Page 1


Lorraine Heath

Συμφωνία με τον διάβολο Μετάφραση: Μαρία Βασιλειάδου Εκδοσεις Εlxis


Τίτλος πρωτοτύπου: In bed with the devil, Lorraine Heath © 2008 by Jan Nowasky / Published by arrangement with HarperCollins Publishers Ltd. & JLM Literary Agency / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους HarperCollins Publishers Ltd. & JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-65-8 Πρώτη ελληνική έκδοση Aπρίλιος 2018 / Μετάφραση: Μαρία Βασιλειάδου / επιμέλεια κειμένου: Μαρία Μπανούση / σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου / ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Έρση Σωτηρίου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 www. elxisbooks.gr • info@elxisbooks.gr


Στη θεία Ζαν. Σε ευχαριστώ που ήσουν εδώ πάντα.


Πρόλογος Από το Ημερολόγιο του Λούσιαν Λάνγκτον Λένε ότι οι γονείς μου δολοφονήθηκαν στους δρόμους του Λονδίνου από μια συμμορία κακοποιών. Δεν έχω καμία ανάμνηση, αλλά πιστεύω ότι έτσι πρέπει να έγινε. Επιπλέον, υποτίθεται ότι ήμουν εκεί, αλλά μόνο αν είμαι πραγματικά αυτός που ο κόσμος νομίζει ότι είμαι. Ο κόμης του Κλέιμπουρν. Δεν είναι ωραίο να αμφισβητούμε την ταυτότητα κάποιου. Συχνά μελετώ το πορτρέτο του πατέρα μου που κρέμεται πάνω από το τεράστιο τζάκι στη μεγάλη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου στο Λονδίνο και παρατηρώ τις ομοιότητες στην εμφάνισή μας. Τα μαλλιά – μαύρα σαν την κάπνα που υπάρχει στο εσωτερικό μιας καμινάδας. Τα μάτια – η απόχρωση του κασσίτερου που φέρνει καλύτερο αντίτιμο στους κλεπταποδόχους. Η μύτη – λεπτή σε σχήμα, σαν μαχαίρι, μια κοφτερή λεπίδα, αριστοκρατική. Αν και αυτή η ομοιότητα μπορεί να είναι απλώς ευσεβής πόθος από μέρους μου. Είναι δύσκολο να πει κάποιος αν οι μύτες μας είναι πραγματικά ίδιες, καθώς η δική μου έσπασε άσχημα σε νεαρή ηλικία, αποτέλεσμα μιας συνάντησης που με άφησε σχεδόν νεκρό. Πάντα απέδιδα τη διαφυγή μου από τα χέρια του θανάτου στον Τζακ Ντότζερ, ο οποίος πρόσφερε τον εαυτό του σαν στόχο στην κακοποίησή μου. Τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα για εκείνον. Όχι ότι μιλάμε και ποτέ γι’ αυτό. Όταν μεγαλώνεις στους δρόμους του Λονδίνου, μαθαίνεις πολλά για τα οποία οι άνθρωποι δεν μιλάνε ποτέ. Τα μάτια μου ήταν εκείνα που έπεισαν τον γέρο άρχοντα που ονομάστηκε «παππούς» μου ότι είμαι πράγματι ο εγγονός του. «Έχεις τα μάτια των Κλέιμπουρν», είπε με πεποίθηση. Και εγώ εύκολα παραδέχτηκα ότι κοιτώντας τα δικά του, ήταν σαν να κοιτούσα σε έναν καθρέφτη, αλλά και πάλι αυτό εξακολουθούσε να είναι κάτι μάλλον αμφιλεγόμενο, πάνω στο οποίο θα βασιζόταν μια τόσο μεγάλη απόφαση. Ήμουν δεκατεσσάρων τότε. Περιμένοντας τη δίκη για δολοφονία. Πρέπει να


ομολογήσω ότι ήταν μια μάλλον τυχερή στιγμή να ανακηρυχθώ μελλοντικός άρχοντας του βασιλείου, καθώς το δικαστικό σύστημα δεν ήταν αντίθετο στο να κρεμάει τους νεαρούς νταήδες που θεωρούσε ενοχλητικούς. Είχα αποκτήσει μεγάλη φήμη από αυτή την άποψη. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της σύλληψής μου, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι βάδιζα ταχέως προς το Νιουγκέιτ και στη συνέχεια προς την κρεμάλα. Αγαπώντας τη ζωή, ήμουν αποφασισμένος να κάνω ό,τι ήταν απαραίτητο για να ξεφύγω από τη θηλιά του δημίου. Επειδή ανατράφηκα κάτω από την κηδεμονία του Φίγκαν, του τύπου που διαχειριζόταν την αρκετά διαβόητη παιδική συμμορία κλεφτών, ήμουν έμπειρος στο να εξαπατώ ανθρώπους, στο να προσποιούμαι ότι θυμάμαι πράγματα για τα οποία πραγματικά δεν είχα καμία ανάμνηση. Κατά τη διάρκεια μίας μάλλον εξονυχιστικής ανάκρισης, που την παρακολούθησαν επιθεωρητές της Σκότλαντ Γιαρντ, ήμουν πραγματικά ο σταρ και ο γερο-άρχοντας όχι μόνο δήλωσε ότι είμαι εγγονός του, αλλά απηύθυνε έκκληση στο Στέμμα ώστε να λάβουν υπόψη τις ατυχείς περιστάσεις της ζωής μου και να δείξουν πραγματική επιείκεια. Άλλωστε, είχα δει τη δολοφονία των γονιών μου, είχα πέσει θύμα απαγωγής και είχα πουληθεί σχεδόν ως δούλος. Ήταν σίγουρα αναμενόμενο ότι θα ανέπτυσσα μια λίγο κακή συμπεριφορά. Αν με έπαιρνε υπό την επιτήρησή του, ορκίστηκε να με βάλει πίσω στο σωστό μονοπάτι για να γίνω σωστός κύριος. Το αίτημά του έγινε δεκτό. Και βρέθηκα να ταξιδεύω σε έναν πολύ διαφορετικό –και πιο δύσκολο– δρόμο από ό,τι περίμενα, πάντα ψάχνοντας για το οικείο, την απόδειξη ότι πραγματικά ανήκα εκεί που κατοικούσα πλέον. Μέχρι τη στιγμή που ανδρώθηκα, σε όλες τις εμφανίσεις, ήμουν αριστοκράτης. Αλλά κάτω από την επιφάνεια… παρέμεινα ένας παλιάνθρωπος στην καρδιά.


Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, 1851 Ήταν κοινό μυστικό ότι κανείς δεν μιλούσε για τον διάβολο από τον φόβο ότι έτσι θα προσέλκυε την ένθερμη προσοχή του. Έτσι, λίγοι μεταξύ της αριστοκρατίας μιλούσαν για τον Λούσιαν Λάνγκτον, τον κόμη του Κλέιμπουρν. Όμως καθώς η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι στεκόταν στις μεταμεσονύκτιες σκιές κοντά στην κατοικία του, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι είχε γοητευτεί από τον κόμη Διάβολο από τότε που τόλμησε να εμφανιστεί σε έναν χορό απρόσκλητος. Δεν είχε χορέψει με καμία. Δεν είχε μιλήσει με κανέναν. Αλλά είχε περάσει μέσα από την αίθουσα χορού σαν να μετρούσε κάθε άτομο και σαν να τους έβρισκε δυστυχώς ελλιπείς. Της φάνηκε ιδιαίτερα ενοχλητικό όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω της και έμεινε ένα δευτερόλεπτο περισσότερο από το κανονικό. Δεν μόρφασε ούτε κοίταξε αλλού –παρόλο που ήθελε πολύ να κάνει και τα δύο–, αλλά αιχμαλώτισε τη ματιά του με όλη την αθώα τόλμη που μια νεαρή δεκαεπτάχρονη κοπέλα κατάφερε να συγκεντρώσει. Ικανοποιήθηκε που ήταν ο πρώτος που κοίταξε μακριά, αλλά όχι πριν τα περίεργα ασημένια μάτια του αρχίσουν να σκουραίνουν, να φαίνονται σαν να φλογίστηκαν από τα βάθη της ίδιας της κόλασης από την οποία υποτίθεται ότι πήγαζαν. Λίγοι πίστευαν ότι ήταν ο νόμιμος κληρονόμος, αλλά κανένας δεν τολμούσε να αμφισβητήσει την κατάστασή του. Εξάλλου, ήταν γνωστό ότι ήταν ικανός να διαπράξει δολοφονία. Δεν είχε ποτέ αρνηθεί ότι σκότωσε τον προηγούμενο γιο και κληρονόμο του κόμη. Εκείνο το βράδυ στον χορό, ήταν σαν όλη η ομήγυρη των καλεσμένων να είχε πάρει μία και μόνο αναπνοή και να την κρατούσε, περιμένοντας να δει πού θα χτυπούσε, επάνω σε ποιον θα εξαπέλυε τη δυσαρέσκειά του, επειδή ήταν προφανές ότι δεν ήταν κάποιος που θα έδειχνε ευχαρίστηση. Και το μόνο που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ήταν ότι είχε φτάσει με κάποιο κακό σκοπό στο μυαλό, γιατί σίγουρα γνώριζε ότι καμία κυρία δεν θα τολμούσε να διακινδυνεύσει τη φήμη της χορεύοντας μαζί του ούτε κανένας κύριος θα μπορούσε να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του συζητώντας ανοιχτά και


πρόθυμα με τον Κλέιμπουρν σε τόσο κοινή θέα. Τότε βγήκε έξω, σαν να έψαχνε κάποιον και να μην τον –ή την– είχε βρει. Σαν να είχε αποφασίσει ότι οι υπόλοιποι δεν άξιζαν τον κόπο. Αυτό προκάλεσε περισσότερο την Κάθριν. Ενάντια στην απέραντη ντροπή της, ήθελε απεγνωσμένα να χορέψει μαζί του, να χωθεί μέσα στην αγκαλιά του και να ξαναδεί αυτά τα λαμπερά ασημένια μάτια, που ακόμα και τώρα, πέντε χρόνια αργότερα, συνέχιζαν να στοιχειώνουν τα όνειρά της. Φορώντας την κουκούλα της κάπας της, καλύπτοντας το κεφάλι της σε μια προσπάθεια να ζεσταθεί καθώς η υγρή ομίχλη πύκνωσε, παρατηρούσε από κοντά την κατοικία του κόμη, ψάχνοντας για κάποια ένδειξη ότι εκείνος ήταν σπίτι. Δεν ήταν σίγουρη ότι η έλξη που ένιωθε για εκείνον ήταν απολύτως υγιής. Στην πραγματικότητα, ήταν αρκετά σίγουρη ότι δεν ήταν. Δεν μπορούσε να πει ακριβώς τι ήταν εκείνο που την είχε τραβήξει σε αυτόν. Γνώριζε μόνο ότι ήταν εντελώς βυθισμένη. Κρυφά, χωρίς να το ξέρει η οικογένειά της, μετά την πρώτη συνάντηση με τον Κλέιμπουρν, είχε τολμήσει να του στείλει προσκλήσεις για τους χορούς και τα δείπνα της, τις οποίες του παρέδιδε ένας πιστός υπηρέτης. Όχι ότι είχε ποτέ πρόβλημα να αναγνωρίσει τις προθέσεις της ή να παρακολουθήσει τις κοινωνικές δράσεις της. Εξ όσων γνώριζε, εκτός από εκείνη τη νύχτα, ποτέ δεν είχε εμφανιστεί σε οποιαδήποτε άλλη βραδιά. Δεν ήταν ευπρόσδεκτος στα καλύτερα σπίτια και αισθανόταν αρκετά προσβεβλημένη που είχε απορρίψει τις προσπάθειές της να τον συμπεριλάβει στη ζωή της. Αν και έπρεπε να παραδεχτεί ότι οι λόγοι για τους οποίους τον ήθελε ήταν αρκετά εγωιστικοί και όχι εντελώς αξιοσέβαστοι. Δεν είχε πλέον την πολυτέλεια να τον προσελκύσει με επιχρυσωμένες προσκλήσεις. Ήταν αποφασισμένη να κάνει μια κουβέντα μαζί του και αν όχι μέσα στην ασφάλεια μιας γεμάτης αίθουσας χορού, τότε θα το έκανε μέσα στην ιδιωτικότητα της κατοικίας του. Μια παγωμένη ανατριχίλα διαπέρασε τη σπονδυλική στήλη της και προσπάθησε να την αποδώσει στην ψύχρα της ομίχλης και όχι στη δειλία της. Είχε παραμείνει στη σκιά για αρκετή ώρα και η υγρασία είχε περάσει στα κόκαλά της. Εάν δεν πλησίαζε σύντομα, θα άρχιζε να τρέμει και θα γινόταν χάλια και αυτό δεν θα βοηθούσε τον σκοπό της. Έπρεπε να τον πλησιάσει σαν να μην είχε καμιά ενοχή ή κάτι παρόμοιο γι’ αυτό, αλλιώς θα αντιμετώπιζε αναμφίβολα την περιφρόνησή του και αυτό δεν θα ήταν καλό. Κοίταξε προσεκτικά γύρω. Ήταν πολύ αργά και η νύχτα ήταν πολύ ήσυχη. Δυσοίωνα ήσυχη.


Κανείς δεν επρόκειτο να τη δει να πλησιάζει την πόρτα του, κανείς δεν θα γνώριζε τη σκανδαλώδη μεταμεσονύκτια επίσκεψή της. Η φήμη της θα παρέμενε αλώβητη. Ακόμα δίσταζε. Μόλις έβαζε το πόδι σε αυτό το μονοπάτι, δεν θα υπήρχε επιστροφή, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Με ανανεωμένη αποφασιστικότητα, άρχισε να βαδίζει προς τα εμπρός, φοβούμενη ότι η φήμη της θα παρέμενε το μόνο πράγμα που δεν θα επηρεαζόταν από τον κόμη Διάβολο. Κανείς δεν θα τολμούσε ποτέ να ισχυριστεί ότι ο Λούσιαν Λάνγκτον, ο κόμης του Κλέιμπουρν, ήταν δειλός. Ωστόσο, καθώς καθόταν στο τραπέζι του τζόγου, ήξερε την αλήθεια γι’ αυτό. Ήταν εκεί μόνο επειδή δεν είχε το θάρρος να προκαλέσει την τύχη του με την υπέροχη Φράνι Ντάρλινγκ. Είχε έρθει στην αίθουσα υποδοχής του Ντότζερ με συγκεκριμένη πρόθεση, να ζητήσει τελικά σε γάμο τη Φράνι και λίγο πριν φτάσει στην πόρτα του γραφείου, όπου εκείνη παρακολουθούσε τους λογαριασμούς του Τζακ Ντότζερ, αποφάσισε να παρακάμψει γρήγορα τα τραπέζια των παιχνιδιών. Ακριβώς για να δώσει στα χέρια του την ευκαιρία να σταματήσουν να τρέμουν και στο μυαλό του τον χρόνο να επαναλάβει για άλλη μια φορά τις λέξεις που είχε προετοιμάσει. Αυτό ήταν πριν από έξι ώρες. Θα μπορούσε να κατηγορήσει για την καθυστέρησή του το γεγονός ότι κέρδιζε. Αλλά κέρδιζε πάντα. Ακολούθησε η επόμενη σειρά χαρτιών. Τους έριξε μια ματιά. Δεν ήταν τα χαρτιά που του μοίρασαν που θα διασφάλιζαν τη νίκη του, αλλά μάλλον η ικανότητά του να καθορίζει με ακρίβεια τι κρατούσαν οι υπόλοιποι. Τα μάτια του κόμη του Tσέσνι ανοιγόκλειναν ελαφρώς όταν είχε καλό χαρτί, σαν να μην πίστευε την καλή τύχη του. Σε αυτόν τον γύρο τα μάτια του παρέμειναν αισθητά ακούνητα. Ο Βισκάουντ Μίλνερ συνέχιζε να φτιάχνει τη σειρά των χαρτιών του, χωρίς να βρίσκει ποτέ ικανοποίηση. Ο κόμης του Κάντον έπινε πάντα μια γουλιά κονιάκ όταν ήταν ευχαριστημένος. Το ποτήρι του παρέμεινε ανέγγιχτο. Ο δούκας του Άβενταλ έγερνε προς τα εμπρός, σαν να ήταν έτοιμος να πέσει πάνω στα κέρδη, όταν πίστευε ότι θα ήταν δικά του. Έγερνε πίσω όταν το αποτέλεσμα ήταν αμφίβολο. Επί του παρόντος, φαινόταν σαν να κινδύνευε να γλιστρήσει από την καρέκλα του στο πάτωμα. Μια πολύ κακή παρτίδα, που χωρίς αμφιβολία πίστευε ότι θα κατάφερνε να μπλοφάρει καθ’ όλη τη διάρκειά της. Το παιχνίδι συνεχίστηκε, με κάθε παίκτη να στοιχηματίζει ή να πηγαίνει πάσο. Όταν ολοκληρώθηκε ο συγκεκριμένος κύκλος, καθώς όλοι οι άλλοι άρχοντες


μουρμούριζαν και γκρίνιαζαν, ο Κλέιμπουρν πήρε τα κέρδη του και τα πρόσθεσε στη στοίβα από ξύλινες μάρκες που ήδη υπήρχαν μπροστά του. «Πιστεύω, κύριοι, ότι ήταν μια καλή νύχτα», είπε ενώ σηκωνόταν. Ένα νεαρό αγόρι, ντυμένο με μοβ λιβρέα, για την οποία ήταν πολύ γνωστό το Ντότζερ, έσπευσε με ένα χάλκινο μπολ. Το κράτησε στην άκρη του τραπεζιού, ενώ ο Κλέιμπουρν γλίστρησε τα άφθονα κέρδη του σε αυτό. «Κοίτα, Κλέιμπουρν», είπε ο Άβενταλ, «δεν κρατάς ούτε το πνεύμα του παιχνιδιού. Θα έπρεπε τουλάχιστον να μας δώσεις την ευκαιρία να τα ξανακερδίσουμε». Βγάζοντας μια μάρκα από την τσέπη του, ο Κλέιμπουρν πήρε το μπολ από το αγόρι και του έριξε ένα κέρμα όπως συνήθιζε. Το αγόρι, το οποίο δεν πρέπει να ήταν πάνω από οκτώ, άγγιξε με τα δάχτυλά του το φρύδι του και έσκυψε. «Σας αφιέρωσα το μεγαλύτερο κομμάτι της νύχτας, κύριοι. Πιστέψτε με. Σας διαβεβαιώνω ότι θα βγείτε κερδισμένοι εάν φύγω τώρα». Οι κύριοι γκρίνιαξαν, αλλά ο Κλέιμπουρν ήξερε ότι δεν λυπήθηκαν που αποχωρούσε. Τους έκανε να νιώθουν άβολα. Όχι περισσότερο από όσο τον έκαναν και εκείνον. Αλλά αυτό ήταν το μυστικό του. Σε αντίθεση με αυτούς, δεν επέτρεψε ποτέ στις σκέψεις ή στα συναισθήματά του να βγουν στην επιφάνεια. Ούτε όταν ήρθε η Φράνι. Δεν ήταν σίγουρος ότι εκείνη είχε ιδέα πόσο βαθιά ήταν η αγάπη του για αυτή. Σταμάτησε στο παράθυρο ανταλλαγής και άλλαξε τις μάρκες του με νομίσματα, απολαμβάνοντας το επιπλέον βάρος του μπολ. Καθώς περνούσε από το μέρος τυχερών παιχνιδιών, συνειδητοποίησε ότι η Φράνι είχε αποσυρθεί ήδη για βράδυ, οπότε θα έπρεπε να περιμένει μέχρι αύριο για να δείξει τα αισθήματά του. Όμως πλησιάζοντας στην πίσω πλευρά, είδε ότι η πόρτα στο γραφείο της ήταν ανοιχτή. Πιθανότατα θα έβρισκε τον Τζακ μέσα. Ο άντρας αφιέρωνε λιγότερες ώρες για ύπνο από ό,τι ο Κλέιμπουρν. Αλλά αν δεν ήταν ο Τζακ; Ο Κλέιμπουρν θα μπορούσε να αντέξει αυτό το ενοχλητικό θέμα. Έτσι περπάτησε στον διάδρομο, κοίταξε γύρω από το πλαίσιο της πόρτας… Και να η Φράνι. Όμορφη Φράνι. Τα κόκκινα μαλλιά της τραβηγμένα πίσω σε έναν σφιχτό κότσο, η σκιά των φακίδων στη μύτη και στα μάγουλά της μόλις και ξεχώριζε κάτω από τη λάμψη της λάμπας στο γραφείο που καθόταν, γράφοντας επιμελώς αριθμούς σε μια στήλη. Το φόρεμά της είχε ένα ψηλό κολάρο, κάθε κουμπί, μέχρι το πιγούνι της, ασφαλώς στη θέση του. Τα μακριά μανίκια άφηναν μόνο τα χέρια της να φαίνονται. Το λεπτεπίλεπτο φρύδι της είχε σηκωθεί. Όταν θα γινόταν γυναίκα του, δεν θα είχε καμία έννοια.


Κοίταξε προς τα πάνω, της ξέφυγε μια μικρή κραυγή και τινάχτηκε προς τα πίσω πιάνοντας το στήθος της. «Θεέ μου, Λουκ! Με κατατρόμαξες. Πόση ώρα στέκεις εκεί και με κατασκοπεύεις;» «Όχι πολύ», είπε λακωνικά, περπατώντας στο δωμάτιο με μια αυτοπεποίθηση που δεν αισθανόταν πραγματικά. Έβαλε το μπολ στο γραφείο. «Για εσένα και το σπίτι των παιδιών σου». Το σπίτι ήταν ένα μικρό μέρος που εκείνη ήθελε να δημιουργήσει με την ελπίδα να διευκολύνει τη ζωή των ορφανών. Τον κοίταξε μέσα από τα στενεμένα μάτια της. «Είναι παράνομα κέρδη;» «Φυσικά». Πιάνοντας το μπολ, του χαμογέλασε. Το αχνό ανασήκωμα των χειλιών της τον χτύπησε όπως πάντα, σαν μια ισχυρή γροθιά στην κοιλιά. «Τότε θα τα πάρω με χαρά και θα κάνω καλές πράξεις με αυτά για να σε απαλλάξω από τις αμαρτίες σου». Η φωνή ήταν λίγο πειραχτική, αλλά μια θλίψη απλωνόταν στα μάτια της. «Κανένας δεν μπορεί να με απαλλάξει από τις αμαρτίες μου, Φράνι, το ξέρεις αυτό». Με ένα νεύμα του χεριού του για να τη σταματήσει από το να επιχειρήσει να συζητήσει μαζί του για το θέμα, κάθισε στη βαθιά καρέκλα μπροστά στο γραφείο της. «Έμεινες μέχρι αργά». «Ο όγκος εργασίας που απαιτείται για να παρακολουθώ τα οικονομικά του Τζακ είναι απίστευτος. Τα κέρδη του είναι εκπληκτικά». «Πάντα έλεγε ότι αν θέλεις να πεθάνεις πλούσιος, επένδυσε στην ανηθικότητα». «Λοιπόν, αναμφισβήτητα θα πεθάνει πλούσιος και με έναν τρόπο που είναι μάλλον λυπηρός. Θα πρέπει να ξοδέψει τα χρήματα σε κάτι που να του φέρνει ευχαρίστηση». «Νομίζω ότι βρίσκει τη χαρά του να παίρνει χρήματα από πλούσιους τύπους». Η προφορά του «τραβήχτηκε» στο τέλος για να αποκαλύψει την προέλευσή του από τους δρόμους. Ήταν πάντα τόσο εύκολο να αφεθεί στη Φράνι, επειδή μοιράζονταν το ίδιο παρελθόν. «Αλλά είναι ευτυχισμένος;» ρώτησε. «Είναι κάποιος από εμάς;» Δάκρυα γυάλισαν στα μάτια της. «Να σε πάρει, Φράνι…» Σήκωσε το χέρι της. «Είμαι εντάξει. Είμαι κάπως, αυτό είναι όλο και ενώ δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι είμαι ευτυχισμένη, πιστεύω ότι είμαι χαρούμενη». Τώρα ήταν η τέλεια ευκαιρία να υποσχεθεί την ατελείωτη ευτυχία της. Αλλά


το γραφείο φάνηκε ξαφνικά σαν μια φριχτή, μη ρομαντική τοποθεσία. Πώς είχε σκεφτεί να της κάνει πρόταση εδώ; Το σκηνικό για την πρόταση πρέπει να είναι τόσο αξιοσημείωτο όσο και η ίδια η πρόταση. Αύριο. Θα της έκανε πρόταση αύριο. Καθαρίζοντας τον λαιμό του, σηκώθηκε. «Λοιπόν, είναι μάλλον αργά. Καλύτερα να φύγω». Του χάρισε ένα ακόμα λυπημένο χαμόγελο. «Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου να σταματήσεις και να με επισκεφθείς». Άγγιξε το χάλκινο κύπελλο που περιείχε τα κέρδη του. «Σε ευχαριστώ για τη συμβολή σου». «Θα σου έδινα πιο νόμιμα χρήματα – αν τα έπαιρνες». «Έχεις κάνει αρκετά για μένα, Λουκ». Και πάλι φάνηκε σαν την τέλεια ευκαιρία να της πει ότι δεν είχε κάνει σχεδόν ό,τι σκόπευε να κάνει γι’ αυτή. Αλλά τα λόγια σκάλωσαν στον λαιμό του. Γιατί ήταν πάντα τόσο καταραμένα δεμένη η γλώσσα του όταν ήταν να μιλήσει μέσα από την καρδιά του; Ήταν επειδή, όπως φοβόταν, δεν είχε πραγματικά καρδιά, απλώς μια μαύρη τρύπα που αντανακλούσε το σκοτάδι της ψυχής του; Θα έπρεπε να του ήταν εύκολο να της πει οτιδήποτε. Εξάλλου, γνώριζαν τα χειρότερα από τη ζωή ο ένας του άλλου. Γιατί ήταν τόσο πολύ πιο εύκολο το να μοιράζεται ενώ θα έπρεπε να είναι το καλύτερο; Έκανε ένα βήμα πίσω. «Ίσως σε δω αύριο». «Θα σε ενημερώσω τότε πώς ακριβώς σκοπεύω να χρησιμοποιήσω τα χρήματα που μου έδωσες». «Χρησιμοποίησέ τα όπως σε ευχαριστεί, Φράνι. Δεν έχω απαιτήσεις. Δεν μου χρωστάς εξηγήσεις». «Ποτέ δεν είσαι άνετος όταν έχει να κάνει με ορφανά, έτσι;» «Μα τι λες; Όλοι οι καλύτεροι φίλοι μου είναι ορφανά». «Η χαρούμενη μικρή μπάντα του Φίγκαν από το “ποτέ μην κάνεις καλό”. Είμαστε περίεργη ράτσα, έτσι δεν είναι;» «Μόνο επειδή ξεπεράσαμε τις συνθήκες των νιάτων μας και όλοι είμαστε αρκετά επιτυχημένοι». «Πρέπει να ευχαριστούμε τον παππού σου για την αλλαγή στην τύχη μας. Αυτός μας σήκωσε όλους όταν σήκωσε και εσένα». «Αν ήταν ο παππούς μου». «Πώς μπορείς ακόμα να το αμφισβητείς;» Της είπε σχεδόν την αλήθεια, αλλά δεν σκέφτηκε ότι θα ενέκρινε το ψέμα που ήταν σίγουρος ότι ζούσε. Της χάρισε ένα από τα γοητευτικότερα χαμόγελά του. «Καληνύχτα, Φράνι. Όνειρα γλυκά». Όσο για τον εαυτό του, είχε μόνο εφιάλτες όταν έπεφτε για ύπνο.


Έφυγε από το δωμάτιο προτού τον στριμώξει για περισσότερες απαντήσεις. Η προηγούμενη ζωή του ήταν ένα κομμάτι που δεν απολάμβανε να ξαναζήσει. Μερικές φορές του φαινόταν τόσο παράξενο που ήθελε να παντρευτεί κάποιον που ήταν τόσο κολλημένος στο παρελθόν του. Με εκείνη στο πλευρό του, δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει από αυτό, αλλά ίσως θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει καλύτερα. Ήταν σχεδόν στην μπροστινή πόρτα, όταν άκουσε: «Μου χρωστάς πέντε λίρες, Λουκ». Βγαίνοντας απότομα, γύρισε και κοίταξε, καθώς ο Τζακ Ντότζερ έβλεπε προς το μέρος του, με ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης στο σκούρο πρόσωπό του. «Δεν το ξέρεις αυτό», είπε ο Λουκ όταν ο Τζακ σταμάτησε μπροστά του. «Έκανες, λοιπόν, πρόταση στη Φράνι;» Με έναν αναστεναγμό, ο Λουκ έβγαλε το πορτοφόλι του από το σακάκι του και έδωσε στον Τζακ το ποσό που ζήτησε. «Δεν έπρεπε να σου πω τις προθέσεις μου». «Όχι, δεν έπρεπε ποτέ να δεχτείς το στοίχημα ότι θα το έκανες πραγματικά». Ο Τζακ πήρε τα χρήματα. «Θα ήθελες να πάρεις μαζί σου ένα από τα κορίτσια μου απόψε» –έκλεισε το μάτι– «για λίγη καλοπέραση;» Ο Λουκ καταράστηκε τον Τζακ που τον δελέαζε, καταράστηκε τον εαυτό του για το ότι ήταν τόσο δύσκολο να αντισταθεί στον πειρασμό. Ποτέ δεν είχε μπλεχτεί με κάποιο από τα κορίτσια του Τζακ. «Δεν πρόκειται να αφήσω να με δει η Φράνι να βγαίνω από εδώ με ένα από τα κορίτσια σου». «Θα τη στείλω από γύρω. Η Φράνι δεν θα το μάθει ποτέ». «Νομίζεις ότι τα κορίτσια σου δεν μιλάνε;» «Είναι πολύ διακριτικές. Επιμένω σε αυτό». Ο Λουκ το σκέφτηκε, κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, δεν θα διακινδυνεύσω να αμφισβητήσει την αγάπη μου». «Εννοείς ότι είσαι εργένης όλα αυτά τα χρόνια;» «Φυσικά και όχι, αλλά όπως τα κορίτσια σου, είμαι εξαιρετικά διακριτικός». Το Ντότζερ δεν ήταν το μόνο μέρος που πρόσφερε γυναικεία συντροφιά. Εκτός αυτού, ήταν λιγότερο πιθανό η Φράνι να ακούσει για τις σχέσεις του Λουκ αν τις αναζητούσε αλλού. Για μερικά χρόνια είχε ακόμα και ερωμένη, αλλά είχαν χωρίσει όταν ο Λουκ αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να ζητήσει από τη Φράνι να γίνει γυναίκα του. «Για όνομα του Θεού, η Φράνι δουλεύει εδώ. Ξέρει ότι οι άντρες έχουν παρορμήσεις».


«Δεν πρόκειται να την κάνω να αναρωτηθεί για τις δικές μου. Ίσως να καταλάβαινες αν υπήρχε κάποια που αγαπούσες». «Προτιμώ να αγοράζω γυναίκες. Εξασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν παρανοήσεις». Και από την εμπειρία του Λουκ, και κανένα πραγματικό πάθος. «Επομένως, θα βάλουμε το συνηθισμένο στοίχημα για αύριο;» ρώτησε ο Τζακ. «Εννοείται». «Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που έβαλες τον εαυτό σου σε αυτό το παιχνίδι. Δεν μου αρέσει να γίνομαι πλούσιος από τους φίλους μου, επομένως φρόντισε το θέμα αύριο, εντάξει;» «Αν δεν το απολαμβάνεις, τότε σταμάτα να βάζεις τα καταραμένα στοιχήματα!» «Ξέρεις ότι έχω μια αδυναμία στα στοιχήματα». Μια γωνία του στόματός του ανασηκώθηκε. «Και σπάνια μπορώ να σε νικήσω στα χαρτιά». «Αύριο. Θα τη ρωτήσω αύριο», είπε ο Λουκ με αναζωογονημένη αυτοπεποίθηση. Ο Τζακ τον χτύπησε στον ώμο. «Φέρε άλλο ένα πεντόλιρο για παν ενδεχόμενο». Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Λουκ για να μη ρίξει γροθιά σε αυτό το γνωστό μειδίαμα του Τζακ. Αλλά όπως και η Φράνι χρωστούσε στον Λουκ, έτσι και ο ίδιος χρωστούσε στον Τζακ ένα χρέος που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρέψει. Ο Λουκ βγήκε από το κτίριο στην ομιχλώδη νύχτα. Τα κόκαλά του αμέσως άρχισαν να πονάνε, μια υπενθύμιση από πάρα πολλές νύχτες που κοιμήθηκε στο κρύο. Τώρα τα δωμάτια του σπιτιού του ήταν αφόρητα ζεστά, απλώς και μόνο επειδή είχε τη δυνατότητα. Έχοντας περάσει τη νιότη του χωρίς πολλές ανέσεις, τις απολάμβανε όλες τώρα. Είχε κερδίσει τη φήμη του εκκεντρικού και υπερβολικού, επειδή ξόδευε ανόητα. Αλλά θα μπορούσε να αντέξει οικονομικά να ξοδεύει όπως τον ευχαριστούσε. Η συνεργασία με τον Τζακ το εξασφάλιζε αυτό. Ναι, η επένδυση στην ανηθικότητα είχε καλές απολαβές. Προτού πλησιάσει την άμαξά του, ο αμαξάς του με τη λιβρέα άνοιξε την πόρτα με ελαφριά υπόκλιση. «Στο σπίτι αμέσως», είπε ο Λουκ καθώς ανέβαινε. «Ναι, άρχοντά μου». Η πόρτα έκλεισε και ο Λουκ κάθισε στο βελούδινο κάθισμα. H ταλαντευόμενη άμαξα ξεχύθηκε μπροστά. Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, ο Λουκ έβλεπε ελάχιστα από την γκρίζα, στροβιλώδη ομίχλη. Δεν τον ένοιαζε πολύ, καθώς είχε


μόνιμη θέση στα όνειρά του. Όχι ότι ονειρευόταν συχνά. Για να ονειρευτεί κάποιος πρέπει να κοιμηθεί και ο Λουκ σπάνια κοιμόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν ήξερε τίποτε από αυτά. Τα παιδιά του Φίγκαν. Ήταν δεμένα μεταξύ τους για όσα είχαν κάνει. Ήταν πράγματα που η αριστοκρατία δεν θα μπορούσε ποτέ να κατανοήσει ότι τα παιδιά τα έκαναν επειδή ήταν αρκετά απελπισμένα. Ήταν ένας από τους πολλούς λόγους που δεν ένιωθε πολύ άνετα με τη θέση του στον κόσμο. Λίγο μετά τον θάνατο του γέρου, ο Λουκ παρευρέθηκε σε έναν χορό για να αναγνωριστεί δημόσια η θέση του ως νέος κόμης του Κλέιμπουρν. Ένας ψίθυρος απλώθηκε στο πλήθος μόλις ανακοινώθηκε η παρουσία του από την κορυφή της σκάλας. Περιφερόταν μέσα στο δωμάτιο, προκαλώντας οποιονδήποτε να αμφισβητήσει την παρουσία του. Κανείς δεν τόλμησε να συναντήσει το βλέμμα του. Μια εικόνα ξετυλίχθηκε στην άκρη της μνήμης του. Μια νεαρή κοπέλα όχι μόνο τόλμησε να ρίξει το βλέμμα της πάνω του, αλλά συνέχισε να τον κοιτάζει για αρκετή ώρα. Δεν ήταν σίγουρος γιατί, αλλά τη σκεφτόταν πού και πού. Δεν έμοιαζε καθόλου με τη Φράνι. Στεκόταν εκεί μέσα στην κομψή τουαλέτα της, με κάθε τούφα των ξανθών μαλλιών της να παραμένει στη θέση της, φαινόταν κακομαθημένη και χαϊδεμένη. Ήταν ένας από τους λόγους που έδιωξε την ιδέα ότι ήταν πλέον μέρος της αριστοκρατίας. Δεν γνώριζαν τίποτα για τον πόνο. Δεν γνώριζαν τίποτα για την ταπείνωση ώστε να εξασφαλίσεις ελάχιστο φαγητό. Δεν ήταν εξοικειωμένοι με το δυνατό ράπισμα του μπαστουνιού όταν η επαιτεία δεν έφερνε αρκετά κέρματα ή όταν το γλίστρημα των χεριών μέσα στις τσέπες δεν συγκέντρωνε αρκετά πορτοφόλια. Δεν γνώριζαν τον φόβο να συλληφθούν. Ακόμα και παιδιά στέλνονταν στη φυλακή, μερικές φορές μεταφέρονταν με μεγάλα σκάφη στην Αυστραλία ή τη Νέα Ζηλανδία και σε σπάνιες περιπτώσεις απαγχονίζονταν. Η άμαξα σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε και ο Λουκ βγήκε. Πάντα αισθανόταν ένοχος όταν έφτανε στην κατοικία του στο Λονδίνο. Δύο ντουζίνες οικογένειες θα μπορούσαν να ζήσουν άνετα εκεί. Αντ’ αυτού ήταν μόνο αυτός και δυο ντουζίνες υπηρέτες. Φυσικά, αυτό θα άλλαζε μόλις παντρευόταν τη Φράνι. Παιδιά θα έτρεχαν σε αυτούς τους διαδρόμους σύντομα. Θα βίωναν μια πολύ πιο ευγενική ζωή από αυτή που είχαν γνωρίσει οι γονείς τους. Η βαριά μπροστινή πόρτα άνοιξε. Έμεινε έκπληκτος που βρήκε τον μπάτλερ του ακόμα ξύπνιο. Ο Λουκ εκμεταλλευόταν όλες τις ώρες, ερχόταν και έφευγε όπως ήθελε, όταν ήθελε. Δεν είχε την απαίτηση οι υπηρέτες του να ζουν σύμφωνα με τις νυχτερινές του συνήθειες.


Ο Φιντσάιμονς φρόντιζε το σπίτι πολύ πριν ο Λουκ έρθει να ζήσει εκεί με τον γέρο. Ο μπάτλερ ήταν απόλυτα πιστός στον προηγούμενο κόμη και ποτέ –από όσο ήξερε ο Λουκ– ο Φιντσάιμονς δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του γέρου ότι ο Λουκ ήταν εγγονός του. Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Λουκ έβγαλε το καπέλο του και το παρέδωσε στον μπάτλερ. «Σου έχω ξαναπεί ότι δεν χρειάζεται να μένεις ξύπνιος μέχρι να γυρίσω σπίτι». «Ναι, κύριε, αλλά σκέφτηκα ότι έπρεπε να το κάνω αυτό το βράδυ». «Και γιατί αυτό;» ρώτησε ο Λουκ, τραβώντας τα γάντια του. «Μια κυρία έφτασε νωρίτερα». Ο Λουκ έμεινε ακίνητος. «Ποια;» «Δεν είπε. Χτύπησε την είσοδο υπηρεσίας, είπε ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό –ένα ζήτημα ζωής και θανάτου ήταν τα ακριβή λόγια της– να μιλήσει μαζί σας. Από εκείνη τη στιγμή περιμένει στη βιβλιοθήκη». Ο Λουκ κοίταξε προς τον διάδρομο. «Και δεν έχεις ιδέα ποια είναι;» «Όχι, άρχοντά μου, αν και θα τολμούσα να μαντέψω ότι είναι μια κυρία ανώτατης κλάσης. Έχει τον αέρα». Με τα χρόνια, λίγες ποιοτικές γυναίκες είχαν αναζητήσει το κρεβάτι του Λουκ. Ζούσε μια ζωή αφθονίας που πολλές ήθελαν να υιοθετήσουν, αλλά πάντα τους ξεκαθάριζε ότι δεν πρόσφερε τίποτα μόνιμο. Μερικές απλώς ήθελαν να παίξουν με τον διάβολο για κάποιο χρονικό διάστημα. Αλλά καμία δεν είχε ζητήσει ποτέ να τον επισκεφθεί προφασιζόμενη ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Πόσο δραματικό. Το υπόλοιπο της βραδιάς υποσχόταν να είναι διασκεδαστικό. Έδωσε τα γάντια του στον Φιντσάιμονς. «Σιγουρέψου ότι δεν θα μας ενοχλήσει κανείς». «Ναι, κύριε». Με την περιέργειά του οξυμμένη, ο Λουκ βγήκε στον διάδρομο. Κανένας υπηρέτης δεν περίμενε έξω από την πόρτα. Δεν είχε κανέναν λόγο να πιστεύει ότι οι υπηρεσίες του θα απαιτούνταν σε αυτή την ασεβή ώρα. Ο Λουκ μπήκε στη βιβλιοθήκη χτυπώντας την πόρτα πίσω του, μια μεγάλη είσοδος για να αφοπλίσει τον επισκέπτη του. Η γυναίκα που στεκόταν στο παράθυρο, κοιτάζοντας σε έναν κήπο κρυμμένο από το σκοτάδι και την ομίχλη, γύρισε. Η κουκούλα της κάπας της ήταν ριγμένη στους ώμους της, το κούμπωμά της μπερδεμένο εκεί που θα ξεχώριζε το υπέροχο δέρμα της, ανάμεσα στον λαιμό και στο στήθος. Κάτω από την κάπα θα είχε ντυθεί για να αποπλανήσει – και για λόγους που δεν μπορούσε να καταλάβει, ξαφνικά είχε πολλή διάθεση για αποπλάνηση.


«Λαίδη Κάθριν Μέιμπρι, αν θυμάμαι», είπε συρτά, πλησιάζοντας τόσο ώστε να μυρίσει το ακριβό άρωμα που ανέδιδε το δέρμα της, σαν το άρωμα ενός ευαίσθητου τριαντάφυλλου. Τα μπλε μάτια της άνοιξαν ελαφρώς. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ξέρατε ποια ήμουν». «Είναι δουλειά μου να μαθαίνω ποιος είναι ο καθένας». «Με θεωρείτε δουλειά σας;» «Μα φυσικά, λαίδη Κάθριν. Δεν είναι αυτό που επιθυμούσατε όταν με προσκαλέσατε εκείνο το βράδυ στον χορό;» «Όχι ακριβώς, όχι», μουρμούρισε. Μαγεμένος κοίταξε τον λεπτό λαιμό της να κινείται ελαφρώς καθώς κατάπινε – η μόνη ένδειξη που έδειχνε ότι το ξανασκεφτόταν που βρισκόταν εκεί. Ήταν πιο όμορφη από ό,τι θυμόταν –ή ίσως ήταν απλώς η ωριμότητα που της ταίριαζε– και είχε ακόμα το θάρρος να κρατάει το βλέμμα της πάνω του. Ή ίσως όχι. Ύστερα από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κοίταξε μακριά ενώ έγλειφε τα χείλη της. Μια πρόσκληση για κάτι πιο οικείο. Έσυρε το δάχτυλό του κατά μήκος της μαλακής σάρκας κάτω από το πιγούνι της και το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό του. Κάτω από το άγγιγμά του ένιωσε τον παλμό της να ανεβαίνει, να τρέχει σαν ένα μικρό έντομο που τόλμησε να πλησιάσει στη φλόγα και τώρα συνειδητοποιούσε ότι δεν είχε κανένα μέσο διαφυγής. Ήταν προφανές ότι ήταν πρωτάρα όσον αφορά την τέχνη της αποπλάνησης, αλλά δεν είχε σημασία. Ήταν αρκετά έμπειρος εκείνος για να το διακρίνει. «Ξέρω γιατί είστε εδώ», της είπε, η φωνή του χαμηλή, προκλητική, ένα προοίμιο για να βρεθεί κάτω από τα μεταξωτά σεντόνια που κοσμούσαν το κρεβάτι του. Ανασήκωσε το λεπτό φρύδι της. Τα χαρακτηριστικά της άγγιζαν την τελειότητα, σκαλισμένα από τη φύση με προφανή προσοχή και καθόλου αλλοιωμένα από τη σκληρότητα της ζωής. «Πώς…» άρχισε. «Μη νομίζετε ότι είστε η πρώτη που προσπαθεί να με παγιδεύσει για γάμο. Δεν με πιάνετε εύκολα». Γλίστρησε το δάχτυλό του κατά μήκος της σάρκας της, μέχρι το κούμπωμα στον λαιμό της. «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κηδεμόνας σας στέκεται ακριβώς έξω από το παράθυρο, βλέποντας, περιμένοντας την τέλεια στιγμή για να κάνει την παρουσία του αισθητή». Με επιδέξιες κινήσεις χαλάρωσε το κούμπωμα και γλίστρησε προσεκτικά την κάπα από τους ώμους της μέχρι να πέσει στο πάτωμα.


Το σώμα του σφίχτηκε στη σκέψη τού τι μπορούσε να του προσφέρει. Είχε περάσει πολύς καιρός χωρίς μια γυναίκα από κάτω του. Ακόμα και αν έπεφτε στην παγίδα της, θα το έσκαγε αρκετά εύκολα. Χαϊδεύοντας το πρόσωπό της, έσκυψε πιο κοντά μέχρι η αναπνοή του να μπερδευτεί με τη δική της. «Αλλά ακόμα κι αν με δει να σας βγάζω τα ρούχα, ακόμα κι αν δει ότι με καλωσορίζετε με ανοιχτές αγκάλες και φωνάζετε με έκσταση, δεν θα σας παντρευτώ», ψιθύρισε. Άκουσε την ανάσα της. «Δεν θα αποκαταστήσω τη φήμη σας αφού αμαυρωθεί». Έτριψε τα χείλη του στα δικά της. «Αν μείνετε έγκυος, δεν θα σας παντρευτώ. Το τίμημα που πληρώνετε για να χορέψετε με τον διάβολο βρίσκεται στην κόλαση». Πίεσε το στόμα του πάνω στο δικό της, χωρίς να εκπλαγεί από το πόσο εύκολα εκείνη έπεσε. Ακόμα κι αν δεν είχε έρθει εδώ για να τον παγιδεύσει, ήξερε τι ήταν γι’ αυτή. Μια περιέργεια, τίποτα περισσότερο. Ένα παραστράτημα πριν από έναν αξιοσέβαστο γάμο με έναν άρχοντα του οποίου η γενεαλογία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πίσω από την πλάτη του. Δεν αντιστάθηκε όταν τα χείλη τους ενώθηκαν. Αναστέναξε όταν σάρωσε με τη γλώσσα του το στόμα της, μη αφήνοντας τίποτε ανεξερεύνητο. Τα χέρια της άρπαξαν τα πέτα του σακακιού του και σκέφτηκε για μια στιγμή ότι εκείνη τρέκλισε. Αντέδρασε από μια τόσο ισχυρή ανάγκη που σχεδόν τον γονάτισε. Ακόμα και όταν καταριόταν και εκείνη και την αδυναμία του, αναγνώρισε ότι δεν είχε τη δύναμη να αντισταθεί στον πειρασμό. Θα την έκανε δική του. Εκείνη το είχε προκαλέσει φτάνοντας στο κατώφλι του. Ήταν ένας άντρας που εκμεταλλευόταν πάντα τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονταν και αυτή του έδωσε μια ευκαιρία για πάθος. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε αφήσει ελεύθερες τις επιθυμίες του. Θα επωφελείτο από όλα όσα θα της πρόσφερε εκείνη τη νύχτα, αλλά τίποτα παραπάνω. Το πρωί δεν θα έπαιρνε το παραμικρό από αυτόν, εκτός από τις αναμνήσεις. Απομακρύνοντας το στόμα του από το δικό της, έσφιξε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του και την κοίταξε. «Βεβαιώσου ότι είναι αυτό που θέλεις, λαίδη μου, γιατί δεν θα υπάρξει πισωγύρισμα όταν γίνει». Ανέπνεε γρήγορα και κοφτά, κούνησε το κεφάλι της. «Παρερμηνεύσατε τον σκοπό της επίσκεψής μου». «Αλήθεια;» ρώτησε ειρωνικά. Κούνησε το κεφάλι. «Θέλω να απαλλαγώ από κάποιον. Και άκουσα ότι είστε ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να το κάνει».


Κεφάλαιο 2 Αν η Κάθριν δεν στεκόταν τόσο κοντά στον Κλέιμπουρν με τις καρδιές τους να χτυπούν σχεδόν με τον ίδιο ασταθές ρυθμό, θα πίστευε ότι εκείνος είχε υποστεί ένα βίαιο χτύπημα. Παρόλο που φάνηκε να επανέρχεται αρκετά γρήγορα καθώς απελευθέρωσε το χέρι της και έκανε ένα βήμα πίσω, το πρόσωπό του για άλλη μια φορά ήταν σαν μια δυσανάγνωστη μάσκα. Η έκφρασή του ήταν τόσο περίεργη όσο όταν πρωτομπήκε στο δωμάτιο. Ενώ ήταν σίγουρη ότι ο μπάτλερ του είχε πει ότι μια κυρία είχε έρθει να τον δει, ο Κλέιμπουρν δεν έδειξε καμία έκπληξη όταν ανακάλυψε ότι ήταν εκείνη που τον περίμενε. Μόνο όταν τραβήχτηκε από το φιλί, εκείνη είδε κάποιο συναίσθημα, και θα μπορούσε να ορκιστεί ότι ήταν επιθυμία. Επιθυμία για την ίδια συγκεκριμένα; Λίγο απίθανο. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ήταν απλώς έντονη λαγνεία και η συγκεκριμένη γυναίκα που στεκόταν μπροστά του δεν είχε καμία σημασία. Ήταν γνωστός για το φλερτ ως τα όρια της αξιοπρέπειας και ήταν αναμφισβήτητα συνηθισμένος να σέρνει μαζί του άλλους στον γκρεμό. Αλλά προς μεγάλη της ντροπή, δεν μπόρεσε παρά να σκεφτεί ότι θα ήταν ένας υπέροχος τρόπος να συνεχίσει. Στις μυστικές εσοχές του μυαλού της, όπου η ασέβεια καραδοκούσε, είχε ονειρευτεί πως τον φιλούσε, αλλά ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι τα χείλη του θα ήταν τόσο μαλακά, το στόμα του τόσο ζεστό, η γλώσσα του τόσο αποφασισμένη να βρει τον δρόμο της. Αυτό που είχαν κάνει τα στόματά τους ήταν αρκετά ασυνήθιστο και παρόλο που ήξερε ότι θα έπρεπε να είχε απομακρυνθεί, να είχε αντισταθεί, να τον είχε χαστουκίσει, το μόνο που ήθελε ήταν να εμβαθύνει στην οικειότητα. Είχε μια γεύση που δεν είχε δοκιμάσει ποτέ. Ήταν τολμηρός με τις εξερευνήσεις του, δελεάζοντάς τη να ξεχάσει ό,τι είχε μάθει για την αγάπη. Με το στόμα του να παίζει στο δικό της, είχε πετύχει να κάνει το σώμα της να τρέμει σαν τρελό και να καίγεται από επιθυμία, όπως ποτέ πριν. Είχε μπει στον πειρασμό να τον ακολουθήσει εκεί που την οδηγούσε, αλλά διακυβεύονταν περισσότερα από το να ικανοποιήσει τις επιθυμίες της. Τα προηγούμενα λόγια του την έπεισαν ότι δεν θα διατηρούσε κανένα σεβασμό γι’ αυτή αν υπέκυπτε στη γοητεία του, όπως χωρίς αμφιβολία πολλές γυναίκες είχαν πάθει πριν από αυτή, και σε αυτό το στάδιο του παιχνιδιού έπρεπε να έχει το πάνω χέρι.


Γυρίζοντάς της την πλάτη, περπάτησε σε ένα μικρό τραπέζι, όπου υπήρχε μια ποικιλία κρυστάλλινων αντικειμένων. Έβγαλε το πώμα από ένα και έριξε κεχριμπαρένιο υγρό σε ένα ποτήρι και έπειτα σε ένα άλλο. «Να απαλλαγείτε; Τόσο απαλές λέξεις. Υποθέτω ότι εννοείτε ότι θέλετε κάποιον νεκρό», δήλωσε κατηγορηματικά. «Ναι». Σκύβοντας μάζεψε την κάπα της, κρατώντας τη σφιχτά, σαν να είχε τη δύναμη να σταματήσει το τρέμουλό της. Θεέ μου, ήθελε να αγγίξει με τα χέρια της την πλάτη του, τους ώμους του. Ήθελε να περάσει τα δάχτυλά της μέσα από τα πυκνά, μαύρα μαλλιά του. Ήθελε να πιέσει το σώμα της πάνω του. Να χορέψει με τον διάβολο, πράγματι. Γυρίζοντας από το τραπέζι, της έτεινε ένα ποτήρι. Καταπίνοντας, αναγκάζοντας το σώμα της να μην αποκαλύψει το εσωτερικό τρέμουλο, άπλωσε το χέρι να πάρει το ποτήρι, σταματώντας καθώς το βλέμμα της έπεσε στο εσωτερικό του δεξιού αντίχειρά του, χαρακωμένο με πολλές ουλές, σαν να τον είχε μαστιγώσει επανειλημμένα κάποιος. Αφού το κοίταξε λίγο παραπάνω, συνειδητοποίησε ότι είχε χρησιμοποιηθεί μαχαίρι. Είχε καεί επίσης. «Το να το κοιτάζετε επίμονα δεν θα το κάνει πιο όμορφο», είπε. Έστρεψε το βλέμμα της πάνω του. «Συγγνώμη. Εγώ…» Δεν μπορούσε να πει τίποτα για να κάνει την κατάσταση πιο καλή, έτσι πήρε απλώς το ποτήρι που της πρόσφερε. «Ευχαριστώ». Η ματιά του περιπλανήθηκε πάνω της. Περιφρονητικά. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κρατήσει ψηλά το κεφάλι της, και το έκανε. Πέρασε από δίπλα της και έπεσε σε μια καρέκλα άτσαλα. Κάθε χαρακτηριστικό ότι ήταν τζέντλεμαν εξαφανίστηκε, κάθε υπαινιγμός ότι την έβλεπε σαν κυρία επίσης. Αν και στην πραγματικότητα έπαψε να είναι κύριος τη στιγμή που τα ζεστά, χαλαρά χείλη του συνάντησαν τα δικά της. Ακόμα και τώρα το σώμα της φλογιζόταν στην ανάμνηση του στόματός του που έσπρωχνε το δικό της να ανοίξει γι’ αυτόν, για να καλωσορίσει τη γλώσσα του. Και στο καλωσόρισμα έπαψε να είναι κυρία, αλλά θα μπορούσε να ξανακερδίσει έδαφος αρκετά εύκολα, απλώς με το να επιστρέψει στην ανατροφή της. Ήπιε μια γερή γουλιά και με το χέρι που κρατούσε το ποτήρι έδειξε την καρέκλα απέναντί του. Χωρίς να είναι σίγουρη πόσο ακόμα θα μπορούσαν να την κρατήσουν τα πόδια της, κάθισε με χάρη, έχοντας πάντα επίγνωση της στάσης της, αποφασισμένη να παραμείνει κυρία, ακόμα κι αν εκείνος δεν ενεργούσε πλέον ως κύριος. Από εκείνη την πρώτη νύχτα, τουλάχιστον χίλιες φορές είχε φανταστεί ότι ήταν κοντά του, αλλά όχι έτσι. Ήταν πάντα σε μια αίθουσα χορού, τα βλέμματά τους συναντιόνταν στο γεμάτο δωμάτιο…


«Ποιος;» ρώτησε. Ο γρήγορος τόνος του την έφερε πίσω στη στιγμή. Τύλιξε και τα δύο χέρια γύρω από το ποτήρι. «Συγγνώμη;» Αναστέναξε με ανυπομονησία. «Ποιον θέλετε νεκρό;» «Δεν θα σας πω μέχρι να ξέρω με βεβαιότητα ότι είστε πρόθυμος να το κάνετε». «Γιατί;» «Επειδή δεν θέλω να τον προειδοποιήσετε αν δεν πρόκειται να το φροντίσετε…» «Όχι», διέκοψε απότομα. Η απογοήτευση τη χτύπησε. Σκέφτηκε να τσακωθεί, αλλά αισθάνθηκε σχεδόν αποκαμωμένη από το φιλί και την πλήρη περιφρόνησή του για τη δυστυχία της. Ξεπερνώντας το τρέμουλο που τη διαπερνούσε και αποφασισμένη να κάνει όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπή έξοδο, σηκώθηκε. «Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας τότε». «Όχι», μουρμούρισε. «Δεν είπα ότι δεν θα το κάνω. Είπα όχι επειδή απαντάτε σε λάθος ερώτηση». «Συγγνώμη;» «Δεν ρώτησα γιατί δεν μου λέτε ποιος είναι. Αναρωτιόμουν για τον λόγο για τον οποίο τον θέλετε νεκρό». «Ω». Κάθισε πάλι. Η ελπίδα επέστρεψε σαν ένα νεογέννητο πουλί που μαθαίνει να πετάει. «Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας πω ούτε αυτό». Ήπιε άλλη μια γουλιά από το κονιάκ του, μελετώντας τη πάνω από το χείλος του ποτηριού του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τεντωθεί. Δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κάποιος κλασικά όμορφος. Η μύτη του ήταν ελαφρώς γαμψή και στραβή στην κορυφή, σαν να είχε σπάσει κάποια στιγμή. Παραδόξως, πρόσθετε δύναμη σε ένα πρόσωπο που ίσως να φαινόταν κάπως υπερβολικά κομψό. Χρειαζόταν ξύρισμα, αλλά αυτή την ώρα της νύχτας υποψιαζόταν ότι οι περισσότεροι άντρες έτσι ήταν. Μπορούσε ακόμη να αισθανθεί το σημείο που τα σκούρα γένια του είχαν γδάρει το πιγούνι και τα μάγουλά της καθώς την είχε φιλήσει. Έκλεισε τα μάτια της και έδιωξε αυτές τις σαρκικές εικόνες και τις ντροπιαστικές αντιδράσεις του σώματός της σε αυτές. Τα χείλη της ήταν ακόμα ταλαιπωρημένα και πρησμένα. Αναρωτιόταν αν θα τα αισθανόταν πάλι κανονικά. Προφανώς το να έχεις γεννηθεί από τα βάθη της κόλασης είναι η αιτία που ένας άντρας είναι εξαιρετικά ερωτικός. Εξεπλάγην που και η ίδια δεν είχε καεί στο καζάνι.


«Πόσους άντρες έχετε φιλήσει;» ρώτησε ξαφνικά. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και… Τέλεια! Σκέφτηκε να πει ψέματα, αλλά τι θα κέρδιζε με την απάτη; Υποψιάστηκε ότι εκείνος έκανε αρκετές απάτες και για τους δύο. «Μόνο απόψε». Ήπιε άλλη μια γουλιά, παρακολουθώντας τη ξανά. Δεν της άρεσε όταν την παρατηρούσε. Δεν της άρεσε καθόλου. Θυμήθηκε εκείνη την πρώτη νύχτα, στον χορό, όταν είχε την αίσθηση πως είχε μετρήσει την αξία της – και είχε αποφασίσει ότι άξιζε πολύ λίγα. «Αλλά δεν είμαι εδώ για να συζητήσω για φιλιά. Είμαι εδώ για να συζητήσω…» «Ναι, ναι, αν θα σκοτώσω κάποιον για εσάς. Και περιμένετε να δεχτώ τον λόγο σας ότι, δηλαδή, αξίζει να σκοτωθεί χωρίς καν να μου πείτε τι έχει κάνει. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, ίσως παραμέλησε να σας ζητήσει σε χορό». «Σίγουρα δεν νομίζετε ότι είμαι τόσο αφελής όσο αυτό». «Ξέρω λίγα για εσάς, λαίδη Κάθριν, εκτός από το ότι δεν έχετε κανέναν ενδοιασμό να επισκεφθείτε έναν κύριο μέσα στη μαύρη νύχτα. Ίσως να επισκεφθήκατε αυτόν τον άντρα, σας αρνήθηκε και εσείς προσβληθήκατε». «Δεν έχω τη συνήθεια να επισκέπτομαι κυρίους στη διάρκεια της νύχτας». «Οι πράξεις σας λένε το αντίθετο». «Κρίνετε τους πάντες από τις πράξεις τους;» «Λένε περισσότερα από τα λόγια τους». «Και χωρίς αμφιβολία έχετε σημαντική εμπειρία σε ψεύτικα λόγια». Μια γωνία του στόματός του σηκώθηκε ελαφρώς, ένα ψεύτικο χαμόγελο. «Οι περισσότερες γυναίκες καλοπιάνουν έναν κύριο όταν εύχονται να τους κάνουν την παλιοδουλειά τους». Κοίταξε μέσα στο ποτήρι που κρατούσε στα χέρια της. Αναρωτήθηκε αν πίνοντας το περιεχόμενό του, θα έβρισκε το χαμένο θάρρος της στον πάτο του. «Δεν ήθελα να σας προσβάλω». «Αλήθεια;» Σήκωσε το βλέμμα της προς το πρόσωπό του. «Ναι, υποθέτω ότι το ήθελα». Ανοίγοντας ελαφρά τα μάτια του, φάνηκε έκπληκτος από την ειλικρινή απάντησή της. «Λοιπόν, τι έκανε ο κύριος για να κερδίσει τη δυσαρέσκειά σας; Κορόιδεψε το φόρεμά σας; Πάτησε τα δάχτυλά σας ενώ χορεύατε; Σας πρόσφερε μαραμένα λουλούδια;» «Οι λόγοι είναι δικοί μου, άρχοντά μου. Δεν θα με αναγκάσετε να σας πω. Η συμφωνία μας δεν θα περιλαμβάνει τίποτα περισσότερο από το να δεχτείτε να


φροντίσετε το θέμα στο σημείο που θα σας πω ποιος πρέπει να φύγει». «Γιατί πρέπει να συμφωνήσω σε αυτό; Ποιο θα είναι το όφελος για μένα;» «Θα σας πληρώσω αδρά για τις υπηρεσίες σας». Το τραχύ γέλιο του, που αντανακλούσε ανάμεσα στους τοίχους με τα φορτωμένα με βιβλία ράφια, ήχησε κάπως περίεργα μέσα στο σπίτι. Σαν να κυριάρχησε η αρρενωπότητα και να μην υπήρχε χώρος για κάτι ευγενέστερο. «Λαίδη Κάθριν, τα χρήματα είναι το μόνο πράγμα που δεν έχω ανάγκη». Φοβόταν ότι θα συνέβαινε αυτό, αφήνοντάς τη σε μια αδύναμη διαπραγματευτική θέση. Τι θα μπορούσε να του προσφέρει; Είχε ακούσει αρκετές φήμες για να ξέρει ότι δεν ήταν άνθρωπος που έκανε κάτι ως αποτέλεσμα μιας φιλάνθρωπης καρδιάς. «Τι χρειάζεστε τότε, κύριε;» «Από εσάς – τίποτα». «Σίγουρα χρειάζεστε κάτι που δεν μπορεί να σας προσφέρει η παρούσα κατάσταση». Σηκώθηκε όρθιος. «Τίποτα που θα με έκανε να σκοτώσω έναν άνθρωπο απλώς και μόνο επειδή τον θέλετε νεκρό. Χάσατε τον χρόνο σας ερχόμενη εδώ. Παρακαλώ, περάστε έξω». Διώχνοντάς τη, επέστρεψε στη γωνία και άρχισε να ξαναγεμίζει το ποτήρι του. Δεν θα ικέτευε, αλλά ούτε θα παραιτούνταν τόσο εύκολα. Σηκώθηκε όρθια. «Δεν υπάρχει κάτι που να θέλετε τόσο απεγνωσμένα ώστε να είστε πρόθυμος να κάνετε οτιδήποτε για να το αποκτήσετε;» «Αν τον θέλετε νεκρό τόσο πολύ, να τον σκοτώσετε μόνη σας». «Φοβάμαι ότι θα το τολμήσω. Υποψιάζομαι ότι χρειάζεται ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπου για να ολοκληρώσει την πράξη όταν αυτό γίνεται πραγματικότητα». «Ενός ανθρώπου σαν εμένα ίσως; Ενός άκαρδου μπάσταρδου;» «Μήπως εσείς… τον σκοτώσατε; Μήπως σκοτώσατε τον θείο σας;» Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε κάνει αυτή την περίεργη ερώτηση. Τα λόγια είχαν βγει από το στόμα της προτού να έχει την ευκαιρία να τα σταματήσει. Κατέβασε το κεχριμπαρένιο υγρό και έριξε περισσότερο στο ποτήρι του. «Ποια απάντηση θα σας ικανοποιούσε, λαίδη Κάθριν;» «Μια ειλικρινής». Στρεφόμενος ελαφρώς, συνάντησε το βλέμμα της. «Όχι, δεν σκότωσα τον θείο μου». Και παρά την απάντησή του, που το σταθερό βλέμμα του αποκάλυψε ότι ήταν η απόλυτη αλήθεια, οι καλαίσθητες τρίχες στον αυχένα του λαιμού της σηκώθηκαν και δεν είχε πλέον καμία επιθυμία να παραμείνει μπροστά του.


Ήταν ανόητη που ήρθε εδώ, αλλά συχνά η απελπισία γεννά ανόητους. «Λυπάμαι που σας ενόχλησα, κύριε». «Καμία ενόχληση, λαίδη Κάθριν. Το φιλί άξιζε την εισβολή στη βραδιά μου». Γύρισε με το πιγούνι ψηλά. «Λυπάμαι που δεν μπορώ να πω το ίδιο». Το σκοτεινό γέλιο του την ακολούθησε έξω από τη βιβλιοθήκη και δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο ήχος του θα γέμιζε τα όνειρά της, μαζί με την ανάμνηση των χεριών του που την αγκάλιαζαν. Η επίσκεψη στον διάβολο ήταν ένα λάθος και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσευχηθεί οι πράξεις της να μην επιστρέψουν για να τη στοιχειώσουν. Ανάθεμά την. Ανάθεμά την. Ανάθεμά την. Ξαπλωμένος στην μπροκάρ πολυθρόνα, ο Λουκ κατέβασε το τελευταίο ουίσκι από το μπουκάλι πριν το εκσφενδονίσει στον τοίχο. Βαριανασαίνοντας, έριξε το κεφάλι του πίσω. Το δωμάτιο περιστρεφόταν γύρω του, με το σκοτάδι να γίνεται πυκνό. Ήταν το τρίτο μπουκάλι που τελείωνε. Ένα ακόμα χρειαζόταν. Ένα ακόμα θα μπέρδευε τις χαμένες, φρικιαστικές εικόνες της αθωότητας που τον βομβάρδιζαν. Ένα ακόμα θα τις έσπρωχνε πίσω, στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού του. Ένα ακόμα θα κατάπινε την τύψη, την ενοχή, τη λύπη. Ενώ άλλοι προσεύχονταν στον Θεό, αυτός είχε δώσει την ψυχή του στον διάβολο για να βρει τη δύναμη να κάνει ό,τι χρειάστηκε να γίνει. Και τώρα ένα χαζό θηλυκό του ζητούσε να το κάνει ξανά. Ανάθεμά την! Του έστελνε προσκλήσεις για τους ανόητους χορούς της σαν να ήταν σημαντικοί, λες και το βράδυ που πέρασε στη συντροφιά της να άξιζε πολύ τον χρόνο του. Τι γνώριζε για το μαρτύριο; Τι γνώριζε για την κόλαση; Κάνοντάς της το καπρίτσιο, θα χρησίμευε μόνο στο να τον σύρει προς τα κάτω σε αυτή και δεν θα έβρισκε καμία διαφυγή. Ήξερε καλά αυτή την αλήθεια. Σκύβοντας χαμηλά, άρπαξε άλλο ένα μπουκάλι από τον μικρό στρατό που είχε παρατάξει στο πάτωμα δίπλα στην καρέκλα του. Είχε περάσει πάρα πολλές νύχτες σαν αυτή, μη ξέροντας πού να στραφεί για παρηγοριά όταν δεν υπήρχε γυναίκα δίπλα του. Ανάθεμα, θα έπρεπε να είχε φέρει στο σπίτι ένα από τα κορίτσια του Τζακ. Ούτε η Φράνι θα μπορούσε να του προσφέρει παρηγοριά. Ποτέ δεν θα μπορούσε να την πάρει με την απελπισία που τον έλουζε τώρα. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια γυναίκα αρκετά ισχυρή για να αντιμετωπίσει τις δυνατές εξάρσεις του χωρίς να δένεται, μια γυναίκα που δεν θα δείλιαζε, μια γυναίκα που θα μπορούσε να βγάλει το θηρίο από μέσα του και που δεν θα είχε καμία


επιθυμία να τον εξημερώσει. Η εικόνα της λαίδης Κάθριν Μέιμπρι να βρίσκεται από κάτω του γέμισε το μυαλό του και πέταξε το μισό άδειο μπουκάλι απέναντι. Την καταράστηκε ξανά. Αγωνίστηκε τόσο σκληρά για να παραμείνει πολιτισμένος, να μην ξαναγυρίσει στις ρίζες του και είχε καταφέρει να τον αναστατώσει. Θα έπρεπε να την είχε σηκώσει στην αγκαλιά του και να την πήγαινε στην κρεβατοκάμαρά του. Θα έπρεπε να της είχε δείξει για τι ήταν ικανός. Δολοφονία; Μα τον Θεό, όπως είχε αποδείξει, ήταν ικανός για πολύ χειρότερα από αυτό. Από το Ημερολόγιο του Λούσιαν Λάνγκτον Δεν ήξερα το όνομα του ανθρώπου που σκότωσα. Δεν ήξερα ότι το πεπρωμένο τον είχε ανακηρύξει κληρονόμο ενός τίτλου. Ήξερα μόνο ότι είχε βλάψει τη Φράνι – σκληρά και χωρίς έλεος. Έτσι, ανέλαβα εγώ ο ίδιος να είμαι ο δικαστής του, η επιτροπή της Κρίσης και ο εκτελεστής. Δυστυχώς, στη βιασύνη μου για απονομή δικαιοσύνης, δεν έλαβα τις κατάλληλες προφυλάξεις. Υπήρξε ένας μάρτυρας και με συνέλαβαν αμέσως. Στην ουσία, βλέπω ότι ήμουν αλαζόνας να πιστεύω ότι μόνο εγώ είχα τη σοφία να καθορίσω τη μοίρα του. Αλλά ήμουν εξοικειωμένος με το δικαστικό σύστημα, αφού είχα συλληφθεί στην ηλικία των οκτώ. Έχω κάνει τρεις μήνες στη φυλακή. Έφερα το σημάδι του εγκλήματός μου στον δεξί αντίχειρα. Ένα Κ, για το κλέφτης, που το μάρκαραν με καυτό σίδερο στην τρυφερή σάρκα μου. Έναν χρόνο μετά τη φυλάκισή μου αποφασίστηκε ότι το μαρκάρισμα των εγκληματιών με αυτόν τον σκληρό τρόπο έπρεπε να σταματήσει. Και έτσι έγινε. Ήξερα ότι η φυλακή δεν ήταν ένα ευχάριστο μέρος. Ήξερα ότι κάποιοι εγκληματίες μεταφέρθηκαν με μεγάλα πλοία μακριά από την ακτή της Αγγλίας, αλλά δεν γνώριζα λεπτομέρειες και έτσι δεν μπορούσα να κρίνω το δίκαιο του πράγματος. Είχα παρακολουθήσει έναν δημόσιο απαγχονισμό δύο ατόμων. Φαινόταν σκληρή ποινή. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν ήμουν διατεθειμένος να διακινδυνεύσω ότι ο άνθρωπος που θα έβλαπτε τη Φράνι θα παρέμενε ατιμώρητος ή ότι η τιμωρία του δεν θα ήταν αντάξια του εγκλήματός του. Έτσι τον σκότωσα. Ο αστυνομικός που με συνέλαβε με διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα βρισκόμουν στους ουρανούς να χορεύω. Άκουσα τις σοβαρές προβλέψεις του με στωικότητα. Δεν μετάνιωσα. Όταν κάποιος βλάπτει αυτούς που αγαπάμε, πρέπει


να κάνουμε αυτό που πρέπει. Και πάντα αγαπούσα τη Φράνι. Περίμενα σε μια αίθουσα ανακρίσεων στο Γουίτ χολ Πλέις, όταν έφεραν μέσα έναν γέρο αριστοκράτη. Η εκδίκηση έκαιγε στα μάτια του και εγώ το ήξερα, χωρίς να μου το έχουν πει, ότι ήταν ο γιος του αυτός που είχα σκοτώσει. Από το ντύσιμό του και τον τρόπο του, αναγνώρισα ότι ήταν ένας άνθρωπος με τη δύναμη να με δει να παραδίνομαι στην κόλαση. Με κοίταξε για πολλή ώρα, το ίδιο κι εγώ. Από τη στιγμή της σύλληψής μου δεν είπα ούτε μια λέξη, εκτός από το όνομά μου. Δεν αμφισβήτησα ούτε επιβεβαίωσα τις κατηγορίες. «Πάντα δεμένη η γλώσσα», μας είχε συμβουλέψει ο Φίγκαν σε περίπτωση σύλληψης. «Δεν έχει σημασία τι τους λέτε, την αλήθεια ή το ψέμα, θα το φτιάξουν για να ταιριάξει στους δικούς τους σκοπούς». Είχα μάθει νωρίς ότι τα λόγια του Φίγκαν δεν έπρεπε να τα ξεχάσω. Ήξερε τι έλεγε. Τότε ο γερο-ευγενής έκανε το πιο περίεργο πράγμα. Πλησίασε, έπιασε με το γαντοφορεμένο χέρι του το πιγούνι μου και έστρεψε το πρόσωπό μου από τη μια και μετά από την άλλη. «Χρειάζομαι περισσότερο φως», δήλωσε. Έφεραν περισσότερες λάμπες και τις έβαλαν στο τραπέζι, μέχρι που ένιωσα εντελώς εκτεθειμένος. Ο θυμός στα μάτια του γέρου ευγενή άλλαξε σε κάτι πιο μαλακό, ένα συναίσθημα που δεν αναγνώρισα. «Τι συμβαίνει, άρχοντά μου;» ρώτησε ένας επιθεωρητής. «Νομίζω ότι είναι ο εγγονός μου», είπε ο γέρος. «Αυτός που αγνοείται;» Ο γέρος έγνεψε μια φορά και είδα μια διέξοδο από τη δύσκολη κατάστασή μου. Είχα ήδη μάθει πώς να διαβάζω τους ανθρώπους. Ήξερα τι χρειαζόταν ο γέρος. Με τις απαντήσεις μου στις ερωτήσεις του τον εξαπάτησα ότι ήμουν εγώ αυτός. Όταν πείστηκε ότι ήμουν εγγονός του, είπε στους επιθεωρητές να μας αφήσουν μόνους μια στιγμή. Κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί μου. «Σκότωσες τον γιο μου;» ρώτησε. Κούνησα μια φορά το κεφάλι. «Γιατί;» Για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα είπα την αλήθεια. Τελικά, ήταν η αλήθεια που έπεισε τον γέρο ότι ήμουν εξαγοράσιμος. Ήταν λίγο καιρό πριν με συγχωρέσει εντελώς. Η σωτηρία μου και η τιμωρία μου ήταν να ζήσω τη ζωή μου ως εγγονός του.


Κεφάλαιο 3 «Είναι τόσο δύσκολο να αποφασίσεις», είπε η δούκισσα του Άβενταλ. «Δεν ξέρω ποιο θα ήταν το καλύτερο». Κοιτάζοντας απέναντι από το μικρό τραπέζι στον κήπο της, έπιασε την Κάθριν στο μέσο ενός ντροπιαστικού χασμουρητού, όχι ότι η δούκισσα φάνηκε να το παρατηρεί. Έσπρωξε τις συλλογές πάνω στο τραπέζι. «Ποια προτιμάς;» «Γουίνι, επιλέγεις χαρτί για προσκλήσεις», της είπε η Κάθριν. «Δεν θα καταστραφεί η Μεγάλη Βρετανία λόγω της απόφασής σου. Ποια σου αρέσει περισσότερο;» Η Γουίνι στράβωσε το κάτω χείλος της. «Δεν ξέρω. Νομίζω ότι μου αρέσει το χρώμα της κρέμας, αλλά είναι πιο ακριβό. Αξίζει;» «Αν σου αρέσει, τότε αξίζει την επιπλέον δαπάνη». «Δεν πρέπει να αρέσει σε εμένα, αλλά στον άντρα μου. Ο προμηθευτής με περιμένει σήμερα το απόγευμα. Θα έρθεις μαζί μου για να γίνουν οι προσκλήσεις σωστά;» Η Γουίνι ήταν η πιο αγαπημένη φίλη της Κάθριν από τότε που ήταν μικρά κορίτσια. Δεν άρεσε καθόλου στην Κάθριν που έβλεπε την αυτοπεποίθηση της Γουίνι να χάνεται. «Έχεις ξανακάνει χορούς πριν. Ξέρεις πώς να παραγγείλεις σωστά προσκλήσεις». «Ναι, αλλά ο Άβενταλ είναι πάντα απογοητευμένος με κάτι. Θέλω τα πάντα να είναι τέλεια». Η Κάθριν δεν πίστευε ότι υπήρχαν πολλοί άντρες στο Λονδίνο που έδιναν πραγματικά και την παραμικρή σημασία στις προετοιμασίες ενός χορού. Για κακή της τύχη, η Γουίνι είχε παντρευτεί έναν από αυτούς. Προσπαθώντας συνεχώς για την τελειότητα, έκανε τη ζωή της άθλια και έδιωχνε τη χαρά από κάθε προσπάθεια. «Δεν υπάρχει τελειότητα και αν υπήρχε, νομίζω ότι θα ήταν αρκετά βαρετή. Ωστόσο, ας επιμείνουμε στο χρώμα της κρέμας», είπε η Κάθριν. «Νομίζω ότι φαίνεται λίγο πιο κομψό και θα αγοράσω εγώ τις προσκλήσεις». «Δεν είναι ανάγκη». «Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Μου επιτρέπετε να είμαι οικοδέσποινα στον χορό μαζί σας, στο όμορφο σπίτι σας, επειδή ο πατέρας είναι άρρωστος και δεν θα ήταν σωστό να κάνουμε έναν χορό στο δικό μου. Οπότε θα


αναλάβω τις προσκλήσεις». «Αν είσαι σίγουρη ότι δεν σε πειράζει». «Δεν με πειράζει καθόλου». Η Γουίνι ξεφύσησε με ανακούφιση. «Ευχαριστώ. Άλλο ένα πράγμα λιγότερο να ανησυχώ». «Θα σταματήσω στον προμηθευτή πηγαίνοντας σπίτι μου». «Είσαι τόσο καλή». Η Κάθριν χασμουρήθηκε ξανά. «Συγγνώμη». «Δεν θυμάμαι να υπήρχαν χοροί χθες το βράδυ και όμως από την ώρα που ήρθες, έχω την αμυδρή υποψία πως ήσουν έξω μάλλον μέχρι αργά», είπε η Γουίνι. «Απλώς δεν κοιμήθηκα καλά». «Λόγω του πατέρα σου; Έχει επιδεινωθεί η κατάστασή του;» Θα έπρεπε να ήταν ο πατέρας της που την κράτησε ξύπνια. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που ο τελευταίος αγώνας του με την αποπληξία τον είχε αφήσει κλινήρη. Τώρα ήταν λίγο περισσότερο από ένα κουφάρι άντρα. Περνούσε τα απογεύματα και συχνά τα βράδια της διαβάζοντάς του, προσπαθώντας να του φέρει όποια παρηγοριά μπορούσε. Είχε προσλάβει νοσηλευτές για να τον προσέχουν, όταν δεν μπορούσε να είναι εκεί, επειδή γνώριζε ότι θα αισθανόταν ένοχος εάν σκεφτόταν ότι αφιέρωνε όλο τον χρόνο της σε αυτόν. Ήταν νέα. Θα ήθελε να απολαμβάνει τη ζωή της. Αλλά τελικά αυτό ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. «Όχι, ο πατέρας φαίνεται να είναι τα ίδια, αν και είναι δύσκολο να καταλάβουμε από τότε που δεν μπορεί να μιλήσει». «Τι σε απασχολεί τότε;» Ένας ερεθιστικός άρχοντας. Με κάποιον τρόπο κατάφερε να ρίξει κάποιο ξόρκι στο σώμα της, κάνοντάς το να αισθάνεται ανικανοποίητο για το υπόλοιπο της νύχτας, όχι ότι είχε απομείνει και πολύ όταν τελικά έπεσε στο κρεβάτι. Τι είδους αταξία έκανε και επέστρεψε στο σπίτι τόσο αργά; Και πώς υπέθεσε αμέσως ότι μια γυναίκα όπως αυτή ήταν εκεί για σαρκικούς σκοπούς; Μόνο οι χειρότεροι αγριάνθρωποι βλέπουν τις γυναίκες με τέτοιο τρόπο. Η Κάθριν δεν ήταν πόρνη. Ήταν αγνή και καθαρή και σωστή. Παρόλο που, αφού δοκίμασε το φιλί του, συνειδητοποίησε ότι η ζωή της ήταν μάλλον βαρετή. Εντούτοις, οι πράξεις του είχαν ως αποτέλεσμα να κατανοήσει τελικά γιατί οι γυναίκες αποθαρρύνονταν στο να βιώσουν τέτοιες προσωπικές στιγμές μέχρι να παντρευτούν. Άραγε όλοι οι άντρες ασκούν τέτοια εξουσία πάνω στις γυναίκες – για να τις κάνουν να καούν με επιθυμία; Ή μήπως ήταν μόνο εκείνοι όπως ο


Κλέιμπουρν, που χάζευαν από την πύλη της κόλασης; «Γουίνι, είσαι παντρεμένη εδώ και πέντε χρόνια». Είχε προσελκύσει την προσοχή του δούκα του Άβενταλ αρχές της χρονιάς και τον παντρεύτηκε τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου. Η Γουίνι στράβωσε το φρύδι της. «Αυτό είναι ερώτηση;» «Όχι, είναι μια παρατήρηση που ένιωσα υποχρεωμένη να κάνω πριν ρωτήσω: Σε φιλάει;» «Αυτή είναι μια περίεργη ερώτηση». «Είμαι κοπέλα και δεν έχω μητέρα να ρωτήσω για αυτά που μου εξάπτουν την περιέργεια και έτσι πρέπει να απευθυνθώ στην παντρεμένη φίλη μου για τις απαντήσεις. Σε φιλάει;» Η Γουίνι ήπιε το τσάι της, σαν να σκεφτόταν την απάντησή της. «Ενίοτε». «Σε αφήνει να το αποζητάς;» «Να αποζητάω τι;» Η Κάθριν σχεδόν γέλασε. Αν έπρεπε να το εξηγήσει, λοιπόν, τότε δεν φιλούσε όπως ο Κλέιμπουρν. Αλλά ο Άβενταλ είχε γεννηθεί κύριος, ενώ ο Κλέιμπουρν ήταν κάτι περισσότερο από έναν κακοποιό ντυμένο με ρούχα άρχοντα. Παρακολούθησε τη Γουίνι που έσκυψε προς τα εμπρός τόσο ελαφρά για να σερβίρει περισσότερο τσάι. Ήταν ειρωνικό που μια τέτοια ομορφιά σε αυτόν τον κήπο περιτριγύριζε ένα σπίτι όπου παραμόνευε απίστευτη ασχήμια. Οι κινήσεις της εξηγούσαν τόσο καλά την περιττή ανησυχία της για τις προσκλήσεις. «Σε χτύπησε πάλι, έτσι δεν είναι, Γουίνι;» «Μην είσαι ανόητη». Πλησιάζοντας, η Κάθριν έβαλε το χέρι της πάνω στη φίλη της, σταματώντας ό,τι έκανε. «Βλέπω πόσο προσεκτικά κινείσαι, σαν η παραμικρή κίνηση να σου προκαλεί τον μεγαλύτερο πόνο. Μπορείς να με εμπιστευτείς. Δεν θα πω τίποτα σε κανέναν. Το ξέρεις αυτό». Δάκρυα φώλιασαν στα εκφραστικά μάτια της Γουίνι. «Ήρθε σπίτι αργά χθες το βράδυ με νεύρα. Δεν είμαι σίγουρη τι έκανα λάθος…» «Αμφιβάλλω ότι έκανες κάτι λάθος και ακόμα και αν έκανες, δεν έχει κανένα δικαίωμα να σε χτυπάει». «Ο νόμος διαφωνεί». «Στα τσακίδια ο νόμος». Παίρνοντας ανάσα, η Γουίνι ορθάνοιξε τα μάτια της. «Κάθριν, πρόσεχε τη γλώσσα σου». «Με επιπλήττεις για τη γλώσσα μου και παρ’ όλα αυτά στοιχηματίζω ότι


κάθεσαι και τις τρως σιωπηλή». «Είμαι η γυναίκα του, ιδιοκτησία του. Ο νόμος του επιτρέπει να μου κάνει ό,τι θέλει, ακόμα και να με εξαναγκάσει να κάνω κάτι όταν ίσως δεν θέλω. Θα έρθει η μέρα που θα μάθεις την αλήθεια του γάμου». «Αμφιβάλλω ότι κάποτε θα παντρευτώ. Αλλά αν το κάνω, δεν θα επιτρέψω σε έναν άντρα να έχει τον έλεγχο πάνω μου». «Έχεις καταφέρει μόνο να ξεφύγεις από τον γάμο επειδή ο πατέρας σου είναι ανήμπορος και ο αδελφός σου περιφέρεται στις διάφορες ηπείρους. Μόλις επιστρέψει και αναλάβει τις ευθύνες του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων προς εσένα, όλα θα αλλάξουν». Όχι, δεν θα ήταν έτσι. Η Κάθριν ήταν πιο δυνατή από τη Γουίνι. Αν και έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε γίνει πιο ανεξάρτητη μετά την αποχώρηση του Στέρλινγκ. Ο πατέρας της είχε αρχίσει να της διδάσκει πράγματα, φοβούμενος ότι ο αδελφός της που περιπλανιόταν δεν θα μπορούσε να επιστρέψει από τα ταξίδια του. Δεδομένου ότι ο πατέρας της είχε αρρωστήσει, είχε αναλάβει εκείνη να πάρει τη θέση του όσο το δυνατόν καλύτερα. Ήξερε ότι η έντονη φύση της, χωρίς αμφιβολία, φόβιζε μερικούς και συζητιόταν από άλλους. Αλλά δεν είχε αφήσει την περιουσία του πατέρα της να πέσει σε αποσύνθεση. «Είμαι ήδη είκοσι δύο, Γουίνι, και κανείς δεν έχει δείξει ενδιαφέρον να με παντρευτεί». «Είναι εξαιτίας του τρόπου που ο κόμης Διάβολος σε κοίταξε εκείνο το βράδυ, σαν να σε ξεχώρισε και από το πώς ανταπέδωσες εσύ. Θα έπρεπε να είχες χαμηλώσει το βλέμμα σου, όπως θα έκανε κάθε αξιοπρεπής γυναίκα. Τώρα είσαι σπιλωμένη λόγω εκείνου». Η Κάθριν αναγκάστηκε να γελάσει. Αν η Γουίνι ήξερε ότι η Κάθριν είχε κάνει πολύ πρόσφατα περισσότερα από το να τον κοιτάξει, είχε δεχτεί το φιλί του, θα λιποθυμούσε επιτόπου. «Προσπάθησε να με εκφοβίσει. Δεν είμαι κάποια που θα φοβηθεί. Ήταν η τέλεια ευκαιρία να αποδείξω αυτό το κομμάτι του χαρακτήρα μου», είπε η Κάθριν. «Αυτό που απέδειξες ήταν ότι είσαι πρόθυμη. Κανένας δεν θέλει μια πρόθυμη σύζυγο». «Τότε κανένας άντρας δεν θα με έχει, γιατί δεν θα αλλάξω για να τον ευχαριστήσω». «Όταν αγαπάς έναν άντρα, θα κάνεις οτιδήποτε για να κερδίσεις την εύνοιά του». «Ακόμα και να του επιτρέπεις να σε χτυπά;»


Η Γουίνι κοκάλωσε και η Κάθριν μετάνιωσε για τη σκληρότητα των λέξεών της, όμως δεν ήξερε πώς αλλιώς να κάνει την αγαπημένη φίλη της να ακούσει – για το δικό της καλό. «Άφησέ τον, Γουίνι. Έλα μαζί μου. Θα πάμε στο σπίτι του πατέρα μου στην εξοχή. Θα βρεις καταφύγιο εκεί». «Έχεις ιδέα πόσο θα εξαγριωθεί ο άντρας μου; Θα με έβρισκε, Κάθριν, και θα με σκότωνε για μια τόσο φριχτή προδοσία. Δεν έχω καμία αμφιβολία. Είναι ένας υπερήφανος άνθρωπος και όταν η υπερηφάνεια του απειλείται…» «Σε χτυπάει γιατί δεν έχει το θάρρος να αντιμετωπίσει τις δικές του αδυναμίες». «Δεν του έχεις καμία εκτίμηση». «Γιατί πρέπει να σκεφτώ διαφορετικά; Βλέπω αυτό που σου κάνει. Προσπαθείς να το κρύψεις, αλλά φοβάμαι ότι θα έρθει μια μέρα που δεν θα μπορεί να κρυφτεί». «Πριν από πέντε λεπτά με ρώτησες αν με φιλάει. Το κάνει και μερικές φορές είναι πολύ όμορφο». «Όμορφο; Όχι. Ένα φιλί θα πρέπει να είναι άκρως σαγηνευτικό, να κάνει τα γόνατά σου να τρέμουν, την καρδιά σου…» Η φωνή της έσπασε καθώς κούνησε το κεφάλι της. Ήταν συνεπαρμένη καθώς θυμήθηκε το φιλί του Κλέιμπουρν. «Κάθριν, τι έκανες;» «Τίποτα». «Είσαι πολύ περίεργη και η περιγραφή σου… Έχεις κάποιο φλερτ;» «Μην είσαι χαζή». «Τότε γιατί αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον για τα φιλιά;» «Προσπαθώ απλώς να καταλάβω γιατί ανέχεσαι όλα αυτά. Τι σου δίνει ώστε να αξίζει τον κόπο;» «Η θέση της γυναίκας, Κάθριν, είναι να στέκεται δίπλα στον άντρα της». Η Κάθριν έσφιξε το χέρι της Γουίνι. «Γουίνι, δεν είμαι η οικογένειά σου που επιμένει να είσαι η καλή κόρη και η καλή σύζυγος. Ραγίζει η καρδιά μου να σε βλέπω να υποφέρεις έτσι». Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της Γουίνι. «Ω, Κάθριν, μερικές φορές με τρομάζει τόσο. Λένε ότι η πρώτη γυναίκα του ήταν αδέξια και έπεσε από τις σκάλες. Και η δεύτερη γλίστρησε στο υπνοδωμάτιο και χτύπησε τόσο δυνατά το κεφάλι στο πάτωμα, που αυτό τη σκότωσε. Ήξερα αυτές τις ιστορίες, αλλά δεν αμφισβήτησα την ειλικρίνειά του, παρά μόνο αφού παντρεύτηκα. Είναι τόσο γοητευτικός όταν δεν είναι θυμωμένος. Αλλά όταν είναι δυσαρεστημένος, είναι πολύ τρομακτικός». «Τότε άφησέ τον».


«Δεν μπορώ!» φώναξε. «Ο νόμος δεν θα με προστατεύσει. Μπορεί να ισχυριστεί ότι τον εγκατέλειψα και ο νόμος θα του δώσει τον γιο μου. Η οικογένειά μου θα πεθάνει και δεν θα σταθεί δίπλα μου και ο άντρας μου, Θεός φυλάξοι, Κάθριν, η οργή που θα εξαπολύσει θα είναι ό,τι χειρότερο σε σύγκριση με οτιδήποτε έχει δείξει έως τώρα. Το γνωρίζω τόσο καλά όσο καλά γνωρίζω ότι το τσάι μας έχει κρυώσει. Θα είναι δυστυχία για όλους. Είναι καλύτερα να αποδεχτώ απλώς τη μοίρα μου και να προσπαθώ να τον καθησυχάζω». Η Κάθριν άφησε το χέρι της Γουίνι και κάθισε πίσω. «Ω, Γουίνι, μισώ αυτό που σου έχει κάνει. Η σωματική κακοποίηση είναι απαράδεκτη, αλλά αυτό που έχει κάνει για να καταστρέψει την όμορφη γυναίκα που κατοικούσε μέσα σου… ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω γι’ αυτό». Μορφάζοντας, η Γουίνι έφτασε στο τραπέζι και πήρε το χέρι της Κάθριν. «Ξέρω πόσο πεισματάρα μπορείς να γίνεις. Δεν πρέπει ποτέ να τον αντιμετωπίσεις για αυτό το θέμα, δεν πρέπει ποτέ να αφήσεις να φανεί ότι το ξέρεις. Αν αισθανθεί απειλή, Κάθριν, τότε ο Θεός να φυλάει και τις δυο μας». «Ποτέ δεν θα μάθει από μένα πόσο τον απεχθάνομαι». Η Γουίνι φάνηκε να χαλαρώνει, το σφίξιμο στο χέρι της Κάθριν μειώθηκε. «Μπορούμε να αλλάξουμε τώρα θέμα; Το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να επιβαρύνεται η καρδιά μου γνωρίζοντας ότι σου προκαλώ τέτοια ανησυχία». «Μην ανησυχείς για τα συναισθήματά μου, Γουίνι. Σ’ αγαπώ. Ό,τι και να συμβεί, αυτό δεν θα αλλάξει». «Μαμάκα!» Ένα μικρό τετράχρονο αγόρι έτρεξε στον κήπο, αφήνοντας τη νταντά του πίσω. Έπεσε στην αγκαλιά της Γουίνι. Ανασαίνοντας βαριά, έχασε το χρώμα της. «Αγάπη μου, δεν πρέπει να πέφτεις πάνω στη μαμά». Το αγόρι την κοίταξε πληγωμένο από την απότομη επίπληξη. Η Κάθριν συνειδητοποίησε ότι η Γουίνι πονούσε πολύ περισσότερο από ό,τι άφησε να φανεί. Ποτέ δεν μάλωνε το παιδί της. Ποτέ. «Γουίτ, έλα να δεις τη θεία Κάθριν», είπε η Κάθριν. «Η αγκαλιά της έχει ανάγκη από ένα παιδί». Έσπευσε και η Κάθριν τον αγκάλιασε. Αναρωτήθηκε σε πόσο καιρό ο πατέρας του θα έβγαζε τις απογοητεύσεις του πάνω του. Ήταν αργά το απόγευμα όταν η Κάθριν επέστρεψε στο σπίτι. Πώς θα μπορούσε να ζήσει με την ενοχή, αν ο Άβενταλ σκότωνε τη Γουίνι; Πώς θα μπορούσε να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη αν δεν έκανε κάτι – γνωρίζοντας όλα αυτά που συνέβαιναν;


Είχε πολλές γνωριμίες, φίλους, υπηρέτες, όμως μερικές φορές ένιωθε τόσο μόνη. Δεν είχε άλλη από τη Γουίνι, σε αυτή μπορούσε να εμπιστευτεί όλα εκείνα που την προβλημάτιζαν. Ωστόσο, δεν τόλμησε να πει στη Γουίνι τα πάντα, επειδή η αγαπημένη φίλη της είχε ήδη βαρεθεί με τα δικά της προβλήματα, έτσι η Κάθριν κράτησε τις ανησυχίες και τα βάρη της για την ίδια. Κόκκινη, με βαριά καρδιά, ανέβηκε τις σκάλες και σταμάτησε έξω από το υπνοδωμάτιο του πατέρα της. Δεδομένου ότι εκείνος είχε αρρωστήσει, είχε επιτύχει μια ανεξαρτησία που λίγες γυναίκες είχαν ποτέ. Χωρίς τον αδελφό της εκεί να λειτουργεί ως θεματοφύλακάς της, θα μπορούσε να κάνει ό,τι την ευχαριστούσε και να μη δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Είχε δίκιο η Γουίνι; Θα έχανε αυτή την ελευθερία αν παντρευόταν ποτέ; Ή η Κάθριν είχε δίκιο και κανένας άντρας δεν θα την υπέτασσε ποτέ; Ακόμα και ως παιδί, ήταν λίγο πρόθυμη. Εντάξει, κορόιδεψε τον εαυτό της. Πολύ πρόθυμη. Ο αδελφός της την είχε αποκαλέσει κακομαθημένη πολλές φορές. Όχι ότι ήταν ικανός να της υψώσει το δάχτυλο. Ήταν εκείνος που έκανε τουρισμό στον κόσμο, διασκεδάζοντας, κάνοντας τη νεανική τρέλα του, ενώ εκείνη έμεινε εδώ για να φροντίζει τον πατέρα της. Αν και για να είμαστε δίκαιοι, ο Στέρλινγκ δεν γνώριζε ότι ο πατέρας τους είχε αρρωστήσει. Μετά την πρώτη αποπληξία του πατέρα της, εκείνος είχε ακόμα τη δυνατότητα να μιλήσει. Της είπε τότε ότι δεν έπρεπε να επικοινωνήσει με τον Στέρλινγκ για οποιονδήποτε λόγο. Η επόμενη κρίση τον άφησε ανίκανο να μιλήσει, να επικοινωνήσει. Τώρα απλώς πετούσε μακριά. Περίμενε μια στιγμή για να καταλαγιάσουν τα συναισθήματά της. Δεν ήθελε να προσθέσει στα προβλήματα του πατέρα της το κλάμα για τη φίλη της, το κλάμα για εκείνον, το κλάμα για όλα όσα δεν είχε τη δύναμη ή την τόλμη να αλλάξει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Αμέσως χτυπήθηκε από τη δυσωδία της ασθένειας. Η νοσοκόμα σηκώθηκε από την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του, όπου αυτός είχε καρφωθεί. Εκείνη έτρεξε. «Λαίδη μου». «Πώς είναι;» «Λουσμένος και καθαρισμένος, περιμένοντας την απογευματινή επίσκεψή σας». Η Κάθριν περπάτησε κατά μήκος στα πόδια του κρεβατιού και χαμογέλασε στον πατέρα της. Νόμιζε ότι είδε την ευχαρίστηση στα γαλανά μάτια του, αλλά ίσως ήταν μόνο ευσεβής πόθος από την πλευρά της. «Είναι μία υπέροχη μέρα. Πρέπει να φέρω έναν υπηρέτη να σε μεταφέρει στον κήπο».


