. Αλλά έμοιαζε κάτι πολύ περισσότερο. Από τη στιγμή που τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της, χάθηκε στις αισθήσεις του στόματός του που έπαιζε με το δικό της. Αισθάνθηκε ότι μετρίαζε την πείνα του, ότι κρατιόταν υπό έλεγχο, σαν να φοβόταν ότι δεν θα είχε τη δύναμη αυτή τη φορά να αρκεστεί σε κάτι λιγότερο από το να τη βάλει από κάτω του. Αλλά αυτό το φιλί ήταν τόσο υπέροχο όσο το πρώτο. Ένα κομμάτι της κατάλαβε ότι το αγορίστικο κασκέτο άφησε το κεφάλι της. Καθώς έσφιξε τα χέρια πάνω στους ώμους του, αισθάνθηκε ότι τα χέρια του ταξίδευαν γύρω της, τραβώντας την πιο κοντά του, στη συνέχεια τα μαλλιά της χύθηκαν γύρω της. Ήταν ένας άνθρωπος με επιδέξια δάχτυλα και ταλαντούχο στόμα. Θα μπορούσε να την αποσπάσει τόσο εύκολα, έως ότου εκείνος να γίνει το μόνο για το οποίο θα νοιαζόταν. Η κρεβατοκάμαρά του ήταν τόσο κοντά. Αν τη σήκωνε στην αγκαλιά του, δεν ήξερε αν θα είχε τη δύναμη να αντισταθεί. Μπορεί απλώς να έγερνε προς τα κάτω και να του άνοιγε την πόρτα.


Όχι, όχι, έπρεπε να είναι πιο δυνατή από αυτό. Έπρεπε να πάρει αυτό το φιλί που ζωντάνευε την επιθυμία της και να είναι ικανοποιημένη με αυτό. Και οι δύο έπρεπε να είναι ικανοποιημένοι με αυτό. Ξαφνικά, αλλάζοντας τη γωνία του στόματός του, βάθυνε το φιλί, με τη γλώσσα του να εξερευνά χαλαρά, παροτρύνοντάς τη να κάνει το ίδιο. Καθώς την τράβηξε, ήρθαν κοντά, δεν την εμπόδιζαν τα στρώματα από μεσοφόρια ή φούστες. Ειλικρινά, δεν υπήρχαν περισσότερα από μερικά κομμάτια υφάσματος που χώριζαν το δέρμα της από το δικό του. Το σώμα του απάντησε με έντονη ορμή, που δεν χρειάστηκε φαντασία για να οραματιστεί. Ήξερε ακριβώς με τι έμοιαζε, εικόνες δικές του στο δωμάτιο τη βομβάρδισαν, πυροδοτώντας μια πυρκαγιά χαμηλά στην κοιλιά της. Άκουσε έναν βαθύ αναστεναγμό και για μια στιγμή φοβήθηκε ότι ήρθε από αυτή. Αναπνέοντας βαριά, απομάκρυνε το στόμα του από το δικό της. Μόνο τότε κατάλαβε ότι είχε τυλιχτεί γύρω του. Κατέβασε αμέσως τα χέρια της, έκανε ένα βήμα πίσω. «Όντως με μαγεύεις», είπε βραχνά ο Τζακ. «Απλή προειδοποίηση, δούκισσα, φοβάμαι ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που μπορώ να αρκεστώ μόνο σε ένα φιλί». Με αυτό, γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς τα σκαλοπάτια. Κλείνοντας τα μάτια της, στηρίχτηκε στον τοίχο. Η προειδοποίησή του δεν ήταν καθόλου απλή. Το μόνο που έκανε ήταν να αναμένει την επόμενη συνάντησή τους. Βγαίνοντας από την άμαξά του, ο Τζακ εισέβαλε στην αισχρή δυσωδία που τον περιέβαλλε για ένα μεγάλο μέρος της νιότης του. Δεν επέστρεφε συχνά στη φτωχογειτονιά, αλλά όταν το έκανε, είχε πάντα την αίσθηση ότι επέστρεφε σπίτι. Τι λυπηρό σχόλιο ήταν αυτό για τη ζωή του, καθώς αυτή η βρομιά ήταν εκεί όπου αισθανόταν πιο άνετα; Άρπαξε τον σάκο λινάτσας από την άμαξα και τον έβαλε στον ώμο του. Ήξερε ότι δεν θα έμενε τίποτε από την άμαξά του εάν παρέμενε εκεί. «Φύγε, γύρνα πίσω εδώ σε μια ώρα», διέταξε τον οδηγό. «Μάλιστα, κύριε». Ο Τζακ είδε τη σαφή ανακούφιση στο πρόσωπο του οδηγού πριν ξεκινήσουν τα άλογα. Κανείς δεν ήθελε να είναι εδώ, ούτε καν εκείνοι που ζούσαν στα ερειπωμένα κτίρια. Ήταν αργά το βράδυ, αλλά τα παιδιά εξακολουθούσαν να τρέχουν. Όταν εκείνα έγιναν πολύ περίεργα, ήρθαν πολύ κοντά, έβαλε το χέρι στην τσέπη του και έριξε μερικά νομίσματα στη λάσπη και τη βρομιά για να τα στείλει να τρέξουν μακριά του.


Έφτασε στην κατοικία που ήθελε. Η πόρτα σε προκαλούσε να την ανοίξεις γιατί δεν ήταν ασφαλισμένη σε όλους τους μεντεσέδες. Στο εσωτερικό ήταν σκοτεινά και θλιβερά, η δυσοσμία της φθοράς ήταν ακόμα πιο έντονη. Ξεκίνησε να ανεβαίνει τις σκάλες, ξέροντας ποια σκαλοπάτια ήταν σπασμένα, ποια έκαναν θόρυβο, ποια έπρεπε να αποφύγει. Τίποτα δεν είχε βελτιωθεί σε αυτή την περιοχή του Λονδίνου. Ανακάλυψε ότι μια νέα τρύπα είχε διαμορφωθεί σε ένα από τα σκαλοπάτια όταν το πόδι του πέρασε μέσα. Βρίζοντας, ελευθέρωσε την μπότα του και συνέχισε, αν και λίγο πιο προσεκτικά. Στην κορυφή των σκαλοπατιών, πήρε τον σκοτεινό διάδρομο, περπατώντας προσεκτικά πάνω σε αυτό που δεν μπορούσε να δει, αλλά ήξερε ότι ήταν σκουπίδια. Μόλις έφευγε από αυτό το μέρος, θα έκαιγε τα ρούχα που φορούσε. Ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσει ότι δεν θα μετέφερε μαζί του καμία ασθένεια ή παρασιτώσεις. Ψείρες, ψύλλους, έρποντα πλάσματα. Πάντα μισούσε την αίσθηση των μικροσκοπικών εντόμων. Όταν άπλωσε το χέρι στην πόρτα στο τέλος του διαδρόμου, χτύπησε τρεις φορές, περίμενε ένα δευτερόλεπτο, χτύπησε δύο φορές, περίμενε, χτύπησε τρεις φορές. Άκουσε μια κίνηση από την άλλη πλευρά της πόρτας. Αργά άνοιξε. Εμφανίστηκε ένα βρόμικο, τσαλακωμένο πρόσωπο. Αυτό που ήταν κάποτε ζωντανό, τόσο κόκκινο όσο της Φράνι, ήταν τώρα χλωμό, σχεδόν λευκό. Η μακρόστενη γενειάδα ήταν επίσης λευκή. Χαλασμένα δόντια σχημάτισαν ένα χαμόγελο, πλαισιωμένο από σκασμένα και αιμορραγικά χείλη. «Λοιπόν, αυτό κι αν είναι». Με λυγισμένα, παραμορφωμένα δάχτυλα, προσκάλεσε στο εσωτερικό τον Τζακ. «Έλα, μικρέ. Ας δούμε τι έχεις για τον γερο-Φίγκαν». Ο Τζακ μπήκε μέσα στη μιζέρια και μεταφέρθηκε πίσω σε μια εποχή που κοιμόταν στο πάτωμα σαν σκύλος, που μαζευόταν γύρω από όποιον κοιμόταν δίπλα του, προσφέροντας και λαμβάνοντας ζεστασιά. Σπάνια έπεφτε στο κρεβάτι πεινασμένος. Ο Φίγκαν ήταν πάντα καλός στο να ταΐζει το πλήρωμά του. Ένα ασθενικό παιδί δεν θα του χρησίμευε πολύ. «Τι έχεις; Τι έχεις;» ρώτησε ο Φίγκαν περπατώντας προς την ετοιμόρροπη καρέκλα δίπλα στο σπασμένο τραπέζι, όπου ένα μόνο κερί βαλμένο στο στόμιο ενός καφέ μπουκαλιού έδινε το μοναδικό φως στο δωμάτιο. Ο Τζακ είδε τη γαλακτώδη λευκή ταινία που παρεμπόδιζε τώρα την όραση του Φίγκαν. Τράβηξε το σακί από τον ώμο του, το έβαλε στο τραπέζι και αποκάλυψε τέσσερα μπουκάλια: δύο με ουίσκι και δύο με ρούμι. Ο Φίγκαν ξαφνιάστηκε ξανά. «Ω μα την τύχη μου. Ναι, ήσουν πάντα καλός με τον Φίγκαν».


Ο μέντορας του Τζακ είχε πάντα τη συνήθεια να αναφέρεται στον εαυτό του σαν να ήταν άλλο άτομο στο δωμάτιο. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Τζακ δεν είχε πειστεί ποτέ ότι το Φίγκαν ήταν το πραγματικό του όνομα – ήταν σαν να έπρεπε πάντα να υπενθυμίζει στον εαυτό του, στους άλλους ποιος ήταν. Δεν ήταν ασυνήθιστο για τους ανθρώπους στη φτωχογειτονιά –αφού είχαν συλληφθεί– να μετακινούνται σε άλλο τμήμα του Λονδίνου και να αλλάζουν τα ονόματά τους. Μόνο μια φορά ο Φίγκαν είχε θυμηθεί το παρελθόν του και ήταν μια ιστορία που ο Τζακ προτιμούσε να πάρει στον τάφο. Ο Τζακ άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι και το έριξε στο χτυπημένο φλιτζάνι από κασσίτερο του Φίγκαν, το οποίο είχε τείνει με τρεμάμενο χέρι, ένα χέρι που είχε διδάξει τόσο πολλούς πώς να γλιστρούν σε σφιχτά μέρη χωρίς να εντοπίζονται. «Θα έπρεπε να με αφήσεις να σε μεταφέρω σε ένα διαμέρισμα στου Ντότζερ». Ο Φίγκαν ήπιε μια γενναία γουλιά, στη συνέχεια η γλώσσα του έτρεξε γύρω από τα χείλη του, αποφασισμένος να μην αφήσει να πέσουν σταγόνες. «Αλήθεια, τι καλό θα έκανε αυτό στον Φίγκαν, σε ρωτώ…» Ο Τζακ πήρε την καρέκλα απέναντί του. «Θα είχες φαγητό, ζεστασιά, συντροφιά. Θα σου έδινα ακόμα και ένα επίδομα παιχνιδιού». «Ήσουν πάντα καλύτερος από οτιδήποτε θα σου αναγνώριζαν ποτέ». «Η καλοσύνη δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Δεν μου αρέσει να περπατώ μέσα στη βρομιά για να φτάσω σε εσένα όταν σε χρειάζομαι». «Είσαι ο μόνος που έρχεται να με δει». Έγειρε μπροστά. «Πώς είναι η αγαπημένη μου Φράνι;» «Τα πάει καλά». «Παντρεύτηκε;» «Όχι». Κούνησε το κεφάλι του λυπημένα. «Θα έπρεπε να φροντίσω καλύτερα για εκείνη». «Όλοι έπρεπε». Την έμπλεξαν με το εμπόριο λευκής σαρκός σε ηλικία δώδεκα ετών. Ο Λουκ είχε αναλάβει να σκοτώσει τον υπεύθυνο. Η Ολίβια μπορεί να τον θεωρούσε δολοφόνο. Ο Τζακ όχι. Ορισμένα σκυλιά έπρεπε να θανατώνονται. «Αλλά εκείνη δεν είναι ο λόγος για τον οποίο είσαι εδώ». «Όχι». Αναστέναξε βαριά. «Μου έκλεψαν το μενταγιόν μου». Ο Φίγκαν γέλασε, έβηξε, ακούστηκε σαν να πνίγεται από διασκέδαση. «Εσένα; Εσύ ήσουν ο καλύτερός μου». «Δεν πρόσεχα». Ο Φίγκαν του έριξε μια κοφτερή ματιά. «Δεν το συνηθίζεις. Πρέπει να είναι


καλό κομμάτι». Ο Τζακ δεν είχε την πρόθεση να σχολιάσει την Ολίβια. Ήταν αρκετά εκλεπτυσμένη γυναίκα για να κάνει ακόμα και σκέψεις για εκείνη ενώ βρισκόταν σε αυτόν τον βόθρο. «Ξέρω ότι δεν έχεις πια αγόρια, αλλά ξέρεις ποιος έχει και υποψιάζομαι ότι εξακολουθείς να έχεις τα μέσα στην κλίκα. Θα σε πληρώσω με εκατό λίρες αν μου το βρεις». Ήταν ένα εξωφρενικό ποσό, αλλά το μενταγιόν ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε ο Τζακ στην κατοχή του, ίσως το μόνο πράγμα που είχε σημασία για αυτόν περισσότερο από τα νομίσματα. Ο Φίγκαν έτριψε το χέρι του πάνω στο στόμα του. «Αυτό είναι πολύ τζιν. Θα ρωτήσω εκεί έξω». Μισόκλεισε τα μάτια του. «Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος, θα ζητούσα τα μισά μπροστά». Ο Τζακ χτύπησε ένα μπουκάλι. «Σου έφερα κάτι που εκτιμάς περισσότερο». «Όντως». Σπρώχνοντας πίσω την καρέκλα του, ο Τζακ σηκώθηκε. «Θα τα πούμε». «Σίγουρα, μικρέ, σίγουρα». Ο Τζακ έριξε μια τελευταία ματιά γύρω στο αχούρι, θυμόταν μια εποχή που στόχος στη ζωή του ήταν να γίνει πιο επιτυχημένος αρχηγός συμμορίας από τον Φίγκαν. Τον ενοχλούσε να μην ξέρει ποιος ήταν ο ανώνυμος ευεργέτης του. Αν δεν ήταν αυτός, ακόμα και με τις νουθεσίες του παππού του Λουκ, ο Τζακ ήξερε ότι θα είχε επιστρέψει σε αυτή την ασχήμια και θα είχε μια ζωή οριακά καλύτερη από αυτή του Φίγκαν.


Κεφάλαιο 16 Ο Τζακ μάθαινε στον Χένρι να ελίσσεται, να είναι επιδέξιος, γρήγορος… στην ουσία, να είναι ένα αλητάκι. Καθισμένη στη βεράντα και κοιτάζοντας τον γιο της να διασχίζει το γκαζόν, η Ολίβια δεν ήταν σίγουρη πώς αισθανόταν για αυτή την εξέλιξη. Υποτίθεται ότι δεν θα έβλαπτε σε κάτι, εφόσον ο Τζακ δεν δίδασκε στον Χένρι τον σωστό τρόπο να χώνει τα χέρια του σε τσέπες χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Τώρα έπαιζαν με μια μπάλα, η Ολίβια δεν μπορούσε να καθορίσει ποιος ήταν ο σκοπός ή πώς παιζόταν το παιχνίδι. Δεν ήταν σίγουρη αν ήξεραν και οι ίδιοι οι παίκτες. Ήταν ικανοποιημένοι να πιάσουν την μπάλα, να τρέξουν με αυτή και να αποφύγουν να πιαστούν. Ήταν ένα μάλλον αναξιοπρεπές παιχνίδι για τους ενήλικες που έπαιρναν μέρος, ειδικά όταν κάποιος ήταν κόμης. Ο Κόμης Διάβολος για την ακρίβεια. Η Ολίβια δεν τον είχε συναντήσει ποτέ πριν από αυτό το απόγευμα. Με τα σκούρα μαλλιά και τα ασημένια μάτια του, ήταν σχεδόν τόσο διαβολικά όμορφος όσο ο Τζακ. «Πρέπει να είναι κάτι που έπαιζαν στους δρόμους», είπε η Κάθριν, η κόμισσα του Κλέιμπουρν. Ντυμένη με μαύρα ρούχα, εξακολουθώντας να πενθεί τον πατέρα της, καθόταν στο τραπέζι με την Ολίβια. Αυτή και ο σύζυγός της έφτασαν λίγο μετά αφότου ο Τζακ είχε φέρει τον Χένρι έξω για αυτό που είχε γίνει καθημερινό απογευματινό τελετουργικό. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Κλέιμπουρν ακολούθησε το παράδειγμα του Τζακ και έβγαλε το σακάκι, τη γραβάτα και το γιλέκο του και τα πέταξε. Έπειτα γύρισε τα μανίκια του, για να διασκεδάσει πάνω στο γκαζόν ανεμπόδιστα και να καταδιώξει τον Χένρι, ο οποίος έτρεχε από το ένα άκρο στο άλλο, μεταφέροντας την μπάλα και αποφεύγοντας να τον πιάσουν. Σταματώντας, πηδούσε πάνω κάτω, κρατώντας την μπάλα ψηλά και φωνάζοντας: «Νίκησα! Νίκησα!» Τότε άρχιζαν πάλι. Το κουτάβι συμμετείχε επίσης, ακολουθώντας τον Χένρι, προχωρώντας ανάμεσά τους, κάνοντας τους άντρες μερικές φορές να σκοντάφτουν γελώντας. Η Ολίβια δεν μπορούσε να θυμηθεί μια στιγμή που υπήρχε στον κήπο της τόση ευτυχία. «Πιστεύετε ότι έτσι έμαθαν να μην πιάνονται όταν έκλεβαν κάτι;» ρώτησε η


Ολίβια, σκεπτόμενη ότι η μπάλα συμβόλιζε ένα ψωμί ή ένα πεπόνι. «Πιθανότατα». Η κόμισσα γέλασε ελαφρά και στη συνέχεια χαλάρωσε. «Πιθανώς». Δεν ακούστηκε καθόλου ταραγμένη από την ιδέα. Η φωνή της έκρυβε λίγη νοσταλγία, σαν να σκεφτόταν την προηγούμενη ζωή του συζύγου της και επιθυμούσε να ήταν διαφορετική. Υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία πολλοί από την αριστοκρατία δεν ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν ο αληθινός κληρονόμος, αλλά κάτι συνέβη ώστε να αλλάξουν γνώμη, αν και η Ολίβια δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς. «Ποτέ δεν αμφέβαλλα, ούτε για μια στιγμή», είχε αναφέρει ο Λάβινγκτον στην Ολίβια. «Μοιάζει πάρα πολύ στον πατέρα του ώστε να μην είναι γιος του». «Ήρθαμε να σας επισκεφθούμε πριν από αρκετές ημέρες, αλλά μάθαμε ότι ήσαστε άρρωστη», είπε τώρα η Κάθριν ήσυχα. «Χαίρομαι που έχετε ανακάμψει». «Ευχαριστώ. Αισθάνομαι πολύ καλύτερα». Γνώριζε την Κάθριν, αν και δεν ήταν ποτέ στενές φίλες και σίγουρα δεν θα ομολογούσε ότι ήταν αρκετά καλά για να πάει στη Μεγάλη Έκθεση. «Υποθέτω ότι κάποιο κομμάτι από τη χειροτέρευση της υγείας σας μπορεί να αποδοθεί και στο σοκ της είδησης ότι ο κύριος Ντότζερ έπρεπε να υπηρετήσει ως κηδεμόνας του γιου σας». Η Ολίβια έστρεψε το βλέμμα της στην Κάθριν. Δεν είδε καμία μομφή, μόνο μια ανάγκη καθησυχασμού. Πριν από δύο εβδομάδες, η Ολίβια ίσως χαιρέτιζε τη διαβεβαίωση. Τώρα δεν αισθανόταν καμία ανάγκη γι’ αυτό. Ο Τζακ αποδείκνυε την καταλληλότητά του ως κηδεμόνα αρκετά αξιοθαύμαστα. «Αν είναι παρηγορητικό», συνέχισε η Κάθριν, «θα λειτουργήσει και ως κηδεμόνας των δικών μας παιδιών». Η Ολίβια αισθάνθηκε να της πέφτει το σαγόνι. «Όχι ο αδερφός σας;» Όχι ο δούκας του Γκρέιστοουν; Η Κάθριν κούνησε το κεφάλι της. «Ο Στέρλινγκ έλειπε για αρκετό καιρό. Από τότε που επέστρεψε, φαίνεται πολύ διαφορετικός. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Και ο Κλέιμπουρν δεν τον ξέρει καθόλου, οπότε δεν αισθάνεται άνετα με την ιδέα του Στέρλινγκ ως κηδεμόνα. Εμπιστεύεται τον Τζακ Ντότζερ. Ο κύριος Ντότζερ έσωσε τη ζωή του περισσότερες από μία φορές». Η Ολίβια ήπιε μια γουλιά από το τσάι της, αναρωτώμενη πώς είχαν συμβεί όλα αυτά. Είχαν συμβεί στη φυλακή; Γιατί εκείνος δεν είχε μοιραστεί αυτή την ιστορία; Δεν ζήτησε από την Κάθριν μια εξήγηση. Ήταν παράξενο, αλλά η Ολίβια αισθάνθηκε ξαφνικά άβολα θυμούμενη όλα τα απογευματινά τσάγια και


τις εικασίες που είχαν κάνει οι κυρίες σχετικά με αυτόν, καθεμιά πρόθυμη να μοιραστεί το τελευταίο κομμάτι του δυσάρεστου κουτσομπολιού που είχε φτάσει στα αφτιά της. Τον είχαν αντιμετωπίσει ως κάτι το αξιοπερίεργο, όχι ως άνθρωπο. Εκ των υστέρων, ήταν αρκετά αγενές. Τώρα η Ολίβια δεν ήθελε κουτσομπολιά. Ήθελε να μάθει την αλήθεια της ζωής του από τα ίδια του τα χείλη. Είχαν τελικά καταφέρει να κάνουν καλή συντροφιά. Έπαιρναν πρωινό κάθε πρωί με τον Χένρι. Το βράδυ έτρωγε μόνο με τον Τζακ. Της έθετε ερωτήσεις για την ίδια: τι της άρεσε να διαβάζει, τις θεατρικές προτιμήσεις της, πώς περνούσε την ημέρα της. Μοιραζόταν πολύ λίγα για τον εαυτό του. Της ήρθε στο μυαλό μια νύχτα, όταν εκείνος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα πνευματικό πορτρέτο της έτσι ώστε να μπορέσει να καθορίσει καλύτερα ποιον θα μπορούσε να παντρευτεί. «Ποια είναι η δική σας γνώμη για τον κύριο Ντότζερ;» ρώτησε η Ολίβια. Η Κάθριν έστρεψε το βλέμμα της στους άντρες και στο αγόρι, που αγκομαχούσαν πάνω στο γρασίδι. «Εντελώς ειλικρινά, όταν τον γνώρισα, δεν μου άρεσε. Ήταν θρασύς και έχει εξαιρετικά χαμηλή γνώμη για την ευγένεια. Αλλά εμπιστεύομαι τον Κλέιμπουρν και την κρίση του. Φυσικά, θα μπορούσε επίσης να είναι το γεγονός ότι δεν πιστεύω ότι κάποιος άλλος θα μεγάλωνε ποτέ τα παιδιά του, οπότε δεν ανησυχώ πραγματικά γι’ αυτό. Φαίνεται ότι όταν κάποιος έχει μια τόσο σκληρή ζωή στα νιάτα του, η μετέπειτα ζωή του θα πρέπει να γεμίσει μόνο με ευχαρίστηση». Η Κάθριν έλαμπε με την ακτινοβολία μιας γυναίκας ερωτευμένης με τον άντρα της. Η Ολίβια αισθάνθηκε μια σπίθα φθόνου. Δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα πιο θαυμάσιο από το να είναι κάποια παντρεμένη με έναν άντρα που αγαπά – εκτός αν ήταν παντρεμένη με έναν άντρα που την αγαπούσε και αυτός. Παρακολούθησε τον Τζακ να πέφτει στο γρασίδι. Ήταν αθλητικός, κάτι που περίμενε. Ήταν συνεπαρμένη βλέποντάς τον και ήλπιζε ότι η συντροφιά της δεν κατάλαβε ότι είχε στρέψει την προσοχή της εκεί. Τράβηξε τον Χένρι και με ένα χαρούμενο γέλιο τον σήκωσε πάνω από το κεφάλι του. Ο Χένρι χαχάνισε με χαρά και η Ολίβια χαμογέλασε. Είχε μεγαλώσει και είχε παντρευτεί σε ένα πολύ καθαρό νοικοκυριό. Ποτέ δεν αμφισβήτησε την ησυχία, την εγκράτεια, τη σταθερή συμπεριφορά. Μόνο τώρα άρχιζε να συνειδητοποιεί ότι το γέλιο ήταν εξίσου μεθυστικό με το κονιάκ. Συνειδητοποίησε επίσης ότι είχε την ευκαιρία να μάθει περισσότερα για τον Τζακ χωρίς να τον βομβαρδίσει με ερωτήσεις, για τις οποίες θα έπρεπε να αποφύγει την απάντηση.


«Ξέρω ότι αυτό είναι εντελώς ανάρμοστο, επειδή είμαι σε πένθος και δεν πρέπει να κάνω προσκλήσεις» –κοίταξε με αμηχανία την Κάθριν– «αλλά θα θέλατε εσείς και ο Κλέιμπουρν να δειπνήσετε μαζί μας απόψε;» «Καθώς είμαι κι εγώ σε πένθος, θα ήταν εντελώς ανάρμοστο να αποδεχτώ». «Φυσικά. Είμαι τόσο…» Με ένα λαμπύρισμα στα γαλάζια μάτια της, η Κάθριν άπλωσε και πήρε το χέρι της. «Θα ήμουν απολύτως χαρούμενη. Για να είμαι ειλικρινής, βρίσκω ότι όλοι οι κανόνες μας σχετικά με το πένθος είναι σκουπίδια». Η Ολίβια χαμογέλασε. Μάλλον ο Κλέιμπουρν είχε τόσο κακή επιρροή στην Κάθριν όσο ο Τζακ στην Ολίβια. «Έχω μια ακόμα πιο ακατάλληλη ιδέα. Καθώς είμαστε όλοι φίλοι και το δείπνο θα είναι μικρό και ιδιωτικό, ας απαλλαγούμε από την πένθιμη ενδυμασία ε;» πρότεινε η Κάθριν. «Είστε σίγουρη;» «Ποιος θα το μάθει εκτός από εμάς; Και ειλικρινά, είμαι τόσο φοβερά κουρασμένη από το μαύρο». Η Ολίβια χαμογέλασε. «Εντάξει λοιπόν». Ο Τζακ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Ολίβια κάλεσε τον Λουκ και την Κάθριν να δειπνήσουν μαζί τους. «Δεν είναι σαν να έστειλα μια επιτηδευμένη πρόσκληση», είπε άκεφα όταν της έριξε μια ματιά αμφισβήτησης. Φαινόταν ότι η μικροκαμωμένη δούκισσα δεν ήταν αντίθετη στο να εφαρμόσει την κατάλληλη εθιμοτυπία, με την προϋπόθεση ότι θα ήταν δική της ιδέα. Τώρα που είχε αναρρώσει πλήρως, θα προσπαθούσε να την πείσει ότι ήταν δική της ιδέα να έρθει στο κρεβάτι του. Προσέβλεπε στην πρόκληση, αν και η υπομονή του είχε δοκιμαστεί πολύ, καθόσον περίμενε να ανακτήσει τις δυνάμεις της. Θα έπρεπε να θεωρείται άγιος, λαμβάνοντας υπόψη την ανοχή που είχε δείξει. «Λοιπόν, τι πίνεις;» ρώτησε ο Τζακ τον Λουκ. Εκείνος και η Κάθριν μόλις είχαν φτάσει. Είχαν επιστρέψει στο σπίτι για να ετοιμαστούν για το βράδυ. Ο Τζακ αισθάνθηκε μάλλον υποδεέστερος ενδυματολογικά για το δείπνο δίπλα στον Λουκ. Ποτέ δεν είχε επενδύσει σε επίσημα ρούχα για δείπνο, επειδή δεν είχε προσκληθεί σε χορούς ή δείπνα, κάτι που τον συνέφερε πολύ. Ήταν για όλους κάτι το αξιοπερίεργο, προτιμούσαν να τον έχουν σε απόσταση. Η Κάθριν φορούσε ένα σμαραγδί φόρεμα. Η Ολίβια πιθανόν να πάθαινε αποπληξία όταν θα έμπαινε μέσα και θα έβλεπε την Κάθριν χωρίς τα πένθιμα


ρούχα της. Ο Τζακ χαμογέλασε στη σκέψη του να μην είναι επιτέλους ο μόνος που θα γινόταν δέκτης των καυστικών σχολίων της Λίβι. «Ό,τι κι εσύ», είπε ο Λουκ. «Ξέρω άλλωστε ότι σερβίρεις μόνο το καλύτερο». Ο Τζακ κοίταξε την Κάθριν. «Κόμισσα;» «Τίποτα, ευχαριστώ». Ο Λουκ έπιασε το χέρι της και το έφερε στο στόμα του, φιλώντας τα δάχτυλά της. Ο άντρας φαινόταν τόσο γελοία ερωτοχτυπημένος. Ο Τζακ δεν θα άφηνε ποτέ μια γυναίκα να τον τραβάει έτσι από τη μύτη. «Δεν είναι όλα θεσπέσια πάνω της αυτή την εποχή», είπε ο Λουκ στον Τζακ. Ο Τζακ έβαλε πόρτο σε δύο ποτήρια. «Να βάλεις τον Γκρέιβς να της ρίξει μια ματιά, βεβαιώσου ότι δεν θα έχει ό,τι είχε η Ολίβια. Άσχημο πράγμα αυτό». «Δεν του είπες;» ρώτησε η Κάθριν. «Ήξερα ότι δεν ήθελες να μάθει ο κόσμος, όχι ακόμα, ούτως ή άλλως». «Τι; Τι χάσαμε εδώ;» ρώτησε ο Τζακ. «Είναι έγκυος», είπε ο Λουκ και ο Τζακ εξεπλάγη που τα κουμπιά δεν πετάχτηκαν από το γιλέκο του Λουκ. «Πώς μπορείτε να το ξέρετε ήδη; Μόλις παντρευτήκατε… ααα». Αυτό εξηγούσε τον ήσυχο, βιαστικό γάμο που έγινε πριν περάσει το πένθος. Σήκωσε το ποτήρι του. «Τα συγχαρητήριά μου και στους δύο». «Τι γιορτάζουμε;» Ο Τζακ στράφηκε προς την Ολίβια που ρώτησε και πάγωσε. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, χαμογελώντας ντροπαλά, φορούσε ένα βιολετί φόρεμα και, όπως είχε προβλέψει, φαινόταν αξιολάτρευτη. Ο λαιμός της, οι ώμοι της και το ελάχιστο ίχνος υπόνοιας του πισινού της αποκαλύπτονταν. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά, δαχτυλίδια ξέφευγαν από τη μια πλευρά. Σαν να ένιωσε ξαφνικά άβολα, έστρεψε το βλέμμα της μακριά από το δικό του. «Μην κοιτάτε τόσο σοκαρισμένοι. Η Κάθριν κι εγώ σκεφτήκαμε σε μια βραδιά ανάμεσα σε φίλους ότι δεν ήταν κακό να βάλουμε στην άκρη τα πένθιμα ρούχα μας». «Όχι…» ο Τζακ καθάρισε τον λαιμό του έτσι ώστε να μην ακουστεί σαν να προσπαθούσε. «Δεν βλάπτει καθόλου αυτό. Φαίνεστε υπέροχες». Τα λόγια ήταν εντελώς ανεπαρκή. Δεν είχε την κοινωνική γοητεία του Λουκ. Οι γυναίκες που συνδέονταν με τον Τζακ δεν χρειάζονταν φανταχτερά λόγια, αλλά, Θεέ μου, η Ολίβια τα άξιζε. Ο καθένας με αδύναμο μυαλό θα μπορούσε να χαθεί. Κοκκίνισε κολακευμένη. «Ευχαριστώ. Θυμήθηκα ότι μου είπατε για βιολετί. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι γιορτάζουμε». «Ναι». Ο Τζακ της έδωσε το ποτήρι του και έβαλε ένα άλλο για τον εαυτό του. Έστρεψε το κεφάλι προς τον Λουκ. «Έχεις την τιμή, φίλε».


