Page 1


Θα βρει την αλήθεια... Ως κόρη υποκόμη, η Κόραλι Γουίτμορ είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να γράφει για τη ζωή της λονδρεζικης ελίτ στο γυναικείο περιοδικό Από Καρδιάς. Αλλά κάτω από το κοσμικό προσωπείο κρύβεται η στόφα μιας αληθινής δημοσιογράφου. Έτσι, όταν ο θάνατος της αδερφής της θεωρείται αυτοκτονία και η υπόθεση κουκουλώνεται βιαστικά, η Κόρι το βάζει σκοπό να ξεσκεπάσει μόνη της την αλήθεια. Υποψιάζεται ότι ο διαβόητος κόμης του Τρεμέιν ήταν εραστής της Λόρελ και ο πατέρας του νόθου παιδιού της. Τρυπώνει στο Κάστρο Τρεμέιν παριστάνοντας την άβγαλτη συγγενή από την επαρχία -η ομορφιά και η δήθεν αφέλειά της την κάνουν ιδανικό δόλωμα για έναν τέτοιο γυναικά. Αλλά σύντομα διαπιστώνει πως ούτε ο κόμης είναι αυτό που λένε ούτε η ίδια είναι άτρωτη στη γοητεία του... Από κοσμική στήλη η ζωή της Κόρι μοιάζει ξαφνικά περισσότερο με μυθιστόρημα του Ντίκενς... Αλλά ο κίνδυνος που παραμονεύει κάθε άλλο παρά φανταστικός είναι. Γιατί κάποιος θέλει να σιγουρευτεί πάση θυσία πως η Κόρι δεν θα πάρει τις απαντήσεις που ψάχνει -για την ακρίβεια, δεν θα κάνει καν τις ερωτήσεις... Από Καρδιάς Τρεις γυναίκες αναστατώνουν το Λονδίνο με τα ρεπορτάζ και τους έρωτες τους!


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ Kat Martin Μετάφραση: Αντώνης Γιαννούλης ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629 Τίτλος πρωτοτύπου: Heart of Fire © 2008 Kat Martin ©2015 XAPAENIK ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S A. All rights reserved. To λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Αντώνης Γιαννούλης Επιμέλεια: Όλγα Παπακώστα Διόρθωση: Στεφανία Ιωάννου Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες, ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φοντοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISBN 978-960-620-673-3 ΜΕΓΑΛΑ ΚΛΑΣΙΚΑ - ΤΕΥΧΟΣ 54 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα Made and printed in Greece


Στα παιδιά όλου του κόσμου. Είθε να έχουν αγάπη, χαρά και ειρήνη.


KAT MARTIN

7

Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, Αγγλία Ιανουάριος 1844

Το παγωμένο ψιλόβροχο έπεφτε στο προαύλιο της εκκλησίας. Οι επιτάφιες πλάκες έστεκαν σκοτεινές στις σκιές των ψηλών πέτρινων τοίχων του ναού του Αγίου Μιχαήλ, έτσι που ήταν αδύνατον να τις διαβάσει κανείς. Η Κόραλι Γουίτμορ, φορώντας ένα βαρύ μαύρο κρεπ κι ένα μαύρο πλατύγυρο μπονέ με βέλο που έκρυβε το πρόσωπό της, στεκόταν πλάι στον πατέρα και τη μητέρα της, τον υποκόμη του Σέλκερκ και τη σύζυγό του, ακούγοντας τη μονότονη φωνή του επισκόπου, χωρίς ωστόσο να προσέχει πραγματικά τα λόγια του. Μέσα στο φέρετρο που ήταν ακουμπισμένο πλάι σ’ ένα σωρό από βρεγμένο χώμα, βρισκόταν το σώμα της αδελφής της, παγωμένο και ωχρό. Το είχαν βγάλει μόλις λίγες μέρες πριν από τα παγωμένα νερά του ποταμού Έιβον. Οι Αρχές ισχυρίζονταν ότι η αδελφή της είχε αυτοκτονήσει. Η Λόρελ, έλεγαν, είχε πέσει στο ποτάμι για να κρύψει την ντροπή της. «Τρέμεις». Ένα δυνατό αεράκι ανακάτευε τα πυρρόξανθα μαλλιά του υποκόμη, που είχαν την ίδια φλογερή απόχρωση με τα δικά της. Ήταν ένας άντρας μέτριου αναστήματος και διαστάσεων, η επιβλητική παρουσία του οποίου τον έκανε να φαντάζει πολύ πιο μεγαλόσωμος. «Ο επίσκοπος τελείωσε. Είναι ώρα να πάμε στο σπίτι». Η Κόρι κοίταξε το φέρετρο κι ύστερα το λευκό τριαντάφυλλο με τον μακρύ μίσχο που κρατούσε στο γαντοφορεμένο χέρι της. Η όρασή της θόλωσε από τα δάκρυα. Τα πόδια της ήταν δύσκαμπτα και μουδιασμένα κάτω απ’ τη βαριά μαύρη φούστα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

8

της και το βέλο του καπέλου της ανέμιζε στο παγωμένο αεράκι του Γενάρη. Ακούμπησε το τριαντάφυλλο στο καπάκι του φέρετρου από ροδόξυλο. «Δεν το πιστεύω», ψιθύρισε στην αδελφή που δε θα έβλεπε ποτέ ξανά. «Δεν μπορώ να το πιστέψω». Ένας κόμπος της έκλεινε το λαιμό. «Αντίο, γλυκιά μου αδελφή. Θα μου λείψεις πάρα πολύ». Γύρισε και κατευθύνθηκε προς τους γονείς της -τον πατέρα που μοιράζονταν οι δύο αδελφές, και τη μητέρα που ήταν μόνο δική της. Η μητέρα της Λόρελ είχε πεθάνει στη γέννα. Ο υποκόμης είχε ξαναπαντρευτεί και, λίγο αργότερα, είχε γεννηθεί η Κόρι. Τα κορίτσια ήταν ετεροθαλείς αδελφές, είχαν μεγαλώσει μαζί, πάντα δεμένες, τουλάχιστον μέχρι τα τελευταία χρόνια. Γιατί κάποια στιγμή η δουλειά της Κόρι ως συντάκτριας της κοσμικής στήλης του Από Καρδιάς, ενός εβδομαδιαίου λονδρέζικου γυναικείου περιοδικού, είχε αρχίσει να απαιτεί όλο και περισσότερο από το χρόνο της. Η Λόρελ, που πάντα προτιμούσε την ήσυχη ζωή της εξοχής, είχε πάει να μείνει με τη θεία της την Άγκνες στο Σέλκερκ Χολ, την έπαυλη της οικογένειας στο Γουίλτσιρ. Οι δύο αδελφές έγραφαν η μία στην άλλη, όμως την τελευταία χρονιά ακόμα και τα γράμματά τους είχαν αραιώσει. Αν μόνο μπορούσα να γυρίσω πίσω το χρόνο, σκέφτηκε η Κόρι και ο κόμπος στο λαιμό της έγινε πιο έντονος, πιο οδυνηρός. Αν μπορούσα να ήμουν εκεί όταν με χρειαζόσουν. Ήταν όμως πάντα τόσο απασχολημένη με τη δική της ζωή, υπερβολικά απασχολημένη με τους χορούς και τα σουαρέ για τα οποία έγραφε στην κοσμική της στήλη. Ήταν υπερβολικά απορροφημένη από τη ζωή της για να αντιληφθεί ότι η Λόρελ αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Και τώρα η αδελφή της ήταν νεκρή. *** «Είσαι εντάξει, Κόραλι;»


KAT MARTIN

9

Η Κόρι, όρθια στο Μπλε Σαλόνι της έπαυλης των Γουίτμορ στην Γκρόβενορ Σκουέαρ, στράφηκε στο άκουσμα της φωνής της καλύτερής της φίλης. Η Κρίστα Χαρτ Ντρόγκαρ κατευθυνόταν προς το μέρος της. Οι γαλάζιες κουρτίνες του σαλονιού, φτιαγμένες από δαμασκηνό ύφασμα, ήταν καλυμμένες με μαύρο κρεπ όπως και ο μπροκάρ καναπές και οι ασορτί πολυθρόνες. Τα δάχτυλα της Κόρι γλίστρησαν κάτω από το μαύρο βέλο της και σκούπισαν ένα δάκρυ από το μάγουλό της. «Θα συνέλθω. Όμως μου λείπει ήδη και... και νιώθω τόσο υπεύθυνη για ό,τι συνέβη». Οι περισσότεροι απ’ όσους είχαν επισκεφτεί την έπαυλη για να συλλυπηθούν την οικογένεια, ελάχιστοι στον αριθμό, εξαιτίας των συνθηκών θανάτου της Λόρελ, βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στην Κανελί Αίθουσα, ένα πολυτελές σαλόνι όπου κυριαρχούσαν τα χρυσάφι και όμπρε χρώματα και το οποίο διέθετε δύο τεράστια τζάκια από μάρμαρο Σιένα στις δυο πλευρές του. Για τους συγκεντρωμένους είχε ετοιμαστεί ένας πλούσιος μπουφές, όμως η Κόρι δεν είχε καθόλου όρεξη για φαγητό. «Το λάθος δεν ήταν δικό σου, Κόραλι. Δεν ήξερες ότι η αδελφή σου είχε προβλήματα». Η Κρίστα ήταν ξανθιά, όμορφη και ψηλή. Στην πραγματικότητα, ήταν ψηλότερη από τους περισσότερους άντρες εκτός από το σύζυγό της, τον Λέιφ, έναν ξανθό γίγαντα, τόσο ψηλό, που έκανε τη σύζυγό του να φαντάζει μικροκαμωμένη. Ήταν ένας από τους πιο όμορφους άντρες που είχε δει ποτέ η Κόρι, κι εκείνη τη στιγμή στεκόταν στην άλλη άκρη του σαλονιού και μιλούσε με τον αδελφό του, τον Θορ, που ήταν μελαχρινός, όχι ξανθός, εξίσου μεγαλόσωμος και ακόμα πιο όμορφος, μ’ έναν τρόπο πιο άγριο και πιο έντονο. «Θα έπρεπε να είχα υποψιαστεί κάτι όταν τα γράμματά της αραίωσαν τόσο που σχεδόν σταμάτησαν», είπε η Κόρι. «Θα έπρεπε να είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

10

«Κόραλι, η Λόρελ ήταν είκοσι τριών ετών. Δύο χρόνια μεγαλύτερη από σένα και πολύ ανεξάρτητη. Κι απ’ όσο θυμάμαι, σου έγραφε από το Νόρφοκ». Το περασμένο καλοκαίρι η Λόρελ είχε πάει στο Ιστ Ντίραμ του Νόρφοκ, να μείνει με την άλλη θεία της, την Γκλάντις. Η Γκλάντις, μαζί με την Άλισον, μια ξαδέλφη συνομήλικη της Κόρι. ήταν οι μόνες συγγενείς απ’ τη μεριά της μητέρας της που είχαν απομείνει στη Λόρελ. Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τη μητέρα της Κόρι, όμως οι θείες της -γεροντοκόρες και οι δύοτην αγαπούσαν σαν κόρη τους και τις αγαπούσε κι εκείνη. «Μου έγραφε από το Νόρφοκ, ναι, αλλά σπάνια. Μόλις τον περασμένο μήνα, μετά την επιστροφή της στο Σέλκερκ Χολ, είχαμε ξαναρχίσει να αλληλογραφούμε τακτικά». Σύμφωνα με τα λεγάμενα του αστυνομικού της κομητείας του Γουίλτσιρ, η Λόρελ στο διάστημα της παραμονής της στο Σέλκερκ είχε μείνει έγκυος. Η Άγκνες είχε κρατήσει το μυστικό της μέχρι που η εγκυμοσύνη της άρχισε να φαίνεται κι ύστερα την είχε στείλει στα βόρεια, να μείνει με την Γκλάντις, μέχρι να γεννηθεί το παιδί. Η Κόρι κοίταξε την Κρίστα. Η φίλη της ήταν τουλάχιστον δεκαπέντε εκατοστά πιο ψηλή από εκείνη, μια νέα γυναίκα με ελκυστικές καμπύλες και υπέροχα γαλανά μάτια, ενώ εκείνη ήταν μικρόσωμη, με φωτεινά πράσινα μάτια. Η Κρίστα ήταν πλέον μητέρα, όμως εξακολουθούσε να διευθύνει το Από Καρδιάς, το γυναικείο περιοδικό που ήταν γνωστό για τις απόψεις του σχετικά με την ανάγκη για κοινωνικές αλλαγές. «Η αστυνομία πιστεύει ότι αυτοκτόνησε», είπε η Κόρι. «Λένε ότι. πήρε το παιδί που μεγάλωνε στην κοιλιά της για εννέα ολόκληρους μήνες και πήδηξε στο ποτάμι, επειδή δεν άντεχε την ντροπή. Δεν το πιστεύω. Καθόλου. Η αδελφή μου δε θα έκανε ποτέ κακό σε κανέναν, πόσο μάλλον στο ίδιο της το παιδί». Η Κρίστα την κοίταξε με θλίψη. «Ξέρω ότι την αγαπούσες, Κόρι, όμως, ακόμα κι αν έχεις δίκιο, δεν υπάρχει κάτι που να


KAT MARTIN

11

μπορείς να κάνεις». Η Κόρι αγνόησε τα συναισθήματα που της ξύπνησαν αυτά τα λόγια. «Ίσως όχι». Ωστόσο, δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένη γι’ αυτό. Από την πρώτη στιγμή της τραγωδίας, σκεφτόταν τις συνθήκες του θανάτου της αδελφής της -η Λόρελ είχε βρεθεί πνιγμένη, κρατώντας σφιχτά στο χέρι της τα υπολείμματα μιας γαλάζιας πλεκτής βρεφικής ζακέτας. Η Κόρι ήταν συντετριμμένη. Αγαπούσε τη μεγάλη της αδελφή. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον κόσμο χωρίς εκείνη. Για τη Λόρελ είχαν ειπωθεί τα πιο φρικτά πράγματα, όμως εκείνη αρνιόταν να τα πιστέψει. Δεν υπήρχε περίπτωση η Λόρελ να είχε αυτοκτονήσει. Και σίγουρα, με τον καιρό, η αλήθεια θα ερχόταν στο φως.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

12

Κεφάλαιο 2 Λονδίνο Τρεις μήνες αργότερα

Τα γραφεία του Από Καρδιάς βρίσκονταν σε ένα στενό πλινθόκτιστο κτίριο λίγο πιο πέρα από το Πικαντίλι. Η Κόρι είχε αρχίσει να εργάζεται στο περιοδικό λίγο μετά το θάνατο της Μάργκαρετ Τσάπμαν Χαρτ και τη διεύθυνση του περιοδικού είχαν αναλάβει η κόρη της η Κρίστα και ο πατέρας της, ο καθηγητής σερ Πάξτον Χαρτ. Την προηγούμενη χρονιά η Κρίστα είχε παντρευτεί τον Λέιφ Ντρόγκαρ, ιδιοκτήτη πλέον μιας επιτυχημένης ναυτιλιακής εταιρείας και, εννιά μήνες αργότερα, του είχε χαρίσει ένα γιο. Ωστόσο, η Κρίστα εξακολουθούσε να εργάζεται τις περισσότερες μέρες στο περιοδικό, που ήταν το καμάρι αλλά και το πάθος της. Όταν η Κόρι μπήκε στο γραφείο αναζητώντας τη φίλη της, είδε την Μπέσι Μπριγκς, τη στοιχειοθέτρια, να ετοιμάζει τη μεγάλη τυπογραφική πρέσα Στάνχοουπ, την καρδιά του περιοδικού, για το επόμενο τεύχος. Η Μπέσι την κοίταξε και χαμογέλασε, όμως συνέχισε τη δουλειά της, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στα μαύρα, πένθιμα ρούχα που φορούσε η Κόρι τους τρεις προηγούμενους μήνες και θα φορούσε και τους τρεις επόμενους. Η Κόρι χτύπησε την ανοιχτή πόρτα του γραφείου της Κρίστα. που βρισκόταν στο ισόγειο. Η φίλη της σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε. «Σπανίως χτυπάς, οπότε συμπεραίνω ότι θα πρόκειται για κάτι σημαντικό. Πέρασε, Κόραλι».


KAT MARTIN

13

Η αυστηρή μαύρη φούστα της Κόραλι θρόισε δυνατά όταν προχώρησε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Υπάρχει κάτι που πρέπει να συζητήσω, κι αφού είσαι η καλύτερή μου φίλη...» Η Κρίστα την κοίταξε απορημένη. «Τι συμβαίνει;» Η Κόρι κάθισε και έστρωσε την ανύπαρκτη ζάρα της φούστας της. «Προσπάθησα να αφήσω πίσω μου το θάνατο της Λόρελ, αλλά δεν μπορώ. Πρέπει να μάθω την αλήθεια, Κρίστα. Δεν πίστεψα ποτέ ότι η Λόρελ αυτοκτόνησε σκοτώνοντας ταυτόχρονα το μόλις λίγων μηνών παιδί της, και θα το αποδείξω». Η έκφραση της Κρίστα μαλάκωσε. «Ξέρω ότι ήταν πολύ δύσκολο για σένα το ότι έχασες την αδελφή σου. Ξέρω ότι, κατά κάποιον τρόπο, αισθάνεσαι υπεύθυνη. Όμως η Λόρελ χάθηκε και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τη φέρεις πίσω». «Το καταλαβαίνω αυτό. Όμως την απογοήτευσα μια φορά, όταν με χρειαζόταν, και δεν πρόκειται να το ξανακάνω. Η αδελφή μου δεν αυτοκτόνησε, πράγμα που σημαίνει ότι κάποιος άλλος ευθύνεται για το θάνατό της. Και σκοπεύω να ανακαλύψω ποιος». Η Κρίστα έσμιξε τα φρύδια της. «Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να το κάνεις αυτό;» «Θα ξεκινήσω την έρευνά μου από δω, στο Λονδίνο. Είμαι καλή σ’ αυτό, δεν είμαι; Αποτελεί μέρος της δουλειάς μου να ξεθάβω στοιχεία και κουτσομπολιά για τη στήλη μου». «Ναι, αλλά δεν πρόκειται ακριβώς για το ίδιο πράγμα». «Εγώ νομίζω ότι είναι ακριβώς το ίδιο. Σκοπεύω να ξαναδιαβάσω κάθε γράμμα που μου έστειλε η αδελφή μου, αναζητώντας στοιχεία». Η Κόρι σήκωσε το βλέμμα. Μια αποφασιστική λάμψη φώτιζε τα μάτια της. «Ύστερα θα φύγω για την επαρχία. Θα μάθω ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ και τότε θα ξέρω από πού πρέπει να αρχίσω να ψάχνω τις απαντήσεις για το πώς και το γιατί πέθανε». Το να μάθει το όνομα του πατέρα αποτελούσε σημαντικό


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

14

κομμάτι του παζλ, αφού ήταν ο άντρας που η αδελφή της θα πρέπει να είχε αγαπήσει. Ούτε καν η θεία Άγκνες δε γνώριζε ποιος ήταν. Σύμφωνα με τα λεγόμενό της, η Λόρελ είχε αρνηθεί πεισματικά να αποκαλύψει την ταυτότητά του. «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς για το περιοδικό», συνέχισε, πριν προλάβει η Κρίστα να μιλήσει. «Έχω ήδη μια προσωρινή αντικαταστάτρια κατά νου. Εφόσον βέβαια συμφωνείς, θα ζητήσω από τη Λίνζι Γκρέιαμ να με αντικαταστήσει για όσο θα λείπω». Η Λίνζι ήταν συμμαθήτρια και φίλη τους στην Ακαδημία του Μπράιαρχιλ, όπου η Κρίστα και η Κόρι είχαν γνωριστεί. «Αυτή τη στιγμή η Λίνζι γράφει συμβατικά άρθρα και νομίζω ότι βαριέται τρομερά», συνέχισε η Κόρι. «Ο πατέρας της είναι βαρόνος, με καλές διασυνδέσεις, κι έτσι η Λίνζι μπορεί να κινείται με άνεση στους κύκλους της καλής κοινωνίας. Πιστεύω ότι θα ανταποκριθεί πολύ καλά στις ανάγκες της στήλης μου». «Το φαντάζομαι, αλλά...» «Στην πραγματικότητα, είχα σκεφτεί να προσλάβω τη Λίνζι όσο λείπατε με τον Λέιφ στο υπέροχο νησί του». Η Κόρι χαμογέλασε. «Μου ήταν σχεδόν αδύνατον να διευθύνω το περιοδικό χωρίς εσένα. Πρώτη φορά χάρηκα τόσο στη ζωή μου που είδα κάποιον να επιστρέψει». Η ιστορία του Λέιφ και της Κρίστα ήταν καλά φυλαγμένη. Το ότι ο μεγαλόσωμος σύζυγός της και ο αδελφός του κατάγονταν από ένα αχαρτογράφητο νησί στα βόρεια της Σκοτίας, οι κάτοικοι του οποίου ζούσαν ακόμα σαν Βίκινγκ, ήταν στην καλύτερη περίπτωση εντελώς απίστευτο. Και ήταν καλύτερα να παρεμείνει κρυφό. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι ο Λέιφ είχε βρει την Κρίστα κι εκείνη είχε βρει αυτόν, και είχαν ερωτευθεί βαθιά. Η Κόρι αναρωτιόταν αν θα εμφανιζόταν ποτέ και στη δική της ζωή ο σωστός άντρας. Πράγμα που την έκανε να σκεφτεί και πάλι την αδελφή της. Στα πρώτα της γράμματα από το Σέλκερκ, η Λόρελ είχε αναφέρει


KAT MARTIN

15

ότι είχε γνωρίσει κάποιον. Είχε περιγράφει τις πολλές αρετές του και είχε αναφέρει πόσο πολύ απόλαυσε τη συντροφιά του. Η Κόρι σκόπευε να ξαναδιαβάσει τα γράμματα και να δει αν υπήρχε σ’ αυτά κάποια περιγραφή του, κάτι που θα τη βοηθούσε να ανακαλύψει το όνομά του. Ποιος είχε κλέψει την καρδιά της Λόρελ, την αρετή της, κι έπειτα την είχε εγκαταλείψει; Αναρωτήθηκε αν ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ θα έφτανε ακόμα και στο σημείο να τη δολοφονήσει, μαζί με το παιδί τους. *** «Κόραλι, δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά. Πες μου ότι δε σκοπεύεις να ξεθάψεις αυτή την οδυνηρή ιστορία». Η Άγκνες Χάτφιλντ ήταν καθισμένη στον ροζ βελούδινο καναπέ του μικρού σαλονιού στην πίσω πλευρά της έπαυλης των Γουίτμορ. Στο χώρο κυριαρχούσαν το λευκό και το ροζ. Ήταν ένα κομψό γυναικείο σαλόνι που έβλεπε στον κήπο. Τρεις μέρες πριν, και αφού είχαν περάσει τρεις ατελείωτους μήνες πένθους, το μαύρο κρεπ που κάλυπτε τα πάντα είχε αφαιρεθεί. «Συνειδητοποιώ ότι θα χρειαστεί κάποια προσπάθεια, θεία Άγκνες, όμως έχω το σκεφτεί πολύ και δεν έχω άλλη επιλογή. Πρέπει να δράσω». Η θεία Άγκνες, όπως την αποκαλούσε πάντα η Κόρι, αν και δεν ήταν στην πραγματικότητα συγγενείς εξ αίματος, ήταν μια γυναίκα στα εξήντα της, παχουλή, με ασημένια μαλλιά, που μέχρι το θάνατο της πολυαγαπημένης της ανιψιάς χαμογελούσε πάντα. Καθισμένη πλάι της ήταν η ξαδέλφη της Λόρελ, η Άλισον Χάτφιλντ, μια λεπτή κοπέλα με ολόισια μύτη και μυτερό πιγούνι, πολύ σκούρα μαλλιά και καστανά μάτια, που άκουγε την Κόρι με εμφανή τρόμο. Οι γονείς της Άλισον είχαν πεθάνει από χολέρα, αφήνοντάς τη στη φροντίδα της ηλικιωμένης θείας της.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

16

Έπειτα από πρόσκληση του υποκόμη, και οι δύο είχαν αποφασίσει να μείνουν στην πόλη αντί να επιστρέψουν στο Σέλκερκ Χολ και στις φρικτές αναμνήσεις που τις περίμεναν ακόμα εκεί. «Ώστε λοιπόν σκοπεύεις να ξεκινήσεις κάποιου είδους έρευνα;» ρώτησε η θεία Άγκνες. «Ναι». Η Άλισον δεν έκανε κάποιο σχόλιο. Ήταν μια ντροπαλή, διακριτική κοπέλα που σπάνια διαφωνούσε σε οτιδήποτε. Ίσως γι’ αυτό να είχε συμφωνήσει να αφήσει το Ιστ Ντίραμ και να συνοδεύσει τη Λόρελ στο Σέλκερκ Χολ, παριστάνοντας τη μητέρα του παιδιού της ξαδέλφης της. Ή ίσως να είχε κουραστεί να επιβιώνει χάρη στη γενναιοδωρία της ηλικιωμένης θείας της, της Γκλάντις, και η Λόρελ να της είχε υποσχεθεί κάποια αδρή αμοιβή και ένα καλύτερο μέλλον ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά της με το παιδί. «Δεν πιστεύω ούτε για μια στιγμή την εκδοχή των Αρχών για το τι συνέβη», είπε η Κόρι. «Και μετά από μήνες σκέψης, αποφάσισα να δράσω. Σκοπεύω να κάνω ό,τι χρειαστεί ώστε να ανακαλύψω τι πραγματικά συνέβη στην αδελφή μου. Θεία Άγκνες, εσύ και η Γκλάντις βοηθήσατε τη Λόρελ. Τώρα θα πρέπει να βοηθήσετε εμένα ν’ ανακαλύψω τι συνέβη σ’ εκείνη και στο παιδί της». Η Άλισον έβγαλε ένα στολισμένο με δαντέλα μαντίλι από την τσάντα της και σκούπισε τα μάτια της. Αγαπούσε τη Λόρελ και τον Τζόσουα Μάικλ, τον ενός μηνός γιο της, όσο και η Άγκνες, που έβγαλε επίσης ένα κεντημένο βαμβακερό μαντίλι και φύσηξε την πουδραρισμένη μύτη της. Η ηλικιωμένη θεία πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα σε βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορώ... αν και, ίσως, αυτό που τελικά σκότωσε την αδελφή σου να ήταν η βοήθειά μου». Τα μάτια της Κόρι άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη. «Άρα ούτε εσύ πιστεύεις ότι επρόκειτο για αυτοκτονία! Κι αν η Λόρελ δεν αυτοκτόνησε, τότε κάποιος θα πρέπει να τη σκότωσε. Η Λόρελ


KAT MARTIN

17

και το παιδί έπεσαν θύματα εγκλήματος. Είναι η μόνη εξήγηση». «Υπάρχει μια περίπτωση...» ακούστηκε να ψιθυρίζει η Άλισον με την απαλή φωνή της, «...δεν μπορώ να το πω με σιγουριά... ίσως όμως η Λόρελ να επρόκειτο να συναντήσει κάποιον το βράδυ που εξαφανίστηκε. Δε μου έλεγε πού θα πήγαινε, όμως ήταν ενθουσιασμένη. Δεν κατάλαβα ότι είχε πάρει και το παιδί παρά μόνο αργότερα, όταν πήγα στο παιδικό δωμάτιο και είδα ότι η κούνια του ήταν άδεια». Η θλίψη της Κόρι ήταν τόση, που ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Έγειρε ελαφρά στο πλάι επίτηδες, ώστε οι σκληρές μπανέλες του κορσέ της να την πιέσουν στα πλευρά και η δυσάρεστη αίσθηση να τη βοηθήσει να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. «Σας παρακαλώ... θα πρέπει να προσπαθήσουμε να παραμείνουμε συγκεντρωμένες στο σκοπό μας». Η Άγκνες φύσηξε τη μύτη της. «Έχεις δίκιο. Αρκετά κλάψαμε όλοι. Και δεν πρόκειται να βρούμε δικαιοσύνη για το χαμό της αγαπημένης μου ανιψιάς αν καθόμαστε εδώ και κλαίμε». Η Κόρι κάρφωσε με το βλέμμα την Άλισον. «Είπες στις Αρχές ότι η Λόρελ ίσως να επρόκειτο να συναντήσει κάποιον το βράδυ του θανάτου της;» «Τότε δε μου φάνηκε σημαντικό. Ο αστυνομικός είπε ότι η Λόρελ πήδηξε στο ποτάμι. Την προηγούμενη βδομάδα κάτι την απασχολούσε, αν και δε μου έλεγε τι. Όταν έφτασε ο αστυνομικός με το φρικτό νέο, σκέφτηκα ότι ίσως... αποδέχτηκα την εξήγησή του γι’ αυτό που είχε συμβεί». Η Κόρι αποφάσισε να μάθει τι είχε αναστατώσει την αδελφή της την εβδομάδα πριν από το θάνατό της. «Είχες τρεις μήνες να το σκεφτείς, Άλισον. Πιστεύεις ακόμα ότι η Λόρελ αυτοκτόνησε;» ρώτησε. Η Αλισον κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Τότε η θλίψη μου ήταν τόση που μου ήταν αδύνατον να σκεφτώ καθαρά. Η Λόρελ και ο μικρός Τζόσουα είχαν χαθεί, τίποτ’ άλλο δεν είχε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

18

σημασία». «Έχει όμως σημασία για μένα», είπε η Κόρι. «Και θα είχε και για τη Λόρελ. Θεία Άγκνες, είσαι σίγουρη ότι η αδελφή μου δεν είπε τίποτα που θα αποκάλυπτε την ταυτότητα του πατέρα του παιδιού;» «Τίποτε απολύτως. Είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ελάχιστη σημασία έδινα στα πηγαινέλα της ανιψιάς μου». «Και οι άντρες που επισκέπτονταν το σπίτι;» «Ω, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που περνούσαν πού και πού. Ο Τόμας, ο γιος του γαιοκτήμονα Μόρτον, μας επισκεπτόταν κατά διαστήματα. Ο γιος του εφημέριου... ω, πώς τον λένε; Θα το θυμηθώ σε λίγο... Αν και αυτός, επίσης, σπάνια μας επισκεπτόταν». «Κανείς άλλος;» «Ναι. Το κάστρο Τρεμέιν είναι εκεί κοντά». Στην πραγματικότητα, ήταν το πιο κοντινό κτήμα στο Σέλκερκ Χολ. «Ο λόρδος Τρεμέιν περνούσε να υποβάλει τα σέβη του όποτε βρισκόταν εκεί, κάποιες φορές με τον ξάδελφό του. Ο αδελφός του, ο Τσαρλς και η Ρεμπέκα, η νύφη του, μας επισκέπτονταν επίσης πού και πού και πάντα περνούσαν τα Χριστούγεννα». Η Κόρι συνοφρυώθηκε. «Ο λόρδος Τρεμέιν, είπες;» «Ναι. Πάντα περνάει τουλάχιστον μια φορά να μας δει όταν είναι στην εξοχή, όμως ποτέ δε μένει πολύ». Γκρέισον Φόρσαϊθ, κόμης του Τρεμέιν. Η Κόρι θυμήθηκε τον άντρα που είχε κληρονομήσει τον τίτλο του Τρεμέιν πέντε χρόνια πριν. Δεν τον είχε δει ποτέ, αφού έμοιαζε να ζει κλεισμένος στον εαυτό του, όμως είχε ακούσει ότι ήταν ψηλός και απίστευτα όμορφος. Είχε φρικτή φήμη σε ό,τι είχε να κάνει με τις γυναίκες και στο «Χτυποκάρδι», τη στήλη της με τα κουτσομπολιά, είχε γράψει αρκετές φορές για τις φήμες που κυκλοφορούσαν σχετικά με τις πολλές περιπέτειές του. Κι αν δεν την απατούσε η μνήμη της, ο κόμης έμενε συχνά στο κάστρο Τρεμέιν, τη μόνιμη κατοικία του αδελφού του και της νύφης του.


KAT MARTIN

19

«Καταλαβαίνω τι σκέφτεσαι», είπε η Άγκνες. «Ομολογώ ότι ο κόμης είναι γοητευτικός, ταυτόχρονα όμως είναι ένας σκοτεινός, μάλλον μελαγχολικός άνθρωπος. Δεν μπορώ να φανταστώ την αδελφή σου να ενδιαφέρεται για έναν τέτοιον άντρα». Έστρεψε το βλέμμα της αλλού. «Η Λόρελ ήταν πάντα τόσο χαρούμενη, τόσο καλόκαρδη, γεμάτη ζωντάνια». Τα μάτια της Άγκνες γέμισαν δάκρυά και τα σκούπισε με το μαντίλι της. Η Κόρι ένιωσε ένα βάρος να της πλακώνει το στήθος. «Ίσως να έχεις δίκιο», είπε, αποφασισμένη να μην επιτρέψει στα συναισθήματά της να αποκαλυφθούν. «Όμως, αν κρίνω από τις φήμες που έχω ακούσει, είναι ανελέητος όταν πρόκειται για γυναίκες. Φαντάζομαι ότι αν ήθελε να αποπλανήσει μια αθώα, νέα κοπέλα θα του ήταν πολύ εύκολο να το κάνει». «Ίσως». Η Άγκνες κατέβαλε προσπάθεια να ελέγξει τα συναισθήματά της. «Όμως, απλώς μου είναι αδύνατον να...» Κούνησε το κεφάλι και έσμιξε τα ασημένια φρύδια της. «Ο ξάδελφός του, ο Τζέισον, είναι ακαταμάχητα γοητευτικός. Περνάει κι εκείνος τον περισσότερο χρόνο του στο κάστρο. Υποθέτω ότι αν έπρεπε να μαντέψω...» Η Άγκνες έκανε και πάλι μια παύση. «Λυπάμαι, Κόραλι, αλλά μου είναι αδύνατον να φανταστώ οποιονδήποτε από τους νεαρούς επισκέπτες μας να δολοφονεί τη γλυκιά μας Λόρελ και το αθώο μωρό της. Αυτό είναι που σκέφτεσαι, σωστά;» «Είναι μια πιθανότητα. Ίσως ο άντρας που ερωτεύτηκε η Λόρελ να μην ανταποκρίθηκε στην αγάπη της. Ίσως να μην ήθελε να αναγκαστεί να την παντρευτεί».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

20

«Ίσως η Λόρελ να πήγε απλώς για έναν περίπατο και να της επιτέθηκαν ληστές. Ίσως να προσπάθησαν να τη ληστέψουν και, όταν διαπίστωσαν ότι δεν είχε χρήματα, να την πέταξαν μαζί με το παιδί στο ποτάμι». Ήταν μια πιθανότητα που η Κόρι είχε ήδη σκεφτεί. «Υποθέτω ότι μπορεί να συνέβη κι αυτό. Σ’ αυτό το στάδιο τα πάντα φαντάζουν πιθανά, εκτός από το ότι η Λόρελ θα αυτοκτονούσε, σκοτώνοντας και το παιδί της». «Η Κόραλι έχει δίκιο», είπε σιγανά η Άλισον, που καθόταν σαν πουλάκι στην άκρη του καναπέ. «Η Λόρελ αγαπούσε με όλη της την ψυχή τον μικρό Τζόσουα. Ποτέ δε θα του έκανε κακό. Και, προφανώς, ήταν αποφασισμένη να μη μάθει κανείς την ταυτότητα του πατέρα. Πράγμα που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι...» Η Κόρι ένευσε. «Πραγματικά». Η θεία Άγκνες την κοίταξε επιφυλακτικά. «Δε θέλω να ρωτήσω, υποθέτω όμως ότι πρέπει. Κόραλι, πες μας, τι ακριβώς σκοπεύεις να κάνεις;» Η Κόραλι σφίχτηκε ισιώνοντας τους ώμους. Εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερε με βεβαιότητα. Όμως κάτι θα έκανε. Γι’ αυτό, ήταν απόλυτα σίγουρη. *** Η Κόρι, ενθουσιασμένη με την ανακάλυψή της, ανέβηκε τα σκαλοπάτια της εισόδου του περιοδικού και άνοιξε τη βαριά πόρτα. Όταν μπήκε στη μακριά, στενή αίθουσα όπου βρισκόταν η τυπογραφική πρέσα, είδε την Κρίστα να βγαίνει από το πίσω δωμάτιο και να κατευθύνεται στο γραφείο της. Την ακολούθησε και έκλεισε την πόρτα βιαστικά. «Κρίστα... δε θα πιστέψεις τι ανακάλυψα!» Η φίλη της γύρισε και την κοίταξε. Ήταν φανερό ότι μόλις εκείνη τη στιγμή είχε αντιληφθεί ότι την είχε ακολουθήσει. «Ώστε λοιπόν συνεχίζεις την έρευνα. Ξέρω πως είσαι αποφασισμένη να βρεις κάτι που θα επιβεβαιώνει τη θεωρία


KAT MARTIN

21

σου ότι η Λόρελ δολοφονήθηκε, όμως είσαι σίγουρη ότι η αδελφή σου δε θα προτιμούσε να αποδεχτείς απλώς το θάνατό της και να συνεχίσεις τη ζωή σου;» «Λένε ότι σκότωσε το ίδιο της το παιδί. Πιστεύεις ότι η αδελφή μου θα ήθελε να νομίζει ο κόσμος ότι έκανε κάτι τόσο φρικτό;» «Η αστυνομία δε βρήκε καμία ένδειξη ληστείας, Κόρι. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι βίας στο σώμα της». «Είχε μείνει αρκετές μέρες στο νερό όταν τη βρήκαν. Ο αστυνομικός είπε ότι θα ήταν αδύνατον να ξέρουν τι ακριβώς είχε συμβεί και υπήρχε μια μελανιά στο πλάι του κεφαλιού της». «Ναι. Κι αν θυμάμαι καλά, ο αστυνομικός πίστευε ότι θα πρέπει να χτύπησε το κεφάλι της όταν έπεσε στο ποτάμι. Η αστυνομία πιστεύει ότι το μωρό πνίγηκε και παρασύρθηκε από το ρεύμα ως τη θάλασσα». «Κι εγώ λέω ότι η αστυνομία κάνει λάθος. Η Λόρελ δολοφονήθηκε από κάποιον που δεν ήθελε να αποκαλυφθεί το μυστικό της γέννησης του παιδιού ή από κάποιον που είχε ύποπτα κίνητρα». Η Κρίστα αναστέναξε. «Σίγουρα έχουν διαπραχτεί φόνοι για λόγους πολύ πιο ασήμαντους απ’ την ανάγκη να καλυφθεί κάποιο σκάνδαλο». «Ναι. Κι όταν η θεία Άγκνες ανέφερε τον κόμη του Τρεμέιν, με έβαλε σε σκέψεις. Πριν από μερικά χρόνια είχα ακούσει κάποια κουτσομπολιά γι’ αυτόν. Κυκλοφορούσαν φήμες για αρκετές περιπέτειες του και, μια-δυο φορές, είχα κάνει αναφορές στη στήλη μου για τη σκανδαλώδη συμπεριφορά του. Αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στα παλιότερα τεύχη μας. Όταν διηύθυνε το περιοδικό η μητέρα σου, τα “Χτυποκάρδια” τα έγραφε η λαίδη Σάρλοτ Γκούτναϊτ. Έριξα μια ματιά σ’ εκείνα τα τεύχη». Το ενδιαφέρον της Κρίστα, για πρώτη φορά, φάνηκε να κεντρίζεται. «Τι ανακάλυψες;» «Στα άρθρα αναφέρονταν τα κουτσομπολιά που είχα ακούσει. Σ’ αυτά ο λόρδος περιγραφόταν σαν εντελώς ανήθικος σε ό,τι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

22

είχε να κάνει με τις γυναίκες. Τον αποκαλούσαν “ηδονιστή”, αριστοτέχνη του έρωτα. Κατά τα φαινόμενα, ο Γκρέισον Φόρσαϊθ ήταν ταγματάρχης στο στρατό πριν κληρονομήσει τον τίτλο. Πέρασε αρκετά χρόνια στην Ινδία πριν αρρωστήσει ο μεγαλύτερος αδελφός του και επιστρέψει για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως κόμη». Η Κρίστα χαμογέλασε. «Ακούγεται ενδιαφέρων άνθρωπος». «Ναι, υποθέτω ότι θα μπορούσες να το πεις αυτό. Όμως, όταν διάβαζα γι’ αυτόν, θυμήθηκα και κάτι ακόμα». «Τι;» «Σήμερα το πρωί πήγα στο γραφείο του ειρηνοδίκη και έψαξα ό,τι αρχείο υπήρχε στο όνομα του κόμη. Κι εκεί το βρήκα. Το πιστοποιητικό του γάμου του με τη λαίδη Τζίλιαν Μπίτσερ, τρία χρόνια πριν». «Τώρα που το αναφέρεις, θυμάμαι ότι είχα ακούσει κάτι σχετικό. Όμως ο Τρεμέιν είναι εργένης -ένας από τους πλέον περιζήτητους του Λονδίνου. Τι απέγινε η σύζυγός του;» «Αυτό ακριβώς εννοώ. Έκανα μια μικρή έρευνα, μίλησα σε κάποιες απ’ τις πηγές μου -πολύ διακριτικά, φυσικά- και ανακάλυψα ότι ο κόμης ήταν παντρεμένος λιγότερο από ένα χρόνο όταν πέθανε η λαίδη Τρεμέιν. Η κόμισσα ήταν κόρη ενός πλούσιου βαρόνου, κληρονόμος μεγάλης περιουσίας. Ο θάνατός της αύξησε κατά πολύ την περιουσία του κόμη -που ήταν και πάλι ελεύθερος να συνεχίσει τις ηδονικές του αναζητήσεις». «Δε νομίζω ότι έχω ακούσει αυτή την ιστορία». «Πιστεύω ότι η οικογένεια φρόντισε να μη μαθευτεί». Τα μάτια της Κόρι έλαμπαν. «Κι αυτό που επίσης δεν ξέρεις, είναι ότι η λαίδη Τρεμέιν πνίγηκε, Κρίστα... εκεί, στον ποταμό Έιβον!»


KAT MARTIN

23

Κεφάλαιο 3

Το δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα της άμαξας που διέσχιζε το Κασλον Έιβον, ένα γραφικό χωριό με κεντρική αγορά που περιβαλλόταν από καταπράσινα λιβάδια και αγροικίες με χορταρένιες οροφές. Σε ένα λόφο στην άκρη του χωριού, το Σέλκερκ Χολ δέσποζε επιβλητικό πάνω σε πέντε χιλιάδες στρέμματα εύφορης γης. Ήταν ένα τριώροφο κτίριο σε γεωργιανό στυλ, χτισμένο με κιτρινωπή πέτρα Κότσγουολντ. Η Κόραλι, η θεία Άγκνες και η Άλισον επέστρεφαν στην εξοχή με την άμαξα της θείας Άγκνες, όχι με την πολυτελή τέθριππο άμαξα του υποκόμη. Η Κόρι δεν μπορούσε να ρισκάρει να πει στον πατέρα της ο αμαξάς του ότι είχε κατεβεί από την άμαξα προτού φτάσουν στο Σέλκερκ Χολ. Στην πραγματικότητα, ο σκοπός της ήταν να κατεβεί στο Χεν & Ρέιβεν, ένα κοντινό πανδοχείο. Εκεί θα μπορούσε να κλείσει ένα δωμάτιο για το βράδυ, και το πρωί, με άλλο όνομα, να συνεχίσει για τον προορισμό της. Δεν είχε περάσει ούτε βδομάδα από τότε που είχε συλλάβει το εξωφρενικό σχέδιό της. Τρεις μέρες πριν, το είχε παρουσιάσει στη θεία Άγκνες και την Άλισον. «Θα πετύχει! Το ξέρω ότι θα πετύχει!» Η θεία Άγκνες στριφογυρνούσε νευρικά το μαντίλι της στα παχουλά δάχτυλά της. «Δεν ξέρω, Κόραλι... ακούγεται εξαιρετικά επικίνδυνο». «Κατ’ αρχάς, κανείς δε θα ξέρει ποια είμαι», εξήγησε η Κόραλι. «Θα παρουσιαστώ σαν Λέτι Μος, σύζυγος του Σάιρους, ενός πολύ μακρινού ξαδέλφου του λόρδου Τρεμέιν. Η Λέτι έχει


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

24

απομείνει χωρίς χρήματα αφού την εγκατέλειψε ο σύζυγός της και χρειάζεται απεγνωσμένα τη βοήθεια του κόμη». Επρόκειτο για μία ιστορία που θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν αληθινή. Η Κόρι είχε μάθει για τη Λέτι στη διάρκεια της έρευνάς της για τον κόμη και την οικογένειά του. Μέσω κάποιου φίλου που γνώριζε ένα φίλο που γνώριζε κάποιον μακρινό ξάδελφο του κόμη -κάποιον ονόματι Σάιρους Μος- είχε μάθει ότι ο Σάιρους είχε αφήσει την κατά πολύ νεότερη σύζυγό του στο σπίτι τους στην Υόρκη και είχε φύγει για την Αμερική, για να κάνει περιουσία. Δύο χρόνια είχαν περάσει από τότε και ο Σάιρους δεν είχε ακόμα επιστρέψει. Σύμφωνα με την πηγή της, ο λόρδος Τρεμέιν δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη Λέτι Μος και ήξερε ελάχιστα για τον μακρινό ξάδελφό του. Αυτή η πληροφορία πρόσφερε στην Κόρι τον ιδανικό τρόπο να μπει στο κάστρο Τρεμέιν. Πίστευε ότι έτσι θα κατάφερνε ν’ ανακαλύψει αν ο λόρδος Τρεμέιν ήταν ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ και αν, σε αυτή την περίπτωση, ήταν υπεύθυνος για το θάνατό της και το θάνατο του μικρού Τζόσουα. «Θα πετύχει, σας λέω. Πρέπει να πετύχει». Η θεία Άγκνες, φρίττοντας, είχε προβάλει τις αντιρρήσεις της, αλλά τελικά είχε συμφωνήσει με το σχέδιο. Αν η Κόρι κατάφερνε ν’ ανακαλύψει τι είχε συμβεί στην πολυαγαπημένη της ανιψιά, τότε ήταν διατεθειμένη να συμφωνήσει με το σχέδιό της. Η Κόρι παρακολουθούσε το τοπίο έξω απ’ το παράθυρο της άμαξας. Καταπράσινα λιβάδια κάτω από μολυβένια σύννεφα. Πού και πού προσπερνούσαν κάποιο σκυλί που γάβγιζε ή το κάρο κάποιου εμπόρου που το τραβούσε ένα κουρασμένο άλογο. «Αδυνατώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να πετύχει αυτό το σχέδιο!» μουρμούρισε η θεία Άγκνες απ’ το απέναντι κάθισμα της άμαξας. «Σίγουρα κάποιος από το Σέλκερκ Χολ ή το χωριό θα σε αναγνωρίσει».


KAT MARTIN

25

«Έχω να πατήσω στο Σέλκερκ Χολ από τότε που ήμουν δώδεκα ετών. Τόσο η μητέρα μου όσο κι εγώ προτιμούσαμε το Λονδίνο από την εξοχή. Κι όποτε θέλαμε να βρεθούμε με τη Λόρελ, ερχόταν εκείνη στο Λονδίνο». Η Κόρι, με σκοπό να κρατήσει ακόμα μεγαλύτερες αποστάσεις από τα γεγονότα στο Σέλκερκ, είχε αποφασίσει να βγάλει τα πένθιμα ρούχα. Δεν ήθελε να τη συνδέσει κανείς με το θάνατο της Λόρελ και, αν φορούσε εκείνα τα φρικτά μαύρα ρούχα, ίσως κάποιος να έκανε τη σύνδεση. Δεν πίστευε ότι αυτό θα πείραζε την αδελφή της. Πίστευε ότι η Λόρελ θα προτιμούσε να μαθευτεί η αλήθεια απ’ το να κλαίει η αδελφή της ντυμένη στα μαύρα, χωρίς να κάνει τίποτα για να αποκαταστήσει το όνομά της. Η Άγκνες την κοίταξε ερωτηματικά. «Είσαι αποφασισμένη ν’ ανακαλύψεις την αλήθεια. Τι θα γίνει όμως αν αποδειχτεί ότι πρόκειται για μια αλήθεια που δε θα ήθελες να μάθεις;» Υπήρχε σίγουρα η πιθανότητα να αποκαλυφθούν γεγονότα που η Κόρι θα προτιμούσε να μην ξέρει. Θα έπρεπε απλώς να πιστεύει ότι η Λόρελ ήταν πράγματι μια αθώα κοπέλα που είχε εξαπατηθεί, όπως θεωρούσε. «Θα αντιμετωπίσω αυτό το ενδεχόμενο όταν προκόψει». «Και ο κίνδυνος;» επέμεινε η Άγκνες. «Αν ο κόμης είναι πραγματικά δολοφόνος, τι θα τον εμποδίσει να σκοτώσει κι εσένα;» Η Κόρι αγνόησε τις ανησυχίες της θείας της, αν και αυτή η σκέψη τής είχε περάσει απ’ το μυαλό. «Σου είπα, ο Τρεμέιν δε θα γνωρίζει ποια είμαι. Εξάλλου, αν δολοφόνησε τη σύζυγό του, το έκανε για τα χρήματα. Κι αν σκότωσε τη Λόρελ και τον Τζόσουα, το έκανε για να διατηρήσει την ελευθερία του ή, ίσως, για να προστατεύσει την οικογένειά του από το σκάνδαλο. Καθώς εγώ δε θα είμαι παρά μια φτωχή συγγενής που τον επισκέπτεται, δε θα έχει κανένα λόγο να με σκοτώσει». «Και θα είμαι κι εγώ μαζί της», πρόσθεσε η Άλισον σιγανά, αναφερόμενη στο ρόλο που είχε συμφωνήσει να παίξει. Αυτόν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

26

της καμαριέρας της Κόρι. «Σωστά. Η Άλισον θα είναι ο σύνδεσμός μου μαζί σου σε περίπτωση που προκόψει κάποιο πρόβλημα». Ευτυχώς, στο διάστημα που η Άλισον ήταν στο Σέλκερκ Χολ με τη Λόρελ παρίστανε τη χήρα με ένα νεογέννητο παιδί. Φορούσε πένθιμα ρούχα και δεν πήγαινε ποτέ στο χωριό, πράγμα που σήμαινε ότι δεν κινδύνευε να την αναγνωρίσουν στο κάστρο Τρεμέιν. Η Άγκνες αναστέναξε βαθιά. «Ελπίζω εσείς οι δυο να ξέρετε τι κάνετε». Το ίδιο και η Κόρι. Τουλάχιστον γνώριζε ότι ο κόμης του Τρεμέιν βρισκόταν στο κάστρο και ότι ήταν εκεί αρκετές εβδομάδες. Η Άγκνες τής είχε πει ότι ο κόμης βρισκόταν στο κάστρο όταν είχε βρεθεί νεκρή η Λόρελ και ότι ήταν εκεί αρκετούς μήνες πριν. Κατά τα φαινόμενα, τον τελευταίο καιρό περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στην εξοχή. Ίσως να είχε βρει κάποιο καινούριο θύμα να αποπλανήσει. Η Κόρι, αγνοώντας τη θεία και την ξαδέλφη της, έστρεψε το βλέμμα της έξω απ’ το παράθυρο και διέκρινε το Χεν & Ρέιβεν, το πανδοχείο, λίγο πιο κάτω στο δρόμο. Ένιωσε να την κυριεύουν νευρικότητα και ανυπομονησία. Ήταν ακόμα ντυμένη στα μαύρα και το πρόσωπό της έκρυβε ένα μαύρο βέλο. Κι έτσι θα έμενε, μέχρι να φύγει από το πανδοχείο το πρωί της επομένης. Τότε θα φορούσε τα ρούχα μιας κοπέλας με ευγενική μεν καταγωγή αλλά που τώρα είχε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Ρούχα που η Άλισον είχε αγοράσει από ένα παλαιοπωλείο. Αρκετά ελαφρώς φθαρμένα ταξιδιωτικά φορέματα, φθαρμένα καθημερινά φορέματα από μουσελίνα και κάποια αδιάφορα αλλά πρακτικά βραδινά με ελαφρώς ξεφτισμένα μανικέτια και στριφώματα. Δεν ήταν το είδος των φορεμάτων που ήταν συνηθισμένη να φοράει, αλλά δεν την πείραζε.


KAT MARTIN

27

Οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο από τα φρικτά, μαύρα ρούχα που της θύμιζαν πόσο πολύ είχε απογοητεύσει την αδελφή της.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

28

Κεφάλαιο 4 Ο Γκρέισον Φόρσαϊθ, έκτος κόμης του Τρεμέιν, αγνόησε το τρίξιμο του δέρματος όταν ανακάθισε στη σέλα του και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στο κτήμα του, στα εδάφη γύρω από το κάστρο Τρεμέιν. Μέχρι τον χαμηλό πέτρινο τοίχο στ’ αριστερά του, πέρα από το πυκνό σύδεντρο στο βάθος, ως το ποτάμι που κυλούσε στα όρια των εδαφών του στα δεξιά του, εύφορα λιβάδια και καταπράσινοι λόφοι τον καλούσαν σαν να ψιθύριζαν το όνομά του. Ο Ράτζα, το μεγαλόσωμο μαύρο άλογό του, βημάτιζε στο πλάι νευρικά, ανυπομονώντας να συνεχίσουν τη βόλτα που είχαν ξεκινήσει νωρίς εκείνο το πρωί. Ανυπομονώντας σχεδόν όσο κι εκείνος. Τις τελευταίες δέκα μέρες ο μόνος τρόπος να βρει τη γαλήνη ήταν να γυρίζει με το άλογό του στους λόφους, να δραπετεύει από το σπίτι, από την οικογένειά του... και τις αναμνήσεις. Κάθε χρόνο, όσο η φρικτή μέρα πλησίαζε, το παρελθόν άρχιζε να τον στοιχειώνει σαν φάντασμα. Δεκαεννέα Μαΐου, η μέρα που η νέα, όμορφη σύζυγός του, η Τζίλιαν, είχε πεθάνει. Ο Γκρέι σπιρούνισε το άλογό του, που κατέβηκε καλπάζοντας το λόφο. Ο άνεμος ανακάτευε τα πυκνά, μαύρα μαλλιά του, που ήταν πιο μακριά απ’ όσο επέτασσε η μόδα και πιασμένα πίσω, και πλατάγιζε τα φαρδιά μανίκια του λευκού λινού του πουκαμίσου. Εκεί, στο ύπαιθρο, μπορούσε να φέρνει στο μυαλό του τις αναμνήσεις και να τις απενοχοποιεί, να συνειδητοποιεί ότι τελικά θα ξεθώριαζαν, όπως γινόταν κάθε χρόνο. Πίσω στο κάστρο, που υψωνόταν πλάι στο ποτάμι όπου είχε πεθάνει η


KAT MARTIN

29

Τζίλιαν, αυτό του ήταν σχεδόν αδύνατον. Συνέχισε να ιππεύει για ολόκληρη την επόμενη ώρα, έφτασε στα όρια των εδαφών του, γύρισε το άλογό του κι άρχισε να επιστρέψει με πιο αργό ρυθμό στο σπίτι. Με τον καιρό, οι αναμνήσεις θα τον άφηναν. Τα καθημερινά προβλήματα με τους ενοικιαστές και τα χωράφια του, τα λογιστικά βιβλία των Τρεμέιν και οι επιχειρήσεις που είχε κληρονομήσει μαζί με τον τίτλο, θα τον κρατούσαν και πάλι απορροφημένο, και το παρελθόν θα επέστρεφε στη θέση του, σε κάποια γωνιά του μυαλού του. Όμως η 19η του Μαΐου απείχε σχεδόν μια βδομάδα. Μάζεψε το κουράγιο του και σπιρούνισε τον Ράτζα, που ξεκίνησε να καλπάζει προς το αρχαίο κάστρο που δέσποζε στο λόφο πλάι στο ποτάμι. *** Η Κόρι κοιτούσε απ’ το παράθυρο της άθλιας άμαξας που είχε νοικιάσει στο Χεν & Ρέιβεν. Στο βάθος, στο τέρμα ενός χαλικόστρωτου δρόμου, στην κορυφή του λόφου, δέσποζε το κάστρο Τρεμέιν, το οχυρό αλλοτινών, περασμένων εποχών. Πίσω απ’ τα χοντρά, πέτρινα τείχη του θα έβρισκε τον Γκρέισον Φόρσαϊθ, τον άνθρωπο που ήταν πιθανόν να είχε δολοφονήσει την αδελφή της. «Είσαι σίγουρη γι’ αυτό, Κόραλι;» Η Άλισον έσκυψε προς το μέρος της, με τις παλάμες της ενωμένες νευρικά πάνω στα γόνατά της. «Ξέρεις, είναι πιθανόν η θεία Άγκνες να έχει δίκιο. Ίσως να εκθέτουμε τον εαυτό μας σε θανάσιμο κίνδυνο». «Αλισον, μην το ξεχνάς: πρέπει να με λες Λέτι ή κυρία Μος. Και δεν έχουν κανέναν λόγο να μας πειράξουν. Θα πιστέψουν ότι είμαι μια φτωχή συγγενής. Κι αν συμβεί κάτι που θα μας δημιουργήσει έστω και την παραμικρή υπόνοια ότι ίσως κινδυνεύουμε, θα φύγουμε αμέσως». Η Άλισον έστρωσε την απλή, εμπριμέ βαμβακερή φούστα της,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

30

που ήταν ακόμα πιο φθαρμένη κι απ’ το γαλάζιο, κεντημένο με εκρού δαντέλα, φόρεμα της Κόρι. Παρ’ όλο που η δαντέλα είχε προσεκτικά μανταριστεί, ήταν φανερό ότι το φόρεμα είχε από καιρό φάει τα ψωμιά του. Η Κόρι έφτιαξε το ασορτί, γαλάζιο, κεντημένο με εκρού δαντέλα μπονέ της, αγνοώντας ένα λεκέ που ελάχιστα διακρινόταν στο κάτω μέρος του γείσου. Όπως και τα υπόλοιπα ρούχα στα μπαούλα τους, τα φθαρμένα φορέματα είχαν μεταποιηθεί ώστε να τους κάνουν. Η εμφάνισή της ήταν ακριβώς αυτή που θα περίμενε κανείς -αυτή μιας επαρχιώτισσας, μακρινής ξαδέλφης που είχε απεγνωσμένα ανάγκη τη βοήθεια του πλούσιου συγγενούς της. Με ένα τίναγμα που παραλίγο να τους έριχνε απ’ τα καθίσματά τους, η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο μεγάλο, πετρόχτιστο κάστρο Τρεμέιν. Αν και η τάφρος είχε γεμίσει με χώμα και είχε φυτευτεί με ασφοδέλους και στο αρχαίο κτίριο είχαν γίνει πολλές αλλαγές στα εκατοντάδες χρόνια που είχαν περάσει απ’ την ανέγερσή του, το κάστρο παρέμενε εντυπωσιακό με τις μεγάλες σκαλιστές πόρτες του και τις διώροφες πτέρυγες που είχαν προστεθεί στον ψηλό κυλινδρικό πύργο που κάποτε αποτελούσε το επίκεντρο της ζωής για τους ενοίκους του. Η οικογένεια Φόρσαϊθ διέθετε σεβαστή περιουσία -που είχε αυξηθεί μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του Γκρέισον Φόρσαϊθ. Ο αμαξάς βοήθησε την Κόραλι και την Άλισον να κατεβούν από τη νοικιασμένη άμαξα, κατέβασε τα μπαούλα τους κι ύστερα σκαρφάλωσε και πάλι στη θέση του. «Θέλετε να μείνω μέχρι να τακτοποιηθείτε, κυρία;» Η Κόρι κούνησε το κεφάλι. «Θα είμαστε μια χαρά. Βλέπεις, είμαι ξαδέλφη του λόρδου και ήρθα να τον επισκεφτώ», είπε. Ήθελε να φύγει η άμαξα, ώστε να μην μπορεί ο κόμης να τις διώξει. Μάζεψε το κουράγιο της, περίμενε για λίγο να ξεκινήσει ο αμαξάς και άκουσε το θόρυβο που έκαναν τα χαλινάρια καθώς η άμαξα ξεμάκραινε στον μακρύ χαλικόστρωτο δρόμο.


KAT MARTIN

31

Αγνοώντας το τρέμουλο στα γόνατά της, ανέβηκε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην περίτεχνα σκαλισμένη, ξύλινη πόρτα. Χτύπησε και ένας μπάτλερ, άψογα ντυμένος με μαύρο φράκο, μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο, άνοιξε τη βαριά πόρτα. «Μπορώ να σας βοηθήσω;» Η Κόρι χαμογέλασε. «Βρίσκομαι εδώ για να δω τον λόρδο Τρεμέιν. Μπορείτε να του πείτε ότι η κυρία Μος -η Λέτι Μος, σύζυγος του ξαδέλφου του, του Σάιρους- ήρθε να τον δει». Δεν ήταν σίγουρη ότι ο κόμης θα αναγνώριζε καν το όνομα του ξαδέλφου του, ευχόταν απλώς ότι κάτι θα του θύμιζε. «Φοβάμαι ότι ο λόρδος απουσιάζει αυτή τη στιγμή, όμως είναι εδώ ο αδελφός του, ο Τσαρλς. Θα τον ενημερώσω για την άφιξή σας. Ακολουθήστε με, αν έχετε την καλοσύνη». Ο γκριζομάλλης, υπερβολικά αδύνατος μπάτλερ οδήγησε την Κόρι και την Άλισον σε ένα καλόγουστα επιπλωμένο σαλόνι με νεοκλασικό στυλ, περίτεχνα σκαλισμένα, λευκά γύψινα στο ταβάνι, μαρμάρινο τζάκι και άνετους καναπέδες και πολυθρόνες, με ταπετσαρία σε τόνους του κεχριμπαριού που φώτιζαν βαθυκόκκινες πινελιές. Η Άλισον κάθισε σε μια από τις πολυθρόνες κι ένωσε νευρικά τις γαντοφορεμένες παλάμες της πάνω στα γόνατά της. Η Κόρι προσευχήθηκε σιωπηρά να μην κατέρρεε η ξαδέλφη της προτού παιχτεί έστω η πρώτη πράξη του δράματος. Κάθισε στον μπροκάρ καναπέ, φροντίζοντας να χαμογελάει, και περίμενε. Σηκώθηκε όταν ακούστηκε το θρόισμα βαριάς φούστας και γυναικεία βήματα να πλησιάζουν στο διάδρομο. Η Άλισον επίσης σηκώθηκε και η Κόρι είδε ότι έβαζε τα δυνατά της για να σταματήσει να τρέμει. Μια γυναίκα με καστανόξανθα μαλλιά, χτενισμένα στη μέση ώστε οι μπούκλες τους έπεφταν στους ώμους της, μπήκε στο σαλόνι. Είχε σκούρα, γαλανά μάτια και εντυπωσιακά όμορφο πρόσωπο. Κοίταξε τις δύο επισκέπτριες και, προσέχοντας ότι το φόρεμα της Κόρι ήταν απλό και ελαφρά φθαρμένο αλλά


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

32

καλύτερης ποιότητας από της Άλισον, έσμιξε τα φρύδια. «Η κυρία Μος, να υποθέσω;» «Ναι. Σύζυγος του Σάιρους Μος. Ο σύζυγός μου είναι ξάδελφος του λόρδου Τρεμέιν». «Κι αυτή είναι η καμαριέρα σας;» «Ναι... η δεσποινίς Χόλμπρουκ». Η Άλισον υποκλίθηκε, όμως η οικοδέσποινα την αγνόησε. «Βρίσκομαι εδώ για να μιλήσω στον κόμη για κάποιο σημαντικό θέμα», συνέχισε η Κόρι. «Ο λόρδος Τρεμέιν δεν έχει επιστρέψει από την πρωινή βόλτα του με το άλογο. Κι αφού ο σύζυγός μου είναι απασχολημένος, ίσως να μπορούσα να σας βοηθήσω εγώ. Είμαι η Ρεμπέκα Φόρσαϊθ. Αφού ο σύζυγός σας είναι ξάδελφος του κόμη, θα πρέπει να είναι και ξάδελφος του Τσαρλς». «Μα, ναι. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω, κυρία Φόρσαϊθ». Η Κόρι έριξε μια βιαστική ματιά στην Άλισον. «Ίσως η καμαριέρα μου να μπορούσε να περιμένει στην κουζίνα, ώστε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως». «Φυσικά». Η Ρεμπέκα κάλεσε τον μπάτλερ. «Κύριε Φλίτκροφτ, αν θέλετε, οδηγήστε τη δεσποινίδα Χόλμπρουκ στην κουζίνα να της προσφέρουν κάτι δροσιστικό. Και φέρτε για μας τσάι και κέικ». Η Κόρι συνέχιζε να χαμογελά. Ήλπιζε ότι θα μιλούσε με τον κόμη. Στο τέλος, ο λόρδος Τρεμέιν θα ήταν που θα αποφάσιζε αν θα της επιτρεπόταν ή όχι να μείνει. Όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει αυτή τη γυναίκα, που ήταν σύζυγος του υποτιθέμενου ξαδέλφου της, του Τσαρλς. Θα της έλεγε την ιστορία της και ήλπιζε ότι θα κέρδιζε τη συμπάθειά της. Η Άλισον της έριξε μια ανήσυχη ματιά και βγήκε απ’ το σαλόνι, ακολουθώντας τον μπάτλερ. Η Κόρι κάθισε ξανά στον καναπέ και η Ρεμπέκα κάθισε πλάι της. Η Ρεμπέκα χαμογέλασε. Ήταν απίστευτα όμορφη, το πολύ πέντε ή έξι χρόνια μεγαλύτερη από την Κόρι, με πλούσιο στήθος και εξαιρετικά λεπτή μέση. Φορούσε τυρκουάζ φόρεμα με φαρδιά φούστα, κεντημένη με τριαντάφυλλα.


KAT MARTIN

33

«Φοβάμαι ότι δε γνώρισα ποτέ τον εξάδελφο Σάιρους», είπε η Ρεμπέκα. «Όμως νομίζω ότι ο Τσαρλς γνώριζε κάπως τον πατέρα του. Πού είπατε ότι μένετε;» «Με τον Σάιρους μέναμε στην Υόρκη... αν και, δυστυχώς, λείπει περισσότερο από δύο χρόνια. Γι’ αυτό είμαι εδώ». «Φοβάμαι ότι δεν καταλαβαίνω». Η Κόρι σκέφτηκε τη Λόρελ, πράγμα που βοήθησε στο να κυλήσει ένα δάκρυ στο μάγουλό της. Έβγαλε ένα μαντίλι από την τσάντα της και σκούπισε τα μάτια της. «Ντρέπομαι τόσο». «Με την ησυχία σας», είπε η Ρεμπέκα ενθαρρυντικά. «Γνώρισα τον Σάιρους από κάποιους φίλους των γονιών μου και στην αρχή του γάμου μας ήμασταν ευτυχισμένοι. Ο Σάιρους, όντας είκοσι χρόνια μεγαλύτερος μου, με λάτρευε. Ίσως με αγαπούσε υπερβολικά, κι αυτό να ήταν το πρόβλημα. Βλέπετε, ο Σάιρους δεν είχε μεγάλη περιουσία -μόνο όσα κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του-, κι αυτή εξανεμίστηκε μετά το γάμο μας. Όμως ο Σάιρους ήταν αποφασισμένος να μου προσφέρει όσα θεωρούσε ότι μου άξιζαν». Το βλέμμα της Ρεμπέκα στάθηκε στο φθαρμένο φόρεμα της Κόρι. «Και πού είναι τώρα ο Σάιρους;» «Βλέπετε, αυτό είναι το θέμα. Ο Σάιρους ήθελε να μου προσφέρει ό,τι καλύτερο -και, υποθέτω, αυτός ήταν ο λόγος που τον έσπρωξε να φύγει απ’ την Αγγλία και να πάει στην Αμερική, ώστε να φτιάξει την περιουσία του. Ο Σάιρους είχε σχέδια, πολύ μεγάλα σχέδια, και στην Αμερική είχε φίλους που θεωρούσε πως θα τον βοηθούσαν». «Σαν να θυμάμαι ότι ο Τσαρλς ανέφερε κάποιον μακρινό ξάδελφο που έφυγε για την Αμερική, αναζητώντας την περιπέτεια». Η Κόρι ένευσε καταφατικά. «Ήταν ο Σάιρους. Σύμφωνα με τα γράμματά του, έφτασε καλά εκεί. Ύστερα τα γράμματά του σταμάτησαν. Έχω σχεδόν δυο χρόνια να μάθω νέα του συζύγου μου». «Λυπάμαι που το ακούω αυτό, κυρία Μος».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

34

«Και το χειρότερο είναι ότι χάνοντας τον Σάιρους, τα χρήματά μου τελείωσαν. Για να είμαι ειλικρινής, κυρία Φόρσαϊθ, βρίσκομαι σε απελπιστική κατάσταση. Ήρθα εδώ με σκοπό να ταπεινωθώ και να ικετεύσω τον κόμη να μου προσφέρει καταφύγιο. Αν αρνηθεί, δεν ξέρω τι θα κάνω». Η Κόρι σκούπισε ξανά τα μάτια με το μαντίλι της, έτοιμη να αναλυθεί σε λυγμούς αν θεωρούσε ότι αυτό θα βοηθούσε. Η Ρεμπέκα συνοφρυώθηκε. Πράγμα που δεν ήταν καλό σημάδι. «Δε ζητάτε να μείνετε εδώ, έτσι δεν είναι;» «Δηλαδή, εγώ...» Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν φωνές από την είσοδο. Η Κόρι αναγνώρισε τη μία, ανήκε στον μπάτλερ, όμως η δεύτερη ήταν πιο βαθιά, πιο επιβλητική. «Νομίζω ότι ο κόμης επέστρεψε», είπε η Ρεμπέκα και σηκώθηκε με χάρη από τον καναπέ. Ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα ενώ διέσχιζε το σαλόνι και, την επόμενη στιγμή, ο μπάτλερ άνοιγε την πόρτα. «Ο λόρδος επέστρεψε», είπε ο γκριζομάλλης άντρας. «Τον πληροφόρησα ότι έχει επισκέψεις». Η Κόρι ήταν ακόμα καθισμένη στον καναπέ. Και ευτυχώς. Ο άντρας που μπήκε στο σαλόνι δεν ήταν καθόλου ό,τι περίμενε. Αυτός ο άντρας, που τα μαύρα μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω, δε φορούσε φράκο και παντελόνι, αλλά μια λασπωμένη μαύρη κιλότα ιππασίας, μπότες ψηλές ως το γόνατο και λευκό πουκάμισο με φαρδιά μανίκια. Και με τα αινιγματικά, σκούρα καστανά του μάτια θύμιζε περισσότερο ληστή του δεκάτου ογδόου αιώνα παρά πλούσιο Άγγλο λόρδο. «Γκρέι! Ήλπιζα ότι θα επέστρεφες. Έχουμε επισκέψεις. Μόλις έφτασε η Λέτι Μος -η σύζυγος του ξαδέλφου σου, του Σάιρους». Τα διαπεραστικά μάτια του λόρδου καρφώθηκαν στην Κόρι, ακινητοποιώντας τη στον καναπέ. «Δεν ήξερα ότι είχα ξάδελφο Σάιρους».


KAT MARTIN

35

«Σίγουρα θα έχεις ακούσει τον Τσαρλς να τον αναφέρει. Είναι ο γιος του νεκρού τρίτου ξαδέλφου σας, του Σπένσερ Μος. Αν θυμάμαι καλά, ο Σπένσερ ζούσε κοντά στην Υόρκη, όπως και ο Σάιρους. Η κυρία Μος έκανε μεγάλο ταξίδι για να σε δει». Ο Τρεμέιν δε ζήτησε συγγνώμη για την εμφάνισή του, απλώς γύρισε προς την Κόρι και υποκλίθηκε ελαφρά. «Κυρία Μος. Καλώς ήλθατε στο κάστρο Τρεμέιν. Τώρα με συγχωρείτε, αλλά υπάρχουν αρκετά επείγοντα θέματα που θα πρέπει να...» «Λόρδε μου, θα ήθελα να σας μιλήσω». Η Κόρι σηκώθηκε από τον καναπέ. «Πρόκειται για ένα θέμα σημαντικό, κι έκανα μεγάλο ταξίδι». Ο Τρεμέιν έσμιξε τα φρύδια του. Ήταν φανερό ότι δεν ήταν συνηθισμένος να του μιλάει έτσι μια γυναίκα. Για μερικές στιγμές, απλώς την κοιτούσε, σαν να τη ζύγιζε. Στα χείλη του σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Υποθέτω ότι αφού, όπως λέτε, κάνατε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, μπορώ να σας διαθέσω λίγο χρόνο». Υπήρχε κάτι στο σκληρό χαμόγελο του κόμη που έκανε το στομάχι της Κόρι να δεθεί κόμπος. Ο Τρεμέιν στράφηκε στη νύφη του. «Μπέκι, αν θέλεις να μας αφήσεις...» Το χαμόγελο της Ρεμπέκα έσβησε. «Φυσικά», είπε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, χωρίς ωστόσο να δείχνει καθόλου ευχαριστημένη με αυτό. Στην Κόρι δόθηκε η εντύπωση πως η σκέψη ότι η φτωχή ξαδέλφη του κόμη ίσως να έμενε στο σπίτι, όσο μεγάλο κι αν ήταν αυτό, δεν είχε χαροποιήσει καθόλου τη νύφη του. Ο κόμης περίμενε μέχρι ο μπάτλερ να κλείσει την πόρτα του σαλονιού. «Θέλατε να μου μιλήσετε. Τι μπορώ να κάνω για σας, κυρία Μος;» Δεν της ζήτησε να καθίσει. Ήταν προφανές πως δεν περίμενε η συνάντησή τους να διαρκέσει πολύ. Η Κόρι συγκρότησε το θυμό της, που ακολουθήθηκε από ένα κύμα νευρικότητας. Ο κόμης ήταν ακόμα πιο όμορφος απ’ όσο τον περιέγραφαν οι φήμες. Ήταν πολύ ψηλός, με εξαιρετικά φαρδιούς ώμους,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

36

επίπεδη κοιλιά και μακριά, μυώδη πόδια που τόνιζε η εφαρμοστή, μαύρη κιλότα ιππασίας που φορούσε. Κοίταξε τα σκούρα καστανά, διαπεραστικά του μάτια και διαπίστωσε ότι της ήταν πολύ εύκολο να φανταστεί μια αθώα κοπέλα όπως η αδελφή της να υποκύπτει στην έντονη αρρενωπότητά του. «Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω...» Η Κόρι μάζεψε το κουράγιο της και ετοιμάστηκε να παίξει το ρόλο της. «Πείτε μου απλώς γιατί είστε εδώ, κυρία Μος». Πολύ καλά. Ας ξεχνούσε λοιπόν τη μακριά, σπαραξικάρδια παράσταση που σκόπευε να δώσει. «Λοιπόν, λόρδε μου, για να το πω ωμά, ο ξάδελφός σας ο Σάιρους -ο σύζυγός μου- με άφησε επί ξύλου κρεμάμενη και έφυγε για την Αμερική. Περίμενα σχεδόν δύο χρόνια την επιστροφή του κι ακόμα δεν έχω λάβει καθόλου νέα του. Δεν έχω οικογένεια, κανέναν να με βοηθήσει. Ξόδεψα το τελευταίο μου φαρδίνι για να έρθω στο κάστρο Τρεμέιν, λόρδε μου, κι έχω απεγνωσμένα ανάγκη τη βοήθειά σας». Τα σκούρα, καστανά μάτια του κόμη ταξίδεψαν πάνω της, πρόσεξαν τα απλά ρούχα της, το προσεκτικό τους μοντάρισμα, αξιολόγησαν το μπούστο της, που ήταν μάλλον πλούσιο για τις διαστάσεις της και έκανε αισθητή την παρουσία του, παρ’ όλο που το φόρεμά της ήταν κουμπωμένο ως το λαιμό. «Όπως είπα, δεν έχω ξανακούσει για κανέναν Σάιρους Μος. Δεν αμφιβάλλω ότι είναι κάποιος μακρινός συγγενής μας, αφού έτσι είπε η νύφη μου, όμως πώς ξέρω ότι είστε πράγματι η σύζυγός του; Για να είμαστε ακριβείς, πώς ξέρω ότι είναι έστω παντρεμένος;» Η Κόρι ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό. Σύμφωνα με τις πηγές της, ο Γκρέισον Φόρσαίθ ήταν εξαιρετικά έξυπνος άνθρωπος. Ήταν ταγματάρχης στο στρατό, ένας άνθρωπος που είχε ταξιδέψει σε μακρινές χώρες. Δε θα ήταν εύκολο να ξεγελαστεί. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε από μέσα δυο διπλωμένα χαρτιά. Το πλαστογραφημένο πιστοποιητικό γάμου δεν ήταν φτηνό


KAT MARTIN

37

-ούτε εύκολο να αποκτηθεί. Όμως ήταν δημοσιογράφος, και διέθετε πολύ καλές διασυνδέσεις. Πλησίασε τον κόμη και του έδωσε τα χαρτιά. Δεν της άρεσε καθόλου που αναγκάστηκε να γείρει πίσω το κεφάλι ώστε να τον κοιτάξει. «Το πρώτο έγγραφο είναι το πιστοποιητικό του γάμου μου με τον Σάιρους Μος, τρία χρόνια πριν, που καταχωρίσθηκε στα βιβλία της εκκλησίας. Το δεύτερο είναι ένα γράμμα του Σάιρους προς εμένα, τη σύζυγό του, που ταχυδρομήθηκε από τη Φιλαδέλφεια της Αμερικής». Αυτό το γράμμα το είχε ετοιμάσει μόνη της, γράφοντάς το με τραχύ, αντρικό γραφικό χαρακτήρα. Ο κόμης κοίταξε το γράμμα, διάβασε το σημείο στο οποίο ο Σάιρους της διακήρυττε την αγάπη του και της υποσχόταν να επιστρέψει. Ευτυχώς για την Κόρι, οι πηγές της τη διαβεβαίωναν ότι δεν είχε πατήσει ακόμα το πόδι του στις αγγλικές ακτές. «Ο Σάιρους είχε συναντηθεί με τον πατέρα σας αρκετές φορές», είπε, όταν ο κόμης διάβασε το γράμμα και το πιστοποιητικό και τα δίπλωσε ξανά. Η Κόρι ευχήθηκε οι πληροφορίες της να ήταν σωστές. «Νομίζω ότι ο σύζυγός μου είχε εξαιρετικά καλή γνώμη γι’ αυτόν. Κι αφού ο μακαρίτης ο κόμης δεν είναι πλέον μαζί μας, στρέφομαι σε σας για βοήθεια». Ο Τρεμέιν συνοφρυώθηκε στο άκουσμα της αναφοράς στον πατέρα του και η Κόρι αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα στη σχέση τους. Ο κόμης δεν έδειχνε καθόλου ευχαριστημένος καθώς της επέστρεφε τα χαρτιά, κι εκείνη κράτησε την ανάσα της. Τελικά, ο κόμης αναστέναξε. «Αν θέλετε να με ακολουθήσετε στο γραφείο... θα σας γράψω μια επιταγή και μπορείτε να φύγετε», είπε. Στράφηκε και άρχισε ν’ απομακρύνεται. Η Κόρι έδωσε αγώνα για να συγκρατήσει ένα κύμα πανικού. «Περιμένετε!» Ο λόρδος Τρεμέιν γύρισε. Το βλέμμα του καρφώθηκε στο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

38

πρόσωπό της κι εκείνη ένιωσε και πάλι εκείνο το παράξενο σφίξιμο στο στομάχι. «Είπα ότι θα σας δώσω χρήματα. Τι άλλο θέλετε;» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυά -πράγμα καθόλου δύσκολο, αφού το σχέδιό της βρισκόταν στα πρόθυρα της αποτυχίας. «Χρει...χρειάζομαι κάποιο μέρος να μείνω, λόρδε μου -αλλά μόνο για λίγο. Σε μερικές εβδομάδες, θα πάρω μια μικρή κληρονομιά. Βλέπετε, ο πατέρας μου είχε ορίσει ένα καταπίστευμα. Όταν θα γίνω είκοσι δύο ετών θ’ αρχίσω να παίρνω κάθε μήνα ένα ποσό που θα είναι αρκετό για να συντηρηθώ. Όχι πολλά, αλλά αρκετά ώστε να μπορώ να ζω απλά, μέχρι να επιστρέψει ο Σάιρους». Ο κόμης έσμιξε τα φρύδια του. «Ώστε οι γονείς σας είναι νεκροί; Δεν έχετε κανέναν άλλον να σας βοηθήσει;» «Όπως είπα, δεν έχω καθόλου συγγενείς. Αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους παντρεύτηκα τον Σάιρους. Αφού δεν είχα κανέναν να με φροντίσει, χρειαζόμουν την προστασία του. Δυστυχώς, η προστασία του δεν κράτησε πολύ». «Πόσον καιρό μείνατε με τον Σάιρους πριν φύγει;» «Λίγο περισσότερο από ένα χρόνο». Ο κόμης την κοίταξε για μερικές στιγμές που της φάνηκαν αιώνες. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα μάτια της βούρκωσαν, καθώς ετοιμαζόταν να αναλυθεί σε λυγμούς, που ήλπιζε ότι θα βοηθούσαν ώστε να πειστεί ο κόμης. Εκείνος σήκωσε το χέρι του για να την προλάβει. «Δεν υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Μπορείτε να μείνετε... τουλάχιστον μέχρι να σκεφτώ τι θα κάνω με σας». Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Χάρισε στον κόμη ένα θλιμμένο χαμόγελο, ενώ ένα κύμα ανακούφισης την κυρίευε. «Ευχαριστώ, λόρδε μου. Θα σας χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη».


KAT MARTIN

39

Ο κόμης απλώς ένευσε. «Θα μιλήσω στη Ρεμπέκα, θα της πω ότι θα φιλοξενήσουμε για λίγο την ξαδέλφη μας». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, λόρδε μου. Είμαι σίγουρη ότι η ευγνωμοσύνη του Σάιρους θα είναι ακόμα μεγαλύτερη απ’ τη δική μου». Ο Τρεμέιν αγνόησε το σχόλιο, γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Μόλις βγήκε απ’ το σαλόνι, η Κόρι κάθισε βαριά στον καναπέ -τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο. Τα είχε καταφέρει! Είχε καταφέρει, χάρη σε μια μικρή απάτη, να τρυπώσει στο κάστρο Τρεμέιν! Μόλις τακτοποιούνταν, μόλις η οικογένεια Φόρσαϊθ χαλάρωνε την επιφυλακή της και την εμπιστευόταν, θα ξεκινούσε την ερευνά της. Έσφιξε τα χείλη της. Μπορεί ο Γκρέι Φόρσαϊθ να ήταν ένας από τους πιο όμορφους άντρες που είχε δει ποτέ, όμως αυτό δε σήμαινε ότι δεν ήταν δολοφόνος. Κι αν ο κόμης του Τρεμέιν είχε σκοτώσει την αδελφή της και τον μικρό Τζόσουα, θα το πλήρωνε πολύ ακριβά. *** Ο Γκρέι διέσχισε τους διαδρόμους με διάθεση χειρότερη απ’ όταν είχε φύγει από το σπίτι. Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί, όμως, με κάποιον τρόπο, όταν η κυρία Μος με τα μανταρισμένα της ρούχα τον είχε κοιτάξει τόσο ικετευτικά στο σαλόνι του μ’ εκείνα τα λαμπερά, πράσινα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, εκείνος άφησε τις άμυνές του να χαλαρώσουν και επέτρεψε σε μια γυναίκα που δεν είχε ξαναδεί να εγκατασταθεί στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Είχε αντιληφθεί τους θεατρινισμούς της από την πρώτη στιγμή, τα ψεύτικα δάκρυά της, τον τρόπο που ένωνε τις παλάμες της, το ικετευτικό της βλέμμα και την τρεμάμενη φωνή της. Όμως στη διάρκεια της παράστασής της είχε προσέξει και κάτι ακόμα, που του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ίσως να ήταν απόγνωση, γιατί ήταν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

40

σίγουρο ότι υπήρχε κι αυτή, αλλά του είχε φανεί περισσότερο σαν αποφασιστικότητα. Ό,τι κι αν ήταν, του είχε κινήσει το ενδιαφέρον αρκετά ώστε να της επιτρέψει να μείνει. Κούνησε το κεφάλι του. Απ’ όσο ήξερε, η Λέτι Μος ήταν μια απατεώνισσα που βρισκόταν εκεί για να του αποσπάσει χρήματα, να τον ληστέψει ή κάτι χειρότερο. Έφερε στο μυαλό του τη μικροκαμωμένη κοπέλα με τις φλογερές πυρρόξανθες μπούκλες που ξέφευγαν από το λεκιασμένο γείσο του μπονέ της και σχεδόν χαμογέλασε. Είχε υπάρξει στρατιώτης, ένας άνθρωπος που διοικούσε μονάδες του αγγλικού στρατού. Αν η Λέτι Μος του δημιουργούσε προβλήματα, απλώς θα την πετούσε έξω, κι ας ήταν τόσο γοητευτική. Αυτή η σκέψη τον αναστάτωσε μ’ έναν τρόπο που δεν περίμενε. Μετά το θάνατο της Τζίλιαν, είχε κοιμηθεί με ελάχιστες γυναίκες. Ήξερε ότι ήταν η συνείδησή του που τον εμπόδιζε να απολαύσει περισσότερο τις ηδονές της σάρκας που τόσο του άρεσαν, οι ενοχές του επειδή εκείνος ήταν ζωντανός και η Τζίλιαν όχι. Οι ενοχές του επειδή δεν ήταν εκεί για να την προστατεύσει όταν τον είχε χρειαστεί. Σήκωσε το βλέμμα του και είδε τη Ρεμπέκα να διασχίζει προς το μέρος του το διάδρομο. «Ελπίζω να φέρθηκες σωστά», του είπε και χαμογέλασε. «Καταλαβαίνω ότι ήλπιζε πως θα την άφηνες να μείνει στο κάστρο, όμως...» «Θα μείνει». «Τι;!» «Δε θα είναι για πολύ. Σύντομα θα αποκτήσει ένα μηνιαίο επίδομα που θα της επιτρέπει να συντηρείται μέχρι να επιστρέψει ο σύζυγός της». «Μα... μα ούτε που την ξέρουμε. Πώς μπορείς να την αφήνεις έτσι απλά να μείνει εδώ;» Ο Γκρέι χάρισε στη νύφη του ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Πάντα με επικρίνεις για τους τρόπους μου. Δε θα ήταν εξαιρετική


KAT MARTIN

41

αγένεια αν πετούσα στο δρόμο ένα μέλος της οικογένειάς μας που χρειάζεται βοήθεια;» «Ναι, αλλά σκέφτηκα ότι θα της έδινες χρήματα, όχι ότι θα την καλούσες να εγκατασταθεί εδώ». Παρ’ όλο που η Ρεμπέκα ήταν ψηλή, ο Γκρέι κοίταξε πάνω από τον ώμο της προς την εντυπωσιακή, στριφογυριστή ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στους πάνω ορόφους. «Αυτό το σπίτι διαθέτει δύο ξεχωριστές πτέρυγες και εβδομήντα υπνοδωμάτια. Βάλ’ την κάπου όπου δε θα σε ενοχλεί». «Μα...» Ο Γκρέι άρχισε ν’ απομακρύνεται. «Δε θα κατέβω για το δείπνο. Φρόντισε να φάει κάτι η φιλοξενούμενή μας». Η Ρεμπέκα είχε αναλάβει τη διεύθυνση του σπιτιού -ένας ακόμα λόγος για τον οποίο ξαφνιαζόταν από τις πράξεις του Γκρέι. Από την άλλη, εκείνος ήταν ο κόμης, κάτι που η οικογένεια έμοιαζε ως επί το πλείστον να ξεχνάει. Ίσως ήταν καιρός να ξεκαθαρίσει αυτό το θέμα. Ο Γκρέι συνέχισε στο διάδρομο, αλλά ξαφνικά ήθελε απεγνωσμένα να ξαναβγεί στο φως του ήλιου, να βρεθεί μακριά απ’ τους χοντρούς πέτρινους τοίχους του σπιτιού. Αναρωτήθηκε ξανά γιατί είχε προσφέρει στη Λέτι Μος την προστασία του. Χωρίς αμφιβολία, αυτό οφειλόταν απλώς στο ότι βαριόταν. Ωστόσο...


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

42

Κεφάλαιο 5

«Δεν το πιστεύω ότι τα κατάφερες». Η Άλισον ήταν καθισμένη σ’ ένα σκαμπό μπροστά στην τουαλέτα του υπνοδωματίου που τους είχαν παραχωρήσει. Βρισκόταν στο άκρο της ανατολικής πτέρυγας του σπιτιού και ήταν ένα δωμάτιο που δεν είχε ανακαινιστεί όπως τα περισσότερα απ’ τα υπόλοιπα δωμάτια που η Κόρι είχε δει κατά μήκος του διαδρόμου. Το μεγάλο σκαλιστό κρεβάτι με τον ουρανό ήταν απομεινάρι κάποιου ξεχασμένου αιώνα και το περσικό χαλί φθαρμένο. Τα κρόσσια στις πράσινες βελούδινες κουρτίνες έλειπαν από αρκετά σημεία και οι κουρτίνες ήταν τόσο βαριές που δεν άφηναν το φως του ήλιου να μπει στο χώρο. Παρ’ όλα αυτά, το δωμάτιο θα τις εξυπηρετούσε μια χαρά, αφού, απομακρυσμένο όπως ήταν, θα τη διευκόλυνε να κυκλοφορεί στο σπίτι χωρίς να τη βλέπει κανείς. Κοίταξε γύρω της. Τα σεντόνια στο κρεβάτι ήταν καθαρά και, έπειτα από δική της παράκληση, το διπλανό δωμάτιο είχε ετοιμαστεί για την Άλισον που, όπως είχε εξηγήσει, εκτός από καμαριέρα της ήταν και συνοδός της. Για την Κόρι ήταν ένας θρίαμβος το ότι είχε καταφέρει να πραγματοποιήσει αυτό το στάδιο του σχεδίου της. «Δε νομίζω ότι η αγαπητή σου ξαδέλφη, η Ρεμπέκα, χαίρεται για την παρουσία ενός ακόμα μέλους της οικογένειας στο σπίτι», είπε η Άλισον καθώς έβγαζε ένα από τα μανταρισμένα φορέματα της Κόρι απ’ το μπαούλο και το κρεμούσε στην ντουλάπα από ροδόξυλο στη γωνία. «Προφανώς όχι». Όμως αυτό δεν είχε πραγματικά σημασία,


KAT MARTIN

43

σκέφτηκε η Κόρι. Ήταν εκεί και σκόπευε να μείνει μέχρι να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά της ή μέχρι να αναγκαστεί να φύγει. «Λοιπόν, τι κάνουμε τώρα;» Αυτό ήταν κάτι που η Κόρι είχε σκεφτεί πολύ. «Κατ’ αρχάς, αφού υποτίθεται ότι είσαι υπηρέτρια, ελπίζω ότι το ανώτερο προσωπικό με τον καιρό θα σε αποδεχτεί και ίσως καταφέρεις να κάνεις κάποιους να μιλήσουν για το σκάνδαλο στο Σέλκερκ Χολ. Λογικά, ο θάνατος της Λόρελ θα έχει γίνει γνωστός στην περιοχή, όσο κι αν ο πατέρας έβαλε τα δυνατά του για να παραμείνει κρυφή η ύπαρξη του παιδιού μετά τη σύνταξη του ιατρικού πιστοποιητικού. Πάντα υπάρχουν κουτσομπολιά σ’ ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Αν η Λόρελ είχε σχέση με τον κόμη, ίσως κάποιος από τους υπηρέτες να το ξέρει». «Πολύ καλή σκέψη αυτή, Κόρ... Λέτι, εννοώ». «Κι εγώ θα αναλάβω τους ενοίκους του σπιτιού. Ακόμα δεν έχω γνωρίσει τον Τσαρλς. Με κάλεσαν στο δείπνο, αλλά αρνήθηκα. Δεν ήθελα να φανώ υπερβολικά ανυπόμονη. Ήθελα και λίγο χρόνο για να συγκεντρωθώ, ίσως και να τριγυρίσω λίγο μέσα στο σπίτι. Στο μεταξύ, γιατί δεν κατεβαίνεις εσύ να φας κάτι; Θα σε δω πριν κοιμηθώ». Η Αλισον έφυγε και η Κόρι φόρεσε ένα άνετο μπλε εμπριμέ φόρεμα από μουσελίνα και, χωρίς το μπονέ της, διέσχισε το διάδρομο προς τη σκάλα στην άκρη της ανατολικής πτέρυγας. Το δείπνο θα είχε ήδη ξεκινήσει, πράγμα που σήμαινε ότι θα μπορούσε να κινηθεί χωρίς να γίνει αντιληπτή. Ωστόσο, δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση ότι είχε κάποιο απώτερο κίνητρο - πράγμα που, φυσικά, είχε. Με τα νεύρα τεντωμένα ακόμα μετά τη συνάντησή της με τον κόμη, αποφάσισε να βγει στον κήπο. Κατέβηκε μια στενή σκάλα στο τέρμα του διαδρόμου, άνοιξε μια πόρτα και τη χτύπησε το δροσερό νυχτερινό αεράκι. Ήταν ευχάριστα έξω από το σπίτι κι εκείνη, όπως διαπίστωσε προχωρώντας στη βεράντα, είχε απεγνωσμένα ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα που


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

44

θα τη βοηθούσε να ηρεμήσει. Το πρώτο που παρατήρησε ήταν το πόσο διαφορετικό ήταν το βράδυ στην εξοχή. Ο αέρας ήταν τόσο καθαρός, στο απαλό αεράκι που φυσούσε δεν υπήρχε ίχνος καπνού. Είχε τόσα χρόνια να βρεθεί στην εξοχή που, μέχρι εκείνο το βράδυ, αυτό δεν της είχε περάσει καν απ’ το μυαλό. Ακόμα και τα «εξοχικά» στα οποία κάποιες φορές την καλούσαν, βρίσκονταν στα προάστια του Λονδίνου. Στην εξοχή όμως τα αστέρια ήταν τόσο λαμπερά που μπορούσε να διακρίνει τους αστερισμούς, τα ονόματα των οποίων είχε μάθει στην Ακαδημία του Μπράιαρχιλ. Έβλεπε τον Ωρίωνα και τη Μεγάλη Άρκτο. Αναρωτήθηκε αν η Λόρελ κοιτούσε τ’ αστέρια με τον Γκρέισον Φόρσαϊθ. Αυτή η σκέψη τής χάλασε τη διάθεση. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια της βεράντας και ακολούθησε ένα από τα ελικοειδή μονοπάτια. Ο κήπος ήταν καταπράσινος και τα πυκνά φυλλώματα των φυτών ανέμιζαν πάνω από τα χαλικόστρωτα μονοπάτια που φωτίζονταν από αναμμένους πυρσούς. Δεν υπήρχαν λάμπες υγραερίου, όπως στον κήπο του πατέρα της στην πόλη, και της άρεσε ο τρόπος με τον οποίο οι φλόγες των πυρσών τρεμόπαιζαν κίτρινες και πορτοκαλιές ρίχνοντας σκιές που χόρευαν πάνω στα φυλλώματα. Περιπλανιόταν στα μονοπάτια προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να σχεδιάσει την επόμενη κίνησή της. Έστριβε στη γωνία ενός μονοπατιού όταν, ξαφνικά, έπεσε πάνω σε μια ψηλή σιλουέτα που στεκόταν στο σκοτάδι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβαλε τα δυνατά της να μην πέσει. Ένα δυνατό χέρι την έπιασε απ’ τη μέση και την κράτησε, προτού γελοιοποιηθεί πέφτοντας. «Ηρεμήστε». Το στομάχι της συσπάστηκε στο άκουσμα της βαθιάς αντρικής φωνής. Σήκωσε το βλέμμα της κι αντίκρισε ένα πλατύ στέρνο. Το σήκωσε ακόμα περισσότερο και είδε τα σκοτεινά,


KAT MARTIN

45

διαπεραστικά μάτια του κόμη. «Τι κάνετε εδώ έξω;» τη ρώτησε με τόνο ελαφρά επικριτικό. «Γιατί δεν είστε στο δείπνο;» «Εσείς γιατί δεν είστε;» αντέτεινε εκείνη. Συγκρατήθηκε. Δεν βρισκόταν ως δημοσιογράφος εκεί· υποδυόταν ένα ρόλο, κι αυτό καλά θα έκανε να το θυμόταν. «Θέλω να πω, δεν πεινούσα. Είχα ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα. Το ταξίδι με την άμαξα ήταν μεγάλο. Δε σκέφτηκα ότι θα σας πείραζε». Ο κόμης την κοίταξε για λίγο κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στο σιντριβάνι που βρισκόταν λίγο πιο πέρα. «Σας αρέσουν οι περίπατοι στην εξοχή;» Όχι ιδιαίτερα, σκέφτηκε η Κόρι. Της άρεσε να χορεύει σε πολυτελείς αίθουσες χορού, να πηγαίνει στην όπερα, στο θέατρο, σε ακριβά εστιατόρια. Ή, τουλάχιστον, αυτά ήταν τα πράγματα που απολάμβανε μέχρι εκείνο το βράδυ. «Είναι πολύ ευχάριστα εδώ έξω. Δε μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό πόσο καθαρός θα ήταν ο αέρας». Ο κόμης έσμιξε τα φρύδια του. «Μίλησα στον Τσαρλς. Μου είπε ότι, απ’ όσο θυμόταν, ο Σάιρους Μος ζούσε σ’ ένα αγρόκτημα». Ω, όχι. «Μα ναι... φυσικά... όμως εκεί... εκεί υπήρχαν ζώα, ξέρετε. Κι όλες αυτές οι αγελάδες, τα πρόβατα... η μυρωδιά τους δεν ήταν καθόλου ευχάριστη». Η Κόρι αναρωτήθηκε τι στο καλό την είχε πιάσει. Ακουγόταν σαν ανόητη. Από την άλλη πάλι, μάλλον ήταν καλύτερα έτσι. Όσο λιγότερο έξυπνη φαινόταν τόσο λιγότερο απειλητική θα έδειχνε. Ο Τρεμέιν συνοφρυώθηκε για μια στιγμή κι ύστερα στα χείλη του σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο -στα σαρκώδη, αισθησιακά του χείλη που η θέα τους έστελνε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. «Για κάποιο λόγο, μου είναι δύσκολο να σας φανταστώ να φροντίζετε ένα κοπάδι πρόβατα». Ό,τι πιο ειλικρινές θα μπορούσε να ειπωθεί ποτέ. Η Κόρι ευχήθηκε να είχε περισσότερες πληροφορίες για τον Σάιρους. Αλλά δυστυχώς δεν ήταν διαθέσιμες, ή τουλάχιστον όχι όσο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

46

σύντομα χρειαζόταν. «Η αλήθεια είναι ότι δεν ασχολιόμουν με τέτοια πράγματα. Ο Σάιρους ήταν υπερπροστατευτικός. Σχεδόν δε με άφηνε να βγαίνω απ’ το σπίτι». «Κατάλαβα. Πόσον καιρό είπατε ότι ήσασταν με τον Σάιρους;» Η Κόρι προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε πει νωρίτερα στον Τρεμέιν. Ω, της ήταν αδύνατον. «Κάτι λιγότερο από χρόνο». Για μια στιγμή ο Τρεμέιν την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό και η Κόρι φοβήθηκε ότι η απάντησή της ήταν λάθος. «Φαντάζομαι ότι θα σας λείπει», συνέχισε ήρεμα ο κόμης κι εκείνη χαλάρωσε ξανά και συνέχισε να υποδύεται το ρόλο της. «Μα ναι, φυσικά, είναι...» Η Κόρι σκόπευε να συνεχίσει το ψέμα, όμως αποφάσισε ότι θα ήταν πιο συνετό να μείνει όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια. Δύσκολα θα της έλειπε έναν άντρας που την είχε εγκαταλείψει στην τύχη της, όπως είχε κάνει ο Σάιρους! «Αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μου λείπει, όμως ο Σάιρους ήταν πολύ μεγαλύτερος μου και, με τον τρόπο που με εγκατέλειψε, μου είναι δύσκολο να νιώσω κάτι άλλο πέρα από θυμό γι’ αυτόν». «Κατανοώ τα συναισθήματά σας». Το διαπεραστικό βλέμμα του κόμη γλίστρησε στο λαιμό της και από κει στο μπούστο και τη μέση της. Ταξίδευε στο κορμί της αργά, κόβοντάς της την ανάσα. «Α... αλήθεια;» Ο κόμης στεκόταν τόσο κοντά της που ένιωθε τη θέρμη του κορμιού του, τη δύναμη και την αρρενωπότητά του. Φορούσε καθαρό, λευκό πουκάμισο και μαύρο εφαρμοστό παντελόνι, όπως πρόσταζε η μόδα, αλλά όχι σακάκι ούτε γιλέκο. Τα μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω, όπως και πριν. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ένας άντρας που αδιαφορούσε για τις συμβάσεις, κι αυτό, σε συνδυασμό με τις φήμες που είχε ακούσει, τον έκανε τρομερά ενδιαφέροντα. Δεν πίστευε ότι ο κόμης φορούσε κολόνια, κι ωστόσο στα ρουθούνια της έφτανε η διακριτική, ευχάριστη μυρωδιά του σανταλόξυλου. Αναρωτήθηκε για την πηγή της. Η μυρωδιά


KAT MARTIN

47

έμοιαζε να την τυλίγει. Αναστάτωνε τις αισθήσεις της και την έκανε να τρέμει. «Κρυώνετε. Ίσως θα πρέπει να επιστρέψετε στο σπίτι». Η Κόρι ξεροκατάπιε. «Ναι, νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα», είπε. Όμως δεν κρύωνε καθόλου. Στην πραγματικότητα, είχε κυριευτεί από έξαψη. Ο κόμης υποκλίθηκε ελαφρά. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του γυάλιζαν στο φως των πυρσών και η Κόρι ένιωσε μια φλόγα ν’ ανάβει χαμηλά στην κοιλιά της. «Καληνύχτα, κυρία Μος». Η Κόρι πισωπάτησε, σαν να ήθελε να προστατεύσει τον εαυτό της. «Καληνύχτα, λόρδε μου», είπε. Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε στο μονοπάτι. Ήταν συνηθισμένη να τραβά την προσοχή των αντρών. Στο κάτω κάτω, ήταν κόρη υποκόμη και, παρ’ όλο που δε μετρούσε τα λόγια της και ήταν κάπως ισχυρογνώμων, ήξερε πως όταν θα ήταν έτοιμη για γάμο δε θα της έλειπαν οι μνηστήρες. Απολάμβανε τη συντροφιά των αντρών και ποτέ στο παρελθόν δεν είχε φοβηθεί κάποιον άντρα, κι όμως, τώρα, καθώς έφευγε απ’ τον κήπο, χρειάστηκε να πιέσει τον εαυτό της για να μην τρέξει. *** Ο Γκρέι παρακολουθούσε τη μικροκαμωμένη κοπέλα με τις πυρρόξανθες μπούκλες ν’ απομακρύνεται βιαστικά στο μονοπάτι του κήπου. Στο φως των πυρσών, φάνταζε αξιολάτρευτη -η επιδερμίδα της ήταν λεία, αλαβάστρινη. Είχε λαμπερά πράσινα μάτια και σαρκώδη, αισθησιακά, κοραλλένια χείλη. Ήταν όμορφη γυναίκα, μικρόσωμη αλλά κομψή, το είδος της γυναίκας που έκανε έναν άντρα να σκέφτεται μεταξωτά σεντόνια κι ακόμα πιο απαλούς, μεταξένιους μηρούς, αν και υποπτευόταν ότι η ίδια δεν το γνώριζε αυτό. Ωστόσο, δεν ήταν σε καμία περίπτωση αυτή που ήθελε να τον κάνει να πιστέψει πως ήταν.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

48

Κάγχασε ειρωνικά. Του είχε πει ότι είχε ζήσει με τον ξάδελφό του για περισσότερο από έναν χρόνο κι ύστερα για λιγότερο. Ήταν φανερό ότι δεν είχε ζήσει ποτέ στην εξοχή, πόσο μάλλον σε αγρόκτημα. Αναρωτήθηκε ξανά ποια να ήταν. Τα τελευταία δύο χρόνια, μετά το θάνατο της Τζίλιαν, ήταν ανήσυχος μ’ έναν τρόπο που δεν ήταν ποτέ στο παρελθόν. Οι λιγοστές γυναίκες με τις οποίες είχε κοιμηθεί ελάχιστη ικανοποίηση του είχαν προσφέρει. Απλώς είχαν ανακουφίσει για λίγο τις σαρκικές του ανάγκες. Ένιωθε πως δεν είχε κανένα σκοπό, καμία κατεύθυνση. Όταν κληρονόμησε τον τίτλο, είχε να κάνει τόσα πολλά ώστε του έμενε ελάχιστος χρόνος να σκεφτεί. Στο τέλος κάθε μέρας ήταν εξαντλημένος. Ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να μάθει για να ανταποκριθεί στο ρόλο του κόμη και είχε απολαύσει την πρόκληση. Τότε απολάμβανε τη ζωή του -την εργένικη ζωή του. Εκείνη την εποχή είχε πολλές ερωμένες, και παρ’ όλο που τον κούραζαν γρήγορα, φρόντιζε πάντα να τις αποζημιώνει καλά όταν η σύντομη σχέση τους έφτανε στο τέλος της. Κι ύστερα του σύστησαν την Τζίλιαν. Ήταν νέα και όμορφη, αν και κάπως υπερβολικά ντροπαλή και πιο συγκρατημένη απ' όσο θα του άρεσε. Ήταν όμως καιρός να παντρευτεί, να κάνει το καθήκον του, να αποκτήσει διάδοχο, και η Τζίλιαν με την οικογένειά της φαίνονταν να ανυπομονούν γι’ αυτόν το γάμο. Δέκα μήνες αργότερα η σύζυγός του ήταν νεκρή, κι εκείνος είχε απομείνει και πάλι μόνος. Ο Γκρέι διέσχιζε σιωπηλός το διάδρομο της δυτικής πτέρυγας προς τα διαμερίσματά του. Μετά το θάνατο της Τζίλιαν γινόταν όλο και πιο ανήσυχος, τριγύριζε στο κτήμα ψάχνοντας κάτι, χωρίς να ξέρει τι και χωρίς να καταφέρνει να το ανακαλύψει. Η άφιξη αυτής της γυναίκας τού είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον για πρώτη φορά μετά από πολλές εβδομάδες. Η Λέτι Μος αποδεικνυόταν ένα μυστήριο που είχε σκοπό να διαλευκάνει. Έφτασε στα διαμερίσματά του, άνοιξε τη βαριά σκαλιστή πόρτα και μπήκε στα δωμάτια που ανήκαν στον πατέρα του. Το


KAT MARTIN

49

καθιστικό με τις χρυσαφιές βελούδινες κουρτίνες και τα έπιπλα από σκούρα βελανιδιά τού ξυπνούσαν δυσάρεστες αναμνήσεις και του χαλούσαν τη διάθεση. Προχώρησε, με τις σκέψεις του να επιστρέψουν στη Λέτι Μος και στα όσα πιθανόν να ανακάλυπτε για κείνη. «Καλησπέρα, σαχίμτο». Ο Σαμίρ Ραμαλού, ο υπηρέτης του, βγήκε από το μπάνιο που βρισκόταν πλάι στο υπνοδωμάτιο. Από την πόρτα πίσω του έβγαιναν ατμοί, απ’ τη μαρμάρινη μπανιέρα που περίμενε έτοιμη για το βραδινό του μπάνιο. «Καλησπέρα, Σαμίρ». Ο μικρόσωμος άντρας με τη μελαψή επιδερμίδα ήταν ο υπηρέτης του στην Ινδία, τα τρία χρόνια που είχε υπηρετήσει εκεί στο στρατό. Ο κάθε αξιωματικός διατηρούσε μια ακολουθία από υπηρέτες, απαραίτητους για να επιβιώσει στο ζεστό, άνυδρο, απαιτητικό κλίμα. Ο Σαμίρ, με τις άψογες υπηρεσίες του, είχε γίνει αναντικατάστατος. Είχε επίσης γίνει ο δάσκαλος του Γκρέι, μαθαίνοντάς του τα έθιμα και τις απαιτήσεις της εξωτικής χώρας. Επιπλέον, του είχε προσφέρει τις απαραίτητες πληροφορίες που θα του επέτρεπαν να εκτιμήσει μια χώρα τόσο διαφορετική απ’ τη δική του. Ο Σαμίρ ήταν κάτι περισσότερο από υπηρέτης, ήταν φίλος του -και ο πιο σοφός άνθρωπος που είχε γνωρίσει ποτέ. «Το μπάνιο σας είναι έτοιμο, αφέντη», είπε ο Σαμίρ και σήκωσε το βλέμμα. Τα μάτια του ήταν τόσο μαύρα που θύμιζαν απύθμενους λάκκους. Ο Γκρέι απλώς ένευσε και πέρασε πλάι του, κατευθυνόμενος προς το μαρμάρινο μπάνιο. «Το μυαλό σας ταξιδεύει», είπε ο Ινδός, που τον γνώριζε αρκετά καλά ώστε να αντιλαμβάνεται πως κάτι τον απασχολούσε. «Σκέφτεστε εκείνη τη γυναίκα. Την είδα το πρωί όταν έφτασε και την ξαναείδα απόψε. Είναι πολύ όμορφη». «Ναι, είναι». Η Λέτι Μος ήταν αξιολάτρευτη, σαν πορσελάνινη κούκλα με τέλειες αναλογίες. Και, πιθανότατα, εξίσου