Δεν αντέδρασε στην πρότασή της, εκτός από το να ανοιγοκλείσει τα μάτια. Αναρωτιόταν αν θα ένιωθε άσχημα –ή θα ήταν ευγνώμων– αν γλίτωνε. Ήταν τόσο δύσκολο να γνωρίζει τι έπρεπε να κάνει. «Με την ησυχία σας, προτού ξεκουραστείτε λίγο, παρακαλέστε τους υπηρέτες να μετακινήσουν την ξαπλώστρα από την αίθουσα πρωινού στον κήπο και στη συνέχεια να στείλουν ένα αμαξίδιο για να μεταφέρουν τον πατέρα μου κάτω». «Αν μου επιτρέπετε, λαίδη μου, δεν είμαι βέβαιη ότι ο γιατρός του θα συμφωνούσε με αυτή την κίνηση. Μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό». Τότε η Κάθριν θα είχε τον θάνατο του πατέρα της στη συνείδησή της. Με του Άβενταλ θα μπορούσε να ζήσει, αλλά με του πατέρα της… Αναστέναξε. «Ρωτήστε τον γιατρό του την επόμενη φορά που θα έρθει να εξετάσει τον δούκα». «Ναι, λαίδη μου». Φαινόταν να μπορούσε να κάνει τόσο λίγα η Κάθριν για να κάνει τον πατέρα της να νιώσει πιο άνετα. «Θα μείνω με τον πατέρα μου την επόμενη ώρα», της είπε η Κάθριν. «Πάρτε λίγο χρόνο για τον εαυτό σας». «Ευχαριστώ, λαίδη μου». Η Κάθριν κάθισε στην καρέκλα και πήρε το χέρι του πατέρα της. Κούνησε λίγο το κεφάλι του για να την κοιτάξει. Ελάχιστα έτριψε το δαχτυλίδι που είχε αρχίσει να φοράει στο δεξί χέρι της. «Έχω αρχίσει να φοράω το γαμήλιο δαχτυλίδι της μητέρας. Είναι εντάξει;» Άφησε έναν ήχο βαθύ. Παίρνοντας ένα λινό μαντίλι από μια στοίβα στο κομοδίνο, σκούπισε το σάλιο από τη γωνία του στόματός του. «Μακάρι να μπορούσες να μου πεις τι θέλεις». Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του. «Ελπίζω να μην πονάς». Με έναν αναστεναγμό κάθισε πίσω και πήρε ένα βιβλίο από το κομοδίνο. «Ας δούμε σε τι είδους μπελάδες πρόκειται να μπουν ο Όλιβερ και ο Άρτφουλ Ντότζερ σήμερα». «Σε περίμενα νωρίτερα», δήλωσε ο Τζακ καθώς καλωσόρισε τον Λουκ στα μέρη τους εκείνο το βράδυ. «Έφυγα για λίγο». Τρεις ημέρες για να ήταν ακριβής. Το χειρότερο κομμάτι ήταν όταν επέστρεψε από το χείλος της απελπισίας, όταν το ποτό είχε εξυπηρετήσει τον σκοπό του και τα αποτελέσματά του άρχισαν να ξεθωριάζουν. Το κεφάλι του πονούσε, το


στομάχι του ανακατευόταν και ένιωθε χάλια. Ήταν παράξενο για έναν άντρα σαν αυτόν, έναν άντρα που είχε κάνει τα πράγματα που είχε κάνει, να «χτυπηθεί» από τη συνείδηση. Ήταν πάντα χειρότερα το βράδυ, όταν αντιμετώπιζε τους δαίμονές του μόνος του. Όλα αυτά θα άλλαζαν μόλις παντρευόταν τη Φράνι. Θα τον αποσπούσε από τις δύσκολες σκέψεις του. Θα έφερνε φως στο σκοτάδι του. Θα ήταν η σωτηρία του. «Σε ένα μπουκάλι;» ρώτησε ο Τζακ. «Δεν νομίζω ότι είναι δικό σου πρόβλημα». Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι. Απλώς αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να στείλω άλλη μια κούτα του καλύτερου ιρλανδικού ουίσκι μου στο σπίτι σου». Ο Λουκ δεν ήθελε να παραδεχτεί την αδυναμία του, ακόμα και στον Τζακ. «Ναι, στείλ’ το. Απόψε, αν είναι δυνατόν». «Θεώρησέ το δεδομένο». Ο Λουκ γνώριζε καλά ότι ο Τζακ τον παρατηρούσε. Ήξερε επίσης ότι ο φίλος του δεν θα ρωτούσε τι είχε προκαλέσει την τελευταία κατάρρευσή του, οπότε ο Λουκ εξεπλάγην όταν άκουσε τον εαυτό του να λέει: «Είχα μια επίσκεψη από τη λαίδη Κάθριν Μέιμπρι». Ο Τζακ στράβωσε το φρύδι του. «Μέιμπρι;» «Κόρη του δούκα του Γκρέιστοουν». Ένα από τα φρύδια του Τζακ σηκώθηκε. «Για δες! Ξαφνικά απέκτησες ξεχωριστές παρέες;» «Ήθελε να σκοτώσω κάποιον». Τον κοίταξε έκπληκτος. «Ποιος είναι ο άτυχος τύπος;» «Δεν μου είπε». «Υποθέτω ότι αρνήθηκες την προσφορά της». «Υποθέτεις σωστά». «Ενοχλήθηκες που δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα μπορούσες να εκτελέσεις το αίτημά της;» Ήταν αρκετά ενοχλημένος από το γεγονός ότι εκείνη σκέφτηκε ότι θα το έκανε. Χωρίς καμία εξήγηση, καμία δικαιολογία, σαν να ήταν ένας άνθρωπος συνηθισμένος να ξεπλένει το αίμα από τα χέρια του. Αλλά δεν επρόκειτο να ομολογήσει όλα αυτά στον Τζακ, έτσι σώπασε. Ο Τζακ τον χτύπησε στον ώμο. «Μην ανησυχείς, φίλε μου. Δεν είναι καλύτεροι από εμάς, η μόνη διαφορά είναι ότι το γνωρίζουμε, αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και τα παραδεχόμαστε εύκολα». «Υποτίθεται ότι είμαι ένας από αυτούς, Τζακ». Αλλά ποτέ δεν αισθανόταν


άνετα γύρω τους, δεν αισθανόταν ότι ανήκε μαζί τους. «Αλλά και οι δύο ξέρουμε ότι δεν είσαι». Ο Τζακ ήταν ο μόνος που γνώριζε την αλήθεια για τις εξαπατήσεις του Λουκ, ήξερε ότι είχε προσποιηθεί ότι θυμόταν αυτό που ο γερο-άρχοντας ήθελε. «Όχι, δεν είμαι». «Δεν ξέρω γιατί αισθάνεσαι τόσο ένοχος για αυτό». «Μεγάλωσα λατρεύοντας τον γέρο. Δεν φαινόταν σωστό να τον εξαπατώ». Ο γερο-άρχοντας είχε αγαπήσει τον Λουκ επειδή νόμιζε ότι ήταν ο εγγονός του. Ήταν άλλο πράγμα να ξεγελάς κάποιον δίνοντάς του ένα νόμισμα, ώστε το στομάχι του να μην πονάει όταν πήγαινε να κοιμηθεί το βράδυ. Δεν ήταν τόσο εύκολο να καταπιεί την ιδέα ότι είχε εξαπατήσει κάποιον που του έδωσε την καρδιά του. «Τον έκανες ευτυχισμένο, Λουκ. Είναι σπάνιο να μπορούμε να κάνουμε έναν άνθρωπο που πεθαίνει, όπως ο γερο-άρχοντας, χαρούμενο και ικανοποιημένο, γνωρίζοντας ότι το βασίλειό του ήταν ασφαλές στα χέρια σου – και πιστεύοντας ότι ανήκε δικαίως στα χέρια σου. Βρες ανακούφιση σε αυτό». Προσπάθησε. Το έκανε πραγματικά. «Θα βγω με τη Φράνι για λίγο». Ο Τζακ χαμογέλασε αυθάδικα, αλλά τα πάντα σε αυτόν τελικά ήταν αυθάδικα και υπερήφανα. Είχε μάλιστα κορδωθεί όταν βρισκόταν στη φυλακή, σαν να ήταν όλα ένα μεγάλο αστείο, ενώ ο Λουκ δεν είχε υπάρξει πιο τρομαγμένος σε ολόκληρη τη ζωή του. «Τελικά θα το κάνεις, έτσι;» ρώτησε ο Τζακ. «Νομίζω ότι έχεις βγάλει αρκετά χρήματα από μένα». «Δεν θα έχω ποτέ αρκετά, αλλά έχεις δίκιο. Έχω κουραστεί να βγάζω από αυτό το στοίχημα. Είναι βαρετό. Πήγαινε να κάνεις και εκείνη και τον εαυτό σου ευτυχισμένους». Αυτό ήταν το σχέδιο του Λουκ καθώς διέσχισε τον χώρο, χαιρετώντας γρήγορα τους γνωστούς του, μέχρι που έφτασε πίσω, όπου ήξερε ότι θα ήταν η Φράνι. Έκανε τις αγαθοεργίες της τις ώρες της ημέρας, αλλά τη νύχτα έλεγχε τα βιβλία του Τζακ. Καθόταν στο γραφείο, με τα μαλλιά της μαζεμένα σε έναν χαλαρό κότσο. Φορούσε τα συνηθισμένα, μη προκλητικά ρούχα της και παρ’ όλα αυτά ήταν θελκτική, όπως πάντα. «Καλησπέρα, Φράνι». Κοίταξε ψηλά, χωρίς να ξαφνιαστεί αυτή τη φορά. Πιθανότατα την είχε προλάβει πριν βυθιστεί πλήρως στους αριθμούς. «Περίμενα ότι θα ερχόσουν νωρίτερα για να δεις πώς ξόδεψα τη δωρεά σου». «Ήμουν απασχολημένος με άλλες δουλειές. Εκτός αυτού, σου είπα ότι δεν μου χρωστάς μια εξήγηση. Αναρωτιόμουν, ωστόσο, αν θέλεις να κάνεις μια βόλτα


μαζί μου με την άμαξα». «Για ποιον λόγο;» «Απλώς νόμιζα ότι θα ήταν ωραίο να ξεφύγεις για λίγο από τα βιβλία του Τζακ. Δεν υπάρχει ακόμα ομίχλη και το Λονδίνο το βράδυ μπορεί να γίνει εκπληκτικό. Θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σου». «Ακούγεσαι τόσο μυστηριώδης». «Δεν είχαμε πολύ χρόνο μαζί τελευταία και πάντα απολαμβάνω τη συντροφιά σου, όπως πολύ καλά ξέρεις». «Θα μπορούσα να σου δείξω το σπίτι των παιδιών. Το κτίριο είναι σχεδόν ολοκληρωμένο». «Θα μου άρεσε αυτό». Όταν σηκώθηκε, του χάρισε το ίδιο γλυκό χαμόγελο που τον ζέσταινε πάντα. Έπιασε το σάλι της από τον καλόγερο κοντά στην πόρτα και το έριξε γύρω από τους ώμους της. Στη συνέχεια της έτεινε το χέρι του. Ντροπαλά, έβαλε το χέρι της στο μπράτσο του. Δεν είπαν ούτε μια λέξη μέχρι που έφτασαν στην άμαξά του και ο οδηγός άνοιξε την πόρτα. Έκανε να ανέβει με τη βοήθεια του Λουκ. Με ένα φωτεινό χαμόγελο, κοίταξε πίσω από τον ώμο της. «Είναι γεμάτη με λουλούδια». «Ναι, σκέφτηκα ότι θα σου άρεσαν». «Πρέπει να σου κόστισαν μια περιουσία». Άκουσε τον απαλό αναστεναγμό στη φωνή της. Δεν πίστευε σε επιπόλαιες σπατάλες και η στάση της απλώς μείωσε την ευχαρίστησή του να της δώσει ένα δώρο. «Μπορώ μια χαρά να το αντέξω οικονομικά, Φράνι». «Είσαι πάρα πολύ γενναιόδωρος, Λουκ». Μερικές φορές δεν πίστευε ότι ήταν αρκετά γενναιόδωρος. Ανέβηκε πάνω και εκείνος ακολούθησε, χρησιμοποιώντας το κάθισμα απέναντί της, με το άρωμα των λουλουδιών σχεδόν να τον υπνωτίζει. Αφθονία από ανθοδέσμες ήταν τοποθετημένες σε κάθε πλευρά της. Θα έβαζε τον οδηγό του να τις μεταφέρει στο σπίτι της όταν επέστρεφαν. Καθώς ο οδηγός έτρεχε κατά μήκος του δρόμου, το ελαφρύ φως του φαναριού μέσα τού επέτρεπε να έχει μια σκιερή θέα της. Πάντα ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση παρακολουθώντας τη και τα όρια της άμαξας δημιουργούσαν μια οικειότητα που δεν κατάφερνε να επιτύχει όταν εκείνη καθόταν στο γραφείο της, με τα βιβλία μπροστά της. Σκύβοντας προς τα εμπρός, πήρε τα γυμνά χέρια της στα δικά του. Ενώ γνώριζε ότι ήταν ανάρμοστο το γυμνό δέρμα του να αγγίζει το δικό της, φαινόταν κάπως κατάλληλο αυτή τη στιγμή. Είχε απομνημονεύσει


το εικοστό πρώτο σονέτο του Σαίξπηρ για να της το απαγγείλει, αλλά ξαφνικά ένιωσε ότι θα έπρεπε να στηριχτεί στα δικά του λόγια, όσο και αν αυτά ήταν ανεπαρκή. «Φράνι, σε λατρεύω. Πάντα σε λάτρευα. Θα μου κάνεις την τιμή να γίνεις γυναίκα μου;» Το χαμόγελό της μαράθηκε, τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από τα δικά του. Τίναξε απότομα το κεφάλι της. «Λουκ, δεν μπορώ», ψιθύρισε βραχνά και άκουσε τη φρίκη στη φωνή της. Έκλεισε τα χέρια του πιο σταθερά γύρω από τα δικά της. «Φράνι…» «Λουκ, σε παρακαλώ…» «Φράνι, επίτρεψέ μου να τελειώσω». Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Ξέρω ότι η μοναδική εμπειρία σου» –πώς να το έλεγε χωρίς να την τρομάξει περισσότερο– «με άντρα δεν ήταν τίποτα λιγότερο από βίαιη, αλλά σε διαβεβαιώνω ότι στο κρεβάτι μου δεν θα βρεις παρά μόνο τρυφερότητα. Θα είμαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Δεν θα σε αναγκάσω ποτέ ούτε θα σε πιέσω. Θα περιμένω μέχρι να είσαι έτοιμη. Θα είναι όμορφα μεταξύ μας, Φράνι. Σου το ορκίζομαι». Είδε δάκρυα στα μάτια της. «Σε παρακαλώ, μην κλαις, γλυκιά μου». Σήκωσε τα χέρια του και φίλησε τις αρθρώσεις τους. «Ξέρω ότι ποτέ δεν θα μου έκανες κακό, Λουκ, αλλά είσαι λόρδος και εγώ» –της ξέφυγε ένα πικρό γέλιο– «δεν γνωρίζω καν το πραγματικό μου όνομα. Πιστεύεις ότι υπάρχει στα αλήθεια μια οικογένεια κάπου στο Λονδίνο που ονομάζεται Ντάρλινγκ και που δεν έχει ιδέα τι συνέβη στην κόρη τους; Είμαι η Φράνι Ντάρλινγκ, γιατί έτσι αναφερόταν ο Φίγκαν σε εμένα. “Φράνι αγαπημένη μου, τρίψε τα πόδια μου”. “Φράνι αγαπημένη μου, φέρε μου ένα ποτήρι τζιν”. Και έτσι όταν ο παππούς σου με ρώτησε το όνομά μου, είπα Φράνι Ντάρλινγκ. Ήμουν παιδί. Τι ήξερα;» «Δεν με νοιάζει από πού έρχεσαι», είπε αργά. «Εσύ ξέρεις ποια είναι η οικογένειά σου. Εγώ δεν έχω ιδέα και μια κυρία που θα γίνει ομότιμή σου θα πρέπει να γνωρίζει». Θα μπορούσε να της εξομολογηθεί ότι δεν ήξερε ποια ήταν η οικογένειά του πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εκείνη, αλλά το να μάθει την απάτη του δεν θα τον ανέβαζε στα μάτια της. Αν κάτι θα μπορούσε να τον κάνει να τη χάσει εντελώς ήταν αυτό. Ενώ πάντα γνώριζε ότι εκείνος είχε αμφιβολίες για τον γεροάρχοντα, δεν έμαθε ποτέ ότι οι αμφιβολίες του ήταν δικαιολογημένες, ότι είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να πείσει τον γέρο ότι ήταν ο εγγονός του. Δεν είχε μάθει ποτέ ότι είχε πει ψέματα, ότι εξαπάτησε, εξαπάτησε τον γερο-άρχοντα να δει ό,τι ήθελε να δει. Ο θάνατος που περίμενε στις σκιές ήταν ένα ισχυρό


κίνητρο, αλλά ακόμα και τότε δεν πίστευε ότι θα τον συγχωρούσε που πήρε τόσο πολλά που δεν του ανήκαν. Αλλά τώρα είχε κακομάθει. Δεν ήθελε να τα δώσει πίσω. Δεν θα τα έδινε πίσω. «Φράνι, μη σκέφτεσαι τον εαυτό σου σαν ομότιμη. Σκέψου τον σαν γυναίκα μου. Αυτό μόνο έχει σημασία για μένα». «Πώς μπορείς να το λες αυτό, Λουκ; Κύριε των δυνάμεων, παίρνεις μέρος στη Βουλή των Λόρδων. Η ευθύνη που συνοδεύει τη θέση σου είναι μεγάλη. Και η σύζυγός σου πρέπει να γνωρίζει κάθε είδους εθιμοτυπία και κανόνες. Όταν θα έχουμε ανθρώπους για δείπνο…» «Δεν θα έχουμε δείπνα». «Και όταν θα παρουσιάζομαι στη βασίλισσα; Ξέρεις τι πρέπει να φορέσω; Ξέρεις ποια συμπεριφορά πρέπει ή δεν πρέπει να έχω;» «Θα μπορούσες να μάθεις. Ο γερο-άρχοντας σου έδωσε μαθήματα. Πήρε δασκάλους εκπαιδευτές». «Με έμαθαν να διαβάζω, να γράφω, να παίρνω σημειώσεις και να μιλάω σωστά. Αλλά, Θεέ μου, Λουκ, ο παππούς σου ποτέ δεν περίμενε να γίνω ομότιμη. Διέκρινε ότι έμαθα να υπηρετώ, όχι να με υπηρετούν. »Σε παρακαλώ, μη ζητάς κάτι τέτοιο από μένα. Σου οφείλω τα πάντα. Έσωσες τη ζωή μου». Τα δάκρυα έλαμπαν στα μάγουλά της. «Αλλά, σε παρακαλώ, μη ζητάς κάτι τέτοιο από μένα. Σε παρακαλώ, μη μου ζητάς να μπω στον κόσμο σου. Και μόνο η σκέψη με τρομάζει. Θα ήταν μια τόσο μοναχική θέση». Ο μόνος λόγος που την ήθελε εκεί. Επειδή ήταν τόσο μόνος. Υπήρχαν στιγμές που πίστευε ότι θα πέθαινε από τη μοναξιά, φορές που δεν μπορούσε να φανταστεί χειρότερη κόλαση από το να έχει πιαστεί ανάμεσα σε δύο κόσμους. Να ζει στον έναν, αλλά να ανήκει στον άλλο. «Φράνι…» «Σε παρακαλώ, Λουκ, δεν θέλω να σε πληγώσω, αλλά δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Απλώς δεν μπορώ. Αυτό θα με καταστρέψει». «Είσαι πιο δυνατή απ’ όσο νομίζεις». «Αλλά δεν είμαι τόσο δυνατή όσο εσύ. Δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω όσα έχεις κάνει». Κάποιες φορές σκεφτόταν ότι θα ήταν καλύτερα να τους είχε αφήσει να βάλουν τη θηλιά γύρω από τον λαιμό του. «Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να πω για να σε μεταπείσω;» ρώτησε. Κούνησε αργά το κεφάλι της. Με έναν αναστεναγμό, ελευθέρωσε τα χέρια της, έγειρε πίσω και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η ομίχλη ερχόταν σιγά σιγά. Φαινόταν κάπως συμβολική.


«Ελπίζω ότι δεν θα σε πείραζε να μην πάω να δω το σπίτι των παιδιών σου». «Λυπάμαι τόσο πολύ…» «Μη, Φράνι, μη συνεχίζεις να απολογείσαι. Αυτό κάνει τα πράγματα χειρότερα». «Σ’ αγαπώ πραγματικά, το ξέρεις», είπε εκείνη απαλά. Πράγμα το οποίο χρησίμευσε μόνο για να κάνει τα πάντα ακόμα πιο αφόρητα. Ο Λουκ έβαλε στη σειρά τους μικρούς στρατιώτες του, ευγνώμων για τα μπουκάλια ουίσκι που ο Τζακ είχε στείλει απόψε, όπως είχε υποσχεθεί. Κάθισε στην καρέκλα και άρχισε να πίνει το περιεχόμενο του πρώτου μπουκαλιού. Η Φράνι τον είχε αρνηθεί και έσκισε τα σωθικά του κάνοντάς το. Είχε καθυστερήσει να της ζητήσει να τον παντρευτεί όχι επειδή πίστευε ότι θα αρνιόταν, αλλά επειδή δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του ότι της άξιζε – ότι άξιζε σε οποιαδήποτε γυναίκα. Αλλά το να τον αρνηθεί επειδή φοβόταν αυτή τη ζωή… Το να ζήσει εδώ θα ήταν τόσο σκληρό για εκείνη; Ο γερο-άρχοντας την είχε πάρει, όπως και μερικά από τα κορίτσια του Φίγκαν, όταν ανακάλυψε ότι ο Λουκ τα έβαζε κρυφά στο σπίτι για να τα ταΐσει και να τους δώσει ένα ζεστό μέρος για τη νύχτα. Τους παρακολουθούσε στενά, χωρίς να τους εμπιστεύεται. Είχε προσλάβει εκπαιδευτές. Είχε δει ότι είχαν διδαχθεί σωστή συμπεριφορά. Οπότε τι φοβόταν η Φράνι; Τι νόμιζε ότι δεν ήξερε; Ή υπήρχε κάτι περισσότερο στην άρνησή της που δεν ήθελε εκείνος να δεχτεί; Ήταν το σκοτάδι που κατοικούσε μέσα του με το οποίο δεν μπορούσε εκείνη να ζήσει και ήταν απλώς πάρα πολύ ευγενική για να το παραδεχτεί; Ο Λουκ έσπρωξε στην άκρη το άδειο μπουκάλι. Άρπαξε ένα άλλο και κάτι κάτω από την καρέκλα πιο πέρα τράβηξε το βλέμμα του. Σηκώθηκε και το δωμάτιο γύριζε. Πέφτοντας στα γόνατα, έφτασε στην καρέκλα και έβαλε τα δάχτυλά του γύρω από το αντικείμενο. Γυρίζοντας, ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα και μελέτησε το κούμπωμα. Το κούμπωμα της λαίδης Κάθριν. Πρέπει να είχε πέσει από την κάπα της. Κάποια από τις υπηρέτριές του δεν είχε καθαρίσει τόσο καλά το πάτωμα όπως θα έπρεπε, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος για την άθλια δουλειά της. Ένιωσε μια ελάχιστη κίνηση του στόματός του, σαν να σχηματίστηκε ένα χαμόγελο, καθώς θυμήθηκε τον εχθρό της Κάθριν, θυμήθηκε την έκπληξή της που γνώριζε το όνομά της. Ω ναι, ήξερε ποια ήταν. Είχε ανακαλύψει εκείνη τη μικρή αλήθεια την πρώτη


νύχτα που είχε δει τα μάτια της. Ακόμα και οι πιο πιστοί υπηρέτες ευνόησαν τις τσέπες τους λόγω των αφεντικών τους. Προσφέροντας μερικά νομίσματα, είχε βρει κάποιον που ήταν πρόθυμος να κρυφτεί στους θάμνους, να κοιτάξει από το παράθυρο μαζί του και να προσδιορίσει την κυρία που ο Λουκ του είχε επισημάνει. Δεν είχε εκπλαγεί που τη βρήκε στη βιβλιοθήκη του. Είχε εκπλαγεί μόνο επειδή της είχε πάρει τόσο πολύ για να κάνει την εμφάνισή της. Εκείνη τη νύχτα στον χορό είχε αισθανθεί μια έντονη έλξη, μεγαλύτερη από ό,τι είχε βιώσει πριν ή από τότε. Πίστευε ανέκαθεν ότι αν είχε γνωρίσει για πρώτη φορά τη Φράνι ως νεαρή γυναίκα, η έλξη του γι’ αυτή θα τον χτυπούσε τόσο σκληρά, αν όχι σκληρότερα. Αλλά ήταν παιδιά όταν είχαν γνωριστεί για πρώτη φορά και είχαν μεγαλώσει με στοργή. Έτριψε τον αντίχειρά του πάνω από το κούμπωμα. Η Κάθριν ήταν διαφορετική. Η Κάθριν ήταν… Άκουσε το γέλιο να ηχεί γύρω του, γνωρίζοντας μόνο αόριστα ότι ήταν υπεύθυνος για τον ήχο. Η Κάθριν ήταν η απάντηση για να αποκτήσει αυτό που ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.


Κεφάλαιο 4 Με μεγάλη αποφασιστικότητα και προσοχή, η Κάθριν βύθισε τον χρυσό κοντυλοφόρο της στο μελάνι. Ο πατέρας της δεν θα ήταν ευχαριστημένος με τις πράξεις της, αλλά δεν έβλεπε να έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Αγαπητέ μου αδελφέ, Ελπίζω η επιστολή μου να σε βρίσκει καλά… Ελπίζω να μη σε βρει καθόλου, σκέφτηκε κουρασμένη. … και να απολαμβάνεις τα ταξίδια σου. Ωστόσο, σε χρειάζομαι απεγνωσμένα στο σπίτι. Το χέρι της έτρεμε όταν πάλι βούτηξε στο μελάνι. Είχε το πρόγραμμα ταξιδιού του Στέρλινγκ, αλλά δεν είχε ιδέα αν το ακολουθούσε επιμελώς. Επιπλέον, δεν έβλεπε να έχει πολλές επιλογές, εκτός από το να προσπαθήσει να έρθει σε επαφή μαζί του. Αλλά τότε οι αμφιβολίες εμφανίστηκαν. Πώς μπόρεσε καν να σκεφτεί να ζητήσει από τον αδελφό της αυτό που ζήτησε από τον Κλέιμπουρν; Αυτός δεν είχε τη σκοτεινή ψυχή του Κλέιμπουρν. Ο αδελφός της ήταν καλός και γενναιόδωρος. Τον αγαπούσε πραγματικά – όχι βέβαια και το γεγονός ότι επειδή ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερος φαινόταν να είναι της γνώμης ότι η δική του άποψη μόνο ήταν σημαντική. Αυτή η στάση χωρίς αμφιβολία είχε οδηγήσει στη ρήξη με τον πατέρα της, ο Θεός να τον φυλάει. Πώς θα μπορούσε το αίτημά της να αλλάξει τον Στέρλινγκ; Θα τον μετέτρεπε σε έναν άνθρωπο όπως ο Κλέιμπουρν; Ήθελε να έχει την ευθύνη για τη μετατροπή ενός αγγέλου σε διάβολο; Αλλά ήταν τόσο ανήσυχη ότι την επόμενη φορά που ο Άβενταλ θα βιαιοπραγούσε στη Γουίνι θα τη σκότωνε. Ο Κλέιμπουρν είχε δίκιο. Θα έπρεπε να βρει λύση για το θέμα μόνη της. Όμως, Θεέ μου, πού θα έβρισκε τη δύναμη; Και πώς θα το έκανε; Με πιστόλι; Με μαχαίρι; Δηλητήριο; Πόσες φορές θα χρειαζόταν να τον πυροβολήσει ή να τον μαχαιρώσει; Δεν είχε δει ούτε ένα νεκρό άτομο – τουλάχιστον όχι όσο θυμόταν. Η μητέρα της είχε πεθάνει γεννώντας ένα μωρό που δεν επιβίωσε. Η Κάθριν ήταν τότε παιδί. Η


μητέρα της απλώς φαινόταν να κοιμάται. Όλοι οι θάνατοι ήταν έτσι ειρηνικοί; Η Κάθριν βγήκε από τις μαύρες σκέψεις της από ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα της. Η υπηρέτριά της, η Τζένη, κοίταξε μέσα. «Λαίδη μου, ήρθε ένα γράμμα». Η καρδιά της Κάθριν σχεδόν έπαψε να χτυπάει. Ήταν από τη Γουίνι; Το χειρότερο είχε τελικά συμβεί; Ή ήταν από τον αδελφό της; Γυρνούσε σπίτι τελικά; Μήπως οι προσευχές της εισακούστηκαν; «Φέρ’ το εδώ γρήγορα». Το τρέμουλό της επιδεινώθηκε καθώς έπιανε το γράμμα. Δεν είχε σφραγίδα. Απλώς μια κηλίδα από κερί για να το κρατήσει κλειστό. Πόσο περίεργο. Έβαλε τον ασημένιο χαρτοκόπτη κάτω από το κερί, χωρίζοντάς το από την περγαμηνή. Στη συνέχεια ξεδίπλωσε το γράμμα. Είναι ανάγκη να συναντηθούμε. Μεσάνυχτα. Στον κήπο σου. Κ Κ; Ποιος στον διάβολο… Σχεδόν έμεινε χωρίς ανάσα. Ο Κλέιμπουρν; Έκλεισε γρήγορα το γράμμα και κοίταξε την Τζένη. «Ποιος το έφερε;» «Ένα νεαρό αγόρι». «Είπε τίποτα;» «Μόνο ότι αφορούσε ένα επείγον θέμα και έπρεπε να σας παραδοθεί αμέσως. Είναι όλα καλά, λαίδη μου;» Η Κάθριν καθάρισε τον λαιμό της. «Ναι, όλα είναι καλά. Νιώθω λίγο ανήσυχη απόψε. Θα κάνω μια βόλτα αργότερα, γύρω στα μεσάνυχτα, μετά θα με βοηθήσεις να ετοιμαστώ για ύπνο». «Ναι, λαίδη μου». Η Τζένη γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο. Η Κάθριν ξεδίπλωσε και ξαναδιάβασε το μήνυμα. Ω Θεέ μου, είχε χτυπήσει την πόρτα του διαβόλου και τώρα εκείνος χτυπούσε τη δική της. Αυτό δεν θα έβγαινε σε καλό, σίγουρα. Ξανάκλεισε το γράμμα και το έβαλε μέσα σε ένα βιβλίο. Έπειτα σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει. Τι θα έπρεπε να φορέσει για αυτή τη μεταμεσονύχτια συνάντηση; Έναν μανδύα ίσως, κάτι να την κρύψει από τα άγρυπνα βλέμματα. Αν και με τη συνάντηση να πραγματοποιείται στον κήπο της, τα μόνα άγρυπνα βλέμματα θα ήταν εκείνα των υπηρετών της, απλώς θα τους απαγόρευε να βγουν στον κήπο εκείνη την ώρα.


Κοίταξε το ρολόι που χτύπησε. Έπρεπε να περιμένει δύο ώρες. Δεν θα ήταν σίγουρα σοφό να αγνοήσει το μήνυμά του. Είναι ανάγκη να συναντηθούμε. Είναι ανάγκη. Μα δεν είχε δείξει ότι δεν είχε ανάγκη από τίποτα, πως είχε όλα όσα θα χρειαζόταν ποτέ; Τότε τι θα μπορούσε ενδεχομένως να του προσφέρει; Ένα ακόμα φιλί ίσως; Ξάπλωνε και στριφογύριζε κάθε νύχτα όπως εκείνη; Δεν μπορούσε να κοιμηθεί; Είχε στοιχειώσει τα όνειρά του όπως στοίχειωσε εκείνος τα δικά της; Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αγωνιούσε για την επίσκεψή του. Ήθελε πραγματικά να τον δει πάλι. Ίσως την επόμενη φορά που θα τον καλούσε σε έναν χορό να ερχόταν. Κάθισε, κοίταξε το ρολόι και περίμενε. Ακριβώς πέντε λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα σηκώθηκε και έβαλε τον μανδύα γύρω από τους ώμους της. Κοίταξε την αντανάκλασή της στον καθρέφτη, έβαλε μερικά αδέσποτα τσουλούφια μαλλιών στη θέση τους και στη συνέχεια γέλασε με την ανοησία της. Δεν θα κατάφερνε να τη δει στο σκοτάδι. Και σίγουρα δεν νοιαζόταν τι θα σκεφτόταν για την εμφάνισή της. Σκέφτηκε να φορέσει τα γάντια της, αλλά αυτό δεν ήταν μια επίσημη εκδρομή. Δεν θα είχαν κανένα λόγο να αγγιχτούν. Με μια χαλαρωτική ανάσα, σήκωσε τη λάμπα από το γραφείο της και βγήκε από το δωμάτιό της. Ήταν πολύ ήσυχα, τα περισσότερα από τα φώτα στο σπίτι είχαν σβήσει τώρα. Ήταν σχεδόν στο δωμάτιο πρωινού, όπου οι πόρτες θα την οδηγούσαν στον κήπο, όταν άκουσε… «Λαίδη μου, μπορώ να σας βοηθήσω;» Γύρισε και χαμογέλασε στον μπάτλερ. «Όχι, ευχαριστώ, Τζέφερς. Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ. Απλώς θα πάω να κάνω μια βόλτα στον κήπο». «Μόνη;» «Ναι, είναι ο κήπος μας. Θα είμαι αρκετά ασφαλής». «Θα θέλατε να βάλω έναν υπηρέτη να σας συνοδεύσει;» «Όχι, ευχαριστώ. Αποζητώ τη μοναξιά. Στην πραγματικότητα, βεβαιώσου ότι κανένας από τους υπηρέτες δεν θα με ενοχλήσει». Υποκλίθηκε ελαφρώς. «Όπως επιθυμείτε». Πήγε προς την αίθουσα πρωινού. Μόλις έφτασε εκεί, χρειάστηκε ένα λεπτό για να συγκεντρώσει την αποφασιστικότητά της και βγήκε από την πόρτα στον κήπο. Όταν είχαν πάρτι, άναβαν τα φανάρια που φώτιζαν το μονοπάτι, αλλά τώρα δεν θεώρησε αναγκαίο τέτοιο μεγάλο κόπο ή τόσο πολύ φως. Όμως καθώς


περιπλανιόταν κατά μήκος του μονοπατιού, άρχισε να ξανασκέφτεται την απόφασή της. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ σκοτεινά ήταν ανάμεσα στον φράχτη, στα λουλούδια και στους κισσούς, πόσο πολύ δυσοίωνο, πόσο πολύ… «Λαίδη Κάθριν». Με ένα μικρό ξάφνιασμα γύρισε. Πώς δεν τον είδε να στέκεται εκεί; Φάνηκε να βγαίνει από τις νυχτερινές σκιές σαν τον ίδιο τον πρίγκιπα του σκότους. «Με τρομάξατε, κύριε». Τότε έβρισε τον εαυτό της που είχε μιλήσει προτού η καρδιά της επιστρέψει σε κανονικό ρυθμό. Η φωνή της ακούστηκε σαν τους περίεργους τόνους που έβγαζε ο αδελφός της όταν βρισκόταν στην αρχή της ενηλικίωσης. «Ζητώ συγγνώμη», είπε ο Κλέιμπουρν. «Ο τόνος σας δεν δείχνει καμία μετάνοια. Τολμώ να πω ότι το κάνατε επίτηδες». «Ίσως. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα με συναντούσατε». «Το μήνυμά σας έδειχνε ότι είχατε μια “ανάγκη”. Σε αντίθεση με εσάς, δεν αγνοώ όσους έχουν ανάγκη». «Πράγματι». Η φωνή του είχε μαλακώσει και αναρωτήθηκε αν ακούσια του έστειλε ένα μήνυμα που δεν είχε σκοπό να στείλει. Ήταν αναστατωμένη από την ηρεμία του και την έλλειψη της δικής της. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και ρώτησε σιωπηλά: «Τι θέλετε, κύριε;». «Ας περπατήσουμε». «Όχι πέρα από τον κήπο». «Σίγουρα όχι. Αλλά μακρύτερα από τα αδιάκριτα μάτια και τα αφτιά». Άρχισε να περπατά χωρίς να την περιμένει. Βιάστηκε για να τον προφτάσει. «Έδωσα οδηγίες στους υπηρέτες μου να μη μας ενοχλήσουν». Σταμάτησε απότομα και σχεδόν χτύπησε τη μύτη της στον ώμο του όταν γύρισε να τη δει. Ήταν τόσο απίστευτα ψηλός και μεγαλόσωμος. Και μόνο η παρουσία του έκανε την καρδιά της να καλπάζει. «Είπατε στους υπηρέτες σας ότι θα με συναντήσετε εδώ;» ρώτησε, η φωνή του έβγαινε με δισταγμό. «Όχι, φυσικά όχι. Δεν το είπα σωστά. Τους είπα να μην ενοχλήσουν εμένα. Νομίζουν ότι δυσκολεύομαι να κοιμηθώ». «Είναι σύνηθες για σας; Να αντιμετωπίζετε δυσκολίες στον ύπνο;» Ακούστηκε πραγματικά περίεργος, σαν να ενδιαφερόταν για εκείνη. «Όχι, συνήθως», είπε. Εκτός αν σκεφτόταν εκείνον, τότε ήταν σχεδόν


αδύνατον. «Τολμώ να πω ότι θα συμβεί». Τι εννοούσε με αυτό; Εκείνος άρχισε να περπατά πάλι και καθώς το σκέφτηκε καλύτερα άρχισε να περπατά δίπλα του. Ήταν ευγνώμων που είχε φέρει τη λάμπα. Παρόλο που δεν παρείχε άφθονο φως, φώτιζε αρκετό ώστε να μπορεί να τον δει καθαρά. «Θέλω να μιλήσω μαζί σας για την… πρότασή σας», είπε ο Κλέιμπουρν με τόσο συναίσθημα όσο ένα κομμάτι κάρβουνο. «Νόμιζα ότι δεν σας ενδιέφερε». Δεν τον εμπιστευόταν αρκετά. Είχε αρνηθεί την προσφορά της και την έκανε να αισθάνεται αρκετά ανόητη που την έκανε. «Δεν με ενδιέφερε». «Αλλά τώρα σας ενδιαφέρει». «Ακούγεστε ενοχλημένη. Βρήκατε κάποιον άλλο να κάνει το θέλημά σας;» Μακάρι να είχε βρει. Ήθελε να γυρίσει την πλάτη της και να φύγει. Την μπέρδευε. Σκέφτηκε τα ζεστά δάχτυλά του να ακουμπούν τον παλμό στον λαιμό της, κάνοντάς τον να χοροπηδά. Θυμήθηκε το καυτό στόμα του να καταβροχθίζει το δικό της… «Όχι, δεν έχω βρει κάποιον άλλο». «Έχετε φροντίσει το θέμα;» «Όχι». «Τότε ίσως μπορούμε να κάνουμε μια συμφωνία. Υπάρχει μια νεαρή κοπέλα που θέλω πολύ να γίνει γυναίκα μου». Η Κάθριν σταμάτησε απότομα, προσπαθώντας τα χαρακτηριστικά της να μην αποκαλύψουν πως το σοκ των λέξεων την είχε χτυπήσει σαν κεραυνός. Τι την ένοιαζε αν έπαιρνε σύζυγο; Δεν την ένοιαζε. Δεν την ένοιαζε καθόλου και όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί την απογοήτευσή της. Είχε περάσει τόσα χρόνια να τον ονειρεύεται, αν και όχι από επιλογή. Απλώς εισέβαλε στα όνειρά της σαν να ανήκε εκεί. Την παρατηρούσε τώρα σαν να ήταν κάτι το περίεργο. Τι έδειχνε το πρόσωπό της; Τίποτα ήλπιζε. Ή ίσως απλώς προσπαθούσε να αποφασίσει πόσα να αποκαλύψει. Ήταν τόσο κλειστός, σαν ένα φέρετρο πριν χωθεί στη γη. «Εκείνη, ωστόσο, έχει ενδοιασμούς στο να με παντρευτεί», συνέχισε. «Λόγω των πονηρών πραγμάτων που έχετε κάνει;» Το κοροϊδευτικό χαμόγελό του ήταν όλο και πιο ορατό στο σκοτάδι. «Τα πονηρά πράγματα που κάνω, λαίδη Κάθριν, είναι αυτό που σας ελκύει σε εμένα». «Δεν νιώθω έλξη για σας».


«Δεν νιώθετε; Δεν θυμάμαι να ήσαστε υπερβολικά αναστατωμένη όταν σας φίλησα. Υποψιάζομαι ότι ελπίζατε σε μια γεύση από πονηριά». «Δεν ξέρετε τίποτα για τις ελπίδες μου, άρχοντά μου». Κατάπιε προσπαθώντας να ξανακερδίσει την ψυχραιμία της. «Η νεαρή κοπέλα έχει δισταγμούς. Δεν μπορώ να την κατηγορήσω». «Στις διαπραγματεύσεις, λαίδη Κάθριν, δεν εξυπηρετεί κάποιος να προσβάλει εκείνον από τον οποίο ζητάει χάρη». «Ναι, έτσι εξηγείται η προχθεσινή νύχτα. Ζητώ συγγνώμη αν σας πρόσβαλα. Δεν θα σας παντρευτεί και αυτό σας έκανε να με καλέσετε γιατί…» «Φοβάται τον κόσμο μας. Δεν αισθάνεται ότι θα ταιριάξει με την αριστοκρατία». Μια κοινή; Θα παντρευόταν μια κοινή; Από την άλλη πλευρά, ποια επιλογή του έμενε; Δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία γυναίκα που θα δεχόταν την προσοχή του, κανέναν πατέρα που θα μελετούσε σοβαρά το να επιτρέψει στον Κλέιμπουρν να ζητήσει το χέρι της κόρης του σε γάμο. «Δεν είχα παρατηρήσει ότι προσπαθούσατε ιδιαίτερα να ενσωματωθείτε». «Ειλικρινά, λαίδη Κάθριν, μέχρι πρόσφατα δεν έδινα δεκάρα για το αν θα ενσωματωνόμουν ή όχι. Όμως η Φράνι και εγώ αναμφισβήτητα θα κάνουμε παιδιά και δεν θα ήθελα να ψιθυρίζουν γύρω για το ποιος είμαι». Φράνι. Είχε βάλει τόση ζεστασιά γύρω από το όνομα καθώς το πρόφερε. Ποιος θα σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να είναι τόσο ικανός για ένα συναίσθημα όπως η αγάπη; «Δεν ψιθυρίζουν, άρχοντά μου. Οι άνθρωποι δεν μιλούν για τον διάβολο». «Έλα, Κάθριν, ξέρω ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Διαφορετικά, πώς θα γνωρίζατε και θα ερχόσασταν στην πόρτα μου;» Έλεγε το όνομά της με μια οικειότητα που προκάλεσε μια ζέστη στην κοιλιά της. Πόσο γρήγορα πήρε το πάνω χέρι. Πόσο απεγνωσμένα χρειαζόταν να το επανακτήσει. Έστρεψε το κεφάλι της και συνάντησε το χαμόγελό του. «Γίνατε σαφής. Θέλετε λοιπόν να εξασφαλίσετε ότι τα παιδιά σας θα γίνονται δεκτά μεταξύ της αριστοκρατίας». Με δυσκολία μπορούσε να τον φανταστεί ως πατέρα, πολύ λιγότερο ως σύζυγο. «Πράγματι. Αλλά προτού περάσω σε αυτό το πρόβλημα, πρέπει η Φράνι να αποκτήσει εμπιστοσύνη ώστε να με τιμήσει με το χέρι της. Και εδώ έρχεστε εσείς». «Εγώ;» «Ναι. Θέλω να της διδάξετε όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει για να περπατήσει


με σιγουριά ανάμεσά μας. Μόλις ολοκληρώσετε αυτό το καθήκον, θα σας απαλλάξω από όποιο άτομο διαλέξετε». «Δεν έχω πλέον εμπιστοσύνη στην ικανότητά σας να εκτελέσετε το αίτημά μου, κύριε. Είπατε ότι δεν σκοτώνετε». «Όχι, είπα ότι δεν σκότωσα τον θείο μου». Τον περιεργάστηκε, όλα εκείνα τα γνωστά χαρακτηριστικά που είχαν στοιχειώσει τα όνειρά της για τόσο πολύ καιρό. «Θεέ μου! Δεν πιστεύετε ότι είστε πραγματικά ο κόμης του Κλέιμπουρν!» «Αυτό που πιστεύω ή δεν πιστεύω δεν έχει καμία σημασία. Ο γέρος το πίστεψε, όπως και το Στέμμα». Άπλωσε τα χέρια του. «Και να με». «Έχετε μια περίεργη ειλικρίνεια». «Επομένως έχουμε συμφωνία;» «Είπατε ότι θέλετε να δείτε αποτελέσματα για να δω και εγώ. Αλλά το έργο μου θα μπορούσε να διαρκέσει μήνες. Πώς μπορώ να ξέρω ότι όταν τελειώσω θα πραγματοποιήσετε το δικό σας;» «Έχετε τον λόγο μου σε αυτό». «Ως τζέντλεμαν;» «Ως απατεώνας. Δεν έχετε ακούσει ότι υπάρχει τιμή ανάμεσα στους κλέφτες;» Ω Θεέ μου, φοβόταν ότι έπαιζε ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. «Όμως μου ζητάτε πολύ περισσότερα από ό,τι ζητώ…» Με το γαντοφορεμένο χέρι του έπιασε το πιγούνι της και έσκυψε κοντά. Μπορούσε να διακρίνει τους σφιγμένους μυς στο σαγόνι του. «Μου ζητάτε να παραδώσω την υπόλοιπη ψυχή μου. Μόλις ολοκληρωθεί, δεν μπορεί να ανατραπεί. Το μόνο που σας ζητώ είναι να διδάξετε σε κάποιον πώς να φιλοξενήσει ένα απογευματινό τσάι». Καταπίνοντας, κούνησε το κεφάλι, μιλώντας μέσα από σφιχτά δόντια. «Έχετε δίκιο. Τώρα, θα ήσαστε πραγματικά ευγενής αν με αφήνατε». Φάνηκε έκπληκτος όταν συνειδητοποίησε ότι την κρατούσε. Κατέβασε το χέρι του. «Ζητώ συγγνώμη. Εγώ…» «Μην ανησυχείτε. Δεν πιστεύω ότι μου αφήσατε μελανιά». Γύρισε και αν δεν γνώριζε ότι ο ίδιος ήταν μια απάτη, ίσως θα πίστευε ότι μαχόταν με τη συνείδησή του. «Ειλικρινά, άρχοντά μου, δεν νομίζω ότι αυτό που ζητώ από εσάς απαιτεί μήνες για να πραγματοποιηθεί». Την κοίταξε πάνω από τον ώμο του και το φως του φαναριού της φώτισε το ασήμι των ματιών του, δίνοντάς τους μια αμαρτωλή λάμψη. «Η Φράνι είναι αρκετά έξυπνη. Δεν αμφισβητώ τόσο την ικανότητά της να μαθαίνει, όσο την ικανότητά σας να διδάσκετε. Μόλις διαπιστώσω ότι είστε σε θέση να


εκπληρώσετε το κομμάτι της συμφωνίας, θα δούμε και το δικό μου». «Δεν θα σας πω το όνομα μέχρι να είστε έτοιμος για την επιχείρηση». «Είμαι σύμφωνος με αυτούς τους όρους». «Και δεν θα σας πω ποτέ το γιατί». «Φαίνεται ότι πρέπει τουλάχιστον να ξέρω τι έκανε για να πεθάνει». Τα τελευταία λόγια του έκαναν το στομάχι της να σφιχτεί. Ήξερε τι ζητούσε, ήξερε ποιες θα ήταν οι συνέπειες. Αν μπορούσε να σκεφτεί έναν άλλο τρόπο να σώσει τη Γουίνι, θα το έκανε. Αλλά γνώριζε ότι οι απειλές δεν θα επηρέαζαν τον Άβενταλ. Και η Γουίνι είχε δίκιο. Ο νόμος δεν θα τους βοηθούσε. Έτσι, η Κάθριν ενίσχυσε την αποφασιστικότητά της πριν πει: «Είναι ένα ιδιωτικό θέμα». «Αυτό το συγκεκριμένο μέρος της συμφωνίας μας δεν μου κάθεται καλά εμένα». «Τον άνθρωπο που σκοτώσατε –τον Τζέφρεϊ Λάνγκτον– γιατί τον σκοτώσατε;» «Οι λόγοι είναι δικοί μου». «Μήπως άξιζε αυτό που του κάνατε;» «Όχι, άξιζε πολύ χειρότερα». «Σας πιστεύω». «Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν με πιστεύετε ή όχι». Έκανε ένα βήμα μπροστά. «Εννοώ, δέχομαι τον λόγο σας ότι το άξιζε, γιατί δεν μπορείτε να δεχτείτε τον δικό μου ότι και ο άλλος κύριος αξίζει τον θάνατο;» «Επειδή, λαίδη Κάθριν, ζείτε σε έναν κόσμο όπου οι κυρίες κλαίνε επειδή δεν έλαβαν πρόσκληση για έναν χορό. Αυτό που μπορεί να θεωρήσετε προσβολή θα μπορούσα να το εκλάβω ως ταλαιπωρία». «Νομίζετε ότι επειδή μεγαλώσατε στους δρόμους είστε ο μόνος γνώστης της σκοτεινής φύσης του ανθρώπου; Πόσο μεγάλο λάθος κάνετε!» «Έχω δει το χειρότερο είδος αντρών και το καλύτερο. Μπορείτε να πείτε το ίδιο;» Θα μπορούσε; Θα μπορούσε ακόμα και να αρχίσει να καταλαβαίνει τι φρίκη είχε δει; «Σχετικά με αυτό το θέμα, πιστεύω ότι έχω δει τα χειρότερα». Κούνησε το κεφάλι του αργά. «Πολύ καλά λοιπόν. Θα δεχτώ τον λόγο σας ότι αξίζει αυτό που θα πάθει». Νόμιζε ότι θα ανακουφιζόταν. Αντ’ αυτού οι αμφιβολίες την κατέκλυσαν. Τις πέταξε μακριά. Τώρα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να γκρινιάξει για τις πράξεις της. «Τότε έχουμε συμφωνία. Πρέπει να συντάξω χαρτιά;»


Ο άνθρωπος που σπάνια έδειχνε συναίσθημα φάνηκε τρομαγμένος. «Θεέ μου, όχι! Δεν θα υπάρχει καμία απόδειξη, τίποτα γραμμένο πουθενά που να με οδηγήσει στο Νιουγκέιτ. Ακόμα και το γράμμα που έστειλα νωρίτερα πρέπει να καεί». «Τότε πώς θα πιστοποιήσουμε ότι έχουμε συνάψει συμφωνία;» «Θα δώσουμε τα χέρια». Αφαίρεσε το γάντι του και έτεινε το δεξί χέρι του προς την πλευρά της. Στη φούστα της σκούπισε την παλάμη της –η οποία είχε ξαφνικά ιδρώσει– πριν την πιέσει πάνω του. Τα μακριά δάχτυλά του έκλεισαν τα δικά της και την τράβηξε κοντά του, τόσο κοντά που μπόρεσε να δει το στενό μαύρο περίγραμμα που κύκλωνε το ασήμι των ματιών του. «Είσαστε τώρα μαζί με τον διάβολο, λαίδη μου. Μακάρι να ξεκουραστείτε πιο εύκολα τη νύχτα από ό,τι εγώ». Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά καθώς ελευθέρωσε το χέρι του, γύρισε ελαφρώς και άρχισε να βάζει το γάντι του. «Θα πρέπει να είμαστε διακριτικοί. Θα έχω την άμαξά μου να περιμένει στο δρομάκι αύριο τα μεσάνυχτα. Συναντήστε με εκεί και θα σας συνοδεύσω στη Φράνι». «Πρέπει να την αγαπάτε πολύ για να είστε πρόθυμος να κάνετε όλα αυτά». Έστρεψε ελαφρώς το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του. «Δεν κάνω τίποτα γι’ αυτή που δεν έχω ξανακάνει».


Κεφάλαιο 5 Γαμώτο, τι είχε αυτή η γυναίκα που τον έκανε να ομολογήσει πράγματα που δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν άλλο; Τι είχε αυτή η γυναίκα που τον γέμισε με ντροπή για το παρελθόν του; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να θέλει να τη σοκάρει; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να θέλει να φαίνεται τόσο κακός όσο εκείνη πίστευε ότι είναι; Οι σκέψεις τον βασάνιζαν από τότε που έφυγε από τον κήπο της. Χωρίς αμφιβολία ήταν ανόητος να εμπλακεί σε αυτή την κατάσταση χωρίς περισσότερες πληροφορίες. Δεν θα του αποκάλυπτε ποιον ήθελε να σκοτώσει μέχρι να είναι έτοιμος να εκτελέσει την απαίτησή της. Αυτό που σίγουρα γνώριζε ήταν ότι ήθελε εκείνον να το κάνει. Δεν ήταν ότι μπορούσε να σκεφτεί έναν μόνο λόγο για τον οποίο θα το έκανε. Ένας σοφός δεν μπήκε ποτέ σε μια κατάσταση χωρίς να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες. Εκείνου του έλειπαν, δυστυχώς. Χτύπησε την πόρτα του απλού σπιτιού. Περίμενε ένα λεπτό, χτύπησε ξανά. Είδε να τρεμοπαίζει ένα φως σε ένα από τα κάτω παράθυρα και χτύπησε για άλλη μια φορά. Η πόρτα άνοιξε και μια ηλικιωμένη γυναίκα κράτησε ψηλά τη λάμπα της. «Είστε χαζός; Ξέρετε τι ώρα είναι;» «Πρέπει να δω τον Τζέιμς Σουίντλερ». «Είναι ξαπλωμένος». «Τότε σήκωσέ τον». Τον κοίταξε. «Δεν ντρέπεστε; Δεν θα κάνω κάτι τέτοιο». Ακούστηκαν βήματα πάνω από τα σκαλοπάτια και έπειτα ένας ψηλός άντρας με φαρδιούς ώμους πλησίασε την ηλικιωμένη, σηκώνοντας τη λάμπα για να βλέπει καλύτερα. «Λουκ; Θεέ μου, τι συμβαίνει; Είναι η Φράνι;» Με κάποιο τρόπο ήταν. «Πρέπει να μιλήσουμε». «Φυσικά, έλα πάνω». Ο Τζιμ χτύπησε τον ώμο της γυναίκας. «Είναι εντάξει, κυρία Γουίτεν. Είναι φίλος». «Χωρίς αμφιβολία, κάποιος έχει βρει τον μπελά του. Για να ζητούν επιθεωρητή της Σκότλαντ Γιαρντ απόψε. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά για


αξιοπρεπείς ανθρώπους». «Μην ανησυχείτε. Πηγαίνετε ξανά για ύπνο, κυρία. Θα παρακολουθώ εγώ τα πράγματα». Η γυναίκα γύρισε και κατευθύνθηκε πίσω σε κάτι που ο Λουκ υπέθεσε ότι ήταν η κρεβατοκάμαρά της. «Η σπιτονοικοκυρά σου είναι δυσάρεστη γυναίκα». Ο Τζιμ χαμογέλασε. «Από την εμπειρία μου ξέρω ότι λίγοι άνθρωποι είναι ευχάριστοι όταν ξυπνούν στη μέση της νύχτας. Έλα». Ο Λουκ τον ακολούθησε από τις στενές σκάλες σε ένα διαμέρισμα που είχε καθιστικό και χώρο ύπνου στο πλάι. Δεν εξεπλάγην που είδε μια μικρή φωτιά να τρεμοπαίζει στο τζάκι. Ανεξάρτητα από την εποχή, αυτός και οι φίλοι του απολάμβαναν τη ζεστασιά τώρα που μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά. Ο Τζιμ έβαλε ουίσκι σε δύο ποτήρια και έδωσε ένα στον Λουκ. «Βολέψου». Ο Λουκ κάθισε σε μια από τις δύο καρέκλες που βρίσκονταν μπροστά στο τζάκι ενώ ο Τζιμ κάθισε στην άλλη. «Επιθεωρητής; Πότε συνέβη αυτό;» ρώτησε ο Λουκ. «Πριν από καιρό». «Ανεβαίνεις κοινωνικά». «Μετά βίας. Είναι ένας εντυπωσιακός τίτλος, αλλά σημαίνει απλώς ότι δεν περπατάω πλέον στους δρόμους, αλλά επιβλέπω αυτούς που το κάνουν». Ο Τζιμ ήταν πάντα ταπεινός μέχρι αηδίας. Ο Λουκ υποψιαζόταν ότι αν ξαφνικά γινόταν βασιλιάς της Αγγλίας, θα μείωνε το γεγονός, λέγοντας ότι απλώς σήμαινε ότι καθόταν σε μια καρέκλα πιο φανταχτερή από οποιονδήποτε άλλο. «Γιατί νόμιζες ότι ο λόγος που είμαι εδώ έχει να κάνει με τη Φράνι;» ρώτησε ο Λουκ. «Γιατί είναι η κοινή συνισταμένη για όλους μας». «Όχι, ο Φίγκαν είναι η κοινή συνισταμένη όλων μας». «Όμως η Φράνι είναι αυτή που όλοι περικυκλώνουμε για να την προστατέψουμε». Ο Τζιμ έσκυψε προς τα εμπρός, πιέζοντας τους αγκώνες στους μηρούς του, κρατώντας το ποτήρι του με τα δύο χέρια, σαν να περίμενε κακά νέα. «Επομένως, αν δεν είναι αυτή που σε έφερε στην πόρτα μου στη μέση της νύχτας, τι είναι;» «Θέλω να συγκεντρώσεις μερικές πληροφορίες για μένα». Ο Τζιμ έγειρε προς τα πίσω χαμογελώντας με σιγουριά. «Έχω αληθινό ταλέντο σε αυτό». Ο Λουκ το ήξερε καλά και σκόπευε να χρησιμοποιήσει τις δεξιότητες του


Τζέιμς Σουίντλερ. Ήταν αποφασισμένος να μάθει την αλήθεια πίσω από το αίτημα της λαίδης Κάθριν Μέιμπρι πολύ πριν του την αποκαλύψει η ίδια. Η γνώση ήταν δύναμη. Μια χαρτοπαικτική λέσχη. Ο Κλέιμπουρν την είχε φέρει στην πίσω πόρτα μιας χαρτοπαικτικής λέσχης. Η Κάθριν προσπαθούσε να το συνειδητοποιήσει ενώ βρισκόταν στην πόρτα του γραφείου, ο Κλέιμπουρν προσπαθούσε να πείσει μια κοκκινομάλλα κυρία – που φαινόταν αποφασισμένη να μην πειστεί– ότι όλα θα πήγαιναν καλά. «Φράνι, θα σου διδάξει ότι το να είσαι παντρεμένη με έναν άρχοντα δεν είναι κάτι που πρέπει να φοβάσαι», είπε ο Κλέιμπουρν. Εκτός αν έχεις παντρευτεί τον δούκα του Άβενταλ, σκέφτηκε η Κάθριν. «Μα, δεν το θέλω αυτό». Συνέχισαν πηγαίνοντας μια μπρος και μια πίσω. Η Κάθριν κρυφάκουγε, περισσότερο περίεργη από το περιβάλλον παρά από τη συζήτηση, παρόλο που δεν μπορούσε να δει το κύριο τμήμα του εσωτερικού του κτιρίου. Μπήκε στον πειρασμό να ζητήσει να κάνει μια βόλτα. Ο Κλέιμπουρν ήθελε να παντρευτεί μια γυναίκα που δούλευε σε μια χαρτοπαικτική λέσχη. Η οποία δούλευε. Σε χαρτοπαικτική λέσχη. Η κοινωνία δεν θα την αποδεχόταν ποτέ. Ολόκληρη η κατάσταση είχε ολόγυρά της την καταστροφή. Ωστόσο, η Κάθριν καλωσόρισε την πρόκληση. Δεν θα τη δίδασκε απλώς, αλλά θα φρόντιζε να γίνει και αποδεκτή από την κοινωνία. Άξιζε να δει τη Γουίνι ασφαλή. Το φόρεμα που φορούσε η Κάθριν ήταν εκείνο που χρησιμοποιούσε όταν δεχόταν πρόσκληση από κυρίες της καλής κοινωνίας. Φαινόταν εντελώς ακατάλληλο ξαφνικά. Τι φορούσε κάποιος όταν πήγαινε σε χαρτοπαικτικές λέσχες; Προσπάθησε να μη γελάσει νευρικά. Η όλη κατάσταση ήταν απλώς παράλογη και ταυτόχρονα απίστευτα συναρπαστική. Η Γουίνι θα πέθαινε αν ήξερε πού βρισκόταν η Κάθριν εκείνο το βράδυ. Ο ιδιοκτήτης της λέσχης, στον οποίο συστήθηκε κατά την είσοδό της, βρισκόταν επίσης στην πόρτα, αφημένος χαλαρά, με τα χέρια του διπλωμένα στο στήθος, με το βλέμμα του να τρέχει από την κορυφή του κεφαλιού της μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της και τούμπαλιν. Παρόλο που δεν τον κοιτούσε, ένιωσε την περιφρόνησή του σαν απαλό άγγιγμα. Γυρνώντας το κεφάλι της, είδε τον Τζακ Ντότζερ. «Είστε ευχαριστημένος με αυτό που βλέπετε;» Αυτός την κάρφωσε με το βλέμμα. «Πάρα πολύ».


Άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί πάνω του, σταματώντας για ένα δευτερόλεπτο στο έγκαυμα, με τη μορφή ενός Τ, που υπήρχε στο εσωτερικό του αντίχειρά του, και τελικά το βλέμμα της έπεσε στα σκοτεινά μάτια του για άλλη μια φορά. «Δεν μπορώ να πω το ίδιο». Το γέλιο του ήταν σαν μακρόσυρτη κραυγή, σαν αυτή μιας μεγάλης γάτας που ετοιμάζεται να επιτεθεί. Ένα ρίγος διέτρεξε αργά τη σπονδυλική στήλη της Κάθριν. «Πώς γίνεται μια κυρία της αριστοκρατίας να έχει τόσο τσαγανό;» ρώτησε. «Φαίνεται ότι γνωρίζετε ελάχιστα για την αριστοκρατία, κύριε». «Ξέρω πολλά γι’ αυτούς». Έσκυψε ελαφρώς προς τα εμπρός με φανερή ικανοποίηση στα σκοτεινά μάτια του. «Μερικοί από αυτούς είναι από τους καλύτερους πελάτες μου». Το ήξερε το είδος του –ένας νταής–, ο λόγος που οι αξιοπρεπείς γυναίκες χρειάζονταν συνοδεία όταν κινούνταν στους δρόμους. Προσπαθούσε να την τρομάξει. Δεν τρόμαζε εύκολα. Έστρεψε την προσοχή της στο ζευγάρι που τσακωνόταν. «Όλοι έχουμε τους δαίμονές μας». «Και ποιος είναι ο δικός σας, λαίδη Κάθριν;» «Δεν σας αφορά». «Ίσως όχι, αλλά νομίζω ότι έχω μια θέση για εσάς στη δουλειά μου, αν το επιθυμείτε». Τον κοίταξε για άλλη μια φορά. «Άντε!» «Πιστεύω ότι θα μπορούσατε να εκπληρώσετε μια φαντασίωση… για όσους πελάτες μου δεν είναι της αριστοκρατίας, την οποία τα τωρινά κορίτσια μου δεν μπορούν. Υποψιάζομαι ότι πολλοί άντρες φαντασιώνονται να βρεθούν στο κρεβάτι με μια γυναίκα της… ράτσας σας». «Και τις φαντασιώσεις μιας κυρίας; Είστε καλά προετοιμασμένος για να τις εκπληρώσετε;» Φάνηκε να εκπλήσσεται. Καλώς. Δεν τον συμπαθούσε πολύ. «Οι κυρίες φαντασιώνονται κρεβάτια;» Σήκωσε το φρύδι. Ένα χαλαρό μειδίαμα απλώθηκε στο πρόσωπό του. «Τι φαντασιώνεστε;» Του χάρισε ένα αχνό χαμόγελο σε αντάλλαγμα και έστρεψε την προσοχή της στο ζευγάρι που λογομαχούσε. Η Φράνι ήταν προφανώς ταραγμένη. Θεέ μου, με αυτόν τον ρυθμό, θα καθόταν εδώ όλη τη νύχτα. Η Κάθριν ήταν ήδη κουρασμένη. Είχε περάσει πολλή ώρα το απόγευμα με τον διαχειριστή του πατέρα της και ήταν υπερβολικά ανήσυχη για τη συνάντησή της απόψε με τον Κλέιμπουρν ώστε δεν μπόρεσε να ξεκουραστεί νωρίτερα εκείνο το βράδυ.


«Αρκετά!» φώναξε η Κάθριν. Ο Κλέιμπουρν γύρισε απότομα, σαφώς ενοχλημένος μαζί της. Όχι ότι εκείνη νοιαζόταν για την ενόχλησή του έτσι κι αλλιώς. «Δεν μπορείς να την εκφοβίζεις έτσι», είπε. «Δεν την εκφοβίζω». «Την εκφοβίζεις. Δεν μπορείς να δεις ότι είναι τρομοκρατημένη με τη σκέψη του γάμου με εσένα; Όχι ότι μπορώ να την κατηγορήσω… αν αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεις να της συμπεριφέρεσαι από τη στιγμή που θα είστε παντρεμένοι». «Όχι», είπε η Φράνι. «Όχι, όχι ο γάμος με τον Λουκ, αλλά με αυτό που αντιπροσωπεύει». «Την αριστοκρατία, την ευγένεια, την ανώτερη κρούστα της κοινωνίας. Πιστεύετε πραγματικά ότι είμαστε τόσο διαφορετικοί;» «Ναι. Έχετε όλους αυτούς τους κανόνες…» «Τους οποίους μπορείτε να μάθετε και ο λόρδος Κλέιμπουρν με διαβεβαιώνει ότι είστε εξαιρετικά έξυπνη και θα αποκτήσετε τα λεπτά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας σε χρόνο μηδέν. Επομένως να φτάσουμε σε αυτό;» Η Φράνι κοίταξε τον Κλέιμπουρν και μετά την Κάθριν. Φαινόταν εντελώς νικημένη. «Ναι, φυσικά». Η Κάθριν μπήκε στο δωμάτιο διερωτώμενη γιατί στα κομμάτια ο Κλέιμπουρν ήθελε ένα ποντίκι για γυναίκα. Φάνηκε ότι θα χρειάζονταν πολύ περισσότερα από τα μαθήματα εθιμοτυπίας. «Λόρδε Κλέιμπουρν, μπορείτε να φύγετε». Πήγε ένα βήμα πιο κοντά και έσκυψε προς το μέρος της. «Να είστε ευγενής μαζί της». «Θα κάνω ό,τι πρέπει να γίνει για να κερδίσω αυτό που θέλω». «Αν την κάνεις να κλάψει…» «Για όνομα του Θεού, δεν είμαι τέρας!» Πήγε να ανοίξει το στόμα του. «Σουτ! Δεν θα ανεχτώ την παρέμβασή σας σε αυτό το θέμα. Πάρτε τον κύριο Ντότζερ μαζί σας, καθώς δεν με ενδιαφέρει και πολύ. Βεβαιωθείτε ότι θα κλείσετε την πόρτα καλά καθώς θα βγαίνετε έξω». Ένας μυς στο σαγόνι του συσπάστηκε και σκέφτηκε ότι θα νόμιζε ότι φοβήθηκε από τη σκοτεινή ματιά που της έριξε. Αλλά για κάποιον περίεργο λόγο δεν φοβόταν τον κόμη Διάβολο. Ποτέ δεν τον φοβήθηκε. Σηκώθηκε, διέσχισε το δωμάτιο και χτύπησε την πόρτα πίσω του. Ένιωσε μια διεστραμμένη ικανοποίηση που έπαιξε με την ψυχραιμία του. Έστρεψε την προσοχή της στη γυναίκα, που χωρίς αμφιβολία ήταν μεγαλύτερη από εκείνη,


αλλά κατά κάποιον τρόπο φαινόταν νεότερη. «Γεια σου, Φράνι. Είμαι η Κάθριν». «Λαίδη Κάθριν». «Μόνο σε επίσημες περιστάσεις. Μεταξύ φίλων είμαι η Κάθριν». «Και περιμένετε να γίνουμε φίλες;» «Φυσικά». Καθόταν σε μια κοντινή καρέκλα. «Τώρα πες μου τον πραγματικό λόγο που δεν θέλεις να παντρευτείς τον Κλέιμπουρν». «Μου αρέσει», είπε ο Τζακ. «Μου αρέσει πολύ». Ο Λουκ ήπιε το ουίσκι που είχε σερβίρει ο Τζακ γι’ αυτόν και έπειτα έβαλε το ποτήρι και το αφτί του στον τοίχο που βρισκόταν στο ησυχαστήριο του Τζακ – ένα δωμάτιο δίπλα από εκείνο της Φράνι. Γαμώτο, δεν μπορούσε να ακούσει ούτε μια λέξη. Ο Τζακ του πήρε το ποτήρι, το ξαναγέμισε και του το έδωσε πίσω. «Έχει πολλή τόλμη». «Είναι καταραμένα εκνευριστική, μόνο αυτό είναι. Μετανιώνω ήδη για τη συμφωνία». «Είναι ένα κουκλί». Ο Λουκ έπεσε σε μια καρέκλα. «Δεν το είχα παρατηρήσει». «Θα έκανε και νεκρό να σηκωθεί από το φέρετρο. Ανάθεμα, είμαι έτοιμος ακόμα και να σκοτωθώ για να κερδίσω την εύνοιά της». «Δεν το κάνω για να κερδίσω την εύνοιά της». «Το ξέρω. Το κάνεις για να κερδίσεις την εύνοια της Φράνι». Έπεσε μια εκκωφαντική σιωπή μέχρι που ο Τζακ ρώτησε: «Νομίζεις ότι οι ανύπαντρες γυναίκες φαντασιώνονται;». Ο Λουκ κοιτούσε ψηλά. «Για ποιο πράγμα;» «Για το κρεβάτι». «Όχι. Δεν θα ξέρουν από πού να ξεκινήσουν». «Γιατί;» «Γιατί τι;» «Γιατί δεν θα ξέρουν από πού να ξεκινήσουν;» «Επειδή δεν ξέρουν αρχικά τι συμβαίνει μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας». «Μόλις το μάθουν θα μπορούν να φαντασιώνονται;» «Πιθανώς». «Επομένως η λαίδη Κάθριν δεν είναι παρθένα». Ο Λουκ είχε μια περίεργη αντίδραση. Όλο το σώμα του σφίχτηκε και


αισθάνθηκε την ανάγκη να… τι; Να υπερασπιστεί την τιμή της λαίδης; Να δώσει συγχαρητήρια σε όποιον είχε πάρει την αθωότητά της; Είχε κάποιος ρίξει την προσοχή του πάνω της; Ήταν αυτός ο λόγος που ήθελε να τον σκοτώσει; «Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε. «Υπονόησε ότι φαντασιωνόταν άντρες. Τώρα με άφησε να αναρωτιέμαι αν οι γυναίκες θα πλήρωναν για να πραγματοποιήσουν τις φαντασιώσεις τους. Ίσως πρέπει να επεκτείνουμε την επιχείρησή μας ώστε να συμπεριλάβουμε και προσφορές για κυρίες». «Μη γίνεσαι γελοίος. Οι άντρες έχουν μια ανάγκη που οι γυναίκες δεν έχουν». «Ξοδεύω ένα μεγάλο κομμάτι της ημέρας να σκέφτομαι διάφορες μορφές των γυναικών, για να μην αναφέρω όλα τα συναρπαστικά πράγματα που θα μπορούσα να κάνω μαζί τους. Δεν πιστεύεις ότι εκείνες σκέφτονται τους άντρες;» «Όχι, μιλάνε για φορέματα, τσάι και κεντήματα». «Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Ίσως να ρωτήσω την Κάθριν…» «Λαίδη Κάθριν για εσένα και μείνε μακριά της, Τζακ». «Είναι λίγο δύσκολο να το διαχειριστώ όταν τη φέρνεις στην έδρα μου». «Δεν έχω επιλογή. Η Φράνι ζει και εργάζεται εδώ και σπάνια βγαίνει. Όπως ξέρεις καλά, η νύχτα λειτουργεί καλύτερα για κρυφές συναντήσεις». «Μου είπες να μείνω μακριά από τη Φράνι και το έκανα. Δεν φλερτάρω μαζί της καθόλου. Μπορείς να έχεις μόνο μία γυναίκα, Λουκ, και διάλεξες τη Φράνι. Θα κάνω ό,τι θέλω με την Κάθριν». Ο Λουκ πετάχτηκε με τέτοια δύναμη, που το ουίσκι του χύθηκε στα πλαϊνά του ποτηριού του καθώς ορθώθηκε πάνω από τον Τζακ. «Θα την αφήσεις ήσυχη!» Δεν του άρεσε ο τρόπος που ο Τζακ τον κοιτούσε, με μια σκωπτική λάμψη στο μάτι του. Ούτε του άρεσε ιδιαίτερα η μανία που τον πλημμύριζε στη σκέψη ότι ο Τζακ θα έριχνε την προσοχή του στην Κάθριν. Ποιο ήταν το πρόβλημά του; Τι τον ένοιαζε πού εκείνη θα έδινε την προσοχή της; Αλλά και μόνο η σκέψη της με κάποιον άλλο έκανε το αίμα του να βράζει. «Όπως επιθυμείς», είπε ο Τζακ. «Προς το παρόν. Γιατί είσαι φίλος μου. Αλλά μην κάνεις ποτέ το λάθος να σκεφτείς ότι είσαι αφέντης μου». Ο Λουκ πήγε πίσω και έβαλε το ποτήρι στο γραφείο. «Πάω να παίξω χαρτιά». Χρειαζόταν κάτι για να αποσπάσει τον εαυτό του από τις ανησυχητικές σκέψεις του. Παραλίγο να ρίξει γροθιά στο πρόσωπο του Τζακ, κάνοντας σαφές ότι η Κάθριν ήταν δική του. Δεν είχε ποτέ μια τόσο σπλαχνική αντίδραση για τη Φράνι, επομένως γιατί αισθάνθηκε τόσο κτητικά για την Κάθριν;


Δεν ήταν τίποτα η Κάθριν, απλώς ένα μέσο για το τέλος. Ενώ η Φράνι ήταν τα πάντα. «Πρέπει να είστε επιφυλακτική με τον Τζακ Ντότζερ». Ήταν σχεδόν τρεις το πρωί και η Κάθριν δεν είχε ούτε ίχνος ενέργειας. Ταξίδευαν με την άμαξα χωρίς να υπάρχει φως, οπότε δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος να τους δουν και να τους αναγνωρίσουν, όχι ότι σκέφτηκε ότι υπήρχε πιθανότητα κάποιος που τη γνώριζε να ήταν έξω τέτοια ώρα. Είχε επίσης κουρτίνες στα παράθυρα. Θεώρησε ότι οι προφυλάξεις ήταν ακραίες, αλλά ύστερα υποψιάστηκε ότι ήταν συνηθισμένος να κρύβεται και ότι ήξερε καλύτερα πώς να επιτύχει την ανωνυμία. «Γιατί, άρχοντά μου;» «Τον προκαλείτε και όπως κι εγώ, θα σας κατέστρεφε χωρίς τύψεις». «Και νομίζετε ότι θα έπεφτα από τη γοητεία του;» «Αν το βάλει στο μυαλό του, ναι. Πολλές γυναίκες το έχουν κάνει». Γέλασε ελαφρά. «Σας διαβεβαιώνω ότι δεν με ενδιαφέρει στο ελάχιστο». «Είναι ένας όμορφος διάβολος». «Και πάλι, άρχοντά μου, εκπλήσσομαι που με περνάτε για τόσο ρηχή. Η γνώμη μου για έναν άνθρωπο δεν επηρεάζεται από κάτι στο οποίο δεν έχει κανέναν έλεγχο – όπως τα όμορφα χαρακτηριστικά. Βασίζω τη γνώμη μου αποκλειστικά στον χαρακτήρα του». Ποιος ήταν ο λόγος που είχε τόσο χαμηλή εκτίμηση στον Κλέιμπουρν; Ο χαρακτήρας του ήταν αμφισβητήσιμος – εντελώς. Αλλά παρ’ όλα αυτά, τη συγκλόνιζε ακόμα, ανάθεμά τον. «Πώς γνωριστήκατε με τον κύριο Ντότζερ;» «Πόσα ξέρετε για το παρελθόν μου;» «Ξέρω ότι ήσαστε ορφανός. Ξέρω ότι περάσατε ένα μέρος της νιότης σας ζώντας στους δρόμους. Εκτός από αυτό και όσα αποκαλύψατε τόσο ευγενικά, πολύ λίγα». Μια ανατριχίλα διαπέρασε την πλάτη της. Βρισκόταν σε μια άμαξα, στο σκοτάδι, με έναν άνθρωπο που είχε παραδεχτεί τη δολοφονία και την εξαπάτηση, έναν άνθρωπο που την είχε οδηγήσει σε μια χαρτοπαικτική λέσχη σαν να ήταν το κατάλληλο μέρος για μια γυναίκα. «Ήταν ένα από τα αγόρια του Φίγκαν», δήλωσε ο Κλέιμπουρν. «Όπως κι εγώ». «Και ποιος ήταν ο Φίγκαν;» «Ο αρχηγός που διαχειριζόταν τη μικρή συμμορία μας από παιδιά κλέφτες, μας δίδαξε την τέχνη μας». «Πόσοι ήσαστε εκεί;»


«Περίπου μια ντουζίνα. Αυτό άλλαζε, ανάλογα με το ποιος συλλαμβανόταν και ποιος έμπαινε στη συμμορία». «Και η Φράνι;» «Είναι μία από μας επίσης». «Είχατε μια πολύ διαφορετική ανατροφή από τους περισσότερους άρχοντες». «Πράγματι». «Εκεί μάθατε να σκοτώνετε;» «Όχι, εκεί έμαθα να κλέβω». «Να βουτάτε πορτοφόλια;» «Ήμουν περισσότερο του γδυσίματος. Ο Τζακ ήταν ο πορτοφολάς». «Και η Φράνι;» «Ο αντιπερισπασμός». «Σας λείπει;» «Ποιο; Το να ζω στους δρόμους; Να είμαι βρόμικος, παγωμένος και πεινασμένος; Όχι, ποτέ». Ευχόταν να μπορούσε να τον δει πιο καθαρά στις σκιές. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να αισθάνεται έλξη για εκείνον, αλλά έτσι ένιωθε. Ενώ τον είχε κατηγορήσει για τον εκφοβισμό της Φράνι, δεν ήταν πραγματικά αγενής ή σκληρός μαζί της. Είχε τολμήσει μόνο να αφήσει τον εκνευρισμό του να φανεί. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την έπεισε για τα έντονα συναισθήματά του για τη γυναίκα. Κρατούσε κρυφά τα συναισθήματά του, αλλά μπροστά στη Φράνι τα είχε αποκαλύψει. «Κατάλαβα ότι δεν πιστεύετε ότι είστε ο αληθινός κληρονόμος του Κλέιμπουρν. Συγχωρήστε την αφέλειά μου, αλλά γιατί αφήσατε τον προηγούμενο κόμη να πιστεύει ότι ήσαστε;» Έβαλε το δάχτυλό του κάτω από την κουρτίνα, την τράβηξε λίγο στην άκρη και κοίταξε έξω. Αναρωτήθηκε αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την τοποθεσία τους. Ή ίσως αναζητούσε μια απάντηση στην ερώτησή της. «Επρόκειτο να με κρεμάσουν», είπε ήσυχα, αφήνοντας την κουρτίνα. Κάθισε πίσω στη θέση του. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος στη σκέψη ότι αντιμετώπισε την κρεμάλα. «Μπορώ να καταλάβω ότι κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ο οποιοσδήποτε θα έκανε το ίδιο, προσποιούμενος ότι ήταν κάποιος που δεν ήταν. Αλλά από τη στιγμή που ήσαστε ελεύθερος, γιατί να μην επιστρέψετε εκεί που ανήκατε; Κλέψατε τον τίτλο και όλα αυτά που ήρθαν μαζί του». «Ήταν κάτι περισσότερο από το να προσπαθώ να σώσω το κεφάλι μου», είπε ήσυχα, σχεδόν σαν να ήταν χαμένος εκείνη τη στιγμή. «Έχετε ποτέ θελήσει κάτι


τόσο πολύ ώστε να κάνετε τα πάντα; Να πιστεύετε το οτιδήποτε ώστε να το αποκτήσετε;» «Πιστεύω ότι η σημερινή συμφωνία μας επιβεβαιώνει ότι πράγματι έχω θελήσει». «Όχι, μιλώ να επιθυμείς κάτι πιο πολύ από αυτό, να το θέλεις με τέτοια λαχτάρα ώστε να είσαι πρόθυμος να εξαπατήσεις τον εαυτό σου για να το αποκτήσεις. Έτσι ήταν ο γερο-άρχοντας. Είδα στα μάτια του πόσο απελπισμένος ήταν να βρει τον εγγονό του, πόσο απελπισμένος ήταν ότι ήμουν αυτό το παιδί…» «Και το εκμεταλλευτήκατε». «Αυτός είναι ο ένας τρόπος να το δείτε – και εύκολα παραδέχομαι ότι υπάρχουν νύχτες που βλέπω τις ενέργειές μου με αυτόν τον τρόπο». «Πώς αλλιώς θα μπορούσα να το δω;» «Του έδωσα αυτό που όλοι θέλουμε και λίγοι από εμάς αποκτούμε: τις βαθύτερες επιθυμίες μας. Δεν υπήρχε τίποτα που να ήθελε περισσότερο από το να έχει για άλλη μια φορά στη ζωή του τον γιο του πρωτότοκού του. Και έτσι έγινα αυτό που ήθελε». «Υπάρχει αυτή η περίεργη ειλικρίνεια μέσα σας ξανά. Το κάνετε να ακούγεται σχεδόν ευγενές». «Όχι, όχι ευγενές. Ούτε στο ελάχιστο. Μου έδωσε μια ευκαιρία να ζήσω και την άρπαξα τόσο γρήγορα και όσο πιο δυνατά μπορούσα. Μακάρι να ήμουν ο εγγονός του. Με γέμισε αγάπη, που δικαίως ανήκε σε άλλον και δεν ένιωσα ποτέ άνετος με αυτό». «Η αγάπη που σας έδωσε ήταν δική σας. Ακόμα κι αν πίστευε ότι είστε άλλος, αυτό που ένιωσε για σας ήρθε επειδή ήθελε να σας φροντίσει». «Με νοιάστηκε μόνο επειδή πίστευε ότι ήμουν εγγονός του. Αν πίστευε κάτι άλλο, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο ίδιος θα είχε περάσει τη θηλιά γύρω από τον λαιμό μου. Στο κάτω κάτω, σκότωσα τον εναπομείναντα γιο του». Έναν γιο που είχε έναν γιο: τον Μάρκους Λάνγκτον. Ο άνθρωπος που θα έπρεπε να είναι ο κόμης. Η Κάθριν τον γνώριζε γιατί, αντί του φημισμένου ξαδέλφου του, συχνά τον καλούσαν σε χορούς, σαν να τον προετοίμαζαν οι άνθρωποι για την ημέρα που θα αναλάμβανε τη νόμιμη θέση του. Αλλά είχαν προφανώς υποτιμήσει τον τωρινό κόμη. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι με έχετε μπερδέψει με τις ομολογίες σας. Δεν σας προσδίδουν κάτι θετικό και δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ αν μου λέτε αυτά τα πράγματα επειδή δεν θέλετε να σας συμπαθήσω». «Δεν ξέρω γιατί σας λέω αυτά τα πράγματα. Ίσως επειδή μόνο μια ψυχή τόσο


σκοτεινή όσο η δική μου θα μπορούσε να ζητήσει από μένα αυτό που ζητήσατε εσείς». «Δεν είμαι σαν και εσάς, άρχοντά μου». «Δεν είστε; Το χέρι μου θα κάνει την πράξη, αλλά το κάνει ύστερα από δική σας απαίτηση. Θα μοιραστείτε την ενοχή, λαίδη Κάθριν. Βεβαιωθείτε ότι η συνείδησή σας μπορεί να αντέξει το βάρος της». «Μπορεί». Τουλάχιστον σκέφτηκε ότι θα μπορούσε. Ήλπιζε ότι θα μπορούσε. Μισούσε ότι αμφέβαλε. Αλλά δεν έβλεπε να έχει άλλη επιλογή. «Ενώ εσείς με το να παριστάνετε ότι είστε ο εγγονός του γερο-άρχοντα για να σώσετε το κεφάλι σας σας κόστισε ακριβά. Επειδή τώρα, ως λόρδος, δυσκολεύεστε να αποκτήσετε αυτό που θέλετε: τη Φράνι». «Εντυπωσιάζομαι από την ειλικρίνειά σας, λαίδη Κάθριν. Ποτέ δεν με εντυπωσίασε τόσο πολύ μια κυρία της αριστοκρατίας». «Πόσες γνωρίζετε καλά;» «Προφανώς όχι αρκετές. Μου λέτε ότι είναι όλες τόσο ενδιαφέρουσες όσο εσείς;» Η καρδιά της πετάρισε παράξενα και αναρωτήθηκε αν μια γυναίκα θα μπορούσε να πεθάνει από την προσοχή ενός άντρα. Την ενοχλούσε που της άρεσε το ότι την έβρισκε ενδιαφέρουσα. «Πιστεύω ότι τις γυναίκες τις υποτιμούν πολύ. Εξάλλου, γνωρίζουμε, πολλές φορές, να κυβερνάμε μια αυτοκρατορία». «Φαίνεται ότι έχετε μεγάλη ιδέα για το φύλο σας». «Πράγματι». «Δεν θα έπρεπε να έχετε παντρευτεί ως τώρα;» Υπήρξε μια περίεργη αλλαγή στο θέμα. Γιατί όλοι ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για την οικογενειακή κατάστασή της; «Δεν υπάρχει νόμος για το πότε πρέπει να παντρευτείς». «Γιατί δεν το έχετε κάνει;» «Προφανώς δεν έχω βρει ακόμα κάποιον αντάξιό μου». Χαμογέλασε. «Ο Θεός να βοηθήσει τον άνθρωπο που νομίζει ότι είναι άξιος». «Δεν είμαι τόσο κακή». «Νομίζω ότι ως σύζυγος θα είστε μια πρόκληση για κάθε άντρα». «Δεν νομίζετε ότι η Φράνι θα είναι μια πρόκληση;» «Φυσικά και όχι. Όχι μόλις ξεπεράσουμε αυτό το εμπόδιο». «Είναι πραγματικά αυτό που θέλετε; Κάποια που δεν θα σας προσφέρει ποτέ μια πρόκληση; Νομίζω ότι θα ήταν μάλλον βαρετό». «Είχα αρκετές προκλήσεις στη ζωή μου, λαίδη Κάθριν. Προσβλέπω σε έναν


γάμο χωρίς αυτές». «Φυσικά. Σας ζητώ συγγνώμη. Δεν είναι δικό μου θέμα να κρίνω τι αναζητάτε στον γάμο». Ωστόσο, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τα λόγια που της είχε πει η Φράνι όταν τη ρώτησε γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί τον Κλέιμπουρν: «Του οφείλω τα πάντα και δεν μου χρωστάει τίποτα. Είμαι συνηθισμένη να ασχολούμαι με τους αριθμούς και να διατηρώ τα πάντα σε ισορροπία. Νομίζω ότι ο γάμος μας θα ήταν εντελώς αδύνατος. Δεν φαίνεται να είναι ένας ευχάριστος τρόπος ζωής και φοβάμαι ότι θα το μετανιώσουμε και τελικά θα χάσουμε οποιαδήποτε αγάπη έχουμε ο ένας για τον άλλο». Του χρωστάω τα πάντα. Δεν κάνω γι’ αυτή τίποτα παραπάνω που δεν έχω κάνει για χάρη της στο παρελθόν. Η Κάθριν σκέφτηκε ότι ο άνθρωπος που είχε σκοτώσει ο Κλέιμπουρν συνδεόταν κατά κάποιον τρόπο με τη Φράνι. Θα μάθαινε ποτέ όλη την ιστορία; Ήθελε να τη μάθει; Εάν οι πράξεις του ήταν πραγματικά δικαιολογημένες, θα άρχιζε να τον βλέπει ευνοϊκά; Θα άρχιζε να αμφισβητεί τα δικά της σχέδια να τον εμπλέξει; Ήταν ένας άνθρωπος που τουλάχιστον ένα άτομο θεωρούσε ότι του χρωστούσε τα πάντα. Η Φράνι δεν χρησιμοποίησε τη λέξη απερίσκεπτα. Αισθανόταν αληθινά ότι όφειλε τα πάντα στον Κλέιμπουρν. Η Κάθριν δεν μπορούσε να φανταστεί να είναι τόσο υπόχρεη σε κάποιον. Περιέργως, ήθελε να μειώσει τη μικρή απόσταση που χώριζε τον Κλέιμπουρν και εκείνη, να πάρει το χέρι του στο δικό της και να τον παρακαλέσει να της πει κάθε τρομερή λεπτομέρεια του παρελθόντος του. Γιατί όσο περισσότερο χρόνο περνούσε μαζί του, τόσο περισσότερο την ενθουσίαζε; Ευτυχώς, η άμαξα σταμάτησε προτού προχωρήσει σε αυτό που ήταν βέβαιο ότι θα ήταν μια εξευτελιστική απόφαση. Ήθελε πραγματικά να γνωρίσει το παρελθόν του; Δεν θα εξυπηρετούσε καλύτερα τη συμφωνία αν κρατούσαν απόσταση, αν παρέμεναν ξένοι και όχι φίλοι; Η πόρτα άνοιξε και έκανε μια κίνηση προς τη μεριά της. «Επιτρέψτε μου να πάω πρώτος», είπε ο Κλέιμπουρν. «Δεν χρειάζεται να με συνοδέψετε». «Επιμένω». Βγήκε και στη συνέχεια τη βοήθησε να αποβιβαστεί από την άμαξα. Περπάτησε μαζί της μέχρι να φτάσουν στην πύλη που οδηγούσε στον κήπο και


στο μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν όσοι έφερναν αγαθά στην κατοικία. Έβαλε το χέρι της στο μάνταλο. «Καληνύχτα, άρχοντά μου. Θα σας δω αύριο τα μεσάνυχτα». «Κάθριν;» Εκείνη πάγωσε. Η φωνή του είχε μια τραχύτητα, μια σοβαρότητα που σχεδόν τη φόβισε και ένα ανεπίσημο ύφος που ήταν εξίσου τρομακτικό. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να τον κοιτάξει, αλλά φοβόταν τι θα αντίκριζε, τι θα έλεγε. Έτσι περίμενε, ίσα που ανέπνεε. «Το πρόσωπο από το οποίο θέλετε να απαλλαγείτε είναι επειδή αυτός… άσκησε την έλξη του… το σώμα του… πάνω σας;» Τόλμησε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο της. Σκοτεινός και τρομακτικός, στεκόταν εκεί στις σκιές. «Δεν χρειάζεται να μου πείτε λεπτομέρειες, αλλά εάν σας εκμεταλλεύτηκε ενάντια στη θέλησή σας, θα πρέπει να μου δώσετε το όνομά του τώρα, απόψε, και το μέρος της συμφωνίας μας από πλευράς σας θα ολοκληρωθεί ενώ εγώ θα φροντίσω αμέσως για το δικό μου». Ο λαιμός της σφίχτηκε απότομα συνειδητοποιώντας τι της ζητούσε και τι της πρόσφερε. Σίγουρα δεν ήταν τόσο ευγενής. «Λέτε ότι δεν χρειάζεται να διδάξω τη Φράνι προτού φροντίσετε το θέμα;» «Αυτό λέω». Πόσο εύκολο θα ήταν να πει απλώς ναι. Να φροντίσει το θέμα πάραυτα και γρήγορα. Δεν θα τον έβλεπε ποτέ ξανά. Και αν δεν είχε δει την περίεργη ειλικρίνειά του, αν δεν είχε αρχίσει να αμφισβητεί τη γνώμη της γι’ αυτόν, αν δεν είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι διέθετε έναν ηθικό κώδικα που θα έπρεπε να θαυμάσει, θα μπορούσε να είχε επωφεληθεί της προσφοράς του. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι, από εγωισμό και μόνο, δεν ήθελε αυτή να είναι η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε. Νωρίτερα είχε πει ότι το να θέλεις κάτι τόσο απελπισμένα σε κάνει διατεθειμένο να κάνεις, να πιστεύεις το οτιδήποτε για να το αποκτήσεις. Αισθανόταν έτσι για τη Φράνι. Ήταν η βαθύτερη επιθυμία του, ο γάμος με εκείνη το όνειρο που ήθελε να πραγματοποιήσει. Και ήταν πρόθυμος να το εγκαταλείψει για την Κάθριν –που δεν σήμαινε τίποτα για αυτόν– εάν είχε αδικηθεί. Ο Κλέιμπουρν πολύ απλά την εντυπωσίασε. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ έναν άντρα τόσο περίπλοκο, έναν άντρα που φάνηκε να έχει τόσες πτυχές όπως αυτός. Δεν ήταν όλος ένα κακό. Ούτε ήταν καλός. Ήταν ένας εξαιρετικά συναρπαστικός συνδυασμός.


«Δεν με έχουν εκμεταλλευτεί στο ελάχιστο». Φάνηκε σαν να προετοιμαζόταν για το χτύπημά του. Να μάθει αν την είχαν βλάψει. «Θα σας δω αύριο, άρχοντά μου». Υποκλίθηκε ελαφρά. «Αύριο». Μπήκε μέσα από την πύλη και την έκλεισε ήσυχα πίσω της. Δεν ήθελε να αναγνωρίσει πόσο την είχε συγκινήσει το ενδιαφέρον του. Ο Κλέιμπουρν ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από ό,τι συνειδητοποιούσε. Είτε ήταν ένας αμαρτωλός είτε ένας άγιος, της προξενούσε το ενδιαφέρον όπως κανένας άλλος άντρας μέχρι τώρα.


Κεφάλαιο 6 Η Φράνι Ντάρλινγκ βγήκε από το Δωμάτιο Σχεδίασης του Ντότζερ –ένα κομψό όνομα που πρότεινε εκείνη για κάτι μάλλον άκομψο εκ φύσεως, λες και τα όμορφα λόγια μπορούσαν να κάνουν την αμαρτία αποδεκτή– και περπάτησε προς τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο μικρό διαμέρισμα όπου ζούσε. Ήταν μέρος του κτιρίου Ντότζερ, αλλά η εξωτερική είσοδος την έκανε τουλάχιστον να αισθάνεται σαν να απομακρυνόταν από τα αποβράσματα και να βίωνε μια καλύτερη ζωή. Όχι ότι δεν είχε τα μέσα να ζήσει σε ένα πιο όμορφο σπίτι. Τα είχε. Τα κορίτσια του Φίγκαν την αντιμετώπιζαν ως ισότιμη και συμμετείχε στα κέρδη από τις δράσεις τους. Θα μπορούσε να ζήσει σε ένα παλάτι αν ήθελε, αλλά τα χρήματα που κέρδιζε δεν ήταν ποτέ γι αυτή. Άλλοι άξιζαν πολύ περισσότερο. Καθώς ανέβαινε τις σκάλες, μύρισε τον οικείο, πλούσιο αρωματικό καπνό. Ήταν ένα πιο ευχάριστο άρωμα από ό,τι θυμόταν όταν ήταν παιδιά. Ο Τζακ άντεχε οικονομικά πλέον τον πολύ ραφιναρισμένο καπνό. Ακόμα βέβαια τον έβαζε στη μακριά πήλινη πίπα που είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί όταν ήταν οκτώ χρόνων. Δεν ήταν ασυνήθιστο για τα αγόρια του Φίγκαν να καπνίζουν και να πίνουν οινοπνευματώδη ποτά σε νεαρή ηλικία. Τα κρατούσε ζεστά. Η πίπα ήταν μέρος του παρελθόντος του Τζακ, μια υπενθύμιση για το τι ήταν πριν ο παππούς του Λουκ του προσφέρει μια ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Όλοι έφεραν κάτι μαζί τους. Ο Τζακ είχε μείνει στο σπίτι του Αγίου Ιακώβου τόσο ώστε να μάθει όσα χρειαζόταν για να κερδίσει αυτό που ήθελε. Ποτέ δεν ήταν χαρούμενος που ζούσε με τον κόμη του Κλέιμπουρν. Όμως έπειτα, απ’ όσο ήξερε η Φράνι, δεν ένιωσε ποτέ αληθινά ευτυχισμένος οπουδήποτε – εκτός από τότε που ήταν με τον Φίγκαν. Ο Τζακ ήταν ο πιο επιδέξιος από τη μικρή συμμορία τους, φέρνοντας πάντοτε τα περισσότερα νομίσματα και πορτοφόλια και πάντα καθισμένος δίπλα στη φωτιά με τον Φίγκαν –ο Φίγκαν πίνοντας τζιν και ο Τζακ πίνοντας τζιν και καπνίζοντας την πίπα του– να ψιθυρίζουν και οι δύο μέχρι αργά τη νύχτα. Απ’ όσο γνώριζε η Φράνι, η μόνη άποψη που ζητούσε ποτέ ο Φίγκαν ήταν του Τζακ. «Γεια, Φράνι», είπε καθώς πλησίαζε το κεφαλόσκαλο. Έξω από τη χαρτοπαικτική λέσχη δεν ήταν ποτέ ο επιχειρηματίας που ήταν μέσα. Εντούτοις,


ήταν πονηρός. Πάντα έψαχνε για την πλευρά που θα του έδινε περισσότερα από ό,τι είχε. «Ο Ντότζερ». Στα νιάτα τους ήταν ο Ντότζερ πολύ πιο συχνά απ’ ό,τι ήταν ο Τζακ. Ήταν ειδικευμένος στο να αποφεύγει τα χέρια που ήθελαν να τον αρπάξουν όταν ο στόχος συνειδητοποιούσε ότι οι τσέπες του είχαν αδειάσει. Ήταν συνήθως ο άλλος κλέφτης που αδέξια «άδειαζε» το επιλεγμένο θήραμά τους. Όλοι διασκορπίζονταν όταν συνέβαινε αυτό. Μόνο μία φορά ο Τζακ επέστρεψε για να προσπαθήσει να βοηθήσει έναν κλέφτη που δεν ήταν τόσο ευκίνητος. Είχε επιστρέψει για τον Λουκ. Ήταν η μοναδική φορά που ο Τζακ είχε συλληφθεί. «Υπέροχο βράδυ απόψε», είπε εκείνη. «Ω ναι, η ομίχλη είναι απλώς υπέροχη. Νομίζεις ότι υπάρχει έστω και ένα μέρος στην Αγγλία όπου δεν υπάρχει ομίχλη;» «Θα μετακόμιζες εάν υπήρχε;» «Απίθανο. Αμφιβάλλω ότι υπάρχει μια πόλη οπουδήποτε όπου μπορώ να βγάλω περισσότερα χρήματα». «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στη ζωή από τα χρήματα». «Όχι για μένα». Αναστενάζοντας, κοίταξε την ομίχλη. Ήταν σαν τη ζωή που την εμπόδιζε να δει όσα δεν ήταν εφικτά. Δεν ήταν δυστυχισμένη. Απλώς θεωρούσε ότι κάτι σημαντικό έλειπε από τη ζωή της. Ο Τζακ φύσηξε την πίπα του και έμειναν για λίγο στη σιωπή. Πάντα απολάμβανε τη συντροφιά του Τζακ, ακόμα κι αν δεν μιλούσαν. Στην πραγματικότητα, την απολάμβανε συνήθως περισσότερο όταν δεν μιλούσαν. Είχε την εκπληκτική ικανότητα να γνωρίζει τι σκεφτόταν. «Γιατί δεν του είπες την αλήθεια, Φράνι, αντί να φτιάξεις όλες αυτές τις ανόητες δικαιολογίες;» ρώτησε λίγο μετά και η φωνή του ήταν τόσο χαμηλή, σαν να πίστευε ότι ο Λουκ βρισκόταν πίσω από μια γωνιά και κρυφάκουγε. «Δεν μπορούσα, Τζακ. Δεν ήθελα να τον πληγώσω. Όχι έπειτα απ’ όλα όσα έχει κάνει για μένα». «Να μην τον πληγώσεις; Το μόνο που κατάφερες είναι να παρατείνεις το θέμα. Και τώρα έχει φέρει μια παντελώς ξένη μέσα στη δουλειά μας για να σου διδάξει αυτά που ήδη γνωρίζεις». Το στήθος της σφίχτηκε. «Το ξέρω ότι τα έκανα μαντάρα. Τον αγαπώ, αλλά δεν θέλω να τον παντρευτώ. Δεν θέλω να γίνω κόμισσα. Θέλω μόνο να συνεχίσω να κάνω αυτό που θέλω». «Δεν θα σε εμποδίσει να το κάνεις».


