Page 1


Lisa Kleypas ΕΠΕΙΤΑ ΗΡΘΕΣ ΕΣΥ… μετάφραση: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΛΛΙΟΝΤΖΗ Εκδοσεις Εlxis


Τίτλος πρωτοτύπου: Then came you - Lisa Kleypas © Lisa Kleypas, 1993 Published by arrangement with Avon Books, an imprint of HarperCollins Publishers and JLM Literary Agency / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Avon Books – HarperCollins Publishers and JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-58-0 Ηλεκτρονική ελληνική έκδοση: Μάρτιος 2018 μετάφραση: Αναστασία Καλλιοντζή / επιμέλεια κειμένου: Ροδάνθη Παπαδομιχελάκη / σχεδιασμός εξωφύλλου - ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis: Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι, τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 / www. elxisbooks.gr / info@elxisbooks.gr


Στη γιαγιά μου, Έθελ Κλέιπας Με αγάπη


Κεφάλαιο 1 - Λονδίνο, 1820 «Να πάρει ο διάολος, να πάρει… να το, το αναθεματισμένο!» Ένας χείμαρρος από βλαστήμιες κύλησε πάνω στη ριπή του ανέμου, σκανδαλίζοντας τους καλεσμένους στο πάρτι που γινόταν στο ποτάμι. Το γιοτ ήταν αγκυροβολημένο καταμεσής του Τάμεση και οι καλεσμένοι είχαν συγκεντρωθεί προς τιμήν του βασιλέως Γεωργίου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το πάρτι ήταν πληκτικό αλλά εξευγενισμένο, με τους πάντες να εκφράζουν πειθήνια τον θαυμασμό τους για το έξοχα επιπλωμένο γιοτ της Αυτού Μεγαλειότητος. Με τα χρυσοποίκιλτα έπιπλά του από φίνο μαόνι, τους περίτεχνους κρυστάλλινους πολυελαίους, τις επίχρυσες αιγυπτιακές Σφίγγες και τα σκαλιστά λιοντάρια τοποθετημένα σε κάθε γωνιά, το γιοτ ήταν ένα πλωτό παλάτι αναψυχής. Οι καλεσμένοι είχαν όλοι πιει πολύ για να κατακτήσουν εκείνη την ελαφρά ευφορία που θα υποκαθιστούσε την πραγματική αίσθηση της διασκέδασης. Ενδεχομένως η συγκέντρωση να ήταν πιο διασκεδαστική αν η κατάσταση της υγείας του βασιλιά δεν ήταν τόσο ασθενική. Ο πρόσφατος θάνατος του πατέρα του και μια οδυνηρή δοκιμασία εξαιτίας ουρικής αρθρίτιδας είχαν αφήσει τα σημάδια τους, κάνοντάς τον ασυνήθιστα κατηφή. Τώρα ο βασιλιάς επιζητούσε τη συντροφιά ανθρώπων που θα πρόσφεραν γέλιο και διασκέδαση, για να κατευνάσει τη μοναξιά του. Αυτός ήταν και ο λόγος που, όπως ακουγόταν, είχε ρητά ζητήσει την παρουσία της δεσποινίδας Λίλι Λόσον στο πάρτι. Ένας χαύνος νεαρός υποκόμης ακούστηκε να σχολιάζει ότι ήταν απλώς ζήτημα χρόνου ώσπου η δεσποινίς Λόσον να ταράξει τα νερά. Ως συνήθως, εκείνη δεν τους διέψευσε. «Κάποιος να το πιάσει το διαβολεμένο!» ακούστηκε η Λίλι να φωνάζει ανάμεσα σε ρυθμικά χαχανητά. «Τα κύματα το απομακρύνουν από το σκάφος!» Ευγνώμονες που είχε βρεθεί κάτι για να σπάσει την ανία, οι κύριοι έσπευσαν βιαστικά προς την κατεύθυνση της οχλαγωγίας. Οι γυναίκες διαμαρτυρήθηκαν ενοχλημένες καθώς οι συνοδοί τους εξαφανίστηκαν προς την πλώρη του πλοίου, εκεί όπου η Λίλι κρεμόταν πάνω από την κουπαστή και ατένιζε κάποιο αντικείμενο που επέπλεε στο νερό. «Το αγαπημένο μου καπέλο», είπε η Λίλι απαντώντας στη συγχορδία των ερωτήσεων, και το έδειξε κάνοντας μια κυκλική κίνηση με το μικροκαμωμένο χέρι της. «Φύσηξε ο αέρας και μου το πήρε απ’ το κεφάλι!» Στράφηκε προς το πλήθος των θαυμαστών της, που ήταν όλοι διατεθειμένοι να την παρηγορήσουν. Όμως εκείνη δεν ήθελε τη συμπόνια τους – ήθελε πίσω το καπέλο της. Χαμογελώντας σκανταλιάρικα, κοίταξε τον έναν μετά τον άλλο. «Ποιος θα παίξει τον ιππότη και θα το πιάσει για μένα;» Η Λίλι είχε πετάξει το καπέλο στον ποταμό επίτηδες. Απ’ ό,τι μπορούσε να καταλάβει, κάποιοι από τους κυρίους το είχαν υποψιαστεί, όμως αυτό δεν εμπόδισε τον χείμαρρο των ευγενικών προσφορών. «Αν μου επιτρέπεις», αναφώνησε ένας κύριος, ενώ κάποιος άλλος έβγαλε επιδεικτικά το καπέλο και το παλτό του. «Όχι, επιμένω πως εγώ θα έχω αυτή την τιμή!» Ακολούθησε μια σύντομη διαμάχη, γιατί ο καθένας τους ήθελε να κερδίσει την εύνοια της Λίλι. Όμως το νερό ήταν μάλλον ταραγμένο σήμερα, και παγωμένο αρκετά ώστε να προκαλέσει ένα κρύωμα απειλητικό για την υγεία. Και το σπουδαιότερο, θα απέβαινε καταστροφικό για ένα ακριβό, άψογα ραμμένο παλτό. Η Λίλι παρακολουθούσε την έριδα που εκείνη είχε προξενήσει, με ένα συγκρατημένο


χαμόγελο θυμηδίας. Προτιμώντας τους διαπληκτισμούς παρά τη δράση, οι άντρες ήταν όλο πόζα και ιπποτικές δηλώσεις. Αν κάποιος είχε όντως σκοπό να σώσει το καπέλο της, θα το είχε κάνει ως τώρα. «Τι θέαμα», είπε μέσα απ’ τα δόντια της, ατενίζοντας τους δανδήδες που φιλονικούσαν. Θα είχε εκτιμήσει έναν άντρα που θα έβγαινε μπροστά και θα της έλεγε να πάει στον διάολο, ότι κανένα γελοίο ροζ καπέλο δεν άξιζε να προκαλέσει τέτοια φασαρία, όμως κανείς τους δεν θα τολμούσε. Αν ήταν εδώ ο Ντέρεκ Κρέιβεν, θα την είχε περιγελάσει ή θα είχε κάνει καμιά χοντροκομμένη χειρονομία που θα την οδηγούσε σε έναν παροξυσμό από νευρικά χάχανα. Κι αυτός και εκείνη έτρεφαν την ίδια καταφρόνια για τους τεμπέληδες, ατσαλάκωτους, υπερβολικά επιτηδευμένους ανθρώπους της καλής κοινωνίας. Αναστενάζοντας, η Λίλι έστρεψε την προσοχή της στον ποταμό, σκούρο γκρίζο και ελαφρά τρικυμισμένο κάτω από τον μουντό ουρανό. Ο Τάμεσης την άνοιξη ήταν ανυπόφορα κρύος. Σήκωσε το πρόσωπό της στο αεράκι, μισοκλείνοντας τα μάτια της σαν να ήταν γάτα που τη χάιδευαν. Ο άνεμος ίσιωσε για λίγο τα μαλλιά της, αλλά μετά οι λαμπερές μαύρες μπούκλες επέστρεψαν στη συνηθισμένη, κεφάτη ακαταστασία τους. Αφηρημένα η Λίλι τράβηξε κι έβγαλε τη διακοσμητική κορδέλα που ήταν δεμένη γύρω από το μέτωπό της. Το βλέμμα της ακολούθησε τις κορυφές των κυμάτων καθώς έσκαγαν στα πλάγια του σκάφους. «Μαμά…» άκουσε μια ψιλή φωνούλα να ψιθυρίζει. Η Λίλι ζάρωσε μπροστά στην ανάμνηση, αλλά εκείνη δεν έλεγε να εξαφανιστεί. Ξαφνικά νόμισε πως αισθάνθηκε αφράτα μωρουδίστικα χεράκια να τυλίγονται γύρω απ’ τον λαιμό της, απαλά μαλλιά να χαϊδεύουν το πρόσωπό της, κι ένιωσε το βάρος ενός παιδιού φωλιασμένου στην αγκαλιά της. Ο ήλιος της Ιταλίας ήταν καυτός πάνω στον αυχένα της. Μια σειρά από φουριόζες πάπιες διέσχιζαν κρώζοντας τη στιλπνή επιφάνεια της λιμνούλας. «Κοίτα, αγάπη μου», μουρμούρισε η Λίλι. «Κοίτα τις πάπιες. Έρχονται να μας επισκεφθούν!» Το μικρό κοριτσάκι σπαρτάρησε από ενθουσιασμό. Ένα στρουμπουλό χέρι σηκώθηκε κι ένας μικροσκοπικός δείκτης τεντώθηκε καθώς το μωρό έδειξε προς την παρέλαση των κορδωμένων παπιών. Ύστερα το κοριτσάκι σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τη Λίλι με τα σκούρα μάτια του, κι ένα πλατύ χαμόγελο αποκάλυψε δυο μικρούτσικα δόντια. «Πάπιες», αναφώνησε, και η Λίλι γέλασε τρυφερά. «Πάπιες, αγάπη μου, και μάλιστα πολύ όμορφες. Πού βάλαμε το ψωμί για να τις ταΐσουμε; Πόπο, νομίζω πως κάθομαι πάνω του…» Ήρθε ακόμα μια ριπή ανέμου κι έδιωξε την ευχάριστη εικόνα. Δάκρυα ανάβλυσαν κάτω απ’ τα ματόκλαδά της και η Λίλι ένιωσε το στήθος της να συσπάται οδυνηρά. «Ω Νικόλ», ψιθύρισε. Προσπάθησε να πάρει ανάσες για να διώξει το σφίξιμο, να το κάνει να εξαφανιστεί με τη δύναμη της θέλησής της, μα εκείνο αρνιόταν να φύγει. Αμέσως την κυρίευσε πανικός. Καμιά φορά μπορούσε να τον μουδιάζει με ποτό ή να αποσπά το μυαλό της τζογάροντας, κουτσομπολεύοντας ή πηγαίνοντας για κυνήγι, αλλά αυτή η διαφυγή ήταν απλώς προσωρινή. Ήθελε το παιδί της. Μωρό μου… πού είσαι… θα σε βρω… Η μαμά έρχεται, μην κλαις, μην κλαις… Η απόγνωση ήταν σαν μαχαίρι που έσκαβε όλο και πιο βαθιά κάθε στιγμή. Έπρεπε να κάνει κάτι αμέσως, αλλιώς θα τρελαινόταν. Αιφνιδίασε τους άντρες γύρω της με ένα τσιριχτό, ανέμελο γέλιο και κλότσησε μακριά τα ψηλοτάκουνα πασούμια της. Το ροζ φτερό του καπέλου της εξακολουθούσε να φαίνεται στο νερό. «Το καημένο το καπέλο μου κοντεύει να βουλιάξει», ξεφώνισε και σκαρφάλωσε στην κουπαστή. «Αρκετά με τον ιπποτισμό. Απ’ ό,τι βλέπω, θα χρειαστεί να το σώσω εγώ η ίδια!» Και πριν προλάβει κάποιος να τη σταματήσει, η Λίλι πήδηξε από το γιοτ. Ο ποταμός τη σκέπασε κι ένα κύμα σηκώθηκε στο σημείο όπου βρισκόταν. Κάποιες από τις


γυναίκες ούρλιαξαν. Οι άντρες επιθεώρησαν όλο αγωνία το νερό που κυμάτιζε. «Θεέ μου», αναφώνησε ένας από αυτούς, αλλά οι υπόλοιποι παραήταν εμβρόντητοι για να μιλήσουν. Ακόμα και ο βασιλιάς, που ενημερώθηκε για τα καθέκαστα από τους αξιωματούχους της συνοδείας του, πήγε κι αυτός περπατώντας βαριά και άγαρμπα για να ρίξει μια ματιά, κολλώντας τον συμπαγή όγκο του πάνω στην κουπαστή. Η λαίδη Κόνινγκχαμ, μια μεγαλόσωμη, όμορφη γυναίκα πενήντα τεσσάρων χρόνων που είχε γίνει η τελευταία ερωμένη του, πήγε κοντά του κραυγάζοντας κατάπληκτη. «Ξέρεις ότι το έχω ξαναπεί – αυτή η γυναίκα είναι τρελή! Ο Θεός να μας βοηθήσει όλους!» Η Λίλι έμεινε κάτω απ’ το νερό λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Στην αρχή το ψύχος ήταν ένα σοκ, της παρέλυσε τα άκρα κι έκανε το αίμα της να παγώσει. Τα φουστάνια της έγιναν βαριά και την τραβούσαν προς τα κάτω σ’ εκείνο το μυστηριώδες παγωμένο σκοτάδι. Δεν θα ήταν δύσκολο να το αφήσει να συμβεί, σκέφτηκε μουδιασμένα… απλώς να παρασυρθεί προς τα κάτω, να αφήσει το σκοτάδι να την καταπιεί… αλλά ένα τσίμπημα φόβου παρακίνησε τα χέρια της να κολυμπήσουν, ωθώντας την προς το θαμπό φως επάνω. Καθώς ανέβαινε, άδραξε την άμορφη μάζα από μουσκεμένο βελούδο που άγγιξε ξυστά τον καρπό του χεριού της. Βγήκε στην επιφάνεια του νερού, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της για να διώξει το αλάτι που την έτσουζε, και το έγλειψε για να φύγει από τα χείλη της. Βελονιές έντονου κρύου περόνιαζαν το κορμί της. Τα δόντια της κροτάλιζαν βίαια και επιθεώρησε το κατάπληκτο πλήθος πάνω στο γιοτ με ένα πλατύ χαμόγελο, τουρτουρίζοντας. «Το έπιασα!» τιτίβισε και σήκωσε θριαμβευτικά το καπέλο ψηλά. Λίγα λεπτά αργότερα, κάμποσα ζευγάρια από πρόθυμα χέρια έβγαλαν τη Λίλι από τον ποταμό. Αναδύθηκε με το βρεγμένο φουστάνι της να κολλάει πάνω σε κάθε καμπύλη του κορμιού της, αποκαλύπτοντας μια λεπτή, απολαυστική σιλουέτα. Ένα αγκομαχητό ξέφυγε απ’ όλο το πλήθος πάνω στο σκάφος. Οι γυναίκες την κοίταξαν με ένα μείγμα ζήλιας και αντιπάθειας, γιατί κανένα άλλο θηλυκό στο Λονδίνο δεν το θαύμαζαν τόσο πολύ οι άντρες. Άλλες γυναίκες που συμπεριφέρονταν τόσο επονείδιστα, τις αντιμετώπιζαν με οίκτο και περιφρόνηση, ενώ τη Λίλι… «Μπορεί να κάνει οτιδήποτε, όσο απαίσιο κι αν είναι, και οι άντρες τη λατρεύουν ακόμα περισσότερο γι’ αυτό!» γκρίνιαξε φωναχτά η λαίδη Κόνινγκχαμ. «Προσελκύει τα σκάνδαλα όπως ακριβώς το μέλι τραβάει τις μέλισσες. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, θα είχε ήδη καταστραφεί δεκάδες φορές. Ακόμα και ο αγαπημένος μου Γεώργιος δεν ανέχεται καμία δυσμενή κριτική γι’ αυτήν. Πώς το καταφέρνει αυτή;» «Είναι γιατί συμπεριφέρεται σαν άντρας», αποκρίθηκε ξινισμένα η λαίδη Γουίλτον. «Τζογάρει, πηγαίνει για κυνήγι, βρίζει, ανακατεύεται με την πολιτική… τους γοητεύει η πρωτοτυπία μιας γυναίκας με τέτοιους ανδροπρεπείς τρόπους». «Δεν δείχνει και πολύ ανδροπρεπής», μουρμούρισε θυμωμένα η λαίδη Κόνινγκχαμ, παρατηρώντας τη λεπτεπίλεπτη φιγούρα που ήταν καλυμμένη από υγρό ύφασμα. Αφού βεβαιώθηκαν για την ασφάλεια της Λίλι, οι άντρες που ήταν συνωστισμένοι γύρω της ξέσπασαν σε γέλια και επευφημίες για την τόλμη της. Απομακρύνοντας τις μουσκεμένες μπούκλες από τα μάτια της, η Λίλι χαμογέλασε πλατιά και έκανε μια υπόκλιση στάζοντας. «Εντάξει, ήταν το αγαπημένο μου καπέλο», είπε, επιθεωρώντας την κατεστραμμένη άμορφη μάζα από ύφασμα στα χέρια της. «Θεέ και Κύριε», αναφώνησε με θαυμασμό κάποιος από τους παρισταμένους, «είσαι απόλυτα ατρόμητη, ε;» «Απόλυτα», αποκρίθηκε εκείνη, κάνοντάς τους να καγχάσουν. Ρυάκια νερού κυλούσαν στον λαιμό και στους ώμους της. Η Λίλι τα σκούπισε με τα χέρια της και στράφηκε από την άλλη για


να τινάξει το βρεγμένο κεφάλι της ζωηρά. «Θα μπορούσε κάποιος από εσάς, αγαπητοί κύριοι, να πάει να μου φέρει μια πετσέτα και ίσως ένα τονωτικό ποτό πριν πεθάνω από…» Η φωνή της έσβησε καθώς το μάτι της έπεσε σε μια ακίνητη σιλουέτα ανάμεσα από την κουρτίνα που σχημάτιζαν οι βρεγμένες μπούκλες. Υπήρξε κινητικότητα γύρω της καθώς οι άντρες διασκορπίστηκαν για να βρουν πετσέτες, ζεστά ροφήματα, οτιδήποτε για να την ανακουφίσουν. Όμως εκείνος που στεκόταν κάμποσα μέτρα μακριά δεν κουνήθηκε. Αργά αργά η Λίλι όρθωσε την πλάτη της και τράβηξε τα μαλλιά της προς τα πίσω, ανταποδίδοντάς του το θρασύ, επίμονο βλέμμα του. Ήταν ένας άγνωστος. Η Λίλι δεν ήξερε γιατί την κοιτούσε με αυτόν τον τρόπο. Ήταν συνηθισμένη στα βλέμματα θαυμασμού των αντρών… όμως τα μάτια αυτού του άντρα ήταν παγερά, ανέκφραστα… και το στόμα του ήταν σφιγμένο με περιφρόνηση. Η Λίλι απέμεινε ακίνητη, με το λυγερό κορμί της να αναριγά. Ποτέ της δεν είχε δει αψεγάδιαστα χρυσαφένια μαλλιά συνδυασμένα με τέτοια λάγνα χαρακτηριστικά. Το αεράκι απομάκρυνε τα τσουλούφια των μαλλιών από το μέτωπό του, αποκαλύπτοντας μια γοητευτική τριγωνική άκρη. Το αριστοκρατικό πρόσωπό του, που θύμιζε γεράκι, ήταν εντυπωσιακά σκληρό και πεισματάρικο. Μες στα εκθαμβωτικά ανοιχτόχρωμα μάτια του, υπήρχε μια μελαγχολία που η Λίλι ήξερε ότι θα τη στοίχειωνε για πολύ καιρό μετά. Μόνο κάποιος που είχε βιώσει τέτοια οδυνηρή απελπισία θα ήταν σε θέση να τη διακρίνει σε κάποιον άλλο. Έντονα ταραγμένη από το βλέμμα του αγνώστου, η Λίλι του γύρισε την πλάτη και χαμογέλασε λαμπερά στους θαυμαστές της που πλησίαζαν φορτωμένοι με πετσέτες, μανδύες και αχνιστά ζεστά ροφήματα. Έδιωξε απ’ το μυαλό της όλες τις σκέψεις για τον άγνωστο άντρα. Ποιος έδινε δεκάρα για τη γνώμη που είχε γι’ αυτήν ένας στενόμυαλος αριστοκράτης; «Δεσποινίς Λόσον», παρατήρησε ο λόρδος Μπένινγκτον με μια ανήσυχη έκφραση, «φοβούμαι πως θα αρπάξεις πούντα. Αν το επιθυμείς, θα ήταν τιμή μου να σε μεταφέρω με βάρκα στη στεριά». Διαπιστώνοντας ότι τα δόντια της κροτάλιζαν πάνω στο χείλος του ποτηριού και ότι έτσι της ήταν αδύνατον να πιει, η Λίλι έγνεψε καταφατικά με ευγνωμοσύνη. Άπλωσε το χέρι της που είχε μπλαβίσει, έπιασε το μπράτσο του και τον τράβηξε ώστε να τον κάνει να χαμηλώσει το κεφάλι του. Τα παγωμένα χείλη της πλησίασαν το αφτί του. «Βιάσου, σε π… παρακαλώ», ψιθύρισε. «Ν… νομίζω ότι μπορεί να υπήρξα π… πολύ παρορμητική. Αλλά μην π… πεις σε κανέναν ότι το είπ… είπα». Ο Άλεξ, ο λόρδος Ρέιφορντ, ένας άντρας γνωστός για την αυτοπειθαρχία και την αποστασιοποίησή του, πάλευε με μια ανεξήγητη οργή. Γελοία γυναίκα… να διακινδυνεύει την υγεία της, ακόμα και τη ζωή της, με σκοπό να γίνει θέαμα. Μάλλον επρόκειτο για καμιά πόρνη, γνωστή σε λίγους εκλεκτούς κύκλους. Καμία γυναίκα που θα είχε έστω ένα ίχνος υπόληψης να διαφυλάξει δεν θα συμπεριφερόταν έτσι. Ο Άλεξ ξέσφιξε τα χέρια του κι έτριψε τις παλάμες πάνω στο παλτό του. Ένιωθε ένα έντονο σφίξιμο στο στήθος του. Το κεφάτο γέλιο της, το ζωηρό βλέμμα της, τα σκούρα μαλλιά της… Θεέ και Κύριε, του θύμιζε την Κάρολαϊν. «Δεν την έχεις ξαναδεί ποτέ πριν, έτσι δεν είναι;» άκουσε κοντά του μια τραχιά φωνή γεμάτη θυμηδία. Ο σερ Έβελιν Ντάουνσαϊρ, ένας εκλεκτός ηλικιωμένος κύριος που γνώριζε τον πατέρα του, στεκόταν δίπλα του. «Οι άντρες μονίμως έχουν αυτό το ύφος όταν τη βλέπουν για πρώτη φορά. Εμένα μου θυμίζει τη μαρκησία του Σάλσμπουρι στην εποχή της. Καταπληκτική


γυναίκα». Ο Άλεξ πήρε το βλέμμα του από το φανταχτερό πλάσμα. «Δεν τη βρίσκω και τόσο αξιοθαύμαστη», αποκρίθηκε παγερά. Ο Ντάουνσαϊρ κάγχασε, αποκαλύπτοντας δυο σειρές από επιμελώς φτιαγμένα κατάλευκα δόντια. «Αν ήμουν νέος, θα την είχα αποπλανήσει», είπε στοχαστικά. «Θα το είχα κάνει, αλήθεια. Στο είδος της είναι η τελευταία εναπομείνασα, ξέρεις». «Τι είδος είναι αυτό;» «Στην εποχή μου υπήρχε πλήθος από δαύτες», είπε ο Ντάουνσαϊρ ρεμβάζοντας, χαμογελώντας συλλογισμένα. «Χρειαζόταν επιδεξιότητα και εξυπνάδα για να τις δαμάσεις… ω, χρειάζονταν ατελείωτους χειρισμούς… μπελάς, τι ευχάριστος μπελάς…» Ο Άλεξ γύρισε και ξανακοίταξε τη γυναίκα. Είχε τόσο λεπτεπίλεπτο πρόσωπο, ανοιχτόχρωμο και τέλειο, με φλογερά σκούρα μάτια. «Ποια είναι;» ρώτησε, σχεδόν σαν σε όνειρο. Όταν δεν έλαβε απάντηση, στράφηκε και συνειδητοποίησε ότι ο Ντάουνσαϊρ είχε απομακρυνθεί. Η Λίλι κατέβηκε από την άμαξα και προχώρησε προς την εξώπορτα του σπιτιού της στην Πλατεία Γκρόσβενορ. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο άβολα στη ζωή της. «Καλά να πάθω», μουρμούρισε στον εαυτό της ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια ενώ ο μπάτλερ, ο Μπάρτον, παρακολουθούσε από το κατώφλι. «Τι ηλίθιο πράγμα έκανα». Ο Τάμεσης, μέσα στον οποίο όλο το Λονδίνο πετούσε τα σκουπίδια του, δεν ήταν το ενδεδειγμένο μέρος για να κολυμπήσει κάποιος. Η βουτιά της στα νερά είχε αφήσει το δέρμα και τα ρούχα της μιασμένα από μια αναμφισβήτητα δυσάρεστη μυρωδιά. Τα πόδια της έτριζαν μέσα στα βρεγμένα πασούμια της. Ο περίεργος θόρυβος, για να μην αναφέρουμε και την εμφάνισή της, έκαναν το μέτωπο του Μπάρτον να ζαρώσει. Αυτό ήταν ασυνήθιστο για τον Μπάρτον, που συνήθως αντιμετώπιζε τις συμφορές της ανέκφραστος. Τα τελευταία δύο χρόνια, ο Μπάρτον ήταν η κυρίαρχη φιγούρα μες στο σπίτι, δίνοντας τον τόνο για τους υπηρέτες αλλά και για τους καλεσμένους. Όταν υποδεχόταν τους επισκέπτες στο σπίτι της, ο αυστηρά τυπικός τρόπος του Μπάρτον μετέφερε το μήνυμα ότι η Λίλι ήταν ένα πρόσωπο σπουδαίο. Παρέβλεπε τις τρέλες της σαν να μην υπήρχαν και της συμπεριφερόταν σαν να ήταν μια άψογη κυρία, παρόλο που εκείνη σπάνια φερόταν έτσι. Η Λίλι γνώριζε πάρα πολύ καλά ότι οι ίδιοι οι υπηρέτες της δεν θα τη σέβονταν αν δεν υπήρχε η επιβλητική παρουσία του Μπάρτον. Ήταν ένας ψηλός άντρας με γένια, εύσαρκος, με αυστηρό πρόσωπο. Κανένας άλλος μπάτλερ στην Αγγλία δεν είχε τον δικό του ακριβή συνδυασμό από αγέρωχη αύρα και σεβασμό. «Να είμαι βέβαιος ότι απόλαυσες το πάρτι στον ποταμό, δεσποινίς;» ρώτησε να μάθει. «Πάταγος», είπε η Λίλι, προσπαθώντας να ακουστεί ζωηρή. Του παρέδωσε ένα μάτσο από μουλιασμένο βελούδο, διακοσμημένο με ένα ταλαιπωρημένο ροζ φτερό. Εκείνος κάρφωσε τα μάτια του στο αντικείμενο ανέκφραστος. «Το καπέλο μου», εξήγησε η Λίλι, και μπήκε στο σπίτι με τα πόδια της να τρίζουν, αφήνοντας ένα υγρό μονοπάτι στο πέρασμά της. «Δεσποινίς Λόσον, ένας επισκέπτης περιμένει στο σαλόνι την άφιξή σου. Ο λόρδος Στάμφορντ». «Είναι ο Ζάκαρι εδώ;» Η Λίλι χάρηκε με την είδηση. Ο Ζάκαρι, ο λόρδος Στάμφορντ, ένας ευαίσθητος και ευφυής νεαρός, ήταν αγαπητός φίλος εδώ και πολύ καιρό. Είχε ερωτευτεί τη μικρότερη αδερφή της, την Πενέλοπε. Δυστυχώς ήταν ο τρίτος γιος του μαρκήσιου του Χέρτφορντ, πράγμα που σήμαινε ότι ποτέ δεν θα κληρονομούσε επαρκή τίτλο ευγενείας ή πλούτη για να ικανοποιήσει τα φιλόδοξα σχέδια των Λόσον. Άπαξ και έγινε σαφές ότι η Λίλι δεν


θα παντρευόταν ποτέ, τα όνειρα των γονιών της για κοινωνική πρόοδο επικεντρώθηκαν στην Πενέλοπε. Η Λίλι λυπόταν τη μικρότερη αδερφή της, που ήταν αρραβωνιασμένη με τον κόμη του Ρέιφορντ… έναν άντρα που φαινόταν πως η Πενέλοπε δεν γνώριζε καν καλά καλά. Ο Ζάκαρι πρέπει να υπέφερε. «Πόση ώρα είναι εδώ ο Ζάκαρι;» ρώτησε η Λίλι. «Τρεις ώρες, δεσποινίς. Ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για επείγουσα υπόθεση. Δήλωσε πως θα περίμενε όσο χρειαζόταν». Της Λίλι της ξύπνησε η περιέργεια. Έριξε μια βιαστική ματιά στην κλειστή πόρτα του σαλονιού καθώς στεκόταν ανάμεσα στις κουπαστές της διπλής σκάλας. «Επείγουσα, ε; Θα τον δω αμέσως. Εεε… στείλε τον στο καθιστικό μου επάνω. Πρέπει να βγάλω αυτά τα μουσκεμένα πράγματα». Ο Μπάρτον έγνεψε καταφατικά, ανέκφραστος. Το καθιστικό, που συνδεόταν με την κρεβατοκάμαρα της Λίλι μέσω ενός μικρού προθαλάμου, προοριζόταν για τις πιο στενές γνωριμίες της. Σε λίγους επιτρεπόταν να πάνε εκεί πάνω, παρόλο που ένας απεριόριστος αριθμός ατόμων γύρευε να λάβει πρόσκληση. «Μάλιστα, δεσποινίς Λόσον». Ο Ζάκαρι δεν θεώρησε και δεινοπάθημα το γεγονός ότι περίμενε στο σαλόνι της Λίλι. Ακόμα και μες στην ταραχή του, δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει ότι κάτι στον αριθμό τριάντα οκτώ της οδού Γκρόσβενορ έκανε έναν άνθρωπο να νιώθει απίστευτα άνετα. Ίσως ήταν κάτι που είχε να κάνει με τους συνδυασμούς των χρωμάτων. Οι περισσότερες γυναίκες είχαν τους τοίχους τους βαμμένους στα παστέλ χρώματα του συρμού –ανοιχτό γαλάζιο, ψυχρό ροζ ή κίτρινο– και διακοσμημένους με λευκά περιζώματα και στήλες. Άβολες μικρές επιχρυσωμένες καρέκλες με γλιστερά μαξιλαράκια ήταν στη μόδα, όπως επίσης και οι καναπέδες με τα λεπτεπίλεπτα πόδια που φάνταζαν ανίκανοι να σηκώσουν το οποιοδήποτε πραγματικό βάρος. Όμως το σπίτι της Λίλι ήταν διακοσμημένο με πλούσια, ζεστά χρώματα και συμπαγή έπιπλα που προσκαλούσαν έναν άνθρωπο να βάλει πάνω τους τα πόδια του. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με σκηνές από κυνήγια, γκραβούρες και μερικά καλαίσθητα πορτρέτα. Συχνά γίνονταν στο σπίτι της συγκεντρώσεις συγγραφέων, εκκεντρικών ανθρώπων, δανδήδων και πολιτικών, αν και οι προμήθειες της Λίλι σε ποτά ήταν πράγμα αβέβαιο – μερικές φορές υπήρχαν σε αφθονία, κάποιες άλλες σπάνιζαν σε σημείο αμηχανίας. Προφανώς η Λίλι είχε ικανά αποθέματα τούτο τον μήνα, γιατί μία από τις υπηρέτριες έφερε στον Ζάκαρι μια καράφα με καλής ποιότητας μπράντι κι ένα ποτήρι πάνω σε έναν ασημένιο δίσκο. Του πρόσφερε επίσης ένα φύλλο των Τάιμς, ατσαλάκωτο και συρραμμένο στις ενώσεις, καθώς και ένα πιάτο με μπισκότα. Απολαμβάνοντας μια αίσθηση ευεξίας, ο Ζάκαρι ζήτησε ένα φλιτζάνι με τσάι και χαλάρωσε με την εφημερίδα. Καθώς έτρωγε και το τελευταίο από τα μπισκότα, ο Μπάρτον άνοιξε την πόρτα. «Ήρθε;» ρώτησε ανυπόμονα ο Ζάκαρι και πετάχτηκε όρθιος. Ο Μπάρτον τον ατένισε αμείλικτα. «Η δεσποινίς Λόσον θα σας δει στο επάνω πάτωμα. Αν μου επιτρέπετε να σας δείξω τον δρόμο, λόρδε Στάμφορντ…» Ο Ζάκαρι τον ακολούθησε στη στριφογυριστή σκάλα, που είχε σκαλιστά κάγκελα και εξαιρετικά γυαλισμένη κουπαστή. Μπήκε στο καθιστικό, όπου μια ζωηρή φωτιά έριχνε το φως της από ένα μικρό μαρμάρινο τζάκι και φώτιζε τις πράσινες, χάλκινες και μπλε μεταξοτυπίες που κρέμονταν στον τοίχο. Ύστερα από κάνα δυο λεπτά, η Λίλι έκανε την εμφάνισή της στο κατώφλι της πόρτας που επικοινωνούσε με την κρεβατοκάμαρά της.


«Ζάκαρι!» αναφώνησε, όρμησε προς το μέρος του και του έπιασε τα χέρια. Ο Ζάκαρι χαμογελούσε καθώς έσκυβε να φιλήσει πεταχτά το απαλό μάγουλό της. Το χαμόγελό του πάγωσε όταν συνειδητοποίησε ότι η Λίλι φορούσε μια ρόμπα και τα γυμνά πόδια της ξεπρόβαλλαν κάτω από το στρίφωμα που έφτανε ως το πάτωμα. Η ρόμπα ήταν σοβαρή και βαριά, η λαιμόκοψη ήταν στολισμένη με πούπουλα κύκνου, αλλά και πάλι, επρόκειτο για ένα ένδυμα της κατηγορίας του «ακατονόμαστου». Ο Ζάκαρι, ξαφνιασμένος, οπισθοχώρησε αντανακλαστικά, αλλά είχε ήδη προλάβει να παρατηρήσει ότι τα μαλλιά της στέγνωναν σαν αγκαθωτοί σβόλοι και ανέδιδε μια μυρωδιά μάλλον… παράξενη. Παρ’ όλα αυτά, η Λίλι εξακολουθούσε να είναι εκπληκτικά όμορφη. Τα μάτια της ήταν σκούρα όπως ακριβώς το κέντρο του ηλιοτρόπιου, στεφανωμένα από πυκνές, γυριστές βλεφαρίδες. Το δέρμα της είχε μια χλωμή, γυαλιστερή λάμψη και η γραμμή του λαιμού της ήταν λεπτεπίλεπτη και ξεκάθαρη. Όταν χαμογελούσε όπως έκανε τώρα, τα χείλη της σχημάτιζαν μια μοναδικά γλυκιά καμπύλη, λες και ήταν ένα θηλυκό μικρό αγγελάκι. Η αθώα εμφάνισή της ήταν παραπλανητική. Ο Ζάκαρι την είχε δει να ανταλλάσσει τις πιο έξυπνες βρισιές με εξευγενισμένους δανδήδες κι ύστερα να φωνάζει χυδαιότητες σε έναν πορτοφολά που είχε αποπειραθεί να τη ληστέψει. «Λίλι;» ρώτησε διστακτικά, αλλά δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη σουφρώσει τη μύτη του καθώς του ήρθε άλλη μια δόση από τη μυρωδιά. Εκείνη γέλασε με την έκφρασή του και κούνησε πέρα δώθε το χέρι της στον αέρα μπροστά της. «Θα είχα κάνει μπάνιο πρώτα, αλλά είπες ότι το θέμα σου ήταν επείγον. Να με συγχωρείς που ζέχνω άρωμα ψαριού – ο Τάμεσης σήμερα ήταν μάλλον γεμάτος ψάρια». Εκείνος απέμεινε να την κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει, και η Λίλι πρόσθεσε: «Μια ριπή ανέμου πήρε το καπέλο μου και το έριξε στον ποταμό». «Ενώ το φορούσες;» ρώτησε ο Ζάκαρι μπερδεμένος. Η Λίλι χαμογέλασε πλατιά. «Όχι ακριβώς. Αλλά ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό – προτιμώ να ακούσω για το ζήτημα που σε έφερε στην πόλη». Εκείνος έδειξε αμήχανα την αμφίεσή της – ή μάλλον την έλλειψη αμφίεσης. «Μήπως θα ήθελες να ντυθείς πρώτα;» Η Λίλι του χάρισε ένα στοργικό χαμόγελο. Υπήρχαν μερικά πράγματα πάνω στον Ζάκαρι που δεν θα άλλαζαν ποτέ. Τα απαλά καστανά μάτια του, το εκλεπτυσμένο πρόσωπό του, τα καλοφροντισμένα μαλλιά, όλα αυτά της έφερναν στον νου μικρό αγόρι που ετοιμαζόταν για την εκκλησία. «Ω, μην κοκκινίζεις και συνέχισε. Είμαι τελείως και απολύτως ντυμένη. Δεν θα περίμενα τέτοια συστολή από σένα, Ζάκαρι. Στο κάτω κάτω, κάποτε μου είχες ζητήσει να σε παντρευτώ». «Ω, ναι, εντάξει…» Ο Ζάκαρι κατσούφιασε. Η πρόταση γάμου είχε διατυπωθεί και είχε απορριφθεί τόσο γρήγορα που σχεδόν το είχε ξεχάσει. «Ως εκείνη τη μέρα ο Χάρι ήταν ο καλύτερος φίλος μου. Όταν σε παράτησε μ’ εκείνο τον άθλιο τρόπο, αισθάνθηκα ότι το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω ως κύριος ήταν να πάρω τη θέση του». Αυτό προκάλεσε ένα ρουθούνισμα γέλιου. «Τη θέση του; Για τον Θεό, Ζάκαρι, αρραβώνας ήταν, όχι μονομαχία!» «Κι εσύ απέρριψες την πρότασή μου», θυμήθηκε εκείνος. «Καλό μου αγόρι, θα σε είχα κάνει δυστυχισμένο, με τον ίδιο τρόπο που έκανα τον Χάρι δυστυχισμένο. Αυτός ήταν ο λόγος που με άφησε». «Αυτό δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι συμπεριφέρθηκε τόσο άτιμα», είπε ο Ζάκαρι ψυχρά. «Όμως εγώ χαίρομαι που το έκανε. Αν δεν το είχε κάνει, ποτέ δεν θα είχα γυρίσει τον κόσμο


με την εκκεντρική θεία μου, τη Σάλι, κι εκείνη ποτέ δεν θα μου είχε αφήσει την περιουσία της κι εγώ θα ήμουν…» Η Λίλι έκανε μια παύση και αναρίγησε ελαφρά, «παντρεμένη». Χαμογέλασε και θρονιάστηκε μπροστά στη φωτιά, κάνοντάς του νόημα να κάνει κι αυτός το ίδιο. «Εκείνο τον καιρό, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν η ραγισμένη καρδιά μου. Ωστόσο στ’ αλήθεια θυμάμαι την πρόταση γάμου που μου έκανες ως ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μου έχουν συμβεί ποτέ. Μια από τις λιγοστές φορές που ένας άντρας έχει φερθεί με ανιδιοτέλεια για λογαριασμό μου. Η μοναδική φορά, για την ακρίβεια. Ήσουν έτοιμος να θυσιάσεις την ίδια την ευτυχία σου και να με παντρευτείς, μόνο και μόνο για να σώσεις την πληγωμένη τιμή μου». «Αυτός είναι ο λόγος που παρέμεινες φίλη μου στο πέρασμα των χρόνων;» ρώτησε ο Ζάκαρι με έκπληξη. «Με όλους αυτούς τους εκλεπτυσμένους ανθρώπους που γνωρίζεις, με τα πολλά κοινωνικά χαρίσματα, πάντα αναρωτιόμουν γιατί ασχολείσαι μαζί μου». «Ω, ναι», είπε εκείνη ξερά. «Τρυπιοχέρηδες, χαραμοφάηδες και κλέφτες. Εκλεκτή συλλογή από φίλους έχω. Προφανώς δεν εξαιρώ τα βασιλικά πρόσωπα και τους πολιτικούς». Του χαμογέλασε. «Είσαι ο μοναδικός ευπρεπής άνθρωπος που γνώρισα ποτέ». «Και πρόκοψα με την ευπρέπεια, ε;» είπε εκείνος σκυθρωπά. Η Λίλι τον κοίταξε με έκπληξη και αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έκανε τον Ζάκαρι, έναν αιώνιο ιδεολόγο, να δείχνει τόσο θλιμμένος. Κάτι πρέπει όντως να πήγαινε πολύ στραβά. «Ζακ, έχεις πολλά θαυμάσια προσόντα. Είσαι ελκυστικός…» «Αλλά όχι όμορφος», είπε εκείνος. «Μυαλωμένος…» «Αλλά όχι έξυπνος. Ούτε πνευματώδης». «Η εξυπνάδα συνήθως είναι γέννημα της μοχθηρίας, και χαίρομαι που λέω πως εσύ δεν έχεις. Λοιπόν σταμάτα να με αναγκάζεις να σου πλέκω το εγκώμιο και πες μου γιατί ήρθες». Το βλέμμα της έγινε έντονο. «Για την Πενέλοπε πρόκειται, ε;» Ο Ζάκαρι κοίταξε επίμονα τα μάτια της που έλαμπαν από το φως της φωτιάς. Συνοφρυώθηκε και έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Η αδερφή σου και οι γονείς σου μένουν με τον Ρέιφορντ στο Ρέιφορντ Παρκ, κάνοντας ετοιμασίες για τον γάμο». «Θα γίνει σε λίγες μόλις εβδομάδες», είπε η Λίλι συλλογισμένα, ζεσταίνοντας τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της μπροστά στη φωτιά. «Δεν έχω προσκληθεί. Η μητέρα τρέμει ότι μπορεί να προκαλέσω κανένα επεισόδιο». Το γέλιο της είχε μια ελαφρά χροιά μελαγχολίας. «Από πού της ήρθε τέτοια ιδέα;» «Το παρελθόν σου δεν αποτελεί και το καλύτερο εχέγγυο…» προσπάθησε ο Ζάκαρι να εξηγήσει, κι εκείνη τον διέκοψε με εύθυμη ανυπομονησία. «Ναι, φυσικά, το γνωρίζω αυτό». Δεν μιλούσε με την οικογένειά της εδώ και κάμποσο καιρό. Αυτοί οι δεσμοί είχαν κοπεί χρόνια πριν από τα ίδια της τα απρόσεκτα χέρια. Δεν ήξερε τι την είχε οδηγήσει να επαναστατήσει απέναντι στους κανόνες της κοσμιότητας τους οποίους η οικογένειά της λάτρευε τόσο πολύ, αλλά δεν είχε σημασία τώρα. Είχε κάνει λάθη τα οποία δεν θα της συγχωρούσαν ποτέ. Οι Λόσον την είχαν προειδοποιήσει ότι δεν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω ποτέ. Εκείνο τον καιρό η Λίλι είχε γελάσει με την αποδοκιμασία τους. Τώρα είχε μάθει πια καλά τη γεύση των τύψεων. Χαμογέλασε θλιμμένα στον Ζάκαρι. «Ακόμα κι εγώ δεν θα έκανα κάτι που θα έφερνε την Πένι σε δύσκολη θέση. Ούτε, Θεός φυλάξοι, θα έθετα σε κίνδυνο την προοπτική να έχουμε έναν πλούσιο κόμη στην οικογένεια. Το μεγαλύτερο όνειρο της μητέρας». «Λίλι, έχεις γνωρίσει ποτέ τον μνηστήρα της Πενέλοπε;» «Χμμμ… όχι ακριβώς. Μια φορά τον είχα δει φευγαλέα στο Σρόπσαϊρ, κατά την έναρξη της


περιόδου κυνηγιού της πέρδικας. Ψηλός και λιγομίλητος, έτσι φάνηκε». «Αν παντρευτεί την Πενέλοπε, θα της κάνει τη ζωή κόλαση». Ο Ζάκαρι είχε σκοπό να κάνει τη δήλωση να φανεί συνταρακτική, δραματική, να την κεντρίσει να αναλάβει αμέσως δράση. Η Λίλι δεν εντυπωσιάστηκε. Τα σκούρα καμπυλωτά φρύδια της έσμιξαν και τον παρατήρησε με μια σχεδόν επιστημονική απάθεια. «Πρώτα απ’ όλα, Ζακ, δεν υπάρχει “αν” στην υπόθεση. Η Πένι θα παντρευτεί τον Ρέιφορντ. Δεν θα παράκουε ποτέ τις επιθυμίες των γονιών μου. Δεύτερον, δεν είναι δα και μυστικό ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της…» «Κι εκείνη μ’ αγαπάει!» «…και ως εκ τούτου μπορεί να έχεις την τάση να μεγαλοποιείς την κατάσταση για τους δικούς σου σκοπούς». Ύψωσε τα φρύδια της βαθυστόχαστα. «Μμμ;» «Σ’ αυτό το ζήτημα δεν θα μπορούσα να υπερβάλλω! Ο Ρέιφορντ θα είναι ωμός μαζί της. Δεν την αγαπάει, ενώ εγώ θα πέθαινα γι’ αυτήν». Ήταν νέος και μελοδραματικός, αλλά φαινόταν πως ήταν ειλικρινής. «Ω Ζακ». Η Λίλι ένιωσε ένα μεγάλο κύμα συμπόνιας γι’ αυτόν. Αργά ή γρήγορα ο καθένας κατέληγε να αγαπήσει κάποιον που δεν θα μπορούσε να τον έχει ποτέ. Ευτυχώς, η μία φορά είχε υπάρξει αρκετή γι’ αυτήν για να πάρει τούτο το συγκεκριμένο μάθημα. «Θα θυμάσαι ότι σε συμβούλευα εδώ και πολύ καιρό να πείσεις την Πένι να κλεφτεί μαζί σου», είπε. «Ή αυτό ή να την ατιμάσεις, έτσι ώστε οι γονείς μου να αναγκάζονταν να συναινέσουν στον γάμο σας. Όμως τώρα είναι πολύ αργά. Βρήκαν ένα πιτσούνι πιο παχύ από σένα να μαδήσουν». «Ο λόρδος Ρέιφορντ δεν είναι πιτσούνι», είπε ο Ζάκαρι μελαγχολικά. «Καλύτερα θα τον έλεγες λιοντάρι – ένα ψυχρό, κτηνώδες πλάσμα που θα κάνει την αδερφή σου δυστυχισμένη. Δεν είναι ικανός να αγαπήσει. Η Πενέλοπε τον τρέμει. Ρώτα κάποιον από τους φίλους σου γι’ αυτόν. Ρώτα τον οποιονδήποτε. Όλοι θα σου πουν το ίδιο πράγμα: ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καρδιά». Μάλιστα. Ένας άκαρδος άνθρωπος. Και η ίδια είχε γνωρίσει αυτό το είδος. Η Λίλι αναστέναξε. «Ζάκαρι, δεν έχω καμία συμβουλή να δώσω», είπε περίλυπα. «Αγαπώ την αδερφή μου, και φυσικά θα με ευχαριστούσε να τη δω ευτυχισμένη. Όμως δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω για κανέναν από τους δυο σας». «Θα μπορούσες να μιλήσεις στην οικογένειά σου», ικέτευσε εκείνος. «Θα μπορούσες να συνηγορήσεις στην υπόθεσή μου». «Ζάκαρι, ξέρεις ότι είμαι απόβλητη από την οικογένεια. Τα λόγια μου δεν έχουν καμιά βαρύτητα γι’ αυτούς. Δεν με βλέπουν με καλό μάτι εδώ και χρόνια». «Σε παρακαλώ. Είσαι η τελευταία ελπίδα μου. Σε παρακαλώ». Η Λίλι απέμεινε να κοιτάζει το βασανισμένο πρόσωπο του Ζάκαρι και κούνησε το κεφάλι της σαν χαμένη. Δεν ήθελε να είναι η πηγή της ελπίδας κανενός. Και τα δικά της λιγοστά αποθέματα είχαν εξαντληθεί. Μην όντας σε θέση να παραμείνει καθιστή, πετάχτηκε όρθια κι άρχισε να βηματίζει γύρω γύρω στο δωμάτιο, ενώ εκείνος εξακολουθούσε να παραμένει νεκρικά ακίνητος στην καρέκλα του. Ο Ζάκαρι μίλησε λες και φοβόταν ότι αν διάλεγε μια λάθος λέξη αυτό θα ήταν η καταστροφή του. «Λίλι, σκέψου πώς νιώθει η αδερφή σου. Προσπάθησε να φανταστείς πώς είναι για μια γυναίκα να μην έχει το δικό σου σθένος και τη δική σου ανεξαρτησία. Φοβισμένη, να στηρίζεται στους άλλους, αβοήθητη… ξέρω ότι αυτό είναι ένα συναίσθημα εντελώς ξένο για κάποιον σαν εσένα, αλλά…» Ένα καυστικό γέλιο τον διέκοψε. Η Λίλι είχε σταματήσει να βηματίζει και στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο, με το ένα πόδι λυγισμένο ώσπου το γόνατό


της φάνηκε μέσα από την παχιά κρεμ ρόμπα της. Ατενίζοντάς τον με ζωηρό, σαρκαστικό βλέμμα, του χάρισε ένα χαμόγελο που το σκίαζε η ειρωνεία. «Εντελώς ξένο», είπε κι αυτή. «Όμως η Πενέλοπε κι εγώ είμαστε κι οι δυο μας χαμένοι… έχουμε ανάγκη κάποιον να μας βοηθήσει, να μας οδηγήσει στο μονοπάτι που ήμαστε προορισμένοι να βαδίσουμε μαζί…» «Καλέ μου, τι ποιητικό». «Ω Θεέ μου, Λίλι, δεν ξέρεις τι σημαίνει να αγαπάς; Δεν πιστεύεις στην αγάπη;» Η Λίλι απέστρεψε το βλέμμα της, τραβώντας μερικά τσουλούφια από τα κοντά, μπερδεμένα μαλλιά της. Έτριψε το μέτωπό της βαριεστημένα. «Όχι, όχι σ’ αυτό το είδος της αγάπης», είπε με έναν τρόπο σαν να είχε αναστατωθεί. Η ερώτησή του την τάραξε. Ξαφνικά ευχήθηκε να έφευγε ο Ζάκαρι και να έπαιρνε μαζί του το απελπισμένο βλέμμα του. «Πιστεύω στην αγάπη που έχει μια μητέρα για το παιδί της. Και στην αγάπη ανάμεσα στ’ αδέρφια. Πιστεύω στη φιλία. Αλλά δεν έχω δει ποτέ έναν ρομαντικό δεσμό που να κρατήσει. Όλοι τους είναι καταδικασμένοι να τελειώσουν από ζήλια, θυμό, αδιαφορία…» Χαλύβδωσε τον εαυτό της για να τον κοιτάξει με απάθεια. «Γίνε σαν όλους τους άντρες, καλέ μου. Παντρέψου από συμφέρον κι ύστερα βρες μια ερωμένη που θα σου προσφέρει όλη την αγάπη που χρειάζεσαι για όσο καιρό είσαι διατεθειμένος να την κρατήσεις». Ο Ζάκαρι τραβήχτηκε σαν να τον είχε χαστουκίσει. Απέμεινε να την κοιτάζει όπως δεν την είχε ξανακοιτάξει ποτέ πριν, με τα γλυκά μάτια του επικριτικά. «Για πρώτη φορά», της είπε με τρεμάμενη φωνή, «μπορώ να πιστέψω μερικά από τα πράγματα που λένε οι άλλοι για σένα. Σ… συγχώρησέ με που ήρθα εδώ. Σκέφτηκα ότι εσύ θα μπορούσες να προσφέρεις κάποια βοήθεια. Ή τουλάχιστον παρηγοριά». «Να πάρει ο διάολος!» ξέσπασε η Λίλι, χρησιμοποιώντας την αγαπημένη της βρισιά. Ο Ζάκαρι μόρφασε, αλλά παρέμεινε στην καρέκλα του. Εμβρόντητη, η Λίλι συνειδητοποίησε ότι η ανάγκη του ήταν όντως τόσο μεγάλη, η ελπίδα του τόσο επίμονη. Κι εκείνη, απ’ όλο τον κόσμο, θα έπρεπε να καταλαβαίνει τι κόλαση ήταν να ζεις χώρια απ’ αυτόν που αγαπάς. Αργά, πήγε κοντά του κι απίθωσε ένα φιλί στο μέτωπό του, στρώνοντας τα μαλλιά του προς τα πίσω σαν να ήταν μικρό αγοράκι. «Συγχώρησέ με», μουρμούρισε γεμάτη τύψεις. «Είμαι μια παλιοεγωίστρια». «Όχι», είπε εκείνος μπερδεμένος. «Όχι, είσαι…» «Είμαι, είμαι απαράδεκτη. Φυσικά και θα σε βοηθήσω, Ζάκαρι. Πάντα ξεπληρώνω τα χρέη μου, και αυτό είναι σε εκκρεμότητα εδώ και πολύ καιρό». Ξαφνικά η Λίλι έδωσε έναν πήδο κι άρχισε να βηματίζει γύρω γύρω στο δωμάτιο με μεγάλες δρασκελιές, με ανανεωμένη ενεργητικότητα, μασουλώντας τις αρθρώσεις των δαχτύλων της λες και ήταν γάτα που έκανε φρενιασμένη την τουαλέτα της. «Λοιπόν, για να σκεφτώ… για να σκεφτώ…» Σαστισμένος από την απότομη αλλαγή στη διάθεσή της, ο Ζάκαρι έμεινε καθισμένος και κοιτούσε σιωπηλός. «Θα χρειαστεί να συναντήσω τον Ρέιφορντ», είπε η Λίλι τελικά. «Θα εκτιμήσω την κατάσταση η ίδια». «Μα σου έχω ήδη πει πώς είναι αυτός». «Πρέπει να σχηματίσω τη δική μου εντύπωση γι’ αυτόν. Αν διαπιστώσω ότι ο Ρέιφορντ δεν είναι ούτε τόσο απάνθρωπος ούτε τόσο φρικτός όσο τον παρουσιάζεις, θα αφήσω το ζήτημα στην ησυχία του». Έπλεξε τα λεπτά δάχτυλά της μεταξύ τους και τα λύγισε πάνω κάτω, λες και θα τα έκανε πιο ευλύγιστα πριν πιάσει τα γκέμια ενός αλόγου και βάλει μπρος για κυνήγι. «Γύρνα πίσω στην επαρχία, Ζακ, κι εγώ θα σε ειδοποιήσω όταν σχηματίσω την κρίση μου». «Κι αν διαπιστώσεις ότι έχω δίκιο γι’ αυτόν; Τι θα γίνει τότε;» «Τότε», είπε η Λίλι δογματικά, «θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω να πάρεις την Πένι».


Κεφάλαιο 2 Η καμαριέρα της κυρίας μπήκε στο δωμάτιο με μια αγκαλιά γεμάτη με βραδινά ενδύματα. «Όχι, Άννι, όχι το ροζ φουστάνι», είπε η Λίλι, δείχνοντας πάνω απ’ τον ώμο της. «Απόψε θέλω κάτι πιο εντυπωσιακό. Κάτι εκθαμβωτικό». Κάθισε στην τουαλέτα της, κοιτάχτηκε σε έναν στρογγυλό καθρέφτη με επίχρυση κορνίζα και πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τις ατίθασες μαύρες μπούκλες της. «Το μπλε με τα φουσκωτά μανίκια και τη χαμηλή λαιμόκοψη;» πρότεινε η Άννι, με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο στρογγυλό πρόσωπό της. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην επαρχία, ένιωθε να τη σαγηνεύουν όλες εκείνες οι εξεζητημένες μόδες που έβρισκε κανείς στο Λονδίνο. «Τέλειο! Πάντα κερδίζω περισσότερα όταν φοράω εκείνο. Όλοι οι κύριοι κοιτάζουν επίμονα το μπούστο μου αντί να συγκεντρώνονται στα τραπουλόχαρτά τους». Η Άννι κάγχασε και πήγε να ψάξει να βρει το φόρεμα, ενώ η Λίλι έδενε μια ασημί και ζαφειρένια κορδέλα μαλλιών γύρω από το μέτωπό της. Επιδέξια κατάφερε μερικές μπούκλες να πέσουν πάνω από την κορδέλα που λαμπύριζε. Χαμογέλασε στον καθρέφτη, αλλά το χαμόγελο φάνηκε περισσότερο σαν γκριμάτσα. Το τολμηρό πλατύ χαμόγελο που κάποτε χρησιμοποιούσε με λαμπρά αποτελέσματα είχε εξαφανιστεί. Τελευταία δεν έδειχνε να μπορεί να καταφέρει τίποτα εκτός από μια φτωχή απομίμηση. Ίσως να έφταιγε η υπερένταση που βίωνε για τόσο πολύ καιρό. Η Λίλι κατσούφιασε στο είδωλό της θλιμμένα. Αν δεν είχε τη φιλία του Ντέρεκ Κρέιβεν, θα είχε γίνει πολύ πιο παγερή και σκληρή ως τώρα. Ήταν ειρωνεία ότι ο πιο κυνικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει ποτέ την είχε βοηθήσει να διατηρήσει τα τελευταία της ψήγματα ελπίδας. Η Λίλι ήξερε πως οι περισσότεροι στην καλή κοινωνία πίστευαν ότι είχε ερωτικό δεσμό με τον Ντέρεκ. Δεν της έκανε εντύπωση αυτή η εικασία – ο Ντέρεκ δεν ήταν το είδος του άντρα που είχε πλατωνικές σχέσεις με γυναίκες. Όμως δεν υπήρχε κανένας ρομαντικός δεσμός ανάμεσά τους και δεν επρόκειτο να υπάρξει ποτέ. Δεν είχε κάνει καν κάποια απόπειρα να τη φιλήσει. Φυσικά, θα ήταν αδύνατον να πείσουν τον οποιονδήποτε ως προς τούτο, γιατί τους είχαν δει μαζί εδώ κι εκεί, στα αγαπημένα τους κυνήγια, σε μέρη που ποίκιλλαν από τις πιο περίοπτες θέσεις στην όπερα ως τα πιο άθλια καπηλειά του Κόβεντ Γκάρντεν. Ο Ντέρεκ δεν είχε ζητήσει ποτέ να επισκεφθεί το σπίτι της Λίλι στο Λονδίνο, κι εκείνη δεν τον προσκάλεσε. Υπήρχαν συγκεκριμένες γραμμές που δεν τις περνούσαν. Της Λίλι της άρεσε αυτή η κατάσταση, γιατί απέτρεπε άλλους άντρες από το να της κάνουν ανεπιθύμητες προτάσεις. Κανένας δεν θα τολμούσε να εισβάλει σ’ αυτό που θεωρούνταν ως περιοχή του Ντέρεκ Κρέιβεν. Υπήρχαν πράγματα πάνω στον Ντέρεκ που η Λίλι είχε φτάσει να θαυμάζει μέσα στα τελευταία δύο χρόνια – το σθένος του και η απόλυτη έλλειψη φόβου που είχε. Φυσικά, είχε κι αυτός τα ελαττώματά του. Ήταν άδειος από συναισθήματα. Αγαπούσε το χρήμα. Το κουδούνισμα των νομισμάτων ήταν μουσική γι’ αυτόν, πιο γλυκιά από τον οποιονδήποτε ήχο που θα μπορούσε να βγάλει ένα βιολί ή πιάνο. Ο Ντέρεκ δεν είχε καμία όρεξη για τη ζωγραφική ή τη γλυπτική, εκτός από το τέλειο σχήμα ενός ζαριού – αυτό ναι, το εκτιμούσε. Μαζί με την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειάς του, η Λίλι όφειλε επίσης να αναγνωρίσει ότι ο Ντέρεκ ήταν εγωιστής ως το μεδούλι του – ο λόγος, υπέθετε εκείνη, που δεν είχε ποτέ του ερωτευτεί. Ποτέ δεν θα μπορούσε


να βάλει τις ανάγκες κάποιου άλλου πάνω από τις δικές του. Όμως αν ήταν λιγότερο εγωιστής, αν είχε έναν χαρακτήρα ευαίσθητο και αγαθό, η παιδική ηλικία του θα τον είχε καταστρέψει. Ο Ντέρεκ είχε εξομολογηθεί στη Λίλι ότι είχε γεννηθεί σε έναν οχετό και η μητέρα του τον είχε εγκαταλείψει. Τον είχαν μεγαλώσει προαγωγοί, πόρνες και εγκληματίες που του είχαν δείξει την πιο σκοτεινή πλευρά της ζωής. Στα νεανικά χρόνια του έβγαζε χρήματα λεηλατώντας τάφους, αλλά διαπίστωσε ότι το στομάχι του δεν το σήκωνε και πολύ αυτό. Αργότερα, είχε στραφεί στη σκληρή δουλειά στις αποβάθρες του λιμανιού – καθάριζε κοπριές με το φτυάρι, ξεδιάλεγε ψάρια, οτιδήποτε μπορούσε να του αποφέρει κανένα φράγκο. Όταν ήταν ακόμα μικρό αγόρι, τον είχε πάρει το μάτι μιας κυρίας της καλής κοινωνίας μέσα από την άμαξά της, την ώρα που μετέφερε κασόνια με άδεια μπουκάλια έξω από ένα μαγαζί που πουλούσε τζιν. Παρά την ασουλούπωτη και βρόμικη εμφάνισή του, κάτι επάνω του της είχε κάνει εντύπωση και τον προσκάλεσε να μπει στην άμαξά της. «Αυτό είναι ψέμα», είχε πεταχτεί η Λίλι στη μέση αυτής της συγκεκριμένης ιστορίας, κοιτάζοντας τον Ντέρεκ με γουρλωμένα μάτια. «Αλήθεια είναι», της αντιγύρισε εκείνος τεμπέλικα, χαλαρώνοντας μπροστά στη φωτιά μέσα στα διαμερίσματά του και απλώνοντας τα μακριά πόδια του. Με τα μαύρα μαλλιά και το ηλιοκαμένο πρόσωπό του, και με τα χαρακτηριστικά του να μην είναι ούτε σμιλεμένα ούτε χοντροκομμένα αλλά κάτι ανάμεσα, ήταν όμορφος… σχεδόν. Τα γερά λευκά δόντια του ήταν ελαφρώς στραβά, κάνοντάς τον να φαίνεται σαν ένα φιλικό λιοντάρι όταν χαμογελούσε. Εκείνο το χαμόγελο ήταν σχεδόν ακαταμάχητο, παρόλο που ποτέ δεν έφτανε στα σκληρά πράσινα μάτια του. «Με έβαλε μέσα στην άμαξά της, αλήθεια με έβαλε, και με έφερε στο σπίτι της στο Λονδίνο». «Και πού ήταν ο άντρας της;» «Έλειπε στην επαρχία». «Και τι μπορεί να ήθελε να κάνει με ένα βρόμικο αγόρι που μόλις είχε μαζέψει απ’ τους δρόμους;» ρώτησε η Λίλι με δυσπιστία, και κατσούφιασε όταν εκείνος την κοίταξε με ένα χαμόγελο γεμάτο σημασία. «Δεν το πιστεύω αυτό, Ντέρεκ! Ούτε μια αναθεματισμένη λέξη απ’ αυτό!» «Πρώτα με έβαλε να κάνω μπάνιο», αναπόλησε ο Ντέρεκ, με μια στοχαστική έκφραση στο πρόσωπό του. «Θεέ μου… το καυτό νερό… το σκληρό σαπούνι, κι είχε τόσο γλυκιά μυρωδιά… και το χαλάκι στο πάτωμα… μαλακό. Έπλυνα τα χέρια μου και τους αγκώνες μου πρώτα… το δέρμα μου μου φαινόταν τόσο λευκό…» Κούνησε το κεφάλι του με ένα αχνό χαμόγελο και ήπιε λίγο μπράντι. «Ύστερα έτρεμα σαν νεογέννητο κουτάβι». «Και μετά υποθέτω ότι σε προσκάλεσε στο κρεβάτι της κι εσύ ήσουν ένας καταπληκτικός εραστής, πέρα από οτιδήποτε είχε βιώσει ποτέ της πριν», είπε η Λίλι σαρκαστικά. «Όχι», είπε ο Ντέρεκ χαμογελώντας πλατιά. «Ο χειρότερος, θα έλεγα. Πώς να ήξερα εγώ να ικανοποιήσω μια γυναίκα; Το μόνο που ήξερα ήταν πώς να ικανοποιήσω τον εαυτό μου». «Όμως εκείνης της άρεσε όπως και να είχε;» ρώτησε η Λίλι αμφιβάλλοντας. Βίωνε την ίδια σύγχυση που πάντα είχε, σε ό,τι αφορούσε τέτοια ζητήματα. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι ήταν αυτό που έφερνε τους άντρες και τις γυναίκες κοντά, γιατί να λαχταρούν να μοιραστούν ένα κρεβάτι και να μπλεχτούν σε μια πράξη που περιείχε τόσο πόνο, αμηχανία κι ήταν τόσο άχαρη. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι οι άντρες την απολάμβαναν πολύ περισσότερο απ’ όσο οι γυναίκες. Για ποιο λόγο μια γυναίκα να αναζητήσει σκόπιμα κάποιον άγνωστο για να ζευγαρώσει; Τα μάγουλά της κοκκίνισαν και το βλέμμα της έπεσε στο πάτωμα απογοητευμένο, αλλά άκουγε με προσήλωση καθώς ο Ντέρεκ συνέχισε.


«Μου δίδαξε τι της άρεσε», είπε. «Κι εγώ ήθελα να μάθω». «Γιατί;» «Γιατί». Ο Ντέρεκ δίστασε, ήπιε κι άλλο, με τα μάτια του καρφωμένα στη φωτιά που χόρευε. «Όλοι οι άντρες μπορούν να φτάσουν σε οργασμό, αλλά λίγοι ξέρουν ή νοιάζονται να ικανοποιήσουν μια γυναίκα. Και το να δω μια γυναίκα έτσι, τόσο χαλαρή και αφημένη από κάτω μου… αυτό δίνει σε έναν άντρα δύναμη, με πιάνεις;» Έριξε μια κλεφτή ματιά στο σαστισμένο πρόσωπο της Λίλι και γέλασε. «Όχι, φαντάζομαι πως δεν με πιάνεις, καημένο μελαχρινάκι». «Δεν είμαι τίποτα καημένο», αντιγύρισε εκείνη απότομα, σουφρώνοντας τη μύτη της με απέχθεια. «Και τι εννοείς όταν λες “δύναμη”;» Γύρισε και την κοίταξε με ένα χαμόγελο αδιόρατα πρόστυχο. «Αν γαργαλήσεις την ουρά μιας γυναίκας σωστά, εκείνη θα κάνει για σένα οτιδήποτα. Οτιδήποτα». «Οτιδήποτε», είπε η Λίλι κατηγορηματικά και κούνησε το κεφάλι της με σαστιμάρα. «Δεν συμφωνώ μαζί σου, Ντέρεκ. Είχα κι εγώ… θέλω να πω, έκανα κι εγώ… αυτό… και δεν ήταν καθόλου όπως το περίμενα. Και ο Τζουζέπε ήταν ξακουστός παντού ως ο μεγαλύτερος εραστής της Ιταλίας. Όλοι το έλεγαν αυτό». Τα ζωηρά πράσινα μάτια του Ντέρεκ γέμισαν με κοροϊδία. «Είσαι σίγουρη ότι το έκανε σωστά;» «Αφού συνέλαβα ένα παιδί από την πράξη, πρέπει να έκανε κάτι σωστά», αποκρίθηκε έντονα η Λίλι. «Ένας άντρας μπορεί να σπείρει χίλια μπάσταρδα και παρ’ όλα αυτά να μην το κάνει σωστά, αγαπούλα. Άχαρος σαν τον σωλήνα μιας πίπας – δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτό». Αλαζονικό αρσενικό, σκέφτηκε η Λίλι και του έριξε ένα φευγαλέο εκφραστικό βλέμμα. Δεν την ένοιαζε πώς το έκανε κάποιος, δεν υπήρχε με καμία δύναμη τρόπος να μπορούσε να είναι ευχάριστο. Συνοφρυώθηκε, καθώς θυμήθηκε το υγρό στόμα του Τζουζέπε πάνω στο δέρμα της, το ασφυκτικό βάρος του κορμιού του, τον πόνο που τη διαπερνούσε ξανά και ξανά ώσπου είχε μείνει άκαμπτη, μέσα σε μια σιωπηλή δυστυχία… «Αυτό έχεις να δώσεις όλο κι όλο;» την είχε ρωτήσει επιτακτικά με τα τραγουδιστά ιταλικά του, ενώ τα χέρια του περιπλανιούνταν πάνω στο κορμί της. Η Λίλι είχε ζαρώσει από το τολμηρό πασπάτεμα που είχε φέρει μονάχα αμηχανία, από το βάναυσο σκάλισμα που έφερε πόνο. «Α, είσαι όπως όλες οι Εγγλέζες… ψυχρή σαν ψάρι!» Πολύ καιρό πριν γίνει αυτό, η Λίλι είχε μάθει ότι δεν έπρεπε να εμπιστεύεται την καρδιά της στους άντρες. Ο Τζουζέπε της είχε διδάξει να μην εμπιστεύεται σε κανέναν ούτε και το σώμα της. Το να καθίσει να υποστεί ξανά αυτό το πράγμα, από οποιονδήποτε άντρα, θα ήταν ξεπεσμός μεγαλύτερος απ’ όσο μπορούσε να αντέξει. Διαβάζοντας τις σκέψεις της Λίλι, ο Ντέρεκ σηκώθηκε και πλησίασε την καρέκλα της. Στήριξε τα χέρια του πάνω απ’ το κεφάλι της και την κοίταξε επίμονα με τα αστραφτερά πράσινα μάτια του. Η Λίλι μετακινήθηκε νιώθοντας άβολα, παγιδευμένη. «Στ’ αλήθεια με βάζεις σε πειρασμό, αγαπούλα», μουρμούρισε ο Ντέρεκ. «Θα μου άρεσε να είμαι ο άντρας που θα σου δείξει πόσο απολαυστικό μπορεί να είναι αυτό». Καθώς απεχθανόταν την επαπειλούμενη αίσθηση που της ερχόταν σιγά σιγά, η Λίλι τον αγριοκοίταξε. «Δεν θα σε άφηνα να με αγγίξεις, Λονδρέζε μυταρόλα». «Θα μπορούσα, αν ήθελα», αντιγύρισε εκείνος ήρεμα. «Και θα σε έκανα να σου αρέσει. Χρειάζεσαι ένα καλό κατρακύλισμα, περισσότερο από όποια άλλη γυναίκα έχω γνωρίσει ποτέ. Αλλά δεν θα είμαι εγώ αυτός που θα σε τακτοποιήσει». «Γιατί όχι;» ρώτησε η Λίλι, προσπαθώντας να ακουστεί βαριεστημένη. Η φωνή της είχε ένα


ελαφρύ τρεμούλιασμα νευρικότητας που τον έκανε να χαμογελάσει. «Γιατί μετά θα σε έχανα», είπε. «Έτσι γίνεται πάντα. Και η γη να γυρίσει ανάποδα, εγώ δεν θα σε χάσω. Γι’ αυτό θα βρεις κάποιον άλλο άντρα να σου ανοίξει τα πόδια. Κι εγώ θα είμαι εκεί, όταν θα γυρίσεις σ’ εμένα. Πάντα». Η Λίλι ήταν αμίλητη, με το κατάπληκτο βλέμμα της καρφωμένο πάνω στο αποφασιστικό πρόσωπό του. Ίσως, σκέφτηκε, αυτό να ήταν ό,τι πιο κοντά στην αγάπη θα μπορούσε να νιώσει ο Ντέρεκ για κάποιον. Εκείνος έβλεπε την αγάπη ως αδυναμία, και απεχθανόταν την αδυναμία. Όμως ταυτόχρονα στηριζόταν στην παράξενη φιλία τους. Δεν ήθελε να τη χάσει… εντάξει, ούτε αυτή ήθελε να τον χάσει. Του έριξε μια λοξή ματιά με προσποιητή καταφρόνια. «Αυτό υποτίθεται πως ήταν δήλωση αγάπης;» ρώτησε. Η κακοκεφιά είχε φύγει. Ο Ντέρεκ χαμογέλασε πλατιά και ανακάτεψε τα κοντά μαλλιά της, τραβώντας τις μεταξένιες μπούκλες. «Ό,τι θες εσύ να είναι, αγαπούλα». Μετά τη συνάντησή της με τον Ζάκαρι, η Λίλι πήγε στη λέσχη Κρέιβεν, για να βρει τον Ντέρεκ. Αυτός οπωσδήποτε θα γνώριζε κάτι για τον Ρέιφορντ. Ο Ντέρεκ ήξερε την οικονομική κατάσταση κάθε άντρα στην Αγγλία, καθώς επίσης και παλιές χρεοκοπίες και σκάνδαλα, μελλοντικές κληρονομιές, εκκρεμή χρέη και οικονομικές υποχρεώσεις. Μέσα από τη δική του υπηρεσία πληροφοριών, ο Ντέρεκ ήταν επίσης ενήμερος για τα μυστικά περιεχόμενα των διαθηκών τους, ποιοι άντρες συντηρούσαν ερωμένες και πόσα χρήματα πλήρωναν γι’ αυτές, και τις επιτυχίες που σημείωναν οι γιοι τους στο Ίτον, το Χάροου και το Γουέστφιλντ. Φορώντας ένα ανοιχτό μπλε φουστάνι, με τα μικρά στήθη της να τονίζονται από ένα κορσάζ σε στρογγυλή γραμμή και με τελείωμα από αστραφτερή κρεμ δαντέλα, η Λίλι βάδισε με το πάσο της προς τη λέσχη Κρέιβεν ασυνόδευτη. Η παρουσία της τράβηξε λιγοστή προσοχή, διότι ως τώρα είχε γίνει ένα γνώριμο θέαμα, μια αποδεκτή ιδιόρρυθμη παρουσία. Ήταν η μοναδική γυναίκα στην οποία ο Ντέρεκ είχε ποτέ επιτρέψει να έχει κάρτα μέλους στη λέσχη Κρέιβεν, και σε αντάλλαγμα απαίτησε από αυτήν απόλυτη ειλικρίνεια. Αυτός και μόνο γνώριζε τα πιο σκοτεινά μυστικά της. Ερευνώντας από αίθουσα σε αίθουσα, η Λίλι παρατήρησε τα πλήθη που σύχναζαν νωρίς το βράδυ στο παλάτι του τζόγου. Οι αίθουσες των δείπνων ήταν γεμάτες με επισκέπτες που κατανάλωναν εκλεκτό φαγητό και ποτό. «Πιτσούνια», είπε σιγανά, χαμογελώντας στον εαυτό της. Αυτή ήταν η λέξη του Ντέρεκ για τους επισκέπτες του, αν και κανένας εκτός από αυτήν δεν τον είχε ακούσει ποτέ να τη λέει. Αρχικά τα «πιτσούνια» θα γευμάτιζαν με τα καλύτερα φαγητά του Λονδίνου, που τα ετοίμαζε ένας σεφ στον οποίο ο Ντέρεκ κατέβαλλε τον ασύλληπτο μισθό των δύο χιλιάδων λιρών τον χρόνο. Το δείπνο θα συνοδευόταν από μια συλλογή κρασιών από τη Γαλλία και τη Ρηνανία, τα οποία ο Ντέρεκ παρείχε με δικά του έξοδα, δήθεν από την καλή του την καρδιά. Μια τέτοια φαινομενική γενναιοδωρία παρότρυνε τους καλεσμένους να ξοδέψουν περισσότερα στα τραπέζια του τζόγου αργότερα. Μετά το δείπνο, τα μέλη της λέσχης θα διέσχιζαν το κτίριο για να πάνε στις αίθουσες του τζόγου. Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα είχε νιώσει εντελώς σαν στο σπίτι του εδώ, περιστοιχισμένος από ζωγραφιστές υαλογραφίες, μεγαλοπρεπείς πολυελαίους, ατέλειωτα μέτρα με πλούσιο μπλε βελούδο, εκτυφλωτικά και ανεκτίμητα έργα τέχνης. Τοποθετημένο στο κέντρο του οικοδομήματος, σαν ένα πολύτιμο πετράδι, ήταν το δωμάτιο όπου παιζόταν το μπαρμπούτι με τη


θολωτή οροφή του. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη με ένα ήσυχο βουητό δραστηριότητας. Πηγαίνοντας άκρη άκρη στο δωμάτιο που είχε σχήμα οκταγώνου, η Λίλι άκουγε τον ρυθμό των φιλντισένιων ζαριών που κροτάλιζαν μες στο κουτί, τον κριτσανιστό ήχο που έκαναν τα τραπουλόχαρτα όταν ανακατεύονταν, το συγκεχυμένο μουρμουρητό των φωνών. Μια καλυμμένη λάμπα κρεμόταν ακριβώς πάνω από το οβάλ τραπέζι για το μπαρμπούτι, συγκεντρώνοντας έντονο φως πάνω στην πράσινη τσόχα και στα κίτρινα σημάδια. Απόψε κάμποσοι αξιωματούχοι της Γερμανικής Πρεσβείας, λίγοι Γάλλοι εξόριστοι και πλήθος από Εγγλέζους δανδήδες συνωστίζονταν γύρω από το κεντρικό τραπέζι για το μπαρμπούτι. Ένα ειρωνικό χαμόγελο γεμάτο οίκτο άνθισε στα χείλη της Λίλι σαν είδε πόσο απορροφημένοι ήταν. Στοιχήματα έμπαιναν και ζάρια τινάζονταν με μια υπνωτιστική συνέχεια. Αν ερχόταν εδώ κάποιος ξένος, κάποιος που δεν είχε ξαναδεί τζόγο ποτέ πριν, θα υπέθετε ότι λάμβανε χώρα κάποια θρησκευτική τελετή. Το κόλπο για να κερδίσει κάποιος ήταν να παίζει με αποστασιοποίηση, να παίρνει πάντα μετρημένα ρίσκα. Όμως οι περισσότεροι από τους άντρες εδώ δεν έπαιζαν για να κερδίσουν· έπαιζαν για την έξαψη να ρίξουν τον εαυτό τους στο έλεος της μοίρας. Η Λίλι έπαιζε χωρίς συναίσθημα, κερδίζοντας μικροποσά μεν αλλά συνεχόμενα. Ο Ντέρεκ την αποκαλούσε «μαδίστρα», που γι’ αυτόν ήταν ένας τίτλος ύψιστης τιμής. Ένα ζεύγος γκρουπιέρηδων στο τραπέζι για το μπαρμπούτι, ο Ντάρνελ και ο Φιτζ, κούνησαν διακριτικά το κεφάλι τους καθώς η Λίλι περνούσε από εκεί. Είχε θαυμάσιες σχέσεις με τους υπαλλήλους του Ντέρεκ, του προσωπικού της κουζίνας συμπεριλαμβανομένου. Ο σεφ, ο κύριος Λαμπάρζ, μονίμως επέμενε η Λίλι να δοκιμάζει και να εκθειάζει τις τελευταίες δημιουργίες του – μπουρεκάκια με αστακό επικαλυμμένα με γαλέτα και κρέμα, μικροσκοπικά σουφλέ πατάτας, πέρδικα γεμισμένη με κάστανα και τρούφα, ομελέτες με γλασαρισμένα φρούτα, πάστες και κρέμες από γάλα και αβγά που έκαναν τα σάλια να τρέχουν, πασπαλισμένες με τριμμένα αμυγδαλωτά. Η Λίλι έριξε μια βιαστική ματιά στην αίθουσα όπου παιζόταν το μπαρμπούτι ψάχνοντας τη λιγνή, σκοτεινή φιγούρα του Ντέρεκ, όμως δεν ήταν εκεί. Καθώς κατευθυνόταν προς μία από τις έξι αψιδωτές πόρτες, ένιωσε ένα ελαφρύ άγγιγμα στο γαντοφορεμένο μπράτσο της. Στράφηκε με ένα αχνό χαμόγελο, περιμένοντας να δει το ισχνό πρόσωπο του Ντέρεκ. Δεν ήταν ο Ντέρεκ, αλλά ένας ψηλός Ισπανός ο οποίος φορούσε ένα χρυσό διακριτικό στο μανίκι του, που σήμαινε ότι ήταν υπασπιστής κάποιου πρέσβη. Της έκανε μια σύντομη υπόκλιση και ύστερα την έπιασε από το χέρι με αναιδή οικειότητα. «Τράβηξες την προσοχή του πρεσβευτού Αλβαρέζ», την πληροφόρησε. «Έλα, επιθυμεί να καθίσεις κοντά του. Έλα μαζί μου». Αποτραβώντας το μπράτσο της με ένα τίναγμα, η Λίλι κοίταξε στην άλλη μεριά της αίθουσας τον πρέσβη, έναν παχουλό άντρα με λεπτό μουστάκι. Την κοιτούσε επίμονα, ακόρεστα. Με μια χειρονομία που δεν επιδεχόταν παρερμηνείες, της ένευσε να πάει προς το μέρος του. Η Λίλι έστρεψε ξανά το βλέμμα της στον υπασπιστή. «Έχει υπάρξει παρανόηση», είπε ευγενικά. «Πες στον κύριο Αλβαρέζ ότι με κολακεύει το ενδιαφέρον του, αλλά έχω άλλα σχέδια γι’ αυτό το βράδυ». Την ώρα που γύρισε την πλάτη της, ο υπασπιστής την έπιασε από τον καρπό του χεριού και την τράβηξε απότομα πίσω. «Έλα», επέμεινε. «Θα πληρώσει για την ευχαρίστησή του». Προφανώς την είχαν περάσει για κάποια από τις πληρωμένες γυναίκες του Κρέιβεν, αλλά ακόμα κι αυτές δεν υφίσταντο τέτοιο είδος συμπεριφοράς, λες και ήταν πόρνες που τις τσιμπούσαν από καμιά γωνιά του δρόμου. «Δεν είμαι κάποια από τα κορίτσια της λέσχης», είπε η Λίλι μέσα απ’ τα δόντια της. «Δεν είμαι για πούλημα, κατάλαβες; Λοιπόν, πάρε το χέρι σου


από πάνω μου». Το πρόσωπο του υπασπιστή σκοτείνιασε από απογοήτευση. Άρχισε να μουρμουρίζει στα ισπανικά, προσπαθώντας να την πάει με το ζόρι στο τραπέζι του μπαρμπουτιού όπου περίμενε ο Αλβαρέζ. Κάποιοι επισκέπτες σταμάτησαν το παιχνίδι τους για να παρατηρήσουν τη βαβούρα. Καθώς η αμηχανία συνδυάστηκε με τον εκνευρισμό της, η Λίλι φιλοδώρησε με ένα δολοφονικό βλέμμα τον Γουόρθι, τον υπηρέτη γενικών καθηκόντων του Ντέρεκ. Εκείνος σηκώθηκε από το γραφείο του κι έβαλε πλώρη προς το μέρος τους. Πριν φτάσει ο Γουόρθι στον υπασπιστή, ο Ντέρεκ ως εκ θαύματος εμφανίστηκε από το πουθενά. «Λοιπόν, εντάξει, κύριε Μπαρέντα, απ’ ό,τι βλέπω γνωρίστηκες με τη δεσποινίδα Λόσον. Πανέμορφη, έτσι;» Καθώς μιλούσε, ο Ντέρεκ απέσπασε επιδέξια τη Λίλι από τη λαβή του Ισπανού. «Αλλά είναι εκλεκτή καλεσμένη – δική μου εκλεκτή καλεσμένη. Υπάρχουν άλλες γυναίκες που έχουμε για την ευχαρίστηση του πρέσβη, και πιο γλυκές στη γεύση. Αυτή εδώ είναι ένα μικρό ξινόμηλο, αυτό είναι». «Ξέρεις τι είσαι εσύ», μουρμούρισε η Λίλι, αγριοκοιτάζοντας τον Ντέρεκ. «Ο πρέσβης θέλει αυτήν εδώ», επέμεινε ο υπασπιστής. «Αυτήν δεν μπορεί να την έχει», είπε ο Ντέρεκ, με τη φωνή του ευχάριστη. Το παλάτι του τζόγου ήταν το δικό του προσωπικό βασίλειο και αυτός είχε την τελευταία λέξη σε όλα τα ζητήματα. Η Λίλι διέκρινε τη φευγαλέα λάμψη της ταραχής στο βλέμμα του Ισπανού. Κάποτε είχε προσπαθήσει να κάνει τον Ντέρεκ να αποτραβήξει το βλέμμα του πρώτος, και ήξερε ακριβώς πόσο αποθαρρυντικός ήταν. Όπως πάντα, ο Ντέρεκ ήταν ντυμένος με ακριβά ρούχα – ένα μπλε παλτό, γκρίζο παντελόνι στο χρώμα του μαργαριταριού κι ένα άψογο λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Όμως παρά τα φίνα ραμμένα ρούχα του, ο Ντέρεκ είχε το τραχύ, ψημένο ύφος του ανθρώπου που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στους δρόμους. Τώρα συναναστρεφόταν την αφρόκρεμα της καλής κοινωνίας, γνωρίζοντας –όπως ακριβώς το γνώριζαν και όλοι οι άλλοι– ότι στην αρχή προοριζόταν να κατέχει πολύ κατώτερες θέσεις. Ο Ντέρεκ έγνεψε στα δυο πιο όμορφα κορίτσια της λέσχης του, τα οποία έσπευσαν σβέλτα προς τον κατσουφιασμένο πρέσβη, επιδεικνύοντας αφειδώλευτα τα κάλλη του ντεκολτέ τους. «Όχι, σε βεβαιώνω, θα του αρέσουν καλύτερα αυτές οι δυο… βλέπεις; Είναι χαρούμενος σαν τους ποντικούς μες στο τυρί». Η Λίλι και ο Μπαρέντα ακολούθησαν το βλέμμα του και είδαν ότι με τις πεπειραμένες περιποιήσεις των γυναικών, το κατσούφιασμα του Αλβαρέζ είχε στ’ αλήθεια εξαφανιστεί. Ρίχνοντας στη Λίλι μια τελευταία σκυθρωπή ματιά, ο υπασπιστής απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας μέσα απ’ τα δόντια του. «Πώς τολμάει», αναφώνησε η Λίλι αγανακτισμένα, με το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο. «Και πώς τολμάς κι εσύ! Άκου εκλεκτή καλεσμένη σου! Δεν θέλω κανένας να νομίζει ότι χρειάζομαι προστάτη. Είμαι απολύτως αυτάρκης και θα σου ήμουν ευγνώμων αν φρόντιζες να μην υπονοείς το αντίθετο, ειδικά μπροστά σε…» «Ήρεμα, για μαζέψου λίγο. Δηλαδή θα έπρεπε να τον αφήσω να σου την πέσει, έτσι;» «Όχι, αλλά θα μπορούσες να είχες αναφερθεί σ’ εμένα με κάποιο σεβασμό. Και πού στον κόρακα ήσουν; Θέλω να σου μιλήσω για κάποιον…» «Σε σέβομαι, αγαπούλα, περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε να σέβονται μια γυναίκα. Και τώρα έλα, πάμε μια βολτίτσα. Το αφτί μου –ό,τι έχει απομείνει από δαύτο– είναι δικό σου για να το μασουλήσεις». Η Λίλι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα γελάκι και γλίστρησε το χέρι της αγκαζέ στο μυώδες


μπράτσο του Ντέρεκ. Συχνά του άρεσε να την παίρνει μαζί του στα σουλάτσα του πάνω κάτω στο παλάτι του τζόγου, λες και η Λίλι ήταν ένα πρώτης τάξεως έπαθλο που είχε κερδίσει. Καθώς πέρασαν από τον προθάλαμο της κύριας εισόδου και πήγαν στη μεγαλοπρεπή χρυσή σκάλα, ο Ντέρεκ καλωσόρισε κάποια από τα μέλη της λέσχης που κατέφθασαν, τον λόρδο Μιλράιτ και τον λόρδο Νέβιλ, βαρόνο και κόμη αντίστοιχα. Η Λίλι τους φιλοδώρησε με ένα λαμπερό χαμόγελο. «Έντουαρντ, ελπίζω να μου κάνεις το χατίρι αργότερα και να παίξουμε ένα παιχνίδι κρίμπατζ*», είπε η Λίλι στον Νέβιλ. «Αφότου έχασα από σένα την περασμένη εβδομάδα, θα σκάσω αν δεν έχω μια ευκαιρία να πάρω το αίμα μου πίσω». Το κοντόχοντρο πρόσωπο του λόρδου Νέβιλ ζάρωσε σε ένα χαμόγελο συγκατάθεσης. «Το μόνο σίγουρο, δεσποινίς Λόσον. Δεν βλέπω την ώρα για έναν ακόμα γύρο». Καθώς ο Νέβιλ και ο Μιλράιτ κατευθύνονταν προς την τραπεζαρία, ο Νέβιλ ακούστηκε να λέει: «Για γυναίκα, είναι πολύ έξυπνη…». «Δεν είναι και για να τον μαδήσεις», προειδοποίησε ο Ντέρεκ τη Λίλι. «Χθες απευθύνθηκε σ’ εμένα για δάνειο. Οι τσέπες του δεν είναι αρκετά βαθιές ώστε να ικανοποιήσουν μια μικρή μαδίστρα σαν εσένα». «Ε καλά, και ποιανού είναι;» ρώτησε η Λίλι, κάνοντάς τον να καγχάσει. «Δοκίμασε με τον νεαρό λόρδο Μπέντινκ – ο πατέρας του του πληρώνει τα χρέη όταν παίζει πολύ άγρια». Μαζί ανέβηκαν τη μεγαλοπρεπή τεράστια σκάλα. «Ντέρεκ», είπε η Λίλι βιαστικά, «ήρθα για να σε ρωτήσω τι ξέρεις σχετικά με έναν συγκεκριμένο κύριο». «Ποιον;» «Τον κόμη του Ρέιφορντ». Ο Ντέρεκ αναγνώρισε το όνομα κατευθείαν. «Τον αριστοκράτη που είναι αρραβωνιασμένος με την αδερφή σου». «Ναι, άκουσα κάποιες μάλλον ανησυχητικές εικασίες για τον χαρακτήρα του. Θέλω τη δική σου γνώμη γι’ αυτόν». «Γιατί;» «Διότι φοβάμαι ότι θα είναι βάναυσος σύζυγος για την Πενέλοπε. Και έχω ακόμα καιρό για να κάνω κάτι γι’ αυτό. Ο γάμος θα γίνει σε μόλις τέσσερις εβδομάδες». «Καρφάκι δεν σου καίγεται για την αδερφή σου», είπε ο Ντέρεκ. Η Λίλι τον κάρφωσε με ένα αποδοκιμαστικό άγριο βλέμμα. «Αυτό δείχνει πόσο λίγο με ξέρεις! Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν είχαμε και πολλά κοινά, αλλά την Πένι τη λατρεύω. Είναι ευγενική, ντροπαλή, υπάκουη… προσόντα που θεωρώ πολύ αξιοθαύμαστα σε άλλες γυναίκες». «Δεν χρειάζεται τη βοήθειά σου». «Κι όμως, τη χρειάζεται. Η Πένι είναι γλυκιά και ανήμπορη σαν αρνί». «Ενώ εσύ γεννήθηκες με νύχια και με δόντια», είπε εκείνος μαλακά. Η Λίλι σήκωσε τη μύτη της. «Αν κάτι απειλεί τη μελλοντική ευτυχία της αδερφής μου, είναι καθήκον μου να κάνω κάτι γι’ αυτό». «Αγία είσαι γαμώ το, αυτό είσαι». «Λοιπόν, πες μου τι ξέρεις για τον Ρέιφορντ. Ξέρεις τα πάντα για τους πάντες. Και σταμάτα να χασκογελάς έτσι – δεν έχω σκοπό να ανακατευτώ στις υποθέσεις κανενός άλλου ούτε να κάνω κάτι απερίσκεπτο…» «Σ’γά που δεν θα κάνεις». Ο Ντέρεκ γελούσε, καθώς φανταζόταν έναν ακόμα μπελά στον οποίο θα μπορούσε να μπλέξει η Λίλι.


«Σιγά, Ντέρεκ», τον διόρθωσε, προφέροντας καθαρά τη λέξη. «Δεν είδες τον κύριο Χέιστινγκς σήμερα, έτσι δεν είναι; Μπορώ πάντα να πω με σιγουριά πότε έχεις χάσει ένα μάθημα». Ο Ντέρεκ της έριξε ένα προειδοποιητικό λοξό βλέμμα. Μονάχα η Λίλι ήξερε ότι ο Ντέρεκ είχε προσλάβει έναν ειδικό δάσκαλο ο οποίος προσπαθούσε επί δύο μέρες κάθε εβδομάδα να μαλακώσει τη βαριά λαϊκή προφορά του και να την κάνει πιο καθωσπρέπει. Χαμένη υπόθεση. Ύστερα από χρόνια ενδελεχούς μελέτης, ο Ντέρεκ είχε καταφέρει να αναβαθμίσει τον λόγο του από το επίπεδο πλανόδιου ψαρά του Μπίλινγκσγκεϊτ σε επίπεδο… τέλος πάντων, ίσως ενός οδηγού άμαξας ή εμπόρου στο Τεμπλ Μπαρ. «Το χ είναι η καταστροφή του», είχε πει μια φορά ο δάσκαλος στη Λίλι, γεμάτος απόγνωση. «Μπορεί να το πει αν προσπαθήσει, αλλά μονίμως το ξεχνάει. Γι’ αυτόν θα είμαι ο κύριος “Έιστινγκς” μέχρι την τελευταία ανάσα του». Η Λίλι είχε αποκριθεί με ένα μείγμα γέλιου και συμπόνιας. «Εντάξει, κύριε Χέιστινγκς. Απλώς να έχεις υπομονή. Θα σε καταπλήξει μια μέρα. Αυτό το χ δεν θα του είναι εμπόδιο για πάντα». «Δεν έχει το κατάλληλο αφτί γι’ αυτό», είπε ο δάσκαλος κατηφής. Η Λίλι δεν είχε διαφωνήσει. Προσωπικά γνώριζε ότι ο Ντέρεκ ποτέ δεν θα ακουγόταν σαν ευγενής κύριος. Δεν την ένοιαζε. Κυριολεκτικά είχε φτάσει να της αρέσει ο τρόπος που μιλούσε ο Ντέρεκ, τα μπουρδουκλωμένα φ και β, τα δυσδιάκριτα σύμφωνα που ηχούσαν μάλλον ευχάριστα στο αφτί. Ο Ντέρεκ την οδήγησε στο σκαλιστό, επιχρυσωμένο μπαλκόνι που δέσποζε πάνω από την κυρίως αίθουσα. Αυτό ήταν το αγαπημένο του μέρος για να μιλάει, διότι μπορούσε να παρακολουθεί κάθε κίνηση στα τραπέζια, με το μυαλό του να μη σταματάει ποτέ τους πολύπλοκους υπολογισμούς του. Ούτε ένα φαρδίνι**, ούτε μία μάρκα του κρίμπατζ, ούτε ένα τραπουλόχαρτο που τρεμόπαιζε ανάμεσα σε ευκίνητα δάχτυλα δεν είχαν ξεφύγει ποτέ από το άγρυπνο βλέμμα του. «Ο λόρδος Ρέιφορντ», μουρμούρισε συλλογισμένα. «Α, έριξε τα ζάρια μια δυο φορές. Δεν είναι πιτσούνι, ωστόσο». «Τι μου λες», είπε η Λίλι με έκπληξη. «Δεν είναι πιτσούνι. Όταν προέρχεται από σένα, αυτό είναι πραγματικά φιλοφρόνηση». «Ο Ρέιφορντ παίζει συνετά – συμμετέχει στους γύρους αλλά ποτέ δεν μπαίνει στα βαθιά». Ο Ντέρεκ της έριξε ένα χαμόγελο. «Ακόμα κι εσύ δεν θα μπορούσες να τον μαδήσεις». Η Λίλι αγνόησε την κοροϊδία. «Είναι τόσο πλούσιος όσο λένε;» Αυτή η ερώτηση προκάλεσε ένα έντονο καταφατικό βλέμμα. «Και περισσότερο». «Τίποτα οικογενειακά σκάνδαλα; Μυστικά, μπλεξίματα, παλιές ερωτοδουλειές, τίποτα παραπτώματα που θα μπορούσαν να έχουν άσχημη επίδραση στον χαρακτήρα του; Δείχνει να είναι ψυχρός, σκληρός τύπος;» Ο Ντέρεκ δίπλωσε τα μακριά, καλοφροντισμένα χέρια του πάνω στο κιγκλίδωμα, επιθεωρώντας το μικρό βασίλειό του. «Είναι ήσυχος. Απομονωμένος. Ιδίως από τότε που η γυναίκα που αγαπούσε τσακίστηκε κάνα δυο χρόνια πριν». «Τσακίστηκε;» τον διέκοψε η Λίλι, με κάποια θυμηδία αλλά και συγκλονισμένη ταυτόχρονα. «Είναι ανάγκη να είσαι τόσο χυδαίος;» Ο Ντέρεκ αγνόησε την επίπληξη. «Η δεσποινίς Κάρολαϊν Γουίτμορ, Γουίτφιλντ, κάτι τέτοιο. Έσπασε τον σβέρκο της σε ένα κυνήι, έτσι λένε. Αναθεματισμένα χαζή, λέω εγώ». «Κυνήγι», είπε η Λίλι, εκνευρισμένη από τη γεμάτη νόημα λοξή ματιά του. Κι αυτή λάτρευε να τρέχει με το άλογό της μαζί με τα λαγωνικά, αλλά ούτε καν ο Ντέρεκ δεν ενέκρινε μια τόσο επικίνδυνη δραστηριότητα για μια γυναίκα. «Κι εγώ δεν είμαι σαν τις άλλες γυναίκες. Εγώ ιππεύω όσο καλά το κάνει κι ένας άντρας. Και καλύτερα από τους περισσότερους».


«Δικός σου σβέρκος είναι», αποκρίθηκε εκείνος σαν να μην έτρεχε τίποτα. «Ακριβώς. Λοιπόν, δεν μπορεί να γνωρίζεις μόνο αυτά για τον Ρέιφορντ. Σε ξέρω. Κάτι μου κρύβεις». «Όχι». Το σταθερό βλέμμα του Ντέρεκ την ακινητοποίησε και εκείνη χάθηκε μες στα ψυχρά βάθη του πράσινου. Τα μάτια του περιείχαν μια σπίθα ευθυμίας, αλλά μαζί και μια προειδοποίηση. Για ακόμα μια φορά της ήρθε στον νου ότι, παρά τη φιλία τους, ο Ντέρεκ δεν θα ήταν εκεί για να τη βοηθήσει έτσι και έμπλεκε σε μπελάδες. Η φωνή του ήταν χρωματισμένη με μια ήρεμη δύναμη που ήταν ανησυχητική όσο και ασυνήθιστη. «Άκουσέ με, μικρή. Άσ’ το – και τον γάμο και όλα. Ο Ρέιφορντ δεν είναι βάναυσος τύπος, αλλά δεν είναι και ηλίθιος. Μείνε μακριά απ’ αυτόν. Έ’εις ήδη αρκετά προβλήματα να αντιμετωπίσεις». Τα χείλη του συσπάστηκαν ειρωνικά και διόρθωσε τον εαυτό του. «Έχεις». Η Λίλι σκέφτηκε τη συμβουλή του. Ο Ντέρεκ είχε δίκιο, φυσικά. Θα έπρεπε να φυλάει την ενέργειά της και να μη σκέφτεται τίποτα πέρα από το να πάρει πίσω τη Νικόλ. Αλλά για κάποιο λόγο, αυτή η ερώτηση για τον χαρακτήρα του Ρέιφορντ είχε ριζώσει για τα καλά μέσα της και τη βασάνιζε έτσι ώστε να μην έβρισκε ησυχία αν δεν τον έβλεπε. Σκέφτηκε πόσο πειθήνια είχε ανέκαθεν υπάρξει η Πένι· ποτέ δεν είχε συμπεριφερθεί άπρεπα ούτε είχε αμφισβητήσει τις αποφάσεις των γονιών τους. Το σίγουρο ήταν ότι η Πένι δεν είχε κανέναν να τη βοηθήσει. Η εικόνα του ικετευτικού προσώπου του Ζάκαρι ήρθε μπροστά στα μάτια της. Του το χρωστούσε αυτό. Η Λίλι αναστέναξε. «Πρέπει να συναντήσω τον Ρέιφορντ και να σχηματίσω εντύπωση προσωπικά», είπε πεισματάρικα. «Ε τότε πήγαινε στο κυνήγι των Μίντλτον τούτη τη βδομάδα», είπε ο Ντέρεκ, δείχνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα φωνήεντα και τα σύμφωνά του. Ξαφνικά ακουγόταν σχεδόν σαν καθωσπρέπει κύριος. «Το πιο πιθανό είναι πως αυτός θα βρίσκεται εκεί». Μαζί με τους υπόλοιπους που βρίσκονταν στους στάβλους ήταν και ο Άλεξ, περιμένοντας ενόσω μια μικρή στρατιά από ιπποκόμους έβγαζαν τα άλογα έξω για να τα πάνε στα αφεντικά τους. Υπήρχε έξαψη στην ατμόσφαιρα, γιατί όλοι οι συμμετέχοντας ήξεραν πως θα ήταν μια μοναδική μέρα. Ήταν ψυχρή και ξηρή, το κυνήγι θα ήταν σκέτη πρόκληση, η δε κυνηγετική αγέλη των Μίντλτον ήταν ξακουστή για την ποιότητά της και θεωρούνταν ότι άξιζε παραπάνω από τρεις χιλιάδες γκινέες. Ο Άλεξ έριξε μια φευγαλέα ματιά στον ουρανό που ξημέρωνε, με το στόμα του να συσπάται από ανυπομονησία. Το κυνήγι είχε προγραμματιστεί για τις έξι η ώρα. Θα καθυστερούσαν να ξεκινήσουν. Περισσότεροι από τους μισούς της ομάδας των κυνηγών δεν είχαν πάρει ακόμα τα άλογά τους. Σκέφτηκε να πλησιάσει κάποιον και να πιάσει κουβέντα. Οι περισσότεροι από τους άντρες εδώ του ήταν γνώριμοι, κάποιοι δε από αυτούς παλιοί συμμαθητές του. Αλλά δεν είχε διάθεση για συναναστροφές. Ήθελε να τρέξει με το άλογό του, να χαθεί στο κυνήγι ώσπου να νιώσει πολύ κουρασμένος για να σκέφτεται ή να αισθάνεται. Κοίταξε απέναντι στο λιβάδι την παγερή καταχνιά που κρεμόταν πάνω από το κίτρινο γρασίδι και προχωρούσε ως τα σκούρα γκριζοπράσινα δέντρα. Οι παρακείμενες κρυψώνες των ζώων ήταν γεμάτες με αγκαθωτούς θάμνους με χρυσαφένια λουλούδια. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τον κατακυρίευσε η αναλαμπή μιας ανάμνησης… «Κάρο, δεν θα πας στο κυνήγι». Η μνηστή του, η Κάρολαϊν Γουίτμορ, γέλασε και σούφρωσε τα χείλη παιχνιδιάρικα. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι, με επιδερμίδα στο χρώμα του ροδάκινου, λαμπερά καστανά μάτια και


σκούρα κεχριμπαρένια μαλλιά. «Αγάπη μου, δεν θα μου στερούσες μια τέτοια διασκέδαση, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει περίπτωση να κινδυνεύσω. Είμαι έξοχη ιππεύτρια, πρώτης τάξεως, όπως θα λέγατε εσείς οι Βρετανοί». «Δεν ξέρεις πώς είναι να αναγκάζεις το άλογο να κάνει άλμα μαζί με άλλους. Συμβαίνουν συγκρούσεις, αρνήσεις, μπορεί να πέσεις, να ποδοπατηθείς…» «Θα ιππεύσω με απόλυτη προσοχή. Τι φαντάζεσαι, ότι θα πάω να πέσω με τα μούτρα πάνω σε όλα τα εμπόδια; Επίτρεψέ μου να σε πληροφορήσω, πολυαγαπημένε μου, ότι η κοινή λογική είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές μου. Συν τοις άλλοις, ξέρεις ότι είναι αδύνατον να αλλάξω γνώμη άπαξ και πάρω μια απόφαση». Η Κάρολαϊν αναστέναξε μελοδραματικά. «Γιατί πρέπει να είσαι τόσο δύστροπος;» «Γιατί σ’ αγαπώ». «Ε τότε μη μ’ αγαπάς. Τουλάχιστον όχι αύριο το πρωί…» Ο Άλεξ κούνησε το κεφάλι του απότομα, προσπαθώντας να αποδιώξει τις αναμνήσεις που τον στοίχειωναν. Θεέ μου, πάντα έτσι θα ήταν; Δυο χρόνια είχαν περάσει από τον θάνατό της και αυτό εξακολουθούσε να τον βασανίζει. Το παρελθόν είχε κλείσει τον Άλεξ μέσα σε ένα αόρατο κουκούλι. Είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτό, αλλά έπειτα από μερικές μάταιες απόπειρες, είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ελευθερωθεί από την Κάρολαϊν. Φυσικά υπήρχαν κι άλλες σαν αυτήν, γυναίκες πνευματώδεις, με πάθος, με ομορφιά, όμως εκείνος δεν ήθελε πια αυτό το είδος γυναίκας. Η Κάρολαϊν του είχε πει κάποτε ότι πίστευε πως καμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει αρκετά. Εκείνος είχε περάσει πάρα πολλά χρόνια χωρίς την τρυφερή φροντίδα μιας γυναίκας. Η μητέρα του είχε πεθάνει πάνω στη γέννα όταν ο Άλεξ ήταν μικρό αγόρι. Τον θάνατό της ακολούθησε και ο θάνατος του κόμη έναν χρόνο αργότερα. Λεγόταν ότι ο κόμης είχε αφεθεί μόνος του να πεθάνει, αφήνοντας πίσω τους δυο γιους του και ένα βουνό από υποχρεώσεις. Από την ηλικία των δεκαοχτώ ο Άλεξ ασχολήθηκε με το να διευθύνει επιχειρήσεις, μισθωτές και μεσάζοντες για πωλήσεις γης, υπηρετικό προσωπικό για οικίες και οικογένειες. Είχε ακίνητη περιουσία στο Χέρφορντσαϊρ, που βρισκόταν ανάμεσα σε εύφορα λιβάδια με σιτάρι και καλαμπόκι καθώς και ποτάμια γεμάτα σολομούς, κι επίσης ένα κτήμα με έπαυλη στο Μπάκινγκχαμσάιρ που δέσποζε πάνω σε μια μεγάλη έκταση γης με άγρια ομορφιά και συμπεριλάμβανε τους απόκρημνους λόφους από ασβεστόλιθο στο Τσίλτερν. Ο Άλεξ είχε αφιερωθεί στη φροντίδα και την εκπαίδευση του μικρότερου αδερφού του, του Χένρι. Οι δικές του ανάγκες είχαν παραμεριστεί, είχαν μπει σε δεύτερη μοίρα, κάποια στιγμή στο μέλλον. Όταν είχε βρει μια γυναίκα να αγαπήσει, τα αισθήματα που είχε καταπιέσει για τόσο πολύ καιρό τον κατακυρίευσαν. Ο χαμός της Κάρολαϊν κόντεψε να τον σκοτώσει. Ποτέ ξανά δεν θα υπέβαλλε τον εαυτό του σε τέτοιο πόνο. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε επίτηδες ζητήσει το χέρι της Πενέλοπε Λόσον. Ένα σεμνό ξανθό κορίτσι, η πεμπτουσία της Αγγλίδας, τον είχε γοητεύσει με τους ευγενικούς τρόπους της σε πολλούς από τους χορούς της καλής κοινωνίας στο Λονδίνο. Η Πενέλοπε ήταν αυτό που του χρειαζόταν. Καιρός ήταν να παντρευτεί και να αποκτήσει κληρονόμους. Η Πενέλοπε δεν μπορεί να ήταν και πολύ διαφορετική από την Κάρολαϊν. Θα μοιραζόταν το κρεβάτι του, θα έφερνε στον κόσμο τα παιδιά του, θα γερνούσε στο πλευρό του, τα πάντα με ασφάλεια και γαλήνη, και ποτέ δεν θα γινόταν κομμάτι απ’ αυτόν. Ο Άλεξ έβρισκε ηρεμία στην παρουσία της Πενέλοπε, που δεν ήταν απαιτητική. Δεν υπήρχε σπίθα ή ζωντάνια στα όμορφα καστανά μάτια της ούτε


κάποιο οξύ πνεύμα στα λόγια της, τίποτα που να απειλεί να αγγίξει την καρδιά του με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν θα της περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό να διαφωνήσει μαζί του ή να του πάει κόντρα. Η απόμακρη φιλική διάθεση ανάμεσά τους ήταν κάτι που εκείνη δεν έδειχνε να θέλει να το συμπληρώσει, όπως ακριβώς κι εκείνος. Ξαφνικά οι σκέψεις του Άλεξ διακόπηκαν από ένα ασυνήθιστο θέαμα. Μια γυναίκα καβάλα στο άλογό της πέρασε μπροστά από την άκρη του πλήθους, μια νεαρή γυναίκα πάνω σε ένα νευρικό λευκό πουλάρι. Ο Άλεξ κατέβασε το βλέμμα του κατευθείαν, αλλά το θέαμα άστραφτε μες στο μυαλό του και τον έκανε να συνοφρυωθεί. Εξωτική, αγοροκόριτσο, εντυπωσιακή, είχε κάνει την εμφάνισή της από το πουθενά. Ήταν αδύνατη σαν αγόρι, αν εξαιρούσες την απαλή καμπύλη του στήθους της. Τα κοντά, σγουρά μαύρα μαλλιά της τα συγκρατούσε με μια κορδέλα για να μην της πέφτουν στο μέτωπο. Με δυσπιστία ο Άλεξ είδε ότι η γυναίκα καβαλίκευε το άλογο σαν άντρας και ότι φορούσε κιλότα ιππασίας κάτω από το φουστάνι της. Μια βυσσινιά κιλότα, για όνομα του Θεού. Εντούτοις κανένας δεν έδειχνε να τη βρίσκει τόσο αξιοπερίεργη όσο την έβρισκε αυτός. Οι περισσότεροι από τους άντρες έδειχναν να τη γνωρίζουν, αντάλλασσαν γελαστοί σχόλια μαζί της, οι πάντες, από τον λόρδο Γιάρμπορο με το νεανικό πρόσωπο μέχρι τον στριμμένο γέρο λόρδο Χάρινγκτον. Ο Άλεξ κοίταξε ανέκφραστος τη γυναίκα με τη βυσσινιά κιλότα ιππασίας να κάνει με το άλογό της τον γύρο του ξέφωτου, εκεί όπου η αλεπού-θήραμα ήταν έτοιμη να αφεθεί ελεύθερη. Υπήρχε κάτι παράξενα γνώριμο επάνω της. Η Λίλι έπνιξε ένα χαμόγελο ικανοποίησης όταν είδε ότι ο Ρέιφορντ είχε καρφώσει το βλέμμα του επάνω της και δεν ανοιγόκλεινε καν τα μάτια του. Σίγουρα την είχε προσέξει. «Κύριέ μου», είπε στον λόρδο Χάρινγκτον, έναν ακμαίο κύριο μιας κάποιας ηλικίας που είχε υπάρξει θαυμαστής της εδώ και χρόνια, «ποιος είναι αυτός ο άντρας που με κοιτάει τόσο ανάγωγα;» «Ε λοιπόν, είναι ο κόμης του Ρέιφορντ», αποκρίθηκε ο Χάρινγκτον. «Θα υπέθετα πως τον γνωρίζεις ήδη, μιας και σύντομα πρόκειται να παντρευτεί την γοητευτική αδερφή σου». Η Λίλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, με ένα χαμόγελο. «Όχι, η ευγένειά του κι εγώ κινούμαστε σε εντελώς διαφορετικούς κύκλους. Πες μου, είναι τόσο άξεστος όσο φαίνεται;» Ο Χάρινγκτον γέλασε με την καρδιά του. «Θα ήθελες να σας συστήσω, ώστε να μπορείς να σχηματίσεις τη δική σου γνώμη;» «Ευχαριστώ, αλλά κρίνω πως θα συστηθώ στον Ρέιφορντ ασυνόδευτη». Πριν προλάβει εκείνος να αποκριθεί, η Λίλι προχώρησε με το άλογό της προς το μέρος του Ρέιφορντ. Καθώς τον πλησίαζε όλο και περισσότερο, διαπίστωσε ότι απέκτησε μια παράξενη αίσθηση στο στομάχι της. Έπιασε μια φευγαλέα εικόνα του προσώπου του και ξαφνικά συνειδητοποίησε ποιος ήταν. «Θεέ μου», είπε ξέπνοα σταματώντας το άλογό της μπροστά του. «Εσύ είσαι». Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό σαν ξίφος. «Στο πάρτι στον ποταμό», μουρμούρισε. «Ήσουν αυτή που έπεσε στο νερό». «Κι εσύ ήσουν αυτός με το αποδοκιμαστικό βλέμμα». Η Λίλι του χαμογέλασε πλατιά. «Υπήρξα ηλίθια εκείνη τη μέρα», παραδέχτηκε θλιμμένα. «Βέβαια εξαπατήθηκα ελαφρώς. Αν και φαντάζομαι πως εσύ δεν θα το θεωρούσες αποδεκτή δικαιολογία αυτό». «Τι θέλεις;» Η φωνή του την έκανε να ανατριχιάσει σύγκορμη από επίγνωση. Χαμηλή, τραχιά, ακουγόταν λες και γρύλιζε. «Τι θέλω;» επανέλαβε εκείνη, γελώντας σιγανά. «Πολύ ευθύς είσαι. Αλλά μου αρέσει αυτό σε έναν άντρα».