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

50

ελαφρόμυαλη. Του είχε παρουσιαστεί σαν μια νέα γυναίκα που ο σύζυγός της την είχε εγκαταλείψει λίγο μετά το γάμο τους. Όμως εκείνος ήξερε τις γυναίκες και ήταν βέβαιος ότι μια κοπέλα τόσο ντροπαλή κι επιφυλακτική όσο η Λέτι Μος θα πρέπει να είχε γνωρίσει ελάχιστα το αντρικό άγγιγμα -και ίσως ποτέ την ολοκλήρωση. Αυτό έκανε την ιστορία της κάπως πειστική, αν και εκείνος πίστευε ότι υπήρχαν πολλά ακόμα που δεν του έλεγε. Η Λέτι Μος ήταν μια γυναίκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο Σαμίρ τον βοήθησε να γδυθεί κι ύστερα στάθηκε παράμερα καθώς εκείνος έμπαινε στο αχνιστό νερό και ακουμπούσε τους ώμους του στην πλάτη της μαρμάρινης μπανιέρας. «Λέγεται ότι αυτή η γυναίκα είναι ξαδέλφη σας». Ο Γκρέι κάγχασε σαρκαστικά. «Εξ αγχιστείας, και τόσο μακρινή που η συγγένειά μας δεν έχει καμία σημασία». «Δεν έχει σύζυγο;» «Είναι παντρεμένη. Ο άντρας της την εγκατέλειψε χωρίς χρήματα και πήγε να βρει την τύχη του». «Λ, τότε χρειάζεται έναν προστάτη -κι εσείς χρειάζεστε μια γυναίκα. Αγνοείτε τις επιθυμίες της σάρκας, όμως αυτές σας βασανίζουν σαν άγριο κτήνος. Ίσως μπορείτε να δώσετε σ’ αυτή τη γυναίκα ό,τι χρειάζεται κι εκείνη να κάνει το ίδιο για σας». «Είναι ελαφρόμυαλη», είπε ο Γκρέι, σε μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του ότι η πρόταση του Σαμίρ δεν ακουγόταν καθόλου ελκυστική. «Και δεν είναι αυτό που φαίνεται». «Λ, ένα αίνιγμα, την απάντηση του οποίου θα πρέπει να ανακαλύψετε. Αυτό είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα». «Ενδιαφέρουσα σίγουρα είναι. Δεν ξέρω γιατί βρίσκεται εδώ, όμως σκοπεύω να το μάθω». «Αυτό είναι καλό. Τότε θα μπορέσετε να επιτρέψετε στον εαυτό σας να την ικανοποιήσει και να ικανοποιηθείτε κι εσείς. Θα δω τι χρήσιμο μπορώ να μάθω». Ο Γκρέι δε μίλησε. Θα έπρεπε να προσέχει τη δήθεν ξαδέλφη


KAT MARTIN

51

του, να σιγουρευτεί ότι δε θα του δημιουργούσε προβλήματα. Ο Σαμίρ, από το βλέμμα του οποίου δεν ξέφευγε τίποτα, ίσως να βοηθούσε. Όποια κι αν ήταν η ιστορία της, δε θ’ αργούσε να τη μάθει. Και ίσως, όπως είχε προτείνει ο Σαμίρ, όταν μάθαινε την αλήθεια, να υπήρχαν κι άλλα, πιο προσωπικά πράγματα για τη Λέτι Μος που θα μπορούσε ν’ ανακαλύψει. *** Η καρδιά της Κόρι χτυπούσε σαν τρελή καθώς διέσχιζε το διάδρομο με κατεύθυνση το υπνοδωμάτιό της. Κι αυτή η αίσθηση δεν της άρεσε καθόλου. Φτάνοντας, άνοιξε την πόρτα και βρήκε την Άλισον να την περιμένει. «Σκέφτηκα πως ίσως χρειαζόσουν βοήθεια για να βγάλεις το φόρεμά σου», της είπε. «Σ’ ευχαριστώ, Άλι», είπε η Κόρι, αν και δε χαιρόταν καθόλου που είχε βρει την καστανομάλλα ξαδέλφη της εκεί, παρ’ όλο που σίγουρα θα χρειαζόταν βοήθεια με τα κουμπιά και τον κορσέ της. Όχι όταν στο μυαλό της γυρνούσαν ακόμα οι στιγμές που είχε περάσει με τον κόμη στον κήπο, στιγμές που τόσο την είχαν αναστατώσει. «Έμαθες τίποτα χρήσιμο;» ρώτησε η Αλισον, ενώ διέσχιζε το δωμάτιο. «Τι...; Ω, όχι, πήγα απλώς για έναν περίπατο στον κήπο». Η Κόραλι δεν είχε ανακαλύψει τίποτα, πέρα από το ότι ο Γκρέισον Φόρσαϊθ την αναστάτωνε με τον πιο ανησυχητικό τρόπο. Γύρισε την πλάτη της, ώστε η Άλισον να ξεκουμπώσει το φόρεμά της. «Ο κόμης ήταν εκεί. Δεν πήγε να δειπνήσει με τη Ρεμπέκα και τον αδελφό του». Η Άλισον σήκωσε το κεφάλι. «Του μίλησες στον κήπο;» «Μα ναι». «Είναι η δεύτερη συνάντησή σας. Πώς είναι;»


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

52

Η Κόρι δάγκωσε τα χείλη της. Πώς θα μπορούσε να περιγράφει τον κόμη; «Είναι... είναι ο πιο ασυνήθιστος άνθρωπος. Εκτός από εξαιρετικά όμορφος, διαθέτει κάτι που... δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Η παρουσία του είναι ιδιαίτερα έντονη και τον περιβάλλει ένας αέρας μυστηρίου». Η Άλισον τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμά της κι ύστερα το πέταξε στο κρεβάτι. «Πιστεύεις ότι μπορεί να έχει διαπράξει φόνο;» Ένα παγωμένο ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της Κόρι. «Δεν ξέρω. Όμως είναι μεγαλόσωμος και, προφανώς, αρκετά δυνατός για να κάνει κάτι τέτοιο αν το ήθελε. Είναι εκλεπτυσμένος και, σίγουρα, ο τύπος του άντρα που γοητεύει μια γυναίκα. Θα πρέπει να κάνω κι άλλες έρευνες γι’ αυτόν και, φυσικά, να βρούμε αποδείξεις ότι είχε σχέση με τη Λόρελ». Η Άλισον άρχισε να χαλαρώνει τα κορδόνια του κορσέ της και η Κόρι πήρε μια βαθιά, απολαυστική ανάσα. «Μόλις ήρθες», είπε η Άλισον. «Με τον καιρό, θα μάθεις την αλήθεια». «Πραγματικά, το ελπίζω». Χρόνος, σκέφτηκε η Κόρι, αυτό της χρειαζόταν. Θα έπρεπε να βρει τις απαντήσεις που ζητούσε, τόσο για τη Λόρελ όσο και για τον κόμη. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να περάσει περισσότερο χρόνο μαζί του. Αγνόησε την παράξενη έξαψη που την κυρίευσε. *** Το πρωί, ο άνεμος έξω απ’ το παράθυρο μαστίγωνε τα κλαδιά των δέντρων. Η Κόρι, που είχε ανάγκη από μερικές στιγμές για να βρει το κουράγιο της, στάθηκε έξω από την πόρτα της τραπεζαρίας του πρωινού όπου την είχε οδηγήσει ένας από τους υπηρέτες, ένας μικρόσωμος, πολύ αδύνατος άντρας με μελαψή επιδερμίδα. Μιλώντας με μια προφορά που δεν είχε ξανακούσει, της είχε πει


KAT MARTIN

53

ότι τον έλεγαν Σαμίρ. Όταν τον είχε ρωτήσει από πού ήταν, της είχε πει ότι καταγόταν απ’ την Ινδία, ότι η οικογένειά του είχε χαθεί και ότι είχε ακολουθήσει τον λόρδο Τρεμέιν στην Αγγλία. Ένας υπηρέτης από την Ινδία. Ο κόμης τής κινούσε όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν απ’ τους γνωστούς της που να του έμοιαζε έστω και λίγο. Μπήκε στην τραπεζαρία του πρωινού. Ήταν ένας χαρούμενος χώρος όπου κυριαρχούσαν το κίτρινο και το ροδακινί. Τα σερβίτσια στο τραπέζι ήταν από πορσελάνη με χρυσή μπορντούρα και τα μαχαιροπίρουνα ασημένια. Από τους σκεπασμένους, ασημένιους δίσκους στον περίτεχνο μπουφέ έφταναν στα ρουθούνια της υπέροχες μυρωδιές, που ενώνονταν με τα αρώματα του καφέ και του τσαγιού. «Καλημέρα, ξαδέλφη», της είπε ένας όμορφος, ξανθός άντρας που σηκώθηκε από τη θέση του. Ο Τσαρλς Φόρσαϊθ ήταν πιο κοντός από τον αδελφό του και ξανθός σαν τη σύζυγό του, σε αντίθεση με τον κόμη, που ήταν μελαχρινός. Ο Τρεμέιν τον μιμήθηκε και σηκώθηκε κι εκείνος, αλλά πιο αργά, με χαλαρές, ήρεμες κινήσεις που έμοιαζαν να τον χαρακτηρίζουν. «Είμαι ο ξάδελφός σας, ο Τσαρλς», συνέχισε ο ξανθός άντρας. «Έχετε ήδη γνωρίσει τον αδελφό μου, τον Γκρέι, και τη σύζυγό μου, τη Ρεμπέκα». «Ναι. Χαίρομαι που σας γνωρίζω, ξάδελφε Τσαρλς. Καλημέρα σε όλους». Η Κόρι δεν κοίταξε τον κόμη. Δεν της άρεσε το ότι κάθε φορά που το έκανε, ένιωθε αποπροσανατολισμένη. «Καθίστε μαζί μας», είπε ο Τσαρλς. «Θα πρέπει να πεινάτε. Χτες το βράδυ χάσατε το δείπνο». Η Κόρι κατάφερε να χαμογελάσει. «Ναι, διαπίστωσα ότι σήμερα το πρωί πεινάω σαν λύκος». Τόλμησε να κοιτάξει τον Τρεμέιν, για να δει τα μάτια του να σκοτεινιάζουν με τρόπο που δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει, κι ύστερα προχώρησε προς την καρέκλα που της τράβηξε ο Τσαρλς. «Τακτοποιείστε σιγά σιγά;» ρώτησε ο Τσαρλς. «Βρήκε η


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

54

καμαριέρα σας την κουζίνα μας; Γνωρίστηκε με το προσωπικό μας;» «Ναι. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας που με φιλοξενείτε». Ο Τσαρλς χαμογέλασε. Είχε πολύ λευκά δόντια, καστανά μάτια και, παρ’ όλο που δεν ήταν τόσο επιβλητικός όσο ο αδελφός του, ήταν ένας πολύ γοητευτικός άντρας. «Είμαι σίγουρος ότι η Μπέκι θα απολαύσει την ευκαιρία για λίγη γυναικεία συντροφιά», της είπε. Όταν όμως η Κόρι κοίταξε τη Ρεμπέκα, το σφιγμένο της χαμόγελο της έδωσε να καταλάβει ότι στην πραγματικότητα εκείνη ευχόταν να μην την είχε δει ποτέ να πατά το πόδι της στο κάστρο Τρεμέιν. Το πρωινό συνεχίστηκε με ευχάριστη συζήτηση. Ο Τσαρλς ήταν πολύ γοητευτικός, σε αντίθεση με τον μεγάλο του αδελφό. Ο κόμης μιλούσε ελάχιστα, όμως η Κόρι ένιωθε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της, κι αυτή η αίσθηση τη γέμιζε νευρικότητα. Ο κόμης είχε κάτι που... Κι ωστόσο, όσο περισσότερο χρόνο περνούσε μαζί του τόσο λιγότερο μπορούσε να φανταστεί την αδελφή της να απολαμβάνει τη συντροφιά του, πόσο μάλλον να τον ερωτεύεται. Η Λόρελ ήταν πάντα γλυκιά και τρομερά ντροπαλή. Ένας άντρας σαν τον Γκρέι Φόρσαϊθ θα την τρόμαζε, δε θα τη γοήτευε. Ίσως όμως να υπήρχε και κάποια άλλη πλευρά του κόμη, που εκείνη δεν είχε ακόμα δει. Ο κόμης είχε καθίσει στο τραπέζι νωρίτερα από την οικογένειά του και είχε τελειώσει σχεδόν το πρωινό του όταν ένας υπηρέτης τής γέμισε το πιάτο και το ακούμπησε στο τραπέζι. Προφανώς, ο κόμης ήταν άνθρωπος που σηκωνόταν νωρίς. Έφαγε τα αυγά του, της έριξε μια τελευταία ματιά και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι. Μόλις έφυγε απ’ την τραπεζαρία, η Κόρι ένιωσε την έντασή της να υποχωρεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα, άδειασε τα πνευμόνια της αργά, κοίταξε τον Τσαρλς και τη Ρεμπέκα και πήρε μέρος στη συζήτησή τους. «Φοβάμαι ότι έχω κάποια υποχρέωση σήμερα το απόγευμα»,


KAT MARTIN

55

είπε η Ρεμπέκα. «Ίσως αύριο να μας δοθεί η ευκαιρία να γνωριστούμε λιγάκι». «Ωραία θα ήταν», είπε η Κόρι, που δεν ανυπομονούσε καθόλου γι’ αυτό. Ωστόσο, αν γνώριζε καλύτερα τη Ρεμπέκα Φόρσαϊθ, ίσως να μάθαινε κάτι για τη Λόρελ και τον κόμη. Το πρωινό συνεχίστηκε χωρίς ούτε ο Τσαρλς ούτε η Ρεμπέκα να κάνουν κάποια αναφορά στον Σάιρους, τον εξαφανισμένο σύζυγό της, πράγμα που τη χαροποίησε τρομερά, αφού δε γνώριζε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Όταν τελείωσαν όλοι το πρωινό τους, ζήτησε συγγνώμη και επέστρεψε στο δωμάτιό της. Αφού η Ρεμπέκα είχε απορρίψει τη συντροφιά της, σκόπευε να εκμεταλλευθεί το χρόνο της και να κάνει μια βόλτα ως το χωριό. Δεν ήταν τόσο μακριά και ήταν έτοιμη να ξεκινήσει τις έρευνές της. Την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί το Κασλον Έιβον ήταν ακόμα κοριτσάκι. Κανείς δε θα την αναγνώριζε και ανυπομονούσε να διαπιστώσει τι θα μπορούσε ν’ ανακαλύψει. Φόρεσε ένα καθημερινό φόρεμα από ροδακινί μουσελίνα, πήρε το σάλι της, το ψάθινο μπονέ της και την τσάντα της και ξεκίνησε για το χωριό.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

56

Κεφάλαιο 6

Ο αέρας έκανε τα κρόσσια από το σάλι της να ανεμίζουν, όμως η φαρδιά φούστα και τα μεσοφόρια της κρατούσαν τα πόδια της ζεστά. Η Κόρι απολάμβανε τη βόλτα της περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Πρόσεχε πόσο πράσινα ήταν τα λιβάδια, πώς τα αγριολούλουδα έμοιαζαν να χορεύουν στο αεράκι. Σκίασε τα μάτια με τις παλάμες της ώστε να δει καλύτερα τα δέντρα στο βάθος του ορίζοντα και τότε τον είδε -έναν ψηλό άντρα καβάλα σ’ ένα μεγάλο, μαύρο άλογο. Είχε τον ήλιο πίσω του και φορούσε κιλότα ιππασίας και πουκάμισο με φαρδιά μανίκια, όπως και την προηγούμενη μέρα. Ο κόμης είχε και πάλι τα μαλλιά του πιασμένα πίσω και έμοιαζε εκτός τόπου και χρόνου, σαν να ζούσε σε μια εποχή εκατό χρόνια πριν. Όταν την είδε να προχωράει στο μονοπάτι, έστριψε το άλογό του και, με χαλαρό ρυθμό, κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Το όμορφο άλογο ανέβηκε χωρίς δυσκολία το ύψωμα στο οποίο βρισκόταν και ο κόμης το σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά της. «Κυρία Μος. Νόμιζα ότι θα περνούσατε το απόγευμα με τη Ρεμπέκα. Αλλά εσείς βγήκατε για περίπατο». Χαμογέλασε, όμως το χαμόγελό του δεν έμοιαζε ειλικρινές. «Δείχνετε να το απολαμβάνετε». «Ναι, το απολαμβάνω», είπε η Κόρι ντροπαλά, χαμηλόφωνα, και ίσιωσε τους ώμους της. «Η νύφη σας ήταν απασχολημένη και χάρηκα που μου δόθηκε η ευκαιρία για λίγη άσκηση. Φυσάει κάπως, όμως ο ήλιος είναι ζεστός, πράγμα που κάνει τη μέρα ιδανική για περίπατο στην εξοχή». Ο κόμης συνοφρυώθηκε. «Πού είναι η καμαριέρα σας;»


KAT MARTIN

57

ρώτησε και ο αποδοκιμαστικός του τόνος εκνεύρισε κάπως την Κόρι. «Το χωριό δεν είναι και τόσο μακριά και, σε περίπτωση που το ξεχώσατε, λόρδε μου, είμαι μια παντρεμένη γυναίκα». Ο Τρεμέιν μόλις που χαμογέλασε. «Δεν το ξέχασα, κυρία Μος. Ήταν πολλές οι φορές που σας σκέφτηκα έτσι ακριβώς, σαν μια παντρεμένη γυναίκα». Αυτό το είπε σαν να εννοούσε κάτι άλλο, όμως η Κόρι δεν μπορούσε να καταλάβει τι. «Φοβάμαι ότι θα ήταν καλύτερα να πηγαίνω», είπε. «Έχω κάποια ψώνια να κάνω και δε θα ήθελα να αργήσω να επιστρέψω». «Ίσως θα έπρεπε να σας συνοδεύσω -απλώς και μόνο για να είμαστε σίγουροι ότι δε θα σας ενοχλήσει κανείς». «Όχι! Θέλω να πω, ευχαριστώ. Θα είμαι μια χαρά μόνη μου. Καλό απόγευμα, λόρδε μου». Η Κόρι συνέχισε να προχωρά, προσπαθώντας να αγνοήσει το φτερούγισμα στην καρδιά της. Αδυνατούσε να καταλάβει γιατί ο κόμης την αναστάτωνε μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως δεν της άρεσε καθόλου. Και σίγουρα δεν ήθελε να τη συνοδεύσει. Είχε να κάνει κάποιες ερωτήσεις, κι αυτό θα ήταν δύσκολο με τον κόμη να την ακολουθεί. Καθώς συνέχιζε το δρόμο της, τόλμησε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο της, κι όταν τον είδε να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, ανάσανε με ανακούφιση. Έστρεψε τις σκέψεις της στις ερωτήσεις που σκόπευε να κάνει και τάχυνε το βήμα της προς το χωριό. *** Ο Γκρέι, μόλις η Λέτι Μος χάθηκε από το οπτικό του πεδίο, σταμάτησε τον Ράτζα και τον γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Φροντίζοντας να μένει όσο πιο πίσω μπορούσε ώστε να μη γίνει αντιληπτός, ακολούθησε τη Λέτι Μος ως το χωριό.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

58

Την είδε να μπαίνει σε ένα από τα καταστήματα που υπήρχαν στην πλατεία της αγοράς κι όσο ήταν στο μαγαζί, εκείνος πήγε το άλογό του στο στάβλο. «Δε θα αργήσω πολύ», είπε σε έναν απ’ τους σταβλίτες δίνοντάς του τα χαλινάρια του αλόγου κι ένα νόμισμα. «Να τον προσέχεις μέχρι να επιστρέψω». Γύρισε στη Χάι Στρητ, τον κεντρικό δρόμο του χωριού, και είδε τη Λέτι να βγαίνει από το μαγαζί και να μπαίνει στο διπλανό κατάστημα. Μόλις μπήκε, εκείνος πήγε στο παράθυρο. Είδε τη Λέτι στο εσωτερικό του μαγαζιού να κοιτάζει τόπια με υφάσματα. Τα δάχτυλά της άγγιζαν προσεκτικά το ζωηρόχρωμο μετάξι. Ύστερα πλησίασε την υπάλληλο. Ο Γκρέι έβλεπε τις δυο γυναίκες να μιλάνε, αλλά δεν άκουγε τι έλεγαν. Η Λέτι βγήκε από το μαγαζί και πήγε στο κρεοπωλείο, απ’ το οποίο βγήκε λίγο αργότερα μασουλώντας ένα κομμάτι ζαμπόν. Κατόπιν σταμάτησε στο πιλοποιείο. Δεν έδειχνε να αγοράζει πολλά, απλώς να ρίχνει μια ματιά, από την άλλη, όμως, αν η ιστορία της ήταν αληθινή, διέθετε ελάχιστα χρήματα. Δεν έδειχνε να είχε ύποπτες συναντήσεις, ραντεβού με κάποιον άντρα, ούτε να κάνει κάτι που θα τον έβαζε σε υποψίες. Σκέφτηκε να γυρίσει στο σπίτι και να την αφήσει ήσυχη, όμως κάτι τον συγκροτούσε. Έτσι περίμενε για δύο σχεδόν ώρες, όσο η Λέτι έμεινε στο χωριό, κι ύστερα πήρε τον Ράτζα και την ακολούθησε ως το σπίτι. Την παρακολουθούσε να προχωράει στο δρόμο που περνούσε ανάμεσα απ’ τα λιβάδια με τα ψηλά χόρτα. Οι γοφοί της λικνίζονταν σαν να ακολουθούσαν το ρυθμό κάποιας σιωπηρής μελωδίας. Ο πόθος του φούντωνε. Αδυνατούσε να πιστέψει ότι μια τέτοια αθώα, ασυνείδητη κίνηση θα μπορούσε να τον αναστατώνει έτσι. Σπιρούνισε το άλογό του θέλοντας να την προλάβει. Η Λέτι θα πρέπει να άκουσε τα ποδοβολητά γιατί γύρισε και το πόδι της πιάστηκε σε κάποιο αθέατο εμπόδιο στο γρασίδι. Από τα χείλη της ακούστηκε μια κραυγή κι έπεσε προς τα πίσω,


KAT MARTIN

59

πάνω από έναν μεγάλο βράχο. Η φούστα της ανέμισε ψηλά στον αέρα και το δαντελωτό της μεσοφόρι υψώθηκε μέχρι το πιγούνι της. Ο Γκρέι έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που το είχε κάνει αυτό. Σοβάρεψε, σταμάτησε τον Ράτζα και ξεπέζεψε. «Ελάτε, αφήστε με να σας βοηθήσω». Η Λέτι έσπρωξε το χέρι που της πρόσφερε, κατέβασε τη φούστα της και στηρίχτηκε στους αγκώνες της, με τα γόνατά της ακόμα λυγισμένα πάνω από το βράχο. «Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Εσείς ευθύνεστε που βρέθηκα σ’ αυτή την ταπεινωτική στάση». «Πώς γίνεται να ευθύνομαι εγώ που εσείς σκοντάψατε;» Ο Γκρέι άπλωσε το χέρι, την έπιασε απ’ τον καρπό και την τράβηξε κάπως άκομψα για να σηκωθεί. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει, του έριξε απλώς ένα βλέμμα που έλεγε ότι έτσι ήταν. Η κορδέλα του μπονέ της είχε ξεδεθεί και το καπέλο της είχε πέσει στο γρασίδι. Τα υπέροχα, πυρρόξανθα μαλλιά της είχαν λυθεί και έπεφταν στους ώμους της σαν φλογερός καταρράκτης. Ο Γκρέι χρειάστηκε να πιέσει τον εαυτό του για να συγκρατηθεί και να μη βυθίσει τα δάχτυλά του στις πυκνές μπούκλες της, να την τραβήξει προς το μέρος του και να τη φιλήσει. Ήταν τρελό. Γνώριζε ελάχιστα αυτή τη γυναίκα και σίγουρα δεν την εμπιστευόταν. Ίσως ο Σαμίρ να είχε δίκιο όταν έλεγε ότι είχε παραμελήσει υπερβολικά πολύ καιρό τον εαυτό του. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να επισκεφθεί την Μπέθανι Τσέιμπερς, τη σύζυγο του ηλικιωμένου κόμη του Ντεβάν, το εξοχικό του οποίου, το Πάρκσαϊντ, βρισκόταν μετά το επόμενο χωριό. Είχε ακούσει ότι η κόμισσα είχε επιστρέψει στο εξοχικό της για το καλοκαίρι. Αν και είχε αρκετούς μήνες να τη δει, ήταν μια γυναίκα με έντονα πάθη και ήξερε ότι θα τον καλωσόριζε στο κρεβάτι της. Η Λέτι βάλθηκε να ξεσκονίζει το φόρεμά της, τραβώντας την


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

60

προσοχή του στα στήθη της, που τέντωναν το μπούστο του φορέματος της. Προσπάθησε να μην αναρωτιέται αν τα στήθη της ήταν τόσο πλούσια και προκλητικά όσο έδειχναν ούτε πώς θα ήταν η αίσθησή τους. Η Λέτι δεν έκανε κανένα σχόλιο, απλώς γύρισε να συνεχίσει το δρόμο της και μόρφασε όταν λύγισε ο αστράγαλός της. Την έπιασε προτού πέσει. Τον κοίταξε με εκείνα τα καταπράσινα μάτια της που θύμιζαν σμαράγδια. «Νο...νομίζω ότι στραμπούλιζα τον αστράγαλό μου». «Καθίστε στο βράχο κι αφήστε με να ρίξω μια ματιά». Η Λέτι κάθισε προσεκτικά κι ο Γκρέι γονάτισε μπροστά της. Πήρε το πόδι της, της έβγαλε τη χαμηλοτάκουνη, δερμάτινη μπότα της και άρχισε να εξετάζει τον αστράγαλό της. «Τι... τι κάνετε;» «Ήμουν στο στρατό. Θέλω να βεβαιωθώ ότι δεν έχει σπάσει κάτι». Ο Γκρέι πρόσεξε ότι οι κάλτσες της είχαν τρύπες, αν και ήταν προσεκτικά μανταρισμένες. Ένα κομμάτι τουλάχιστον της ιστορίας της έμοιαζε να είναι πραγματικό. Σίγουρα είχε ανάγκη από χρήματα. «Απλώς το στραμπούλιζα», είπε η Κόρι και προσπάθησε να ελευθερώσει το χτυπημένο πόδι της απ’ τη λαβή του. «Είμαι σίγουρη ότι θα γίνει καλά». Ο Γκρέι δεν της άφησε το πόδι. «Μείνετε ακίνητη. Μην κάνετε το πράγμα πιο δύσκολο». Και όχι μόνο την εξέταση. Ο πόθος του φούντωνε όσο τα δάχτυλά του άγγιζαν το ντελικάτο πόδι της. Έσφιξε τα δόντια για να συγκρατήσει αυτό το ανεπιθύμητο κύμα πόθου και συνέχισε να ψηλαφεί το πόδι της ψάχνοντας για κάποιο τραύμα, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πώς θα ήταν αν τα δάχτυλά του ανέβαιναν ψηλότερα, πάνω απ’ τη μεταξωτή κάλτσα που κάλυπτε την καλλίγραμμη γάμπα της, ως το εσώρουχό της κι ύστερα άγγιζαν... Έσφιξε και πάλι τα δόντια του και τα έβαλε σιωπηρά με τον εαυτό του. Είχε ανάγκη από μια γυναίκα, επειγόντως και, όσο κι αν η Λέτι έβαζε φωτιά στο κορμί του, δεν μπορούσε να την έχει.


KAT MARTIN

61

Όχι ακόμα. Την ένιωσε να τρέμει και συνειδητοποίησε ότι κρατούσε ακόμα το ντελικάτο πέλμα της ανάμεσα στις παλάμες του. Καθάρισε το λαιμό του. «Δε νομίζω να έχει σπάσει κάτι». «Σας είπα, είμαι μια χαρά». Της φόρεσε και πάλι την μπότα της, της έδεσε τα κορδόνια και, προσεκτικά, τη βοήθησε να σηκωθεί απ’ το βράχο. Εκείνη έκανε ένα βήμα και παραλίγο να πέσει. «Ω, όχι». «Θα πρέπει να μην πιέζετε τον αστράγαλό σας. Θα χρειαστεί να γυρίσετε μαζί μου στο σπίτι», είπε ο Γκρέι. Και, χωρίς να της δώσει το χρόνο να διαμαρτυρηθεί, τη σήκωσε απλά στα μπράτσα του και την ανέβασε στη σέλα. Την έβαλε να καθίσει ιππαστί, έτσι που η φούστα της ανέβηκε στα γόνατά της. Ο Ράτζα τινάχτηκε όταν ανέβηκε κι εκείνος στη σέλα πίσω της, όμως η Λέτι δεν έδειχνε να φοβάται. Όχι το άλογο, τουλάχιστον. «Τι όμορφο ζώο», είπε, προσπαθώντας να διατηρεί την ισορροπία της χωρίς να τον αγγίζει. Εκείνος σχεδόν χαμογέλασε. Δεν επρόκειτο να συμβεί και, αφού δεν είχε άλλη επιλογή από το να την πάει ασφαλή στο σπίτι, θα μπορούσε να το διασκεδάσει. Πέρασε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και σπιρούνισε το άλογο για να προχωρήσει. Η Λέτι προσπάθησε να τραβηχτεί και λίγο έλειψε να πέσουν και οι δυο από τη σέλα. «Θα σας συμβούλευα να μείνετε ακίνητη, κυρία Μος, προτού βρεθούμε και οι δυο στο έδαφος». Εκείνη τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Τι κάνετε εδώ; Νόμιζα ότι είχατε επιστρέψει στο κάστρο». «Ευτυχώς για σας, δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να γυρίσω στο σπίτι». Η Λέτι γύρισε, έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και τον κοίταξε. «Δε με ακολουθούσατε;» «Γιατί να έκανα κάτι τέτοιο;» Η Λέτι δε μίλησε, όμως παρέμεινε επιφυλακτική. Συνέχισαν το δρόμο τους σιωπηλοί, μέχρι που το άλογο άρχισε να ανεβαίνει


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

62

μια ανηφόρα και η Λέτι γλίστρησε στη σέλα προς τα πίσω. Αρπάχτηκε απ’ την πυκνή χαίτη του αλόγου για να κρατηθεί, αλλά μάταια. Οι γλουτοί της βρέθηκαν ανάμεσα στους μηρούς του κόμη. Παρά το ύφασμα από τη φούστα και τα μεσοφόρια της, ο Γκρέι ένιωθε τη θέρμη του κορμιού της, τις καμπύλες των γλουτών της κι ο πόθος του φούντωσε στη σκέψη και μόνο του απαλού, γυναικείου κορμιού της κάτω από το φόρεμα. «Ελπίζω να μη σας κάνω να νιώθετε πολύ άβολα», είπε εκείνη. Άβολα; Ω, ο κάθε χτύπος της καρδιάς του ήταν ένα μαρτύριο. «Φοβάμαι ότι αυτός ο χαρακτηρισμός δεν αρκεί για να περιγράψει την κατάσταση». Η Λέτι άρχισε να κινείται ανήσυχα για να τραβηχτεί μακριά του, ερεθίζοντάς τον ακόμα περισσότερο. Ο Γκρέι συγκρότησε ένα βογκητό. «Μείνετε ακίνητη, που να πάρει. Μείνετε απλώς εκεί που είστε». Η Λέτι σήκωσε το κεφάλι. «Δε χρειάζεται να βρίζετε. Αν θυμάστε, το λάθος ήταν δικό σας». Ο Γκρέι θυμήθηκε ότι είχε κατηγορήσει εκείνον για τον στραμπουλιγμένο της αστράγαλο κι αυτή η σκέψη τον διασκέδασε. «Λυπάμαι, το ξέχασα». Δεν ξαναμίλησαν μέχρι που φάνηκε το κάστρο. Ο Γκρέι προχώρησε ως την είσοδο, όπου στεκόταν ένας σταβλίτης έτοιμος να πάρει τα χαλινάρια. Ξεπέζεψε, άπλωσε τα χέρια του να πιάσει τη Λέτι, ώστε να τη βοηθήσει να κατεβεί απ’ τη σέλα, και διαπίστωσε ότι η μέση της ήταν απίστευτα λεπτή. «Σας ευχαριστώ», είπε εκείνη χαμηλόφωνα. Ο Γκρέι πρόσεξε ότι η ανάσα της έβγαινε κάπως κοφτή και κατάλαβε ότι είχε δίκιο γι’ αυτήν. Η εμπειρία της με τους άντρες ήταν προφανώς περιορισμένη. Ο Σάιρους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος της. Ίσως η επιθυμία του για μια γυναίκα να είχε ατονήσει με τα χρόνια. Όπως είχε πει και ο Σαμίρ, ίσως οι επιθυμίες της Λέτι να έβγαιναν στην επιφάνεια. Και, αν συνέβαινε αυτό, εκείνος θα την εξυπηρετούσε ευχαρίστως. Ή, τουλάχιστον, θα το έκανε


KAT MARTIN

63

αφού βεβαιωνόταν ότι δεν αποτελούσε απειλή για εκείνον ή την οικογένειά του. Κοίταξε τις πυρρόξανθες μπούκλες της που έπεφταν στους ώμους της και έσφιξε τις γροθιές του για ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να τις αγγίξει. Μπορεί η Λέτι να μην ήταν ιδιαίτερα έξυπνη, όμως έκανε το αίμα στις φλέβες του να κοχλάζει, κι αν τύχαινε να βρεθεί στο κρεβάτι του, δε θα έχανε το χρόνο του με συζητήσεις. Η Λέτι τον κοίταξε όταν τη σήκωσε στα μπράτσα του για να την ανεβάσει στα σκαλοπάτια της εσόδου κι εκείνος ένιωσε ακόμα ένα κύμα πόθου να τον πλημμυρίζει. Ο Σαμίρ είχε δίκιο. Ήταν καιρός να κοιμηθεί με μια γυναίκα. Θα έγραφε στην Μπέθανι Τσέιμπερς. Ευχόταν μόνο να μην καθυστερούσε η απάντησή της. *** Η Κόραλι, φορώντας την καπιτονέ, σατέν ρόμπα της, ήταν καθισμένη στο κέντρο του μεγάλου κρεβατιού της με τον ουρανό. Τις τελευταίες μέρες πρόσεχε τον αστράγαλό της και το στραμπούληγμα έμοιαζε να έχει περάσει σχεδόν εντελώς. Ίσως να όφειλε ένα ευχαριστώ στον Γκρέι Φόρσαϊθ, όμως εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να τον σκέφτεται. Αντίθετα, έστρεψε την προσοχή της στις στοίβες από ροζ γράμματα που ήταν δεμένες με ροζ, σατέν κορδέλα και μύριζαν ακόμα το αγαπημένο άρωμα της Λόρελ. Είχε φέρει μαζί της τα γράμματα απ’ το Λονδίνο. Ήταν το μόνο που της είχε απομείνει απ’ την πολυαγαπημένη της αδελφή. Νιώθοντας ένα σφίξιμο στην καρδιά, άπλωσε το χέρι της να πάρει μια στοίβα. Τα γράμματα ήταν ταξινομημένα σύμφωνα με την ημερομηνία παραλαβής. Βρήκε τις δύο στοίβες με τα γράμματα που είχε λάβει τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες και έλυσε την πρώτη. Την προηγούμενη χρονιά η αδελφή της ζούσε στο Σέλκερκ. Τον Αύγουστο είχε πάει στο Ιστ Ντίραμ, στο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

64

Νόρφοκ, να μείνει με την Γκλάντις, τη μεγάλη αδελφή της Άγκνες. Στο διάστημα που βρισκόταν εκεί, τα γράμματά της περιορίστηκαν σε ένα το μήνα. Η Κόρι πλέον γνώριζε ότι η αδελφή της ήταν έγκυος κι ότι με κάθε μέρα που περνούσε η κοιλιά της φούσκωνε. Οι σκέψεις της για το παιδί θα πρέπει να απορροφούσαν όλο της το χρόνο κι ωστόσο φοβόταν να μιλήσει ακόμα και σε εκείνη για το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο. Τα μάτια της βούρκωσαν όταν ξαναδιάβασε ένα από τα γράμματα που είχε σταλεί στις 20 του Μαρτίου, όταν η Λόρελ ετοιμαζόταν να φύγει από το Σέλκερκ Χολ. Νιώθω νευρική και ανήσυχη. Είχα τόσα όνειρα για το μέλλον, που τώρα μοιάζουν να έχουν γκρεμιστεί, να έχουν σκοτεινιάσει από τον πόνο και την απόγνωση. Κι ωστόσο έχω γνωρίσει την αγάπη. Δεν μπορώ να σου περιγράφω αυτό το συναίσθημα. Η αγάπη κάνει τη θλίψη του χωρισμού ν ’ αξίζει τον κόπο. Η Κόρι θυμόταν να παίρνει αυτό το γράμμα. Είχε γράψει μια απάντηση, ρωτώντας την αδελφή της για τον άντρα που είχε ερωτευτεί. Τη ρωτούσε γιατί δεν μπορούσαν να παντρευτούν από τη στιγμή που αγαπούσαν ο ένας τον άλλον. Είχε επίσης ρωτήσει το όνομά του. Είχε περάσει ένας ολόκληρος μήνας μέχρι να φτάσει το επόμενο γράμμα της Λόρελ, μετά την άφιξή της στο Ιστ Ντίραμ. Είχε αγνοήσει τις ερωτήσεις της και της περιέγραφε τη ζωή στο αγρόκτημα της θείας της. Εκείνη είχε υποθέσει ότι τα συναισθήματα της αδελφής της είχαν ξεθωριάσει και ότι δεν ήταν πραγματικά ερωτευμένη. Η δική της ζωή ήταν τόσο γεμάτη που το θέμα δεν αναφέρθηκε ξανά. Αντίθετα, τα γράμματα της Λόρελ, αν και αραιά, γίνονταν όλο και πιο χαρούμενα. Στις 18 του Σεπτέμβρη είχε γράψει: Αν και είναι φθινόπωρο, σήμερα έχει λιακάδα. Οι ζεστές αχτίδες του ήλιου περνούν μέσα απ' τα κλαδιά των δέντρων έξω απ' το


KAT MARTIN

65

παράθυρό μου. Πορτοκαλιά και κίτρινα φύλλα έχουν αρχίσει να πέφτουν, ακούω τα κελαηδίσματα των πουλιών, το τραγούδι των γρύλλων στο ξερό, φθινοπωρινό χορτάρι. Για κάποιον λόγο, τον τελευταίο καιρό ο κόσμος φαντάζει πιο φωτεινός και κάθε μέρα ξυπνάω γεμάτη δέος για όλα τα θαύματα που δημιούργησε ο Θεός. Καθώς η Κόρι σκεφτόταν όσα είχαν συμβεί, θεώρησε πως ήταν ξεκάθαρο απ' τις διαφορές ανάμεσα στα πρώτα γράμματα και σε εκείνα που είχαν ακολουθήσει, ότι κάτι στη ζωή της Λόρελ είχε αλλάξει. Πλέον γνώριζε ότι η αδελφή της περίμενε παιδί και ήταν φανερό από τα γράμματά της πόσο ανυπομονούσε να γίνει μητέρα, με πόση ανυπομονησία περίμενε το μέλλον. Ένας κόμπος τής έκλεισε το λαιμό όταν σκέφτηκε πόσο σύντομο είχε αποδειχθεί αυτό το μέλλον. Ξαναδιάβασε όλα τα γράμματα, αλλά δε βρήκε κανένα στοιχείο που θα τη βοηθούσε να καταλάβει ποιον είχε αγαπήσει η Λόρελ. Ήταν άραγε ο Γκρέι Φόρσαϊθ αυτός ο άντρας; Όταν βρισκόταν μαζί του, δυσκολευόταν να το πιστέψει. Ήταν σαν ο κόμης να διέθετε κάποια μαγική δύναμη, κάποια μυστηριώδη ικανότητα στην οποία της ήταν σχεδόν αδύνατον ν’ αντισταθεί. Άραγε, έτσι είχε νιώσει και η Λόρελ; Έφερε στο μυαλό της το απόγευμα που είχε περάσει στο χωριό, δυο μέρες πριν. Όταν προσποιούνταν ότι ψώνιζε, είχε ξεκινήσει μια διακριτική έρευνα γύρω από το θάνατο της Λόρελ. Είχε αναφέρει δήθεν αδιάφορα τη νεαρή γυναίκα από το Σέλκερκ που είχε πνιγεί στο ποτάμι αρκετούς μήνες πριν και, όπως πάντα, οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να κουτσομπολέψουν. «Αυτοκτόνησε», είπε η σύζυγος του κρεοπώλη. «Λένε ότι κάποιος άντρας τής έκλεψε την αθωότητα και δεν άντεξε την ντροπή που προκάλεσε στην οικογένειά της». Η λιπόσαρκη γυναίκα κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι σωστό μια νέα κοπέλα να βρίσκει τόσο τραγικό τέλος». Στο πιλοποιείο, η ιστορία που άκουσε ήταν ίδια -αν και ήταν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

66

ξεκάθαρο ότι η προσπάθεια του πατέρα της να κρύψει το μυστικό του νόθου παιδιού της Λόρελ είχε αποτύχει. «Το σοκ θα πρέπει να ήταν τρομερό για τον λόρδο... να μάθει ότι η κόρη του δεν ήταν αγνή σαν το χιόνι όπως έδειχνε». Η παχουλή γυναίκα, χωρίς να σταματήσει να ασχολείται με το καπέλο που έφτιαχνε, έσκυψε πάνω από τον πάγκο. «Άκουσα ότι υπήρχε ένα μωρό», ψιθύρισε. «Που πνίγηκε μαζί της». Η Κόρι ένιωσε να την πνίγει ένα κύμα θλίψης, που ακολουθήθηκε από ένα ξέσπασμα οργής στη σκέψη ότι οι κάτοικοι του χωριού ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν τα χειρότερα για μια κοπέλα τόσο γλυκιά όσο η Λόρελ. Υπενθύμισε στον εαυτό της το λόγο της παρουσίας της εκεί και άνοιξε τα μάτια διάπλατα, προσποιούμενη ότι είχε σοκαριστεί τόσο που δεν πίστευε στ’ αυτιά της. «Τι φρικτό. Ξέρει κανείς τον πατέρα;» Η παχουλή γυναίκα έβαλε ένα φτερό στην μπλε, βελούδινη κορδέλα πάνω από το γείσο του καπέλου. «Άκουσα να λέγεται ότι ήταν ο γιος του εφημέριου, όμως οι περισσότεροι δεν το πιστεύουν. Λένε ότι ήταν κάποιος απ’ τους αριστοκράτες λόρδους που ζουν στο κάστρο». Το στομάχι της Κόρι δέθηκε κόμπος. «Ποιος;» Η πιλοποιός ανασήκωσε τους ώμους. «Κανείς δεν ξέρει στα σίγουρα. Εκείνος ο μελαχρινός μπορεί εύκολα να ξεμυαλίσει μια γυναίκα. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό». Καμία απολύτως, σκέφτηκε η Κόρι. «Υπάρχει κι ο παντρεμένος, όμως εκείνον τον παρακολουθεί στενά η σύζυγός του». Η πιλοποιός έστρωσε το φτερό και έλεγξε τη θέση του στην κορδέλα του γείσου. «Για τον άλλον, τον νεαρό λόρδο Τζέισον, λένε ότι έκλεψε την αρετή απ’ τις μισές καμαριέρες της κομητείας. Όπως είπα, κανείς δεν ξέρει με σιγουριά και, πιθανότατα, δε θα μάθει ποτέ». Όμως η Κόρι σκόπευε ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Ευχαρίστησε την πιλοποιό για τη συζήτησή τους και έφυγε απ’ το χωριό, πεισμένη ότι οι υποψίες της δεν ήταν αβάσιμες.


KAT MARTIN

67

Σύμφωνα με τα κουτσομπολιά του χωριού, το πιθανότερο ήταν ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ να ήταν κάποιος από τους άντρες του κάστρου. Θα έκανε μια έρευνα για το γιο του εφημέριου και τον Τόμας Μόρτον, έναν από τους τέσσερις γιους του γαιοκτήμονα Μόρτον, αφού η θεία της η Άγκνες τον είχε αναφέρει. Όμως ήταν η σύζυγος του Γκρέι Φόρσαϊθ που είχε πνιγεί στο ίδιο ποτάμι με τη Λόρελ και ο Γκρέι Φόρσαϊθ ήταν που παρέμενε στην κορυφή της λίστας της των υπόπτων. Κι όπως καθόταν εκεί, στο κέντρο του κρεβατιού, με τα γράμματα της αδελφής της σκορπισμένα γύρω της, θυμήθηκε την αίσθηση του μυώδους κορμιού του κόμη, τη δύναμη των μπράτσων του όταν επέστρεφε μαζί του στο κάστρο, καβάλα στο άλογό του. Δεν ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι είχε αποπλανήσει την ντροπαλή, αθώα αδελφή της. Κοίταξε το ρολόι στο περβάζι του τζακιού. Είχε αρχίσει να συγκεντρώνει τα πρώτα κομμάτια του παζλ. Μόλις θα έβρισκε την ευκαιρία, θα έριχνε μια ματιά στο σπίτι και θα έβλεπε τι άλλο θα ανακάλυπτε.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

68

Κεφάλαιο 7

Μετά από επιμονή του Τσαρλς, η Ρεμπέκα έκανε στην Κόρι μια σύντομη ξενάγηση στο σπίτι. Ήταν προφανές ότι αυτό ήταν το τελευταίο που θα ήθελε να κάνει, ωστόσο παρέμεινε ευγενική, όπως κι η Κόρι. Κάθε ευκαιρία να συγκεντρώσει πληροφορίες ήταν καλοδεχούμενη. «Το κάστρο χτίστηκε το 1233», της είπε η Ρεμπέκα, όταν βρέθηκαν στη μεγάλη αίθουσα που αποτελούσε το αρχικό κάστρο. Στον έναν τοίχο δέσποζε ένα μεγάλο τζάκι και βαριά, σκαλιστά δοκάρια στήριζαν τους πάνω ορόφους. Το μεσαιωνικό στυλ είχε διατηρηθεί στην πάροδο των χρόνων και, πλέον, ο χώρος χρησιμοποιούνταν σαν επίσημη τραπεζαρία. «Φυσικά, το σπίτι έχει ανακαινιστεί και έχει δεχτεί προσθήκες πολλές φορές. Η μητέρα του Γκρέι φρόντισε ιδιαίτερα να εκσυγχρονιστεί. Έχω κάνει κι εγώ κάποιες αλλαγές». Υπήρχε περηφάνια στη φωνή της Ρεμπέκα όταν μιλούσε για το κάστρο, που ήταν εξαίσιο, ένα επιβλητικό, μεσαιωνικό παλάτι με όλες τις σύγχρονες ανέσεις και την πιο κομψή επίπλωση. «Πόσο καιρό ζει εδώ η οικογένεια Φόρσαϊθ;» ρώτησε η Κόρι. «Το κάστρο ανήκει στην οικογένεια Φόρσαϊθ για περισσότερα από διακόσια χρόνια». «Άρα ο κόμης ζούσε εδώ όταν ήταν παιδί;» «Ναι». «Πώς ήταν η οικογένειά του; Θέλω να πω, ο Γκρέι και ο Τσαρλς είναι αδέλφια. Μεγάλωσαν σε ευτυχισμένο περιβάλλον;» Η Ρεμπέκα, για μερικές στιγμές, φάνηκε να μην ξέρει τι να πει. «Ήταν τρεις αδελφοί, όμως δεν είχαν καμία αδελφή. Ο Τζέιμς


KAT MARTIN

69

ήταν ο μεγαλύτερος, το καμάρι του πατέρα του. Ο Τσαρλς ήταν ο μικρότερος και αρκετά κακομαθημένος». «Και ο Γκρέι;» Η Ρεμπέκα κούνησε το κεφάλι κι οι χρυσαφένιες μπούκλες στους ώμους της ανέμισαν. Φορούσε ροζ και λευκό μεταξωτό φόρεμα. Η λευκή επιδερμίδα και τα λαμπερά, γαλανά μάτια της την έκαναν αξιολάτρευτη, μια πραγματική Αγγλίδα καλλονή. Κι ωστόσο η Κόρι διαισθανόταν ότι κατά βάθος ήταν σκληρή σαν ατσάλι. «Ο Γκρέι ήταν διαφορετικός», είπε η Ρεμπέκα. «Ήταν μελαχρινός, ενώ όλοι στην οικογένεια ήταν ξανθοί. Έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν και, συχνά, ήταν ξεροκέφαλος. Με τον πατέρα του... δεν τα πήγαιναν καλά». «Γι’ αυτό κατατάχτηκε στο στρατό;» Η Ρεμπέκα ανασήκωσε τους ώμους. «Ήταν ο δεύτερος γιος. Είναι κάτι που συμβαίνει συχνά». «Άκουσα ότι ήταν στην Ινδία». Η Ρεμπέκα ένευσε. Βγήκαν απ’ τη μεγάλη αίθουσα και βρέθηκαν σε έναν από τους αναρίθμητους διαδρόμους. «Έμεινε τρία χρόνια εκεί πριν αρρωστήσει ο Τζέιμς. Νομίζω ότι ο Γκρέι δεν ήθελε να επιστρέψει. Πάντα του άρεσε να ταξιδεύει. Όταν έγινε κόμης, αναγκάστηκε να σταματήσει και να αποδεχτεί τις ευθύνες του». Η Κόρι την ακολούθησε στο διάδρομο. Πέρασαν έξω από αρκετά, όμορφα επιπλωμένα σαλόνια. «Γι’ αυτό παντρεύτηκε;» «Υποθέτω πως ναι. Ήταν καθήκον του να αποκτήσει διάδοχο και ο Γκρέι δεν ήταν ο τύπος που θα αγνοούσε το καθήκον του. Η Τζίλιαν ήταν όμορφη, διέθετε χρήματα και κοινωνική θέση». Το ενδιαφέρον της Κόρι κεντρίστηκε. «Ήταν ερωτευμένη μαζί του;» «Νομίζω ότι κυρίως ήταν ερωτευμένη με την ιδέα ότι θα γινόταν κόμισσα. Η Τζίλιαν ήταν ακόμα παιδί, από πολλές απόψεις». Η Κόρι βρισκόταν εκεί για να πάρει απαντήσεις. Επέμεινε.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

70

«Λίγο πριν ο Σάιρους φύγει από τη χώρα, έλαβε ένα γράμμα από κάποιον απ’ τους φίλους του». Αυτό δεν ίσχυε, όμως ήταν ένας καλός τρόπος να προσεγγίσει το θέμα που ήθελε να συζητήσουν. «Στο γράμμα αναφερόταν ο θάνατος της κόμισσας». «Ναι. Υπήρξε κάποιο ατύχημα με μια βάρκα. Ο θάνατός της ήταν εξαιρετικά δύσκολος για τον Γκρέι». «Θα πρέπει να την αγαπούσε πολύ». Η Ρεμπέκα γύρισε και κοίταξε την Κόρι. «Δεν ξέρω αν ο Γκρέι είναι ικανός να αγαπήσει. Σίγουρα, πάντως, νοιαζόταν πολύ γι’ αυτήν. Κατηγορούσε τον εαυτό του γιατί δεν ήταν εκεί όταν συνέβη το ατύχημα, γιατί δεν μπόρεσε να τη σώσει». Άρα ο κόμης δεν ήταν εκεί όταν πέθανε η σύζυγός του. Ακόμα μια πληροφορία που έπρεπε να καταχωρισθεί. Αργότερα, θα είχε όλο το χρόνο να την εξετάσει. Συνέχισαν στο διάδρομο και βρέθηκαν στην πινακοθήκη, μια μακριά αίθουσα στην οποία τα πορτρέτα των αντρών της οικογένειας του κόμη γέμιζαν τους τοίχους, από το δάπεδο ως το ταβάνι. Οι περισσότεροι ήταν ξανθοί ή είχαν ανοιχτά, καστανά μαλλιά και δεν έμοιαζαν καθόλου με τον Γκρέι, τα μαλλιά του οποίου ήταν σκούρα, η επιδερμίδα του μελαψή, τα χαρακτηριστικά του αδρά και πιο αρρενωπά. «Η μητέρα του Γκρέι θα πρέπει να ήταν μελαχρινή». Η Ρεμπέκα ανασήκωσε τα ντελικάτα φρύδια της. «Η Κλαρίσα Φόρσαϊθ ήταν ξανθή, όπως ο Τσαρλς. Ισχυριζόταν ότι ο Γκρέι κληρονόμησε τα χρώματά του απ’ τις γυναίκες της πλευράς της μητέρας της». Ισχυριζόταν. Πολύ ενδιαφέρουσα επιλογή λέξης. Η Κόρι κοίταξε τα πορτρέτα στον τοίχο και δε βρήκε ούτε ένα που να θυμίζει έστω και λίγο τον Γκρέι. Ίσως να υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες για το αν ήταν πραγματικό παιδί του πατέρα του. Ίσως γι’ αυτό οι δυο τους να μην τα πήγαιναν καλά. Καταχώρισε κι αυτή την πληροφορία μαζί με τις υπόλοιπες που είχε συγκεντρώσει.


KAT MARTIN

71

Η Ρεμπέκα κοίταξε το ρολόι. «Ελπίζω να απόλαυσες την ξενάγηση. Ίσως κάποια άλλη φορά να σου δείξω περισσότερα απ’ το σπίτι. Προς το παρόν, θα πρέπει να με συγχωρήσεις. Υπάρχουν αρκετά επείγοντα θέματα που θα πρέπει να φροντίσω». «Φυσικά». Η Κόρι έκρυψε την ανακούφισή της. Παρ’ όλο που η Ρεμπέκα ήταν αναμφισβήτητα ευγενική, ήταν ξεκάθαρο ότι την αντιπαθούσε. Ίσως υποπτευόταν ότι η Λέτι Μος δεν ήταν αυτό που παρουσιαζόταν και, αν ίσχυε αυτό, η Κόρι δύσκολα θα μπορούσε να την κατηγορήσει. Ή ίσως η Ρεμπέκα δεν ήθελε να έχει ακόμα μια γυναίκα στο σπίτι της. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δεν επρόκειτο να γίνουν στενές φίλες και, λαμβάνοντας υπόψη το λόγο της παρουσίας της εκεί, ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Έχοντας μείνει μόνη, περιπλανήθηκε στο λαβύρινθο των διαδρόμων καταγράφοντας στη μνήμη της τις θέσεις των δωματίων. Προχωρούσε αργά από τον έναν διάδρομο στον επόμενο, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να βρει το δρόμο να γυρίσει. Καθώς περνούσε απ’ τη βιβλιοθήκη κοντοστάθηκε και, γοητευμένη απ’ τα γεμάτα βιβλία ράφια που ξεκινούσαν απ’ το δάπεδο κι έφταναν στο ταβάνι, μπήκε. Η επιβλητική αίθουσα ήταν εντυπωσιακή, κάθε ράφι των δρύινων βιβλιοθηκών ήταν γεμάτο δερματόδετα βιβλία κάθε σχήματος και μεγέθους. Η βιβλιοθήκη βρισκόταν σε ένα απ’ τα παλιότερα τμήματα του κάστρου. Οι τοίχοι της ήταν πέτρινοι και οι δρύινες, φαρδιές σανίδες του πατώματος ήταν σε κάποια σημεία φθαρμένες απ’ το χρόνο. Ωστόσο γυάλιζαν λουστραρισμένες, όπως και οι μπρούντζινες λάμπες στα τραπέζια. Όλα τα ράφια ήταν προσεκτικά ξεσκονισμένα, λες και τα βιβλία είχαν πολύ μεγάλη σημασία για τον κύριο του σπιτιού. Η Κόρι εκτιμούσε την αξία των βιβλίων. Το σπίτι της στο Λονδίνο ήταν γεμάτο απ’ αυτά· ακόμα και στο δωμάτιό της είχε μια βιβλιοθήκη γεμάτη με τα βιβλία που αγαπούσε. Έγραφε σε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

72

περιοδικό. Ήταν επομένως λογικό να είναι και παθιασμένη αναγνώστρια. Τριγύριζε στη βιβλιοθήκη, απολαμβάνοντας την άνετη αίσθηση του χώρου και τα γνώριμα βιβλία στα ράφια, τις μυρωδιές του παλιού, ποτισμένου από την υγρασία χαρτιού και του μελανιού. Στη Λόρελ άρεσαν επίσης τα βιβλία. Αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν το ενδιαφέρον που μοιραζόταν η αδελφή της με τον λόρδο Τρεμέιν. Αν ήταν έτσι, ίσως στη βιβλιοθήκη να υπήρχε κάποιο στοιχείο που να αποδείκνυε μια σχέση ανάμεσα στους δυο τους. Για λόγους που αρνιόταν να αναλύσει, αυτή η σκέψη τής γέννησε κάποια πικρία. Και το ίδιο, επίμονο συναίσθημα ότι η Λόρελ δε θα γοητευόταν ποτέ από έναν άντρα τρομακτικό όσο ο κόμης. Η Λόρελ ήταν απλώς υπερβολικά ευγενική, υπερβολικά καλή, ενώ ο κόμης ήταν ακριβώς το αντίθετο, ένας άντρας δυναμικός, με ένταση. Αναρωτήθηκε για τα παιδικά του χρόνια. Ήξερε ότι η μητέρα του είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν δέκα ετών, αφήνοντάς τον με έναν πατέρα ο οποίος -τι; Πίστευε ότι ο Γκρέι ήταν παιδί κάποιου άλλου; Άραγε συμπεριφερόταν άσχημα στον Γκρέι; Μήπως ο Γκρέι είχε καταταγεί στο στρατό για να ξεφύγει από έναν πατέρα που δεν τον αγαπούσε; Και η σύζυγός του; Η Ρεμπέκα είχε πει ότι ο Γκρέι ήταν ανίκανος να αγαπήσει, κι ωστόσο όλα έδειχναν ότι η Τζίλιαν δεν είχε διστάσει να τον παντρευτεί. Μήπως ο κόμης ήταν με κάποιον τρόπο υπεύθυνος για το θάνατό της; Μήπως αυτός ήταν ο λόγος για τις ενοχές του; Τριγύριζε ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης, κοιτάζοντας βιβλία εδώ κι εκεί, αναγνωρίζοντας αρκετά που είχε διαβάσει. Σε ένα τμήμα υπήρχαν έργα της κλασικής, ρωμαϊκής γραμματείας, ανάμεσά τους η Αινειάδα του Βιργιλίου, ένας τόμος με ποιήματα του Λουκρήτιου. Ο τίτλος του, Περί της Φύσεως των Πραγμάτων, ήταν τυπωμένος στα λατινικά στη


KAT MARTIN

73

ράχη του. Και τα δύο ήταν βιβλία που της άρεσαν. Πάντα της άρεσε το σχολείο, της άρεσε να μαθαίνει. Ο πατέρας της είχε αγνοήσει τις κοινωνικές συνήθειες και της είχε προσφέρει τους καλύτερους δασκάλους που υπήρχαν. Κοίταξε το επόμενο τμήμα, πήρε έναν τόμο και τον άνοιξε. Η Οδύσσεια του Ομήρου. Είχε διαβάσει αυτό το βιβλίο χρόνια πριν, επρόκειτο για μια επική περιπέτεια που είχε κάνει πιο έντονη την επιθυμία της να γράψει. Όπως και τότε, το κείμενο τη μάγεψε και έπιασε τον εαυτό της να διαβάζει ένα αγαπημένο της απόσπασμα. Ήταν τόσο απορροφημένη που δεν άκουσε τα βαριά βήματα του κόμη, τον ήχο των οποίων έπνιγε το παχύ, περσικό χαλί. «Βρήκατε κάτι ενδιαφέρον;» ρώτησε ο Γκρέι και της πήρε το βιβλίο απ’ το χέρι. Το γύρισε και διάβασε τα χρυσαφιά γράμματα στο δερματόδετο εξώφυλλό του. «Η Οδύσσεια;» Συνοφρυώθηκε. «Διαβάζετε ελληνικά;» Ω, όχι! «Εγώ απλώς... απλώς κοιτούσα τα γράμματα. Είναι τόσο διαφορετικά από τα αγγλικά». Ο Γκρέι γύρισε από την άλλη κι έβαλε το βιβλίο πίσω στη θέση του στο ράφι. «Βρίσκεστε στη βιβλιοθήκη, υποθέτω λοιπόν ότι σας αρέσει να διαβάζετε. Τι είδους βιβλία προτιμάτε;» Η Κόρι υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ήταν η Λέτι Μος, μια φτωχή συγγενής από την επαρχία. «Ε, για να είμαι ειλικρινής, δε διαβάζω τόσο πολύ. Κυρίως μου αρέσουν τα γυναικεία περιοδικά... ξέρετε, το Γκόντι’ς Λέιντι'ς Μπουκ και τα παρόμοια». Χάρισε στον Γκρέι ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. «Μια γυναίκα μπορεί να δει σ’ αυτά την τελευταία μόδα». Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη. Ένευσε, σαν να μην ξαφνιαζόταν καθόλου. Για κάποιο λόγο, η έκφρασή του εξόργισε την Κόρι περισσότερο απ’ οτιδήποτε θα μπορούσε να είχε πει. «Είμαι σίγουρος ότι η Ρεμπέκα θα έχει κάτι που θα σας αρέσει», της είπε ο Γκρέι. «Γιατί δεν τη ρωτάτε απόψε, στο δείπνο;» «Ναι... θα το κάνω. Ευχαριστώ για τη συμβουλή». Ο κόμης, ψηλός, μελαχρινός και επιβλητικός, στεκόταν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

74

ακίνητος περιμένοντας να τη δει να φεύγει. «Μου... μου αρέσει πού και πού να διαβάζω ποίηση», είπε εκείνη, ψάχνοντας μια δικαιολογία για να μείνει στη βιβλιοθήκη. «Ίσως να έβρισκα κάτι που θα με κρατούσε απασχολημένη μέχρι το βράδυ. Δε σας πειράζει να μείνω λίγο ακόμα, έτσι δεν είναι; Είναι πολύ ευχάριστος χώρος». Ο κόμης την κοίταξε εξεταστικά. «Δε με πειράζει. Κι εγώ περνάω πολύ από το χρόνο μου εδώ». Η Κόρι φόρεσε ένα γλυκό χαμόγελο και περίμενε να τον δει να φεύγει. Μόλις ο κόμης βγήκε απ’ τη βιβλιοθήκη, εκείνη στρώθηκε στη δουλειά. Δεν είχε άλλο χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε να δει τι υπήρχε στα συρτάρια του μεγάλου, δρύινου γραφείου της βιβλιοθήκης, να ψάξει το τραπέζι στη γωνία που προοριζόταν για γράψιμο. Μόλις θα της δινόταν η ευκαιρία, σκόπευε να επισκεφτεί το γραφείο του λόρδου Τρεμέιν, όμως αυτό θα ήταν επικίνδυνο και, σίγουρα, δε θα έπρεπε να γίνει με το φως της ημέρας. Πήγε βιαστικά στο γραφείο και άρχισε ν’ ανοίγει τα συρτάρια. Υπήρχαν κάθε είδους ποτισμένα από την υγρασία χαρτιά, μια πένα με σπασμένη μύτη και κάποια παλιά βιβλία απ’ τα οποία έλειπαν σελίδες. Αναρωτήθηκε γιατί ο κόμης δεν τα είχε πετάξει κι ύστερα σκέφτηκε πόσο δύσκολο ήταν στην ίδια να πετάξει κάποιο αγαπημένο της βιβλίο. Ίσως, όπως είχε σκεφτεί κι άλλη φορά, να υπήρχε κάποια πλευρά του κόμη που δεν είχε ακόμα ανακαλύψει. Από την άλλη, βέβαια, ίσως να ήταν ο Τσαρλς που είχε κρατήσει τα βιβλία. Έδειχνε πολύ πιο συναισθηματικός. Πήγε στο τραπέζι. Το μελάνι στο μελανοδοχείο είχε ξεραθεί και η πένα χρειαζόταν επίσης καινούρια μύτη. Είχε πολύ καιρό να γραφτεί κάτι σ’ εκείνο το τραπέζι και δεν μπορούσε να διακρίνει καμία σύνδεση με τη Λόρελ. Επέστρεψε στα ράφια με τα βιβλία. Η Λόρελ λάτρευε την ποίηση. Αν συναντούσε τον εραστή της στο κάστρο, ίσως να κάθονταν μαζί στη βιβλιοθήκη. Ή μήπως η σχέση τους


KAT MARTIN

75

περιοριζόταν στις σκοτεινές σκιές του δάσους ή κάποιου άλλου μέρους, κατάλληλου για εραστές; Υπήρχε ένα ψηλό ράφι γεμάτο βιβλία που έδειχναν ενδιαφέροντα. Δεν μπορούσε να το φτάσει, γι’ αυτό έσπρωξε σ’ αυτό μια σκάλα με ροδάκια και ανέβηκε, ώστε να διακρίνει καθαρά τους τίτλους των βιβλίων. Όμως δεν αναγνώριζε κανένα απ’ αυτά. Ο τίτλος ενός απ’ τα βιβλία ήταν Κάμα Σούτρα. Αναγνώρισε ένα έργο του Γάλλου συγγραφέα Βολταίρου, την τολμηρή, ερωτική νουβέλα Καντίντ για την οποία είχε ακούσει να ψιθυρίζουν, ένα βιβλίο που δε θα διάβαζε κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος. Δίπλα του πρόσεξε ένα άλλο βιβλίο, με τίτλο, Η Ερωτική Τέχνη και οι Νωπογραφίες της Πομπηίας. Το ενδιαφέρον της κεντρίστηκε. Λάτρευε να διαβάζει για ξένους τόπους. Ήλπιζε ότι κάποια μέρα θα κατάφερνε να ταξιδέψει και να γράψει ιστορίες για τα μέρη που θα επισκεπτόταν, για τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Το βιβλίο αναφερόταν σε μια αρχαία πόλη της Ιταλίας, όμως ο τίτλος του άφηνε να εννοηθεί ότι ήταν κάτι περισσότερο από ένα ταξιδιωτικό βιβλίο. Ανίκανη να αντισταθεί στον πειρασμό, το πήρε και το άνοιξε για να του ρίξει μια γρήγορη ματιά. Είδε ότι οι σελίδες του ήταν γεμάτες ζωγραφιές. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν αντίκρισε την πρώτη. Μια τοιχογραφία απ’ τα λουτρά της Στάμπια, έγραφε η λεζάντα. Απεικόνιζε μια γυναίκα με μεγάλα στήθη, πεσμένη στα τέσσερα. Πίσω της ήταν γονατισμένος ένας άντρας, ενώ η γυναίκα είχε ριγμένο πίσω το κεφάλι της μοιάζοντας να έχει μια έκφραση πόνου. Η Κόρι αδυνατούσε να φανταστεί τι ακριβώς μπορεί να έκανε ο άντρας, όμως η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά με τον πιο παράξενο τρόπο και μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε ανάμεσα στα στήθη της. Γύρισε βιαστικά τη σελίδα και είδε ακόμα μια νωπογραφία. Σ’ αυτήν ο Ερμής βάδιζε γυμνός με ένα τεράστιο, ορθωμένο μόριο ανάμεσα στα πόδια του. Είχε απομείνει να το κοιτάζει.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

76

«Βλέπω ότι τελικά κάτι βρήκατε». Ο κόμης στεκόταν στη βάση της σκάλας. Η Κόρι δεν μπόρεσε να συγκροτήσει μια κραυγή όταν τον είδε να την κοιτάζει. Έχασε την ισορροπία της κι έπεσε προς τα πίσω. Βρέθηκε κατευθείαν στην αγκαλιά του, ενώ το βιβλίο με τις ερωτικές εικόνες έπεσε κι αυτό με θόρυβο, ανοιχτό, στην αγκαλιά της. Ο κόμης κοίταξε τον Ερμή κι εκείνη έγινε κατακόκκινη. «Ενδιαφέρουσα επιλογή», τον άκουσε να λέει και ο τόνος της φωνής του της έδωσε να καταλάβει ότι το διασκέδαζε. «Αφήστε με!» Η Κόρι προσπαθούσε να ελευθερωθεί, να ανακτήσει έστω λίγη απ’ την αξιοπρέπειά της. Ένιωθε τα δυνατά μπράτσα του να την κρατάνε, τους γυμνασμένους μυς του εντυπωσιακού στέρνου του και το στομάχι της σφίχτηκε. Ο κόμης την άφησε να πατήσει στα πόδια της κι έπιασε το βιβλίο πριν πέσει στο πάτωμα. Το κράτησε ανοιχτό και κοίταξε τη νωπογραφία. «Εγκρίνω την επιλογή σας, κυρία Μος. Νομίζω ότι θα το βρείτε πολύ πιο ενδιαφέρον από την ποίηση, όσο κι αν εγώ απολαμβάνω ένα καλό ποίημα. Ωστόσο, ομολογώ ότι δε σας περίμενα τόσο περιπετειώδη». Η Κόρι έκλεισε τα μάτια. Είχε γίνει κατακόκκινη. «Εγώ... εγώ... έτυχε απλώς να το δω. Δε θα μπορούσα να φανταστώ το περιεχόμενό του». Ίσιωσε τους ώμους της. «Θα έπρεπε να ντρέπεστε, λόρδε μου, να έχετε τέτοια βιβλία στη βιβλιοθήκη σας, όπου μπορεί να τα βρει κάθε ανυποψίαστος». Ο Γκρέι έσμιξε τα φρύδια του. «Αυτός ο ανυποψίαστος θα έπρεπε να ανεβεί στην κορυφή μιας σκάλας για να τα φτάσει. Κι αυτό μόνο τυχαία δε θα μπορούσε να συμβεί, κυρία Μος». Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Αν θέλετε να δείτε και τις υπόλοιπες νωπογραφίες, δε θα το πω σε κανέναν». «Πώς τολμάτε!» Όσο προσβλητική κι αν ήταν η πρόταση του κόμη, στην πραγματικότητα η Κόρι θα ήθελε πολύ να δει και το υπόλοιπο βιβλίο. Αναρωτιόταν τι έκαναν εκείνος ο άντρας κι εκείνη η γυναίκα. Και τι άλλο θα μπορούσε να μάθει.


KAT MARTIN

77

«Ζητώ συγγνώμη», είπε ο Τρεμέιν με έναν τόνο κάπως ειρωνικό. «Απλώς σκέφτηκα πως ίσως να το βρίσκατε διδακτικό... αφού είστε μια παντρεμένη γυναίκα και γνωρίζετε ήδη τι συμβαίνει ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα». Η Κόρι κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Θυμήθηκε το βιβλίο που είχαν βρει με την Κρίστα στο υπόγειο των κοιτώνων της Ακαδημίας του Μπράιαρχιλ. Τότε είχαν κι οι δύο φρίξει στη σκέψη ότι ένας άντρας και μια γυναίκα θα έσμιγαν μ’ αυτόν τον τρόπο. Όμως η Κρίστα είχε πει ότι ο έρωτας ήταν υπέροχος και, λαμβάνοντας υπόψη τη δική της αντίδραση στον Γκρέι Φόρσαϊθ, τον τρόπο με τον οποίο κοκκίνιζε και τα έχανε κάθε φορά που την πλησίαζε, αναρωτήθηκε αν ήταν πράγματι έτσι. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, αυτά τα παράξενα συναισθήματα που της ξυπνούσε, ήταν τρομακτικά. Και επικίνδυνα. «Νομίζω ότι είναι ώρα να βάλουμε τέλος σ’ αυτή τη συζήτηση», είπε. «Είναι τουλάχιστον εξαιρετικά ανάρμοστο να μιλάμε για τέτοια θέματα. Με συγχωρείτε, λόρδε μου». Ο Τρεμέιν υποκλίθηκε με επισημότητα. «Φυσικά. Να έχετε ένα καλό απόγευμα, κυρία Μος». Ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσε ότι και πάλι το διασκέδαζε, όμως υπήρχε και κάτι ακόμα. Θα ήταν αδύνατον να μην προσέξει η Κόρι το φλογερό βλέμμα του και, για μερικές στιγμές, δεν μπορούσε να πάρει το δικό της από τα μάτια του. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και το στόμα της είχε στεγνώσει. Προσπάθησε να φανταστεί την αδελφή της με τον Γκρέι, όμως της ήταν αδύνατον. Στη Λόρελ θα ταίριαζε ένας τρυφερός εραστής, κάποιος που θα κατανοούσε την ντροπαλή φύση της, τις τρυφερές της ευαισθησίες. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον Γκρέι Φόρσαϊθ να δείχνει κατανόηση, σε οποιονδήποτε ρόλο. Σαν εραστής θα ήταν απαιτητικός, όχι τρυφερός. Δεν ήξερε πώς, όμως το ήξερε.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

78

Γύρισε από την άλλη, φροντίζοντας να έχει το βλέμμα καρφωμένο ευθεία μπροστά της, και βγήκε απ’ τη βιβλιοθήκη. Παρ’ όλο που δεν έβλεπε πλέον τον κόμη, ένιωθε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της, να τη διαπερνά. Τα κουτσομπολιά τον παρουσίαζαν σαν φιλήδονο, αριστοτέχνη του έρωτα. Απ’ τα βιβλία που είχε δει, ήταν προφανές ότι ο κόμης ήταν μελετητής του ερωτισμού. Θα πρέπει να γνώριζε τουλάχιστον μια ντουζίνα τρόπους ν’ αγγίξει μια γυναίκα, εκατό τρόπους να φουντώσει τις ασυγκράτητες αισθήσεις που συγκλόνιζαν το κορμί της κάθε φορά που την πλησίαζε. Είχε άραγε υποκύψει η αδελφή της σ’ αυτή την αύρα αρρενωπότητας που τον περιέβαλλε; Κάθε φορά που βρισκόταν μαζί του, αυτή η σκέψη φάνταζε όλο και πιο εξωφρενική. Κι ωστόσο η γυναίκα του ήταν νεκρή, όπως και η Λόρελ. Αυτή η σκέψη την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα κι έσβησε τη φλόγα που έκαιγε το κορμί της.


KAT MARTIN

79

Κεφάλαιο 8

Η Κρίστα καθόταν πλάι στον Λέιφ στο σαλόνι του σπιτιού που είχαν αγοράσει στο Μπέρκλι Σκουέαρ. Πάνω, ο πέντε μηνών γιος τους, ο Μπράντον Τόμας Ντρόγκαρ, υποκόμης του Μπάλφορ, επόμενος κόμης του Χάμπτον, κοιμόταν στο παιδικό δωμάτιο με την νταντά του να τον προσέχει. «Ελπίζω να κάνουμε το σωστό». «Απ’ τη στιγμή που έφυγε η Κόραλι, δεν έχεις σταματήσει να ανησυχείς γι’ αυτήν. Θα νιώσεις καλύτερα αν κάνεις κάτι». «Θα έπρεπε ήδη να είχα κάνει κάτι», είπε η Κρίστα. «Θα έπρεπε να την είχα εμποδίσει να φύγει». Ο Λέιφ κάγχασε ειρωνικά. Τα χρυσαφένια μαλλιά του έλαμπαν στο φως που έμπαινε στο σαλόνι και τα μάτια του είχαν το γαλανό χρώμα της θάλασσας. «Η φίλη σου σου μοιάζει πολύ, αγάπη μου. Όταν πάρει μια απόφαση, είναι πολύ δύσκολο να της αλλάξει κανείς γνώμη». Η Κρίστα αναστέναξε. Ο Λέιφ είχε δίκιο. Η Κόραλι ήταν εξίσου ξεροκέφαλη μ’ εκείνη. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους είχαν γίνει τόσο καλές φίλες. «Κατά τα φαινόμενα, η Άλισον κατάφερε να διατηρήσει επαφή με την Άγκνες Χάτφιλντ, τη θεία της Λόρελ», είπε η Κρίστα. «Γνωρίζουμε ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, η Κόραλι είναι ασφαλής, όμως παίρνει ένα τρομερό ρίσκο». Ο Λέιφ δε διαφώνησε. «Ίσως ο κύριος Πίτερσεν να μπορεί να βοηθήσει και πάλι». Ο Λέιφ είχε επιμείνει να προσλάβουν τον ιδιωτικό ερευνητή και τώρα η Κρίστα χαιρόταν γι’ αυτό. Ένας θόρυβος στην πόρτα τράβηξε την προσοχή της. «Ο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

80

καλεσμένος σας, ο κύριος Πίτερσεν, έφτασε», ανακοίνωσε ο μπάτλερ, ένας γκριζομάλλης άντρας με άψογες συστάσεις που είχε μπει στην υπηρεσία τους λίγο μετά το γάμο τους. «Στείλ’ τον μέσα, Σίμονς». Η Κρίστα και ο Λέιφ σηκώθηκαν να υποδεχτούν τον ερευνητή που είχαν σχεδόν ένα χρόνο να δουν. Ο Ντολφ Πίτερσεν είχε βοηθήσει την Κρίστα και τον πατέρα της να ανακαλύψουν την ταυτότητα του ανθρώπου που προσπαθούσε να καταστρέψει το περιοδικό -ενός κακούργου, ανελέητου και αποφασισμένου, πρόθυμου να κάνει τα πάντα, ακόμα και φόνο. Με τη βοήθεια του Ντολφ είχαν μπορέσει να τον σταματήσουν. Η Κρίστα ήλπιζε ότι θα μπορούσε να τους βοηθήσει και πάλι. Ο Πίτερσεν εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας, ψηλός και λεπτός. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν σκληρά, αλλά όμορφα. Ο Λέιφ ακούμπησε προστατευτικά την παλάμη του στη μέση της Κρίστα και στα χείλη του Ντολφ σχηματίστηκε ένα από τα σπάνια χαμόγελά του. «Κατά τα φαινόμενα, οι νεόνυμφοι είναι ακόμα ερωτευμένοι. Συγχαρητήρια για τον μικρό. Άκουσα ότι είναι αγόρι». «Ευχαριστούμε». Το πλατύ στέρνο του Λέιφ φούσκωσε από περηφάνια. Ήταν υπέροχος πατέρας, τρυφερός σύζυγος και φλογερός εραστής. Η Κρίστα ήξερε πόσο τυχερή ήταν. Πράγμα που την έκανε να σκεφτεί την Κόρι, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και το λόγο για τον οποίο ο Λέιφ είχε ζητήσει από τον Πίτερσεν να τους επισκεφτεί. «Γιατί δεν καθόμαστε;» πρότεινε και οδήγησε τον Πίτερσεν και το σύζυγό της στο σαλόνι. «Κύριε Πίτερσεν, θα θέλατε κάτι να πιείτε; Λίγο τσάι ή, ίσως, κάτι πιο δυνατό;» «Να με λέτε απλώς Ντολφ. Νομίζω ότι πλέον γνωριζόμαστε αρκετά καλά. Και είμαι μια χαρά». Η Κρίστα και ο Λέιφ κάθισαν στον καναπέ κι ο Πίτερσεν σε μία πολυθρόνα. «Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σας αυτή τη φορά;» Η Κρίστα κοίταξε τον Λέιφ, που της έκανε νόημα να ξεκινήσει. «Θυμάσαι τη δεσποινίδα Γουίτμορ;» ρώτησε. «Τη φίλη μου την


KAT MARTIN

81

Κόραλι;» «Φυσικά». «Λοιπόν, μπλέχτηκε σε μια πολύ επικίνδυνη υπόθεση και ελπίζουμε ότι θα μπορούσες να βοηθήσεις». Ο Πίτερσεν έγειρε μπροστά. «Συνέχισε». Η Κρίστα και ο Λέιφ, έχοντας εμπιστοσύνη στη διακριτικότητά του, αφιέρωσαν την επόμενη μίση ώρα εξηγώντας τις συνθήκες θανάτου της Λόρελ Γουίτμορ και του νόθου παιδιού της. Είπαν στον Πίτερσεν ότι οι Αρχές είχαν συμπεράνει ότι επρόκειτο γι’ αυτοκτονία, όμως η Κόρι αρνιόταν πεισματικά ότι η πολυαγαπημένη της αδελφή θα έκανε οτιδήποτε που θα έβλαπτε το παιδί της. «Πιστεύει ότι η αδελφή της δολοφονήθηκε», είπε ο Λέιφ. «Είναι πεπεισμένη ότι τη σκότωσε ο κόμης του Τρεμέιν». «Ο Γκρέισον Φόρσαϊθ;» ρώτησε έκπληκτος ο Πίτερσεν. Ο Λέιφ κάθισε πιο στητός, τονίζοντας το εντυπωσιακό του ύψος. «Τον γνωρίζεις;» «Ναι. Αν εξαιρέσουμε τη φήμη του με τις γυναίκες, ο Γκρέι Φόρσαϊθ είναι εξαιρετικά έντιμος άνθρωπος. Υπηρέτησε στο στρατό στην Ινδία και παρασημοφορήθηκε αρκετές φορές προτού επιστρέψει στην πατρίδα. Γιατί πιστεύει η δεσποινίδα Γουίτμορ ότι ο κόμης θα δολοφονούσε την αδελφή της;» «Κατ’ αρχάς, η ιδιοκτησία του κόμη, το κάστρο Τρεμέιν, συνορεύει με το Σέλκερκ Χολ. Και τόσο η Λόρελ όσο και η σύζυγός του πνίγηκαν στον ποταμό Έιβον». Η Κρίστα συνέχισε λέγοντας ότι ο θάνατος της Τζίλιαν Φόρσαϊθ είχε ως αποτέλεσμα ο Γκρέι να βρεθεί με ένα μεγάλο ποσό και να έχει και πάλι την ευκαιρία να ξαναρχίσει τις ερωτικές του περιπέτειες. Είπε στον Ντολφ ότι η Κόρι γνώριζε τη φήμη του με τις γυναίκες και πίστευε ότι θα πρέπει να είχε αποπλανήσει την αδελφή της, να την είχε αφήσει έγκυο κι ύστερα να την είχε σκοτώσει, ώστε να μην ξεσπάσει σκάνδαλο. «Ενδιαφέρον. Δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα για τις συνθήκες του θανάτου της συζύγου του Τρεμέιν. Η οικογένεια


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

82

κατάφερε να αντιμετωπισθεί το θέμα πολύ διακριτικά». «Η Κόραλι κατάφερε να τρυπώσει στο κάστρο Τρεμέιν παριστάνοντας κάποια χαμένη, μακρινή ξαδέλφη. Γι’ αυτό εγώ κι ο Λέιφ ανησυχούμε τόσο γι’ αυτήν». «Αν ο κόμης είναι δολοφόνος, η Κόραλι διατρέχει μεγάλο κίνδυνο», πρόσθεσε ο Λέιφ. «Η λαίδη έχει κότσια, αυτό της το αναγνωρίζω», μούγκρισε ο Πίτερσεν. «Θα ψάξω το θέμα και θα δω τι θα ανακαλύψω. Θα προσπαθήσω επίσης να μάθω αν ο Τρεμέιν διατηρούσε σχέση με τη Λόρελ Γουίτμορ». «Αν όχι, μάθε με ποιον είχε σχέση η Λόρελ», είπε ο Λέιφ. Ο Πίτερσεν ένευσε. «Θα βάλω τα δυνατά μου», είπε. Σηκώθηκε και η Κρίστα με τον Λέιφ τον μιμήθηκαν. «Θα σας ενημερώσω αμέσως μόλις μάθω κάτι». Η Κρίστα χαμογέλασε με ανακούφιση. «Ευχαριστώ, Ντολφ». Της χαμογέλασε κι εκείνος. «Όπως είπα, θα επικοινωνήσουμε». Η Κρίστα και ο Λέιφ τον συνοδέυσαν ως την πόρτα κι ύστερα επέστρεψαν στο σαλόνι. «Χαίρομαι τόσο που σκέφτηκες να τον προσλάβεις», είπε η Κόρι. «Ο Πίτερσεν είναι καλός άνθρωπος. Θα βάλει τα δυνατά του να μάθει για τον κόμη». Η Κρίστα το ήξερε. Έλπιζε απλώς όσα θα ανακάλυπτε ο Ντολφ να μην ήταν επιπλέον άσχημα νέα για την Κόραλι. *** Η Κόρι, μετά το δείπνο, καθόταν στο υπνοδωμάτιό της. Η ατμόσφαιρα στο τραπέζι ήταν πολύ άβολη. Από την πρώτη στιγμή της άφιξής της είχε διαισθανθεί μια ένταση ανάμεσα στον Τσαρλς και τη σύζυγό του που έμοιαζε να μεγαλώνει κάθε φορά που βρίσκονταν για αρκετή ώρα μαζί. Ο Γκρέι σπάνια εμφανιζόταν στο δείπνο. Μια ώρα πριν τον είχε δει να φεύγει με το άλογό του απ’ τους στάβλους, κατευθυνόμενος προς το


KAT MARTIN

83

χωριό. Με δεδομένη τη φήμη του στις γυναίκες και τα ερωτικά βιβλία που είχε βρει στη βιβλιοθήκη του, σκέφτηκε ότι μάλλον είχε πάει να βρει γυναικεία συντροφιά, μια σκέψη που έβρισκε παράξενα ενοχλητική. Ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα, που ένωνε το δωμάτιό της με το μικρότερο δωμάτιο της Άλισον, την έβγαλε απ’ τις σκέψεις της. Ανακουφισμένη που η φίλη της είχε επιστρέφει στο δωμάτιό, της, έσπευσε ν’ ανοίξει. «Ανησυχούσα για σένα», είπε. «Πού στο καλό ήσουν;» «Μιλούσα με τη Χίλντα Πρίτσαρντ, μια από τις υπηρέτριες της κουζίνας. Είναι φοβερή κουτσομπόλα -πράγμα για το οποίο νιώθω τρομερή ευγνωμοσύνη». Η Άλισον κάθισε βαριά στον πάγκο που βρισκόταν στο κάτω μέρος του μεγάλου κρεβατιού με τον ουρανό και η Κόρι κάθισε πλάι της. «Λοιπόν, τι έμαθες;» Η Άλισον στερέωσε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της κάτω απ’ το καπέλο της. Φορούσε ακόμα την απλή, μαύρη φούστα και τη λευκή μπλούζα της καμαριέρας. «Η Χίλντα είναι αρκετά φιλική. Εργάζεται πολύ καιρό εδώ και ξέρει πολλά για την οικογένεια. Λέει ότι το κλίμα ανάμεσα στον κόμη και στον πατέρα του ήταν πολύ εχθρικό. Κατά τα φαινόμενα, ο πατέρας του Γκρέι του συμπεριφερόταν πολύ άσχημα μετά το θάνατο της μητέρας του. Τον τιμωρούσε για το παραμικρό παράπτωμα. Κάποτε τον χτύπησε τόσο πολύ ώστε η οικονόμος θεώρησε απαραίτητο να καλέσει γιατρό». Απίστευτο. «Γιατί του συμπεριφερόταν τόσο σκληρά ο πατέρας του;» «Σύμφωνα με τη Χίλντα, ο μακαρίτης ο κόμης δεν πίστευε ότι ο Γκρέι ήταν γιος του -παρ’ όλο που η λαίδη Τρεμέιν, μέχρι το θάνατό της, ορκιζόταν ότι του ήταν πάντα πιστή». Η Κόρι ένιωσε θλίψη για το παιδί που ήταν κάποτε ο Γκρέι. Ένα παιδί που ο πατέρας του το χτυπούσε, που ζούσε σε ένα σπίτι χωρίς αγάπη...


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

84

Πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί τη Λόρελ, την εγκυμοσύνη της, το ότι ο εραστής της την είχε εγκαταλείψει, το σκληρό της θάνατο. Συγκρότησε τη θλίψη της με αποφασιστικότητα. «Ρώτησες τη Χίλντα για τη σύζυγο του κόμη;» Η Άλισον ένευσε. «Κατά τα φαινόμενα, η Ρεμπέκα είχε προγραμματίσει μια έξοδο εκείνη τη μέρα. Με αρκετούς καλεσμένους. Θα έκαναν πικνίκ και βαρκάδα στο ποτάμι. Την τελευταία στιγμή, ο Γκρέι αρνήθηκε να συμμετάσχει. Μίση ώρα αφότου είχε ξεκινήσει η βαρκάδα, η βάρκα παρουσίασε διαρροή και βυθίστηκε πολύ γρήγορα. Ο Τσαρλς κατάφερε να βοηθήσει τη Ρεμπέκα να βγει στην όχθη, όμως το φόρεμα της Τζίλιαν θα πρέπε να πιάστηκε σε κάτι κάτω από την επιφάνεια του νερού. Χάθηκε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε κανένας να τη σώσει». Η Κόρι ένιωσε ένα κύμα θλίψης για την απώλεια μιας τόσο νέας ζωής. Το οποίο ακολούθησε απρόσμενη ανακούφιση. «Άρα ήταν πράγματι ατύχημα». «Έτσι φαίνεται». Ωστόσο ο Τρεμέιν θα μπορούσε να είχε σκοτώσει τη Λόρελ. Η Κόραλι εξέτασε και πάλι αυτή τη σκέψη. Είχε φτάσει σε σημείο να υποπτεύεται τον κόμη όλο και λιγότερο, αν όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή της ήταν αδύνατον να τον φανταστεί στο ρόλο του πολυαγαπημένου εραστή της Λόρελ. «Ίσως ο κόμης να μην είναι αυτός που ψάχνουμε», είπε η Άλισον τελικά, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της. «Ίσως. Όμως πέρσι έμεναν στο κάστρο άλλοι δύο άντρες. Σύμφωνα με τη θεία Άγκνες, τόσο ο Τσαρλς όσο και ο Τζέισον Φόρσαϊθ, ο ξάδελφος του κόμη, ζούσαν εδώ όταν πέθανε η Λόρελ. Αν δεν ήταν ο κόμης ο εραστής της, ίσως να ήταν κάποιος απ’ αυτούς». «Άκουσα ότι ο λόρδος Τζέισον θα είναι εδώ αύριο». Η Κόρι το είχε επίσης ακούσει. «Έτσι φαίνεται. Θα έχω την ευκαιρία να τον γνωρίσω, να δω τι τύπος είναι. Στο μεταξύ, ο κόμης βγήκε απόψε. Αν είμαστε τυχερές, θα λείπει όλο το


KAT MARTIN

85

βράδυ -πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορέσω να ψάξω το δωμάτιό του». «Το δωμάτιό του; Μα μόλις είπες...» «Όταν πρόκειται για γυναίκες, ο Τρεμέιν δεν έχει ίχνος συνείδησης. Θα πρέπει να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν εκείνος ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ». Τα μάτια της Άλισον άνοιξαν διάπλατα. «Κι αν επιστρέψει όσο θα είσαι εκεί;» «Θα έχω το νου μου, όμως δε νομίζω ότι θα το κάνει. Δε μοιάζει με τύπος που θα άντεχε να περάσει πολύ χωρίς γυναικεία συντροφιά, έστω κι αν χρειαζόταν να πληρώσει γι’ αυτή». Πράγμα για το οποίο η Κόρι αμφέβαλλε πολύ, με δεδομένο το πόσο όμορφος ήταν. Ένιωσε και πάλι κάτι να την ενοχλεί, όμως το αγνόησε. «Ίσως θα έπρεπε να έρθω μαζί σου», πρότεινε η Άλισον, όμως η αβεβαιότητα στα καστανά της μάτια μαρτυρούσε ότι δεν το ήθελε πραγματικά. «Θα κινδυνεύω λιγότερο να με ανακαλύψουν αν πάω μόνη μου». Κάτι που ήταν αλήθεια. Το πρόσωπο της Άλισον έλαμψε γεμάτο ανακούφιση. «Ο βαλές του ήταν στην κουζίνα όταν έφυγα. Είναι ένας ενδιαφέρων, μικρόσωμος άντρας. Θα προσπαθήσω να του πιάσω την κουβέντα μέχρι να επιστρέφεις». «Καλή ιδέα». «Θα μείνω ξύπνια και θα σε περιμένω. Δε θα μπορέσω να κοιμηθώ αν δεν είμαι σίγουρη ότι είσαι ασφαλής». Η Κόρι ένευσε, χαρούμενη που είχε μαζί της τη φίλη της στο κάστρο. Έριξε μια τελευταία ματιά έξω απ’ το παράθυρο για να βεβαιωθεί ότι κανένας μοναχικός καβαλάρης δεν πλησίαζε, σήκωσε τη φούστα του μουντού, γκρίζου φορέματος της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

86

*** Ο Γκρέι οδήγησε τον Ράτζα στο στάβλο και ξεπέζεψε πλάι στον κοιμισμένο σταβλίτη. «Δε σας περίμενα, λόρδε μου», είπε ο Ντίκι Μάικλς με τη βαριά προφορά του. «Νόμιζα ότι δε θα επιστρέψατε απόψε». «Κι εγώ το ίδιο νόμιζα, Ντίκι», είπε ο Γκρέι και έδωσε τα χαλινάρια στον ξανθό νεαρό. «Φρόντισε να ταΐσεις, να ποτίσεις και να βουρτσίσεις τον Ράτζα πριν τον βάλεις στο στάβλο του». «Μάλιστα, κύριε. Θα τον φροντίσω καλά». Ο νεαρός πήρε το άλογο κι ο Γκρέι κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Πήγαινε στο Πάρκσαϊντ να δει την Μπέθανι Τσέιμπερς, όμως είχε αλλάξει γνώμη. Είχε ανάγκη και επειγόντως μάλιστα να ανακουφίσει τις σαρκικές του ανάγκες, όμως κάποια στιγμή στο δρόμο είχε θυμηθεί πόσο κακομαθημένη ήταν η λαίδη Μπέθανι και ότι απαιτούσε συνεχώς την προσοχή του. Σε κάποιο λόφο κοντά στο σπίτι της, είχε σταματήσει τον Ράτζα. Μπορεί να είχε ανάγκες, όμως η λαίδη ήταν υπερβολικά μεγάλος μπελάς. Επιπλέον, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πλέον την παραμικρή επιθυμία για την αξιολάτρευτη λαίδη Ντεβάν. Να πάρει. Άλλη γυναίκα ήταν εκείνη που είχε τραβήξει την προσοχή του. Και, κατά τα φαινόμενα, καμία άλλη δε θα μπορούσε να την υποκαταστήσει. Δεν το καταλάβαινε. Ήταν άνθρωπος με φλογερά πάθη. Αδυνατούσε να εξηγήσει γιατί η συγκεκριμένη γυναίκα είχε τραβήξει τόσο έντονα την προσοχή του. Είχε κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει και ίσως αυτό το μυστήριο να ήταν που του κέντριζε το ενδιαφέρον. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, την ήθελε και ήταν σχεδόν σίγουρος ότι τον ήθελε κι εκείνη. Ήταν κι οι δύο ενήλικοι. Στα τριάντα του, δεν ήταν πολύ μεγάλος για τη Λέτι -ή για όποια αποδεικνυόταν πως ήταν. Στην πραγματικότητα, δεν είχε πλέον σημασία. Δεν αντιπροσώπευε κάποια απειλή που είχε καταφέρει ν’ ανακαλύψει. Όποια κι αν


KAT MARTIN

87

ήταν, αν την είχε συναντήσει στο Λονδίνο, θα την είχε κάνει ερωμένη του. Η Λέτι Μος χρειαζόταν χρήματα. Θα την τακτοποιούσε σε κάποιο σπίτι εκεί κοντά. Θα της συμπεριφερόταν καλά, θα την εξασφάλιζε οικονομικά κι εκείνη σε αντάλλαγμα, θα φρόντιζε για τις δικές του ανάγκες. Σχεδόν χαμογέλασε. Την επομένη θα έστελνε ένα σημείωμα στην Μπέθανι στο οποίο θα ζητούσε συγνώμη που δεν είχε εμφανιστεί στο ραντεβού τους. Στο μεταξύ θα ξεκινούσε την εκστρατεία του για να οδηγήσει την κυρία Μος στο κρεβάτι του. Μ’ αυτή τη σκέψη στο μυαλό του, κατευθύνθηκε προς τη σκάλα που οδηγούσε στα διαμερίσματά του, στη δυτική πτέρυγα του κάστρου. Μόνο οι λάμπες υγραερίου που είχε εγκαταστήσει η Ρεμπέκα ήταν αναμμένες, ρίχνοντας τόσο φως όσο χρειαζόταν για να βρει το δρόμο του. Ανέβηκε τη σκάλα, διέσχισε το διάδρομο και άνοιξε τη βαριά πόρτα. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες και μια λάμπα πετρελαίου έκαιγε στο κομοδίνο, με το φιτίλι χαμηλωμένο. Για μια στιγμή τού πέρασε απ’ το μυαλό ότι ο Σαμίρ θα πρέπει να ήξερε ότι θα επέστρεφε, χάρη σ’ εκείνη την ανεξήγητη ικανότητά του να γνωρίζει τα πάντα, και είχε ανάψει τη λάμπα για να τον περιμένει. Συνοφρυώθηκε. Ούτε καν ο Σαμίρ δε θα μπορούσε να είχε μαντέψει τις σκέψεις του εκείνο το βράδυ. Ήταν υπερβολικά αβέβαιες. Μπήκε αθόρυβα στο καθιστικό και έλεγξε το χώρο. Ένιωσε ν’ ανατριχιάζει. Η έκτη αίσθηση που είχε αναπτύξει στο στρατό ξυπνούσε και του έλεγε πως κάποιος ήταν στο δωμάτιο. Με μια πρώτη ματιά, ο χώρος έμοιαζε άδειος. Τότε το βλέμμα του έπεσε στις βαριές, βελούδινες κουρτίνες και πρόσεξε ένα αφύσικο εξόγκωμα. Δυο πόδια πρόβαλλαν κάτω απ’ τις κουρτίνες. Μικρά, γυναικεία πόδια, που φορούσαν πασουμάκια από μαλακό δέρμα. Τα πασουμάκια ήταν πολύ φίνα για να ανήκουν σε υπηρέτρια, ταυτόχρονα, όμως, ήταν και κάπως φθαρμένα. Ξαφνικά ο Γκρέι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

88

ήταν απόλυτα σίγουρος ότι τα πόδια ανήκαν στη Λέτι Μος. Τι έκανε εκεί; Προσπαθούσε να κλέψει τα χρήματά του ή κάτι άλλο αξίας; Τα φθαρμένα ρούχα της πρόδιδαν ότι βρισκόταν σε κατάσταση μεγάλης ανάγκης. Κοίταξε την κουρτίνα και μια πονηρή σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό του. Ντυμένος ακόμα με τα ρούχα της ιππασίας, κάθισε στο σκαμπό μπροστά στην τουαλέτα με τον καθρέφτη και άρχισε να βγάζει τις μπότες του. Πρώτα η μία κι ύστερα η άλλη έπεσαν με θόρυβο στο πάτωμα. Έβγαλε το σακάκι του κι έπειτα το πουκάμισό του, μένοντας γυμνός από τη μέση και πάνω. Σηκώθηκε απ’ το σκαμπό και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο, ξεκουμπώνοντας την κιλότα της ιππασίας του. Πίσω απ’ την κουρτίνα ακούστηκε μια σιγανή κραυγή όταν η κιλότα του ξεκουμπώθηκε και γλίστρησε λίγο πιο χαμηλά στους γοφούς του. «Μπορείτε να βγείτε, κυρία Μος -εκτός κι αν θέλετε να μείνετε εκεί ενώ εγώ θα γδύνομαι». Η κουρτίνα κινήθηκε ελαφρά. Η Λέτι, με έναν αναστεναγμό παραίτησης, πρόβαλε πίσω απ’ τη βελούδινη κουρτίνα. Σήκωσε περήφανα το πιγούνι της όταν γύρισε να τον κοιτάξει. Παρ’ όλο που στεκόταν απόλυτα στητή, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν αντίκρισε το γυμνό στέρνο του και το σκούρο, σγουρό τρίχωμα που το κάλυπτε. Το βλέμμα της έπεσε στην ξεκουμπωμένη κιλότα της ιππασίας και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Μπορώ να ρωτήσω τι κάνετε στο δωμάτιό μου;» ρώτησε ήρεμα ο Γκρέι, αν και η παρουσία της Λέτι εκεί μόνο ήρεμο δεν τον έκανε να νιώθει. Η Λέτι ύγρανε τα χείλη της και ο πόθος του φούντωσε «Ε, χάθηκα. Βλέπετε, ήμουν στον κήπο. Ανέβηκα την πίσω σκάλα και... και... κάπου θα πρέπει να έστριψα λάθος όταν έφτασα στον δεύτερο όροφο». «Α... Αυτό θα πρέπει να είναι. Το δωμάτιό σας είναι περίπου στην ίδια θέση, στην αντίθετη πλευρά του σπιτιού».


KAT MARTIN

89

«Ναι, έτσι είναι». Η ανακούφισή της μετατράπηκε σε καχυποψία. «Πώς ξέρετε πού βρίσκεται το δωμάτιό μου;» Στα χείλη του Γκρέι σχηματίστηκε ένα χαμόγελο που θα ταίριαζε σε λύκο. «Μου αρέσει να βεβαιώνομαι προσωπικά ότι οι φιλοξενούμενοι μου είναι άνετα. Είστε άνετα, έτσι δεν είναι, κυρία Μος;» Η Λέτι συνοφρυώθηκε. «Αυτή τη στιγμή δε νιώθω καθόλου άνετα». Ο Γκρέι προχώρησε και σταμάτησε ακριβώς μπροστά της. Την έπιασε απ’ τους ώμους και την ένιωσε να τρέμει, όμως εκείνη δεν έκανε πίσω. «Θέλω να μάθω τι κάνετε στο δωμάτιό μου, κι αυτή τη φορά, θέλω την αλήθεια». Την τράνταξε απαλά. «Ψάχνατε για χρήματα; Ξέρω ότι έχετε ελάχιστα. Υποθέτω ότι αυτό θα μπορούσα να το καταλάβω». Σήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Λεν είμαι κλέφτρα». «Τότε τι κάνατε εδώ;» «Εγώ απλώς...» Ε[ Λέτι ξεφύσησε αδύναμα. «Ήθελα να μάθω κάτι για σας. Με δεχτήκατε στο σπίτι σας. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να μάθω κάποια πράγματα για το χαρακτήρα σας, αν έριχνα μια ματιά στα διαμερίσματά σας». Τα δάχτυλα του Γκρέι έκλεισαν πιο σφιχτά γύρω από τους ώμους της. «Γιατί θα σας ενδιέφερε αυτό;» Η Λέτι τον κοίταξε με τα πιο πράσινα μάτια που είχε δει ποτέ ο Γκρέι. «Υπάρχουν... αρκετοί λόγοι. Κάποιους απ’ αυτούς δεν τους καταλαβαίνω ούτε εγώ». Ο τόνος της μαρτυρούσε μια ειλικρίνεια που ξάφνιασε και τους δύο. Ο Γκρέι κοίταξε το όμορφο πρόσωπό της, τα λεπτά, πυρρόξανθα φρύδια της, το μικρό λακκάκι στο πιγούνι της. Είδε τα στήθη της να ανεβοκατεβαίνουν κι ένα κύμα πόθου του έκοψε την ανάσα. Ήθελε τη Λέτι Μος. Αυτή η γυναίκα, με τα πυρρόξανθα μαλλιά και το ντελικάτο κορμί με τις αισθησιακές καμπύλες, τον τραβούσε σαν πεταλούδα στη φωτιά. Πέρασε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Τα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

90

μάτια της άνοιξαν διάπλατα από το σοκ, μια στιγμή προτού τα χείλη του ενωθούν με τα δικά της. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, σφιγμένη. Πίεσε τις μικρές παλάμες της στο στέρνο του σε μια προσπάθεια να τον σπρώξει μακριά της, όμως εκείνος αρνήθηκε να την αφήσει να φύγει. Η θέρμη του κορμιού της τον τύλιγε, η γεύση των χειλιών της έκανε το αίμα στις φλέβες του να κοχλάζει. Την κράτησε πιο σφιχτά στην αγκαλιά του και τη φίλησε, μέχρι που ένιωσε τα χείλη της να μαλακώνουν κάτω απ’ τα δικά του. Η Λέτι άρχισε ν’ ανταποκρίνεται στο φιλί του κι ένα βαθύ βογκητό ξέφυγε απ’ τα χείλη της. Εκείνος συνέχισε την τρυφερή του επίθεση, ανασαίνοντας το απαλό τριανταφυλλένιο άρωμά της, κι ο πόθος του φούντωνε οδυνηρά. Της άνοιξε τα χείλη, γλίστρησε τη γλώσσα του στο στόμα της, ώστε να τη γευτεί ακόμα περισσότερο, και η Λέτι έλιωσε στην αγκαλιά του. Τα πλούσια στήθη της πίεσαν το στέρνο του. Ο Γκρέι ένιωσε το κορμί του να σφίγγεται από ένταση και προσπαθούσε να αντισταθεί στην παρόρμηση να ανοίξει το απλό φόρεμά της και να φιλήσει τα λευκά στήθη της. Οι παλάμες της Λέτι ταξίδευαν στο γυμνό στέρνο του, γλιστρούσαν γύρω απ’ το λαιμό του και στάθηκε στις μύτες των ποδιών της για να βρεθεί ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. Ήταν μια φλογερή, πρόθυμη γυναίκα, ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Τη σήκωσε στα μπράτσα του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του υπνοδωματίου του -κι η Λέτι άρχισε να φωνάζει. «Ήσυχα! Τι στο καλό κάνεις; Θέλεις να φέρεις όλο το σπίτι εδώ;» «Άφησέ με αμέσως!» Ο Γκρέι, για μερικές στιγμές, απλώς την κρατούσε. Το σώμα του φλεγόταν από πόθο, ο ανδρισμός του ήταν σκληρός σαν πέτρα. Μόλις λίγο πριν, η Λέτι ήταν φλογερή και πρόθυμη. Τώρα την ένιωθε να παγώνει και καταλάβαινε ότι οι όποιες φωτιές είχαν φουντώσει ανάμεσά τους είχαν αρχίσει να σβήνουν.