Ο Λουκ χαμογέλασε με ικανοποίηση. «Η Κάθριν κυοφορεί την κόρη μου». «Τον κληρονόμο σου», η Κάθριν τον διόρθωσε. «Ό,τι και αν είναι, είμαι εξαιρετικά ευχαριστημένος». «Ω πόσο υπέροχο», είπε η Ολίβια και ο Τζακ είδε την αληθινή χαρά στα μάτια της. Αισθάνθηκε αυτή την ευχαρίστηση όταν ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος; Αν την πάντρευε, θα ήταν εκστατική όταν μάθαινε ότι θα ήταν έγκυος στο παιδί του νέου συζύγου της; Γιατί ξαφνικά ήθελε να σπάσει κάτι; «Εκπλήσσομαι που ήδη γνωρίζετε», συνέχισε η Ολίβια. «Ο δρ Γκρέιβς το επιβεβαίωσε», εξήγησε η Κάθριν και τώρα ήταν αυτή που κοκκίνισε. «Είναι και ο δικός σας γιατρός;» ρώτησε η Ολίβια. «Είναι θαυμάσιος. Με παρακολούθησε όταν ήμουν άρρωστη». «Είμαι έκπληκτος που είχε χρόνο, τώρα που εξυπηρετεί τη βασίλισσα», είπε ο Λουκ. Τα μάτια της Ολίβια διευρύνθηκαν. «Είναι γιατρός της βασίλισσας;» ρώτησε έκπληκτη. «Ένας από τους πολλούς». Ο Τζακ έριξε περισσότερο πόρτο. «Σύμφωνα με τον Γκρέιβς, είναι μια υποχόνδρια». «Δεν πρέπει να μιλάτε γι’ αυτό με αυτόν τον τρόπο». Η φωνή της Ολίβια ακούστηκε καυστική. Πάντα θα διόρθωνε τους τρόπους του. Για κάποιον λόγο τον ενόχλησε απόψε. Μπορεί να μην τον δεχόταν, τις ατέλειες και όλα; «Μην ανησυχείς. Όταν έχω ακρόαση με τη βασίλισσα, δεν θα το αναφέρω». Ο Τζακ ένιωσε λίγος, ακόμα και στον εαυτό του, αλλά γνώριζε ότι αυτοί οι τρεις θα ήταν καλοδεχούμενοι στο παλάτι του Μπάκιγχαμ, ενώ εκείνος όχι. Έπεσε αμήχανη σιωπή. Δεν ήθελε να καταστρέψει αυτό το δείπνο για την Ολίβια, αλλά επίσης ήθελε να φύγει ο Λουκ και η Κάθριν, ώστε να μπορεί να έχει την Ολίβια για τον εαυτό του. «Λοιπόν, Λουκ, τι πιστεύεις για τον Χένρι; Είναι πολύ αλητάκος, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Τζακ για να ξαναβάλει τα πράγματα σε τροχιά. «Πράγματι. Είμαι πολύ εντυπωσιασμένος. Δεν πίστευα ότι θα έβλεπα κάποιον τόσο ταλαντούχο σαν εσένα». «Σκοπεύω να τον διδάξω να έχει και επιδέξια δάχτυλα μετά». «Δεν πρόκειται να γίνει κλέφτης», είπε αυστηρά η Ολίβια. «Δεν θα ονειρευόμουν κάτι τέτοιο. Αλλά τα ευκίνητα δάχτυλα έχουν και άλλες χρήσεις». Προτού ειπωθεί κάτι άλλο, ο Μπριτλς μπήκε μέσα και ανακοίνωσε: «Το


δείπνο σερβίρεται». Καθώς ο Τζακ πρόσφερε το χέρι του στην Ολίβια, έσκυψε κοντά και ψιθύρισε: «Με λίγη τύχη, μπορώ να σου δείξω αυτές τις ευκίνητες χρήσεις πριν τελειώσει η νύχτα». Η Ολίβια αναστέναξε και ο Τζακ γέλασε. «Μην κοιτάς τόσο σοκαρισμένη, Λίβι. Αργά ή γρήγορα πρέπει να πληρώσεις στον διάβολο την οφειλή σου και έχω στο μυαλό μου να την πάρω νωρίτερα». Φάνηκε ότι η αναβολή της είχε τελειώσει. Η Ολίβια έκπληκτη ανακάλυψε ότι δεν ήταν σχεδόν τόσο απογοητευμένη όσο πιθανότατα θα έπρεπε. Η εκτίμηση που είχε φωτίσει τα μάτια του Τζακ όταν μπήκε στη βιβλιοθήκη την είχε κολακεύσει πολύ. Της έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε απεγνωσμένα να διασχίσει το δωμάτιο, να την πάρει στην αγκαλιά του και να της δώσει ένα φιλί που θα μπορούσε να την οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρά του. Ακόμα και τώρα, ο Τζακ μετά βίας έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της. Ήταν ένας απαίσιος οικοδεσπότης, αγνοώντας τους καλεσμένους του, αδιαφορώντας να συνεχίσει οποιαδήποτε συζήτηση. Το να έχει την αμέριστη προσοχή του ήταν συναρπαστικό, αν και ανησυχούσε ότι δεν θα μπορούσε να τον κρατήσει σε απόσταση όταν έφευγαν οι φιλοξενούμενοί τους. Μεγαλύτερο φόβο έφερε η συνειδητοποίηση ότι δεν ήξερε αν ήθελε να τον κρατήσει σε απόσταση. Ενώ κανείς δεν φαινόταν να βρίσκεται σε αμηχανία από την απουσία συζήτησης –στην πραγματικότητα, ο Κλέιμπουρν και η Κάθριν φάνηκαν να διασκεδάζουν με αυτό–, η Ολίβια γνώριζε καλά ότι μια καλή οικοδέσποινα δεν άφηνε να βασιλεύει η σιωπή. «Συνάντησα τη Φράνι πρόσφατα. Φαινόταν υπέροχη». Ο Τζακ της χάρισε ένα σκοτεινό χαμόγελο κι εκείνη ήθελε να μην είχε ταξιδέψει σε αυτό το μονοπάτι. «Μου αρέσει κι εμένα», είπε η Κάθριν, σαν να αντιλήφθηκε την ξαφνική ένταση. «Έχει χτίσει ένα ορφανοτροφείο και ελπίζει σύντομα να ανοίξει τις πύλες του». «Περιμένει απλώς τα έπιπλα», πρόσθεσε ο Κλέιμπουρν. «Υποψιάζομαι ότι θα χάσεις όλα τα αγόρια σου τότε, Τζακ». Η Ολίβια είχε επίγνωση του σοκ που τη διαπέρασε. Μήπως η Φράνι ήταν η ερωμένη του; Μήπως είχε μπάσταρδα παιδιά; Κατάπιε βίαια για να αναγκάσει την ανησυχία που είχε σχηματιστεί στον λαιμό της να υποχωρήσει. «Ποια είναι αυτά τα αγόρια;» Ο Τζακ αγριοκοίταξε τον Κλέιμπουρν, σαν να είχε αποκαλύψει κάποιο σκοτεινό μυστικό. «Απλά αγόρια». «Γιοι σας;» Είχε ρωτήσει πραγματικά; Η φωνή δεν ακούστηκε σαν τη δική της. Της χαμογέλασε πονηρά. «Όχι, προσπαθώ σκληρά για να μη δώσω άλλους


πολίτες στο Λονδίνο. Είναι χαμίνια του δρόμου, ορφανά». «Κρατάτε ορφανά στο κτίριό σας;» Δεν ήξερε αν θα τον επικροτούσε για την καλοσύνη του ή θα τρόμαζε που επέτρεπε να υπάρχουν παιδιά σε αυτό το περιβάλλον. «Δεν τα κρατώ σαν να είναι πράγματα. Κερδίζουν τη θέση τους. Όπως ίσως θυμάσαι, πιστεύω ακράδαντα ότι κάποιος πρέπει να κερδίσει το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του ή το φαγητό στο στομάχι του. Έτσι τους παίρνω και τους δίνω δουλειά. Τους αποτρέπει από το να στρατολογούνται από τους μαφιόζους και να καταλήγουν στη φυλακή. Δεν είναι τίποτα, πραγματικά. Έχω δουλειές που πρέπει να γίνουν και είναι ικανοί να τις κάνουν». Μίλησε σαν να ένιωσε βαριά την ανάγκη να εξηγήσει, αλλά η Ολίβια ήταν ευγνώμων που το είχε κάνει, γιατί τη βοήθησε να τον δει ξανά υπό ένα άλλο πρίσμα. Ήταν ένα συνεχές καλειδοσκόπιο. Και οι ενέργειές του δεν ήταν τίποτα. Ήταν πολύ πιο δύσκολο σε ό,τι είχε να κάνει με τα ορφανά παιδιά. Ένιωσε αρκετά ταπεινή. Επίσης, η φροντίδα του για τα άλλα αγόρια βοήθησε στο να εξηγήσει τη σχέση του με τον Χένρι, ίσως τον προετοίμασε για τον ρόλο του ως κηδεμόνα. «Από εκεί πήρατε τα ρούχα;» ρώτησε. Σήκωσε το ποτήρι του για να κάνει πρόποση. «Πράγματι». Η Ολίβια συνειδητοποίησε ότι άφησε τους επισκέπτες της εκτός συζήτησης. Τι φριχτή οικοδέσποινα είχε γίνει. «Ο Τζακ έφερε μερικά ρούχα για να παίξει ο Χένρι». «Κι εσύ επίσης», είπε φαινομενικά πολύ ευχαριστημένος από τον εαυτό του. Κοίταξε τους καλεσμένους του. «Πήγαμε στη Μεγάλη Έκθεση, με τη Λίβι και τον Χένρι ντυμένους αγόρια». «Αλήθεια;» Η Κάθριν δεν φάνηκε καθόλου σοκαρισμένη. «Πώς ήταν να φοράτε παντελόνι δημόσια;» «Αρκετά… απελευθερωτικά, στην πραγματικότητα». «Τολμώ να πω ότι φοράμε πάρα πολλά στρώματα ρούχων». «Συμφωνώ», είπαν ταυτόχρονα και οι δύο άντρες. Η Ολίβια και η Κάθριν γέλασαν σαν κοριτσόπουλα. «Ξέρεις», είπε ο Κλέιμπουρν, σηκώνοντας το ποτήρι του κρασιού και μελετώντας το βαθυκόκκινο περιεχόμενό του, «είναι πιθανόν ο Λάβινγκτον να σε επέλεξε ως κηδεμόνα λόγω της προστασίας που δίνεις στα παιδιά που δουλεύουν για σένα». Η Ολίβια εξεπλάγη με τα λόγια του, διότι η ίδια σκέψη είχε περάσει από το μυαλό της.


«Το σκέφτηκα αυτό, αλλά φαίνεται αδύναμος λόγος. Δεν είμαι βέβαιος ότι πραγματικά έχει σημασία τώρα». Αλλά η Ολίβια συνέχισε να αναρωτιέται αν το έκανε. Ήταν κάτι που θα έπρεπε να σκεφτεί αργότερα. Προς το παρόν γνώριζε καλά ότι είχε την προσοχή του Τζακ. Ύψωσε το ποτήρι του κρασιού του με έναν ήσυχο χαιρετισμό και μια υπόσχεση που έκανε την καρδιά της να χτυπήσει. Όσο και αν σκεφτόταν ότι ήθελε συντροφιά, όσο και αν σκεφτόταν ότι θα καλοδεχόταν να της αποσπάσει την προσοχή από το πένθος που την απομόνωνε, ξαφνικά ήταν περισσότερο από ανυπόμονη να φύγουν οι καλεσμένοι της. Ήθελε λίγο χρόνο μόνη της με τον Τζακ πριν εκείνος φύγει για τη λέσχη – κάτι που θα έκανε αναπόφευκτα. Πάντα ήθελε να πηγαίνει στη λέσχη. Η Ολίβια δεν μπόρεσε να διασκεδάσει. Κατά τη διάρκεια του πένθους, είχε μάλλον απομονωθεί και δεν είχε ούτε κάποιο κουτσομπολιό να μοιραστεί. Αν και απολάμβανε τη συναναστροφή και ήταν ωραίο να κάνει επισκέψεις σε άλλους για αλλαγή. Ήταν πιο κουρασμένη από όσο περίμενε όταν ο Κλέιμπουρν και η Κάθριν αποχώρησαν. Ο Τζακ στεκόταν δίπλα της στα μπροστινά σκαλοπάτια, βλέποντάς τους να φεύγουν με την άμαξά τους. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είχα τον Κόμη Διάβολο για δείπνο», δήλωσε η Ολίβια, καθώς ο Τζακ έκλεινε την πόρτα. Δεν ήταν ποτέ ευπρόσδεκτος ούτε στο σπίτι του πατέρα της ούτε στου αδερφού της. «Το επόμενο πράγμα που θα μάθεις θα είναι να προσκαλέσεις όλα τα παιδιά του Φίγκαν για δείπνο». Αμφέβαλλε για αυτό, αλλά δεν θα γινόταν αγενής με το να το παραδεχτεί. Εξάλλου, ήταν φίλοι του Τζακ. «Πραγματικά κανείς από σας δεν δίνει την εντύπωση ότι μεγάλωσε στους δρόμους». «Ο παππούς του Κλέιμπουρν προσέλαβε εκπαιδευτές για εμάς. Ήταν αποφασισμένος να μη φωνάζουμε την προέλευσή μας. Δεν θα ήταν καλό να ντροπιάζουμε τον εγγονό του». «Είχατε μια μάλλον μοναδική ανατροφή». Είχαν φτάσει στη σκάλα. Κοίταξε προς τα πάνω, διστακτική να αποσυρθεί. «Έλα να πιεις λίγο κονιάκ», είπε ο Τζακ ήσυχα. «Θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς». «Την τελευταία φορά που ήπια κονιάκ ξύπνησα άρρωστη». «Τότε θα σου βάλω ένα ουίσκι». Οι αναπνοές της έγιναν πιο ρηχές, καθώς περίμενε ότι θα μπορούσε να πάρει


ένα ακόμα φιλί. Το ήθελε, το ήθελε απεγνωσμένα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο από το να νεύσει. Περπάτησαν μέχρι τη βιβλιοθήκη χωρίς να αγγίζονται. Μόλις ο υπηρέτης έκλεισε την πόρτα στο πέρασμά τους, ο Τζακ την πήρε στην αγκαλιά του, κρατώντας την κοντά του, καθώς το στόμα του έσκυψε για να διεκδικήσει το δικό της. Ήθελε να γελάσει από τον ζήλο του. Δεν είχε ποτέ αισθανθεί επιθυμητή, όμως μαζί του ήταν σαν εκείνος να πεινούσε, να πεινούσε μόνο για εκείνη. Το στόμα του άφησε ένα ίχνος στον λαιμό της. «Παραλίγο να τρελαθώ, καθόμουν σε αυτό το τραπέζι κάνοντας μια ευχάριστη –και εντελώς βαρετή– συζήτηση, όταν το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο θα ήθελα να φάω εσένα αντί για το κοτόπουλο». Ίσως όχι το πιο ποιητικό που υπήρχε, αλλά μούγκρισε και του έδωσε ευκολότερη πρόσβαση στον λαιμό της. «Έλα στο κρεβάτι μου, Λίβι». «Όχι». «Θα σε φιλήσω από την κορυφή μέχρι τα νύχια, θα σε φιλήσω σε μέρη που αμφιβάλλω ότι ο Λάβινγκτον είχε κάνει ποτέ». Ζέστη διαπέρασε το είναι της, λιώνοντας τα κόκαλά της, απορώντας που μπορούσε ακόμα να στέκεται όρθια. Ναι. Ναι. «Όχι». Έσπρωξε τη λέξη από τα βάθη της ψυχής της, μια ψυχή που αρνιόταν να συμβιβαστεί. Σπρώχνοντάς τον μακριά, κούνησε το κεφάλι της, αποφασίζοντας ότι χρειαζόταν περισσότερο από μια λέξη για να τους πείσει και τους δύο. «Όχι. Δεν μπορώ, Τζακ. Δεν μπορώ». Το βλέμμα του γύρισε σιγά σιγά πάνω της. «Κι εγώ δεν μπορώ να σε φιλάω χωρίς να θέλω περισσότερα». «Συγγνώμη». Απλώνοντας το χέρι, άγγιξε το μάγουλό της. «Μη ζητάς συγγνώμη, Λίβι. Αν ήμουν ένας σωστός κύριος», τα μάτια του γέμισαν με μεταμέλεια, «αλλά δεν είμαι. Θα κάνεις τουλάχιστον μια βόλτα στον κήπο μαζί μου;» «Αυτό θα ήταν υπέροχο». Και ίσως να συγκέντρωνε το θάρρος να του απαγορεύσει για άλλη μια φορά να της δώσει ένα μόνο φιλί. Η Ολίβια στεκόταν ακίνητη και σιωπηλή στη βεράντα ενώ ο Τζακ είχε πει σε έναν υπηρέτη να πάει στον κήπο και να ανάψει τα φανάρια που θα φώτιζαν το μονοπάτι. Ένα κομμάτι της εξέφρασε λύπη για το γεγονός ότι τον είχε απομακρύνει στη βιβλιοθήκη. Είχε μπει σε πειρασμό να ενδώσει στις επιθυμίες


της, αλλά μια ζωή ηθικής ανατροφής δεν μπορούσε να παραμεριστεί τόσο εύκολα. Θα έπρεπε να δώσει το καλό παράδειγμα για τον Χένρι και ίσως, με κάποιον τρόπο, ήθελε να δώσει και ένα για τον Τζακ. Εκείνος φαινόταν να πιστεύει ότι όλοι δικαιούνταν ό,τι αυτός ήθελε. Αλλά ήξερε ότι αν ενέδιδε, θα έχανε τον σεβασμό του. Υποπτευόταν ότι μόνο έπαιζε μαζί της, επιδιώκοντας να την προσθέσει στον μακρύ κατάλογο των κατακτήσεών του. Μόνο όταν ο υπηρέτης τελείωσε και μπήκε στο σπίτι, ο Τζακ της έτεινε το χέρι του. Ήταν μια υπέροχη νύχτα. Η ομίχλη δεν είχε πέσει ακόμα. Δεν την ενοχλούσε ούτε η δροσιά του αέρα, γιατί κάθε φορά που ο Τζακ ήταν κοντά, πάντα ζεσταινόταν τόσο πολύ, σαν το πάθος να συσσωρευόταν ακριβώς κάτω από την επιφάνεια του δέρματός της. «Τελευταία μου κάνεις πολλές ερωτήσεις σχετικά με το τι είδους άντρα θα ήθελα για σύζυγο», τόλμησε να αρχίσει. «Έχεις αποφασίσει τελικά τι θέλεις; Ή καλύτερα, ποιον λόρδο προτιμάς;» Πάλεψε με την απογοήτευση ότι εξακολουθούσε να θέλει να απαλλαγεί από εκείνη. Ακόμα κι αν ισχυριζόταν ότι την ήθελε στο κρεβάτι του, τα λόγια του επιβεβαίωναν ότι δεν ενδιαφερόταν για τίποτα περισσότερο από ένα φλερτ. «Όχι, πραγματικά, αλλά ήμουν περίεργη για το τι εσύ θέλεις σε μια γυναίκα». «Δεν έχω σχέδια να παντρευτώ ποτέ». «Ποτέ;» «Γιατί είσαι τόσο σοκαρισμένη; Σίγουρα όλοι γνωρίζετε τη δυσκολία που θα είχα να βρω μια γυναίκα για σύζυγο». «Εάν επρόκειτο να αλλάξεις…» Το σιγανό, σκοτεινό γέλιο του έκοψε τα λόγια της, τη διαπέρασε και φάνηκε να μπερδεύεται με τις σκιές που αιωρούνταν στις άκρες του μονοπατιού. «Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να αλλάξω». «Δεν μπορώ καν να καταλάβω γιατί θα επέλεγες πρόθυμα μια μοναχική ζωή παρακμής και όχι την πιθανότητα γάμου και οικογένειας». «Τότε άφησέ με να σου πω». Το χέρι του τυλίχτηκε γύρω της, τραβώντας τη προς το σώμα του, καθώς την έβγαζε από το μονοπάτι. Το στόμα του ζήτησε το δικό της με πείνα που τη σάστισε. Εάν ήταν δυνατόν, αυτό το φιλί ήταν πιο οικείο, πιο απαιτητικό, πιο πειστικό από το προηγούμενο που είχαν μοιραστεί. Ήταν ολοκληρωτικό, καλύπτοντας κάθε πτυχή της ύπαρξής της, μέχρι που πίστεψε πως δεν υπήρχε τίποτα πέρα από αυτό. Ένα από τα μεγάλα χέρια του έπιασε το πίσω μέρος του λαιμού της, τα δάχτυλά του έπαιζαν μια σαγηνευτική μελωδία κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Τα γόνατά της αμέσως λύγισαν και άρπαξε τους ώμους


του, πιέζοντας το σώμα της στο κράτημά του. Με έναν βραχνό αναστεναγμό, το στόμα του δεν άφησε το δικό της, την έσπρωξε πιο πολύ μέσα στο σκοτάδι, μέχρις ότου τα τούβλα του τοίχου πάγωσαν την πλάτη της. Αλλά δεν μπόρεσε να επηρεάσει τον πυρετό που ανέβαινε μέσα της. Ήταν τρελή από επιθυμία καθώς κρατούσε το πρόσωπό του. Δεν ήταν αρκετό. Ήθελε να νιώσει περισσότερο το δέρμα του στα δάχτυλά της, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει τον εαυτό της να ζητήσει περισσότερα – ή να πάρει αυτό που τόσο λαχταρούσε. Σίγουρα εκείνος αισθάνθηκε την επιθυμία να τρεμοπαίζει μέσα της, ακριβώς όπως εκείνη ένιωσε τη λαχτάρα του στο τέντωμα των μυών του καθώς έσπρωχνε το γόνατό του ανάμεσα στους μηρούς της. Η πίεση ήταν θεσπέσια, προκαλώντας φλόγες πάθους. Ποτέ δεν είχε βιώσει τέτοια έντονη επιθυμία, δεν είχε αισθανθεί ποτέ τις νευρικές απολήξεις να ψιθυρίζουν κατά μήκος της επιδερμίδας της, ικετεύοντας για κάτι περισσότερο, κάτι που δεν το αντιλαμβανόταν – αλλά ήξερε ότι περίμενε, ήξερε ότι εκείνος είχε τις δεξιότητες, τη γνώση να τη φέρει στην κορύφωση. Μούγκρισε καθώς το στόμα του άφησε το δικό της, για να συνεχίσει τη ζεστή διαδρομή κατά μήκος της κάτω πλευράς του πιγουνιού της. Έγειρε το κεφάλι της πίσω από έκσταση, δίνοντάς του χώρο να τη δοκιμάσει. «Έλα στο κρεβάτι μου», της είπε βραχνά. «Δεν μπορώ, Τζακ». Τα ίδια της τα λόγια της έφεραν βαθιά απογοήτευση. Περίμενε ότι εκείνος θα σταματούσε τότε, για να την απαλλάξει από αυτό το μαρτύριο, αλλά αντίθετα χαμήλωσε το στόμα του πιο κάτω, τα χείλη και η γλώσσα του κύκλωσαν το κόκαλο του λαιμού, παραμένοντας στο κοίλωμα στη βάση του. Πώς ήταν δυνατόν ένα τόσο μικρό άγγιγμα να δημιουργήσει τόσο έντονη αδυναμία στα άκρα της, προσφέροντας τόσο δυνατή απόλαυση; Καθώς ο Τζακ άνοιγε το μπούστο της, ο χαμηλός αναστεναγμός του θριάμβου τη γέμισε με αχαλίνωτη ικανοποίηση, τόσο έντονη που δεν μπόρεσε να τον σταματήσει για τις ελευθερίες που πήρε. Στη συνέχεια το στόμα του έκλεισε πάνω από το στήθος της και ξαφνικά δεν ήταν αρκετό που ο μηρός του την πίεζε. Άκουσε την κλαψιάρικη κραυγή της, δεν κατάλαβε τα δάχτυλά της που γλίστρησαν κάτω από το σακάκι του για να σφίξουν τους ώμους του ούτε και τους γοφούς της να τρίβονται πάνω του. «Σσσς, σσσς. Ήρεμα, γλυκιά μου. Όλα στην κατάλληλη ώρα», μουρμούρισε. Κατάλληλη; Δεν υπήρχε τίποτα κατάλληλο σε αυτό. Ήταν παρακμιακό και πονηρό, αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει περισσότερο γυναίκα σε ολόκληρη τη ζωή της. Είχε χάσει κάθε επιφυλακτικότητα. Η λογική ήταν μια μακρινή έννοια.


Δεν άκουσε καν τον θόρυβο από τις φούστες της, σε μια στιγμή αισθάνθηκε τα ζεστά δάχτυλά του να γλιστρούν κατά μήκος των μηρών της. Κλαψουρίζοντας, έπιασε το σαγόνι του, ώθησε το στόμα της στο δικό του και έχωσε τη γλώσσα της ανάμεσα στα χείλη του, γεμίζοντας το σκοτεινό μουρμουρητό του. Ένιωσε νικήτρια; Ή μήπως ήταν απλώς τρελά ευχαριστημένη που είχε πάρει την πρωτοβουλία, ότι είχε ζωντανέψει κάτι στο οποίο δεν είχε πλέον κανέναν έλεγχο; Τα ευκίνητα δάχτυλά του δούλευαν με τα ρούχα της μέχρι να χαθούν στις μπούκλες της επιδέξια, προκαλώντας τη να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις του. Ήταν κλέφτης, αρπάζοντάς της κάθε δύναμη να αντισταθεί. Το σώμα της σφίχτηκε και ανατρίχιασε. Μια ευχαρίστηση την πλημμύρισε, κάτι που δεν είχε βιώσει ποτέ, κοροϊδεύοντάς τη με τον ψίθυρο για κάτι περισσότερο. «Έλα στο κρεβάτι μου», μουρμούρισε. «Όχι». Σχεδόν φώναξε από την επιθυμία αυτού που ήξερε ότι θα μπορούσε να της δώσει, έβρισε την ίδια της τη δυνατή αυτοσυγκράτηση. Κατάλαβε την κίνηση στο ισχίο της, καθώς τα δάχτυλά του δεν σταμάτησαν καθόλου τον χορό τους πάνω στην ευαίσθητη σάρκα της. Έπλεξε τα δάχτυλα του άλλου χεριού μέσα στα δικά της, που είχαν χωθεί στον ώμο του και τα οδήγησε κάτω, χαμηλά, τυλίγοντάς τα γύρω από τον διογκωμένο και ζεστό ανδρισμό του. Οδήγησε το χέρι της για να τον αγγίξει τολμηρά, χαϊδεύοντάς τον, όπως τη χάιδευε κι εκείνος, ενώ η ευχαρίστησή της είχε ξεφύγει πέρα από κάθε έλεγχο. Γλίστρησε ένα δάχτυλο μέσα της, έπειτα δύο, με τον αντίχειρά του να πιέζει την πρησμένη σάρκα της, χαϊδεύοντας τολμηρά, δημιουργώντας απίστευτα γλυκές αισθήσεις… Καθώς ο κατακλυσμός την έπνιξε, γύρισε το πρόσωπό του στον ώμο της, το στόμα του πίεσε τον λαιμό της. Το σώμα του τινάχτηκε, το σκληρό γρύλισμά του ακούστηκε γύρω, με τον καυτό σπόρο του να εκτοξεύεται μέσα και πάνω από το χέρι της. Αναπνέοντας βαριά, κατέρρευσε πάνω της. Τρέμουλο τη διαπέρασε καθώς κατάλαβε πού βρισκόταν. Αναγνωρίζοντας τι είχε συμβεί εδώ στον κήπο, η ντροπή την κατέλαβε. Ντροπή για την έλλειψη ελέγχου από μέρους της. Θυμός για εκείνον που της έκανε τέτοιο πράγμα. Οργή που τον άφησε, τον ενθάρρυνε, που κόλλησε πάνω του αντί να απομακρυνθεί. «Θεέ μου». Τελικά βρήκε τον τρόπο να τον απομακρύνει. Εκείνος παραπάτησε. «Λίβι…» «Όχι, όχι». Τότε έτρεξε προς το σπίτι, τραβώντας το μπούστο της, αγνοώντας τα απομεινάρια της υπέροχης απελευθέρωσης, σπρώχνοντας τα δάκρυα που


απειλούσαν να την τυφλώσουν. Η θλίψη σχεδόν την κατέπνιξε. Όσο ήταν παντρεμένη, δεν είχε βιώσει τίποτα που να έμοιαζε με το πάθος που μόλις είχε βιώσει. Ο Τζακ Ντότζερ είχε κερδίσει σίγουρα τη φήμη του. Ήταν πράγματι ο διάβολος. Απόψε είχε φέρει εκείνον στον παράδεισο. Τώρα εκείνη θα έμενε στην κόλαση.


Κεφάλαιο 17 Καθισμένος στο παγκάκι στον κήπο, ο Τζακ ήξερε ότι έπρεπε να την ακολουθήσει. Το ότι εκείνη είχε αναρρώσει αρκετά για να τρέξει ενώ αυτός μόλις που μπορούσε να τρεκλίσει είχε κάνει το να την ακολουθήσει άμεσα αδύνατον. Σκέφτηκε να πάει κοντά της όταν θα είχε περισσότερο έλεγχο, αλλά σε τι θα ωφελούσε αυτό; Είχε ακούσει τις κραυγές της. Μήπως περίμενε να της ζητήσει συγγνώμη; Δεν μετάνιωσε καθόλου. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής, αυτό δεν ήταν αλήθεια. Τον ενοχλούσε που εκείνη ήταν αναστατωμένη. Όσο για τον εαυτό του, ήταν φοβερά τρομαγμένος. Ποτέ δεν είχε αντιδράσει με μια γυναίκα κατά αυτόν τον τρόπο. Ποτέ δεν ήθελε να δίνει ευχαρίστηση που ξεπερνούσε τη δική του. Και τώρα αισθανόταν τόσο πολύ ευάλωτος. Ήθελε να συρθεί στο κρεβάτι της, να διπλωθεί γύρω της και να την κρατήσει. Τι διάολο του συνέβαινε; Δουλειά του ήταν μόνο το σεξ. Ήταν όλα εκείνα που είχαν να κάνουν με την ικανοποίηση των σωματικών παρορμήσεων και στη συνέχεια τη μετάβαση στην επόμενη πηγή ευχαρίστησης. Κι εκείνη δεν ήταν δουλειά του και, Θεός φυλάξοι, αυτό που είχε συμβεί μεταξύ τους δεν ήταν μόνο σεξ. Θα έπρεπε να πάει στη λέσχη του, να επιστρέψει το πρωί και να προσποιηθεί ότι το αποψινό δεν είχε συμβεί. Ή θα μπορούσε να μεθύσει, να πάει για ύπνο, να σηκωθεί το πρωί με έναν φοβερό πονοκέφαλο και να υποκριθεί ότι το αποψινό δεν συνέβη ποτέ. Αλλά είχε συμβεί και ήταν απίθανο να το ξεχάσει ποτέ. Με το κεφάλι της θαμμένο κάτω από το μαξιλάρι, η Ολίβια ξύπνησε με πονεμένα μάτια, μπουκωμένη μύτη και ζαβλακωμένο κεφάλι. Εάν δεν ήξερε, θα πίστευε ότι αρρώσταινε ξανά. Αλλά όντως ήξερε. Ακριβώς όπως όταν ήταν μικρό κορίτσι και ο σκύλος της είχε πεθάνει, είχε κλάψει μέχρι να κοιμηθεί. Πώς είχε αφήσει τον Τζακ να πάρει αυτές τις πρωτοβουλίες μαζί της; Αν και τη βασάνιζε μια πιο σημαντική ερώτηση: Πώς γινόταν να τον θέλει και η ίδια; Και τον ήθελε. Είχε κλέψει αποτελεσματικά τη θέλησή της. Τώρα θα έπρεπε να πάει για πρωινό και να τον αντιμετωπίσει. Πώς θα μπορούσε να συναντήσει το


βλέμμα του χωρίς να θυμηθεί κάθε πονηρό, υπέροχο πράγμα που είχε κάνει στο κορμί της; Γυρίζοντας, τσίριξε με το που είδε τον Τζακ να στέκεται στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Ανακάθισε πίσω στον σωρό των μαξιλαριών. «Υποσχέθηκες ότι δεν θα έρθεις ποτέ στο κρεβάτι μου». «Έχω κρατήσει την υπόσχεσή μου. Είμαι τουλάχιστον πέντε εκατοστά μακριά». Η φωνή του δεν είχε τίποτε από τα συνηθισμένα πειράγματα. Ήταν ντυμένος, αλλά και έτσι της προκαλούσε ένταση. Ίσως ήταν το πώς έριχνε το βλέμμα του πάνω της, σαν να μην υπήρχε τίποτα για το οποίο να ντρέπεται ή το γεγονός ότι ήταν εξοικειωμένος όχι μόνο με το σώμα της, αλλά και με την αντίδρασή του στο άγγιγμά του. Χαμήλωσε το βλέμμα της και άρχισε να παίζει με μια κλωστή στο κουβερλί. «Γιατί είσαι εδώ;» «Κοίτα με, Λίβι». Ήταν τόσο δύσκολο, αλλά αρνήθηκε να δειλιάσει. Τον κοίταξε αόριστα, ανακαλύπτοντας έκπληκτη ότι τα μάτια του δεν είχαν ούτε ίχνος θριάμβου. Περίμενε να κοκορευτεί για την επαίσχυντη συμπεριφορά τoυ. Αντ’ αυτού, ο αλαζονικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση Τζακ Ντότζερ έδειχνε –έτρεμε και μόνο που το σκέφτηκε– μεταμελημένος. «Δεν συνηθίζω να χάνω τον έλεγχο όταν είμαι με μια γυναίκα». Χαμήλωσε το βλέμμα της στο θαυμάσιο στόμα που είχε πιέσει τον λαιμό της, τη ζεστή αναπνοή του που ζέσταινε το δέρμα της καθώς εκείνος… «Σε θέλω, Λίβι. Σε θέλω, όπως ποτέ δεν ήθελα καμία γυναίκα, και αυτό δεν είναι εύκολο να το παραδεχτώ. Είμαι βέβαιος ότι η συμπεριφορά μου δεν είναι αυτή που έχεις συνηθίσει». Νόμιζε ότι αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι η δήλωση του αιώνα. «Αλλά δεν θα ζητήσω συγγνώμη γι’ αυτό», συνέχισε. «Μπορώ να σου υποσχεθώ ότι δεν θα συμβεί ξανά». Με αυτό γύρισε την πλάτη και έφυγε από το δωμάτιο. Δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν μια υπόσχεση που ήθελε εκείνος να κρατήσει. Για τις επόμενες δυο μέρες απέφευγαν ο ένας τον άλλο – ή ίσως ήταν μόνο η Ολίβια που έβρισκε τόσο πολλές δικαιολογίες να πηγαίνει σε άλλα μέρη της έπαυλης κάθε φορά που σκεφτόταν ότι ο Τζακ θα ήταν εκεί. Το πρωινό δεν ήταν πάρα πολύ δύσκολο επειδή ο Χένρι βρισκόταν πάντα εκεί, λειτουργώντας ως ρυθμιστής. Η Ολίβια καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού και παρακολουθούσε κρυφά τον Τζακ καθώς ανταποκρινόταν υπομονετικά στις χιλιάδες ερωτήσεις


που φαινόταν να έχει ο Χένρι – οι οποίες όλες ξεκινούσαν με γιατί. Το δείπνο ήταν λίγο πιο δύσκολο. Το προηγούμενο βράδυ είχαν συζητήσει πραγματικά για τον καιρό, που σχεδόν έκανε την Ολίβια να βάλει τα κλάματα. Είχαν γίνει τόσο ευγενείς ξένοι. Δεν την πείραζε πλέον, δεν την αμφισβητούσε, δεν τη φλέρταρε. Και της έλειπε τρομερά. Μπροστά στο παράθυρο, σε ένα από τα υπνοδωμάτια του πάνω ορόφου, κοίταξε τον Τζακ που έτρεχε πάνω στο γρασίδι προσπαθώντας να πιάσει τον Χένρι στο γνωστό απογευματινό τους παιχνίδι. Ο Χένρι κορόιδευε και ο Τζακ γελούσε. Ήταν εκπληκτικό το πόσο καλά τα πήγαιναν. Ήταν σχεδόν σαν να παρακολουθούσε δύο αγόρια να παίζουν… Αλλά ο Τζακ δεν ήταν αγόρι. Ενώ υποπτευόταν ότι η ζωή ήταν πιο ξέγνοιαστη γι’ αυτόν τώρα από ό,τι όταν μεγάλωνε στους δρόμους, πίστευε επίσης ότι είχε πολύ μεγαλύτερη ευθύνη. Τον γνώριζε μόνο από τη ζωή του εδώ. Αλλά είχε μια άλλη που ήταν πολύ διαφορετική. Ήθελε να τη δει. Ο Τζακ είχε πει να φέρουν την άμαξά του νωρίτερα από το συνηθισμένο. Δύσκολα έμενε στο σπίτι. Τα δείπνα που μοιραζόταν με τη Λίβι είχαν μετατραπεί σε αφόρητη αμηχανία. Για ακόμα μια φορά τον παρατήρησε σαν να έπρεπε να εμφανιστεί κάπου. Συζήτησαν για την τελειότητα του φαγητού που έφαγαν. Τις περισσότερες φορές απέφευγε να την κοιτάξει, επειδή δεν ήθελε να δει πόσο πολύ την επιθυμούσε. Μετά το δείπνο, εκείνη αποσύρθηκε στο δωμάτιό της και αυτός πήγε στη βιβλιοθήκη. Ήταν στο γραφείο του πνίγοντας την επιθυμία του στο ουίσκι όταν ο Μπριτλς μπήκε στο δωμάτιο. «Η άμαξά σας είναι έτοιμη, κύριε». Ένευσε και τελείωσε το ουίσκι του. Καθώς περνούσε τις σκάλες, σκέφτηκε να τις ανέβει, να πάει στο δωμάτιο της Λίβι και να αθετήσει την υπόσχεσή του να μην πάει στο κρεβάτι της. Αλλά όταν έδινε τον λόγο του, το εννοούσε. Ήταν το μοναδικό έντιμο χαρακτηριστικό στο οποίο μπορούσε ακόμα να είναι πιστός. Ένας υπηρέτης άνοιξε την πόρτα. Ο Τζακ όρμησε έξω, αποφασισμένος να κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο για να τη βγάλει από το μυαλό του. Να χρησιμοποιήσει την Πρου εν ανάγκη, παρόλο που η εναλλακτική τού προκάλεσε έναν βαθύ πόνο. Κατεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλοπάτια, αγνόησε το χαμηλό φως. Ταίριαζε στη διάθεσή του. Ένας υπηρέτης άνοιξε την πόρτα της άμαξας. «Κύριε».


