Page 1


Lisa Kleypas Ένα σκάνδαλο την άνοιξη Mετάφραση: ΝΟΕΛΑ ΕΛΙΑΣΑ Εκδοσεις Εlxis Τίτλος πρωτοτύπου: Scandal in spRing (Wallflowers, #4), Lisa Kleypas Copyright © Lisa Kleypas, 2006 / Published by arrangement with William Morris Endeavor Entertainment & Read’n’Right Agency © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2019. Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα. Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους William Morris Endeavor Entertainment & Read’n’Right Agency. ISBN: 978-618-5394-01-1 Πρώτη ελληνική ψηφιακή έκδοση: Mάρτιος 2019 Μετάφραση: Nοέλα Ελιασά / Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Γουρνιεζάκη / Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου / Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Έρση Σωτηρίου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis, Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι, Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 / www. elxisbooks.gr • info@elxisbooks.gr

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Πρόλογος «Πήρα μια απόφαση για το μέλλον της Ντέζι», ανακοίνωσε ο Τόμας Μπόουμαν στη γυναίκα και την κόρη του. «Παρόλο που οι Μπόουμαν δεν παραδέχονται ποτέ την ήττα τους, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πραγματικότητα». «Και ποια είναι αυτή η πραγματικότητα, πατέρα;» ρώτησε η Ντέζι. «Δεν είσαι γεννημένη για τη βρετανική αριστοκρατία», απάντησε ο Μπόουμαν συνοφρυωμένος. Και πρόσθεσε: «Ή ίσως η αριστοκρατία να μην κάνει για σένα. Οι απαντήσεις που έχω λάβει σχετικά με την αναζήτησή σου για σύζυγο είναι ελάχιστες. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, Ντέζι;» «Ότι είμαι κακό εμπόρευμα;» πέταξε εκείνη. Κανένας δεν θα μάντευε ότι η Ντέζι ήταν μια ενήλικη γυναίκα είκοσι δύο χρονών. Ήταν μικροκαμωμένη, αδύνατη και μελαχρινή και είχε ακόμα τη ζωντάνια μικρού παιδιού, όταν άλλες γυναίκες στην ηλικία της είχαν ήδη μεταμορφωθεί σε σοβαρές νεαρές κυρίες. Όπως καθόταν με τα γόνατα λυγισμένα κάτω από το σαγόνι της, έμοιαζε με πορσελάνινη κούκλα. Ο Μπόουμαν ενοχλήθηκε βλέποντας την κόρη του με ένα βιβλίο στα πόδια της και το δάχτυλο ανάμεσα στις σελίδες για να μη χάνει το σημείο που είχε σταματήσει. Ήταν προφανές ότι ανυπομονούσε να ξεμπερδεύει, ώστε να βυθιστεί ξανά στην ανάγνωση. «Άσε το βιβλίο κάτω», είπε. «Μάλιστα, πατέρα». Η Ντέζι άνοιξε διακριτικά το βιβλίο για να θυμάται τη σελίδα και το άφησε στην άκρη. Αυτή η κίνηση εξόργισε τον Μπόουμαν. Όλο βιβλία και βιβλία… Και μόνο η θέα τους του θύμιζε την ντροπιαστική αποτυχία της κόρης του στο νυφοπάζαρο. Ο Μπόουμαν καθόταν σε μια αφράτη πολυθρόνα της σουίτας του ξενοδοχείου όπου έμεναν δυο χρόνια τώρα, καπνίζοντας ένα πελώριο πούρο. Η γυναίκα του, η Μερσέντες, καθόταν σε μια λεπτεπίλεπτη καρέκλα λίγο παραπέρα. Εκείνος ήταν ένας εύσωμος άντρας, τόσο πληθωρικός στην κορμοστασιά, όσο και στη συμπεριφορά. Παρόλο που ήταν φαλακρός, είχε πυκνό μουστάκι, λες και όλη η ενέργεια