KAT MARTIN

91

Απρόθυμα, την άφησε να πατήσει στα πόδια της. «Πριν από ένα λεπτό έδειχνες αρκετά πρόθυμη», είπε. Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Ο Γκρέι, στο χαμηλό φως της λάμπας, είδε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Δεν... δεν ξέρω τι συνέβη. Απλώς... απλώς δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θα ήταν τόσο...» Η Λέτι κούνησε το κεφάλι κι ο Γκρέι συνοφρυώθηκε. Παρά τις φλογερές αντιδράσεις της, διαισθανόταν πάντα την αθωότητά της. Αναρωτήθηκε αν ο καταραμένος του ξάδελφος, ο Σάιρους, ήταν τόσο αξιοθρήνητος εραστής ώστε να μην είχε μπει ποτέ στον κόπο ν’ ασχοληθεί με τα προκαταρκτικά, ώστε να μην είχε καταφέρει να διεγείρει τη σύζυγό του με οποίονδήποτε τρόπο. «Πρέπει να φύγω», είπε η Λέτι. «Ζητώ συγγνώμη που ήρθα εδώ. Ήταν ανόητο και προκάλεσε προβλήματα. Ελπίζω να με συγχωρήσετε». «Λέτι, άκουσέ με. Αν φοβάσαι, δεν υπάρχει λόγος. Δε θα έκανα τίποτα που θα σε πλήγωνε». «Πρέπει να φύγω», επανέλαβε εκείνη και οπισθοχώρησε προς την πόρτα. «Η καμαριέρα μου θα με περιμένει για να με βοηθήσει να γδυθώ». Τα μάγουλά της βάφτηκαν και πάλι κόκκινα όταν ανάφερε ότι θα γδυνόταν κι ο Γκρέι ένιωσε τον πόθο του να φουντώνει ξανά. Η Λέτι γύρισε και προχώρησε προς την πόρτα κι εκείνος δεν προσπάθησε να τη σταματήσει. Ήταν ξεκάθαρο ότι θα του χρειαζόταν πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος υπολόγιζε για να τη γοητεύσει. Ωστόσο, δεν είχε καμιά αμφιβολία για το αποτέλεσμα. Η Λέτι Μος θα γινόταν δική του. Αν τα χρήματα ήταν που την είχαν οδηγήσει στο δωμάτιό του, θα φρόντιζε να της τα δώσει. Ό,τι κι αν χρειαζόταν, θα της το έδινε. Αλλά και κάτι ακόμα, πολύ πιο απολαυστικό. Ένιωσε ένα χαμόγελο ν’ ανθίζει στα χείλη του, πράγμα σπάνιο. Σύντομα η Λέτι Μος θα περνούσε τις νύχτες της στο κρεβάτι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

92

του. *** Ω, όχι! Η Κόρι, τρέμοντας καθώς θυμόταν όσα είχαν μόλις συμβεί, στεκόταν έξω από την πόρτα του δωματίου της, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, η αυτοκυριαρχία της είχε γίνει συντρίμμια. Η Άλισον θα την περίμενε στο δωμάτιό της. Θα ήθελε να μάθει τι είχε συμβεί. Ω, τι θα έλεγε η Άλι αν ήξερε; Ακούμπησε το κεφάλι της στον τοίχο και βάλθηκε να παίρνει βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Είχε υλοποιήσει το σχέδιό της και είχε πάει στα διαμερίσματα του κόμη, όμως δεν είχε βρει τίποτα ενδιαφέρον. Ή, τουλάχιστον, τίποτα που να συνέδεε τον Τρεμέιν με τη Λόρελ. Προσέχοντας να μην αφήσει τίποτα σε λάθος θέση, είχε ψάξει κάθε συρτάρι, τις ψηλές ντουλάπες από ροδόξυλο, το γραφείο του κόμη, ακόμα και τα ρούχα του. Δεν είχε βρει τίποτα. Τίποτα, εκτός από τον ίδιο τον κόμη. Αν ήταν ποτέ δυνατόν! Πώς του είχε επιτρέψει να τη φιλήσει; Και πώς είχε επιτρέψει στον εαυτό της να ανταποκριθεί στο φιλί του; Ένα καινούριο κύμα έξαψης την κυρίευσε όταν θυμήθηκε τα χείλη του να ενώνονται με τα δικά της, τους γυμνασμένους μυς του γυμνού στέρνου του να πιέζουν τα στήθη της. Θυμόταν τον τρόπο με τον οποίο είχαν σκληρύνει οι ρώγες της, τα στήθη της να φουσκώνουν από μια λαχτάρα που δεν είχε νιώσει ποτέ στο παρελθόν. Ήθελε να τον αγγίξει παντού, να νιώσει τους γυμνασμένους μυς του στη γυμνή επιδερμίδα της, να τον γευτεί, να... Έδιωξε απ’ το μυαλό της αυτές τις φρικτές σκέψεις. Ω, στον κόμη άξιζε και με το παραπάνω η σκανδαλώδης φήμη του. Ήταν ένας διάβολος με ικανότητες μάγου. Ασυναίσθητα, άγγιξε τα ερεθισμένα απ’ το φιλί του χείλη της,


KAT MARTIN

93

που τα ένιωθε παράξενα ευαίσθητα και να μυρμηγκιάζουν. Ένιωθε ακόμα τη γεύση του κόμη πάνω τους. Αν έκλεινε τα μάτια, μπορούσε να θυμηθεί την αρρενωπή μυρωδιά του, αναμεμειγμένη με το άρωμα του σανταλόξυλου. Ήταν έμπειρος εραστής, κι ωστόσο, έχοντας πάρει μια γεύση του φλογερού πάθους του, ήταν πιο σίγουρη από ποτέ ότι δεν ήταν εκείνος ο εραστής της Λόρελ, ο άντρας που η αδελφή της είχε ερωτευτεί τόσο βαθιά, ο άντρας που είχε προστατεύσει μέχρι το τέλος της ζωής της. Ήξερε τη Λόρελ πολύ καλά και είχε αρχίσει να γνωρίζει τον πανίσχυρο κόμη. Οι δυο τους δεν ταίριαζαν καθόλου. Δεν υπήρχε περίπτωση η αδελφή της να άντεχε την ένταση ενός άντρα όπως ο Γκρέι. Ωστόσο δεν μπορούσε να τον αποκλείσει εντελώς, αν δεν ανακάλυπτε πρώτα ποιος ήταν ο άντρας που είχε ερωτευτεί τόσο βαθιά η Λόρελ. Ο άντρας που, πιθανόν, την είχε δολοφονήσει. Πήρε αργά μια βαθιά ανάσα, έφτιαξε τα μαλλιά της, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο υπνοδωμάτιό της.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

94

Κεφάλαιο 9

Έπειτα από μια ατέλειωτη, κυρίως άγρυπνη, νύχτα, η Κόρι ξύπνησε αντικρίζοντας ένα βροχερό πρωινό του Μάη. Ανυπομονώ-ντας να φύγει από το σπίτι για να μη συναντήσει τον κόμη, δεν πήρε πρωινό. Ντύθηκε απλά και ξεκίνησε για το χωριό, παρά τον σκοτεινό, βαρύ ουρανό. Το χωριό, κάποια από τα πέτρινα κτίρια του οποίου ήταν τόσο παλιά όσο και το κάστρο, ήταν ήσυχο τόσο νωρίς το πρωί. Η Κόρι περπατούσε ανάμεσα στα μαγαζιά που μόλις άνοιγαν τις πόρτες τους. Αγόρασε ένα γλυκό και τσάι και μια όμορφη, γαλάζια, μεταξωτή κορδέλα για να δέσει τα μαλλιά της. Μίλησε με αρκετές απ’ τις γυναίκες του χωριού ελπίζοντας να μάθει κάποια κουτσομπολιά κι ύστερα κατευθύνθηκε προς την εκκλησία. Ο εφημέριος Λάνγκστον είχε αναλάβει την ενορία τρία χρόνια πριν, σύμφωνα με όσα είχε μάθει. Ο γιος του ο Πάτρικ ήταν τώρα διάκονος στην κοντινή κομητεία του Μπέρκσιρ, όμως ζούσε στο χωριό την περίοδο που είχε δολοφονηθεί η Λόρελ. Στεκόταν στο διάδρομο, μερικά μέτρα από το ιερό, όταν ο εφημέριος πήγε κοντά της. Ήταν ένας άντρας με λεπτά χαρακτηριστικά, ασημένια μαλλιά και γαλανά, καλοσυνάτα μάτια. «Μπορώ να σας βοηθήσω, νεαρή μου λαίδη;» «Ε... εγώ... ήρθα να προσευχηθώ για κάποια φίλη μου. Πέθανε πριν από μερικούς μήνες. Την έλεγαν Λόρελ Γουίτμορ». Ο εφημέριος κούνησε το κεφάλι. «Φρικτή τραγωδία. Με το γιο μου επισκεπτόμασταν συχνά τη Λόρελ και τη θεία της. Ήταν


KAT MARTIN

95

τόσο γλυκιά κοπέλα, φίλη της αρραβωνιαστικιάς του γιου μου, της Αριαλ Κόλινγκγουντ». «Ο γιος σας είναι αρραβωνιασμένος;» «Μα, ναι. Περισσότερο από ένα χρόνο. Ο γάμος θα γίνει τον επόμενο μήνα. Η δεσποινίδα Γουίτμορ βοηθούσε την Άριαλ να σχεδιάσει το γάμο». Η Κόρι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Η Λόρελ δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν ερωτευμένη με τον Πάτρικ, αν ήταν φίλη με την αρραβωνιαστικιά του. Πολύ απλά, δε θα πρόδιδε τη φίλη της. «Άκουσα κάποιες φήμες για το τι συνέβη», είπε προσεκτικά. «Ξέρω ότι υπήρχε ένα παιδί. Ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η Λόρελ θα αυτοκτονούσε -και μου είναι σχεδόν αδύνατον να φανταστώ ότι θα έκανε οτιδήποτε που θα έβλαπτε το παιδί της». «Ναι, ήταν σοκ για όλους. Ως ένα βαθμό, κατηγορώ τον εαυτό μου. Θα έπρεπε να είχα αντιληφθεί την απόγνωσή της. Στο κάτω κάτω, ήταν μέλος του ποιμνίου μου. Φυσικά, δεν ήξερα για το παιδί... αυτό το έμαθα αργότερα. Στην πραγματικότητα, η αλήθεια μαθεύτηκε μόνο αφότου χάθηκαν κι οι δυο. Η οικογένεια προσπάθησε να κρύψει τα γεγονότα, όμως είναι δύσκολο να κρατηθεί ένα τέτοιο μυστικό σε μια τόσο μικρή κοινότητα». «Το φαντάζομαι». Η Κόρι κοίταξε το ιερό, όπου μια σειρά από κεριά έριχναν σκιές στους πέτρινους τοίχους. «Θα περίμενε κανείς ότι ο πατέρας του παιδιού θα εμφανιζόταν. Υποθέτω ότι δεν ξέρει κανείς ποιος είναι». «Φοβάμαι πως όχι. Ίσως να μην έμαθε ποτέ για το παιδί -ή, τουλάχιστον, όχι πριν να ήταν πλέον πολύ αργά. Όμως τότε δεν είχε πια σημασία». Η Κόρι συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό. Ήταν άραγε δυνατόν η Λόρελ να μην είχε πει ποτέ στον άντρα που αγαπούσε ότι περίμενε το παιδί του; Κι αν ναι, γιατί;


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

96

«Λυπάμαι ειλικρινά για τη φίλη σας», είπε ο εφημέριος. «Συμπαθούσα πολύ τη δεσποινίδα Γουίτμορ». «Ευχαριστώ. Το ίδιο κι εγώ». Η Κόρι έφυγε από την εκκλησία νιώθοντας ένα σφίξιμο στην καρδιά. Η Λόρελ ήταν νεκρή και η συζήτηση που είχε κάνει με τον εφημέριο γι’ αυτήν είχε φέρει και πάλι στην επιφάνεια τον πόνο της. Τουλάχιστον μπορούσε να διαγράψει έναν ακόμα ύποπτο από τη λίστα της. Δεν πίστευε ότι ο Πάτρικ Λάνγκστον ήταν ο πατέρας του παιδιού, όχι αφού η αρραβωνιαστικιά του ήταν φίλη της Λόρελ. Η Κόρι σκεφτόταν την αδελφή της καθώς προχωρούσε στο μονοπάτι που περνούσε μέσα απ’ τα λιβάδια. Ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της, όταν άκουσε ένα σιγανό κλαψούρισμα. Σταμάτησε και κοίταξε γύρω της, ψάχνοντας να βρει από πού είχε ακουστεί. Ένα δεύτερο κλαψούρισμα έφτασε στ’ αυτιά της. Άφησε το μονοπάτι και κατευθύνθηκε προς το σημείο απ’ όπου το είχε ακούσει. Λίγο πιο πέρα είδε έναν μεγάλο, γκρίζο σκύλο, ξαπλωμένο στο πλάι στα ψηλά χορτάρια. Από μια βαθιά πληγή στα πλευρά του έτρεχε αίμα. «Ήσυχα, αγόρι μου», είπε. Γονάτισε δίπλα στο σκύλο και τον χάιδεψε. Ήταν ψηλό ζώο αλλά αδύνατο, το γκρίζο τρίχωμά του ήταν μακρύ και μπλεγμένο, ενώ η ουρά του κύρτωνε πάνω από την πλάτη του. Ήταν υποσιτισμένος και αδιάφορος εμφανισιακά, όμως τα μεγάλα μάτια του ήταν σκοτεινά και ικετευτικά. Κι όταν την κοίταξαν, διέκρινε σ’ αυτά τόσο πόνο και παραίτηση που ένιωσε ένα σφίξιμο. «Όλα θα πάνε καλά, αγόρι μου. Θα γίνεις καλά, θα σε φροντίσω εγώ». Δε θα σε αφήσω να πεθάνεις. Δεν ήξερε σε ποιον ανήκε ο σκύλος, πιθανότατα ήταν αδέσποτος, όμως δεν άντεχε να βλέπει ένα ζώο να υποφέρει. Έβαλε το χέρι κάτω από τη φούστα της, έσκισε μια μακριά λωρίδα από το μεσοφόρι της κι ύστερα μια δεύτερη και μια τρίτη. Με μεγάλη προσοχή, τις τύλιξε γύρω απ’ τα πλευρά του σκύλου, δένοντας απαλά τη μία με την άλλη. Η πληγή θα


KAT MARTIN

97

έπρεπε να πλυθεί και να καθαριστεί, πρώτα όμως θα έπρεπε να πάρει το σκύλο στο σπίτι. «Απλώς, μείνε εδώ», είπε και χάιδεψε το τριχωτό κεφάλι του σκύλου. «Θα επιστρέφω όσο πιο σύντομα μπορώ». Σήκωσε τη φούστα της κι άρχισε να τρέχει μέχρι που έφτασε στο σπίτι. Λαχανιασμένη, μπήκε ορμητικά στο στάβλο, ψάχνοντας κάποιον σταβλίτη. Βρήκε όμως τον κόμη. «Τι συνέβη;» ρώτησε εκείνος και βγήκε από το στάβλο του Ράτζα. «Είστε καλά;» Εκείνη απάντησε με δυσκολία, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα της. «Χρειάζομαι κάποιου είδους όχημα. Βρήκα έναν τραυματισμένο σκύλο. Χρειάζεται βοήθεια κι εγώ...» «Περιμένετε μια στιγμή -τρέξατε σχεδόν μέχρι εξαντλήσεως για ένα σκυλί; Και ο αστράγαλός σας; Θα μπορούσατε να τον στραμπουλίξετε ξανά». «Ο αστράγαλός μου είναι μια χαρά, όμως ο σκύλος είναι τραυματισμένος. Πρέπει να τον φέρω στο σπίτι, ώστε να μπορέσω να τον φροντίσω». Ο κόμης την κοίταξε και διάβασε στα μάτια της το φόβο της για το ζώο. Η έκφραση του μαλάκωσε. «Ελάτε», είπε τρυφερά. «Θα σας βοηθήσω να τον φέρετε στο σπίτι». Η ανακούφισή της ήταν τεράστια. Ο κόμης θα τη βοηθούσε. Για λόγους που δεν μπορούσε ν’ αντιληφθεί, αυτό δεν την ξάφνιαζε. Ο κόμης έδεσε ένα άλογο σε μια άμαξα, τη βοήθησε να ανεβεί στο κάθισμα και ξεκίνησαν ακολουθώντας τον λασπωμένο δρόμο. Θα ήταν πιο σύντομο αν έπαιρναν το μονοπάτι, όμως ήταν στενό και η άμαξα δε χωρούσε. Θα έπρεπε να μεταφέρουν το ζώο στην άμαξα που θα περίμενε στο δρόμο. Μόλις έφτασαν στο σημείο όπου βρισκόταν ο σκύλος, περίπου στα μισά της απόστασης απ’ το χωριό, άφησαν την άμαξά και βάλθηκαν να διασχίζουν το λιβάδι προς το μονοπάτι. Χρειάστηκαν λίγο χρόνο για να εντοπίσουν την ακριβή τοποθεσία όπου η Κόρι είχε αφήσει το σκυλί. Ήταν ακόμα εκεί,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

98

ξαπλωμένο στο πλάι. Ο αυτοσχέδιος επίδεσμος ήταν σε αρκετά σημεία ποτισμένος με αίμα. «Όλα θα πάνε καλά, γλυκέ μου», είπε και γονάτισε στο γρασίδι πλάι του. Του χάιδεψε το λαιμό και βάλθηκε να του μιλάει σιγανά. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα της στον κόμη που την κοιτούσε παράξενα και, πιθανότατα, αναρωτιόταν γιατί έμπαινε στον κόπο για ένα τόσο αδιάφορο σκυλί. Ο Τρεμέιν έστρεψε την προσοχή του στον αυτοσχέδιο επίδεσμο. Γονάτισε και άρχισε να ψάχνει για σπασμένα κόκαλα, όπως είχε κάνει τις προάλλες για κείνη. «Αναρωτιέμαι τι του συνέβη», είπε η Κόρι. «Δεν ξέρω. Θα μάθουμε περισσότερα όταν τον πάμε στο σπίτι και εξετάσουμε την πληγή». Ο Γκρέι κοίταξε ξινά τον επίδεσμο. «Χρησιμοποίησες το μεσοφόρι σου;» ρώτησε έκπληκτος, όταν πρόσεξε το αίμα στη φούστα της. «Ξέρω ότι δεν έχω πολλά ρούχα, αλλά, ειλικρινά, δεν είχα άλλη επιλογή». Ο κόμης χαμογέλασε. «Πράγματι, καμία επιλογή», είπε, όμως η έκφρασή του μαρτυρούσε ότι καμιά απ’ τις γυναίκες που γνώριζε δε θα θυσίαζε τα ρούχα της για ένα σκυλί. Ο Τρεμέιν έσκυψε και σήκωσε προσεκτικά στα μπράτσα του το σκυλί. Εκείνο κλαψούρισε, αλλά δεν προσπάθησε ν’ αντισταθεί. «Όλα είναι εντάξει, παλιόφιλε», είπε ο Γκρέι. «Θα σε πάμε στο σπίτι, ώστε να μπορέσει να σε φροντίσει η κυρία». Κοίταξε την Κόρι. «Μην έχεις πολλές ελπίδες. Έχει χάσει πολύ αίμα. Ίσως να μην τα καταφέρει». Η Κόρι ίσιωσε τους ώμους της. «Δεν τον αφήνω να πεθάνει». Τον τελευταίο καιρό υπήρχε πολύς θάνατος γύρω της. Η Λόρελ. Ο μικρός Τζόσουα Μάικλ. Δε θα άφηνε κι αυτό το κακόμοιρο ζώο να πεθάνει. Ο κόμης προχώρησε κι εκείνη τάχυνε το βήμα της για να τον προλάβει. Ξάπλωσε το σκύλο στην κουβέρτα που είχαν


KAT MARTIN

99

απλώσει στο πίσω μέρος της άμαξας, τη βοήθησε να ανεβεί στο κάθισμα και ανέβηκε κι εκείνος πλάι της. Δεν είχε κάνει καμιά αναφορά στα όσα είχαν συμβεί στο δωμάτιό του το προηγούμενο βράδυ. Στην πραγματικότητα, της συμπεριφερόταν σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Αντί να νιώθει ανακουφισμένη, ήταν ενοχλημένη που το συγκεκριμένο περιστατικό τον είχε επηρεάσει τόσο λίγο. Ωστόσο, τη βοηθούσε με το σκύλο. Και προς το παρόν, αυτό ήταν που είχε σημασία. Έφτασαν στο στάβλο και δυο απ’ τους σταβλίτες έτρεξαν στην άμαξα. Ο ένας σήκωσε το σκυλί και το ακούμπησε προσεκτικά σε ένα στρώμα από άχυρο. Η Κόρι γονάτισε πλάι του. «Ήσυχα, αγόρι μου», είπε. Χάιδεψε το μπλεγμένο, γκρίζο τρίχωμα του κεφαλιού του, ενώ ο κόμης έβγαζε τους επιδέσμους απ’ τα πλευρά του. Ένας απ’ τους σταβλίτες έφερε έναν κουβά με νερό και μερικά πανιά, τα οποία η Κόρι χρησιμοποίησε για να καθαρίσει την πληγή. Το φόρεμά της είχε καταστραφεί. Είχε πάρει ελάχιστα φορέματα μαζί της κι η Λέτι Μος σίγουρα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει καινούρια. Όταν όμως ο σκύλος έβαλε την πατούσα του στην παλάμη της, μια κίνηση που της φάνηκε σαν χειρονομία ευγνωμοσύνης, αποφάσισε ότι άξιζε που είχε χάσει το φόρεμά της. «Το κόψιμο είναι αρκετά βαθύ», είπε ο Τρεμέιν, αφού εξέτασε την πληγή. «Όμως δεν είναι τόσο άσχημο όσο νόμιζα. Θα επιδέσουμε την πληγή και, αν ξεκουραστεί και ανακτήσει τις δυνάμεις του, ίσως γίνει καλά». Η Κόρι τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο ελπίδα. «Το πιστεύετε;» «Θα έλεγα ότι υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα». Η Κόρι χαμογέλασε ανακουφισμένη. «Ευχαριστώ που τον βοηθήσατε». Ο κόμης την κοίταξε στα μάτια. «Εσένα βοηθούσα, Λέτι, όχι το σκυλί», είπε. Όμως η τρυφερότητα που είχε επιδείξει την έκανε να πιστεύει ότι αν είχε βρει εκείνος το ζώο, δε θα το είχε αφήσει


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

100

να πεθάνει. «Χρειάζεται ένα όνομα», είπε η Κόρι. «Πώς νομίζετε ότι θα πρέπει να τον λέμε;» «Δε θα πρέπει να τον ονομάσεις μέχρι να βεβαιωθείς ότι θα ζήσει. Αν το κάνεις και δεν τα καταφέρει, θα είναι ακόμα πιο δύσκολο». «Τότε σίγουρα θα τον ονομάσω». Η Κόρι χάιδεψε το αφρόντιστο τρίχωμα του σκύλου. «Νομίζω ότι θα τον πω Όμηρο». «Όμηρο; Από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα;» Ω, αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος. Ο σκύλος έμοιαζε να περιπλανιέται όπως ο Οδυσσέας και, ίσως επειδή είχε βρει την Οδύσσεια στη βιβλιοθήκη, το όνομα της ήρθε αυτόματα στο νου. Σκέφτηκε αμέσως μια εξήγηση. «Όμηρο έλεγαν το σκύλο μου στην Υόρκη. Είναι και ήρωας κάποιου βιβλίου;» Ο Γκρέι κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Είναι αρχαίος Έλληνας συγγραφέας. Και υποθέτω ότι αυτό το όνομα είναι εξίσου καλό με οποιοδήποτε άλλο». «Είναι όμορφο όνομα». Η Κόρι χάιδεψε το σκύλο. «Δεν είναι, Όμηρε;» Ο σκύλος της έγλειψε την παλάμη σαν να συμφωνούσε. Κι όταν η Κόρι κοίταξε και πάλι τον κόμη, διέκρινε στην έκφρασή του μια τρυφερότητα που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί. «Έχεις τρυφερή καρδιά, Λέτι Μος», της είπε και σηκώθηκε. «Ενημέρωσέ με αν χρειαστείς κι άλλη βοήθεια», πρόσθεσε κι έφυγε. Η Κόρι ήξερε ότι θα έπρεπε να νιώθει ανακούφιση. Ωστόσο, έπιανε τον εαυτό της να εύχεται να είχε μείνει. *** Ο λόρδος Τζέισον έφτασε την επόμενη μέρα -και ήταν ακαταμάχητα όμορφος. Η Κόρι είχε ακούσει τους υπηρέτες να μιλούν γι’ αυτόν, όμως η πραγματικότητα ξεπερνούσε κατά


KAT MARTIN

101

πολύ τα σχόλιά τους. Με έναν διαφορετικό, λιγότερο τρομακτικό τρόπο, ο Τζέισον Φόρσαϊθ, ο νεότερος γιος της μαρκήσιος του Ντριντλ, ήταν ακόμα πιο όμορφος από τον Γκρέι. Αν και δεν ήταν τόσο ψηλός ούτε τόσο γεροδεμένος, τα ανοιχτά, καστανά μαλλιά και τα εκπληκτικά, γαλανά μάτια του τον έκαναν το όνειρο κάθε γυναίκας. Το ζεστό του χαμόγελο ήταν συχνό και, κάθε φορά που εμφανιζόταν, δυο εκπληκτικά λακκάκια χαράζονταν στα μάγουλά του. Το γέλιο του ήταν χαρούμενο και καμπανιστό. Ήταν είκοσι πέντε ετών, της είχε πει η Άλισον, μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερος από τη Λόρελ. Και όντας τόσο γοητευτικός, της ήταν εύκολο να φανταστεί την αδελφή της μαζί με τον Τζέισον. Της ήταν εύκολο να φανταστεί την αδελφή της ερωτευμένη με τον λόρδο Τζέισον -και σχεδόν αδύνατον να πιστέψει ότι αυτός ο άντρας ήταν δολοφόνος. «Δεν είχα αντιληφθεί ότι θα έβρισκα τόσο γοητευτική συντροφιά εδώ στο κάστρο», της είπε όταν συστήθηκαν. «Αν το ήξερα, ίσως να είχα έρθει νωρίτερα». Έκανε μια βαθιά υπόκλιση και της φίλησε το χέρι. «Φοβάμαι ότι δεν είχα τη χαρά να γνωρίσω το σύζυγό σας, κυρία Μος, οφείλω όμως να παραδεχτώ ότι είχε εξαιρετικό γούστο στις γυναίκες». Η Κόρι χαμήλωσε το βλέμμα. Απολάμβανε τις κολακείες που ο λόρδος Τζέισον, σε αντίθεση με τον κόμη, έμοιαζε να μοιράζει αφειδώς. Όμως δεν παρασυρόταν απ’ αυτές. «Ελπίζω μόνο ο Σάιρους να είναι καλά», είπε, πιστή στο ρόλο της. «Είναι δύσκολο να μην ανησυχώ, όταν έχω τόσο καιρό να μάθω νέα του». «Φαντάζομαι ότι θα νιώθετε τρομερά μόνη», είπε ο Τζέισον και της πρόσφερε το μπράτσο του για να τη συνοδεύσει στο δείπνο. «Ίσως μπορώ να βοηθήσω σ’ αυτό όσο θα είμαι εδώ». Η Κόρι τού χαμογέλασε. Τον είχε συμπαθήσει, όπως έδειχναν να τον συμπαθούν όλοι. «Είμαι βέβαιη γι’ αυτό». Μπήκαν στην τραπεζαρία που χρησιμοποιούσε η οικογένεια


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

102

για τις όχι και τόσο επίσημες βραδιές. Ήταν ένας υπέροχος χώρος με ένα μακρόστενο τραπέζι από ροδόξυλο και δώδεκα ασορτί καρέκλες με ψηλή πλάτη και σκούρα, πράσινη ταπετσαρία. Μόνο οι κεντρικές αίθουσες και οι διάδρομοι φωτίζονταν από λάμπες υγραερίου, όχι τα υπνοδωμάτια. Εδώ όμως ένας πολυέλαιος υγραερίου κρεμόταν πάνω απ’ το τραπέζι, σκορπίζοντας ένα απαλό, κίτρινο φως. Ο Τζέισον τη βοήθησε να καθίσει κι ύστερα κάθισε απέναντι της. Η Ρεμπέκα και ο Τσαρλς κάθισαν στις συνηθισμένες τους θέσεις. Η Ρεμπέκα φορούσε ένα μπεζ-χρυσαφί φόρεμα από ταφτά που αναδείκνυε τις ανταύγειες των μαλλιών της. Η Κόρι προσπαθούσε να μη σκέφτεται το δικό της φόρεμα, ένα τυρκουάζ μεταξωτό που δεν ήταν της μόδας. Παρ’ όλο που στεκόταν χαμηλά στους ώμους της όπως απαιτούσε το στυλ της εποχής, τα κεντημένα τριαντάφυλλα στο μπούστο και στον ποδόγυρο ήταν ελαφρώς φθαρμένα. Ο κόμης είχε αποφασίσει να καθίσει μαζί τους. Κάθισε στη θέση του, στην κεφαλή του τραπεζιού, και έριξε στην Κόρι μια διαπεραστική ματιά. Ξαφνικά, κατάλαβε ότι στον κόμη δεν άρεσε το ότι έδινε τόση προσοχή στον εξαιρετικά όμορφο ξάδελφό του. Το γιατί αυτό της πρόσφερε την πιο ασυνήθιστη ικανοποίηση, ήταν κάτι που αρνήθηκε να εξετάσει. Όταν όμως οι υπηρέτες άρχισαν να σερβίρουν το πρώτο πιάτο, μια υπέροχη σούπα με πράσο, η Κόρι χάρισε στον Τζέισον ένα ακόμα πιο λαμπερό χαμόγελο. «Η Ρεμπέκα είπε ότι μόλις επιστρέψατε απ’ την Ευρώπη. Πόσο καιρό ήσασταν εκεί;» «Μόνο τους δύο τελευταίους μήνες. Κυρίως στην Ιταλία, αλλά πέρασα λίγο χρόνο και στη Γαλλία». Ο Γκρέι ήπιε μια γουλιά απ’ το κρασί του. «Η κυρία Μος τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιταλική ιστορία», είπε και τα σκοτεινά μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Μήπως έτυχε


KAT MARTIN

103

να επισκεφτείς την Πομπηία όσο ήσουν εκεί;» Η Κόρι πνίγηκε με το κρασί που έπινε. «Είστε εντάξει;» Ο Τζέισον έσκυψε προς το μέρος της, πήρε το ποτήρι από το χέρι της που έτρεμε και το ακούμπησε στο τραπέζι. «Είμαι... είμαι μια χαρά. Απλώς στραβοκατάπια». «Λοιπόν, Τζέισον;» επέμεινε ο Γκρέι κι η Κόρι ένιωσε την επιθυμία να τον χτυπήσει. «Φοβάμαι ότι δεν έφτασα ως την Πομπηία. Ως επί το πλείστον, ήμουν στη Ρώμη». Η Κόρι έριξε μια θυμωμένη ματιά στον Γκρέι κι ύστερα έστρεψε και πάλι την προσοχή της στον Τζέισον. «Θα ήθελα πολύ να έβλεπα τη Ρώμη. Η ιστορία του Κολοσσαίου είναι συγκλονιστική. Διάβασα κάποτε ότι στις δόξες της η αρένα χωρούσε πάνω από πενήντα χιλιάδες άτομα και ότι τα αγωνίσματα διαρκούσαν εκατό ημέρες. Θεώρησα εκπληκτικό το ότι μπορούσαν να γεμίζουν την αρένα με νερό και να αναπαριστούν ναυμαχίες. Το Κολοσσαίο θα πρέπει να είναι απίστευτα όμορφο». Ο Γκρέι συνοφρυώθηκε. «Νόμιζα ότι διαβάζατε μόνο γυναικεία περιοδικά», είπε και ο καχύποπτος τόνος του την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν η Λέτι Μος, αν ήταν δυνατόν! Η Λέτι δε διάβαζε ρωμαϊκή ιστορία στο πρωτότυπο, στα λατινικά. Χαμογέλασε. «Έτσι είναι. Αυτό που εννοούσα ήταν ότι έχω μια φίλη που γνωρίζει πολλά για την Ιστορία. Κυρίως της άρεσε να διαβάζει για τη Ρώμη. Κατά καιρούς, κάναμε σχετικές συζητήσεις». «Το Κολοσσαίο ήταν συναρπαστικό», είπε ο Τζέισον, συνεχίζοντας τη συζήτηση -ευτυχώς. «Κάτω απ’ την αρένα υπήρχαν κάθε είδους κελιά και στοές όπου οι Ρωμαίοι έβαζαν τα ζώα και τους μονομάχους. Μπορούσες σχεδόν να φανταστείς τον Ιούλιο Καίσαρα καθισμένο στον εξώστη». «Θα ήθελα πολύ να το έβλεπα κάποια μέρα». Όσο έτρωγαν γεμιστό κόκορα και έπιναν ακριβό, γαλλικό


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

104

κρασί, ο Τζέισον τους περιέγραφε τα αξιοθέατα της Ρώμης και η Κόρι είχε μαγευτεί. Θα ήθελε τόσο πολύ να ταξιδέψει. Το να διαβάζει κανείς για μία ξένη χώρα δεν ήταν το ίδιο με το να την επισκέπτεται. Ρώτησε τον Τζέισον για τα υπόλοιπα μέρη που είχε επισκεφτεί κι εκείνος της είπε κάποια πράγματα για τη Γαλλία. Της χαμογέλασε απ’ την απέναντι πλευρά του τραπεζιού. «thus etes une tres belle femme», είπε και τα γαλανά μάτια του έλαμψαν. Είστε μια πολύ όμορφη γυναίκα. «Et vous, monsieur, etes un flattereur», απάντησε εκείνη, ανίκανη ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Κι εσείς, σερ, είστε ένας κόλακας. Ο Γκρέι την κοίταξε καχύποπτα. «Γνωρίζω μόνο τα βασικά», εξήγησε εκείνη και στα χείλη της σχηματίστηκε ένα γλυκό, θλιμμένο χαμόγελο. «Να μετράω ως το πενήντα, να βρίσκω το μπουντουάρ των κυριών, να απαντάω σε ένα κομπλιμέντο. Θα ήθελα πολύ να μιλούσα γαλλικά -είναι τόσο ρομαντική γλώσσα, δε συμφωνείτε; Δυστυχώς όμως, δεν ήμουν ποτέ καλή στις ξένες γλώσσες». Ψέματα. Μιλούσε εξαιρετικά γαλλικά και ιταλικά και, τελευταία, μιλούσε ακόμα και λίγα αρχαία νορβηγικά που της είχε διδάξει ο Λέιφ, ο σύζυγος της Κρίστα. Πάντα ήταν καλή στις ξένες γλώσσες. Λαχταρούσε να επισκεφτεί τη Γαλλία, να μιλήσει με τους ανθρώπους της. «Ο Γκρέι είναι στην πραγματικότητα ο ταξιδευτής, όχι εγώ», είπε ο Τζέισον. «Έζησε αρκετά χρόνια στο εξωτερικό πριν καταταγεί στο στρατό. Γνωρίζετε ότι υπηρετούσε στην Ινδία;» Η Κόρι κοίταξε τον Γκρέι και συνειδητοποίησε ότι την παρακολουθούσε. «Ναι... το ανέφερε η Ρεμπέκα». «Ίσως σας μιλήσει κάποια στιγμή για την Ινδία». Η Κόρι θα ήθελε πολύ ν’ ακούσει όσα θα είχε να της πει ο κόμης, όμως εκείνος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να συνεχίσει το θέμα. Απλώς έγειρε πίσω στην καρέκλα του και την κοίταξε μ’ εκείνον τον αλαζονικό του τρόπο.


KAT MARTIN

105

Ντυμένος στα μαύρα, με εξαίρεση το λευκό πουκάμισο και το γκρίζο γιλέκο του, με τα μαλλιά του να γυαλίζουν στο φως του πολυελαίου, ήταν ο πιο συγκλονιστικός άντρας που είχε αντικρίσει ποτέ. Τα μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω, έτσι που τονίζονταν οι αδρές γραμμές του πιγουνιού και τα ψηλά ζυγωματικά του. Σκέφτηκε ότι μπορεί ο λόρδος Τζέισον να ήταν πιο όμορφος με τη συμβατική έννοια, όμως ο Γκρέι ήταν πολύ πιο αρρενωπός. Ένιωσε ν’ αναστατώνεται και συνειδητοποίησε ότι το βλέμμα του είχε γλιστρήσει στο ντεκολτέ της. Οι ρώγες της σκλήρυναν και, καθώς έσκυψε να πάρει το κρασί της για να πιει μια γουλιά που θα τη βοηθούσε να ηρεμήσει, οι θηλές της τρίφτηκαν στο πάνω μέρος του κορσέ της. Με το βλέμμα του Γκρέι καρφωμένο πάνω της, η αίσθηση ήταν τρομερά ανησυχητική. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του και τα μάτια του φάνηκαν να σκοτεινιάζουν. Ήταν σαν ο κόμης να ήξερε, σαν να είχε απλώσει το χέρι του και να την είχε αγγίξει, σαν οι μεγάλες παλάμες του να είχαν καλύψει τα στήθη της. Ήταν ένας διάβολος. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν έφταιγε εκείνη που κάποιο φαύλο κομμάτι του εαυτού της ανταποκρινόταν στη γοητεία του. Στη διάρκεια του υπόλοιπου δείπνου είχε την προσοχή της στραμμένη αποκλειστικά στον ξάδελφό του. Όπως εκείνη έβλεπε τα πράγματα, ο διαβολικός κόμης μπορούσε να πάει κατευθείαν στην κόλαση.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

106

Κεφάλαιο 10

Το σπίτι ήταν βυθισμένο στη σιωπή, η οικογένεια στα κρεβάτια της. Η Κόρι, που διάβαζε ώστε να μείνει ξύπνια, περίμενε ανυπόμονα να πάει η ώρα δύο. Όταν άκουσε επιτέλους το χτύπο του ρολογιού, άφησε στην άκρη το βιβλίο της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Δεν είχε πει στην Άλισον τι σκόπευε να κάνει. Η φίλη της θα ανησυχούσε, και δεν το ήθελε αυτό. Φορώντας μια λευκή, βαμβακερή νυχτικιά και μια μπλε, καπιτονέ ρόμπα κουμπωμένη μέχρι πάνω για να την κρατάει ζεστή, άναψε ένα κερί, άνοιξε την πόρτα και κοίταξε στο διάδρομο. Σπάνια υπήρχε κάποιος σ’ εκείνο το μέρος του σπιτιού και, σίγουρα, όχι τόσο αργά τη νύχτα. Κρατώντας το κερί μπροστά της, κατευθύνθηκε προς τη σκάλα στο τέλος του διαδρόμου και κατέβηκε στο ισόγειο. Είχε απομνημονεύσει προσεκτικά το διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο, το οποίο είχε ανακαλύψει στις περιπλανήσεις της στο σπίτι, και πήγε κατευθείαν εκεί. Δεν είχε μπει ποτέ στο εσωτερικό του και όταν το έκανε, αναρωτήθηκε αν ο Γκρέι είχε επιλέξει ο ίδιος τη βαριά, σκούρα επίπλωση που έκανε την ατμόσφαιρα κάπως τρομακτική. Για κάποιο λόγο, δεν το πίστευε. Πρόσεξε μια πόρτα στον τοίχο του γραφείου, την άνοιξε και μπήκε σε ένα μικρότερο δωμάτιο, στο οποίο ένιωθε την παρουσία του. Ήταν σαν να είχε βρεθεί σε έναν άλλο κόσμο, στον άγνωστο κόσμο της Ινδίας. Η επίπλωση εκεί ήταν πιο ανάλαφρη, ως επί το πλείστον από μπαμπού, και η μυρωδιά του


KAT MARTIN

107

σανταλόξυλου κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. Αναγνώριζε το ευχάριστο άρωμα που είχε συνδέσει με τον Γκρέι αλλά που, ως εκείνη τη στιγμή, δεν είχε συνδέσει με την Ινδία. Ένα παχύ, ινδικό χαλί με περίτεχνα σχέδια σε βαθυκόκκινους και σκούρους μπλε τόνους κάλυπτε το δάπεδο, ενώ στα τραπέζια υπήρχαν μπρούντζινες υδρίες σε διάφορα σχήματα και μεγέθη. Κράτησε ψηλά το κερί, γοητευμένη από τα αντικείμενα που ο Γκρέι θα πρέπει να είχε συγκεντρώσει στη διάρκεια των ταξιδιών του. Σε μια γυάλινη προθήκη υπήρχαν σκαλισμένα κομμάτια ελεφαντόδοντου και στον τοίχο πάνω απ’ την προθήκη κρέμονταν σταυρωτά δυο στρατιωτικά σπαθιά. Ένιωθε έντονα την παρουσία του Γκρέι Φόρσαϊθ στο χώρο λες και στεκόταν πίσω της, και, για μια στιγμή, γύρισε για να βεβαιωθεί ότι ήταν μόνη. Διαπιστώνοντας με ανακούφιση ότι ήταν, γύρισε και άρχισε την έρευνά της. Βρήκε αρκετά ενδιαφέρονταν αντικείμενα, αλλά τίποτα που θα συνέδεε τον Γκρέι με τη Λόρελ. Σε ένα μικρό, μπρούντζινο κουτί, βρήκε δυο γράμματα προσεκτικά διπλωμένα. Στο πρώτο, η μητέρα του του έγραφε ότι τον αγαπούσε και ότι όταν θα μεγάλωνε και θα άκουγε άσχημες φήμες για την καταγωγή του, θα έπρεπε ν’ ανοίξει το δεύτερο γράμμα. Του έγραφε να πιστέψει κάθε λέξη και να μην το αμφισβητήσει ποτέ, να εμπιστευθεί την καρδιά του και να καταλάβει πως όσα του έλεγε ήταν αλήθεια. Σύμφωνα με την ημερομηνία του γράμματος, είχε γραφτεί την προηγουμένη του θανάτου της λαίδης Τρεμέιν. Ο Γκρέι θα πρέπει να ήταν δέκα ετών. Κάθισε στην άκρη της καρέκλας, νιώθοντας σαν ηδονοβλεψίας και εντελώς ανίκανη ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να διαβάσει το δεύτερο γράμμα. Σ’ αυτό, η κόμισσα βεβαίωνε με τον πιο κάθετο τρόπο τον Γκρέι ότι ήταν πραγματικός γιος του κόμη του Τρεμέιν. Ποτέ δεν απάτησα τον πατέρα σου. Ανεξάρτητα με το τι πιστεύει ο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

108

ίδιος, πάντα τον αγαπούσα. Η ζήλια του είναι που τον σπρώχνει να συμπεριφέρεται μ ’αυτόν τον τρόπο. Ελπίζω κάποια μέρα να μπορέσεις να τον συγχωρήσεις που είναι τόσο ανόητος. Η Κόρι ένιωσε ένα παράξενο σφίξιμο στο στήθος. Ο Γκρέι, όταν ήταν παιδί, είχε υποφέρει εξαιτίας της αβάσιμης ζήλιας του πατέρα του. Είχε χάσει τη μητέρα και τη σύζυγό του. Τον λυπήθηκε για τη μοναξιά που είχε υπομείνει στη ζωή του. Αναρωτήθηκε αν αυτή η μοναξιά είχε τραβήξει τη Λόρελ. Όμως, όσο καλόκαρδη κι αν ήταν η αδελφή της, της ήταν αδύνατον να τη φανταστεί με τον Γκρέι. Έβαλε προσεκτικά τα γράμματα πίσω στο κουτί κι αφού το τοποθέτησε στο ράφι, επέστρεψε στο κυρίως τμήμα του γραφείου και βάλθηκε να ψάχνει εκεί, ξεκινώντας απ’ το μεγάλο γραφείο από μαόνι που δέσποζε στο χώρο. Όταν δε βρήκε τίποτα, έψαξε τα ράφια με τα βιβλία στον τοίχο και ήταν έτοιμη να τα παρατήσει και να γυρίσει στο δωμάτιό της, όταν το βλέμμα της έπεσε σε έναν τόμο σπρωγμένο πιο πίσω απ’ τους υπόλοιπους, με τρόπο που την έκανε να αναρωτηθεί αν κάποιος το έβαλε έτσι για να μη φαίνεται. Τράβηξε τον τόμο και είδε ότι ήταν του Σαίξπηρ, Σονέτα και Ρομαντική Ποίηση. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Γνώριζε το βιβλίο, ήταν από τα αγαπημένα της Λόρελ. Και το φθαρμένο, δερματόδετο εξώφυλλό του της φαινόταν κάπως γνώριμο. Το χέρι της έτρεμε όταν το άνοιξε και το βλέμμα της έπεσε στις λέξεις που ήταν γραμμένες με γυναικείο χαρακτήρα στην πρώτη σελίδα. Πολυαγαπημένε μου, Μοιραστήκαμε τόσες πολλές υπέροχες στιγμές. Η ανάμνηση του απογεύματος που περάσαμε διαβάζοντας αυτό το βιβλίο μαζί, είναι μια ανάμνηση που θα έχω πάντα φυλαγμένη στην καρδιά μου. Σου το δίνω, με την ελπίδα ότι θα με θυμάσαι. Με την πιο βαθιά αγάπη μου, Λόρελ. Η καρδιά της Κόρι σταμάτησε. Θυμήθηκε την αδελφή της και


KAT MARTIN

109

τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Θυμήθηκε τη Λόρελ καθισμένη μπροστά στο παράθυρο, να διαβάζει αυτό το βιβλίο και να της λέει ότι ήλπιζε πως κάποια μέρα θα γνώριζε την αγάπη που περιέγραφε ο Σαίξπηρ. Παρ’ όλο που στην αφιέρωση δεν υπήρχε το όνομα του άντρα που είχε ερωτευτεί η Λόρελ, του άντρα στον οποίο είχε χαρίσει το βιβλίο που λάτρευε, δε χωρούσε αμφιβολία ότι ήταν κάποιος που ζούσε στο κάστρο Τρεμέιν. Ήταν άραγε ο Γκρέι; Προσπάθησε να φανταστεί τον Γκρέι και τη Λόρελ να διαβάζουν ρομαντικά ποιήματα. Της ήταν αδύνατον να πείσει τον εαυτό της για κάτι τέτοιο. Κοίταξε γύρω της το γραφείο, την πόρτα που οδηγούσε στο διπλανό δωμάτιο. Τα πράγματα που ο Γκρέι έμοιαζε να θεωρεί σημαντικά, τα κρατούσε στο ιδιαίτερο γραφείο του. Αν η Λόρελ είχε χαρίσει το βιβλίο σ’ αυτόν, δε θα το κρατούσε εκεί; Από την άλλη πάλι, ίσως το βιβλίο να μην ήταν σημαντικό για τον κόμη του Τρεμέιν. Σκέφτηκε τους άλλους δύο άντρες που ζούσαν στο σπίτι. Ο Τσαρλς περνούσε αρκετό χρόνο στο γραφείο. Ήταν ο τύπος του άντρα που η αδελφή της θα έβρισκε γοητευτικό, όμως ήταν παντρεμένος. Κι η Λόρελ δε θα δινόταν ποτέ σε έναν παντρεμένο. Πράγμα που σήμαινε ότι απέμενε ο όμορφος και γοητευτικός λόρδος Τζέισον. Εκείνο το απόγευμα, όταν περνούσε απ’ το διάδρομο, τον είχε δει καθισμένο στο γραφείο. Ποιον απ’ όλους αγάπησες, γλυκιά μου αδελφή; Κι ευθύνεται ο αγαπημένος σου για το θάνατό σου και για το Θάνατο του παιδιού σου; Όμως δεν πήρε απάντηση. Δεν της άρεσε καθόλου η σκέψη ότι θα αποχωριζόταν το πολύτιμο βιβλίο, όμως στάθηκε στις μύτες των ποδιών της και το έβαλε πίσω στο ράφι. Τουλάχιστον το σχέδιό της να μπει στο κάστρο δεν ήταν εντελώς παράλογο. Ήταν ξεκάθαρο ότι βρισκόταν στο σωστό δρόμο. Κάποια στιγμή θα ανακάλυπτε ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ. Κι όταν το


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

110

μάθαινε αυτό, θα μάθαινε και τι είχε συμβεί πραγματικά στην αδελφή της τη νύχτα του θανάτου της. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά με την μπλε, καπιτονέ ρόμπα της κι έφυγε απ’ το γραφείο. Προχώρησε βιαστικά στο διάδρομο, προς την πίσω σκάλα της ανατολικής πτέρυγας. Είχε σχεδόν φτάσει, όταν μια γνώριμη, αντρική φωνή έστειλε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. «Λοιπόν, κυρία Μος, βλέπω ότι βγήκατε για μια ακόμα από τις βραδινές εξορμήσεις σας. Και πού ακριβώς πηγαίνετε τέτοια ώρα;» Η Κόρι γύρισε κι αντίκρισε πίσω της τον κόμη. Θα ήταν αδύνατον να μην αναγνωρίσει την ψηλή σιλουέτα του στο χαμηλό φως του διαδρόμου. «Εγώ... εγώ... απλώς επέστρεφα στο δωμάτιό μου». Η Κόρι κατάφερε να χαμογελάσει. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Κατέβηκα να δω αν θα μπορούσα να βρω ένα ποτήρι γάλα στην κουζίνα». «Ώστε λοιπόν ήσασταν στην κουζίνα», είπε ο Γκρέι με φανερή δυσπιστία. «Μα φυσικά. Δε σας πειράζει, έτσι δεν είναι; Υποθέτω ότι αφού με βρήκατε να ψάχνω στα διαμερίσματά σας, μάλλον θα πιστεύετε ότι κατέβηκα να κλέψω τα ασημικά της οικογένειας ή κάτι ανάλογο». Το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω της, με αποτέλεσμα το στομάχι της να δεθεί κόμπος. «Ή κάτι ανάλογο...» Τίποτα στον τόνο της φωνής του δεν έδειχνε ότι το διασκέδαζε και η Κόρι αναρωτήθηκε αν ήταν ακόμα θυμωμένος μαζί της για την προσοχή που είχε δώσει στον ξάδελφό του, δυο μέρες πριν, στο δείπνο. «Είναι πολύ αργά. Θα πρέπει να πηγαίνω». «Το αντίθετο», είπε ο κόμης και ο τόνος της φωνής του ήταν κοφτός. «Απ’ τη στιγμή που δεν μπορείτε να κοιμηθείτε, όπως κι εγώ, θα μπορούσαμε να απολαύσουμε μια καλή συζήτηση... ή κάτι ανάλογο».


KAT MARTIN

111

Η καρδιά της Κόρι άρχισε να χτυπάει δυνατά. Στα χείλη του είχε σχηματιστεί ένα σκληρό χαμόγελο αλλά, ωστόσο, το βλέμμα του της έδινε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν εκείνο το κάτι ανάλογο στο οποίο αναφερόταν. Ετοιμάστηκε να του φέρει αντιρρήσεις, όμως ο κόμης την έπιασε απ’ το μπράτσο και την οδήγησε σ’ ένα διάδρομο, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Την έβαλε σ’ ένα σαλόνι και έκλεισε την πόρτα. «Δε... δε νομίζω ότι αυτή είναι καλή ιδέα». «Γιατί όχι; Είπατε ότι δεν μπορείτε να κοιμηθείτε. Ξέρω μια σίγουρη θεραπεία για την αϋπνία». Νευρικότητα την κυρίευσε, όταν ο Γκρέι πέρασε δίπλα της και πήγε στο τζάκι, όπου τα απομεινάρια της φωτιάς τρεμόπαιζαν ακόμα. Σκέφτηκε ότι ο Γκρέι θα πρέπει να ήταν εκεί όσο εκείνη ήταν στο γραφείο και ευχαρίστησε σιωπηρά την τύχη της που ήταν αρκετά μακριά ώστε να μην την ακούσει. Ή μήπως την είχε ακούσει; Ο Γκρέι γονάτισε μπροστά στο τζάκι και πρόσθεσε μερικά κάρβουνα στη φωτιά. Ένα κομμάτι της ήθελε να το βάλει στα πόδια όσο ακόμα μπορούσε. Ένα άλλο παρακολουθούσε μαγεμένο τους μυς στους μηρούς και στη φαρδιά πλάτη του να φουσκώνουν κάτω από το ύφασμα του παντελονιού και του φίνου, λινού πουκαμίσου του. Ο Γκρέι χρησιμοποίησε το φυσερό για να φουντώσει τις φλόγες κι ύστερα σηκώθηκε και πήγε κοντά της, δίπλα στον καναπέ όπου στεκόταν. Την κοίταξε και η ανταύγεια της φωτιάς στα μάτια του τα έκανε να μοιάζουν τρομακτικά. «Δείχνετε νευρική. Σας καθυστερώ από κάτι; Ίσως από ένα ραντεβού αργά το βράδυ με τον ξάδελφό μου;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη. «Τον ξάδελφό σας; Σας είπα ότι είχα πάει στην κουζίνα να πιώ ένα ποτήρι γάλα. Τις δύο τελευταίες μέρες δεν έχω δει καθόλου τον ξάδελφό σας». «Όχι; Κι όμως, δείχνει να έχει κερδίσει την εύνοιά σας».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

112

Η Κόρι κοίταξε προσεκτικά την έκφραση του κόμη ψάχνοντας για κάποιο στοιχείο που θα τη βοηθούσε να καταλάβει πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτή η συζήτηση και είδε τον τρόπο με τον οποίο έσφιγγε τα χείλη του. Ήταν ακόμα θυμωμένος. Δεν ήταν δυνατόν να ζήλευε! «Ο Τζέισον είναι πολύ γοητευτικός άνθρωπος», είπε προσεκτικά. «Είναι λογικό να απολαμβάνω τη συντροφιά του». «Φυσικά». Ο τόνος του Τρεμέιν παρέμεινε κοφτός. Άπλωσε το χέρι κι έπιασε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της που είχε ξεφύγει απ’ την κοτσίδα της κι έπεφτε στο μάγουλό της. Ένα κύμα έξαψης την κυρίευσε όταν ένιωσε τη θέρμη του χεριού του. «Αναρωτιέμαι... σας πρότεινε να γίνετε ερωμένη του;» Ολόκληρο το κορμί της πάγωσε και τραβήχτηκε για να αποφύγει το άγγιγμά του. «Τι είναι αυτά που λέτε; Η συμπεριφορά του ξαδέλφου σας ήταν πάντα αυτή ενός τζέντλεμαν». Ο κόμης ανασήκωσε τους ώμους του. Μια κίνηση που τον έκανε να δείχνει αδιάφορος, αλλά η Κόρι δεν μπόρεσε να μην προσέξει την ένταση στους φαρδιούς ώμους του. «Χρειάζεστε χρήματα», δήλωσε ήρεμα ο Γκρέι. «Ο Τζέισον έχει πολλά. Είναι φανερό ότι σας αρέσει. Εύκολα θα μπορούσα να σκεφτώ...» Η Κόρι προσπάθησε να ελέγξει το θυμό της, αλλά μάταια. «Είμαι σίγουρη ότι το να σκέφτεστε δεν είναι κάτι που κάνετε συχνά, λόρδε μου». Τα σκούρα μάτια του Τρεμέιν σκοτείνιασαν απειλητικά. «Αν το κάνατε, θα ξέρατε ότι δε με τραβάει καθόλου ο ξάδελφός σας». «Ώστε έτσι;» «Ακριβώς». Η Κόρι ανασήκωσε το πιγούνι της, θυμωμένη με τον εαυτό της που, για λίγο, είχε ξεχάσει το ρόλο της. «Πέρα απ’ αυτό, είμαι μια παντρεμένη γυναίκα και όχι από κείνες που θα ερωτοτροπούσαν με κάποιον άλλον άντρα». Η έκφραση του Γκρέι άλλαξε και η έντασή του φάνηκε να


KAT MARTIN

113

υποχωρεί. Τώρα υπήρχε κάτι διαφορετικό στο βλέμμα του, κάτι φλογερό που πριν κρατούσε κρυμμένο. «Κι όμως, εκείνο το βράδυ στο δωμάτιό μου ανταποκριθήκατε στο φιλί μου, σωστά; Και με απρόσμενο πάθος». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Εγώ... εγώ... πιάστηκα απροετοίμαστη, λόρδε μου». «Γκρέι», τη διόρθωσε ο κόμης απαλά. «Συνέχισε, Λέτι... πιάστηκες απροετοίμαστη και, όταν σε φίλησα, με φίλησες σαν παθιασμένη τίγρη. Και ήθελες περισσότερα από ένα φιλί, γλυκιά μου». Το βλέμμα του στάθηκε στα χείλη της. «Και νομίζω ότι εξακολουθείς να θέλεις». Άνοιξε το στόμα της να το αρνηθεί, όμως τα χείλη του Γκρέι ενώθηκαν με τα δικά της, αναγκάζοντάς την να σωπάσει. Ήταν ένα φλογερό, απαιτητικό φιλί, εν μέρει θυμωμένο, εν μέρει παθιασμένο. Ο Γκρέι ήταν αρρενωπός, δυναμικός και δεσποτικός και η μυρωδιά του, η μυρωδιά του σανταλόξυλου, την τύλιξε. Πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί τη Λόρελ και το βιβλίο που είχε βρει, το τι σήμαινε, όμως όταν προσπάθησε να φανταστεί τον Γκρέι με την αδελφή της, της ήταν αδύνατον. Αντίθετα, είδε τον εαυτό της στην αγκαλιά του όπως ήταν εκείνη τη στιγμή κι ο πόθος φούντωσε μέσα της, κάνοντας το αίμα στις φλέβες της να κοχλάζει. Ποτέ δεν είχε νιώσει πάθος, ποτέ δεν το είχε καταλάβει, όμως τώρα το γνώριζε. Ήταν σαν να είχε κυριεύσει το σώμα της μια άλλη γυναίκα, ένα πλάσμα αμαρτωλό, αδιάντροπο, που φλεγόταν από τον ίδιο πόθο που διαισθανόταν ότι βασάνιζε και τον Γκρέι. «Σε θέλω», ψιθύρισε ο Γκρέι κι άρχισε να της δίνει καυτά φιλιά στο πλάι του λαιμού της. «Σε θέλω, Λέτι Μος, και σκοπεύω να σε αποκτήσω». Η Κόρι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ο Γκρέι κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του, έσκυψε το κεφάλι και της έδωσε ένα υγρό, πεινασμένο φιλί που της έκοψε την ανάσα και την έκανε να μουδιάσει ολόκληρη. Η γλώσσα του ενώθηκε με τη δική της καθώς εξερευνούσε το στόμα της, ενώ οι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

114

παλάμες της πίεζαν μάταια το στέρνο του. «Γκρέι...» ψιθύρισε, ψάχνοντας τη δύναμη να τον σταματήσει. «Σε παρακαλώ... δεν μπορούμε... δεν μπορούμε...» «Ω, ναι, Λέτι, μπορούμε», είπε εκείνος και τα χείλη του ξεκίνησαν ένα αργό ταξίδι κατά μήκος του πιγουνιού της, αφήνοντας πίσω τους υγρά, φλογερά ίχνη. Δεν είχε αντιληφθεί ότι τα δάχτυλά του είχαν ξεκουμπώσει την καπιτονέ ρόμπα της, μέχρι που την ένιωσε να γλιστράει από τους ώμους της. Τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της, ενώ τα δάχτυλά του έλυναν το κορδόνι της νυχτικιάς της, έτσι που το πάνω μέρος του γλίστρησε επικίνδυνα χαμηλά. Τα καυτά φιλιά του συνεχίστηκαν στο λαιμό και στους γυμνούς ώμους της, βάζοντας φωτιά στην επιδερμίδα της. Από τα χείλη της ακούστηκαν πνιχτά βογκητά όταν ο Γκέι κατέβασε ακόμα περισσότερο τη βαμβακερή νυχτικιά της, αποκαλύπτοντας τα στήθη της. Τα χείλη του έκλεισαν γύρω απ’ τη μια ρώγα της που σκλήρυνε αμέσως. «Είσαι υπέροχη», ψιθύρισε και πέρασε τη γλώσσα του γύρω από τη ρώγα της. «Ακριβώς όπως σε φανταζόμουν». Η Κόρι έτρεμε ολόκληρη. Το κορμί της συγκλονιζόταν από κύματα πόθου. Ο Γκρέι έλυσε την κορδέλα που συγκροτούσε την κοτσίδα της και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα πυκνά μαλλιά της, που έπεσαν στους ώμους της σαν καταρράκτης. «Είναι σαν φλόγες», είπε ο Γκρέι κι έθαψε το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Σαν μεταξένιες φλόγες». Φίλησε το πλάι του λαιμού της και η Κόρι ένιωσε την ένταση στο κορμί της να μεγαλώνει μαζί με τη λαχτάρα. Έγειρε προς το μέρος του, έτσι που αφέθηκε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. Ούτε καν η πίεση του ερεθισμένου ανδρισμού του στην κοιλιά της δε στάθηκε αρκετή για να μειώσει τον πόθο της. Τα χείλη του έκλεισαν και πάλι γύρω από τη ρώγα της κι ένα κύμα ηδονής την κυρίευσε, τόσο έντονο που φοβήθηκε ότι θα λιποθυμούσε. Το άλλο στήθος της λαχταρούσε κι εκείνο το άγγιγμά του και ο Γκρέι, σαν να το ήξερε, χάιδεψε με τα


KAT MARTIN

115

μακριά, επιδέξια δάχτυλά του τη θηλή της. Τα μέλη της μούδιασαν. Ο Γκρέι κάθισε στον καναπέ και την πήρε στα γόνατά του. Από τα χείλη της ακούστηκε ένα βογκητό. Ανακάθισε νευρικά κι ένιωσε μια φωτιά ν’ ανάβει ανάμεσα στα πόδια της. Τα δάχτυλα του Γκρέι ταξίδεψαν κατά μήκος της γάμπας της, ανασήκωσαν τη νυχτικιά της και γλίστρησαν στο εσωτερικό του μηρού της, χαράσσοντας ένα πυρωμένο μονοπάτι. Τα καμπανάκια του κινδύνου σήμαναν στο μυαλό της. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό! Πρέπει να σταματήσεις, προτού να είναι πολύ αργά! «Όχι!» αναφώνησε και σηκώθηκε από τον καναπέ. «Λεν... δεν μπορώ. Ω, Θεέ μου, τι κάνω;» Τα γόνατά της λύγιζαν. Τράβηξε ψηλότερα τη νυχτικιά της για να καλύψει τα στήθη της και, με δάχτυλα που έτρεμαν, έδεσε τη ροζ κορδέλα που τη συγκρατούσε. Ο Γκρέι κινήθηκε προς το μέρος της. «Όλα είναι εντάξει, γλυκιά μου, δεν πρόκειται να σου κάνω κακό. Θέλω μόνο να σου κάνω έρωτα». «Δε θα κάνεις τίποτα τέτοιο!» Τραβήχτηκε μακριά του. Τα μάγουλά της έκαιγαν κατακόκκινα όταν σκεφτόταν το θάρρος που του είχε επιτρέψει να πάρει, θάρρος για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεται. Και πόσο το είχε απολαύσει... «Πώς το κάνεις; Τι διαβολικά κόλπα χρησιμοποιείς;» Στα αισθησιακά χείλη του Γκρέι άνθισε ένα χαμόγελο, σαν να το διασκέδαζε. «Δεν υπάρχει τίποτα το διαβολικό στον έρωτα. Θα σε διδάξω, Λέτι. Έλα. Δε χρειάζεται να φοβάσαι». Όμως εκείνη οπισθοχωρούσε ήδη προς την πόρτα. Την άνοιξε και βγήκε ορμητικά στο διάδρομο. Άκουσε τον Γκρέι να μουρμουρίζει κάτι μέσα από τα δόντια του θυμωμένος, ενώ την ακολουθούσε στο διάδρομο. «Θα χρειαστείς το κερί σου», είπε και της το έδωσε. «Χωρίς αυτό, μπορεί να πέσεις». Όμως εκείνη συνέχιζε να τρέχει. Τα μαλλιά της ανέμιζαν πίσω


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

116

της, το κορμί της ακόμα μυρμήγκιαζε σε σημεία που δεν είχε μυρμηγκιάσει ποτέ πριν. Ω, έπρεπε να ήταν πιο προσεκτική, έπρεπε να μένει μακριά απ’ τον κόμη και να μην υποκύψει στην έντονη έλξη που ασκούσε πάνω της. Σκέφτηκε τη Λόρελ, έγκυο και μόνη. Δεν ήθελε να καταλήξει θύμα της γοητείας του κόμη. Κι ωστόσο, όταν σκεφτόταν τον Γκρέι και την ασυγκράτητη λαχτάρα που ξυπνούσε μέσα της, της ήταν αδύνατον να μην αναρωτηθεί αν ο κίνδυνος άξιζε τον κόπο. Η Κόρι έτρεμε, το κορμί της παλλόταν ακόμα από την ένταση, κι αντιλαμβανόταν ότι αν δεν ήταν προσεκτική, ο διαβολικός κόμης θα την οδηγούσε στην καταστροφή. *** Ο Γκρέι διέσχιζε το διάδρομο προς το γραφείο του. Το μυαλό του είχε εξαντληθεί, ενώ το κορμί του ήταν ακόμα αναστατωμένο από την αίσθηση του πόθου του, που δεν είχε βρει διέξοδο. Είχε πει στη Λέτι την αλήθεια. Αρχικά είχε πάει για έναν περίπατο στον κήπο κι ύστερα διάβαζε, επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν κάτι που του συνέβαινε πολύ συχνά. Οι σαρκικές ηδονές τού πρόσφεραν ανακούφιση για λίγο, όμως είχε βδομάδες να κοιμηθεί με γυναίκα. Αναστέναξε. Είχε κάψει όλες τις γέφυρες με την Μπέθανι. Δε θα έβρισκε ανακούφιση μαζί της. Και για να ήταν ειλικρινής, υπήρχε μόνο μία γυναίκα που ήθελε. Το μυστηριώδες πλάσμα που ζούσε στο ίδιο του το σπίτι. Έγραφε σε κάποιον φίλο του στο Λονδίνο, τον Ράντολφ Πίτερσεν, τον οποίο γνώριζε προτού ακόμα καταταγεί στο στρατό. Εκείνη την εποχή ο Ντολφ εργαζόταν για το υπουργείο Αμυνας, κάνοντας κάτι το οποίο ποτέ δεν μπορούσε να συζητήσει. Αρκετά χρόνια πριν είχε γίνει ιδιωτικός ερευνητής -και καλός, σύμφωνα με όσα είχε ακούσει. Ο Ντολφ ήταν ο τύπος του ανθρώπου που πάντα ήταν καλός στη δουλειά του


KAT MARTIN

117

-ό,τι κι αν αυτή περιλάμβανε. Του έγραφε ότι ήθελε να τον προσλάβει για να ερευνήσει για μια γυναίκα ονόματι Λέτι Μος, που υποτίθεται ότι ήταν σύζυγος του εξαδέλφου του, του Σάιρους Μος. Έδινε στον Ντολφ τις ελάχιστες πληροφορίες που γνώριζε, του έγραφε ότι η Λέτι ζούσε κατά τα φαινόμενα κάπου κοντά στην Υόρκη με τον Σάιρους, μέχρι που εκείνος είχε φύγει για την Αμερική ώστε να κάνει περιουσία. Του έγραφε ότι έδειχνε να είναι φτωχή και να χρειάζεται βοήθεια. Μάθε ό,τι μπορείς και επικοινώνησε μαζί μου το συντομότερο δυνατόν, έγραψε τελειώνοντας. Κι ύστερα υπέγραψε. Ο φίλος σου, Γκρέι Φόρσαϊθ, κόμης του Τρεμέιν. Σφράγισε το γράμμα με μια σταγόνα βουλοκέρι στην οποία πίεσε τη σφραγίδα των Τρεμέιν -ένα λιοντάρι κάτω από δύο σταυρωτά σπαθιά- και το πήρε στα διαμερίσματά του. Το πρωί θα έλεγε στον Σαμίρ να το στείλει με ειδικό αγγελιαφόρο στο Λονδίνο. Μπαίνοντας στο καθιστικό του, σκεφτόταν αυτό το γράμμα, αναρωτιόταν τι μπορεί να ανακάλυπτε ο Ντολφ κι έμπαινε σχεδόν στον πειρασμό να σκίσει το γράμμα. Ήθελε τη Λέτι Μος. Δεν ήθελε ν’ ανακαλύψει ο Πίτερσεν κάτι τόσο φρικτό, που θα τον ανάγκαζε να τη διώξει από το σπίτι του. Όρθιος μπροστά στην τουαλέτα με τον καθρέφτη, με το χαμηλό φως της λάμπας να τον φωτίζει, χτύπησε το γράμμα με τα δάχτυλά του κι ύστερα το άφησε, γνωρίζοντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να το στείλει. «Είστε αναστατωμένος», είπε ο Σαμίρ, που πρόβαλε αθόρυβα απ’ τις σκιές. «Εκείνη η γυναίκα δε σας πρόσφερε απόψε την ανακούφιση». «Όχι». «Σας ποθεί. Το βλέπει κανείς στον τρόπο που σας κοιτάζει. Τι θέλει σαν αντάλλαγμα για το κορμί της;»


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

118

Ο Γκρέι σχεδόν χαμογέλασε. Ο Σαμίρ θεωρούσε ότι όλα τα προβλήματα είχαν τη λύση τους. Το μόνο θέμα ήταν να την ανακαλύψεις. «Νομίζω ότι φοβάται. Έχει κοιμηθεί μόνο με το σύζυγό της, κι εκείνος ήταν αξιοθρήνητος εραστής». «Κι αυτό το καταλαβαίνω. Όμως εσείς είστε έμπειρος στη. τέχνη του πάθους. Θα της διδάξετε όσα πρέπει να γνωρίζει». «Υποθέτω πως ναι... με τον καιρό...» Όμως ο χρόνος έμοιαζε να γλιστράει μέσα από τα δάχτυλά του κάθε φορά που ήταν με τη Λέτι Μος. Έδωσε στον Σαμίρ το γράμμα. «Φρόντισε να σταλεί αύριο, εντάξει; Ίσως μάθουμε την αλήθεια για την κυρία Μος». Ο Σαμίρ υποκλίθηκε βαθιά. «Όπως επιθυμείτε, σαχίμπ», είπε και χάθηκε στις σκιές, αφήνοντας τον Γκρέι μόνο. Η Λέτι δεν ήταν παρά μια γυναίκα, σκέφτηκε, μια γυναίκα που δε διέφερε ιδιαίτερα απ’ τις δεκάδες άλλες που είχαν περάσει απ’ τη ζωή του. Κι όμως, τη χαρακτήριζε κάτι... κάτι που τον έκανε να πιστεύει ότι ίσως να ήταν κάτι περισσότερο απ’ ό,τι έδειχνε. Κάγχασε σαρκαστικά. Το μόνο που τον τραβούσε σ’ αυτήν ήταν το αισθησιακό κορμί της και το φλογερό πάθος που διαισθανόταν ότι διέθετε και λαχταρούσε ν’ αφήσει ελεύθερο. Ό,τι κι αν ανακάλυπτε ο Ντολφ για τη Λέτι, εκείνος σκόπευε να την κάνει δική του. Κι όταν θα γευόταν τις χάρες της, θα ήταν απλώς μία ακόμα γυναίκα, μια γυναίκα που με τον καιρό θα τη βαριόταν και θα μπορούσε να την ξεχάσει. Σκέφτηκε τη ζωή του, τις χώρες στις οποίες είχε ταξιδέψει, τις γυναίκες που είχε γνωρίσει. Μέχρι την επιστροφή του στην Αγγλία, δεν είχε νιώσει ποτέ αυτή την ανησυχία, αυτό το κενό που εξακολουθούσαν να τον βασανίζουν. Ή, ίσως και να τα είχε νιώσει. Ίσως όλα εκείνα τα χρόνια που ταξίδευε, τα χρόνια που είχε ζήσει στην Ινδία, να τα ένιωθε βαθιά μέσα του όλα αυτά. Όμως μόνο μετά το θάνατο της Τζίλιαν τού ήταν πλέον αδύνατον να τα αγνοεί. Τι ήταν αυτό που έψαχνε; Τι ήταν αυτό που ήθελε και που


KAT MARTIN

119

συνέχιζε να του ξεφεύγει, αυτό που έμοιαζε συνεχώς να γλιστρά μέσα από τα χέρια του; Δεν ήξερε και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Αναστέναξε. Έδιωξε απ’ το μυαλό του αυτές τις ανεπιθύμητες σκέψεις, γδύθηκε, έσβησε τη λάμπα και ξάπλωσε στο μοναχικό του κρεβάτι.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

120

Κεφάλαιο 11

Νωρίς το επόμενο πρωί, όταν η Άλισον μπήκε ορμητικά στο υπνοδωμάτιο της Κόρι, τη βρήκε παραζαλισμένη, έπειτα από μία ακόμα άγρυπνη νύχτα. «Έλα! Σήκω. Έχει έρθει να σε δει μια μοδίστρα απ’ το Λονδίνο! Όλο το σπίτι έχει αναστατωθεί». Η Κόρι άνοιξε τα μάτια και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της, τυφλωμένη από το φως του ήλιου που έμπαινε απ’ το παράθυρο. «Βιάσου!» Η Άλισον παραμέρισε τα σκεπάσματα και την τράβηξε απ’ το χέρι. ' «Αν είναι δυνατόν, τι κάνεις εκεί;» Η Κόρι, με βαριές κινήσεις, κατέβασε τα πόδια απ’ το κρεβάτι. Ήταν εξαντλημένη μετά τη συνάντησή της με τον κόμη το προηγούμενο βράδυ. Κι όταν είχε πέσει στο κρεβάτι, της ήταν αδύνατον να κοιμηθεί. «Σου είπα -έχει έρθει μια μοδίστρα απ’ το Λονδίνο, μια φημισμένη, Γαλλίδα μοδίστρα. Θα πρέπει να την κάλεσε ο κόμης Πρέπει να ντυθείς. Η μοδίστρα περιμένει -το ίδιο και ο κόμης». «Τι;» Η Άλισον βάλθηκε να τριγυρίζει στο δωμάτιο, ετοιμάζοντας τα εσώρουχα που θα φορούσε η Κόρι μαζί με ένα φόρεμα από ροδακινί, απαλή μουσελίνα και ασορτί, δερμάτινα πασουμάκια. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο κόμης είπε στη Ρεμπέκα ότι, αφού είσαι μέλος της οικογένειας, είναι καθήκον του να φροντίσει να ντύνεσαι σωστά. Νομίζω ότι τσακώθηκαν γι’ αυτό. Ο κόμης απλώς την αγνόησε».


KAT MARTIN

121

Η Κόρι σκέφτηκε τον αποφασιστικό άντρα που είχε συναντήσει στο διάδρομο το προηγούμενο βράδυ. «Δεν εκπλήσσομαι. Είναι συνηθισμένος να γίνεται αυτό που θέλει εκείνος». «Ίσως μπορέσεις να του το πεις όταν θα κατεβείς στο ισόγειο». «Δεν κατεβαίνω στο ισόγειο». Μετά τη φλογερή τους συνάντηση, ο τελευταίος που ήθελε να δει ήταν ο λόρδος Τρεμέιν. «Η οικονόμος μού είπε να σου πω ότι αν δεν κατεβείς, ο κόμης και η μοδίστρα θα ανεβούν στο δωμάτιό σου». «Αν είναι δυνατόν». «Ακριβώς. Καλύτερα να βιαστούμε». Έτσι, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, η Κόρι φόρεσε τα εσώρουχα, τις κάλτσες και τα παπούτσια της κι ύστερα το φόρεμα από μουσελίνα. Η Άλισον της βούρτσισε τα μακριά, μπερδεμένα της μαλλιά κι έπειτα τα έπιασε στο πλάι, με δύο χτενάκια από ταρταρούγα. «Δεν το πιστεύω αυτό», μουρμούρισε η Κόρι. «Στο Λονδίνο έχω ένα ολόκληρο σπίτι γεμάτο ρούχα. Δε μου χρειάζονται άλλα». «Όχι, αλλά ο κόμης δεν το γνωρίζει αυτό. Πιστεύει ότι είσαι η Λέτι, το ξέχασες;» Η Κόρι βόγκησε. «Καλύτερα να ξεκινήσεις». Η Κόρι, παραιτημένα, πήρε μια βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Στη βάση της σκάλας στεκόταν η κυρία Κίτρικ, η οικονόμος, μια τροφαντή γυναίκα με γκρίζα μαλλιά. «Σας περιμένουν στην Ουράνια Αίθουσα», είπε η οικονόμος. Επρόκειτο για ένα σαλόνι σε παλιότερο τμήμα του κάστρου, το ταβάνι του οποίου είχε ζωγραφιστεί στη διάρκεια της Αναγέννησης, με παραστάσεις από χερουβείμ σε λευκά σύννεφα, με φόντο τον γαλάζιο ουρανό. «Αν έχετε την καλοσύνη, ακολουθήστε με, παρακαλώ». Η Κόρι ακολούθησε την οικονόμο, που σπάνια έβγαινε έξω απ’ την κουζίνα. Ήταν πάντα πολύ απασχολημένη και έδειχνε να


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

122

είναι εξαιρετικά ικανή. Η Κόρι ήταν σίγουρη ότι η Ρεμπέκα δε θα δεχόταν τίποτα λιγότερο απ’ το προσωπικό της. Μάζεψε το κουράγιο της για να αντιμετωπίσει τον κόμη, πέρασε δίπλα από την οικονόμο και μπήκε στο σαλόνι. Ο Τρεμέιν περίμενε πλάι σε μια ψηλή, λεπτή γυναίκα με ελαφρά ρυτιδωμένο πρόσωπο και σκούρα μαλλιά με γκρίζες ανταύγειες. «Ήρθα -μετά από δική σας επιμονή», είπε η Κόρι. «Όμως δεν υπάρχει λόγος να μου αγοράσετε ρούχα». Πίεσε τον εαυτό της να κοιτάξει τον Γκρέι. Αρνιόταν να σκεφτεί τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ και προσευχόταν ότι δε θα κοκκίνιζε. «Στην πραγματικότητα, υπάρχει», είπε ο Γκρέι. «Αν θυμάστε, καταστρέψατε ένα από τα ταλαιπωρημένα σας φορέματα τη μέρα που σώσατε εκείνο το ψωριάρικο σκυλί. Δε νομίζω να φέρατε πολλά μαζί σας και, ακόμα κι αν φέρατε, δεν είναι κατάλληλα για να τα φοράτε». Η σκληρή έκφρασή του μαλάκωσε. «Λέτι, αφήστε με να το κάνω αυτό για σας. Έχω και με το παραπάνω την οικονομική δυνατότητα. Θα ήθελα πολύ να σας κάνω δώρο μερικά φορέματα». Η Κόρι ένιωσε σαν το χειρότερο είδος απατεώνα. Ήταν μία από τις πλέον καλοντυμένες γυναίκες του Λονδίνου. Στην πραγματικότητα, περηφανευόταν για την γκαρνταρόμπα της. Πώς μπορούσε να επιτρέψει στον κόμη να ξοδέψει τα χρήματά του για μια γυναίκα που είχε πολλά δικά της φορέματα και που βρισκόταν εκεί για να αποδείξει ότι ήταν δολοφόνος; Προσπάθησε να σκεφτεί τι θα έκανε η Λέτι ή, τουλάχιστον, η Λέτι που υποδυόταν εκείνη. Άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το δικό του. «Λόρδε μου, σας παρακαλώ. Αναγκάστηκα να ταπεινωθώ, να έρθω εδώ και να ζητήσω τη βοήθειά σας. Θα το θεωρούσα προσωπική χάρη αν δεν κάνατε χειρότερη την ταπείνωσή μου, αναγκάζοντάς με να δεχτώ τη γενναιοδωρία σας. Δε θα δεχτώ να μου αγοράσετε τα ρούχα που θα φοράω». Ο Γκρέι έδειχνε έκπληκτος, σαν να μη γνώριζε καμιά γυναίκα που θα αρνιόταν ένα τέτοιο δώρο. «Λέτι, χρειάζεστε τα


KAT MARTIN

123

φορέματα». «Σύντομα θα έχω το δικό μου εισόδημα. Και τότε θα μπορώ να αγοράζω ό,τι χρειάζομαι». Ο Γκρέι συνοφρυώθηκε. «Είστε σίγουρη; Οι περισσότερες γυναίκες θα δέχονταν ευχαρίστως μια τέτοια προσφορά». «Διαφέρω από τις περισσότερες γυναίκες, λόρδε μου». «Ναι», είπε ο Γκρέι μ’ εκείνη την απαλή, βαθιά φωνή του που έστελνε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. «Όσο γι’ αυτό, δε χωράει αμφιβολία». Στράφηκε στη μοδίστρα. «Φυσικά, θα σας αποζημιώσω για τον κόπο σας να έρθετε ως εδώ και θα προσθέσω ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα». Η μοδίστρα ένευσε. Έδειχνε ικανοποιημένη. «Ευχαριστώ, λόρδε μου», είπε. Ο Γκρέι απλώς ένευσε. Κοιτούσε την Κόρι με έναν τρόπο που δεν την είχε κοιτάξει ποτέ ως τότε, με μια δόση θαυμασμού. Κι εκείνη, για πρώτη φορά, συνειδητοποιούσε πόσο πολύ ήθελε να αποδείξει ότι ο Γκρέι Φόρσαϊθ δεν ήταν ο δολοφόνος της αδελφής της. *** Το επόμενο πρωί έβρεχε, αλλά όταν η Κόρι ντύθηκε και ήταν έτοιμη να ξεκινήσει για το χωριό, ένας λαμπερός ήλιος είχε σηκωθεί πάνω από τα καταπράσινα λιβάδια. Χαρούμενη για το δώρο μιας τόσο όμορφης μέρας, που θα τη βοηθούσε να βελτιωθεί η άσχημη διάθεσή της, έκανε μια στάση στο στάβλο να δει πώς ήταν ο Όμηρος. Τον βρήκε να τριγυρίζει νευρικά μέσα σε έναν περιορισμένο χώρο όπου τον είχαν βάλει για να τον φροντίζουν. «Χρειάζεται λίγη άσκηση, κυρία». Ο σταβλίτης, ένας νεαρός ονόματι Ντίκι Μάικλς, στεκόταν στην πόρτα του χωρίσματος. «Ο Όμηρος δεν έχει συνηθίσει να είναι περιορισμένος». Ο λεπτός, νευρώδης νεαρός χάιδεψε τα αυτιά του σκύλου, που ήταν φανερό ότι είχε κάνει έναν καινούριο φίλο.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

124

Η Κόρι χαμογέλασε. «Πηγαίνω στο χωριό. Νομίζεις ότι ο Όμηρος είναι αρκετά καλά ώστε να έρθει μαζί μου;» Ο Ντίκι άνοιξε την πόρτα του χωρίσματος κι ο σκύλος όρμησε έξω. Βάλθηκε να γαβγίζει χαρούμενα και να χοροπηδά γύρω από τα πόδια της. «Δείχνει να είναι μια χαρά. Νομίζω ότι ένας περίπατος θα του κάνει καλό». «Κι αν τρέξει και φύγει;» Ο Ντίκι ανασήκωσε τους ώμους του. «Νομίζω ότι αν θέλει την ελευθερία του, οφείλετε να του τη δώσετε». «Ναι, υποθέτω ότι έτσι είναι». Όμως ο Όμηρος έμοιαζε απόλυτα ευχαριστημένος να προχωράει πλάι της. Πού και πού κυνηγούσε καμιά πεταλούδα, μύριζε τα αγριολούλουδα στο λιβάδι, έσκαβε τρύπες στο μαλακό, βρεγμένο χώμα. Η Κόρι χάιδεψε το μακρύ, γκρίζο τρίχωμά του που τώρα, χάρη στον Ντίκι, ήταν καθαρό. «Ίσως αυτή τη φορά βρούμε κάποιες απαντήσεις», είπε στο σκύλο καθώς απομακρύνονταν απ’ το σπίτι, αν και, φυσικά, ο Όμηρος δεν απάντησε. Η Κόρι, έχοντας βρει το βιβλίο της Λόρελ, ήξερε ότι η πιλοποιός είχε δίκιο. Ο άντρας που είχε ερωτευτεί η αδελφή της θα πρέπει να ήταν κάποιος από τους λόρδους του κάστρου Τρεμέιν. Το ερώτημα που παρέμενε, ήταν: ποιος. Ίσως κάποιος απ’ το χωριό να γνώριζε, αλλά ποιος; Και πώς θα τον έπειθε να της μιλήσει; Σκέφτηκε ότι το πιθανότερο ήταν πως η αδελφή της δε συναντούσε τον εραστή της στο κάστρο. Ίσως κάποιος στο πανδοχείο να τους είχε δει μαζί. Κατευθύνθηκε προς τα κει, περνώντας ανάμεσα από τα μαγαζιά. Στο δρόμο προσπέρασε αρκετά κάρα, φορτωμένα με εμπορεύματα. Ο Όμηρος γάβγισε σε ένα μεγάλο σκυλί που βρισκόταν στην καρότσα ενός κάρου -δεμένο γερά, ευτυχώς. Η Κόρι έφτασε στα όρια του χωριού κι αντίκρισε την ταβέρνα «Γκριν Ντράγκον». «Εσύ μείνε εδώ», είπε στον Όμηρο κι αναρωτήθηκε αν ο


KAT MARTIN

125

σκύλος θα την υπάκουε. Ύστερα ανέβηκε τα ξύλινα σκαλοπάτια, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο πανδοχείο. Στα αριστερά βρισκόταν η τραπεζαρία της ταβέρνας. Ένας χαμηλοτάβανος, γεμάτος καπνούς χώρος με φθαρμένο, δρύινο πάτωμα και χοντρά, ακατέργαστα δοκάρια που συγκρατούσαν την οροφή. Πλησίασε μια από τις σερβιτόρες, ελπίζοντας ότι με το σωστό αντίτιμο, θα ήταν πρόθυμη να μιλήσει. Έβγαλε ένα ασημένιο νόμισμα από την τσάντα της και το κράτησε μπροστά στο αδιάφορο, στρογγυλό πρόσωπο της κοπέλας. Ήταν νεότερη από εκείνη, ξανθιά, με ανοιχτή επιδερμίδα και φορούσε μια λευκή μπλούζα με ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ντεκολτέ. Για μια στιγμή η Κόρι θυμήθηκε τις παλάμες του κόμη να καλύπτουν τα δικά της στήθη, την αίσθηση των χειλιών του στην επιδερμίδα της. Βάζοντας τα δυνατά της να μην κοκκινίσει, έδιωξε απ’ το μυαλό της αυτές τις αναμνήσεις που την έκαναν να ντρέπεται και έστρεψε την προσοχή της στη σερβιτόρα. «Θα ήθελες να κερδίσεις αυτό το νόμισμα;» ρώτησε. Η κοπέλα την κοίταξε καχύποπτα. «Φυσικά και θα ήθελα». «Πώς σε λένε;» «Γκρέτα. Γκρέτα Τουΐντ». «Γκρέτα, γνωρίζεις τους λόρδους που ζουν στο κάστρο Τρεμέιν;» Η κοπέλα ένευσε καταφατικά. «Ο κόμης, ο αδελφός του και ο νεαρός λόρδος Τζέισον περνούν εκεί το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους». Άπλωσε το χέρι να πάρει το νόμισμα, όμως η Κόρι το τράβηξε πίσω. «Κάποιος απ’ αυτούς συναντούσε μια κοπέλα ονόματι Λόρελ Γουίτμορ. Η κοπέλα έμενε στο Σέλκερκ Χολ. Ξέρεις ποιος από τους τρεις ήταν;» Η Κόρι κράτησε ψηλά το νόμισμα και η Γκρέτα το κοίταξε με λαχτάρα. «Στοιχηματίζω ότι θα ήταν ο λόρδος Τζέισον». Η σερβιτόρα χαμογέλασε. «Αυτός ο άντρας έχει αντοχές ταύρου. Και θα μπορούσε να πάρει τα μυαλά οποιασδήποτε γυναίκας». Ήταν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

126

ξεκάθαρο ότι μιλούσε από προσωπική εμπειρία κι η Κόρι ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και πάλι. «Όμως μαντεύεις», επέμεινε. «Δεν είσαι σίγουρη». Η Γκρέτα ανασήκωσε τους γεμάτους φακίδες ώμους της. «Είναι και οι τρεις τους αμαρτωλά όμορφοι. Θα μπορούσε να ήταν κι ο ίδιος ο κόμης. Δεν πληρώνει για τη διασκέδασή του, όπως ο νεότερος λόρδος. Κυρίως κοιμάται μ’ εκείνες που αυτοαποκαλούνται κυρίες. Υποθέτω ότι η κόρη ενός υποκόμη θα του ταίριαζε μια χαρά, όμως δε δείχνει ο τύπος που θα ερωτοτροπούσε με μια αθώα κοπέλα. Θα έλεγα ότι προτιμά γυναίκες με εμπειρία». Η Γκρέτα έσκυψε πιο κοντά στην Κόρι. «Σύμφωνα με τις φήμες, είναι εξαιρετικά προικισμένος. Λένε ότι εκεί στην Ινδία που ήταν, μελέτησε όλους τους τρόπους του έρωτα. Ξέρει ακριβώς πώς να ικανοποιήσει μια γυναίκα». Χαμογέλασε. «Δε θα με πείραζε να δοκίμαζα λίγο και η ίδια». Η Κόρι έγινε κατακόκκινη κι ευχήθηκε να μπορούσε να το βάλει στα πόδια. Έδωσε στην κοπέλα το νόμισμα. «Υπάρχει κάποιος που να ξέρει με σιγουριά ποιος ήταν ο άντρας που με ενδιαφέρει;» «Γνωρίζω σχεδόν ό,τι συμβαίνει σ’ αυτά τα μέρη. Αν κάποιος από τους λόρδους κοιμόταν με εκείνη την κοπέλα, φρόντισε να το κρατήσει κρυφό». «Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθειά σου, Γκρέτα». Η Κόρι γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αδιαφορώντας για τα απορημένα βλέμματα των αντρών στη γεμάτη καπνούς ταβέρνα. Βγήκε στο φως του ήλιου. Δεν έπρεπε να είχε πάει στην ταβέρνα. Ήταν κάθε άλλο παρά σωστό για μια ασυνόδευτη γυναίκα να επισκέπτεται μια ταβέρνα, όμως επρόκειτο για ένα μέρος όπου με τα χρήματα μπορούσε κανείς συχνά να εξασφαλίσει πληροφορίες και έπρεπε να δοκιμάσει. Αναρωτήθηκε για εκατοστή φορά αν ο άντρας που έψαχνε ήταν ο Γκρέι. Αν είχε χρησιμοποιήσει τις διαβολικές του ικανότητες ώστε να στερήσει από τη Λόρελ την αθωότητά της. Μετά από


KAT MARTIN

127

τη νυχτερινή τους συνάντηση, πίστευε ότι διέθετε αναμφισβήτητα την ικανότητα να το κάνει. Ένα γάβγισμα τράβηξε την προσοχή της. Ο Όμηρος ήταν καθισμένος στα πίσω πόδια του και περίμενε την επιστροφή της. Η μακριά, κόκκινη γλώσσα του κρεμόταν. Τα αυτιά του σηκώθηκαν όταν την είδε κι εκείνη χαμογέλασε, χαρούμενη που ο σκύλος είχε αποφασίσει να μείνει. Ήταν καλό να έχει φίλους, έστω κι αν ήταν τριχωτοί, όταν βρισκόταν σε ένα σπίτι γεμάτο ίντριγκες. Σκέφτηκε τον κόμη και ένιωσε να την πνίγουν οι ενοχές γι’ αυτό που είχε επιτρέψει να συμβεί. Ίσως αυτό να ήταν το θέμα με τις επιθυμίες. Εκείνες σε επέλεγαν, κι όχι το αντίθετο. *** Η Κόρι άφησε πίσω της την ταβέρνα και κατευθύνθηκε προς τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Στο παντοπωλείο του Πέντεργκαστ έμοιαζε να επικρατεί κάποια αναστάτωση. Ξαφνιάστηκε βλέποντας τον κόμη να μιλάει με ένα αγόρι δέκα περίπου ετών. Ο παντοπώλης ήταν κι εκείνος παρών, ένας παχύς άντρας με γκρίζες, σγουρές μπαρμπέτες. Περίεργη, κατευθύνθηκε προς τα κει, μένοντας κοντά στα κτίρια για να μην τραβήξει την προσοχή. «Το ξέρεις ότι η κλοπή είναι έγκλημα;» ρωτούσε ο Γκρέι το αγόρι, ένα αδύνατο, βρόμικο, ρακένδυτο χαμίνι με καστανά, όρθια μαλλιά. «Μάλιστα, λόρδε μου». «Πεινάς; Γι’ αυτό έκλεψες το ψωμί;» «Αυτό δεν έχει καμία σημασία», παρενέβη ο παντοπώλης. «Ο μικρός πρέπει να τιμωρηθεί. Ένα καλό βίτσισμα είναι ο μόνος τρόπος να μάθει τη διαφορά ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος». Ο μικρός χλόμιασε, πράγμα που έκανε τα σκούρα, καστανά


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

128

μάτια του να φαντάζουν τεράστια στο πρόσωπό του. Ο Γκρέι κοίταξε τον παντοπώλη σαν να τον προειδοποιούσε να σταματήσει και ένας μυς τρεμόπαιξε στο πιγούνι του. Η Κόρι σκέφτηκε ότι θα πρέπει να θυμόταν το ξύλο που είχε φάει εκείνος όταν ήταν μικρός. «Σε ρώτησα γιατί έκλεψες το ψωμί». Η Κόρι κοίταξε τη σκληρή έκφραση του κόμη και λυπήθηκε το μικρό αγόρι. Το παιδί σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον Γκρέι. Στην έκφρασή του διακρίνονταν ο φόβος και ταυτόχρονα μια ατίθαση διάθεση. «Ο πατέρας μου πέθανε από αρρώστια των πνευμόνων. Ήρθαμε με τη μητέρα μου απ’ το Λονδίνο να μείνουμε με την αδελφή της, όμως, όταν φτάσαμε στο σπίτι της, η θεία Τζέινι δεν ήταν εκεί. Είχε φύγει. Δεν είχαμε καθόλου φαγητό. Και η μητέρα μου ήταν τρομερά αδύναμη. Δεν... δεν ήθελα να πεθάνει σαν τον πατέρα μου». Ο χοντρός παντοπώλης ξεφύσησε θυμωμένος. «Πηγαίνω στην αστυνομία. Δε θα ανεχτώ καμία κλοπή, όποια κι αν είναι η δικαιολογία του μικρού». «Μια στιγμή, Πέντεργκαστ. Δεν υπάρχει λόγος να τρέξεις τόσο βιαστικός». Ο επιτακτικός τόνος του Τρεμέιν έκανε τα λόγια του ν’ ακούγονται περισσότερο σαν διαταγή. Ο μικρός έτρεμε όταν κοίταξε τη σκληρή έκφραση του κόμη. «Πώς σε λένε, μικρέ;» «Τζόρτζι Χομπς, λόρδε μου». «Πού είναι τώρα η μητέρα σου;» «Στο σπίτι όπου έμενε η θεία Τζέινι. Περίπου ενάμισι χιλιόμετρο έξω απ’ το χωριό». «Ξέρεις ότι είναι λάθος να κλέβεις». Ο μικρός χαμήλωσε το βλέμμα κι έσυρε τη μύτη του φθαρμένου παπουτσιού του στο χώμα. «Μάλιστα, σερ». Ο Πέντεργκαστ άνοιξε το στόμα του να διαμαρτυρηθεί, όμως ο κόμης σήκωσε το χέρι. «Θα πληρώσω εγώ για το ψωμί που έκλεψες, όπως και για λίγο τυρί και κρέας. Θα τα πας στη


KAT MARTIN

129

μητέρα σου. Όταν φάτε, θα έρθετε στο κάστρο και θα δουλέψετε, ώστε να ξεπληρώσετε την αξία των φαγητών. Αν δεν το κάνετε, θα έρθω να σας βρω. Και θα σου δώσω εγώ ο ίδιος το χέρι ξύλο που ο κύριος Πέντεργκαστ πιστεύει ότι σου αξίζει. Είναι ξεκάθαρο αυτό;» «Μάλιστα, σερ». «Έχω το λόγο σου;» «Μάλιστα, λόρδε μου. Το λόγο της τιμής μου, τ’ ορκίζομαι». «Δώσ’ του ό,τι χρειάζεται», είπε ο Τρεμέιν στον παντοπώλη. «Και βάλ’ τα στο λογαριασμό μου». «Μάλιστα, λόρδε μου». Ο παντοπώλης έμοιαζε αυτάρεσκα ικανοποιημένος, έχοντας κάνει μια πώληση που δεν περίμενε. Ο κόμης, αφήνοντας τον μικρό να πάρει τα πράγματα, γύρισε και άρχισε να προχωράει προς τα κει όπου ήταν η Κόρι. Ω, θα έπρεπε να είχε φύγει νωρίτερα. Τώρα δεν υπήρχε διαφυγή. Ο κόμης σήκωσε το κεφάλι του όταν την είδε. «Λοιπόν, κυρία Μος... νόμιζα ότι θα περνούσε κάποιος καιρός μέχρι να σας ξαναδώ. Φανταζόμουν ότι μετά τη συνάντηση με τη μοδίστρα, στην οποία αναγκαστήκατε να παραβρεθείτε, θα μένατε για τουλάχιστον αρκετές μέρες κλεισμένη στην κάμαρά σας σαν τρομαγμένος λαγός». Η Κόρι ένιωσε την οργή της να φουντώνει. Δεν ήταν δειλή, ποτέ δεν ήταν. «Τότε πέσατε πολύ έξω, λόρδε μου». Ο Γκρέι έσμιξε τα φρύδια του κι η Κόρι σκέφτηκε ότι, ενώ η Κόραλι Γουίτμορ δεν ήταν δειλή, η Λέτι Μος δε θα ήταν τόσο γενναία. «Θέλω να πω... συ... συνειδητοποιώ πως για ό,τι συνέβη, οι ευθύνες δεν ήταν αποκλειστικά δικές σας». «Όχι;» «Στο κάτω κάτω, είμαι μια παντρεμένη γυναίκα. Θα όφειλα να γνωρίζω ότι δε μου επιτρέπεται να αφήνω τα πράγματα να ξεφεύγουν σε τέτοιο βαθμό». Ο Τρεμέιν δε μίλησε, όμως ήταν ξεκάθαρο ότι δε μετάνιωνε καθόλου για ό,τι είχε συμβεί. Εκείνη τη στιγμή ο Όμηρος έτρεξε προς το μέρος τους, γαβγίζοντας για να τραβήξει την προσοχή τους. Η Κόρι,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

130

χαρούμενη για την παρέμβασή του, έσκυψε και του χάιδεψε το κεφάλι. «Φοβάμαι ότι θα πρέπει να πηγαίνω», του είπε. «Επέστρεφα στο κάστρο». Κοίταξε προς το παντοπωλείο του Πέντεργκαστ και στάθηκε αδύνατον να μην κάνει, έστω και απρόθυμα, ένα επιδοκιμαστικό σχόλιο. «Πολύ καλά κάνατε, λόρδε μου. Δε θα ήταν σωστό να τιμωρηθεί ένα παιδί επειδή προσπάθησε να εξασφαλίσει φαγητό για τη μητέρα του». «Όχι. Αν και ούτε το να κλέβει κανείς είναι σωστό. Μη σκεφτείς ούτε για μια στιγμή ότι δε θα τηρήσω την υπόσχεσή μου αν ο μικρός δεν τηρήσει το λόγο του». Η Κόρι δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’ αυτό. Ο Τρεμέιν ήταν ταγματάρχης στο στρατό. Η πειθαρχία και η αίσθηση της τιμής θα πρέπει να αποτελούσαν βασικά στοιχεία της ζωής του. Τιμή. Πότε είχε αρχίσει να σκέφτεται τον διαβολικό κόμη σαν κάποιον ο οποίος θα μπορούσε να διαθέτει οποιοδήποτε είδος τιμής; «Κι εγώ στο σπίτι πήγαινα», είπε ο Γκρέι. «Θα σε συνοδεύσω». Η Κόρι συγκρότησε την παρόρμηση να αρνηθεί τη συνοδεία του κόμη, να του πει πως ούτε τον ήθελε ούτε τον χρειαζόταν κοντά της. Ήταν ήδη αρκετά δύσκολο το ότι ζούσε στο ίδιο σπίτι μαζί του. Όμως ήταν φιλοξενούμενή του. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να συμφωνήσει. Ο κόμης πήρε το άλογό του και άρχισε να προχωρά πλάι της στο μονοπάτι. Ο Όμηρος τους ακολουθούσε. Κανείς απ’ τους δυο δε μιλούσε ιδιαίτερα και η Κόρι έβρισκε αυτή τη γεμάτη συντροφικότητα σιωπή απρόσμενα ευχάριστη. «Δείχνει να σας αρέσει το χωριό», είπε τελικά ο Γκρέι. «Περνάτε αρκετό από το χρόνο σας εκεί». Η Κόρι ανασήκωσε τους ώμους. Δεν την ευχαριστούσε καθόλου το ότι ο κόμης το είχε προσέξει. «Μου αρέσει να κάνω περιπάτους. Και οι κάτοικοι του χωριού είναι φιλικοί». Άφησαν το άλογο και τον Όμηρο στον Ντίκι, που περίμενε μπροστά στο σπίτι. Ο Τρεμέιν την έπιασε αγκαζέ, για να τη


KAT MARTIN

131

βοηθήσει να ανεβεί τα πέτρινα σκαλοπάτια της εισόδου. Η πόρτα άνοιξε μόλις έφτασαν μπροστά της. Ο μελαχρινός υπηρέτης του Γκρέι απ’ την Ινδία τούς περίμενε στο χολ της εισόδου. «Τι συμβαίνει, Σαμίρ;» ρώτησε ο Τρεμέιν. «Ήρθε ένα γράμμα για τη μεμσαχίμπ. Έφτασε όταν ήταν στο χωριό». Η Κόρι κοίταξε συνοφρυωμένη τον μικρόσωμο άντρα. «Πώς ήξερες ότι πήγα στο...; Δεν έχει σημασία». Άπλωσε το χέρι και πήρε το γράμμα που απευθυνόταν στη Λέτι Μος. «Με συγχωρείτε, λόρδε μου». Ο Γκρέι έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. «Φυσικά». Η Κόρι γύρισε κι ανέβηκε στο δωμάτιό της. Οι μόνοι άνθρωποι που γνώριζαν πού βρισκόταν, που γνώριζαν το όνομα που χρησιμοποιούσε, ήταν η θεία της η Άγκνες, η Άλισον, η Κρίστα και ο Λέιφ. Φυσικά, έγραφε στους γονείς της. Δεν ήθελε να τους κινηθούν υποψίες. Όμως τα γράμματα από εκείνους παραδίδονταν στο Σέλκερκ Χολ και της τα πήγαινε η Άλισον. Κοίταξε το γράμμα που κρατούσε, ενώ έκλεινε την πόρτα του δωματίου. Είχε σταλεί από την Κρίστα. Έσπασε τη σφραγίδα από βουλοκέρι. Το περιεχόμενό του ήταν σύντομο. Ο Λέιφ προσέλαβε τον Ντολφ Πίτερσεν να ερευνήσει για τον Γκρέισον Φόρσαϊθ. Ο κύριος Πίτερσεν λέει ότι ο θάνατος της συζύγου του κόμη οφειλόταν σε ατύχημα. Δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη δολοφονίας. Ακόμα ο Πίτερσεν λέει ότι τη νύχτα που πέθανε η Λόρελ, ο κόμης ήταν με την Μπέθανι Τσέιμπερς, την κόμισσα του Ντεβάν. Έμεινε στο σπίτι της ως το πρωί. Σύμφωνα με τον Ντολφ, ο Τρεμέιν μόλις που γνώριζε τη Λόρελ. Σε παρακαλώ να έρθεις σπίτι. Οι φίλοι σου, Κρίστα και Λέιφ. Δεν ήταν ο Γκρέι, δεν ήταν ο Γκρέι, δεν ήταν ο Γκρέι, σκεφτόταν η Κόρι παραζαλισμένη. Αυτά τα λόγια στριφογυρνούσαν στο μυαλό της, φέρνοντας μαζί τους το πιο μεθυστικό κύμα ανακούφισης. Κάθισε βαριά


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

132

στον πάγκο στα πόδια του κρεβατιού, την ίδια στιγμή που η Άλισον χτυπούσε την πόρτα και έμπαινε στο δωμάτιο. «Τι συνέβη; Τι έγινε;» Η Άλισον, με το σκούφο της καμαριέρας βαλμένο κάπως στραβά, έτρεξε κοντά στην Κόρι που ήταν καθισμένη στον πάγκο. «Είσαι καλά; Δείχνεις αναστατωμένη». Η Κόρι τής έδειξε το γράμμα. «Δεν ήταν ο Γκρέι... θέλω να πω, ο λόρδος Τρεμέιν. Εκείνο το βράδυ ήταν με την ερωμένη του». Και μπορεί αυτή η σκέψη να την ενοχλούσε, όμως η γνώση ότι ο άντρας που την έλκυε τόσο έντονα δεν ήταν ο εραστής της Λόρελ, αφαιρούσε ένα τεράστιο βάρος από τους ώμους της. Αυτό σήμαινε ότι θα ήταν μάλλον απίθανο να ευθυνόταν εκείνος για ό,τι είχε συμβεί στη Λόρελ και το μωρό της. Η Άλισον διάβασε το γράμμα και της το έδωσε πίσω. «Νόμιζες ότι ήταν ο κόμης, όμως δεν είναι. Μπορούμε, λοιπόν, τώρα να γυρίσουμε στο σπίτι;» Η Κόρι αναστέναξε. «Δεν ήταν ο Γκρέι, όμως το βιβλίο που βρήκα στο γραφείο αποδεικνύει ότι η Λόρελ ήταν ερωτευμένη με κάποιον από τους άντρες αυτού του σπιτιού. Πρέπει απλώς να βρούμε με ποιον». «Αυτό είναι το μόνο που έχουμε να κάνουμε;» ρώτησε η Άλισον σαρκαστικά. «Θα πρέπει να είναι ένας απ’ αυτούς». «Τότε γιατί απλώς δεν τους ρωτάς; Ίσως ο ένοχος ομολογήσει». Ω, θα ήταν αδύνατον να κάνει κάτι τέτοιο. Ή μήπως όχι; Ωστόσο αυτή η σκέψη τής κέντριζε το ενδιαφέρον. Δε θα μπορούσε να ρωτήσει τον Τζέισον ή τον Τσαρλς, όμως τον Γκρέι; Είχε εμπιστοσύνη στις ικανότητες του Ντολφ Πίτερσεν ν’ ανακαλύπτει την αλήθεια, πράγμα που σήμαινε ότι ο Γκρέι δεν είχε ποτέ σχέση με τη Λόρελ. Ίσως όμως ο κόμης να γνώριζε ποιος από τους άλλους δύο είχε. Ένιωσε μια παράξενη νευρικότητα να την κυριεύει. Αν ήθελε να μάθει τι γνώριζε ο κόμης, θα έπρεπε να του μιλήσει, να περάσει χρόνο μαζί του, να κερδίσει ένα μέρος τουλάχιστον της εμπιστοσύνης του. Ω, με δυσκολία κατάφερνε ακόμα και να


KAT MARTIN

133

σκέφτεται όταν βρισκόταν κοντά του. Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της όταν ήταν μαζί του, δεν εμπιστευόταν τα ατίθασα, φλογερά συναισθήματα που τόσο εύκολα της ξυπνούσε. Ωστόσο, αν προσέγγιζε το θέμα προσεκτικά, αν ήταν συγκεντρωμένη και κατάφερνε να ελέγχει τις αντιδράσεις του σώματός της, ίσως ο κόμης να της έλεγε αυτά που ήθελε να μάθει. «Έχεις εκείνο το βλέμμα...» είπε η Άλισον, που είχε αρχίσει να τη γνωρίζει καλά. «Αγαπημένη μου Άλισον, ίσως να είχες μια εξαιρετική ιδέα». «Τι; Εγώ αστειευόμουν, Κόραλι. Δεν μπορείς έτσι απλά να τους ρωτήσεις». «Όχι, αλλά αν χειριστώ το θέμα προσεκτικά, ίσως μπορέσω να πάρω τις πληροφορίες που χρειάζομαι από τον κόμη». Η Αλισον έδειξε το γράμμα που κρατούσε η Κόρι. «Ίσως αυτός ο κύριος Πίτερσεν να μπορεί να ανακαλύψει ποιος ήταν ο εραστής της Λόρελ». Η Κόρι ένευσε. «Καλή ιδέα. Θα έπρεπε να την είχα σκεφτεί εγώ. Το ήξερα ότι υπήρχε κάποιος λόγος που σε πήρα μαζί μου». Σηκώθηκε, γονάτισε πλάι στο κρεβάτι, τράβηξε από κάτω τη βαλίτσα της, την άνοιξε και έκρυψε το γράμμα στον πάτο της. «Απόψε θα γράψω στην Κρίστα, θα της πω για το βιβλίο που βρήκα και θα της πω να ζητήσει από τον κύριο Πίτερσεν να συνεχίσει την έρευνά του για τους άλλους δύο Φόρσαϊθ. Στο μεταξύ, θα δω τι θα μπορέσω να μάθω από τον κόμη». Η Άλισον βόγκηξε. Η Κόρι, συγκροτώντας ένα χαμόγελο, κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Επιστρέφω σε λίγο». «Είσαι σίγουρη ότι ξέρεις τι πας να...» Η Κόρι έκλεισε βιαστικά την πόρτα και κοντοστάθηκε στο διάδρομο, για να μαζέψει το κουράγιο της. Δεν ήθελε να περάσει κι άλλο χρόνο με τον Γκρέι, όμως χρειαζόταν πληροφορίες και, για να τις αποκτήσει, δεν είχε άλλη επιλογή.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