«Δεν θα με είχες πλησιάσει αν δεν ήθελες κάτι». «Δίκιο έχεις. Ξέρεις ποια είμαι, κύριέ μου;» «Όχι». «Η δεσποινίς Λίλι Λόσον. Η αδερφή της μνηστής σου». Κρύβοντας την έκπληξή του, ο Άλεξ την περιεργάστηκε προσεκτικά. Δεν φάνταζε δυνατόν αυτό το πλάσμα να είχε σχέση με την Πενέλοπε. Η μια αδερφή τόσο αγνή και αγγελική, και η άλλη σκοτεινή, με κάτι μέσα της να σιγοκαίει… κι όμως, υπήρχε ομοιότητα. Είχαν τα ίδια καστανά μάτια, τα ίδια λεπτά χαρακτηριστικά, την ίδια ιδιαίτερη γλυκύτητα στην καμπύλη των χειλιών. Προσπάθησε να ανακαλέσει στη μνήμη του τα λιγοστά που είχαν αποκαλύψει οι Λόσον για τη μεγαλύτερη κόρη τους. Είχαν προτιμήσει να μη μιλήσουν γι’ αυτήν· το μόνο που είπαν ήταν ότι η Λίλι –ή Βιλελμίνα, όπως την αποκάλεσε η μητέρα της– είχε «παραφρονήσει λιγάκι» αφότου την είχε παρατήσει ο γαμπρός στα σκαλιά της εκκλησίας όταν ήταν είκοσι χρόνων. Έπειτα απ’ αυτό, είχε πάει να ζήσει σε ένα πλοίο. Κάτω από τη χαλαρή επίβλεψη της χήρας θείας της, η Λίλι διήγε έκλυτο βίο. Ο Άλεξ δεν είχε δείξει και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία – τώρα ευχόταν να είχε ακούσει με μεγαλύτερη προσοχή. «Με έχει αναφέρει ποτέ η οικογένειά μου σ’ εσένα;» ρώτησε εκείνη. «Σε περιέγραψαν ως εκκεντρική». «Αναρωτιόμουν αν μπαίνουν ακόμα στον κόπο να θυμούνται ότι υπάρχω». Έσκυψε προς τα κάτω και είπε συνωμοτικά: «Έχω κηλιδωμένη υπόληψη – χρειάστηκαν χρόνια επίμονων προσπαθειών για να την αποκτήσω. Οι Λόσον δεν με εγκρίνουν. Εντάξει, η μοίρα διαλέγει τους συγγενείς μας, καθώς λένε. Είναι πολύ αργά για να με κλαδέψουν από το οικογενειακό δέντρο». Η Λίλι σταμάτησε τη φιλική φλυαρία της καθώς κοιτούσε επίμονα το ανέκφραστο πρόσωπό του. Ένας Θεός ήξερε τι συνέβαινε πίσω από εκείνα τα ασημένια μάτια. Ήταν φανερό ότι εκείνος δεν επρόκειτο να την καλομάθει με κουβεντούλες και χαμόγελα, επιστρέφοντας στο παιχνίδι που έπαιζαν οι φιλικοί άγνωστοι. Η Λίλι αναρωτήθηκε μήπως η ντομπροσύνη ήταν ο καλύτερος τρόπος να τον αντιμετωπίσει. «Ρέιφορντ», είπε κοφτά, «θέλω να σου μιλήσω για την αδερφή μου». Εκείνος ήταν σιωπηλός, παρατηρώντας τη με παγερά γκρίζα μάτια. «Ξέρω καλύτερα από τον καθένα τις φιλοδοξίες των γονιών μου να κάνουν έναν εξαιρετικό γάμο για την Πένι», παρατήρησε η Λίλι. «Είναι ένα αξιαγάπητο κορίτσι, με πολλά κοινωνικά χαρίσματα, έτσι δεν είναι; Και θα ήταν ένας θαυμάσιος γάμος. Η δεσποινίς Πενέλοπε Λόσον, κόμησσα του Ρέιφορντ. Ποτέ κανένας στην οικογένειά μου δεν απέκτησε τόσο υψηλό τίτλο. Όμως αναρωτιέμαι… θα ήταν για το καλό της να γίνει γυναίκα σου; Θέλω να πω, αγαπάς την αδερφή μου, λόρδε Ρέιφορντ;» Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. «Τόσο όσο χρειάζεται». «Αυτό δεν θα έλεγα πως με καθησυχάζει». «Ποια είναι η ανησυχία σου, δεσποινίς Λόσον;» ρώτησε εκείνος σαρδόνια. «Ότι θα κακομεταχειριστώ την αδερφή σου; Ότι δεν είχε άλλη επιλογή πάνω στο ζήτημα; Σε διαβεβαιώ, η Πενέλοπε είναι απόλυτα ευχαριστημένη με την κατάσταση των πραγμάτων». Μισόκλεισε τα μάτια του και συνέχισε σιγανά: «Κι αν έχεις σκοπό να διασκεδάσεις τους πάντες με κάποια από τις θεατρικές επιδείξεις σου, δεσποινίς Λόσον, σε προειδοποιώ… δεν μου αρέσουν οι σκηνές». Η Λίλι τα έχασε με τη συγκαλυμμένη απειλή στον τόνο της φωνής του. Ω, δεν τον συμπάθησε καθόλου! Στην αρχή τον είχε θεωρήσει αμυδρά διασκεδαστικό, έναν σεβαστό, ελαφρώς πομπώδη αριστοκράτη που στις φλέβες του κυλούσε παγωμένο νερό. Αλλά κάτι την προειδοποίησε ότι ο χαρακτήρας του δεν ήταν απλώς παγερός αλλά σκληρός. «Δεν το πιστεύω


ότι ισχυρίζεσαι πως η Πένι είναι ευχαριστημένη», αποκρίθηκε. «Ξέρω την αδερφή μου και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι γονείς μου την έχουν εξαναγκάσει και την έχουν παροτρύνει με κάθε τρόπο προκειμένου να πάρουν αυτό που θέλουν. Πρέπει να προκαλείς τρόμο στην Πένι. Έχει καμία σημασία για σένα η ευτυχία της; Της αξίζει ένας άντρας που να την αγαπά πραγματικά. Το ένστικτό μου μου λέει ότι το μόνο που θέλεις είναι ένα υπάκουο, καρπερό κορίτσι που να σου χαρίσει μια σειρά από μικρούς ξανθούς κληρονόμους οι οποίοι θα συνεχίσουν το όνομά σου, κι αν τα πράγματα είναι έτσι, θα μπορούσες εύκολα να βρεις μια εκατοστή άλλα κορίτσια για να–» «Αρκετά», τη διέκοψε εκείνος απότομα. «Πήγαινε να ανακατευτείς στη ζωή κανενός άλλου, δεσποινίς Λόσον. Θα σε δω στην κόλαση –λάθος, θα σε στείλω εκεί– πριν σε αφήσω να ανακατευτείς απρόσκλητη στη δική μου». Η Λίλι τον φιλοδώρησε με ένα δυσοίωνο βλέμμα. «Ανακάλυψα αυτά που ήθελα να μάθω», είπε, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει. «Καλημέρα, κύριέ μου. Υπήρξες πάρα πολύ κατατοπιστικός». «Περίμενε». Πριν ο Άλεξ καταλάβει καλά καλά τι έκανε, άπλωσε το χέρι του κι έπιασε ένα από τα γκέμια του αλόγου της. «Άφησέ το!» είπε η Λίλι κατάπληκτη, ενοχλημένη. Οι πράξεις του ήταν άνω ποταμών. Το να πιάσει κάποιος τα γκέμια οποιουδήποτε ιππέα χωρίς πρόσκληση, το να αφαιρέσει τον έλεγχο πάνω στο άλογο… ήταν ταπεινωτική πράξη. «Δεν πρόκειται να πας για κυνήγι», είπε εκείνος. «Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι ήρθα ως εδώ για να σου εκφράσω τις ευχές μου, έτσι δεν είναι; Ναι, πρόκειται να πάω για κυνήγι. Μη φοβάσαι, δεν θα επιβραδύνω κανέναν». «Οι γυναίκες δεν θα έπρεπε να κυνηγούν». «Φυσικά και θα έπρεπε, αν το επιθυμούν». «Μόνο αν τυχαίνει να είναι σύζυγοι ή κόρες αφεντικών των λαγωνικών. Αλλιώς…» «Το γεγονός ότι γεννήθηκα γυναίκα δεν θα με κρατήσει μακριά από το κυνήγι. Είμαι πεπειραμένη ιππέας και απαιτώ να μη μου γίνονται χάρες. Θα πηδήξω πάνω από κάθε φράχτη, όσο ψηλός κι αν είναι. Φαντάζομαι ότι θα ήθελες να μείνω μέσα μαζί με τις άλλες γυναίκες, πλέκοντας και κουτσομπολεύοντας». «Μέσα δεν θα αποτελούσες κίνδυνο για κανέναν. Εκεί έξω θα είσαι κίνδυνος και για τους άλλους όσο και για τον εαυτό σου». «Φοβάμαι ότι η γνώμη σου ανήκει στη μειονότητα, λόρδε Ρέιφορντ. Κανένας εκτός από σένα δεν έχει αντιρρήσεις για την παρουσία μου εδώ». «Κανένας λογικός άντρας δεν θα σε ήθελε εδώ». «Και τώρα εγώ να φανταστώ ότι πρέπει να φύγω πειθήνια», είπε ονειροπόλα η Λίλι, «με το βλέμμα μου χαμηλωμένο από ντροπή. Πώς τολμώ να ανακατεύομαι σε μια τόσο αντρική δουλειά όπως το κυνήγι; Ε λοιπόν, δεν μου καίγεται καρφί» –έκανε ένα απότομο πλατάγισμα με τα γαντοφορεμένα δάχτυλά της– «για σένα και τις ψευτοευλαβικές απόψεις σου. Και τώρα άφησέ το!» «Δεν θα ιππεύσεις», μουρμούρισε ο Άλεξ. Κάτι ξαμολήθηκε ελεύθερο μέσα του και τον οδήγησε πέρα από τη λογική σκέψη. Κάρολαϊν, όχι, ω Θεέ μου… «Δεν είμαστε καλά που δεν θα ιππεύσω!» Η Λίλι τράβηξε απότομα τα γκέμια, ενώ το λευκό πουλάρι τραβήχτηκε ανήσυχα. Η λαβή του Άλεξ παρέμεινε ατσάλινη. Εμβρόντητη, η Λίλι ατένισε επίμονα τα γκρίζα μάτια που αντανακλούσαν το είδωλό της όπως το τζάμι του καθρέφτη. «Είσαι τρελός», ψιθύρισε. Ήταν κι οι δυο τους ακίνητοι.


Η Λίλι ήταν η πρώτη που κινήθηκε, ρίχνοντας μια απότομη καμτσικιά, σε ένα χτύπημα ξέφρενης οργής. Βρήκε τον Άλεξ κάτω από το σαγόνι, αφήνοντας μια κόκκινη λωρίδα που κατέληγε στην άκρη του πιγουνιού του. Σπιρουνίζοντας το πουλάρι προς τα εμπρός, η Λίλι εκμεταλλεύτηκε την ένταση της κίνησης για να ελευθερώσει τα γκέμια από τα δάχτυλά του. Κάλπασε κι έφυγε δίχως να κοιτάξει πίσω. Η αντιπαράθεση έγινε τόσο γρήγορα ώστε κανείς δεν πήρε είδηση. Ο Άλεξ σκούπισε την κηλίδα του αίματος από το σαγόνι του, δίνοντας ελάχιστη σημασία στο τσίμπημα του πόνου. Το μυαλό του στροβιλιζόταν. Αναρωτήθηκε τι του συνέβαινε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν είχε μπορέσει να ξεχωρίσει το παρόν από το παρελθόν. Η απαλή, μακρινή φωνή της Κάρολαϊν ήρθε στ’ αφτιά του. «Αγαπημένε μου Άλεξ… ε τότε μη μ’ αγαπάς…» Ο Άλεξ ζάρωσε και η καρδιά του άρχισε να βροντοχτυπά καθώς θυμήθηκε τη μέρα που έπεσε η Κάρολαϊν… «Ατύχημα», είπε σιγανά ένας από τους φίλους του. «Έπεσε από το άλογο. Το ήξερα πως όταν έπεσε–» «Φέρε έναν γιατρό», είπε ο Άλεξ βραχνά. «Άλεξ, είναι ανώφελο». «Να σε πάρει ο διάολος, φέρε αμέσως έναν γιατρό γιατί αλλιώς–» «Έσπασε ο αυχένας της από την πτώση». «Όχι…» «Άλεξ, είναι νεκρή…» Η φωνή του ιπποκόμου του τον επανέφερε απότομα στο παρόν. «Κύριέ μου;» Ο Άλεξ ανοιγόκλεισε νευρικά τα μάτια του και κάρφωσε το βλέμμα του στο λαμπερό καστανό άλογο, που το διάλεξε γιατί συνδύαζε δύναμη και ευλυγισία. Έπιασε τα γκέμια, το καβάλησε με άνεση κι έριξε μια φευγαλέα ματιά προς το ξέφωτο. Η Λίλι Λόσον συζητούσε φιλικά και χαμογελούσε με τους άλλους ιππείς. Κοιτάζοντάς την, κανένας δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι είχε υπάρξει μια αντιπαράθεση ανάμεσά τους. Η αγέλη των λαγωνικών που κυνηγούσαν αλεπούδες αφέθηκε ελεύθερη και τα σκυλιά πλημμύρισαν το λιβάδι με τα φρενήρη ρουθουνίσματά τους. Τότε ανακαλύφθηκε μια μυρωδιά. «Η κυρα-Μάρω βγαίνει!» ακούστηκε μια κραυγή καθώς μια αλεπού βγήκε απ’ την κρυψώνα της. Ένα δυνατό σήμα διαπέρασε τον αέρα όταν ο αρχηγός φύσηξε το κέρας και οι ιππείς ξαμολήθηκαν στο κυνήγι. Οι κυνηγοί κάλπασαν ως το δασύλλιο μέσα σε έναν πυρετό αγαλλίασης, φωνάζοντας παράφορα. Το λιβάδι τρανταζόταν για τα καλά κάτω από τη βίαιη επίθεση των αλόγων και των σκυλιών, με τα πέταλα να σκάβουν το χώμα και κραυγές γεμάτες έξαψη να σκίζουν τον αέρα. «Ξέφυγε!» «Οοοοπ!» «Έλα!» Καθώς οι συγκεντρωμένοι σπιρούνισαν τα άλογά τους προς τα εμπρός, το κυνήγι πήρε τον αναμενόμενο σχηματισμό του, με τον οδηγό των σκύλων να ιππεύει κοντά στα επικεφαλής λαγωνικά και με τους επόπτες να ακολουθούν τα σκυλιά και να συγκρατούν αυτά που ξέμεναν πού και πού, έτσι ώστε να συμβαδίζουν με την αγέλη. Η Λίλι Λόσον ίππευε σαν γυναίκα δαιμονισμένη, χιμώντας στα πιο ψηλά εμπόδια και υπερπηδώντας τα λες και είχε φτερά. Έδειχνε να μη νοιάζεται καθόλου για την ασφάλειά της. Κανονικά ο Άλεξ θα είχε καλπάσει μπροστά μαζί με τους άλλους, αλλά για την ώρα συγκρατιόταν. Κάτι τον έσπρωχνε να ακολουθήσει τη


Λίλι, παρακολουθώντας τη να διακινδυνεύει να αυτοκτονήσει. Το κυνήγι ήταν γεμάτο θόρυβο και γλεντοκόπι, ενώ ο Άλεξ ζούσε έναν ζωντανό εφιάλτη. Το άλογό του τανυζόταν όταν ήταν να κάνει άλμα, με τις οπλές του να μαγκώνονται στο έδαφος με κάθε εφόρμηση. Κάρολαϊν… Εδώ και πολύ καιρό τα είχε απωθήσει όλα αυτά, είχε κλείσει κάθε ανάμνηση στο πίσω μέρος του μυαλού του. Αλλά δεν είχε καμία άμυνα απέναντι στις σκέψεις που έρχονταν χωρίς προειδοποίηση, την αίσθηση των χειλιών της Κάρολαϊν κάτω από τα δικά του, τα μεταξένια μαλλιά της μες στα χέρια του, το γλυκό μαρτύριο να την παίρνει στην αγκαλιά του. Είχε πάρει μαζί της ένα κομμάτι του που δεν θα επανερχόταν ποτέ. Ηλίθιε, είπε στον εαυτό του άγρια. Μετέτρεπε το κυνήγι σε μια μακάβρια αναβίωση του παρελθόντος του. Ένα ανόητο κυνηγητό πίσω από χαμένα όνειρα… και παρ’ όλα αυτά ακολουθούσε τη Λίλι, παρακολουθώντας τη να πηδάει πάνω από χαντάκια και ενισχυμένους φράχτες από θάμνους. Παρόλο που δεν κοιτούσε πίσω της, εκείνος διαισθανόταν πως η γυναίκα ήξερε ότι ήταν εκεί. Συνέχισαν να καλπάζουν για σχεδόν μία ώρα, περνώντας από τη μια περιοχή στην άλλη. Η Λίλι σπιρούνισε αποφασιστικά το άλογό της να συνεχίσει προς τα εμπρός, με τα νεύρα της τεντωμένα από έξαψη. Ποτέ της δεν έδινε και πολλή σημασία στην κατάληξη του κυνηγιού, στο να είναι μέσα στον σκοτωμό, αλλά η ιππασία… ω, τίποτα δεν συγκρινόταν με αυτή. Γεμάτη χαρά πλησίασε ένα πανύψηλο διπλό εμπόδιο, μια κοκκινομοσφιλιά που στηριζόταν στα δεξιά και στα αριστερά με ξύλινους πασσάλους. Μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου συνειδητοποίησε ότι το εμπόδιο ήταν πολύ ψηλό και πολύ επικίνδυνο για να το αποτολμήσει, αλλά κάποια διαβολική παρόρμηση την ώθησε προς τα εμπρός. Την τελευταία στιγμή, το πουλάρι αρνήθηκε να πηδήξει. Το απότομο σταμάτημα του αλόγου εκσφενδόνισε τη Λίλι από τη σέλα. Ο κόσμος φάνηκε να στροβιλίζεται κι εκείνη έμεινε να αιωρείται. Ύστερα το έδαφος ήρθε ορμητικό καταπάνω της. Καλύπτοντας το πρόσωπο με τα χέρια της, η Λίλι ένιωσε το σώμα της να πέφτει με πάταγο πάνω στη χορταριασμένη γη. Ο αέρας βγήκε βίαια απ’ τα πνευμόνια της. Σφαδάζοντας στο έδαφος πάλεψε να πάρει ανάσα, ενώ τα χέρια της σφίχτηκαν ενστικτωδώς γύρω από κομμάτια φύλλων και λάσπης. Παραζαλισμένη ένιωσε τον εαυτό της να γυρίζει ανάσκελα και τους ώμους της να σηκώνονται. Άνοιξε το στόμα της και έδωσε μάχη για να ανασάνει. Κόκκινα και μαύρα πράγματα χόρευαν μπροστά στα μάτια της. Σιγά σιγά η εικόνα ξεκαθάρισε και αποκάλυψε ένα πρόσωπο από πάνω της. Ο Ρέιφορντ. Η χρυσαφένια λάμψη της επιδερμίδας του ήταν εμποτισμένη με ένα γκρι στο χρώμα της στάχτης. Η Λίλι αναδεύτηκε πάνω του, για να διαπιστώσει ότι την κρατούσε στέρεα στην προστασία των μυωδών μηρών του. Ήταν νωθρή κι ανήμπορη σαν κούκλα. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε γρήγορα καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει την ανάσα της. Το χέρι του κρατούσε σφιχτά το πίσω μέρος του λαιμού της… την πονούσε… «Σου είπα να μην πας για κυνήγι», βρυχήθηκε ο Ρέιφορντ. «Προσπαθούσες να σκοτωθείς;» Η Λίλι έβγαλε έναν αδύναμο ήχο, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε με παραζαλισμένη σαστιμάρα. Υπήρχε αίμα πάνω στον γιακά του, ένας άλικος λεκές από το τραύμα που του είχε προκαλέσει νωρίτερα. Το χέρι του ήταν πολύ δυνατό πάνω στον αυχένα της. Αν ήθελε, θα μπορούσε να της σπάσει τα κόκαλα σαν να ήταν κλαράκια. Η Λίλι είχε επίγνωση του βάρους και της δύναμής του, της απόλυτης δύναμης που φώλιαζε στο κορμί του. Υπήρχε μια πρωτόγονη έκφραση στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του, ένα μείγμα από μίσος και κάτι άλλο που η Λίλι δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει. Μέσα από το βουητό στ’ αφτιά της, της φάνηκε πως άκουσε ένα όνομα… Κάρολαϊν…


«Είσαι παράφρονας», είπε ξέπνοα. «Θεέ και Κύριε. Είσαι για το τρελοκομείο. Τ… τι συμβαίνει; Διάολε, ξέρεις ποια είμαι; Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, ακούς;» Τα λόγια της φάνηκαν να τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα, και κατάλαβε τι έκανε. Η δολοφονική λάμψη έφυγε από τα μάτια του και το στόμα του, που είχε παραμορφωθεί, μαλάκωσε. Η Λίλι αισθάνθηκε μια ασύλληπτη ένταση να φεύγει από το κορμί του. Την έριξε απότομα, λες και το γεγονός ότι την άγγιζε τον έκαιγε. Πέφτοντας προς τα πίσω, ανάμεσα σε φύλλα και λάσπες, η Λίλι τον κοίταξε άγρια να σηκώνεται. Δεν άπλωσε το χέρι να τη βοηθήσει, ωστόσο περίμενε ώσπου εκείνη να σηκωθεί με κόπο στα πόδια της. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν την είχε βρει τίποτα σοβαρό, ανέβηκε στο άλογό του. Διαπιστώνοντας ότι τα πόδια της δεν τη βαστούσαν, η Λίλι στηρίχτηκε σε ένα δέντρο. Θα περίμενε να νιώσει πιο δυνατή, κι ύστερα θα ανέβαινε ξανά στο πουλάρι της. Απέμεινε να κοιτάζει περίεργα το ανέκφραστο πρόσωπο του Ρέιφορντ. «Η Πένι παραείναι καλή για σένα», κατάφερε να πει. «Πριν φοβόμουν ότι απλώς θα την έκανες δυστυχισμένη. Τώρα πιστεύω ότι θα της προκαλέσεις σωματική βλάβη!» «Γιατί παριστάνεις ότι νοιάζεσαι;» κάγχασε εκείνος. «Έχεις να δεις την αδερφή σου ή την οικογένειά σου χρόνια ολόκληρα. Και είναι προφανές ότι κι αυτοί δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση μαζί σου». «Εσύ δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτό!» είπε η Λίλι θυμωμένα. Για σκέψου τούτο το τέρας να συνθλίβει όλη την ευτυχία από τη ζωή της Πενέλοπε… αυτό θα έκανε την αδερφή της να γεράσει πριν την ώρα της. Την κατακυρίευσε οργή. Γιατί θα έπρεπε να επιτραπεί σε έναν αγριάνθρωπο σαν τον Ρέιφορντ να παντρευτεί την Πενέλοπε, τη στιγμή που κάποιος στοργικός κι ευγενικός όπως ο Ζάκαρι ήταν ερωτευμένος μαζί της; «Δεν θα πάρεις την Πένι», κραύγασε η Λίλι. «Δεν θα το επιτρέψω!» Ο Άλεξ την κοίταξε με περιφρόνηση. «Μη γελοιοποιηθείς ακόμα περισσότερο, δεσποινίς Λόσον». Βρίζοντας, χρησιμοποιώντας την πιο αισχρή γλώσσα που μπορούσε να σκεφτεί, η Λίλι κοίταξε τον Ρέιφορντ να απομακρύνεται καλπάζοντας. «Δεν θα την πάρεις», ορκίστηκε μέσα απ’ τα δόντια της. «Το ορκίζομαι στη ζωή μου. Δεν θα την πάρεις!» *

Είδος χαρτοπαίγνιου (ΣτΜ).

**

Παλαιό νόμισμα, ένα τέταρτο της πένας (ΣτΜ).


Κεφάλαιο 3 Με το που έφτασε στο Ρέιφορντ Παρκ, ο Άλεξ πήγε να καλημερίσει την Πενέλοπε και τους γονείς της. Οι Λόσον ήταν παράξενο ζεύγος. Ο Λόσον ήταν ένας λόγιος άνθρωπος, που ασχολούνταν με βιβλία στα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, κατά καιρούς κλεινόταν σε ένα δωμάτιο με τα κείμενά του κι ακόμα και τα γεύματά του τα έτρωγε εκεί μέσα. Ο κύριος δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τον έξω κόσμο. Λόγω απόλυτης απερισκεψίας είχε κάνει κακή διαχείριση των κτημάτων και της περιουσίας που είχε κληρονομήσει. Η γυναίκα του η Τότι ήταν μια γοητευτική, αεικίνητη παρουσία, με ολοστρόγγυλα μάτια και σφριγηλές χρυσαφένιες μπούκλες. Λάτρευε τα κουτσομπολιά της καλής κοινωνίας καθώς και τα πάρτι και ανέκαθεν είχε βάλει σκοπό έναν λαμπρό γάμο για την κόρη της. Ο Άλεξ καταλάβαινε πώς αυτοί οι δυο μπόρεσαν να φτιάξουν ένα παιδί σαν την Πενέλοπε. Ήσυχη, ντροπαλή, χαριτωμένη… η Πενέλοπε ήταν ο συνδυασμός αυτών των δύο στα καλύτερά τους. Όσο για τη Λίλι… Δεν υπήρχε εξήγηση για το πώς είχε ξεπηδήσει αυτή μέσα από την οικογένεια Λόσον. Ο Άλεξ δεν τους αδικούσε που πέταξαν τη Λίλι έξω από τη ζωή τους. Αλλιώς δεν θα υπήρχε γαλήνη για κανέναν από αυτούς. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι αυτή ευδοκιμούσε με τις αντιπαραθέσεις, ότι θα ανακατευόταν απρόσκλητη και θα τυραννούσε όσους βρίσκονταν γύρω της σε σημείο τρέλας. Παρόλο που η Λίλι είχε φύγει από το κτήμα Μίντλτον μετά τη συνάντησή τους στο κυνήγι, ο Άλεξ δεν είχε μπορέσει να σταματήσει να τη συλλογίζεται. Ένιωθε μια άγρια χαρά που η Λίλι είχε αποξενωθεί από την οικογένειά της. Με λίγη τύχη δεν θα αναγκαζόταν να ανεχτεί την παρουσία της ξανά. Η Τότι τον πληροφόρησε χαρωπά ότι οι προετοιμασίες του γάμου προχωρούσαν μια χαρά. Ο εφημέριος θα ερχόταν να τους επισκεφθεί αργότερα το απόγευμα. «Ωραία», αποκρίθηκε ο Άλεξ. «Ενημέρωσέ με όταν καταφθάσει». «Λόρδε Ρέιφορντ», είπε η Τότι με ενθουσιασμό, δείχνοντας ένα σημείο στον καναπέ ανάμεσα σ’ εκείνη και την Πενέλοπε, «δεν θα πάρεις ένα τσάι μαζί μας;» Ο Άλεξ παρατήρησε με δυσαρέσκεια ότι εντελώς ξαφνικά η Πενέλοπε φάνταζε σαν ένας μικρός λαγός στη θέα ενός λύκου. Αρνήθηκε την πρόσκληση, μην έχοντας καμιά όρεξη να αντέξει τις φλυαρίες της Τότι σχετικά με το τι είχε κανονιστεί για τα λουλούδια και τα μπιχλιμπίδια του γάμου. «Σ’ ευχαριστώ, αλλά έχω κάτι θέματα δουλειάς να φροντίσω. Θα σας δω στο δείπνο». «Εντάξει, κύριέ μου», μουρμούρισαν και οι δυο γυναίκες, η μία με απογοήτευση και η άλλη με ανακούφιση που δεν την έκρυψε επιτυχώς. Ο Άλεξ κλείστηκε στη βιβλιοθήκη και επιθεώρησε ένα πάκο χαρτιά και λογιστικά βιβλία που χρειάζονταν την επίβλεψή του. Θα μπορούσε να είχε αφήσει τον διαχειριστή της περιουσίας του να ασχοληθεί με τα περισσότερα από αυτά. Αλλά από τότε που πέθανε η Κάρολαϊν ο Άλεξ είχε αναλάβει περισσότερη δουλειά απ’ όση ήταν απαραίτητη, θέλοντας να γλιτώσει από τη μοναξιά και τις αναμνήσεις. Περνούσε περισσότερο καιρό στη βιβλιοθήκη παρά σε οποιοδήποτε άλλο δωμάτιο του σπιτιού, απολαμβάνοντας την αίσθηση της γαλήνης και της τάξης που έβρισκε εκεί. Τα βιβλία ήταν χωρισμένα σε κατηγορίες και σε ομάδες τακτικά και όμορφα, η διαρρύθμιση των επίπλων ήταν προσεκτικά φροντισμένη. Ακόμα και οι καράφες με το λικέρ στο ιταλικό ντουλάπι της γωνίας ήταν τοποθετημένες με γεωμετρική ακρίβεια.


Δεν υπήρχε ούτε ένα μόριο σκόνης πουθενά σε ολόκληρο το αρχοντικό στο Ρέιφορντ Παρκ. Μια στρατιά από δεκαπέντε εσωτερικούς υπηρέτες φρόντιζαν γι’ αυτό. Άλλοι τριάντα φρόντιζαν τους εξωτερικούς χώρους, τους κήπους και τους στάβλους. Οι επισκέπτες ανέκαθεν αναφωνούσαν με ευχαρίστηση όταν έβλεπαν τη θολωτή μαρμάρινη είσοδο του αρχοντικού και τον τεράστιο προθάλαμο που είχε ένα αψιδωτό ταβάνι και περίτεχνα γύψινα. Το αρχοντικό διέθετε θερινές και χειμερινές αίθουσες υποδοχής, μεγάλους εξώστες με έργα τέχνης, ένα δωμάτιο για το πρωινό, ένα δωμάτιο για τον καφέ, δυο τραπεζαρίες, αμέτρητες κρεβατοκάμαρες και γκαρνταρόμπες, μια απέραντη κουζίνα, μια βιβλιοθήκη, μια αίθουσα για συλλεκτικά αντικείμενα και δυο σάλες που ενίοτε ενώνονταν και γίνονταν μια τεράστια αίθουσα χορού. Ήταν ένα μεγάλο σπιτικό, αλλά η Πενέλοπε θα ήταν ικανή να το φέρει βόλτα. Ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία της είχε ανατραφεί για να κάνει ακριβώς αυτό. Ο Άλεξ δεν είχε αμφιβολία ότι η Πενέλοπε θα μπορούσε να πάρει τη θέση της ως κυρίας του αρχοντικού χωρίς δυσκολία. Ήταν ευφυές κορίτσι, παρόλο που ήταν ήσυχη και πειθήνια. Δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον μικρότερο αδερφό του, τον Χένρι, αλλά κι εκείνος ήταν ένα παλικάρι με καλούς τρόπους και ήταν πολύ πιθανόν ότι οι δυο τους θα τα πήγαιναν μια χαρά. Η ησυχία μέσα στη βιβλιοθήκη έσπασε από ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα. «Τι είναι;» ρώτησε ο Άλεξ απότομα. Η πόρτα άνοιξε μια σταλιά και φάνηκε το ξανθό κεφάλι της Πενέλοπε. Ο υπερβολικά επιφυλακτικός τρόπος της τον ενόχλησε. Για όνομα του Θεού, φάνταζε λες και η γυναίκα θεωρούσε ότι το να τον επισκεφθεί ήταν επικίνδυνη αποστολή. Μα ήταν στ’ αλήθεια τόσο τρομαχτικός; Ήξερε ότι οι τρόποι του ήταν απότομοι καμιά φορά, αλλά αμφέβαλλε ότι θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό ακόμα κι αν το ήθελε. «Ναι;» έκανε. «Έλα μέσα». «Κύριέ μου», είπε η Πενέλοπε συνεσταλμένα. «Ή… ήθελα να μάθω, το κυνήγι πήγε καλά; Το βρήκες ευχάριστο;» Ο Άλεξ υποπτεύθηκε ότι η μητέρα της την είχε στείλει να ρωτήσει. Η Πενέλοπε ποτέ δεν επιζητούσε τη συντροφιά του από μόνη της. «Το κυνήγι ήταν μια χαρά», είπε, βάζοντας παράμερα τα χαρτιά πάνω στο γραφείο του και γυρίζοντας προς το μέρος της. Η Πενέλοπε κινήθηκε νευρικά, λες και το βλέμμα του την έκανε να νιώθει άβολα. «Κάτι μάλλον ενδιαφέρον συνέβη την πρώτη μέρα». Μια αμυδρή έκφραση περιέργειας φάνηκε στο πρόσωπό της. «Ω… Μήπως συνέβη κάποιο ατύχημα; Κάποια σύγκρουση;» «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι», αποκρίθηκε εκείνος ξερά. «Γνώρισα την αδερφή σου». Της Πενέλοπε της κόπηκε η ανάσα. «Ήταν η Λίλι εκεί; Ποπό…» Πολύ σαστισμένη για να μιλήσει, έκλεισε το στόμα της και τον κοίταξε σαν χαμένη. «Είναι πάρα πολύ παράξενη». Ο τόνος της φωνής του Άλεξ ήταν κάθε άλλο παρά κολακευτικός. Η Πενέλοπε κούνησε το κεφάλι της και ξεροκατάπιε. «Με τη Λίλι συνήθως δεν υπάρχει μέση οδός. Ή κάποιος θα τη συμπαθήσει τρομερά ή…» Ανασήκωσε τους ώμους της αμήχανα. «Ναι», είπε ο Άλεξ σαρδόνια. «Είμαι της δεύτερης άποψης». «Ω». Το μέτωπο της Πενέλοπε ζάρωσε σε μια κομψή συνοφρύωση. «Φυσικά. Και οι δυο σας είστε μάλλον κατηγορηματικοί στις απόψεις σας». «Πολύ ευγενικός τρόπος να το θέσει κανείς». Ο Άλεξ την κοίταξε εξεταστικά. Ήταν τρομαχτικό να βλέπει τον απόηχο της Λίλι στο γλυκό, ευγενικό πρόσωπο της Πενέλοπε. «Μιλήσαμε για σένα», είπε κοφτά. Τα μάτια της γούρλωσαν από ανησυχία. «Κύριέ μου, θα πρέπει να καταστήσω σαφές ότι η


Λίλι δεν μιλά εξ ονόματός μου ή εξ ονόματος της υπόλοιπης οικογένειας». «Το ξέρω αυτό». «Τι ειπώθηκε μεταξύ σας;» ρώτησε δειλά. «Η αδερφή σου ισχυρίστηκε ότι μάλλον σε τρομάζω. Σε τρομάζω;» Κάτω από το παγερό βλέμμα του, τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Λιγάκι, κύριέ μου», ομολόγησε. Ο Άλεξ βρήκε τη γλυκιά συστολή της κάπως εκνευριστική. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν ικανή να του μιλήσει κι αυτή απότομα, αν θα τον έβαζε ποτέ στη θέση του όταν θα έκανε κάτι που θα τη δυσαρεστούσε. Καθώς σηκώθηκε και άρχισε να την πλησιάζει, την είδε να ζαρώνει ακούσια. Πηγαίνοντας να σταθεί δίπλα της, έβαλε τα χέρια του στη μέση της. Η Πενέλοπε έσκυψε το κεφάλι της, αλλά ο Άλεξ αντιλήφθηκε ότι κράτησε γοργά την ανάσα της. Ξαφνικά δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί από το μυαλό του μια ενοχλητική εικόνα – να σηκώνει τη Λίλι από το έδαφος και να κρατάει το λυγερό κορμί της στα χέρια του. Μολονότι η Πενέλοπε ήταν ψηλότερη, πιο αισθησιακή από τη μεγαλύτερη αδερφή της, έδινε την εντύπωση ότι ήταν πολύ πιο μαλθακή και μικροκαμωμένη. «Κοίταξέ με», είπε ο Άλεξ σιγανά, και η Πενέλοπε υπάκουσε. Κοίταξε κι εκείνος επίμονα τα καστανά μάτια της. Ακριβώς σαν της Λίλι. Μόνο που αυτά τα μάτια ήταν γεμάτα με κατάπληκτη αθωότητα, όχι με σκοτεινή φλόγα. «Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις άβολα. Δεν πρόκειται να σου κάνω κακό». «Ναι, κύριέ μου», ψιθύρισε εκείνη. «Γιατί δεν με αποκαλείς Άλεξ;» Της το είχε ξαναζητήσει αυτό, αλλά η χρήση του ονόματός του φάνταζε να της είναι δύσκολη. «Ω, δεν… δεν μπορώ». Με τεράστια προσπάθεια, εκείνος κατέπνιξε τη δυσαρέσκειά του. «Δοκίμασε». «Άλεξ», μουρμούρισε η Πενέλοπε. «Ωραία». Έγειρε το κεφάλι του και άγγιξε τα χείλη της με τα δικά του. Η Πενέλοπε δεν κουνήθηκε, απλώς άγγιξε ελαφρά τον ώμο του με το χέρι της. Ο Άλεξ παρέτεινε το φιλί, αυξάνοντας την πίεση του στόματός του. Για πρώτη φορά γύρευε κάτι περισσότερο από πειθήνια αποδοχή εκ μέρους της. Τα χείλη της παρέμειναν παγερά και ακίνητα κάτω από τα δικά του. Σαστισμένος αλλά και ενοχλημένος ταυτόχρονα, συνειδητοποίησε ότι η Πενέλοπε θεωρούσε την αγκαλιά του ως καθήκον που θα έπρεπε να το υπομείνει. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το πράο πρόσωπό της. Έμοιαζε με παιδί που μόλις είχε καταπιεί υπάκουα μια κουταλιά φάρμακο και τώρα υπέφερε από τη γεύση που του άφησε. Ποτέ στη ζωή του καμιά γυναίκα δεν είχε θεωρήσει αγγαρεία το να τον φιλήσει! Τα καστανόξανθα φρύδια του Άλεξ έσμιξαν σε ένα συνοφρύωμα. «Που να πάρει ο διάολος, δεν θέλω να με ανέχονται», είπε άγρια. Η Πενέλοπε τσιτώθηκε από ανησυχία. «Κύριέ μου;» Ο Άλεξ ήξερε ότι θα έπρεπε να παραστήσει τον ευγενή κύριο και να της συμπεριφερθεί με τρυφερό σεβασμό, αλλά η ευέξαπτη φύση του απαιτούσε μια ανταπόκριση από αυτήν. «Φίλα με κι εσύ», διέταξε και την κόλλησε πάνω στο κορμί του. Με ένα κατάπληκτο σκλήρισμα, η Πενέλοπε του ξεγλίστρησε και τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Όχι ακριβώς χαστούκι. Ο Άλεξ θα είχε καλοδεχτεί ένα σθεναρό, σφριγηλό χαστούκι. Τούτο εδώ ήταν περισσότερο σαν επιτιμητικό μπατσάκι στο μάγουλό του. Η Πενέλοπε αποτραβήχτηκε προς την πόρτα και τον ατένισε δακρυσμένη. «Κύριέ μου, με δοκιμάζεις με κάποιο τρόπο;»


ρώτησε με πληγωμένη φωνή. Ο Άλεξ την κοίταξε για πολλή ώρα ανέκφραστος. Ήξερε ότι φερόταν παράλογα. Δεν θα έπρεπε να περιμένει από αυτήν κάτι που δεν ήταν σε θέση ή δεν ήταν διατεθειμένη να του δώσει. Έβρισε τον εαυτό του από μέσα του και αναρωτήθηκε γιατί βρισκόταν σε τέτοια διαβολεμένη διάθεση. «Σου ζητώ συγγνώμη». Η Πενέλοπε έκανε ένα αβέβαιο καταφατικό νεύμα. «Φαντάζομαι πως είσαι ακόμα σε έξαψη από το κυνήγι. Έχω ακούσει ότι οι άντρες επηρεάζονται πολύ από την πρωτόγονη ατμόσφαιρα τέτοιων γεγονότων». Εκείνος χαμογέλασε σαρδόνια. «Πιθανότατα αυτό είναι». «Με την άδειά σου, μπορώ να φύγω τώρα;» Χωρίς να μιλήσει εκείνος της έκανε ένα νεύμα ότι μπορούσε να φύγει από το δωμάτιο. Η Πενέλοπε κοντοστάθηκε στην πόρτα και κοίταξε πίσω της πάνω απ’ τον ώμο της. «Κύριέ μου, σε παρακαλώ, μη σκέφτεσαι άσχημα για τη Λίλι. Είναι ασυνήθιστη γυναίκα, πολύ γενναία και πεισματάρα. Όταν ήμουν παιδί, πάντα με προστάτευε από οποιονδήποτε και οτιδήποτε με τρόμαζε». Ο Άλεξ αιφνιδιάστηκε από το μικρό λογύδριο της Πενέλοπε. Ήταν σπάνιο να ακούσει την Πενέλοπε να βάζει μαζί πάνω από δύο προτάσεις. «Ήταν ποτέ της δεμένη με κάποιον από τους γονείς σας;» «Μόνο με τη θεία μας, τη Σάλι. Η Σάλι ήταν εκκεντρική με τον ίδιο τρόπο που είναι και η αδερφή μου, μονίμως αναζητούσε περιπέτειες και έκανε αντισυμβατικά πράγματα. Όταν πέθανε λίγα χρόνια πριν, άφησε ολόκληρη την περιουσία της στη Λίλι». Ώστε έτσι είχε αποκτήσει η Λίλι τα μέσα για να ζει. Η πληροφορία ελάχιστα βελτίωσε τη γνώμη του Άλεξ γι’ αυτήν. Πιθανότατα είχε ενεργήσει σκόπιμα ώστε να κερδίσει την εύνοια της ηλικιωμένης γυναίκας, κι ύστερα χόρευε πάνω στο νεκροκρέβατο με τη σκέψη της στα χρήματα που είχε κληρονομήσει. «Γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ;» «Η Λίλι έλεγε πάντοτε ότι ο γάμος είναι ένας απαίσιος θεσμός που επινοήθηκε προς όφελος των αντρών, όχι των γυναικών», είπε η Πενέλοπε και καθάρισε απαλά τον λαιμό της. «Για την ακρίβεια, δεν έχει και πολύ καλή γνώμη για τους άντρες. Παρόλο που όντως δείχνει να απολαμβάνει τη συντροφιά τους, πηγαίνοντας για κυνήγι, για τοξοβολία, για τυχερά παιχνίδια και πάει λέγοντας». «Και πάει λέγοντας», επανέλαβε ο Άλεξ σαρδόνια. «Η αδερφή σου έχει τίποτα “ιδιαίτερους” φίλους;» Η ερώτηση φάνηκε να μπερδεύει την Πενέλοπε. Παρόλο που δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι εννοούσε αυτός, απάντησε αμέσως. «Ιδιαίτερους; Λοιπόν… εεε… η Λίλι κάνει παρέα πολύ συχνά με έναν άντρα ονόματι Ντέρεκ Κρέιβεν. Τον έχει αναφέρει στα γράμματα που μου στέλνει». «Κρέιβεν;» Τώρα η όλη αποκρουστική εικόνα ήταν ξεκάθαρη. Τα χείλη του Άλεξ στράβωσαν από αποστροφή. Και ο ίδιος ήταν μέλος της λέσχης του Κρέιβεν. Είχε συναντήσει τον ιδιοκτήτη σε δύο περιστάσεις. Μα φάνταζε λογικό ότι η Λίλι Λόσον θα διάλεγε να συναναστραφεί έναν τέτοιο άντρα, έναν λαϊκό τύπο που ήταν γνωστός στους κύκλους των ευγενών με το απαξιωτικό παρωνύμι «μάγκας ευγενής». Χωρίς αμφιβολία η Λίλι είχε την ηθική πόρνης, γιατί μια «φιλία» με τον Κρέιβεν δεν μπορούσε να σημαίνει τίποτε άλλο. Πώς μπορούσε μια γυναίκα που είχε γεννηθεί μέσα σε μια καθωσπρέπει οικογένεια, που της είχαν παράσχει μόρφωση και της είχαν καλύψει όλες τις υλικές ανάγκες, να καταβυθιστεί σε τέτοιο ξεπεσμό; Η Λίλι το είχε επιλέξει με


τη θέλησή της, από την αρχή ως το τέλος. «Η Λίλι απλώς παραείναι ζωηρή για το είδος της ζωής μέσα στην οποία γεννήθηκε», είπε η Πενέλοπε, μαντεύοντας τις σκέψεις του. «Όλα μπορεί να ήταν διαφορετικά γι’ αυτήν, αν δεν την είχε εγκαταλείψει ο μνηστήρας της πριν από τόσα χρόνια. Η προδοσία και ο εξευτελισμός, το γεγονός ότι την εγκατέλειψε με τέτοιο τρόπο… εγώ πιστεύω ότι αυτό την οδήγησε να κάνει πολλά απερίσκεπτα πράγματα. Τουλάχιστον αυτό λέει η μαμά». «Και γιατί δεν…» Ο Άλεξ σταμάτησε να μιλάει, κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Ένας ήχος απέξω τον είχε θέσει σε επιφυλακή, το ξύσιμο από τις ρόδες μιας άμαξας πάνω στο χαλικόστρωτο δρομάκι. «Περιμένει η μητέρα σου τίποτα επισκέπτες σήμερα;» Η Πενέλοπε κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι, κύριέ μου. Μπορεί να είναι η βοηθός της μοδίστρας, που ήρθε να κάνει κάποιες επιδιορθώσεις στα προικιά μου. Αλλά είχα την εντύπωση πως αυτό ήταν για αύριο». Ο Άλεξ δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο, αλλά είχε ένα προαίσθημα… ένα πολύ κακό προαίσθημα. Τα νεύρα του ήταν τσιτωμένα από μια αίσθηση προειδοποίησης. «Πάμε να δούμε ποιος είναι». Με μια σπρωξιά άνοιξε διάπλατα την πόρτα της βιβλιοθήκης. Διασχίζοντας με μεγάλες δρασκελιές τον γκριζόασπρο μαρμάρινο προθάλαμο της εισόδου με την Πενέλοπε στο κατόπι του, πέρασε ξυστά δίπλα από τον ηλικιωμένο μπάτλερ, τον Σίλβερν. «Θα το φροντίσω εγώ», είπε στον Σίλβερν, και πήγε στην κεντρική είσοδο. Ο Σίλβερν ρουθούνισε με αποδοκιμασία μπροστά στην ανορθόδοξη συμπεριφορά του κυρίου του, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε φωναχτά. Μια μεγαλοπρεπής μαύρη και χρυσή άμαξα δίχως ευδιάκριτο οικόσημο είχε σταματήσει στο τέρμα του μακριού χαλικόστρωτου δρόμου. Η Πενέλοπε πήγε να σταθεί δίπλα στον Άλεξ, αναριγώντας μέσα στο λεπτό φόρεμά της καθώς την άγγιξε το αεράκι. Ήταν μια καταχνιασμένη ανοιξιάτικη μέρα, δροσερή και γεμάτη φρεσκάδα, με μια θάλασσα από σύννεφα από πάνω. «Δεν αναγνωρίζω την άμαξα», μουρμούρισε. Ένας υπηρέτης που φορούσε μια πολυτελή μπλε και μαύρη λιβρέα άνοιξε την πόρτα της άμαξας. Με επισημότητα έβαλε ένα μικρό ορθογώνιο σκαλοπάτι στο έδαφος για τη διευκόλυνση του επιβάτη. Και τότε φάνηκε εκείνη. Ο Άλεξ στάθηκε ακίνητος σαν να μαρμάρωσε. «Λίλι!» αναφώνησε η Πενέλοπε. Με μια κραυγή χαράς πήγε τρέχοντας προς την αδερφή της. Γελώντας διαχυτικά, η Λίλι πάτησε στο έδαφος. «Πένι!» Τύλιξε τα χέρια της γύρω από την Πενέλοπε και την αγκάλιασε, κι ύστερα την έστησε μπροστά της. «Θεέ μου, τι κομψό πλάσμα είσαι! Συναρπαστική! Έχω τόσα χρόνια να σε δω – από τότε που ήσουν μικρή, και τώρα κοίτα πώς έγινες! Το πιο όμορφο κορίτσι στην Αγγλία». «Όχι, όχι, εσύ είσαι η όμορφη». Η Λίλι γέλασε και την αγκάλιασε ξανά. «Τι ευγενικό, να κολακεύεις την καημένη τη γεροντοκόρη αδερφή σου». «Δεν δείχνεις καθόλου γεροντοκόρη», είπε η Πενέλοπε. Παρά την κατάπληξη του Άλεξ, που άρχισε να νιώθει έτοιμος για μάχη, όφειλε να συμφωνήσει. Η Λίλι ήταν υπέροχα ντυμένη με ένα σκούρο μπλε φόρεμα και βελούδινο μανδύα που είχε τελειώματα από λευκή ερμίνα. Τα μαλλιά της ήταν ελεύθερα κάτω από μια κορδέλα, με τις μπούκλες της να πέφτουν χαριτωμένα γύρω από τους κροτάφους της και να απλώνονται σε τσουλούφια μπροστά από τα λεπτά αφτιά της. Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι επρόκειτο για την ίδια αγροίκα γυναίκα που φορούσε βυσσινιές βράκες και καβαλίκευε ένα άλογο σαν


άντρας. Με τα ροδαλά μάγουλά της, καθώς χαμογελούσε, έμοιαζε με ευκατάστατη νεαρή σύζυγο σε μια κοινωνική επίσκεψη. Ή με μια αριστοκρατική εταίρα. Η Λίλι τον είδε καθώς κοίταξε πάνω από τον ώμο της Πενέλοπε. Χωρίς ντροπή ή έστω χωρίς ίχνος αμηχανίας, ξεκόλλησε από την αγκαλιά της αδερφής της και προχώρησε προς τα κυκλικά σκαλοπάτια όπου στεκόταν εκείνος. Απλώνοντας το λεπτό χέρι της προς το μέρος του, χαμογέλασε με αναίδεια. «Κατευθείαν μέσα στο στρατόπεδο του εχθρού», μουρμούρισε. Το θέαμά του, καθώς τη φιλοδώρησε με μια θυελλώδη άγρια ματιά, έκανε τα σκούρα μάτια της να λάμψουν από ικανοποίηση. Συνετά, η Λίλι συγκρατήθηκε και δεν χαμογέλασε πλατιά. Δεν ήταν σκόπιμο να κάνει τον Ρέιφορντ έξαλλο. Ήταν θυμωμένος, ωστόσο. Οπωσδήποτε δεν περίμενε ότι θα ερχόταν καμαρωτή στην πόρτα του εξοχικού κτήματός του. Μα κι εκείνη δεν περίμενε ότι θα το απολάμβανε τόσο πολύ! Ποτέ της δεν είχε νιώσει τόση ατόφια ευχαρίστηση τσιγκλίζοντας έναν άντρα. Όταν θα ξεμπέρδευε με τον Ρέιφορντ, ολόκληρος ο κόσμος του θα είχε έρθει τα πάνω κάτω. Δεν ένιωθε τύψεις για εκείνο που σκόπευε να κάνει. Αυτό το συνταίριασμα του Ρέιφορντ με την αδερφή της ήταν άνω ποταμών. Και μόνο μια ματιά να έριχνες πάνω σ’ αυτούς τους δυο, καταλάβαινες αμέσως πόσο λάθος ήταν. Η Πένι ήταν εύθραυστη σαν ανεμώνη με λευκά πέταλα, με τα χρυσαφένια μαλλιά της να λάμπουν απαλά σαν τα μαλλιά ενός παιδιού. Δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό της από εκείνους που θα την κακομεταχειρίζονταν ή θα την πειθανάγκαζαν, δεν είχε διέξοδο εκτός από το να λυγίσει σαν λεπτό κλαράκι μπροστά σε μια σφοδρή θύελλα. Και ο Ρέιφορντ ήταν δέκα φορές χειρότερος απ’ όσο τον θυμόταν η Λίλι. Τα χαρακτηριστικά του, με την τόση τραχιά τελειότητα και τόσο απόμακρα, μ’ εκείνα τα καθαρά, ανοιχτόχρωμα μάτια, με το θεληματικό πιγούνι του… δεν υπήρχε ευσπλαχνία, δεν υπήρχε ευγένεια σ’ εκείνο το πρόσωπο. Η θηριώδης δύναμη του κορμιού του, όλο μυς και νεύρα και ένταση, ήταν εμφανής παρά την πολιτισμένη περιβολή του. Του χρειαζόταν μια γυναίκα που να είναι τόσο κυνική όσο εκείνος, να μην την αγγίζουν τα αγκάθια του. Ο Άλεξ αγνόησε το χέρι της Λίλι. Απέμεινε να την κοιτάζει παγερά. «Φύγε», γρύλισε. «Τώρα». Μια ανατριχίλα διασκορπίστηκε στην πλάτη της, αλλά η Λίλι χαμογέλασε προσποιητά. «Κύριέ μου, επιθυμώ να δω την οικογένειά μου. Έχει περάσει πάρα πολύς καιρός». Πριν προλάβει ο Άλεξ να απαντήσει, άκουσε τις κραυγές της Τότι και του Τζορτζ από πίσω του. «Βιλελμίνα!» «Λίλι… Θεέ και Κύριε…» Ακολούθησε σιωπή, με όλους τους να σχηματίζουν έναν μαρμαρωμένο πίνακα ζωγραφικής. Τα βλέμματά τους ήταν επικεντρωμένα στη μικροκαμωμένη φιγούρα της Λίλι. Γρήγορα το κόρδωμα και η αυτοπεποίθηση πάνω στο πρόσωπό της ξεθώριασαν, ώσπου έμοιαζε με ένα μικρό κορίτσι γεμάτο ανασφάλεια. Άρχισε να δαγκώνει νευρικά το λεπτό κάτω χείλος της με τα λευκά δόντια της. «Μαμά;» είπε απαλά. «Μαμά, θα προσπαθήσεις να με συγχωρήσεις;» Η Τότι ξέσπασε σε δάκρυα και πλησίασε, με τα στρουμπουλά χέρια της ορθάνοιχτα. «Βιλελμίνα, θα μπορούσες να είχες έρθει νωρίτερα. Φοβήθηκα πάρα πολύ ότι δεν θα σε ξανάβλεπα ποτέ!» Η Λίλι όρμησε στην αγκαλιά της, γελώντας και κλαίγοντας. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν και μιλούσαν ταυτόχρονα.


«Μαμά, δεν έχεις αλλάξει καθόλου… και πόσο καταπληκτικά τα κατάφερες με την Πένι… όλος ο κόσμος μιλάει γι’ αυτήν…» «Αγάπη μου, ακούσαμε τόσο απαίσιες φήμες για τα καμώματά σου… Εγώ πάντα ανησυχώ, το ξέρεις… Θεούλη μου, τι έκανες στα μαλλιά σου;» Συνεσταλμένα η Λίλι σήκωσε το χέρι της στα κοντά, σγουρά μαλλιά της και χαμογέλασε πλατιά. «Είναι πολύ απαίσια, μαμά;» «Σου πάνε», παραδέχτηκε η Τότι. «Θα έλεγα ότι σε κολακεύουν, μάλιστα». Η Λίλι κοίταξε τον πατέρα της και έτρεξε καταπάνω του. «Μπαμπά!» Αμήχανα ο Τζορτζ τη χτύπησε χαϊδευτικά στη λυγερή πλάτη της και την έσπρωξε μαλακά. «Έλα, έλα, δεν χρειάζεται να σαχλαμαρίζουμε. Θεέ μου, κάτι σκηνές που δημιουργείς, Λίλι. Και μπροστά στον λόρδο Ρέιφορντ. Μήπως έχεις τίποτα μπλεξίματα; Γιατί ήρθες εδώ, απ’ όλα τα μέρη; Και γιατί τώρα, σε όλο αυτό το διάστημα;» «Κανένα μπλέξιμο δεν έχω», είπε η Λίλι χαμογελώντας στον πατέρα της. Είχαν παρόμοιο ύψος, όχι ψηλοί, και στέκονταν σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. «Θα ερχόμουν νωρίτερα, αλλά δεν ήμουν σίγουρη για την υποδοχή μου. Θέλω να πάρω μέρος στη χαρά για τον γάμο της Πένι. Φυσικά αν η παρουσία μου δυσαρεστεί τον κόμη, θα φύγω αμέσως. Δεν έχω καμία επιθυμία να προκαλέσω προβλήματα σε κανέναν. Απλώς σκέφτηκα ότι μπορεί να μου επιτρεπόταν να μείνω για καμιά βδομάδα». Λοξοκοίταξε τον Άλεξ και πρόσθεσε επιφυλακτικά: «Θα συμπεριφερθώ τέλεια. Θα είμαι τύπος και υπογραμμός». Το βλέμμα του Άλεξ τη διαπέρασε σαν παγάκι. Μπήκε στον πειρασμό να τη σπρώξει ξανά μέσα στην περίκομψη άμαξα και να πει στον οδηγό να βάλει πλώρη κατευθείαν για το Λονδίνο. Ή για κάποιο πολύ πιο θερμό μέρος. Αντιμέτωπη με τη σιωπή του, η Λίλι έδειξε να αναστατώνεται. «Αλλά μήπως δεν υπάρχει αρκετός χώρος για μένα εδώ;» Τέντωσε τον λαιμό της προς τα πάνω για να ατενίσει το πανύψηλο αρχοντικό, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί στις ατέλειωτες σειρές από παράθυρα και μπαλκόνια. Ο Άλεξ έσφιξε τα δόντια του. Το να την καρυδώσει θα ήταν η μεγαλύτερη ευχαρίστηση της ζωής του. Καταλάβαινε τι πήγαινε να κάνει αυτή η γυναίκα. Αν την έδιωχνε τώρα, θα φαινόταν στα μάτια της οικογένειάς της σαν ένας αφιλόξενος παλιάνθρωπος. Ήδη η Πενέλοπε τον κοιτούσε με ανήσυχη κατάπληξη. «Άλεξ», είπε ικετευτικά η Πενέλοπε, πηγαίνοντας προς το μέρος του και βάζοντας το χέρι της στο μπράτσο του. Ήταν η πρώτη φορά που τον είχε ποτέ της αγγίξει οικειοθελώς. «Άλεξ, υπάρχει αρκετός χώρος εδώ για την αδερφή μου, έτσι δεν είναι; Αν εκείνη λέει ότι θα συμπεριφερθεί καλά, είμαι βέβαιη ότι θα το κάνει». Η Λίλι κακάρισε τρυφερά. «Εντάξει, Πένι, ας μη φέρνουμε σε δύσκολη θέση την ευγένειά του. Θα βρω κάποια άλλη ευκαιρία για να σε δω, το υπόσχομαι». «Όχι, εγώ θέλω να μείνεις», ξεφώνισε η Πενέλοπε, με τα δάχτυλά της να σφίγγουν περισσότερο το μπράτσο του Άλεξ. «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, σε παρακαλώ, επίτρεψέ της να μείνει εδώ!» «Δεν υπάρχει λόγος να ικετεύεις», μουρμούρισε ο Άλεξ. Πώς μπορούσε να αρνηθεί στη μνηστή του ενόσω εκείνη τον εκλιπαρούσε μπροστά στην οικογένειά της, στον μπάτλερ και σε όλους τους υπηρέτες; Έριξε μια άγρια ματιά στη Λίλι, περιμένοντας να διακρίνει μια λάμψη θριάμβου στα μάτια της, ένα αυτάρεσκο μειδίαμα στα χείλη της. Όμως εκείνη είχε πάρει ένα ύφος καρτερίας που θα μπορούσε να την κάνει να φαίνεται σαν τη Ζαν Ντ’ Αρκ. Να την πάρει ο διάολος! «Κάνε ό,τι θέλεις», είπε στην Πενέλοπε. «Απλώς κράτα τη μακριά από μένα».


«Ω, σ’ ευχαριστώ!» Η Πενέλοπε άρχισε να στριφογυρίζει από τη χαρά της, αγκάλιασε τη Λίλι και μετά την Τότι. «Μαμά, δεν είναι υπέροχο;» Καταμεσής του χειμάρρου ευγνωμοσύνης της Πενέλοπε, η Λίλι πλησίασε τον Άλεξ ήσυχα. «Ρέιφορντ, φοβούμαι πως εσύ κι εγώ κάναμε κακή αρχή», είπε. «Αυτό ήταν εντελώς δικό μου φταίξιμο. Δεν γίνεται να ξεχάσουμε το αναθεματισμένο κυνήγι και να ξεκινήσουμε ξανά;» Ήταν τόσο ειλικρινής, τόσο ντόμπρα και συγκινητική. Ο Άλεξ δεν πίστευε λέξη απ’ όλα αυτά. «Δεσποινίς Λόσον», είπε, μιλώντας επίτηδες αργά, «έτσι και κάνεις οτιδήποτε για να υπονομεύσεις τα συμφέροντά μου…» «Τι θα κάνεις;» Η Λίλι του χαμογέλασε προκλητικά. Εκείνος δεν μπορούσε να της κάνει κανένα κακό. Το χειρότερο της είχε συμβεί εδώ και πολύ καιρό. Δεν τον φοβόταν. «Θα σε κάνω να το μετανιώνεις για την υπόλοιπη ζωή σου», της είπε απαλά. Το χαμόγελο της Λίλι ξεθώριασε την ώρα που εκείνος απομακρυνόταν. Ξαφνικά η προειδοποίηση του Ντέρεκ ήρθε στ’ αφτιά της… Άκουσέ με, μικρή. Άσ’ το... Μείνε μακριά απ’ αυτόν… Η Λίλι απόδιωξε αυτά τα λόγια από το μυαλό της, ανασηκώνοντας τους ώμους νευρικά. Ο λόρδος Ρέιφορντ ήταν απλώς ένας άνθρωπος κι εκείνη θα μπορούσε να τον φέρει βόλτα. Δεν είχε μόλις εξασφαλίσει μια πρόσκληση να μείνει ακριβώς κάτω από τη στέγη του για τις επόμενες λίγες βδομάδες; Κοίταξε τη μητέρα και την αδερφή της και γέλασε σιγανά. «Ρώτησα τον Ρέιφορντ αν σ’ αγαπάει». Η Λίλι είχε αδράξει την πρώτη ευκαιρία να οδηγήσει την Πενέλοπε σε ένα ήσυχο δωμάτιο όπου θα μπορούσαν να έχουν, όπως το έθεσε, μια «αδερφική κουβεντούλα». Κατευθείαν ξεκίνησε ορμητικά να της εξιστορεί με το νι και με το σίγμα τα καθέκαστα στο κυνήγι των Μίντλτον, αποφασισμένη να κάνει την Πένι να καταλάβει με τι είδους άντρα ήταν αρραβωνιασμένη. «Ω Λίλι, μη μου πεις!» Η Πενέλοπε κάλυψε τα μάτια με τα χέρια της και βόγκηξε. «Μα γιατί έκανες τέτοιο πράγμα;» Αναπάντεχα, εξέπληξε τη Λίλι ξεσπώντας σε νευρικό γέλιο. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς αποκρίθηκε η ευγένειά του!» «Δεν βλέπω πού είναι το αστείο», είπε η Λίλι με σαστισμένη αξιοπρέπεια. «Προσπαθώ να κάνω μαζί σου μια σοβαρή συζήτηση που αφορά το μέλλον σου, Πένι». «Το μέλλον μου είναι μια χαρά υπό έλεγχο. Ή μάλλον, ήταν». Κοντεύοντας να πνιγεί από ένα γέλιο αποθάρρυνσης, η Πενέλοπε σκέπασε το στόμα με το χέρι της. Η Λίλι αναρωτήθηκε με αγανάκτηση γιατί η ιστορία της συνάντησής της με τον Ρέιφορντ στο κυνήγι προκαλούσε στην αδερφή της θυμηδία, αντί να την κάνει να ανησυχεί, όπως θα έπρεπε. «Σε απάντηση της απόλυτα ευθείας ερώτησής μου, ο Ρέιφορντ ήταν αγενής, με υπεκφυγές και προσβλητικός. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ευγενής κύριος και δεν σου αξίζει με τίποτα». Η Πενέλοπε ανασήκωσε ανήμπορα τους ώμους. «Όλο το Λονδίνο τον θεωρεί κελεπούρι». «Εγώ ζητώ να διαφέρω». Η Λίλι βημάτιζε πάνω κάτω μπροστά στο κρεβάτι με τον ουρανό, χτυπώντας συνεχόμενα ένα γάντι από δέρμα σεβρό στην παλάμη της. «Ποια είναι τα προσόντα που τον καθιστούν κελεπούρι; Η εμφάνισή του; Εντάξει, παραδέχομαι ότι μπορεί να θεωρηθεί όμορφος…. αλλά μόνο με έναν αβρό, παγερό, μέτριο τρόπο». «Εεε… φαντάζομαι πως αυτό είναι θέμα γούστου…» «Όσο για την περιουσία του», συνέχισε η Λίλι ζωηρά, «υπάρχουν πολλοί άλλοι άντρες που έχουν τα οικονομικά μέσα να σε φροντίσουν και να σου προσφέρουν πολυτελή ζωή. Ο τίτλος ευγενείας του; Άνετα θα μπορούσες να βρεις κάποιον ακόμα πιο γαλαζοαίματο και με πιο


εντυπωσιακή αριστοκρατική καταγωγή. Και δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι πεθαίνεις κιόλας για τον Ρέιφορντ, Πένι!» «Η συμφωνία έχει γίνει κι έχει κανονιστεί ανάμεσα στον μπαμπά και στον λόρδο Ρέιφορντ», αποκρίθηκε μαλακά η Πένι. «Κι ενώ είναι αλήθεια ότι δεν τον αγαπώ, ποτέ μου δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Αν σταθώ τυχερή, αυτό το είδος του συναισθήματος μπορεί να έρθει αργότερα. Έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν είμαι σαν εσένα, Λίλι. Εγώ ανέκαθεν υπήρξα πολύ συμβατική». Η Λίλι ξεστόμισε μια βρισιά μέσα απ’ τα δόντια της κι απέμεινε να την κοιτάζει απογοητευμένη. Κάτι στον πεζό τρόπο της αδερφής της έκανε τη Λίλι να νιώθει έντονα όπως ένιωθε κατά τη διάρκεια της ατίθασης νιότης της, τότε που οι πάντες έδειχναν να έχουν μια αντίληψη για τον κόσμο που εκείνη δεν καταλάβαινε. Ποιο ήταν το μυστικό τους; Γιατί ένας γάμος κατόπιν συμφωνίας, χωρίς αγάπη, φαινόταν λογικός σε όλους τους άλλους και όχι σε εκείνη; Σίγουρα είχε απολαύσει πολλή ελευθερία για πολύ καιρό. Κάθισε στο κρεβάτι δίπλα στην Πενέλοπε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί είσαι τόσο θετική στην προοπτική να παντρευτείς έναν άντρα που δεν τον αγαπάς». Η Λίλι προσπάθησε να ακουστεί κοφτή, αλλά η φωνή της βγήκε λυπημένη. «Δεν είμαι θετική, απλώς υπέκυψα. Στ’ αλήθεια συγχώρησέ με που θα το πω, Λίλι, αλλά είσαι ρομαντική, με τη χειρότερη έννοια του όρου». Η Λίλι κατσούφιασε. «Καθόλου! Έχω μια εντελώς σκληροτράχηλη, πρακτική φύση. Έχω βιώσει αρκετά χτυπήματα έτσι ώστε να αναπτύξω μια ρεαλιστική αντίληψη για τον κόσμο και το πώς λειτουργεί, και ως εκ τούτου ξέρω…» «Πολυαγαπημένη μου Λίλι». Η Πενέλοπε πήρε το χέρι της αδερφής της και το στρίμωξε ανάμεσα στα δικά της. «Από τότε που ήμουν μικρό κορίτσι, πάντα σε θεωρούσα ως την πιο όμορφη, την πιο θαρραλέα, την πιο τα πάντα. Αλλά όχι πρακτική. Ποτέ πρακτική». Η Λίλι τράβηξε το χέρι της και κοίταξε τη μικρότερη αδερφή της κατάπληκτη. Απ’ ό,τι φαινόταν, η Πενέλοπε δεν επρόκειτο να είναι τόσο συνεργάσιμη όσο περίμενε εκείνη. Τέλος πάντων, το σχέδιο εξακολουθούσε να έπρεπε να έρθει εις πέρας. Ήταν για το καλό της Πένι, είτε παραδεχόταν ότι είχε ανάγκη να σωθεί είτε όχι. «Δεν θέλω να μιλήσω για τον εαυτό μου», είπε απότομα. «Θέλω να μιλήσω για σένα. Από όλους τους θαυμαστές σου στο Λονδίνο, κάποιος πρέπει να υπήρξε που να τον προτιμούσες αντί για τον Ρέιφορντ». Ύψωσε τα φρύδια της με σημασία. «Όπως τον λόρδο Στάμφορντ. Χμμμ;» Η Πενέλοπε παρέμεινε αμίλητη για πολλή ώρα και οι σκέψεις της έδειχναν να περιπλανιούνται σε κάποιο μέρος μακρινό. Ένα μελαγχολικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Αγαπημένε μου Ζάκαρι», ψιθύρισε. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Η κατάστασή μου έχει παγιωθεί. Λίλι, ξέρεις ότι δεν σου έχω ζητήσει ποτέ τίποτα. Όμως σου ζητώ τώρα, από τα βάθη της καρδιάς μου, σε παρακαλώ, μη σου μπει στο κεφάλι να με “βοηθήσεις”. Θα υπακούσω στην απόφαση του μπαμπά και της μαμάς και θα παντρευτώ τον λόρδο Ρέιφορντ. Είναι υποχρέωσή μου». Χτύπησε τα δάχτυλά της λες και της είχε έρθει κάποια καινούρια ιδέα. «Γιατί δεν στρέφουμε την προσοχή μας στο να βρούμε έναν σύζυγο για σένα;» «Θεέ και Κύριε». Η Λίλι σούφρωσε τη μύτη της. «Δεν χωνεύω τους άντρες. Φυσικά, μπορούν να είναι τέλεια παρέα για το κυνήγι ή για τη χαρτοπαικτική λέσχη. Αλλά σε άλλες ώρες… ω, οι άντρες είναι πολύ μεγάλος μπελάς. Άπληστα, απαιτητικά πλάσματα. Δεν αντέχω τη σκέψη να είμαι υπό τις διαταγές κάποιου και να μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι το παιδί για όλες τις δουλειές αντί γυναίκα με τις δικές της απόψεις». «Οι άντρες είναι χρήσιμοι αν κάποιος επιθυμεί οικογένεια». Όπως όλα τα καθωσπρέπει κορίτσια της τάξης της, η Πενέλοπε είχε διδαχτεί ότι ο πιο αξιέπαινος ρόλος της γυναίκας ήταν


να φέρνει στον κόσμο παιδιά. Τα λόγια έφεραν στη Λίλι μια δυσάρεστη αίσθηση, αναδεύοντας οδυνηρά συναισθήματα. «Ναι», είπε πικρά. «Σίγουρα είναι χρήσιμοι στη δημιουργία παιδιών». «Δεν θέλεις να είσαι μόνη για πάντα, έτσι δεν είναι;» «Καλύτερα μόνη παρά να είμαι το υποχείριο κάποιου άντρα!» Η Λίλι δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι μιλούσε δυνατά μέχρι που διέκρινε την ταραχή στο πρόσωπο της Πενέλοπε. Χαρίζοντάς της ένα σύντομο χαμόγελο η Λίλι πασπάτεψε ένα σάλι που κρεμόταν πάνω σε μια καρέκλα. «Μπορώ να δανειστώ αυτό; Νομίζω πως θα πάω για εξερεύνηση, ίσως να κάνω μια βολτίτσα έξω. Είναι λιγάκι αποπνικτικά εδώ μέσα». «Μα Λίλι…» «Θα μιλήσουμε κι άλλο, αργότερα. Σου το υπόσχομαι. Θα… θα σε δω στο δείπνο, γλυκιά μου». Η Λίλι έφυγε βιαστικά, διέσχισε τον διάδρομο και κατέβηκε την περίτεχνη σκάλα, δίχως να τη νοιάζει πού θα πήγαινε. Αγνοώντας την πολυτέλεια γύρω της, κρατούσε το κεφάλι της κατεβασμένο. «Θεέ μου, πρέπει να είμαι προσεκτική», ψιθύρισε. Τελευταία ο αυτοέλεγχός της είχε φτάσει στα όριά του και δεν πρόσεχε τα λόγια της και πολύ. Περιπλανήθηκε στον τεράστιο προθάλαμο και βρέθηκε σε έναν εξώστη τουλάχιστον τριάντα μέτρα μακρύ, που τον έλουζε το φως μπαίνοντας μέσα από μια σειρά γυάλινα παράθυρα. Μέσα από το άψογα γυαλισμένο τζάμι είδε έναν προσεγμένο κήπο με περιποιημένο γρασίδι και καλοσχηματισμένους διαδρόμους. Ένα γρήγορο περπάτημα ήταν ακριβώς αυτό που της χρειαζόταν. Ρίχνοντας το σάλι γύρω απ’ τους ώμους της, η Λίλι βγήκε έξω, απολαμβάνοντας το ψυχρό δάγκωμα του αέρα. Ο κήπος ήταν καταπληκτικός, περιποιημένος και πολυτελής, χωρισμένος σε πολλά κομμάτια μέσα από συστάδες με χαμηλά έλατα προσεκτικά κλαδεμένα. Υπήρχε ένα κομμάτι με ένα εκκλησάκι, ένα λεπτό ρυάκι και μια μικρή στρογγυλή λιμνούλα γεμάτη με άσπρους κρίνους. Αυτό οδηγούσε σε έναν ροδώνα, με ένα πλήθος από λουλούδια να περιβάλλουν μια τεράστια και σπάνια τριανταφυλλιά από το Άιρσαϊρ. Η Λίλι περπάτησε κατά μήκος ενός τοίχου που ήταν καλυμμένος με περικοκλάδες και αναρριχητικές τριανταφυλλιές. Ανέβηκε μια σειρά από φαγωμένα σκαλοπάτια τα οποία οδηγούσαν σε μια βεράντα που δέσποζε πάνω από μια τεχνητή λίμνη. Εκεί δίπλα ήταν ένα σιντριβάνι που το περιστοίχιζε μια ντουζίνα περήφανα, καμαρωτά παγόνια. Υπήρχε μια αύρα απόλυτης ηρεμίας μέσα στον κήπο. Φάνταζε σαν ένα μαγεμένο μέρος, όπου τίποτα κακό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Την προσοχή της τράβηξε μια σειρά από οπωροφόρα δέντρα στην ανατολική πλευρά του κτήματος. Η θέα τους έφερε στο μυαλό της Λίλι τον λεμονόκηπο στην ιταλιάνικη βίλα όπου είχε ζήσει για δυο χρόνια. Εκείνη και η Νικόλ είχαν περάσει τον περισσότερο καιρό τους στον κήπο ή στους εξώστες με τους πολλούς κίονες στο πίσω μέρος του μικρού σπιτιού. Καμιά φορά έπαιρνε τη Νικόλ και πήγαιναν για περπάτημα στο σκιερό δασάκι εκεί κοντά. «Μην το σκέφτεσαι», ψιθύρισε φρενιασμένη. «Μη». Αλλά η ανάμνηση ήταν τόσο καθαρή λες και είχε συμβεί χθες. Κάθισε στις παρυφές της πηγής και τύλιξε το σάλι πιο σφιχτά γύρω από το σώμα της. Αφηρημένα έστρεψε το πρόσωπό της προς τα δέντρα πέρα μακριά από τη λίμνη, και θυμήθηκε… «Κυρία! Κυρία, έφερα τα πιο υπέροχα πράγματα από την αγορά – ψωμί και μαλακό τυρί και καλό κρασί. Βοήθησέ με να μαζέψουμε μερικά φρούτα από τον κήπο, και για μεσημεριανό θα…» Η Λίλι σταμάτησε να μιλάει όταν συνειδητοποίησε την αφύσικη σιωπή μέσα στο σπιτάκι. Το χαρωπό χαμόγελό της ξεθώριασε. Απίθωσε το καλάθι κάτω, πλάι στην πόρτα, και μπήκε στο


σπιτάκι τρέχοντας. Όπως οι ντόπιες γυναίκες, φορούσε μια βαμβακερή φούστα και μακρυμάνικη μπλούζα, ενώ τα μαλλιά της ήταν καλυμμένα με ένα μεγάλο μαντίλι. Με τις σκούρες μπούκλες της και την άψογη προφορά της, συχνά την έπαιρναν για κανονική Ιταλίδα. «Κυρία;» ρώτησε επιφυλακτικά. Ξαφνικά η οικονόμος έκανε την εμφάνισή της, με το ρυτιδιασμένο, σκαμμένο από τον ήλιο πρόσωπό της αυλακωμένο από δάκρυα. Η όψη της ήταν ανάστατη, τα γκρίζα μαλλιά της ξέφευγαν από τη στενή κορδέλα που ήταν δεμένη γύρω από το κεφάλι της. «Δεσποινίς», είπε ασθμαίνοντας, κι άρχισε να μιλάει τόσο ασυνάρτητα που η Λίλι δεν μπορούσε να την καταλάβει. Έβαλε το χέρι της γύρω από τους στρογγυλούς ώμους της ηλικιωμένης γυναίκας και προσπάθησε να την καθησυχάσει. «Κυρία, πες μου τι συνέβη. Έγινε κάτι με τη Νικόλ; Πού είναι;» Η οικονόμος άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Κάτι κακό συνέβη, κάτι πολύ απαίσιο για να ειπωθεί με λόγια. Μήπως το μωρό της ήταν άρρωστο; Μήπως είχε χτυπήσει; Τρομοκρατημένη η Λίλι άφησε την κυρία κι έτρεξε προς τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο παιδικό δωμάτιο. «Νικόλ;» φώναξε. «Νικόλ, η μαμά είναι εδώ, όλα είναι…» «Δεσποινίς, πάει!» Η Λίλι πάγωσε με το πόδι της στο πρώτο σκαλί, και το χέρι της άδραξε σφιχτά το κιγκλίδωμα. Κοίταξε τη γυναίκα, που έτρεμε ολοφάνερα. «Τι θες να πεις;» ρώτησε βραχνά. «Πού είναι;» «Ήρθαν δυο άντρες. Δεν μπορούσα να τους σταματήσω. Προσπάθησα, Θεέ μου… Αλλά πήραν το μωρό κι έφυγαν. Η Νικόλ πάει». Η Λίλι ένιωσε λες κι ήταν στη μέση ενός εφιάλτη. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα. «Τι είπαν;» ρώτησε με μια παράξενη, πνιχτή φωνή. Η κυρία άρχισε να κλαίει με λυγμούς και η Λίλι την έβρισε, ορμώντας καταπάνω της. «Που να σε πάρει ο διάολος, μην κλαις, μονάχα πες μου τι είπαν!» Η γυναίκα οπισθοχώρησε, φοβισμένη από το παραμορφωμένο πρόσωπο της Λίλι. «Δεν είπαν τίποτα». «Πού την πήγαν;» «Δεν ξέρω». «Άφησαν κάποιο σημείωμα, κάποιο μήνυμα;» «Όχι, δεσποινίς». Η Λίλι απέμεινε να κοιτάζει τα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας που έτρεχαν δάκρυα. «Ω, δεν συμβαίνει αυτό, δεν…» Φρενιασμένη έτρεξε στο παιδικό δωμάτιο, έπεσε στα γόνατα και χτύπησε τα καλάμια της αλλά δεν ένιωσε τον πόνο. Το μικρό δωμάτιο έδειχνε το ίδιο ως συνήθως, με παιχνίδια διασκορπισμένα στο πάτωμα κι ένα φόρεμα με σούρες κρεμασμένο στο μπράτσο μιας κουνιστής πολυθρόνας. Η κούνια ήταν άδεια. Η Λίλι έβαλε το ένα χέρι της πάνω στο στομάχι της και το άλλο στο στόμα της. Ήταν πολύ φοβισμένη για να κλάψει, αλλά άκουσε την ίδια τη φωνή της σε έναν βίαιο χείμαρρο. «Όχι! Νικόλ… Όχιιι…» Αναπηδώντας ξαφνιασμένη, ξανάφερε τον εαυτό της στο παρόν. Είχαν περάσει πάνω από δύο χρόνια από τότε. Δύο χρόνια. Μελαγχολικά αναρωτήθηκε αν η Νικόλ εξακολουθούσε να τη θυμάται. Αν η Νικόλ ήταν ακόμα ζωντανή. Η σκέψη έκανε τον λαιμό της να σφιχτεί ώσπου κόντεψε να μην μπορεί να πάρει ανάσα. Ίσως, σκέφτηκε δυστυχισμένα, αυτή να ήταν η τιμωρία της για τις αμαρτίες της, ότι είχαν πάρει το μωρό της μακριά της για πάντα. Όμως ο Κύριος έπρεπε να είναι ελεήμων – η Νικόλ ήταν τόσο αθώα, τόσο αναμάρτητη. Η Λίλι ήξερε ότι ακόμα


κι αν της έπαιρνε όλο το υπόλοιπο της ζωής της, θα έβρισκε την κόρη της. Ο Άλεξ δεν είχε δει ποτέ μια λεπτοκαμωμένη γυναίκα να τρώει με τόση όρεξη. Με λεπτή ακρίβεια, η Λίλι καταβρόχθισε μια πιατέλα με χοιρομέρι και σος μαδέρα, κάμποσες κουταλιές πατάτες και βραστά λαχανικά, γλυκά και φρέσκα φρούτα. Σε όλη τη διάρκεια του γεύματος γελούσε και φλυαρούσε, με το ζεστό φως να σκορπίζει μια λάμψη πάνω στο ζωντανό πρόσωπό της. Αρκετές φορές ο Άλεξ τσάκωσε με δυσαρέσκεια τον εαυτό του να την κοιτάζει επίμονα. Τον ενοχλούσε πάρα πολύ η γοητεία που του ασκούσε και το αίνιγμα που αποτελούσε εκείνη η γυναίκα. «Μπορεί να δεχτώ έναν επισκέπτη σε μια δυο μέρες. Έναν απόλυτα γοητευτικό νεαρό κύριο – και γείτονά σου, λόρδε Ρέιφορντ». Η Τότι έδειξε αμέσως χαρά. «Μήπως αστειεύεσαι, Βιλελμίνα; Είναι κάποιος που τον γνωρίζω; Γιατί δεν μας τον είχες αναφέρει πρωτύτερα;» «Δεν είμαι σίγουρη πόσα υπάρχουν για να πω», είπε η Λίλι σεμνά. «Και ναι, τον γνωρίζεις. Είναι ο Ζάκαρι». «Ο υποκόμης Στάμφορντ;» Η κατάπληξη της οικογένειάς της έκανε τη Λίλι να χαμογελάσει πλατιά. «Ακριβώς αυτός. Όπως γνωρίζετε, ξεκίνησα μια φιλία με τον Ζακ αφότου ο Χάρι κι εγώ διακόψαμε. Έκτοτε διατηρήσαμε μια σίγουρη συμπάθεια ο ένας προς τον άλλο. Τα πηγαίνουμε τέλεια μεταξύ μας. Τελευταία υποψιάζομαι ότι τα αισθήματα ανάμεσά μας μπορεί να έχουν ωριμάσει». Τέλεια, σκέφτηκε με περηφάνια. Είχε ξεφουρνίσει τα νέα με τον πιο κατάλληλο τόνο στη φωνή – αδιάφορο, ευχαριστημένο και μια σταλιά ντροπαλό. Στην άκρη της γλώσσας του το είχε ο Άλεξ να ρωτήσει τι γνώμη είχε ο εραστής της Ντέρεκ Κρέιβεν για την όλη υπόθεση, αλλά το κατάπιε και δεν μίλησε. Σκέφτηκε τι είδους ζεύγος θα ήταν αυτοί οι δυο. Ο Στάμφορντ ήταν ένα άκακο κουτάβι χωρίς πολύ σθένος. Η Λίλι θα έσερνε τον καημένο βλάκα από την εξευγενισμένη μυτούλα του. Η Λίλι χαμογέλασε στην Πενέλοπε απολογητικά. «Φυσικά, γλυκιά μου Πένι, όλοι γνωρίζουμε ότι ο Ζακ διατηρούσε ένα ενδιαφέρον για σένα για κάποιο καιρό. Αλλά τελευταία ο Ζακ έχει αρχίσει να με βλέπει κάτω από ένα πρίσμα που δεν με είχε ξαναδεί πριν. Ελπίζω να μη σε θορυβεί η πιθανότητα μιας σχέσης ανάμεσά μας». Το πρόσωπο της Πενέλοπε είχε πάρει μια παράξενη έκφραση – η κατάπληξη πάλευε με τη ζήλια. Η Πένι δεν είχε κοιτάξει την αδερφή της με τέτοιο τρόπο ποτέ πριν. Κατάφερε να σχηματίσει ένα γενναίο χαμόγελο. «Θα με ευχαριστούσε αν επρόκειτο να βρεις κάποιον που θα μπορούσε να σου δώσει ευτυχία, Λίλι». «Ο Ζακ θα ήταν πολύ καλός σύζυγος για μένα», είπε η Λίλι ονειροπόλα. «Αν και θα χρειαστεί να δουλέψουμε πάνω στην ικανότητά του στη σκοποβολή. Δεν είναι ακριβώς ο αθλητικός τύπος που είμαι εγώ». «Ε καλά», είπε η Πενέλοπε με άχρωμο ενθουσιασμό. «Ο υποκόμης Στάμφορντ είναι ένας καλός κι ευγενικός άνθρωπος». «Ναι, είναι», μουρμούρισε η Λίλι. Την Πένι, να ’ναι καλά, ήταν εύκολο να τη διαβάσει. Είχε μείνει εμβρόντητη στη σκέψη ότι ο άνθρωπος που την είχε φλερτάρει τόσο φλογερά τώρα σκεφτόταν τον γάμο με τη μεγαλύτερη αδερφή της. Όλα θα έμπαιναν στη θέση τους όμορφα όμορφα. Λάμποντας από ικανοποίηση, η Λίλι κοίταξε τον Άλεξ. «Ευελπιστώ πως δεν έχεις αντίρρηση που θα δεχτώ επισκέψεις, κύριέ μου;»


«Ούτε στο όνειρό μου δεν θα ανακατευόμουν με οποιαδήποτε γαμήλια προοπτική βρεθεί στον δρόμο σου, δεσποινίς Λόσον. Ποιος ξέρει πότε θα έρθει άλλη;» «Είσαι πολύ ευγενικός», αποκρίθηκε εκείνη καυστικά και έγειρε προς τα πίσω καθώς ένας υπηρέτης έσπευσε να απομακρύνει το άδειο πιάτο της. «Δεσποινίς; Δεσποινίς, να σου φέρω τίποτα από την κουζίνα; Ίσως ένα φλιτζάνι τσάι;» Ακούστηκε ένας ήχος από κουρτίνες που τραβιούνταν. Η Λίλι αναδεύτηκε και βόγκηξε, καθώς αναδύθηκε από τα απαλά βάθη του ύπνου. Το εκτυφλωτικό φως της μέρας έπεσε στα μάτια της. Καθώς έστριψε το κεφάλι της, μόρφασε από τον πόνο των πιασμένων μυών στον σβέρκο της. Τι άθλιο ύπνο είχε κάνει, γεμάτο με παράξενα όνειρα, κάποια από τα οποία αφορούσαν τη Νικόλ. Κυνηγούσε, λέει, την κόρη της, προσπαθούσε να τη φτάσει, παραπατώντας ανάμεσα σε ατέλειωτους διαδρόμους σε ανοίκεια μέρη. Η υπηρέτρια συνέχισε να την τριβελίζει με διστακτικές ερωτήσεις. Ενδεχομένως η μισητή αρχοντιά του είχε στείλει τους υπηρέτες του να την ξυπνήσουν κάποια ώρα εξωφρενική, μόνο και μόνο από φούρκα. Βρίζοντας τον Ρέιφορντ από μέσα της, η Λίλι έτριψε τα μάτια της και ανακάθισε με κόπο. «Όχι, δεν θέλω τσάι», μουρμούρισε. «Το μόνο που θέλω είναι να μείνω στο κρεβάτι και…» Η Λίλι σταμάτησε να μιλάει και της ξέφυγε ένα αγκομαχητό καθώς είδε τι την περιέβαλλε. Η καρδιά της βροντοχτύπησε από φόβο. Δεν βρισκόταν στο κρεβάτι. Δεν ήταν στο δωμάτιό της. Ήταν… ω Θεέ μου, ήταν κάτω, στη βιβλιοθήκη, κουλουριασμένη άβολα πάνω σε μία από τις δερμάτινες πολυθρόνες. Η υπηρέτρια, μια νεαρή κοπέλα με πλούσιες κόκκινες μπούκλες παραχωμένες κάτω από ένα άσπρο καπελάκι, στεκόταν μπροστά της στρίβοντας τις παλάμες της. Η Λίλι κοιτάχτηκε και συνειδητοποίησε ότι φορούσε το λεπτό άσπρο νυχτικό της, ούτε ρόμπα ούτε παντόφλες. Είχε πάει να κοιμηθεί χθες τη νύχτα στον ξενώνα που της είχε παραχωρηθεί, και με κάποιο τρόπο είχε καταλήξει εδώ. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί να σηκώνεται από το κρεβάτι ούτε να κατεβαίνει τις σκάλες. Δεν θυμόταν τίποτα. Είχε ξανασυμβεί αυτό. Σαστισμένη, η Λίλι πέρασε την παλάμη της πάνω από το μέτωπό της που ήταν γεμάτο με σταγόνες ιδρώτα. Θα μπορούσε να καταλάβει την κατάσταση αν είχε πιει. Ω, είχε κάνει κάμποσα ηλίθια πράγματα όταν «του έδινε να καταλάβει», όπως το αποκαλούσε ο Ντέρεκ όταν ήταν μισομεθυσμένη. Αλλά το μόνο που είχε πιει χθες τη νύχτα ήταν λίγες γουλιές λικέρ μετά το δείπνο, κι αμέσως έπειτα απ’ αυτό είχε πιει ένα φλιτζάνι δυνατό καφέ. Είχε συμβεί σε δύο άλλες περιστάσεις. Μια φορά, όταν είχε πάει να κοιμηθεί στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της στο Λονδίνο και είχε ξυπνήσει το επόμενο πρωί στην κουζίνα· και μια άλλη φορά, ο Μπάρτον, ο μπάτλερ, την είχε ανακαλύψει να κοιμάται στο σαλόνι. Ο Μπάρτον είχε υποθέσει ότι ήταν υπό την επήρεια σοβαρού μεθυσιού ή κάποιων άλλων ναρκωτικών. Η Λίλι είχε συγκεντρώσει το θάρρος να του πει ότι ήταν νηφάλια σαν δικαστής. Θεέ και Κύριε, δεν μπορούσε να επιτρέψει να μάθει κανείς ότι περιδιάβαινε το σπίτι στον ύπνο της – αυτό δεν ήταν συμπεριφορά γυναίκας στα συγκαλά της, έτσι δεν είναι; Η υπηρέτρια την κοίταζε, περιμένοντας για μια εξήγηση. «Ε… ένιωθα ανησυχία χθες τη νύχτα και… ήρθα εδώ για ένα ποτό», είπε η Λίλι, στριφογυρίζοντας τις πτυχώσεις του νυχτικού της μέσα στις γροθιές της. «Π… πολύ ανόητο εκ μέρους μου να αποκοιμηθώ σ’ αυτή ακριβώς την πολυθρόνα». Το κορίτσι έριξε μια βιαστική


ματιά ολόγυρα στο δωμάτιο, προφανώς απορώντας που δεν έβλεπε κάποιο ποτήρι. Με κάποιο τρόπο η Λίλι κατασκεύασε ένα ανάλαφρο γέλιο. «Κάθισα εδώ να σκεφτώ… κάτι… και μετά με πήρε ο ύπνος πριν καν πιω το αναθεματισμένο το ποτό!» «Μάλιστα, δεσποινίς», είπε η υπηρέτρια δύσπιστα. Η Λίλι πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα από τις αναμαλλιασμένες μπούκλες της. Ένας πονοκέφαλος σφυροκοπούσε στα μηνίγγια και στο μέτωπό της. Ακόμα και στο κρανίο της ένιωθε ευαισθησία. «Νομίζω πως θα επιστρέψω στο δωμάτιό μου τώρα. Πες να μου στείλουν καφέ επάνω, εντάξει;» «Μάλιστα, δεσποινίς». Τυλίγοντας το νυχτικό της μπροστά στο κορμί της, η Λίλι σηκώθηκε με κόπο από τη μεγάλη πολυθρόνα και έφυγε από τη βιβλιοθήκη, προσπαθώντας να μην τρεκλίζει. Διέσχισε τον προθάλαμο της εισόδου. Από την κουζίνα ακούγονταν κουδουνιστοί ήχοι από πιάτα και κατσαρολικά, καθώς και οι φωνές των υπηρετών που εκτελούσαν τα πολύ πρωινά τους καθήκοντα. Έπρεπε να φτάσει στο δωμάτιό της πριν τη δει κανένας άλλος. Κρατώντας σφιχτά το στρίφωμα του νυχτικού της στα χέρια της, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, μη νιώθοντας σχεδόν τα πόδια της. Πάνω που η Λίλι κόντευε να φτάσει στην κορυφή, είδε μια σκοτεινή, επιβλητική φιγούρα. Η καρδιά της βούλιαξε. Ήταν ο λόρδος Ρέιφορντ, που πήγαινε για πρωινή ιππασία. Ήταν ντυμένος με ρούχα ιππασίας και μαύρες γυαλιστερές μπότες. Η Λίλι έπιασε αμυντικά το μπροστινό μέρος του νυχτικού της, προσπαθώντας να σκεπάσει τον εαυτό της όσο περισσότερο γινόταν. Το εξονυχιστικό βλέμμα του Ρέιφορντ έμοιαζε να σκίζει το λεπτό νυχτικό της και να ανιχνεύει κάθε λεπτομέρεια του κορμιού της από κάτω. «Τι κάνεις και σουλατσάρεις μες στο σπίτι σ’ αυτή την κατάσταση;» ρώτησε κοφτά. Της Λίλι της είχε δεθεί η γλώσσα. Πάνω σε μια ξαφνική έμπνευση, σήκωσε τη μύτη της και τον κοίταξε επίμονα, όσο το δυνατόν πιο αγέρωχα. «Μπορεί να έκανα παρέα με κάποιον από τους υπηρέτες χθες το βράδυ. Δεν θα έπρεπε κάποιος να περιμένει μια τέτοια συμπεριφορά από μια γυναίκα σαν εμένα;» Ακολούθησε σιωπή. Η Λίλι άντεξε το ανεξιχνίαστο βλέμμα του για υπερβολικά πολλή ώρα, κι ύστερα προσπάθησε να αποστρέψει το βλέμμα της. Ήταν αδύνατον. Ξαφνικά της φάνηκε πως παρά τις παγερές λάμψεις, τα μάτια του ήταν γεμάτα με σπίθες έντονης φλόγας. Παρόλο που στεκόταν εκεί ακίνητη, είχε την αίσθηση ότι ο κόσμος έγερνε γύρω από αυτούς τους δυο. Ταλαντεύτηκε ελαφρά κι έβαλε το ένα χέρι της πάνω στην κουπαστή της σκάλας. Όταν ο Ρέιφορντ μίλησε, η φωνή του ήταν πιο τραχιά απ’ ό,τι συνήθως. «Αν πρόκειται να μείνεις κάτω από τη στέγη μου, δεσποινίς Λόσον, δεν θα εκθέτεις το πολυχρησιμοποιημένο κορμάκι σου προς όφελος των υπηρετών ή οποιουδήποτε άλλου. Καταλαβαίνεις;» Η περιφρόνησή του ήταν χειρότερη κι από χαστούκι στο πρόσωπο. Πολυχρησιμοποιημένο; Η Λίλι πήρε μια γρήγορη ανάσα. Δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της να έχει μισήσει άλλο άνθρωπο περισσότερο στη ζωή της. Εκτός, φυσικά, από τον Τζουζέπε. Ήθελε να του πετάξει μια ζεματιστή, πληρωμένη απάντηση, αλλά ξαφνικά την κατακυρίευσε η έξαλλη ανάγκη να φύγει τρέχοντας. «Κατάλαβα», είπε κοφτά και τον προσπέρασε βιαστικά. Ο Άλεξ δεν στράφηκε να τη δει να φεύγει. Κατέβηκε τις σκάλες σχεδόν με την ίδια ταχύτητα που είχε κι εκείνη όταν τις ανέβαινε. Αντί να πάει προς τους στάβλους, πήγε ολοταχώς στην άδεια βιβλιοθήκη και έκλεισε την πόρτα με τόση δύναμη που τραντάχτηκε το κούφωμά της. Άφησε τον εαυτό του να πάρει κάμποσες βαθιές ανάσες που τον τσουρούφλισαν. Από τη στιγμή


που την είχε δει με εκείνο το λεπτό λευκό νυχτικό, την ήθελε. Το σώμα του εξακολουθούσε να είναι άκαμπτο, τρέμοντας από πόθο. Ήθελε να την είχε πάρει εκείνη ακριβώς τη στιγμή πάνω στα σκαλιά, να την ξαπλώσει στο χαλί και να μπει μέσα της. Τα μαλλιά της, εκείνες οι τρισκατάρατες κοντές μπούκλες που έβαζαν τα δάχτυλά του στον πειρασμό να μπλεχτούν ανάμεσά τους… η ντελικάτη λευκότητα του λαιμού της… οι μικρές, προκλητικές άκρες από τα στήθη της. Ο Άλεξ βλαστήμησε και έτριψε το ξυρισμένο σαγόνι του βίαια. Με την Κάρολαϊν ο πόθος του ήταν αναμειγμένος με τρυφερότητα κι αγάπη. Αλλά αυτό το είδος της λαχτάρας δεν είχε καμία σχέση με αγάπη. Αισθάνθηκε λες και το απότομο ξύπνημα του πόθου ήταν μια προδοσία των αισθημάτων του για την Κάρολαϊν. Η Λίλι ήταν πιο επικίνδυνη απ’ όσο είχε φανταστεί. Ο Άλεξ κατάφερνε να κρατάει τον έλεγχο του εαυτού του και των πραγμάτων γύρω του, εκτός από τις στιγμές που ήταν εκείνη κοντά. Όμως δεν θα ενέδιδε στον πειρασμό που αποτελούσε αυτή η γυναίκα… δεν θα ενέδιδε, μα τον Θεό, ακόμα κι αν η προσπάθεια τον σκότωνε.


Κεφάλαιο 4 «Ζάκαρι! Καλέ μου, καλέ μου Ζάκαρι, τι καλό εκ μέρους σου που ήρθες επίσκεψη!» Η Λίλι έτρεξε προς τα εμπρός, άδραξε τα χέρια του και τον καλωσόρισε στο αρχοντικό λες κι εκείνη ήταν η κυρία του κτήματος. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της, ανασήκωσε το πρόσωπό της κι εκείνος φίλησε πειθήνια το μάγουλό της. Με τη μαύρη, μεταξωτή γραβάτα του και τα κομψά ρούχα ιππασίας, ο Ζάκαρι ήταν καθ’ όλα ο όμορφος κύριος από την επαρχία. Διακριτικά ο μπάτλερ πήρε το παλτό του Ζάκαρι, τα γάντια και το καπέλο του, και αποσύρθηκε. Τραβώντας τον Ζακ σε μια γωνία του προθαλάμου της εισόδου, η Λίλι του ψιθύρισε στο αφτί: «Όλοι τους παίρνουν το τσάι τους στο σαλόνι – η μητέρα, η Πένι και ο Ρέιφορντ. Θυμήσου να φερθείς λες και είσαι ερωτευμένος μαζί μου – κι αν κάνεις τα γλυκά μάτια στην αδερφή μου, θα σε τσιμπήσω! Λοιπόν, έλα…». «Περίμενε», ψιθύρισε ο Ζάκαρι με αγωνία, σφίγγοντάς την πιο δυνατά. «Πώς είναι η Πενέλοπε;» Η Λίλι χαμογέλασε. «Μη δείχνεις τόσο ταραγμένος. Εξακολουθεί να υπάρχει μια πιθανότητα για σένα, παλιόφιλε». «Μ’ αγαπάει ακόμα; Είπε τέτοιο πράγμα;» «Όχι, δεν θα το παραδεχτεί», είπε η Λίλι διστακτικά. «Αλλά σίγουρα δεν αγαπάει τον Ρέιφορντ». «Λίλι, πεθαίνω από αγάπη για εκείνη. Το σχέδιό μας πρέπει να δουλέψει». «Θα δουλέψει», είπε η Λίλι με αποφασιστικότητα, γλιστρώντας το χέρι της στην καμπύλη του μπράτσου του. «Λοιπόν… εμπρός για τη μάχη!» Μαζί διέσχισαν τον προθάλαμο. «Μήπως ήρθα σε πολύ προχωρημένη ώρα;» ρώτησε ο Ζάκαρι, αρκετά δυνατά ώστε οι παρευρισκόμενοι στο σαλόνι να μπορούν να ακούσουν. Η Λίλι του έκλεισε το μάτι. «Καθόλου, καλέ μου. Ακριβώς πάνω στην ώρα για το τσάι». Με ένα πλατύ χαμόγελο τον τράβηξε μέσα στο σαλόνι, ένα υπέροχο και ευάερο δωμάτιο με μεταξωτές ανοιχτοκίτρινες ταπετσαρίες στους τοίχους, σκαλιστά μαονένια έπιπλα και μεγάλα παράθυρα. «Εδώ είμαστε», είπε η Λίλι ανάλαφρα, «όλοι γνωστοί αναμεταξύ μας. Δεν υπάρχει λόγος για συστάσεις – πόσο βολικό!» Ζούληξε τρυφερά το μπράτσο του Ζάκαρι. «Πρέπει να σου πω, Ζακ, ότι το τσάι στο Ρέιφορντ Παρκ είναι πρώτης τάξεως. Σχεδόν το ίδιο καλό με το χαρμάνι που σερβίρω εγώ στο Λονδίνο». Ο Ζάκαρι χαμογέλασε ενώ έριχνε μια γενική ματιά στο δωμάτιο. «Η Λίλι όντως σερβίρει το καλύτερο τσάι που έχω δοκιμάσει ποτέ – παραγγέλνει ένα μυστικό χαρμάνι που κανένας άλλος δεν μπορεί να αντιγράψει ακριβώς». «Το ανακάλυψα τυχαία σε ένα από τα ταξίδια μου», αποκρίθηκε η Λίλι και κάθισε σε μια καρέκλα με λεπτά, κοντά πόδια. Έριξε στα κλεφτά μια λοξή ματιά στην αδερφή της και χάρηκε που διαπίστωσε μια φευγαλέα αλλά έντονη ματιά ανάμεσα στην Πένι και στον Ζάκαρι. Για μια τόση δα στιγμή, το βλέμμα της Πένι γέμισε με θλίψη και απελπισμένη λαχτάρα. Καημένη Πένι, σκέφτηκε η Λίλι. Θα σου τα φτιάξω όλα εγώ. Κι ύστερα ίσως εσύ και ο Ζακ να μπορέσετε να μου αποδείξετε ότι η πραγματική αγάπη όντως υπάρχει. Με έναν αριστοκρατικό τρόπο, ο Ζάκαρι πήγε στον καναπέ, εκεί όπου κάθονταν η Πενέλοπε και η Τότι. Επηρεασμένος από το βαθύ κοκκίνισμα της Πενέλοπε δεν μίλησε κατευθείαν σε


εκείνη, αλλά απηύθυνε τον λόγο στη μητέρα της. «Κυρία Λόσον, είναι χαρά μου να βλέπω εσένα και την αξιαγάπητη κόρη σου. Ευελπιστώ όλα να πηγαίνουν καλά». «Πολύ καλά», αποκρίθηκε η Τότι με ελαφρά αμηχανία. Παρά τις αντιρρήσεις της για το φλερτ του Ζάκαρι στην κόρη της, τον είχε μάλλον συμπαθήσει. Και γνώριζε καλά, όπως και όλοι οι άλλοι, ότι η αγάπη του Ζάκαρι για την Πενέλοπε ήταν ειλικρινής και τίμια. Αλλά μια οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα όφειλε να είναι πρακτική. Ο λόρδος Ρέιφορντ ήταν παρασάγγας πιο συμφέρον συνταίριασμα για την κόρη τους. Ο Άλεξ στάθηκε δίπλα στη μαρμάρινη κορνίζα του τζακιού και άναψε ένα πούρο καθώς επόπτευε τα τεκταινόμενα. Η Λίλι τον αγριοκοίταξε. Μα τι απίστευτα αγενής που ήταν. Οι κύριοι συνήθως επιφυλάσσονταν να καπνίσουν όταν συγκεντρώνονταν για να συζητήσουν θέματα αντρικού ενδιαφέροντος. Εφόσον δεν ήταν κάποιος ευέξαπτος ηλικιωμένος κύριος που θα κάπνιζε μια αξιοπρεπή πίπα, ο Ρέιφορντ έπρεπε να είχε καπνίσει κάπου μόνος του, όχι μπροστά στις κυρίες. Επιφυλακτικά ο Ζάκαρι κούνησε το κεφάλι του προς τον Άλεξ. «Καλησπέρα, Ρέιφορντ». Ο Άλεξ ένευσε και έφερε το πούρο στα χείλη του. Καθώς ξεφυσούσε ένα κύμα καπνού, τα μάτια του μισόκλεισαν κι έγιναν δυο ασημένιες φέτες που λαμπύριζαν. Αγέλαστο κτήνος, σκέφτηκε η Λίλι καταχθόνια. Πρέπει να ένιωθε να απειλείται από την παρουσία ενός άντρα τόσο διαφορετικού από τον ίδιο, ενός γοητευτικού, καθωσπρέπει κυρίου τον οποίο συμπαθούσαν οι πάντες. Ο Ρέιφορντ δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό του συμπαθή ακόμα κι αν προσπαθούσε για εκατό χρόνια. Η Λίλι τον στραβοκοίταξε κι ύστερα έστειλε ένα χαμόγελο στον Ζάκαρι. «Έλα να καθίσεις, Ζακ, και πες μας τα τελευταία νέα του Λονδίνου». «Ανυπόφορα βαρετό χωρίς εσένα, όπως πάντα», αποκρίθηκε ο Ζάκαρι, καταλαμβάνοντας την καρέκλα δίπλα της. «Ωστόσο πήγα σε ένα μεγάλο δείπνο πρόσφατα και παρατήρησα ότι η Άναμπελ δείχνει απόλυτα εκθαμβωτική από τότε που παντρεύτηκε τον λόρδο Ντίρχερστ». «Χαίρομαι που το ακούω», απάντησε η Λίλι. «Της αξίζει να είναι ευτυχισμένη, αφού άντεξε δέκα χρόνια γάμου με τον σερ Τσαρλς, τον καβγατζή γερο-τράγο». «Βιλελμίνα!» είπε η Τότι με κομμένη την ανάσα, θορυβημένη. «Πώς μπόρεσες να αποκαλέσεις τον σερ Τσαρλς –ο Θεός να τον αναπαύσει– με ένα τέτοιο φρικτό όνομα…» «Και πώς να μην μπορούσα; Η Άναμπελ ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων όταν την εξανάγκασαν να τον παντρευτεί, κι εκείνος ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να είναι παππούς της! Και οι πάντες ξέρουν ότι ο σερ Τσαρλς δεν ήταν ευγενικός μαζί της. Προσωπικά, είμαι ευχαριστημένη που πέθανε σε καιρό που η Άναμπελ μπορούσε να βρει έναν σύζυγο σε πιο κατάλληλη ηλικία». Η Τότι την κοίταξε αποδοκιμαστικά, συνοφρυωμένη. «Βιλελμίνα, ακούγεσαι εντελώς άσπλαχνη». Ο Ζάκαρι άπλωσε το χέρι του και χτύπησε χαϊδευτικά το μπράτσο της Λίλι, προς υπεράσπισή της. «Τα λες μάλλον έξω απ’ τα δόντια, γλυκιά μου, αλλά οποιοσδήποτε σε γνωρίζει ξέρει ότι έχεις την πιο συμπονετική καρδιά του κόσμου». Η Λίλι του χαμογέλασε ακτινοβόλα. Με την άκρη του ματιού της είδε ότι η αδερφή της έδειχνε αποσβολωμένη. Η Πενέλοπε μετά βίας μπορούσε να χωνέψει ότι ο άντρας που αγαπούσε αποκαλούσε τη Λίλι «γλυκιά μου». Η συμπόνια και η θυμηδία πάλευαν μεταξύ τους μέσα στο στήθος της Λίλι. Ευχήθηκε να μπορούσε να πει στην Πενέλοπε ότι όλο τούτο ήταν μια απάτη. «Θα προσπαθήσω να βάλω χαλινάρι στη γλώσσα μου», υποσχέθηκε η Λίλι γελώντας, «αν και μόνο γι’ αυτό το απόγευμα. Συνέχισε να μας λες τα νέα σου, Ζακ, κι εγώ θα αποφύγω να εκτοξεύσω τις σοκαριστικές απόψεις μου. Άσε με να σου σερβίρω το τσάι σου. Με γάλα, χωρίς ζάχαρη, σωστά;»


Και ενώ ο Ζάκαρι τους ψυχαγωγούσε με τις ιστορίες του από το Λονδίνο, ο Άλεξ κάπνιζε το πούρο του και παρατηρούσε τη Λίλι. Ήταν αναγκασμένος να παραδεχτεί ότι υπήρχε πιθανότητα αυτοί οι δυο να σχεδίαζαν γάμο. Υπήρχε μια χαλαρή οικειότητα ανάμεσά τους που μαρτυρούσε μια μακρά φιλία. Ήταν φανερό ότι συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο κι ένιωθαν άνετα μαζί. Τα πλεονεκτήματα που θα απέφερε ένας τέτοιος γάμος ήταν προφανή. Ο Ζάκαρι σίγουρα θα εκτιμούσε την περιουσία της Λίλι, που ήταν πιο μεγάλη από αυτήν που θα κατέληγε να κληρονομήσει. Και η Λίλι ήταν μια ελκυστική γυναίκα. Με το γαλαζοπράσινο φόρεμα που φορούσε σήμερα, η επιδερμίδα της έπαιρνε μια αχνά ροδαλή λάμψη, ενώ τα σκούρα μαλλιά και τα μάτια της ήταν εκπληκτικά εξωτικά. Κανένας άντρας δεν θα θεωρούσε αγγαρεία το να την ξαπλώσει. Επιπροσθέτως, στα μάτια της καλής κοινωνίας η Λίλι θα ήταν τυχερή να πάρει έναν άντρα από τόσο καλή οικογένεια και υπόληψη. Ιδίως αφότου είχε περιπλανηθεί στις παρυφές ενός κόσμου αμφιβόλου ηθικής για τόσο πολύ καιρό. Ο Άλεξ κατσούφιασε στη σκέψη αυτών των δυο μαζί. Ήταν εντελώς λάθος. Παρά τα τριάντα χρόνια του, ο Ζάκαρι εξακολουθούσε να είναι ένα απονήρευτο αγόρι. Δεν θα γινόταν ποτέ ο άντρας στο ίδιο του το σπίτι, όχι με μια σύζυγο τόσο ισχυρογνώμονα όσο η Λίλι. Ο Ζάκαρι πάντα θα έβρισκε ευκολότερο να υπακούει στις επιθυμίες της παρά να διαφωνεί μαζί της. Και καθώς τα χρόνια θα περνούσαν, η Λίλι θα έφτανε να νιώσει καταφρόνια για τον άβγαλτο σύζυγό της. Αυτός ο γάμος ήταν δυστυχία εξαρχής. «Κύριέ μου;» Η Λίλι και οι υπόλοιποι τον κοιτούσαν αναμένοντας. Ο Άλεξ συνειδητοποίησε ότι οι σκέψεις του περιπλανιούνταν και είχε χάσει τον ειρμό της συζήτησης. «Κύριέ μου», είπε η Λίλι, «μόλις σε ρώτησα αν η τρύπα έχει ήδη σκαφτεί στον κήπο». Ο Άλεξ αναρωτήθηκε αν την είχε ακούσει καλά. «Η τρύπα;» επανέλαβε. Η Λίλι φάνηκε εξαιρετικά ευχαριστημένη με τον εαυτό της. «Ναι, για την καινούρια λιμνούλα». Ο Άλεξ την κοίταξε αποσβολωμένος. Με κάποιο τρόπο ξαναβρήκε τη φωνή του. «Τι διάολο είναι αυτά που λες;» Όλοι έδειξαν να αιφνιδιάζονται από την αισχρή γλώσσα του, εκτός από τη Λίλι. Το χαμόγελό της παρέμεινε αναλλοίωτο. «Είχα μια θαυμάσια συζήτηση με τον κηπουρό σου, τον κύριο Τσάμλι, χθες το απόγευμα. Του έδωσα κάμποσες ιδέες για να βελτιώσει τον κήπο». Ο Άλεξ έσβησε με μανία το πούρο του και πέταξε τη γόπα μέσα στο τζάκι. «Ο κήπος μου δεν χρειάζεται βελτίωση», βρυχήθηκε. «Είναι έτσι όπως ήταν εδώ και είκοσι χρόνια!» Εκείνη κατένευσε χαρωπά. «Ακριβώς αυτό εννοούσα. Του είπα ότι η εικόνα του τοπίου σου είναι θλιβερά πεπαλαιωμένη. Όλοι οι πραγματικά μοντέρνοι κήποι έχουν κάμποσες λιμνούλες παντού γύρω γύρω. Έδειξα στον κύριο Τσάμλι ακριβώς πού θα πρέπει να σκαφτεί μια καινούρια». Ένας χείμαρρος από άλικο χρώμα γλίστρησε από τον γιακά του Άλεξ προς τους κροτάφους του. Ήθελε να τη στραγγαλίσει. «Ο Τσάμλι δεν θα αναποδογύριζε ούτε μια κουταλιά χώμα χωρίς να ζητήσει την άδειά μου». Η Λίλι ανασήκωσε τους ώμους αθώα. «Έδειξε ενθουσιασμένος με την ιδέα. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν έχει ήδη ξεκινήσει το σκάψιμο. Ειλικρινά, νομίζω ότι θα λατρέψεις τις αλλαγές». Του χάρισε ένα στοργικό, αδερφικό χαμόγελο. «Και όποτε περπατάς πλάι σ’ εκείνη την ωραία λιμνούλα, ίσως να με σκέφτεσαι πάντα». Τα χαρακτηριστικά του Ρέιφορντ παραμορφώθηκαν. Έβγαλε έναν ήχο που έμοιαζε με βρυχηθμό την ώρα που έβγαινε από το σαλόνι έξαλλος. Η Τότι, η Πενέλοπε και ο Ζάκαρι απέμειναν να κοιτάζουν τη Λίλι χάσκοντας.