Ο Τζακ τον χαιρέτησε με ένα νεύμα, τοποθέτησε το πόδι του στο σκαλοπάτι, ανέβηκε σκυφτός, αναγνώρισε ένα οικείο άρωμα… «Πηγαίνεις στη λέσχη σου;» Στην αναπάντεχη γυναικεία φωνή, εκείνη που τον στοίχειωνε, τινάχτηκε προς τα πάνω και χτύπησε το κεφάλι του. «Ανάθεμα!» Μπήκε μέσα και έπεσε στο κάθισμα. «Τι στα κομμάτια κάνεις εδώ;» Η Ολίβια δεν περίμενε να τον πιάσει εξαπίνης. Ωστόσο, καλά του έκανε, για εκείνη την πρώτη νύχτα, όταν την είχε φοβίσει τόσο πολύ. «Θέλω να έρθω μαζί σου». «Μην είσαι ανόητη. Οι μόνες γυναίκες που επιτρέπονται στη λέσχη μου είναι εκείνες που είναι πρόθυμες να παρέχουν υπηρεσίες σε άντρες. Σε διασκεδάζει αυτό; Αν ναι, μπορώ να σε εξυπηρετήσω εδώ και τώρα». Θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο Τζακ δεν θα το έκανε τόσο εύκολο, αλλά δεν θα αποθαρρυνόταν. «Καθώς είσαι ο ιδιοκτήτης, σίγουρα μπορείς να κάνεις μια εξαίρεση». Κάθισε άνετα πίσω στη γωνία της άμαξας. Μπόρεσε να νιώσει το έντονο βλέμμα του. «Γιατί;» «Ξέρω ότι είσαι δικαιωματικά κηδεμόνας του Χένρι. Ξέρω ότι είσαι πολύ έξυπνος σε ό,τι έχει να κάνει με την απόκτηση χρημάτων. Θα ήθελα να δω την επιχείρησή σου από πρώτο χέρι». Στο σκοτάδι δεν είδε το χέρι του να κινείται, αλλά ξαφνικά το κατάλαβε να γλιστρά κάτω από το πέπλο της και ένιωσε τον αντίχειρά του να χαϊδεύει το μάγουλό της. «Γιατί, Λίβι;» «Δεν θέλω μυστικά μεταξύ μας, Τζακ». «Και αν δεν σου αρέσει αυτό που θα δεις;» Υπήρχε περίπτωση τα συναισθήματά της για αυτόν να διαλύονταν όπως η ομίχλη αργά το πρωί. «Είπες ότι δεν ντρέπεσαι για τις υποθέσεις σου». Ήρθε πιο κοντά της, το στόμα του κοντά στο μάγουλό της. «Τι σημασία έχει, Λίβι;» Εκείνη ξεροκατάπιε. «Νοιάζομαι για εσένα πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Περνάω αμέτρητες ώρες σκεπτόμενη να έρθω στο κρεβάτι σου. Και δεν μπορώ. Απλώς δεν μπορώ, χωρίς να γνωρίζω καλύτερα τι άνθρωπος είσαι». Έβαλε το χέρι της στο στήθος του, αισθάνθηκε το σφυροκόπημα της καρδιάς του κάτω από τα δάχτυλά της. «Η επιχείρησή σου είναι ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου. Το μόνο που ξέρω για αυτή είναι τα κουτσομπολιά. Θέλω να μάθω την αλήθεια».


«Σου έχω πει την αλήθεια». «Θέλω να τη δω. Υποθέτω ότι είναι ένα σκοτεινό μέρος. Είμαι ντυμένη στα μαύρα. Το καπέλο μου έχει ένα μαύρο πέπλο. Πιστεύω ότι θα χρειαζόταν ένα πολύ εκπαιδευμένο μάτι για να καταλάβει κάποιος ποια είμαι και αν όλοι οι πελάτες σου απολαμβάνουν το αλκοόλ όσο και ο αδερφός μου, νομίζω ότι είναι απίθανο ότι θα θυμηθούν ότι με είδαν ούτως ή άλλως». Άκουσε τον αναστεναγμό του. «Δεν μπορώ να σε βάλω μέσα από την μπροστινή πόρτα. Θα ήσουν κάτι πολύ περίεργο και η φήμη σου θα καταστρεφόταν αν κάποιος σε αναγνώριζε». «Υποθέτω ότι έχεις και μια πίσω». Την παρατήρησε για μια στιγμή. «Δεν γίνεται να μοιραστείς τα πράγματα που θα δεις στου Ντότζερ με τις φίλες σου κατά τη διάρκεια του τσαγιού. Δεν πρέπει να αποκαλύψεις ποτέ το όνομα κανενός από όσους θα δεις στου Ντότζερ». «Δεν θα βγάλω άχνα». «Σοβαρολογώ, Λίβι. Οι πελάτες μου πληρώνουν εξαιρετικά καλά για να διατηρήσουν τα μυστικά τους και αυτή η εμπιστοσύνη είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία μου». «Σου ορκίζομαι ότι δεν θα πω κουβέντα σε κανέναν». «Αναμφισβήτητα θα το μετανιώσω», μουρμούρισε, ακόμα και όταν έκανε σινιάλο στον οδηγό του να ξεκινήσει. Η Ολίβια δεν μπορούσε να πιστέψει τη συγκίνηση της περιπέτειας που φούντωσε μέσα της. Ήταν ενάντια στην ανατροφή της να κάνει κάτι που ήταν απολύτως και αμετάκλητα λάθος, διατηρώντας παράλληλα την πεποίθησή της ότι έπρεπε να γνωρίζει καλά έναν άντρα πριν υποκύψει στον πειρασμό. Ήταν μια γελοία λογική, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι εκείνος πυροδότησε έντονα συναισθήματα στην καρδιά της που ποτέ δεν είχε βιώσει. Ταξίδευαν σε απόλυτη σιωπή, αν και στο σκοτάδι ακόμα αισθάνθηκε το ακλόνητο βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. «Ορίστε», είπε τελικά και η Ολίβια κοίταξε έξω από το παράθυρο, για να ρίξει την πρώτη ματιά στη λέσχη του. Δεν φαινόταν άθλια, όπως περίμενε. Ήταν καλά συντηρημένη. Οι λευκές κολόνες και οι υπηρέτες με λιβρέα που άνοιγαν την πόρτα έδιναν έναν αέρα πολυτέλειας που δεν περίμενε. «Αυτός που μπαίνει είναι ο Γκρέιστοουν;» «Όχι». «Φαινόταν σίγουρα…» «Δεν είδες κανέναν να μπαίνει. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζουμε, Λίβι. Δεν


βλέπεις τίποτα. Δεν ακούς τίποτα. Και ανάθεμα, δεν λες τίποτα». «Οι άρχοντες πρέπει να σε εμπιστεύονται πολύ». «Μου εμπιστεύονται πολλά από τα μυστικά τους. Μπορεί να μην είμαι τόσο αξιοσέβαστος όσο ο Μπέκγουιθ, αλλά ξέρω πώς να είμαι έμπιστος. Εκτός αυτού, μου πληρώνουν ένα εξαιρετικό ποσό, κι εγώ με τη σειρά μου πληρώνω τους υπαλλήλους μου, για να εξασφαλίσω ότι τα μυστικά τους θα μείνουν στο ντουλάπι». Η άμαξα έφτασε στο πίσω μέρος. Αφού αποβιβάστηκε ο Τζακ, άπλωσε το χέρι στο εσωτερικό για την Ολίβια. «Είσαι βέβαιη ότι θέλεις να το κάνεις αυτό;» «Απολύτως». Χαμογέλασε απαλά. «Είσαι σαν ένα παιδί που του προσφέρουν γλυκό». Όταν βγήκε, ο Τζακ την τράβηξε κοντά του και την έσφιξε στο πλευρό του. «Μείνε κοντά μέχρι να μπούμε μέσα». Άκουσε ανθρώπους να τραγουδούν παράφωνα. Μεθυσμένοι, σκέφτηκε. Ακολούθησαν ήχοι ανθρώπων που περπατούσαν γρήγορα μέσα στο σοκάκι. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Ένα φανάρι κρεμόταν πάνω από την πίσω πόρτα. Ο Τζακ έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά και σύντομα την έσπρωξε μέσα. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν ότι ο διάδρομος μύριζε καθαριότητα. Οι πόρτες σε πολλά δωμάτια ήταν κλειστές, σε ένα ήταν ανοιχτή. «Αυτά είναι τα γραφεία». Κούνησε το χέρι προς την ανοιχτή πόρτα. «Η Φράνι δουλεύει εκεί». «Είναι εκεί τώρα;» «Πιθανώς». «Πρέπει να σταματήσω και να πω γεια». «Δεν είναι σαν τις πρωινές σου προσκλήσεις». «Θα ήταν αγένεια». Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Εντάξει». Την οδήγησε στην πόρτα. Για άλλη μια φορά εξεπλάγη. Ενώ τα έπιπλα ήταν παλιά, ήταν λίγα. Η Φράνι κρατούσε σημειώσεις σε ένα βιβλίο. Κοίταξε ψηλά και τα πράσινα μάτια της άνοιξαν. «Ε γεια σας. Αυτή και αν είναι έκπληξη». «Ήθελε απλώς να δει μια χαρτοπαικτική λέσχη», είπε ο Τζακ απότομα. «Και την έφερες; Αυτή και αν είναι μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη». Η Ολίβια κούνησε το χέρι της αμήχανα. «Δεν θέλω να σας ενοχλήσω. Απλώς ήθελα να ρίξω μια ματιά γύρω. Παραδέχομαι ότι με εξέπληξε το γεγονός ότι όλα είναι τόσο καθαρά. Κουμαντάρετε ένα πολύ οργανωμένο πλοίο». «Αυτό είναι επίτευγμα του Τζακ. Δεν μπορεί να αντέξει τίποτα που να μην είναι τακτοποιημένο. Νομίζω ότι πιθανώς επειδή ήταν τόσο βρόμικος ως παιδί».


Σκέφτηκε τα καθημερινά λουτρά που έπαιρνε, τον τρόπο που επέμενε να μη βάζει ποτέ τίποτα που δεν είχε καθαριστεί και σιδερωθεί πρώτα. «Θα την ξεναγήσω στα γρήγορα», είπε ο Τζακ πιάνοντας το μπράτσο της Ολίβια. Αφού χαιρέτησε τη Φράνι, επέτρεψε στον Τζακ να την οδηγήσει σε κάποιες σκάλες που είπε ότι προορίζονταν μόνο για τους υπαλλήλους. «Έχει κάποιον θαυμαστή;» «Θεέ μου, όχι. Δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τους άντρες». «Σίγουρα επιθυμεί να παντρευτεί». «Δεν το νομίζω, και αυτό είναι το μόνο που θα πω για το θέμα. Τα μυστικά της Φράνι είναι δικά της». Φτάνοντας στην κορυφή των σκαλοπατιών, την οδήγησε σε έναν στενό διάδρομο. Στη συνέχεια άνοιξε κάποιες κουρτίνες και βγήκαν σε ένα σκιερό μπαλκόνι. Η Ολίβια ήταν εντελώς συνεπαρμένη από το πόσο κομψά φαίνονταν τα πάντα. Οι πράσινοι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με περίπλοκα ξυλόγλυπτα. Ήταν όμως η δραστηριότητα κάτω που τη μαγνήτισε. Τα τραπέζια τυχερών παιχνιδιών, πάρα πολλά για να μετρηθούν, γέμιζαν το δωμάτιο. Μερικοί άντρες έπαιζαν χαρτιά, άλλοι ζάρια. Κάνα δυο από τους κυρίους είχαν γυναίκες να κάθονται στα γόνατά τους, αλλά ακόμα κι εκείνες ήταν όμορφα ντυμένες. Ο καπνός του πούρου είχε σχηματίσει ομίχλη. Είδε όλα τα ποτήρια γεμάτα με διάφορες αποχρώσεις του κεχριμπαριού, από ανοιχτό μέχρι σκούρο, ή το διαυγές υγρό που ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν νερό. Αγόρια ντυμένα με μοβ λιβρέες μετέφεραν με αυτοπεποίθηση αντικείμενα για τους κυρίους. Δεν ήταν τόσο φρενήρη όσο περίμενε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν ανησυχητικά ήσυχα. Αναγνώρισε πολλούς από τους άρχοντες. Γιατί δεν ήταν σπίτι με τις συζύγους τους; «Θα περίμενα να υπάρχουν περισσότερα κορίτσια», είπε τελικά. «Υπάρχει ένα άλλο δωμάτιο όπου οι περισσότερες από αυτές μένουν. Μπορείς να δεις από εκεί πάνω». Την πήρε πιο πίσω στον διάδρομο και ξανά μέσα από μια κουρτίνα σε ένα απομονωμένο μπαλκόνι. Είχε διστάσει, δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να δει την ακολασία, αλλά η περιέργειά της ήταν πολύ μεγάλη. Απογοητεύτηκε. Φάνηκε ότι οι περισσότεροι απλώς μιλούσαν. Είδε κάποια φιλιά και λίγα πειράγματα, αλλά δεν ήταν το όργιο που περίμενε. «Φαίνεσαι απογοητευμένη», είπε κοντά στο αφτί της. «Όχι, εγώ… ναι. Νόμιζα ότι θα ήταν πιο άτακτοι». Γέλασε πονηρά. «Είναι. Αλλά δεν μπορείς να δεις εκείνα τα δωμάτια, εκτός αν έχεις πρόσκληση».


«Πρόσκληση;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Κάποιοι από τους άντρες θέλουν να τους παρακολουθούν, έτσι έχουμε μια αίθουσα προβολής». «Γιατί θα ήθελαν να τους παρακολουθούν;» «Υποθέτω ότι νομίζουν ότι έχουν κάτι να επιδείξουν». «Ω». Κούνησε το κεφάλι της. «Είπα ότι θα έρθω εδώ και δεν θα κρίνω, αλλά δεν μου αρέσει να χρησιμοποιείς κορίτσια για να τα κάνεις να…» «Δεν τα κάνω να κάνουν τίποτα που δεν θέλουν να κάνουν. Τα πληρώνω για να κρατάνε στους κυρίους συντροφιά με μικρές συζητήσεις, χορό, ίσως ένα φιλί. Το τι κάνουν στα πίσω δωμάτια, αυτή είναι δική τους δουλειά και δικά τους λεφτά». «Όμως εγκρίνεις τη δραστηριότητα». «Θα το κάνουν, Λίβι. Σε ένα σοκάκι, σε ένα δωμάτιο που δεν είναι ούτε καθαρό ούτε ασφαλές. Εδώ, τουλάχιστον, ούτε οι άντρες ούτε τα κορίτσια έχουν να ανησυχούν για κάτι». «Αλλά γιατί να τις έχεις τελικά;» «Επειδή οι πιο πολλοί άντρες νιώθουν μοναξιά. Κι ένας ευτυχισμένος κύριος ξοδεύει περισσότερα χρήματα στο κτίριό μου. Είδες αρκετά;» Κατάλαβε ότι δεν θα κέρδιζε την κουβέντα για τώρα, αλλά ίσως αργότερα… Κούνησε το κεφάλι. «Έτσι νομίζω». Μόλις πήραν τον δρόμο της επιστροφής στην έπαυλη, η Ολίβια ρώτησε: «Πώς μπόρεσες οικονομικά να ανοίξεις επιχείρηση;» «Όταν ήμουν δεκαεννιά, ο Μπέκγουιθ ήρθε να με δει. Είχα έναν ανώνυμο ευεργέτη που μου έδωσε δέκα χιλιάδες λίρες. Τις χρησιμοποίησα για να αγοράσω το κτίριο». «Ποιος ήταν;» «Δεν γνωρίζω. Ήταν ανώνυμος». «Αλλά πρέπει να έχεις κάποια ιδέα. Θα μπορούσε να ήταν εκείνος ο Φίγκαν;» «Όχι, το να έχεις συμμορία μικροκλεφτρονιών δεν σε κάνει πλούσιο». «Ποιος άλλος θα μπορούσε να ήταν;» «Πάντοτε υπέθετα ότι ήταν ο παππούς του Λουκ. Δεν τα πηγαίναμε πολύ καλά και πίστευα ότι το είδε ως έναν γρήγορο τρόπο για να απαλλαγεί από μένα. Μια επένδυση που άξιζε τον κόπο». «Νομίζω ότι ήσουν πολύ σκληρός με αυτόν». «Νόμιζα ότι ο τρόπος μου ήταν ο καλύτερος». Χαμογέλασε, έπειτα σιώπησε. «Για μια στιγμή, τη νύχτα που διαβάστηκε η διαθήκη, είχα μια τρελή ιδέα ότι


ήταν ο Λάβινγκτον. Αλλά ρώτησα τον Μπέκγουιθ και είπε κάποιες ανοησίες για να κρατήσει το μυστικό του ευεργέτη μου». «Γιατί θα το έκανε αυτό ο Λάβινγκτον;» «Γιατί να μου αφήσει την εκτός τίτλου περιουσία του;» «Αν ήταν ο Λάβινγκτον, πιστεύω ότι θα βρεις πληροφορίες στα αρχεία του». «Ποια αρχεία;» «Κρατούσε αρχεία για τα πάντα. Κάθε αγελάδα που αγόραζε, κάθε άλογο που είχε, κάθε υπάλληλο που προσλάμβανε, κάθε μισθό που πλήρωνε. Ο Λάβινγκτον είχε εμμονή με αυτά τα βιβλία. Υποθέτω ότι εκ των υστέρων θα τα έβλεπε για να καθορίσει τι ήταν εντός τίτλου και τι δεν ήταν – μπορώ να σου δείξω αν θέλεις», του είπε. «Φαίνεται απίθανο ότι θα βρω κάτι, αλλά υποθέτω ότι δεν θα ήταν κακό να κοιτάξω». Δραστηριότητες της δουλειάς του και αρχεία. Έκανε συζητήσεις για πράγματα που δεν είχαν σημασία, ενώ η μυρωδιά της έφτανε προς το μέρος του. «Ποια είναι η γνώμη σου για το Ντότζερ;» ρώτησε. Σιωπή απλώθηκε μεταξύ τους, ενώ οι τροχοί της άμαξας έτρεχαν πάνω στον δρόμο. Τελικά είπε: «Δεν ήταν τόσο παρακμιακά όσο περίμενα». Τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό της, γλίστρησε τον αντίχειρά του κάτω από το πέπλο της και το πέρασε πάνω από το σαγόνι της. «Ακούγεσαι απογοητευμένη». «Τι; Όχι». Στη συνέχεια γέλασε αμήχανα. «Λίγο, υποθέτω. Αν θέλεις την αλήθεια, περίμενα όργια και ασεβείς συμπεριφορές και βαρβαρότητα. Όλα ήταν απογοητευτικά πολιτισμένα». «Άντρες που απλώς διασκεδάζουν». «Είναι κρίμα που δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο για τις γυναίκες». «Τι θα κάνατε; Θα σερβίρατε διάφορα είδη τσαγιού, συζητώντας τις αρετές της καθεμιάς;» «Θα μπορούσαμε να παίζουμε χαρτιά», είπε με ορμή και κατάλαβε ότι την είχε προσβάλει. «Θα είχαμε όμορφους άντρες να μας υπηρετούν, δίνοντάς μας την προσοχή που οι σύζυγοί μας δεν θα έδιναν». Σταμάτησε τον αντίχειρά του. «Έχεις κάποιον εδώ πρόθυμο να σου δώσει την προσοχή που δεν σου έδινε ο σύζυγός σου, αλλά συνεχίζεις να υποχωρείς». Με μια κίνηση σήκωσε το πέπλο πάνω από το κεφάλι της, έφερε το στόμα του στο δικό της και έβρισε για την αδυναμία του. Είχε ορκιστεί ότι δεν θα αρκούνταν σε ένα φιλί. Αλλά ξαφνικά ήταν βασανιστικό να έχει περάσει τόσος


καιρός χωρίς καν να την έχει γευτεί. Τον ικανοποίησε ιδιαίτερα ότι εκείνη ανταπέδωσε το φιλί με θάρρος ίσο με το δικό του. Ήξερε ότι τον ήθελε. Πού έβρισκε την εγκράτεια να λέει συνεχώς όχι; Η απομάκρυνσή του εδώ και χρόνια από τη σωστή συμπεριφορά απαιτούσε έναν άνθρωπο που είχε πολύ περισσότερη υπομονή από όση ο Τζακ. Ήθελε αυτό που επιθυμούσε μόλις συνειδητοποιούσε ότι το ήθελε. Υπέθεσε ότι κι εκείνη τον έβρισκε εξίσου απογοητευτικό, όλα αυτά τα χρόνια της ανάρμοστης συμπεριφοράς που ήθελε να διορθώσει. Ίσως να τον επηρέαζε μετά από όλα αυτά. Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι θα έμπαιναν στο σπίτι και ότι κάποιοι υπάλληλοι θα ήταν ακόμα τριγύρω, δεν έλυσε τα μαλλιά της ούτε ξεκούμπωσε το μπούστο της. Δεν πήρε πρωτοβουλίες που θα την άφηναν λαχανιασμένη και χωρίς ανάσα. Γλίστρησε το στόμα του στο ευαίσθητο σημείο κοντά στο αφτί της, αισθάνθηκε τον παλμό της κάτω από τη γλώσσα του. «Βλέπεις, μπορώ να είμαι πολιτισμένος. Πες μου ότι δεν θέλεις να είμαι». «Δεν ξέρω πια. Δεν μπορώ να σκεφτώ όταν το κάνεις αυτό». «Αυτό τα λέει όλα, έτσι δεν είναι; Ανήκεις» –σταμάτησε, οι λέξεις μπλέχτηκαν στη γλώσσα του– «στο κρεβάτι μου». Η επιθυμία εξαφανίστηκε από μέσα της, αντικαταστάθηκε από μια σχεδόν συντριπτική ανάγκη να τρέξει.


Κεφάλαιο 18 Ο Τζακ στεκόταν στο παράθυρο στο υπνοδωμάτιό του, κοιτάζοντας έξω τη νύχτα. Τι του συνέβαινε; Πότε είχε αρχίσει να σκέφτεται τη Λίβι ως δική του; Δεν θα μπορούσε ποτέ να την παντρευτεί. Δεν θα μπορούσε ποτέ να την κάνει αξιοσέβαστη. Ο γάμος και μόνο θα αρκούσε για να τη μειώσει στα μάτια της κοινωνίας. Θα μπορούσε να την έχει ερωμένη ίσως για δύο χρόνια, όσο θα βρισκόταν σε πένθος. Και μετά θα έπρεπε να την αφήσει να φύγει. Κι εκείνη και τον Χένρι. Θα αποκτούσε το τελευταίο κομμάτι «ανυπολόγιστης αξίας» και με τον καιρό δεν θα τους σκεφτόταν πλέον. Αλλά τώρα εκείνη ήταν το μόνο που σκεφτόταν. Όταν άνοιξε η πόρτα που οδηγούσε στην γκαρνταρόμπα, ο χτύπος της καρδιάς επιταχύνθηκε κι εκείνος γύρισε αργά. Στεκόταν με το νυχτικό της, τα μαλλιά της λυτά, τα πόδια της γυμνά, τα δάχτυλα των ποδιών της να αγκιστρώνουν το χαλί, τα χέρια διπλωμένα μπροστά της, με εμφανή τον τρόμο στο πρόσωπό της. «Δεν είμαι αρκετά σίγουρη πώς να το κάνω αυτό», είπε ήσυχα. «Δεν είμαι σίγουρη πώς να σε αποπλανήσω». «Να με αποπλανήσεις;» Άφησε ένα ξερό γέλιο, είδε το κοκκίνισμα στα χαρακτηριστικά της και μείωσε την απόσταση που τους χώριζε με τέσσερα μεγάλα βήματα. Πήρε το απαλό πρόσωπο ανάμεσα στα τραχιά χέρια του. «Λίβι, με έχεις αποπλανήσει από εκείνη την πρώτη νύχτα». Φίλησε το μέτωπό της. «Βρίσκω την απείθειά σου απίστευτα συναρπαστική». Φίλησε τον κρόταφό της. «Βρίσκω την οξυθυμία σου πραγματικά φανταστική». Φίλησε το μάγουλό της. «Βρίσκω την αγάπη σου για τον Χένρι αφυπνιστική». Πίεσε τα χείλη του στην άκρη της μύτης της. «Βρίσκω το γέλιο σου γοητευτικό». Φίλησε τη γωνία του στόματός της. «Τα μάτια σου με γοητεύουν και τα φιλιά σου έχουν τη δύναμη να με ισοπεδώσουν». Παρακολούθησε, καθώς η αμφιβολία στα χρυσά μάτια της έγινε σιγουριά. Του χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Σου απαγορεύω να μου κάνεις έρωτα». Το στόμα του στέγνωσε με τα λόγια της. Δεν είχε κάνει ποτέ έρωτα σε μια γυναίκα. Είχε ρίξει στο κρεβάτι πολλές. Το σεξ ήταν ικανοποιητικό. Αλλά να κάνει έρωτα, δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει, αλλά ήταν ένα δώρο που της


άξιζε. Ήταν αυτό που ήθελε να της δώσει. Δεν έμοιαζε με καμία γυναίκα που είχε γνωρίσει μέχρι τώρα. Ήρθε σε αυτόν χωρίς να προσδοκά ότι θα πάρει χρήματα. Αυτό που του πρόσφερε ήταν πολύ πιο πολύτιμο από οτιδήποτε μπορούσε εκείνος να της δώσει ποτέ. «Σε προειδοποίησα, γλυκιά μου, να μη μου απαγορεύσεις ποτέ. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να το κάνω». Και με αυτό, πήρε το στόμα της όσο πιο τρυφερά μπορούσε, αλλά η τρυφερότητα ήταν ξένη σε αυτόν. Με την πρώτη γεύση της, η πείνα που είχε κρατήσει παράμερα ελευθερώθηκε με μια έντονη ορμή που τον εξέπληξε. Ήθελε να δει καθαρά αυτό που τα ρούχα και το σκοτάδι του έκρυβαν. Χωρίς να ξεκολλήσει το στόμα του από το δικό της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του, την έφερε στο κρεβάτι και την έβαλε να σταθεί δίπλα του. Εκείνη τρέκλισε και την τράβηξε κοντά, επιτρέποντάς της να πάρει δύναμη από αυτόν. Η Ολίβια είχε αισθανθεί τη δύναμη του πάθους του στον κήπο. Ακόμα την εξέπληττε ότι ήταν τόσο ορμητικός, που την αποδυνάμωνε εύκολα. Ζεσταινόταν τόσο, που ήταν σχεδόν σαν να αρρώσταινε ξανά. Και τα πόδια της έτρεμαν. Αν τα χέρια του δεν ήταν γύρω της, σκέφτηκε ότι μπορεί απλώς να έλιωνε στο πάτωμα. Τύλιξε τα χέρια γύρω από τους ώμους του, μπλέκοντας τα δάχτυλά της στα πυκνά μαλλιά του, τα μαλλιά του που ξαφνικά δεν φαίνονταν πολύ μακριά. Ήθελε να θάψει το πρόσωπό της σε αυτά και σκέφτηκε ότι ίσως θα μπορούσε πριν τελειώσει η νύχτα. Ο Τζακ τραβήχτηκε από το φιλί, οδηγώντας το στόμα του στο σαγόνι της, σαν να ήταν απρόθυμος να αφήσει τα χείλη της, δεν ήθελε το στόμα του μακριά από το δικό της. Εκείνη σήκωσε το πιγούνι της, δίνοντάς του ευκολότερη πρόσβαση στον λαιμό της, και μια μικρή φωνή δραπέτευσε. Το βελούδινο άγγιγμά του την πείραζε και την καλόπιανε. «Αχ, Λίβι, Λίβι». Η φωνή του ήταν χαμηλή, σαγηνευτική και ήξερε ότι θα την ακολουθούσε σε ό,τι αμαρτίες την οδηγούσε. Ένιωσε το στόμα του να περνά πάνω από τους ώμους της και μόνο τότε θυμήθηκε ότι είχε τα δάχτυλα του πορτοφολά και ελαφριά αφή. Είχε ανοίξει τα κουμπιά της από τον λαιμό μέχρι το στομάχι και δεν είχε πάρει είδηση. Και τώρα το νυχτικό γλίστρησε από τους ώμους της, πέφτοντας στο πάτωμα. Είχε ένα δευτερόλεπτο για να σκεφτεί ότι έπρεπε να καλύψει τον εαυτό της και μετά δεν σκέφτηκε τίποτα, εκτός από τις θαυμάσιες αισθήσεις του στόματός του που έπαιζε πάνω στο στήθος της: να γεύεται, να γλείφει, να ρουφά, μουρμουρίζοντας ότι ήταν «Όμορφη. Τόσο όμορφη». Χωρίς προειδοποίηση, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έβαλε στο