134

Κεφάλαιο 12

Η Κόρι βρήκε τον κόμη στο στάβλο, να βουρτσίζει το εντυπωσιακό, μαύρο άλογό του. Ο κόμης δεν έδειχνε να έχει αντιληφθεί την παρουσία της, κι έτσι στάθηκε απλώς να τον κοιτάζει, προσπαθώντας να βρει το κουράγιο να τον πλησιάσει. Τον παρακολούθησε να βουρτσίζει το άλογο κι ύστερα να το σελώνει. Αν και ήταν μεγαλόσωμος άντρας με φαρδιούς ώμους, υπήρχε μια συγκεκριμένη χάρη στις κινήσεις του, μια άνεση, μια οικονομία δυνάμεων. Μια τούφα από τα μαύρα μαλλιά του ξέφευγε από τη μαύρη, βελούδινη κορδέλα που τα συγκρατούσε. Χάιδευε το μάγουλό του και στη θέα της, ένιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει. Την κυρίευε η πιο παράξενη παρόρμηση να λύσει την κορδέλα και να χαϊδέψει τα στιλπνά μαλλιά του, να διαπιστώσει αν ήταν πράγματι απαλά σαν μετάξι όπως έδειχναν. Ήθελε ο Γκρέι να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει, όπως είχε κάνει εκείνο το βράδυ. Αν ήταν δυνατόν! Συνέβαινε ξανά και δεν ήταν καν κοντά του! «Συνέχισε να με κοιτάζεις έτσι και θα κάνω αυτό ακριβώς που σκέφτεσαι». Η Κόρι κατάλαβε ότι θα πρέπει να τινάχτηκε. Τα μάγουλά της βάφτηκαν κατακόκκινα. «Εγώ... εγώ σκεφτόμουν απλώς ότι είναι πολύ όμορφη μέρα για μια βόλτα με το άλογο». Ο Γκρέι την κοίταξε, ενώ έσφιγγε το λουρί της σέλας. «Ιππεύεις, Λέτι;» «Ναι, αλλά όχι και τόσο καλά». Φυσικά, είχε κάνει μαθήματα ιππασίας. Η Κρίστα λάτρευε την ιππασία, όμως εκείνη ίππευε


KAT MARTIN

135

κυρίως στο πάρκο, όπως απαιτούσε η μόδα. «Είσαι στην εξοχή», είπε ο Γκρέι. «Νομίζω ότι σήμερα θα ήταν μια καλή μέρα για να αρχίσεις να βελτιώνεις τις ικανότητάς σου». «Σήμερα; Μα δε θα μπορούσα να...» «Ζούσες σε αγρόκτημα. Σίγουρα θα έχεις φόρεμα ιππασίας». «Ναι... φυσικά». Η Άλισον είχε επιμείνει να πάρει ένα μαζί της, με το σκεπτικό ότι αφού η Λέτι υποτίθεται πως ζούσε σε αγρόκτημα, θα ήταν μάλλον καλό να είχε και ένα φόρεμα ιππασίας. «Θα περιμένω εδώ να πας να αλλάξεις». Η Κόρι δίστασε στη σκέψη ενός απογεύματος που θα περνούσε κάνοντας ιππασία με τον Τρεμέιν, μόνη μαζί του, νιώθοντας εκείνες τις παράξενες, ανεπιθύμητες παρορμήσεις που έμοιαζε αδύνατον να καταφέρει να ελέγξει. Από την άλλη, έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Και δε θα μπορούσε να το κάνει αν δεν περνούσε χρόνο μαζί του. Ήταν μια σκέψη που την τρόμαζε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Όπως επιθυμείς, λόρδε μου». Ο Όμηρος έτρεξε πλάι της ενώ κατευθυνόταν προς το σπίτι. Με τη βοήθεια της Άλισον, κατάφερε να επιστρέψει στο στάβλο είκοσι λεπτά αργότερα, φορώντας ένα ελαφρώς φθαρμένο φόρεμα ιππασίας από πράσινο βελούδο. Μια όμορφη, μικρόσωμη, καστανόξανθη φοράδα στεκόταν υπάκουη πλάι στο μεγαλόσωμο, μαύρο άλογο του κόμη. Τα αυτιά της ορθώθηκαν όταν την άκουσε να πλησιάζει. «Είναι αξιαγάπητη». «Η Τούλιπ είναι πολύ ήρεμη». Ο Τρεμέιν χάιδεψε τον κομψό λαιμό της φοράδας και η Κόρι ένιωσε σαν να άγγιζε εκείνη. «Δε θα σου δημιουργήσει προβλήματα». «Είμαι σίγουρη ότι θα τα πάμε μια χαρά». Η Κόρι σκεφτόταν ότι ο μόνος που θα μπορούσε να της δημιουργήσει προβλήματα, ήταν ο κόμης του Τρεμειν.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

136

Πλησίασε τη φοράδα και της χάιδεψε το λαιμό, φροντίζοντας να κρατάει κάποια απόσταση από τον Γκρέι. Κοίταξε το μαύρο άλογό του. «Και ο Ράτζα; Θα τα πάει καλά με την Τούλιπ;» «Δεν είναι στις μέρες της», είπε ο Γκρέι τολμηρά, κάνοντας τα μάγουλά της να κοκκινίσουν. «Θα είναι φρόνιμος». Η Κόρι ευχήθηκε να ήταν κι ο Γκρέι φρόνιμος. «Πού θα πάμε;» «Πρέπει να επισκεφτώ κάποιον από τους ενοικιαστές μου. Η σύζυγός του είναι έγκυος και θέλω να βεβαιωθώ ότι έχουν όλα όσα χρειάζονται». Ο Γκρέι ανησυχούσε για τους ενοικιαστές του. Αυτό την ξάφνιασε. Τον σκεφτόταν σαν έναν διαβολικό κόμη, και οι διαβολικοί άνθρωποι δε νοιάζονταν για τους άλλους. «Έτοιμη;» ρώτησε ο Γκρέι κι εκείνη ένευσε καταφατικά. Ο κόμης στάθηκε πίσω της, την έπιασε απ’ τη μέση, τη σήκωσε και την έβαλε να καθίσει στη σέλα. Εκείνη ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Παρά την ύπαρξη του κορσέ της, ένιωθε ακόμα το άγγιγμά του όταν ο κόμης απομακρύνθηκε. Ο Γκρέι ανέβηκε στο άλογό του και ξεκίνησε, με την Τούλιπ να ακολουθεί. Η Κόρι είχε μήνες να ανεβεί σε άλογο, όμως θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει τα μαθήματα τόσων χρόνων και κάθισε πιο άνετα στο πλάι της σέλας. Της άρεσε η αίσθηση των χαλιναριών στα γαντοφορεμένα δάχτυλά της και το ζεστό χάδι του ήλιου στον αυχένα της. «Έχετε πολύ καλό κάθισμα, κυρία Μος», είπε ο Τρεμέιν χαμογελώντας. Όμως η λάμψη στο βλέμμα του μαρτυρούσε ότι δεν αναφερόταν στις ιππευτικές της ικανότητες. Ή, ίσως, να αναφερόταν ακριβώς σ’ αυτές. Η Κόρι κοκκίνισε ελαφρά κι ευχήθηκε ο Γκρέι να μην το είχε προσέξει. «Ευχαριστώ», απάντησε με τυπική ευγένεια. Τα άλογα προχωρούσαν με άνεση στα καταπράσινα λιβάδια κι όταν ο κόμης ένιωσε ικανοποιημένος με τις ιππευτικές της ικανότητες, τάχυνε το ρυθμό τους. Η Τούλιπ τρόχαζε σαν να μην είχε καμία έγνοια στον κόσμο και ο Γκρέι κρατούσε το


KAT MARTIN

137

άλογό του στον ίδιο, χαλαρό ρυθμό. Συνέχισαν για περίπου μία ώρα, όταν ο Γκρέι σταμάτησε στην κορυφή ενός λόφου. «Εκεί, στην άκρη αυτού του σύδεντρου, βρίσκεται το σπίτι του Πίτερ και της Σάρα Κάρντιγκαν», είπε και η Κόρι είδε ένα μικρό σπίτι με χορταρένια στέγη, από την καμινάδα του οποίου έβγαινε καπνός. Ο Γκρέι σπιρούνισε το άλογό του που προχώρησε και η Τούλιπ ακολούθησε και πάλι. Σταμάτησαν μπροστά στο μικρό, λευκό σπίτι και ο Γκρέι στάθηκε πλάι στην Τούλιπ, για να βοηθήσει την Κόρι να ξεπεζέψει. Εκείνη μάζεψε το κουράγιο της όταν ένιωσε το άγγιγμά του στη μέση της και τα χέρια του να τη σηκώνουν απ’ τη σέλα. Αντί να την αφήσει να πατήσει αμέσως στο έδαφος, φρόντισε να γλιστρήσει κατά μήκος της αγκαλιάς του, ώστε να νιώσει κάθε εκατοστό του γυμνασμένου του κορμιού. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. «Άφησέ με κάτω, Γκρέι». Εκείνος χαμογέλασε σαν να είχε καταφέρει κάποια μικρή νίκη κι η Κόρι συνειδητοποίησε ότι του την είχε πράγματι προσφέρει, αποκαλώντας τον με το μικρό του όνομα. «Όπως επιθυμείς». Ο Γκρέι την άφησε να πατήσει στα πόδια της, γύρισε από την άλλη και, αφού έδεσε τα άλογα σε έναν στύλο στην μπροστινή πλευρά του σπιτιού, οδήγησε την Κόρι στην είσοδο και χτύπησε την πόρτα. Από το εσωτερικό του σπιτιού ακούστηκε ένα σιγανό βογκητό. «Κυρία Κάρντιγκαν;» φώναξε ο Γκρέι. «Σας παρακαλώ...» ακούστηκε μια γυναικεία, ψιθυριστή φωνή, τόσο σιγανή που μόλις ακουγόταν. «Σας παρακαλώ... βοηθήστε με». Ο Γκρέι άνοιξε την πόρτα, μπήκε στο σπίτι κι η Κόρι τον ακολούθησε βιαστική. Διέσχισαν ένα μικρό καθιστικό, με άνετα, χειροποίητα έπιπλα με ταπετσαρία από κρετόν και διακοσμητικά σεμέν, την κουζίνα και βρέθηκαν σε ένα άνετο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

138

υπνοδωμάτιο, στο πλάι του σπιτιού. Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μια γυναίκα. Η μεγάλη κοιλιά της πρόβαλλε κάτω απ’ τα σεντόνια, τα μπλεγμένα μαλλιά της κάλυπταν τα μαξιλάρια. Ο Τρεμέιν βρέθηκε πλάι της κι έπιασε το χέρι της που έτρεμε. «Κυρία Κάρντιγκαν, πού είναι ο σύζυγός σας; Πού είναι ο Πίτερ;» Η κυρία Κάρντιγκαν ξεροκατάπιε και ύγρανε τα χείλη της. «Πήγε... πήγε να φωνάξει τη μαμή. Του είπα... του είπα ότι δεν υπήρχε χρόνος, όμως δεν ήξερε τι άλλο να κάνει». Βόγκηξε από πόνο. Η ανάσα της έβγαινε κοφτή, λαχανιασμένη. «Σας παρακαλώ... βοηθήστε με». Ο κόμης στράφηκε στην Κόρι. «Θα χρειαστούμε ζεστό νερό και πετσέτες. Η στόφα είναι αναμμένη. Το πηγάδι βρίσκεται ακριβώς έξω από το σπίτι». «Τι... τι θα κάνεις;» «Θα βοηθήσω την κυρία Κάρντιγκαν να φέρει στον κόσμο το παιδί της». Ο Γκρέι γύρισε από την άλλη, έβγαλε το σακάκι της ιππασίας, το πέταξε σε μια καρέκλα κι ύστερα άπλωσε το χέρι του να τραβήξει το σεντόνι. Τα μάτια της Κόρι άνοιξαν διάπλατα. «Μα... μα δεν μπορεί να εννοείς πραγματικά ότι...» Ο κόμης γύρισε και την κάρφωσε με το βλέμμα του. «Κάνε ό,τι σου είπα. Αυτή η γυναίκα χρειάζεται τη βοήθειά μας. Βγες εκεί έξω και φέρε μου αυτά που χρειάζομαι!» Ο επιτακτικός τόνος της φωνής του την καθησύχασε, όπως ακριβώς ήταν κι ο σκοπός του. Η Κόρι ξεροκατάπιε, πήρε μια βαθιά ανάσα και ένευσε καταφατικά. «Ναι, ναι, φυσικά. Νερό και πετσέτες. Τα φέρνω όσο πιο γρήγορα μπορώ». Ο κόμης φάνηκε να ηρεμεί. Η Κόρι βγήκε τρέχοντας απ’ το υπνοδωμάτιο και πήγε στη μικρή κουζίνα. Η παλιά, μαντεμένια στόφα ήταν αναμμένη, όμως η φωτιά δεν ήταν αρκετά δυνατή. Έβγαλε το καπέλο και το σακάκι της, πρόσθεσε μερικά


KAT MARTIN

139

κούτσουρα στη φωτιά, ξεκρέμασε τον κουβά για το νερό και έτρεξε έξω. Δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τις δουλειές του σπιτιού, όμως δεν της πήρε πολύ να καταλάβει πώς θα έβγαζε νερό απ’ το πηγάδι για να γεμίσει τον κουβά που είχε μαζί της. Μια δυνατή κραυγή την έκανε να τιναχτεί τόσο πολύ ώστε, παραλίγο, να χύσει το νερό. Κυριευμένη από φόβο, τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί, μετέφερε τον βαρύ κουβά στην κουζίνα, άδειασε το περιεχόμενό του σε μια κατσαρόλα την οποία έβαλε στη στόφα. Πετσέτες. Κοίταξε γύρω της. Ευτυχώς, στην άκρη του πάγκου υπήρχε μια στοίβα από καθαρές, λευκές πετσέτες. Κατά τα φαινόμενα, η κυρία Κάρντιγκαν είχε κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες για τη γέννηση του παιδιού της. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Ήταν η πρώτη φορά που θα παρακολουθούσε μια γυναίκα να γεννάει, όμως είχε ακούσει ότι ήταν μια διαδικασία εξαιρετικά οδυνηρή και βασανιστική. Η κυρία Κάρντιγκαν φώναξε ξανά. Οι κραυγές της ήταν τώρα πολύ πιο συχνές κι η Κόρι σκέφτηκε τη Λόρελ και τον πόνο που θα πρέπει να είχε υπομείνει για να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Σίγουρα η αδελφή της θα έκανε οτιδήποτε για να προστατεύσει ένα δώρο που προϋπόθετε ένα τόσο υψηλό τίμημα. Πήρε τις πετσέτες απ’ τον πάγκο και πήγε βιαστικά στο υπνοδωμάτιο. «Ορίστε οι πετσέτες. Το νερό είναι σχεδόν...» άρχισε να λέει, αλλά σταμάτησε έντρομη, όταν συνειδητοποίησε ότι η νυχτικιά της κυρίας Κάρντιγκαν ήταν ανεβασμένη στη μέση της, αφήνοντάς τη γυμνή, ενώ τα πόδια της ήταν διάπλατα ανοιχτά. Στα σεντόνια και στο λευκό, λινό πουκάμισο του Γκρέι υπήρχε αίμα. «Ω, Θεέ μου». Ο Γκρέι δεν την κοίταξε, όμως, όταν της μίλησε, ο τόνος του ήταν τρυφερός. «Όλα είναι εντάξει, Λέτι. Η Σάρα τα πηγαίνει μια χαρά».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

140

«Μα... μα υπάρχει τόσο αίμα». «Αυτό είναι απλώς μέρος της διαδικασίας γέννησης ενός παιδιού». Ο Γκρέι σήκωσε το βλέμμα του ελαφρά συνοφρυωμένος. «Σίγουρα στο αγρόκτημα θα είχες δει ζώα να γεννούν». «Δηλαδή... εγώ...» Η Κόρι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Όπως σου είπα, ο Σάιρους ήταν πολύ προστατευτικός. Πίστευε ότι το θέαμα δεν ήταν καθωσπρέπει για μια γυναίκα». Ο Γκρέι την κοίταξε για μια στιγμή κι ύστερα έστρεψε και πάλι το βλέμμα του στην κυρία Κάρντιγκαν. «Τα πηγαίνεις μια χαρά», της είπε. «Εγώ κι η Λέτι θα σε βοηθήσουμε». Η Κόρι ξεροκατάπιε και άφησε τις πετσέτες στο κομοδίνο. Η Σάρα Κάρντιγκαν ούρλιαξε από πόνο κι εκείνη άρχισε να τρέμει. Ω, δεν ήξερε πώς να βοηθήσει μια γυναίκα που έφερνε στον κόσμο το παιδί της! Πίεσε τον εαυτό της να ηρεμήσει. Βγήκε βιαστικά απ’ το υπνοδωμάτιο να φέρει το νερό που έβραζε στη στόφα. Γέμισε μια μικρότερη κατσαρόλα που τη μετέφερε στο υπνοδωμάτιο κι ύστερα πήγε να πάρει λίγο δροσερό νερό και μια πετσέτα, για να σκουπίσει το πρόσωπο της καημένης κυρίας Κάρντιγκαν. Μέχρι να επιστρέφει, η κυρία Κάρντιγκαν ήταν άσπρη σαν πανί και μούσκεμα στον ιδρώτα. Της σκούπισε το μέτωπο κι ύστερα το λαιμό και τους ώμους. «Ευχαριστώ...» ψέλλισε η Σάρα. Τα χείλη της είχαν ξεραθεί. Η Κόρι ακούμπησε σ’ αυτά τη βρεγμένη πετσέτα, ώστε να τα υγράνει. Ο Γκρέι κοίταξε προς το μέρος της, είδε τι έκανε και η έκφρασή του μαλάκωσε κάπως. Μια διαπεραστική κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της Σάρα κι η Κόρι κατάλαβε ότι το κεφάλι του παιδιού είχε αρχίσει να προβάλλει. Χωρίς να το σκεφτεί, έπιασε το χέρι της Σάρα. Τα δάχτυλά της ήταν παγωμένα κι έκλεισαν σφιχτά γύρω απ’ τα δικά της. «Όλα θα πάνε καλά», της είπε η Κόρι καθησυχαστικά. «Ο


KAT MARTIN

141

κόμης ξέρει τι κάνει». Ο Γκρέι την κοίταξε κι ύστερα έστρεψε και πάλι την προσοχή του στη Σάρα. Πάντως ο Γκρέι έμοιαζε να ξέρει τι κάνει, σκέφτηκε η Κόρι, ακούγοντάς τον να παροτρύνει τη Σάρα να σπρώξει ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Η ψιθυριστή, βαθιά, αρρενωπή φωνή του αναστάτωνε την Κόρι μέχρι τα βάθη της ψυχής της. «Το παιδί έρχεται», είπε ο Γκρέι. «Φέρε μου ένα μαχαίρι και φρόντισε να είναι καθαρό». «Ένα μαχαίρι;» Ο Γκρέι σήκωσε το βλέμμα. «Και λίγη κλωστή». Η Κόρι, χωρίς να ξέρει τι χρειάζονταν αυτά, έτρεξε στην κουζίνα και βρήκε στον πάγκο, πλάι στο σημείο όπου υπήρχαν οι πετσέτες, ένα μαχαίρι και κλωστή. Πήρε το μαχαίρι, έλεγξε την κόψη του, το έπλυνε με βραστό νερό κι ύστερα πήρε την κλωστή. Γύρισε στο υπνοδωμάτιο, άφησε το μαχαίρι πλάι στις πετσέτες και είδε τον Γκρέι σκυμμένο πάνω από τη Σάρα. Όταν ο Γκρέι τραβήχτηκε, κρατούσε από τους αστραγάλους ένα νεογέννητο μωρό. Του έδωσε ένα απαλό χτύπημα στον ποπό και το μωρό άρχισε να κλαίει. Η Κόρι, σαν μαγεμένη, παρακολούθησε τον Γκρέι να κόβει με το μαχαίρι τον ομφάλιο λώρο, να τυλίγει το μωρό σε μια απ’ τις πετσέτες και να της το δίνει. «Δεν... δεν ξέρω πώς να κρατήσω ένα μωρό», είπε εκείνη νευρικά. Ο Γκρέι κάγχασε. «Κάθε γυναίκα ξέρει πώς να κρατάει ένα μωρό. Νομίζω ότι είναι μια γνώση με την οποία γεννιέστε». Στράφηκε στη Σάρα. «Απέκτησες μια κόρη, Σάρα. Ένα όμορφο κοριτσάκι». Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της Σάρα. «Να έχετε την ευλογία του Θεού γι’ αυτό που κάνατε». Ήταν μεγαλόσωμη γυναίκα, αλλά όμορφη, τα μέλη της λεπτά και δυνατά, από εκείνες τις γυναίκες που ήταν φτιαγμένες για να φέρνουν στον κόσμο παιδιά.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

142

Όσο ο Τρεμέιν καθάριζε το μωρό, η Κόρι άλλαξε τα σεντόνια στο κρεβάτι και βοήθησε τη Σάρα να φορέσει μια καθαρή νυχτικιά. Όταν τελείωσε, σήκωσε το βλέμμα και είδε τον Γκρέι να κοιτάζει το μωρό που κρατούσε στην αγκαλιά του. Η συγκίνηση στην έκφρασή του ήταν τόση που ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Ω, όχι, σίγουρα αυτό που ένιωθε δεν ήταν λαχτάρα. Ο Γκρέι, αφού τύλιξε το μωρό σε μια κίτρινη, μάλλινη κουβέρτα που βρήκε διπλωμένη πάνω στο κομό, το μετέφερε στο κρεβάτι και το ακούμπησε στην αγκαλιά της μητέρας του. Η Κόρι κοιτούσε τη Σάρα και το μωρό κι ένιωθε την καρδιά της να λιώνει με τον πιο παράξενο τρόπο. Κινήθηκε αθόρυβα προς το μέρος τους. «Είναι τόσο μικρή». Άπλωσε το χέρι ν’ αγγίξει το μωρό. Η καρδιά της παλλόταν από συγκίνηση. «Είναι τόσο όμορφη, Σάρα». «Ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ για όλα». Η Κόρι ένιωσε το λαιμό της να κλείνει από έναν κόμπο που δεν την άφηνε να μιλήσει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, για να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Είχε βοηθήσει να έρθει στον κόσμο μια καινούρια ζωή. Ήταν εκπληκτικό, απολαυστικό, η πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής της. Γύρισε προς τον Γκρέι και είδε τα συναισθήματά της να καθρεφτίζονται στο βλέμμα του. Έμεναν κι οι δυο αμίλητοι, απρόθυμοι να καταστρέψουν τη μαγεία της στιγμής. Τότε η πόρτα άνοιξε απότομα κι ο Πίτερ Κάρντιγκαν μπήκε στο δωμάτιο ορμητικός. «Η μαμή έχει πάει να ξεγεννήσει άλλο μωρό. Ω, Θεέ μου, Σάρα, τι θα κάνουμε...» Το βλέμμα του στάθηκε στον κόμη και ανοιγόκλεισε τα μάτια του, σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε. «Πίτερ, απέκτησες μια κόρη. Και με λίγη ξεκούραση, η σύζυγός σου θα είναι μια χαρά». Ο Πίτερ Κάρντιγκαν στεκόταν ακίνητος, μια έκφραση


KAT MARTIN

143

δυσπιστίας ήταν ζωγραφισμένη στο αναψοκοκκινισμένο, λερωμένο πρόσωπό του. Χωρίς να πει ούτε λέξη, έσπευσε στο πλευρό της συζύγου του και γονάτισε πλάι στο κρεβάτι. «Σάρα... Ω Θεέ μου, δεν έπρεπε να σε αφήσω». Η σύζυγός του κατάφερε να του χαμογελάσει, κουρασμένα αλλά καθησυχαστικά. «Όλα είναι εντάξει, αγάπη μου. Η κόρη σου είναι εδώ -χάρη στον κόμη και τη λαίδη που είναι μαζί του. Όλα είναι μια χαρά». Ο Πίτερ Κάρντιγκαν έμοιαζε να προσπαθεί να καταλάβει τι είχε συμβεί. Στράφηκε στον Τρεμέιν και άρχισε να τον ευχαριστεί χωρίς σταματημό. Κάποια στιγμή η Κόρι και ο κόμης κατάφεραν να πάρουν τα πράγματά τους και να φύγουν, αφήνοντας τους υπερήφανους γονείς με την κόρη τους, που θα ονόμαζαν Μαίρη Κέιτ. «Ήξερες τι να κάνεις», είπε η Κόρι στον Γκρέι, ενώ πήγαιναν στο πηγάδι να πλυθούν. «Έχεις φέρει κι άλλη φορά στον κόσμο παιδί». Εκείνος ένευσε και κρέμασε στον έναν ώμο του το σακάκι του. «Στην Ινδία. Ήταν μια γυναίκα... κάποια που ακολουθούσε τη μονάδα μας. Τη βρήκα στους θάμνους, στο πλάι του δρόμου. Δεν υπήρχε χρόνος να φωνάξω το γιατρό. Ούτε κανένας εκτός από μένα να τη βοηθήσει». Η Κόρι τον κοίταξε με ανανεωμένο σεβασμό. «Κάποιος άλλος ίσως να την είχε αφήσει». Ο Γκρέι ανασήκωσε τους ώμους του. «Ίσως. Εγώ δεν είμαι ο τύπος που θα μπορούσε να το κάνει». Η Κόρι το σκέφτηκε αυτό και το πρόσθεσε στη λίστα με όσα είχε αρχίσει να μαθαίνει για κείνον. «Τι απέγιναν το παιδί και η μητέρα του; Ήταν εντάξει;» «Ήταν, την τελευταία φορά που τους είδα, λίγο πριν φύγω απ’ την Ινδία για να επιστρέφω στην Αγγλία». Ο Γκρέι της μιλούσε, της ανοιγόταν. Κι εκείνη ήθελε να συνεχίσει. «Φαινόσουν να νιώθεις άνετα με το μωρό. Ήθελες οικογένεια όταν ήσουν παντρεμένος;»


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

144

Ο Τρεμέιν σταμάτησε απότομα. Η Κόρι κράτησε την ανάσα της, περιμένοντας να δει αν θα απαντούσε. «Τότε, ήθελα παιδιά. Όχι πλέον». «Γιατί όχι;» «Δεν είμαι φτιαγμένος για πατέρας. Θα έπρεπε να το είχα καταλάβει προτού παντρευτώ. Δε θα ήξερα πώς να μεγαλώσω ένα παιδί». Η Κόρι τον κοίταξε. «Επειδή, στην πραγματικότητα, δεν είχες ποτέ πατέρα». Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη του. «Έχω ακούσει τις ιστορίες. Ότι ο μακαρίτης ο κόμης σού συμπεριφερόταν πολύ άσχημα». Ο Γκρέι κάγχασε, σαν τα λόγια της να μην αρκούσαν για να περιγράφουν την πραγματικότητα. «Ο Ντάγκλας Φόρσαϊθ ήταν πραγματικό κάθαρμα». Η Κόρι σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να είχε σοκαριστεί από τη γλώσσα που είχε χρησιμοποιήσει, όμως, όταν σκέφτηκε τους ξυλοδαρμούς που είχε υπομείνει, το χωρίς αγάπη σπίτι στο οποίο είχε μεγαλώσει, συμφώνησε σιωπηρά. «Ό,τι κι αν ήταν ο πατέρας σου, σε είδα με τη Σάρα και το παιδί και πιστεύω ότι θα γινόσουν υπέροχος πατέρας». «Λοιπόν, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Δεν έχω καμία πρόθεση να ξαναπαντρευτώ, άρα δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς». «Όμως...» «Αρκετά, Λέτι». Ο Γκρέι άρχισε να προχωρά, σφίγγοντας τα χείλη όσο ποτέ πριν. Κι όμως, της είχε ανοιχτεί λιγάκι. Με τον καιρό, ίσως να τον έπειθε να της μιλήσει για τον αδελφό και τον ξάδελφό του. Προχωρούσε πλάι του και σκεφτόταν όσα της είχε πει, ότι δε θα ξαναπαντρευόταν, ότι δεν ήθελε πλέον οικογένεια. Δηλώσεις που δε θα έπρεπε να την ενοχλούν κι όμως την ενοχλούσαν. ***


KAT MARTIN

145

Ο Γκρέι κοίταξε τη Λέτι πλάι του. Απ’ τη στιγμή που είχε ξεπεράσει το σοκ της επικείμενης γέννας, είχε ριχτεί στην προσπάθεια να βοηθήσει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Καμιά γυναίκα της ανώτερης τάξης που γνώριζε εκείνος δε θα λέρωνε πρόθυμα τα χέρια της για να βοηθήσει μια απλή χωρική, όμως η Λέτι δεν είχε φανεί να ενοχλείται. Στην πραγματικότητα, είχε μαγευτεί από το θαύμα της γέννησης του παιδιού. Η Λέτι τον είχε ξαφνιάσει εκείνη τη μέρα. Από την άλλη, όμως, τον ξάφνιαζε συνεχώς, κι αυτός υπέθετε ότι ήταν ένας απ’ τους λόγους που τον έλκυε τόσο. Αυτό και οι αθώες αντιδράσεις της. Και, φυσικά, υπήρχε το κάθε άλλο παρά ασήμαντο θέμα του φλογερού ταπεραμέντου της και του αισθησιακού κορμιού της. Αν μόνο μπορούσε να της δώσει να καταλάβει πόσο πολύ θα ταίριαζαν οι δυο τους. Σκέφτηκε την απογοήτευση που εξακολουθούσε να υπομένει και βλαστήμησε σιγανά. Η Λέτι είχε πει ότι δεν την έλκυε ο ξάδελφός του κι εκείνος, αφού είχε ξεπεράσει την ανεπιθύμητη και εντελώς απρόσμενη ζήλια του, την πίστευε. Η Λέτι, κατά κάποιον τρόπο, του ανήκε και, παρ’ όλο που η ίδια αντιστεκόταν έντονα, ήταν απλώς θέμα χρόνου να αποδεχτεί την έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους και να τον αφήσει να της κάνει έρωτα. Στο μυαλό του ήρθαν και πάλι οι ερωτήσεις που του είχε κάνει για το γάμο του. Επρόκειτο για ένα απαγορευμένο θέμα. Δε μιλούσε για τη μακαρίτισσα τη σύζυγό του, ούτε για τη θλίψη που του είχε προκαλέσει ο θάνατός της. Κι ο κόσμος ήξερε ότι δεν έπρεπε να θίγει αυτό το οδυνηρό θέμα, αν δεν ήθελε να προ-καλέσει την οργή του. Όμως η Λέτι δε γνώριζε ότι αποτελούσε ταμπού κι εκείνος είχε ξαφνιαστεί όταν είχε απαντήσει στις ερωτήσεις της. Δεν ήξερε γιατί, όμως μαζί της δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο με οποιονδήποτε άλλον. Αυτές οι σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό του ενώ προχωρούσε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

146

προς το πηγάδι, με τη διάθεσή του να χαλάει ξανά. Μετά το θάνατο της μητέρας του, είχε υψώσει προστατευτικά τείχη γύρω από τα συναισθήματά του. Το είχε κάνει για να επιβιώσει στα φρικτά χρόνια που είχε περάσει με τον πατέρα του. Κι αυτό δεν είχε αλλάξει ούτε μετά το γάμο του. Η Τζίλιαν ήταν σύζυγός του και νοιαζόταν πολύ γι’ αυτή. Η αποτυχία του να την προστατεύσει όπως θα έπρεπε τον είχε συγκλονίσει. Ωστόσο, δεν της είχε επιτρέψει ποτέ να τον πλησιάσει υπερβολικά, ποτέ δεν είχε χαλαρώσει τις άμυνές του μαζί της. Κι αυτό δεν ήταν κάτι που σκόπευε να το αλλάξει. Δεν επρόκειτο να επιτρέψει σε κανέναν, ούτε καν στη γλυκιά Λέτι, να βρει τρόπο να διαπεράσει τα τείχη που τον προστάτευαν τόσα χρόνια.


KAT MARTIN

147

Κεφάλαιο 13

Η Κόρι κοίταξε τη βλοσυρή έκφραση του Γκρέι ενώ πλησίαζαν στο πηγάδι. «Είσαι διαφορετικός απ’ ό,τι περίμενα. Μου είναι δύσκολο να σε καταλάβω». Σήκωσε το κεφάλι του. Η έκφρασή του μαλάκωσε. «Ούτε εγώ έχω καταφέρει να σε καταλάβω». Ευτυχώς γι’ αυτό, σκέφτηκε η Κόρι. Δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να φανταστεί την οργή του αν μάθαινε ποια ήταν και γιατί είχε μπει με δόλο στο σπίτι του. «Τα πήγες καλά πριν», είπε ο Γκρέι. «Οι περισσότερες γυναίκες που γνωρίζω θα είχαν λιποθυμήσει στη θέα τόσου αίματος». Η Κόρι προσπάθησε να μη δείξει χαρούμενη. «Η Σάρα χρειαζόταν τη βοήθειά μας». Ο Γκρέι σταμάτησε πλάι στο πηγάδι, άφησε στην άκρη το σακάκι του και έβγαλε έναν κουβά νερό. Η Κόρι δεν είχε αντιληφθεί τις προθέσεις του, μέχρι που τον είδε να πιάνει το ματωμένο του πουκάμισο και να το βγάζει περνώντας το πάνω απ’ το κεφάλι του. Απαλό, σκούρο τρίχωμα κάλυπτε το πλατύ, μυώδες στέρνο του. Το τρίχωμα λέπταινε καθώς κατέβαινε και περνούσε πάνω απ’ την επίπεδη κοιλιά του για να χαθεί κάτω από το μαύρο, εφαρμοστό παντελόνι του. Ένα κύμα πόθου την κυρίευσε. Το εντυπωσιακό φούσκωμα στο μπροστινό μέρος του παντελονιού του τράβηξε την προσοχή της και θυμήθηκε τα λόγια της σερβιτόρας στην ταβέρνα. «Σύμφωνα με τις φήμες, είναι εξαιρετικά προικισμένος». «Με κοιτάζεις πάλι μ’ εκείνο το βλέμμα, Λέτι. Ελπίζω να σου αρέσει αυτό που βλέπεις».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

148

Τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. «Δεν κοιτούσα εσένα. Κι εσύ, λόρδε μου, είσαι τρομερά ματαιόδοξος. Εξάλλου, δε θα έφταιγα εγώ αν σε κοίταζα, όταν βγάζεις τα ρούχα σου σε κάθε ευκαιρία». Ο Γκρέι χαμογέλασε. Πραγματικά. Κι εκείνη ένιωσε την ανάσα της να κόβεται στη θέα της αλλαγής στην έκφρασή του. Έδειχνε νεότερος, ακόμα πιο όμορφος και, βλέποντας το χαμόγελό του να σβήνει αργά, αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν γελούσε. Θα εμφανίζονταν ρυτίδες γέλιου στα μάτια του; Θα ήταν το γέλιο του βαθύ και βραχνό, όπως ήταν συχνά η φωνή του; «Λυπάμαι», είπε ο Γκρέι σαν να το διασκέδαζε. «Ξέχασα τις ντελικάτες ευαισθησίες σου. Δυστυχώς, δε σκέφτηκα να φέρω καθαρό πουκάμισο». Έριξε νερό στο λεκιασμένο, λευκό λινό για να ξεπλύνει το αίμα, έπλυνε το πρόσωπο και το στέρνο του κι ύστερα φόρεσε και πάλι το βρεγμένο του πουκάμισο. «Ικανοποιήθηκε τώρα η σεμνότητά σου;» ρώτησε, αν και, φυσικά, οι μύες του κορμιού του διαγράφονταν καθαρά κάτω απ’ το βρεγμένο ύφασμα που είχε γίνει τόσο διαφανές, ώστε η Κόρι έβλεπε τις ρώγες του. Μια φωτιά άναψε χαμηλά στην κοιλιά της και αναγκάστηκε να στρέψει το βλέμμα της αλλού. Έπλυνε το πρόσωπο και τα χέρια της όσο καλύτερα μπορούσε κι ύστερα τα σκούπισε με το μαντίλι που της έδωσε ο Γκρέι. Φοβόταν να τον κοιτάξει, έτσι έστρεψε το βλέμμα της στον ορίζοντα, εκεί όπου οι καταπράσινοι λόφοι συναντούσαν τον λαμπερό, γαλάζιο ουρανό. «Είναι ώρα να επιστρέφουμε στο κάστρο». Ένιωσε το βλέμμα του Γκρέι πάνω της. «Υποθέτω ότι έχεις δίκιο». Της έπιασε το χέρι, την οδήγησε πίσω στα άλογα, τη σήκωσε για να την ανεβάσει στη σέλα της Τούλιπ κι ύστερα καβάλησε κι εκείνος το άλογό του. Την είδε να προσπαθεί χωρίς επιτυχία να ξαναφορέσει το καπέλο της, της το πήρε απ’ τα χέρια, το έβαλε στο σακίδιο του αλόγου του και πήραν το δρόμο της


KAT MARTIN

149

επιστροφής. Όπως έβλεπε τα πράγματα η Κόρι, είχαν περάσει ένα ατελείωτο απόγευμα. *** Ο Γκρέι κρατούσε τον Ράτζα σε ρυθμό χαλαρού τροχασμού και η Τούλιπ ακολουθούσε. Το ανέμελο απόγευμα που είχε φανταστεί, είχε φτάσει σε ένα άκαρπο τέλος. Είχε στο μυαλό του ότι, μετά από μια σύντομη επίσκεψη στους ενοικιαστές του, θα μπορούσε να μοιραστεί το φαγητό του κι ένα φλασκί κρασί με τη Λέτι κι ύστερα να της κάνει έρωτα, μέχρι ο πόθος του για εκείνη, επιτέλους, να ικανοποιηθεί. Αναστέναξε καθώς συνέχιζαν το δρόμο τους. Τίποτα δε θα μπορούσε να καταστρέψει τα σχέδια ενός άντρα καλύτερα από το να βρεθεί στο δρόμο του μια ετοιμόγεννη γυναίκα. Ωστόσο, όταν είδε στο βάθος το απομονωμένο σύδεντρο στο οποίο σκόπευε να ολοκληρώσει την αποπλάνηση της Λέτι, σκέφτηκε ότι ίσως να υπήρχε ακόμα περιθώριο να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Η σκέψη και μόνο ότι θα έκανε έρωτα στη Λέτι ήταν αρκετή για να φουντώσει ο πόθος του. Γύρισε το άλογό του κι η Λέτι τον ακολούθησε στο σύδεντρο. Σταμάτησε τον Ράτζα και ξεπέζεψε. «Γιατί σταματήσαμε;» Ο Γκρέι πήγε κοντά της. «Δεν κάνεις συχνά ιππασία. Δείχνεις να έχεις ανάγκη από λίγη ξεκούραση». «Είμαι μια χαρά. Δε χρειάζομαι ξεκούραση». «Στο σακίδιό μου έχω λίγο κρέας και τυρί. Δεν έχεις φάει τίποτα όσο λείπουμε». «Σου είπα ότι είμαι μια χαρά». Ο Γκρέι, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της, την έπιασε απ’ τη μέση, την κατέβασε απ’ τη σέλα και την κράτησε στην αγκαλιά του. «Λέτι...» Έσκυψε το κεφάλι και τα χείλη του ενώθηκαν πολύ απαλά με τα δικά της. Τα χείλη της ήταν απίστευτα γλυκά και


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

150

το άρωμά της αναστάτωνε τις αισθήσεις του. Η γλώσσα του ακολούθησε το περίγραμμα των χειλιών της, παροτρύνοντάς την να τα ανοίξει γι’ αυτόν και η γεύση της φούντωσε ακόμα περισσότερο τον πόθο του. Ένιωθε την αντίστασή της, την αβεβαιότητά της, στον τρόπο με τον οποίο οι παλάμες της πίεζαν ελαφρά το στέρνο του. Αγνόησε τις αδύναμες διαμαρτυρίες της και συνέχισε να τη φιλάει, μέχρι που από τα χείλη της ακούστηκε ένα σιγανό βογκητό, στάθηκε στις μύτες των ποδιών της και ανταποκρίθηκε στο φιλί του. Εκείνος βόγκηξε νοερά. Η θέρμη του κορμιού της, η αίσθηση των αισθησιακών καμπύλων της που πιέζονταν πάνω του έκαναν το αίμα στις φλέβες του να κοχλάζει. Την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του, έτσι ώστε η κοιλιά της να πιεστεί στη λεκάνη του και να αισθανθεί πόσο ερεθισμένος ήταν, πόσο πολύ την ήθελε, πόσο πολύ λαχταρούσε να την κάνει δική του. «Γκρέι...» ψιθύρισε, ενώ εκείνος της φιλούσε το λαιμό, ενώ δάγκωνε απαλά το λοβό του αυτιού της. «Σε χρειάζομαι, Λέτι». Τη φίλησε ξανά, με περισσότερο πάθος αυτή τη φορά και ήταν σαν το σώμα της να έλιωνε και να ενωνόταν με το δικό του. Ο πόθος φούντωνε μέσα του, η ακατανίκητη παρόρμηση να την κάνει δική του. «Άφησέ με να σε φροντίσω», ψιθύρισε. «Θα σου βρω ένα ωραίο μέρος να μένεις...» Οι παλάμες του κάλυψαν τα στήθη της, βάλθηκαν να τα χαϊδεύουν απαλά. «Ένα σπίτι όχι μακριά απ’ το κάστρο...» Ένα ακόμα φλογερό φιλί την έκανε να γείρει στην αγκαλιά του. «Θα φροντίσω να έχεις ό,τι χρειάζεσαι», της είπε τρυφερά. «Ό,τι θέλεις». Η Κόρι φάνηκε να συνειδητοποιεί τι σήμαιναν τα τελευταία λόγια του. Όμως, αντί να σηκώσει το βλέμμα και να τον κοιτάξει σαν να ήταν ο σωτήρας της, τραβήχτηκε μακριά του σαν να την είχε μόλις χαστουκίσει. «Δεν προτείνεις... δεν πιστεύεις ότι θα έπρεπε... θα έπρεπε να


KAT MARTIN

151

γίνω ερωμένη σου;» Ο Γκρέι τής έπιασε τα χέρια. Η έκφρασή της μαρτυρούσε ότι ένιωθε σαν να την είχε προδώσει κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. «Ο σύζυγός σου έφυγε. Δεν ξέρεις πότε θα γυρίσει -ούτε καν αν θα γυρίσει ποτέ. Χρειάζεσαι έναν άντρα να σε προστατεύει. Θα ήταν στ’ αλήθεια τόσο κακό αν ήμουν εγώ αυτός ο άντρας;» Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Λεν... δεν ενδιαφέρομαι για οποιουδήποτε είδους συμφωνία. Σε μερικές βδομάδες θα... θα πάρω την κληρονομιά μου και θα φύγω για πάντα από δω». Έστρεψε το βλέμμα της αλλού και ο Γκρέι κατάλαβε ότι την είχε πληγώσει. Ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε να κάνει. «Ήμουν ανόητη που σου επέτρεψα να πάρεις τέτοιο θάρρος», πρόσθεσε η Κόρι. «Λυπάμαι που σου έδωσα λάθος εντύπωση». Ο Γκρέι πρόλαβε να δει τα μάτια της να βουρκώνουν, προτού εκείνη γυρίσει και απομακρυνθεί. «Λέτι!» Τον αγνόησε. Έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου της και το οδήγησε πλάι σε ένα κούτσουρο, για να μπορέσει να ανεβεί και πάλι στη σέλα. Να πάρει. Ο Γκρέι πήγε κοντά της και τη γύρισε ώστε να τον κοιτάζει, θέλοντας απεγνωσμένα να την κάνει να καταλάβει. «Με θέλεις, Λέτι. Δεν μπορείς να το αρνηθείς. Άφησέ με να σου κάνω έρωτα. Μπορώ να σου προσφέρω ηδονή που δεν έχεις καν ονειρευτεί». Η Κόρι έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να ήθελε να προστατευθεί απ’ αυτόν. «Λυπάμαι, λόρδε μου, δεν μπορώ». Ο Γκρέι άγγιξε το πιγούνι της και ανασήκωσε το πρόσωπό της για να την αναγκάσει να τον κοιτάξει στα μάτια. «Είσαι σίγουρη;» Έσκυψε το κεφάλι και τη φίλησε πολύ απαλά στα χείλη. «Θα ταιριάξουμε πολύ οι δυο μας, Λέτι. Σου το υπόσχομαι». Τον κοίταξε για μερικές στιγμές και οι ελπίδες του έσβησαν. Κούνησε το κεφάλι της. «Σου είπα... δεν μπορώ».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

152

Ο Γκρέι συγκρότησε με κόπο την απογοήτευσή του και δεν είπε τίποτα άλλο. Έδωσε αγώνα ν’ αντισταθεί στην παρόρμησή του να της φωνάξει να γυρίσει, να προσπαθήσει ακόμα μία φορά να την κάνει να συμφωνήσει. Αντίθετα, τη σήκωσε και την έβαλε να καθίσει στη σέλα της φοράδας της, με τη διάθεσή του ακόμα χειρότερη από πριν. Ο πόθος του δεν είχε βρει διέξοδο και, κάθε φορά που κοιτούσε τη Λέτι, το βασανιστήριο γινόταν ακόμα πιο έντονο. Εκείνη τη μέρα δε θα γνώριζε την ικανοποίηση, το ήξερε αυτό. Κι όμως, η κάθετη άρνηση της Λέτι να γίνει ερωμένη του του επέβαλλε να πετύχει σύντομα το σκοπό του. Ορκίστηκε ότι θα τη γοήτευε, ότι θα την έκανε δική του και ότι θα της πρόσφερε την ηδονή που της είχε υποσχεθεί. Κι όταν θα γινόταν δική του, δε θα τον αρνιόταν ξανά. Έσφιξε τα δόντια. Η Λέτι Μος τού είχε γίνει εμμονή, απ’ την οποία δε θα απαλλασσόταν μέχρι να την κατακτήσει. Όταν θα γευόταν το ντροπαλό πάθος της, όταν θα ικανοποιούσε τη λαχτάρα του για κείνη, θα ήταν ελεύθερος από τα μυστηριώδη δεσμά με τα οποία τον κρατούσε αιχμάλωτο. Την κοίταξε, είδε τα φλογερά, πυρρόξανθα μαλλιά της κι ο πόθος του φούντωσε με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Ήθελε τη Λέτι Μος και σκόπευε να την κάνει δική του. Αυτό που είχε συμβεί εκείνη τη μέρα δεν ήταν παρά μια αψιμαχία, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που σκόπευε να διαρκέσει ελάχιστα. *** Ο Όμηρος γάβγιζε, τέντωνε το σχοινί του και κουνούσε χαρούμενα την ουρά του όταν η Κόρι και ο κόμης μπήκαν καβάλα στα άλογά τους στην αυλή. Ο Γκρέι ξεπέζεψε, πήγε κοντά στην Κόρι, τη σήκωσε και την κατέβασε από τη σέλα. Εκείνη γύρισε από την άλλη αμέσως μόλις τα πόδια της άγγιξαν το έδαφος.


KAT MARTIN

153

Δεν ήταν προετοιμασμένη για την ανάρμοστη πρόταση του κόμη ούτε για τη δική της, ασυγκράτητη λαχτάρα να συμφωνήσει. Ήταν ανόητο. Δεν ήταν η Λέτι Μος, μια ευγενής που είχε ξεπέσει, μια εγκαταλελειμμένη σύζυγος. Ήταν η Κόραλι Γουίτμορ, κόρη ενός υποκόμη και δε θα χαράμιζε την αρετή της για έναν αχρείο σαν τον κόμη του Τρεμέιν, όσο γοητευτικός κι αν ήταν. Δεν είχε ξεχάσει τον ακόλαστο γυναικά για τον οποίο είχε γράψει στη στήλη της, ούτε τον πρόσφατο δεσμό του με τη λαίδη Ντεβάν. Ο κόμης δεν ήταν παρά ένας παλιάνθρωπος και το μόνο που ήθελε από εκείνη ήταν το κορμί της. Ήταν τρελό να νιώθει αυτή την ανόητη λαχτάρα για κείνον. Πήγε βιαστικά κοντά στον Όμηρο, τον έλυσε και χάιδεψε το μακρύ, γκρίζο τρίχωμά του. «Σου έλειψα, αγόρι μου;» ρώτησε και του χάιδεψε το κεφάλι, προσέχοντας να μην κοιτάζει τον Γκρέι. Ο Όμηρος γάβγισε μια τελευταία φορά κι έτρεξε προς το λιβάδι, αναζητώντας ίσως κάποιον λαγό ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να βρει. «Θα γυρίσει», είπε ο Ντίκι. «Είναι ευτυχισμένος εδώ. Βρήκε ένα σπίτι. Δε νομίζω να είχε σπίτι άλλη φορά». «Ίσως όχι». Η Κόρι θυμήθηκε τη συζήτησή της με τον Γκρέι κι αναρωτήθηκε αν ο λόγος για τον οποίο δεν ήθελε οικογένεια ήταν ότι ποτέ δεν είχε μία. Είχε χάσει τη μητέρα του όταν ήταν μικρός, τον είχε μεγαλώσει ένας πατέρας που δεν τον αγαπούσε κι αργότερα, όταν είχε παντρευτεί, είχε χάσει τη σύζυγό του. Πιθανώς να φοβόταν ότι αν ξαναπαντρευόταν, ίσως και πάλι να έχανε κάτι πολύτιμο. Αυτή η σκέψη μαλάκωσε την οργή της και γύρισε στο άκουσμα της βαθιάς φωνής του. «Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθειά σου σήμερα το απόγευμα. Δε σε κάλεσα για να με βοηθήσεις να ξεγεννήσω ένα μωρό, όμως χαίρομαι που ήσουν εκεί». Η Κόρι, άθελά της, ένιωσε να πλημμυρίζει από ικανοποίηση. «Εγώ έκανα ελάχιστα. Εσύ ήσουν που έκανες ό,τι είχε σημασία».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

154

«Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο χωρίς εσένα». Ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι. «Είχα σχεδιάσει μια ήρεμη βόλτα. Τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν έτσι, ίσως όμως να μπορώ να επανορθώσω αύριο». Η Κόρι κούνησε βιαστικά το κεφάλι. «Γκρέι, ξέρεις τα αισθήματά μου». «Ακόμα κι αν υποσχεθώ ότι δε θα σε αγγίξω;» Η Κόρι βρισκόταν σε δίλημμα. Αν ήθελε να μάθει το όνομα του εραστή της Λόρελ, θα έπρεπε να περάσει κάποιον χρόνο με τον κόμη. Κι όμως, η ανάρμοστη πρότασή του εξακολουθούσε να την πληγώνει. Δεν ήταν τόσο σύντομα έτοιμη να πιάσει και πάλι τον ταύρο απ’ τα κέρατα και της ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί και να μην τον πληγώσει κι εκείνη λίγο. Του χάρισε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Εκτιμώ τη σκέψη, λόρδε μου, όμως ο ξάδελφός σου, ο Τζέισον, προσφέρθηκε να με ξεναγήσει στο θερμοκήπιο. Δείχνει να τον ενδιαφέρουν πολύ τα λουλούδια». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο αυστηρό πιγούνι του Τρεμέιν. «Το μόνο λουλούδι που ενδιαφέρει τον Τζέισον είναι αυτό που βρίσκεται κάτω από τις φούστες σου». Το ψεύτικο χαμόγελο της Κόρι έσβησε κι έγινε κατακόκκινη από θυμό. «Ώστε έτσι; Τότε φαίνεται ότι οι δυο σας έχετε τουλάχιστον ένα πράγμα κοινό». Ο άνθρωπος ήταν ανυπόφορος! Έλεγε ό,τι ήθελε, αδιαφορώντας εντελώς για κάθε έννοια ευπρέπειας. Ωστόσο, ήταν ακριβώς αυτή η αντισυμβατική συμπεριφορά του που τον έκανε τόσο γοητευτικό. Γύρισε από την άλλη και κατευθύνθηκε προς το σπίτι. «Λέτι, δεν τελειώσαμε». Η Κόρι κοίταξε πίσω της και φόρεσε ξανά το ψεύτικο χαμόγελό της. «Ω, μα τελειώσαμε, λόρδε μου». Και καθώς απομακρυνόταν, άκουσε πίσω της τον κόμη να μουρμουρίζει κάτι μέσα από τα δόντια του.


KAT MARTIN

155

Κεφάλαιο 14

Στην τραπεζαρία του πρωινού, η Κόρι καθόταν απέναντι από τον Τσαρλς και πλάι στον Τζέισον. Ο Γκρέι, μπαίνοντας, της έριξε μια βλοσυρή, απειλητική ματιά και κάθισε στη θέση του, στην κεφαλή του τραπεζιού. Η Ρεμπέκα μπήκε αέρινη στην τραπεζαρία κι οι άντρες σηκώθηκαν ευγενικά. Ο Τσαρλς βοήθησε τη σύζυγό του να καθίσει πλάι του. «Σ’ ευχαριστώ, γλυκέ μου». Ο Τσαρλς έβαλε σε ένα πιάτο λουκάνικα και αυγά απ’ το μπουφέ κι ύστερα ακούμπησε το πιάτο μπροστά στη σύζυγό του. Εκείνη έριξε μια κλεφτή ματιά στον Γκρέι και στα αισθησιακά της χείλη σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. «Περιμένω να είστε όλοι στο γεύμα», είπε. «Η κόμισσα του Ντεβάν θα φτάσει κάποια στιγμή αργότερα, τώρα το πρωί». Το στομάχι της Κόρι δέθηκε κόμπος. Η λαίδη Ντεβάν ήταν η γυναίκα με την οποία είχε περάσει ο Γκρέι τη νύχτα της δολοφονίας της Λόρελ. Η κόμισσα ήταν ερωμένη του! Τον κοίταξε και είδε ότι ήταν συνοφρυωμένος. «Η κόμισσα είναι φίλη της Μπέκι», εξήγησε ο Τσαρλς. «Το Πάρκσαϊντ, το εξοχικό της, απέχει λιγότερο από μία ώρα με το άλογο». Η Κόραλι γνώριζε ποια ήταν η λαίδη Ντεβάν, αν και δεν είχαν συστηθεί ποτέ. Η λαίδη Ντεβάν ήταν πολύ γνωστή στην καλή κοινωνία. Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη. «Φοβάμαι ότι έχω σχέδια για σήμερα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

156

το απόγευμα». Έριξε μια βιαστική ματιά στην Κόρι. «Η κυρία Κάρντιγκαν γέννησε χτες. Σκέφτομαι να πάω ένα καλάθι με φαγητά σ’ εκείνη και το σύζυγό της και να δω πώς τα πηγαίνει το νεογέννητο». Παρ’ όλο που το ενδιαφέρον του ικανοποίησε την Κόρι, έμεινε σιωπηλή. Η ερωμένη του κόμη θα ερχόταν για φαγητό. Ω, θα ήταν αναγκασμένη να χαμογελάει, να συζητάει και να μην αναρωτιέται τι είχαν κάνει εκείνη και ο κόμης. «Σίγουρα η επίσκεψή σου στους Κάρντιγκαν μπορεί να περιμένει ως αύριο», είπε η Ρεμπέκα. «Έχω σχεδιάσει ένα πολύ ωραίο γεύμα στη βεράντα. Δε θέλεις να προσβάλεις την κόμισσα, έτσι δεν είναι;» «Έλα τώρα, Γκρέι, λυπήσου τη», είπε ο Τζέισον πειρακτικά. «Ξέρεις ότι έρχεται αποκλειστικά και μόνο για να δει εσένα». «Τζέισον, πρόσεχε τη συμπεριφορά σου», τον επέπληξε η Ρεμπέκα. «Η κόμισσα είναι παντρεμένη γυναίκα». Ο Τζέισον χαμογέλασε και στα χείλη του σχηματίστηκαν λακκάκια. «Παντρεμένη γυναίκα με σύζυγο γέρο όσο και ο Μαθουσάλας». Η Ρεμπέκα τον κοίταξε αυστηρά, όμως στην Κόρι φάνηκε ότι κρυφά χαιρόταν που ο Τζέισον είχε ξεκαθαρίσει τη σχέση της λαίδης με τον κόμη. Δεν ήταν ανόητη. Ακόμα κι αν το γράμμα της Κρίστα δεν την είχε πληροφορήσει για τη σχέση τους, από τη συζήτηση θα είχε καταλάβει ότι η κόμισσα ήταν ερωμένη του Γκρέι. Ο κόμης κάρφωσε με το βλέμμα του τη Ρεμπέκα. «Υποθέτω ότι μπορώ να μείνω για το γεύμα... όπως είμαι σίγουρος ότι είχατε σχεδιάσει εσύ και η κόμισσα». Η Ρεμπέκα απλώς χαμογέλασε. Η Κόρι ένιωθε ναυτία. Έφαγε μια μπουκιά από τα αυγά της, όμως της ήταν αδύνατον να την καταπιεί. Το πρωινό τελείωσε χωρίς να το αντιληφθεί και, αμέσως μόλις της το επέτρεψαν οι καλοί της τρόποι, ζήτησε συγγνώμη και έφυγε απ’ την τραπεζαρία.


KAT MARTIN

157

Πήγε κατευθείαν στον κήπο, νιώθοντας απεγνωσμένα την ανάγκη για λίγο καθαρό, αμόλυντο αέρα. Ήταν ένα συννεφιασμένο πρωινό στα τέλη της άνοιξης, όμως οι κρόκοι είχαν ανθίσει και τα δέντρα έβγαζαν καινούρια φύλλα. Στεκόταν πλάι στο σιντριβάνι κι έπαιρνε βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει, όταν άκουσε πίσω της γνώριμα βήματα να πλησιάζουν. Κράτησε την πλάτη της γυρισμένη στον Γκρέι. «Φύγε, σε παρακαλώ». «Τουλάχιστον άφησέ με να σου εξηγήσω». Ήταν τρελό να ζηλεύει. Ήξερε τι είδους άνθρωπος ήταν. Ήξερε ότι ήταν ένας άντρας απόλυτα ανήθικος, που το μόνο που ήθελε από εκείνη ήταν το κορμί της. Ωστόσο, και μόνο που τον σκεφτόταν με άλλη γυναίκα, την έπιανε ναυτία. «Είναι ερωμένη σου, Γκρέι». Γύρισε και τον κοίταξε. «Τι εξηγήσεις να μου δώσεις;» «Δεν είναι ερωμένη μου -όχι πια». Ο Γκρέι άδειασε τα πνευμόνια του αργά. «Μετά το θάνατο της Τζίλιαν, μου ήταν αδύνατον να... δε μ’ ενδιέφεραν οι σαρκικές ηδονές». Έστρεψε το βλέμμα του αλλού, σαν να συλλογιζόταν εκείνες τις σκοτεινές εποχές. «Η Μπέθανι και η Ρεμπέκα ήταν φίλες. Η κόμισσα ερχόταν συχνά εδώ και, τελικά, μου ξεκαθάρισε το ενδιαφέρον της. Ήθελα να ξεχάσω το παρελθόν. Η Μπέθανι μου πρόσφερε έναν τρόπο να το κάνω. Όμως η σχέση μας βασιζόταν στις σαρκικές ανάγκες, σε τίποτα περισσότερο. Ούτε καν φίλοι δεν ήμασταν ποτέ». Η Κόρι ξαφνιάστηκε βλέποντας την αναστάτωση στο σκοτεινό βλέμμα του, σαν να νοιαζόταν για τη γνώμη της, σαν να ανησυχούσε ότι την είχε πληγώσει. «Η Μπέθανι περνάει τον περισσότερο χρόνο της στο Λονδίνο», συνέχισε ο Γκρέι. «Από τότε που επέστρεψε στο Πάρκσάΐντ, περισσότερο από ένα μήνα πριν, δεν την έχω δει καθόλου. Και ούτε σκοπεύω να το κάνω». Η Κόρι σήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Η σχέση σου με την


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

158

κόμισσα δε με αφορά». «Ίσως και όχι. Απλώς... ήθελα να ξέρεις ότι η Μπέθανι δε σημαίνει τίποτα για μένα. Και ούτε σήμαινε ποτέ». Η Κόρι κοίταξε το όμορφο πρόσωπό του και είδε ότι νοιαζόταν πραγματικά για το τι θα πίστευε εκείνη. Αλλά γιατί; «Σ’ ευχαριστώ που μου το είπες». Ο Γκρέι ένευσε. «Η Μπέθανι έχει χειρότερα νύχια απ’ τη Ρεμπέκα. Δε θα σε αφήσω μόνη μαζί της». Ώστε λοιπόν ο Γκρέι είχε προσέξει τη συμπεριφορά της νύφης του, που άγγιζε τα όρια της αγένειας. «Υποθέτω ότι θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων, όμως δε νομίζω ότι είμαι». Στα χείλη του Γκρέι σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Έλπιζα σ’ αυτό. Θα μπορούσα να σου υποδείξω κάποιους τρόπους να μου ξεπληρώσεις το...» Η Κόρι σφράγισε τα χείλη του με το δείκτη της κι ένιωσε το ζεστό χάδι της ανάσας του στα ακροδάχτυλά της. Εκείνος τραβήχτηκε και υποκλίθηκε επίσημα. «Θα σας δω στο γεύμα, κυρία Μος». Τον παρακολούθησε ν’ απομακρύνεται. Σκεφτόταν πόσο θα έπρεπε να είχε υποφέρει μετά το θάνατο της συζύγου του, πόσο θα πρέπει να την αγαπούσε, τουλάχιστον με τον δικό του τρόπο. Σκέφτηκε πόσο μόνος έδειχνε συχνά κι ευχήθηκε να μην ένιωθε αυτή την έντονη παρόρμηση να τον παρηγορήσει. Ήταν ένας διαβόητος γυναικάς. Ήθελε το κορμί της, όχι την καρδιά της. Κι ωστόσο, τον τελευταίο καιρό, όταν ο Γκρέι την κοιτούσε, διέκρινε στο βλέμμα του μια ανάγκη που δεν είχε ξαναδεί. Κι αυτή η ανάγκη την καλούσε, την έκανε να θέλει να τον κρατήσει στην αγκαλιά της, να σβήσει τον πόνο που τόσα χρόνια υπέμενε. Την έκανε να θέλει να του προσφέρει το μόνο πράγμα που δεν είχε ποτέ. Αγάπη. Αυτή η σκέψη τη συγκλόνισε, της έκοψε την ανάσα. Ω, δεν ήταν δυνατόν να αγαπούσε τον Γκρέι! Δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να τον αγαπήσει. Αυτός ο άνθρωπος θα την


KAT MARTIN

159

κατέστρεφε χωρίς δεύτερη σκέψη. Δε θα ανταπέδιδε ποτέ την αγάπη της -δεν ήταν καν σίγουρη ότι θα ήξερε πώς να το κάνει. Ο κόμης του Τρεμέιν θα έκανε την καρδιά της χίλια κομμάτια αν τον ερωτευόταν. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να μαζέψει το κουράγιο της. Δεν ήταν ερωτευμένη με τον Γκρέι και στο μέλλον δε θα έπαιρνε καθόλου ρίσκα. Δε θα του επέτρεπε να την πλησιάζει υπερβολικά, να χρησιμοποιεί εκείνα τα λάγνα, πειστικά βλέμματά του. Θα φρόντιζε να προφυλάξει την καρδιά της. *** Στο σαλόνι, ο Γκρέι παρακολουθούσε τη Λέτι. Η Μπέθανι είχε μόλις φτάσει με την άμαξα του συζύγου της. Φορούσε τουαλέτα από γαλάζιο μετάξι, με ιβουάρ δαντέλα και ντεκολτέ κάπως υπερβολικά τολμηρό για μεσημεριανό γεύμα. Τα μαύρα, σγουρά μαλλιά της, τα λεπτά τοξωτά φρύδια της και το πλούσιο μπούστο της που αναδεικνυόταν από το ντεκολτέ της συνέβαλλαν στο να δείχνει σαν μια πραγματική κόμισσα. Η Λέτι δίπλα της φορούσε κίτρινο, μεταξωτό φόρεμα κεντημένο με δαντέλα, το οποίο ο Γκρέι είχε ξαναδεί. Ήταν κάπως ντεμοντέ και τα τελειώματα των μανικιών του ελαφρώς φθαρμένα. Ήταν πιο κοντή, πιο μικρόσωμη από την κόμισσα και κάπως αβέβαιη για το πώς θα έπρεπε να συμπεριφερθεί. Και, όπως έβλεπε τα πράγματα εκείνος, πολύ πιο ελκυστική απ’ όσο θα ήταν ποτέ η Μπέθανι. Η Λέτι έδειχνε φρέσκια, αξιαγάπητη και αθώα. Κι εκείνος την ήθελε περισσότερο από ποτέ. «Ώστε λοιπόν είστε παντρεμένη με τον ξάδελφο του Γκρέι». Η κόμισσα σήκωσε το πιγούνι της ώστε να κοιτάξει τη Λέτι υπεροπτικά. «Σωστά. Ο σύζυγός μου λείπει σε ταξίδι και σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ευκαιρία να κάνω μια επίσκεψη».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

160

Η Μπέθανι χαμογέλασε πανούργα. «Ναι, ο Γκρέι έχει τη φήμη ότι μαζεύει τα αδέσποτα». Ο Γκρέι μουρμούρισε κάτι σχεδόν από μέσα του. Τα νύχια είχαν βγει, όμως η Λέτι προσποιήθηκε ότι δεν το είχε προσέξει. «Δυστυχώς, δε θα μπορέσω να μείνω για πολύ ακόμα». Χαμογέλασε, σαν να ήταν εκείνη που είχε κάνει χάρη στον Γκρέι όταν τον επισκέφθηκε. «Σε λίγο θα φύγω για το Λονδίνο». Ο Γκρέι κατέβαλε προσπάθεια για να μη χαμογελάσει. Δεν ξαφνιαζόταν ιδιαίτερα βλέποντας ότι η Λέτι μπορούσε να τα βγάζει πέρα. Ίσως να μη διέθετε ιδιαίτερη μόρφωση, ούτε να διέθετε τις ίδιες κοινωνικές ικανότητες με κάποιες απ’ τις γυναίκες που γνώριζε, όμως δεν ήταν ανόητη. Η Μπέθανι κοίταξε το φθαρμένο, κίτρινο φόρεμα. «Ίσως όταν θα είστε στο Λονδίνο να σας δοθεί η ευκαιρία να πάτε για ψώνια. Πρέπει να είναι δύσκολο για μια γυναίκα να διατηρεί ανανεωμένη την γκαρνταρόμπα της, όταν ζει τόσο μακριά από την πόλη». Τα μάγουλα της Κόρι κοκκίνισαν ελαφρά, όμως χαμογέλασε. «Ναι, είναι». Δεν ανταπέδωσε τα καρφιά της Μπέθανι κι αυτό έμοιαζε, με κάποιον τρόπο, να την κάνει να φαντάζει ανώτερη. «Λοιπόν, τι γνώμη έχεις εσύ, Γκρέι;» ρώτησε η Ρεμπέκα, με την ελπίδα να τον παρασύρει στη συζήτηση. Δυστυχώς, η προσοχή του ήταν τόσο πολύ στραμμένη στη Λέτι, που δεν είχε ακούσει τι είχε πει η κόμισσα. Πλησίασε τη συντροφιά τους, προς τη μεριά της Λέτι, και στα ρουθούνια του έφτασε το διακριτικό άρωμα τριαντάφυλλου που φορούσε. «Λυπάμαι, σκεφτόμουν κάτι άλλο. Τι λέγατε, λαίδη Ντεβάν;» «Είπα ότι σκεφτόμουν να οργανώσω ένα χορό μασκέ. Ο Άρθουρ είναι ακόμα στο Λονδίνο και νιώθω μοναξιά εδώ». «Έχετε πενήντα υπηρέτες, κόμισσα. Σπάνια είστε μόνη». Το χαμόγελο της Μπέθανι έσβησε. «Ναι, ωστόσο εξακολουθώ να πιστεύω ότι ένας χορός είναι υπέροχη ιδέα».


KAT MARTIN

161

«Το ίδιο κι εγώ», συμφώνησε η Ρεμπέκα. «Θα έρθω σαν Μαρία Αντουανέτα». «Κι εγώ σαν Άρτεμις, η κυνηγός». Η Μπέθανι χάρισε στον Γκρέι ένα λάγνο χαμόγελο που δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για το ποιον θα κυνηγούσε. Ο Γκρέι έβρισε σιωπηρά. Του ήταν αδύνατον να καταλάβει πώς είχε βρει αυτή τη γυναίκα ελκυστική. Εκείνη τη στιγμή στην πόρτα του σαλονιού εμφανίστηκε ένας υπηρέτης που ανήγγειλε ότι το γεύμα είχε σερβιριστεί κι ο Γκρέι ευχαρίστησε μέσα του τα θεία. «Πηγαίνουμε;» πρότεινε και, καταφέρνοντας να χαμογελάσει, πρόσφερε το μπράτσο του στην κόμισσα, αφού εκείνη είχε τον υψηλότερο τίτλο. Εκείνη του χάρισε ένα αχόρταγο χαμόγελο κι ακούμπησε τη γαντοφορεμένη παλάμη της στο μανίκι του σακακιού του. «Ναι, ας πηγαίνουμε. Διαπίστωσα ότι η όρεξή μου έχει ανοίξει», είπε. Και για τον Γκρέι ήταν ξεκάθαρο σε τι είδους όρεξη αναφερόταν. Όταν κοίταξε τη Λέτι, είδε μια ασυνήθιστη λάμψη στα πράσινα μάτια της. Ευχήθηκε να ήταν ζήλια και σκέφτηκε ότι ίσως το γεύμα με την κόμισσα να μην ήταν τελικά τόσο κακή ιδέα. Σχεδόν χαμογέλασε. Σήκωσε το βλέμμα του τη στιγμή που ο Σαμίρ εμφανιζόταν αθόρυβα στην πόρτα του σαλονιού. Ζήτησε συγνώμη και πλησίασε τον υπηρέτη του. «Τι συμβαίνει;» «Λυπάμαι που σας ενοχλώ, σαχίμπ, όμως μόλις έφτασε ένα μήνυμα για σας». Ο Γκρέι πήρε το σφραγισμένο με βουλοκέρι γράμμα από τον υπηρέτη του. «Ευχαριστώ, φίλε μου». Έσπασε τη σφραγίδα και διάβασε το περιεχόμενο. Σε ό,τι αφορά την έρευνα για την κυρία Λέτι Μος, λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω, λόρδε μου, όμως δεν είμαι σε θέση να


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

162

δεχτώ να τη φέρω σε πέρας, αφού θα υπήρχε θέμα σύγκρουσης συμφερόντων. Με σεβασμό, ο φίλος σας, Ντολφ Πίτερσεν. Υπήρχε και υστερόγραφο. Δε θα ανησυχούσα για την κυρία Μος. Ο Γκρέι διάβασε το σημείωμα κι ύστερα το διάβασε ξανά. Ο Ντολφ σχετιζόταν κατά κάποιον τρόπο με τη Λέτι; Ή μήπως είχε προσληφθεί από κάποιον άλλον να κάνει έρευνα γι’ αυτήν; Και προς τι το υστερόγραφο ότι δεν αποτελούσε απειλή; Τώρα ήταν πιο περίεργος από ποτέ και, ταυτόχρονα, ένιωθε τεράστια ανακούφιση. Εμπιστευόταν τον Ντολφ Πίτερσεν. Κι αν ο Ντολφ έλεγε ότι δεν έπρεπε ν’ ανησυχεί για τη Λέτι, δε θα ανησυχούσε. Απλώς θα συνέχιζε το σχέδιό του να την κατακτήσει. Έβαλε το σημείωμα στην τσέπη του σακακιού του κι επέστρεψε στους υπόλοιπους. Ευχόταν μόνο ότι στο διάστημα της απουσίας του, η Ρεμπέκα και η Μπέθανι δεν είχαν μπήξει υπερβολικά βαθιά τα κοφτερά νύχια τους στη γλυκιά Λέτι Μος. *** Έπρεπε να φύγει. Καθισμένη όπως ήταν απέναντι από τον Γκρέι και την κόμισσα, το γεύμα τής φαινόταν ατελείωτο. Κάθε φορά που η κόμισσα έριχνε στον Γκρέι μια από τις λάγνες ματιές της, κάθε φορά που ύγραινε τα κατακόκκινα χείλη της και τον κοιτούσε σαν να ήταν η πιο ζουμερή λιχουδιά, εκείνη ήθελε ν' αρπάξει αυτή την κακεντρεχή γυναίκα και να την ξεμαλλιάσει. Αυτή η γυναίκα ήταν αληθινός σατανάς, το ιδανικό ταίρι για τον διαβολικό κόμη. Μόλις το γεύμα τελείωσε, η Κόρι ζήτησε συγνώμη, ανέβηκε στο δωμάτιό της και έβαλε το φόρεμα ιππασίας. Την προηγουμένη είχε ανακαλύψει την ευχαρίστηση μιας βόλτας με άλογο, όπως ποτέ στο παρελθόν στην πόλη. Με την Τούλιπ ένιωθε σίγουρη, μπορούσε να χαλαρώσει και να απολαύσει τη


KAT MARTIN

163

βόλτα της. Την προηγουμένη είχε βγει για ιππασία με τον Γκρέι. Εκείνη τη μέρα σκόπευε να απαλλαγεί απ’ την εικόνα του, που στοίχειωνε την κάθε της σκέψη. Πήγε στο στάβλο, ζήτησε από τον Ντίκι Μάικλς να σελώσει την Τούλιπ και περίμενε μέχρι να ετοιμαστεί η φοράδα. Ο Ντίκι της πήγε το άλογο, σελωμένο κι έτοιμο, κι ύστερα κοίταξε συνοφρυωμένος τον ουρανό. «Δεν ξέρω, κυρία. Φαίνεται να έρχεται καταιγίδα. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν περιμένατε ως το πρωί». «Θα πάω τώρα, Ντίκι». Ο σταβλίτης ένευσε. «Ό,τι πείτε. Σ’ ένα λεπτό θα έχω σελώσει κι εγώ το άλογό μου. Επιστρέφω αμέσως». «Περίμενε, Ντίκι. Εκτιμώ την προσφορά σου, ειλικρινά, όμως δε χρειάζεται να έρθεις μαζί μου. Θα είμαι μια χαρά μόνη μου». Ο νεαρός έσμιξε τα ξανθά φρύδια του. «Ο λόρδος θα με γδάρει αν σας αφήσω να φύγετε μόνη». «Φοβάμαι ότι δε σου αφήνω άλλη επιλογή. Μπορείς να του το πεις αν σου δημιουργήσει πρόβλημα. Θα επιστρέφω σε δυο ώρες». Ο Όμηρος γάβγισε και κούνησε την ουρά του, σαν να της έλεγε ότι ήθελε να πάει μαζί της. «Όχι αυτή τη φορά, αγόρι μου», του είπε και στράφηκε στο σταβλίτη. «Ντίκι, κράτησέ τον μέχρι να απομακρυνθώ». Είχε ανάγκη να μείνει μόνη. Ακόμα κι ο Όμηρος θα αποτελούσε συντροφιά που δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή. Με την Τούλιπ να τροχάζει, βγήκε απ’ το προαύλιο των στάβλων και ακολούθησε την κατεύθυνση που είχαν πάρει την προηγούμενη με τον Γκρέι, σκεπτόμενη ότι έτσι θα μπορούσε να βρει το δρόμο της επιστροφής στο κάστρο. Ο άνεμος είχε δυναμώσει και ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κάπως, όμως η καταιγίδα έδειχνε να είναι ακόμα μακριά. Σκέφτηκε ότι δε θα έλειπε για πολύ. Μόνο τόσο όσο χρειαζόταν για να καθαρίσει το μυαλό της και να καταφέρει να ελέγξει τα αναστατωμένα της συναισθήματα. Κι όχι για πρώτη φορά, από


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

164

τότε που είχε πατήσει το πόδι της στο κάστρο, ευχόταν να μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι της. Αναστέναξε και προχώρησε στο μονοπάτι. Στο Λονδίνο θα ήταν ελεύθερη από τον Γκρέι και τα αβέβαια συναισθήματα που της ξυπνούσε, ελεύθερη να επιστρέφει στην πρότερη ζωή της. Το Λονδίνο και η δουλειά της στο περιοδικό ποτέ άλλοτε δεν της είχαν φανεί τόσο ελκυστικά, όμως δεν ήταν ακόμα έτοιμη να τα παρατήσει. Είχε ορκιστεί στη Λόρελ ότι θα ανακάλυπτε την αλήθεια. Είχε κάνει κάποια πρόοδο, όμως δεν ήταν αρκετή. Έπρεπε να συνεχίσει -και θα το έκανε. Το μόνο που της χρειαζόταν ήταν να βρεθεί για λίγο μακριά απ’ το κάστρο, μακριά από την ξινισμένη έκφραση της Ρεμπέκα και τα σαρκαστικά σχόλια της κόμισσας, μακριά από τον Γκρέι και τα ανεπιθύμητα συναισθήματα που της ξυπνούσε. Έτσι, όταν ο άνεμος δυνάμωσε, εκείνη απλώς ανασήκωσε τους ώμους. Κι όταν η Τούλιπ τρόμαξε από ένα λαγό και παραλίγο να τη ρίξει, δεν την ένοιαξε. Αντίθετα, σπιρούνισε τη φοράδα για να καλπάσει, νιώθοντας ελεύθερη για πρώτη φορά ύστερα από μέρες. Δεν ήταν έτοιμη να επιστρέφει, όχι ακόμα. Όχι προτού της δοθεί ο χρόνος να ανασυνταχθεί, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τον διαβολικό κόμη.


KAT MARTIN

165

Κεφάλαιο 15

Ο Γκρέι έψαξε για τη Λέτι στο κάστρο. Την έψαξε στον κήπο. Μέχρι να σκεφτεί τον Όμηρο και το ενδεχόμενο να είχε πάει στους στάβλους να τον δει, είχε περάσει σχεδόν μια ώρα. «Έχεις δει την κυρία Μος;» ρώτησε τον Ντίκι Μάικλς, που σκούπιζε το χωμάτινο δάπεδο του στάβλου. «Μάλιστα, λόρδε μου. Η κυρία Μος πήρε πριν λίγο την Τούλιπ και έφυγε». «Μόνη της;» Ο Ντίκι ένευσε. «Προσπάθησα να την πείσω να με αφήσει να πάω μαζί της, όμως δε δεχόταν. Δεν άφησε ούτε τον Όμηρο να την ακολουθήσει». Ο Γκρέι μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του. Το λάθος δεν ήταν του Ντίκι, ήταν δικό του. Θα έπρεπε να το περιμένει ότι η Λέτι θα αναστατωνόταν, έχοντας αναγκαστεί να υπομείνει ένα γεύμα με την πρώην ερωμένη του. Απλώς δεν περίμενε ότι θα έφευγε έτσι μόνη της. «Προς τα πού πήγε;» «Προς τα κει που πήγατε οι δυο σας χτες. Της είπα ότι έρχεται καταιγίδα και μου είπε ότι σε δύο ώρες θα έχει επιστρέφει». Ο Γκρέι κοίταξε τα μαύρα σύννεφα που μαζεύονταν στον ορίζοντα. «Σέλωσε τον Ράτζα. Θα τη φέρω πίσω». Και θα της έστριβε τον όμορφο λαιμό της που είχε εκθέσει σε κίνδυνο τον εαυτό της. Καταραμένη, ξεροκέφαλη γυναίκα. Σκέφτηκε την προσφορά του να γίνει ερωμένη του. Η Λέτι είχε προσβληθεί, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια πολύ


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

166

λογική λύση στα προβλήματά της. Ήταν πολύ περήφανη, περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε για το καλό της. Και υπερβολικά αφελής. Κοίταξε τον ουρανό, καθώς ο Ντίκι τού πήγαινε το άλογό του και του έδινε τα χαλινάρια. «Αν επιστρέφει, πες της ότι βγήκα να τη βρω. Πες της ότι σκοπεύω να κάνω μια κουβέντα μαζί της, όταν επιστρέφω». Ο Ντίκι έσμιξε τα φρύδια του. «Μάλιστα, λόρδε μου». Ο Γκρέι αναρωτήθηκε πώς γινόταν να τον φοβούνται όλοι εκτός από τη ΛέτιΜος. Έτριξε τα δόντια του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι των Κάρντιγκαν, με την ελπίδα ότι θα την προλάβαινε καθώς θα επέστρεφε στο σπίτι. Ωστόσο, πέρασε μία ώρα κι ύστερα άλλη μία. Ο άνεμος άρχισε να ουρλιάζει. Το γρασίδι λύγιζε και τα φύλλα παρασύρονταν στο πέρασμά του. Οι πρώτες σταγόνες της βροχής άρχισαν να πέφτουν. Σταμάτησε στο σπίτι των Κάρντιγκαν τόσο ώστε να βεβαιωθεί ότι το μωρό ήταν καλά και ότι η Λέτι δεν ήταν εκεί, κι ύστερα συνέχισε το ψάξιμο. Αν η Λέτι είχε μείνει στο κεντρικό μονοπάτι, θα είχε χάσει τη στροφή για το σπίτι των Κάρντιγκαν. Το μονοπάτι θα την είχε οδηγήσει στο παλιό κυνηγετικό περίπτερο, ένα κτίριο που είχε χτιστεί λίγα μόλις χρόνια μετά το κάστρο. Κοίταξε προς τα εκεί κι αναρωτήθηκε αν ήταν δυνατόν να την είχε προσπεράσει χωρίς να τη δει, και τώρα η Λέτι να ήταν ασφαλής, πίσω στο σπίτι. Όμως η έκτη αίσθησή του του έλεγε ότι δεν είχε συμβεί αυτό. Ήταν εύκολο να χαθεί κανείς εκεί έξω, ειδικά στη διάρκεια μιας καταιγίδας. Το τοπίο φάνταζε διαφορετικό, τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν απ’ τον άνεμο, τα μονοπάτια κρύβονταν απ’ το ψηλό γρασίδι που έγερνε και τα κάλυπτε. Είχε αρχίσει να βρέχει για τα καλά. Ο άνεμος ούρλιαζε στα δέντρα, φέρνοντας μαζί του την καταιγίδα. Τα μαύρα μαλλιά του μαστίγωναν το πρόσωπό του και η ανησυχία του μεγάλωνε.


KAT MARTIN

167

Η Λέτι δεν ήταν έμπειρη αμαζόνα. Κι αν είχε πέσει; Αν η Τούλιπ είχε πέσει σε κάποια τρύπα και η Λέτι ήταν πεσμένη κάπου, τραυματισμένη; Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Το στομάχι του δέθηκε κόμπος απ’ την ανησυχία. Φώναξε το όνομά της ξανά και ξανά, όμως ο μανιασμένος άνεμος έπαιρνε τη φωνή του μακριά. Ευχήθηκε να είχε σκεφτεί να πάρει μαζί του τον Όμηρο. Το σκυλί αγαπούσε τη Λέτι και ίσως να κατάφερνε να τη βρει. Είδε μια σκιά να κινείται στα δέντρα μπροστά του. Συνειδητοποίησε ότι ήταν η Τούλιπ κι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Η φοράδα ήταν χωρίς αναβάτη, η σέλα της έλειπε, τα χαλινάρια της σέρνονταν στο έδαφος, ενώ, με σταθερό ρυθμό, επέστρεφε στο κάστρο. Η Τούλιπ ήξερε το δρόμο για το σπίτι, όμως τι είχε συμβεί στη Λέτι; Πλησίασε τη φοράδα κι έπιασε τα χαλινάρια της. Η Τούλιπ δεν έδειχνε τραυματισμένη, δεν έδειχνε να είχε πέσει, όμως γιατί έλειπε η σέλα της; «Πού είναι;» ρώτησε ο Γκρέι και χάιδεψε το υγρό τρίχωμα της φοράδας. «Πού είναι το κορίτσι μας;» Η φοράδα χλιμίντρισε, σαν να ήθελε να του πει. Εκείνος, οδηγώντας την Τούλιπ, ακολούθησε την κατεύθυνση απ’ την οποία είχε έρθει η φοράδα, ψάχνοντας για οποιοδήποτε ίχνος της Λέτι. Στο βάθος, λίγο πιο πέρα από το κεντρικό μονοπάτι, διακρινόταν ένας χαμηλός, πέτρινος τοίχος. Όταν είδε την Τούλιπ να ορθώνει τα αυτιά της και την άκουσε να χλιμιντρίζει ξανά, σπιρούνισε τον Ράτζα και κατευθύνθηκε καλπάζοντας προς τον τοίχο. Ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά του όταν είδε τη Λέτι, άσπρη σαν πανί, πεσμένη στην εσωτερική πλευρά του τοίχου. Ξεπέζεψε βιαστικά κι έτρεξε προς το μέρος της, με την ανάσα του κομμένη από το φόβο. Ας είναι καλά. Ω, ας είναι καλά. Η μέρα του θανάτου της Τζίλιαν ήρθε στο μυαλό του και μια πικρή γεύση γέμισε το στόμα του. Γονάτισε στο υγρό γρασίδι κι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

168

έπιασε το χέρι της Λέτι. Ήταν παγωμένο. «Λέτι... Λέτι... μπορείς να με ακούσεις;» Για μια στιγμή πίστεψε ότι ήταν νεκρή κι ένα κύμα ναυτίας τον κυρίευσε. Με χέρι που έτρεμε, έλεγξε το σφυγμό της. Τον βρήκε, δυνατό και σταθερό, κι ο κόμπος στο στομάχι του άρχισε να χαλαρώνει. Η ανάσα της έβγαινε σταθερή και το σφίξιμο στο στήθος του υποχώρησε. Έψαξε για σπασμένα κόκαλα, δε βρήκε κανένα. Τη στιγμή που τελείωνε την εξέταση, είδε τα βλέφαρα της Λέτι να πεταρίζουν. «Λέτι! Λέτι! Ο Γκρέι είμαι!» «Γκρέι...;» Ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι. «Εδώ είμαι, γλυκιά μου. Είσαι τραυματισμένη; Πες μου πού πονάς». Η Λέτι ξεροκατάπιε και προσπάθησε να σηκώσει το κεφάλι της. «Ήρεμα... Πες μου μόνο πού πονάς». Μια αστραπή έλαμψε στο βάθος, δίνοντάς του να καταλάβει ότι η καταιγίδα πλησίαζε κι αμέσως μετά ακούστηκε η δυνατή βροντή. «Ο άνεμος... φυσούσε», είπε η Λέτι. «Καλπάζαμε κι ένιωθα τόσο... ελεύθερη. Είδα τον τοίχο και πίστεψα ότι θα τα καταφέρναμε. Αν δεν είχε σπάσει ο ιμάντας της σέλας...» «Να πάρει, Λέτι, πες μου πού έχεις χτυπήσει!» Τα λαμπερά, πράσινα μάτια της στάθηκαν στο πρόσωπό του. «Πονάει λίγο το κεφάλι μου. Θα πρέπει να το χτύπησα όταν έπεσα. Πέρα απ’ αυτό, νομίζω ότι είμαι μια χαρά». Ένα κύμα ανακούφισης πλημμύρισε τον Γκρέι, τόσο δυνατό που άρχισε να τρέμει. Ξεφύσησε αργά. «Ωραία. Καλό αυτό». Ακόμα μια αστραπή ακολούθησε κι ύστερα μια εκκωφαντική βροντή. Η καταιγίδα είχε πλέον πλησιάσει επικίνδυνα. Έπρεπε να βρουν καταφύγιο. Ο Γκρέι κοίταξε γύρω του και, στο φως της λάμψης ακόμα μιας αστραπής, είδε να διαγράφεται στο βάθος του ορίζοντα ο όγκος του παλιού, κυνηγετικού περιπτέρου. «Πρέπει να προστατευτούμε από την καταιγίδα. Θα σε σηκώσω. Πες μου αν σε πονέσω». Έσκυψε και τη σήκωσε


KAT MARTIN

169

απαλά στα μπράτσα του. «Εντάξει;» Εκείνη ένευσε κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του. Ο Γκρέι την έβαλε να καθίσει στη σέλα κι ύστερα ανέβηκε πίσω της. «Γείρε πάνω μου. Ξέρω ένα μέρος όπου θα είμαστε ασφαλείς». Η Λέτι δε διαμαρτυρήθηκε όταν ο Γκρέι έστρεψε το άλογο προς το παλιό, κυνηγετικό περίπτερο και ξεκίνησε προς τα εκεί, με την Τούλιπ να ακολουθεί. Δε χρειάστηκε πολλή ώρα για να φτάσουν στο παλιό κτίριο. Ο Γκρέι ξεπέζεψε, σήκωσε τη Λέτι στα χέρια του και κατευθύνθηκε προς το κτίριο που κάποτε, όταν ήταν παιδί, αποτελούσε το καταφύγιό του. Κάτι που ακόμα ήταν, αρκετές φορές. Η βαριά, ξύλινη πόρτα δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη. Σήκωσε την μπάρα, έσπρωξε την πόρτα με το πόδι του, μετέφερε τη Λέτι στο εσωτερικό του κτιρίου κι έκλεισε την πόρτα για να προστατευτούν απ’ τη βροχή. «Πώς νιώθεις;» «Καλύτερα. Δε νομίζω να έσπασα κάτι». Ο Γκρέι είχε ανησυχήσει τρομερά. Ο φόβος του μετατράπηκε σε θυμό για την απερισκεψία της και ένας μυς τρεμόπαιξε στο πιγούνι του. «Απορώ που δεν έσπασες το λαιμό σου, έτσι που κάλπαζες. Θα έπρεπε να σε ξυλοφορτώσω για την τρομάρα που μου έδωσες». Η Λέτι κοκκίνισε ελαφρά, όμως δε μίλησε. Ο Γκρέι την ακούμπησε απαλά στον ταμπά, δερμάτινο καναπέ μπροστά στο τζάκι. «Θα φροντίσω τα άλογα και θα φέρω μερικά ξύλα ν’ ανάψω φωτιά». Η Λέτι δε μίλησε κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει αν χαιρόταν που την είχε βρει ή αν ευχόταν να μην το είχε κάνει. Έβαλε τα άλογα στο υπόστεγο πλάι στο περίπτερο, τους έδωσε λίγη απ’ τη ζωοτροφή που υπήρχε εκεί κι ύστερα επέστρεψε στο εσωτερικό με μια αγκαλιά ξύλα. Δε χρειάστηκε πολλή ώρα για να ανάψει μια δυνατή φωτιά, που η ζέστη της άρχισε να διώχνει την παγωνιά του δωματίου.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

170

Το καταφύγιο δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Αποτελούνταν από ένα μόνο δωμάτιο, με χαμηλό ταβάνι και οροφή φτιαγμένη από χοντρά δοκάρια, και μια κουζίνα με μαντεμένια στόφα και ένα παλιό, δρύινο τραπέζι. Στο δωμάτιο υπήρχαν ένας δερμάτινος καναπές με ασορτί πολυθρόνες μπροστά στο μεγάλο, πέτρινο τζάκι και στη γωνία υπήρχε ένα κρεβάτι με ουρανό. Άναψε τη μαντεμένια στόφα για επιπλέον ζεστασιά, έβαλε να βράσει νερό για τσάι κι επέστρεψε στη Λέτι, που περίμενε μούσκεμα κι εξαντλημένη στον καναπέ. «Θα πρέπει να βγάλουμε τα βρεγμένα ρούχα μας». Η Λέτι, αν και έτρεμε, κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Δεν μπορώ. Δεν έχω τίποτα άλλο να φορέσω». Ο Γκρέι πήγε στην ντουλάπα και έβγαλε δυο μάλλινες κουβέρτες. «Αυτές θα είναι ό,τι πρέπει», είπε. Της πέταξε τη μία, που έπεσε πλάι της στον καναπέ. Πήγε κοντά στο τζάκι, έβγαλε το σακάκι του, το γιλέκο και το πουκάμισό του. Η Λέτι καθόταν ακίνητη, φροντίζοντας να μην τον κοιτάζει. «Είμαι μια χαρά έτσι», του είπε. «Κάποια στιγμή, τα ρούχα μου θα στεγνώσουν». «Κι ως τότε θα έχεις πάθει πνευμονία». Η Κόρι σήκωσε περήφανα το κεφάλι. «Κι αν γδυθώ, θα έχω να αντιμετωπίσω άλλα προβλήματα». Ο Γκρέι χαμογέλασε. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει ποια θα ήταν αυτά. Ωστόσο, η υγεία της Λέτι ήταν πιο σημαντική απ’ τη σεμνότητά της. «Λυπάμαι, γλυκιά μου, αυτή είναι μια διαφωνία στην οποία δεν πρόκειται να κερδίσεις. Θα σε βοηθήσω να βγάλεις τα βρεγμένα ρούχα σου ή θα σου τα βγάλω εγώ. Τι από τα δύο θα γίνει;» «Δε θα τολμούσες!» Ο Γκρέι άρχισε να βγάζει τις μπότες του. «Ξέρεις ότι θα το έκανα. Δε νομίζω να έχεις την παραμικρή αμφιβολία». Τα μάτια της έλαμψαν οργισμένα. Κι εκείνος αναρωτήθηκε πώς


KAT MARTIN

171

γινόταν να υπάρχουν στιγμές που η Λέτι έμοιαζε σχεδόν σαν να είχε δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, η μια γλυκιά και υπάκουη κι η άλλη με φλογερό ταπεραμέντο. Την άκουσε να μουρμουρίζει κάτι. Σίγουρα δεν ήταν βρισιά. «Είσαι στ’ αλήθεια διάβολος», του είπε. Έστρεψε το βλέμμα της αλλού ενώ εκείνος συνέχιζε να γδύνεται. Πήρε τη μια κουβέρτα, την τύλιξε γύρω από τη μέση του και την έπιασε για να μην πέσει. «Η σειρά σου», της είπε. Η Λέτι σηκώθηκε αργά και ο Γκρέι τη βοήθησε. «Πώς νιώθεις; Ζαλίζεσαι;» «Ήμουν μια χαρά μέχρι που απαίτησες να βγάλω τα ρούχα μου». Ο Γκρέι συγκρότησε ένα χαμόγελο. Χαμογελούσε σπάνια μετά το θάνατο της Τζίλιαν, όμως η Λέτι είχε καταφέρει να τον κάνει να χαμογελάει όλο και πιο συχνά. «Μείνε ακίνητη και θα κάνω εγώ όλη τη δουλειά». Άπλωσε τα χέρια του για να ξεκουμπώσει το σκούρο πράσινο, βελούδινο φόρεμα ιππασίας, όμως εκείνη του τα χτύπησε, σπρώχνοντας τα μακριά. «Μπορώ να το κάνω και μόνη μου». Ο Γκρέι έκανε πίσω, αφήνοντας τη να περισώσει την περηφάνια της, και περίμενε όσο εκείνη ξεκούμπωνε το φόρεμά της με δάχτυλα που έτρεμαν. Τη βοήθησε να βγάλει το κορσάζ της. αφήνοντάς τη με την καμιζόλα της, κι ύστερα το κρέμασε σε έναν γάντζο μπροστά στη φωτιά. Η Λέτι ξεκούμπωσε τη φούστα της και φάνηκε να χάνει την ισορροπία της καθώς προσπαθούσε να τη βγάλει. «Ήρεμα». Ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι για να τη συγκρατήσει κι εκείνη δε διαμαρτυρήθηκε, αν και η σφιγμένη στάση της μαρτυρούσε ότι θα προτιμούσε να μην την αγγίζει. Σειρά είχαν τα μεσοφόρια της. Μουσκεμένα όπως ήταν, κρέμονταν στα πόδια της σε ένα σωρό από βρεγμένο,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

172

βαμβακερό ύφασμα. Τη βοήθησε να τα βγάλει, έτσι που τώρα είχε μείνει με τα βρεγμένα, εφαρμοστά, σχεδόν διάφανα εσώρουχά της. Έβαζε τα δυνατά του να συμπεριφερθεί σωστά -στο κάτω κάτω, η λαίδη είχε πέσει από το άλογο-, όμως τα αντρικά του ένστικτα ξυπνούσαν, μαζί μ’ εκείνο το τμήμα της ανατομίας του που καθόριζε το φύλο του. Το εσώρουχό της μόλις που κάλυπτε την αισθησιακή καμπύλη του γλουτού της κι ο πόθος του φούντωνε. Καθάρισε το λαιμό του, έλυσε και χαλάρωσε τα κορδόνια του κορσέ της κι έκανε ένα βήμα πίσω. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να εμπιστευθεί τον εαυτό του. Η Λέτι είχε τραυματιστεί, αλλά πολύ ελαφρά. Ωστόσο, έτσι όπως κοιτούσε τη θηλυκή καμπύλη της σπονδυλικής της στήλης, τις προκλητικές καμπύλες των γοφών της, άρχισε να αμφιβάλλει για τη δύναμη της θέλησής του. Ω, την ήθελε τόσο πολύ. Μια αστραπή φώτισε το δωμάτιο και μια ριπή του ανέμου τράνταξε τα παντζούρια. «Θα μου δώσεις, σε παρακαλώ, την κουβέρτα;» «Τι;» «Χρειάζομαι την κουβέρτα. Θα μου τη δώσεις, σε παρακαλώ;» «Συγνώμη». Ο Γκρέι ξεδίπλωσε τη δεύτερη κουβέρτα και την κράτησε μπροστά του. «Θα πρέπει να βγάλεις και τα υπόλοιπα. Υπόσχομαι να μην κοιτάζω». «Δε σ’ εμπιστεύομαι». «Ούτε εγώ εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, όμως θα βάλω τα δυνατά μου». Του φάνηκε ότι την άκουσε να γελάει. «Θέλω το λόγο σου, σαν τζέντλεμαν», είπε η Λέτι. «Εντάξει, έχεις το λόγο μου σαν τζέντλεμαν». Κράτησε ψηλά την κουβέρτα. Η Λέτι συνέχισε να έχει την πλάτη της γυρισμένη κι εκείνος άκουγε το θρόισμα του υφάσματος. Χαμήλωσε την κουβέρτα τόσο ώστε να μπορεί να τη δει και, με τον πόθο του να φουντώνει όλο και περισσότερο, την παρακολούθησε να βγάζει τον κορσέ της κι ύστερα να


KAT MARTIN

173

στέκεται μπροστά στο τζάκι μισόγυμνη. Μετακινήθηκε ελαφρά κι ο Γκρέι είδε για μια στιγμή τα γυμνά στήθη της, που ήταν ακόμα πιο όμορφα απ’ όσο τα θυμόταν, πλούσια, λευκά με κοραλλένιες ρώγες. Η ανάμνηση της γεύσης τους έστειλε ένα κύμα έξαψης στους βουβώνες του. Τα εσώρουχά της ακολούθησαν. Πρόσεξε ότι αυτά δεν ήταν μανταρισμένα, αλλά φτιαγμένα από το πιο φίνο ύφασμα, κεντημένα με ακριβή δαντέλα. Αν της άρεσαν τόσο πολύ τα ακριβά εσώρουχα, θα της αγόραζε μια ντουζίνα, μόνο που, απ’ τη στιγμή που θα του ανήκε, θα της απαγόρευε να φοράει οτιδήποτε κάτω από τις φούστες της. Ακολούθησαν οι ροζ ζαρτιέρες της κι ύστερα η Λέτι έσκυψε για να κατεβάσει τις κάλτσες της. Η θέα των αισθησιακών γλουτών της σε στάση τόσο προκλητική τού έκοψε την ανάσα. Περηφανευόταν για τον αυτοέλεγχό του, όμως, όταν επρόκειτο για τη Λέτι, ο αυτοέλεγχός του τον εγκατέλειπε ολοκληρωτικά. Τότε η Λέτι γύρισε κι εκείνος διαπίστωσε ότι του ήταν αδύνατον να πάρει το βλέμμα του απ’ το πυρρόξανθο, σγουρό τρίχωμα της ήβης της. Η οργισμένη φωνή της Λέτι ήταν τόσο δυνατή, που πόνεσαν τ’ αυτιά του. «Μου έδωσες το λόγο σου!» Ο Γκρέι, απρόθυμα, κράτησε ψηλότερα την κουβέρτα για να μη τη βλέπει. «Σου έδωσα το λόγο μου σαν τζέντλεμαν -κάτι που δεν ήμουν ποτέ. Θα έπρεπε να μου είχες ζητήσει να σου δώσω το λόγο μου σαν στρατιώτης. Από αυτόν, θα δεσμευόμουν». «Είσαι ένας...» ψέλλισε η Λέτι. «Ένας...» Ο Γκρέι κινήθηκε προς το μέρος της, την τύλιξε στην κουβέρτα κι ύστερα την κράτησε στην αγκαλιά του. «Είσαι η πιο ελκυστική γυναίκα που γνώρισα ποτέ. Τόσο όμορφη και γλυκιά. Ω, ποτέ δε θέλησα γυναίκα όσο θέλω εσένα». Και τότε τη φίλησε. Εκείνη, τυλιγμένη όπως ήταν στην κουβέρτα, αγωνιζόταν να ελευθερωθεί, όμως ο Γκρέι συνέχιζε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

174

να τη φιλάει. Τα απαλά, τρυφερά, γλυκά φιλιά του έγιναν φλογερά, αχόρταγα, φιλιά που σκλήρυναν τον πόθο του. Κι όταν η Λέτι σταμάτησε να αντιστέκεται, μόλις τα χείλη της χαλάρωσαν κάτω απ’ τα δικά του, έκανε τα φιλιά του πιο τρυφερά κι εκείνη ανταποκρίθηκε. Ο Γκρέι χαλάρωσε τη λαβή του και τα μπράτσα της Λέτι βρέθηκαν γύρω απ’ το λαιμό του. Ένιωσε τα δάχτυλά της να βυθίζονται στα υγρά μαλλιά του. «Λέτι...» Δεν της είχε πει ψέματα. Δεν ήταν τζέντλεμαν και ούτε θα γινόταν ποτέ. Έπαιρνε πάντα αυτό που ήθελε, και τώρα ήθελε τη Λέτι Μος. Σε αντάλλαγμα, θα τη φρόντιζε όπως της άξιζε. Ήταν η τέλεια συμφωνία και για τους δυο τους. Χαμήλωσε την κουβέρτα και τα χείλη του γλίστρησαν προς τα στήθη της, αποφασισμένος να πετύχει το σκοπό του. Τα φιλιά του θα έκαναν τη Λέτι να σταματήσει τις διαμαρτυρίες της και τότε θα γινόταν δική του. Το γιατί αυτό φάνταζε τόσο σημαντικό ήταν κάτι που αρνούνταν να το σκεφτεί. Ήξερε μόνο ότι σκόπευε να προσφέρει στη Λέτι την ηδονή που της είχε υποσχεθεί, να την κάνει να τον θέλει με την ίδια ένταση που την ήθελε κι εκείνος. *** Η κουβέρτα γλίστρησε ως τη μέση της κι η Κόρι έλιωσε στη ζεστή αγκαλιά του. Τα αισθησιακά χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της και η ζεστασιά του μυώδους κορμιού του έδιωξε και τα τελευταία ίχνη παγωνιάς απ’ το δικό της. Ο πονοκέφαλός της είχε χαθεί και το μυαλό της είχε μουδιάσει από την πιο υπέροχη ηδονή. Ήξερε ότι αυτό που γινόταν ήταν λάθος, ότι θα έπρεπε να σταματήσει τον Γκρέι, όμως τίποτα, ποτέ, δε φάνταζε τόσο καλό, τόσο σωστό όσο εκείνη η στιγμή με τον Γκρέι. Τη φίλησε στο πλάι του λαιμού της και η Κόρι έγειρε πίσω το κεφάλι για να τον διευκολύνει. Τα πυκνά, μαύρα μαλλιά του, χωρίς την


KAT MARTIN

175

κορδέλα να τα συγκρατεί πλέον, γαργαλούσαν την επιδερμίδα της. Σκέφτηκε τον τρόπο με τον οποίο την είχε κοιτάξει ο Γκρέι όταν ήταν πεσμένη κάτω από τον τοίχο, στη βροχή. Με τα πόδια ανοιχτά, τα λυτά μαλλιά του να ανεμίζουν στους ώμους του, ήταν ίδιος ληστής, όπως πάντα τον φανταζόταν. Ο Γκρέι έβαλε περισσότερο πάθος στο φιλί του και οι μύες στο στέρνο του πίεσαν τα στήθη της. Τα ένιωσε να μυρμηγκιάζουν, ένιωσε τις ρώγες της να σκληραίνουν. Μια φωτιά άναψε χαμηλά στην κοιλιά της κι ο πόθος φούντωσε μέσα της, δελεαστικός όσο και ο Όφις στον κήπο του Παραδείσου. Ήταν σχεδόν είκοσι δύο ετών. Κανείς από τους άντρες που την είχαν φλερτάρει στις δεξιώσεις που είχε παραβρεθεί δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τον Γκρέι. Κανενός το φιλί δεν την είχε αναστατώσει κανείς δε θα μπορούσε να ξυπνήσει τους πόθους της όπως εκείνος. Σκέφτηκε τι είδους άνθρωπος ήταν, τον τρόπο με τον οποίο την είχε βοηθήσει να σώσει τον Όμηρο, το παιδί που είχε σώσει στο χωριό. Το μωρό που είχε ξεγεννήσει, τη φροντίδα που είχε δείξει γι’ αυτό και για τη μητέρα του. Θυμήθηκε τον πόνο που είχε βιώσει ο Γκρέι, τις απώλειες που τόσο τον είχαν πληγώσει. Η κουβέρτα γλίστρησε μερικά ακόμα εκατοστά κι εκείνη ένιωσε τη φλόγα των χειλιών του στα στήθη της, τα δόντια του να τη δαγκώνουν απαλά και ένα κύμα ηδονής να την κυριεύει. Η πλευρά της που τόσο απολάμβανε τις σαρκικές ηδονές ξύπνησε και πάλι, προκαλώντας τη να πάρει αυτό που ήθελε. Να βιώσει αυτό που κανένας άλλος άντρας δε θα μπορούσε να της προσφέρει. Ήταν αλήθεια, συνειδητοποίησε. Αν αρνιόταν τις επιθυμίες της τώρα, ίσως να μη γνώριζε ποτέ το είδος των ηδονών που πρόσφερε ο Γκρέι. Δε σκόπευε να παντρευτεί παρά μόνο μετά από αρκετά χρόνια -ήταν τόσα πολλά αυτά που ήθελε να κάνει. Αλλά ακόμα και μετά το γάμο της, ίσως να μην ένιωθε για το σύζυγό της το πάθος που της ξυπνούσε ο Γκρέι. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα βρεγμένα μαλλιά της, έβγαλαν τα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

176

τσιμπιδάκια που τα συγκρατούσαν. Κι ύστερα άπλωσαν τα λυτά μαλλιά της στους ώμους της. «Λατρεύω τα μαλλιά σου», της ψιθύρισε στο αυτί. «Λατρεύω κάθε γλυκιά καμπύλη του όμορφου κορμιού σου». Τα λόγια του τη μάγευαν, όπως και τα χάδια του. Τα δάχτυλά του χάιδευαν τη γυμνή της σάρκα, η επιδερμίδα της ανατρίχιαζε στο παραμικρό άγγιγμά του. Τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της σε ένα ακόμα αχόρταγο φιλί, η γλώσσα του βρέθηκε στο στόμα της, προκαλώντας τη δική της να ανταποκριθεί. Εκείνη έγειρε προς τα πίσω, έτσι που το κορμί της ενώθηκε σε όλο το μήκος του με το δικό του και συνειδητοποίησε ότι και οι δυο κουβέρτες είχαν γλιστρήσει στο πάτωμα. Ήταν κι οι δυο τους εντελώς γυμνοί. Ένιωσε την πίεση του ερεθισμένου ανδρισμού του Γκρέι που τόσο την αναστάτωνε και τραβήχτηκε ελαφρά για να δει πώς ήταν. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα στη θέα του. Θυμήθηκε την εικόνα του Ερμή, που είχε δει σ’ εκείνο το ερωτικό βιβλίο. Μια μικρή κραυγή έκπληξης ξέφυγε απ’ τα χείλη της. «Ω Θεέ μου!» Ο Γκρέι χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να βιαστούμε». Ή τώρα ή ποτέ. Αν δεν τον σταματούσε εκείνη τη στιγμή, θα ήταν πολύ αργά. Τον κοίταξε, είδε τον πόθο να καίει στο βλέμμα του και μαζί και κάτι άλλο, μια λαχτάρα τόσο δυνατή που έμοιαζε να φτάνει στα βάθη της ψυχής της. Ένιωθε να τη μαγνητίζει και της ήταν αδύνατον να της αντισταθεί. «Σε χρειάζομαι, Λέτι», ψιθύρισε ο Γκρέι. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε ξανά. «Σε χρειάζομαι τόσο πολύ». Ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσε τη λαχτάρα του, τη μοναξιά του. Το μυαλό της Κόρι δούλευε πυρετωδώς, προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το συναίσθημα που την είχε κυριεύσει, που την κρατούσε αιχμάλωτη. Και τότε το κατάλαβε, τόσο ξεκάθαρα, που αδυνατούσε να πιστέψει ότι είχε καταφέρει να το αρνηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.