που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χρειαζόταν για να φυτρώσουν οι τρίχες διοχετευόταν μόνο στο άνω χείλος του. Η Μερσέντες την εποχή του γάμου της ήταν ένα ασυνήθιστα αδύνατο κορίτσι και με τα χρόνια είχε αδυνατίσει ακόμα περισσότερο, σαν μπάρα σαπουνιού που λιώνει σιγά σιγά και καταλήγει να μείνει μια φλοίδα. Μάζευε πάντα σε αυστηρούς κότσους τα ίσια μαύρα μαλλιά της και τα χέρια της με τα στενά μανίκια έμοιαζαν τόσο πολύ με κλαράκια, που ο Μπόουμαν θα μπορούσε εύκολα να τα σπάσει. Ακόμα κι όταν καθόταν εντελώς ακίνητη, όπως τώρα, η Μερσέντες απέπνεε μια αεικίνητη ενέργεια. Ποτέ δεν μετάνιωσε που επέλεξε τη Μερσέντες για γυναίκα του – η ατσάλινη φιλοδοξία της ταίριαζε απόλυτα με τη δική του. Ήταν μια αδίστακτη γυναίκα που πάντα ωθούσε τους Μπόουμαν για μια θέση στην κοινωνία. Η Μερσέντες ήταν αυτή που αποφάσισε ότι, αφού δεν μπορούσαν να μπουν στην καλή κοινωνία της Νέας Υόρκης, θα έφερναν τα κορίτσια στην Αγγλία. «Απλώς θα τους παρακάμψουμε», είχε πει αποφασιστικά. Και πράγματι, το είχαν πετύχει με τη μεγάλη κόρη τους, τη Λίλιαν. Η Λίλιαν είχε καταφέρει με κάποιο τρόπο να τυλίξει το μεγαλύτερο κελεπούρι, τον λόρδο Γουέστκλιφ, του οποίου ο τίτλος ήταν ατόφιο χρυσάφι. Ο κόμης ήταν το όμορφο απόκτημα της οικογένειας. Τώρα, όμως, ο Μπόουμαν ανυπομονούσε να γυρίσει στην Αμερική. Αν ήταν να τυλίξει η Ντέζι έναν τιτλούχο σύζυγο θα το είχε κάνει μέχρι τώρα. Ήταν ώρα, λοιπόν, να περιορίσουν τις απώλειές τους. Συλλογιζόμενος τα πέντε παιδιά του, ο Μπόουμαν αναρωτήθηκε πώς και είχαν πάρει τόσο λίγα από αυτόν. Εκείνος και η Μερσέντες ήταν πολύ φιλόδοξοι, κι όμως είχαν κάνει τρεις μαλθακούς γιους, που αποδέχονταν τα πράγματα όπως τους έρχονταν, σίγουροι πως όλα όσα ποθούσαν θα έπεφταν στα χέρια τους σαν ώριμοι καρποί. Η Λίλιαν ήταν η μόνη που έμοιαζε να έχει κληρονομήσει λίγο από το επιθετικό πνεύμα του Μπόου​μαν… όμως ήταν γυναίκα και επομένως πήγαινε εντελώς στράφι. Και μετά ήταν η Ντέζι. Απ’ όλα τα παιδιά τους, ήταν αυτή που αποτελούσε το μεγαλύτερο αίνιγμα για τον πατέρα της. Ακόμα και ως παιδί η Ντέζι ποτέ δεν έβγαζε το σωστό συμπέρασμα από τις ιστορίες που τους διηγιόταν εκείνος, μόνο ερωτήσεις έκανε που έμοιαζαν άσχετες με το θέμα που ήθελε να θίξει. Όταν είχε εξηγήσει γιατί οι επενδυτές που ήθελαν χαμηλό ρίσκο και μέτρια απόδοση έπρεπε να επενδύσουν το κεφάλαιό τους στα κρατικά ομόλογα, η Ντέζι τον είχε διακόψει λέγοντας: «Πατέρα, δεν θα ήταν υπέροχο αν τα κολιμπρί έκαναν πάρτι τσαγιού και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήμασταν αρκετά μικροσκοπικοί ώστε να μας καλέσουν;» Όλα τα χρόνια οι απόπειρες του Μπόουμαν να μεταμορφώσει την Ντέζι είχαν αντιμετωπιστεί με σθεναρή αντίσταση. Της άρεσε ο εαυτός της όπως ήταν και όταν προσπαθούσε να την αλλάξει ήταν σαν να επιχειρούσε να τιθασεύσει ένα σμήνος πεταλούδων. Ή να καρφώσει ζελέ σε ένα δέντρο. Επειδή είχε φτάσει στα όρια της τρέλας από την απρόβλεπτη φύση της κόρης του, δεν εξεπλάγη καθόλου από το γεγονός ότι κανένας άντρας δεν ήθελε να