κρεβάτι. Μόλις τα χέρια του δεν ήταν πλέον γύρω της, τράβηξε τα ρούχα του βιαστικά, βγάζοντας κάθε κομμάτι, μέχρι που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας τσαλακωμένος σωρός στο πάτωμα. Είχε ελάχιστο χρόνο να εκτιμήσει τη μεγαλοπρέπειά του, προτού βάλει το ένα του γόνατο στο κρεβάτι και έρθει προς το μέρος της, σαν μια μεγάλη αγριόγατα, με την πρόθεση και τη γνώση ότι το θήραμα δεν μπορούσε να ξεφύγει. Δεν ήθελε να δραπετεύσει. Άνοιξε τα χέρια αγγίζοντας αυτό που είχε δει εκείνο το μακρινό πρωινό στην γκαρνταρόμπα. Ήταν ένας νέος άντρας και το σώμα του αντικατόπτριζε τη δύναμη της νιότης. Δυνατοί μύες, σφιχτό δέρμα. Και ευελιξία. Ξάπλωσε δίπλα της με το χέρι που είχε το σημάδι τυλιγμένο γύρω από το ισχίο της, έστριψε το σώμα του και φίλησε το στομάχι της. Πιπίλισε καθώς ανέβηκε μέχρι τα στήθη της, φιλώντας το εσωτερικό του ενός, έπειτα το άλλο, δίνοντας την ίδια προσοχή σε καθένα. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να ήταν προετοιμασμένη για τις απολαύσεις που κυλούσαν μέσα της. Ήταν το απαγορευμένο που αύξανε την ευχαρίστηση; Ήταν η γεύση της αμαρτίας που έκανε πολύ πιο έντονη τη συνειδητοποίηση της αφύπνισης του σώματός της; Ή μήπως απλώς είχε το άγγιγμα του διαβόλου, είχε τη δύναμη και τη γνώση να φέρει σαρκικές απολαύσεις; Έμπηξε τα δάχτυλά της στους ώμους του, στην πλάτη του. Τον κρατούσε κοντά ενώ εκείνος μάλαζε τα στήθη της. Το τριχωτό σαγόνι του την τσιμπούσε, πράγμα που πρόσθετε στον αισθησιασμό. Οι γοφοί της στράφηκαν προς το μέρος του από μόνοι τους. Έβγαλε το χέρι του κάτω από το ισχίο, τον μηρό της και το έφερε να ξεκουραστεί ανάμεσα στα πόδια της, με τα δάχτυλά του να γλιστρούν πονηρά… Εκείνη βόγκηξε καθώς η ευχαρίστηση εκτοξεύτηκε. Σήκωσε το κεφάλι του παρατηρώντας την. Γλίστρησε το δάχτυλό του, προκαλώντας μια ακόμα κραυγή, τα πόδια της να πιέζονται σαν να ήθελε να τον κρατήσει εκεί ή ίσως να τον ωθήσει περισσότερο. «Θέλω να σε δω, Λίβι», ψιθύρισε βραχνά. «Θέλω να δω τι κράτησες μακριά μου στο σκοτάδι του κήπου. Αφέσου, Λίβι. Αφέσου». Τίναξε άγρια το κεφάλι της, αλλά δεν της έδωσε καμία ανάπαυλα. Έφερε ξανά το στόμα του στα στήθη, ενώ τα δάχτυλά του δούλευαν μαγικά. Όταν ήρθε κοντά, τόσο πολύ κοντά, σταμάτησε για να χαλαρώσει, να κυλήσει ανάμεσα στους μηρούς της και να πάρει το στόμα της σαν να του ανήκε. Η γλώσσα του δοκίμαζε και εξερευνούσε σαν να μη γνώριζε κάθε οικεία γωνία, ενώ εκείνη ανταπέδιδε με περισσότερη τόλμη από ποτέ. Αγαπούσε τη γεύση του, αγαπούσε


το άρωμά του, που θερμαινόταν από το πάθος τους. Το δέρμα του ήταν ζεστό και βελούδινο κάτω από τα δάχτυλά της, υγρό, με ελαφριά επίστρωση δροσιάς. Σηκώθηκε από πάνω της και ίσως να είχε φοβηθεί από αυτό που είδε στα μάτια του αν δεν τον γνώριζε τόσο καλά. Ήταν σχεδόν ζωώδες, βάρβαρο. Τον ένιωσε να δοκιμάζει την ετοιμότητά της και αμέσως τσιτώθηκε ενστικτωδώς. «Σσσς, σσσς, ήρεμα τώρα», ψιθύρισε κοντά στο αφτί της και δεν ήταν σίγουρη αν τα λόγια ήταν για αυτή ή για τον εαυτό του. Γλίστρησε το χέρι του κάτω από τα πλευρά της, πάνω από το ισχίο της, γύρω από τον μηρό της και την παρότρυνε να ανοίξει περισσότερο. Τότε τον ένιωσε να σπρώχνει μέσα της, κάθε όμορφο εκατοστό του, η πληρότητά του την τσίτωνε περισσότερο, αυξάνοντας την ευχαρίστηση χαμηλά στην κοιλιά της. Όταν σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει πια, εκείνος σήκωσε ελαφρώς τους γοφούς της, μετατόπισε το βάρος του και βυθίστηκε εντελώς μέσα της, κάνοντας την πλάτη της να τεντωθεί με την υπέροχη αίσθηση του βάρους του που την πίεζε. «Ω Θεέ», ψιθύρισε. Μπλέκοντας τα δάχτυλά του μέσα στα δικά της, έφερε τα χέρια της σε κάθε πλευρά του κεφαλιού της, ενώ την ίππευε άλλοτε ανελέητα, άλλοτε με γλυκύτητα. Το σώμα της τραγουδούσε με τη μουσική του, με τις απολαύσεις που κυμάτιζαν μέσα της, που αυξάνονταν σε ένταση, καθώς οι δυνατές ωθήσεις του μετακινούσαν όχι μόνο εκείνη, αλλά και το κρεβάτι. Τα βογκητά του ηχούσαν γύρω της σκληρά, φανερώνοντας ικανοποίηση, άκουσε τους αναστεναγμούς της ως απάντηση. Η ευχαρίστηση έγινε σχεδόν αφόρητη. Ήθελε να κλείσει τα μάτια της, αλλά ήταν τόσο όμορφος, τόσο μαγευτικό το να τον παρατηρεί, το σαγόνι του σφιγμένο, το σκούρο βλέμμα του κλειδωμένο στο δικό της. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί αυτή τη σύνδεση με κανέναν – ότι όπου κι αν πήγαιναν θα έφταναν μαζί. Ήταν ένας διάβολος, που την προκαλούσε, που απαιτούσε με κάθε χτύπημα του σώματός του ενάντια στο δικό της να παραδοθεί. Και η παράδοση δεν αφορούσε μόνο το σώμα της, αλλά και την καρδιά και την ψυχή της. Φώναξε, οι ωθήσεις του ήταν βαθύτερες, τόσο που εκείνη αναρωτήθηκε πώς θα επιβίωνε… Μετά ο κατακλυσμός χτύπησε, το σώμα της σφίχτηκε γύρω του, ακόμα κι όταν τεντώθηκε από κάτω του, καταπονώντας τη με μια ευχαρίστηση που δεν είχε φανταστεί ποτέ. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να κλείσει τα μάτια της, καθώς οι αισθήσεις την πλημμύριζαν. Η τελευταία της σκέψη, καθώς χανόταν στη λήθη,


ήταν ότι είχε υποτιμήσει σε μεγάλο βαθμό τα οφέλη του να είσαι με έναν άνθρωπο που όλη η ζωή του ήταν αφιερωμένη σε σαρκικές απολαύσεις. Αφού σηκώθηκε στον έναν αγκώνα, ξάπλωσε δίπλα στη Λίβι, προσπαθώντας να μη σκέφτεται αυτό που είχε συμβεί. Δεν είχε βιώσει ποτέ στη ζωή του τίποτα τόσο έντονο, τόσο ευχάριστο. Ακόμα και η συνάντησή τους στον κήπο, με όλη τη λαμπρότητά της, ήταν τίποτα σε σύγκριση με την πραγματικότητα του να την πάει στο κρεβάτι του. Το να την παρακολουθεί όταν βρέθηκε στην κορύφωση, με μια εκθαμβωτική λάμψη, λειτούργησε σαν ενισχυτικό της δικής του ευχαρίστησης. Δεν είχε ξεγελάσει τον εαυτό του για το τι είχε συμβεί εδώ. Μπορεί να τον ήθελε για λίγο παιχνίδι, αλλά εκείνη ήταν αριστοκράτισσα, ενώ εκείνος ήταν ένα σκουπίδι. Δεν θα είχαν ποτέ κάτι περισσότερο από αυτό. Και με αυτή τη σκέψη ένας απροσδόκητος αιχμηρός πόνος εμφανίστηκε στο κέντρο του στήθους του. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόσο πολύ ένα κομμάτι από κάτι, από κάποιον. Τον τρομοκράτησε αυτή η εγγύτητα, εκείνος που πάντα προσπαθούσε τόσο σκληρά για να διατηρήσει τις αποστάσεις. Εκείνη είχε χτυπήσει αποτελεσματικά τα τείχη του. Αν το σκεφτόταν πάρα πολύ ή για πολλή ώρα, θα είχε μαζέψει τα ρούχα του και θα έφευγε και δεν θα επέστρεφε ποτέ. Αν ενδιαφερόταν για εκείνη τόσο όσο υποψιαζόταν ότι ενδιαφερόταν, αυτό ακριβώς θα έκανε. Θα έφευγε τώρα που είχε μια γεύση από εκείνη και θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να της βρει έναν σωστό σύζυγό. Αντ’ αυτού, πέρασε απερίσκεπτα το δάχτυλό του ανάμεσα στα μικρά στήθη της, συγκεντρώνοντας τη δροσιά που έμενε εκεί και είπε: «Δεν πρόκειται να κοιμηθείς, έτσι;» Αργά γύρισε το κεφάλι της που στηριζόταν στο μαξιλάρι από τη μια πλευρά στην άλλη. «Είσαι πολύ καλός σε αυτό». Γέλασε απαλά, περνώντας τα δάχτυλά του στους ώμους της. Νόμιζε ότι ποτέ δεν θα χόρταινε να την αγγίζει. «Έτσι φαίνεται, δεδομένων των αντιδράσεων του σώματός σου, επένδυσα τα χρήματά μου με σύνεση». Κύρτωσε το φρύδι της. «Πληρώνεις για αυτό;» «Πάντα». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Εκτός από απόψε». «Γιατί;» «Γιατί το έκανα πριν; Ή γιατί δεν το έκανα απόψε;» «Πριν». Πώς να το εξηγήσει χωρίς να ακουστεί οδυνηρό. «Επειδή δεν ήθελα συναισθηματικές εμπλοκές. Ήταν πάντα δουλειά. Ορισμένες επιχειρηματικές


δραστηριότητες είναι πιο ευχάριστες από άλλες». Και κάποιες ανταμοιβές ήταν άυλες. «Έχεις ξαναβρεθεί σε αυτό το κρεβάτι;» Δεν ήξερε γιατί ρώτησε ή γιατί η απάντηση είχε σημασία. «Μόνο μία φορά, όταν με έφερες εσύ». Με το χέρι της χάιδεψε το μάγουλό του. Κάλυψε το χέρι της με το δικό του, γύρισε το πρόσωπό του στην παλάμη της και τη φίλησε. Κύλησε πάνω του. Απλώνοντας το χέρι κάτω, ο Τζακ έσπρωξε πίσω το σεντόνι που ήταν μαζεμένο στη μέση της. Εκείνη το κλότσησε πιο κάτω, μέχρι που τίποτα δεν τους χώριζε, μέχρις ότου τα γυμνά σώματά τους πιέζονταν μεταξύ τους. «Είμαι βέβαιη ότι είναι κακή στιγμή για να μιλήσω για έναν άλλο άντρα, αλλά θέλω –χρειάζομαι– να ξέρεις ότι ποτέ δεν ήταν έτσι μαζί του». Δεν ήξερε τι να πει γι’ αυτό, έτσι απλώς φίλησε την παλάμη της ξανά, στη συνέχεια τα δάχτυλά της. «Ήταν τόσο πολύ απρόσωπα, που πάντα μου φαινόταν περίεργο για μια τέτοια προσωπική πράξη. Κι εγώ ποτέ… δεν συνειδητοποίησα ποτέ ότι θα έπρεπε πραγματικά να το απολαύσω. Είσαι πραγματικά αξιοθαύμαστος, Τζακ Ντότζερ». Και πάλι, δεν είχε τίποτα να πει. Βύθισε το κεφάλι του και πήρε το στόμα της, καθώς σκόπευε να πάρει το σώμα της με λίγο περισσότερη υπομονή αυτή τη φορά, σε μια πιο χαλαρή αναζήτηση της ευχαρίστησης. Το χέρι της χάιδεψε το στήθος του, σχεδόν δειλά, σαν να σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να σπάσει. Εκείνος τραβήχτηκε πίσω και τη μελέτησε. Το θαύμα ήταν ακόμα εκεί, ένα θαύμα που ποτέ δεν γνώρισε επειδή είχε απογυμνωθεί από αυτόν σε νεαρή ηλικία. «Καθώς το αποψινό φαίνεται να είναι μια μάλλον νέα εμπειρία για εσένα, θα πρέπει να ξέρεις ότι δεν θα σπάσω και ότι δεν υπάρχει κανένα κομμάτι μου που δεν είσαι ευπρόσδεκτη να εξερευνήσεις». Το βλέμμα της ταξίδεψε κατά μήκος του σώματός του, τα μάγουλά της πήραν μια ρόδινη απόχρωση. Το χέρι της γλίστρησε κάτω, τυλίχτηκε γύρω του κι εκείνος δεν μπόρεσε να σταματήσει το βογκητό της ικανοποίησης. Τη φίλησε ξαπλώνοντας ανάσκελα καθώς το έκανε, δίνοντάς της ευκολότερη πρόσβαση για να μάθει τις διάφορες υφές του σώματός του. Κάθε στιγμή που περνούσε τα χέρια της γίνονταν λιγότερο δειλά, η αυτοπεποίθησή της μεγάλωνε. Άγγιζε, χάιδευε. Σταμάτησε το φιλί για να χαρίσει μια βροχή μικρότερων φιλιών στο στήθος του. Έφερε τη γλώσσα της πάνω από τη σκληρή θηλή του και το σώμα του ρίγησε. Έμπλεξε τα χέρια του μέσα στα μαλλιά της, κρατώντας την κοντά του, ενθαρρύνοντάς τη με γλυκά λόγια και


ήπιους αναστεναγμούς. Όταν δεν μπορούσε πλέον άλλο, την έβαλε πάνω του μέχρι να κυκλώσει τους γοφούς του, τα μαλλιά της να σχηματίσουν μια κουρτίνα γύρω από τους ώμους της. «Μην κοιτάς τόσο σοκαρισμένη», είπε. «Δεν νομίζω ότι αυτό είναι πρέπον». «Γλυκιά μου, τίποτε από αυτά που έχουμε κάνει απόψε δεν είναι πρέπον». Ενώ είχε σκοπό να την πειράξει, μετάνιωσε για τα λόγια μόλις τα είπε, γιατί είδε στα μάτια της την ντροπή. «Μη, Λίβι». Σήκωσε το βλέμμα της στο δικό του. «Μη μετανιώσεις για τίποτε από αυτά». Τίναξε το κεφάλι της, αλλά μπόρεσε να δει τη ζημιά που είχε γίνει. Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά της και την έφερε κάτω στο στήθος του, κρατώντας τη σφιχτά. «Δεν θα το πεις ποτέ σε κανέναν, έτσι;» ψιθύρισε μετά από λίγη ώρα. «Όχι». Σήκωσε το κεφάλι της, βάζοντας το πιγούνι της στο στήθος του. «Δεν μετανιώνω για ό,τι έγινε μεταξύ μας, αλλά υποθέτω ότι ένα μικρό μέρος μου ξέρει ότι ήταν λάθος». Με τα δάχτυλά του χτένισε πίσω τα μαλλιά της. «Πώς μπορεί να είναι λάθος όταν είναι αυτό που θέλουν δύο άνθρωποι;» «Αλλά δεν θα υπάρξει ποτέ περισσότερο από αυτό μεταξύ μας». «Ειλικρινά, δεν βλέπω πώς μπορεί να υπάρξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό δεν μπορεί να είναι πολύ καλό, όσο το έχουμε». Με το χέρι του θαμμένο στα μαλλιά της, γύρισε το κεφάλι της και έκλεισε το στόμα της με το δικό του, φιλώντας τη βαθιά, αναρωτώμενος πώς θα κατάφερνε ποτέ να την αφήσει να φύγει όταν θα ερχόταν η ώρα.


Κεφάλαιο 19 «Αυτό μάλλον είναι μάταιο», δήλωσε η Λίβι. Ήταν στο γραφείο, ένα μικρό δωμάτιο όπου ο Λάβινγκτον είχε αποθηκεύσει όλα τα βιβλία, τα αρχεία, τα ημερολόγια. Η Λίβι είχε πει στον Τζακ ότι ο Λάβινγκτον συχνά απομονωνόταν μέσα εκεί για ώρες. «Πάνε πίσω πολλά χρόνια». Ο Τζακ κοίταξε ένα βιβλίο του οποίου οι ημερομηνίες αντιστοιχούσαν στο έτος που ο Μπέκγουιθ είχε πάει για πρώτη φορά να τον δει. Η Λίβι καθόταν στον καναπέ δίπλα στο παράθυρο, με το φως του ήλιου να σχηματίζει ένα φωτοστέφανο γύρω της. Ποτέ δεν ήταν από εκείνους που πίστευαν στους αγγέλους, αλλά δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι φαινόταν πολύ αγγελική έτσι όπως καθόταν εκεί. Δεν ήταν η γυναίκα που τον είχε γοητεύσει εκείνο το πρωί πριν καλέσει την καμαριέρα της. «Ακόμα κι αν δεν βρούμε τίποτα, είμαι ενθουσιασμένος από όλες αυτές τις πληροφορίες. Βλέποντας τους αριθμούς των υπηρετών που προσλήφθηκαν, τους μισθούς που καταβλήθηκαν, τα εισοδήματα που προστέθηκαν από τα διάφορα κτήματα. Ακόμα και τις επενδύσεις που έγιναν. Έχω φυσικά τις σημερινές πληροφορίες, αλλά είναι σκόπιμο να εξετάσω και τις πρακτικές του παρελθόντος». Έκανε μια αστεία γκριμάτσα και ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν πρόκειται να διαβάσεις όλα αυτά, έτσι δεν είναι;» «Μπορεί να το κάνω». Κοίταξε γύρω της όλα τα βιβλία που βρίσκονταν στα ράφια, που στοιβάζονταν στο πάτωμα. «Είναι απροσδιόριστο το πώς τα πράγματα είναι ρυθμισμένα. Αναρωτιέμαι τι έψαχνε εδώ». «Ίσως ήταν εκείνοι που ήταν πριν από αυτόν που άφησαν το χάος και αυτός απλώς προσπαθούσε να το τακτοποιήσει». «Ίσως. Υποθέτω βέβαια ότι όλα αυτά ανήκουν πραγματικά στον Χένρι». Έσκυψε πίσω στην καρέκλα του. «Πώς το συμπεραίνεις αυτό, δούκισσα;» Του έριξε ένα έντονο βλέμμα. «Επειδή τα περισσότερα από αυτά τα αρχεία περιλαμβάνουν ιδιοκτησίες του δουκάτου». «Αλλά βρίσκονται στην κατοικία μου. Υπολόγισε την αξία τους. Θα διαπραγματευτούμε».


«Δεν μπορεί να σοβαρολογείς». Σηκώθηκε, περπάτησε προς το μέρος της και έβαλε τα χέρια του στο πίσω μέρος του καναπέ, φυλακίζοντάς τη αποτελεσματικά μέσα. «Εντελώς. Το βιβλίο που κρατάς, θα έλεγα, αξίζει ένα φιλί», είπε γελώντας. Έκοψε το γέλιο της, λεηλατώντας το στόμα της με το δικό του, δίνοντας αναμφίβολα στο βιβλίο που κρατούσε πολύ περισσότερη αξία από όση είχε. Εκείνη ανταπέδωσε το φιλί με την ίδια θέρμη, πλησιάζοντάς τον, με το βαρύ βιβλίο να γλιστρά από την αγκαλιά της και να πέφτει πάνω στο πόδι του. «Γαμώτο», μουρμούρισε κόβοντας το φιλί, κουνώντας το πονεμένο δάχτυλό του, ευγνώμων που δεν φαινόταν να έχει σπάσει. Έσκυψε για να πάρει το βιβλίο που είχε πέσει ανοιχτό και πάγωσε – το βλέμμα του πιάστηκε από λέξεις που είχαν γραφτεί με έναν κομψό γραφικό χαρακτήρα. Πολύ αργά σήκωσε το βιβλίο ενώ καθόταν δίπλα της. «Τζακ; Τι συμβαίνει; Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα». Έβαλε το δάχτυλό του κάτω από τις λέξεις και η Λίβι έσκυψε για να δει πιο προσεκτικά. «Έμιλι Ντόουκινς; 15 Ιουνίου 1815. Προσλήφθηκε ως καμαριέρα στην ηλικία των δώδεκα. Πέντε γκινέες. Τι συμβαίνει με αυτή;» «Αυτό ήταν το όνομα της μητέρας μου». Η Ολίβια βοήθησε τον Τζακ να ξεφυλλίσει το βιβλίο. Ήταν σχεδόν εμμονικός. Όχι ότι θα μπορούσε να τον κατηγορήσει, αλλά την ανησύχησε που τον είδε τόσο απορροφημένο. «Τζακ, ίσως να μην είναι αυτή. Ούτε το “Έμιλι” ούτε όμως και το “Ντόουκινς” είναι ασυνήθιστα ονόματα». Έκλεισε απότομα το βιβλίο. «Δεν μπορώ να βρω σημειώσεις για το πότε έφυγε. Κάποιος πρέπει να γνωρίζει κάτι». «Έχουν περάσει τριάντα έξι χρόνια. Οι περισσότεροι από τους υπηρέτες δεν είναι πλέον εδώ και οι λίγοι που είναι… δεν είναι πιθανόν να θυμούνται μια καμαριέρα». Έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό του. «Γιατί άλλαξες το όνομά σου;» «Επειδή δεν ήθελα να με βρει ποτέ ο άνθρωπος στον οποίο με είχε πουλήσει». Χαμογέλασε καυστικά. «Άλλαξα όνομα αρκετές φορές, πριν μείνω στο “Ντότζερ”». «Δυσκολεύομαι ακόμα να πιστέψω ότι σε πούλησε. Μου είπες τότε στον κήπο ότι έκανες κάτι για να χάσεις την αγάπη της. Τι έκανες αλήθεια;» «Δεν γνωρίζω. Όταν μου έδωσε το μενταγιόν, είπε: “Ποτέ μην ξεχνάς ότι σε αγάπησα, Τζακ”. Αγάπησα». Τίναξε το κεφάλι του. «Με αγαπούσε κάποτε, αλλά όχι πια».


«Δεν είμαι πεπεισμένη ότι αυτό εννοούσε». «Ξέρω τι άκουσα, Λίβι». «Ήσουν παιδί, Τζακ». Άνοιξε το στόμα του κι εκείνη πίεσε τα δάχτυλά της στα χείλη του. Λάθος, γιατί αυτός άρχισε να τα φιλάει. «Άκουσέ με». Κατένευσε εξακολουθώντας να πιπιλάει τα δάχτυλά της. «Αν με έδιωχνες μακριά, θα έλεγα στον Χένρι, “Μην ξεχνάς ότι σε αγαπώ”. Επειδή θα του έστελνα την αγάπη μου από όπου και αν με έστελνες. Και θα περίμενα να τον δω και πάλι. Αλλά αν σκεφτόμουν ότι δεν θα τον έβλεπα ξανά, θα έλεγα “αγάπησα”. Ήταν πιθανόν η μητέρα σου να ήταν άρρωστη; Ίσως, ακόμη, Θεός φυλάξοι, να πέθαινε;» Έμεινε ακίνητος, με τα δάχτυλά της να πιέζουν τα χείλη του. «Θυμάμαι ότι είχε έναν βήχα». Κρατώντας ακόμα το χέρι της, έριξε το δικό του στα πόδια του. «Θεέ μου, Λίβι, όλα αυτά τα χρόνια σκεφτόμουν ότι προσπαθούσε να απαλλαγεί από μένα, ότι την είχα απογοητεύσει με κάποιον τρόπο». Απελευθερώνοντας το χέρι της, σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το γραφείο. «Φάνηκε να ήξερε αυτόν τον άντρα…» «Θα μπορούσε να ήταν υπάλληλος στου Λάβινγκτον;» «Όχι, δεν ήταν υπάλληλος. Και ήταν ένα μεγάλο σπίτι». «Μπορεί να μη μάθεις ποτέ, Τζακ». «Ο Σουίντλερ αγαπάει τους γρίφους. Νομίζω ότι θα του πάω κάποια από αυτά τα βιβλία απόψε». Η Ολίβια βοηθούσε τον Χένρι να φτιάξει ένα ξύλινο παζλ, ενώ η Άιντα ήταν στον κάτω όροφο πίνοντας ένα φλιτζάνι τσάι. Όταν άνοιξε η πόρτα στο παιδικό δωμάτιο, ο Τζακ δεν μπήκε μέσα. Απλώς στεκόταν στην πόρτα, ακουμπώντας στον ώμο του, με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος που εκείνη είχε φιλήσει κάθε εκατοστό του την προηγούμενη νύχτα. Αναρωτήθηκε αν η καρδιά του χτυπούσε τόσο γρήγορα όσο η δική της. Είχε πάει στη λέσχη του τις πρώτες πρωινές ώρες και δεν επέστρεψε εγκαίρως για πρωινό. «Είχες κάποια τύχη με τα βιβλία;» Κούνησε το κεφάλι του. «Η Φράνι και ο Σουίντλερ τα εξετάζουν πιο προσεκτικά». «Θέλεις να σε βοηθήσω να ψάξεις λίγο περισσότερο;» «Ίσως αργότερα». «Τότε ποιος είναι ο λόγος που ήρθες εδώ; Ήρθες να ελέγξεις την πρόοδο του κηδεμονευομένου σου;» ρώτησε η Ολίβια.


«Όχι ακριβώς», είπε χαμογελώντας ο Τζακ. «Θέλεις να δεις εμένα;» Το χαμόγελό του ήταν ένα λευκό φως που υποσχόταν απαγορευμένα πράγματα. «Όχι ακριβώς», επανέλαβε. «Πρέπει να μαντέψω για ποιον λόγο είσαι εδώ;» Ξεδίπλωσε τα χέρια του, μπήκε μέσα στο δωμάτιο, έπεσε κάτω και έβαλε το τελευταίο κομμάτι του παζλ στη θέση του. «Τώρα που έγινε αυτό, θα ήθελες να πάμε μια εκδρομή;» Τον κοίταξε και πριν μιλήσει, είχε βάλει το δάχτυλό του κάτω από το πιγούνι της, σαν να επρόκειτο να τη γαργαλήσει. «Ξέρω ότι βρίσκεσαι σε πένθος», είπε για να την προλάβει, «αλλά υπάρχουν πολύ λίγες πιθανότητες να σε εντοπίσουν εκεί που σκοπεύω να μας πάω». «Και πού θα είναι αυτό;» «Στον σιδηρόδρομο». Τα μάτια του Χένρι άνοιξαν διάπλατα. «Με ατμομηχανή;» «Φυσικά». Η Ολίβια αγριοκοίταξε τον Τζακ. Ειλικρινά, πώς θα μπορούσε να πείσει αυτόν τον άντρα ότι δεν μπορούσε να μιλάει μπροστά στον Χένρι προτού επιβεβαιώσει μαζί της ότι συμφωνούσε με το θέμα; Τώρα ο Χένρι θα απογοητευόταν. Ή η Ολίβια θα αναγκαζόταν για ακόμα μια φορά να φορέσει τα αγορίστικα ρούχα της. «Εκατοντάδες άνθρωποι ταξιδεύουν με τον σιδηρόδρομο», τόνισε με ύφος. «Α ναι, αλλά τώρα έχω ένα ιδιωτικό βαγόνι και οι μόνοι που θα είναι εκεί είναι εσύ, ο Χένρι, η Άιντα κι εγώ. Έτσι θα χωριστούμε από τις μάζες». «Αγόρασες ένα ιδιωτικό σιδηροδρομικό βαγόνι;» «Τρόπος του λέγειν». Τον κοίταξε βλοσυρά. Εκείνος αναστέναξε, σαν να λιγόστευε η υπομονή του μαζί της. «Ένας από τους πελάτες μου μου χρωστούσε πολλά χρήματα. Πήρα το βαγόνι ως πληρωμή – που ήταν μια πολύ καλή ρύθμιση γι’ αυτόν, καθώς το βαγόνι αξίζει λιγότερο από όσα μου χρωστάει», της εξήγησε. «Σε θεωρούσα καλύτερο διαπραγματευτή από αυτό». «Νομίζω ότι η απόλαυση που θα μπορούμε να έχουμε πραγματικά το αξίζει». «Αλλά πρέπει να φτάσουμε στο βαγόνι», επεσήμανε η Ολίβια. «Θα κινηθούμε γρήγορα. Εκτός αυτού, όσοι σε ξέρουν σπάνια παίρνουν τον σιδηρόδρομο». «Πού θα πάμε;»


«Στο Μπράιτον. Θα πάμε εκεί, θα βουτήξουμε τα δάχτυλα των ποδιών μας στη θάλασσα και θα γυρίσουμε πίσω». «Θα βγεις από το Λονδίνο;» ρώτησε. Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα μου αρέσουν όλα όσα θα δούμε, αλλά είμαι κάπως περίεργος». «Σε παρακαλώ, μαμά», είπε ο Χένρι. Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ με τον σιδηρόδρομο, ήταν σχεδόν τόσο ενθουσιασμένη με την προοπτική όσο ο Χένρι, αλλά περισσότερο ήθελε να είναι με τον Τζακ όταν εκείνος θα έβγαινε για πρώτη φορά από το Λονδίνο, όταν θα έβλεπε για πρώτη φορά τον κόσμο πέρα από αυτή την πόλη. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πολύ καλά», συμφώνησε. Βλέποντας την ικανοποίηση στα μάτια του, είχε την αίσθηση ότι συμφώνησε σε περισσότερα από όσα εκείνος είχε αποκαλύψει. Κράτησε τον λόγο του, τους πήγε γρήγορα στο ιδιωτικό βαγόνι. Ο υπηρέτης του έφερε ένα μεγάλο καλάθι με τρόφιμα, ώστε να μπορούν να φάνε είτε στο ταξίδι είτε στο πικνίκ στη θάλασσα. Η Ολίβια έβγαλε το καπέλο με το βέλο και έριξε μια ματιά γύρω σε κάτι που φαινόταν καλύτερο από τα σπίτια αρκετών ανθρώπων. «Ποιος ήταν ο κύριος που είχε αρχικά το βαγόνι;» ρώτησε. «Δεν θυμάμαι». Του έριξε μια σκληρή ματιά, της ανταπέδωσε με μία για να της υπενθυμίσει ότι έπρεπε να κρατήσει μυστικά. Η Ολίβια άφησε με χάρη το θέμα να περάσει. Το ιδιωτικό βαγόνι ήταν καλά εξοπλισμένο, με έναν κόκκινο καναπέ στο κέντρο, αλλά δεν έμοιαζε με τους καναπέδες που είχε δει η Ολίβια μέχρι τότε. Είχε καμπυλωτή πλάτη με κάθισμα σε κάθε πλευρά. Υπολόγισε ότι ήταν λογικό. Θα μπορούσαν να γυρίσουν τον καναπέ, αν υπήρχε μια πιο ευχάριστη θέα προς άλλη κατεύθυνση. Δύο βελούδινα καθίσματα ήταν τοποθετημένα σε κάθε πλευρά του παραθύρου, και στις δύο πλευρές του βαγονιού. Όσο περίμεναν στον σταθμό, οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες. Η Ολίβια πήρε μια καρέκλα, ενώ ο Τζακ –που φορούσε ένα κόκκινο γιλέκο που ταίριαζε με τη διακόσμηση του βαγονιού– κάθισε στην άλλη με τον Χένρι στην αγκαλιά του. Η Άιντα κάθισε στο άλλο παράθυρο. Ο Τζακ φαινόταν τόσο όμορφος, αλλά έτσι ήταν πάντα. Εντυπωσιάστηκε από το πόσο φυσικό φαινόταν να βρίσκεται ο Χένρι στην αγκαλιά του. Ο γιος της δεν είχε καμία επιφύλαξη σχετικά με τον κηδεμόνα του. Ο Τζακ είχε κερδίσει