KAT MARTIN

177

Ήταν ερωτευμένη μαζί του. Και όχι λίγο ερωτευμένη, όπως φοβόταν, αλλά απεγνωσμένα, τρελά. Ήταν πολύ αργά για να προστατεύσει την καρδιά της, για να γλιτώσει τον εαυτό της. Κι αφού δεν μπορούσε να το κάνει, η μόνη επιλογή που είχε ήταν να σώσει εκείνον. Σήκωσε το βλέμμα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Κι εγώ σε χρειάζομαι, Γκρέι». Κάτι άλλαξε στα χαρακτηριστικά του, η έκφρασή του σκοτείνιασε, μαρτυρώντας ταραχή. Την κοίταξε, με μια ένταση που η Κόρι δεν είχε ξαναδεί. Το φιλί του δεν ήταν πλέον τρυφερό, αλλά παθιασμένο, φλογερό. Ήταν το άγριο φιλί ενός άντρα που διεκδικούσε τη σύντροφό του, κι εκείνη ανταποκρίθηκε απόλυτα κι εξίσου αχόρταγα. Τα υγρά, αισθησιακά φιλιά του Γκρέι τη μεθούσαν. Τα φλογερά, παθιασμένα χάδια του έβαζαν φωτιά στο κορμί της. Ο Γκρέι άγγιζε την ευαίσθητη επιδερμίδα της. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στο τρίγωνο της ήβης της και την άγγιζαν σε σημεία που κανένας άντρας δεν την είχε αγγίξει ποτέ. Ο πόθος της φούντωνε ασυγκράτητος. Αυτό ήταν που χρειαζόταν, αυτό περίμενε όλη της τη ζωή. «Κάνε μου έρωτα, Γκρέι». Στ’ αυτιά της έφτασε το βαθύ μουγκρητό του, η αρρενωπή ικανοποίησή του. Τότε ο Γκρέι τη σήκωσε στα μπράτσα του και τη μετέφερε στο κρεβάτι που υπήρχε στη γωνία. Ξάπλωσε πλάι της και βάλθηκε να τη φιλάει με περισσότερο πάθος από πριν. Εκείνη τον ήθελε απεγνωσμένα, λαχταρούσε να γνωρίσει τις φλογερές ηδονές που υποσχόταν το γυμνασμένο κορμί του. Ωστόσο, δεν ήταν πλέον η αφελής κοπέλα που είχε φύγει απ’ το Λονδίνο. «Φοβάμαι, Γκρέι. Τι θα γίνει αν μείνω έγκυος;» Εκείνος παραμέρισε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. «Υπάρχουν τρόποι να το αποφύγουμε. Ο “γαλλικός φάκελος”


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

178

και άλλοι τρόποι. Δε θα επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά ακόμα κι αν συνέβαινε, θα σε φρόντιζα». Κι η Κόρι, ο Θεός ας τη βοηθούσε, τον πίστευε. Ίσως να ήταν πραγματικά ανόητη. Ό,τι κι αν συνέβαινε, δεν είχε σημασία πια. Τον αγαπούσε και τον ήθελε. Τον φίλησε με όλη την αγάπη που λίγο πριν είχε ανακαλύψει ότι ένιωθε για κείνον και τον άφησε να κάνει τα μαγικά του. *** Ο Γκρέι προσπάθησε να θυμηθεί όλα εκείνα που είχε μάθει στην Ινδία, τα δεκάδες κόλπα που μπορούσαν να χαρίσουν σε μια γυναίκα την ηδονή, όμως ο πόθος του για τη Λέτι θόλωνε το μυαλό του. Περίμενε εδώ και πολύ καιρό, την ήθελε τόσο πολύ. Τη φιλούσε με πάθος, τη χάιδευε μέχρι που ένιωσε ότι ήταν υγρή και έτοιμη, ότι έτρεμε στο άγγιγμά του και τον ικέτευε να την κάνει δική του. Της άνοιξε τα πόδια με το γόνατό του, πήρε θέση πάνω της και, αργά, άρχισε να βυθίζεται μέσα της. Οι αντιδράσεις της μαρτυρούσαν απειρία και τον ξάφνιασαν κάπως, αλλά από την άλλη, είχαν περάσει δυο χρόνια από την τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί με το σύζυγό της. Τη φιλούσε και τον φιλούσε κι εκείνη, η γλώσσα της ενωνόταν με τη δική του και τον τρέλαινε. Περηφανευόταν για τον αυτοέλεγχό του, για τις ερωτικές του ικανότητες, όμως το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η Λέτι και το πόσο πολύ ήθελε να βρεθεί μέσα της. Αυτή του η επιθυμία τον κατέκλυσε. «Γκρέι», ψιθύρισε η Κόρι. Βύθισε τα δάχτυλά της στα βρεγμένα μαλλιά του και του έδωσε ένα ακόμα φλογερό φιλί. Ο Γκρέι έχασε εντελώς τον έλεγχο. Με μια αποφασιστική κίνηση, βυθίστηκε ολοκληρωτικά μέσα της. Κι όταν η κραυγή της έφτασε στ’ αυτιά του, χρειάστηκαν μερικές στιγμές για να αντιληφθεί το θολωμένο από τον πόθο μυαλό του ότι την είχε πονέσει, ότι το λεπτό εμπόδιο που είχε νιώσει και αγνοήσει


KAT MARTIN

179

ήταν ο παρθενικός της υμένας. Ότι η κυρία Λέτι Μος ήταν παρθένα. «Τι στο καλό;» Ένιωσε την οργή του να φουντώνει. Ανασηκώθηκε αρκετά ώστε να κοιτάξει τα δακρυσμένα της μάτια. «Δεν είσαι παντρεμένη γυναίκα. Ποια στο καλό είσαι, Λέτι; Και είναι αυτό το όνομά σου;» Η Κόρι ξεροκατάπιε, άγγιξε το πρόσωπό του με δάχτυλα που έτρεμαν. Για μια στιγμή φάνηκε να τον κοιτάζει αβέβαιη, σαν κάτι να ήθελε να πει. Ύστερα αναρίγησε και κούνησε το κεφάλι. «Δεν... ποτέ δεν κάναμε έρωτα. Ο Σάιρους ήταν ηλικιωμένος. Θα έπρεπε να σου το είχα πει». Ο Γκρέι σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά της. Ακουγόταν λογικό. Είχε αντιληφθεί απ’ την αρχή την αθωότητά της. Και, ξαφνικά, χαιρόταν που ο ξάδελφός του ήταν ένας τέτοιος γερο-ανόητος. «Αν το ήξερα, θα είχα προσέξει περισσότερο», είπε. Έσκυψε και τη φίλησε πολύ τρυφερά. «Λυπάμαι που σε πόνεσα». Η Κόρι τού χαμογέλασε. «Δεν πειράζει. Δεν πονάω τώρα. Νιώθω απλώς... να με γεμίζεις». Ο Γκρέι κυριεύτηκε από ανακούφιση, ανάμεικτη με μια παράξενη αίσθηση προστατευτικότητας. «Είσαι η πιο εκπληκτική γυναίκα, Λέτι Μος». Και ήταν δική του, μια σύζυγος παρθένα. Η τέλεια ερωμένη. Τη φίλησε τρυφερά, χωρίς να βιάζεται, έτσι ώστε να την ερεθίσει ξινά. Σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό του και οι μύες στους ώμους του πονούσαν απ’ την προσπάθεια που κατέβαλλε να ελέγχει τον εαυτό του. Ήθελε να την ικανοποιήσει, να της προσφέρει ηδονή. «Γκρέι, σε παρακαλώ», ψιθύρισε εκείνη και κύρτωσε το κορμί της, παροτρύνοντάς τον να της προσφέρει αυτό που χρειαζόταν. Και τη στιγμή που πρόφερε αυτά τα λόγια, εκείνος άρχισε να κινείται. Βυθίστηκε μια φορά μέσα της κι αυτό ήταν αρκετό για να τη συγκλονίσουν κύματα οργασμού. Ο Γκρέι δυσκολευόταν να το


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

180

πιστέψει. Η σκέψη ότι εκείνος ήταν ο άντρας που της είχε γνωρίσει την ηδονή τού χάριζε μια αίσθηση θριάμβου, όμως δε σταμάτησε. Συνέχισε να βυθίζεται μέσα της μέχρι που την έφερε και πάλι στην απόλυτη κορύφωση. Τα νύχια της βυθίστηκαν στους ώμους του, κάνοντάς τον να χάσει εντελώς τον αυτοέλεγχό του. Το αίμα στις φλέβες του κόχλαζε, είχε φτάσει στα όριά του. Το κορμί του έτρεμε, βρισκόταν στα πρόθυρα της δικής του κορύφωσης και χρειάστηκε να καταβάλει τεράστια προσπάθεια για να τραβηχτεί από το φλογερό κορμί της και να μην ολοκληρώσει μέσα της. Της είχε υποσχεθεί ότι θα την προστάτευε και σκόπευε να κρατήσει το λόγο του. Στο πάνω συρτάρι της σιφονιέρας του είχε μερικούς «γαλλικούς φακέλους». Την επόμενη φορά θα φρόντιζε να τους πάρει μαζί του. Χαμογέλασε, ξάπλωσε πλάι της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Του ήταν αδύνατον να θυμηθεί την τελευταία φορά που ήταν τόσο χαλαρωμένος, τόσο απόλυτα πλήρης. Η νευρικότητά του είχε εξαφανιστεί, τουλάχιστον προς το παρόν. Και η ικανοποίηση τον κυρίευε με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Φίλησε το μέτωπό της. «Όλα θα πάνε καλά, γλυκιά μου. Σου το υπόσχομαι». Έκλεισε τα μάτια, απολαμβάνοντας την αίσθηση του κορμιού της στην αγκαλιά του. Σκοτείνιαζε και η καταιγίδα μαινόταν ακόμα έξω από το κυνηγετικό περίπτερο. Η Λέτι αποκοιμήθηκε εξαντλημένη και, παρ’ όλο που ήθελε να την ξυπνήσει και να της κάνει ξανά έρωτα, σκέφτηκε την αθωότητά της και την άφησε. Θα πρέπει ν’ αποκοιμήθηκε κι ο ίδιος. Όταν ξύπνησε, διαπίστωσε με έκπληξη ότι είχε κοιμηθεί ως την αυγή. Ήταν η πρώτη γαλήνια νύχτα που είχε περάσει μετά το θάνατο της Τζίλιαν.


KAT MARTIN

181

Κεφάλαιο 16

«Πού είναι, Τσαρλς; Πού στο καλό είναι η κόρη μου;» Ο Τζάστιν Γουίτμορ, υποκόμης του Σέλκερκ, στεκόταν στο φουαγιέ του κάστρου Τρεμέιν με το μουσκεμένο, μακρύ παλτό του και το ημίψηλο καπέλο του. Ο Τσαρλς πήγε κοντά του και, στη θέα της αναστάτωσής του, το χαμόγελο με το οποίο ετοιμαζόταν να τον υποδεχτεί, έσβησε απ’ τα χείλη του. «Τι στο καλό είναι αυτά που λες; Σίγουρα δε μιλάς για τη Λόρελ. Ο θάνατός της ήταν τρομερό χτύπημα για όλους μας, όμως...» «Μιλάω για την Κόραλι! Είναι εδώ, στο σπίτι σας, και παριστάνει κάποια μακρινή, χαμένη ξαδέλφη του κόμη. Απαιτώ να τη δω, Τσαρλς. Αμέσως!» Ο Τσαρλς φάνηκε να τα χάνει. Κι ο Τζάστιν, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε σε τι βαθμό είχε τραβήξει η κόρη του την απάτη της. Δεν είχε σημασία. Ήταν μια ανύπαντρη κοπέλα. Δεν είχε καμιά δουλειά να τριγυρίζει στην εξοχή σε μια παράλογη προσπάθεια να αποκαταστήσει την τιμή της χαμένης της αδελφής. Ο Τσαρλς καθάρισε το λαιμό του. «Υποθέτω ότι μιλάς για τη νεαρή λαίδη που αποκαλεί τον εαυτό της Λέτι Μος». «Ναι, αν κι εμείς μόλις τώρα ανακαλύψαμε την απάτη της. Εγώ και η μητέρα της ανησυχούσαμε όλο και περισσότερο γι’ αυτήν. Τα γράμματά της ήταν στην καλύτερη περίπτωση αραιά και δε μας έγραφε τίποτα για το πώς τα περνάει. Στην Κόραλι δεν άρεσε ποτέ ιδιαίτερα η εξοχή, κι ωστόσο έχει μείνει εδώ αρκετές εβδομάδες. Αποφασίσαμε να διαπιστώσουμε πώς είναι κι ανακαλύψαμε ότι δε βρισκόταν στο Σέλκερκ Χολ. Ότι δεν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

182

είχε μείνει καθόλου εκεί». «Κατάλαβα. Δεν είχα ιδέα, φυσικά». Ο Τσαρλς συνοφρυώθηκε. «Τι κίνητρο ακριβώς είχε η κόρη σου για να βάλει σε εφαρμογή μια τόσο περίπλοκη απάτη;» «Ούτε εγώ είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό». Ο Τσαρλς έκανε νόημα στον μπάτλερ να πάρει το παλτό που ο υποκόμης, εξαιτίας της βιασύνης του να δει την Κόραλι, φορούσε ακόμα. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να συζητούσαμε το θέμα ιδιαιτέρως», πρότεινε ο Τσαρλς. «Ναι, είμαι σίγουρος γι’ αυτό». «Ακολούθησέ με, αν θέλεις». Ο Τσαρλς μπήκε στο σαλόνι και ο Τζάστιν ακολούθησε. Κάθισαν και ο μπάτλερ έκλεισε την πόρτα. «Οφείλω να πω ότι η κόρη σου είναι εξαιρετική ηθοποιός», είπε ο Τσαρλς. «Η Κόραλι ήταν ακόμα παιδί την τελευταία φορά που την είδαμε. Δεν μπορείς να μας κατηγορήσεις που δεν καταλάβαμε ποια ήταν». «Το λάθος δεν ήταν δικό σας, Τσαρλς. Στην πραγματικότητα, σας οφείλω την πιο ειλικρινή συγνώμη μου για την αναστάτωση που σας προκάλεσε. Και να είσαι σίγουρος πως, όταν θα της μιλήσω, θα της πω πολλά γι’ αυτό το θέμα. Τώρα, αν θα μπορούσες να τη φωνάξεις να έρθει...» Το βλέμμα του Τσαρλς σκοτείνιασε. «Φοβάμαι ότι προς το παρόν κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο». Τα καμπανάκια του κινδύνου σήμαναν στο μυαλό του Τζάστιν. «Τι εννοείς;» «Η κόρη σου βγήκε για ιππασία, λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα. Ο Γκρέι ανησύχησε και πήγε να τη βρει. Είμαι σίγουρος ότι θα τα κατάφερε, αφού δε γύρισε σπίτι. Θα πρέπει να έχουν βρει κάποιο καταφύγιο και να περιμένουν να περάσει η καταιγίδα». «Κι αν δεν την έχει βρει; Αν είναι εκεί έξω, τραυματισμένη -ή κάτι χειρότερο;» Ευτυχώς, σκέφτηκε ο Τζάστιν, είχε επιμείνει


KAT MARTIN

183

να τον περιμένει η Κονστάνς στο Σέλκερκ Χολ. Αν ήξερε ότι η κόρη της έλειπε όλη τη νύχτα, θα τρελαινόταν από την ανησυχία της. «Ο αδελφός μου ήταν ταγματάρχης στο στρατό. Αν δεν την είχε βρει, θα είχε γυρίσει για βοήθεια. Η καταιγίδα μαινόταν όλο το βράδυ και κόπασε το πρωί. Αν δεν έχουν επιστρέφει μέσα στις επόμενες ώρες, θα φτιάξουμε μια ομάδα και θα πάμε να τους βρούμε». Δεν ήταν καθόλου εύκολο για τον Τζάστιν να περιμένει. Ήταν πιθανόν η κόρη του να ήταν πεσμένη κάπου εκεί έξω, τραυματισμένη ή κάτι χειρότερο. Όμως το να περιμένει ήταν καλύτερη επιλογή από το να αρχίσει να οργώνει σαν τρελός την περιοχή με το άλογο, χωρίς να ξέρει πού να ψάξει. «Πιστεύεις ειλικρινά ότι ο αδελφός σου την έχει βρει;» «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Επαναλαμβάνω, ο Γκρέι ήταν στο στρατό. Είναι εξαιρετικά ικανός άνθρωπος». Ο Τζάστιν σκάφτηκε τον όμορφο κόμη που είχε συναντήσει αρκετές φορές στο Λονδίνο. Και ο Γκρέισον Φόρσαϊθ δεν είχε καθόλου καλή φήμη. «Συνειδητοποιείς τι θα σημαίνει το να έχουν περάσει τη νύχτα μαζί». Ο Τσαρλς σήκωσε το ξανθό κεφάλι του. «Θεέ μου, θα πρέπει να την παντρευτεί». Ο Τζάστιν έτριξε τα δόντια του. Είχε ήδη μία ατιμασμένη κόρη - ένα σκάνδαλο που θα αμαύρωνε το όνομα της οικογένειάς του για πολλά χρόνια. Δε θα ανεχόταν να ατιμαστεί και η δεύτερη. Αν ο κόμης είχε περάσει τη νύχτα με την Κόραλι, θα την παντρευόταν. Σκάφτηκε την ανεξάρτητη κόρη του, τον ατίθασο, επίμονο χαρακτήρα της. Να πάρει, σ’ αυτή την περίπτωση δε θα τον αψηφούσε. Θα παντρευόταν τον κόμη -είτε το ήθελε είτε όχι! ***


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

184

Η Κόρι ήταν καθισμένη στη σέλα του Ράτζα, μπροστά απ’ τον Γκρέι, ενώ η Τούλιπ ακολουθούσε πίσω τους. Είχαν κοιμηθεί κι οι δύο όλο το βράδυ, μετά το φλογερό σμίξιμό τους. Ο Γκρέι την είχε ξυπνήσει νωρίς το πρωί και είχε πάει να ελέγξει τα άλογα. Η σέλα της Τούλιπ ήταν άχρηστη, αφού είχε σπάσει ο ιμάντας. Σκόπευε να στείλει τον Ντίκι Μάικλς να την πάρει απ’ το περίπτερο. Η Κόρι, καθισμένη μπροστά στον Γκρέι επιστρέφοντας στο σπίτι, αναρωτιόταν τι να σκεφτόταν ο κόμης για το προηγούμενο βράδυ. Της πέρασε απ’ το μυαλό ότι ένας άντρας με τη δική του φήμη πιθανόν να την ξεφορτωνόταν, τώρα που του είχε χαρίσει την αρετή της. Κι αν το έκανε, αυτό θα σήμαινε ότι δε θα ήταν αυτός που πίστευε και ότι θα ήταν καλύτερα χωρίς εκείνον. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος σ’ αυτή τη σκέψη. Ήταν ερωτευμένη με τον Γκρέι. Δεν ήθελε να τον χάσει. Από την άλλη όμως, τι θα έκανε ο Γκρέι όταν θα ανακάλυπτε ότι δεν ήταν αυτή που νόμιζε, ότι είχε βρεθεί στο σπίτι του για να αποδείξει ότι ήταν ο δολοφόνος της αδελφής της; Σ’ όλο το δρόμο της επιστροφής στο κάστρο, αυτή η ανησυχητική σκέψη στριφογυρνούσε στο μυαλό της. Ήταν κι οι δυο σιωπηλοί όσο κατέβαιναν το λόφο όπου βρισκόταν ο στάβλος και έμπαιναν στο σπίτι από την πόρτα που υπήρχε στην πίσω πλευρά του κάστρου. Βρήκαν τον Σαμίρ να τους περιμένει. «Υπάρχει πρόβλημα, σαχίμπ. Λυπάμαι που σας απογοήτευσα». «Τι είναι αυτά που λες, Σαμίρ;» «Μιλάω για τη φιλοξενούμενη σας... θα έπρεπε να είχα προσπαθήσει περισσότερο να μάθω την αλήθεια». «Μη μιλάς με γρίφους, φίλε μου. Πες μου...» «Γκρέι! Ευτυχώς, γυρίσατε». Ο Τσαρλς κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. «Και ασφαλείς, απ’ ό,τι βλέπω». Η Κόρι ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και ευχήθηκε ότι ο αδελφός του Γκρέι δε θα το πρόσεχε. Μπορεί να ήταν


KAT MARTIN

185

ασφαλής, όμως δεν ήταν πλέον η αθώα κοπέλα που είχε φύγει για μια βόλτα με το άλογο το προηγούμενο απόγευμα. «Ο ιμάντας της σέλας της Λέτι έσπασε κι εκείνη έπεσε. Ήταν τυχερή που δεν τραυματίστηκε σοβαρά». Ο Τσαρλς τής έριξε μια ματιά που η Κόρι δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει. «Ναι, χαίρομαι που είναι καλά. Ωστόσο, υπάρχει ένα θέμα που απαιτεί την προσοχή σου, και την προσοχή τής... Λέτι. Αν θέλετε να με ακολουθήσετε». «Εγώ δεν είμαι σε θέση», είπε η Κόρι, που ήθελε όσο τίποτα άλλο να κλειστεί στο δωμάτιό της. «Πρέπει να βγάλω αυτά τα ρούχα, να φορέσω κάτι πιο ευπαρουσίαστο. Τσαρλς, με συγχωρείς...» Κινήθηκε προς την πόρτα, όμως ο Τσαρλς την έπιασε από το χέρι και τη σταμάτησε. «Φοβάμαι ότι αυτό δεν μπορεί να περιμένει». Ο Γκρέι την κοίταξε ανήσυχος κι εκείνη ένιωσε ένα άσχημο προαίσθημα να την κυριεύει. Σιωπηλή, ακολούθησε τον Τσαρλς στο χολ της Σμαραγδένιας Αίθουσας, ενός πολυτελούς σαλονιού στο οποίο κυριαρχούσαν τα ζωηρά χρώματα. Ήταν ένα σαλόνι που προτιμούσε η Ρεμπέκα και στο οποίο εκείνη σπάνια έμπαινε. Μπήκε στο σαλόνι, είδε τον πατέρα της και... παραλίγο θα λιποθυμούσε. Ο Γκρέι θα πρέπει να το πρόσεξε, γιατί την έπιασε απ’ τη μέση για να τη στηρίξει. «Είσαι εντάξει; Ίσως να τραυματίστηκες τελικά και τα συμπτώματα να εκδηλώθηκαν μόλις τώρα». «Είμαι μια χαρά... ειλικρινά». «Καλημέρα, Κόραλι». Ο πατέρας της προχώρησε προς το μέρος της. Η έκφρασή του ήταν τόσο βλοσυρή όσο δεν την είχε ξαναδεί ποτέ. «Καλημέρα... πατέρα». Ο Γκρέι κοίταξε πρώτα εκείνη κι ύστερα τον υποκόμη. «Λόρδε Σέλκερκ;» Κοίταξε ξανά την Κόρι. «Τι στο καλό συμβαίνει;» Η Κόραλι ξεροκατάπιε κι ένιωσε και πάλι να λιποθυμά. «Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση, λόρδε μου», είπε ο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

186

πατέρας της. «Κόραλι, θα ήθελες να μας εξηγήσεις;» Τα διαπεραστικά μάτια του Γκρέι καρφώθηκαν στο πρόσωπό της. «Κόραλι; Έτσι σε λένε;» «Θα σου το έλεγα, Γκρέι, το ορκίζομαι. Ήθελα να σου το πω χτες το βράδυ. Απλώς... δεν μπορούσα. Όχι ακόμα». «Η Κόραλι είναι κόρη μου», άρχισε να λέει ο υποκόμης. «Θα πρέπει να ήταν παιδί την τελευταία φορά που την είδες. Πλέον έχει μεγαλώσει, όπως μπορείς να δεις. Στην πραγματικότητα, αν κρίνω απ’ την κατάσταση της εμφάνισής της, είναι πολύ πιθανόν να το διαπίστωσες ήδη». Η Κόρι τα έχασε. «Πατέρα, σε παρακαλώ...» «Δεν είσαι η Λέτι Μος», είπε ο Γκρέι ζοφερά. «Είσαι η Κόραλι Γουίτμορ, η κόρη του υποκόμη». «Ναι...» ψέλλισε αδύναμα η Κόρι. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ω, τι να σκεφτόταν ο Γκρέι; Και πώς θα μπορούσε να του εξηγήσει; «Γιατί ήρθες εδώ;» ρώτησε ο Γκρέι. «Γιατί παρίστανες ότι ήσουν κάποια άλλη;» «Εγώ...» Η Κόρι ύγρανε νευρικά τα χείλη της. «Προσπαθούσα ν’ ανακαλύψω ποιος δολοφόνησε την αδελφή μου». Ο Τσαρλς δεν την άφησε να συνεχίσει. «Αυτό είναι εξωφρενικό. Η Λόρελ αυτοκτόνησε. Πνίγηκε στο ποτάμι». Η Κόρι γύρισε προς το μέρος του. «Δεν πιστεύω ότι η αδελφή μου θα έκανε κάτι τέτοιο. Πιστεύω ότι δολοφονήθηκε». Ο Τσαρλς χλόμιασε. Ο Γκρέι την κάρφωσε με το σκοτεινό, διαπεραστικό του βλέμμα. «Πες μου ότι δεν ήρθες εδώ επειδή πίστεψες ότι ο θάνατός της είχε σχέση με κάποιον από μας;» Εκείνη ξεροκατάπιε. «Νόμιζα... νόμιζα ότι ήσουν εσύ». Έκλεισε τα μάτια, για να μη βλέπει την οργισμένη έκφραση του Γκρέι. «Έμαθα για τη σύζυγό σου, έμαθα ότι πνίγηκε όπως η Λόρελ. Ήρθα εδώ ώστε να αποδείξω ότι την είχες σκοτώσει εσύ».


KAT MARTIN

187

«Να πάρει». «Ανακάλυψα ότι δεν ήσουν εσύ. Έμαθα ότι εκείνο το βράδυ ήσουν με την κόμισσα, κατάλαβα λοιπόν ότι δε θα μπορούσες να ήσουν ο δολοφόνος». Ο Γκρέι έτριξε τα δόντια του. «Η αδελφή σου είχε ένα νόθο παιδί. Αυτό ήταν γνωστό στο χωριό. Αυτοκτόνησε όταν ο εραστής της αρνήθηκε να την παντρευτεί. Λυπάμαι για την απώλειά σου, δεσποινίς Γουίτμορ, όμως αυτό δεν αναιρεί τα όσα έκανες». Ο Γκρέι γύρισε να φύγει, όμως η κοφτή φωνή του πατέρα της Κόρι τον σταμάτησε. «Ούτε αλλάζει αυτό που θα πρέπει να γίνει τώρα». Ο Γκρέι γύρισε. Το βλέμμα του ήταν σπινθηροβόλο και σκληρό. «Η Κόραλι είναι μια ανύπαντρη κοπέλα, από μια απ’ τις καλύτερες οικογένειες του Λονδίνου, μια οικογένεια που έχει υπομείνει ήδη αρκετά σκάνδαλα. Σύντομα θα γίνει γνωστό ότι οι δυο σας περάσατε μια νύχτα μαζί. Δεσμεύεσαι από την τιμή σου, λόρδε μου, να παντρευτείς την κόρη μου». Η Κόρι έμεινε άφωνη. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της ώστε να μην τραβηχτεί τρομαγμένη στη θέα της οργισμένης έκφρασης του Γκρέι. «Περιμένεις να την παντρευτώ; Μετά τα ψέματα που είπε; Μετά από τον τρόπο που μας εξαπάτησε όλους;» Η Κόρι ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πόσο σκληρή θα ήταν η τιμωρία για την απάτη της. «Λυπάμαι, Γκρέι, λυπάμαι ειλικρινά. Σκόπευα να πω την αλήθεια, όμως απλώς... απλώς ορκίστηκα στη μνήμη της Λόρελ ότι θα μάθαινα τι είχε συμβεί. Δεν μπορούσα να αθετήσω τον όρκο μου». Ο Γκρέι την κοίταξε και κάτι άλλαξε στην έκφρασή του. Στην Κόρι φάνηκε ότι το βλέμμα του γέμισε απογοήτευση. «Δεν είσαι καθόλου όπως εκείνη, έτσι; Δεν είσαι καλή και ευγενική, τρυφερή και γεμάτη αγάπη. Είσαι απατεώνισσα και πανούργα,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

188

μια μοχθηρή μικρή πόρνη διατεθειμένη να μη σταματήσει πουθενά, φτάνει να πάρει αυτό που θέλει». Η Κόρι χλόμιασε. «Αρκετά», είπε ο υποκόμης. «Δε θα μιλάς με αυτόν τον τρόπο στην κόρη μου». Ο Γκρέι τον αγνόησε. «Σε θυμάμαι τώρα. Είσαι εκείνη η μικρή στρίγγλα που έγραφε για μένα στη στήλη της με τα κουτσομπολιά. Για να δούμε... πώς με αποκαλούσες; Α, ναι, έναν ασυνείδητο που αποπλανεί γυναίκες». Το παγερό, σκοτεινό βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της, θυμίζοντάς της τις φλογερές στιγμές που είχαν μοιραστεί το προηγούμενο βράδυ. «Υποθέτω ότι στην περίπτωσή σου, είχες δίκιο». Γύρισε και πάλι να φύγει, όμως σταμάτησε στο άκουσμα του σκληρού τόνου του πατέρα της. «Τότε παραδέχεσαι ότι εκμεταλλεύτηκες την κόρη μου». Γύρισε προς το μέρος τους. «Αποπλάνησα τη Λέτι Μος, την όμορφη, άπορη, νεαρή σύζυγο ενός πολύ μακρινού ξαδέλφου μου. Αυτή τη γυναίκα δεν την ξέρω καθόλου». Μια πνιχτή κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της Κόρι βλέποντάς τον Γκρέι ν’ απομακρύνεται. Ήθελε να του φωνάξει να γυρίσει πίσω, να του πει ότι εκείνη κι η Λέτι ήταν διαφορετικές πλευρές της ίδιας γυναίκας, ήξερε όμως ότι δε θα την πίστευε. Όλα είχαν τελειώσει ανάμεσά τους. Ένιωσε ένα μαχαίρι να καρφώνεται στην καρδιά της. *** Ο Γκρέι βγήκε από το σπίτι και κατευθύνθηκε προς το στάβλο. Ω, τι ανόητος που ήταν. Θα έπρεπε να το περίμενε ότι η γλυκιά, αθώα κοπέλα με την οποία είχε κάνει έρωτα το προηγούμενο βράδυ, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Ήταν πολύ καλή για να είναι αληθινή. Η αφελής, ευγενική Λέτι ήταν πλάσμα της φαντασίας του. «Τρεμέιν, μην κάνεις άλλο βήμα».


KAT MARTIN

189

Ο Γκρέι, στο άκουσμα της φωνής του υποκόμη, σταμάτησε στο πλακόστρωτο μονοπάτι και γύρισε να τον κοιτάξει. Πάντα σεβόταν τον υποκόμη. Δεν έφταιγε εκείνος που η κόρη του ήταν πανούργα, ένα μικρό βάσανο με συνείδηση πόρνης. «Αντιλαμβάνομαι ότι η κόρη μου σε εξαπάτησε. Ελπίζω να προσπαθήσεις να κατανοήσεις την απόγνωση της Κόραλι όταν πληροφορήθηκε το θάνατο της αδελφής της. Μέχρι πρόσφατα, οι δυο τους ήταν πολύ δεμένες. Η Κόραλι αρνιόταν να δεχτεί ότι η αδελφή της αυτοκτόνησε. Σύμφωνα με τη θεία της, ήταν πεισμένη ότι εσύ ήσουν ο άντρας που αποπλάνησε την αδελφή της και ύστερα τη σκότωσε. Κι ήρθε εδώ για να το αποδείξει». Ο Γκρέι αγνόησε τον ενοχλητικό σεβασμό που ένιωσε για την Κόρι, στη σκέψη ότι είχε αποφασίσει να διακινδυνεύσει μ’ αυτόν τον τρόπο. «Προφανώς, απέδειξε ακριβώς το αντίθετο», συνέχισε ο υποκόμης. «Αν δε σε θεωρούσε αθώο, τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να την αναγκάσει να σου προσφέρει τον εαυτό της, όπως, κατά τα φαινόμενα, έκανε». Ο Γκρέι παρέμεινε σιωπηλός. Μια αίσθηση απώλειας τον κυρίευσε στη σκέψη ότι η Λέτι δεν υπήρχε, ότι η νύχτα που είχε περάσει κρατώντας τη στην αγκαλιά του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια φαντασίωση. «Το όνομα της οικογένειας μου έχει αμαυρωθεί ήδη αρκετά από ένα σκάνδαλο, με αποτέλεσμα να μην μπορώ ν’ αφήσω αυτό το θέμα έτσι», συνέχισε ο υποκόμης. «Θα περιμένω από σένα να κάνεις το σωστό απέναντι στην κόρη μου, Τρεμέιν. Αν αρνηθείς, θα πρέπει να σε καλέσω σε μονομαχία». Ω, όχι. Το τελευταίο που ήθελε ο Γκρέι ήταν να μονομαχήσει με τον Σέλκερκ. Ο υποκόμης και η σύζυγός του είχαν υποφέρει περισσότερο απ’ όσο τους αναλογούσε εξαιτίας του σκανδάλου και της θλίψης τους για το χαμό της κόρης τους. Ακόμα και τώρα ο υποκόμης φορούσε τα μαύρα του πένθους. Με την άκρη του ματιού του είδε μια μικροκαμωμένη, γνώριμη σιλουέτα να διασχίζει το μονοπάτι προς το μέρος τους. Έμοιαζε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

190

με τη Λέτι, όμως ήξερε ότι η γυναίκα που έβλεπε δεν ήταν το γλυκό πλάσμα που τον είχε κάνει να φλέγεται από πόθο το προηγούμενο βράδυ. Η Κόρι έτρεξε κοντά του, τον αγκάλιασε κι εκείνος αγνόησε τη συμπόνια που ένιωσε όταν είδε τα δάκρυα στα μάτια της. «Σε παρακαλώ, μην του κάνεις κακό», είπε. «Δε χρειάζεται να με παντρευτείς. Του είπα ότι δε θα σε παντρευόμουν, ακόμα κι αν μου το ζητούσες. Μόνο, σε παρακαλώ... μόνο μην του κάνεις κακό». Ο Γκρέι την κοίταξε και κάτι σκίρτησε μέσα του. Ήταν η Λέτι και, ταυτόχρονα, δεν ήταν. Η οργή φούντωνε μέσα του. Και μαζί η παρόρμηση να την κάνει να πληρώσει για τα ψέματα που του είχε πει, αλλά και η σφοδρή επιθυμία να την κάνει δική του. «Ώστε λοιπόν δε θα με παντρευόσουν, ούτε αν σ’ το ζητούσα;» Η Κόρι ξεροκατάπιε. «Η δουλειά μου είναι στο Λονδίνο. Πέρα απ’ αυτό, υπάρχουν κι άλλα πράγματα που θέλω να κάνω, μέρη που θέλω να επισκεφτώ. Δεν είμαι ακόμα έτοιμη για γάμο». Ο Γκρέι ύψωσε τα φρύδια του. «Ώστε έτσι;» Στράφηκε στον πατέρα της. «Φρόντισε να βγουν οι άδειες γάμου. Αμέσως μετά, θα παντρευτούμε». «Τι!» Ο Γκρέι γύρισε και άρχισε ν’ απομακρύνεται, με μια αίσθηση θριάμβου να τον κυριεύει. Θα την έκανε να πληρώσει για την απάτη της και, ταυτόχρονα, θα ικανοποιούσε το άγριο πάθος του γι’ αυτήν, πάθος που μια νύχτα έρωτα δεν ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει. «Δε θα σε παντρευτώ!» είπε η Κόρι. Ανασήκωσε τις φούστες της κι έτρεξε πίσω του. Εκείνος σταμάτησε και γύρισε. «Θα με παντρευτείς. Δε σου αφήνω επιλογή». Η Κόρι έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν ο Γκρέι γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται και πάλι. Του φάνηκε ότι την άκουσε να ψιθυρίζει μια βρισιά. Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του. Ήταν πανούργα και


KAT MARTIN

191

μπελάς, όμως το πάθος που είχε νιώσει το προηγούμενο βράδυ ήταν και με το παραπάνω αληθινό. Ό,τι είδους σύζυγος κι αν γινόταν, σκόπευε να την απολαύσει μέχρι που να τη χορτάσει. Ύστερα θα της έδινε πόδι και θα την έστελνε πίσω στο Λονδίνο. *** «Δε θα τον παντρευτώ!» «Θα το κάνεις. Αν αρνηθείς, ορκίζομαι ότι θα σου μαυρίσω τα πισινά, όπως θα έπρεπε να είχα κάνει όταν ήσουν παιδί». Η Κόρι δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ο πατέρας της της έκανε πάντα όλα τα χατίρια. Τώρα της έλεγε ότι έπρεπε να παντρευτεί έναν άντρα που την απεχθανόταν; «Δεν μπορώ να παντρευτώ τον κόμη», διαμαρτυρήθηκε. «Έχω τη δουλειά μου. Εργάζομαι στο περιοδικό. Δεν έχει σημασία για κανέναν αυτό;» «Ποτέ δεν έπρεπε να κάνεις αυτή τη δουλειά. Η κοινωνική σου θέση είναι πολύ ανώτερη. Εξάλλου, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να παντρευτείς. Και μετά απ’ όσα συνέβησαν χτες το βράδυ, δεν έχεις άλλη επιλογή». «Μα με μισεί. Το πιθανότερο είναι ότι θα με χτυπάει όταν θα γίνει σύζυγός μου!» «Μπράβο του. Αν το είχα κάνει κι εγώ, θα ήσουν μια ήσυχη, υπάκουη κόρη, όχι μια ξεροκέφαλη στρίγγλα, αποφασισμένη να καταστρέψει όχι μόνο τον εαυτό της, αλλά και την οικογένειά της». Αυτό έκανε την Κόρι να σωπάσει. Είχε δει πώς είχαν αναστατώσει τα κουτσομπολιά τη ζωή της μητέρας της, της γιαγιάς της, ολόκληρης της οικογένειας της, μετά το θάνατο της Λόρελ. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει να συμβεί ξανά αυτό στους ανθρώπους που αγαπούσε. Αν ο Γκρέι είχε σκοπό να την τιμωρήσει επειδή τον είχε εξαπατήσει, θα το δεχόταν. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι της άξιζε.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

192

Πήρε μια βαθιά ανάσα και άδειασε τα πνευμόνια της αργά. «Εντάξει. Θα τον παντρευτώ». Η έκφραση του πατέρα της μαλάκωσε. «Δε θα είχες προσφέρει τον εαυτό σου στον κόμη αν δε νοιαζόσουν γι’ αυτόν, Κόραλι. Δεν είσαι τέτοια κοπέλα». Η Κόρι δε διαφώνησε. Ήταν ερωτευμένη με τον Γκρέι. Ή, τουλάχιστον, ήταν μέχρι πριν από λίγο. Ο Γκρέι πλέον ήταν ένας άγνωστος με σκληρό πρόσωπο, κάποιος που δεν είχε ξαναδεί. «Με τον καιρό, όλα θα πάνε καλά», είπε ο υποκόμης. Η Κόρι κατάφερε να χαμογελάσει. «Είμαι σίγουρη ότι έχεις δίκιο, πατέρα». Όμως ήταν σχεδόν βέβαιη ότι τίποτα δε θα πήγαινε καλά. Τον τελευταίο καιρό, τίποτα δεν πήγαινε όπως το είχε σχεδιάσει.


KAT MARTIN

193

Κεφάλαιο 17

Χρειάστηκαν τρεις μέρες για να βγουν οι άδειες και να κανονιστούν οι λεπτομέρειες του γάμου. Η Κόρι θα παντρευόταν τον Γκρέισον Φόρσαϊθ εκείνο το πρωί στον κήπο του Σέλκερκ Χολ κι ύστερα θα επέστρεφε στο κάστρο ως σύζυγος του Γκρέι, κόμισσα του Τρεμέιν. Σ’ αυτή τη σκέψη ένιωθε παγωμένα ρίγη να διατρέχουν τη ραχοκοκαλιά της. «Δε νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω», είπε στην Άλισον, ενώ βάδιζε νευρικά μπροστά στο παράθυρο. Μισοντυμένη ακόμα, φορώντας μόνο τα δαντελωτά της εσώρουχα κι ένα μεσοφόρι. «Μετά απ’ όσα έκανα, δε νομίζω ότι μπορώ να αντικρίσω ξανά τον Γκρέι και την οικογένειά του». Εκείνη κι η Άλισον είχαν επιστρέφει στο Σέλκερκ Χολ λίγο μετά τη φρικτή αντιπαράθεση στο κάστρο Τρεμέιν. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι οι μέρες είχαν περάσει τόσο γρήγορα κι η Άλισον ήταν εκεί να τη βοηθήσει να ντυθεί για το γάμο. «Δεν έχεις άλλη επιλογή», είπε η φίλη της ωμά, πράγμα που σπάνια έκανε. «Το οφείλεις στην οικογένειά σου. Ο θάνατος της Λόρελ τούς πλήγωσε όλους πολύ. Μπορεί ο πατέρας σου να μην το δείχνει, όμως ακόμα πενθεί. Δε θέλεις να αναγκαστούν οι γονείς σου να ζήσουν ένα ακόμα σκάνδαλο». «Ω Θεέ μου». Η Κόρι κάθισε βαριά στο σκαμπό, μπροστά από την τουαλέτα της από ροδόξυλο. Το υπνοδωμάτιό της, στο οποίο κυριαρχούσαν το λευκό και το μοβ, ήταν πολύ πιο κομψό από το παραμελημένο δωμάτιο του κάστρου Τρεμέιν, στο οποίο την είχε βάλει η Ρεμπέκα. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

194

συνειδητοποιώντας πως, όταν θα επέστρεφε στο κάστρο, θα κοιμόταν στα διαμερίσματα της κόμισσας, που επικοινωνούσαν μ’ εκείνα του Γκρέι. «Ίσως μετά το γάμο σας να μπορέσεις να δώσεις στον κόμη να καταλάβει γιατί έκανες ό,τι έκανες. Με τον καιρό, σίγουρα θα σε συγχωρήσει». Η Κόρι κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω ότι ο Γκρέι είναι τύπος που συγχωρεί. Ίσως αν ήμουν πραγματικά η Λέτι Μος, με τον καιρό να με συγχωρούσε. Νομίζω ότι, κατά κάποιον τρόπο, νοιαζόταν γι’ αυτήν. Δυστυχώς, είμαι η Κόραλι. Λέω τη γνώμη μου ελεύθερα, είμαι ξεροκέφαλη και αποφασιστική. Δεν είμαι ο τύπος της γυναίκας που θα ήθελε να παντρευτεί ο Γκρέι». «Σταμάτα αμέσως. Είσαι τόσο η Λέτι όσο και η Κόραλι. Είσαι καλή και τρυφερή. Είσαι αφοσιωμένη και σου αρέσει να δίνεις. Με τον καιρό ο σύζυγός σου θα το καταλάβει αυτό και θα συνειδητοποιήσει ότι είσαι όσα νόμιζε κι ακόμα περισσότερα». Η Κόραλι σήκωσε το βλέμμα και ανοιγόκλεισε τα μάτια, για να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Το πιστεύεις πραγματικά αυτό;» Η Άλισον την αγκάλιασε σφιχτά. «Ναι, το πιστεύω. Ήσουν πρόθυμη να εκθέσεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο επειδή αγαπούσες την αδελφή σου. Και αγαπάς τον κόμη. Με τον καιρό θα το συνειδητοποιήσει και θα σε αποδεχτεί γι’ αυτό που πραγματικά είσαι». Η Κόρι κοίταξε την Άλισον στα μάτια. «Πώς... πώς ήξερες ότι τον αγαπάω;» «Έχουμε γίνει φίλες, Κόραλι. Δεν πιστεύω ότι θα είχες προσφέρει τον εαυτό σου στον κόμη αν δεν τον αγαπούσες». Η Κόρι σκούπισε τα δάκρυά από τα μάγουλά της. «Ο Γκρέι πιστεύει ότι τον πρόδωσα και, κατά μία έννοια, το έκανα. Προσποιούμουν ότι ήμουν κάποια άλλη». «Απλώς είπες ένα μικρό ψέμα». Η Κόρι αναστέναξε. «Ίσως. Όμως έχει πληγωθεί στο παρελθόν και προφυλάσσει την καρδιά του. Δεν ξέρω αν θα μου δοθεί ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία να τον πλησιάσω».


KAT MARTIN

195

«Αν τον αγαπάς, θα πρέπει να προσπαθήσεις». Η Κόρι ξεροκατάπιε καθώς ένας κόμπος τής έκλεινε το λαιμό και συνειδητοποίησε ότι η φίλη της είχε δίκιο. «Θα πρέπει να βάλεις το νυφικό σου», είπε η Άλισον, θυμίζοντάς της πόσο σύντομα επρόκειτο ν’ αλλάξει η ζωή της. «Σε ένα λεπτό, Άλι, αν δε σε πειράζει». Η Άλισον ένευσε καταφατικά. «Φυσικά». Έφυγε για να ντυθεί για το γάμο, με την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε να βοηθήσει την Κόρι να φορέσει το νυφικό της. Έλειπε μόλις μερικές στιγμές, όταν στην πόρτα ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα. Η Κόρι πήγε ν’ ανοίξει και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή χαράς όταν αντίκρισε την καλύτερή της φίλη, την ψηλή, ξανθιά, Κρίστα Χαρτ Ντρόγκαρ. «Κρίστα!» Έπεσε στην αγκαλιά της φίλης της που την κράτησε σφιχτά. «Χαίρομαι τόσο που σε βλέπω! Ήξερα ότι αν τα κατάφερνες, θα ερχόσουν, φοβόμουν όμως ότι ίσως να προέκυπτε κάτι και να μην μπορούσες». «Δε χρειαζόταν ν’ ανησυχείς. Έφυγα απ’ το Λονδίνο αμέσως μόλις έλαβα το γράμμα σου. Οι δρόμοι ήταν ακόμα λασπωμένοι μετά από εκείνη τη φρικτή καταιγίδα και μας πήρε περισσότερο απ’ όσο περιμέναμε για να φτάσουμε ως εδώ. Ο Λέιφ, ο Θορ και ο πατέρας μου είναι κάτω. Ανησυχούσαμε όλοι τόσο πολύ. Είσαι σίγουρη γι’ αυτό; Είσαι σίγουρη ότι είναι αυτό που θέλεις;» Η Κόρι αναστέναξε. «Ποτέ δεν ήμουν λιγότερο σίγουρη για κάτι στη ζωή μου». «Τότε ίσως θα έπρεπε να αρνηθείς την πρόταση του κόμη». Η Κόρι γέλασε, σχεδόν υστερικά. «Επρόκειτο περισσότερο για εντολή παρά για πρόταση γάμου. Είναι φανερό ότι δεν τον γνωρίζεις. Τρέμω όταν σκέφτομαι τι θα έκανε αν είχα πραγματικά το κουράγιο να του αρνηθώ». «Όπως είπα, ο Λέιφ και ο Θορ είναι κάτω. Αν ο κόμης δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα...» «Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν είναι ο κόμης. Η


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

196

αλήθεια είναι ότι για όλο αυτό το μπλέξιμο ευθύνομαι εγώ. Ακόμα κι αν ήμουν τόσο εγωίστρια ώστε να ήθελα να δω την οικογένειά μου μπλεγμένη σε ένα ακόμα σκάνδαλο, δε θα ήθελα να συμβεί κάτι τέτοιο στον λόρδο Τρεμέιν. Με το να με παντρευτεί, ανεξάρτητα από το αν το θέλει ή όχι, θα σταματήσει τις κακές γλώσσες. Δεν είναι ο φρικτός άνθρωπος που νόμιζα. Δε δολοφόνησε τη σύζυγό του ούτε την αδελφή μου, και δεν του αξίζει να αμαυρωθεί τ’ όνομά του περισσότερο απ’ όσο ήδη είναι». Η Κρίστα τής έπιασε το χέρι. «Μιλάς σαν να νοιάζεσαι γι’ αυτόν - τουλάχιστον λίγο». Η Κόρι σήκωσε το βλέμμα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Τον αγαπώ, Κρίστα. Είναι βλοσυρός, δύσκολος και τρομερά απαιτητικός, κι εγώ είμαι απεγνωσμένα ερωτευμένη μαζί του. Δυστυχώς, εκείνος δε με αγαπά. Στην πραγματικότητα, με μισεί επειδή τον εξαπάτησα». «Κατάλαβα». Η Κρίστα φάνηκε να σκέφτεται τα λόγια της φίλης της. «Ο κόμης είναι θυμωμένος -και υποθέτω ότι έχει κάθε δικαίωμα γι’ αυτό. Σίγουρα όμως, με τον καιρό, θα καταλάβει γιατί συμπεριφέρθηκες έτσι». «Ίσως». Η Κόρι κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη, πρόσεξε πόσο ασυνήθιστα χλομό ήταν το πρόσωπό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και στράφηκε ξανά στη φίλη της. «Κι εκτός από το ότι πρόκειται να παντρευτώ έναν άντρα που με απεχθάνεται, υπάρχει και το θέμα της δουλειάς μου». «Η Λίνζι τα πήγε μια χαρά στο διάστημα της απουσίας σου. Ήθελε να έρθει μαζί μας στο γάμο, όμως κάποιος έπρεπε να μείνει και να φροντίσει για την έκδοση του τεύχους αυτής της εβδομάδας. Είμαι σίγουρη ότι θα είναι πρόθυμη να μείνει, μέχρι ν’ αποφασίσεις τι θέλεις να κάνεις». Η Κόρι σήκωσε το βλέμμα της. «Πιστεύεις ότι θα μπορέσω να επιστρέφω; Μου αρέσει να δουλεύω στο περιοδικό, μου αρέσει να δουλεύω μαζί σου, Κρίστα. Δεν ήμουν έτοιμη για γάμο». Η Κρίστα τής έπιασε το χέρι. «Ούτε να ερωτευτείς ήσουν


KAT MARTIN

197

έτοιμη. Κάποιες φορές αυτά τα πράγματα απλώς συμβαίνουν». Όπως είχαν συμβεί στην Κρίστα, σκέφτηκε η Κόρι. Η αρχή της σχέσης της φίλης της με τον Λέιφ ήταν καταστροφική. Τώρα ήταν απίστευτα ευτυχισμένη. Σκέφτηκε τον Γκρέι και ένιωσε να την πλημμυρίζει η αίσθηση μιας τεράστιας απώλειας. Πήγε στο παράθυρο. Από τον κήπο ακούγονταν οι φωνές των καλεσμένων που είχαν αρχίσει να καταφτάνουν. «Ποτέ δεν έμαθα τι συνέβη στην αδελφή μου». Η Κρίστα στάθηκε πλάι της στο παράθυρο. «Πήρα το γράμμα σου. Ξέρω ότι πιστεύεις πως κάποιος από τους άντρες στο κάστρο ήταν ο εραστής της. Αυτό δε σημαίνει ότι τη σκότωσε». «Το ξέρω. Το επαναλαμβάνω συνεχώς στον εαυτό μου». «Σήμερα είναι ο γάμος σου. Δεν είναι μέρα για να σκέφτεσαι το παρελθόν. Η αδελφή σου θα ήθελε να είσαι ευτυχισμένη». Η Κόρι ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Η Λόρελ θα ήθελε να παντρευτεί κάποιον άντρα που θα την αγαπούσε. Κι αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί. «Ο Γκρέι θα θελήσει κάποιο είδος δικαίωσης. Ζει σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες και, με τον τρόπο του, είναι ένας εξαιρετικά έντιμος άντρας». «Όπως κι εσύ είσαι μια θαρραλέα και έντιμη γυναίκα. Με τον καιρό, θα το φροντίσουμε κι αυτό». Όμως η Κόρι δεν το πίστευε ειλικρινά. Ό,τι κι αν ένιωθε ο Γκρέι για εκείνη, είχε χαθεί. Είχε εξαφανιστεί το ίδιο πρωί που είχε χαθεί και η Λέτι Μος. *** Η Κόρι, φορώντας ένα υπέροχο, μοβ νυφικό και με τα πυρρόξανθα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά, με μερικές μπούκλες να πέφτουν στους ώμους της, στεκόταν ακριβώς στην εσωτερική πλευρά της μπαλκονόπορτας που οδηγούσε στον κήπο. Σκόπευε να συνεχίσει το πένθος για τουλάχιστον έναν ακόμα μήνα, όπως επέβαλλε το έθιμο, και είχε διαλέξει το


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

198

νυφικό έχοντας αυτή τη σκέψη κατά νου. «Ακόμα δεν έχει έρθει». Η μητέρα της, μια όμορφη γυναίκα με καστανά μαλλιά, γύρω στα σαράντα επτά, που είχε βγάλει τα πένθιμα ρούχα της για το γάμο, στεκόταν στο παράθυρο, με τις παλάμες της ενωμένες νευρικά. «Ω Θεέ μου, ίσως δεν έχει σκοπό να έρθει». Το σφίξιμο στο στήθος της Κόρι έγινε πιο έντονο. Ήταν πιθανό. Ίσως η τιμωρία του κόμη για τις εβδομάδες που τον είχε εξαπατήσει να ήταν αυτή -να μην εμφανιστεί στο γάμο τους. Για χάρη των γονιών της, προσευχόταν να μην την ταπείνωνε έτσι δημόσια. «Έχει αργήσει μόλις μερικά λεπτά», είπε, ώστε η μητέρα της να μην αναλυθεί σε δάκρυά. «Ίσως να υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο δρόμο». Στην πραγματικότητα, όμως, φανταζόταν ότι ο Γκρέι ήθελε να περάσει κάποιο μήνυμα. Ακόμα κι αν εμφανιζόταν για το γάμο, όλοι θα καταλάβαιναν ότι δεν ανυπομονούσε να παντρευτεί. «Ήρθε!» Η Κρίστα πήρε το βλέμμα της απ’ το παράθυρο και πήγε βιαστικά προς το μέρος τους. «Μόλις μπήκε στον κήπο». «Ευτυχώς». Η μητέρα της Κόρι έτρεμε. Η Κόρι πήγε κοντά της και την αγκάλιασε για να την καθησυχάσει, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποια απ’ τις δυο τους είχε μεγαλύτερη ανάγκη να καθησυχαστεί. «Όλα θα πάνε καλά, μητέρα». Η μητέρα της χαμογέλασε αδύναμα. «Ναι, ναι, φυσικά και θα πάνε. Στο κάτω κάτω, παντρεύεσαι έναν κόμη. Με τον καιρό, ο κόσμος θα ξεχάσει πόσο βιαστικά έγινε ο γάμος σας». Η Κόρι ένιωσε να την πνίγουν και πάλι οι ενοχές. Αν μόνο είχε ακούσει την Κρίστα και είχε μείνει στο Λονδίνο... Τότε τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί. «Είναι ώρα να ξεκινήσουμε, Κόραλι». Η σιγανή φωνή της φίλης της έκανε τα καμπανάκια του κινδύνου να σημάνουν στο μυαλό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει και προετοιμάστηκε να


KAT MARTIN

199

αντιμετωπίσει τη δοκιμασία που την περίμενε. Η Κρίστα γονάτισε, ίσιωσε την ουρά του νυφικού της κι ύστερα άνοιξε την πόρτα. Παρ’ όλο που οι καλεσμένοι ήταν λίγοι, η εκκλησία είχε διακοσμηθεί με μεγάλα βάζα με λευκά χρυσάνθεμα και μακριές, μοβ κορδέλες. Ένας λευκός διάδρομος οδηγούσε στο ιερό. Ο Λέιφ και ο Θορ περίμεναν δίπλα στην πόρτα. Δύο εξαιρετικά μεγαλόσωμοι άντρες, ο ένας μελαχρινός, ο άλλος ξανθός, και οι δύο με τα πιο γαλανά μάτια που είχε δει ποτέ η Κόρι. Ο Λέιφ έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Είσαι υπέροχη. Ο κόμης σου είναι ένας πολύ τυχερός άντρας». Η Κόρι κατάφερε να χαμογελάσει αδύναμα. «Ευχαριστώ». «Αν δε σου συμπεριφέρεται καλά», είπε ο Θορ βλοσυρά, «το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να έρθεις σε μένα». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ήταν τυχερή που είχε τόσο καλούς φίλους. «Σ’ ευχαριστώ. Θα θυμάμαι την προσφορά σου, Θορ». Μια προσφορά που ήξερε πολύ καλά ότι ο Θορ την εννοούσε. Ο Θορ Ντρόγκαρ είχε έρθει από το ίδιο, άγνωστο στον κόσμο νησί απ’ το οποίο είχε έρθει και ο αδελφός του. Ήταν τόσο οπισθοδρομικός και ανεκπαίδευτος όσο ήταν αρχικά και ο Λέιφ, όμως ο καθηγητής Χαρτ έκανε μ’ αυτόν το ίδιο θαύμα που είχε κάνει και με τον Λέιφ. Η πρόοδος που είχε επιτύχει ο μεγαλόσωμος Νορβηγός ήταν εκπληκτική. «Καλύτερα να πηγαίνεις». Η Κρίστα την αγκάλιασε μια τελευταία φορά κι επέστρεψε στο σύζυγό της. Η Κόρι, βλέποντας πώς κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από λαχτάρα. Αν μόνο την κοιτούσε κι ο Γκρέι με τόση αγάπη... Όμως δεν πίστευε ότι αυτό θα συνέβαινε ποτέ. Ο πατέρας της περίμενε. «Είσαι πολύ όμορφη νύφη, Κόραλι», είπε. Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. Τα μαλλιά του είχαν το ίδιο λαμπερό, πυρρόξανθο χρώμα με τα δικά της. «Ό,τι κι αν πιστεύεις για τις πράξεις μου, ξέρεις ότι δε σημαίνουν πως δε σ’


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

200

αγαπώ». «Το ξέρω, πατέρα. Κι εγώ σ’ αγαπώ». Ο πατέρας της έφερε στα χείλη του τη γαντοφορεμένη παλάμη 'της και τη φίλησε. «Ό,τι κι αν συμβεί, είμαι περήφανος για τη δύναμή σου, Κόραλι. Και για την αφοσίωσή σου. Ο κόμης παίρνει μια εξαιρετική σύζυγο». Η Κόρι απλώς ένευσε. Ένας κόμπος τής έκλεινε το λαιμό και της ήταν αδύνατον να μιλήσει. Τότε έστρεψε το βλέμμα της στην μπροστινή πλευρά της εκκλησίας και είδε τον άντρα που σύντομα θα γινόταν σύζυγός της, τον ψηλό, μελαχρινό κόμη του Τρεμέιν. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα, το βλέμμα του σκοτεινό όπως η νύχτα. Προσπάθησε να θυμηθεί τον τρυφερό άντρα που είχε ψάξει να τη βρει μέσα στην καταρρακτώδη βροχή, τον άντρα που της είχε κάνει έρωτα με τον πιο τρυφερό τρόπο, όμως δεν υπήρχε ούτε ίχνος του. «Έτοιμη;» ρώτησε ο πατέρας της. Ένευσε καταφατικά. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Έβαλε τα δυνατά της να μην τρέμει καθώς προχωρούσε στο διάδρομο. Διέκρινε μερικά γνώριμα πρόσωπα: Την Άλισον, πλάι στη θεία Άγκνες, που ένωνε νευρικά τις παλάμες της. Τη Ρεμπέκα και τον Τσαρλς πλάι στον Τζέισον, που έμοιαζε σχεδόν να το διασκεδάζει. Η Κόρι είχε μια γιαγιά που λάτρευε, όμως ήταν πολύ αδύναμη για να κάνει το ταξίδι απ’ το Λονδίνο. Η μητέρα της περίμενε στο τέλος του διαδρόμου να παραδώσει ο σύζυγός της τη νύφη και να σταθεί πλάι της. Στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου, ο σερ Πάξτον Χαρτ, ο πατέρας της Κρίστα, στεκόταν πλάι στην κόρη του, τον Λέιφ και τον Θορ. Η Κόρι έστρεψε και πάλι το βλέμμα της στο ιερό, όπου περίμενε ο κόμης. Ο πατέρας της τον κοίταξε προειδοποιητικά κι ύστερα του την παρέδωσε. Οι παλάμες της ήταν παγωμένες μέσα από τα γάντια της καθώς κοιτούσε τη σκληρή έκφρασή του.


KAT MARTIN

201

«Λυπάμαι τρομερά», του είπε χαμηλόφωνα. «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα συνέβαινε αυτό». Ο Γκρέι έσμιξε τα φρύδια του. «Υποθέτω ότι, κατά κάποιον τρόπο, ευθύνομαι κι εγώ. Αν δεν ήθελα τόσο να απολαύσω το κορμί σου, θα ήσουν ακόμα παρθένα και δε θα ήμουν αναγκασμένος να σε παντρευτώ». Η Κόρι μαζεύτηκε ακούγοντάς τον. Ο Γκρέι ήταν πάντα τραχύς και ωμός, εκείνη τη μέρα όμως θα προτιμούσε να συγκρατούσε τα επικριτικά του σχόλια, που τόσο της άξιζαν, μέχρι που θα έμεναν μόνοι. «Είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;» Ο εφημέριος Λάνγκστον στεκόταν στο ιερό μπροστά τους. Της χάρισε ένα καλοσυνάτο, καθησυχαστικό χαμόγελο. «Κάποιες φορές ο Κύριος κινείται με παράξενους τρόπους. Ελπίζω να έχετε κι οι δύο εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν». Η Κόρι ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν, όμως συγκρότησε τα δάκρυά της. Δε θα έκλαιγε. Όχι μπροστά στον Γκρέι. Αρκετά άσχημη γνώμη είχε ήδη για εκείνη. «Ενώστε τα χέρια σας, παρακαλώ». Ο Γκρέι έπιασε το γαντοφορεμένο χέρι της κι εκείνη ένιωσε την οργή του, που δεν έμπαινε καν στον κόπο να κρύψει. «Αγαπητοί μου», άρχισε να λέει ο εφημέριος. «Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ για να ενώσουμε αυτόν τον άντρα, τον Γκρέισον Μόργκαν Φόρσαϊθ, έκτο κόμη του Τρεμέιν, και αυτή τη γυναίκα, την Κόραλι Μέρεντιθ Γουίτμορ, με τα ιερά δεσμά του γάμου, σύμφωνα με τους νόμους του Θεού και της Αγγλίας...» Ο εφημέριος συνέχισε την τελετή που θα την ένωνε με τον Γκρέι, όμως η Κόραλι, σχεδόν, δεν τον άκουγε. Μέσα της έτρεμε. Η καρδιά της σφιγγόταν όταν σκεφτόταν το αβέβαιο μέλλον που την περίμενε. Ο Γκρέι πίστευε ότι είχε χάσει τη Λέτι. Όταν η τελετή ολοκληρώθηκε κι ο Γκρέι την κράτησε στην αγκαλιά του, ώστε να της δώσει ένα σκληρό, τιμωρητικό φιλί,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

202

κατάλαβε με απόλυτη βεβαιότητα ότι είχε χάσει τον Γκρέι. *** Ο γάμος, επιτέλους, είχε τελειώσει. Το ζευγάρι και οι καλεσμένοι, αυτοί οι λίγοι που υπήρχαν, πέρασαν στην τραπεζαρία όπου τους περίμενε ένας πλούσιος μπουφές. Μοσχάρι, ψητό αρνί με σάλτσα μέντας, σολομός και μια ποικιλία από λαχανικά, τυριά και φρούτα. Σε ένα ξεχωριστό τραπέζι υπήρχαν γλυκά. Πουτίγκα με πιπερόρριζα, μαρέγκες, κέικ, τούρτες και πίτες. Η μητέρα της Κόρι δεν είχε λυπηθεί τα έξοδα και οι καλεσμένοι έδειχναν να απολαμβάνουν τη μεγάλη ποικιλία των φαγητών. Ο Γκρέι, παίζοντας το ρόλο του γεμάτου ενδιαφέρον γαμπρού, γέμισε ένα πιάτο για την Κόρι και της το πήγε στο τραπέζι με το λινό τραπεζομάντιλο στο οποίο καθόταν, όμως εκείνη δεν είχε όρεξη. Όχι όταν τα βλέμματα που της έριχνε ο σύζυγός της ήταν το λιγότερο σκοτεινά. Το βλέμμα του ταξίδεψε στο σκουρόχρωμο νυφικό της. Είχε αντιληφθεί τον υπαινιγμό. «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, όμως, αν σκέφτεσαι να συνεχίσεις το πένθος για την αδελφή σου, καλά θα κάνεις να το ξανασκεφτείς. Δε θα ανεχτώ η σύζυγός μου να τριγυρίζει γεμάτη θλίψη μέσα στο σπίτι μου, φέρνοντας στην οικογένειά μου το θρήνο του θανάτου. Πένθησες περισσότερο από αρκετά. Η αδελφή σου χάθηκε και το θέμα έχει κλείσει». «Μα...» «Τελείωσε, Κόραλι». Η Κόρι δεν του έφερε αντίρρηση. Δεν της άρεσε καθόλου να φοράει τα καταθλιπτικά ρούχα που εξακολουθούσαν να της θυμίζουν το θάνατο της Λόρελ. Στην πραγματικότητα, για πρώτη φορά μετά το γάμο της, έβρισκε κάτι για το οποίο θα μπορούσε να χαρεί. Ο Γκρέι έγειρε πίσω στο κάθισμά του. «Τουλάχιστον το


KAT MARTIN

203

δωμάτιό σου θα είναι καλύτερο από εκείνο που είχες την προηγούμενη φορά». «Ναι... το σκέφτηκα κι εγώ αυτό». Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη του. «Φυσικά, τη Λέτι δεν έδειχνε να την πειράζει». Η Κόρι ένιωσε την οργή της να φουντώνει. Άφησε το ποτήρι με το κρασί της στο τραπέζι λίγο πιο δυνατά απ’ όσο σκόπευε και αρκετές σταγόνες χύθηκαν από το χείλος του. «Ξέρω ότι έχεις τη χειρότερη εικόνα για μένα. Όμως δεν είμαι το κακομαθημένο, εγωιστικό πλάσμα που δείχνεις να πιστεύεις». «Όχι;» «Όχι». Η Κόρι κοίταξε γύρω της, ώστε να σιγουρευτεί πως δεν τους άκουγε κανείς. «Δε θα απολογηθώ επειδή η οικογένειά μου διαθέτει περιουσία και κοινωνική θέση. Δεν επέλεξα εγώ να γεννηθώ κόρη ενός υποκόμη, όπως δεν επέλεξες ούτε εσύ να γίνεις κόμης». Ο Γκρέι την κοιτούσε τώρα με ενδιαφέρον, κάτι που η Κόρι είδε σαν μια ευκαιρία να του εξηγήσει κάποια τουλάχιστον από όσα είχαν συμβεί. «Ξέρω ότι είσαι θυμωμένος με αρκετά πράγματα, ένα απ’ τα οποία είναι το ότι έγραψα για σένα στη στήλη μου. Σ’ εκείνο το άρθρο ανέφερα τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν για σένα εκείνη την εποχή. Ήταν η δουλειά μου να γράφω όσα άκουγα». Ο Γκρέι έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Και το έκανες τόσο καλά. Στο κάτω κάτω, δεν είσαι η απλοϊκή, επαρχιώτισσα σύζυγος που παρίστανες». Έσμιξε τα φρύδια του σαν να είχε μόλις συνειδητοποιήσει κάτι. «Τον ονόμασες Όμηρο από το συγγραφέα της Οδύσσειας, έτσι δεν είναι;» «Ναι». Το βλέμμα του Γκρέι έγινε διαπεραστικό. «Τότε παραδέχεσαι ότι διαβάζεις λατινικά». Η Κόρι σήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Διαβάζω επίσης και ελληνικά. Δεν είναι έγκλημα, ξέρεις». «Και, πιθανότατα, μιλάς γαλλικά». Ο Τζέισον θα πρέπει να είχε ακούσει τον επικριτικό τόνο του


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

204

Γκρέι. Πλησίασε και έδωσε στο ζευγάρι τα συγχαρητήριά του στα γαλλικά. Η Κόρι τον ευχαρίστησε σε επίσης άψογα γαλλικά, κοιτάζοντας τον Γκρέι με το ίδιο, σκοτεινό βλέμμα που την κοιτούσε κι εκείνος. Η σκληρή ματιά του Γκρέι στράφηκε στον ξάδελφό του. «Πρόσεχε τι λες στη σύζυγό μου», τον προειδοποίησε. «Μην ξεχνάς ότι κι εγώ μιλάω γαλλικά». Ο Τζέισον χαμογέλασε και στα μάγουλά του σχηματίστηκαν λακκάκια. «Κι εγώ που νόμιζα ότι ζήλευες μόνο τη φτωχοντυμένη, μικρή ξαδέλφη μας. Ενδιαφέρον». Ο κόμης έτριξε τα δόντια του ενώ ο Τζέισον απομακρυνόταν. «Κατά τα φαινόμενα, εξακολουθείς να αρέσεις στον ξάδελφό μου. Προφανώς δεν έχει σημασία γι’ αυτόν το όνομα που χρησιμοποιείς». «Μη γίνεσαι ανόητος. Απλώς ήταν ευγενικός». «Κόραλι, πλέον είσαι σύζυγός μου. Και καλά θα κάνεις να μην το ξεχνάς αυτό». «Σου είπα, ο Τζέισον δε μ’ ενδιαφέρει». Η Κόρι έσκυψε προς τον Γκρέι. «Αν θυμάσαι, ήσουν εσύ, όχι εκείνος, που δέχτηκα με ευχαρίστηση στο κρεβάτι μου. Ή μήπως το έχεις ξεχάσει ήδη;» Μια λάμψη φώτισε τα μάτια του Γκρέι. «Δεν το έχω ξεχάσει. Και θα το θυμηθείς κι εσύ, όταν θα πάμε στο σπίτι». Η Κόρι πήρε μια ανάσα. Ίσως να μην ήταν και τόσο καλή ιδέα να τσιγκλάει τον Γκρέι σε ό,τι είχε να κάνει με την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ω, πότε θα μάθαινε να κρατάει τη γλώσσα της; Η δεξίωση τελείωσε πολύ νωρίτερα απ’ όσο θα τη βόλευε, όμως, αν έκρινε από τις φλογερές ματιές που της έριχνε, δεν ίσχυε το ίδιο και για τον Γκρέι. «Πάρε το σάλι σου», της είπε. «Φεύγουμε». «Μα...» «Τώρα!» Ο επιτακτικός τόνος της φωνής του την έκανε να τιναχτεί. Ήθελε να του θυμίσει ότι δεν ήταν η Λέτι. Ότι δεν ήταν


KAT MARTIN

205

αναγκασμένη να χορεύει στο ρυθμό του. Όμως ο Γκρέι είχε κάθε δικαίωμα να είναι θυμωμένος, κι ήταν ξεκάθαρο ότι εκείνο το βράδυ σκόπευε να την κάνει να πληρώσει για όλα τα προβλήματα που του είχε προκαλέσει. Κυριεύτηκε από νευρικότητα. Δεν ήξερε τον άντρα που είχε παντρευτεί, ήταν πολύ διαφορετικός από εκείνον που της είχε κάνει έρωτα στη διάρκεια της καταιγίδας. Τι σχέδια είχε για κείνη; Τι θα περίμενε από εκείνη να κάνει; Η αβεβαιότητά της μεγάλωσε. Ούτε που το πρόσεξε όταν ο Γκρέι την τύλιξε με την εσάρπα της και βάλθηκε να την οδηγεί προς την πόρτα, αφήνοντάς της μόλις ελάχιστο χρόνο να αποχαιρετήσει την οικογένεια και τους φίλους της. Ο Θορ τής έπιασε το χέρι καθώς περνούσε από μπροστά του. «Να θυμάσαι αυτό που σου είπα», της είπε και η ματιά που έριξε στον Γκρέι δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας για το τι εννοούσε, κάνοντας τη να νιώσει ευγνωμοσύνη που ήταν φίλος της. «Δε θα το ξεχάσω». Ο Γκρέι την οδήγησε και πάλι προς την πόρτα. Στην άμαξα κάθισε απέναντι της, τα μάτια του έλαμπαν από θυμό, η έκφρασή του ήταν αυτή ενός διαβόλου στο απόγειο της οργής του. Η Κόρι χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της για να αντιμετωπίσει το σκληρό βλέμμα του και να μη στρέψει το δικό της αλλού. «Είμαι η σύζυγός σου», είπε τελικά. «Δε θα αποφύγω τα καθήκοντά μου την πρώτη νύχτα του γάμου μας, αλλά ούτε και θα σε αφήσω να με πληγώσεις». Ο Γκρέι ύψωσε έκπληκτος τα φρύδια του. «Αυτό πιστεύεις; Ότι έχω σκοπό να σε πληγώσω;» Εκείνη έτρεμε. «Είναι ξεκάθαρο ότι με μισείς. Ξέρω ότι σκοπεύεις να με τιμωρήσεις για όσα έκανα». Για πρώτη φορά, το σκληρό βλέμμα του μαλάκωσε. «Δε θα σε πλήγωνα, Κόραλι, όσο θυμωμένος κι αν ήμουν». Έγειρε πίσω στο κάθισμά του. «Στην πραγματικότητα, τα αποψινά σχέδιά


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

206

μου για σένα δεν έχουν καμία σχέση με οποιαδήποτε πρόθεση να σου προκαλέσω πόνο... αν κι έχω μάθει ότι υπάρχουν φορές που ο πόνος μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ενδιαφέροντες τρόπους. Το μόνο που έχω απόψε στο μυαλό μου για σένα είναι η ηδονή». Όμως η έκφρασή του είχε ξαναγίνει σκληρή κι η Κόρι δυσκολευόταν να πιστέψει τα λεγόμενά του.


KAT MARTIN

207

Κεφάλαιο 18

Ο ήλιος είχε δύσει. Το σκοτάδι είχε πέσει γύρω από το κάστρο κι έξω ούρλιαζε ένας μανιασμένος άνεμος. Η Κόρι καθόταν σφιγμένη στο σκαμπό μπροστά στην τουαλέτα με τον καθρέφτη, στο υπνοδωμάτιο της κόμισσας, που επικοινωνούσε μ’ εκείνο του κόμη. Είχε τα δικά της διαμερίσματα και, όπως της είχε πει ο Τρεμέιν, ήταν πολύ πιο κομψά από το αφρόντιστο υπνοδωμάτιο στο οποίο είχε μείνει την προηγούμενη φορά. Τα έπιπλα ήταν καλόγουστα, από ροδόξυλο, οι κουρτίνες και το κάλυμμα του κρεβατιού από ανοιχτό, πράσινο μεταξωτό. Το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Ωστόσο, της ήταν αδύνατον να μη νιώθει σαν παρείσακτη στο υπνοδωμάτιο που θα πρέπει να ανήκε στη μακαρίτισσα, πρώτη σύζυγο του κόμη. Κι αφού η Άλισον δεν έπαιζε πλέον το ρόλο της καμαριέρας της, ο Γκρέι είχε υποσχεθεί ότι θα της έστελνε κάποια άλλη. Η κοπέλα δεν είχε ακόμα έρθει κι εκείνη την περίμενε, γεμάτη νευρικότητα. Το τζάκι ήταν αναμμένο ζεσταίνοντας το δωμάτιο, κι όμως μέσα της ένιωθε μια παγωνιά. Σύντομα ο Γκρέι θα έκανε την εμφάνισή του. Δεν ήξερε τι θα περίμενε από εκείνη ο Γκρέι, ήξερε μόνο ότι το σμίξιμό τους δε θα έμοιαζε καθόλου μ’ εκείνο της πρώτης φοράς. Δε θα υπήρχε τρυφερότητα, κανένα ενδιαφέρον για τα συναισθήματά της. Σ’ αυτή τη σκέψη ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Έτρεμε τη νύχτα που θα ακολουθούσε κι ευχόταν να είχε έρθει


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

208

η καμαριέρα της, όταν η πόρτα άνοιξε απότομα κι ο Γκρέι μπήκε χωρίς να χτυπήσει. Κοίταξε γύρω του και συνοφρυώθηκε, σαν να συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά πού βρισκόταν. «Δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Όχι μέχρι να αλλαχτεί το δωμάτιο. Αυτό το υπνοδωμάτιο ανήκε στην Τζίλιαν, και τίποτα σ’ εσένα δε μου τη θυμίζει». Έδειχνε σαν να είχε μόλις ξεστομίσει τη μεγαλύτερη των προσβολών και το σφίξιμο στην καρδιά της Κόρι έγινε πιο έντονο, ενώ την ίδια στιγμή σήκωνε περήφανα το πιγούνι της. «Η οικονόμος με έφερε εδώ». Ο Γκρέι συνοφρυώθηκε ξανά και πήγε κοντά της. «Το λάθος δεν ήταν δικό της», έσπευσε να εξηγήσει η Κόρι. «Έκανε μόνο αυτό που νόμιζε ότι θα ήθελες». Ο Γκρέι έσμιξε τα φρύδια του. «Σκέφτηκες ότι θα την τιμωρούσα για ένα απλό λάθος; Αυτή τη γνώμη έχεις για μένα;» Η Κόρι ξεροκατάπιε. «Πριν ήσουν διαφορετικός. Πλέον, δεν ξέρω ποιος είσαι». «Όπως κι εγώ δεν ξέρω τη γυναίκα που παντρεύτηκα». Ο Γκρέι τής χάιδεψε το μάγουλο. «Ίσως απόψε μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε τουλάχιστον αυτό». Έδειξε με το βλέμμα του την πόρτα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιό του. «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εδώ. Θα μείνεις στο δωμάτιό μου μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές». Το στομάχι της δέθηκε κόμπος. «Θα... θα χρειαστώ τουλάχιστον να μείνω για λίγο μόνη μου... και την καμαριέρα που μου υποσχέθηκες. Σίγουρα δεν είναι υπερβολικό αυτό που σου ζητάω». Στα χείλη του Γκρέι σχηματίστηκε ένα σκληρό χαμόγελο. «Απόψε θα είμαι εγώ η καμαριέρα σου. Κατόπιν, θα βρω μια κοπέλα να σε βοηθάει». Άπλωσε το χέρι του. «Έλα. Είναι ώρα να ετοιμαστείς για το κρεβάτι». Η Κόρι δεν μπορούσε να κινηθεί. Ήταν σαν τα πόδια της να


KAT MARTIN

209

είχαν ριζώσει στο πάτωμα. Τον κοίταξε και έβαλε τα δυνατά της να μην τρέμει. «Τι συμβαίνει;» Η Κόρι αποφάσισε ότι αρκετά ψέματα είχε πει. «Φοβάμαι, Γκρέι. Πριν σε εμπιστευόμουν. Τώρα...» Έστρεψε το βλέμμα της αλλού, δίνοντας αγώνα για να μην κλάψει. Ποτέ δεν ήταν δειλή, κι ωστόσο εκείνο το βράδυ ένιωθε σαν την πιο δειλή γυναίκα του κόσμου. «Να πάρει». Ο Γκρέι πήγε κοντά της, έσκυψε και τη σήκωσε στα μπράτσα του. Είχε βγάλει την ουρά του νυφικού της, αλλά οι πτυχώσεις της φούστας του νυφικού τούς τύλιξαν. Τη μετέφερε στο κατώφλι του υπνοδωματίου του, την άφησε να πατήσει στα πόδια της μπροστά στον καθρέφτη και βάλθηκε να της βγάζει τα τσιμπιδάκια απ’ τα μαλλιά. Εκείνη στεκόταν σφιγμένη, ενώ τα δάχτυλά του έλυναν τα μαλλιά της και τα άπλωναν τους ώμους της. Χωρίς να πει λέξη, βάλθηκε να ξεκουμπώνει την πλάτη του νυφικού της κι ύστερα τη βοήθησε να βγάλει τη φούστα και τα μεσοφόρια της. Πλέον είχε μείνει με τον κορσέ, το εσώρουχο και τις κάλτσες της, ενώ ο Γκρέι φορούσε ακόμα το μαύρο παντελόνι και το λευκό πουκάμισο που είχε και στο γάμο. Είχε βγάλει το σακάκι και το γιλέκο του και τα μαύρα μαλλιά του ήταν ελαφρά ανακατεμένα απ’ τον αέρα, θυμίζοντας της το ληστή που της είχε κλέψει την καρδιά. Αν μόνο ήταν εκείνος εκεί. Ο Γκρέι έσκυψε, τη φίλησε στο πλάι του λαιμού κι εκείνη άρχισε να τρέμει. Ήταν τρελό. Δεν ήταν πλέον παρθένα. Ο Γκρέι είχε πει ότι δε θα της έκανε κακό, κι ωστόσο... Είχε αγαπήσει τον ασυμβίβαστο άντρα που είχε πάρει την αθωότητά της εκείνο το βράδυ στην καταιγίδα. Ο άντρας που ήταν τώρα μαζί της δεν ήταν ο ίδιος. Έκλεισε τα μάτια, αλλά δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλά της. Ο Γκρέι τα είδε και σήκωσε το κεφάλι του. «Αν είναι δυνατόν, Κόρι, δεν είσαι πλέον παρθένα. Σου είπα ότι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

210

δε θα σου κάνω κακό. Τι στο καλό συμβαίνει;» Εκείνη ξεροκατάπιε και βρήκε λίγο κουράγιο για να απαντήσει. «Δεν είσαι εκείνος -αυτό συμβαίνει. Ήθελες τη Λέτι. Λοιπόν κι εγώ θέλω εκείνον που ήσουν τότε». Ένα υστερικό γέλιο ξέφυγε απ’ τα χείλη της. «Αυτό κι αν είναι ποιητική δικαιοσύνη, δε συμφωνείς;» Το σκοτεινό, διαπεραστικό βλέμμα του Γκρέι καρφώθηκε στα μάτια της. Μουρμούρισε κάτι που εκείνη δεν μπόρεσε ν’ ακούσει, γύρισε και πήγε στον μπουφέ που βρισκόταν κατά μήκος του τοίχου. Μερικές στιγμές αργότερα, επέστρεψε με ένα μικρό ποτήρι κρασί. «Πιες αυτό». «Τι είναι;» «Στην Ινδία το αποκαλούν θείο ελιξίριο». «Τι περιέχει;» «Μια σκόνη από σπόρους πριγιάλα και κουμχάρα και κάτι που ονομάζουν μουραχάρι. Το ανακάτεψα με λίγο κρασί, για να σε βοηθήσει να χαλαρώσεις». Η Κόρι σήκωσε το βλέμμα της, τον κοίταξε κι εκείνος άγγιξε το μάγουλό της. Ήταν η πρώτη τρυφερή κίνηση που έκανε από εκείνο το πρωί που είχε ανακαλύψει την πραγματική της ταυτότητα. «Δεν περιέχει τίποτα που θα σε βλάψει. Έχεις το λόγο μου». Η Κόρι τον κοίταξε καχύποπτα. «Σαν στρατιώτης ή σαν τζέντλεμαν;» Το χαμόγελο του Γκρέι αποτελούσε μια ελάχιστη ρωγμή στα τείχη που είχε υψώσει γύρω του. «Σαν στρατιώτης», είπε σιγανά κι εκείνη σήκωσε το ποτήρι και ήπιε και την τελευταία σταγόνα τού κάπως πικρού κρασιού. *** Να πάρει, είχε σκοπό να την τιμωρήσει, να την ξεπληρώσει με κάποιον τρόπο για τα ψέματα που είχε πει, για τη ζημιά που είχε κάνει. Όμως, όταν τον κοιτούσε μ’ εκείνα τα υπέροχα,


KAT MARTIN

211

δακρυσμένα μάτια της, όταν τα απαλά χείλη της έτρεμαν, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν το πόσο πολύ την ήθελε. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Δεν ήταν η γλυκιά σύζυγος από την επαρχία που είχε πιστέψει, η απλοϊκή κοπέλα που το αθώο πάθος της λαχταρούσε. Αντίθετα, ήταν ένα πανέξυπνο, υπολογιστικό πλάσμα που είχε μηχανορραφήσει και είχε πει ψέματα για να τον γοητεύσει. Την κοίταξε και το βλέμμα του ταξίδεψε στις αισθησιακές καμπύλες της, στα γλυκά, γυναικεία χαρακτηριστικά του προσώπου της, στα φλογερά, πυρρόξανθα μαλλιά της. Διέθετε την ομορφιά μιας θεάς, την αισθησιακή έλξη μιας Σειρήνας. Ήταν η Μάγια, η Ινδή θεά των ψευδαισθήσεων. Δεν ήταν καθόλου αυτή που νόμιζε, κι όμως, την ήθελε όπως δεν είχε θελήσει ποτέ άλλη γυναίκα. Όμως η Μάγια ήταν επίσης μια δαιμόνισσα, η δημιουργός των μαγικών τεχνών. Και η Κόρι θα πρέπει να ήταν μάγισσα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον έχει μαγέψει σε τέτοιο βαθμό ώστε η τιμωρία της θα ήταν για κείνον πολύ πιο οδυνηρή απ’ ό,τι για κείνη; Άπλωσε το χέρι του, χάιδεψε το μάγουλό της κι ένιωσε πόσο απαλή ήταν η επιδερμίδα της. Το αίμα κόχλασε μέσα στις φλέβες του. Ήθελε να τη γευτεί, να την αγγίξει παντού, να την κάνει δική του. Η Κόρι τού έδωσε το ποτήρι με χέρι που δεν έτρεμε πλέον κι εκείνος κατάλαβε ότι το αφροδισιακό είχε ήδη αρχίσει να ενεργεί. Το βλέμμα της δεν ήταν πλέον τρομαγμένο, ήταν λάγνο, σαν να τον καλούσε. Το κορμί της δεν ήταν πλέον σφιγμένο, κι όταν άφησε το ποτήρι στο τραπέζι, η Κόρι έγειρε προς το μέρος του, με το βλέμμα στραμμένο στα χείλη του. Όταν την είδε να υγραίνει τα δικά της με τη μικρή, ροζ γλώσσα της, το στομάχι του σφίχτηκε κι ο πόθος του φούντωσε. Το ελιξίριο είχε κάνει τη δουλειά του. Ήταν πλέον δική του, μια παρτενέρ κάτι παραπάνω από πρόθυμη να κάνει ό,τι ήθελε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

212

εκείνος. Τη γύρισε προς τον καθρέφτη και παρακολούθησε την έκφρασή της, ενώ ετοιμαζόταν να της βγάλει τα υπόλοιπα ρούχα. Ο αυχένας της τον καλούσε. Λεπτός και λευκός κάτω από τα μεταξένια, πυρρόξανθα μαλλιά της. Τη φίλησε κι ένιωσε τα απαλά μαλλιά της να του χαϊδεύουν το μάγουλο. Ο πόθος του φούντωσε ακόμα περισσότερο. Της έπιασε το ένα πόδι, το έβαλε να ακουμπήσει στο σκαμνί κι ύστερα γονάτισε και άρχισε να της βγάζει τις κάλτσες, φιλώντας την ταυτόχρονα κατά μήκος της κάθε γάμπας. Πέρασε τη γλώσσα του απ’ την καμάρα του πέλματός της και την άκουσε να βογκάει. . Τώρα απέμεναν το εσώρουχο και ο κορσές. Θυμήθηκε τη φαντασίωσή του τη μέρα που η Κόρι είχε στραμπουλίζει τον αστράγαλό της και η παλάμη του ανέβηκε στο καλοσχηματισμένο πόδι της, στο μηρό της, μέχρι που έφτασε το εσώρουχό της. Γλίστρησε τα δάχτυλά του κάτω από το ύφασμα κι άρχισε να τη χαϊδεύει, διαπιστώνοντας ότι ήταν έτοιμη και υγρή, όπως ήξερε ότι θα ήταν. Το ελιξίριο θα έκανε τη δουλειά για εκείνον. Προσπάθησε να μη σκέφτεται το πόσο προτιμούσε τις φυσικές αντιδράσεις της από εκείνες που οφείλονταν σε ένα από τα ελιξίρια που είχε φτιάξει ο Σαμίρ με υλικά που είχε φέρει απ’ την Ινδία. Η Κόρι άρχισε να συστρέφει τη λεκάνη της ανταποκρινόμενη στα χάδια του κι εκείνος σταμάτησε, γιατί δεν ήθελε να της προσφέρει τόσο σύντομα την ηδονή. Σηκώθηκε, βύθισε τα δάχτυλά του στα πυκνά μαλλιά της, της έγειρε πίσω το κεφάλι και τη φίλησε. Εκείνη, στο άγγιγμά του, αφέθηκε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. Όταν η γλώσσα της άρχισε να εξερευνά το στόμα του, ένα κύμα πόθου κυρίευσε το κορμί του. Ήθελε να την ξαπλώσει στο πάτωμα, να ξεκουμπώσει το παντελόνι του και να την κάνει δική του. Αντί γι’ αυτό, της έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα, φιλώντας κάθε εκατοστό της επιδερμίδας που αποκάλυπτε, ανασαίνοντας το


KAT MARTIN

213

διακριτικό άρωμά της που ενωνόταν με το βαρύ άρωμα του πόθου. Τη σήκωσε στα μπράτσα του, τη μετέφερε στο κρεβάτι, την άφησε τόσο ώστε να βγάλει κι εκείνος τα ρούχα του κι ύστερα ξάπλωσε πλάι της. Μόλις άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της, η Κόρι βρέθηκε στην αγκαλιά του, τον φίλησε με πάθος κι εκείνος σχεδόν έχασε τον αυτοέλεγχό του. Γνωρίζοντας τη δύναμη του ελιξίριου, της είχε δώσει την πιο μικρή δόση. Σκέφτηκε ότι δεν ήταν μόνο το ελιξίριο αλλά και η γυναίκα στην οποία το είχε δώσει. Μπορεί να την έλεγαν Κόραλι και όχι Λέτι, όμως στην αγκαλιά του κρατούσε το ίδιο φλογερό πλάσμα που με τόσο πάθος είχε ανταποκριθεί στα χάδια και τα φιλιά του εκείνο το βράδυ στο κυνηγετικό περίπτερο. Κάτι χαλάρωσε μέσα του. Δεν ήξερε πραγματικά τη Λέτι, δεν ήξερε στ’ αλήθεια αν θα μπορούσε να φτιάξει τη ζωή του μαζί της. Δεν ήταν άνθρωπος που χάριζε εύκολα την εμπιστοσύνη του κι η λίγη εμπιστοσύνη που είχε δώσει στη Λέτι είχε προδοθεί. Ωστόσο, όταν βυθίστηκε στο καυτό, πρόθυμο κορμί της, όταν εκείνη ανασήκωσε τη λεκάνη της για να τον διευκολύνει, ένιωσε μέσα του ένα σκίρτημα που δεν περίμενε. Τη φίλησε αχόρταγα, σαν να μην μπορούσε να τη χορτάσει, και τον φίλησε κι εκείνη με τον ίδιο τρόπο. Τα χάδια της φούντωναν τον πόθο του, οι κινήσεις της λεκάνης της τον οδηγούσαν στην κορύφωση. Δεν αφέθηκε να παρασυρθεί, μέχρι που η Κόρι έφτασε πρώτη στην κορύφωση, φωνάζοντας το όνομά του. Συγκρατήθηκε ξανά, μέχρι που η Κόρι έφτασε και πάλι στην κορύφωση. Τότε ο πόθος τον κυρίευσε μαζί με ένα κύμα ηδονής, τόσο έντονο, που έσφιξε τα δόντια και οι μύες του σφίχτηκαν. Πέρασαν αρκετές στιγμές μέχρι να επανέλθει στην πραγματικότητα. Ξαπλωμένος πλάι στη σύζυγό του, που δε γνώριζε πραγματικά, ένιωσε τον ανδρισμό του να ξυπνάει και πάλι και σκέφτηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να την ήθελε ξανά,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

214

τόσο σύντομα. *** Ο φόβος είχε φύγει. Η Κόρι ένιωθε τώρα τη φλόγα ενός πόθου που της ήταν αδύνατον να σβήσει. Περίμενε ότι θα αντιμετώπιζε την οργή του Γκρέι, την ανάγκη του για εκδίκηση, όχι το ατίθασο πάθος που ο Γκρέι έμοιαζε ανίκανος να ελέγξει. Το δικό της πάθος ήταν εξίσου φλογερό, αδυνατούσε να το καταστείλει. Σκέφτηκε ότι αυτό οφειλόταν στο ελιξίριο, όμως, βαθιά μέσα στην καρδιά της, ήξερε ότι δεν ήταν έτσι. Το ελιξίριο δεν ήταν παρά μια δικαιολογία που της επέτρεπε να κάνει αυτό που ήθελε. Μετά από εκείνη, την πρώτη νύχτα που είχαν περάσει μαζί, ονειρευόταν ότι τον φιλούσε, ότι τον χάιδευε παντού, ότι ένιωθε τους μυς του να φουσκώνουν, ότι μάθαινε την υφή της επιδερμίδας του. Ο Γκρέι ήταν ξαπλωμένος πλάι της. Κάθισε πάνω του ιππαστί. Τα στήθη της πίεζαν το στέρνο του, ένιωθε το σγουρό τρίχωμα που το κάλυπτε, τις μικρές ρώγες του. Τον φιλούσε με πάθος, στο μέτωπο, στα μάτια, στο πιγούνι. «Κόραλι...» ψιθύρισε εκείνος, προφέροντας το όνομά της όπως λαχταρούσε να τον ακούσει να το κάνει, έτσι που η καρδιά της σκίρτησε γεμάτη ελπίδα. Βύθισε τα δάχτυλά της στα πυκνά, μαύρα μαλλιά του κι ύστερα έσκυψε και του έδωσε ένα φλογερό, παθιασμένο, αχόρταγο φιλί στα χείλη. Ο Γκρέι ανταποκρίθηκε στο φιλί της κι η γλώσσα του ενώθηκε με τη δική της, βάζοντας φωτιά στο κορμί της. Η Κόρι λάτρευε τη γεύση του, τη θέρμη και την αρρενωπότητά του, τη δύναμη στα μπράτσα που την αγκάλιαζαν. Ένιωσε τις παλάμες του στη μέση της να τη σηκώνουν, τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά, κρύβοντάς της τον υπόλοιπο κόσμο. «Γκρέι...» ψιθύρισε. Κάποτε τον είχε αγαπήσει... Όταν ήταν ένας διαφορετικός άντρας κι εκείνη μια διαφορετική γυναίκα.


KAT MARTIN

215

Ο Γκρέι τη φίλησε με πάθος και τη σήκωσε ξινά, μέχρι που η Κόρι ένιωσε τον ερεθισμένο ανδρισμό του να πιέζει την ένωση των μηρών της. Κατάλαβε και, παίρνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, χαμήλωσε τη λεκάνη της κι ένιωσε τον ανδρισμό του να τη γεμίζει. Το κορμί της κυριεύτηκε από έξαψη, από τον φλογερό πόθο να βιώσει και πάλι την ηδονή που της είχε χαρίσει λίγο νωρίτερα ο Γκρέι. Ανασήκωσε τη λεκάνη της, τη χαμήλωσε ξανά κι ένιωσε ένα κύμα θριάμβου και ηδονής όταν άκουσε το βογκητό του. Οι μύες του σφίχτηκαν καθώς προσπαθούσε να πάρει τον έλεγχο της κατάστασης και, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε τη δύναμη που ασκούσε πάνω του. Μετακινήθηκε ελαφρά και βάλθηκε να ακολουθεί έναν σταθερό ρυθμό που θα τους οδηγούσε εκεί όπου και οι δύο λαχταρούσαν. Ο άνεμος ούρλιαζε, η ανάσα της έβγαινε κοφτή και λαχανιασμένη και η ηδονή φούντωνε μέσα της. Ο Γκρέι πήρε μια βαθιά ανάσα όταν εκείνη επιτάχυνε το ρυθμό της. Από τα χείλη του ξέφυγε μια κραυγή. Την έπιασε απ’ τους γοφούς για να την κρατήσει ακίνητη, βυθίστηκε μέσα της ξανά και ξανά, μέχρι που και οι δύο έφτασαν στην κορύφωση. Ο οργασμός τους ήταν εκρηκτικός. Το όνομα του Γκρέι ακούστηκε και πάλι απ’ τα χείλη της. Εκείνος τελείωσε μια στιγμή αργότερα κι ο κόσμος χάθηκε γύρω τους. Η Κόρι ξάπλωσε βαριά στο πλατύ στέρνο του και ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε τα χείλη του να φιλούν το μέτωπό της. Ο Γκρέι την ξάπλωσε πλάι του κι εκείνη κουλουριάστηκε στο πλευρό του. Ο Γκρέι δε μίλησε -ούτε κι εκείνη. Κανείς απ’ τους δύο δεν ήθελε να καταστρέψει την εύθραυστη μαγεία της στιγμής. Η Κόρι ένιωσε να νυστάζει. Η τελευταία σκέψη της ήταν πως, ό,τι κι αν συνέβαινε ανάμεσά τους, δε φοβόταν πλέον. *** Η Κόρι ξύπνησε όταν το πρώτο φως της αυγής έβαψε μαβιά τα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

216

λιβάδια έξω απ’ το παράθυρο. Το μυαλό της ήταν κάπως θολωμένο, οι μύες της πονούσαν λίγο. Ένα μυώδες, ανδρικό κορμί πίεζε το δικό της. Το κορμί του Γκρέι. Τα σκεπάσματα είχαν γλιστρήσει, αφήνοντάς τον γυμνό από τη μέση και πάνω, κι η προσοχή της στράφηκε εκεί. Ο Γκρέι είχε υπέροχο κορμί, γυμνασμένο και μυώδες. Η κοιλιά του ήταν επίπεδη. Το προηγούμενο βράδυ τής είχε κάνει έρωτα και, παρ’ όλο που το σμίξιμό τους δεν ήταν όπως την πρώτη φορά, της είχε χαρίσει την ηδονή που της είχε υποσχεθεί. Το ελιξίριο είχε κάνει τη δουλειά του κι εκείνη είχε χαλαρώσει. Όχι, αυτό ήταν κάτι περισσότερο από χαλάρωση. Είχε ανταποκριθεί σαν τίγρη, όπως την είχε αποκαλέσει κάποτε ο Γκρέι. Κοκκίνισε στη σκέψη ότι, ουσιαστικά, του είχε ριχτεί. Ένιωσε ένα σφίξιμο σ’ αυτή τη σκέψη. Ίσως αυτή να ήταν η τιμωρία που είχε στο μυαλό του ο Γκρέι. Όταν ξυπνούσε, θα την κορόιδευε για τη συμπεριφορά της, θα της θύμιζε το ασυγκράτητο πλάσμα στο οποίο είχε μεταμορφωθεί. Αναστέναξε. Ό,τι κι αν είχε βάλει ο Γκρέι στο κρασί, είχε βοηθήσει να διαλυθούν οι φόβοι της, όμως δεν μπορούσε να αποδώσει αποκλειστικά σ’ αυτό τις αντιδράσεις της. Έριξε μια κλεφτή ματιά στον άντρα που είχε παντρευτεί. Όσο κι αν είχε απολαύσει την ηδονή που της είχε προσφέρει, προτιμούσε το σμίξιμό τους όταν το πάθος τους ξυπνούσε μόνο με τη βοήθεια του πόθου τους. Δεν είχε συμβεί αυτό το προηγούμενο βράδυ, ίσως όμως να είχαν φτάσει σε μια σιωπηρή συμφωνία. Ο Γκρέι ήταν άντρας κι εκείνη γυναίκα. Ποθούσαν ο ένας τον άλλον. Αυτό θα έπρεπε να ήταν αρκετό. «Κοιμήθηκες καλά;» ρώτησε ο Γκρέι κι ο τόνος του είχε γίνει και πάλι κοφτός. Μάζεψε το κουράγιο της. «Πολύ καλά, ευχαριστώ». «Είσαι ακόμα φοβισμένη;» «Όχι». Ο Γκρέι έσμιξε τα φρύδια του. Για να τη δοκιμάσει, άπλωσε το χέρι του, άγγιξε το στήθος της και βάλθηκε να χαϊδεύει τη ρώγα


KAT MARTIN

217

της που σκλήρυνε αμέσως. Μια φωτιά άναψε χαμηλά στην κοιλιά της. Τα δάχτυλα του Γκρέι γλίστρησαν ανάμεσα στα πόδια της, σαν να το είχε καταλάβει, κι από τα χείλη της ακούστηκε ένα σιγανό βογκητό. «Τουλάχιστον, έχουμε αυτό». Ο τόνος της φωνής του Γκρέι δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο πειρακτικός, ούτε επικριτικός, κι η Κόρι χαλάρωσε όταν βρέθηκε πάνω της και βάλθηκε να τη φιλάει με πάθος, ξυπνώντας τον πόθο της με μια ευκολία που θα έπρεπε να την ξαφνιάζει -όμως δε συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αφέθηκε στη φλόγα που άναβε στο κορμί της το άγγιγμά του, ακολούθησε το ρυθμό των κινήσεών του, κάνοντας τη σκέψη ότι ίσως ο Γκρέι να είχε δίκιο. Τουλάχιστον, έχουμε αυτό. Όμως, βαθιά μέσα στην καρδιά της ήξερε ότι δεν ήταν αρκετό.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

218

Κεφάλαιο 19

Το φως του ήλιου γλιστρούσε ανάμεσα απ’ τις κουρτίνες του υπνοδωματίου του Γκρέι. Η Κόρι αναδεύτηκε και άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, όμως η πλευρά του στο μεγάλο κρεβάτι με τον ουρανό ήταν κρύα κι εκείνος είχε ήδη φύγει. Η Κόρι ακούμπησε πίσω στο μαξιλάρι και κοίταξε τον βαρύ, βελούδινο, χρυσάφι ουρανό του κρεβατιού. Παρ’ όλο που ένα κομμάτι της χαιρόταν που δε θα χρειαζόταν να τον αντιμετωπίσει, ένα άλλο ευχόταν να ήταν εκεί για να της έκανε έρωτα όταν θα ξυπνούσε. Ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα τράβηξε την προσοχή της και μια κοπέλα, με μαύρη φούστα, λευκή μπλούζα και σκούφο καμαριέρας, μπήκε στο δωμάτιο. «Με έστειλε ο λόρδος», είπε. «Είμαι η Άννα. Η καινούρια καμαριέρα σας». Ψηλή και απίστευτα λεπτή, με ανοιχτά καστανά μαλλιά και λευκή επιδερμίδα, η Άννα χαμογελούσε ευγενικά. «Αν δεν έχετε αντίρρηση, λαίδη μου». Θα πρέπει να ήταν λίγο πάνω απ’ τα τριάντα. Τα χαρακτηριστικά της ήταν αδιάφορα, αλλά όχι άσχημα. «Πολύ καλά, Άννα. Τα ρούχα μου είναι στα διαμερίσματα της κόμισσας. Γιατί δεν πάμε να με βοηθήσεις να διαλέξω κάτι να φορέσω;» «Μάλιστα, λαίδη μου». Μισή ώρα αργότερα η Κόρι είχε ντυθεί και καθόταν στην τραπεζαρία του πρωινού, απέναντι στη Ρεμπέκα. Ήταν η πρώτη φορά μετά το γάμο που οι δυο τους μιλούσαν μόνες.