«Νομίζω πως δεν εκτίμησε την ιδέα μου», παρατήρησε εκείνη, δείχνοντας απογοητευμένη. «Βιλελμίνα», είπε η Τότι αχνά, «ξέρω ότι οι προσπάθειές σου είναι καλοπροαίρετες. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε να προσπαθήσεις να κάνεις άλλες βελτιώσεις στο κτήμα του λόρδου Ρέιφορντ». Ξαφνικά, μία από τις βοηθούς της κουζίνας, που φορούσε λευκή ποδιά κι έναν σκούφο με σούρες, φάνηκε στην πόρτα του σαλονιού. «Κυρία, η μαγείρισσα θέλει να μιλήσει μαζί σου για τη γαμήλια δεξίωση, με το που θα βρει χρόνο η ευγένειά σου. Δεν ξέρει τι να φτιάξει, από τη σούπα ως το γλυκό». «Μα γιατί;» ρώτησε η Τότι σαστισμένη. «Εκείνη κι εγώ ήδη καταλήξαμε σ’ αυτές τις προετοιμασίες, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Δεν υπάρχει λόγος για πρόκληση σύγχυσης». Η Λίλι καθάρισε τον λαιμό της απαλά. «Μητέρα, είναι πιθανόν η μαγείρισσα να θέλει να συζητήσει τις αλλαγές που πρότεινα για το γαμήλιο μενού». «Ποπό... Βιλελμίνα, τι έχεις κάνει;» Η Τότι σηκώθηκε και βγήκε φουριόζα από το δωμάτιο, με τις μπούκλες της να αναπηδούν ανάστατες. Η Λίλι χαμογέλασε στον Ζάκαρι και στην Πενέλοπε. «Λοιπόν, γιατί εσείς οι δυο δεν περνάτε την ώρα σας μαζί ενόσω εγώ θα προσπαθώ να επανορθώσω λίγο από τον όλεθρο που προκάλεσα;» Αψηφώντας τις αδύναμες διαμαρτυρίες της Πενέλοπε, η Λίλι γλίστρησε έξω από το σαλόνι και έκλεισε την πόρτα. Έτριψε τα χέρια της και χαμογέλασε πλατιά. «Καλή δουλειά», είπε στον εαυτό της, συγκρατώντας την παρόρμησή της να σφυρίξει καθώς διέσχιζε τον πίσω εξώστη. Άνοιξε τις πόρτες και βγήκε έξω στον κήπο. Η Λίλι περιπλανήθηκε ανάμεσα σε θάμνους και καλοφροντισμένα δέντρα, και απόλαυσε την ολοκάθαρη μέρα και την αίσθηση από το αεράκι στις μπούκλες της. Φρόντισε ώστε να μείνει αθέατη, ιδίως όταν άκουσε τον ήχο από φωνές. Το δυσοίωνο μουγκρητό της φωνής του Ρέιφορντ έμοιαζε με κεραυνό. Έπρεπε να ακούσει τι συνέβαινε. Ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος για να του αντισταθεί. Η Λίλι πλησίασε στα κλεφτά πιο κοντά και κρύφτηκε πίσω από μια συστάδα με ήμερα έλατα που την κάλυπταν. «…μα κύριέ μου», διαμαρτυρόταν ο Τσάμλι. Η Λίλι μπορούσε να φανταστεί το στρογγυλό πρόσωπό του να έχει γίνει ροδαλό γύρω απ’ τα μουστάκια του και τη φαλάκρα του να αντανακλά το φως του ήλιου. «Κύριέ μου, η γυναίκα όντως έκανε την πρόταση, όμως εγώ ποτέ δεν θα αναλάμβανα ένα τόσο σημαντικό έργο χωρίς να σε συμβουλευτώ». «Δεν με νοιάζει τι προτείνει αυτή, σημαντικό ή ασήμαντο, μην το κάνεις», διέταξε ο Ρέιφορντ. «Ούτε ένα κλαδάκι δεν θα κλαδέψεις και ούτε ένα αγριόχορτο δεν θα ξεριζώσεις αν το πει αυτή! Ούτε ένα πετραδάκι δεν θα μετακινήσεις!» «Μάλιστα, κύριέ μου, οπωσδήποτε συμφωνώ». «Δεν χρειαζόμαστε άλλες αναθεματισμένες λιμνούλες σ’ αυτό τον κήπο!» «Όχι, κύριέ μου, δεν χρειαζόμαστε». «Ενημέρωσέ με αν προσπαθήσει ξανά να σου δώσει εντολές στα καθήκοντά σου, Τσάμλι. Και ενημέρωσε και το υπόλοιπο προσωπικό μην τυχόν και κάνουν τίποτα αλλαγές στις συνήθεις δραστηριότητές τους. Φοβάμαι ότι θα χάσω τον έλεγχο στο ίδιο μου το κτήμα – την επόμενη φορά αυτή θα βάλει να βάψουν όλο το αρχοντικό ροζ και μοβ». «Μάλιστα, κύριέ μου». Απ’ ό,τι φάνηκε, το λογύδριο του Ρέιφορντ είχε φτάσει στο τέλος του και η συζήτηση ολοκληρώθηκε. Ακούγοντας τον ήχο βημάτων, η Λίλι χώθηκε ακόμα πιο βαθιά μέσα στην προστασία της συστάδας των ελάτων. Δεν έπρεπε να την τσακώσουν. Δυστυχώς, μια έκτη


αίσθηση πρέπει να πληροφόρησε τον Ρέιφορντ για την παρουσία της. Η Λίλι δεν έκανε καμία κίνηση ή θόρυβο, αλλά και πάλι, εκείνος κοίταξε γύρω από τους θάμνους και την τσάκωσε. Τη μια στιγμή χαμογελούσε και συνέχαιρε μυστικά τον εαυτό της, και την επόμενη κοιτούσε το σκυθρωπό πρόσωπό του. «Δεσποινίς Λόσον», είπε εκείνος απότομα. Η Λίλι χρησιμοποίησε το χέρι της για να κάνει σκιά στα μάτια της. «Ναι, κύριέ μου;» «Κρυφάκουσες αρκετά ή θα πρέπει να τα ξαναπώ;» «Οι πάντες σε ακτίνα χιλιομέτρου δεν μπορούσαν παρά να σε ακούσουν, θέλοντας και μη. Και αν αυτό σε καθησυχάζει, ούτε στο όνειρό μου δεν θα έβαφα ποτέ το αρχοντικό μοβ. Αν και…» «Τι κάνεις εδώ πέρα;» τη διέκοψε. Η Λίλι σκέφτηκε γοργά. «Να, ο Ζάκαρι κι εγώ είχαμε μια… μια μικρή λογομαχία. Βγήκα εδώ έξω να πάρω λίγο αέρα και να ανακτήσω την ψυχραιμία μου, κι ύστερα…» «Είναι η μητέρα σου με τον Στάμφορντ και την Πενέλοπε;» «Εντάξει, φαντάζομαι πως πρέπει να είναι», αποκρίθηκε εκείνη αθώα. Ο Ρέιφορντ κοίταξε επίμονα τη Λίλι στα μάτια, λες και θα μπορούσε να δει πίσω από το επιμελώς ανέκφραστο βλέμμα της και να διαβάσει κάθε σκέψη. «Τι σκαρώνεις;» ρώτησε με έναν δολοφονικό τόνο. Στράφηκε απότομα και απομακρύνθηκε από δίπλα της, παίρνοντας το δρομάκι για το σπίτι. Ω, όχι. Η Λίλι πάγωσε, καθώς σκέφτηκε ότι ο Ρέιφορντ μπορεί να τσάκωνε τον Ζάκαρι και την Πενέλοπε σε κάποια φάση που ίσως τους εξέθετε. Τα πάντα θα καταστρέφονταν. Έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να τον σταματήσει. «Περίμενε», φώναξε κι έσπευσε στο κατόπι του. «Περίμενε! Περίμ…» Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το πόδι της πιάστηκε σε κάτι κι έφυγε πετώντας για το έδαφος με ένα σκλήρισμα. Βλαστημώντας, γύρισε να δει τι την είχε σταματήσει. Μια παραμορφωμένη ρίζα ενός δέντρου, που προεξείχε από το έδαφος. Η Λίλι προσπάθησε να σταθεί στα πόδια της, αλλά μια σουβλιά πόνου διαπέρασε τον αστράγαλό της και κατέρρευσε στο γρασίδι. «Ω, που να πάρει ο διάολος–» Η φωνή του Ρέιφορντ διέκοψε το υπερβολικό υβρεολόγιό της. «Τι συμβαίνει;» απαίτησε να μάθει, έχοντας έρθει πίσω λίγα βήματα στο δρομάκι. «Στραμπούληξα τον αστράγαλό μου!» είπε εκείνη, κατάπληκτη και εξαγριωμένη. Ο Άλεξ της έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα και άρχισε να απομακρύνεται. «Που να σε πάρει, τον στραμπούληξα!» φώναξε εκείνη. «Έλα να με βοηθήσεις να σηκωθώ. Οπωσδήποτε ακόμα κι εσύ πρέπει να είσαι αρκετά κύριος ώστε να το κάνεις αυτό – σίγουρα έχεις μια στάλα από την καλή ανατροφή που απαιτείται γι’ αυτό». Ο Άλεξ την πλησίασε, χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να της απλώσει το χέρι για να τη σηκώσει. «Ποιο πόδι είναι;» «Είναι απαραίτητο για σένα να ξέρεις;» Ο Άλεξ κάθισε ανακούρκουδα και σήκωσε το στρίφωμα του φουστανιού της ως τους αστραγάλους της, με τις κάλτσες. «Ποιο; Αυτό;» «Όχι, το… άου!» Η Λίλι τσίριξε από πόνο. «Τι προσπαθείς να… άου! Αυτό πονάει σαν τον διάολο! Πάρε το καταραμένο χέρι σου, βρε τσεκουροπρόσωπε σαδιστή…» «Λοιπόν, απ’ ό,τι φαίνεται δεν κοροϊδεύεις». Ο Άλεξ την έπιασε από τους αγκώνες και τη σήκωσε όρθια. «Φυσικά και δεν κοροϊδεύω! Γιατί δεν ξερίζωσαν από το έδαφος εκείνη την καταραμένη ρίζα; Είναι εντελώς επικίνδυνη!»


Εκείνος της απάντησε με ένα καυστικό, άγριο βλέμμα. «Υπάρχουν τίποτα άλλες αλλαγές στον κήπο μου που θα ήθελες να προτείνεις;» Ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσε καταπιεσμένη ένταση. Συνετά, η Λίλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και κράτησε το στόμα της κλειστό. «Ωραία», μουρμούρισε εκείνος, και πήραν σιγά σιγά τον δρόμο του γυρισμού προς το σπίτι. Αδέξια η Λίλι κούτσαινε στο πλάι του. «Δεν έχεις σκοπό να μου προσφέρεις το μπράτσο σου;» Εκείνος έσπρωξε τον αγκώνα του προς το μέρος της. Η Λίλι τον έπιασε απ’ το μπράτσο, στηρίζοντας το βάρος της στο στέρεο υποστήριγμα. Έβαλε τα δυνατά της να καθυστερήσει τον Ρέιφορντ καθώς διέσχιζαν τον κήπο. Ήθελε ο Ζάκαρι και η Πενέλοπε να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο μόνοι. Διακριτικά η Λίλι έριξε μια κλεφτή ματιά στον συνοδό της. Λίγη ώρα αφότου ο Ρέιφορντ είχε φύγει από το σαλόνι, πρέπει να είχε περάσει τα δάχτυλά του μέσα από τα χρυσαφένια μαλλιά του, γιατί η συνήθως άψογη, καλοχτενισμένη κόμη του τώρα ήταν ανακατεμένη και αναμαλλιασμένη. Η υγρασία έκανε τα μαλλιά του να σγουραίνουν στη βάση του αυχένα του. Και υπήρχαν και κάνα δυο τσουλούφια που έπεφταν στο μέτωπό του. Πραγματικά, είχε μαλλιά υπέροχα για άντρα. Περπατώντας τόσο κοντά του, η Λίλι διαπίστωσε την ευχάριστη μυρωδιά που ανέδιδε ο Ρέιφορντ, ένα μείγμα από καπνό και φρεσκοπλυμένο, κολλαριστό πουκάμισο, καθώς και ένα γοητευτικό, ανεπαίσθητο άρωμα που δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει ακριβώς. Παρά το σφυροκόπημα που ένιωθε στον αστράγαλό της, σχεδόν απολάμβανε το περπάτημα μαζί του. Αυτό την ενόχλησε τόσο έντονα, που ένιωσε υποχρεωμένη να στήσει κι άλλο καβγά. «Είναι ανάγκη να περπατάς τόσο γρήγορα;» ρώτησε. «Αισθάνομαι λες και τρέχουμε σε αγώνα δρόμου, που να πάρει. Στον διάολο! Αν αυτό χειροτερέψει τον τραυματισμό μου, Ρέιφορντ, θα σε θεωρήσω υπεύθυνο». Ο Άλεξ συνοφρυώθηκε αλλά επιβράδυνε το βήμα του. «Έχεις αισχρό στόμα, δεσποινίς Λόσον». «Οι άντρες έτσι μιλούν. Δεν βλέπω τον λόγο να μην μπορώ κι εγώ. Συν τοις άλλοις, όλοι οι άντρες φίλοι μου θαυμάζουν το παραστατικό λεξιλόγιό μου». «Μαζί και ο Ντέρεκ Κρέιβεν;» Η Λίλι χάρηκε που ο Ρέιφορντ γνώριζε για τη φιλία της με τον Ντέρεκ. Ήταν καλό που ήξερε ότι εκείνη είχε έναν ισχυρό σύμμαχο. «Ο κύριος Κρέιβεν μου έχει μάθει μερικές από τις πιο χρήσιμες λέξεις που ξέρω». «Δεν αμφιβάλλω». «Υπάρχει λόγος να τρέχουμε έτσι; Δεν είμαι κανένα ξεροκέφαλο μουλάρι να με σέρνεις προς τα εμπρός με τέτοιο ανελέητο βήμα. Μπορούμε να μειώσουμε την ταχύτητα σε πιο λογικά πλαίσια; Παρεμπιπτόντως, κύριέ μου, βρομάς πουρίλα». «Αν σε προσβάλλει αυτό, γύρνα πίσω μόνη σου». Συνέχισαν να τσακώνονται καθώς έμπαιναν στο σπίτι. Η Λίλι φρόντισε η φωνή της να είναι αρκετά δυνατή ώστε να αντιλαλεί στον εξώστη και στον μαρμάρινο προθάλαμο, ειδοποιώντας την Πενέλοπε και τον Ζάκαρι για τον γυρισμό τους. Όταν ο Ρέιφορντ άνοιξε την πόρτα του σαλονιού και τράβηξε απότομα τη Λίλι μαζί του μέσα, είδαν τους κακορίζικους εραστές να κάθονται επαρκώς μακριά ο ένας από τον άλλο. Η Λίλι αναρωτήθηκε τι να είχε διαμειφθεί ανάμεσά τους όσο είχαν μείνει μόνοι. Ο Ζάκαρι έδειχνε να είναι στη συνηθισμένη καλή του διάθεση, ενώ η Πενέλοπε φαινόταν ροδαλή και ταραγμένη. Ο Άλεξ επιθεώρησε αυτούς τους δυο και μίλησε ξερά. «Η δεσποινίς Λόσον ανέφερε κάτι για κάποια λογομαχία».


Έχοντας σηκωθεί όρθιος την ώρα που αυτοί μπήκαν μέσα, ο Ζάκαρι έριξε στη Λίλι μια βιαστική, σαστισμένη ματιά. «Ο ευέξαπτος χαρακτήρας μου είναι θρυλικός», πετάχτηκε η Λίλι με ένα γέλιο. «Απλώς έπρεπε να πάω έξω τρέχοντας και να καθαρίσω το μυαλό μου. Με συγχωρείς, Ζακ;» «Δεν υπάρχει τίποτα να σου συγχωρήσω», είπε ο Ζάκαρι ιπποτικά και πλησίασε για να φιλήσει το χέρι της. Η Λίλι άφησε το μπράτσο του Άλεξ και έπιασε του Ζάκαρι. «Ζακ, φοβάμαι πως θα χρειαστεί να με βοηθήσεις να πάω σε μια καρέκλα. Στραμπούληξα τον αστράγαλό μου καθώς περιδιάβαινα τον κήπο». Κούνησε το χέρι της περιφρονητικά προς την κατεύθυνση του άψογα φροντισμένου κήπου του Ρέιφορντ. «Μια ρίζα προεξείχε από το έδαφος, σχεδόν τόσο χοντρή όσο το πόδι ενός ανθρώπου!» «Υπερβάλλεις ελαφρώς», είπε ο Άλεξ σαρδόνια. «Τέλος πάντων, όπως και να έχει ήταν πολύ μεγάλη». Με τη βοήθεια του Ζάκαρι πήγε κουτσαίνοντας μελοδραματικά σε μια καρέκλα εκεί δίπλα και βολεύτηκε. «Θα πρέπει να φτιάξουμε ένα κατάπλασμα», αναφώνησε η Πενέλοπε. «Καημένη Λίλι… μην κουνιέσαι!» Βγήκε τρεχάτη από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Ο Ζάκαρι άρχισε να ρωτάει τη Λίλι όλο ενδιαφέρον. «Πόσο άσχημος είναι ο τραυματισμός; Πονάς μόνο στον αστράγαλό σου;» «Θα γίνω απολύτως καλά». Έκανε έναν θεατρινίστικο μορφασμό πόνου. «Αλλά μήπως να ξαναρχόσουν αύριο, να ελέγξεις την κατάστασή μου;» «Κάθε μέρα, ώσπου να γίνεις καλύτερα», της υποσχέθηκε ο Ζάκαρι. Η Λίλι χαμογέλασε πάνω από το κεφάλι του στον Ρέιφορντ και αναρωτήθηκε αν αυτός ο τραχύς ήχος που άκουσε ήταν τα δόντια του, που τα έτριζε. Ως την επόμενη μέρα, η Λίλι ένιωθε τον αστράγαλό της σαν καινούριο· μόνο κάποια μικρή σουβλιά ενόχλησης έμενε να θυμίζει ότι τον είχε στραμπουλήξει. Ο καιρός ήταν ασυνήθιστα ζεστός και ηλιόλουστος. Το πρωί ο Ζάκαρι είχε έρθει για να την πάει μια βόλτα με την άμαξα, και η Λίλι επέμεινε να τους συνοδεύσει η Πενέλοπε. Ο Άλεξ αρνήθηκε κοφτά την πρόσκληση που με μισή καρδιά του είχε απευθύνει η Πενέλοπε για να πάει κι αυτός μαζί τους, επιλέγοντας να μείνει πίσω και να φροντίσει κάποιες δουλειές σχετικές με το κτήμα. Περιττό να πούμε ότι η Λίλι, η Πενέλοπε και ο Ζάκαρι ένιωσαν όλοι τους μια σιωπηλή ανακούφιση με την άρνηση του Άλεξ. Αν είχε συμμετάσχει κι εκείνος στη βόλτα τους, αυτό θα έκανε τα πράγματα μάλλον τεταμένα. Οι τρεις τους ξεκίνησαν με μια άμαξα ανοιχτή από πάνω. Ο Ζάκαρι χειριζόταν τα γκέμια επιδέξια και κοίταζε πού και πού πίσω από τον ώμο του, χαμογελώντας πλατιά με τα σχόλια που έκαναν οι δυο επιβάτιδες. Η Λίλι και η Πενέλοπε κάθονταν μαζί, φορώντας ψάθινα καπελάκια που σκίαζαν τα χαμογελαστά πρόσωπά τους. Στη διαδρομή, έφτασαν σε μια διακλάδωση. Κατόπιν πρότασης του Ζάκαρι, πήραν τον λιγότερο πολυταξιδεμένο δρόμο, ώσπου έφτασαν σε μια ιδιαίτερα όμορφη περιοχή της εξοχής. Ο Ζάκαρι σταμάτησε την άμαξα. Θαύμασαν το τεράστιο πράσινο λιβάδι μπροστά τους, που μοσχοβολούσε βιολέτες, τριφύλλι και άγριο γεράνι. «Τι υπέροχο!» αναφώνησε η Πενέλοπε, διώχνοντας μια ξανθιά μπούκλα που της είχε πέσει κατά λάθος στα μάτια. «Μπορούμε να πάμε μια βόλτα; Πολύ θα ήθελα να μαζέψω μερικές βιολέτες για τη μαμά». «Χμμμ». Η Λίλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, θλιμμένα. «Φοβάμαι ότι ο αστράγαλός μου


εξακολουθεί να με πονάει λίγο», είπε ψέματα. «Δεν είμαι σε θέση να τριγυρνώ στα λιβάδια σήμερα. Ίσως ο Ζάκαρι να προσφερθεί να σε συνοδεύσει». «Ω, εγώ…» Η Πενέλοπε κοίταξε το σοβαρό, όμορφο πρόσωπο του Ζάκαρι και κοκκίνισε σαστισμένη. «Δεν νομίζω πως θα ήταν πρέπον». «Σε παρακαλώ», είπε ο Ζάκαρι ικετευτικά. «Θα ήταν μεγάλη μου χαρά». «Μα… ασυνόδευτη…» «Έλα, όλοι ξέρουμε ότι ο Ζακ είναι άψογος κύριος», είπε η Λίλι. «Κι εγώ δεν θα πάρω τα μάτια μου από πάνω σας, συνέχεια. Θα συνοδεύω εξ αποστάσεως. Φυσικά, αν δεν θέλεις να περπατήσεις, Πένι, θα χαρώ να καθίσεις εδώ μαζί μου και να θαυμάσεις τη θέα από την άμαξα». Αντιμέτωπη με το δίλημμα να περπατήσει ασυνόδευτη στο λιβάδι με τον άντρα που αγαπούσε ή να καθίσει στην άμαξα με την αδερφή της, η Πενέλοπε δάγκωσε το κάτω χείλος της και συνοφρυώθηκε. Ο πειρασμός νίκησε. Χάρισε στον Ζάκαρι ένα αχνό χαμόγελο. «Ίσως μια μικρή βολτούλα». «Θα επιστρέψουμε αμέσως μόλις το θελήσεις», αποκρίθηκε ο Ζάκαρι και πήδηξε ανυπόμονα από την άμαξα. Η Λίλι παρακολουθούσε με στοργική θυμηδία τον Ζάκαρι να βοηθάει την Πένι να κατέβει, και οι δυο τους άρχισαν να βαδίζουν αργά στο λιβάδι. Αυτοί οι δυο ήταν τέλειοι ο ένας για τον άλλο. Ο Ζάκαρι ήταν ένας αξιότιμος νεαρός άντρας, αρκετά δυνατός ώστε να την προστατεύει, αλλά και αρκετά παιδί ώστε να μην την τρομοκρατήσει ποτέ. Και η Πένι ήταν ακριβώς το γλυκό, αθώο κορίτσι που εκείνος χρειαζόταν. Ανεβάζοντας τα πόδια της με τα πασούμια πάνω στο κάθισμα με τη βελούδινη ταπετσαρία, η Λίλι έπιασε το καλάθι με τα φρούτα και τα μπισκότα που είχαν φέρει. Δάγκωσε μια φράουλα και εκσφενδόνισε το πράσινο κοτσάνι από το πλάι της άμαξας. Έλυσε τις κορδέλες του καπέλου της, άφησε τον ήλιο να λάμψει πάνω στο πρόσωπό της και πήρε ακόμα μια φράουλα. Κάποτε, πολύ καιρό πριν, εκείνη και ο Τζουζέπε είχαν πάει για πικνίκ στην Ιταλία και ξάπλωσαν σε ένα λιβάδι που έμοιαζε πάρα πολύ με αυτό εδώ. Αυτό είχε συμβεί τις μέρες ακριβώς πριν γίνουν εραστές. Εκείνο τον καιρό η Λίλι θεωρούσε τον εαυτό της πολύ έξυπνο. Μόνο αργότερα ήταν που συνειδητοποίησε πόσο ανόητα αφελής είχε υπάρξει… «Ο αέρας της εξοχής είναι καταπληκτικός», είχε δηλώσει, ακουμπώντας τους γυμνούς αγκώνες της πάνω σε μια κουβέρτα και δαγκώνοντας ένα σαρκώδες, ώριμο αχλάδι. «Τα πάντα έχουν καλύτερη γεύση εδώ πέρα!» «Ώστε κουράστηκες με τις βαριεστημένες απολαύσεις της πόλης, αγάπη μου;» Τα πανέμορφα μάτια του Τζουζέπε, κατάμαυρα, υγρά, με μακριά ματόκλαδα, την κοιτούσαν με αισθησιακή θέρμη. «Η καλή κοινωνία είναι εξίσου βαρετή κι εδώ όπως στην Αγγλία», είπε η Λίλι στοχαστικά, καρφώνοντας το βλέμμα της στο καυτό πράσινο γρασίδι. «Οι πάντες κοπιάζουν να φανούν πνευματώδεις και περιζήτητοι, όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει…» «Εγώ ακούω, καλή μου. Εγώ ακούω όλα όσα λες». Η Λίλι γύρισε το κεφάλι της και του χαμογέλασε, στηρίζοντας το βάρος της στον αγκώνα της. «Στ’ αλήθεια με ακούς, έτσι; Και γιατί αυτό, Τζουζέπε;» «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου», είπε εκείνος με πάθος. Η Λίλι δεν μπόρεσε να μη γελάσει μαζί του. «Εσύ είσαι ερωτευμένος με κάθε γυναίκα». «Και είναι κακό αυτό; Στην Αγγλία, ίσως. Όχι στην Ιταλία. Έχω ξεχωριστή αγάπη να δώσω σε κάθε γυναίκα. Ξεχωριστή αγάπη για σένα». Έκοψε ένα ζουμερό σταφύλι και το έβαλε


μπροστά στα χείλη της, ενώ τα μάτια του βυθίστηκαν μέσα στα δικά της. Κολακευμένη, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει γρηγορότερα, η Λίλι άνοιξε το στόμα της. Πήρε το σταφύλι ανάμεσα στα δόντια της και του χαμογέλασε ενώ το μασούσε. Κανένας άντρας δεν την είχε ποτέ κυνηγήσει με τόσο φλογερή πραότητα. Μέσα στο βλέμμα του υπήρχαν απίθανες υποσχέσεις, υποσχέσεις για τρυφερότητα, ευχαρίστηση, πόθο· και ενώ το μυαλό της αρνιόταν να το πιστέψει, η καρδιά της το ήθελε απεγνωσμένα. Είχε υπάρξει μόνη για πάρα πολύ καιρό. Και ήθελε να μάθει για εκείνο το μυστήριο που όλοι οι άλλοι έμοιαζαν να το θεωρούν δεδομένο. «Λίλι, όμορφη μικρή Αγγλιδούλα μου», μουρμούρισε ο Τζουζέπε. «Μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη. Πάρα πολύ ευτυχισμένη, ομορφούλα». «Δεν θα έπρεπε να το πεις αυτό». Απέστρεψε το βλέμμα της από εκείνον, προσπαθώντας να κρύψει τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της. «Κανένας δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα τέτοιο πράγμα». «Και γιατί όχι; Άφησέ με τουλάχιστον να προσπαθήσω, αγάπη μου. Όμορφη Λίλι, πάντα με το θλιμμένο χαμόγελο, εγώ θα τα κάνω όλα καλύτερα». Ο Τζουζέπε έσκυψε αργά να τη φιλήσει. Το άγγιγμα των χειλιών του ήταν ζεστό, ευχάριστο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Λίλι αποφάσισε ότι αυτός ήταν που θα την έκανε γυναίκα. Θα του έδινε τον εαυτό της. Στο κάτω κάτω, κανείς δεν θα περίμενε ή θα πίστευε ότι ήταν παρθένα. Η παρθενία της δεν είχε καμία σημασία για κανέναν. Καθώς τα ξανασκεφτόταν τώρα, η Λίλι δεν είχε ιδέα γιατί είχε θεωρήσει τους άντρες και την αγάπη ως ένα τόσο σαγηνευτικό μυστήριο. Είχε πληρώσει το λάθος της με τον Τζουζέπε χίλιες φορές και θα συνέχιζε να πληρώνει το τίμημα για τις αμαρτίες της. Αναστενάζοντας, παρακολούθησε την αδερφή της να περπατάει με τον Ζάκαρι. Δεν κρατιούνταν χέρι χέρι, αλλά υπήρχε ένας αέρας οικειότητας ανάμεσά τους. Είναι το είδος του άντρα που δεν θα σε προδώσει ποτέ, Πένι, σκέφτηκε η Λίλι. Κι αυτό, πίστεψέ με, είναι σπάνιο. Αφότου ο Ζάκαρι αποχώρησε, η Πενέλοπε ακτινοβολούσε. Ωστόσο, κάτι άλλαξε μέσα στις ώρες που ακολούθησαν. Κατά τη διάρκεια του δείπνου η σπίθα χάθηκε απ’ τα μάτια της και ήταν χλωμή και καταβεβλημένη. Η Λίλι αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν και τι να ένιωθε η αδερφή της, αλλά δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν ως αργά τη νύχτα, όταν ετοιμάζονταν για να ξαπλώσουν. «Πένι», είπε, ξεκουμπώνοντας την πλάτη του φορέματος της αδερφής της, «τι συμβαίνει; Ήσουν πολύ σιωπηλή όλο το απόγευμα και σχεδόν δεν άγγιξες το φαγητό σου». Η Πενέλοπε πήγε στο τραπεζάκι της τουαλέτας και έβγαλε τις πιάστρες από τα μαλλιά της ώσπου ένας χρυσαφένιος καταρράκτης έπεσε ως τη μέση της. Κοίταξε τη Λίλι και το βλέμμα της το σκίαζε η δυστυχία. «Ξέρω τι προσπαθείς να κάνεις. Όμως δεν πρέπει να κανονίσεις άλλες συναντήσεις ανάμεσα στον Ζάκαρι κι εμένα. Δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά αυτό, και είναι λάθος!» «Μετάνιωσες που βρέθηκες μαζί του τούτο το απόγευμα;» ρώτησε η Λίλι συντετριμμένη. «Σε έφερα σε δύσκολη θέση, έτσι; Συγχώρησέ με…» «Όχι, ήταν υπέροχα», αναφώνησε η Πενέλοπε, κι ύστερα έδειξε ντροπιασμένη. «Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει! Είμαι πολύ μπερδεμένη για τα πάντα». «Αυτό συμβαίνει επειδή πάντοτε υπάκουες στη μητέρα και στον πατέρα κι έκανες αυτό που


περίμεναν από σένα. Πένι, ποτέ σου δεν έχεις κάνει ένα εγωιστικό πράγμα στη ζωή σου. Είσαι ερωτευμένη με τον Ζάκαρι, αλλά θυσιάζεις τον εαυτό σου στον βωμό του καθήκοντος». Η Πενέλοπε κάθισε στο κρεβάτι και χαμήλωσε το κεφάλι της. «Δεν έχει σημασία με ποιον είμαι ερωτευμένη». «Η ευτυχία σου είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία! Γιατί είσαι τόσο ταραγμένη; Συνέβη κάτι;» «Ο λόρδος Ρέιφορντ με πήρε παράμερα απόψε», είπε η Πενέλοπε. «Αφότου γυρίσαμε από τη βόλτα με την άμαξα». Το βλέμμα της Λίλι σκλήρυνε. «Τι; Και τι είπε;» «Έκανε ερωτήσεις… και άφησε να εννοηθεί ότι ο Ζάκαρι στην πραγματικότητα δεν είναι μνηστήρας σου. Ότι ο Ζάκαρι συμπεριφέρεται άτιμα και προσπαθεί να με φλερτάρει παριστάνοντας ότι ενδιαφέρεται για την αδερφή μου». «Πώς τολμάει να λέει τέτοιο πράγμα;» ρώτησε η Λίλι, έχοντας γίνει κατευθείαν έξαλλη. «Είναι αλήθεια», είπε η Πενέλοπε δυστυχισμένα. «Το ξέρεις ότι είναι αλήθεια». «Φυσικά και είναι… εγώ είμαι αυτή που συνέλαβε το σχέδιο ευθύς εξαρχής!» «Το φαντάστηκα». «Αλλά πώς τολμάει αυτός να μας προσβάλλει με μια τέτοια κατηγορία!» «Ο λόρδος Ρέιφορντ είπε ότι αν ο Ζάκαρι είχε βάλει κάποτε σκοπό να παντρευτεί ένα κορίτσι σαν εμένα, ποτέ δεν θα ήθελε να παντρευτεί μία σαν εσένα». Το συνοφρύωμα της Λίλι έγινε πιο βαθύ. «Μία σαν εμένα;» «“Ψημένη” ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε», είπε η Πενέλοπε αμήχανα. «Ψημένη;» Η Λίλι δρασκέλιζε πάνω κάτω το δωμάτιο σαν τίγρη. «Υποθέτω πως δεν πιστεύει ότι είμαι αρκετά επιθυμητή ώστε να βρω σύζυγο», είπε έξω φρενών. «Ε λοιπόν, άλλοι άντρες με βρίσκουν πολύ ελκυστική, άντρες που έχουν κάτι περισσότερο από παγωμένο νερό να τρέχει στις φλέβες τους. Ω, καλός είναι να κατακρίνει όταν ο ίδιος έχει περισσότερα ψεγάδια απ’ όσο χρόνο έχω εγώ για να τα απαριθμήσω! Λοιπόν, εγώ θα τα φτιάξω όλα, και όταν θα έχω τελειώσει…» «Λίλι, σε παρακαλώ», είπε η Πενέλοπε ικετευτικά με ψιλή φωνή. «Όλο αυτό το μπέρδεμα με ταράζει τρομερά. Δεν γίνεται να αφήσουμε τα πράγματα όπως έχουν;» «Βεβαίως. Αφού διαφωτίσω λίγο την ευγένειά του, γιατί του χρειάζεται!» «Όχι!» Η Πενέλοπε έβαλε το χέρι στο μέτωπό της, λες και η κατάσταση πήγαινε πολύ για να την αντέξει. «Δεν πρέπει να κάνεις τον λόρδο Ρέιφορντ να θυμώσει! Θα φοβάμαι για όλους μας!» «Σε απείλησε;» Ήταν ευτύχημα που η Πενέλοπε δεν μπορούσε να δει τα μάτια της Λίλι, γιατί υπήρχε μια εκδικητική λάμψη μέσα τους που θα την τρόμαζε. «Ό… όχι ακριβώς, όχι. Αλλά είναι πολύ ισχυρός άντρας και… και δεν νομίζω ότι θα ανεχόταν κανενός είδους προδοσία… δεν είναι άνθρωπος που να τον προδώσεις!» «Πένι, αν ο Ζάκαρι σου ζήτησε να…» «Όχι», είπε η Πενέλοπε βιαστικά, και δάκρυα ανέβλυσαν στα μάτια της. «Όχι, δεν πρέπει να το συζητήσουμε άλλο αυτό! Δεν θα ακούσω… δεν μπορώ!» «Εντάξει», είπε η Λίλι καθησυχαστικά. «Όχι άλλη κουβέντα απόψε. Μην κλαις. Όλα θα πάνε μια χαρά, θα το δεις». Ο Άλεξ κατέβαινε βιαστικά την τεράστια σκάλα. Ήταν ντυμένος με ρούχα ταξιδιού – ένα παλτό


από άριστης ποιότητας μαλλί, γιλέκο από ποπλίνα και βαμβακερό παντελόνι. Σε απάντηση ενός μηνύματος που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα, ήταν ανάγκη να ταξιδέψει στο Λονδίνο. Είχαν αποβάλει τον μικρότερο αδερφό του, τον Χένρι, διά παντός από το Γουέστφιλντ. Νιώθοντας θυμό και ανησυχία σε ίσες δόσεις, ο Άλεξ αναρωτήθηκε τι είχε προκαλέσει την αποπομπή. Ο Χένρι ανέκαθεν υπήρξε ένα αγόρι δραστήριο, μες στη σκανταλιά, αλλά είχε μια καλή κι ευγενική φύση. Στο σύντομο σημείωμα από τον διευθυντή του Γουέστφιλντ δεν υπήρχε κάποια εξήγηση, μόνο ότι το αγόρι δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτο στο σχολείο. Ο Άλεξ αναστέναξε βαριά, θεωρώντας ότι δεν είχε δώσει στο αγόρι αρκετή καθοδήγηση. Οποτεδήποτε ερχόταν η ώρα για πειθαρχία, δεν του πήγαινε ποτέ η καρδιά να τιμωρήσει τον Χένρι για τις αταξίες του. Ο Χένρι ήταν πολύ μικρός όταν είχαν πεθάνει οι γονείς τους. Ο Άλεξ είχε υπάρξει περισσότερο πατέρας παρά αδερφός για τον Χένρι. Αναρωτήθηκε αν τα είχε καταφέρει καλά με το αγόρι. Με ενοχή σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να είχε παντρευτεί χρόνια πριν, έτσι ώστε να παράσχει στη ζωή του Χένρι μια ευγενική γυναίκα σαν μητέρα του. Οι σκέψεις του Άλεξ διακόπηκαν από το θέαμα μιας μικρόσωμης φιγούρας ντυμένης με νυχτικό, που ανέβαινε τρέχοντας τις σκάλες. Η Λίλι πάλι, που τριγύριζε στο σπίτι χωρίς κανένα σκοπό. Ο Άλεξ κοντοστάθηκε και την παρακολούθησε να ανεβαίνει φουριόζα. Ξαφνικά εκείνη τον πήρε είδηση και σταμάτησε λίγα σκαλοπάτια πιο κάτω. Κοιτάζοντας το βλοσυρό πρόσωπό του, η γυναίκα βόγκηξε κι έβαλε το χέρι στο κεφάλι της. «Ας το αγνοήσουμε, εντάξει;» «Όχι, δεσποινίς Λόσον», είπε ο Άλεξ με τραχιά φωνή. «Θέλω μια εξήγηση για το πού ήσουν και τι έκανες». «Δεν θα πάρεις καμία», μουρμούρισε εκείνη. Ο Άλεξ την παρατήρησε σιωπηλός. Ήταν πιθανόν να του είχε πει την αλήθεια τις προάλλες, ότι όντως είχε κάποια μπλεξίματα με έναν από τους υπηρέτες. Και είχε και την εμφάνιση γι’ αυτό – φορούσε νυχτικό, ήταν ξυπόλυτη, το πρόσωπό της ήταν καταβεβλημένο και τα μάτια της είχαν μαύρους κύκλους λες και ήταν ξεθεωμένη έπειτα από μια νύχτα ακολασίας. Δεν ήξερε γιατί αυτή η σκέψη τον εξόργισε. Συνήθως δεν του καιγόταν καρφί για το τι έκαναν οι άλλοι, φτάνει να μην τον ενοχλούσαν. Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρος ήταν μια πικρή γεύση στο στόμα του. «Την επομένη φορά που θα συμβεί αυτό», της είπε παγερά, «θα ετοιμάσω εγώ ο ίδιος τις βαλίτσες σου. Στο Λονδίνο η έλλειψη ηθικής είναι κάτι που μπορεί να το θαυμάζει κάποιος – όμως εδώ δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή». Η Λίλι του ανταπέδωσε το βλέμμα με θράσος κι ύστερα συνέχισε να ανεβαίνει τις σκάλες, μουρμουρίζοντας κάποια βρισιά μέσα απ’ τα δόντια της. «Τι είπες;» ρώτησε εκείνος με ένα σιγανό γρύλισμα. Του έριξε ένα γλυκερό χαμόγελο πάνω απ’ τον ώμο της. «Σου ευχήθηκα μια απολύτως καταπληκτική μέρα, κύριέ μου». Όταν αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, η Λίλι ζήτησε να της ετοιμάσουν το μπάνιο. Οι υπηρέτριες γέμισαν επιδέξια την μπανιέρα με το πορσελάνινο πλαίσιο μέσα στη διπλανή γκαρνταρόμπα. Ένα από τα κορίτσια δυνάμωσε τη φωτιά στο μικρό τζάκι κι απίθωσε τις πετσέτες σε μια σχάρα εκεί κοντά για να ζεσταίνονται. Η Λίλι αρνήθηκε τη βοήθειά τους έπειτα απ’ αυτό. Χαλαρώνοντας μες στην μπανιέρα, πιτσίλισε τεμπέλικα το στήθος της με νερό. Οι ταπετσαρίες στους τοίχους είχαν διάκοσμο σε κινέζικη τεχνοτροπία και ήταν ζωγραφισμένες στο χέρι με λουλούδια και πουλιά. Η πορσελάνινη κορνίζα του τζακιού ήταν διακοσμημένη με δράκους και


παγόδες. Ντεμοντέ. Θα έβαζε στοίχημα και το τελευταίο της φαρδίνι ότι η ταπετσαρία είχε μπει στον τοίχο εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Αν μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα εδώ γύρω, θα γίνονταν ορισμένες αλλαγές, σκέφτηκε και βυθίστηκε, και το κεφάλι και όλα, μέσα στο αχνιστό νερό. Βγαίνοντας με τα μαλλιά της να στάζουν, άφησε τον εαυτό της να σκεφτεί τι της συνέβαινε. Αυτή η ιστορία με την υπνοβασία συνέβαινε με μεγαλύτερη συχνότητα. Χθες είχε ξυπνήσει στη βιβλιοθήκη, σήμερα το πρωί στο σαλόνι, στην πλάτη του καναπέ. Μα πώς βρέθηκε εκεί; Πώς είχε καταφέρει να κατέβει τις σκάλες χωρίς να τσακιστεί; Θα μπορούσε να είχε σπάσει τον σβέρκο της! Δεν μπορούσε να επιτρέψει να συνεχιστεί αυτό. Φοβισμένη, η Λίλι αναρωτήθηκε μήπως θα έπρεπε να αρχίσει να δένεται στο κρεβάτι κάθε βράδυ. Όμως πώς θα φαινόταν αυτό σε οποιονδήποτε τυχόν την ανακάλυπτε; Εντάξει, του Ρέιφορντ σίγουρα δεν θα του έκανε εντύπωση, σκέφτηκε, και ξέσπασε σε νευρικά γέλια. Πιθανότατα τη θεωρούσε την πιο διεφθαρμένη γυναίκα του κόσμου. Ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσει να πίνει πριν πάει για ύπνο. Αν ήταν αρκετά μεθυσμένη… όχι, αυτός θα ήταν ο συντομότερος δρόμος για την καταστροφή. Το είχε δει πάρα πολλές φορές στο Λονδίνο, όπου οι άνθρωποι κατέστρεφαν τους εαυτούς τους με σκληρά ποτά. Ίσως αν συμβουλευόταν έναν γιατρό και του ζητούσε υπνωτική σκόνη… τι θα γινόταν όμως αν αυτός της δήλωνε ότι ήταν τρελή; Ένας Θεός ήξερε τι θα της συνέβαινε μετά. Η Λίλι πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα βρεγμένα μαλλιά της και έκλεισε τα μάτια της. «Ίσως είμαι τρελή», μουρμούρισε, σφίγγοντας τις παλάμες της σε γροθιές που έσταζαν νερά. Οποιαδήποτε γυναίκα θα είχε τρελαθεί αν της είχαν πάρει το παιδί της. Αφού έτριψε με επιμέλεια τα μαλλιά και την επιδερμίδα της, η Λίλι σηκώθηκε από την μπανιέρα και σκουπίστηκε με μια πετσέτα. Φόρεσε μια άσπρη καμιζόλα με τελειώματα δαντέλας, κεντημένες βαμβακερές κάλτσες κι ένα βαμβακερό φόρεμα που πάνω του είχε τυπωμένα μικρά ροζ λουλουδάκια. Το φόρεμα την έκανε να δείχνει σχεδόν τόσο νέα όσο η Πενέλοπε. Κάθισε μπροστά στη φωτιά, πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τις υγρές μπούκλες της και σκέφτηκε ποια θα έπρεπε να είναι τα σχέδιά της για την υπόλοιπη μέρα. «Πρώτον», είπε κροταλίζοντας τα δάχτυλά της, «θα πρέπει να πείσω τον Ρέιφορντ ότι ο Ζάκαρι φλερτάρει εμένα, όχι την Πένι. Αυτό θα τον παραπλανήσει». «Δεσποινίς;» Άκουσε μια σαστισμένη φωνή. Η υπηρέτρια στεκόταν στην πόρτα της γκαρνταρόμπας. «Είπες…» «Όχι, όχι, μη δίνεις σημασία. Απλώς μιλούσα στον εαυτό μου». «Ήρθα να μαζέψω τα λερωμένα ασπρόρουχα». «Μπορείς να πάρεις το νυχτικό μου και να το βάλεις για πλύσιμο – α, και πες μου πού είναι ο λόρδος Ρέιφορντ. Θέλω να μιλήσω μαζί του». «Έχει πάει στο Λονδίνο, δεσποινίς». «Στο Λονδίνο;» συνοφρυώθηκε η Λίλι. «Μα γιατί; Για πόσο καιρό;» «Είπε στον Σίλβερν ότι θα επιστρέψει απόψε». «Εντάξει, είναι σύντομο ταξίδι. Μα τι θα μπορούσε να φέρει σε πέρας σε τόσο σύντομο διάστημα;» «Κανείς δεν ξέρει για ποιο λόγο πήγε». Η Λίλι είχε ένα προαίσθημα ότι η υπηρέτρια ήξερε κάτι και δεν το έλεγε. Όμως οι υπηρέτες του Ρέιφορντ κρατούσαν τα στόματά τους κλειστά κι ήταν απόλυτα πιστοί στο αφεντικό τους. Αντί να πιέσει το ζήτημα, η Λίλι ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα.


Το Γουέστφιλντ ήταν χτισμένο πάνω σε ένα από τα τρία υψώματα βορειοδυτικά του Λονδίνου. Όταν ο καιρός ήταν καλός, μπορούσες να σταθείς πάνω στον λόφο και να έχεις θέα σε καμιά δεκαριά κομητείες. Το πιο παλιό από τα δημόσια σχολεία, το Γουέστφιλντ, είχε βγάλει σπουδαίους πολιτικούς, καλλιτέχνες, ποιητές και στρατιωτικούς. Ως παιδί, ο Άλεξ είχε υπάρξει μαθητής εκεί. Παρόλο που είχε αναμνήσεις από τη σιδηρά πειθαρχία των δασκάλων και την τυραννία των μεγαλύτερων αγοριών, θυμόταν επίσης τις στενές φιλίες και τις σκανταλιές. Είχε ελπίσει ότι ο Χένρι θα τα πήγαινε καλά εκεί πέρα, αλλά απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα μάλλον δεν έγινε αυτό. Ένα αγόρι με κακόκεφη όψη οδήγησε τον Άλεξ στο γραφείο του διευθυντή. Ο δόκτωρ Θόρνγουεϊτ, ο διευθυντής, σηκώθηκε από ένα τεράστιο γραφείο με πολλά συρτάρια και τον χαιρέτησε χωρίς να χαμογελάσει. Ο Θόρνγουεϊτ ήταν ένας λιπόσαρκος άντρας με λευκά μαλλιά σαν κλωστές, στενό αυλακωμένο πρόσωπο και μαύρα φρύδια σαν θάμνους. Ο τόνος της φωνής του ήταν ψιλός και αποδοκιμαστικός. «Λόρδε Ρέιφορντ, θα ήθελα να εκφράσω την ανακούφισή μου που ήρθες να πάρεις τον ένοχό μας. Είναι ένας νεαρός με επικίνδυνα άστατο χαρακτήρα, εντελώς ακατάλληλος για το Γουέστφιλντ». Κατά τη διάρκεια αυτού του σύντομου λογυδρίου, ο Άλεξ άκουσε τη φωνή του αδερφού του από πίσω του. «Άλεξ!» Ο Χένρι, ο οποίος καθόταν σε έναν ξύλινο πάγκο πάνω στον τοίχο, έτρεξε φουριόζος προς το μέρος του με μερικές γρήγορες δρασκελιές και μετά κοντοστάθηκε, προσπαθώντας να δείξει συγκρατημένος. Μην μπορώντας να συγκρατήσει ένα χαμόγελο, ο Άλεξ τον άρπαξε από τον σβέρκο και τον τράβηξε κοντά του. Ύστερα τον έστησε μπροστά του και τον κοίταξε προσεκτικά. «Γιατί λέει ότι είσαι επικίνδυνος, μικρέ;» «Για μια φάρσα», ομολόγησε ο Χένρι. Όταν το άκουσε αυτό, ο Άλεξ χαμογέλασε με συμπόνια. Ο Χένρι όντως είχε μια ζωηρή αίσθηση για τα αστεία, αλλά ήταν ένα θαυμάσιο αγόρι, για το οποίο ο οποιοσδήποτε θα ήταν περήφανος. Μολονότι ήταν κοντός για παλικαράκι στην ηλικία των δώδεκα, ο Χένρι ήταν εύσωμος και γεροδεμένος. Διέπρεπε στα αθλήματα και στα μαθηματικά, και έκρυβε μια μυστική αγάπη για την ποίηση. Συνήθως ένα μεταδοτικό χαμόγελο χόρευε μέσα στα έντονα μπλε μάτια του, ενώ τα μαλλιά του, κατάξανθα, χρειάζονταν συχνό βούρτσισμα για να συγκρατούν τους ατίθασους κυματισμούς τους. Για να αναπληρώσει την έλλειψη ύψους του, ο Χένρι ανέκαθεν υπήρξε ριψοκίνδυνος και ατρόμητος, ο αρχηγός της συντροφιάς των φίλων του. Όταν έκανε λάθος, πάντα ήταν γρήγορος στο να ζητά συγγνώμη. Ο Άλεξ δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε κάνει ο Χένρι που να απαιτούσε αποπομπή. Θα είχε κολλήσει τις σελίδες σε μερικά σχολικά βιβλία, το δίχως άλλο, ή θα είχε στεριώσει έναν κουβά με νερό στην κορυφή μιας μισάνοιχτης πόρτας. Εντάξει, αυτός θα κατεύναζε την οργή του Θόρνγουεϊτ, θα ζητούσε συγγνώμη και θα τον έπειθε να επιτρέψει στον Χένρι να μείνει. «Τι είδους φάρσα ήταν αυτή;» ρώτησε ο Άλεξ κοιτάζοντας από τον δόκτορα Θόρνγουεϊτ στον Χένρι. Ο Θόρνγουεϊτ ήταν αυτός που απάντησε. «Ανατίναξε την εξώπορτα του σπιτιού μου», είπε βλοσυρά. Ο Άλεξ κοίταξε τον αδερφό του χάσκοντας. «Τι έκανες λέει;» Ο Χένρι είχε την καλοσύνη να αποστρέψει ένοχα το βλέμμα του. «Μπαρούτι», ομολόγησε. «Η έκρηξη θα μπορούσε να είχε προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό σ’ εμένα», είπε ο


Θόρνγουεϊτ, με τα αραχνωτά φρύδια του να κατεβαίνουν χαμηλά πάνω απ’ τα μάτια του, «ή στην οικονόμο μου». «Γιατί;» ρώτησε ο Άλεξ εμβρόντητος. «Χένρι, δεν συνηθίζεις να κάνεις τέτοια». «Τουναντίον», επισήμανε ο δόκτωρ Θόρνγουεϊτ. «Είναι συνηθισμένα γι’ αυτόν. Ο Χένρι είναι ένα αγόρι με αντάρτικο πνεύμα – σιχαίνεται την εξουσία, δεν μπορεί να αποδεχτεί την πειθαρχία σε καμία μορφή…» «Ναι, σιγά που δεν μπορώ!» αντιγύρισε ο Χένρι, αγριοκοιτάζοντας τον διευθυντή. «Πήρα όλη όση είχες να δώσεις κι ακόμα παραπάνω!» Ο Θόρνγουεϊτ κοίταξε τον Άλεξ με μια έκφραση που σήμαινε «τα βλέπεις;». Ο Άλεξ έπιασε μαλακά το αγόρι από τους ώμους. «Κοίταξέ με. Γιατί ανατίναξες την πόρτα του;» Ο Χένρι παρέμεινε πεισματικά αμίλητος. Ο Θόρνγουεϊτ άρχισε να απαντάει για λογαριασμό του. «Ο Χένρι είναι το είδος του αγοριού που δεν…» «Άκουσα τη δική σας πλευρά», τον διέκοψε ο Άλεξ, φιλοδωρώντας τον διευθυντή με ένα λίαν παγερό βλέμμα που τον έκανε να σωπάσει αμέσως. Κοίταξε ξανά τον αδερφό του, με το βλέμμα του να έχει μαλακώσει. «Χένρι, εξήγησέ το μου». «Δεν έχει σημασία», μουρμούρισε ο Χένρι. «Πες μου γιατί το έκανες», είπε ο Άλεξ με έναν προειδοποιητικό τόνο. «Τώρα». Ο Χένρι τον αγριοκοίταξε καθώς του απαντούσε απρόθυμα. «Ήταν για το ξυλοφόρτωμα». «Σε ξυλοφόρτωσαν;» συνοφρυώθηκε ο Άλεξ. «Για ποιο λόγο;» «Για όποιο λόγο μπορείς να σκεφτείς!» Το πρόσωπο του Χένρι κοκκίνισε. «Με βέργα, με βούρδουλα… το κάνουν συνέχεια, Άλεξ!» Έριξε ένα στασιαστικό βλέμμα πάνω από τον ώμο του, στον Θόρνγουεϊτ. «Μια φορά άργησα ένα λεπτό για το πρωινό, μια άλλη φορά μου έπεσαν τα βιβλία μπροστά στον δάσκαλο των Αγγλικών, μια παράλλη φορά ο λαιμός μου δεν ήταν αρκετά καθαρός… με ξυλοφορτώνουν σχεδόν τρεις φορές την εβδομάδα επί μήνες, και το σιχάθηκα, που να πάρει!» «Απονέμω την ίδια τιμωρία σε άλλα αγόρια με παρόμοια απειθαρχία», είπε κοφτά ο Θόρνγουεϊτ. Ο Άλεξ κράτησε το πρόσωπό του ανέκφραστο, αλλά μέσα του κόχλαζε από οργή. «Δείξε μου», είπε στον Χένρι, με τη φωνή του μασημένη. Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και το πρόσωπό του κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. «Άλεξ…» «Δείξε μου», επέμεινε ο Άλεξ. Κοιτάζοντας μια τον αδερφό του και μια τον διευθυντή, ο Χένρι αναστέναξε βαριά. «Γιατί όχι; Ο Θόρνγουεϊτ έχει δει αρκετά ως τώρα». Στράφηκε από την άλλη, έβγαλε διστακτικά το σακάκι του, πασπάτεψε τη μέση του και κατέβασε το παντελόνι του λίγα εκατοστά. Ο Άλεξ σταμάτησε να αναπνέει όταν είδε τι είχαν κάνει στον αδερφό του. Το κάτω μέρος της πλάτης του Χένρι και τα πισινά του ήταν γεμάτα από σημάδια από βουρδουλιές, κάκαδα και μελανιές. Τέτοια μεταχείριση δεν θα θεωρούνταν συνηθισμένη ή αναγκαία από κανέναν, ούτε καν από τον πιο αυστηρό οπαδό της σιδηράς πειθαρχίας. Τα ξυλοφορτώματα δεν είχαν γίνει για χάρη της πειθαρχίας – είχαν γίνει από έναν άνθρωπο που αποκόμιζε έντονη ευχαρίστηση προκαλώντας πόνο στους άλλους. Η σκέψη ότι αυτό είχε συμβεί σε κάποιον που αγαπούσε… Προσπαθώντας να ελέγξει την οργή του, ο Άλεξ σήκωσε το χέρι του που έτρεμε, το έβαλε στο σαγόνι του και το έτριψε με δριμύτητα. Δεν διανοήθηκε να κοιτάξει τον Θόρνγουεϊτ, γιατί θα το


σκότωνε το κάθαρμα. Ο Χένρι σήκωσε το παντελόνι του και γύρισε προς το μέρος του να τον κοιτάξει. Τα μπλε μάτια του γούρλωσαν όταν είδαν τα παγερά μάτια του Άλεξ και το μάγουλό του που τρεμόπαιζε γρήγορα. «Ήταν απολύτως δικαιολογημένο», είπε ο Θόρνγουεϊτ με έναν δήθεν ενάρετο τόνο φωνής. «Το ξυλοφόρτωμα είναι φυσιολογικό κομμάτι της παράδοσης του Γουέστφιλντ…» «Χένρι», τον διέκοψε ο Άλεξ με τρεμάμενη φωνή. «Χένρι, μήπως σου έκαναν τίποτ’ άλλο εκτός από το ξυλοφόρτωμα; Μήπως σε πείραξαν με κάποιον άλλο τρόπο;» Ο Χένρι τον κοίταξε μπερδεμένος. «Όχι. Τι εννοείς;» «Τίποτα». Ο Άλεξ του έκανε νόημα προς την πόρτα με ένα τίναγμα του κεφαλιού του. «Πήγαινε έξω», είπε σιγανά. «Έρχομαι αμέσως». Ο Χένρι υπάκουσε αργά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω του με απροκάλυπτη περιέργεια. «Λόρδε Ρέιφορντ, το ξυλοφόρτωμα είναι αποδεκτή μέθοδος διδασκαλίας των αγοριών…» «Εγώ δεν το αποδέχομαι!» Ο Άλεξ τον άρπαξε βάναυσα και τον κόλλησε στον τοίχο. «Θα ειδοποιήσω να σε συλλάβουν», είπε ο διευθυντής αγκομαχώντας. «Δεν μπορείς να…» «Δεν μπορώ τι; Να σε σκοτώσω, όπως θα ήθελα; Ίσως όχι. Μπορώ όμως να φτάσω πολύ κοντά σ’ αυτό, διάολε». Αρπάζοντάς τον από τον γιακά, ο Άλεξ τον σήκωσε ώσπου τα δάχτυλα των ποδιών του Θόρνγουεϊτ ίσα που άγγιζαν το πάτωμα. Απόλαυσε τον αδύναμο ήχο που έβγαινε από τον κοκαλιάρικο λαιμό του διευθυντή, έναν ήχο σαν να πνιγόταν. Η θολωμένη όραση του Θόρνγουεϊτ ήταν γεμάτη από τα ατσάλινα μάτια του Άλεξ και τα λευκά δόντια του που του τα έδειχνε απειλητικά. «Βγάζεις τα απωθημένα σου πάνω στα αγόρια. Σε ευχαριστεί να μαστιγώνεις κάποιο κακόμοιρο παλικαράκι στην πλάτη ώσπου να βγάλει αίμα. Δεν σου ταιριάζει να λέγεσαι άνθρωπος. Βάζω στοίχημα ότι χαίρεσαι με την ψυχή σου να χτυπάς τον αδερφό μου και τα άλλα αθώα παιδιά που έχεις υπό την εποπτεία σου!» «Π… πειθαρχία…» Ο Θόρνγουεϊτ κατάφερε να πάρει μια λαχανιασμένη ανάσα οδυνηρά. «Έτσι και έχει προκληθεί κάποια μόνιμη βλάβη από αυτό που εσύ αποκαλείς πειθαρχία, ή αν τυχόν ο Χένρι αποκαλύψει ότι τον έχεις κακοποιήσει με άλλους τρόπους, καλύτερα να εξαφανιστείς προτού σε πιάσω στα χέρια μου». Τότε ο Άλεξ άρπαξε τον λαιμό του Θόρνγουεϊτ κι άρχισε να πιέζει προς τα μέσα λες και έπλαθε πηλό. Ο άντρας σφάδαζε και έσκουζε έντρομος. Ο Άλεξ περίμενε ώσπου το πρόσωπο του διευθυντή να γίνει σταχτί. «Αλλιώς θα ταριχεύσω το κεφάλι σου και θα το κρεμάσω στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας του Χένρι», βρυχήθηκε. «Σαν αναμνηστικό από τις μέρες του στο Γουέστφιλντ. Νομίζω πως θα του άρεσε αυτό». Ελευθέρωσε τον Θόρνγουεϊτ απότομα, αφήνοντάς τον να καταρρεύσει στο πάτωμα. Ο διευθυντής πνιγόταν και άσθμαινε. Σκουπίζοντας τα χέρια του πάνω στο παλτό του με αποστροφή, ο Άλεξ άνοιξε την πόρτα του γραφείου με τέτοια δύναμη που αυτή κοπάνησε πάνω στον τοίχο και έπεσε το μάνταλο από έναν μεντεσέ. Βρίσκοντας τον Χένρι έξω στον προθάλαμο, έπιασε το αγόρι από το μπράτσο κι άρχισε να περπατάει βιαστικά. «Γιατί δεν ήρθες σ’ εμένα γι’ αυτό το πράγμα;» ρώτησε. Ο Χένρι κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια να προλάβει τις μεγάλες δρασκελιές του. «Δεν ξέρω». Ξαφνικά η ανάμνηση από τις μομφές της Λίλι σχετικά με το ότι ήταν απλησίαστος και αναίσθητος, έφτασε στ’ αφτιά του Άλεξ. Μα ήταν δυνατόν να υπήρχε κάποια αλήθεια στα λόγια της; Συνοφρυώθηκε με δυσαρέσκεια. «Νόμιζες πως δεν θα έδειχνα συμπόνια; Ότι δεν θα καταλάβαινα; Έπρεπε να μου είχες πει γι’ αυτό το πράγμα εδώ και πολύ καιρό!» «Να πάρει», μουρμούρισε ο Χένρι. «Πίστευα πως μπορεί να καλυτέρευε η κατάσταση εδώ… ή ότι θα μπορούσα να το φροντίσω μόνος μου…» «Βάζοντας εκρηκτικά;»


Το αγόρι ήταν αμίλητο. Ο Άλεξ αναστέναξε βλοσυρά. «Χένρι, δεν θέλω να “φροντίζεις τα πράγματα” μόνος σου. Είσαι ακόμη ανήλικος και υπό την ευθύνη μου». «Το ξέρω αυτό», είπε ο Χένρι με προσβεβλημένο τόνο. «Αλλά ήξερα ότι ήσουν απασχολημένος με άλλα πράγματα, όπως ο γάμος…» «Άσε τον γάμο! Μην τον χρησιμοποιείς ως δικαιολογία». «Τι θέλεις από μένα;» ρώτησε το αγόρι θυμωμένα. Τρίζοντας τα δόντια του, ο Άλεξ πίεσε τον εαυτό του να παραμείνει ήρεμος. «Θέλω να καταλάβεις ότι πρέπει να έρχεσαι σ’ εμένα όταν έχεις μπλεξίματα. Ό,τι είδους μπλεξίματα. Δεν είμαι ποτέ πολύ απασχολημένος για να σε βοηθήσω». Ο Χένρι κατένευσε βιαστικά. «Τι θα κάνουμε τώρα;» «Θα πάμε σπίτι, στο Ρέιφορντ Παρκ». «Αλήθεια;» Η σκέψη σχεδόν έφερε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του αγοριού. «Τα πράγματά μου βρίσκονται ακόμα στο οικοτροφείο…» «Είναι κάτι σημαντικό;» «Όχι ιδιαίτερα…» «Καλώς. Θα τα αφήσουμε όλα εδώ». «Θα πρέπει να ξαναγυρίσω;» ρώτησε ο Χένρι με τρόμο. «Όχι», είπε ο Άλεξ με έμφαση. «Θα προσλάβω έναν παιδαγωγό. Μπορείς να μελετάς με τα ντόπια αγόρια». Βγάζοντας ένα επιφώνημα χαράς, ο Χένρι τίναξε το σχολικό κασκέτο του στον αέρα. Έπεσε στο πάτωμα από πίσω τους κι απέμεινε εκεί δίχως να το σηκώσει κανείς καθώς έβγαιναν από το σχολείο μαζί. «Σσς. Νομίζω πως έρχεται». Έχοντας παρατηρήσει την άμαξα του Ρέιφορντ να ανεβαίνει το δρομάκι, η Λίλι τράβηξε απότομα τον Ζάκαρι έξω από το δωμάτιο της μουσικής. Αυτός, η Τότι και η Πενέλοπε είχαν αφοσιωθεί πασίχαροι στο να τραγουδάνε ύμνους και να παίζουν πιάνο. «Λίλι, πες μου τι σχεδιάζεις». «Υποθέτω ότι ο Ρέιφορντ θα πάει στη βιβλιοθήκη για ένα ποτό μετά το ολοήμερο ταξίδι. Και θέλω να μας δει μαζί». Με βιάση η Λίλι έσπρωξε τον Ζάκαρι σε μια βαριά δερμάτινη πολυθρόνα. Ρίχτηκε κι αυτή στην αγκαλιά του και του έκλεισε το στόμα με το χέρι της καθώς εκείνος διαμαρτυρήθηκε. «Ησυχία, Ζακ… δεν μπορώ να ακούσω τίποτα». Γέρνοντας το κεφάλι της, η Λίλι αφουγκράστηκε προσεκτικά τον ήχο από βήματα που πλησίαζαν. Ένας βαρύς, ρυθμικός βηματισμός… έπρεπε να είναι ο Ρέιφορντ. Πήρε το χέρι της από το στόμα του Ζάκαρι και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό του. «Φίλησέ με. Και κάνε το να φανεί πειστικό». «Μα Λίλι, πρέπει να το κάνουμε αυτό; Τα αισθήματά μου για την Πένι…» «Δεν σημαίνει απολύτως τίποτα», είπε εκείνη ανυπόμονα. «Μα είναι απαραίτ…» «Κάν’ το, διάολε!» Ο Ζάκαρι συμμορφώθηκε πειθήνια. Το φιλί ήταν σαν όλα τα άλλα που είχε γευτεί η Λίλι ποτέ της, δηλαδή τίποτα το ιδιαίτερο. Ένας Θεός ήξερε γιατί οι ποιητές συνωμοτούσαν για να περιγράψουν κάτι αμυδρά απεχθές σαν να ήταν μια εκστατική εμπειρία. Εκείνη έτεινε να συμφωνήσει με τον συγγραφέα Σουίφτ, ο οποίος είχε αναρωτηθεί «τι ηλίθιος ήταν αυτός που είχε ανακαλύψει πρώτος το φιλί». Αλλά τα


ερωτευμένα ζευγάρια έδειχναν να λατρεύουν αυτή τη συνήθεια, και ο Ρέιφορντ έπρεπε να πειστεί ότι εκείνη και ο Ζάκαρι ήταν τρελά ερωτευμένοι μεταξύ τους. Η πόρτα της βιβλιοθήκης άνοιξε. Ακολούθησε μια καυστική σιωπή. Η Λίλι άγγιξε τα λεπτά καστανά μαλλιά του Ζάκαρι, προσπαθώντας να δείξει απόλυτα δοσμένη στο παθιασμένο φιλί. Ύστερα σήκωσε αργά το κεφάλι της, σαν να είχε αντιληφθεί ότι κάποιος τους διέκοψε. Ο Ρέιφορντ ήταν εκεί, δείχνοντας αναμαλλιασμένος και σκονισμένος από το ταξίδι του. Ένα σκυθρώπιασμα άρχισε να εμφανίζεται στο μαυρισμένο από τον ήλιο πρόσωπό του. Η Λίλι χαμογέλασε ξεδιάντροπα. «Αυτός κι αν είναι ο λόρδος Ρέιφορντ, με τη μονίμως χαρωπή όψη του. Όπως μπορείς να δεις, κύριέ μου, εισέβαλες σε μια ιδιωτική στιγμή ανάμεσα…» Σταμάτησε απότομα να μιλάει όταν πρόσεξε το αγόρι που στεκόταν δίπλα στον Ρέιφορντ. Ένα κοντό, ξανθό αγόρι με ερευνητικά γαλάζια μάτια και ένα χαμόγελο που άρχιζε να σχηματίζεται. Μάλιστα. Δεν είχε υπολογίσει ότι μπορεί και κάποιος άλλος εκτός από τον Ρέιφορντ να γινόταν μάρτυρας των περιπτύξεών της με τον Ζάκαρι. Η Λίλι ένιωσε να κοκκινίζει. «Δεσποινίς Λόσον», είπε ο Άλεξ, με την έκφρασή του κεραυνοβόλα, «αυτός είναι ο μικρότερος αδερφός μου, ο Χένρι». «Γεια σου», κατάφερε η Λίλι να πει. Κοιτάζοντας το αχνό χαμόγελό της με ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον, το αγόρι δεν έχασε χρόνο με άσκοπες φλυαρίες. «Γιατί φιλούσες τον υποκόμη Στάμφορντ εφόσον πρόκειται να παντρευτείς τον Άλεξ;» «Ω, δεν είμαι αυτή η δεσποινίς Λόσον», αποκρίθηκε η Λίλι βεβιασμένα. «Αναφέρεσαι στην καημένη… θέλω να πω, στη μικρότερη αδερφή μου». Συνειδητοποιώντας ότι εξακολουθούσε να βρίσκεται στην αγκαλιά του Ζάκαρι, σηκώθηκε με έναν πήδο και κόντεψε να πέσει στο πάτωμα. «Η Πένι και η μητέρα βρίσκονται στο δωμάτιο της μουσικής», είπε στον Άλεξ. «Τραγουδούν ύμνους». Ο Άλεξ κατένευσε κοφτά. «Έλα, Χένρι», είπε άχρωμα. «Θα σε συστήσω στην Πενέλοπε». Δείχνοντας να μην τον έχει ακούσει, ο Χένρι προχώρησε προς τη Λίλι, η οποία έσιαζε τα φουστάνια της. «Γιατί τα μαλλιά σου είναι ψαλιδισμένα έτσι;» ρώτησε. Η Λίλι γέλασε με την περιγραφή του μοντέρνου χτενίσματός της. «Έμπαιναν στη μέση, κρέμονταν μπροστά στα μάτια μου όταν πήγαινα για κυνήγι και τοξοβολία». «Πηγαίνεις για κυνήγι;» Ο Χένρι την κοίταξε σαγηνευμένος, χάσκοντας. «Είναι επικίνδυνο για τις γυναίκες, ξέρεις». Η Λίλι λοξοκοίταξε τον Ρέιφορντ και διαπίστωσε ότι την κοιτούσε επίμονα. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα πειραχτικό χαμόγελο. «Ε λοιπόν, Χένρι, ο αδερφός σου μου είπε το ίδιο πράγμα όταν πρωτογνωριστήκαμε». Τα βλέμματά τους αντάμωσαν. Ξαφνικά φάνηκε ένα προδοτικό τράβηγμα στην άκρη των χειλιών του Άλεξ, λες και προσπαθούσε να καταπνίξει ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Κύριέ μου», είπε η Λίλι πειραχτικά, «μη φοβάσαι ότι θα είμαι κακή επιρροή για τον Χένρι. Είμαι πολύ πιο επικίνδυνη για τους μεγαλύτερους άντρες παρά για τους μικρότερους». Ο Άλεξ μισόκλεισε τα μάτια του. «Σε πιστεύω, δεσποινίς Λόσον». Πήρε τον Χένρι και βγήκαν από το δωμάτιο, κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Η Λίλι δεν σάλεψε. Την είχε πλημμυρίσει σύγχυση και η καρδιά της βροντοχτυπούσε ακανόνιστα. Η εικόνα του, κατακουρασμένου και αναμαλλιασμένου, το προστατευτικό χέρι που είχε βάλει στον ώμο του μικρού αδερφού του… όλα αυτά την είχαν κάνει να νιώσει περίεργα. Δεν ήταν το είδος της γυναίκας που θα κανάκευε έναν άντρα, κι όμως της ήρθε ξαφνικά η επιθυμία κάποιος να του έστρωνε τα μαλλιά, να παράγγελνε να του φτιάξουν ένα ελαφρύ δείπνο


και να τον κάνει να ομολογήσει τι είχε φέρει αυτό το προβληματισμένο ύφος στα μάτια του. «Λίλι», ρώτησε ο Ζάκαρι, «θεωρείς ότι πίστεψε πως το φιλί μας ήταν αληθινό;» «Είμαι σίγουρη πως το πίστεψε», αποκρίθηκε εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη. «Και γιατί να μην το πιστέψει;» «Είναι πολύ οξυδερκής άνθρωπος». «Έχω αρχίσει να σκυλοβαριέμαι το πώς οι πάντες τον υπερεκτιμούν», είπε η Λίλι. Κατευθείαν μετάνιωσε που είχε ακουστεί τόσο αιχμηρή. Απλά να, ήταν που είχε μείνει εμβρόντητη από την εικόνα που της είχε έρθει στο μυαλό. Η ξεροκέφαλη φαντασία της είχε φτιάξει μια εικόνα στην οποία εκείνη αγκάλιαζε τον Ρέιφορντ, ένιωθε το αυστηρό στόμα του πάνω στο δικό της και τα ξανθά μαλλιά του κάτω από τα χέρια της. Η ιδέα έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. Ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι της για να καταπραΰνει το μυρμήγκιασμα που ένιωσε στη βάση του αυχένα της. Μόνο μια φορά την είχε κρατήσει στα χέρια του, τότε που είχε πέσει στο κυνήγι των Μίντλτον και ο Ρέιφορντ την είχε σηκώσει κι είχε κοντέψει να τη στραγγαλίσει. Η δύναμη των χεριών του και η ένταση στο πρόσωπό του την είχαν τρομάξει. Αμφέβαλλε για το αν εκείνος είχε δείξει ποτέ αυτή την πλευρά του στην Κάρολαϊν Γουίτμορ. Η Λίλι ένιωθε έντονη περιέργεια για τη μυστηριώδη Κάρολαϊν. Άραγε τον είχε αγαπήσει ή είχε συμφωνήσει να τον παντρευτεί λόγω του υπέρμετρου πλούτου του; Ή ίσως για την αριστοκρατική καταγωγή του… Η Λίλι είχε ακούσει ότι οι Αμερικανοί εντυπωσιάζονταν πολύ με τίτλους ευγενείας και γαλάζια αίματα. Και ο Ρέιφορντ πώς ήταν με την Κάρολαϊν; Ήταν πιθανόν να ήταν ζεστός και χαμογελαστός; Η Κάρολαϊν τον έκανε ευτυχισμένο; Τα αναπάντητα ερωτηματικά ενόχλησαν τη Λίλι. Μάλωσε τον εαυτό της από μέσα της. Δεν είχε σημασία πώς ήταν η χαμένη αγάπη του Ρέιφορντ. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να γλιτώσει την Πενέλοπε από αυτόν. Ο Άλεξ αποχαιρέτησε τον παιδαγωγό και αναστέναξε την ώρα που ο άνθρωπος έφυγε. Αυτός ο κύριος, ο κύριος Χότσκινς, ήταν ο τέταρτος που είχε περάσει από συνέντευξη για τη θέση του παιδαγωγού του Χένρι. Μέχρι τώρα κανείς τους δεν ήταν ικανοποιητικός. Ο Άλεξ υπέθεσε ότι θα του έπαιρνε λίγο καιρό ώσπου να βρει έναν παιδαγωγό με τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην πειθαρχία και την κατανόηση έτσι ώστε να ταιριάζει στις ανάγκες του Χένρι. Με αυτό και με τις συναντήσεις που είχε κανονίσει τις τελευταίες λίγες μέρες με εξαγριωμένους μισθωτές, ο Άλεξ ήταν απασχολημένος. Οι μισθωτές ήταν οργισμένοι εξαιτίας των ζημιών που είχαν γίνει στις σοδειές τους από μια πληθώρα λαγών και κουνελιών που έβγαιναν για πλιάτσικο. Ταυτόχρονα, ο φύλακας του κυνηγετικού χώρου του τον ενημέρωσε με μια κάποια ανησυχία ότι το ποσοστό της λαθροθηρίας είχε αυξηθεί αξιοσημείωτα. «Το κακό δεν είναι ότι κυνηγούν παράνομα τα κουνέλια, κύριε», είπε ο φύλακας. «Αλλά βάζουν παγίδες και κυνηγούν τη νύχτα, και πέφτουν πάνω στους φασιανούς που κλωσούν. Δεν θα βρούμε φασιανό να σκοτώσουμε φέτος!» Ο Άλεξ έλυσε το πρόβλημα προσφέροντας αποζημίωση στους μισθωτές για τις κατεστραμμένες σοδειές τους, φτάνει να περιόριζαν τη λαθροθηρία τους – την οποία αυτοί αρνήθηκαν πως έκαναν ευθύς εξαρχής. Στο μεταξύ, είχε συναντήσεις με κάποιους από τους περιφερειακούς αντιπροσώπους για την περιουσία του στο Μπάκινγκχαμσάιρ, συζητώντας την είσπραξη των ενοικίων και άλλες παραμέτρους της διαχείρισης της περιουσίας. «Θα έπρεπε να διορίσεις έναν διαχειριστή πλήρους απασχόλησης», του είχε επισημάνει η Λίλι, αφού είχε στήσει αφτί σε κάποιες από τις συζητήσεις. «Άλλοι άντρες στη θέση σου αυτό


κάνουν». «Ξέρω πώς να διαχειριστώ τις δικές μου υποθέσεις», είπε κοφτά ο Άλεξ. «Φυσικά». Η Λίλι του χάρισε ένα αναιδές χαμόγελο. «Προτιμάς να κάνεις τα πάντα μόνος σου. Πιθανότατα να σου άρεσε να πας και να μαζέψεις μόνος σου τα ενοίκια από καθέναν από τους μισθωτές σου, αν βέβαια έβρισκες τον χρόνο. Μου κάνει μάλλον εντύπωση ότι δεν σκουπίζεις και δεν γυαλίζεις εσύ τα πατώματα του αρχοντικού, και δεν ζυμώνεις τη ζύμη για το ψωμί στην κουζίνα – γιατί να προσλάβεις έναν υπηρέτη να το κάνει, αφού εσύ είσαι απολύτως ικανός;» Ο Άλεξ της αντιγύρισε απότομα να κοιτάζει τη δουλειά της, κι εκείνη τον είχε αποκαλέσει μεσαιωνικό τύραννο. Κατ’ ιδίαν, εκείνος είχε σκεφτεί την επισήμανσή της. Μεγάλο μέρος της δουλειάς που έκανε θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει και από βοηθούς. Όμως, τι θα συνέβαινε αν όντως κατάφερνε να βρει περισσότερο χρόνο για τον εαυτό του; Τι θα έκανε; Θα τον περνούσε με την Πενέλοπε; Μολονότι ήταν απόλυτα ευγενικοί ο ένας προς τον άλλο, αυτός και η Πενέλοπε δεν απολάμβαναν και τόσο πολύ ο ένας τη συντροφιά του άλλου. Υπήρχαν οι εναλλακτικές των τυχερών παιγνίων, του κυνηγιού, των κοσμικών συγκεντρώσεων και της πολιτικής στο Λονδίνο. Όλα φάνταζαν απίστευτα βαρετά. Ο Άλεξ υπέθεσε πως θα μπορούσε να φρεσκάρει κάποιες παλιές φιλίες. Τα τελευταία δύο χρόνια είχε αποφύγει τη συντροφιά και των πιο στενών φίλων του, ιδίως αυτών που είχαν γνωρίσει την Κάρολαϊν και εξέφραζαν τη συμπάθειά τους για τον θάνατό της. Ο Άλεξ δεν είχε μπορέσει να αντέξει τον οίκτο στα μάτια τους. Απογοητευμένος, δύσθυμος, ο Άλεξ πήγε να επισκεφθεί την Πενέλοπε, που ήταν κολλημένη πάνω στη μητέρα της σαν σκιά. Προσπάθησε να συζητήσει μαζί τους, πίνοντας ένα φλιτζάνι από το χλιαρό τσάι που του πρόσφεραν. Ντροπαλά η Πενέλοπε του έριχνε κλεφτές ματιές την ώρα που κεντούσε πάνω σε ένα τελάρο, κάνοντας βελονιές από χρωματιστό μετάξι με μια μικρή βελόνα. Έδειχνε συνεσταλμένη και ραφινάτη, έτσι όπως τα απαλά χέρια της κινούνταν επιδέξια πάνω στη λευκή μουσελίνα. Ύστερα από λίγα λεπτά μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα, ο Άλεξ ξεγλίστρησε κι έφυγε μουρμουρίζοντας ότι έπρεπε να κάνει κι άλλη δουλειά. Ο ήχος από γέλια και τραπουλόχαρτα που ανακατεύονταν αντήχησε από τον μακρύ εξώστη. Γεμάτος περιέργεια, πήγε να εξακριβώσει. Η πρώτη σκέψη του Άλεξ ήταν ότι ο Χένρι είχε δεχτεί επίσκεψη από κάποιο φίλο του. Δυο μικρόσωμες φιγούρες κάθονταν σταυροπόδι πάνω στο καλογυαλισμένο πάτωμα κι έπαιζαν χαρτιά. Η μια φιγούρα ανήκε σίγουρα στον Χένρι, με τους τετραγωνισμένους ώμους. Η άλλη όμως… η άλλη… Ο Άλεξ συνοφρυώθηκε όταν την αναγνώρισε. Όχι μόνο ήταν η Λίλι φορώντας τις βυσσινιές βράκες της, αλλά είχε δανειστεί κιόλας ένα από τα πουκάμισα και τα γιλέκα του Χένρι. Ο Άλεξ διέσχισε τον εξώστη αποφασιστικά με μεγάλες δρασκελιές, έχοντας σκοπό να την επιπλήξει για την έξαλλα ανάρμοστη περιβολή της. Όταν έφτασε κοντά τους, τα μάτια του τρεμόπαιξαν πάνω στη Λίλι και ξεροκατάπιε με δύναμη. Ο τρόπος που καθόταν, με τις βράκες να τεντώνονται σφιχτά πάνω στους μηρούς και στα γόνατά της, έδειχνε τη λεπτή κοψιά των ποδιών της. Ο Θεός να τον φυλάει, δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλη γυναίκα που να του τραβούσε τόσο πολύ την προσοχή. Στον καιρό του είχε γνωρίσει πολλά σαγηνευτικά θηλυκά, τις είχε δει ντυμένες και ξεντυμένες, με πολυτελή βραδινά φορέματα και με διάφανα αραχνοΰφαντα –σχεδόν ανύπαρκτα– υφάσματα, γυμνές στο μπάνιο, με γαλλικά μεταξωτά εσώρουχα που τα συγκρατούσαν στενές κορδέλες. Όμως τίποτα δεν του είχε φανεί ποτέ τόσο προκλητικό όσο το θέαμα της Λίλι Λόσον με τις βράκες. Ο Άλεξ αισθάνθηκε να κοκκινίζει, το σώμα του να σφίγγεται και να γεμίζει με πόθο.


Απεγνωσμένα πάλεψε να φέρει μια εικόνα της Πενέλοπε στο μυαλό του. Όταν αυτό απέτυχε, σκάλισε ακόμα πιο βαθιά για μια ανάμνηση της Κάρολαϊν. Όμως δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο της Κάρολαϊν… διάολε, μετά βίας μπορούσε να το θυμηθεί… το μόνο που υπήρχε ήταν οι άκρες των ποδιών της Λίλι, η κορυφή του σγουρόμαλλου μελαχρινού κεφαλιού της, οι σβέλτες κινήσεις των δαχτύλων της καθώς άπλωνε ένα πάκο με τραπουλόχαρτα. Έδωσε μάχη για να κρατήσει την ανάσα του κανονική. Για πρώτη φορά δεν μπόρεσε να ανακαλέσει στη μνήμη του ακριβώς τον ήχο από τη φωνή της Κάρολαϊν ή το σχήμα του προσώπου της… ήταν όλα πνιγμένα σε μια απαλή αχλή. Οι προδοτικές αισθήσεις του ήταν στραμμένες πάνω στη Λίλι, της οποίας η ζωηρή ομορφιά ήταν το επίκεντρο όλου του φωτός στον εξώστη. Η Λίλι έριξε μια φευγαλέα λοξή ματιά στον Άλεξ. Οι ώμοι της σφίχτηκαν λες και περίμενε κάποιο αρνητικό σχόλιο. Όταν δεν ήρθε κανένα, συνέχισε την επίδειξή της. Έκοψε και ανακάτεψε επιδέξια τα χαρτιά. «Λοιπόν κοίτα, Χένρι», είπε. «Απλώς βάλε αυτή τη δεσμίδα των τραπουλόχαρτων ακριβώς μέσα στην άλλη… και θα βγουν τα ίδια χαρτιά όπως πριν… βλέπεις; Ο άσος εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω κάτω». Ο Χένρι γέλασε και πήρε το πάκο με τα τραπουλόχαρτα για να εξασκηθεί στο κόλπο. Ο Άλεξ κοίταξε το αγόρι να πασπατεύει τα χαρτιά. «Ξέρεις τι παθαίνουν οι χαρτοκλέφτες;» ρώτησε. «Μόνο οι κακοί χαρτοκλέφτες», αποκρίθηκε η Λίλι πριν προλάβει να απαντήσει το αγόρι. «Τους καλούς δεν τους τσακώνουν ποτέ». Έδειξε ένα σημείο στο πάτωμα δίπλα τους, με τόση χάρη σαν μια κυρία που πρόσφερε μια καρέκλα μέσα σε ένα κομψό σαλόνι. «Θέλεις να καθίσεις μαζί μας, κύριέ μου; Θα πρέπει να σου πω ότι παραβαίνω έναν από τους πιο αυστηρούς κανόνες μου, μαθαίνοντας στον αδερφό σου τα καλύτερα κόλπα μου». Ο Άλεξ κάθισε στο πάτωμα δίπλα της. «Μήπως θα έπρεπε να νιώθω ευγνώμων;» ρώτησε ξερά. «Που μετατρέπεις τον αδερφό μου σε χαρτοκλέφτη…» Η Λίλι του χαμογέλασε πλατιά. «Και βέβαια όχι. Το μόνο που θέλω είναι αυτό το καημένο παλικαράκι να μάθει για τους τρόπους με τους οποίους άλλοι άνθρωποι θα μπορούσαν να τον εκμεταλλευτούν». Ο Χένρι έβγαλε ένα επιφώνημα αγανάκτησης με τον εαυτό του καθώς τα δάχτυλά του γλίστρησαν και τα χαρτά σκορπίστηκαν στο πάτωμα. «Δεν υπάρχει πρόβλημα», είπε η Λίλι σκύβοντας προς τα εμπρός για να μαζέψει τα χαρτιά. «Εξάσκηση, Χένρι. Θα τα καταφέρεις ώσπου να πεις κύμινο». Ο Άλεξ δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και να μην κοιτάξει επίμονα τον καλοφτιαγμένο ολοστρόγγυλο πισινό της Λίλι την ώρα που εκείνη μάζευε επιδέξια τα σκόρπια χαρτιά. Ένα καινούριο κύμα ανταπόκρισης τον διαπέρασε, κάνοντας την επιδερμίδα του καυτή. Τράβηξε τις άκρες του σακακιού του και κουμπώθηκε. Θα έπρεπε να σηκωθεί και να φύγει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Όμως αντί γι’ αυτό, εκείνος παρέμεινε στον ηλιόλουστο εξώστη, καθισμένος στο πάτωμα δίπλα στην πιο εξοργιστική γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του. Ο Χένρι ανακάτεψε τα χαρτιά μαζί. «Τι θα γίνει με τον παιδαγωγό μου, Άλεξ;» Ο Άλεξ τράβηξε την προσοχή του από τη Λίλι. «Δεν βρήκα κάποιον κατάλληλο ακόμα». «Ωραία», είπε το αγόρι με έμφαση. «Ο τελευταίος ήταν σαν ανθρωπογούρουνο». Ο Άλεξ συνοφρυώθηκε. «Σαν τι;» Η Λίλι έσκυψε προς το μέρος του Χένρι συνωμοτικά. «Χένρι, μη χρησιμοποιείς τις καινούριες λέξεις που σου έμαθε η θεία Λίλι, ώσπου να φύγει ο Άλεξ». Χωρίς να το σκεφτεί, ο Άλεξ άδραξε το λεπτό μπράτσο της Λίλι. «Δεσποινίς Λόσον, αποδεικνύεις επιδέξια όλους τους λόγους για τους οποίους δεν σε ήθελα κοντά του».


Ξαφνιασμένη από το άγγιγμά του, η Λίλι του έριξε μια βιαστική ματιά περιμένοντας να δει ένα παγερό συνοφρύωμα. Αντίθετα, όμως, είδε ένα θλιμμένο, παιδιάστικο χαμόγελο που έκανε την καρδιά της να βροντοχτυπήσει λίγο παραπάνω. Τι παράξενο, το γεγονός ότι τον έκανε να χαμογελάσει της έδωσε μια αίσθηση πληρότητας. Τον κοίταξε με τα γελαστά καστανά μάτια της κι ύστερα απηύθυνε άλλο ένα σχόλιο στον Χένρι. «Ξέρεις γιατί ο αδερφός σου δεν έχει βρει ακόμα παιδαγωγό; Δεν θα ικανοποιηθεί αν δεν προσλάβει τον Γαλιλαίο, τον Σαίξπηρ και τον Πλάτωνα, όλους μαζί σε έναν άνθρωπο. Πραγματικά σε συμπονώ, αγόρι μου». Ο Χένρι ζάρωσε το πρόσωπό του σε μια γκριμάτσα φρίκης. «Άλεξ, πες της ότι δεν είναι αλήθεια!» «Έχω συγκεκριμένες προδιαγραφές», παραδέχτηκε ο Άλεξ, τραβώντας το χέρι του από το μπράτσο της Λίλι. «Το να βρω έναν παιδαγωγό με προσόντα μου παίρνει περισσότερο καιρό απ’ όσο είχα προβλέψει». «Γιατί δεν αφήνεις τον Χένρι να διαλέξει;» πρότεινε η Λίλι. «Εσύ θα μπορούσες να φροντίσεις τις άλλες δουλειές σου ενόσω εκείνος θα βλέπει υποψήφιους δασκάλους. Και μετά θα σου παρουσιάσει αυτόν που επέλεξε για να τον εγκρίνεις». Ο Άλεξ ρουθούνισε σαρδόνια. «Θα μου άρεσε να δω τι είδους παιδαγωγό θα διάλεγε ο Χένρι». «Θεωρώ ότι θα έπαιρνε την απόφασή του με απόλυτη υπευθυνότητα. Εξάλλου, δικός του παιδαγωγός θα είναι. Πιστεύω πως θα έπρεπε να έχει κάποιο λόγο πάνω σ’ αυτό». Ο Χένρι φάνηκε να σκέφτεται το ζήτημα ενδελεχώς. Τα γαλάζια μάτια του συνάντησαν τον Άλεξ. «Θα διάλεγα έναν καταπληκτικό, Άλεξ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις». Η ιδέα ήταν ανορθόδοξη. Από την άλλη, η υπευθυνότητα μπορεί να έκανε καλό στον Χένρι. Ο Άλεξ υπέθεσε ότι δεν θα ήταν κακό να το δοκιμάσουν. «Θα το σκεφτώ», είπε τραχιά. «Αλλά η τελική έγκριση θα είναι δική μου». «Καλώς», είπε η Λίλι ικανοποιημένη. «Απ’ ό,τι φαίνεται, μπορείς να φανείς λογικός κατά καιρούς». Πήρε τα χαρτιά από το αγόρι, τα ανακάτεψε γοργά και έβαλε το πάκο πάνω στο πάτωμα. «Θα ήθελες να κόψεις, κύριέ μου;» Ο Άλεξ την κοίταξε επίμονα. Αναρωτήθηκε αν αυτή η γυναίκα φάνταζε έτσι μέσα στη λέσχη του Κρέιβεν, με τα καστανά μάτια της να αστράφτουν με μια σκανταλιάρικη πρόκληση και το λεπτό χέρι της να απομακρύνει τις μπούκλες που κρέμονταν πάνω από το μέτωπό της. Δεν θα ήταν ποτέ η κόσμια, καθωσπρέπει σύζυγος για κανέναν. Θα ήταν η ελκυστική σύντροφος στα τυχερά παιχνίδια με τα κόλπα μιας εταίρας, ένας συνδυασμός απατεώνισσας του τζόγου και μαινάδας… ήταν εκατό διαφορετικά πράγματα, κι εκείνου δεν του χρειαζόταν κανένα από αυτά. «Τι παιχνίδι είναι;» ρώτησε. «Μαθαίνω στον Χένρι τα καίρια σημεία του εικοσιένα». Ένα προκλητικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο όμορφο πρόσωπό της. «Θεωρείς τον εαυτό σου ικανό για το παιχνίδι, Ρέιφορντ;» Αργά αργά, εκείνος έπιασε την τράπουλα και έκοψε. «Μέσα».


Κεφάλαιο 5 Η Λίλι ανακάλυψε με κατάπληξη ότι ο Ρέιφορντ ήταν έμπειρος στα χαρτιά. Παραπάνω από έμπειρος. Για να μπορέσει να τον νικήσει, της ήταν απαραίτητο να κλέψει. Χρησιμοποίησε το πρόσχημα ότι πήγαινε να δώσει περισσότερες οδηγίες στον Χένρι με σκοπό να κρυφοκοιτάξει το πάνω χαρτί της τράπουλας. Πού και πού μοίραζε τα δεύτερα χαρτιά ή από το κάτω μέρος. Μια δυο φορές χρησιμοποίησε ένα ειδικό ανακάτεμα για να στήσει την τράπουλα, κάτι που το είχε μάθει από τον Ντέρεκ ύστερα από ώρες εξάσκησης μπροστά σε έναν καθρέφτη. Ακόμα κι αν ο Ρέιφορντ υποψιαζόταν, παρέμεινε σιωπηλός… κι αυτό, ώσπου το παιχνίδι κόντευε να τελειώσει. «Λοιπόν, αυτό», είπε η Λίλι στον Χένρι κατά τη διάρκεια της τελευταίας παρτίδας, «είναι ένα χαρτί που χρησιμοποιείται με δύο τρόπους: ο άσος μπορεί να μετρήσει για ένα ή για έντεκα. Η καλύτερη στρατηγική σου είναι να προσπαθήσεις να φέρεις υψηλό αποτέλεσμα. Αν αυτό δεν δουλέψει, μέτρα τον άσο για ένα». Ακολουθώντας τις οδηγίες της, ο Χένρι πήρε ένα χαρτί και χαμογέλασε με ικανοποίηση. «Είκοσι», είπε. «Κανείς δεν μπορεί να το περάσει αυτό». «Εκτός», παρατήρησε ο Άλεξ ξερά, «αν η δεσποινίς Λόσον κάνει αυτό που ξέρει καλά». Η Λίλι του έριξε μια επιφυλακτική λοξή ματιά και αναρωτήθηκε αν την είχε πάρει είδηση να κλέβει. Πρέπει να την είχε πάρει. Δεν μπορούσε να υπάρχει καμία άλλη εξήγηση γι’ αυτή την έκφραση παραίτησης. Με λίγα τινάγματα των δαχτύλων της, το τελευταίο χαρτί μοιράστηκε και το παιχνίδι ολοκληρώθηκε. «Ο Χένρι κερδίζει αυτή την παρτίδα», είπε εκείνη χαρωπά. «Την επόμενη φορά θα παίξουμε με χρήματα, Χένρι». «Σε καμία περίπτωση ούτε στην κόλαση», είπε ο Άλεξ. Η Λίλι γέλασε. «Μη βγάζεις αφρούς γι’ αυτό, Ρέιφορντ. Εγώ απλώς σκόπευα να ποντάρουμε κάνα δυο σελίνια, όχι να μαδήσω την περιουσία του καημένου του αγοριού». Ο Χένρι σηκώθηκε και τεντώθηκε με ένα ελαφρύ βογκητό. «Την επόμενη φορά ας παίξουμε σε τραπέζι, καθισμένοι σε καρέκλες», πρότεινε. «Αυτό το πάτωμα είναι πολύ σκληρό!» Ο Άλεξ τον κοίταξε αμέσως με ανησυχία. «Πώς είσαι;» «Μια χαρά είμαι». Ο Χένρι χαμογέλασε καθώς κατάλαβε την ανησυχία του Άλεξ. «Εντάξει είμαι, Άλεξ. Αλήθεια». Ο Άλεξ κατένευσε αλλά η Λίλι πρόσεξε στα ανοιχτόχρωμα μάτια του την ίδια προβληματισμένη έκφραση που υπήρχε και την προηγούμενη νύχτα. Παρέμεινε ακόμα και μετά αφότου ο Χένρι έφυγε με ένα μάλλον άκαμπτο βάδισμα. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Λίλι. «Γιατί ρώτησες τον Χένρι…» «Δεσποινίς Λόσον», τη διέκοψε ο Άλεξ, ο οποίος σηκώθηκε όρθιος και της άπλωσε το χέρι για να τη βοηθήσει να σηκωθεί κι εκείνη. «Ποτέ μου δεν έχω δει γυναίκα να κλέβει στα χαρτιά με τέτοια επιδεξιότητα». Προς στιγμήν η προσοχή της αποσπάστηκε. «Χρόνια εξάσκησης», παραδέχτηκε με μετριοφροσύνη. Ξαφνικά ο Άλεξ χαμογέλασε πλατιά· του είχε φανεί αστεία η παντελής έλλειψη ντροπής εκ μέρους της. Τα λευκά δόντια του άστραψαν στο χρυσαφένιο πρόσωπό του. Πήρε το μικρό χέρι της μέσα στο δικό του και την τράβηξε να σηκωθεί όρθια. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο λεπτό κορμί της. «Να φανταστώ ότι ήταν απαραίτητο για σένα να κερδίσεις με αντίπαλο ένα


δωδεκάχρονο αγόρι;» «Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Εγώ εσένα ήθελα να νικήσω». «Γιατί;» Καλή ερώτηση αυτή. Δεν θα έπρεπε να έχει σημασία αν και κατά πόσο θα κέρδιζε ή θα έχανε ένα παιχνίδι μαζί του. Αμήχανα η Λίλι του ανταπέδωσε το ασημένιο βλέμμα του κι ευχήθηκε μέσα από την καρδιά της να μπορούσε να μένει αδιάφορη απέναντί του. «Απλώς έτσι μου ήρθε». «Μπορεί να ήταν ενδιαφέρον να προσπαθούσαμε να παίξουμε ένα τίμιο παιχνίδι μια μέρα», παρατήρησε εκείνος. «Αν είσαι ικανή γι’ αυτό». «Ας παίξουμε τίμια αμέσως τώρα, κύριέ μου. Ο χαμένος θα πρέπει να απαντήσει σε όποια ερώτηση του θέσει ο νικητής». Επιδέξια έριξε δυο χαρτιά στο πάτωμα, και το ένα βρέθηκε ανοιχτό μπρος στα πόδια του. Εφτά. Το άλλο χαρτί στάθηκε μπροστά της. Ντάμα. Ο Άλεξ επιθεώρησε το γερμένο κεφάλι της Λίλι την ώρα που εκείνη κοίταζε τα χαρτιά. Στεκόταν κοντά του. Ξαφνικά φαντάστηκε να πιάνει σφιχτά το κεφάλι της στα χέρια του, να βυθίζει το πρόσωπό του χαμηλά και να κολλάει με δύναμη το στόμα και τη μύτη του μέσα στις μαύρες μπούκλες της, ανασαίνοντας το άρωμά της, το δέρμα της… φαντάστηκε να πέφτει γονατιστός και να τραβάει τους γοφούς της προς τα εμπρός ώσπου να χανόταν μέσα στη ζεστασιά του κορμιού της. Ένιωσε ότι άρχισε να κοκκινίζει και να σφίγγεται, και προσπάθησε να αποδιώξει την απαγορευμένη εικόνα απ’ το μυαλό του. Πάλεψε σκληρά για την αυτοπειθαρχία του. Όταν εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε, ήταν βέβαιος πως η γυναίκα θα μπορούσε να αντιληφθεί την επαίσχυντη τροπή που είχαν πάρει οι σκέψεις του. Παραδόξως, δεν έδειξε να κατάλαβε τίποτα. «Άλλο ένα;» ρώτησε η Λίλι. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Η γυναίκα πήρε το πρώτο χαρτί από το πάκο με υπερβολική προσοχή και το έριξε στο πάτωμα. Δέκα. «Φτάνει», είπε εκείνος. Με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία η Λίλι τράβηξε το επόμενο χαρτί για τον εαυτό της, και χαμογέλασε πλατιά όταν είδε ότι επρόκειτο για εννιά. «Κερδίζω, Ρέιφορντ. Λοιπόν, πες μου γιατί φάνηκες τόσο ανήσυχος για τον Χένρι μόλις τώρα – όχι, πες μου γιατί τον έφερες σπίτι από το σχολείο. Οι βαθμοί του έφταιγαν; Μήπως έχει…» «Οι ερωτήσεις είναι τρεις ως τώρα», τη διέκοψε ο Άλεξ σαρδόνια. «Και πριν απαντήσω, θέλω να μάθω γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ». «Συμπαθώ το αγόρι», αποκρίθηκε η Λίλι επιβλητικά. «Ρωτάω από ειλικρινές ενδιαφέρον». Ο Άλεξ το σκέφτηκε. Ήταν πιθανόν ότι η γυναίκα έλεγε αλήθεια. Αυτή και ο Χένρι όντως έδειχναν να τα πηγαίνουν καλά μαζί. «Δεν ήταν οι βαθμοί του», αποκρίθηκε κοφτά. «Ο Χένρι είχε κάτι μπλεξίματα. Αργοπορία, σκανταλιές, τα συνηθισμένα. Ο διευθυντής τον “συμμόρφωσε”…» Το σαγόνι του Άλεξ σκλήρυνε. «Ξυλοφόρτωμα;» Η Λίλι κάρφωσε το βλέμμα της στο απομακρυσμένο πρόσωπό του. Τα χαρακτηριστικά του ήταν ιδιαίτερα τραχιά σ’ εκείνη τη γωνία. «Ώστε γι’ αυτό περπατάει τόσο άκαμπτα ώρες ώρες. Ήταν άσχημο, ε;» «Ναι, ήταν άσχημο». Η φωνή του ήταν τραχιά. «Ήθελα να σκοτώσω τον Θόρνγουεϊτ. Ακόμα το θέλω». «Τον διευθυντή;» Παρά την αποστροφή της για οποιονδήποτε θα μπορούσε να διαπράξει τέτοια βαρβαρότητα πάνω σε ένα παιδί, η Λίλι σχεδόν λυπήθηκε τον άνθρωπο. Υποψιάστηκε ότι ο Θόρνγουεϊτ δεν θα τη γλίτωνε έτσι εύκολα γι’ αυτό που είχε κάνει. «Ο Χένρι ανταπέδωσε ανάβοντας έναν σωρό με μπαρούτι κάτω από την εξώπορτα του Θόρνγουεϊτ», συνέχισε ο Άλεξ.