«Ω το ξέρω καλά, αλλά δεν θα είναι το ίδιο. Θεέ μου, ίσως θα έπρεπε να τον παντρευτώ, να σταματήσω να ανησυχώ μήπως και τον πληγώσω, αλλά δεν νομίζω ότι θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένος μαζί μου. Μερικές φορές το όνειρό σου σε κάνει περισσότερο ευτυχισμένο από την πραγματικότητα». «Αυτό δεν βγάζει καθόλου νόημα». «Άκουσα για τα πονηρά στοιχήματά σας. Γιατί τον ενθάρρυνες να μου κάνει πρόταση όταν ήξερες πώς αισθανόμουν;» ρώτησε σχεδόν εξίσου απογοητευμένη μαζί του όπως ήταν και με τον εαυτό της. «Γιατί πρέπει να γνωρίζει την αλήθεια και πρέπει αυτή να έρθει από σένα. Δεν θα το πιστέψει από κανέναν άλλο». Εκείνος φύσηξε, εκείνη μαζεύτηκε. «Του αρέσει», είπε ο Τζακ με χαμηλή φωνή. Η Φράνι αισθάνθηκε ένα άγνωστο τσίμπημα… τι; Ζήλια; «Ποια; Η λαίδη Κάθριν;» Κάνοντας νεύμα, φύσηξε και πάλι την πίπα του. «Με προειδοποίησε να μείνω μακριά της. Δεν ήταν καν απλή απειλή. Με έκανε να τρέμω με τον τρόπο που με πλησίασε». Δεν ήταν αρκετά βέβαιη πώς αισθανόταν γι’ αυτό. Θα έπρεπε να ανακουφιστεί, αλλά ένα κομμάτι της θρηνούσε την προοπτική να χάσει ένα μέρος της καρδιάς του Λουκ. Το είχε κρατήσει για τόσο πολύ καιρό και ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να το κρατήσει για πάντα. Δεν ήταν δίκαιο γι’ αυτόν. Όσο και αν ενδιαφερόταν, αυτό που ένιωθε ήταν η αγάπη μιας αδελφής για έναν αδελφό, όχι μιας γυναίκας για έναν άντρα. «Ίσως αισθάνεται υπεύθυνος, φέρνοντάς τη στο άντρο των εγκληματιών, νομίζοντας ότι θα την αποπλανήσεις ή θα την καταστρέψεις. Μπορεί να μη ζεις πλέον με τον Φίγκαν, αλλά εξακολουθείς να προσλαμβάνεις ανθρώπους, προσελκύοντάς τους στη σκοτεινή πλευρά του Λονδίνου». Χαμογέλασε πάνω από την πίπα του. «Και πού είναι το κακό; Όλοι θα πάμε στην κόλαση ούτως ή άλλως. Καλύτερα να έχεις μια μικρή διασκέδαση καθ’ όλη τη διάρκεια και όσο περισσότερη, τόσο πιο ευχάριστη και ούτω καθεξής». «Είσαι τόσο ίδιος με τον Φίγκαν. Ξέρεις, προσποιούμουν ότι ήταν ο πατέρας μου. Και οι δύο είχαμε κόκκινα μαλλιά, που ήταν τόσο εκνευριστικά σγουρά». Μαζεύτηκε. «Θα μπορούσε και να είναι». Περίμενε ελπίζοντας ότι ο Τζακ θα γελούσε με την ανόητη εξομολόγησή της. Ήταν πιο κοντά στον Φίγκαν απ’ όλους, ήξερε τα πάντα. Αλλά ο Τζακ απλώς χτύπησε την πίπα του στο κάγκελο, στέλνοντας τη στάχτη στο σκοτάδι. «Καληνύχτα, Φράνι. Καλό ύπνο».


Κατέβηκε τα σκαλιά. Είχε δωμάτιο δίπλα στο δικό της, αλλά ήξερε ότι θα ήταν ξημέρωμα πια όταν θα πήγαινε εκεί. Ήξερε καλά τον Τζακ Ντότζερ. Αλλά δεν ήξερε τα πάντα. Κανείς από αυτούς δεν γνώριζε τα πάντα. Όλοι είχαν τα μυστικά τους, αλλά υποψιαζόταν ότι ο Τζακ ήταν ο χειρότερος της ομάδας. Ο Λουκ μπήκε στη βιβλιοθήκη, πλησίασε στο τραπέζι, έριξε μια ικανοποιητική ποσότητα ουίσκι σε ένα ποτήρι και αμέσως το ήπιε, απολαμβάνοντας την αίσθηση του καψίματος. Τι τον είχε κάνει να πει στην Κάθριν όλα όσα της είχε πει; Άρχισε να γεμίζει ξανά το ποτήρι. Το επόμενο βράδυ θα έβαζε το μαντίλι του στο στόμα, ώστε να μην μπορεί να ξεστομίσει όλες αυτές τις ενοχλητικές ανοησίες… «Θα πάρω ένα από αυτά, αν δεν σε πειράζει». Ο Λουκ γύρισε απότομα, ρίχνοντας τα μπουκάλια στο πάτωμα όπου έσπασαν. Ήταν τσιτωμένος, έτοιμος να επιτεθεί… «Συγγνώμη», είπε ο Τζιμ σηκώνοντας τα χέρια του. «Εγώ είμαι». Ηρεμώντας την αντίδρασή του και την καρδιά του που χτυπούσε σαν τρελή, ο Λουκ χαλάρωσε. Είχε γίνει πολύ μυγιάγγιχτος. «Κανείς δεν με πληροφόρησε ότι ήσουν εδώ». «Υποθέτω ότι δεν θα ήθελες να το γνωρίζουν. Μπήκα κρυφά». Ο Τζιμ έκανε ένα βήμα πιο κοντά. «Είσαι καλά; Ποτέ δεν κατάφερα να σε τρομάξω. Πάντα ήσουν πολύ τεντωμένος, πολύ ετοιμοπόλεμος…» «Ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου». Γυρνώντας ο Λουκ άρπαξε ένα μπουκάλι. «Είμαστε τυχεροί. Κάποιο τη γλίτωσε και δεν έπεσε». Ξεκίνησε να γεμίζει δύο ποτήρια. «Θεωρώ ότι έχεις κάτι να μου πεις». «Για την ακρίβεια όχι. Είναι αρκετά βαρετή». «Βαρετή; Η Κάθριν Μέιμπρι; Είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από βαρετή. Είσαι βέβαιος ότι ακολουθείς τη σωστή γυναίκα;» Ο Τζιμ γέλασε. «Δεν το πιστεύω ότι με ρωτάς κάτι τέτοιο. Είμαι ο καλύτερος σε αυτό που κάνω και το ξέρεις καλά». Ο Τζιμ δεν καυχιόταν. Απλώς έλεγε την αλήθεια. Ο Λουκ του έδωσε ένα ποτήρι και του έδειξε μια καρέκλα. Αφού κάθισαν, είπε: «Τι έκανε σήμερα;». «Όχι πολλά. Επισκέφθηκε την κόμισσα του Τσέσνι για περίπου δέκα λεπτά και στη συνέχεια τη δούκισσα του Άβενταλ. Πήγε να δει ένα νέο καπέλο που φτιάχνει και έπειτα πήγε να παραγγείλει ένα φόρεμα. Προφανώς σκοπεύει να πάει σε κάποιον χορό. Δουλεύω για τις λεπτομέρειες. Επέστρεψε στο σπίτι γύρω


στις δύο και ήταν εκεί μέχρι που την πήρες απόψε». Ο Λουκ σκέφτηκε τις πληροφορίες ενώ ο Τζιμ έπινε το ουίσκι του. «Ξέρεις ότι ο πατέρας της είναι ανήμπορος και ο αδελφός της ταξιδεύει στον κόσμο;» ρώτησε ο Τζιμ. Ο Λουκ ένευσε. «Είχα ακούσει κάτι για αυτό». «Νομίζω ότι υπάρχει κάτι εκεί». «Τι εννοείς;» «Ο πατέρας της είναι πάρα πολύ άρρωστος για να φροντίσει σωστά τα κτήματά του και ο γιος του δεν ασχολείται παρά με τις δικές του απολαύσεις; Νομίζω ότι πρέπει να το διερευνήσω». «Δεν με νοιάζει για τον πατέρα της ή για τον αδελφό της. Επικεντρώσου στο κορίτσι. Αυτό με νοιάζει». Συνειδητοποίησε αυτό που είπε, σκέφτηκε να το αναδιατυπώσει και έπειτα αποφάσισε να μην το κάνει. Κάνοντάς το ζήτημα, θα χρησίμευε μόνο για να δώσει στα λόγια του την αξιοπιστία που δεν άξιζαν. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά ουίσκι. Ήταν δελεαστικό, αλλά δεν είχε την πολυτέλεια να κάνει κατάχρηση οινοπνεύματος απόψε. «Και αν η απάντηση αφορά τον πατέρα ή τον αδελφό της;» Ο Λουκ αναστέναξε. «Κάνε ό,τι νομίζεις καλύτερο. Απλώς μάθε ποιον θέλει να σκοτώσω και γιατί». «Τι γίνεται αν είναι η μόνη που ξέρει;» «Πρέπει να έχει μιλήσει σε κάποιον». «Εσύ δεν το έκανες. Όχι μέχρι να γίνει η πράξη». «Δεν είναι αλήθεια. Το είπα σε κάποιον». Στον Τζακ. Ο εξομολογητής του σε όλα τα πράγματα. Και συχνότερα ο συνωμότης του. «Στον Τζακ. Το είπες στον Τζακ. Πάντα τον εμπιστευόσουν περισσότερο από εμάς τους υπόλοιπους». «Είναι αυτός που με βρήκε να τρέμω, να λιμοκτονώ, να είμαι φοβισμένος. Τολμώ να πω ότι θα είχα πεθάνει αν δεν είχε φροντίσει για μένα, αν δεν με πήγαινε στον Φίγκαν». «Ξέρεις πολύ καλά όπως και εγώ ότι ο Φίγκαν πλήρωσε για τις προσλήψεις μας. Ήμαστε απλώς τρεις πένες στην τσέπη του Τζακ». «Ζηλεύεις τη φιλία μου με τον Τζακ;» «Μην είσαι παράλογος. Αλλά μιλάς λες και τα κίνητρά του για να σε σώσει ήταν καθαρά. Τίποτα για τον Τζακ δεν είναι καθαρό». «Έσωσε το τομάρι σου παραπάνω από μια φορά». «Και τον συμπαθώ, αλλά δεν τον εμπιστεύομαι, όχι εντελώς».


«Με την ανατροφή μας, με αυτό που μάθαμε για τον κόσμο, νομίζεις ότι οποιοσδήποτε από εμάς εμπιστεύεται πλήρως κάποιον;» «Εγώ σε εμπιστεύομαι. Θα σε ακολουθούσα στην κόλαση χωρίς να ρωτήσω γιατί πάμε». «Ακριβώς γιατί είμαι ο λιγότερο αξιόπιστος από όλους μας. Κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα αξιόπιστος. Κανενός τα κίνητρα δεν είναι καθαρά. Αυτό μας φέρνει πίσω στην Κάθριν Μέιμπρι. Μάθε όσα μπορείς για αυτή». Επειδή ο Λουκ είχε την αίσθηση ότι τον οδηγούσε κατευθείαν στην κόλαση, αλλά σε αντίθεση με τον Τζιμ, ο Λουκ ήθελε να μάθει το «γιατί». Ο Λουκ κατέβασε το ουίσκι και σηκώθηκε για να βάλει ακόμα ένα. «Πώς πήγε το μάθημα;» ρώτησε ο Τζιμ καθώς πλησίασε και έτεινε το ποτήρι του. Ο Λουκ έριξε ουίσκι μέσα. «Η Κάθριν δεν θα μιλήσει γι’ αυτό. Είπε ότι θα δω τα αποτελέσματα όταν πρέπει. Με ενοχλεί αυτή η γυναίκα όσο δεν έχω ενοχληθεί ποτέ. Ξέρεις ότι είχε ακόμα και το θράσος να αμφισβητήσει την επιλογή μου για σύζυγο; Είναι απαίσια. Ποτέ δεν έχω γνωρίσει γυναίκα σαν αυτή». Έτριψε το φρύδι. «Μου προκαλεί πονοκέφαλο». «Πάντα υπέφερες από πονοκεφάλους». «Εδώ και λίγο καιρό. Έχω κάποια σκόνη που τους ανακουφίζει. Μην ανησυχείς». Ο Τζιμ άφησε το ποτήρι του. «Να φεύγω, λοιπόν. Ίσως αύριο να έχω περισσότερη τύχη». «Ίσως και οι δύο να έχουμε».


Κεφάλαιο 7 «Γνωρίζω από έγκυρη πηγή ότι ο κύριος Μάρκους Λάνγκτον έχει καταθέσει αίτημα στο δικαστήριο του Τσάνσερι για να ανακτήσει τα ακίνητά του στην Αγγλία. Είναι μια αρχή για την ανάκτηση του τίτλου του», είπε η λαίδη Σάρλοτ. Η Κάθριν και η Γουίνι, μαζί με τη λαίδη του Τσέσνι, έπαιρναν το απογευματινό τσάι στον κήπο της λαίδης Σάρλοτ. Αν και μόλις πρόσφατα είχε κάνει το ντεμπούτο της, ο πατέρας της, ο κόμης του Μίλμπανκ, δεν αγωνιούσε να την παντρέψει. Ποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει; Ήταν η πρώτη από τις τέσσερις κουτσομπόλες κόρες, πράγμα που την έκανε να έχει συχνά επισκέπτες. Φαινόταν να γνωρίζει πράγματα πριν από οποιονδήποτε. «Τότε δεν πρέπει να κάνεις τίποτα για να αποθαρρύνεις το ενδιαφέρον του», δήλωσε η λαίδη του Τσέσνι. Η λαίδη Σάρλοτ χαμογέλασε με νόημα. Προφανώς η έγκυρη πηγή της ήταν ο ίδιος ο κύριος Λάνγκτον. Η Κάθριν τους είχε δει να χορεύουν μαζί σε χορούς και να περπατούν στο Χάιντ Παρκ. Ακόμα, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το ενδιαφέρον της λαίδης Σάρλοτ για τον άτιτλο κύριο ήταν τόσο έντονο. «Αλλά το Στέμμα έχει ήδη αναγνωρίσει τον Λούσιαν Λάνγκτον ως τον νόμιμο κόμη», η Κάθριν αισθάνθηκε την ανάγκη να τονίσει. Γνώριζε τον κύριο Λάνγκτον –ήταν αρκετά κοινωνικός– και της άρεσε αρκετά. Ήταν αναμφίβολα ο δικαιοδόχος του τίτλου. Ο Λούσιαν Λάνγκτον δεν το είχε αρνηθεί αυτό, τουλάχιστον σε εκείνη. Αλλά ακόμα δυσκολευόταν να φανταστεί τον Μάρκους Λάνγκτον ως κόμη. Ή ίσως ήταν ότι δεν μπορούσε να δει τον Λούσιαν Λάνγκτον ως μη κόμη. «Ο ισχυρισμός του κυρίου Λάνγκτον είναι ότι ο βασιλιάς Γουλιέλμος εξαπατήθηκε και καθώς ήταν αρκετά ηλικιωμένος –τότε ήταν ήδη εβδομήντα– έπεσε θύμα εκμετάλλευσης. Η βασίλισσα Βικτώρια μπορεί να ανοίξει το ζήτημα για τα δικαιώματα. Αν ο κύριος Μάρκους Λάνγκτον καταφέρει να πείσει το δικαστήριο ότι τα ακίνητα είναι πραγματικά δικά του, τότε θα έχει το βάρος της δικαστικής απόφασης μαζί του όταν παρουσιαστεί ενώπιον της Αυτού Μεγαλειότητας». «Τολμώ να πω ότι είναι ένας πολύ γενναίος άνθρωπος ο κύριος Μάρκους Λάνγκτον σου», μουρμούρισε η Γουίνι. Στη συνέχεια όλα τα μάτια έπεσαν στη Γουίνι και φάνηκε να μαζεύεται κάτω από τα έντονα βλέμματα.


Η Κάθριν μισούσε που ο Άβενταλ είχε μεταμορφώσει μια γυναίκα με ζωντάνια σε ένα τέτοιο ποντίκι. Έφτασε στο τραπέζι και έσφιξε το χέρι της Γουίνι. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχετε δίκιο για τον κύριο Λάνγκτον. Επιπλέον, ο Κλέιμπουρν δεν ονομάζεται κόμης Διάβολος για το τίποτα. Δεν περιμένω να παραδώσει τα όπλα τόσο εύκολα». Πράγματι. Θα πολεμούσε αυτή την τελευταία προσπάθεια να σφετεριστούν τη θέση του. Ήταν ένας άνθρωπος που φορούσε τη δύναμη σαν έναν άνετο παλιό μανδύα. Δεν θα παραδινόταν εύκολα. «Πάντα εκπλήσσομαι από το πόσο εύγλωττος είναι ο Κλέιμπουρν», είπε η λαίδη Τσέσνι. Η Κάθριν αισθάνθηκε την καρδιά της να χτυπά. «Έχετε μιλήσει μαζί του;» Η λαίδη Τσέσνι πίεσε το χέρι της στο φαρδύ στέρνο της και κρίνοντας από το σοκ στο πρόσωπό της, η Κάθριν θα μπορούσε ίσως να ρωτήσει αν είχε πάει στο κρεβάτι μαζί του. «Φυσικά και όχι. Μόνο η σκέψη της συζήτησης με αυτόν τον άνθρωπο με κάνει να καρδιοχτυπώ. Τολμώ να πω ότι αν μου απευθυνόταν ποτέ, θα έφευγα αμέσως. Όχι, όχι, όχι. Αναφέρομαι στις επιστολές που δημοσίευσε στους Τάιμς». Το στομάχι της Κάθριν σφίχτηκε. «Ποιες επιστολές;» «Υποστηρίζει ότι είναι άδικο για παιδιά ηλικίας άνω των επτά να κριθούν σύμφωνα με το δίκαιο της γης». «Φυσικά θα το θεωρούσε άδικο», είπε η λαίδη Σάρλοτ. «Εξάλλου, πέρασε κι εκείνος κάποιον χρόνο στη φυλακή – ακόμα και πριν δολοφονήσει τον πατέρα του αγαπητού κυρίου Λάνγκτον. Μπορείτε να φανταστείτε να ενηλικιωνόσασταν γνωρίζοντας ότι ο πατέρας σας δολοφονήθηκε – και ότι ο παππούς σας όχι μόνο υποδέχτηκε τον δολοφόνο στο σπίτι του, αλλά του συμπεριφέρθηκε ως γιο; Ή ως εγγονό, όπως συνέβη. Είναι απολύτως επαίσχυντο. Μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τον κύριο Μάρκους Λάνγκτον που προσπαθεί να αποκτήσει αυτό που γνωρίζει βαθιά μέσα του ότι του ανήκει;» «Φυσικά κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει», είπε η λαίδη Τσέσνι. «Νομίζω πως είναι φρικιαστικά ανήθικο ότι ανάμεσα στην αριστοκρατία έχουμε έναν άρχοντα που φέρει σφραγίδα φυλακών στο χέρι του». «Την είδατε;» ρώτησε η λαίδη Σάρλοτ, σαφώς τρομοκρατημένη από τη σκέψη. «Φυσικά και όχι! Ο αγαπητός μου Τσέσνι το έχει δει όμως, στη λέσχη, όταν ο Κλέιμπουρν δεν φοράει γάντια. Του γύρισε το στομάχι και ο Τσέσνι μου δεν είναι από εκείνους των οποίων το στομάχι γυρίζει εύκολα». «Νομίζω ότι αν έφερα το σημάδι της αμαρτίας, θα το έκρυβα πάντα», είπε η λαίδη Σάρλοτ.


Η Κάθριν σκέφτηκε το σημάδι που είχε δει στο χέρι του Κλέιμπουρν τη νύχτα που τον είχε επισκεφθεί, το κάψιμο στον αντίχειρα του Τζακ Ντότζερ. Γιατί το βλέμμα του Κλέιμπουρν ήταν τόσο διαφορετικό; Δεν μπορούσε να φανταστεί κάποιον να πιέζει σκόπιμα το ζεστό σίδερο στο μικρό χέρι ενός παιδιού. «Ξέρετε πόσων χρόνων ήταν όταν ήταν στη φυλακή;» «Όχι βέβαια, όχι. Ήταν χρόνια πριν, πιστεύω όταν ήταν παιδί. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, τον έπιασαν να κλέβει». «Θα έπρεπε να πάει στη φυλακή για τη δολοφονία του πατέρα του κυρίου Λάνγκτον», είπε η λαίδη Σάρλοτ με δίκαιη αγανάκτηση. «Αγαπητή λαίδη, θα έπρεπε να είχε κρεμαστεί», είπε η λαίδη Τσέσνι, «αλλά καθώς ποτέ δεν παραπέμφθηκε σε δίκη, απέφυγε και τις δύο συνέπειες. Ήταν υπό κράτηση για λίγο, περιμένοντας τη δίκη, αλλά δεν είναι το ίδιο με τη φυλακή». «Πρέπει να μιλάμε για τον Κλέιμπουρν;» ρώτησε η Γουίνι κοιτάζοντας γύρω σαν να περίμενε να ξεπηδήσει πίσω από τις τριανταφυλλιές. «Αν δεν είμαστε προσεκτικές, θα μπλεχτεί στις υποθέσεις μας». «Έχετε δίκιο, δούκισσα. Είναι ένας φριχτός άνθρωπος. Θα προσεύχομαι επιμελώς μέρα και νύχτα ώστε το δικαστήριο και το Στέμμα να δώσουν στον κύριο Μάρκους Λάνγκτον αυτό που δικαίως του ανήκει», δήλωσε η λαίδη Σάρλοτ. Η Κάθριν είχε μια άσχημη σκέψη ότι η λαίδη Σάρλοτ προσευχόταν τόσο σκληρά επειδή ήθελε να γίνει δούκισσα. Τι εγωιστική χρήση της προσευχής ήταν αυτή. Δεν θα ήταν καλύτερο να προσευχόταν για τα παιδιά; Εδώ και τρεις νύχτες, ανάμεσα στη διδασκαλία της Φράνι για την κατάλληλη εθιμοτυπία, η Κάθριν άκουσε για το σπίτι των παιδιών που η Φράνι έχτιζε στη γη που είχε αγοράσει για εκείνη ο Κλέιμπουρν. Βρισκόταν λίγο έξω από το Λονδίνο. Ήθελε να είναι ένα μέρος όπου τα παιδιά θα μπορούσαν, σύμφωνα με τα λόγια της Φράνι, να είναι παιδιά. Η Κάθριν είχε κάνει αγαθοεργίες. Δώρισε ρούχα στους φτωχούς. Έδωσε κέρματα σε ζητιανάκια. Αλλά δεν τα αγκάλιασε, όπως υποψιαζόταν ότι έκανε η Φράνι. Και τώρα ακούγοντας ότι ακόμα και ο Κλέιμπουρν δήλωσε δημόσια πως ήταν ενάντια σε αυτό που θεωρούσε μια άδικη πρακτική… ένιωσε αρκετά ταπεινή. «Δεν νομίζω ότι είναι τόσο κακός όσο λέτε», μουρμούρισε αργότερα η Κάθριν, καθώς η ανοιχτή άμαξα χτυπούσε πάνω στο πλακόστρωτο, οδηγώντας εκείνη και τη Γουίνι στο σπίτι της τελευταίας. «Ποιος;» ρώτησε η Γουίνι.


«Ο Κλέιμπουρν». «Ω παρακαλώ, πραγματικά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτόν. Θα πρέπει να συζητάμε για τον χορό που θα κάνουμε στο τέλος του μήνα. Αυτή είναι μια πιο ευχάριστη συζήτηση. Κατάφερες να βρεις ορχήστρα για εμάς;» Η Κάθριν χαμογέλασε. «Ναι. Και οι προσκλήσεις θα πρέπει να είναι έτοιμες αύριο. Θα τις παραλάβω από τον προμηθευτή και στη συνέχεια θα περάσουμε ένα τρομερά συναρπαστικό απόγευμα γράφοντας τις διευθύνσεις». Η Γουίνι γέλασε ελαφρά. Πάντα η Κάθριν αισθανόταν καλύτερα όταν άκουγε τη φίλη της να γελάει. «Δεν σου αρέσει να γράφεις διευθύνσεις;» είπε η Γουίνι. «Όχι, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν μου αρέσει. Μου αρέσει να διοργανώνω έναν χορό, αλλά τα κουραστικά καθήκοντα τα βαριέμαι αφάνταστα». «Θα τις γράψω εγώ όλες. Δεν με πειράζει. Μου αρέσει να έχω έναν ακριβή στόχο που μπορεί εύκολα να επιτευχθεί». «Αλλά φαίνεται ένας τόσο μικρός στόχος». Η Γουίνι σταμάτησε να χαμογελά. Ανάθεμα! Η Κάθριν την είχε πληγώσει. Πληγωνόταν τόσο εύκολα αυτές τις μέρες, όμως ποιος θα μπορούσε να την κατηγορήσει; Η αυτοπεποίθησή της είχε κλονιστεί. Περνώντας απέναντι, η Κάθριν της έσφιξε το χέρι. «Λυπάμαι, αλλά αισθάνομαι λίγη τελευταία. Ακούγοντας ότι ένας άνθρωπος όπως ο Κλέιμπουρν, ένας γνωστός παλιάνθρωπος, αφιερώνει χρόνο να μιλήσει εξ ονόματος των παιδιών, με κάνει να σκεφτώ πως θα έπρεπε να κάνω περισσότερα». «Έχεις να φροντίσεις τον πατέρα σου». «Ναι, αλλά έχει νοσοκόμες». «Και έχεις τα κτήματα να επιβλέπεις». «Αυτό είναι αλήθεια, υποθέτω, αν και ακόμα και σε αυτή την περίπτωση είναι απλώς θέμα έγκρισης των αποφάσεων, στις οποίες οι διευθυντές των κτημάτων έχουν ήδη αφιερώσει πολλή σκέψη». «Πότε νομίζεις ότι ο αδελφός σου θα επιστρέψει στο σπίτι;» «Δεν γνωρίζω». «Πότε πήρες νέα του τελευταία;» Η Κάθριν κοίταξε τα καταστήματα από τα οποία περνούσαν. Είχε ψωνίσει αρκετά το τελευταίο διάστημα για να πάρει το μυαλό της από τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Κλέιμπουρν. Ήταν σχεδόν σαν να ήθελε να τρέξει μακριά από την απόφασή της, ακόμα κι αν πίστευε πραγματικά ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να σώσει τη Γουίνι. Αν απειλούσε τον Άβενταλ, θα τον έκανε να θυμώσει περισσότερο και θα έβγαζε τη μανία του στη φίλη της και ενδεχομένως και στην Κάθριν. Ναι, η δολοφονία του ήταν η μόνη λύση που θα εξασφάλιζε τη Γουίνι


χωρίς καμία επίπτωση. «Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος», είπε η Κάθριν ήσυχα. «Δεν υποθέτεις ότι μπορεί να έχει συμβεί κάτι φριχτό σε αυτόν». «Όχι, δεν ήταν ποτέ των επιστολών. Είναι αρκετά εγωιστής σε αυτό. Φροντίζει μόνο για τις απολαύσεις του». «Αυτό θα αλλάξει όταν επιστρέψει στο σπίτι». «Ίσως». Το ήλπιζε. Αν και δεν σκέφτηκε ότι έκανε πολύ κακή δουλειά στη διαχείριση των πραγμάτων. Μάλλον της άρεσε πραγματικά. «Πρέπει πραγματικά να σου βρούμε σύζυγο», είπε η Γουίνι. «Δεν υπάρχει κάποιος που έχει εξάψει τη φαντασία σου;» Η Κάθριν σκέφτηκε τα ασημένια μάτια, τον τρόπο που καίγονταν όταν ο Κλέιμπουρν κοιτούσε τη Φράνι, τον τρόπο που καίγονταν όταν φίλησε την ίδια. Ήταν τόσο επιρρεπής σε ό,τι αφορούσε τη Φράνι. Πώς ήταν δυνατόν η Φράνι να μη θέλει ό,τι είχε να της προσφέρει ο Κλέιμπουρν; Όταν είπε για πρώτη φορά στην Κάθριν ότι ήθελε να παντρευτεί μια γυναίκα η οποία αρνήθηκε, σκέφτηκε ότι είχε καταλάβει γιατί. Όμως όσο περισσότερο χρόνο περνούσε συντροφιά με τον Κλέιμπουρν, τόσο περισσότερο ανακάλυπτε έναν άνθρωπο με τόσο βάθος, που σκεφτόταν ότι ακόμα και μια ζωή να περνούσε μαζί του δεν θα αποκάλυπτε όλα τα στρώματα. Αλλά πόσο ενδιαφέρουσα ζωή θα ήταν! Αλλά εκείνος δεν έκανε για αυτή και το ήξερε καλά. «Ουσιαστικά όχι», είπε η Κάθριν. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η λαίδη Σάρλοτ έχει ενδιαφερθεί για τον κύριο Μάρκους Λάνγκτον. Είναι αρκετά καλός, υποθέτω, αλλά νομίζω ότι το ενδιαφέρον της μπορεί να μειωθεί αν η επιδίωξή του για την ανάκτηση του τίτλου δεν είναι επιτυχής». «Δεν νομίζω ότι ο Κλέιμπουρν θα τον παραδώσει εύκολα». Στην πραγματικότητα, νόμιζε ότι δεν θα τα παρατούσε καθόλου και ενώ ένα μέρος της αναγνώρισε ότι τον είχε κλέψει, δεν μπορούσε να τον βλέπει ως κάτι άλλο εκτός από άρχοντα. Υπήρχε απλώς κάτι στον τρόπο που συμπεριφερόταν που έδειχνε ότι είχε γεννηθεί σε αυτόν τον ρόλο. «Μερικές φορές, με τον τρόπο που ακουγόσουν σήμερα να λες το όνομά του, ήταν σχεδόν σαν να τον γνωρίζεις». «Είναι τόσο μυστηριώδης, Γουίνι. Ίσως να τον προσκαλέσουμε στον χορό μας». «Τολμώ να πω ότι η εμφάνισή του θα δημιουργούσε σίγουρα συζήτηση στο Λονδίνο». Ναι, σκέφτηκε η Κάθριν.


Η άμαξα σταμάτησε έξω από την κατοικία της Γουίνι. «Θέλεις να έρθεις μέσα για μια στιγμή;» ρώτησε η Γουίνι. «Ναι, θα ήθελα πολύ να δω τον Γουίτ». «Αυτός, αγαπητή φίλη μου, είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να παντρευτείς. Απολαμβάνεις τόσο τα παιδιά». «Νομίζω ότι είναι εξίσου σημαντικό να απολαμβάνεις τον πατέρα τους». Η Γουίνι ξαφνιάστηκε. Η Κάθριν άπλωσε το χέρι και άγγιξε της Γουίνι. «Δεν εννοούσα τίποτα με αυτό, Γουίνι». «Το ξέρω». «Πρέπει να υπάρχει κάτι ιδιαίτερο ανάμεσα σε εμένα και τον άνθρωπο που θα μπορούσα να παντρευτώ». «Ελπίζω να το βρεις». Στη φωνή της Γουίνι η Κάθριν άκουσε την απελπισία μιας γυναίκας που δεν βρήκε την ευτυχία. Ο οδηγός τους βοήθησε να βγουν από την άμαξα. Περπάτησαν στα σκαλιά και μπήκαν στο σπίτι. «Πού ήσουν;» Η φωνή ήταν σκληρή, απαιτητική. Η Γουίνι αναπήδησε και πισωπάτησε πέφτοντας πάνω στην Κάθριν, και οι δύο έκαναν έναν περίεργο βηματισμό για να μη χάσουν την ισορροπία τους. Ο Άβενταλ γέλασε με έναν αρκετά χαιρέκακο τρόπο. «Δεν ήθελα να σας τρομάξω». Η Κάθριν δεν το πίστεψε. Μάλλον καθόταν πίσω από το παράθυρο και προφανώς τις παρακολουθούσε. «Απάντησέ μου, δούκισσα». Τόσο επίσημο. Η Γουίνι ήταν η σύζυγός του, για όνομα του Θεού. Η Κάθριν την άκουσε να καταπίνει. «Περάσαμε το απόγευμα με τη λαίδη Σάρλοτ», είπε η Γουίνι. «Δεν είναι παρά μια κουτσομπόλα. Γιατί ξοδεύετε χρόνο μαζί της;» «Ξοδεύουμε χρόνο με πολλές από τις κυρίες. Αυτό κάνουμε», είπε η Γουίνι. Τα σκοτεινά μάτια του μίκρυναν. Τα μαλλιά του ήταν σχεδόν μαύρα. Του Κλέιμπουρν ήταν πιο σκούρα και παρ’ όλα αυτά δεν τον έκαναν να φαίνεται τόσο κακός. Ο Άβενταλ δεν ήταν τόσο ψηλός όσο ο Κλέιμπουρν, αλλά αυτό που του έλειπε σε ύψος το είχε σε πλάτος. Επιπλέον, η Κάθριν σκέφτηκε ότι ο Κλέιμπουρν θα μπορούσε να τον κουμαντάρει εύκολα. Ο Άβενταλ έριξε την προσοχή του στην Κάθριν, η οποία, σε αντίθεση με τη Γουίνι, δεν δείλιασε.


«Δεν πρέπει να φροντίζεις τον πατέρα σου;» Ήθελε να του πει ότι δεν ήταν δουλειά του. Αντ’ αυτού είπε: «Έχει νοσοκόμες. Θα τον πείραζε αν περνούσα όλο τον χρόνο μαζί του». «Πού είπατε ότι περάσατε το απόγευμα;» Γιατί που να πάρει έδειχνε τόσο υποψιασμένος; «Με τη λαίδη Σάρλοτ». «Πού;» «Στον κήπο της». «Για πόση ώρα;» «Περίπου είκοσι λεπτά». «Και πριν από αυτό;» Η Κάθριν κοίταξε τη Γουίνι που μελετούσε τις μύτες των παπουτσιών της. Περνούσε πάντοτε από αυτή την ανάκριση; «Σταματήσαμε να επισκεφθούμε τη λαίδη του Τσέσνι. Μετά την επίσκεψή μας μας προσκάλεσε να πάμε μαζί της στη λαίδη Σάρλοτ». «Και πριν από αυτό;» ρώτησε ξανά. «Θα θέλατε να σας δώσω ένα γραπτό πρόγραμμα;» Χαμογέλασε, περισσότερο σαν κάποιος που ήταν εκνευρισμένος παρά ότι διασκέδαζε. «Δεν χρειάζεται. Δεν σας αρέσει να σας αμφισβητούν, έτσι;» «Όχι, Υψηλότατε, δεν μου αρέσει, αλλά πείτε μου κάποιον που του αρέσει». «Φοβάμαι ότι δεν μπορώ». Η Γουίνι καθάρισε τον λαιμό της. «Μήπως με χρειάζεσαι κάτι;» Έστρεψε το βλέμμα του πίσω της και η Κάθριν κατάλαβε το μάζεμά της. «Για την ακρίβεια, ναι. Οι μπότες μου δεν ήταν γυαλισμένες όπως τις ήθελα. Έριξα μια με τη ζώνη στο παραπαίδι. Νομίζω ότι θα κάνει πολύ καλύτερη δουλειά το πρωί, αλλά θα μπορούσες να τις επιθεωρήσεις πριν τις χρειαστώ;» «Ναι, φυσικά». «Μαστιγώσατε το παραπαίδι που γυαλίζει τις μπότες σας επειδή δεν ήταν αρκετά γυαλισμένες;» ρώτησε η Κάθριν. «Με αμφισβητείς μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, λαίδη Κάθριν;» «Ναι, νομίζω ότι το κάνω». Βρυχήθηκε. «Χρειάζεστε έναν άντρα να σας βάλει στη θέση σας». Ένιωσε τα δάχτυλα να σφίγγουν στο χέρι της. Ήξερε ότι η Γουίνι την προειδοποιούσε. Μη χτυπάς ένα ραβδί σε μια τίγρη. Ω αλλά ήταν δελεαστικό, τόσο πολύ δελεαστικό. «Είναι αρκετά αργά, ο πατέρας μου με περιμένει. Πρέπει να φύγω» – χωρίς να δει τον Γουίτ. Αλλά ήξερε ότι κινδύνευε να πει κάτι που δεν έπρεπε. «Θα σας συνοδεύσω έξω», είπε ο Άβενταλ.


Την ακολούθησε εκεί που περίμενε η άμαξα. Η Κάθριν αναγκάστηκε να του δώσει το χέρι της όταν προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Τα δάχτυλά του έκλεισαν σφιχτά τα δικά της. «Πιστεύω ότι ασκείτε πολύ κακή επιρροή στη γυναίκα μου», είπε με χαμηλή φωνή. Η καρδιά της Κάθριν χτύπησε στο στήθος της. «Με απειλείτε;» «Φυσικά όχι, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνεις τη θέση μιας γυναίκας στον κόσμο». Την κοίταξε και κράτησε το βλέμμα του. «Τουναντίον, Υψηλότατε, φοβάμαι ότι εσείς δεν καταλαβαίνετε τη θέση μιας γυναίκας». Προτού μπορέσει να πει κάτι περισσότερο, έσκυψε και μπήκε στην άμαξα. Ελευθέρωσε το χέρι της από το δικό του. «Προσέξτε, λαίδη Κάθριν. Ποτέ δεν ξέρετε τι κίνδυνοι ελλοχεύουν». Ω ήξερε πολύ καλά τους κινδύνους. Η άμαξα κινήθηκε προς τα εμπρός και η Κάθριν πήρε αρκετές βαθιές αναπνοές για να ηρεμήσει τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς της. Λίγο πριν βγει η άμαξα στον δρόμο, κοίταξε πίσω της. Ο Άβενταλ στεκόταν ακόμα εκεί, κοιτάζοντάς τη.


Κεφάλαιο 8 Ταξιδεύοντας με την άμαξά του, ο Λουκ ήταν ενοχλημένος για τον χρόνο που ξόδευε να προετοιμαστεί για τις νυχτερινές επισκέψεις του στου Ντότζερ. Ποτέ ξανά δεν είχε χρονοδιάγραμμα. Τώρα είχε ένα κάθε βράδυ – όχι μόνο για το πότε πήγαινε στο Ντότζερ, αλλά για το πότε έφευγε. Η Κάθριν επέμενε. Τρεις το αργότερο. Εξάλλου, χρειαζόταν ξεκούραση για να είναι όμορφη. Όχι ότι εκείνος απέδιδε την ομορφιά της στην ποσότητα του ύπνου που έκανε. Είχε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να μείνει και μια εβδομάδα χωρίς ύπνο και να είναι ακόμα εκτυφλωτική. Ήταν κάτι περισσότερο από τον αλάβαστρο του δέρματός της ή το μέλι των μαλλιών της. Ήταν η αυτοπεποίθηση που έβγαζε – σαν με έναν τρόπο να ζητούσε όταν κάποιος την κοιτούσε να μη βλέπει τίποτε άλλο πέρα από την τελειότητά της. Είχε γνωρίσει πολλές όμορφες γυναίκες, αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί πολύ γιατί ήταν όμορφες. Η Κάθριν τον προβλημάτισε ιδιαίτερα. Δεν ήταν εντυπωσιακή και παρ’ όλα αυτά ήταν δύσκολο να σκεφτεί κάποια πιο ελκυστική. Ούτε και τη Φράνι μπορούσε να συγκρίνει και παρ’ όλα αυτά έβλεπε περισσότερη τελειότητα στα χαρακτηριστικά εκείνης και έτσι τελικά συμπέρανε ότι θα έπρεπε να είναι η πιο όμορφη από τις δύο. Σίγουρα, κοιτάζοντάς τη πάντα ένιωθε ευχαρίστηση, αλλά είδε κάτι άλλο όταν κοίταξε την Κάθριν. Κάτι που δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει, κάτι που δεν καταλάβαινε. Αλλά δεν ήταν για την Κάθριν που είχε βαλθεί να προετοιμάζεται στις νυχτερινές αναχωρήσεις του. Ήταν για τη Φράνι. Σπαταλούσε άφθονο χρόνο κάθε βράδυ εξαιτίας της Φράνι. Πριν ζητήσει από τη Φράνι να τον παντρευτεί, πήγαινε απλώς στο Ντότζερ όποτε ήθελε και ενώ δεν ντυνόταν ποτέ σαν ζητιάνος, σίγουρα δεν αφιέρωνε ποτέ χρόνο να ξυριστεί, να λουστεί και να βάλει καθαρά ρούχα. Βούρτσιζε τα μαλλιά του, έβαζε κολόνια σανταλόξυλου. Ήταν πάντα όσο έπρεπε φτιαγμένος. Εδώ και αρκετές νύχτες είχε μπει σε όλο αυτόν τον κόπο και την αναστάτωση. Η Φράνι δεν θα μπορούσε να το παρατηρήσει αυτό. Μόλις οδήγησε την Κάθριν μέσα από την πίσω πόρτα στον ιδιωτικό διάδρομο, στον οποίο απαγορεύονταν οι πελάτες, εκείνη εξαφανίστηκε στο γραφείο της Φράνι, έκλεισε την πόρτα και έμειναν εκεί μέχρι να βγει η Κάθριν, έτοιμη να πάει στο σπίτι.


Η Φράνι του χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή η αναπνοή του ήταν μολυσμένη με ουίσκι, τα μαλλιά του μπερδεμένα από τις πολυάριθμες φορές που είχε περάσει τα δάχτυλά του μέσα από αυτά και δεν είχε καλή διάθεση γιατί για πρώτη φορά στη ζωή του έχασε στα χαρτιά. Ήταν απορροφημένος, χωρίς να επικεντρώνεται στους άντρες του τραπεζιού. Ήθελε να μάθει τι συνέβαινε πίσω από εκείνη την καταραμένη κλειστή πόρτα. Επιπρόσθετα στον εκνευρισμό του, οι αναφορές του Τζιμ δεν είχαν καμιά χρησιμότητα. Σήμερα η Κάθριν έκανε ξανά επισκέψεις μαζί με τη δούκισσα του Άβενταλ –προφανώς βοήθησε τη δούκισσα για ένα πάρτι που ετοίμαζε–, αγόρασε μια καινούρια βεντάλια και μια νέα ομπρέλα, πήγε σε ένα βιβλιοπωλείο και βγήκε με ένα βιβλίο, για το οποίο ο Τζιμ, βάζοντας αρκετά νομίσματα στο χέρι κάποιου, έμαθε ότι ήταν το Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι είχε αγάπη στον Ντίκενς. Είχε επίσης σταματήσει στο ορφανοτροφείο της Φράνι. Είχε απλώς σταθεί στον δρόμο και το κοίταξε. Τι ήταν αυτό πάλι; Πώς γνώριζε καν για το ορφανοτροφείο; Τώρα επέστρεφαν στο σπίτι και δεν γνώριζε περισσότερα από το απόγευμα που την είχε πάρει από εδώ, αρκετές ώρες νωρίτερα. «Πότε λοιπόν θα δούμε κάποια πρόοδο;» ρώτησε ανυπόμονα. «Όταν είμαστε έτοιμοι». «Σίγουρα μέχρι τώρα της έχετε διδάξει κάτι». «Της έμαθα πολλά». «Δώστε μου ένα παράδειγμα». «Δεν πρόκειται να περιγράψω τα επιτεύγματά μας. Θα τα δείτε όταν είμαστε έτοιμες». «Μπορείτε να μου δώσετε μια εκτίμηση για το πότε θα μπορούσε να είναι αυτό;» «Όχι». «Ανυπομονώ να την παντρευτώ». «Ναι, το ξέρω». Το είπε με έναν αναστεναγμό, σαν να την ενοχλούσε. «Νόμιζα ότι θα ήσαστε εξίσου ανήσυχη με εμένα αναφορικά με τη δική σας δουλειά», της υπενθύμισε. «Είμαι… ήμουν… εγώ…» «Το ξανασκέφτεστε;» «Όχι, καθόλου. Απλώς άκουσα ότι ο Μάρκους Λάνγκτον προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είστε ο νόμιμος κληρονόμος».


Τι σχέση είχε αυτό με τη συμφωνία τους; Πώς το είχε ακούσει; Και πώς δεν το είχε ακούσει εκείνος; Τέλος πάντων, δεν επρόκειτο να αφήσει να φανεί ότι τα λόγια της τον έπιασαν προ εκπλήξεως. «Ακούγεστε ανήσυχη. Σας διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε. Επανειλημμένα απειλεί να το κάνει αυτό. Συνήθως όταν θέλει αύξηση των επιδομάτων του». «Του παρέχετε επίδομα;» «Μη σοκάρεστε. Δεν είναι ασυνήθιστο για έναν άρχοντα να φροντίζει εκείνους που έχουν αφεθεί στη φροντίδα του. Ο γερο-άρχοντας ζήτησε να τον φροντίζω και αυτό κάνω». «Από ενοχή;» «Γιατί δεν μπορεί να είναι από καλοσύνη;» «Είστε, λοιπόν, ένας καλός άνθρωπος;» Γέλασε. «Ούτε κατά διάνοια! Ξέρετε τι είμαι, Κάθριν. Ή το πιο σημαντικό, τι δεν είμαι. Δεν είμαι ο νόμιμος κληρονόμος. Δεν είμαι ο πραγματικός εγγονός του προηγούμενου κόμη του Κλέιμπουρν. Αλλά εμπιστεύτηκε τους τίτλους και τα ακίνητά του σε εμένα και θα συνεχίσω να τα κρατάω». «Δεν ανησυχείτε μήπως πάω στα δικαστήρια και μιλήσω υπέρ του κυρίου Λάνγκτον». «Δεν ανησυχώ στο ελάχιστο. Είμαστε εταίροι στο έγκλημα τώρα, Κάθριν, εσύ και εγώ. Προσπαθήστε να με σπρώξετε και θα πέσετε μαζί μου. Θα πρέπει να εξηγήσετε πότε σας το είπα. Και όταν μαθευτεί ότι βρίσκεστε συντροφιά μου όλες αυτές τις πολλές νύχτες…» Άφησε τη φωνή του να πετάξει στο βελούδινο σκοτάδι, με την κρυφή υπόσχεση της τιμωρίας. Κάποια που ποτέ δεν θα πραγματοποιούσε. Δεν συνήθιζε να βλάπτει γυναίκες – με οποιονδήποτε τρόπο. Όχι ότι εκείνη το γνώριζε αυτό. Θα περίμενε τα χειρότερα από αυτόν. Παρόλο που υπήρχαν στιγμές που πίστευε ότι ήταν διαφορετική, ήξερε ότι βαθιά μέσα της τον έβλεπε όπως όλοι οι άλλοι: έναν αλήτη, ένα ρεμάλι, έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή χτίστηκε με βάση την εξαπάτηση – και αργά ή γρήγορα, το προσωπείο θα κατέρρεε. Και εκείνος την έβλεπε σαν… κυρία. Μοσχαναθρεμμένη. Κομψή. Η μυρωδιά της από τριαντάφυλλο είχε αρχίσει να εισβάλλει στα ρούχα του, να παίρνει μόνιμη θέση στα ρουθούνια της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, ανακάλυπτε φορές που πίστευε ότι μπορούσε να τη μυρίσει. Έπιανε τον εαυτό του να κοιτάζει γύρω του, να αναρωτιέται αν ήταν κοντά, αν είχε κατά κάποιον τρόπο καταφέρει να γλιστρήσει επάνω του. Όταν περπατούσε στους πολυσύχναστους


δρόμους, μερικές φορές πίστευε ότι άκουγε τη φωνή της. Ήθελε να διατηρήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους και όμως εκείνη κατάφερνε να μπαίνει στη ζωή του. Ήθελε να τη ρωτήσει πώς ήταν η μέρα της. Τι είχε συζητήσει με τις φίλες της. Ήθελε να μάθει ποιο από τα έργα του Ντίκενς ήταν το αγαπημένο της. Ποιον άλλο συγγραφέα διάβαζε; Τι έκανε που ο Τζιμ δεν κατάφερνε να ανακαλύψει; Τι την έκανε ευτυχισμένη; Τι την έκανε λυπημένη; Ένα άλογο ξαφνικά σηκώθηκε. Η άμαξα έτρεχε και ξαφνικά σταμάτησε. «Τι στο καλό;» «Τι συμβαίνει;» ρώτησε εκείνη. Ο Λουκ έπιασε το κοκάλινο μπαστούνι που κρατούσε κάτω από το κάθισμα, γιατί ποτέ δεν ήξερε πότε θα χρειαζόταν να περπατήσει μέσα στους δρόμους του Λονδίνου. «Μείνετε εδώ». Βγήκε από την άμαξα και έκλεισε την πόρτα σταθερά πίσω του. Ήταν τόσο αργά, ο δρόμος ήταν άδειος. Εκτός από τους έξι κακοποιούς που ήταν τώρα μπροστά του. Ένας κρατούσε ένα μαχαίρι στον λαιμό του υπηρέτη του, ένας άλλος έκανε το ίδιο με τον οδηγό του. Φαντάστηκε ότι βγήκαν από τα σκοτεινά, πηδώντας επάνω στην άμαξα, πιάνοντας και τους δύο άντρες προ εκπλήξεως – παρόλο που ο Λουκ τους είχε εκπαιδεύσει καλά. Ήταν πολύ εύκολο να παίρνει τα μέτρα του. «Πρόκειται για ληστεία, κύριοι;» ρώτησε ήρεμα. Είδε και άλλα μαχαίρια, καθώς και ξύλινα εργαλεία που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να χτυπήσουν. «Θα είναι, άρχοντά μου, όταν σας στείλουμε στον διάβολο». Η καρδιά της Κάθριν χτυπούσε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Άνοιξε την κουρτίνα ελάχιστα. Υπήρχε περισσότερη σκιά από φως, αλλά είδε ότι ο Κλέιμπουρν ήταν περικυκλωμένος. Το μόνο όπλο του ήταν το μπαστούνι του. Στη συνέχεια, με μια αστραπιαία κίνηση, το άνοιξε για να αποκαλύψει ένα μάλλον τεράστιο σπαθί. «Πιστεύω, κύριοι, ότι εσείς θα βρείτε γρήγορα τον διάβολο σήμερα το πρωί, όχι εγώ». Έκανε ένα βήμα προς τον άντρα που κρατούσε τον υπηρέτη του και ο υπηρέτης με κάποιον τρόπο κατάφερε να ξεφύγει από τη λαβή και να ρίξει τον κακοποιό στο έδαφος. Η κίνηση του Κλέιμπουρν ήταν αντιπερισπασμός, συνειδητοποίησε η Κάθριν,


απλώς για να αποσπάσει την προσοχή του άντρα, οπότε ο υπηρέτης να βρεθεί με πλεονέκτημα, γιατί μόλις ο Κλέιμπουρν έκανε μια κίνηση για να πάει προς τη μια μεριά, άλλαξε κατεύθυνση, κάνοντας μια επιθετική κίνηση προς τον άντρα που κρατούσε τον οδηγό του. Αλλά ο οδηγός είχε ήδη δώσει αγκωνιά σε εκείνον που τον κρατούσε και απέφυγε επιδέξια το μαχαίρι. Ενώ και οι δύο υπηρέτες του προσπαθούσαν τώρα να αφοπλίσουν τους κακοποιούς που τους είχαν επιτεθεί, ο Κλέιμπουρν έμεινε να ασχοληθεί με τους άλλους τέσσερις – οι οποίοι εκμεταλλεύονταν αδικαιολόγητα την κατάσταση. Αλλά τότε υπέθεσε ότι αυτό είχαν συνηθίσει να κάνουν τέτοιου είδους κακοποιοί. Ο Κλέιμπουρν είχε κατά κάποιον τρόπο καταφέρει να κλοτσήσει έναν από τους άντρες στο στομάχι. Διπλωμένος στα δύο, είχε αφήσει το όπλο του να πέσει – ένα μεγάλο ξύλινο ραβδί. Η Κάθριν σκέφτηκε ότι αν κατάφερνε να το πιάσει, θα μπορούσε να του δώσει μερικά καλά χτυπήματα στο κεφάλι και ακόμα παραπάνω. Προτού το σκεφτεί καθαρά, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω… Η πλάτη του Κλέιμπουρν ήταν γυρισμένη προς αυτή και ένας άντρας με ένα θανάσιμο όπως φαινόταν μαχαίρι ερχόταν από πίσω του. «Όχιιιιι!» φώναξε. Ένιωσε την αγωνιώδη πυρκαγιά να ξεσπά στην παλάμη της και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι έβαλε το χέρι της για να σταματήσει το μαχαίρι να χτυπήσει τον Κλέιμπουρν. Ο άντρας που κρατούσε το όπλο φάνηκε να σοκάρεται που είχε επιτεθεί σε μια κυρία. Η Κάθριν κοίταξε την πορφυρή ροή που εισέβαλε στο γάντι της και έκανε πίσω. «Πάμε, συνάδελφοι!» φώναξε κάποιος. Αόριστα κατάλαβε κάποιον να σκοντάφτει, την ηχώ των βημάτων. «Κάθριν;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ο Κλέιμπουρν γονάτιζε δίπλα της. Τι έκανε στο έδαφος; Πότε είχε πέσει; Γιατί ήταν ξαφνικά τόσο σκοτεινά; «Θα σε σκότωνε», μουρμούρισε. Ή σκέφτηκε ότι το έκανε. Οι λέξεις φάνηκαν να έρχονται από μεγάλη απόσταση. «Αυτό δεν είναι δικαιολογία για να μπεις μπροστά». O ανυπόφορα αχάριστος τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έβαλε στην άμαξα. Μόλις την άφησε μέσα, ακολούθησε και αυτός και κάθισε δίπλα της. «Πάρε», είπε και τον ένιωσε να τυλίγει κάτι γύρω από το χέρι της καθώς ο οδηγός έτρεχε. «Οι υπηρέτες σας…»


«Είναι εντάξει». «Τι είναι αυτό;» «Το μαντίλι μου». «Θα καταστραφεί». «Ω Θεέ μου, Κάθριν, το χέρι σου σχεδόν καταστράφηκε. Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για ένα κομμάτι ύφασμα». «Η γλώσσα σας είναι χυδαία, κύριε». «Πιστεύω ότι η περίσταση το επιτρέπει». «Πράγματι». Χαμογέλασε. Ένας χαλαρωτικός ήχος που την έκανε να θέλει να φτάσει και να περάσει τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του, διαβεβαιώνοντας τον εαυτό της ότι ήταν πράγματι αβλαβής. «Ποιοι ήταν αυτοί;» ρώτησε. «Δεν ξέρω», είπε ήρεμα. «Ήθελαν να σας σκοτώσουν». Δεν είπε τίποτα. «Γιατί;» ρώτησε. «Είμαι ένας άνθρωπος με πολλούς εχθρούς, Κάθριν». Την έσπρωξε προς την πλευρά του, πίεσε τα χείλη του στο μέτωπό της. «Αλλά ποτέ πριν δεν είχα έναν υπέροχο φύλακα άγγελο».


Κεφάλαιο 9 «Είναι το χέρι μου, όχι τα πόδια μου», είπε η Κάθριν, καθώς ο Λουκ τη σήκωσε στην αγκαλιά του μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα της άμαξας σκοπεύοντας να κατέβει. Ο Λουκ είχε δώσει εντολή στον οδηγό του να πάει αμέσως στην έπαυλή του, από την πίσω πλευρά, όπου κανείς δεν θα έβλεπε ποιος έμπαινε μέσα. «Ναι, αλλά όσο γρηγορότερα σε πάω μέσα, τόσο πιο γρήγορα μπορώ να ρίξω μια ματιά». «Είμαι αρκετά ικανή να κινηθώ γρήγορα». «Σταμάτα να παραπονιέσαι και απλώς δέξου ότι σε αυτό το θέμα δεν θα κερδίσεις». «Μα πόσο θρασύς!» μουρμούρισε πριν ακουμπήσει το κεφάλι της με ασφάλεια στον ώμο του. Ο Λουκ χαμογέλασε προτού καν το συνειδητοποιήσει. Πώς ήταν δυνατόν να έχει καταφέρει να αναμοχλεύσει κάθε δυνατό συναίσθημά του; Πρώτα τον έβλεπε σαν τον διάβολο και μετά προσπάθησε να τον προστατεύσει. Είχε γυρίσει έγκαιρα για να τη δει, να δει το μαχαίρι να χτυπάει – και το στομάχι του είχε σφιχτεί. Η οργή τον είχε σχεδόν τυφλώσει. Τη συγκεκριμένη στιγμή σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να σκοτώσει και τους έξι κακοποιούς χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή. Πρέπει να συνειδητοποίησαν το λάθος τους να στραφούν εναντίον της, να είδαν το δολοφονικό βλέμμα του για να το σκάσουν έτσι. Ο Λουκ δεν μπορούσε να αντέξει στη σκέψη πως θα την έχανε και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν εκείνος που θα την έχανε. Ήταν απλοί συνεργάτες. Θα έπρεπε να αισθανόταν αδιαφορία από την πλευρά του, αλλά αυτό που άρχισε να αισθάνεται για αυτή ήταν εκτίμηση. Τον ενοχλούσε ότι αναγκάστηκε να τη φροντίσει, ότι τη σκεφτόταν πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Ο υπηρέτης έτρεξε μπροστά και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα. Ο Λουκ πέρασε μέσα. «Πήγαινε να φωνάξεις τον γιατρό μου. Γρήγορα, τώρα». «Ναι, άρχοντά μου». Η Κάθριν σφίχτηκε στην αγκαλιά του. «Όχι, όχι, δεν πρέπει να μάθει κανείς ότι είμαι εδώ». «Μην ανησυχείς. Είναι πολύ διακριτικός».


Απαλά την ακούμπησε στην καρέκλα. Απλώνοντας το χέρι, άναψε τη φλόγα στη λάμπα που η μαγείρισσα άφηνε στο τραπέζι κάθε βράδυ. Του άρεσαν τα δωμάτια στο σπίτι του να είναι φωτεινά. Είχε περάσει πάρα πολλές νύχτες σε απόλυτο σκοτάδι. Γυρίζοντας την πλάτη σε εκείνη, άρπαξε ένα μαχαίρι. Στη συνέχεια τράβηξε μια καρέκλα, την έβαλε μπροστά της, κάθισε και τοποθέτησε το μαχαίρι στο τραπέζι. «Τι θα κάνετε με αυτό; Το χέρι μου είναι ήδη κομμένο σε φέτες». Αν δεν ήταν τόσο χλωμή, με μια λεπτή γυαλάδα από ιδρώτα στο πάνω μέρος του φρυδιού της, αν δεν ήταν τόσο υπερβολικά γενναία, ίσως της είχε ορμήσει. Αντ’ αυτού, ρώτησε μόνο ήρεμα: «Δεν με εμπιστεύεσαι καθόλου;». Κούνησε το κεφάλι της και δεν ήταν σίγουρος αν το κούνησε εννοώντας «ναι», δεν τον εμπιστευόταν ή «ναι», τον εμπιστευόταν. Ξαφνικά του πέρασε από το μυαλό ότι δεν είχε σημασία. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι εκείνος την εμπιστευόταν. Πολύ απαλά πήρε το χέρι της. Ένιωσε το ελαφρύ τρέμουλο. «Αυτό είναι πιθανό να πονέσει», είπε καθώς άρχισε να αφαιρεί το μαντίλι. «Το λέτε αυτό σαν να μην πονάει ήδη». «Πονάει πολύ;» Η Κάθριν προσπάθησε να μην κοιτάξει, προσπάθησε τόσο σκληρά να μην κοιτάξει, αλλά υπήρχε τόσο πολύ αίμα, σαν να ήταν κάθε σταγόνα ένας μαγνήτης για τα μάτια της. «Πονάει σαν τον ίδιο τον διάβολο». Χαμογέλασε ελαφρά. «Είσαι τόσο γενναίο κορίτσι». Δεν ήξερε γιατί τα λόγια του τη ζέσταναν, γιατί την ένοιαζε που εκείνος είχε καλή γνώμη γι’ αυτή. «Υπάρχει τόσο αίμα!» «Ναι», είπε ήσυχα, αφαιρώντας το τελευταίο πανί, αποκαλύπτοντας τη φρικιαστικά πετσοκομμένη σάρκα με το πορφυρό ποτάμι να τρέχει από μέσα της. Αναρωτιόταν πόσο χειρότερα θα ήταν αν το μαχαίρι δεν περνούσε πρώτα από το γάντι της. «Θεέ μου!» Έστρεψε το κεφάλι της, λες και το να κλείσει τα μάτια της δεν αρκούσε. Η λαβή του στο χέρι της σφίχτηκε. «Μη μου λιποθυμήσεις». «Δεν πρόκειται να λιποθυμήσω». Δεν έκανε τον κόπο να κρύψει τον εκνευρισμό από τη φωνή της. «Μισώ το ότι νομίζετε ότι είμαι τόσο μυγιάγγιχτη». «Σε διαβεβαιώνω, Κάθριν, ότι αυτή η συγκεκριμένη σκέψη σχετικά με εσένα ποτέ δεν έχει περάσει από το μυαλό μου».


Άκουσε ένα χτύπημα μετάλλου πάνω σε ξύλο και άνοιξε τα μάτια της γρήγορα για να τον δει να σηκώνει το μαχαίρι. Πολύ προσεκτικά, το χρησιμοποίησε για να κόψει το γάντι της μέχρι τέλους. Στη συνέχεια έσκισε πολύ προσεκτικά το ύφασμα και έβγαλε αργά το υλικό, τραβώντας το απαλά από κάθε δάχτυλο. Ξαφνικά δυσκολευόταν να πάρει ανάσα, το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό και φοβόταν ότι ίσως και να λιποθυμούσε – παρόλο που τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα το έκανε. Τον φανταζόταν σε μια κρεβατοκάμαρα, να βγάζει τα ρούχα από μια γυναίκα – από αυτή– με την ίδια φροντίδα. Αποκαλύπτοντας κάθε ίντσα της σάρκας της για να την κοιτάξει. Μελετούσε το χέρι της σαν να μην είχε δει ποτέ γυμνά δάχτυλα. Έβαλε σιγά-σιγά το δάχτυλό του στο περίγραμμα του χεριού της. «Δεν νομίζω ότι είναι πολύ άσχημα», είπε ήσυχα. Καταπίνοντας τον κοίταξε. «Αν ποτέ ξαναβάλεις τον εαυτό σου σε τέτοιο κίνδυνο, θα σε βάλω πάνω στο γόνατό μου». «Για να κάνετε τι;» ρώτησε εκείνη με αγανάκτηση. Σήκωσε το βλέμμα του στο δικό της και είδε την ανησυχία στα μάτια της πριν χαμογελάσει. «Για να φιλήσω τα γυμνά καπούλια σου». Το πρόσωπό της πρέπει να έδειχνε σοκαρισμένο από τα λόγια του –ήλπιζε μόνο ότι έδειχνε σοκ και όχι επιθυμία– επειδή κούνησε το κεφάλι του. «Ζητώ συγγνώμη. Αυτό ήταν εντελώς ανάρμοστο. Ξέχασα ποια είσαι». «Και ποια είμαι;» «Δεν είσαι κάποιο από τα κορίτσια του Τζακ». Δεν ήθελε να τον φανταστεί να φιλάει τα γυμνά καπούλια μιας γυναίκας, να φιλάει οτιδήποτε. Κράτησε το βλέμμα της πάνω του, εκείνος κράτησε το χέρι της. Το να κοιτάει τα μάτια του ήταν πολύ πιο φιλόξενο από το να κοιτά την παλάμη της. Την απορροφούσαν, την έκαναν να ξεχνάει ότι παραλίγο να σκοτωθεί. Σήκωσε το υγιές χέρι της και έσπρωξε τα μαλλιά από το φρύδι της. Θα έπρεπε να του είχε ζητήσει να κόψει το γάντι και έτσι θα μπορούσε να νιώσει το δέρμα του στις άκρες των δαχτύλων της. Τα μάτια του σκοτείνιασαν, το βλέμμα του έγινε πιο έντονο, όλο και πιο κοντινό καθώς έσκυβε… Η πόρτα άνοιξε και οι δύο αναπήδησαν. «Πού έμπλεξες πάλι, Λουκ;» ρώτησε ο άντρας κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η Κάθριν του θύμισε έναν άγγελο, με ένα φωτοστέφανο από ξανθιές μπούκλες γύρω από το κεφάλι της. Τα μάτια του, τόσο μπλε όσο και ο ουρανός, άνοιξαν διάπλατα. «Τι έχουμε εδώ;»


«Ένα ατυχές γεγονός», είπε ο Κλέιμπουρν καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα. Ο άντρας έβαλε τη μαύρη τσάντα του στο τραπέζι και πήρε την καρέκλα που είχε αφήσει ο Κλέιμπουρν. «Ποια έχουμε εδώ;» «Δεν χρειάζεται να ξέρεις», είπε ο Κλέιμπουρν. Ο άντρας χαμογέλασε. «Φροντίζω τόσους πολλούς για να θυμάμαι τα ονόματά τους. Είμαι ο Γουίλιαμ Γκρέιβς». «Είστε γιατρός;» ρώτησε η Κάθριν. «Ακριβώς». Έβαλε το χέρι του κάτω από το δικό της με εξαιρετική ευγένεια, αλλά δεν ζεστάθηκε, η αναπνοή της δεν πιάστηκε και δεν αισθάνθηκε έτοιμη να λιποθυμήσει. «Είμαι η Κάθριν», ένιωσε την υποχρέωση να πει. «Είσαι ένας από τους διασωθέντες αμνούς του;» ρώτησε καθώς μελετούσε την πληγή της. «Όχι, δεν είναι», είπε ο Κλέιμπουρν. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. «Δεν είσαι εδώ για κουτσομπολιό. Πόσο άσχημα είναι;» «Είναι μάλλον άσχημα, αλλά θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα». Σήκωσε το βλέμμα του στο δικό της. «Θέλω να κάνω ράμματα. Δεν θα είναι ευχάριστο, αλλά θα θεραπευτεί καλύτερα, πιο γρήγορα». Φάνηκε να ζητάει την άδειά της κι έτσι εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Πολύ καλά». Πίεσε ένα πανί στην παλάμη της. «Κρατήστε αυτό εδώ ενώ προετοιμάζω τα πράγματα. Λουκ, πήγαινε να φέρεις κάποιο ουίσκι». Έβγαλε αντικείμενα από την τσάντα του και τα έβαλε στο τραπέζι. Στη συνέχεια, συμπεριφερόμενος σαν να ήταν στο σπίτι του, άρχισε να κινείται γύρω από την κουζίνα, τοποθετώντας έναν βραστήρα νερού στην εστία. «Μην ενοχλείστε για τσάι», είπε η Κάθριν. «Πραγματικά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να πιω». Της χαμογέλασε. «Θα πιείτε το ουίσκι. Το νερό είναι για να μπορέσω να κρατήσω τα εργαλεία καθαρά. Έχω παρατηρήσει ότι αυτοί που φροντίζω σε άσχημες συνθήκες υγιεινής κινδυνεύουν να πεθάνουν από μόλυνση περισσότερο από εκείνους που φροντίζω σε καθαρά σπίτια». Ο Κλέιμπουρν γύρισε κρατώντας ένα μπουκάλι και ένα ποτήρι γεμάτο μέχρι το χείλος. «Ορίστε, πιες αυτό». Πίνοντας μια γουλιά από το πικρό απόσταγμα, έκανε μια γκριμάτσα. «Όλο», διέταξε. «Δεν ξέρω αν μπορώ». «Όσο περισσότερο πίνεις, τόσο καλύτερο γίνεται».


Ήπιε άλλη μια γουλιά. Δεν είχε καλύτερη γεύση. «Δεν είναι τσάι, πιες το όλο», διέταξε ανυπόμονα. «Μην είστε αγροίκος μαζί μου. Σας έσωσα τη ζωή». Αφήνοντας το μπουκάλι στο τραπέζι, κάθισε ξανά στην καρέκλα δίπλα της. «Ναι, το έκανες». Ταξίδεψε τα δάχτυλά του τρυφερά στο μάγουλό της. Το μόνο που ήθελε ήταν τα χείλη της να μπουν στην παλάμη του. Τράβηξε το κεφάλι της μακριά του και επικεντρώθηκε στο να πιει αρκετές γουλιές από το ουίσκι. Όσο περισσότερο έπινε, τόσο καλύτερη γεύση είχε. Το κεφάλι της ελάφρυνε και την έκανε να θέλει να σκύψει στην αγκαλιά του Κλέιμπουρν και να κοιμηθεί ασφαλής. Ο δρ Γκρέιβς στάθηκε μπροστά της, πήρε το τραυματισμένο χέρι της και το έβαλε στο τραπέζι. «Κλείστε τα μάτια σας και σκεφτείτε κάτι άλλο». Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να σκέφτεται… Πήρε μια απότομη αναπνοή και τα μάτια της άνοιξαν ορθάνοιχτα καθώς η υγρή φωτιά χύθηκε πάνω στην παλάμη της. «Ω Θεέ μου, τι ήταν αυτό;» «Το ουίσκι», είπε ο δρ Γκρέιβς. «Χύσατε…» «Νομίζω ότι σκοτώνει τα μικρόβια. Προσπαθήστε να χαλαρώσετε. Θα νιώσετε ένα τσίμπημα…» «Κάθριν;» Ένα ζεστό χέρι στον λαιμό της, γύρισε το κεφάλι της. Κοίταξε τα τόσο ασημένια μάτια, τα τόσο γεμάτα ανησυχία. «Σκέψου κάτι άλλο», διέταξε ο Κλέιμπουρν. Τίναξε το κεφάλι της προσπαθώντας. Προς ταπείνωσή της, πετάχτηκε και άφησε ένα μικρό σκούξιμο όταν αισθάνθηκε κάτι αιχμηρό να τραυματίζει τη σάρκα της. Ο Κλέιμπουρν έσκυψε κοντά και έπειτα το στόμα του ακούμπησε το δικό της, ανοίγοντας επιδέξια τα χείλη της. Ω ο ανόητος, δεν φοβήθηκε ότι θα μπορούσε να τον δαγκώσει… Γεύτηκε το ουίσκι που της είχε πει να πιει και αναρωτήθηκε αν εκείνος χρειαζόταν λίγο ώστε να πάρει δυνάμεις για αυτό που θα ακολουθούσε. Δεν ήξερε αν το ουίσκι του ήταν αναμεμειγμένο με το δικό της ή το στόμα του που λεηλατούσε το δικό της, κάτι που ήταν τόσο αποπροσανατολιστικό, αλλά ξαφνικά κατάλαβε αόριστα κάτι να συμβαίνει με την παλάμη της και αισθάνθηκε για τα καλά τη γεύση, την αίσθηση και την αψιά μυρωδιά του Κλέιμπουρν. Τα χέρια του ήταν τραχιά στα μαλλιά της. Άκουσε μια φουρκέτα να πέφτει στο πάτωμα. Εξεπλάγην που δεν έπεσαν όλες κάτω. Βαθαίνοντας το φιλί, έπαιξε με τη γλώσσα της και σκέφτηκε ότι αν ήταν


όρθια, τα γόνατά της θα ήταν πολύ αδύναμα για να τη στηρίξουν. Ήξερε ότι έπρεπε να τραβηχτεί πίσω, να τον χτυπήσει με το καλό χέρι της, αλλά ήταν τόσο απίστευτα θεσπέσιο. Και ενώ ήξερε ότι δεν ήταν η επιθυμία του γι’ αυτή που προκάλεσε τις πράξεις του, αλλά απλώς ήθελε να της αποσπάσει την προσοχή, ήταν προς το παρόν ευγνώμων που είχε μια ακόμα ευκαιρία να βιώσει το φιλί του. Είχε στοιχειωθεί από τότε που τη φίλησε στη βιβλιοθήκη. Το φιλί δεν ήταν τότε αρκετά μεγάλο και γνώριζε ότι, ανεξάρτητα από το πότε, το τωρινό φιλί θα τελείωνε, δεν θα ήταν ούτε αρκετό ούτε πολύ. Το φιλί φάνηκε να έχει αντίκτυπο σε περισσότερα μέρη από το στόμα της. Έφτασε στον πυρήνα της γυναικείας ζωής της και ξύπνησε επιθυμίες που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Η επιθυμία της ανέβλυζε γεμίζοντας τα πάντα. Ήξερε ότι ήταν αδικαιολόγητη, ελαφριά, ένιωθε ντροπή για αυτή την έντονη λαχτάρα να την πλησιάσει, να πιέσει περισσότερο τα χείλη του πάνω της και όχι μόνο αυτά. Σκέφτηκε όλες τις προειδοποιήσεις που της είχε δώσει εκείνη την πρώτη νύχτα. Έβαζε σε κίνδυνο περισσότερο από τη φήμη της, την καρδιά της. «Λουκ; Λουκ, έχω τελειώσει». Ο Κλέιμπουρν έκοψε το φιλί και έκανε πίσω. Φαινόταν το ίδιο ζαλισμένος με εκείνη. «Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω ξαναδεί τόσο εφευρετική απόσπαση προσοχής», είπε ο γιατρός. «Ναι, λοιπόν, λειτούργησε, έτσι δεν είναι;» Ο Κλέιμπουρν σηκώθηκε, άρπαξε το ποτήρι ουίσκι που είχε αφήσει εκείνη νωρίτερα και κατέβασε το περιεχόμενο με μια μεγάλη γουλιά. Ω ναι, είχε λειτουργήσει. Το χέρι της δεν ήταν μόνο ραμμένο, αλλά και τυλιγμένο με λευκό επίδεσμο. «Είναι σύνηθες να νιώθετε ζάλη μετά από μια τέτοια δοκιμασία», δήλωσε ο δρ Γκρέιβς. «Δώστε στον εαυτό σας λίγη ώρα». Κούνησε το κεφάλι. «Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ για την προσοχή σας. Υποθέτω ότι ο Κλέιμπουρν θα σας πληρώσει για τις υπηρεσίες σας». «Με πλήρωσε πολύ καιρό πριν». «Είστε άλλο ένα από τα παιδιά του Φίγκαν, έτσι δεν είναι;» Της χάρισε ένα χαζό χαμόγελο πριν σηκωθεί και άρχισε να βάζει τα εργαλεία του πίσω στην τσάντα του. «Σε περίπου μία εβδομάδα ο καθένας θα μπορεί να σας αφαιρέσει τα ράμματα. Αλλά αν προτιμάτε να το κάνω εγώ, απλώς πείτε στον Λουκ να με καλέσει». «Σας ευχαριστώ», είπε ξανά. «Ήταν τιμή μου που σας εξυπηρέτησα».


Έκλεισε την τσάντα του, σταμάτησε να ψιθυρίσει κάτι στον Κλέιμπουρν και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην πόρτα, αφήνοντάς τη μόνη στο δωμάτιο με τον Κλέιμπουρν. Αποζητούσε να κινηθεί πιο κοντά της, να την αγγίξει, να τη φιλήσει. Το ουίσκι επηρέαζε τις σκέψεις της. Ή ίσως ήταν απλώς η δοκιμασία της νύχτας. Η επιβίωσή τους είχε δημιουργήσει έναν δεσμό μεταξύ τους που δεν υπήρχε πριν. «Πώς θα το δικαιολογήσεις;» ρώτησε ο Κλέιμπουρν. «Συγγνώμη;» Ένιωθε σαν οι σκέψεις της να περνούσαν μέσα από μέλι, ειδικά εκείνες που τον αφορούσαν. Πώς θα δικαιολογούσε ότι θα ήθελε να τη φιλήσει ξανά; «Το χέρι;» «Ω». Το κοίταξε. Πονούσε. Ίσως να έπινε περισσότερο ουίσκι πριν φύγει. «Θα πω μόνο ότι το έκοψα με ένα κομμάτι γυαλιού ή κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει πραγματικά κανένας να με ρωτήσει. Ένα από τα πλεονεκτήματα που ο αδελφός μου τριγυρίζει τον κόσμο». «Πρέπει να σε πάω σπίτι τώρα». «Ω ναι, πράγματι». Προς έκπληξή της, στην άμαξα δεν κάθισε απέναντί της, όπως έπρεπε να κάνει ένας κύριος, αλλά δίπλα της, με το χέρι του γύρω της, κρατώντας τη τόσο κοντά όσο ένας αγαπητός φίλος – ή, τόλμησε να σκεφτεί, όσο ένας εραστής; «Λυπάμαι που συνέβη αυτό», είπε. Η φωνή του ήταν χαμηλή και οικεία μέσα στα όρια της άμαξας. Ήταν απίστευτα εξαντλημένη. Το μόνο που ήθελε ήταν να κοιμηθεί. «Μην ανησυχείτε». «Σχετικά με το φιλί…» «Μην ανησυχείτε. Δεν θα το αναφέρω στη Φράνι. Ξέρω ότι ήταν η μόνη διέξοδος για να μου αποσπάσετε την προσοχή». «Ξέρω και κάποια κόλπα με νομίσματα, αλλά δεν πίστευα ότι θα ήταν εξίσου αποτελεσματικά». «Είμαι βέβαιη ότι δεν θα ήταν». Αναστέναξε. «Δέχεστε συχνά επιθέσεις;» «Κατά καιρούς υπήρξαν κίνδυνοι». «Πιστεύετε ότι ήταν ο κύριος Μάρκους Λάνγκτον;» Το προτίμησε από το να τον αναφέρει ως ξάδελφο. «Ο θάνατός μου σίγουρα θα επιταχύνει τα πράγματα γι’ αυτόν, αλλά σε αντίθεση με εσένα και εμένα, δεν έχει αιμοδιψή χαρακτήρα». Σήκωσε γρήγορα το κεφάλι της, όλα άρχισαν να γυρίζουν και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. «Με περνάτε για αιμοδιψή;»


«Θέλετε να σκοτώσω κάποιον». «Ω ναι. Σωστά». Είχε σχεδόν ξεχάσει τι την είχε φέρει στην πόρτα του. Μερικές φορές ήταν εύκολο να ξεχάσει – όταν η Γουίνι δεν είχε μώλωπες. Όταν φαινόταν χαρούμενη. Ήταν η λύση της Κάθριν τόσο βιαστική; Πολλές νύχτες ξαγρύπνησε προσπαθώντας να βρει λύση προτού προσεγγίσει τον Κλέιμπουρν, όμως δεν βρήκε άλλον τρόπο. Και μερικές φορές η απόφασή της φαινόταν ακραία. Μακάρι οι δύο από τις συζύγους του Άβενταλ να μην είχαν πεθάνει μυστηριωδώς. Μακάρι να μην έριχνε τις γροθιές του πάνω στη Γουίνι. «Πείτε μου για τους διασωθέντες αμνούς», είπε. Χρειαζόταν να τραβήξει την προσοχή της από την ταλαιπωρία των σκέψεων και του χεριού της. Αναστέναξε χαμηλά σαν να ενοχλήθηκε –ή ίσως να ντράπηκε– από την ερώτησή της και σκέφτηκε ότι θα το άφηνε εκεί. Τελικά η χαμηλή φωνή του γέμισε την άμαξα, χαμογελώντας της, νανουρίζοντάς τη με τον θόρυβό της. «Καθένας μας έχει την αδυναμία του. Για τη Φράνι, είναι τα παιδιά. Για μένα, είναι οι άγαμες μητέρες. Ξεκίνησε αρκετά αθώα. Ένας από τους υπηρέτες μου είχε μια φίλη που έμεινε έγκυος και έπρεπε να φύγει. Υποψιάζομαι ότι ο πατέρας του μωρού ήταν ο άρχοντας του σπιτιού, αλλά δεν θα το αναγνώριζε. Έτσι την έστειλα σε ένα από τα μικρότερα ακίνητά μου. Δεν το χρησιμοποιούσα. Από τότε στέλνω εκεί τους διασωθέντες αμνούς». Το έκανε να φαίνεται τόσο ασήμαντο. «Οι αγαθοεργίες σας πρέπει να σας κοστίζουν μια περιουσία». «Το λες αυτό σαν να με θεωρείς γενναιόδωρο. Αν δεν με θεωρήσεις καυχησιάρη, θα ομολογήσω ότι είμαι κάτοχος μιας περιουσίας, μιας πολύ μεγάλης περιουσίας. Αυτό που δίνω δεν είναι τίποτα. Ο αληθινά γενναιόδωρος άνθρωπος είναι εκείνος που δίνει την τελευταία δεκάρα του όταν δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά να το κάνει». Ή κάποιος που δίνει το τελευταίο κομμάτι της ψυχής του, σκέφτηκε απελπισμένα, όταν είναι το μόνο που του απομένει. Μήπως ζητούσε να μάθει πάρα πολλά; Όταν έφτασαν στην έπαυλη της Κάθριν, η άμαξα σταμάτησε στο σοκάκι. Ο Κλέιμπουρν δεν σταμάτησε στην πύλη, αλλά τη συνόδευσε μέχρι την είσοδο των υπηρετών, με το χέρι του σταθερό κάτω από τον αγκώνα της, σαν να χρειαζόταν την υποστήριξή του. Ίσως και να τη χρειαζόταν. Μερικές φορές αισθανόταν σαν να έπλεε, ότι όλα ήταν σε μεγάλη απόσταση – και μετά ξαφνικά ήταν μπροστά της.


«Θα είσαι εντάξει;» ρώτησε. Κούνησε το κεφάλι. «Θα σε δω τα μεσάνυχτα απόψε. Ή μήπως είναι αύριο; Ποτέ δεν είμαι σίγουρη πώς να αναφερθώ στην επερχόμενη νύχτα, όταν η αυγή δεν έχει ακόμα πάρει τη νύχτα μακριά». Κουνώντας το πιγούνι της, έτριψε τον αντίχειρά του στα χείλη της. Ήταν τόσο σκοτεινά και ομιχλώδη, που δεν μπορούσε να καθορίσει τι σκεφτόταν. «Πιστεύεις ότι θα είσαι σε θέση να διδάξεις τη Φράνι;» ρώτησε. Η ερώτησή του την εξέπληξε. Περίμενε κάτι πιο οικείο μετά από όσα μοιράστηκαν απόψε. «Ναι». Ακούστηκε χωρίς ανάσα. Την ενοχλούσε που είχε τέτοια εξουσία πάνω της. «Καλώς. Απόψε λοιπόν». Χάθηκε γρήγορα στην ομίχλη, σαν φάντασμα. Εκείνη ανοίγοντας την πόρτα μπήκε μέσα και έπειτα έσπρωξε με την πλάτη της το ξύλο. Δεν περίμενε να της αρέσει ο Κλέιμπουρν. Ήθελε μόνο να τον χρησιμοποιήσει και στη συνέχεια να τον ξεχάσει. Αλλά τώρα ήξερε ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της συμφωνίας τους, δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ. Ποτέ. Ο Λουκ άκουγε τους ήχους της πόλης που ζωντάνευε καθώς η άμαξά του ταξίδευε προς τον προορισμό της. Πάντα απολάμβανε τη φασαρία του Λονδίνου, αλλά ιδιαίτερα τις πρώτες πρωινές ώρες. Ως αγόρι, πάντα ένιωθε ότι πρόσφερε μια υπόσχεση ευκαιρίας: τσέπες που έπρεπε να αδειάσουν, τρόφιμα που έπρεπε να κλαπούν, κόλπα που έπρεπε να παιχτούν στους ανυποψίαστους. Και πάντα υπήρχε η Φράνι. Από την πρώτη νύχτα που ο Τζακ τον οδήγησε στον Φίγκαν, την πρώτη νύχτα που εντόπισε το κοριτσάκι που καθόταν δίπλα στη φωτιά, την πρώτη νύχτα που εκείνη σύρθηκε πάνω στον μπόγο με τις κουβέρτες, έσφιξε το μικρό χέρι της στο δικό του και του είπε να μη φοβάται, την αγάπησε. Δεν θυμόταν τίποτε από τη ζωή του πριν τον βρει ο Τζακ. Ο Μάρκους Λάνγκτον και η προσπάθειά του να διεκδικήσει τον τίτλο είχε κάνει τον Λουκ να προσπαθεί να θυμηθεί ό,τι μπορούσε από το παρελθόν του. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Όλες οι αναμνήσεις του ήταν στους δρόμους. Ίσως θα έπρεπε να επιστρέψει σε αυτούς, να επιστρέψει σε αυτούς με τη Φράνι. Να αφήσει τον Λάνγκτον να πάρει τον τίτλο. Ο Λουκ σίγουρα δεν χρειαζόταν το εισόδημα. Λόγω της συνεργασίας του με τον Τζακ ήταν πλούσιος. Αλλά δεν μπορούσε να αναγκάσει τον εαυτό του να παραιτηθεί από τον τίτλο που ο γερο-άρχοντας τον είχε διαβεβαιώσει ότι του ανήκε. Είχε μεγαλώσει


φροντίζοντας τον γερο-άρχοντα με τον δικό του τρόπο και ένα μέρος του σκεφτόταν ότι θα ήταν προδοσία προς εκείνον που τον είχε σώσει από την κρεμάλα και τον φρόντισε τόσο καλά. Η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε ένα σπίτι που ο Λουκ επισκεπτόταν σπάνια. Βγήκε στο πλάτωμα και ανέβηκε τα σκαλιά. Δεν χτύπησε ούτε περίμενε άδεια για να μπει, απλώς άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μια υπηρέτρια, που ξεσκόνιζε το κάγκελο στις διπλανές σκάλες, έβγαλε μια μικρή κραυγή και στη συνέχεια, αναγνωρίζοντας ποιος ήταν, ηρέμησε. «Πού είναι;» ρώτησε. «Στην τραπεζαρία του πρωινού, άρχοντά μου». Αυτό τον εξέπληξε. Περίμενε να τους βρει ακόμα να κοιμούνται, είχε απολαύσει την ιδέα να τους σηκώσει από τον ύπνο. Αλλά ίσως δεν έπρεπε να εκπλήσσεται. Μια ενοχλητική συνείδηση σε δυσκολεύει να κοιμηθείς μέχρι αργά, σε δυσκολεύει να κοιμηθείς γενικά. Χωρίς δισταγμό, διέσχισε το σπίτι. Δεν φορούσε ούτε καπέλο ούτε γάντια, γιατί δεν πίστευε ότι η επισημότητα ήταν απαραίτητη όταν πήγαινε την Κάθριν στο σπίτι της. Κατά την επιστροφή του στην έπαυλή του άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να σταματήσει εκεί πρώτα. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα, αλλά δεν τον ενδιέφερε να εντυπωσιάσει εκείνη τη στιγμή. Πήγε στην τραπεζαρία του πρωινού σαν να του ανήκε. Τα σταθερά βήματά του, χωρίς αμφιβολία, προειδοποίησαν τους κατοίκους για την άφιξή του. Σπρώχνοντας την καρέκλα του, ο Μάρκους Λάνγκτον σηκώθηκε όρθιος με τέτοια ταχύτητα, που σχεδόν έχασε την ισορροπία του. Η μητέρα του αναπήδησε, το σαρκώδες πρόσωπό της έτρεμε καθώς αγωνιζόταν να σηκωθεί. «Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να είστε εδώ, κύριε!» αναφώνησε εκείνη. Ένα πιρούνι αναπήδησε πάνω από το πιάτο της, ένα πιάτο γεμάτο με αρκετή τροφή για να ταΐσει μια τετραμελή οικογένεια. «Αντίθετα, κυρία, πληρώνω το ενοίκιο για αυτό το σπίτι». Περπάτησε στον μπουφέ, πήρε ένα πιάτο και άρχισε να επιλέγει ό,τι τον ενδιέφερε. Σίγουρα δεν τσιγκουνεύονταν για ό,τι αφορούσε τον ουρανίσκο τους. «Τολμώ να πω ότι αγόρασα τα αγαθά που συνθέτουν αυτό το υπέροχο πρωινό, καθώς και τους υπηρέτες που το προετοίμασαν». Σήκωσε το ένα φρύδι στον υπηρέτη που στεκόταν κοντά. «Φρόντισε να έχω καφέ». «Μάλιστα, άρχοντά μου». Ο ίδιος κατευθύνθηκε αμέσως προς την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα. Ο Λουκ μετέφερε το πιάτο στο τραπέζι, πήρε την καρέκλα απέναντι από τη μητέρα του Λάνγκτον –δεν είχε αμφιβολία ότι ήταν η πιο επικίνδυνη από τους


δύο– και χαμογέλασε σαν να ήταν όλα όπως έπρεπε να είναι. «Παρακαλώ, μη διακόπτετε το γεύμα σας εξαιτίας μου». Ο Λάνγκτον κάθισε με προσοχή, η μητέρα του λιγότερο ευγενικά. «Θεέ μου, αίμα είναι αυτό στο πουκάμισό σου;» ρώτησε ο Λάνγκτον. Το αίμα της Κάθριν. Ο Λουκ δεν είχε σκεφτεί καθόλου ότι είχε λερώσει τα ρούχα του. Όταν σκεφτόταν πόσο κοντά έφτασε να τη χάσει, τον κατέκλυζε μια παράξενη αίσθηση, σαν να ήταν άρρωστος, αλλά δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτό τώρα ή να αποσπάσει την προσοχή του. Έπρεπε να ασχοληθεί με αυτούς τους δύο πρώτα. Επειδή η ερώτηση του Λάνγκτον δεν είχε καμία συνέπεια, ο Λουκ άρχισε να κόβει ένα κομμάτι ζαμπόν. «Για την ακρίβεια, ναι. Αναμφισβήτητα θα το βρείτε ενδιαφέρον. Ένα παράξενο πράγμα συνέβη στη διαδρομή από του Ντότζερ στο σπίτι μου τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Η άμαξά μου ακινητοποιήθηκε και μερικοί πεζοί κακοποιοί απείλησαν τη ζωή μου. Το φαντάζεστε;» Ο Λάνγκτον χλώμιασε. Η μητέρα του κοκκίνισε παίρνοντας ένα έντονα σκούρο χρώμα. Ο Λουκ υποψιάστηκε ότι προτού η πικρία σκληρύνει τα χαρακτηριστικά της, πρέπει να ήταν υπέροχη γυναίκα. «Πληγωθήκατε;» ρώτησε ο Λάνγκτον. Ο Λουκ δεν εξεπλάγη από την αληθινή ανησυχία που ακούστηκε στη φωνή του άντρα. Ο Μάρκους Λάνγκτον ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος από τον Λουκ. Είχε τα περίφημα ασημένια μάτια του Κλέιμπουρν καθώς και τα σκούρα μαλλιά. Ήταν ένας όμορφος άντρας. Ο Λουκ υποψιαζόταν ότι αν δεν υπήρχε η δυσαρέσκεια της μητέρας του Λάνγκτον για τον Λουκ, οι δύο άντρες ίσως να ήταν φίλοι. Αλλά ο Λάνγκτον ήταν πιστός μόνο στη μητέρα του, όχι στον άνθρωπο που είχε σφετεριστεί το δικαίωμά του στον τίτλο. «Καθόλου», τον διαβεβαίωσε ο Λουκ. «Όπως μπορείτε να φανταστείτε, μεγαλώνοντας στους δρόμους του Λονδίνου όπως έκανα, είμαι πολύ έμπειρος στο να αντιμετωπίζω εκείνους που σέρνονται στη λάσπη. Έχεις μήπως οποιαδήποτε ιδέα ποιος μπορεί να με θέλει νεκρό αυτό το διάστημα;» Ο Λάνγκτον έστρεψε το βλέμμα στη μητέρα του και στη συνέχεια πίσω στον Λουκ. «Όχι». «Το μεγαλύτερο μέρος του Λονδίνου υποψιάζομαι», είπε η κυρία Λάνγκτον. «Δεν είσαι πολύ δημοφιλής, όπως και οι κλέφτες». Ο Λουκ της χαμογέλασε χαλαρά. «Ξαναγυρίζουμε πίσω σε αυτό; Έχω ακούσει ότι καταθέσατε στα δικαστήρια». Ο Λάνγκτον έριξε μια ακόμα γρήγορη ματιά στη μητέρα του, που είχε σηκώσει τους ώμους της προκλητικά.


«Πώς το ακούσατε;» ρώτησε ο Λάνγκτον. «Έχω τις άκρες μου». «Ο τίτλος ανήκει δικαίως στον γιο μου», είπε η μητέρα του Λάνγκτον. «Ο γερο-άρχοντας δεν συμφωνούσε». «Ποτέ δεν τον αποκάλεσες παππού σου. Ο Μάρκους το έκανε». Ο Λουκ πολέμησε για να μη δείξει πώς η δύναμη των λόγων της τον χτύπησε. «Το γνωρίζω καλά αυτό, κυρία, αλλά δεν θα πάρετε τον τίτλο από μένα. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα οφέλη που τον ακολουθούν». Σηκώθηκε και κοίταξε τον άντρα που κανείς στην αίθουσα δεν πίστευε ότι ήταν πραγματικά ο ξάδελφός του. «Αν έχετε ποτέ την επιθυμία να κερδίσετε μια αξιοπρεπή αμοιβή για μια έντιμη εργασία, ενημερώστε με». «Έντιμη; Στου Ντότζερ;» «Έχω και άλλες επιχειρήσεις. Δεν πληρώνουν το ίδιο, αλλά είναι πιο αξιοσέβαστες. Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω έναν καλό άνθρωπο για να με βοηθήσει να τις διαχειριστώ». Ο Λάνγκτον χλεύασε. «Δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει να είσαι ευγενής. Δεν καταλάβατε ποτέ. Δεν δουλεύουμε». «Πες μου, Λάνγκτον, αν έκοβα το επίδομά σου, πώς θα πλήρωνες τον δικηγόρο που έχεις μισθώσει για να σε εκπροσωπεί στο δικαστήριο;» Ο άντρας παρέμεινε σιωπηλός. Ο Λουκ ήξερε ότι τον προκαλούσε – και ότι ήταν παράλογο κάτι τέτοιο. Ωστόσο, φαινόταν ανίκανος να σταματήσει. «Την επόμενη φορά που θα συναντηθώ με τον υπεύθυνό μου ίσως πρέπει να έρθετε μαζί μου, έτσι θα δείτε ακριβώς τι θα κληρονομήσετε αν επιτύχετε στα δικαστήρια. Σας διαβεβαιώνω ότι το εισόδημα που θα αποκτήσετε από τα ακίνητά σας δεν θα είναι τόσο γενναιόδωρο όσο εγώ. Σκεφτείτε το αυτό». Έκανε στον καθένα μια προσποιητή υπόκλιση προτού βγει έξω. Είχε μόλις φτάσει στην άμαξά του όταν ο πόνος έσπασε το κεφάλι του. Οι πόνοι στο κεφάλι εμφανίζονταν κάθε φορά που τους αντιμετώπιζε, χωρίς αμφιβολία ως αποτέλεσμα ενοχής, επειδή ήξερε ότι είχαν δίκιο και εκείνος άδικο. Αυτός κρατούσε κάτι που δεν του ανήκε. Ο Θεός ήξερε γιατί αρνιόταν να το εγκαταλείψει. Ίσως επειδή πίστευε ότι κάτι καλό θα μπορούσε να βγει επειδή εθεωρείτο ευγενής. Ή ίσως απλώς και μόνο επειδή ο γερο-άρχοντας είχε πιστέψει τόσο ένθερμα ότι ο Λουκ ανήκε εδώ και για κάποιον λόγο που ο Λουκ δεν κατάφερε να καταλάβει, δεν ήθελε να τον απογοητεύσει. «Προσπάθησες να τον σκοτώσεις;» ρώτησε ο Μάρκους Λάνγκτον καθώς


περπατούσε μπροστά στο τζάκι. «Φάνηκε ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επιτύχω τους στόχους μου». «Αλλά όπως σου εξήγησα, ήθελα να περάσω από τα δικαστήρια. Θέλω όλα να είναι νόμιμα». «Αυτό θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια». «Θέλω να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είμαι ο πραγματικός κόμης του Κλέιμπουρν». «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία τώρα. Όλο το Λονδίνο ξέρει ότι είναι απατεώνας». Ο Μάρκους απεχθανόταν την ήρεμη φωνή, την απόλυτη απουσία συναισθημάτων. «Δεν θέλω να είμαι μέρος αυτού…» «Είναι πολύ αργά για να έχεις αμφιβολίες τώρα». Ο Μάρκους κούνησε το κεφάλι του. «Γιατί έχεις τόσους ενδοιασμούς; Δολοφόνησε τον πατέρα σου». «Αυτό δεν αποδείχθηκε ποτέ». «Ποτέ δεν το αρνήθηκε». «Ειλικρινά, δεν φαίνεται για δολοφόνος». Σκοτεινό γέλιο αντήχησε μέσα στο δωμάτιο. «Μα και βέβαια… ούτε κι εγώ άλλωστε». Ο Μάρκους πάντα θεωρούσε το μίσος ως θερμό συναίσθημα, αλλά κοιτάζοντας τα σκοτεινά μάτια του ατόμου που στεκόταν απέναντί του συνειδητοποίησε ότι ήταν κρύο, πολύ κρύο και πάρα πολύ επικίνδυνο.