KAT MARTIN

219

«Ώστε λοιπόν τώρα είσαι εδώ για τα καλά. Ή, τουλάχιστον, μέχρι να σε βαρεθεί ο Γκρέι». Η Κόρι πάγωσε. Απ’ όταν ακόμα γέμιζε το πιάτο της από τους δίσκους στον μπουφέ, η Ρεμπέκα ήταν τόσο αγενής μαζί της όσο φοβόταν. «Τι είναι αυτά που λες; Είμαστε παντρεμένοι. Τώρα είμαι η σύζυγος του Γκρέι». Πράγμα που ο Γκρέι είχε φροντίσει να της ξεκαθαρίσει με το φλογερό σμίξιμό τους το προηγούμενο βράδυ. «Σίγουρα θ’ αντιλαμβάνεσαι ότι το ενδιαφέρον του για σένα είναι απλώς προσωρινό. Είχε σκοπό να σε κάνει ερωμένη του, όχι να σε παντρευτεί». Αυτό ήταν αλήθεια. Ο Γκρέι την είχε παντρευτεί επειδή οι πράξεις της δεν του είχαν αφήσει άλλη επιλογή. «Ακόμα κι αν είναι έτσι, παραμένει σύζυγός μου». Η Ρεμπέκα έφερε στα χείλη το πορσελάνινο φλιτζάνι της και ήπιε μια γουλιά από το δυνατό τσάι της. Το ντύσιμό της ήταν υπερβολικό όπως πάντα. Το γαλάζιο μετάξι του φορέματος της αναδείκνυε το γαλανό χρώμα των ματιών της. Οι χρυσαφένιες μπούκλες των ξανθών μαλλιών της έπεφταν στους ώμους της. «Ο Γκρέι είναι άντρας με έντονες σαρκικές ορέξεις», είπε η Ρεμπέκα. «Για κάποιο διάστημα, μετά το θάνατο της Τζίλιαν, ένιωθε ενοχές. Συγκρατούσε τις ανάγκες του, όμως η Μπέθανι έβαλε τέλος στην απομόνωσή του. Ύστερα ήρθες εσύ. Σίγουρα, αντιλαμβάνεσαι ότι δε θα είσαι η τελευταία». Η Κόρι κατάφερε να καταπιεί την μπουκιά της, παρ’ όλο που πλέον δεν πεινούσε. «Όπως είπα, είμαστε παντρεμένοι. Θα περιμένω από κείνον να τηρήσει τους γαμήλιους όρκους του», είπε και κατάλαβε ότι το εννοούσε. Αν ο Γκρέι δεν μπορούσε να της είναι πιστός, θα τον άφηνε. Σ’ αυτή τη σκέψη, ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Η Ρεμπέκα απλώς γέλασε. «Αγαπητή μου, αν περιμένεις ότι θα σου είναι πιστός, είσαι ανόητη. Ποιος άντρας τηρεί τους γαμήλιους όρκους του; Αργά ή γρήγορα, κάποια άλλη θα του


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

220

τραβήξει την προσοχή και τότε θα σε στείλει σε κάποιο απ’ τα υπόλοιπα σπίτια του. Ίσως, αν είσαι τυχερή, να μείνεις στο σπίτι του στο Λονδίνο. Τουλάχιστον έτσι θα μπορέσεις να συνεχίσεις να γράφεις την ανόητη στήλη σου». Η Κόρι έτριξε τα δόντια της. Τώρα που είχε παντρευτεί τον Γκρέι, η Ρεμπέκα είχε εγκαταλείψει κάθε ευγένεια. Ήταν φανερό ότι είχε γίνει έξαλλη που δεν ήταν πλέον η κυρία του κάστρου Τρεμέιν. «Το να γράφω τη στήλη μου είναι η δουλειά μου. Υποθέτω ωστόσο ότι εσύ θεωρείς κάθε είδους δουλειά κατώτερη σου», είπε. Πράγμα που της θύμισε ότι, αν ήθελε να μπορεί να μένει λίγο μόνη της, θα έπρεπε να φροντίσει για την ανακαίνιση των διαμερισμάτων της κόμισσας. Σηκώθηκε, έχοντας μόλις αγγίξει το φαγητό της. «Φοβάμαι ότι θα πρέπει να φύγω. Έχω διάφορα πράγματα να κάνω σήμερα το πρωί. Με συγχωρείς...» Η Ρεμπέκα χαμογέλασε σφιγμένα. Δεν είχε σημασία. Ποτέ δεν ήταν φίλες κι αυτό δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει. Η Κόρι πήγε στο χολ να πάρει το μανδύα της και σκέφτηκε τα σχέδιά της. Εκείνο το πρωί, ενώ ντυνόταν, είχε προσέξει πόσο καταθλιπτικά ήταν τα διαμερίσματα του Γκρέι -τα μεγάλα, ξύλινα έπιπλα, οι βαριές κουρτίνες που έκρυβαν τον ήλιο, το σκούρο καφέ χαλί στο πάτωμα. Έχοντας βρεθεί στο ηλιόλουστο γραφείο του -στο Ινδικό Δωμάτιο, όπως το αποκαλούσε-, εκεί όπου ο Γκρέι είχε τα πιο προσωπικά του υπάρχοντα, ήταν σίγουρη ότι το υπνοδωμάτιό του δεν του ταίριαζε. Φυσικά θα τον ρωτούσε πρώτα, όμως, αν της έδινε την άδεια, θα άλλαζε τα καταθλιπτικά του διαμερίσματα μαζί με τα δικά της. Τον βρήκε στο γραφείο του, με μια σειρά λογιστικά βιβλία ανοιγμένα μπροστά του. Πρώτη φορά τον έβλεπε εκεί και συνειδητοποιούσε πόσο τον είχαν επηρεάσει τα ταξίδια του. Το ελαφρύ γραφείο από μπαμπού έδειχνε να του ταιριάζει απόλυτα, όπως και τα ζωηρά χρώματα γύρω του, τα


KAT MARTIN

221

μπρούντζινα βάζα, το άρωμα του σανταλόξυλου. Στην πραγματικότητα, έμοιαζε να ταιριάζει σ’ εκείνον το χώρο πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλον μέσα στο κάστρο. Προετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τη διάθεσή του, όποια κι αν ήταν αυτή, χτύπησε την ανοιχτή πόρτα, φόρεσε ένα χαμόγελο και μπήκε. Ο Γκρέι σήκωσε το βλέμμα του απ’ τα λογιστικά βιβλία, την είδε και συνοφρυώθηκε. Όχι και η καλύτερη αρχή. «Καλημέρα, λόρδε μου». Ο Γκρέι κοίταξε το ροδακινί φόρεμά της. «Νόμιζα ότι μόνο η Λέτι φορούσε απλή μουσελίνα». Η Κόρι προσπάθησε να μην επηρεαστεί απ’ το καρφί. «Έχω δουλειά να κάνω. Γι’ αυτό είμαι εδώ. Το μετάξι και το σατέν θα ήταν αταίριαστα». «Τι θέλεις;» «Πρότεινες να κάνω κάποιες αλλαγές στα διαμερίσματά μου. Αναρωτιόμουν... αν θα συμφωνούσες να κάνω κάποιες και στα δικά σου. Φυσικά, αν τα προτιμάς όπως είναι....» «Κάνε ό,τι σου αρέσει». Ο Γκρέι έσκυψε το κεφάλι και ξαναγύρισε στη δουλειά του, σαν εκείνη να είχε ήδη φύγει. Τη Λέτι δε θα την πείραζε να την έδιωχναν μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως η Κόραλι Γουίτμορ δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοια αγενή συμπεριφορά. Έκανε το γύρο του γραφείου και πήγε κοντά του. Σήκωσε το κεφάλι του συνειδητοποιώντας ότι ήταν ακόμα εκεί. «Ήθελες κάτι άλλο;» Όχι όταν είχε μπει στο γραφείο. Τώρα, βλέποντας τη σφιγμένη έκφρασή του που μαρτυρούσε ότι ήθελε να τη δει να φεύγει, ήταν αρκετά αυτά που ήθελε. «Ίσως και να υπάρχει». Έμεινε για λίγο σκεπτική. «Είμαι η σύζυγός σου, σωστά; Έχουμε μόλις μια μέρα παντρεμένοι. Πιστεύω λοιπόν ότι σαν νεόνυμφη, δικαιούμαι να μου πεις Καλημέρα με ένα φιλί». Πρόσεξε την έκπληξη στην έκφρασή του όταν έσκυψε και του


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

222

έδωσε ένα θερμό φιλί στα χείλη. Ο Γκρέι την παρακολούθησε εμβρόντητος να γυρίζει και να φεύγει. «Καλημέρα, λόρδε μου», του φώναξε πάνω από τον ώμο της. *** Η Κόρι έβαλε σ’ εφαρμογή τα σχέδιά της για την ανακαίνιση. Μόλις έφυγε απ’ το γραφείο του Γκρέι, ξεκίνησε για το χωριό με σκοπό να προσλάβει εργάτες και να παραγγείλει καινούρια έπιπλα τόσο για τα διαμερίσματά της όσο και για εκείνα του Γκρέι. Είχε σκεφτεί να ζητήσει να πάει με την άμαξα -στο κάτω κάτω, ήταν η κόμισσα του Τρεμέιν. Όμως η μέρα ήταν υπέροχη κι ο ήλιος τόσο ζεστός. Περνούσε μπροστά απ’ το στάβλο με κατεύθυνση το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό, όταν ο Όμηρος έτρεξε κοντά της. «Όμηρε!» Γονάτισε μπροστά στον γκρίζο, μαλλιαρό σκύλο και τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό. «Μου έλειψες, αγόρι μου». Χάιδεψε το τρίχωμά του. «Θέλεις να έρθεις μια βόλτα μαζί μου;» Ο Όμηρος γάβγισε σαν να είχε καταλάβει κι εκείνη γέλασε και ξεκίνησαν για το χωριό. Τουλάχιστον είχε έστω ένα φίλο στο κάστρο. Η βλάστηση στο μονοπάτι είχε μεγαλώσει ακόμα περισσότερο από τον προηγούμενο μήνα, τα ψηλά χορτάρια ακουμπούσαν στη φούστα της. Η πρώτη της δουλειά σαν λαίδη Τρεμέιν είχε ξεκινήσει, όμως το μυαλό της απασχολούσε κάτι πολύ πιο σημαντικό, κάτι που είχε προσπαθήσει να μη σκέφτεται, όμως συνειδητοποιούσε ότι απλώς δεν μπορούσε. Δε σε έχω ξεχύσει, γλυκιά μου αδελφούλα. Τις τελευταίες λίγες μέρες είχε καταφέρει να μη σκέφτεται τη Λόρελ. Ο εξαναγκασμένος γάμος της και τα πάρε-δώσε της με τον Γκρέι, ελάχιστο χρόνο τής είχαν αφήσει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο.


KAT MARTIN

223

Συνειδητοποιούσε ωστόσο ότι τώρα που έμενε στο κάστρο, οι καταστάσεις ήταν ιδανικές. Αν και της ήταν σχεδόν αδύνατον να πιστέψει ότι είτε ο Τσαρλς είτε ο Τζέισον θα μπορούσαν να ήταν ικανοί για φόνο, το βιβλίο της Λόρελ που είχε βρει την είχε πείσει ότι κάποιος από τους άντρες που έμεναν στο κάστρο ήταν ο εραστής της αδελφής της. Η Ρεμπέκα είχε επισημάνει την απιστία των αντρών. Ίσως να ήταν κάτι που είχε μάθει από πρώτο χέρι. Κι ο Τζέισον... ο Τζέισον με τη νεανική γοητεία του, ήταν ακριβώς ο τύπος του άντρα που θα μπορούσε να είχε ερωτευτεί η αδελφή της. Τώρα που έμενε στο κάστρο, μπορούσε να πηγαίνει οπουδήποτε ήθελε. Λίγο ακόμα ψάξιμο ίσως να της αποκάλυπτε ποιος από τους άντρες ήταν εκείνος που έψαχνε. Όταν θα ήξερε με βεβαιότητα ποιος ήταν, θα μπορούσε να τον πιέσει να της δώσει απαντήσεις, να βρει κάποιο στοιχείο για το τι πραγματικά είχε συμβεί στη Λόρελ και στο παιδί της. Τάχυνε το βήμα της. Μόλις θα επέστρεφε απ’ το χωριό, θα συνέχιζε την αναζήτησή της για την αλήθεια. *** Ο Γκρέι στεκόταν στο παράθυρο του υπνοδωματίου του. Μετά τη συνάντηση με την Κόρι στο γραφείο του, είχε πιάσει τον εαυτό του να ανεβαίνει τα σκαλιά και να σκέφτεται ότι, αν η σύζυγός του ήθελε φιλιά, θα της τα έδινε -και, μαζί, πολλά περισσότερα. Όμως το δωμάτιο ήταν άδειο και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είχε απογοητευτεί. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο και είδε τη σύζυγό του στο προαύλιο των στάβλων, στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Εκνευρίστηκε βλέποντάς τη να γονατίζει και να αγκαλιάζει το μεγάλο, γκρίζο σκυλί. Τι στο καλό έκανε; Δεν ήταν η Λέτι Μος. Ήταν μια σκληρόκαρδη γυναίκα που τον είχε συκοφαντήσει στη στήλη


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

224

της, μια γυναίκα που έβγαζε το ψωμί της ξεθάβοντας τα μυστικά των άλλων και αποκαλύπτοντας τα σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Του είχε πει ψέματα, είχε προσποιηθεί ότι ήταν αθώα και αφελής, ενώ ήταν προφανές ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Κι ωστόσο... Την έβλεπε με το σκύλο κι αναρωτιόταν αν ήταν δυνατόν η Κόρι και η Λέτι να μη διέφεραν τόσο όσο νόμιζε. Αυτή η σκέψη ήταν ενοχλητική. Ήταν διαφορετικό να απολαμβάνει κανείς την αγαπημένη του ερωμένη, να τη φροντίζει με τρόπο κάπως απόμακρο. Και ήταν εντελώς διαφορετικό να μαγεύεται κανείς από τη σύζυγό του. Στο διάστημα που ήταν παντρεμένος, είχε καταφέρει να κρατήσει την Τζίλιαν σε απόσταση, ποτέ δεν είχε θελήσει να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Όμως η Κόραλι είχε κάτι το διαφορετικό, κάτι που τον τραβούσε και του ξυπνούσε τις πιο παράξενες επιθυμίες. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τη συνοδεύσει σε έναν περίπατο ως το χωριό. Ήταν μοναχικός άνθρωπος, από παιδί ακόμα, κι έτσι σκόπευε να συνεχίσει να είναι. Δεν επρόκειτο να επιτρέψει στη μικρή κοκκινομάλλα ψεύτρα να τον γοητεύσει και να κερδίσει την καρδιά του. Γύρισε απ’ το παράθυρο την ίδια στιγμή που κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Μπήκε στο καθιστικό ακριβώς τη στιγμή που ο Σαμίρ άνοιγε και έμπαινε. «Λυπάμαι που σας ενοχλώ, σαχίμπ, όμως έχουν έρθει επισκέψεις. Οι φίλοι σας, ο κύριος Πίτερσεν και ο συνταγματάρχης Ρέιμπερν. Σας περιμένουν στη βιβλιοθήκη». «Έγινε συνταγματάρχης;» Ο Τίμοθι Ρέιμπερν, ένας από τους πιο στενούς του φίλους, ήταν ταγματάρχης όταν εκείνος ήταν στην Ινδία. Ο μικροκαμωμένος Ινδός χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας δυο κενά στα δόντια του. «Μάλιστα, σαχίμπ». Ο Σαμίρ πάντα συμπαθούσε τον Ρέιμπερν.


KAT MARTIN

225

Ο Γκρέι έπιασε κι εκείνος τον εαυτό του να χαμογελά, πράγμα που του συνέβαινε σπάνια τις τελευταίες μέρες. «Πες τους ότι κατεβαίνω αμέσως». Χαιρόταν για την απρόσμενη άφιξη των φίλων του, αν και ξαφνιαζόταν κάπως που είχαν φτάσει μαζί. Ο Τίμοθι Ρέιμπερν, όταν τον είχε γνωρίσει, ήταν στρατιωτικός ως το κόκαλο, ένας ταγματάρχης -τώρα συνταγματάρχης- του 99ου Συντάγματος Πεζικού με βάση την Ινδία. Ο Ντολφ είχε παραιτηθεί από την όποια ανεπίσημη θέση κατείχε στο υπουργείο Άμυνας. Από την άλλη, όμως, ίσως να μην ήταν και τόσο παράξενο. Κατέβηκε και βρήκε τους φίλους του καθισμένους στις άνετες, δερμάτινες πολυθρόνες μπροστά στο σβηστό τζάκι, να πίνουν το μπράντι που τους είχε σερβίρει ο Σαμίρ. «Τίμοθι. Ντολφ. Χαίρομαι που σας βλέπω», είπε κι οι φίλοι του σηκώθηκαν και του έσφιξαν το χέρι. «Συνταγματάρχα, συγχαρητήρια για την προαγωγή σου. Σου άξιζε και με το παραπάνω». Ο Ρέιμπερν χαμογέλασε. «Ναι, άργησε αρκετά». Ήταν ένας άντρας με πλατύ στέρνο, πρόσωπο με φακίδες, πυκνά, κόκκινα μαλλιά και ήρεμο χαρακτήρα. Ήταν επίσης ο τύπος του στρατιώτη στον οποίο κάποιος μπορούσε να εμπιστευθεί τη ζωή του -πράγμα που ο Γκρέι είχε κάνει αρκετές φορές. «Τι σας έφερε και τους δύο τόσο μακριά απ’ το Λονδίνο;» ρώτησε. «Δουλειές στο Μπρίστολ», απάντησε ο συνταγματάρχης. «Μια καινούρια εμπορική συμφωνία με την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών για τις ανάγκες του στρατού σε πυρίτιδα». Ο Γκρέι ένευσε. Το νιτρικό κάλιο, ένα από τα βασικά συστατικά της πυρίτιδας, προερχόταν απ’ την Ινδία απ’ τις αρχές του δεκάτου εβδόμου αιώνα. «Το εμπόριο κι η ευκαιρία να ζητήσω μια μικρή συμβουλή από ένα φίλο», πρόσθεσε ο Ντολφ. Ο Γκρέι κάρφωσε με το βλέμμα του τον ψηλό άντρα με τα σκούρα μαλλιά, το τραχύ πρόσωπο και την αργασμένη


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

226

επιδερμίδα. «Συμβουλή, ε; Νομίζω ότι δέχτηκα μία από σένα. Απ’ ό,τι θυμάμαι, έλαβα ένα μήνυμα σύμφωνα με το οποίο δε θα έπρεπε ν’ ανησυχώ για τη Λέτι Μος». Ο Ντολφ απλώς χαμογέλασε. «Η λαίδη δεν αποτελεί απειλή. Ήθελες να με προσλάβεις να μάθω γι’ αυτήν, στο μεταξύ όμως με είχε προσλάβει εκείνη για να μάθω για σένα. Έλειπα για λίγο απ’ το Λονδίνο, από τον τρόπο σου όμως συμπεραίνω ότι έμαθες την πραγματική ταυτότητα της κυρίας Μος». Ο Γκρέι πήγε στον μπουφέ, έβγαλε το πώμα από μια κρυστάλλινη καράφα και γέμισε ένα ποτήρι. «Ίσως θα έπρεπε να μου το είχες πει. Αν το ήξερα, ίσως τώρα να μην ήταν σύζυγός μου». Ο Ντολφ πνίγηκε με το μπράντι του. «Την παντρεύτηκες;» Ο Γκρέι ανασήκωσε τους ώμους του. «Η Λέτι Μος ήταν ένας μικρός πειρασμός. Σκόπευα να την κάνω ερωμένη μου. Ο υποκόμης είχε διαφορετική γνώμη -αφού ήταν κόρη του». Ο Ντολφ συγκρότησε ένα χαμόγελο. «Συγχαρητήρια». «Να ζήσετε!» είπε ο Τίμοθι Ρέιμπερν και ύψωσε το ποτήρι του. Η έκφραση του Ντολφ σοβάρεψε. «Είναι εξαιρετική κοπέλα, Γκρέι. Και θα γίνει εξαιρετική σύζυγος». Ο Γκρέι δε μίλησε. Δεν ήθελε σύζυγο. Είχε ήδη μία στο παρελθόν και η απώλειά της του είχε προκαλέσει απίστευτο πόνο. Πήρε το ποτό του και κάθισε στον καναπέ, απέναντι από τους φίλους του. «Λοιπόν... τι είδους συμβουλή θέλεις;» Απάντησε ο συνταγματάρχης: «Γκρέι, γνωρίζεις την Ινδία καλύτερα από κάθε άλλον Άγγλο που ξέρω. Κυκλοφορούν φήμες ότι ίσως να ετοιμάζονται φασαρίες εκεί. Θα θέλαμε τη γνώμη σου σ’ αυτό το θέμα». «Είπες, θα θέλατε». Ο Γκρέι γύρισε και κάρφωσε με το βλέμμα του τον Ντολφ. «Νόμιζα ότι είχες αποσυρθεί». «Όντως. Πού και πού όμως κάνω κάποια δουλειά για την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών... ασχολούμαι με θέματα έχουν να κάνουν με τα συμφέροντά τους εκεί».


KAT MARTIN

227

«Κατάλαβα». Ο Γκρέι έγειρε πίσω, ενώ ο συνταγματάρχης άρχιζε να τον ενημερώνει για την κατάσταση στην Ινδία, πέντε χρόνια μετά τη δική του αναχώρηση από τη χώρα. Ο Γκρέι άκουγε προσεκτικά. Από την πρώτη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του στην Ινδία, από την πρώτη στιγμή που είχε ανασάνει τον ζεστό αέρα της και είχε δει τα μελαχρινά παιδιά με τα πλατιά χαμόγελα, τις γυναίκες με τα βαμμένα μάτια, είχε γεννηθεί ένας πολύ ξεχωριστός δεσμός που τον ένωνε μ’ εκείνον τον τόπο. Ο Σαμίρ είχε μπει στην υπηρεσία του λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του και είχε διαισθανθεί την αγάπη του για την Ινδία. Του είχε γνωρίσει την Ταλίκα, μια όμορφη, εξωτική Ινδή, ο σύζυγος της οποίας είχε πεθάνει. Μια εβδομάδα αργότερα, είχε γίνει ερωμένη του. Η Ταλίκα γνώριζε καλά τα καθήκοντά της, τις ικανότητες που είχε διδαχθεί από το Κάμα Σούτρα, τον οδηγό των Ινδών για τη ζωή και τον έρωτα. Τον είχε διδάξει πώς να πετυχαίνει την υπέρτατη ηδονή. Τότε ήταν νεότερος, πιο πρόθυμος, το αίμα του έβραζε και είχε μάθει καλά. Μέσω της Ινδής ερωμένης του είχε μάθει επίσης πολλά πράγματα για την Ινδία, τα χρώματα, τους ήχους, την πολυπλοκότητα μιας χώρας που όμοιά της δεν υπήρχε άλλη στον κόσμο. «Ανησυχούμε, Γκρέι», έλεγε ο συνταγματάρχης. «Κυκλοφορούν φήμες, ψίθυροι ότι ετοιμάζεται επανάσταση. Οι διοικήσεις της Βομβάης και του Μαντράς ανησυχούν κάπως, όμως είναι οι δυνάμεις της Βεγγάλης που μας προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία». Ο Γκρέι έγειρε πίσω. «Κατά τη γνώμη μου -που, προφανώς, αυτήν ήρθατε ν’ ακούσετε, κύριοι-νομίζω ότι ο στρατός έχει κάθε λόγο να ανησυχεί. Μέχρι εκείνο το φιάσκο στην Καμπούλ δυο χρόνια πριν, ο βρετανικός στρατός θεωρούνταν ανίκητος, η δύναμή του σχεδόν θεϊκή. Η πανωλεθρία της φρουράς του Ελφινστοουν και η υποχώρηση απ’ την Καμπούλ έβαλαν τέλος


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

228

σ’ αυτές τις πεποιθήσεις». Ο συνταγματάρχης έσμιξε τα φρύδια του. «Για όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου, ξέρεις πώς είναι εκείνο το μέρος. Το τερέν είναι τρομερά αφιλόξενο, το κλίμα αφόρητο. Εκτός από τις μάχες, οι στρατιώτες πέθαιναν από τη ζέστη, τις αρρώστιες και την έλλειψη προμηθειών». «Για να μην αναφέρουμε ότι η επιλογή των επικεφαλής αξιωματικών δεν ήταν καθόλου καλή και ότι αποδείχτηκαν ανίκανοι να διεξαγάγουν μια σωστή εκστρατεία», πρόσθεσε ο Γκρέι κοφτά. Ο Ρέιμπερν δεν το αρνήθηκε. «Ακόμα κι έτσι, θα περίμενα ότι τα αυστηρά αντίποινα του στρατού θα είχαν αποκαταστήσει την ισχύ μας στα μάτια των Ινδών». «Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο. Είναι άνθρωποι με βαθιά μνήμη. Φοβάμαι ότι η ζημιά δε θα διορθωθεί τόσο εύκολα». Ο Γκρέι ήπιε μια γουλιά από το μπράντι του. «Ό,τι κι αν συμβεί, δε νομίζω ότι θα γίνει αμέσως. Τα αποσχιστικά κινήματα κινούνται αργά. Ίσως περάσουν χρόνια προτού ο στρατός βρεθεί αντιμέτωπος με τα αποτελέσματα αυτού του τόσο λανθασμένου πολέμου με το Αφγανιστάν». Ο συνταγματάρχης ήπιε κι εκείνος μια γουλιά απ’ το μπράντι του. «Εκτιμώ το ότι μιλάς ειλικρινά. Δεν υπερέβαλλα όταν είπα ότι γνωρίζεις την Ινδία καλύτερα από τον καθένα». Σίγουρα πάντως καλύτερα από τους περισσότερους στην Ινδία. Ο Γκρέι, στα τρία χρόνια που είχε ζήσει εκεί, είχε φροντίσει να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε, να καταλάβει τους ανθρώπους και τα έθιμά τους. Κι όταν είχε φύγει, φρόντιζε να πληροφορείται τα όσα συνέβαιναν εκεί. Χαμογέλασε. «Δεν είμαι πλέον στο στρατό. Δεν πρόκειται να βρεθώ σιδηροδέσμιος για τις απόψεις μου». Ο Ρέιμπερν γέλασε. «Δεν έχεις άδικο». «Ελπίζω να σκοπεύετε να μείνετε απόψε. Η Ρεμπέκα πληρώνει μια περιουσία το μάγειρα που προσέλαβε. Τα φαγητά του είναι εκπληκτικά. Κι ο Ντέρεκ θα έρθει κι αυτός κάποια στιγμή


KAT MARTIN

229

σήμερα το απόγευμα. Υποθέτω ότι έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που τον είδατε». Ο Ντέρεκ Στάιλς ήταν ο ετεροθαλής αδελφός του Γκρέι, την ύπαρξη του οποίου είχε ανακαλύψει μόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. «Θα θέλαμε πολύ να μείνουμε», είπε ο συνταγματάρχης. «Είναι αρκετός ο δρόμος ως το Μπρίστολ». «Έχω χρόνια να δω τον Ντέρεκ», πρόσθεσε ο Ντολφ. «Εξάλλου, έχω και άλλον λόγο που ήρθα. Θα ήθελα να μιλήσω με τη σύζυγό σου». Ο Γκρέι κοίταξε το φίλο του, τα τραχιά χαρακτηριστικά του, τη μελαψή επιδερμίδα του. Ήταν σκληρός άνθρωπος, όπως μαρτυρούσε και το πρόσωπό του, κι ωστόσο είχε κάτι που οι γυναίκες έβρισκαν γοητευτικό. Αποφάσισε ότι δε θα τον άφηνε μόνο με την Κόρι. «Έχει πάει στο χωριό. Θα δω αν επέστρεψε», είπε. Βγήκε απ’ το γραφείο κι αναρωτήθηκε τι είχε να πει ο Ντολφ στην Κόραλι. Ευχήθηκε να μη χαιρόταν τόσο που του δινόταν η δικαιολογία να την αναζητήσει. Σκέφτηκε τη γυναίκα που είχε παντρευτεί. Η Ινδή ερωμένη του του είχε διδάξει την υπομονή, μια αρετή απαραίτητη στην τέχνη του έρωτα. Όταν όμως επρόκειτο για την Κόραλι, οι ικανότητές του έμοιαζαν να τον εγκαταλείπουν. Κάθε φορά που της έκανε έρωτα παρασυρόταν από πάθος που όμοιο του είχε να νιώσει από τότε που ήταν έφηβος. Ήταν αποφασισμένος ότι εκείνο το βράδυ τα πράγματα θα άλλαζαν. Σκόπευε να ξαναβρεί τον φημισμένο του αυτοέλεγχο, να βάλει σ’ εφαρμογή τις ικανότητάς του, αντί ν’ αφήσει τα συναισθήματά του να τον καθοδηγήσουν. Αναρωτήθηκε αν η σύζυγός του, χωρίς την επίδραση του ελιξίριου που της είχε δώσει, θα ήταν τόσο πρόθυμη μαθήτρια όσο το προηγούμενο βράδυ.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

230

Κεφάλαιο 20

Η Κόρι, αφού τελείωσε τις δουλειές της, επέστρεψε στο σπίτι, κάνοντας μια σύντομη στάση για να αφήσει τον Όμηρο στους στάβλους, όπου ο σκύλος ήταν απόλυτα ικανοποιημένος. Ξαφνιάστηκε βλέποντας τον νεαρό Τζόρτζι Χομπς, το αγόρι που είχε κλέψει το ψωμί, να καθαρίζει τους στάβλους. «Γεια σου, Τζόρτζι». Ο νεαρός σήκωσε το μελαχρινό κεφάλι του. Κοίταξε γύρω του επιφυλακτικά, σαν να έψαχνε τον κόμη. «Δεν είναι εδώ. Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς». Ο μικρός ξεφύσησε με ανακούφιση. «Έρχομαι κάθε μέρα. Δεν ξέρω αν το γνωρίζει». «Είμαι σίγουρη ότι το ξέρει. Δείχνει να γνωρίζει τα περισσότερα απ’ όσα συμβαίνουν εδώ». Ο Τζόρτζι σήκωσε ακόμα μια φτυαριά βρόμικο άχυρο και το έριξε στο καροτσάκι. «Πιστεύετε ότι... ότι αν συνεχίσω να δουλεύω πραγματικά σκληρά και ξεπληρώσω το χρέος, θα υπήρχε πιθανότητα να μου δώσει μια δουλειά στο κάστρο;» Η Κόρι δάγκωσε τα χείλη της. Δεν ήταν δική της δουλειά ν’ ανακατεύεται στις αποφάσεις του Γκρέι. Από την άλλη, ήταν σύζυγός του και, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Γκρέι, όχι τόσο συνεσταλμένη όσο θα ήθελε. «Νομίζω ότι θα μπορούσε. Γιατί δεν τον ρωτάς;» Ο Τζόρτζι χλόμιασε ελαφρά. «Μάλλον δε θα χρειάζεται εργάτη, έτσι κι αλλιώς». «Στην πραγματικότητα, θα μου χρειαζόταν ακόμα ένας σταβλίτης». Ο Γκρέι προχώρησε προς το μέρος τους, ψηλός,


KAT MARTIN

231

αρρενωπός και απίστευτα γοητευτικός. Η Κόρι θυμήθηκε το μυώδες κορμί του να πιέζει το δικό της στο στρώμα το προηγούμενο βράδυ, τη δύναμή του, και το στομάχι της δέθηκε κόμπος. «Πώς είναι η μητέρα σου;» ρώτησε ο Γκρέι τον Τζόρτζι. «Νιώθει πολύ καλύτερα, λόρδε μου. Το εννοούσατε για τη δουλειά;» «Έχεις ήδη δουλέψει αρκετά για να ξεπληρώσεις το χρέος σου. Θα σου δώσω μερικά χρήματα σαν προκαταβολή για το πρώτο σου βδομαδιάτικο, αρκετά ώστε να συντηρηθείτε με τη μητέρα σου μέχρι να πληρωθείς ξανά». Τα μάτια του Τζόρτζι βούρκωσαν. «Ευχαριστώ, λόρδε μου. Ευχαριστώ πολύ». «Συνέχισε να δουλεύεις έτσι, Τζόρτζι, και, με τον καιρό, θα κερδίσεις μια μόνιμη θέση εδώ, στο κάστρο». Το αγόρι κοίταξε την Κόρι και χαμογέλασε τόσο πλατιά που εκείνη πρόσεξε ότι του έλειπε ένα δόντι. Του χαμογέλασε κι αυτή κι ένιωσε ένα παράξενο φούσκωμα στο στήθος. Ο Τζόρτζι ξαναγύρισε στη δουλειά του κι όταν εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στον Γκρέι, τον είδε να την κοιτάζει με έναν τρόπο που δεν την είχε κοιτάξει από τότε που είχε ανακαλύψει ότι δεν ήταν η Λέτι Μος. «Αδέσποτα σκυλιά κι αδέσποτα παιδιά. Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι, κόμισσα». Ο Γκρέι εκπλησσόταν επειδή ήταν καλή με ένα φτωχό παιδί; Επειδή δεν ήταν η σκληρόκαρδη στρίγγλα που πίστευε; «Κομπλιμέντο υποτίθεται ότι ήταν αυτό;» Ο Γκρέι τής χάιδεψε το μάγουλο. «Υποθέτω ότι κατά κάποιον τρόπο, ναι». Της έπιασε το χέρι. «Έλα. Έχουμε επισκέπτες. Ο ένας είναι φίλος σου». «Φίλος μου;» «Όπως αποδείχτηκε και δικός μου. Ο Ράντολφ Πίτερσεν». Ο τόνος του Γκρέι ξανάγινε κοφτός. «Αυτός που προσέλαβες για να αποδείξει ότι είμαι δολοφόνος». ***


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

232

Η Κόρι ακολούθησε τον Γκρέι στο σαλόνι όπου περίμενε ο Ντολφ Πίτερσεν. Στην πραγματικότητα δεν τον είχε προσλάβει εκείνη - αυτό το είχαν κάνει η Κρίστα και ο Λέιφ-, όμως εκείνη ήταν που είχε γράψει στην Κρίστα και της είχε ζητήσει να συνεχίσει ο ιδιωτικός ερευνητής τη δουλειά του, ακόμα κι όταν είχε ανακαλύψει ότι ο Γκρέι ήταν αθώος. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Ίσως ο κύριος Πίτερσεν να είχε νέα να της πει. Τον είδε με το που μπήκε στο σαλόνι, με τη φαρδιά φούστα του φορέματος της να θροΐζει. Ήταν σχεδόν τόσο ψηλός όσο κι ο Γκρέι, τόσο τραχύς και γοητευτικός όσο τον θυμόταν. «Κύριε Πίτερσεν. Χαίρομαι που σας βλέπω». Κράτησε την παλάμη του ανάμεσα στις δικές της κι εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Ο σύζυγός σας μου είπε για το γάμο σας. Εύχομαι και στους δυο σας κάθε ευτυχία». Η Κόρι κοκκίνισε όταν σκέφτηκε τι άλλο μπορεί να είχε πει ο Γκρέι στον Πίτερσεν. «Ευχαριστώ». «Ήλπιζα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως». Ο Ντολφ κοίταξε τον Γκρέι και θα πρέπει να διάβασε στην έκφρασή του ότι αυτό αποκλειόταν. «Αφού τώρα είστε παντρεμένη, βρίσκομαι αντιμέτωπος με ένα δίλημμα». «Ίσως και όχι. Ίσως είναι καιρός να καταλάβει ο σύζυγός μου γιατί έμεινα εδώ ακόμα κι αφού γνώριζα πλέον ότι δεν εμπλεκόταν σε ό,τι συνέβη στην αδελφή μου». Ο Γκρέι ύψωσε τα φρύδια του. «Κι εγώ που νόμιζα ότι έμεινες επειδή με είχες ερωτευθεί». Η Κόρι αγνόησε το σαρκασμό του. «Έμεινα επειδή ήθελα να μάθω την αλήθεια. Και για να το κάνω αυτό, έπρεπε ν’ ανακαλύψω αν ο εραστής της αδελφής μου ήταν ο Τζέισον ή ο Τσαρλς». Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη του. «Τι είναι αυτά που λες;» «Μιλάω για τον άντρα που άφησε έγκυο την αδελφή μου κι


KAT MARTIN

233

ύστερα την εγκατέλειψε. Κύριοι, αν θέλετε να με ακολουθήσετε, θα σας δείξω την απόδειξη που έχω βρει». Η Κόρι βγήκε απ’ το σαλόνι και οι άντρες την ακολούθησαν. Ένιωθε την οργή του Γκρέι κι αναρωτήθηκε τι ζημιά είχε κάνει στην ήδη εύθραυστη σχέση τους, κατηγορώντας ένα μέλος της οικογένειάς του για μια τέτοια απεχθή συμπεριφορά. Μπήκε στο γραφείο και τράβηξε ένα σκαμνί για να πάρει το βιβλίο που είχε βρει. Συνοφρυώθηκε, όταν στη θέση του βιβλίου αντίκρισε κενό. Έψαξε όλο το ράφι, διαβάζοντας τους τίτλους στη ράχη κάθε τόμου κι ύστερα μετακίνησε το σκαμνί και έψαξε ξανά, αν και βαθιά μέσα της ήξερε ότι το βιβλίο δεν ήταν πλέον εκεί. «Ήταν εδώ. Δεν πάει πολύς καιρός που το βρήκα. Το έβαλα και πάλι στη θέση του, ώστε να μην αντιληφθεί κανείς ότι το είχα βρει». Τα χαρακτηριστικά του Γκρέι ήταν σφιγμένα. «Τι ψάχνεις; Δε βγάζει νόημα όλο αυτό, Κόραλι». «Βρήκα ένα βιβλίο που ανήκε στη Λόρελ, ένα βιβλίο με σονέτα που αγαπούσε. Το είχε δώσει σαν δώρο στον εραστή της. Του είχε γράψει και αφιέρωση, στην πρώτη σελίδα». «Αν του είχε γράψει αφιέρωση, θα πρέπει να ξέρεις τ’ όνομά του». «Δεν είχε γράψει όνομα. Τον αποκαλούσε πολύ αγαπημένο της. Έγραφε ότι είχαν διαβάσει το βιβλίο μαζί. Ότι τον αγαπούσε». Ο Γκρέι δε μίλησε. Εκείνη, σίγουρη ότι δεν την πίστευε, γύρισε από την άλλη, για να μη δει τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της. Τα σκούπισε βιαστικά, πήρε μια βαθιά ανάσα και τον κοίταξε ξανά. «Αφού δεν μπορεί να ήσουν εσύ που έκλεψες την αθωότητά της, θα πρέπει να ήταν είτε ο Τζέισον είτε ο Τσαρλς». «Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε», διαφώνησε ο Γκρέι. «Το κάστρο δέχεται ένα σωρό επισκέπτες. Ίσως η αδελφή σου να ερωτεύτηκε κάποιον καλεσμένο». «Αν γνώριζες τη Λόρελ, θα καταλάβαινες ότι ποτέ δε θα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

234

πρόσφερε την αγάπη της έτσι απερίσκεπτα. Θα έπρεπε να γνώριζε καλά τον άντρα που θα της τραβούσε το ενδιαφέρον, να τον σεβόταν, να τον αγαπούσε. Γί’ αυτό χρειάζεται χρόνος». «Αυτό ήθελα να σας πω». Ο τόνος του Ντολφ Πίτερσεν ήταν απαλός. Κοίταξε τον Γκρέι. «Ξέρω ότι δε θέλεις να το ακούσεις αυτό, όμως, όπως λέει η σύζυγός σου, ίσως είναι καιρός να το κάνεις». Έστρεψε την προσοχή του στην Κόρι. «Υπήρχε και κάποιος άλλος άντρας που επισκεπτόταν το κάστρο συχνά, στο διάστημα των μηνών πριν μείνει έγκυος η αδελφή σας. Στην πραγματικότητα, περνούσε αρκετό χρόνο εδώ. Ο Ντέρεκ Στάιλς, ο ετεροθαλής αδελφός του Γκρέι. Απ’ ό,τι φαίνεται, θα έρθει κάποια στιγμή σήμερα το απόγευμα». Απλώθηκε βαριά σιωπή. Ακούγονταν μόνο οι χτύποι του ρολογιού πάνω στο τζάκι. Γιατί δεν της το είχε πει κανείς; Γιατί δεν είχε ξανακούσει αυτό το όνομα; Όμως θυμήθηκε ότι το είχε ακούσει. Αρκετά χρόνια πριν, είχε ακούσει κάποια κουτσομπολιά για τον Ντέρεκ Στάιλς, τον νόθο γιο του μακαρίτη κόμη του Τρεμέιν. Ο Ντέρεκ είχε την ίδια φήμη με τον Γκρέι σε ό,τι αφορούσε τις γυναίκες. Απλώς δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι ένας νόθος γιος θα ήταν ευπρόσδεκτος στο κάστρο. «Είστε κι οι δύο τρελοί». Ο Γκρέι την κάρφωσε με το διαπεραστικό του βλέμμα και προχώρησε προς την πόρτα. «Νομίζω ότι η σύζυγός σου έχει δίκιο», είπε ο Ντολφ και τον σταμάτησε. «Πιστεύω ότι η κόμισσα βρήκε πράγματι το βιβλίο, όπως ισχυρίζεται. Κι αν είναι έτσι, τότε κάποιος από τους άντρες της οικογένειάς σου ήταν ο πατέρας του παιδιού της Λόρελ Γουίτμορ. Τώρα που η Λόρελ είναι νεκρή, μένει ν’ αποδειχτεί αν αυτό έχει σημασία». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο μάγουλο του Γκρέι. «Τι υπονοείς, Ντολφ;» «Τίποτα. Όμως η Κόραλι πιστεύει ότι η αδελφή της δολοφονήθηκε. Αν αποδειχτεί αυτό, της αξίζει να δείνα


KAT MARTIN

235

αποδίδεται δικαιοσύνη. Αν η Λόρελ είχε σχέση με κάποιον από την οικογένειά σου, ίσως αυτός να ξέρει κάτι που θα μας βοηθήσει να μάθουμε τι πραγματικά συνέβη στην αδελφή της και στο παιδί εκείνο το βράδυ». Ο Γκρέι κάρφωσε με το βλέμμα την Κόρι. «Αυτό που συνέβη είναι ότι η Λόρελ Γουίτμορ αυτοκτόνησε. Αυτό δε γίνεται ν’ αλλάξει. Αν κάποιος από τους αδελφούς μου ή ο ξάδελφός μου είχε ερωτική σχέση μαζί της, να είσαι σίγουρος ότι υπέφερε γι’ αυτό. Όμως κανείς τους δεν είναι δολοφόνος». Στράφηκε στον Ντολφ. «Τα όσα λέχθηκαν σ’ αυτό το δωμάτιο θα πρέπει να μείνουν μεταξύ μας». «Αυτό εννοείται». Ο Γκρέι στράφηκε ξανά στην Κόρι. Η έκφρασή του ήταν ακόμα πιο σκληρή. «Κόραλι, είσαι σύζυγός μου. Θέλω αυτή η τρέλα να τελειώσει εδώ και τώρα. Εσύ και η εμμονή σου με το θάνατο της αδελφής σου έχετε προκαλέσει ήδη περισσότερα από αρκετά προβλήματα». Βγήκε απ’ το γραφείο, ενώ η Κόρι έδινε αγώνα να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Η καρδιά της σφιγγόταν, ένας κόμπος τής έκλεινε το λαιμό. Περισσότερα από αρκετά προβλήματα. Έτσι έβλεπε το γάμο τους ο Γκρέι -σαν ένα πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που του είχαν φορτώσει. Ένιωσε το άγγιγμα του Ντολφ στον ώμο της. «Λυπάμαι, λαίδη μου. Ίσως θα έπρεπε να είχα χειριστεί το θέμα διαφορετικά». Κούνησε το κεφάλι της. «Δε φταίτε εσείς. Θα του το έλεγα, έτσι κι αλλιώς. Πίστευα ότι ίσως να ήθελε να με βοηθήσει». «Δώστε του λίγο χρόνο. Ο Γκρέι είναι σκληρός άνθρωπος, αλλά δίκαιος. Και η δικαιοσύνη είναι πολύ σημαντική γι’ αυτόν». Η Κόρι σκέφτηκε όσα καλά είχε κάνει ο Γκρέι στο διάστημα που τον γνώριζε. Ο Γκρέι ήταν δίκαιος. Ίσως με τον καιρό να καταλάβαινε γιατί ήταν τόσο σημαντικό γι’ αυτή να μάθει την αλήθεια. Βγήκε απ’ το γραφείο, προσπαθώντας μάταια να πείσει τον


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

236

εαυτό της γι’ αυτό. *** Όπως αναμενόταν, ο Ντέρεκ Στάιλς έφτασε εκείνο το απόγευμα στο κάστρο. Ήταν περίπου στην ηλικία του Γκρέι, ίσως όχι πάνω από τριάντα ετών, ένας ακόμα όμορφος άντρας που θα μπορούσε να ήταν εραστής της Λόρελ. Είχε ξανθά μαλλιά όπως ο Τσαρλς, αν και σε λίγο πιο βαθιά απόχρωση. Είχε την ίσια μύτη του Γκρέι και καστανά μάτια όπως εκείνος, αν και του Ντέρεκ ήταν περισσότερο κεχριμπαρένια. Στην πρώτη τους συνάντηση ήταν τόσο γοητευτικός όσο ο Τζέισον και τόσο περιποιητικός όσο ο Τσαρλς. Και οι δύο ήταν εκεί για να τον υποδεχτούν. «Ώστε λοιπόν κατάφερες ν’ αφήσεις τις κατακτήσεις σου ώστε να έρθεις και να γνωρίσεις την καινούρια νύφη σου», τον πείραξε ο Τζέισον, ενώ γίνονταν οι συστάσεις στην Ουράνια Αίθουσα. Ο Ντέρεκ έφερε το γαντοφορεμένο χέρι της Κόρι στα χείλη του. «Λυπάμαι που έχασα το γάμο. Δεν ξέρω πώς, αλλά η πρόσκλησή μου χάθηκε». Η Κόρι κοκκίνισε ελαφρά. «Έγιναν όλα πολύ βιαστικά». «Οι καλεσμένοι ήταν ελάχιστοι, κι εξάλλου μισείς τους γάμους», μούγκρισε ο Γκρέι. «Μόνο τη σκέψη του δικού μου», είπε ο Ντέρεκ και στα χείλη του σχηματίστηκε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. Η Κόρι σκέφτηκε τη Λόρελ κι αναρωτήθηκε πόσο μακριά θα έφτανε ο Ντέρεκ για να μην αναγκαστεί να παντρευτεί. Προσπάθησε να μη σκέφτεται ότι ο Γκρέι είχε φερθεί έντιμα μόνο και μόνο γιατί ο πατέρας της δεν του είχε αφήσει περιθώριο να αρνηθεί. Εκείνη τη στιγμή έκανε την εμφάνισή της η Ρεμπέκα. Τα γαλανά μάτια της καρφώθηκαν στον Ντέρεκ. «Σταμάτα, παλιοτόμαρο. Όπως είπε και η Κόραλι, μόλις που προλάβαμε να οργανώσουμε το γάμο, αλλά θα προσκληθείς στη δεξίωση


KAT MARTIN

237

που θα δώσω προς τιμήν των νεόνυμφων». Ο Γκρέι άνοιξε το στόμα του, όμως η Ρεμπέκα τον έκοψε, πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί. «Έλα τώρα, Γκρέι. Ξέρεις ότι είναι παλιά παράδοση να καλούμε το χωριό για να γιορτάσουμε το γάμο του λόρδου του κάστρου». Και η Ρεμπέκα θα ήθελε να βάλει τέλος σε τυχόν κουτσομπολιά που μπορεί να προκαλούσαν οι πράξεις του Γκρέι -ή η ανοησία της Κόρι, που δεν κατάφερε να σταματήσει την αποπλάνησή της, όσο ακόμα είχε την ευκαιρία. «Δε σε πειράζει πραγματικά, έτσι δεν είναι, Γκρέι;» επέμεινε η Ρεμπέκα. «Είναι όντως έθιμο και θα βοηθήσει να σταματήσουν οι κακές γλώσσες». «Κάνε ό,τι σ’ ευχαριστεί», είπε ο Γκρέι βλοσυρά. «Ευχαριστώ». Η Ρεμπέκα χαμογέλασε. «Θα δώσουμε τη δεξίωση απόγευμα, σε δυο βδομάδες από τώρα. Ω, παραλίγο να το ξεχάσω - σήμερα το πρωί έφτασε μια πρόσκληση για το χορό μεταμφιεσμένων της λαίδης Ντεβάν. Θα γίνει το τελευταίο Σάββατο του μήνα. Την ενημέρωσα ήδη ότι δεχόμαστε». Ο Γκρέι συνοφρυώθηκε. «Θα μπορούσες να είχες ρωτήσει». «Είσαι πλέον παντρεμένος. Έχεις υποχρέωση να παρουσιάσεις τη σύζυγό σου στην καλή κοινωνία -όποια κι αν είναι η καλή κοινωνία εδώ». Το χαμόγελο της Ρεμπέκα έδειχνε κάπως θυμωμένο. «Σίγουρα δε θα ήθελες να σκεφτεί κανείς ότι έχεις ήδη βαρεθεί τη σύζυγό σου». Ο Γκρέι κοίταξε την Κόραλι στα μάτια κι εκείνη διέκρινε στα δικά του τη φλόγα του πόθου. Σίγουρα δεν την είχε βαρεθεί ακόμα. Ο Γκρέι χαμογέλασε. «Όχι, δε θα το θέλαμε αυτό. Πες στην κόμισσα ότι θα πάμε». Κοίταξε τον Ντέρεκ. «Πόσο σκοπεύεις να μείνεις;» «Μέχρι να με βαρεθείτε. Σκεφτόμουν τουλάχιστον ως το τέλος της επόμενης εβδομάδας». Κάτι άλλαξε στην έκφραση της Ρεμπέκα, ωστόσο έσπευσε να χαμογελάσει και πάλι. «Ξέρεις ότι είσαι ευπρόσδεκτος να


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

238

μείνεις όσο θέλεις». Ο Τσαρλς χαμογέλασε. «Έχουμε κι άλλους καλεσμένους. Είναι εδώ ο Ντολφ Πίτερσεν και ο συνταγματάρχης Τίμοθι Ρέιμπερν. Νομίζω ότι τους γνωρίζεις και τους δύο. Θα δειπνήσουν μαζί μας. Ίσως να καταφέρουμε να τους πείσουμε να μείνουν λίγο περισσότερο και να οργανώσουμε ένα κυνήγι για πουλιά. Τι λες;» «Υπέροχη ιδέα», συμφώνησε ο Ντέρεκ. «Θα το φροντίσουμε». Η Κόρι άφησε τους άντρες να συζητούν τα σχέδιά τους για εκείνη την εβδομάδα. Πήγε στη βιβλιοθήκη να βρει κάτι να διαβάσει, προσπαθώντας να φανταστεί τον Ντέρεκ Στάιλς με την αδελφή της. Με εξαίρεση τα σχόλιά του για το γάμο, δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να το κάνει. *** Η Κόρι, φορώντας μια τουαλέτα από σμαραγδί μετάξι που άφηνε τους ώμους της γυμνούς και είχε κάπως αποκαλυπτικό ντεκολτέ, καθόταν απέναντι από τον Γκρέι στην τραπεζαρία. Κάτω από τον πολυέλαιο υγραερίου, οι καλεσμένοι δειπνούσαν στο τραπέζι με το λινό τραπεζομάντιλο. Τα πιάτα είχαν χρυσαφένια μπορντούρα, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα είχαν το θυρεό της οικογένειας Τρεμέιν και τα ποτήρια ήταν κρυστάλλινα. Δυο υπηρέτες σέρβιραν τα υπέροχα φαγητά που είχε ετοιμάσει ο Γάλλος σεφ της Ρεμπέκα. «Είχες δίκιο», είπε ο συνταγματάρχης ενώ βύθιζε το κουτάλι του στην υπέροχη σούπα με στρείδια. «Το φαγητό είναι υπέροχο. Φυσικά, ένας στρατιωτικός νιώθει ευγνωμοσύνη όταν τρώει οτιδήποτε άλλο εκτός από ψωμί και βραστό κρέας». Ο Τζέισον χαμογέλασε και ο Τσαρλς γέλασε σιγανά. Ακόμα κι ο Γκρέι κατάφερε να χαμογελάσει. Όσο προχωρούσε η βραδιά, η Κόρι διαπίστωνε ότι ο Πίτερσεν και ο Ρέιμπερν ήταν ενδιαφέροντες άνθρωποι, μορφωμένοι,


KAT MARTIN

239

που δε δίσταζαν να εκφράζουν τις απόψεις τους και για άλλα θέματα πέρα απ’ τον καιρό και τις δεξιώσεις που δίνονταν στο Λονδίνο. Όπως είχε ελπίσει ότι θα συνέβαινε, κάποια στιγμή η συζήτηση στράφηκε στην Ινδία. «Ο Γκρέι ζούσε με τους ντόπιους», είπε ο συνταγματάρχης. «Κάτι που ελάχιστοι Άγγλοι είναι πρόθυμοι να κάνουν. Νομίζω ότι ερωτεύτηκε λίγο την Ινδία. Ήταν αποφασισμένος να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε για τη χώρα». «Δε μοιάζει με κανένα άλλο μέρος του κόσμου», είπε ο Γκρέι τσιμπολογώντας ψητό αρνί και πατάτες με μαϊντανό. Ήταν ένα θέμα για το οποίο η Κόρι λαχταρούσε να τον ακούσει να μιλάει. «Είναι τρομερά πρωτόγονη χώρα και κάποια από τα έθιμά της είναι απίστευτα βάρβαρα. Την ίδια στιγμή οι άνθρωποί της διαθέτουν μια σοφία που δεν έχω βρει πουθενά αλλού στον κόσμο». Η Κόρι άρχισε να του κάνει ερωτήσεις κι εκείνος, απαντώντας της, την ξάφνιασε. Ξεκίνησε μια ζωηρή συζήτηση για το μέλλον της Ινδίας και για το τι θα έπρεπε να γίνει ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της Βρετανίας. «Δε θα υπομένουν για πάντα το ζυγό», είπε ο Γκρέι. «Κάποια μέρα θα απαιτήσουν την ανεξαρτησία τους και η Αγγλία θα αναγκαστεί να τους τη δώσει». «Ανοησίες», δήλωσε ο Ρέιμπερν. «Είναι αποικία, κι έτσι θα μείνει για πάντα. Οι Ινδοί είναι σαν παιδιά, εξαρτώνται από τη Βρετανία για να τους φροντίζει». Μέχρι να τελειώσει η συζήτηση, η Κόρι είχε δει μια πλευρά του συζύγου της που της ήταν άγνωστη ως τότε. Ήταν πολύ πιο ανοιχτός στις απόψεις του απ’ όσο θα περίμενε και εξαιρετικά πειστικός όταν τις παρουσίαζε. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να πάρει τη θέση του στη Βουλή των Λόρδων, όμως δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τον πείσει να το κάνει. Η βραδιά ήταν πολύ πιο ευχάριστη απ’ όσο περίμενε -με εξαίρεση τις σκοτεινές, διαπεραστικές ματιές που της έριχνε ο Γκρέι. Κατά τα φαινόμενα, ήταν ακόμα θυμωμένος για τις


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

240

κατηγορίες που την είχε ακούσει νωρίτερα να ξεστομίζει. Όμως οι υπόλοιποι άντρες αναπλήρωναν το κενό όταν ο Γκρέι έμενε σιωπηλός και φρόντιζαν να διασκεδάζουν τις γυναίκες. Από σεβασμό προς τις κυρίες, οι άντρες αποφάσισαν να μην απολαύσουν το μπράντι και το πούρο τους κι ο Ντέρεκ πρότεινε να παίξουν χαρτιά. «Φοβάμαι ότι εμείς θα πρέπει να αρνηθούμε», είπε ο συνταγματάρχης, που είχε ήδη αρνηθεί την πρόσκληση να μείνουν περισσότερο και να πάνε για κυνήγι. «Η δουλειά μας στο Μπρίστολ δεν μπορεί να περιμένει, πράγμα που σημαίνει ότι αύριο το πρωί θα πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς». «Εκτιμούμε τη φιλοξενία σου, Γκρέι», πρόσθεσε ο Ντολφ. «Καληνύχτα, κυρίες και κύριοι». Οι δύο άντρες ανέβηκαν στα δωμάτιά τους, όμως οι υπόλοιποι συμφώνησαν να παίξουν χαρτιά. Ο Γκρέι, πράγμα απρόσμενο, συνόδευσε την Κόρι στην αίθουσα χαρτιών και, μάλιστα, ήταν ο παρτενέρ της στο ουίστ. Εκείνη, με τον Γκρέι καθισμένο στ’ αριστερά της, θα ήταν αδύνατον να μην προσέξει πόσο όμορφος ήταν με τα καλοραμμένα, μαύρα, βραδινά ρούχα του, τον τρόπο με τον οποίο η λευκή γραβάτα του τόνιζε τα σκούρα καστανά μαλλιά και τη μελαχρινή επιδερμίδα του. Ένιωθε την αρρενωπή δύναμή του, την ένταση στο βλέμμα του όταν την άγγιζε και το χέρι της έτρεμε όταν πήρε τα φύλλα της. «Εντάξει, ας ξεκινήσουμε λοιπόν». Ο Τσαρλς άρχισε να φτιάχνει τα φύλλα του, ανυπομονώντας να αρχίσει η παρτίδα. Η Κόρι έδιωξε απ’ το μυαλό της κάθε σκέψη για τον Γκρέι και πίεσε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί στο παιχνίδι. Ήταν καλή, το ήξερε -και φάνηκε όταν κέρδισε την πρώτη παρτίδα. Ευχαρίστησε νοερά τον Λέιφ Ντρόγκαρ, αριστοτέχνη χαρτοπαίκτη, που την είχε βοηθήσει να βελτιωθεί. Κι όσο προχωρούσε η βραδιά και η Κόρι κέρδισε ακόμα μία παρτίδα, ο Ντέρεκ την πείραξε για τις ικανότητές της. «Είστε σίγουρη ότι δεν είστε χαρτοκλέφτρα, λαίδη μου;


KAT MARTIN

241

Παίζετε σαν άντρας». Ο Γκρέι την κοίταξε. «Ακόμα ένα απ’ τα κρυφά ταλέντα σου, γλυκιά μου; Αναρωτιέμαι τι άλλες ενδιαφέρουσες ικανότητες μου κρύβεις». Η Κόρι αγνόησε το διακριτικό καρφί. Σαν Λέτι προσποιούνταν ότι έπαιζε πολύ άσχημα χαρτιά. Σαν Κόρι, ήταν καλύτερη από τους περισσότερους άντρες. Ακόμα μία υπενθύμιση της απάτης της. Χαμογέλασε. «Ο σύζυγος της φίλης μου, ο Λέιφ Ντρόγκαρ, με βοήθησε να βελτιωθώ. Είναι πολύ καλός στα χαρτιά. Οι τρεις μας παίζαμε αρκετά συχνά τα βράδια». «Τον ξέρω τον Ντρόγκαρ», είπε ο Ντέρεκ. Τα ξανθά μαλλιά του έλαμπαν χρυσαφένια στο φως του πολυελαίου. «Έβγαλε μια περιουσία παίζοντας χαρτιά. Κανείς δεν ξέρει πολλά γι’ αυτόν». «Η σύζυγός του, η Κρίστα, είναι η καλύτερή μου φίλη. Δουλεύουμε μαζί στο Από Καρδιάς. Είναι ένα γυναικείο περιοδικό. Ίσως να το έχετε ακουστά». Ο Ντέρεκ φάνηκε να το διασκεδάζει. «Το έχω διαβάσει». «Αλήθεια;» Η Κόρι δεν ξαφνιάστηκε ιδιαίτερα. Αρκετοί άντρες διάβαζαν το περιοδικό ή, τουλάχιστον, ένα μέρος του. «Έχω μια φίλη που είναι πιστή αναγνώστρια. Όποιος γράφει τα κεντρικά άρθρα, κάνει εξαιρετική δουλειά». Αυτή τη φορά το χαμόγελο της Κόρι ήταν ειλικρινές. «Αυτά τα γράφει κυρίως η Κρίστα. Το περασμένο φθινόπωρο, όταν έλειπε, έγραψα κι εγώ κάποια. Πήρα μια σειρά συνεντεύξεων από ηγέτες του κινήματος των μεταρρυθμιστών, ανάμεσά τους και μία από τον Φέργκους Ο’Κόνερ, με σκοπό κυρίως να στηρίξουμε διάφορα νομοσχέδια που επρόκειτο να περάσουν από το Κοινοβούλιο». Ο Γκρέι την κοίταξε. «Η Μπέκι είναι συνδρομήτρια του περιοδικού. Τα νέα φτάνουν δύσκολα ως εδώ, κι έτσι το διαβάζω κι εγώ. Εσύ πήρες εκείνες τις συνεντεύξεις;» Η Κόρι μάζεψε το κουράγιο της, σίγουρη ότι ο Γκρέι θα είχε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

242

κάτι καυστικό να πει. «Ναι... Και όπως είπα, διηύθυνα για κάποιο διάστημα το περιοδικό, όταν έλειπε η Κρίστα». «Ήταν πολύ καλογραμμένες», είπε ο Γκρέι σιγανά και την κοίταξε στα μάτια. «Ανέδειξες κάποια εξαιρετικά σωστά σημεία». Η Κόρι τον κοίταξε κι ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. «Το περιοδικό δεν ασχολείται μόνο με τη μόδα και τα κουτσομπολιά. Ταυτόχρονα ασχολούμαστε και με σημαντικά θέματα. Ελπίζω ότι με τον καιρό θα μπορέσω να συμβάλω ξινά με κάποιον τρόπο». Ο Ντέρεκ χαμογέλασε στον Γκρέι. «Δεν ήξερες ότι παντρεύτηκες μια μεταρρυθμίστρια, ε, αδελφέ;» Η στάση του Γκρέι μαρτυρούσε την έντασή του και το βλοσυρό βλέμμα του επέστρεψε. «Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω για τη σύζυγό μου. Ωστόσο, ξέρω πόσο υπέροχη παρτενέρ είναι στο κρεβάτι, γι’ αυτό, μας συγχωρείτε, είναι ώρα να αποσυρθούμε». «Γκρέι!» Η Κόρι έγινε κατακόκκινη από ντροπή, ενώ ο Γκρέι της τραβούσε την καρέκλα. «Η σύζυγός σου είναι μια λαίδη», είπε ο Τσαρλς. «Δε θα έπρεπε να χρειάζεται να σου το υπενθυμίζω». Ο Γκρέι έκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση, χωρίς να έχει μετανιώσει καθόλου. «Ζητώ συγνώμη, κυρία μου». Την έπιασε απ’ το μπράτσο και τη βοήθησε να σηκωθεί. Τα μάγουλά της ήταν ακόμα κατακόκκινα. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο Γκρέι ήθελε να επισημάνει κάτι. Η Κόρι, όλο το βράδυ, αντιλαμβανόταν την κτητικότητά του, όμως δεν ήξερε τι σήμαινε. Αφήνοντας τους υπόλοιπους στην αίθουσα χαρτιών, ανέβηκαν τη σκάλα. Πριν φτάσουν ακόμα στα διαμερίσματα του Γκρέι, η Κόρι διαισθάνθηκε μια αλλαγή πάνω του, στον αυτοέλεγχο που τον περιέβαλλε πάντα σαν προστατευτικός μανδύας. Ένιωσε άβολα όταν ο Γκρέι άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στην άκρη, περιμένοντάς τη να μπει.


KAT MARTIN

243

Κεφάλαιο 21

Το κάλυμμα του μεγάλου κρεβατιού με τον ουρανό ήταν τακτικά διπλωμένο, η λάμπα στη σιφονιέρα ήταν αναμμένη και χαμηλωμένη, περιμένοντας την άφιξη του λόρδου και της συζύγου του. Το δωμάτιο ήταν λουσμένο σε ένα απαλό, κιτρινωπό φως και η διακριτική μυρωδιά του σανταλόξυλου πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Η καρδιά της Κόρι χτυπούσε σιγανά. Ήξερε τι θα ακολουθούσε και οι αισθήσεις της είχαν οξυνθεί. «Πρέπει να καλέσω την Άννα», είπε, ελπίζοντας ότι έτσι θα κέρδιζε λίγο χρόνο. Κατευθύνθηκε προς το χρυσαφένιο κορδόνι με τη φούντα που ήταν συνδεδεμένο με το κουδούνι της κουζίνας, όμως ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι. «Δε χρειάζεσαι την καμαριέρα σου», είπε. Έβγαλε το μαύρο, βραδινό σακάκι του και το πέταξε σε μια καρέκλα. Το γιλέκο του ακολούθησε. «Γύρνα», είπε επιτακτικά και η βραχνάδα στη φωνή του άναψε μια φωτιά χαμηλά στην κοιλιά της Κόρι. Έκανε αυτό που της ζήτησε και του επέτρεψε να τη γδύσει. Κυριευμένη από ανυπομονησία ανάμεικτη με φόβο, άφησε τον Γκρέι να βγάζει τα τσιμπιδάκια απ’ τα μαλλιά της. Οι κινήσεις του ήταν αργές. Τη φιλούσε στους ώμους, στο λαιμό, δάγκωνε το λοβό του αυτιού της ενώ ξεκούμπωνε τα κουμπιά στην πλάτη του μεταξωτού φορέματος της. Η καυτή ανάσα του χάιδευε την επιδερμίδα της και φούντωνε τις φλόγες χαμηλά στην κοιλιά της. Ο Γκρέι τής έβγαζε ένα ένα τα ρούχα, φιλώντας τα σημεία που αποκάλυπτε, κι ωστόσο οι κινήσεις του ήταν παράξενα αποστασιοποιημένες, σαν να ήταν αποφασισμένος να μη χάσει


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

244

τον αυτοέλεγχό του. Ήξερε ακριβώς πού να τη φιλήσει για την κάνει να τρέμει, ακριβώς πώς να χαϊδέψει τα στήθη της, πόσο πολύ να δαγκώσει τη ρώγα της ώστε να της κοπεί η ανάσα. Η έξαψη μεγάλωνε, το κορμί της ανταποκρινόταν. Η ηδονή ήταν τόση που αναγκάστηκε να δαγκώσει τα χείλη της για να συγκρατήσει ένα βογκητό. Κοίταξε τον Γκρέι, είδε το φούσκωμα στο μπροστινό μέρος του παντελονιού του, κατάλαβε ότι ήταν ερεθισμένος και την ήθελε όσο τον ήθελε κι εκείνη. Κι όμως, κάτι έλειπε, κάτι που υπήρχε όταν της είχε κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ στην καταιγίδα και τώρα έμοιαζε, σχεδόν, σαν να το είχε φανταστεί. Η νύχτα του γάμου της ήταν φλογερή και παθιασμένη, όμως τα έμπειρα χάδια του συζύγου της ελάχιστο συναίσθημα έκρυβαν. Κατά τα φαινόμενα, κάτι ανάλογο θα επαναλαμβανόταν κι αυτή τη βραδιά. Εκτός κι αν εκείνη έκανε κάτι γι’ αυτό. Μόλις ο Γκρέι τής έβγαλε και το τελευταίο ρούχο, εκείνη γύρισε και πέρασε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του. Πίεσε το κορμί της στο δικό του και του έδωσε ένα φλογερό φιλί. Ο Γκρέι αντιστάθηκε για μια στιγμή, πιάνοντάς την απ’ τα μπράτσα, σαν να σκόπευε να τη σπρώξει μακριά του. Εκείνη απλώς συνέχισε να τον φιλάει, να του χαϊδεύει τα μαύρα, απαλά σαν μετάξι μαλλιά, βγάζοντας τη βελούδινη κορδέλα που τα συγκρατούσε, πιέζοντας τα στήθη της στο στέρνο του. Από τα χείλη του Γκρέι ακούστηκε ένα σιγανό βογκητό. Και την επόμενη στιγμή, τη φιλούσε σαν τρελός. Η γλώσσα του άνοιξε τα χείλη της και βάλθηκε να εξερευνά το στόμα της. Οι παλάμες του γλίστρησαν στους γλουτούς της, την τράβηξαν προς το μέρος του, έτσι που η κοιλιά της πιέστηκε στον ερεθισμένο ανδρισμό του. Του ξεκούμπωσε το παντελόνι κι ύστερα τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από τον ανδρισμό του. Ο Γκρέι τινάχτηκε. Η έκφρασή του μαρτυρούσε έκπληξη και πόθο.


KAT MARTIN

245

«Συγνώμη», είπε εκείνη. «Σε... σε πόνεσα;» «Όχι, εγώ...» Ο Γκρέι κούνησε το κεφάλι. «Ω, σε θέλω», είπε και βάλθηκε να της δίνει και πάλι φλογερά φιλιά που της έκοψαν την ανάσα, καυτά φιλιά που δεν άφηναν καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του. Για μια στιγμή η Κόρι ένιωσε ότι βρισκόταν και πάλι στην αγκαλιά του άντρα που της είχε κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ που μαινόταν η καταιγίδα. Στην αγκαλιά του φλογερού, παθιασμένου άντρα που έπαιρνε αυτό που ήθελε αλλά ταυτόχρονα πρόσφερε τον εαυτό του. Ο Γκρέι τη σήκωσε, τη μετέφερε στο κρεβάτι και την ξάπλωσε στο κέντρο του πουπουλένιου στρώματος. Για μια στιγμή απέμεινε απλώς να την κοιτάζει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έσφιξε τις γροθιές του σαν να αγωνιζόταν να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του κι ύστερα τραβήχτηκε για να βγάλει τα ρούχα του. Εξαφανίστηκε για μια στιγμή κι έπειτα επέστρεψε ολόγυμνος στο κρεβάτι. Οι γυμνασμένοι μύες φούσκωναν στους ώμους και το στέρνο του. Η Κόρι είδε ότι κρατούσε κάτι. Κάτι μακρύ και κόκκινο, μεταξωτό, που ξεκινούσε απ’ την παλάμη του κι έφτανε σχεδόν στο πάτωμα. Έφτασε στο πλάι του κρεβατιού, της έπιασε τα χέρια και τύλιξε τη μεταξωτή κορδέλα γύρω απ’ τους καρπούς της. Εκείνη δεν αντιστάθηκε όταν της σήκωσε τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι και τα έδεσε στο σκαλιστό στύλο, στο κεφαλάρι. «Τι... τι κάνεις;» «Άφησε απλώς τον εαυτό σου να χαλαρώσει. Θα το απολαύσεις, σου το υπόσχομαι». Ήταν και πάλι απόμακρος. Ω, θα κατάφερνε άραγε ποτέ να τον πλησιάσει; Συγκράτησε ένα λυγμό και σκέφτηκε τον άντρα που είχε ερωτευτεί, τον άντρα που ίσως να μην έβλεπε ποτέ ξανά. Ο Γκρέι έσκυψε και της έδωσε ένα τρυφερό, αισθησιακό φιλί στο οποίο δεν υπήρχε ούτε ίχνος του ασυγκράτητου πόθου που τον συγκλόνιζε μόλις μερικές στιγμές πριν. Εκείνη, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε πόσο αυστηρός ήταν ο αυτοέλεγχός


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

246

του, πόσο προσεκτικά σχεδιασμένη η κάθε του κίνηση. Ο Γκρέι συνέχιζε να τη φιλάει, να βάζει φωτιά στο κορμί της, αποκτώντας ολοκληρωτικά τον έλεγχο. Εκείνη, ξαφνικά, αντιλήφθηκε ότι δένοντάς τη μπορούσε πλέον να κρατιέται μακριά της. Ότι προστάτευε τον εαυτό του από τις ίδιες του τις αντιδράσεις. Ότι όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του, αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο. Κι η γνώση ότι μπορούσε να τον επηρεάζει τόσο βαθιά γέμισε ελπίδα την καρδιά της. Ο Γκρέι ανέβηκε στο κρεβάτι και τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της. Βάλθηκε να της δίνει καυτά, αισθησιακά φιλιά κι εκείνη αφέθηκε στα έμπειρα χάδια του. Δεν ήταν αυτό που ήθελε, δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν από εκείνον, όμως δε θα αρνιόταν την ηδονή που της υπόσχονταν τα φλογερά βλέμματά του. Όταν τα χείλη του άγγιξαν τα στήθη της, κύρτωσε το κορμί της. Τα δάχτυλά του τη χάιδευαν με τον πιο μαγικό τρόπο, ταξίδευαν σε όλο το μήκος του κορμιού της, γλιστρούσαν ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη στριφογυρνούσε νευρικά στο κρεβάτι, τραβούσε τα μεταξωτά δεσμά της, μικρές κραυγές ακολουθούσαν το κάθε του άγγιγμα. Ο πόθος φούντωνε μέσα της. Τον ήθελε, ήθελε να την κάνει δική της. «Γκρέι, σε χρειάζομαι... σε παρακαλώ». «Όχι ακόμα». Άρχισε να τρέμει όταν τα χείλη του γλίστρησαν χαμηλότερα. Η γλώσσα του πέρασε πάνω από τον αφαλό της. Ο Γκρέι πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια της, φίλησε το εσωτερικό των μηρών της κι εκείνη τινάχτηκε. «Θέλω...«Ύγρανε τα χείλη της. «Θέλω να με κάνεις δική σου». «Σύντομα», είπε ο Γκρέι και τα χείλη του άρχισαν να κάνουν κάτι διαφορετικό και πρωτόγνωρο. Η Κόρι τινάχτηκε στο άγγιγμα της γλώσσας του, το κορμί της


KAT MARTIN

247

κυριεύτηκε από ένταση, οι αισθήσεις της οξύνθηκαν, μέχρι που δεν άντεχε άλλο. Μια κραυγή ξέφυγε απ’ τα χείλη της όταν ένιωσε να τη συγκλονίζει ένας εκρηκτικός οργασμός. Είχε αρχίσει να συνέρχεται όταν ο Γκρέι βυθίστηκε μέσα της. Τα μεταξωτά δεσμά κρατούσαν ακόμα τους καρπούς της, έτσι που της ήταν αδύνατον να ξεφύγει. Να τον αγγίξει. Ω, πόσο ήθελε να το κάνει. Πρώτη φορά ήθελε κάτι τόσο πολύ. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που το κορμί της κυριεύτηκε αμέσως από ένταση κι ένιωσε και πάλι να βρίσκεται στα πρόθυρα του οργασμού. Ένιωθε τη δύναμη του Γκρέι, την αρρενωπότητά του. Βυθιζόταν μέσα της ξανά και ξανά και κύματα αισθήσεων συγκλόνιζαν το κορμί της. Δάγκωσε τα χείλη της για να μη φωνάξει το όνομά του και την επόμενη στιγμή ένιωσε τον κόσμο να χάνεται γύρω της. Κύρτωσε το κορμί της, ενώ ο Γκρέι συνέχιζε να βυθίζεται μέσα της, μέχρι που έφτασε κι εκείνος στην κορύφωση. Η Κόρι έπλεε σε πελάγη ικανοποίησης. Δεν κατάλαβε όταν ο Γκρέι έλυσε τη μεταξωτή κορδέλα, παρά μόνο αφού κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του όταν ξάπλωσε δίπλα της. Θα πρέπει να κοιμήθηκε για λίγο. Ήταν μεσάνυχτα όταν ξύπνησε ξανά, με την αίσθηση των χειλιών του στο στήθος της και το τρυφερό του άγγιγμα ανάμεσα στα πόδια της. Το πάθος της φούντωσε και τον δέχτηκε και πάλι μέσα της. Έπειτα, ξανακοιμήθηκε. Το πρωί, ο Γκρέι είχε φύγει. *** Αν και ήταν νωρίς, οι υπηρέτες είχαν ήδη σηκωθεί και είχαν ξεκινήσει τις δουλειές τους. Ο Γκρέι, στην κουζίνα, πήρε την υφασμάτινη τσάντα με το κρύο κρέας, το ψωμί και το τυρί που του είχε ετοιμάσει ο μάγειρας. Ύστερα πήγε στο στάβλο. Αυτό που του χρειαζόταν ήταν μια πρωινή βόλτα με το άλογο, να καλπάσει με τον Ράτζα στα λιβάδια. Είχε ανάγκη να ξεφύγει


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

248

από τα αβέβαια συναισθήματα για τη γυναίκα που βρισκόταν στο κρεβάτι του. Να πάρει. Αδυνατούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί, το πόσο κοντά είχε φτάσει στο να χάσει τον αυτοέλεγχό του. Δεν το καταλάβαινε. Όσο όμορφη κι αν ήταν η σύζυγός του, είχε κοιμηθεί με πιο όμορφες γυναίκες, με πολύ πιο έμπειρες ερωμένες. Τίτο ξεχωριστό είχε η Κόρι; Βάδιζε στο πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε στους στάβλους και σκεφτόταν την Κόραλι και ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσει τη γυναίκα που τώρα ήταν σύζυγός του, όταν είδε τον Ντίκι Μάικλς να τρέχει προς το μέρος του. «Λόρδε μου! Ευτυχώς που ήρθατε. Περίμενα να περάσει λίγο η ώρα, για να σας φωνάξω». Ο Γκρέι συνοφρυώθηκε. «Τι είναι, Ντίκι; Τι συνέβη;» «Πρέπει να σας δείξω. Από δω, λόρδε μου». Ο νεαρός έτρεξε προς τον αχυρώνα. «Πρόκειται για τη λαίδη, λόρδε μου. Την επομένη που έπεσε, πήγα να φέρω τη σέλα της, όπως μου είχατε πει. Τότε δεν έδωσα σημασία. Σήμερα την κατέβασα για να της βάλω καινούριο ιμάντα και ορίστε τι βρήκα». Ο Ντίκι έδειξε τον σπασμένο ιμάντα στον Γκρέι. «Έχει κοπεί, βλέπετε; Δεν έσπασε απλώς, όπως νόμιζα. Ήταν σχεδιασμένο να κοπεί έτσι». Ο Γκρέι εξέτασε τον ιμάντα, που δεν ήταν κομμένος ακανόνιστα, όπως θα ήταν αν είχε σπάσει, αλλά κομμένος με μαχαίρι, σχεδόν σε όλο του το πλάτος. Ένα παγωμένο ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του. «Ποιος άλλος χρησιμοποιεί αυτή τη σέλα, Ντίκι; Ίσως να μην ήταν η σύζυγός μου ο στόχος». «Κανείς δεν τη χρησιμοποιεί, λόρδε μου. Τη χρησιμοποιούσε η νύφη σας, μέχρι που αγόρασε καινούρια, μερικούς μήνες πριν. Κανείς δεν τη χρησιμοποιούσε μέχρι που την έβαλα στην


KAT MARTIN

249

Τούλιπ για τη λαίδη, τη μέρα που πήγατε βόλτα οι δυο σας. Κι αφού ο ιμάντας δεν έσπασε εκείνη τη μέρα, κάποιος θα πρέπει να τον έκοψε μετά». Κάποιος που σκάφτηκε ότι η Κόραλι θα χρησιμοποιούσε και πάλι τη σέλα. «Εκτός από σένα και τους υπόλοιπους σταβλίτες, ποιος έχει πρόσβαση στην αποθήκη του εξοπλισμού;» «Η πόρτα δεν κλειδώνει. Θα μπορούσε να μπει οποιοσδήποτε, ίσως κάποιος περαστικός απ’ το χωριό». Και η Κόραλι ήταν στο χωριό και έκανε ερωτήσεις. Για πρώτη φορά ο Γκρέι σκεφτόταν ότι ίσως η σύζυγός του να είχε δίκιο και κάποιος να είχε πράγματι δολοφονήσει την αδελφή της. Δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή ότι ήταν κάποιος από την οικογένειά του. Ακόμα κι αν ένας από τους αδελφούς του ή ο εξάδελφός του είχε αποπλανήσει την άτυχη κοπέλα, κανείς τους δε θα δολοφονούσε μια γυναίκα και το αθώο παιδί της. Το πιθανότερο ήταν ότι ο δολοφόνος -αν πράγματι υπήρχε-ήταν κάποιος ληστής ή άλλου είδους εγκληματίας. Ίσως ο δολοφόνος να ήταν κάποιος απ’ το χωριό και να ήθελε να στείλει στην Κόρι μια προειδοποίηση να σταματήσει να κάνει ερωτήσεις. «Ευχαριστώ, Ντίκι. Από δω και μπρος να κλειδώνεις την πόρτα της αποθήκης, έτσι; Και να έχεις το νου σου για οποίονδήποτε δεις να τριγυρίζει εκεί χωρίς να έχει δουλειά». «Μάλιστα, λόρδε μου. Μπορείτε να βασίζεστε στον Ντίκι». Ο Γκρέι απλώς ένευσε. Δεν σκεφτόταν πια να φύγει από το σπίτι. Ανησυχούσε για τη σύζυγό του. Από την πρώτη μέρα που είχε πατήσει το πόδι της στο κάστρο, μόνο προβλήματα προκαλούσε. Από την πρώτη μέρα που είχε αναγκαστεί να την παντρευτεί. Και το στομάχι του δέθηκε κόμπος στη σκέψη ότι θα μπορούσε να της συμβεί κάτι. ***


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

250

Στη διάρκεια της μέρας η Κόρι δούλεψε τα σχέδιά της για την ανακαίνιση των διαμερισμάτων της και των διαμερισμάτων του κόμη, πράγμα που της έδωσε την ευκαιρία να βρεθεί με αρκετούς από τους υπηρέτες. Αποφασισμένη να συνεχίσει την αναζήτησή της για πληροφορίες, ρώτησε διακριτικά την οικονόμο, τον μπάτλερ, τις καμαριέρες, ακόμα και το προσωπικό της κουζίνας. Αν κάποιος από την οικογένεια διατηρούσε σχέση με τη Λόρελ, οι υπηρέτες θα το γνώριζαν. Παραδόξως, το να βρει πληροφορίες ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενε. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα της, ο Γκρέι ήταν κάπου εκεί κοντά. Ήταν στα διαμερίσματά του όταν η μοδίστρα που έφτιαξε τις κουρτίνες τις κρέμασε με τη βοήθεια δύο υπηρετών. Εμφανίστηκε έξω από την πόρτα της κουζίνας όταν εκείνη πήγε εκεί, δήθεν για να πάρει ένα ποτήρι γάλα. Κατευθυνόταν στο χωριό για να δει αν είχαν φτάσει τα έπιπλα που είχε παραγγείλει, όταν ο σύζυγός της σταμάτησε πλάι της τη δίτροχη αμάξι του και επέμεινε να τον αφήσει να την πάει εκείνος. Ποτέ δεν τη φρόντιζε τόσο. Η Κόρι θα έφτανε ακόμα και στο σημείο να πει ότι η συμπεριφορά του ήταν εγκάρδια. Ωστόσο, το βράδυ ήταν και πάλι ο απόμακρος εραστής με τον οποίο μοιραζόταν το κρεβάτι της μετά το γάμο τους. Όσο έντονη κι αν ήταν η ηδονή, πάντα κάτι έλειπε. Το παράξενο ήταν ότι πίστευε πως αυτό το ένιωθε κι ο Γκρέι. Είχε περάσει σχεδόν μια βδομάδα όταν έφτασαν στο κάστρο τα πρώτα έπιπλα. Αχθοφόροι έβγαλαν απ’ τα διαμερίσματα του Γκρέι τα βαριά, δρύινα έπιπλα και τα αντικατέστησαν από πιο ανάλαφρα, από τικ και μπαμπού, που η Κόρι είχε αγοράσει με τη βοήθεια ενός εμπόρου απ’ το Λονδίνο. Ανάμεσά τους υπήρχαν μια σιφονιέρα από ροδόξυλο με περίτεχνη μαρκετερί και μπρούντζινα σχέδια, ένα μπαούλο από μαόνι με λεπτά σχέδια και ψηφιδωτά από ελεφαντόδοντο και ένα γραφείο από τικ με συρτάρια από έβενο. Τα κεντημένα με δαντέλα παραβάν θα έφταναν την επόμενη


KAT MARTIN

251

εβδομάδα, μαζί με τις μπρούντζινες λάμπες και αρκετά αντικέ βάζα. Οι εργάτες, ακολουθώντας τις οδηγίες της, μάζεψαν το άσχημο, καφετί χαλί και έστρωσαν τα καινούρια με τους πλούσιους, μπλε, πράσινους και μπορντό τόνους. Οι κουρτίνες με το κεχριμπαρένιο χρώμα μαζεύτηκαν για να μπαίνει το φως του ήλιου. Ταίριαζαν απόλυτα με το βαθυκόκκινο, μεταξωτό κάλυμμα του κρεβατιού και τα διακοσμητικά μαξιλάρια στο κρεβάτι με τον ουρανό, το μόνο από τα έπιπλα που είχε κρατήσει. Βοηθούσε έναν απ’ τους εργάτες να μετακινήσει τη βαριά, δρύινη σιφονιέρα και να την αντικαταστήσει με το γραφείο από τικ, όταν σκόνταψε σε ένα σκαμπό κι έπεσε στον επενδεδυμένο με ξύλο τοίχο του δωματίου. Όταν ίσιωσε το κορμί της, η ξύλινη επένδυση άνοιξε, αποκαλύπτοντας στα έκπληκτα μάτια της ένα πέρασμα στον τοίχο. Κοίταξε γύρω της για να βεβαιωθεί πως δεν την είχε δει κανείς, έκλεισε το πέρασμα χωρίς να το ασφαλίσει κι έβαλε μπροστά στην ξύλινη επένδυση το σκαμπό. Όταν οι εργάτες πήγαν να φέρουν και τα υπόλοιπα έπιπλα, επιθεώρησε το μηχανισμό που άνοιγε το φύλλο της ξύλινης επένδυσης, ώστε όταν έκλεινε, να μπορέσει να το ξανανοίξει. Αναρωτήθηκε πού να οδηγούσε κι ορκίστηκε πως μόλις θα της δινόταν η ευκαιρία, θα φρόντιζε να το ανακαλύψει. *** Ο Γκρέι αποφάσισε να μη μιλήσει στην Κόραλι για τον ιμάντα. Δεν ήταν σίγουρος ότι ο κομμένος ιμάντας σήμαινε πως κινδύνευε και δεν ήθελε να την ανησυχήσει χωρίς λόγο. Ούτε ήθελε η Κόρι να βγάλει βιαστικά συμπεράσματα -έστω κι αν ήταν τα ίδια συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει κι εκείνος. Δεν ήθελε να ανακινηθεί και πάλι το θέμα του θανάτου της αδελφής της.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

252

Αντίθετα, έγραψε στον Ντολφ Πίτερσεν στο Μπρίστολ. Του έγραψε για τον ιμάντα, για τον πιθανό κίνδυνο που αντιμετώπιζε η Κόραλι και του ζήτησε να επιστρέψει στο Κασλον Έιβον και να συνεχίσει τις έρευνες για την πιθανότητα η Λόρελ Γουίτμορ να είχε πράγματι δολοφονηθεί. Στο μεταξύ, άρχισε να κάνει κι ο ίδιος μερικές ερωτήσεις και να ψάχνει στο χωριό, ώστε να δει τι θα μπορούσε ν’ ανακαλύψει. Μίλησε στον εφημέριο Λάνγκστον και έμαθε ότι η Λόρελ Γουίτμορ τον είχε επισκεφθεί μετά την επιστροφή της απ’ το Ιστ Ντίραμ. Ο εφημέριος του είπε ότι ήταν προβληματισμένη, ωστόσο δεν του είχε δώσει την εντύπωση ότι είχε τάσεις αυτοκτονίας. Στην ταβέρνα του «Γκριν Ντράγκον», μια σερβιτόρα ονόματι Γκρέτα του είπε -έναντι αντιτίμου- ότι σύμφωνα με τις φήμες, κάποιος από τους άντρες που ζούσαν στο κάστρο διατηρούσε σχέση με την κόρη του υποκόμη του Σέλκερκ. «Νόμιζα ότι ήσουν εσύ, όμορφε», του είπε και του χαμογέλασε. «Εγώ, πάντως, εσένα θα διάλεγα». Ο Γκρέι την πλήρωσε για τη βοήθειά της, της έδωσε κάτι παραπάνω για το κομπλιμέντο της και επέστρεψε στο σπίτι. Είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό του ότι ούτε τα αδέλφια ούτε ο ξάδελφός του είχαν δεσμό με τη Λόρελ Γουίτμορ. Όμως η Κόρι το πίστευε. Ο Ντολφ ήταν σχεδόν πεπεισμένος και τα κουτσομπολιά της περιοχής συμφωνούσαν. Τον ενοχλούσε η σκέψη ότι κάποιος από την οικογένειά του θα μπορούσε να είχε αποπλανήσει μια αθώα κοπέλα και στη συνέχεια να την είχε εγκαταλείψει. Ωστόσο, η αποπλάνηση μιας κοπέλας διέφερε πολύ από το φόνο. Αν δεν υπήρχε ο κομμένος ιμάντας, θα πίστευε ακόμα ότι η Λόρελ είχε αυτοκτονήσει. Όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει αυτό που είχε βρει ο Ντίκι Μάικλς και τώρα αναρωτιόταν... Μήπως κάποιος ληστής είχε συναντήσει τη Λόρελ εκείνο το


KAT MARTIN

253

βράδυ που έκανε περίπατο με το παιδί της πλάι στο ποτάμι; Ίσως να είχε προσπαθήσει να τη ληστέψει και το πράγμα να μην είχε πάει καλά. Αν η Λόρελ έμοιαζε στην Κόραλι, θα είχε αντισταθεί στο ληστή. Και είναι πιθανόν, πάνω στη συμπλοκή τους, να είχαν πέσει με το παιδί της στο νερό. Ή θα μπορούσε να τους είχε ρίξει ο ληστής. Η Κόραλι έκανε ερωτήσεις. Ίσως ο δολοφόνος να φοβόταν ότι θα τον ανακάλυπταν. Και δε χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον κρεμούσαν για το έγκλημά του. Πόσο μακριά θα μπορούσε να φτάσει ένας απεγνωσμένος άνθρωπος προκειμένου να γλιτώσει την αγχόνη; Με δύο φόνους να τον βαραίνουν, ένας ακόμα δύσκολα θα τον απασχολούσε. Σκέφτηκε την Κόραλι και το στομάχι του δέθηκε κόμπος από το φόβο. *** Η ανακοίνωση, εντελώς απρόσμενη, έγινε στο γεύμα την επόμενη μέρα και αναστάτωσε ολόκληρο το σπίτι. Η Κόρι, ο Γκρέι και οι υπόλοιποι της οικογένειας ήταν καθισμένοι σε ένα τραπέζι στη βεράντα, για να απολαύσουν το ηλιόλουστο απόγευμα του Ιούνη. Είχαν και καλεσμένους. Το γαιοκτήμονα Μόρτον με τη σύζυγό του, τη Μαίρη, και τους δυο γιους του, τον Τόμας και τον Τζέιμς. Η Κόρι κοιτούσε τον Τζέιμς προσεκτικά, αφού η θεία Άγκνες δεν είχε αναφέρει ποτέ δικές του επισκέψεις στο Σέλκερκ Χολ. Ήταν ο δεύτερος γιος της οικογένειας, γύρω στα τριάντα πέντε, ένας μεγαλόσωμος άντρας με πυκνά, καστανά μαλλιά και επιδερμίδα τραχιά απ’ τη δουλειά στο ύπαιθρο. Παρά την αμυδρή ουλή στο πιγούνι του, ήταν όμορφος. Ευγενικός και με καλούς τρόπους, ο τύπος του άντρα που η Λόρελ θα μπορούσε να βρει γοητευτικό. Όμως το βιβλίο που είχε βρει στο γραφείο έκανε σαφές το ότι η


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

254

Λόρελ ήταν ερωτευμένη με κάποιον από τους άντρες που ζούσαν στο κάστρο. Η συντροφιά έπινε λευκό κρασί και απολάμβανε σολομό με άνηθο και σαλάτα με φρέσκο αγγούρι, όταν η Ρεμπέκα έσκυψε προς τον Τσαρλς και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος χτύπησε το ποτήρι του κρασιού του, ώστε να τραβήξει την προσοχή της συντροφιάς. «Έχουμε νέα να μοιραστούμε μαζί σας», είπε. «Γιατί δεν τους τα λες εσύ, αγαπητή μου;» Η Ρεμπέκα, που φορούσε ένα κομψό, μπεζ και ροζ μεταξωτό φόρεμα, κοίταξε την οικογένεια και τους φίλους της στο τραπέζι και χαμογέλασε. «Θα αποκτήσουμε παιδί. Για χρόνια εγώ κι ο Τσαρλς ελπίζαμε... προσευχόμασταν ότι θα συνέβαινε αυτό. Τώρα, μετά από τόσον καιρό, ο Θεός μάς ευλόγησε επιτέλους». Τα λαμπερά, γαλανά μάτια της γέμισαν δάκρυα, που τα σκούπισε με τα ακροδάχτυλά της. «Μα αυτά είναι υπέροχα νέα», είπε ο παχουλός γαιοκτήμονας Μόρτον. Ο Γκρέι σηκώθηκε από τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού, μελαχρινός και επιβλητικός, εντελώς διαφορετικός απ’ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του που ήταν ξανθά. «Τα νέα είναι πολύ ευχάριστα. Συγχαρητήρια και στους δυο σας. Ξέρω πόσο πολύ θέλατε ένα παιδί». Υπήρχε κάτι στην έκφρασή του που η Κόρι δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει, κάτι βαθύ, που μαρτυρούσε προβληματισμό. Κι εκείνος ήθελε κάποτε παιδιά. Ίσως να ήθελε ακόμα, όμως είχε ορκιστεί ότι δε θα αποκτούσε. «Εγώ... η σύζυγός μου κι εγώ», διόρθωσε τον εαυτό του ο Γκρέι, «χαιρόμαστε εξαιρετικά πολύ για σας». «Μια πρόποση», είπε ο Τζέισον και ύψωσε το ποτήρι του. «Στο ζεύγος Φόρσαϊθ, που σύντομα θα αποκτήσει παιδί». «Στην υγειά τους!» πρόσθεσε ο Ντέρεκ. «Είθε να αποκτήσουν ένα υγιές παιδί και να ακολουθήσουν πολλά ακόμα». Ήπιαν όλοι. Η Ρεμπέκα χαμογελούσε συνεχώς, το ίδιο κι ο


KAT MARTIN

255

Τσαρλς, αν και ήταν λίγο πιο συγκρατημένος από τη σύζυγό του. Η Κόρι ευχήθηκε κι εκείνη στο ζευγάρι. Χαιρόταν για τη Ρεμπέκα, παρ’ όλο που δεν ήταν φίλες, και χαιρόταν ακόμα περισσότερο για τον Τσαρλς, που σίγουρα θα γινόταν ένας εξαιρετικός πατέρας. Μετά το γεύμα η συντροφιά χωρίστηκε. «Ποια είναι τα σχέδιά σου για το απόγευμα;» ρώτησε ο Γκρέι την Κόρι, όντας περιποιητικός, όπως ήταν όλη την εβδομάδα. «Θα πρέπει να μετρήσω κάποιες ακόμα διαστάσεις στα πάνω δωμάτια», απάντησε εκείνη. Ψέμα, αλλά μικρό. Σκόπευε να εξερευνήσει το μυστικό πέρασμα, πράγμα που σήμαινε ότι θα ήταν πράγματι πάνω, στα διαμερίσματά τους. «Γιατί ρωτάς;» «Δεν έχεις σκοπό να πας στο χωριό;» Η έκφραση του Γκρέι μαρτυρούσε κάποια ανησυχία. Ανησυχία που υπήρχε και όλη την εβδομάδα. «Όχι, όμως...» «Πολύ καλά, τότε θα πάω μια βόλτα με το άλογο. Κρατήσου μακριά από προβλήματα, εντάξει;» είπε ο Γκρέι κι εκείνη, για μια στιγμή, νόμιζε ότι θα τη φιλούσε. Αντίθετα, εκείνος γύρισε και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του σπιτιού. Η Κόρι παρακολουθούσε τη σκοτεινή σιλουέτα του ν’ απομακρύνεται, νιώθοντας μια λαχτάρα να φουντώνει στην καρδιά της. Είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της ότι δεν ήταν πλέον ερωτευμένη με τον Γκρέι, ότι ο άντρας που είχε παντρευτεί ήταν κάποιος άλλος από εκείνον που είχε αγαπήσει, όμως δεν ήταν αυτή η αλήθεια. Ο πόθος που έβλεπε κάθε μέρα στο πρόσωπο του συζύγου της, η λαχτάρα που ο Γκρέι προσπαθούσε να κρύψει, κέρδιζαν λίγο λίγο την καρδιά της. Σκέφτηκε πόσο μοναχικός ήταν, πόσο μοναχική ήταν η ζωή του. Σκέφτηκε όλα όσα είχε χάσει ο Γκρέι και πίστεψε ότι ήταν ο φόβος του πως θα έχανε ακόμα περισσότερα που δεν τον άφηνε να αγαπήσει. Με έναν αναστεναγμό, διέσχισε τη βεράντα και μπήκε στο σπίτι.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

256

Το μυστήριο του περάσματος την τραβούσε, η απορία για το πού θα μπορούσε να οδηγεί και για το τι θα μπορούσε να βρει όταν θα έφτανε εκεί. Τάχυνε το βήμα της κι ανέβηκε τη φαρδιά σκάλα.


KAT MARTIN

257

Κεφάλαιο 22

Ευτυχώς, τόσο ο Σαμίρ όσο και η Άννα είχαν αλλού δουλειές, κι έτσι στα διαμερίσματα του λόρδου δεν υπήρχε κανείς. Η Κόρι ανάσανε με ανακούφιση. Πήγε βιαστικά στη σιφονιέρα, άναψε ένα κερί, το έβαλε σε ένα ασημένιο κηροπήγιο και, αθόρυβα, προχώρησε προς τον τοίχο με την ξύλινη επένδυση. Τα καινούρια έπιπλα ήταν σκεπασμένα με λευκά καλύμματα, ώστε να μην τα δει ο Γκρέι μέχρι να τελειώσει η ανακαίνιση. Ήθελε να του κάνει έκπληξη, ήλπιζε ότι θα τον ευχαριστούσαν οι αλλαγές που έκανε. Όμως αυτό δε θα το μάθαινε παρά μόνο όταν ο Γκρέι θα τις έβλεπε. Στο μεταξύ, το πέρασμα την καλούσε. Πίεσε το σημείο που είχε σημαδέψει προσεκτικά και ένα τμήμα της ξύλινης επένδυσης άνοιξε. Περίμενε ιστούς και αράχνες, όμως, όταν έβαλε το κερί στο άνοιγμα του στενού περάσματος, της φάνηκε απλώς σκονισμένο και σκοτεινό. Κοίταξε ξανά γύρω της, πήρε μια βαθιά ανάσα για να μαζέψει το κουράγιο της και μπήκε στο πέρασμα, όμως δεν έκλεισε το ξύλινο άνοιγμα. Σκόπευε να έχει επιστρέψει στο δωμάτιο πολύ πριν γυρίσει ο Γκρέι από την απογευματινή του βόλτα. Και πέρα απ’ αυτό, το τελευταίο που ήθελε, ήταν να παγιδευτεί εκεί μέσα. Το κερί σκορπούσε το κίτρινο φως του και γέμιζε σκιές τους τοίχους όταν άρχισε να προχωρά στο σκοτεινό πέρασμα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο μακριά έφτανε, όμως, όσο προχωρούσε, στο φως του κεριού διέκρινε αρκετά ακόμα ανοίγματα... αν μπορούσε να βρει πώς να τα ξεκλειδώσει. Αγνόησε την παγωνιά του περάσματος που έστελνε ρίγη στη


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

258

σπονδυλική της στήλη και συνέχισε, μέχρι που έφτασε σε σκαλοπάτια. Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιξε κι εκείνη κοντοστάθηκε. Η καρδιά της γέμισε φόβο στη σκέψη ότι μπορεί να έσβηνε, αφήνοντας τη στο απόλυτο σκοτάδι. Η φαρδιά φούστα του πράσινου, καθημερινού της φορέματος θρόιζε καθώς το ύφασμά της ακουμπούσε στους τοίχους, ενώ εκείνη κατέβαινε τα σκαλοπάτια προς το χαμηλότερο επίπεδο. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, μόνο ότι στ’ αυτιά της άρχιζαν να φτάνουν σιγανές φωνές. Προχώρησε προς τα εκεί απ’ όπου ακούγονταν και σταμάτησε όταν μπορούσε να ξεχωρίσει όσα λέγονταν. Όμως ο χοντρός τοίχος αλλοίωνε τις φωνές και μπορούσε μόνο να καταλάβει ότι ήταν μια αντρική και μια γυναικεία. «Είναι δικό μου, έτσι δεν είναι;» έλεγε ο άντρας. «Φυσικά και είναι, γλυκέ μου. Ο Τσαρλς δεν ήταν ποτέ αρκετά άντρας για να αποκτήσει παιδί». Η Κόρι πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Ρεμπέκα. Δε θα μπορούσε να ήταν κάποια άλλη. «Το ήξερα ότι δεν έφταιγα εγώ», είπε η Ρεμπέκα. «Κι εσύ το απέδειξες. Θα σου χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη για το δώρο που μου έκανες». Ο Κόρι άκουσε πνιχτά βήματα. Ο άντρας βημάτιζε πάνω-κάτω σε ένα χαλί. «Δεν υποπτεύεται τίποτα, έτσι;» «Φυσικά και όχι, γλυκέ μου. Θέλει πάρα πολύ ένα παιδί για να εξετάσει το θέμα ιδιαίτερα. Το τελευταίο που θα ήθελε ο Τσαρλς θα ήταν να μάθει ότι το παιδί δεν είναι δικό του». Η Κόρι ένιωσε οίκτο για τον Τσαρλς Φόρσάΐθ, που τον κορόιδευαν σε ένα τέτοιο θέμα. Ταυτόχρονα, όμως, ένιωσε κάποια ανακούφιση. Το παιδί της Λόρελ δεν ήταν του Τσαρλς. Ο Τσαρλς δεν είχε καταφέρει ν’ αφήσει έγκυο τη Ρεμπέκα, παρά τις προσπάθειές τους να αποκτήσουν παιδί. Πράγμα που σήμαινε ότι δε θα μπορούσε να ήταν ο εραστής της Λόρελ. Συμπαθούσε τον Τσαρλς Φόρσαϊθ. Χαιρόταν που δεν είχε


KAT MARTIN

259

αποπλανήσει εκείνος μια αθώα κοπέλα μόνο και μόνο για να την εγκαταλείψει αμέσως μετά. «Θα το αναθρέψει καλά», είπε ο άντρας. «Ο Τσαρλς, σε αντίθεση μ’ εμένα, ήταν πλασμένος για πατέρας». Ποιος είσαι; ρώτησε σιωπηρά η Κόρι, που ακόμα δεν είχε καταφέρει ν’ αναγνωρίσει τη φωνή του. Ο Τζέισον ή ο Ντέρεκ; Μια φρικτή σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό της -ίσως να ήταν ο Γκρέι. Δάγκωσε τα χείλη της. Όχι, αδύνατον. Αρνιόταν να το πιστέψει. Ο Γκρέι δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για τη Ρεμπέκα. Και δεν πίστευε ούτε για μια στιγμή ότι θα ήταν ο τύπος του άντρα που θα έκανε κάτι τέτοιο στον αδελφό του. «Μου λείπεις. Θέλω να ξαναβρεθούμε». Η αντρική φωνή μόλις που ακουγόταν μέσα από τον τοίχο. Μια σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό της. Κι αν ήταν ο Τόμας Μύρτον; Ήταν γοητευτικός άντρας, φίλος της Ρεμπέκα. Ίσως κάτι περισσότερο από φίλος. Και ήταν στο σπίτι. «Το συζητήσαμε αυτό», είπε η Ρεμπέκα. «Τελείωσε. Ξέρεις ότι πρέπει να τελειώσει». «Δε θέλω να τελειώσει. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούμε να συνεχίσουμε όπως πριν». Η Κόρι τέντωσε τ’ αυτιά της ν’ ακούσει την απάντηση της Ρεμπέκα, όμως το ζευγάρι είχε απομακρυνθεί απ’ τον τοίχο. Το μόνο που άκουγε πλέον ήταν ψίθυροι και, πολύ γρήγορα, σιωπή. Της φάνηκε ότι άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει και να κλείνει, όμως δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Για μια στιγμή απέμεινε ακίνητη, με το κερί να τρεμοσβήνει, απειλώντας να σβήσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Όταν έφτασε στη μικρή σκάλα, σήκωσε τη φούστα και το μεσοφόρι της και την ανέβηκε βιαστικά, ανυπομονώντας να βγει απ’ το στενό πέρασμα και να σκεφτεί όσα είχε μάθει. Τα πράγματα στο κάστρο Τρεμέιν δεν ήταν όπως έδειχναν -ποτέ δεν ήταν.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

260

Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Γκρέι, αν το γνώριζε. Από την άλλη πάλι, ίσως και να το γνώριζε ήδη. *** Ο Γκρέι, όπως έκανε κάθε απόγευμα εκείνη την εβδομάδα, κάλπασε με τον Ράτζα στα λιβάδια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ωστόσο, δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του την Κόραλι. Η ανησυχία ότι κάτι θα μπορούσε να της συμβεί του προκαλούσε ναυτία. Με εξαίρεση τις λιγοστές ώρες που αφιέρωνε στον εαυτό του, όταν η Κόρι ήταν στο κάστρο και ήξερε ότι ήταν ασφαλής, φρόντιζε να μένει κοντά της. Ακόμα και τώρα, η ανησυχία δεν τον άφηνε στιγμή. Σταμάτησε τον Ράτζα στην κορυφή ενός λόφου, γύρισε το άλογο και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το κάστρο. Καθώς διέσχιζε τα λιβάδια, έφερε στο μυαλό του την ανακοίνωση που είχε κάνει η νύφη του εκείνο το απόγευμα. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, ο Τσαρλς θα γινόταν πατέρας. Αν το παιδί ήταν αγόρι, ο τίτλος και η περιουσία των Τρεμέιν θα ήταν ασφαλείς. Κι ο Τσαρλς θα γινόταν καλός πατέρας. Για πρώτη φορά αναγκαζόταν να σκεφτεί την πιθανότητα η Κόραλι να ήθελε κι εκείνη παιδί. Ήταν μια σκέψη φοβιστική. Τρομακτική. Δεν είχε ποτέ έναν πατέρα που τον αγαπούσε και τον στήριζε. Δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να γίνει. Να πάρει, δε θα ήξερε από πού να ξεκινήσει. Σκέφτηκε την Τζίλιαν και το σύντομο διάστημα που ήταν παντρεμένοι. Με δεδομένο ότι είχε μόλις αποκτήσει τον τίτλο του, πίστευε ότι ήταν καθήκον του να αποκτήσει διάδοχο. Ήταν σίγουρος ότι με τον καιρό αυτό θα συνέβαινε, κατά τ’ άλλα, όμως, δε σκεφτόταν το θέμα ιδιαίτερα. Τότε η Τζίλιαν είχε πεθάνει κι εκείνον τον είχαν πνίξει οι


KAT MARTIN

261

ενοχές. Ο θάνατός της ήταν δικό του λάθος. Αν είχε πάει για βαρκάδα εκείνη τη μέρα, θα μπορούσε να την είχε σώσει. Γί’ αυτό, δεν αμφέβαλλε ούτε στιγμή. Ένα κύμα ναυτίας τον κυρίευσε. Είχε απογοητεύσει την Τζίλιαν, κι αν αποκτούσε παιδί, ίσως να αποτύγχανε ξανά. Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι θα έκανε εμετό. Δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να απογοητεύσει την κόρη ή το γιο του, να απογοητεύσει την Κόραλι. Δε θα ήταν δίκαιο για κανέναν τους. Αποφάσισε ότι στο μέλλον θα έπαιρνε μέτρα για να μην αφήσει έγκυο την Κόραλι. Ήξερε πώς να το κάνει, αν και υπήρχε πάντα η πιθανότητα ενός ατυχήματος. Δεν πίστευε ότι η Κόραλι ήταν ήδη έγκυος. Υπήρχε ακόμα χρόνος να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι, είχε σχεδόν πειστεί. Άφησε το άλογο στον Ντίκι και κατευθύνθηκε προς το κάστρο. Η ανησυχία του μεγάλωνε, καθώς πήγαινε να βρει την Κόραλι, ελπίζοντας ότι θα ήταν ακόμα απασχολημένη με την ανακαίνιση, και άρα ασφαλής από τυχόν κινδύνους. «Έχεις δει την κόμισσα;» ρώτησε τον Σαμίρ. Ο μικρόσωμος Ινδός χαμογέλασε. «Σας περιμένει πάνω, σαχίμπ». Ο Σαμίρ είχε πει ελάχιστα για τη γυναίκα που είχε παντρευτεί ο κύριός του. Ήταν υπομονετικός άνθρωπος και δε βιαζόταν να βγάζει κρίσεις για τους άλλους, όμως ο Γκρέι ήταν σίγουρος ότι είχε δει ίχνη επιδοκιμασίας για την Κόραλι στην έκφραση του υπηρέτη του. Κι αν ήταν έτσι, αναρωτήθηκε τι είχε κάνει η σύζυγός του για να κερδίσει την εύνοια του Σαμίρ. Φώναξε το όνομα της Κόραλι καθώς άνοιγε την πόρτα και έμπαινε στο καθιστικό του. Κατάλαβε αμέσως γιατί έδειχνε τόσο ευχαριστημένος ο Σαμίρ. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Για μια στιγμή τού φάνηκε ότι είχε φύγει απ’ την Αγγλία κι είχε βρεθεί σε έναν κόσμο από το παρελθόν του. Τίποτα απολύτως δεν είχε μείνει απ’ την παλιά επίπλωση. Τα βαριά, δρύινα έπιπλα και οι καταθλιπτικές κουρτίνες είχαν εξαφανιστεί και, μαζί τους, οι σκοτεινές


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

262

αναμνήσεις του πατέρα του. Στο φως του ήλιου που έμπαινε απ’ τα παράθυρα, είδε τα έπιπλα από τικ και μπαμπού, μια σιφονιέρα από ροδόξυλο με μπρούντζινες διακοσμήσεις, ένα σκαλιστό μπαούλο από μαόνι διακοσμημένο με ελεφαντόδοντο και ένα γραφείο με συρτάρια από έβενο. Τον έναν τοίχο κάλυπταν παραβάν κεντημένα με δαντέλα. Υπήρχαν όμορφες, μπρούντζινες λάμπες και μπρούντζινα αντικέ βάζα που είχε να δει από τότε που είχε φύγει απ’ την Ινδία. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο με την καρδιά του να χτυπάει παράξενα και είδε ότι κυριαρχούσαν το μπλε ρουαγιάλ, το βαθύ πράσινο και το μπορντό, ενώ οι τοίχοι και οι κουρτίνες είχαν το απαλό χρώμα του μελιού. Απ’ τα παλιά έπιπλα μόνο το κρεβάτι υπήρχε, αλλά ακόμα κι αυτό, με το βαθυκόκκινο, μεταξωτό του κάλυμμα και τα διακοσμητικά μαξιλάρια, έδειχνε διαφορετικό. Ήταν σαν η σύζυγός του να είχε κοιτάξει στα βάθη της ψυχής του, σαν να είχε καταλάβει ποιος ήταν ο κόσμος στον οποίο είχε νιώσει περισσότερο ευτυχισμένος από οπουδήποτε αλλού. «Σου αρέσει;» Ο Γκρέι γύρισε και είδε την Κόρι να στέκεται λίγο πιο πέρα. Ήταν τόσο όμορφη, που ένιωσε έναν κόμπο να του κλείνει το λαιμό. «Διάβασες την καρδιά μου», της είπε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Πήγε κοντά του, έγειρε στην αγκαλιά του και πέρασε απαλά τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του. «Ήλπιζα ότι θα σου αρέσει. Ήθελα να νιώσεις το χώρο δικό σου». Ο Γκρέι την κράτησε. Απλώς την κράτησε. Το κορμί της ταίριαζε απόλυτα στο δικό του και τον γέμιζε ζεστασιά. Ήξερε ότι θα έπρεπε να την αφήσει. Ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο να επιτρέψει στα συναισθήματά του για εκείνη να αναπτυχθούν σε κάτι περισσότερο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τραβήχτηκε,


KAT MARTIN

263

όμως δεν μπόρεσε να της αφήσει το χέρι. «Είναι όμορφο. Δε θα μπορούσε να μου αρέσει περισσότερο. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το υπέροχο δώρο». Η Κόρι απλώς ένευσε. Κρατώντας του ακόμα το χέρι, τον οδήγησε στην πόρτα που ένωνε τα υπνοδωμάτιά τους και την άνοιξε. Τα δυο υπνοδωμάτια ήταν σχεδόν ίδια. Τα χρώματα στο δικό της ήταν κάπως πιο απαλά, όμως η ινδική επιρροή ήταν φανερή. «Δε σε πειράζει, έτσι; Περιέγραψες την Ινδία σαν ένα πολύ ξεχωριστό μέρος». «Δε με πειράζει». «Θα ήθελα να δω την Ινδία κάποια μέρα». Ο Γκρέι κούνησε το κεφάλι του. «Είναι εκπληκτική χώρα, αλλά ακατάλληλη για μια Αγγλίδα». Η Κόρι ανασήκωσε τους ώμους της. «Πάντα ήθελα να ταξιδέψω. Ήλπιζα κάποια μέρα να γράψω ένα βιβλίο για τα μέρη που θα είχα επισκεφθεί». Άφησε το χέρι του Γκρέι και έστρεψε το βλέμμα της αλλού. «Πριν από σένα, φυσικά». «Πριν με παντρευτείς». Η Κόρι τον κοίταξε και πάλι στα μάτια. «Ναι». «Υποθέτω ότι και οι δυο μας εγκαταλείψαμε κάτι». «Λίγη απ’ την ελευθερία μας, φαντάζομαι». Αυτή ήταν μια σκέψη που είχε κάνει ο Γκρέι, όμως, τώρα, αναρωτιόταν... Ίσως να είχε κερδίσει κάτι ακόμα πιο πολύτιμο. Καθάρισε το λαιμό του. «Λατρεύω αυτά τα δωμάτια», επανέλαβε, μόνο και μόνο για να πει κάτι. «Χαίρομαι». Το χαμόγελο της Κόρι ήταν τόσο γλυκό, που ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Να πάρει, δεν μπορούσε να επιτρέψει να συνεχιστεί αυτό. Έπρεπε να κάνει κάτι, προτού πέσει από το χείλος του γκρεμού, που έμοιαζε ν’ απέχει μόλις μερικά εκατοστά. «Τα διαμερίσματά σου είναι όμορφα, όμως μου αρέσει να σε έχω στο κρεβάτι μου, κοντά μου, μήπως τυχόν σε θελήσω.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

264

Θα συνεχίσεις να κοιμάσαι μαζί μου». Η Κόραλι θύμωσε, όπως ο Γκρέι περίμενε ότι θα γινόταν, και η τρυφερή στιγμή χάθηκε. «Έχω το δικό μου κρεβάτι. Το ότι είμαι η σύζυγός σου δε σημαίνει ότι μπορείς να με διατάζεις, όπως διέταζες κάποτε τα στρατεύματά σου». Ο Γκρέι, χαρούμενος που βρισκόταν σε πιο γνώριμα νερά, επέμεινε. «Όπως και να ’χει, θα κοιμάσαι στο κρεβάτι μου. Αν αρνηθείς, θα σε πάω σηκωτή και θα σε δέσω στο κεφαλάρι, όπως έκανα τις προάλλες». Από τα χείλη της Κόραλι ακούστηκε ένα πνιχτό μουγκρητό κι ο Γκρέι χαμογέλασε. Ήταν τόσο ευέξαπτη. Δε έμοιαζε καθόλου με τη Λέτι. Ωστόσο, σε όσα είχαν πραγματικά σημασία ήταν ίδια η Λέτι. Αυτή η σκέψη τον ενόχλησε, με δεδομένα τα συναισθήματά του για την επαρχιώτισσα «ξαδέλφη» του. Αντί να σηκώσει τη σύζυγό του στα μπράτσα του, να τη μεταφέρει στο κρεβάτι και να της κάνει έρωτα όπως τόσο ήθελε, γύρισε κι έφυγε, αφήνοντας τη μόνη στα διαμερίσματά της. Ξανασκέφτηκε ότι ίσως θα έπρεπε να της μιλήσει για τον κομμένο ιμάντα. Αν στις επόμενες δυο μέρες δεν είχε νέα από τον Ντολφ, θα το έκανε. Είχε αρχίσει να εκτιμά την εξυπνάδα της Κόραλι. Ίσως να ήταν ενδιαφέρον ν’ ακούσει τι θα είχε να του πει. Στο μεταξύ, θα φρόντιζε η Κόραλι να είναι ασφαλής. Έριξε μια τελευταία ματιά στην πόρτα του υπνοδωματίου της και πίεσε τον εαυτό του να φύγει. Το δείπνο έφτασε στο τέλος του. Οι άντρες πρότειναν να παίξουν χαρτιά, όμως η Ρεμπέκα δήλωσε ότι είχε πονοκέφαλο και αρνήθηκε. Η Κόρι άδραξε την ευκαιρία και, αφού επίσης αρνήθηκε, ανέβηκε για να εξετάσει ξανά το πέρασμα. Είχε πάρει ένα μικρό λοστό από κάποιον απ’ τους εργάτες που είχαν βοηθήσει στην ανακαίνιση και ήλπιζε ότι θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει για ν’ ανοίξει και τις υπόλοιπες εισόδους που


KAT MARTIN

265

είχε βρει κατά μήκος του περάσματος. Η Άννα τη βοήθησε να βγάλει το φόρεμά της και να βάλει τη νυχτικιά της. Στεκόταν γεμάτη νευρικότητα όσο η καμαριέρα τής έβγαζε τα τσιμπιδάκια και της βούρτσιζε τα μαλλιά. «Σ’ ευχαριστώ, Άννα, δε θα σε χρειαστώ άλλο απόψε». «Δε θέλετε να σας τα πλέξω κοτσίδα;» «Θα τα πλέξω εγώ απόψε». Η Κόρι δεν είχε πολύ χρόνο. Θα έπλεκε τα μαλλιά της όταν θα επέστρεφε. «Καληνύχτα, λαίδη μου». Η λεπτή καμαριέρα έφυγε αθόρυβα κι αμέσως η Κόρι άναψε το κερί της και πήγε στο πέρασμα. Πίεσε το σημείο που είχε σημαδέψει, έκανε πίσω όταν το τμήμα της ξύλινης επένδυσης άνοιξε κι ύστερα μπήκε βιαστικά στον σκοτεινό χώρο. Την προηγούμενη φορά που είχε μπει, ήταν μέρα. Το πέρασμα τώρα δεν ήταν πιο σκοτεινό, ωστόσο σ’ εκείνη έτσι φαινόταν. Κάθε τρίξιμο που προκαλούσαν τα βήματά της μεγάλωνε τη νευρικότητά της. Το απόκοσμο ψιθύρισμα του αέρα στο πέρασμα έστελνε παγωμένα ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. Προχωρούσε στο διάδρομο, κρατώντας μπροστά της το κερί, ψάχνοντας τους τοίχους για χαραμάδες που ίσως να υποδείκνυαν κάποιο άνοιγμα. Το ρεύμα του αέρα τής φαινόταν πιο παγωμένο, το σκοτάδι πιο πυκνό. Αναρίγησε κι ευχήθηκε να είχε φορέσει μια ρόμπα. Λίγο πιο κάτω βρήκε το πρώτο άνοιγμα και προσπάθησε να σκεφτεί σε ποιο υπνοδωμάτιο θα οδηγούσε. Πίεσε τον τοίχο, τον έψαξε ψηλαφιστά κατά μήκος και κατά πλάτος, όμως δε βρήκε κανέναν τρόπο να το ανοίξει. Δοκίμασε με το λοστό, όχι τόσο δυνατά ώστε να σπάσει το ξύλο, όμως το άνοιγμα παρέμενε ερμητικά κλειστό. Προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν έπρεπε να βάλει περισσότερη δύναμη, όταν η φλόγα του κεριού έπεσε σ’ ένα γυαλιστερό κομμάτι μετάλλου, που ως τότε δεν είχε προσέξει. Ανασήκωσε το μάνταλο που είχε μήκος περίπου ενάμισι εκατοστό και η ξύλινη επένδυση άνοιξε, χωρίς καμία δυσκολία.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

266

Διέκρινε το φως μιας λάμπας και κόλλησε στον τοίχο του περάσματος, από φόβο πως ίσως να ήταν κάποιος στο δωμάτιο. Μια λάμπα έκαιγε στη σιφονιέρα του δωματίου, το φιτίλι ήταν χαμηλωμένο, όμως, όταν έσκυψε και κοίταξε στο δωμάτιο, είδε ότι δεν ήταν κανείς μέσα. Δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή της, έτσι γλίστρησε μέσα από το στενό άνοιγμα και βάλθηκε να ψάχνει βιαστικά το δωμάτιο. Στο πάτωμα υπήρχε ένα δερμάτινο, ταξιδιωτικό σακίδιο και αναγνώρισε κάποια από τα ρούχα του Ντέρεκ στην ντουλάπα. Ένα καπέλο και γάντια, μαύρα, βραδινά ρούχα και γυαλιστερά, μαύρα παπούτσια... Υπήρχαν ακόμα μερικά καλοραμμένα σακάκια με ουρά και παντελόνια, αλλά τίποτα που θα μπορούσε να τον συνδέει με τη Λόρελ. Πήγε στο σακίδιο, το άνοιξε και άρχισε να ψάχνει στο εσωτερικό του, αναζητώντας οποιοδήποτε στοιχείο. Τίποτα. Στη σιφονιέρα ήταν ακουμπισμένο ένα μαστίγιο ιππασίας και λίγο πιο πέρα ένα ζευγάρι μπότες ιππασίας. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο Ντέρεκ ταξίδευε χωρίς πολλές αποσκευές κι επίσης ότι δεν επρόκειτο να βρει ίχνος αποδείξεων εκεί μέσα. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει ή για πόσο ακόμα θα έπαιζαν οι άντρες χαρτιά, όμως θεώρησε ότι θα ήταν ασφαλές να δοκιμάσει ένα ακόμα άνοιγμα. Επέστρεψε στο μυστικό πέρασμα, έκλεισε το άνοιγμα και συνέχισε στο πυκνό σκοτάδι. Το επόμενο άνοιγμα έμοιαζε να βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά, ωστόσο ήξερε ότι θα έπρεπε να βγάζει σε κάποιο απ’ τα υπόλοιπα υπνοδωμάτια που ήταν κατά μήκος του διαδρόμου στον όροφο. Πιο προσεκτική αυτή τη φορά, ακούμπησε το αυτί της στο ξύλο και αφουγκράστηκε, προσπαθώντας ν’ ακούσει κινήσεις από την άλλη μεριά. Σχετικά σίγουρη ότι το δωμάτιο ήταν άδειο, βρήκε το μεταλλικό μάνταλο και κράτησε την ανάσα της όταν το τμήμα της ξύλινης επένδυσης άνοιξε.