πραγματικά την εμπιστοσύνη του – αλλά μετά κέρδισε και τη δική της. Με αυτόν, εκείνη τη στιγμή, αισθανόταν περισσότερο σαν οικογένεια από ό,τι είχε αισθανθεί ποτέ με τον Λάβινγκτον. Ο Τζακ σήκωσε την άκρη της κουρτίνας και κοίταξε έξω. «Τσέπες έτοιμες για κλοπή. Οι άνθρωποι βιάζονται, δεν δίνουν προσοχή, ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σιδηροδρομική γραμμή και για να εξασφαλίσουν ένα κάθισμα. Αχ, οι τσέπες που θα μπορούσα να επιλέξω αν η επέκταση των σιδηροδρόμων είχε γίνει όταν ήμουν παιδί». «Φυσικά δεν κλέβεις πλέον τσέπες, γιατί συνειδητοποίησες ότι ήταν λάθος να το κάνεις», επεσήμανε η Ολίβια. «Όχι, δεν…» Εκείνη έβηξε. Τα φρύδια του σηκώθηκαν, την κοίταξε, έπειτα τον Χένρι, που τον παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή. Ο Τζακ έβηξε. «Έχεις δίκιο. Συνειδητοποίησα ότι ήταν λάθος». «Θα μου μάθεις;» ρώτησε ο Χένρι. Η Ολίβια ήταν έκπληκτη από το πόσο πολύ είχε μειωθεί η στενοχώρια του Χένρι τελευταία. Δεν ήξερε αν ήταν λόγω του σκύλου ή του Τζακ. Ίσως λίγο και από τα δύο. «Όχι, μικρέ. Όπως είπε η μητέρα σου, είναι λάθος. Ωστόσο, μπορώ να σου μάθω να έχεις επιδέξια δάχτυλα. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου φανούν χρήσιμα». Προτού η Ολίβια μπορέσει να αντιδράσει, το τρένο σφύριξε και το βαγόνι ξεκίνησε στις ράγες. Ο Τζακ έστρεψε την προσοχή του στον κόσμο έξω από το παράθυρο. Λίγο μετά τράβηξε την κουρτίνα και η Ολίβια μπόρεσε να δει ότι η αποβάθρα είχε εξαφανιστεί. Το τρένο έτρεχε. Ο Χένρι σηκώθηκε και κάθισε στα γόνατα πάνω στους μηρούς του Τζακ, με τη μύτη του να ακουμπάει στο παράθυρο. Είχε κάνει αρκετές διαδρομές με άμαξα να επισκεφθεί την οικογενειακή περιουσία. Δεν είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για το τοπίο τότε. Κάτι στο τρένο τον γοήτευε. «Είναι μια διαφορετική άποψη του Λονδίνου», είπε ο Τζακ. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν έχεις αφήσει ποτέ την πόλη», του είπε η Ολίβια. «Ξέρω το Λονδίνο. Είμαι άνετος εκεί. Ποτέ δεν βρήκα κανέναν λόγο να φύγω». «Γιατί τώρα;» «Σκέφτηκα ότι ο Χένρι θα ήθελε να οδηγήσει ένα τρένο». Ο Χένρι αναπήδησε και μετακινήθηκε για να δει τον Τζακ. «Μπορώ να το οδηγήσω;»


«Σε μια από τις στάσεις θα σε πάω στην ατμομηχανή. Ο μηχανοδηγός, νομίζω έτσι λέγεται, σε περιμένει». «Δεν είναι λίγο μικρός γι’ αυτό;» ρώτησε η Ολίβια. «Θα είναι ωραία. Η Άιντα θα είναι μαζί του και ο μηχανοδηγός θα κρατάει σταθερά τα χέρια του». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα επιτρέψει σε ένα παιδί…» Της έκλεισε το μάτι. «Λίβι, δεν υπάρχει τίποτα που λίγα καλά τοποθετημένα νομίσματα δεν μπορούν να αγοράσουν». «Κι εσύ πού θα είσαι;» «Θα επιστρέψω και θα παρακολουθήσω το τοπίο μαζί σου». Ο Τζακ σκέφτηκε ότι ήταν παράξενο να κοιτάζει έξω από το παράθυρο και να μη βλέπει τίποτε άλλο εκτός από το πράσινο τοπίο. Δεν υπήρχαν σπίτια, δεν υπήρχαν κτίρια, δεν υπήρχε μαύρο, δεν υπήρχε βρομιά. Δεν περίμενε να το βρει ευχάριστο. Ένα κομμάτι του είχε μάλιστα αγωνία που θα άφηνε πίσω του αυτό που γνώριζε. Όχι ότι ήταν πρόθυμος να το παραδεχτεί σε οποιονδήποτε εκτός από τον εαυτό του. Δεν ήξερε τι τους περίμενε σε αυτό το ταξίδι. Ήξερε μόνο ότι ήθελε να το κάνει. Το τρένο σφύριξε και η αμαξοστοιχία άρχισε να επιβραδύνει. «Μπορώ να δω την επόμενη αποβάθρα να πλησιάζει», είπε η Λίβι ήσυχα. «Εντάξει, λοιπόν», είπε ο Τζακ. Σηκώθηκε με τον Χένρι γαντζωμένο πάνω του σαν κάποιο είδος κισσού. «Θα επιστρέψω. Ελάτε, Άιντα». «Είσαι σίγουρος ότι αυτό είναι ασφαλές;» ρώτησε η Λίβι. «Εντελώς». Σηκώθηκε και φίλησε στο μάγουλο τον Χένρι, το γλυκό άρωμά της έφτασε στον Τζακ. «Να είσαι καλό αγόρι, Χένρι». «Θα είμαι». Ο Τζακ βγήκε στην αποβάθρα, κρατώντας την πόρτα για την Άιντα. Περπάτησαν πέρα από το ανοιχτό βαγόνι, όπου οι φτωχότεροι ταξίδευαν για μια δεκάρα το μίλι, εκτεθειμένοι στα στοιχεία της φύσης. Μακρύτερα, υπηρέτες ξεχύθηκαν από τα βαγόνια δεύτερης θέσης για να δουν αν χρειάζονταν κάτι εκείνοι που υπηρετούσαν, οι οποίοι κάθονταν στην πρώτη θέση. «Είναι γενναιόδωρο εκ μέρους σας να μου επιτρέψετε να ταξιδεύω στο βαγόνι σας, κύριε», είπε η Άιντα. «Χαζομάρες. Δεν πιστεύω ότι όσοι εργάζονται για μένα είναι κατώτεροι από μένα». «Πρέπει να πω, κύριε, ότι οι υπηρέτες λένε συχνά ότι δεν έχουν εργαστεί ποτέ για κανέναν πιο ευγενικό».


«Λοιπόν, θα δούμε τι θα έχετε να πείτε μετά την οδήγηση στην ατμομηχανή». «Πραγματικά το περιμένω με ανυπομονησία, κύριε. Ανυπομονώ να το πω στα αδέρφια μου». Ο Τζακ είδε τον μηχανοδηγό να τους περιμένει δίπλα στην ατμομηχανή. Ο άντρας πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από το σκούρο μουστάκι του, σαν να βεβαιωνόταν ότι ήταν τακτοποιημένος. «Κύριε Γκέρνι, αυτός είναι ο δούκας του Λάβινγκτον». Ο άντρας έσκυψε ελαφρώς. «Εξοχότατε, είστε έτοιμος να οδηγήσετε το τρένο μου;» «Μάλιστα, κύριε». «Η νταντά του, η Άιντα, θα μείνει μαζί του». Ακούμπησε το καπέλο του. «Δεσποινίς». «Κύριε». Ο Τζακ δεν πίστευε ότι θα έβλεπε ποτέ την Άιντα να κοκκινίζει. «Θα επιστρέψω για το παιδί στον επόμενο σταθμό». «Πολύ καλά, κύριε», είπε ο κύριος Γκέρνι. Ο Τζακ μπήκε στη μηχανή, μεταφέροντας τον Χένρι πάνω, βλέποντας τα μάτια του να ανοίγουν διάπλατα. Η αγορά του σιδηροδρομικού βαγονιού και η πληρωμή για αυτό το πρόσθετο προνόμιο φαίνονταν επιπόλαιες όταν έγιναν, αλλά τώρα ο Τζακ σκέφτηκε ότι άξιζε τον κόπο. Καθώς επέστρεφε στο ιδιωτικό βαγόνι, πετούσε κρυφά μια κορόνα από την τσέπη του εδώ κι εκεί. Ναι, τα επιδέξια δάχτυλα είχαν τη χρησιμότητά τους. Λυπόταν μόνο που δεν θα ήταν κοντά να δει την απόλαυση στα πρόσωπα των ανθρώπων που θα ανακάλυπταν το απροσδόκητο νόμισμα. Άνοιξε την πόρτα στο βαγόνι του, μπήκε μέσα και χαμογέλασε στη θέα της Ολίβια που καθόταν στον καναπέ. «Αυτό ακριβώς φανταζόμουν σε σχέση με εσένα όταν έπαιρνα το βαγόνι». Έριξε το σακάκι του πάνω στην καρέκλα, άρχισε να ανοίγει το γιλέκο του. «Τι κάνεις;» ρώτησε η Λίβι. «Αξιοποιώ τον χρόνο που έχουμε πριν φτάσουμε στην επόμενη στάση». «Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά». «Ποτέ δεν ήμουν πιο σοβαρός στη ζωή μου». Πέταξε τη γραβάτα πάνω στην καρέκλα και μόλις που πρόσεξε όταν εκείνη γλίστρησε στο δάπεδο με τη μοκέτα. Το σφύριγμα ακούστηκε και η αμαξοστοιχία άρχισε να τρέχει πάνω στις ράγες. «Υποθέτω ένα φιλί ή δύο…» ξεκίνησε η Ολίβια. «Σ’ το έχω ξαναπεί, Λίβι, δεν είμαι άνθρωπος που αρκείται μόνο σε ένα φιλί».


«Αλλά για να… εδώ;» «Κανείς δεν μπορεί να δει. Κανείς δεν πρόκειται να μας ακούσει. Είναι το δικό μας μικρό δωμάτιο. Είναι απλώς πάνω σε σιδηροδρομική γραμμή». «Αλλά είναι όλο κουνήματα». «Κάτι που θα μπορούσε να το κάνει ακόμα πιο διασκεδαστικό». Χαχανίζοντας, προχώρησε και άρχισε να ψιθυρίζει στο αφτί της. «Δεν ξέρω γιατί διαφωνείς. Ξέρεις κι εσύ ότι θέλεις να το κάνεις». «Το θέλω», αναστέναξε. «Το θέλω, αλλά τα ρούχα μου…» Οι δύο πιο αγαπημένες λέξεις του σε όλο τον κόσμο. «Κανείς δεν θα μάθει». Δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε αποφασίσει εκείνη την πρώτη νύχτα ότι εκείνη είχε πάρα πολλά κουμπιά για να ασχοληθεί. Λαμβάνοντας υπόψη το απολαυστικό σώμα που τα κουμπιά έκρυβαν, άξιζε με το παραπάνω τον κόπο και τα επιδέξια δάχτυλά του έσπευσαν να τα βγάλουν όλα. Δεν σχεδίαζε να αφαιρέσει όλα τα ρούχα της, επειδή δεν πίστευε ότι είχαν χρόνο για αυτό. Αλλά υπήρχε χρόνος για να χαλαρώσει διάφορες κορδέλες ώστε να γεμίσει το χέρι του με το στήθος της, να περάσει τον αντίχειρά του πάνω από τη σκούρα θηλή. Έβαλε το στόμα του πάνω στο δικό της, ενθουσιασμένος από την προθυμία με την οποία τα χείλη της χωρίστηκαν και η γλώσσα της έσμιξε με τη δική του. Καθώς την έσπρωχνε στον καναπέ, συνειδητοποίησε ότι τα δάχτυλά της είχαν γίνει σχεδόν τόσο ευκίνητα όσο τα δικά του. Δεν είχε παρατηρήσει ότι τα κουμπιά του είχαν ελευθερωθεί, μέχρι τη στιγμή που η Ολίβια τράβηξε το πουκάμισό του πίσω από τους ώμους του. «Δεν έχουμε χρόνο για τα πάντα, γλυκιά μου», μουρμούρισε, προτού χαθεί ξανά στο στόμα της. Χαλαρώνοντας το χέρι του κάτω, τράβηξε τη φούστα της μέχρι να τυλιχτεί γύρω από τους γοφούς της. Πέρασε τα δάχτυλά του κατά μήκος του μηρού της, απολαμβάνοντας τη βελούδινη αίσθηση. Ανέβασε το χέρι του ψηλότερα, όπου η ζεστασιά τον περίμενε. Βογκώντας, ρίγησε από κάτω του. Άνοιξε το παντελόνι του, απελευθερώθηκε με έναν αναστεναγμό και πλησίασε περισσότερο τον παράδεισο. Τα ρούχα του ήταν το μικρότερο εμπόδιο γι’ αυτή και αισθάνθηκε ότι τα χέρια της χάιδευαν το δέρμα του. Καμία γυναίκα δεν τον είχε αγγίξει ποτέ όπως εκείνη – σαν να εκτιμούσε κάθε εκατοστό του. Μια νύχτα τον φίλησε από το μεγάλο, άσχημο πόδι του μέχρι την ουλή στο μάγουλό του – το αχνό απομεινάρι του πρωινού που του είχε επιτεθεί με τη μασιά. Απ’ όπου και αν άρχιζε να τον φιλάει, πάντα σταματούσε εκεί και αναρωτήθηκε αν θα ήταν πάντα ο τελικός προορισμός της, μια υπενθύμιση της εποχής που η εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν είχε έρθει εύκολα – μάλιστα την αποθάρρυνε κιόλας.


Δεν μπορούσε να θυμηθεί τώρα γιατί ήταν τόσο απρόθυμος να ενθαρρύνει κάτι μεταξύ τους. Κάποιες φορές φαινόταν σαν να είχε συμβεί χρόνια πριν, κάποιες άλλες μόνο πριν από λίγες ώρες. Παρ’ όλα τα ρολόγια της, ο χρόνος θα έπρεπε να ήταν το μόνο πράγμα μεταξύ τους που παρέμεινε σταθερός, αλλά όλα φαίνονταν να θέλουν να αλλάξουν. Η γνώμη του για αυτή, η επιθυμία του γι’ αυτή. Δεν ήταν συνήθως ανυπόμονος άνθρωπος. Είχε μάθει στους δρόμους ότι όλο και μεγαλύτερες ανταμοιβές έρχονταν με υπομονή, αλλά δύσκολα μπορούσε να περιμένει μέχρι να χρειαστεί να πάρει τον Χένρι και την Άιντα από τη μηχανή. Τώρα ήταν με τη Λίβι, μόνος του, και πάλι η ώρα περνούσε. Τον παρακαλούσε να την πάρει. Η ντροπαλή Λίβι, η καθωσπρέπει Λίβι, τον ωθούσε να ολοκληρώσει. Δεν υπήρχε καθόλου χώρος σε αυτόν τον καναπέ. Έπρεπε να τυλίξει τα πόδια της γύρω από τη μέση του, να τοποθετήσει ένα πόδι στο πάτωμα για να τον βοηθήσει να πάρει τη στάση που χρειαζόταν, τότε βυθίστηκε μέσα της, νιώθοντας τη ζεστή, μεταξένια υγρασία της να τον περιβάλλει. Την πήρε σκληρά, η κίνηση του τρένου ψιθύριζε στο πίσω μέρος του μυαλού του, δίνοντάς του έναν ρυθμό που του ταίριαζε. Για κάποιον λόγο σκέφτηκε τους ανθρώπους στο ανοιχτό βαγόνι. Κάλυψε το στόμα της Λίβι, πνίγοντας την κάθε κραυγή της καθώς το σώμα της σφιγγόταν, παλλόταν και έτρεμε γύρω του. Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Το σώμα του αφέθηκε, η ευχαρίστηση έντονη, σχεδόν οδυνηρή. Ήταν πάντα κάτι περισσότερο μαζί της, περισσότερο από όσο είχε ποτέ, από όσο γνώριζε. Τα πάντα μαζί της ήταν διαφορετικά. Όλα ήταν καλύτερα. Καθώς έθαψε το πρόσωπό του στην καμπύλη του λαιμού και του ώμου της, άκουσε το τρένο να σφυρίζει, σηματοδοτώντας ότι σύντομα θα έφταναν στην επόμενη στάση. «Γαμώτο». Το χέρι της Λίβι ακούμπησε το μάγουλό του, αδύναμο, σαν να είχε στραγγίσει όλη η ενέργεια από μέσα της. «Δεν είμαι σίγουρη αν αυτή ήταν μια πολύ καλή ή μια πολύ κακή ιδέα». Εκείνος σηκώθηκε, έπειτα βυθίστηκε για να σκάσει ένα γρήγορο φιλί στα χείλη της. «Ήταν μια πολύ καλή ιδέα». Η Ολίβια καθόταν σε μια κουβέρτα, βλέποντας τον Χένρι –ξυπόλυτο– να μπαίνει στη θάλασσα μέχρι τους αστραγάλους του και μετά να βγαίνει ξανά έξω, με την Άιντα να τον παρακολουθεί προσεκτικά. «Θα έπρεπε να είχαμε φέρει τον Πέπιν», είπε.


«Την επόμενη φορά», είπε ο Τζακ. Είχε ξαπλώσει στο πλάι, σηκωμένος στον έναν αγκώνα, απολαμβάνοντας ένα ποτήρι κρασί. Είχαν τελειώσει το πικνίκ τους νωρίτερα και ήταν αποφασισμένοι να μην πάρουν κανένα κρασί πίσω στο σπίτι. «Γιατί δεν ήθελες να έχει σκύλο;» Έπαιξε με την κουβέρτα. «Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, περίπου δέκα, είχα ένα κουτάβι. Το αγαπούσα τόσο πολύ. Ένα πρωί ξύπνησα και ήταν νεκρό. Ήμουν απαρηγόρητη. Υποψιαζόμουν πάντα ότι ο αδερφός μου το είχε δηλητηριάσει». «Ο Άβενταλ;» «Ναι. Φυσικά, δεν ήταν τότε ο Άβενταλ. Εντούτοις, ήταν λίγο ενοχλητικός. Δεν μπορώ να πω ότι αισθάνθηκα ιδιαίτερα λυπημένη όταν πέθανε. Ωστόσο έκλαψα. Δεν τα πάω καλά με τον θάνατο». Τον κοίταξε. «Εφόσον κάνουμε προσωπικές ερωτήσεις, γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ για τα χρήματα;» «Η ερώτηση για το σκυλί σου δεν φαίνεται τόσο προσωπική». «Τα χρήματα είναι τα πάντα για σένα», επέμεινε. «Δεν είναι τα πάντα, αλλιώς δεν θα είχα πάρει το βαγόνι, ώστε να μπορούμε να ξεφύγουμε για λίγο». «Ωστόσο είναι πάρα πολύ σημαντικά». «Απολύτως. Για όσους από εμάς μεγάλωσαν χωρίς αυτά, είναι πράγματι πολύ σημαντικά. Σου επιτρέπει να προστατευτείς από εκείνους που θα σε βλάψουν». «Ποιος θα σε βλάψει;» Γύρισε το κρασί στο ποτήρι του. «Κανείς πια». Κοίταξε προς τη θάλασσα, όπου ο Χένρι προσπαθούσε τώρα να πιτσιλίσει με νερό την Άιντα, που απλώς γελούσε. «Ο πατέρας του του έδωσε μεγάλη προσοχή;» «Όχι πραγματικά. Ω με ευχαρίστησε την ημέρα που γεννήθηκε, επειδή του έδωσα κληρονόμο, αλλά τώρα συνειδητοποιώ ότι μάλλον με ευχαρίστησε γιατί δεν θα έπρεπε πλέον να έρχεται στο κρεβάτι μου». Γύρισε το κεφάλι του. «Δεν το εννοείς αυτό». «Νομίζω ότι το εννοώ, ναι. Εκ των υστέρων, πιστεύω ότι ήταν ένας πολύ θλιμμένος άνθρωπος». «Νόμισα το ίδιο πράγμα την πρώτη φορά που τον γνώρισα». Αναπήδησε με την είδηση. «Στη λέσχη σου;» Απλώνοντας το χέρι του, πήρε το δικό της, έσκασε ένα φιλί στα δάχτυλά της. «Όχι, χρόνια πριν. Τον γνώρισα στον κήπο του κόμη του Κλέιμπουρν. Νομίζω ότι ήταν φίλοι και τον επισκεπτόταν». «Νομίζω ότι ήξερε όλους τους άρχοντες». «Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο, έτσι;» «Όχι, δεν είναι, πράγματι. Για ποιο πράγμα μιλήσατε;»


«Σκεφτόμουν να φύγω από τον Κλέιμπουρν, να ζήσω μόνος μου. Με έπεισε να μην το κάνω». «Γιατί σκεφτόσουν να φύγεις;» «Ο γερο-άρχοντας, ο παππούς του Λουκ, απαιτούσε τελειότητα. Ήταν ένας σκληρός παίκτης, σκληρότερος από ό,τι ήταν ποτέ ο Φίγκαν. Δεν εκτίμησα το τι μου δίδασκε εκείνη τη στιγμή. Και υποψιάζομαι ότι ούτε ο Χένρι θα εκτιμήσει τι τον διδάσκω». Κοίταξε προς τον γιο της. «Να χαζοχαίρεται και να παίζει;» «Να παίρνεις από τη ζωή ό,τι μπορείς, τη στιγμή που μπορείς». Κοίταξε τον Τζακ και χάιδεψε το φρύδι του. «Νομίζω ότι είναι μια αξιολάτρευτη φιλοσοφία». «Τώρα μπορείς να βρεις κάτι αξιολάτρευτο σε εμένα; Τολμώ να πω ότι η κόλαση θα έχει παγώσει εντελώς μέχρι να φτάσω εκεί». Έσκυψε προς το μέρος του και ψιθύρισε: «Θα οδηγήσει ο Χένρι το τρένο στην επιστροφή;» Της χάρισε ένα αισθησιακό χαμόγελο. «Φαντάζομαι ότι κάτι μπορεί να γίνει».


Κεφάλαιο 20 «Μου αρέσει αυτό το φόρεμα», είπε ο Τζακ πιπιλώντας το αφτί της Λίβι στη βιβλιοθήκη. «Με το ζόρι κρατιέμαι να μη σ’ το βγάλω». Μόλις τελείωναν το δείπνο, θα το έκανε. Είχε περάσει σχεδόν μια εβδομάδα από τότε που ταξίδεψαν με το τρένο και ενώ φορούσε μαύρα κατά τη διάρκεια της ημέρας, κάθε βράδυ πριν από το δείπνο τον εξέπληττε με ένα διαφορετικό φόρεμα. Ενώ περίμενε πάντα την άφιξή της με ανυπομονησία, ευχαριστιόταν περισσότερο που την έβλεπε να φοράει κάτι άλλο εκτός από μαύρα. Απόψε ήταν κόκκινο. Έκοβε την ανάσα με αυτό το κόκκινο χρώμα. Ήταν σίγουρος ότι στο μέλλον θα έπρεπε να αγοράζει ρούχα μόνο σε αυτή την απόχρωση. Γλίστρησε το στόμα του στον λαιμό της. Εκείνη αναστέναξε, ένας παρατεταμένος ήχος που απείλησε να αποδυναμώσει την αποφασιστικότητά του να την αφήσει να φορέσει το φόρεμα τουλάχιστον για το δείπνο. «Νομίζω ότι οι υπηρέτες έχουν αρχίσει και σχολιάζουν διάφορα», μουρμούρισε. «Τους πληρώνω αρκετά ώστε να μη βγάλουν λέξη, ούτε καν μεταξύ τους». Δεν είχε σκεφτεί ποτέ πριν να πληρώσει για να κρατήσει κλειστά τα στόματα, αλλά το «καθωσπρέπει» ήταν τόσο σημαντικό γι’ αυτή. Ήταν καταπληκτικό το πώς αυτό που ήταν σημαντικό για εκείνη γινόταν όλο και πιο σημαντικό γι’ αυτόν. Η Ολίβια έσκυψε πίσω. «Δεν είμαστε πολύ διακριτικοί». «Διαφωνώ. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι τα βράδια δεν φοράς μαύρα. Δεν σε κυνηγάω μέσα στο σπίτι, αν και μόνο ο Θεός ξέρει ότι η ιδέα είναι δελεαστική. Ίσως να μην πάω στη λέσχη απόψε, και μόλις οι υπηρέτες κοιμηθούν…» Χτύπησε τον ώμο του. «Σοβαρέψου, Τζακ. Αυτό που άρχισε ως μια νύχτα αδιακρισίας έχει εξελιχθεί σε κάτι που με υπερβαίνει. Δεν ενεργώ καθόλου ως χήρα». «Δημοσίως το κάνεις. Ιδιωτικά δεν ενδιαφέρει κανέναν». Πέρασε τα δάχτυλά της με αγάπη πάνω από το αμυδρό σημάδι στο μάγουλό του. «Υποθέτω ότι ανησυχώ απλώς ότι ο Λάβινγκτον θα άξιζε περισσότερη προσοχή από μένα μετά θάνατον». «Κι εσύ άξιζες περισσότερη προσοχή από μέρους του όταν ήταν ζωντανός. Ο άνθρωπος δεν κατάφερε να σε εκτιμήσει». Οδήγησε το στόμα του κατά μήκος


του γυμνού ώμου της. «Πρέπει να παραδεχτείς ότι εγώ είμαι καλός σε αυτό». Το μαλακό κλαψούρισμά της τον προκάλεσε. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Δεν μπορούσε να κρατηθεί μέχρι το δείπνο. Σηκώνοντάς τη, την κάθισε στο γραφείο. «Τι κάνεις;» ρώτησε βαριανασαίνοντας, τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από τους ώμους του. «Σύντομα θα μας φωνάξουν για το δείπνο». «Εγώ πεινάω για κάτι άλλο», μουρμούρισε ο Τζακ. «Νομίζω ότι θα ενημερώσω τον Μπριτλς ότι δεν θα φάμε απόψε. Θα φάμε στο κρεβάτι αργότερα. Πώς σου ακούγεται αυτό;» «Ωραίο. Απολύτως…» Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Έβγαλε ένα μικρό ουρλιαχτό, τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά, γλιστρώντας από το γραφείο, που σχεδόν σκόνταψε στα πόδια του και προσγειώθηκε πίσω από την πλάτη του. Εκείνος έπιασε τη μέση της για να σταθεροποιήσει και τους δύο. «Χαλάρωσε», τη διέταξε. «Ποιος μπορεί να είναι; Είναι πολύ νωρίς για το δείπνο». «Δεν έχω ιδέα». Την άφησε διασκεδάζοντας που την έβλεπε να φτιάχνεται, αλλά ακόμα και όταν φτιαχνόταν, έμοιαζε με γυναίκα που βρισκόταν στη μέση αποπλάνησης. Αποφάσισε για δική της ηρεμία να μην το αναφέρει. Πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα από εκείνη την πρώτη νύχτα, όταν είχε απολαύσει την έντονη ταραχή της. Έγλειψε τα χείλη της και έγειρε το πιγούνι της. «Εντάξει». Ο Τζακ γύρισε στην πόρτα. «Εμπρός». Ο Μπριτλς άνοιξε την πόρτα. «Ο λόρδος Μπράιαργουντ…» «Με κάνατε να περιμένω αρκετή ώρα», ο άντρας βρυχήθηκε καθώς έμπαινε στην αίθουσα, προτού ο Μπριτλς μπορέσει να ολοκληρώσει την ανακοίνωση. Ο Μπριτλς τσιτώθηκε. Ο Τζακ του έκανε νόημα με το χέρι. Με ένα νεύμα, ο Μπριτλς υποχώρησε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ο Μπράιαργουντ χλεύασε την Ολίβια. «Θα έπρεπε να το ξέρω ότι θα σε μετατρέψει σε πόρνη του». Η γροθιά του Τζακ προσγειώθηκε στο σαγόνι του Μπράιαργουντ με έναν ικανοποιητικό θόρυβο, που έκανε τον άντρα να σκοντάψει στο χαλί. «Θα πρόσεχα τα λόγια μου αν ήμουν στη θέση σου». Τρίβοντας το σαγόνι του, ο Μπράιαργουντ τον κοίταξε. «Ναι, γνωρίζω πολύ καλά τη φήμη σου, πως προφυλάσσεις όσους εργάζονται για σένα». «Το λέτε αυτό σαν να είναι σφάλμα», πετάχτηκε η Ολίβια. «Είναι ένας κακοποιός, με αμφίβολη ηθική». Στάθηκε στα πόδια του και περπάτησε γύρω από τον Τζακ μέχρι να σταθεί ακριβώς μπροστά στην Ολίβια.


«Επιδιώκει να φέρει τους πάντες στο επίπεδό του. Δες πώς είσαι. Βρίσκεσαι σε πένθος και μοιάζεις σαν να περπατούσες στους δρόμους». «Θα σταματήσεις αυτές τις κατηγορίες τώρα», πρόσταξε ο Τζακ. «Ή θα νιώσεις πάλι τη δύναμη της γροθιάς μου». «Έτσι είσαι εσύ ε;» Ο Μπράιαργουντ δεν προσπάθησε να κρύψει την περιφρόνησή του. «Βάρβαρος. Δεν ξέρεις καθόλου να είσαι πολιτισμένος». «Πιστεύω ότι το γεγονός ότι εξακολουθείς να έχεις τα δόντια σου αποτελεί ένδειξη ότι ξέρω», είπε με νεύρα ο Τζακ. Ο Μπράιαργουντ στράφηκε στην Ολίβια. «Γνωρίζεις ότι κρατάει αγόρια στη χαρτοπαικτική λέσχη του;» «Για να είμαι ειλικρινής, το ξέρω. Παρέχει απασχόληση και ασφαλές καταφύγιο. Αξιοθαύμαστη πράξη». «Δεν είναι φυσικό για έναν άντρα να έχει τέτοιο ενδιαφέρον για τα αγόρια». «Τι λέτε;» ρώτησε η Ολίβια. «Ανησυχώ για την ευημερία του Χένρι. Οι φήμες οργιάζουν ότι ο Ντότζερ τα παρενοχλεί». «Φήμες, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μπορεί να ειπωθεί και για εσένα», είπε ο Τζακ. «Πρέπει να φύγεις…» «Δεν έβλαψε ποτέ τον Χένρι», διέκοψε η Ολίβια. «Θα το ήξερες αν το είχε κάνει;» Η Ολίβια κοίταξε τον Τζακ κι εκείνος ένιωσε το βάρος της αμφιβολίας στο βλέμμα της, κατάλαβε ότι θυμήθηκε πως δεν ήξερε ότι η Έλεν είχε βλάψει τον γιο της. Η Ολίβια ένευσε νευρικά. «Ναι, θα το ήξερα αν τον έβλαπτε και ξέρω ότι δεν θα το έκανε». Η καταδίκη που άκουσε στα λόγια της ηρέμησε το σφίξιμο στο στήθος του Τζακ. «Δεν θα τη στρέψεις εναντίον μου, Μπράιαργουντ. Ό,τι κι αν ελπίζεις να πετύχεις με αυτές τις ψευδείς κατηγορίες…» «Το παιδί δεν είναι ασφαλές εδώ. Ο Στάνφορντ συμφωνεί μαζί μου». «Ο Ρούπερτ Στάνφορντ;» ρώτησε η Ολίβια. «Ναι. Ο ξάδερφός μου κι εγώ είμαστε έκπληκτοι που η Σκότλαντ Γιαρντ μας ερευνά. Ο επιθεωρητής δεν θα βρει τίποτα για κανέναν από εμάς. Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για σας, κύριε. Η δούκισσα εδώ είναι η απόδειξη». Έστρεψε το βλέμμα στην Ολίβια. «Κοίτα τι σου έχει κάνει». Ο Τζακ άρπαξε το μπράτσο του Μπράιαργουντ. «Φεύγεις». Η Ολίβια σήκωσε το χέρι της σταματώντας τον. «Περιμένετε. Αφήστε τον να


μιλήσει». «Δεν έχει να πει τίποτα σημαντικό…» «Τότε ας το ακούσουμε». Ο Μπράιαργουντ τραβήχτηκε να ελευθερωθεί, ίσιωσε το σακάκι του, ενώ ο Τζακ αγωνιζόταν ανάμεσα στο να επιμείνει να φύγει και να δώσει στη Λίβι την ευκαιρία να αποδείξει… τι; Ότι τον πίστευε περισσότερο από τον Μπράιαργουντ; Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να μάθει με τι πάλευε η ίδια. «Σε έχει κάνει να ξεχάσεις τη θέση σου», είπε ο Μπράιαργουντ. «Είσαι σε πένθος, όμως φοράς κόκκινα. Δεν είσαι παντρεμένη με αυτόν, αλλά μπορώ να δω ότι το αξύριστο πιγούνι του έχει ερεθίσει το δέρμα σου. Αν μπορεί να οδηγήσει εσένα, μια γυναίκα με τέτοια υψηλή ηθική, στα αμαρτωλά μονοπάτια του, φαντάσου τι θα κάνει σε ένα ευκολόπιστο παιδί. Το μόνο που με νοιάζει είναι ο γιος σου, που πρέπει να ανατραφεί για να γίνει ένας σωστός άρχοντας. Μπορώ να το επιτύχω αυτό για σένα. Και αν δεν με υποστηρίξεις σε αυτή την προσπάθεια, θα πάω στα δικαστήρια, θα πάω στο Κοινοβούλιο. Μα τον Θεό, θα πάω στη βασίλισσα. Αλλά δεν μπορώ, όσο και να το θέλω, να σταθώ και να επιτρέψω σε αυτόν τον διάβολο…» «Δεν νομίζω ότι έχεις επιλογή», δήλωσε ο Τζακ ήρεμα. Τόσο η Λίβι όσο και ο Μπράιαργουντ γύρισαν τα κεφάλια τους για να τον κοιτάξουν. «Μπορείς να έχεις κάθε καλή πρόθεση στον κόσμο και όποια ανησυχία για τη σωστή ανατροφή του Χένρι θέλεις, Μπράιαργουντ, αλλά εσύ κι εγώ γνωρίζουμε ότι στην καρδιά του θέματος βρίσκονται τα οικονομικά. Δεν θα με εκβιάσεις». Ο Μπράιαργουντ ίσιωσε τους ώμους του. «Σας διαβεβαιώνω, κύριε, το μόνο που με νοιάζει είναι η ευημερία του γιου του ξαδέρφου μου. Θα δείτε το καλό σας όνομα να καταστρέφεται…» «Όπως πολύ καλά έχεις επισημάνει επανειλημμένα, δεν έχω καλό όνομα. Το όνομά μου έχει λιγότερη αξία για μένα από τα χρήματά μου. Απείλησε όσο θέλεις, δεν θα σε πληρώσω». Ο Μπράιαργουντ έχασε την ψυχραιμία του και ο Τζακ δεν είχε αμφιβολίες ότι είχε μαντέψει με ακρίβεια για ποιον λόγο είχε έρθει να τους δει. «Θα πάω να δω τον Μπέκγουιθ το πρωί. Αν αλλάξετε γνώμη…» «Δεν θα αλλάξω», είπε ο Τζακ. Ο Μπράιαργουντ κοίταξε την Ολίβια. «Σκέψου το. Μαζί μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα σωστά». Χωρίς άλλη λέξη, βγήκε από το δωμάτιο. «Είναι αυτό εκβιασμός; Αυτό κάνει;» ρώτησε η Ολίβια ήσυχα.