Κεφάλαιο 10 Όχι απόψε. Κ Η Κάθριν μελετούσε το μήνυμα που της είχε παραδοθεί νωρίτερα το βράδυ. Στη συνέχεια το συνέκρινε με εκείνο που θα έπρεπε να είχε κάψει. Δεν ήταν σίγουρο ότι είχαν γραφτεί από το ίδιο χέρι. Στο τελευταίο τα γράμματα δεν ήταν καθαρά, μοιάζοντας με κάτι που ο πατέρας της θα είχε γράψει μέσα στην αναπηρία του. Δεν ήταν κάτι που θα έγραφε ο τολμηρός, δυνατός και θρασύς λόρδος Κλέιμπουρν. Ένας απροσδόκητος φόβος την πλημμύρισε. Είχε έρθει στα χέρια με τους κακοποιούς πολύ πριν εκείνη βγει από την άμαξα. Είχε εξαφανιστεί στις σκιές, μόνο για να ξαναεμφανιστεί μετά από λίγο. Είχε υποθέσει ότι ήταν αλώβητος, αλλά η υπόθεσή της μπορεί να ήταν λανθασμένη. Θα μπορούσε να έχει τραυματιστεί. Σοβαρά. Και ήταν του χαρακτήρα του να ανησυχεί για την πληγή της και να αφήνει τη δική του χωρίς φροντίδα – να προσπαθεί να είναι τόσο εκπληκτικά γενναίος και να θυσιάζεται. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή θα μπορούσε να αντιμετωπίζει μια λοίμωξη, να τρέμει από τον πυρετό, να χτυπιέται από τον πόνο. Το χειρόγραφο της έδειχνε σίγουρα ότι κάτι πήγαινε στραβά. Και ο αποστολέας του ήταν τόσο απότομος, τόσο βιαστικός. Μετά από όλα, της άρμοζε μια εξήγηση. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είχε την πρόθεση να την πάρει – στο δικό της χρονοδιάγραμμα και όχι στο δικό του. Περίμενε μέχρι αργά, μέχρι την ώρα που οι περισσότεροι αξιοπρεπείς άνθρωποι δεν θα ήταν ξύπνιοι. Στη συνέχεια κάλεσε την άμαξα. Ακριβώς όπως είχε κάνει την πρώτη νύχτα που είχε επισκεφθεί τον Κλέιμπουρν, είπε στον οδηγό να την αφήσει στο πάρκο Σεντ Τζέιμς. «Δεν χρειάζεται να περιμένετε», είπε. «Λαίδη μου…» «Θα είμαι μια χαρά». Έπειτα έφυγε μακριά προτού εκείνος να επιχειρηματολογήσει. Περπάτησε δρομάκια, κρύφτηκε πίσω από δέντρα και κατευθύνθηκε με προσοχή στην είσοδο υπηρεσίας. Χτύπησε γρήγορα. Μια παχιά γυναίκα που φορούσε την ποδιά της πάνω από το νυχτικό άνοιξε


την πόρτα. Αναμφίβολα ήταν η μαγείρισσα, πάντα έτοιμη να ετοιμάσει κάποιο γεύμα της τελευταίας στιγμής. «Είναι ανάγκη να δω την Εξοχότητά του», είπε η Κάθριν. «Δεν δέχεται επισκέπτες». «Είναι στο σπίτι;» Η γυναίκα δίστασε. «Είναι σημαντικό να τον δω». Η Κάθριν πέρασε σαν σίφουνας δίπλα από τη γυναίκα, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες της. «Κύριε Φιντσάιμονς! Κύριε Φιντσάιμονς!» φώναξε η μαγείρισσα. Η Κάθριν δεν θα ανεχόταν ποτέ τέτοιες φωνές στο σπίτι της. Ο Κλέιμπουρν χρειαζόταν σύζυγο και προτού η σκέψη της ολοκληρωθεί, θυμήθηκε ότι η απόκτηση συζύγου ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στο μυαλό του. Ο μπάτλερ μπήκε στην κουζίνα, με τα μάτια του ορθάνοιχτα από έκπληξη όταν είδε την Κάθριν. «Πρέπει να δω τον Κλέιμπουρν», δήλωσε η Κάθριν χωρίς να προηγηθεί κάποιος χαιρετισμός. «Βρίσκεται στο κρεβάτι, κυρία». «Είναι άρρωστος;» «Δεν συζητώ για την κατάσταση του κυρίου μου». «Πρέπει να τον δω. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Σίγουρα θα απολυθείτε εάν μάθει ότι ήμουν εδώ και δεν τον ενημερώσατε αμέσως». Την παρατήρησε για μια στιγμή, λες και είχε το θράσος να της αρνηθεί. Έπειτα έσκυψε ελαφρώς. «Αν θέλετε, παρακαλώ να με ακολουθήσετε». Τον ακολούθησε από την κουζίνα στον διάδρομο. «Κυρία…» «Κανείς δεν ξέρει ότι είμαι εδώ», τον διέκοψε, σίγουρη ότι σχεδίαζε να την αποσπάσει από τον σκοπό της. Γνώριζε επίσης καλά, λόγω του τρόπου με τον οποίο της απευθύνθηκε, ότι δεν είχε ιδέα για την κοινωνική θέση της, κάτι που ήταν προς όφελός της. Αναστέναξε σαν να επρόκειτο να αντέξει ένα πάρα πολύ μεγάλο βάρος. Καθώς τη συνόδευε επάνω στις σκάλες, η Κάθριν σκέφτηκε να ρωτήσει: «Είναι μόνος, έτσι δεν είναι;». «Ναι, κυρία μου». Η Κάθριν αναρωτήθηκε ξαφνικά τι στο καλό έκανε εκεί. Εκτός από το ότι ήταν απερίσκεπτη. Η σχέση τους ήταν εκείνη του αφεντικού και του υπηρέτη, με εκείνη να είναι το αφεντικό. Όχι, δεν ήταν. Ήταν μια εταιρική σχέση. Και τον χρειαζόταν υγιή για να εκτελέσει το κομμάτι της συμφωνίας. Έτσι θα τον


έλεγχε, θα έβλεπε τι χρειαζόταν και θα φρόντιζε να το είχε. Αφού έφτασαν στην κορυφή των σκαλοπατιών, ο μπάτλερ περπάτησε στον διάδρομο προς μια κλειστή πόρτα. Η Κάθριν άρπαξε μια λάμπα από ένα κοντινό τραπέζι. «Αν περιμένετε εδώ…» ξεκίνησε ανοίγοντας την πόρτα. Αλλά η Κάθριν δεν ήθελε να περιμένει, να διακινδυνεύσει ότι ο Κλέιμπουρν θα ζητούσε από τον υπηρέτη του να τη βγάλει από το κτίριο. Πριν μπορέσει ο μπάτλερ να την ανακοινώσει ή να συζητήσει με τον Κλέιμπουρν, τον προσπέρασε λέγοντας: «Οι υπηρεσίες σας δεν χρειάζονται πλέον». Έκλεισε την πόρτα στο έκπληκτο πρόσωπό του και στη συνέχεια γύρισε γρήγορα για να δει το άτομο που βρισκόταν στο μεγάλο κρεβάτι με τον ουρανό. Ο Κλέιμπουρν έριξε το σεντόνι πάνω από τους γοφούς του, αλλά όχι πριν εκείνη δει μια απίστευτη έκταση γυμνού ποδιού, σταθερού μηρού και στρογγυλού γλουτού. Δεν φορούσε πιτζάμες. Προφανώς δεν φορούσε τίποτα. «Τι κάνεις εδώ;» ξεστόμισε πιέζοντας το χέρι του στο μέτωπό του. «Έστειλα… σημείωμα». «Πονάς». «Το γνωρίζω πολύ καλά». «Σε χτύπησαν χθες το βράδυ;» «Μην είσαι παράλογη. Απλώς φύγε». Θυμήθηκε πως ο πατέρας της είχε υποφέρει από τρομερούς πόνους στο κεφάλι και στη συνέχεια… «Θα πρέπει να φωνάξεις τον γιατρό σου… τον δρ Γκρέιβς». «Ήταν ήδη εδώ. Είναι μόνο το κεφάλι μου. Θα είμαι εντάξει αύριο. Απλώς άφησέ με». «Το λες αυτό σαν να το έχεις ξαναπεράσει». Έκανε ένα βήμα πιο μπροστά. Δεν μύριζε σαν δωμάτιο αρρώστου, δεν μύριζε σαν το δωμάτιο του πατέρα της. Έφερνε το ισχυρό, πικρό άρωμα του αρσενικού. Για κάποιον περίεργο λόγο, η μυρωδιά της άρεσε περισσότερο από το άρωμα των λουλουδιών σε έναν κήπο. «Δεν τραυματίστηκες χθες το βράδυ;» ρώτησε ξανά. «Όχι». Ανέπνεε έντονα, δυναμικά. Έβαλε τη λάμπα στο κομοδίνο, έβγαλε την κάπα της και την πέταξε πάνω σε μια καρέκλα. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Αυτό δεν είναι σω…» ξεκίνησε. «Σουτ! Από πότε σε νοιάζει τι είναι σωστό; Απλώς ξάπλωσε πίσω». Γέρνοντας προς τα εμπρός, έβαλε τα χέρια της στα πλαϊνά του κεφαλιού του


και με τα δάχτυλά της άρχισε να κάνει ελαφρύ μασάζ στους κροτάφους του. Το φρύδι του ήταν έντονα ανασηκωμένο, το σαγόνι του σφιγμένο. Είδε τον πόνο χαραγμένο στο ασήμι των ματιών του καθώς κοιτούσε το βλέμμα του. «Παίζεις ένα επικίνδυνο παιχνίδι, Κάθριν». «Κανείς δεν ξέρει ότι είμαι εδώ. Πήρα προφυλάξεις και ήμουν πολύ προσεκτική. Ακόμα και ο άντρας που με παρακολουθούσε δεν το ξέρει». «Τι;» Αναπήδησε στο κρεβάτι, έβγαλε ένα αγκομαχητό, έπιασε το κεφάλι του και έπεσε κάτω. «Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο», μουρμούρισε αναπνέοντας με σύντομες, γρήγορες αναπνοές. «Το να βρίσεις τρεις φορές είναι πιο αποτελεσματικό από το να βρίσεις μία;» ρώτησε. Αυτός ξεροκατάπιε. «Ούτε κατά διάνοια. Αλλά μου φέρνει κάποια ικανοποίηση. Τώρα, πες μου… για τον άνθρωπο που σε ακολουθεί». «Μόνο αν κλείσεις τα μάτια σου και μου επιτρέψεις να κάνω ό,τι μπορώ για να ελαφρύνω τον πόνο σου. Ο πατέρας μου υπέφερε από φριχτούς πονοκεφάλους. Το να εφαρμόζει πίεση στους κροτάφους τον βοηθούσε». Ήταν αρκετά κοντά για να δει ότι ο Κλέιμπουρν δεν ήταν ξένος στον πόνο – το σώμα του έφερε τα αποδεικτικά στοιχεία, μικρές ουλές σε εκείνο το σημείο που διαφορετικά θα ήταν ένα εξαιρετικά ελκυστικό στήθος. Μισούσε τη σκέψη ότι είχε υπομείνει οποιουδήποτε είδους δυσφορία. Τι είχε κάνει για να αξίζει μια τόσο σκληρή ζωή; Ακόμα και τώρα που είχε σχεδόν τα πάντα υπέφερε ακόμα. «Κλείσε τα μάτια σου», διέταξε. Προς μεγάλη της έκπληξη, εκείνος συμμορφώθηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. «Δεν θα έπρεπε…» «Σουτ», τον διέκοψε. «Απλώς χαλάρωσε. Σσσσς. Πάω να χαμηλώσω λίγο τη λάμπα». Έφυγε για να μειώσει τη φλόγα στη λάμπα στο κομοδίνο. Εκείνος άφησε έναν οξύ αναστεναγμό, σαν ο πόνος να εντάθηκε. Βάζοντας ξανά τα χέρια της στο πρόσωπό του, άρχισε να τρίβει με τα δάχτυλά της τους κροτάφους του. «Το χέρι σου». «Δεν με ενοχλεί», είπε ψέματα, καθόλου σίγουρη για ποιον λόγο αισθανόταν εκείνη τη μεγάλη ανάγκη να χαλαρώσει το βάσανό του, ακόμα και εις βάρος της άνεσής της. Ίσως το επεισόδιο χθες το βράδυ να είχε σχηματίσει έναν δεσμό μεταξύ τους. Είχαν δώσει την ίδια μάχη και επέζησαν. «Έστειλες μήνυμα στη Φράνι;» Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του. «Θα καταλάβουν». Άρα αυτό ήταν κάτι που τον βασάνιζε και πριν, χωρίς αμφιβολία υπέφερε


μόνος του. Γιατί δεν ήταν η Φράνι εδώ για να μαλακώσει τον πόνο του; «Τι πρότεινε ο δρ Γκρέιβς;» «Μου έδωσε μια σκόνη. Δεν βοήθησε». Η αναπνοή του έγινε λιγότερο σκληρή. «Τώρα, πες μου για αυτόν τον άντρα που σε ακολουθεί». Ακόμα και τώρα που πονούσε ενδιαφερόταν για εκείνη. Και παρότι ήταν μόνη στο υπνοδωμάτιό του –στο κρεβάτι του για την ακρίβεια–, εκείνος ήταν άψογος κύριος. Πάντα σκεφτόταν τον Λούσιαν Λάνγκτον ως απατεώνα, αλήτη και με πολλούς άλλους μη κολακευτικούς χαρακτηρισμούς, αλλά ανακάλυπτε ότι ο θρύλος του Λούσιαν Λάνγκτον απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Ο θρύλος ήταν ένας άντρας που τον περιφρονούσαν. Η πραγματικότητα ήταν αυτή που την έκανε να σκεφτεί να έρθει να τον φροντίσει χωρίς ενδοιασμό. Ήθελε να δώσει τέλος στο βάσανό του και να του φέρει όση ηρεμία μπορούσε. «Δεν γνωρίζω. Είμαι πιθανότατα ανόητη, αλλά συνέχεια βλέπω έναν κύριο. Νομίζω ότι είναι ο ίδιος κύριος. Είναι δύσκολο να πω γιατί μπόρεσα να δω μόνο ελάχιστα μέρη του προσώπου του. Πάντα φεύγει μακριά και θα ήταν εντελώς ανάρμοστο για μένα να τον πλησιάσω». «Τότε, ίσως, δεν είναι τίποτα». «Αυτό λέω συνέχεια στον εαυτό μου, αλλά είναι η προσπάθειά του να μην τραβήξει την προσοχή που με βάζει σε υποψία. Χθες πήγα σε διάφορα καταστήματα, έκανα άχρηστες αγορές και πάντα φαινόταν να περιμένει όταν έβγαινα έξω. Έψαξα να δω αν υπήρχε κάποιος άλλος τον οποίο παρακολουθούσε και στη συνέχεια κοίταξα εκεί όπου στεκόταν, είχε εξαφανιστεί». «Ίσως είναι ένας από τους πολλούς θαυμαστές σου». Εκείνη κορόιδεψε. «Δεν έχω θαυμαστές». «Δύσκολα το πιστεύω». Ακούστηκε σαν να ήταν έτοιμος να κοιμηθεί και δεν μπόρεσε παρά να πιστέψει ότι οι μαλάξεις της είχαν κάνει τον πόνο του να μειωθεί. Προσπάθησε να καταπνίξει τη σπίθα του φθόνου στη σκέψη ότι η Φράνι θα ήταν εδώ να εξυπηρετεί τις ανάγκες του. Της άρεσε η Φράνι. Πραγματικά. Ήταν γλυκιά και ευγενική και τόσο ανεπιτήδευτη. Η Κάθριν καταλάβαινε γιατί η νεαρή γυναίκα φοβόταν να κινηθεί σε αριστοκρατικούς κύκλους, όπου οι κυρίες είχαν τόση αυτοπεποίθηση. «Αυτός ο τύπος… υπάρχει λόγος να σε ακολουθεί;» ρώτησε ο Κλέιμπουρν. «Κανένας που να μπορώ να σκεφτώ. Δεν υποθέτεις ότι είναι υπεύθυνος για τη χθεσινή επίθεση, έτσι;» Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, η ανησυχία του σχημάτισε μια ρυτίδα στο


μέτωπό του. «Γιατί το σκέφτηκες αυτό;» «Φαίνεται μεγάλη σύμπτωση. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιον λόγο για τον οποίο ο οποιοσδήποτε θα με ακολουθούσε». «Είμαι βέβαιος ότι η επίθεση χθες το βράδυ είχε περισσότερο να κάνει με εμένα παρά με εσένα. Μια περιγραφή του τύπου θα ήταν χρήσιμη». «Χρήσιμη σε τι;» «Για να βρούμε ποιος είναι». «Ω ξέρεις όλους τους κακοποιούς στο Λονδίνο, έτσι;» «Γνωρίζω πολλούς. Λοιπόν, πώς μοιάζει;» «Φοράει ένα μεγάλο πλατύγυρο καπέλο βαλμένο χαμηλά, επομένως δεν είμαι σίγουρη για το χρώμα των μαλλιών του. Σκούρα, νομίζω. Τα χαρακτηριστικά του είναι πολύ τραχιά, είναι δύσκολο να περιγραφούν γιατί δεν υπάρχει τίποτα ξεχωριστό σε αυτά». «Θα τον αναγνώριζες αν τον έβλεπες και πάλι;» «Ενδεχομένως, αλλά δεν πρέπει να ανησυχείς γι’ αυτό τώρα», είπε απαλά. «Πρέπει να ηρεμήσουν οι πόνοι σου». Με δυσκολία κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι προτού κλείσει τα μάτια του ξανά. «Συνέχισε να μιλάς», διέταξε τόσο απαλά, που ήταν περισσότερο σαν παράκληση. «Σχετικά με τι;» «Πες μου… πώς πάει με τη Φράνι». Αναστέναξε. Θα έπρεπε να το περιμένει ότι θα ήθελε να μιλήσει για την αγάπη του. «Πηγαίνει πολύ καλά. Είναι έξυπνη όπως είπες. Νομίζω όμως ότι πρέπει να κάνουμε τα μαθήματα πέρα από τον εργασιακό χώρο της. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να τα κάνουμε εδώ. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει υπηρεσία τσαγιού στου Ντότζερ. Δεν υπάρχει αίθουσα υποδοχής. Δεν είναι χώρος για μια κυρία». «Εδώ… δεν είναι χώρος για μια κυρία». «Αλλά θα είναι, μόλις παντρευτείς. Θα το συζητήσουμε όταν είσαι καλύτερα». Μια γωνιά του στόματός του σηκώθηκε. «Δεν σου αρέσει να χάνεις». «Δεν συνειδητοποίησα ότι τσακωνόμασταν, αλλά ειλικρινά, αρέσει σε οποιονδήποτε να χάνει;» Έσκυψε και ψιθύρισε κοντά στο αφτί του: «Κοιμήσου τώρα. Θα ξυπνήσεις χωρίς πόνο». Τα χέρια της ήταν κουρασμένα. Έγειρε ώστε να μπορεί να στηρίξει τους αγκώνες στο κρεβάτι. Δεν της πέρασε η ιδέα ότι η αλλαγή της θέσης θα έφερνε το στήθος της πάνω στο δικό του. Αλλά εκείνος ήδη ήταν αλλού για να το


παρατηρήσει, ενώ αυτή γνώριζε για τα καλά ότι οι θηλές της είχαν σκληρύνει. Σχεδόν οδυνηρά. Ίσως τελικά να πονούσαν και οι δύο προτού τελειώσει η νύχτα. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι την ικανοποιούσε να παραμένει εκεί που ήταν. Συνέχισε να τρίβει τους κροτάφους του. Με τους αντίχειρές της άρχισε να χτυπάει τα μάγουλά του ενώ παρατηρούσε τις αχνές γραμμές στο πρόσωπό του. Δεν ήταν πολύ μεγαλύτερος από τριάντα ετών και παρ’ όλα αυτά ο αγώνας είχε αποτυπωθεί στα χαρακτηριστικά του. Την πρώτη νύχτα στη βιβλιοθήκη, είχε μελετήσει το πορτρέτο του ανθρώπου που ήταν κόμης πριν από αυτόν. Δεν ήταν δύσκολο να δει τις ομοιότητες. Ακόμα κι αν ο Κλέιμπουρν ισχυριζόταν ότι δεν θα έβρισκε καμία, σχεδόν φαντάστηκε ότι είχε βρει. Πόσο διαφορετικό θα φαινόταν το πορτρέτο αν ο άντρας είχε ζήσει μια σκληρή ζωή όπως ο άντρας που τώρα παρηγορούσε. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πόσο είχε ανησυχήσει, πόσο ήθελε να τον φροντίσει. Ως φίλη. Μια φίλη προς έναν άλλον φίλο. Ποτέ δεν θα υπήρχε τίποτα περισσότερο μεταξύ τους. Ήταν ερωτευμένος με τη Φράνι και η ίδια, εντάξει, δεν είχε συναντήσει ακόμα κανέναν που θα μπορούσε να διεκδικήσει την καρδιά της. Αν και δεν αρνιόταν ότι κάτι σχετικά με τον Κλέιμπουρν όντως την τάραξε. Η περίεργη ειλικρίνειά του. Η προθυμία του να την υπερασπιστεί. Το βάθος της αγάπης του για μια άλλη γυναίκα και το τι θα έκανε για να την έχει στη ζωή του. Ήταν δύσκολο να φανταστεί έναν άντρα να της είναι τόσο αφοσιωμένος. Έχοντας συναντήσει τον Κλέιμπουρν, δεν ήξερε αν θα μπορούσε να δεχτεί κάτι λιγότερο από τον σύζυγό της – αν βέβαια γνώριζε ποτέ έναν άντρα και σκεφτόταν να τον παντρευτεί. Ένιωσε ότι η ένταση σιγά-σιγά έφευγε από τον Κλέιμπουρν, γνώριζε ότι εκείνος είχε παραδοθεί στον ύπνο. Θα μπορούσε πιθανότατα να φύγει τώρα και όμως δεν είχε καμία επιθυμία να το κάνει. Ενάντια σε οποιαδήποτε λογική, έβαλε το κεφάλι στο στήθος του, άκουσε το σταθερό χτύπημα της καρδιάς του. Εκείνος υπέφερε και παρ’ όλα αυτά είχε σκεφτεί να της στείλει σημείωμα. Το είχε σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Ευγενικός. Τίμιος. Θαρραλέος. Ευγενής. Τρυφερός. Νόμιζε ότι θα είχε να κάνει με τον διάβολο. Και πολύ αργά, τουλάχιστον στα μάτια της, άρχισε να μοιάζει με έναν άγγελο. Έναν σκοτεινό άγγελο, φυσικά, αλλά έναν άγγελο. «Μαμά!»


«Σουτ, αγαπημένε, σουτ, πρέπει να είμαστε ήσυχοι. Παίζουμε ένα παιχνίδι. Θα κρυφτούμε από τον μπαμπά». «Φοβάμαι». «Σουτ. Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Σουτ. Η μαμά δε θα αφήσει ποτέ τίποτα να συμβεί…» Ο Λουκ ξύπνησε απότομα. Ένα βάρος πίεζε το στήθος του. Το όνειρο έφερε πίσω τον πονοκέφαλο με τον οποίο είχε παλέψει όλη την ημέρα, από τη στιγμή που έφυγε από τον Μάρκους Λάνγκτον. Αλλά δεν ήταν ο Λάνγκτον που σκεφτόταν συνέχεια, αλλά ότι βρισκόταν στο δρομάκι – τα μαχαίρια, τα ρόπαλα, η κακία της επίθεσης. Ο Λουκ συνέχισε να κοιτάζει την Κάθριν, όπως έκανε και το προηγούμενο βράδυ, με τη γωνία του ματιού του, να τον υπερασπίζεται σηκώνοντας το χέρι της για να δεχτεί το χτύπημα που προοριζόταν γι’ αυτόν. Συνήθως έβαζε τον οδηγό του να κάνει μια κυκλική διαδρομή προς το σπίτι, επειδή πολλές φορές είχαν πέσει θύματα ενέδρας. Αλλά από τότε που είχε ξεκινήσει τη σχέση του με την Κάθριν, είχε γίνει απερίσκεπτος. Ήθελε να τη γυρίσει σπίτι όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Δεν ήθελε να ξοδέψει περισσότερο χρόνο από ό,τι ήταν απαραίτητο στην άμαξα, εισπνέοντας το γλυκό άρωμά της, συνεχίζοντας τις συνομιλίες, γνωρίζοντάς τη, βλέποντάς τη πιο πολύ ως την κακομαθημένη κόρη ενός δούκα. Είχε αποφύγει την αριστοκρατία επειδή δεν ήθελε να δει τις ομοιότητες. Δεν ήθελε να τους δει ως ανθρώπους που θα μπορούσε να τους σεβαστεί. Με την Κάθριν άρχισε να καταλαβαίνει ότι είχαν φόβους, όνειρα, ελπίδες και βάρη. Είχαν προβλήματα όπως όλοι οι άλλοι και τα αντιμετώπιζαν με το κεφάλι ψηλά – όπως όλοι οι άλλοι. Αν τους έβλεπε όπως πραγματικά ήταν, οι δράσεις που είχε κάνει για να γίνει ένας από αυτούς θα τον έκαναν να νιώθει μεγαλύτερη ντροπή από ό,τι ήδη ένιωθε. Είχε ανατραφεί για να πάρει ό,τι δεν ήταν δικαιωματικά δικό του με σκοπό να επιβιώσει. Αν δήλωνε ότι δεν ήταν ο κόμης του Κλέιμπουρν, θα του συγχωρούσαν τις αμαρτίες του; Ή θα βρισκόταν στο κενό; Όταν θα προτιμούσε να χορεύει με την Κάθριν. Βγήκε από τον λήθαργο. Γιατί σκεφτόταν την Κάθριν, ονειρευόταν την Κάθριν… γιατί η μυρωδιά της ήταν τόσο έντονη; Ανοίγοντας τα μάτια του, κοίταξε το βάρος πάνω στο στήθος του. Η Κάθριν. Τι κάνει… Τότε θυμήθηκε: να έρχεται, να τρίβει τους κροτάφους του και να τον στέλνει σε έναν βαθύ ύπνο. Είχε κοιμηθεί ποτέ τόσο καλά; Μέχρι το όνειρό του. Όταν προσπάθησε να το θυμηθεί, το κεφάλι του άρχισε


να χτυπάει δυνατά, οπότε το άφησε να φύγει. Οι πονοκέφαλοι δεν ήταν τόσο συχνοί στο Λονδίνο, αλλά όταν βρισκόταν στην εξοχική κατοικία του, ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Κάτι στον αέρα ήταν δυσάρεστο γι’ αυτόν. Ήταν σχεδόν βέβαιος γι’ αυτό. Γύρισε το κεφάλι του ελαφρώς και είδε το δεμένο χέρι της Κάθριν γεμάτο με αίμα να ξεκουράζεται στο μαξιλάρι του, όπου, χωρίς καμία αμφιβολία, είχε πέσει αφού μπόρεσε να τον αποκοιμίσει. Την είχε πληγώσει το τρίψιμο στους κροτάφους του και έπρεπε να την τιμωρήσει γι’ αυτό. Αλλά αισθάνθηκε τόσο καλά να μην είναι μόνος με τον πόνο του. Θα μπορούσε να σκεφτεί χιλιάδες λόγους που εκείνη δεν θα έπρεπε να είναι εδώ. Ο χειρότερος ήταν ότι τον έβαζε σε πειρασμό, ενώ το είχε αποφύγει εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήταν επειδή είχε περάσει πολύς καιρός χωρίς γυναίκα. Αυτό είπε στον εαυτό του. Ήθελε να το πιστέψει αυτό, όσο ο γερο-άρχοντας ήθελε να πιστέψει ότι ο Λουκ ήταν πραγματικά ο εγγονός του. Ο Λουκ ήθελε να πιστέψει ότι αυτό που είχε αρχίσει να αισθάνεται για την Κάθριν ήταν απλώς λαγνεία, ήταν μόνο η σωματική ανάγκη του, ότι εκείνη προκαλούσε την επιθυμία της σάρκας του και τίποτα περισσότερο. Επειδή ένας άντρας δεν μπορούσε να αγαπά δύο γυναίκες. Και η καρδιά του ήταν της Φράνι. Πάντα ανήκε σε εκείνη. Και η Κάθριν ήταν απλώς… γενναία, δυνατή, αποφασιστική. Ερεθιστική. Ακόμα και τη στιγμή που σκεφτόταν πόσο ενοχλητική ήταν, το ότι ποτέ δεν θα υποτασσόταν στο θέλημα ενός άντρα, πήρε αρκετές σκόρπιες τούφες από τα μαλλιά της ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη του, χαϊδεύοντάς τις απαλά και φαντάστηκε να τις απελευθερώνει όλες νιώθοντας την απαλότητα πάνω στο στήθος του. Πόσο ήθελε να χώσει το πρόσωπό του μέσα τους. Πόσο ήθελε να αισθανθεί περισσότερο το μετάξι των μαλλιών της. Πόσο ήθελε να νιώσει τη βελούδινη σάρκα της. Πόσο ήθελε να βουτήξει βαθιά μέσα της, να γεμίσει από τη θερμότητά της, τη μυρωδιά της, την απαλότητά της. Ο αναστεναγμός της επιθυμίας ήρθε απρόσκλητος. Τα μάτια της άνοιξαν και του χαμογέλασε, αθώα ως προς το μαρτύριο που διαπερνούσε το κορμί του. «Πώς είναι το κεφάλι σου;» ρώτησε, λες και το να ξυπνάει στο υπνοδωμάτιο ενός άντρα ήταν τόσο φυσικό όσο το να πίνει τσάι στο πρωινό. «Πολύ καλύτερα». «Ωραία». Σηκώθηκε και συνειδητοποίησε με ανησυχία ότι η έντασή του θα την έκανε να


καταλάβει την αντίδρασή του στο να την έχει τόσο κοντά του. Οποιαδήποτε άλλη άγαμη γυναίκα μπορεί να μην ήξερε τι σήμαινε, αλλά δεν είχε πει στον Τζακ ότι φαντασιωνόταν τους άντρες; Και αν φαντασιωνόταν, τότε ήξερε… Κινούμενος προς την άκρη του κρεβατιού, πίεσε το μάγουλό της για να την εμποδίσει να στρέψει το πρόσωπό της σε μια κατεύθυνση που αναμφίβολα θα προκαλούσε αμηχανία και στους δυο τους. «Δώσε μου ένα λεπτό». Σήκωσε το φρύδι της. «Για να βεβαιωθείς ότι ο πονοκέφαλος δεν πρόκειται να επιστρέψει». Έβαλε τα δάχτυλά της πάνω από τα μαλλιά στον κρόταφό του. «Δεν θα επιστρέψει, τουλάχιστον όχι για λίγο τώρα που το σκέφτομαι». Αυτό δεν βοήθησε καθόλου. Περισσότερο από οτιδήποτε αυτό έκανε την έντασή του να ανεβεί ψηλότερα. «Πώς ξέρεις τι να κάνεις;» ρώτησε προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή της, ψάχνοντας οτιδήποτε θα την κρατούσε απασχολημένη και θα έδινε στον εαυτό του την ευκαιρία να ανακτήσει τον έλεγχο του επαναστατημένου ανδρισμού του. «Σου είπα – ο πατέρας μου είχε πονοκεφάλους». «Έχω ακούσει ότι είναι άρρωστος». Κάνοντας νεύμα, κοίταξε λίγο πιο ίσια και έβαλε τα χέρια της στην αγκαλιά της. «Ναι, έπαθε αποπληξία». Κατέβασε το χέρι του, οπότε δεν την άγγιζε πλέον. «Λυπάμαι. Αυτό είναι ένα μεγάλο βάρος για να το κουβαλάς. Δεν θα έπρεπε ο αδελφός σου να είναι εδώ;» «Ο αδελφός μου δεν ξέρει. Αυτός και ο πατέρας είχαν έναν καβγά και ο Στέρλινγκ έφυγε. Δεν ξέρω για ποιον λόγο καβγάδισαν. Άκουσα μόνο τις φωνές. Θα στοιχημάτιζα ότι δεν το γνώριζες αυτό». «Όχι, δεν το γνώριζα». «Όλοι πιστεύουν ότι ο Στέρλινγκ είναι ανεύθυνος. Έχω σκεφτεί να του γράψω για να του το πω, αλλά ο πατέρας αναστατώνεται τόσο πολύ κάθε φορά που το αναφέρω. Αλλά μετά, σκέφτηκα τι είπες για τον προηγούμενο κόμη που ήθελε να είσαι εγγονός του τόσο απεγνωσμένα… και αν είναι η βαθύτερη επιθυμία του πατέρα να δει τον γιο του για άλλη μια φορά πριν πεθάνει αλλά είναι πολύ υπερήφανος για να το παραδεχτεί; Θα με συγχωρέσει ο Στέρλινγκ αν δεν του γράψω, αν δεν του πω την αλήθεια της κατάστασης; Θα το έκανες;» Τα λόγια της του έφεραν έκπληξη, αρκετή ώστε το σώμα του να επιστρέψει σε μια πιο φυσιολογική κατάσταση. Δόξα τω Θεώ. Δόξα τω Θεώ. «Θέλεις να γράψω στον αδελφό σου;» Χαμογέλασε γλυκά. «Όχι, φυσικά όχι. Αλλά θα έπρεπε… ακόμα και αν


γνωρίζω ότι ο πατέρας δεν θέλει να το κάνω; Αν ήταν ο πατέρας σου, θα ήθελες να το ξέρεις;» «Νομίζω ότι πρέπει να αναζητήσεις τη δική σου συμβουλή για το θέμα αυτό. Κάνε αυτό που σου λέει η καρδιά σου». Απελευθέρωσε μια πολύ μικρή έκρηξη γέλιου και ένιωσε ότι ήταν χαρούμενη με τον εαυτό της. Γνώριζε κάποια γυναίκα που ήταν τόσο καλά με τον εαυτό της όσο η Κάθριν; Όταν θα σκότωνε γι’ αυτή, τι θα δολοφονούσε μέσα της επίσης; Πώς θα την επηρέαζαν οι πράξεις του; Νόμιζε ότι το να κάνει οτιδήποτε για να την αλλάξει θα ήταν ένα χειρότερο έγκλημα, μια ασυγχώρητη αμαρτία. «Ξέρεις ότι πριν από τη νύχτα που εμφανίστηκα στη βιβλιοθήκη σου νόμιζα ότι είσαι ένας άντρας χωρίς καρδιά;» «Νόμιζες σωστά». Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. «Όχι, δεν το νομίζω. Είσαι πολύ περίπλοκος άνθρωπος. Δεν είμαι βέβαιη ότι γνωρίζεις το πόσο περίπλοκος είσαι». Έβαλε τα δάχτυλά της στον ώμο του. «Πώς απέκτησες αυτά τα σημάδια;» Το σώμα του αντέδρασε με γρήγορα αντανακλαστικά. Άρπαξε το χέρι της, το τραυματισμένο χέρι της. Εκείνη βόγκηξε. Αυτός έβρισε. «Συγγνώμη». Έφερε τα σφιγμένα δάχτυλά της στα χείλη του και τα πίεσε όσο πιο απαλά μπορούσε. «Απλώς δεν έπρεπε να… απλώς δεν πρέπει». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει και να συνειδητοποίησε… «Ω Θεέ μου, φυσικά δεν θα έπρεπε. Είμαι στο υπνοδωμάτιο ενός άντρα. Ω συγχώρεσέ με, τι σκεφτόμουν. Πρέπει να φύγω τώρα». Σηκώθηκε από το κρεβάτι γρήγορα και πήγε βιαστικά στην πόρτα. Εκείνος γύρισε στο πλάι, μακριά της, αλλά έστριψε το κεφάλι του πίσω για να την κοιτάξει. «Κάθριν;» Σταμάτησε στην πόρτα με το χέρι της στο πόμολο και το πρόσωπό της γυρισμένο. «Πες μου ότι δεν έβαλες την άμαξά σου να σε φέρει στην πόρτα μου». Κούνησε το κεφάλι της. «Στο πάρκο, αλλά είπα στον οδηγό να μην περιμένει». «Τότε δώσε μου μερικά λεπτά να ευπρεπιστώ και θα σε συνοδεύσω σπίτι». Κάνοντας νεύμα, εκείνη άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Ξάπλωσε ανάσκελα και κοίταξε τον βελούδινο θόλο πάνω από το κρεβάτι του. Δεν είχε ποτέ μια γυναίκα στην κρεβατοκάμαρά του, στο κρεβάτι του, χωρίς να την αγαπάει. Του φαινόταν αδιανόητο ότι είχε μια χθες βράδυ, αλλά αυτό που ήταν ακόμα πιο καταπληκτικό ήταν η τεράστια ικανοποίηση που αισθάνθηκε απλώς έχοντάς τη εδώ. Ήταν αρκετό.


Ω ήθελε περισσότερο, ήθελε πολύ περισσότερο, αλλά αυτό που του έδωσε ήταν αρκετό. Αγαπούσε τη Φράνι, πάντα αγαπούσε τη Φράνι. Αλλά, τελικά, φαινόταν ότι ήταν ικανός να σκέφτεται μόνο την Κάθριν.


Κεφάλαιο 11 Η Κάθριν ένιωθε ντροπιασμένη. Κάθισε σε ένα σκαμπό στον διάδρομο και αγωνίστηκε να σταματήσει το τρέμουλό της. Είχε μια συνομιλία με έναν άντρα στην κρεβατοκάμαρά του –χειρότερα από αυτό! Στο κρεβάτι του!– σαν να κάθονταν στον κήπο, πίνοντας τσάι και τσιμπολογώντας μπισκότα. Με τίποτα ανάμεσά τους εκτός από ένα λεπτό σεντόνι που έκρυβε τους θησαυρούς του σώματός του. Ω πώς ήθελε να εξερευνήσει αυτούς τους θησαυρούς. Ο ύπνος στο στήθος του ήταν υπέροχος. Είχε ένα θαυμάσιο στήθος. Ακόμα και τα σημάδια δεν μείωναν την τραχύτητά του. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι είχε αποκτήσει κάποιο από αυτά αφότου ήρθε να ζήσει εδώ. Όχι, θα τα είχε αποκτήσει όταν ήταν παιδί και ζούσε στους δρόμους. Ήθελε να κλάψει για όσα εκείνος πρέπει να είχε υπομείνει. Ποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει ότι στράφηκε στον δόλο με σκοπό να κερδίσει μια καλύτερη ζωή; Ήθελε να τον κρατήσει κοντά της και να πάρει όλες τις κακές αναμνήσεις που σίγουρα πρέπει να τον στοίχειωναν. Δεν ήταν περίεργο που είχε εξουθενωτικούς πονοκεφάλους. Ποιος δεν θα είχε με τις φριχτές καταστάσεις που αναμφίβολα είχε ζήσει; Μήπως πρόσθετε περισσότερο στο βάρος του ζητώντας του να σκοτώσει για χάρη της; Όταν θα εγκατέλειπε το τελευταίο κομμάτι από την ψυχή του, θα εγκατέλειπε και το τελευταίο κομμάτι από την ανθρωπιά του; Δεν περίμενε να είναι καλός. Δεν περίμενε να είναι τρυφερός. Αν κάποιος την είχε ρωτήσει ποιος θα ήταν ο χειρότερος άντρας σε όλη την Αγγλία για να παντρευτεί, ποιος θα χτυπούσε τη γυναίκα του και θα τρομοκρατούσε τα παιδιά του, ποιος εγωιστικά θα νοιαζόταν μόνο για τις δικές του ανάγκες, επιθυμίες και «θέλω», ποιος θα έβαζε τον εαυτό του πάνω απ’ όλους – εάν κάποιος την είχε ρωτήσει, θα είχε πει τον Κλέιμπουρν χωρίς να διστάσει. Είχε έρθει σε αυτόν επειδή πίστευε ότι ήταν χειρότερος από τον Άβενταλ – και κανείς δεν ζητάει από έναν άγγελο να καταστρέψει τον διάβολο. Το ζητάει από έναν άλλο διάβολο. Αλλά δεν ήταν καθόλου όπως τον είχε φανταστεί. Θεέ μου, δεν είχε καν εκμεταλλευτεί την ύπαρξή της στο κρεβάτι του και αυτή


η ευγενική συμπεριφορά, στην ατέλειωτη ντροπή της, την απογοήτευσε. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε και βγήκε έξω. Ντυμένος. Εντελώς ντυμένος. Δόξα τω Θεώ, ακόμα κι αν αισθάνθηκε κάποια απογοήτευση. «Νιώθω τόσο μυγιάγγιχτη», είπε. «Πραγματικά δεν υπάρχει λόγος να με συνοδεύσεις στο σπίτι. Εάν απλώς μου παρέχεις την άμαξα…» «Δεν μπορεί να πιστεύεις μετά τη συνάντησή μας με αυτούς τους κακοποιούς και την υποψία σου ότι σε παρακολουθούν ότι πρόκειται να σε βάλω σε μια άμαξα και να μην εξασφαλίσω την επιστροφή σου στο σπίτι». Προτού μπορέσει να στοιχειοθετήσει το επιχείρημά της, το στομάχι του έκανε έναν δυνατό θόρυβο και η Κάθριν νόμιζε ότι εκείνος σαν να κοκκίνισε. Ποιος θα πίστευε ότι ο κόμης Διάβολος θα ερχόταν τόσο εύκολα σε αμηχανία; Ίσως να το θεωρούσε χαριτωμένο αν δεν ήταν τόσο αρρενωπός, τόσο πολύ άντρας. Ήταν πολύ διαφορετικός από αυτό που φανταζόταν. Ήταν επιβλητικός όταν ήθελε. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ πώς την έκανε να τρέμει στη βιβλιοθήκη του και να αμφιβάλλει για την απόφασή της να πάει να τον δει. Αλλά μπορούσε να είναι εξίσου ευγενής. «Συγγνώμη», είπε. «Δεν μπορώ να φάω όταν έχω πονοκέφαλο και τώρα που αισθάνομαι καλύτερα, μου έχει ανοίξει η όρεξη». Κοίταξε το ρολόι στον διάδρομο. «Έχουμε μερικές ώρες πριν χαράξει. Θα έρθεις μαζί μου για πρωινό;» Είχε κάθε πρόθεση να είναι καθώς πρέπει και να πει «όχι», αλλά άκουσε τον εαυτό της να λέει «ναι». Ευτυχώς, το στόμα της ήταν αρκετά σοφό ώστε να κλείσει πριν προσθέσει ότι θα το ευχαριστιόταν πάρα πολύ. Καθώς ο μπάτλερ δεν φάνηκε να ξέρει ποια ήταν, σκέφτηκε ότι σίγουρα δεν θα προκαλούσε κουτσομπολιά. Προς έκπληξή της, αφού τη συνόδευσε στην κουζίνα, δεν ξύπνησε τη μαγείρισσα. Αντ’ αυτού, έβαλε την Κάθριν σε μια καρέκλα στο τραπέζι των υπηρετών, βρήκε μερικά πανιά και πήρε το χέρι της. «Νόμιζα ότι θα τρώγαμε», είπε ενώ εκείνος έλυνε τον επίδεσμο. «Θα το κάνουμε». Όταν έβγαλε τον επίδεσμο, μελέτησε το χέρι της. «Δεν φαίνεται πολύ άσχημα. Πονάει;» «Πονάει λίγο, αλλά όχι ώστε να μην μπορώ να ζήσω». Σήκωσε τα μάτια του στα δικά της και χτυπήθηκε από τη δύναμη του βλέμματός του, σαν να είχε τη δύναμη να κοιτάξει στην καρδιά της. «Χθες το βράδυ μου είπες ψέματα όταν είπες ότι δεν πονάει». «Δεν ήταν τόσο άσχημα, πραγματικά». «Ήταν αρκετά άσχημα ώστε να αιμορραγήσει». «Είναι μάλλον δείγμα αχαριστίας να τα βάζεις μαζί μου, αφού δούλευα για να


διώξω τον πόνο σου». Μόρφασε ελαφρά. «Υποθέτω ότι έχεις ένα καλό επιχείρημα». Πολύ ήπια άρχισε να τυλίγει μια καθαρή λωρίδα από πανί γύρω από το χέρι της. «Θα είμαστε όμοιοι τώρα», είπε. «Και οι δύο με μια ουλή στο χέρι μας. Η δική σου είναι από τη φυλακή, έτσι δεν είναι;» «Ναι». «Παρατήρησα ότι ο κύριος Ντότζερ έχει μία. Η δική σου είναι πολύ διαφορετική». «Η δική μου με ντρόπιαζε. Προσπάθησα να τη βγάλω. Το μόνο που πέτυχα ήταν να γίνει πιο αισθητή». Το στομάχι της σφίχτηκε με τη σκέψη να κόβει τον εαυτό του. Πόσο απεγνωσμένα ήθελε να απαλλαγεί από αυτό. «Ήσουν καιρό στη φυλακή;» «Τρεις μήνες». «Τι παράπτωμα έκανες;» Της χαμογέλασε χαλαρά. «Με έπιασαν». Σηκώθηκε και άρπαξε τον καρπό του. «Τι έκανες;» «Έκλεψα λίγο τυρί. Δεν είναι εύκολο να τρέξεις με ένα κεφάλι τυριού. Ηθικό δίδαγμα: κλέψε μικρότερα αντικείμενα». Γυρίζοντας είπε: «Έχω ειδικότητα στο να φτιάχνω ομελέτα με χοιρομέρι και τυρί. Ενδιαφέρεσαι;». «Μιας και η κλοπή του ήταν η αιτία να πιαστείς, δεν θα πίστευα ότι θα ενδιαφερόσουν και πολύ για το τυρί». «Αγαπώ πολύ το τυρί. Γιατί νομίζεις ότι προσπάθησα να το κλέψω;» Τον παρακολουθούσε καθώς έβγαλε το σακάκι του και το έριξε πάνω σε μια καρέκλα. Άρχισε να γυρνάει τα μανίκια του. «Αλήθεια, πρόκειται να μαγειρέψεις μόνος σου;» ρώτησε. Της χαμογέλασε με αποδοκιμασία. «Κινούμαι σε περίεργες ώρες. Συχνά δεν μπορώ να κοιμηθώ. Θα ήταν άδικο να ζητήσω από την μαγείρισσά μου να μένει ξύπνια τις ώρες που είμαι ξύπνιος εγώ». «Αλλά αυτό είναι το νόημα του να έχεις υπηρέτες. Υποτίθεται ότι είναι στη διάθεσή σου και υπό τις διαταγές σου». «Είναι διαθέσιμοι όταν τους χρειάζομαι. Επί του παρόντος, δεν τους χρειάζομαι». Άναψε το ξύλο που ήταν ήδη στοιβαγμένο στη σόμπα. «Βλέπεις; Η μαγείρισσά μου διατηρεί τα πράγματα έτοιμα για μένα». Την κοίταξε, σήκωσε το φρύδι. «Ομελέτα;» «Ναι, παρακαλώ. Τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω;» πήγε να σηκωθεί, αλλά σταμάτησε καθώς εκείνος σήκωσε το χέρι του.


«Έκανες αρκετά, Κάθριν. Τώρα είναι η σειρά μου να κάνω κάτι για σένα. Χαλάρωσε και απόλαυσε την περιποίηση». Παρακολούθησε πώς κινούνταν στην κουζίνα. Ήξερε πού ήταν όλα. Γέρνοντας προς τα εμπρός, έβαλε τους αγκώνες στο τραπέζι και το πιγούνι της στην άθλια παλάμη της. «Είναι αυτό ένας υπαινιγμός χαμόγελου στο πρόσωπό σου;» ρώτησε στοχαστικά. Αυτό τον μεταμόρφωσε. «Μου αρέσει πραγματικά το μαγείρεμα». Έσπασε τα αβγά σε ένα μπολ και τα χτύπησε. «Μου φέρνει καλές αναμνήσεις». «Από το σπίτι σου; Πριν ορφανέψεις;» Σταμάτησε για μια στιγμή, κούνησε το κεφάλι του και επέστρεψε στην προετοιμασία των αβγών. «Όχι, καθώς μεγαλώναμε, η Φράνι άρχισε να κάνει το μαγείρεμα. Ευχαριστιόμουν να την παρακολουθώ. Ήταν σαν μια μικρή μητέρα». «Όταν ζούσατε με αυτόν τον άνθρωπο; Ο Φίγκαν δεν ήταν;» «Ναι, Φίγκαν». Πρόσθεσε το χοιρομέρι και το τυρί, στη συνέχεια χτύπησε τα αβγά λίγο περισσότερο προτού ρίξει το μείγμα στο τηγάνι που είχε ζεστάνει στη σόμπα. «Η τιμωρία σου για την κλοπή του τυριού φαίνεται λίγο σκληρή», του είπε. «Το ίδιο νόμιζα κι εγώ και ήμουν αποφασισμένος να μην πιαστώ ποτέ ξανά». «Πώς ήταν, αλήθεια, να μεγαλώνεις όπως μεγάλωσες εσύ;» Κοίταξε τα αβγά που μαγειρεύονταν στο τηγάνι. Νόμιζε ότι δεν θα απαντούσε, αλλά τότε είπε: «Με κόσμο. Πολύ κόσμο. Ζούσαμε και κοιμόμασταν σε ένα μικρό δωμάτιο, αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον για να ζεσταθούμε. Αλλά δεν ήμαστε πεινασμένοι. Και μας έκαναν να νιώθουμε ευπρόσδεκτοι. Η πρώτη φορά που μπήκα στου Φίγκαν ήταν μια πολύ διαφορετική εμπειρία από την πρώτη φορά που μπήκα σε μια αίθουσα χορού». «Υποψιάζομαι ότι η ηλικία σου είχε να κάνει με το τι σε έκανε χαρούμενο. Τα παιδιά ψάχνουν περισσότερο για νέους φίλους παρά για ενήλικες». «Ίσως». «Διάβαζα τον Όλιβερ Τουίστ στον πατέρα μου. Είναι η ιστορία…» «Το έχω διαβάσει». «Έχει δίκιο ο Ντίκενς;» «Έκανε μια πολύ ακριβή περιγραφή της ζωής στα χαμόσπιτα, ναι». «Δεν ήταν μια πολύ ευχάριστη ζωή». «Για ποιον θα πέθαινες, Κάθριν;» Φάνηκε περίεργη ερώτηση. Την κοίταξε πάνω από τον ώμο του, σαν να περίμενε πραγματικά μια απάντηση.


«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Υποθέτω… Αληθινά, δεν ξέρω. Για τον πατέρα μου, νομίζω. Τον αδελφό μου. Δεν ξέρω». «Η ουσία του πώς έζησα ως αγόρι είναι ότι μου έδωσε φίλους για τους οποίους θα πέθαινα. Έτσι, όσο φοβερές κι αν ήταν κάποιες στιγμές, γενικά δεν ήταν ένας τόσο φριχτός τρόπος να ζεις. Μας ένωσε με τέτοιον τρόπο που δεν θα μπορούσε να το κάνει μια ευκολότερη ζωή». Άδειασε την ομελέτα σε ένα πιάτο. Πηγαίνοντας κοντά της στο τραπέζι, έβαλε το πιάτο στη μέση, της έδωσε ένα πιρούνι και ένα μαχαίρι προτού της χαμογελάσει στραβά. «Ξέρω μόνο πώς να κάνω μία κάθε φορά. Είτε αφήνουμε αυτή να κρυώσει μέχρι να μαγειρέψω μια ακόμα είτε τη μοιραζόμαστε». Φάνηκε να την περιμένει να απαντήσει. Το να τη μοιραστούν έμοιαζε τόσο οικείο, αλλά είχε μοιραστεί και το κρεβάτι του, κατά κάποιον τρόπο. «Είμαι εντάξει να τη μοιραστούμε», είπε. Χαμογέλασε, σαν να βρήκε διασκεδαστική την απάντησή της. «Θα ήθελες λίγο γάλα;» «Ναι, παρακαλώ». Έβγαλε ένα μπουκάλι από το ψυγείο πάγου, γέμισε με γάλα ένα ποτήρι και το έβαλε στο τραπέζι. Κατέβασε τα μανίκια του και έβαλε πάλι το σακάκι του προτού καθίσει στο τραπέζι μαζί της. «Δοκίμασε», διέταξε. Έκοψε λίγη ομελέτα και την έβαλε στο στόμα της. Μάσησε και κατάπιε. Στη συνέχεια του χαμογέλασε. «Είναι αρκετά καλή». «Νόμιζες ότι δεν θα ήταν;» «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ έναν άρχοντα που μαγειρεύει». «Μα και οι δύο γνωρίζουμε ότι είμαι πιο πολύ παλιάνθρωπος παρά άρχοντας». Έκοψε ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι και το έφαγε. «Έπινα τσάι με κάτι κυρίες τις προάλλες», ξεκίνησε η Κάθριν, «και κάποια ανέφερε ότι δεν είσαι της άποψης ότι τα παιδιά πρέπει να υπακούουν στον νόμο». «Από πού έβγαλε ένα τέτοιο συμπέρασμα;» «Είπε από μια επιστολή που είχες γράψει στους Τάιμς». «Όχι, αυτό που υποστήριξα στην επιστολή μου ήταν ότι τα παιδιά, ακόμα και άνω των επτά ετών, δεν πρέπει να θεωρείται ότι κατανοούν τον νόμο και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να τιμωρούνται σαν να είχαν τη δύναμη της λογικής ενός ενήλικα». «Αλλά ο νόμος πρέπει να ισχύει για όλους τους ανθρώπους».


«Πράγματι, θα έπρεπε. Αλλά ένα παιδί δεν συνειδητοποιεί ότι παραβιάζει τον νόμο». «Αλλά αν τιμωρηθεί, θα μάθει τη διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους». «Υποθέτεις ότι διδάσκεται τι είναι σωστό και τι είναι λάθος και ότι παίρνει σκόπιμα την απόφαση να κάνει λάθος. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει αν είσαι παιδί που μεγαλώνει στους δρόμους. Σου έχουν πει ότι είναι ένα παιχνίδι. Βλέπεις αυτό το καλάθι με τα μήλα πάνω του; Πρέπει να πάρεις ένα μήλο χωρίς να σε δουν. Και αν σε δουν, πρέπει να τρέξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς ώστε να μη σε πιάσουν. Φέρε μου δώδεκα μήλα και το βραβείο σου θα είναι ένα από τα μήλα. Και δεν θα πας στο κρεβάτι πεινασμένος. Πιστεύουν ότι τα καροτσάκια υπάρχουν εκεί για τα παιχνίδια τους. Και όταν πιάνονται, τιμωρούνται σαν να ήξεραν ότι δεν ήταν. Πρόσφατα έμαθα για ένα κορίτσι ηλικίας οκτώ ετών που μπήκε φυλακή για τρεις μήνες επειδή είχε κλέψει καραμέλες μέντας, γλυκά, τα οποία πιθανότατα δεν κόστιζαν περισσότερο από μία δεκάρα». Όσο περισσότερο μιλούσε, τόσο περισσότερο η φωνή του έφτανε στην αγανάκτηση, πράγμα που την εξέπληξε. Δεν είχε σκεφτεί ότι νοιαζόταν για τα παιδιά ή τη μεταρρύθμιση των φυλακών. Είχε σκεφτεί ότι ήταν ένας άνθρωπος που νοιαζόταν μόνο για τη δική του ευχαρίστηση. Δεν είχε διάθεση πλέον να φάει, αλλά είχε μπει σε τόσο κόπο να της τη φτιάξει. «Έτσι ήταν και για σένα;» «Όχι, ήξερα καλύτερα. Δεν ξέρω πώς, αλλά ήξερα». Έκοψε περισσότερο από την ομελέτα και τη μελέτησε στην άκρη του πιρουνιού πριν την κοιτάξει. «Είσαι μια γοητευτική συνομιλήτρια κατά τη διάρκεια των γευμάτων. Ελπίζω να μην είναι αυτό που διδάσκεις τη Φράνι». Δεν έχει σημασία σε ποια κατεύθυνση πήγαινε η συζήτηση, πάντα επέστρεφε στη Φράνι. Η Κάθριν δεν μπορούσε να φανταστεί να έχει για πάντα το ενδιαφέρον ενός κυρίου. Ποτέ δεν είχε πραγματικά ζηλέψει κανέναν και δεν σκέφτηκε ότι αυτό που ένιωθε για τη Φράνι ήταν φθόνος, αλλά βρήκε τον εαυτό της να λαχταρά αυτό που είχε η νεαρή γυναίκα – αυτό που είχε και φοβόταν να το αγκαλιάσει. «Έχεις μιλήσει για αυτό το θέμα στο κοινοβούλιο;» ρώτησε. «Όχι. Χρειάζεται ακόμα να κερδίσω την αποδοχή των ομότιμών μου και μέχρι να συμβεί αυτό, δεν θα ακούσουν ή δεν θα δείξουν εμπιστοσύνη σε τίποτα που θα πω». «Δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις. Δεν παίρνεις μέρος σε χορούς ή σε κοινωνικές συνεστιάσεις…» «Δεν νομίζω ότι εξυπηρετούν κανέναν σκοπό».


«Αυτός είναι ο λόγος που αγνόησες τις προσκλήσεις μου;» «Ακούγεσαι σαν να πληγώθηκες». «Κανένας δεν θέλει να τον απορρίπτουν». Έβαλε τον αγκώνα του πάνω στο τραπέζι και έσκυψε προς το μέρος της. «Γιατί με κάλεσες;» Έσφιξε το πιγούνι της. Δεν επρόκειτο να αποκαλύψει ότι πάντα τη γοήτευε. «Φαινόταν ευγενικό». Είχε το θράσος να γελάσει και σάστισε από το πόσο χαρούμενος ήταν ο ήχος. Σαν να διασκέδαζε πραγματικά, σαν να υποψιαζόταν ότι δεν είχε πει ολόκληρη την αλήθεια. «Και εγώ σκέφτηκα ότι με προσκάλεσες επειδή ήσουν λιγάκι άτακτη και ήθελες να παίξεις με τον διάβολο. Πιστεύεις ότι είναι σημαντικό να είσαι ευγενική;» ρώτησε. «Το πιστεύω. Εντελώς. Για παράδειγμα, είναι πολύ αγενές να βάζεις τον αγκώνα σου στο τραπέζι ενώ τρώμε. Πρέπει να αναρωτηθώ αν εσύ, όπως και η Φράνι, χρειάζεσαι μαθήματα καλής συμπεριφοράς». «Σε διαβεβαιώνω. Όταν η κατάσταση το απαιτεί, έχω άψογους τρόπους». «Έτσι λες. Ίσως χρειάζομαι απόδειξη. Νομίζεις ότι θα μπορούσαμε εμείς οι τρεις –εσύ, η Φράνι και εγώ– να πάρουμε δείπνο εδώ; Είναι οι υπηρέτες σου εξοικειωμένοι με όλα όσα είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών;» «Νομίζω πως είναι. Ο γερο-άρχοντας προσέλαβε μόνο τους καλύτερους». «Ποτέ δεν τον αναφέρεις ως παππού σου». «Όπως γνωρίζεις πολύ καλά, δεν ήταν». «Είσαι απολύτως σίγουρος;» Έριξε το βλέμμα του στο τραπέζι και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι είχε γείρει προς τα εμπρός, βάζοντας τους αγκώνες της, και τους δύο –ανάθεμα!– μια πολύ χειρότερη προσβολή, στο τραπέζι. Ίσιωσε το κορμί της. «Αποφεύγεις την ερώτησή μου». «Ο γιος του γέροντα και η σύζυγός του είχαν πάρει τον εξάχρονο γιο τους για να δουν ένα θηριοτροφείο. Ο γιος και η σύζυγός του βρέθηκαν δολοφονημένοι σε ένα δρομάκι, μέσα σε σκουπίδια. Νομίζω –εάν ήμουν εκείνο το παιδί– ότι δεν θα ξεχνούσα γρήγορα το ότι είδα τους γονείς μου να σκοτώνονται». «Εκτός και αν το έσκασες, εκτός αν δεν το είδες». Φάνηκε να το σκέφτεται για μια στιγμή, τότε κούνησε το κεφάλι του. «Θα έπρεπε να τους θυμάμαι ακόμα. Δεν τους θυμάμαι». «Αλλά τα ονόματα Λούσιαν και Λουκ είναι τόσο όμοια…» «Σύμπτωση».


Ήταν εκνευριστική η αποφασιστικότητά του να μην πιστεύει ότι ήταν ο νόμιμος κληρονόμος. Για λόγους που δεν μπορούσε να εξηγήσει, ήθελε να είναι – απεγνωσμένα. Δεν ήθελε να είναι απατεώνας που είχε κλέψει αυτό που δικαίως ανήκε σε άλλον. «Ποιοι είναι οι γονείς σου;» «Δεν έχω ιδέα. Στο μυαλό μου, είναι σαν να μην υπήρχα προτού ο Τζακ με πάει στον Φίγκαν». «Επομένως θα μπορούσες να είσαι εκείνο το παιδί». «Είναι αδιανόητο ότι θα μπορούσα να είμαι». Πίεσε τα δάχτυλά του στο φρύδι του. «Όταν ο Τζακ με πήγε σε αυτόν, ο Φίγκαν θα αναγνώριζε από τα ρούχα μου ότι ήμουν ευγενικής καταγωγής. Θα είχε επωφεληθεί». «Ίσως τα ρούχα σου να ήταν σκισμένα από τη στιγμή που…» Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, κάνοντάς τη να αναπηδήσει. «Γιατί θέλεις να με κάνεις κάτι που δεν είμαι;» «Ο πρώτος κόμης του Κλέιμπουρν πήρε τον τίτλο του για υπηρεσίες στον βασιλιά ή στη βασίλισσα. Κέρδισε το δικαίωμα να μεταβιβάσει αυτόν τον τίτλο στον γιο του. Αν δεν είσαι απόγονος αυτού του πρώτου κόμη –όσο και αν σε συμπαθώ–, είναι ντροπή να κρατάς τον τίτλο». «Όπως πολύ καλά γνωρίζεις, ζω για την ντροπή». «Όχι, δεν το κάνεις. Μιλάς σαν να το κάνεις, αλλά οι πράξεις σου δείχνουν ότι είσαι ψεύτης. Είσαι πολύ πιο αξιότιμος από όσο εσύ αναγνωρίζεις στον ίδιο σου τον εαυτό». Αυτός έκλεισε λίγο τα μάτια του. «Υποθέτω ότι είσαι της άποψης ότι πρέπει να δώσω τον τίτλο στον Μάρκους Λάνγκτον». «Το θέμα δεν είναι να τον δώσεις. Το θέμα είναι σε ποιον δικαιωματικά ανήκει». «Ο γερο-άρχοντας πίστευε ότι ανήκε σε εμένα. Από σεβασμό στις επιθυμίες του, θα τον κρατήσω μέχρι την τελευταία πνοή μου». Δεν μπορούσε να πιστέψει την απογοήτευσή της για τα λόγια του ή την ανακούφισή της. Για όλους τους λόγους που του έδωσε για το γιατί δεν έπρεπε να είναι κόμης, έπρεπε να παραδεχτεί ότι δεν μπορούσε να φανταστεί κάποιον άλλο ως κόμη του Κλέιμπουρν. Αναστενάζοντας βαριά, έτριψε τους κροτάφους του. «Πώς στο καλό μπήκαμε σε αυτή τη συζήτηση;» «Το κεφάλι σου αρχίζει να πονάει πάλι;» «Λίγο. Θα φύγει. Και μιλώντας για φευγιό, πρέπει να σε πάω σπίτι». Έκπληκτη ανακάλυψε ότι η ομελέτα τους είχε εξαφανιστεί, αν και είχε φάει το


μερίδιο του λέοντος. Ακούστηκε ένα μακρινό χτύπημα και ένας γδούπος. «Οι υπηρέτες μου ξυπνούν», είπε. Και οι δύο σηκώθηκαν. Περπάτησε γύρω από το τραπέζι, πήρε την κάπα της από την καρέκλα, πέρασε από πίσω της και την έβαλε πάνω στους ώμους της. Τα χέρια του φάνηκαν να παραμένουν εκεί και σχεδόν σαν να φαντάστηκε ότι τον ένιωσε να αφήνει ένα φιλί στον αυχένα της. Μια θαυμάσια, μικρή ανατριχίλα τη διαπέρασε. «Σε ευχαριστώ», είπε ήσυχα και η αναπνοή του χάιδεψε το ευαίσθητο δέρμα κάτω από το αφτί της. «Για τη φροντίδα». «Σε χρειάζομαι σε καλή υγεία για να πραγματοποιήσεις το μέρος της συμφωνίας σου», είπε συνοπτικά, πριν απομακρυνθεί και στραφεί προς το μέρος του. «Τολμώ να πω ότι δίνεις στις πράξεις μου πολλή σημασία». Θα μπορούσε να πει ότι είχε δυσκολία στην αναπνοή, ότι η εγγύτητά του προκάλεσε ανεξήγητες απολαύσεις σε όλο το κορμί της; Χαμογελώντας κρυφά, απομακρύνθηκε από κοντά της και άνοιξε την πόρτα. Ήταν μόνο στα μισά της πόρτας όταν είπε: «Επομένως, δεν θέλεις να σε ξαναφιλήσω». Ήταν λίγο πιο πίσω της, έτσι δεν μπόρεσε να δει το πρόσωπό της. Ακίνητη έκλεισε τα μάτια της και κούνησε το κεφάλι της. Ένιωσε το άγριο χέρι του –τα δάχτυλά του δυνατά και ζεστά– να πιάνουν το πιγούνι και να γέρνουν το κεφάλι προς τα πίσω. Άνοιξε τα μάτια της για να βρει το βλέμμα του στο στόμα της. «Τι κρίμα», είπε ήσυχα. «Την πρώτη φορά με φίλησες για να με εκφοβίσεις. Τη δεύτερη για να μου αποσπάσεις την προσοχή. Ποια θα ήταν η δικαιολογία σου αυτή τη φορά;» «Πού στα κομμάτια να ξέρω». Πήρε τεράστια ικανοποίηση από την απάντησή του, αλλά δεν είχε καμία επιθυμία να αποκαλύψει τις σκέψεις της. «Ένας τζέντλεμαν δεν βλαστημάει μπροστά σε μια κυρία». «Μα, ξέρουμε και οι δύο ότι δεν είμαι τζέντλεμαν». Έγλειψε τα χείλη της, σκεπτόμενη πόσο κακό άραγε θα ήταν να τον γευτεί ακόμα λίγο. Αναστενάζοντας, χαλάρωσε το ελαφρύ άγγιγμά του πάνω της και την οδήγησε μέσα από την πόρτα. Άκουσε την πόλη να ζωντανεύει, τις διάφορες παραδόσεις στα μαγαζιά να γίνονται. Περίμενε μέχρι να ετοιμαστεί η άμαξα. Εκείνος δεν είπε τίποτα όταν έφτασε η άμαξα ή καθώς τη βοηθούσε να ανέβει. Έμεινε σιωπηλός καθώς ταξίδευαν στους δρόμους. Μόλις έφτασαν στην πύλη της, μίλησε τελικά. «Μου εξάπτεις το ενδιαφέρον, Κάθριν Μέιμπρι».


«Δεν είμαι βέβαιη ότι αυτό είναι καλό». «Λυπάμαι που δεν είμαι ο άνθρωπος που θα ήθελες να είμαι». «Στην πραγματικότητα, έχω πολύ περισσότερη εμπιστοσύνη στην ειλικρίνειά σου απ’ ό,τι ίσως αξίζεις». «Πιθανότατα». Άγγιξε την άκρη της μύτης της. «Θα σε δω απόψε». Κούνησε το κεφάλι. «Πράγματι». Μόνο όταν έκλεισε την πύλη πίσω της, τον άκουσε να περπατάει προς την άμαξά του. Ήταν μια αντίφαση. Ήταν ένας παλιάνθρωπος; Ή μήπως δεν ήταν; Δεν γνώριζε πια. Το πιο ενοχλητικό από όλα ήταν το γεγονός ότι δεν την ένοιαζε πλέον.


Κεφάλαιο 12 Η εξάντληση την κατέλαβε τη στιγμή που μπήκε στο υπνοδωμάτιό της. Το κρεβάτι της την καλούσε όπως το τραγούδι μιας Σειρήνας. Το μόνο που έκανε ήταν υπομονή όση ώρα η Τζένη τη βοηθούσε να βγάλει τα ρούχα της. Ήθελε απλώς να τα σκίσει και να πέσει στο κρεβάτι. Η ενασχόληση με τον Κλέιμπουρν ήταν πάντα κουραστική – αλλά και ευχάριστη. Το οποίο την έκανε ακόμα πιο κουραστική. Έπρεπε να κρατήσει το πνεύμα της αλώβητο, αν και σήμερα το πρωί φάνηκε να είχε δημιουργηθεί ένα είδος συντροφιάς. Ίσως να γίνονταν φίλοι και όταν παντρευόταν τη Φράνι και συναναστρέφονταν συχνότερα τον κύκλο γνωριμιών της Κάθριν, ο υπερήφανος κόμης να δεχόταν επιτέλους τις προσκλήσεις της. Ή τουλάχιστον η σύζυγός του. Η Κάθριν είχε πνιγεί μέσα του εκείνη την πρώτη νύχτα – σε εκείνον τον πρώτο χορό. Αλλά αυτό που αισθανόταν τώρα ήταν πιο βαθύ. Ήθελε να μάθει τα πάντα γι’ αυτόν. Μόλις γνώριζε τα πάντα, ίσως να μην είχε πλέον κανένα ενδιαφέρον για εκείνον. Σύρθηκε μέχρι το κρεβάτι, χασμουρήθηκε και είπε στην Τζένη: «Ξύπνα με στις δύο». Έπρεπε να πάρει τις προσκλήσεις. Και παρόλο που η Γουίνι θα ήταν εντελώς αντίθετη, η Κάθριν ήταν αποφασισμένη να στείλει μια στον Κλέιμπουρν. Αν όχι για άλλο λόγο, παρά για να τον προκαλέσει. Δεν θα ερχόταν στον χορό, οπότε ποια η ζημιά; Η Γουίνι δεν θα το μάθαινε ποτέ και αυτό θα έδινε στην Κάθριν μια αίσθηση ικανοποίησης. Προτού ακόμα τελειώσει τη σκέψη της για την αντίδραση του Κλέιμπουρν, είχε αποκοιμηθεί. Φάνηκε σαν να είχαν περάσει μόνο δευτερόλεπτα όταν κάποιος σκούντησε τον ώμο της απαλά. «Λαίδη μου; Λαίδη μου;» Κουνήθηκε νωχελικά. «Τι ώρα είναι;» «Δύο». Βογκώντας έριξε πίσω τα σκεπάσματα. «Έφτασε ένα πακέτο», είπε η Τζένη. «Το έβαλα στο γραφείο σας». «Ένα πακέτο;»


«Ναι, λαίδη μου. Από του Λορντς». «Του Λορντς;» Το κατάστημα ειδικευόταν στα καλύτερα αξεσουάρ. Αλλά η Κάθριν δεν είχε αγοράσει τίποτε από εκεί τελευταία. Η περιέργειά της ήταν μεγάλη, περπάτησε με γυμνά πόδια στο δωμάτιο μέχρι το γραφείο της, όπου κοίταξε το επίμηκες πακέτο. Το ξετύλιξε για να αποκαλυφθεί ένα πανέμορφο, ζωγραφισμένο στο χέρι λουλουδάτο κουτί γαντιών. Στο εσωτερικό του, πάνω σε αφράτο σατέν, υπήρχε ένα εξαίσιο ζευγάρι κρεμ γάντια. «Συμβαίνει κάτι, λαίδη μου;» Μόνο τότε η Κάθριν συνειδητοποίησε ότι δάκρυα είχαν γεμίσει τα μάτια της. Πόσο ανόητη. Ποτέ δεν μυξόκλαιγε. «Δεν υπήρχε κανένα σημείωμα;» ρώτησε. «Όχι, λαίδη μου. Ο άντρας που το άφησε δήλωσε απλώς ότι το πακέτο ήταν για τη λαίδη Κάθριν Μέιμπρι». Φυσικά, δεν θα υπήρχε κανένα σημείωμα, γιατί αν υπήρχε, θα έπρεπε να το κάψει. Τα γάντια ήταν από τον Κλέιμπουρν. Το τραυματισμένο χέρι της πονούσε πολύ, αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να βάλει την Τζένη να τη βοηθήσει να τραβήξει το υπέροχο πράγματι γάντι στο μη τραυματισμένο χέρι. Είχε τέλεια εφαρμογή. Ω Θεέ μου, ευχόταν να μην είχε κάνει αυτή την κίνηση. Ήταν πολύ πιο εύκολο να τον αντιμετωπίζει όταν πίστευε ότι ήταν ο διάβολος. Ήταν όμως τόσο πολύ πιο δύσκολο όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν ένας άντρας που θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει την καρδιά της. «Έχεις χάσει την ικανότητά σου νομίζω. Κατάλαβε ότι την ακολουθούσες». Ο Λουκ είχε αποφασίσει ότι χρειαζόταν να πει δυο κουβέντες με τον Τζιμ, προτού πάρει την Κάθριν για το νυχτερινό τελετουργικό τους. Τώρα βημάτιζε στο σπίτι του Τζιμ. Πότε είχε γίνει τόσο μικρό; Είχε μετά βίας χώρο να τεντώσει τα πόδια του. Από τη στιγμή που η Κάθριν είχε φύγει από το κρεβάτι του το πρωί, αισθανόταν σαν ένα θηρίο στο κλουβί – χωρίς να έχει σαφή εικόνα του τι αναζητούσε. Τι τον είχε κάνει να τη ρωτήσει αν ήθελε ένα φιλί; Για περισσότερο από έναν χρόνο, ήταν εντελώς πιστός στη Φράνι, δεν έδειξε το ελάχιστο ενδιαφέρον για άλλη γυναίκα. Τι είδους τρέλα τον είχε πιάσει; Τι σκεφτόταν και δελέασε τον εαυτό του και την Κάθριν με την υπόσχεση ενός φιλιού; Ήταν απογοητευμένος. Για τα καλά και αληθινά απογοητευμένος όταν εκείνη κούνησε το κεφάλι της. Τότε πήγε στου Λορντς και της αγόρασε καινούρια γάντια σαν κανένας χαζός.


Όχι, μάλωσε τον εαυτό του. Απλώς αντικατέστησε το ζευγάρι που είχε καταστραφεί όταν δέχτηκαν την επίθεση. Αντικατέστησε εκείνο που τώρα βρισκόταν σε ένα συρτάρι στο γραφείο του υπνοδωματίου του. Εκείνο που κρατούσε και περιεργαζόταν εκείνο το πρωί, αφού επέστρεψε στην έπαυλή του, και σκεφτόταν πόσο κοντά έφτασε στο να χάσει τη ζωή της εξαιτίας της λεπίδας ενός μαχαιριού. Ο πόνος διαπέρασε το κεφάλι του. Έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται αυτή τη συνάντηση στο δρομάκι. Γιατί τον προβλημάτιζε τόσο; Δεν ήταν τίποτα γι’ αυτόν εκτός από ένα μέσο για τον σκοπό του. «Δεν με είδε», επέμεινε ο Τζιμ ξαπλωμένος στην καρέκλα του δίπλα στη φωτιά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. «Και όλο το πέρα δώθε που έκανε αυτή την εβδομάδα; Το έκανε για να σε ξεγελάσει, για να βεβαιωθεί ότι την ακολουθούσες». «Αν είδε κάποιον που την ακολουθούσε, δεν ήμουν εγώ. Είδε κάποιον άλλο». Ο Τζιμ φαινόταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του. Όχι ότι ο Λουκ μπορούσε να τον κατηγορήσει. Ήταν πάντα ο καλύτερος. Ο καλύτερος. Τόσο καλός στην πραγματικότητα που είχε καταφέρει να ασκήσει τα καθήκοντά του στη Σκότλαντ Γιαρντ κατά τη διάρκεια της νύχτας ενώ παρακολουθούσε και την Κάθριν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Είχε απλώς ισχυριστεί ότι παρακολουθούσε μερικούς μάρτυρες για μια διάρρηξη. «Γιατί θα την ακολουθούσε κάποιος;» ρώτησε ο Λουκ. «Ίσως είναι ο τύπος που θέλει να σκοτώσει». Η σκέψη ότι ήταν σε κίνδυνο έκανε τον Λουκ να ιδρώσει. «Είδες κάποιον να την ακολουθεί;» «Δεν έψαχνα για κανέναν άλλο. Επικεντρώθηκα σε αυτή και βεβαιώθηκα ότι δεν θα με έπαιρνε χαμπάρι». «Πρέπει να πιστοποιήσουμε ότι ήσουν εσύ που είδε». «Ωραία, αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα! Να τη ρωτήσουμε; Και τότε θα ξέρει ότι έβαλες να την παρακολουθούν. Πιστεύεις ότι θα πάρει με καλό μάτι αυτά τα νέα;» «Δεν είμαι τόσο χαζός. Πρέπει να βρούμε μια ευκαιρία να βρεθείς τυχαία στον δρόμο της». Πήγε στο παράθυρο, μετακίνησε ελαφρώς την κουρτίνα και κοίταξε έξω. «Μόλις με δει, είναι πιο πιθανό να με εντοπίσει και να γίνει πιο καχύποπτη». «Αν το κάνει, απλώς θα πούμε ότι ανησυχούσα για την ασφάλειά της, ότι είναι μια νέα εξέλιξη το ότι την ακολουθείς». «Πώς λοιπόν προτείνεις να βρεθώ τυχαία στον δρόμο της;»


Πώς, πραγματικά, χωρίς να προκαλέσει υποψίες; «Απλώς χρειαζόμαστε ένα μικρό τέχνασμα», είπε ο Λουκ σιγανά. «Κάτι απλό, εύκολο να γίνει». Σκεφτόταν τις επιλογές του, τους παίκτες που είχε στη διάθεσή του. Τελικά κοίταξε τον Τζιμ. «Ειδοποίησε τον Μπιλ. Θα παίξουμε χαρτιά απόψε στην πίσω αίθουσα του Ντότζερ». «Είμαι μέσα για μια παρτίδα, αλλά πώς αυτό θα βοηθήσει τον σκοπό σου;» «Θα βάλουμε τη Φράνι να φέρει την Κάθριν στο δωμάτιο – αρκετά τυχαία. Η αντίδραση της Κάθριν όταν σε δει θα μας τα πει όλα». «Ποια δικαιολογία θα χρησιμοποιήσει η Φράνι για να τη φέρει σε ένα δωμάτιο όπου άντρες παίζουν χαρτιά; Θα είναι προφανές ότι είναι φτιαχτό». Ο Λουκ έδιωξε τις ανησυχίες του. «Ίσως η Φράνι να θέλει να μου δείξει κάτι που έμαθε. Θα αφήσουμε τη δικαιολογία σε αυτή. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μπορεί να δελεάσει την Κάθριν μέχρι την αίθουσα χωρίς να προκαλέσει υποψίες». Τα παιδιά του Φίγκαν ήταν εξειδικευμένα στο να λένε ψέματα τόσο εύκολα που να μοιάζουν με αλήθειες. Αυτό το ταλέντο του επέτρεψε να πείσει τον γεροάρχοντα ότι ο Λουκ ήταν ο εγγονός του. Αυτό που ζητούσε από τη Φράνι απόψε δεν ήταν τόσο περίπλοκο, αλλά με κάποιον τρόπο ο Λουκ φοβόταν ότι περισσότερα έπρεπε να κερδηθούν παρά να χαθούν. «Ξέρεις ότι ο Λουκ δεν με έχει φιλήσει ποτέ;» Η Κάθριν κοίταξε ενώ έκανε αδύναμη προσπάθεια να γράψει. Ενώ η Φράνι έγραφε ένα μενού που ο Κλέιμπουρν θα μπορούσε να δώσει στη μαγείρισσά του για το δείπνο που οι τρεις θα είχαν στην έπαυλη το επόμενο βράδυ, η Κάθριν χρησιμοποίησε τον χρόνο της για να δοκιμάσει την ικανότητά της να γράφει, χωρίς να γράφει στην ουσία τίποτα το σημαντικό. Με το τραυματισμένο χέρι της δυσκολευόταν να κρατήσει σωστά μια πένα. Πώς θα βοηθούσε τη Γουίνι να ετοιμάσει τις προσκλήσεις για τον χορό τους; Ωστόσο, η ανησυχία αυτή κατέληξε στο πίσω μέρος του μυαλού της με την ανακοίνωση της Φράνι. Ένιωσε τα μάγουλά της ζεστά και αναρωτήθηκε αν η Φράνι κατάλαβε ότι ο Κλέιμπουρν την είχε φιλήσει. Μήπως τα χείλη της είχαν τώρα κάποιο σημάδι τόσο ορατό όσο εκείνο πάνω στον αντίχειρά του; Η Κάθριν κατάπιε. «Επειδή σε σέβεται». «Υποθέτω. Απλώς πάντα σκεφτόμουν ότι αν κάποιος νιώθει έλξη για σένα, δεν θα μπορεί να αντισταθεί, θα πρέπει να τον ανακαλέσεις και να τον επαναφέρεις στην τάξη». «Μα, ένας κύριος δεν φιλάει μια κυρία μέχρι να αρραβωνιαστούν, έτσι ίσως


επειδή δεν έχεις δεχτεί την πρότασή του για γάμο – δεν έχεις δεχτεί, έτσι δεν είναι;» «Όχι. Δεν μου το πρότεινε ξανά, ευτυχώς. Δεν είμαι έτοιμη να πω ναι». Έβαλε τον αγκώνα της στο γραφείο, το πιγούνι στο χέρι της. «Ένιωσα τόσο άσχημα εκείνο το βράδυ. Με πήρε με την άμαξά του. Ήταν γεμάτη με λουλούδια. Εξαιρετικά ρομαντικό». «Πράγματι». Κάτι άλλο για τον Κλέιμπουρν που δεν περίμενε ποτέ. «Πόσο τυχερή είσαι που έχεις την αγάπη του». «Τυχερή;» Η Φράνι τεντώθηκε. «Δουλεύω όλο το βράδυ και έπειτα πρέπει να πάρω μαθήματα ενώ ο Λουκ παίζει χαρτιά. Η αγάπη του προστέθηκε στα βάρη μου». Η στάση της εξέπληξε την Κάθριν. Ποτέ δεν θα σκεφτόταν την αγάπη του Κλέιμπουρν ως βάρος. Για μια μικρή στιγμή δεν ήξερε αν η Φράνι του άξιζε. Αλλά δεν ήταν η θέση της να το κρίνει, να αποφασίσει ποια θα έπρεπε εκείνος να αγαπήσει και ποια θα έπρεπε να τον αγαπά. «Νόμιζα ότι ήταν εδώ», είπε η Κάθριν. Ποτέ δεν αμφισβήτησε τι έκανε ενώ εκείνη έδειχνε διάφορα πράγματα στη Φράνι. «Είναι, αλλά βρίσκεται σε ένα δωμάτιο πιο μακριά, στο πίσω μέρος, παίζοντας χαρτιά με τον Τζακ και τους άλλους». «Τους άλλους;» «Φίλους. Παλιές γνωριμίες. Παιδιά με τα οποία μεγαλώσαμε μαζί. Αν δεν έπρεπε να πάρω τα μαθήματά μου, τότε θα μπορούσα να παίξω μαζί τους. Θα προτιμούσα να παίζω παρά να μαθαίνω». «Είναι τόσο δύσκολο να σχεδιάσεις ένα μενού;» «Τόσο πολλά διαφορετικά πιάτα πρέπει να σερβιριστούν. Πώς μπορεί κάποιος να τα φάει όλα;» «Είναι πολύ μικρές μερίδες. Ξέρω ότι είσαι εκνευρισμένη, αλλά πραγματικά δεν είναι τόσο κακό». «Εντούτοις, δεν φαίνεται δίκαιο ότι εμείς πρέπει να δουλέψουμε ενώ εκείνοι παίζουν. Και δεν είναι δίκαιο να με διδάσκεις εθιμοτυπία, ενώ εγώ δεν σου διδάσκω τίποτα». Της δίδασκε περισσότερα από ό,τι γνώριζε, της δίδασκε για τον Κλέιμπουρν. Μήπως φίλησε την Κάθριν επειδή δεν της είχε απολύτως κανέναν σεβασμό; Ή ήταν, όπως είπε η Φράνι, ανίκανος να αντισταθεί επειδή τον έλκυε; Όχι, έπρεπε να είναι το πρώτο. Ποτέ δεν άφησε καμία αμφιβολία ότι η Φράνι κρατούσε την καρδιά του. Οι λόγοι για τους οποίους φιλούσε την Κάθριν ήταν είτε για να την αναστατώσει είτε να την πειράξει ή να της αποσπάσει την προσοχή. Δεν ήταν το


αποτέλεσμα του πάθους, αν και σίγουρα αισθάνθηκε σαν να ήταν. «Δεν χρειάζεται να με διδάξεις τίποτα», είπε η Κάθριν. «Η συμφωνία μου είναι με τον Κλέιμπουρν και είμαι αρκετά ικανοποιημένη με αυτή». «Αλλά δεν θα ήταν διασκεδαστικό να κάνουμε ένα μικρό κόλπο στον Λουκ;» Η Κάθριν με δυσκολία σκέφτηκε ότι εκείνος ήταν ο τύπος που θα απολάμβανε να κάνουν κόλπα εις βάρος του. Ωστόσο, ήταν ενθουσιασμένη με την ιδέα. «Τι είδους κόλπο;» Η Φράνι άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε μια τράπουλα και την τοποθέτησε πάνω στο γραφείο ανάμεσά τους. Και στη συνέχεια χαμογέλασε, μάλλον χαλαρά –το πρώτο αληθινό χαμόγελο αυτοπεποίθησης που η Κάθριν πήρε από εκείνη–, σαν να ήταν τελικά στο στοιχείο της. Η Κάθριν συνειδητοποίησε ότι αυτό τη μεταμόρφωσε και για πρώτη φορά είδε τι ήταν εκείνο που είχε τραβήξει τον Κλέιμπουρν σε αυτή τη γυναίκα. «Τι θα έλεγες να σου διδάξω πώς να κερδίζεις έναν άντρα στο ίδιο του το παιχνίδι;» Ο Λουκ κοίταξε το ρολόι του, το ρολόι που είχε κληρονομήσει από τον γεροάρχοντα και στη συνέχεια το έβαλε πίσω στην τσέπη του γιλέκου του. Πλησίαζε η ώρα να πάει την Κάθριν σπίτι. Γιατί δεν την είχε φέρει η Φράνι εδώ; «Θα πας πάσο;» ρώτησε ο Τζακ. Ο Λουκ κοίταξε τα χαρτιά του, κοίταξε την πόρτα. «Θα έπρεπε να ήταν εδώ μέχρι τώρα». «Δεδομένου του πείσματος της λαίδης Κάθριν, περιμένω ότι η Φράνι το βρίσκει πιο δύσκολο από όσο είχες φανταστεί να τη φέρει εδώ». Ο Λουκ κοίταξε τον Τζακ. «Πώς γνωρίζεις για το πείσμα της Κάθριν;» «Την έχω συναντήσει τη γυναίκα. Αρκετά πεισματάρα». «Νόμιζα ότι ήταν πολύ ευχάριστη», είπε ο Μπιλ. Στη διαδρομή μέχρι εκεί, ο Τζιμ είχε εξηγήσει στον Μπιλ ακριβώς ποια ήταν η Κάθριν και τη συμφωνία του Λουκ μαζί της. «Βαρετή είναι», είπε ο Τζιμ. «Δεν είναι βαρετή. Πόσες φορές πρέπει να σας το πω αυτό; Μα τον Θεό, δεν νομίζω ότι ακολουθείς τη σωστή γυναίκα», είπε ο Λουκ. «Ψωνίζει». Ο Τζιμ έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στους φίλους του. «Ψωνίζει. Κάνει επισκέψεις. Πόσος ενθουσιασμός να βρίσκεται σε αυτό, σας ρωτώ; Το μόνο που κάνει εκτός προγράμματος είναι που σε συναντάει τις νύχτες». «Και να κόβει σε φέτες το χέρι της», είπε ο Μπιλ χαμηλόφωνα. Κάτι για το οποίο ο Λουκ συνέχισε να αισθάνεται ένοχος. Μόλις μπήκαν στην άμαξα νωρίτερα, τον ευχαρίστησε για τα γάντια. Του είπε ότι δεν ήταν


απαραίτητο. Τον είχε κάνει να αισθανθεί μάλλον ανόητος που είχε ευχαριστηθεί εκείνη την αγορά για χάρη της. «Θα περάσει», είπε ο Λουκ. «Θα αφήσει άσχημη ουλή», είπε ο Μπιλ. Πρόσθεσε αυτό το βάρος στην ενοχή του. «Ας ξεκινήσουμε από το ότι δεν θα έπρεπε να κατέβει από την άμαξα», είπε ο Λουκ. «Δεν μου φαίνεται γυναίκα που υπακούει», μουρμούρισε ο Τζακ. «Νομίζεις ότι τη γνωρίζεις τόσο καλά. Δεν ξέρεις απολύτως τίποτα για εκείνη». Ο Τζακ έσκυψε προς τα εμπρός, τοποθετώντας τους αγκώνες του στο τραπέζι και ρίχνοντας την έντονη ματιά του στον Λουκ. «Διαφώτισέ με». Τι θα μπορούσε να πει; Εκείνη ήταν τολμηρή, θαρραλέα, ευγενική, στοργική… Ότι η μυρωδιά της εξακολουθούσε να υπάρχει στο υπνοδωμάτιό του. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να κοιμηθεί με αυτή τη μυρωδιά εκεί. Θα ξυπνούσε αναζητώντας τη. Πώς γινόταν να μπορεί να φτάνει σε κάθε πτυχή της ζωής του; Πριν μπορέσει να σχηματίσει μια κατανοητή απάντηση, η πόρτα άνοιξε. Δόξα τω Θεώ! Ο Λουκ καθόταν έτσι ώστε να βλέπει την πόρτα, έχοντας μια σαφή εικόνα του προσώπου της, των χαρακτηριστικών της και της έκφρασής της, καθώς έβλεπε τους γύρω της. Και οι τέσσερις κύριοι σηκώθηκαν. «Κύριοι», είπε η Φράνι γλυκά. «Η λαίδη Κάθριν μου έδωσε την άδεια να πάρω μια μικρή ανάπαυλα από τα μαθήματά μου και σκέφτηκα να περάσουμε και να πούμε ένα γεια». Αυτό ήταν; Αυτό ήταν το καλύτερο που είχε καταφέρει να βρει; Το εναλλακτικό τέχνασμα; Η Κάθριν χαμογέλασε γλυκά. «Δρ Γκρέιβς, δεν ήξερα ότι ήσαστε εδώ. Είναι υπέροχο που σας ξαναβλέπω». Έτεινε το χέρι της και εκείνος το πήρε απαλά, δίνοντάς του ένα φιλί. Ο Λουκ δεν κατάλαβε την αντίδρασή του. Το σώμα του σφίχτηκε και θέλησε να ρίξει με δύναμη τη γροθιά του στο πρόσωπο του Μπιλ, ήθελε να τραβήξει την Κάθριν μακριά από τον άντρα που τώρα γύριζε το τυλιγμένο χέρι και κοίταζε την καλυμμένη παλάμη της. «Πώς πάει;» ρώτησε. «Πονάει λίγο και ταλαιπωρούμαι πολύ στο γράψιμο, αλλά εκτός από αυτό, δεν παραπονιέμαι». Έστρεψε την προσοχή της στον Τζακ, ο οποίος στεκόταν αριστερά του Λουκ.


«Κύριε Ντότζερ». «Λαίδη Κάθριν». «Χωρίς να θέλω να γίνω αγενής, νόμιζα ότι τα τυχερά παιχνίδια είναι παράνομα». Της χαμογέλασε διαβολικά. «Όχι σε ιδιωτικές λέσχες. Και αυτή, λαίδη μου, είναι μια πολύ ιδιωτική λέσχη. Κλειστή, στην πραγματικότητα». «Κερδίζετε;» «Πάντα κερδίζω». «Νόμιζα ότι η τιμή θα έπεφτε στον Κλέιμπουρν». Η καρδιά του Λουκ άρχισε να τρέμει. «Γιατί νομίζατε κάτι τέτοιο;» «Ίσως έχω απλώς πίστη στην ικανότητά σας να πετυχαίνετε». Τον κορόιδευε; Θα ήταν χειρότερα αν δεν το έκανε; Αν πραγματικά πίστευε σε αυτόν; Υπήρχε κάποιος άλλος από την αριστοκρατία –εκτός από τον γεροάρχοντα– που θεωρούσε ότι ο Λουκ άξιζε να του έχει κάποιος εμπιστοσύνη; Καθάρισε τον λαιμό του, την κοίταξε πιο προσεκτικά. «Δεν νομίζω να έχετε συναντηθεί με τον κύριο Σουίντλερ». Ο Τζιμ στεκόταν δεξιά του Λουκ, έξω από το οπτικό του πεδίο, αλλά ήξερε καλά ότι δεν θα είχε απομακρυνθεί. «Είναι χαρά μου που σας συναντώ, κύριε». Δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να χαρίσει ένα φιλόξενο χαμόγελο. «Η ευχαρίστηση είναι δική μου, λαίδη μου». Τα φρύδια της σφίχτηκαν. Να! σκέφτηκε ο Λουκ βλέποντάς τη. Τον αναγνώρισε! «Τολμώ να πω όμως ότι είναι μάλλον ατυχές το όνομα που διαλέξατε, απατεώνας, έτσι δεν είναι;» Ή ίσως όχι. Ο Τζιμ χαμογέλασε. «Όταν ήμουν νέος και έψαχνα ένα όνομα, φάνηκε σωστό. Καθώς μεγάλωνα, κατάλαβα την ανοησία της νιότης μου». «Είστε άλλο ένα από τα παιδιά του Φίγκαν». Έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. «Ναι». «Δεν θα σταθώ στην επιλογή σας για το όνομά σας. Περιμένω, αν είμαστε ειλικρινείς, να ανακαλύψουμε ότι όλοι έχουμε γίνει απατεώνες κάποια στιγμή». «Είστε πολύ ευγενική». Τι στα κομμάτια έκανε; Τους γοήτευε. Τους γοήτευε όλους. Σαν να ήταν ίσοι, σαν να είχαν κάτι κοινό. Και οι τρεις σύντροφοί του την κοιτούσαν σαν ανόητοι. Το βλέμμα της έτρεξε γύρω από το τραπέζι. «Τι έχουμε εδώ; Τι παιχνίδι


παίζετε;» «Πόκερ», είπε ο Λουκ. «Ω;» Τον κοίταξε με ενδιαφέρον, ένα χαμόγελο πάνω σε αυτά τα κόκκινα χείλη –τα χείλη των οποίων ήξερε την αίσθηση και τη γεύση– και σήκωσε το φρύδι. «Πώς παίζεται; Εκείνος με το καλύτερο χαρτί υπερηφανεύεται για αυτό;» Ξεφύσησε, μουρμούρισε και σχεδόν έχασε την υπομονή του. «Ένας ποντάρει για το αποτέλεσμα. Ο άντρας με το καλύτερο σύνολο χαρτιών κερδίζει – ή μπλοφάρει στους άλλους για να πιστέψουν ότι έχει το καλύτερο χαρτί». «Και τι γίνεται αν μια κυρία έχει το καλύτερο χαρτί;» Την αλεπού! Με τον τρόπο που είχε στήσει το πιγούνι της, την πρόκληση στα μάτια της, τον προκαλούσε να την αφήσει να παίξει. «Τότε η κυρία θα κερδίσει. Αλλά ποτέ δεν το είδα αυτό. Η Φράνι προσπάθησε πολλές φορές, αλλά ποτέ δεν συναντήθηκε με την επιτυχία». «Οπότε είναι παιχνίδι του ενός νικητή;» «Ακριβώς». Του χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο. «Μπορώ να δοκιμάσω;» «Έχετε ιδέα πώς να παίξετε;» «Έχω μια υποψία. Εξάλλου, έχω έναν αδελφό και είναι ένας αρκετά γνωστός παίκτης». «Επομένως, έχετε παίξει παλαιότερα». «Έχω παρακολουθήσει». Του χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Αστειευόμουν νωρίτερα. Ξέρω τι είναι το πόκερ. Επομένως, μπορώ να παίξω;» «Φυσικά. Τζακ, δώσε τη θέση σου». «Δεν μένω έξω από αυτό», είπε ο Τζακ χαμογελώντας. Πρόσφερε την καρέκλα του στην Κάθριν, προτού εξασφαλίσει μια άλλη για τον εαυτό του και την έφερε στο τραπέζι. «Θα ήθελες να παίξεις, Φράνι;» ρώτησε ο Λουκ. «Όχι, όπως υπογράμμισες τόσο ευγενικά, δεν έχω καμία δεξιότητα όταν πρόκειται για χαρτιά». Γαμώτο! Την είχε πληγώσει; «Δεν ήθελα να σε προσβάλω», είπε. «Δεν υπήρξε καμία προσβολή. Εγώ, εντούτοις, θα ποντάρω στη λαίδη Κάθριν διακόσιες λίρες». Ο Λουκ μισόκλεισε τα μάτια του. Κάτι συνέβαινε. «Τι μελετούσατε απόψε;» «Πώς να καθορίσουμε το μενού για ένα δείπνο. Μάλλον βαρετό στην πραγματικότητα». Η Φράνι τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε ανάμεσα στον Τζακ και στην Κάθριν, λίγο πίσω από την Κάθριν. «Αλλά θα παρακολουθήσω με


χαρά. Ίσως μάλιστα μάθω κάτι». «Θα μάθεις πώς να χάνεις διακόσιες λίρες σε χρόνο μηδέν», είπε ο Τζιμ. Η Φράνι δεν έκανε κάτι άλλο από το να του χαρίσει ένα χαιρέκακο χαμόγελο. Ο Λουκ συγκέντρωσε τα χαρτιά και άρχισε να ανακατεύει. «Θα γίνω “μάνα”. Το ελάχιστο στοίχημα είναι πέντε λίρες, το μέγιστο είναι είκοσι πέντε». Παρακολουθούσε καθώς ο Τζακ έσπρωχνε τις μάρκες στην Κάθριν. «Κάθε μία αξίζει πέντε. Και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι το ποντάρισμα». Έριξε μια μάρκα στο κέντρο του τραπεζιού. Ακολούθησε η Κάθριν. Όλοι οι άλλοι ανταποκρίθηκαν στο ποντάρισμά του. «Το παιχνίδι είναι με πέντε χαρτιά», είπε ο Λουκ. «Οι κανόνες είναι οι εξής: Ποτέ μη δείχνετε τα χαρτιά σας σε κανέναν – ούτε καν στη Φράνι. Ποτέ μη λέτε τίποτα για το τι κρατάτε. Και ποτέ μην πάτε πάσο». «Ω δεν θα πάω καθόλου. Δεν θα έχω καμία πιθανότητα να κερδίσω εάν πάω πάσο». Έσκυψε προς το τραπέζι, κοίταξε γύρω και ψιθύρισε: «Ο αδελφός μου πάντα πήγαινε πάσο τόσο εύκολα. Οι άλλοι κύριοι έπαιρναν τα λεφτά του. Δεν νομίζω ότι καταλάβαινε τη στρατηγική». Ο Λουκ αναγνώρισε το βλέμμα του Τζακ και ήξερε ότι σκεφτόταν το ίδιο πράγμα: θα ήταν σαν να κλέβει τις τσέπες ενός γέρου. Πολύ, πολύ εύκολο. Πήρε τα χαρτιά της και τα μελέτησε. Τα φρύδια της συνοφρυώθηκαν. Αναστέναξε. Στη συνέχεια τα έβαλε στην αγκαλιά της. «Πρέπει να τα κρατάτε στο τραπέζι», είπε ο Λουκ. Γελώντας, έβαλε τα χαρτιά στο τραπέζι. «Ω νομίζετε ότι κλέβω;» «Όχι, αλλά είναι οι κανόνες». Κούνησε το κεφάλι της. «Πολύ καλά. Ποντάρω πρώτη;» Ο Λουκ ένευσε. Δαγκώνοντας το χείλι της, κοίταξε κάθε σετ χαρτιών – παρόλο που δεν μπορούσε να δει τι ήταν. «Θα ποντάρω πέντε». Έριξε τη μάρκα στο κέντρο. «Δέκα», είπε ο Τζακ. «Ω Τζακ», φώναξε η Φράνι, χτυπώντας το χέρι του. «Μην της πάρετε όλα τα χρήματά της από τον πρώτο γύρο». «Έλα, Φράνι, είναι πάντα πιο διασκεδαστικό όταν υπάρχει περισσότερος κίνδυνος». «Πιθανότατα θα το μετανιώσω», είπε ο Μπιλ, «αλλά πάω πάσο». «Θα συμφωνήσω στο ποντάρισμα», είπε ο Τζιμ και πέταξε μάρκες των δέκα. «Δεν πρέπει να είναι δεκαπέντε;» ρώτησε η Κάθριν. «Όχι, συμφωνεί μόνο με το τελευταίο στοίχημα που έγινε». Ο Λουκ συμφώνησε με τα δέκα. «Τώρα συμφωνείτε με τα δέκα».