KAT MARTIN

267

Αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμία λάμπα αναμμένη. Προχώρησε στο δωμάτιο, ακούμπησε το κερί της στη σιφονιέρα και, στο απαλό φως του, βάλθηκε να ψάχνει το δωμάτιο. Έψαχνε την ντουλάπα όταν η πόρτα άνοιξε χωρίς καμιά προειδοποίηση και στο δωμάτιο μπήκε ο Τζέισον Φόρσαϊθ. «Θα σε δω το πρωί», είπε σε κάποιον στο διάδρομο κι ύστερα γύρισε και έμεινε ακίνητος όταν την είδε με τη νυχτικιά της μπροστά στην ντουλάπα του. «Λοιπόν, σερί, ομολογώ ότι είσαι ένα μεζεδάκι που δεν περίμενα ότι θα έβρισκα. Ωστόσο, ίσως θα βόλευε καλύτερα και τους δυο μας αν είχες έρθει κάποια στιγμή που δε θα ήταν ο σύζυγός σου στο άνοιγμα της πόρτας». Χαμογέλασε σαν να τον διασκέδαζε η κατάσταση. «Όπως έχουν τα πράγματα, θα είμαστε κι οι δύο τυχεροί αν γλιτώσουμε ζωντανοί από τα χέρια του». Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της Κόρι όταν ο Γκρέι μπήκε στο δωμάτιο ορμητικός, με τα μάτια του να λάμπουν οργισμένα. «Τι στο καλό κάνεις στο δωμάτιο του ξαδέλφου μου;» Ο Τζέισον σήκωσε το χέρι. «Ήρεμα, Γκρέι. Ίσως απλώς να έχασε το δρόμο της». Την κάρφωσε με το βλέμμα του. «Σίγουρα μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα, γλυκιά μου». Η Κόρι ξεροκατάπιε. Ο Γκρέι ήταν ήδη έξαλλος, όμως η αλήθεια ήταν καλύτερη από τις όποιες σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό του εκείνη τη στιγμή. «Ήμουν...» Γύρισε κι έδειξε το άνοιγμα στην ξύλινη επένδυση που οδηγούσε στο μυστικό πέρασμα. «Βρήκα ένα κρυφό πέρασμα πίσω από τον τοίχο του καθιστικού σου. Ήθελα να δω πού οδηγεί». Ο Γκρέι κοίταξε τη σκοτεινή, απειλητική τρύπα που οδηγούσε στο πέρασμα και συνοφρυώθηκε. «Περιμένεις να πιστέψω ότι ακολούθησες αυτό το θλιβερό τούνελ μόνο και μόνο για να δεις πού οδηγεί;» «Δηλαδή εγώ... Εγώ...»


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

268

«Την αλήθεια, Κόραλι». «Εντάξει! Έψαχνα για στοιχεία. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να δω τι θα έβρισκα όσο εσείς θα ήσασταν κάτω, παίζοντας χαρτιά». «Η αδελφή σου και πάλι! Να πάρει!» «Θα σας πείραζε να μου λέγατε κι εμένα τι συμβαίνει;» Ο Τζέισον πλησίασε να εξετάσει το άνοιγμα, απολαμβάνοντας την κατάσταση τώρα που ήταν σίγουρος ότι ο Γκρέι δεν επρόκειτο να τον σκοτώσει. Φυσικά, σκέφτηκε η Κόρι, υπήρχε πάντα η πιθανότητα ο σύζυγός της να ήθελε ακόμα να τη σπάσει στο ξύλο. Ο Γκρέι έστρεψε την προσοχή του στον Τζέισον. «Η Κόραλι ήρθε εδώ για να αποδείξει ότι δολοφόνησα την αδελφή της πράγμα που ήδη γνωρίζεις. Προφανώς, ανακάλυψε ότι ήμουν αθώος, διαφορετικά δε θα μου επέτρεπε ποτέ να πλησιάσω το κρεβάτι της». Η Κόρι κοκκίνισε. «Δυστυχώς, τώρα είναι πεπεισμένη ότι εραστής της Λόρελ Γουίτμορ ήταν κάποιος απ’ τους υπόλοιπους άντρες του σπιτιού. Προσπαθεί ν’ ανακαλύψει ποιος από σας ήταν». Ο Τζέισον έσμιξε τα φρύδια του. «Ενδιαφέρον. Μου ήταν δύσκολο να σε φανταστώ παντρεμένο, Γκρέι, όμως νομίζω ότι έχω αρχίσει να καταλαβαίνω. Σίγουρα πάντως δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς ότι ο γάμος σου θα είναι βαρετός». Τα χαρακτηριστικά του Γκρέι σκλήρυναν. «Αφού μιλάμε γι’ αυτό το θέμα, μπορώ κάλλιστα να σε ρωτήσω -είχες σχέση με τη Λόρελ Γουίτμορ;» Ο Τζέισον κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Την ήξερα. Μου άρεσε. Δε θα με πείραζε να μοιραζόμουν το κρεβάτι της, όμως δεν είμαι έτοιμος για γάμο και ήξερα καλά ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε γάμο». Ο Γκρέι παραμέρισε μια τούφα από τα μαύρα μαλλιά του, που είχαν ξεφύγει απ’ την κορδέλα που τα συγκρατούσε. Γύρισε κι αγριοκοίταξε την Κόρι. «Ικανοποιημένη;»


KAT MARTIN

269

«Υποθέτω ότι δεν έχω άλλη επιλογή». Ο Γκρέι πήγε κοντά στο άνοιγμα, έσκυψε, κοίταξε το πέρασμα κι ύστερα έκλεισε την ξύλινη επένδυση. Έπειτα έπιασε την Κόρι απ’ τον καρπό και την οδήγησε προς την πόρτα. «Θα το εκτιμούσα αν κρατούσες για τον εαυτό σου τη μικρή περιπέτεια της συζύγου μου». Ο Τζέισον γέλασε. «Φυσικά». Ο Γκρέι τράβηξε την Κόρι στο διάδρομο και κατευθύνθηκαν προς τα διαμερίσματά του. Η νυχτικιά της ανέμιζε γύρω από τους αστραγάλους της, καθώς σχεδόν έτρεχε για να τον προλαβαίνει. Ο Γκρέι την έσπρωξε στο καθιστικό και έκλεισε την πόρτα. «Μικρή ανόητη, θα έπρεπε να σου δώσω ένα γερό χέρι ξύλο», της είπε. Το βλέμμα του έπεσε στους γλουτούς της, που προστατεύονταν μόνο απ’ τη λεπτή, λευκή νυχτικιά της. «Όμως το πιθανότερο είναι ότι θα το απολάμβανα υπερβολικά». Με θυμωμένα βήματα, πήγε στο τμήμα της ξύλινης επένδυσης που η Κόρι είχε αφήσει ανοιχτό, ώστε να μην εγκλωβιστεί στο πέρασμα. «Γνώριζες την ύπαρξή του;» τον ρώτησε. «Όχι». Ο Γκρέι προσπάθησε να δει στο εσωτερικό του περάσματος, όμως το πυκνό σκοτάδι δεν του το επέτρεψε. «Πού οδηγεί;» «Δεν έφτασα μέχρι το τέλος του. Προχωράει παράλληλα με τα υπνοδωμάτια σ’ αυτή την πλευρά του διαδρόμου, έχει ανοίγματα σε μερικά, κι επίσης κατεβαίνει κάτω. Κατέβηκα κι έριξα μια ματιά, όμως βλέπεις πόσο σκοτεινά είναι. Δεν ήξερα πού ήμουν, κι έτσι γύρισα». Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη του. «Θα μπορούσες να είχες χτυπήσει, Κόραλι. Αν είχες τραυματιστεί όσο ήσουν στο πέρασμα, μπορεί να μη σε βρίσκαμε ποτέ». Ο Γκρέι ξαναγύρισε κοντά της. «Να πάρει, υποσχέσου μου ότι δε θα ξανακάνεις τέτοιες ανοησίες». «Άφησα την πόρτα ανοιχτή. Δεν ήμουν πραγματικά σε κίνδυνο». «Ίσως και να κινδύνευες». Ο Γκρέι αναστέναξε, έβγαλε την


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

270

κορδέλα απ’ τα μαλλιά του και πέρασε ανάμεσά τους τα δάχτυλά του. Τα πυκνά, μαύρα μαλλιά του έπεσαν στους ώμους του, κάνοντάς τον να μοιάζει με ληστή, όπως κάποιες φορές θύμιζε. «Εκείνη τη μέρα που είχες βγει για βόλτα με το άλογο στην καταιγίδα, ο ιμάντας της σέλας σου δεν έσπασε μόνος του -ήταν κομμένος». «Κομμένος; Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Κάποιος ήθελε να πέσεις. Είχες κάνει πολλές ερωτήσεις. Ίσως να ήταν μια προειδοποίηση, δεν ξέρω. Μέχρι να μάθουμε, θα πρέπει να προσέχουμε ώστε να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο». Η Κόρι κοίταξε προς το παράθυρο και σκάφτηκε εκείνη τη μέρα στην καταιγίδα, όταν είχε πέσει. «Εννοείς ότι κάποιος προσπάθησε να με σκοτώσει;» «Ή, τουλάχιστον, ήλπιζε να σε δει τραυματισμένη». Η Κόρι το σκάφτηκε και σήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Αν είναι έτσι, αποδεικνύεται ότι έχω δίκιο. Η αδελφή μου δολοφονήθηκε, και όποιος έκοψε τον ιμάντα της σέλας μου θέλει να μ’ εμποδίσειν’ ανακαλύψω ποιος τη σκότωσε». Ο Γκρέι ξεφύσησε αργά και, προς μεγάλη της έκπληξη, συμφώνησε. «Είναι πιθανόν». Κοίταξε προς το πέρασμα κι έδειξε το σκοτεινό, απειλητικό άνοιγμά του. «Κι αν έχεις δίκιο, με τέτοια κόλπα, θα πέσεις κατευθείαν στα χέρια τους». Ήταν και πάλι θυμωμένος. Και ανησυχούσε. Το έβλεπε στα μάτια του. Ο θυμός του νίκησε. «Είναι ώρα για ύπνο». Ο Γκρέι έκλεισε το πέρασμα, την έπιασε απ’ το χέρι και την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. «Ανέβα στο στρώμα». Απέμεινε να τον κοιτάζει. «Στο κρεβάτι», είπε ο Γκρέι επιτακτικά, σαν να είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Που, σαν σύζυγός της, το είχε. Η Κόρι κοίταξε προς το κρεβάτι, αλλά δεν κινήθηκε. Μπορεί ο Γκρέι να είχε το δικαίωμα, όμως δεν της άρεσε ο τόνος της φωνής του και δε θα του επέτρεπε να την τρομοκρατεί. «Δεν έχεις δικαίωμα να με διατάζεις, κι εκτός αυτού, δεν ξέρω τι


KAT MARTIN

271

θέλεις να κάνω», είπε. Ο Γκρέι δε φάνηκε να ξαφνιάζεται ιδιαίτερα που του αντιμιλούσε. Ίσως τελικά να είχε αρχίσει να τη γνωρίζει. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, κυκλοθυμικός και συχνά μελαγχολικός, όμως η Κόρι δεν πίστευε ότι είχε σκοπό να της κάνει κακό. Ο Γκρέι πήρε το σκληρό βλέμμα του από πάνω της. «Θα φροντίσω να είναι ωραία και για τους δυο μας. Έχε μου εμπιστοσύνη». Η Κόρι συνειδητοποίησε ότι του είχε. Τουλάχιστον σ’ αυτό το θέμα. Ετοιμάστηκε να βγάλει τη νυχτικιά της, όμως ο Γκρέι τη σταμάτησε. «Άφησέ τη», είπε τραχιά. Η περιέργειά της κεντρίστηκε. Ανέβηκε στο κρεβάτι με τον ουρανό και παρακολούθησε τον Γκρέι να βγάζει τα ρούχα του. Γύρισε από την άλλη για μια στιγμή κι ύστερα ξάπλωσε μαζί της γυμνός στο κρεβάτι. Κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του και της έδωσε ένα φλογερό φιλί που έκανε το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες της. Ένιωθε μέσα από το ύφασμα του νυχτικού της τον ερεθισμένο ανδρισμό του να την πιέζει και θύμωσε γι’ αυτό το εμπόδιο που υπήρχε ανάμεσά τους. Ο Γκρέι τής χάιδευε τα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της. Τα έκανε στο πλάι, αποκαλύπτοντας το λαιμό της. Ένιωθε τα χείλη του στο λαιμό της, τα χάδια του στο στήθος της. Οι ρώγες της σκλήρυναν στο άγγιγμά του. Ήθελε τόσο να βγάλει τη νυχτικιά της. «Θέλω να σε νιώσω, Γκρέι». «Σύντομα». «Μα θέλω...» Ο Γκρέι τής χάιδεψε το πιγούνι κι έβαλε τέλος στις διαμαρτυρίες της με ένα φιλί. «Θα σου δώσω ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι», της υποσχέθηκε με βαθιά, βραχνή φωνή. Όμως, αντί να της βγάλει τη νυχτικιά, την ανέβασε γύρω από τη μέση της. Οι παλάμες του γλίστρησαν στους γλουτούς της, τα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

272

δάχτυλά του βρέθηκαν ανάμεσα στα πόδια της και άρχισαν να τη χαϊδεύουν. Η φλόγα του πάθους φούντωσε μέσα της. Ο Γκρέι ήξερε κάθε κόλπο, ήξερε ότι όσο περισσότερο την ανάγκαζε να φοράει τη νυχτικιά τόσο πιο έντονη θα γινόταν η ανάγκη της να τη βγάλει, τόσο περισσότερο θα φούντωνε ο πόθος της. Ένα βογκητό ξέφυγε απ’ τα χείλη της. «Είσαι δική μου», είπε ο Γκρέι. «Τέρμα οι επισκέψεις σε υπνοδωμάτια άλλων». Εκείνη προσπάθησε να συγκεντρωθεί στα λόγια του, όμως η ηδονή δεν την άφηνε. Δάγκωσε το κάτω χείλος της για να συγκρατηθεί και να μην ικετέψει τον Γκρέι να την κάνει δική του. «Εγώ δεν...» Ο Γκρέι δάγκωσε τον γυμνό γλουτό της κι ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της. «Είσαι η πιο εκνευριστική γυναίκα», της είπε και τα χάδια του έγιναν πιο έντονα. «Όμως, να πάρει, σε θέλω». Βυθίστηκε μέσα της αργά, την έπιασε απ’ τους γοφούς και μια υπέροχη αίσθηση κυρίευσε το κορμί της. Ανασήκωσε τη λεκάνη της για να τον διευκολύνει κι από τα χείλη του ακούστηκε ένα μουγκρητό. Τάχυνε το ρυθμό του. Η Κόρι ήξερε ότι την ήθελε όσο τον ήθελε κι εκείνη, όμως δεν εγκατέλειπε τον αυτοέλεγχό του. Ο δικός της αυτοέλεγχος χάθηκε, παρασυρμένος από τη φλόγα του πόθου που φούντωνε μέσα της. Οι μύες του Γκρέι φούσκωναν καθώς βυθιζόταν μέσα της. Έπιασε τη νυχτικιά της και την έσκισε. Ένας λυγμός ακούστηκε απ’ τα χείλη της. Ήταν επιτέλους γυμνή και ήθελε να κλάψει από ανακούφιση. Αντίθετα, αφέθηκε στην υπέροχη ηδονή. Φώναξε το όνομα του Γκρέι ενώ το κορμί της συγκλονιζόταν από τα κύματα ενός εκρηκτικού οργασμού, όμως εκείνος δε σταμάτησε. Όχι προτού φτάσει και δεύτερη φορά στην κορύφωση. Τότε οι μύες του Γκρέι φούσκωσαν και αφέθηκε κι εκείνος στα κύματα του δικού του οργασμού.


KAT MARTIN

273

Πέρασαν μερικές στιγμές. Σιγά σιγά, επέστρεψαν στην πραγματικότητα. Ο Γκρέι ξάπλωσε πλάι της κι εκείνη κουλουριάστηκε στο πλευρό του και τον είδε να τραβάει κάτι απ’ τον ερεθισμένο ακόμα ανδρισμό του. «Τι είναι αυτό;» «Γαλλικός φάκελος», απάντησε ο Γκρέι αφηρημένα. Η Κόρι πάγωσε. «Μου... μου είχες πει ότι τον χρησιμοποιούν για να αποφεύγονται οι εγκυμοσύνες». Ο Γκρέι την κοίταξε. «Σωστά». «Μα είμαστε παντρεμένοι τώρα. Τα παιδιά αποτελούν μέρος ενός γάμου». Ο Γκρέι έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Δεν είμαι έτοιμος να γίνω πατέρας, Κόραλι. Δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ». Η Κόρι ξεροκατάπιε. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Γκρέι, είσαι σύζυγός μου. Θα μου αρνιόσουν την ευτυχία να φέρω στον κόσμο το παιδί σου;» Ο Γκρέι την κοίταξε και πάλι στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν ταραγμένο και, για πρώτη φορά, αβέβαιο. Η Κόρι επέμεινε. «Και το καθήκον σου ως κόμης;» «Ο γιος του Τσαρλς μπορεί να πάρει τον τίτλο». «Μα εγώ αγαπώ τα παιδιά, Γκρέι. Και πιστεύω ότι θα γινόσουν εξαιρετικός πατέρας. Σε παρακαλώ, μη μου το στερήσεις αυτό ούτε από τον εαυτό σου». Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. «Δεν περίμενα ότι θα ήταν τόσο σημαντικό για σένα». Δεν περίμενε ότι θα ήταν σημαντικό; Η Κόρι ένιωσε έναν κόμπο να της κλείνει το λαιμό. Τον αγαπούσε. Ήταν ο σύζυγός της. Φυσικά και ήταν σημαντικό. «Θέλω το παιδί σου, Γκρέι περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο». Ο Γκρέι της χάιδεψε το πρόσωπο κι εκείνη ξαφνιάστηκε νιώθοντας το χέρι του να τρέμει. Ο Γκρέι έσκυψε πάνω της και τη φίλησε τρυφερά. «Εντάξει, αν αυτό θέλεις. Θα σου δώσω ένα παιδί. Ή, τουλάχιστον, θα κάνω μια καλή προσπάθεια».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

274

Την επόμενη στιγμή βρέθηκε πάνω της, βυθίστηκε μέσα της κάνοντας το αίμα της να κοχλάσει. Η Κόρι αφέθηκε στα χάδια του, νιώθοντας την αγάπη της για εκείνον να γεμίζει την καρδιά της. Δεν ήξερε αν θα κατάφερνε ποτέ να τον κάνει να την αγαπήσει όσο εκείνη, όμως αυτό το βράδυ είχαν αγγίξει το μέλλον, είχαν μιλήσει για παιδιά και οικογένεια. Κι ίσως να ήταν μια αρχή.


KAT MARTIN

275

Κεφάλαιο 23

Η μέρα που θα δινόταν η γιορτή για το γάμο του κόμη και της κόμισσας του Τρεμέιν ήταν ένα ηλιόλουστο απόγευμα του Ιούνη. Η Ρεμπέκα είχε δουλέψει ακούραστα για σχεδόν δύο εβδομάδες και, όταν η Κόρι κοίταξε τη μεγάλη έκταση με το γρασίδι που περιέβαλλε το κάστρο και στην οποία θα γινόταν η γιορτή, όλα έμοιαζαν να είναι τέλεια. Η γιορτή θα ξεκινούσε στις τέσσερις το απόγευμα και θα συνεχιζόταν μέχρι το βράδυ. Πολύχρωμα, χάρτινα φανάρια κρέμονταν απ’ τα δέντρα. Τα κεριά θα άναβαν αμέσως μόλις έπεφτε το σκοτάδι. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν φέρει μεγάλα βαρέλια με μπίρα, λεμονάδα και κανάτες με κρασί. Μακριές σειρές τραπέζιων είχαν τοποθετηθεί κάτω από τα δέντρα, φορτωμένα με εξωφρενικές ποσότητες φαγητών. Ψητά γουρούνια, μοσχαρίσια μπούτια, ζουμερά, σουβλιστά περιστέρια. Υπήρχαν ψωμιά, τυριά, πιατέλες με λαχανικά και πουτίγκες και μια μεγάλη ποικιλία γλυκών. Ήταν μια μέρα που οι κοινοί θνητοί θα ανακατεύονταν με την αριστοκρατία, μια γιορτή που δεν έπρεπε να χάσει κανείς. Παρ’ όλο που οι γονείς της Κόρι είχαν αποφασίσει να μην κάνουν το κουραστικό ταξίδι, η θεία Άγκνες και η Άλισον θα ήταν εκεί. Μετά το γάμο της Κόρι, οι επισκέψεις τους ήταν ελάχιστες. Δεν ήθελαν να την κρατούν μακριά από το σύζυγό της. Η Κόρι κάγχασε. Το μόνο για το οποίο νοιαζόταν ο Γκρέι ήταν να την έχει κοντά του όποτε ήθελε το κορμί της, πράγμα που συνέβαινε με εκπληκτική συχνότητα. Φυσικά, δεν μπορούσε να


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

276

αρνηθεί ότι απολάμβανε τα έμπειρα χάδια του. Απλώς ευχόταν να της ανοιγόταν λίγο πριν κάνουν έρωτα. Η γιορτή προχωρούσε και η μπίρα έρρεε. Κι άλλες πιατέλες με φαγητό κατέφτασαν και φαγώθηκαν από τον κόσμο που γιόρταζε. Η Κρίστα, ο Λέιφ και ο Θορ είχαν προσκληθεί, όμως η απουσία της Κόρι και το γεγονός ότι η Λίνζι ήταν ακόμα καινούρια στη δουλειά καθιστούσαν απαραίτητη την παρουσία της Κρίστα στο περιοδικό. Απρόθυμα, εκείνη και ο Λέιφ είχαν αρνηθεί την πρόσκληση, αλλά είχαν υποσχεθεί να τους επισκεφτούν τον επόμενο μήνα, πράγμα που η Κόρι προτιμούσε, αφού έτσι θα τους δινόταν η ευκαιρία να περάσουν περισσότερο χρόνο μαζί. Η βραδιά προχωρούσε, τέλεια οργανωμένη απ’ τη Ρεμπέκα, που είχε ντυθεί σαν βασίλισσα, με μια μεταξωτή τουαλέτα που συνδύαζε το λευκό και τα χρώματα του κεχριμπαριού. Η Κόρι είχε διαλέξει μια πράσινη μουαρέ τουαλέτα με πλισέ φούστα και μεταξωτή φάσα στο μπούστο και το τελείωμα. Τα μεσοφόρια της χάιδευαν τους αστραγάλους της καθώς τριγυρνούσε ανάμεσα στο πλήθος των καλεσμένων, πλάι στο σύζυγό της. Ο Γκρέι, με σκούρο μπλε σακάκι με ουρά, σατέν κολλαρισμένο γιλέκο, ανοιχτό, γκρίζο παντελόνι και λευκή, μεταξωτή γραβάτα ήταν κομψός και όμορφος. Τα κυματιστά, μαύρα μαλλιά του πιασμένα πίσω, έλαμπαν στιλπνά στο φως του απογευματινού ήλιου. Η Κόρι πρόσεχε τις προκλητικές ματιές που δεχόταν από αρκετές γυναίκες. Ο Γκρέι, ακόμα κι αν το είχε προσέξει, δεν το έδειχνε. Παρίστανε τον ευσυνείδητο σύζυγο, και η Κόρι, αν υποκρινόταν, μπορούσε σχεδόν να τον φανταστεί σ’ αυτόν το ρόλο. Στην πραγματικότητα, όμως, επρόκειτο απλώς για μια παράσταση. Ο Γκρέι ακόμα δεν την είχε αποδεχτεί σαν κάτι περισσότερο από μια παρτενέρ του στο κρεβάτι. Κι αυτό δεν έπρεπε να το ξεχνάει. Κοίταξε τους καλεσμένους που γέμιζαν τον φροντισμένο κήπο.


KAT MARTIN

277

Όλοι οι σημαντικοί γείτονες, που είχαν σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων, βρίσκονταν εκεί. Ο ειρηνοδίκης της πόλης, ο εφημέριος και η οικογένειά του, ο γαιοκτήμονας Μόρτον με τη σύζυγο και τους γιους του, δύο απ’ τους οποίους ήταν παντρεμένοι και είχαν δικά τους παιδιά. Η οικογένεια Φόρσαϊθ αντιπροσωπευόταν και με το παραπάνω. Ο Τσαρλς και η Ρεμπέκα, ο Ντέρεκ, ο ετεροθαλής αδελφός του Γκρέι, και ο Τζέισον, ο ξάδελφός του, ήταν όλοι εκεί. Η Κόρι κοίταξε τον όμορφο άντρα με τα βαθιά λακκάκια και τα ανοιχτά, καστανά μαλλιά. Ο Τζέισον είχε αρνηθεί οποιαδήποτε σχέση με τη Λόρελ και ήταν εξαιρετικά πειστικός. Πράγμα που σήμαινε ότι ο βασικός ύποπτος ήταν ο Ντέρεκ. Η Κόρι αναστέναξε. Δεν ήταν πλέον καθόλου σίγουρη ότι κάποιος από τους άντρες της οικογένειας Φόρσαϊθ εμπλεκόταν στην ιστορία της αδελφής της. Χωρίς το βιβλίο που είχε βρει, είχε αρχίσει να αμφισβητεί την ίδια της την κρίση. Ίσως τελικά να είχε κάνει λάθος για όλους. Από την άλλη, υπήρχαν ο κομμένος ιμάντας και η πτώση της από το άλογο. Είχαν περάσει αρκετές ώρες απ’ όταν είχε ξεκινήσει η γιορτή και είχαν γίνει οι συστάσεις, όταν ο Γκρέι τής επέτρεψε να πάει να βρει τους φίλους της. «Χαίρομαι τόσο που σας βλέπω!» Η Κόρι αγκάλιασε τη θεία Άγκνες κι ύστερα την Άλισον. «Μένουμε τόσο κοντά, κι όμως φαίνεται σαν να μην υπάρχει ποτέ χρόνος για επισκέψεις». «Είσαι νιόπαντρη», είπε η παχουλή θεία Αγκνες που, με την Άλισον, είχαν διακόψει το πένθος για τη γιορτή προς τιμήν του γάμου της Κόρι. Η ίδια η Κόρι, μετά την απαίτηση του Γκρέι, δεν είχε ξαναφορέσει τα πένθιμα, μαύρα ρούχα. Και δεν μπορούσε να πει ότι λυπόταν. «Είσαι απασχολημένη με το σύζυγό σου», συνέχισε η θεία Άγκνες, «όπως είναι αναμενόμενο. Χρειάζεστε χρόνο για να γνωριστείτε». Η Κόρι χαμογέλασε. «Ακόμα κι έτσι, θα περάσω να σας δω την


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

278

άλλη εβδομάδα. Θα ήθελα πολύ να ξεφύγω για λίγο». Η Άλισον της κράτησε σφιχτά το χέρι. «Πώς τα πας; Έχετε αρχίσει με τον κόμη να... λύνετε τις διαφορές σας;» Η Κόρι κοίταξε τον Γκρέι, που μιλούσε με τον Τζέισον. «Υποθέτω πως ναι. Τουλάχιστον, δεν είναι πλέον θυμωμένος. Αν και δε νομίζω ότι με έχει συγχωρήσει εντελώς». «Δώσ’ του χρόνο», είπε η Αλισον. Η Κόρι ένευσε. Τι άλλη επιλογή είχε; Η φίλη της ήταν εξαιρετικά όμορφη εκείνη τη μέρα. Ίσως λίγο πιο λεπτή απ’ όσο θα έπρεπε, αλλά γοητευτική με τα σκούρα μαλλιά και τα ψηλά ζυγωματικά της, κομψή με έναν τρόπο που η Κόρι δεν είχε προσέξει ως τότε. Ο Ντέρεκ το είχε προσέξει. Όσο προχωρούσε το απόγευμα τόσο περισσότερο φρόντιζε να πλησιάζει την Άλισον, κι η Κόρι τούς είδε καθισμένους σε μια κουβέρτα πλάι στο ποτάμι, να μοιράζονται ένα πιάτο με φαγητό. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Κι αν ο Ντέρεκ ήταν ο εραστής της Λόρελ; Αν είχε αποπλανήσει κι έπειτα εγκαταλείψει μια αθώα κοπέλα, αν ίσως εμπλεκόταν στο θάνατό της και στο θάνατο του μωρού της; Άραγε κινδύνευε η Άλισον; «Είσαι συνοφρυωμένη». Η βαθιά φωνή του Γκρέι έφτασε στ’ αυτιά της. Γύρισε και τον είδε να την πλησιάζει από πίσω. «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα. Απλώς...» Η Κόρι κοίταξε το σύζυγό της. Δεν ήταν η γλυκιά, αθώα Λέτι. Δε χρειαζόταν να προσποιείται πια. «Ανησυχώ για την Άλισον. Ο Ντέρεκ δείχνει να ενδιαφέρεται γι’ αυτήν και υπάρχει μια περίπτωση να ήταν ο πατέρας του παιδιού της αδελφής μου. Δε θέλω να πληγωθεί η Άλισον». Νόμιζε ότι ο Γκρέι θα θύμωνε. Όμως εκείνος κοίταξε το ζευγάρι, που ήταν καθισμένο στην κουβέρτα. «Ο Ντέρεκ απολάμβανε πάντα τη συντροφιά των όμορφων γυναικών. Η φίλη σου η Άλισον έχει αρκετά όμορφο πρόσωπο χωρίς το σκούφο της καμαριέρας. Θα του μιλήσω, ώστε να


KAT MARTIN

279

βεβαιωθώ ότι καταλαβαίνει πως η Άλισον είναι μέλος της οικογένειας και, κατά συνέπεια, απαγορεύεται να την πλησιάσει». Κοίταξε την Κόρι. «Εγώ θα μιλήσω στον Ντέρεκ. Προτείνω εσύ να μιλήσεις στην ξαδέλφη σου». Η Κόρι ένευσε, γνωρίζοντας ότι είχε δίκιο, αν και ίσως να μην έβγαινε τίποτα. Ο Ντέρεκ ήταν ξανθός, όμορφος και γοητευτικός. Ποια γυναίκα δε θα ελκόταν απ’ αυτόν; Από την άλλη, βέβαια, ίσως να βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα. «Θα το κάνω. Σ’ ευχαριστώ». Ο Γκρέι τής χάιδεψε το μάγουλο κι ύστερα γύρισε κι έφυγε. Η Κόρι τον είδε ξανά όταν πήγε να τη βρει για να τη συνοδεύσει στο δείπνο. Γέμισαν τα πιάτα τους με κάθε είδους λιχουδιές κι ο Γκρέι την έβαλε να καθίσει στο τραπέζι που είχε ετοιμαστεί για τη νύφη και το γαμπρό. Τα φαγητά ήταν υπέροχα. Όταν η Κόρι έφαγε όσο μπορούσε, έγειρε πίσω στην καρέκλα της και αναστέναξε με ικανοποίηση. Το κρασί ήταν τόσο καλό όσο το φαγητό και ήπιε αρκετά, πράγμα που την έκανε να προσέξει τις φλογερές ματιές που άρχιζε να της ρίχνει ο Γκρέι. Ανυπομονούσε να φύγει μαζί του, να ανεβούν στο δωμάτιό του και να της κάνει έρωτα. Με τολμηρές διαθέσεις, έσκυψε προς το μέρος του για να του το προτείνει, όμως ζαλίστηκε. Με κάποια δυσκολία, ίσιωσε και πάλι το κορμί της. Ο Γκρέι έσμιξε τα φρύδια του. «Τι συμβαίνει; Δε νιώθεις καλά;» «Όχι... είμαι μια χαρά. Απλώς...» Η Κόρι ζαλίστηκε ξανά και κρατήθηκε απ’ το τραπέζι. «Μάλλον ήπια πολύ κρασί». Ο Γκρέι ένευσε. «Θα μας δικαιολογήσω και θα ανεβούμε στο δωμάτιό μας». Το φλογερό βλέμμα του της έδινε να καταλάβει ακριβώς τι είχε στο μυαλό του για όταν θα έφταναν εκεί. Η Κόρι χαμογέλασε καθώς τον έβλεπε να κατευθύνεται προς τη Ρεμπέκα και τον Τσαρλς για να τους ευχαριστήσει για τη γιορτή. Όταν ο Γκρέι επέστρεψε, η Κόρι δεν χαμογελούσε πια. «Δε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

280

νιώθω καλά, λόρδε μου. Λυπάμαι πολύ». «Δεν πειράζει. Το έχω προσέξει ότι δεν αντέχεις το ποτό». Ο Γκρέι τη βοήθησε να σηκωθεί και την οδήγησε στο σπίτι. Ευτυχώς οι καλεσμένοι, που πολλοί απ’ αυτούς είχαν βαρύνει επίσης από το φαγητό και το ποτό, δεν πρόσεξαν ιδιαίτερα την αναχώρησή τους. Δυστυχώς, όταν η Κόρι έφτασε στα διαμερίσματά της, δεν αισθανόταν καθόλου καλά. Μπήκε βιαστικά στο υπνοδωμάτιό της κι άδειασε το περιεχόμενο του στομαχιού της στο δοχείο νυκτός. Ο κόσμος στριφογυρνούσε κι εκείνη έβαζε τα δυνατά της για να μην κάνει και πάλι εμετό. Είδε τον Γκρέι να προχωράει προς το μέρος της κι ένιωσε ντροπιασμένη και αξιοθρήνητη. «Έλα, πιες αυτό». Ο Γκρέι τής έδωσε ένα ποτήρι νερό. Εκείνη το ήπιε κι ύστερα, με την πετσέτα που της είχε δώσει, σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της. «Λεν... δεν κατάλαβα ότι είχα πιει τόσο πολύ». Η Κόρι κάθισε σε μια καρέκλα. Ξαφνικά, ένιωθε εξαντλημένη. «Σε ένα λεπτό. Απλώς... απλώς πρέπει να ξεκουραστώ για λίγο». Έκλεισε τα μάτια της. Την επόμενη στιγμή είχε αποκοιμηθεί, ακουμπώντας στη ράχη της καρέκλας. Ο Γκρέι τη σκούντηξε στον ώμο, αλλά εκείνη ούτε που κουνήθηκε. «Κόραλι; Κόραλι, είσαι εντάξει;» Η Κόρι προσπάθησέ να νεύσει, όμως το κεφάλι της έγειρε στο πλάι. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν να κοιμηθεί. Δε θυμόταν να είχε νιώσει άλλη φορά τόσο κουρασμένη. «Να πάρει, Κόραλι, ξύπνα!» Ο Γκρέι τη σκούντησέ ξανά και τα μάτια της άνοιξαν αργά. Τον κοίταξε νυσταγμένα. «Λυπάμαι... απλώς... νυστάξω τόσο πολύ». Τα βλέφαρά της έκλεισαν ξανά και άκουσε τον Γκρέι να μουρμουρίζει. Η Κόρι βόγκηξε όταν τη σήκωσε όρθια. Ο Γκρέι κοίταξε τις κόρες των ματιών της και θα πρέπει να είδε


KAT MARTIN

281

κάτι που δεν του άρεσε. «Δε νομίζω ότι ήπιες πολύ». Της ανασήκωσε το πιγούνι και κοίταξε τα θολά μάτια της. «Νομίζω ότι κάποιος σε νάρκωσε». Την τράνταξε ξανά και τα βλέφαρά της άνοιξαν αδύναμα. «Άκουσες τι είπα; Σε νάρκωσαν». «Με νάρκωσαν...;» «Σου έδωσαν όπιο. Έτσι επιδρά όταν κάποιος πάρει πολύ μεγάλη δόση. Κάποιος θα πρέπει να έριξε στο ποτό ή στο φαγητό σου λάβδανο ή κάτι παρόμοιο. Αν αποκοιμηθείς, το πιθανότερο είναι ότι δε θα καταφέρεις να ξυπνήσεις». Η Κόρι συνήλθε κάπως όταν το άκουσε αυτό και πίεσε τον εαυτό της να σηκώσει το κεφάλι της. Η καρδιά της χτυπούσε αργά μέσα στο στήθος της. «Κάποιος προσπάθησε να με σκοτώσει;» Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη του. «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί». Την έβαλε να καθίσει ξανά, πήγε μέχρι το κορδόνι του κουδουνιού και το τράβηξε μια φορά δυνατά. «Σήκω», είπε και την ξανασήκωσε, αναγκάζοντάς τη να ανοίξει τα μάτια της. «Αργά ή γρήγορα, το ναρκωτικό θα απορροφηθεί απ’ τον οργανισμό σου. Μέχρι τότε, θα πρέπει να μείνεις ξύπνια». «Δε... δε νομίζω ότι μπορώ». Ο Γκρέι τη χάιδεψε απαλά στο μάγουλο. «Θα σε βοηθήσω εγώ, αγάπη μου. Εσύ απλώς γείρε πάνω μου». Η Κόρι το έκανε. Το κορμί της ήταν μουδιασμένο, τα πόδια της σχεδόν δεν την υπάκουαν, όταν ο Γκρέι την ανάγκασε να κινηθεί στο δωμάτιο. Δε θυμόταν πότε ακριβώς έφτασε ο Σαμίρ στο υπνοδωμάτιο, μόνο ότι άκουγε κάπου στο βάθος τον Γκρέι να του μιλάει με βαθιά, ανήσυχη φωνή. «Της έδωσαν υπερβολικά μεγάλη δόση οπίου», είπε στον Σαμίρ. «Μπορείς να κάνεις κάτι να τη βοηθήσεις;» Η Κόρι πρόλαβε να δει τον μικρόσωμο υπηρέτη να νεύει καταφατικά πριν τα βλέφαρά της κλείσουν ξανά. «Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θα χρειαστώ χρόνο για να αναμίξω τα


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

282

απαραίτητα βότανα». «Κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς», είπε ο Γκρέι και την κράτησε πιο σφιχτά, όταν ο Ινδός με τη μελαψή επιδερμίδα έφυγε. «Πάμε», είπε επιτακτικά, παροτρύνοντας τη να κινηθεί και πάλι. Την κρατούσε όρθια, σαν να ήταν μια τεράστια, πάνινη κούκλα. Ήταν τόσο αφόρητα κουρασμένη. Ένιωθε μουδιασμένη, δεν είχε τον έλεγχο του κορμιού της. «Δεν μπορώ απλώς να... να ξεκουραστώ για μια στιγμή; Θα ξυπνήσω και πάλι... το... το υπόσχομαι». Ετοιμάστηκε να καθίσει βαριά, όμως ο Γκρέι την κράτησε όρθια. «Συνέχισε να περπατάς. Δε θα σε αφήσω να πεθάνεις, που να πάρει». Κι αυτό έκανε η Κόρι. Περπατούσε, νιώθοντας το κορμί της βαρύ σαν μολύβι. Μόλις που κατάφερνε να κρατάει τα βλέφαρά της ανοιχτά. Δεν ήταν σίγουρη για πόση ώρα συνέχισαν έτσι. Ο Γκρέι την κρατούσε, το γυμνασμένο, μυώδες κορμί του ήταν το μόνο που την εμπόδιζε να σωριαστεί στο πάτωμα. «Έλα. Πιες αυτό». Ο Γκρέι πλησίασε ένα ποτήρι στα χείλη της και το ανασήκωσε, αναγκάζοντάς τη να πιει το πικρό υγρό που είχε ετοιμάσει ο Σαμίρ. «Όλο». Εκείνη υπάκουσε, γνωρίζοντας ότι ο Γκρέι δε θα της επέτρεπε να αρνηθεί. Συνέχισαν να περπατούν. Οι ώρες περνούσαν με έναν βασανιστικό ρυθμό, οι δείκτες του ρολογιού κινούνταν ακόμα πιο αργά κι απ’ τα πόδια της. Τελικά, σιγά σιγά, κατάφερε να κρατάει το κεφάλι της όρθιο, να σηκώνει τα πόδια της με λίγο μεγαλύτερη ευκολία. Το ξημέρωμα πλησίαζε, όμως ο Γκρέι δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια. Η Κόρι ήξερε ότι θα πρέπει να ήταν εξίσου εξαντλημένος με κείνη, όμως δεν το έβαζε κάτω. Ήταν περασμένες τέσσερις, όταν η Κόρι κοίταξε το ρολόι και οι αριθμοί δεν ήταν πλέον θολοί. «Γκρέι, πρέπει να καθίσω. Σου υπόσχομαι ότι δε θα κοιμηθώ». «Είσαι σίγουρη;» Η Κόρι ένευσε. Τα μάτια της ήταν για πρώτη φορά εντελώς


KAT MARTIN

283

ανοιχτά. Ο Γκρέι έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο. «Κάθισε για λίγο. Εγώ θα είμαι εδώ, δίπλα σου». Την έβαλε να καθίσει στον καναπέ μπροστά στο τζάκι και κάθισε κι εκείνος πλάι της, με το μπράτσο περασμένο γύρω από τους ώμους της, προσέχοντας για οποιαδήποτε ένδειξη ότι ήταν έτοιμη να αποκοιμηθεί. Η Κόρι τού έπιασε τον καρπό. «Απόψε, μου έσωσες τη ζωή. Αν δεν ήσουν εδώ...» «Ήμουν εδώ, κι αυτό είναι που έχει σημασία». Ο Γκρέι έφερε την παλάμη της στα χείλη του και τη φίλησε. Ύστερα έσφιξε τα χείλη και έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Θα βρω ποιος το έκανε. Και τότε, το κάθαρμα θα πληρώσει». *** Ο ήλιος είχε επιτέλους σηκωθεί όταν ο Γκρέι έβαλε την Κόραλι στο κρεβάτι. Άφησε την καμαριέρα της καθισμένη σε μια καρέκλα δίπλα της, με την εντολή να την ξυπνάει κάθε μία ώρα. Κι αν υπήρχε πρόβλημα, η Άννα θα έπρεπε να τον καλέσει αμέσως. Ακόμα κι έτσι, ο Γκρέι ανησυχούσε. Όταν κάθισε στο γραφείο του κι έφερε στο μυαλό του όσα είχαν συμβεί, κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπό του. Τι θα γινόταν αν δεν είχε ανεβεί στο δωμάτιο με την Κόραλι; Αν δεν ήταν συγκεντρωμένος και δεν είχε αντιληφθεί ότι της είχαν δώσει ναρκωτικό παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά; Η Κόραλι ίσως τώρα να ήταν νεκρή. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος στη σκέψη ότι θα μπορούσε να τη χάσει. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι αυτό οφειλόταν απλώς στο ότι η Κόρι ήταν σύζυγός του και ήταν ευθύνη του να την προστατεύει. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι είχε αποτύχει να προστατεύσει την Τζίλιαν και ότι δεν ήθελε να αποτύχει ξανά. Έλεγε ψέματα στον εαυτό του και το ήξερε. Με κάποιον τρόπο,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

284

η Κόραλι, στο διάστημα των εβδομάδων που είχε μείνει στο σπίτι του, είχε αρχίσει να τον αγγίζει έτσι όπως δεν τον είχε αγγίξει ποτέ κανείς. Του είχε πει ότι ήθελε να φέρει στον κόσμο το παιδί του. Το δικό του παιδί. Σαν να μην ήθελε το παιδί κανενός άλλου άντρα. Δεν πίστευε στην αγάπη. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν αγαπούσε την Κόραλι. Κι όμως, θα σκότωνε για να την προστατεύσει. Το είχε καταλάβει όταν την είχε δει στο υπνοδωμάτιό της, να καταφέρνει μετά βίας να παραμείνει όρθια, τόσο ευάλωτη όσο σπάνια την έβλεπε. Ενώ κατέβαινε στο ισόγειο, σκεφτόταν πώς η Κόρι τον είχε εμπιστευθεί να τη φροντίσει και τα συναισθήματα που του γεννούσε αυτή η εμπιστοσύνη. Η Κόραλι κινδύνευε -σ’ αυτό δε χωρούσε αμφιβολία. Όταν όμως την κοίταξε κι ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει παράξενα, συνειδητοποίησε ότι το ίδιο κινδύνευε κι εκείνος. *** «Τι στο καλό σκεφτόσουν; Για όνομα του Θεού, ήταν απίστευτα ανόητο αυτό που έκανες». Η Ρεμπέκα βάδιζε πάνω-κάτω. Κάποια στιγμή κοντοστάθηκε και κοίταξε πέρα από το σιντριβάνι, προς την πίσω πλευρά του κήπου. «Πρέπει να σταματήσει. Αργά ή γρήγορα θα βρει κάποιον που είδε ή άκουσε κάτι. Θα ενώσει τα κομμάτια του παζλ και θα καταλάβει τι συνέβη στην αδελφή της εκείνο το βράδυ». Η Ρεμπέκα γύρισε και κοίταξε το συνομιλητή της. «Είπες ότι θα έπρεπε να κάνουμε κάτι που θα την ανάγκαζε να σταματήσει και συμφώνησα, όμως δεν συμφώνησα σ’ αυτό». Ο συνομιλητής της ήπιε μια γουλιά απ’ το μπράντι του. «Αν είχε πετύχει, δε θα αποτελούσε πια απειλή». «Όμως δεν πέτυχε -κι έχω αρχίσει να πιστεύω ότι έχεις ξεχάσει


KAT MARTIN

285

το σκοπό μας». Στέκονταν στη βεράντα. Επρόκειτο απλώς για μια πολιτισμένη συζήτηση με ένα φίλο. Ήταν ασφαλείς, αφού ο Τσαρλς είχε πάει στο χωριό. «Δεν είναι η σύζυγος του Γκρέι που πρέπει να ξεφορτωθούμε», συνέχισε η Ρεμπέκα. «Αλλά ο ίδιος ο Τρεμέιν. Όταν τελειώσει αυτή η δυσάρεστη ιστορία, ο Τσαρλς θα είναι κόμης κι εγώ κόμισσα. Με την περιουσία των Τρεμέιν στη διάθεσή μου, θα μπορέσω να σου δώσω το εξαιρετικά σεβαστό ποσό που σου υποσχέθηκα». Ο συνομιλητής της ανακίνησε το μπράντι στο ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά. «Πίστεψέ με, δεν το έχω ξεχάσει». «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Ο συνομιλητής της Ρεμπέκα άδειασε το ποτήρι του και το ακούμπησε σε ένα σιδερένιο τραπέζι κοντά στην κουπαστή. «Σκοπεύω να κάνω ακριβώς αυτό στο οποίο συμφώνησα». Η Ρεμπέκα τον κοίταξε σκεπτική. «Ξέρεις, αυτές οι απόπειρες που έγιναν ενάντια στη σύζυγο του Γκρέι, ίσως να λειτουργήσουν πράγματι υπέρ μας. Αν ο Γκρέι πέθαινε σε κάποιο ατύχημα που, φαινομενικά, το θύμα θα έπρεπε να ήταν εκείνη...» Για πρώτη φορά, ο συνομιλητής της χαμογέλασε. «Δεν είσαι μόνο όμορφη, αλλά και έξυπνη». «Ή, καλύτερα ακόμα, θα μπορούσαν να πεθάνουν και οι δύο». Εκείνος ένευσε. «Ναι, αυτό θα ήταν πιο ασφαλές. Θα μιλήσω στον Μπιγκς και θα σκεφτούμε πώς θα ήταν καλύτερα να προχωρήσουμε. Νομίζω ότι βρήκες την πιο σωστή λύση». Η Ρεμπέκα το ήλπιζε. Χρόνια ολόκληρα διεύθυνε το σπιτικό του κόμη, εκτελούσε τα καθήκοντα της κόμισσας χωρίς να απολαμβάνει το σεβασμό ή τα αντίστοιχα οικονομικά προνόμια. Και τώρα της είχε πάρει τη θέση μια παρείσακτη που είχε ξελογιάσει τον Τρεμέιν με τις απάτες της και, αργά ή γρήγορα, εκείνη θα έχανε τα πάντα.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

286

Είχε κουραστεί να εξαρτάται απ’ τη φιλανθρωπία του κουνιάδου της. Ευτυχώς στο συνομιλητή της άρεσε η καλή ζωή και χρειαζόταν χρήματα. Κι είχε κουραστεί κι εκείνος να περιμένει. Η Κόρι κοιμήθηκε όλη την υπόλοιπη μέρα κι όλη τη νύχτα. Δεν κατέβηκε για φαγητό, της πήγε η Άννα ένα δίσκο στο δωμάτιό της. Δεν είχε διάθεση να αντιμετωπίσει τον Γκρέι και τις σκοτεινές, γεμάτες ανησυχία ματιές του, ούτε ν’ ακούει τη Ρεμπέκα να μιλάει για τα κουτσομπολιά του Λονδίνου. Δεν την ενδιέφεραν τα γεμάτα υπονοούμενα πειράγματα του Τζέισον, ούτε το τι θα είχε ίσως να πει ο Ντέρεκ για το απόγευμα που είχε περάσει με την Άλισον. Το μόνο που θα της έλειπε, ήταν η καλοσύνη του Τσαρλς. Ο Τσαρλς ήταν πάντα εκείνος που έμοιαζε να απαλύνει την ένταση ανάμεσα σ’ εκείνη και στη Ρεμπέκα, που προσπαθούσε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα ανάμεσα σ’ εκείνη και στον Γκρέι. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχαν αποκαλύψει σε κανέναν την αλήθεια για την αδιαθεσία της. Είχε αποφασίσει ν’ αφήσει στον Γκρέι το αν θα τους το έλεγε ή όχι. Ήξερε ότι ο Γκρέι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να ανακαλύψει τον ένοχο και προσευχόταν ότι σύντομα θα τα κατάφερνε. Το πιθανότερο ήταν ότι αυτός που την είχε ναρκώσει, είχε διαπράξει ήδη δύο φόνους, και μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε καταφέρει να τη γλιτώσει. Κι εκείνη, γι’ αυτόν, αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή. Ένα παγωμένο ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. Αργότερα το απόγευμα έγραψε στους γονείς της, χωρίς να κάνει κάποια αναφορά στις απόπειρες εναντίον της. Έγραψε ένα παρόμοιο γράμμα στην Κρίστα κι ύστερα πήρε το ημερολόγιο που φυλούσε στο μπαούλο κάτω απ’ το κρεβάτι της. Ποτέ δεν ήξερε πώς να ξεκινήσει, όμως αυτό δεν είχε σημασία. Το γράψιμο αυτό καθαυτό ήταν που είχε σημασία. Λάτρευε το


KAT MARTIN

287

παιχνίδι των λέξεων, λάτρευε να συνθέτει μ’ αυτές ενδιαφέρουσες προτάσεις. Της άρεσε πολύ να γράφει τη στήλη της στο περιοδικό, όμως η πραγματική φιλοδοξία της ήταν να γράψει ένα μυθιστόρημα. Ορκίστηκε ότι θα το έκανε. Τώρα που ήταν παντρεμένη, δε θα μπορούσε να ταξιδέψει όπως σχεδίαζε, όμως υπήρχαν άλλα πράγματα για τα οποία θα μπορούσε να γράψει. Κάποια μέρα, σκέφτηκε και αναστέναξε μέσα της. Βύθισε τη μύτη της πένας της στο μελανοδοχείο κι άρχισε να γράφει για τα σκοτεινά γεγονότα με τα οποία είχε έρθει αντιμέτωπη. Για το μυστικό πέρασμα, για τη συζήτηση αναφορικά με το παιδί της Ρεμπέκα που είχε ακούσει, για τον κομμένο ιμάντα και για το όπιο. Η Κόρι ανατρίχιασε όταν προσπάθησε να σκεφτεί ποιος θα μπορούσε να ήταν υπεύθυνος για τις απόπειρες εναντίον της. Και τι θα μπορούσε να κάνει αυτός ο άνθρωπος στη συνέχεια, ώστε να τη δει νεκρή.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

288

Κεφάλαιο 24

Η Κόρι πληροφορήθηκε ότι ο σύζυγός της ήθελε να τη δει στο γραφείο του, στις τρεις εκείνο το απόγευμα. Όταν μπήκε, είδε τον Γκρέι όρθιο πίσω απ’ το γραφείο του, ενώ ο ετεροθαλής, ξανθός, ψηλός αδελφός του, ο Ντέρεκ Στάιλς, στεκόταν στην μπροστινή πλευρά του γραφείου, πλάι στον Τσαρλς που στεκόταν δίπλα στον Τζέισον. Μαζί με τους τρεις ξανθούς άντρες ήταν και ο Ντολφ Πίτερσεν. «Κόραλι», είπε ο Γκρέι και έκανε το γύρο του γραφείου για να την υποδεχτεί. Το βλέμμα του γέμισε ανησυχία όταν πρόσεξε ότι ήταν ακόμα κάπως χλομή. «Νιώθεις καλύτερα;» «Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ». Η Κόρι δεν είπε τίποτα περισσότερο. Έλπιζε ότι ο Γκρέι θα της αποκάλυπτε το σκοπό της συνάντησης, όμως εκείνος την έβαλε να καθίσει κι επέστρεψε πίσω απ’ το γραφείο του. Οι υπόλοιποι κάθισαν στις καρέκλες που ήταν παρατεταγμένες απέναντι του, στην μπροστινή πλευρά του γραφείου. «Εκτιμώ την παρουσία σας. Όπως πιθανόν γνωρίζετε, η σύζυγός μου ήταν άρρωστη τις τελευταίες μέρες. Αυτό που δε γνωρίζετε, είναι ότι κάποιος προσπάθησε να τη σκοτώσει». «Τι;» αναφώνησε ο Τσαρλς, που μισοσηκώθηκε απ’ την καρέκλα του. «Αυτή είναι πολύ βαριά κατηγορία», είπε ο Τζέισον. «Είσαι σίγουρος, Γκρέι;» «Απόλυτα σίγουρος. Της έδωσαν υπερβολική δόση οπίου στη γιορτή για το γάμο μας. Όταν υπηρετούσα στην Ινδία, είχε τύχει να δω τα αποτελέσματα αυτού του ναρκωτικού σε αρκετές


KAT MARTIN

289

περιπτώσεις. Κάποιος από το σύνταγμά μου πέθανε απ’ αυτό». «Ίσως να ήταν ατύχημα», πρότεινε ο Τσαρλς. «Να έπεσε κατά λάθος το ναρκωτικό στο φαγητό της». «Ίσως και να το πίστευα αυτό... μόνο που ήταν η δεύτερη απόπειρα εναντίον της». Ο Τσαρλς έγειρε πίσω στην καρέκλα του φανερά σοκαρισμένος. «Ξέρεις ποιος το έκανε;» ρώτησε ο Ντέρεκ και έτριξε τα δόντια του. Ήταν ο πιο θερμόαιμος από τους Φόρσαϊθ. «Όχι ακόμα. Σας ζήτησα να έρθετε εδώ, επειδή ελπίζω ότι ίσως να μπορούσατε να βοηθήσετε». «Φυσικά», είπε ο Τσαρλς. «Θα κάνουμε ό,τι θελήσεις». «Γιατί να θέλει κάποιος να σκοτώσει την Κόραλι;» ρώτησε ο Τζέισον με τόνο που παρέμενε κάπως αβέβαιος. «Η σύζυγός μου, από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο κάστρο Τρεμέιν, ήταν πεπεισμένη ότι η αδελφή της δολοφονήθηκε. Προσπαθούσε να βρει τον υπεύθυνο». «Νόμιζα ότι αυτό το θέμα είχε κλείσει», είπε ο Τσαρλς με κάποια έκπληξη. Όπως όλοι στο σπίτι, είχε υποθέσει ότι η Κόρι είχε εγκαταλείψει τις έρευνές της απ’ τη στιγμή που είχε αποκαλυφθεί η πραγματική της ταυτότητα και είχε παντρευτεί τον Γκρέι. «Δεν υπήρχε τίποτα που να υποδεικνύει ότι κάποιος δολοφόνησε τη Λόρελ Γουίτμορ», πρόσθεσε. «Οι Αρχές πιστεύουν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία». «Κι εγώ έτσι πίστευα», είπε ο Γκρέι. «Πριν γίνει η δεύτερη απόπειρα εναντίον της Κόραλι. Τώρα νομίζω ότι η σύζυγός μου έχει απόλυτο δίκιο. Ο Ντολφ Πίτερσεν συμφωνεί». Ο Πίτερσεν γύρισε και κοίταξε τους υπόλοιπους. «Νομίζω ότι η τελευταία απόπειρα μιλάει μόνη της. Όσο η κόμισσα παραμένει ζωντανή, ο ένοχος κινδυνεύει να αποκαλυφθεί. Και η ποινή του θα είναι σίγουρα ο θάνατος». Ο Τσαρλς καθόταν ακίνητος. Ο Τζέισον κι ο Ντέρεκ έμοιαζαν να σκέφτονται αυτή την


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

290

εκδοχή. Η σιωπή κράτησε αρκετά, μέχρι που ο Γκρέι μίλησε ξανά. «Σας ζήτησα να έρθετε εδώ επειδή πρέπει να μάθω την αλήθεια. Θα μιλούσα στον καθένα σας ιδιαιτέρως, όμως νομίζω ότι το θέμα είναι πολύ σημαντικό. Επίσης πιστεύω ότι η Κόραλι έχει το δικαίωμα ν’ ακούσει όσα έχετε να πείτε». Το σκοτεινό βλέμμα του Γκρέι καρφώθηκε στον καθένα τους ξεχωριστά. «Ο Τζέισον έχει δώσει ήδη τις εξηγήσεις του γι’ αυτό το θέμα. Πράγμα που σημαίνει ότι μένετε εσείς, Ντέρεκ και Τσαρλς. Ήσασταν κι οι δύο εδώ τους μήνες προτού φύγει η Λόρελ Γουίτμορ για το Ιστ Ντίραμ, με ένα νόθο παιδί στην κοιλιά της. Αυτό που θέλω να μάθω είναι αν κάποιος από σας ήταν ο πατέρας του παιδιού». Η Κόραλι έσκυψε μπροστά. Αφού ο Τσαρλς δεν μπορούσε να γίνει πατέρας, έμενε μόνο ο Ντέρεκ. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν αρκετά άντρας ώστε να ομολογήσει την αλήθεια. Όμως ήταν ο Τσαρλς που μίλησε. Η φωνή του ήταν τραχιά. «Τα πράγματα δε συνέβησαν έτσι όπως νομίζεις». Ξεροκατάπιε. «Αγαπούσα τη Λόρελ και με αγαπούσε κι εκείνη. Ποτέ δε θέλησα να πάθει κακό». Δεν ήταν δυνατόν. Η Ρεμπέκα είχε πει ότι ο Τσαρλς δεν μπορούσε να γίνει πατέρας. Ωστόσο, μια ματιά στο χλομό, βασανισμένο του πρόσωπο ήταν αρκετή για να πείσει την Κόρι ότι έλεγε αλήθεια. Σηκώθηκε, ανίκανη να συγκρατήσει την οργή της. «Είσαι παντρεμένος άνθρωπος, Τσαρλς! Πώς μπόρεσες ν’ αποπλανήσεις μια αθώα κοπέλα; Πώς μπόρεσες να το κάνεις;» «Δεν είχα σκοπό να συμβεί κάτι τέτοιο». Η φωνή του Τσαρλς ήταν βραχνή από συγκίνηση. «Συναντηθήκαμε ένα πρωί ενώ κάναμε ιππασία. Το άλογο της Λόρελ χτύπησε σε μια πέτρα. Τη συνόδευσα με τα πόδια, ενώ γύριζε το άλογο στο στάβλο. Αρχίσαμε να συζητάμε. Ήταν τόσο εύκολο να μιλά κανείς μαζί της και είχαμε τόσα κοινά». Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. «Την επόμενη μέρα πήγα με το άλογο στο ίδιο σημείο, με την


KAT MARTIN

291

ελπίδα ότι θα την έβλεπα ξανά και, πράγματι, έτσι έγινε. Αρχίσαμε να συναντιόμαστε όποτε μπορούσαμε. Δε νομίζω ότι σκέφτηκε ποτέ κανείς μας ότι η σχέση μας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από φιλία». Κούνησε το κεφάλι του και τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. «Και, κάποια μέρα, συνέβη αυτό ακριβώς». Κοίταξε την Κόρι κι ο πόνος στο βλέμμα του ήταν τόσος, ώστε ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από οίκτο. «Η αδελφή σου ήταν ο πιο αξιαγάπητος, ο πιο καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ. Αν μπορούσα, θα πέθαινα εγώ στη θέση της». Η Κόρι αγνόησε τον οίκτο της. «Την εγκατέλειψες, Τσαρλς. Την άφησες μόνη όταν σε χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ». Ο Τσαρλς πάγωσε. «Δεν γνώριζα για το παιδί. Δε μου το είπε ποτέ. Ήξερε ότι ήμουν παντρεμένος. Δεν ήθελε να υποφέρει η οικογένειά μου εξαιτίας αυτού που είχαμε κάνει. Είπε ότι χρειαζόταν χρόνο για να τακτοποιήσει την κατάσταση. Σκέφτηκα ότι ίσως να είχε δίκιο». Ξεροκατάπιε. «Θα έπρεπε να την είχα εμποδίσει να φύγει. Αν το είχα κάνει, ίσως να ήταν ακόμα ζωντανή». Ο Τσαρλς άρχισε να κλαίει με λυγμούς, οι ώμοι του τραντάζονταν. Η Κόρι τον λυπήθηκε. Είχε χάσει τη Λόρελ και θρηνούσε για το χαμό της, όπως θα πρέπει να είχε θρηνήσει κι ο Τσαρλς. Σηκώθηκε και πήγε κοντά του, πέρασε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του και απλώς τον κράτησε. «Λυπάμαι», ψιθύρισε. «Λυπάμαι πολύ». Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και τραβήχτηκε από την αγκαλιά της. «Ποτέ δε θέλησα να προκαλέσω μια τέτοια τραγωδία», είπε απευθυνόμενος στους υπόλοιπους. «Η Λόρελ κι εγώ δε θελήσαμε ποτέ να... να πληγωθεί κανείς». Ο Γκρέι ανέλαβε τον έλεγχο ώστε να δώσει στον αδελφό του το χρόνο να συνέλθει κι η Κόρι κάθισε ξανά. «Ώστε λοιπόν δε γνώριζες για το παιδί», είπε ο Γκρέι. Ο Τσαρλς κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είδα τη Λόρελ παρά


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

292

μόνο αφού επέστρεψε απ’ το Ιστ Ντίραμ». «Τι έγινε;» «Όλα ήταν όπως και πριν. Την αγαπούσα ακόμα και με αγαπούσε κι εκείνη. Της είπα ότι ήθελα ν’ αφήσω τη Ρεμπέκα και να την παντρευτώ». Η Κόρι ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά της. Θα έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι ο Τσαρλς ήταν ο άντρας που είχε αγαπήσει η αδελφή της. Κι ότι την είχε αγαπήσει κι αυτός. «Τι είπε η Λόρελ;» ρώτησε ο Γκρέι. «Είπε ότι θα έπρεπε να σιγουρευτώ ότι αυτό ήθελα, να σιγουρευτώ ότι αυτό ήταν το σωστό. Της είπα ότι αυτό που ήθελα ήταν να την κάνω σύζυγό μου. Ότι ήξερα πως αυτό ήταν το σωστό». «Ποιος άλλος εκτός από τη Λόρελ γνώριζε τους σκοπούς σου;» ρώτησε η Κόρι. «Κανείς. Το θέμα συζητήθηκε μόνο μεταξύ μας». «Ώστε δε μίλησες ποτέ στη σύζυγό σου για διαζύγιο;» Ο Ντέρεκ σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του. «Δεν μπορεί να υπονοείς...» «Δεν το γνώριζε», είπε ο Τσαρλς. «Έλπιζα να επικοινωνήσει μαζί μου η Λόρελ, να συναντηθούμε, να οριστικοποιήσουμε τα σχέδιά μας. Αντίθετα, έμαθα από την αστυνομία ότι είχε... είχε...» Ο Τσαρλς ξεροκατάπιε και τα μάτια του βούρκωσαν ξανά. «Ότι είχε πνιγεί και ότι υπήρχε και ένα παιδί». Ο Τσαρλς έκλεισε τα μάτια κι η Κόρι ένιωσε τον πόνο του σαν να ήταν δικός της. «Κανείς δεν είναι τέλειος», είπε ο Γκρέι τρυφερά. «Ο γάμος σου με τη Ρεμπέκα κανονίστηκε όταν κι οι δυο ήσασταν ακόμα παιδιά. Με τη Λόρελ ερωτευτήκατε. Κάποιες φορές, τα πράγματα απλώς συμβαίνουν». Τότε πήρε το λόγο ο Τζέισον. «Είναι προφανές ότι ο Τσαρλς δεν έχει καμία σχέση με το θάνατο της Λόρελ Γουίτμορ. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Δε θα της έκανε κακό. Αν η σύζυγός σου είναι πεπεισμένη ότι η Λόρελ δολοφονήθηκε,


KAT MARTIN

293

πιστεύω ότι πρέπει να έπεσε θύμα κάποιου ληστή ή κανενός κλέφτη απ’ το χωριό». «Ο Τζέισον έχει δίκιο», συμφώνησε ο Ντέρεκ. «Στη γιορτή για το γάμο σας ήταν όλο το χωριό. Την Κόραλι μπορεί να τη νάρκωσε οποιοσδήποτε απ’ τους εκατοντάδες καλεσμένους». «Ξέρεις τι έκανε η Λόρελ εκείνο το βράδυ στο ποτάμι;» ρώτησε η Κόρι τον Τσαρλς. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ήταν ιδιαίτερα μακριά από το Σέλκερκ Χολ. Ίσως να ήθελε να σκεφτεί, να καθαρίσει το μυαλό της. Ίσως να είχε αποφασίσει να μου μιλήσει για το παιδί, δεν ξέρω. Ίσως τα πάντα να ήταν τυχαία, να της επιτέθηκε κάποιος ληστής, να του αντιστάθηκε και...» Ο Τσαρλς ξεροκατάπιε και έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Το βλέμμα του Γκρέι έλαμψε οργισμένο. «Ό,τι κι αν συνέβη, η σύζυγός μου δεν πρόκειται να γίνει το επόμενο θύμα. Θα ανακαλύψω ποιος είναι ο δολοφόνος και θα τον εμποδίσω να σκοτώσει ξανά». *** Μετά από επιμονή του Γκρέι, η Κόρι πέρασε την εβδομάδα κλεισμένη στο σπίτι. Η επίσκεψή της στο Σέλκερκ Χολ αναβλήθηκε. Ο Γκρέι τη συνόδευε ακόμα κι όταν έβγαινε για περίπατο στον κήπο. Στο μεταξύ, ο Ντολφ Πίτερσεν έμενε στο «Γκριν Ντράγκον», προσπαθώντας να συγκεντρώσει πληροφορίες απ’ το χωριό. Η Κόρι αναρωτιόταν αν η Γκρέτα θα προσφερόταν να κάνει πιο άνετη τη διαμονή του εκεί κι αν εκείνος θα δεχόταν. Αναρωτιόταν τι καινούριες πληροφορίες θα κατάφερνε να αποσπάσει από τη σερβιτόρα, αν δεχόταν. Η Ρεμπέκα έμαθε για τις απόπειρες ενάντια στην Κόρι, όμως δεν πείστηκε απόλυτα. «Πολύ πιθανόν να πρόκειται για συμπτώσεις, ξέρεις. Έσπασε ο ιμάντας της σέλας σου. Ύστερα έφαγες κάτι που σε πείραξε»,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

294

είπε. Η Κόρι δεν έφερε αντίρρηση. Η γνώμη της Ρεμπέκα δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Της είχαν μιλήσει για τις απόπειρες γιατί δε θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, όχι όμως και για τη σχέση του Τσαρλς με τη Λόρελ. Η Κόρι αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να μιλήσει στον Γκρέι για την παράνομη σχέση της Ρεμπέκα και για την εγκυμοσύνη της, όμως δεν ήξερε ποιος ήταν ο εραστής της και επρόκειτο για κάτι που δεν έμοιαζε να σχετίζεται με το θέμα που τους απασχολούσε. Κι ακόμα κι αν μιλούσε στον Γκρέι, δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι θα την πίστευε. Η αναστάτωση που επικρατούσε στο σπίτι ήταν τόση, ώστε τελικά αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν έλεγε τίποτα, τουλάχιστον προς το παρόν. Σκεφτόταν την απόφασή της όταν ο Τσαρλς, μετά το φαγητό, πήγε να τη βρει στη βεράντα. «Ρώτησα τον Γκρέι αν θα μπορούσα να σου μιλήσω ιδιαιτέρως», είπε, βγαίνοντας απ’ τις σκιές. Στάθηκε στο φως που έριχναν οι πυρσοί. «Τι συμβαίνει, Τσαρλς;» «Ήθελα να σου μιλήσω για την αδελφή σου. Ήθελα να ξέρεις πόσο πολύ την αγαπούσα κι ότι λυπάμαι τρομερά για όσα συνέβησαν». Η Κόρι τον κοίταξε. Διέκρινε ακόμα τη θλίψη στην έκφραση του. Σίγουρα θα είχε χρειαστεί απίστευτος αυτοέλεγχος για να καταφέρει να το κρατήσει κρυφό για τόσο καιρό. «Χαίρομαι που ήσουν εσύ», του είπε. «Χαίρομαι που ήσουν εσύ ο άντρας που ερωτεύτηκε η αδελφή μου». «Το εννοείς αυτό;» «Είσαι καλός άνθρωπος, Τσαρλς, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες της σχέσης σου με τη Λόρελ». Τα μάτια του βούρκωσαν. «Ήταν τα πάντα για μένα. Τα πάντα». Η Κόρι ένευσε. «Ναι. Το βλέπω».


KAT MARTIN

295

«Όταν ήρθες, νόμιζα ότι ήσουν απλώς βυθισμένη στη θλίψη για το χαμό της. Τώρα που μαθαίνω ότι πιθανόν να δολοφονήθηκε... σχεδόν δεν το αντέχω». «Θα τον βρούμε. Θα συνεργαστούμε όλοι... και θα τον βρούμε». Ο Τσαρλς χαμήλωσε το βλέμμα του σαν να ήθελε να πει κάτι σημαντικό και προσπαθούσε να βρει το κουράγιο για να το κάνει. «Δε ρώτησα ως τώρα... Υποθέτω ότι δεν άντεχα ν’ ακούσω την απάντηση. Το παιδί ήταν αγόρι ή κορίτσι;» Η Κόρι ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. «Είχες ένα γιο, Τσαρλς. Η Λόρελ τον ονόμασε Τζόσουα Μάικλ». Τα γαλανά μάτια του Τσαρλς γέμισαν πόνο. «Αυτό ήταν το όνομα του καλύτερού μου φίλου. Πέθανε από γρίπη, όταν ήμασταν στο οικοτροφείο. Η Λόρελ ήξερε πόσο δεμένοι ήμασταν, πόσο συχνά τον σκεφτόμουν». Η θλίψη στη φωνή του Τσαρλς ήταν δυσβάσταχτη. «Είσαι πολύ γενναία. Αν ήμουν κι εγώ πιο θαρραλέος...» «Δεν τη σκότωσες εσύ, Τσαρλς. Το λάθος δεν ήταν δικό σου». Ο Τσαρλς δεν είπε τίποτα άλλο, μόνο ένευσε καταφατικά, σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του. Ύστερα γύρισε κι έφυγε, αφήνοντάς τη να τον κοιτάζει, να νιώθει τον πόνο και τη θλίψη του. Λίγες στιγμές αργότερα, πήγε κοντά της ο Γκρέι. «Ο αδελφός μου είναι καλός άνθρωπος». «Ναι, είναι». «Άρα δεν πιστεύεις πλέον ότι είχε κάποια σχέση με το θάνατο της αδελφής σου;» «Όχι. Εύχομαι μόνο να είχε να μας δώσει πιο χρήσιμες πληροφορίες». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο μάγουλο του Γκρέι. «Κι εγώ». *** Πέρασαν αρκετές μέρες μέχρι να επιστρέφει ο Ντολφ Πίτερσεν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

296

στο σπίτι. Δυστυχώς, κλείστηκαν με τον Γκρέι στο γραφείο του κι η Κόρι δεν ήταν καλεσμένη στη συνάντησή τους. Ωστόσο, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να κρυφακούσει. Μόλις ο Γκρέι και ο Ντολφ κλείστηκαν στο γραφείο, εκείνη έτρεξε στην πόρτα και κόλλησε το αυτί της στο ξύλο. Ξαφνιάστηκε όταν τους άκουσε να συζητούν για την κόμισσα του Ντεβάν και για τον επικείμενο χορό μεταμφιεσμένων που θα έδινε. «Νομίζω ότι θα πρέπει να πάτε με τη σύζυγό σου», έλεγε ο Ντολφ. «Είσαι τρελός; Είδες τι συνέβη στη γιορτή του γάμου μας». «Αυτή τη φορά θα έχουμε άντρες, τόσο μέσα όσο και έξω από το σπίτι. Η σύζυγός σου θα είναι απόλυτα προστατευμένη». «Όχι. Αποκλείεται». «Γκρέι, αν δε βρεις τον ένοχο, αργά ή γρήγορα θα πετύχει το σκοπό του. Θα πρέπει να τον πιάσεις προτού τα καταφέρει. Κι αν δεν έχεις καμιά καλύτερη ιδέα, θα πρέπει να τον κάνουμε να εκδηλωθεί». «Με τη σύζυγό μου σαν δόλωμα. Η απάντηση είναι όχι». Η Κόρι άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο. «Λυπάμαι που παρεμβαίνω, λόρδε μου, όμως ο κύριος Πίτερσεν έχει δίκιο. Δεν μπορώ να μείνω για πάντα φυλακισμένη. Τώρα δεν μπορώ να κάνω ιππασία, δεν μπορώ να επισκεφτώ την οικογένειά μου. Ούτε καν στον κήπο δεν μπορώ να βγω για έναν περίπατο. Δε θα συνεχίσω έτσι. Απλώς, δε θα το κάνω». «Αφού κρυφάκουγες, άκουσες τι είπα. Είναι πολύ επικίνδυνο». «Το ίδιο και το να μη βρούμε τον ένοχο». Ο Γκρέι άδειασε τα πνευμόνια του. Για μερικές στιγμές έμεινε σιωπηλός. Ύστερα γύρισε και κοίταξε τον Ντολφ. «Πολύ καλά, θα κάνουμε αυτό που λες. Αν όμως κάτι πάει στραβά...» «Τίποτα δεν πρόκειται να πάει στραβά. Δε θα το επιτρέψουμε. Αν η θεωρία μας είναι σωστή, ο ένοχος είναι κάποιος απ’ το χωριό. Αυτό σημαίνει ότι δε θα είναι κάποιος από τους καλεσμένους, αλλά κάποιος από το προσωπικό που βοηθάει


KAT MARTIN

297

στις ετοιμασίες του χορού». «Πράγμα που σημαίνει ότι πιθανό να είναι ένας υπηρέτης ή μια καμαριέρα. Να πάρει, θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο μάγειρας!» «Όπως είπα, θα είμαστε προσεκτικοί. Κι εσύ θα είσαι μαζί με τη σύζυγό σου σε όλη τη διάρκεια του χορού». Ο Γκρέι κοίταξε αυστηρά την Κόρι. «Μπορείς να είσαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε. Ωστόσο, ήταν φανερό ότι ανησυχούσε. Η Κόρι ήξερε ότι αισθανόταν ένοχος για το θάνατο της πρώτης συζύγου του. Ήταν αποφασισμένος να μην επιτρέψει να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Κι αυτό σίγουρα δε συνέβαινε επειδή έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα για εκείνη. Απ’ τη στιγμή που ο Τσαρλς είχε εξομολογηθεί τον βαθύ έρωτά του για τη Λόρελ, ο Γκρέι ήταν πιο απόμακρος από ποτέ. Ακόμα και η ερωτική του επιθυμία έμοιαζε να έχει μειωθεί. Έκαναν έρωτα, αλλά όχι τόσο συχνά, κι ο Γκρέι φρόντιζε να ελέγχει το πάθος του. Αξιοποιούσε τις ικανότητάς του ώστε να χαρίζει την ηδονή τόσο σ’ εκείνη όσο και στον εαυτό του, φρόντιζε όμως να περιορίζει τα συναισθήματά του. Μόνο η ανησυχία που έβλεπε στα μάτια του της έδιναν μια κάποια, αμυδρή ελπίδα.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

298

Κεφάλαιο 25

Τα σχέδια είχαν καταστρωθεί και οι λεπτομέρειες είχαν τακτοποιηθεί. Ο Ντολφ έφερε άντρες απ’ το Λονδίνο, έναν μικρό στρατό από προστάτες. Παρ’ όλο που το προσωπικό της λαίδης Ντεβάν θα φορούσε τη γαλάζια λιβρέα της λαίδης, οι άντρες του Πίτερσεν, ντυμένοι σαν απλοί χωρικοί, θα περνούσαν απαρατήρητοι ανάμεσα στους σταβλίτες, έξω από το σπίτι και στο κατώτερο προσωπικό, που θα εργαζόταν στα παρασκήνια της εκδήλωσης. Ήταν τέτοιος ο αριθμός του έκτακτου προσωπικού που είχε προσληφθεί για τη γιορτή, ώστε οι άντρες του Πίτερσεν θα μπορούσαν να ανακατευτούν ανάμεσά τους χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Κάτι που πρόσφερε στην Κόρι κάποια παρηγοριά, αν και εξακολουθούσε ν’ ανησυχεί. Το ίδιο και ο Γκρέι, το ήξερε, παρότι είχε να τον δει απ’ το πρωί εκείνης της μέρας. Έλεγχε τα πάντα, έκανε αλλαγές της τελευταίας στιγμής, ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να βεβαιωθεί ότι θα ήταν ασφαλής. Ο Τσαρλς, ο Τζέισον και ο Ντέρεκ γνώριζαν επίσης το σχέδιο και είχαν συμφωνήσει να έχουν το νου τους για οτιδήποτε θα μπορούσε να δείχνει ύποπτο. Στις επτά εκείνο το απόγευμα είχαν φορέσει όλοι τις στολές τους και ήταν έτοιμοι να μπουν στις άμαξες που θα τους πήγαιναν στο Πάρκσαϊντ. Όλοι εκτός από την Κόρι, που είχε καθυστερήσει κάπως να ντυθεί. «Είστε σίγουρη, λαίδη μου;» Η Άννα την κοιτούσε ανήσυχη.


KAT MARTIN

299

«Είχατε πει ότι σκοπεύατε να ντυθείτε Ιουλία Αυγούστα, αυτοκράτειρα της Ρώμης». Αυτός ήταν ο σκοπός της Κόρι. Είχε φορέσει τον λεπτό, λευκό χιτώνα και τα χρυσαφιά σανδάλια σε κάποιο χορό στο Λονδίνο και είχε βρει το κοστούμι σε ένα απ’ τα μπαούλα της. «Άλλαξα γνώμη». «Σίγουρα όμως η σύζυγος ενός κόμη...» «Θα πάω ντυμένη επαρχιωτοπούλα. Πού είναι το κακό σ’ αυτό;» Η Άννα δάγκωσε τα χείλη της. «Πουθενά, λαίδη μου». Όταν όμως η Κόρι φόρεσε το φθαρμένο, ροδακινί φόρεμα από μουσελίνα κι ένα απλό, ψάθινο καπέλο, έμοιαζε ακριβώς στη Λέτι Μος -πράγμα που ήταν ο σκοπός της. Δεν ήξερε πώς της είχε έρθει αυτή η ιδέα, αλλά απ’ τη στιγμή που της είχε μπει στο κεφάλι, δεν μπορούσε να τη βγάλει. Δεν ήξερε τι θα ντυνόταν ο Γκρέι, ούτε ποια θα ήταν η αντίδρασή του όταν θα την έβλεπε. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος για τον οποίο ήταν τόσο αποφασισμένη να το κάνει. Άφησε την Άννα στο υπνοδωμάτιο και διέσχισε το διάδρομο προς τη σκάλα. Στ’ αυτιά της έφτανε το θρόισμα της απλής φούστας της από μουσελίνα και του μεσοφοριού της. Όταν έφτασε στην κορυφή της σκάλας, κοντοστάθηκε. Στη βάση της στεκόταν ο πιο όμορφος άντρας που είχε δει ποτέ και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ήταν ψηλός με φαρδιούς ώμους, φορούσε εφαρμοστή, μαύρη κιλότα ιππασίας, βαλμένη μέσα από ψηλές, μαύρες μπότες που έφταναν ως τα γόνατα και λευκό, λινό σακάκι με φαρδιά μανίκια. Τα μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω. Το πάνω μέρος του προσώπου του έκρυβε μια μάσκα από μαύρο μετάξι, που άφηνε να διακρίνονται μόνο τα μαύρα, διαπεραστικά του μάτια. Ήταν ντυμένος ληστής, όπως τον φανταζόταν από την πρώτη μέρα που τον είχε δει. Ήταν ο άντρας που είχε ερωτευτεί. Ένιωσε τα γόνατά της να τρέμουν, όταν ο Γκρέι σήκωσε το


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

300

βλέμμα του και την είδε να στέκεται στην κορυφή της σκάλας. Αναρωτήθηκε αν ο Γκρέι θα θύμωνε για τα ρούχα που είχε επιλέξει, όμως εκείνος χαμογέλασε. Περίμενε σιωπηλός, ενώ εκείνη κατέβαινε, κι ύστερα της έπιασε το χέρι. «Νομίζω ότι κάπου έχουμε συναντηθεί», της είπε κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση. «Κυρία Μος», είπε εκείνη. «Λέτι Μος, λόρδε μου». Τα μάτια του Γκρέι έλαμψαν πίσω από τη μάσκα του, έμοιαζε να μην τη χορταίνει. Κι εκείνη αναρωτήθηκε αν έδειχνε πραγματικά τόσο διαφορετική ή αν ήταν απλώς η ανάμνηση της γυναίκας που παρίστανε ότι ήταν κάποτε που απάλυνε το βλέμμα του όταν την κοιτούσε. «Νομίζω ότι η συντροφιά μας περιμένει», είπε ο Γκρέι. «Πηγαίνουμε, κυρία Μος;» Της πρότεινε το μπράτσο του και την οδήγησε στη σειρά από τις άμαξες που περίμεναν έξω από το σπίτι. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη εκεί και, βλέποντάς την, άρχισαν να επιβιβάζονται στις άμαξες. Όλοι φορούσαν κοστούμια. Η Ρεμπέκα ήταν ντυμένη Μαρία Αντουανέτα. Φορούσε μπλε σατέν φόρεμα κεντημένο με μπριγιάν και διακοσμημένο με χρυσές τρέσες. Η φούστα του φορέματος της ήταν φαρδιά, με φουρό, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, κι επίσης φορούσε μια ψηλή, λευκή περούκα, διακοσμημένη επίσης με χρυσές κορδέλες. Ο Τσαρλς ήταν ντυμένος Λουδοβίκος. Ο Τζέισον φορούσε κόκκινο, κυνηγετικό σακάκι και καπέλο και έδειχνε έτοιμος να καβαλήσει το άλογό του και να φύγει με τα σκυλιά του. Ο Ντέρεκ ήταν ντυμένος πειρατής, με χρυσό σκουλαρίκι στο αυτί, κάλυμμα στο ένα μάτι και σπαθί περασμένο στη ζώνη του. Όλοι ήταν ντυμένοι για το χορό και έτοιμοι για τη βραδιά που θα ακολουθούσε, κι ωστόσο ήταν φανερό ότι οι άντρες ένιωθαν απίστευτη ένταση. Ήταν οι προστάτες της. Κι εκείνη δεν πίστευε ότι θα αντιμετώπιζαν ελαφρά αυτό τους το καθήκον. Χρειάστηκε σχεδόν μία ώρα για να φτάσουν στο επόμενο χωριό


KAT MARTIN

301

και από εκείνα πάρουν το δρόμο για το Πάρκσαϊντ, την υπέροχη, γεωργιανού ρυθμού έπαυλη της λαίδης Ντεβάν. Όταν οι άμαξές τους σταμάτησαν μπροστά στην έπαυλη, η Κόρι πρόσεξε ότι όλα τα παράθυρα του σπιτιού ήταν φωτισμένα. Μισή ντουζίνα υπηρέτες με λιβρέες έσπευσαν να βοηθήσουν τους καλεσμένους και να τους οδηγήσουν στο κόκκινο, βελούδινο χαλί που ανέβαινε τα σκαλοπάτια της εισόδου κι έφτανε στο φουαγιέ της έπαυλης. «Θέλω να μείνεις κοντά μου», είπε ο Γκρέι. «Να μην τριγυρίζεις μόνη σου». Εκείνη ένευσε αφηρημένα, παρασυρμένη από την πολυτέλεια και την υπερβολή που έβλεπε παντού γύρω της. Κρατούσε μια μάσκα στολισμένη με πούπουλα, κολλημένη στην άκρη ενός μικρού ραβδιού. Την κρατούσε μπροστά στο πρόσωπό της και κοιτούσε γύρω της μέσα από αυτήν. Ο Γκρέι άγγιξε το πιγούνι της, αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει. «Θέλω να μου το υποσχεθείς». «Σου το υπόσχομαι». «Αν δεις οτιδήποτε, αν προσέξεις οτιδήποτε, θέλω να με ενημερώσεις». «Δεν είμαι ανόητη, Γκρέι». Ο Γκρέι χαμογέλασε. «Όχι. Ποτέ δεν ήσουν ανόητη». Της έπιασε το χέρι, ακούμπησε την παλάμη της στο βραχίονά του και κατευθύνθηκαν προς τη σειρά που είχαν σχηματίσει οι καλεσμένοι, ώστε να τους υποδεχτεί η λαίδη. Η λαίδη Ντεβάν, ντυμένη θεά Άρτεμις, στεκόταν στο φουαγιέ. Το βλέμμα της καρφώθηκε στον Γκρέι. «Αγαπητέ μου -χαίρομαι πολύ που σε βλέπω. Χαίρομαι πολύ που εσύ και...» Έκανε μια παύση, ξαφνιασμένη από τα απλά ρούχα της Κόρι. «Χαίρομαι πολύ που εσύ και η σύζυγός σου μπορέσατε να έρθετε». Ο Γκρέι χαμογέλασε. «Είμαι σίγουρος ότι θα περάσουμε υπέροχα απόψε». Οδήγησε την Κόρι στο εσωτερικό της έπαυλης, αφήνοντας την κόμισσα να τους κοιτάζει,


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

302

εμποδίζοντάς τη μ’ αυτόν τον τρόπο να ξεστομίσει κάποιο καυστικό σχόλιο. «Θα ήθελες να χορέψουμε;» ρώτησε. Η Κόρι τον κοίταξε έκπληκτη. Δεν είχε χορέψει ποτέ με το σύζυγό της. Αυτό φάνταζε παράξενο, ωστόσο, γνωρίζοντας τον Γκρέι, ξαφνιαζόταν που της το είχε προτείνει. Του χαμογέλασε χαρούμενη. «Θα ήθελα πολύ να χορέψω μαζί σου, λόρδε μου». Ο Γκρέι την κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του κατόπιν στάθηκε στα χείλη της κι εκείνη ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά ν’ απλώνεται μέσα της. Ο Γκρέι ακούμπησε την παλάμη του στη μέση της, την οδήγησε στην πίστα κι εκείνη αφέθηκε να χορεύει μαζί του βαλς. Ο Γκρέι χόρευε με την ίδια χάρη που η Κόρι είχε προσέξει ότι τον χαρακτήριζε όταν ίππευε το άλογό του. Και παρ’ όλο που ήταν τόσο ψηλότερος από εκείνη, τα βήματά τους ταίριαζαν απόλυτα. Ένιωθε κάτω από το χέρι της τους γυμνασμένους μυς του ώμου της να φουσκώνουν. Κι όταν στα ρουθούνια της έφτασε η διακριτική μυρωδιά του σανταλόξυλου, ο πόθος της φούντωσε. Ο Γκρέι θα πρέπει να το διαισθάνθηκε, γιατί όταν τον κοίταξε, διέκρινε στο βλέμμα του τον πόθο. Ήταν πολλές οι φορές που στη διάρκεια της βραδιάς η Κόρι διέκρινε το ίδιο βλέμμα στα μάτια του Γκρέι. Αν και την παρακολουθούσε και την πρόσεχε διαρκώς, η βραδιά ήταν γεμάτη διακριτικά αγγίγματα και φλογερά βλέμματα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, η υπόλοιπη συντροφιά τους ενώθηκε μαζί τους και κατευθύνθηκαν στην πινακοθήκη, να απολαύσουν το πλούσιο δείπνο που είχε ετοιμαστεί για τους καλεσμένους. «Είδες τίποτα;» ρώτησε ο Γκρέι τον Τζέισον. «Τίποτα απολύτως». «Ντέρεκ;» Ο Ντέρεκ κούνησε το κεφάλι και το χρυσό σκουλαρίκι του ταλαντεύτηκε στο αυτί του. «Εύχομαι σχεδόν να είχα δει». Ο Γκρέι έτριξε τα δόντια του. «Θα ήθελα να πιάσω αυτό το


KAT MARTIN

303

κάθαρμα απ’ το λαιμό και να το στραγγαλίσω». Η Κόρι ανατρίχιασε και η έκφραση του Γκρέι μαλάκωσε. «Λυπάμαι, γλυκιά μου. Δεν ήθελα να ακουστώ τόσο αιμοδιψής», της είπε. Όμως εκείνη ήταν σίγουρη ότι εννοούσε την κάθε του λέξη. Έφαγαν φασιανό και αστακό. Τα φαγητά βρίσκονταν σε πιατέλες σε μπουφέ, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν ασφαλή. Απόλαυσαν τη σαμπάνια τους, όμως κανείς τους δεν ήπιε υπερβολικά. Όσο προχωρούσε η βραδιά, η Κόρι άρχιζε να χαλαρώνει. Δεν πίστευε ότι ο άνθρωπος που έψαχναν ήταν εκεί. Ίσως να μην είχε καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση στο χορό ή, απλώς, να μην ήταν ακόμα έτοιμος να ξαναδοκιμάσει σε τόσο σύντομο διάστημα. Η ένταση του Γκρέι υποχώρησε κάπως όταν έφτασε κι εκείνος στο ίδιο συμπέρασμα και οι ματιές του έγιναν ακόμα πιο φλογερές. Με το κοστούμι του ληστή, ήταν ο πιο όμορφος άντρας στην αίθουσα, κι η Κόρι ένιωθε την ίδια έκρηξη αγάπης, την ίδια ισχυρή έλξη που είχε νιώσει γι’ αυτόν εκείνη τη βραδιά που μαινόταν η καταιγίδα. Στέκονταν κοντά στη σκάλα, κάνοντας ένα σύντομο διάλειμμα απ’ το χορό, όταν έσκυψε προς το μέρος του. «Θέλω να μου κάνεις έρωτα». Η έκφραση του Γκρέι γέμισε έκπληξη. «Δεν εννοείς εδώ; Τώρα;» Εκείνη του έριξε μια πονηρή ματιά. «Υπάρχει τόσος κόσμος. Σίγουρα θα μπορούμε να εξαφανιστούμε κάπου για λίγο, χωρίς να γίνει αντιληπτή η απουσία μας». Τα μάτια του Γκρέι έλαμψαν. Είχε να την κοιτάξει έτσι από εκείνη τη βραδιά στο κυνηγετικό περίπτερο. Της έπιασε το χέρι, κοίταξε αριστερά δεξιά και την οδήγησε στη στριφογυριστή σκάλα. Η Κόρι πρόσεξε ότι στο διάδρομο είχαν βρει καταφύγιο μερικά ακόμα ζευγάρια, κάποια απ’ τα οποία αναγνώρισε. Ο Γκρέι την οδήγησε στο τέρμα του διαδρόμου και από κει σε έναν δεύτερο διάδρομο, στον οποίο


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

304

δεν υπήρχε κανείς. Άνοιξε μια πόρτα, έλεγξε για να βεβαιωθεί ότι στο δωμάτιο δεν υπήρχε κανείς, οδήγησε την Κόρι στο εσωτερικό του και κλείδωσε την πόρτα. Εκείνη του έβγαλε τη μαύρη, μεταξωτή μάσκα. «Φίλησέ με». Το βλέμμα του Γκρέι έγινε έντονο. Της πήρε από το χέρι τη μάσκα με τα πούπουλα και της έδωσε ένα παθιασμένο, φλογερό φιλί. «Σε θέλω», είπε φιλώντας την. Εκείνη έλυσε την κορδέλα που συγκροτούσε τα μακριά, μαύρα μαλλιά του. «Κι εγώ σε θέλω. Σε θέλω όπως ήσουν εκείνο το βράδυ, στο κυνηγετικό περίπτερο». Ο Γκρέι τής χάιδεψε το μάγουλο. «Πώς ήμουν εκείνο το βράδυ;» Τα μάτια της Κόρι γέμισαν απρόσμενα δάκρυα. «Ήσουν ασυγκράτητος και τρυφερός. Ήσουν ο άντρας των ονείρων μου». *** Ο Γκρέι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Για μερικές, ατέλειωτες στιγμές, απλώς στεκόταν και κοιτούσε τη γυναίκα που ποθούσε όσο καμία άλλη. «Ω Κόραλι». Τα χέρια του έτρεμαν όταν την τράβηξε στην αγκαλιά του. Ήταν τόσο όμορφη εκείνο το βράδυ, τόσο αληθινή και ειλικρινής. Και την ήθελε τόσο πολύ. Κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του και τη φίλησε, τρυφερά στην αρχή και ύστερα με περισσότερο πάθος. Ο πόθος έκαιγε μέσα του και τα φιλιά του γίνονταν πιο ασυγκράτητα, πιο φλογερά. Εβδομάδες ολόκληρες προσπαθούσε να συγκρατηθεί, πίεζε τον εαυτό του να παραμένει σε απόσταση, ακόμα κι όταν βρίσκονταν στο κρεβάτι. Ήξερε ότι το σμίξιμό τους ήταν διαφορετικό από πριν είχε φροντίσει γι’ αυτό, διατηρώντας τον αυτοέλεγχό του. Όμως δεν είχε αντιληφθεί ότι η σύζυγός του


KAT MARTIN

305

είχε νιώσει κι εκείνη τη διαφορά. Ότι ήταν τόσο ανικανοποίητη όσο κι εκείνος. Τώρα, τα τρυφερά της λόγια και η λαχτάρα στο βλέμμα της τον άγγιζαν όπως δε θα μπορούσε να τον είχε αγγίξει τίποτα άλλο. Ένιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά και η ανάσα του έβγαινε κοφτή, λαχανιασμένη. Ένιωθε συγκλονισμένος, εντελώς αποπροσανατολισμένος, σαν να μην μπορούσε πλέον να αγνοεί τη μοίρα του. Σαν να μην ήθελε πλέον να το κάνει. Έπιασε την Κόρι από τους ώμους, της έδωσε ένα φλογερό φιλί κι ύστερα βάλθηκε να εξερευνά με τη γλώσσα του το στόμα της, να απολαμβάνει τη γλύκα της. Τη φιλούσε όπως δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να κάνει από τότε που επέστρεψαν στο κάστρο εκείνο το πρωί, μετά την καταιγίδα. Την κοιτούσε και σκεφτόταν πόσο πολύ την ήθελε, πόσο πολύ είχε καταλήξει να τη χρειάζεται. Της έδωσε ένα ακόμα φλογερό φιλί, απολαμβάνοντας τη γεύση των χειλιών της, το απαλό άρωμα του τριαντάφυλλου που την περιέβαλλε, μέχρι που το κορμί του δεν άντεχε άλλο και απαιτούσε διέξοδο στον πόθο που το συγκλόνιζε. Τη στήριξε με την πλάτη στον τοίχο, της ανασήκωσε τη φούστα, γλίστρησε τα δάχτυλά του κάτω απ’ το εσώρουχό της και βάλθηκε να τη χαϊδεύει. Ήταν υγρή και έτοιμη, ο πόθος της τόσο έντονος όσο και ο δικός του. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο», είπε, ενώ τη φιλούσε. Δάγκωσε απαλά τις άκρες των χειλιών της κι ύστερα τη φίλησε ξανά. «Δε χρειαζόμαστε πολύ χρόνο», είπε εκείνη με κομμένη την ανάσα και του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Εκείνος τη βοήθησε να ελευθερώσει τον ανδρισμό του, τη σήκωσε με την πλάτη της στηριγμένη στον τοίχο κι εκείνη πέρασε τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Βυθίστηκε μέσα της, ένιωσε τα δάχτυλά της να του χαϊδεύουν τα μαλλιά κι άκουσε το σιγανό βογκητό που ξέφυγε απ’ τα χείλη της. Βυθιζόταν μέσα της ξανά και ξανά, έχοντας χάσει εντελώς τον


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

306

έλεγχό του. Και δεν τον ένοιαζε πια. Αυτό ήταν που ήθελε, αυτό ήταν που χρειαζόταν απ’ τη γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά του, αυτό το ασυγκράτητο πάθος, το τόσο διαφορετικό απ’ το συγκρατημένο σμίξιμο που μοιράζονταν μετά το γάμο τους. Ένα φλογερό, ασυγκράτητο σμίξιμο που είχε να νιώσει από εκείνο το βράδυ στο κυνηγετικό περίπτερο. «Σε χρειάζομαι», είπε και βυθίστηκε μέσα της ξανά. «Ποτέ άλλοτε δε θέλησα γυναίκα τόσο πολύ». «Γκρέι...» Η Κόρι τον φιλούσε σαν να μην μπορούσε να τον χορτάσει. Η γλώσσα της βρέθηκε να εξερευνά το στόμα του. Ένα βαθύ μουγκρητό ξέφυγε από τα χείλη του Γκρέι. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, υπενθύμισε στον εαυτό του ότι ήταν ακόμα πολύ νωρίς, όμως, όταν ένιωσε τα πρώτα κύματα του οργασμού της Κόρι, του ήταν πλέον αδύνατον να συγκρατηθεί. Ένας εκρηκτικός οργασμός συγκλόνισε το κορμί του, τόσο έντονος που αναγκάστηκε να σφίξει τα δόντια, για να συγκρατήσει μια πρωτόγονη κραυγή. «Λέτι...» μούγκρισε και βυθίστηκε μέσα της μια τελευταία φορά, κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά του. «Γλυκιά μου αγάπη...» Την ένιωσε να κυριεύεται από ένταση. Τραβήχτηκε μακριά του, πήρε μια αδύναμη ανάσα και προσπάθησε να ελευθερωθεί. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι η Κόρι έτρεμε, ότι αγωνιζόταν να μην κλάψει. Την άφησε να πατήσει στα πόδια της. «Τι είναι, γλυκιά μου; Σε πόνεσα;» τη ρώτησε. Εκείνη τον κοίταξε και δάκρυα κύλησαν από τα μάγουλά της. «Με πλήγωσες, Γκρέι. Μου ράγισες την καρδιά», του είπε κι ύστερα γύρισε, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε τρέχοντας απ’ το δωμάτιο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της. Ο Γκρέι, για μια στιγμή, απέμεινε να στέκεται εντελώς ζαλισμένος. Τι στο καλό είχε κάνει; Την αποκάλεσες Λέτι, ανόητε.