Η Λίλι γέλασε όταν το άκουσε αυτό. «Δεν θα περίμενα τίποτα λιγότερο απ’ αυτόν!» Η ευθυμία της έσβησε γρήγορα καθώς κοίταξε προσεκτικά το αμείλικτο πρόσωπο του Άλεξ. «Αλλά εσένα σε απασχολεί κάτι άλλο… πρέπει να είναι… ότι ο Χένρι δεν σου μίλησε γι’ αυτό που συνέβαινε;» Διάβασε την απάντηση στη σιωπή του. Και κατευθείαν κατάλαβε. Ο Άλεξ, με την παράλογη αίσθηση υπευθυνότητας που είχε για τους πάντες και τα πάντα, θα έπαιρνε όλο το φταίξιμο πάνω του. Προφανώς είχε μεγάλη αδυναμία στο αγόρι. Αυτή θα ήταν η τέλεια ευκαιρία για εκείνη να στρίψει το μαχαίρι και να τον κάνει να νιώσει χειρότερα απ’ όσο ήδη ένιωθε. Αντ’ αυτού, τσάκωσε τον εαυτό της να προσπαθεί να κατευνάσει τις ενοχές του. «Δεν μου κάνει εντύπωση», είπε με κατηγορηματικό τόνο. «Τα περισσότερα αγόρια στην ηλικία του Χένρι είναι υπερβολικά περήφανα, ξέρεις. Μην προσπαθήσεις να ισχυριστείς ότι δεν ήσουν κι εσύ έτσι σ’ αυτή την ηλικία. Φυσικά και ο Χένρι θα προσπαθούσε να χειριστεί την κατάσταση μόνος του. Δεν θα ήθελε να τρέξει σ’ εσένα σαν μωρό. Απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει, έτσι σκέφτονται τα αγόρια». «Τι μπορεί να ξέρεις εσύ για τα αγόρια;» μουρμούρισε εκείνος. Η Λίλι του έριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα. «Δεν φταις εσύ, Ρέιφορντ, όσο κι αν θα ήθελες να πάρεις το φταίξιμο πάνω σου. Έχεις υπερβολικά ανεπτυγμένη συνείδηση – σχεδόν τόσο ανεπτυγμένη όσο το εγώ σου». «Αυτό που μου χρειάζεται είναι μια διάλεξη από σένα σχετικά με τη συνείδηση», είπε εκείνος καυστικά. Όμως την κοίταξε δίχως τη συνηθισμένη εχθρότητα, και τα ανοιχτόχρωμα γκρίζα βάθη των ματιών του έκαναν μια παράξενη αίσθηση να αναδευτεί μέσα της. «Δεσποινίς Λόσον…» Ο Άλεξ έδειξε την τράπουλα που κρατούσε η Λίλι. «Θα ήθελες να παίξουμε μία ακόμη παρτίδα αλήθειας;» «Γιατί;» Χαμογελώντας, η Λίλι έριξε ακόμα δυο ζευγάρια από τραπουλόχαρτα στο πάτωμα. «Ποια ερώτηση θα ήθελες να κάνεις, κύριέ μου;» Εκείνος εξακολούθησε να την κοιτάζει επίμονα. Η Λίλι είχε την τρομαχτική αίσθηση ότι παρόλο που στέκονταν χώρια, εκείνος την άγγιζε. Δεν την άγγιζε, φυσικά, αλλά και πάλι, εκείνη είχε την καταπνιγμένη αίσθηση που ανέσυρε απότομα από τη μνήμη της σημάδια προειδοποίησης… ναι, είχε νιώσει έτσι με τον Τζουζέπε… να απειλείται… να κυριαρχείται. Ο Άλεξ αψήφησε την πρόφαση των χαρτιών, το παιχνίδι, και την κοίταξε έντονα. «Γιατί μισείς τους άντρες;» Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη ρωτήσει. Η περιέργεια είχε συσσωρευτεί από κάθε λέξη που την είχε ακούσει να λέει, από κάθε επιφυλακτικό βλέμμα που είχε ρίξει στον ίδιο, στον πατέρα της, ακόμα και στον Ζάκαρι. Η γυναίκα κρατούσε μια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό της και στον κάθε άντρα που πλησίαζε. Με τον Χένρι, ωστόσο, η Λίλι ήταν αλλιώτικη. Το μόνο που μπορούσε να υποθέσει ο Άλεξ ήταν ότι ο Χένρι ήταν πολύ μικρός για να τον θεωρήσει η Λίλι απειλή. Το ένστικτό του του έλεγε ότι εκείνη είχε πέσει θύμα εκμετάλλευσης στο παρελθόν, αρκετά συχνά ώστε να έχει φτάσει να θεωρεί τους άντρες ως εχθρούς, ίσα για να τους χρησιμοποιεί και να τους μεταχειρίζεται. «Γιατί μισ…» Η φωνή της Λίλι έσβησε σε μια εμβρόντητη σιωπή. Μονάχα ο Ντέρεκ είχε μπορέσει ποτέ να την αφοπλίσει τόσο απόλυτα με λίγες λέξεις. Γιατί τη ρωτούσε τέτοιο πράγμα; Σίγουρα δεν είχε κανένα προσωπικό ενδιαφέρον για τα συναισθήματά της. Πρέπει να τη ρώτησε γιατί με κάποιο τρόπο είχε διαισθανθεί ότι αυτό θα την πλήγωνε, το κάθαρμα. Και είχε δίκιο σ’ αυτό που τη ρώτησε… όντως μισούσε τους άντρες, μολονότι ποτέ πριν δεν το είχε πει με λέξεις, δυνατά ή αλλιώς. Και τι στα κομμάτια θα έπρεπε να βρίσκει τόσο υπέροχο


πάνω τους; Ο πατέρας της την είχε αγνοήσει, ο μνηστήρας της την είχε παρατήσει, ο Τζουζέπε είχε καταχραστεί την εμπιστοσύνη της που τόσο δύσκολα είχε κερδίσει. Άντρες είχαν πάρει το παιδί της. Ακόμα και η φιλία της με τον Ντέρεκ, έτσι όπως ήταν, είχε ξεκινήσει με εκβιασμό. Να τους έπαιρνε όλους ο διάολος! «Μπούχτισα με τα παιχνίδια απόψε», είπε και έριξε την τράπουλα, αφήνοντας τα τραπουλόχαρτα να διασκορπιστούν. Στράφηκε βιαστικά και έφυγε από τον εξώστη. Άκουσε τα βήματα του Άλεξ πίσω της. Την έφτασε με τρεις μεγάλες δρασκελιές. «Δεσποινίς Λόσον…» Την έπιασε απ’ το μπράτσο. Εκείνη στριφογύρισε απότομα και αποτράβηξε βίαια το χέρι της. «Μη με αγγίζεις», σύριξε. «Μη με αγγίξεις ποτέ ξανά!» «Εντάξει», είπε εκείνος σιγανά. «Ηρέμησε. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να ρωτήσω». «Τι είναι αυτό, κάποιο είδος συγγνώμης;» Το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την ένταση της οργής της. «Ναι». Ο Άλεξ δεν περίμενε ότι θα χτυπούσε κάποια ευαίσθητη χορδή με αυτή του την ερώτηση. Ακόμα και τώρα η Λίλι προσπαθούσε σκληρά να ελέγξει τον εαυτό της. Συνήθως έδειχνε πολύ επιδεικτικά την αυτοπεποίθησή της. Για πρώτη φορά του φάνηκε εύθραυστη, μια ασταθής γυναίκα που βίωνε κάποια τρομερή ένταση. «Ήταν άτοπο». «Έχεις απόλυτο δίκιο σ’ αυτό!» Η Λίλι πέρασε το χέρι της μέσα από τα μαλλιά της, ώσπου οι μπούκλες έπεσαν σε ένα αναμαλλιασμένο κουβάρι πάνω στο μέτωπό της. Τα φλογισμένα μάτια της καρφώθηκαν πάνω στο ανεξιχνίαστο πρόσωπό του. Δεν έδειχνε να μπορεί να συγκρατήσει ένα κουβάρι από επικριτικές λέξεις. «Αλλά πάρε την αναθεματισμένη απάντηση που γυρεύεις. Δεν έχω γνωρίσει ακόμα έναν άντρα άξιο εμπιστοσύνης. Ποτέ μου δεν γνώρισα έναν αποκαλούμενο κύριο με την παραμικρή αντίληψη περί εντιμότητας ή συμπόνιας. Όλοι σας θέλετε να γκαρίζετε για την τιμή σας, ενώ η αλήθεια είναι…» Έκλεισε απότομα το στόμα της. «Όταν η αλήθεια είναι…» επανέλαβε ο Άλεξ, θέλοντας να την κάνει να ολοκληρώσει την πρόταση. Ήθελε να ξέρει τουλάχιστον αυτό εδώ το μικρό κομμάτι από το πολύπλοκο σύνολο. Θεέ μου, θα μπορούσε να του πάρει τουλάχιστον μια ολόκληρη ζωή για να την καταλάβει. Η Λίλι τίναξε το κεφάλι της αποφασιστικά. Τα έντονα συναισθήματα έδειξαν να αποστραγγίζονται με τρόπο μαγικό, από μια ισχυρή θέληση που ο Άλεξ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι συναγωνιζόταν επάξια τη δική του. Τον κοίταξε με ένα αυθάδικο χαμόγελο. «Άντε γεια, κύριέ μου», είπε ανάλαφρα, και τον άφησε εκεί, στον εξώστη που ήταν γεμάτος με σκόρπια τραπουλόχαρτα. Κάτι από εκείνο το πρωινό εγκατέστησε έναν διαπεραστικό πόνο στο κεφάλι της Λίλι που δεν έλεγε να φύγει. Πέρασε τη μέρα με τη συντροφιά της Τότι και της Πενέλοπε, μισοακούγοντας τη γυναικεία συζήτησή τους. Το βράδυ ζήτησε συγγνώμη και δεν παρευρέθηκε στο δείπνο, και τσιμπολόγησε λίγο κρύο μοσχάρι και ψωμί από έναν δίσκο στο δωμάτιό της. Αφού κατέβασε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί, έβαλε το νυχτικό της και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Οι μεταξωτές δαμασκηνί κουρτίνες του κρεβατιού κρέμονταν από ένα στεφάνι πάνω απ’ το κεφάλι της καλύπτοντάς τη στη σκιά. Ανήσυχα άλλαξε στάση, ξαπλώνοντας μπρούμυτα και βάζοντας τα χέρια της κάτω από το μαξιλάρι της, αγκαλιάζοντάς το. Η μοναξιά πλημμύρισε το στήθος της με ένα παγερό, έντονο βάρος. Ήθελε κάποιον να του μιλήσει. Ήθελε να βγάλει το βάρος από μέσα της. Είχε ανάγκη τη θεία Σάλι, τον μοναδικό άνθρωπο που ήξερε για τη Νικόλ. Με τη σκαμπρόζικη σοφία της και την


ανορθόδοξη αίσθηση του χιούμορ, η Σάλι ήταν σε θέση να χειριστεί οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση. Είχε βοηθήσει τη μαμή κατά τη γέννηση της Νικόλ και είχε φροντίσει τη Λίλι τόσο στοργικά όσο και μια μητέρα. «Σάλι, θέλω το μωρό μου», ψιθύρισε η Λίλι. «Αχ και να ήσουν εδώ, θα με βοηθούσες να καταλάβω τι να κάνω. Τα λεφτά τέλειωσαν όλα. Δεν έχω κανέναν. Αρχίζω και νιώθω απόγνωση. Τι θα κάνω; Τι;» Θυμήθηκε να πηγαίνει στη Σάλι και να της εξομολογείται μέσα σε μια θύελλα δυστυχίας και ντροπής ότι είχε βρει έναν εραστή και ότι από εκείνη τη μία νύχτα απαγορευμένου πάθους είχε συλληφθεί ένα παιδί. Εκείνο τον καιρό θεωρούσε ότι αυτό ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να της συμβεί. Η Σάλι την ανακούφισε με κοινή λογική. «Έχεις σκεφτεί να δώσεις το μωρό;» είχε ρωτήσει η Σάλι. «Να πληρώσεις κάποιον άλλο να το μεγαλώσει;» «Όχι, δεν θα το έκανα αυτό», είχε αποκριθεί η Λίλι κλαίγοντας. «Το μωρό είναι αθώο. Δεν αξίζει να πληρώσει αυτό για τις αμαρτίες μου». «Τότε, αν σχεδιάζεις να κρατήσεις το παιδί, θα ζήσουμε ήσυχα μαζί στην Ιταλία». Τα μάτια της Σάλι είχαν αστράψει από προσδοκία. «Θα είμαστε οικογένεια». «Μα δεν θα μπορούσα να το ζητήσω αυτό από σένα…» «Δεν το ζήτησες. Εγώ προσφέρθηκα. Κοίταξέ με, Λίλι. Είμαι μια πλούσια γριά που μπορεί να κάνει ό,τι της έρθει στο μυαλό. Έχω αρκετά χρήματα για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Και δεν θα δώσουμε δεκάρα για όλο τον υπόλοιπο κόσμο και την υποκρισία του». Προς μεγάλη θλίψη της Λίλι, η Σάλι είχε πεθάνει σύντομα αφότου γεννήθηκε το μωρό. Της Λίλι της έλειπε, αλλά έβρισκε παρηγοριά στην κορούλα της. Η Νικόλ ήταν το κέντρο του κόσμου της και γέμιζε κάθε μέρα της με αγάπη και θαύμα. Άπαξ και είχε τη Νικόλ, όλα ήταν εντάξει. Η Λίλι ένιωσε δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της, και το μαξιλάρι απορροφούσε την καυτή υγρασία. Ο πόνος από το κεφάλι της απλώθηκε στον λαιμό της καθώς άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Δεν είχε λυγίσει ποτέ της μπροστά σε κανέναν, ούτε καν στον Ντέρεκ. Κάτι πάνω του δεν την άφηνε να φανεί ευάλωτη. Ο Ντέρεκ είχε δει πάρα πολύ πόνο στη ζωή του. Και ακόμα κι αν κάποτε μπορεί να είχε νιώσει συμπόνια μπροστά στα δάκρυα μιας γυναίκας, είχε χάσει εκείνη την ικανότητα εδώ και πολύ καιρό. Δυστυχισμένα η Λίλι αναρωτήθηκε ποιος ήταν με τη Νικόλ. Και ποιος, αν υπήρχε κάποιος, την παρηγορούσε όταν έκλαιγε. Ο Άλεξ αναδευόταν και βογκούσε μες στον ύπνο του, πιασμένος στο άδραγμα ενός βασανιστικού ονείρου. Με κάποιο τρόπο ήξερε ότι αυτό δεν συνέβαινε στ’ αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Βυθίστηκε πιο βαθιά μέσα σ’ έναν κόσμο από καταχνιά και σκιές και κίνηση. Η Λίλι ήταν εκεί. Το κοροϊδευτικό γέλιο της αντηχούσε παντού γύρω του. Τα λαμπερά καστανά μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του. Με ένα χαμόγελο πονηρής ευθυμίας, εξακολουθούσε να τον κοιτάζει καθώς χαμήλωσε το στόμα της στον ώμο του και του δάγκωσε ελαφρά την επιδερμίδα. Εκείνος γρύλισε και προσπάθησε να την αποδιώξει, αλλά ξαφνικά το γυμνό κορμί της ήταν μπλεγμένο με το δικό του. Το μυαλό του ζαλίστηκε από την αίσθηση των μεταξένιων χεριών και των ποδιών της να γλιστρούν πάνω του. «Δείξε μου τι θέλεις, Άλεξ», ψιθύρισε με ένα χαμόγελο γεμάτο σημασία. «Φύγε από κοντά μου», είπε εκείνος βραχνά, όμως εκείνη δεν άκουσε, μονάχα γέλασε απαλά, και τότε εκείνος άδραξε το κεφάλι της μες στα χέρια του και το έσπρωξε κάτω, εκεί που ήθελε το στόμα της… εκεί…


Ο Άλεξ ξύπνησε με ένα απότομο τίναγμα, παίρνοντας τραχιές, ακανόνιστες ανάσες. Έσυρε το χέρι του πάνω από το μέτωπό του. Οι ρίζες των μαλλιών του ήταν υγρές από τον ιδρώτα. Το κορμί του πονούσε από πόθο. Βρίζοντας βραχνά από απογοήτευση, πήρε ένα μαξιλάρι, το ζούληξε, το έκανε κουβάρι και το πέταξε στην άλλη μεριά του δωματίου. Ήθελε γυναίκα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε υπάρξει τόσο απεγνωσμένος. Προσπαθώντας να αψηφήσει τον σφυγμό του που σφυροκοπούσε, ο Άλεξ έστειλε τη σκέψη του πίσω, στην τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί με κάποια γυναίκα. Ήταν πριν αρραβωνιαστεί την Πενέλοπε. Ένιωσε ότι της χρωστούσε να της είναι πιστός. Σκέφτηκε ότι λίγοι μήνες αγαμίας δεν θα τον σκότωναν. Ηλίθιε, είπε ο Άλεξ στον εαυτό του άγρια. Ηλίθιε. Έπρεπε να κάνει κάτι. Θα μπορούσε να πάει στην κάμαρα της Πενέλοπε αμέσως τώρα. Εκείνης δεν θα της άρεσε αυτό. Θα διαμαρτυρόταν και θα έκλαιγε, αλλά ο Άλεξ ήξερε ότι θα μπορούσε να την κάνει να υποκύψει στο θέλημά του. Θα μπορούσε να την εξαναγκάσει να τον δεχτεί στο κρεβάτι της. Στο κάτω κάτω, θα παντρεύονταν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η ιδέα φαινόταν λογική. Τουλάχιστον, έτσι φαινόταν σε έναν άντρα που πέθαινε από ανάγκη. Αλλά η σκέψη ότι θα έκανε έρωτα στην Πενέλοπε… Το μυαλό του απομακρύνθηκε από την ιδέα. Θα του έφερνε μια κάποια ανακούφιση, βέβαια. Όχι. Δεν ήταν αυτό που ήθελε. Δεν ήταν αυτή που ήθελε. Τι διάολο έχεις πάθει; ρώτησε άγρια ο Άλεξ τον εαυτό του και πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Τράβηξε απότομα τις κουρτίνες του παραθύρου για να αφήσει τη λάμψη του φεγγαριού να μπει μες στο δωμάτιο. Πήγε γοργά ως τον νιπτήρα που στεκόταν σε μια βάση με τρία πόδια, έχυσε λίγο κρύο νερό και το έριξε στο πρόσωπό του. Οι σκέψεις του ήταν σκοτισμένες εδώ και μέρες, από τότε που είχε γνωρίσει τη Λίλι. Αχ και να μπορούσε να καθησυχάσει τη φωτιά μέσα του… Μακάρι να μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Είχε ανάγκη ένα ποτό. Κονιάκ. Όχι, λίγο από το καλό Χάιλαντ ουίσκι που ανέκαθεν φυλούσε ο πατέρας του· χαρακτηριστικά ανοιχτόχρωμο, με μια γεύση από καπνό και ρείκι. Ήθελε κάτι που να έβαζε φωτιά στον λαιμό του, να κάψει τις σκέψεις που τον βασάνιζαν. Φόρεσε μια καπιτονέ μπλε ρόμπα και βγήκε γρήγορα από την κρεβατοκάμαρα. Διέσχισε τον διάδρομο με τους κίονες που συνέδεε την ανατολική πτέρυγα με την τεράστια κεντρική σκάλα. Τα βήματά του επιβράδυναν όταν άκουσε το προδοτικό κρακ από ένα απ’ τα σκαλοπάτια. Κοντοστάθηκε και έγειρε το κεφάλι του, περιμένοντας μες στο σκοτάδι. Κρακ. Να το πάλι. Κάποιος κατέβαινε τις σκάλες. Κι εκείνος ήξερε ακριβώς ποιος ήταν αυτός. Ένα βλοσυρό χαμόγελο διέσχισε το πρόσωπό του. Τώρα ήταν η ευκαιρία του να τσακώσει τη Λίλι πάνω στη λαθραία συνάντησή της με κάποιον από τους υπηρέτες. Θα το χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία για να τη διώξει από το σπίτι. Και όταν η Λίλι θα έφευγε, τα πράγματα θα ξαναγίνονταν όπως είχαν πριν. Στα κλεφτά ο Άλεξ προχώρησε στην άκρη του διαδρόμου με τα κάγκελα. Έπιασε μια φευγαλέα εικόνα της Λίλι κάτω, στον θολωτό κεντρικό προθάλαμο. Το στρίφωμα του λεπτού άσπρου νυχτικού της σερνόταν απαλά πίσω της καθώς βάδιζε στο μαρμάρινο πάτωμα. Πήγαινε να συναντήσει κάποιον εραστή. Γεμάτη χάρη, περιπλανιόταν με έναν αέρα ονειρικής προσδοκίας. Ο Άλεξ αντιλήφθηκε μια πικρή αίσθηση να σταλάζει μέσα του σαν δηλητήριο. Προσπάθησε να προσδιορίσει αυτό το συναίσθημα, αλλά ήταν μπερδεμένο σε ένα μείγμα από οργή και σύγχυση. Η σκέψη αυτού που πήγαινε η Λίλι να κάνει με έναν άλλο άντρα, τον έκανε να θέλει να την τιμωρήσει. Ο Άλεξ πήγε στη σκάλα και μαρμάρωσε.


Μα τι έκανε; Ο κόμης του Ρέιφορντ, ξακουστός για τους μετρημένους, μυαλωμένους τρόπους του, να σουλατσάρει στα κρυφά μέσα στο ίδιο του το σπίτι, στα σκοτάδια. Σχεδόν έξαλλος από ζήλια –ναι, ζήλια– για τα καμώματα μιας μικρής παλαβιάρας και για τα νυχτερινά ραντεβουδάκια της. Πόσο θα είχε γελάσει η Κάρολαϊν… Στον διάολο η Κάρολαϊν. Στον διάολο όλα. Αυτός θα σταματούσε τη Λίλι. Κι ανάθεμά τον αν η γυναίκα έπαιρνε την απόλαυσή της απόψε. Κατέβηκε αποφασιστικά τις σκάλες και πασπάτεψε το μικρό τραπέζι από ξύλο και πορσελάνη που υπήρχε στον προθάλαμο της εισόδου, εκεί όπου πάντα υπήρχε ένα λυχνάρι. Άναψε το λυχνάρι και μείωσε τη φλόγα του σε μια απαλή λάμψη. Προχώρησε προς την κατεύθυνση που είχε πάρει η Λίλι, προς την κουζίνα του ισογείου. Καθώς περνούσε μπροστά από τη βιβλιοθήκη, έφτασαν στ’ αφτιά του ψίθυροι μέσα από την πόρτα, που είχε μείνει μισάνοιχτη. Τα φρύδια του Άλεξ χαμήλωσαν από άγριο θυμό σαν άκουσε τη Λίλι να μουρμουρίζει κάτι που ακουγόταν σαν «Νικ… Νικ…». Ο Άλεξ άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης διάπλατα. «Τι συμβαίνει;» Το βλέμμα του χτένισε το δωμάτιο. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν τη μικρόσωμη φιγούρα της Λίλι κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα. Είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω της. «Δεσποινίς Λόσον;» Ο Άλεξ πλησίασε. Το φως του λυχναριού λαμπύρισε μες στα μάτια της Λίλι κι έριξε μια χρυσαφένια λάμψη πάνω στην επιδερμίδα της, αποκαλύπτοντας τις σκιές του κορμιού της κάτω από το νυχτικό. Στριφογύριζε και λικνιζόταν, με τα χείλη της να σχηματίζουν λέξεις σιωπηλά. Στο μέτωπό της υπήρχαν αυλακιές, γραμμές που έδειχναν να έχουν σκαλιστεί από μια βαθιά δυστυχία. Ένα ειρωνικό μειδίαμα φάνηκε στις άκρες των χειλιών του Άλεξ. Η γυναίκα πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι την είχε ακολουθήσει. «Βρε μικρή απατεώνισσα», μουρμούρισε. «Αυτό το θέατρο δεν ταιριάζει ούτε καν σ’ εσένα». Εκείνη προσποιήθηκε ότι δεν τον άκουσε. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα, λες και είχε καταληφθεί από μια μυστηριώδη έκσταση. «Αρκετά», είπε ο Άλεξ κι απίθωσε το λυχνάρι σε ένα τραπέζι παραδίπλα. Με αυξανόμενη ενόχληση συνειδητοποίησε ότι εκείνη σκόπευε να τον αγνοεί ώσπου να την άφηνε και να έφευγε. «Θα σε σύρω έξω από δω μέσα αν χρειαστεί, δεσποινίς Λόσον. Αυτό προσδοκάς; Κάποια σκηνή;» Καθώς εκείνη αρνούνταν ακόμα και να τον κοιτάξει, η υπομονή του εξαντλήθηκε. Την άρπαξε από τους στενούς ώμους της και την τράνταξε με δύναμη. «Είπα αρκετά…» Ακολούθησε μια έκρηξη από κίνηση, που άφησε εμβρόντητο τον Άλεξ. Η Λίλι έβγαλε μια κραυγή ζώου κι άρχισε να χτυπάει στα τυφλά, πηδώντας από την πολυθρόνα. Σκουντούφλησε πάνω στο τραπεζάκι και κόντεψε να αναποδογυρίσει το λυχνάρι. Με μια γοργή αντανακλαστική κίνηση ο Άλεξ τη συγκράτησε πριν πέσει, καθώς άπλωσε τα χέρια του και την άρπαξε. Ακόμα και τότε ο πανικός της δεν έπαψε. Ο Άλεξ τίναξε το κεφάλι του προς τα πίσω για να αποφύγει τη φρενιασμένη καμπύλη των δαχτύλων της που είχαν λυγίσει σαν νύχια όρνιου. Παρόλο που ήταν μικροκαμωμένη γυναίκα, οι αγριεμένες κινήσεις της ήταν δύσκολο να συγκρατηθούν. Με κάποιο τρόπο ο Άλεξ κατάφερε να τη στριμώξει πάνω του, πιέζοντας ανάμεσά τους τα χέρια της που κουνιούνταν άσκοπα. Εκείνη ζάρωσε και έμεινε άκαμπτη, ανασαίνοντας γρήγορα και ασθματικά. Ο Άλεξ γλίστρησε τα δάχτυλά του μέσα στις πυκνές μπούκλες της και πίεσε το κεφάλι της πάνω στον ώμο του. Μουρμούρισε ένα κατεβατό από βρισιές και προσπάθησε να την καθησυχάσει. «Χριστέ μου. Λίλι, εντάξει. Λίλι. Ηρέμησε… ηρέμησε». Η ζέστη της ανάσας του πέρασε μέσα απ’ τα μαλλιά της κι έφτασε στο κρανίο της.


Εξακολούθησε να την κρατάει σφιχτά έτσι ώστε μόνο η ελάχιστη κίνηση να είναι δυνατή. Εκείνη ήταν πολύ παραζαλισμένη για να μπορεί να μιλήσει με ειρμό. Ο Άλεξ έχωσε το κεφάλι της κάτω από το σαγόνι του κι άρχισε να τη λικνίζει απαλά. «Εγώ είμαι», μουρμούρισε. «Ο Άλεξ. Όλα είναι εντάξει. Ησύχασε». Η Λίλι συνήλθε σιγά σιγά, λες και ξυπνούσε από ένα όνειρο. Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησε ήταν ότι ήταν κλεισμένη σε μια αδυσώπητη λαβή. Τα μάγουλα και το σαγόνι της ήταν πιεσμένα πάνω στο άνοιγμα μιας ρόμπας, όπου ένας θάμνος από τρίχες γαργαλούσε το δέρμα της. Μια ευχάριστη μυρωδιά ανάδεψε τη μνήμη της. Ήταν ο Ρέιφορντ, που την κρατούσε στην αγκαλιά του. Της κόπηκε η ανάσα από κατάπληξη. Το χέρι του κινήθηκε και τη χάιδεψε αργά στην πλάτη. Δεν ήταν συνηθισμένη να την αγγίζουν με τόση οικειότητα, κανείς. Η πρώτη παρόρμησή της ήταν να τραβηχτεί απότομα από τα χέρια του. Αλλά η κυκλική κίνηση ήταν απαλή, μαλάκωνε την εύθραυστη ένταση του κορμιού της. Ο Άλεξ ένιωσε το βάρος της Λίλι να μετατοπίζεται, καθώς δέχτηκε τη στήριξή του. Την αισθανόταν ελαφριά και λυγερή πάνω του, με το μικροκαμωμένο κορμί της να τρέμει ακόμα πού και πού. Μέσα του ένιωθε κάτι να τον τραβάει, να τον δονεί, μια αίσθηση ανησυχητική μέσα στη γλυκύτητά της. Η έντονη ησυχία μέσα στο δωμάτιο έμοιαζε να τους καταπίνει. «Ρέιφορντ;» «Ήσυχα. Δεν έχεις συνέλθει ακόμα». «Τ… τι έγινε;» έκρωξε εκείνη. «Ξέχασα τον παλιό κανόνα», είπε εκείνος ξερά. «Κάτι σχετικά με το να ξυπνάς έναν υπνοβάτη». Ώστε την είχε ανακαλύψει. Ω Θεέ μου, τι θα γινόταν τώρα; Πρέπει να φανέρωσε τον φόβο της άθελά της, γιατί εκείνος άρχισε ξανά να της τρίβει την πλάτη, λες και ήταν παιδί σε υπερδιέγερση. «Αυτό είχε συμβεί και τις άλλες νύχτες, έτσι δεν είναι;» Η παλάμη του κατηφόρισε την εύθραυστη κορυφογραμμή της ραχοκοκαλιάς της. «Έπρεπε να μου το είχες πει». «Και να σου βάλω την ιδέα να με κλείσεις σε κανένα άσ… άσυλο;» αποκρίθηκε τρεμουλιαστά εκείνη, κάνοντας μια κίνηση να αποτραβηχτεί. «Μην κουνιέσαι. Πέρασες ένα σοκ». Ποτέ της δεν είχε ακούσει τη φωνή του τόσο απαλή… δεν έμοιαζε να είναι καν η φωνή του. Η Λίλι ανοιγόκλεισε τα μάτια της σε σύγχυση. Κανένας δεν την είχε κρατήσει έτσι ποτέ πριν. Ακόμα και ο Τζουζέπε, με όλο το ορμητικό πάθος του, δεν την είχε κρατήσει τόσο πολύ στην αγκαλιά του όταν έκαναν έρωτα. Ένιωσε άβολα, ανήμπορα. Η κατάσταση ήταν πέρα από τη φαντασία της. Ο λόρδος Ρέιφορντ, ντυμένος με μια ρόμπα, χωρίς την πόζα του, χωρίς κουμπιά και γραβάτες πουθενά εκεί γύρω. Το στήθος κάτω από το κεφάλι της ήταν σαν την ξύλινη πάντα μιας φρεγάτας, ενώ τα μυώδη πόδια του ήταν απίστευτα δυνατά πάνω στα δικά της. Ο χτύπος της καρδιάς του αντηχούσε μες στο αφτί της. Πώς ήταν άραγε να είσαι τόσο ακατανίκητος; Ο άνθρωπος αυτός δεν πρέπει να φοβόταν κανέναν. «Θέλεις ένα ποτό;» ρώτησε σιγανά ο Άλεξ. Έπρεπε να την αφήσει από τα χέρια του. Ή να βουλιάξει στο πάτωμα μαζί της. Αιωρούνταν στο χείλος της καταστροφής. Εκείνη κατένευσε πάνω στο στήθος του. «Μπράντι». Με κάποιο τρόπο συγκέντρωσε το απαιτούμενο σθένος για να αποτραβηχτεί από εκείνον. Κάθισε σε μια δερμάτινη πολυθρόνα, ενώ ο Άλεξ πήγε στο γωνιακό ντουλάπι όπου φυλούσε τα ποτά. Έβαλε μια μικρή ποσότητα σ’ ένα ποτήρι. Στο φως του λυχναριού, τα μαλλιά του άστραφταν με τη λάμψη ενός χρυσού νομίσματος. Καθώς τον κοιτούσε, η Λίλι δάγκωσε το κάτω χείλος της. Ως τώρα τον ήξερε σαν


ένα αλαζονικό, επικριτικό άτομο· ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο από τον οποίο θα ζητούσε βοήθεια. Όμως για μια συγκλονιστική στιγμή είχε νιώσει όλη τη δύναμή του γύρω της. Είχε νιώσει ασφαλής και προστατευμένη. Ήταν ο εχθρός της, υπενθύμισε στον εαυτό της σιωπηλά καθώς εκείνος πλησίαζε. Έπρεπε να το θυμάται αυτό. «Ορίστε». Ο Άλεξ έβαλε το ποτήρι στα χέρια της και κάθισε παραδίπλα. Η Λίλι ήπιε μικρές γουλιές από το ποτό. Το μπράντι είχε μια ελαφριά γεύση, που δεν έμοιαζε με τα φρουτώδη αποστάγματα που ανέκαθεν φυλούσε ο Ντέρεκ. Το ώριμο μπράντι είχε μια κατευναστική επίδραση πάνω της. Η Λίλι ήπιε αργά κι έριξε μια κλεφτή ματιά στον Άλεξ, που δεν είχε πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Δεν μπορούσε να μαζέψει το κουράγιο της και να τον ρωτήσει αν είχε σκοπό να πει σε κανέναν τι είχε συμβεί. Εκείνος φάνηκε να διάβασε τις σκέψεις της. «Ξέρει κανένας άλλος;» «Τι να ξέρει;» είπε η Λίλι για να υπεκφύγει. Το στόμα του σφίχτηκε ανυπόμονα. «Συμβαίνει συχνά αυτό;» Έχοντας καρφώσει το βλέμμα της στο ποτήρι με το μπράντι, το στριφογύρισε παριστάνοντας την αφηρημένη. «Θα μου μιλήσεις, Λίλι», είπε εκείνος βλοσυρά. «Μπορείς να με αποκαλείς δεσποινίς Λόσον», αντιγύρισε εκείνη. «Και παρόλο που είμαι σίγουρη ότι έχεις μεγάλη περιέργεια σχετικά με τις νυχτερινές συνήθειές μου, δεν σε αφορούν καθόλου». «Αντιλαμβάνεσαι ότι θα μπορούσες να έχεις κάνει κακό στον εαυτό σου; Ή σε κάποιον άλλο; Τώρα δα κόντεψες να αναποδογυρίσεις το λυχνάρι και να βάλεις φωτιά…» «Αυτό έγινε επειδή εσύ με τρόμαξες!» «Πόσο καιρό έχει που συμβαίνει αυτό;» Η Λίλι σηκώθηκε όρθια και τον αγριοκοίταξε. «Καληνύχτα, κύριέ μου». «Κάτσε κάτω. Δεν θα φύγεις ώσπου να μου απαντήσεις». «Εσύ μπορείς να μείνεις εδώ όσο θέλεις. Εγώ πάω επάνω στο δωμάτιό μου». Ξεκίνησε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Ο Άλεξ την έφτασε αμέσως, γυρίζοντάς τη για να τον κοιτάξει. «Δεν έχω τελειώσει μαζί σου ακόμα». «Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου!» «Ποιος είναι ο Νικ;» Ο Άλεξ κατάλαβε ότι είχε χτυπήσει ευαίσθητο σημείο όταν είδε τα μάτια της να γουρλώνουν και να γίνονται δυο σκοτεινές λίμνες φόβου. «Νικ», επανέλαβε εκείνος, καγχάζοντας χαμηλόφωνα. «Κάποιος άντρας που του κρατάς συντροφιά; Κάποιος εραστής; Ο πολυαγαπημένος σου Κρέιβεν ξέρει για τον Νικ ή μήπως…» Με έναν πνιγμένο ήχο η Λίλι του έριξε το μπράντι στα μούτρα, τα πάντα για να τον κάνει να πάψει, οτιδήποτε για να σωπάσουν οι λέξεις που ήταν σαν μαχαιριές. «Μην ξαναπείς αυτό το όνομα!» Το μπράντι κατρακύλησε στο πρόσωπο του Άλεξ σε χρυσαφένια ρυάκια, λαμπερές σταγόνες που γλιστρούσαν στα τραχιά αυλάκια που ήταν σκαλισμένα από τη μύτη ως το στόμα του. «Όχι μόνο ο Κρέιβεν, αλλά κι ένας εραστής επιπλέον», σάρκασε εκείνος. «Υποθέτω πως μια γυναίκα σαν εσένα δεν το έχει σε τίποτα να κυλιέται από το ένα κρεβάτι στο άλλο». «Πώς τολμάς να με κατηγορείς! Τουλάχιστον εγώ περιορίζω τις απιστίες μου μόνο στους ζωντανούς!» Το πρόσωπό του χλώμιασε καθώς η Λίλι συνέχισε απερίσκεπτα. «Σκοπεύεις να παντρευτείς


την αδερφή μου, παρόλο που εξακολουθείς να είσαι ερωτευμένος με την Κάρολαϊν Γουίτμορ. Μια γυναίκα που πέθανε χρόνια πριν! Είναι μακάβριο, για να μην πω και άδικο για την Πενέλοπε, και το ξέρεις. Τι σόι σύζυγος θα γίνεις εσύ για την αδερφή μου, ξεροκέφαλο κτήνος, από τη στιγμή που επιμένεις να ζεις στο παρελθόν για την υπόλοιπη…» Η Λίλι σταμάτησε να μιλάει καθώς συνειδητοποίησε ότι το είχε παρατραβήξει. Το πρόσωπο του Άλεξ φάνταζε σαν νεκρική μάσκα. Κάποτε είχε διαβάσει μερικές αράδες που τον περιέγραφαν απόλυτα… Πιο λυσσαλέος και πιο αμείλικτα μακρινός κι από πεινασμένη τίγρη ή τη θάλασσα που βρυχάται… Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της με μια ένταση που την τρομοκράτησε. Θα τη σκότωνε. Το ποτήρι με το μπράντι έφυγε από το αδύναμο χέρι της κι έπεσε πάνω στο παχύ Σαβονερί χαλί με έναν γδούπο. Ο ήχος έκανε τη Λίλι να συνέλθει από την παράλυση. Στράφηκε για να το βάλει στα πόδια, αλλά ήταν πολύ αργά· ο Άλεξ την είχε πιάσει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εκτός από το να σφαδάζει ανήμπορα καθώς εκείνος της τίναξε το κεφάλι προς τα πίσω. «Όχι», κλαψούρισε, νομίζοντας πως θα της έσπαγε τον σβέρκο. Αντί γι’ αυτό, το στόμα του κόλλησε με δύναμη πάνω στο δικό της, τα δάχτυλά του είχαν αδράξει σφιχτά τον αυχένα της για να την κρατήσει ακίνητη. Η Λίλι σφίχτηκε από κατάπληξη και πόνο. Τα χείλη της τρίβονταν πάνω στα δόντια της ώσπου μια γεύση αίματος ανακατεύτηκε με το μπράντι. Δεν υπήρχε τρόπος να ελευθερωθεί. Έκλεισε τα μάτια της κι έσφιξε τα δόντια. Ξαφνικά ο Άλεξ σήκωσε το κεφάλι του με ένα βογκητό. Τα γκρίζα μάτια του ήταν καυτά κι ακτινοβόλα, το μαυρισμένο δέρμα είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Ένα ένα τα δάχτυλά του ελευθέρωσαν τον αυχένα της. Σχεδόν διστακτικά, άγγιξε τα πρησμένα χείλη της με τον αντίχειρά του. «Αναθεματισμένο κάθαρμα», φώναξε η Λίλι με παιδιάστικη μνησικακία. Σφάδασε καθώς εκείνος έσκυψε ξανά το κεφάλι του. «Όχι…» Πήρε τα χείλη της με μια άγρια κίνηση και τα σφράγισε κι από φωνή και από ανάσα, κάνοντάς τη να ασφυκτιά ώσπου πήρε μια βαθιά εισπνοή από τα ρουθούνια της. Εκείνη έκανε μια κίνηση να ελευθερωθεί, αλλά ο Άλεξ την κράτησε κοντά του, σφιχτά, γλιστρώντας το χέρι του στην πλάτη της και κολλώντας τους γοφούς της πάνω του. Σμίλεψε το στόμα της με δαγκωματιές και σκουντιές και αναζήτησε τη μεταξένια απαλότητα μέσα, με τη γλώσσα του να σκάβει με καυτές, ορμητικές κινήσεις. Εκείνη έσπρωξε αδύναμα το δυνατό κορμί του, τραβώντας την μπλε ρόμπα από τον ώμο του. Η παλάμη της ακούμπησε στην αδρή από το τρίχωμα επιφάνεια του στήθους του. Κάτω από τα δάχτυλά της, ένας ορμητικός παλμός έμοιαζε να της καίει το χέρι. Εκείνος έβγαλε έναν λαρυγγικό ήχο και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το κεφάλι της, κρατώντας την ακίνητη για να χώνει τη γλώσσα του βαθιά. Η ανάσα του έγλειφε καυτή το μάγουλό της. Μην έχοντας συνειδητοποιήσει καλά καλά τι έκανε, ο Άλεξ προχώρησε στον λαιμό της, τρίβοντας το στόμα του πάνω στο δέρμα της. Το κορμί του έτρεμε από πάθος. Τα περασμένα χρόνια μοναξιάς φάνηκαν να διαλύονται μονάχα μέσα σε ένα σκοτεινό όνειρο. Ξαναμμένα έχωσε τα χείλη του στον απαλό ώμο της. «Δεν θα σου κάνω κακό», μουρμούρισε, με την ανάσα του να διαπερνά το νυχτικό της. «Όχι, μην αποτραβιέσαι… Κάρ…» Οι συλλαβές ακούστηκαν τόσο σιγανά στα χείλη του, που η Λίλι χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσει τι της είχε πει. Πάγωσε. «Άφησέ με», είπε απότομα. Κι απότομα την άφησε. Τα σαστισμένα μάτια της καρφώθηκαν στο πρόσωπό του. Ο Άλεξ έδειχνε τόσο ταραγμένος όσο κι εκείνη. Έκαναν κι οι δυο ένα βήμα προς τα πίσω. Η Λίλι αναρίγησε και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο στήθος της.


Ο Άλεξ έτριψε το σαγόνι του με το χέρι του να τρέμει, σκουπίζοντας τα υγρά ίχνη του μπράντι. Ερεθισμένος και ντροπιασμένος, καταπολέμησε την παρόρμηση να την πάρει στα χέρια του για ακόμα μια φορά. «Λίλι». Εκείνη μίλησε βιαστικά, χωρίς να τον κοιτάζει. «Ήταν δικό μου φταίξιμο…» «Λίλι…» «Όχι». Η Λίλι δεν ήξερε τι είχε σκοπό να της πει, το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν μπορούσε να ακούσει. Θα ήταν ολέθριο. «Αυτό δεν συνέβη. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Ε… ε… καληνύχτα». Εξαφανίστηκε από το δωμάτιο με ένα κύμα πανικού. Ο Άλεξ κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει την κόκκινη αχλή του πάθους, και πήγε στην πολυθρόνα. Σωριάστηκε βαριά. Διαπιστώνοντας ότι είχε τα χέρια του σφιγμένα σε γροθιές, τα άνοιξε κι απέμεινε να κοιτάζει τις άδειες παλάμες του. «Κάρολαϊν, τι έκανα;» Καημένε βλάκα, σχεδόν άκουσε τη γελαστή φωνή της Κάρολαϊν να λέει. Νόμιζες πως θα μπορούσες να μείνεις κολλημένος πάνω μου για πάντα. Σκόπευες να παντρευτείς μια γλυκιά παρθένα σαν την Πενέλοπε, κι ύστερα δεν θα χρειαζόταν να με αφήσεις ποτέ να φύγω. Λες και οι αναμνήσεις θα σου ήταν για πάντα αρκετές. «Οι αναμνήσεις είναι αρκετές», είπε εκείνος πεισματάρικα. Γιατί μονίμως θεωρείς τον εαυτό σου υπεράνω των συνηθισμένων ανθρώπινων αδυναμιών; Υπεράνω της θλίψης και της μοναξιάς… Φαντάζεσαι πως χρειάζεσαι λιγότερα από τους άλλους ανθρώπους, ενώ η αλήθεια είναι ότι χρειάζεσαι περισσότερα, πολύ περισσότερα… «Σταμάτα», βόγκηξε εκείνος, πιάνοντας σφιχτά το κεφάλι με τα χέρια του, αλλά η κοροϊδευτική αέρινη φωνή της Κάρολαϊν επέμεινε. Ήσουν μόνος για πολύ καιρό, Άλεξ. Καιρός είναι να προχωρήσεις παρακάτω… «Προχωρώ», είπε εκείνος τραχιά. «Θα κάνω μια καινούρια αρχή με την Πενέλοπε. Ο Θεός να με βοηθήσει, θα μάθω να την αγαπώ, θα κάνω τον εαυτό μου…» Ο Άλεξ σταμάτησε απότομα να μιλάει, συνειδητοποιώντας ότι μιλούσε στον εαυτό του σαν κανένας κακομοίρης τρελός, που είχε μια φανταστική συζήτηση με ένα φάντασμα. Σήκωσε το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του στο τζάκι χωρίς να το βλέπει. Έπρεπε να ξεφορτωθεί τη Λίλι, αν ήθελε να περισώσει τα λογικά του. Η Λίλι σύρθηκε στο κρεβάτι της και τράβηξε τα σκεπάσματα ως τον λαιμό της. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει. Πώς θα μπορούσε να αντικρίσει τον Ρέιφορντ ύστερα απ’ αυτό; Μπορούσε να νιώσει ότι είχε γίνει κατακόκκινη, ακόμα και μες στη σκοτεινιά του δωματίου της. Κι εκείνος, πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό; Τι συνέβαινε με την ίδια; Τρίβοντας το ξαναμμένο πρόσωπό της στο μαξιλάρι, θυμήθηκε το στόμα του πάνω στο δικό της και τα χέρια του τυλιγμένα γύρω απ’ το κορμί της. Είχε ψιθυρίσει το όνομα της Κάρολαϊν. Ταπεινωμένη, παράδοξα πληγωμένη, η Λίλι άλλαξε πλευρό και βόγκηξε. Έπρεπε να τακτοποιήσει τα πράγματα ανάμεσα στον Ζάκαρι και στην Πενέλοπε και να φύγει από το Ρέιφορντ Παρκ το συντομότερο δυνατόν. Δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τον Ρέιφορντ όπως έκανε με άλλους άντρες, χρησιμοποιώντας τον σαρκασμό της, το κέφι και τη γοητεία της. Εκείνος ήταν ανεπηρέαστος από αυτά τα πράγματα, όπως ακριβώς και ο Ντέρεκ. Είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ορισμένα από όσα έκρυβε ο Ρέιφορντ πίσω από το αμείλικτο


πρόσωπό του. Από την αντίδρασή του όταν του ανέφερε το όνομα της Κάρολαϊν, η Λίλι κατάλαβε πως εκείνος δεν είχε αποδεχτεί ποτέ τον θάνατό της. Ποτέ δεν θα τον αποδεχόταν. Όλη η αγάπη του είχε δοθεί στην Κάρολαϊν – κι αυτή την είχε πάρει μαζί της στον τάφο της. Θα στοίχειωνε τον Ρέιφορντ για όλο το υπόλοιπο της ζωής του. Εκείνος θα μισούσε κάθε γυναίκα επειδή δεν θα ήταν η Κάρολαϊν. Μια αθώα σαν την Πενέλοπε θα περνούσε τη ζωή της προσπαθώντας να τον ευχαριστήσει, και το μόνο που θα έβρισκε στην προσπάθειά της θα ήταν δυστυχία. «Ω, Πένι», ψιθύρισε. «Πρέπει να σε πάρω μακριά απ’ αυτόν. Θα σε κάνει σκόνη, χωρίς καν να το θέλει». Αντίθετα απ’ ό,τι περίμενε ο Ζάκαρι, δεν τον ανήγγειλαν στη Λίλι με το που κατέφθασε στο Ρέιφορντ Παρκ. Αντίθετα, του υπέδειξαν να πάει στη βιβλιοθήκη, όπου ο κόμης του Ρέιφορντ τον περίμενε μόνος. «Ρέιφορντ;» έκανε ο Ζάκαρι, εμβρόντητος από την εμφάνισή του. Ο Άλεξ ήταν σωριασμένος σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια του ορθάνοιχτα. Ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι με ποτό ισορροπούσε πάνω στο πόδι του. Το χρυσαφένιο χάλκινο της επιδερμίδας του ήταν κάτωχρο. Μαύροι κύκλοι στεφάνωναν τα μάτια του. Σκληρές, έντονες γραμμές ήταν χαραγμένες στο πρόσωπό του. Η μυρωδιά από ουίσκι γέμιζε τον αέρα, όπως και η αψιά οσμή από καπνό. Κάπνιζε αρειμανίως, και πρέπει να κάπνιζε για αρκετή ώρα, αν έκρινε κάποιος από την πυκνή αχλή στο δωμάτιο. Τα δάχτυλά του κρατούσαν χαλαρά ένα πούρο. Ο Ζάκαρι αμφέβαλλε αν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που να είχαν δει ποτέ τον Ρέιφορντ σε τέτοια κατάσταση. Κάποια τρομερή συμφορά πρέπει να τον είχε βρει. «Ε… έγινε κανένα κακό;» «Καθόλου», είπε ο Άλεξ κοφτά. «Γιατί ρωτάς;» Βεβιασμένα ο Ζάκαρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και καθάρισε τον λαιμό του κάμποσες φορές. «Αχμ. Έτσι, χωρίς λόγο. Νόμισα ότι ίσως… αχμ… φαίνεσαι λιγάκι κουρασμένος». «Μια χαρά είμαι. Όπως πάντα». «Ναι, φυσικά. Αχμ. Ήρθα για να δω τη Λίλι, οπότε ίσως απλώς θα…» «Κάτσε». Μεθυσμένα ο Άλεξ του έκανε νόημα με το χέρι του προς μια δερμάτινη πολυθρόνα. Ο Ζάκαρι συμμορφώθηκε νευρικά. Μια ακτίνα από τον πρωινό ήλιο μπήκε απ’ το παράθυρο και έλουσε στο φως τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά του. «Πιες ένα ποτό», είπε ο Άλεξ φυσώντας ένα κύμα καπνού. Ο Ζάκαρι ένιωσε αμηχανία. «Βασικά, το έχω συνήθεια να αποφεύγω τα σκληρά ποτά ως αργά το απόγευμα…» «Το ίδιο κι εγώ». Ο Άλεξ σήκωσε το ποτήρι στα χείλη του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Κοίταξε τον επισκέπτη του με ένα εξονυχιστικό βλέμμα. Ήταν συνομήλικοι, σκέφτηκε ο Άλεξ, κι όμως ο Ζάκαρι μετά βίας έδειχνε μεγαλύτερος από τον αδερφό του τον Χένρι. Το δυνατό φως της μέρας φώτιζε το αγορίστικο πρόσωπο του Ζάκαρι – το καθαρό δέρμα και τα καστανά μάτια τα γεμάτα από νεανικά όνειρα και ιδεαλισμό. Διάολε, ήταν απόλυτα κατάλληλος για την Πενέλοπε. Ο οποιοσδήποτε με την ελάχιστη εξυπνάδα θα μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Ο Άλεξ συνοφρυώθηκε. Αφού η μοίρα δεν τον άφησε να έχει τη γυναίκα που αγαπούσε, εκείνος δεν επρόκειτο να αφήσει τον Ζάκαρι να έχει την Πενέλοπε. Ο ποτισμένος από το αλκοόλ εγκέφαλος του Άλεξ αναγνώριζε ότι αυτή η στάση ήταν εγωιστική, σκληρή, ανώφελα μνησίκακη… αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Εκτός ίσως από ένα πράγμα. Ένα πραγματάκι που τον απασχολούσε για κάποιο λόγο. «Με


ποιον ήταν αρραβωνιασμένη η δεσποινίς Λόσον;» ρώτησε αγριωπά. Ο Ζάκαρι φάνηκε να τα χάνει από το απότομο ύφος του Άλεξ. «Αναφέρεσαι στο… ε… επεισόδιο πριν από δέκα χρόνια; Τότε που η Λίλι ήταν αρραβωνιασμένη με τον Χίντον;» «Ποιον Χίντον; Τον γιο του λόρδου Χίντον, τον Χάρι;» «Ναι, τον Χάρι». «Εκείνος ο φαντασμένος μικρός λιμοκοντόρος που κοιτάζεται σε όποιο καθρέφτη βρει μπροστά του;» Ο Άλεξ γέλασε περιφρονητικά. «Αυτός ήταν η μεγάλη αγάπη της; Έπρεπε να το είχα φανταστεί ότι θα διάλεγε κάποιον με περισσότερη ματαιοδοξία παρά εξυπνάδα. Κι ήταν φίλος σου αυτός;» «Εκείνο τον καιρό, ναι», παραδέχτηκε ο Ζάκαρι. «Ο Χίντον είχε μια αναμφισβήτητη γοητεία…» «Τι του έκανε για να φτάσει να την παρατήσει;» Ο Ζάκαρι ανασήκωσε τους ώμους με αμυντική διάθεση. «Δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο». «Ω, έλα», κάγχασε ο Άλεξ. «Πρέπει να τον εξαπάτησε με κάποιο τρόπο ή να τον ταπείνωσε δημοσίως ή…» «Για την ακρίβεια, όντως τον εξαπάτησε. Αν και δεν ήταν εσκεμμένο. Η Λίλι ήταν πολύ νέα τότε, πολύ ενθουσιώδης και εύπιστη. Και αφελής. Ερωτεύτηκε τον Χίντον για την ομορφιά του, χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετικά ρηχό χαρακτήρα. Θέλοντας να προσελκύσει τον Χίντον, η Λίλι έκρυψε την εξυπνάδα της και την ισχυρή θέλησή της, γοητεύοντάς τον παριστάνοντας την κοκορόμυαλη. Δεν πιστεύω ότι ήταν ένα συνειδητό σχέδιο για να τον εξαπατήσει. Απλώς υιοθέτησε αβίαστα τα προσόντα που διαισθάνθηκε ότι εκείνος θα θαύμαζε». «Αλλά κάποια στιγμή ο Χίντον ανακάλυψε τι ήταν πραγματικά εκείνη». «Ναι, άρχισε να το συνειδητοποιεί λίγους μήνες αφότου της έκανε πρόταση γάμου. Ο Χίντον συμπεριφέρθηκε με απόλυτη ανεντιμότητα. Την παράτησε λίγο πριν από τον γάμο. Η Λίλι ήταν συντετριμμένη. Της έκανα εγώ πρόταση γάμου, αλλά την απέρριψε. Είπε ότι δεν ήταν γραφτό της να παντρευτεί ποτέ. Η θεία της την πήρε στο εξωτερικό για μερικά χρόνια. Έζησαν στην Ιταλία για κάποιο καιρό». Ο Άλεξ επικεντρώθηκε στο πούρο του και οι χρυσαφένιες βλεφαρίδες του χαμήλωσαν, κρύβοντας τις σκέψεις του. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν πιο σιγανή από πριν. «Πρέπει να έκανε άνω κάτω όλη την ήπειρο». «Όχι, εξαφανίστηκε, για την ακρίβεια. Πέρασαν χρόνια και κανένας δεν είχε νέα της. Κάτι της συνέβη στην Ιταλία, αλλά δεν έχει μιλήσει ποτέ γι’ αυτό σε κανέναν. Το μόνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι η Λίλι βίωσε κάποια θλίψη εκεί. Όταν έκανε ξανά την εμφάνισή της στην Αγγλία δύο χρόνια πριν, είδα πόσο είχε αλλάξει». Ο Ζάκαρι συνοφρυώθηκε στοχαστικά. «Υπάρχει μια θλίψη στα μάτια της που δεν φεύγει ποτέ. Είναι μια κοινωνική, μοναδική γυναίκα, με σθένος που λίγοι άντρες μπορούν να το παραβγούν». Ο Ζάκαρι είπε και κάτι άλλο, αλλά ο Άλεξ δεν άκουσε. Κοίταζε επίμονα τον καλοβαλμένο νεαρό άντρα που καθόταν απέναντί του και θυμήθηκε το θέαμα της Λίλι να φιλάει τον Ζάκαρι μέσα στη βιβλιοθήκη. Μια κραυγαλέα προσπάθεια να τον πείσουν ότι ήταν εραστές. Αντίθετα, η σκηνή είχε αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν μοιράζονταν τίποτα περισσότερο από μια πλατωνική φιλία. Ενώ η Λίλι ήταν χυμένη στην αγκαλιά του Ζάκαρι και τον φιλούσε, εκείνος καθόταν εκεί πέρα παθητικά, με τα χέρια του άκαμπτα και κάτω. Με τίποτα δεν ήταν αυτή συμπεριφορά ενός άντρα που αγκάλιαζε τη γυναίκα την οποία αγαπούσε. Αν ήταν αυτός στη θέση του Ζάκαρι…


Ο Άλεξ έδιωξε την απαγορευμένη σκέψη και κάρφωσε τον Ζάκαρι με ένα σκεπτικό βλέμμα. «Η Λίλι είναι μια πανούργα μικρή ηθοποιός. Αλλά όχι αρκετά καλή». «Εγώ λέω ότι είσαι εντελώς λάθος! Η Λίλι είναι αυθεντική σε ό,τι λέει και κάνει. Είναι φανερό ότι δεν την έχεις καταλάβει καθόλου». «Όχι, είναι φανερό ότι εσύ δεν την έχεις καταλάβει. Όπως έχεις κάνει το ίδιο λάθος και μ’ εμένα, Στάμφορντ, αν νομίζεις ότι με ξεγελάσατε με την παιδαριώδη παράσταση που δώσατε εσύ και η δεσποινίς Λόσον για χάρη μου». «Τι; Δεν καταλαβαίνω…» «Δεν είσαι ερωτευμένος με τη Λίλι», είπε ο Άλεξ σαρδόνια. «Πώς θα μπορούσες να είσαι; Θα σου αναγνωρίσω μια κάποια συμπάθεια προς το πρόσωπό της. Αλλά τη φοβάσαι κιόλας». «Τη φοβάμαι;» Ο Ζάκαρι έγινε κατακόκκινος. «Μια γυναίκα που είναι μισή από μένα;» «Ας είμαστε ειλικρινείς, Στάμφορντ. Είσαι κύριος πρώτης ποιότητας. Είσαι ανίκανος να κάνεις κακό στον οποιονδήποτε, εκτός αν είναι για να υπερασπιστείς τις αρχές σου. Η Λίλι, από την άλλη, θα έκανε τα πάντα για να πάρει αυτό που θέλει. Τα πάντα. Δεν έχει αρχές και δεν τις εκτιμά πάνω στους άλλους. Θα ήσουν χαζός αν δεν τη φοβόσουν. Τη μια στιγμή είσαι φίλος της, την επόμενη πιόνι της. Μη νομίσεις ότι έχω κανένα σκοπό να σε προσβάλω. Τρέφω μια αναμφισβήτητη συμπάθεια για σένα». «Σκασίλα μου για… για τη συμπάθειά σου», είπε βεβιασμένα ο Ζάκαρι. «Η Πενέλοπε, στον αντίποδα, είναι αυτό που ο κάθε άντρας ονειρεύεται. Ένα κορίτσι με εμφάνιση και συμπεριφορά που δεν υπολείπεται σε τίποτα από έναν άγγελο. Αβίαστα παραδέχεσαι ότι κάποτε ήσουν ερωτευμένος μαζί της…» «Κάποτε, αλλά όχι πια!» «Δεν είσαι καλός ψεύτης, Στάμφορντ». Ο Άλεξ έσβησε με μανία το πούρο του και χαμογέλασε σκληρά. «Ξέχνα την Πενέλοπε. Τίποτα δεν πρόκειται να εμποδίσει αυτόν τον γάμο. Σε συμβουλεύω να πας στους πρώτους λίγους χορούς της σεζόν – εκεί θα μπορέσεις να διαλέξεις ανάμεσα από δεκάδες κορίτσια ακριβώς σαν αυτήν. Όμορφα, αθώα κορίτσια, όλα διψασμένα να μάθουν τον κόσμο και τις προκλήσεις του. Γι’ αυτό που θέλεις, οποιαδήποτε από αυτές θα σου κάνει μια χαρά». Ο Ζάκαρι πετάχτηκε όρθιος από την καρέκλα του. Φαινόταν σαν ήταν διχασμένος ανάμεσα στο να εκλιπαρήσει τον Άλεξ ή να τον καλέσει σε μονομαχία. «Η Λίλι κάποτε μου είχε πει πάνω κάτω το ίδιο πράγμα. Προφανώς κανένας από τους δυο σας δεν είναι σε θέση να δει τι προσφέρω στην Πενέλοπε. Είναι αλήθεια ότι δεν έχει και πολύ σθένος, αλλά με τίποτα δεν είναι καμιά κουφιοκέφαλη ομορφονιά! Είσαι ένας εγωιστής παλιάνθρωπος, Ρέιφορντ! Γι’ αυτό που είπες μόλις τώρα, εγώ θα έπρεπε να…» «Ζάκαρι», τον διέκοψε η φωνή της Λίλι. Στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας, δείχνοντας ήρεμη και αποφασισμένη. Το πρόσωπό της ήταν τραβηγμένο, τα μάτια της ακριβώς το ίδιο κουρασμένα και μπλαβιά όπως του Άλεξ. «Φτάνει», είπε στον Ζάκαρι με ένα αχνό χαμόγελο. «Ήρθε η ώρα να πηγαίνεις. Θα το φροντίσω εγώ αυτό». «Θα τα βγάλω πέρα μόνος μου…» «Όχι σ’ αυτό, καλέ μου». Η Λίλι έδειξε την πόρτα με ένα τίναγμα του κεφαλιού της. «Άκουσέ με, Ζακ. Πρέπει να φύγεις. Τώρα». Ο Ζάκαρι την πλησίασε γοργά και άδραξε τα χέρια της, γυρίζοντας την πλάτη του στον Άλεξ. Έσκυψε και την κοίταξε. «Το σχέδιο απέτυχε», μουρμούρισε. «Πρέπει να τον αντιμετωπίσω, Λίλι. Πρέπει να το τελειώσω αυτό». «Όχι». Εκείνη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να περάσει τα χέρια της γύρω από


τους ώμους του. Το ένα λεπτεπίλεπτο χέρι της πήγε και ακούμπησε στη βάση του αυχένα του. «Έχε μου εμπιστοσύνη», του ψιθύρισε στο αφτί. «Ορκίζομαι στη ζωή μου ότι θα πάρεις την Πενέλοπε. Όμως πρέπει να κάνεις ό,τι σου λέω, γλυκέ μου. Πήγαινε σπίτι. Θα τα φροντίσω εγώ όλα». «Πώς μπορείς να το λες αυτό;» της ψιθύρισε κι αυτός κατάπληκτος. «Πώς μπορείς να προσποιείσαι τέτοια βεβαιότητα; Χάσαμε, Λίλι, εντελώς…» «Έχε μου εμπιστοσύνη», επανέλαβε εκείνη και τραβήχτηκε από κοντά του. Ο Ζάκαρι στράφηκε να κοιτάξει τον Ρέιφορντ που ήταν χυμένος στην πολυθρόνα της βιβλιοθήκης σαν ακόλαστος βασιλιάς πάνω στον θρόνο του. «Πώς μπορείς κι αντέχεις τον εαυτό σου;» ξέσπασε. «Δεν έχει καμιά σημασία για σένα ότι η γυναίκα που ετοιμάζεσαι να παντρευτείς είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλο;» Ο Άλεξ χαμογέλασε χλευαστικά. «Μιλάς λες και της έβαλα κάποιο όπλο στο κεφάλι. Η Πενέλοπε δέχτηκε την πρότασή μου με την ελεύθερη βούλησή της». «Δεν υπήρχε τίποτα το ελεύθερο σ’ αυτό! Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς με αυτόν τον γάμο. Τα πάντα κανονίστηκαν χωρίς την…» «Ζάκαρι», τον διέκοψε η Λίλι. Βρίζοντας μέσα απ’ τα δόντια του, ο Ζάκαρι κοίταξε πρώτα αυτήν και μετά τον Άλεξ. Έκανε απότομα μεταβολή και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. Λίγο αργότερα ακούστηκε ο ήχος από τα πέταλα του αλόγου του καθώς κάλπαζε διασχίζοντας το χαλικόστρωτο δρομάκι. Είχαν μείνει μόνοι. Το βλέμμα του Άλεξ τρεμόπαιξε πάνω στη Λίλι. Με άγρια χαρά παρατήρησε ότι εκείνη φαινόταν εξίσου εξουθενωμένη όσο κι αυτός. Το απαλό βυσσινί φόρεμα που φορούσε, με τον διακοσμητικό κεντημένο γιακά του, έδειχνε να δίνει έμφαση στην ωχρότητα της επιδερμίδας της και στις σκιές κάτω από τα μάτια της. Τα χείλη της ήταν κόκκινα και φουσκωμένα, απόδειξη της βαναυσότητάς του την προηγούμενη νύχτα. «Φαίνεσαι μαύρα χάλια», σχολίασε εκείνος με απρέπεια, πασπατεύοντας για ν’ ανάψει κι άλλο πούρο. «Όχι χειρότερα από σένα. Ένας άντρας πιωμένος είναι πάντα πολύ αποκρουστικός». Η Λίλι πήγε ως το παράθυρο με τις βελούδινες γιρλάντες και το άνοιξε, αφήνοντας να μπει λίγος καθαρός αέρας στο πνιγηρό δωμάτιο. Συνοφρυώθηκε σαν είδε τα καψίματα από πούρο πάνω στο τραπεζάκι με τη δερμάτινη επένδυση, ένα εξαίσιο έπιπλο που χρησιμοποιούνταν για να εκτίθενται εκεί πάνω σπάνια βιβλία. Είχε καταστραφεί. Στράφηκε και διαπίστωσε ότι ο Άλεξ την κοιτούσε επίμονα, με τα ψυχρά μάτια του να την προκαλούν να τον κατσαδιάσει. «Τι το προκάλεσε αυτό;» τον ρώτησε. Εκείνος της έδειξε τη γόπα ενός καπνισμένου πούρου. Η Λίλι χαμογέλασε καυστικά. «Στην πραγματικότητα, εγώ ρωτούσα τι σε έκανε να κατεβάσεις τα ποτά σου σαν το γουρούνι στην ποτίστρα. Μαράζι για την από καιρό χαμένη αγία Κάρολαϊν; Ή μήπως είναι ότι ζηλεύεις επειδή ο Ζάκαρι είναι καλύτερος άνθρωπος απ’ όσο θα γίνεις εσύ ποτέ σου; Ή μήπως είναι…» «Εσύ είσαι», γρύλισε ο Άλεξ εκσφενδονίζοντας το μπουκάλι με το μπράντι, δείχνοντας να αγνοεί το γεγονός ότι έγινε θρύψαλα, όπως ήταν επόμενο. «Είναι ότι θέλω εσύ να φύγεις από το σπίτι μου, από τη ζωή μου, μακριά από μένα. Φεύγεις εντός της ώρας. Πήγαινε πίσω στο Λονδίνο. Πήγαινε οπουδήποτε». Η Λίλι του έριξε ένα απαξιωτικό βλέμμα. «Φαντάζομαι ότι θέλεις να ριχτώ στα πόδια σου και να ικετέψω – “ω, κύριέ μου, επίτρεψέ μου να μείνω” –ε, δεν θα σου κάνω τη χάρη, Ρέιφορντ! Δεν θα ικετέψω και δεν θα φύγω. Ίσως όταν ξεμεθύσεις να μπορέσουμε να συζητήσουμε ό,τι κι


αν είναι αυτό που προκάλεσε ετούτο το ξέσπασμα, αλλά ως τότε…» «Εδώ κατέβασα ένα μπουκάλι μπράντι και πάλι μετά βίας σε αντέχω, δεσποινίς Λόσον. Πίστεψέ με, δεν με θέλεις νηφάλιο». «Βρε αλαζονικέ κόπανε!» ξέσπασε εκείνη. «Υποθέτω πως κατέληξες στο συμπέρασμα ότι εγώ είμαι η αιτία για όλα τα προβλήματά σου, ενώ το πρόβλημα είναι όλο μέσα στο ηλίθιο, χοντρό, σκοτισμένο κεφάλι σου…» «Άρχισε να μαζεύεις τα πράγματά σου. Αλλιώς θα το κάνω εγώ για σένα». «Μήπως φταίει η χθεσινή νύχτα; Για ένα φιλί που δεν σήμαινε τίποτα; Άφησέ με να σε διαβεβαιώσω, για μένα έχει λιγότερη σημασία απ’ όσο…» «Σου είπα να φύγεις», είπε αυτός με θανάσιμη ηρεμία. «Θέλω κάθε ίχνος σου να εξαφανιστεί από εδώ πέρα, μαζί και τα χαρτιά σου, τα νυχτερινά σουλάτσα σου, οι μηχανορραφίες σου και τα μεγάλα καστανά μάτια σου. Τώρα». «Πρώτα θα σε δω στην κόλαση!» Η Λίλι τον αντιμετώπισε, έτοιμη να υπερασπιστεί τη θέση της. Τον κοίταξε σαστισμένη να φεύγει από τη βιβλιοθήκη. «Πού πας; Τι…» Τον ακολούθησε και τον είδε στη βάση της τεράστιας σκάλας. Είχε βάλει πλώρη για την κρεβατοκάμαρά της με τεράστιες δρασκελιές. «Μην τολμήσεις!» σκλήρισε εκείνη και έτρεξε ξοπίσω του. «Βρε αφιλόξενο γουρούνι, βρε επηρμένο, αλαζονικό τέρας…» Ανεβαίνοντας τις σκάλες με φούρια, η Λίλι έφτασε στην κρεβατοκάμαρα την ίδια στιγμή που έφτασε και ο Άλεξ. Μια ξαφνιασμένη υπηρέτρια ήταν εκεί και άλλαζε τα σεντόνια. Ύστερα από μια ματιά που έριξε στο ζεύγος, το έβαλε στα πόδια λες και υποχωρούσε μπροστά σε έναν στρατό εισβολής. Ο Άλεξ άνοιξε το ερμάριο διάπλατα κι άρχισε να χώνει είδη ρουχισμού στο πρώτο βαλιτσάκι που βρήκε μπροστά του. «Πάρε τις δαχτυλάρες σου από τα πράγματά μου!» Έξω φρενών, η Λίλι άρπαξε ένα ντελικάτο κινέζικο αγαλματάκι από το τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι της και του το εκσφενδόνισε. Ο Άλεξ έσκυψε γοργά. Το αγαλματάκι τσακίστηκε πάνω στον τοίχο από πίσω του. «Αυτό ανήκε στη μητέρα μου», βρυχήθηκε εκείνος, με τα γκρίζα μάτια του γεμάτα με ένα άγριο φως. «Και τι νομίζεις ότι θα έλεγε η μητέρα σου αν σε έβλεπε τώρα, ένα βίαιο κτήνος με θεόστεγνη καρδιά, που δεν το νοιάζει τίποτ’ άλλο εκτός από τις δικές του, εγωιστικές ανάγκες… αχ!» Η Λίλι τσίριξε με λύσσα καθώς ο Άλεξ άνοιξε το παράθυρο και πέταξε το βαλιτσάκι της έξω. Γάντια, κάλτσες και εσώρουχα έπεσαν από το μισάνοιχτο βαλιτσάκι και διασκορπίστηκαν έξω στο δρομάκι. Κάνοντας μια στροφή, η Λίλι έψαξε για κάτι άλλο να του πετάξει. Και με την άκρη του ματιού της έτυχε να δει την αδερφή της να στέκεται στο κατώφλι της πόρτας. Η Πενέλοπε τους κοιτούσε χάσκοντας με φρίκη. «Έχετε τρελαθεί και οι δύο», είπε ασθμαίνοντας. Παρόλο που η φωνή της ήταν απαλή, τράβηξε την προσοχή του Άλεξ. Σταμάτησε πάνω που παράχωνε ένα φόρεμα μέσα σε ένα κουτί για καπέλα, και αγριοκοίταξε την Πενέλοπε. Με το παραμορφωμένο πρόσωπό του και τα μεθυσμένα, ανακατεμένα ξανθά μαλλιά του, μετά βίας θύμιζε τον εαυτό του. «Κοίτα καλά, Πένι!» είπε η Λίλι. «Αυτός είναι ο άνθρωπος που συμφώνησες να παντρευτείς. Υπέροχο θέαμα, έτσι δεν είναι; Μπορείς πάντα να διαπιστώσεις τον πραγματικό χαρακτήρα ενός ανθρώπου όταν είναι τύφλα στο μεθύσι. Κοίταξέ τον, αναβλύζει μοχθηρία από κάθε πόρο του κορμιού του!» Τα μάτια της Πενέλοπε γούρλωσαν. Πριν προλάβει να διατυπώσει μια απάντηση, ο Άλεξ της μίλησε τραχιά. «Ο πρώην εραστής σου δεν θα ξανάρθει εδώ, Πενέλοπε. Αν τον θέλεις, φύγε μαζί


με την αδερφή σου». «Το δίχως άλλο αυτό θα κάνει», αντιγύρισε η Λίλι. «Ετοίμασε τα πράγματά σου, Πένι, και θα πάμε στο κτήμα Στάμφορντ». «Μα δεν μπορώ… Η μαμά κι ο μπαμπάς δεν θα το εγκρίνουν», ψιθύρισε διστακτικά η Πενέλοπε. «Όχι, δεν θα το εγκρίνουν», συμφώνησε η Λίλι. «Είναι για σένα αυτό τόσο σημαντικό όσο η αγάπη του Ζάκαρι;» Ο Άλεξ έριξε ένα παγερό βλέμμα στην Πενέλοπε. «Λοιπόν; Τι θα γίνει;» Κοιτάζοντας μια το ανυπάκουο πρόσωπο της Λίλι και μια το δυσοίωνο του Άλεξ, η Πενέλοπε έγινε κάτασπρη σαν κιμωλία. Βγάζοντας μια κραυγή τρόμου, έγινε καπνός και πήγε να βρει καταφύγιο στο δικό της δωμάτιο. «Βρε ψευτοπαλικαρά!» αναφώνησε η Λίλι. «Σκύλε στο παχνί! Ξέρεις πολύ καλά ότι μπορείς να εξαναγκάσεις με τον φόβο το καημένο το κορίτσι να κάνει ό,τι θέλεις!» «Εκείνη έκανε την επιλογή της». Ο Άλεξ πέταξε το κουτί των καπέλων στο πάτωμα και το έδειξε. «Λοιπόν, να τελειώσω εγώ το πακετάρισμα των πραγμάτων σου ή θα το κάνεις εσύ;» Ακολούθησε μια παρατεταμένη στιγμή σιωπής. «Εντάξει», είπε η Λίλι περιφρονητικά. «Φύγε. Άφησέ με ήσυχη. Θα έχω φύγει εντός της ώρας». «Και γρηγορότερα, αν τα καταφέρεις». «Γιατί δεν εξηγείς την κατάσταση στους γονείς μου;» τον προκάλεσε η Λίλι χαμογελώντας περιφρονητικά. «Είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνήσουν με όλα όσα λες». «Δεν θα πεις άλλη λέξη στην Πενέλοπε», είπε ο Άλεξ προειδοποιητικά και βγήκε από το δωμάτιο βιαστικά. Με το που βεβαιώθηκε ότι εκείνος δεν μπορούσε πια να την ακούσει, η Λίλι πήρε μια βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό της να ηρεμήσει. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, γελώντας σιγανά μονάχη της. «Αλαζονικέ κόπανε», μουρμούρισε. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα με νικούσες τόσο εύκολα;»


Κεφάλαιο 6 Μια παρέλαση από υπηρέτες που έδειχναν τρομοκρατημένοι μετέφεραν τις βαλίτσες και τα μπαούλα της Λίλι έξω στο μόνιππο. Η κλειστή άμαξα ήταν διακοσμημένη με αστραφτερό λούστρο και τα οικόσημα των Ρέιφορντ. Ο Άλεξ είχε δώσει ρητές οδηγίες στον αμαξά να μεταφέρει τη Λίλι στο σπίτι της στο Λονδίνο και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση. Η ώρα που είχε παραχωρηθεί στη Λίλι κόντευε να τελειώσει. Έχοντας στον νου της τα λεπτά που κυλούσαν, περιπλανήθηκε μέσα στο αρχοντικό αναζητώντας τον πατέρα της. Βρισκόταν σε ένα από τα μικρά σαλόνια του επάνω ορόφου, καθισμένος σε ένα γραφείο πνιγμένο από στοίβες βιβλίων. «Πατέρα», είπε η Λίλι άψυχα. Ο Τζορτζ Λόσον έριξε στην κόρη του μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο του. «Ο λόρδος Ρέιφορντ με πληροφόρησε ότι φεύγεις». «Εξαναγκάστηκα να φύγω». «Το περίμενα αυτό», αποκρίθηκε εκείνος θλιμμένα. «Είπες τίποτα προς υπεράσπισή μου, μπαμπά;» Το μέτωπο της Λίλι ζάρωσε. «Του είπες ότι θα έπρεπε να μου επιτραπεί να μείνω; Ή χαίρεσαι που θα φύγω; Έχεις κάποια προτίμηση, το ένα ή το άλλο;» «Έχω διάβασμα να κάνω», είπε ο Τζορτζ με ένα αποβλακωμένο ύφος, δείχνοντας τα βιβλία του. «Ναι, φυσικά», μουρμούρισε η Λίλι. «Συγγνώμη». Εκείνος γύρισε έτσι όπως ήταν καθισμένος για να την κοιτάξει, με την έκφραση του προσώπου του ταραγμένη. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη, κόρη μου. Δεν μου κάνει πλέον εντύπωση ό,τι κι αν κάνεις ή όποια φασαρία κι αν προκαλέσεις. Σταμάτησε να μου κάνει εντύπωση εδώ και πολύ καιρό. Δεν με απογοητεύεις ποτέ γιατί ποτέ δεν περιμένω τίποτα από σένα». Η Λίλι δεν ήταν σίγουρη για ποιο λόγο είχε πάει να τον βρει – γιατί όσο λίγα περίμενε εκείνος από αυτήν, ακόμα λιγότερα περίμενε κι αυτή από εκείνον. Όταν ήταν παιδί, τον στενοχωρούσε και τον εξόργιζε ανελέητα – έμπαινε κρυφά στο γραφείο του, τον τρέλαινε στις ερωτήσεις, έχυνε κατά λάθος το μελανοδοχείο παντού πάνω στο γραφείο του όταν προσπαθούσε να γράψει με την πένα του. Της είχε πάρει χρόνια για να αποδεχτεί το συνταρακτικό γεγονός ότι ο πατέρας της δεν ενδιαφερόταν για εκείνη ούτε για τις σκέψεις ή τις ερωτήσεις της, την καλή συμπεριφορά της ή ακόμα και την κακή συμπεριφορά της. Εκείνη ανέκαθεν προσπαθούσε να βρει έναν λόγο για την αδιαφορία του. Για πολύ καιρό ένιωθε ότι εκείνη είχε κάποιο τρομερό κουσούρι που τον έκανε να μην την αγαπάει. Πριν φύγει από το σπίτι για πάντα, είχε εμπιστευθεί τις ενοχές της στην Τότι, η οποία είχε καταφέρει να τις καταπραΰνει λιγάκι. «Όχι, αγάπη μου, πάντα έτσι ήταν», της είχε πει η Τότι ατάραχη. «Ο πατέρας σου έχει έναν λιγομίλητο και εσωστρεφή χαρακτήρα. Όμως δεν είναι σκληρός άνθρωπος, Λίλι – φαντάσου, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που χτυπούν τα παιδιά τους επειδή τους παρακούν! Υπήρξες τυχερή που έχεις έναν πατέρα με μια τέτοια ευγενική φύση». Προσωπικά η Λίλι θεωρούσε την αδιαφορία του σχεδόν το ίδιο σκληρή όσο θα ήταν το ξύλο. Τώρα δεν ήταν πια χολωμένη ή μπερδεμένη από την έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του· το


είχε πάρει απόφαση και ήταν μάλλον θλιμμένη. Προσπάθησε να βρει λόγια να του πει πώς ένιωθε. «Λυπάμαι που είμαι τόσο αχαΐρευτη», είπε η Λίλι. «Ίσως αν ήμουν αγόρι να μπορούσαμε να είχαμε βρει κάποιο τρόπο να τα πάμε καλά μεταξύ μας. Αντ’ αυτού εγώ υπήρξα απείθαρχη και απερίσκεπτη, κι έκανα τόσα λάθη… ω, αν ήξερες, θα ντρεπόσουν για μένα περισσότερο απ’ όσο ήδη ντρέπεσαι. Αλλά θα πρέπει κι εσύ να λυπάσαι, πατέρα. Ήσουν για μένα κάτι ελάχιστα παραπάνω από ξένος. Από τότε που ήμουν παιδί, αναγκάστηκα να χαράξω τον δικό μου δρόμο. Εσύ δεν ήσουν ποτέ εκεί. Ποτέ δεν με τιμώρησες και δεν με κατσάδιασες, ποτέ δεν έκανες τίποτα για να δείξεις ότι γνώριζες την ύπαρξή μου. Τουλάχιστον η μητέρα έμπαινε στον κόπο να κλαίει». Πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα απ’ τα μαλλιά της και αναστέναξε. «Πάντοτε χρειαζόμουν κάποιον να στραφώ… θα έπρεπε να μπορώ να βασίζομαι πάνω σου. Αλλά εσύ ήσουν κολλημένος στα βιβλία σου και στις φιλοσοφικές πραγματείες σου. Τέτοιο έξοχο, λόγιο μυαλό έχεις, πατέρα». Τότε ο Τζορτζ της έριξε μια φευγαλέα ματιά, και τα μάτια του ήταν γεμάτα διαμαρτυρία και επίπληξη. Η Λίλι χαμογέλασε θλιμμένα. «Απλώς ήθελα να σου πω ότι παρ’ όλα αυτά… εγώ εξακολουθώ να σ’ αγαπώ. Εύχομαι… εύχομαι να μπορούσες να πεις ότι αισθάνεσαι το ίδιο πράγμα». Η Λίλι περίμενε, με το βλέμμα της καρφωμένο στο πρόσωπό του. Το μόνο που υπήρξε ήταν σιωπή. «Συγχώρησέ με», είπε εκείνη αδιάφορα. «Νομίζω ότι η μητέρα είναι μαζί με την Πενέλοπε. Πες τους ότι τις αγαπώ. Αντίο, πατέρα». Έκανε απότομα μεταβολή και έφυγε. Ελέγχοντας τα συναισθήματά της, η Λίλι κατέβηκε τη μεγαλοπρεπή σκάλα με το πλήθος από πλατύσκαλα. Συνειδητοποίησε με θλίψη ότι δεν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να ξαναδεί το Ρέιφορντ Παρκ. Ήταν εκπληκτικό πώς είχε φτάσει να αγαπήσει την ήσυχη μεγαλοπρέπεια αυτού του μέρους και τον πολυτελή, κλασικό σχεδιασμό του. Τι κρίμα. Αν ο Άλεξ δεν είχε αυτόν τον στριφνό χαρακτήρα, θα μπορούσε να προσφέρει μια καταπληκτική ζωή σε μια γυναίκα. Αποχαιρετώντας τον μπάτλερ και δυο υπηρέτριες που είχαν απελπισμένο ύφος, η Λίλι βγήκε έξω για να παρακολουθήσει και τα τελευταία από τα πράγματά της να φορτώνονται στην άμαξα. Κάνοντας σκιά στα μάτια της με το χέρι της, είδε μια μοναχική φιγούρα να προχωράει κατά μήκος της άμαξας. Ήταν ο Χένρι, που επέστρεφε από τους φίλους του με τους οποίους είχε περάσει μαζί το πρωινό. Κρατούσε ένα μακρύ μπαστούνι στο ένα του χέρι και το κράδαινε άσκοπα καθώς βάδιζε. «Δόξα τω Θεώ», είπε η Λίλι με ανακούφιση. Του έκανε νόημα να πάει προς το μέρος της. Ο Χένρι τάχυνε το βήμα του. Όταν την έφτασε, την κοίταξε με τα γαλάζια μάτια του ερωτηματικά. Η Λίλι απομάκρυνε στοργικά μερικά τσουλούφια από χρυσαφένια μαλλιά που του είχαν πέσει στο μέτωπο. «Φοβήθηκα ότι δεν θα γύριζες εγκαίρως», του είπε. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Χένρι λοξοκοιτάζοντας την άμαξα. «Εγκαίρως για ποιο πράγμα;» «Για να πούμε αντίο», χαμογέλασε πικρά η Λίλι. «Ο αδερφός σου κι εγώ είχαμε έναν καβγά, Χένρι. Και τώρα πρέπει να φύγω». «Καβγά; Για ποιο πράγμα;» «Φεύγω για το Λονδίνο», είπε η Λίλι αγνοώντας την ερώτησή του. «Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να σου μάθω όλα τα κόλπα μου στα χαρτιά, παλιόφιλε. Εντάξει, ίσως οι δρόμοι μας ξανασυναντηθούν μια μέρα». Μια έκφραση αμφιβολίας φάνηκε στο πρόσωπό της και ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως ακόμη και στου Κρέιβεν. Περνάω πολύ από τον καιρό μου εκεί, ξέρεις».


«Στου Κρέιβεν;» επανέλαβε ο Χένρι με δέος. «Δεν το είχες αναφέρει αυτό άλλη φορά». «Ε ναι, είμαι πολύ καλή φίλη με τον ιδιοκτήτη». «Με τον Ντέρεκ Κρέιβεν;» «Α, ώστε τον έχεις ακουστά». Η Λίλι έκρυψε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Όπως ήταν βέβαιη ότι θα συνέβαινε, ο Χένρι τσίμπησε το δόλωμα. Κανένα δραστήριο, τολμηρό αγόρι δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στο δέλεαρ του απαγορευμένου αρρενωπού κόσμου της οδού Σεντ Τζέιμς. «Και ποιος δεν τον έχει ακουστά; Πόπο, τι ζωή κάνει! Ο Κρέιβεν ξέρει όλους τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς άντρες στην Ευρώπη. Είναι ένας θρύλος. Ο πιο σημαντικός άντρας στην Αγγλία… πέρα από τον βασιλιά, φυσικά». Η Λίλι χαμογέλασε. «Δεν θα έλεγα ακριβώς αυτό. Αν ήταν ο Ντέρεκ εδώ, το πιο πιθανό είναι ότι θα σου έλεγε πως μέσα στο όλο σύστημα, εκείνος είναι απλώς ένα κάτουρο μες στη θάλασσα. Πάντως, όντως διευθύνει μια πολύ ωραία χαρτοπαικτική λέσχη». «Στο σχολείο τα παιδιά κι εγώ συνέχεια μιλούσαμε για τον καιρό που θα μπορέσουμε επιτέλους να πάμε στου Κρέιβεν και να παίξουμε στα τραπέζια και να δούμε τις γυναίκες εκεί. Βέβαια αυτό θα γίνει έπειτα από χρόνια. Αλλά μια μέρα, τι ωραία ζωή θα ζήσουμε…» Ο Χένρι ξέσπασε σε έναν αναστεναγμό γεμάτο λαχτάρα. «Γιατί μια μέρα;» ρώτησε η Λίλι απαλά. «Γιατί όχι τώρα;» Εκείνος την κοίταξε αιφνιδιασμένος. «Δεν θα με άφηναν να περάσω την εξώπορτα. Στην ηλικία μου…» «Φυσικά, ένα αγόρι στην ηλικία των δώδεκα δεν έχει δει ποτέ το εσωτερικό του μέρους», παραδέχτηκε η Λίλι. «Ο Ντέρεκ έχει κανόνες για τέτοια πράγματα. Όμως θα κάνει οτιδήποτε του ζητήσω. Αν ήσουν μαζί μου, θα μπορούσες να μπεις μέσα, να δεις τις αίθουσες του τζόγου με τα μάτια σου, να φας γαλλική κουζίνα και να συναντήσεις και κάνα δυο απ’ τα κορίτσια της λέσχης». Χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Θα μπορούσες μάλιστα να σφίξεις και το χέρι του Ντέρεκ για γούρι – ισχυρίζεται ότι μεταδίδει το γούρι του». «Πλάκα κάνεις», είπε ο Χένρι καχύποπτα, αλλά τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν από ελπίδα. «Αλήθεια; Έλα μαζί μου στο Λονδίνο και θα δεις. Φυσικά δεν μπορούμε να το πούμε στον αδερφό σου. Θα χρειαστεί να κρυφτείς στην άμαξά μου». Η Λίλι του έκλεισε το μάτι. «Πάμε στου Κρέιβεν, Χένρι. Σου υπόσχομαι μια περιπέτεια». «Ο Άλεξ θα με σκοτώσει». «Ω, θα θυμώσει. Δεν αμφιβάλλω στιγμή γι’ αυτό». «Αλλά δεν θα με ξυλοφόρτωνε», είπε ο Χένρι συλλογισμένα. «Όχι ύστερα απ’ όλο αυτό το ξύλο που έφαγα σ’ εκείνο το απαίσιο σχολείο». «Ε τότε τι έχεις να φοβάσαι;» Ο Χένρι της χαμογέλασε με δύσπιστη ευχαρίστηση. «Τίποτα!» «Τότε σάλτα πάνω», είπε η Λίλι γελώντας. Χαμήλωσε τη φωνή της. «Μην αφήσεις τον αμαξά ή οποιονδήποτε άλλο να σε δει, Χένρι. Δεν έχεις ιδέα πόσο θα απογοητευτώ έτσι και σε τσακώσουν». Εκείνη είχε φύγει. Ο Άλεξ κοίταζε επίμονα έξω από το παράθυρο της βιβλιοθήκης, παρακολουθώντας την άμαξα να στρίβει στη στροφή του δρόμου. Περίμενε να νιώσει μια αίσθηση ανακούφισης, που όμως δεν ήρθε. Αντίθετα, ένιωσε ένα κενό. Τριγύρισε το αρχοντικό σαν την τίγρη στο κλουβί, θέλοντας να ελευθερωθεί από κάτι… κάτι… μακάρι να ήξερε κι


αυτός από τι. Το σπίτι ήταν αφύσικα σιωπηλό. Έτσι όπως ήταν επί χρόνια, ώσπου να εμφανιστεί εκείνη. Τώρα δεν θα υπήρχαν πια άλλοι καβγάδες ούτε άλλες φασαρίες ούτε γελοία αστεία. Ο Άλεξ περίμενε να νιώσει καλύτερα από στιγμή σε στιγμή. Η συνείδησή του τον παρότρυνε να πάει στην Πενέλοπε. Ήξερε ότι το θέαμά του, μεθυσμένου κι οργισμένου, την είχε τρομάξει. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, ο Άλεξ ορκίστηκε ότι από δω και στο εξής θα γινόταν η προσωποποίηση της καρτερίας. Θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να ευχαριστήσει την Πενέλοπε. Μια εικόνα από το μέλλον του μαζί της ανοίχτηκε μπροστά του – πολλά, πολιτισμένα, προβλέψιμα χρόνια. Ένα μελαγχολικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Οι πάντες θα συμφωνούσαν ότι το να παντρευτεί την Πενέλοπε θα ήταν το σωστό. Καθώς πλησίαζε το δωμάτιό της, άκουσε τη θρηνωδία μιας ραγισμένης καρδιάς και μια φωνή τόσο ζωηρά περιπαθή που για μια στιγμή νόμισε πως ήταν η Λίλι. Όμως ο τόνος αυτός ήταν πιο απαλός και πιο ψιλός από της Λίλι. «Τον αγαπώ, μητέρα», είπε η Πενέλοπε με λυγμούς. «Θα αγαπώ τον Ζάκαρι για πάντα. Μακάρι να ήμουν γενναία σαν τη Λίλι! Τότε τίποτα δεν θα με είχε σταματήσει από το να πάω κοντά του». «Έλα, έλα», ακούστηκε η καθησυχαστική φωνή της Τότι. «Μη λες τέτοια πράγματα. Να είσαι μυαλωμένη, αγάπη μου. Ως σύζυγος του λόρδου Ρέιφορντ, το μέλλον σου –και το μέλλον της οικογένειάς σου– θα είναι εξασφαλισμένο για πάντα. Ο πατέρας σου κι εγώ ξέρουμε ποιο είναι το καλύτερο για σένα. Το ίδιο και ο λόρδος Ρέιφορντ». Ο θρήνος της Πενέλοπε συνεχίστηκε αμείωτος, παρ’ όλα αυτά κατάφερε και ψέλλισε: «Δεν ν… νομίζω». «Εγώ έχω δίκιο σ’ αυτά τα ζητήματα», συνέχισε η Τότι. «Όλο αυτό είναι της αδερφής σου δουλειά. Αγαπώ τη Βιλελμίνα πάρα πολύ, το ξέρεις αυτό, αλλά δεν ικανοποιείται ποτέ μέχρι να κάνει τους πάντες δυστυχισμένους. Χρωστάμε στον λόρδο Ρέιφορντ μια συγγνώμη. Σ’ αυτόν τον καλοαναθρεμμένο, ήρεμο άνθρωπο… Δεν χωράει ο νους μου την κατάσταση στην οποία τον έβαλε η Λίλι! Ποτέ δεν έπρεπε να την είχαμε αφήσει να μείνει». «Η Λίλι είχε δίκιο για όλα», είπε πνιγμένα η Πενέλοπε. «Ήξερε πόσο αγαπιόμαστε με τον Ζάκαρι… ω, μακάρι να μην ήμουν τόσο δ… δειλή…» Ο Άλεξ απομακρύνθηκε, με τις γροθιές του σφιγμένες. Ένα χαμόγελο χλεύης για τον εαυτό του ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Θα ήθελε να ρίξει το φταίξιμο στη Λίλι, όπως έκανε η Τότι, αλλά δεν μπορούσε. Το φταίξιμο ήταν όλο δικό του, και ξεπήδησε μέσα από τον θρυμματισμένο αυτοέλεγχό του, την ανανεωμένη όρεξή του για κάτι που δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής για το Λονδίνο, ο Χένρι έδειξε να θεωρεί απαραίτητο να εξιστορήσει καθετί ευγενικό και άδολο που είχε κάνει ποτέ ο Άλεξ γι’ αυτόν, πηγαίνοντας πίσω ως τη νηπιακή του ηλικία. Σαν μαγεμένο ακροατήριο, η Λίλι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να ακούσει. Το άντεξε όλο αυτό με μια υπομονή που τη θεώρησε ασυνήθιστη. Καθώς ο Χένρι άραξε νωχελικά στο κάθισμα της άμαξας απέναντί της, της περιέγραψε τη φορά που είχε αποκλειστεί πάνω σ’ ένα δέντρο και ο Άλεξ σκαρφάλωσε για να τον σώσει, και το πώς ο Άλεξ τον είχε μάθει να κολυμπάει στη λίμνη, για να μην αναφέρουμε και τα αμέτρητα απογεύματα που είχαν παίξει στρατιωτάκια μαζί, και ο Άλεξ τον είχε βοηθήσει να μάθει την αριθμητική του… «Χένρι», τον διέκοψε τελικά η Λίλι. Χαμογέλασε και μίλησε μέσα απ’ τα σφιγμένα δόντια της. «Έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με πείσεις για κάτι. Μήπως για το γεγονός ότι ο αδερφός


σου δεν είναι ακριβώς το άκαρδο κτήνος που δείχνει να είναι;» «Ναι, γι’ αυτό», είπε ο Χένρι, δείχνοντας εντυπωσιασμένος με την οξυδέρκειά της. «Ακριβώς! Ω, ξέρω ότι ο Άλεξ ξεφεύγει καμιά φορά, αλλά είναι σπουδαίος τύπος. Μα την αλήθεια, είναι». Η Λίλι δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει με αυτό. «Καλό μου αγόρι, δεν έχει σημασία τι γνώμη έχω εγώ για τον αδερφό σου». «Μα αν ήξερες τον Άλεξ, αν τον ήξερες πραγματικά, θα τον συμπαθούσες. Τρομερά». «Δεν έχω σκοπό να τον γνωρίσω περισσότερο απ’ όσο ήδη τον γνωρίζω». «Σου είπα για το σκυλάκι που μου χάρισε για τα Χριστούγεννα όταν ήμουν εφτά χρόνων και…» «Χένρι, υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που το έχεις βάλει τόσο πολύ σκοπό να συμπαθήσω τον αδερφό σου;» Εκείνος χαμογέλασε και απέστρεψε το γαλάζιο βλέμμα του, δείχνοντας να σκέφτεται προσεκτικά την απάντησή του. «Έχεις σκοπό να εμποδίσεις τον Άλεξ να παντρευτεί την Πενέλοπε, έτσι δεν είναι;» Η Λίλι ταράχτηκε. Σκέφτηκε γλυκόπικρα ότι κι εκείνη είχε κάνει το ίδιο λάθος που έκαναν οι περισσότεροι ενήλικοι, υποτιμώντας τη νοημοσύνη ενός παιδιού. Και ο Χένρι ήταν ένα νοήμον αγόρι. Φυσικά και θα είχε αντιληφθεί την κατάσταση ανάμεσα στον αδερφό του και στους Λόσον. «Τι σου έδωσε αυτή την ιδέα;» υπεξέφυγε. «Κάνετε πολλή φασαρία όταν τσακώνεστε», την ενημέρωσε ο Χένρι. «Και οι υπηρέτες μιλάνε». «Θα λυπόσουν αν όντως εμπόδιζα αυτόν τον γάμο;» Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Ω, η Πενέλοπε είναι μια χαρά. Το καλύτερο κορίτσι. Αλλά ο Άλεξ δεν την αγαπάει. Όχι όπως…» «Την Κάρολαϊν», είπε άχρωμα η Λίλι. Κάθε φορά που γινόταν αναφορά στο όνομα της αναθεματισμένης γυναίκας, εκείνη ένιωθε μια δυσάρεστη αίσθηση σαν μαχαιριά. Μα τι ήταν διάολε αυτό το τόσο υπέροχο που είχε πάνω της η Κάρολαϊν κι έκανε τον Άλεξ τόσο τρελό γι’ αυτήν; «Τη θυμάσαι, Χένρι;» «Ναι, πολύ καλά. Παρόλο που τότε ήμουν μια σταλιά αγόρι». «Ενώ τώρα έχεις φτάσει στη λαμπρή μεγάλη ηλικία των… πόσων, έντεκα; Δώδεκα;» «Δώδεκα», είπε εκείνος, χαμογελώντας πλατιά με το πείραγμά της. «Μάλλον θα τη συμπαθούσες, ξέρεις. Μόνο που εσύ είσαι πιο όμορφη. Και πιο μεγάλη». «Μάλιστα», είπε η Λίλι ξερά. «Δεν ξέρω αν πρέπει να νιώσω κολακευμένη ή προσβεβλημένη. Πες μου τι γνώμη είχες γι’ αυτήν». «Τη συμπαθούσα. Η Κάρολαϊν ήταν ένα ζωηρό κορίτσι. Ποτέ δεν έκανε τον Άλεξ να θυμώνει όπως εσύ. Τον έκανε να γελάει. Τώρα πια σπάνια γελάει». «Κρίμα», είπε η Λίλι αφηρημένα, και θυμήθηκε το φευγαλέο, λαμπερό χαμόγελο του Άλεξ τότε που έπαιζαν χαρτιά στον εξώστη. «Πρόκειται να παντρευτείς τον Ντέρεκ Κρέιβεν;» ρώτησε διστακτικά ο Χένρι, λες και το ζήτημα ήταν απλώς ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. «Θεέ και Κύριε, όχι». «Μπορείς να παντρευτείς τον Άλεξ, αφού ξεφορτωθείς την Πενέλοπε». Ένα γέλιο ξέσπασε στα χείλη της Λίλι. «Να την ξεφορτωθώ; Για τον Θεό, το κάνεις να ακούγεται λες και πρόκειται να την πετάξω στον Τάμεση! Πρώτα απ’ όλα, καλέ μου, δεν έχω σκοπό να παντρευτώ κανέναν, ποτέ. Δεύτερον, ούτε καν συμπαθώ τον αδερφό σου». «Μα δεν σου μίλησα για εκείνη τη φορά που φοβόμουν το σκοτάδι και ο Άλεξ ήρθε στο


δωμάτιό μου και μου είπε…» «Χένρι!» είπε εκείνη με έναν προειδοποιητικό τόνο. «Άσε με να τελειώσω μονάχα αυτή την ιστορία», επέμεινε ο μικρός. Η Λίλι βόγκηξε και βολεύτηκε στο κάθισμά της, ακουμπώντας το κεφάλι της στο μαροκινό μαξιλαράκι για τον ύπνο ενώ ο κατάλογος με τις αρετές του Ρέιφορντ συνεχιζόταν. Ο Ντέρεκ και ο Γουόρθι ήταν σκυμμένοι πάνω από το γραφείο της κεντρικής αίθουσας του καζίνου. Η μαονένια επιφάνεια ήταν καλυμμένη με ένα πλήθος από σημειώματα που αφορούσαν τις προετοιμασίες που έπρεπε να γίνουν για τον επικείμενο χορό μεταμφιεσμένων. Το μόνο πράγμα στο οποίο είχαν συμφωνήσει ήταν ότι το παλάτι του τζόγου θα έπρεπε να διακοσμηθεί έτσι ώστε να θυμίζει ρωμαϊκό ναό. Ο Ντέρεκ ήθελε τον χορό να αντανακλά τη μεγαλοπρεπή παρακμή του ρωμαϊκού πολιτισμού στο απόγειό του. Δυστυχώς αυτός και ο Γουόρθι είχαν αντικρουόμενες ιδέες σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα. «Εντάξει, εντάξει», είπε τελικά ο Ντέρεκ, με τα πράσινα μάτια του να γυαλίζουν από αγανάκτηση. «Μπορείς να βάλεις τους κίονες κι εκείνα τα ασημένια διαόλια στους τοίχους – αλλά αυτό σημαίνει ότι με τις τσούπρες θα γίνει αυτό που λέω εγώ». «Να τις βάψεις κάτασπρες και να τις τυλίξεις με σεντόνια για να παριστάνουν τα αγάλματα;» ρώτησε ο Γουόρθι με σκεπτικισμό. «Και τι θα κάνουν όλη νύχτα;» «Θα στέκονται πάνω στα πλουμιστά βάθρα τους!» «Δεν θα μπορέσουν να μείνουν σ’ αυτή τη στάση για παραπάνω από δέκα λεπτά». «Θα κάνουν αυτό που τις πληρώνω να κάνουν», επέμεινε ο Ντέρεκ. «Κύριε Κρέιβεν», είπε ο Γουόρθι, με τη συνήθως ήρεμη φωνή του να έχει μια νότα εκνευρισμού, «ακόμα κι αν η ιδέα σου είναι εφικτή, που δεν είναι, πιστεύω ότι θα έδινε στον χορό μια κακόγουστη και φανταχτερή ατμόσφαιρα, που δεν ταιριάζει με τις συνήθεις προδιαγραφές της λέσχης του Κρέιβεν». Ο Ντέρεκ συνοφρυώθηκε. «Τι διάολο πάει να πει αυτό;» «Εννοεί», ακούστηκε η γελαστή φωνή της Λίλι πίσω τους, «ότι αυτό θα ήταν εκτός των ορίων του καλού γούστου, βρε χοντροκέφαλε λαϊκέ τύπε». Το σκοτεινό πρόσωπο του Ντέρεκ φωτίστηκε με ένα χαμόγελο καθώς στράφηκε και είδε τη Λίλι να στέκεται εκεί. Ντυμένη με ένα βυσσινί φόρεμα κεντημένο με ασημένια νήματα, έμοιαζε με γλύκισμα. Η Λίλι όρμησε καταπάνω του, γελώντας καθώς εκείνος τη στριφογύρισε και μετά την απίθωσε στα πόδια της. «Να κι η δεσποινίς μελαχρινούλα, που γύρισε από την εξοχή», είπε ο Ντέρεκ. «Έδωσες στον Ρέιφορντ το καλό μάθημα που χρειαζόταν;» «Όχι», αποκρίθηκε η Λίλι, στριφογυρίζοντας τα μάτια της. «Αλλά δεν έχω τελειώσει μαζί του ακόμα». Αναστέναξε με ευχαρίστηση που βρισκόταν στη γνώριμη ατμόσφαιρα της λέσχης, και έλαμψε μόλις είδε τον υπηρέτη γενικών καθηκόντων. «Γουόρθι, όμορφε διάβολε. Πώς πήγαν τα πράγματα χωρίς εμένα;» Ο μικρόσωμος, διοπτροφόρος άντρας χαμογέλασε. «Απλώς ανεκτά. Είσαι ευπρόσδεκτο θέαμα όπως πάντα, δεσποινίς Λόσον. «Να σου παραγγείλω τίποτα από την κουζίνα;» «Όχι, όχι», είπε κατευθείαν η Λίλι. «Ο μεσιέ Λαμπάρζ θα θέλει να με μπουκώσει με όλες τις τελευταίες πουτίγκες και πίτες του». «Το χρειάζεσαι», συνέστησε ο Ντέρεκ. «Είσαι αδύνατη σαν παπαδίτσα. Έλα δω». Γλίστρησε το χέρι του γύρω από τους στενούς ώμους της και την οδήγησε σε μια ήσυχη γωνία. «Φαίνεσαι


μαύρο χάλι», παρατήρησε. «Αυτή μάλλον είναι η γενική γνώμη σήμερα», είπε εκείνη ξερά. Το κοφτερό βλέμμα του Ντέρεκ διέκρινε την πυρετώδη λάμψη των ματιών της και το ταλαιπωρημένο παρουσιαστικό της. «Τι τρέχει, αγαπούλα;» «Ο Ρέιφορντ αποδείχθηκε ανυπόφορος», αποκρίθηκε κοφτά η Λίλι. «Θα καταφύγω σε δραστικά μέτρα». «Δραστικά», επανέλαβε εκείνος, παρατηρώντας τη καλά. «Και για αρχή, απήγαγα τον μικρότερο αδερφό του». «Τι πράγμα;» Ο Ντέρεκ ακολούθησε το δάχτυλο της Λίλι προς την κατεύθυνση που του έδειχνε, ώσπου είδε ένα όμορφο ξανθό αγόρι να περιμένει στην άλλη άκρη της αίθουσας. Το παλικαράκι έκανε έναν κύκλο αργά αργά, επιθεωρώντας το πολυτελές περιβάλλον με γουρλωμένα μάτια. «Να πάρει ο διάλος», έκανε εμβρόντητος ο Ντέρεκ. «Διάολος», τον διόρθωσε η Λίλι, και τον κοίταξε με ένα είδος συνεσταλμένης απαξίωσης. «Στήνω μια παγίδα στον Ρέιφορντ. Ο Χένρι είναι το δόλωμα». «Χριστέ μου, αυτή τη φορά τα κατάφερες», είπε απαλά με θαυμασμό ο Ντέρεκ, με έναν τόνο στη φωνή που έστειλε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της Λίλι. «Θέλω να κρατήσεις τον Χένρι για μένα, Ντέρεκ. Μόνο για μια νύχτα». Όλο το φιλικό ενδιαφέρον ξεθώριασε από το πρόσωπο του Ντέρεκ. Την κοίταξε με ένα παγερό βλέμμα. «Δεν επιτρέπω ποτέ παιδιά μέσα στη λέσχη μου». «Ο Χένρι είναι ένας άγγελος. Δεν θα σου προξενήσει κανένα πρόβλημα». «Όχι». «Τουλάχιστον έλα να τον γνωρίσεις», ικέτεψε η Λίλι. «Όχι!» «Σε παρακαλώ, Ντέρεκ». Τον τράβηξε απ’ το μπράτσο. «Ο Χένρι ήταν κατενθουσιασμένος με την προοπτική ότι θα σε γνωρίσει. Σε θεωρεί τον πιο σημαντικό άνθρωπο στην Αγγλία, πέρα από τον βασιλιά». Ο Ντέρεκ μισόκλεισε τα μάτια του. «Σε παρακαλώ», τον καλόπιασε εκείνη. «Εντάξει», είπε εκείνος τελικά. «Του λέω “γεια” και μετά φεύγει». «Σ’ ευχαριστώ», είπε η Λίλι, δίνοντάς του κάμποσα επιδοκιμαστικά χτυπήματα στο μπράτσο. Γκρινιάζοντας μέσα απ’ τα δόντια του, ο Ντέρεκ την άφησε να τον πάει ως την είσοδο, όπου περίμενε ο Χένρι. «Κύριε Κρέιβεν», είπε η Λίλι, «θα ήθελα να σου γνωρίσω τον Χένρι, τον αδερφό του κόμη του Ρέιφορντ». Παίρνοντας το πιο αβρό του χαμόγελο, αυτό που φυλούσε συνήθως για τα μέλη της βασιλικής οικογένειας που πήγαιναν εκεί, ο Ντέρεκ έκανε στον Χένρι μια κομψή υπόκλιση. «Καλωσόρισες στη λέσχη του Κρέιβεν, κύριέ μου». «Είναι ακόμα καλύτερη απ’ ό,τι τη φανταζόμουν», αναφώνησε ο Χένρι. Άδραξε το χέρι του Ντέρεκ και το έσφιξε ζωηρά. «Τρομερή! Τέλεια!» Τους άφησε και ερεύνησε την αίθουσα σαν περίεργο κουτάβι. Το μικρό χέρι του χώθηκε μέσα σε μια λεκάνη γεμάτη μάρκες για το κρίμπατζ και ύστερα ιχνηλάτησε τις περίτεχνες ράχες από τις αυτοκρατορικού τύπου καρέκλες. Πλησίασε το τραπέζι του μπαρμπουτιού με τόση ευλάβεια λες και επρόκειτο για κάποιο τάφο αγίου. «Παίζεις;» ρώτησε ο Ντέρεκ, νιώθοντας να τον διασκεδάζει αμυδρά ο ενθουσιασμός του αγοριού. «Όχι καλά. Αλλά με μαθαίνει η δεσποινίς Λόσον». Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του με θαυμασμό. «Δεν το πιστεύω ότι είμαι εδώ. Στου Κρέιβεν. Ω ρε φίλε, τι πρέπει να χρειάστηκε για


να φτιαχτεί αυτό το μέρος!» Κοίταξε τον Ντέρεκ με μια έκφραση γεμάτη δέος. «Είσαι ο πιο καταπληκτικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ. Μόνο μια ιδιοφυΐα θα μπορούσε να το κάνει αυτό». «Ιδιοφυΐα», ρουθούνισε ο Ντέρεκ. «Με τίποτα». «Μα είσαι», επέμεινε ο Χένρι. «Για σκέψου να ξεκινήσεις από το τίποτα και να φτάσεις τόσο ψηλά… Η λέσχη του Κρέιβεν είναι η πιο φημισμένη στο Λονδίνο. Μα την αλήθεια είσαι ιδιοφυΐα! Εγώ και τα παιδιά στο σχολείο σε θαυμάζουμε όλοι μας περισσότερο από τον οποιονδήποτε άνθρωπο στον κόσμο!» Η Λίλι σκέφτηκε ότι ο Χένρι τα παράλεγε κομματάκι. Ο Ντέρεκ, από την άλλη, είχε αρχίσει να ενθουσιάζεται με το αγόρι. Στράφηκε στη Λίλι με μια έκφραση ικανοποίησης. «Σίγουρα έχει μυαλό αυτός εδώ». «Εγώ απλώς επαναλαμβάνω αυτό που λένε όλοι», είπε ο Χένρι ειλικρινά. Ξαφνικά ο Ντέρεκ του έριξε ένα εγκάρδιο χτύπημα στην πλάτη. «Αστραφτερός σαν καινούρια πένα», είπε. «Λαμπρό αγόρι. Έλα μαζί μου, χαμογελαστέ νεαρέ. Έχω μερικά όμορφα κορίτσια για να γνωρίσεις». «Όχι, Ντέρεκ», είπε η Λίλι προειδοποιητικά. «Όχι ζάρια, ποτά ή γυναίκες για τον Χένρι. Ο αδερφός του θα μου πάρει το κεφάλι». Ο Ντέρεκ κοίταξε τον Χένρι με ένα στραβό χαμόγελο. «Τι νομίζει αυτή ότι είναι εδώ μέσα, κανένα μοναστήρι;» Πήρε τον Χένρι μαζί του και απομακρύνθηκαν, υιοθετώντας έναν δασκαλίστικο τόνο. «Τα καλύτερα κορίτσια στην Αγγλία τα έχω εγώ. Δεν υπάρχει άντρας που να έχει κολλήσει ποτέ αφροδίσιο ή σκουλαμέντο από τα κορίτσια μου…» Η Λίλι και ο Γουόρθι αντάλλαξαν βλέμματα όλο συμπόνια. «Το συμπάθησε το αγόρι», σχολίασε ο Γουόρθι. «Γουόρθι, μην αφήσεις να συμβεί τίποτα στον Χένρι. Κράτησέ τον μακριά απ’ τον κόσμο. Μπορεί να ψυχαγωγηθεί μόνος του με μια τράπουλα για ώρες. Φρόντισε να μη διαφθαρεί ή να μην πάθει οποιοδήποτε κακό». «Οπωσδήποτε», τη διαβεβαίωσε ο υπηρέτης γενικών καθηκόντων. «Πότε τον θέλεις να γυρίσει πίσω;» «Αύριο το πρωί», αναστέναξε η Λίλι συλλογισμένα, με το μέτωπό της ζαρωμένο από μια ρυτίδα συνοφρύωσης. Με αριστοκρατικό τρόπο ο Γουόρθι της πρόσφερε το μπράτσο του. «Θα σε συνοδεύσω στην άμαξά σου, δεσποινίς Λόσον». Η Λίλι τον έπιασε αγκαζέ. «Ως τώρα ο λόρδος Ρέιφορντ πρέπει να έχει τρελαθεί, να αναρωτιέται πού είναι ο Χένρι». «Του άφησες κανένα σημείωμα;» ρώτησε εύλογα ο Γουόρθι. «Όχι, ο κόμης δεν είναι ηλίθιος – δεν θα του πάρει πολλή ώρα για να καταλάβει τι απέγινε ο Χένρι. Θα έχει έρθει στο Λονδίνο ώσπου να πέσει η νύχτα. Κι εγώ θα είμαι έτοιμη γι’ αυτόν». Είτε τα ενέκρινε όλα αυτά ο Γουόρθι είτε όχι, της έδειχνε την ίδια αφοσίωση που είχε και στον Ντέρεκ. «Πώς μπορώ να βοηθήσω;» «Αν τυχόν ο κόμης εμφανιστεί εδώ πρώτα, οδήγησέ τον στο σπίτι μου. Πρέπει να κρατήσεις τον Χένρι κρυμμένο, να μην τον δει, αλλιώς το σχέδιό μου θα πάει στράφι». «Δεσποινίς Λόσον», άρχισε να λέει με σεβασμό ο υπηρέτης γενικών καθηκόντων, «σε θεωρώ μια από τις πιο θαρραλέες γυναίκες που έχω γνωρίσει ποτέ μου…» «Αλήθεια, σ’ ευχαριστώ». «…αλλά είσαι απόλυτα σίγουρη ότι ξέρεις τι κάνεις;»


«Φυσικά και ξέρω!» Ένα χαμόγελο ατόφιας ευχαρίστησης απλώθηκε στο πρόσωπό της. «Είμαι στη διαδικασία να δώσω στον λόρδο Ρέιφορντ ένα μάθημα που δεν θα το ξεχάσει ποτέ». Όταν έγινε αντιληπτή η απουσία του Χένρι και ξεκίνησε η αναζήτησή του, μια από τις υπηρέτριες αποκάλυψε ότι είχε δει τον νεαρό κύριο να κουβεντιάζει με τη δεσποινίδα Λόσον λίγο πριν από την αναχώρησή της. Ο αμαξάς επέστρεψε από το Λονδίνο και αιφνιδιάστηκε όταν βρέθηκε στο έλεος ενός καταιγισμού από ερωτήσεις. Παραδέχτηκε ότι δεν είχε δει τον αφέντη Χένρι να μπαίνει ή να βγαίνει από την άμαξα, αλλά ο Χένρι ήταν ευκίνητο παλικαράκι και θα μπορούσε να κινηθεί απαρατήρητος. Ο Άλεξ ήταν βέβαιος ότι ο αδερφός του ήταν με τη Λίλι. Η καταραμένη γυναίκα είχε πάρει τον Χένρι μαζί της, με σκοπό να τον αναγκάσει να πάει κι αυτός στο Λονδίνο. Ε λοιπόν, θα πήγαινε και θα έκανε την πόλη φύλλο και φτερό. Δεν έβλεπε την ώρα να την πιάσει… και θα την έκανε να μετανιώσει τη μέρα που είχε αποφασίσει να του πάει κόντρα. Είχε πέσει το σκοτάδι την ώρα που έφτασε στην Πλατεία Γκρόσβενορ. Ο Άλεξ όρμησε έξω από την άμαξα με τα τέσσερα άλογα σχεδόν πριν ο οδηγός σταματήσει το όχημα. Με έναν μορφασμό, δρασκέλισε γοργά τα σκαλοπάτια του αριθμού τριάντα οκτώ και κοπάνησε δυνατά την πόρτα με τη γροθιά του. Ύστερα από λίγες στιγμές η πόρτα άνοιξε, από έναν ψηλό μπάτλερ με γένια. Ο άντρας ήταν εντυπωσιακός. Φορούσε την επιβλητικότητά του σαν αόρατο μανδύα, και στο ανέκφραστο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένο το κύρος. «Καλησπέρα, λόρδε Ρέιφορντ. Η δεσποινίς Λόσον σε περιμένει». «Πού είναι ο αδερφός μου;» Δίχως να περιμένει απάντηση, ο Άλεξ παραμέρισε και μπήκε. «Χένρι!» βρυχήθηκε, κάνοντας τους τοίχους να τρέμουν. «Λόρδε Ρέιφορντ», παρατήρησε ευγενικά ο μπάτλερ. «Αν έρθεις από εδώ…» «Τι έπαθε ο αδερφός μου;» γάβγισε ο Άλεξ. «Πού είναι;» Μη χάνοντας χρόνο να συντονιστεί με τον κόσμιο ρυθμό με τον οποίο βάδιζε ο μπάτλερ, ο Άλεξ πήδηξε τα σκαλιά δυο δυο. «Χένρι; Χένρι, θα σε σκίσω σε κομματάκια! Κι όσο για τη δεσποινίδα Λόσον… καλά θα έκανε να σκαρφαλώσει πάνω στο σκουπόξυλό της και να γίνει καπνός, πριν την πιάσω στα χέρια μου!» Η ατάραχη, εύθυμη φωνή της Λίλι έφτασε ως εκείνον από τον διάδρομο που ξεκινούσε απ’ το δεύτερο πλατύσκαλο. «Ρέιφορντ. Αφού με έδιωξες από το σπίτι σου, φαντάζομαι πως νομίζεις ότι έχεις κάθε δικαίωμα να εισβάλεις στο δικό μου!» Ακολουθώντας τη φωνή, ο Άλεξ άνοιξε απότομα την πρώτη πόρτα που βρήκε. Ανακάλυψε ένα άδειο καθιστικό. «Πού είσαι;» Το εξοργιστικό γέλιο της έμπαινε μες στο πετσί του. «Στην κρεβατοκάμαρά μου». «Πού είναι ο Χένρι;» «Και πού να ξέρω εγώ; Τώρα, σταμάτα αυτά τα απαίσια γκαρίσματα, Ρέιφορντ. Αμφιβάλλω αν μια πληγωμένη αρκούδα θα μπορούσε να κάνει περισσότερη φασαρία». Ο Άλεξ όρμησε στην επόμενη πόρτα. Την άνοιξε διάπλατα και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Είδε μια φευγαλέα εικόνα από επιχρυσωμένο ξύλο οξιάς και πράσινες κουρτίνες κρεβατιού. Πριν προλάβει να γυρίσει το κεφάλι του, ένιωσε ένα συντριπτικό χτύπημα στο κρανίο του. Με ένα μουγκρητό πόνου και κατάπληξης, έπεσε μπρούμυτα. Το σκηνικό θόλωσε και μια μαύρη αχλή τον τύλιξε. Πιάνοντας σφιχτά το κεφάλι του, βυθίστηκε στο σκοτάδι που τον πλημμύρισε. Η Λίλι κατέβασε το χέρι της, εξακολουθώντας να κρατάει το μπουκάλι. Στάθηκε από πάνω του, νιώθοντας ένα παράξενο μείγμα από ανησυχία και θρίαμβο. Ο Άλεξ φάνταζε σαν σωριασμένη τίγρη, με τα χρυσαφένια μαλλιά του να λάμπουν πάνω στις ρουμπινί αποχρώσεις


του χαλιού. «Μπάρτον!» φώναξε. «Έλα εδώ αμέσως. Μπάρτον, βοήθησέ με να σηκώσουμε τον λόρδο Ρέιφορντ και να τον πάμε στο κρεβάτι». Ο μπάτλερ ήρθε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Για μια παρατεταμένη στιγμή στάθηκε εκεί, με το βλέμμα του να πηγαίνει από το τυλιγμένο με ύφασμα μπουκάλι που κρατούσε η Λίλι στο χέρι της, στη φιγούρα του Άλεξ που ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα. Είχε γίνει μάρτυρας σε εκατοντάδες μπλεξίματα και τρέλες της Λίλι, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που η αταραξία του είχε κλονιστεί τόσο εμφανώς. Κατάφερε να κάνει την έκφρασή του να φαίνεται απαθής. «Μάλιστα, δεσποινίς», είπε τελικά, κι έσκυψε για να ζυγίσει το βάρος του κορμιού του Άλεξ πάνω στον ώμο του. «Πρόσεχε μην τον τραυματίσεις», είπε ανήσυχα η Λίλι. «Δηλαδή… όχι περισσότερο απ’ όσο τον έχω ήδη τραυματίσει εγώ». Ασθμαίνοντας από την προσπάθεια, ο Μπάρτον απίθωσε το νωθρό κορμί του Άλεξ στο κρεβάτι. Ύστερα ο μπάτλερ σηκώθηκε και σουλούπωσε και τη δική του εμφάνιση, σιάχνοντας το σακάκι του, το γιλέκο και τη γραβάτα του. Τελείωσε ισιώνοντας και μια τούφα γκρίζα μαλλιά που είχαν σηκωθεί όρθια απ’ το πλάι του κεφαλιού του. «Χρειάζεσαι τίποτ’ άλλο, δεσποινίς Λόσον;» «Ναι», είπε εκείνη πηγαίνοντας να καθίσει δίπλα στον Άλεξ, που ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα. «Σκοινιά». «Σκοινιά», επανέλαβε ο Μπάρτον ατάραχα. «Για να τον δέσουμε, φυσικά. Δεν γίνεται να τον αφήσουμε να φύγει, έτσι δεν είναι; Α, και κάνε γρήγορα, Μπάρτον. Μπορεί να συνέλθει σύντομα». Επιθεώρησε τον αιχμάλωτό της σκεφτική. «Φαντάζομαι ότι πρέπει να του βγάλουμε το παλτό και τις μπότες…» «Δεσποινίς Λόσον;» «Ναι;» Σήκωσε το βλέμμα της από τον Άλεξ, με τα μάτια της σαν του ελαφιού. Ο Μπάρτον ξεροκατάπιε. «Μπορώ να ρωτήσω για πόσο θα μείνει ο κόμης μαζί μας;» «Ω, ίσα γι’ απόψε. Πες να φέρουν την άμαξά του στην πίσω μεριά και δώσε κατάλυμα στον αμαξά του γι’ απόψε». «Πολύ καλά, δεσποινίς». Ενόσω ο Μπάρτον πήγε να φέρει σκοινιά, η Λίλι πλησίασε τον κοιμισμένο γίγαντα στο κρεβάτι της. Εντελώς ξαφνικά ένιωσε μάλλον κατάπληκτη με αυτό που είχε κάνει. Ο Άλεξ δεν σάλευε. Ξαπλωμένος εκεί με τα μάτια του κλειστά, έδειχνε νεαρός κι ευάλωτος. Οι πουπουλένιες βλεφαρίδες του έριχναν σκιές στις πιο ψηλές άκρες των μάγουλών του. Χωρίς τη γνωστή συνοφρύωσή του έδειχνε τόσο… αθώος. «Έπρεπε να το κάνω», είπε εκείνη μετανιωμένη. «Έπρεπε». Έσκυψε από πάνω του, ισιώνοντας τα ανακατεμένα μαλλιά του. Αποφασίζοντας να τον κάνει να νιώσει πιο άνετα, του έλυσε τη μαύρη γραβάτα του. Το μετάξι ήταν ακόμα ζεστό από το δέρμα του. Κοιτάζοντάς τον σιωπηλά, ξεκούμπωσε το γιλέκο του και τα δύο πρώτα κουμπιά από το λευκό λινό πουκάμισό του. Τα δάχτυλά της άγγιξαν ξυστά το σφιχτό δέρμα στη βάση του λαιμού του. Ένα παράξενο, ευχάριστο ρίγος τη διαπέρασε. Διστακτικά άγγιξε το χρυσαφένιο μάγουλό του, την αυστηρή άκρη του σαγονιού του, τη μεταξένια καμπύλη του πάνω χείλους του. Το χνούδι από τα γένια του είχε αρχίσει να φαίνεται, κάνοντας το σαγόνι του ένα τραχύ βελούδο κάτω από τα ακροδάχτυλά της. Κανένας έκπτωτος άγγελος δεν θα μπορούσε να έχει πιο ακαταμάχητο συνδυασμό από σκοτάδι και φως. Διέκρινε το σφίξιμο στο πρόσωπό του, μια υπερένταση που εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα και στον ύπνο του. Πάρα πολύ ποτό, ελάχιστος ύπνος. Και μια θλίψη εδώ και πολύ καιρό είχε ρίξει την ανεξίτηλη σκιά της πάνω στα χαρακτηριστικά του προσώπου του.