«Ή μπορώ να ποντάρω περισσότερο;» «Μπορείτε, αλλά…» «Θα ποντάρω είκοσι». «Είκοσι πέντε», είπε ο Τζακ. Η Κάθριν τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Πρέπει να έχετε καλό χαρτί». Ο Τζακ χαμογέλασε. Ο Λουκ το ήξερε αυτό το χαμόγελο. Ο τύπος δεν είχε τίποτα. Ο Τζιμ κούνησε το κεφάλι του, πέταξε τα χαρτιά του. «Πάσο». Ο Λουκ πόνταρε τις είκοσι πέντε μάρκες. Η Κάθριν πόνταρε τις δικές της. Ο Τζακ περιεργάστηκε τον Λουκ. Περιεργάστηκε την Κάθριν. «Πάω πάσο». Η Κάθριν φάνηκε τόσο απίστευτα ευχαριστημένη. Ο Λουκ συμφώνησε στο ποντάρισμα. Η Κάθριν έβαλε μάρκες αξίας πενήντα λιρών στο κέντρο. «Τα βλέπω». Ο Λουκ αναστέναξε βαθιά. «Κάθριν, το μέγιστο είναι είκοσι πέντε και ο μόνος τρόπος να κερδίσεις σε αυτό το παιχνίδι είναι να μην αφήσεις τους άλλους να ξέρουν τι σκέφτεσαι». «Και ξέρετε τι σκέφτομαι;» «Ναι». «Τότε θα χάσω». «Πράγματι». «Δεν έπρεπε να κάνω το ποντάρισμα». «Δεν έπρεπε να είχατε κάνει κανένα από αυτά. Τουλάχιστον πάρτε το τελευταίο πίσω και πηγαίνετε πάσο». «Αλλά όταν έχει γίνει ένα ποντάρισμα, δεν μπορεί να αποσυρθεί». «Θα κάνουμε μια εξαίρεση». «Δεν επιθυμώ να υπάρξει εξαίρεση. Εκ πεποιθήσεως πιστεύω ότι ένα άτομο μαθαίνει περισσότερο από τα λάθη του παρά από τις επιτυχίες του και είμαι πρόθυμη να θέσω αυτή την πίστη σε δοκιμασία». Αναστέναξε ξανά και κούνησε το χέρι του πάνω από τις μάρκες. «Κύριοι. Θα επιτρέψω στην κυρία να μάθει από το λάθος της». Αποκάλυψε τρεις ρηγάδες. Η Κάθριν άνοιξε τα χαρτιά της. Ο Λουκ κοίταξε τα τρία τριάρια. Δεν υπήρχε καλύτερο χαρτί στο πόκερ. «Αν θυμάμαι την κλίμακα των καλύτερων χαρτιών, ενώ φαίνεται ότι οι τρεις ρηγάδες είναι καλύτεροι, στην πραγματικότητα το δικό μου χαρτί είναι και έτσι φαίνεται ότι όλα αυτά τα υπέροχα χρήματα πάνε σε εμένα». «Αλλά…»


«Θα τολμούσα να μαντέψω, άρχοντά μου, ότι δεν ξέρατε τι σκεφτόμουν». Σηκώθηκε. «Πιστεύω ότι έγινα κατανοητή. Είναι μάλλον αργά και πρέπει να φύγουμε σύντομα». Η Φράνι τη βοήθησε να μαζέψει όλες τις μάρκες της. Η Κάθριν έφυγε σαν να είχε στεφθεί βασίλισσα. Ο Λουκ δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Έσκασε στα γέλια. «Να με πάρει, μου αρέσει πολύ». Η έκρηξή του συναντήθηκε με σιωπή και ξαφνικά κατάλαβε πολύ καλά τι είχε πει. Αφού σηκώθηκε, ο Λουκ κοίταξε σκληρά τον Τζιμ. «Δεν φάνηκε να σε γνωρίζει». «Σου το είπα». «Μάθε ποιος την ακολουθεί και γιατί». Χαμογελούσε όταν βγήκε να την πάρει. Πραγματικά χαμογελούσε. Όχι με ένα από τα σαρδόνια χαμόγελά του. Όχι με ένα από τα κοροϊδευτικά του. Όχι χλευαστικά ούτε με θρασύ μειδίαμα. Η Κάθριν δεν περίμενε αυτή την αντίδραση. Δεν πίστευε καν ότι θα ήταν σε θέση να το κάνει. Περίμενε ότι θα ήταν ενοχλημένος που του είχε πάρει τα χρήματα, περίμενε να τον βρει σε κακή διάθεση. Αλλά τα μάτια του ήταν ελαφρύτερα από ποτέ, σαν να υπήρχε ξαφνικά μια φωτεινότητα μέσα του. Την οδήγησε μέσω του γνωστού σκοτεινού διαδρόμου στην πίσω πόρτα, όπου η άμαξά του περίμενε από την άλλη πλευρά. Για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησαν τη νυχτερινή τελετουργία τους, κράτησε αναμμένο τον εσωτερικό φανό της άμαξας. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες, αποτρέποντας τον καθένα να κοιτάξει μέσα. Κάθισε πίσω στη γωνία και ενώ ήξερε ότι έπρεπε να νιώσει άβολα από το κοίταγμά του, δεν ένιωσε. Αντίθετα, μάλλον της άρεσε. Και αισθανόταν μια μικρή χαρά που τον είχε εξαπατήσει. Γνώρισε το βαθύ χαχάνισμά του πριν χαμογελάσει πλατιά και αναρωτήθηκε αν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις της. «Δεν σε νοιάζει τι σκέφτεται ο κόσμος», είπε. Δεν μπορούσε να πει από τον τρόπο που τόνισε τις λέξεις αν έκανε ερώτηση ή παρατήρηση. Ωστόσο, αισθάνθηκε υποχρεωμένη να απαντήσει. «Φυσικά με νοιάζει. Σε κάποιον βαθμό όλους μας νοιάζει, αλλά δεν μπορεί να μας νοιάζει σε σημείο να ζούμε με τον φόβο των απόψεων των άλλων, να τους επιτρέπουμε να αλλάξουν αυτό που είμαστε. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να πατήσουμε πόδι και να υπερασπιστούμε αυτό που αποτελεί τον πυρήνα της ύπαρξής μας. Διαφορετικά, ποιος είναι ο σκοπός της ατομικότητας; Δεν θα


είχαμε τίποτε άλλο παρά απομιμήσεις ο ένας του άλλου και τολμώ να πω ότι όλοι θα ήμαστε αρκετά βαρετοί». «Δεν νομίζω ότι οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να σε κατηγορήσει ότι είσαι βαρετή. Στην πραγματικότητα, είσαι το λιγότερο βαρετό άτομο που γνωρίζω». Η παραδοχή του την έκανε να αισθανθεί άβολα, γιατί την ευχαρίστησε πάρα πολύ. Δεν θα έπρεπε η αγαπημένη του να είναι το λιγότερο βαρετό πρόσωπο που γνώριζε; Κοίταξε τα γαντοφορεμένα χέρια της που ήταν τοποθετημένα στην αγκαλιά της. Κουνήθηκε μέχρι να βρεθεί ακριβώς μπροστά της. Πήρε τα χέρια της στα δικά του. Τα δικά του ήταν τόσο μεγάλα. Με τους αντίχειρές του άρχισε να χαϊδεύει τις αρθρώσεις τους. «Η πληγή σε πονάει;» ρώτησε. Σήκωσε το βλέμμα της προς το πρόσωπό του. «Όχι». Ήθελε να γείρει πάνω του, ήθελε να πιέσει τα χείλη της στα δικά του. Ήταν λάθος της να τον θέλει τόσο πολύ όταν η καρδιά του ανήκε σε άλλη. «Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλή ιδέα να έχουμε μαζί μας τον δρ Γκρέιβς στο δείπνο αύριο το βράδυ», είπε. Αυτός άνοιξε τα μάτια του. «Γιατί;» «Θα φαινόταν περισσότερο σαν ένα πραγματικό κοινωνικό δείπνο, παρά απλώς εσύ και η Φράνι να δειπνείτε μαζί μου». Άφησε το χέρι της, ξάπλωσε πίσω και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του. «Σου αρέσει;» Ήταν έκπληκτη από τον τόνο του. Είχε πάρει μια εχθρική χροιά, σαν να – αλίμονο– ζήλευε. «Μου αρέσει. Από όλους τους φίλους σας, φαίνεται ο πιο εκλεπτυσμένος». «Δεν σου αρέσει ο Τζακ;» «Όχι ιδιαίτερα». «Γιατί;» «Δεν είμαι σίγουρη. Εγώ δεν…» κούνησε το κεφάλι της. «Δεν τον εμπιστεύομαι αρκετά». «Και ο Τζιμ;» «Ο Τζιμ;» «Σουίντλερ». «Αχ, ναι, εκείνος με το ατυχές όνομα. Δεν μου έκανε καμία εντύπωση. Μάλλον φαινόταν να χάνεται στο πλήθος». «Είναι καλός σε αυτό».


«Τι δουλειά κάνει;» «Είναι επιθεωρητής στη Σκότλαντ Γιαρντ». «Επομένως, όλοι είναι αξιόπιστοι εκτός από τον κύριο Ντότζερ». «Ο Τζακ δεν αναγκάζει τους ανθρώπους να αμαρτάνουν». «Αλλά το κάνει πολύ εύκολο για αυτούς». «Κράτησε τα κηρύγματά σου, Κάθριν, για κάποιον που νοιάζεται να τα ακούσει». «Δεν επρόκειτο να κάνω κήρυγμα για τα άσχημα του ποτού, του τζόγου και της πορνείας…» «Ελπίζω πως όχι. Αυτό θα ήταν κάπως υποκριτικό από μέρους σου αφού έπαιξες απόψε. Και έχεις μεθύσει με ουίσκι… γεγονός που αφήνει μόνο μία αμαρτία. Έχεις επιδοθεί σε αυτό;» «Αυτό, άρχοντά μου, δεν είναι δική σου δουλειά». Χαμογέλασε και φάνηκε πολύ ευχαριστημένος με την απάντησή της. «Δεν θα έπρεπε να είμαστε ήδη σπίτι;» ρώτησε. «Έβαλα τον οδηγό μου να κάνει μια κυκλική διαδρομή. Θα πηγαίνουμε από διαφορετικούς δρόμους κάθε βράδυ. Μειώνει την πιθανότητα να πέσουμε σε ενέδρα – εάν η προηγούμενη επίθεση είχε προσχεδιαστεί. Θα μπορούσε να είναι τυχαία. Μερικά παλικάρια ψάχνουν για εύκολα και γρήγορα λεφτά». Ήλπιζε ότι αυτό ήταν όλο και ότι δεν θα συνέβαινε ξανά. «Όσον αφορά το αυριανό δείπνο. Θα ρωτήσεις τον δρ Γκρέιβς;» «Αν το επιθυμείς». «Το θέλω. Και η Φράνι σου έδωσε το μενού. Μπορώ να έρθω…» «Θα στείλω την άμαξά μου. Τι ώρα θέλεις να σερβιριστεί το δείπνο;» «Θα ήθελα κατά τις οκτώ, αλλά εκείνη την ώρα μπορεί να είναι πιο δύσκολο να μη σε δουν. Πιστεύω πραγματικά ότι θα ήταν καλύτερο να φτάσω μόνη μου». «Και τι γίνεται με τον άντρα που σε ακολουθεί;» Η ορμή στη φωνή του την εξέπληξε. Προφανώς το ίδιο συνέβη και σε εκείνον, γιατί κοίταξε προς το παράθυρο, σαν να μπορούσε να δει μέσα από την κουρτίνα. Κοιτούσε καθώς αγωνιζόταν να ανακτήσει τον έλεγχο των συναισθημάτων του. Ήταν θυμωμένος, συνειδητοποίησε, όχι με εκείνη, αλλά για εκείνη. Ήθελε να την προστατεύσει, αλλά αυτό δεν ήταν μέρος της συμφωνίας τους. «Θα είμαι προσεκτική», τον διαβεβαίωσε. «Του ξέφυγα και πριν. Θα το κάνω και πάλι». Έστρεψε το βλέμμα του πάνω της. «Με ανησυχείς, Κάθριν. Φαίνεται να νομίζεις ότι είσαι αήττητη».


«Γνωρίζω καλά ότι δεν είμαι. Αλλά δεν θα ξοδέψω τη ζωή μου δειλιάζοντας. Αυτό δεν θα ήταν καθόλου ζωή». Την περιεργαζόταν και πάλι, σαν να είχε αποκαλύψει κάτι μνημειώδες. Η άμαξα σταμάτησε. Έσβησε τη φλόγα στο φανάρι. Η πόρτα άνοιξε και πέρασαν στη συνηθισμένη τελετουργία τους. Του είπε «καληνύχτα» στην πύλη. Μόνο αυτή τη φορά, καθώς έκλεισε την πύλη πίσω της, της φάνηκε πιο δύσκολο να τον αφήσει.


Κεφάλαιο 13 «Τι στο καλό συνέβη στο χέρι σου;» ρώτησε η Γουίνι. «Τι στο καλό συνέβη με το πιγούνι σου;» απάντησε η Κάθριν. Ήταν στη βιβλιοθήκη της έπαυλης της Γουίνι, όπου σχεδίαζαν να γράψουν τις προσκλήσεις για τον χορό τους. Αλλά η Κάθριν εξακολουθούσε να κρατάει δύσκολα την πένα και δεν είχε πλέον διάθεση να συζητήσει τα σχέδια για τον χορό ούτως ή άλλως. Η Γουίνι έτριψε το πιγούνι της. «Έπεσα σε μια πόρτα». «Ω Γουίνι, πόσο ανόητη νομίζεις ότι είμαι; Πού αλλού χτύπησες;» Η Γουίνι έκλεισε τα μάτια της. «Πουθενά αλλού. Με χαστούκισε γιατί δεν ήθελα να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου». «Σε χαστούκισε; Πιθανότατα σε γρονθοκόπησε. Αυτή είναι η καλύτερη ιδέα που είχε για να σε προσελκύσει στο κρεβάτι του;» «Σε παρακαλώ, μην πεις τίποτα περισσότερο. Θα έχει φύγει μέχρι τον χορό. Και αν δεν φύγει, είσαι η μόνη που δεν θα πιστέψει ότι έπεσα σε μια πόρτα. Όλοι οι άλλοι νομίζουν ότι είμαι αδέξια». Επειδή τόσο συχνά αιτιολογούσε όλους τους ορατούς μώλωπες με μικρά ατυχήματα που δεν είχαν συμβεί. «Απεχθάνομαι τον Άβενταλ», μουρμούρισε η Κάθριν. «Το ίδιο έχεις ξαναπεί περισσότερες από μία φορές, αλλά είναι ο σύζυγός μου και πρέπει να τον τιμήσω. Πες μου για το χέρι σου». «Κόπηκα με ένα γυαλί. Ήταν ατύχημα». «Φαίνεται ότι θα πρέπει να γράψω εγώ όλες τις προσκλήσεις». «Λυπάμαι, αλλά ναι, νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις». «Δεν με πειράζει. Είναι μια αγγαρεία που μου αρέσει. Θα τολμούσα να πω, χωρίς να γίνω κοινότοπη, ότι ίσως προσπαθήσω να βρω απασχόληση στο να προσκαλώ ανθρώπους». «Πάντα είχες τόσο όμορφο γραφικό χαρακτήρα». Η Γουίνι κοκκίνισε. «Ευχαριστώ. Μου αρέσει αυτό». «Θα ήθελα να πάρω μία πρόσκληση και έναν άγραφο φάκελο για το βιβλίο αναμνήσεών μου». Η Κάθριν ενοχλήθηκε από το πόσο εύκολα είπε ψέματα στην καλύτερη φίλη της – για το τυλιγμένο χέρι της και για την επιθυμία της για την πρόσκληση. Η


τελευταία δεν θα έβρισκε τον δρόμο της για το βιβλίο αναμνήσεων. Με λίγη τύχη θα βρισκόταν στο χέρι του Κλέιμπουρν. Ήταν τρέλα. Ο χρόνος που πέρασε με την εμμονή για την Κάθριν. Ακόμα και γνωρίζοντας ότι ο Τζιμ θα την παρακολουθούσε πιο στενά, ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να ανακαλύψει ποιος την ακολουθούσε, ο Λουκ βγήκε στον κήπο του, περιμένοντας την άφιξή της με το σώμα του σφιγμένο, τα νεύρα του τεντωμένα. Ο Μπιλ επρόκειτο να πάρει τη Φράνι με την άμαξά του. Θα ταξίδευαν μέσα από μερικά άγρια μέρη του Λονδίνου – και όμως, ο Λουκ δεν ανησύχησε καθόλου. Αλλά η Κάθριν, που θα ταξίδευε από ένα ιδιωτικό μέρος του Λονδίνου σε ένα άλλο, τον ανησύχησε. Είπε στον εαυτό του ότι ήταν επειδή η Φράνι γεννήθηκε στους δρόμους και μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό της, ενώ η Κάθριν θα έπεφτε στον κακό χωρίς να το σκεφτεί. Θα έπρεπε να τη διδάξει πώς να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Θα έπρεπε να της αγοράσει ένα μπαστούνι-σπαθί. Ή ίσως ένα πιστόλι. Θα έπρεπε να τη δελεάσει να του πει ό,τι έπρεπε να γνωρίζει. Θα έπρεπε να τη ρωτήσει γιατί ήθελε κάποιον νεκρό, ποιον ήθελε νεκρό. Αυτό το παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού έβαζε τους πάντες σε κίνδυνο. Άκουσε το μάνταλο στην πύλη να ανοίγει και ήταν εκείνος που την κράτησε ανοιχτή, άρπαξε το χέρι της και την τράβηξε μέσα. «Ω», αναφώνησε. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα. Εγώ… Είχες κάποιο πρόβλημα;» Ακόμα και στις σκιές, χωρίς άλλο φως εκτός από τη λάμψη των φανών του κήπου, θα μπορούσε να δει το χαρούμενο χαμόγελό της. «Ανησύχησες». «Φυσικά, είχα κάποιες ανησυχίες. Ίσως αν ήσουν πιο ανοιχτή για τον λόγο για τον οποίο θέλεις να σκοτώσω κάποιον…» «Είσαι έτοιμος να το κάνεις;» Να το κάνει; Και πώς θα τον κοιτούσε τότε; Η Φράνι δεν θα ήξερε ποτέ, αλλά η Κάθριν, η Κάθριν θα γνώριζε το χειρότερο για το οποίο θα ήταν ικανός: να πάρει μια ζωή για να κερδίσει μια σύζυγο. Τι τον είχε πιάσει και συμφώνησε σε αυτό το παζάρι; Η ειρωνεία ήταν ότι έπρεπε να τηρήσει τον λόγο του. Αλλά ήθελε να κρατήσει αυτό που έμενε από την ψυχή του για λίγο ακόμα. «Δεν είμαι πεπεισμένος ότι η Φράνι έμαθε κάτι». «Τότε θα είναι πολύ ενδιαφέρον απόψε, έτσι δεν είναι;» Ξεκίνησε να περπατά


προς το σπίτι. «Έφτασαν οι καλεσμένοι σου;» «Δεν γνωρίζω. Ήμουν εδώ έξω». «Τι είδους οικοδεσπότης είσαι;» «Είναι φίλοι. Δεν χρειάζεται να τους καλωσορίσω στο σπίτι μου. Ξέρουν ότι είναι ευπρόσδεκτοι». «Απόψε είναι θέμα παρουσίασης». Όταν περπάτησε μέσα στο σπίτι και έβγαλε την κάπα της για να την παραδώσει στον μπάτλερ, ο Λουκ δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι παρουσίαζε τον εαυτό της πολύ ωραία. Φορούσε ένα μπλε σκούρο φόρεμα, με τους ώμους της ακάλυπτους, αφήνοντας μια υπόνοια του πρησμένου στήθους της. «Ο δρ Γκρέιβς και η κυρία Ντάρλινγκ μόλις έφτασαν, άρχοντά μου. Τους οδήγησα στο σαλόνι». Ο Λουκ συνόδευσε την Κάθριν στο σαλόνι. Είχε δώσει εντολή στον Φιντσάιμονς να αποφύγουν να χρησιμοποιήσουν τη βιβλιοθήκη απόψε. Ο Λουκ θα βρισκόταν αντιμέτωπος με πάρα πολλές αναμνήσεις από την Κάθριν σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή του πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα όταν θα έβαζε για πρώτη φορά τη Φράνι στο υπνοδωμάτιό του. Ότι θα σκεφτόταν ότι ξυπνώντας θα έβρισκε την Κάθριν στο κρεβάτι του. Όχι, αυτό δεν θα συνέβαινε. «Α εδώ είστε», είπε ο Μπιλ. Ο Λουκ παρατήρησε ότι η Κάθριν φάνηκε να φωτίζεται βλέποντάς τον. Ακριβώς όπως η προσοχή του Μπιλ προς εκείνη είχε ερεθίσει τον Λουκ το προηγούμενο βράδυ, έτσι τώρα και η δική της προς τον γιατρό τον ενόχλησε. «Μα είστε υπέροχη απόψε!» είπε ο Μπιλ παίρνοντας το χέρι της και φιλώντας το. «Είπες και στη Φράνι ότι είναι υπέροχη;» ρώτησε ο Λουκ. Ο Μπιλ φάνηκε τρομαγμένος – αναμφισβήτητα ως αντίδραση στον τόνο του Λουκ, αλλά επανήλθε αρκετά γρήγορα. «Ναι, στην πραγματικότητα, το έκανα. Ενοχλείσαι που βρίσκω τις κυρίες της ζωής σου όμορφες;» «Όχι, καθόλου. Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι η Φράνι δεν θα αισθανόταν παραμελημένη». Όταν το είπε, συνειδητοποίησε ότι ο μόνος που την είχε παραμελήσει ήταν εκείνος. Γύρισε προς το μέρος της. «Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που ήσουν εδώ». «Ναι, αλλά όλα φαίνονται τα ίδια». Φορούσε ένα σκούρο μπλε φόρεμα, με τα κουμπιά κουμπωμένα μέχρι τον λαιμό της. Έμοιαζε με ένδυμα με το οποίο θα δούλευε, όχι κατάλληλο για ένα δείπνο.


«Φοβάμαι ως οικοδέσποινα ότι δεν ξέρω τι να κάνω», είπε. «Πώς δεν ξέρεις τι να κάνεις; Έχουν περάσει εβδομάδες», είπε ο Λουκ. «Όχι ακριβώς», απάντησε η Φράνι. «Το πολύ δύο». Ο Λουκ γύρισε το κεφάλι για να δει την Κάθριν, η οποία πισωπάτησε, σαν να προσπαθούσε να αποφύγει ένα χτύπημα. Θα μπορούσε να φανταστεί την απογοήτευση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. «Τι κάνετε κάθε βράδυ; Είπες ότι μαθαίνει». «Φυσικά, αλλά είπα επίσης ότι μια χαρτοπαικτική λέσχη δεν ήταν το καλύτερο περιβάλλον για να μάθει όλα όσα χρειάζεται». «Έχω μια ιδέα», είπε η Φράνι. «Γιατί δεν προσποιούμαστε, μόνο για απόψε, ότι η λαίδη Κάθριν και ο Λουκ είναι παντρεμένοι; Ο Μπιλ και εγώ θα είμαστε οι καλεσμένοι και στη συνέχεια μπορείς να μου δείξεις τι να κάνω. Μαθαίνω πολύ καλύτερα από το παράδειγμα». «Θέλω να δω τι γνωρίζεις εσύ», είπε ο Λουκ. «Σ’ το είπα. Έχω ακόμα να μάθω πολλά γύρω από το πώς να διοργανώσω ένα δείπνο σωστά». «Αλλά, Φράνι, συζητήσαμε…» άρχισε η Κάθριν. «Ξέρω, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τα πάντα. Σε παρακαλώ απλώς να μου δείξεις». «Σας παρακαλώ να κάνετε κάτι για να διευθετηθεί αυτό το θέμα», είπε ο Μπιλ, «επειδή πεθαίνω της πείνας». «Πολύ καλά», είπε η Κάθριν, σηκώνοντας τα χέρια της σαν να παραδινόταν. «Δεν θα προσποιηθούμε ότι είμαστε παντρεμένοι, αλλά θα κάνω εγώ την οικοδέσποινα. Πρώτον, πρέπει να ελέγξουμε τις προετοιμασίες για το δείπνο». «Ωραία. Να πάμε στην κουζίνα;» Η Φράνι πήρε το χέρι της Κάθριν. Βγήκαν από το δωμάτιο και ο Λουκ πήγε στο τραπέζι, όπου σέρβιρε για τον εαυτό του μια γενναιόδωρη ποσότητα ουίσκι και το κατάπιε μονορούφι προτού γεμίσει άλλο ένα για τον εαυτό του και ένα για τον Μπιλ. «Φαίνεσαι έξω από τα νερά σου», είπε ο Μπιλ και στάθηκε δίπλα του. «Υποτίθεται ότι ενεργώ σαν ένας καταραμένος κόμης απόψε. Δεν σου περνάει από το μυαλό ότι θα κρίνει τη συμπεριφορά μου τόσο στενά όσο και αυτή της Φράνι;» «Τι σε νοιάζει η γνώμη της;» Ο Λουκ ήπιε και άλλο ουίσκι. «Θέλεις να την εντυπωσιάσεις;» ρώτησε ο Μπιλ. «Όχι, φυσικά όχι».


«Απλώς να είσαι ο εαυτός σου. Ο γερο-άρχοντας σ’ το δίδαξε αυτό». Ο Λουκ φοβήθηκε, όταν έφτασε ακριβώς σε αυτό, ότι επρόκειτο να απογοητεύσει τον γερο-άρχοντα. «Μερικές φορές νομίζω ότι θα ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένος αν επέστρεφα στον κόσμο της Φράνι από το να τη φέρω στον δικό μου. Τι γίνεται αν μας κάνω και τους δύο δυστυχισμένους;» «Την αγαπάς όσο καιρό σε γνωρίζω. Όλα όσα έχεις κάνει μέχρι τώρα ήταν για να εξασφαλίσεις την ευτυχία της. Δεν μπορώ να πιστέψω πως θα την κάνεις δυστυχισμένη». Ο Λουκ ευχήθηκε να ήταν τόσο σίγουρος. «Έχεις άγχος για απόψε;» ρώτησε η Κάθριν καθώς αυτή και η Φράνι περπατούσαν στον διάδρομο προς την κουζίνα. Εξακολουθούσε να προσπαθεί να καταλάβει την περίεργη αντίδραση και την πρόταση της Φράνι. «Λίγο υποθέτω. Μου θυμίζει όταν ζούσαμε με τον Φίγκαν και έπρεπε να μάθουμε να βγάζουμε από μια τσέπη ένα πορτοφόλι ή νομίσματα χωρίς να μας πάρουν είδηση. Δεν νομίζω ότι θα χτυπήσει κάποιο καμπανάκι για τα λάθη μου». «Δεν καταλαβαίνω», είπε η Κάθριν. «Ένα καμπανάκι…» Χαμογελώντας, η Φράνι σταμάτησε. «Ο Φίγκαν συνήθιζε να κρεμάει πανωφόρια και καμπάνες σε ένα σχοινί. Θα έπρεπε να φτάσουμε προσεκτικά στην τσέπη ενός πανωφοριού, χωρίς να κάνουμε ούτε ένα καμπανάκι να χτυπήσει. Αν χτυπούσε, ένιωθες το χτύπημα του μπαστουνιού του Φίγκαν στις αρθρώσεις σου». Κοκκίνισε. «Λοιπόν, δεν το ένιωσα ποτέ. Ο Λουκ έβαζε πάντα το χέρι του πάνω στο δικό μου, έτσι δεχόταν εκείνος το χτύπημα. Περιέργως, με έκανε να προσπαθώ πιο σκληρά για να μάθω τη δοκιμασία, γιατί μισούσα να τον βλέπω να πονάει». «Φαίνεται ότι εσείς οι δύο ήσαστε πάντα κοντά». Η Φράνι κούνησε το κεφάλι. «Την πρώτη νύχτα που ο Τζακ τον έφερε σε εμάς, δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά κάτι σε αυτόν ήταν διαφορετικό. Φάνηκε να περιμένει από εμάς να κάνουμε πράγματα γι’ αυτόν, αλλά ο Φίγκαν του έδιωξε αυτή τη στάση αρκετά γρήγορα». «Νομίζεις ότι είναι πιθανό να είναι ο νόμιμος κόμης του Κλέιμπουρν;» «Φυσικά και είναι. Ο γερο-άρχοντας του έκανε ερωτήσεις και γνώριζε τις απαντήσεις. Ξέρω ότι αμφιβάλλει μερικές φορές και δεν το καταλαβαίνω. Ήξερε τις απαντήσεις!» Όχι, σκέφτηκε η Κάθριν, κάπως κατάφερε να δώσει τις σωστές απαντήσεις,


παρότι δεν τις γνώριζε. Ήταν πραγματικά τόσο καλός στην εξαπάτηση; Τότε μια μάλλον περίεργη σκέψη της ήρθε και ένα τρέμουλο διαπέρασε τη σπονδυλική στήλη της. Αν ο Κλέιμπουρν δεν είχε εξαπατήσει τον προηγούμενο κόμη; Αν είχε εξαπατήσει τον εαυτό του; Το δείπνο ήταν μια απόλυτη καταστροφή. Μέσα σε μισή ώρα είχαν τελειώσει το ψάρι τους και έπρεπε να σερβίρουν το μοσχάρι, όταν η υπομονή της Κάθριν εξαντλήθηκε. Είχε προσπαθήσει να ξεκινήσει συζητήσεις για τον καιρό, το θέατρο και το πάρκο. Οι απαντήσεις της Φράνι και του Κλέιμπουρν ήταν όλες συνοπτικές, σαν να μην είχαν ιδέα πώς να μετατρέψουν τη συζήτηση σε κάτι ενδιαφέρον. Ο δρ Γκρέιβς είχε κάνει μια μικρή προσπάθεια, αλλά φάνηκε πως η ζωή του περιστρεφόταν γύρω από τους ασθενείς του και δεν ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει σε μια κουραστική συζήτηση. Ο Κλέιμπουρν έπινε κρασί σαν να ήταν το κύριο φαγητό. Μισόκλεινε τα μάτια του κάθε φορά που ο κακόμοιρος δρ Γκρέιβς μιλούσε και η Κάθριν δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο γιατρός καταλάβαινε τις πύρινες ματιές και μάλλον ήταν τόσο μπερδεμένος από αυτές όπως και η ίδια. Ο Κλέιμπουρν δεν ήταν προφανώς χαρούμενος. Αλλά ούτε και αυτή ήταν. Έπρεπε να δει ότι η Φράνι μάθαινε, καθώς η Κάθριν ήθελε απελπισμένα εκείνος να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τον Άβενταλ. Αλλά η Φράνι δεν συνεργαζόταν. Ενεργούσε σαν να μη γνώριζε τίποτα. Και ο Κλέιμπουρν είχε τον αγκώνα του στο τραπέζι. Φαινόταν σαν να επρόκειτο να πέσει από την καρέκλα του. «Είμαστε οικοδεσπότες σε ένα επίσημο δείπνο. Κανείς δεν χαλαρώνει κατά τη διάρκεια ενός επίσημου δείπνου», του είπε τελικά η Κάθριν. Ήπιε περισσότερο κρασί. «Η Φράνι χρειάζεται μαθήματα, όχι εγώ». «Αυτό δεν είναι καθόλου εμφανές, παρατηρώντας τη συμπεριφορά σας τώρα. Ή θα το κάνουμε σωστά ή δεν θα το κάνουμε καθόλου». «Ψηφίζω να μην το κάνουμε καθόλου. Βαριέμαι με αυτή την προσπάθεια. Είμαι βέβαιος ότι η Φράνι έχει καταλάβει την ουσία της κατάστασης». Η Κάθριν είχε μπει στον κόπο να ντυθεί ανάλογα για την περίσταση. Για αυτούς τους ανθρώπους είχε αφήσει κατά μέρος τη νυχτερινή ανάγνωση στον πατέρα της, ο οποίος ήταν πιο αδύναμος και πιο χλωμός από ποτέ. Είχε περάσει το απόγευμα διαβεβαιώνοντας τη Γουίνι ότι ο Άβενταλ δεν θα τη σκότωνε. Είχε συναντηθεί με τον διαχειριστή του πατέρα της μόνο για να ανακαλύψει ότι μερικές από τις επενδύσεις που είχε συστήσει δεν θα έβγαζαν κέρδος, όπως ήλπιζαν – δεν θα έβγαζαν καθόλου κέρδος. Δεν είχε ακούσει ούτε ένα νέο από


τον αδελφό της που όταν τελικά θα επέστρεφε στις ακτές της Αγγλίας, θα ανακάλυπτε ότι δεν είχε πηγή εισοδήματος, ότι τα κτήματα ήταν σε παρακμή – εξαιτίας κινήσεων που εκείνη είχε εγκρίνει. Και τώρα ο Κλέιμπουρν είχε βαρεθεί! Ήταν τυχερός που τους χώριζε ένα τραπέζι, αλλιώς θα χαστούκιζε η ίδια τη βαρεμάρα από το πρόσωπό του. Δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τον φτάσει, του εκσφενδόνισε τα λόγια της. «Φαίνεται ότι δεν έχετε επαρκή κατανόηση της αριστοκρατίας. Πιστεύετε ότι όλα όσα κάνουμε μας ευχαριστούν; Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, κύριε, ότι δεν είναι έτσι. Το κάνουμε επειδή είναι απαραίτητο. Το κάνουμε επειδή είναι καθήκον. Το κάνουμε επειδή αναμένεται από εμάς να το κάνουμε. Πόσο πιο δύσκολο είναι να κάνουμε πράγματα επειδή είναι σωστά, αρμόζοντα και επειδή απαιτούνται. Πόσο ευκολότερη θα ήταν η ζωή για όλους μας, αν μπορούσαμε να προσπεράσουμε και να κάνουμε τα πράγματα χαλαρά, όπως ακριβώς μας αρέσει. Είναι επειδή, ακριβώς, καταλαβαίνουμε την ευθύνη και τηρούμε αυτό που μας βάζει πάνω από τον κοινό άνθρωπο. Κουράστηκα να με κοροϊδεύετε! Πιστεύετε ότι αυτό είναι εύκολο για μένα; Αυτές οι γελοίες μεταμεσονύκτιες ώρες; Ίσως εσείς μπορείτε να χαλαρώνετε όλο το πρωί, αλλά εγώ δεν μπορώ. Έχω ένα νοικοκυριό να επιβλέψω». Ξαφνικά κατάλαβε τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της, μουσκεύοντας τα μάγουλά της. «Κάθριν;» Ο Κλέιμπουρν δεν ήταν πλέον χαλαρός. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Ω συγχωρέστε με. Αυτό… Αυτό δεν ήταν καθόλου ευγενικό. Παρακαλώ, συγχωρέστε με, χρειάζομαι ένα λεπτό». Σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Λουκ την είδε να φεύγει. Ήταν θρασύς και αγενής. Ήταν αναστατωμένος με τη Φράνι που δεν προσπαθούσε περισσότερο. Ήταν θυμωμένος με την Κάθριν, επειδή είχε τη συνήθεια να αγγίζει με την άκρη της γλώσσας της το πάνω χείλος της –απλώς μια γρήγορη κίνηση, ελάχιστα αξιοσημείωτη, αλλά που την είχε παρατηρήσει– μετά από κάθε γουλιά κρασιού, σαν να χρειαζόταν να μαζέψει την τελευταία σταγόνα. Ήταν θυμωμένος με τον Μπιλ για τα χαμόγελά του στην Κάθριν, επειδή προσποιούνταν ότι τον ενδιέφερε η ποσότητα της βροχής που έπεφτε στο Λονδίνο εκείνο το καλοκαίρι. Ήταν εξαγριωμένος με τον εαυτό του επειδή ήθελε να μαζέψει εκείνο το κρασί από τα χείλη της Κάθριν με τα δικά του. Ήταν εξαγριωμένος επειδή ήταν συνεπαρμένος με την Κάθριν, γιατί παρατηρούσε τόσο πολλά πράγματα σε αυτή – πώς το φως έλουζε τα μαλλιά της, αποκαλύπτοντας ότι δεν είχαν όλα την ίδια απόχρωση ξανθού. Ορισμένες τούφες ήταν πιο ανοιχτές από τις άλλες. Έλεγε στον εαυτό του ότι το ενδιαφέρον


του για την Κάθριν ήταν μόνο επειδή δεν τη γνώριζε καλά, ενώ γνώριζε τα πάντα για τη Φράνι. Είχαν μεγαλώσει μαζί. Δεν υπήρχε τίποτα παραπάνω να μάθουν ο ένας για τον άλλον. Αλλά η Κάθριν ήταν ένα άλλο θέμα εξ ολοκλήρου. Κοίταξε τον Μπιλ και τη Φράνι. «Πρέπει να τη δω». «Φυσικά, θα έπρεπε», δήλωσε η Φράνι, «θα έπρεπε ήδη να το έχεις κάνει». Βγήκε από το δωμάτιο και κοίταξε στο σαλόνι. Δεν ήταν εκεί. Φόβος του έσφιξε το στομάχι. Κι αν έφυγε; Τι θα γινόταν αν περπατούσε στους δρόμους; Τι θα συνέβαινε αν είχε βάλει τον εαυτό της σε κίνδυνο; Μπαίνοντας στη βιβλιοθήκη, τη βρήκε να στέκεται δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας στον κήπο, όπως εκείνη την πρώτη νύχτα στο σπίτι του. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ξαφνιάστηκε από την παρουσία του. Όταν τον κοίταξε, είδε την ταραχή και την απογοήτευση στα μάτια της. Δεν του έδωσε χρόνο να πει ούτε μια λέξη προτού συνεχίσει την κατσάδα της. «Λες ότι είσαι πρόθυμος να κάνεις ό,τι είναι απαραίτητο για να κάνεις τη Φράνι σύζυγό σου, αλλά δεν σε βλέπω να κάνεις ό,τι χρειάζεται. Σε βλέπω να κάνεις μόνο ό,τι σου αρέσει και να το ονομάζεις επαρκές ώστε να κερδίσεις ό,τι θέλεις. Ενώ πρέπει…» Έκλεισε το στόμα της με ένα υγρό φιλί. Θα μπορούσε να πει στον εαυτό του ότι είχε βαρεθεί στο δείπνο, είχε βαρεθεί με τη συζήτηση, αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι τον τρέλαινε να τη βλέπει να πίνει το κρασί της, να κοιτάζει τον λεπτό λαιμό και τους ώμους της, να τη βλέπει να χαμογελάει στον Μπιλ όταν ο Λουκ ήθελε να χαμογελάσει σε αυτόν. Καθώς έβαζε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της, ήξερε ότι ήταν λάθος, αλλά την ήθελε, την ήθελε με τρόπο που ποτέ δεν ήθελε τη Φράνι. Ήθελε την Κάθριν άγρια, την ήθελε τρυφερά. Ποτέ δεν σκέφτηκε να βάλει τη Φράνι στο κρεβάτι του. Σκεφτόταν να την παντρευτεί, σκεφτόταν να την έχει σύζυγό του, αλλά οι σαρκικές εικόνες με τους δυο τους δεν πλημμύριζαν ποτέ το μυαλό του. Με την Κάθριν έβλεπε ένα καλειδοσκόπιο από τα γυμνά κορμιά τους. Απόψε αισθάνθηκε την ανάγκη που γεννιόταν μέσα του, την ένιωσε να ανεβαίνει και σε εκείνη καθώς σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, με τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τα μαλλιά του. Τα δόντια της να δαγκώνουν το κάτω χείλος του… Αναστέναξε βαριά, ψάχνοντας τον πλησιέστερο καναπέ… Σπρώχνοντάς τον, γύρισε πίσω στο σκοτάδι των κουρτινών. «Θεέ μου», είπε. «Η αρραβωνιαστικιά σου είναι στο κάτω πάτωμα…» «Δεν είναι αρραβωνιαστικιά μου και αμφιβάλλω και αν θα γίνει ποτέ.


Πιστεύεις ότι αν τη ρωτούσα απόψε, θα έλεγε ναι; Έχεις πειστεί ότι μπορεί να διαχειριστεί το να είναι μια λαίδη; Δεν θέλει καν να είναι η οικοδέσποινα ενός αναθεματισμένου δείπνου!» Έφυγε μακριά της, μη θέλοντας να δει τον φόβο στα μάτια της. Τον φόβο στα μάτια της Κάθριν που είχε αντιμετωπίσει έναν κακοποιό με μαχαίρι! Πέρασε τα χέρια του ανάμεσα στα μαλλιά του. «Συγγνώμη. Η συμπεριφορά μου ήταν αποτρόπαια. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Δεν θα συμβεί ξανά». Άκουσε ένα διστακτικό βήμα και έπειτα ένα ακόμα. Ένιωσε το άγγιγμα ενός χεριού στον ώμο του, σφίχτηκε. Ήθελε να γυρίσει και να την πάρει ξανά στην αγκαλιά του. «Η Φράνι μου είπε ότι δεν την έχεις φιλήσει ποτέ». «Δεν τη σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο». «Δεν σκέφτεσαι να τη φιλήσεις;» «Δεν είναι ένα σαρκικό πλάσμα». «Εσύ είσαι». Έφυγε μακριά της προτού συνεχίσει. «Ναι, λοιπόν, είμαι αρκετά ικανός στο να συγκρατούμαι όταν το απαιτεί η περίσταση». «Και η δική μου περίσταση δεν το απαιτεί;» Την κοίταξε. «Θέλω να παντρευτώ τη Φράνι, αλλά σκέφτομαι εσένα μέρα και νύχτα. Κάθομαι σε αυτό το αναθεματισμένο δείπνο και αναρωτιέμαι τι γεύση έχει η γλώσσα σου με το κρασί. Και όταν βγάζεις τη μανία σου σε εμένα, το μόνο που κάνεις είναι να με κάνεις να σε θέλω περισσότερο. Αλλά είναι μόνο μια σφοδρή επιθυμία, Κάθριν. Είναι μόνο σωματικό. Είμαι μαζί σου κάθε βράδυ. Είναι λογικό ότι το σώμα μου αντιδρά όταν βρίσκομαι κοντά σου. Έχει εξοικειωθεί με αυτό». Δεν βοήθησε καθόλου τα πράγματα που το άρωμά της έμεινε στο κρεβάτι του. «Κάνεις ποτέ κάτι μαζί με τη Φράνι;» ρώτησε. Η αλλαγή στο θέμα φάνηκε απότομη, περίεργη, αλλά ήταν ευγνώμων που έστρεψε την προσοχή μακριά από την άσχημη συμπεριφορά του. «Τι εννοείς;» «Την πας ποτέ στο θέατρο ή στο πάρκο ή σε βαρκάδα; Την ξέρεις έξω από του Ντότζερ;» «Λοιπόν, ναι, φυσικά». «Τι έχετε κάνει μαζί;» «Όταν ήμαστε παιδιά…» «Όχι όταν ήσαστε παιδιά. Πρόσφατα. Από τότε που ενηλικιωθήκατε». Σκέφτηκε την ερώτησή της. Τα πάντα φαίνονταν να περικλείουν το μέρος του Ντότζερ. Και πριν από αυτό του Φίγκαν.


«Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που κάναμε κάτι». «Πρέπει να κάνετε κάτι μαζί, δεν νομίζεις;» Ήταν ενοχλητικό να παραδεχτεί ότι ποτέ δεν είχε κάνει κάτι με μια γυναίκα που δεν ήταν επιλήψιμο. «Τι θα πρότεινες;» «Έχεις πάει ποτέ στη Μεγάλη Έκθεση;» Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι μιλούσε μαζί του με ενθουσιασμό για μια εκδρομή με τη Φράνι, σαν να μην είχε ποτέ φιλήσει την Κάθριν. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη έβαζε έναν τοίχο. Πάνω από όλα, ήταν κόρη ενός δούκα, μια γυναίκα με ευγενές αίμα. Και οι δύο γνώριζαν ότι τίποτα σε αυτόν δεν ήταν ευγενές. Η Φράνι ήταν η γυναίκα που θα παντρευόταν. Έπρεπε να επικεντρωθεί στο να την κερδίσει. «Δεν έχω πάει», είπε στην Κάθριν. «Ούτε κι εγώ. Λένε ότι η βασίλισσα Βικτώρια έχει πάει ήδη πέντε φορές. Το φαντάζεσαι; Ελπίζω να πάω αύριο. Ίσως θα μπορούσες να πας τη Φράνι εκεί κάποια στιγμή. Θα ήταν μια ωραία εκδρομή». «Θα το σκεφτώ». Εκείνη ένευσε με τη γλώσσα της να γλείφει το χείλι της με τον τρόπο που έκανε όταν έπινε κρασί. Αναρωτήθηκε αν τον δοκίμαζε. Καθάρισε τον λαιμό της. «Θα πρέπει πιθανώς να επιστρέψουμε στους καλεσμένους μας». «Μάλλον». Μόνο που δεν ήθελε. Τα δείπνα ήταν κουραστικά. «Θα ξεχάσουμε τι συνέβη νωρίτερα και δεν θα επιτρέψω να συμβεί ξανά», είπε εκείνη. Την περιεργάστηκε στις σκιές της βιβλιοθήκης του. «Εννοείς το φιλί;» Κούνησε το κεφάλι της, όπως και εκείνος. Μπορεί εκείνη να μπορούσε να το ξεχάσει, αλλά αμφέβαλε ότι εκείνος θα το ήθελε ποτέ, ότι θα ξεχνούσε ποτέ και τη μικρότερη λεπτομέρεια για εκείνη. «Έχεις γνωρίσει ποτέ κάποιον που να αντιδρά απέναντί του όπως εκείνη;» ρώτησε ο Μπιλ πριν πιει το κρασί του. Η Φράνι χαμογέλασε. «Όχι. Και δεν νομίζω ότι ξέρει τι να κάνει με εκείνη». «Πάντα σε αγαπούσε, Φράνι. Γιατί το κάνεις τόσο δύσκολο για αυτόν; Δεν είσαι φοβητσιάρα, δεν είσαι δειλή. Θα τολμούσα να πω ότι αν τα ήθελες όλα αυτά, τίποτα δεν θα σε εμπόδιζε να τα αποκτήσεις». «Αυτό είναι ακριβώς, Μπιλ. Δεν τα θέλω όλα αυτά. Είναι πολύ μεγάλα, είναι πάρα πολύ… τέλος πάντων, είναι απλώς πάρα πολλά». «Σκέψου όλα τα καλά πράγματα που μπορείς να κάνεις». «Μπορώ να τα κάνω και τώρα. Τα κάνω και τώρα».


«Αλλά θα μπορούσες να κάνεις πολύ περισσότερα. Ως σύζυγος του Λουκ, θα είχες επιρροή, θα μπορούσες να…» «Θα με περιφρονούσαν σε κάθε ευκαιρία. Δεν καταλαβαίνω γιατί μένει σε αυτόν τον κόσμο. Πραγματικά δεν το καταλαβαίνω. Βλέπω πώς τον κοιτούν στη λέσχη. Δεν έχει φίλους ανάμεσα στην αριστοκρατία. Τον απορρίπτουν». «Δεν βλέπεις την ειρωνεία; Τους κρίνεις τόσο σκληρά όσο κρίνουν και εμάς. Τι ξέρεις πραγματικά γι’ αυτούς; Δεν σου αρέσει η Κάθριν;» Σούφρωσε τα χείλη της. «Είσαι αποφασισμένος να το κάνεις δύσκολο». «Ανησυχείς για το τι σκέφτεται η αριστοκρατία για εσένα». «Εσύ δεν ανησυχείς;» «Όχι. Εκείνο που έμαθα στα νιάτα μου ως τυμβωρύχος ήταν ότι όλοι φαινόμαστε το ίδιο όταν πεθαίνουμε. Είμαστε όλοι ίσοι τότε. Έτσι, όταν συναντώ έναν τύπο να κάθεται στο ψηλό άλογό του, τον φαντάζομαι νεκρό. Δεν είναι τόσο φοβερός τότε». Εκείνη γέλασε. «Είσαι τρομερός!» Της χαμογέλασε. Είχε τόσο λαμπερό χαμόγελο. Ήταν πάντα τόσο ήσυχος, εσωστρεφής. Όταν τον γνώρισε για πρώτη φορά, φοβήθηκε ότι θα πέθαινε αν την άγγιζε. Σκέφτηκε ότι όλα τα παιδιά τον φοβούνταν ή τουλάχιστον τον έβλεπαν με δέος. Ήταν ο πρώτος που γνώρισαν που δεν φοβόταν τους νεκρούς. Ένας νεαρός ήρθε στην έπαυλη του Λουκ λίγο μετά το δείπνο για να ενημερώσει τον Μπιλ ότι ένας από τους ασθενείς του είχε χειροτερέψει. Ο Μπιλ έφυγε αμέσως. Έπρεπε ο Λουκ να μεταφέρει και τις δύο κυρίες στο σπίτι τους. Επειδή δεν ήταν έτοιμος να εμπιστευτεί τον εαυτό του μόνο του με την Κάθριν, πήγε πρώτα εκείνη σπίτι της. Η Φράνι δεν φάνηκε να υποψιάστηκε ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί όσο ο Λουκ και η Κάθριν ήταν στο άλλο δωμάτιο. Αλλά ποτέ δεν είχε υποψιαστεί το χειρότερο για αυτόν. Αφού συνόδευσε την Κάθριν στην πίσω πύλη, έμεινε μόνος του στην άμαξα με τη Φράνι. Ήταν παράξενο να συνειδητοποιεί πόσο λίγες φορές πραγματικά είχαν ταξιδέψει μαζί. Όταν ταξίδευαν με την Κάθριν κάθε βράδυ μιλούσαν για πολλά πράγματα. Ίσως επειδή ήταν καινούριοι ο ένας στη ζωή του άλλου και γνώριζαν τόσο λίγα ο ένας για τον άλλον, ενώ αυτός και η Φράνι είχαν μεγαλώσει μαζί. Ήξεραν τα πάντα. «Νομίζω ότι ο Μπιλ εργάζεται πάρα πολύ σκληρά», είπε η Φράνι μετά από λίγο. «Ποιος από εμάς δεν το κάνει;» ρώτησε.


«Υποθέτω ότι έχεις δίκιο. Μου αρέσει αρκετά η Κάθριν». «Τη δυσκόλεψες απόψε». «Νομίζω ότι όλοι τη δυσκολέψαμε, αλλά απλώς δεν είχα διάθεση για ένα επίσημο δείπνο. Θα το κάνω σωστά όταν θα έχει σημασία». «Το ξέρω. Μου φάνηκε κι εμένα κουραστικό. Αμφιβάλλω ότι θα διασκεδάζουμε συχνά». Άνοιξε την κουρτίνα, κοίταξε έξω. «Ο Τζιμ μου είπε για τη Μεγάλη Έκθεση. Ήταν αρκετά εντυπωσιασμένος από αυτή». «Θα ήθελες να πας;» Έβαλε την κουρτίνα στη θέση της. «Θα ήθελα, ναι». «Θα σε βόλευε αύριο;» Χαμογέλασε χαλαρά. «Αύριο θα βόλευε πολύ». «Τέλεια». Μόλις έφτασαν στου Ντότζερ, συνόδευσε τη Φράνι στο δωμάτιό της. Στη συνέχεια κατέβηκε τις σκάλες και κατευθύνθηκε στην πίσω πόρτα που οδηγούσε στου Ντότζερ. Προχώρησε στον διάδρομο και κατέληξε στην αίθουσα όπου ήξερε ότι θα έβρισκε τον Τζακ. Ένας υπάλληλος με γερές γροθιές τον χαιρέτησε και άνοιξε την πόρτα. Ο Λουκ ήξερε ότι ήταν πιο πολύ φύλακας παρά υπάλληλος. Η παρουσία του σήμαινε ότι ο Τζακ μετρούσε τα χρήματά του. Αυτό ακριβώς έκανε όταν μπήκε ο Λουκ στο δωμάτιο. Ο Τζακ κοίταξε πάνω από τις τακτοποιημένες στοίβες νομισμάτων και χαρτονομισμάτων. «Πώς ήταν το φανταχτερό δείπνο;» «Βαρετό και όχι τόσο φανταχτερό». Ο Τζακ έπιασε ένα ποτήρι, έριξε μέσα ουίσκι και το έσπρωξε στην άκρη του γραφείου. Ο Λουκ κάθισε στην καρέκλα, άρπαξε το ποτήρι, ήπιε το περιεχόμενό του και έβαλε το ποτήρι πίσω. Ο Τζακ το ξαναγέμισε αμέσως. Ο Λουκ υπέθεσε ότι το πρόσωπό του έδειχνε έναν άνθρωπο που χρειαζόταν ένα δυο ποτά. «Τι σε απασχολεί;» ρώτησε ο Τζακ. Ήταν ο μόνος που ο Λουκ ήξερε ότι διάβαζε καλύτερα τους ανθρώπους και από τον ίδιο. «Έχεις αγαπήσει ποτέ κάποια;» «Εννοείς εκτός από τη μητέρα μου;» Ο Λουκ ήταν έκπληκτος καθώς κοίταξε τον Τζακ. Ήξερε την ιστορία του φίλου του. «Σε πούλησε όταν ήσουν πέντε!» Ο Τζακ σήκωσε τους ώμους. «Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την αγάπησα. Σημαίνει ότι δεν με αγάπησε εκείνη». Καταπίνοντας το ουίσκι του αυτή τη φορά, ο Λουκ σκέφτηκε τα λόγια του Τζακ. Πάντοτε πίστευε ότι αφού αγαπούσε τη Φράνι, τον αγαπούσε και εκείνη.


Θα μπορούσε η αγάπη να είναι μονόπλευρη και να είναι ακόμη αγάπη; Τον είχε κάποιος αγαπήσει ποτέ προτού υιοθετηθεί ανεπισήμως από τον Φίγκαν και την εύθυμη παρέα του; Αν ναι, δεν θα το θυμόταν; «Εκείνη τη νύχτα που με βρήκες στο σοκάκι, πίσω από τα σκουπίδια, είπα κάτι;» «Σαν τι;» Ο Λουκ έσυρε το δάχτυλό του γύρω από το χείλος του ποτηριού. «Κάτι που θα σας έδινε μια ένδειξη για το τι έκανα εκεί». «Δεν χρειάστηκε να πεις τίποτα για να μου δώσεις μια ένδειξη. Ήταν προφανές. Πέθαινες». «Αλλά πώς έφτασα εκεί;» «Μου φάνηκε σαν να σε είχαν διώξει. Ήσουν κοκαλιάρης με σκισμένα ρούχα. Θέλεις πραγματικά να μάθεις την αλήθεια;» Ο Λουκ έτριψε το μέτωπό του καθώς ο πόνος άρχισε να χτυπάει. Η περασμένη ώρα, η διαφωνία με την Κάθριν τον είχαν τσακίσει. «Δεν νομίζεις ότι είσαι πραγματικά ο Κλέιμπουρν, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Τζακ. Ο Λουκ κούνησε το κεφάλι του. Ο Κλέιμπουρν, ο πραγματικός Κλέιμπουρν, θα ήταν άξιος της Κάθριν. Κάτι που ο Λουκ δεν θα γινόταν ποτέ. Ήταν κυρία και εκείνος ένας απατεώνας. «Η λαίδη Κάθριν δίδαξε στη Φράνι ό,τι χρειάζεται να γνωρίζει;» ρώτησε ο Τζακ. Ο Λουκ αναστέναξε. «Είναι σαν να μην της δίδαξε τίποτα». «Γι’ αυτό μοιάζεις με έναν άνθρωπο που έχασε τον καλύτερο φίλο του;» Γέρνοντας προς τα εμπρός, ο Λουκ έριξε τους αγκώνες στους μηρούς του και κράτησε το ποτήρι ανάμεσα στα δύο χέρια, μελετώντας τις λίγες σταγόνες που υπήρχαν στο κάτω μέρος. «Έχω πάει με αρκετές γυναίκες εδώ και χρόνια, Τζακ. Δεν έχει σημασία τι έκανα μαζί τους, ποτέ δεν ένιωσα άπιστος προς τη Φράνι. Με την Κάθριν αισθάνομαι άπιστος προς τη Φράνι μόνο και που της μιλάω». «Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να μιλάς σε αυτή». Δεν επρόκειτο να ομολογήσει ότι είχε κάνει κάτι παραπάνω από το να της μιλήσει. «Μερικές φορές ανησυχώ ότι η Φράνι δεν με αγαπάει και απλώς δεν ξέρει πώς να μου το πει». Περιεργάστηκε τον τρόπο που ο Τζακ έπινε το ουίσκι του. «Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα μου το έλεγες, έτσι δεν είναι; Αν ήξερες; Δεν θα με άφηνες να γελοιοποιούμαι». «Η αγάπη είναι για μένα ξένη, Λουκ. Εκτός από τη μάνα μου, καμία γυναίκα


δεν με έχει συγκινήσει». «Ούτε και η Φράνι;» «Μου αρέσει αρκετά, αλλά αυτό δεν είναι αγάπη, έτσι δεν είναι;» Ο Λουκ ήταν αρκετά σίγουρος ότι ο Τζακ έλεγε ψέματα. Σίγουρα δεν ήταν ειλικρινής για κάτι. Ο Λουκ έβαλε το ποτήρι του στο γραφείο και σηκώθηκε. «Όχι. Το να σου αρέσει δεν είναι αγάπη». Ούτε λαγνεία ήταν. Και αυτό ήταν το μόνο που ένιωθε για την Κάθριν, μια βαθιά, σχεδόν ανεξέλεγκτη λαγνεία. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη για λίγο ουίσκι, για να τον βοηθήσει να μπει στη νυχτερινή διάθεση, όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στον φάκελο που στεκόταν στον ασημένιο δίσκο στο τραπέζι της εισόδου. Αναγνώρισε το χέρι που το είχε γράψει – παρόλο που δεν ήταν τόσο σταθερό όπως συνήθως. Η Κάθριν αναμφίβολα για ακόμα μια φορά τον προσκαλούσε σε έναν από τους ανόητους χορούς της. Αναρωτήθηκε αν είχε αφήσει την πρόσκληση πριν από ή μετά τη συνάντησή τους στη βιβλιοθήκη, αναρωτήθηκε αν περίμενε να φέρει μαζί τη Φράνι. Με έναν στεναγμό, προχώρησε προς τη βιβλιοθήκη. Η πιο πρόσφατη πρόσκλησή της ήταν απλώς άλλη μια που δεν θα γινόταν δεκτή. Από το Ημερολόγιο του Λούσιαν Λάνγκτον Λίγοι ήρθαν στην κηδεία του γερο-άρχοντα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι του κόστισε να με πάρει κοντά του, να ανακοινώσει στον κόσμο ότι εγώ, ο ύποπτος δολοφόνος του δεύτερου γιου του, ήμουν στην πραγματικότητα ο εγγονός του. Μια εβδομάδα μετά τον θάνατό του πήγα σε έναν χορό. Ήξερα ότι ήταν ασέβεια, ότι όταν κάποιος πενθεί δεν παίρνει μέρος σε περιστάσεις που ενέχουν ευθυμία. Αλλά ήξερα επίσης ότι συχνά οι ευγενείς συγχωρούνται επειδή δεν συμμορφώθηκαν με τους περιορισμούς της κοινωνίας. Εξάλλου, είχα έναν λόγο να το κάνω. Δεν ήθελα να αμφιβάλλει κανείς ότι πήρα τη θέση μου ως διάδοχος του γερο-άρχοντα. Θυμάμαι λίγα από τον χορό, εκτός από το ότι από τη στιγμή που άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες μετάνιωσα που είχα πάει. Οι άνθρωποι με κοιτούσαν σαν να ήμουν ένα ασυνήθιστο πλάσμα που εμφανιζόταν σε έναν ζωολογικό κήπο και με αυτή τη σκέψη το κεφάλι μου άρχισε να χτυπάει. Έψαχνα απεγνωσμένα ένα ποτήρι ουίσκι. Ήθελα απεγνωσμένα να είμαι στου Ντότζερ. Οι κυρίες χαμήλωσαν τα βλέμματά τους. Οι κύριοι κοίταξαν μακριά. Κάποιοι


έκαναν ένα βήμα πίσω, σαν να φοβούνταν ότι θα μολύνονταν από την παρουσία μου. Και τότε την είδα. Εκείνη. Όμορφη, κομψή και τολμηρή, δεν συναντήθηκε μόνο με το βλέμμα μου, αλλά το κράτησε σαν να ήταν τόσο συγκινημένη μαζί μου όσο ήμουν εγώ μαζί της. Σκέφτηκα να της ζητήσω να μου κάνει την τιμή να χορέψει μαζί μου, αλλά ήξερα ότι μια τέτοια ενέργεια θα αμαύρωνε τη φήμη της. Εκείνη τη νύχτα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, κατάλαβα τις θυσίες που χρειάζονταν για να γίνω αληθινά ευγενής. Με λύπη γύρισα την πλάτη στο θαύμα του να την έχω στην αγκαλιά μου, έτσι θα παραμείνει ένα μυστήριο που συχνά θα με στοιχειώνει.


Κεφάλαιο 14 Η Κάθριν δεν μπορούσε να κοιμηθεί και ήταν μάταιο να είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μόνο με τα μάτια ανοιχτά, κοιτάζοντας την οροφή του κρεβατιού. Θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι χρήσιμη, έτσι πήγε στο υπνοδωμάτιο του πατέρα της και είπε στη νοσοκόμα της να ξεκουραστεί για λίγο. Η Κάθριν θα την ξυπνούσε όταν ήταν έτοιμη να πάει για ύπνο. Ο πατέρας της φαινόταν να κοιμάται, αλλά ωστόσο βρήκε ανακούφιση κρατώντας το χέρι του. Ακόμα κι αν ήταν ξύπνιος, δεν θα μπορούσε να του πει ότι είχε επιτρέψει στον Κλέιμπουρν να τη φιλήσει τρεις φορές μέχρι τώρα. Καταλάβαινε τους λόγους που ο Κλέιμπουρν τη φίλησε: εκφοβισμός, απόσπαση της προσοχής, απογοήτευση. Αλλά οι δικοί της λόγοι που τον φίλησε –καθώς είχε καλοδεχτεί το φιλί του και τις τρεις φορές με ντροπή και καταρράκωση– ήταν ένα μυστήριο. Μόνο επειδή νόμιζε ότι τα πόδια της θα λύγιζαν τον έσπρωξε απόψε. Η αλήθεια ήταν ότι μάλλον ήλπιζε ότι θα τη μάγευε περισσότερο. Ακόμα και αν το σκέφτηκε, θυμήθηκε τη Φράνι και τον δρ Γκρέιβς που τους περίμεναν να επιστρέψουν στην τραπεζαρία. Όταν επέστρεψαν τελικά, η Φράνι αρνήθηκε να την κοιτάξει. Η Κάθριν αναρωτήθηκε αν κάτι στα μάτια της ή στα πρησμένα χείλη της είχε φωνάξει ότι ήταν μια γυναίκα ακόλαστη. Δεν ήθελε να επιθυμεί τον Κλέιμπουρν, αλλά τον επιθυμούσε. Δεν έπρεπε να αφήσει την πρόσκληση, αλλά σκέφτηκε ότι αν κατάφερνε απλώς να χορέψει μαζί του, θα ήταν ικανοποιημένη για το υπόλοιπο της ζωής της. Αν και δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένας χορός θα ήταν σχεδόν τόσο ικανοποιητικός όσο το φιλί του. «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κανέναν σαν κι αυτόν, μπαμπά», ψιθύρισε ήρεμα. «Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα σπάσει την καρδιά μου. Όχι επίτηδες, γιατί δεν ξέρει πώς μεταβάλλονται τα συναισθήματά μου, αλλά το ίδιο θα είναι». Πήρε το χέρι του. «Αγάπησες τη μητέρα, αναρωτιέμαι; Αν ναι, πώς το άντεξες όταν δεν ήταν πλέον εδώ; Νομίζω ότι αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Έχω συνηθίσει να είμαι μαζί του, που δεν είμαι σίγουρη πώς θα επιβιώσω όταν δεν θα είναι πια ημερησίως» –ή για να είμαστε πιο ακριβείς κάθε νύχτα– «μέρος της ζωής μου».


Πίεσε το μάγουλό της στο πίσω μέρος του χεριού του. Θα έβρισκε έναν τρόπο να επιβιώσει. Η Κάθριν σκέφτηκε ότι θα ήταν διασκεδαστικό να φέρει τον γιο της Γουίνι, τον Γουίτ, στη Μεγάλη Έκθεση. Η Γουίνι ήθελε να έρθει μαζί. Είχε επιμείνει, στην πραγματικότητα, με την πεποίθηση ότι η φήμη της Κάθριν θα σπιλωνόταν εντελώς αν ο κόσμος την έβλεπε χωρίς τη συνοδεία μιας συνοδού και καθώς η Γουίνι ήταν παντρεμένη, έπαιξε ωραία τον ρόλο. Έφτασαν στο Χάιντ Παρκ λίγο μετά το πρωινό και περίμεναν στην ουρά. Ήταν η ημέρα των φθηνών εισιτηρίων, η ημέρα που τα εισιτήρια κόστιζαν μόνο ένα σελίνι και βρίσκονταν εκεί περισσότερο κοινοί θνητοί παρά η ελίτ. Η μελανιά της Γουίνι είχε σχεδόν εξαφανιστεί, αλλά δεν ήθελε να συναντηθεί με κανέναν γνωστό. Νόμιζε ότι ήταν λιγότερο πιθανό αν πήγαιναν εκείνη την ημέρα. Το κτίριο από σίδερο και γυαλί, γνωστό ως Κρίσταλ Πάλας, ήταν ένα εκπληκτικό οίκημα είκοσι έξι στρεμμάτων, σχεδόν καθηλωτικό με όλα όσα πρόσφερε, ειδικά για ένα τετράχρονο παιδί. Το εκπληκτικό γυάλινο σιντριβάνι στο κέντρο του κτιρίου έκανε τον Γουίτ να ανοίξει τα μάτια και η Κάθριν έπρεπε να κρατήσει σφιχτά το χέρι του για να μην προσπαθήσει να σκαρφαλώσει. Τώρα, τρεις ώρες αργότερα, ο Γουίτ ήταν εξαντλημένος και γκρινιάρης, επειδή τα πόδια του ήταν κουρασμένα. Η Κάθριν τον είχε μεταφέρει αγκαλιά εδώ και αρκετή ώρα, ελπίζοντας να δει περισσότερα από τα εκθέματα πριν αναγκαστούν να φύγουν εξαιτίας της κούρασης στα χέρια της και στα πόδια του. Η Κάθριν κατάλαβε τώρα γιατί η βασίλισσα είχε έρθει ήδη πέντε φορές. Ήταν αδύνατον να δεις τα πάντα σε μια επίσκεψη. «Ο Γουίτ είναι τόσο ανήσυχος. Νομίζεις ότι πρέπει να φύγουμε;» ρώτησε η Γουίνι. Η Κάθριν ένιωσε την απογοήτευση στη φωνή της και αναρωτήθηκε αν τη Γουίνι τη λυπούσε το ότι θα έφευγαν από την έκθεση ή το ότι θα επέστρεφαν στο σπίτι. «Γιατί δεν πιεζόμαστε λίγο περισσότερο; Θα ήθελα πραγματικά να δω το διαμάντι του Κον-ι-Νουρ». «Πιστεύεις ότι είναι πραγματικά τόσο εκπληκτικό όσο λένε;» «Όσα είδαμε μέχρι τώρα ήταν». «Ακόμα και οι άνθρωποι», ψιθύρισε η Γουίνι. «Έχεις δει ποτέ μια τέτοια ποικιλία; Είναι από όλο τον κόσμο. Κάθε φορά που κοιτάζω γύρω μου, Θεός φυλάξοι…» Η Γουίνι είχε γίνει κατάχλωμη.


«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Κάθριν. «Ο Κλέιμπουρν… και έρχεται προς τα εδώ». Έσφιξε τα μάτια της. «Ήξερα ότι δεν έπρεπε ποτέ να μιλήσουμε γι’ αυτόν στον κήπο της λαίδης Σάρλοτ τις προάλλες». Η Κάθριν γύρισε. Ήταν πράγματι ο Κλέιμπουρν και η Φράνι. Ήταν αρκετά προφανές ότι περπατούσαν προς αυτούς – σαν να ήταν η Κάθριν και η συντροφιά της ένα έκθεμα προς μελέτη. Ένιωσε ένα μικρό τρέμουλο αγωνίας. Ήταν ασφαλής εδώ με τους ανθρώπους και με τη Φράνι στο πλευρό του. Δεν θα τη δελέαζε σε σκέψεις χαιρεκακίας με ένα φιλί. Όλα θα ήταν πολύ τυπικά, πολύ σωστά. «Αγνόησέ τον», είπε η Γουίνι μπήγοντας τα δάχτυλά της στο χέρι της Κάθριν. Αγνόησέ τον; Πώς θα μπορούσε όταν ήταν τόσο εξαιρετικά όμορφος με το σκούρο μπλε σακάκι και το παντελόνι του. Η γραβάτα του ήταν επίσης μπλε, αλλά το πουκάμισο και το γιλέκο του ήταν γκρι, που σχεδόν ταίριαζε με το ασήμι των ματιών του. Ένα γαντοφορεμένο με δέρμα χέρι κρατούσε το μαύρο καπέλο και το μπαστούνι του. Ήξερε τι μπορούσε να κάνει το μπαστούνι. Ήταν σχεδόν τόσο επικίνδυνο όσο ο ιδιοκτήτης του. «Δεν θα του χαρίσω μια άμεση ματιά που δεν έχει κερδίσει». Αν και ένιωσε το τρομαγμένο βλέμμα της Γουίνι, η Κάθριν χαιρέτησε με χαμόγελο τον Κλέιμπουρν και αναρωτήθηκε πώς να χειριστεί καλύτερα αυτή την κατάσταση χωρίς να κάνει τη Γουίνι να υποψιαστεί ότι αυτή και ο Κλέιμπουρν μοιράζονταν περισσότερα από μια γνωριμία. Θα έπρεπε να ξέρει ότι ο Κλέιμπουρν θα χειριζόταν την κατάσταση καλά. «Η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι, αν θυμάμαι», είπε λιγάκι νωχελικά, ένα υπαινισσόμενο πείραγμα στα μάτια του που αμφέβαλε ότι η Γουίνι το πρόσεξε. Υποψιάστηκε ότι η Γουίνι φοβόταν τον άντρα τόσο πολύ, που δεν θα σήκωνε το βλέμμα της πάνω από τον λαιμό του. «Οι δρόμοι μας συναντήθηκαν σε έναν χορό κάποτε, μερικά χρόνια πίσω, αλλά δεν πιστεύω ότι είχαμε ποτέ επίσημα συστηθεί». Έσκυψε ελαφρά. «Είμαι ο Κλέιμπουρν». «Ναι, θυμάμαι τον χορό. Έχουν περάσει μερικά χρόνια. Τι έκπληξη είναι να σας δω εδώ σήμερα». «Με ενημέρωσαν ότι δεν έπρεπε να χάσω τη Μεγάλη Έκθεση». «Τολμώ να πω ότι θα μιλούν γι’ αυτή τα επόμενα χρόνια». Γύρισε στη Γουίνι. «Δούκισσα, επιτρέψτε μου να σας γνωρίσω τον Λούσιαν Λάνγκτον, τον κόμη του Κλέιμπουρν». Τα δάχτυλα της Γουίνι εξακολουθούσαν να σφίγγουν το χέρι της και η Κάθριν ένιωσε το τρέμουλό της. Τι φοβόταν; Ο άνθρωπος δεν είχε κάνει τίποτε


απειλητικό. «Άρχοντά μου», είπε σε λίγο η Γουίνι και η Κάθριν ήταν σίγουρη ότι ο Κλέιμπουρν είχε διακρίνει την αγένεια στον τόνο της, όμως δεν φάνηκε να τον ενοχλεί. «Εξοχότατη», απάντησε. «Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω την κυρία Ντάρλινγκ. Μια γνωστή». Η Φράνι ήταν ντυμένη πολύ, όπως ακριβώς και το προηγούμενο βράδυ. Το φόρεμά της ήταν γκρίζο, σαν να ήθελε να μην τραβήξει καθόλου προσοχή πάνω της. Ακόμα και η κάπα της είχε πολύ λίγο χρώμα, σχεδόν σαν να ήταν στο επόμενο στάδιο πένθους. «Ναι, μάλιστα», είπε η Γουίνι με υπεροψία και απαξίωση. Ο Κλέιμπουρν μισόκλεισε τα μάτια του και η Κάθριν ήταν σίγουρη ότι είχε προσβληθεί. Ήταν άλλο πράγμα να τον μειώνεις και άλλο να μειώνεις τη γυναίκα που αγαπούσε… «Έχετε ώρα εδώ;» ρώτησε η Κάθριν προσπαθώντας να αντισταθμίσει την αμηχανία της Γουίνι. «Όχι, όχι πολύ. Η δεσποινίς Ντάρλινγκ ήθελε να βγει από το σπίτι και να κάνει μια βόλτα. Εγώ προτιμώ μια χαλαρή περιήγηση. Τι μας προτείνετε;» «Πιστεύω ότι είναι αδύνατον να δείτε τα πάντα με μία επίσκεψη. Τουλάχιστον με μια βόλτα θα δείτε κάποια με περισσότερες λεπτομέρειες». «Ακριβώς αυτό σκεφτόμουν». Ο Γουίτ άρχισε να κινείται εναντίον της, τα μικρά πόδια του την κλότσησαν στο πίσω μέρος και στο ισχίο. «Φύγε! Φύγε!» Η Κάθριν τον άφησε κάτω προτού τα χέρια της ανοίξουν. Ο Κλέιμπουρν αμέσως στάθηκε μπροστά του. «Και ποιος είσαι εσύ;» Η Γουίνι αναστέναξε. «Ο κόμης του Γουάτσον», είπε ο Γουίτ μιμούμενος τον τόνο της μητέρας του. Αν και ήταν τόσο νέος, ήδη αναγνώριζε διαφορές στις τάξεις. «Ξέρετε ότι έχουν λεμονάδα, γλυκά και γλειφιτζούρια εκεί; Θα θέλατε να αγοράσω μερικά για εσάς και τη μητέρα σας;» ρώτησε ο Κλέιμπουρν. Ο Γουίτ ένευσε με ενθουσιασμό. Η κούρασή του ξαφνικά εξαφανίστηκε. «Δώστε το χέρι σας», διέταξε ο Κλέιμπουρν. Ο Γουίτ υπάκουσε. «Κλείστε το», έδειξε ο Κλέιμπουρν κλείνοντας το χέρι του σε μια γροθιά. Τότε κούνησε τα δάχτυλά του. «Ανοίξτε το χέρι σας». Το αγόρι το έκανε με τα μάτια του να μεγαλώνουν βλέποντας τη μισή πένα που βρισκόταν στην παλάμη του. Η Γουίνι αναστέναξε ξανά.


«Χμμ. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό είναι αρκετό», είπε ο Κλέιμπουρν. Κοίταξε τη Φράνι. «Ποια είναι η γνώμη σας για το θέμα, κυρία Ντάρλινγκ;» «Σίγουρα δεν είναι αρκετό. Νομίζω ότι θα χρειαζόταν τουλάχιστον ένα σελίνι». «Υποψιάζομαι ότι έχετε δίκιο». Γύρισε στον Γουίτ. «Κλείστε το χέρι σας γύρω από το νόμισμα και πείτε: “Παρακαλώ, κύριε, μπορώ να έχω περισσότερα;”». Ο Γουίτ έκλεισε το χέρι του γύρω από το νόμισμα. «Παρακαλώ, κύριε, μπορώ να έχω περισσότερα;» Ο Κλέιμπουρν χτύπησε τα δάχτυλά του. Ο Γουίτ άνοιξε το χέρι του με τα μάτια του πιο έκπληκτα από πριν. Η μισή πένα είχε εξαφανιστεί. Ένα κέρμα έξι πενών βρισκόταν στην παλάμη του. Η Φράνι χτύπησε απαλά τον Κλέιμπουρν στο κεφάλι. «Ανόητε άνθρωπε. Αυτό δεν είναι σελίνι». Η Κάθριν συνειδητοποίησε ότι έπαιζαν και αναρωτήθηκε πόσο συχνά συνεργάζονταν σε κάτι παρόμοιο. Έτσι συνήθιζαν να εξαπατούν τους ανθρώπους; Ήταν αυτή η παράσταση ένα κατάλοιπο της παιδικής ηλικίας τους; Φαίνονταν τόσο φυσικοί, τόσο άνετοι μεταξύ τους. «Έχετε δίκιο, κυρία Ντάρλινγκ. Τι σκεφτόμουν άραγε; Να προσπαθήσουμε πάλι, λόρδε Γουάτσον;» Χαμογελώντας διάπλατα, ο Γουίτ κούνησε το κεφάλι του και έκλεισε τα παχουλά δάχτυλά του πάνω από το νόμισμα. «Παρακαλώ, κύριε, μπορώ να έχω περισσότερα;» «Ε λοιπόν, ναι, κύριε, νομίζω ότι μπορείτε», είπε ο Κλέιμπουρν χτυπώντας τα δάχτυλά του. Ο Γουίτ άνοιξε τη γροθιά του και κοκκίνισε. «Κοιτάξτε! Ένα σελίνι!» Η Κάθριν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο μόνος με χαμόγελο. Η Γουίνι χαμογελούσε επίσης, σαν να είχαν εξαφανιστεί τα προβλήματά της τόσο εύκολα όσο τα κέρματα. «Πώς το κάνατε αυτό, άρχοντά μου;» ρώτησε η Κάθριν. «Μαγεία». «Μα, ναι, το βλέπω αυτό. Αλλά ποιο είναι το μυστικό;» «Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας το πω. Θα κατέστρεφε τη διασκέδαση». «Εξοχότατη, μπορώ να πάρω τον γιο σας να αγοράσουμε μερικά αναψυκτικά;» ρώτησε η Φράνι. Η Γουίνι κούνησε το κεφάλι της και στη συνέχεια είπε: «Θα έρθω μαζί σας». Η Κάθριν κοιτούσε καθώς οι τρεις τους περπατούσαν προς το περίπτερο αναψυκτικών. «Θα πρέπει πιθανώς να πάμε μαζί τους».


«Πιθανότατα», είπε ο Κλέιμπουρν προσφέροντας το χέρι του. Θα ήταν αγένεια να το αγνοήσει, έτσι έβαλε το χέρι της στο μπράτσο του. «Αντιλαμβάνεσαι ότι δημιουργείς σκάνδαλο που έχεις μαζί σου τη Φράνι χωρίς συνοδό;» «Θεέ μου, Κάθριν, μεγαλώσαμε με το να κοιμόμαστε μαζί, ο ένας αγκαλιά με τον άλλον. Πιστεύεις πραγματικά ότι η σχέση μας χρειάζεται συνοδό;» Η Κάθριν χτυπήθηκε από μια απροσδόκητη σπίθα ζήλιας και φαντάστηκε ότι έκαναν πολύ περισσότερα από μια αθώα αγκαλιά. «Η εμφάνιση είναι το παν». «Πολύ καλά, αλλά είναι σχεδόν τριάντα. Δεν είναι αυτή η μαγική ηλικία όπου η γυναίκα δεν χρειάζεται πλέον να τη φροντίζουν;» «Είναι τόσο μεγάλη; Δεν της φαίνεται. Παρ’ όλα αυτά, βλέποντάς σας μαζί στο κοινό, οι άνθρωποι θα υποθέσουν ότι είναι η ερωμένη σας». «Δεν έχω κοιμηθεί ποτέ μαζί της». Η Κάθριν εξεπλάγην με την ανακούφιση που ένιωσε από την ανάρμοστη εξομολόγηση. «Θα βάλεις μια πινακίδα στην πλάτη που να το δηλώνει;» «Εσύ είσαι αυτή που πρότεινε να κάνω κάτι μαζί της». Δεν έκανε κόπο να καλύψει την έλλειψη υπομονής μαζί της. «Υπέθετα ότι θα είχες την κοινή λογική να συνειδητοποιήσεις ότι χρειαζόσασταν έναν συνοδό». «Δεν υπάρχει καμία ελπίδα γι’ αυτό τότε. Θα πρέπει να περάσουμε την υπόλοιπη μέρα μαζί σου και με τη δούκισσα του Άβενταλ, που ως παντρεμένη γυναίκα μπορεί να χρησιμεύσει ως συνοδός της για να σώσουμε τη φήμη της Φράνι». Η Κάθριν μισόκλεισε τα μάτια της. Είχε κάνει κάποιο κόλπο για να συμπεριληφθεί στην παρέα της; «Αν δεν σε ήξερα καλύτερα, θα πίστευα ότι είχες κανονίσει αυτή τη συνάντηση σκοπίμως, ηθελημένα δεν έφερες μαζί μια συνοδό ώστε να είμαι υποχρεωμένη να προστατεύσω τη φήμη της Φράνι». «Μήπως με κάνει έναν παλιάνθρωπο το να απολαμβάνω τη συντροφιά σου;» «Είσαι ένας παλιάνθρωπος… και μόνο επειδή είσαι παλιάνθρωπος», του είπε. «Υποθέτω ότι δεν μπορώ να το αρνηθώ, αλλά η Φράνι μαθαίνει με το παράδειγμα. Σκέφτηκα ότι μια μέρα με το να σε παρατηρεί θα τη βοηθούσε». «Επομένως, σήμερα είναι ένα μάθημα, όχι μια εκδρομή για να απολαύσετε τη συντροφιά ο ένας του άλλου. Αυτό καταστρέφει τον σκοπό». «Πώς μπορεί να καταστρέψει τον σκοπό όταν μας φέρνει εμένα και εσένα ένα βήμα πιο κοντά στην απόκτηση όσων επιθυμούμε;» Την προσοχή της Κάθριν τράβηξαν βήματα. Ο Γουίτ πλησίασε κρατώντας ένα


γλειφιτζούρι. «Κύριε, θα έρθετε μαζί μας τώρα;» Ο Κλέιμπουρν έσκυψε. «Θα το θέλατε;» Η Κάθριν ήταν έκπληκτη από τη συμπεριφορά του προς το παιδί. «Μάλιστα, κύριε». «Έχετε δει ποτέ ελέφαντα;» Ο Γουίτ κούνησε το κεφάλι του. Σηκώνοντας το σώμα του, ο Κλέιμπουρν έτεινε το καπέλο και το μπαστούνι του προς την Κάθριν. «Θα μπορούσατε;» Τα πήρε. Ο Κλέιμπουρν έστρεψε την προσοχή του πίσω στον Γουίτ. «Ελάτε, λοιπόν, νεαρέ μου άρχοντα». Έβαλε τον Γουίτ στους ώμους του και το αγόρι θριαμβολόγησε για ακόμα μια φορά. Το γλειφιτζούρι του χάθηκε στα χοντρά, σγουρά μαλλιά του Κλέιμπουρν. Όταν η Γουίνι και η Φράνι ήρθαν, όλοι άρχισαν να περπατούν, ο Κλέιμπουρν οδηγώντας τους. Φάνηκε να ξέρει πού πηγαίνουν και ακόμα κι αν δεν ήξερε, κρατούσε τον Γουίτ απασχολημένο, πράγμα που επέτρεψε στην Κάθριν να απολαύσει τα εκθέματα λίγο περισσότερο. Ή μάλλον θα το είχε κάνει αν η προσοχή της δεν είχε επικεντρωθεί στον Κλέιμπουρν. Της φάνηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε δίχως να είναι νύχτα. Φαινόταν λιγότερο απειλητικός με το φως να περνάει μέσα από τη γυάλινη οροφή και τα παράθυρα, φωτίζοντάς τον. Ήξερε ότι ήταν ψηλός, αλλά κατά κάποιον τρόπο φαινόταν πιο ψηλός. Ήξερε ότι ήταν μεγαλόσωμος, αλλά φαινόταν πιο πολύ. Περπατούσε με σιγουριά, δείχνοντας πράγματα στον Γουίτ. Ποτέ δεν τον είχε φανταστεί με παιδιά και τώρα δεν μπορούσε να τον φανταστεί χωρίς αυτά. Ήταν ευγενικός προς τη Γουίνι και γοητευτικός με τον Γουίτ. Είχε πει στην Κάθριν ότι γνώριζε κόλπα με νομίσματα, αλλά ποτέ δεν είχε φανταστεί ένα σαν αυτό που είχε κάνει. Το να βγάλεις ένα νόμισμα πίσω από το αφτί κάποιου – ακόμα και ο πατέρας της ήταν σε θέση να το κάνει αυτό. Αλλά αυτό που έκανε ο Κλέιμπουρν απαιτούσε πολύ έξυπνα χέρια. Προσπάθησε να μη σκέφτεται τι άλλα θαυμάσια πράγματα θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα πολύ έξυπνα χέρια – στα κουμπιά του μπούστου μιας κυρίας ή στα κορδόνια του κορσέ της. Ένιωσε ότι η κάψα κοκκίνισε το πρόσωπό της με αυτές τις ακατάλληλες ονειροπολήσεις. Βλέποντάς τον στο φως της ημέρας, κυριολεκτικά της επέτρεψε να τον δει σε ένα πολύ διαφορετικό φως, το οποίο ευχήθηκε –για χάρη της καρδιάς της– να μην είναι καλό, γιατί βρήκε τον εαυτό της να λαχταρά κάτι που δεν μπορούσε να


έχει. Η Μεγάλη Έκθεση ήταν συναρπαστική, αλλά έχασε λίγο τη λάμψη της όταν η Κάθριν και η Φράνι κοίταξαν με δέος το τεράστιο διαμάντι Κον-ι-Νουρ. Κλειδωμένο μέσα σε ένα κλουβί, φωτισμένο από κάτω με αεριόφωτο. Ο Λουκ ήταν τόσο ενθουσιασμένος από το κλουβί όσο και από το ίδιο το διαμάντι. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να κρατήσει την προσοχή του για πολύ. Το κεφάλι του άρχισε να πονάει μόλις έβαλε το αγόρι στους ώμους του. Του είχε δώσει μια σουβλιά στο έκθεμα τεράστιος ελέφαντας. Το υποψιάστηκε επειδή ο ενθουσιασμός του παιδιού το έκανε να χτυπιέται, κοπανώντας το κεφάλι του Λουκ. Αλλά αγωνίστηκε παρά τον πόνο, επειδή δεν επρόκειτο να αφήσει εκείνες τις στιγμές που παρακολουθούσε την Κάθριν και τη Φράνι μαζί. Να μιλούν, να χαμογελούν. Αναρωτήθηκε αν θα γίνονταν φίλες όταν θα παντρευόταν τη Φράνι, αν ίσως πήγαιναν περιπάτους μαζί. Βρήκε μια ενδιαφέρουσα αντίθεση ανάμεσα στις τρεις γυναίκες. Η ματιά της δούκισσας του Άβενταλ συνέχισε να πλανάται, σαν να φοβόταν ότι θα δεχόταν επίθεση ανά πάσα στιγμή. Σκέφτηκε ίσως ότι δεν ένιωθε άνετα στο πλήθος, παρόλο που οι αντιδράσεις της έμοιαζαν περισσότερο με κάποιου που έκανε κάτι που δεν έπρεπε και φοβόταν ότι θα τον ανακαλύψουν. Η Κάθριν φαινόταν να μην καταλαβαίνει ότι κάποιος την παρακολουθούσε. Ο Τζιμ ήταν εκεί για λίγο, μέχρι που ο Λουκ έφτασε με τη Φράνι. Στη συνέχεια ανέλαβαν εκείνοι, προσπαθώντας να προσδιορίσουν ποιος ακολουθούσε την Κάθριν. Ήταν δυνατόν ο άνθρωπος να μην μπορούσε να αντέξει οικονομικά την είσοδο. Η Φράνι ήταν παρατηρητική, το βλέμμα της περιπλανιόταν, μετρούσε τους ανθρώπους, ψάχνοντας έναν εύκολο στόχο. Όχι ότι θα τον εκμεταλλευόταν. Είχαν σταματήσει να κλέβουν απ’ όταν ο γερο-άρχοντας τους είχε πάρει από τον δρόμο. Αλλά οι συνήθειες της παιδικής ηλικίας ήταν δύσκολο να εξαφανιστούν. Η προσοχή του συνέχισε να τρέχει στην Κάθριν και στο ευχάριστο χαμόγελό της. Μάλλον δεν θα είχε άλλη μια μέρα μαζί της όπως αυτή. Η σχέση τους θα περιοριζόταν και πάλι στις σκιές. Εκεί ανήκουν άνθρωποι όπως ο ίδιος και η Φράνι, ενώ η Κάθριν Μέιμπρι περπατούσε στο φως.


Κεφάλαιο 15 Ο Λουκ κάθισε στο γραφείο του, η γεύση του ουίσκι ακόμα πικρή στη γλώσσα του, το βλέμμα του επικεντρώθηκε στην πρόσκληση που βρισκόταν μπροστά του. Είχε περάσει περισσότερο από μία εβδομάδα από την επίσκεψή του στη Μεγάλη Έκθεση, μια εβδομάδα κατά την οποία η Κάθριν φάνηκε να απομακρύνεται από αυτόν. Μιλούσαν ελάχιστα πια στην άμαξα. Οι συναντήσεις τους δεν είχαν αμηχανία ή εχθρότητα, αλλά αισθανόταν μια ένταση στη σχέση τους. Υποψιαζόταν ότι είχε να κάνει περισσότερο με το φιλί στη βιβλιοθήκη και την περιήγησή τους στο Κρίσταλ Πάλας. Ήταν αρκετά ευχάριστη εκεί, πιθανότατα επειδή ένιωθε ασφαλής με το πλήθος και την έλλειψη νυχτερινών σκιών. Γνώριζε ότι δεν θα γινόταν μάθημα απόψε. Η Φράνι φάνηκε αρκετά ανακουφισμένη με την προοπτική μιας νύχτας χωρίς να μαθαίνει τις περίπλοκες συνήθειες της αριστοκρατικής ζωής του. Μέχρι τώρα δεν θα έπρεπε να νιώθει πιο άνετη με την ιδέα του να γίνει γυναίκα του; Είχε οραματιστεί τη ζωή του μαζί της, ζώντας σε αυτό το σπίτι, μοιράζοντας τις μικρές και κοσμικές λεπτομέρειες της ημέρας του. Τους φανταζόταν με παιδιά. Ο ίδιος φανταζόταν, τελικά, να είναι ευτυχισμένος. Ήταν τόσο κουρασμένος από το να είναι μόνος του, να μοιράζεται στιγμές με τους φίλους του γύρω από ένα τραπέζι χαρτιών, να ξέρει ότι εκείνοι δεν ζούσαν πιο άνετα από αυτόν. Κανένας από αυτούς δεν ήταν σαν την Κάθριν, άνετη στα δείπνα, στους χορούς και στις πρωινές επισκέψεις. Δεν είχαν τη δροσερή αυτοπεποίθηση που είχε εκείνη. Δεν τον προκαλούσαν στο ελάχιστο. Είχαν σταματήσει να τον θεωρούν ίσο όταν μπήκε στον κόσμο της αριστοκρατίας. Ήταν ανεπαίσθητη η δυσφορία που εκδήλωνε ο καθένας γι’ αυτόν. Ο Τζακ πάντα υπενθυμίζοντάς του ότι δεν ήταν ο νόμιμος κληρονόμος. Ο Τζιμ κάνοντας πάντοτε το χατίρι του Λουκ, ανεξάρτητα από την ώρα, σαν να ήταν δικαίωμα του Λουκ να περιμένει από έναν άνθρωπο να ζει τη ζωή του χωρίς άνεση για να τον ευχαριστήσει. Ο Μπιλ ερχόταν πάντα όταν τον καλούσε φροντίζοντας για τις επιχειρήσεις, στη συνέχεια έφευγε. Ποτέ δεν έμενε για μια γουλιά ουίσκι, ποτέ δεν μοιραζόταν


τα φορτία που πρέπει σίγουρα να έφερε ως εκείνος που ευθυνόταν για τη ζωή και τον θάνατο. Και η Φράνι, τρομοκρατημένη που θα γινόταν σύζυγός του, όχι λόγω των συναισθημάτων που θα μοιράζονταν, αλλά λόγω των καθημερινών αγώνων που θα αντιμετώπιζαν, εξαιτίας των καταραμένων χορών στους οποίους μπορεί να τους ζητούσαν να παρευρεθούν. Η πρόσκληση της Κάθριν στεκόταν εκεί, χλευάζοντας τη ζωή του, προκαλώντας τον να δείξει το πρόσωπό του… Ανάθεμά την! Έριξε περισσότερο ουίσκι στο ποτήρι, το έφερε στα χείλη του, εισέπνευσε το γλυκό άρωμα του θάρρους… και έβαλε αργά πίσω το ποτήρι. Πήρε την πρόσκληση και έτρεξε το δάχτυλο πάνω από τα γράμματα. Είχε νιώσει δυσφορία όταν το έγραφε; Μήπως τον ήθελε απεγνωσμένα εκεί; Σκέφτηκε τη νύχτα που είχαν παίξει χαρτιά. Προφανώς, άρχοντά μου, δεν ξέρετε τι σκέφτομαι. Αλλά ήξερε τι σκεφτόταν όταν έγραψε το όνομά του στη φινετσάτη πρόσκλησή της: ότι δεν θα εμφανιζόταν. Ίσως να την εξέπληττε. Ίσως απόψε να την έκανε να μετανιώσει που τον είχε επισκεφθεί μεταμεσονύκτια στη βιβλιοθήκη του. Η Κάθριν ήξερε ότι ο Κλέιμπουρν δεν θα ερχόταν, ωστόσο όταν το ρολόι πλησίασε μεσάνυχτα, ήταν απογοητευμένη. Ήταν τόσο τρομερά δύσκολο να παρακολουθήσει αυτόν τον χορό και να μη νιώσει πόσο απεχθανόταν τον οικοδεσπότη της. Φαινόταν τόσο ευχάριστος. Κανείς δεν μπορούσε να δει το τέρας που έκρυβε μέσα του. Ακόμα και η Γουίνι δεν έδειχνε τίποτα προς τα έξω, κρατώντας ένα άκαμπτο άνω χείλος και προσποιούμενη ότι όλα ήταν καλά στον κόσμο. Μερικές φορές η Κάθριν ήταν τόσο θυμωμένη με τη Γουίνι, όπως ήταν και με τον Άβενταλ. Αλλά χαμογελούσε και γελούσε και φλέρταρε με όλους τους κυρίους που χόρευαν μαζί της, χωρίς να αποκαλύπτει σε κανέναν τους ότι δεν ήταν αυτός που ήθελε να χορέψει. Ήθελε μόνο για μία φορά να χαθεί μέσα στα χέρια του Κλέιμπουρν και να αιχμαλωτίσει το βλέμμα του ενώ τα πόδια της ίσα που θα ακουμπούσαν στο πάτωμα. Ήθελε μόνο για μία φορά να την κοιτάξει με τον τρόπο που κοιτούσε τη Φράνι. Το βάθος της λατρείας που έδειχνε προς τη Φράνι ήταν κάτι που κάθε γυναίκα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή της. Μπορεί να ήταν παλιάνθρωπος, με πολλά λάθη, αλλά είχε μια καρδιά


περισσότερο δοτική από αρκετούς με τους οποίους είχε μιλήσει απόψε. Κοίταξε την κάρτα χορού της. Οι επόμενοι τρεις χοροί δεν είχαν κλειστεί. Ήταν ανακουφισμένη, έχοντας κουραστεί να προσποιείται ότι περνούσε καλά. Ήταν πολύ ανήσυχη για τη Γουίνι, πολύ ανήσυχη ότι ο Άβενταλ μπορεί να έβρισκε κάποιο λάθος στη βραδιά, αλλά όλα φάνηκαν να πηγαίνουν υπέροχα. Ακόμα και το χέρι της ήταν καλύτερα. Ο γιατρός του πατέρα της είχε αφαιρέσει τα ράμματα. Η ουλή δεν ήταν πολύ άσχημη. Δεδομένου ότι πάντα φορούσε γάντια δημοσίως, λίγοι άνθρωποι θα την έβλεπαν ποτέ. Έπαιρνε όμως μια μικρή ικανοποίηση που ήταν οικοδέσποινα. Περπατούσε προς τις πόρτες που οδηγούσαν στη βεράντα όταν η Γουίνι τη σταμάτησε. «Πού πηγαίνεις;» «Για λίγο δροσερό αέρα. Θα ήθελες να έρθεις μαζί μου;» «Όχι, δεν το νομίζω. Θα μείνω στους επαίνους του Άβενταλ. Είναι τόσο ευχαριστημένος με το πώς πηγαίνουν τα πράγματα απόψε». «Χαίρομαι, Γουίνι». «Θα έπρεπε να του πω ότι το μεγαλύτερο μέρος ήταν δικό σου». «Όχι, μην το κάνεις. Βοήθησες με τον σχεδιασμό. Άφησέ τον να πιστεύει ότι είναι όλο δικό σου». Αν αυτό το κάνει πιο εύκολο να ζήσεις μαζί του, πρόσθεσε από μέσα της. Έσφιξε το χέρι της φίλης της. «Πήγαινε να διασκεδάσεις. Δεν θα αργήσω». Περπάτησε στη βεράντα. Με τη βοήθεια των φαναριών στον κήπο, μπόρεσε να δει μερικά ζευγάρια που περπατούσαν κατά μήκος των πολυάριθμων μονοπατιών. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιος να την πάρει για μια βόλτα γύρω από τον κήπο. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν απολύτως αλήθεια. Ο Κλέιμπουρν περπάτησε μέσα από έναν κήπο μαζί της τη νύχτα που έκαναν τη συμφωνία τους. Περιπλανήθηκε προς την πλευρά της βεράντας όπου δεν έφτανε η λάμψη από τα φώτα. Αποζητούσε μοναξιά, ήθελε… «Θα με τιμήσεις με αυτόν τον χορό;» Η καρδιά της σχεδόν σταμάτησε στον ήχο της φωνής του Κλέιμπουρν. Γύρισε προς το μέρος του και τον είδε να κρύβεται στις σκιές σαν κακοποιός. «Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε. «Έχω προσκληθεί». «Όχι, ναι, εννοώ, ξέρω ότι έλαβες μια πρόσκληση, αλλά δεν έχεις ανακοινώσει την άφιξή σου». «Γιατί πρέπει να μπω στον κόπο όταν είσαι η μόνη με την οποία θα ήθελα να χορέψω; Υπέθεσα ότι αργά ή γρήγορα θα έβγαινες έξω, έτσι περίμενα».