Ο Τζακ γύρισε να τη δει. «Ναι». «Γιατί να μην τον πληρώσεις για να σταματήσει αυτές τις κακές φήμες;» «Οι κατηγορίες του είναι ψευδείς. Αν τον πληρώσω, τις αποδέχομαι και τότε θα επιστρέψει για περισσότερα. Θα μπούμε σε έναν φαύλο κύκλο και δεν θα έχουμε καμία διέξοδο». «Αλλά τι θα γίνει εάν προσθέσει τις ανομίες μου στις φήμες του;» «Δεν κερδίζουμε τίποτα πληρώνοντάς τον». «Αποκτάμε τη σιωπή του». «Δεν θα δεχτώ εκβιασμούς». «Ο Μπράιαργουντ είχε σκεφτεί ότι είχες εκβιάσει τον Λάβινγκτον. Νόμιζε ότι ήταν ο λόγος για τον οποίο σε όρισε κηδεμόνα». «Φαίνεται ότι ο Μπράιαργουντ έχει μια εκπληκτική ικανότητα να κάνει λάθος». «Δεν τον συμπαθείς». «Όχι ιδιαίτερα». Τον παρατήρησε για μια στιγμή προτού πει: «Ξέρω ότι ποτέ δεν θα έβλαπτες τον Χένρι». «Ωραία». Κινήθηκε προς το μέρος της κι εκείνη έφυγε από κοντά του. Φάνηκε ότι είχε δώσει μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι εκείνος είχε συνειδητοποιήσει όσο δίδασκε στον Χένρι πώς να αποφεύγει πράγματα. «Αλλά…» άρχισε η Ολίβια και σταμάτησε. «Αλλά;» Γύρισε προς το μέρος του. «Αλλά όσον αφορά εμένα, δεν θέλω να το παραδεχτώ, αλλά ο Μπράιαργουντ έχει δίκιο. Η συμπεριφορά μου ήταν αχαρακτήριστη». «Λίβι…» «Όχι. Ξέρω ότι έχεις τον τρόπο για να με πείσεις για το αντίθετο. Αν με αγγίξεις, με φιλήσεις, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν με οδηγήσεις. Κοίτα με». Είχε ανοίξει τα χέρια της. «Είμαι μόλις έναν μήνα χήρα και φοράω κόκκινα. Ξαπλώνω στο κρεβάτι με έναν άντρα με τον οποίο δεν είμαι παντρεμένη. Για όνομα του Θεού, τι κάναμε όταν ταξιδεύαμε με το τρένο!» «Λίβι, αυτό ακριβώς ήθελε, να σε κάνει να αμφιβάλεις, να σε κάνει να με αμφισβητήσεις. Αυτό εξυπηρετεί μόνο στο να ενισχύσει τη θέση του». «Με αποπλάνησες για να ενισχύσεις τη δική σου;» Γύρισε την πλάτη, πήγε στο τραπέζι και έριξε ουίσκι σε ένα ποτήρι. «Δεν θα απαντήσω καν σε αυτή την ερώτηση». «Σημαίνω κάτι παραπάνω για εσένα εκτός από ένα παιχνίδι;»


«Σε έκανε παιχνιδάκι του». «Εσύ με έχεις κάνει εδώ και καιρό, έτσι δεν είναι; Τι κάνουμε εδώ, εσύ κι εγώ;» Περίμενε πραγματικά μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση; Πίστευε πραγματικά ότι ήξερε; Ναι, ήταν λίγο παιχνίδι για εκείνον, αλλά ήταν και κάτι περισσότερο και δεν ήξερε πώς να καθορίσει τη σχέση τους. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη. Αλλά ούτε μπορούσε να φανταστεί να της το πει αυτό. «Σκοπεύεις ακόμα να με παντρέψεις;» Σκόπευε; Η σκέψη ενός άλλου άντρα να την αγγίζει ήταν αρκετή για να τον γεμίσει μανία. Ποτέ δεν είχε πρόβλημα με το να μοιράζεται γυναίκες. Γιατί αυτή; Γιατί δεν μπορούσε να αντέξει τη σκέψη να πηγαίνει με οποιονδήποτε άλλο; «Τότε τι;» ρώτησε σαν να κουράστηκε να τον περιμένει να σχηματίσει μια λογική απάντηση σε ό,τι θα έπρεπε να ήταν μια τόσο απλή ερώτηση. «Ερωμένη σου; Νομίζω πως όχι. Φοβάμαι ότι ο Μπράιαργουντ είχε δίκιο. Έχω ξεχάσει τον εαυτό μου». Ο Τζακ την άκουσε να καταπίνει. «Τζακ, αύριο θα ήθελα να πάρω τον Χένρι στην εξοχή», είπε ήσυχα. «Όχι». «Σε παρακαλώ, μην επιμείνεις να πάω μόνη μου». Μόνη. Τον άφηνε, με ή χωρίς τον Χένρι. Θεέ μου, το ότι ήθελε να απαλλαγεί από αυτόν τόσο απεγνωσμένα ώστε να φύγει χωρίς τον Χένρι τα έλεγε όλα. Την κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Η θλίψη στα μάτια της σχεδόν τον γονάτισε. Η θλίψη και οι τύψεις. Της είχε διδάξει τη χαρά των άμεσων απολαύσεων, την ενθάρρυνε να τις δοκιμάσει, χωρίς να σκεφτεί το σκληρό τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσει αργότερα. Τώρα εκείνη πλήρωνε ένα πιο ακριβό τίμημα από εκείνον. «Πάω στη λέσχη». Την προσπέρασε, σταμάτησε. «Θέλω εσύ και ο Χένρι να έχετε φύγει πριν γυρίσω το πρωί. Και πάρτε και το αναθεματισμένο σκυλί μαζί σας». Είχε φτάσει σχεδόν στην πόρτα, όταν άκουσε τον πρώτο λυγμό της. Χρειάστηκε κάθε ίχνος δύναμης που είχε για να συνεχίσει. Ο Χένρι δεν ενθουσιάστηκε τόσο όσο περίμενε η Ολίβια με την προοπτική να πάει στην εξοχή. Ήταν επειδή ο Τζακ δεν θα πήγαινε μαζί τους. Ο Χένρι τον λάτρευε. Όχι ότι θα μπορούσε να τον κατηγορήσει. Ήταν πολύ γοητευτικός όταν ήθελε


και σίγουρα φαινόταν να έχει τον τρόπο του με τον Χένρι. Ήταν εξαιτίας όλων των αγοριών του συλλόγου; Καθισμένη σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του, διάβαζε στον Χένρι με λόγια επίπεδα, με το ενδιαφέρον του να μειώνεται. Όχι επειδή ήταν κουρασμένος. Είδε ότι δεν ήταν. Κάθε θόρυβος στο σπίτι έκανε το βλέμμα του να πέφτει στην πόρτα, σαν να περίμενε –να ήλπιζε– ότι ο Τζακ θα έμπαινε μέσα και θα του έλεγε ότι δεν θα πήγαινε στην εξοχή. Είχε άραγε ο Χένρι αγαπήσει τον πατέρα του έστω και λίγο όσο φαινόταν να αγαπάει τον Τζακ; Η Ολίβια έκλεισε το βιβλίο. Ο Χένρι της έριξε ένα ένοχο βλέμμα. Θεώρησε απίθανο ότι θα κοιμόταν σύντομα, γεγονός που θα τον έκανε να γκρινιάζει το πρωί, όταν θα έφευγαν. «Σκέφτομαι να πάω για έναν περίπατο στον κήπο», είπε. Ήταν σκοτεινά, αλλά όχι πολύ αργά. Δεν είχε ούτε και η ίδια τη διάθεση να ξαπλώσει ή να είναι μόνη. «Θα ήθελες να έρθεις μαζί μου;» Αυτός ένευσε καταφατικά. «Μπορώ να πάρω τον Πέπιν;» Δεν μπόρεσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που τραύλισε. «Φυσικά». Γύρισε προς την Άιντα. «Ο Χένρι κι εγώ θα κάνουμε μια βόλτα στον κήπο». «Θα σας τον ετοιμάσω, Εξοχότατη». Ήταν μόνο λίγα λεπτά που εκείνη και ο Χένρι περπατούσαν στον κήπο, με το φανάρι να δείχνει ένα σκιερό μονοπάτι. «Νομίζω ότι ο Πέπιν θα λατρέψει την εξοχή, τι λες, συμφωνείς;» ρώτησε η Ολίβια. Είδε τον Χένρι να κουνάει το κεφάλι. «Γιατί δεν έρχεται ο Τζακ;» «Έχει δουλειά να κάνει εδώ». Γονάτισε μπροστά του, τον γύρισε να τη δει. «Χένρι, πρέπει να καταλάβεις…» Μια σκιά βγήκε από το σκοτάδι.


Κεφάλαιο 21 Ανάθεμά την. Τι ήθελε να κάνει; Να της προσφέρει αιώνια αγάπη; Να ζητήσει το χέρι της; Ήταν δούκισσα, για όνομα του Θεού. Ενεργούσε σαν να είχε ξεχάσει ποια ήταν εκείνη και ποιος ήταν αυτός. Αυτός δεν το είχε ξεχάσει. Όλα τα χρήματα στον κόσμο δεν θα καθάριζαν την καταγωγή του, δεν θα έκαναν αποδεκτό να την παντρευτεί. Όχι ότι είχε σκεφτεί ποτέ τον γάμο. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να φανταστεί το σπίτι του χωρίς εκείνη. Δεν μπορούσε να φανταστεί να μην ακούει την ηχώ των γρήγορων βημάτων της καθώς περνούσε από τους διαδρόμους για να τον αντιμετωπίσει για κάποια υπόθεση. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη μυρωδιά του αρώματός της να μην έρχεται από την κρεβατοκάμαρά της στη δική του μέσα από την γκαρνταρόμπα, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι δεν θα ήταν στο μαξιλάρι δίπλα του. Δεν μπορούσε να φανταστεί σιωπή στα γεύματα, να μην ακούει γέλιο, να μη βλέπει χαμόγελα. Αυτός που πάντα λαχταρούσε το επόμενο νόμισμα τώρα έψαχνε για κάτι περισσότερο. Μια γυναίκα. Νόμιζε ότι θα έδινε κάθε νόμισμα που είχε, αν του χάριζε ένα ακόμα χαμόγελο. Το χτύπημα στην πόρτα του γραφείου τον έκανε να πάρει ένα βλοσυρό βλέμμα. Δεν ήθελε συντροφιά, αλλά προτού μπορέσει να πει σε όποιον και αν χτυπούσε ότι δεν ήταν μέσα –πόσο ανόητο ήταν αυτό–, η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Σουίντλερ. «Η Φράνι είπε ότι θα σε βρω εδώ». Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι έτσι έγινε, αφού είχε περάσει αρκετή ώρα μιλώντας μαζί της. Ο Τζακ δεν ήξερε γιατί ο τύπος δεν εξέφραζε απλώς την αγάπη του γι’ αυτή, δεν ζητούσε το χέρι της για να τελειώνει η υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, ίσως έπρεπε να ρωτήσει και τον ίδιο του τον εαυτό για την Ολίβια. Ποιο θα ήταν το χειρότερο που θα συνέβαινε; Θα έλεγε όχι και θα την έστελνε στην εξοχή. «Είσαι καλά;» ρώτησε ο Σουίντλερ. «Φυσικά». Ο Τζακ άπλωσε το χέρι του πίσω και άρπαξε ένα ποτήρι. Το γέμισε με ουίσκι, το έβαλε μπροστά στον Σουίντλερ καθώς εκείνος καθόταν και έπειτα ξαναγέμισε το δικό του ποτήρι. «Άργησες λίγο να με ενημερώσεις ότι ο Μπράιαργουντ διαδίδει φήμες για μένα».


«Λυπάμαι, αλλά είχα πολλά πράγματα να ερευνήσω τελευταία και δεν είσαι αυτός που με πληρώνει». «Παραιτήσου από τη δουλειά σου και έλα να δουλέψεις για εμένα αποκλειστικά. Θα σε πληρώνω περισσότερο από όσο η Σκότλαντ Γιαρντ». «Μου αρέσει η δουλειά μου, σε ευχαριστώ πολύ». Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους. «Τι έχεις λοιπόν; Ανακάλυψες κάτι για τη μητέρα μου;» «Δεν είμαι αισιόδοξος ότι θα βρω ποτέ κάτι. Αλλά το άλλο θέμα που με ρώτησες – αν ο Λάβινγκτον είχε οποιεσδήποτε διαστροφές…» Ένας υπαινιγμός στη φωνή του Σουίντλερ έκανε τον Τζακ να ανακαθίσει. «Ναι;» «Δεν βρήκα τίποτα που να τον αφορά, αλλά ο ξάδερφός του δίνει ρέστα». «Ο Μπράιαργουντ;» «Ο Ρούπερτ Στάνφορντ. Είναι ένας ερημίτης. Σύμφωνα με την υπηρέτριά του, η μόνη υπηρέτρια που είχε μέχρι που την άφησε να φύγει πριν από δύο ημέρες, σχεδόν την πέθαινε μέχρι όλα να είναι πεντακάθαρα. Ήταν μαζί του για σχεδόν είκοσι χρόνια. Πήρε περίπου μια ντουζίνα αγόρια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ένα κάθε φορά. Προφανώς με την πρόθεση να βρει σε κάθε αγόρι ένα κατάλληλο σπίτι. Όταν πήγαινε να δουλέψει, δεν έβρισκε πλέον αγόρι εκεί. Υπέθετε πάντα ότι είχε κρατήσει την υπόσχεσή του, πως τους είχε βρει μέρος αλλού να ζήσουν». «Που μπορεί και να το έκανε», είπε ο Τζακ, αλλά δεν αισθάνθηκε καλά γι’ αυτό. «Ίσως και να το έκανε. Δεν έχω τίποτα χειροπιαστό, αλλά το βρίσκω ανησυχητικό σε σχέση με τις δικές σου υπόνοιες». «Ίσως πρέπει να τον επισκεφθούμε». Το σπίτι δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά ήταν αόριστα οικείο. Θα μπορούσε αυτό να είναι το σπίτι που είχε ψάξει όταν περπατούσε άσκοπα στους δρόμους; Θυμόταν το σπίτι του τύπου να είναι μεγαλύτερο, αλλά τελικά σε ένα παιδί των δρόμων –όπως ήταν ο Τζακ– ένα σπίτι σαν αυτό θα έμοιαζε με παλάτι. Ο Σουίντλερ χτύπησε το ρόπτρο. «Δεν φαίνεται να είναι μέσα κάποιος», είπε ο Σουίντλερ. «Θέλω να δω μέσα». Το φως από μια κοντινή λάμπα του δρόμου έριξε μια ελαφριά λάμψη στο πρόσωπο του Σουίντλερ, καθώς σήκωνε το φρύδι και έριχνε στον Τζακ μια ματιά. Ο Τζακ κοίταξε πίσω, μέχρι που ο Σουίντλερ αναστέναξε. «Θα έχεις την


τιμή ή να το κάνω εγώ;» Ο Τζακ αισθάνθηκε ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στο χέρι. «Εσύ πρώτος». «Ο οδηγός και ο υπηρέτης σου…» «Είναι διακριτικοί». «Το καλό που τους θέλω». Ο Σουίντλερ έβαλε το χέρι στην τσέπη για τα εργαλεία του. Ο Τζακ έγειρε το σώμα του για να σχηματίσει κάποια κάλυψη για την παράνομη δράση. Άκουσε το κλικ και η πόρτα άνοιξε με ένα δυσοίωνο τρίξιμο. Μπήκε μέσα και τον χτύπησε το άρωμα από πάρα πολύ σαπούνι και κερί επίπλων. Ένα σπίρτο άναψε. Ο Σουίντλερ βρήκε μια λάμπα λαδιού και την άναψε. «Τι ακριβώς ψάχνουμε;» ρώτησε ο Σουίντλερ. «Μία κρεβατοκάμαρα». Η φωνή του κυριάρχησε στα τσιτωμένα νεύρα του. «Πάνω θα έλεγα». Με ένα νεύμα, ο Τζακ ανέβηκε τις σκάλες. Ο Σουίντλερ ακολούθησε. Η λάμπα που μετέφερε ο Σουίντλερ είχε θαυμάσιο φως, διώχνοντας τις σκιές, αποκαλύπτοντας τα πράγματα σιγά σιγά. Τίποτα δεν φαινόταν ιδιαίτερα οικείο. Έπειτα έφτασαν στον διάδρομο του πάνω ορόφου. Υπήρχαν μόνο τέσσερις πόρτες. Ο Τζακ άνοιξε τη δεύτερη στα δεξιά. Και ήταν και πάλι πέντε χρόνων. Του έλειπε η μητέρα του, αλλά ήταν ενθουσιασμένος με την προοπτική να έχει ένα κρεβάτι για να κοιμηθεί. Ήταν χειμώνας. Υπήρχε φωτιά στο τζάκι και ήταν τόσο ωραία και ζεστά. Η μητέρα του είχε αρχίσει να μιλάει πολύ για το ότι θα πήγαινε σε ένα μέρος που ονομάζεται παράδεισος. Αποφάσισε ότι αυτό έπρεπε να είναι. «Ας κάνουμε μπάνιο, έτσι;» Ο Τζακ έκλεισε τα μάτια του στις αναμνήσεις. Ο Στάνφορντ συνάντησε τη μητέρα του όταν ήταν υπηρέτρια στο νοικοκυριό του Λάβινγκτον; Αγωνίστηκε να θυμηθεί… «Δεσποινίς Ντόουκινς;» Κρατούσε το χέρι του Τζακ αργά τη νύχτα στο πεζοδρόμιο… Γύρισε ξαφνιασμένη. «Κύριε Στάνφορντ». «Τι έχουμε εδώ;» «Ο γιος μου, ο Τζακ». «Τζακ; Τζακ; Είσαι καλά;» Ο Τζακ άνοιξε τα μάτια του στη φωνή του Σουίντλερ και μπήκε πιο μέσα στο δωμάτιο. «Μίλησαν. Δεν μπορούσα να ακούσω τις λέξεις. Πήγαμε σε μια ταβέρνα, φάγαμε αυτή τη θαυμάσια κρεατόπιτα. Συνέχισαν να μιλάνε. Όλο το


διάστημα κρατούσε το χέρι της», συνέχισε ο Τζακ. «Τι λες;» ρώτησε ο Σουίντλερ. Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το ανεξήγητο, αλλά θυμήθηκε ότι όταν έφυγαν, ο Στάνφορντ έδωσε στη μητέρα του Τζακ το πορτοφόλι κι εκείνη έδωσε στον Τζακ το μενταγιόν. Τότε ο Στάνφορντ τον είχε φέρει εδώ. Ο Τζακ περπάτησε μέχρι το τζάκι, έσκυψε κάτω και κοίταξε τον καπναγωγό που είχε χρησιμεύσει ως σήραγγα διαφυγής. Είχε προσπαθήσει πολύ για να πάρει τα κάρβουνα από τη φωτιά, έκαψε τα πόδια και τα χέρια του ανεβαίνοντας. Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα για το τι μπορούσε να κάνει κάποιος αν ήθελε κάτι υπερβολικά. Ήταν πρόθυμος να υποφέρει τα πάντα για να βγει. Γύρισε και κοίταξε πίσω το κρεβάτι με τις τέσσερις κολόνες, που ήταν διακοσμημένες με περίτεχνα αμπέλια. Το στομάχι του ανακατεύτηκε από τις αναμνήσεις αυτών που είχαν συμβεί εκεί. Πηγαίνοντας στον Σουίντλερ, ο Τζακ πήρε τη λάμπα από τα χέρια του και την έριξε στο κρεβάτι. Φλόγες πετάχτηκαν πάνω στο κουβερλί. «Θεέ μου, τρελάθηκες;» ρώτησε ο Σουίντλερ. Ο Τζακ ήδη περνούσε από την πόρτα. «Πρέπει να βρούμε τον Στάνφορντ». Επέστρεψαν στη λέσχη – όχι τόσο γρήγορα όσο θα ήθελε ο Τζακ, μιας και ο Σουίντλερ επέμενε να ειδοποιήσει την πυροσβεστική, ώστε να προλάβαιναν να μην εξαπλωθεί η φωτιά πέρα από την κατοικία του Στάνφορντ. Ο Τζακ ανακουφίστηκε κάπως ξέροντας ότι το κρεβάτι είχε καταστραφεί. «Συνειδητοποιείς ότι δεν μπορώ να τον συλλάβω», είπε ο Σουίντλερ τώρα που κάθονταν στο γραφείο του Τζακ. «Ο σοδομισμός είναι παράνομος». «Αλλά δεν έχω κανέναν να καταθέσει». «Θα καταθέσω εγώ». Ο Σουίντλερ κοίταξε μακριά, ξαφνικά πολύ άβολα. Άλλο πράγμα ήταν ο Τζακ να έχει υποψίες, άλλο να είναι βέβαιος. «Θα πρέπει μάλλον να το χειριστούμε μόνοι μας», είπε ο Σουίντλερ ήρεμα. «Άλλωστε το έχουμε ξανακάνει. Είμαι βέβαιος ότι κάποιος έχει προγραμματιστεί να κρεμαστεί και δεν το αξίζει». «Θα άλλαζες κρατούμενους; Δεν νομίζεις ότι κάποιος θα το πρόσεχε;» «Θα μπορούσες να τον χτυπήσεις μέχρι να γίνει αγνώριστος. Είμαι σίγουρος ότι κάποια ικανοποίηση θα πάρεις από αυτό». Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι. «Σίγουρα».


Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και ο Τόμας Λαρκ, ένα από τα μεγαλύτερα αγόρια που βοηθούσαν στην αίθουσα τυχερών παιχνιδιών, μπήκε μέσα. «Τόμας, πρέπει να χτυπάς», είπε ο Τζακ. «Ναι, κύριε, ξέρω, αλλά αυτό μόλις παραδόθηκε από έναν κύριο που είπε ότι ήταν εξαιρετικής σημασίας». Ο Τζακ άρπαξε τον φάκελο που ο Τόμας έτεινε. Στο εσωτερικό του βρήκε ένα μήνυμα που έκανε την καρδιά του να σταματήσει. Κύριε Ντότζερ, Παρακαλούμε επιστρέψτε αμέσως στην έπαυλη. Έχει προκύψει κάτι κακό και σας χρειαζόμαστε απεγνωσμένα. Ο πιστός υπηρέτης σας, Μπριτλς «Δόξα τω Θεώ που ήρθατε, κύριε», είπε βιαστικά ο Μπριτλς αμέσως μόλις ο Τζακ μπήκε στην έπαυλη με τον Σουίντλερ στο πλευρό του. «Ποιο είναι το πρόβλημα, άνθρωπέ μου;» «Είναι η δούκισσα, κύριε. Έχει χαθεί». «Αυτό είναι όλο; Θα πήγαινε τον Χένρι στην εξοχή. Υποθέτω ότι δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωί για να απαλλαγεί από μένα…» «Όχι, κύριε, ο Χένρι είναι εδώ». Ο Τζακ πάγωσε. «Δεν θα άφηνε τον Χένρι». «Ακριβώς, κύριε. Αυτή και ο γιος της περπατούσαν στον κήπο όταν κάποιος προφανώς πετάχτηκε μες στο σκοτάδι, σύμφωνα με τον νεαρό δούκα. Εκείνος διέφυγε, αλλά τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε τι προσπαθούσε να μας πει – τραύλιζε προσπαθώντας να πει κάτι με ορμή, κύριε– η δούκισσα είχε εξαφανιστεί». «Πού είναι τώρα ο Χένρι;» «Στο δωμάτιο δραστηριοτήτων, κύριε». Ο Τζακ όρμησε στις σκάλες, καταλαβαίνοντας ότι ο Σουίντλερ και ο Μπριτλς τον ακολουθούσαν. Για πρώτη φορά, τα βήματα του Μπριτλς δεν ήταν αθόρυβα. Ο Τζακ αναστατώθηκε πιο πολύ από αυτό. Μπήκε με ορμή στο παιδικό δωμάτιο. Η Άιντα καθόταν σε μια κουνιστή καρέκλα με τον Χένρι στην αγκαλιά της, κρατώντας το σκυλί του. Ο Χένρι ξεγλίστρησε από την αγκαλιά της Άιντα και ο Πέπιν πήδησε στο πάτωμα. Πριν μπορέσει ο Τζακ να αντιδράσει, ο Χένρι έτρεξε τη μικρή απόσταση και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τα πόδια του Τζακ.


«Έ… έκανα ό… ότι μ… μου μ… μάθατε, κύριε. Ξ… ξέφυγα», είπε ο Χένρι, τα λόγια του σε μουρμουρητό, με το πρόσωπό του να πιέζεται στον μηρό του Τζακ. Ο Τζάκ γονάτισε, αγκάλιασε τον Χένρι σφιχτά. «Ήσουν καλό αγόρι, Χένρι». «Ν… νομίζω ό… ότι α… αυτός π… πήρε τη μ… μαμά». Ο Χένρι έκανε πίσω, δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά του. «Έπρεπε να μ… μάθετε και στη μαμά πώς να ξεφεύγει». «Ναι, θα έπρεπε. Ξέρεις ποιος την πήρε;» Ο Χένρι κούνησε γρήγορα το κεφάλι του. «Ο ξάδερφος Ρούπερτ. Ο πατέρας μου είπε να μ… μην πάω ποτέ π… πουθενά με τον ξάδερφο Ρ… Ρούπερτ». Γνώριζε ο Λάβινγκτον αυτό που ήξερε τώρα ο Τζακ; Ήταν ο Ρούπερτ Στάνφορντ εκείνος από τον οποίο ο Τζακ έπρεπε να προστατεύσει τον Χένρι; Όλα έβγαζαν νόημα, αν ο Λάβινγκτον είχε δει το πώς ο Τζακ προστάτευε τα αγόρια που δούλευαν για αυτόν. Δεν θα μπορούσε αλήθεια να έχει αφήσει ένα αναθεματισμένο μήνυμα; «Σου έκανε κακό;» ρώτησε ο Τζακ. Ο Χένρι κούνησε έντονα το κεφάλι του. «Αλλά όταν έτρεξα, άκουσα τη μαμά να ουρλιάζει. Νομίζω ότι μπορεί να τη χτύπησε. Δεν έπρεπε να τ… τρέξω». «Όχι, έκανες το σωστό, γιατί τώρα πρέπει να ανησυχώ μόνο για τη μαμά σου και όχι και για εσένα». «Θα τη σώσεις;» «Φυσικά». Αν και δεν είχε ούτε μια ένδειξη από πού να ξεκινήσει. Ευτυχώς ο Σουίντλερ ήταν εκεί. «Κύριε, δεν θέλω να διακόψω», είπε ο Μπριτλς, κρατώντας έναν φάκελο με το όνομα του Τζακ πάνω. «Αυτό παραδόθηκε πριν από λίγο». Ο Τζακ τον άρπαξε και έσκισε τον φάκελο. Το μήνυμα ήταν σύντομο και ουσιώδες. Έχω τη δούκισσα. Φέρε μου εκατό χιλιάδες λίρες μέχρι το ξημέρωμα… αλλιώς θα πεθάνει. Θα περιμένουμε στον τελευταίο όροφο, τέρμα στη γωνία. Ο Τζακ ήξερε τη διεύθυνση που είχε γραφτεί στο κάτω μέρος του σημειώματος. Ήταν στις φτωχογειτονιές. «Πού είμαστε;» ρώτησε η Ολίβια. Καθόταν στο πάτωμα σε μια σκοτεινή γωνία, με τα χέρια της δεμένα πίσω. Αγωνιζόταν να μην τρομοκρατηθεί. Τη χτύπησαν στο κεφάλι και μετά ξύπνησε εδώ. Το στόμα της είχε γεύση λάβδανου και οι σκέψεις της ήταν μπερδεμένες.


Ήθελε να κοιμηθεί, αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να το κάνει. «Στις φτωχογειτονιές». Ο χυδαίος ψίθυρος ήρθε από μια άλλη σκοτεινή γωνία, κοντά στο παράθυρο, τη σιλουέτα του άντρα την είχε καταπιεί το μισοσκόταδο. Ένα μοναδικό φανάρι δεν βοηθούσε να τον δει. Περισσότερο φώτιζε εκείνη παρά αυτόν. «Είναι πιο εύκολο να κάνεις απρεπή πράγματα εδώ. Έχω δώσει εντολή στον κύριο Ντότζερ να μου φέρει εκατό χιλιάδες λίρες… αλλιώς θα πεθάνεις». Η Ολίβια άκουσε στη φωνή του πως σοβαρολογούσε. Ένα ίχνος φόβου απείλησε να την κυριεύσει. «Αν δεν τις παραδώσει, θα τηρήσω την υπόσχεσή μου, μετά θα επιστρέψω για τον γιο σου». «Όχι τον Χένρι». Θυμήθηκε ξαφνικά ότι ο Χένρι ήταν μαζί της. «Πού είναι;» «Το μικρό σκατόπαιδο μου ξέφυγε». Γέμισε ανακούφιση. Είχε μια αόριστη μνήμη από αυτόν να ξεφεύγει. Ο Τζακ δεν θα μοίραζε τα πολύτιμα χρήματά του για την Ολίβια, αλλά δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα προστάτευε τον Χένρι. «Ο Ντότζερ δεν θα έρθει», είπε. «Θα έρθει». Της ξέφυγε ένα πικρό γέλιο, αγωνίστηκε ώστε να μην ακουστεί υστερικό. «Του ζητήσατε χρήματα. Είναι το μόνο πράγμα που δεν θα μοιραστεί». «Τότε αυτό θα είναι πολύ κακό για εσένα». Ξαφνικά κινήθηκε γρήγορα, σκύβοντας μπροστά της. Ένιωσε κάτι παράξενα κρύο στο κάτω μέρος του πιγουνιού της. «Πιστόλι είναι αυτό;» ψιθύρισε. «Πράγματι, και είμαι πολύ εύστοχος. Του έδωσα διορία μέχρι την αυγή». Τότε, προς έκπληξή της, τον αναγνώρισε. «Στάνφορντ; Ρούπερτ Στάνφορντ;» «Μένω έκπληκτος που με θυμάσαι. Ο άντρας σου δεν με καλωσόριζε πολύ συχνά στο σπίτι του». «Γιατί το κάνεις αυτό;» «Επειδή ο κηδεμόνας του γιου σου έκανε έρευνες για μένα και πράγματα που ήθελα να μείνουν στο σκοτάδι έρχονται στο φως. Πρέπει να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα και δεν έχω τα απαραίτητα κεφάλαια για να το κάνω». «Έτσι, λοιπόν, με απήγαγες;» «Είδα πώς σε κοίταξε όταν σε έφερε στου Ντότζερ. Βλέπεις, κι εγώ βρισκόμουν στα σκοτεινά. Έχει μερικά υπέροχα αγόρια που δουλεύουν γι’ αυτόν, αλλά τόσο αυτός όσο και το προσωπικό του τα προσέχουν σαν να είναι τα κοσμήματα του Στέμματος. Και όλα έχουν τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση, που δεν είναι εύκολο να τα αποπλανήσεις. Αλλά είμαι σίγουρος ότι οπουδήποτε κι


αν πάω, θα μπορέσω να βρω αυτό που χρειάζομαι». «Θεέ μου, είσαι τέρας». «Ναι, ναι, είμαι». Πήγε να φύγει. Η Ολίβια τέντωσε τα πόδια της όσο περισσότερο μπορούσε, ελπίζοντας να τον παρασύρει, αλλά εκείνος εύκολα τα προσπέρασε. «Πρόσεξε, δούκισσα. Δεν συνηθίζω να κάνω κακό σε κυρίες, αλλά μπορώ πάντα να κάνω μια εξαίρεση», την απείλησε. Ο Τζακ ήξερε τις φτωχογειτονιές σαν την παλάμη του. Πολλοί κακοί ζούσαν εκεί. Πολλοί καλοί επίσης. Με την τσάντα γεμάτη με εκατό χιλιάδες λίρες πιασμένη σφιχτά στο ένα χέρι, ένα φανάρι στο άλλο, περπατούσε ανάμεσα στα συντρίμμια της κοινωνίας χωρίς να νιώθει φόβο, μιας και είχε ένα μαχαίρι στην μπότα του, ένα πιστόλι στην τσέπη του και –στο χέρι που κρατούσε την τσάντα– ένα μπαστούνι που άνοιγε και γινόταν σπαθί. Ο απαγωγέας είχε πει να έρθει μόνος του. Δεν είπε τίποτα για το αν θα ερχόταν άοπλος – γεγονός που έκανε τον Τζακ να σκεφτεί ότι ο Ρούπερτ Στάνφορντ ήταν ελάχιστα εξοικειωμένος με τις φτωχογειτονιές. Προφανώς τις γνώριζε αρκετά καλά για να εντοπίσει έναν τόπο συνάντησης, αλλά όχι αρκετά καλά για να ξέρει ότι πολλοί από τους ανθρώπους εκεί ήταν οπλισμένοι. Ή ίσως ήξερε ελάχιστα τον Τζακ, πιστεύοντας ότι δεν θα είχε ιδέα για τον προορισμό προς τον οποίο περπατούσε. Ο Τζακ δεν ήταν ανόητος. Θεωρούσε ότι ήταν απίθανο ο Στάνφορντ να άφηνε την Ολίβια ή τον ίδιο να ζήσουν αφότου θα έπαιρνε τα χρήματά του. Υπήρχε αρκετό φως, έτσι ο Τζακ έβλεπε τις σκιές να ακολουθούν τον ρυθμό του όταν γύριζε το κεφάλι του λιγάκι. Οι σκιές ήταν πάντα φίλοι του. Απόψε δεν ήταν εξαίρεση. Έκρυβαν αποτελεσματικά τον Λουκ και τον Σουίντλερ, που ακολουθούσαν σε διακριτική απόσταση. Ο Γκρέιβς και η Φράνι περπατούσαν στο φως, δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν ζευγάρι που αναζητούσε χώρο για παράνομο ραντεβού. Όταν ο Τζακ θα τους χρειαζόταν, το κοπάδι του Φίγκαν θα έτρεχε προς αυτόν. Έφτασε στο εγκαταλελειμμένο κτίριο, που έμοιαζε έτοιμο να γκρεμιστεί από έναν ισχυρό άνεμο. Σε άσχημο καιρό ο κόσμος θα έβρισκε καταφύγιο εδώ, αλλά σε μια ξάστερη νύχτα δεν άξιζε τον κίνδυνο. Θα ήταν πολύ δύσκολο να ανέβει στον τρίτο όροφο χωρίς να ακουστεί. Υπέθεσε ότι αυτό ήταν το σημείο. Μπήκε προσεκτικά στο εσωτερικό, με τους αρουραίους να τρέχουν μακριά. Ήξερε ότι θα επέστρεφαν. Πάντα επέστρεφαν. Σηκώνοντας το φανάρι ψηλά, κοίταξε γύρω. Παρόλο που ποτέ δεν είχε έρθει εδώ ξανά, όλα ήταν οικεία.