«Μοιάζουμε αρκετά εσύ κι εγώ», μουρμούρισε η Λίλι. «Περήφανοι, ευέξαπτοι και ισχυρογνώμονες. Θα μπορούσες να μετακινήσεις και βουνά για να πάρεις αυτό που θέλεις… αλλά εσύ, καημένο μου κτήνος, δεν ξέρεις καν πού είναι το βουνό». Χαμογέλασε πλατιά καθώς ανακάλεσε στη μνήμη της πώς εκείνος εκσφενδόνιζε τα ρούχα της έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Σε μια ξαφνική παρόρμηση, έσκυψε από πάνω του και πίεσε απαλά τα χείλη της στα δικά του. Το στόμα του ήταν ζεστό, άτονο. Η Λίλι σκέφτηκε τον βάναυσα οικείο τρόπο που την είχε φιλήσει στη βιβλιοθήκη. Σήκωσε το κεφάλι της και κάρφωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του, με τη μύτη της σχεδόν να αγγίζει τη δική του. «Ξύπνα, κοιμώμενε πρίγκιπα», μουρμούρισε. «Ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσεις τι είμαι ικανή να κάνω». Ο Άλεξ ανέκτησε αργά αργά τις αισθήσεις του. Αναρωτήθηκε εκνευρισμένα ποιος βαρούσε ένα τύμπανο εκεί κοντά… ντουπ… ντουπ… αντηχούσε μέσα στο κρανίο του. Μόρφασε και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη για να αποφύγει μια παγωμένη, κατευναστική πίεση που ερχόταν από δίπλα. «Έλα», άκουσε μια σιγανή φωνή. «Έλα, θα γίνεις καλά». Ο Άλεξ άνοιξε τα μάτια του με κόπο και είδε το περίγραμμα του προσώπου μιας γυναίκας από πάνω του. Φαντάστηκε ότι μπορεί να έβλεπε πάλι κάποιο όνειρο με τη Λίλι. Εκείνα εκεί ήταν τα μάτια της, στο πικάντικο χρώμα του μελόψωμου, και το στόμα της, που σχημάτιζε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. Ένιωσε τα βελούδινα ακροδάχτυλά της να περνούν απαλά πάνω απ’ το μάγουλό του. «Πανάθεμά σε», μουρμούρισε. «Θα με στοιχειώνεις για πάντα;» Το χαμόγελό της μεγάλωσε. «Αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από σένα, κύριέ μου. Όχι, μην κουνιέσαι, θα βγάλεις τον πάγο. Το καημένο το κεφάλι σου. Προσπάθησα να σε χτυπήσω όσο πιο μαλακά μπορούσα. Αλλά έπρεπε να το κάνω αρκετά δυνατά έτσι ώστε να μη χρειάζεται και δεύτερο χτύπημα». «Τ… τι;» ρώτησε εκείνος αδύναμα. «Σε χτύπησα στο κεφάλι». Ο Άλεξ ανοιγόκλεισε τα μάτια του και σιγά σιγά ήρθε η επίγνωση, κι εκείνος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν επρόκειτο για όνειρο. Θυμήθηκε να εισβάλλει μέσα στο σπίτι της, να έρχεται στο δωμάτιό της… το χτύπημα στο κεφάλι του. Ξεστόμισε μια πνιγμένη βρισιά. Η Λίλι καθόταν σταυροπόδι δίπλα του. Ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς πάνω σ’ ένα κρεβάτι. Παρ’ όλη την επίδειξη ήρεμου ενδιαφέροντος εκ μέρους της Λίλι, υπήρχε ένα θριαμβευτικό ύφος πάνω της που έκανε τα νεύρα του να σπιθίσουν προειδοποιητικά. «Ο Χένρι…» «Μην ανησυχείς, είναι καλά. Είναι μια χαρά». Η γυναίκα χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Θα μείνει με έναν φίλο μου απόψε». «Ποιον φίλο;» ρώτησε εκείνος. «Ποιον;» Το βλέμμα της έγινε επιφυλακτικό. «Όταν σου πω, μη βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Αν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Χένρι δεν θα ήταν καλά, ποτέ μου δεν θα–» Εκείνος πάλεψε να ανασηκωθεί. «Πες μου ποιος τον έχει!» «Ο Ντέρεκ Κρέιβεν». «Εκείνος ο απατεώνας του υποκόσμου που περιστοιχίζεται από πόρνες και κλέφτες–» «Ο Χένρι είναι απολύτως ασφαλής με τον Ντέρεκ, έχεις τον λόγ–» Η Λίλι σταμάτησε απότομα με ένα αγκομαχητό και πήδηξε από το κρεβάτι καθώς ο Άλεξ έκανε να την πιάσει με ένα γρύλισμα. «Βρε παλιοθήλυκο!» Τον σταμάτησαν τα σκοινιά που έδεναν τους καρπούς και τους αστραγάλους του στους στύλους του κρεβατιού. Απότομα, τίναξε


το κεφάλι του από τα δεξιά στα αριστερά. Και είδε τι είχε κάνει η γυναίκα. Τον κυρίευσε κατάπληξη και πάγωσε. Ύστερα μούγκρισε και άρχισε να τινάζεται μέσα σε μια θύελλα μανίας, που έκανε το ογκώδες κρεβάτι να τρέμει και να τρίζει. Πολέμησε τα σκοινιά σαν ένα άγριο θηρίο που για πρώτη φορά βίωνε τον περιορισμό. Η Λίλι τον κοίταζε φοβισμένη. Ηρέμησε όταν διαπίστωσε ότι το στιβαρό κρεβάτι θα μπορούσε να αντέξει τη βάναυση κακομεταχείριση. Τελικά η πάλη του Άλεξ καταλάγιασε. Το λεπτό κορμί του τρανταζόταν από βαριά αγκομαχητά. «Γιατί;» ρώτησε. «Γιατί;» Η Λίλι βολεύτηκε αναπαυτικά στο κρεβάτι και τον κοίταξε, με το χαμόγελό της να έχει κάπως λιγότερη αυτοπεποίθηση από πριν. Παρά τον θρίαμβό της, δεν της άρεσε να τον βλέπει δεμένο και ανήμπορο. Έμοιαζε αφύσικο. Και τα σκοινιά είχαν ήδη γδάρει τους καρπούς του – η Λίλι έβλεπε την κοκκινίλα που είχαν προκαλέσει τα απότομα τραβήγματά του. «Νίκησα, κύριέ μου», είπε ήρεμα. «Μπορείς να το αποδεχτείς κι εσύ με προθυμία. Ομολογώ, οι τακτικές μου δεν είχαν και πολύ φίλαθλο πνεύμα… αλλά όλα επιτρέπονται, καθώς λένε». Έτριψε τους πονεμένους μυς στη βάση του αυχένα της και χασμουρήθηκε. «Τώρα που μιλάμε, ο Ζάκαρι είναι στο Ρέιφορντ Παρκ. Θα εξαφανίσει μυστηριωδώς την Πενέλοπε και θα την πάει στο Γκρέτνα Γκριν απόψε, και θα παντρευτούν. Συνεισέφερα εθελοντικά τις υπηρεσίες μου αναλαμβάνοντας να θέσω εσένα υπό περιορισμό. Την ώρα που θα σε ελευθερώσω, θα είναι πολύ αργά για να κάνεις οτιδήποτε. Δεν μπορούσα να σ’ αφήσω να πάρεις την Πένι, όχι όταν ο Ζάκαρι την αγαπά τόσο πολύ. Θα την κάνει ευτυχισμένη. Όσο για σένα… η πληγωμένη υπερηφάνεια σου θα ανακάμψει σύντομα». Η Λίλι χαμογέλασε, κοιτώντας τα κοκκινισμένα μάτια του. «Σου είχα πει ότι ποτέ δεν θα την έπαιρνες. Έπρεπε να είχες λάβει σοβαρά την προειδοποίησή μου». Το κεφάλι της έγειρε φιλάρεσκα καθώς περίμενε την αντίδρασή του. Ίσως να αναγνώριζε κι αυτός ότι ήταν ένα παιχνίδι που είχε παιχτεί με επιτυχία. «Λοιπόν;» τον παρότρυνε, θέλοντας φόρο τιμής στη νίκη της. «Με ενδιαφέρει να ακούσω τη γνώμη σου για όλα αυτά». Του Άλεξ του πήρε πολλή ώρα να απαντήσει. Όταν απάντησε, η φωνή του δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κακόηχο γουργουρητό. «Τη γνώμη μου; Θα έπρεπε ν’ αρχίσεις να τρέχεις. Και να μη σταματήσεις ποτέ. Και να προσεύχεσαι στον Θεό να μη σε πιάσω». Μόνο ο Ρέιφορντ θα μπορούσε να δείχνει τόσο κακόβουλος ενώ ήταν δεμένος χειροπόδαρα πάνω σε ένα τεράστιο έπιπλο. Δεν ήταν μια επιπόλαιη απειλή. Τα λόγια του ήταν χρωματισμένα με θανάσιμες προθέσεις. Η Λίλι το προσπέρασε χαρωπά, κρίνοντας ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε τυχόν πρόβλημα της δημιουργούσε εκείνος. «Σου έκανα μια τεράστια χάρη», επισήμανε. «Είσαι ελεύθερος να βρεις κάποια άλλη τώρα. Κάποια πολύ πιο κατάλληλη για σένα απ’ ό,τι η Πένι». «Εγώ ήθελα την αδερφή σου». «Δεν θα σου είχε φανεί ποτέ ικανοποιητική. Θεέ και Κύριε, δεν θες στ’ αλήθεια να παντρευτείς ένα κορίτσι που πάντα θα σε φοβόταν, έτσι δεν είναι; Αν έχεις μια σταλιά μυαλό, θα διαλέξεις κάποια με λίγο περισσότερο θάρρος την επόμενη φορά. Αλλά όχι – πιθανότατα θα κάνεις πρόταση γάμου σε κανένα άλλο άτολμο, άκακο αρνί. Τους ψευτοπαλικαράδες πάντα τους τραβάει αυτό το είδος». Ο Άλεξ ήταν ζαλισμένος από τον πόνο στο κεφάλι του και την αποτυχημένη προσπάθειά του να ελευθερωθεί, κι ένιωθε απόγνωση, δυσπιστία και οργή. Όλοι όσους αγαπούσε, είχαν φύγει μακριά του – η μητέρα του, ο πατέρας του, η Κάρολαϊν. Είχε αφήσει τον εαυτό του να πιστέψει ότι την Πενέλοπε δεν θα την έχανε ποτέ – αυτό, τουλάχιστον, του είχε φανεί κάτι εφικτό. Ένιωσε ότι θα του έστριβε για τα καλά έτσι κι έπρεπε να αντέξει κι άλλα. Το σαγόνι του συσπάστηκε βίαια.


«Λίλι», είπε βραχνά. «Λύσε τα σκοινιά». «Όχι, για να σώσω τη ζωή μου». «Είναι το μόνο πράγμα που θα τη σώσει». «Θα ελευθερωθείς το πρωί», υποσχέθηκε εκείνη. «Ύστερα θα είσαι ελεύθερος να πας να πάρεις τον Χένρι, να γυρίσεις στο σπίτι σου και να σχεδιάσεις την εκδίκησή σου. Κάνε ό,τι χειρότερο μπορείς. Δεν με νοιάζει, τώρα που η Πένι είναι ασφαλής από σένα». «Εσύ δεν θα είσαι ποτέ ασφαλής», είπε εκείνος τραχιά. «Προς το παρόν αισθάνομαι απόλυτα ασφαλής». Χαμογέλασε με θράσος. Κι ύστερα έδειξε να αναγνωρίζει τα συναισθήματα που στριφογύριζαν κάτω από την έξαλλη οργή του. Η ξέφρενη θυμηδία μες στα μάτια της ξεθώριασε, και τη θέση της πήρε κάτι πιο τρυφερό. «Δεν θα έπρεπε να ανησυχείς για τον Χένρι», είπε. «Θα είναι μια χαρά απόψε – ο υπηρέτης γενικών καθηκόντων του Ντέρεκ φροντίζει ώστε ο μικρός να μείνει μακριά από κακοτοπιές». Χαμογέλασε πικρόχολα. «Ο Χένρι μου πήρε τ’ αφτιά με διθυράμβους για σένα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας προς το Λονδίνο. Ένας άνθρωπος που κερδίζει τέτοια αφοσίωση από ένα παιδί δεν γίνεται να είναι και τόσο απαίσιος». Κοιτάζοντας το πρόσωπό του, έβαλε τα χέρια της δεξιά κι αριστερά από τον λεπτό κορμό του, με το ελαφρύ βάρος της να αιωρείται από πάνω του. «Όμως δεν είναι ο Χένρι αυτό που σε προβληματίζει. Τι είναι;» Ο Άλεξ έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να φράξει τον δρόμο στην εικόνα της, στον ήχο της φωνής της, παρακαλώντας τον Θεό όλο αυτό να ήταν ένας εφιάλτης, που θα τέλειωνε σύντομα. Όμως εκείνη συνέχισε να τον κάνει κομματάκια με τα απαλά λόγια της και να ξύνει απερίσκεπτα πληγές που πονούσαν. «Ποτέ πριν δεν σε εξανάγκασε κανένας να κάνεις κάτι, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. Εκείνος επικεντρώθηκε στην αναπνοή του, κάνοντάς τη σταθερή. Προσπάθησε να αποδιώξει τη φωνή της. «Γιατί είσαι τόσο ταραγμένος που έχασες την αδερφή μου; Μπορείς να βγεις έξω και να βρεις κάποια άλλη ακριβώς όπως εκείνη, αν αυτό θέλεις πραγματικά». Η Λίλι κόμπιασε και πρόσθεσε σκεφτικά: «Αν θέλεις τόσο πολύ να έχεις κάποια που δεν θα συγκρουστεί με τη μνήμη της Κάρολαϊν». Παρατήρησε ότι του κόπηκε η ανάσα. «Κρίμα», είπε απαλά και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Λίγοι άντρες θα πενθούσαν για τόσο πολύ καιρό. Αυτό αντικατοπτρίζει είτε την ικανότητά σου να αγαπήσεις ή το απίστευτο πείσμα σου. Ποιο απ’ τα δύο, αναρωτιέμαι;» Τα μάτια του Άλεξ άνοιξαν απότομα. Με τρεμάμενη κατάπληξη η Λίλι διαπίστωσε ότι τα βάθη του γκρι είχαν αλλάξει από το χρώμα του πάγου στο χρώμα του καπνού. Ένιωσε ένα παράξενο ξαφνικό κύμα συμπόνιας. «Δεν είσαι ο μόνος που έχει χάσει κάποιον», είπε σιγανά. «Κι εγώ έχω χάσει. Ξέρω καλά πώς είναι να λυπάσαι τον εαυτό σου. Είναι ανώφελο, για να μην πω και ανάρμοστο». Η συγκαταβατικότητά της τον έκανε έξαλλο. «Αν νομίζεις πως το γεγονός ότι έχασες εκείνο τον ψηλομύτη υποκόμη μπορεί να συγκριθεί με αυτά που πέρασα εγώ με την Κάρολαϊν…» «Όχι, δεν αναφέρομαι σε αυτόν». Η Λίλι τον κοίταξε με ελαφρά έκπληξη και αναρωτήθηκε πόσα ήξερε εκείνος σχετικά με τον αρραβώνα της με τον Χάρι Χίντον. Πρέπει να τα είχε αποσπάσει από τον Ζακ. «Αυτό που ένιωθα για τον Χάρι ήταν ξελόγιασμα. Το πρόσωπο που αγάπησα και έχασα ήταν εντελώς διαφορετικό. Θα έδινα και τη ζωή μου για… γι’ αυτό το άτομο. Ακόμα και τώρα». «Ποιο είναι;» «Αυτό είναι προσωπικό». Ο Άλεξ ακούμπησε πάλι το κεφάλι του στο μαξιλάρι.


«Ίσως σου περάσουν τα νεύρα απόψε», σχολίασε η Λίλι φτιάχνοντάς του απαλά τον γιακά, λες και ήταν παιχνίδι. Ήξερε ότι οι αδιάφοροι τρόποι της μπορεί να τον εξόργιζαν ακόμα περισσότερο. «Όταν θα το σκεφτείς λογικά, θα συνειδητοποιήσεις ότι αυτό είναι το καλύτερο για όλους τους εμπλεκομένους. Ακόμα και για σένα». Παρατηρώντας ότι τα χέρια του τέντωναν τα σκοινιά, άγγιξε το σφιγμένο μπράτσο του. «Μη. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να αποκτήσεις φουσκάλες. Μπορείς μια χαρά να χαλαρώσεις. Καημένε Ρέιφορντ. Πρέπει να είναι δύσκολο να αποδεχτείς το γεγονός ότι νικήθηκες από μια γυναίκα». Τα σκούρα μάτια της γέλασαν με ένα γέλιο συμπόνιας. «Για την υπόλοιπη ζωή μου, θα φυλάξω αυτή την ανάμνηση. Ο κόμης του Ρέιφορντ απόλυτα στο έλεός μου». Έσκυψε από πάνω του, με το χαμογελαστό στόμα της να αιωρείται ακριβώς πάνω απ’ το δικό του. «Δηλαδή τι θα έκανες αν θα μπορούσες να ελευθερωθείς μόνος σου, κύριέ μου;» «Θα σε έπνιγα. Με τα ίδια μου τα χέρια». «Αλήθεια; Ή μήπως θα με φιλούσες όπως έκανες στη βιβλιοθήκη;» Τα μάτια του τρεμόπαιξαν κι ένα κοκκίνισμα φάνηκε στα ζυγωματικά του. «Θεώρησέ το ως λάθος αυτό», μουρμούρισε. Η Λίλι θίχτηκε με τον περιφρονητικό τόνο της φωνής του. Οι εμπειρίες της με τους άντρες – η εγκατάλειψη από τον Χάρι, η επώδυνη διάψευση των προσδοκιών από τον Τζουζέπε, ακόμα και η έλλειψη σεξουαλικού ενδιαφέροντος προς το πρόσωπό της εκ μέρους του Ντέρεκ… όλα αυτά την είχαν διδάξει ότι από εκείνη έλειπε ό,τι κι αν ήταν αυτό που έκανε μια γυναίκα επιθυμητή. Και τώρα είχε έρθει και ο Άλεξ να προστεθεί σ’ αυτόν τον κατάλογο. Μα γιατί δεν ήταν κι αυτή σαν τις άλλες γυναίκες; Τι μυστηριώδες πράγμα την έκανε τόσο απωθητική; Κάποια διαβολική παρόρμηση την ώθησε να δείξει στον Άλεξ πόσο ανίσχυρος ήταν. Έσκυψε από πάνω του, με την ανάσα της να φτερουγίζει στο σαγόνι του. «Στη βιβλιοθήκη με έβαλες σε μειονεκτική θέση», είπε. «Σε έχουν φιλήσει ποτέ παρά τη θέλησή σου, Άλεξ; Ίσως να σου άρεσε να δεις πώς είναι». Ο Άλεξ απέμεινε να την κοιτάζει λες και η γυναίκα είχε τρελαθεί. Χαμογελώντας σκανταλιάρικα, κατέβασε το κεφάλι της κι απίθωσε ένα ανάλαφρο φιλί, με το στόμα κλειστό, πάνω στα σφιγμένα χείλη του. Εκείνος τίναξε το κεφάλι του πίσω λες και τον είχε αγγίξει φωτιά. Η γυναίκα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να τον βασανίσει. Πρώτα ένα φιλί. Μετά πολύ πιθανόν να άρχιζε να του ξεριζώνει τις τρίχες από το στήθος, μία μία. Η Λίλι τον κοίταξε σιωπηλή. Κάτι είχε κάνει την ανάσα του κοφτή. Να ήταν άραγε ο θυμός; Ή μήπως ήταν πιθανόν να τον είχε επηρεάσει το φιλί της; Τη γοήτευσε αυτή η σκέψη. «Μήπως να το θεωρήσω λάθος κι αυτό;» του ψιθύρισε. Ο Άλεξ είχε καρφωμένο πάνω της το βλέμμα του, αποσβολωμένος. Δεν μπορούσε να βγάλει κιχ. Η Λίλι διέσχισε τα απαραίτητα λίγα εκατοστά για να φέρει τα χείλη της πάνω στα δικά του. Ο Άλεξ εισέπνευσε βιαστικά. Τούτη τη φορά δεν προσπάθησε να αποτραβηχτεί. Η γυναίκα χάιδεψε απαλά το στόμα του με το δικό της, μην κάνοντας τίποτ’ άλλο από μια αναγνωριστική πίεση των χειλιών της. Ο Άλεξ υπέμεινε το φιλί της με τα μάτια του σφαλιστά, λες και τον υπέβαλλε σε κάποιο έντονα οδυνηρό μαρτύριο. Οι ώμοι και το στήθος του έγιναν σκληρά σαν πέτρα από την ένταση των χεριών του που ήταν δεμένα με σκοινιά. Η Λίλι άγγιξε το πλάι του λείου, ζεστού λαιμού του με τα ακροδάχτυλά της, κι εκείνος έβγαλε ένα σκέτο αγκομαχητό πάνω στα χείλη της. Εμβρόντητη, η Λίλι ανέβηκε πιο ψηλά πάνω στο στήθος του. Ήθελε κι άλλο… κάτι… αλλά δεν ήξερε τι ή πώς. Τότε υπήρξε κίνηση, με το κεφάλι του να στρίβει αργά πάνω στο μαξιλάρι και να προσαρμόζεται κάτω απ’ το δικό της. Η Λίλι πέρασε το μικρό χέρι της πίσω απ’ τον


αυχένα του, πιέζοντας ενστικτωδώς πιο έντονα με το στόμα της. Ένιωσε τη λεία ώθηση της γλώσσας του και συγκλονίστηκε από ένα τίναγμα ευχαρίστησης που την έκανε να θέλει να ανταποδώσει τη μεταξένια κίνηση. Ο Άλεξ ένιωσε τον τρόπο που η Λίλι ανατρίχιασε, την ανάσα της που μαστίγωνε το μάγουλό του με ένα ξαφνικό κύμα έκπληξης. Περιμένοντας κάθε στιγμή ότι θα τραβούσε τα χείλη της, εκείνος τανυζόταν προς τα πάνω πεινασμένος, γυρεύοντας κι άλλο. Όμως εκείνη δεν αποτραβήχτηκε – παρέμεινε πάνω του, ανοιχτή και γλυκιά. Ο Άλεξ έσφιξε τις γροθιές του. Ήταν παγιδευμένος από το αμαρτωλό κορμί της, από το κρεβάτι κι από τη δική του ανημπόρια. Τον πλημμύρισε έξαψη, που επικεντρώθηκε στα λαγόνια του. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει το ξεσήκωμα της σάρκας του που σκλήραινε, που ζωντάνευε κατά κύματα με έντονες συσπάσεις. Ο Άλεξ βόγκηξε από λαχτάρα και αναθεμάτισε τον εαυτό του. Τραβώντας το στόμα του απ’ το δικό της, έχωσε το πρόσωπό του στην αρωματισμένη καμπύλη του λαιμού της. «Όχι άλλο», είπε τραχιά. «Ή λύσε με ή σταμάτα το». «Όχι», είπε εκείνη ξέπνοα. Ποτέ της δεν είχε νιώσει τόσο τολμηρή και παραζαλισμένη στη ζωή της. Έμπλεξε τα δάχτυλά της μες στα πυκνά μαλλιά του. «Σου μ… μαθαίνω ένα μάθημα…» «Φύγε από πάνω μου!» είπε εκείνος φρενιασμένος. Σχεδόν τα κατάφερε να την τρομάξει και να φύγει – την ένιωσε να αναπηδάει ελαφρά. Όμως εκείνη επέμεινε. Εξακολουθώντας να τον κοιτάζει, ξάπλωσε πιο άνετα πάνω του ώσπου στο τέλος ήταν ξαπλωμένη ολόκληρη. Εκείνος αναρίγησε και δάγκωσε τα χείλη του. Το βάρος του κορμιού της, που ακουμπούσε πάνω στον ερεθισμένο ανδρισμό του, τον έκανε να πιέσει προς τα πάνω ασυναίσθητα. Δεν ήταν αρκετό. Ήθελε κι άλλο – την απαλότητα της σάρκας της να τον περιβάλλει, το ανεβοκατέβασμα του κορμιού της καθώς εκείνος θα έμπαινε ορμητικά μέσα της. Με κάποιο τρόπο κατάφερε να μιλήσει πολύ σιγανά. «Αρκετά. Λίλι… αρκετά». Εκείνη ανάσαινε πολύ γρήγορα, δείχνοντας τόσο απερίσκεπτη όσο κι εκείνη την ημέρα του κυνηγιού, τότε που ριχνόταν ολοταχώς σε αδιανόητα άλματα. Ο Άλεξ δεν μπορούσε να κατανοήσει τι συνέβαινε μες στο μυαλό της, ώσπου εκείνη μίλησε. «Πες το όνομά της τώρα», τον παρότρυνε με πνιχτή φωνή. «Πες το». Εκείνος έσφιξε τα δόντια του τόσο πολύ, που ένιωσε το σαγόνι του να τρέμει. «Δεν μπορείς», ψιθύρισε η Λίλι. «Γιατί εμένα θέλεις, όχι την Κάρολαϊν. Μπορώ να το νιώσω. Είμαι ζωντανή, μια γυναίκα που ανασαίνει, και είμαι εδώ. Κι εσύ θέλεις εμένα». Χίλιες σκέψεις διέσχισαν ξέφρενα το μυαλό του. Έψαξε να βρει την Κάρολαϊν, μα εκείνη δεν ήταν εκεί… τίποτα, παρά μόνο μια θολούρα από αναμνήσεις, ξεθωριασμένα χρώματα, πνιγμένους ήχους. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν τόσο πραγματικό όσο το πρόσωπο από πάνω του. Το στόμα της Λίλι παρέμενε ακριβώς από πάνω του, τόσο κοντά που εκείνος μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά των χειλιών της. Δεν της απάντησε, μα εκείνη μπόρεσε να διαβάσει την αλήθεια μες στα μάτια του. Η Λίλι θα έπρεπε να είχε αποτραβηχτεί γεμάτη θρίαμβο και να απολαύσει τη νίκη της. Εκείνη είχε δίκιο, στο κάτω κάτω. Αντί γι’ αυτό, έβγαλε έναν χαμηλόφωνο ήχο και τον φίλησε ξανά. Αφοπλισμένος, ανήμπορος να υποχωρήσει, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να παραδοθεί. Τα χέρια της ήταν πάνω στο πρόσωπό του και στον λαιμό του, εξερευνώντας απαλά. Ο Άλεξ βόγκηξε από την ανάγκη να την αγγίξει, να την κρατήσει σφιχτά ανάμεσα στα πόδια του. Αντίθετα, όμως, ήταν απλωμένος από κάτω της. Αυτό τον σκότωνε αργά αργά. Τα σκοινιά χώθηκαν στους καρπούς του ώσπου τους πλήγωσαν. Η Λίλι λαχάνιασε με τη ρυθμική ώθηση των γοφών του. Προσπάθησε να απομακρυνθεί, ίσα για να διαπιστώσει ότι εκείνος είχε πιάσει το κάτω χείλος της ανάμεσα στα δόντια του. «Γύρνα το κεφάλι σου», της μουρμούρισε, με την καυτή ανάσα του να μπαίνει ορμητικά μες στο στόμα


της. «Γύρνα το…» Εκείνη υπάκουσε, και τότε ο Άλεξ άφησε το χείλος της και το στόμα του άνοιξε για να δεχτεί την πίεση του δικού της. Η Λίλι έβγαλε έναν σιγανό λυγμό ηδονής. Ενστικτωδώς κόλλησε πιο σφιχτά πάνω του, σπρώχνοντας τα στήθη της πάνω στο σκληρό στήθος του και κολλώντας την κοιλιά της πάνω του. Το τρίψιμο ανάμεσα στα κορμιά τους είχε κάνει το φόρεμά της να σκαρφαλώσει στα γόνατά της, αλλά δεν την ένοιαζε· απ’ ό,τι φαινόταν, δεν μπορούσε να νοιαστεί για οτιδήποτε άλλο εκτός από την επιτακτική ανάγκη που μεγάλωνε μέσα της. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Λίλι σφίχτηκε στο άκουσμα του ήχου. «Δεσποινίς Λόσον;» ακούστηκε η πνιγμένη φωνή του μπάτλερ. Αποκαμωμένα έβαλε το κεφάλι της στο μαξιλάρι, με την ελαφριά ανάσα της να γαργαλάει το αφτί του Άλεξ. Εκείνος γύρισε το κεφάλι του προς τις πλούσιες μπούκλες της και εισέπνευσε το γλυκό άρωμα. Ο Μπάρτον μίλησε ξανά. «Δεσποινίς Λόσον;» Η Λίλι σήκωσε το κεφάλι της. «Ναι, Μπάρτον;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Ένα μήνυμα έφτασε μόλις». Η γυναίκα πάγωσε. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ένα μόνο πράγμα. Ο Μπάρτον ποτέ δεν θα διέκοπτε βάρβαρα την ησυχία της εκτός κι αν το σημείωμα ήταν από κάποια συγκεκριμένη πηγή. Ο Άλεξ κοίταξε τη Λίλι επίμονα. Το κοκκίνισμα στραγγίστηκε από το πρόσωπό της. Υπήρξε μια λάμψη από κάτι που έμοιαζε με φόβο μέσα στα μάτια της. Έδειχνε να τα έχει χαμένα. «Δεν μπορεί», την άκουσε να ψιθυρίζει. «Είναι πολύ νωρίς». «Πολύ νωρίς για ποιο πράγμα;» Ο ήχος της φωνής του φάνηκε να τη συνεφέρει. Η έκφραση του προσώπου της ξανάγινε συνηθισμένη και κύλησε μακριά του, τινάζοντας τα φουστάνια της. Απέφυγε επιμελώς να τον κοιτάξει. «Πρέπει να σου πω καληνύχτα, κύριέ μου. Π… πιστεύω πως θα είσαι άνετα εδώ…» «Δεν νομίζω, μικρή ξεμυαλίστρα!» Την κοίταξε έξαλλος να προσπαθεί βιαστικά να σουλουπώσει την εμφάνισή της κι ύστερα να βγαίνει απ’ το δωμάτιο. Ο Άλεξ φώναξε μερικές πρώτης ποιότητας βρισιές στο κατόπι της, προσθέτοντας: «Θα σε στείλω φυλακή γι’ αυτό! Κι όσο για τον αναθεματισμένο τον μπάτλερ σου…». Η πόρτα έκλεισε με θόρυβο κι εκείνος απέμεινε σιωπηλός, να αγριοκοιτάζει το ταβάνι. Η Λίλι κοίταξε τον Μπάρτον στον διάδρομο, πολύ ταραγμένη για να νοιαστεί για την αναστατωμένη εμφάνισή της. Υπήρχε ένα σημείωμα πάνω στον ασημένιο δίσκο που κρατούσε στα χέρια του. Το χαρτί ήταν σφραγισμένο με μια βρόμικη άμορφη μάζα από κερί. Ο Μπάρτον πρότεινε τον δίσκο. «Μου έδωσες οδηγίες να σου τα φέρνω αμέσως μόλις έρχονται, ό,τι ώρα και να…» «Ναι», τον διέκοψε η Λίλι, αρπάζοντας το γράμμα. Έσπασε τη σφραγίδα και μελέτησε τις ορνιθοσκαλισμένες αράδες. «Απόψε. Να τον πάρει ο διάολος! Πρέπει να έχει ανθρώπους να με παρακολουθούν… πάντα δείχνει να ξέρει πού είμαι…» «Δεσποινίς;» Στον Μπάρτον δεν είχε δοθεί ποτέ το ειδικό δικαίωμα να γνωρίζει το περιεχόμενο των γραμμάτων, τα οποία κατέφθαναν στο σπίτι σε σποραδική βάση. Είχε φτάσει να τα αναγνωρίζει από τον περίτεχνο, ατημέλητο γραφικό χαρακτήρα και την περίεργη εμφάνιση των κομιστών. Τα γράμματα τα παρέδιδαν μονίμως κάτι θρασεία κουρελιάρικα αγόρια του δρόμου. «Πες να μου σελώσουν ένα άλογο», ζήτησε η Λίλι. «Δεσποινίς Λόσον, θα ήθελα να σου επισημάνω ότι δεν ενδείκνυται για μια γυναίκα να ιππεύει


μόνη στο Λονδίνο, ειδικά τη νύχτα…» «Πες σε μια από τις υπηρέτριες να μου φέρει τον γκρι μανδύα μου. Αυτόν με την κουκούλα». «Μάλιστα, δεσποινίς». Η Λίλι κατέβηκε τις σκάλες αργά, κρατώντας την κουπαστή λες κι ήθελε να στηριχτεί. Το Κόβεντ Γκάρντεν ήταν μια ιδιαίτερα βρόμικη περιοχή του Λονδίνου, όπου όλες οι γήινες απολαύσεις, από τις πιο συνηθισμένες μέχρι τις πιο αδιανόητες, μπορούσαν να αποκτηθούν με ένα χρηματικό αντάλλαγμα. Αυτό διατυμπανιζόταν και γραμμένο και στο μιλητό: αφίσες και αγγελίες κολλημένες πάνω σε κάθε τοίχο, η βαβούρα από τους απατεώνες, τους προαγωγούς και τις πόρνες που προσκαλούσαν τον κάθε περαστικό. Κομψευόμενοι δανδήδες της αντιβασιλείας έβγαιναν μέσα από τα θέατρα με τις εταίρες τους, για να μπουν τρεκλίζοντας μεθυσμένα στις ταβέρνες της αγοράς. Η Λίλι φρόντισε να τους αποφύγει όλους αυτούς. Ένας μεθυσμένος λόρδος μπορούσε καμιά φορά να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνος και απάνθρωπος όσο κι ένας κατ’ επάγγελμα κακοποιός. Καθώς διέσχιζε περιοχές γεμάτες φως από τους φανοστάτες και περιοχές με σκοτάδι, η Λίλι ένιωσε συμπόνια για την παρέλαση από τις πόρνες που σουλάτσερναν στους δρόμους. Υπήρχαν νεαρά κορίτσια και τσακισμένες ηλικιωμένες γυναίκες αλλά και γυναίκες κάθε ηλικίας ανάμεσα στα παραπάνω. Ήταν ή κάτισχνες από την πείνα ή πρησμένες από το αλκοόλ. Όλες τους είχαν το ίδιο κουρασμένο ύφος καθώς ξεκουράζονταν πάνω στα σκαλοπάτια ή στέκονταν στις γωνίες, χαρίζοντας ψεύτικα χαμόγελα στον κάθε πιθανό πελάτη. Οπωσδήποτε δεν θα είχαν στραφεί ποτέ σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής αν είχαν οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Ο Θεός να μας φυλάει, σκέφτηκε η Λίλι, και αναρίγησε. Θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να στραφεί σε μια τέτοια ζωή, ακόμη και τη ζωή μιας εταίρας που θα φορούσε διαμαντένια κοσμήματα και θα παρείχε τις υπηρεσίες της στον προστάτη της πάνω σε μεταξωτά σεντόνια. Τα χείλη της στράβωσαν από την αποστροφή. Καλύτερα νεκρή παρά να την κατέχει ένας άντρας και να την αναγκάζει να του εξυπηρετεί τις φυσικές ανάγκες του. Πηγαίνοντας νότια προς την οδό Κινγκ, πέρασε μπροστά από το κοιμητήριο. Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά σφυρίγματα και τα πειράγματα που ήρθαν καταπάνω της από τις καλύβες με τις σκεπές που χρησίμευαν ως μαγαζιά και κατοικίες. Με προσοχή πήγε στην απέναντι μεριά του δρόμου από την είσοδο της αγοράς. Η στοά είχε στην πρόσοψη ένα αέτωμα και γρανιτένιους κίονες από την Τοσκάνη, ένα παράδοξα βασιλικό σχέδιο για ένα μέρος που έκλεινε μέσα του τέτοια φτώχεια. Τράβηξε τα γκέμια του αλόγου της και κοντοστάθηκε σε μια σκιά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο εκτός από το να περιμένει. Χαμογέλασε θλιμμένα όταν είδε δυο νεαρούς πορτοφολάδες να παίζουν επιδέξια κρουτ***. Και τότε σκέφτηκε τη Νικόλ. Το πρόσωπό της έγινε σαν πέτρα. Θεέ μου, τι είδους ζωή να έκανε άραγε τώρα το παιδί; Ήταν δυνατόν, μικρή καθώς ήταν, να τη χρησιμοποιούσαν ήδη με ανήθικους τρόπους για λεφτά; Η ιδέα έφερε καυτά δάκρυα στα μάτια της. Τα σκούπισε με μια απότομη κίνηση. Δεν μπορούσε να παραδοθεί στο συναίσθημα, όχι τώρα. Έπρεπε να είναι ψύχραιμη, με αυτοέλεγχο. Μια νωχελική φωνή βγήκε απ’ το σκοτάδι εκεί δίπλα. «Ώστε ήρθες, λοιπόν. Ελπίζω να έφερες αυτό που θέλω». Αργά αργά η Λίλι κατέβηκε από το άλογο και κράτησε σφιχτά τα γκέμια με το ένα χέρι της. Στράφηκε προς την κατεύθυνση της φωνής και πίεσε τον εαυτό της να μιλήσει σταθερά, παρόλο που ολόκληρο το κορμί της έτρεμε. «Όχι άλλα, Τζουζέπε. Ούτε ένα φαρδίνι παραπάνω ώσπου να μου δώσεις πίσω την κόρη μου».


***

Αρχαίο κελτικό όργανο (ΣτΜ).


Κεφάλαιο 7 Ο κόντες Τζουζέπε Γκαβάτσι είχε όλη την εντυπωσιακή μεγαλοπρέπεια μιας φιγούρας βγαλμένης από έναν πίνακα της ιταλικής Αναγέννησης – τολμηρά, έντονα χαρακτηριστικά, σγουρά μαύρα μαλλιά, μελαχρινό δέρμα και λαμπερά μαύρα μάτια. Η Λίλι θυμήθηκε εκείνη τη φορά που τον πρωτοείδε. Ο Τζουζέπε στεκόταν σε μια ηλιόλουστη πλατεία της Φλωρεντίας, περιτριγυρισμένος από μια ομάδα Ιταλίδων που κρέμονταν από κάθε λέξη του. Με το εκτυφλωτικό χαμόγελο και τη σκούρα ομορφιά του, είχε κόψει την ανάσα της Λίλι. Οι δρόμοι τους είχαν συναντηθεί κάμποσες φορές σε κοινωνικές εκδηλώσεις και ο Τζουζέπε είχε αρχίσει να την κυνηγάει επίμονα, φανταχτερά. Η Λίλι είχε κατακυριευθεί από τα θέλγητρα της Ιταλίας και την ως τότε άγνωστη έξαψη του ξελογιάσματος από έναν όμορφο άντρα. Ο Χάρι Χίντον, η μοναδική άλλη αγάπη της, ήταν μετρημένος και πάρα πολύ Εγγλέζος, προσόντα που είχαν ευχαριστήσει τους γονείς της. Η Λίλι είχε πιστέψει ότι η σιδηρά αφοσίωση του Χάρι στην κοσμιότητα θα την επηρέαζε, θα την έσωζε. Αντί γι’ αυτό, η εξαλλοσύνη της τον είχε κάνει να την εγκαταλείψει. Όμως ο κόντες Γκαβάτσι είχε δείξει να απολαμβάνει τον αυθόρμητο ενθουσιασμό της – την είχε αποκαλέσει συναρπαστική, πανέμορφη. Εκείνο τον καιρό της είχε φανεί ότι επιτέλους είχε βρει τον άντρα με τον οποίο θα μπορούσε να απαλλαγεί απ’ όλα τα προσχήματα και να είναι ο εαυτός της. Τώρα, η ανάμνηση της δικής της ηλιθιότητας τη γέμιζε αποστροφή. Τα τελευταία λίγα χρόνια τα χαρακτηριστικά του Τζουζέπε είχαν σκληρύνει – ή ίσως απλώς είχε αλλάξει ο τρόπος που τον έβλεπε εκείνη. Τα σουφρωμένα χείλη του, που τα είχαν υμνήσει οι Ιταλίδες κυρίες επειδή ήταν αισθησιακά σαρκώδη, τώρα της Λίλι της φάνταζαν απωθητικά. Σιχαινόταν τον τρόπο που το βλέμμα του περιπλανιόταν αχόρταγα πάνω της, παρόλο που κάποτε είχε νιώσει κολακευμένη από την προσοχή του. Υπήρχε κάτι το απεριποίητο στην εμφάνισή του, ακόμα και στον τρόπο που στεκόταν με τα χέρια του να πιάνουν σφιχτά τους γοφούς του για να δώσουν έμφαση στο πόσο ασυνήθιστα στενοί ήταν. Ανακατευόταν το στομάχι της όταν τον κοίταζε και θυμόταν τη νύχτα που είχαν περάσει μαζί. Την είχε αφήσει αποσβολωμένη και την ταπείνωσε όταν της ζήτησε ένα δώρο μετά. Λες και ήταν καμιά αποστεγνωμένη γεροντοκόρη, υποχρεωμένη να πληρώσει έναν άντρα για να έρθει στο κρεβάτι της. Ο Τζουζέπε άπλωσε το χέρι του κι έβγαλε την κουκούλα της Λίλι, αποκαλύπτοντας το αποφασιστικό πρόσωπό της. «Καλησπέρα», είπε με τη βαθιά φωνή του κι άπλωσε το ακροδάχτυλό του για να της χαϊδέψει το μάγουλο. Εκείνη απόδιωξε το χέρι του, κάνοντάς τον να χαχανίσει. «Α, ακόμα βγάζεις νύχια, αγαπημένη μου γατούλα. Ήρθα για λεφτά, αγάπη. Εσύ ήρθες για τα νέα της Νικολέτα. Λοιπόν, δώσ’ τα μου, και θα κάνω κι εγώ το ίδιο». «Όχι άλλα». Η Λίλι πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα. «Βρε λιγδιάρικο κάθαρμα! Γιατί να πρέπει να σου δώσω άλλα λεφτά ενώ δεν ξέρω καν αν είναι ζωντανή;» «Σου δίνω τον λόγο μου, είναι ασφαλής, ευτυχισμένη…» «Πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένη χωρίς μητέρα;» «Τι όμορφο κοριτσάκι έχουμε, Λίλι. Με το χαμόγελο συνέχεια, και τα ωραία μαλλάκια…» Άγγιξε τις δικές του εβένινες μπούκλες. «Μοιάζουν πολύ με τα δικά μου. Με φωνάζει “μπαμπά”. Καμιά φορά με ρωτάει πού είναι η μαμά». Αυτό λύγισε τη Λίλι όσο τίποτε άλλο. Τον κοίταξε δίχως να ανοιγοκλείσει τα μάτια της.


Ξεροκατάπιε για να αποδιώξει έναν κόμπο πόνου και δάκρυα ανέβλυσαν στα μάτια της. «Είμαι η μητέρα της», είπε θλιβερά. «Με χρειάζεται, κι εγώ τη θέλω πίσω, Τζουζέπε. Το ξέρεις ότι η θέση της είναι μαζί μου!» Εκείνος την κοίταξε με ένα αμυδρά συμπονετικό χαμόγελο. «Ίσως να σου είχα δώσει τη Νικολέτα μέχρι τώρα, ομορφούλα, αλλά κάνεις πάρα πολλές φορές λάθη. Έχεις βάλει άντρες να ψάχνουν, να κάνουν ερωτήσεις στην πόλη. Μου κάνεις κόλπα, τους βάζεις να με ακολουθούν μετά τις συναντήσεις μας. Με κάνεις να θυμώνω. Τώρα σκέφτομαι να κρατήσω τη Νικολέτα για περισσότερα χρόνια». «Σου είπα, δεν έχω ιδέα γι’ αυτό», φώναξε η Λίλι. Αυτό ήταν ψέμα, φυσικά. Μια χαρά ήξερε ότι ο Ντέρεκ είχε βάλει άντρες να ψάχνουν για τη Νικόλ. Ο Ντέρεκ είχε πληροφοριοδότες σε κάθε σημείο της πόλης, ανάμεσα στους οποίους πορτιέρηδες, υπαλλήλους, εμπόρους, πόρνες, χασάπηδες και ενεχυροδανειστές. Κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς είχε μηνύσει στη Λίλι τέσσερις διαφορετικές φορές να ρίξει μια ματιά σε σκουρομάλλικα κοριτσάκια που ταίριαζαν με την περιγραφή της Νικόλ. Κανένα απ’ αυτά δεν ήταν η κόρη της. Κι εκείνη δεν είχε τα χρήματα για να τα πάρει μαζί της. Το τι τα έκανε ο Ντέρεκ μετά, δεν ρωτούσε και δεν είχε καμία επιθυμία να μάθει. Κοίταξε τον Τζουζέπε με τα μάτια της γεμάτα μίσος. «Σου έχω δώσει μια περιουσία», είπε βραχνά. «Δεν μου έχει απομείνει τίποτα. Έχεις ακούσει την έκφραση “ταπί και ψύχραιμη”, Τζουζέπε. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να σου δώσω άλλα, γιατί δεν τα έχω!» «Ε τότε κοίτα να βρεις κι άλλα», αποκρίθηκε εκείνος σιγανά. «Αλλιώς από κάπου θα πάρω τα χρήματα – υπάρχουν πολλοί άντρες που ζητάνε να αγοράσουν ένα όμορφο κορίτσι σαν τη Νικολέτα». «Τι;» Η Λίλι έβαλε το χέρι στο στόμα της για να πνίξει μια κραυγή αγωνίας. «Πώς θα μπορούσες να το κάνεις αυτό στο ίδιο σου το παιδί; Δεν θα την πουλούσες έτσι – αυτό θα τη σκότωνε· κι εμένα… ω Θεέ μου, μη μου πεις πως το έκανες ήδη, ε;» «Όχι ακόμα. Αλλά φτάνω στο σημείο ίσως, αγάπη». Άπλωσε το άδειο χέρι του. «Κατέβαινε το χρήμα τώρα». «Για πόσο καιρό θα συνεχιστεί αυτό;» ψιθύρισε η Λίλι. «Πότε θα τελειώσει;» Εκείνος αγνόησε την ερώτηση και τέντωσε το ανοιχτό χέρι του προς το μέρος της. «Τώρα». Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της. «Δεν τα έχω». «Σου δίνω τρεις μέρες, Λίλι. Θα έρθεις να φέρεις πέντε χιλιάδες λίρες… αλλιώς η Νικολέτα θα χαθεί για πάντα». Η Λίλι κατέβασε το κεφάλι της, ακούγοντας τον ήχο από τα βήματά του που απομακρύνονταν, την τραχιά βαβούρα από το Κόβεντ Γκάρντεν και το απαλό χλιμίντρισμα του αλόγου της. Έτρεμε από άγρια απόγνωση – χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη τη δύναμή της για να την κρατήσει μέσα της. Λεφτά. Οι λογαριασμοί της ποτέ δεν είχαν υπάρξει τόσο άδειοι. Τον τελευταίο μήνα δεν είχε βγάλει τα συνηθισμένα κέρδη της στου Κρέιβεν. Ε λοιπόν, η τύχη της έπρεπε να αλλάξει, και γρήγορα. Θα έπρεπε να παίξει για τα καλά. Αν δεν μπορούσε να κερδίσει πέντε χιλιάδες λίρες σε τρεις μέρες… Θεέ μου, τι θα έκανε; Θα μπορούσε να ζητήσει ένα δάνειο από τον Ντέρεκ… Όχι. Το είχε κάνει αυτό το λάθος μια φορά, ενάμιση χρόνο πριν. Είχε νομίσει πως αυτός, με την τεράστια περιουσία του, δεν θα είχε πρόβλημα να της δανείσει κάνα δυο χιλιάδες, ιδίως αφού του υποσχέθηκε ότι θα του τα επέστρεφε με τόκο. Προς έκπληξή της, ο Ντέρεκ είχε γίνει παγερά σκληρός και την έβαλε να ορκιστεί ότι δεν θα του ξαναζητούσε ποτέ χρήματα. Χρειάστηκαν βδομάδες για να ξαναβρεί την καλή του διάθεση. Η Λίλι δεν καταλάβαινε γιατί είχε θυμώσει τόσο πολύ. Δεν ήταν να πεις και


φιλάργυρος – το ακριβώς αντίθετο. Ήταν γενναιόδωρος με αμέτρητους τρόπους – της έκανε δώρα, την άφηνε να χρησιμοποιεί τα αχανή ακίνητά του, την άφηνε να σουφρώνει προμήθειες από την κουζίνα του και τα ποτά του, τη βοηθούσε στις έρευνες για τη Νικόλ… αλλά δεν της είχε δώσει ποτέ ούτε ένα φαρδίνι. Τώρα κι αυτή είχε αρκετό μυαλό ώστε να μην του ζητήσει. Σκέφτηκε μερικούς από τους πλούσιους ηλικιωμένους άντρες που γνώριζε, άντρες με τους οποίους είχε τζογάρει μαζί, τη φλέρταραν και διατηρούσε φιλίες μαζί τους. Ο λόρδος Χάριγκτον, σκέφτηκε μουδιασμένα, με την κοιλάρα του και το χαρωπό κόκκινο πρόσωπό του και τις χαλαρές πουδραρισμένες περούκες. Ή ο Άρθουρ Λόγκμαν, ένας αξιοσέβαστος δικηγόρος. Το πρόσωπό του ήταν μάλλον απωθητικό –μεγάλη μύτη, ανύπαρκτο σαγόνι, κρεμασμένα μάγουλα– αλλά τα μάτια του ήταν ευγενικά και ήταν έντιμος άνθρωπος. Και οι δυο είχαν αφήσει να εννοηθεί με κόσμιους τρόπους ότι ένιωθαν να ελκύονται από εκείνη. Θα μπορούσε να δεχτεί έναν απ’ αυτούς ως προστάτη. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι της φέρονταν άψογα και θα της τα παρείχαν όλα γενναιόδωρα. Όμως αυτό θα άλλαζε τη ζωή της για πάντα. Κάποιες πόρτες που ήταν ακόμα ανοιχτές γι’ αυτήν, θα έκλειναν για τα καλά. Θα γινόταν μια ακριβή πόρνη – κι αυτό μόνο αν στεκόταν τυχερή. Αν μπορούσε να κρίνει από την εμπειρία της με τον Τζουζέπε, μπορεί να αποδεικνυόταν τόσο άχρηστη στο κρεβάτι που κανένας να μην ήθελε να την κρατήσει. Η Λίλι πήγε στο άλογό της και ακούμπησε το μέτωπό της στον ζεστό, σκονισμένο λαιμό του. «Είμαι τόσο κουρασμένη», ψιθύρισε. Κουρασμένη και κυνική. Είχε πολύ λίγους λόγους να ελπίζει ότι η Νικόλ θα επέστρεφε. Η ζωή της είχε γίνει μονάχα ένα ατελείωτο ψάξιμο για λεφτά. Ποτέ δεν έπρεπε να είχε σπαταλήσει τόσο χρόνο σ’ αυτή την ιστορία με την Πένι, τον Ζακ και τον Άλεξ Ρέιφορντ. Αυτό μπορεί να της κόστιζε τη Νικόλ της. Αλλά αν δεν είχε κι εκείνα τα θέματα να την απασχολούν την περασμένη εβδομάδα, σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε χάσει τα λογικά της. Μια ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και οι σταγόνες πιτσίλισαν τα μαλλιά της. Η Λίλι έκλεισε τα μάτια της και σήκωσε το πρόσωπό της, αφήνοντας το νερό να κατρακυλήσει στα μάγουλά της σε δροσερά ρυάκια. Ξαφνικά θυμήθηκε τη Νικόλ την ώρα του μπάνιου, τότε που έκανε την ανακάλυψη ότι μπορούσε να βρέξει τις μικρές γροθιές της, να τις κουνήσει στον αέρα και να πιτσιλίσει την μπανιέρα. «Κοίτα τι μπορείς να κάνεις!» είχε αναφωνήσει η Λίλι γελώντας. «Πώς τολμάς να πιτσιλίζεις τη μαμά σου, βρε έξυπνο μικρό παπάκι… το νερό είναι για την μπανιέρα, όχι για το πάτωμα…» Η Λίλι σκούπισε με πείσμα και τις σταγόνες της βροχής και τα δάκρυα. Ίσιωσε τους ώμους της. «Απλώς λεφτά είναι», μουρμούρισε. «Τα είχα και πριν. Με κάποιο τρόπο θα τα ξαναβρώ». Το ρολόι σήμανε εννέα φορές. Ο Άλεξ το κοίταζε επίμονα εδώ και καμιά ώρα περίπου. Ήταν ένα μπρούτζινο ρολόι με χαζορομαντική εμφάνιση, διακοσμημένο με πορσελάνινα τριαντάφυλλα και μια ντροπαλή βοσκοπούλα που έριχνε μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο της σε έναν ευπατρίδη που της πρόσφερε ένα μπουκέτο λουλούδια. Και η υπόλοιπη κρεβατοκάμαρα της Λίλι ήταν το ίδιο θηλυκή – οι ανοιχτόχρωμοι γαλαζοπράσινοι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με λεπτεπίλεπτα λευκά γύψινα, στα παράθυρα κρέμονταν ροζ μεταξωτές κουρτίνες, τα έπιπλα ήταν επενδυμένα με απαλό βελούδο. Τώρα που το σκεφτόταν, από τη φευγαλέα ματιά που είχε ρίξει στο σπίτι της Λίλι, το υπόλοιπο ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό. Ήταν λες και είχε φυλάξει για τον προσωπικό της χώρο όλη τη θηλυκή απόλαυση που δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της πουθενά αλλού. Όταν ακούστηκε ο τελευταίος χτύπος του ρολογιού, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε. Ο


μπάτλερ. Μπάρτον, έτσι τον είχε αποκαλέσει εκείνη. «Καλημέρα, κύριε», είπε ο Μπάρτον με αταραξία. «Να ελπίσω πως είχατε μια ξεκούραστη νύχτα;» Ο Άλεξ τον κοίταξε βλοσυρά. Αφότου η Λίλι τον είχε αφήσει, είχε απομείνει μόνος χωρίς τίποτ’ άλλο μπροστά του εκτός από ώρες μέσα στη σιωπή. Μέχρι τότε είχε κάνει συνήθεια να γεμίζει κάθε στιγμή που ήταν ξύπνιος με πολλά και διάφορα. Δουλειά, αθλητισμό, κοινωνικές διασκεδάσεις, ποτά, γυναίκες, είχε επινοήσει αμέτρητους τρόπους για να αποφεύγει να μένει μόνος με τις σκέψεις του. Άθελά της η Λίλι τον είχε αναγκάσει να έρθει αντιμέτωπος με ό,τι φοβόταν περισσότερο. Μέσα στην ησυχία και στο σκοτάδι, δεν μπόρεσε να σταματήσει τις αναμνήσεις από το να εφορμούν πάνω του σαν όρνια και να του σκίζουν την καρδιά. Στην αρχή ήταν όλα ένα κουβάρι – θυμός, πάθος, τύψεις, θλίψη. Κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ τι είχε περάσει ο Άλεξ μέσα σ’ εκείνες τις ώρες του περιορισμού. Κανένας δεν θα χρειαζόταν να μάθει ποτέ. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι το κουβάρι με κάποιο τρόπο είχε διευθετηθεί μόνο του και τα πράγματα είχαν ξεκαθαρίσει μες στο μυαλό του. Ποτέ του δεν θα ξανάβλεπε την Κάρολαϊν στο πρόσωπο άλλης γυναίκας. Ήταν κομμάτι από το παρελθόν του και θα την άφηνε εκεί. Όχι άλλη θλίψη, όχι άλλα φαντάσματα. Κι όσο για τη Λίλι… Ο Άλεξ είχε αφιερώσει μπόλικη σκέψη σχετικά με το τι θα έκανε με αυτήν. Και κάπου γύρω στις πολύ πρωινές ώρες είχε πέσει σιγά σιγά σε έναν ύπνο από ατόφιο, σκούρο βελούδο. Ο μπάτλερ ήρθε στο πλάι του κρεβατιού κρατώντας ένα μικρό μαχαίρι. «Μπορώ, κύριε;» ρώτησε ο Μπάρτον, δείχνοντας τα δεμένα χέρια του Άλεξ. Ο Άλεξ του έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα. «Ω, μα και βέβαια», αποκρίθηκε, σε μια σαρκαστική επίδειξη ευγένειας. Επιδέξια ο Μπάτλερ έκοψε το προσεκτικά δεμένο σκοινί. Ο Άλεξ μόρφασε όταν το δεξί χέρι του ελευθερώθηκε. Το έφερε πάνω στο στήθος του, τεντώνοντας τους πονεμένους μυς με ένα αθόρυβο βογκητό, και κοίταξε τον Μπάρτον να κάνει τον γύρο του κρεβατιού για να πάει στην άλλη μεριά. Από μέσα του ο Άλεξ όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Μπάρτον ήταν εντυπωσιακός. Είχε την πιο αυθεντική μπατλερική εμφάνιση που είχε δει ποτέ του ο Άλεξ. Είχε ένα άψογα φροντισμένο μούσι και ένα ύφος ευφυΐας και κύρους. Κι όλα αυτά κλεισμένα στο πακέτο ενός άψογου σεβασμού. Χρειαζόταν αυτοκυριαρχία για να προσεγγίσει κάποιος την κατάσταση με αξιοπρέπεια, κι όμως ο Μπάρτον τον έλυνε από το κρεβάτι με το ίδιο ατάραχο ύφος με το οποίο μπορεί να σέρβιρε τσάι ή να βούρτσιζε ένα καπέλο. Τα φρύδια του Μπάρτον τινάχτηκαν από κάτι που θα μπορούσε να είναι ανησυχία όταν είδε ότι οι καρποί του Άλεξ είχαν κάνει φουσκάλες. «Κύριέ μου, θα σου φέρω μια αλοιφή για τα χέρια σου». «Όχι», γρύλισε ο Άλεξ. «Έχεις κάνει υπεραρκετά». «Μάλιστα, κύριε». Ο Άλεξ ανακάθισε με κόπο, τεντώνοντας τα μέλη του που είχαν πιαστεί. «Πού είναι αυτή τώρα;» «Αν αναφέρεσαι στη δεσποινίδα Λόσον, κύριε, δεν γνωρίζω πού μπορεί να βρίσκεται. Ωστόσο, έχω πάρει οδηγίες να σου γνωστοποιήσω ότι ο κύριος Χένρι βρίσκεται στη λέσχη του κυρίου Κρέιβεν». «Έτσι και του έχει συμβεί τίποτα, θα σε θεωρήσω καθ’ όλα εξίσου υπεύθυνο με τη δεσποινίδα Λόσον». Ο Μπάρτον έδειξε ατάραχος. «Μάλιστα, κύριε».


Ο Άλεξ κούνησε το κεφάλι του κατάπληκτος. «Θα τη βοηθούσες και σε φόνο ακόμα αν σου το ζητούσε, έτσι δεν είναι;» «Δεν το έχει ζητήσει, κύριε». «Ακόμα», μουρμούρισε ο Άλεξ. «Αν το ζητούσε όμως;» «Ως εργοδότριά μου, η δεσποινίς Λόσον τυγχάνει της απόλυτης αφοσίωσής μου». Ο Μπάρτον κοίταξε τον Άλεξ ευγενικά. «Θα ήθελες μια εφημερίδα, κύριέ μου; Καφέ; Ή τσάι, ίσως; Για πρωινό μπορούμε να προσφέρουμε…» «Κατ’ αρχάς, μπορείς να σταματήσεις να συμπεριφέρεσαι λες και πρόκειται για καμιά συνηθισμένη περίσταση… ή μήπως είναι; Μήπως άραγε είναι σύνηθες για σένα να προσφέρεις πρωινό σε επισκέπτες που είχαν δεθεί χειροπόδαρα στο κρεβάτι της Λίλι Λόσον;» Ο Μπάρτον ζύγισε την ερώτηση προσεκτικά, λες και φοβόταν μην τυχόν και προδώσει τα μυστικά της Λίλι. «Είσαι ο πρώτος, λόρδε Ρέιφορντ», παραδέχτηκε τελικά. «Τιμή κι αυτή να σου πετύχει». Ο Άλεξ έβαλε το χέρι στο πονεμένο κεφάλι του και το εξέτασε προσεκτικά. Υπήρχε ένα μικρό καρούμπαλο λίγα εκατοστά πάνω από το αφτί του. «Θα πάρω λίγη σκόνη για τον πονοκέφαλο. Εκείνη μου το χρωστάει αυτό, απ’ τα πολλά». «Μάλιστα, κύριε». «Και πες στον οδηγό μου να φέρει την άμαξα μπροστά – εκτός κι αν εσύ και η δεσποινίς Λόσον τον δέσατε σε κάποιο παχνί στον στάβλο ή σε κάποιο στύλο κάπου». «Μάλιστα, κύριε». «Μπάρτον… αυτό είναι το όνομά σου, έτσι δεν είναι; Πόσο καιρό εργάζεσαι για τη δεσποινίδα Λόσον;» «Από τότε που επέστρεψε στο Λονδίνο, κύριέ μου». «Λοιπόν, ό,τι μισθό κι αν παίρνεις, εγώ θα σου τον διπλασιάσω αν έρθεις να δουλέψεις για μένα». «Σ’ ευχαριστώ, λόρδε Ρέιφορντ. Ωστόσο, μετά σεβασμού θα αρνηθώ». Ο Άλεξ τον κοίταξε επίμονα, με περιέργεια. «Γιατί; Ένας Θεός ξέρει σε τι κόλαση σε έχει υποβάλει η Λίλι. Γνωρίζοντάς την, υποψιάζομαι ότι αυτή δεν είναι η χειρότερη περιπέτεια όπου σε έχει μπλέξει». «Φοβάμαι πως δεν είναι, κύριέ μου». «Ε τότε γιατί μένεις;» «Η δεσποινίς Λόσον είναι… ασυνήθιστη γυναίκα». «Κάποιοι το λένε “εκκεντρική”», είπε ο Άλεξ ξερά. «Πες μου τι έχει κάνει για να αξίζει τέτοια αφοσίωση». Η μάσκα της απάθειας του Μπάρτον φάνηκε να ξεθωριάζει, ίσα για μια στιγμή, και υπήρχε κάτι σχεδόν σαν στοργή στα μάτια του. «Η δεσποινίς Λόσον έχει μια συμπονετική καρδιά, κύριέ μου, και μια αξιοσημείωτη έλλειψη προκατάληψης. Όταν ήρθε στο Λονδίνο πριν από δύο χρόνια, εγώ ήμουν σε μια μάλλον δύσκολη κατάσταση, καθώς εργαζόμουν για έναν εργοδότη που συχνά μεθούσε και γινόταν βίαιος. Μια φορά, πάνω στο μεθύσι του, μου κατάφερε ένα πλήγμα στα πλευρά μου με ένα ξυράφι για το ξύρισμα. Μια άλλη φορά με κάλεσε στο δωμάτιό του και κράδαινε ένα γεμάτο πιστόλι μπροστά στο πρόσωπό μου, απειλώντας να με πυροβολήσει». «Διάολε». Ο Άλεξ τον κοίταξε με φανερή έκπληξη. «Γιατί δεν βρήκες δουλειά κάπου αλλού; Ένας μπάτλερ του δικού σου διαμετρήματος…» «Είμαι μισός Ιρλανδός, κύριέ μου», είπε ο Μπάρτον σιγανά. «Οι περισσότεροι εργοδότες απαιτούν από τους υψηλά ιστάμενους υπηρέτες τους να ανήκουν στην Εκκλησία της Αγγλίας,


όπου εγώ δεν ανήκω. Αυτό καθώς και η ιρλανδέζικη καταγωγή μου –παρόλο που δεν είναι εύκολα αντιληπτή– με καθιστούν ανεπιθύμητο ως μπάτλερ για τις περισσότερες καλές εγγλέζικες οικογένειες. Ως εκ τούτου, ήμουν παγιδευμένος σε μια εξαιρετικά αφόρητη κατάσταση. Με το που άκουσε το πρόβλημά μου, η δεσποινίς Λόσον προσφέρθηκε να με προσλάβει με έναν υψηλότερο μισθό από αυτόν που έπαιρνα, μολονότι ήξερε ότι θα έπιανα δουλειά για πολύ λιγότερα». «Κατάλαβα». «Ίσως αρχίζεις να καταλαβαίνεις, κύριέ μου». Ο Μπάρτον δίστασε και συνέχισε με χαμηλόφωνο τόνο, αλλά πάντως συνέχισε. «Η δεσποινίς Λόσον θεώρησε ότι είχα ανάγκη να σωθώ. Με το που θα της μπει μια τέτοια ιδέα στο μυαλό, δεν υπάρχει τρόπος να τη σταματήσει κανείς. Έχει “σώσει” πολλούς ανθρώπους, αν και κανένας δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι εκείνη είναι που χρειάζεται περισσότερο να…» Ξαφνικά σταμάτησε και καθάρισε τον λαιμό του. «Μίλησα μάλλον αρκετά, κύριέ μου. Να με συγχωρείς. Ίσως να ξανασκεφτείς την ιδέα για έναν καφ…» «Τι πήγαινες να πεις; Ότι η Λίλι χρειάζεται να σωθεί; Από τι; Από ποιον;» Ο Μπάρτον τον κοίταξε ανέκφραστα, λες και ο Άλεξ μιλούσε ξένη γλώσσα. «Να φέρω και την πρωινή έκδοση των Τάιμς μαζί με τη σκόνη για τον πονοκέφαλο, κύριέ μου;» Ο Χένρι κούρνιασε στο μεγάλο τραπέζι μέσα στη σπηλαιώδη κουζίνα, παρακολουθώντας μαγεμένος τον μεσιέ Λαμπάρζ και τον στρατό από τους υπηρέτες με τις ποδιές να καταπιάνονται με μια ιλιγγιώδη σειρά από εργασίες. Μυρωδάτες σάλτσες και μυστηριώδη μείγματα κόχλαζαν μέσα σε κατσαρόλες πάνω στη μαντεμένια κουζίνα. Ένας ολόκληρος τοίχος ήταν καλυμμένος από μια τεράστια συλλογή με αστραφτερές κατσαρόλες, τηγάνια και φόρμες, μια συλλογή στην οποία ο Λαμπάρζ αναφερόταν ως το βαρύ πυροβολικό του. Ο σεφ δρασκέλιζε πάνω κάτω το δωμάτιο με ένα ύφος στρατιωτικού διοικητή, κάνοντας χειρονομίες με μαχαίρια, κουτάλια, όποιο εργαλείο τύχαινε να κρατάει στο χέρι του. Το πανύψηλο άσπρο καπέλο του έγερνε σε επικίνδυνες γωνίες, λόγω των ζωηρών κινήσεών του. Έβαλε τις φωνές στον δεύτερο σεφ, ο οποίος έφτιαχνε μια σάλτσα πάρα πολύ βαριά για ένα πιάτο από ψάρι τυλιγμένο μέσα σε ζύμη, και στους βοηθούς ψήστες που είχαν αφήσει τα ρολά να παραψηθούν λίγο. Οι λεπτές, γυριστές προς τα πάνω άκρες του μουστακιού του τρεμούλιασαν από αγανάκτηση καθώς είδε ότι μία από τις βοηθούς στο κόψιμο των λαχανικών έκοβε τα καρότα πολύ λεπτά. Με αλλαγές στη διάθεσή του τόσο απότομες που σε ζάλιζαν, ο Λαμπάρζ έχωνε δελεαστικά πιάτα μπροστά στον Χένρι και χαμογελούσε επιδοκιμαστικά καθώς ο Χένρι καταβρόχθιζε τη γαστριμαργική πανδαισία. «Α, ο νεαρός μας κύριος πρέπει να δοκιμάσει και λίγο απ’ αυτό… κι απ’ αυτό… ωραίο δεν είναι;» «Πολύ ωραίο», είπε ο Χένρι με ενθουσιασμό, τρώγοντας μια μπουκιά από ένα γλύκισμα που είχε πάνω του φρούτα και κρέμα λεμονιού. «Μπορώ να έχω λίγα ακόμα από εκείνα τα καφέ πράγματα με τη σάλτσα;» Με πατρική περηφάνια, ο σεφ του έφερε ένα δεύτερο πιάτο με λεπτές μοσχαρίσιες φέτες σοταρισμένες σε βούτυρο και μπράντι, κρεμμύδια και σάλτσα με μανιτάρια. «Η πρώτη συνταγή που έμαθα ως παιδί, βοηθώντας τον πατέρα μου να ετοιμάσει δείπνο για τον κόμη», αναπόλησε ο Λαμπάρζ. «Αυτό είναι ακόμα καλύτερο από τα φαγητά που τρώμε στο Ρέιφορντ Παρκ», είπε ο Χένρι. Ο μεσιέ Λαμπάρζ αντέδρασε με πολλά απαξιωτικά σχόλια σχετικά με τα εγγλέζικα φαγητά,


αποκαλώντας τα άγευστα σκουπίδια. Αυτό εκεί, από την άλλη, ήταν γαλλική κουζίνα, τόσο ανώτερη από το εγγλέζικο φαγητό όσο ήταν το κέικ σε σχέση με το μπαγιάτικο ψωμί. Σοφά ο Χένρι κατένευσε συμφωνώντας και συνέχισε να τρώει. Με το που ο Χένρι αναγκάστηκε να απιθώσει κάτω το πιρούνι του γιατί το στομάχι του ήταν άβολα γεμάτο, ο Γουόρθι φάνηκε στην είσοδο της κουζίνας. «Κύριε Χένρι», είπε με σοβαρό ύφος, «ήρθε ο αδερφός σου. Έκανε μερικές, ε… ζωηρές δηλώσεις ανησυχίας για σένα. Νομίζω πως το καλύτερο είναι να κάνεις την εμφάνισή σου αμέσως. Έλα μαζί μου, αν έχεις την καλοσύνη». «Ω». Τα μπλε μάτια του Χένρι γούρλωσαν από φόβο. Κάλυψε το στόμα με την παλάμη του, πνίγοντας ένα ρέψιμο, και αναστέναξε κοιτώντας γύρω του την κουζίνα. Το προσωπικό τον κοίταζε με συμπάθεια. «Θα περάσει πολύς καιρός ώσπου να μπορέσω να ξανάρθω», είπε ο Χένρι λυπημένα. «Χρόνια». Ο μεσιέ Λαμπάρζ έδειξε καταστενοχωρημένος, με το λεπτό μουστάκι του να συσπάται καθώς σκεφτόταν εντατικά. «Ο λόρδος Ρέιφορντ είναι πολύ ευέξαπτος, ε; Ίσως να πρέπει πρώτα να του προσφέρουμε κοτόπουλο αλά Περιγκό… ή σολομό Μονπελιέ…» Ο σεφ έκανε μια παύση και σκέφτηκε άλλες νοστιμιές που θα μπορούσε να ετοιμάσει, με την πεποίθηση ότι τα γαστριμαργικά αριστουργήματά του θα μπορούσαν να κατευνάσουν και τα πιο αγριεμένα πνεύματα. «Όχι», είπε ο Χένρι θλιμμένα, ξέροντας ότι ακόμα και οι προσφορές του Λαμπάρζ σε κοτόπουλο με τρούφα ή σολομό με σάλτσα μυρωδικών δεν θα κατεύναζαν τον Άλεξ. «Δεν νομίζω ότι θα έπιανε αυτό. Όμως σε ευχαριστώ, μεσιέ. Αυτό άξιζε κάθε τιμωρία. Θα περνούσα έναν μήνα στη φυλακή για ένα από εκείνα τα αφράτα κέικ με την κρέμα καφέ – ή για εκείνο το πράσινο σουφλέ». Καταφανώς συγκινημένος, ο Λαμπάρζ έπιασε σφιχτά τον Χένρι απ’ τους ώμους, τον φίλησε και στα δυο μάγουλα και έβγαλε έναν σύντομο λόγο στα γαλλικά, τον οποίο ο Χένρι δεν μπορούσε να καταλάβει. Ολοκλήρωσε αναφωνώντας: «Μα τι καταπληκτικό παιδί είναι αυτό!». «Έλα, Χένρι», έκανε νόημα ο Γουόρθι στο αγόρι. Βγήκαν από την κουζίνα και διέσχισαν τις τραπεζαρίες. Πριν κάνουν τον κύκλο για να βγουν στον προθάλαμο της εισόδου, ο Γουόρθι ένιωσε υποχρεωμένος να βγάλει κι αυτός έναν λόγο. «Χένρι… φαντάζομαι πως έχεις ακούσει ότι ένας κύριος πάντοτε συμπεριφέρεται με διακριτικότητα. Ιδίως σε ό,τι αφορά τις συζητήσεις για… ε… τις δραστηριότητες με το ωραίο φύλο». «Ναι», είπε ο Χένρι με μπερδεμένο ύφος. Κοίταξε τον Γουόρθι ελαφρά συνοφρυωμένος. «Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να πω στον αδερφό μου για τα κορίτσια που μου σύστησε ο κύριος Κρέιβεν χθες το βράδυ;» «Εκτός… αν νιώθεις ότι υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να το μάθει…» Ο Χένρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε έναν λόγο». «Ωραία». Ο Γουόρθι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Αντίθετα με αυτά που περίμενε ο Χένρι, ο Άλεξ δεν είχε κανένα βροντερό σκυθρώπιασμα. Για την ακρίβεια, έδειχνε μάλλον ήρεμος καθώς στεκόταν στον προθάλαμο της εισόδου, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού του σαν να μην έτρεχε τίποτα. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και το πρόσωπό του έντονα αξύριστο. Ο Χένρι δεν ήταν συνηθισμένος να βλέπει τον αδερφό του τόσο ατημέλητο. Όμως παραδόξως, ο Άλεξ έδειχνε πιο χαλαρός απ’ όσο είχε υπάρξει εδώ και πολύ καιρό. Υπήρχε κάτι το μάλλον ανησυχητικό στα μάτια του, η λάμψη μιας ασημένιας φλόγας, και μια αφηρημένη έκφραση στο πρόσωπό του. Ο Χένρι συνοφρυώθηκε, αναρωτήθηκε τι να του είχε άραγε συμβεί. Και γιατί είχε κάνει την εμφάνισή του σήμερα το πρωί, αντί να


έρθει να τον πάρει να γυρίσουν στο σπίτι χθες το βράδυ. «Άλεξ», είπε, «εγώ φταίω για όλα. Ποτέ μου δεν έπρεπε να είχα φύγει δίχως να σου το πω, αλλά…» Ο Άλεξ τον έπιασε απ’ τους ώμους και τον επιθεώρησε σχολαστικά. «Είσαι καλά;» «Ναι, έφαγα ένα καταπληκτικό δείπνο χθες το βράδυ. Κι έμαθα να παίζω κρίμπατζ με τον κύριο Κρέιβεν. Και πήγα για ύπνο νωρίς». Έχοντας βεβαιωθεί ότι ο μικρός ήταν καλά, ο Άλεξ του έριξε ένα διαπεραστικό, επίμονο βλέμμα. «Θα κάνουμε μια κουβέντα, Χένρι. Σχετικά με την υπευθυνότητα». Το αγόρι κατένευσε πειθήνια, διαβλέποντας ότι το ταξίδι του γυρισμού στο σπίτι θα ήταν μακρύ. «Κύριέ μου», πετάχτηκε ο Γουόρθι, «εξ ονόματος του κυρίου Κρέιβεν και του προσωπικού μας, θα ήθελα να πω ότι ο αδερφός σου είναι ένα παλικαράκι με εξαιρετικά καλούς τρόπους. Ποτέ μου δεν έχω δει τον κύριο Κρέιβεν –για να μην πω και τον ιδιότροπο σεφ μας– τόσο γοητευμένους από ένα άτομο». «Είναι χάρισμα από τον Θεό. Ο Χένρι παίζει στα δάχτυλα την τέχνη της κολακείας από μια σταλιά παιδί». Ο Άλεξ λοξοκοίταξε τον μικρότερο αδερφό του που χαμογελούσε συνεσταλμένα, κι ύστερα ξανάστρεψε το βλέμμα του στον υπηρέτη γενικών καθηκόντων. «Γουόρθι, είναι η δεσποινίς Λόσον εδώ;» «Όχι, κύριέ μου». Ο Άλεξ αναρωτήθηκε αν ο Γουόρθι του έλεγε ψέματα. Η Λίλι μπορεί να ήταν στο κρεβάτι του Κρέιβεν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ένιωσε μια μαχαιριά κτητικής ζήλιας. «Τότε πού θα μπορούσα να περιμένω πως θα την έβρισκα;» «Εγώ περιμένω πως η δεσποινίς Λόσον θα είναι εδώ για τις επόμενες λίγες νύχτες, κύριέ μου, είτε στις αίθουσες των χαρτοπαιγνίων είτε στο τραπέζι για το μπαρμπούτι. Οπωσδήποτε θα παρευρεθεί στον μασκέ χορό μας το Σάββατο». Ο Γουόρθι ύψωσε τα φρύδια του και τον περιεργάστηκε μέσα από τα στρογγυλά γυαλιά του. «Να της δώσω κάποιο μήνυμα, κύριέ μου;» «Ναι. Πες της να είναι έτοιμη για τον επόμενο γύρο». Με αυτή τη δυσοίωνη δήλωση ο Άλεξ αποχαιρέτησε τον υπηρέτη γενικών καθηκόντων και βγήκε βιαστικά από τη λέσχη του Κρέιβεν, με τον Χένρι να βαδίζει πηδηχτά στο κατόπι του. Όταν ο Άλεξ έφτασε στο Ρέιφορντ Παρκ και μπήκε στο αρχοντικό, αντιλήφθηκε αμέσως τον σιωπηλό συναγερμό που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα. Ο Χένρι αισθάνθηκε κι αυτός το αόρατο σύννεφο της κατήφειας. Παραξενεμένος κοίταξε τριγύρω στο σιωπηλό σπίτι. «Είναι λες και κάποιος πέθανε!» Οι ήχοι από πνιγμένα μυξοκλάματα ανήγγειλαν την εμφάνιση της Τότι Λόσον. Κατέβηκε αθόρυβα την τεράστια σκάλα, με το αγγελικό πρόσωπό της τραβηγμένο από την ταραχή. Κοίταξε τον Άλεξ λες και φοβόταν ότι εκείνος μπορεί να της ορμούσε και να της έκανε κανένα κακό. «Κ… κύριέ μου», είπε με τρεμάμενη φωνή και ξέσπασε σε δάκρυα. «Έφυγε! Η αγαπημένη μου Πένι έφυγε! Μην κατηγορήσεις το καημένο, το αθώο παιδί μου, εγώ φταίω. Όλες τις επ… επικρίσεις να τις ρίξεις αποκλειστικά πάνω μου. Αλίμονο…» Ένας κωμικός συνδυασμός κατάπληξης και ανησυχίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Άλεξ. «Κυρία Λόσον…» Έψαξε στις τσέπες του να βρει ένα μαντίλι. Λοξοκοίταξε τον Χένρι, ο οποίος ανασήκωσε τους ώμους του ανήμπορος. «Να της φέρω λίγο νερό;» ρώτησε ο Χένρι χαμηλόφωνα.


«Τσάι», είπε η Τότι με λυγμούς. «Δυνατό τσάι, με λίγο γάλα. Και ένα ίχνος ζάχαρη. Μόνο ένα ίχνος, τον νου σου». Καθώς ο Χένρι απομακρύνθηκε βιαστικά, η Τότι συνέχισε να ολοφύρεται μονολογώντας. «Ω, τι θα κάνω;… Νομίζω πως έχω τρελαθεί λιγάκι! Από πού να αρχίσω για να εξηγήσω…» «Οι εξηγήσεις δεν είναι απαραίτητες». Ο Άλεξ βρήκε ένα μαντίλι και της το πρόσφερε. Τη χτύπησε στην τροφαντή πλάτη της σε μια αδέξια καθησυχαστική χειρονομία. «Είμαι ενήμερος για την κατάσταση – για την Πενέλοπε, τον Ζάκαρι, ότι κλέφτηκαν, τα πάντα. Είναι πολύ αργά για να αποδώσουμε ευθύνες, κυρία Λόσον. Μην ταράζεσαι». «Την ώρα που βρήκα το σημείωμα και ξεσήκωσα τον Τζορτζ να τους πάρει στο κατόπι, είχαν φύγει προ πολλού». Η Τότι φύσηξε τη μύτη της με λεπτότητα. «Ακόμα και τώρα προσπαθεί να τους εντοπίσει. Ίσως να υπάρχει χρόνος…» «Όχι». Ο Άλεξ χαμογέλασε καλοκάγαθα. «Η Πενέλοπε παραήταν καλή για μένα. Σε διαβεβαιώ, ο υποκόμης Στάμφορντ θα αποδειχθεί ένας πολύ καλύτερος σύζυγος». «Δεν συμφωνώ καθόλου», είπε η Τότι δυστυχισμένα. «Ω, λόρδε Ρέιφορντ, αχ και να ήσουν εδώ χθες το βράδυ… Φοβάμαι πως η απουσία σου μπορεί να τους ενθάρρυνε να κάνουν αυτή την τρομερή τρέλα». Τα στρογγυλά μπλε μάτια της, που κολυμπούσαν στα δάκρυα, εκλιπαρούσαν για μια εξήγηση. «Ήμουν… εντελώς δεσμευμένος», αποκρίθηκε ο Άλεξ, τρίβοντας το κεφάλι του θλιβερά. «Όλο αυτό ήταν δουλειά της Βιλελμίνα», δυσανασχέτησε η Τότι. Εκείνος την κοίταξε επίμονα. «Δηλαδή;» «Αν δεν είχε έρθει εδώ και δεν τους είχε βάλει ιδέες στα κεφάλια τους…» Ξαφνικά ο Άλεξ ένιωσε ένα χαμόγελο να ανθίζει στις γωνίες των χειλιών του. «Εγώ πιστεύω ότι οι ιδέες ήταν ήδη εκεί», είπε ευγενικά. «Αν αφήσουμε κατά μέρος τα συναισθήματά μας, κυρία Λόσον, έχω την εντύπωση πως θα μπορούσαμε να παραδεχτούμε ότι η Πενέλοπε και ο Στάμφορντ είναι ένα απόλυτα ταιριαστό ζευγάρι». «Μα ο Στάμφορντ είναι ένα τίποτα συγκριτικά μ’ εσένα!» ξέσπασε η Τότι ανυπόμονα, σκουπίζοντας τα μάτια της. «Και τώρα… τώρα δεν πρόκειται πια να είσαι ο γαμπρός μας!» «Προφανώς όχι». «Ω Θεέ μου», αναστέναξε δύσθυμα η Τότι. «Με όλη την καρδιά μου εύχομαι… μακάρι να είχα και μια τρίτη κόρη να σου προσφέρω!» Ο Άλεξ την κοίταξε ανέκφραστα. Κι ύστερα άρχισε να βγάζει έναν παράξενο ήχο σαν να πνιγόταν. Φοβούμενη ότι μπορεί ο άνθρωπος να είχε πάθει αποπληξία, η Τότι τον κοίταξε με φρίκη να σωριάζεται στα σκαλοπάτια και να κάθεται εκεί κρατώντας το κεφάλι του σφιχτά μες στα χέρια του. Ολόκληρο το σώμα του τρανταζόταν και άσθμαινε με ακανόνιστες ανάσες. Σιγά σιγά η Τότι συνειδητοποίησε ότι ο Ρέιφορντ γελούσε. Γελούσε. Της έπεσε το σαγόνι και το στόμα της άνοιξε σε ένα στραβό οβάλ. «Κύριέ μου;» «Θεέ μου». Ο Άλεξ κόντευε να γκρεμιστεί. «Τρίτη κόρη. Όχι. Δύο είναι υπεραρκετές. Χριστούλη μου. Η Λίλι μάλιστα αξίζει για δέκα!» Η Τότι τον κοίταξε με αυξανόμενη ανησυχία και προφανώς αναρωτιόταν μήπως η τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα τον είχε τρελάνει. «Λόρδε Ρέιφορντ», είπε αδύναμα, «δεν νομίζω πως θα σε κατηγορούσε κανένας που… δεν πρόσεξες τους τρόπους σου. Ωστόσο, θεωρώ… θα πάρω το τσάι μου στο σαλόνι… και… και θα σ’ αφήσω στην ησυχία σου». Η γυναίκα απομακρύνθηκε βιαστικά, με τα παχουλά μπράτσα της να αναδεύονται σαν γρανάζια. «Ευχαριστώ», κατάφερε ο Άλεξ να πει, παλεύοντας να ελέγξει τον εαυτό του. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και ησύχασε, αν και ένα εμφανές χαμόγελο παρέμεινε στο πρόσωπό του.


Αναρωτήθηκε αν ήταν στα καλά του. Ω, ναι. Υπήρχε μια αίσθηση ελαφρότητας μέσα του, ένα ασυγκράτητο κύμα ευφροσύνης που δεν μπορούσε να περιγράψει. Τον άφηνε λιγάκι ασταθή, αεικίνητο, σαν σχολιαρόπαιδο στις διακοπές. Αυτή η αίσθηση απαιτούσε δράση. Είχε ξεφορτωθεί την Πενέλοπε. Αυτό ήταν κάτι παραπάνω από ανακούφιση, ήταν απελευθέρωση. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τι βάρος ήταν αυτός ο αρραβώνας, ένα τυραννικό βάρος που έπεφτε πάνω του όλο και πιο δυνατά κάθε μέρα. Και τώρα είχε φύγει. Ήταν ελεύθερος. Και η Πενέλοπε ήταν ευτυχισμένη, τούτη τη στιγμή πιθανότατα στην αγκαλιά του άντρα που αγαπούσε. Η Λίλι, από την άλλη, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι είχε βάλει μπροστά. Ο Άλεξ ήταν γεμάτος αδημονία. Δεν είχε ξεμπερδέψει με τη Λίλι – ω, δεν είχε καν αρχίσει μαζί της. «Άλεξ;» Ο Χένρι στάθηκε μπροστά του, κοιτάζοντάς τον εξονυχιστικά. «Θα φέρουν τσάι από την κουζίνα όπου να ’ναι». «Η κυρία Λόσον είναι στο σαλόνι». «Άλεξ… γιατί κάθεσαι στα σκαλοπάτια; Γιατί δείχνεις τόσο… ευτυχισμένος; Κι αφού δεν ήσουν εδώ χθες τη νύχτα, πού ήσουν;» «Αν δεν με απατά η μνήμη μου, έχεις δύο συναντήσεις με υποψήφιους παιδαγωγούς απόψε. Μπορείς να πας να κάνεις ένα μπάνιο, Χένρι, και να αλλάξεις και ρούχα». Τα μάτια του μισόκλεισαν προειδοποιητικά. «Και δεν είμαι ευτυχισμένος. Σκέφτομαι τι να κάνω με τη δεσποινίδα Λόσον». «Τη μεγάλη;» «Φυσικά τη μεγάλη». «Τι σκέφτεσαι να κάνεις;» ρώτησε ο Χένρι. «Δεν είσαι αρκετά ώριμος για να μάθεις». «Μην είσαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε ο Χένρι κλείνοντάς του το μάτι κι ανέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες πριν ο Άλεξ προλάβει να αντιδράσει. Ο Άλεξ έβρισε σιγανά και χαμογέλασε πλατιά. Κούνησε το κεφάλι του. «Λίλι Λόσον», μουρμούρισε. «Ένα πράγμα είναι σίγουρο – θα είσαι πολύ απασχολημένη μαζί μου για να μπορείς να περάσεις άλλη νύχτα στο κρεβάτι του Κρέιβεν». Η αποψινή νύχτα πήγαινε όπως ακριβώς είχε πάει και η χθεσινή – χάλια. Η Λίλι έχασε με χάρη και κατόρθωσε να διατηρήσει έναν αέρα αυτοπεποίθησης έτσι ώστε οι άντρες γύρω της να μην αντιληφθούν ότι πνιγόταν ακριβώς μπροστά στα μάτια τους. Φορούσε ένα από τα πιο ελκυστικά φορέματα που είχε, ένα ρούχο από μαύρο κεντητό δίχτυ που ήταν πάνω από μία βάση από μετάξι στο χρώμα του δέρματος, δίνοντας την εντύπωση ότι φορούσε ελάχιστα παραπάνω από μια διάφανη μαύρη δαντέλα. Καθώς στεκόταν στο τραπέζι του μπαρμπουτιού μαζί με μια συντροφιά από δανδήδες, ανάμεσα στους οποίους και ο λόρδος Τάντγουορθ, ο λόρδος Μπάνστεντ και ο Φοκά Μπερίνκοφ, ένας όμορφος Ρώσος διπλωμάτης, η Λίλι είχε μια ήρεμη, χαρωπή έκφραση σαν μάσκα. Ένιωθε το πρόσωπό της σαν μάσκα, τόσο άκαμπτο και άψυχο ώστε να μπορεί να ξεφλουδιστεί σαν σοβάς. Οι πιθανότητές της να πάρει πίσω τη Νικόλ γλιστρούσαν μέσα απ’ τα δάχτυλά της. Ένιωθε ένα κενό μέσα της. Αν κάποιος τη μαχαίρωνε, δεν θα έβγαζε καν αίμα. Τι συμβαίνει; αναρωτήθηκε με πανικό. Ο τζόγος της ποτέ δεν είχε υπάρξει έτσι. Αισθανόταν το βλέμμα του Ντέρεκ πάνω της καθώς εκείνος τριγύριζε μες στην αίθουσα. Δεν είχε εκφράσει την αποδοκιμασία του με λόγια, αλλά η Λίλι την αντιλήφθηκε όπως και να είχε.


Αν η Λίλι είχε δει κάποιον άλλο στη δική της θέση, να κάνει τέτοια ολέθρια λάθη, θα τον είχε συμβουλέψει να προσπαθήσει ξανά κάποια άλλη νύχτα. Όμως εκείνη δεν είχε χρόνο. Υπήρχε μόνο το απόψε και το αύριο. Η σκέψη των πέντε χιλιάδων λιρών τη βασάνιζε σαν αμέτρητα μικροσκοπικά, αιχμηρά κεντριά. Ο Φιτζ, ο γκρουπιέρης, παρακολουθούσε τις κινήσεις χωρίς σχόλια, χωρίς να την κοιτάζει ακριβώς. Η Λίλι ήξερε ότι έπαιζε πολύ χοντρά, πολύ γρήγορα, παίρνοντας παράλογα ρίσκα. Προσπάθησε επανειλημμένα να συγκρατηθεί, αλλά ήταν πολύ αργά. Την είχε πάρει η συνηθισμένη κατηφόρα του τζογαδόρου – άπαξ και άρχιζες, ήταν αδύνατον να σταματήσεις. Απερίσκεπτα έριξε τα τρία ζάρια στο τραπέζι που ήταν καλυμμένο με τσόχα, με μια κοφτή κυκλική κίνηση του χεριού της. «Έλα, κάνε να έρθει τριπλό!» Τα ζάρια κύλησαν ξανά και ξανά, ώσπου φάνηκαν τα νούμερα. Ένα, δύο, έξι. Τίποτα. Τα λεφτά της είχαν σχεδόν τελειώσει. «Ε καλά», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους, κοιτάζοντας το παρηγορητικό χαμόγελο του Μπάνστεντ. «Φαντάζομαι ότι θα παίξω με πίστωση απόψε». Ξαφνικά ο Ντέρεκ βρέθηκε πλάι της, με την παγερή φωνή του στο αφτί της. «Έλα να πάμε μια βόλτα πρώτα». «Μα παίζω», είπε εκείνη σιγανά. «Όχι χωρίς λεφτά». Την άρπαξε από τον καρπό του γαντοφορεμένου χεριού της. Η Λίλι ζήτησε συγγνώμη από τους παρισταμένους στο τραπέζι του μπαρμπουτιού, χαμογελώντας τους και δίνοντας την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε σύντομα. Ο Ντέρεκ την οδήγησε βεβιασμένα στο άδειο γραφείο του Γουόρθι, εκεί όπου θα μπορούσαν να μιλήσουν με την ησυχία τους, ως έναν βαθμό. «Τι κάθαρμα είσαι που ανακατεύεσαι», είπε η Λίλι μέσα απ’ τα δόντια της. Χαμογέλασε, έτσι ώστε να φανεί ότι είχαν μια ευχάριστη συζήτηση. «Τι παριστάνεις και με σέρνεις μακριά απ’ το παιχνίδι; Και μην τολμήσεις να μου αρνηθείς πίστωση – έχω παίξει εδώ με πίστωση εκατοντάδες φορές, και πάντα κέρδιζα!» «Έχεις χάσει το άγγιγμα της τύχης», είπε ο Ντέρεκ άχρωμα. «Πάει». Η Λίλι ένιωσε λες και τη χαστούκισε. «Δεν είναι αλήθεια αυτό. Δεν υπάρχει καμία τύχη. Αριθμοί υπάρχουν, μια γνώση πάνω στους αριθμούς και στις πιθανότητες…» «Πες το όπως θέλεις. Πάει». «Δεν πάει. Θα γυρίσω στο τραπέζι και θα σου το αποδείξω». «Απλώς θα χάσεις». «Ε τότε άσε με να χάσω», είπε εκείνη με απόγνωση και οργή. «Τι νομίζεις ότι κάνεις;… Προσπαθείς να με προστατέψεις; Είναι κάποιο δικαίωμα που απένειμες προσφάτως στον εαυτό σου; Να πας στον διάολο! Έχω ανάγκη να κερδίσω πέντε χιλιάδες λίρες, αλλιώς θα χάσω τη Νικόλ για πάντα!» «Κι αν χάσεις κι άλλα απόψε;» ρώτησε ο Ντέρεκ παγερά. Η Λίλι ήξερε πως δεν χρειαζόταν να απαντήσει. Ο Ντέρεκ ήξερε καλά τη μόνη εναλλακτική της – να πουλήσει το κορμί της σε αυτόν που θα έδινε τα πιο πολλά. «Θα πάρεις τα αναθεματισμένα λεφτά σου. Ή το αντάλλαγμά σου. Ό,τι σου γουστάρει περισσότερο. Δεν με νοιάζει τίποτα εκτός από την κόρη μου, το καταλαβαίνεις;» Εντελώς ξαφνικά η προφορά του Ντέρεκ έγινε απολύτως τέλεια. «Δεν της χρειάζεται μια πόρνη για μητέρα». «Άσε τη μοίρα να αποφασίσει», είπε η Λίλι τσιτωμένη. «Αυτή είναι η φιλοσοφία σου. Δεν είναι;» Ο Ντέρεκ ήταν παγερά σιωπηλός, τα μάτια του έμοιαζαν σαν κομματάκια από νεφρίτη.