Και ο Λουκ είχε σχεδόν παραιτηθεί από την ιδέα ότι θα έβγαινε. Είχε κοιτάξει διακριτικά μέσα από ένα παράθυρο, παρακολουθώντας τη. Ήταν τόσο όμορφη εκείνη τη βραδιά, με το φόρεμά της να αποκαλύπτει τα αφράτα στήθη της. Η μουσική ακουγόταν μέσα στη νύχτα και για πρώτη φορά στη ζωή του ήθελε να χορέψει με μια γυναίκα. Ήξερε ότι τον παρακολουθούσε, ότι τον μελετούσε. Ήταν ντυμένος σαν να ήθελε να παρευρεθεί, αλλά μόλις έφτασε, δεν είδε πλέον τον λόγο να υποφέρει την ενόχληση να βρεθεί στη συντροφιά εκείνων που δεν τον ήθελαν. Το μόνο που ήθελε πραγματικά ήταν ένας χορός με την Κάθριν. Και τώρα θα τον είχε. «Περίμενες στο σκοτάδι» –κοίταξε γύρω από τη γωνία– «παρακολουθώντας από το παράθυρο σαν ηδονοβλεψίας;» «Δεν είναι τόσο κακό όσο το λες. Απλώς περίμενα να εμφανιστείς και η υπομονή μου ανταμείφθηκε». Παίρνοντας το χέρι της την τράβηξε πιο κοντά. «Χόρεψε μαζί μου». «Θεέ μου, είσαι δειλός». Ίσως να τον χαστούκιζε. Άφησε το χέρι της. «Μη γίνεσαι γελοία». «Μπες από την μπροστινή πόρτα. Χόρεψε μαζί μου στην πίστα. Παρακολούθησε αυτόν τον χορό σαν κύριος». «Έχω παρακολουθήσει έναν καταραμένο χορό σαν κύριος!» μούγκρισε. «Ξέρω τι σκέφτονται για μένα. Είδα τον τρόπο που όλοι με κοιτούσαν… εκτός από σένα. Νομίζουν ότι θα κλέψω τις ψυχές τους και τα παιδιά τους». «Επειδή δεν σε ξέρουν. Δεν τους έδωσες την ευκαιρία να έρθουν να σε γνωρίσουν. Τολμώ να πω ότι όλα όσα γνωρίζουν για εσένα είναι ότι παίρνεις τα χρήματά τους στη χαρτοπαικτική λέσχη του Ντότζερ. Φυσικά, τα κουτσομπολιά, η κερδοσκοπία και η αμηχανία σε χαρακτηρίζουν. Το παρελθόν σου εγγυούνταν ότι θα ήταν κάπως έτσι. Εφόσον δειλιάζεις, εφόσον κρύβεσαι και τρέχεις…» «Δεν είμαι δειλός», ξέσπασε. Σήκωσε το κεφάλι της. «Τότε απόδειξέ το. Ή χρειάζεσαι τη Φράνι στο πλευρό σου; Αυτό περιμένεις; Να έχεις μια γυναίκα αρκετά δυνατή ώστε να στέκεται δίπλα σου, ώστε να είσαι αρκετά ισχυρός για να βγεις από τις σκιές; Πιστεύεις ότι θα είναι πιο εύκολο; Θα την οδηγούσες ελαφρά τη καρδία στο κλουβί των λεόντων χωρίς να βεβαιωθείς πρώτα ότι είναι ασφαλές κάτι τέτοιο;» «Δεν ξέρεις τίποτα για αυτό, για το τι θα κάνω ή δεν θα κάνω». Τύλιξε το χέρι της –το χέρι που πιθανώς έσωσε τη ζωή του– γύρω από το δικό του, προσφέροντας άνεση, υποστήριξη. Εκείνος το τράβηξε. Δεν ήθελε τη συμπάθειά της, δεν ήθελε την κατανόησή της. Δεν ήξερε καν πια γιατί ήταν εκεί. «Είναι σαν να πίνεις ουίσκι», είπε ήσυχα. «Η πρώτη γουλιά είναι πικρή, η


δεύτερη όχι τόσο. Και τελικά, φτάνεις στο σημείο να αντέχεις τη γεύση». «Μπορείς να πιεις ουίσκι στην ιδιωτικότητα του σπιτιού σου. Επίτρεψέ μου να χορέψω μαζί σου εδώ στην ιδιωτικότητα του κήπου». Τον κοίταξε για μια στιγμή ενώ η μουσική σώπασε και μια άλλη μελωδία τελικά άρχισε να βγαίνει στον κήπο. «Πολύ καλά. Αν έτσι θέλεις να γίνει», είπε εκείνη απαλά. Και είδε στα μάτια της, άκουσε στη φωνή της, την απογοήτευση ότι θα επέλεγε τον ευκολότερο δρόμο. «Ακόμα κι αν έκανα την εμφάνισή μου, δεν θα μπορούσα να χορέψω μαζί σου». «Και γιατί όχι;» «Η φήμη σου θα καταστρεφόταν». «Ίσως στην αρχή, αλλά μόλις σε γνώριζαν καλύτερα, τολμώ να πω ότι θα με έβλεπαν με μεγάλο δέος, ως οραματίστρια». «Έχεις υπερβολική εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να τους κερδίσω». «Ακριβώς». Άγγιξε με το γαντοφορεμένο χέρι της το μάγουλό του. «Εμένα με κέρδισες». Κράτησε το βλέμμα της για ένα ακόμα δευτερόλεπτο προτού αρχίσει να τρέμει, σαν να είχε αποκαλύψει πάρα πολλά. «Ανάθεμά σε», μουρμούρισε. Στη συνέχεια γύρισε και έφυγε. Πώς τολμούσε να τον προκαλεί; Πώς τολμούσε… Πώς τολμούσε να τον κάνει να λυπάται που δεν ήταν καλύτερος άνθρωπος. Όταν επέστρεψε στην αίθουσα χορού, η Κάθριν συνειδητοποίησε ότι τον είχε πιέσει πάρα πολύ σκληρά και με αυτή την πίεση τον έσπρωξε μακριά. Θα έπρεπε να είχε δεχθεί τον χορό στον κήπο – με χαρά, με ευγνωμοσύνη, αλλά ήταν κουρασμένη απ’ όλα όσα τον αφορούσαν και γίνονταν στο σκοτάδι. Σαν να ήταν ντροπή η σχέση τους. Ακόμα και η συνάντησή τους στο Κρίσταλ Πάλας ήταν γεμάτη με τις απάτες του. Είχαν προσποιηθεί ότι δεν ήταν παρά απλοί γνωστοί. Ακόμα χειρότερα, αισθανόταν ανόητη γιατί συνέχιζε να τον καλεί σε εκδηλώσεις που δεν είχε καμία πρόθεση να παρευρεθεί. Ακόμα και τώρα, γνωρίζοντας ότι δεν είχε εμφανιστεί, εξακολουθούσε να ελπίζει… «Λούσιαν Λάνγκτον, κόμης του Κλέιμπουρν!» Η ανακοίνωση αντήχησε στο δωμάτιο, όπως ένα κουδούνι θανάτου. Με την καρδιά της να χτυπάει ακατάπαυστα, η Κάθριν έριξε το βλέμμα της προς τα σκαλοπάτια.


Και ήταν εκεί, στεκόταν τόσο απίστευτα περήφανος, με μια περιφρόνηση χαραγμένη στη στάση του. «Ω Θεέ μου, τι κάνει εδώ;» ρώτησε η Γουίνι, ξαφνικά στην πλευρά της Κάθριν, κρατώντας το χέρι της. «Δεν του έστειλα πρόσκληση». «Του έστειλα εγώ». «Τι; Γιατί; Τι στα κομμάτια σκεφτόσουν;» «Ότι μου κινεί το ενδιαφέρον». Τον παρακολούθησε καθώς κατέβαινε τις σκάλες με έναν αλαζονικό αέρα που τώρα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα τέχνασμα. Μεγαλώνοντας, είχε διδαχθεί πώς να εξαπατά, πώς να κάνει κόλπα – αλλά δεν το έκανε μόνο για να κερδίζει αυτό που ήθελε. Τύλιγε με αυτό τον εαυτό του, σαν ένας προσεκτικά σχεδιασμένος μανδύας για να προστατεύει τον πυρήνα της ύπαρξής του. Είχε έρθει εδώ για να αποδείξει ότι δεν ήταν δειλός. Το πρόσωπό του ήταν μια μη αναγνώσιμη μάσκα, ακριβώς όπως ήταν την πρώτη νύχτα που είχε ρίξει τα μάτια της πάνω του. Περιφερόταν τώρα, όπως περιφερόταν και τότε. Προκαλούσε τον οποιονδήποτε να αντικρούσει το δικαίωμά του να είναι εκεί – και εκείνη γνώριζε τώρα ότι προκαλούσε αυτούς, γιατί αμφέβαλε τόσο πολύ για τη θέση του. Ήθελε –έπρεπε– να αποδεχτούν τη θέση του μεταξύ τους επειδή δεν ήταν σε θέση να τη δεχτεί ο ίδιος. Καθώς τον παρακολουθούσε, κεραυνοβολήθηκε από τη συνειδητοποίηση ότι κατά κάποιον τρόπο, αναπάντεχα, είχε φτάσει στο σημείο να ενδιαφερθεί βαθιά για αυτόν τον άντρα. Ότι δεν ήθελε να τον δει πληγωμένο. Ότι δεν ήθελε να χάσει το τελευταίο κομμάτι της ψυχής από το οποίο κρατιόταν. «Αφού τον κάλεσα, θα τον καλωσορίσω», δήλωσε η Κάθριν και πριν η Γουίνι φέρει αντιρρήσεις, άρχισε να περπατάει προς τον νέο φιλοξενούμενο. Η μουσική είχε σταματήσει με την ανακοίνωση και δεν είχε ξαναρχίσει. Καθώς ο Κλέιμπουρν μπήκε στο δωμάτιο, οι άνθρωποι πισωπατούσαν, σαν να περπατούσε ανάμεσά τους ένας λεπρός. Εκείνη ήξερε ότι ο Κλέιμπουρν έπρεπε να γνωρίζει τις αντιδράσεις, τα χαμηλά βλέμματα, τον φόβο, την απογοήτευση. Και όμως, εκείνος δεν υποχώρησε. Πήγε προς τα εμπρός με την κομψότητα ενός βασιλιά, τόσο πιο άξιος σεβασμού από εκείνους που τον περιέβαλαν. Όταν βρέθηκε αρκετά κοντά, εκείνος σταμάτησε. Αν δεν τον γνώριζε τόσο καλά, δεν θα είχε καταλάβει τι του κόστιζε αυτή τη στιγμή. Σχεδόν κάθε ουγκιά της υπερηφάνειας του. Δεν ήταν ένας άντρας που υπέκυπτε και όμως για χάρη της σχεδόν το είχε κάνει.


Εκείνη υποκλίθηκε. «Άρχοντα Κλέιμπουρν, είμαστε τόσο ευτυχείς που μπορέσατε να μας συντροφεύσετε απόψε». Εκείνος έσκυψε ελαφρά. «Λαίδη Κάθριν, είναι τιμή μου που με προσκαλέσατε». «Η κάρτα μου για τον χορό είναι για τώρα κενή, αλλά δεν συνηθίζεται μια κυρία να ζητάει από έναν κύριο να χορέψει». «Ένας δειλός μπορεί να μην το ζητήσει από τον φόβο ότι μπορεί να απορριφθεί». «Αλλά εσείς δεν είστε δειλός, άρχοντά μου». Παρακολούθησε τον λαιμό του να κινείται καθώς κατάπινε. «Θα με τιμήσετε με έναν χορό;» «Η τιμή, άρχοντά μου, είναι δική μου». Έτεινε το χέρι προς το μέρος του και καθώς το πήρε, εκείνη έκανε σινιάλο στην ορχήστρα. Οι ήχοι ενός βαλς άρχισαν να γεμίζουν το δωμάτιο. «Ελπίζω ότι δεν θα χορεύουμε μόνοι», μουρμούρισε. «Δεν με πειράζει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Με νοιάζει μόνο ότι χορεύω μαζί σου». Τότε την πήρε στην αγκαλιά του και ήταν όπως φανταζόταν ότι θα ήταν. Ήξερε τη δύναμή του καθώς την κρατούσε, τη ζεστασιά στα μάτια του καθώς την κοιτούσε. Πολύ αργά, πολύ προσεκτικά, οι άλλοι άρχισαν να τους συντροφεύουν στην πίστα. Η Κάθριν υποψιάστηκε ότι αγωνίζονταν να έρθουν κοντά έτσι ώστε να κρυφακούσουν ό,τι συζητούσε ο σκανδαλώδης κόμης Διάβολος και η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι. «Τα κουτσομπολιά για εμάς θα κάνουν τον γύρο της πόλης αύριο», είπε εκείνος ήσυχα. «Υποψιάζομαι ότι θα αρχίσουν από απόψε». «Και δεν σε ενδιαφέρει». «Ούτε στο ελάχιστο. Ήθελα να χορέψω μαζί σου από τον πρώτο χορό που σε είδα να παίρνεις μέρος». «Φαινόσουν τόσο νέα και αθώα εκείνη τη νύχτα, ντυμένη στα λευκά. Ποιος θα σκεφτόταν ότι ήσουν τόσο διάβολος;» Δεν ήταν σίγουρη αν προσπάθησε να την κολακέψει ή να την προσβάλει, αλλά δεν είχε σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι θυμόταν τόσο πολλές λεπτομέρειες για εκείνη τη νύχτα όσες και εκείνη. «Θυμάσαι τι φορούσα;» «Θυμάμαι τα πάντα για εσένα από εκείνο το βράδυ. Φορούσες ροζ κορδέλες στα μαλλιά σου και μαργαριτάρια στον λαιμό σου».


«Τα μαργαριτάρια ήταν της μητέρας μου». «Στεκόσουν ανάμεσα σε μια παρέα κοριτσιών και δεν ξεχώριζες εξαιτίας της ομορφιάς σου –η οποία υπερέβαινε κατά πολύ τη δική τους–, αλλά λόγω της άρνησής σου να τραβήξεις το βλέμμα. Κανείς δεν με προκάλεσε ποτέ όπως εσύ, Κάθριν». «Κανείς δεν μου προκάλεσε το ενδιαφέρον ποτέ όπως εσύ, άρχοντά μου». Φοβήθηκε ότι τα όρια του φλερτ είχαν ξεπεραστεί κατά πολύ. Οι τελευταίοι ήχοι της μουσικής βυθίστηκαν σε σιωπή. Η Κάθριν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έχω ζεσταθεί αρκετά. Θα είσαι τόσο ευγενικός ώστε να με συνοδεύσεις στη βεράντα όπου ο αέρας είναι πιο δροσερός;» «Αν το θέλεις». Τοποθέτησε το χέρι της γύρω από το δικό του και περπάτησε μέσα στο δωμάτιο, κρατώντας το κεφάλι ψηλά, συναντώντας βλέμματα που απομακρύνθηκαν γρήγορα, παρακολουθώντας τη φήμη της να καταστρέφεται αμετάκλητα. Ο πατέρας της δεν θα το μάθαινε ποτέ, αλλά αν –όταν– ο αδελφός της επέστρεφε, θα ήταν εξαγριωμένος. Θα αντιμετώπιζε τις επιπτώσεις όταν έρχονταν. Μόλις βγήκαν έξω, οδήγησε τον Κλέιμπουρν στη γωνία της βεράντας, όπου μπορούσαν να βρουν μια κάποια ιδιωτικότητα, αλλά ήταν ακόμα ορατοί. Η φήμη της ήταν σε αμφισβήτηση, αλλά εξακολουθούσε να κρατάει όποια ξεφτισμένα νήματα μπορούσε. «Αποφάσισα να σε απαλλάξω από εκείνον που σου έλεγα. Αλλά είμαι αποφασισμένη να μεγιστοποιήσω τις προσπάθειές μου για να πείσω τη Φράνι ότι ανήκει δίπλα σου και θα είναι άνετα. Είμαι πεπεισμένη ότι δεν χρειάζεται τόσο πολύ να διδαχθεί, αλλά μάλλον ότι πρέπει απλώς να γίνει δεκτή, γι’ αυτό σκοπεύω να αλλάξω στρατηγική και να τη φέρω σε αυτόν τον κόσμο, αργά αλλά με μεγαλύτερη επιτυχία». «Θα κρατήσεις το μέρος της συμφωνίας χωρίς να κρατήσω το δικό μου;» «Όπως ξέρεις, αισθάνομαι ότι τις τελευταίες εβδομάδες έχουμε γίνει… φίλοι κατά κάποιον τρόπο και θα ήθελα να σε βοηθήσω στην προσπάθειά σου για μια σύζυγο – λόγω φιλίας». Ανεξάρτητα από το κόστος για εκείνη, το οποίο θα ήταν υψηλό. Σκέφτηκε ότι ποτέ δεν θα ενδιαφερόταν για κάποιον άλλο όπως ενδιαφερόταν για τον Κλέιμπουρν, ότι ποτέ δεν θα σεβόταν κάποιον όπως σεβόταν εκείνον, ότι ποτέ δεν θα ήταν τόσο γοητευμένη, τόσο εντυπωσιασμένη από άντρα όσο ήταν από αυτόν. Αλλά η καρδιά του είχε δοθεί αλλού, ενώ η δική της φοβόταν ότι είχε δοθεί σε εκείνον.


«Αυτό είναι εξαιρετικά γενναιόδωρο εκ μέρους σου. Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω». «Δεν είναι τίποτα. Όπως σημείωσες τόσο επιδέξια το βράδυ που κλείσαμε τη συμφωνία μας, δεν κάνω τίποτε άλλο παρά να της διδάσκω τον σωστό τρόπο να φιλοξενήσει ένα απογευματινό τσάι». «Αντιθέτως, αποκτά εμπιστοσύνη κάτω από την κηδεμονία σου που της έλειπε πριν. Φοβάμαι σχεδόν ότι θα γίνει τόσο σκληρή όσο εσύ». «Θέλεις πραγματικά μια μαλθακή γυναίκα; Θα βαριόσουν γρήγορα». «Νομίζεις ότι ξέρεις τι θέλω από μια γυναίκα;» «Πιστεύω ότι γνωρίζω τι αξίζεις από μια γυναίκα. Όπως αποδείχθηκε απόψε, εμπόδια μένουν να ξεπεραστούν, αλλά δεν αμφιβάλλω ότι θα τα ξεπεράσεις». «Μου θυμίζεις τον γερο-άρχοντα. Ποτέ δεν αμφέβαλε. Ποτέ δεν κατάλαβα τι είδε σε εμένα». «Είδε τον εγγονό του».


Κεφάλαιο 16 Είδε τον εγγονό του. Ο Λουκ σκεφτόταν αυτά τα λόγια, καθώς η άμαξά του χτυπούσε πάνω στους πλακόστρωτους δρόμους. Είχε περιπλανηθεί χωρίς νόημα στο Λονδίνο για περισσότερο από δύο ώρες, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά. Είχε φύγει από τον χορό λίγο μετά αφότου η Κάθριν και εκείνος είχαν επιστρέψει στην αίθουσα χορού. Δεν είχε κανέναν λόγο να μείνει. Υποψιάστηκε ότι καμία άλλη κυρία δεν θα χόρευε μαζί του, αλλά περισσότερο από αυτό δεν είχε καμία επιθυμία να χορέψει με οποιαδήποτε άλλη εκτός από την Κάθριν. Και δεν θα διακινδύνευε περαιτέρω τη φήμη της χορεύοντας ένα δεύτερο βαλς. Το είχε ήδη κάνει με έναν χορό και μια βόλτα γύρω από τον κήπο. Γιατί ήταν διατεθειμένη να διακινδυνεύσει τόσο πολλά απλώς για να δει ότι έγινε δεκτός; Φιλία; Ο Θεός ήξερε ότι είχε διακινδυνεύσει τα πάντα –συμπεριλαμβανομένης και της ζωής του– για τους φίλους του. Δεν είχαν διακινδυνεύσει τίποτα λιγότερο και εκείνοι για αυτόν. Αλλά η Κάθριν – τι θα κέρδιζε; Αν περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί της, κανένας αξιοπρεπής άντρας δεν θα την παντρευόταν. Απόψε εκείνη απομακρύνθηκε από τον σκοπό της συμφωνίας τους. Για κάποιον λόγο, αποφάσισε ότι ο τύπος δεν άξιζε να σκοτωθεί. Ο Λουκ υπέθεσε ότι θα έπρεπε να είναι ευγνώμων που δεν την είχε πάρει στα σοβαρά εκείνη την πρώτη νύχτα και δεν σκότωσε τον άντρα. Ωστόσο, είχε ενοχληθεί από την αλλαγή της. Δεν ήταν καμιά ανόητη κοπελίτσα και δεν ήταν σίγουρα υποχείριο κανενός. Αν πίστευε ότι κάποιος έπρεπε να σκοτωθεί, πιθανότατα έπρεπε. Και εξακολουθούσε να υπάρχει το θέμα του ανθρώπου που την ακολουθούσε. Έπρεπε να μιλήσει με τον Τζιμ, αλλά πρώτα ήθελε να δει τη Φράνι. Η άμαξα σταμάτησε έξω από του Ντότζερ και ο Λουκ κατέβηκε. Πήγε από την μπροστινή πόρτα. Καμιά ένταση δεν υπήρχε εδώ όπως στου Άβενταλ. Αλλά αυτό ήταν το σπίτι του, εδώ ανήκε. Ο Τζακ τον πλησίασε. «Λουκ…» Ο Λουκ ύψωσε το χέρι του. «Όχι τώρα». Είχε έναν σκοπό. Άνοιξε την πόρτα των πίσω δωματίων και κατέβηκε από τον διάδρομο στον χώρο όπου ήξερε ότι θα έβρισκε τη Φράνι. Δούλευε σκληρά στα


βιβλία της. Μπήκε από την πόρτα. Εκείνη κοίταξε ψηλά και του χαμογέλασε. Όπως πάντα, το χαμόγελό της τον ζέστανε όπως τίποτε άλλο. «Δεν είσαι λίγο φανταχτερά ντυμένος;» «Παρακολούθησα έναν χορό που φιλοξένησε η δούκισσα του Άβενταλ», είπε. «Δεν νομίζω ότι είσαι από αυτούς που θα παρακολουθούσε ό,τι είχε να κάνει με την αριστοκρατία». «Νόμιζα ότι ήταν καιρός πλέον να αρχίσω να ανοίγω τον δρόμο για μας». Κοίταξε τα βιβλία. «Θα πηγαίνουμε λοιπόν σε χορούς;» «Νομίζω ότι θα τους απολαύσεις. Υπάρχει ευθυμία και υπέροχα φορέματα. Φαγητό, ποτό και άνθρωποι». «Ναι, πολλοί άνθρωποι που δεν θα ξέρω». «Θα τους γνωρίσεις. Και το καλύτερο από όλα, θα χορεύουμε». Περπάτησε στο δωμάτιο και άπλωσε το χέρι του. «Χόρεψε μαζί μου τώρα». Σήκωσε το κεφάλι της. «Είσαι παλαβός;» «Πιθανώς. Αλλά θέλω απεγνωσμένα να χορέψω μαζί σου». «Μα, δεν υπάρχει μουσική…» «Μπορώ να μουρμουρίζω». Τι του συνέβαινε; Γιατί αυτή η ανάγκη να χορέψει μαζί της ήταν τόσο δυνατή; Γελώντας γλυκά, σηκώθηκε. «Πολύ καλά». Ήρθε γύρω από το γραφείο της. «Όπως θυμάμαι, υποτίθεται ότι θα σταθώ πάνω στα δάχτυλα των ποδιών σου». Γέλασε. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο γερο-άρχοντας χόρευε μαζί της. Είχε δει ότι έκαναν μαθήματα, πολλά μαθήματα. Γιατί η Φράνι αισθανόταν ότι χρειαζόταν περισσότερα τώρα; Σίγουρα δεν είχε ξεχάσει όλα όσα είχε διδαχθεί. «Οι κινήσεις είναι ίδιες, αλλά κρατάς τα πόδια σου στο πάτωμα». Έβαλε ένα από τα χέρια της στον ώμο του, πήρε το άλλο στο δικό του, τοποθέτησε το ελεύθερο χέρι του στη μέση της. Άρχισε να μουρμουρίζει τη μουσική που έπαιζε ενώ χόρευε με την Κάθριν. Και μετακινούσε τη Φράνι στον ρυθμό του φρικιαστικού μουρμουρητού του. Ο χώρος ήταν μικρός. Δεν μπορούσε να τη στροβιλίσει, αλλά ήταν αρκετό. Με τη Φράνι στην αγκαλιά του, το σώμα του δεν σφιγγόταν, στο μυαλό του δεν έρχονταν σαρκικές εικόνες. Είπε στον εαυτό του ότι ήταν επειδή όταν την κοιτούσε, το μόνο που έβλεπε ήταν κουμπιά και ύφασμα. Όταν κοιτούσε την Κάθριν, αναδυόταν ένα εντελώς διαφορετικό πορτρέτο. Έβλεπε καθαρά τα αφράτα στήθη της, την απαλή κλίση του λαιμού της. Την έβλεπε να χαμογελάει. Η χαρά αντανακλούσε στα γαλάζια μάτια της. Σταμάτησε να χορεύει και πολύ χαλαρά τράβηξε τη Φράνι πιο κοντά. Κράτησε


το πιγούνι της σαν να ήταν φτιαγμένο από την καλύτερη πορσελάνη, σαν να υπήρχε πιθανότητα να σπάσει τόσο εύκολα. Παρακολούθησε καθώς τα μάτια της διευρύνθηκαν ελαφρά, καθώς η γλώσσα της έσπευσε να γλείψει το κάτω χείλος της. Ένιωσε ένα ευχάριστο τρέμουλο χαμηλά στην κοιλιά του. Κατέβασε το κεφάλι του, τα μάτια της έκλεισαν και αυτός, πολύ απαλά, ακούμπησε τα χείλη του πάνω στα δικά της, πριν τραβηχτεί πάλι πίσω. «Ορίστε, αυτό δεν ήταν τόσο άσχημο, ε;» ρώτησε. Ούτε ήταν και ιδιαίτερα ικανοποιητικό, αλλά αυτό θα ερχόταν με τον καιρό, καθώς εκείνη θα εξοικειωνόταν περισσότερο με τη φύση των αντρών. Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, καθόλου». «Σε λατρεύω». «Το ξέρω». Χάιδεψε με τον αντίχειρά του το κάτω χείλος της. Θα έπρεπε να θέλει να ξαναπλησιάσει για ένα ακόμα φιλί. Μόνο ο Θεός ήξερε ότι ποτέ δεν θα του φαινόταν ότι είχε αρκετή γεύση από την Κάθριν. Και όμως αυτό που μοιραζόταν εκείνος και η Φράνι φαινόταν αρκετά… επαρκές. Επαρκές. Όχι παθιασμένο, όχι φλογερό, καθόλου αδηφάγο. Πολιτισμένο. Όχι βάρβαρο, όχι κτηνώδες, όχι ατίθασο. Καθωσπρέπει. Όχι σκανδαλώδες, όχι άξιο να συζητηθεί, όχι ντροπιαστικό. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Φράνι. Και συνειδητοποίησε ότι σκοτείνιαζε, το φρύδι του στράβωσε τόσο βαθιά, που επρόκειτο να δώσει στον εαυτό του έναν ακόμη από τους φοβερούς πονοκεφάλους του. Κουνώντας το κεφάλι του, την απελευθέρωσε και έκανε ένα βήμα πίσω. «Τίποτα. Τίποτε απολύτως». Αλλά κάτι συνέβαινε, γιατί αμφισβήτησε την αγάπη του για τη Φράνι, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ. «Ήταν και η Κάθριν στον χορό;» ρώτησε η Φράνι. «Ήταν». «Χόρεψες μαζί της;» Γύρισε ελαφρώς. «Ναι». Γιατί αισθανόταν ένοχος; Δεν ήταν σαν να την έριξε στο κρεβάτι. Ήταν ένας αθώος χορός. Αλλά δεν φάνηκε αθώος. «Τι φορούσε;» «Τι φορούν όλες οι κυρίες. Ένα φόρεμα χορού». «Θα γινόσουν φριχτός συγγραφέας κοινωνικής ζωής». Η Φράνι επέστρεψε στην καρέκλα της πίσω από το γραφείο. «Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν όμορφη».


«Δεν θα στοιχηματίσω, καθώς πάντα φαίνεται όμορφη». «Γιατί δεν παντρεύτηκε νομίζεις;» «Επειδή είναι υπερβολικά ισχυρογνώμων, έχει θέληση, μιλάει πολύ. Ένας άντρας θέλει ηρεμία στο σπίτι του και μαζί της ένας άντρας δεν θα έβρισκε ποτέ γαλήνη». «Οπότε νομίζεις ότι ο γάμος μαζί μου θα είναι γαλήνιος;» «Το πιστεύω». «Και αυτό θέλεις; Γαλήνη;» «Θέλω ευχαρίστηση». «Με βρίσκεις βαρετή;» «Φυσικά και όχι». «Μερικές φορές αναρωτιέμαι, μερικές φορές φοβάμαι ότι είμαι. Κάθομαι εδώ με όλους αυτούς τους αριθμούς και φαίνονται τόσο βαρετοί». «Τίποτα πάνω σου δεν είναι βαρετό. Ανυπομονώ για τον χρόνο που θα περνάμε μαζί». Κάθισε στην καρέκλα απέναντί της. «Φαίνεται ότι λίγο έχει μείνει, τελικά». Σαν να χρειαζόταν να τονιστούν τα λόγια του, ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο Λουκ κοίταξε πάνω από τον ώμο του τον Τζιμ να στέκεται αβέβαια στην πόρτα. «Δεν ήθελα να διακόψω, αλλά ο Τζακ είπε ότι δεν μπόρεσε να τραβήξει την προσοχή σου νωρίτερα και έχω κάτι που νομίζω ότι μπορεί να σε ενδιαφέρει». «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Λουκ. «Ο άνθρωπος που ακολουθεί τη λαίδη Κάθριν». Η καρδιά του Λουκ χτύπησε δυνατά και οτιδήποτε άλλο ξαφνικά φάνηκε ασήμαντο. «Πού είναι;» Ο Τζιμ έριξε το κεφάλι του στο πλάι. «Στο γραφείο του Τζακ». Ο Λουκ βγήκε από το δωμάτιο. «Πώς τον βρήκες;» «Η λαίδη Κάθριν έτρεχε σαν τρελή το πρωί, φροντίζοντας τα πράγματα για τον χορό που φιλοξένησε απόψε». Ο Τζιμ μπήκε στο δωμάτιο και έδειξε έναν κακοποιημένο άντρα με σκούρα μαλλιά που καθόταν σε μια καρέκλα, παίζοντας με το γείσο του καπέλου του. «Ο κύριος Έβανς από εδώ δεν μπορούσε να την προλάβει». Ο μεγαλόσωμος υπάλληλος του Τζακ τον είχε προφανώς φυλάξει. Ένευσε μια φορά και αποχώρησε διακριτικά από το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. «Είναι τόσο συνεργάσιμος, αφού πέρασε λίγες ώρες στη στενή», εξήγησε ο Τζιμ.


«Κατάχρηση εξουσίας ήταν. Να με κλείσουν στην ψειρού χωρίς να έχω κάνει τίποτες». Ο Λουκ κάθισε στην άκρη του γραφείου του Τζακ, μελετώντας τον άντρα. «Ξέρεις ποιος είμαι;» «Ο Κλέιμπουρν», ξεστόμισε ο άντρας θαρρετά. «Ξέρεις ότι έχω σκοτώσει έναν άντρα;» «Και εγώ. Δεν είναι τόσο δύσκολο να το κάνεις». «Το θέμα, αγαπητέ συνάδελφε, είναι ότι νοιάζομαι για τη λαίδη Κάθριν και δεν μου αρέσουν κακοποιοί σαν του λόγου σου να την ακολουθείτε». «Ποτέ δεν την πείραξα». «Αυτός είναι και ο μόνος λόγος για τον οποίο εξακολουθείς να αναπνέεις. Θέλω απαντήσεις και αν δεν τις πάρω, δεν θα είμαι τόσο ευγενής όσο η Σκότλαντ Γιαρντ. Έγινα σαφής;» Ο Έβανς κατάπιε και κούνησε το κεφάλι. Ήταν ένας νταής και οι νταήδες ήταν εύκολο να μπουν στη θέση τους. «Γιατί την ακολουθείς;» ρώτησε ο Λουκ. «Πληρώθηκα». «Από ποιον;» «Κάποιον φανταχτερό ευγενή». «Ποιος;» «Δεν ξέρω το όνομά του. Μας προσέλαβε ένα μάτσο». «Σας προσέλαβε ένα μάτσο για να κάνετε τι;» Αυτός σήκωσε τους ώμους με τρόπο, σαν να ήθελε να αποφύγει ένα χτύπημα. «Να ακολουθούμε κόσμο». «Έλα, φίλε», είπε ο Τζιμ με φωνή που ξεχείλιζε εξουσία. «Πες στην εξοχότητά του τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να σου κάνει τις ερωτήσεις». «Ποιους ανθρώπους ακριβώς ακολουθούσατε;» ρώτησε ο Λουκ. «Τη λαίδη Κάθριν, όπως είπα και στον μάγκα» –και έδειξε τον Τζιμ– «μια δούκισσα και εσένα». «Ποια δούκισσα παρακολουθούσατε;» «Δεν ξεύρω. Δεν την έχω ακολουθήσει. Ο φίλος μου την ακολούθησε αυτήνε. Ξέρω ότι είναι η γυναίκα του μάγκα. Νόμιζε ότι σκάρωνε κάτι κακό». «Γιατί σε έβαλε να ακολουθήσεις τη λαίδη Κάθριν;» «Δεν ξεύρω. Απλά ήθελε να μάθει πού πήγαινε, ποιον συναντούσε, τι έκανε. Έτσι του έλεγα. Συνήθως βαρετά πράγματα, ψώνια και τα τοιαύτα». «Ορίστε, είδες;» ρώτησε ο Τζιμ. «Δεν είμαι ο μόνος που νομίζει ότι είναι βαρετή».


Ο Λουκ γύρισε το κεφάλι και κοίταξε τον Τζιμ. Ο Τζιμ σήκωσε τα χέρια του σαν να παραδίνεται. «Συγγνώμη. Ένιωσα όμως την ανάγκη να το επισημάνω». Ο Λουκ έστρεψε την προσοχή του πίσω στον Έβανς. «Είσαι ένας από αυτούς τους κακοποιούς που μου επιτέθηκαν τις προάλλες;» Το καπέλο του άντρα σχεδόν εξαφανίστηκε στα μεγάλα χέρια του σφίγγοντάς το δυνατά. Ήταν αρκετή απάντηση για τον Λουκ. «Υποτίθεται ότι θα με σκότωνες;» Ο Έβανς έκανε ένα γρήγορο νεύμα. «Και τη λαίδη Κάθριν;» Το κεφάλι του Έβανς σηκώθηκε και τα μάτια του άνοιξαν. «Όχι, ορκίζομαι. Δεν ήξερα ότι ήταν εκεί μέχρι που βγήκε από την άμαξα. Δεν την είχα ακολουθήσει τη νύχτα, επειδή είναι κυρία και τα τοιαύτα. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ήδη στο κρεβάτι». «Το είπες στον εργοδότη σου;» Ο Έβανς κούνησε γρήγορα το κεφάλι του. «E ήταν ήδη τρελαμένος που δεν κάναμε τη δουλειά σωστά. Δεν ήθελα να βάλω και άλλο πρόβλημα στο κεφάλι μου». «Πού τον συναντούσες;» «Πουθενά συγκεκριμένα. Πάντα μας έβρισκε εκείνος». «Και δεν ξέρεις ποιος είναι;» «Λυπάμαι, φίλε». «Ναι, βάζω στοίχημα ότι λυπάσαι». Ο Λουκ σκέφτηκε τι είχε μάθει. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Κάτι έλειπε. Γιατί να ακολουθήσει μια δούκισσα; Και ποια δούκισσα; «Τη δούκισσα που ακολουθούσατε – την είδατε ποτέ με τη λαίδη Κάθριν;» «Σχεδόν κάθε μέρα. Ήταν πιο δεμένες από δύο μπιζέλια σε ένα φασόλι». «Δεν νόμιζες ότι άξιζε να το αναφέρεις;» Ο άντρας σήκωσε τους ώμους. «Αν ήταν μαζί, τότε μόνο ένας από εσάς θα έπρεπε να τις ακολουθεί, αλλά δύο από σας ακόμα πληρωνόσασταν, έτσι;» ρώτησε ο Τζιμ. Ο Έβανς αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι σαν να ήταν παιδί που είχε πιαστεί με ένα μπισκότο. Αλλά ο Λουκ είχε περισσότερες ανησυχίες στο μυαλό του. Σηκώθηκε από το γραφείο, περπάτησε προς τον Τζιμ και είπε με χαμηλή φωνή: «Η Κάθριν ξοδεύει πολύ χρόνο με τη δούκισσα του Άβενταλ. Την έχεις δει συντροφιά με κάποια άλλη δούκισσα;». Ο Τζιμ κούνησε το κεφάλι του. «Αν είχα, θα σου το είχα πει ήδη».


«Δεν βγάζει νόημα. Γιατί ο Άβενταλ…» Η πόρτα άνοιξε και ο Τζακ μπήκε μέσα και έτεινε ένα κομμάτι χαρτί. «Αυτό μόλις ήρθε για σένα». Ο Λουκ το πήρε. Η σφραγίδα ήταν σπασμένη. «Το κοίταξες», του είπε άγρια. «Ήθελα να μάθω αν ήταν τόσο επείγον όσο ισχυριζόταν ο άνθρωπος που το παρέδωσε». Ο Λουκ τον κοίταξε και στη συνέχεια ξεδίπλωσε το σημείωμα. Το στομάχι του σφίχτηκε. Σε χρειάζομαι στου Άβενταλ. Φέρε τον δρ Γκρέιβς. Γρήγορα. Κ Ο Λουκ άφησε τον Τζιμ να προσέχει τον Έβανς και κατευθύνθηκε προς του Άβενταλ, με μια γρήγορη στάση στο σπίτι του Μπιλ για να τον ειδοποιήσει ότι χρειάζονταν τις υπηρεσίες του. Ο Μπιλ είχε έρθει με τη δική του άμαξα, οπότε δεν θα εξαρτιόταν από τον Λουκ για τη μεταφορά. Και η Φράνι είχε έρθει μαζί. Ο Λουκ δεν ήξερε τι να περιμένει, αλλά φοβόταν το χειρότερο. Είχε σχεδόν πέσει στα γόνατά του με ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν η δούκισσα και όχι η Κάθριν που χρειαζόταν τις υπηρεσίες του Μπιλ. Τώρα ο Λουκ καθόταν σε έναν πάγκο δίπλα στην Κάθριν, έξω από την κρεβατοκάμαρα της δούκισσας του Άβενταλ. Είχε ρίξει μόνο μια ματιά προτού ο Μπιλ τους διώξει όλους, εκτός από τη Φράνι, από το δωμάτιο. Αν ο Λουκ δεν ήξερε ποια ήταν λόγω της ανησυχίας της Κάθριν γι’ αυτή, δεν θα την είχε ποτέ αναγνωρίσει ως τη δούκισσα. «Το όνομα που θα μου έδινες τελικά, αν δεν είχες αλλάξει γνώμη το απόγευμα, θα ανήκε στον Άβενταλ;» ρώτησε ήσυχα. Με δάκρυα στα μάτια της η Κάθριν ένευσε καταφατικά. «Υποθέτω ότι δεν είναι η πρώτη φορά που γρονθοκόπησε τη γυναίκα του». Αφού τη χτύπησε έφυγε, χωρίς αμφιβολία, για του Ντότζερ. Η Κάθριν κούνησε το κεφάλι της. «Αλλά είναι το χειρότερο. Και είναι δικό μου λάθος. Ήταν δυσαρεστημένος που ήσουν στο σπίτι του. Θα έπρεπε να το γνωρίζω καλύτερα. Είναι ένα τόσο χειραγωγικό κτήνος. Η Γουίνι πρέπει να λογοδοτεί για κάθε λεπτό κάθε μέρα. Και το όνομά σου δεν ήταν στον κατάλογο των προσκεκλημένων, αλλά ήθελα να χορέψω μαζί σου σε εκείνο το πάτωμα της αίθουσας χορού. Πόσο ηλίθιο και εγωιστικό. Θα έπρεπε να είχα πει ψέματα και να σου έλεγα ότι είχε πάρει την αγνότητά μου και τότε αυτό το θέμα θα είχε


τελειώσει». «Δεν είναι εύκολο να ζεις με ένα ψέμα, Κάθριν». Ήξερε καλά την αλήθεια. «Πιστεύεις ότι είναι εύκολο να γνωρίζεις ότι είσαι υπεύθυνος για τον θάνατο της φίλης σου;» «Δεν είναι ακόμα νεκρή. Μην την εγκαταλείπεις τόσο εύκολα. Ο Μπιλ είναι πολύ καλός σε αυτό που κάνει». «Δύο από τις συζύγους του Άβενταλ έχουν πεθάνει. Ποτέ δεν θα συγχωρήσω τον εαυτό μου αν πάθει το ίδιο η Γουίνι. Επειδή ήμουν δειλή και περίμενα. Όσο αποζητούσα να γίνει η πράξη, άρχισα να ανησυχώ για το πώς θα ένιωθα μετά, πώς θα ζούσα με τον εαυτό μου. Και τώρα κοίταξε τι συνέβη σε εκείνη». «Κάθριν, δεν είναι δικό σου λάθος». «Είναι. Όπως σου εξήγησα». «Τι έκανες, γλυκιά μου; Έστειλες μια πρόσκληση σε ένα άτομο που δεν περίμενε. Σκότωσα έναν άντρα και κανείς δεν άπλωσε χέρι πάνω μου». Έβαλε το χέρι του γύρω της τραβώντας τη κοντά του και τη φίλησε στο μέτωπο. «Η τιμωρία του δεν ταιριάζει στο έγκλημά σου». Η Κάθριν πήρε τέτοια ανακούφιση από την εγγύτητα του Κλέιμπουρν. Από τη στιγμή που η υπηρέτρια της Γουίνι είχε εμφανιστεί στην κατοικία της Κάθριν, η Κάθριν φοβήθηκε το χειρότερο και δεν δίστασε να στείλει μήνυμα στον Κλέιμπουρν πιο πολύ για τον εαυτό της παρά για τη Γουίνι. Ήξερε ότι θα μπορούσε να αντλήσει από τη δύναμή του. Ήξερε ότι θα έβρισκε ανακούφιση από την παρουσία του. «Πόσες μαχαιριές χρειάζονται για να σκοτώσουν ένα άτομο;» ρώτησε. «Μία αν το κάνεις σωστά. Αλλά χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι, το καθιστά πολύ προσωπικό, Κάθριν». «Ένα πιστόλι θα ήταν καλύτερο τότε». «Μόνο αν είσαι πολύ καλός σκοπευτής». Βγήκε από την αγκαλιά του και μάζεψε το θάρρος της. «Μπορείς να με διδάξεις να είμαι καλός σκοπευτής;» «Θα μπορούσα. Αλλά δεν βλέπω καμία ανάγκη. Θα φροντίσω εγώ αυτό το θέμα». Πήρε το χέρι της, έτριψε τον αντίχειρά του πάνω στις αρθρώσεις της και στη συνέχεια στο πίσω μέρος του χεριού της. Η αίσθηση τόσο όμορφη, τόσο τρυφερή, τόσο καθησυχαστική. «Νόμιζα ότι είσαι ένα κτήνος», είπε ήσυχα. «Μάλλον μοιάζω με τον Διάβολο, δεν νομίζεις;» Α ναι, ο κόμης Διάβολος. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που


τον σκέφτηκε με αυτόν τον τρόπο. «Γιατί σκότωσες εκείνον τον άντρα;» «Γιατί έβλαψε τη Φράνι». Η Κάθριν προσπάθησε να θυμηθεί πότε είχαν συμβεί όλα. «Θα ήταν παιδί τότε». «Πράγματι, ήταν και παρά τη ζωή που έκανε, μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ένα πολύ γλυκό και αθώο παιδί». «Έχεις σκοτώσει κάποιον άλλο;» Κούνησε αργά το κεφάλι του. «Αλλά θα σκοτώσεις τον Άβενταλ;» Έκανε ένα γρήγορο νεύμα. «Θα μπορέσεις να ζήσεις με αυτό;» Με τον αντίχειρά του σκούπισε τα δάκρυα από το μάγουλό της. «Αυτό θα το σκεφτώ εγώ». «Είπες ότι σου ζητούσα να εγκαταλείψεις το τελευταίο κομμάτι της ψυχής σου». «Έχει απομείνει μόνο ένα μικρό κομμάτι. Το να το δώσω δεν θα είναι κακό». Αλλά εκείνη φοβήθηκε ότι θα ήταν μια μεγάλη δυσκολία, ότι θα τον άλλαζε αμετάκλητα σε έναν άνθρωπο που δεν θα μπορούσε πλέον να αγαπά. Ω Θεέ μου, πότε τον είχε ερωτευτεί; Είχε υπάρξει μια συγκεκριμένη στιγμή ή ήταν απλώς πολλές μαζί; «Ήταν ευκολότερο για μένα να σου ζητήσω να το κάνεις προτού σε γνωρίσω», είπε. «Και είναι πιο εύκολο για μένα να το κάνω τώρα, επειδή σε ξέρω καλύτερα». Η πόρτα του υπνοδωματίου άνοιξε. Ένας σκυθρωπός δρ Γκρέιβς και η Φράνι βγήκαν έξω. Η Κάθριν σηκώθηκε περιμένοντας τα χειρότερα. «Θα ανακάμψει, αλλά θα χρειαστεί μεγάλη φροντίδα», δήλωσε ο δρ Γκρέιβς. «Έχει κακοποιηθεί άσχημα υπό πολλές έννοιες». Η Κάθριν ένευσε. Η Γουίνι συνειδητοποίησε για λίγο τον πόνο, το τι είχε υποφέρει, το κλάμα για τις φρικαλεότητες που ο σύζυγός της την είχε κάνει να υπομείνει: τη βίασε, τη χτύπησε, προσπαθώντας να σπάσει το ηθικό της. Φοβόταν ότι το τελευταίο το είχε επιτύχει. «Μπορώ να τη φροντίσω». Ο Κλέιμπουρν τους μάζεψε κοντά. «Μπορεί να μετακινηθεί;» Ο δρ Γκρέιβς άνοιξε διάπλατα τα μάτια του. «Όχι πολύ μακριά, επ’ ουδενί». «Δεν χρειάζεται να πάει μακριά». Ο Κλέιμπουρν αναστέναξε. «Ο Άβενταλ έχει βάλει να παρακολουθούν την Κάθριν. Είναι επίσης υπεύθυνος για την επίθεση που μας έγινε εκείνη τη νύχτα». «Τι;» ρώτησε η Κάθριν. «Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;»


«Ο Τζιμ έπιασε ένα από τα παλιοτόμαρα που προσέλαβε για να σε ακολουθούν. Συζητούσαμε το θέμα μαζί του όταν πήρα το μήνυμά σου. Ο Άβενταλ πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά όχι εδώ, όχι στο Λονδίνο, όπου μπορεί να έχει άκρες τις οποίες δεν γνωρίζω. Το σχέδιό μου είναι το εξής. Θα κάνουμε τους πάντες να πιστεύουν ότι μεταφέρουμε τη δούκισσα στην εξοχική κατοικία μου. Πρέπει να έρθεις μαζί μας, Κάθριν. Ο Άβενταλ θα έρθει πρώτα σε εσένα, ψάχνοντας για τη γυναίκα του». «Μα, ο πατέρας μου…» «Θα παρακολουθείται. Δεν θα πάθει τίποτα». Τον πίστευε, απόλυτα, χωρίς αμφιβολία. «Θα κάνουμε μια αλλαγή», συνέχισε, «πάρε τις κυρίες στο σπίτι σου, Μπιλ, όπου εσύ και η λαίδη Κάθριν θα μπορείτε να φροντίσετε τη δούκισσα. Εγώ θα πάω στο Χίδεργουντ. Ο Άβενταλ σίγουρα θα με ακολουθήσει εκεί αν αφήσουμε αρκετές ενδείξεις. Την κατάλληλη στιγμή θα θέσω το ζήτημα σε ισχύ». «Τι θα γίνει με τον Γουίτ;» ρώτησε η Κάθριν. Ο Γκρέιβς την κοίταξε. «Ποιος είναι ο Γουίτ;» «Ο κληρονόμος του Άβενταλ», απάντησε ο Κλέιμπουρν προτού προλάβει εκείνη να απαντήσει. «Θα πάρουμε το παιδί μαζί μας. Προτείνω να κινηθούμε γρήγορα. Μπιλ, μπορείς να με βοηθήσεις να ετοιμάσω τη δούκισσα για μεταφορά;» «Ναι, φυσικά». «Κάθριν, παίρνεις το παιδί», είπε ο Κλέιμπουρν. «Θυμηθείτε, θέλουμε να μοιάζει σαν να πηγαίνουμε όλοι στην εξοχή». Η Κάθριν ένευσε ενώ το μυαλό της έτρεχε. «Καλό κορίτσι», είπε λίγο προτού εξαφανιστεί γρήγορα στο υπνοδωμάτιο της Γουίνι με τον γιατρό. «Θα σε βοηθήσω να πάρεις το παιδί», είπε η Φράνι. «Πρέπει να λέμε δυνατά καθώς κινούμαστε μέσα στο σπίτι ότι θα πάμε στο Χίδεργουντ». Η Κάθριν άρπαξε το χέρι της. «Ο Κλέιμπουρν θα αντιμετωπίσει μόνος του τον Άβενταλ». «Έτσι φαίνεται, ναι». «Δεν μπορώ να τον αφήσω να πάει μόνος, Φράνι. Εγώ τον έμπλεξα σε αυτό το χάος». «Δεν πρόκειται να θέσει άλλους σε κίνδυνο. Δεν το συνηθίζει. Δεν θα σε αφήσει να πας μαζί του, αν αυτό σκέφτεσαι». «Δεν θα του δώσω επιλογή. Θα φροντίσεις τη Γουίνι για μένα;» «Κάθριν…»


«Πρέπει να τον φροντίσω, Φράνι. Δεν είμαι απειλή για σας. Ξέρω ότι κρατάς την καρδιά του, αλλά δεν μπορώ να αντέξω τη σκέψη να βρεθεί αντιμέτωπος με τον Άβενταλ μόνος του. Ξέρω ότι δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα, παρά μόνο να σταθώ δίπλα του, αλλά πρέπει να το κάνω. Καταλαβαίνεις;» «Σκέφτηκες τη φήμη σου εάν κάνεις τέτοια τρέλα; Αν ταξιδέψεις μόνη μαζί του;» «Ποιος θα ξέρει ότι θα πάω, θα πούμε ότι είμαι μαζί σου και με τη Γουίνι. Οι υπηρέτες του δεν θα γνωρίζουν ποια είμαι. Θα σκεφτούν ότι είμαι κάποια πόρνη. Το όνομά μου δεν χρειάζεται ποτέ να συσχετιστεί με αυτόν». Τεντώθηκε και έσφιξε το χέρι της Φράνι. «Θέλεις πραγματικά να το αντιμετωπίσει αυτό μόνος του;» Η Φράνι κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, είχα προγραμματίσει να πάω μαζί του, για την ακρίβεια. Αλλά έχεις δίκιο. Είσαι η καλύτερη επιλογή. Θα φροντίσω τη Γουίνι και θα φροντίσεις τον Λουκ». Έσφιξε το χέρι της Κάθριν τόσο δυνατά που η Κάθριν σχεδόν φώναξε. «Μην τον αφήσεις μόνο του, ειδικά τη νύχτα. Για κάποιον λόγο, δεν νιώθει καλά στο Χίδεργουντ. Ο Άβενταλ δεν θα είναι ο μόνος δαίμονας που θα αντιμετωπίσει». Η Κάθριν διέκρινε μια παρακίνηση στη φωνή της Φράνι, είδε κατανόηση στα μάτια της, που έδινε στην Κάθριν άδεια για κάτι πέρα από αυτό που συζητούσαν, αλλά προτού ζητήσει επιβεβαίωση, άκουσε να ανοίγει η πόρτα στο υπνοδωμάτιο. «Παίρνεις τον Γουίτ», είπε η Φράνι. «Θα πάω με τον Μπιλ στο σπίτι του ώστε όλα να είναι έτοιμα όταν ο Λουκ αισθανθεί ότι υπάρχει ασφάλεια». Η Κάθριν κούνησε το κεφάλι και κατέβηκε στον διάδρομο προς το παιδικό δωμάτιο. Υπήρχαν τόσο πολλά που έπρεπε να γίνουν και για να λειτουργήσει αυτό το σχέδιο, χρειαζόταν να πάρουν τα πάντα πριν ο Άβενταλ επιστρέψει στο σπίτι του. Τα πράγματα έγιναν με ταχείς ρυθμούς. Η Κάθριν βρήκε την υπηρέτρια της Γουίνι και της έδωσε εντολή να πακετάρει μια μικρή τσάντα ρούχων για τη δούκισσα, επειδή θα πήγαινε στο σπίτι του Κλέιμπουρν για να ανακάμψει. Στη συνέχεια, η Κάθριν έφτιαξε μια μικρότερη τσάντα για τον Γουίτ. Ενώ οι υπηρέτες έβαζαν τις τσάντες στην άμαξα του Κλέιμπουρν, ξύπνησαν τον Γουίτ και έφεραν το μικρό αγόρι έξω. Ο Κλέιμπουρν τη συνάντησε εκεί, φέρνοντας τη Γουίνι τυλιγμένη σε κουβέρτες. Τώρα κρατούσε τη Γουίνι στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να φτιάξει ένα πρόσθετο μαξιλάρι ασφαλείας ανάμεσα σε εκείνη και την κινούμενη άμαξα. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, η Γουίνι βογκούσε και ο Γουίτ κλαψούριζε.


Σταμάτησαν στην έπαυλη της Κάθριν και έβαλε ένα απλό φόρεμα, νυχτικιά και εσώρουχα σε μια τσάντα για τον εαυτό της. Έπειτα πήγε να δει τον πατέρα της. Ήταν ξύπνιος ή τουλάχιστον τα μάτια του ήταν ανοιχτά. «Η Γουίνι έχει χτυπηθεί. Πηγαίνει στην εξοχή για να αναρρώσει και πάω μαζί της. Μην ανησυχείς. Θα είμαι καλά. Και θα γυρίσω πίσω σε λίγες μέρες». Τον φίλησε στο μέτωπο. «Μη φύγεις ενώ θα λείπω». Είχε αφήσει οδηγίες για τη φροντίδα του στους υπηρέτες της – όχι ότι χρειάζονταν πραγματικά. Τον φρόντιζαν για περισσότερο από έναν χρόνο τώρα. Τώρα η Κάθριν γλίστρησε το δάχτυλό της κάτω από την κουρτίνα της άμαξας και κοίταξε έξω. Είδε κατοικίες με διαμερίσματα. «Πόσο βέβαιος είσαι για το σχέδιό σου;» «Όσο βέβαιος μπορώ να είμαι», είπε ο Κλέιμπουρν. Η άμαξα σταμάτησε απότομα. Η πόρτα άνοιξε. Ο δρ Γκρέιβς στεκόταν εκεί. Αφού ο Κλέιμπουρν μετέφερε τη Γουίνι στην αγκαλιά του, ο Γκρέιβς έφυγε. Στη συνέχεια, η Φράνι βγήκε στην πόρτα, τείνοντας το χέρι της στον Γουίτ. Ο Κλέιμπουρν γύρισε στο αγόρι. «Μη φοβάσαι. Θα φροντίσουν εσένα και τη μητέρα σου. Καταλαβαίνεις;» Το αγόρι ένευσε. «Μπράβο σου». Ο Κλέιμπουρν τον έφερε στην πόρτα όπου τον πήρε η Φράνι στην αγκαλιά της. Κοίταξε την Κάθριν, έκανε ένα δυσδιάκριτο νεύμα και απομακρύνθηκε. Και τότε ο οδηγός στάθηκε εκεί, κρατώντας το χέρι της Κάθριν. Πήρε μια βαθιά ανάσα, άφησε το χέρι του. «Έρχομαι μαζί σου». «Μην είσαι χαζή», είπε ο Κλέιμπουρν. Εκείνη τεντώθηκε, άρπαξε τη λαβή της πόρτας και τη χτύπησε κλείνοντάς τη – σχεδόν βγάζοντας τον οδηγό από τη διαδικασία. Κάθισε πίσω, με τα χέρια αρχικά διπλωμένα. «Δεν πρόκειται να σου επιτρέψω να τον αντιμετωπίσεις μόνος σου». «Θεέ μου, Κάθριν, δεν πρόκειται να είναι σε καλή διάθεση». «Δεν με νοιάζει». «Είναι πιθανόν να του κάνω πράγματα τα οποία δεν θα εγκρίνεις». «Πιστεύεις ειλικρινά, αφού είδα τι έκανε στη φίλη μου, ότι υπάρχει κάτι που θα μπορούσες να του κάνεις το οποίο δεν θα ενέκρινα;» «Η φήμη σου…» «Όλοι οι υπηρέτες πιστεύουν ότι η Γουίνι ταξιδεύει μαζί μας. Όσο για τους υπηρέτες στο εξοχικό σου, υποθέτω ότι θα είναι διακριτικοί. Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, ο Άβενταλ είναι ο μόνος που μπορεί να μας προκαλέσει κάποιο


πρόβλημα και υποθέτω ότι θα ασχοληθείς με αυτόν». «Θα έπρεπε να σε ρίξω πάνω στον ώμο μου…» «Και να φιλήσεις τα γυμνά καπούλια μου; Δεν με τρομάζεις, λόρδε Κλέιμπουρν. Δεν θα έβλαπτες μια γυναίκα αν η ζωή σου εξαρτιόταν από αυτή. Αντίθετα με τον Άβενταλ, που θα χτυπούσε τη σύζυγό του απλώς και μόνο επειδή δεν του άρεσε το χρώμα του φορέματός της. Δεν μένω πίσω». Εκείνος έβρισε έντονα, έκανε σήμα στον οδηγό του και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα η άμαξα κινήθηκε προς τα εμπρός. «Είσαι η πιο ενοχλητική γυναίκα που είχα ποτέ την ατυχία να γνωρίσω», μούγκρισε. Στη συνέχεια κινήθηκε, πήρε τα χέρια της και πίεσε το στόμα του στις γυμνές αρθρώσεις της. «Και η πιο θαρραλέα». «Αν ήμουν τόσο θαρραλέα, δεν θα σε είχα ποτέ εμπλέξει σε αυτό». Κινήθηκε μέχρις ότου κάθισε δίπλα της και την έβαλε να καθίσει κοντά του. «Δεν θα έπρεπε ποτέ να πέσει πάνω σου αυτό το θέμα εξαρχής». «Είναι η πιο αγαπημένη φίλη μου». «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διασώσουμε τη φήμη σου». «Με ενδιαφέρει μόνο να αντιμετωπιστεί ο Άβενταλ. Ποια είναι τα σχέδιά σου γι’ αυτόν;» «Χρειάζομαι κάποιες απαντήσεις από αυτόν. Ανάλογα με το ποιες είναι, ίσως προσπαθήσω να κάνω διάλογο μαζί του». «Και αν δεν δώσει τις απαντήσεις ή δεν λογικευτεί;» «Το Χίδεργουντ είναι μια αρκετά μεγάλη έκταση. Κάποιος μπορεί εύκολα να χαθεί και να μη βρεθεί ποτέ».


Κεφάλαιο 17 Η άμαξα σταμάτησε έξω από την προγονική κατοικία του Κλέιμπουρν την επόμενη νύχτα, μέσα στο σκοτάδι. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα. «Μείνε εδώ», διέταξε ο Κλέιμπουρν. «Δεν θα με εκφοβίσεις…» Αναστέναξε με ανυπομονησία. «Κάθριν, με εμπιστεύεσαι;» «Εσύ με εμπιστεύεσαι;» «Και τη ζωή μου», είπε εκείνος. Ω Θεέ μου, δεν περίμενε να της δώσει τέτοιο βάρος. Τι έκανε εδώ; Πώς τους είχε φέρει σε αυτή τη στιγμή; «Νομίζω ότι τα πράγματα μεταξύ μας θα πήγαιναν πολύ καλύτερα αν απλώς εξηγούσες τον λόγο των εντολών σου», του είπε. «Δεν θέλω να είμαι δύσκολη, αλλά δεν θέλω να μένω και στο σκοτάδι». «Πολύ καλά. Θα στείλω τους περισσότερους από τους υπηρέτες μου στο χωριό για δύο λόγους. Τους θέλω μακριά από κινδύνους και επίσης αυτό θα αυξήσει την πιθανότητα διατήρησης της φήμης σου, γι’ αυτό πρέπει να μείνεις κρυμμένη μέχρι να φύγουν. Ένας μπάτλερ και μερικοί υπηρέτες θα μείνουν πίσω». Κάνοντας νεύμα, εκείνη κάθισε στην άμαξα. «Θα περιμένω υπομονετικά σαν ένα καλό κοριτσάκι». Χαμογέλασε κρυφά. «Έχω την αίσθηση ότι ποτέ δεν ήσουν καλή ούτε για μια μέρα στη ζωή σου». Προτού μπορέσει να αλλάξει την εσφαλμένη εκτίμησή του για εκείνη, αυτός είχε εξαφανιστεί. Δεν της επέτρεψε να κατέβει σε κανένα πανδοχείο όπου σταμάτησαν για να αλλάξουν άλογα και να αγοράσουν φαγητό. Πάντα αγόραζε υπερβολική ποσότητα τροφής, σαν να είχε αρκετούς ανθρώπους να ταΐσει. Αν ο Άβενταλ σταματούσε εκεί που είχαν σταματήσει, αν έκανε ερωτήσεις, θα πίστευε ότι η Γουίνι βρισκόταν στην άμαξα. Η Γουίνι και ο Γουίτ. Θα εξαγριωνόταν όταν ανακάλυπτε ότι είχε εξαπατηθεί. Η Κάθριν άκουσε το άγγιγμα των οπλών των αλόγων και τον θόρυβο των τροχών και των βαγονιών. Υποτίθεται ότι οι υπηρέτες θα χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο για να μεταβούν στο κοντινό χωριό. Δεν είχε σκοπό να τους βγάλει όλους έξω. Αλλά ο Κλέιμπουρν είχε δίκιο. Θα ήταν πιο ασφαλείς εκεί.


Τα λεπτά περνούσαν αργά. Τελικά άκουσε ήχο μπότας και υπολόγισε ότι ο υπηρέτης τακτοποιούσε την τσάντα του Κλέιμπουρν και τη δική της. Η πόρτα άνοιξε και άφησε μια μικρή κραυγή. «Είσαι καλά;» ρώτησε ο Κλέιμπουρν και εκείνη διέκρινε χιούμορ στη φωνή του. «Ναι, αρκετά». Έτεινε το χέρι του. «Έλα τότε». Έβαλε το χέρι της στο δικό του, ένιωσε τα δυνατά δάχτυλά του γύρω από τα δικά της και όλες οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες της εξαφανίστηκαν. Αυτός ήταν ο Κλέιμπουρν. Είχε επιζήσει πολύ χειρότερα από ό,τι ένας τύπος όπως ο Άβενταλ. Μαζί θα προσπαθούσαν η Γουίνι να είναι ασφαλής για πάντα. Κατέβηκε από την άμαξα. Αν και είδε μόνο το περίγραμμα, θα έλεγε ότι η έπαυλή του ήταν μεγάλη. Ακούμπησε το χέρι της στο δικό του και του επέτρεψε να τη συνοδεύσει με τον υπηρέτη να τρέχει μπροστά με τις τσάντες τους. «Υπό κανονικές συνθήκες, οι φιλοξενούμενοι κοιμούνται στην ανατολική πτέρυγα, η οικογένεια στα δυτικά. Αλλά οι τωρινές συνθήκες δεν είναι καθόλου φυσιολογικές. Έχω δώσει εντολή στον υπηρέτη να βάλει τα υπάρχοντά σου στο υπνοδωμάτιο δίπλα στο δικό μου. Σε θέλω κοντά, Κάθριν, για να μπορώ να εγγυηθώ την ασφάλειά σου. Δεν θα επωφεληθώ». Το τελευταίο ειπώθηκε ήσυχα, σχεδόν με έναν ήχο λύπης να βγαίνει από μέσα του. Δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι αισθάνθηκε κάποια απογοήτευση. «Λοιπόν, δεν είναι και ότι δεν έχω περάσει τη νύχτα στο κρεβάτι σου», είπε. Έχασε τον βηματισμό του και ξαφνικά τον έπιασε για να τον βοηθήσει να κρατήσει την ισορροπία του. Όταν πάλι στάθηκε όρθιος, είπε: «Παίζεις ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι, λαίδη Κάθριν Μέιμπρι». Το κατάλαβε πολύ αργά. Αλλά δεν θα υποχωρούσε τώρα. Θα έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να επιτύχει τον σκοπό της. «Δεν νομίζεις ότι πρέπει να έχω ένα ψεύτικο όνομα εδώ;» «Έχεις κάτι στο μυαλό σου;» Είχαν φτάσει στα σκαλιά και ανέβαιναν προς την πόρτα. «Ποιο ήταν το όνομά σου όταν ήσουν παιδί; Πριν σε ανακαλύψει ο κόμης του Κλέιμπουρν;» ρώτησε. «Λοκ. Λουκ Λοκ. Ήμουν πολύ ικανός στο άνοιγμα κλειδαριών, εξ ου και το όνομα. Οι περισσότεροι από εμάς ήμαστε ορφανά, δεν γνωρίζαμε τα πραγματικά ονόματά μας ούτως ή άλλως. Αλλά ακόμα και σε αυτούς που τα γνώριζαν ο Φίγκαν πάντα επέμενε να τους τα αλλάζει. Όταν έρχονταν σε αυτόν, άρχιζαν μια νέα ζωή. Ποιο θα ήθελες να είναι το όνομά σου;»


Τώρα που ήταν στο χέρι της, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. «Δεν έχω καμία ικανότητα. Τι θα πρότεινες;» «Χαρτ. Επειδή είναι η γενναιόδωρη καρδιά σου που μας έχει φέρει σε αυτή την περιπέτεια». Άνοιξε την πόρτα. «Έτσι το βλέπεις;» ρώτησε. «Ως περιπέτεια;» «Προς το παρόν». Εκείνη μπήκε μέσα στο φουαγιέ. Το ξύλινο πάτωμα έλαμπε. Προτομές και αγαλματίδια διακοσμούσαν τα τραπέζια. Πίνακες κρεμασμένοι στους τοίχους. Κανένας μπάτλερ δεν στεκόταν προσοχή. «Έχω πει στους υπόλοιπους υπηρέτες να παραμένουν εξαφανισμένοι, εκτός αν καλεστούν». «Ω. Ίσως να το είπες αυτό αντί να παίζεις με την επιθυμία μου για ένα ψεύτικο όνομα». Χαμογέλασε θερμά. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε μπορεί να χρειαστείς ένα ψεύτικο όνομα». «Νομίζω ότι με χλευάζεις». Σηκώθηκε σοβαρός. «Ποτέ δεν θα σε χλευάσω, Κάθριν». «Δεν ανησυχείς καθόλου για αυτό που μας περιμένει με τον Άβενταλ;» «Έχουμε ακόμα χρόνο. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι μέχρι να έρθει η ώρα να φοβηθείς. Επίτρεψέ μου τώρα να σου δείξω το δωμάτιό σου». Ήταν ακριβώς όπως της είπε – ακριβώς δίπλα στο δικό του. Το ήξερε γιατί η πόρτα που χώριζε τα δωμάτιά τους ήταν ανοιχτή και είδε τον υπηρέτη να τοποθετεί τα πράγματα του Κλέιμπουρν. Αναρωτιόταν αν είχε τακτοποιήσει και τα δικά της. «Υποθέτω ότι δεν κράτησες καθόλου γυναίκες υπηρέτριες πίσω», είπε η Κάθριν. «Όχι. Το ασθενές φύλο ονομάζεται ασθενές για κάποιον λόγο». Σήκωσε το δάχτυλο. «Ξέρω ότι εσύ αποτελείς εξαίρεση. Αν χρειάζεσαι βοήθεια για να γδυθείς» –καθάρισε τον λαιμό του– «θα κάνω ό,τι μπορώ». «Θα τα καταφέρω. Ήμουν ήδη ξαπλωμένη όταν η υπηρέτρια της Γουίνι ήρθε για να με ειδοποιήσει». Άπλωσε τα χέρια της. «Όπως μπορείς να δεις, ντύθηκα όσο το δυνατόν πιο απλά για να ετοιμαστώ όσο πιο γρήγορα γινόταν». «Αν θέλεις να κάνεις μπάνιο, θα πω στον υπηρέτη να φέρει ζεστό νερό». «Θα το ήθελα αυτό», είπε, «πριν πέσω στο κρεβάτι. Αυτή τη στιγμή πρέπει να ομολογήσω ότι είμαι αρκετά πεινασμένη». «Φοβάμαι ότι έστειλα τον μάγειρά μου στο χωριό. Θα ήταν αρκετή μια


ομελέτα;» Αυτή χαμογέλασε. «Πολύ ωραία. Ευχαριστώ». Ο Λουκ ήξερε ότι έπρεπε να διαμαρτυρηθεί περισσότερο. Θα έπρεπε να είχε πείσει την Κάθριν να μείνει πίσω, αλλά ό,τι έγινε έγινε. Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ένιωσε κάποια υπερηφάνεια –χωρίς να το επιδιώκει, βέβαια– καθώς της έδειχνε τα διάφορα δωμάτια οδηγώντας τη στην κουζίνα. Η κληρονομιά του Κλέιμπουρν ήταν μεγάλη. Ούτε αρνήθηκε την ευχαρίστηση που του προκάλεσε να της ετοιμάσει ομελέτα ή πόσο απολάμβανε να τη βλέπει να τον κοιτάζει από τη θέση της στο μεγάλο τραπέζι όπου οι υπηρέτες συνήθως απολάμβαναν ένα γρήγορο γεύμα ή λίγο κουτσομπολιό. Σχεδίαζε να αντιμετωπίσει μόνος του τον Άβενταλ. Απλώς έπρεπε να πείσει την Κάθριν να φύγει. Αλλά δεν βιαζόταν να το κάνει. «Πότε νομίζεις ότι θα φτάσει ο Άβενταλ;» ρώτησε. Κατάλαβε την ανησυχία στη φωνή της. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι φοβόταν. Γέμισε ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί και της το έδωσε. «Πιες αυτό. Θα σε βοηθήσει να χαλαρώσεις». Έκανε ό,τι τη διέταξε χωρίς να διαφωνήσει. Ω ναι, δεν ήταν τόσο ήρεμη όσο φαινόταν. «Δεν θα έρθει σύντομα», τη διαβεβαίωσε ο Λουκ. Θυμήθηκε μια άλλη φορά που της είχε ετοιμάσει ομελέτα. «Ειδοποίησα τον Τζακ. Θα τον ποτίσει αλκοόλ. Αυτό θα πρέπει να τον καθυστερήσει μια μέρα και υποψιάζομαι ότι θα πάρει στον Άβενταλ περίπου άλλη μια μέρα για να βρει το θάρρος να έρθει εδώ». Άδειασε την ομελέτα σε ένα πιάτο και το έβαλε στο τραπέζι. «Εξακολουθείς να μην έχεις μάθει πώς να προετοιμάζεις δύο ταυτόχρονα;» ρώτησε εκείνη με σηκωμένο το ένα φρύδι. «Φοβάμαι πως όχι». Πήρε μια μπουκιά από την ομελέτα και τον κοίταξε. «Δεν ανησυχείς καθόλου, έτσι;» «Σχετικά με το να έρθω αντιμέτωπος με τον Άβενταλ; Όχι. Θα ένιωθα πιο άνετα αν δεν ήσουν εδώ». «Δεν θα με πείσεις να φύγω και δεν θα πιω αρκετό κρασί για να χάσω το μυαλό μου». «Έχεις μεθύσει ποτέ τόσο πολύ;» Κουνώντας το κεφάλι της χαμογέλασε λυπημένα. «Τη νύχτα πριν η Γουίνι παντρευτεί τον Άβενταλ, στην πραγματικότητα. Έμεινα μαζί της και ήπιαμε πολλά μπουκάλια από το κελάρι του πατέρα της. Την επόμενη μέρα ήμουν πολύ


χάλια. Νόμιζα ότι θα ξερνούσα στην εκκλησία». Της χαμογέλασε σαρδόνια. «Εγώ σε πολλές περιπτώσεις ξέρασα». Έκοψε ένα κομμάτι ομελέτα. «Τον αγαπούσε;» «Νομίζω ότι τη γοήτευσε. Μπορεί να γίνει αρκετά γοητευτικός. Ήταν αρκετά ειλικρινής, μου έδωσε την εντύπωση ότι ενδιαφερόταν για μένα, προτού στρέψει την προσοχή του στη Γουίνι». Το στομάχι του Λουκ σφίχτηκε και η όρεξή του έφυγε. Όταν σκέφτηκε την Κάθριν ως αντικείμενο ενδιαφέροντος του Άβενταλ… «Στη συνέχεια, μετά από εκείνη τη νύχτα που ήρθες στον χορό, σταμάτησε να με καλεί». Έβγαλε μια μικρή κραυγή έκπληξης, με τα μάτια της ορθάνοιχτα. «Ω Θεέ μου, νομίζεις ότι άλλαξε γνώμη επειδή δεν δείλιασα όταν με κοίταξες;» «Υποθέτω ότι είναι πιθανό». «Περισσότερο από πιθανό θα έλεγα. Δεν θα ήθελε κάποια που θα πατούσε πόδι. Φαίνεται ότι σου χρωστάω περισσότερα από ό,τι συνειδητοποιώ». «Δεν μου χρωστάς τίποτα, Κάθριν». «Δεν ήταν αυτή η συμφωνία μας». «Όπως είπες και στον χορό, έχουμε γίνει φίλοι κατά κάποιον τρόπο. Ως φίλος, θα σε απαλλάξω από το πρόβλημα του Άβενταλ». Μια ώρα αργότερα, καθώς η Κάθριν βούρτσιζε τα μαλλιά της μετά το μπάνιο, παραδέχτηκε ότι είχε απολαύσει τη βραδινή κουβέντα τους στην κουζίνα, χαλαρώνοντας όσο περνούσε η ώρα, όχι τόσο λόγω του κρασιού –είχε πιει περισσότερο απ’ ό,τι σκόπευε–, αλλά λόγω της ικανότητας του Κλέιμπουρν να την αποσπάσει από αυτό που σύντομα θα αντιμετώπιζαν. Είχαν μιλήσει για ασήμαντα πράγματα: τη βροχή που είχε αρχίσει να πέφτει ενώ έτρωγαν, τα όμορφα διακοσμημένα έπιπλα που του είχαν πει πως βρίσκονταν στην οικογένεια για τρεις γενιές, τα πορτρέτα που είχαν φιλοτεχνηθεί από τους πιο διάσημους καλλιτέχνες. Υποσχέθηκε να της δείξει την περιοχή την επόμενη μέρα. «Θα υπάρξει χρόνος», είπε. Ήταν ευγνώμων που είχε έρθει, που είχε αυτόν τον λίγο χρόνο μαζί του – μόνοι τους. Μόνο οι δυο τους. Συνέχισε να σκέφτεται το σχόλιο της Φράνι ότι η Κάθριν ήταν η καλύτερη επιλογή να τον συνοδεύσει και την προτροπή της να τον φροντίσει. Δεν αμφέβαλλε ότι ο Κλέιμπουρν αγαπούσε τη Φράνι, αλλά αμφισβητούσε το αν η Φράνι τον αγαπούσε τόσο βαθιά όσο άξιζε – τόσο βαθιά όσο η ίδια. Ακουμπώντας τη βούρτσα κάτω, συνειδητοποίησε ότι ποτέ δεν θα είχε ξανά μια τέτοια ευκαιρία. Μόλις αντιμετώπιζαν τον Άβενταλ ή εκείνος αντιμετώπιζε


αυτούς, μόλις το θέμα λυνόταν, θα επέστρεφαν στο Λονδίνο. Η συμφωνία τους θα τελείωνε και ο Κλέιμπουρν δεν θα γινόταν τίποτε άλλο παρά ένα όνομα γραμμένο με το χέρι σε μια πρόσκληση για τους χορούς της. Μετα τον χορό με τον Κλέιμπουρν, η Κάθριν γνώριζε ότι η φήμη της ήταν αναμφισβήτητα κατεστραμμένη – ακόμα κι αν κανείς δεν ανακάλυπτε ποτέ ότι είχε ταξιδέψει μόνη μαζί του. Της είχε πει εκείνη την πρώτη νύχτα ότι το τίμημα που θα πλήρωνε για να χορέψει με τον διάβολο βρισκόταν στην κόλαση. Λοιπόν, είχε χορέψει μαζί του και αν η κόλαση πλησίαζε, την ήθελε πολύ περισσότερο από ένα βαλς. Ήταν στο υπνοδωμάτιο δίπλα της. Τόσο κοντά. Τόσο πολύ κοντά. Ωστόσο ήξερε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι δεν θα ερχόταν κοντά της. Ότι δεν θα εκμεταλλευόταν το ότι βρισκόταν κοντά. Ήταν ένας κακοποιός και τζέντλεμαν. Ήταν ο άνθρωπος που εκείνη είχε ερωτευτεί τρελά. Και αν είχε μόνο μία νύχτα μαζί του, θα έκανε τα πάντα ώστε να διαρκέσει για όλη τη ζωή της. Ο Λουκ στεκόταν στο παράθυρο στο υπνοδωμάτιό του, κοιτάζοντας έξω τη νύχτα. Είχε κάνει μπάνιο νωρίτερα και τώρα δεν φορούσε τίποτα εκτός από μια μεταξωτή ρόμπα. Είχε ελπίσει ότι το ζεστό μπάνιο θα του έφερνε υπνηλία, αλλά δεν κοιμόταν ποτέ καλά εδώ. Και ακόμα χειρότερα, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται ότι η Κάθριν ήταν στο διπλανό δωμάτιο. Τι τον είχε πιάσει και δέχτηκε την απαίτησή της και της επέτρεψε να τον συνοδεύσει; Δεν πίστευε ότι κινδύνευε. Ένιωθε αρκετά σίγουρος ότι μπορούσε να χειριστεί τον Άβενταλ. Αλλά ήταν απερισκεψία να τη φέρει. Ακόμα περισσότερο όταν γνώριζε την αλήθεια: την ήθελε κοντά του. Τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση και έπρεπε να την αντιμετωπίσει μαζί του. Ω μακάρι οι λόγοι του να ήταν μόνο ανιδιοτελείς. Αλλά όχι, ήταν εντελώς εγωιστικοί. Μόλις τελείωνε με τον Άβενταλ, το μέρος του Λουκ θα είχε ολοκληρωθεί και η Κάθριν θα γινόταν κάτι παραπάνω από κάποιον που θα έβλεπε περιστασιακά σε έναν χορό – αν αυτός και η Φράνι πήγαιναν σε χορούς. Δεν θα την πίεζε αν εκείνη παρέμενε απρόθυμη. Έτσι ίσως η Κάθριν δεν θα ήταν πλέον στη ζωή του ξανά. Εξεπλάγην από την απελπισία που του έφερε αυτή η συγκεκριμένη σκέψη. Δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι τον ένοιαζε. Απολάμβανε τη συντροφιά της. Θαύμαζε το θάρρος της, την πίστη της στη φίλη της. Θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο έπαιρνε πάνω της βάρη χωρίς να παραπονιέται. Θαύμαζε την κλίση του λαιμού της, την τρυφεράδα των χειλιών της…


Αναστενάζοντας, έμπηξε τα δάχτυλά του στην άκρη του παραθύρου. Θα ούρλιαζε μέσα του προτού ατιμάσει τη Φράνι, φέρνοντας μια άλλη γυναίκα στο κρεβάτι του τώρα που της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί. Αλλά η Φράνι δεν ήταν ακόμα η σύζυγός του. Δεν ήταν καν αρραβωνιασμένοι. Ήταν απλώς η γυναίκα που λάτρευε, εκείνη με την οποία πάντα οραματιζόταν να περάσει τη ζωή του. Πίεσε το μέτωπό του στην εξωτερική γωνία του παραθύρου. Ήταν η λατρεία αγάπη; Τη γνώριζε περισσότερα χρόνια από ό,τι γνώριζε την Κάθριν, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να θυμηθεί το σχήμα των χειλιών της Φράνι. Την απόχρωση. Ήταν σκούρο κόκκινο ή ροζ; Της Κάθριν ήταν το κόκκινο ενός μήλου, φρεσκοκομμένο από ένα δέντρο. Δεν έβγαζε νόημα το ότι η Κάθριν κατέλαβε τόσο μεγάλο μέρος του μυαλού του όταν η Φράνι ήταν αυτή που ήθελε ως σύζυγό του. Αλλά, Θεέ μου, η Κάθριν ήταν εκείνη που ήθελε. Και όχι μόνο σωματικά. Ήταν εκείνη που περίμενε να μιλήσει κάθε βράδυ. Ήταν εκείνη που το χαμόγελό της έκανε την καρδιά του να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Ήταν αυτή που ήθελε να εξερευνήσει – όχι μόνο κάθε καμπύλη του σώματός της, αλλά κάθε πλευρά της σκέψης της. Τον γοήτευε, τον έβαζε σε πειρασμό και τον παραπλανούσε όπως ποτέ δεν είχε γοητευτεί, δεν είχε μπει σε πειρασμό ή δεν είχε παραπλανηθεί. Ο ίδιος θεώρησε ότι αυτό συνέβαινε επειδή ήταν καινούρια γνωριμία ενώ η Φράνι ήταν γνωστή – όμως η Κάθριν δεν φαινόταν καινούρια. Ποτέ δεν ήταν. Από την πρώτη στιγμή που την εντόπισε σε εκείνο τον χορό πριν από αρκετά χρόνια, όταν κοίταξε τα μάτια της, σκέφτηκε ότι εάν είχε ακόμα όλη την ψυχή του, θα είχε βρει τη σύντροφό του σε εκείνη. Αλλά από την ψυχή του είχε μείνει μόνο ένα υπόλοιπο και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα εξαφανιζόταν τελείως. Δεν ήταν καν σίγουρος ότι θα μπορούσε να ζητήσει από τη Φράνι να τον παντρευτεί τότε. Όπως η Κάθριν, άξιζε έναν καλύτερο άνθρωπο από αυτόν που έδινε τόσο εύκολα στον διάβολο το «είναι» του. Η πόρτα έκανε έναν θόρυβο σαν να άνοιγε και πριν γυρίσει, ήξερε ποιος ερχόταν στο δωμάτιό του. Έπρεπε να τη διώξει. Έπρεπε να φύγει από το παράθυρο. Αντ’ αυτού έμεινε όπως ήταν και άρχισε να προσεύχεται να βρει τη δύναμη να αντισταθεί σε αυτό που φοβόταν ότι ήταν έτοιμος να προσφέρει. Αθόρυβα, με γυμνά πόδια, η Κάθριν διέσχισε το δωμάτιο, πηγαίνοντας εκεί όπου στεκόταν ο Κλέιμπουρν. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκέφτηκα ίσως ότι ούτε κι εσύ θα μπορούσες. Κοιτάς για τον Άβενταλ;»


«Όχι, απλώς χάζευα τη βροχή. Δεν έχω κοιμηθεί ποτέ καλά εδώ, ποτέ δεν ήταν άνετα. Έχω την τάση να υποφέρω από πολλούς πονοκεφάλους». «Τώρα υποφέρεις;» «Όχι ακόμα». «Αλλά θα υποφέρεις». «Πιθανότατα». Κοίταξε από το παράθυρο, βρίσκοντας πολύ πιο εύκολο να μιλήσει κοιτάζοντας έξω και όχι αυτόν. «Υποψιάζομαι ότι δεν θα παντρευτώ ποτέ», είπε ήσυχα. «Αλήθεια;» «Ξέρω ότι είμαι δυνατή, ειλικρινής και ότι οι άντρες προτιμούν μια πειθήνια γυναίκα όταν πρόκειται για σύζυγο. Δεν είμαι πολύ πειθήνια». «Αλήθεια;» Άκουσε το χιούμορ να βγαίνει μέσα από τη φωνή του. «Αν δεν πρόκειται να συνομιλήσεις, μη με πατρονάρεις». «Συγγνώμη. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω όταν λέγεται η αλήθεια». Επρόκειτο να το κάνει δύσκολο ή ίσως ήταν απλώς πάρα πολύ σκοτεινά εκεί που εκείνη οδηγούσε την κατάσταση. Έστρεψε το κεφάλι για να τον κοιτάξει και ανακάλυψε ότι την παρακολουθούσε, με τα μάτια του να τρεμοπαίζουν, όπως εκείνο το βράδυ στον πρώτο χορό που είχε παρευρεθεί. Την ήθελε. Το ήξερε τόσο σίγουρα όσο ήξερε ότι τον ήθελε και εκείνη. Είχε την εμφάνιση ενός κυρίου, αλλά ήταν κακοποιός στην καρδιά και βασιζόταν σε αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του τώρα, ελπίζοντας πέρα από οτιδήποτε ότι δεν θα την απογοήτευε. «Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να ξέρω πώς είναι να πλαγιάζεις με έναν άντρα…» «Δεν πρόκειται να πεθάνεις», είπε αναστενάζοντας, η φωνή του έβραζε και συνειδητοποίησε ότι του πέρασε από το μυαλό ότι μιλούσε για έναν δικό της επικείμενο θάνατο όταν θα αντιμετώπιζε τον Άβενταλ. Αν και συνειδητοποίησε ότι ήταν μια πολύ πιθανή πραγματικότητα, κάνοντας την απόφασή της να έρθει στο δωμάτιό του να φαίνεται πιο σωστή. «Δεν περιμένω να πεθάνω πρόωρα», τον διαβεβαίωσε. «Ξέρω ότι εσύ θα δεις τον Άβενταλ. Μιλώ για χρόνια από τώρα και μιλώ για απόψε. Θέλω την πρώτη μου φορά να είμαι με έναν άνθρωπο παθιασμένο. Ξέρω ότι αγαπάς τη Φράνι, αλλά δεν είσαι, μέχρι τώρα, επίσημα αρραβωνιασμένος, έτσι σκέφτηκα… ίσως…» Χαμήλωσε το βλέμμα της. «Νοιάζομαι για σένα. Δεν θέλω να είμαι μόνη μου απόψε».


Έβαλε τα δάχτυλά του κάτω από το πιγούνι της και έσπρωξε το κεφάλι της πίσω μέχρι να δει το βλέμμα της. «Δεν μπορώ να σε βάλω στο κρεβάτι μου χωρίς να σε έχω, Κάθριν. Δεν είμαι άγιος». «Δεν θέλω έναν άγιο. Είχα πάντα τη γνώμη ότι εάν μια γυναίκα απομακρυνόταν από το ορθό μονοπάτι και αναζητούσε την ανηθικότητα, θα ήταν πολύ πιο ικανοποιημένη αν βρισκόταν στο κρεβάτι με τον διάβολο». Τα δάχτυλά του ξετυλίχτηκαν και ελευθέρωσαν το πρόσωπό της. «Να είσαι σίγουρη, Κάθριν, επειδή μόλις γίνει, δεν μπορεί να γυρίσει πίσω». Πολύ αργά, εκείνη ξεκούμπωσε το νυχτικό της και το άφησε να γλιστρήσει από τους ώμους της, αποκαλύπτοντας το γυμνό σώμα της και πέφτοντας στο πάτωμα, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η αναπνοή του βάρυνε και τα μάτια του σκούρυναν από την επιθυμία. Πλησιάζοντάς τη, έπιασε το πρόσωπό της ανάμεσα στα μεγάλα χέρια του. Εκείνη ήξερε τη δύναμη που είχαν, την απόλαυση που μπορούσαν να δώσουν. Οι αντίχειρές του κύκλωσαν τα μάγουλά της, χάιδεψαν τις γωνίες του στόματός της, ενώ το βλέμμα του δεν άφησε ποτέ το δικό της, λες και μετρούσε την ετοιμότητά της, λες και το ότι στεκόταν εκεί ολόγυμνη δεν το αποδείκνυε. «Δεν ξέρω αν γνώρισα ποτέ γυναίκα τόσο όμορφη όσο εσύ, λαίδη Κάθριν Μέιμπρι. Με τιμάς που ήρθες σε εμένα απόψε». «Πρέπει να μιλάς τόσο πολύ;» Της χαμογέλασε, ένα ζεστό χαμόγελο γεμάτο κατανόηση. «Δεν χρειάζεται να μιλάω καθόλου». Τότε ακούμπησε το στόμα του στο δικό της και κάθε φαινομενική ευγένεια μεταξύ τους εξαφανίστηκε καθώς η γλώσσα του τη λεηλατούσε. Υπήρχε ένας θόρυβος βαθιά στο στήθος του, ένα μουγκρητό που απαιτούσε έναν αναστεναγμό από την πλευρά της. Κινούσε τα χέρια του στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, χαϊδεύοντας το κρανίο της, τα πέρασε μέσα από τα λυτά μαλλιά της, γυρίζοντας το κεφάλι της για να τη φιλήσει πιο βαθιά, σαν να την έτρωγε, σαν να μην επρόκειτο να τη χορτάσει ποτέ. Ο Κύριος μόνο ήξερε ότι και εκείνη ποτέ δεν θα τον χόρταινε. Έκλεισε το μικρό χάσμα που χώριζε το σώμα του από το δικό της, τα χέρια της αναζήτησαν και βρήκαν τον κόμπο της ζώνης της ρόμπας, τα δάχτυλά της προσπάθησαν φρενιασμένα να τον λύσουν, μέχρι που το κομμάτι υφάσματος έπεσε μακριά και η ρόμπα άνοιξε. Χωρίς σκέψη, χωρίς ντροπή, έσπρωξε τα γυμνά στήθη της στο στέρνο του. Η ζεστασιά του, το βελούδινο δέρμα του είχαν μια καταπληκτική αίσθηση. Οι θηλές της σκλήρυναν σαν μικρά μπουμπούκια που τραβήχτηκαν στον πυρήνα της γυναικείας φύσης της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω του,


φέρνοντάς τον κοντά, χαϊδεύοντας τη φαρδιά πλάτη του. Όλη την ώρα, το στόμα του κολλημένο στο δικό της. Οι μύες του κυμάτιζαν κάτω από τα δάχτυλά της καθώς έπεσε η ρόμπα. Τώρα τίποτα δεν τους χώριζε. Κατάλαβε τη ζεστασιά που έκαιγε την κοιλιά της. Σκληρή. Καυτή. Αυξανόμενα υγρή. Τράβηξε το στόμα του από το δικό της. «Θα ρίξω το σπέρμα μου σε όλο σου το κορμί προτού σε πάω στο κρεβάτι». «Είναι καλό αυτό;» «Θα είναι», απάντησε. «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα είναι». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και άρχισε να την οδηγεί στο κρεβάτι. Ένωσε τα χέρια της πάνω από τους ώμους του, το στήθος του. Ήθελε να μάθει πώς απέκτησε την κάθε ουλή που πίεζαν τα χείλη της, που έγλειφε η γλώσσα της. Είχε μόνο λίγες τρίχες στο κέντρο του στήθους του και πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα. Φίλησε τον λαιμό του, τον υγρό από ιδρώτα, πιπίλισε τον λοβό του, τον άκουσε να γουργουρίζει και τον δάγκωσε ελαφριά. Την έβαλε στο κρεβάτι. Τα καλύμματα είχαν ήδη ξεστρωθεί. Το σεντόνι ήταν δροσερό στην πλάτη της. Ζεσταινόταν, ζεσταινόταν τόσο πολύ. Η βροχή συνέχιζε να χτυπάει στο παράθυρο, οπότε δεν μπορούσαν να το ανοίξουν. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα γι’ αυτό. Απόψε θα καιγόταν στην κόλαση και ποτέ δεν θέλησε τίποτα περισσότερο. Έκανε χώρο για να μπορέσει να έρθει δίπλα της, αλλά εκείνος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χάιδεψε τους αστραγάλους, τις γάμπες της. Φίλησε τα δάχτυλα των ποδιών, τα γόνατά της, το εσωτερικό των μηρών, το στομάχι της, τεντώνοντας το σώμα του πάνω από το δικό της, πριν σηκωθεί από πάνω της και την κοιτάξει. Νόμιζε ότι θα έπρεπε να αισθάνεται ντροπή έτσι όπως την κοιτούσε, αλλά το μόνο που ένιωσε ήταν χαρά, γιατί είδε ότι την έβρισκε ευχάριστη. «Είσαι τόσο όμορφη», της είπε. «Περισσότερο από όσο φανταζόμουν». «Με φανταζόσουν;» Της χαμογέλασε πονηρά και αισθησιακά. «Ω ναι, Κάθριν. Εκείνο το βράδυ στον πρώτο χορό, σε φαντάστηκα έτσι ακριβώς, ξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι μου με όλη τη δοξασμένη γύμνια σου. Και από τότε με έχεις στοιχειώσει». Χαμήλωσε το στόμα του στο δικό της και η γλώσσα του δεν συνάντησε καμία αντίσταση, γιατί ήθελε και εκείνη να τον δοκιμάσει όσο κι αυτός. Το ουίσκι είχε ωριμάσει στη γλώσσα του, μια γεύση που την έπνιξε, της υπενθύμισε τη νύχτα που σχεδόν τον έχασε. Η απελπισία τροφοδότησε το πάθος της, απελπισία να τον γνωρίσει με κάθε τρόπο που μια γυναίκα θα μπορούσε να γνωρίσει έναν


άντρα. Ο Λουκ δεν ήξερε αν είχε πάει ποτέ με μια γυναίκα τόσο ενθουσιώδη όσο η Κάθριν. Τον άγγιζε παντού, σαν να μην μπορούσε να πάρει αρκετά από αυτόν. Όχι μόνο με τα χέρια της, αλλά με το στόμα της, τα χείλη της, τη γλώσσα της. Φιλούσε κάθε ουλή του με τρυφερότητα, έγλειφε με τη γλώσσα της το στήθος του, σαν να ήταν γάτα και εκείνος το γάλα μέσα στο μπολ. Ήταν άλλοτε τολμηρή και άλλοτε ντροπαλή, κοιτάζοντάς τον για έγκριση, με τα υπέροχα μπλε μάτια της να σκοτεινιάζουν από επιθυμία όταν της την έδινε. Ήταν όλα εκείνα που ένας άντρας θα μπορούσε να επιθυμήσει σε μια ερωμένη. Ο Κλέιμπουρν ήταν ό,τι μια γυναίκα θα μπορούσε να επιθυμήσει σε έναν εραστή, σκέφτηκε η Κάθριν καθώς την άγγιζε. Άλλοτε ήταν τρυφερός και ευγενής, άλλοτε τραχύς και απαιτητικός. Του είχε γκρινιάξει που μιλούσε πολύ και της είπε ότι δεν θα χρειαζόταν να μιλήσει καθόλου, αλλά το έκανε. Κοντά στο αφτί της, παρότρυνε την τόλμη της με μια βραχνή φωνή, η οποία ακούστηκε περισσότερο σαν να τον στραγγάλιζαν. Τον άγγιζε εκεί και εκεί και εκεί. Τον κρατούσε σφιχτά. Τον χτυπούσε μαλακά. Και όταν τα δάχτυλά της κουράστηκαν, έβαλε το χέρι του πάνω από το δικό της, καθοδηγώντας τις κινήσεις της, αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα της, κάνοντάς τη να μην κοιτάζει μακριά, να δει το καυτό πάθος του και να μάθει τι μπορούσε να του κάνει. Ήταν ικανή να τον οδηγήσει στην τρέλα. Δεν ήταν ήσυχος εραστής και κάθε ήχος που έκανε ήταν μουσική στα αφτιά της, την προκαλούσε να του δώσει περισσότερα για να πάρει περισσότερα. Μια λεπτή γυαλάδα ιδρώτα κάλυψε τον λαιμό του. Ο ιδρώτας ανήκε σε εργάτες, όχι σε κυρίους, αλλά ούτως ή άλλως φίλησε τον λαιμό του, ένιωσε τον παλμό του να χτυπά κάτω από τα χείλη της. Αισθάνθηκε τον δικό της παλμό όταν έφερε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της και έκλεισε το στόμα της με το δικό του. Δεν ήξερε τι περίμενε. Κάτι γρήγορο, οδυνηρό, αλλά εντούτοις εξαιρετικό. Αλλά αυτό ήταν κάτι παραπάνω από ό,τι είχε φανταστεί ποτέ. Όμορφο στην έντασή του, τρομακτικό επειδή δεν ήξερε πώς θα ζούσε χωρίς αυτό όταν τέλειωνε. Την άγγιζε παντού, οικεία, με τα δάχτυλά του, με το στόμα του, σαν να αγαπούσε κάθε ίντσα της, σαν να άξιζε για εκείνον όσο άξιζε αυτός για εκείνη. Στάθηκε πίσω στα πόδια του και αυτή τη φορά, καθώς φιλούσε όλο το σώμα της, κατάφερε να μπει σταθερά ανάμεσα στους μηρούς της. «Μακάρι να το έκανα χωρίς να σε πονέσω», είπε.


Ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι και φίλησε το κέντρο του στήθους του, πριν πέσει πίσω στο μαξιλάρι. «Θα με πονέσεις μόνο αν δεν ολοκληρώσουμε αυτό που έχουμε αρχίσει». Τον ένιωσε να πιέζει, να αναζητά δίοδο, αισθάνθηκε το σώμα της να τον καλωσορίζει, είδε τη συγκέντρωση στο πρόσωπό του, σχεδόν φώναζε ότι τον αγαπούσε… Και τότε ο πόνος ήρθε, απότομος και γρήγορος, και αυτός άρχισε να βρυχάται τόσο δυνατά που νόμιζε ότι τον είχε πονέσει κι εκείνη, αλλά όταν άνοιξε τα μάτια του, δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά απόλυτη ικανοποίηση. «Είσαι τόσο στενή», είπε, «τόσο καυτή. Θαυμάσια». Τη φίλησε, με τη γλώσσα του να σπρώχνει και να στροβιλίζεται καθώς οι γοφοί του έσπρωχναν και κινούνταν κυκλικά. Δεν μπόρεσε να αρνηθεί ότι αισθανόταν δυσφορία, αλλά αυτή έδωσε διέξοδο στις αισθήσεις που κυλούσαν μέσα της να γίνουν κύματα ευχαρίστησης. Τα σώματά τους γλιστρούσαν, γλιστρούσαν περισσότερο. Η σάρκα τους ζεσταινόταν. Πήρε τα χέρια της, ένωσε τα δάχτυλά τους, τα κράτησε και από τις δύο πλευρές του κεφαλιού της, καθώς έσπρωχνε το σώμα του στο δικό της, τα βαθιά βογκητά του αντανακλούσαν γύρω τους. «Ω Κύριε!» Δεν γνώρισε ποτέ τέτοιες αισθήσεις, σκέφτηκε ότι μπορεί να κατέρρεε καθώς έσπρωχνε τους γοφούς του στους δικούς της. Τότε ο κατακλυσμός ήρθε, θαυμάσιος σε ένταση, καθώς σφιγγόταν γύρω του, ακούγοντας ήχους γύρω της. Αόριστα κατάλαβε ότι το σώμα του τιναζόταν, το δικό της παλλόταν. Και οι δυο τους ανέπνεαν κοφτά όταν φίλησε την καμπύλη του ώμου και έγειρε δίπλα της. Ελάχιστος χρόνος πέρασε από την απομάκρυνσή του, προτού γλιστρήσει το χέρι του γύρω της και την τραβήξει προς τα πλάγια, κατευθύνοντας το κεφάλι προς την κλείδωση του ώμου, το τέλειο μέρος για να ακούσει το άγριο σφυροκόπημα της καρδιάς του. Και καθώς το άκουγε το ένιωσε επίσης, αγγίζοντας με το χέρι της το στήθος του. «Είσαι καλά;» ρώτησε εκείνος. «Τέλεια». Με κομμένη ανάσα, αποχαυνωμένη, με τσούξιμο παντού, αλλά τέλεια. Γέλασε, ένας βαθιά πλούσιος ήχος καθαρής ικανοποίησης. «Ωραία». Η αναπνοή του άρχισε να ηρεμεί. Σήκωσε λίγο το πρόσωπό της, είδε τα κλειστά μάτια και συνειδητοποίησε ότι είχε κοιμηθεί. Αν δεν αισθανόταν και η ίδια υπνηλία, ίσως να απογοητευόταν που η νύχτα μαζί του είχε ήδη τελειώσει. Αντ’ αυτού, τον φίλησε στο στήθος και τον ακολούθησε στον ύπνο. Ο Λουκ ξύπνησε απότομα. Συνήθως δεν κοιμόταν όταν ερχόταν στο κτήμα


γιατί τα όνειρα ήταν τόσο ενοχλητικά. Ήταν πάντα κυνηγημένος, προσπαθώντας να κρυφτεί… Αλλά δεν ήταν όνειρο αυτό που τον ξύπνησε αυτή τη φορά. Κοίταξε τη γυναίκα που βρισκόταν ξαπλωμένη πάνω στο μισό σώμα του, με το μικρό χέρι της κουλουριασμένο στο κέντρο του στήθους του. Αν δεν είχε συναντηθεί με τον παρθενικό υμένα της, θα είχε σκεφτεί ότι ήταν τόσο έμπειρη όσο οποιαδήποτε κοινή πόρνη. Αλλά δεν είχε εκπλαγεί που δεν ήταν ντροπαλή. Όχι η Κάθριν του. Η Κάθριν του. Δεν ήταν δική του. Τουλάχιστον όχι πέρα από τον χρόνο τους στο Χίδεργουντ. Ήταν αλήθεια το σημάδι που τον χαρακτήριζε ως κλέφτη, έκλεβε στιγμές μαζί της, στιγμές που δεν του ανήκαν δικαίως. Θα έπρεπε να της είχε αντισταθεί, αλλά δεν μετάνιωνε καθόλου. Πάντα αναρωτιόταν. Και τώρα ήξερε. Σε όλα τα πράγματα ήταν απίστευτη. Τα μάτια της άνοιξαν και του χαμογέλασε. «Είχα δίκιο. Ένας διάβολος είναι καλύτερος από έναν άγιο». Έγειρε μέχρι που πλάγιασε στην πλάτη της. «Πώς το ξέρεις; Δεν είχες ποτέ έναν άγιο». «Μα, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα μπορούσε να μου φέρει τόση ευχαρίστηση». Πήρε το χέρι του και φίλησε το σημάδι που είχε στο εσωτερικό του αντίχειρά του. «Μισώ που σου το έκαναν αυτό». Πήρε το χέρι της, το ξεδίπλωσε και κοίταξε το άγρια κόκκινο σημάδι. Έτρεξε τη γλώσσα του πάνω του, σκέφτηκε όλα όσα είχε διακινδυνεύσει για να τον σώσει. «Μισώ που σου το έκαναν αυτό». «Εγώ όχι. Ίσως να μην έγλειφες την παλάμη μου διαφορετικά». «Θα γλείψω την παλάμη σου και πολλά άλλα πάλι πριν τελειώσει η νύχτα». «Νομίζω ότι είσαι περισσότερο ομιλητικός στο κρεβάτι από ό,τι έξω». «Όχι συνήθως». Έκανε μια γκριμάτσα. Ήταν κακό να αναφέρεται στις συνευρέσεις του με άλλες κυρίες, αλλά η αλήθεια ήταν ότι απόψε ήταν πολύ διαφορετικά από οποιαδήποτε προηγούμενη συνάντηση με γυναίκα. Η Κάθριν ήταν καταπληκτική. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε ποτέ να τη χορτάσει. Πήρε το στήθος της, έβαλε τον αντίχειρά του πάνω στη θηλή της παίρνοντας ευχαρίστηση να το βλέπει να γυαλίζει. «Δεν θα πονέσει τόσο πολύ την επόμενη φορά». «Θα υπάρξει και επόμενη φορά – με εσένα, εννοώ;» Το στομάχι του σφίχτηκε με τη σκέψη να έχει μια επόμενη φορά με κάποιον άλλο εκτός από αυτόν, αλλά κατάφερε με επιτυχία να κρατήσει τις σκέψεις του μόνο για εκείνον. Αντ’ αυτού, χαμογέλασε και της είπε: «Αν βρω τον δρόμο


μου». «Πες μου τι μπορώ να κάνω για να γίνει καλύτερο για σένα». «Αν κάνεις κάτι καλύτερο για μένα, Κάθριν, είναι πιθανόν να πεθάνω από την προσοχή». Χαμογέλασε και είδε πόσο την ευχαρίστησαν τα λόγια του. «Αλλά θα ήταν ένας υπέροχος δρόμος να πάρουμε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. «Θα προτιμούσα να μείνω κοντά σου, αν δεν σε πειράζει». «Δεν με πειράζει. Καθόλου. Αλλά θέλω να ξέρω ότι σε ευχαριστώ». «Το κάνεις. Πάρα πολύ. Ποτέ δεν μου έδωσες την εντύπωση γυναίκας που χρειάζεται διαβεβαίωση». «Είτε οι γυναίκες τις χρειάζονται είτε όχι, τους αρέσει να τις έχουν». Έβαλε τα δάχτυλά της πάνω στο στήθος του. «Μου αρέσει να σε αγγίζω». «Μου αρέσει να με αγγίζεις». Ζάρωσε το φρύδι της. «Εύχομαι να μην είχες μια τόσο σκληρή ζωή». «Υπάρχουν και άλλοι που είχαν πολύ σκληρότερη. Κάποιοι ακόμα έχουν». «Αυτός είναι ο λόγος που εργάζεσαι για τη μεταρρύθμιση των φυλακών». Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Θα με δεχτούν κάποτε οι όμοιοί μου, αλλά αυτό δεν είναι ευχάριστη κουβέντα υπνοδωματίου». «Και, λοιπόν, ποια είναι;» «Αυτή». Χαμήλωσε το κεφάλι του και τη φίλησε, απολαμβάνοντας τη λαχτάρα με την οποία επέστρεψε την προσοχή του. Γνώριζε τα χειρότερα γι’ αυτόν και παρ’ όλα αυτά ήρθε σε εκείνον. Είχε γνώση του πολύ χειρότερου εαυτού του, αλλά ακόμα τον καλωσόριζε. Χωρίς δισταγμό, χωρίς να τον απορρίπτει επειδή φοβόταν τον κόσμο του ή ανησυχούσε ότι δεν ήταν αρκετά καλή. Δεν ήθελε μαζί τους κανέναν άλλο στο κρεβάτι. Η Κάθριν άξιζε να είναι η μόνη στο μυαλό του, η μόνη που σκεφτόταν, η μόνη που ήθελε να ευχαριστήσει. Ήταν η μόνη που ήθελε να ευχαριστήσει. Τη στιγμή εκείνη κανείς άλλος δεν είχε σημασία. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. Ούτε ο πιθανός κίνδυνος που θα μπορούσε να πέσει πάνω τους. Ούτε οι αθώοι που έπρεπε να προστατευτούν. Τίποτα δεν είχε σημασία εκτός από την Κάθριν, τώρα, στο κρεβάτι του. Η μυρωδιά του καυτού σεξ ανακατεμένη με το γλυκό τριανταφυλλένιο άρωμά της. Εισέπνευσε βαθιά, γεμίζοντας τα ρουθούνια του, απολαμβάνοντας το μοναδικό άρωμα που δημιούργησαν μαζί. Φιλώντας τη βαθιά, γλίστρησε το χέρι του κατά μήκος του στομαχιού της, μπέρδεψε τα δάχτυλά του στις ελαστικές μπούκλες ανάμεσα στους μηρούς της. Ήταν υγρή και ζεστή, έτοιμη για αυτό που


είχε να της προσφέρει. Έτρεξε το χέρι του μέχρι το ισχίο, έριξε το στόμα του στον λαιμό της. «Ω Θεέ μου, σε παρακαλώ, μη σταματάς», αναστέναξε. Έβαλε το πρόσωπό του στην καμπύλη του ώμου, τη φίλησε ακριβώς κάτω από το αφτί της και είπε: «Αυτό το είχες φαντασιωθεί;». «Περισσότερο από ό,τι θα μπορούσες ποτέ να μάθεις». «Πώς ήξερες τι να φαντασιωθείς;» Κούνησε το κεφάλι της σαν να χανόταν σε έκσταση. «Ένστικτο υποθέτω. Πρέπει να μιλάμε;» Χαμογελώντας ήρεμα, την αγκάλιασε και γύρισε στην πλάτη του, φέρνοντάς τη μαζί του, ακούγοντας τη μικρή στριγκλιά της καθώς προσγειώθηκε επάνω του, πιέζοντας τους γοφούς, κοιτάζοντάς τον, ενώ τα ένδοξα και άφθονα μαλλιά της σχημάτιζαν κουρτίνα γύρω τους. Έσπρωξε τα δάχτυλά του μέσα από τα χρυσά πόδια, έφερε το στόμα της στο δικό του και τη φίλησε με ανυπομονησία, πεινασμένα. Αγαπούσε τον τρόπο με τον οποίο δεν συγκρατούσε τίποτα, δεν δείλιαζε. Δεν ντρεπόταν για τη γύμνια της. Για κάποιον λόγο αυτό δεν του προκάλεσε έκπληξη. Η αγαπημένη του, η τολμηρή Κάθριν, βρισκόταν μαζί του τώρα σε αυτό το κρεβάτι, όπως ακριβώς βρισκόταν στην πίσω αίθουσα του Ντότζερ, κερδίζοντάς τον στα χαρτιά, ακριβώς όπως είχε πάει να τον σώσει, όπως είχε έρθει στη βιβλιοθήκη στη μέση της νύχτας για να του κάνει μια τολμηρή πρόταση για να προστατέψει μια φίλη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει καμία όπως εκείνη, ποτέ δεν είχε γνωρίσει καμία που να τον γοήτευε όπως εκείνη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει καμία που να ήθελε περισσότερα. Απομακρύνοντας το στόμα της από το δικό του, αναπνέοντας έντονα, τον κοίταξε. «Μπορούμε να το κάνουμε με αυτόν τον τρόπο;» Αυτός χαμογέλασε. «Μπορούμε να το κάνουμε με όποιον τρόπο θέλουμε». Έτρεξε τα χέρια της πάνω στο στήθος του. Χούφτωσε τα στήθη της, λατρεύοντας το βάρος τους στις παλάμες του. Δεν υπήρχε καμιά πτυχή της που δεν λάτρευε. Σηκώνοντας τους γοφούς της, τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω του. Εκείνος βόγκηξε από προσμονή. «Πονάει;» ρώτησε. «Θεέ μου, όχι». Γλίστρησε προς τα κάτω, περιβάλλοντάς τον με τη μεταξένια υγρασία της. Παραλίγο να ρίξει το σπέρμα του επιτόπου. Αντί αυτού έσφιξε το σαγόνι του, αγωνιζόταν για αυτοέλεγχο. Έτρεξε τα χέρια του μέχρι τη λεπτή πλάτη της, τα


γλίστρησε πίσω στο στήθος της και άρχισε να ζυμώνει τη μαλακή σάρκα της. Ρίχνοντας το κεφάλι της πίσω, βόγκηξε. Τότε άρχισε να τον ιππεύει σαν να εξαρτιόταν η ζωή της από αυτό. Νόμιζε ότι θα πέθαινε, δεν μπορούσε να κρατηθεί – αλλά δεν θα αφηνόταν μέχρι να αφεθεί εκείνη. Αλλά εκείνη αισθανόταν τόσο υπέροχα, το πάθος της άναβε το αίμα που έτρεχε στις φλέβες του. Χτυπιόταν πάνω του, οι φωνές της κλιμακώνονταν. Ανασήκωσε τους γοφούς του καθώς εκείνη κατέβαινε. Τα δάχτυλά της μπηγμένα στους ώμους του, τα δικά του κρατούσαν τους γοφούς της, ο καθένας τους κρατιόταν για την κορύφωση. Ποτέ δεν είχε βιώσει κάτι τόσο έντονο. Έπρεπε να κρατηθεί για εκείνη, για εκείνη, για εκείνη… Αλλά το σώμα του δεν μπορούσε. Τινάχτηκε από κάτω της, ο βαθύς, άγριος αναστεναγμός του σχεδόν έπνιξε την κραυγή ικανοποίησής της, με την πλάτη σαν τόξο, στο πρόσωπό της χαραγμένη μια έκφραση δέους και απορίας. Σπασμοί χτύπησαν το σώμα του, καθώς η ευχαρίστησή του έτρεξε μέσα της. Χαλάρωσε, έπεσε στο στήθος του, αφέθηκε. Δεν ήταν σίγουρος πού βρήκε τη δύναμη να τυλίξει τα χέρια του γύρω της, αλλά ήθελε να την κρατήσει πολύ κοντά για να μη χάσει την ενέργεια. Νόμιζε ότι θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί για πάντα. Αν πέθαινε εκείνη τη στιγμή, θα πέθαινε χαρούμενος. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε γνωρίσει τέτοια γαλήνη, τέτοια χαρά. Είχε σκεφτεί ότι ακόμα μια φορά μαζί της θα αρκούσε. Όμως, καθώς την κρατούσε και άκουγε την αναπνοή της, φοβόταν ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να την έχει αρκετά.


Κεφάλαιο 18 Έφυγαν από το σπίτι τις πρωινές ώρες με αυτόν να μεταφέρει ένα καλάθι για πικνίκ ενώ εκείνη κρατούσε μια κουβέρτα. Φορούσε το φόρεμα μιας υπηρέτριας που βρήκε στα δωμάτια υπηρεσίας, καθώς είχε φέρει ελάχιστα ρούχα. Δεν την περιόριζε και κατά κάποιον τρόπο το προτιμούσε από τη συνήθη ενδυμασία της. Ήταν έκπληκτη από το πόσο χαλαρή αισθανόταν γνωρίζοντας τι τους περίμενε. Εκείνο το πρωί, μετά από μια ακόμα συναρπαστική συνεύρεση, ο Κλέιμπουρν προσπάθησε να πείσει την Κάθριν να πάει στο χωριό και να τον περιμένει εκεί, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Δεν ήταν έτοιμη να υποχωρήσει τώρα. Εκείνος πίστευε ότι είχαν μια ακόμα μέρα –πιθανώς περισσότερο– πριν εμφανιστεί ο Άβενταλ. Η Κάθριν δεν ήταν σίγουρη ότι θα εμφανιζόταν. Αλλά ήταν ευτυχής με την προοπτική να κάνει ένα πικνίκ με τον Κλέιμπουρν. Περπάτησαν για αρκετή ώρα πριν φτάσουν σε μια λίμνη. Ενώ ο Κλέιμπουρν άπλωνε την κουβέρτα, εκείνη ρώτησε: «Υπάρχουν ψάρια μέσα;». Σταμάτησε, την κοίταξε, κοίταξε το νερό. «Έτσι νομίζω». «Ποτέ δεν έχεις ψαρέψει σε αυτή;» Έκλεισε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του. «Δεν το νομίζω. Όχι». «Σε ενοχλεί το κεφάλι σου;» Άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε. «Μόνο λίγο. Θα περάσει». «Αναρωτιέμαι τι το προκαλεί». «Οι άνθρωποι έχουν πονοκεφάλους όλη την ώρα. Δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο». «Εγώ δεν έχω». «Τότε είσαι τυχερή». Πήρε το χέρι της και τη βοήθησε να καθίσει στην κουβέρτα. Εκείνη κοίταξε γύρω. «Είσαι σίγουρος ότι δεν πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί;» «Θα γίνουμε πιο προσεκτικοί σήμερα το βράδυ και έχω άντρες να παρακολουθούν τους δρόμους. Για λίγο ακόμα, ας υποθέσουμε ότι όλα είναι καλά στον κόσμο». Έβαλε για τον καθένα λίγο κρασί και έβγαλε ένα κεφάλι τυρί από το καλάθι. Εκείνη ήπιε μια γουλιά κρασί. «Θέλεις να ακούσεις κάτι ανόητο;» Ξαπλώνοντας πάνω της, της έδωσε ένα γρήγορο φιλί. «Ποτέ δεν θα σε θεωρούσα ανόητη». «Μπορεί απλώς να είναι ευσεβής πόθος, αλλά δεν νομίζω ότι η Φράνι θα βρει


κάτι κακό σε όλα όσα συνέβησαν μεταξύ μας». Το σαγόνι σφίχτηκε. «Δεν σκοπεύω να της το πω». «Όχι, δεν περίμενα να το κάνεις. Απλώς είναι κάτι που είπε εκείνη». Μισόκλεισε τα μάτια του. «Τι;» «Όταν της είπα ότι δεν ήθελα να είσαι μόνος, με ενθάρρυνε να έρθω μαζί σου. Είπε ακόμα ότι δεν πρέπει να σε αφήσω μόνο τη νύχτα. Νομίζω ότι μου έδωσε άδεια να είμαι άτακτη». Ακούγοντας τη φωνή της δυνατά, ένιωσε ακόμα πιο ανόητη. «Αυτό ακούγεται τόσο γελοίο, έτσι δεν είναι; Αν ήσουν δικός μου, σίγουρα δεν θα επέτρεπα σε άλλη γυναίκα…» Σταμάτησε, κοίταξε γύρω. «Η τρύπα που ανοίγω είναι αρκετά μεγάλη, έτσι δεν είναι;» «Αισθάνεσαι ένοχη για χθες τη νύχτα;» ρώτησε εκείνος. «Περιέργως όχι. Εσύ;» «Ξέρω ότι θα έπρεπε, αλλά όχι. Υποψιάζομαι γιατί η Φράνι δεν με θεωρεί πραγματικά δικό της όμως. Αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι είμαι απλώς ένα από τα παιδιά του Φίγκαν και ότι είχες δίκιο. Πρέπει να περνάω περισσότερο χρόνο μαζί της. Τα συναισθήματά μας, φοβάμαι, βασίζονται στην παιδική ηλικία μας, όχι στην ενηλικίωσή μας». Ω ναι, η τρύπα που είχε ανοίξει ήταν τώρα υπερβολικά μεγάλη, αρκετά μεγάλη ώστε να θαφτεί μέσα της. Ήθελε να είχε κρατήσει τις σκέψεις της για τον εαυτό της. «Αν ρωτήσω για την παιδική ηλικία σου, θα μου πεις ότι δεν είναι σωστή συζήτηση για πικνίκ;» Αυτός χαμογέλασε. Τον αγαπούσε πραγματικά όταν έμοιαζε σαν να μην τον ενδιέφερε τίποτα στον κόσμο. Φαντάστηκε ότι θα είχε πολύ λίγες στιγμές σαν αυτή και απολάμβανε κάθε μία που εκείνος μοιραζόταν μαζί της. Ξάπλωσε στο πλευρό του, κρατήθηκε στον αγκώνα του και την παρατήρησε για μια στιγμή, πριν ρωτήσει: «Τι θέλεις να μάθεις;». Ήταν λίγο ζαλισμένη και… Ανάθεμα! Δεν μπορούσε να σκεφτεί ούτε μια ερώτηση ή τουλάχιστον μία ερώτηση που δεν πίστευε ότι θα έβλαπτε το καλό χιούμορ του. Αλλά ήθελε να μάθει πολλά. «Σκότωσες τον Τζέφρεϊ Λάνγκτον». Κούνησε το κρασί στο ποτήρι, ήπιε μια γουλιά και ένευσε. «Πώς;» «Τον μαχαίρωσα». «Πώς ήξεραν ότι ήσουν εσύ;» «Υπήρξε μάρτυρας». «Θα με κάνεις να κάνω όλες τις ερωτήσεις; Γιατί δεν μπορείς να μου πεις εσύ


την ιστορία;» Ήπιε το κρασί και έβαλε λίγο ακόμα. «Δεν είναι όμορφη, Κάθριν». Απλώνοντας το χέρι, πέρασε το δάχτυλό της πάνω από την ουλή του. «Δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να μου πεις που να με κάνει να σκεφτώ χειρότερα για σένα». «Αλλά δεν είναι μόνο η δική μου ιστορία». «Σε παρακαλώ. Ξέρω ότι τον σκότωσες για τη Φράνι, γι’ αυτό πιστεύω ότι κάτι άσχημο συνέβη σε αυτή. Μπορώ να φανταστώ τι ήταν». «Αλλά αμφιβάλλω ότι μπορείς να φανταστείς πόσο βάναυσο ήταν». Ήπιε άλλη μια γουλιά από το κρασί, σαν να το χρειαζόταν για να πάρει θάρρος. «Μερικοί άντρες προτιμούν τις παρθένες. Υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες να κολλήσουν ευλογιά με αυτόν τον τρόπο. Τα νεαρά κορίτσια είναι συνήθως αμόλυντα. Μερικές φορές μια νεαρή κοπέλα στους δρόμους μεταφέρεται, ενάντια στη θέλησή της, σε ένα πορνείο, όπου δένεται σε ένα κρεβάτι, ώστε να είναι ευκολότερο να πάρει κάποιος την παρθενία της». Η Κάθριν τρομοκρατήθηκε. «Και αυτό συνέβη με τη Φράνι;» Κούνησε το κεφάλι του. «Ο Τζέφρεϊ Λάνγκτον την έλυσε επειδή προτιμούσε τα κορίτσια που αγωνίζονταν και η Φράνι, δόξα τω Θεώ, αγωνίστηκε. Ξέραμε πού ήταν, ο Τζακ, ο Τζιμ και εγώ, αλλά φτάσαμε εκεί αργά. Ήταν πληγωμένη και αιμορραγούσε. Τη μετέφερα μέχρι του Φίγκαν. Ποτέ δεν φώναξε. Κανονικά έπρεπε να κλαίει. Αλλά δεν το έκανε». Μακάρι να μην είχε ζητήσει λεπτομέρειες και όμως η γνώση τους βοήθησε να τον καταλάβει πολύ καλύτερα, και όχι μόνο αυτόν, αλλά και τη σχέση του με τους άλλους. Τον ισχυρό δεσμό που μοιράζονταν. «Πώς μάθατε ποιος ήταν ο άντρας;» «Όταν η Φράνι δυνάμωσε, ο Τζακ και εγώ την πήραμε πίσω στο πορνείο. Κρυφτήκαμε στον δρόμο και παρακολουθήσαμε ποιος έμπαινε και έβγαινε. Ο Τζακ ήξερε τι θα έκανα, αλλά η Φράνι πίστευε ότι θα τον χτυπούσαμε. Όταν τον έδειξε, έκανα ό,τι είχα προγραμματίσει να κάνω. Πέρασα απέναντι στον δρόμο και του έμπηξα ένα μαχαίρι πριν ανοίξει την πόρτα. Δυστυχώς, την είχε ήδη χτυπήσει και η κυρία του άνοιξε. Με είδε. Φώναξε. Και από σκέτη ατυχία, ένας καταραμένος μπάτσος ήταν ακριβώς στη γωνία. »Δεν προσπάθησα καν να τρέξω. Ο Τζιμ ανακάλυψε αργότερα ότι ο Λάνγκτον επισκεπτόταν το πορνείο κάθε Τετάρτη βράδυ για μια παρθένα. Αλλά οι αμαρτίες του δεν ήταν τόσο σοβαρές όσο οι δικές μου. Ήταν ο κληρονόμος προφανώς, οπότε η προσβολή μου ήταν πολύ χειρότερη». «Του άξιζε αυτό που του έκανες».


Της χαμογέλασε. «Κι εγώ πάντα έτσι το σκέφτομαι. Τώρα γνωρίζεις το ζοφερό παρελθόν μου. Όταν ο γερο-άρχοντας ήρθε στη Σκότλαντ Γιαρντ για να αντιμετωπίσει το αγόρι που είχε δολοφονήσει τον γιο του, αποφάσισε ότι είμαι ο εγγονός του». «Γιατί;» «Τα μάτια μου. Υπήρχαν ασημένια μάτια στην οικογένεια». «Έχω γνωρίσει τον Μάρκους Λάνγκτον. Και εκείνου είναι ασημένια». «Ναι». «Αλλά σίγουρα υπήρχε κάτι περισσότερο από αυτό». «Ο γερο-άρχοντας έκανε ερωτήσεις. “Θυμάσαι έναν ψηλό άντρα με σκούρα μαλλιά;” “Ω ναι, κύριε, ναι, τον θυμάμαι”. “Ο πατέρας σου;” “Ω ναι, κύριε. Κρατούσε το χέρι μου”». Τίναξε το κεφάλι του. «Το έκανε τόσο εύκολο». «Δεν είχες καμία από αυτές τις μνήμες». «Φυσικά όχι». Ξεκίνησε να τρίβει το φρύδι του. «Το κεφάλι σου;» «Ναι, νομίζω ότι είναι τα λουλούδια εδώ. Το άρωμά τους είναι τόσο δυνατό». «Έλα και βάλε το κεφάλι σου στην αγκαλιά μου». Δεν δίστασε να έρθει πιο κοντά, να ξεκουράσει το κεφάλι του στον μηρό της. Άρχισε να του κάνει μασάζ στους κροτάφους. Εκείνος βογκούσε ελαφρά. «Σχεδόν αξίζουν οι πονοκέφαλοι ώστε να απολαμβάνω τα χάδια σου». «Ανησυχώ για τους πονοκεφάλους που έχεις». «Τους έχω εδώ και χρόνια, Κάθριν. Έρχονται. Φεύγουν. Δεν έχουν σημασία. Αν είχαν, σίγουρα θα ήμουν νεκρός τώρα». Εκείνη χαμογέλασε στο τραχύ πρόσωπό του, για μια στιγμή πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τη μύτη του. «Τι συνέβη στη μύτη σου;» «Έμπλεξα σε έναν καβγά. Στη φυλακή, δεν διαχωρίζουν τα παιδιά από τους ενήλικες όσο περιμένουμε τη δίκη, έτσι βρεθήκαμε στο έλεος των χειρότερων νταήδων. Κάποια άτομα αξίζει να είναι στη φυλακή, αλλά αυτό δεν είναι ευχάριστη συζήτηση για πικνίκ. Πες μου για τον αδελφό σου». «Τον Στέρλινγκ;» «Έχεις άλλον;» Σκύβοντας, φίλησε την άκρη της μύτης του, πριν επιστρέψει στο τρίψιμο των κροτάφων του. «Σου είπα. Αυτός και ο πατέρας είχαν μια διαφωνία, αλλά δεν ξέρω για τι ήταν». «Πώς είναι ο πατέρας σου;» «Όχι καλά. Γίνεται όλο και πιο αδύναμος κάθε μέρα. Δεν μπορεί να μιλήσει, δεν μπορεί να μου πει τι θέλει. Σκέφτηκα να τον βγάλω στον κήπο για αλλαγή,


αλλά ο γιατρός του δεν συμφωνεί». «Θα έλεγα ότι ανάμεσα στην επιλογή να περάσει τις τελευταίες μέρες στο κρεβάτι ή σε έναν κήπο, ένας Άγγλος θα επέλεγε πάντα τον κήπο του». «Νομίζεις ότι πρέπει να αγνοήσω τη συμβουλή του γιατρού;» «Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις ό,τι λέει η καρδιά σου πως είναι σωστό». Έβαλε τα χείλη της στα δικά του. «Σε ευχαριστώ γι’ αυτό». Σηκώθηκε, γύρισε και έβαλε το στόμα του στο δικό της, φιλώντας τη πεινασμένα, ρίχνοντάς τη κάτω. Γεύτηκε κρασί. Ήξερε ότι ποτέ δεν θα έπινε πάλι κόκκινο κρασί χωρίς να τη σκεφτεί. Έχωσε τα χέρια της στις πυκνές, σγουρές μπούκλες του. Τον σκέφτηκε ως παιδί, πόσο απείθαρχα πρέπει να ήταν τα μαλλιά του όπως θα έτρεχε στους γυμνούς και σκληρούς χερσότοπους. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ακούσει τη θάλασσα σε απόσταση και υπέθεσε ότι αν περπατούσαν μακρύτερα, τελικά θα συναντούσαν τους βράχους. Τραβήχτηκε από τα χείλη του. «Υπάρχουν πορτρέτα σου ως παιδί;» «Όχι». Μερικές φορές ήταν δύσκολο να πάρει πληροφορίες από αυτόν, όχι επειδή ήταν πεισματάρης –παρόλο που ήταν σίγουρα–, αλλά γιατί όταν εκείνη τον κοιτούσε έβλεπε τον κόμη του Κλέιμπουρν. Όταν κοιτούσε εκείνος στον καθρέφτη, έβλεπε έναν απατεώνα. «Υπάρχουν πορτρέτα του εγγονού του κόμη – πριν μπεις στη ζωή του;» Της χαμογέλασε χαλαρά. «Προσπαθείς να βρεις κάτι μέσα μου που απλώς δεν υπάρχει». «Άρα υπάρχουν». «Στο δωμάτιο που ο γερο-άρχοντας ονόμαζε καθιστικό της κόμισσας». «Θα μου δείξεις;» «Κάθριν…» «Σε παρακαλώ. Δεν προσπαθώ να αποδείξω ότι είσαι ο Κλέιμπουρν. Αλήθεια. Αλλά ο γερο-άρχοντας πρέπει να είχε δει κάτι σε εσένα, οπότε είναι ό,τι πιο κοντινό για να μπορέσω να σε δω ως παιδί». «Γιατί να…» Έβαλε το δάχτυλό της στα χείλη του. «Είναι πραγματικά τόσο πολύ αυτό που ζητάω;» Στράβωσε το φρύδι, αναγκάζοντάς τη να χαμογελάσει ενώ κατέβασε τα μάτια της. «Εντάξει. Υποθέτω ότι θα σου δείξω». Φίλησε το μέτωπό της, τη μύτη της, το πιγούνι της. «Αλλά δεν θα ζητήσεις τίποτα που δεν είμαι πρόθυμος να δώσω».


Της άρεσε αυτή η όψη του, όταν δεν ήταν τόσο σκοτεινός και μελαγχολικός, όταν την πείραζε, όταν την έκανε τόσο τρομερά ευτυχισμένη που ήταν μαζί του. Την τράβηξε και τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Άρχισαν να μαζεύουν το πικνίκ τους. Άνεμος σηκώθηκε, σκορπίζοντας τα φύλλα από τα δέντρα. Κοίταξε προς τον μακρινό δρόμο και μια αίσθηση φόβου τη διαπέρασε. Δεν ήξερε αν ήταν η προοπτική τού να δει τον αληθινό κόμη του Κλέιμπουρν ως παιδί ή κάτι πιο απειλητικό που την τάραζε. Ο Λουκ είχε επισκεφθεί αυτό το δωμάτιο μόνο μία φορά και του είχε φέρει έναν φοβερό πονοκέφαλο τότε. Ο γερο-άρχοντας τον είχε φέρει εδώ για να του δείξει το πορτρέτο και να εξηγήσει πώς η σύζυγός του είχε πεθάνει σε αυτό το δωμάτιο, πέθανε από θλίψη για την απώλεια του πρωτότοκου γιου και του εγγονού της. Το δωμάτιο είχε τότε ένα βαρύ άρωμα –χωρίς αμφιβολία από την παρατεταμένη παρουσία της κόμισσας– και ο Λουκ είχε αποδώσει σε αυτό τον πονοκέφαλό του. Αλλά η αίθουσα τώρα μύριζε βερνίκι επίπλου και όμως το κεφάλι του άρχισε να χτυπάει καθώς είδε την Κάθριν να περνά τα δάχτυλά της πάνω από τα πρόσωπα στο πορτρέτο χωρίς να αγγίζει τον καμβά. Έκανε ένα βήμα πίσω. «Φαίνονται πολύ χαρούμενοι». «Ο γερο-άρχοντας πίστευε ότι ήταν». Γύρισε προς το μέρος του. «Έχεις σκεφτεί ποτέ να αφήσεις μουστάκι;» «Όπως ο άντρας στο πορτρέτο; Όχι». Ό,τι και να έκανε, δεν θα έμοιαζε με τον άνθρωπο στο πορτρέτο. «Μπορώ να δω ομοιότητες…» «Κάθριν!» «Ξέρω ότι νομίζεις πως δεν είσαι ο Κλέιμπουρν, αλλά υπάρχουν ομοιότητες. Τα μαλλιά, τα μάτια… ακόμα και το πιγούνι νομίζω». Κούνησε το κεφάλι του. «Πόσων χρόνων ήσουν –ήταν– όταν έγινε το πορτρέτο;» «Έξι. Ολοκληρώθηκε λίγο πριν σκοτωθούν». «Γιατί κάποιος θα τους σκότωνε;» ζήτησε να μάθει. Ο Λουκ δεν είχε απάντηση σε αυτό. «Ληστεία πιθανότατα». «Αλλά το αγόρι, τι του συνέβη;» Ο Λουκ κούνησε το κεφάλι του. «Πουλήθηκε. Μπήκε σε ένα πλοίο. Ίσως πέθανε αλλού. Δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε». «Φαίνεται πολύ περίεργο. Και φαίνεται επίσης ότι θα μπορούσες να είσαι…»


«Κάθριν, όπως είπες, ήταν ευτυχισμένοι. Γιατί να μην το θυμάμαι αυτό; Γιατί να μην έχω καμία μνήμη από εκείνον ή εκείνη; Ήσουν μικρή όταν πέθανε η μητέρα σου. Δεν τη θυμάσαι;» Αναστενάζοντας, κοίταξε κάτω στο πάτωμα. «Τη θυμάμαι. Αόριστα». Σήκωσε πάλι το βλέμμα της στο πρόσωπό του. «Καταλαβαίνω τι λες, υποθέτω». «Καλώς». Πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του, πιέζοντας το κρανίο του, προσπαθώντας να ανακουφίσει τον πόνο που είχε εγκατασταθεί για τα καλά. «Πρέπει να δω μερικά θέματα». «Είμαι ελεύθερη να περιπλανηθώ στο σπίτι;» «Είσαι ελεύθερη να κάνεις ό,τι θέλεις, αν και σε συμβουλεύω να μη φύγεις. Ο Άβενταλ μπορεί να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή». «Δεν θα βγω από αυτούς τους τοίχους». Πήγε ένα βήμα πιο κοντά και χάιδεψε με τον αντίχειρά του το πάνω χείλος της. Ήθελε να την πάει στην κρεβατοκάμαρά του, ήθελε να περάσει κάθε στιγμή που τους έμενε εδώ κάνοντάς της έρωτα. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι δεν ήταν πλέον βέβαιος πώς να καθορίσει τη σχέση τους. Είχε ζητήσει μια νύχτα στην αγκαλιά του. Ήταν αρκετό για αυτή; Σίγουρα δεν ήταν γι’ αυτόν, αλλά ήταν λάθος να συνεχίσει αυτή τη σχέση όταν δεν μπορούσε να της δώσει τα πάντα. Ήταν λάθος όταν η Φράνι… Της έδωσε ένα γρήγορο φιλί. «Θα σε δω στο δείπνο». Στη συνέχεια, βγήκε από το δωμάτιο, προσευχόμενος ότι ο Άβενταλ θα έκανε σύντομα την εμφάνισή του, προτού ο Λουκ τρελαθεί από την επιθυμία του για την Κάθριν ξανά. Η βροχή άρχισε το σούρουπο, με τον άνεμο να μαστιγώνει τους βράχους, με τις βροντές να ακούγονται δυνατά. Στη βιβλιοθήκη, ο Λουκ βρισκόταν στο παράθυρο, καθισμένος πάνω στο περβάζι, κοιτάζοντας το σκοτάδι, τη γη που περιστασιακά φωτιζόταν από τις λάμψεις των κεραυνών. Η Κάθριν καθόταν σε μια κοντινή καρέκλα, με ένα βιβλίο στην αγκαλιά της. Είχε διαβάσει το ίδιο κομμάτι τρεις φορές τώρα και δεν είχε ακόμα καταλάβει τι προσπαθούσε να πει η Τζέιν Όστιν. Δεν ήταν περίπλοκο. Απλώς δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. «Σκέφτομαι κάτι που μου είπες κάποτε», είπε ο Κλέιμπουρν ήσυχα. Η Κάθριν χαιρέτισε την ευκαιρία για συζήτηση και έκλεισε το βιβλίο. «Και τι ήταν αυτό;» Ο Κλέιμπουρν παρατηρούσε κάτι μέσα από το παράθυρο. «Είπες ότι ο πρώτος


κόμης του Κλέιμπουρν είχε κερδίσει το δικαίωμα να περάσει τα κτήματα και τον τίτλο στους κληρονόμους του». «Το θυμάμαι αόριστα…» Εκείνος στράφηκε. «Όταν επιστρέψουμε στο Λονδίνο, θα εμφανιστώ ενώπιον της Βουλής των Λόρδων και θα καταγγείλω την αξίωσή μου για τον Κλέιμπουρν». Καθώς σηκωνόταν αργά, η Κάθριν αισθάνθηκε σαν να είχε εξαφανιστεί όλος ο αέρας από τους πνεύμονές της. «Γιατί να το κάνεις αυτό;» «Επειδή κουράστηκα να ζω σε ένα ψέμα. Επειδή υπήρξε στιγμή που δεν εκτιμούσα πλήρως ό,τι μου δόθηκε – έβλεπα μόνο τη ζωή μου, όχι την κληρονομιά πίσω από τον τίτλο. Όλα αυτά ανήκουν πραγματικά στον Μάρκους Λάνγκτον και θα φροντίσω να τα αποκτήσει». Διέκρινε τόσα προβλήματα και δυσκολίες με το σχέδιό του, που σχεδόν δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. «Θα σε κρεμάσουν». «Αμφιβάλλω. Ο μάρτυρας του εγκλήματός μου πέθανε πριν από αρκετά χρόνια. Τι αποδεικτικά στοιχεία έχουν; Εκτός αυτού, μπορώ να αντέξω οικονομικά να πληρώσω το πιο δυνατό νομικό μυαλό σε όλη την Αγγλία για να με υπερασπιστεί αν συμβεί κάτι τέτοιο». «Αλλά ο Μάρκους Λάνγκτον – δεν είναι εσύ». Χαμογέλασε ήρεμα. «Ναι, αυτό είναι το θέμα». Έκανε ένα βήμα πιο κοντά του. «Όχι, εννοώ, πραγματικά δεν μπορώ να τον δω ως κόμη του Κλέιμπουρν. Φαίνεσαι τόσο καλά προσαρμοσμένος στον ρόλο». «Και αυτό είναι το θέμα επίσης, Κάθριν. Ήταν ένας ρόλος που έπαιξα. Τον έχω παίξει όλα αυτά τα χρόνια». Αλλά εκείνη γνώριζε ότι οι λόγοι του έκρυβαν κάτι παραπάνω από ό,τι είχε αποκαλύψει. Το να είναι ο κόμης του Κλέιμπουρν τον εμπόδισε να αποκτήσει ένα πράγμα που πραγματικά ήθελε: τη Φράνι. Πήγε ένα βήμα πιο κοντά, αισθάνθηκε τα δάκρυα να τρυπούν τα μάτια της. Φτάνοντάς τον άγγιξε το μάγουλό του. «Είσαι ένας αξιόλογος άνθρωπος, Λούσιαν Λάνγκτον. Η Φράνι είναι απίστευτα τυχερή που έχει την αγάπη σου». «Δεν το κάνω για τη Φράνι. Το κάνω εξαιτίας σου. Όταν βλέπω την αντανάκλασή μου στα μάτια σου, δεν θέλω να βλέπω την εξαπάτηση και όσο είμαι ο κόμης του Κλέιμπουρν, δεν είμαι άντρας άξιος για οποιαδήποτε γυναίκα». «Δεν γνωρίζω πιο άξιο άντρα». Τέντωσε τα δάχτυλα των ποδιών, τον φίλησε, χωρίς να μπορεί να πιστέψει πόσο βαθιά τον αγαπούσε. Ήθελε να κάνει


περισσότερα από το να τον φιλήσει. Ήθελε να του δείξει ότι εκείνος κατάφερε να διεκδικήσει όχι μόνο το σώμα της, αλλά την καρδιά και την ψυχή της. Αναρωτήθηκε πόσος χρόνος τους έμενε προτού εμφανιστεί ο διάβολος. Τραβήχτηκε από το φιλί. «Πότε νομίζεις ότι θα έρθει;» Έβλεπε τη λύπη στα μάτια του, ήξερε ότι κατάλαβε τι ζητούσε από αυτόν, τι ήθελε. «Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε στιγμή». «Πόσο καιρό θα περιμένουμε μέχρι να αποφασίσουμε ότι δεν θα έρθει;» «Θα έρθει». «Πώς μπορείς να είσαι τόσο βέβαιος;» Της χάρισε ένα χαμόγελο, το οποίο ίσως να την είχε εκνευρίσει αν δεν τον γνώριζε αρκετά καλά για να ξέρει ότι δεν κορόιδευε την περιέργειά της, αλλά μάλλον ένιωθε ευχαριστημένος από το ενδιαφέρον της, ίσως μάλιστα και λίγο εντυπωσιασμένος που είχε την προσοχή. «Παίζω χαρτιά μαζί του εδώ και πολλά χρόνια. Ξέρω πώς σκέφτεται ο άνθρωπος». «Εμένα δεν με κατάλαβες όταν παίξαμε χαρτιά». Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Δεν μπορεί να είναι τόσο καλός ώστε να κρύβει το είδος του ανθρώπου που είναι». «Ξέρεις ότι χτυπούσε τη γυναίκα του;» Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, αλλά απεχθάνεται να χάνει. Απεχθάνεται ιδιαίτερα να χάνει από εμένα. Θα έρθει εδώ για να διεκδικήσει τη γυναίκα του. Δεν έχω αμφιβολία». «Τι θα κάνεις όταν φτάσει;» «Δεν σκοπεύω να τον σκοτώσω, αν αυτό είναι που αναρωτιέσαι». Πήρε το χέρι της, το φίλησε και στη συνέχεια άρχισε να χαϊδεύει με τον αντίχειρά του την ουλή στην παλάμη της. «Δεν είναι εύκολο να ζεις με τον θάνατο ενός ανθρώπου στη συνείδησή σου, ακόμα κι όταν ξέρεις ότι το άξιζε. Βλέπεις το πρόσωπό του όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς – και υπάρχουν φορές που δεν θα κοιμηθείς επειδή δεν θέλεις να δεις το πρόσωπό του». «Τότε πώς θα εξασφαλίσεις ότι θα αφήσει τη Γουίνι στην ησυχία της;» «Κάνοντάς του σαφές ότι θα είναι υπό την προστασία μου και ότι αν την αγγίξει ξανά, θα τον σκοτώσω. Χωρίς να μετανιώσω. Χωρίς λύπη. Χωρίς έλεος». Ένα τρέμουλο έτρεξε στη σπονδυλική στήλη της, προκαλώντας τσιμπήματα στο κεφάλι της. Κούνησε το κεφάλι. «Είναι ένας νταής», είπε εκείνος ήσυχα. «Συνήθως χρειάζεται μόνο να υψώσεις το ανάστημά σου σε αυτόν για να τον κάνεις να υποχωρήσει». Με το ελεύθερο χέρι της έδιωξε τα μαλλιά του από το φρύδι του. «Αλλά αν σε


απειλήσει;» Φίλησε την παλάμη της. «Έχω τον φύλακα άγγελό μου». Η πόρτα της βιβλιοθήκης άνοιξε και ο μπάτλερ μπήκε μέσα. «Άρχοντά μου, ο δούκας του Άβενταλ έχει έρθει και ζητάει ακρόαση». «Βλέπεις», είπε ο Κλέιμπουρν, χαμογελώντας στην Κάθριν. «Πολιτισμένος». Κοίταξε τον υπηρέτη του. «Θα τον δω. Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας ενοχλήσετε. Δεν με νοιάζει τι θα ακούτε ή θα νομίζετε ότι ακούτε να συμβαίνει μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Στην πραγματικότητα, αφού τον φέρετε εδώ, διώξτε τους υπόλοιπους υπηρέτες για το βράδυ». «Ναι, άρχοντά μου». Ο Κλέιμπουρν την άφησε, περπάτησε στο γραφείο του, έσκυψε, σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του και συνάντησε το βλέμμα της Κάθριν. «Υποθέτω ότι δεν θα φύγεις όσο συζητάμε μαζί…» «Δεν θα σε αφήσω να τον αντιμετωπίσεις μόνος σου». «Μην παρέμβεις». Άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει… «Το εννοώ, Κάθριν. Αυτό θα είναι σαν μια πολύ περίπλοκη παρτίδα χαρτιών και σκοπεύω να κάνω μια μεγάλη μπλόφα». Κούνησε το κεφάλι της, άκουσε τον ήχο βημάτων. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Πήγε κοντά στα ράφια, αρκετά μακριά για να μην είναι ενοχλητική, αλλά αρκετά κοντά για να προσφέρει την υποστήριξη που μπορούσε. Ο Άβενταλ μπήκε μέσα και μόλις πέρασε την πόρτα, ο μπάτλερ την έκλεισε πίσω του. Η Κάθριν ένιωσε τα κύματα μανίας που εξέπεμπε ο δούκας. Γνώριζε επίσης πολύ καλά ότι ο Κλέιμπουρν φαινόταν εντελώς ανεπηρέαστος. Ένας μεγάλος αριθμός λαμπτήρων άναψε, σαν να ήθελε ο Κλέιμπουρν μια σαφή εικόνα του αντιπάλου του ή ίσως ήθελε ο Άβενταλ να έχει μια σαφή εικόνα εκείνου. Δυστυχώς, έδωσαν επίσης στον Άβενταλ μια σαφή δική της εικόνα. Εκείνος την κοίταξε ειρωνικά. «Θα έπρεπε να το ξέρω ότι εσείς βρισκόσασταν πίσω από αυτή τη σκευωρία». «Θα απευθύνεστε σε εμένα, όχι στη λαίδη Κάθριν», είπε ο Κλέιμπουρν και η φωνή του, ο τρόπος του ήταν ενός ανθρώπου που δεν γνώριζε φόβο. Ο Άβενταλ μετατόπισε την προσοχή του στον Κλέιμπουρν. «Δεν είμαστε μεταξύ των ομοίων μου, όπου πρέπει να προσποιηθώ την ευγένεια, έτσι επίτρεψέ μου να μιλήσω ειλικρινά. Δεν είσαι τίποτα. Δεν είσαι ο νόμιμος κόμης και δεν θα σε αναγνωρίσω ως τέτοιο. Είμαι εδώ για τη γυναίκα μου και τον κληρονόμο μου. Θα τους φέρεις σε εμένα και θα τους φέρεις τώρα».


«Έχω κάποιες ερωτήσεις που θέλω να απαντήσετε πρώτα». «Δεν σου απαντώ». «Γιατί βάλατε να ακολουθούν τη λαίδη Κάθριν;» «Πού είναι η γυναίκα μου;» «Απαντήστε στην ερώτησή μου και θα απαντήσω στη δική σας». Ο Άβενταλ κοίταξε την Κάθριν, χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει τη χαμηλή εκτίμησή του για εκείνη. Απλώς δεν κατάλαβε αν ήταν μια πρόσφατα αποκτηθείσα εκτίμηση. «Είναι κακή επιρροή για τη σύζυγό μου και έτσι νόμιζα ότι αξίζει να την παρακολουθώ». «Και ο λόγος που προσπαθήσατε να με σκοτώσετε;» «Επειδή δεν μου αρέσεις, ενοχλητικό σκυλί. Είσαι μια μάστιγα στην αριστοκρατία. Τώρα φέρε μου τη γυναίκα μου και τον γιο μου!» «Είναι λίγο δύσκολο να έχεις αξιώσεις όταν δεν είναι εδώ». «Λες ψέματα». «Δεν έχω πει ψέματα από τότε που ήμουν δεκατεσσάρων. Ψάξτε την έπαυλή μου, κάθε δωμάτιο, κάθε γωνιά και χαραμάδα. Δεν θα τους βρεις εδώ, γιατί ποτέ δεν έφυγαν από το Λονδίνο». «Σκέφτεσαι να τους κρατήσεις μακριά μου;» «Αν θέλω να τους προστατεύσω. Εσύ και εγώ θα φτάσουμε σε μια συμφωνία…» Ο Άβενταλ έριξε το κεφάλι του πίσω και φώναξε δυνατά με τα χέρια του σε γροθιές. Όταν κοίταξε πάλι τον Κλέιμπουρν, η μανία που είχε φέρει στο δωμάτιο μαζί του ήταν δεκαπλάσια. «Δεν θα σου επιτρέψω να πάρεις τίποτε άλλο που δικαίως ανήκει σε άλλον!» Έστειλε τη γροθιά του στη μια μεριά, ρίχνοντας μια λάμπα πάνω στην καρέκλα και μετά μια άλλη, ρίχνοντας μια άλλη λάμπα προς τις κουρτίνες. Πριν αντιδράσει οποιοσδήποτε, χίμηξε στον Κλέιμπουρν. Η λάμπα στο γραφείο χτύπησε στο πάτωμα σπάζοντας, διασκορπίζοντας πετρέλαιο και φωτιά. Η Κάθριν άρπαξε ένα μαξιλάρι από μια καρέκλα, έκανε μια κίνηση προς τις φλόγες για να τις σβήσει… Ξαφνικά σκοτεινά μάτια, τρελά μάτια, βρέθηκαν μπροστά της. Χωρίς προειδοποίηση. Ένιωσε τυφλό πόνο που εκτοξεύτηκε μέσα από το σαγόνι της στο πίσω μέρος του κρανίου της, περισσότερο πόνο καθώς το κεφάλι της συγκρούστηκε με κάτι. Απ’ ό,τι φαντάστηκε, με το πάτωμα. Ένιωσε ένα τράνταγμα στο χέρι της, άκουσε έναν βρυχηθμό και το πιάσιμο στο χέρι της έφυγε. Αναγκάζοντας τα μάτια της να ανοίξουν, είδε τον Κλέιμπουρν και τον Άβενταλ


να χτυπιούνται στο δωμάτιο, με τις φλόγες να χορεύουν γύρω τους σαν να ήταν σε κάποια μακάβρια μορφή κόλασης. Φλόγες. Φωτιά. Έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να βοηθήσει. Αγωνίστηκε να σηκωθεί στα γόνατά της. Το δωμάτιο περιστρεφόταν γύρω της. Μπουσουλώντας μέχρι το γραφείο, σηκώθηκε. Πόση ώρα βρισκόταν στο πάτωμα; Φώναξε για βοήθεια, αλλά ήδη οι φλόγες κύκλωσαν το δωμάτιο, εμποδίζοντας τον δρόμο της προς την πόρτα, τα παράθυρα. Σκέφτηκε να πηδήξει πέρα από αυτές, αλλά οι φούστες της σίγουρα θα έπαιρναν φωτιά. Πιάνοντας κάτω από τον ποδόγυρό της, προσπάθησε να βγάλει ένα μισοφόρι, ώστε να έχει κάτι να σβήσει τη φωτιά. Κοίταξε προς τον Κλέιμπουρν. Είχε τον Άβενταλ καρφωμένο στο πάτωμα. Τον χτύπησε, μια φορά, δύο φορές… Ο Άβενταλ σηκώθηκε ρίχνοντας τον Κλέιμπουρν μακριά. Κάτι άλλο έσπασε. Μια ακόμα λάμπα. Η Κάθριν έβγαλε τα μισοφόρια της και άρχισε να χτυπάει τις φλόγες που έτρεχαν στα ράφια να καταβροχθίσουν τα βιβλία, τα χαρτιά, τα ξύλινα ράφια… Θεέ μου, υπήρχε χειρότερος χώρος για να ξεκινήσει μια φωτιά; Τόσες φλόγες… και μεγάλωναν όλο και περισσότερο. Και ήταν ζεστές, τόσο ζεστές. Ο γκρίζος, πυκνός καπνός τη δυσκόλευε να δει. Τα μάτια της έτσουζαν. Τα πνευμόνια της πονούσαν. Ακούγοντας έναν γδούπο, κοίταξε πίσω από τον ώμο της. Ο Άβενταλ είχε ρίξει τον Κλέιμπουρν στο γραφείο και τον χτυπούσε. Η Κάθριν πήρε ένα αγαλματίδιο. Βήχοντας και βαριανασαίνοντας… Ο Άβενταλ απομακρύνθηκε από τον Κλέιμπουρν και με μια αλλόκοτη λάμψη στα μάτια του τη γρονθοκόπησε ξανά. Παραπατώντας προς τα πίσω, προσγειώθηκε πάλι στο πάτωμα. Είχε ξεχάσει πως απολάμβανε τις μαχόμενες γυναίκες. Ο Κλέιμπουρν σηκώθηκε, όρμησε στον Άβενταλ και τον χτύπησε. Το κεφάλι του Άβενταλ κοπάνησε στην άκρη ενός χαμηλού τραπεζιού και έμεινε ακίνητος. Ο Κλέιμπουρν έσκυψε από πάνω του, πίεσε το αφτί του στο στήθος του. «Είναι ζωντανός». «Δεν έχουμε διέξοδο, πουθενά να κρυφτούμε», φώναξε η Κάθριν. Μόνο τότε φάνηκε ο Κλέιμπουρν να συνειδητοποιεί την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. «Από εδώ», διέταξε ο Κλέιμπουρν. Τράβηξε τον Άβενταλ όρθιο, τον έριξε πάνω στον ώμο του και τον σήκωσε. Με μεγάλα βήματα έφτασε στο τζάκι. «Τι στα κομμάτια νομίζεις ότι θα κάνουμε;» φώναξε η Κάθριν. «Θα ανέβουμε από την καμινάδα;»


«Όχι. Θα κατέβουμε. Πιάσε μια λάμπα». Θα της έκανε εντύπωση αν έστω και μια λάμπα είχε μείνει σώα, αλλά εντόπισε μια σε ένα μικρό τραπέζι στη γωνία. Πιάνοντάς τη, κοίταξε καθώς εκείνος έκανε κάτι δίπλα στο τζάκι –έσπρωξε κάτι, πίεσε, τράβηξε, δεν μπορούσε να δει καθαρά με όλο τον καπνό– και ένα τρίξιμο, ένας έντονος ήχος ακούστηκε μέσα στο δωμάτιο, καθώς ένα από τα μεγάλα ράφια μετατοπίστηκε προς τα εμπρός, δημιουργώντας ένα πέρασμα πίσω από τον τοίχο. Κάτι έσπασε. Ένιωσε σαν να άρχισε να βράζει το αίμα της. «Έλα. Γρήγορα». Πίεσε το χέρι του στην πλάτη της και την έσπρωξε στο σκοτεινό πέρασμα. Η λάμπα φώτιζε μια σειρά από σκάλες. «Κατέβα», διέταξε. «Πού βγάζει αυτό;» «Δεν… δεν ξέρω καθόλου. Απλώς ξέρω ότι είναι ασφαλές. Προχώρα!» Κατέβηκε τις σκάλες. Ήταν δροσερά εκεί, ο αέρας, ενώ ήταν υγρός, έκανε ευκολότερη την αναπνοή. Στο κάτω μέρος έφτασε σε μια σήραγγα. «Συνέχισε», διέταξε. Έβλεπε ιστούς αράχνης, σκέφτηκε ότι άκουσε έναν αρουραίο να τσιρίζει – αλλά το να βρεθεί μπροστά σε έναν αρουραίο ήταν καλύτερο από το να βρεθεί μπροστά στη φωτιά. Έφτασε σε μια διασταύρωση και σταμάτησε. «Συνέχισε δεξιά», είπε ο Κλέιμπουρν. Γύρισε και τον κοίταξε. «Πού πηγαίνει η άλλη κατεύθυνση;» «Πίσω στο σπίτι». Ακολούθησε τη διχάλα όπως της είπε. Μετά από λίγο άκουσε το βουητό του ωκεανού και μύρισε τον αλατισμένο αέρα. Βγήκε στο σκοτάδι, στην ακτή. Τα σκοτεινά σύννεφα κάλυπταν ολόκληρο το φεγγάρι, αλλά το φως έλαμπε από την κοντινή θάλασσα. Μήπως η οικογένεια είχε κάνει την αρχική περιουσία της ως λαθρέμποροι; Ο Κλέιμπουρν έριξε τον Άβενταλ στην ακτή και έπειτα έπεσε σε έναν βράχο. Κάθισε πάνω του και κοίταξε τα κύματα που κάλυπταν τις μπότες του, πριν βυθιστούν στη θάλασσα. Μια ελαφριά βροχή συνέχισε να πέφτει, αλλά ήταν το λιγότερο που τον ανησυχούσε. Η Κάθριν γονάτισε μπροστά του, σηκώνοντας τη λάμπα για να δει το πρόσωπό του. «Λουκ;» «Κάθριν, πώς το ξέρω; Πώς ξέρω για το πέρασμα;» «Δεν καταλαβαίνω». Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ήξερα ότι υπήρχε. Δεν ήξερα ότι ήταν εκεί». «Πώς δεν το ήξερες; Κάποιος πρέπει να σου το είχε δείξει». «Όχι, κανείς δεν μου το είχε δείξει ποτέ».


«Ο γερο-άρχοντας». «Όχι». Ακούστηκε τόσο βέβαιος, τόσο σίγουρος. «Αλλά πήγες δεξιά σε αυτό. Ήξερες τι έπρεπε να κάνεις». «Μόνο αφού είπες ότι δεν είχαμε πουθενά να κρυφτούμε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή» –πίεσε τα χέρια του στο φρύδι του– «Θεέ μου, το κεφάλι μου. Νιώθω σαν να προσπαθεί να χωριστεί στα δύο». Αναστενάζοντας έντονα, έριξε το κεφάλι του πίσω. «Θα πρέπει να ανησυχήσω για αυτό αργότερα. Αυτή τη στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τον Άβενταλ. Και να βεβαιωθώ ότι οι υπηρέτες είναι ασφαλείς». Σηκώθηκε, έπεσε στα γόνατά του. Έτρεξε δίπλα του. «Λουκ, με τρομάζεις». Σήκωσε το βλέμμα του στο δικό της και χάιδεψε το πρόσωπό της με την παλάμη του. «Το θαρραλέο κορίτσι μου». Γέρνοντας μπροστά τη φίλησε. Όταν απομακρύνθηκε, εκείνη ρώτησε: «Τι θα κάνουμε με τον Άβενταλ;». «Θα βρούμε έναν τρόπο να τον σκοτώσουμε – χωρίς κανείς από μας να πάει στην κρεμάλα». «Αν αυτή ήταν η πρόθεσή σου, γιατί να μην τον αφήσεις μόνο στη φωτιά;» «Γιατί θέλω ο θάνατός του να εξυπηρετήσει έναν σκοπό. Τον θέλω ζωντανό για να συμβεί αυτό». «Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς». «Με εμπιστεύεσαι;» «Και τη ζωή μου». Ξαφνικά βρέθηκε στην αγκαλιά του, ανατριχιάζοντας και κλαίγοντας, νιώθοντας σαν μια μυγιάγγιχτη, αλλά ήταν ζωντανή, ο Κλέιμπουρν ήταν ζωντανός και αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία.


Κεφάλαιο 19 Χρησιμοποιώντας λωρίδες που σκίστηκαν από τα μισοφόρια της Κάθριν, ο Λουκ έδεσε και φίμωσε τον Άβενταλ, αφού πήρε μεγάλη ικανοποίηση δίνοντάς του ένα γερό χτύπημα στο σαγόνι όταν άρχισε να συνέρχεται. Ο Λουκ δεν είχε το μυαλό του στο να είναι ευγενής ή επιεικής. Δεν βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση το γεγονός ότι το κεφάλι του είχε αρχίσει να πονάει ανελέητα. Στην πραγματικότητα, ζήλευε την κατάσταση αναισθησίας του Άβενταλ. Με μεγάλη προσπάθεια, σήκωσε τον Άβενταλ πάνω στον ώμο του. Με την Κάθριν στο πλευρό του, άρχισαν να επιστρέφουν στο αρχοντικό. Κανένα μονοπάτι δεν έδειχνε τον δρόμο, αλλά το έδαφος δεν ήταν πολύ τραχύ. Η βροχή, ωστόσο, είχε δυναμώσει, αλλά τον Λουκ δεν τον ένοιαζε. Με λίγη τύχη, μπορεί να μείωνε τη βλάβη της φωτιάς στο αρχοντικό. «Αν το σπίτι καιγόταν ακόμα, δεν νομίζεις ότι θα βλέπαμε φωτιά σε απόσταση;» ρώτησε η Κάθριν. «Ναι. Οι υπηρέτες και η πυροσβεστική υπηρεσία του χωριού χωρίς αμφιβολία την έχουν θέσει υπό έλεγχο». «Το κεφάλι σου σε ενοχλεί, έτσι δεν είναι;» «Θα είμαι καλά». «Τι πρόκειται να κάνεις με τον Άβενταλ απόψε;» «Αν το αρχοντικό είναι ακόμα όρθιο, θα τον βάλω στο κελάρι. Έχει μια πόρτα με κλειδαριά και μπάρα». «Και μετά από αυτό;» «Εσύ και εγώ θα επιστρέψουμε στο Λονδίνο. Θα γυρίσω για τον Άβενταλ μόλις ρυθμίσω κάποια θέματα. Μέχρι τότε οι πιο πιστοί υπηρέτες μου θα τον κρατήσουν φυλακισμένο και θα τον ταΐζουν». «Τι θα συνεπάγονται αυτές οι ρυθμίσεις;» Μουγκρίζοντας, κούνησε το κεφάλι του. «Δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά τώρα, Κάθριν». Τύλιξε το χέρι της γύρω από το μπράτσο του, σαν να τον σταθεροποιούσε. «Πονάς πολύ». «Δεν ήταν ποτέ τόσο άσχημα». Το μόνο που ήταν σε θέση να κάνει ήταν να βάλει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και να περπατήσει. Ήταν ακόμα μπερδεμένος για το πώς ήξερε για το πέρασμα, αλλά η συγκέντρωση έκανε τον


πονοκέφαλό του χειρότερο και σκέφτηκε ότι αν χειροτέρευε περισσότερο, θα λιποθυμούσε. Αντ’ αυτού επικεντρώθηκε στο χέρι της Κάθριν στο μπράτσο του. Σκέφτηκε το μεταξένιο σώμα της κάτω από το δικό του και ο πόνος ηρέμησε λίγο. Επικεντρώθηκε στο να θυμηθεί πόσο υπέροχα αισθάνθηκε όταν βυθίστηκε μέσα της. Ο πόνος στο κεφάλι του γλύκανε λίγο περισσότερο, αλλά άρχισε να πονάει αλλού. Καλύτερα να επικεντρωνόταν μόνο στο περπάτημα. Τελικά έφτασαν στο αρχοντικό. Φαινόταν άθικτο μέχρι που κατέληξαν στην πτέρυγα όπου υπήρχε η βιβλιοθήκη. Ένα τμήμα είχε καταρρεύσει και ελάχιστα παρέμειναν όρθια, εκτός από τα συσσωρευμένα υπολείμματα. «Άρχοντά μου!» Ο μπάτλερ έσπευσε. «Φοβηθήκαμε το χειρότερο». Ο Κλέιμπουρν έριξε τον Άβενταλ στο έδαφος. «Ποια είναι η ζημιά;» «Ήμαστε τυχεροί. Μόνο αυτή η πτέρυγα υπέστη κάποια πραγματική ζημιά. Η άλλη πτέρυγα και το κύριο τμήμα του σπιτιού είναι άθικτα και κατοικήσιμα». «Ωραία». Ο Λουκ πλησίασε σε ό,τι είχε απομείνει από τον τοίχο κοντά στην καμινάδα που γλίτωσε από τη φωτιά. Η μυστική πόρτα είχε εξαφανιστεί. Μια μεγάλη τρύπα αποκάλυπτε τις σκάλες που οδηγούσαν στο πέρασμα. «Γνωρίζατε ότι υπήρχε αυτό το πέρασμα;» «Όχι, άρχοντά μου», είπε ο μπάτλερ. «Συγγνώμη. Πού οδηγεί;» «Στη θάλασσα. Ρωτήστε τους άλλους υπηρέτες». «Συγγνώμη;» Ο Λουκ πίεσε τα δάχτυλά του στο μέτωπό του. «Ρωτήστε τους υπηρέτες εάν κάποιος ήξερε για αυτό το πέρασμα. Πρέπει να μάθω ποιος μου είπε γι’ αυτό». «Ναι, άρχοντά μου», έσπευσε να φύγει ο μπάτλερ. Ο Λουκ κοίταξε γύρω. Ο γερο-άρχοντας είχε λάβει τέτοια χαρά από τα βιβλία του και τώρα καταστράφηκαν. Ο Λουκ αισθάνθηκε έναν παράλογο θυμό για την άχρηστη καταστροφή. Η καρβουνιασμένη μυρωδιά στον αέρα σου έφερνε ζάλη. Ένας ήχος τράβηξε την προσοχή του και γύρισε εγκαίρως για να δει την Κάθριν να σκοντάφτει. Απλώνοντας τα χέρια, την άρπαξε και τη συγκράτησε. «Τόσο πολλά χαμένα», μουρμούρισε και άκουσε τη θλίψη στη φωνή της. «Θα μπορούσε να είναι χειρότερο. Θα φροντίσω ώστε ο Μάρκους Λάνγκτον να έχει τα χρήματα για να ξαναφτιάξει όλα αυτά στην παλιά τους δόξα». «Μπορεί να μην είσαι ο πραγματικός κόμης του Κλέιμπουρν, αλλά είναι προφανές ότι ενδιαφέρεσαι για αυτό το μέρος». Δεν αρνήθηκε ότι είχε φτάσει στο σημείο να ενδιαφέρεται για αυτό. Το να το παραδώσει θα ήταν πιο δύσκολο από ό,τι πίστευε, αλλά επειδή ενδιαφερόταν για αυτό, ήταν αποφασισμένος να το δει να επιστρέφει στον νόμιμο ιδιοκτήτη.


Πολλά πράγματα θα άλλαζαν με την απόφασή του – συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι η Φράνι δεν θα είχε πια δικαιολογία να μην τον παντρευτεί. Κάποιος είχε βάλει ψηλούς φανούς στο έδαφος. Οι καυτές φλόγες τους φώτισαν την Κάθριν και ο Λουκ είδε τη στάχτη και τη βρομιά που κάλυπτε το πρόσωπό της. Όχι, δεν ήταν όλη βρομιά. Ένας μώλωπας είχε σχηματιστεί εκεί που την είχε χτυπήσει ο Άβενταλ. Ο Λουκ ένιωσε έντονη επιθυμία να τον σκοτώσει μόνο για αυτό. Άγγιξε τρυφερά το μάγουλό της. Ξαφνικά έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται τον άνθρωπο που θα είχε την τιμή να αγγίξει το μάγουλό της όταν θα μεγάλωνε. Ήλπιζε πως ο άντρας θα εκτιμούσε ότι η δύναμη και η ομορφιά της δεν θα γερνούσαν ποτέ. «Τα δωμάτιά μας υποτίθεται ότι είναι κατοικήσιμα. Θα μπορούσα να κάνω ένα ζεστό μπάνιο». Του χαμογέλασε, τον εξέπληξε που μετά από όλα όσα είχαν περάσει, μπορούσε ακόμα να χαμογελάσει. «Θα το ήθελα πάρα πολύ», είπε εκείνη. Και συνειδητοποίησε ότι του έδινε την άδεια να περάσει ακόμα μια νύχτα μαζί της. Καθώς το νερό βρισκόταν γύρω της, η Κάθριν σκέφτηκε ότι θα ήταν πάντα κακομαθημένη όσον αφορά το μπάνιο. Ήταν απλώς θαυμάσιο να βυθίζεται σε ζεστό νερό ενώ χωνόταν στην αγκαλιά ενός άντρα, ειδικά όταν αυτός ήταν ο Κλέιμπουρν. Ευτυχώς η μπανιέρα ήταν μεγάλη. Ο θρύλος έλεγε ότι είχε κατασκευαστεί ειδικά για τους άντρες της οικογένειας, επειδή ήταν ψηλοί και τους άρεσε να έχουν περιθώριο να κινηθούν. Υποπτεύθηκε επίσης ότι τους άρεσε να μην παίρνουν μόνοι το λουτρό τους. Είχαν κλειδώσει τον Άβενταλ στο κελάρι, με δύο φύλακες να τον παρακολουθούν. Τμήματα της βιβλιοθήκης συνέχισαν να καίγονται, αλλά οι λίγοι υπηρέτες που δεν είχε στείλει μακριά όταν έφτασαν για πρώτη φορά εκείνος με την Κάθριν τα παρακολουθούσαν σβήνοντας μικρές πυρκαγιές που ξεσπούσαν. Ήταν περίεργο που ξαφνικά είχε τόσο λίγες ανησυχίες, όμως η Κάθριν απολάμβανε την ηρεμία. Απλώς ευχόταν το κεφάλι του Κλέιμπουρν να σταματούσε να πονά. Εκείνος δεν παραπονιόταν, αλλά το τραβηγμένο φρύδι του και το σφιχτό σαγόνι του μαρτυρούσαν τη δυσφορία του. Δεν κατάφερε να βρει κάποιον υπηρέτη που γνώριζε το μυστικό πέρασμα. Τον ανησυχούσε το γεγονός ότι το ήξερε, αλλά η Κάθριν ήταν πεπεισμένη ότι ο προηγούμενος κόμης του το είχε δείξει κάποια στιγμή και ο Κλέιμπουρν απλώς το είχε ξεχάσει. Ήταν η μόνη


εξήγηση που έβγαζε νόημα. Με το χέρι του χάιδευε νωχελικά το δικό της, ενώ περνούσε τα δάχτυλά της πάνω από το στήθος του. Ήθελε να ξεπλύνει τα σημάδια, τα αποδεικτικά στοιχεία της σκληρής ζωής του, όμως η ζωή του τον είχε διαμορφώσει σε έναν άνθρωπο που στάθηκε ισχυρός για τους άλλους. Ακόμα και αν δεν ήταν άρχοντας, θα παρέμενε ένας άνθρωπος που θα θαύμαζε. Εγωιστικά ήθελε να καθυστερήσουν την αναχώρησή τους, διότι μόλις ξεκινούσαν το ταξίδι του γυρισμού τους για το Λονδίνο, τα πάντα μεταξύ τους θα άλλαζαν, θα τελείωναν. Χωρίς εγωισμό, ήθελε εναγωνίως να δει τη Γουίνι και τον πατέρα της. Ήξερε ότι τους φρόντιζαν καλά, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως της έλειπαν λιγότερο, πως δεν ήθελε να κάνει ό,τι μπορούσε για να τους φέρει παρηγοριά. «Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε τον Κλέιμπουρν. «Προσπαθώ να μη σκέφτομαι». Με το νερό να πέφτει γύρω της, σηκώθηκε και μη βρίσκοντας αρκετό χώρο κατά μήκος της πλευράς της μπανιέρας, τον καβάλησε. Το σώμα του αντέδρασε αμέσως. Με έναν αναστεναγμό και ένα χαμόγελο, άνοιξε τα μάτια του. «Νομίζω ότι βρήκες τη θεραπεία για τους πονοκεφάλους μου. Στείλε τον πόνο αλλού». «Δεν μπορεί να σου πέρασαν τόσο γρήγορα». «Όχι εντελώς, όχι, αλλά δεν θα τους αφήσω να με εμποδίσουν να έχω αυτό που θέλω». Του χάρισε αυτό που ήλπιζε ότι ήταν ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. «Και τι είναι αυτό;» Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Εσύ». Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα νωπά μαλλιά της και την έφερε πιο κοντά. Ανασηκώθηκε για να μπορέσει να καλωσορίσει το φιλί του. Η πείνα του στο στόμα της έστειλε την επιθυμία μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Εκείνος ίσιωσε την πλάτη της, πήρε το σαπούνι στα χέρια του και άρχισε να τα τρίβει πάνω στο σώμα της, περνώντας τα στα στήθη της ξανά και ξανά, σαν να ήταν το κέντρο της ύπαρξής της, η πόλη στην οποία οδηγούσαν και επέστρεφαν όλοι οι δρόμοι. Στα μάτια του είδε την εκτίμηση και την ευχαρίστηση. Πιάνοντας το σαπούνι, μιμήθηκε τις κινήσεις του, απολαμβάνοντας την αίσθηση του μεταξιού στο βελούδο. Έριξε το κεφάλι της πίσω, μούγκρισε από τις απίστευτες αισθήσεις που της δη- μιουργούσε το άγγιγμά του αλλά και η χαρά της να τον αγγίζει. Τα χέρια του χούφτωσαν τους γοφούς της και τη σήκωσε.


«Εάν αυτό το νερό δεν ήταν τόσο βρόμικο, θα σε έπαιρνα εδώ», είπε. Αντ’ αυτού πήγε στην άκρη, στάθηκε όρθιος και την τράβηξε να σηκωθεί. Κανάτες νερού τους περιέβαλαν. Σήκωσε μια και έριξε νερό πάνω της, αφαιρώντας το σαπούνι και κάθε επίμονη βρομιά. Άλλη μια κανάτα, άλλο ένα ξέβγαλμα. Μετά έκανε το ίδιο για τον εαυτό του. «Μείνε», διέταξε καθώς βγήκε από την μπανιέρα. «Δεν είμαι σκύλος για να με διατάζεις». Χαμογελώντας ήρεμα, άρπαξε μια πετσέτα και στέγνωσε έντονα τον εαυτό του. «Πρέπει πάντα να είσαι τόσο δύσκολη;» «Δεν ενεργείς σαν να με βρίσκεις όντως δύσκολη». Τύλιξε την πετσέτα γύρω της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Σε βρίσκω αξιαγάπητη». Τη μετέφερε στο κρεβάτι του, την ξάπλωσε πολύ απαλά και έριξε την πετσέτα στην άκρη. Με μια απαλή κίνηση, βυθίστηκε μέσα της και έμεινε ακίνητος. «Όταν τον είδα να σε χτυπάει, όταν έπεσες…» Η φωνή του ήταν βαριά από συγκίνηση. «Μην το σκέφτεσαι», τον προέτρεψε. «Γιατί πρέπει να είσαι τόσο θαρραλέα;» ρώτησε καθώς φιλούσε τον λαιμό, το αφτί, το πιγούνι. Εκείνη αναρωτήθηκε αν θα την ήθελε αν δεν ήταν θαρραλέα, αλλά δεν ήταν αρκετά γενναία για να ρωτήσει, οπότε ίσως δεν ήταν τόσο θαρραλέα τελικά. «Μη μιλάς», μουρμούρισε στο αφτί του καθώς φιλούσε τους κροτάφους του. Την πήρε αργά, σαν να συνειδητοποίησε ότι θα ήταν η τελευταία φορά, απολαμβάνοντας κάθε ώθηση, δημιουργώντας αναμνήσεις με κάθε επαφή. Δεν υπήρχε τίποτα φρενήρες στη συνεύρεσή τους. Μάλλον ήταν απλώς μια εκτίμηση ότι είχαν ξεφύγει από τη φωτιά, μια γιορτή της επιβίωσης και ίσως κατά κάποιον τρόπο ένας αποχαιρετισμός. Καθώς η απόλαυση κορυφώθηκε, ξύπνησε στα χέρια του, ξύπνησε στα δικά της. Αναπνέοντας έντονα, φίλησε το μέτωπό της, προτού την κυλήσει και την τραβήξει κοντά. Χωμένη στην αγκαλιά του, έπεσε σε βαθύ ύπνο. «Μαμά!» «Σουτ, αγαπημένε, σουτ, πρέπει να είμαστε ήσυχοι. Παίζουμε ένα παιχνίδι. Θα κρυφτούμε από τον μπαμπά». «Φοβάμαι». «Σουτ. Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Σουτ. Η μαμά δεν θα αφήσει ποτέ τίποτα να συμβεί. Θα διασκεδάσουμε. Βλέπεις αυτόν τον μαγικό λεβιέ; Είναι το μυστικό


μας». Η Κάθριν ξύπνησε από ένα αγωνιώδες μουγκρητό. Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν βροντή, αλλά έπειτα κατάλαβε ότι ήταν μόνη στο κρεβάτι. Μια σκληρή αναπνοή στο δωμάτιο. Απλώνοντας το χέρι στο κομοδίνο, άναψε τη φλόγα στη λάμπα. Έδιωξε τις σκιές για να αποκαλύψει τον Κλέιμπουρν γυμνό, γονατιστό στο πάτωμα, να κουνιέται, με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από το στομάχι του, σαν να βίωνε έντονο πόνο. Κατέβηκε από το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά του. «Λουκ, Λουκ, τι στο καλό συμβαίνει;» Σήκωσε το πρόσωπό του και είδε τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του. «Θυμάμαι», είπε. «Θεέ μου, θυμάμαι». Νιώθοντας αδύναμη να σταματήσει την αγωνία του, άγγιξε τους ώμους του, το πρόσωπό του. «Τι θυμάσαι;» Τον άκουσε να καταπίνει, τον ένιωσε να τρέμει κάτω από τα δάχτυλά της. «Οι γονείς μου. Πονάει!» «Το κεφάλι σου;» «Όχι, η καρδιά μου. Ήταν ο θείος μου». «Λουκ αγάπη μου, δεν καταλαβαίνω». «Με πήγαν σε έναν ζωολογικό κήπο. Τόσο πολλά ζώα. Ένα λιοντάρι. Και μια καμηλοπάρδαλη. Και ένα ριγέ άλογο. Δεν ήθελα να φύγω. Αλλά σκοτείνιαζε και ο κόσμος λιγόστευε – υπήρχαν τόσοι άνθρωποι, που η άμαξα ήταν παρκαρισμένη πολύ μακριά. Είχα κουραστεί από το περπάτημα. Ο πατέρας μου με σήκωσε στους ώμους του. Και τότε το αγόρι…» Η φωνή του χαμήλωσε, αλλά ήταν ακόμα μπερδεμένη. Τι έλεγε; «Τι έγινε με το αγόρι;» ρώτησε. «Ένα χαμίνι. Είπε ότι η μητέρα του πέθαινε στο δρομάκι, χρειαζόταν βοήθεια. Ο πατέρας μου με έβγαλε από τους ώμους του και έτρεξε πίσω από το αγόρι. Η μητέρα μου άρπαξε το χέρι μου και έτρεξε πίσω τους. Αλλά τα πόδια του πατέρα μου ήταν τόσο μακριά, τόσο κοντά τα δικά μου, που δεν μπορέσαμε να τον φτάσουμε. Όταν στρίψαμε στη γωνία, είδαμε τον πατέρα μου να δέχεται επίθεση από άντρες – φαίνονταν σαν να ήταν άγρια ζώα. Μπαστούνια και μαχαίρια. Και ο θείος μου στεκόταν στο πλάι γελώντας, σαν να ήταν μια αγαπημένη φάρσα του. Η μητέρα μου μου φώναξε να τρέξω και το έκανα. Αλλά ήμουν ακόμη αρκετά κοντά και άκουσα τις κραυγές της καθώς της ρίχτηκαν». Η Κάθριν έπιασε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της. «Λυπάμαι πολύ, Λουκ, αλλά δεν καταλαβαίνω τι προσπαθείς να μου πεις, δεν καταλαβαίνω τι


σημαίνει αυτό». Η καρδιά της πονούσε βλέποντας την απελπισία στα μάτια του. «Αυτό σημαίνει ότι είμαι ο Κλέιμπουρν. Ήξερα για το μυστικό πέρασμα επειδή η μητέρα και εγώ το χρησιμοποιούσαμε για να παίξουμε ένα παιχνίδι – κρυβόμασταν από τον πατέρα μου, αλλά εκείνος ήταν πάντα εκεί, περιμένοντας στην είσοδο». Της χάρισε ένα εγκάρδιο χαμόγελο. «Την έπαιρνε στην αγκαλιά του και γελούσαν. Μετά παίζαμε στη θάλασσα σαν να μην είχαμε καμία έννοια». Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκούπισε τα δάκρυά του. «Γιατί θα τους σκότωνε ο θείος σου;» «Γιατί άλλο; Για τον τίτλο και όλα αυτά που έρχονταν μαζί του». Κάθισε πίσω στα πόδια της. «Και τα θυμήθηκες όλα τώρα;» «Απλά κομμάτια του παρελθόντος. Θυμάμαι το μυστικό πέρασμα, τον ζωολογικό κήπο, το σοκάκι. Θυμάμαι τον θείο μου και το φριχτό πρόσωπό του. Και θυμάμαι να τρέχει σαν δειλός». «Ήσουν παιδί». Έτριψε τα χέρια του πάνω στο πρόσωπό του. «Δεν μπόρεσα να τους σώσω». «Δεν περίμεναν κάτι τέτοιο από εσένα. Το ότι έσωσες τον εαυτό σου ήταν το μεγαλύτερο δώρο σου σε αυτούς». «Γιατί δεν μπορούσα να θυμηθώ τίποτε από αυτά;» «Γιατί θα ήθελες κάτι τέτοιο; Ακούγεται φοβερό». Συνέχισε να την κοιτάζει. «Ήλπιζα να μάθω την αλήθεια του παρελθόντος μου και τώρα δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να την ξεχάσω». Πίεσε το στόμα του στο δικό της, σαν να είχε τη δύναμη να του επιστρέψει την αθωότητα που είχε χάσει. Διότι, αν και μεγάλωσε στους δρόμους και είδε τους χειρότερους ανθρώπους, ήταν σαφές στην Κάθριν ότι μέχρι απόψε δεν γνώριζε πραγματικά το χειρότερο της οικογένειάς του. Είχε σκοτώσει τον θείο του, ο θείος του είχε σκοτώσει τους γονείς του. Εξαπάτηση, μίσος, προδοσία, απληστία… όλα τα στοιχεία για ένα οικογενειακό σκάνδαλο και μια καταστροφή είχαν υπάρξει μέσα στην καρδιά της οικογένειας του Κλέιμπουρν. Η ζωή του στους δρόμους –παρά τα εγκλήματα που είχε διαπράξει– ήταν πιο ειλικρινής και εκείνοι με τους οποίους έζησε πιο αξιόπιστοι. Κατά κάποιον τρόπο κατάφεραν να ξαναγυρίσουν στο κρεβάτι, τα στόματα κλειστά, τα χέρια και τα πόδια μπερδεμένα. Ήθελε να ξεχάσει αυτό που εκείνη σκεφτόταν ότι ήταν σημαντικό να θυμάται. Ωστόσο, δεν μπορούσε να του αρνηθεί λίγες στιγμές παρηγοριάς. Αν μπορούσε, θα του έδινε μια ολόκληρη ζωή παρηγοριάς στα χέρια της.


Το στόμα του ήταν καυτό, απελπισμένο, πρόθυμο. Ήταν περισσότερο από έτοιμη γι’ αυτόν όταν μπήκε μέσα της, ένας άνθρωπος δαιμονισμένος, ένας άντρας που τρέχει από το παρελθόν του, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να δει το μέλλον του. Κουνιόταν γρήγορα και εξαγριωμένα. Έκανε το πάθος του να συμβαδίσει με το δικό της, μπήγοντας τα δάχτυλά της στους σφιχτούς γλουτούς του, οδηγώντας τον όπως την οδηγούσε. Οι δυνατές εξάρσεις του έκαναν το κεφαλάρι να χτυπήσει τον τοίχο και η ευχαρίστηση να κυλήσει μέσα της σε κύματα. Υπήρχε τρέλα εδώ, και δεν την ένοιαζε. Φρόντισε μόνο να χαθεί ο ίδιος μέσα της και να χαθεί και εκείνη μέσα του. Περίμενε κάθε φορά που έκαναν έρωτα να ήταν η τελευταία – κάθε φορά ήταν ένα δώρο: ένα δώρο, μια ένωση, ένα δούναι και λαβείν. Ήταν ίσοι. Εάν μπορούσε να του δώσει περισσότερο, θα του έδινε. Αντ’ αυτού, οδήγησε τα κύματα μέχρι να φουσκώσουν, λέγοντας το όνομά του, έχοντας επίγνωση ότι μούγκριζε το δικό της, έχοντας επίγνωση των βίαιων χτυπημάτων του, το πρόσωπό του θάφτηκε στην καμπύλη του ώμου. Κρατώντας τον κοντά ενώ η αναπνοή τους επιβραδύνθηκε, απόλαυσε το βάρος του σώματός του. Ήθελε να μάθει τι σήμαινε να πλαγιάσει μαζί του. Τώρα έπρεπε να βρει τη δύναμη να τον παρατήσει, να τον δώσει σε άλλη, να τον δώσει στη Φράνι. Ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν στα μάτια της επειδή δεν θα ήταν αυτή που θα μοιραζόταν τις χαρές ή τα προβλήματά του. Δεν θα έφερνε στον κόσμο τα παιδιά του. Δεν θα ήταν αυτή που θα έμενε δίπλα του, καθώς εκείνος θα άφηνε το σημάδι του στον κόσμο. Και δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ήταν ένας ικανός άντρας και θα άφηνε πίσω του μια θαυμάσια κληρονομιά. Είχε σφυρηλατηθεί στις φωτιές της κόλασης – και ο άντρας που ξεπρόβαλε, όλο το Λονδίνο σύντομα θα μάθαινε, ήταν κάποιος που έπρεπε να τον λάβουν υπόψη. Ήταν σκοτεινά όταν η άμαξα τελικά έφτασε στο Λονδίνο. Η Κάθριν ήταν ακόμα ντυμένη με τα ρούχα της υπηρέτριας και ο Λουκ δεν φαινόταν πολύ καλύτερος. Ήξερε ότι θα έπρεπε πρώτα να πάει στο σπίτι, να ευπρεπιστεί, αλλά είχε ένα θέμα που έπρεπε να το δει επειγόντως. Είχε πει στον οδηγό του πού να πάει και καθώς αναγνώρισε τα κτίρια που σηματοδοτούσαν ότι πλησίαζαν στον προορισμό τους, ένιωσε την οργή να τρέχει μέσα του. «Δεν πάμε σπίτι;» ρώτησε η Κάθριν. Η άμαξα σταμάτησε. «Μείνε εδώ», διέταξε ο Λουκ. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε από την άμαξα


προτού ο αμαξάς τον βοηθήσει. Πήγε στου Ντότζερ με έναν σκοπό. Είδε αμέσως τον Τζακ. Ο άντρας που ήταν γνωστός ως ο Ντότζερ σηκώθηκε από μια παρτίδα και χαμογέλασε έντονα. «Α εδώ είσαι. Έβαλες τα πράγματα…» Ο Λουκ έριξε τη σκληρή γροθιά του στο πρόσωπο του Τζακ, που γρήγορα έπεσε στο πάτωμα, αναποδογυρίζοντας το τραπέζι του παιχνιδιού. Υπήρξαν κοφτές ανάσες από τους ευγενείς πελάτες, κραυγές από τις κυρίες που προσπαθούσαν να τους κλείσουν στα δωμάτιά τους. «Σήκω πάνω!» διέταξε ο Λουκ. Ο Τζακ σκούπισε το αίμα από το στόμα του, κοίταξε το πίσω μέρος του χεριού του πριν στραφεί στον Λουκ. «Δεν είμαι σίγουρος…» «Σήκω. Πάνω». Ο Τζακ πίεσε τον εαυτό του μέχρι που στάθηκε όρθιος και ο Λουκ τον γρονθοκόπησε στο στομάχι. Ο Τζακ σκόνταψε πίσω και ο Λουκ τον χτύπησε στο πιγούνι, σπρώχνοντας το κεφάλι του πίσω και ρίχνοντάς τον πίσω στο πάτωμα. «Λουκ!» φώναξε η Φράνι κάπου πίσω του. «Τι κάνεις;» Έγειρε δίπλα στον Τζακ και κοίταξε τον Λουκ με φρίκη στα μάτια της. «Είναι εντάξει, Φράνι», είπε ο Τζακ. «Είμαι βέβαιος ότι έχει έναν καλό λόγο που χτύπησε τον άντρα που έσωσε τον κώλο του σε περισσότερες από μία περιπτώσεις». Ο Λουκ έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός, νιώθοντας ικανοποίηση από την κατάσταση του Τζακ. «Με βρήκες να κρύβομαι πίσω από τα σκουπίδια στο σοκάκι, επειδή με ακολούθησες. Με ακολούθησες από εκεί που οι γονείς μου δέχτηκαν επίθεση. Όλα αυτά τα χρόνια ήξερες την αλήθεια. Ήξερες ότι ήμουν ο εγγονός του γέρου άρχοντα, αλλά εσύ σώπασες, διότι διαφορετικά θα αποκάλυπτες τον ρόλο σου στη δολοφονία των γονιών μου. Ήξερες το μαρτύριό μου και παρ’ όλα αυτά με άφησες να υποφέρω με τις αμφιβολίες μου. Θα έπρεπε να σε σκοτώσω». Ήταν σαν να έπεσε ένα πέπλο από τα μάτια του Τζακ. Ο Λουκ είδε την αλήθεια εκεί, είδε ότι αυτό που είχε θυμηθεί ήταν ακριβώς αυτό που είχε συμβεί. «Σε παρακαλώ, κάν’ το», είπε ο Τζακ. «Με κάθε τρόπο. Από εκείνο το βράδυ που ήμαστε στη φυλακή και προσφέρθηκα σε εκείνους τους αλήτες ώστε να σου δείξουν έλεος, προσευχόμουν συνεχώς να πεθάνω. Κάν’ το, λοιπόν. Σκότωσες τον θείο σου. Σκότωσε, λοιπόν, και τον φίλο σου! Σε προκαλώ!» Ο Λουκ θυμήθηκε ξαφνικά το μπαστούνι στο χέρι του, το σπαθί που δεν είχε κρυμμένο. Δεν είχε θυμηθεί να το φέρει μαζί του, αλλά θα τον βόλευε τώρα.


Έκανε ένα ακόμα βήμα προς τα εμπρός, ένιωσε ένα χέρι να πιέζει το χέρι του, κοίταξε πίσω… Η Κάθριν. Με δάκρυα στα γαλάζια μάτια της. «Δεν είσαι δολοφόνος». «Σκότωσα τον θείο μου. Δεν υπάρχει αμφιβολία». «Πήρε την αθωότητα ενός νεαρού κοριτσιού. Αλλά δεν είσαι δολοφόνος». Έδειξε τον Τζακ. «Μας οδήγησε στο δρομάκι. Ήταν το χαμίνι που ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του πέθαινε. Είναι αυτός…» «Δεν θα σε αφήσω να χάσεις το τελευταίο κομμάτι της ψυχής σου. Εγώ θα σταθώ μπροστά σου, αν χρειαστεί». Αλλά ήταν αρκετό ότι στεκόταν δίπλα του. Κοίταξε πίσω τον Τζακ. «Τι σε πλήρωσε;» Ο Τζακ απλώς τον κοίταξε. «Ανάθεμά σε! Απάντησέ μου». Προς έκπληξή του, ο Τζακ δεν έστρεψε το βλέμμα από ντροπή. «Έξι πένες». Ο Λουκ έκλεισε τα μάτια του. «Δεν ήξερα τι είχε σχεδιάσει», είπε ο Τζακ ήσυχα. «Πρέπει να με πιστέψεις, Λουκ, δεν ήξερα». Ο Λουκ άνοιξε τα μάτια του. Ήταν τυφλωμένος από οργή και μόνο τώρα τα πάντα γύρω του έμπαιναν στη σειρά. Ο Τσέσνι και ο Μίλνερ τον κοιτούσαν. Άλλοι άρχοντες και κύριοι – ίσοι του. Η Φράνι τον κοιτούσε σαν να μην τον αναγνώριζε. «Ήξερες τι είχε κάνει;» ρώτησε ο Λουκ ήσυχα. Κούνησε σιγά το κεφάλι της. Η Κάθριν έσφιξε το χέρι του σαν να είχε μόνο εκείνη τη δύναμη να τον σταματήσει από το να κάνει κάτι βιαστικό και αμετάκλητο. Η Κάθριν, ντυμένη με τα ρούχα μιας υπηρέτριας, με τα μαλλιά της λυτά. Η Κάθριν, που δεν είχε μείνει στην άμαξα όπως την είχε διατάξει. Η Κάθριν, που στεκόταν στο κέντρο μιας χαρτοπαικτικής λέσχης. Τι σκέφτηκε και ήρθε πρώτα εδώ; Τι σκέφτηκε και τον ακολούθησε μέσα; Υπήρχε μια πιθανότητα στο εκατομμύριο ότι κανείς δεν θα την αναγνώριζε; Ένιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι, να πει κάτι, να φέρει ένα αξιόλογο τέλος. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα μέσα του, τίποτα εκτός από θλίψη και απώλεια. Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του είχαν γεμίσει με ψέματα. Και η αλήθεια δεν πρόσφερε ανακούφιση. Φοβήθηκε η Κάθριν από το πόσο ήσυχος ήταν ο Λουκ στην άμαξα. Είχε βγει έξω από του Ντότζερ χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Κάθισε δίπλα του κρατώντας


το χέρι του, ένα χέρι που ήταν τόσο κρύο σαν να πέθανε. «Δεν πρέπει να μείνεις μόνος απόψε», είπε. «Υποτίθεται ότι είμαι αυτός που πρέπει να είμαι και ξαφνικά, ανεξήγητα, αισθάνομαι τόσο ανάξιος. Υπήρξα απατεώνας όλα αυτά τα χρόνια, αλλά όχι με τον τρόπο που νόμιζα». «Δεν είσαι απατεώνας». «Νόμιζα ότι ήμουν ένας κακοποιός που περιφερόταν σαν ευγενής κύριος. Αντίθετα, ήμουν ένας ευγενής που περιφερόταν σαν κακοποιός. Νόμιζα ότι ήμουν ένας από αυτούς, νόμιζα ότι ήμουν ένα από τα παιδιά του Φίγκαν. Νόμιζα ότι είχαμε κοινό σημείο αναφοράς τους δρόμους». Η καρδιά της έσπασε γι’ αυτόν. «Το είχατε. Για κάποιο διάστημα το είχατε». Την κοίταξε με μια γαλήνη στα μάτια του που φοβήθηκε ότι είχε χαθεί για πάντα. «Νομίζεις ότι υπάρχει κάποια πιθανότητα κάποιος από τους ευγενείς απόψε στου Ντότζερ να μη σε αναγνώρισε;» Εκείνη αναστέναξε. «Μια μικρή πιθανότητα ίσως». «Δεν έπρεπε να προσπαθήσεις να με σταματήσεις, Κάθριν. Η φήμη σου δεν αξίζει το σκάνδαλο που θα ξεσπάσει». «Για να δούμε. Ο πατέρας μου βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, ο αδελφός μου περιδιαβαίνει όλο τον κόσμο. Δεν έχω κανέναν σύζυγο, κανένα παιδί. Η φήμη μου έχει σημασία μόνο για μένα και εσύ αξίζεις πολύ περισσότερο για μένα». Έπιασε το πρόσωπό της, έβαλε τα χείλη του πάνω στα δικά της. Το πάθος μεταξύ τους είχε εξατμιστεί, όπως ήταν αναμενόμενο. Όταν όλα αυτά ήταν πίσω του, θα επέστρεφε για άλλη μια φορά στο πλευρό της Φράνι. Εκείνη δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. «Πρέπει να σε πάω σπίτι», είπε ήσυχα. «Και πρέπει να καθορίσω τι θα κάνω με τον Άβενταλ». Τον είχαν αφήσει στη φυλακή του στο κτήμα του Λουκ μέχρι να τακτοποιηθούν τα πάντα. Ο Λουκ αναστέναξε βαθιά. «Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι το να θυμηθώ θα έφερνε μαζί του πολύ περισσότερα προβλήματα από το να ξεχάσω».


Κεφάλαιο 20 Η Κάθριν ένιωσε άδεια καθώς ανέβαινε αργά τα σκαλοπάτια προς το υπνοδωμάτιό της. Ήθελε απεγνωσμένα να δει τον πατέρα της, αλλά δεν ήθελε να τη δει ντυμένη σαν υπηρέτρια, δείχνοντας σαν να είχε περάσει λίγες μέρες ατίμωσης. Που το είχε κάνει, αλλά εντάξει. Δεν χρειαζόταν να το ξέρει αυτό. Η Τζένη ετοίμασε το μπάνιο και η Κάθριν βυθίστηκε στο αχνιστό νερό. Πονούσε και ήταν δυστυχισμένη. Και αυτά ήταν τα καλά νέα. Με τη φήμη της θα ασχολούνταν αργότερα. Αυτή τη στιγμή, η κύρια ανησυχία της ήταν ο Κλέιμπουρν. Δεν ήθελε να είναι μόνος απόψε. Αλλά ήταν τόσο εξαντλημένη, που το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να αναπνέει. Όταν τελείωσε με το λουτρό της, η Τζένη άρχισε να τη στεγνώνει. «Να σας βοηθήσω να ετοιμαστείτε για το κρεβάτι;» «Όχι, θέλω να επισκεφθώ τον πατέρα μου για λίγο και καθώς δεν με είδε για λίγες μέρες, νομίζω ότι ένα απλό φόρεμα θα ήταν κατάλληλο». Αισθάνθηκε λίγο περισσότερο από μόνη της καθώς περπατούσε στον διάδρομο προς το υπνοδωμάτιό του. Η νοσοκόμα του σηκώθηκε καθώς η Κάθριν μπήκε στο δωμάτιο. «Πώς είναι;» ρώτησε η Κάθριν. «Καλά, λαίδη μου». Δεν μπορούσε να μιλήσει με συνέπεια, δεν μπορούσε να κινηθεί μόνος του. Έπρεπε να τον ταΐζουν και να τον πλένουν – πώς στα κομμάτια θα μπορούσε να είναι καλά; Αλλά σήκωσε το τρεμάμενο, αιωρούμενο χέρι του και η Κάθριν θα ορκιζόταν ότι ένα λαμπρό φως εμφανίστηκε στα ξεθωριασμένα μπλε μάτια του. Καθισμένη στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, πήρε το χέρι του και φίλησε τα δάχτυλά του. Στη συνέχεια χτένισε με τα δάχτυλά της τα ασημένια μαλλιά του. «Σου έλειψα;» Της ένευσε αδιόρατα. «Αύριο, αν ο ήλιος μας κάνει τη χάρη, θα πάμε στον κήπο. Έχω την πεποίθηση ότι δεν θα επηρεάσει αρνητικά την υγεία σου. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να τη βελτιώσει». Ένιωσε τα δάκρυα να τσούζουν τα μάτια της. «Ω μπαμπά, έκανα κάτι τρομερά ανόητο. Έχω ερωτευτεί κάποιον που αγαπά κάποια


άλλη. Το παράξενο είναι ότι, όσο κι αν πονάει, θέλω μόνο να είναι ευτυχισμένος. Και αν τον κάνει ευτυχισμένο, θέλω να την πάρει». Εκείνος έσφιξε το χέρι της. Σηκώθηκε και έβαλε το κεφάλι της στο στήθος του, αισθάνθηκε το χέρι του να ακουμπά τα μαλλιά της. «Νομίζω ότι θα τον συμπαθούσες». Άκουσε έναν χαμηλό θόρυβο στο στήθος του. «Ξέρω ότι δεν νομίζεις ότι είναι αρκετά καλός για μένα, αλλά τότε κανείς δεν θα είναι αρκετά καλός για μένα». Κάθισε. «Ο Άβενταλ χτύπησε τη Γουίνι, μπαμπά. Μερικοί φίλοι και εγώ την κρύψαμε μακριά, για να μην μπορεί να τη βρει. Αλλά θέλω να τη δω απόψε. Δεν θέλω να ανησυχείς. Νομίζω ότι έχω έναν επιθεωρητή από τη Σκότλαντ Γιαρντ που με παρακολουθεί. Έτσι θα είμαι καλά. Και αύριο θα πάμε στον κήπο και δεν θα σταματήσω να διαβάζω μέχρι να τελειώσουμε την ιστορία του Όλιβερ». Γέρνοντας μπροστά, φίλησε το μέτωπο του πατέρα της και ψιθύρισε τα λόγια που ποτέ δεν θα μπορούσε να πει στον Κλέιμπουρν: «Σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά». Αν και το πορτρέτο του πατέρα του δεν είχε αλλάξει, του φάνηκε ότι είχε. Ή ίσως μόνο αυτός ήταν που είχε αλλάξει. Ή ίσως επειδή το κοιτούσε μέσα από μια μεθυσμένη οργή, το πρώτο μπουκάλι ουίσκι είχε αδειάσει και το δεύτερο ήταν κρεμασμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του. Θα έπρεπε να βρει νέο προμηθευτή. Παράξενο το πόσο διαφορετικά έμοιαζαν όλα. Πράγματα που κάποτε φαίνονταν ξένα δεν ήταν πλέον. Αφού επέστρεψε στην έπαυλη, περπάτησε μέσα σε κάθε δωμάτιο, κοιτάζοντας τα πράγματα με διαφορετικά μάτια, μέσα από τα μάτια του κόμη του Κλέιμπουρν. Θυμήθηκε πως το κεφάλι του λιονταριού πάνω από το τζάκι τον είχε φοβίσει ως παιδί. Θυμήθηκε ότι ίππευε το ξύλινο κουνιστό άλογο στο παιδικό δωμάτιο. Συνήθως, όταν κοιτούσε το πορτρέτο για πολλή ώρα, καταγράφοντας τα χαρακτηριστικά, το κεφάλι του άρχιζε να πονάει. Αλλά όχι απόψε. Απόψε δεν υπήρχε τίποτα εκτός από το ηρεμιστικό υγρό που κυλούσε στο αίμα του. Ακόμα και αυτό ήταν ασυνήθιστο. Κανονικά αναζητούσε τη λήθη. Απόψε ήθελε μόνο την ηρεμία. Το χέρι του πονούσε από τα χτυπήματα στον Τζακ. Η καρδιά του πονούσε που η Φράνι είχε υπερασπιστεί τον Τζακ. Γιατί ο Λουκ πίστευε ότι εκείνη θα ήταν αναμφισβήτητα με το μέρος του; Η αντίδραση της Φράνι ήταν φυσική. Ο Λουκ είχε έρθει σαν τρελός και, αντίθετα με την Κάθριν, η Φράνι δεν γνώριζε όλα όσα είχε θυμηθεί ο Λουκ. Δεν είχε δει τον πόνο που είχαν φέρει οι αναμνήσεις του.