KAT MARTIN

307

Αυτό το όνομα είχε ξεφύγει έτσι απλά από τα χείλη του, χωρίς να ξέρει γιατί. Σίγουρα δεν επρόκειτο για κάτι σημαντικό. Ό,τι κι αν είχε συμβεί, η σύζυγός του βρισκόταν υπό την προστασία του και έπρεπε να τη βρει. Κούμπωσε βιαστικά το παντελόνι του, βγήκε απ’ το δωμάτιο και διέσχισε βιαστικά το διάδρομο. Η Κόραλι ήταν άφαντη. Είδε τον Τσαρλς και τον Τζέισον στη βάση της σκάλας κι έτρεξε κοντά τους. «Είδατε την Κόραλι; Ήταν μαζί μου και τώρα δεν μπορώ να τη βρω». «Θα σε βοηθήσουμε να ψάξεις», είπε ο Τζέισον. «Εγώ θα πάω πάνω. Εσείς οι δύο ψάξτε εδώ κάτω». «Πρέπει να τη βρούμε!» αναφώνησε ο Γκρέι. «Ποιος ξέρει τι μπορεί να της συμβεί αν δεν τα καταφέρουμε». Ο Τσαρλς θα πρέπει να διέκρινε τον πανικό του στην έκφρασή του. Του έπιασε το χέρι. «Θα τη βρούμε. Θα ζητήσουμε κι από τον Ντέρεκ να μας βοηθήσει». Είχαν μόλις αρχίσει να ψάχνουν, όταν η Κόραλι πλησίασε τον Γκρέι, σαν να είχε μόλις επιστρέψει από έναν απογευματινό περίπατο. Ήταν χλομή, έδειχνε συγκλονισμένη κι ο Γκρέι ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Η ανησυχία του μετατράπηκε σε οργή. «Κόραλι, αν είναι δυνατόν, πού στο καλό ήσουν; Με κατατρόμαξες». Η Κόρι πήρε μια αδύναμη ανάσα και το πρόσωπό της χλόμιασε ακόμα περισσότερο. Η έκφρασή της του ράγισε την καρδιά. «Φοβάμαι ότι δεν αισθάνομαι πολύ καλά, λόρδε μου. Θα ήθελα να πάω στο σπίτι». Ο Γκρέι ανησύχησε. «Είσαι άρρωστη; Συνέβη κάτι;» «Όχι, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Απλώς... θέλω να πάω στο σπίτι». «Εντάξει. Ναι, καλή ιδέα». Ο Γκρέι τη συνόδευσε να πάρει το μανδύα της, αποχαιρέτησε τους αδελφούς του, τη Ρεμπέκα και τον Τζέισον και οι δυο τους έφυγαν απ’ την έπαυλη. Οι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

308

σωματοφύλακές τους πήραν τις θέσεις τους γύρω από την άμαξά τους, ενώ οι δυο τους έμπαιναν στο εσωτερικό της. Σε όλο το δρόμο μέχρι το κάστρο Τρεμέιν, ο Γκρέι κοιτούσε την Κόραλι, όμως εκείνη δεν είπε το παραμικρό για όσα είχαν συμβεί στο δωμάτιο του πάνω ορόφου. Ίσως να την είχε πληγώσει με τον ορμητικό, ασυγκράτητο τρόπο που της είχε κάνει έρωτα. «Πες μου τι έκανα», είπε, ενώ η άμαξά διέσχιζε το σκοτάδι. «Αν ήταν ο τρόπος που κάναμε έρωτα...» Η Κόρι κούνησε το κεφάλι. «Ήσουν υπέροχος. Ήσουν ακριβώς ο άντρας που θυμόμουν», είπε, όμως όταν τον κοίταξε, καινούρια δάκρυά κύλησαν απ’ τα μάτια της. «Πες μου». «Ήσουν ακριβώς όπως σε θυμόμουν. Όμως δεν είμαι η Λέτι, κι ούτε πρόκειται να γίνω ποτέ», απάντησε η Κόρι και δεν είπε τίποτα περισσότερο, ούτε καν όταν ανέβηκαν στα διαμερίσματά τους, όπου του είπε ότι εκείνο το βράδυ ήθελε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της. Ο Γκρέι την άφησε. Ένα πόνος έπνιγε την καρδιά του. Η Κόρι είχε ντυθεί όπως η Λέτι κι εκείνος την είχε αποκαλέσει μ’ αυτό το όνομα. Δεν καταλάβαινε γιατί αυτό την είχε πληγώσει τόσο βαθιά. Κι ούτε ήξερε πώς να επανορθώσει. Ό,τι κι αν χρειαζόταν να κάνει για να επανορθώσει, θα το έκανε. Θα ζητούσε συγνώμη κι όλα θα ήταν μια χαρά. Όμως το πρωί, όταν ρώτησε την καμαριέρα της αν η σύζυγός του ένιωθε καλύτερα, ανακάλυψε ότι η Κόρι είχε φύγει.


KAT MARTIN

309

Κεφάλαιο 26 Το Λονδίνο έσφυζε από δραστηριότητα καθώς η κομψή, μαύρη άμαξα διέσχιζε τους πολύβουους δρόμους. Η Κόρι είχε ξεχάσει πόσο θορυβώδης ήταν η πόλη, πόσο μολυσμένη η ατμόσφαιρα. Ταξίδευε όλη μέρα με την ελπίδα να φτάσει στο Λονδίνο προτού νυχτώσει, όμως το σκοτάδι είχε ήδη πέσει μια ώρα πριν. Αναστέναξε κι έγειρε πίσω στο βελούδινο κάθισμα. Όταν είχε φύγει από το κάστρο νωρίς εκείνο το πρωί, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η επιθυμία της να βρεθεί μακριά από τον Γκρέι και τον πόνο που είχε υπομείνει. Στο μακρύ ταξίδι τής είχε δοθεί ο χρόνος να σκεφτεί το τι θα έπρεπε να κάνει όταν θα έφτανε στην πόλη. Ο Γκρέι διατηρούσε ένα σπίτι στο Λονδίνο. Ως κόμισσα του Τρεμέιν είχε αναμφισβήτητα το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει, αλλά ίσως ο Γκρέι να την ακολουθούσε. Στο κάτω κάτω, ήταν ένας εξαιρετικά προστατευτικός άντρας. Όποια κι αν ήταν τα συναισθήματά του για εκείνη, ήταν σύζυγός του και θα ένιωθε υπεύθυνος γι’ αυτήν. Δεν ήταν έτοιμη να τον αντιμετωπίσει. Πιθανότατα, αν έφευγε απ’ τη χώρα, θα αντιμετώπιζε πολύ μικρότερο κίνδυνο. Ωστόσο, υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο να την ακολουθούσαν και το μόνο μέρος στο οποίο θα αισθανόταν πραγματικά ασφαλής ήταν με την Κρίστα και τον Λέιφ. Δεν ήθελε να ζητήσει τη βοήθειά τους, όμως χρειαζόταν τη συμβουλή της φίλης της και ήξερε ότι με τον Λέιφ και τον Θορ κοντά της, δε θα χρειαζόταν να φοβάται. Ήταν μετά την ώρα του δείπνου που η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο διώροφο, πέτρινο σπίτι των Ντρόγκαρ. Η Κόρι ανέβηκε τα απότομα σκαλοπάτια της εισόδου και χτύπησε την


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

310

πόρτα. Της άνοιξε ο μπάτλερ. «Μπορώ να σας βοηθήσω, κυρία μου;» τη ρώτησε. Εκείνη κατάφερε να χαμογελάσει. «Ίσως να με θυμάσαι. Είμαι η Κόραλι Γουίτμορ... τώρα κόμισσα του Τρεμέιν». «Μα φυσικά, λαίδη μου. Περάστε, παρακαλώ». Ο μπάτλερ ήταν ένας μεσόκοπος άντρας, τα μαλλιά του οποίου είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Η Κόρι θυμήθηκε ότι τον έλεγαν Σίμονς. «Αν θέλετε να με ακολουθήσετε στο σαλόνι, θα ενημερώσω τον κύριο και την κυρία Ντρόγκαρ για την άφιξή σας». «Ευχαριστώ». Η Κόρι ακολούθησε τον μπάτλερ σε ένα σαλόνι στο οποίο κυριαρχούσαν το κόκκινο και το χρυσάφι, με λάμπες στολισμένες με κρόσσια σε μικρά, σκαλιστά τραπέζια, ράφια γεμάτα με ένα σωρό μικροπράγματα και θήκες με όλα τα εβδομαδιαία περιοδικά του Λονδίνου. Το σαλόνι ήταν διακοσμημένο σε βικτωριανό στυλ, πιθανότατα όχι από την Κρίστα που ήταν πάντα υπερβολικά απασχολημένη για να σκεφτεί τέτοια πράγματα. Η Κόρι στεκόταν στο σπίτι της καλύτερής της φίλης και συνειδητοποιούσε ότι ένιωθε νευρικότητα. Για μια στιγμή ευχήθηκε να μην είχε πάει εκεί. Τότε μπήκε στο σαλόνι η Κρίστα και την έσφιξε παρηγορητικά στην αγκαλιά της. Εκείνη αφέθηκε, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την πολύχρονη φιλία τους. Έβαλε τα δυνατά της να μην κλάψει. Τί Κρίστα θα πρέπει να την ένιωσε να τρέμει, γιατί τραβήχτηκε ελαφρά. «Κόραλι, τι στο καλό συνέβη;» Ο Λέιφ στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Τί Κόρι πρόλαβε να δει τον Θορ προτού ο Λέιφ κλείσει τις πόρτες του σαλονιού, προσφέροντας σ’ εκείνη και την Κρίστα την απομόνωση που θα πρέπει να είχε διαισθανθεί ότι χρειάζονταν. «Πρόκειται για τον κόμη;» ρώτησε η Κρίστα και την οδήγησε στον καναπέ, όπου κάθισαν και οι δύο. «Δε σου έκανε κακό,


KAT MARTIN

311

έτσι δεν είναι; Γιατί αν...» «Δε μου έκανε κακό. Όχι με τον τρόπο που το εννοείς». Η Κρίστα τής έπιασε το χέρι. «Πες μου, καλή μου. Τι συνέβη που σε ανάγκασε ν’ αφήσεις το σύζυγό σου;» Την επόμενη μίση ώρα η Κόραλι μιλούσε στη φίλη της για τον Γκρέι, της έλεγε πόσο βαθιά τον είχε ερωτευτεί. Για το πώς, μετά το γάμο τους, είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της ότι ο Γκρέι δεν ήταν πλέον εκείνος που νόμιζε και ότι τα συναισθήματά της είχαν αλλάξει. Και για το πώς, τελικά, είχε αποδεχτεί την αλήθεια. «Τον αγαπώ τόσο πολύ», είπε και πήρε το μαντίλι που της έδωσε η Κρίστα, για να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Είναι σκληρός άνθρωπος, όμως μπορεί να γίνει τρυφερός. Είναι έξυπνος και πιστός. Είναι μοναχικός και έχει τόσο μεγάλη ανάγκη από αγάπη. Μ ’ αγγίζει κι εγώ...» Έστρεψε το βλέμμα της αλλού και κοκκίνισε όταν σκέφτηκε πώς την αναστάτωνε ο Γκρέι, με ένα απλό φιλί ή με ένα επιδέξιο άγγιγμά του. Πήρε μια αδύναμη ανάσα. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι ερωτευμένος μαζί μου, αλλά με κάποια που δεν υπάρχει. Είναι ερωτευμένος με τη Λέτι Μος». «Ω Κόραλι...» «Είναι αλήθεια, Κρίστα». Η Κόρι είπε στη φίλη της πώς ήταν τα πράγματα προτού παντρευτούν. Η Κρίστα άκουγε υπομονετικά, αν και ήταν φανερό ότι δεν είχε πειστεί απόλυτα. Ούτε καν όταν η Κόρι τής μίλησε για το χορό των μεταμφιεσμένων. «Για πρώτη φορά μετά το γάμο μας άφησε στην άκρη τις επιφυλάξεις του και μου έκανε έρωτα σαν να νοιαζόταν πραγματικά. Κι ύστερα με αποκάλεσε Λέτι... γλυκιά του αγάπη». Η Κρίστα τής έσφιξε το χέρι. «Δεν είναι και τόσο δύσκολο να καταλάβεις γιατί. Ήσουν ντυμένη όπως η Λέτι. Ίσως, για μια στιγμή, να μπερδεύτηκε». «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Όπως επίσης είμαι σίγουρη ότι θα προτιμούσε να ήταν εκεί η Λέτι Μος αντί για μένα».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

312

Μίλησαν για αρκετές ώρες, καθώς ο Λέιφ είχε την καλοσύνη να τις αφήσει μόνες. Τότε ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα και ο μεγαλόσωμος, ξανθός σύζυγος της Κρίστα άνοιξε τις πόρτες του σαλονιού. «Κυρίες μου, λυπάμαι που διακόπτω. Όμως, Κόραλι, είναι εδώ ο σύζυγός σου, κι αν δεν τον αφήσω να σε δει, πολύ σύντομα εκείνος κι ο Θορ θα αρχίσουν να καβγαδίζουν στην είσοδο». Η Κόρι σηκώθηκε από τον καναπέ. Είχε σκεφτεί ότι ο Γκρέι θα την ακολουθούσε. Θα ένιωθε αναγκασμένος να την προστατεύσει. Όμως δεν περίμενε ότι θα έφτανε μέσα στη νύχτα! Η πόρτα άνοιξε περισσότερο κι ο Γκρέι μπήκε στο σαλόνι. Φορούσε ρούχα ιππασίας και ψηλές, μαύρες μπότες. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και λασπωμένα, όπως και οι μπότες του. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω, όμως κάποιες τούφες είχαν ξεφύγει και έπεφταν στους ώμους του, σαν να είχαν παρασυρθεί απ’ τον αέρα. Ήταν φανερό ότι είχε φτάσει ως εκεί καλπάζοντας, ώστε να μειώσει το προβάδισμα της Κόρι. Η Κόρι αγνόησε τη συγκίνηση που της προσκάλεσε το γεγονός ότι είχε φτάσει τόσο γρήγορα, λέγοντας στον εαυτό της ότι ο Γκρέι απλώς είχε κάνει αυτό που θεωρούσε καθήκον του. Στάθηκε μπροστά της. Τα σκούρα μάτια του πετούσαν φωτιές. «Τι στο καλό κάνεις στο Λονδίνο;» Μέχρι εκεί έφτανε το ενδιαφέρον του. «Χρειαζόμουν λίγο χρόνο να σκεφτώ. Κι αυτό είναι το μόνο μέρος που θεώρησα ότι θα μπορούσα να το κάνω». «Και ο κίνδυνος, Κόραλι; Σκέφτηκες τι θα μπορούσε να σού συμβεί όταν έφυγες μόνη;» ρώτησε ο Γκρέι και, πριν εκείνη προλάβει να απαντήσει, στράφηκε στον Λέιφ και τον Θορ που στέκονταν πίσω του, σαν έτοιμοι για μάχη. «Σας είπε ότι η ζωή της κινδυνεύει; Έτυχε να σας αναφέρει η θερμόαιμη σύζυγός μου ότι παραλίγο θα έπεφτε θύμα δολοφονίας;» Ο Λέιφ έσμιξε τα ξανθά φρύδια του. «Θα έπρεπε να μας το


KAT MARTIN

313

είχες πει, Κόραλι». Ο Θορ την κοίταξε αποδοκιμαστικά. «Αν είναι έτσι, δεν έπρεπε να φύγεις μόνη σου. Όμως δεν πρέπει να φοβάσαι. Θα φροντίσουμε ώστε να είσαι ασφαλής». Τα γαλανά μάτια του Λέιφ καρφώθηκαν στον Γκρέι. «Γιατί να θέλει κάποιος να σκοτώσει την Κόραλι;» «Εξαιτίας της επιμονής της να βρει ποιος δολοφόνησε την αδελφή της». Η Κρίστα σήκωσε το κεφάλι της σοκαρισμένη. «Νόμιζα ότι είχες ξεμπερδέψει μ’ αυτή την ιστορία, Κόραλι!» «Πες τους, Γκρέι. Πες τους ότι είχα δίκιο -ότι η Λόρελ δολοφονήθηκε». «Υποθέτω ότι έτσι έγινε, αν και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε αποδείξεις. Το ότι κάποιος θέλει την Κόραλι νεκρή επιβεβαιώνει τη θεωρία της. Ο Ντολφ Πίτερσεν συνεχίζει την έρευνά του και το πιστεύει κι αυτός». Ο Γκρέι κοίταξε τη σύζυγό του οργισμένος. «Και το τελευταίο που θα έπρεπε να κάνεις, ήταν να φύγεις μόνη σου, χωρίς καμία προστασία!» Κινήθηκε προς το μέρος της. Εκείνη οπισθοχώρησε, μέχρι που οι ώμοι της ακούμπησαν στον τοίχο. «Αρκετά μ’ αυτή την ανοησία. Θα γυρίσεις στο σπίτι μαζί μου. Δεν πρόκειται να σε αφήσω εδώ». «Δε θα έρθω μαζί σου, Γκρέι. Η Κρίστα λέει ότι είμαι ευπρόσδέκτη να μείνω εδώ, κι αυτό σκοπεύω να κάνω». «Δε σου δίνω το δικαίωμα της επιλογής!» Ο Γκρέι την έπιασε απ’ το μπράτσο κι άρχισε να την τραβάει προς την πόρτα. Ο Θορ τού έκλεισε το δρόμο. «Η σύζυγός σου δε θέλει να φύγει». «Σας είπα, η ζωή της κινδυνεύει. Είμαι ο σύζυγός της. Είναι καθήκον μου να φροντίσω για την ασφάλειά της». «Η Κόραλι θα είναι ασφαλής εδώ, με τον αδελφό μου κι εμένα». Ο όμορφος, μελαχρινός Νορβηγός συγκίνησε την Κόρι. Στους μήνες που ακολούθησαν το γάμο της Κρίστα είχαν γίνει φίλοι


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

314

με τον Θορ, αν και ο Νορβηγός περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο Χέρτλαντ, με τον καθηγητή Χαρτ, μελετώντας την αγγλική γλώσσα και τις αγγλικές συνήθειες. Τον είχε συμπαθήσει πολύ και έδειχνε να τη συμπαθεί κι εκείνος. Επιπλέον, ήταν φίλη της Κρίστα και, κατά συνέπεια, μέλος της ευρύτερης οικογένειάς του. Όπως ο Λέιφ, ο Θορ ήταν πολύ προστατευτικός απέναντι στην οικογένεια και τους φίλους του. «Δε φεύγω χωρίς αυτήν», είπε ο Γκρέι, έτοιμος να πιαστεί στα χέρια με τον Θορ, που ήταν τουλάχιστον δέκα εκατοστά ψηλότερος και αρκετά πιο βαρύς απ’ αυτόν. Η Κόρι μπήκε ανάμεσά τους. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο, Γκρέι». «Κόρι, είσαι η σύζυγός μου». «Είμαι η σύζυγός σου, όμως δε μ’ αγαπάς. Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να το αποδεχτώ». Ο Γκρέι άνοιξε το στόμα, όμως από τα χείλη του δεν ακούστηκε το παραμικρό. Η Κόρι διέκρινε στην έκφρασή του πόσο αναστατωμένος ήταν, την ευθύνη που ένιωθε να φροντίσει για την ασφάλειά της. Όμως δεν ήταν ψεύτης, πράγμα που σήμαινε ότι δεν είχε τίποτα να της πει. «Αυτοί οι άντρες είναι πολεμιστές», συνέχισε η Κόρι, συγκροτώντας την απογοήτευσή της. «Σίγουρα αντιλαμβάνεσαι ότι θα είμαι ασφαλής όσο είμαι μαζί τους». «Η θέση σου είναι μαζί μου». «Δεν είμαι έτοιμη να φύγω». Ο Γκρέι γύρισε κι άρχισε να βαδίζει πάνω-κάτω στο σαλόνι. «Δε μου αρέσει αυτό -καθόλου». «Γκρέι, θα μείνω». Ο Γκρέι γύρισε και κάρφωσε με το βλέμμα του τον Θορ. «Αν την αφήσω στη φροντίδα σου, εγγυάσαι για την ασφάλειά της;» «Σου δίνω το λόγο μου, σαν πολεμιστής». Ο Γκρέι το αποδεχόταν αυτό. «Μου δίνεις επίσης το λόγο σου ότι θα της φερθείς με το σεβασμό που της αξίζει σαν σύζυγός μου και ότι δε θα τη φλερτάρεις με κανέναν τρόπο;»


KAT MARTIN

315

Ο Θορ χαμογέλασε αχνά. «Είναι όμορφη, αλλά είναι δική σου». Ο Γκρέι στράφηκε στην Κόραλι. «Θα επιστρέφω αύριο. Υπάρχουν διάφορα που πρέπει να πούμε». Η Κόρι αναρωτήθηκε τι θα μπορούσε να είχε να της πει και προσπάθησε να συγκρατήσει τις ελπίδες της. «Εντάξει». Ο Γκρέι κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αλλά σταμάτησε και γύρισε πίσω. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φλογερό, κτητικό φιλί. Όταν σταμάτησε να τη φιλάει, τα γόνατά της έτρεμαν. «Θα επιστρέφω», είπε τραχιά κι έφυγε. Η Κόρι έμεινε να στέκεται, κατακόκκινη εξαιτίας της εξωφρενικής συμπεριφοράς του. Η Κρίστα πήγε κοντά της. «Λυπάμαι, Κόραλι, όμως δε νομίζω ότι ένας άντρας που φιλάει έτσι μια γυναίκα δεν την αγαπάει». Η Κόρι ένιωσε έναν κόμπο να της κλείνει το λαιμό. «Ο Γκρέι δεν ξέρει πώς να αγαπάει». Η Κρίστα κοίταξε τον ξανθό, όμορφο, μεγαλόσωμο σύζυγό της, έναν άντρα που είχε φτάσει στο Λονδίνο χωρίς να μιλάει καν τη γλώσσα. Δεν ήξερε τίποτα για τις αγγλικές συνήθειες ούτε πώς να βγάλει το ψωμί του. Σήμερα ήταν παντρεμένος με την εγγονή ενός κόμη, πατέρας ενός γιου οκτώ μηνών και ιδιοκτήτης μιας επιτυχημένης ναυτιλιακής εταιρείας. Η Κρίστα απλώς χαμογέλασε. «Είναι εκπληκτικό το πόσα μπορεί να μάθει ένας άντρας». *** Ο Γκρέι ήταν ξύπνιος πολύ μετά τα μεσάνυχτα, προσπαθώντας μάταια να αποκοιμηθεί διαβάζοντας. Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε ένα σιγανό χτύπημα και η πόρτα άνοιξε. Ο Σαμίρ διέσχισε το υπνοδωμάτιο τόσο αθόρυβα, που ήταν σαν να εμφανίστηκε μπροστά του ως διά μαγείας. «Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Σκέφτηκα ότι ίσως με χρειαζόσασταν».


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

316

Ο Ινδός είχε τρομερή αντίληψη. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες, Σαμίρ. Σκόπευα να μείνω μόνο ένα βράδυ και να επιστρέψω αύριο με τη σύζυγό μου. Αλλά αυτό μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί». «Αρνείται να επιστρέψει μαζί σας;» Ο Γκρέι ένευσε. «Γυναίκα είναι. Και συμπεριφέρεται ανάλογα». «Κι όμως, εσείς δεν την εξαναγκάζετε, όπως θα μπορούσατε». Ο Γκρέι αναστέναξε. «Λέει ότι χρειάζεται χρόνο. Με δεδομένα τα όσα πέρασε, αυτή της η απαίτηση δε μου φάνηκε υπερβολική». «Σας αγαπάει». Ο Γκρέι έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Δεν ήξερε καν τι ήταν η αγάπη. Η μητέρα του τον είχε αγαπήσει, όμως είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που, αν ήθελε να ήταν ειλικρινής, όφειλε να ομολογήσει ότι δεν το θυμόταν. Κι ωστόσο, όταν άκουσε τον Σαμίρ να του λέει ότι η Κόρι τον αγαπούσε, η καρδιά του γέμισε με την ελπίδα να ήταν πράγματι αλήθεια. «Θα πρέπει να της δείξετε κι εσείς τα συναισθήματά σας». Ο Γκρέι κούνησε το κεφάλι του. «Δε θα ήξερα πώς να το κάνω». «Θα μπορούσατε να της πείτε πώς νιώθετε». «Δε θα της πω ψέματα. Δε θα ήταν δίκαιο». «Σωστά, ταυτόχρονα, όμως, μη λέτε ψέματα στον εαυτό σας». Ο Γκρέι δε μίλησε. Ό,τι κι αν ένιωθε για την Κόραλι, δεν το είχε ξανανιώσει για καμία άλλη γυναίκα. Ήταν άραγε αγάπη; Κάγχασε. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που θα αγαπούσε. «Αν δεν μπορείτε να βρείτε τις λέξεις για να της το πείτε, θα πρέπει να της το δείξετε. Η σύζυγός σας ποτέ δεν... πώς λέτε εσείς οι Άγγλοι τη διαδικασία με την οποία κερδίζεις μια γυναίκα προσφέροντάς της δώρα και μικρές απολαύσεις;» Ο Γκρέι χαμογέλασε. «Φλερτ». «Αυτό θα πρέπει να κάνετε». «Σαμίρ, ανησυχώ για τη ζωή της. Δε μου περισσεύει χρόνος για


KAT MARTIN

317

να τη φλερτάρω». Ο μικρόσωμος Ινδός ανασήκωσε τους λεπτούς ώμους του. «Αυτό είναι κάτι που θα το αποφασίσετε εσείς». Ως το πρωί ο Γκρέι είχε φτάσει στο συμπέρασμα ότι ο Σαμίρ, ως συνήθως, είχε δίκιο. Πρώτα έγραψε στον Τσαρλς, στον Τζέισον και τον Ντέρεκ ώστε να τους πληροφορήσει πως θα έμενε στο Λονδίνο για τουλάχιστον μία εβδομάδα. Ήξερε ότι θα ανησυχούσαν και ότι αν δεν είχαν νέα του, θα τον ακολουθούσαν. Αντίθετα, τους ζήτησε να μείνουν στο κάστρο και να συνεχίσουν να συνεργάζονται με τον Ντολφ, ώστε να βρουν ποιος απειλούσε τη ζωή της Κόραλι. Το επόμενο που έκανε, ήταν να σταματήσει σε ένα ανθοπωλείο. Εκεί αγόρασε μισή ντουζίνα ανθοδέσμες με κίτρινα τριαντάφυλλα, ζήτησε να σταλούν στο σπίτι των Ντρόγκαρ, κι ύστερα αγόρασε κι ένα επιπλέον μπουκέτο με κόκκινα τριαντάφυλλα. Η μυρωδιά τους του θύμισε την Κόραλι. Πλησίασε τα λουλούδια στη μύτη του κι έπειτα ξεκίνησε για το σπίτι όπου έμενε η σύζυγός του. Δεν ήξερε τι θα έλεγε, πώς θα την έπειθε να επιστρέψει, ήξερε όμως ότι την ήθελε στο σπίτι του. Η θέση της ήταν εκεί, στο κρεβάτι του. Κι εκείνος ήταν άνθρωπος που κυνηγούσε αυτό που ήθελε. *** Η Κόρι κατέβηκε στο ισόγειο να συναντήσει την Κρίστα στην τραπεζαρία και βρήκε το χολ της εισόδου γεμάτο κίτρινα τριαντάφυλλα. Στα βάζα του σαλονιού υπήρχαν κι άλλα τριαντάφυλλα και όταν μπήκε στην τραπεζαρία, αντίκρισε ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα στο κέντρο του τραπεζιού. Η βαθιά φωνή του Λέιφ ακούστηκε από τη θέση του, στην κεφαλή του τραπεζιού. «Είναι προφανές ότι ο σύζυγός σου ενδιαφέρεται για σένα πολύ περισσότερο απ’ όσο πιστεύεις». Η καρδιά της σταμάτησε. Ήταν άραγε δυνατόν;


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

318

«Ο Γκρέι τα... τα έστειλε όλα αυτά;» Έδειξε και τα υπόλοιπα λουλούδια που ήταν διάσπαρτα σε όλο το σπίτι. «Διάβασα μία από τις κάρτες», είπε η Κρίστα και χαμογέλασε. «Μ’ έτρωγε η περιέργεια». «Μα ο Γκρέι δεν είναι ο τύπος που θα έστελνε λουλούδια σε μια γυναίκα». «Κατά τα φαινόμενα, είναι», είπε η φίλη της. «Κι απ’ όσο θυμάμαι, τα τριαντάφυλλα είναι τα αγαπημένα σου λουλούδια». «Δεν μπορεί να το ξέρει αυτό». Ο Θορ κάγχασε. «Μυρίζεις τριαντάφυλλα. Οποιοσδήποτε άντρας θα το καταλάβαινε». Τα πυκνά, μαύρα μαλλιά του έφταναν λίγο πιο πάνω απ’ τους ώμους του και το τετράγωνο πιγούνι του, σε συνδυασμό με τα υπέροχα, γαλανά μάτια του, τον έκανε έναν από τους πιο όμορφους άντρες που είχε δει ποτέ. Όμως ήταν ο Γκρέι που την έλκυε, τον Γκρέι αγαπούσε. Όσο έπαιρναν το πρωινό τους, η Κόρι μίλησε στους φίλους της για τις απόπειρες που είχαν γίνει κατά της ζωής της και τις προσπάθειές τους να πιάσουν τον άνθρωπο που, πιθανόν, να την ήθελε ακόμα και νεκρή. «Προσπαθήσαμε να τον κάνουμε να εμφανιστεί στο χορό μεταμφιεσμένων της κόμισσας. Το κόλπο δεν έπιασε, όμως ο χορός ήταν υπέροχος». Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. «Ε... ίσως να γράψω ένα άρθρο γι’ αυτόν στο επόμενο τεύχος του περιοδικού». Μια κραυγή χαράς ξέφυγε από τα χείλη της Κρίστα. Σηκώθηκε, πήγε στη φίλη της και την αγκάλιασε σφιχτά. «Ω Κόραλι, αυτό θα ήταν υπέροχο. Η Λίνζι κάνει εκπληκτική δουλειά, όμως δουλεύει εξαιρετικά σκληρά. Το άρθρο σου θα της επέτρεπε να κάνει ένα διάλειμμα». Ο Θορ κάγχασε. «Της χρειάζεται κάτι περισσότερο από διάλειμμα. Της χρειάζεται ένας άντρας που θα την πάρει στα χέρια του». Η Κρίστα σήκωσε το βλέμμα της απεγνωσμένα. «Οι δυο τους


KAT MARTIN

319

τσακώνονται σαν παιδιά. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορούν να τα βρουν». «Δεν ξέρει τη θέση της», μούγκρισε ο Θορ. «Κι εσύ ζεις ακόμα στον δέκατο έκτο αιώνα, Θορ Ντρόγκαρ». Ο Θορ δεν μπήκε στον κόπο να διαφωνήσει. Είχαν φτάσει με τον αδελφό του στην Αγγλία από ένα μακρινό νησί στα βόρεια της Σκοτίας, ένα νησί το οποίο δεν υπήρχε σε κανέναν ναυτικό χάρτη. Ζούσαν εκεί ακριβώς όπως οι Βίκινγκ πρόγονοί τους για περισσότερα από τριακόσια χρόνια. Ήταν καθαρά θέμα τύχης που η Κόρι και η Κρίστα είχαν συναντήσει τον Λέιφ, ο οποίος είχε γλιτώσει από ένα ναυάγιο και είχε ξεβραστεί στις αγγλικές ακτές. Οι δυο τους τον είχαν βοηθήσει να ξεφύγει από εκείνους που τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Ο πατέρας της Κρίστα, ο σερ Πάξτον Χαρτ, τον είχε βοηθήσει να φτιάξει μια καινούρια ζωή στο Λονδίνο και, σ’ αυτό το διάστημα, ο Λέιφ και η Κρίστα είχαν ερωτευτεί. Κάποια στιγμή ο Θορ είχε ακολουθήσει τον αδελφό του στην Αγγλία και ο σερ Πάξτον τον δίδασκε και τον βοηθούσε να γίνει τζέντλεμαν -πράγμα όχι και τόσο εύκολο για τον Θορ. Προς το παρόν εργαζόταν στο περιοδικό, ταυτόχρονα όμως εργαζόταν και με τον αδελφό του στη ναυτιλιακή εταιρεία. Ο μπάτλερ εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας και απευθύνθηκε στην Κόρι. «Λαίδη Τρεμέιν, λυπάμαι που σας ενοχλώ, όμως ο σύζυγός σας...» «Θέλει να σου μιλήσει», είπε ο Γκρέι μπαίνοντας στην τραπεζαρία. «Λυπάμαι που εισβάλλω έτσι», είπε στους άλλους, αν και δεν έδειχνε να λυπάται καθόλου, «όμως πρέπει να μιλήσω στη σύζυγό μου». Βλέποντας ότι το πιάτο της ήταν σχεδόν άδειο, τη βοήθησε να σηκωθεί απ’ το τραπέζι. «Μας συγχωρείτε...» Ο τόνος του ήταν περισσότερο επιτακτικός παρά παρακλητικός. Στο κάτω κάτω, ήταν ο κόμης του Τρεμέιν και ήταν συνηθισμένος να γίνεται αυτό που ήθελε. «Φυσικά», είπε η Κρίστα διπλωματικά, ενώ ο Θορ έριχνε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

320

δολοφονικές ματιές στον Γκρέι. Η Κόρι δε διαμαρτυρήθηκε. Ήθελε ν’ ακούσει τι είχε να της πει ο σύζυγός της. «Μας συγχωρείτε», επανέλαβε και τον άφησε να την οδηγήσει στην πόρτα της τραπεζαρίας. «Μου θυμίζει κάποιον που γνωρίζω», ψιθύρισε η Κρίστα στον Λέιφ, ενώ η Κόρι και ο Γκρέι έβγαιναν στο διάδρομο. Ο σύζυγός της απλώς μούγκρισε. Όταν η Κόρι μπήκε στο σαλόνι, ο Γκρέι τής έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. «Οι αδελφοί Ντρόγκαρ είναι πολύ ασυνήθιστοι. Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να έχουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία. Ίσως με τον καιρό, να μου την πεις». «Ίσως», είπε η Κόρι. Όμως εκείνη τη στιγμή υπήρχαν άλλα πράγματα που ήθελε να συζητήσουν. Οδήγησε τον Γκρέι στον καναπέ και κάθισαν κι οι δύο. «Σ’ ευχαριστώ για τα λουλούδια. Ξαφνιάστηκα που τα έστειλες». Ο Γκρέι έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Σε παρακολουθούσα στον κήπο. Σκέφτηκα ότι θα σου άρεσαν». «Ία τριαντάφυλλα είναι τα αγαπημένα μου λουλούδια». Ο Γκρέι χαμογέλασε. «Ίο μάντεψα». Ώστε λοιπόν είχε προσέξει το άρωμά της. «Για ποιο πράγμα ήθελες να μου μιλήσεις;» Ο Γκρέι την κοίταξε στα μάτια. «Για τη Λέτι Μος». Προσπάθησε να μη μορφάσει. Ο Γκρέι ήταν πάντα ευθύς. «Τι... τι έχεις να μου πεις γι' αυτήν;» «Γιατί σε αναστάτωσε τόσο το ότι σε αποκάλεσα με τ’ όνομά της;» Η Κόρι χαμήλωσε το βλέμμα και ίσιωσε μια πιέτα στη φούστα της. «Επειδή πάντα ήθελες τη Λέτι. Εκείνη, όχι εμένα. Έλπιζα ότι αυτό θα άλλαζε, προφανώς όμως δεν έγινε έτσι». Ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι. Το άγγιγμά του ήταν ζεστό και το βλέμμα του γεμάτο ένταση όταν την κοίταξε στα μάτια. «Η Λέτι Μος ήταν μια γυναίκα που ήθελα να ρίξω στο κρεβάτι. Δε θα την παντρευόμουν ποτέ».


KAT MARTIN

321

«Όχι;» «Όχι». «Εξαιτίας της κοινωνικής της θέσης; Δεν περίμενα ότι θα ήσουν ο τύπος που θα νοιαζόταν για κάτι τέτοιο». «Δεν έφταιγε το τι ήταν. Έφταιγε το τι δεν ήταν. Η Λέτι που ενσάρκωσες θα με είχε ικανοποιήσει στο κρεβάτι, αλλά τίποτα περισσότερο. Χρειάζομαι μια γυναίκα έξυπνη και ενδιαφέρουσα, μια γυναίκα αφοσιωμένη και σταθερή, μια γυναίκα στην οποία να μπορώ να βασιστώ. Χρειάζομαι μια γυναίκα που δε θα φοβάται να υψώσει το ανάστημά της και να διαφωνήσει μαζί μου. Ξέρω ότι δεν είμαι εύκολος άνθρωπος». Η Κόρι χαμογέλασε. «Όχι, είσαι ξεροκέφαλος και δύσκολος. Είσαι κτητικός και υπερβολικά αυταρχικός». Ο Γκρέι χαμογέλασε κι εκείνος. «Όμως είμαι εξαιρετικά ικανός στο κρεβάτι». Η Κόρι κοκκίνισε. «Ναι, είσαι, παλιοκάθαρμα, αν και σε προτιμώ όταν χαλαρώνεις τις άμυνές σου και αφήνεις τα συναισθήματά σου να φανούν». «Κι εγώ σε προτιμώ περισσότερο έτσι». «Μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά;» Ο Γκρέι έφερε την παλάμη της στα χείλη του και τη φίλησε. Κι η Κόρι ένιωσε το κορμί της να κυριεύεται από έξαψη. «Έλα μαζί μου, Κόραλι. Θα κάνουμε μια καινούρια αρχή, θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον όπως θα έπρεπε να είχαμε κάνει από την πρώτη στιγμή». Η ελπίδα φούντωσε στην καρδιά της. Κι όμως, δεν μπορούσε ακόμα να τον εμπιστευτεί απόλυτα. «Δώσε μου λίγο περισσότερο χρόνο». «Να πάρει, Κόραλι». «Σε παρακαλώ, Γκρέι». «Σε θέλω στο κρεβάτι μου. Ακόμα και τώρα που καθόμαστε εδώ, μου είναι δύσκολο να κρατηθώ μακριά σου», είπε ο Γκρέι κι έσφιξε τις γροθιές του, σαν να προσπαθούσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να την αγγίξει.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

322

«Θέλω να έρθω μαζί σου, Γκρέι -δε φαντάζεσαι πόσο πολύ. Όμως, απλώς, δεν είμαι έτοιμη ακόμα». Ο Γκρέι την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι τόσο αποφασισμένη;» «Το χρειάζομαι αυτό, Γκρέι». Ο Γκρέι ένευσε. «Εντάξει. Θα σου δώσω το χρόνο που χρειάζεσαι, υπό έναν όρο». «Ποιον;» Ο Γκρέι χαμογέλασε. Ήταν τόσο όμορφος που η Κόρι ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. «Θα συμφωνήσεις να κάνεις μαζί μου μια βόλτα με την άμαξα, σήμερα το απόγευμα». Η Κόρι ένιωσε ικανοποίηση, μαζί με μια μικρή δόση ανησυχίας. «Το θεωρείς ασφαλές;» «Δε θα έρθω μόνος. Θα έχω τουλάχιστον δυο άντρες μαζί μου». Η Κόρι ένευσε. «Τότε θα ήθελα πολύ να κάνω μια βόλτα με την άμαξα μαζί σου». Ο Γκρέι έσκυψε και τη φίλησε. Και το φιλί του, τρυφερό στην αρχή, έγινε φλογερό, βαθύ, ασυγκράτητο. Κι όταν τελείωσε, ήταν κι οι δυο τους ξέπνοοι και φλέγονταν από πόθο. «Θα σε δω στις τέσσερις», είπε ο Γκρέι τραχιά και σηκώθηκε να φύγει. Η Κόρι τον παρακολουθούσε να κατευθύνεται προς την πόρτα και σκεφτόταν πόσο πολύ την είχε ξαφνιάσει ο σύζυγός της. Της έδινε το χρόνο που ήθελε. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι οι επιθυμίες της ήταν τόσο σημαντικές γι’ αυτόν. Σε θέλω στο κρεβάτι μου, της είχε πει. Όμως εκείνη είχε ανάγκη να βεβαιωθεί ότι ήταν η γυναίκα που ήθελε πραγματικά ο Γκρέι και όχι ένα φάντασμα που δεν υπάρξει ποτέ. Έφερε στο μυαλό της τα γεγονότα των δύο τελευταίων ημερών και σκέφτηκε ότι ίσως ο Γκρέι να μην την αγαπούσε, κατά τα φαινόμενα, όμως, νοιαζόταν γι’ αυτήν περισσότερο απ’ όσο η ίδια είχε πιστέψει. Αρπάχτηκε από αυτή την ελπίδα κι ανέβηκε στο δωμάτιό της, να ξεκινήσει το άρθρο του για το χορό μεταμφιεσμένων της λαίδης Ντεβάν.


KAT MARTIN

323

Κεφάλαιο 27

Ο Γκρέι, όπως έκανε κάθε απόγευμα, πήγε την Κόρι μια βόλτα με την άμαξά στην πόλη. Ήταν τόσο τρυφερός, όσο σπάνια τον είχε δει η Κόρι, την πήγαινε για ψώνια, της αγόραζε δώρα και γλυκά. Αρνιόταν να της αγοράσει άλλο άρωμα εκτός από εκείνο του τριαντάφυλλου που συνήθιζε να φοράει και, για κάποιον λόγο, η Κόρι το βρήκε γοητευτικό. Ήταν υπέροχο να είναι μαζί του, να απολαμβάνει την προσοχή που τόσο απλόχερα της πρόσφερε. Και δεν την ανησυχούσε ιδιαίτερα το ότι τον ερωτευόταν ακόμα περισσότερο. Ήταν ο σύζυγός της. Αν ήθελε να πετύχει ο γάμος τους, το να τον αγαπήσει, ήταν ένα ρίσκο που θα έπρεπε να πάρει. Ο Γκρέι την επισκεπτόταν τα απογεύματα, ενώ τα πρωινά, όταν ο Λέιφ εργαζόταν στην εταιρεία του, ο Θορ συνόδευε εκείνη και την Κρίστα στο περιοδικό. Η Κόρι τελείωσε το άρθρο της για το χορό μεταμφιεσμένων της λαίδης, αποφεύγοντας, με κάποια μικρή δυσκολία ήταν η αλήθεια, να αναφέρει τα ονόματα των ζευγαριών που είχε δει στο διάδρομο. Ύστερα έγραψε ένα άρθρο για τις χαρές της ζωής στην εξοχή -χαρές που δε θα της περνούσαν ποτέ απ’ το μυαλό, προτού επισκεφτεί το κάστρο Τρεμέιν. Αν και της άρεσε το ότι δούλευε ξανά, σκέφτηκε ότι είχε αλλάξει στους μήνες που είχαν μεσολαβήσει. Πλέον δεν τη συγκινούσαν τόσο πολύ όσα συνέβαιναν στους κύκλους της καλής κοινωνίας και, εξαιτίας του Γκρέι, γνώριζε πόση ζημιά


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

324

μπορούσαν να προκαλέσουν τα αβάσιμα κουτσομπολιά. Όπως πάντα, απολάμβανε τη συνεργασία της με την Κρίστα και έβρισκε ενδιαφέρον το να παρακολουθεί τον Θορ και τη Λίνζι Γκρέιαμ, τη φίλη της απ’ το σχολείο, που την είχε αντικαταστήσει στο περιοδικό. Η Λίνζι και ο Θορ φρόντιζαν να αποφεύγουν ο ένας τον άλλον, σαν να μην άντεχαν να βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Η Λίνζι, λεπτή, με μελένια, καστανά μαλλιά και καστανά μάτια, ξεχείλιζε από ενέργεια και δυναμισμό, ήταν μια γυναίκα που, ξεκάθαρα, είχε στόχους και φιλοδοξίες. Ο Θορ πίστευε ότι η θέση μιας γυναίκας ήταν στο σπίτι -να επεξεργάζεται γούνες, σκεφτόταν η Κόρι, να υφαίνει ή να κοσκινίζει στάρι. Κι όμως, υπήρχε μια συγκεκριμένη ένταση στην ατμόσφαιρα κάθε φορά που οι δυο τους συναντιόντουσαν τυχαία. Ενδιαφέρον, σκέφτηκε, ενώ έβγαινε απ’ το γραφείο με τον Γκρέι, που είχε περάσει να την πάρει για την απογευματινή τους βόλτα στην πόλη. Αν και ο καλοκαιρινός καιρός ήταν υπέροχος, ζεστός αλλά όχι πάρα πολύ, και τα λουλούδια στο πάρκο άνθιζαν με τα πιο υπέροχα χρώματα, ο Γκρέι αρνιόταν να κατεβάσει την οροφή της χαμηλής, βικτωριανής άμαξας με την οποία έκαναν τη βόλτα τους στην πόλη. «Αν το έκανα, θα γινόσουν υπερβολικά εύκολος στόχος», είπε ο Γκρέι. «Δεν είμαι διατεθειμένος να το διακινδυνεύσω». Γι’ αυτό στο πίσω μέρος της άμαξας υπήρχαν δυο ένοπλοι φρουροί που παρίσταναν τους υπηρέτες κι η Κόρι ήξερε ότι ο Γκρέι ήταν επίσης οπλισμένος. Καθισμένοι άνετα στο εσωτερικό της άμαξας, άφηναν το απαλό βουητό των τροχών να τους χαλαρώνει. «Απόλαυσα το χρόνο που περάσαμε μαζί αυτή την εβδομάδα», είπε η Κόρι, προσπαθώντας να μην προσέχει τον τρόπο που την κοιτούσε ο Γκρέι, τον πόθο στο βλέμμα του που δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει. «Είναι η πρώτη ευκαιρία που μας δόθηκε μετά το γάμο μας να γνωριστούμε», πρόσθεσε. Κοίταξε τον Γκρέι. «Όμως ακόμα δεν έχουμε μιλήσει για τη


KAT MARTIN

325

μακαρίτισσα, την πρώτη σύζυγό σου, Γκρέι. Θα μου πεις γι’ αυτήν;» Ο Γκρέι έμεινε για αρκετές στιγμές σιωπηλός. Ύστερα αναστέναξε κι άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει πίσω στο κάθισμα, απρόθυμα, η Κόρι το έβλεπε, αλλά, κατά κάποιον τρόπο, με ένα είδος παραίτησης. «Η Τζίλιαν ήταν νέα και όμορφη. Μόλις είχα αποκτήσει τον τίτλο. Θεώρησα ότι χρειαζόμουν μια σύζυγο και η Τζίλιαν φάνταζε κατάλληλη». «Κατάλληλη; Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο την παντρεύτηκες;» Ο Γκρέι ανασήκωσε τους ώμους. «Τότε έμοιαζε αρκετός». «Τι συνέβη τη μέρα του θανάτου της;» Ο Γκρέι έστρεψε το βλέμμα του αλλού, στα μαγαζιά στο πλάι του δρόμου. Ένα αγοράκι έτρεξε να κυνηγήσει μια μπάλα κι ύστερα ξαναγύρισε στο σημείο όπου τον περίμενε ο φίλος του. «Η Ρεμπέκα είχε οργανώσει μια βόλτα με βάρκες», είπε ο Γκρέι. «Οι καλεσμένοι ήταν αρκετοί. Την τελευταία στιγμή, αποφάσισα να μην ακολουθήσω. Ένιωθα νευρικότητα. Δεν μπορούσα ν’ αντέξω τη σκέψη ότι θα περνούσα τη μέρα μου συμπεριφερόμενος ευγενικά, παριστάνοντας ότι ενδιαφέρομαι, όταν στην πραγματικότητα αδιαφορούσα παντελώς. Έτσι πήγα για ιππασία. Όταν επέστρεψα στο κάστρο, λίγο πριν νυχτώσει, με περίμενε ο Τσαρλς. Μου είπε ότι η βάρκα παρουσίασε διαρροή λίγο μετά την αναχώρησή τους από την αποβάθρα και ότι πολύ σύντομα βυθίστηκε. Όλοι κατάφεραν να βγουν στην όχθη, εκτός από την Τζίλιαν». «Ω Γκρέι, λυπάμαι πολύ». Ο Γκρέι κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, όμως δεν έδειχνε να προσέχει ούτε τις άμαξες στο δρόμο ούτε τους ανθρώπους που προχωρούσαν βιαστικά. «Ο Τσαρλς είπε ότι βυθίστηκε και δε ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Η φούστα της θα πρέπει να πιάστηκε σε κάποιον βυθισμένο κορμό ή κάτι παρόμοιο, δεν ξέρω.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

326

Έψαχναν πολλές ώρες γι’ αυτήν. Δε βρήκαμε τη σορό της παρά την επόμενη μέρα». Ο Γκρέι σήκωσε το βλέμμα του κι η Κόρι διάβασε τον πόνο στην έκφρασή του. «Αν ήμουν εκεί, θα μπορούσα να την είχα σώσει. Ήμουν ο σύζυγός της. Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να την προστατεύσω». Η Κόρι έσκυψε προς το μέρος του και του χάιδεψε το μάγουλο. «Δεν ευθύνεσαι για το θάνατο της Τζίλιαν περισσότερο απ’ όσο ευθύνομαι εγώ για ό,τι συνέβη στη Λόρελ. Για πολλούς μήνες κατηγορούσα τον εαυτό μου που δεν ήμουν εκεί όταν με χρειαζόταν. Πίστευα ότι, αν μου είχε μιλήσει για το παιδί, με κάποιον τρόπο θα μπορούσα να την είχα βοηθήσει. Όμως η αλήθεια είναι ότι η ζωή είναι γεμάτη ατυχίες. Μπορούμε να κάνουμε μόνο ό,τι καλύτερο μπορούμε. Αυτό είναι όλο που περιμένει ο Θεός από εμάς». Ο Γκρέι την κοίταξε. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του, μια υπόνοια ότι ένιωθε ευάλωτος, κάτι που σπάνια άφηνε να φανεί. Έστρεψε το βλέμμα του αλλού κι όταν την κοίταξε ξανά, η έκφρασή είχε αλλάξει, όπως και το θέμα. «Είναι καιρός να γυρίσεις στο σπίτι». Στην Κόρι δεν άρεσε καθόλου η αποφασιστικότητα που διέκρινε στα φλογερά, σκούρα μάτια του. «Μα απολαμβάνω τόσο το φλερτ σου. Αυτό δεν κάνεις; Με φλερτάρεις». Τα μάγουλα του Γκρέι κοκκίνισαν. «Προσπαθώ να σε κάνω ευτυχισμένη. Αυτά είναι που αρέσουν σε μια γυναίκα, σωστά;» Της έριξε μια φλογερή ματιά. «Φυσικά, υπάρχουν πολύ καλύτεροι τρόποι με τους οποίους θα μπορούσα να σε ικανοποιήσω». Το βλέμμα του στάθηκε στα στήθη της. «Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να γυρίσεις στο σπίτι». Από τα χείλη της ακούστηκε ένας αναστεναγμός όταν την τράβηξε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φλογερό φιλί, μια υπόσχεση για το τι θα συνέβαινε αν υπέκυπτε στις απαιτήσεις του. Και μπήκε στον πειρασμό να το κάνει. Πολύ έντονα -και το


KAT MARTIN

327

μυαλό της ήταν θολωμένο όταν ο Γκρέι την άφησε. Ωστόσο, δεν ήταν ακόμα έτοιμη να επιστρέφει. «Δεν μπορώ, Γκρέι. Όχι ακόμα». «Κόραλι, σε προειδοποιώ. Δε φημίζομαι για την υπομονή μου. Κι εσύ τη φέρνεις στα όριά της». Η Κόρι το ήξερε. Ένιωθε ότι βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα λιοντάρι. «Μόνο μερικές ακόμα μέρες». Από τα χείλη του Γκρέι ακούστηκε ένα μουγκρητό που, για κάποιο λόγο, φάνταζε απόλυτα ταιριαστό. «Ξέρω τι θέλεις ν’ ακούσεις... αυτά που θέλει ν’ ακούσει κάθε γυναίκα. Όμως εγώ δεν ξέρω τίποτα για την αγάπη, Κόραλι. Ξέρω μόνο ότι νοιάζομαι πολύ βαθιά για σένα. Σε χρειάζομαι, Κόραλι. Σε παρακαλώ, γύρισε σπίτι». Νοιάζομαι πολύ βαθιά για σένα. Αυτά τα λόγια άγγιξαν την καρδιά της. Ειπωμένα από έναν άντρα σαν τον Γκρέι, τόσο αβέβαιο για τα συναισθήματά του και χωρίς καμία απολύτως ιδέα για το πώς να τα διαχειριστεί, ήταν λόγια που λάτρεψε. Ο Γκρέι τής έδινε περισσότερα απ’ όσα είχε πιστέψει ποτέ ότι θα της έδινε. Ξεροκατάπιε, καθώς ένας κόμπος τής έκλεινε το λαιμό. «Εντάξει. Θα γυρίσω στο σπίτι μαζί σου, Γκρέι». Τα μάτια του έκλεισαν με ανακούφιση. «Ευτυχώς». Την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Εκείνη ένιωθε τον φλογερό, ασυγκράτητο πόθο του ακόμα και όταν ο Γκρέι την άφηνε αργά. Άπλωσε το χέρι του και παραμέρισε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της που έπεφτε στο μάγουλό της. «Όσο κι αν θέλω να επιστρέφουμε στο κάστρο, νομίζω ότι θα έπρεπε να μείνουμε στο Λονδίνο για λίγο ακόμα. Ε[ οικογένειά μου και ο Ντολφ ψάχνουν τον άνθρωπο που προσπάθησε να σε σκοτώσει, αλλά μέχρι να τον βρουν, πιστεύω ότι εδώ θα είσαι πιο ασφαλής». Το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνη. «Πιθανόν». «Κι αφού θα μείνουμε, μπορούμε κάλλιστα να το διασκεδάσουμε. Κανόνισα να σε πάω στο θέατρο απόψε... αν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

328

βέβαια θέλεις». «Στο θέατρο;» Ο Γκρέι θα πρέπει να διέκρινε την έκπληξη στην έκφρασή της, γιατί χαμογέλασε. «Δεν περνάω όλο το χρόνο μου στην επαρχία, ξέρεις. Κι ούτε περίμενα ποτέ να κάνεις κάτι τέτοιο κι εσύ». Η Κόρι πάντα λάτρευε το Λονδίνο. Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει. «Λατρεύω το θέατρο. Θα ήθελα πολύ να πάω». Ο Γκρέι φάνηκε να ικανοποιείται. «Θα έχουμε σωματοφύλακες μαζί μας, άρα δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς». Έγειρε πίσω στο κάθισμά του. «Απόψε θα πάμε στο θέατρο. Κι έπειτα, θα επιστρέψεις στο κρεβάτι μου». Η Κόρι ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Της είχε λείψει ο έρωτάς του, της είχε λείψει να κοιμάται πλάι του τα βράδια. Εκείνο το βράδυ θα επέστρεφε στο σπίτι της. Αναρωτήθηκε πότε είχε αρχίσει να σκέφτεται σαν σπίτι της οποιοδήποτε μέρος ήταν μαζί της κι ο Γκρέι. *** Το θέατρο ήταν γεμάτο κόσμο, με κυρίες και κυρίους ντυμένους κομψά. Η Κόρι δεν είχε επισκεφτεί το Βασιλικό Θέατρο μετά την ανακαίνιση του εσωτερικού του. Το προσωπικό θεωρείο του κόμη βρισκόταν στο δεύτερο διάζωμα. Το εσωτερικό του ήταν επενδεδυμένο με χρυσάφι βελούδο και επιπλωμένο με ασορτί, βελούδινες πολυθρόνες. Όταν βρέθηκαν ασφαλείς στο εσωτερικό του, οι δύο σωματοφύλακες που τους είχαν συνοδεύσει ως το θεωρείο επέστρεψαν στην άμαξα να περιμένουν το τέλος της παράστασης. Η Κόρι άφησε τον Γκρέι να τη βοηθήσει να καθίσει κι ύστερα κάθισε κι εκείνος στην πολυθρόνα πλάι της. Θέλοντας να τον ευχαριστήσει, είχε φορέσει μια μεταξωτή γαλάζια τουαλέτα που άφηνε τους ώμους της γυμνούς και είχε ένα αρκετά αποκαλυπτικό ντεκολτέ. Η φαρδιά φούστα του είχε μπροστά


KAT MARTIN

329

ένα σχέδιο σε σχήμα «ν», που έκανε τη μέση της να φαντάζει εξαιρετικά λεπτή, και φορούσε ένα υπέροχο κολιέ με μαργαριτάρια που της είχε αγοράσει ο Γκρέι στο «Χάρινγκτον’ς», ένα ακριβό κατάστημα της Μποντ Στρητ. Είχε φροντίσει ιδιαιτέρως τα πυρρόξανθα μαλλιά της. Τα είχε κάνει μπούκλες και τα είχε πιάσει έτσι που έπεφταν χαλαρά στους ώμους της. Κατά τα φαινόμενα, είχε κάνει καλή επιλογή. Το βλέμμα του Γκρέι στεκόταν στα στήθη της ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα οι ρώγες της να σκληραίνουν κάτω απ’ τον κορσέ της. Ο πόθος που τόσο τολμηρά άφηνε να φαίνεται, έστελνε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της κι ένιωθε και τον δικό της πόθο να ξυπνάει. Ο πόθος της φούντωνε όλο και περισσότερο με κάθε λεπτό που περνούσε πλάι του στο θεωρείο. Ο Γκρέι, ντυμένος στα μαύρα, με τα κατάμαυρα, στιλπνά μαλλιά του και τα διαπεραστικά, καστανά μάτια του να τονίζονται απ’ τη λευκή γραβάτα του, ήταν τόσο όμορφος, ώστε με δυσκολία κατάφερνε να παρακολουθεί το έργο. Εκείνο το βράδυ ο Γκρέι κρατούσε μπαστούνι με ασημένια λαβή, πράγμα που τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό. Και ήταν φανερό ότι στο πέρασμά του εντυπώσιαζε τις κυρίες. Το έργο, μια φαρσοκωμωδία με τίτλο Το Χωρατό, που είχε ανεβεί για πρώτη φορά στη Βιέννη, ήταν πολύ διασκεδαστικό και έκανε τον Γκρέι να γελάσει. Η Κόρι ένιωσε να πλημμυρίζει από αγάπη όταν τον κοίταξε, κι εκείνος έσκυψε προς το μέρος της και τη φίλησε. Χάιδεψε με τον αντίχειρά του το κάτω χείλος της. «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που είπες σήμερα». Αναφερόταν στη συμβουλή της να μην κατηγορεί τον εαυτό του για ό,τι είχε συμβεί στην Τζίλιαν. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που μπορούσε να γελάει εκείνο το βράδυ. Ίσως είχε κάνει το πρώτο βήμα για να συγχωρήσει τον εαυτό του, το πρώτο βήμα για να γιατρέψει τις πληγές του. Το έργο ήταν υπέροχο, όμως, όταν τελείωσε, ο Γκρέι δε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

330

γελούσε πια. Αντίθετα, την κοιτούσε σαν να ήθελε να την κάνει δική του εκεί, στο θεωρείο, κάνοντάς την κι εκείνη να θέλει να κάνει ακριβώς αυτό. «Απόλαυσα το έργο», της είπε. «Όμως υπάρχει κάτι που σκοπεύω να απολαύσω πολύ περισσότερο μόλις επιστρέψουμε στο σπίτι». Εσένα, έλεγε το βλέμμα του και μια υπέροχη ζεστασιά κυρίευσε την Κόρι. Χαμογελούσε όταν βγήκαν από το θεωρείο. Τότε ένας άντρας βρέθηκε δίπλα της και ένιωσε κάτι να της πιέζει τα πλευρά. Χαμήλωσε το βλέμμα της και μια μικρή κραυγή ξέφυγε απ’ τα χείλη της όταν αντίκρισε ένα πιστόλι. Ο άγνωστος την πίεσε ξανά με την κάννη του όπλου. «Όταν θα φτάσουμε στο τέλος του διαδρόμου, θα δεις μια πόρτα. Θα σε βγάλει στην πίσω πλευρά του κτιρίου». Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Αναρωτιόταν αν ήταν αυτός ο άντρας που είχε προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Ω, μα πώς ήξερε πού να τη βρει; «Λεν... δεν πηγαίνω πουθενά με...» Ένας οξύς πόνος δεν την άφησε να συνεχίσει. «Καλύτερα να κάνεις αυτό που σου λέω». Ο άγνωστος είχε κοκαλιάρικες παλάμες, βρόμικα μαλλιά και βρομούσε ξινισμένο αλκοόλ. Τρέμοντας, κοίταξε τον Γκρέι. «Κάνε ακριβώς ό,τι σου λέει, Κόραλι». Ένας δεύτερος άντρας, πιο μεγαλόσωμος από τον πρώτο, στεκόταν δίπλα στον Γκρέι. Η Κόρι είδε ένα δεύτερο όπλο. Ο Γκρέι τής πίεσε την παλάμη όταν την ένιωσε να τρέμει στο μπράτσο του, σαν να την προειδοποιούσε να παραμείνει ήρεμη. Το βλέμμα του της έλεγε ότι δεν έπρεπε να φοβάται, ότι απλώς κέρδιζε χρόνο, αναζητώντας την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει. Προχωρούσαν ανάμεσα στο πλήθος χωρίς κανείς να έχει αντιληφθεί το παραμικρό, παρ’ όλο που οι άγνωστοι άντρες ήταν πιο φτωχικά ντυμένοι απ’ τους υπόλοιπους θεατές που έβγαιναν απ’ τα θεωρεία τους. Ήταν αργά και όλοι ήταν


KAT MARTIN

331

κουρασμένοι, ανυπομονούσαν να πάνε στα σπίτια τους, ακριβώς όπως ανυπομονούσε και η Κόρι, μόλις μερικά λεπτά νωρίτερα. Ο Γκρέι άνοιξε την πόρτα στο τέρμα του διαδρόμου κι η Κόρι διέκρινε μια εξωτερική σκάλα, που κατέβαινε στην αλέα πίσω από το θέατρο. Την κατέβηκαν και, μόλις τα πόδια της Κόρι πάτησαν στο έδαφος, ο Γκρέι την έσπρωξε βίαια στην άκρη. «Τρέχα!» φώναξε. Ένα πιστόλι εκπυρσοκρότησε κι η Κόρι ούρλιαξε όταν είδε τον Γκρέι και τον μεγαλόσωμο άντρα να πέφτουν στο έδαφος και να στριφογυρνούν, ενώ ο ένας τους βογκούσε από πόνο. Ω, ας μην είναι ο Γκρέι, ευχήθηκε και τον είδε να τινάζεται όρθιος, την ίδια στιγμή που ο δεύτερος άγνωστος τον σημάδευε με το όπλο του. «Γκρέι!» φώναξε η Κόρι και όρμησε καταπάνω του, ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Το πιστόλι ξέφυγε απ’ το χέρι του. Ο άγνωστος τη γύρισε και τη χαστούκισε με δύναμη, στέλνοντάς τη στον τραχύ, πλινθόκτιστο τοίχο. Τότε ο Γκρέι τού επιτέθηκε και, με μια γροθιά στο πρόσωπο, τον έριξε κάτω. Μάζεψε το μπαστούνι του που είχε πέσει, γύρισε την ασημένια λαβή και μια λεπίδα εμφανίστηκε στην άκρη του μπαστουνιού. Πίεσε τη λεπίδα στο λαιμό του άγνωστου άντρα. Το μέταλλο έλαμπε κάτω από το φως της λάμπας υγραερίου που βρισκόταν πλάι στην πόρτα των παρασκηνίων, στην πίσω πλευρά του κτιρίου. Η Κόρι σηκώθηκε τρέμοντας. Άγγιξε τα χείλη της και βάλθηκε να παρακολουθεί το δράμα που εκτυλισσόταν μπροστά της σαν να ήταν σκηνή του έργου. «Είσαι εντάξει, αγάπη μου;» Η έκφραση του Γκρέι ξεχείλιζε από ανησυχία. Η Κόρι ένευσε, καθώς της ήταν αδύνατον να μιλήσει. Με χέρι που έτρεμε, σκούπισε το αίμα που κυλούσε απ’ την άκρη των χειλιών της. Ο Γκρέι έστρεψε την προσοχή του στον άντρα που ήταν πεσμένος στο έδαφος. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε και, όταν


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

332

εκείνος δεν απάντησε, ο Γκρέι πίεσε τη λεπίδα του μπαστουνιού στην απαλή επιδερμίδα κάτω απ’ το πιγούνι του. «Θέλω τα ονόματά σας». «Εκείνος είναι ο Μπιγκς. Εμένα με λένε Γουίλκινς». Ο Μπιγκς ήταν ακίνητος. Μια κόκκινη κηλίδα απλωνόταν στο στέρνο του και το αίμα του κυλούσε στο χώμα της αλέας. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο φίλος σου ο Μπιγκς είναι νεκρός. Αν δεν απαντήσεις στις ερωτήσεις μου, θα πας να τον βρεις». Ο Γουίλκινς ύγρανε τα χείλη του, προσέχοντας ωστόσο να μην κουνήσει το κεφάλι του. «Εσύ κι ο Μπιγκς σκοτώσατε τη Λόρελ Γουίτμορ;» «Όχι εμείς, φίλε. Ο Μπιγκς δουλεύει γι’ αυτόν που το έκανε». «Ποιος είναι;» «Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτόν. Ο Μπιγκς με πλήρωσε για να τον βοηθήσω να σας ξεφορτωθεί. Αυτό είναι το μόνο που ξέρω». «Είχατε εντολή να μας σκοτώσετε και τους δύο;» ρώτησε ο Γκρέι και, όταν ο Γουίλκινς δεν απάντησε, πίεσε τη λεπίδα στο λαιμό του. Μια σιγανή κραυγή ξέφυγε από τα χείλη του Γουίλκινς, ενώ ένα ρυάκι από αίμα έβαφε κόκκινο τον βρόμικο γιακά του πουκαμίσου του. «Είπε να σας ξεφορτωθούμε και τους δύο. Έτσι είπε». «Πώς ξέρατε πού να μας βρείτε;» «Ο Μπιγκς ήξερε πού μένετε. Σας παρακολουθούσαμε όλη τη βδομάδα». Ο Γκρέι μουρμούρισε κάτι και τα δάχτυλά του έκλεισαν πιο σφιχτά γύρω από την ασημένια λαβή του μπαστουνιού του. Η Κόρι φοβήθηκε για μια στιγμή ότι θα πίεζε τη λεπίδα του στον κοκαλιάρικο λαιμό του Γουίλκινς. «Μην το κάνεις, φίλε», τον ικέτευσε εκείνος. Η Κόρι ακούμπησε στον τοίχο. Το μάγουλό της πονούσε και η καρδιά της χτυπούσε ακόμα σαν τρελή. «Ας κάνουμε μια συμφωνία», είπε ο Γουίλκινς. Ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπό του. «Έχω πληροφορίες για σένα... πολύτιμες πληροφορίες. Θα σου τις πω, αν μου υποσχεθείς ότι


KAT MARTIN

333

θα με αφή- σεις να φύγω». Η λεπίδα δε μετακινήθηκε απ’ το λαιμό του. «Πληροφορίες που να αξίζουν την άχρηστη ζωή σου;» Ο Γουίλκινς ένευσε. «Πες μου. Αν αξίζουν... θα σε αφήσω να φύγεις». Ο Γουίλκινς ξεροκατάπιε. «Το παιδί... που ήταν με την κοπέλα εκείνο το βράδυ. Είναι ακόμα ζωντανό. Τουλάχιστον, απ’ όσο ξέρω». Η Κόρι τινάχτηκε από τον τοίχο. «Λες ψέματα! Το λες αυτό μόνο και μόνο για να σώσεις το τομάρι σου». «Είναι αλήθεια, τ’ ορκίζομαι! Ο Μπιγκς είπε ότι αυτός που σκότωσε την κοπέλα δεν είχε τα κότσια να δολοφονήσει ένα αθώο παιδί. Πλήρωσε τον Μπιγκς να πάει το παιδί σε κάποιο ορφανοτροφείο, εδώ, στο Λονδίνο». Ο Γκρέι κοίταξε την Κόρι. «Δε σκέφτηκες ποτέ αυτό το ενδεχόμενο;» Η Κόρι έτρεμε σαν φύλλο στον άνεμο. «Α...αναρωτιόμουν αν υπήρχε αυτή η πιθανότητα. Δεν ήθελα να τρέφω ελπίδες, φοβόμουν να σκεφτώ τι θα μπορούσε να του συμβαίνει αν ζούσε. Ω, Γκρέι, λες να είναι αλήθεια;» Ο Γκρέι απομάκρυνε ελάχιστα τη λεπίδα του απ’ το λαιμό του Γουίλκινς, που ξεφύσησε με ανακούφιση. «Αν το παιδί είναι ζωντανό, πού βρίσκεται;» «Δεν ξέρω. Ο Μπιγκς ήταν που το άφησε στο ορφανοτροφείο». Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και ένας απ’ τους σωματοφύλακες, ο Φράνκλιν -ένας άντρας γεροδεμένος με φαβορίτες-, κατέβηκε βιαστικά τα ξύλινα σκαλοπάτια. «Λόρδε μου, ευτυχώς σας βρήκαμε! Με τον Ντίβερς ανησυχήσαμε όταν εσείς κι η λαίδη δε βγήκατε με τους υπόλοιπους κι αρχίσαμε να σας ψάχνουμε». Ο Ντίβερς, ένας γεροδεμένος άντρας με σκληρό πρόσωπο και σημαδεμένη επιδερμίδα, διέσχισε τρέχοντας την αλέα πίσω τους, με το πιστόλι τραβηγμένο. «Λόρδε Τρεμέιν -ευτυχώς». «Θα με αφήσετε να φύγω;» ρώτησε ο Γουίλκινς όλο ελπίδα.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

334

Η έκφραση του Γκρέι σκλήρυνε. «Λυπάμαι, φίλε μου. Προσπάθησες να μας σκοτώσεις. Δεν κρατάω τις υποσχέσεις που δίνω σε δολοφόνους». «Θα τον αναλάβουμε εμείς, λόρδε μου», είπε ο Ντίβερς. «Οι αστυνομικοί θα χαρούν να τον δουν να πέφτει στα χέρια τους». Ο Ντίβερς σημάδευε με το πιστόλι του τον Γουίλκινς, ενώ ο Φράνκλιν πήγε να καλέσει την αστυνομία κι ο Γκρέι πλησίασε την Κόρι. Την έσφιξε στην αγκαλιά του και είδε τη μελανιά που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μάγουλό της. «Το κάθαρμα, σε χτύπησε. Θα έπρεπε να τον είχα σκοτώσει, μόνο και μόνο γι’ αυτό». Η Κόρι ανατρίχιασε στη θέα της σκληρής έκφρασής του. «Είμαι μια χαρά». Τον έπιασε απ’ το μπράτσο. «Ω Γκρέι, πιστεύεις πραγματικά ότι μπορεί το παιδί της Λόρελ να ζει;» «Αν ζει, θα το βρούμε, σου το υπόσχομαι». «Η σορός του δε βρέθηκε ποτέ». «Όχι. Είχα σκεφτεί την πιθανότητα να πήρε κάποιος το παιδί, όμως δεν ήθελα ν’ ανησυχείς και γι’ αυτό». Η Κόρι αφέθηκε και πάλι στην αγκαλιά του συζύγου της. Τώρα που όλα είχαν τελειώσει, έτρεμε ολόκληρη κι αγωνιζόταν να μην κλάψει. Ο Γκρέι πίεσε το μάγουλό του στα μαλλιά της. «Το ήξερα ότι μπορούσα να βασίζομαι σε σένα», ψιθύρισε. «Αλήθεια; Γιατί;» Ο Γκρέι τής χαμογέλασε τόσο τρυφερά, ώστε ένιωσε η καρδιά της να σφίγγεται. «Επειδή είσαι η Κόραλι και όχι η Λέτι», της είπε. Κι ύστερα, πολύ τρυφερά, τη φίλησε. *** «Κάλεσα την αστυνομία», είπε ο Φράνκλιν, ο σωματοφύλακας, επιστρέφοντας στην αλέα. «Η άμαξα έρχεται να σας πάρει». Ο Γκρέι στράφηκε στην Κόρι. «Τώρα που έχουμε στα χέρια μας τον Γουίλκινς, έχουμε αποδείξεις ότι η αδελφή σου


KAT MARTIN

335

δολοφονήθηκε. Μπορούμε να ζητήσουμε τη βοήθεια της αστυνομίας για να βρούμε το δολοφόνο της και το παιδί του Τσαρλς». Η Κόρι τον κοίταξε. «Πάντα σκεφτόμουν τον Τζόσουα Μάικλ σαν παιδί της Λόρελ. Όμως είναι παιδί και του Τσαρλς. Θα πρέπει να τον βρούμε, Γκρέι». Ο σύζυγός της της έσφιξε το χέρι. «Αν είναι ζωντανός, θα τον βρούμε. Όμως έχουν περάσει πέντε μήνες, αγάπη μου. Κι αυτά τα μέρη είναι παγίδες θανάτου. Στέλνουν εκεί νόθα παιδιά για να τα ξεφορτωθούν. Τα περισσότερα πεθαίνουν. Θα πρέπει να έχεις υπόψη σου κι αυτό το ενδεχόμενο». Η Κόρι ξεροκατάπιε, καθώς ένιωσε έναν κόμπο να της κλείνει το λαιμό. «Η Λόρελ ήταν δυνατή, όπως είναι κι ο Τσαρλς. Ίσως το παιδί κληρονόμησε τη δύναμη των γονιών του». «Προς το παρόν, αυτό θα πιστεύουμε», είπε ο Γκρέι και, όταν η άμαξα έστριψε στην αλέα, στράφηκε στους δυο σωματοφύλακες που φρουρούσαν τον Γουίλκινς. «Εμείς πηγαίνουμε στο σπίτι. Πείτε στους αστυνομικούς ότι μπορούν να μας μιλήσουν το πρωί». Ο Ντίβερς ένευσε. «Θα το φροντίσουμε εμείς, λόρδε μου. Μόλις ξεμπερδέψουμε από δω, θα έρθουμε στο σπίτι να το φρουρούμε». «Παρακολουθούν το σπίτι. Κάποιος ήξερε πού να μας βρει. Να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά». «Μάλιστα, λόρδε μου». Η Κόρι ένιωσε την παλάμη του Γκρέι στη μέση της, καθώς την οδηγούσε στην άμαξα. Γυρνούσε στο σπίτι με το σύζυγό της. Όχι ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, όμως εκεί ήταν όπου ήθελε να είναι. *** Ο μπάτλερ άνοιξε την πόρτα κι ο Γκρέι οδήγησε τη σύζυγό του στο χολ της εισόδου του σπιτιού του στο Μέιφερ. Την ένιωθε


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

336

να τρέμει. Έτριξε τα δόντια του όταν σκέφτηκε τα καθάρματα που τους είχαν επιτεθεί. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα είχε λυγίσει μπροστά σε τόση βία και θάνατο. Αλλά όχι η γενναία του Κόραλι. Ο Γκρέι την κοίταξε και ένιωσε να τον πνίγει η ανησυχία. Θα έπρεπε να βρει τον υπεύθυνο των επιθέσεων και θα έπρεπε να το κάνει σύντομα. Ο μπάτλερ πήρε το καπέλο και το παλτό του, μαζί με το μπαστούνι που είχε πάρει μαζί του ακριβώς για το σκοπό για τον οποίο το είχε χρησιμοποιήσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. «Κόραλι, από δω ο Στιούαρτ. Στιούαρτ, από δω η κόμισσα». Ο μπάτλερ με τα λευκά μαλλιά έκανε μια βαθιά υπόκλιση. «Λαίδη μου». «Είχαμε κάποια προβλήματα απόψε». Ο Γκρέι κοίταξε το αίμα στο μαύρο σακάκι του κι ύστερα τη μελανιά στο όμορφο πρόσωπο της Κόραλι. «Θα χρειαστούμε λίγο ζεστό νερό πάνω». «Νομίζω ότι ο Σαμίρ σάς έχει ετοιμάσει το μπάνιο». Ο Γκρέι ένευσε. Ο μικρόσωμος υπηρέτης του ήταν πάντα ένα βήμα μπροστά. Οδήγησε την Κόραλι στη σκάλα κι όταν την ένιωσε να παραπατάει, τη σήκωσε στα μπράτσα του. «Όλα είναι εντάξει, αγάπη μου. Σε κρατάω». Και δεν επρόκειτο να την αφήσει ποτέ ξανά. Στο διάστημα που είχαν περάσει χωριστά, είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύτιμο ήταν το δώρο που του είχε δοθεί. Ήξερε ότι δεν του άξιζε η Κόραλι, ότι ποτέ δεν της είχε συμπεριφερθεί όπως θα έπρεπε, όμως του ανήκε και σκόπευε να την κρατήσει. Ανέβηκε βιαστικά τη σκάλα με τα μπράτσα της Κόραλι περασμένα γύρω απ’ το λαιμό του, το λεπτό κορμί της να ακουμπάει στο δικό του και σκέφτηκε ξανά πόσο χαιρόταν που την είχε και πάλι κοντά του. Μετά την επίθεση εκείνης της βραδιάς, ο πόθος του για κείνη ήταν πιο έντονος από ποτέ, η ανάγκη του να τη διεκδικήσει, να αποδείξει στον εαυτό του ότι


KAT MARTIN

337

του ανήκε. Είχε ονειρευτεί να της κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ, όμως το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να τη φροντίσει, να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. Έκλεισε την πόρτα με το πόδι του, την έβαλε τρυφερά να καθίσει στο σκαμπό μπροστά στον καθρέφτη και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα. Το γαλάζιο, μεταξωτό της φόρεμα είχε λεκιαστεί και σκιστεί σε αρκετά σημεία, ο ώμος της είχε γρατζουνιστεί απ’ τα τραχιά τούβλα όπου την είχε σπρώξει το κάθαρμα ο Γουίλκινς. Έσκυψε το κεφάλι, της έδωσε ένα τρυφερό φιλί και αγωνίστηκε να συγκρατήσει την οργή του, ενώ ευχόταν να είχε μπορέσει να την κρατήσει μακριά από τον κίνδυνο. «Υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στο υπνοδωμάτιο», είπε. «Εκεί κάνω μπάνιο και ντύνομαι. Ο Σαμίρ έχει ετοιμάσει το νερό». Της ανασήκωσε το πιγούνι, αναγκάζοντάς την να τον κοιτάξει. «Είμαι τόσο περήφανος για σένα απόψε. Ήσουν γενναία και έξυπνη. Πρώτη φορά γνωρίζω γυναίκα σαν εσένα». Η Κόρι σήκωσε το βλέμμα της και τα λαμπερά, πράσινα μάτια της γέμισαν δάκρυά. «Γκρέι...» Εκείνος την τράβηξε στην αγκαλιά του και απλώς την κράτησε. Ευχήθηκε η Κόρι να ήξερε πόσα πολλά είχε καταφέρει να σημαίνει για κείνον. Ύστερα τραβήχτηκε. Έβγαλε το σακάκι και το γιλέκο του και ανασήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του. «Εντάξει, ας σε καθαρίσουμε και ας σε βάλουμε στο κρεβάτι». Ο πόθος του φούντωσε. Την ήθελε. Έμοιαζε να τη θέλει διαρκώς. Όμως ήταν αποφασισμένος να συγκρατήσει το κτήνος που έκρυβε μέσα του. Της έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα, αφήνοντάς τη μόνο με το μεσοφόρι της. Της έλυσε τα πυρρόξανθα μαλλιά της αφήνοντάς τα να πέσουν στους ώμους της και τη μετέφερε στο μπουντουάρ. Ο Σαμίρ είχε πράγματι γεμίσει την μπρούντζινη μπανιέρα με ζεστό, αχνιστό νερό. Έβγαλε το μεσοφόρι της Κόραλι περνώντας το πάνω απ’ το κεφάλι της, τη σήκωσε και


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

338

την έβαλε στην μπανιέρα. Ακόμα και με τη μελανιά στο μάγουλο ήταν όμορφη. Ο ανδρισμός του ξύπνησε. Είναι χτυπημένη, υπενθύμισε στον εαυτό του, γνωρίζοντας ότι αν δεν ήταν εξαιρετικά προσεκτικός, θα μπορούσε να χάσει τον αυτοέλεγχό του. Έτσι, γονάτισε πλάι στην μπανιέρα και την έπλυνε τρυφερά. Σαπούνισε απαλά τα προκλητικά της στήθη. Για μια στιγμή το κτήνος μέσα του ελευθερώθηκε και τα δάχτυλά του γλίστρησαν ανάμεσα στα πόδια της, ένιωσε το σγουρό τρίχωμα της ήβης της. Το αίμα στις φλέβες του κόχλασε. Μουρμούρισε κάτι και απομάκρυνε το χέρι του απ’ τους μηρούς της. «Λυπάμαι. Είσαι χτυπημένη και το τελευταίο που χρειάζεσαι είναι...» «Είσαι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι, Γκρέι». Η Κόραλι σηκώθηκε απ’ την μπανιέρα. Το νερό κυλούσε στις αισθησιακές καμπύλες του κορμιού της. Αφέθηκε στην αγκαλιά του, μια γυμνή, υγρή νύμφη, και ο ανδρισμός του ερεθίστηκε τόσο που άρχισε να πονάει. «Απλώς... απλώς σε θέλω τόσο πολύ. Μου έλειψες τόσο πολύ», της είπε και της έδωσε ένα τρυφερό φιλί που γρήγορα έγινε φλογερό κι αποφασιστικό. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της Κόραλι. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στα μαλλιά του, τα έλυσαν και τα άφησαν να πέσουν μπροστά στο πρόσωπό της. Τον φίλησε με όλο το πάθος που εκείνος ονειρευόταν, τον φίλησε σαν να μην μπορούσε να τον χορτάσει κι ο πόθος φούντωνε μέσα του. Τη μετέφερε στο υπνοδωμάτιο, την έβαλε να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού, την ξάπλωσε κι ύστερα πήρε θέση ανάμεσα στους μηρούς της. Την ήθελε άμεσα. Δεν μπήκε στον κόπο να βγάλει το παντελόνι του, απλώς το ξεκούμπωσε, ελευθέρωσε τον ανδρισμό του και βυθίστηκε μέσα της. Ήταν υγρή και έτοιμη για εκείνον. Από τα χείλη του ακούστηκε ένα μουγκρητό κι έσφιξε τα δόντια, σε μια προσπάθεια να μη χάσει τον αυτοκυριαρχία του.


KAT MARTIN

339

Δεν ήταν εύκολο. Είχε αλλάξει, δεν ήταν πλέον κάποιος που μπορούσε να αγνοεί τα συναισθήματά του και να απολαμβάνει την ηδονή διατηρώντας αποστάσεις. Και δεν ήθελε ποτέ ξανά να ξαναγίνει αυτός ο άνθρωπος. «Ω Γκρέι...» ψιθύρισε η Κόραλι, ενώ εκείνος βυθιζόταν μέσα της ξανά και ξανά. Φώναξε το όνομά του όταν έφτασε στην κορύφωση. Πέρασε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του, τον τράβηξε κοντά της και του έδωσε ένα φλογερό φιλί. Κι όταν εκείνος ένιωσε τη γλώσσα της να εξερευνά το στόμα του, ο αυτοέλεγχός του τον εγκατέλειψε και την ακολούθησε στην κορύφωση. Για μερικές, ατέλειωτες στιγμές, έμεινε στην αγκαλιά της. Ήταν τόσο όμορφο να βρίσκεται μέσα της, να ξέρει ότι ήταν δική του. Τότε θυμήθηκε τις δύσκολες στιγμές που είχε περάσει η Κόρι εκείνο το βράδυ και τραβήχτηκε από τη ζεστασιά της αγκαλιάς της. «Να πάρει, δε θα έπρεπε να το κάνω αυτό. Μετά απ’ όσα πέρασες, θα έπρεπε να ήμουν πιο υπομονετικός, να σε είχα φροντίσει περισσότερο». Η Κόρι τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του. «Ήσουν τέλειος». Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε. «Το ίδιο κι εσύ». Ναι, ήταν τέλεια για κείνον, τόσο που δεν το είχε συνειδητοποιήσει ως τότε. Τη βοήθησε να ξαπλώσει κάτω απ’ τα σεντόνια και τη σκέπασε. Μέχρι να τελειώσει, η Κόρι είχε αποκοιμηθεί. Εκείνος δεν ξάπλωσε δίπλα της. Πήρε το πιστόλι του από ένα συρτάρι της σιφονιέρας και κάθισε στην πολυθρόνα πλάι στο κρεβάτι, με το όπλο ακουμπισμένο στα γόνατά του.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

340

Κεφάλαιο 28

Το επόμενο πρωί ο Γκρέι μίλησε στην αστυνομία. Έδωσε στους αστυνομικούς όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε σχετικά με την επίθεση και με τον τρόπο που συνδεόταν με το θάνατο της Λόρελ Γουίτμορ, μερικούς μήνες πριν. Η Κόρι πρόσθεσε τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα. Έπειτα ο Γκρέι επέμεινε να τη συνοδεύσει στα γραφεία του περιοδικού. Έπρεπε να βρουν πληροφορίες για τα ορφανοτροφεία και η Κρίστα, η οποία στήριζε ενεργά τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, θα μπορούσε να τους στρέψει στη σωστή κατεύθυνση. Δεν πήγαν μόνοι τους ως εκεί. Τους συνοδέυσαν ο Φράνκλιν και ο Ντίβερς, οι σωματοφύλακες που είχε προσλάβει ο Γκρέι. Η Κόρι γνώριζε ότι ο Γκρέι θα έπαιρνε κάθε προφύλαξη μέχρι να συλληφθεί ο υπεύθυνος των επιθέσεων. Μπήκαν στα γραφεία του περιοδικού και στα ρουθούνια της Κόρι έφτασαν οι γνώριμες μυρωδιές του μελανιού, του λαδιού των μηχανών και του τυπωμένου χαρτιού. Η μεγάλη πρέσα Στάνχοουπ καταλάμβανε ένα μεγάλο τμήμα του κυρίως ορόφου του κτιρίου και τράβηξε αμέσως την προσοχή του Γκρέι. «Θα ήθελα κάποια φορά να τη δω σε λειτουργία». «Τυπώνουμε κάθε Πέμπτη». Ο Γκρέι εξέτασε για λίγο ακόμα την πρέσα κι ύστερα ακολούθησε την Κόρι στο γραφείο της Κρίστα. «Καλή σας μέρα». Η Κρίστα, ξανθιά και όμορφη, σηκώθηκε απ’ το γραφείο της. Δεν ήταν τόσο ψηλή όσο ο Γκρέι, αλλά πολύ ψηλότερη από την Κόρι. «Ξαφνιάζομαι κάπως που σας βλέπω σήμερα», πρόσθεσε, αφού μάλλον θα πίστευε ότι θα


KAT MARTIN

341

απολάμβαναν ένα νωχελικό πρωινό στο κρεβάτι, πράγμα που θα έπρεπε να έκαναν. «Πώς περάσατε στο θέατρο;» «Φοβάμαι ότι η βραδιά δεν κύλησε ακριβώς όπως τη σχεδιάζαμε», είπε ο Γκρέι. Το επόμενο μισάωρο ο Γκρέι και η Κόρι ενημέρωναν την Κρίστα για όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Της είπαν ότι παραλίγο θα είχαν σκοτωθεί στο θέατρο και ότι το παιδί της Λόρελ ίσως να ήταν ακόμα ζωντανό. «Ο ένας απ’ τους δύο που μας επιτέθηκαν, γνώριζε για το φόνο της Λόρελ», είπε η Κόρι. «Δε γνώριζε ποιος ήταν ο δολοφόνος, όμως είπε ότι πήγαν τον μικρό Τζόσουα Μάικλ σε ένα ορφανοτροφείο». «Ω Θεέ μου». «Ακριβώς», είπε ο Γκρέι ζοφερά. «Αυτά τα μέρη είναι μια παρωδία». Η Κρίστα σηκώθηκε απ’ το γραφείο της, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε το δρόμο. «Μου ζήτησαν να συμμετέχω σε ένα κίνημα ώστε να κηρυχθούν παράνομα. Τώρα ξέρω ότι θα πρέπει να το κάνω». «Τι μπορείς να μας πεις γι’ αυτά;» ρώτησε η Κόρι. Το στομάχι της σφιγγόταν στη σκέψη ότι το παιδί της αδελφής της θα υπέφερε με οποιονδήποτε τρόπο. «Αυτού του τύπου τα ορφανοτροφεία προέκυψαν ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του Νόμου Περί Πτωχών, περίπου δέκα χρόνια πριν. Ήταν μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η ηθική των γυναικών, απαλλάσσοντας τους πατεράδες των νόθων παιδιών από κάθε ευθύνη. Ήταν καθήκον της μητέρας να τρέφει και να φροντίζει το παιδί, αποκλειστικά με δικά της μέσα. Υποθέτω ότι σκέφτηκαν πως μια γυναίκα που θα αντιμετώπιζε τέτοιου είδους συνέπειες δε θα παρασυρόταν τόσο εύκολα». «Δεν το ήξερα», είπε η Κόρι. «Οι περισσότεροι δεν το ξέρουν. Κι αφού οι πιο πολλές μητέρες εργάζονται και με δυσκολία καταφέρνουν να κερδίζουν όσα χρειάζονται για να συντηρηθούν οι ίδιες, η μόνη λύση είναι να


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

342

ξεφορτωθούν το παιδί». Ο Γκρέι έτριξε τα δόντια του. «Πώς μπορεί μια μητέρα να κάνει κάτι τέτοιο;» ρώτησε η Κόρι σιγανά. «Να εγκαταλείψει το παιδί της...» «Αυτό είναι το θέμα», είπε η Κρίστα. «Τα ορφανοτροφεία τα διευθύνουν κυρίως γυναίκες. Σύμφωνα με τις διαφημίσεις στις εφημερίδες, έναντι ενός μικρού ποσού -που συχνά μπορεί να πιεστεί ο πατέρας και να το πληρώσει εκείνος- ένα παιδί μπορεί να βρει ένα σπίτι στο οποίο θα το περιβάλλουν με αγάπη. Όμως ο μόνος τρόπος για να έχει κέρδη ένα ορφανοτροφείο είναι τα παιδιά να πεθάνουν προτού εξαντληθούν τα χρήματα που έχει εισπράξει για το καθένα τους». Η Κόρι ένιωσε ένα τρομερό σφίξιμο στην καρδιά. «Θεέ μου». «Τα περισσότερα παιδιά αφήνονται να πεθάνουν από την πείνα ή ναρκώνονται με λάβδανο. Κάποιες φορές τους δίνουν νερωμένο γάλα, στο οποίο έχουν ρίξει ασβέστη. Τα μωρά πεθαίνουν αργά από την πείνα ή από κάποια αρρώστια που οφείλεται στις άσχημες συνθήκες διαβίωσης. Λυπάμαι, Κόραλι, όμως τα περισσότερα δεν επιβιώνουν πάνω από δύο μήνες». Η Κόρι δεν είπε τίποτα. Ένας κόμπος τής έκλεινε το λαιμό και της ήταν αδύνατον να μιλήσει. Η Κρίστα αναστέναξε. «Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο να τα ακούς όλα αυτά». Η Κόρι ίσιωσε την πλάτη της. «Πρέπει να ξέρω, Κρίστα». Η φίλη της κάθισε και πάλι στο γραφείο της. «Κάποιες φορές ο ένας απ’ τους γονείς πληρώνει κάθε μήνα για τη φροντίδα του παιδιού. Αυτά τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν, αφού αυτό το ποσό, αν και μικρό, πληρώνεται όσο το παιδί είναι ζωντανό. Ωστόσο, τους δίνουν την ελάχιστη δυνατή ποσότητα τροφής και τα περισσότερα πεθαίνουν, προτού γίνουν ενός έτους». Η Κόρι σκέφτηκε τον μικρό Τζόσουα Μάικλ και κυριεύτηκε από απόγνωση. «Δεν μπορώ να φανταστώ ένα δολοφόνο που θα πλήρωνε για να κρατηθεί ένα παιδί στη ζωή». Κοίταξε τον


KAT MARTIN

343

Γκρέι. Από τα μάτια της κυλούσαν δάκρυά. «Υπάρχει ακόμα ελπίδα, Κόραλι». «Αν είναι ζωντανός, θα πρέπει να τον βρούμε προτού να είναι πολύ αργά». Ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι. «Θα ψάξουμε, αγάπη μου, μέχρι να μάθουμε τι του συνέβη». Έσπρωξε την καρέκλα του προς το γραφείο, λίγο πιο κοντά στην Κόρι. «Από πού να ξεκινήσουμε;» ρώτησε την Κρίστα. «Όπως είπα, τα ορφανοτροφεία βάζουν διαφημίσεις στις εφημερίδες. Εμείς αρνούμαστε να τις δημοσιεύσουμε, όμως καθημερινά δημοσιεύονται τουλάχιστον μια ντουζίνα στην Ντέιλι Τέλεγκραφ και στους Ντομέστικ Τάιμς». «Θα αγοράσουμε αυτές τις εφημερίδες», είπε ο Γκρέι. «Θα εντοπίσουμε όλους όσοι εμπλέκονται σ’ αυτή την ιστορία και θα προσφέρουμε αμοιβή, ώστε να τους ενθαρρύνουμε να μας βοηθήσουν να βρούμε το παιδί. Ξέρουμε ότι το πήραν στις 30 Ιανουάριου, τη νύχτα που σκοτώθηκε η αδελφή σου. Είπες ότι το παιδί ήταν τότε ενός μηνός». «Σωστά», είπε η Κόρι. «Άρα ψάχνουμε για ένα παιδί έξι μηνών». «Πώς θα ξέρετε ότι βρήκατε το σωστό παιδί;» ρώτησε η Κρίστα. «Η Άλισον είπε ότι ήταν ένα αξιολάτρευτο παιδί», είπε η Κόρι. «Γεννήθηκε με σκούρα μαλλιά και μάτια, αλλά το χρώμα των μαλλιών και των ματιών ενός νεογέννητου μπορεί να αλλάξει. Ίσως τώρα να έχει ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια». «Όπως η μητέρα και ο πατέρας του», είπε ο Γκρέι. «Ή μπορεί να είναι μελαχρινό, όπως εσύ», είπε η Κόρι και κοίταξε τον Γκρέι στα μάτια. Είχε διαβάσει το γράμμα της μητέρας του και πίστευε ότι η κόμισσα ήταν πιστή, ότι ο Γκρέι είχε πράγματι κληρονομήσει τα χαρακτηριστικά του απ’ την πλευρά της μητέρας του. Κι αυτό σήμαινε ότι ο γιος του Τσαρλς θα μπορούσε επίσης να κληρονομήσει παρόμοια χαρακτηριστικά.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

344

Ο Γκρέι την κοίταξε κι εκείνος, έχοντας αντιληφθεί τι προσπαθούσε να του πει με το βλέμμα της -ότι δεν είχε κανέναν λόγο να ντρέπεται, ότι δεν είχε ποτέ. Καθάρισε το λαιμό του. «Άρα λοιπόν γνωρίζουμε την ηλικία του, αλλά όχι τα χαρακτηριστικά του. Για να εισπράξει όποιος φροντίζει τον Τζόσουα Μάικλ την αμοιβή, θα πρέπει να μας παρουσιάσει κάποιου είδους απόδειξη. Ίσως να κρατούν αρχεία που να αναφέρουν ποιος παράδωσε το κάθε παιδί στο ορφανοτροφείο, ποιος πλήρωσε για τη φροντίδα του, τέτοια πράγματα». «Υπάρχει περίπτωση να έχει ένα σημάδι στον αριστερό του ώμο», είπε η Κόρι. «Η Άλισον δεν ανέφερε ποτέ ότι το είδε, όμως ο πατέρας μου το έχει. Εγώ όχι, αλλά το είχε η αδελφή μου». Ο Γκρέι τής έπιασε το χέρι. «Θα ξεκινήσουμε σήμερα. Χάρη στην Κρίστα, ξέρουμε τουλάχιστον από πού να αρχίσουμε». *** «Θέλω να μείνεις εδώ, όπου θα είσαι ασφαλής». Βρίσκονταν στο γραφείο, στο σπίτι του Γκρέι στο Λονδίνο. Τις τρεις τελευταίες μέρες αναζητούσαν διαφημίσεις στις εφημερίδες κι εντόπιζαν τις γυναίκες που τις δημοσίευαν, πράγμα που αποδείχτηκε ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο. Οι υπεύθυνες των ορφανοτροφείων έπρεπε να είναι προσεκτικές. Αν και κάποιες αναλάμβαναν μόνο ένα παιδί κάθε φορά, η Κόρι είχε μάθει ότι σε βάθος χρόνου, κάποιες ευθύνονταν για το θάνατο πενήντα ή εξήντα βρεφών. Τα πάντα γίνονταν πολύ διακριτικά, αφού στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κάποιος θεσμός που θα αναλάμβανε τα ανεπιθύμητα παιδιά των ανύπαντρων μητέρων. «Θα έρθω», είπε η Κόρι. «Αυτό το παιδί είναι ανιψιός μου. Αν... αν είναι ζωντανός, όταν τον βρούμε, θα χρειαστεί τη φροντίδα μιας γυναίκας. Πέρα απ’ αυτό, νιώθω πιο ασφαλής μαζί σου


KAT MARTIN

345

παρά εδώ, όποιον κι αν προσλάβεις για να με προστατεύει». Ο Γκρέι πέρασε τα δάχτυλα απ’ τα μαλλιά του, βγάζοντας τη βελούδινη κορδέλα που τα συγκρατούσε. Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του, πήρε την κορδέλα και έπιασε και πάλι τα μαλλιά του. «Είσαι αναστατωμένος επειδή σκέφτεσαι ότι έχω δίκιο -ότι θα είμαι πιο ασφαλής μαζί σου». Ο Γκρέι πήγε στο παράθυρο. Ένας απ’ τους σωματοφύλακες φρουρούσε τον κήπο και ένας δεύτερος, στο δρόμο, την μπροστινή πλευρά του σπιτιού. Στράφηκε και πάλι στην Κόρι. «Εντάξει, που να πάρει. Έχεις δίκιο. Προτιμώ να σε έχω μαζί μου απ’ το να μείνεις εδώ με κάποιον άλλον». Η Κόρι τού χαμογέλασε. «Είσαι πολύ έξυπνος». «Κι εσύ σκέτος μπελάς, λαίδη. Από την άλλη, όμως, έτσι ήσουν πάντα». Η Κόρι θα είχε πληγωθεί αν τον είχε ακούσει να λέει κάτι τέτοιο προτού την ακολουθήσει στο Λονδίνο για να τη βρει. Τώρα αντιλαμβανόταν ότι ο Γκρέι είχε ξεστομίσει αυτά τα λόγια με τρυφερότητα. Αναρωτήθηκε αν με τον καιρό αυτή η τρυφερότητα θα μπορούσε να εξελιχτεί σε κάτι περισσότερο. «Είσαι σίγουρος ότι δεν πρέπει να το πούμε στον Τσαρλς; Αν το ήξερε, σίγουρα θα ήθελε να βοηθήσει». «Τα έχουμε πει αυτά, Κόραλι. Ο Τσαρλς έχει υποφέρει αρκετά. Αν οι πιθανότητες να βρούμε το παιδί ήταν περισσότερες...» Η Κόρι ένιωσε έναν κόμπο να της κλείνει το λαιμό. «Ξέρω». Ο Γκρέι πήγε κοντά της. «Είσαι σίγουρη ότι μπορείς να το διαχειριστείς όλο αυτό; Κανείς δεν ξέρει τι θα βρούμε σε κάποια απ’ αυτά τα μέρη». Η Κόρι ξεροκατάπιε. Φοβόταν ακόμα και να φανταστεί τα όσα φρικτά μπορεί να έβλεπαν. «Πρέπει να το κάνω, Γκρέι». Εκείνος απλώς ένευσε. «Εντάξει, τότε ας ξεκινήσουμε. Μας περιμένει μια δύσκολη μέρα». ***


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

346

Με τον Ντίβερς και τον Φράνκλιν σκαρφαλωμένους στο πίσω μέρος της άμαξας, ξεκίνησαν την έρευνά τους, που τους οδήγησε στις χειρότερες συνοικίες της πόλης -από το Σάουθγουαρκ στο Τέρνμπουλ και από εκεί στο Κάου Κρος, σε μια γυναίκα στο Χόλμπερν και μια άλλη στο Σεντ Τζάιλς. Τις περισσότερες φορές αναγκάστηκαν να χτυπήσουν αρκετές πόρτες για να βρουν τη γυναίκα που έψαχναν. Κι όταν έβρισκαν το σωστό σπίτι, σπάνια έμπαιναν στο εσωτερικό του. Η ηλικία του παιδιού και μόνο, έκανε τις γυναίκες να κουνούν αρνητικά το κεφάλι τους. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας βοηθήσω», τους είπε μια χήρα ονόματι Κάμινς απ’ τη βεράντα του σπιτιού της, στην Μπέντφορντ Στρητ. «Δεν έχουμε κανένα παιδί σ’ αυτή την ηλικία». Πράγμα που σήμαινε ότι κανένα απ’ τα μωρά που είχαν πέσει στα χέρια της δεν είχε φτάσει σε ηλικία έξι μηνών. «Υπάρχει περίπτωση να δεχτήκατε ένα αγοράκι, περίπου την πρώτη Φεβρουάριου;» ρώτησε ο Γκρέι, όπως έκανε σε κάθε σπίτι που σταματούσαν. «Θα ερχόταν απ’ την περιοχή του Κασλον Έιβον και θα σας το είχε φέρει κάποιος ονόματι Μπιγκς. Αν συνέβη κάτι τέτοιο και έχετε αποδείξεις, θα κερδίσετε εκατό λίρες». Τα γκρίζα μαλλιά της Κάμινς ήταν βρόμικα και αφρόντιστα. Σήκωσε το κεφάλι και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Εκατό λίρες; Ακόμα κι αν το παιδί είναι νεκρό;» Το στομάχι της Κόρι δέθηκε κόμπος, για δέκατη φορά εκείνη τη μέρα. «Ναι», απάντησε ο Γκρέι. «Αν μπορείτε να αποδείξετε ότι πρόκειται για το παιδί που ψάχνουμε». Το βλέμμα της χήρας έλαμψε. «Δεν πήρα εγώ το παιδί, όμως θα κάνω μερικές ερωτήσεις, να δω τι θα ανακαλύψω». Ο Γκρέι τής έδωσε μια κάρτα του. «Αν μάθετε κάτι, θα μπορέσετε να μας βρείτε εδώ. Αν τα καταφέρετε, θα ανταμειφθείτε καλά».


KAT MARTIN

347

Η ίδια συζήτηση πάνω-κάτω γινόταν σε κάθε σπίτι που επισκέπτονταν. Μπήκαν σε ελάχιστα, και σ’ αυτά, τα μωρά βρίσκονταν στα πάνω δωμάτια. Η Κόρι δε χρειαζόταν να δει τα κακομοίρα βρέφη. Άκουγε τα γοερά, πεινασμένα κλάματά τους και φανταζόταν πόσο υπέφεραν. Έκλαιγε όταν έφυγαν από το τελευταίο σπίτι. «Δεν το αντέχω αυτό, Γκρέι. Όλα εκείνα τα καημένα, αθώα παιδιά. Θα πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα βοηθήσουμε». Ο Γκρέι έδειχνε σχεδόν τόσο αναστατωμένος όσο κι εκείνη. «Θα μιλήσουμε με την Κρίστα και θα δούμε με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε περισσότερο». Η Κόρι ένευσε και γύρισε από την άλλη, ώστε να μη δει ο Γκρέι τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της. Επέστρεψαν στην άμαξα. Ο Γκρέι αναστέναξε κουρασμένα, βοήθησε την Κόρι να ανεβεί στο εσωτερικό της και μπήκε κι εκείνος. «Κάναμε αρκετά για σήμερα. Ας γυρίσουμε στο σπίτι». Η Κόρι κοίταξε το σχεδόν ετοιμόρροπο σπίτι, απ’ το οποίο είχαν μόλις φύγει. «Υπάρχει ακόμα ένα όνομα στη λίστα μας. Το σπίτι είναι στο δρόμο μας. Ίσως ο μικρός Τζόσουα να είναι εκεί». Ο Γκρέι τής χάιδεψε το μάγουλο. «Είσαι σίγουρη, αγάπη μου; Βλέπω πώς σε επηρεάζει όλο αυτό». «Γκρέι, σε παρακαλώ». Ο Γκρέι έσφιξε τα χείλη και ένευσε. Η Κόρι ήξερε ότι όλα αυτά τον αναστάτωναν σχεδόν όσο κι εκείνη. Το σπίτι στην Γκόλντεν Λέιν ήταν παλιό και ετοιμόρροπο. Η μπογιά του ξεφλουδισμένη, τα παντζούρια κρέμονταν χαλαρά στις κάσες των παραθύρων. Τα σανίδια της βεράντας έτριξαν όταν ανέβηκαν κι ο Γκρέι έκανε προσεκτικά ένα βήμα πίσω, από φόβο ότι θα έσπαγαν. Χρειάστηκε να χτυπήσει αρκετές φορές προτού η πόρτα ανοίξει με ένα τρίξιμο. Μια γυναίκα με σκούφο καμαριέρας, χωρίς μπροστινά δόντια, εμφανίστηκε στο άνοιγμά της.


ΦΛΟΓΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ

348

«Είστε η κυρία Μπάρνι;» ρώτησε ο Γκρέι. «Ποιος ρωτάει;» «Ψάχνουμε για ένα παιδί, περίπου έξι μηνών». Εκείνη τη στιγμή ένα μωρό άρχισε να κλαίει με λυγμούς κι η Κόρι ένιωσε ένα οδυνηρό σφίξιμο στο στήθος. «Έχω μόνο ένα παιδί εδώ και δεν είναι τόσο μεγάλο». Πάλι η ίδια ιστορία. Τα μωρά σ’ αυτά τα μέρη δε ζούσαν τόσο πολύ. Η Κόρι έδινε αγώνα να συγκροτήσει τα δάκρυά της. «Υπάρχει αμοιβή για αυτό που ψάχνουμε». Ο Γκρέι περιέγραψε στην κυρία Μπάρνι το παιδί που προσπαθούσαν να βρουν και της έδωσε την κάρτα του. Όταν τελείωσε, το κλάμα του μωρού ακούστηκε ξανά. Οι λυγμοί του ήταν τόσο σπαραξικάρδιοι που η Κόρι απλώς άνοιξε διάπλατα την πόρτα, προσπέρασε τη γυναίκα και μπήκε στο σπίτι. «Έι. Περίμενε μια στιγμή!» Η Κόρι συνέχισε να προχωράει. Στο καθιστικό, εντόπισε τις σκληρές, ξύλινες σανίδες που χρησίμευαν ως κούνια του μωρού. Έσκυψε και το είδε ξαπλωμένο, γυμνό, χωρίς έστω μια κουβέρτα. Θα πρέπει να ήταν περίπου δύο μηνών, όμως ήταν τόσο αδύνατο που έμοιαζε μικρότερο. «Τι νομίζεις ότι κάνεις;» ρώτησε η κυρία Μπάρνι και κινήθηκε προς το μέρος της. Η Κόρι την αγνόησε, έσκυψε και σήκωσε το παιδί στην αγκαλιά της. Το κράτησε, προσπαθώντας να του προσφέρει κάποια ζεστασιά. «Είναι δικό σου;» «Το φροντίζω». Η Κόρι κράτησε το παιδί πιο σφιχτά. «Όχι, δεν το φροντίζεις. Το σκοτώνεις, και δεν πρόκειται να σε αφήσω». «Κόραλι... γλυκιά μου...» Ο Γκρέι την πλησίασε από πίσω. «Γκρέι, θα το πάρω. Δεν πρόκειται ν’ αφήσω αυτό το κακόμοιρο μωρό να υποφέρει ούτε λεπτό ακόμα». «Δεν είναι δικό σου, αγάπη μου». Η φωνή του Γκρέι ήταν τόσο απαλή, η έκφρασή του τόσο τρυφερή που ένιωσε την καρδιά


KAT MARTIN

349

της να ξεχειλίζει τόσο από συγκίνηση, που δεν μπορούσε να ανασάνει. «Ούτε δικό της είναι». Η Κόρι κοίταξε τον Γκρέι και στα μάγουλά της κύλησαν δάκρυ