Ύστερα έκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση, χαμογέλασε και την άφησε ελεύθερη. Ξαφνικά η Λίλι ένιωσε χαμένη, έρμαιο, όπως είχε νιώσει εκείνη τη νύχτα πριν από δύο χρόνια, πριν της επιτρέψει ο Ντέρεκ να μπει στη λέσχη. Ήταν τόσο σαγηνευτικός και ευμετάβλητος όσο και η παλίρροια, αλλά για ακόμα μια φορά η Λίλι συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να στηριχτεί πάνω του. Ένα μικρό κομμάτι της πάντα ήλπιζε ότι ο Ντέρεκ θα ήταν εκεί όταν η τύχη της θα εξαντλούνταν. Τώρα αυτή η ελπίδα είχε χαθεί για τα καλά. Δεν μπορούσε να κατηγορήσει τον Ντέρεκ που ήταν έτσι. Εκείνη ήταν μόνη της, όπως πάντα. Του γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε γοργά, με τα φουστάνια της να ανεμίζουν γύρω απ’ τους αστραγάλους της. Καθώς έφτανε στο τραπέζι του μπαρμπουτιού, κόλλησε ένα χαμόγελο στη μούρη της. «Κύριοι, παρακαλώ, συγχωρήστε μου τη διακοπή. Λοιπόν, πού…» Σταμάτησε με ένα αγκομαχητό όταν είδε τον νεοφερμένο στην ομήγυρη. Ο Άλεξ καθόταν χαλαρός στο τραπέζι με τους άλλους. Φορούσε μαύρο παντελόνι, ένα κεντητό μεταξωτό γιλέκο κι ένα μουντό πράσινο πανωφόρι με χρυσά κουμπιά που τόνιζαν τα καστανόξανθα χρώματά του. Της χαμογέλασε αργά, ήρεμα. Οι αισθήσεις της σπινθήρισαν από εγρήγορση. Έδειχνε διαφορετικός απ’ ό,τι συνήθως. Ακόμα και στην καλύτερη, την πιο εντυπωσιακά καλύτερη διάθεσή του, μονίμως υπήρχε κάτι λιγάκι ξύλινο πάνω του, κάποιο κομμάτι του εαυτού του που το κρατούσε μονίμως κρυμμένο. Τώρα αυτή η αίσθηση είχε χαθεί. Φάνταζε λες και φωτιζόταν από μια εσωτερική χρυσαφένια φλόγα. Η Λίλι είχε δει τζογαδόρους να έχουν το ίδιο ύφος σε μια έκρηξη ρέντας και να ρισκάρουν απερίσκεπτα ολόκληρες περιουσίες. Το ηθικό της βούλιαξε ακόμα περισσότερο από πριν. Το ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαζόταν να τον αντιμετωπίσει – αλλά γιατί τώρα; Πρώτα τα λεφτά της που έχασε, ύστερα η εγκατάλειψη από τον Ντέρεκ και τώρα αυτό. Η βραδιά εξελισσόταν γοργά σε μία από τις χειρότερες της ζωής της. Σήκωσε κουρασμένα το γάντι. «Λόρδε Ρέιφορντ. Τι απρόσμενο. Δεν είναι αυτό το αγαπημένο σου μέρος για να συχνάζεις, έτσι δεν είναι;» «Προτιμώ να είμαι οπουδήποτε είσαι κι εσύ». «Μια ανόητη επιστροφή στην τρέλα σου», είπε εκείνη μαλακά. «Έφυγες πριν τελειώσουμε το τελευταίο παιχνίδι μας». «Προς ώρας με απασχολούν πιο σημαντικά πράγματα». Ο Άλεξ έριξε μια φευγαλέα ματιά στο τραπέζι, όπου ο Μπάνστεντ είχε μόλις ρίξει τα ζάρια. «Όπως το να ανακτήσεις την τύχη σου;» Ώστε είχε μάθει πως εκείνη είχε μια κακή νύχτα. Ο Τάντγουορθ πρέπει να του το είπε, ή ίσως ο Φοκά, το βόδι με το μεγάλο στόμα. Η Λίλι ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Δεν πιστεύω στην τύχη». «Εγώ πιστεύω». «Και να υποθέσω πως είναι με το μέρος σου απόψε;» μειδίασε ειρωνικά εκείνη. «Παρακαλώ, μη σε εμποδίζω να βάλεις ένα στοίχημα, κύριέ μου». Ο Φοκά και ο Μπάνστεντ μετακινήθηκαν για να κάνουν χώρο και για εκείνον. Ο Άλεξ δεν πήρε τα μάτια του από τη Λίλι. «Θα ποντάρω δέκα χιλιάδες λίρες… με στοίχημα μια νύχτα μαζί σου». Κοίταξε τα μάτια της Λίλι να γουρλώνουν και τον λαιμό της να ξεροκαταπίνει αθόρυβα. Η δράση στο τραπέζι σταμάτησε. «Τι είπε;» ρώτησε ανυπόμονα ο Τάντγουορθ. «Τι;» Καθώς τα νέα εξαπλώθηκαν στο πλήθος γύρω από το τραπέζι του μπαρμπουτιού, οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα έμαθαν τα καθέκαστα. Πολύ σύντομα σχηματίστηκε ένα μπούγιο που όλοι έσπρωχναν προς τα εμπρός, εκατό αδηφάγα μάτια που καρφώθηκαν πάνω


τους. «Πολύ αστείο», κατάφερε να πει η Λίλι βραχνά. Ο Άλεξ έβγαλε μια τραπεζική επιταγή από την εσωτερική τσέπη του παλτού του και την έριξε πάνω στο τραπέζι. Η Λίλι απέμεινε να κοιτάζει το κομμάτι του χαρτιού εμβρόντητη, κι ύστερα κοίταξε εκείνον. Ο Άλεξ χαμογελούσε ανεπαίσθητα, λες και καταλάβαινε τις πανικόβλητες σκέψεις που στροβιλίζονταν στο μυαλό της. Θεέ και Κύριε, μιλούσε σοβαρά. Η κατάσταση πήρε μια τροπή σαν όνειρο, βυθισμένο στην αχλή. Η Λίλι ένιωσε σαν παρατηρητής περισσότερο παρά σαν να έπαιρνε μέρος. Έπρεπε να αρνηθεί το στοίχημα. Ήταν ο απόλυτος τζόγος, με διακυβεύματα απαράδεκτα υψηλά. Αν κέρδιζε, τα χρήματα θα έσωζαν την κόρη της. Αν όμως έχανε… Για μια στιγμή προσπάθησε να το φανταστεί. Έχοντας παγώσει από φόβο, κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι της αρνητικά. Το βλέμμα του Άλεξ έπεσε πάνω στα τρεμάμενα χείλη της και η λάμψη της ευθυμίας στα μάτια του ξεθώριασε. Όταν μίλησε ξανά, ο τόνος της φωνής του ήταν παράξενα απαλός. «Κι αν υποσχεθώ άλλες πέντε χιλιάδες;» Ακούστηκαν σφυρίγματα και επευφημίες παντού γύρω τους. «Πήγαμε στις δεκαπέντε χιλιάδες λίρες τώρα!» αναφώνησε ο Τάντγουορθ. Άντρες άρχισαν να έρχονται από τις τραπεζαρίες και τα καπνιστήρια. Οι θεατές έτρεχαν μπρος πίσω για να διαδώσουν τα μαντάτα. Συνήθως η Λίλι λάτρευε να είναι το κέντρο της προσοχής. Η φήμη της εξαλλοσύνης της είχε χτιστεί με κόπο. Γελούσε, χόρευε, σαχλαμάριζε, έστηνε πλάκες που κυκλοφορούσαν παντού στο Λονδίνο. Όμως αυτό δεν ήταν αστείο ούτε πλάκα… αυτό ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Δεν μπορούσε να του πετάξει το στοίχημα στα μούτρα… ήταν πολύ απεγνωσμένη για να το κάνει αυτό. Χρειαζόταν βοήθεια, και δεν υπήρχε κανένας για να στραφεί. Υπήρχε μονάχα ένα ζευγάρι διαπεραστικά γκρίζα μάτια που έβλεπαν πίσω από τα νταηλίκια της, τις προσποιήσεις της, τις εύθραυστες άμυνές της. Μη μου το κάνεις αυτό, ήθελε να εκλιπαρήσει. Απέμεινε να τον κοιτάζει βουβή. «Η επιλογή είναι δική σου, δεσποινίς Λόσον», είπε εκείνος σιγανά. Ποια επιλογή; Το μυαλό της βούιζε. Ποια επιλογή, διάολε; Έπρεπε να δείξει εμπιστοσύνη στη μοίρα. Ίσως η όλη αλλόκοτη πρόταση να ήταν θεία πρόνοια – κι εκείνη όφειλε να κερδίσει, θα κέρδιζε, και να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να εξαγοράσει περισσότερο χρόνο για τη Νικόλ. «Ό… όχι με ζάρια», άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Το συνηθισμένο παιχνίδι μας;» ρώτησε εκείνος. Της ήταν δύσκολο να μαζέψει αρκετή αναπνοή για να απαντήσει. «Θα πάμε σε μία από τις αίθουσες των χαρτοπαιγνίων. Τρ… τρεις παρτίδες;» Τα μάτια του Άλεξ τρεμόπαιξαν από ικανοποίηση. Κατένευσε γοργά. «Το στοίχημα έγινε αποδεκτό!» κραύγασε κάποιος. Ποτέ δεν είχε ξαναγίνει τέτοιος σάλος στου Κρέιβεν. Ο θόρυβος από το πλήθος ήταν ένας ορυμαγδός στ’ αφτιά της Λίλι. Οι άντρες μαζεύτηκαν πιο κοντά, σε ένα αποπνικτικό μπουλούκι. Η Λίλι βρέθηκε να είναι άβολα κολλημένη πάνω στο τραπέζι. Αυτοί που στέκονταν πιο κοντά της προσπάθησαν να αποκρούσουν την πίεση απ’ τους απέξω, αλλά οι άντρες στις άκρες του μπούγιου πάλευαν όλοι τους να φτάσουν στο τραπέζι για να έχουν καλύτερη θέα. Η Λίλι μισογύρισε σε σύγχυση και μόρφασε από πόνο καθώς η σκαλιστή άκρη του τραπεζιού τής μπήκε στα πλευρά. «Σταματήστε να σπρώχνετε, δεν μπορώ να αναπνεύσω…» Ο Άλεξ κινήθηκε σβέλτα. Άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε πάνω του, με τα χέρια του να σχηματίζουν ένα προστατευτικό κλουβί γύρω της. Η Λίλι έβγαλε ένα πνιγμένο γέλιο, με την καρδιά της να βροντοχτυπά βίαια. «Κοίτα τι


ξεκίνησες. Θεέ μου». Εκείνος μίλησε απαλά, κάτω από τη βαβούρα των κραυγών. «Όλα καλά». Η Λίλι συνειδητοποίησε ότι έτρεμε, μολονότι δεν ήξερε να πει αν αυτό ήταν από τον φόβο, το σοκ ή την έξαψη. Πριν προλάβει να τον ρωτήσει τι εννοούσε, άκουσε τη φωνή του Ντέρεκ. «Λοιπόν, λοιπόν», φώναζε ο Ντέρεκ δυνατά. Προχώρησε προς τα εμπρός, σπρώχνοντας ανάμεσα στο μπούγιο καθώς μιλούσε. «Λοιπόν, κάντε όλοι πίσω. Αφήστε τη δεσποινίδα Λόσον να πάρει μια ανάσα. Κάντε πίσω, έτσι ώστε να μπορέσει να αρχίσει το παιχνίδι». Το πλήθος λάσκαρε λιγάκι και η πίεση χαλάρωσε καθώς ο Ντέρεκ έσπρωχνε για να πάει στο κέντρο των συγκεντρωμένων. Ο Άλεξ άφησε τη Λίλι απ’ τα χέρια του. Κατευθείαν εκείνη στράφηκε στον Ντέρεκ, με τα μάτια της να εκλιπαρούν. Ο Ντέρεκ είχε την ίδια αμείλικτη έκφραση ως συνήθως. Δεν κοίταξε τον Άλεξ, αλλά κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στο λεπτό, σφιγμένο πρόσωπο της Λίλι. «Ο Γουόρθι μου λέει ότι έχουμε ένα στοιχηματάκι εδώ». «Τρεις παρτίδες εικοσιένα», είπε η Λίλι τρέμοντας. «Χρ… Χρειαζόμαστε μια αίθουσα χαρτοπαιγνίων». «Όχι, κάντε το εδώ». Ο Ντέρεκ έδειξε τα δόντια του σε ένα χαμόγελο. «Πιο άνετα, καθώς δεν γίνεται να χωρέσουμε όλοι μας σε μια αίθουσα χαρτοπαιγνίων». Η Λίλι αποσβολώθηκε από την προδοσία. Ούτε μία λέξη σύνεσης ή ενδιαφέροντος. Ο Ντέρεκ θα το άφηνε έτσι απλά να γίνει. Μάλιστα θα επωφελούνταν κιόλας από το θέαμα! Αν την έβλεπε να πνίγεται, θα της πρόσφερε ένα ποτό! Ένα κύμα οργής την τύλιξε, της έδωσε δύναμη. «Όπως πάντα», του είχε ψυχρά, «δεν λες όχι σε λίγο γλέντι». «Δεν είμαι τυχαία ο Ντέρεκ Κρέιβεν, μελαχρινάκι». Το βλέμμα του χτένισε την αίθουσα για να βρει τον υπηρέτη γενικών καθηκόντων. «Γουόρθι», φώναξε, «φέρε καινούρια τραπουλόχαρτα. Για να δούμε τι έχει να πει η τράπουλα». Για πρώτη φορά στην ιστορία του παλατιού του τζόγου, η δράση στο τραπέζι του μπαρμπουτιού διακόπηκε. Οι σερβιτόροι έτρεχαν να φέρουν καινούρια ποτά. Λεφτά και μάρκες άλλαζαν χέρια ώσπου ο αέρας γέμισε με ένα σωρό χαρτιά. Φωνές υψώνονταν καθώς στοιχήματα έμπαιναν και διπλασιάζονταν. Η Λίλι άκουσε μερικά από τα στοιχήματα με φρίκη, προσβεβλημένη. Με πίκρα συνειδητοποίησε ότι οι περισσότεροι από τους άντρες με τους οποίους είχε τζογάρει μαζί, δεν θα ήθελαν τίποτα περισσότερο από το να τη δουν να χάνει. Αυτό θα την έβαζε στη θέση της, σκέφτονταν. Και καλά να πάθαινε, που τόλμησε να παραβιάσει το άβατο της λέσχης των αντρών. Σιχαμένοι βάρβαροι, όλοι τους. «Να μοιράσω;» ρώτησε ο Ντέρεκ. «Όχι», αποκρίθηκε η Λίλι απότομα. «Ο Γουόρθι είναι ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύομαι». Αγγίζοντας το μέτωπό του σε έναν κοροϊδευτικό χαιρετισμό, ο Ντέρεκ άνοιξε τον δρόμο για να έρθει ο Γουόρθι. Νηφάλια ο υπηρέτης γενικών καθηκόντων καθάρισε τα γυαλιά του με ένα μαντίλι και τα ξαναφόρεσε. Έσπασε τη σφραγίδα της τράπουλας. Το πλήθος ησύχασε σε μια σιωπή όλο προσμονή. Ο Γουόρθι ανακάτεψε επιδέξια, με τα χαρτιά να πετούν και να τινάζονται μέσα στα μικρά χέρια του. Όταν βεβαιώθηκε ότι η τράπουλα είχε ανακατευτεί αρκετά, την έβαλε πάνω στο τραπέζι και κοίταξε τη Λίλι. «Κόψε, σε παρακαλώ». Εκείνη έκοψε, με χέρι που έτρεμε. Ο Γουόρθι πήρε το πάνω μισό της τράπουλας και το έβαλε κάτω από τα υπόλοιπα. Με μια χειρονομία ακριβείας, αρκετά αργά ώστε να μπορούν να δουν όλοι, τράβηξε το πάνω χαρτί και το άφησε παράμερα. Η Λίλι ένιωσε άνετα με τη σταθερότητά


του. Παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις του, σίγουρη ότι ο Γουόρθι θα διηύθυνε δίκαια το παιχνίδι. «Τρεις παρτίδες εικοσιένα», είπε ο Γουόρθι. «Ο άσος μετράει σαν ένα ή σαν έντεκα, ανάλογα με την προτίμηση του παίχτη». Μοίρασε δυο χαρτιά στον καθέναν τους, το ένα ανοιχτό και το άλλο κλειστό. Το χαρτί της Λίλι ήταν οκτώ. Του Άλεξ, δέκα. Ο Γουόρθι μίλησε σιγανά. «Δεσποινίς Λόσον;» Αφού στεκόταν αμέσως αριστερά του, ο κλήρος έπεφτε σε αυτήν να παίξει πρώτη. Η Λίλι άνοιξε το κλειστό χαρτί της και δάγκωσε τα χείλη της όταν το είδε. Δύο. Κοίταξε τον Γουόρθι και του έκανε νόημα να της δώσει κι άλλο. Εκείνος το έβαλε δίπλα στα άλλα χαρτιά. Εννιά. Υπήρξε μια θορυβώδης αντίδραση από το πλήθος – σφυρίγματα και ζητωκραυγές. Περισσότερα χρήματα άλλαξαν χέρια μες στο μπούγιο. Η Λίλι άρχισε να χαλαρώνει, περνώντας στα κλεφτά το γαντοφορεμένο χέρι της πάνω από το ιδρωμένο μέτωπό της. Το σύνολό της ήταν δεκαεννιά. Οι πιθανότητες ήταν με το μέρος της. Κοίταξε τον Άλεξ να ανοίγει το δικό του χαρτί. Εφτά, που έφερε το σύνολό του στα δεκαεφτά. Έκανε νόημα για ένα χαρτί ακόμα. Η Λίλι έβγαλε μια σιωπηλή κραυγή καθώς ο Γουόρθι του έδωσε έναν βαλέ, που τον έφερνε για τα καλά πάνω από τα εικοσιένα. Εκείνη είχε κερδίσει την πρώτη παρτίδα. Χαμογέλασε πλατιά καθώς ένιωσε μερικά αυθόρμητα συγχαρητήρια χτυπήματα στην πλάτη και στους ώμους. «Ξεδιάντροπα καθάρματα, δεν έχω κερδίσει ακόμα». Ακούστηκαν μερικά χάχανα, και οι τακτικοί πελάτες καλοδέχτηκαν την πρόσκαιρη ανάπαυλα από την ένταση. Ο Γουόρθι ανακάτεψε τα χαρτιά και ξεκίνησε μια καινούρια παρτίδα. Το πλήθος ησύχασε κατευθείαν. Τούτη τη φορά το σύνολο της Λίλι ήταν δεκαοχτώ. Θα ήταν τρέλα να ζητήσει κι άλλο χαρτί. «Φτάνει», μουρμούρισε. Συνοφρυώθηκε όταν έριξε μια βιαστική ματιά στο ανοιχτό χαρτί του Άλεξ, που ήταν ένας ρήγας. Γύρισε και το άλλο του χαρτί, και η καρδιά της Λίλι βούλιαξε. Εννιά. Τώρα είχαν κερδίσει και οι δυο από μια παρτίδα. Κοίταξε τον Άλεξ, που την παρατηρούσε χωρίς ίχνος αυταρέσκειας ή ανησυχίας, τίποτα εκτός από μια ήσυχη βεβαιότητα που την ενόχλησε έντονα. Πώς τολμούσε να δείχνει τόσο ατάραχος όταν ολόκληρη η ζωή της κρεμόταν από το αβέβαιο γύρισμα ενός χαρτιού; Ο Γουόρθι ανακάτεψε τα παιγμένα χαρτιά και μοίρασε για ακόμα μια φορά. Το δωμάτιο ήταν αφύσικα ήσυχο, όλοι κρατούσαν τις ανάσες τους. Η Λίλι κοίταξε το χαρτί της, μια ντάμα, και γύρισε και το δεύτερο. Τρία. Έκανε νόημα και για ένα τρίτο. Ο Γουόρθι της έδωσε ένα εφτά. Το σύνολό της ήταν είκοσι! «Δόξα τω Θεώ». Χαμογέλασε πλατιά στον Άλεξ, προκαλώντας τον από μέσα της να χτυπήσει το παιχνίδι. Εκείνη θα κέρδιζε. Με ανακούφιση και χαρά, σκέφτηκε τις δεκαπέντε χιλιάδες λίρες. Ίσως ένα τόσο μεγάλο ποσό να ήταν αρκετό ακόμα και για να δωροδοκήσει τον Τζουζέπε να αφήσει τη Νικόλ για πάντα. Το λιγότερο, θα της εξασφάλιζε χρόνο. Και θα ήταν σε θέση να ξαναπροσλάβει τον ντετέκτιβ που είχε αναγκαστεί να απολύσει λόγω έλλειψης χρημάτων. Ήταν πλημμυρισμένη από θρίαμβο καθώς κοιτούσε τον Άλεξ. Το πρώτο χαρτί του ήταν δέκα. Απαλά γύρισε και το δεύτερο. Άσος κούπα. Τα γκρίζα μάτια του καρφώθηκαν στο αποσβολωμένο πρόσωπο της Λίλι. «Εικοσιένα». Εικοσιένα ακριβώς. Ακολούθησε απόλυτη σιωπή. Ο Ντέρεκ ήταν ο πρώτος που μίλησε. «Πιάστηκε στην ίδια την παγίδα της», παρατήρησε μειλίχια. Τότε το πλήθος έβγαλε μια κραυγή που ακούστηκε λες και λάμβανε χώρα κάποια πρωτόγονη τελετή στη ζούγκλα. «Τέλος του παιχνιδιού, νικητής ο λόρδος Ρέιφορντ», είπε ο Γουόρθι, αλλά


η εξαγγελία του χάθηκε μες στη βαβούρα. Οι παριστάμενοι συμπεριφέρονταν σαν κάποια φυλή προϊστορικών αγρίων μάλλον παρά σαν πολιτισμένοι Εγγλέζοι ευγενείς. Χυμένα ποτά και κουρελιασμένα χαρτιά γέμισαν το χαλί. Ο Άλεξ υποβλήθηκε σε δυνατές χειραψίες και ζωηρά χτυπήματα στην πλάτη και στα μπράτσα του, ενώ ο Φοκά προσπάθησε να τον ραντίσει με βότκα στο κεφάλι. Ο Άλεξ έσκυψε για να αποφύγει να περιχυθεί με το ποτό, κι ύστερα βγήκε προς αναζήτηση της Λίλι. Εκείνη, με έναν πνιγμένο ήχο άρνησης είχε γλιστρήσει μέσα απ’ το πλήθος και πήγαινε σε μια από τις τεράστιες πόρτες. «Λίλι!» Ο Άλεξ προσπάθησε να ακολουθήσει, αλλά το συνωστισμένο μπούγιο το καθιστούσε αδύνατον. Βλαστήμησε όταν την έχασε απ’ τα μάτια του. Η Λίλι το έβαλε στα πόδια με μια βιάση που έκανε τα κόκαλά της να τρέμουν και το στομάχι της να πάλλεται, πολύ τρομοκρατημένη για να βλέπει πού πήγαινε. Ξάφνου έπεσε πάνω σε ένα σκληρό αντικείμενο που της έκοψε την ανάσα. Έβγαλε έναν ήχο αηδίας και πάλεψε να ανασάνει, αρχίζοντας να καταρρέει στο πάτωμα. Ο Ντέρεκ, που είχε εμποδίσει την έξαλλη φυγή της με το ίδιο το σώμα του, τη σήκωσε και την κράτησε όρθια. Την κοίταξε επίμονα με τα μάτια του σαν πράσινα παγάκια. «Άφησέ με», είπε εκείνη ασθμαίνοντας. «Οι γυναίκες δεν έχουν τιμή. Προσπαθούσες να το σκάσεις, ε; Δειλό γυναικάκι». Η Λίλι άδραξε ικετευτικά τα αλύγιστα μπράτσα του. «Ντέρεκ, δεν μπορώ να το κάνω αυτό, δεν μπορώ…» «Θα το κάνεις. Δεν τρέχει τίποτα. Θα τιμήσεις το στοίχημα που έβαλες, μελαχρινάκι, ακόμα κι αν χρειαστεί να σε σύρω στο κρεβάτι με τα ίδια μου τα χέρια. Και να φύγεις, εγώ θα σε φέρω πίσω. Τώρα πήγαινε στα διαμερίσματά μου και περίμενέ τον». «Γιατί εδώ; Θα… θα προτιμούσα να πάω στο σπίτι μου». «Εδώ θα το κάνεις, για να ξέρω ότι δεν θα εξαφανιστείς». «Όχι». Κούνησε το κεφάλι της αποσβολωμένη, με τα δάκρυα έτοιμα να κυλήσουν. «Όχι». Ξαφνικά ο Ντέρεκ άλλαξε, κάνοντάς τη να σαστίσει με ένα τρυφερό χαμόγελο. «Όχι; Πολύ αργά γι’ αυτό, μελαχρινάκι. Είναι πολύ βαρύ, αλλά πρέπει να το κάνεις». Η φωνή του έγινε σιγανή κι ευγενική, λες και μιλούσε σε κάποιο πεισματάρικο παιδί. «Αν δεν τιμήσεις το στοίχημα, κανένα μέρος στο Λονδίνο δεν θα σε αφήσει να παίξεις – ούτε στου Κρέιβεν, ούτε καν στην πιο κατώτερη λέσχη στο Θιβς Κίτσεν». «Γιατί δεν με σταμάτησες εκεί πέρα;» ξέσπασε η Λίλι με τα δόντια της να κροταλίζουν. «Αν νοιαζόσουν καθόλου για μένα, δεν θα το είχες αφήσει να συμβεί. Έπρεπε να με εμποδίσεις να μπλέξω σ’ αυτό το χάλι – θα μου κάνει κακό αυτός, Ντέρεκ, δεν καταλαβαίνεις…» «Καταλαβαίνω τα πάντα. Και δεν θα σου κάνει κακό. Το μόνο που θέλει είναι λίγη φάση μαζί σου, γλυκιά μου, αυτό είναι όλο». Την άφησε εμβρόντητη όταν έσκυψε να φιλήσει το μέτωπό της. «Άντε. Άντε ρίξε ένα ποτό στα σωθικά σου και περίμενε τον τύπο». Προσπάθησε να της αποτινάξει τα χέρια από τα μανίκια του, αλλά εκείνη τον άρπαξε πιο σφιχτά. «Τι θα κάνω;» είπε πνιγμένα, κοιτάζοντάς τον με γουρλωμένα μάτια. Τα μαύρα φρύδια του Ντέρεκ έσμιξαν μεταξύ τους. Απότομα η ευγένειά του χάθηκε και τη θέση της την πήρε ένα αυθάδικο χαμόγελο. «Ξάπλωσε στο κρεβάτι και μείνε ακίνητη σαν ψαρούκλα. Απλό. Τώρα πήγαινε και μη με ρωτήσεις από ποια μεριά να ξαπλώσεις». Το κοροϊδευτικό γέλιο του ήταν το μόνο πράγμα που την έκανε να ξεκολλήσει από πάνω του. Η Λίλι του άφησε τα μανίκια. «Δεν θα σε συγχωρήσω ποτέ!» Ο Ντέρεκ απάντησε δείχνοντας τον διάδρομο προς τις σκάλες που οδηγούσαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματα. Εκείνη μάζεψε τα κουρελιασμένα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς της, ίσιωσε τους


ώμους της κι έφυγε βιαστικά δίχως να κοιτάξει πίσω της. Με το που η Λίλι απομακρύνθηκε, το χαμόγελο του Ντέρεκ χάθηκε. Όρμησε μέσα στην αίθουσα του μπαρμπουτιού. Μόλις το μάτι του πήρε τον Γουόρθι, σχημάτισε με το στόμα του την ερώτηση πού είναι αυτός; Ο Γουόρθι του έδειξε προς την άκρη του συρφετού, όπου ο Ρέιφορντ παραμέριζε μερικούς ατίθασους πελάτες σε μια προσπάθεια να φτάσει σε μια απ’ τις εξόδους. Αψηφώντας τα κακόφωνα συχαρίκια που έπεφταν πάνω του, ο Άλεξ σπρώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να βγει στον προθάλαμο. Κοντοστάθηκε και έριξε μια βιαστική ματιά προς την κατεύθυνση όπου βρίσκονταν οι αίθουσες για καφέ και οι βιβλιοθήκες, και αναρωτήθηκε πού είχε πάει η Λίλι. «Λόρδε Ρέιφορντ;» Ο Άλεξ στράφηκε και είδε τον Γουόρθι να αναδύεται μέσα από τη βαβούρα του καζίνου. Ο Ντέρεκ Κρέιβεν εμφανίστηκε κι αυτός την ίδια στιγμή. Υπήρχε κάτι χοντροκομμένο και σκληρό στην έκφρασή του, που τον έκανε να φαντάζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά σαν «μάγκας ευγενής», ένας λωποδύτης που πρόκοψε αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει από το μιαρό παρελθόν του. Πράσινα μάτια έσμιξαν με γκρίζα σε ένα επίμονο βλέμμα αναμέτρησης. Δεν είχε υπάρξει καμία διεκδίκηση ανάμεσά τους, κι όμως, αιωρούνταν μια αναμφίβολη αίσθηση βίαιης έριδας, μιας άβολης κατάστασης μεταξύ αρσενικών. «Κύριέ μου», είπε ο Ντέρεκ ήρεμα, «μόλις είπα στη δεσποινίδα Λόσον ότι τα ’θελε και τα ’παθε. Ο Γουόρθι μοίρασε τίμια, έτσι είναι, και κανένας δεν μπορεί να πει…» «Πού είναι;» τον διέκοψε ο Άλεξ. «Πρώτα έχω να πω κάτι». «Τι;» Ένα παράξενο ύφος διέσχισε το πρόσωπο του Ντέρεκ. Έδειχνε να ψάχνει για λέξεις, λες και ήθελε να πει πολλά αλλά φοβόταν μήπως προδοθεί μόνος του. «Πάρ’ τη με το μαλακό», είπε τελικά, με τη φωνή του χρωματισμένη με παγερή μοχθηρία. «Όμορφα κι ωραία, αλλιώς θα σε κάνω να το πληρώσεις ακριβά». Έκανε ένα νόημα στον υπηρέτη γενικών καθηκόντων που περίμενε αμίλητος εκεί δίπλα. «Ο Γουόρθι θα σε οδηγήσει προς το δωμάτιο του πάνω ορόφου, κύριέ μου. Η Λίλι…» Σταμάτησε να μιλάει και το στόμα του συσπάστηκε ανυπόμονα. «Περιμένει εκεί». «Βολικό», είπε ο Άλεξ κοφτά. «Όχι μόνο μοιράζεσαι τη γυναίκα σου, αλλά θα προσφέρεις και το κρεβάτι». Ο Ντέρεκ του χαμογέλασε δύσθυμα. «Δεν μοιράζομαι τίποτα δικό μου. Κατάλαβες; Ναι, θα το φροντίσω». Ο Άλεξ απέμεινε να τον κοιτάζει μπερδεμένος. «Δηλαδή εσύ κι αυτή δεν–» «Με τίποτα», είπε ο Ντέρεκ με τραχιά, λαϊκή προφορά, κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά. «Αλλά κάποτε πρέπει να–» «Μόνο πουτάνες πηγαίνω στο κρεβάτι», είπε ο Ντέρεκ και χαμογέλασε δύσθυμα βλέποντας το ύφος του Άλεξ που ήταν σαν χαμένο. «Η Λίλι είναι περίεργη γυναίκα. Δεν θα την άγγιζα με αυτά τα χέρια. Είναι πολύ καλή γι’ αυτό». Η απογοήτευση και η κατάπληξη αντιμάχονταν μες στο στήθος του Άλεξ. Ήταν πιθανόν οι φήμες να ήταν λάθος κι αυτοί οι δυο να μην είχαν ερωτικό δεσμό; Αλίμονο αν άφηνε τον εαυτό του να πιστέψει κάτι τόσο απίθανο. Αλλά τι λόγο θα είχαν να πουν ψέματα; Δεν έβγαζε νόημα. Να πάρει ο διάολος, θα μάθαινε άραγε ποτέ του ποια ή τι ήταν η Λίλι Λόσον;


Ο Κρέιβεν πλατάγισε τα δάχτυλά του προς τον υπηρέτη γενικών καθηκόντων. «Γουόρθι», μουρμούρισε και απομακρύνθηκε βιαστικά. Εμβρόντητος, ο Άλεξ κοίταξε τον Κρέιβεν να φεύγει με βιάση. «Τι τρέχει ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο;» Ο Γουόρθι τον κοίταξε με απάθεια. «Τίποτα, ακριβώς όπως σου τα είπε ο κύριος Κρέιβεν. Ο κύριος Κρέιβεν ανέκαθεν θεωρούσε πως θα ήταν φρόνιμο να κρατήσει τη φιλία του με τη δεσποινίδα Λόσον σε πλατωνικό επίπεδο». Ύστερα απ’ αυτό, έκανε νόημα στον Άλεξ να τον ακολουθήσει στις στροφές και τις καμπές του διαδρόμου. «Γιατί;» ρώτησε ο Άλεξ. «Τι πρόβλημα έχει αυτή; Ή μήπως το έχει εκείνος;» Κοντοστάθηκε και άρπαξε τον υπηρέτη απ’ τα πέτα, αναγκάζοντάς τον να κάνει μεταβολή. «Πες μου, αλλιώς θα σου στρίψω το λαρύγγι!» Μαλακά ο Γουόρθι απέσπασε το φίνο μάλλινο ύφασμα του παλτού του από τις γροθιές του Άλεξ. «Η προσωπική γνώμη μου πάνω στο ζήτημα», είπε σιγανά, «είναι ότι φοβάται πως μπορεί να την ερωτευτεί». Τα χέρια του Άλεξ έπεσαν. Ένιωσε λες και βρισκόταν στο χείλος κάποιας τρομερής καταστροφής. «Ω, διάολε». Ο Γουόρθι τον κοίταξε ερευνητικά. «Να προχωρήσουμε, κύριέ μου;» Ο Άλεξ κατένευσε αμίλητος. Ο Γουόρθι τον πήγε σε μια πόρτα που δεν την έπιανε το μάτι σου, μια πόρτα που ήταν λες και μπορεί να οδηγούσε σε τίποτα αποθήκες στο κελάρι. Αντίθετα, όμως, όταν άνοιξε, αποκάλυψε μια στενή στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε προς τα πάνω. Ο Γουόρθι ανέβηκε τα σκαλιά που απέμεναν και έδειξε μια άλλη πόρτα. Κοίταξε τον Άλεξ με το ίδιο ύφος που είχε και ο Ντέρεκ νωρίτερα, λες και πέθαινε να βγάλει λόγο αλλά πολεμούσε να το καταπνίξει. «Επίτρεψέ μου να σε διαβεβαιώσω, κύριέ μου, ότι κανείς δεν θα σας ενοχλήσει. Αν χρειαστείς οτιδήποτε, χτύπα το κουδούνι για να έρθει το προσωπικό. Είναι επιλεγμένοι για την αποτελεσματικότητα και τη διακριτικότητά τους». Γλίστρησε μπροστά από τον Άλεξ και εξαφανίστηκε σαν ίσκιος. Ο Άλεξ βρέθηκε να κοιτάζει επίμονα την κλειστή πόρτα, με μια γκριμάτσα. Θυμήθηκε το πρόσωπο της Λίλι στην αίθουσα όπου έπαιζαν χαρτιά, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει. Ήταν συντετριμμένη. Το δίχως άλλο περίμενε το χειρότερο από εκείνον, ιδίως έπειτα απ’ αυτό που του είχε κάνει. Όμως αυτός δεν επρόκειτο να της κάνει κακό. Ξαφνικά τον κυρίευσε η ανυπομονησία να της δώσει να καταλάβει ότι η εκδίκηση δεν είχε καμία θέση εδώ. Άδραξε το πόμολο της πόρτας, το γύρισε και άνοιξε. Ο Γουόρθι βρήκε τον Ντέρεκ σε ένα από τα μικρά δωμάτια του παλατιού του τζόγου, από αυτά που σπάνια χρησιμοποιούνταν. Το δωμάτιο είχε καρέκλες, ένα γραφείο και μια ξαπλωτή πολυθρόνα, και αυτά το καθιστούσαν έναν βολικό τόπο συναντήσεων ή ένα μέρος όπου οι δουλειές θα μπορούσαν να γίνουν εντελώς μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο Ντέρεκ στεκόταν σε ένα παράθυρο, σχεδόν κρυμμένος από μια κουρτίνα. Παρόλο που είχε αντιληφθεί την άφιξη του Γουόρθι, παρέμεινε αμίλητος, με τα δάχτυλά του να πασπατεύουν αεικίνητα τις παχιές πτυχώσεις του άλικου βελούδου. «Κύριε Κρέιβεν;» ρώτησε ο Γουόρθι διστακτικά. Ο Ντέρεκ μίλησε σαν να μονολογούσε. «Χριστέ μου, ήταν άσπρη σαν κιμωλία. Τα γόνατά της έτρεμαν αρκετά ώστε να κροταλίσουν τα σωθικά της. Δεν είναι αυτό που περιμένει ο Ρέιφορντ να βρει, βάζω στοίχημα». Του ξέφυγε ένα τραχύ γέλιο. «Δεν το ζηλεύω το κακόμοιρο


κάθαρμα». «Δεν το ζηλεύεις, κύριε;» ρώτησε ο Γουόρθι σιγανά. Δεν υπήρξε τίποτα εκτός από σιωπή. Ο Ντέρεκ δεν στράφηκε να κοιτάξει. Υπήρχε ένας παράξενος ήχος στην ανάσα του. Έπειτα από λίγες στιγμές μίλησε βραχνά, κάνοντας μια επιμελή προσπάθεια να απαλύνει τη λαϊκή προφορά του. «Δεν είμαι αρκετά καλός γι’ αυτήν. Όμως ξέρω τι χρειάζεται. Κάποιον από το δικό της είδος… κάποιον που να μην έχει περάσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του στον βούρκο. Νομίζω… νομίζω ότι θα μπορούσε να με αγαπήσει. Αλλά δεν θα το αφήσω να συμβεί. Θέλω… θέλω το καλύτερο για εκείνη». Πέρασε το χέρι του μπροστά απ’ τα μάτια του και γέλασε πικρά, με αυτοσαρκασμό. «Μακάρι να είχα γεννηθεί αριστοκράτης», ψιθύρισε τραχιά. «Μακάρι να είχα γεννηθεί καθωσπρέπει. Τότε εγώ θα ήμουν μαζί της τώρα αντί γι’ αυτόν τον αναθεματισμένο τον Ρέιφορντ». Ξεροκατάπιε με θόρυβο, παλεύοντας να βρει τον αυτοέλεγχό του. «Θέλω ένα ποτό». «Τι θα ήθελες;» «Ό,τι να ’ναι. Μονάχα κάνε γρήγορα». Περίμενε ώσπου να φύγει ο Γουόρθι κι ύστερα έγειρε το πρόσωπό του μέσα στην κουρτίνα, τρίβοντας το βελούδο πάνω στο μάγουλό του.


Κεφάλαιο 8 Ο Άλεξ διάβηκε το κατώφλι ενός μικροσκοπικού θόλου που χρησίμευε ως προθάλαμος εισόδου. Βρήκε τη Λίλι να στέκεται στη μέση ενός δωματίου γεμάτου με πομπώδη, εξεζητημένη πολυτέλεια, τα πάντα παραφορτωμένα σε στιλ μπαρόκ και καλυμμένα με φύλλα χρυσού. Είχε δει στη ζωή του άσεμνα σπίτια διακοσμημένα με περισσότερο γούστο. Η ηρεμία της Λίλι ήταν παραπλανητική. Ο Άλεξ διαισθάνθηκε την εκρηκτική διάθεσή της. Προσπάθησε να κρατήσει το βλέμμα του πάνω στο πρόσωπό της, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και έριξε μια φευγαλέα ματιά στη μαύρη δαντέλα και στο κρεμ μετάξι του φουστανιού της. Ήταν χαρούμενος που η γυναίκα δεν είχε γδυθεί. Ήθελε να το κάνει εκείνος. Η σκέψη προκάλεσε μια βίαιη αντίδραση μέσα του, κάνοντας την καρδιά του να αναπηδήσει και το κορμί του να γεμίσει κάψα. Ήθελε να καθησυχάσει την αγωνία που είχε αποστραγγίσει το χρώμα από το πρόσωπό της. Πριν προλάβει να πει λέξη, η Λίλι έσπασε τη σιωπή με ένα νευρικό γέλιο που έμοιαζε με αγκομαχητό. «Τα διαμερίσματα του Ντέρεκ», είπε, δείχνοντας γύρω τους. Τύλιξε τα χέρια της σφιχτά γύρω απ’ το σώμα της και κατάφερε ένα πικρόχολο χαμόγελο. «Γοητευτικά, δεν είναι;» Ο Άλεξ έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, παρατηρώντας τα εξεζητημένα βελούδα, τους ακριβούς πολυεδρικούς καθρέφτες και τους φανταχτερούς πίνακες που απεικόνιζαν σκηνές από τη μυθολογία. «Του ταιριάζει». Την πλησίασε αργά. «Θέλεις να πάμε κάπου αλλού;» «Όχι». Εκείνη χοροπήδησε προς τα πίσω, κρατώντας την απόσταση ανάμεσά τους. «Λίλι…» «Όχι. Όχι, περίμενε. Θα ήθελα να σου πω κά… κάτι πρώτα». Έσκυψε το κεφάλι της και πήγε σε ένα μικρό τραπέζι διακοσμημένο με λαζούριο. Άρπαξε ένα μικρό κομμάτι χαρτί και του το πρότεινε. Με το που εκείνος το πήρε, η Λίλι οπισθοχώρησε. «Μ… μόλις το έγραψα αυτό», είπε βιαστικά. «Το γραμμάτιό μου για δεκαπέντε χιλιάδες λίρες. Φοβάμαι πως θα μου πάρει λίγο χρόνο για να ανταποκριθώ, αλλά σου ορκίζομαι ότι θα τα πάρεις όλα, με τόκο. Ό,τι τόκο θέλεις. Στο πλαίσιο της λογικής, φυσικά». «Δεν θέλω τόκο». «Σ’ ευχαριστώ, αυτό είναι πολύ ευγενικό…» «Θέλω μια νύχτα μαζί σου». Τσαλάκωσε το χαρτί στη χούφτα του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. «Το ήθελα από τη στιγμή που σε πρωτοείδα». «Δεν μπορείς», είπε εκείνη, κουνώντας ζωηρά το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν θα γίνει. Λυπάμαι». Αργά, ο Άλεξ προχώρησε προς το μέρος της. «Δεν πρόκειται να σε πονέσω». Η Λίλι έμεινε στη θέση της, αλλά ένα ορατό ρίγος τη συντάραξε. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό μαζί σου», φώναξε, σηκώνοντας τα χέρια της για να τον αποκρούσει. «Με κανέναν άντρα δεν μπορώ!» Τα λόγια της έμοιαζαν να αιωρούνται στον αέρα ανάμεσά τους. Ο Άλεξ κοντοστάθηκε, μπερδεμένος και επιφυλακτικός, κοιτάζοντάς τη διαπεραστικά. Άραγε την απωθούσε τόσο πολύ η ιδέα να τον πάρει στο κρεβάτι της; Μόνο αυτόν ή όλους τους άντρες; Ή μήπως… μια καινούρια, τρομερή σκέψη πέρασε από το μυαλό του κι αισθάνθηκε μια έντονη κάψα να ανεβαίνει αθόρυβα από τον λαιμό του. Μέσα σε όλη την αλαζονεία του, υπήρχε μία πιθανότητα


που δεν την είχε σκεφτεί πριν. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μήπως…» άρχισε να λέει αμήχανα. «Μήπως είναι ότι… προτιμάς γυναίκες;» «Τι;» Η Λίλι τον κοίταξε σαστισμένη κι ύστερα έγινε κατακόκκινη. «Ω Θεέ και Κύριε! Όχι, δεν είναι αυτό». Αυτή πήγαινε να τον τρελάνει. «Ε τότε τι είναι;» ρώτησε σφιγμένα. Η Λίλι χαμήλωσε το κεφάλι της. «Απλώς πάρε την εγγύησή μου», είπε με έναν ψίθυρο γεμάτο αγωνία. «Πάρε τα χρήματα. Υπόσχομαι να σου τα ξεπληρώσω, απλώς πάρ’ τα…» Ο Άλεξ την άδραξε σφιχτά από τα μπράτσα, διακόπτοντας το κουβάρι των λέξεων. «Κοίταξέ με», είπε, αλλά εκείνη εξακολούθησε να έχει το κεφάλι της κατεβασμένο. «Λίλι, πες μου». Εκείνη έβγαλε ένα ξερό, ραγισμένο γέλιο και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μήπως σε πόνεσε κάποιος;» τη ρώτησε επιτακτικά. «Αυτό είναι;» «Εσύ με πονάς…» «Δεν σε αφήνω. Πες μου τι συμβαίνει». Την άφησε να σπαρταράει αδύναμα, ώσπου εκείνη συνειδητοποίησε ότι ήταν μάταιο. Έμεινε ακίνητη, με το σώμα της να τρέμει. Τα χέρια του την κρατούσαν σφιχτά από τα μπράτσα καθώς περίμενε, το κεφάλι του ήταν γερμένο πάνω απ’ το δικό της. Κι ύστερα ο Άλεξ άκουσε την ανέκφραστη φωνή της. «Ξέρω τι σκέφτονται οι άντρες όταν με κοιτάζουν, τι είδους γυναίκα περιμένουν – όπως κι εσύ. Φαντάζονται ότι έχω πάει με πολλούς άντρες. Όμως έχει υπάρξει μόνο ένας. Χρόνια πριν. Ήμουν περίεργη και μόνη και… ω, έχω μια ντουζίνα δικαιολογίες. Αυ.. αυτός ήταν ο πρώτος. Και ο τελευταίος. Σιχάθηκα κάθε λεπτό απ’ όλο αυτό. Η εμπειρία ήταν θλιβερή, απαίσια, και για εκείνον όπως ήταν και για μένα. Η καλή κοινωνία τον είχε σε μεγάλη υπόληψη, έχαιρε υψηλής εκτίμησης ως εραστής, οπότε μη φανταστείς ότι το φταίξιμο ήταν δικό του. Δικό μου ήταν. Δεν έχω αυτό το είδος των συναισθημάτων. Είμαι η τελευταία γυναίκα που ένας λογικός άντρας θα ήθελε στο κρεβάτι του». Γέλασε πικρά. «Τώρα εξακολουθείς να με θέλεις;» Ο Άλεξ γλίστρησε τα δάχτυλά του κάτω από το πιγούνι της και την ανάγκασε να σηκώσει το πρόσωπό της. Τα γκρίζα μάτια του ήταν γεμάτα συμπόνια κι ένα σκοτάδι που υπέβοσκε, τόσο βαθύ κι απέραντο όσο και μια αφέγγαρη νύχτα. «Ναι». Η Λίλι ένιωσε ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό της. Ταπεινωμένη, έκανε μια κίνηση για να ελευθερωθεί από το άγγιγμά του. «Για όνομα του Θεού, μη νιώθεις οίκτο για μένα!» «Σου μοιάζει για οίκτος αυτό;» Με ταχύτητα αστραπής, αιχμαλώτισε τα χείλη της και την κόλλησε με δύναμη πάνω στο κορμί του. Εκείνη έβγαλε έναν άναρθρο ήχο. «Σου μοιάζει;» Την κράτησε πάνω στον άκαμπτο, ερεθισμένο ανδρισμό του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Γιατί το σιχάθηκες;» Εκείνη κούνησε ελαφρά το κεφάλι της αρνητικά, με τα χείλη της σφαλιστά. «Πάντα πονάει την πρώτη φορά», είπε εκείνος απαλά. «Δεν το περίμενες αυτό;» «Φυσικά». Η Λίλι πλημμύρισε με πληγωμένη περιφρόνηση. «Θα το σιχαινόμουν σε κάθε περίπτωση». «Δηλαδή δίκασες και καταδίκασες όλους τους άντρες από μία εμπειρία. Από μία νύχτα». «Εκείνος μου έμαθε όλα όσα χρειαζόταν να ξέρω», συμφώνησε εκείνη με πείσμα. Ο Άλεξ πίεσε το χέρι του χαμηλά στην πλάτη της, κρατώντας την κολλημένη πάνω του. Η φωνή του ήταν απαλά επιτιμητική. «Τι θα γινόταν αν η γνώμη μου για όλες τις γυναίκες βασιζόταν αποκλειστικά στη γνωριμία μου μαζί σου;» «Πιθανότατα δεν θα είχες τόση πρεμούρα να παντρευτείς». «Εντάξει, αυτό το συγκεκριμένο πρόβλημά μου μου το έλυσες εσύ». Χαμήλωσε το κεφάλι του και φίλησε το πλάι του λαιμού της. Εκείνη έγειρε προς τα πίσω, σφίγγοντας τα χέρια της


ανάμεσά τους. «Δεκαπέντε χιλιάδες λίρες είναι πάρα πολλά λεφτά», μουρμούρισε εκείνος. «Είσαι σίγουρη ότι δεν θα έπρεπε να σκεφτείς να περάσεις λίγες ώρες μαζί μου;» «Τώρα με περιπαίζεις», είπε εκείνη με αγανάκτηση. «Όχι», ψιθύρισε ο Άλεξ, με τη λέξη να της χαϊδεύει το μάγουλο σαν φιλί. Η Λίλι απέστρεψε το πρόσωπό της. «Και τολμούσες να αποκαλείς εμένα πεισματάρη». Έχωσε τα δάχτυλά του μες στις μαύρες μπούκλες της. «Άφησες την ανάμνηση να σιγοκαίει για χρόνια, πιθανότατα την έκανες κάτι ακόμα χειρότερο απ’ ό,τι ήταν…» «Α, άντε, μπρος, υποβάθμισε τα συναισθήματά μου», φώναξε εκείνη, με τον θυμό της να ανάβει. «Όμως δεν ξέρεις όλη την ιστορία κι εγώ καλύτερα να πεθάνω παρά να σου την πω, οπότε μην προσπαθείς να με κάνεις…» «Εντάξει». Ο Άλεξ βύθισε τα χείλη του στα μαλλιά της. «Σε θέλω», είπε, με τη φωνή του πνιγμένη και αποφασιστική. «Τέρμα οι κουβέντες. Θα το κάνουμε, είτε μπορέσω να βρω ένα κρεβάτι σε αυτό το αναθεματισμένο μέρος είτε όχι». Την έσφιξε πιο δυνατά κι έτριψε ακόμα περισσότερο το πρόσωπό του στο κεφάλι της. «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το αφήσεις να συμβεί. Απλά άσ’ το να συμβεί». Η Λίλι έκλεισε τα μάτια της, με το πρόσωπό της σφηνωμένο πάνω στο στήθος του. Τα χέρια του έμοιαζαν σαν ατσάλι γύρω της. Το εξόγκωμα απ’ τα λαγόνια του έκαιγε ανάμεσα από τις στρώσεις των υφασμάτων ανάμεσά τους. Το στόμα του κινήθηκε ανάμεσα στις μπούκλες της και της χάιδεψε την πλάτη. Ψιθύρισε μέσα στα μαλλιά της. «Λίλι, μη φοβάσαι. Θέλω να σε ευχαριστήσω. Θα το κάνω να είναι ωραίο. Εμπιστέψου με. Πρέπει να με εμπιστευτείς». Μια παράξενη παθητικότητα την κυρίευσε, μια κούραση που δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Είχε μοχθήσει, είχε παλέψει για πάρα πολύ καιρό, χρησιμοποιώντας όλα τα κόλπα της για να μη βουλιάξει μέσα σε μια τρικυμισμένη θάλασσα. Δεν είχε άλλη δύναμη ούτε άλλες ιδέες. Δεν είχε τίποτα να χάσει. Τελικά είχε πέσει πάνω σε μια θέληση πιο ισχυρή από τη δική της, κι απ’ ό,τι φαινόταν δεν υπήρχε άλλος δρόμος από το να τα παρατήσει και να αφεθεί να παρασυρθεί στο διάβα της. Άσ’ το να συμβεί… τα λόγια φάνταζαν να αντηχούν στ’ αφτιά της. Διστακτικά γύρισε το κεφάλι της προς μια πόρτα στα αριστερά, προς την κατεύθυνση της κρεβατοκάμαρας. Μίλησε με έναν τρεμάμενο ψίθυρο. «Νομίζω… εκεί είναι». Ο Άλεξ τη σήκωσε άνετα στα χέρια του και τη μετέφερε ανάμεσα από τα επόμενα δυο δωμάτια, ώσπου έφτασαν σε μια κάμαρα που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι και είχε βαριούς καθρέφτες με χρυσές κορνίζες και ένα πελώριο κρεβάτι διακοσμημένο με σκαλιστά δελφίνια και σάλπιγγες. Στήνοντάς τη στα πόδια της, ο Άλεξ πήρε το πρόσωπό της μες στα χέρια του, με τους αντίχειρές του να αγγίζουν τις γωνίες των χειλιών της. Εκείνη τον κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα, είδε τα τραχιά τέλεια χαρακτηριστικά του να λάμπουν σε μια χρυσαφένια απόχρωση στο χαμηλωμένο φως. Έγειρε το κεφάλι του και το στόμα του χάιδεψε απαλά το δικό της. Με ερωτική κατάπληξη, η Λίλι ένιωσε την άκρη της γλώσσας του πάνω στα χείλη της, να ανιχνεύει την απαλή καμπύλη, αφήνοντας πίσω ένα ίχνος από μεταξένια υγρασία. Τότε εκείνος πίεσε πιο βαθιά, σφραγίζοντας τα χείλη της με τα δικά του. Η ζεστασιά του στόματός του ήταν μυστηριωδώς ευχάριστη. Η Λίλι ταλαντεύτηκε, χάνοντας ξαφνικά την ισορροπία της καθώς στεκόταν στις μύτες των ποδιών της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του για να κρατήσει τον εαυτό της σταθερό, κι άφησε τα χείλη της να ανοίξουν σε μια ασυναίσθητη πρόσκληση. Η εισβολή της γλώσσας του γινόταν σιγά σιγά, προχώρησε ελάχιστα πιο πέρα απ’ τα δόντια της. Ήταν τρέλα να τον εμπιστευτεί. Ήξερε ότι η αβρότητα αυτή δεν επρόκειτο να διαρκέσει.


Ένιωθε την έντασή του που μεγάλωνε, το πώς έτρεμε το χέρι του καθώς έπιασε τον καρπό της, λάσκαρε το γάντι της και τράβηξε το βελούδο για να βγει απ’ το λεπτό μπράτσο της. Μπορούσε να νιώσει την ωμή δύναμη μέσα του, την εγκράτειά του που δοκιμαζόταν ώσπου κινδύνευε να εκραγεί. Όμως εκείνος έβγαλε και το άλλο γάντι της με την ίδια λεπτή φροντίδα. Τα δάχτυλά του γλίστρησαν στην άκρη του κορσάζ της με το χαμηλό κόψιμο και χάιδεψε την απαλή άκρη της δαντέλας. Δεν υπήρχε άλλη κίνηση εκτός από το απαλό, αεικίνητο χάδι των δαχτύλων του. Η Λίλι ένιωσε το βλέμμα του πάνω στο γερμένο κεφάλι της, άκουσε τον ήχο της ανάσας του που γινόταν όλο και πιο τραχιά. Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο οι κινήσεις του Άλεξ ήταν τόσο διστακτικές. Ίσως είχε αλλάξει γνώμη και θα την άφηνε να φύγει… η σκέψη την πλημμύρισε ελπίδα αλλά κι έναν παράδοξο φόβο, που την έκανε να βυθίζεται. Τότε εκείνος την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε απ’ την άλλη. Άρχισε να της ξεκουμπώνει τη σειρά από τα μικροσκοπικά κουμπιά στην πλάτη του φουστανιού της. Το φόρεμα γλίστρησε επικίνδυνα, το συγκρατούσαν μονάχα τα λεπτά μανίκια που κρέμονταν στους ώμους της. Αργά, η μάζα από μετάξι και δαντέλα γλίστρησε στο πάτωμα. Ο Άλεξ έλυσε την κορδέλα του εσωρούχου της και το κατέβασε, αφήνοντάς τη μονάχα με την εύθραυστη προστασία της λευκής καμιζόλας της και με τις κεντητές κάλτσες της. Η Λίλι ένιωσε το στόμα του πάνω στον ώμο της, την ανάσα του να μεταφέρει απαλά μια καυτή υγρασία πάνω στην επιδερμίδα της. Εκείνος έβαλε απαλά το χέρι του μπροστά της και το πέρασε πάνω απ’ το στήθος της. Το πάτωμα έμοιαζε σαν να μετακινείται κάτω από τα πόδια της. Γέρνοντας προς τα πίσω, πάνω στη σταθερή δύναμή του, η Λίλι με δυσκολία τόλμησε να ανασάνει καθώς τα δάχτυλά του έκαναν καμπύλη κάτω από το ελαφρύ βάρος του στήθους της. Με απαλές κινήσεις ο αντίχειράς του μετακινήθηκε πάνω από την καμιζόλα, βρήκε τη ρώγα της και τη χάιδεψε ώσπου έγινε σκληρή. Εκείνη δεν μπόρεσε να καταπνίξει ένα αγκομαχητό και η κίνηση τη σήκωσε περισσότερο μέσα στο χέρι του. Όμως η ακαθόριστη αχλή της ευχαρίστησης παρασύρθηκε από ένα κύμα επίγνωσης για τον εαυτό της. Τα στήθη της ήταν μικρά – εκείνος πρέπει να περίμενε κάτι περισσότερο· τα φουστάνια της ήταν σχεδιασμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να την κάνουν να δείχνει πιο γεμάτη. Μια τρεμάμενη εξήγηση ανέβηκε στα χείλη της, αλλά πριν προλάβει να ξεστομίσει μια λέξη, το χέρι του γλίστρησε κάτω από την καμιζόλα για να σκεπάσει το γυμνό στήθος της. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν την απαλή καμπύλη και βρήκαν τη λεπτεπίλεπτη κορυφή της ρώγας της. «Είσαι τόσο όμορφη», είπε εκείνος πνιχτά, με το στόμα του στο αφτί της. «Όμορφη… σαν μια υπέροχη μικρή κούκλα». Ανασαίνοντας βαθιά, τη γύρισε για να τον κοιτάξει, με τα χέρια του να σπρώχνουν την καμιζόλα προς τα κάτω ώσπου τα στήθη της άνθισαν από πάνω. Η φουσκωμένη κορυφογραμμή απ’ τα λαγόνια του πιεζόταν πάνω στην κοιλιά της και στο μυστικό σημείο ανάμεσα στους μηρούς της, κι εκείνη έγινε κατακόκκινη από αμηχανία. Όμως εκείνος έδειχνε να απολαμβάνει την απόκρυφη αυτή πίεση, αφήνοντας να του φύγει ένα απαλό βογκητό, με τα χέρια του να σφίγγουν τα καπούλια της για να την κρατήσει σταθερή. «Λίλι… Θεέ μου, Λίλι…» Σκεπάζοντας το στόμα της με το δικό του, έβαλε τη γλώσσα του μέσα, γλείφοντας βαθιά, βελούδινα. Εκείνη παραδόθηκε στην υγρή εισβολή και τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω απ’ τον λαιμό του. Ξαφνικά εκείνος την άφησε από τα χέρια του με έναν τραχύ ήχο. Τράβηξε τα μανίκια του παλτού του, προσπαθώντας με κόπο να το βγάλει, αλλά το ρούχο ήταν κολλημένο πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Βρίζοντας μέσα απ’ τα δόντια του, σήκωσε το κεφάλι του και τράβηξε με μεγαλύτερη δύναμη τα μανίκια. Προς έκπληξή του, τα μικρά χέρια της Λίλι ανέβηκαν στα κλεφτά πάνω στα πέτα του και τα άνοιξαν, βγάζοντας το παλτό από τους ώμους του. Το παλτό έπεσε στο πάτωμα σε έναν σωρό.


Χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια, άγγιξε το μεταξωτό γιλέκο του και άρχισε να το ξεκουμπώνει αργά. Το ρούχο ήταν ζεστό απ’ το κορμί του. Ο Άλεξ στεκόταν ακίνητος με την καρδιά του να βροντοχτυπάει στο στήθος του καθώς ένιωθε το τράβηγμα από τα δάχτυλά της πάνω στα κουμπιά. Όταν η δουλειά αυτή τελείωσε, ο Άλεξ έβγαλε το γιλέκο και έλυσε την κολλαριστή λευκή γραβάτα του. Καθώς η Λίλι τον έβλεπε να ξεντύνεται, μια αμυδρή ανάμνηση αναδεύτηκε, κάνοντας μια ανατριχίλα να τη διαπεράσει. Είχε προσπαθήσει να ξεχάσει τη νύχτα με τον Τζουζέπε, αλλά η ανάμνηση την κυρίευσε – το σκούρο δέρμα του καλυμμένο με μαύρες τρίχες, η αχόρταγη βιασύνη των χεριών του όταν ψαχούλευε το κορμί της. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και προσπάθησε να πάψει να σκέφτεται, να καταπιεί και να διώξει τα συναισθήματα που ανέβαιναν ψηλά στον λαιμό της. «Λίλι;» Ο Άλεξ εκσφενδόνισε παράμερα το πουκάμισό του και γονάτισε μπροστά της, βάζοντας τα χέρια του πάνω στους γοφούς της. Καθώς η Λίλι κοίταζε μέσα στα σοβαρά, γκρίζα μάτια του, η δυσάρεστη ανάμνηση χάθηκε σαν καπνός στον αέρα. Το οπτικό πεδίο της γέμισε με αυτόν, γονατιστό μπροστά της σαν τίγρη που ενέδρευε, με το δέρμα και τα μαλλιά του λουσμένα σε μια χρυσαφένια λάμψη. Διστακτικά, άγγιξε τον ώμο του. Δίχως να το σκεφτεί, ασυναίσθητα, τα δάχτυλά της προχώρησαν πιο χαμηλά, αγγίζοντας ελαφρά το ακανόνιστο σύνορο από το απαλό του τρίχωμα, στο χρώμα του χαλκού. Εκείνος ήταν τόσο κοντά της, που οι γάμπες της ήταν κολλημένες πάνω στους αυλακωτούς μυς του στομαχιού του. Την κράτησε στην άκρη του κρεβατιού και τα δάχτυλά του ανέβηκαν στην κορυφή του μηρού της. Η Λίλι κράτησε την ανάσα της καθώς εκείνος με επιδέξιες κινήσεις έλυσε την καλτσοδέτα κι άρχισε να της κατεβάζει την κάλτσα. Κάτι τον έκανε να κοντοσταθεί. Τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν το αδρό δέρμα του εσωτερικού των μηρών της, όπου τα τόσα χρόνια ιππασίας είχαν εξαλείψει τη συνηθισμένη σφριγηλή απαλότητα των γυναικών. Εκείνη ντροπαλά προσπάθησε να τραβήξει το στρίφωμα της καμιζόλας προς τα κάτω, για να σκεπαστεί. «Όχι», μουρμούρισε εκείνος και απομάκρυνε τα χέρια της. Το κεφάλι του έσκυβε όλο και περισσότερο πάνω από τα πόδια της. Εκείνη τσιτώθηκε εμβρόντητη όταν ένιωσε το στόμα του πάνω στο εσωτερικό του μηρού της. Το τρίψιμο από το μάγουλό του, η μυστική κάψα της ανάσας του, έστειλαν ένα κέντρισμα μέσα της. Τραυλίζοντας την άρνησή της, προσπάθησε να του απομακρύνει το κεφάλι, όμως εκείνος έπιασε τα πόδια της με τα μεγάλα χέρια του και τα άνοιξε διάπλατα, κρατώντας την ακίνητη. Ο Άλεξ απέμεινε να κοιτάζει εκείνη τη βασανιστική σκιά κάτω από το στρίφωμα της καμιζόλας της. Έβαλε περισσότερη δύναμη να της κρατάει τα πόδια ανοιχτά καθώς εκείνη έκανε μια κίνηση να ελευθερωθεί. Οι αισθήσεις του έκαιγαν από επίγνωση για εκείνη τη μυστηριώδη απαλότητα και το άρωμα μπροστά του. Τη φωνή της που διαμαρτυρόταν τρεμουλιαστά, ο Άλεξ την άκουσε σαν σε όνειρο. «Ήσυχα», της ψιθύρισε, νιώθοντας να τον τραβάει προς τα εμπρός ένας δυνατός χτύπος που αντηχούσε μέσα του. «Ήσυχα». Ερευνώντας με το στόμα του, το κόλλησε μέσα σ’ εκείνη τη σκιά, χρησιμοποιώντας τα χέρια του για να απομακρύνει τη λεπτή άκρη της καμιζόλας καθώς έμπαινε στη μέση. Ανάσανε με πάθος μέσα στις πυκνές μπούκλες, σαγηνευμένος από την αισθησιακή, γλυκιά σε σημείο τρέλας μυρωδιά. Σκάβοντας αργά, έβαλε τη γλώσσα του μέσα σ’ εκείνη την υγρασία, πίσω μπρος, ανακαλύπτοντας έναν ρυθμό που έκανε τους μηρούς της να ριγούν πάνω στα χέρια του που τους κρατούσαν. Έγινε ανελέητος κι ερεύνησε για εκείνο το εξαίσιο σημείο όπου η απαλότητα γινόταν ένταση, κι άνοιξε το στόμα του για να τη ρουφήξει, ρουφώντας απαλά, απαλά, ώσπου ένιωσε τα πόδια


της να έχουν πάψει να αντιστέκονται. Τα τρεμάμενα δάχτυλά της γλίστρησαν στα μαλλιά του, μπερδεύτηκαν μέσα στις πυκνές μπούκλες, καθώς τον τραβούσε πιο κοντά της. Εκείνος κινήθηκε προς τα πάνω, έσυρε το στόμα του πάνω στο υγρό τρίχωμα και σήκωσε το κεφάλι του από το κορμί της. Το πρόσωπο της Λίλι ήταν κατακόκκινο, τα μάτια της γυάλιζαν από την παραζάλη καθώς τον κοίταζε. Τον άφησε να τη σπρώξει πίσω στο κρεβάτι. Με γοργές κινήσεις εκείνος πήγε να λύσει τα κορδόνια της καμιζόλας της, κι ύστερα τα παράτησε με μια βλαστήμια κι έσπρωξε την καμιζόλα ως τη μέση της. Χούφτωσε τα στήθη της μες στα χέρια του κι έσκυψε πάνω από το λεπτό κορμί της, με τη γλώσσα του να ανιχνεύει τη γραμμή όπου το λευκό δέρμα έπαιρνε το πιο σκούρο χρώμα της ρώγας. Άνοιξε τα χείλη του πάνω από την απαλή κορυφή και τη ρούφηξε ώσπου ζάρωσε κι έγινε σαν μετάξι. Η Λίλι γλίστρησε τα χέρια της γύρω του, γύρω από τη φαρδιά, ευλύγιστη πλάτη του, χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμή της για να τον τραβήξει πάνω της. Κάποιο πρωτόγονο ένστικτο ήθελε να νιώσει το κορμί του πάνω της, το βάρος του να πλακώνει τα στήθη της και το σημείο ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνος, γρυλίζοντας σιγανά, άφησε τα στήθη της και αναζήτησε το στόμα της. Καθώς οι γοφοί της σπαρταρούσαν προς τα πάνω, η Λίλι ένιωσε το φούσκωμα από τα λαγόνια του να είναι απίστευτα τεντωμένο κάτω από το παντελόνι του. Η ελαφρά επαφή τον έκανε να βογκήξει μες στο στόμα της και το φιλί του έγινε βάναυσο. Ο Άλεξ είπε λέξεις αγκομαχώντας πάνω στον λαιμό της, στο πρόσωπό της, την ώρα που ψαχούλευε ανυπόμονα ανάμεσα στα πόδια της. «Γλυκιά μου… σώπα, δεν θα σε πονέσω… δεν θα σε πονέσω…» Απαλά και σίγουρα, τα δάχτυλά του μπήκαν μέσα της, χώθηκαν βαθιά μέσα στην υγρασία, χαϊδεύοντας και γλιστρώντας στη φουσκωμένη εσωτερική επιφάνεια. Εκείνη κλαψούρισε, αρχικά προσπάθησε να αποτραβηχτεί, μα ύστερα έμεινε ακίνητη και δέχτηκε τις απαλές κινήσεις, με το στόμα της ανοιγμένο σε έναν αναστεναγμό κατάπληκτης ευχαρίστησης. Όλα τα σχέδια του Άλεξ για υπομονή και αυτοέλεγχο έγιναν στάχτη και κουρνιαχτός. Το κορμί της ήταν απλωμένο από κάτω του, του επέτρεπε όλα όσα εκείνος ήθελε, και ο Άλεξ υπέκυψε σε ένα κύμα λαιμαργίας, τρυφερότητας και πόθου. Πασπατεύοντας τα κουμπιά του παντελονιού του, το έβγαλε, σκαρφάλωσε πάνω της και της άνοιξε τα πόδια. Στην αρχή πλησίασε αργά και μπήκε μέσα της απαλά. Εκείνη φώναξε, σφίχτηκε αδύναμα στην είσοδό του, αλλά ήταν πολύ αργά· εκείνος είχε ήδη βυθιστεί βαθιά μέσα στη σφιχτή ζεστασιά του κορμιού της. Παίρνοντας το κεφάλι της μέσα στα χέρια του, έχωσε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της και σκόρπισε φιλιά πάνω στο στόμα της. Τα βαριά του ματόκλαδα σηκώθηκαν κι εκείνη τον κοίταξε με δακρυσμένη κατάπληξη. «Σε πονάω;» της ψιθύρισε, σκουπίζοντας με τους αντίχειρές του τα ίχνη της υγρασίας κάτω απ’ τα μάτια της. «Όχι», είπε εκείνη με σιγανή, τρεμάμενη φωνή. «Γλυκιά μου, γλυκιά μου…» Τραβήχτηκε πίσω, και μετά πάλι μπρος, προσπαθώντας να κρατήσει τις κινήσεις του απαλές και χαλαρές, ενώ μια ασυγκράτητη ηδονή απειλούσε να τον καταπιεί. Η Λίλι έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα, με τα χέρια της να ταξιδεύουν αεικίνητα πάνω στην πλάτη του. Ένιωσε τα χείλη του πάνω στο μέτωπό της και το μυώδες κορμί του να φωλιάζει πάνω της, το αργό λίκνισμα, τον σταθερό ρυθμό που έφερνε στην επιφάνεια μια φλογερή ευχαρίστηση μέσα απ’ τα κατάβαθά της. «Ω», έκανε αγκομαχώντας όταν η αίσθηση έγινε πιο έντονη κι εκείνος μπήκε ακόμα πιο βαθιά. Η Λίλι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα φρενήρες αναφιλητό και τεντώθηκε πάνω στον σκληρό, δυνατό ανδρισμό του, ξανά και ξανά, αδράχνοντας σφιχτά το λείο κορμί του. Το πρόσωπό του ήταν πάνω απ’ το δικό της, τα μάτια του είχαν μια παράφορη λάμψη


ευχαρίστησης. Έσκυψε το κεφάλι του στο στήθος της και πήρε τη μια ρώγα της ανάμεσα στα δόντια του. Η ηδονή συμπυκνώθηκε σε έναν μοναδικό, αφόρητο σπασμό, και η Λίλι τινάχτηκε πάνω του κλαψουρίζοντας. Εκείνος την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του, με όλη του την ύπαρξη επικεντρωμένη στις συσπάσεις των εσωτερικών μυών της, στα άγρια ρίγη που τη συντάραζαν. Σπρώχνοντας δυνατά μια δυο φορές βρήκε κι εκείνος τη δική του λύτρωση, έναν οργασμό διαπεραστικής, ιλιγγιώδους έντασης. Η Λίλι έμεινε ακίνητη από κάτω του, με τα χέρια της κλειδωμένα γύρω απ’ τη μέση του. Το κορμί της παλλόταν, ευχάριστα ερεθισμένο, πιο χαλαρό απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί ότι είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή της. Για μια στιγμή ο Άλεξ ήταν απίστευτα βαρύς, με το πρόσωπό του χωμένο στον απαλό λαιμό της, κι ύστερα αποτραβήχτηκε και σήκωσε το βάρος του από πάνω της. Εκείνη διαμαρτυρήθηκε αδύναμα, θέλοντας να κρατήσει τη σιγουριά της ζεστασιάς του πάνω της. Εκείνος κύλησε στο πλευρό του, με το χέρι του να αγκαλιάζει χαλαρά τη μέση της. Η Λίλι δίστασε πριν πάει πιο κοντά του. Η αρρενωπή μυρωδιά του γέμισε τα ρουθούνια της καθώς ακούμπησε το πρόσωπό της πάνω στο τριχωτό στήθος του. Έτσι και του είχε έρθει να πει τίποτα, είτε ειρωνικό είτε ευγενικό, εκείνη θα είχε νιώσει πολύ άβολα να πάει να φωλιάσει κοντά του με τέτοιο τρόπο. Όμως εκείνος ευτυχώς παρέμεινε σιωπηλός, επιτρέποντας τα πάντα. Ένιωσε την ανάσα του μέσα στα μαλλιά της, και το χέρι του ανέβηκε στο κεφάλι της. Χάιδεψε νωχελικά τις ξακρισμένες μπούκλες της, με τα δάχτυλά του να περιπλανιούνται μέσα στα στιλπνά μαλλιά της, τυλίγοντας και ξετυλίγοντάς τα. Η Λίλι συνειδητοποίησε μια παράξενη αίσθηση ότι είχε αφεθεί, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη εκεί πέρα γυμνή, εκτός από την κουβαριασμένη καμιζόλα γύρω από τη μέση της, περιτριγυρισμένη από μια ανοίκεια γήινη μυρωδιά. Το δέρμα της αναρίγησε, καθώς ο ιδρώτας της κρύωσε. Ένιωθε μεγάλη νύστα – ήταν λες και είχε πιει δυνατό κόκκινο κρασί. Ο αέρας την έκανε να ανατριχιάζει, αλλά το σώμα της ήταν ζεστό εκεί όπου ακουμπούσε πάνω στο δικό του. Έπρεπε να σηκωθεί και να ντυθεί και να σουλουπωθεί ξανά. Σε κανένα λεπτό –σύντομα– θα σηκωνόταν. Κατάλαβε τον εαυτό της να λέει κάτι αδύναμα, κάτι σχετικά με τα σκεπάσματα. Εκείνος έπιασε το μπροστινό μέρος της καμιζόλας της και με τα δυο του χέρια και της την έβγαλε. Εκείνη υποτάχθηκε στις μαλαγανιές του και γλίστρησε ανάμεσα στα απαλά λινά σεντόνια. Όταν πήγε κι εκείνος κοντά της, είχε βγάλει τα υπόλοιπα ρούχα του. Η Λίλι προς στιγμήν ξαφνιάστηκε από την αίσθηση των γυμνών ποδιών του πάνω στα δικά της. «Ήσυχα», της ψιθύρισε, χαϊδεύοντας την πλάτη της. Εκείνη χασμουρήθηκε αναριγώντας και χαλάρωσε στην αγκαλιά του. Δεν ήξερε πόσες ώρες είχαν περάσει όταν ξύπνησε από έναν βαθύ, γαλήνιο ύπνο. Ο Άλεξ κοιμόταν του καλού καιρού. Το ένα χέρι του ήταν περασμένο χαλαρά από πάνω της, ενώ το άλλο το είχε κάτω απ’ το κεφάλι του. Αθόρυβα η Λίλι αφομοίωσε το πρωτόγνωρο όλου αυτού: το αρρενωπό κορμί κολλημένο πάνω της, την αίσθηση της ανάσας του στον λαιμό της, το μετάξι των μαλλιών του πάνω στο πρόσωπό της. Η σκέψη των ερωτικών στιγμών που είχαν μοιραστεί την έκανε να κοκκινίσει. Θεωρούσε τον εαυτό της πεπειραμένο, έχοντας στήσει αφτί σε συζητήσεις που έκαναν μεταξύ τους γυναίκες αμφιβόλου ηθικής, εκθειάζοντας τις εξαιρετικές ικανότητες των εραστών τους. Όμως καμία δεν είχε περιγράψει ποτέ τέτοιο πράγμα σαν αυτό που είχε κάνει ο Άλεξ απόψε. Η Λίλι αναρωτήθηκε για το παρελθόν του, για τις γυναίκες που είχε γνωρίσει, τις λεπτομέρειες για το πού και πώς της εμπειρίας του… ένα συνοφρύωμα εγκαταστάθηκε στο πρόσωπό της και μια δυσάρεστη αίσθηση την κυρίευσε. Πόντο πόντο, ξεμπλέχτηκε από την αγκαλιά του. Υπήρχαν τσιμπηματάκια στα απόκρυφα σημεία του κορμιού της, όχι πόνος, αλλά αναμνηστικά αυτού που είχε συμβεί – της πίεσης, της


αίσθησης, της καυτής εισβολής. Δεν είχε ποτέ της ονειρευτεί ότι θα ήταν έτσι. Δεν ήταν καθόλου σαν εκείνη τη φορά με τον Τζουζέπε. Καλά καλά δεν έμοιαζε να είναι η ίδια πράξη. Ξεγλίστρησε από το κρεβάτι και άκουσε έναν ήχο από τον Άλεξ, ένα ερωτηματικό μουρμουρητό. Η Λίλι δεν κουνήθηκε, δεν απάντησε, ελπίζοντας πως εκείνος θα το ξανάριχνε στον ύπνο. Ακούστηκε ένας ήχος από σεντόνια που θρόιζαν και ένα βαθύ χασμουρητό. «Τι κάνεις;» τη ρώτησε, με τη φωνή του τραχιά από τον ύπνο. «Κύριέ μου», είπε εκείνη αμήχανα. «Άλεξ, σκέφτηκα… ίσως… πρέπει να φύγω τώρα». «Είναι πρωί;» «Όχι, αλλά…» «Γύρνα πίσω στο κρεβάτι». Για κάποιο λόγο, η Λίλι βρήκε τη νυσταλέα υπεροψία του διασκεδαστική. «Μίλησες σαν κανένας φεουδάρχης που απευθύνεται σε έναν χωριάτη», είπε εκείνη με αναίδεια. «Υποθέτω ότι τα σκοτεινά χρόνια θα ήταν μια ιδανική περίοδος για σένα να…» «Τώρα». Ο Άλεξ δεν ήθελε να πιάσει κουβέντα. Εκείνη πλησίασε αργά προς τη φωνή μες στο σκοτάδι, γλιστρώντας πάλι μέσα στο ζεστό κουκούλι από δαμασκηνά υφάσματα και σεντόνια και αρσενικά χέρια και πόδια αδρά από τις τρίχες. Ξάπλωσε κοντά του, δίχως να τον αγγίζει ακριβώς. Ύστερα έμειναν κι οι δυο ακίνητοι. «Έλα πιο κοντά», της είπε εκείνος. Ένα διστακτικό χαμόγελο άνθισε στις γωνίες των χειλιών της. Ντροπαλή αλλά πρόθυμη, κύλησε στο πλευρό της για να τον αντικρίσει, με το λεπτό χέρι της να γλιστράει γύρω απ’ τον λαιμό του και τις ρώγες της να τρίβονται ελαφρά πάνω στο στήθος του. Εκείνος δεν έκανε καμιά κίνηση για να την αγκαλιάσει, όμως η Λίλι άκουσε την ανάσα του να αλλάζει. «Πιο κοντά». Εκείνη κόλλησε πάνω του. Τα μάτια της γούρλωσαν καθώς ένιωσε το σφιχτό, καυτό μέλος του πάνω στην κοιλιά της, να πάλλεται επίμονα. Το χέρι του περιπλανήθηκε πάνω στο κορμί της εξερευνώντας ανάλαφρα, αφήνοντας κηλίδες φωτιάς απ’ όπου περνούσε. Διστακτικά εκείνη σήκωσε τα δάχτυλά της στο αξύριστο πρόσωπό του, αγγίζοντας το στόμα του. «Γιατί πήγαινες να φύγεις;» μουρμούρισε εκείνος, βάζοντας τα χείλη του στην παλάμη της, στον καρπό της, στο ντελικάτο κοίλωμα του αγκώνα της. «Νόμιζα πως είχαμε τελειώσει». «Έκανες λάθος». «Καμιά φορά μπορεί να κάνω και λάθος, απ’ ό,τι φαίνεται». Αυτό τον ευχαρίστησε. Τον ένιωσε να χαμογελάει πάνω στο μπράτσο της. Τη σήκωσε σαν να ήταν κούκλα, αδράχνοντάς την κάτω από τα μπράτσα και φέρνοντάς την από πάνω του ώσπου τα στήθη της βρέθηκαν στο στόμα του. Η καρδιά της βροντοχτύπησε ακανόνιστα όταν ένιωσε τη γλώσσα του να κάνει κύκλους πάνω στη ρώγα της. Το στόμα του πήγε στην άλλη ρώγα της κι ύστερα γλίστρησε τη γλώσσα του ανάμεσα στα στήθη της. Εκείνη άρχισε να στριφογυρίζει ώσπου ο Άλεξ την άφησε να ξαπλώσει πάνω του με ένα σιγανό γέλιο. «Τι θέλεις;» της ψιθύρισε. «Τι;» Η Λίλι δεν μπορούσε να το πει με λόγια, αλλά το στόμα της κατέβηκε στο δικό του επιτακτικά. Εκείνος χαμογέλασε πάνω στα χείλη της, με τα χέρια του να προχωρούν προς τα κάτω για να χαϊδέψουν τους λεπτούς γοφούς της και την καμπύλη απ’ τα καπούλια της. Της δάγκωσε τρυφερά τα χείλη, το σαγόνι, βασανίζοντάς τη με δαγκωματιές και φιλιά. Σιγά σιγά πήρε κι εκείνη μέρος στο παιχνίδι και η ανάσα της έγινε γρήγορη καθώς αναζήτησε με το στόμα της το δικό του στόμα που περιπλανιόταν. Όταν το βρήκε, εκείνος την αντάμειψε βάζοντας τη γλώσσα του βαθιά μες στα χείλη της. Ασυναίσθητα εκείνη κόλλησε τους γοφούς της προς τα κάτω,


αναζητώντας τη σκληρή πίεση του κορμιού του. Άδραξε τους ώμους του και είπε το όνομά του. Χαμογελώντας, εκείνος γύρισε στο πλευρό του κι έβαλε το χέρι του πάνω στον μηρό της, κολλώντας τον πάνω στον γοφό του. Εκείνη κινήθηκε καταπάνω του πεινασμένα. «Με θέλεις;» της ψιθύρισε. «Ναι. Ναι». «Ε τότε κάν’ το». Πέρασε το χέρι του πάνω από τη λυγερή πλάτη της, ενθαρρύνοντάς τη με ένα βραχνό μουρμουρητό. «Άντε». Τα χέρια παρέμειναν σεμνά πάνω στους ώμους του. «Δεν μπορώ», του ψιθύρισε ικετευτικά. Ο Άλεξ της άνοιξε το στόμα με το δικό του, κάνοντας κύκλους με τη γλώσσα του και την έξαψή της να μεγαλώσει. «Αν με θέλεις, θα πρέπει να το κάνεις». Περίμενε, με τον σφυγμό του να καλπάζει καθώς αισθάνθηκε το χέρι της να σηκώνεται από τον ώμο του. Με αργές κινήσεις η Λίλι προχώρησε προς τα κάτω. Του κόπηκε η ανάσα και το κορμί του τσιτώθηκε από το άγγιγμα των δαχτύλων της. Το χέρι της τινάχτηκε προς τα πίσω λες και είχε τσουρουφλιστεί, κι ύστερα ξαναγύρισε επιφυλακτικά για να προχωρήσει σε ένα διστακτικό χάδι πάνω στη σφιχτή επιφάνεια του κορμιού του. Με ένα βογκητό ικανοποίησης εκείνος μετακινήθηκε για να τη βοηθήσει, νιώθοντάς τη να τον καθοδηγεί για να πάρει θέση. Έσπρωξε προς τα πάνω, γλιστρώντας μέσα της με μια απαλή δύναμη που την έκανε να λαχανιάσει. «Αυτό είναι που θέλεις;» Εκείνος κινήθηκε ξανά. «Κάπως έτσι;» «Ω… ναι…» Εκείνη κατένευσε και αναστέναξε, χώνοντας το πρόσωπό της στην κοιλότητα του λαιμού του. Ήταν προσεκτικός, συγκρατιόταν με τρόπο που την τρέλαινε, ισορροπώντας τη δική της βιάση με τη δική του συγκράτηση. «Όχι τόσο γρήγορα», μουρμούρισε εκείνος. «Έχουμε ώρες… και ώρες…» Καθώς εκείνη έκανε τόξο το σώμα της πάνω του απαιτητικά, εκείνος τη γύρισε και την ξάπλωσε ανάσκελα με ένα πνιχτό γέλιο, κρατώντας την ξαπλωμένη. «Χαλάρωσε», της είπε, με τα χείλη του στον λαιμό της. «Δεν μπορώ…» «Να είσαι υπομονετική, βρε διαβολάκι, και σταμάτα να προσπαθείς να με πιέσεις να κάνω γρήγορα». Τα χέρια του σκέπασαν τα χέρια της, τα δάχτυλά τους μπλέχτηκαν μεταξύ τους, κι εκείνος σήκωσε τα μπράτσα της και τα έβαλε πάνω απ’ το κεφάλι της, ώσπου η Λίλι βρέθηκε τεντωμένη από κάτω του. Ανήμπορη εκείνη έμεινε καρφωμένη κάτω από την ορμητική εισβολή του. «Αυτό σκεφτόμουν εγώ όλη νύχτα χθες», της ψιθύρισε, διατηρώντας τον ρυθμό ώσπου εκείνη βόγκηξε από ευχαρίστηση. «Να σε ξεπληρώσω… για την πιο ασύλληπτη… απογοήτευση. Να σε κάνω να το θέλεις… να το ζητάς ουρλιάζοντας…» Εκείνη μονάχα μέσες άκρες κατάλαβε τη φωνή που γρύλιζε απαλά στο αφτί της, αλλά η κρυμμένη απειλή έστειλε ένα ρίγος φόβου μέσα της. Τρέμοντας, ιδροκοπώντας, ένιωσε το κορμί του να γλιστράει γλυκά, το συντονισμένο ανεβοκατέβασμα των γοφών του. Δεν υπήρχε τίποτα εκτός από σκοτάδι, κίνηση, και η παλλόμενη κάψα που είχε συνεπάρει το κορμί της ώσπου εκείνη άρχισε να σφίγγεται, λέγοντας το όνομά του μέσα σε ακανόνιστα αγκομαχητά. «Έτσι», ακούστηκε η βραχνή φωνή του. «Θα το θυμάσαι αυτό… θα θέλεις κι άλλο… κι εγώ θα το ξανακάνω… και θα το ξανακάνω…» Εκείνη αναρίγησε κι έβγαλε μια κραυγή πάνω στα χείλη του καθώς οι αισθήσεις μαίνονταν μέσα της σε ένα συνταρακτικό μαρτύριο. Τα λόγια του έλιωσαν μέσα σ’ ένα μακρόσυρτο γουργουρητό και έμεινε βαθιά μέσα της. Παρορμητικά το κορμί της σφίχτηκε γύρω του, και τότε εκείνος παραδόθηκε σε έναν οργασμό που ήταν σαν έκρηξη μέσα του, ένα ξέσπασμα σε μια φρενήρη πληρότητα. Είχε μείνει ξέπνοος και αποκαμωμένος και γεμάτος ικανοποίηση που τον


κυρίευσε μέχρι το μεδούλι. Καθώς την κρατούσε στην αγκαλιά του, η Λίλι βυθίστηκε απότομα στον ύπνο σαν κουρασμένο παιδί, με το μικρό κεφάλι της ακουμπισμένο για τα καλά πάνω στον ώμο του. Ο Άλεξ χάιδεψε τον λαιμό και την πλάτη της, ανήμπορος να σταματήσει να την αγγίζει. Φοβόταν να εμπιστευθεί το συναίσθημα της ευτυχίας που ξεχυνόταν και ξεχείλιζε μέσα του. Αλλά απ’ ό,τι φαινόταν, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, αυτή η γυναίκα είχε μπορέσει να βρει τη ρωγμή στην πανοπλία του. Ήταν ρεαλιστής, έχοντας ως αρχή να πιστεύει σε πράγματα προκαθορισμένα. Αλλά απ’ ό,τι φαινόταν, η ξαφνική εμφάνιση της Λίλι στη ζωή του ήταν ένα δώρο της μοίρας. Μέχρι τότε, είχε επιτρέψει στον θρήνο του για την Κάρολαϊν να επισκιάσει τα πάντα. Η άρνησή του να αφήσει όλο αυτό πίσω του ήταν καθαρό πείσμα. Ήθελε να παραμείνει στην πικρή μοναξιά και να χρησιμοποιήσει την Πενέλοπε ως ασφάλεια για την ερημιά του. Μονάχα η Λίλι, με την παράξενη, περίπλοκη, αμεθόδευτη γοητεία της, θα μπορούσε να το εμποδίσει αυτό να συμβεί. Η Λίλι μουρμούρισε στον ύπνο της και τα δάχτυλά της συσπάστηκαν ελαφρά πάνω στο στήθος του. Ο Άλεξ την ηρέμησε με ένα καθησυχαστικό μουρμουρητό και τη φίλησε στο μέτωπο. «Τι θα κάνω εγώ μαζί σου;» ρώτησε απαλά, κι ευχήθηκε να υπήρχε κάποιος τρόπος να κάνει το αύριο να έρθει αργότερα. Η πρώτη αμυδρή υποψία που είχε η Λίλι για την αντίδραση του Λονδίνου ως προς αυτό που ταχύτατα άρχισε να γίνεται γνωστό ως «το Σκάνδαλο», ήρθε στο κατάστημα της Μονίκ Λαφλέρ στην οδό Μποντ. Ως σχεδιάστρια ρούχων που εισήγε όλα τα τολμηρά σχέδια από το Παρίσι και τα προσάρμοζε έξυπνα για να ταιριάζουν με τα λονδρέζικα γούστα, η Μονίκ ήταν πάντα αυτή που πρώτη μάθαινε όλα τα τελευταία κουτσομπολιά. Κάτι πάνω στην κυματιστή προφορά της και στα χαρωπά μπλε μάτια της ενθάρρυνε εξομολογήσεις εκ μέρους των γυναικών, από πλύστρες μέχρι δούκισσες. Ήταν μια ελκυστική γυναίκα, με σκούρα μαλλιά, γύρω στα σαράντα, καλόκαρδη και γενναιόδωρη, ανίκανη να κρατήσει μούτρα στον οποιονδήποτε για πάνω από δέκα λεπτά το πολύ. Η παρουσία της ήταν τόσο κεφάτα αδιάκριτη, οι κουβέντες της γεμάτες με τόση κατανόηση και ζεστασιά, ώστε είχε συγκεντρώσει μια μεγάλη και αφοσιωμένη πελατεία. Οι γυναίκες την εμπιστεύονταν ότι θα κρατούσε τα μυστικά τους και ότι θα τις έντυνε υπέροχα, ξέροντας ότι η Μονίκ ανήκε στο σπάνιο είδος των γυναικών που ποτέ δεν ανταγωνίζονταν άτομα του φύλου τους. Ποτέ δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να υποκύψει στην κακεντρέχεια ή τη ζήλια. «Και γιατί θα πρέπει να με νοιάζει αν μια γυναίκα έχει έναν όμορφο εραστή ή αν μια άλλη είναι πανέμορφη;» είχε αναφωνήσει μια φορά στη Λίλι. «Έχω έναν καλό σύζυγο, δικό μου μαγαζί, πολλούς φίλους και όσο κουτσομπολιό μπορεί να γεμίσει τ’ αφτιά μου! Είναι μια ευχάριστη ζωή, και με κρατάει πάρα πολύ απασχολημένη για να λιμπιστώ αυτά που έχουν οι άλλοι». Καθώς η Λίλι έμπαινε στο κατάστημα με τις συνηθισμένες βιαστικές δρασκελιές της, την υποδέχτηκε μία από τις βοηθούς της Μονίκ, η Κόρα. Το κορίτσι κοντοστάθηκε με μια αγκαλιά δείγματα σε μετάξι και μουσελίνα και την κοίταξε παράξενα. «Δεσποινίς Λόσον!... Περίμενε, θα πω στη μαντάμ Λαφλέρ ότι ήρθες. Θα θέλει να το πληροφορηθεί αμέσως». «Ευχαριστώ», είπε η Λίλι σιγανά, απορώντας με την ασυνήθιστη ζωντάνια της Κόρα. Μα δεν μπορεί να ήταν ότι είχαν ήδη μάθει για το στοίχημά της με τον Άλεξ. Ούτε μία μέρα δεν είχε


περάσει, για όνομα του Θεού! Αλλά με το που η Μονίκ βγήκε ορμητικά από τις κουρτίνες που χώριζαν το μπροστινό μέρος του καταστήματος από το εργαστήριο στο πίσω μέρος, η Λίλι βεβαιώθηκε. Η Μονίκ ήξερε. «Λίλι, αγάπη μου!» αναφώνησε η σχεδιάστρια, αγκαλιάζοντάς την εγκάρδια. «Με το που άκουσα τι συνέβη, ήξερα ότι θα ερχόσουν εδώ το συντομότερο δυνατόν. Υπάρχει πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει – με τη νέα κοινωνική θέση σου θα χρειαστείς πολλά καινούρια φουστάνια, έτσι δεν είναι;» «Μα πώς το έμαθες τόσο σύντομα;» ρώτησε η Λίλι τη Μονίκ αποσβολωμένη. «Η λαίδη Γουίλτον ήταν εδώ, μόλις. Μου τα είπε όλα. Ο άντρας της ήταν στου Κρέιβεν χθες τη νύχτα. Καλή μου, είμαι τόσο χαρούμενη για σένα! Μα τι λαμπρή, έξυπνη κίνηση! Ένα καταπληκτικό ζευγάρι! Λένε ότι ο λόρδος Ρέιφορντ φάνηκε να είναι απολύτως ξετρελαμένος μαζί σου. Και όχι μόνο, ο κάθε άντρας στο Λονδίνο θα υπερβάλει εαυτόν για να είναι ο επόμενος. Σε κυνηγούσαν επί χρόνια. Τώρα που έγινε γνωστό ότι είσαι διαθέσιμη, μπορείς να δώσεις ό,τι τιμή θέλεις, και ο καθένας από αυτούς θα πληρώσει μετά χαράς για να γίνει ο προστάτης σου. Καμιά γυναίκα δεν είχε ποτέ τέτοια πολυτελή συλλογή! Ω, σκέψου τα κοσμήματα, τις άμαξες, τα σπίτια, τα πλούτη που θα γίνουν δικά σου! Αν παίξεις τα χαρτιά σου σωστά –και κυριολεκτώ, αγαπητή μου– θα μπορούσες να γίνεις μια από τις πλουσιότερες γυναίκες του Λονδίνου!» Έσπρωξε τη Λίλι να καθίσει σε μια πολυθρόνα με μαξιλαράκια κι έριξε μια στοίβα σχέδια στην αγκαλιά της, όπως επίσης κι ένα αντίτυπο του Λα Μπελ Ασαμπλέ, ενός βιβλίου που περιείχε εικόνες από τις τελευταίες μόδες. «Τώρα, ίσως θα ήθελες να ρίξεις μια ματιά σ’ αυτά εδώ ενόσω θα μιλάμε. Θέλω να ακούσω όλες τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες. Οι ουρές στα φορέματα ξαναγυρίζουν στη μόδα, αν το πρόσεξες. Κομματάκι άβολες, να τις έχεις να σέρνονται στο πάτωμα, αλλά πολύ εντυπωσιακές. Κόρα; Κόρα, άσε κάτω αυτά τα δείγματα και φέρε αμέσως λίγο καφέ στη δεσποινίδα Λόσον». «Δεν υπάρχουν και πολλά να πω», είπε η Λίλι με πνιγμένη φωνή, και βούλιαξε πιο βαθιά μες στην πολυθρόνα, καρφώνοντας τα μάτια της στο πρώτο σχέδιο που είδε. Η Μονίκ της έριξε μια στοχαστική αλλά φιλική ματιά. «Μην ντρέπεσαι, καλή μου. Πρόκειται για έναν τεράστιο θρίαμβο. Πολλές σε ζηλεύουν. Ήταν απολύτως συνετό εκ μέρους σου που αποδέχθηκες την προστασία του κυρίου Κρέιβεν για λίγο –στο κάτω κάτω, είναι αρκετά πλούσιος ώστε να μπορεί κάποιος να καταφέρει να παραβλέψει τη χυδαιότητά του– αλλά ήταν η σωστή ώρα για σένα να κάνεις μια αλλαγή. Και ο λόρδος Ρέιφορντ είναι μια άριστη επιλογή. Τόσο καλοαναθρεμμένος, τόσο όμορφος και ισχυρός, τόσο αυθεντικός. Κατάγεται από μια πραγματικά ιστορική οικογένεια, όχι σαν αυτούς τους δανδήδες που πήραν τίτλους ευγενείας εύκολα και οι περιουσίες τους είναι αμφίβολες. Έχεις κάνει ήδη κάποια συμφωνία μαζί του, καλή μου; Αν θέλεις, θα μπορούσα να σου συστήσω έναν εξαιρετικό δικηγόρο να σε εκπροσωπεί – αυτός διαπραγματεύτηκε τη “συμπάθεια” ανάμεσα στη Βαϊόλα Μίλερ και στον λόρδο Φόντμερ…» Ενώ η Μονίκ τιτίβιζε και έδειχνε τις εικόνες από τα τελευταία, βαρυφορτωμένα σχέδια των ρούχων της, η Λίλι αναλογίστηκε από μέσα της τα γεγονότα του πρωινού. Είχε ντυθεί κι είχε φύγει σαν τον κλέφτη την αυγή, ενώ ο Άλεξ ακόμα κοιμόταν. Ήταν εξουθενωμένος και το καστανόξανθο κορμί του ήταν απλωμένο φαρδιά πλατιά πάνω στα λευκά σεντόνια. Από εκείνη τη στιγμή, η Λίλι παρέπαιε ανάμεσα στην ανησυχία και σε μια παράξενη αγαλλίαση. Δεν ήταν αξιοπρεπές να έχει μια τέτοια αίσθηση ευεξίας. Αναμφίβολα την κουτσομπόλευαν σε όλα τα σαλόνια και τα καφενεία του Λονδίνου. Όμως, όσο απίστευτο κι αν ήταν αυτό, εκείνη δεν το μετάνιωσε καθόλου. Δεν μπορούσε να


σταματήσει να σκέφτεται τη χθεσινή νύχτα με μια αίσθηση ειρωνικού θαυμασμού. Ποτέ της δεν περίμενε ότι ο Άλεξ, με τα παγερά μάτια του και το απόμακρο ύφος, θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν τόσο τρυφερό εραστή, τόσο ερωτικό και ευγενικό… ακόμα και τώρα, φάνταζε σαν όνειρο. Είχε πείσει τον εαυτό της ότι τον είχε καταλάβει, και τώρα ήταν απόλυτα μπερδεμένη πάνω στο ζήτημα του κόμη του Ρέιφορντ. Το μόνο που ήξερε στα σίγουρα ήταν ότι έπρεπε να τον αποφύγει ώσπου να καθαρίσει το μυαλό της. Δόξα τω Θεώ ο Άλεξ πιθανότατα θα επέστρεφε στη γνώριμη ζωή του στην επαρχία, με την ικανοποίηση ότι είχε πάρει την πληρωμή του για την απώλεια της Πενέλοπε. Τώρα εκείνη έπρεπε να στρέψει την προσοχή της στο ζήτημα των πέντε χιλιάδων λιρών, τις οποίες όφειλε να έχει ως αύριο το βράδυ. Θα έμπαιναν μεγάλα στοιχήματα στου Κρέιβεν απόψε. Αν δεν κέρδιζε τα χρήματα εκεί, θα έβαζε ενέχυρο όλα της τα κοσμήματα, και ίσως και κάποια από τα φορέματά της. Ίσως να μπορούσε να τα μάζευε, κουτσά στραβά. «…Δεν μπορείς να μου πεις τίποτα γι’ αυτόν;» την καλόπιανε η Μονίκ. «Και χωρίς να θέλω να ανακατευτώ άκομψα, γλυκιά μου, τι θα γίνει με τον αρραβώνα ανάμεσα στον Ρέιφορντ και στην αδερφή σου; Εξακολουθεί να ισχύει όπως και πριν;» Αγνοώντας τις ερωτήσεις, η Λίλι χαμογέλασε πικρόχολα. «Μονίκ, αρκετά με αυτό το ζήτημα. Εγώ ήρθα εδώ για να σου ζητήσω μια χάρη». «Ό,τι θέλεις», είπε η Μονίκ, και η προσοχή της αποσπάστηκε κατευθείαν. «Οτιδήποτε». «Θα γίνει ένας χορός μεταμφιεσμένων απόψε στου Κρέιβεν. Είναι πολύ σημαντικό να έχω κάτι ιδιαίτερο να βάλω. Το ξέρω ότι δεν υπάρχει χρόνος, ότι έχεις άλλα πράγματα πάνω στα οποία δουλεύεις, αλλά ίσως θα μπορούσες να ετοιμάσεις κάτι στα γρήγορα…» «Ναι, ναι, καταλαβαίνω απόλυτα», είπε η Μονίκ με έμφαση. «Είναι πάρα πολύ έκτακτη περίσταση – η πρώτη σου δημόσια εμφάνιση μετά το σκάνδαλο. Όλα τα μάτια θα είναι πάνω σου απόψε. Πρέπει να έχεις κάτι εκθαμβωτικό για να φορέσεις». «Θα χρειαστεί να αγοράσω επί πιστώσει», είπε η Λίλι αμήχανα, αποφεύγοντας να την κοιτάξει. «Όσο τραβάει η ψυχή σου», ήταν η άμεση απάντηση. «Με τα πλούτη του λόρδου Ρέιφορντ στη διάθεσή σου, άνετα θα μπορούσες να αγοράσεις τη μισή πόλη!» Η Λίλι ανασήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε αχνά, αποφεύγοντας να της πει ότι δεν είχε κανένα σκοπό να γίνει ερωμένη του Ρέιφορντ – ή οποιουδήποτε άλλου. Και ότι εκείνη είχε ελάχιστο πλούτο στη διάθεσή της. «Θέλω να φοράω το πιο τολμηρό κοστούμι στον χορό απόψε», είπε. «Αν είμαι αναγκασμένη να δείξω αναίδεια, θα το κάνω με στιλ». Η μόνη της επιλογή ήταν να επιδειχτεί χωρίς ίχνος ντροπής. Ακόμα περισσότερο, ήθελε ένα κοστούμι που να τραβάει τόσο απόλυτα την προσοχή, ώστε κανένας από τους άντρες με τους οποίους θα έπαιζε απόψε να μην μπορούσε να συγκεντρωθεί στα χαρτιά του. «Τι έξυπνο κορίτσι! Καλώς, θα σου φτιάξω ένα κοστούμι που θα καταπλήξει όλη την πόλη». Η Μονίκ την κοίταξε με εξεταστικό βλέμμα. «Ίσως… θα κάναμε πολύ καλά αν… ω, βέβ–» «Τι;» Η Μονίκ της χαμογέλασε ευχαριστημένη. «Θα σε ντύσουμε, αγάπη μου, σαν την πρώτη πρώτη ξεμυαλίστρα». «Τη Δαλιδά;» ρώτησε η Λίλι. «Ή μήπως εννοείς τη Σαλώμη;» «Όχι, μικρή μου… αναφέρομαι στη γυναίκα, την Εύα!» «Την Εύα;» «Μα φυσικά, θα το συζητούν για δεκαετίες!» «Ε τότε», είπε η Λίλι αδύναμα, «μάλλον δεν θα χρειαστείς πολύ χρόνο για να φτιάξεις αυτό το κοστούμι».