Ο Λουκ είχε ζήσει την κακουχία και την αθλιότητα του μικρού δωματίου με τον Φίγκαν και τη συμμορία του από κλεφτρόνια και αισθανόταν ασφαλής. Μοιράζονταν τα ρούχα τους, το φαγητό τους, τα κρεβάτια τους. Τον έμαθαν να μην τον κάνουν τσακωτό. Τον είχαν διδάξει πώς να κρύβεται. Και πάνω απ’ όλα, στην αρχή, ήθελε να κρύβεται. Να κρύβεται από τον θείο του, από τις φωνές του πατέρα του που πέθαινε, από τα σκουξίματα της μητέρας του ικετεύοντας για έλεος. Όταν πέρασε την πόρτα του Φίγκαν, το έκανε τόσο πρόθυμα, θέλοντας – έχοντας ανάγκη– να αφήσει πίσω του την τρομακτική άλλη ζωή του. Τίποτα δεν ήταν πιο τρομακτικό από το να γνωρίζει ότι κάποιος με τον οποίο είχαν βγάλει μια φωτογραφία στη λίμνη, κάποιος που του έδωσε ένα μικρό ξύλινο σκαλιστό άλογο, κάποιος που τον έβαλε στο κρεβάτι μια φορά κατά την επίσκεψή του, τον φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού του, μίλησε με τον πατέρα του, χόρεψε με τη μητέρα του, στεκόταν γελώντας ενώ άλλοι δολοφονούσαν την οικογένειά του. Αλλά ο θείος του ήταν βαθιά χωμένος σε όλες αυτές τις αναμνήσεις. Ο Λουκ άκουσε την πόρτα να ανοίγει, άκουσε ελαφρά βήματα. Στράφηκε γύρω από την καρέκλα, κοιτώντας την πόρτα. Μίσησε τη χαρά που τον γέμισε βλέποντας την Κάθριν. Μίσησε περισσότερο την ανακούφιση που τον πλημμύρισε επειδή ήταν εδώ. Τον έκανε να αισθάνεται αδύναμος, γιατί η ανάγκη του για εκείνη ήταν τόσο μεγάλη. Έπρεπε να φύγει από τη ζωή του και για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να φροντίσει τον Άβενταλ. Ο Λουκ κατέβασε περισσότερο ουίσκι και κάθισε πίσω στην καρέκλα του. «Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ». Κάθισε στο πάτωμα δίπλα του, έβαλε τα χέρια της στα γόνατά του. «Είπα στον πατέρα μου ότι επρόκειτο να δω τη Γουίνι, αλλά δεν το έκανα. Απλώς του είπα αυτή τη δικαιολογία, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ερχόμουν εδώ. Δεν ήθελα να είσαι μόνος απόψε». «Κάθριν…» «Είμαι εδώ μόνο ως φίλη». Γύρισε το πρόσωπό της προς το πορτρέτο και ακούμπησε το μάγουλό της στον μηρό του. «Μπορώ να δω τις ομοιότητες τόσο καθαρά τώρα». «Θυμάμαι τόσο λίγα γι’ αυτόν». «Νομίζω ότι θα ήταν υπερήφανος για τον γιο του ως άνθρωπο». Ο Λουκ χαμογέλασε. «Πού βρίσκεις την πίστη σου σε εμένα, Κάθριν;» «Επειδή κατάφερα να σε γνωρίσω». Έμεινε μαζί του, όπως είχε υποσχεθεί. Στο κρεβάτι του. Δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να τον κρατά, επιτρέποντάς του να την κρατήσει και


εκείνος. Κάτι περισσότερο από φίλοι, κάτι λιγότερο από εραστές. Αλλά ήταν παρήγορο. Και εντούτοις ο Λουκ δεν κοιμήθηκε ούτε ταξίδεψε στη σφαίρα των αναμνήσεων. Μάλλον επικεντρώθηκε στο πώς αισθανόταν που την είχε στο κρεβάτι του: την αίσθησή της, το άρωμά της, τον ήχο της αναπνοής της. Πριν από την αυγή, τη συνόδευσε στο σπίτι της με την υπόσχεση να δει το πρόβλημά της το ταχύτερο δυνατό. Επέστρεψε στην κατοικία του για πρωινό και για να διαβάσει τους Τάιμς. Ένιωσε ευγνώμων όταν ανακάλυψε ότι η πρώτη σελίδα δεν ανέφερε ότι η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι είχε εντοπιστεί σε μια χαρτοπαικτική λέσχη και ακόμα πιο ευγνώμων που κανένα κουτσομπολιό δεν εμφανίστηκε για όλα όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Θα εμφανιζόταν όμως. Σίγουρα θα εμφανιζόταν. Ήταν αργά το πρωί όταν ο Λουκ έφτασε στην κατοικία του Μάρκους Λάνγκτον. Ο Λουκ ήταν ντυμένος με τα καλά του και ήξερε, χωρίς αμφιβολία, ότι αναδείκνυε κάθε κομμάτι του άρχοντα που ήταν. Ο μπάτλερ του είπε ότι ο αφέντης και η μητέρα του ήταν στο σαλόνι. Ο Λουκ τους βρήκε εκεί. Ο Μάρκους διάβαζε ένα βιβλίο. Η μητέρα του επικεντρωνόταν στο κέντημά της. Τι σκληρή ζωή που έκαναν! Η κυρία Λάνγκτον άφησε κάτω το κέντημά της, προφανώς αηδιασμένη από το γεγονός ότι ο Λουκ είχε εμφανιστεί στο ιερό της. Ο Μάρκους έκλεισε το βιβλίο του. Ο Λουκ καθάρισε τον λαιμό του. Αυτό θα ήταν πιο δύσκολο από ό,τι περίμενε. «Ήθελα να ξέρετε ότι οι αναμνήσεις μου επέστρεψαν. Εάν συνεχίσετε τις προσπάθειές σας μέσω των δικαστηρίων, θα σπαταλήσετε τα χρήματά σας, γιατί εγώ είμαι ο κόμης του Κλέιμπουρν». «Πολύ βολικό που επέστρεψαν τώρα που απειλείται η θέση σας», είπε η κυρία Λάνγκτον. «Αλλά αυτό δεν θα μας σταματήσει. Ο γιος μου είναι ο νόμιμος κληρονόμος». «Όχι, κυρία, δεν είναι. Οι γονείς μου δολοφονήθηκαν από τον σύζυγό σας». Αναστέναξε χλωμιάζοντας. «Αυτό είναι ψέμα!» «Μακάρι να ήταν. Έχω μάρτυρα». Τον Τζακ. Θα έσερνε τον Τζακ στο δικαστήριο αν χρειαζόταν, για να καταθέσει για το τι είχε κάνει. «Αλλά δεν έχω καμία επιθυμία να φέρω περισσότερη ντροπή σε αυτή την οικογένεια από όση έχει ήδη βιώσει όλα αυτά τα χρόνια. Ένας δολοφόνος στην οικογένεια είναι αρκετός και καθώς δεν αρνήθηκα ποτέ την πράξη μου, δεν βλέπω κανέναν λόγο να σας προκαλέσω περαιτέρω αμηχανία, αποκαλύπτοντας τι έκανε ο σύζυγός σας – ο θείος μου, ο αδελφός του πατέρα μου». «Μεγαλώσατε για να λέτε ψέματα, να εξαπατάτε, να δολοφονείτε και να


κλέβετε, να παίρνετε αυτό που δεν σας ανήκει…» «Χάσατε ένα κολιέ από ασήμι που είχε τρεις κόκκινες πέτρες πάνω του». Εκείνη σκλήρυνε. «Τι ξέρετε για τα πολύτιμα κοσμήματά μου; Ήταν δώρο από τον Τζέφρεϊ, την ημέρα που παντρευτήκαμε». Ο Λουκ κοίταξε τον Μάρκους με το ανοιχτό στόμα και την έκπληξη στα μάτια του, που σήμαινε ότι θυμήθηκε το κόσμημα. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ήταν οι μόνοι που ήξεραν. «Μας είχατε διαβάσει τον Ιβανόη, θεία Κλάρα», είπε ο Λουκ ήρεμα, σπεύδοντας προτού εκείνη μπορέσει να αντιταχθεί στο οικείο όνομα που είχε χρησιμοποιήσει. «Ο Μάρκους και εγώ πήραμε το περιδέραιο…» «Αυτό δεν είναι αλήθεια», είπε ο Μάρκους ξαφνικά. «Μόνος μου το πήρα. Ήσουν μόνο έξι, ήμουν οκτώ». Κοίταξε τη μητέρα του. «Εμείς κολλήσαμε τις πέτρες στα ξύλινα σπαθιά μας, αλλά όταν είδαμε πως ο πατέρας ήταν τόσο εκνευρισμένος και αμφισβήτησε τους υπηρέτες για το κολιέ που έλειπε, πετάξαμε τα αποδεικτικά στοιχεία για αυτό που κάναμε. Με είχε χτυπήσει με το μπαστούνι περισσότερες από μία φορές. Ήθελα να αποφύγω κι άλλες φουσκάλες». «Τι αποδεικνύουν όλα αυτά;» ρώτησε η μητέρα του. Ο Μάρκους κοίταξε τον Λουκ. «Αποδεικνύει ότι είναι ο ξάδελφός μου. Ποτέ δεν είπα σε κανέναν τι κάναμε». «Ούτε εγώ», είπε ο Λουκ. Στην πραγματικότητα, χθες το θυμήθηκε. Έστρεψε την προσοχή του στην κυρία Λάνγκτον. Βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Δεν μπορούσε να την κατηγορήσει. «Δεν έχω καμία πρόθεση να αποκαλύψω την αληθινή φύση του συζύγου σας, αλλά αν συνεχίσετε προσπαθώντας να μου πάρετε αυτό που δικαίως είναι δικό μου, θα αποκαλυφθούν όλα. Δεν θα εγκαταλείψω εύκολα αυτό για το οποίο πάλεψε ο πατέρας μου να κρατήσει, αυτό που ο παππούς μου μου ανέθεσε τη φροντίδα του». Ο Μάρκους καθάρισε τον λαιμό του. «Θα μιλήσω με τον δικηγόρο μου σήμερα το απόγευμα και θα σιγουρέψουμε ότι η διεκδίκησή μας θα αποσυρθεί από τα δικαστήρια». Ο Λουκ ένευσε. «Πολύ καλά». Γύρισε για να φύγει… «Κλέιμπουρν;» Κοίταξε πίσω τον Μάρκους. «Μπορώ να σου μιλήσω ιδιαιτέρως;» «Φυσικά». «Δεν μπορεί να τον πιστεύεις», είπε η κυρία Λάνγκτον. «Θα μιλήσουμε όταν επιστρέψω, μητέρα». Ακολούθησε τον Λουκ στον


διάδρομο και τον παρατήρησε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. «Είσαι πραγματικά εσύ. Νομίζω ότι το ήξερα, νομίζω ότι πάντα το ήξερα». «Εγώ όχι», παραδέχτηκε ο Λουκ. «Θα μιλήσω με τη μητέρα. Θα έρθει στα συγκαλά της». «Το εκτιμώ. Ήταν δύσκολα τα τελευταία χρόνια. Θα ήθελα να αφήσω όλες τις δυσκολίες πίσω μας». Ο Μάρκους έγλειψε τα χείλη του και έριξε το βλέμμα του γύρω στον διάδρομο, σαν να κινδύνευε. «Αυτό ήθελα να κουβεντιάσω μαζί σου. Είπες ότι σου επιτέθηκαν μια νύχτα». «Ναι». «Ήταν δουλειά του Άβενταλ». Ο Λουκ το γνώριζε, αλλά πώς το γνώριζε ο Μάρκους; Ο Λουκ τον κοίταξε με καχυποψία. «Του Άβενταλ; Τι σε έκανε να το σκεφτείς αυτό;» «Προφανώς έχει χάσει πολλά χρήματα από εσένα. Είναι σε οικονομική στενότητα και είναι αρκετά θυμωμένος γι’ αυτό». «Και πώς τα ξέρεις όλα αυτά;» «Επειδή με πλησίασε και μου είπε ότι θα με βοηθούσε να ξανακερδίσω τον τίτλο μου, αν υποσχόμουν να του επιστρέψω αυτά που του έκλεψες όταν θα κληρονομούσα». «Να σε βοηθήσει να ξανακερδίσεις τον τίτλο δολοφονώντας με;» τον ρώτησε. «Δεν ήξερα ότι ήταν μέρος του σχεδίου του. Του είπα ότι ήθελα να το κάνω νόμιμα, μέσω των δικαστηρίων. Νόμιζα ότι κατάλαβε, αλλά έμαθα πολύ αργά ότι είναι τρελός». «Και δεν σου πέρασε από το μυαλό ότι έπρεπε να το ξέρω όταν ήρθα τις προάλλες;» «Ντρεπόμουν που ασχολήθηκα μαζί του. Και ειλικρινά, τρομοκρατήθηκα. Ανέφερε ότι είχε σκοτώσει πριν και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έλεγε την αλήθεια». «Εκτιμώ την ειλικρίνειά σου». «Αν αξίζει τώρα, πάντα πίστευα ότι ήσουν ένας αξιοπρεπής τύπος, εκτός από το ότι σκότωσες τον πατέρα μου φυσικά». «Βίασε άγρια μια δωδεκάχρονη κοπέλα. Αυτός είναι ο λόγος που τον σκότωσα. Και μέχρι πρόσφατα δεν είχα καμία ανάμνηση από τη δολοφονία των γονέων μου, ίσως ένα κομμάτι μου τον αναγνώρισε – γιατί δεν δίστασα καθόλου να απονείμω δικαιοσύνη». «Δεν μπορείς πάντα να πεις τι είναι πραγματικά κάποιος από ένα απλό βλέμμα».


Ο Λουκ έβαλε το χέρι του στον ώμο του Μάρκους. «Δεν νομίζω ότι είσαι σαν τον πατέρα σου». «Σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Θα πρέπει να επιστρέψω στη μητέρα. Αν και δεν είναι προφανές, υποψιάζομαι ότι πήρε όλα αυτά τα νέα μάλλον βαριά». Αφού είδε τον ξάδελφό του να εξαφανίζεται στο σαλόνι, ο Λουκ έστρεψε τις σκέψεις του στο πρόβλημα με τον Άβενταλ. Θα το ευχαριστιόταν πολύ όταν τον έβγαζε από τη μέση.


Κεφάλαιο 21 Μεσάνυχτα. Στη βιβλιοθήκη μου. Λ Το μήνυμα πήγε σε τρεις από αυτούς. Υπήρχε μια εποχή που θα είχε φτάσει σε τέσσερις. Τρύπωσαν στη βιβλιοθήκη του Λουκ τόσο ήσυχα όσο και η νύχτα, ερχόμενοι στο σπίτι από διάφορες εισόδους. Ο Μπιλ μπήκε από την κουζίνα. Ο Τζιμ ανέβηκε σε ένα δέντρο και μπήκε μέσα από ένα παράθυρο στο υπνοδωμάτιο. Η Φράνι προτίμησε να μπει από μια πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό από τη βεράντα. Η Κάθριν ήταν εκεί. Είχε μπει από την μπροστινή πόρτα, σαν να μην είχε πλέον την ανάγκη να κρύψει τι θα έκαναν. Αλλά ο Λουκ ήξερε την αλήθεια. Αυτό που έπρεπε να κάνουν θα έπρεπε να το πάρουν μαζί τους στον τάφο. Όλοι κάθισαν σε καρέκλες, σε έναν κύκλο. «Ας αρχίσουμε», είπε ο Λουκ. «Δεν πρέπει να περιμένουμε τον Τζακ;» ρώτησε ο Μπιλ. «Δεν έχει προσκληθεί». Ο Μπιλ κοίταξε τους άλλους, σαν να περίμενε κάποιον να αντικρούσει, να υπερασπιστεί τον Τζακ και όταν κανείς δεν το τόλμησε, έκανε πίσω. Ήταν ο θεραπευτής μεταξύ τους. Πάντα ήθελε να διορθώνει τα πράγματα, να τα κάνει σωστά. Αλλά κάποια πράγματα, όταν σπάσουν, δεν θα είναι ποτέ τα ίδια. «Όπως γνωρίζετε, προσπάθησα να αντιμετωπίσω τον Άβενταλ στο Χίδεργουντ. Επί του παρόντος, είναι φυλακισμένος και κρατείται στο κελάρι του κάστρου. Ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος. Για τη σύζυγό του, τον γιο του, την Κάθριν και για εμένα. Αν ήμουν μόνο εγώ, θα το άφηνα και θα ασχολούμουν με αυτόν ιδιαιτέρως, αλλά δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω σε κίνδυνο τους υπόλοιπους». Ειδικά δεν ήταν διατεθειμένος να θέσει σε κίνδυνο την Κάθριν. «Ποιο είναι λοιπόν το σχέδιο;» ρώτησε ο Τζιμ. «Εάν κάποιος από σας έχει αμφιβολίες, θα πρέπει να φύγει τώρα». Όλοι έμειναν στη θέση τους. Ο Λουκ αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στήθος και καθάρισε τον λαιμό του στην απόδειξη της πίστης τους προς αυτόν. Προφανώς ο Τζιμ δεν ήταν ο μόνος που


θα τον ακολουθούσε στην κόλαση χωρίς να ρωτήσει γιατί έκαναν το ταξίδι. «Σας ευχαριστώ γι’ αυτό». Με μια βαθιά ανάσα έριξε την προσοχή του στον Μπιλ. «Χρειαζόμαστε ένα σώμα. Έναν άντρα, πρόσφατα θαμμένο, θα ήταν ό,τι καλύτερο. Τον θέλουμε ντυμένο με αυτά τα ρούχα, καθώς και με τα δύο δαχτυλίδια. Έχω συμπεριλάβει ένα σημείωμα που λέει ποιο δαχτυλίδι πηγαίνει σε ποιο δάχτυλο και σε ποιο χέρι». Ο Λουκ πήρε έναν μπόγο δίπλα από την καρέκλα του και τον έτεινε στον Μπιλ. Είχε πάρει τα ρούχα και τα κοσμήματα του Άβενταλ πριν εγκαταλείψει το Χίδεργουντ. Ο Μπιλ πήρε το δέμα χωρίς δισταγμό. «Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έκανα οποιαδήποτε σύληση τάφου, αλλά είναι μια δεξιότητα που όταν τη μάθει κάποιος, δεν την ξεχνά ποτέ». «Αφού τον ντύσεις, τον θέλουμε καμένο, να μην αναγνωρίζεται με τίποτα». Ο Μπιλ ένευσε. «Θα το φροντίσω». «Ανακουφίσου από το γεγονός ότι ο τελευταίος χώρος αναπαύσεώς του θα είναι πραγματικά σπουδαίος». Ο Λουκ γύρισε στον Τζιμ. «Ψάχνω κάποιον που να μεταφερθεί σε μια ποινική αποικία για το υπόλοιπο της ζωής του. Η ηλικία δεν έχει σημασία, εφόσον τα έγγραφα μπορούν να αλλάξουν ώστε να δείχνουν έναν άντρα τριάντα τεσσάρων». Ο Τζιμ ένευσε σοβαρά. «Ένα αγόρι δεκατεσσάρων καταδικάστηκε πρόσφατα σε μεταφορά στην Τασμανία. Νομίζω ότι είναι ισόβια, για κλοπή πορτοφολιών». «Ανάθεμα! Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς», είπε ο Μπιλ. «Ποιανών τα πορτοφόλια πήρε; Του πρίγκιπα Αλβέρτου;» «Το ίδιο σκέφτηκα – αλλά χάρη στις διδασκαλίες του Φίγκαν, δεν φτάσαμε εκεί». Ο Τζιμ κοίταξε τη Φράνι. «Μπορείς να κάνεις έναν δεκατετράχρονο να μοιάζει με τριάντα τέσσερα;» Εκείνη χαμογέλασε. «Εννοείται». «Θα σου φέρω τα χαρτιά του». «Θέλουμε επίσης να βρούμε μια αξιοπρεπή απασχόληση για το παιδί», είπε ο Λουκ. Τον κοίταξε περίεργα προτού νεύσει. Ίσως επειδή αυτό θα ήταν δουλειά του Τζακ, να διασφαλίσει ότι το παιδί θα πήγαινε κάπου ασφαλές. «Θα το φροντίσω», είπε η Φράνι. Ο Λουκ κοίταξε την Κάθριν, που καθόταν δίπλα του. Ήθελε να πάρει το χέρι της, αλλά ήταν λάθος με τη Φράνι να κάθεται εκεί. «Τώρα, λοιπόν, εδώ είναι το δύσκολο κομμάτι». Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ένευσε. «Ό,τι και αν είναι, θα το κάνω».


«Ποτέ δεν αμφισβήτησα ούτε για μια στιγμή ότι δεν θα το έκανες». Ωστόσο, εκείνη ήξερε ότι θα ήταν δύσκολο γι’ αυτή. Αναστέναξε. «Πρέπει να ενημερώσεις τη δούκισσα του Άβενταλ ότι ο σύζυγός της πέθανε στη φωτιά στο Χίδεργουντ, μια πυρκαγιά που ξεκίνησε όταν μια αστραπή ξεπήδησε από το τζάκι χωρίς να την αντιληφθούμε, παρά μόνο όταν ήταν πολύ αργά». «Μα… δεν συνέβη κάτι τέτοιο». «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είπα ότι το δικό σου είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Θα πρέπει να πεις ψέματα, Κάθριν, σε όλους. Μόλις εκπληρώσουμε όλοι τα καθήκοντά μας, θα είναι σαν αυτό που της είπες να είναι αλήθεια. Θα της παρουσιάσουμε ένα μη αναγνωρίσιμο καμένο σώμα με τα ρούχα και τα δαχτυλίδια του Άβενταλ. Και δεν θα τον ξαναδεί ποτέ ξανά». «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορώ να της πω την αλήθεια». «Επειδή όσο λιγότεροι ξέρουν, τόσο το καλύτερο. Παραβιάζουμε τους νόμους εδώ, Κάθριν. Είμαστε όλοι σε κίνδυνο. Και παρόλο που θα μπορούσε να κρατήσει τη γλώσσα της σε αυτό το θέμα, ήταν ο σύζυγός της. Με την απόσταση και τον χρόνο, μπορεί να ξεχάσει τι ήταν ο γάμος μαζί του ή μπορεί να αποφασίσει ότι προτιμά τον γάμο με ένα θηρίο παρά τη χηρεία. Μπορεί να προσπαθήσει να βρει έναν τρόπο να τον φέρει πίσω. Θα ήταν ευκολότερο να τον είχα αφήσει στη φωτιά, αλλά δεν το έκανα, οπότε πρέπει να κάνουμε το καλύτερο και να μην αφήσουμε καμία αμφιβολία ότι ο δούκας του Άβενταλ είναι νεκρός έτσι ώστε ο γιος του να τον κληρονομήσει». «Αλλά δεν πρέπει τουλάχιστον να τους αφήσουμε να ξέρουν πώς άρχισε πραγματικά η πυρκαγιά; Τα πράγματα που είπε, αυτά που έκανε…» «Ο γιος του θα ζήσει με την κληρονομιά των πράξεων του πατέρα του, Κάθριν. Θα είναι ευκολότερο να μη γνωρίζει τι είδους άνθρωπος ήταν. Αν νομίζεις πως κάνω λάθος, ρώτα τον ξάδελφό μου». Κουνώντας το κεφάλι, έσπευσε να δείξει την αποφασιστικότητά της. «Θα κάνω κάτι καλύτερο από το να μιλήσω μόνο με τη Γουίνι και τον Γουίτ. Θα τους βοηθήσω να κανονίσουν την κηδεία». Κοίταξε τον Μπιλ. «Και θα είναι πραγματικά πολύ μεγάλη». «Πολύ καλά». Ο Λουκ κοίταξε όλους στον κύκλο. «Υπάρχουν ερωτήσεις;» «Έχω μία», είπε η Κάθριν. Ο Λουκ σήκωσε το φρύδι του. «Ποια είναι η δική σου αποστολή;» «Η καλύτερη από όλες. Θα έχω την τιμή να κανονίσω την παράδοση του Άβενταλ στο πλοίο για τη μεταφορά του στη νέα ζωή του στην άλλη πλευρά του κόσμου».


Η Κάθριν επέμεινε να πάει μαζί του. Ο Λουκ ήξερε ότι θα το έκανε. Η ομίχλη ήταν πυκνή και βαριά, περόνιαζε τα κόκαλα. Το μεγάλο πλοίο έσκουζε και βρυχιόταν στα αγκυροβόλια, σαν να ήθελε να φύγει, αλλά αναγκαζόταν να περιμένει τους καλεσμένους να τελειώσουν τα πήγαινε έλα, ενώ τα σίδερα στα πόδια τους χτυπούσαν καθώς προχωρούσαν. «Πώς πήρε η δούκισσα την είδηση για τον θάνατο του συζύγου της;» ρώτησε ο Λουκ. «Πραγματικά θρήνησε. Δεν το περίμενα». Τον κοίταξε. «Δεν φαίνεσαι να εκπλήσσεσαι». Κούνησε το κεφάλι του. «Οι άνθρωποι φοβούνται τη μοναξιά. Προτιμούν να ζουν με ένα δυσάρεστο άτομο από το να ζουν μόνοι». «Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί. Φαίνεται σαν να φεύγει από τη μέση μάλλον εύκολα, δεδομένων όσων είχε κάνει». «Είναι ένας άνθρωπος συνηθισμένος στο να βάζει κάποιον άλλο να κάνει τις βρομοδουλειές. Θα πέσει στα γόνατά του και θα καθαρίσει το κατάστρωμα. Τα χέρια του θα φουσκώσουν, τα πόδια του θα σκληρύνουν και υποψιάζομαι, πριν τελειώσει το ταξίδι, θα βρεθεί μπερδεμένος σε περισσότερους από έναν καβγάδες. Δεν ξέρω αν υπάρχει κόλαση μετά τον θάνατο, αλλά ξέρω ότι υπάρχει κόλαση στη ζωή. Έχω σταθεί στον προθάλαμό της. Δεν είναι ένα ευχάριστο μέρος. Ο Άβενταλ θα καταραστεί τη μέρα που γεννήθηκε. Θα τιμωρηθεί, Κάθριν. Κάθε μέρα, όσο ζει. Αν και στην πραγματικότητα κατάφερε να κάνει κάτι καλό στη ζωή του, αλλάζοντας θέσεις με τον Τόμας Λαρκ, δίνοντας στο παιδί μια ευκαιρία για ένα καλύτερο μέλλον». «Ένα παιδί. Φαίνεται τόσο λίγο όταν υπάρχουν τόσο πολλά». «Δεν μπορούμε να τους σώσουμε όλους, Κάθριν, έτσι θα ικανοποιηθούμε που σώζουμε αυτά που μπορούμε». Παρακολούθησαν τους διακόσιους τριάντα κρατούμενους να ανεβαίνουν από τη ράμπα στο κατάστρωμα του πλοίου. «Εκεί είναι», είπε ο Λουκ ήσυχα. «Αυτός με το γκρίζο παλτό, με τον σκισμένο ώμο». «Νόμιζα ότι θα αντιστεκόταν περισσότερο». «Ο Μπιλ μου έδωσε κάτι να χύσω στον λαιμό του για να τον κάνει ήρεμο σαν αρνάκι». «Ακόμα εκπλήσσομαι που δεν φωνάζει το όνομά του και την καταγωγή του». «Λίγο δύσκολο να το κάνει με σπασμένο σαγόνι». Σήκωσε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. Αυτός σήκωσε τους ώμους. «Δεν ήταν συνεργάσιμος».


Έμειναν μέχρι που ο τελευταίος κρατούμενος πήρε τη θέση του στο πλοίο, μέχρι το πλοίο να αποπλεύσει. Ο Λουκ άκουσε την Κάθριν να παίρνει μια ανάσα ανακούφισης. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τέλειωσε». «Πίστεψέ το». Μόλις ξημέρωνε όταν η άμαξα του Κλέιμπουρν σταμάτησε στο δρομάκι πίσω από την έπαυλη της Κάθριν. Ο Κλέιμπουρν. Δεν πίστευε ότι εκείνος ένιωθε άνετα με τη συνειδητοποίηση του ποιος ήταν, αλλά δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα το ένιωθε με τον χρόνο. Ήταν ο σωστός κόμης. Ήθελε να τον βοηθήσει, να τον καθησυχάσει, να στέκεται δίπλα του καθώς θα έπαιρνε πραγματικά τη θέση του ανάμεσα στην αριστοκρατία, αλλά δεν ήταν αυτή που εκείνος ήθελε στο πλευρό του. Το ήξερε αυτό. Το είχε δεχτεί προτού μπει στο υπνοδωμάτιό του στο Χίδεργουντ. Δεν είχαν μιλήσει για τίποτα προσωπικό από τη νύχτα της αποκάλυψής του. Και αυτό ήταν έτσι όπως θα έπρεπε να είναι. Η πόρτα της άμαξας άνοιξε. Ο Κλέιμπουρν βγήκε έξω και έπειτα έτεινε το χέρι. Για τελευταία φορά ακούμπησε το χέρι της, αισθάνθηκε τα δυνατά δάχτυλά του γύρω από τα δικά της. Για τελευταία φορά βγήκε εισπνέοντας το αρσενικό άρωμα που ήταν μόνο δικό του. Για τελευταία φορά περπάτησαν δίπλα-δίπλα μέχρι την πύλη, χωρίς να πουν ούτε μια λέξη, σαν να υπήρχαν πάρα πολλά που έπρεπε να ειπωθούν και τόσο λίγος χρόνος για να τα πουν. Καθάρισε τον λαιμό της. «Θα κανονίσω ένα τσάι για τη Φράνι, θα αρχίσω να την εισάγω στην κοινωνία». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Αυτή κατάπιε. «Συνεπώς, συμφωνούμε ότι δεν θα υπάρξουν περισσότερα βραδινά μαθήματα». Κούνησε το κεφάλι του. Έτεινε το χέρι της. «Τότε ευχαριστώ, άρχοντά μου. Η συμφωνία μας ήταν… ευχάριστη…» Πιάνοντας το χέρι της, την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε σχεδόν άγρια, σαν να ήταν αυτή η στιγμή τόσο οδυνηρή γι’ αυτόν, όπως και για εκείνη. Από μόνα τους τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό του. Δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Δεν ήθελε άλλη γυναίκα στο κρεβάτι του, στη ζωή του, στην καρδιά του. Του είπε σχεδόν ότι θα έκανε τα πάντα, οτιδήποτε ήθελε, αν μόνο την επέλεγε, αλλά τον αγαπούσε πάρα πολύ για να μην τον αφήσει να εκπληρώσει τα όνειρά του – και η Φράνι, και όχι η Κάθριν, ήταν μέρος αυτών των ονείρων.


Έσπασε, έκανε πίσω, αναπνέοντας βαριά στη γαλήνη της αυγής. «Η συμφωνία μας είναι πλήρης. Τίποτε άλλο δεν απαιτείται από εσάς». Περπάτησε και πήγε στην άμαξα. Εκείνη στάθηκε ενώ ο οδηγός τίναξε το μαστίγιο, τα άλογα άρχισαν να καλπάζουν και η άμαξα όρμησε προς τα εμπρός. Όταν δεν την έβλεπε πλέον, άνοιξε την πύλη και μπήκε μέσα. Αφού έκλεισε την πύλη πίσω της, ο πόνος της χαμένης αγάπης την ξεπέρασε και έπεσε στο δροσερό χορτάρι και έκλαψε. Τίποτε άλλο δεν απαιτείται από εσάς. Έκανε λάθος. Κάτι απαιτούσαν από αυτή: να επιβιώσει μετά το ράγισμα της καρδιάς της.


Κεφάλαιο 22 Ήταν μια υπέροχη μέρα για να καθίσεις στον κήπο και η Κάθριν την εκμεταλλεύτηκε, έχοντας κατεβάσει και βάλει τον πατέρα της σε μια ξαπλώστρα ενώ εκείνη καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα του. Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από τότε που η Κάθριν είχε σταθεί στο γλυκοχάραμα με τον Κλέιμπουρν παρακολουθώντας τον Άβενταλ να επιβιβάζεται στο πλοίο που ήταν σίγουρο ότι πήγαινε στην κόλαση. Θα έπρεπε να κοιμόταν καλά, γνωρίζοντας ότι η Γουίνι και ο Γουίτ ήταν ασφαλείς για πάντα. Δεν ήταν η ενοχή που την κρατούσε μακριά από έναν ειρηνικό ύπνο. Ήταν η ανησυχία για τον πατέρα της, του οποίου η υγεία επιδεινωνόταν γρήγορα τώρα. Και ήταν και η ελπίδα να βρεθεί εκεί ο Κλέιμπουρν για να μειώσει το βάρος της. Η Κάθριν διάβαζε επιμελώς τις εφημερίδες κάθε πρωί, ψάχνοντας για την ανακοίνωση του αρραβώνα του Κλέιμπουρν με την κυρία Φράνι Ντάρλινγκ, αλλά δεν την είχε δει ακόμα. Δεν πειράζει. Θα ερχόταν και όταν γινόταν, θα ήταν σαν ένα μαχαίρι μέσα στην καρδιά της. Ένα πρωί είπε στον πατέρα της την ιστορία του κόμη του Κλέιμπουρν. Φάνηκε να ψυχαγωγείται τόσο από την ιστορία όσο και από εκείνη του Όλιβερ Τουίστ. Όσο απίθανο και αν φαινόταν, υποψιάστηκε ότι εκείνος γνώριζε καλά ότι ο Κλέιμπουρν ήταν ο άντρας που ήταν αρκετά ανόητη να ερωτευτεί. Αλλά δεν είδε καμία καταδίκη στα μάτια του. Το επίκεντρο της ζωής της είχε περιοριστεί στον πατέρα της, απολαμβάνοντας τη συντροφιά του όσο το δυνατόν περισσότερο, όντας βέβαιη ότι περνούσε τις τελευταίες μέρες του. Είχε γράψει στον αδελφό της, παρακαλώντας τον να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μόνο ο Θεός γνώριζε αν το γράμμα θα τον έβρισκε έγκαιρα. Διάβασε τα τελευταία λόγια του Όλιβερ Τουίστ και έκλεισε απαλά το βιβλίο. Χαμογέλασε στον πατέρα της. «Λοιπόν, ο Όλιβερ βρήκε ένα σπίτι. Χαίρομαι γι’ αυτό». Ανοιγόκλεισε τα μάτια αργά. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του. «Η καρδιά μου είναι με τον Άρτφουλ Ντότζερ, όμως. Λυπήθηκα που μεταφέρθηκε. Ακούω ότι είναι μια πολύ σκληρή ζωή, αν και υποψιάζομαι ότι


υπάρχουν κάποιοι που την αξίζουν». Το βλέμμα του μετατοπίστηκε πέρα από εκείνη και τα μάτια του φάνηκαν να γεμίζουν με χαρά. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της, στο σημείο που κοιτούσε και εκείνος, περιμένοντας να δει τον Στέρλινγκ εκεί. Αντ’ αυτού, είδε έναν όμορφο λευκό κρίνο. «Από που ξεφύτρωσε αυτός; Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ο κηπουρός είχε φυτέψει κρίνους. Είναι μάλλον αργά για να ανθίσει κάποιος». Έστρεψε την προσοχή της πίσω στον πατέρα της. «Θα ήθελες να τον κόψω για σένα, να τον φέρω πιο κοντά, ώστε να τον απολαύσεις λίγο περισσότερο; Ξέρω ότι είναι το αγαπημένο σου λουλούδι». Της έκανε ένα πολύ μικρό νεύμα. Σηκώθηκε, έγειρε και φίλησε το μάγουλό του. «Σ’ αγαπώ, μπαμπά. Επιστρέφω αμέσως». Περπάτησε στο τραπέζι όπου είχε τον λεπτό κόφτη της. Συχνά έκοβε λουλούδια για να τα μοιραστεί με τον πατέρα της. Για κάποιον λόγο μισούσε να κόψει τον κρίνο, γνωρίζοντας ότι θα εξαφανιζόταν τόσο πολύ νωρίτερα, αλλά ήταν πρόθυμη να κάνει ό,τι θα έφερνε χαρά στον πατέρα της. «Πιστεύω ότι αυτός είναι ο πιο τέλειος κρίνος που έχω δει ποτέ», είπε γυρίζοντας πίσω στον πατέρα της. Η καρδιά της σφίχτηκε, δάκρυα κύλησαν στα μάτια της. Ακόμα και από αυτή την απόσταση γνώριζε. Και αφέθηκε να αναρωτηθεί αν ήταν πραγματικά ο κρίνος που είχε τραβήξει το μάτι του ή αν είχε δει κάτι πιο θεϊκό. Επέστρεψε εκεί που ήταν, φίλησε ξανά το μάγουλό του και γονάτισε δίπλα του. «Αν ήξερα ότι επρόκειτο να φύγεις, δεν θα σε άφηνα να κάνεις αυτό το τελευταίο βήμα μόνος. Κοιμήσου εν ειρήνη, μπαμπά. Το ταξίδι σου τελείωσε και έχω την αίσθηση ότι το δικό μου μόλις ξεκινάει». Ο Λουκ πίστευε ότι γνώριζε πάντα τι συνέβαινε στο Λονδίνο, αλλά από τη νύχτα που είχε πάει στου Ντότζερ και αντιμετώπισε τον Τζακ, φάνηκε ότι είχε απομονωθεί από πολλά. Ο Φιντσάιμονς έπρεπε να αγοράσει ένα μεγαλύτερο μπολ για το τραπέζι στην είσοδο του διαδρόμου, ένα μπολ αρκετά μεγάλο για να κρατήσει όλες τις προσκλήσεις που ο Λουκ άρχισε να λαμβάνει ξαφνικά: για χορούς, δείπνα και απογευματινά ρεσιτάλ – λες και νοιαζόταν αν η κόρη κάποιου έπαιζε πιάνο. Οι άνθρωποι τον αναγνώριζαν στους δρόμους τώρα. Οι γυναίκες ζητούσαν τη γνώμη του σχετικά με τις επιλογές που σκέφτονταν στα καταστήματα, αν τύχαινε να βρίσκεται εκεί για να δει πιθανά δώρα για τη Φράνι. Και μοιράζονταν τα κουτσομπολιά τους.


Έτσι έμαθε ότι η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι είχε περάσει τον τελευταίο μήνα στην απομόνωση με τον άρρωστο πατέρα της. Γνώριζε επίσης, μέσα σε λίγες ώρες, πως ο τίτλος πέρασε στον αλλοπρόσαλλο αδελφό της. Το να μην έρχεται σε επαφή με την Κάθριν ήταν ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που είχε κάνει ποτέ, αλλά δεν θα ρίσκαρε να χάσει τη φήμη της περαιτέρω. Εικασίες διαδόθηκαν ότι η λαίδη Κάθριν Μέιμπρι εθεάθη στη χαρτοπαικτική λέσχη του Ντότζερ. Αντικρουόμενες φημολογίες επίσης – ότι, στην πραγματικότητα, δεν ήταν απλώς η τελευταία ερωμένη του Κλέιμπουρν, αλλά και μια γυναίκα που είχε τόσο λίγο από τον σεβασμό του, που την έντυσε σαν υπηρέτρια. Ο Λουκ ποτέ δεν σχολίασε καμία φήμη, ελπίζοντας ότι με τον καιρό θα εξανεμίζονταν αργά. Ο Μάρκους τον διαβεβαίωσε ότι ήταν η καλύτερη προσέγγιση. Ο Θεός μόνο γνώριζε το πόσο η οικογένειά τους είχε υποφέρει από σκάνδαλα και ήταν ο μόνος άνθρωπος που ήταν αρκετά ειδικός για το πώς να μειώσει τη ζημιά. Όμως ο Λουκ δεν μπόρεσε να αγνοήσει τον θάνατο του πατέρα της. Το σούρουπο είχε πέσει όταν έφτασε στην κατοικία της αργά εκείνο το βράδυ. Ο μπάτλερ τον οδήγησε στην αίθουσα απομόνωσης, όπου βρισκόταν το φέρετρο. Η Κάθριν καθόταν σε μια καρέκλα κοντά του. Αρκετοί ήταν εκεί. Αναγνώρισε μερικούς από τους άρχοντες, άλλους που υπέθεσε ότι ήταν συγγενείς που ήρθαν να συλλυπηθούν. Η Κάθριν ήταν ντυμένη στα μαύρα, με το πρόσωπό της καταβεβλημένο. Είχε χάσει βάρος. Συνειδητοποίησε πόσο σκληρός ήταν ο τελευταίος μήνας για αυτή και έβρισε τον εαυτό του που ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τις προσδοκίες της κοινωνίας απ’ ό,τι για την ίδια. Στην προσπάθειά του να την προστατεύσει απέτυχε. Δεν γνώρισε ποτέ βαθύτερη λύπη από αυτή. Σηκώθηκε καθώς εκείνος πλησίασε και πήρε και τα δύο της γαντοφορεμένα χέρια στα δικά του. «Άρχοντα Κλέιμπουρν, ήταν τόσο ευγενικό από μέρους σας να έρθετε». «Τα συλλυπητήριά μου για την απώλειά σας. Ξέρω ότι ο πατέρας σας σήμαινε πολλά για εσάς». Τα δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. «Πέθανε στον κήπο του, περιτριγυρισμένος από τα λουλούδια που αγαπούσε τόσο πολύ». «Υποψιάζομαι ότι ήσαστε το άνθος που αγαπούσε περισσότερο από όλα». Της ξέφυγε ένα μικρό γελάκι και γρήγορα κάλυψε το στόμα της, ενώ εκείνοι που τους περιτριγύριζαν έσμιξαν τα φρύδια. «Άρχοντά μου, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είστε ποιητής». «Όταν η περίσταση το δικαιολογεί, μπορώ να αδράξω την ευκαιρία».


Είχε κρατήσει το βλέμμα του περισσότερο από όσο ήταν πρέπον. Δεν ήθελε να φύγει, αλλά ήξερε ότι η εθιμοτυπία υπαγόρευε κάτι τέτοιο. «Πραγματικά, λόρδε Κλέιμπουρν, σας ευχαριστώ που ήρθατε. Η παρουσία σας εδώ σημαίνει περισσότερα για μένα από όσο φαντάζεστε». «Μακάρι να μπορούσα να κάνω περισσότερα». Εκείνη χαμογέλασε χαλαρά. Κάτι πρέπει να τράβηξε το βλέμμα της, γιατί γύρισε την προσοχή της αλλού. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και χλώμιασε σαν να είχε δει το φάντασμα του πατέρα της. Τράβηξε τα χέρια της από εκείνα του Λουκ και έκανε ένα βήμα μακριά του. «Στέρλινγκ;» Ο Λουκ γύρισε και είδε έναν άψογα ντυμένο άντρα με μπλε μάτια τόσο σκληρά σαν πέτρες να στέκεται κοντά. Τα μαλλιά του και η χοντρή γενειάδα ήταν σκούρα ξανθά, η χάλκινη απόχρωση του δέρματός του έδειχναν έναν άνθρωπο εξοικειωμένο με την ύπαιθρο. Ξαφνικά, με την άκρη του ματιού του, ο Λουκ είδε το κεφάλι της Κάθριν να πέφτει πίσω, τα μάτια της να γυρίζουν… Καθώς το σώμα της έπεφτε, την έπιασε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Ο άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά. «Είμαι ο αδελφός της. Θα την πάρω εγώ». «Νομίζω πως όχι. Απλώς δείξτε μου το δωμάτιό της». «Αυτό, κύριε, δεν θα ήταν πρέπον». «Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή». Ο Λουκ πέρασε από δίπλα του. Στον διάδρομο βρήκε έναν υπηρέτη που τον έστειλε να καλέσει τον Μπιλ και έναν άλλον τον οποίο διέταξε να του δείξει το δωμάτιο της Κάθριν. Αισθανόταν τα πόδια του τόσο αδύναμα, ώστε δεν ήταν βέβαιος ότι θα έφτανε μέχρι τις σκάλες. Όλες αυτές τις εβδομάδες προσπαθούσε να διαφυλάξει τη φήμη της και κατάφερε να την αμαυρώσει σε λίγα δευτερόλεπτα. Αλλά δεν είχε σημασία. Το μόνο που είχε σημασία ήταν η Κάθριν. Η Κάθριν πίστευε ότι θα ντρεπόταν να εξεταστεί από κάποιον γιατρό που γνώριζε, αλλά ο δρ Γκρέιβς είχε την εκπληκτική ικανότητα να την ηρεμεί. Τη μια στιγμή κινούνταν προς τον Στέρλινγκ και την επόμενη βρισκόταν στο κρεβάτι της, κοιτάζοντας τον θόλο. Τώρα ηρεμούσε σε εκείνο το κρεβάτι, φορώντας τη ρόμπα που τη βοήθησε η Τζένη να βάλει. «Ο λόρδος Κλέιμπουρν επιμένει να εξεταστείτε», είπε η Τζένη. Λες και ο Κλέιμπουρν είχε την εξουσία να αξιώνει κάτι τέτοιο. Ω η καρδιά της πέταξε στη Φράνι. Η γυναίκα αναμφισβήτητα θα το έβρισκε αδύνατον να ζήσει μαζί του.


Ενώ η ίδια θα το έβρισκε αδύνατον να ζήσει χωρίς αυτόν. «Λοιπόν;» ρώτησε η Κάθριν παρακολουθώντας, καθώς ο δρ Γκρέιβς άρχισε να βάζει τα εργαλεία πίσω στην τσάντα του. «Λιποθύμησες, κάτι που δεν είναι ασυνήθιστο όταν κάποιος αντιμετωπίζει θλίψη». «Και η απροσδόκητη άφιξη του αδελφού μου μετά από τόσα χρόνια σίγουρα δεν βοήθησε», πρόσθεσε. «Και αυτό, αλλά υποψιάζομαι ότι η λιποθυμία σου είχε να κάνει περισσότερο με την κατάστασή σου». Η Κάθριν κατάπιε. «Η οποία είναι;» «Περιμένεις παιδί». Κλείνοντας τα μάτια της, έπιασε ασυναίσθητα με το χέρι της το στομάχι της. Τότε άνοιξε τα μάτια της και συναντήθηκε με το ανήσυχο βλέμμα του. «Το φοβόμουν», είπε. «Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Μάλλον το ήλπιζα». Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος, έγειρε την πλάτη του στην άκρη του κρεβατιού. Δεν ήταν πλέον ο γιατρός, αλλά ένας φίλος. «Θα του το πεις;» «Το λες σαν να ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας». «Έχω τις υποψίες μου. Θα θέλει να το ξέρει». «Δεν χρειάζεται να το γνωρίζει». «Δεν νομίζεις ότι θα ακούσει κάτι για αυτό;» Ω θα το άκουγε. Ο Κλέιμπουρν γνώριζε όλα όσα αφορούσαν την αριστοκρατία. «Όχι μέχρι να παντρευτεί. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να κρύψω την κατάστασή μου μέχρι να παντρευτεί». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Σηκώθηκε. «Πολύ καλά, λοιπόν». «Υποσχέσου μου ότι δεν θα του μιλήσεις». «Δεν θα το κάνω. Παρόλο που θα φάω πιθανώς μια γροθιά όταν το ανακαλύψει. Όπως έμαθε και ο Τζακ, ο Λουκ δεν το παίρνει καλά όταν ανακαλύπτει ότι του κρατούσαν κρυφά πράγματα». «Ο κύριος κρατούσε ένα μάλλον μεγάλο μυστικό». «Και νομίζεις ότι αυτό δεν είναι;» «Δεν θα του αρνηθώ την ευτυχία του με τη Φράνι». «Όπως θέλεις». Λίγα λεπτά μετά που την άφησε, ήθελε να τον καλέσει πίσω. Προφανώς ο Στέρλινγκ επέμενε ο Κλέιμπουρν να μιλήσει στον δρ Γκρέιβς γι’ αυτό –ότι η θλίψη είχε προκαλέσει τη λιποθυμία της Κάθριν– και είχε αρνηθεί την είσοδο του Κλέιμπουρν στο υπνοδωμάτιό της. Ήξερε ότι η απουσία του Στέρλινγκ της


είχε αφήσει ένα μέτρο ελευθερίας που δεν θα είχε αλλιώς. Απλώς δεν είχε καταλάβει ακριβώς το πόσο. «Αυτό και αν ήταν θέαμα!» είπε ο Στέρλινγκ περπατώντας δίπλα στο κρεβάτι της Κάθριν. Ο δρ Γκρέιβς είχε επιμείνει να παραμείνει στο κρεβάτι τουλάχιστον μέχρι την επομένη το πρωί. «Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, τα πρώτα λόγια σου για μένα είναι υπό μορφή επίπληξης;» ρώτησε προσβεβλημένη, πληγωμένη και εξοργισμένη. «Φοβάμαι ότι σου αξίζουν, Κάθριν. Έμαθα ότι εθεάθης στη χαρτοπαικτική λέσχη του Ντότζερ. Ότι χόρεψες με τον Κλέιμπουρν, ότι έκανες βόλτα στον κήπο μαζί του. Και τώρα; Σε μεταφέρει στην κρεβατοκάμαρά σου σαν να ήταν συνηθισμένος να πραγματοποιεί τα καπρίτσια σου; Η φήμη σου καταστράφηκε». «Εννοείς ότι όλο αυτόν τον καιρό ασχολήθηκες μόνο με κουτσομπολιά ενώ περιπλανιόσουν στον κόσμο;» «Κανένας δεν θα σε παντρευτεί». «Αυτό με βολεύει εξαιρετικά καθώς δεν έχω καμία πρόθεση να πάρω κάποιον για σύζυγο». «Θα παντρευτείς. Θα το φροντίσω. Θα είναι η πρώτη πράξη μου ως δούκας του Γκρέιστοουν, να σου εξασφαλίσω έναν σωστό σύζυγο». «Δεν θέλω έναν σωστό σύζυγο». Ήθελε έναν ανάρμοστο: τον Κλέιμπουρν. Και αν δεν μπορούσε να τον έχει, δεν θα είχε καθόλου. «Δεν με νοιάζει τι θέλεις. Εγώ είμαι ο άρχοντας και ο αφέντης εδώ». «Δεν είσαι το παλικάρι που ήσουν όταν έφυγες από εδώ. Τι σου συνέβη;» «Δεν είμαστε εδώ για να συζητήσουμε για εμένα. Είμαστε εδώ για να συζητήσουμε για εσένα και την ανάρμοστη συμπεριφορά σου». Αν δεν αισθανόταν ξαφνικά ζάλη, ίσως να είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και να τον χτυπούσε. Αντ’ αυτού, αναγκάστηκε να ηρεμήσει και έγειρε πίσω στα μαξιλάρια. «Ο πατέρας είναι νεκρός». «Το γνωρίζω πολύ καλά». «Ωστόσο, δεν επιδιώκεις να ανακουφίσουμε ο ένας τον άλλο;» «Ο καθένας θρηνεί με τον δικό του τρόπο». «Θρηνείς, Στέρλινγκ;» Δεν έκανε τίποτα παρά μόνο να σφίξει το σαγόνι του. «Πού ήσουν όλα αυτά τα χρόνια;» ρώτησε. «Αυτό δεν σε αφορά». «Πώς γίνεται να άκουσες όλες αυτές τις φήμες σε τόσο σύντομο χρονικό


διάστημα; Πόσο καιρό βρίσκεσαι στο Λονδίνο;» Ξαφνικά φάνηκε να νιώθει πολύ άβολα. «Εδώ και λίγο καιρό». «Και δεν ήρθες να δεις τον πατέρα;» «Υπήρχαν πολλά μεταξύ μας που δεν θα καταλάβεις, Κάθριν, και τίποτε από αυτά δεν σε αφορούν». «Αλλά είσαι ο αδελφός μου». «Γι’ αυτό και θα φροντίσω να παντρευτείς». Άρπαξε ένα κοντινό μαξιλάρι και του το έριξε. «Δεν θα παντρευτώ έναν άντρα της επιλογής σου». «Τότε έχεις έξι μήνες για να επιλέξεις μόνη σου, πριν το κάνω για σένα». Βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του. Η Κάθριν ξάπλωσε πίσω πάλι στο κρεβάτι και τον έβρισε. Ποιος, στα κομμάτια, ήταν αυτός ο άνθρωπος; Φαινόταν αδιανόητο ότι ήταν ο γλυκός και γενναιόδωρος αδελφός της.


Κεφάλαιο 23 «Είμαστε τόσο σκοτεινές στα πένθιμα ρούχα μας», είπε η Γουίνι. Μαζί με την Κάθριν κάθονταν στον κήπο της Γουίνι, και οι δύο ντυμένες με μαύρα, η κατάλληλη αμφίεση για την πρόσφατη κοινωνική κατάστασή τους, η μία χήρα και η άλλη να θρηνεί την απώλεια του πατέρα της. «Ακόμα κι αν βρίσκεσαι σε πένθος, φαίνεσαι αρκετά χαρούμενη», είπε η Κάθριν. Η Γουίνι χαμογέλασε χαλαρά. «Μίλησα με τον δρ Γκρέιβς και σκέφτομαι να συγκεντρώσω κεφάλαια για την κατασκευή ενός νοσοκομείου». «Ω αυτό θα ήταν υπέροχο και θα σου έδινε κάτι να γεμίζεις τον χρόνο σου». «Αυτό σκέφτηκα. Είναι πολύ καλός άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι ένας κοινός θνητός και δεν νομίζω ότι θα παντρευτώ ξανά. Νομίζω ότι και εσύ έχεις αυτό το δικαίωμα. Να είσαι ανεξάρτητη, να κάνεις ό,τι θέλεις, να μην καταπιέζεσαι από έναν σύζυγο». Όλα ακούγονταν τόσο καλά, αλλά στην πράξη η Κάθριν ξόδευε πάρα πολύ χρόνο με το να σκέφτεται τον Κλέιμπουρν. Η Γουίνι, σαν να ήξερε πού βρίσκονταν οι σκέψεις της Κάθριν, δήλωσε: «Γνωρίζω καλά ότι ο κύριος Μάρκους Λάνγκτον απέσυρε την αίτησή του να διεκδικήσει τα περιουσιακά στοιχεία στα δικαστήρια». «Δεν θα κέρδιζε. Ο Κλέιμπουρν είναι ο νόμιμος κληρονόμος». «Έτσι λέει ο κόσμος. Έχω ακούσει ακόμα ότι δέχεται προσκλήσεις για διάφορες συνεστιάσεις. Και φημολογείται ότι ο κύριος Λάνγκτον έχει βρεθεί πολλές φορές στη συντροφιά του Κλέιμπουρν – γελώντας σαν να είναι αγαπητοί φίλοι. Δεν είναι αυτή μια περίεργη σειρά γεγονότων;» «Ο Κλέιμπουρν μπορεί να είναι αρκετά γοητευτικός όταν το θέλει. Και είναι ξαδέλφια, στην τελική». «Έχω επίσης ακούσει ότι ο κύριος Λάνγκτον φροντίζει μερικά από τα επιχειρηματικά συμφέροντα του Κλέιμπουρν και το εισόδημά του για τις υπηρεσίες του είναι πάνω από πέντε χιλιάδες ετησίως». Ναι, η Κάθριν είδε ότι ο Κλέιμπουρν ήταν τόσο γενναιόδωρος. «Για χήρα που υποτίθεται ότι δεν βγαίνει έξω, σίγουρα παρακολουθείς τα κουτσομπολιά», είπε ειρωνικά. «Έχω επισκέπτες κατά καιρούς. Η λαίδη Σάρλοτ πέρασε μόλις χθες. Θέλει να


αρραβωνιαστεί προτού αλλάξει η εποχή». «Νόμιζα ότι ήθελε έναν ομότιτλο σύζυγο». «Τολμώ να πω ότι θα αρκεστεί και σε έναν πλούσιο». Η Κάθριν γέλασε ελαφρώς, απολαμβάνοντας τη συντροφιά της Γουίνι. Ήταν σχεδόν τόσο ζωντανή όσο ήταν όταν ήταν νεαρότερη γυναίκα και όταν αυτή και η Κάθριν έβγαιναν έξω. «Ο αδελφός σου τακτοποιήθηκε ως δούκας;» ρώτησε η Γουίνι. «Ω ναι. Αν και είχα ξεχάσει πόσο σοβαρός μπορεί να είναι. Εξακολουθεί να μη με συγχωρεί για όλα τα σκανδαλώδη κουτσομπολιά που έχω προκαλέσει, γεγονός που τον καθιστά δύσκολο στο να ζεις μαζί του». «Μπορώ να το φανταστώ». «Μπορείς;» Έσκυψε πάνω από το τραπέζι και πήρε το χέρι της Γουίνι που βρισκόταν δίπλα στο φλιτζάνι. «Τότε θα καταλάβεις γιατί δεν μπορώ να μείνω». «Τι στα κομμάτια εννοείς;» «Αποφάσισα να πάω στην Αμερική». «Για διακοπές;» «Όχι, για το υπόλοιπο της ζωής μου». Η Γουίνι φάνηκε τρομοκρατημένη. «Όχι, δεν μπορείς. Τι θα κάνω χωρίς εσένα εδώ;» «Είσαι πιο δυνατή από ό,τι συνειδητοποιείς, Γουίνι, και θα το καταλάβεις πολύ πιο γρήγορα αν δεν είμαι εδώ». «Αλλά η Αμερική – είναι τόσο μακριά. Τι θα κάνεις εκεί;» «Δεν είμαι σίγουρη. Υποθέτω ότι θα πρέπει να βρω κάποια απασχόληση. Ο πατέρας μού άφησε ένα μικρό κληροδότημα, αν επενδύσω και ζήσω μετρημένα, νομίζω ότι θα μπορέσω να τα βγάλω πέρα». «Μείνε εδώ. Μπορείς να ζήσεις μαζί μου. Δύο γυναίκες…» «Δεν μπορώ, Γουίνι». «Γιατί όχι;» Υπήρχαν πολλοί λόγοι. Αλλά μόνο ένας που πραγματικά είχε σημασία. Έσφιξε το χέρι της Γουίνι. «Περιμένω παιδί». Τα μάτια της Γουίνι άνοιξαν, το σαγόνι της έπεσε. «Θεέ μου, όχι! Κάθριν, δεν είσαι παντρεμένη». «Πίστεψέ με, το γνωρίζω πολύ καλά». Ακόμα χαμογελούσε αδυνατώντας να συγκρατήσει τη χαρά και τον ενθουσιασμό της. «Ποιος είναι ο πατέρας; Θεέ μου, δεν είναι ο Κλέιμπουρν, έτσι δεν είναι; Ω είναι». Η Γουίνι έκανε ερωτήσεις και τις απαντούσε χωρίς να δώσει στην Κάθριν την


ευκαιρία να απαντήσει η ίδια. «Και ο αλήτης δεν θα σε παντρευτεί;» «Δεν ξέρει και ακόμα κι αν το ήξερε, αγαπά κάποια άλλη». «Δεν έχει σημασία ποια αγαπά. Σε ντρόπιασε…» «Δεν αισθάνομαι καμία ντροπή, Γουίνι. Θέλω αυτό το παιδί, τον θέλω και εκείνον απελπισμένα». «Μα, είναι ένας αλήτης!» Τίναξε γρήγορα το κεφάλι της. «Κανείς δεν χρειάζεται να ξέρει. Θα φορέσω τη βέρα της μητέρας μου. Θα πω στον κόσμο ότι είμαι χήρα. Ο σύζυγός μου πέθανε τραγικά σε σιδηροδρομικό ατύχημα. Ένας Θεός ξέρει πόσα από αυτά είχαμε τελευταία». «Φαίνεται ότι το έχεις σκεφτεί». Κάθε βράδυ, μόνη στο κρεβάτι της, κι ενώ ήθελε να έχει τον Κλέιμπουρν δίπλα της, έκανε σχέδια για όλα όσα έπρεπε να πράξει για να προστατεύσει τον γιο του, για να του δώσει μια πιο ευγενική ζωή από αυτή που είχε βιώσει ο πατέρας του. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα γεννούσε αγόρι. Είχε μάθει πολλά εκείνο το βράδυ στη βιβλιοθήκη του Κλέιμπουρν, που βρέθηκε στον στενό κύκλο των απατεώνων, καθώς προγραμμάτιζαν τον θάνατο του Άβενταλ. Τώρα ήξερε σε ποιον θα απευθυνόταν αν χρειαζόταν να πλαστογραφήσει χαρτιά. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα μπορούσε να πάρει ένα ψεύτικο πιστοποιητικό γάμου καθώς και ένα θανάτου. Κούνησε το κεφάλι. «Ναι, το έχω σκεφτεί πολύ και δεν θα αλλάξω γνώμη». «Δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω το θάρρος σου». «Ω Γουίνι, δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι είναι θάρρος όσο αγάπη». Η αγάπη για το παιδί της και η αγάπη για τον πατέρα του. Ο Λουκ δεν είχε δει τη Φράνι από τη νύχτα που είχε κανονίσει να στείλει τον Άβενταλ στην εύθυμη διαδρομή του. Ήταν παράξενο πόσο λίγες φορές κατά τη διάρκεια αυτών των πολλών εβδομάδων είχε σκεφτεί τη Φράνι και πόσο συχνά την Κάθριν. Ο Μπιλ τον διαβεβαίωσε ότι η Κάθριν ήταν καλά, αλλά ο Λουκ εξακολουθούσε να στοιχειώνεται από όσα είχαν συμβεί. Μετά από όλα όσα είχε περάσει, γιατί να λιποθυμήσει στη θέα του αδελφού της; Η επιστροφή του φαινόταν ασήμαντη σε σχέση με τις φορές που κινδύνευσε να χάσει τη ζωή της. Τον μπέρδευε, καταλάμβανε τις σκέψεις του καθώς περίμενε κοντά στο ορφανοτροφείο. Περίμενε τη Φράνι να έρθει. Το κτίριο είχε ολοκληρωθεί. Είχε στείλει ένα σημείωμα ζητώντας του να τη συναντήσει εκεί. Ήθελε να πάνε μια βόλτα. Εκείνος υπέθεσε ότι αυτή η στιγμή, σήμερα, θα του πρόσφερε την τέλεια


ευκαιρία να της ζητήσει να τον παντρευτεί. Ένα ορφανοτροφείο ήταν η εκπλήρωση ενός ονείρου της και ο γάμος μαζί της ήταν πάντα το πιο μεγάλο όνειρό του. Φάνηκε σωστό να της προτείνει γάμο σήμερα εδώ. Είδε την άμαξα και την παρακολούθησε καθώς σταμάτησε κοντά στο κτίριο. Ο οδηγός βοήθησε τη Φράνι να βγει. Φτάνοντάς τους, ο Λουκ πλήρωσε τον οδηγό. Ούτε ο ίδιος ούτε η Φράνι μίλησαν μέχρι να απομακρυνθεί η άμαξα. «Φαίνεσαι όμορφη», είπε ο Λουκ. Και ήταν αλήθεια. Υπήρχε μια ευτυχία, μια χαρά σε αυτή. Η ύπαρξή της κάτω από την κηδεμονία της Κάθριν της είχε δώσει μια αυτοπεποίθηση, αυτοπεποίθηση στο να γίνει η σύζυγός του. «Σε ευχαριστώ», είπε απαλά. «Δεν έρχεσαι πια στου Ντότζερ». «Ήμουν απασχολημένος». Τον κοίταξε και το βλέμμα της έλεγε ότι αναγνώριζε ένα ψέμα όταν το έβλεπε μπροστά της. «Ποιοι είμαστε για να κρίνουμε τι θα έκανε ο καθένας από εμάς για να προστατευτεί;» ρώτησε. «Ήξερε ότι αν μάθαινες την αλήθεια, θα έχανε τη φιλία σου και η φιλία σου σήμαινε περισσότερα γι’ αυτόν από οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς υποφέρει αυτές τις μέρες». «Τον αγαπάς, Φράνι;» Φάνηκε έκπληκτη. «Λατρεύω όλα τα παιδιά του Φίγκαν». Δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των λόγων της. Ήταν η μητέρα για όλους, παρόλο που ήταν μικρότερη από τους περισσότερους. «Ξέρεις τι είναι να ζεις όπως ζήσαμε εμείς, να έχεις τόσο λίγα», είπε. «Όλοι έχουμε τα μυστικά μας, κανείς από εμάς δεν είναι απόλυτα ειλικρινής με τους άλλους». «Ακόμα και εσύ;» «Ειδικά εγώ όχι. Αλλά ο Τζακ…» Ήταν κουρασμένος να συζητά για τον Τζακ, να τη βλέπει να τον υπερασπίζεται. «Στο τέλος θα τον συγχωρήσω, Φράνι. Απλώς όχι ακόμα». Κούνησε το κεφάλι. «Εντάξει τότε. Θέλεις να δεις το σπίτι των παιδιών;» «Πάρα πολύ». Με το χέρι της στο χέρι του, τον οδήγησε στο κτίριο. Άνοιξε την πόρτα σε ένα μεγάλο δωμάτιο με σκάλες που οδηγούσαν σε άλλους ορόφους. «Τα παιδιά θα κοιμούνται στα δωμάτια εκεί επάνω. Τρεις όροφοι από δωμάτια». Έσφιξε το χέρι του. «Μπορείς να φανταστείς πόσα παιδιά θα μπορέσουμε να περιθάλψουμε;» «Πολλά υποψιάζομαι».


Υπήρχαν αίθουσες διδασκαλίας, τραπεζαρία, αίθουσα ανάγνωσης. Όλα με υλικά της καλύτερης ποιότητας. Στιβαρά. Καλοφτιαγμένα. Άγνωστο σε αυτή, εκείνος είχε καταβάλει στον οικοδόμο πολύ περισσότερα χρήματα από όσα αρχικά είχε προγραμματίσει να επενδύσει για να διασφαλίσει ότι θα γινόταν έτσι, τόσο καλό. Τον οδήγησε μέσα από την κουζίνα στον μεγάλο κήπο με φράχτη. «Τα παιδιά θα παίζουν εδώ», είπε. «Θα είναι ασφαλή». «Πότε σκοπεύεις να αρχίσεις να φέρνεις παιδιά εδώ;» «Μόλις έχω τα έπιπλα». «Παράγγειλε ό,τι θέλεις. Θα τα πληρώσω εγώ». «Έκανες ήδη πάρα πολλά…» «Φράνι, σε παρακαλώ, απλώς κάν’ το». «Είσαι πολύ ευγενικός σε εμένα, Λουκ. Πάντα μου δίνεις τα πάντα». Απλώνοντας το χέρι χάιδεψε με τα δάχτυλά της το σαγόνι του. «Ήσουν πάντα ο καλύτερος από εμάς». «Δεν είναι αλήθεια. Ήμουν πολύ διαφορετικός. Οι γονείς μου με δίδαξαν το σωστό από το λάθος. Δεν ήταν ποτέ ένα παιχνίδι». Πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τα μαλλιά του. «Ήσουν πάντα ξεχωριστός για μένα. Από την αρχή, πάντα ήξερα ότι θα με προστατεύεις. Υπήρχε κάτι σε εσένα». «Σε λατρεύω, Φράνι. Το ξέρεις αυτό. Πάντα σε λάτρευα». Του χαμογέλασε με τον τρόπο που πάντα τον ζέσταινε, αλλά δεν ήταν εκείνο το χαμόγελο που απειλούσε να τον καταστρέψει. Θα σκότωνε για να κρατήσει εκείνο το χαμόγελο στο πρόσωπό της. Αλλά για να κρατήσει την Κάθριν χαμογελαστή, θα πέθαινε πρόθυμα. «Αλλά αγαπάς την Κάθριν», είπε ήρεμα η Φράνι. Ένιωσε σαν να τον είχαν χαστουκίσει, αλλά την ίδια στιγμή, η ανακούφιση τον τύλιξε. Ναι, αυτό ήταν το τέλειο σκηνικό για να ζητήσει από τη Φράνι να τον παντρευτεί, αλλά ήξερε ότι δεν θα το εκμεταλλευόταν. «Πώς το ξέρεις;» «Αν μπορούσες να δεις το πώς την κοιτάς. Κρατούσες πάντα τα συναισθήματά σου πολύ καλά κρυμμένα, αλλά με εκείνη, η αγάπη που αισθάνεσαι για εκείνη, δεν μπορεί να περιοριστεί. Αν κάποιος με κοιτούσε ποτέ όπως εσύ κοιτάς την Κάθριν, θα τον παντρευόμουν – ακόμα και αν ήταν βασιλιάς». Πήρε το χέρι της και φίλησε τα δάχτυλά της. «Συγχώρεσέ με, Φράνι, αλλά μετά από όλες αυτές τις εβδομάδες που σου ζητούσα να μάθεις όλα όσα χρειαζόσουν για να γίνεις γυναίκα μου, δεν μπορώ να σε παντρευτώ». «Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσες. Ή ότι θα έπρεπε. Σε λατρεύω επίσης,


αλλά όπως μια αδελφή λατρεύει έναν αδελφό». «Δεν ήθελα να την ερωτευτώ. Αλλά έχεις δίκιο. Την έχω ερωτευτεί. Με τρομάζει να την αγαπώ τόσο». «Υποψιάζομαι ότι και εκείνη την τρομοκρατεί. Ξέρει πώς νιώθεις;» «Όχι, Θεέ μου, όχι. Τι θα γίνει αν με απορρίψει; Δεν ξέρω πώς θα ζήσω με αυτό». «Είσαι δειλός». Χαμογελώντας έσφιξε το χέρι της. Πόσες φορές του είχε υπογραμμίσει η Κάθριν το ίδιο ελάττωμα; «Όταν πρόκειται για την καρδιά, ναι». «Δεν θα περιμένει για πάντα, Λουκ». «Το ξέρω, αλλά φοβάμαι ότι δεν είμαι άξιός της». «Αν ήμουν μικροπρεπής γυναίκα, θα μπορούσα να προσβληθώ με αυτό. Θεώρησες τον εαυτό σου αρκετά άξιο για μένα». Αυτός χαμογέλασε. «Δεν ήθελα να ακουστεί έτσι. Ξέρεις ότι αγωνίστηκα για έναν χρόνο πριν ζητήσω το χέρι σου;» «Μην περιμένεις τόσο πολύ για να ζητήσεις το δικό της. Αν τη θέλεις πραγματικά, μην περιμένεις ούτε μια μέρα». Η Κάθριν διέσχισε την μπροστινή πόρτα, ένα μείγμα συναισθημάτων έσπρωχνε τα βήματά της. Ήταν ενθουσιασμένη για το ταξίδι στην Αμερική, λυπημένη που έφευγε από την Αγγλία. Αλλά είχε αγοράσει το εισιτήριό της το πρωί. Θα έφευγε από το Λίβερπουλ και θα έφτανε στη Νέα Υόρκη μέσα σε λίγες εβδομάδες. Μόλις βρισκόταν εκεί, θα έβρισκε κατάλυμα. Πολλοί Άγγλοι είχαν αρχίσει να μεταναστεύουν στην Αμερική. Δεν θα ήταν μόνη και θα μπορούσαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο. Είχε βγάλει το καπέλο και τα γάντια της και έβαλε το πορτοφόλι της –με το πολύτιμο εισιτήριό της μέσα, μαζί και τα έγγραφα που είχε ετοιμάσει η Φράνι για αυτή– πάνω στο τραπέζι στην είσοδο του διαδρόμου. «Α εδώ είσαι», είπε ο Στέρλινγκ στρίβοντας από το χολ. «Έχεις έναν επισκέπτη. Σε περιμένει στη βιβλιοθήκη». «Ποιος είναι;» «Ο Κλέιμπουρν». Η καρδιά της Κάθριν χτύπησε δυνατά. «Τι κάνει εδώ;» «Προφανώς θέλει να σε δει. Είναι μέσα εδώ και δύο ώρες και περιμένει. Τι έκανες άραγε;» «Δεν σου χρωστάω εξηγήσεις για τις πράξεις μου». Πέρασε στον διάδρομο και ο Στέρλινγκ ακολούθησε από πίσω της. Σταμάτησε και τον κοίταξε. «Δεν


χρειάζεται να με συνοδεύεις όταν μιλάω στον Κλέιμπουρν». «Δεν θα σε αφήσω μόνη με έναν κύριο». «Στέρλινγκ, ενώ απολάμβανες τα ταξίδια σου, πέρασα πολύ χρόνο μόνη με τον Κλέιμπουρν. Δεν σε χρειάζομαι τώρα να επιβλέπεις τη συνάντησή μας. Σε διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Θα είναι ένας τέλειος τζέντλεμαν». Εκείνος κοίταξε προς την πόρτα που περίμενε η άμαξα και στη συνέχεια στράφηκε σε εκείνη. «Κάθριν, ξέρω ότι δεν ήμουν ο καλύτερος αδελφός, αλλά είμαι αποφασισμένος τώρα να αναλάβω τις ευθύνες μου πιο σοβαρά». Αν τις έπαιρνε πιο σοβαρά, θα έβρισκε τον εαυτό της κλειδωμένο σε έναν πύργο. «Δεν υπάρχει ανάγκη. Είμαι αρκετά ικανή να προσέχω τον εαυτό μου. Έτσι, σε παρακαλώ, μη μας ενοχλήσει κανείς». Τον άφησε να στέκεται εκεί και πέρασε μέσα από την πόρτα καθώς την άνοιγε ο υπηρέτης. Θυμήθηκε εκείνη την πρώτη νύχτα στη βιβλιοθήκη του Κλέιμπουρν, μόνο που τώρα εκείνος στεκόταν δίπλα στο παράθυρο και η αίθουσα ήταν γεμάτη με τη ζεστασιά του ήλιου και όχι με τη δροσιά των μεσονύχτιων σκιών. «Λόρδε Κλέιμπουρν, πόσο ωραίο είναι που ήρθατε να μας επισκεφθείτε». «Τόση επισημότητα, Κάθριν, μετά από όλα όσα έχουμε μοιραστεί;» Δεν υπήρχε τίποτα χλευαστικό στον τόνο του, μάλλον ήταν περισσότερο αισθησιακός. Και μόνο η σκέψη για τα όσα είχαν μοιραστεί έκανε το σώμα της να καίει και σκέφτηκε ότι μπορεί να λιποθυμούσε ξανά. Ήταν υπέροχος, ντυμένος τόσο επίσημα. Ωραίος σαν αμαρτία. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή καθώς τον πλησίαζε, τα χέρια της ήθελαν να τον αγγίξουν. Θα της έλειπε τρομερά – αλλά θα είχε πάντα και θα λάτρευε την πολύτιμη ανάμνηση του χρόνου που πέρασαν μαζί και που εν αγνοία του της είχε προσφέρει. «Πώς είναι η Φράνι;» ρώτησε, τα λόγια της βγήκαν με μια βιασύνη, με την ένθερμη ελπίδα ότι θα έφευγε πριν φτάσει στο τέλος. Παρόλο που είχε δει τη Φράνι εκείνο το πρωί, δεν ήθελε να εγείρει τις υποψίες του μη ρωτώντας. «Είναι καλά. Την είδα αργά το πρωί, στην πραγματικότητα». «Ζήτησες το χέρι της τελικά;» Κούνησε το κεφάλι του. «Της ζήτησα συγγνώμη». «Για ποιο πράγμα;» Δεν της είπες τι έγινε μεταξύ μας…» «Όχι». Με την ίδια γρήγορη ορμή που και εκείνη είχε σαν ήρθε να συζητήσει μαζί του της απηύθυνε τον λόγο. «Της ζήτησα συγγνώμη γιατί έκανα τα πάντα για να την πείσω να γίνει γυναίκα μου, θα έκανα τα πάντα για να την κάνω


γυναίκα μου και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να την παντρευτώ, ότι έπρεπε να παντρευτώ εσένα». Η καρδιά της σταμάτησε. «Γιατί;» Πριν μπορέσει να απαντήσει, η αλήθεια τη χτύπησε. «Γαμώτο! Σου είπαν, έτσι δεν είναι; Δεν το ήθελα αυτό. Δεν…» «Τι; Ποιος; Για τι πράγμα μιλάς;» «Ο δρ Γκρέιβς και η Γουίνι. Ήταν αντίθετοι στα σχέδιά μου από την αρχή. Αλλά δεν είναι δίκαιο για εσένα, μόνο και μόνο επειδή περιμένω παιδί…» «Τι;» Ο Κλέιμπουρν τύλιξε το χέρι του γύρω από το δικό της, την τράβηξε κοντά και στάθηκε από πάνω της με μανία που αντανακλούσε κύματα ορμής. Φάνηκε στην Κάθριν ότι κάπως έτσι θα ένιωθε ο Δαβίδ όταν αντιμετώπισε τον Γολιάθ. «Αχ, Θεέ μου, δεν σου το είπαν». «Περιμένεις παιδί;» τη ρώτησε, σαν αυτό που του είχε πει να είχε τελικά καταγραφεί μέσα του. Το βλέμμα του έπεσε στην κοιλιά της. Η κατάστασή της δεν ήταν ακόμα εμφανής. Τότε, πάντα με ευλάβεια, πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από το στομάχι της. Σήκωσε το βλέμμα του πάνω της. «Γιατί δεν μου το είπες; Εξαιτίας αυτής της πρώτης νύχτας στη βιβλιοθήκη, όταν σου είπα ότι δεν θα σε παντρευόμουν αν έμενες έγκυος;» «Όχι, όχι». Σηκωμένη στις μύτες των ποδιών της, με δάκρυα στα μάτια, πήρε το αγαπημένο πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, κοιτώντας τον κατάματα, ώστε να μην έχει αμφιβολία ότι θα έλεγε την αλήθεια. «Δεν σου το είπα γιατί ήξερα ότι θα έκανες το σωστό για μένα και με αυτόν τον τρόπο θα θυσίαζες το δικό σου όνειρο. Θα με παντρευόσουν και θα άφηνες τη Φράνι, τη γυναίκα που αγαπάς περισσότερο από την ίδια σου τη ζωή. Και σε αγαπώ πάρα πολύ…» Ξαφνικά βρήκε τον εαυτό της κολλημένο πάνω του, το στόμα του καταβρόχθισε το δικό της, το χέρι του άρπαξε τα μαλλιά της, οι φουρκέτες σκορπίστηκαν, οι τούφες μπλέχτηκαν γύρω της. Απομάκρυνε το στόμα του από το δικό της. «Σε αγαπώ. Λατρεύω τη Φράνι, αλλά σε αγαπώ απελπισμένα, Κάθριν. Είσαι θαρραλέα, τολμηρή και με προκαλείς σε κάθε στροφή. Είσαι πρόθυμη να διακινδυνεύσεις τα πάντα για όσους σε ενδιαφέρουν. Η προθυμία σου να θυσιαστείς δεν γνωρίζει όρια. Είμαι τόσο ανάξιος, αλλά αν με παντρευτείς, θα δεις ότι ποτέ δεν θα το μετανιώσεις». Η ειλικρινής δήλωσή του έφερε δάκρυα στα μάγουλά της. «Είσαι ο πιο άξιος άνθρωπος που γνωρίζω. Έχεις λίγο από διάβολο μέσα σου και λίγο από άγιο, αλλά είσαι ό,τι θα ήθελα ποτέ σε έναν άντρα, σε έναν σύζυγο. Η απάντηση είναι “ναι”. Ευχαρίστως». Τη φίλησε ξανά και ένιωσε τη φλόγα ανάμεσά τους. Αναρωτήθηκε αν θα


μπορούσε να γλιστρήσει στο υπνοδωμάτιό της, ώστε να του δώσει μια σωστή απάντηση. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά. Η Κάθριν κοίταξε απλώς πάνω από τον ώμο της και είδε τον Στέρλινγκ να στέκεται εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και μια τρομερή έκφραση. «Κάθριν, με διαβεβαίωσες ότι ο απατεώνας δεν θα επωφεληθεί. Σας διαβεβαιώνω, κύριε, ότι απαιτείται γάμος εδώ». Η Κάθριν κοίταξε τον Κλέιμπουρν. Της χαμογέλασε. «Το συντομότερο δυνατόν», υποσχέθηκε.


Κεφάλαιο 24 Ήταν αργά, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο Λουκ βγήκε στον γνωστό πίσω διάδρομο του Ντότζερ. Αυτός και οι φίλοι του είχαν χαρτοπαίξει εκεί, είχαν μεθύσει εκεί, είχαν συμπονέσει ο ένας τον άλλο εκεί. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν σαν το σπίτι του Φίγκαν – απλώς πιο φαντασμαγορικό, καθαρότερο και με καλύτερη μυρωδιά. Ο Λουκ σταμάτησε στην ανοιχτή πόρτα που οδηγούσε στο ιερό του Τζακ. Χωρίς έκπληξη βρήκε τον Τζακ να κάθεται πίσω από το γραφείο του, πάνω από τα βιβλία του – όχι τόσο για να ελέγξει τις μετρήσεις της Φράνι, όσο για να απολαύσει όλα όσα κέρδιζε. Περισσότερο από οποιονδήποτε από αυτούς, ο Τζακ ήταν εκείνος που αγαπούσε τα λεφτά περισσότερο. Ο Λουκ καθάρισε τον λαιμό του. Ο Τζακ κοίταξε πάνω και για μια στιγμή ο Λουκ σκέφτηκε ότι είδε τη χαρά στα μάτια του Τζακ, προτού κρύψει τα συναισθήματά του. «Δεν έχεις περάσει εδώ και καιρό», είπε ο Τζακ ξαπλώνοντας στην πολυθρόνα του. «Δεν ήθελα να είμαι εδώ». «Σίγουρα δεν μπορώ να σε κατηγορήσω γι’ αυτό. Τι σε φέρνει εδώ απόψε;» «Ζήτησα από τη λαίδη Κάθριν Μέιμπρι να γίνει γυναίκα μου. Συμφωνεί να μου κάνει την τιμή να είμαι ο σύζυγός της». Τα μάτια του Τζακ άνοιξαν ελαφρά, πριν αποκτήσει και πάλι τον έλεγχο των σκέψεών του. Δεν ήταν του χαρακτήρα του να αποκαλύπτει τόσο πολλά, και τώρα το είχε κάνει – εις διπλούν. «Νόμιζα ότι αγαπούσες τη Φράνι». «Την αγαπώ. Αλλά αγαπώ την Κάθριν πιο βαθιά». Και διαφορετικά. Είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτό που αισθανόταν για τη Φράνι ήταν η αγάπη ενός αγοριού για ένα κορίτσι και αυτό που αισθανόταν για την Κάθριν ήταν η αγάπη ενός άντρα για μια γυναίκα. Όταν του περνούσε η σκέψη να βάλει τη Φράνι στο κρεβάτι του, δεν είχε αισθανθεί ποτέ φλόγα, μάλλον επειδή ποτέ δεν είχε σκεφτεί κάτι άλλο, παρά μόνο να κοιμηθεί μαζί της, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, όπως όταν ήταν παιδιά. Όμως, όσο αφορούσε την Κάθριν, δεν μπορούσε να περάσει δεκαπέντε λεπτά χωρίς να σκεφτεί να πέσει στο κρεβάτι μαζί της – και ο ύπνος σπάνια ήταν στο μυαλό του.


Αλλά αυτές ήταν σκέψεις που δεν μπορούσε πλέον να συζητήσει με τον Τζακ. Υπήρχε τώρα ένα μέρος της καρδιάς του και της ψυχής του που ποτέ δεν θα ήταν σε θέση να μοιραστεί με τον μακροχρόνιο φίλο του. «Γαμώτο», μουρμούρισε ο Τζακ. Ο Λουκ σήκωσε το φρύδι. «Αυτή φαίνεται περίεργη αντίδραση – ακόμα και από σένα». «Πρέπει να χτίσω στον Μπιλ ένα νοσοκομείο. Βάλαμε στοίχημα» –κούνησε το κεφάλι του– «δεν έχει σημασία. Συγχαρητήρια. Θα πιούμε για τα συχαρίκια;» Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι προς το μπουκάλι… «Όχι». Ο Τζακ τον κοίταξε. «Δεν πίνω πολύ αυτές τις μέρες». «Εγώ πάλι ναι». Ο Τζακ έριξε ουίσκι μέσα στο ποτήρι και στη συνέχεια το κράτησε ψηλά. «Στην υγεία και την ευτυχία σου, καθώς και της Κάθριν». Κατέβασε το περιεχόμενο μονοκοπανιά. Ο Λουκ θυμήθηκε ότι ήταν ο Τζακ που του έδωσε την πρώτη γεύση ουίσκι, ρούμι και τζιν. Ήταν ο Τζακ που τον είχε διδάξει πώς να κλέβει στα χαρτιά, πώς να κλέβει από τις τσέπες χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Ο Τζακ, ο οποίος τον διαβεβαίωσε όταν ήταν ένα μικρό, φοβισμένο αγόρι που φοβόταν στο σοκάκι ότι όλα θα πήγαιναν καλά, ότι ο Τζακ δεν θα άφηνε κανέναν να τον βλάψει. Παρά τις ατέλειές του, που ήταν πολλές, ο Τζακ δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ τον Λουκ. Ποτέ. «Έχω έρθει να σου ζητήσω να σταθείς δίπλα μου», είπε ο Λουκ αθόρυβα, «όταν η Κάθριν και εγώ παντρευτούμε σε δύο εβδομάδες». Ο Τζακ τον κοίταξε. «Είσαι άρχοντας. Θα πρέπει να ρωτήσεις τον Τσέσνι ή τον Μίλνερ». «Δεν είμαι φίλος με τον Τσέσνι ή τον Μίλνερ. Δεν θα έδινα τη ζωή μου γι’ αυτούς ούτε αυτοί για μένα». Ο Τζακ πήρε το βλέμμα του. Η φωνή του ήταν τραχιά από συγκίνηση όταν μίλησε τελικά. «Το να σταθώ δίπλα σου θα είναι η μεγαλύτερη τιμή της ζωής μου». «Πάντα ήσουν δίπλα μου, Τζακ». Ο Τζακ τον κοίταξε κάνοντας ένα σοβαρό νεύμα. «Ήμαστε το τέλειο ζευγάρι, έτσι δεν είναι;» «Πάρα πολύ αλαζονικοί κατά καιρούς, νομίζω». «Γι’ αυτό ήμαστε τόσο πολύ καλοί και τόσο πολύ έξυπνοι». Γέλασε χαμηλόφωνα. «Λοιπόν, εκτός από τη φορά που μας έπιασαν, φυσικά».


Ο Λουκ βημάτισε στο δωμάτιο. «Νομίζω ότι θα το πιω αυτό το ποτό». Ο Τζακ γέμισε στον καθένα τους από ένα ποτήρι. Όταν ο Λουκ το κράτησε, τσούγκρισε με τον Τζακ. «Στον Φίγκαν, ο οποίος μας δίδαξε πώς να επιβιώσουμε στους δρόμους». «Και στον παππού σου», είπε ο Τζακ συγκινημένος, «γιατί προσπάθησε να μας μετατρέψει όλους σε τζέντλεμαν και, φοβάμαι, απέτυχε με μερικούς από εμάς». Ο Λουκ αισθάνθηκε τον γνωστό, οδυνηρό κόμπο στο στήθος του, κοντά στην καρδιά του, καθώς σκέφτηκε τον γερο-άρχοντα. Σήκωσε το ποτήρι του ψηλότερα εις υγείαν. «Στον παππού μου». Έβρεχε την ημέρα που παντρεύτηκαν. Αλλά την Κάθριν δεν την ένοιαζε. Είχε αρκετή ευτυχία και χαρά μέσα της, που ακόμα και εάν έβρεχε για το υπόλοιπο της ζωής τους, εκείνοι θα έβλεπαν πάντα τον ήλιο. Επειδή ο Στέρλινγκ εξακολουθούσε να πενθεί για την απώλεια του πατέρα του και η Γουίνι για τον θάνατο του Άβενταλ και η εθιμοτυπία απαγόρευε οι χήρες να παρακολουθούν γάμους, η Κάθριν επέμεινε η τελετή να ήταν μικρή και κλειστή και να γινόταν σε παρεκκλήσι. Ο Κλέιμπουρν δεν θα επέτρεπε να πάρει αρνητική απάντηση σε αυτό που ζήτησε. Πάντα απολάμβανε την ανεξαρτησία της και έβρισκε παρηγοριά στη σκέψη ότι ποτέ δεν θα προσπαθούσε να την καταπνίξει. Αντιθέτως, υποψιαζόταν ότι το απολάμβανε κι εκείνος. Παρά τις καιρικές συνθήκες, μερικοί από τους ευγενείς παρευρέθηκαν – περισσότερο από περιέργεια παρά από οτιδήποτε άλλο. Ο Μάρκους Λάνγκτον ήταν παρών, η μητέρα του απουσίαζε. Η Φράνι στάθηκε δίπλα στην Κάθριν, αφού η Γουίνι δεν μπορούσε να παραβλέψει το πένθος της. Ο Τζακ στάθηκε με τον Λουκ. Εκείνη ήταν ευτυχής που συμφιλιώθηκαν, ακόμα κι αν ο Λουκ το είχε κάνει με κάποιες αμφιβολίες. Αλλά αυτό που εξέπληξε περισσότερο την Κάθριν ήταν όταν ο επίσκοπος ρώτησε τον Λουκ: «Εσύ, Λούσιαν Όλιβερ Λάνγκτον, πέμπτος κόμης του Κλέιμπουρν…» Όλιβερ. Κοιτώντας τον όπως έδινε τους όρκους του, εκείνη αναρωτήθηκε πόσα από τη νιότη του περιέχονταν στα λόγια της ιστορίας που είχε διαβάσει πρόσφατα στον πατέρα της. Φαινόταν απίθανο, αλλά όχι αδύνατον. Αλλά ήταν μια σπαζοκεφαλιά για άλλη μέρα. Σήμερα στεκόταν στην αγάπη του γι’ αυτή που είδε να αντικατοπτρίζεται στα μάτια του. Ήταν το παράθυρο σε μια ψυχή που μπορούσε να δει τόσο ξεκάθαρα,


μια ψυχή που ήταν κάποτε σκοτεινή και τώρα έλαμπε έντονα με την υπόσχεση του μέλλοντός τους. Εξεπλάγην από το πόσο πολύ τον αγάπησε, πόσο πολύ την αγάπησε. Είχαν ταξιδέψει μαζί μέσα στην κόλαση. Ήξερε ότι δεν είχε σημασία τι θα τους έριχνε η ζωή στον δρόμο τους, αλλά ότι εκείνοι θα το αγκάλιαζαν ή θα το ξεπερνούσαν, ποτέ δεν θα τους νικούσε. Αργότερα εκείνη τη νύχτα, η Κάθριν καθόταν μπροστά στον καθρέφτη της, φορώντας ένα λευκό κασμιρένιο νυχτικό, περίπλοκα κεντημένο με ροζ τριαντάφυλλα. Είχε βουρτσίσει τα μαλλιά της, ακούγοντας με προσοχή τους ήχους του συζύγου της από το διπλανό δωμάτιο που ετοιμαζόταν για το κρεβάτι. Ο σύζυγός της. Σχεδόν γέλασε δυνατά. Το μόνο που ποτέ δεν σκέφτηκε να αποκτήσει, ποτέ δεν σκέφτηκε ότι θα ήθελε να αποκτήσει. Το μόνο που γνώριζε τώρα ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει χωρίς αυτό. Ποτέ δεν θα τον θεωρούσε δεδομένο. Πάντα θα τον κρατούσε κοντά. Η πόρτα που οδηγούσε από την κρεβατοκάμαρά του στη δική της άνοιξε και εκείνος έτρεξε προς το δωμάτιο, με την προσμονή να φωτίζει το ασήμι των ματιών του, μέχρι που έλαμψαν σαν τα κοσμήματα του Στέμματος. Σηκώθηκε και τον κοίταξε. Αυτός είχε έρθει σε εκείνη τούτη τη φορά και αισθάνθηκε απαράμιλλη ευχαρίστηση με αυτή τη σκέψη. Ακόμα περπατούσε προς το μέρος της όταν άπλωσε τα χέρια και έπιασε το πρόσωπό της με λαχτάρα, τα χείλη του σφράγισαν τα δικά της. Δεν είχαν βρεθεί για εβδομάδες και ήδη το σώμα της έλιωνε από επιθυμία γι’ αυτόν. Γλίστρησε τα χέρια του κατά μήκος του λαιμού της, καθώς έγειρε πίσω. Άρχισε να ανοίγει τα κουμπιά της ρόμπας της. «Σκέφτομαι να σε βάλω πάνω στο γόνατό μου και να σ’ τις βρέξω που δεν μου είπες ότι περιμένεις παιδί μόλις συνειδητοποίησες την κατάστασή σου». Τον κοίταξε τολμηρά. «Ήλπιζα να το κάνεις». Το δυνατό γέλιο του αντήχησε μέσα στο δωμάτιο, το χαμόγελό του ήταν μεγαλύτερο από ό,τι είχε δει μέχρι τότε και δεν μπορούσε παρά να ελπίζει ότι θα ήταν το πρώτο από πολλά. «Πραγματικά σ’ αγαπώ, Κάθριν Λάνγκτον, κόμισσα του Κλέιμπουρν, με όλη μου την καρδιά και με ό,τι απομένει από την ψυχή μου». Ελευθέρωσε το νυχτικό από τους ώμους της μέχρι να γλιστρήσει από το σώμα της. Σηκώνοντάς τη στην αγκαλιά του, την έφερε στο κρεβάτι και την έβαλε πάνω. «Ξάπλωσε μπρούμυτα». Σηκώνοντας το φρύδι της τον κοίταξε. «Γιατί;»


«Δεν θα ρίσκαρα να σε βάλω στο γόνατό μου στην παρούσα κατάσταση, αλλά σκοπεύω να φιλήσω τα γυμνά καπούλια σου». Και τα φίλησε. Η γλώσσα του στροβιλιζόταν πάνω από τη σάρκα της. Φίλησε τις εσοχές των γονάτων, των μηρών της. Γλίστρησε το στόμα του κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης της. Θεϊκά. Τόσο θεϊκά. Και άδικο. Ήταν άδικο που στη θέση αυτή δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Γυρίζοντας, έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον έφερε από κάτω της. Νόμιζε ότι ποτέ δεν θα χόρταινε να τον αγγίζει, να την αγγίζει. Ήταν σαν να γνώριζαν τα πάντα ο ένας για τον άλλο, ακόμα κι όταν έκαναν νέες ανακαλύψεις. Εκείνος γαργαλιόταν στο κάτω μέρος των χεριών του. Γελούσε εάν τα δάχτυλά της πήγαιναν πολύ κοντά. Εκείνη γαργαλιόταν στο εσωτερικό των μηρών της. Γελούσε όταν άπλωνε τα δάχτυλά του πάνω τους. Πείραζαν ο ένας τον άλλο, φέρνοντας ο ένας τον άλλο κοντά σε εκείνη τη στιγμή, όταν ο κόσμος ξεθώριαζε και δεν υπήρχε τίποτα εκτός από τους δύο. Μόνο για να υποχωρήσουν και να ξεκινήσουν τον χορό της αποπλάνησης. Νόμιζε ότι θα τρελαινόταν από επιθυμία. Άρχισε να τον πιέζει να βιαστεί. «Τώρα», αναστέναξε. «Τώρα. Σε χρειάζομαι τώρα». Ξάπλωσε από πάνω της και γλίστρησε μέσα της. Ήταν ο καθένας τόσο έτοιμος για τον άλλο, που τεντώνονταν και κουβαριάζονταν εναλλάξ, ξεπερνώντας το όριο, μέχρι που δεν υπήρχε τίποτα εκτός από την ευχαρίστηση. Τίποτα εκτός από αυτούς τους δύο.


Επίλογος Από το Ημερολόγιο του Λούσιαν Λάνγκτον, κόμη του Κλέιμπουρν Λένε ότι οι γονείς μου δολοφονήθηκαν στους δρόμους του Λονδίνου από μια συμμορία κακοποιών. Γνωρίζω τώρα ότι αυτό είναι ψέμα. Δολοφονήθηκαν από τον αδελφό του πατέρα μου, τον θείο μου. Και η μοίρα, με τους μυστηριώδεις τρόπους της, τον παρέδωσε στα χέρια μου για τιμωρία. Οι αναμνήσεις μου άρχισαν σιγά-σιγά να παρασύρονται από τις σκοτεινές σκιές, όπου τις έκρυψα για τόσο πολύ καιρό. Θυμάμαι να στέκομαι δίπλα στον πατέρα μου στη λίμνη. Ήταν τόσο ψηλότερος από εμένα. Μου φαινόταν τότε σαν γίγαντας. Ωστόσο, με έκανε πάντα να νιώθω ασφαλής και προσπαθώ τώρα να δώσω στα ίδια μου τα παιδιά την αίσθηση της ευημερίας. Και ο γερο-άρχοντας. Τον γνωρίζω τώρα ως παππού μου και τον σκέφτομαι όλο και περισσότερο. Λυπάμαι που δεν ήμουν τόσο βέβαιος για τη θέση που κατείχα δίπλα του ενώ ήταν ζωντανός – λυπάμαι πολύ περισσότερο που γνώριζε τις ανησυχίες μου. Ωστόσο, ξέρω ότι ουδέποτε αμφέβαλε και θα δώσω όλη μου τη δύναμη για να διασφαλίσω ότι η πίστη του σε εμένα δεν ήταν άστοχη. Όταν ήμουν μικρός, με σήκωνε στην αγκαλιά του, με κρατούσε κοντά και μου έλεγε ιστορίες των προγόνων μου. Και στα ηλιόλουστα πρωινά, με το μικρό μου χέρι να βρίσκεται στο μεγαλύτερο δικό του, περπατούσαμε πάνω από τους βράχους, όπου μου δίδαξε να μαζεύω λουλούδια για να τα δώσω στη μητέρα μου. Η μητέρα μου. Τη βλέπω τόσο καθαρά τώρα. Είχε το πιο γλυκό χαμόγελο. Θυμάμαι που με κάθιζε στο κρεβάτι τη νύχτα και ψιθύριζε ότι θα γίνω εξαιρετικός κόμης. Η γυναίκα μου με διαβεβαιώνει ότι αυτό έγινε, ότι έχω εκπληρώσει την πρόβλεψη της μητέρας μου, αλλά μάλλον είναι προκατειλημμένη. Με αγαπάει παρά τα ελαττώματά μου. Ή ίσως λόγω αυτών. Η φιλία μου με τον Τζακ παραμένει τεταμένη. Θέλω να πιστέψω ότι εξαπατήθηκε, αλλά ήταν πάντα πολύ έξυπνος για να πέσει στην παγίδα κάποιου άλλου. Έτσι έχουμε προσθέσει ακόμα ένα πράγμα στη σχέση μας για το οποίο


δεν μιλάμε ποτέ. Μερικές φορές νομίζω ότι θα συνθλιβούμε από το βάρος του, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις το μόνο που κάνω είναι να κοιτάζω τη γυναίκα μου για να βρω τη δύναμη να συνεχίσω. Είμαι αποφασισμένος να είμαι άξιός της και αυτό απαιτεί να είμαι ένας πολύ ισχυρότερος και καλύτερος άνθρωπος από ό,τι είχα ποτέ σχεδιάσει να είμαι. Βλέπουμε τη Φράνι ενίοτε, όχι τόσο συχνά όσο θα θέλαμε δυστυχώς. Τελικά παντρεύτηκε, αλλά αυτή την ιστορία θα την πει μόνη της. Αγαπητή Φράνι, αγαπημένη Φράνι. Θα παραμείνει πάντα η αγάπη της νιότης μου, εκείνη για την οποία πούλησα την ψυχή μου στον διάβολο. Αλλά η Κάθριν, η αγαπημένη μου Κάθριν, θα είναι πάντα το κέντρο της καρδιάς μου, εκείνη που, την τελευταία στιγμή, δεν θα άφηνε τον διάβολο να με έχει.

Profile for emma

Συμφωνία με τον διάβολο (Απατεώνες αριστοκράτες #1)  

Μεγάλωσε στους βίαιους δρόμους του Λονδίνου και τον αποκαλούν Κόμη Διάβολο – κάποιοι τον κατηγορούν ακόμα και για δολοφόνο. Μια καθωσπρέπει...

Συμφωνία με τον διάβολο (Απατεώνες αριστοκράτες #1)  

Μεγάλωσε στους βίαιους δρόμους του Λονδίνου και τον αποκαλούν Κόμη Διάβολο – κάποιοι τον κατηγορούν ακόμα και για δολοφόνο. Μια καθωσπρέπει...

Profile for emathess
Advertisement