Μικρή διαφορά υπήρχε μεταξύ ενός κτιρίου και ενός άλλου σε αυτό το μέρος. Ξεκίνησε να ανεβαίνει τις σκάλες. Έτριζαν από το βάρος του. Δεν είχε νόημα να βαδίζει ελαφρά. Ανέβαινε γρήγορα, με την καρδιά του να χτυπάει. «Λίβι!» Δεν άκουσε τίποτα. Θα μπορούσε να είναι φιμωμένη, θα μπορούσε να είναι νεκρή, θα μπορούσε… «Τζακ!» Παραπάτησε, η ανακούφισή του ήταν τόσο μεγάλη, που τα πόδια του σχεδόν δεν τον κρατούσαν, ενώ την ίδια στιγμή ένα κύμα ενέργειας ξεχύθηκε μέσα του. Έτρεξε πάνω στις σκάλες, χωρίς να σταματήσει στο πλατύσκαλο, απλώς ορμώντας στον διάδρομο. Είδε αχνό φως να βγαίνει από ένα δωμάτιο. Θα μπορούσε να είναι παγίδα, οπότε επιβράδυνε το βήμα του, σηκώνοντας το φανάρι για να φωτίσει καλύτερα. «Λίβι!» «Εδώ είμαστε!» Εκείνη και ο Ρούπερτ Στάνφορντ. Δεν άντεχε τη σκέψη εκείνου του μπάσταρδου να την αγγίζει, αλλά έδιωξε την οργή γιατί έπρεπε να έχει καθαρό μυαλό. Ο Τζακ περπάτησε αργά, με προσοχή. Κοίταξε στο δωμάτιο… Η Λίβι στεκόταν δίπλα στον Στάνφορντ στη γωνία, κοντά στο παράθυρο και ο Τζακ αναρωτήθηκε αν κοιτούσε έξω, παρακολουθώντας τον να έρχεται. Δεν είχε σημασία. Δεν θα είχε δει τίποτα. Καθώς ο Τζακ μπήκε στο δωμάτιο, χτυπήθηκε από μια μυρωδιά. Οποιοσδήποτε άλλος πιθανώς θα το θεωρούσε άρωμα. Ήταν ένα πλούσιο άρωμα, αναμφισβήτητα αντρικό, αλλά του προκάλεσε αναγούλα καθώς οι αναμνήσεις τον κατέκλυσαν. Αυτό το άρωμα σερνόταν στο κρεβάτι μαζί του όταν ήταν αγόρι, προσφέροντας οικειότητα πριν τον βλάψει. Σήκωσε το φανάρι ψηλότερα και είδε την ασαφή λάμψη στα μάτια του – όπως αυτά ενός αρουραίου που έβγαινε από τον υπόνομο. Ο Τζακ πάγωσε. Νόμιζε ότι είχε προετοιμάσει τον εαυτό του για αυτή τη συνάντηση, αλλά ξαφνικά ήταν πέντε ετών πάλι, τρομοκρατημένος, πληγωμένος, ντροπιασμένος. Αγωνίστηκε να επικεντρωθεί στο εδώ και τώρα. «Ρούπερτ Στάνφορντ», είπε κοφτά. «Το λες αυτό σαν να σε ξέρω». «Έχουμε συναντηθεί ξανά, παλιά. Η μητέρα μου ήταν η Έμιλι Ντόουκινς». «Είσαι ο Τζακ Ντόουκινς;» Ο Στάνφορντ ξέσπασε σε ένα γάργαρο γέλιο. «Μικρός που είναι ο κόσμος. Άλλαξες το όνομά σου… πόσο έξυπνο. Θα κάνω


το ίδιο τώρα που ο ανακατωσούρας ξάδερφός μου και ο περίεργος επιθεωρητής σου θα αποκαλύψουν την επιχείρησή μου». «Επιχείρηση; Το να εκμεταλλεύεσαι νεαρά αγόρια;» Άκουσε την κοφτή αναπνοή της Λίβι στην αποκάλυψη. «Ο ξάδερφός μου μου τα έχει πει όλα σχετικά με εσένα, για τα αγόρια που κρατάς. Νομίζω ότι μοιάζουμε πολύ…» «Δεν είμαι καθόλου σαν εσένα», είπε ο Τζακ απότομα. «Εγώ τα προστατεύω». «Όπως κι εγώ εσένα. Η μητέρα σου πέθαινε, η κακομοίρα. Της έδωσα μερικά νομίσματα για να τη διευκολύνω και σε πήρα έτσι ώστε να μην ανησυχεί. Αλλά στη συνέχεια είχες την τόλμη να ξεφύγεις. Ο μόνος που ξέφυγε». Κάτι στη φωνή του τύπου… Ο Τζακ ήξερε ότι όσο περισσότερο τον άφηνε να μιλάει, τόσο μεγαλύτερο ήταν το πλεονέκτημά του. Έπρεπε να δώσει στους άλλους τον χρόνο να πάρουν θέσεις. «Ο μόνος; Τα αγόρια εξακολουθούν να ζουν μαζί σου;» Δεν είχε δει κανένα στοιχείο. «Στον κήπο μου», είπε ο Στάνφορντ. «Τα σκότωσες;» «Θα ήθελα πολύ να μείνω και να μιλήσουμε, αλλά πραγματικά πρέπει να φύγω». «Δεν θα πάρεις τη Λίβι μαζί σου». «Είναι η ασφάλειά μου. Βάλε τον σάκο κάτω και περπάτα στην άλλη μεριά του δωματίου». Ο Τζακ έκανε δύο βήματα και σφύριξε. Ένα σπάσιμο ακούστηκε καθώς το παράθυρο γινόταν θρύψαλα. Ο Στάνφορντ κοίταξε πίσω, δίνοντας στον Τζακ την ευκαιρία που έψαχνε, αρκετή για να μπορέσει να μπει στον δρόμο του, να σπρώξει τη Λίβι στην άκρη και να ρίξει τον Στάνφορντ στο πάτωμα. Αγωνιζόταν να πάρει το πιστόλι από το χέρι του Στάνφορντ, αλλά ο τύπος, αν και ήταν μεγαλύτερος, ήταν εκπληκτικά δυνατός και ευκίνητος. Πάλευαν, σέρνονταν στο πάτωμα. Ο Τζακ προσπάθησε να του κάνει λαβή… Μια έκρηξη έσκισε τη νύχτα καθώς το πιστόλι εκπυρσοκρότησε και ο Τζακ ένιωσε τη θέρμη να καίει το στήθος του, ζεστό αίμα πότισε το αγαπημένο του κόκκινο γιλέκο. Η Ολίβια είχε μόλις πέσει στο πάτωμα πριν το πιστόλι εκπυρσοκροτήσει και οι δύο άντρες έμειναν εντελώς ακίνητοι. «Ω Θεέ μου, Θεέ μου! Τζακ». Ξαφνικά κάποιος μπήκε μέσα από το παράθυρο. Προτού φωνάξει, άκουσε:


«Είναι όλα εντάξει, είμαι ο Σουίντλερ». Βαριά βήματα ακούστηκαν έξω στον διάδρομο και δύο μεγαλύτερες σκιές όρμησαν στο δωμάτιο, ακολουθούμενες από μια μικρότερη. Η Φράνι πέρασε και πήρε την Ολίβια στην αγκαλιά της. «Είσαι καλά;» Η Ολίβια ένευσε και ψιθύρισε: «Ο Τζακ;» Η Φράνι άρχισε να λύνει τους κόμπους στο σχοινί που έδενε τα χέρια της Ολίβια. «Τζακ», είπε ο Σουίντλερ. Η Ολίβια είδε τον άντρα να σηκώνεται. Αναγνώρισε τη μορφή, πάντα θα αναγνώριζε αυτή τη μορφή. «Τζακ;» «Είμαι εντάξει», είπε, η φωνή του σκληρή καθώς γονάτισε δίπλα στον ξάδερφο του συζύγου της. Άκουσε μια σκληρή αναπνοή, έναν ήχο πνιγμού… «Τζακ, πρέπει να τον δω», είπε ο δρ Γκρέιβς και η Ολίβια συνειδητοποίησε ότι ήταν ο ένας από τους άντρες που είχαν μπει μέσα. Ο άλλος ήταν ο Κλέιμπουρν. «Όχι», είπε ο Τζακ. Ο Στάνφορντ έβηξε και σώπασε. «Τα αγόρια; Πόσα υπήρχαν;» ρώτησε ο Τζακ. «Εσύ… ο πρώτος». «Και μετά από μένα; Πόσα, ανάθεμά σε;» «Δεν… ξέρω». «Τα σκότωσες; Τα έθαψες στον κήπο σου; Αυτό εννοούσες με όλα τα περίεργα λόγια σου;» Αλλά ο Ρούπερτ Στάνφορντ δεν έβγαλε μιλιά. «Απάντησέ μου, μπάσταρδε!» «Είναι νεκρός», είπε ο δρ Γκρέιβς θλιμμένα. Ο Τζακ σηκώθηκε αργά. Ξαφνικά τα χέρια του βρέθηκαν γύρω από την Ολίβια, κρατώντας τη σφιχτά, μέχρι που εκείνη μετά βίας μπορούσε να αναπνεύσει. «Δεν πίστευα ότι θα έρθεις». «Φυσικά και θα ερχόμουν», μουρμούρισε. «Είπε ότι ζήτησε εκατό χιλιάδες λίρες». «Θα του έδινα τα πάντα, Λίβι. Τα πάντα, ό,τι έχω για να σε έχω πίσω ασφαλή». Ο Τζακ και η Ολίβια επέστρεψαν στο σπίτι αμέσως, ενώ ο Σουίντλερ και οι άλλοι φρόντισαν το θέμα του Ρούπερτ Στάνφορντ και ανέφεραν το αποψινό περιστατικό στη Σκότλαντ Γιαρντ. Το πρώτο πράγμα που έκανε η Ολίβια ήταν


να ανέβει τρέχοντας τις σκάλες προς το παιδικό δωμάτιο και να αγκαλιάσει τον Χένρι. «Ήξερα ότι θα σε έσωζε», είπε ο Χένρι. Την πόνεσε που ο Χένρι είχε τόση εμπιστοσύνη στον Τζακ, ενώ εκείνη είχε τόσο λίγη. Ποτέ δεν θα έκανε ξανά αυτό το λάθος. Απόψε είχε κάνει πολλά και σκόπευε να τα διορθώσει όλα. Σκέφτηκε πώς να το κάνει ενώ έκανε ένα θαυμάσιο ζεστό μπάνιο για να βγάλει τη βρόμα των φτωχογειτονιών. Μετά την εμπειρία εκείνης της νύχτας, σκέφτηκε ότι πιθανότατα θα έκανε μπάνιο κάθε μέρα στο μέλλον. Ήλπιζε ότι ο Τζακ θα της έκανε συντροφιά εκείνο το βράδυ, θα ερχόταν να δει τι κάνει, αλλά όταν δεν ήρθε, έβαλε το νυχτικό της και πήγε να τον ψάξει. Τον βρήκε στη βιβλιοθήκη, καθισμένο σε μια καρέκλα, με τους αγκώνες στους μηρούς του, τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από ένα ποτήρι, ένα μπουκάλι να περιμένει να κάνει το καθήκον του, να μουδιάσει το τραυματικό βράδυ. Περπάτησε πάνω στο χαλί, γονάτισε μπροστά του και τύλιξε τα χέρια γύρω από τους καρπούς του. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι αισθάνεσαι». «Όχι, μάλλον δεν μπορείς. Πριν από το αποψινό δεν είχα κανένα όνομα για τον άνθρωπο που με πήρε, αλλά ήταν ο Στάνφορντ. Δεν ξέρω αν γνώριζα ποτέ το όνομά του ή απλώς το ξέχασα. Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Νομίζω ότι πρέπει να γνώριζε τη μητέρα μου. Εκείνη τον ήξερε, τον εμπιστευόταν. Πρέπει να είχαν συναντηθεί όταν εργαζόταν εδώ. Με έδωσε σε αυτόν, νομίζοντας ότι θα είμαι ασφαλής. Την πρώτη νύχτα» –τον άκουσε να ξεροκαταπίνει – «με έκανε μπάνιο, με έβαλε στο κρεβάτι, μετά ξάπλωσε μαζί μου. Με άγγιξε με τρόπους που ένας άντρας δεν πρέπει να αγγίζει ένα αγόρι… έκανε πράγματα που όχι μόνο κατέστρεψαν το σώμα μου, αλλά και την ψυχή μου». «Θεέ μου, Τζακ!» Άγγιξε το μάγουλό του, προσπάθησε να του προσφέρει ανακούφιση, αλλά δεν την κοιτούσε. Ήταν βουτηγμένος στο παρελθόν του. «Μετά έκλαψε, υποσχέθηκε να μην το κάνει ποτέ ξανά. Την επόμενη νύχτα έμαθα ότι ήταν ψεύτης. Την τρίτη νύχτα το έσκασα», κατέληξε. Δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της. «Δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον εαυτό σου για τίποτε από αυτά. Ήσουν ένα αθώο παιδί. Χαίρομαι που είναι νεκρός». Κούνησε το κεφάλι του. «Υπάρχουν περισσότερα, Λίβι. Σου είπα ότι συνέλαβαν εμένα και τον Λουκ. Όταν καταδικάζεσαι, πηγαίνεις σε φυλακή ανηλίκων. Αλλά πριν από αυτό, πριν από τη δίκη σου, είσαι φυλακισμένος με άντρες. Υπήρχαν τρεις, μια άσχημη παρτίδα. Βάλθηκαν να ρίξουν τον Λουκ, αλλά τους πολέμησε. Θεέ μου, ήταν μόνο οκτώ, αλλά δεν σταμάτησε να


αγωνίζεται. Το πρόσωπό του ήταν ένα χάος από αίμα. Νόμιζα ότι θα τον σκότωναν. Ήξερα τι ήθελαν, είχα επιβιώσει πρωτύτερα». Θεέ μου, όχι, σκέφτηκε. Σε παρακαλώ, όχι. «Προσφέρθηκα εγώ». Τα λόγια βγήκαν με αγώνα. «Ω Τζακ». Έσφιξε τα χέρια του, πίεσε τα χείλη της πάνω τους, δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της και συγκεντρώθηκαν στη γωνία του στόματός της. «Ήταν χειρότερο από όσο θυμόμουν. Ή ίσως εκείνοι ήταν πιο κακοί. Έσπασαν κάτι μέσα μου εκείνο το βράδυ, Λίβι. Σταμάτησα να ενδιαφέρομαι για οτιδήποτε, εκτός από την επιβίωση, και πείστηκα ότι αν είχα αρκετά χρήματα, θα ήμουν πάντα ασφαλής. Αλλά μέσα μου έμεινα σπασμένος. Μέχρι να έρθεις εσύ. »Με έκανες να αρχίσω να αισθάνομαι και πάλι. Εσύ και ο Χένρι. Φέρατε χαρά στη ζωή μου. Γέλιο και χαμόγελα. Αλλά υπάρχει και ο πόνος σε αυτό. Η φροντίδα για κάποιον σε κάνει ευάλωτο. Αυτό που ένιωθα κάθε φορά που ήμουν μαζί σου με τρομοκρατούσε υπερβολικά, Λίβι. Δεν το ήθελα. Το πολέμησα με ό,τι μπορούσα, αλλά απόψε συνειδητοποίησα ότι αν σου συνέβαινε κάτι, αν πέθαινες, θα κατέρρεα και πάλι και αυτή τη φορά θα παρέμενα καταρρακωμένος. Είναι ένας ασφαλέστερος τρόπος να ζεις, αλλά είναι και μια ζωή που δεν αξίζει να τη ζήσεις. »Σ’ αγαπώ, Λίβι. Ξέρω ότι δεν είμαι άξιος οποιασδήποτε αγάπης μπορεί να νιώθεις για μένα…» «Δεν αξίζεις; Δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο που να αξίζει περισσότερο», τον έκοψε. «Ζω στον υπόνομο». «Ζεις στο Σεντ Τζέιμς. Μπορεί να άρχισες τη ζωή σου στον υπόνομο, αλλά δεν γνωρίζω κανένα άλλο άτομο που να έχει επιτύχει αυτό που έχεις πετύχει εσύ. Είσαι ένας άνθρωπος που έχει τον τρόπο του, που δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Έχεις μια γενναιόδωρη καρδιά. Ξέρω ότι δεν θέλεις να το ακούς, αλλά είναι αλήθεια. Ο Χένρι σε λατρεύει. Και ανάθεμα, κι εγώ. »Σ’ αγαπώ, Τζακ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή. Έκανα λάθος να ακούσω τον Μπράιαργουντ. Το συνειδητοποίησα καθώς περίμενα σε εκείνη την κατοικία ή ό,τι ήταν τέλος πάντων. Σκέφτηκα όλες τις στιγμές που πέρασα μαζί σου και με τον Χένρι. Και προσευχόμουν να έχω και άλλες χιλιάδες». «Εδώ κάνεις λάθος, Λίβι. Ο Μπράιαργουντ είχε δίκιο». «Όχι…» Έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη της. «Σσσς. Είχε δίκιο. Σε διέφθειρα. Δεν άκουσες τι είπες μόλις τώρα; Έβρισες».


Η Ολίβια γέλασε με ανακούφιση. «Και η στέγη δεν έπεσε στο κεφάλι μου». Χάιδεψε το μάγουλό της. «Σου είπα εκείνη τη νύχτα ότι δεν υπάρχει τίποτα που κάποιος δεν θα κάνει εάν θέλει κάτι απεγνωσμένα». Άφησε ένα βαθύ, οδυνηρό βογκητό. «Θέλω εσύ –και ο Χένρι– να είστε δικοί μου για πάντα. Θέλω να με παντρευτείς, Λίβι». «Ω». Δεν το περίμενε αυτό. Ήταν έτοιμη να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της ως ερωμένη του, αλλά ως γυναίκα του; «Ω». «Αυτό είναι ναι ή όχι;» Η Ολίβια γέλασε. «Νομίζω ότι υποτίθεται ότι θα γονάτιζες κι εγώ θα ήμουν καθιστή». «Εσύ και η αναθεματισμένη εθιμοτυπία σου», είπε ο Τζακ κουνώντας το κεφάλι του καθώς ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό του. «Ναι, θα σε παντρευτώ». «Θα δούμε το ημερολόγιο. Την επόμενη μέρα μετά τη λήξη του πένθους σου…» «Μην είσαι ανόητος. Θα σε παντρευτώ αύριο». «Πιστεύεις ότι οι κυρίες του Λονδίνου θα σε συγχωρήσουν για αυτή την παραβίαση της εθιμοτυπίας;» «Φυσικά. Θα έχω πράγματα από πρώτο χέρι να μοιραστώ στο τσάι, γι’ αυτό θα με συγχωρήσουν αμέσως, γιατί θα θέλουν να μάθουν όλα όσα γνωρίζω για τον απολαυστικά πονηρό Τζακ Ντότζερ». «Απολαυστικά πονηρός;» «Έτσι αναφερόμασταν σε εσένα». «Δεν ξέρω αν προτίθεμαι να είμαι απολαυστικά πονηρός απόψε, αλλά θα ήθελα πάρα πολύ να κοιμηθώ και να σε έχω στην αγκαλιά μου». Καθώς κοιμήθηκε με τον Τζακ εκείνη τη νύχτα, δεν ήξερε αν ήταν πρόθεση του Λάβινγκτον, αλλά με τον θάνατό του της είχε δώσει αυτό που δεν ήταν σε θέση να της δώσει όταν ζούσαν μαζί: χαρά, πάθος και αγάπη.


Κεφάλαιο 22 «Μπράιαργουντ!» «Θεέ μου, είπα ότι δεν είμαι σπίτι. Δεν ξέρετε τι σημαίνει αυτό;» Ο Τζακ περπάτησε πιο μέσα στο γραφείο του άντρα, έχοντας αγνοήσει την προσπάθεια του μπάτλερ να τον σταματήσει να περάσει. Το δωμάτιο βρομοκοπούσε φθηνό αλκοόλ και μπαγιάτικο ιδρώτα. Διπλωμένος σε έναν καναπέ, ο Μπράιαργουντ ήταν ατημέλητος, με το πουκάμισό του λεκιασμένο, το σακάκι του, το γιλέκο και τη γραβάτα βγαλμένα. «Ήθελα να μάθω αν είχες ακούσει ποτέ για την Έμιλι Ντόουκινς», είπε ο Τζακ. Ο Μπράιαργουντ κούνησε τα μάτια. «Όχι». Ο Τζακ επέμεινε. Αφού ο Στάνφορντ την ήξερε… «Εργαζόταν στο σπίτι του Λάβινγκτον πριν από τριάντα έξι χρόνια», είπε. Εκείνος κοίταξε τον Τζακ. «Ήμουν δέκα χρόνων, φίλε. Τι με ένοιαζαν οι υπηρέτες;» «Την ήξερε ο Στάνφορντ». «Ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερός μου. Ίσως ενδιαφερόταν γι’ αυτή», μούγκρισε. «Παρόλο που αυτό φαίνεται απίθανο. Προφανώς προτιμούσε τα αγόρια. Η Σκότλαντ Γιαρντ ήταν εδώ σήμερα το πρωί. Έχουν βρει οστά στον κήπο του, για όνομα του Θεού. Μικρά οστά. Παιδικά οστά. Εκατοντάδες οστά. Η οικογένεια καταστράφηκε». Και οι οικογένειες των παιδιών; Ο Τζακ είδε την απελπισία να αποτυπώνεται εμφανώς στο πρόσωπο του Μπράιαργουντ, ενός ανθρώπου που έβαζε πάντα τα συμφέροντά του πρώτα. «Ήρθε και ο Μπέκγουιθ. Έχω κληρονομήσει ένα σπίτι που κάποιος προσπάθησε να κάψει. Ο Στάνφορντ δεν είχε χρήματα και καθώς δεν έχω τίποτα κι εγώ, τι καλό μπορεί να μου κάνει ένα καμένο σπίτι;» «Θα το αγοράσω», είπε ο Τζακ πριν ακόμα σκεφτεί όλα τα επακόλουθα. Θα μπορούσε να καταστρέψει εντελώς την κατοικία και να χτίσει ένα νοσοκομείο για τον Γκρέιβς εκεί. Ένα νοσοκομείο στη μνήμη των αγοριών που δεν κατάφερε να σώσει. Ο Μπράιαργουντ ανακάθισε. «Πόσα;» «Ξεμέθυσε και θα συζητήσουμε τις λεπτομέρειες – συμπεριλαμβανομένου και


του να ελέγξεις τη ροπή σου στον τζόγο». «Δεν μου αρέσεις, Ντότζερ». «Ούτε κι εσύ μου αρέσεις». Ο Μπράιαργουντ κούνησε το κεφάλι. «Εφόσον είμαστε σαφείς σε αυτό». «Θα μπορούσα να κάνω και χωρίς τις φήμες…» «Θεώρησέ τες εξαφανισμένες. Όχι ότι έχω άλλη επιλογή. Ο Ρούπερτ Στάνφορντ είναι βέβαιο ότι θα είναι το κουτσομπολιό των πάντων για τις επόμενες μέρες. Δεν μπορώ να κατηγορήσω τον ξάδερφό μου που σε όρισε κηδεμόνα. Όσο κακή φήμη και να έχεις, αρχίζω να βλέπω ότι είσαι πολύ καλύτερος από τον Στάνφορντ ή εμένα». Ο Τζακ αποδέχτηκε τον έπαινο ευγενικά και είπε μόνο «Θα μιλήσουμε» πριν αποχωρήσει. Η τελετή ήταν μικρή, ιδιωτική, στάλθηκαν προσκλήσεις μόνο σε λίγους, εκλεκτούς. Ο Τζακ, η Ολίβια –φορώντας ένα απλό εκρού φόρεμα– και ο Χένρι έφτασαν στο παρεκκλήσι και είδαν τους καλεσμένους τους να τους περιμένουν στα μπροστινά σκαλοπάτια. «Είμαστε τόσο χαρούμενοι που ήρθατε», είπε η Λίβι, χαιρετώντας τον καθένα με τη σειρά: τον Λουκ και την Κάθριν, τον Γκρέιβς, τον Σουίντλερ και την αγαπημένη Φράνι. «Αυτό είναι ένα γεγονός που έπρεπε να δω με τα ίδια μου τα μάτια», είπε ο Λουκ. «Ο περιβόητος Τζακ Ντότζερ παντρεύεται. Είναι βέβαιο ότι θα είναι η πρώτη είδηση σε όλο το Λονδίνο όταν μαθευτεί». «Ελπίζουμε να το κρατήσουμε κρυφό για λίγο», είπε ο Τζακ. «Εξάλλου, η Λίβι βρίσκεται σε πένθος». «Λες και νοιάστηκες ποτέ για την πρέπουσα εθιμοτυπία», είπε ο Γκρέιβς. «Έχεις δίκιο. Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος των κανόνων». Έκλεισε το μάτι στον Χένρι, ο οποίος επρόκειτο να σταθεί με τον Τζακ στον βωμό. Το δαχτυλίδι ήταν στην τσέπη του αγοριού. «Είμαι τόσο χαρούμενη για εσένα, Τζακ», είπε η Φράνι και τον φίλησε στο μάγουλο. Είδε του λόγου το αληθές στα πράσινα μάτια της. «Θα πρέπει πιθανώς να πάμε μέσα, για να ξεκινήσει η τελετή», είπε η Λίβι. Καθώς της πρόσφερε το χέρι του, ρώτησε: «Έχεις άγχος;» «Όχι, καθόλου. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη για να νιώσω άγχος». Καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά, μια κίνηση στην άκρη του κτιρίου τράβηξε την προσοχή του Τζακ. «Ξέχασα κάτι. Θα σας προλάβω. Εάν δεν σε πειράζει,


συνέχισε και δες αν όλα είναι έτοιμα». «Είναι όλα εντάξει;» «Ναι. Απλώς ένα μικρό θέμα που πρέπει να φροντίσω». Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. «Θα έρθω γρήγορα». Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω από όλους, ο Τζακ επέστρεψε στα σκαλιά και έστριψε στη γωνία της εκκλησίας. «Γεια σου, ξεφτέρι μου. Έχω ένα δώρο για σένα», ο γέρος μέντοράς του χαχάνισε. Στηριγμένος στο μπαστούνι του, ο Φίγκαν άπλωσε το ροζιασμένο χέρι του και εκεί στην παλάμη του βρισκόταν το μενταγιόν του Τζακ. Με ένα σφίξιμο στο στήθος, ο Τζακ πήρε το πολύτιμο αντικείμενο, το άνοιξε και μελέτησε το πορτρέτο της μητέρας του. Πόσο νέα έμοιαζε, πολύ νεότερη από όσο η Ολίβια τώρα, υποψιάστηκε. Ένα κορίτσι πραγματικά. Έτσι θα ήταν σαν να βρισκόταν μαζί του κατά τη διάρκεια της τελετής. «Σε ευχαριστώ, Φίγκαν. Αλλά δεν έχω τα χρήματα που σου χρωστάω μαζί μου». Εκείνος κούνησε το χέρι του στον αέρα. «Ω. Μην ανησυχείς για αυτό. Την επόμενη φορά που θα βρεθείς στη γειτονιά φέρε μου ένα μπουκάλι τζιν». «Πώς ήξερες ότι ήμουν εδώ σήμερα;» «Όποιος θέλει μαθαίνει». «Πρέπει να έρθεις μέσα». «Ναι, αλλά εγώ και ο Θεός… δεν τα πήγαμε ποτέ καλά από τότε που πήρε την αγάπη της ζωής μου μακριά. Δεν θα ήθελα να σκεφτεί ότι Τον έχω συγχωρήσει, γιατί δεν το έχω κάνει». «Η Φράνι μου είπε κάποτε ότι της πέρασε από το μυαλό ότι είσαι ο πατέρας της». «Τι της είπες;» «Τίποτα». «Ήσουν πάντα ο καλύτερος που είχα στο να κρατάς μυστικά». «Επειδή έμαθα από τον καλύτερο». Ο Φίγκαν γέλασε. «Το έκανες, αγόρι μου, το έκανες. Τις καλύτερες ευχές μου σε εσένα και στη νέα κυρά». Γύρισε να φύγει. Ο Τζακ του φώναξε: «Φίγκαν, τουλάχιστον άφησέ με να βάλω την άμαξα να σε πάει πίσω στη γειτονιά». «Μπα, μ’ αρέσει να περπατώ». Ο Φίγκαν έκλεισε το μάτι. «Ποτέ δεν ξέρεις τι χρήσιμα πράγματα θα μαζέψω στον δρόμο». Ο Τζακ τον παρακολούθησε να τρεκλίζει, να γέρνει και να σκύβει, έναν άνθρωπο που είχε υπάρξει πατέρας του με πολλούς τρόπους. Ο Τζακ μπορούσε μόνο να ελπίζει ότι θα έκανε το ίδιο για τον Χένρι.


Ο γάμος δεν ήταν τόσο μεγάλος όσο ο πρώτος της Ολίβια, αλλά καθώς βούρτσιζε τα μαλλιά της στην τουαλέτα της, δεν βρήκε κανένα ψεγάδι. Ο Χένρι ήταν δίπλα στον Τζακ ως κουμπάρος του. Μετά την τελετή, η θέα των δύο τους, με τα κεφάλια γερμένα, συνωμοτώντας για κάτι, είχε φέρει δάκρυα στα μάτια της. Ο Τζακ έδινε στον Χένρι πολύ περισσότερη προσοχή από όσο είχε κάνει ποτέ ο Λάβινγκτον. Ένα μικρό κομμάτι της δεν μπόρεσε παρά να θρηνήσει για αυτό που εκείνη και ο Λάβινγκτον δεν είχαν ποτέ. Δεν ήταν σίγουρη γιατί, αλλά σκέφτηκε ότι θα ήταν ευτυχής γι’ αυτή, θα ενέκρινε τον γάμο της με τον Τζακ. Δεδομένου ότι είχε ορίσει κηδεμόνα τον Τζακ και του έδωσε τόσο πολλά, προφανώς τον εκτιμούσε. Νόμιζε ότι θα μπορούσαν να τα είχαν πάει καλύτερα σε όλη τη διαδρομή, όμως μόνο αν ο Λάβινγκτον είχε μοιραστεί μαζί της τις «αδυναμίες» που είχαν τα ξαδέρφια του. Συνειδητοποίησε ότι ήταν μερικές φορές αδύνατον να γνωρίζει κάποιος τα πάντα για ένα άτομο, αλλά πίστευε ότι ο Τζακ δεν θα κρατούσε επιβλαβή μυστικά από αυτή και ότι ο γάμος τους θα ήταν πολύ διαφορετικός από τον πρώτο της. Καθώς σηκώθηκε, δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει βλέποντας το αραχνοΰφαντο νυχτικό της. Άφηνε ελάχιστα στη φαντασία. Διέσχισε την κρεβατοκάμαρά της, άνοιξε την πόρτα της γκαρνταρόμπας και κοίταξε τον Τζακ που στεκόταν εκεί. «Ερχόμουν να σε πάρω», είπε εκείνος. «Κουράστηκα να περιμένω». Έγειρε το κεφάλι του. «Αλλά μπορώ να δω τώρα ότι άξιζε τον κόπο». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του κι εκείνη γέλασε χαρούμενα. Αναρωτήθηκε αν αυτοί οι τοίχοι είχαν ακούσει τόσο γέλιο. «Είμαι απόλυτα ικανή να περπατήσω». «Προτιμώ να σε μεταφέρω, έτσι μπορώ να κρίνω το βάρος σου», της απάντησε. «Πόσο ρομαντικό». «Πρέπει να πάρεις βάρος. Θα φροντίσω για αυτό, θέλω να μείνεις υγιής για πολύ καιρό». «Θα πρέπει να αγοράσω καινούρια φορέματα». «Θα πρέπει να το κάνεις ούτως ή άλλως. Τελικά βρήκα την αναφορά για τα ρούχα σου στο βιβλίο μου». Η Ολίβια γέλασε ξανά. «Δεν τη βρήκες». «Τη βρήκα. Θα σ’ τα πάρω έτσι ώστε να πρέπει να είσαι γυμνή όλη την ώρα». «Ξέχασες ότι έχουμε υπηρέτες κι ένα παιδί στο σπίτι;» «Ανάθεμα».