Ο Άλεξ πήγε στο Σουάνς Κορτ στην οδό Μπεϊσγουότερ, ένα κτήμα με έπαυλη που ανήκε στην οικογένεια Ρέιφορντ από τότε που το είχε αποκτήσει ο προπάππους του ο Γουίλιαμ. Το αρχοντικό ήταν χτισμένο σε κλασικό σχέδιο, με συμμετρικές πτέρυγες, κίονες σε αρχαιοελληνικό στιλ και δροσερούς, φαρδιούς τοίχους από μάρμαρο και λευκά γύψινα γλυπτά. Υπήρχε ένας τεράστιος στάβλος και ένα αμαξοστάσιο που θα μπορούσε να φιλοξενήσει δεκαπέντε άμαξες. Παρόλο που ο Άλεξ σπάνια έμενε εκεί, απασχολούσε ένα βασικό προσωπικό για να συντηρεί το μέρος και να φροντίζει για την άνεση των περιστασιακών επισκεπτών. Την πόρτα άνοιξε η κυρία Χότζες, η ηλικιωμένη οικονόμος. Το ευχάριστο πρόσωπό της έδειξε έκπληξη μόλις τον είδε. Έσπευσε να τον καλωσορίσει. «Κύριέ μου, δεν λάβαμε κανένα μήνυμα ότι θα ερχόσουν, αλλιώς θα σου είχα ετοιμάσει…» «Εντάξει, κανένα πρόβλημα», τη διέκοψε ο Άλεξ. «Δεν μπορούσα να στείλω ειδοποίηση εκ των προτέρων, αλλά θα μείνω γι’ αυτή τη βδομάδα. Ίσως και περισσότερο. Δεν είμαι σίγουρος». «Μάλιστα, κύριέ μου. Θα ενημερώσω τη μαγείρισσα – θα θέλει να γεμίσει το κελάρι με προμήθειες. Θα φας πρωινό, κύριέ μου, ή να της πω να φύγει αμέσως για την αγορά;» «Δεν θα φάω πρωινό», είπε ο Άλεξ με ένα χαμόγελο. «Θα ρίξω μια ματιά στο σπίτι, κυρία Χότζες». «Μάλιστα, κύριέ μου». Ο Άλεξ αμφέβαλλε για το αν θα ξαναπεινούσε για πολλές ώρες. Πριν φύγει από τα διαμερίσματα του Κρέιβεν, μια καμαριέρα του είχε φέρει έναν δίσκο φορτωμένο με αβγά, ψωμιά, γλυκίσματα, χοιρομέρι, λουκάνικο και φρούτα. Ένας άντρας που συστήθηκε ως ο προσωπικός υπηρέτης του Κρέιβεν είχε ξεσκονίσει και σιδερώσει τα ρούχα του, και έκανε στον Άλεξ το πιο ακριβές ξύρισμα της ζωής του. Υπηρέτες είχαν γεμίσει μια μοντέρνα μπανιέρα με καυτό νερό και στέκονταν παραδίπλα με αφράτες πετσέτες, σαπούνι και μια ακριβή κολόνια. Κανένας από αυτούς δεν είχε απαντήσει τις ερωτήσεις του σχετικά με το πού είχε περάσει ο Κρέιβεν τη νύχτα του. Ο Άλεξ αναρωτήθηκε για τα κίνητρα του τύπου, και γιατί δεν διεκδικούσε τη Λίλι ενώ ήταν ολοφάνερο ότι την αγαπούσε. Γιατί να τη σπρώξει στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα και μάλιστα να επιμείνει να παραχωρήσει και τα διαμερίσματά του για να τα χρησιμοποιήσουν; Ο Κρέιβεν ήταν παράξενος άνθρωπος – πανούργος, χοντροκομμένος, φιλάργυρος και ανεξιχνίαστος. Ο Άλεξ ένιωθε έντονη περιέργεια για τη σχέση της Λίλι με τον Κρέιβεν. Είχε σκοπό να τη βάλει να του εξηγήσει σε τι ακριβώς συνίστατο η παράξενη φιλία τους. Χώνοντας τα χέρια στις τσέπες του, ο Άλεξ περιδιάβηκε το αρχοντικό. Εξαιτίας της απροσδόκητης εμφάνισής του, πολλά από τα έπιπλα εξακολουθούσαν να είναι σκεπασμένα με ριγέ λινά καλύμματα, για να τα προστατεύουν από τη σκόνη. Τα δωμάτια ήταν βαμμένα σε ψυχρά παστέλ χρώματα, τα πατώματα είτε ήταν καλυμμένα από χαλιά είτε ήταν γυαλισμένα με κερί μέλισσας. Η κάθε κρεβατοκάμαρα διέθετε ένα μαρμάρινο τζάκι και μια όμορη μεγάλη γκαρνταρόμπα, και ήταν διακοσμημένη με λουλουδάτες ταπετσαρίες και εμπριμέ κουρτίνες κρεβατιού. Το δωμάτιο του Άλεξ ήταν εξαιρετικά μεγάλο και το ταβάνι του ήταν βαμμένο έτσι ώστε να μοιάζει με έναν γαλάζιο ουρανό με σύννεφα. Το κεντρικό σημείο του αρχοντικού ήταν μια κομψή αίθουσα χορού, στις αποχρώσεις του χρυσού και του λευκού, με ψηλούς μαρμάρινους κίονες, περίκομψους πολυελαίους και άφθονα οικογενειακά πορτρέτα. Ο Άλεξ είχε μείνει εκεί κατά τη διάρκεια κάποιων μηνών του αρραβώνα του με την Κάρολαϊν. Είχε διοργανώσει χορούς και εσπερίδες όπου είχε παρευρεθεί και η Κάρολαϊν με την οικογένειά


της. Είχε χορέψει μαζί του στην αίθουσα χορού, με τα κεχριμπαρένια μαλλιά της να αστράφτουν κάτω από το φως των πολυελαίων. Μετά τον θάνατό της, ο Άλεξ απέφευγε το μέρος, αποφεύγοντας τις αναμνήσεις που έμοιαζαν να περιπλανιούνται στα δωμάτια σαν ξεθυμασμένο άρωμα. Τώρα, καθώς περιδιάβαινε το σπίτι, οι θολές αναμνήσεις δεν έφερναν πια πόνο, μονάχα μια σχεδόν ανεπαίσθητη γλυκύτητα. Ήθελε να φέρει τη Λίλι εδώ. Του ήταν εύκολο να τη φανταστεί να προΐσταται σε έναν χορό και να κινείται ανάμεσα στους καλεσμένους με το αστραφτερό χαμόγελο και τη ζωηρή φλυαρία της, και με τη σκούρα ομορφιά της να τονίζεται από ένα λευκό μεταξωτό φόρεμα. Η σκέψη της τον αναζωογόνησε, τον γέμισε με μια ανυπόμονη περιέργεια. Αναρωτήθηκε τι άραγε να έτρεχε μέσα στο απρόβλεπτο μυαλό της και πώς να ήταν η διάθεσή της σήμερα το πρωί. Ήταν αναθεματισμένα ενοχλητικό το γεγονός ότι ξύπνησε και δεν τη βρήκε εκεί. Ήθελε να δει το γυμνό κορμί της υπό το φως της μέρας και να της κάνει έρωτα ξανά. Ήθελε να ακούσει το όνομά του στα χείλη της και να νιώσει τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του και… «Κύριέ μου;» Η κυρία Χότζες είχε έρθει να τον ψάξει. «Κύριέ μου, ήρθε κάποιο πρόσωπο εδώ που θέλει να σας δει». Αυτό το νέο έκανε τον σφυγμό του να χτυπήσει πιο γρήγορα από αδημονία. Περνώντας ξυστά δίπλα από την οικονόμο, ο Άλεξ κατέβηκε την κεντρική σκάλα με τα πλατύσκαλα που φωτίζονταν από μεγάλα παράθυρα με φεγγίτες. Διέσχισε βιαστικά το εσωτερικό χολ που οδηγούσε στον χώρο υποδοχής με τις κομψές ζωγραφιές του. Κοντοστάθηκε όταν είδε τον επισκέπτη. «Διάολε», μουρμούρισε. Δεν ήταν η Λίλι, αλλά ο ξάδερφός του ο Ρόσκο, ο λόρδος Λίον, τον οποίο είχε μήνες να δει. Ένας όμορφος αλλά ασυνήθιστα βαριεστημένος νεαρός δανδής, ο Ρος ήταν ένας από τους πρώτους εξαδέλφους του Άλεξ από τη μεριά της μητέρας του. Ψηλός, ξανθός, προικισμένος με πλούτη και γοητεία, ήταν ο αγαπημένος των κυριών της αριστοκρατίας με αδιάφορους συζύγους. Είχε συνάψει πλήθος ερωτικών δεσμών, είχε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο κι είχε μαζέψει μια ποικιλία από εμπειρίες, όλες εκ των οποίων είχαν συντελέσει στο να γίνει υπερβολικά κυνικός. Λεγόταν σε όλη την οικογένεια ότι ο Ρος είχε βαρεθεί τη ζωή από τότε που ήταν πέντε χρόνων. «Ποτέ δεν έρχεσαι επίσκεψη εκτός κι αν θέλεις κάτι», είπε απότομα ο Άλεξ. «Τι είναι αυτό;» Ο Ρος χαμογέλασε χαλαρά. «Διακρίνω μια έλλειψη ενθουσιασμού, ξάδερφε. Περίμενες κανέναν άλλο;» Ο Ρος λάτρευε να απαντάει σε ερωτήσεις με ερώτηση – ένας από τους λόγους που η θητεία του στον στρατό τέλειωσε πολύ γρήγορα. «Πώς ήξερες ότι είμαι εδώ;» ρώτησε ο Άλεξ. «Κοινή λογική. Έπρεπε να βρίσκεσαι σε ένα από δύο σημεία… ή εδώ ή φωλιασμένος μέσα σε ένα συγκεκριμένο ζεύγος από υπέροχα χέρια, πάνω σε ένα μικρό αλλά γοητευτικά προκλητικό μπούστο. Αποφάσισα να δοκιμάσω εδώ πρώτα». «Απ’ ό,τι φαίνεται, έμαθες για χθες τη νύχτα». Ο Ρος έδειξε να μην επηρεάζεται από το απαγορευτικό κατσούφιασμα του Άλεξ. «Υπάρχει ψυχή στο Λονδίνο που να μην έμαθε γι’ αυτό ως τώρα; Επίτρεψέ μου να σου εκφράσω τον πιο έντονο θαυμασμό μου. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως θα μπορούσες να το κάνεις». «Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Άλεξ και έδειξε την πόρτα. «Τώρα φύγε». «Α όχι, όχι ακόμα. Ήρθα για να μιλήσουμε, ξάδερφε. Γίνε ευχάριστος. Στο κάτω κάτω, με βλέπεις μονάχα μια δυο φορές τον χρόνο». Ο Άλεξ μαλάκωσε και χαμογέλασε διστακτικά. Από τότε που ήταν παιδιά, εκείνος και ο Ρος


είχαν κρατήσει μια σχέση φιλικών διαπληκτισμών. «Διάολε. Έλα να πάμε μαζί μια βόλτα στα πέριξ». Διέσχισαν το σπίτι ως το σαλόνι και άνοιξαν τις τζαμωτές πόρτες που οδηγούσαν έξω. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν άκουσα για τον αυστηρών ηθικών αρχών ξάδερφό μου και την Αχαλίνωτη Λίλι», σχολίασε ο Ρος καθώς σουλάτσερναν πάνω στο καλοκουρεμένο γρασίδι. «Να τζογάρεις για τα θέλγητρα μιας γυναίκας… όχι, αυτός δεν είναι ο πληκτικός, συμβατικός κόμης του Ρέιφορντ. Μάλλον επρόκειτο για κάποιον άλλο. Από την άλλη…» Κοίταξε τον Άλεξ διαπεραστικά, με τα ανοιχτογάλανα μάτια του να λάμπουν. «Έχεις ένα ύφος… έχω να το δω από τότε που ήταν ζωντανή η Κάρολαϊν Γουίτμορ». Ο Άλεξ ανασήκωσε τους ώμους αμήχανα και μπήκε μέσα στον μικρό αλλά όμορφα διαμορφωμένο κήπο, όπου τα δρομάκια ορίζονταν από φραουλιές και ανθισμένους θάμνους. Στάθηκαν στο κέντρο του κήπου, όπου ένα τεράστιο φαγωμένο απ’ τον καιρό ηλιακό ρολόι σηματοδοτούσε το απαραίτητο επίκεντρο. «Ήσουν σχεδόν ερημίτης εδώ και δύο χρόνια», συνέχισε ο Ρος. «Έκανα τις εμφανίσεις μου», είπε ο Άλεξ τραχιά. «Ναι, αλλά ακόμα κι όταν έμπαινες στον κόπο να παρευρεθείς σε κάποια συγκέντρωση, υπήρχε κάτι πάνω σου που φάνταζε μάλλον κούφιο. Αναθεματισμένα παγερό, θα έλεγα. Αρνιόσουν συλλυπητήρια ή εκφράσεις συμπάθειας, κρατούσες ακόμα και τους πιο στενούς φίλους σου σε απόσταση. Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί ο αρραβώνας σου με την Πενέλοπε έτυχε τέτοιας χλιαρής υποδοχής; Ο κόσμος βλέπει ότι δεν σου καίγεται καρφί για το καημένο το κορίτσι, και σας λυπάται και τους δυο γι’ αυτό». «Δεν υπάρχει λόγος να λυπούνται αυτήν τώρα», μουρμούρισε ο Άλεξ. «Το “καημένο κορίτσι” παντρεύτηκε πασίχαρο τον υποκόμη Στάμφορντ. Κλέφτηκαν και πήγαν στο Γκρέτνα Γκριν». Ο Ρος έδειξε αιφνιδιασμένος κι ύστερα σφύριξε από έκπληξη. «Ρε τον Ζάκαρι… Μα αλήθεια το κατάφερε αυτό μόνος του; Μπα, πρέπει να είχε βοήθεια από κάποιον». «Είχε», είπε ο Άλεξ ειρωνικά. Μια παρατεταμένη στιγμή κύλησε, καθώς ο Ρος σκεφτόταν τις πιθανότητες. Ύστερα έριξε ένα γελαστό βλέμμα στον Άλεξ. «Μη μου πεις ότι ήταν η Λίλι; Αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος για τα χθεσινοβραδινά σου κατορθώματα στου Κρέιβεν, να πατσίσεις τον λογαριασμό. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού». «Αυτά τα μαντάτα δεν είναι για δημόσια κατανάλωση», τον προειδοποίησε ο Άλεξ ήρεμα. «Θεέ μου, έκανες την οικογένεια περήφανη!» αναφώνησε ο Ρος. «Νόμιζα πως ο παλιός Άλεξ είχε χαθεί για τα καλά. Όμως κάτι συνέβη και… ξαναγύρισες στις τάξεις των ζωντανών, έτσι δεν είναι; Αυτό αποδεικνύει τις υποψίες μου ότι τα θέλγητρα της Λίλι Λόσον θα μπορούσαν να αναστήσουν και πεθαμένους». Ο Άλεξ στράφηκε και ακούμπησε το σώμα του πάνω στο πέτρινο ηλιακό ρολόι, λυγίζοντας ελαφρά το ένα πόδι του. Ένα αεράκι ανακάτεψε τα μαλλιά του, σηκώνοντας το τσουλούφι από το μέτωπό του. Σκέφτηκε τη Λίλι φωλιασμένη στα χέρια του, με τα χείλη της κολλημένα πάνω στον ώμο του. Και πάλι, η παράλογη αίσθηση ευτυχίας και ολοκλήρωσης τον συνεπήρε. Με τα μάτια του καρφωμένα στο έδαφος, ένιωσε τη μια γωνιά των χειλιών του να τραβιέται προς τα πάνω σε ένα χαμόγελο που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει. «Είναι αξιόλογη γυναίκα», παραδέχτηκε. «Αχά!» Τα μπλε μάτια του Ρος άστραψαν από ζωηρό ενδιαφέρον, διαφορετικό από τη συνηθισμένη λακωνική βαριεστημάρα του. «Σκοπεύω να είμαι ο επόμενος που θα την έχει. Ποια είναι η τιμή πρώτης προσφοράς;»


Το χαμόγελο του Άλεξ εξαφανίστηκε μονομιάς. Κοίταξε τον ξάδερφό του συνοφρυωμένος απειλητικά. «Δεν γίνεται καμιά δημοπρασία». «Ω, αλήθεια; Εδώ και δύο χρόνια κάθε άντρας κάτω από την ηλικία των ογδόντα ήθελε την Αχαλίνωτη Λίλι, αλλά οι πάντες ήξεραν ότι ήταν ιδιοκτησία του Ντέρεκ Κρέιβεν. Μετά τη χθεσινή νύχτα, είναι φανερό ότι η γυναίκα βγήκε στην αγορά». Ο Άλεξ αντέδρασε χωρίς να το σκεφτεί. «Είναι δικιά μου». «Θα χρειαστεί να πληρώσεις για να την κρατήσεις. Τώρα που τα νέα για τη χθεσινή νύχτα έχουν κάνει τον γύρο του Λονδίνου, θα βουτηχτεί μέχρι τον λαιμό σε προσφορές για κοσμήματα, κάστρα, ό,τι δόλωμα θελήσει να πιάσει». Ο Ρος του χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση. «Προσωπικά, θεωρώ ότι η υπόσχεσή μου για μια σειρά από αραβικά άλογα θα κάνει τη δουλειά, αν και μπορεί να χρειαστεί να προσθέσω και κάνα δυο διαμαντένια διαδήματα. Και, Άλεξ, θα ήθελα να της πεις καμιά κουβέντα για μένα. Αν θέλεις να την κρατήσεις για λίγο, κανένα πρόβλημα. Όμως σκοπεύω να γίνω εγώ ο επόμενος προστάτης της. Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα στον κόσμο σαν αυτήν, με αυτή την ομορφιά και τη φλόγα. Οποιοσδήποτε άντρας την έχει δει σε κάποιο κυνήγι να φοράει εκείνες τις θρυλικές κόκκινες βράκες, την έχει φανταστεί καβάλα πάνω του, και αυτό…» «Βυσσινιές είναι», είπε απότομα ο Άλεξ, αποτραβήχτηκε από το ηλιακό ρολόι κι άρχισε να βηματίζει γύρω του νευρικά. «Βυσσινιές. Και να με πάρει ο διάολος αν αφήσω εσένα ή οποιονδήποτε άλλο να αρχίσει να την τριγυρίζει». «Δεν μπορείς να το εμποδίσεις να συμβεί». Τα γκρίζα μάτια του Άλεξ μισόκλεισαν, η έκφραση του προσώπου του έγινε σκοτεινή και δυσοίωνη. «Έτσι νομίζεις;» «Θεέ μου», απόρησε ο Ρος, «είσαι στ’ αλήθεια θυμωμένος. Έξαλλος, για την ακρίβεια. Οργισμένος σαν Τάταρος. Ταραγμένος, αναστατωμένος, με μια αμυντική στάση σαν…» «Πήγαινε στον διάολο!» Ο Ρος χαμογέλασε με μια έκπληκτη θυμηδία. «Ποτέ πριν δεν έχω ξαναδεί τόσο συναίσθημα πάνω σου. Για όνομα του Θεού, τι συμβαίνει;» «Αυτό που συμβαίνει», βρυχήθηκε ο Άλεξ, «είναι ότι θα στραγγαλίσω οποιονδήποτε τολμήσει να την πλησιάσει για να της κάνει κάποια προσφορά». «Ε τότε θα χρειαστεί να παλέψεις με τον μισό πληθυσμό του Λονδίνου». Τότε και μόνο τότε ήταν που ο Άλεξ διέκρινε την ατάραχη απόλαυση στα μάτια του ξαδέρφου του και συνειδητοποίησε ότι ο Ρος τον τσίγκλιζε σκόπιμα. «Να σε πάρει ο διάολος!» Ο Ρος μίλησε με έναν σιγανότερο, πιο στοχαστικό τόνο. «Τώρα με ανησυχείς. Μη μου πεις ότι αρχίζεις να έχεις αισθήματα γι’ αυτήν. Η Λίλι δεν είναι το είδος της γυναίκας που ένας άντρας κρατάει για πάντα. Μετά βίας θα μπορούσες να την πεις εξημερωμένη. Έλα στα λογικά σου. Μη μετατρέψεις αυτό το διάλειμμα σε κάτι που ποτέ δεν πρόκειται να γίνει». Ο Άλεξ έκανε το πρόσωπό του να πάρει μια ευχάριστη έκφραση, γεμάτη αυτοέλεγχο. «Φύγε, πριν σε σκοτώσω». «Η Λίλι είναι ώριμη, έμπειρη γυναίκα. Θα σε χορέψει στο ταψί. Εγώ απλώς σε προειδοποιώ, Άλεξ, γιατί είδα τι σου έκανε ο χαμός της Κάρολαϊν. Πήγες στην κόλαση και γύρισες – δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ήθελες να κάνεις ξανά αυτό το ταξίδι. Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνεις τι πραγματικά είναι η Λίλι Λόσον». «Εσύ καταλαβαίνεις;» ρώτησε μαλακά ο Άλεξ. «Καταλαβαίνει κανείς;» «Γιατί δεν ρωτάμε τον Ντέρεκ Κρέιβεν;» πρότεινε ο Ρος, κοιτάζοντας με προσοχή για να εκτιμήσει αν το βέλος είχε βρει τον στόχο του.


Ξαφνικά ο Άλεξ τον άφησε εμβρόντητο με ένα χαλαρό χαμόγελο. «Ο Κρέιβεν δεν έχει καμία σχέση με αυτό, Ρος. Τουλάχιστον, όχι πια. Το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις είναι ότι αν προσεγγίσεις τη Λίλι, θα σου πάρω το κεφάλι. Και τώρα, έλα μαζί μου πίσω στο σπίτι. Η επίσκεψή σου πλησιάζει στο τέλος της». Ο Ρος τον ακολούθησε βιαστικά. «Απλώς πες μου πόσο καιρό έχεις σκοπό να την κρατήσεις». Ο Άλεξ συνέχισε να χαμογελάει, δίχως να μειώσει ταχύτητα στις δρασκελιές του. «Βρες τη δική σου γυναίκα, Ρος. Θα είναι χάσιμο χρόνου να περιμένεις για τη Λίλι». Η οδός Σεντ Τζέιμς ήταν πλημμυρισμένη με μια μακρά σειρά από άμαξες, καθώς ο κόσμος κατέφθανε για τον χορό των μεταμφιεσμένων στου Κρέιβεν. Το ολόγιομο φεγγάρι έριχνε το λαμπερό φως του πάνω στον δρόμο, κάνοντας τα κοστούμια των επισκεπτών να αστράφτουν και τις μάσκες τους, με φτερά και πούπουλα, να σχηματίζουν εξωτικές σκιές στο πεζοδρόμιο. Η μουσική, που κυμαινόταν από ζωηρά πολωνέζικα μέχρι κομψά βαλς, ξεχυνόταν από τα ανοιχτά παράθυρα σε όλο το μήκος της οδού Σεντ Τζέιμς. Ο κάθε χορός θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία για αφθονία και υπερβολή, αλλά οι μάσκες έδιναν στην περίσταση μια συναρπαστική, ακόμα και επικίνδυνη χροιά. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τις μάσκες για να κάνουν πράγματα που δεν θα τολμούσαν ποτέ ούτε να τα ονειρευτούν στην καθημερινή ζωή τους… και η λέσχη του Κρέιβεν ήταν ιδανικά προορισμένη για απελευθερωμένη συμπεριφορά. Με μια πληθώρα από σκοτεινές κόχες και μικρά, απομονωμένα δωμάτια, με το ανακάτεμα από πόρνες, γυναίκες της καλής κοινωνίας, ακόλαστους ανθρώπους, παλιανθρώπους και ευγενείς κυρίους… τίποτα δεν ήταν σίγουρο ή προβλέψιμο. Η Λίλι κατέβηκε από την άμαξά της και προχώρησε προσεκτικά προς την είσοδο της λέσχης του Κρέιβεν. Τα γυμνά πόδια της μυρμήγκιασαν από την τριβή με το πεζοδρόμιο. Φορούσε έναν σκούρο μανδύα που εκτεινόταν από τον λαιμό ως τους αστραγάλους της, κρύβοντας το κοστούμι της – ή την ανυπαρξία του. Ήταν τσιτωμένη από έξαψη και αποφασιστικότητα. Δεν θα ήταν δύσκολο να κερδίσει πέντε χιλιάδες λίρες απόψε, όχι με την ποσότητα των ποτών και του γλεντιού που θα γινόταν. Όχι με την ποσότητα γυμνού δέρματος που σκόπευε να εκθέσει. Θα μαδούσε τους καλεσμένους σαν πιτσούνια έτοιμα για ψήσιμο. Γλιστρώντας μπροστά από το πλήθος των καλεσμένων που περίμεναν άδεια εισόδου, η Λίλι έκανε ένα νόημα για να χαιρετήσει τον μπάτλερ. Εκείνος έδειξε να την αναγνώρισε παρά την πράσινη βελούδινη μάσκα της και τη μακριά, σκούρα περούκα που έφτανε ως κάτω από τη μέση της, γιατί δεν έφερε καμία αντίρρηση όταν η Λίλι μπήκε μέσα. Ο Ντέρεκ περίμενε τον ερχομό της. Με το που η Λίλι μπήκε στον προθάλαμο της εισόδου, άκουσε τη φωνή του πίσω της. «Είσαι εντάξει, λοιπόν». Εκείνη στράφηκε γοργά και τον αντίκρισε. Ο Ντέρεκ ήταν ντυμένος σαν Βάκχος, ο θεός της ακολασίας. Φορούσε μια λευκή τήβεννο και σανδάλια, και γύρω απ’ το κεφάλι του ένα στεφάνι από σταφύλια και φύλλα. Εκείνος της έριξε ένα ερευνητικό, διεισδυτικό βλέμμα, και η Λίλι διαπίστωσε με δυσαρέσκεια ότι ένιωσε ένα κοκκίνισμα να μεγαλώνει κάτω από τη μάσκα της. «Φυσικά και είμαι εντάξει», είπε. «Και γιατί να μην ήμουν;» Χαμογέλασε παγερά. «Με συγχωρείς, ψάχνω παιχνίδι. Έχω πέντε χιλιάδες λίρες να κερδίσω». «Περίμενε». Ο Ντέρεκ άγγιξε τον ώμο της και την κοίταξε με τον γνωστό φιλικό,


διασκεδαστικό τρόπο του. «Έλα να πάμε μια βόλτα μαζί». Εκείνη γέλασε με δυσπιστία. «Περιμένεις από μένα να συνεχίσουμε τη φιλία μας όπως συνήθως;» «Γιατί όχι;» Η Λίλι μίλησε υπομονετικά, λες και εξηγούσε μια κατάσταση σε ένα χοντροκέφαλο παιδί. «Γιατί χθες το βράδυ έβαλα στοίχημα το κορμί μου σε ένα παιχνίδι της τράπουλας, από καθαρή απόγνωση. Κι εσύ όχι μόνο το άφησες να συμβεί, αλλά ενθάρρυνες κιόλας την όλη κατάσταση και τη χρησιμοποίησες για να ευθυμήσεις και να διασκεδάσεις τα μέλη της λέσχης σου. Αυτή δεν είναι καθόλου συμπεριφορά φίλου, Ντέρεκ. Είναι συμπεριφορά σωματέμπορου». Εκείνος έκανε έναν κοροϊδευτικό ήχο. «Αν θέλεις να κουνήσεις την ουρά σου σε κάποιον, εμένα δεν μου καίγεται καρφί. Εγώ ξαπλώνω γυναίκες συνέχεια – αυτό δεν αλλάζει τίποτα ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα». «Η χθεσινή νύχτα ήταν διαφορετική», είπε ήρεμα η Λίλι. «Σου ζήτησα να παρέμβεις για μένα. Ήθελα να το σταματήσεις. Όμως δεν νοιάστηκες αρκετά. Με έδωσες, Ντέρεκ». Κάποιο σκοτεινό συναίσθημα αναδεύτηκε κάτω από την ήρεμη, ατάραχη επιφάνεια. Ξαφνικά φάνηκε μια ανησυχαστική λάμψη στα μάτια του, μια προδοτική σύσπαση στο μάγουλό του. «Νοιάζομαι», είπε εκείνος ήρεμα. «Όμως δεν ήσουν ποτέ δική μου για να σε κρατήσω. Το τι συμβαίνει σε ένα κρεβάτι… δεν έχει καμία σχέση μ’ εμάς». «Ό,τι και να κάνω, δεν είναι δουλειά σου. Αυτό πιστεύεις;» «Σωστά», μουρμούρισε εκείνος. «Έτσι πρέπει να είναι». «Ω Ντέρεκ», ψιθύρισε η Λίλι κοιτάζοντάς τον όπως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ πριν. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πράγματα που την είχαν μπερδέψει εδώ και δυο χρόνια. Ο Ντέρεκ γνώριζε εδώ και πολύ καιρό για τον απεγνωσμένο αγώνα της για λεφτά, κι ωστόσο δεν είχε προσφερθεί ποτέ να τη βοηθήσει, παρόλο που αυτό άνετα ήταν εντός των δυνατοτήτων του. Όλο αυτό τον καιρό εκείνη νόμιζε ότι επρόκειτο για φιλάργυρη απληστία. Δεν ήταν απληστία αλλά φόβος. Ο Ντέρεκ προτιμούσε μια ψεύτικη φιλία παρά οτιδήποτε αληθινό. Η βίαιη αποστέρηση της νιότης του είχε ακρωτηριάσει την καρδιά του με κάποιο τρομερό τρόπο. «Μας αφήνεις όλους να κάνουμε αυτό που επιθυμούμε, ε;» τον ρώτησε απαλά. «Το μόνο που θέλεις είναι να κάτσεις στα μετόπισθεν και να παρατηρείς, λες και παρακολουθείς κάποιο αέναο κουκλοθέατρο. Πολύ πιο ασφαλές από το να εμπλακείς. Πολύ πιο ασφαλές από το να αναλάβεις ρίσκα και ευθύνες. Πόσο άνανδρο εκ μέρους σου». Σκόπιμα η Λίλι χρησιμοποίησε λέξεις που εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί ήξερε ότι ο Ντέρεκ το μισούσε αυτό. «Ε λοιπόν, δεν θα ζητήσω τη βοήθειά σου ξανά. Δεν τη χρειάζομαι πια. Είναι παράξενο, αλλά μετά τη χθεσινή νύχτα νιώθω λες και έχω ξεφορτωθεί όλους τους… ενδοιασμούς μου». Με χάρη έβγαλε τον μανδύα της και κάρφωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του, απολαμβάνοντας την αντίδρασή του. Οι καλεσμένοι που μόλις είχαν καταφθάσει στην είσοδο σώπασαν απότομα και όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Εκ πρώτης όψεως το κοστούμι της Λίλι έδινε την εντύπωση της γύμνιας. Η Μονίκ είχε δημιουργήσει ένα φουστάνι από διάφανη, αραχνοΰφαντη γάζα που τυλιγόταν χαλαρά γύρω της. Έξυπνα είχαν προσθέσει τεράστια, πράσινα βελούδινα «φύλλα» που στην πραγματικότητα κάλυπταν πολλά. Αυτές οι λωρίδες από πράσινο βελούδο καθώς και τα μακριά μαλλιά της σκούρας περούκας της τη σκέπαζαν κάπως. Όμως υπήρχαν προκλητικές αναλαμπές από απαλό δέρμα μέσα απ’ το διάφανο ύφασμα, και το περίγραμμα του λυγερού, καλοσχηματισμένου κορμιού της ήταν ευδιάκριτο. Το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα ήταν το ζωγραφισμένο σχέδιο ενός φιδιού που τυλιγόταν γύρω από το κορμί της, αρχίζοντας από τον έναν λεπτό της αστράγαλο και


ανεβαίνοντας στριφογυριστά ως τον ώμο της. Τρεις ώρες είχε χρειαστεί μια φίλη της Μονίκ, καλλιτέχνιδα, να ζωγραφίσει το φίδι. Με ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο, η Λίλι σήκωσε ένα λαμπερό κόκκινο μήλο στο χέρι της και το κράτησε κάτω από τη μύτη του Ντέρεκ. «Θα ήθελες μια δαγκωματιά;» τον ρώτησε μελιστάλαχτα.


Κεφάλαιο 9 Μετά την αρχική του κατάπληξη, το πρόσωπο του Ντέρεκ παρέμεινε ανέκφραστο. Όμως η αντιληπτική ικανότητα της Λίλι έδειχνε να έχει οξυνθεί τελευταία. Ήξερε ότι υπήρχε μια γωνιά λογικής μες στο μυαλό του που ήθελε να την εμποδίσει να φορέσει το αποκαλυπτικό κοστούμι μπροστά σε τόσο πολύ κόσμο. Δεν θα έκανε καμία κίνηση να τη σταματήσει, ωστόσο. Ρίχνοντάς της ένα παγερό βλέμμα γεμάτο νόημα, ο Ντέρεκ της γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε γοργά. «Καλό κυνήι», είπε πάνω απ’ τον ώμο του. «Κυνήγι», μουρμούρισε η Λίλι, κοιτάζοντάς τον να ξεγλιστράει και να φεύγει σαν κάποιος προδομένος εραστής. Η εικόνα του την έκανε να νιώσει ένοχη, υπεύθυνη για κάποιο κακό που του είχε συμβεί, μόνο που δεν ήξερε τι. Με έναν αστραφτερό, αποφασιστικό χαμόγελο, έδωσε τον μανδύα της σε έναν υπηρέτη που περίμενε και μπήκε στην κεντρική αίθουσα της λέσχης. Ένα γέλιο ικανοποίησης της ξέφυγε όταν είδε πόσο επιδέξια είχε διακοσμηθεί η αίθουσα, δίνοντας την εντύπωση ενός κατεστραμμένου ναού. Στους τοίχους είχαν κρεμαστεί μακριά μπλε πανό, που αναπαριστούσαν τον ουρανό, ενώ πανύψηλες ξύλινες και γύψινες κολόνες είχαν βαφτεί σε μια απομίμηση παλαιωμένης πέτρας. Αγάλματα και βωμοί είχαν τοποθετηθεί στις γωνίες και κατά μήκος των πλευρών της αίθουσας. Το τραπέζι του μπαρμπουτιού είχε μετακινηθεί για να δημιουργήσει χώρο για χορό. Μουσικοί κάθονταν στους εξώστες από πάνω, στέλνοντας γλυκές μελωδίες σε όλο το παλάτι του τζόγου. Οι πόρνες της λέσχης ήταν ντυμένες στα ασημί και στα χρυσά, παίζοντας τον ρόλο των Ρωμαίων χορευτριών καθώς κινούνταν ανάμεσα στους καλεσμένους με πέπλα, φανταχτερές λύρες και ψεύτικα μουσικά όργανα. Ένα καθολικό αγκομαχητό διέσχισε την αίθουσα καθώς η Λίλι έκανε την εμφάνισή της. Δεν μπόρεσε να προχωρήσει παραπέρα γιατί ένα μπουλούκι μεταμφιεσμένων αντρών μαζεύτηκε γύρω της – γελωτοποιοί, μονάρχες, πειρατές και μια φανταστική συλλογή από μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Οι γυναίκες αγριοκοίταζαν διακριτικά από απόσταση, καθώς όλοι οι άντρες μέσα σ’ εκείνο το μέρος προσπάθησαν να τραβήξουν την προσοχή της Λίλι. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της με έκπληξη μπροστά στο πλήθος των επιτακτικών φωνών. «Εκείνη είναι!» «Αφήστε με να περάσω, πρέπει να μιλήσω μαζί της…» «Λαίδη Εύα, να σου φέρω ένα ποτήρι κρασί…» «Έχω κλείσει ένα μέρος σε μία από τις αίθουσες των χαρτοπαιγνίων για σένα…» «Το πιο γοητευτικό πλάσμα…» Ακούγοντας τη βαβούρα να μεγαλώνει στην κεντρική αίθουσα, ο Ντέρεκ πήγε στον Γουόρθι. Ο υπηρέτης γενικών καθηκόντων ήταν ντυμένος σαν ένας μικρόσωμος, διοπτροφόρος Ποσειδώνας, κρατώντας σφιχτά στο ένα χέρι του μια μακριά τρίαινα. «Γουόρθι», μουρμούρισε ο Ντέρεκ έναν εξάψαλμο κοχλάζοντας, «θα πας μπάστακας στη δεσποινίδα Λόσον και δεν θα την αφήσεις. Θα είναι θαύμα, διάολε, αν δεν τη βιάσουν μισή ντουζίνα φορές απόψε, γιατί όλα αυτά τα καθάρματα εδώ μέσα θέλουν να το γλεντήσουν μαζί της…» «Μάλιστα, κύριε», τον διέκοψε ήρεμα ο Γουόρθι και σπρώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος, αξιοποιώντας κατάλληλα την τρίαινά του. Τα σκληρά πράσινα μάτια του Ντέρεκ σάρωσαν το πλήθος. «Ρέιφορντ, κάθαρμα», είπε σε χαμηλόφωνο, δηκτικό τόνο. «Πού στον διάολο είσαι;»


Ο Άλεξ κατέφθασε στη συγκέντρωση λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, όταν ο χορός και το γλέντι είχαν ανάψει για τα καλά. Επωφελούμενες από τη μοναδική ευκαιρία τους να τζογάρουν στου Κρέιβεν, οι ελαφρά ντυμένες γυναίκες σεργιάνιζαν από αίθουσα σε αίθουσα, βγάζοντας γυναικεία σκληρίσματα κατάπληξης έτσι και έχαναν χιλιάδες λίρες ή κρώζοντας από ευχαρίστηση αν κέρδιζαν. Καλυμμένες με τις μάσκες και τα κοστούμια, οι παντρεμένες γυναίκες ένιωθαν ελεύθερες να φλερτάρουν με παλιανθρώπους, ενώ οι διακεκριμένοι ευγενείς βολιδοσκοπούσαν γυναίκες αμφιβόλου ηθικής. Η φορτισμένη ατμόσφαιρα έκανε εύκολο, σχεδόν επιβεβλημένο, το να επιδοθεί κανείς σε τολμηρά χάδια, χαλαρή κουβεντούλα και απερίσκεπτη συμπεριφορά. Το κρασί έρεε σαν νερό και το πλήθος έγινε αχαλίνωτο από μεθυσμένη τέρψη. Καθώς η είσοδος του Άλεξ έγινε αντιληπτή, ακούστηκαν λίγες επευφημίες και μια γοργή σειρά από προπόσεις προς τιμήν του. Εκείνος τους χαιρέτησε με ένα σαστισμένο χαμόγελο. Τα γκρίζα μάτια του ερεύνησαν το δωμάτιο για τη Λίλι, αλλά η μικρόσωμη φιγούρα της δεν φαινόταν πουθενά. Εκεί που κοντοστάθηκε για να κοιτάξει ένα αλλόκοτο μπούγιο από ζευγάρια που χόρευαν, μια ομάδα γυναικών τον πλησίασε. Όλες τους φορούσαν δελεαστικά χαμόγελα και τα μάτια τους έλαμπαν προκλητικά κάτω από τις μάσκες με τα πούπουλα που φορούσαν. «Κύριέ μου», γουργούρισε μια από αυτές, με τη φωνή της να αποκαλύπτει πως ήταν η λαίδη Γουέιμπριτζ. Η νεαρή, όμορφη γυναίκα ενός ηλικιωμένου βαρόνου ήταν ντυμένη Αμαζόνα. Το πλούσιο στήθος της το κάλυπτε ελάχιστα ένα κορσάζ στο χρώμα του δέρματος. «Το ξέρω ότι είσαι εσύ, Ρέιφορντ… αυτές οι αξιοπρόσεκτες πλάτες σε προδίδουν… για να μην πω και τα ξανθά μαλλιά». Μια άλλη από τις γυναίκες κόλλησε πάνω του και γέλασε βραχνά. «Γιατί το κοστούμι σου φαντάζει τόσο καθωσπρέπει;» ρώτησε. Ο Άλεξ ήταν ντυμένος Εωσφόρος – το παλτό του, οι βράκες του, το γιλέκο και οι μπότες του ήταν όλα σε χρώμα λαμπερό κόκκινο. Μια αυστηρή, δαιμονική μάσκα με δυο καμπυλωτά κέρατα κάλυπτε το πρόσωπό του, ενώ ένας άλικος μανδύας σκέπαζε τους ώμους του. «Εσύ πρέπει να έκρυβες διαβολικές ορμές εδώ και χρόνια», μουρμούρισε η λαίδη Γουέιμπριτζ. «Εγώ πάντα υποπτευόμουν ότι ήσουν πολύ περισσότερα απ’ όσα φαίνονται με το μάτι!» Ο Άλεξ συνοφρυώθηκε σαστισμένος και έσπρωξε από πάνω του την επίμονη γυναίκα. Και παλιότερα τον είχαν κυνηγήσει οι γυναίκες, είχε υπάρξει αποδέκτης δελεαστικών βλεμμάτων και εντυπωσιακού φλερτ – όμως ποτέ του δεν ήταν ο στόχος μιας τόσο ευθείας επίθεσης. Η σκέψη ότι το ενδιαφέρον τους είχε προκληθεί από το παιχνίδι του με τη Λίλι ήταν κάτι το ασύλληπτο. Μα αυτές θα έπρεπε να ένιωθαν φρίκη με τη σκανδαλώδη συμπεριφορά του, όχι έξαψη! «Λαίδη Γουέιμπριτζ», μουρμούρισε, τραβώντας της το χέρι που είχε χωθεί στα κλεφτά μέσα από το παλτό του κι είχε γλιστρήσει γύρω απ’ τη μέση του. «Με συγχωρείς, ψάχνω κάποιον…» Εκείνη ρίχτηκε πάνω του με ένα χάχανο που μύριζε μπράντι. «Είσαι πολύ επικίνδυνος άντρας, δεν είσαι;» μουρμούρισε στο αφτί του κι άδραξε τον λοβό του αφτιού του με τα δόντια της. Ο Άλεξ γέλασε ταραγμένος κι αποτράβηξε γρήγορα το κεφάλι του. «Σε διαβεβαιώ, είμαι εντελώς ακίνδυνος. Τώρα, αν μου επιτρέπεις…» «Σιγά που είσαι ακίνδυνος», ανταπάντησε εκείνη δελεαστικά, κολλώντας το κάτω μέρος του κορμιού της πάνω του. «Τα έμαθα όλα γι’ αυτά που έκανες χθες τη νύχτα. Κανένας δεν φανταζόταν ότι ήσουν τέτοιο σκοτεινό, πονηρό, εκδικητικό κτήνος». Τα κόκκινα χείλη της ήρθαν πιο κοντά, γκρινιάζοντας ψιθυριστά. «Εγώ θα μπορούσα να σε ικανοποιήσω εκατό φορές καλύτερα από τη Λίλι Λόσον. Έλα σ’ εμένα και θα σου το αποδείξω». Με κάποιο τρόπο ο Άλεξ κατάφερε να ξεφύγει από την επίμονη λαβή της. «Σ’ ευχαριστώ», μουρμούρισε και οπισθοχώρησε για να αποφύγει τα κτητικά χέρια της, «αλλά είμαι


απασχολημένος με…» κόμπιασε και ολοκλήρωσε αμήχανα, «…κάτι. Καλό βράδυ». Στράφηκε βεβιασμένα και κόντεψε να γκρεμίσει μια γυναίκα που ήταν ντυμένη γαλακτοπώλισσα. Άπλωσε τα χέρια του για να τη στηρίξει, κι εκείνη τρεμούλιασε. Τα μπλε μάτια που τον κοιτούσαν μέσα από τη μάσκα που έμοιαζε με μπουμπούκι τριαντάφυλλου ήταν εκφραστικά και έντρομα. «Κύριέ μου», μουρμούρισε η γυναίκα με φόβο. «Δεν με ξέρεις, αλλά… ν… νομίζω ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου». Ο Άλεξ απέμεινε να την κοιτάζει βουβός. Πριν προλάβει να απαντήσει, μια ξεμυαλίστρα μεταμφιεσμένη σε Κλεοπάτρα –που όμως είχε στρογγυλό πρόσωπο και ψιλή φωνή που πρόδιδε την ταυτότητά της ως κόμησσας του Κρόιντον– ρίχτηκε στην αγκαλιά του. «Τζόγαρε για μένα», φώναξε η γυναίκα. «Είμαι στο έλεός σου, κύριέ μου. Ρίξε το πάθος σου στα καπρίτσια της μοίρας!» Με ένα ενοχλημένο μουγκρητό ο Άλεξ προχώρησε σπρώχνοντας μέσα στην αίθουσα, με μια κουστωδία από ξετρελαμένες γυναίκες να τον κυνηγάει. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, όπου έκανε την εμφάνισή του ο Ντέρεκ Κρέιβεν. Για άνθρωπος που υποτίθεται ότι αναπαριστούσε τον θεό του γλεντιού εκείνος έδειχνε μάλλον σκυθρωπός, με το πρόσωπό του σκοτεινό και κατσουφιασμένο κάτω από ένα στέμμα από σταφύλια και φύλλα. Αντάλλαξαν ένα μουτρωμένο βλέμμα και ο Ντέρεκ τον τράβηξε μέσα, εμποδίζοντας τις γυναίκες να ακολουθήσουν. Ο Ντέρεκ σχημάτισε ένα στραβό χαμόγελο καθώς μιλούσε στις δυσαρεστημένες, ξαναμμένες κυρίες. «Ήσυχα, αγαπούλες. Σας ζητώ συγγνώμη, αλλά ο πρίγκιπας του σκότους κι εγώ θέλουμε να μιλήσουμε. Λοιπόν, πηγαίνετε». Ο Άλεξ κοίταξε με δύσπιστο βλέμμα τις γυναίκες να φεύγουν. «Σ’ ευχαριστώ», είπε με συμπάθεια και κούνησε το κεφάλι του. «Μετά τη χθεσινή νύχτα, θα έπρεπε να με κατηγορούν ως παλιάνθρωπο». Το στόμα του Ντέρεκ συσπάστηκε ειρωνικά. «Κι αντί γι’ αυτό, έγινες ο μόσχος ο σιτευτός του Λονδίνου». «Ποτέ δεν είχα τέτοια πρόθεση», μουρμούρισε ο Άλεξ. «Γυναίκες. Ένας Θεός ξέρει τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό τους». Δεν τον ένοιαζε η γνώμη οποιασδήποτε γυναίκας για το άτομό του. Το μόνο που ήθελε ήταν η Λίλι. «Είναι εδώ η Λίλι;» Ο Ντέρεκ τον κοίταξε με ψυχρή ειρωνεία. «Μάλιστα, κύριέ μου. Κάθεται γυμνή σε ένα τραπέζι μαζί με κάτι καθάρματα που τους τρέχουν τα σάλια, προσπαθώντας να τους ξηλώσει κατά πέντε χιλιάδες βρομολίρες». Το πρόσωπο του Άλεξ πήρε ένα ύφος σαν χαμένο. «Τι;» «Με άκουσες». «Κι εσύ δεν έκανες τίποτα να τη σταματήσεις;» ρώτησε ο Άλεξ παράφορα οργισμένος. «Αν θέλεις την ασφάλειά της», είπε ο Ντέρεκ μέσα απ’ τα δόντια του, «εσύ πρέπει να τη φροντίσεις. Εγώ έχω τελειώσει με όλη αυτή τη θεοπάλαβη υπόθεση. Το να την κρατήσεις μακριά από μπελάδες… είναι σαν να προσπαθείς να βγάλεις γάλα από ένα πιτσούνι, αυτό είναι». «Σε ποια αίθουσα παίζουν χαρτιά;» ρώτησε κοφτά ο Άλεξ, βγάζοντας απότομα τη μάσκα του και πετώντας τη στο πάτωμα ανυπόμονα. «Στη δεύτερη από αριστερά», είπε ο Ντέρεκ χαμογελώντας καυστικά και σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος καθώς έβλεπε τον Άλεξ να φεύγει. «Βγάζω δύο», είπε η Λίλι ψύχραιμα και μάζεψε τα δύο απαραίτητα χαρτιά από την τράπουλα. Η τύχη της έδειχνε να έχει βελτιωθεί δέκα φορές παραπάνω από τη χθεσινή νύχτα. Την τελευταία


ώρα είχε μαζέψει ένα πενιχρό ποσό χρημάτων, πάνω στο οποίο τώρα θα άρχιζε να βασίζεται. Οι υπόλοιποι πέντε άντρες στο τραπέζι έπαιζαν ατζαμίδικα, με τα λάγνα βλέμματά τους να περιπλανιούνται πάνω στο διάφανο κοστούμι της και τα πρόσωπά τους να προδίδουν κάθε σκέψη τους. «Βγάζω ένα», είπε ο λόρδος Κόμπαμ. Η Λίλι ήπιε μια γουλιά μπράντι και μελέτησε το πρόσωπό του. Χαμογέλασε αχνά όταν παρατήρησε ότι το βλέμμα του κινήθηκε για άλλη μια φορά προς τα πράσινα βελούδινα φύλλα που κάλυπταν τα στήθη της. Το μικρό δωμάτιο ήταν γεμάτο με άντρες. Η Λίλι ήξερε ότι τα βλέμματα όλων ήταν καρφωμένα πάνω της. Δεν την ένοιαζε. Αν το να επιδείξει τον εαυτό της τη βοηθούσε να μαζέψει τα λεφτά που είχε απαιτήσει ο Τζουζέπε, ας ήταν. Θα έκανε τα πάντα για να σώσει τη Νικόλ, ακόμα και να θυσιάσει τα τελευταία απομεινάρια της αξιοπρέπειάς της. Αργότερα θα άφηνε τον εαυτό της να νιώσει αποτροπιασμό γι’ αυτή την ανάμνηση και να ντραπεί σφόδρα για τον τρόπο που είχε εκθέσει τον εαυτό της. Για την ώρα… «Βγάζω ένα», είπε, ρίχνοντας κάτω ένα χαρτί. Καθώς πήγαινε να πάρει άλλο ένα, ένιωσε ένα καυτό τσίμπημα επίγνωσης χαμηλά στη ραχοκοκαλιά της. Γύρισε αργά το κεφάλι της και είδε τον Άλεξ να στέκεται στο κατώφλι του δωματίου. Κανένας βιβλικός άγγελος της καταστροφής δεν θα μπορούσε να δείξει πιο υπέροχος, με τα μαλλιά και το δέρμα του να αστράφτουν με το βαθύ σκοτάδι του πεπαλαιωμένου χρυσαφιού πάνω στα ρούχα που φορούσε, που είχαν το χρώμα του αίματος. Στις γκρίζες ίριδες των ματιών του σιγόκαιγε η οργή όταν είδε το ελάχιστα καλυμμένο κορμί της. «Δεσποινίς Λόσον», είπε με απόλυτα συγκρατημένη φωνή. «Μπορώ να σου πω δυο λόγια;» Ο τρόπος που την κοίταζε έκανε τη Λίλι να σφιχτεί από ανησυχία. Ένιωσε καρφωμένη στην καρέκλα της κι αισθάνθηκε μια ξαφνική παρόρμηση να το σκάσει προς την ασφάλεια. Αντί γι’ αυτό, επιστράτευσε όλη την υποκριτική ικανότητά της για να φανεί αδιάφορη. «Αργότερα, ίσως», μουρμούρισε και έστρεψε ξανά την προσοχή της στα χαρτιά της. «Εσύ παίζεις, Κόμπαμ». Ο Κόμπαμ δεν έκανε καμία κίνηση, μονάχα κοίταζε τον Άλεξ με το ίδιο αποσβολωμένο ύφος που τον κοιτούσαν και όλοι οι υπόλοιποι. Το βλέμμα του Άλεξ παρέμεινε καρφωμένο πάνω στη Λίλι. «Τώρα», της είπε, πιο απαλά από πριν. Υπήρχε μια αιχμή στη φωνή του που θα μπορούσε να κόψει και γυαλί. Η Λίλι τον κοίταξε, ενώ το κοινό τους παρακολούθησε την ανταλλαγή βλεμμάτων με έντονο ενδιαφέρον. Να τον έπαιρνε ο διάολος που της μιλούσε μπροστά σ’ αυτούς λες και ήταν ιδιοκτησία του! Ε λοιπόν, ο Γουόρθι βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο. Δική του δουλειά ήταν να εξασφαλίζει το απρόσκοπτο παιχνίδι στις αίθουσες των χαρτοπαιγνίων και να απομακρύνει όλες τις παρεμβολές. Ο Γουόρθι δεν θα άφηνε τον Άλεξ να της κάνει το παραμικρό. Στο κάτω κάτω, εκείνη ήταν νόμιμο μέλος της λέσχης. Τόλμησε να χαρίσει στον Άλεξ ένα αυθάδικο χαμόγελο. «Παίζω τώρα». «Φεύγεις», είπε εκείνος κοφτά και ανέλαβε δράση με αστραπιαίες κινήσεις. Της Λίλι της ξέφυγε ένα αγκομαχητό έκπληξης καθώς ένιωσε ένα χέρι να της αρπάζει απότομα τα χαρτιά και να τα σκορπίζει στο τραπέζι. Έπιασε το μήλο της και του το πέταξε στο κεφάλι, αλλά εκείνος έσκυψε με άνεση. Ξαφνικά βρέθηκε να ασφυκτιά μέσα στον κόκκινο μανδύα του. Με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο Άλεξ την τύλιξε ώσπου την ακινητοποίησε, με τα χέρια και τα πόδια της σφιχτά δεμένα. Η Λίλι στρίγγλισε και πάλεψε άγρια καθώς εκείνος έσκυψε, τη σήκωσε και την κρέμασε πάνω στον ώμο του. Η μακριά περούκα έπεσε απ’ το κεφάλι της, σχηματίζοντας έναν μεταξένιο σωρό στο πάτωμα. «Θα χρειαστεί να συγχωρήσετε τη δεσποινίδα Λόσον», πληροφόρησε ο Άλεξ τους άντρες στο


τραπέζι. «Αποφάσισε να κάνει κάτι για να σταματήσει τη χασούρα της και να αποσυρθεί γι’ απόψε. Αντίο σας». Μπροστά στα εμβρόντητα βλέμματά τους, μετέφερε τη Λίλι έξω από το δωμάτιο, ενώ εκείνη σπαρταρούσε και φώναζε με αγανάκτηση. «Άφησέ με κάτω, αλαζονικό κάθαρμα! Υπάρχει νόμος που απαγορεύει την απαγωγή! Θα βάλω να σε συλλάβουν, αυταρχικό κτήνος! Γουόρθι, κάνε κάτι! Πού στον διάολο είσαι; Ντέρεκ Κρέιβεν, βρε δειλέ παλιάνθρωπε, έλα να με βοηθήσεις!... Που να σας πάρει ο διάολος όλους…» Επιφυλακτικά ο Γουόρθι ακολούθησε τον Άλεξ, προβάλλοντας διστακτικές αντιρρήσεις. «Λόρδε Ρέιφορντ; Εεε… Λόρδε Ρέιφορντ…» «Κάποιος να φέρει ένα πιστόλι», φώναξε η Λίλι, με τη φωνή της να φθίνει καθώς ο Άλεξ τη μετέφερε με το στανιό προχωρώντας στον διάδρομο. Εξακολουθώντας να είναι καθισμένος στο τραπέζι του παιχνιδιού, ο ηλικιωμένος λόρδος Κόμπαμ έκλεισε το στόμα του και ανασήκωσε τους ώμους ανιαρά. «Μπορεί να είναι για καλό», παρατήρησε. «Ίσως μπορέσω να παίξω καλύτερα τώρα. Θαυμάσιο κορίτσι, αλλά δεν κάνει καθόλου καλό στην ορθή σκέψη». «Πολύ σωστά», είπε ο κόμης. Έξυσε το λευκό κεφάλι του και είπε ονειροπόλα: «Από την άλλη, κάνει απέραντο καλό στη λίμπιντό μου». Οι άντρες χαχάνισαν και έγνεψαν επιδοκιμαστικά, ενώ καινούριες παρτίδες ξεκινούσαν. Πάνω από τις ζωηρές μελωδίες της μουσικής στην αίθουσα χορού, μια διαπεραστική γυναικεία φωνή ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, λέγοντας φωναχτά όποια βρισιά μπορεί να βάλει ο νους. Ορισμένοι από τους μουσικούς κοντοστάθηκαν, κάποιοι κάρφωσαν το βλέμμα τους στην αίθουσα χορού, μπερδεμένοι. Ο Ντέρεκ τους έκανε νόημα αυταρχικά και συνέχισαν να παίζουν θαρραλέα, αλλά εξακολουθούσαν να τεντώνουν τους λαιμούς τους για να διαπιστώσουν την αιτία της βαβούρας. Ο Ντέρεκ ακούμπησε πάνω σε ένα άγαλμα του Ερμή, ακούγοντας τα επιφωνήματα απορίας από το πλήθος. Τα ζευγάρια παράτησαν τον χορό και τον τζόγο και βγήκαν έξω από την κεντρική αίθουσα για να διερευνήσουν τι θόρυβος ήταν αυτός. Κρίνοντας από τον ήχο της φωνής της Λίλι που έφθινε, ο Ντέρεκ συμπέρανε ότι ο Ρέιφορντ την πήγαινε από έναν παράπλευρο διάδρομο προς την κεντρική είσοδο. Για πρώτη φορά στη ζωή της η Λίλι είχε διασωθεί, παρόλο που δεν έδειχνε να το εκτιμά. Διχασμένος ανάμεσα στην ανακούφιση και την αγωνία, ο Ντέρεκ ψιθύρισε βρισιές μέσα απ’ τα δόντια που άνετα ξεπερνούσαν αυτές της Λίλι σε αισχρότητα. Ένας φανταχτερός δανδής ντυμένος Λουδοβίκος ΙΔ΄ επέστρεψε στην κεντρική αίθουσα και έκανε γελώντας μια αναγγελία. «Ο Ρέιφορντ έχει σηκώσει τη λαίδη Εύα μας στον ώμο του – και την πηγαίνει έξω σαν να είναι κάποιος καταραμένος πρωτόγονος!» Στο σκηνικό ξέσπασε πανδαιμόνιο. Ένα μεγάλο μέρος του μπούγιου συνέρρευσε έξω σαν σμήνος για να δει, ενώ οι υπόλοιποι συνωστίστηκαν γύρω από το γραφείο του Γουόρθι, απαιτώντας από τον υπηρέτη γενικών καθηκόντων να καταγράψει στοιχήματα. Με τη γνωστή αποτελεσματικότητά του, ο Γουόρθι άρχισε να γράφει σαν τρελός σε ένα μεγάλο βιβλίο και να αναγγέλλει τις πιθανότητες. «Δύο προς μία ότι θα την κρατήσει τουλάχιστον για έξι μήνες, είκοσι προς μία για έναν χρόνο…» «Εγώ βάζω στοίχημα χίλιες λίρες ότι θα παντρευτούν», είπε ο λόρδος Φάρμιγκτον με μεθυσμένο ενθουσιασμό. «Ποιες είναι οι πιθανότητες γι’ αυτό;» Ο Γουόρθι σκέφτηκε την ερώτηση με προσοχή. «Πενήντα προς μία, κύριέ μου». Ξαναμμένο το πλήθος μαζεύτηκε ακόμα περισσότερο γύρω από τον Γουόρθι, για να βάλει κι άλλα στοιχήματα.


Καθώς η Λίλι σπαρταρούσε ανήμπορα πάνω στον ώμο του Άλεξ, στράφηκε και είδε μερικούς καλοθελητές να τους ακολουθούν. «Αυτό λέγεται απαγωγή, ρε μεθυσμένοι κόπανοι!» τσίριξε. «Αν δεν τον σταματήσετε, θα κατηγορηθείτε ως συνεργοί όταν θα του κάνω μήνυση για απαγωγή και… οχ!» Της ξέφυγε ένα έκπληκτο αγκομαχητό όταν ένιωσε ένα δυνατό παφ στα πισινά της. «Ήσυχα», είπε ο Άλεξ λακωνικά. «Δημιουργείς σκηνή». «Εγώ δημιουργώ σκηνή; Εγώ… οχ, πανάθεμά σε!» Η Λίλι σώπασε κατάπληκτη ύστερα από ένα ακόμα τσουχτερό χτύπημα. Η άμαξα του Άλεξ είχε έρθει από μπροστά κι εκείνος κουβάλησε τη Λίλι ως το όχημα. Ένας υπηρέτης με μια έκφραση αμηχανίας άνοιξε την πόρτα. Χωρίς τσιριμόνιες ο Άλεξ απίθωσε τη Λίλι μέσα όπως όπως και σκαρφάλωσε κι αυτός αμέσως μετά. Φιλικές επευφημίες ξεσηκώθηκαν από το πλήθος των μασκοφορεμένων επισκεπτών στα σκαλοπάτια. Ο ήχος συδαύλισε τα νεύρα της Λίλι σε ακόμα μεγαλύτερη φλόγα. «Τι ωραίο πράγμα», φώναξε έξω απ’ το παράθυρο, «όταν οι άνθρωποι επευφημούν το θέαμα μιας γυναίκας που υφίσταται κτηνωδία ακριβώς μπροστά στα μάτια τους!» Η άμαξα ξεκίνησε, και το τίναγμα του οχήματος προς τα εμπρός έριξε τη Λίλι πλάγια πάνω στο κάθισμα. Παιδεύτηκε να ελευθερωθεί από τον προσεκτικά τυλιγμένο μανδύα και κόντεψε σχεδόν να πέσει στο δάπεδο. Ο Άλεξ παρακολουθούσε από το απέναντι κάθισμα, μην κάνοντας καμιά κίνηση για να τη βοηθήσει. «Πού πάμε;» είπε εκείνη πνιγμένα, παλεύοντας με το ύφασμα που την περιόριζε. «Στο Σουάνς Κορτ, στο Μπεϊσγουότερ. Σταμάτα να φωνάζεις». «Οικογενειακή περιουσία, ε; Μην μπεις στον κόπο να με πας εκεί, γιατί δεν πρόκειται να πατήσω το πόδι μου στο καταραμένο μέρος». «Ήσυχα». «Δεν με νοιάζει πόσο μακριά είναι! Θα το πάρω με τα πόδια με το που θα…» «Αν δεν ησυχάσεις», τη διέκοψε εκείνος μιλώντας απαλά αλλά απειλητικά, «θα σου ρίξω τις ξυλιές της ζωής σου». Η Λίλι σταμάτησε να στριφογυρίζει για να τον κοιτάξει οργισμένη. «Ποτέ δεν με χτύπησε κανείς ως απόψε», είπε με πνιγμένη, επικριτική φωνή. «Ο πατέρας μου ποτέ δεν τόλμησε…» «Ο πατέρας σου ποτέ δεν έδινε δεκάρα», αποκρίθηκε απότομα ο Άλεξ. «Και θα έπρεπε να τον σουβλίσουν γι’ αυτό. Σου χρειαζόταν κάποιος να σε τσακίσει στις ξυλιές για χρόνια». «Εγώ…» άρχισε να λέει η Λίλι οργισμένα, αλλά όταν συνάντησε το αποφασισμένο βλέμμα του έκλεισε απότομα το στόμα της, συνειδητοποιώντας ότι ο Άλεξ μιλούσε σοβαρά. Επικεντρώθηκε στο να ελευθερώσει τον εαυτό της από τον μανδύα που τη φυλάκιζε, αλλά ήταν φασκιωμένη σφιχτά σαν μωρό. Οργισμένη, ταπεινωμένη, λιγάκι φοβισμένη, απέμεινε να τον κοιτάζει σιωπηλή, αναριγώντας. Είχε νομίσει ότι μετά τη χθεσινή νύχτα δεν είχε τίποτα να φοβάται από αυτόν. Τώρα, φαινόταν πως τίποτα και κανένας δεν θα τον εμπόδιζε να κάνει αυτό που ήθελε μαζί της. Της είχε καταστρέψει την τελευταία πιθανότητα να κερδίσει τα χρήματα για να πληρώσει τον Τζουζέπε. Η Λίλι έριχνε την ευθύνη στον εαυτό της εξίσου όσο την έριχνε και σ’ εκείνον. Αχ και να μην είχε ανακατευτεί στις υποθέσεις του… Αν είχε τη σύνεση να αρνηθεί τις ικεσίες του Ζάκαρι για βοήθεια και κοιτούσε τη δουλειά της, ο Άλεξ θα εξακολουθούσε να μένει στην επαρχία μαζί με την Πενέλοπε και τους υπόλοιπους Λόσον, και δεν θα αφιέρωνε καθόλου χρόνο να σκεφτεί την ύπαρξή της. Θυμήθηκε τον τρόπο που τον είχε δέσει πάνω στο κρεβάτι της, και μια αίσθηση απεγνωσμένου φόβου την κυρίευσε. Ο Άλεξ δεν θα τη συγχωρούσε ποτέ που τον είχε εξευτελίσει. Θα της το ξεπλήρωνε στο εκατονταπλάσιο. Θα αφοσιωνόταν στο να την


καταστρέψει. Δεν τον κοιτούσε ευθέως, αλλά ήξερε ότι τα ανοιχτόχρωμα ασημένια μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της και ότι τα έντονα κόκκινα ρούχα που φορούσε του έδιναν μια εντυπωσιακή, πανέμορφη, τρομακτική εμφάνιση. Αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να νιώσει χειρότερα αν είχε βρεθεί παγιδευμένη μέσα σε μια άμαξα με τον ίδιο τον διάβολο. Κάποια στιγμή η άμαξα τραντάχτηκε και σταμάτησε. Ένας από τους υπηρέτες άνοιξε την πόρτα. Παίρνοντας τη Λίλι μες στα χέρια του, ο Άλεξ την έβγαλε από την άμαξα και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά του Σουάνς Κορτ. Ο υπηρέτης έσπευσε να τους προσπεράσει και χτύπησε την πόρτα. «Κυρία Χότζες», φώναξε ο άντρας με τόνο επείγοντα. «Κυρία Χότζ…» Η πόρτα άνοιξε και η οικονόμος κοίταξε τη σκηνή μπροστά στα μάτια της με αυξανόμενη έκπληξη. «Νωρίς γύρισες, κύριέ μου. Εγώ…» Τα μάτια της γούρλωσαν όταν είδε τη γυναίκα τυλιγμένη σαν μπόγο στα χέρια του Άλεξ. «Ύψιστε Θεέ… Λόρδε Ρέιφορντ, είναι χτυπημένη;» «Όχι ακόμα», αποκρίθηκε ο Άλεξ βλοσυρά, και κουβάλησε τη Λίλι μέσα στο αρχοντικό. Η Λίλι στριφογύρισε πάνω του. «Δεν μπορείς να με αναγκάσεις να μείνω εδώ», φώναξε. «Θα φύγω με το που θα με απιθώσεις κάτω!» «Όχι ώσπου να καταστήσω σαφή μερικά πράγματα». Η Λίλι έριξε μια γοργή ματιά στα πέριξ καθώς διέσχιζαν έναν εσωτερικό διάδρομο και άρχισαν να ανεβαίνουν μια ελαφρά καμπυλωτή σκάλα με ένα πολύπλοκο σφυρήλατο κιγκλίδωμα. Το σπίτι ήταν δροσερό και ανάλαφρο, διακοσμημένο με κομψό αλλά όχι βαρυφορτωμένο στιλ. Ήταν εντυπωσιακά μοντέρνο, με τεράστια παράθυρα και ακριβά γύψινα. Συνειδητοποίησε ότι ο Άλεξ την κοίταζε επίμονα, λες και ήθελε να εξακριβώσει την αντίδρασή της σχετικά με το αρχοντικό. «Αν έχεις σκοπό να μου καταστρέψεις τη ζωή», είπε εκείνη χαμηλόφωνα, «το έχεις καταφέρει πέρα κι από την πιο τρελή σου φιλοδοξία. Δεν έχεις ιδέα τι μου έκανες». «Που σε πήρα από ένα παιχνίδι; Που σου αρνήθηκα την ευκαιρία να επιδείξεις καμαρωτά το κορμάκι σου μπροστά στην υψηλή κοινωνία;» «Πιστεύεις ότι στ’ αλήθεια το απολάμβανα αυτό;» ρώτησε εκείνη, εξαγριωμένη πέρα από κάθε επιφύλαξη. «Νομίζεις ότι μπορούσα να κάνω αλλιώς; Αν δεν ήταν για…» Τρομοκρατημένη, συγκρατήθηκε στο τσακ, μην μπορώντας να πιστέψει τι κόντεψε να πει. Τόσο πολύ την είχε βγάλει από τα ρούχα της αυτός ο άνθρωπος, που το πιο σκοτεινό μυστικό της κόντεψε να βγει απροκάλυπτα στη φόρα. Ο Άλεξ πιάστηκε από τα λόγια της κατευθείαν. «Αν δεν ήταν για τι; Έχει αυτό καμία σχέση με τις πέντε χιλιάδες λίρες που ανέφερε ο Κρέιβεν; Τι τα χρειάζεσαι αυτά τα λεφτά;» Η Λίλι απέμεινε να τον κοιτάζει με φρίκη, παγωμένη, και το πρόσωπό της έγινε τρομακτικά άσπρο. «Σου είπε ο Ντέρεκ για τις πέντε χιλιάδες λίρες;» τον ρώτησε με βραχνή φωνή. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ω Θεέ μου, δεν υπήρχε κανένας στον κόσμο που να μπορεί να τον εμπιστευτεί! «Θα… θα τον σκοτώσω, τον προδότη…» «Είναι χρέος από τον τζόγο, έτσι δεν είναι;» είπε εκείνος βλοσυρά. «Τι απέγιναν τα χρήματα που κληρονόμησες από τη θεία σου; Κατασπατάλησες μια ολόκληρη περιουσία στα τραπέζια του τζόγου, έτσι; Προφανώς έχεις υποβιβάσει τον εαυτό σου σε μια κατάσταση μεροδούλι μεροφάι και υποστηρίζεσαι από τα κέρδη σου. Από όλα τα ανεύθυνα…» Ο Άλεξ σταμάτησε να μιλάει και έτριξε τα δόντια του. Η Λίλι γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη, δαγκώνοντας τα χείλη της. Καιγόταν να του πει ότι δεν είχε υπάρξει σπάταλη ούτε είχε χάσει βλακωδώς τα λεφτά της στον τζόγο. Τα λεφτά είχαν αποστραγγιστεί μέσα από έναν εκβιασμό και τα έξοδα ενός ντετέκτιβ πλήρους απασχόλησης, τα είχε ξοδέψει όλα πάνω στην προσπάθειά της να πάρει πίσω την κόρη της. Αν


δεν ήταν η μπαμπεσιά του Τζουζέπε, εκείνη θα ζούσε μια άνετη ζωή. Αν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δεν θα ξαναπατούσε ποτέ της κοντά σε τραπέζι για μπαρμπούτι! Όμως δεν μπορούσε με τίποτα να τον αφήσει να το μάθει αυτό. Καθώς κοιτούσε το πεισματικά γυρισμένο αλλού πρόσωπό της, ο Άλεξ λαχτάρησε να την τραντάξει και να τη φιλήσει και να τη χτυπήσει, όλα μαζί ταυτόχρονα. Διαισθάνθηκε την τρομερή μάχη που γινόταν μέσα της. Η γυναίκα κάτι φοβόταν… είχε κάποιου είδους μπλεξίματα. Τη μετέφερε μέσα σε μια τεράστια κρεβατοκάμαρα και έκλεισε την πόρτα. Η Λίλι έμεινε απολύτως ακίνητη όταν την έστησε στα πόδια της κι άρχισε να της ξετυλίγει τον μανδύα. Εκείνη περίμενε με αφύσικη καρτερία, κρατώντας τον εαυτό της υπό έλεγχο. Όταν της έβγαλε τον μανδύα που την περιόριζε, εκείνη άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και λύγισε τα χέρια της. Ο Άλεξ πέταξε τον μανδύα σε μια καρέκλα και στράφηκε προς το μέρος της. Ταχύτατα εκείνη του όρμησε με όλη της τη δύναμη και τον χαστούκισε στο πρόσωπο, με μια ορμή που έκανε το κεφάλι του να γυρίσει στο πλάι. Το δυνατό χτύπημα έκανε την παλάμη της να πονέσει. Καθώς στράφηκε να φύγει, ένιωσε το χέρι του να σφίγγει το πίσω μέρος του κοστουμιού της. «Όχι ακόμα», μουρμούρισε ο Άλεξ. Η Λίλι τραβήχτηκε βίαια και απότομα από εκείνον, και της έφυγε ένα οργισμένο όσο και κατάπληκτο αγκομαχητό όταν ένιωσε το αραχνοΰφαντο ύφασμα του φουστανιού της να σκίζεται. Το λεπτότατο ρούχο έπεσε από πάνω της κι εκείνη το συγκράτησε πανικόβλητη, οπισθοχωρώντας προς έναν τοίχο και καλύπτοντας το μπροστινό μέρος του σώματός της με τα χέρια της. Ο Άλεξ την πλησίασε και έβαλε τα δυο χέρια του πάνω στον τοίχο γύρω της, σκύβοντας από πάνω της. Έδειχνε τρεις φορές ψηλότερος από αυτήν. Τα καυτά μάτια του χτένισαν το λιγνό κορμί της, μένοντας περισσότερο στο ειδωλολατρικό σχέδιο του φιδιού που ήταν ζωγραφισμένο γύρω της. Το σχέδιο είχε μουτζουρωθεί σε κάμποσα σημεία, αφήνοντας λωρίδες από μαύρο, πράσινο και μπλε χρώμα πάνω στο λευκό δέρμα της. «Μη με αγγίζεις», είπε η Λίλι τρέμοντας. «Αλλιώς… θα σε ξαναχτυπήσω». «Δεν πρόκειται να σε αγγίξω», αποκρίθηκε εκείνος ειρωνικά. «Θα περιμένω εδώ ενώ εσύ θα ξεβγάζεις…» κοίταξε το ζωγραφισμένο φίδι με αποστροφή, «…αυτό το πράγμα. Υπάρχει μια γκαρνταρόμπα εκεί πέρα κι ένα μπάνιο ακριβώς παραδίπλα». Εκείνη ρίγησε από έναν συνδυασμό φόβου και οργής. «Έχω μερικές αποκαλύψεις να σου κάνω, κύριέ μου. Δεν πρόκειται να κάνω μπάνιο. Δεν πρόκειται να κοιμηθώ στο κρεβάτι σου απόψε και δεν πρόκειται να μιλήσω μαζί σου. Ξέρω τα πάντα που πρόκειται να πεις. Η απάντηση είναι όχι». «Ω;» Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Τι πρόκειται να πω;» «Ότι με βρίσκεις ελκυστική, ότι με ποθείς και ως εκ τούτου θέλεις να γίνω ερωμένη σου, μέχρι να με βαρεθείς. Τότε θα λάβω ένα γενναιόδωρο αποχαιρετιστήριο δώρο και θα είμαι ελεύθερη να έχω μια σειρά από προστάτες, ώσπου η ομορφιά μου να ξεθωριάσει». Η Λίλι δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό της να τον κοιτάξει την ώρα που ολοκλήρωνε. «Θέλεις μια συμφωνία». «Θέλω να κάνεις ένα μπάνιο», είπε εκείνος ήσυχα. Το σύντομο γέλιο της Λίλι είχε ένα ίχνος από υστερία. «Άσε με να φύγω. Σου τα κατέστρεψα όλα, και τώρα μου τα κατέστρεψες όλα κι εσύ. Είμαστε πάτσι. Απλά άσε με…» Τα λόγια της πνίγηκαν απότομα καθώς ο Άλεξ έσκυψε προς τα εμπρός και τη φίλησε. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, εκείνη προσπάθησε να τον χαστουκίσει ξανά. Τούτη τη φορά ήταν προετοιμασμένος και το χέρι του τυλίχτηκε γύρω από τον καρπό της πριν προλάβει η παλάμη της να φτάσει στο


πρόσωπό του. Απέμειναν κι οι δυο ακίνητοι. Η Λίλι ένιωσε τα κουρέλια του κοστουμιού της να πέφτουν στο πάτωμα, αφήνοντάς τη γυμνή εκτός από τις λωρίδες της ζωγραφιάς. Κοκκίνισε βίαια και προσπάθησε να σκεπάσει τον εαυτό της, όμως εκείνος δεν άφηνε το χέρι της. Το κράτησε σηκωμένο ψηλά, ενώ το βλέμμα του περιπλανιόταν πάνω της καυτό, σαρώνοντας το κορμί της. Ο ρυθμός της αναπνοής του επιταχύνθηκε ώσπου έγινε ίδιος με τον δικό της. Ο Άλεξ προχώρησε προς τα εμπρός, κι εκείνη μαζεύτηκε πάνω στον δροσερό τοίχο με τις ζωγραφιές, υπνωτισμένη από την ασημένια φλόγα των ματιών του. Του ψιθύρισε μια ικεσία, μια άρνηση. Εκείνος δεν άκουσε. Η Λίλι ένιωσε τα απαλά, άπληστα χέρια του να αγγίζουν τους ώμους της, τα λεπτά πλάγια του στήθους της, τα πλευρά της. Οι παλάμες του γλίστρησαν πάνω από τα στήθη της και τα χούφτωσαν, κάνοντάς τη να αναριγήσει καθώς οι ρώγες της σκλήρυναν από το ζούληγμα και την πίεση. Το πρόσωπό του έγινε άκαμπτο από τον πόθο, τα πυκνά ματόκλαδά του χαμήλωσαν καθώς κοιτούσε το λεπτό κορμί που χάιδευε. Η Λίλι προσπάθησε να μη νιώσει τίποτα, να αγνοήσει τη συνταρακτική ευχαρίστηση που ξεσηκωνόταν σαν φωτιά όπου κι αν την άγγιζαν τα χέρια του. Όμως οι αισθήσεις της καίγονταν για ακόμα μια δόση από την έκσταση που της είχε χαρίσει τη χθεσινή νύχτα. Καθώς θυμήθηκε την αίσθηση από το δυνατό κορμί του πάνω της, άρχισε να τρέμει από έναν πόθο που δεν μπορούσε να καταπνίξει. Κοκκίνισε από ντροπή. «Τι μου έχεις κάνει;» του ψιθύρισε τρεμουλιαστά. Τα χέρια του γλίστρησαν πάνω στο δέρμα της, μουτζουρώνοντας τη ζωγραφιά σε μονοπάτια από κάψα και χρώμα. Αργά τα λεκιασμένα από χρώμα δάχτυλά του ιχνηλάτησαν το στρογγυλό φούσκωμα του στήθους της και χάραξαν μια γαλαζωπή πράσινη γραμμή κατά μήκος της επίπεδης κοιλιάς της. Η Λίλι έβαλε τα χέρια της πάνω στο στήθος του, ασκώντας ελαφρά πίεση σαν να ήθελε να τον σπρώξει. Όμως τίποτα δεν θα τον σταματούσε από τον να την αγγίξει, από τα να φτιάξει ένα σχέδιο πάνω στο κορμί της σαν κάποιος ερωτικός καλλιτέχνης απορροφημένος από ένα αισθησιακό έργο. Η παλάμη του σκέπασε το κεφάλι του φιδιού στον ώμο της και το μουτζούρωσε ως το πλευρό της αφήνοντας ένα ζωηρό σμαραγδένιο αποτύπωμα. Κάνοντας μια τελευταία απεγνωσμένη απόπειρα να ξεφύγει, εκείνη προσπάθησε να απομακρυνθεί, αλλά η στέρεη πίεση του κορμιού του τη στρίμωξε περισσότερο, και περισσότερο, και το καυτό, πεινασμένο στόμα του βρήκε το δικό της. Επιτακτικά τα χέρια του έσφιξαν τα γυμνά καπούλια της, τη σήκωσε προς το μέρος του και βόγκηξε πάνω στο απαλό στόμα της. Η ένταση του πόθου του έβαζε φωτιά στη λογική και στις αποφάσεις… κι εκείνη δεν είχε κανένα έλεγχο στην ίδια την αυτοσυγκράτησή της. Αναριγώντας ανήμπορη, γεμάτη έξαψη, η Λίλι έβαλε τα χέρια της στους φαρδιούς ώμους του και τα δάχτυλά της έτριβαν και λύγιζαν μέσα στο παλτό του. Η αίσθηση του γυμνού κορμιού της κολλημένου πάνω στη βαμβακερή και βελούδινη απαλότητα των ρούχων του ήταν πρωτόφαντη και εντυπωσιακή. Εκείνος τράβηξε απότομα το στόμα του από το δικό της και πίεσε τα χείλη του πάνω στους ώμους της, φιλώντας και δαγκώνοντας ελαφρά. Η Λίλι έστρεψε το πρόσωπό της προς τα χρυσαφένια μαλλιά του, με την ανάσα της να κυλάει πάνω στο αφτί του. Η γλώσσα του γλίστρησε πάνω στο δέρμα της και βρήκε τον σφυγμό της, παραμένοντας στην κοιλότητα του λαιμού της σε ένα γαργαλιστικό χάδι. Ο Άλεξ τράβηξε το κεφάλι του, με τα γκρίζα μάτια του πλημμυρισμένα με μια απορροφημένη έκφραση. Η Λίλι ένιωσε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα κορμιά τους, να την αγγίζουν ανάμεσα στους μηρούς της, και να τραβούν τα παντελόνια του ώσπου η σκληρή, μεταξένια κάψα του άρχισε να πάλλεται πάνω της. Με ένα διψασμένο κλαψούρισμα εκείνη κόλλησε πάνω στη


βασανιστική πίεση, λαχταρώντας να τον νιώσει μέσα της. Τα χέρια του ξαναγύρισαν στα καπούλια της, και με μια άνετη δύναμη τη σήκωσε πάνω στον τοίχο. Η Λίλι έβγαλε έναν φοβισμένο ήχο και τα χέρια της φτερούγισαν πάνω στους ώμους του. Ο Άλεξ μίλησε βραχνά, λέγοντάς της τι να κάνει, με τη φωνή του χρωματισμένη με τρυφερή ένταση. «Μη φοβάσαι… τύλιξε τα πόδια σου γύρω μου… έτσι». Η Λίλι ένιωσε μια δυνατή, ορμητική πίεση και το σώμα της τεντώθηκε για να φιλοξενήσει την εισβολή του. Πήρε μια κοφτή ανάσα και κόλλησε πάνω του, με τα πόδια της να έχουν τυλιχτεί σφιχτά γύρω από τη μέση του ενώ τα στιβαρά μπράτσα του τη στήριζαν. Ο Άλεξ έχωσε το πρόσωπό του στον λαιμό της καθώς μπαινόβγαινε μέσα της. Εκείνη έβγαζε αναφιλητά ηδονής… ο Άλεξ ένιωθε τις δονήσεις πάνω στα χείλη του. Έμπαινε με σταθερό ρυθμό μέσα στην απαλότητά της. Το λυγερό κορμί της έκανε τόξο, ενώ τα χέρια της βρήκαν τον αυχένα του και αρπάχτηκαν από εκεί με δύναμη. Καταλαβαίνοντας το σιωπηλό μήνυμα, ο Άλεξ άφησε το κορμί της να βολευτεί πιο βαθιά πάνω του, κι έβαλε το ένα χέρι του στο τρίγωνο ανάμεσα στους μηρούς της. Τα δάχτυλά του ψαχούλεψαν μαλακά ανάμεσα στο απαλό τρίχωμα. «Για όσο χρειαστεί», μουρμούρισε πάνω στο αναψοκοκκινισμένο δέρμα της, αυξάνοντας τον ρυθμό των ωθήσεών του. «Δεν θα σταματήσω, όχι ώσπου να τελειώσεις για μένα. Δεν θα σταματήσω». Εκείνη έβγαλε μια διαπεραστική κραυγή και το σώμα της σφίχτηκε γύρω του, αναριγώντας. Ο Άλεξ άφησε τον εαυτό του να τελειώσει κατευθείαν, κρατώντας την ανάσα του καθώς το κορμί του συνταρασσόταν από τους ισχυρούς σπασμούς του οργασμού. Άφησε έναν τρεμάμενο αναστεναγμό και κόλλησε το μέτωπό του πάνω στο δικό της. Παρέμειναν ο ένας πάνω στον άλλο, με την ανάσα τους να κυλάει ταυτόχρονα και τους σφιγμένους μυς τους να χαλαρώνουν. Με προσοχή ο Άλεξ κατέβασε τη Λίλι ώσπου οι μύτες των ποδιών της άγγιξαν το πάτωμα. Τη φίλησε με το χέρι του στον αυχένα της, κρατώντας τη σταθερή. Το στόμα του ήταν καυτό και γλυκό, απολαμβάνοντας την επίγευση της ηδονής. Την άφησε και κούμπωσε ξανά τα παντελόνια του. Η Λίλι παρέμεινε στηριγμένη στον τοίχο. Αργά τύλιξε τα χέρια της γύρω της, κρύβοντας κάπως το σώμα της από το βλέμμα του. Είχε τη σαστισμένη έκφραση ανθρώπου που μόλις είχε βιώσει κάποια τρομερή συμφορά. Γυρίζοντας να την κοιτάξει, ο Άλεξ συνοφρυώθηκε. «Λίλι…» Θέλοντας να την τονώσει, σήκωσε το χέρι του στο πρόσωπό της, αλλά εκείνη αποτραβήχτηκε από τα δάχτυλά του που ήταν λεκιασμένα με μπογιά. Με ένα ειρωνικό χαμόγελο, εκείνος κοίταξε το χρωματισμένο χέρι του. «Βγαίνει άραγε αυτό», ρώτησε σοβαρά, «ή θα πρέπει να αρχίσω να ψάχνω για δικαιολογίες;» Η Λίλι έριξε μια φευγαλέα ματιά στο ουράνιο τόξο από χρώματα που κάλυπτε το λείο κορμί της. «Δεν ξέρω». Έδειχνε να μην μπορεί να βάλει σε μια τάξη τις μπερδεμένες σκέψεις της. Η καρδιά της εξακολουθούσε να κροταλίζει, λες και είχε ποτίσει τον εαυτό της με ένα φάρμακο που έφερνε ευφροσύνη και τσάκιζε τα νεύρα. Ένιωθε τρελή και ασταθής, και έτοιμη να κλάψει. «Πάω σπίτι μου», του είπε. «Αν έχεις κάποιο πουκάμισο που θα μπορούσα να φορέσω, έναν μανδύα…» «Όχι», είπε εκείνος ήσυχα. «Δεν σε ρωτάω. Σου το λέω. Πάω σπίτι μου». «Όχι όταν δείχνεις έτσι. Και δεν εννοώ τη ζωγραφιά, εννοώ την έκφραση στο πρόσωπό σου. Λες και πρόκειται να κάνεις κάτι δραστικό». «Μονίμως κάνω κάτι δραστικό», είπε εκείνη παγερά. «Η ζωή μου έχει υπάρξει μια αδιάκοπη σειρά από μπλεξίματα, κύριέ μου, από τότε που ήμουν παιδί. Τα ξεπέρασα όλα χωρίς την ανάμειξή σου, και θα συνεχίσω να το κάνω».


Ο Άλεξ έβαλε ξανά τα χέρια του στο κορμί της, αψηφώντας την απρόθυμη διαμαρτυρία της. Χάιδεψε τον αφαλό της, τις μύτες από τα κόκαλα της λεκάνης της, χαϊδεύοντάς τη λες και κρατούσε ένα ανεκτίμητο γλυπτό. Η αταραξία της Λίλι –όση είχε, τέλος πάντων– εξαφανίστηκε με το άγγιγμά του. Αμήχανα άρχισε να του σπρώχνει τα χέρια, αλλά της τράβηξε αλλού την προσοχή όταν μίλησε ήρεμα. «Τα λεφτά είναι το μόνο πρόβλημα;» «Δεν θέλω λεφτά από σένα», είπε εκείνη, κρατώντας την ανάσα της καθώς τα δάχτυλά του χάιδεψαν ανάλαφρα το βαμμένο από το χρώμα τρίχωμα στην κορυφή των μηρών της. «Φτάνουν πέντε χιλιάδες λίρες ή χρειάζεσαι περισσότερα;» «Γιατί δεν μου λες ακριβώς τι υποχρεώσεις συνεπάγεται αυτό;» Τον αγριοκοίταξε και κούνησε το κεφάλι της, «Ή μήπως παρ’ ελπίδα αυτό είναι ένα δώρο χωρίς παρελκόμενα;» Το βλέμμα του καρφώθηκε ακλόνητα πάνω της. «Υπάρχουν παρελκόμενα». Η Λίλι γέλασε πικρόχολα. «Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής». «Πιο ειλικρινής από σένα». «Εγώ δεν λέω ψέματα». «Όχι, εσύ απλώς αποκρύπτεις την αλήθεια». Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της, έχοντας επίγνωση του ολέθρου που έσπερνε μέσα της το απαλό χάδι του. «Αυτό φαίνεται να είναι το μοναδικό αναθεματισμένο πράγμα που σου έχω αποκρύψει», μουρμούρισε, και τα αφτιά της πήραν φωτιά στον ήχο του απαλού γέλιου του. Τυλίγοντας τα δάχτυλά του γύρω από τον λεπτό καρπό της, ο Άλεξ την τράβηξε από τον τοίχο και διέσχισαν την κρεβατοκάμαρα. «Δεν έχω δώσει τη συγκατάθεσή μου σε τίποτα!» ξεστόμισε η Λίλι με αγανάκτηση καθώς παραπατούσε από πίσω του. «Το ξέρω ότι δεν την έχεις δώσει. Θα συνεχίσουμε τη συζήτησή μας στο μπάνιο». «Αν νομίζεις ότι θα σου επιτρέψω να με δεις να κάνω μπάνιο…» Εκείνος σταμάτησε αναπάντεχα και έκανε απότομα μεταβολή, γλιστρώντας το χέρι του γύρω της και φιλώντας τη με δύναμη. Η Λίλι τινάχτηκε ξαφνιασμένη, όμως ο Άλεξ την κράτησε σταθερά φωλιασμένη πάνω του, με το ένα χέρι του τόσο σφιχτά τυλιγμένο γύρω της ώστε εκείνη μπορούσε να νιώσει τον σφυγμό της να σφυροκοπά πάνω στη μέγγενη των δαχτύλων του. Σήκωσε το κεφάλι του κι εκείνη παρέμεινε κολλημένη πάνω του, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της παραζαλισμένη. Με ένα γοργό χαμόγελο, ο Άλεξ συνέχισε να τη σέρνει πίσω του ώσπου έφτασαν στο μπάνιο. Την άφησε και πήγε στην μπανιέρα, ανοίγοντας τις χρυσαφένιες κάνουλες ώσπου οι σωλήνες τρεμούλιασαν πίσω από τον τοίχο. Καυτό και κρύο νερό χύθηκε σε ρυάκια που κυλούσαν. Η Λίλι στάθηκε με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω της κι έριξε μια ματιά στον γύρω χώρο με θαυμασμό. Το μπάνιο ήταν απόλυτα εξεζητημένο, εφοδιασμένο με ένα μαρμάρινο τζάκι και επενδυμένο με λευκά πλακάκια ζωγραφισμένα και λουστραρισμένα σε λαμπερά χρώματα. Έχοντας ξαναδεί κάτι παρόμοιο κάποτε στη Φλωρεντία, η Λίλι τα αναγνώρισε ως ιταλικά πλακάκια παλαιότητας μεγαλύτερης των δύο αιώνων. Η χτιστή μπανιέρα ήταν η μεγαλύτερη που είχε δει ποτέ της, και μπορούσε να φιλοξενήσει δύο ανθρώπους. Ο Άλεξ χαμογέλασε σαρδόνια όταν είδε την ντροπαλή στάση του σώματός της. Έδιωξε το χέρι της μπροστά απ’ το στήθος της. «Ύστερα από την παρέλαση που έκανες στου Κρέιβεν, ντυμένη μονάχα με λίγα κομματάκια αραχνοΰφαντο ύφασμα ραμμένα μεταξύ τους…» «Δεν ήταν τόσο αποκαλυπτικό όσο έδειχνε. Η περούκα μου έκρυβε πάρα πολλά». «Όχι και τόσο». Ο Άλεξ την οδήγησε με βιάση μέσα στην μπανιέρα. Με τη μεγαλοπρέπεια μιας προσβεβλημένης γάτας, η Λίλι κάθισε μέσα στο νερό του οποίου η στάθμη ανέβαινε. Εκείνος άρχισε να βγάζει τα κατεστραμμένα ρούχα του. «Δεν θα ξαναγίνει αυτό», είπε κοφτά,


ρίχνοντάς της ένα επιφυλακτικό βλέμμα. Στην αρχή η Λίλι νόμισε ότι εννοούσε την κακόκεφη συμπεριφορά της, αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι ο Άλεξ αναφερόταν στην επίδειξή της στου Κρέιβεν. Το σχόλιο την ενόχλησε. Θα έπρεπε να το περιμένει ότι ο Άλεξ θα άρχιζε να δίνει διαταγές. Κι εκείνη δεν είχε δεχτεί τις προσταγές κανενός, ούτε καν των γονιών της. «Θα κάνω παρέλαση και γυμνή τσιτσίδι πάνω κάτω στην οδό Φλιτ αν θέλω». Εκείνος της έριξε μια κοροϊδευτική ματιά αλλά δεν αντέδρασε. Η Λίλι πήρε στα χέρια της μία από τις πλάκες σαπουνιού που στοιβάζονταν μέσα σε ένα γυάλινο μπολ στο πάτωμα. Τρίφτηκε επιμελώς με το γλιστερό σαπούνι στα χέρια και στο στήθος της, κι έριξε νερό πάνω στο δέρμα της. Ο ατμός και η ζέστη που μαζεύτηκαν στο δωμάτιο άρχισαν να τη χαλαρώνουν, και ασυναίσθητα της ξέφυγε ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός. Με την άκρη του ματιού της είδε τον Άλεξ να πλησιάζει την άκρη της μπανιέρας. Συνειδητοποιώντας ότι ήταν γυμνός, η Λίλι έκανε μια κίνηση να βγει από το ζεστό νερό. «Όχι», του είπε ανήσυχα. «Δεν θέλω να μπεις στο μπάνιο μαζί μου. Για μια νύχτα, με έκανες αρκετά υποχείριό σου». «Κάτσε κάτω». Βάζοντας με δύναμη το τεράστιο χέρι του πάνω στον ώμο της, την έσπρωξε πίσω στην μπανιέρα. «Δέκα λεπτά πριν σου άρεσε πολύ που ήσουν υποχείριό μου». Η ραχοκοκαλιά της σφίχτηκε όταν τον αισθάνθηκε να μπαίνει κι αυτός στο νερό από πίσω της. Ο Άλεξ κάθισε, με το ένα πόδι του λυγισμένο και το άλλο απλωμένο στο πλάι της. Ακούστηκε ένα απαλό ξεφύσημα άνεσης κι ύστερα το χέρι του πήγε γύρω της και της πήρε το σαπούνι που κρατούσε. Η Λίλι απέμεινε να κοιτάζει το πόδι του και ένιωσε το λυγισμένο γόνατό του να ακουμπάει ξυστά το πλάι του στήθος της. Τα γλιστερά από το σαπούνι χέρια του κινήθηκαν πάνω στο κορμί της. Αμίλητη εκείνη κοίταζε καθώς ο Άλεξ έβγαζε τη ζωγραφιά από τα στήθη της, με το χρώμα να διαλύεται και να γίνεται ένας γκριζωπός αφρός. Ο Άλεξ ξέπλυνε με άφθονο νερό τους ώμους της Λίλι, ξεβγάζοντας ώσπου το δέρμα της ξανάγινε λευκό κι αστραφτερό. Την τράβηξε πιο κοντά του ανάμεσα στους μηρούς του, σπρώχνοντας την πλάτη της προς τα πίσω δίχως να πει λέξη, ώσπου το σώμα της ακούμπησε πάνω στο βρεγμένο τριχωτό στήθος του. Ο Άλεξ έτριψε το σαπούνι ανάμεσα στα δάχτυλά του κι ύστερα τα γλίστρησε πάνω στο κορμί της αφήνοντας υγρά αποτυπώματα, ώσπου συναντήθηκαν ανάμεσα στους μηρούς της και τα έπλεξε μεταξύ τους. Μέσα στο μπάνιο επικρατούσε ησυχία. Ακουγόταν μονάχα ο απαλός παφλασμός του νερού και ο ήχος από τις ανάσες τους που έκανε ελαφρύ αντίλαλο πάνω στα πλακάκια. Η Λίλι δεν μπόρεσε να μην παραδοθεί στην κατευναστική ζεστασιά του μπάνιου. Ένιωσε την ένταση να φεύγει από τη ραχοκοκαλιά της. Μισοκλείνοντας τα μάτια της ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στον ώμο του, ενώ τα χέρια του περιπλανιούνταν απαλά πάνω της. Ο Άλεξ έστρεψε το πρόσωπό του και τα χείλη του σάρωσαν την υγρή καμπύλη του λαιμού της, τη λεπτή άκρη του σαγονιού της. Εκείνη έγειρε πιο βαριά πάνω του και πήρε μια βαθιά ανάσα αχνιστού αέρα. Από μόνο του, το χέρι της γλίστρησε κλεφτά στον μηρό του, τα δάχτυλά της διπλώθηκαν πάνω στον σκληρό μυ. Κάτω από το νερό το αδρό τρίχωμα του κορμιού του είχε γίνει απαλό και βελούδινο. Με το άγγιγμα του χεριού της, ο Άλεξ έμεινε ακίνητος. Δεν υπήρχε άλλη κίνηση εκτός από το ανεβοκατέβασμα του στήθος του από κάτω της. Η Λίλι σφάλισε σφιχτά τα μάτια, περιμένοντας για τη στιγμή που εκείνος θα αποτραβιόταν και θα έλεγε ότι το ιντερλούδιο τελείωσε. Όμως εκείνος ξαναπήρε το σαπούνι στα χέρια του για ακόμα μια φορά, κάνοντας έναν γλιστερό αφρό στα δάχτυλά του. Η Λίλι ένιωσε το ανάλαφρο άγγιγμα των δαχτύλων του πάνω στο στήθος της, να κάνουν κύκλους σαν πεταλούδες που χόρευαν, να χαϊδεύουν απαλά τις λεπτεπίλεπτες ρώγες που σκλήραιναν. Αφέθηκε περισσότερο στο προκλητικό χάδι και της ξέφυγε ένα μουρμουρητό


ευχαρίστησης. Τα χέρια του έριξαν νερό πάνω της με τις χούφτες, χύνοντας υγρή ζεστασιά πάνω στα στήθη της, αφήνοντας τις ρώγες της ερεθισμένες και ροδαλές. Ακολούθησε ακόμα ένα τελετουργικό με το σαπούνι κι ύστερα εκείνος το άφησε παράμερα. Οι γλιστερές παλάμες του έκαναν κύκλους πάνω στο στομάχι της, κάνοντας μια παύση όταν ένα του δάχτυλο χώθηκε με περιέργεια στη γλυκιά κοιλότητα του αφαλού της. Η Λίλι άρχισε να αναπνέει αγκομαχώντας ακανόνιστα, νιώθοντας λες και επέπλεε σε μια λίμνη από φωτιά. Το κορμί της τσιτώθηκε από τη λαχτάρα. Ανελέητα, τα πόδια του πίεσαν τους αστραγάλους της και τους έσπρωξαν για να κάνουν τα πόδια της να ανοίξουν. Γλίστρησε το χέρι του χαμηλότερα και χάιδεψε τη σφιχτή γραμμή της κοιλιάς της… κι ακόμα πιο χαμηλά… και τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν ανάμεσα στον θάμνο από μουσκεμένο τρίχωμα που το εμπότισε με άσπρο αφρό. Η Λίλι αναπήδησε και άδραξε τον καρπό του, προσπαθώντας να τον αποδιώξει. «Νομίζω ότι θα έπρεπε να σταματήσεις», είπε ξέπνοα και έγλειψε τα χείλη της. «Νομίζω ότι…» «Γιατί δεν προσπαθείς να μη νομίζεις;» ψιθύρισε ο Άλεξ στο αφτί της, γλιστρώντας το μεσαίο δάχτυλό του βαθιά μέσα της. Η γλύκα του αγγίγματός του απλώθηκε μέσα της και γρήγορα έγινε επιτακτική, έντονη λαχτάρα. Το απαλό χάδι του έγινε πιο δυνατό και το κορμί της σφίχτηκε για να νιώσει περισσότερο αυτή τη βασανιστική πίεση. Καθώς το νερό χυνόταν ρυθμικά μέσα από την μπανιέρα, η Λίλι συνειδητοποίησε τι συνέβαινε, και είπε το όνομά του αδύναμα. Εκείνος μουρμούρισε στο αφτί της, λέγοντάς της να τα ξεχάσει όλα, να επικεντρωθεί μονάχα σε αυτό… και την κράτησε εκεί, να λικνίζεται στο νερό και στο κορμί του, μη σταματώντας καθόλου την υπέροχη κίνησή του, αντλώντας ευχαρίστηση από αυτήν λες και μπορούσε να την απορροφήσει με τα δάχτυλά του. Υπομονετικά την έφτασε ως το τέλος, σε έναν οργασμό απίστευτης, απέραντης λύτρωσης. Η πνιγμένη κραυγή της αντήχησε στα πλακάκια, ενώ το αστραφτερό κορμί της έκανε τόξο πάνω στα χέρια του που το συγκρατούσαν. Όταν η ηδονή καταλάγιασε, τη γύρισε ώσπου το κορμί της να τον σκεπάσει, και το στόμα του πήρε το δικό της σε ένα μεθυστικό φιλί. «Είσαι πανέμορφη γυναίκα, Βιλελμίνα Λόσον», της είπε βραχνά, κρατώντας το κεφάλι της μέσα στα βρεγμένα χέρια του. Τα γκρίζα μάτια του καρφώθηκαν στα σκούρα, κατάπληκτα δικά της. «Και θα περάσεις μαζί μου τη νύχτα απόψε». Αν είχε το πλεονέκτημα των ρούχων, των όπλων ή έστω μιας σπίθας ενεργητικότητας, η Λίλι μπορεί να είχε βρει έναν τρόπο να φύγει. Όμως, τον άφησε να τη στεγνώσει με μια αφράτη, απαλή πετσέτα και να τη μεταφέρει στην κρεβατοκάμαρα που είχε ένα λαμπερό ταβάνι το οποίο θύμιζε ουρανό με σύννεφα. Ο Άλεξ έσβησε τα λυχνάρια και την τράβηξε στο κρεβάτι δίπλα του. Και οι δυο τους ήξεραν ότι εκείνη θα έπαιρνε τις πέντε χιλιάδες λίρες από αυτόν και ότι θα συζητούσαν τους όρους της συμφωνίας αύριο. Η σιωπηρή συμφωνία έκανε τη Λίλι να νιώσει παγιδευμένη, ποταπή. Το χρηματικό αντάλλαγμα για τη χρήση του κορμιού της δεν μπορούσε να θεωρηθεί τίποτε άλλο από αυτό που ήταν. Όμως έφερε επίσης μαζί του και έναν κάποιο βαθμό ηρεμίας. Θα πλήρωνε τον Τζουζέπε και θα ξαναπροσλάμβανε τον ντετέκτιβ για να βρει την κόρη της. Ίσως ο εφιάλτης των τελευταίων δύο χρόνων να τελείωνε σύντομα. Το χέρι του τυλίχτηκε γύρω της, τραβώντας την πάνω στο κορμί του. Δεν πέρασε πολλή ώρα ώσπου η ανάσα του θρόιζε στα μαλλιά της στον αργό ρυθμό του ύπνου. Η Λίλι είχε την ανησυχαστική επίγνωση ότι, παρ’ όλες τις προσπάθειές της να το αποφύγει, η ζωή της είχε πάρει ένα μονοπάτι που ποτέ της δεν είχε θελήσει να πάρει… και δεν υπήρχε γυρισμός. Ένιωθε έντονα προβληματισμένη από τον άνθρωπο που κοιμόταν δίπλα της. Τον είχε κατηγορήσει για βαρβαρότητα, αλλά παρά τις πολλές ευκαιρίες που είχε να της κάνει κακό,


εκείνος την είχε μεταχειριστεί με λεπτότητα. Για την ακρίβεια, ο άνθρωπος αυτός επί τούτου είχε γυρέψει να της χαρίσει ευχαρίστηση. Εκείνη τον είχε θεωρήσει σκληρόκαρδο, αλλά η αλήθεια ήταν ότι είχε αισθήματα ασυνήθιστα βαθιά. Άλλοι μπορεί να θεωρούσαν ότι είχε έναν χαρακτήρα συγκρατημένο, αλλά η Λίλι ήξερε ότι μονάχα εκείνη μπορούσε να τον προκαλέσει ώστε η διάθεσή του να γεννά δέος. Ομολογούσε κρυφά ότι της άρεσε αυτό, ότι έβρισκε ικανοποίηση στο να τον επηρεάζει τόσο βαθιά. Είχε γίνει έξαλλος που τόσο πολλοί άντρες την είχαν δει να φοράει το κοστούμι της Εύας. Η σκέψη έφερε ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε όταν συλλογίστηκε ότι δεν της ταίριαζε να αποκομίζει ευχαρίστηση με την κτητικότητα ενός άντρα. Ταραγμένη, προσπάθησε να απομακρυνθεί, αλλά εκείνος την τράβηξε πιο κοντά του με ένα νυσταλέο μουγκρητό και πέρασε το μπράτσο του από πάνω της. Τσιτωμένη εκείνη, βολεύτηκε πάνω του και έκλεισε τα μάτια της, χαλαρώνοντας μέσα στην προστατευτική ζεστασιά του κορμιού του. Ο Άλεξ ξύπνησε από τα πόδια της Λίλι, που έκαναν συσπάσεις και κλοτσούσαν ενοχλητικά. Γκρινιάζοντας, ανακάθισε μες στο σκοτάδι κι έτριψε τα μάτια του. «Τι τρέχει;» μουρμούρισε και χασμουρήθηκε βαθιά. Το κεφάλι του γύρισε απότομα από την άλλη όταν άκουσε μια σιγανή, θρηνητική κραυγή πλάι του. «Λίλι; Να πάρει, τι…» Έσκυψε από πάνω της, ενώ εκείνη σφάδαζε πάνω στο μαξιλάρι. Το κορμί της συσπάστηκε, οι μικρές γροθιές της είχαν σφίξει τα κλινοσκεπάσματα. Ακατάληπτες λέξεις έβγαιναν από τα χείλη της ανάμεσα στα ταραγμένα αγκομαχητά της. «Λίλι». Τρυφερά ο Άλεξ απομάκρυνε τα μαλλιά από το μέτωπό της. «Σσς. Βλέπεις όνειρο. Είναι απλώς ένας εφιάλτης». «Όχι…» «Ξύπνα, αγάπη μου». Θα είχε συνεχίσει να της μιλάει, αλλά τότε άκουσε το όνομα που είχε ψιθυρίσει η Λίλι κατά τη διάρκεια της υπνοβασίας της στο Ρέιφορντ Παρκ. Εκείνος νόμισε πως ήταν Νικ, αλλά η φωνή της ήταν πιο ευδιάκριτη τώρα. Και του κατέβηκε η ιδέα ότι η Λίλι έλεγε το όνομα μιας γυναίκας. «Νικόλ… όχι… όχι…» Η Λίλι θρηνούσε με αναφιλητά χωρίς δάκρυα, τα χέρια της απλώνονταν στα τυφλά και τινάζονταν σπασμωδικά πάνω στους σκληρούς μυς του στήθους του. Έτρεμε από φόβο, ή ίσως από δυστυχία. Ο Άλεξ απέμεινε να την κοιτάζει επίμονα, με ένα μείγμα από συμπόνια και έντονη περιέργεια. Νικόλ. Ποτέ του δεν είχε ακούσει αυτό το όνομα από κανέναν από τους Λόσον. Πρέπει να ήταν κομμάτι από το μυστηριώδες παρελθόν της Λίλι. Χαϊδεύοντας τα μαλλιά της, χαμήλωσε τα χείλη του στο μέτωπό της. «Λίλι, ξύπνα. Ησύχασε. Είσαι μια χαρά». Εκείνη τινάχτηκε πάνω του και η ανάσα της κόπηκε λες και κάποιος την είχε ρίξει στο έδαφος. Ο Άλεξ την τράβηξε κοντά του, κλείνοντάς τη στην αγκαλιά του. Ξαφνικά εκείνη ξέσπασε σε δάκρυα. Ό,τι κι αν περίμενε ο Άλεξ, δεν ήταν αυτό, τούτο το κλάμα με λυγμούς που σε γέμιζε με συμπόνια και εξέφραζε μια θλίψη πολύ βαθιά για να μπορεί κανείς να την περιγράψει. Πάγωσε κατάπληκτος. «Λίλι». Προσπάθησε να την καθησυχάσει, περνώντας τα χέρια του πάνω από το κορμί της που έτρεμε. Ο θρήνος της ήταν παράξενα ανατριχιαστικός. Ποτέ του δεν είχε ξανακούσει τέτοιο ραγισμένο, απόκοσμο ήχο. Θα έδινε τα πάντα, θα της έταζε το φεγγάρι και τ’ άστρα, οτιδήποτε για να την κάνει να σταματήσει. «Λίλι», επανέλαβε με απόγνωση. «Για όνομα του Θεού, μην κλαις έτσι». Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου εκείνη να ησυχάσει, τρίβοντας το μουσκεμένο πρόσωπό της πάνω


στο στήθος του. Ο Άλεξ τότε θέλησε να μιλήσει, να της αποσπάει εξηγήσεις. Όμως εκείνη άφησε έναν αποκαμωμένο αναστεναγμό και βυθίστηκε στον ύπνο αφύσικα απότομα, λες και τα δάκρυα της είχαν στραγγίξει και την τελευταία ρανίδα αντοχής. Αποσβολωμένος, απέμεινε να κοιτάζει το κουβαράκι στην αγκαλιά του. «Ποια είναι η Νικόλ;» ψιθύρισε, ξέροντας πως εκείνη δεν μπορούσε να ακούσει. «Τι σου έκανε;» Το μικρό κεφάλι της ακουμπούσε βαριά στην καμπύλη του μπράτσου του. Χαϊδεύοντας τα σκούρα μαλλιά της, ένιωσε και τη δική του ένταση να αρχίζει να μειώνεται. Όμως αντικαταστάθηκε από κάτι άλλο πολύ πιο ανησυχητικό. Ο Άλεξ ένιωθε κατάπληκτος με την προστατευτικότητα που ένιωθε. Ήθελε να τη φροντίσει, αυτή τη ζωηρή γυναίκα που είχε καταστήσει σαφές ότι δεν ήθελε ούτε χρειαζόταν τη βοήθεια κανενός. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να της εμπιστευτεί την καρδιά του, αλλά κάπου στο μεταξύ της την είχε ήδη δώσει. Του είχε γυρίσει τη ζωή ανάποδα. Η γυναίκα αυτή είχε αλλάξει τα πάντα. Την αγαπούσε. Αυτή η απλή αλήθεια ήταν συνταρακτική αλλά αναμφίβολη. Κόλλησε φλογερά τα χείλη του στα μαλλιά της, με το κορμί του πλημμυρισμένο από απεριόριστη, ανυπόμονη χαρά. Την ήθελε δεμένη μαζί του με λόγια και υποσχέσεις, με όλα όσα είχε που μπορεί να την κρατούσαν. Με τον καιρό μπορεί να έφτανε να τον αγαπήσει – ήταν ένα ρίσκο που άξιζε να το πάρει. Θα ήταν φρόνιμο να μάθει περισσότερα για εκείνη, να ερευνήσει το παρελθόν της ώσπου αυτή η γυναίκα να έπαυε να είναι τόσο αινιγματική. Όμως εκείνος δεν σκεφτόταν τι ήταν φρόνιμο, ήταν ερωτευμένος και την ήθελε όπως ήταν. Είχε υπάρξει προσεκτικός και υπεύθυνος σε όλη του τη ζωή. Για μια φορά θα άφηνε τη λογική στην άκρη και θα έκανε αυτό που πρόσταζε η καρδιά του. Η Λίλι τεντώθηκε και τρεμούλιασε με άνεση. Άνοιξε τα μάτια της και είδε ένα εκλεπτυσμένο μπλε και άσπρο ταβάνι να φωτίζεται από το φως της μέρας. Αργά, γύρισε το κεφάλι της και βρήκε τα διάφανα μάτια του Άλεξ καρφωμένα πάνω της. Οι καστανόξανθες ωμοπλάτες του υψώθηκαν από πάνω της, καθώς την εμπόδισε να τραβήξει το σεντόνι και να σκεπάσει το γυμνό στήθος της. Της είπε καλημέρα με ένα νωχελικό χαμόγελο και τη ρώτησε πώς είχε κοιμηθεί. «Πολύ καλά», αποκρίθηκε η Λίλι επιφυλακτικά. Χθες τη νύχτα είχε δει παράξενα, ταραγμένα όνειρα. Αναρωτήθηκε αν τον είχε ενοχλήσει στον ύπνο της – αναρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν υπήρχαν ερωτήσεις και καχύποπτα βλέμματα. «Φοβόμουν ότι μπορεί να το έσκαγες πριν ξυπνήσω», είπε ο Άλεξ. Εκείνη απέφυγε ένοχα το βλέμμα του, καθώς θυμήθηκε πώς είχε φύγει στα κλεφτά το προηγούμενο πρωί. «Δεν έχω τίποτα να φορέσω», μουρμούρισε. «Φυσικά». Eκείνος άρχισε να σπρώχνει αργά το σεντόνι προς τα κάτω. «Το να σε κρατάω χωρίς ρούχα έχει ορισμένα πλεονεκτήματα». Μην ξέροντας τι να υποθέσει για την παιχνιδιάρικη διάθεσή του, η Λίλι προσπάθησε να ξανασηκώσει το σεντόνι. «Θα το εκτιμούσα αν έστελνες κάποιον στο σπίτι μου να φέρει ένα φουστάνι και κάτι πράγματα… η καμαριέρα μου η Άννι θα ξέρει τι να μαζέψει… και…» Το αξιοπρεπές ύφος της κατέρρευσε όταν εκείνος τράβηξε τελείως το άσπρο σεντόνι και της άνοιξε τα πόδια. «Άλεξ», είπε, σε μια αδύναμη διαμαρτυρία. Τα χέρια του παιχνίδισαν ανάλαφρα πάνω στο κορμί της. «Μου αρέσει να σ’ ακούω να λες το όνομά μου». «Δεν μπορεί να το έχεις κατά νου», είπε εκείνη. «Όχι πάλι». «Γιατί όχι;»


«Πρέπει να είναι ανθυγιεινό ή κάτι ανάλογο…» «Πολύ», είπε εκείνος, χουφτώνοντας τα ντελικάτα στήθη της. «Θολώνει το μυαλό». «Μα αλήθεια…» άρχισε η Λίλι να λέει με ανησυχία, αλλά τότε είδε ότι εκείνος την περιέπαιζε. «Άλεξ!» Το ζεστό, χαμογελαστό στόμα του χαμήλωσε προς τα στήθη της. Η Λίλι τον ένιωσε πολύ ερεθισμένο πάνω στον μηρό της. Οι αισθήσεις της άρχισαν να ανταποκρίνονται, και δεν έφερε καμία αντίσταση όταν εκείνος της άνοιξε τα χέρια και τα πόδια διάπλατα και ανέβηκε πάνω της. Φίλησε τα χείλη της και μπήκε μέσα της, βαθιά μέσα της, με κινήσεις φιλήδονες και χαλαρές. Εκείνη έβαλε διστακτικά τα χέρια της στην πλάτη του, με τις παλάμες της να ακουμπούν στους ευλύγιστους μυς κάτω από το σφιχτό δέρμα. Σήκωσε τα πόδια της πιο ψηλά και τα τύλιξε γύρω απ’ το σώμα του, κι εκείνος βυθίστηκε απότομα στον οργασμό, με την ανάσα του να μαστιγώνει το πλάι του λαιμού της με μια παρατεταμένη εκπνοή. Το σώμα του σφίχτηκε και αναρίγησε, κι ύστερα χαλάρωσε με έναν αναστεναγμό. Η Λίλι ήταν η πρώτη που έσπασε τη χαύνα σιωπή. Ανακάθισε, άρπαξε την άκρη του σεντονιού και το τράβηξε ως τον λαιμό της. «Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε ευθύς αμέσως», είπε, κάνοντας μια προσπάθεια να ακουστεί κοφτή. Καθάρισε τον λαιμό της. «Μπορεί να μιλήσω και χωρίς περιστροφές». «Επιτέλους», μουρμούρισε εκείνος, με τα μάτια του να λάμπουν από ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο. Δεν μπορούσε να φέρει στη μνήμη του ούτε μία συζήτηση που η Λίλι να μην του είχε μιλήσει χωρίς περιστροφές. «Αφορά λεφτά και υποχρεώσεις». «Α, ναι». Ανακάθισε και την κοίταξε, παραβλέποντας την προσπάθειά της να τραβήξει το σεντόνι και να τον σκεπάσει. «Δικά μου λεφτά, δικές σου υποχρεώσεις». Εκείνη κατένευσε ανήσυχα. Ο Άλεξ συμπεριφερόταν περίεργα, το ύφος του ήταν αλλόκοτα ξέγνοιαστο, οι γωνίες του στόματός του ανασηκωμένες σε ένα χαμόγελο που την έκανε να νιώθει μπερδεμένη. «Χθες βράδυ ανέφερες τις πέντε χιλιάδες λίρες». «Σωστά». Η Λίλι δάγκωσε τα χείλη της απογοητευμένη. «Εξακολουθείς να σκοπεύεις να μου τις δώσεις;» «Είπα πως θα σου τις δώσω». «Με τι αντάλλαγμα;» Εντελώς ξαφνικά ο Άλεξ δεν ήξερε πώς να της πει αυτό που ήθελε. Θα ήταν πιο εύκολο αν η στιγμή ήταν ρομαντική. Όμως εκείνη τον κοιτούσε ανυπόμονα, τα χείλη της ήταν σφιγμένα από την ένταση. Ήταν φανερό πως όλο το πάθος και η λατρεία που κυλούσε στις φλέβες του δεν ήταν κάτι που το ένιωθε κι εκείνη. Πήρε κι αυτός ψυχρό τόνο όπως η Λίλι. «Κατ’ αρχάς, θέλω να κοιμάσαι μαζί μου». Εκείνη κατένευσε. «Το περίμενα αυτό», είπε τραχιά. «Τι ευτύχημα για μένα ότι αξίζω ένα τέτοιο ποσό». Η σαρκαστική χροιά έδειξε να τον διασκεδάζει. «Θα αξίζεις ακόμα περισσότερα όταν θα αποκτήσεις μερικές στοιχειώδεις δεξιότητες». Η Λίλι χαμήλωσε το βλέμμα της, αλλά εκείνος πρόλαβε να δει την αναλαμπή της έκπληξης και της ταραχής στα μάτια της. Δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι υπήρχε οτιδήποτε πέρα από αυτά που είχαν ήδη κάνει μαζί. Εκείνος χαμογέλασε αργά και άπλωσε το χέρι του στον ώμο της, χαϊδεύοντας την προκλητική, μεταξένια γύμνια. «Δεν θα σου πάρει πολύ καιρό». «Θα ήθελα να εγκατασταθώ σε ένα σπίτι», είπε η Λίλι αμήχανα. «Θα πρέπει να είναι αρκετά


μεγάλο για να φιλοξενεί κόσμο, και σε μια κατάλληλη τοποθεσία…» «Θα ήθελες αυτό εδώ;» Την κορόιδευε, φυσικά, προσφέροντας τη χρήση μιας οικογενειακής έπαυλης λες και το να σπιτώσεις μια ερωμένη ήταν ένα απόλυτα αξιοπρεπές πράγμα. Η Λίλι τον αγριοκοίταξε. «Εντάξει, γιατί όχι το Ρέιφορντ Παρκ;» του πέταξε απότομα. «Αν το προτιμάς». Κοκκινίζοντας, του έριξε μια ικετευτική, θυμωμένη ματιά. «Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι μου είναι δύσκολο όλο αυτό; Εσύ μπορεί να το βρίσκεις πολύ διασκεδαστικό, όμως εγώ θέλω να τελειώνω με αυτό. Σοβαρέψου, αλήθεια». «Μα είμαι σοβαρός». Την τράβηξε πάνω στο στήθος του και τη φίλησε, το στόμα του ήταν ζεστό και απολαυστικό. Εκείνη ανταποκρίθηκε ανήμπορη, τα χείλη της άνοιξαν στην απαλή εισβολή του. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε μέσα στα σαστισμένα μάτια της, με τα χέρια του σφιχτά τυλιγμένα γύρω από την πλάτη της. «Θα κάνω μια κατάθεση στην τράπεζά μου στο όνομά σου – ένα ποσό για το οποίο δεν θα παραπονεθείς. Θα βάλω να σου φτιάξουν μια άμαξα σε ό,τι σχέδιο θέλεις. Θα ανοίξω λογαριασμούς για σένα σε όλα μα όλα τα μαγαζιά που επιθυμείς. Παρά τις αντιρρήσεις μου, θα σου επιτρέψω ακόμη και να τζογάρεις στου Κρέιβεν, αφού ξέρω πόσο συμπαθείς το μέρος. Αλλά δεν θα φοράς τίποτα φορέματα που να τα θεωρώ ακατάλληλα, και αν δεχτείς τις περιποιήσεις οποιουδήποτε άλλου άντρα εκτός από μένα, θα σου στρίψω το ωραίο λαρύγγι σου. Θα κοιμάσαι στο κρεβάτι μου κάθε βράδυ και θα με συνοδεύεις όποτε πηγαίνω στην επαρχία. Σε ό,τι αφορά το κυνήγι σου και τη σκοποβολή σου, και τις άλλες δραστηριότητες που σου αρέσουν, θα επιτρέψω να συνεχιστούν όλες, φτάνει να είμαι κι εγώ παρών. Ιππασία δεν θα ξανακάνεις μόνη σου. Θα θέσω τέρμα σε οποιαδήποτε συμπεριφορά σου μου φαίνεται απερίσκεπτη». Ένιωσε τη Λίλι να τσιτώνεται. Ήξερε ότι τους όρους ήταν δύσκολο να τους καταπιεί μια γυναίκα που δεν είχε δεχτεί ποτέ ούτε καν έναν υποτυπώδη έλεγχο στην ελευθερία της. Όμως εκείνη δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση. «Δεν θα είμαι παράλογος», συνέχισε εκείνος πιο σιγανά. «Δεν αμφιβάλλω ότι θα μου το πεις όταν θα είμαι». Τότε η Λίλι μίλησε, και ακούστηκε πνιγμένη. «Πρέπει να ξέρεις κάτι… Θα… θα πάρω μέτρα για να μη συλλάβω παιδιά. Δεν θέλω παιδιά. Δεν θα κάνω παιδιά». Εκείνος δίστασε, καθώς αντιλήφθηκε την καταπνιγμένη ένταση στη φωνή της. «Εντάξει». «Μην το λες αυτό, αν μέσα σου έχεις άλλο σκοπό». «Δεν θα έλεγα “εντάξει” αν δεν το εννοούσα», γρύλισε εκείνος. Διαισθάνθηκε τη σπουδαιότητα αυτού του διαλόγου, ότι κάτι στην επιμονή της είχε πολύ μεγάλη σημασία. Με τον χρόνο και με υπομονή, εκείνος θα έσκαβε βαθιά ως τη ρίζα του φόβου της. Αλλά κι αν τα αισθήματά της ως προς τούτο δεν άλλαζαν, θα το αποδεχόταν. Αν δεν αποκτούσε ποτέ του διάδοχο, ο Χένρι θα συνέχιζε την οικογενειακή διαδοχή. «Κι όταν με βαρεθείς», συνέχισε η Λίλι με χαμηλόφωνο, ταπεινωμένο τόνο, «θα μου επιτρέψεις να κρατήσω όλα όσα μου έχεις δώσει». Απ’ ό,τι είχε ακούσει, αυτό ήταν σύνηθες ανάμεσα σε μια εταίρα και τον προστάτη της. Αφού θα το έκανε αυτό στην πράξη, θα μπορούσε επίσης να κοιτάξει και τα δικά της συμφέροντα. Την μπέρδεψε η ξαφνική σιωπή του Άλεξ. «Υπάρχει κάτι που δεν σου έχω εξηγήσει ακόμα», είπε εκείνος τελικά. Η Λίλι ένιωσε μια ανατριχίλα ανησυχίας. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι. Έχει να κάνει με τα λεφτά; Το σπίτι; Αν αφορά τη φιλία μου με τον Ντέρεκ, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, γνωρίζεις ήδη ότι…» «Λίλι, ησυχία. Άκουσέ με». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αυτό που προσπαθώ να σου πω είναι ότι δεν θέλω να γίνεις ερωμένη μου».


«Δεν θέλεις…» Απέμεινε να τον κοιτάζει σαν χαμένη και άρχισε να κοχλάζει από οργή. Δηλαδή την κορόιδευε όλη αυτή την ώρα; Μήπως αυτό ήταν κάποιο διεστραμμένο σχέδιο για να την ταπεινώσει; «Ε τότε για τι διάολο συζητούσαμε;» Εκείνος τσαλάκωσε και ίσιωσε μια γωνία από το σεντόνι, αφιερώνοντας ασυνήθιστη προσοχή σε αυτή του την ενέργεια. Ξαφνικά σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε επίμονα. «Θέλω να γίνεις γυναίκα μου».


Κεφάλαιο 10 «Γυναίκα σου», επανέλαβε η Λίλι αποβλακωμένα, κι ύστερα αισθάνθηκε να καίγεται και μετά να παγώνει νιώθοντας αηδία από τον εξευτελισμό. Ώστε ήταν αστείο – ένα προμελετημένο, προσχεδιασμένο, απάνθρωπο παιχνίδι που εκείνος πρέπει να το απεργάστηκε κατά τη διάρκεια εκείνης της μακράς νύχτας που είχε περάσει δεμένος στο κρεβάτι της. Αλλά ίσως να εξακολουθούσε να τη θέλει για ερωμένη του, και αυτός ήταν ο τρόπος του να βεβαιωθεί ότι εκείνη ήξερε πώς είχαν τα πράγματα. Αυτός θα είχε τον έλεγχο – εκείνη θα ήταν δικιά του για να παίζει μαζί της και να τη βασανίζει. Αισθάνθηκε το βλέμμα του πάνω της και αναρωτήθηκε αν την περιφρονούσε τόσο όσο περιφρονούσε και η ίδια τον εαυτό της. Ήταν πληγωμένη σχεδόν υπερβολικά βαθιά για να γίνει έξω φρενών. Σχεδόν. Μίλησε τραχιά, μην μπορώντας να τον κοιτάξει. «Εσύ και η διεστραμμένη, αηδιαστική αίσθηση του χιούμορ σου με αρρωσταίνετε…» Εκείνος την έκανε αμέσως να σωπάσει, βάζοντας το χέρι του στο στόμα της. «Όχι, όχι, διάολε… δεν είναι αστείο! Ήσυχα. Θέλω να σε παντρευτώ». Εκείνη του δάγκωσε το χέρι και τον αγριοκοίταξε καθώς το αποτράβηξε γοργά. «Δεν έχεις κανένα λόγο να μου κάνεις πρόταση γάμου. Έχω ήδη συμφωνήσει να γίνω ερωμένη σου». Εκείνος απέμεινε να κοιτάζει δύσπιστα το αποτύπωμα που είχαν αφήσει τα δόντια της στο χέρι του. «Σε σέβομαι πάρα πολύ γι’ αυτό, βρε παράφορη σκύλα!» «Δεν θέλω τον σεβασμό σου. Το μόνο που θέλω είναι πέντε χιλιάδες λίρες». «Η οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα κολακευόταν από την πρότασή μου. Θα ένιωθε ακόμα και ευγνώμων. Σου προσφέρω κάτι απείρως καλύτερο από κάποιον επαίσχυντο παράνομο ερωτικό δεσμό». «Κατά τη δική σου ξιπασμένη, αυτάρεσκη αντίληψη φαντάζομαι πως είναι! Όμως εγώ δεν νιώθω κολακευμένη, και σίγουρα όχι ευγνώμων. Ή ερωμένη σου θα γίνω ή τίποτα απολύτως». «Θα γίνεις γυναίκα μου», είπε εκείνος ανένδοτος. «Θέλεις να με κατέχεις!» τον κατηγόρησε εκείνη, προσπαθώντας να συρθεί μακριά του. «Ναι». Την έριξε κάτω στο κρεβάτι και ξάπλωσε από πάνω της με όλο το βάρος του. Καθώς μιλούσε, η καυτή ανάσα του ανέμιζε πάνω στο στόμα και στο σαγόνι της. «Ναι. Θέλω οι άλλοι να σε κοιτάζουν και να ξέρουν ότι είσαι δικιά μου. Θέλω να πάρεις το όνομά μου και τα λεφτά μου. Θέλω να ζήσεις μαζί μου. Θέλω να είμαι μέσα σου… κομμάτι απ’ τις σκέψεις σου… το κορμί σου… όλα σου. Θέλω να με εμπιστεύεσαι. Θέλω να σου δώσω το οποιοδήποτε άπιαστο, απίθανο, αναθεματισμένα μυστηριώδες πράγμα που χρειάζεσαι προκειμένου να είσαι ευτυχισμένη. Σε τρομάζει αυτό; Ε λοιπόν, εμένα με τρομάζει απίστευτα. Δεν νομίζεις ότι θα σταματούσα να νιώθω έτσι αν μπορούσα; Δεν είναι να πεις πως είσαι και η ευκολότερη γυναίκα στον κόσμο για να…» Σταμάτησε απότομα να μιλάει. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα», ξέσπασε εκείνη. «Κι αυτά που ξέρεις θα έπρεπε να σε κάνουν να πελαγώνεις απ’ τον φόβο σου… Θεέ μου, τώρα είμαι σίγουρη ότι το μυαλό σου έχει θολώσει!» «Δεν θα πληρώσω εγώ για το φιάσκο του Χάρι Χίντον ή του οποιουδήποτε άλλου, όποιο κι αν είναι αυτό το κάθαρμα. Εγώ δεν σε έχω απογοητεύσει, Λίλι. Δεν σε έχω προδώσει. Σε ρώτησα κάποτε γιατί μισείς τους άντρες. Είσαι ελεύθερη να τους σιχαίνεσαι όλους, μέχρι και τον τελευταίο πάνω στη γη. Εκτός από εμένα». «Έχεις την εντύπωση πως η άρνησή μου οφείλεται στο γεγονός ότι έχω απογοητευτεί στον


έρωτα;» Απέμεινε να τον κοιτάζει λες και ήταν ο μεγαλύτερος βλάκας επί γης. «Μπορώ να ζήσω με τους αναθεματισμένους όρους σου και τους κανόνες σου και τα καπρίτσια σου για κάποιο καιρό –ίσως ακόμα και για κάποια χρόνια– αλλά αν νομίζεις ότι θα υπέβαλλα τον εαυτό μου σ’ αυτό το πράγμα για την υπόλοιπη ζωή μου και ότι θα έδινα τα υπάρχοντά μου και τα νόμιμα δικαιώματά μου σ’ εσένα… και για ποιο λόγο; Για να έχω το προνόμιο να σου παρέχω τις υπηρεσίες μου κάθε βράδυ; Είναι αρκετά ευχάριστο, αλλά με τίποτα δεν αξίζει να θυσιάσω όλα όσα θεωρώ πολύτιμα». «Ευχάριστο», επανέλαβε εκείνος βλοσυρά. Εκείνη τον κοίταξε προκλητικά. «Είσαι βαρύς. Δεν μπορώ να αναπνεύσω». Ο Άλεξ δεν σάλεψε. «Πες μου πόσο ευτυχισμένη είσαι, Λίλι. Απολαμβάνεις την ελευθερία σου όταν είσαι αναγκασμένη να περνάς κάθε βράδυ σου τζογάροντας για να μπορείς να ζήσεις; Έχεις σκοπό να ισχυριστείς ότι δεν υπάρχουν νύχτες που νιώθεις μοναξιά, που ζητάς συντροφιά και παρηγοριά…» «Έχω όλα όσα χρειάζομαι». Προσπάθησε να αντέξει στο διαπεραστικό βλέμμα του, αλλά την κοιτούσε τόσο έντονα που αναγκάστηκε να κατεβάσει το δικό της. «Εγώ όχι», είπε εκείνος βραχνά. Η Λίλι απέστρεψε το πρόσωπό της. «Ε τότε βρες κάποια άλλη», είπε με απεγνωσμένη αποφασιστικότητα. «Υπάρχουν ένα σωρό γυναίκες που θα ήθελαν να σε παντρευτούν. Γυναίκες που έχουν ανάγκη αυτά που έχεις να προσφέρεις, γυναίκες που θα σε αγαπήσουν…» «Καμιά δεν είναι σαν εσένα». «Μπα; Και πότε έγινα εγώ τέτοια ανεξάντλητη πηγή χαράς για σένα;» Σήκωσε ξανά το κεφάλι της και τον κοίταξε, ακριβώς πάνω στην ώρα για να δει ένα χαμόγελο να εξαπλώνεται αργά πάνω στο πρόσωπό του. «Τι διάολο είναι τόσο αστείο;» Παίρνοντας από πάνω της λίγο από το βάρος του, ο Άλεξ στήριξε το σαγόνι στο χέρι του και την κοίταξε στοχαστικά. «Νιώσαμε μια έλξη ο ένας για τον άλλο από την πρώτη στιγμή. Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλο. Νομίζω ότι θα είχαμε βρεθεί ακόμα κι αν είχαμε γεννηθεί σε διαφορετικές ηπείρους. Νιώθεις κι εσύ αυτή την έλξη, τόσο έντονα όσο εγώ». «Μάλλον διαβάζεις Μπάιρον», μουρμούρισε εκείνη. «Για να ακούω τέτοια ρομαντικά σαλιαρίσματα από σένα…» «Εσύ με διάλεξες». «Φυσικά και όχι!» «Από τους εκατοντάδες άντρες που έχεις γνωρίσει στου Κρέιβεν ή σε κυνήγια του Σαββατοκύριακου ή σε εσπερίδες –νέους και γέρους, δανδήδες, διανοουμένους, βαρόνους, τραπεζίτες και τυχοδιώκτες– είμαι ο μοναδικός άντρας με τον οποίο μπλέχτηκες ποτέ σου. Προκάλεσες διαπληκτισμό μαζί μου, ήρθες στο σπίτι μου και ανακατεύτηκες σε κάθε πτυχή της ζωής μου, συνωμότησες για να με εμποδίσεις να παντρευτώ, με δελέασες να έρθω στο Λονδίνο και με έδεσες στο κρεβάτι σου, τζογάρισες μαζί μου κι έβαλες στοίχημα το κορμί σου για τα λεφτά μου, ξέροντας ότι υπήρχαν όλες οι πιθανότητες να χάσεις… Χριστέ μου, χρειάζεται να το αναλύσω πιο λεπτομερώς; Έχεις ποτέ σου ανακατευτεί στη ζωή κανενός άλλου κακομοίρη έτσι όπως ανακατεύτηκες στη δική μου; Δεν νομίζω». «Όλα έγιναν εξαιτίας της Πένι», είπε εκείνη χαμηλόφωνα. Εκείνος χαμογέλασε ειρωνικά. «Εκείνη ήταν η δικαιολογία. Τα έκανες όλα γιατί με ήθελες». «Ξιπασμένο κάθαρμα!» αναφώνησε εκείνη κι έγινε κόκκινη. «Μόνο ξιπασιά είναι εκ μέρους μου; Ε τότε πες μου ότι θέλεις να φύγω από τη ζωή σου». «Θέλω να φύγεις από τη ζωή μου», είπε εκείνη πάραυτα.


«Πες μου ότι οι δυο τελευταίες νύχτες δεν σήμαιναν τίποτα για σένα». «Δεν σήμαιναν!» «Πες μου ότι δεν θέλεις να με ξαναδείς ποτέ». «Δεν…» Η Λίλι απέμεινε να κοιτάζει το όμορφο, σοβαρό πρόσωπο από πάνω της και τα λόγια δεν μπορούσαν να βγουν από το λαρύγγι της. Ο Άλεξ της έσιαξε απαλά τα μαλλιά. «Πες μου», ψιθύρισε, κοιτάζοντάς την επίμονα. «Και τότε θα σ’ αφήσω ήσυχη». Η Λίλι προσπάθησε ξανά. «Δεν θέλω ποτέ…» Το στήθος της την πόνεσε από την προσπάθεια. Δεν μπορούσε να του επιτρέψει να μπουρδουκλώσει τη ζωή της περισσότερο απ’ όσο ήδη ήταν μπουρδουκλωμένη. Όμως η σκέψη να τον διώξει μακριά την πλημμύριζε με έναν ανεξήγητο φόβο. Μακάρι να της έλεγε και κάτι ακόμα, κάτι που θα την έπειθε για το ένα ή το άλλο. Όμως εκείνος δεν τη βοήθησε· παρέμεινε βασανιστικά σιωπηλός. Η Λίλι προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τα ανάμεικτα συναισθήματά της. Αχ και να μην ήταν τόσο ισχυρογνώμων αυτός ο άνθρωπος… Αχ και να ήταν υποχωρητικός και καλόβολος… Αυτός θα μπορούσε να καταστρέψει τις λίγες πιθανότητες που είχε να πάρει πίσω την κόρη της. Η καρδιά της βροντοχτύπησε με δύναμη, δυσκολεύοντάς τη να μιλήσει. «Εσύ…» Έγλειψε τα ξερά χείλη της και πίεσε τον εαυτό της να συνεχίσει. «Στ’ αλήθεια θα έφευγες αν σου το ζητούσα; Έτσι εύκολα;» Τα πυκνά ματόκλαδα του Άλεξ χαμήλωσαν καθώς είδε την άκρη της γλώσσας της να σαρώνει τη χαριτωμένη καμπύλη του πάνω χείλους της. «Όχι», της είπε βαριά. «Απλώς ήθελα να δω αν θα το έλεγες». «Ω Θεέ μου». Της ξέφυγε ένα φοβισμένο, απορημένο γέλιο. «Δεν νομίζω ότι μπορώ». «Γιατί όχι;» Η Λίλι άρχισε να τρέμει. Ανέκαθεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίζει τις ήττες και τις δυσκολίες της με ανυπάκουο σθένος, και κανένας, ούτε καν ο Τζουζέπε, δεν είχε μπορέσει να γκρεμίσει τις άμυνές της. Μόνο ο Άλεξ μπορούσε να της το κάνει αυτό. «Δεν ξέρω», φώναξε και έκρυψε το πρόσωπό της πάνω του. «Δεν ξέρω». «Αγάπη μου». Ο Άλεξ απίθωσε γρήγορα, δυνατά φιλιά πάνω στο μικρό αφτί της, στον λαιμό, στον ώμο. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της σε μια πολύ σφιχτή αγκαλιά. «Θα… θα προτιμούσα να είμαι ερωμένη σου», είπε εκείνη δυστυχισμένα. «Όλα ή τίποτα. Έτσι πάει μ’ εμάς». Της τράβηξε τα μαλλιά πίσω από το μέτωπό της και της χάρισε ένα στραβό χαμόγελο. «Συν τοις άλλοις, το να σε παντρευτώ είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσω να έχω τον Μπάρτον ως μπάτλερ μου». Τη φίλησε. «Πες ναι». Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά της. «Πες το, αγάπη μου», ψιθύρισε. Η Λίλι κατάφερε να πείσει τον εαυτό της ότι το έκανε για τα λεφτά. Φοβόταν να παραδεχτεί ότι υπήρχε κάποιος άλλος, ακόμα πιο επιτακτικός λόγος πίσω από την αποδοχή της. Ως γυναίκα του Άλεξ, θα γινόταν απίστευτα πλούσια. Θα είχε αρκετά χρήματα για να πάρει πίσω τη Νικόλ, και αν ο Τζουζέπε αρνούνταν να συνεργαστεί, θα προσλάμβανε μερικούς Επιφυλακτικούς, τους εξαιρετικά εκπαιδευμένους αξιωματικούς της πόλης που είχαν μεγάλη φήμη. Αυτός τον οποίο είχε απασχολήσει παλιότερα, ο κύριος Νοξ, δεν φάνηκε και πολύ χρήσιμος, αλλά τώρα εκείνη θα είχε χρήματα να προσλάβει μια ντουζίνα. Θα τους έβαζε να γυρίσουν την πόλη ανάποδα ώσπου η κόρη της να ξαναγύριζε σε αυτήν. Έπειτα από αυτό, δεν είχε σημασία τι θα γινόταν. Αφότου ο Άλεξ θα ανακάλυπτε ότι ήταν η μητέρα ενός νόθου παιδιού –το οποίο σκόπευε να


κρατήσει– θα συμφωνούσε βιαστικά σε μια ακύρωση του γάμου ή ίσως σε ένα διαζύγιο. Κι εκείνη θα μετακόμιζε σε κάποιο ήσυχο, γαλήνιο μέρος μαζί με την κόρη της. Ο Άλεξ δεν θα πάθαινε απολύτως τίποτα, εκτός από κάποιο δικαιολογημένο θυμό για την απάτη της. Αλλά θα έβρισκε μια άλλη, κάποιο όμορφο νεαρό κορίτσι που θα του έκανε μια ντουζίνα κληρονόμους. Εντωμεταξύ, η Λίλι σκόπευε να αποκομίσει ευχαρίστηση στον χρόνο που θα είχε μαζί του. Θα υπήρχαν κι άλλες νύχτες που θα τις περνούσαν στην κρεβατοκάμαρα με το ταβάνι που είχε ουρανό και σύννεφα. Θα είχε χρόνο να του μιλάει, να τον πειράζει, να τον προκαλεί. Ποτέ της δεν είχε τέτοιου είδους σχέση με έναν άντρα. Το πιο κοντινό που είχε ποτέ ήταν η παράδοξη, χωρίς πάθος φιλία της με τον Ντέρεκ Κρέιβεν. Αλλά σε αντίθεση με τον Ντέρεκ, ο Άλεξ ήταν κτητικός μαζί της, προστατευτικός ως εκεί που δεν παίρνει, υπερβολικά πρόθυμος να αναμειχθεί στα προβλήματά της. Η Λίλι σκέφτηκε ότι ίσως μέσα της μπορεί να άφηνε τον εαυτό της να απολαύσει την αίσθηση να ανήκει σε κάποιον. Για ένα σύντομο διάστημα στη ζωή της, θα μάθαινε πώς ήταν να αποκαλεί έναν άντρα «σύζυγο». Ο Άλεξ πρόβαλε την απίθανη αξίωση να παντρευτούν εκείνο ακριβώς το απόγευμα. Η Λίλι ήταν σίγουρη ότι η βιάση του ήταν γέννημα της καχυποψίας του ότι μπορεί εκείνη ξαφνικά να άλλαζε γνώμη. Και ο άνθρωπος είχε απόλυτο δίκιο. Εκείνη άλλαζε γνώμη κάθε δέκα λεπτά. Ο Άλεξ έστειλε ειδοποίηση στην καμαριέρα της, την Άννι, και κανόνισε να τη φέρουν στο Σουάνς Κορτ, έχοντας μαζί της τα απαραίτητα ρούχα και διάφορα προσωπικά είδη. Η Λίλι εκνευρίστηκε όταν φόρεσε ένα απαλό κίτρινο βαμβακερό φόρεμα με φραμπαλάδικα μανίκια. Η συμμαζεμένα ψηλή γραμμή του ντεκολτέ είχε τελείωμα σε κεντητή αζούρ δαντέλα. «Φαίνομαι σαν επαρχιώτισσα υπηρέτρια με αυτό το φόρεμα», μουρμούρισε, κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη ενώ η Άννι έδενε τις μεταξένιες θηλιές από πίσω. «Και σαν να είμαι δεκαπέντε χρόνων. Γιατί δεν έφερες κάτι πιο εξεζητημένο;» «Δεν είναι το φόρεμα αυτό που σε κάνει να δείχνεις μικρή, δεσποινίς», είπε η Άννι, χαμογελώντας πάνω από τον ώμο της. «Είναι το πρόσωπό σου». Η Λίλι κάθισε στο τραπεζάκι της γκαρνταρόμπας μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη με την επίχρυση κορνίζα και περιεργάστηκε το είδωλό της με περιέργεια. Εκνευρισμένη, διαπίστωσε ότι η Άννι είχε δίκιο. Το φυσικό ροζ των χειλιών της ήταν έναν τόνο πιο σκούρο απ’ ό,τι συνήθως, ελαφρά φουσκωμένο από τα καυτά φιλιά του Άλεξ την προηγούμενη νύχτα. Το πρόσωπό της ήταν διαφορετικό, απαλό και φωτεινό και ευαίσθητο. Ακόμα κι ένα πέρασμα με πούδρα δεν θα μπορούσε να μετριάσει το ροδαλό χρώμα του δέρματός της, που ανέκαθεν είχε υπάρξει τόσο κομψά ανοιχτόχρωμο. Δεν έμοιαζε καθόλου με την τολμηρή γυναίκα που μαδούσε όλα τα πιτσούνια στου Κρέιβεν. Το κυνικό, χλευαστικό βλέμμα της, το οποίο χρησιμοποιούσε με τόσο ικανοποιητικά αποτελέσματα, είχε χάσει όλη τη δύναμή του. Τα μάτια της ήταν τόσο απονήρευτα και ειλικρινή όσο και της Πενέλοπε. Καθώς κοιτούσε τον εαυτό της, θυμήθηκε τις ξένοιαστες μέρες της εφηβείας της, τότε που ήταν ένα παθιασμένο κορίτσι που είχε ξετρελαθεί με τον Χάρι Χίντον. Από τότε είχε να νιώσει τόσο συγκλονιστικά πράγματα μέσα της. Οι αλλαγές που είδε στον καθρέφτη έκαναν τη Λίλι να ανησυχήσει. «Έφερες καμιά από τις κορδέλες των μαλλιών μου;» ρώτησε, περνώντας τα χέρια της μέσα από τις ατίθασες μπούκλες της. «Τα μαλλιά μου μου πέφτουν στα μάτια». Η προνοητική Άννι της τις έδωσε και η Λίλι διάλεξε μια κορδέλα από χρυσό διακοσμημένη με τοπάζι. Την έδεσε γύρω από το μέτωπό της και κατσούφιασε όταν είδε ότι η εξωτική κορδέλα έκανε αλλόκοτη αντίθεση με το κοριτσίστικο στιλ του φορέματος. «Να πάρει!» Βγάζοντας απότομα το στολίδι απ’ το κεφάλι της, έσπρωξε τα μαλλιά της προς τα πίσω ανυπόμονα. «Σε παρακαλώ, φέρε ένα ψαλίδι και κόψε λίγη απ’ αυτή την τζίβα».


«Μα δεσποινίς», έφερε αντίρρηση η Άννι. «Δείχνει τόσο χαριτωμένη και γλυκιά γύρω απ’ το πρόσωπό σου». «Ε τότε άσ’ την». Έχωσε το κεφάλι της στα χέρια της και βόγκηξε. «Δεν με νοιάζει. Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με αυτό, Άννι». «Με τι να τα βγάλεις πέρα;» ρώτησε η καμαριέρα μπερδεμένη. «Με αυτή την απάτη… ω, δεν χρειάζεται να ξέρεις. Απλώς βοήθησέ με να φύγω από εδώ και πες στον λόρδο Ρέιφορντ ότι…» Κόμπιασε αναποφάσιστη. Μια καινούρια φωνή μπήκε στη συζήτηση. «Τι να πει στον λόρδο Ρέιφορντ;» Ο Άλεξ μπήκε στο δωμάτιο, έχοντας επιστρέψει από μια σύντομη εξόρμηση στην πόλη. Από την ικανοποιημένη έκφραση του προσώπου του, η Λίλι κατάλαβε ότι είχε καταφέρει να βρει κάποιον ιερέα που θα τους πάντρευε τόσο σύντομα. Ένας Θεός ήξερε τι του είχε πει του ανθρώπου. Η Άννι κοίταξε τον Άλεξ με εκστασιασμένο θαυμασμό, γιατί δεν είχε δει ποτέ να έχει επιτραπεί σε έναν άντρα να εισβάλει στον ιδιωτικό χώρο της δεσποινίδας Λόσον χωρίς να ζητήσει άδεια. Αποσύρθηκε στη γωνία του δωματίου και άρχισε να πασπατεύει ένα ελαφρύ μεταξωτό σάλι, παρακολουθώντας με διακριτική ευχαρίστηση τον Άλεξ να πηγαίνει να σταθεί πίσω από τη Λίλι. Γλίστρησε τα χέρια του πάνω από τους ώμους της Λίλι και έσκυψε χαμηλά στο αφτί της. «Μικρή φοβητσιάρα», ψιθύρισε. «Δεν πρόκειται να το σκάσεις από μένα». «Δεν είχα τέτοιο σκοπό», είπε ψέματα η Λίλι, με έναν αέρα αξιοπρέπειας. «Δείχνεις πανέμορφη μέσα σ’ αυτό το φόρεμα. Δεν βλέπω την ώρα να σου το βγάλω». «Αυτό είναι που σκέφτεσαι συνέχεια όλο κι όλο;» ρώτησε η Λίλι χαμηλόφωνα, έχοντας στον νου της τα τεντωμένα αφτιά της Άννι. Εκείνος χαμογέλασε και φίλησε το πλάι του λαιμού της. «Κοντεύεις να τελειώσεις;» «Όχι», είπε εκείνη, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της με έμφαση. «Θα πρέπει να φύγουμε σύντομα». Η Λίλι του ξεγλίστρησε, σηκώθηκε από την καρέκλα κι άρχισε να δρασκελίζει μέσα στο δωμάτιο. Βημάτιζε πάνω κάτω, περνώντας από μπροστά του επανειλημμένα. «Κύριέ μου», είπε αναστατωμένη, «σκεφτόμουν πόσο τρέλα είναι οι αποφάσεις που λαμβάνονται εν θερμώ, και τα τελευταία λίγα λεπτά έχω οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ήταν απερίσκεπτο εκ μέρους μου να συμφωνήσω να…» Εκείνος άπλωσε το χέρι του, την έπιασε και την έφερε κοντά του, σαν γάτα που διέκοψε το φρενήρες τρέξιμο ενός ποντικού. Το στόμα του πήγε γοργά πάνω στο δικό της κι εκείνη πήρε μια ξαφνιασμένη αναπνοή, με το μυαλό της να παραπαίει από την έκπληξη. Πίσω από την πλάτη της, ο Άλεξ κούνησε το χέρι του σε μια χειρονομία προς την Άννι να βγει από το δωμάτιο. Με ένα χαμόγελο και μια χοροπηδηχτή υπόκλιση η καμαριέρα έφυγε με διακριτική βιασύνη. Ο Άλεξ φίλησε τη Λίλι με δύναμη, για πολλή ώρα, ώσπου την αισθάνθηκε να γέρνει βαριά πάνω του, με τα γόνατά της να τρέμουν. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε μέσα στα υπνωτισμένα σκούρα μάτια της. «Ο γάμος μαζί μου είναι το λιγότερο απερίσκεπτο πράγμα που έχεις κάνει ποτέ». Εκείνη τράβηξε σπασμωδικά τα πέτα του παλτού του και τα έσιαξε. «Απλώς… απλώς εύχομαι να είχα κάποιου είδους εγγύηση». «Αυτή κάνει;» Τη φίλησε με ωμό πάθος, ανοίγοντάς της τα χείλη και βάζοντας στο σώμα της φωτιά με μια αργή εξερεύνηση για να βρει τη γλώσσα της. Τα χέρια της Λίλι γλίστρησαν γύρω από τον λαιμό του και η ανάσα της βάρυνε, με το σώμα της να έχει γίνει παραζαλισμένο και ξαναμμένο. Όταν τράβηξε το στόμα του απ’ το δικό της, εκείνη εξακολούθησε να έχει τα χέρια της τυλιγμένα γύρω του για να κρατήσει την ισορροπία της.


«Άλεξ», είπε με τρεμουλιαστή φωνή. «Χμμμ;» Τα χείλη του χάιδεψαν την ευαίσθητη γωνία του στόματός της. «Δεν θα είμαι το συνηθισμένο είδος συζύγου. Δεν θα μπορούσα ακόμη και αν το ήθελα». «Το ξέρω». Εκείνη του έριξε ένα καχύποπτο φευγαλέο βλέμμα μέσα από τα ματόκλαδά της. «Και πώς μπορώ εγώ να είμαι σίγουρη ότι δεν θα θελήσεις να αλλάξω;» Εκείνος χαμογέλασε σαρδόνια. «Να γίνεις τι;» «Θα με θέλεις να γίνω ευυπόληπτη και να παρατήσω την ιππασία και να αρχίσω να συλλέγω συνταγές για πηχτή από πόδι αγελάδας και να γυαλίζω παπούτσια, και να κάθομαι στο σαλόνι με ένα τελάρο για κέντημα στην αγκαλιά…» «Ησύχασε», είπε εκείνος γελώντας, παίρνοντας τρυφερά το πρόσωπό της μες στα χέρια του. Χάιδεψε απαλά τα χείλη της με τα δικά του. «Δεν είναι να απορεί κανείς που απέφευγες τον γάμο για τόσο πολύ καιρό. Κάψε όλα τα τελάρα για κέντημα του σπιτιού, αν θέλεις. Άσε την κυρία Χότζες να νοιαστεί για την πηχτή από πόδι αγελάδας, ό,τι διάολο κι αν είναι αυτό το πράγμα – όχι, μη μου πεις σε παρακαλώ». Τα ακροδάχτυλά του γλίστρησαν πάνω κάτω στον λυγερό λαιμό της, χαϊδεύοντας τις φίνες μπούκλες στον αυχένα της. «Δεν θέλω να σε αλλάξω, αγάπη μου. Απλώς να σου σφίξω λίγο τα λουριά». Όπως ακριβώς το είχε σκοπό κι εκείνος, το σχόλιο την τσίτωσε. «Πολύ ευχαρίστως να προσπαθήσεις», είπε αυθάδικα, και ο Άλεξ γέλασε. Δίνοντάς της χρόνο μόνο για να βρει τα γάντια της, την οδήγησε να κατέβουν για να μπουν στην άμαξα έξω. Αφού τη βοήθησε να ανέβει, ο Άλεξ έκανε νόημα στον ιπποκόμο να λύσει τα άλογα, κι έβαλαν πλώρη νότια, προς την κατεύθυνση του ποταμού. Η Λίλι τσάκωσε τον εαυτό της σχεδόν να απολαμβάνει τη διαδρομή. Κουρνιασμένη στο ψηλό κάθισμα της άμαξας, παρακολουθούσε με ευθυμία τον Άλεξ να προσπαθεί να ελέγξει τα υπέροχα ταιριασμένα άλογα. Τα ζώα ήταν νεαρά και γεμάτα με εκρηκτική ενέργεια, απαιτώντας όλη την προσοχή του. Η Λίλι φρόντισε να δώσει στον Άλεξ αρκετό χώρο στο κάθισμα ώστε να του επιτρέψει να κινεί τα χέρια του αποτελεσματικά. Τελικά τα άλογα εξομάλυναν τον ρυθμό τους αρκετά ώστε να μπορούν εκείνοι να συζητήσουν. «Γιατί δεν τους έχεις κοντύνει τις ουρές τους;» ρώτησε η Λίλι, δείχνοντας τις μακριές μαύρες ουρές των αλόγων. Το να κόβονται χειρουργικά οι ουρές των αλόγων, και μαζί να αφαιρούνται και κάμποσοι από τους σπονδύλους, ήταν μια δημοφιλής συνήθεια, που εξυπηρετούσε και σκοπούς μόδας αλλά και πρακτικούς. «Θα μπορούσαν να μπερδευτούν στα γκέμια». Ο Άλεξ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, απαντώντας της με ένα μουρμουρητό που εκείνη δεν μπόρεσε να το ακούσει καλά. «Τι;» τον ρώτησε. «Τι είπες;» «Είπα ότι είναι οδυνηρό για τα άλογα». «Ναι, αλλά ο πόνος δεν κρατάει πολύ και πραγματικά είναι πιο ασφαλές όταν τους κονταίνουν οι ουρές». «Οι ουρές τους είναι η μόνη προστασία που έχουν από τις μύγες», είπε εκείνος δίχως να την κοιτάζει. «Λατρεύει τα παιδιά και τα ζώα», μουρμούρισε η Λίλι, νιώθοντας μια σπίθα ζεστασιάς για εκείνον. «Δεν ανταποκρίνεσαι στη φήμη σου ως σκληρόκαρδου, κύριέ μου. Έλα, άσε με να οδηγήσω την άμαξα». Άπλωσε τα χέρια της για να πάρει τα γκέμια. Ο Άλεξ την κοίταξε σαν χαμένος, λες και η ιδέα μιας γυναίκας να οδηγεί τα άλογα του ήταν εντελώς ξένη.


Η Λίλι γέλασε και τον επέπληξε μαλακά. «Είμαι πολύ καλή σε αυτό, κύριέ μου». «Θα καταστρέψεις τα γάντια σου». «Και τι είναι ένα τόσο δα ζευγάρι γάντια;» «Ποτέ πριν δεν άφησα γυναίκα να πάρει τα γκέμια». «Φοβάσαι;» ρώτησε εκείνη γλυκά. «Προφανώς η εμπιστοσύνη σε αυτόν τον γάμο πρόκειται να είναι μονόπλευρη». Απρόθυμα ο Άλεξ της έδωσε τα γκέμια. Η δυνατή, έμπειρη λαβή της έδειξε να τον καθησυχάζει, και χαλάρωσε λιγάκι στο κάθισμά του. «Ηρέμησε», είπε η Λίλι γελώντας. «Δείχνεις λες και σκοπεύεις να αρπάξεις τα γκέμια πίσω οποιαδήποτε στιγμή. Ποτέ μου δεν έχω αναποδογυρίσει άμαξα, κύριέ μου». «Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά». Ο Άλεξ λοξοκοίταξε τα γκέμια με σφοδρή επιθυμία. «Έτσι φαίνεται», είπε εκείνη με απόλυτη σοβαρότητα και τσίτωσε τα άλογα για να αυξήσουν ταχύτητα. Έπειτα από κανένα χιλιόμετρο, ο Άλεξ εξέφρασε τον θαυμασμό του για το οδήγημα της Λίλι. Ένιωθε περήφανος με το θέαμα των μικρών χεριών της να ασκούν τέτοια σίγουρη πίεση πάνω στα γκέμια. Όχι πως ένιωθε και απολύτως άνετα που ήταν επιβάτης της – δεν ήταν στον χαρακτήρα του να παραχωρεί τον έλεγχο εύκολα. Αλλά η περηφάνια της Λίλι για τις ίδιες τις ικανότητές της ήταν συναρπαστική όσο και γοητευτική. Δεν θα ένιωθε ποτέ της να πτοείται εύκολα από αυτόν ή τον οποιονδήποτε άλλο. Θα γινόταν ιδανική σύζυγος γι’ αυτόν, μια γυναίκα ικανή για να ταιριάξει το πάθος του, το σθένος και το πείσμα του με το δικό της. Η άμαξα προχώρησε προς το Μπρόμπτον και το Τσέλσι, και ο Άλεξ ξαναπήρε τα γκέμια στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής. Πήγε την άμαξα από έναν παράπλευρο δρόμο που οδηγούσε σε μια μικρή, πέτρινη εκκλησία με αψιδωτές ξύλινες πόρτες. Ένας σοβαρά ντυμένος έφηβος περίμενε έξω από την πόρτα της εκκλησίας. «Κράτα τα άλογα», μουρμούρισε ο Άλεξ και του πέταξε ένα νόμισμα. «Δεν θα αργήσουμε». Το αγόρι τσάκωσε το νόμισμα στη χούφτα του και χαμογέλασε χαρούμενα. «Μάλιστα, κύριέ μου». Ο Άλεξ κατέβηκε από την άμαξα και άπλωσε το χέρι για να κατεβάσει τη Λίλι. Εκείνη είχε μείνει κοκαλωμένη στη θέση της, κοιτάζοντάς τον με γουρλωμένα μάτια. Η θέα της εκκλησίας ήταν σαν ένας κουβάς παγωμένο νερό που της ήρθε στη μούρη, κάνοντάς τη να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς πήγαινε να συμβεί. Ο Άλεξ μίλησε σαν να μην έτρεχε τίποτα. «Δώσε μου το χέρι σου, Λίλι». «Τι κάνω;» τον ρώτησε με ψιλή φωνή. «Άσε με να σε βοηθήσω να κατέβεις». Η Λίλι έβαλε το χέρι της στην καρδιά της που βροντοχτυπούσε καθώς τον κοίταζε επίμονα. Το ύφος του ήταν χαλαρό και καθόλου απειλητικό, αλλά βαθιά μέσα στα μάτια του υπήρχε μια ατσάλινη λάμψη και η φωνή του περιείχε ένα ίχνος προειδοποίησης. Τώρα που τον είχε αφήσει να τη φέρει τόσο μακριά, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει. Νιώθοντας λες και η κατάσταση δεν ήταν εντελώς πραγματική, έβαλε το χέρι της μέσα στο δικό του και κατέβηκε από την άμαξα. «Από τότε που ο Χ… Χάρι με παράτησε», τραύλισε, «υποσχέθηκα στον εαυτό μου… ορκίστηκα… ότι δεν θα παντρευτώ ποτέ κανέναν». Ο Άλεξ κοίταξε το γερμένο κεφάλι της και συνειδητοποίησε πόσο πολύ την είχε πληγώσει η εγκατάλειψη από τον μνηστήρα της, τόσο ώστε η ανάμνηση του εξευτελισμού εξακολουθούσε να παραμένει έπειτα από δέκα χρόνια. Γλίστρησε το χέρι του γύρω της και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της. «Δεν του άξιζες», ψιθύρισε μες στα μαλλιά της. «Ήταν ένας αδύναμος, δειλός


βλάκας». «Αρκετά έξυπνος ώστε να σ… σώσει τον εαυτό του. Και κάποιοι μπορεί να αποκαλέσουν εσένα ακόμα περισσότερο ηλίθιο που το κάνεις αυτό…» «Έχω τα ελαττώματά μου», είπε ο Άλεξ ζυμώνοντας μαλακά τους ώμους της, γυρνώντας την πλάτη του για να την προστατέψει από τα περίεργα βλέμματα των περαστικών. Της χαμογέλασε θλιμμένα. «Πολλά ελαττώματα, κι εσύ έχεις καταφέρει να γνωρίσεις κάμποσα από αυτά. Όμως ποτέ δεν θα σε άφηνα, Βιλελμίνα Λόσον. Ποτέ. Καταλαβαίνεις;» «Καταλαβαίνω», είπε εκείνη με ένα πνιγμένο, απελπισμένο γέλιο, «αλλά δεν σε πιστεύω. Νομίζεις ότι ξέρεις τα χειρότερα για μένα, αλλά δεν τα ξέρεις». Δεν τόλμησε να του πει περισσότερα απ’ αυτό. Κρατώντας την ανάσα της, περίμενε να δει αν ετούτο θα ήταν αρκετό για να τον κάνει να αλλάξει γνώμη. «Ξέρω όλα όσα χρειάζεται να ξέρω», είπε εκείνος σιγανά. «Τα υπόλοιπα θα τα κρατήσω για αργότερα». Κρατώντας το χέρι του γύρω της, μπήκε μαζί της στην εκκλησία. Το εσωτερικό του μικρού κτιρίου ήταν συγκινητικό μέσα στην απλότητά του, γεμάτο από το φως που έμπαινε μέσα από τα γραφικά βιτρό παράθυρα. Η λάμψη των κεριών έκανε τα γυαλισμένα δρύινα στασίδια να λάμπουν. Ένας ηλικιωμένος εφημέριος τους περίμενε μέσα. Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο απ’ τον καιρό και ευγενικό. Μολονότι δεν ήταν ψηλότερος από τη Λίλι, διέθετε μια ισχυρή και ζωηρή παρουσία. «Λόρδε Ρέιφορντ», είπε με ένα γαλήνιο χαμόγελο. Τα καθαρά μπλε μάτια του πήγαν στο φοβισμένο πρόσωπο της Λίλι. «Κι αυτή πρέπει να είναι η δεσποινίς Λόσον». Αιφνιδίασε τη Λίλι παίρνοντας τους ώμους της μες στα χέρια του και κοιτάζοντάς τη διαπεραστικά. «Γνωρίζω τον Ρέιφορντ εδώ και πολύ καιρό, καλή μου. Σχεδόν από τη μέρα που γεννήθηκε». «Ω;» αποκρίθηκε η Λίλι με μια ασθενική απομίμηση του συνηθισμένου αυθάδικου χαμόγελού της. «Και ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτόν, πάτερ;» «Ο κόμης είναι καλός άνθρωπος», απάντησε εκείνος στοχαστικά, με τα μάτια του να ακτινοβολούν καθώς έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Άλεξ, «παρόλο που κατά καιρούς έχει την τάση να είναι κομματάκι επηρμένος». «Και αλαζόνας», πρόσθεσε η Λίλι, με το χαμόγελό της να πλαταίνει. Και ο ιερωμένος χαμογέλασε. «Ναι, ίσως και αυτό. Όμως είναι και υπεύθυνος και συμπονετικός, και αν ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση, θα αποδειχθεί ένας ασυνήθιστα αφοσιωμένος σύζυγος. Το αίμα των Ρέιφορντ, βλέπεις. Χαίρομαι που ο κόμης έχει επιλέξει μια γυναίκα που το λέει η καρδιά της για σύντροφό του. Προϊόντος του χρόνου, έπεσαν στους ώμους του πολλά βάρη για να κουβαλήσει». Ο ιερωμένος λοξοκοίταξε τον Άλεξ που κοιτούσε αλλού, κι ύστερα ξανακοίταξε τη Λίλι που τον πρόσεχε με προσήλωση. «Έχεις πάει ποτέ κανένα θαλάσσιο ταξίδι, δεσποινίς Λόσον; Μπορεί να έχεις ακούσει τη λέξη “παντρεύω” ως ναυτικό όρο. Αναφέρεται στην πρακτική των ναυτικών να παντρεύουν δυο σκοινιά μαζί για να τους δώσουν μεγαλύτερη δύναμη, σαν ένα. Προσεύχομαι αυτό να ισχύσει και για την ένωσή σας». Η Λίλι έγνεψε καταφατικά, συγκινημένη από τη γαλήνια ατμόσφαιρα της εκκλησίας, το ευγενικό πρόσωπο του ιερωμένου, από το κοκκίνισμα που ανέβαινε σιγά σιγά πάνω από τον γιακά του Άλεξ. Ο Άλεξ δεν την κοίταξε, κρατούσε τα μάτια του καρφωμένα στο πάτωμα, όμως εκείνη διαισθάνθηκε ότι τον είχε επηρεάσει κι εκείνον η στιγμή, όπως είχε επηρεάσει την ίδια. «Το ελπίζω», ψιθύρισε. Ο ιερωμένος τους έκανε νόημα και προχώρησαν προς τον βωμό στο μπροστινό μέρος της εκκλησίας. Η Λίλι δίστασε, με την καρδιά της να καλπάζει από συγκίνηση. Έβγαλε τα γάντια της και τα έδωσε στον Άλεξ. Εκείνος έβαλε τα άσπρα σεβρό γάντια στην τσέπη του και έπιασε


το χέρι της, διπλώνοντας τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δικά του. Η Λίλι σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε, με ένα τρεμάμενο χαμόγελο. Όμως δεν υπήρχε χαμόγελο στο δικό του πρόσωπο, μόνο μια σοβαρή έκφραση και μια αναλαμπή από φλόγα μες στα μάτια του. Στάθηκαν μπροστά στον εφημέριο με τα χέρια τους ενωμένα. Η Λίλι μόλις που μισοάκουγε τη μετρημένη φωνή του ιερωμένου, καθώς έχανε και ανακτούσε τη συναίσθησή της. Ήταν σαν όνειρο – ένα ακαθόριστο, χαοτικό όνειρο. Απ’ όλες τις εκπληκτικές τροπές που είχε πάρει η ζωή της, αυτή ήταν η πιο αναπάντεχη. Παντρευόταν έναν άντρα που τον ήξερε ελάχιστα, αλλά με κάποιο τρόπο ήταν λες και τον ήξερε μια ολόκληρη ζωή. Η αίσθηση του χεριού της μέσα στο δικό του, που άρχισε να γίνεται ζεστό και ιδρωμένο, ήταν παράδοξα οικεία. Ο ήχος της ρυθμικής ανάσας του, η χροιά της φωνής του όταν έλεγε τους γαμήλιους όρκους, όλα αυτά μιλούσαν κάπου βαθιά μέσα της, καθησυχάζοντας τον ανησυχαστικό φόβο που ήταν κομμάτι της για τόσο πολύ καιρό. Επανέλαβε κι εκείνη τους όρκους της με προσοχή, προσπαθώντας να κάνει σταθερή τη φωνή της που ψέλλιζε. Ο Άλεξ της σήκωσε το χέρι και γλίστρησε ένα βαρύ, σκαλιστό χρυσό δαχτυλίδι στο δάχτυλό της. Το δαχτυλίδι, που ήταν αρκετά μεγάλο για το δάχτυλό της, ήταν διακοσμημένο με ένα τεράστιο ρουμπίνι που λαμποκοπούσε λες και μια φλόγα είχε παγιδευτεί μέσα στα λαμπερά βάθη του. Ο εφημέριος τους ανακήρυξε ανδρόγυνο και σφράγισε τον γάμο με την ευλογία του Θεού. Υπέγραψαν στο βιβλίο πρωτοκόλλου της εκκλησίας και έβαλαν τα ονόματά τους σε ένα πιστοποιητικό γάμου και στην ειδική άδεια. Με μια τελευταία κοντυλιά της πένας, η Λίλι άφησε έναν τρεμάμενο αναστεναγμό, ξέροντας ότι όλα είχαν τελειώσει. Ακούστηκε ένας ήχος στο πίσω μέρος της εκκλησίας, καθώς μπήκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, κάποιοι από τους ενορίτες του εφημέριου. Ζητώντας συγγνώμη, ο εφημέριος πήγε να μιλήσει στο ζευγάρι, αφήνοντας τον Άλεξ και τη Λίλι μόνους μπροστά από το ογκώδες βιβλίο πρωτοκόλλου. Εκείνοι κοίταξαν τα ονόματά τους και την ημερομηνία που είχε γραφτεί από κάτω. Η Λίλι έριξε μια φευγαλέα ματιά στο δαχτυλίδι της, στριφογυρίζοντάς το στο δάχτυλό της. Το ρουμπίνι, και το στεφάνι από διαμάντια που το περιέβαλλε, παραήταν μεγάλα για το μικρό χέρι της. «Ανήκε στη μητέρα μου», είπε ο Άλεξ τραχιά. «Είναι πραγματικά πανέμορφο», αποκρίθηκε η Λίλι, σηκώνοντας το βλέμμα της για να τον κοιτάξει. «Μήπως εσύ… δηλαδή η Κάρολαϊν…» «Όχι», απάντησε εκείνος γοργά. «Δεν το είχε δει καν, ποτέ». Άγγιξε το χέρι της. «Δεν θα σου ζητούσα να φορέσεις κάτι μολυσμένο από τις αναμνήσεις μια άλλης γυναίκας». «Σ’ ευχαριστώ». Η Λίλι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ντροπαλό χαμόγελο ικανοποίησης. Το χέρι του έσφιξε το δικό της ώσπου σχεδόν την πόνεσε. «Στ’ αλήθεια αγαπούσα την Κάρολαϊν. Αν ζούσε, θα είχα παντρευτεί εκείνη και… πιστεύω πως θα ήμαστε ευχαριστημένοι». «Φυσικά και θα ήσαστε», μουρμούρισε η Λίλι, μπερδεμένη από αυτό το σύντομο λογύδριο. «Αλλά μ’ εσένα είναι διαφορετικά…» Ο Άλεξ έκανε μια παύση και καθάρισε τον λαιμό του αμήχανα. Με κομμένη την ανάσα η Λίλι τον περίμενε να συνεχίσει, νιώθοντας ότι αιωρούνταν στο χείλος ενός ιλιγγιώδους γκρεμού. «Τι εννοείς, διαφορετικά;» Κάρφωσε το βλέμμα της στο χρυσαφένιο πρόσωπό του, που ήταν τυλιγμένο στις σκιές και στο φως των κεριών. «Διαφορετικά με ποιο τρόπο;» Όμως ο εφημέριος τους διέκοψε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, επιστρέφοντας από τη σύντομη συζήτησή του με το ηλικιωμένο ζευγάρι. «Λόρδε και λαίδη Ρέιφορντ. Έχω ένα ζήτημα που πρέπει να φροντίσω. Χρειάζεται να προσφέρω καθοδήγηση σε κάποιους ενορίτες…» «Ναι, φυσικά», είπε ο Άλεξ μαλακά. «Σ’ ευχαριστώ».


Το σοκ της προσφώνησής της ως λαίδης Ρέιφορντ έκανε τη Λίλι να ξεχάσει την ερώτησή της. Αποχαιρέτησε με σεβασμό τον εφημέριο καθώς πήγαινε προς την πόρτα με τον Άλεξ. «Είμαι κόμισσα», είπε, και της ξέφυγε ένα δύσπιστο γέλιο με το που βγήκαν από την εκκλησία. Απέμεινε να κοιτάζει την εύθυμη έκφραση του Άλεξ. «Λες η μητέρα μου να είναι ευχαριστημένη;» «Θα λιποθυμήσει», αποκρίθηκε ο Άλεξ, βοηθώντας τη να μπει στην άμαξα, «κι ύστερα θα ζητήσει ένα φλιτζάνι δυνατό τσάι». Χαμογέλασε πλατιά όταν την είδε να πηγαίνει να πιάσει τα γκέμια. «Μην τα αγγίζεις αυτά, λαίδη Ρέιφορντ. Εγώ θα μας πάω σπίτι». Κατόπιν αιτήματος της Λίλι, ο Άλεξ την πήγε στους Φορμπς, Μπέρτραμ και Σία και έκανε ανάληψη πέντε χιλιάδες λίρες από την ιστορική αυτή τράπεζα. Η Λίλι εξεπλάγη που ο Άλεξ δεν τη βομβάρδισε με ερωτήσεις σχετικές με την υποχρέωσή της. Ήταν σίγουρη πως εκείνος υπέθετε ότι επρόκειτο για χρέη από τον τζόγο. Ίσως να νόμιζε ότι χρωστούσε τα χρήματα στον Ντέρεκ. «Θα φτάσουν αυτά;» ήταν το μόνο που τη ρώτησε, τραβώντας τη σε μια ήσυχη γωνιά ενώ ο τραπεζίτης του πήγαινε προς τα θησαυροφυλάκια και τις θυρίδες ασφαλείας στη διπλανή αίθουσα. Η Λίλι έγνεψε καταφατικά, με ένα ένοχο κοκκίνισμα. «Ναι, σ’ ευχαριστώ. Θα χρειαστεί να φροντίσω κάποια πράγματα απόψε». Δίστασε σχεδόν ανεπαίσθητα. «Θα προτιμούσα να τα κάνω μόνη μου». Ο Άλεξ την κοίταξε για αρκετή ώρα, με το πρόσωπό του ανέκφραστο. «Πρόκειται να δεις τον Κρέιβεν;» Η Λίλι μπήκε στον πειρασμό να του πει ψέματα, όμως έγνεψε καταφατικά. «Θέλω ο Ντέρεκ να είναι ο πρώτος που θα μάθει γι’ αυτόν τον γάμο. Τουλάχιστον αυτό το δικαιούται από μένα. Ω, το ξέρω πως είναι προφανές ότι δεν έχει ηθικές αρχές ή αναστολές, αλλά με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο έχει υπάρξει καλός μαζί μου και για κάποιο λόγο πιστεύω ότι θα πληγωθεί αν δεν του το εξηγήσω εγώ». «Μην εξηγήσεις και πάρα πολλά», τη συμβούλεψε ο Άλεξ. «Μπορεί κι αυτό να τον πληγώσει εξίσου». Καθώς εκείνη τον κοίταξε μπερδεμένη, ο Άλεξ χαμογέλασε δύσθυμα. «Στ’ αλήθεια δεν έχεις ιδέα πώς νιώθει αυτός για σένα;» «Όχι, όχι», είπε εκείνη ορμητικά, «δεν καταλαβαίνεις πώς είναι με τον Ντέρεκ κι εμένα…» «Ω, καταλαβαίνω». Την κοίταξε στοχαστικά. «Ώστε είναι απαραίτητο να βγεις μόνη απόψε το απόγευμα». Είχε ήδη αρχίσει, η πρωτόγνωρη υποχρέωση να δίνει λογαριασμό σε κάποιον για τις δραστηριότητές της. Η Λίλι ήλπιζε ότι ο Άλεξ δεν θα την ανάγκαζε να του πει ψέματα. «Και ίσως και για το πρώτο μέρος της νύχτας». «Θέλω να πάρεις έναν ιπποκόμο και δυο έφιππους συνοδούς με την άμαξα». «Βεβαίως», είπε εκείνη με ένα ευπροσήγορο χαμόγελο. Δεν θα την πείραζε να πάει στου Κρέιβεν μέσα σε μια κλειστή άμαξα και με έναν ολόκληρο στρατό από εφίππους. Θα έπρεπε, όμως, να πάει ασυνόδευτη στη συνάντησή της με τον Τζουζέπε στο Κόβεντ Γκάρντεν. Απλώς θα δανειζόταν ένα από τα άλογα του Ντέρεκ και θα ξεγλιστρούσε μόνη. Ο Άλεξ φάνηκε διχασμένος ανάμεσα στην ικανοποίηση και την καχυποψία απέναντι στο πόσο εύκολα δέχτηκε η Λίλι το αίτημά του. «Όσο εσύ θα λείπεις», είπε, «εγώ θα κάνω μια επίσκεψη στον λόρδο και στη λαίδη Λίον». «Τον θείο και τη θεία σου;» μάντεψε η Λίλι, έχοντας ακούσει τη μητέρα της να αναφέρει τα


ονόματα κάποτε. Εκείνος κατένευσε λυπημένα. «Η θεία μου είναι αξιοσέβαστη και πεπειραμένη σε ζητήματα που χρήζουν υπέρτατης διπλωματίας». «Πιστεύεις πως θα μπορέσει να μας βοηθήσει να αποφύγουμε το σκάνδαλο; Μετά το παιχνίδι που παίξαμε με τα χαρτιά στου Κρέιβεν και τη σκηνή χθες το βράδυ, και το γεγονός ότι η Πένι κλέφτηκε αναπάντεχα και τον βιαστικό γάμο μας;» Η Λίλι έκανε μια κωμική γκριμάτσα. «Δεν νομίζεις ότι η ζημιά έχει ήδη γίνει, κύριέ μου;» «Εκείνη θα το θεωρήσει ως πρόκληση». «Συμφορά, πες καλύτερα», είπε η Λίλι, νιώθοντας ξαφνικά να τη γαργαλάει η ιδέα μιας ηλικιωμένης κυρίας να προσπαθεί να λειάνει τα ξεδιάντροπα καμώματά τους. Το μπουρίνι από τα χαχανητά της προκάλεσε ένα πλήθος από αγανακτισμένα βλέμματα που στράφηκαν να τους κοιτάξουν, καθώς οι υπάλληλοι με τα νηφάλια πρόσωπα και οι πελάτες παρατήρησαν την αναξιοπρεπή συμπεριφορά του ζεύγους που στεκόταν δίπλα στην γκρίζα μαρμάρινη κολόνα. «Ήσυχα», είπε ο Άλεξ, αν και ένα πλατύ χαμόγελο τρεμόπαιζε στο πρόσωπό του. «Φέρσου ευπρεπώς. Κάθε φορά που είμαστε μπροστά σε κόσμο μαζί, δημιουργούμε σκηνή». «Το έκανα και μόνη μου επί χρόνια», είπε η Λίλι αμέριμνα. «Αλλά εσένα σε απασχολεί η υπόληψή σου, βλέπω. Αργά ή γρήγορα θα καταντήσεις να με εκλιπαρείς να μην κάνω σκηνές…» Τινάχτηκε εμβρόντητη καθώς ο Άλεξ έσκυψε και τη φίλησε μπροστά σε όλο το παριστάμενο πλήθος μέσα στην τράπεζα. Η καταθλιπτική αίθουσα αντιλάλησε από τα σιγανά επιφωνήματα αποδοκιμασίας και τα αγκομαχητά της κατάπληξης. Σπρώχνοντας τους δυνατούς μυς του στήθους του άντρα της, η Λίλι πάλεψε να τον απομακρύνει, νιώθοντας τον εαυτό της να γίνεται κατακόκκινος από την ταπείνωση και την ταραχή. Εκείνος όμως επέμεινε, ώσπου κι εκείνη ξέχασε πού βρίσκονταν, και ανατρίχιασε από την ευχαρίστηση. Τότε ο Άλεξ σήκωσε το κεφάλι του και της χαμογέλασε, με τα μάτια του να λάμπουν από πρόκληση και χαρά. Σαστισμένη, η Λίλι απέμεινε να τον κοιτάζει, και ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια θαυμασμού και έκπληξης. «Διάνα!» του είπε, σηκώνοντας τα χέρια της στα κόκκινα μάγουλά της. Η Λίλι βρήκε τον Ντέρεκ σε ένα από τα ιδιαίτερα δωμάτια του παλατιού του τζόγου. Είχε ενώσει μαζί δυο τραπέζια και τα είχε φορτώσει ως απάνω με μια στοίβα λογιστικά βιβλία, τραπεζικές επιταγές, γραμμάτια και λεφτά – σωρούς από νομίσματα και χοντρά μάτσα από χαρτονομίσματα, δεμένα με μια λευκή κορδέλα. Στο παρελθόν η Λίλι τον είχε δει να μετράει λεφτά με ιλιγγιώδη ταχύτητα, με τα λεπτά σκούρα δάχτυλά του να διατρέχουν τα χαρτονομίσματα ώσπου να γίνουν μια θολούρα. Αλλά σήμερα έδειχνε παράδοξα αδέξιος και χτένιζε τα κέρδη του με υπερβάλλουσα προσοχή. Καθώς πλησίαζε στα τραπέζια, η Λίλι έπιασε τη γλυκόπικρη μυρωδιά του τζιν. Είδε ένα ποτήρι με τζιν πάνω στο τραπέζι και γύρω γύρω πιτσιλιές που θα κατέστρεφαν το πρώτης ποιότητας ξύλο. Κοίταξε τον Ντέρεκ με έκπληξη. Ήταν ασυνήθιστο γι’ αυτόν να μπεκρουλιάζει, και ειδικά με τζιν, το ποτό των φτωχών. Μα εκείνος μισούσε το τζιν. Του θύμιζε το παρελθόν του. «Ντέρεκ», του είπε σιγανά. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και τα πράσινα μάτια του περιπλανήθηκαν στο κίτρινο φόρεμα και στο τονισμένο χρώμα στα μάγουλά της. Έμοιαζε σαν μπουχτισμένος νεαρός σουλτάνος. Η σκληρή δριμύτητα του προσώπου του ήταν ιδιαίτερη έντονη σήμερα. Η Λίλι σκέφτηκε αντικειμενικά ότι ο Ντέρεκ μπορεί να είχε χάσει και λίγο βάρος. Οι άκρες από τα ζυγωματικά του ήταν μυτερές σαν λεπίδες μαχαιριού. Και ήταν περίεργα ατημέλητος. Η γραβάτα του ήταν


λασκαρισμένη και τα μαύρα μαλλιά του του έπεφταν στο μέτωπο. «Ο Γουόρθι δεν σε φροντίζει», είπε η Λίλι. «Μια στιγμή, θα πάω στην κουζίνα και θα τους πω να στείλουν–» «Δεν πεινάω», τη διέκοψε εκείνος. «Μην μπαίνεις στον κόπο. Σου είπα ότι έχω δουλειά». «Μα εγώ ήρθα για να σου πω κάτι». «Δεν έχω χρόνο για κουβέντα». «Μα Ντέρεκ…» «Όχι…» «Τον παντρεύτηκα», είπε η Λίλι χωρίς περιστροφές. Δεν είχε σκοπό να του το ξεφουρνίσει τόσο αναπάντεχα. Της ξέφυγε ένα συνεσταλμένο, αμήχανο γέλιο. «Παντρεύτηκα τον λόρδο Ρέιφορντ σήμερα το πρωί». Το πρόσωπο του Ντέρεκ έγινε ανέκφραστο. Παρέμεινε αμίλητος, τελειώνοντας το ποτό του με την ησυχία του. Τα δάχτυλά του ασκούσαν μια μη αναγκαία πίεση στο ποτήρι. Το πρόσωπό του ήταν ανεξιχνίαστο όταν της μίλησε με άχρωμη φωνή. «Του είπες για τη Νικόλ;» Το χαμόγελο της Λίλι εξαφανίστηκε. «Όχι». «Τι περιμένεις από αυτόν όταν μάθει ότι έχεις μια νόθα κόρη;» Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι της. «Περιμένω ότι θα ζητήσει ακύρωση του γάμου ή διαζύγιο. Δεν θα τον κατηγορούσα που θα με μισήσει όταν ανακαλύψει πως τον εξαπάτησα. Ντέρεκ, μην είσαι θυμωμένος. Ξέρω ότι φαντάζει ηλίθιο πράγμα εκ μέρους μου αυτό που έκανα, αλλά πραγματικά έχει μια λογική…» «Δεν είμαι θυμωμένος». «Με τα πλούτη του Άλεξ, θα είμαι σε θέση να διαπραγματευτώ με τον Τζουζέπε…» Της ξέφυγε ένα αγκομαχητό έκπληξης όταν ο Ντέρεκ κινήθηκε ξαφνικά, αρπάζοντας μια χούφτα νομίσματα και σκορπίζοντάς τα μπροστά στα πόδια της. Παγωμένη καταμεσής της λαμπερής λιμνούλας από νομίσματα, απέμεινε να τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. «Δεν το έκανες γι’ αυτό», είπε εκείνος, με τη φωνή του μαλακή και ψυχρή. «Δεν ήταν για τα λεφτά. Πες μου την αλήθεια, μελαχρινάκι – πάντα έτσι γινόταν μεταξύ μας». «Η αλήθεια είναι ότι θέλω την κόρη μου πίσω», είπε εκείνη αμυντικά. «Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τον παντρεύτηκα». Εκείνος ύψωσε ένα τρεμάμενο χέρι και έδειξε την πόρτα. «Αν θέλεις να μου λες ψέματα, φύγε από τη λέσχη μου». Η Λίλι κοίταξε τα πόδια της και ξεροκατάπιε. «Εντάξει», μουρμούρισε. «Θα το παραδεχτώ. Τον αγαπώ. Αυτό ήθελες να πω;» Ο Ντέρεκ έγνεψε καταφατικά, δείχνοντας να ηρεμεί. «Ναι». «Είναι καλός για μένα», συνέχισε η Λίλι με δυσκολία, μπλέκοντας τα χέρια της μεταξύ τους. «Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος σαν αυτόν, ένας άντρας χωρίς ίχνος μοχθηρίας ή ανεντιμότητας. Λέει ότι δεν θέλει να με αλλάξει. Όταν είμαι μαζί του, υπάρχουν στιγμές που ξέρω πώς είναι να είσαι ευτυχισμένος. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι ποτέ. Είναι κακό να το θέλω αυτό, έστω και για λίγο;» «Όχι», είπε εκείνος απαλά. «Εσύ κι εγώ μπορούμε να εξακολουθήσουμε να είμαστε φίλοι, έτσι δεν είναι;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Η Λίλι αναστέναξε και χαμογέλασε με ανακούφιση. Το πρόσωπο του Ντέρεκ ήταν περίεργα ανέκφραστο. «Έχω να πω κάτι. Εσύ…» Σταμάτησε κι έκανε μια προσεκτική προσπάθεια να μιλήσει με τον τρόπο που την ευχαριστούσε. «Χρειάζεσαι έναν άντρα σαν τον Ρέιφορντ, και θα είσαι ηλίθια του κερατά αν τον χάσεις. Η ζωή που έκανες


σε πήγαινε χαμηλά, μελαχρινάκι. Σου έκανε κακό. Αυτός θα σε κρατήσει ευυπόληπτη και θα σε φροντίσει. Μην του πεις για το νόθο μωρό σου. Μπορεί να μη χρειάζεται». «Θα αναγκαστεί να το μάθει αργά ή γρήγορα, όταν βρω τη Νικόλ». «Μπορεί να μην τη βρεις ποτέ». Το βλέμμα της γέμισε θυμό. «Ναι, θα τη βρω. Μη γίνεσαι χαιρέκακος και δυσάρεστος, Ντέρεκ, μόνο και μόνο επειδή έκανα κάτι που σε δυσαρέστησε». «Δυο χρόνια έχουν περάσει». Η ήσυχη επιτακτικότητα στη φωνή του την ανησύχησε περισσότερο απ’ όσο θα την ανησυχούσε η χλεύη. «Ούτε εγώ ούτε εκείνος ο αξιωματικός σου μπορέσαμε να τη βρούμε, κι εγώ είχα βάλει τους ανθρώπους μου να ψάξουν σε κάθε μπουρδέλο, σε κάθε καπηλειό, να ρωτήσουν όλους τους κλεπταποδόχους στη Φλι Μάρκετ και στο Κόβεντ Γκάρντεν…» Σταμάτησε να μιλάει όταν είδε το χρώμα να φεύγει όλο από το πρόσωπό της, αλλά ύστερα συνέχισε αποφασιστικά. «Τους έβαλα να ψάξουν σε φυλακές, σε αποθήκες, σε πτωχοκομεία, στο λιμάνι… η μικρή είτε είναι νεκρή είτε την έχουν πουλήσει κι έφυγε απ’ το Λονδίνο, μελαχρινάκι, εδώ και καιρό. Ή…» Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Είναι πολύ αργά για να τη σώσουμε από αυτό που έχει απογίνει. Ξέρω τι κάνουν αυτοί στα παιδιά, πράγματα που τα βάζουν να κάνουν… Ξέρω, μελαχρινάκι, γιατί μερικά απ’ αυτά τα πράγματα μου τα έκαναν κι εμένα. Καλύτερα να έχει πεθάνει». Το ψυχρό πράσινο των ματιών του φάνηκε να λαμπυρίζει από τα απομεινάρια ενός μαρτυρίου που συνέβη πριν από πολύ καιρό. «Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε η Λίλι βραχνά. «Γιατί μου τα λες αυτά;» «Σου αξίζει μια δίκαιη ευκαιρία με τον Ρέιφορντ. Πρέπει να αφήσεις το παρελθόν σου πίσω, αλλιώς θα κάνει το μέλλον σου να καταρρεύσει γύρω σου». «Κάνεις λάθος», είπε εκείνη με ψιλή, τρεμάμενη φωνή. «Η Νικόλ είναι ζωντανή. Βρίσκεται κάπου εδώ γύρω στην πόλη. Έχεις την εντύπωση ότι δεν θα το ήξερα αν ήταν νεκρή; Θα το ένιωθα, κάτι μέσα μου θα μου το έλεγε… κάνεις λάθος!» «Μελαχρινάκι…» «Δεν θα το συζητήσω άλλο. Ούτε λέξη παραπάνω, Ντέρεκ, αλλιώς η φιλία μας τελείωσε για πάντα. Θα πάρω την κόρη μου πίσω και μια μέρα θα κάθομαι και θα κοιτάζω με χαρά να καταπίνεις τη γλώσσα σου. Τώρα, θα ήθελα να δανειστώ ένα άλογο από σένα, ίσα για καμιά δυο ώρες». «Θα δώσεις τις πέντε χιλιάδες σ’ εκείνο το Ιταλιάνικο κάθαρμα», είπε ο Ντέρεκ βλοσυρά. «Θα έπρεπε να σε ακολουθήσω και να τον σκοτώσω». «Όχι. Ξέρεις ότι αν του συμβεί οτιδήποτε, η μοναδική πιθανότητα να βρω τη Νικόλ θα χαθεί». Εκείνος κατένευσε με ένα σκυθρωπό ύφος. «Ο Γουόρθι θα τα κανονίσει για το άλογο. Και ύστερα απ’ αυτό, ελπίζω στον Θεό ότι ο Ρέιφορντ θα βρει έναν τρόπο να σε κρατάει στο σπίτι τις νύχτες». Η Λίλι έφτασε στον τόπο της συνάντησης το σούρουπο. Μια ψιλή βροχή είχε αρχίσει να πέφτει, ξεπλένοντας πρόσκαιρα τη μυρωδιά των σκουπιδιών, των σάπιων φαγητών και της κοπριάς των ζώων που μονίμως διαπερνούσε το Κόβεντ Γκάρντεν. Αιφνιδιάστηκε όταν είδε ότι ο Τζουζέπε ήταν ήδη εκεί. Πλησιάζοντάς τον αργά, διαπίστωσε ότι το συνηθισμένο ύφος του ξερόλα δεν υπήρχε. Υπήρχε μια νευρικότητα στην όλη στάση του. Τα σκούρα, καλοραμμένα ρούχα που φορούσε φάνταζαν κουρελιάρικα. Η Λίλι αναρωτήθηκε γιατί, με όλα αυτά τα λεφτά που του είχε δώσει, δεν είχε φροντίσει να αγοράσει καινούρια ρούχα. Όταν την είδε, το μελαψό πρόσωπό του έγινε ανυπόμονο.


«Έχεις τα λεφτά;» «Ναι, τα έχω», αποκρίθηκε η Λίλι, αλλά αντί να βάλει το σακίδιο με τα λεφτά στα απλωμένα χέρια του, το κράτησε πάνω της, με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από αυτό. Τα σαρκώδη χείλη του έκαναν μια γκριμάτσα καθώς παρατηρούσε το υγρό σκοτάδι. Η βροχή γρήγορα διαλύθηκε σε μια παγωμένη καταχνιά. «Αμάν αυτή η βροχή», παρατήρησε κατηφής. «Πάντα βροχή, πάντα γκρίζος ουρανός. Τη σιχαίνομαι την Αγγλία». «Γιατί δεν φεύγεις;» ρώτησε η Λίλι, κοιτάζοντάς τον δίχως να ανοιγοκλείνει τα μάτια της. Ο Τζουζέπε ανασήκωσε τους ώμους δύσθυμα. «Δεν είναι στο χέρι μου. Μένω γιατί αυτοί με θέλουν εδώ». Ανασήκωσε ξανά τους ώμους. «Έτσι είναι». «Έτσι είναι», επανέλαβε η Λίλι μαλακά. «Ποιοι είναι “αυτοί”, Τζουζέπε; Μήπως “αυτοί” έχουν κάποια σχέση με τη Νικόλ κι αυτόν τον εκβιασμό;» Εκείνος έδειξε ενοχλημένος, σαν να είχε πει περισσότερα απ’ ό,τι έπρεπε. «Δώσε μου τα λεφτά». «Δεν θα το κάνω άλλο αυτό», είπε η Λίλι ψυχρά, με το λευκό πρόσωπό της στεφανωμένο από την κουκούλα του σκούρου μανδύα της και τα μάτια της να λάμπουν από την ένταση. «Δεν μπορώ, Τζουζέπε. Έκανα ό,τι μου ζήτησες. Ήρθα στο Λονδίνο όταν μου είπες να έρθω. Σου έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα, δίχως κανένα ίχνος απόδειξης ότι η Νικόλ είναι ζωντανή. Το μόνο πράγμα που μου έδωσες ποτέ είναι το φορεματάκι που φορούσε όταν την άρπαξες». «Αμφιβάλλεις ότι εξακολουθώ να έχω τη Νικολέτα;» ρώτησε ο Τζουζέπε μελιστάλαχτα. «Ναι, αμφιβάλλω». Η Λίλι ξεροκατάπιε με κόπο. «Νομίζω ότι μπορεί να είναι νεκρή». «Έχεις τον λόγο μου ότι δεν είναι». «Μάλιστα». Η Λίλι γέλασε περιφρονητικά. «Συγχώρησέ μου που δεν θεωρώ τον λόγο σου καθόλου αξιόπιστο». «Κάνεις λάθος να μου το λες εμένα αυτό, αγάπη», είπε ο Τζουζέπε με μια ανυπόφορα αυτάρεσκη έκφραση. «Με κάποιο τρόπο, σκέφτηκα μονάχος μου απόψε πως θα έπρεπε να φέρω μαζί μου αποδείξεις ότι η Νικολέτα είναι καλά. Δεν θέλω να με αμφισβητείς. Σκέφτομαι να σου δείξω κάτι που να σε κάνει να πιστέψεις τα λόγια μου». Στράφηκε κι έριξε μια βιαστική ματιά πάνω από τον ώμο του, προς τον λαβύρινθο από δρομάκια. Μπερδεμένη, η Λίλι ακολούθησε το βλέμμα του. Εκείνος φώναξε κάτι στα ιταλικά, χρησιμοποιώντας μια διάλεκτο τόσο δυσνόητη, που ακόμα κι αυτή, παρόλο που γνώριζε άπταιστα τη γλώσσα, δεν μπόρεσε να το καταλάβει. Σιγά σιγά μια σκοτεινή, καλυμμένη φιγούρα έκανε την εμφάνισή της κάμποσα μέτρα μακριά, μοιάζοντας να έρχεται από το πουθενά. Η Λίλι απέμεινε να κοιτάζει το παράξενο φάντασμα και τα χείλη της μισάνοιξαν με απορία. «Αυτή είναι», είπε αυτάρεσκα ο Τζουζέπε. «Τι έχεις να πεις τώρα, αγάπη;» Το κορμί της Λίλι αναρίγησε καθώς συνειδητοποίησε ότι η μακρινή φιγούρα ήταν ένας άντρας, που κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό κορμάκι, σαν κούκλα. Τα χέρια του ήταν γαντζωμένα κάτω από τα μπράτσα του παιδιού. Τη σήκωσε λίγο πιο ψηλά και τα μαύρα μαλλιά του μικρού κοριτσιού έλαμψαν σαν γυαλισμένος όνυχας στον βυσσινόγκριζο ουρανό. «Όχι», έκρωξε η Λίλι, με την καρδιά της να βροντοχτυπά σε φρενήρη ρυθμό σαν ταμπούρλο. Το παιδί κοίταξε επίμονα τον Τζουζέπε και φώναξε με ψιλή, ερωτηματική φωνή στα ιταλικά: «Μπαμπά; Εσείς είστε;». Ήταν η κόρη της. Ήταν η Νικόλ. Η Λίλι έριξε κάτω το σακίδιό της και πήγε να τρέξει προς τα εμπρός τρεκλίζοντας. Ο Τζουζέπε την τσάκωσε και την κόλλησε με δύναμη πάνω του, βουλώνοντας το στόμα της με το χέρι του για να καταπνίξει την αγωνιώδη κραυγή της. Εκείνη πάλεψε μανιασμένα, χτυπώντας το χέρι του που τη συγκρατούσε, με τα μάτια της γεμάτα


δάκρυα. Κλαψουρίζοντας πίσω από το χέρι του, ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να διώξει τα δάκρυα που της θόλωναν την όραση. Η φωνή του Τζουζέπε ήταν ένα σιγανό σύριγμα στο αφτί της. «Ναι, αυτή είναι η Νικολέτα, το μωρό μας. Είναι πολύ χαριτωμένο παιδί, ε;» Με ένα νεύμα του Τζουζέπε, ο άντρας εξαφανίστηκε με το παιδί και χάθηκε μες στο σκοτάδι. Ο Τζουζέπε περίμενε μισό λεπτό πριν αφήσει τη Λίλι από τα χέρια του, ώσπου όλες οι πιθανότητες να ακολουθήσει την κόρη της μέσα στους μπερδεμένους δρόμους και δρομάκια, χάθηκαν. Έβγαλε τα χέρια του από γύρω της. Η Λίλι ηρέμησε σιγά σιγά, εξακολουθώντας να κλαίει. «Θεέ μου», είπε με αναφιλητά, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τη μέση της, με τους ώμους κυρτωμένους σαν γριάς γυναίκας. «Σου το είπα ότι την έχω», είπε ο Τζουζέπε, σηκώνοντας το σακίδιο με τα λεφτά και ανοίγοντας το επάνω μέρος για να κοιτάξει το περιεχόμενο. Αναστέναξε με ικανοποίηση. «Μίλ… μίλησε ιταλικά», είπε η Λίλι με δυσκολία, με τα μάτια της καρφωμένα στο μέρος όπου είχε δει την κόρη της. «Μιλάει και αγγλικά». «Υπάρχουν κι άλλοι Ιταλοί εκεί όπου την κρατάς;» τον ρώτησε σπασμωδικά. «Γι’ αυτό εξακολουθεί να ξέρει τη γλώσσα;» Την κοίταξε επίμονα, με τα μαύρα μάτια του να γυαλίζουν. «Με θυμώνεις αν προσπαθήσεις ξανά να ψάξεις να τη βρεις». «Τζουζέπε, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια συμφωνία εσύ κι εγώ. Θα πρέπει να υπάρχει ένα ποσό που θα σε ικανοποιούσε αρκετά ώστε να…» Η φωνή της Λίλι ταλαντεύτηκε επικίνδυνα. Πάλεψε για να την κρατήσει υπό έλεγχο. «Να μου την ξαναδώσεις. Το ξέρεις ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα. Δ… δείχνεις να νοιάζεσαι για τη Νικόλ. Μες στην καρδιά σου πρέπει να ξέρεις ότι θα ήταν πολύ καλύτερα μαζί μου. Αυτός ο άντρας που την κρατούσε… είναι συνεργάτης σου; Υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτόν; Δεν θα ερχόσουν εδώ μόνος από την Ιταλία, χωρίς κάποιο σχέδιο ή κάποια ομάδα που να συνεργάζεσαι. Νομίζω…» Του άπλωσε το χέρι της ικετευτικά. «Νομίζω ότι είσαι μπλεγμένος σε κάποια συμμορία του υποκόσμου ή σε κάποια συνωμοσία, πες το όπως θέλεις. Αυτό είναι το μόνο συμπέρασμα που φαντάζει λογικό. Τα λεφτά που σου έχω δώσει… αυτοί έχουν πάρει πάρα πολλά, έτσι δεν είναι; Αν κάτι απ’ όσα έχω ακούσει γι’ αυτές τις συμμορίες είναι αλήθεια, τότε βρίσκεσαι σε επικίνδυνη θέση, Τζουζέπε, και δεν μπορεί να θέλεις να εκθέσεις τη Νικόλ σε κίνδυνο…» «Είδες και μόνη σου ότι την έχω κρατήσει ασφαλή», είπε ο Τζουζέπε κοφτά. «Ναι. Αλλά για πόσο; Πόσο ασφαλής είσαι εσύ, Τζουζέπε; Ίσως θα έπρεπε να σκεφτείς να κάνεις μια συμφωνία μαζί μου, για το δικό σου καλό όσο και για το δικό της». Το μίσος της γι’ αυτόν ήταν πηχτό μες στον λαιμό της, κόντευε να την πνίξει, αλλά κατάφερε να το κρύψει και να μη φανεί. Βλέποντας το ενδιαφέρον στα μάτια του, η Λίλι συνέχισε ήσυχα. «Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε ένα ποσό που να ικανοποιεί τις ανάγκες σου. Οι τρεις μας θα είμαστε πολύ καλύτερα – εσύ, εγώ και, το σπουδαιότερο, η κόρη μας. «Σε παρακαλώ, Τζουζέπε». Η λέξη ήταν πικρή πάνω στη γλώσσα της, αλλά την επανέλαβε μαλακά. «Σε παρακαλώ». Εκείνος δεν αποκρίθηκε για πολλή ώρα, με το αχόρταγο πρόσωπό του να περιπλανιέται πάνω της. «Για πρώτη φορά μου ζητάς κάτι σαν γυναίκα», παρατήρησε. «Τόσο μαλακά, τόσο γλυκά. Ίσως να τα έμαθες αυτά στο κρεβάτι του λόρδου Ρέιφονρτ, σωστά;» Η Λίλι πάγωσε. «Ξέρεις γι’ αυτό;» ψιθύρισε με κόπο. «Ξέρω ότι έγινες η πουτάνα του Ρέιφορντ», μουρμούρισε εκείνος, με τη φωνή του μελιστάλαχτη. «Μπορεί να άλλαξες από τον καιρό που ήμαστε μαζί. Ίσως τώρα να έχεις κάτι να δώσεις σε έναν άντρα».


Η ψυχή της επαναστάτησε απέναντι στον τόνο της φωνής του. «Πώς το έμαθες;» «Ξέρω ό,τι κάνεις, αγαπούλα. Όπου πας». Άγγιξε το πρόσωπό της, γλιστρώντας τα καυτά δάχτυλά του κάτω από το σαγόνι της. Παθητικά εκείνη δέχτηκε το χάδι του, αλλά βαθιά μέσα της τραβιόταν από απέχθεια. Το άγγιγμα των δαχτύλων του πάνω στο δέρμα της ήταν αηδιαστικό. Κατέπνιξε ένα ρίγος αποστροφής. «Θα σκεφτείς αυτό που είπα;» ρώτησε αβέβαια. «Ίσως». «Τότε ας μιλήσουμε για το ποσό που αξιώνεις». Εκείνος χασκογέλασε με την ευθύτητά της και κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Αργότερα». «Πότε; Όταν συναντηθούμε ξανά;» «Σύντομα. Θα σου στείλω ειδοποίηση να σου πω». «Όχι». Η Λίλι έκανε να τον πιάσει όταν εκείνος αποτραβήχτηκε από αυτήν. «Πρέπει να ξέρω τώρα αμέσως. Ας συμφωνήσουμε σε κάτι τώρα…» «Υπομονή», είπε εκείνος με μακρόσυρτη, προσποιητή φωνή, αποφεύγοντας το χέρι της και χαμογελώντας κοροϊδευτικά. «Λίγο αργότερα, Λίλι». Με μια χειρονομία αποχαιρετισμού, έφυγε βιαστικά. «Χάρηκα πραγματικά πολύ», είπε εκείνη, σκουπίζοντας πικραμένη τα δάκρυά της που πλημμύρισαν τα μάτια της. Της ερχόταν να πέσει στο έδαφος· να ουρλιάζει και να κλοτσάει με παράφορη οδύνη. Αντί γι’ αυτό, στεκόταν σαν άγαλμα, με τις γροθιές σφιγμένες. Κάτω από τη θλιβερή απόγνωσή της, υπήρχε μια αναλαμπή ευφροσύνης. Είχε δει την κόρη της, και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν η Νικόλ. Με λαχτάρα θυμήθηκε το όμορφο προσωπάκι, τη λεπτότητα του παιδιού της που ήταν σαν κουκλίτσα. «Θεέ μου, φύλαγέ τη, φύλαγέ τη», ψιθύρισε. Γύρισε πίσω στο μικρό αραβικό άλογο που της είχε δανείσει ο Ντέρεκ, και χάιδεψε τη λαμπερή καστανή χαίτη του. Το μυαλό της κάλπαζε με φρενήρεις σκέψεις. Στα τυφλά σκαρφάλωσε πάνω στο άλογο και έσιαξε τα φουστάνια και τον μανδύα της. Σε μια παρόρμηση οδήγησε το άλογο από τη διαδρομή που είχε πάρει ο Τζουζέπε, πιο βαθιά μέσα στη νεκρή ζώνη όπου η αστυνομία δεν τολμούσε ποτέ να κάνει περιπολία, νύχτα ή μέρα. Οι σκοτεινοί δρόμοι της εξαθλιωμένης περιοχής ήταν αεικίνητοι με τζόγο, πόρνες και κάθε εγκληματική δράση, από την αρπαγή πορτοφολιών ως τον φόνο. Με την πληθώρα σε κρησφύγετα, αδιέξοδα δρομάκια και σκοτεινές γωνίες, ήταν το ιδανικό μέρος για να φιλοξενήσει τη διαφθορά. Αυτός ήταν ο κόσμος στον οποίο ζούσε το παιδί της. Στη θέα του πρώτης τάξεως αλόγου και της φιγούρας με τον πολυτελή μανδύα, οι αλήτες άρχισαν να πλησιάζουν τη Λίλι, τεντώνοντας τις χερούκλες τους για να την πιάσουν. Καθώς ένας από αυτούς άρπαξε την μπότα ιππασίας της, η Λίλι κλότσησε φοβισμένη και σπιρούνισε το άλογο να τρέξει γρηγορότερα. Μα τι ηλίθια που ήταν, να μπουκάρει μέσα σ’ ένα τέτοιο μέρος δίχως όπλο ή προστασία, παίζοντας με τον κίνδυνο χωρίς κανένα λόγο. Δεν σκεφτόταν καθαρά. Στρίβοντας το καστανό άλογο σε ένα παράπλευρο δρομάκι, έβαλε ξανά πλώρη προς τη σχετική ασφάλεια του Κόβεντ Γκάρντεν. Οι ήχοι μιας βίαιης οχλαγωγίας έφτασαν στ’ αφτιά της και γίνονταν όλο και πιο δυνατοί καθώς πλησίαζε στο τέρμα του δρόμου. Μικρές ομάδες αντρών, κάποιοι εκ των οποίων φορούσαν κουρέλια ενώ κάποιοι άλλοι ήταν ντυμένοι άψογα, περιπλανιούνταν ανάμεσα στα ξεχαρβαλωμένα ξύλινα κτίρια. Έδειχναν να παρακολουθούν κάποιο είδος έκθεσης. Η Λίλι συνοφρυώθηκε όταν άκουσε πνιγμένα γαβγίσματα και γρυλίσματα σκύλων. Βασανισμός ζώων, σκέφτηκε με αποστροφή. Τους άντρες τους μάγευε και τους συνάρπαζε το αιμοβόρικο άθλημα,


να βάζεις ζώα μέσα σε μια μάντρα με άγρια σκυλιά και να τα παρακολουθείς να εξολοθρεύουν το ένα το άλλο. Αναρωτήθηκε τι είδους ζώο θα σφαγιαζόταν για την αποψινή διασκέδαση. Η τελευταία μανία ήταν να πετάνε ασβούς στα σκυλιά. Οι ασβοί με το σκληρό πετσί, με τα λυσσαλέα δαγκώματα και τη σθεναρή αντίστασή τους στον θάνατο, παρείχαν ένα απολαυστικό θέαμα στους κτηνώδεις θεατές. Η Λίλι έκοψε με προσοχή δρόμο ανάμεσα από δύο κτίρια για να αποφύγει το θέαμα, ξέροντας ότι οι άντρες που παρακολουθούσαν τέτοια πράγματα παρακινούνταν εύκολα προς τη βία. Κι εκείνη δεν θα ήθελε να την ανακαλύψει κανένας από αυτούς. Τα άγρια μουγκρητά των αντρών στον βασανισμό των ζώων αντηχούσαν μέσα απ’ τους ξύλινους τοίχους μιας διαμορφωμένης αυλής που ένωνε πολλούς στάβλους. Ανάμεσα σε έναν συνωστισμό από πολλά κάρα, άμαξες και άδεια καροτσάκια, ένα μικρό αγόρι ήταν καθισμένο ανακούρκουδα πάνω στο έδαφος, με το κεφάλι του να ακουμπάει πάνω στα λυγισμένα γόνατά του. Οι ώμοι του έτρεμαν, σαν να έκλαιγε. Παρότι ήξερε ότι δεν ήταν σοφή κίνηση, η Λίλι έκανε το άλογό της να σταματήσει. «Αγοράκι», είπε, με έναν ερωτηματικό κυματιστό τόνο στη φωνή της. Ο μικρός σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε, αποκαλύπτοντας ένα βρόμικο, αυλακωμένο από δάκρυα πρόσωπο. Ήταν λεπτός και χλωμός, τα χαρακτηριστικά του ήταν έντονα. Ήταν πιθανόν να είχε ίδια ηλικία με τον Χένρι, έντεκα ή δώδεκα, αλλά η ανάπτυξή του είχε σταματήσει εξαιτίας υποσιτισμού ή κάποιας ασθένειας. Καθώς την είδε πάνω στο αστραφτερό άλογο, σταμάτησε να κλαίει και του έπεσε το σαγόνι. «Γιατί κλαις;» ρώτησε η Λίλι απαλά. «Δεν κλαίω», απάντησε εκείνος, σκουπίζοντας την υγρή λίγδα του προσώπου του με ένα κουρελιασμένο μανίκι. «Σε πείραξε κανείς;» «Όχι». «Περιμένεις κανέναν από εκεί μέσα;» Η Λίλι έδειξε προς τον ξύλινο τοίχο, που αντηχούσε από τη βαβούρα μέσα. «Ναι. Θα έρθουν σύντομα να τον πάρουν». Το αγόρι έδειξε προς το πίσω μέρος ενός βαμμένου κάρου. Το ξεχαρβαλωμένο όχημα έγραφε πάνω το όνομα ενός περιπλανώμενου τσίρκου. Ένα σταχτί ψωράλογο ήταν ζεμένο μπροστά στο κάρο, ένα κοκαλιάρικο, νευρώδες ζώο που δεν έδειχνε καθόλου καλά στην υγεία του. «Ποιον να πάρουν;» ρώτησε η Λίλι μπερδεμένη, ξεπεζεύοντας από το άλογό της. Το αγοράκι σηκώθηκε, κρατώντας μια αρμόζουσα απόσταση από εκείνη, και την οδήγησε στο πλάι του κάρου. Της Λίλι της ξέφυγε ένα αγκομαχητό καθώς είδε τα κάγκελα στη μια πλευρά του κάρου και το ανακατωμένο, γούνινο πρόσωπο μιας αρκούδας. «Να πάρει ο διάολος!» δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και αναφώνησε. Η αρσενική αρκούδα ακουμπούσε το τεράστιο κεφάλι της πάνω στα πόδια της. Τα φρύδια της στράβωσαν καθώς κοιτούσε τη Λίλι, δίνοντάς της μια θρηνητική, ερωτηματική όψη. «Δεν θα σε πειράξει», είπε το αγόρι αμυντικά, βάζοντας το χέρι του από μέσα και τρίβοντας το κεφάλι του πλάσματος. «Είναι ένας καλός παλιόφιλος». «Και μεγάλος στην ηλικία, στ’ αλήθεια», είπε η Λίλι, κοιτάζοντας την αρκούδα καταγοητευμένη. Η γούνα της ήταν τραχιά και βρόμικη και διάσπαρτη με γενναίες ποσότητες γκρίζου. Υπήρχαν κάμποσα μεγάλα κομμάτια γούνας που δεν είχαν τρίχωμα, πάνω στον λαιμό και στο σώμα της, αναλαμπές λευκότητας πάνω στη σκούρα γούνα. Το αγόρι συνέχισε να τρίβει το κεφάλι της αρκούδας. «Μπορείς να τον αγγίξεις».


Επιφυλακτικά η Λίλι άπλωσε το χέρι της ανάμεσα απ’ τα κάγκελα, έτοιμη να το αποτραβήξει απότομα ανά πάσα στιγμή. Η αρκούδα ανάσαινε ήρεμα, με τα μάτια της μισόκλειστα. Χάιδεψε απαλά το πλατύ κεφάλι της αρκούδας και κοίταξε το τεράστιο πλάσμα με συμπόνια. «Ποτέ πριν δεν έχω ξαναγγίξει αρκούδα», μουρμούρισε. «Όχι ζωντανή». Το αγόρι ρούφηξε τη μύτη του δίπλα της. «Ούτε κι αυτή θα είναι ζωντανή για πολύ». «Είσαι από το τσίρκο;» ρώτησε η Λίλι, διαβάζοντας στο πλάι του κάρου. «Ναι. Ο πατέρας μου είναι ο θηριοδαμαστής. Ο Πόκι δεν θυμάται πια τα κόλπα του. Ο πατέρας μου μου είπε να τον φέρουμε εδώ και να τον πουλήσουμε για δέκα λίρες». «Ώστε να τον πετάξουν στα σκυλιά;» ρώτησε με την αγανάκτησή της να φουντώνει. Θα έδεναν τον αρκούδο στο πάτωμα και θα ξαμολούσαν τα σκυλιά για να τον κάνουν κομματάκια. «Ναι», είπε το αγόρι δυστυχισμένα. «Στην αρχή ξεκινάνε με αρουραίους και ασβούς, για να ξεκουνήσουν τα σκυλιά. Ύστερα είναι η σειρά του Πόκι». Η Λίλι ήταν έξω φρενών. «Δεν υπάρχει καμία διασκέδαση σε αυτό. Είναι πολύ γέρος, διάολε, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του!» Κάρφωσε το βλέμμα της στην αρκούδα και συνειδητοποίησε ότι τα φαλακρά κομμάτια στη γούνα της ήταν σημεία που είχαν ξυριστεί, υποδεικνύοντας τις ευάλωτες περιοχές όπου οι σκύλοι θα ελκύονταν να επιτεθούν και να τις σκίσουν με τα δόντια τους. Η αρκούδα είχε προετοιμαστεί για σφαγή. «Δεν μπορώ να πάω στο σπίτι χωρίς δέκα λίρες», είπε το αγόρι με αναφιλητά. «Ο πατέρας μου θα με δείρει». Η Λίλι απέστρεψε το βλέμμα της από το δυστυχισμένο πρόσωπό του. Εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, εκτός απ’ το να ελπίζει ότι τα σκυλιά θα ξεμπέρδευαν γρήγορα με την αρκούδα έτσι ώστε το μαρτύριό της να μην κρατούσε πολύ. «Τι νύχτα…» μουρμούρισε. Ο κόσμος ήταν γεμάτος κτηνωδία. Ήταν μάταιο να προσπαθήσει να την καταπολεμήσει. Η θέα του καταβεβλημένου, ανήμπορου ζώου τη γέμισε με πίκρα. «Λυπάμαι», είπε χαμηλόφωνα και στράφηκε για να πάει στο άλογό της. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. «Να και ο μπουχέσας τώρα», μουρμούρισε το αγόρι. Η Λίλι κοίταξε πάνω από τη ράχη του αλόγου της έναν πελώριο, ατημέλητο άντρα να τους πλησιάζει. Είχε λαιμό σαν του ταύρου και τα χέρια του είχαν το μέγεθος κορμού δέντρων. Το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο με μαύρα σκληρά γένια και τα παχιά χείλη του άνοιξαν για να αποκαλύψουν σπασμένα δόντια που έσφιγγαν ένα πούρο. «Πού είσαι συ, ρε μικρέ γδάρτη;» ρώτησε με βροντερή φωνή. Τα μάτια του μισόκλεισαν με περιέργεια όταν είδε το υπέροχο αραβικό άλογο. «Τι είναι αυτό;» Έκανε τον γύρο του ζώου και είδε τη Λίλι. Το βλέμμα του κατέγραψε τον κομψό μανδύα της, τις απαλές πτυχώσεις του κίτρινου φουστανιού της, τις στιλπνές μαύρες μπούκλες που έπεφταν στο μέτωπό της. «Πολύ μπάνικο κομμάτι», είπε κλείνοντας τα χείλη του. «Είσαι χουβαρντού, κυρία μου;» Η Λίλι έδωσε μια ωμή απάντηση που τον έκανε να γελάσει τρανταχτά. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στο αγόρι. «Έφερες το κρέας, ε; Για να ρίξουμε μια ματιά». Η θέα της πειθήνιας αρκούδας στριμωγμένης μέσα στο κάρο έκανε τα παχιά χείλη του να στραβώσουν περιφρονητικά. «Αυτόν τον σβόλο οι σκύλοι θα τον κάνουν αλοιφή… μοιάζει λες και τον έχεις πετάξει ήδη στα σκυλιά! Κι ο πατέρας σου ζητάει δέκα λίρες γι’ αυτό;» Το πρόσωπο του αγοριού τρεμούλιασε από καταπνιγμένη συγκίνηση. «Μάλιστα, κύριε». Η Λίλι δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο τα νταηλίκια αυτού του τύπου. Αρκετή σκληρότητα και άσκοπος πόνος υπήρχαν στον κόσμο. Κι ανάθεμά την αν τον άφηνε να βασανίσει μια ταλαιπωρημένη γέρικη αρκούδα. «Θα πληρώσω εγώ δέκα λίρες γι’ αυτόν. Είναι φανερό ότι το κακόμοιρο ζώο δεν θα σου φανεί χρήσιμο, κύριε Μπουχέσα». Με μια υπηρεσιακή έκφραση που


ταίριαζε με τον κοφτό τόνο της φωνής της, ψάρεψε διακριτικά μέσα στο κορσάζ της για να βγάλει ένα μικρό πουγκί με λεφτά. «Το όνομά του είναι Ρούτερς», είπε το αγόρι μέσα απ’ τα δόντια του. «Νέβιλ Ρούτερς». Η Λίλι έκανε έναν μορφασμό, συνειδητοποιώντας ότι η λέξη μπουχέσας ήταν εσχάτη προσβολή. Το σαρκαστικό γέλιο του άντρα διαπέρασε τον ήχο του πλήθους που μούγκριζε μέσα στην αυτοσχέδια αρένα. «Έχουμε πάνω από διακόσιους άντρες εκεί μέσα», είπε, «κι έχουν ήδη πληρώσει για να δουν αίμα. Κράτα τις ψωροδεκάρες σου, κυρία μου. Εγώ παίρνω την αρκούδα». Η Λίλι έριξε μια φευγαλέα ματιά τριγύρω στην περιοχή. Το βλέμμα της στάθηκε στα γρήγορα σε ένα κομμάτι από βαριά αλυσίδα που ήταν τοποθετημένο πάνω πάνω σε κάτι στοιβαγμένα καφάσια. «Αφού το λες», μουρμούρισε, και άφησε το πουγκί με τα λεφτά να γλιστρήσει από τα δάχτυλά της. Έπεσε στο έδαφος με έναν κουδουνιστό ήχο που ακούστηκε έντονα. «Ποπό, το χρυσάφι μου και τα κοσμήματά μου!» αναφώνησε. Ο Ρούτερς κοίταξε το πουγκί με ολοφάνερη λαιμαργία. «Χρυσάφι, ε;» Έγλειψε τα χείλη του και έσκυψε χαμηλά στο έδαφος απλώνοντας τη χοντρή χερούκλα του προς το πουγκί. Ακούστηκε το σύντομο κροτάλισμα από μέταλλο και ο πνιγμένος, τραχύς ήχος από ένα δυνατό χτύπημα. Ο Ρούτερς άφησε ένα αγκομαχητό και έπεσε όμορφα όμορφα μέσα στις λάσπες, με το πελώριο σώμα του ακίνητο. Η Λίλι άφησε κάτω τη συμπαγή αλυσίδα και ξεσκόνισε τα χέρια της μεταξύ τους με ικανοποίηση. Το σαγόνι του αγοριού έπεσε καθώς την κοιτούσε με κατάπληξη. Γρήγορα η Λίλι σήκωσε το πουγκί και του το έδωσε. «Πήγαινέ το αυτό σπίτι, στον πατέρα σου. Θα τον αποζημιώσει και με το παραπάνω για το άλογο και το κάρο». «Μα τι θα γίνει ο Πόκι…» «Εγώ θα τον φροντίσω αυτόν», υποσχέθηκε η Λίλι. «Δεν θα υποστεί κακομεταχείριση». Τα μάτια του αγοριού έλαμψαν και της χάρισε ένα τρεμουλιαστό χαμόγελο. Με τόλμη άπλωσε το χέρι του και άγγιξε μια πτύχωση του λεπτού μάλλινου μανδύα της. «Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ». Το έβαλε στα πόδια και χάθηκε μες στο σκοτάδι. Η Λίλι τον κοίταξε να φεύγει, κι ύστερα έσπευσε να δέσει το αραβικό άλογό της στο πίσω μέρος του κάρου όπου ήταν η αρκούδα. Παίρνοντας είδηση τη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα έξω από τα σιδερένια κάγκελα, η αρκούδα έβγαλε ένα χαμηλό μουγκρητό, που έκανε το άλογο να αρχίσει να αναδεύεται ανήσυχο. «Ήσυχα, Πόκι», μουρμούρισε η Λίλι. «Μην καταστρέψεις την ίδια τη διάσωσή σου». Προσεκτικά ανέβηκε στο ξύλινο κάθισμα του ξεχαρβαλωμένου οχήματος και έπιασε τα γκέμια. Αναπήδησε όταν ένιωσε κάτι να κλείνει γύρω από τον αστράγαλό της. Κοιτάζοντας κάτω, είδε το εξαγριωμένο, αξύριστο πρόσωπο του Ρούτερς. Αρπάζοντας το πόδι της με τις χοντρές χερούκλες του, την τράβηξε ολόκληρη από το κάρο. Η Λίλι έπεσε στο σκληρό έδαφος με μια εμβρόντητη κραυγή, νιώθοντας έναν οξύ πόνο στα καπούλια της από την πρόσκρουση. «Θες να μου κλέψεις την αρκούδα μου, ε;» Εκείνος στάθηκε από πάνω της, με το πρόσωπό του κατακόκκινο από οργή και σταγόνες σάλιου να πέφτουν από το στόμα του. «Ήρθες εδώ από τη σπιταρόνα σου, ιππεύοντας την αλογάρα σου, πήγαινες γυρεύοντας για μπελάδες… Ε, θα τους έχεις, κυρία μου!» Έπεσε από πάνω της κι άρχισε να πασπατεύει άγαρμπα το κορσάζ της και να τραβολογάει τα φουστάνια της. Η Λίλι ούρλιαξε και προσπάθησε σφαδάζοντας να ελευθερωθεί από αυτόν, αλλά εκείνος την είχε καρφωμένη στο έδαφος με τον τεράστιο όγκο του, κόβοντάς της την ανάσα. Ένιωσε τα πλευρά της να συμπιέζονται από το βάρος του σώματός του και σκέφτηκε ότι μπορεί να έσπαγαν. Ένα περίεργο κουδούνισμα άρχισε να ηχεί στ’ αφτιά της. «Όχι», είπε ασθμαίνοντας,


παλεύοντας να ανασάνει. «Φανταχτερή κλέφτρα τσούλα από το Γουέστ Εντ», είπε εκείνος οργισμένα. «Μου διέλυσες το κεφάλι με το χτύπημα που μου έδωσες!» Μια καινούρια, απόκοσμα ήρεμη φωνή μπήκε στο σκηνικό. «Την έχει αυτή την κακή συνήθεια. Προσπαθώ να την κάνω να τη σταματήσει». «Ποιος είναι αυτός – ο νταβατζής της;» Ο Ρούτερς κοίταξε τον νεοφερμένο απειλητικά. «Θα την πάρεις όταν θα έχω τελειώσει μαζί της». Η Λίλι γύρισε το κεφάλι της. Μην πιστεύοντας στα μάτια της είδε τη θολή φιγούρα του άντρα της. Μα δεν μπορεί. Ήταν παραίσθηση. «Άλεξ», κλαψούρισε. Άκουσε τη σιγανή, αμείλικτη φωνή του ανάμεσα στο πνιχτό βουητό στ’ αφτιά της. «Τσακίσου σήκω απ’ τη γυναίκα μου».


Κεφάλαιο 11 Ο Ρούτερς κοίταξε τον Άλεξ λες και ήθελε να υπολογίσει πόση απειλή αποτελούσε ο δεύτερος. Η αρκούδα κουνιόταν ανήσυχα μέσα στο κλουβί της με κλαψιάρικα μουγκρητά, ταραγμένη από την έκδηλη οργή στην ατμόσφαιρα. Μα ο ανησυχητικός ήχος του ζώου δεν ήταν τίποτα συγκριτικά με το αλλόκοτο, τρομαχτικό γρύλισμα που προήλθε από τον άντρα της καθώς ορμούσε στον άντρα που ήταν από πάνω της. Ξαφνικά το βάναυσο βάρος του είχε εξαφανιστεί και η Λίλι ανάσανε λαχανιασμένα με ανακούφιση. Γεμίζοντας τα πνευμόνια της με αέρα, κόλλησε το χέρι της πάνω στα πονεμένα πλευρά της. Προσπάθησε να αντιληφθεί τι γινόταν. Οι δυο άντρες πιάστηκαν στα χέρια κι άρχισαν να παλεύουν λίγα μέτρα μακριά, με κινήσεις τόσο γρήγορες που το μόνο που μπορούσε η Λίλι να διακρίνει από τον Άλεξ ήταν η αναλαμπή από ξανθά μαλλιά. Με δολοφονικά γρυλίσματα, κοπάνησε τις γροθιές του στη μούρη του Ρούτερς και βύθισε τα δάχτυλά του σ’ εκείνο τον λαιμό που έμοιαζε με λαιμό ταύρου, σφίγγοντάς του την τραχεία. Τα σαγόνια του Ρούτερς ήταν φουσκωμένα και κατακόκκινα από οργή. Άδραξε τον Άλεξ από τον γιακά και τον κλότσησε, πετώντας τον πάνω από το κεφάλι του. Στο άκουσμα του ήχου του άντρα της να χτυπάει στο έδαφος με έναν δυνατό γδούπο, η Λίλι τσίριξε και προσπάθησε να πάει μπουσουλώντας προς το μέρος του. Ο Άλεξ είχε σηκωθεί πριν προλάβει να φτάσει κοντά του. Σκύβοντας για να αποφύγει μια γροθιά που του κράδαινε ο Ρούτερς, ο Άλεξ τον άρπαξε και τον πέταξε πάνω στη στοίβα με τα καφάσια. Το ξύλο έσπασε κι έγινε κομματάκια από κάτω του. Το στόμα της Λίλι απέμεινε να χάσκει ορθάνοιχτο. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά και γουρλωμένα καθώς παρακολουθούσε τον Άλεξ. «Θεέ μου», ψιθύρισε. Κόντευε να μην τον αναγνωρίσει. Θα μπορούσε να περιμένει μερικές πολιτισμένες μπουνιές, κάποιες ευφραδείς βρισιές, να τον δει να κραδαίνει κάποιο όπλο. Μα αντί γι’ αυτά εκείνος είχε μετατραπεί σε έναν αιμοδιψή άγνωστο, που είχε σκοπό να κάνει τον αντίπαλό του κομματάκια με τα γυμνά του χέρια. Ούτε στο όνειρό της δεν περίμενε ότι ο Άλεξ ήταν ικανός για τέτοια βία. Ο Ρούτερς σηκώθηκε στα πόδια του τρεκλίζοντας και όρμησε ξανά στον Άλεξ, ο οποίος παραμέρισε, έστριψε και έχωσε τη γροθιά του κάτω από τα πλευρά του άντρα. Τον αποτελείωσε με ένα ισχυρό χτύπημα στην πλάτη. Ο Ρούτερς κατέρρευσε στο έδαφος με ένα μουγκρητό πόνου. Έφτυσε μια χούφτα ματωμένα σάλια, προσπάθησε να σηκωθεί ξανά και σωριάστηκε με ένα βογκητό υποχώρησης. Με αργές κινήσεις ο Άλεξ ξέσφιξε τις γροθιές του. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τη Λίλι. Εκείνη οπισθοχώρησε ένα βήμα, μισοφοβισμένη από την άγρια λάμψη στα μάτια του. Τότε οι τραχιές γραμμές του προσώπου του έδειξαν να μαλακώνουν, κι εκείνη έτρεξε καταπάνω του χωρίς να το σκεφτεί. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, τρέμοντας και γελώντας έξαλλα. «Άλεξ, Άλεξ…» Εκείνος έκλεισε τα χέρια του γύρω της και προσπάθησε να την καθησυχάσει. «Πάρε μια βαθιά ανάσα. Κι άλλη μία». «Ήρθες ακριβώς πάνω στην ώρα», είπε εκείνη αγκομαχώντας. «Σου είχα πει ότι θα σε φροντίσω», μουρμούρισε εκείνος. «Όσο δύσκολο κι αν μου το κάνεις». Κολλώντας τη σφιχτά πάνω στο τεράστιο, προστατευτικό κορμί του, άρχισε να μουρμουρίζει πάνω στα μαλλιά της βρισίδια εναλλάξ με γλυκόλογα. Έβαλε το χέρι του κάτω από τον


λασπωμένο μανδύα στη σφιγμένη γραμμή της πλάτης της και μάλαξε την άκαμπτη ραχοκοκαλιά της. Ο Άλεξ δεν είχε ξαναδεί ποτέ πριν τη Λίλι να έχει τόση υπερδιέγερση. Κι άλλο έξαλλο γέλιο ξεχύθηκε από μέσα της. «Ησύχασε», είπε εκείνος, φοβούμενος ότι η Λίλι θα διαλυόταν μες στα χέρια του. «Ησύχασε». «Πώς τ