Έχωσε το πρόσωπό της στον λαιμό του. «Αλλά υπόσχομαι να είμαι εντελώς γυμνή όταν είμαστε μόνο οι δυο μας». «Υποθέτω ότι αυτό μου φτάνει». Την έβαλε στο κρεβάτι. Εκείνη κάθισε στα γόνατά της και άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. «Και με εσένα τι θα γίνει;» ρώτησε. «Θα με κάνεις να προσπαθώ για αυτό για το οποίο χαίρομαι τόσο να βλέπω;» Με όλα τα κουμπιά ελεύθερα, ο Τζακ έβγαλε το πουκάμισο πάνω από το κεφάλι του. «Όχι. Υπόσχομαι επίσης να είμαι γυμνός». Σύντομα έμεινε χωρίς ρούχα. Στη συνέχεια στάθηκε μερικά λεπτά για να θαυμάσει το νυχτικό της, πριν αρχίσει γρήγορα να το βγάζει για να το προσθέσει στον σωρό των ρούχων. Δεν ήξερε γιατί είχε μπει στον κόπο να προσπαθήσει να είναι ελκυστική, αλλά χαιρόταν που γνώριζε ότι ήταν τόσο πρόθυμος να τη γδύσει. «Ας ξεφορτωθούμε τις δύο κρεβατοκάμαρες», είπε καθώς το στόμα του έκανε ένα αργό ταξίδι στους ώμους της. «Έχουμε αρκετό χώρο εδώ για την τουαλέτα σου και οτιδήποτε άλλο θέλεις. Αναδιαμόρφωσε ολόκληρο το σπίτι». «Εντάξει». Θα μπορούσε να του ζητήσει οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή, θα το είχε πάρει. Έτριψε τους ώμους του, χάιδεψε την πλάτη του. Νόμιζε ότι ποτέ δεν θα κουραζόταν από αυτό, το να είναι μαζί του. Δεν μπορούσε να φανταστεί να είναι χωρίς αυτόν, χωρίς όλο αυτό αν έμενε έγκυος. «Ποτέ δεν θα με αφήσεις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. Σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε κι εκείνη είδε το συσσωρευμένο πάθος. Εκείνη του το έκανε αυτό, τον έκανε να τη θέλει τόσο πολύ όσο τον ήθελε και αυτή. «Από πού ήρθε αυτό;» ρώτησε ο Τζακ. «Αν μείνω έγκυος…» Το καυτό στόμα του διέκοψε ό,τι είχε προγραμματίσει να πει. Τα χέρια του τυλίχτηκαν κρατώντας το κεφάλι στη θέση του, ενώ κατέλαβε το στόμα της, δοκιμάζοντας βαθιά, ωθώντας τη να κάνει το ίδιο. Όταν σταμάτησε το φιλί, ίσως να είχε παραμείνει μετέωρη, αν δεν έβλεπε την πείνα που παρέμενε στα μάτια του. «Είτε είσαι έγκυος είτε όχι, θα περνάς κάθε βράδυ στο κρεβάτι μου, στην αγκαλιά μου. Υπάρχουν τρόποι, γλυκιά μου, τρόποι για όλα τα πράγματα». Στο χαμόγελό του είδε την πονηριά και το σκοτεινό πείραγμα. Μπαίνοντας ανάμεσα στα πόδια της, έφερε το στόμα του στα στήθη της, φιλώντας το ένα και μετά το άλλο. Τον περίμενε να κινηθεί προς τα επάνω, για να γλιστρήσει μέσα της, αλλά άρχισε να κινείται προς τα κάτω, με τα χέρια του να αγκαλιάζουν τα πλευρά της καθώς φιλούσε το στομάχι της, προτού μετακινηθεί πιο κάτω και πιο


κάτω και πιο κάτω. «Ω Θεέ μου», είπε ξέπνοα. «Τι…» «Σσσς». Ήταν τόσο απλός ήχος, αλλά μέσα σε αυτόν άκουσε την υπόσχεση της έκστασης. Της άνοιξε τα πόδια και γλίστρησε το στόμα του στη φωλιά από μπούκλες. Το πρώτο πέρασμα της γλώσσας του την έκανε σχεδόν να τιναχτεί από το κρεβάτι. Σηκώνοντας τα χέρια της, άρπαξε και τις δύο πλευρές του μαξιλαριού, αλλά δεν ήταν αρκετό, καθώς την οδηγούσε σε αμαρτωλές απολαύσεις. Τράβηξε, έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του, γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να τον απομακρύνει, αντί για αυτό κατάλαβε ότι τον τραβούσε πιο κοντά. Ήταν μια οικειότητα που μπορούσε να μοιραστεί μόνο με έναν άντρα που αγαπούσε. Και τον αγαπούσε. Ήταν αρκετά σίγουρη πως αυτό που της έκανε ήταν παράνομο – και αν όχι, έπρεπε να είναι. Επειδή ήταν υπέροχα κακό. Ήξερε τόσο πολλούς θαυμαστούς τρόπους να είναι κακός κι εκείνη είχε μαζί του μια ολόκληρη ζωή για να τους μάθει όλους και να ανακαλύψει περισσότερους τρόπους για να τον ευχαριστήσει. Είχε βάλει το μαξιλάρι στο στόμα της για να καταπνίξει τις κραυγές της. Ο Τζακ άπλωσε το χέρι και το τράβηξε. «Θέλω να σε ακούω», είπε. Και την άκουσε, ήταν σίγουρη ότι την άκουσε. Σφαδάζοντας από κάτω του, άκουσε τις ίδιες της τις κραυγές να ηχούν χαμηλά και χωρίς ανάσα, χωρίς να καταλαβαίνει απολύτως αν έρχονταν από αυτή. Τον κρατούσε κοντά, χορεύοντας στην άκρη της έντονης απόλαυσης. Ήξερε πότε να χτυπήσει, πότε να ρουφήξει, πότε να σταματήσει, πότε να σπρώξει με τη γλώσσα του. Προκαλούσε και πείραζε. Εκείνος με τα ευκίνητα δάχτυλα είχε ακόμα πιο ευκίνητο στόμα. Έκλεβε τη δύναμή της, την αντίστασή της. Έπειτα φώναξε το όνομά του και πριν το τελευταίο από τα ξεσπάσματα διαπεράσει το σώμα της, εκείνος βυθίστηκε βαθιά μέσα της, με το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό της, καθώς κουνούσε τους γοφούς του πάνω στους δικούς της, με τις δυνατές ωθήσεις του να αναγκάζουν τον αισθησιασμό να αναδυθεί ξανά. Γλίστρησε τα χέρια της στην πλάτη του, τα πίεσε γύρω από τους γλουτούς του, προτρέποντάς τον να μπει πιο βαθιά. Εκείνος ρούφηξε το στόμα της, την καταβρόχθισε λαίμαργα και αυτή τη φορά, όταν φώναξε, αιχμαλώτισε τον ήχο και το σκληρό βογκητό του ακολούθησε γρήγορα, καθώς έφτασε στη δική του απελευθέρωση. Κατέρρευσε πάνω της, στηριζόμενος στους αγκώνες του, συγκρατώντας κάποιο από το βάρος του.


Χάιδεψε με τις πατούσες της τις γάμπες του, πέρασε τα χέρια της πάνω από την πλάτη του. «Ω είσαι ο διάβολος και χαίρομαι τόσο γι’ αυτό», ψιθύρισε μέσα σε λήθαργο. Ο Τζακ χαμογέλασε με ικανοποίηση. «Εσύ είσαι το μόνο που επιθυμούσα και χαίρομαι γι’ αυτό». Ο Τζακ ξύπνησε με την απίστευτη αίσθηση της γυναίκας του να πιπιλίζει το αφτί του. Η γυναίκα του, ένας όρος που ποτέ δεν σκέφτηκε να συνδέσει με τον εαυτό του. Ανακάλυψε ότι ήταν αχόρταγη και σκέφτηκε ότι μια γυναίκα δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη ποιότητα. Με ένα γρύλισμα έπεσε πάνω της, πράγμα που την έκανε να τσιρίξει και να χαζογελάσει ταυτόχρονα. «Νόμιζα ότι δεν θα ξυπνήσεις ποτέ», είπε. Φίλησε τη μύτη της, το μέτωπό της, το πιγούνι της. «Δεν ξέρω αν έχω κοιμηθεί τόσο καλά σε όλη μου τη ζωή. Πραγματικά με εξουθένωσες χθες το βράδυ». «Δεν έχω αναστολές πια. Τις έδιωξες όλες μακριά». «Πόσο τυχερός είμαι». Έσυρε το χέρι του κάτω από τα πλευρά της, αγκαλιάζοντας τον γοφό της και την τράβηξε πιο κοντά, απολαμβάνοντας την αίσθηση του γυμνού κορμιού της στο δικό του. Σκέφτηκε ότι το να είσαι σάρκα με σάρκα με κάποιον είναι η πιο αξιοθαύμαστη αίσθηση, και η γύμνια έχει το πλεονέκτημα να αποκαλύπτει ό,τι ο άνθρωπος κρατά κρυφό. Εάν ήταν βασιλιάς, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να απαλλαγεί από την τάση του να φοράει ρούχα – καλά, εκτός από τα πολύχρωμα γιλέκα του. «Πρέπει να σηκωθούμε», μουρμούρισε καθώς φιλούσε το ευαίσθητο σημείο κάτω από το αφτί του. Παιχνιδιάρικα την κόλλησε στον μηρό του. «Δεν το παρατήρησες; Έχω σηκωθεί». Το γέλιο της ήχησε γύρω του, τον διαπέρασε. Ήθελε να είναι μέσα της όταν το έκανε αυτό. «Το παρατήρησα, αλλά…» Τον έσπρωξε και ξεγλίστρησε από το κρεβάτι, χωρίς να ασχοληθεί να τραβήξει σεντόνι ή σκέπασμα. Είχε γίνει αρκετά τολμηρή. Και πάλι, πόσο τυχερός άντρας ήταν. «Έλα εδώ. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να περιμένουν λίγο», είπε. «Έχω ήδη πει στον Χένρι ότι θα πάρει πρωινό στο κρεβάτι του σήμερα, όπως κι εμείς». «Για αυτό συνωμοτούσατε εσείς οι δυο χθες;» «Σκέφτηκα ότι θα πρέπει να αρχίσω να τον διδάσκω ότι όταν ένας κύριος έχει μια κυρία, θα πρέπει να της δείχνει την αποκλειστική προσοχή του όσο το


δυνατόν περισσότερο». «Πολύ ωραία. Δυστυχώς, χθες έστειλα μια επιστολή στον κύριο Μπέκγουιθ για τον γάμο μας. Απάντησε ότι θα έρθει σήμερα το πρωί για να σου φέρει το τελευταίο στοιχείο της διαθήκης. Δεν θέλω να μας βρει στο κρεβάτι». Απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος της, άρπαξε τον καρπό της και την τράβηξε μέχρι να πέσει στην αγκαλιά του, βάζοντάς τη από κάτω του. «Δεν με νοιάζει το τελευταίο στοιχείο της διαθήκης. Μπορεί να το κρατήσει». «Δεν έχεις καθόλου περιέργεια;» «Τι σημασία έχει τι είναι; Τίποτα πιο πολύτιμο από εσένα δεν μπορεί να μου δώσει ο Λάβινγκτον τώρα πια. Θα μπορούσε να τα πάρει όλα πίσω, αφού σε έχω, δεν θα είχε σημασία». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Όχι δάκρυα λύπης, που ο Τζακ ήλπιζε ότι σπάνια θα είχε, αλλά δάκρυα χαράς, που λαμπύριζαν διαφορετικά και τα οποία του άρεσαν. «Δεν είσαι από εκείνους τους τύπους που λένε συχνά ωραία πράγματα, Τζακ, αλλά όταν το κάνεις, δεν έχεις ιδέα πόσο βαθιά με συγκινείς». «Δεν πιστεύω στον ρομαντισμό, Λίβι, αλλά για σένα θα προσπαθήσω, κάνοντας τα πάντα – όσο και αν δυσκολεύομαι δυστυχώς». «Σ’ αγαπώ τόσο πολύ». Αναρωτήθηκε αν αυτές οι λέξεις θα προκαλούσαν πάντα στην καρδιά του αυτόν τον χτύπο και αν θα του έδιναν μια τόσο μεγάλη αίσθηση ικανοποίησης. Πιάνοντας το χέρι της, έσκασε ένα φιλί στην παλάμη της, στον καρπό της, στον αγκώνα της… Με έναν αναστεναγμό παράδοσης μουρμούρισε: «Δεν έχω τη δύναμη να αντισταθώ. Σου απαγορεύω να μου κάνεις έρωτα πριν έρθει ο Μπέκγουιθ». Γελώντας μπροστά στην πρόκληση, προχώρησε για να της δείξει για άλλη μια φορά ότι δεν ήταν άνθρωπος που θα μπορούσε να του απαγορεύσει πράγματα.


Κεφάλαιο 23 Ο Τζακ είχε μιλήσει στη Λίβι ειλικρινά. Δεν ενδιαφερόταν πλέον για το τελευταίο μέρος της διαθήκης. Σε αυτό το σημείο δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ενόχληση, επειδή σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να περάσουν όλο το πρωί στο κρεβάτι, απασχολημένοι με την τρελή, παθιασμένη αγάπη τους. Ο Μπέκγουιθ μπήκε στη βιβλιοθήκη με τη δερμάτινη τσάντα του και υποκλίθηκε ελαφρώς. «Λαίδη Ολίβια, κύριε Ντότζερ, συγχαρητήρια για τον πρόσφατο γάμο σας». Ο Τζακ γνώριζε ότι με το που τον παντρεύτηκε, η Λίβι έχασε τον τίτλο της δούκισσας. Εντούτοις, εξεπλάγη ακούγοντάς τον να της απευθύνεται ως «Λαίδη», μια τιμή που ερχόταν μέσω του πατέρα της. Αλλά του είχε πει ότι ήταν ικανοποιημένη με τον νέο σταθμό στη ζωή της. Ο Τζακ είχε σκοπό να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να εξασφαλίσει ότι η Ολίβια δεν θα το μετάνιωνε ποτέ. «Σας ευχαριστώ, κύριε Μπέκγουιθ», είπε η Λίβι σφίγγοντας το χέρι του Τζακ, σαν να νόμιζε ότι χρειαζόταν ενθάρρυνση. «Εκτιμούμε ειλικρινά, Μπέκγουιθ, ότι βρήκες χρόνο για εμάς στο πολυάσχολο πρόγραμμά σου», είπε ο Τζακ. «Μιας και είμαστε κι εμείς πολυάσχολοι, ας τελειώνουμε με αυτό το θέμα όσο το δυνατόν γρηγορότερα ε;» «Φυσικά. Μου επιτρέπετε;» Ο Μπέκγουιθ έδειξε το γραφείο. «Βεβαίως. Οτιδήποτε συντομεύσει την επίσκεψή σου». Η Ολίβια χτύπησε το χέρι του. Ο Τζακ την αγριοκοίταξε. «Τι;» «Γίνεσαι αφιλόξενος. Κύριε Μπέκγουιθ, θα θέλατε λίγο τσάι;» Ο Μπέκγουιθ της χάρισε ένα χαλαρό χαμόγελο. «Όχι, ευχαριστώ. Το θέμα δεν θα πάρει πολύ». Πήγε στο γραφείο και άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματα όπως τον βόλευαν, βγάζοντας αντικείμενα από την τσάντα του. Ο Τζακ και η Ολίβια πήραν τις καρέκλες που κάθονταν το βράδυ που ο Μπέκγουιθ είχε διαβάσει τη διαθήκη. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τώρα κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου. Ο Τζακ έφερε το δικό της στα χείλη του και το φίλησε. Μόλις ο Μπέκγουιθ έφευγε, ο Τζακ θα την πήγαινε πίσω στο κρεβάτι. Ή ίσως στο γραφείο και στη συνέχεια στο κρεβάτι. Η Λίβι σίγουρα θα σκανδαλιζόταν αν μάθαινε ότι ο Τζακ είχε βάλει τους υπαλλήλους σε καραντίνα: ποτέ δεν θα έμπαιναν σε κανένα δωμάτιο χωρίς


να χτυπήσουν και πριν πάρουν άδεια. Ο Τζακ δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει όλα όσα είχαν συμβεί και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ήθελε πάντα να είναι υπεύθυνος για τη ζωή του, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι άλλοι επηρέασαν με κάποιον τρόπο την πορεία του. Αν ο Λάβινγκτον δεν τον είχε ορίσει κηδεμόνα, δεν θα είχε συναντήσει ποτέ τη Λίβι. Γι’ αυτό και μόνο, ο Τζακ χρωστούσε στον Λάβινγκτον την αιώνια ευγνωμοσύνη του. Ο Μπέκγουιθ έβγαλε έξω πολλά έγγραφα και μια μικρή βελούδινη θήκη. Σήκωσε τα χέρια του από τα χαρτιά και έβηξε λέγοντας: «Οι όροι της διαθήκης, όπως αναφέρθηκε αρχικά, ικανοποιήθηκαν με τον πρόσφατο γάμο σας. Ως εκ τούτου, θα διαβάσω το μέρος της διαθήκης που κρατήθηκε από σας». Πήρε ένα πάκο χαρτιά και για άλλη μια φορά έβηξε. «Στον Τζακ Ντότζερ, βαπτισμένο Τζακ Ντόουκινς, αγαπημένο γιο της Έμιλι Ντόουκινς, αφήνω ό,τι πιο πολύτιμο έχω στην κατοχή μου, το χρυσό ρολόι τσέπης που μου έδωσε ο πατέρας μου, ο οποίος το έλαβε από τον δικό του». Ο Τζακ κοίταξε αμίλητος καθώς ο Μπέκγουιθ άνοιξε τη βελούδινη θήκη, αφαίρεσε το περιεχόμενό της –ένα χρυσό ρολόι και μια χρυσή αλυσίδα– και τα έβαλε πολύ προσεκτικά στην άκρη του γραφείου, μπροστά στον Τζακ. Ακόμα και από αυτή την απόσταση, ο Τζακ μπόρεσε να δει το περίτεχνο αντικείμενο, να ακούσει τον ήσυχο χτύπο του χρόνου. Ο Τζακ έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από της Ολίβια και με το ελεύθερο χέρι του άπλωσε να πάρει το ρολόι… Και σταμάτησε εκατοστά από το να το πιάσει. Κουνώντας το κεφάλι του, ξάπλωσε πίσω στην καρέκλα και κάρφωσε το βλέμμα στον Μπέκγουιθ. «Δεν θα έπρεπε να το αφήσει σε εμένα. Θα έπρεπε να αφήσει το ρολόι στον γιο του». «Πιστεύω ότι το έκανε, κύριε Ντότζερ». Ο Τζακ άκουσε την απότομη αναπνοή της Λίβι, αισθάνθηκε σαν να έσκασε το στήθος του, σαν να είχε ρουφήξει όλο τον αέρα από το δωμάτιο. Κατάλαβε τα δάχτυλα της Ολίβια που έσφιξαν τα δικά του σχεδόν οδυνηρά, με το βλέμμα της πάνω του, αλλά δεν μπορούσε να την κοιτάξει, όχι ακόμα. Τράβηξε το χέρι του να ελευθερωθεί από το δικό της. Παρά τη μεγάλη προσπάθειά του να ελέγξει το τρέμουλο, το χέρι του τινάχτηκε όταν πήρε το ρολόι. Το άνοιξε διστακτικά. Φωλιασμένη μέσα, απέναντι από την επιφάνεια του ρολογιού, ήταν μια οικεία μικρογραφία. Με δυσπιστία, κοίταξε τον Μπέκγουιθ και έπειτα την Ολίβια, της οποίας το φρύδι είχε σηκωθεί ανήσυχα. «Είναι η μητέρα μου». Η φωνή του ήταν χοντρή, τόσο χοντρή και τραχιά, όπως ήταν όταν της είχε


φωνάξει να μην τον αφήσει. Ο Μπέκγουιθ σηκώθηκε υποδηλώνοντας ότι η δουλειά του είχε τελειώσει. «Ο δούκας μου εμπιστεύτηκε όλα τα μυστικά του». Έριξε μια γρήγορη ματιά στην Ολίβια πριν κοιτάξει ξανά τον Τζακ. «Ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι μπορείτε να κάνετε το ίδιο. Αν είχα υποψιαστεί ότι επρόκειτο να παντρευτείτε, θα έφερνα στην επιφάνεια αυτό το ζήτημα νωρίτερα. Αλλά ό,τι κι αν αποφασίσετε, αυτό που μαθεύτηκε σήμερα δεν θα βγει παραέξω αν δεν το επιθυμείτε». Πήρε έναν φάκελο και τον έτεινε προς τον Τζακ. «Αυτό δεν το έχω διαβάσει, αλλά απευθύνεται σε εσάς». Ο Τζακ πήρε τον φάκελο. «Κύριε Μπέκγουιθ, από περιέργεια και μόνο, θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω ποιον όρισε κηδεμόνα ο Λάβινγκτον στη δεύτερη διαθήκη», είπε η Ολίβια. Για πρώτη φορά ο Μπέκγουιθ αισθάνθηκε άβολα. «Φοβάμαι ότι δεν υπήρχε δεύτερη διαθήκη. Ο δούκας επέμενε να λέω ότι υπήρχε. Ίσως ήξερε τον γιο του καλύτερα από όσο κανείς μπορούσε να φανταστεί». «Μπήκε σε πολύ κόπο για κάτι που ίσως να μη γινόταν ποτέ», μουρμούρισε ο Τζακ, καθόλου έκπληκτος από τον θυμό που διέκρινε στη φωνή του. Το αρχικό σοκ από αυτό που μόλις είχε μάθει άρχισε να περνά και τη θέση του πήρε μια άγρια μανία. «Ήξερε ότι θα συνέβαινε νωρίτερα από όσο ήθελε», δήλωσε επίσημα ο Μπέκγουιθ. «Ο δούκας πέθαινε – ένας καρκίνος για τον οποίο δεν υπήρχε ελπίδα για θεραπεία. Χωρίς να θεωρηθώ βλάσφημος, η πτώση του έφερε έναν γρήγορο θάνατο, τον οποίο, ειλικρινά, νομίζω ότι προτιμούσε. Τουλάχιστον διατήρησε κάποια αξιοπρέπεια, που η ασθένειά του ήταν σίγουρο ότι θα του στερούσε», κατέληξε. «Ποτέ δεν είπε τίποτα», μουρμούρισε η Ολίβια και ο Τζακ άκουσε τη λύπη στη φωνή της που ο Λάβινγκτον είχε επιλέξει να υπομείνει μόνος τον πόνο του. «Δεν ήθελε να σας ενοχλήσει», απάντησε ο Μπέκγουιθ. «Ήμουν όμως η σύζυγός του». «Πιστεύω πραγματικά ότι σκόπευε να σας απαλλάξει από οποιαδήποτε ανησυχία. Όπως μου είπε επανειλημμένα, σας συμπαθούσε πολύ». Αλλά η συμπάθεια δεν ήταν αγάπη. Σιωπή βάρυνε τον αέρα. Ο Τζακ μπόρεσε μόνο να φανταστεί τι αισθανόταν η Ολίβια. Η οργή του προς τον Λάβινγκτον αυξανόταν σε κάθε χτύπημα του ρολογιού. Ο Λάβινγκτον δεν είχε εκτιμήσει τι είχε. Ο Τζακ άπλωσε το χέρι και έσφιξε το δικό της, ελπίζοντας ότι θα καταλάβαινε με αυτό το απλό άγγιγμα ότι ο γάμος τους δεν θα είχε κανένα μυστικό, ότι θα μοιράζονταν κάθε πτυχή της ζωής τους.


«Αν δεν με χρειάζεστε άλλο, εύχομαι και στους δύο καλή μέρα». Με μια γρήγορη υπόκλιση ο Μπέκγουιθ έφυγε. Η σιωπή δεν διαλύθηκε. Αντίθετα, έγινε βαρύτερη, εντονότερη. Τελικά η Ολίβια γύρισε την παλάμη της και τύλιξε τα δάχτυλά της μέσα στου Τζακ. «Αισθάνομαι σαν να με έχει χτυπήσει άμαξα. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς αισθάνεσαι. Δεν είχες ιδέα ότι ήταν ο πατέρας σου;» ρώτησε ήρεμα. «Όχι». Έριξε το βλέμμα του πάνω στο αγαπημένο της πρόσωπο, σίγουρος ότι ήξερε την απάντηση πριν την κάνει. «Εσύ;» Κούνησε αργά το κεφάλι της. «Δεν είχα ιδέα. Ήμουν παντρεμένη μαζί του για έξι χρόνια και δεν τον ήξερα καθόλου. Θέλω να θυμώσω μαζί του και να τον βρίσω που δεν μου τα είπε όλα αυτά. Πέθαινε και δεν είχα ιδέα. Αλλά αυτό ήταν τόσο χαρακτηριστικό της σχέσης μας. Ποτέ δεν μοιράστηκε τίποτα με εμένα. Ίσως ήμουν μόνο μια φοράδα αναπαραγωγής». «Μην το λες αυτό, Λίβι. Ο άνθρωπος ήταν ανόητος που δεν είχε αναγνωρίσει αυτό που είχε δίπλα του». Χαμογέλασε. «Με παρηγορείς ενώ πρέπει να είσαι καταρρακωμένος από την είδηση». Έδειξε τον φάκελο. «Θα το διαβάσεις;» Ο Τζακ ξεροκατάπιε και ένευσε με το κεφάλι. «Αλλά όχι εδώ. Πρέπει να είμαι μόνος. Θα το μοιραστώ μαζί σου αργότερα…» Απλώνοντας το χέρι, η Ολίβια χάιδεψε το μάγουλό του, άγγιξε με τον αντίχειρά της τα χείλη του. «Δεν χρειάζεται να μου δικαιολογείσαι, Τζακ Ντότζερ». Ο Τζακ σηκώθηκε, έσκυψε και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της. «Σ’ αγαπώ, Λίβι», ψιθύρισε. Βγήκε από τη βιβλιοθήκη, πέρασε τον διάδρομο, την πόρτα που οδηγούσε έξω. Απολάμβανε τους κήπους γιατί αισθανόταν πάντα πιο κοντά στη μητέρα του εκεί. Πήγε στο παγκάκι ανάμεσα στα τριαντάφυλλα και κάθισε. Πολύ αργά, άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε το γράμμα. Αγαπητέ μου γιε, Είχα πάντα μεγάλες προσδοκίες όσον αφορά εσένα. Το γεγονός ότι διαβάζεις τώρα αυτή την επιστολή είναι απόδειξη ότι έκρινα σωστά τον χαρακτήρα σου. Μοιάζεις στη μητέρα σου σε αυτό το θέμα. Είχε όλα τα ωραία χαρακτηριστικά που σε εμένα έλειπαν. Η γλυκιά σου μητέρα ήταν υπηρέτρια σε αυτό το σπίτι όταν την ερωτεύτηκα. Ήταν μόλις δεκαπέντε όταν ανακάλυψε ότι περίμενε παιδί, το παιδί μου. Εγώ ήμουν δεκαεπτά, νέος και ανόητος. Και αδύναμος, τόσο απίστευτα αδύναμος. Δεν είχα το θάρρος να πάω ενάντια στις επιθυμίες των γονιών μου και ίσως περισσότερο αδικαιολόγητος που δεν είχα


το θάρρος να σταθώ δίπλα στην πολύτιμη Έμιλι όταν αντιμετώπισε την καταδίκη της κοινωνίας με το κεφάλι ψηλά για να σε φέρει στον κόσμο. Για να προστατεύσει το όνομά μου, ποτέ δεν είπε σε κανέναν ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού της. Τόση ήταν η αξιοθαύμαστη δύναμή της. Έφυγε από το σπίτι, για να βρει τον δρόμο της όσο καλύτερα μπορούσε – και δεν έκανα τίποτα για να σταματήσω την αδικία. Την ημέρα που σε γνώρισα στου Κλέιμπουρν, δεν μπορούσα να πιστέψω την τύχη μου, η μοίρα σε είχε φέρει πίσω. Ήμουν μεγαλύτερος τότε, σοφότερος. Δεν θα μπορούσα να αφήσω μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Από απόσταση, παρακολουθούσα την ανυπομονησία σου με τις διδασκαλίες του Κλέιμπουρν και ήξερα ότι δεν θα έμενες μαζί του για πολύ καιρό, ότι ήσουν πολύ ανεξάρτητος και ότι θα ξεκινούσες γρήγορα τον δικό σου δρόμο και έτσι έγινα ο ανώνυμος ευεργέτης σου – ανώνυμος γιατί ακόμα δεν είχα το θάρρος να αντιμετωπίσω κι εσένα και τις αμαρτίες του παρελθόντος μου. Η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να σε αγκαλιάσω ως γιο μου. Κάποιες φορές ήρθα στη λέσχη σου με αυτόν τον σκοπό. Αλλά τελικά, φοβούμενος τη δικαιολογημένη απογοήτευση για την αποτρόπαιη συμπεριφορά μου, που θα έβλεπα να αντανακλάται στα μάτια σου, παρέμεινα πιστός στον χαρακτήρα μου, παρέμεινα δειλός. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι υπό την κηδεμονία σου ο δεύτερος γιος μου θα μάθει να έχει τη δύναμη που έλειπε από τον πατέρα του. Δεν περιμένω να έχεις καλή γνώμη για μένα. Δεν περιμένω να με σκέφτεσαι καθόλου, αλλά ελπίζω να περνάω από το μυαλό σου από καιρό σε καιρό, πιστεύω ότι θα γίνει με τη συνειδητοποίηση ότι έζησα τη ζωή μου μέσα στη λύπη – και ίσως αυτό να ήταν αρκετή τιμωρία. Είναι η ένθερμη ελπίδα μου ότι ο Θεός, με το άπειρο έλεός Του, θα μου δώσει στον θάνατο αυτό που η δειλία μου μου στέρησε στη ζωή: μια θέση δίπλα στη μητέρα σου. Δεν είναι αυτό που μου αξίζει, αλλά αυτή είναι η ομορφιά του ελέους. Επιτρέπει τη συγχώρεση ακόμα και των χειρότερων αμαρτωλών. Με εκτίμηση, Λάβινγκτον Δεν του ξέφυγε του Τζακ ότι ακόμα και τώρα δεν είχε υπογράψει ως «πατέρας». Αλλά ο Τζακ συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ένας τίτλος που είχε κερδίσει ο Λάβινγκτον και προσπάθησε να παρηγορηθεί κάπως με το γεγονός ότι δεν γελοιοποίησε τον όρο. «Μπορώ να δω την ομοιότητα τώρα», είπε η Ολίβια ήρεμα.


Ο Τζακ την κοίταξε. «Νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο να το παρατηρήσεις γιατί είσαι τόσο σκούρος κι εκείνος ήταν τόσο ανοιχτόχρωμος. Αλλά μερικές φορές, όταν έμπαινα σε ένα δωμάτιο και σε έβλεπα, για πολύ λίγες στιγμές ένιωθα σαν να έβλεπα εκείνον». Δεν ήξερε τι να πει σε αυτό. Δεν ήταν έτοιμος να μιλήσει για όλα αυτά, δεν ήξερε αν θα ήταν ποτέ. «Είσαι καλά;» ρώτησε ανήσυχη η Ολίβια. «Κάθεσαι εδώ πάνω από μία ώρα». Δεν είχε φανεί τόσο πολύ στον Τζακ. Φαινόταν σαν να μην είχε περάσει καθόλου χρόνος. «Υποθέτω ότι θα έπρεπε να φοράω ένα από τα ρολόγια σου». «Ή το ρολόι του πατέρα σου». Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ήταν ο πατέρας μου». Κούνησε ξανά το κεφάλι του, προσπαθώντας να αρνηθεί την αλήθεια. «Η μητέρα μου ήταν μόλις δεκαπέντε όταν με γέννησε. Όλη τη ζωή μου νόμιζα ότι ήταν πόρνη. Εκείνος της το έκανε αυτό. Η δειλία του, η έλλειψη δύναμης». Σήκωσε το χέρι του προς την έπαυλη. «Ξέρεις για τι πράγμα μίλησε ο Μπέκγουιθ εκεί μέσα;» Δεν περίμενε να απαντήσει. «Ο νόμος δεν επιτρέπει σε κάποιον να παντρευτεί τη χήρα του πατέρα του». Η Ολίβια χλώμιασε. «Δεν το είχα σκεφτεί αυτό». «Το καλό είναι ότι δεν έχω καμία επιθυμία να τον διεκδικήσω ως πατέρα μου. Νομίζω ότι ήταν πιο μπάσταρδος από όσο ήμουν εγώ». Έσκυψε προς τα εμπρός, έριξε τους αγκώνες στους μηρούς του και έθαψε το πρόσωπό του στα χέρια του, τσαλακώνοντας το γράμμα στο σαγόνι του. «Ο Μπέκγουιθ δήλωσε ότι θα κρατήσει το μυστικό μας, αλλά τι γίνεται αν κάποιος το ανακαλύψει; Ο γάμος μας θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομος, τα παιδιά μας θα είναι μπάσταρδα. Δεν υπάρχει τέλος στις ζημιές που έχει προκαλέσει ο Λάβινγκτον;» Γονάτισε μπροστά του, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τα δ