τη φορτωθεί για όλη του τη ζωή. Τι σόι μητέρα θα γινόταν, αν, αντί να μεγαλώνει τα παιδιά της με κανόνες, τους μιλούσε για νεράιδες και ουράνια τόξα; Στη συζήτηση μπήκε η Μερσέντες με φωνή γεμάτη ταραχή. «Αγαπητέ κύριε Μπόουμαν, η σεζόν δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ο λόρδος Γουέστκλιφ την έχει συστήσει σε αρκετούς πολλά υποσχόμενους κυρίους, οι οποίοι θέλουν διακαώς να κάνουν τον κόμη σύγαμπρο». «Θεωρώ απογοητευτικό το ότι αυτοί οι “πολλά υποσχόμενοι κύριοι” επιδιώκουν περισσότερο να κάνουν τον Γουέστκλιφ σύγαμπρο παρά την Ντέζι γυναίκα τους», είπε ο Μπόουμαν. Έπειτα έριξε στην κόρη του ένα σκληρό βλέμμα. «Υπάρχει περίπτωση κάποιος από αυτούς να σου κάνει πρόταση;» «Μα πού να το ξέρει…» διαμαρτυρήθηκε η Μερσέντες. «Οι γυναίκες πάντα τα καταλαβαίνουν αυτά. Απάντησε, λοιπόν, Ντέζι. Υπάρχει περίπτωση να τυλίξεις κάποιον από αυτούς;» Η κόρη του δίστασε και τα σκούρα αμυγδαλωτά μάτια της σκοτείνιασαν προβληματισμένα. «Όχι, πατέρα», παραδέχτηκε με ειλικρίνεια. «Όπως το φαντάστηκα». Πλέκοντας τα χοντρά δάχτυλά του πάνω στην κοιλιά του, ο Μπόουμαν κοίταξε αυστηρά τις δύο γυναίκες. «Η έλλειψη επιτυχίας σου έχει αρχίσει να αποτελεί πρόβλημα, κόρη μου. Κουράστηκα με τα έξοδα για τα φουστάνια και τα λούσα σου… κουράστηκα με τα πηγαινέλα σου από χορό σε χορό. Αλλά πάνω απ’ όλα κουράστηκα που αυτό το εγχείρημα με κρατά στην Αγγλία ενώ με χρειάζονται στη Νέα Υόρκη. Γι’ αυτό αποφάσισα να διαλέξω εγώ άντρα για σένα». Η Ντέζι τον κοίταξε ανέκφραστη. «Ποιον έχεις στο μυαλό σου, πατέρα;» «Τον Μάθιου Σουίφτ». Τον κοίταξε σαν να ήταν εντελώς τρελός. Της Μερσέντες της κόπηκε η ανάσα. «Αυτό είναι παράλογο, κύριε Μπόουμαν! Εντελώς παράλογο! Δεν έχει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κανένα πλεονέκτημα για μας ο γάμος της Ντέζι με έναν τέτοιο άνθρωπο. Ο κύριος Σουίφτ δεν είναι αριστοκράτης ούτε έχει καμιά σημαντική περιουσία…» «Είναι ένας από τους Σουίφτ της Βοστόνης», είπε ο Μπόουμαν. «Δεν είναι μια οικογένεια που έχουμε την πολυτέλεια να σνομπάρουμε. Έχει καλό όνομα και αριστοκρατικό αίμα. Και το σημαντικότερο, ο Σουίφτ μου είναι αφοσιωμένος. Και διαθέτει ένα από τα πιο έξυπνα επιχειρηματικά μυαλά που έχω γνωρίσει. Τον θέλω για γαμπρό μου. Θέλω να κληρονομήσει την εταιρεία μου όταν έρθει η ώρα». «Έχεις τρεις γιους που θα κληρονομήσουν την εταιρεία σου!» είπε οργισμένη η Μερσέντες. «Κανείς τους δεν δίνει δεκάρα για την εταιρεία. Καμία όρεξη δεν έχουν γι’ αυτή». Φέρνοντας στον νου τον Μάθιου Σουίφτ, που είχε ανθίσει υπό την καθοδήγησή του εδώ και δέκα χρόνια, ο Μπόουμαν ένιωσε περηφάνια. Το αγόρι τού έμοιαζε πολύ περισσότερο από τα βλαστάρια του. «Κανείς τους δεν έχει τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα του Σουίφτ», συνέχισε ο Μπόουμαν. «Θα γίνει πατέρας των κληρονόμων μου». «Έχεις τρελαθεί τελείως!» φώναξε η Μερσέντες. Η Ντέζι μίλησε ήρεμα προσπαθώντας να κάμψει τις απειλές του πατέρα της. «Θα ήθελα να τονίσω ότι η συνεργασία μου είναι απαραίτητη στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ειδικά τώρα που φτάσαμε στο σημείο να συζητάμε για κληρονόμους. Και σε διαβεβαιώνω, καμία δύναμη πάνω στη γη δεν θα με αναγκάσει να κάνω τα παιδιά ενός άντρα που ούτε καν συμπαθώ». «Υπέθετα ότι θα ήθελες να φανείς χρήσιμη κάπου», γρύλισε ο Μπόουμαν. Πάντα συνήθιζε να αντιμετωπίζει την αντίσταση με ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση. «Υπέθετα πως ήθελες έναν σύζυγο και δικό σου σπιτικό αντί να συνεχίζεις να ζεις σαν παράσιτο». Η Ντέζι μόρφασε σαν να τη χαστούκισε. «Δεν είμαι παράσιτο». «Αλήθεια; Εξήγησέ μου τότε πώς έχει ωφεληθεί ο κόσμος από την ύπαρξή σου; Τι έχεις κάνει ποτέ για κάποιον;» Μπροστά στην απαίτηση να δικαιολογήσει την ύπαρξή της, η Ντέζι τον κοίταξε ψυχρά κι έμεινε αμίλητη. «Είναι τελεσίγραφο», είπε ο Μπόουμαν. «Αν δεν βρεις κατάλληλο σύζυγο μέχρι το τέλος του Μάη, θα σε δώσω στον Σουίφτ».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 1 «Κανονικά δεν πρέπει να σου πω», είπε η Ντέζι, βηματίζοντας πάνω κάτω στο σαλόνι των Μάρσντεν αργότερα εκείνο το απόγευμα. «Δεν πρέπει να στεναχωριέσαι στην κατάστασή σου. Αλλά, αν δεν το πω σε κάποιον, θα σκάσω, πράγμα που θα σε στεναχωρήσει απείρως περισσότερο». Η μεγάλη αδελφή της σήκωσε το κεφάλι από τον ώμο του λόρδου Γουέστκλιφ. «Πες μου», είπε η Λίλιαν, καταπίνοντας ακόμα ένα κύμα ναυτίας. «Στεναχωριέμαι μόνο όταν οι άλλοι μου κρύβουν πράγματα». Ήταν μισοξαπλωμένη στον μεγάλο καναπέ μέσα στην αγκαλιά του Γουέστκλιφ, ο οποίος της έδινε να πιει λίγο παγωμένο λεμόνι. Έκλεισε τα μάτια της καθώς κατάπινε και οι μακριές βλεφαρίδες της άπλωσαν σαν βεντάλιες πάνω στα χλωμά μάγουλά της. «Καλύτερα τώρα;» ρώτησε ο Γουέστκλιφ απαλά, σκουπίζοντας μια σταγόνα από την άκρη των χειλιών της. Η Λίλιαν έγνεψε με πρόσωπο κατάχλωμο. «Ναι, νομίζω πως βοηθάει. Το καλό που σου θέλω να είναι αγόρι, Γουέστκλιφ, γιατί αυτή είναι η μόνη σου ευκαιρία για κληρονόμο. Ποτέ δεν πρόκειται να ξαναπεράσω αυτό το μαρτύριο…» «Άνοιξε το στόμα σου», της είπε, δίνοντάς της λίγο ακόμα από το παγωμένο υγρό. Κανονικά η Ντέζι θα συγκινούνταν μπροστά σε αυτή την τρυφερή στιγμή των Γουέστκλιφ… Σπάνια έβλεπε κανείς τη Λίλιαν τόσο ευάλωτη ή τον Μάρκους τόσο γλυκό και περιποιητικό. Αλλά την απασχολούσαν τόσο πολύ τα προβλήματά της, που μετά βίας πρόσεξε τη σκηνή καθώς είπε: «Ο πατέρας μού έδωσε ένα τελεσίγραφο. Απόψε μου είπε…» «Περίμενε», είπε απαλά ο Γουέστκλιφ, αλλάζοντας θέση στη Λίλιαν. Καθώς ξάπλωσε τη γυναίκα του στο πλάι, εκείνη βολεύτηκε καλύτερα πάνω του κι αυτός απίθωσε το χέρι του στη φουσκωμένη κοιλιά της. Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο μέσα στα εβένινα μαλλιά της κι εκείνη έγνεψε αναστενάζοντας. Οποιοσδήποτε έβλεπε την τρυφερότητα με την οποία φερόταν ο Γουέστκλιφ στη γυναίκα του θα παρατηρούσε τις μεγάλες αλλαγές πάνω στον κόμη, που ήταν σε όλους γνωστός ως άνθρωπος ψυχρός. Είχε γίνει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πολύ πιο προσεγγίσιμος –χαμογελούσε περισσότερο, γελούσε περισσότερο– και οι κανόνες του σχετικά με την καλή συμπεριφορά είχαν χαλαρώσει αρκετά. Το οποίο ήταν καλό για κάποιον που είχε τη Λίλιαν γυναίκα και την Ντέζι νύφη. Τα μάτια του Γουέστκλιφ, που ήταν τόσο σκούρα καστανά ώστε έμοιαζαν μαύρα, στένεψαν ελαφρά καθώς κοίταξε την Ντέζι. Παρόλο που δεν είπε λέξη, η Ντέζι διάβασε στο βλέμμα του την επιθυμία να προστατέψει τη Λίλιαν από οτιδήποτε και οποιονδήποτε θα τάραζε τη γαλήνη της. Ξαφνικά η Ντέζι ντράπηκε που πήγε εκεί για να μιλήσει για την αδικία που έκανε ο πατέρας της. Έπρεπε να κρατήσει τα προβλήματα για τον εαυτό της κι αντί γι’ αυτό είχε τρέξει στην αδελφή της σαν κακομαθημένο παιδί. Αλλά τότε η Λίλιαν άνοιξε τα καστανά μάτια της και ήταν ζεστά και χαμογελαστά και χιλιάδες παιδικές αναμνήσεις χόρεψαν στον αέρα ανάμεσά τους σαν ζωηρές πυγολαμπίδες. Η αγάπη που μοιράζονταν οι δύο αδελφές ήταν κάτι που κανένας προστατευτικός σύζυγος δεν μπορούσε ν’ αλλάξει. «Πες μου», είπε η Λίλιαν, φωλιάζοντας πάνω στον ώμο του Γουέστκλιφ, «τι είπε ο αγριάνθρωπος;» «Ότι αν δεν βρω να παντρευτώ κάποιον μέχρι το τέλος του Μάη θα διαλέξει εκείνος σύζυγο για μένα. Και μάντεψε ποιον βρήκε. Μάντεψε!» «Δεν μπορώ να φανταστώ», απάντησε η Λίλιαν. «Ο πατέρας κανέναν δεν εγκρίνει». «Κι όμως, εγκρίνει κάποιον», είπε δυσοίωνα η Ντέζι. «Υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο τον οποίο ο πατέρας εγκρίνει εκατό τοις εκατό». Αυτό άρχισε να εξάπτει το ενδιαφέρον του Γουέστκλιφ. «Είναι κάποιος που γνωρίζω;» «Θα τον γνωρίσεις σύντομα», είπε η Ντέζι. «Ο πατέρας τού μήνυσε να έρθει. Θα φτάσει στην οικία Χαμπσάιρ την επόμενη εβδομάδα για το κυνήγι». Ο Γουέστκλιφ έστυψε το μυαλό του να θυμηθεί τα ονόματα αυτών που είχε καλέσει ο Τόμας Μπόουμαν για το ανοιξιάτικο κυνήγι. «Ο Αμερικανός;» ρώτησε. «Ο κύριος Σουίφτ;» «Ναι». Η Λίλιαν κοίταξε ανέκφραστη την Ντέζι. Και τότε γύρισε προς τον Γουέστκλιφ αφήνοντας μια μικρή τσιρίδα. Στην αρχή η Ντέζι φοβήθηκε πως έκλαιγε, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως η Λίλιαν είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Όχι… αποκλείεται… είναι εξωφρενικό… με τίποτα εσύ δεν μπορείς να…» «Δεν θα το έβρισκες τόσο αστείο αν ήσουν στη θέση μου», τη μάλωσε η Ντέζι. Ο Γουέστκλιφ κοίταζε μία τη μια αδελφή και μία την άλλη. «Τι κακό έχει ο κύριος Σουίφτ; Απ’ όσα έχω καταλάβει από τον πατέρα σας, ακούγεται πολύ σοβαρός άνθρωπος». «Όλα τα κακά του κόσμου έχει», είπε η Λίλιαν, προσπαθώντας να σταματήσει τα γέλια. «Μα ο πατέρας σου τον εκτιμά», αντέτεινε ο Γουέστκλιφ. «Ω», είπε η Λίλιαν, «η ματαιοδοξία του πατέρα κολακεύεται επειδή ο κύριος Σουίφτ πασχίζει να τον μιμηθεί και κρέμεται από την κάθε λέξη του». Ο κόμης συλλογίστηκε τα λόγια της καθώς της έδινε λίγο ακόμα παγωμένο λεμόνι. Εκείνη αναστέναξε ανακουφισμένη μόλις το κρύο υγρό στάλαξε στον λαιμό της. «Κάνει λάθος ο πατέρας σου για την εξυπνάδα του κύριου Σουίφτ;» ρώτησε ο Γουέστκλιφ την Ντέζι. «Είναι έξυπνος», παραδέχτηκε εκείνη. «Αλλά δεν μπορείς να κάνεις μια φυσιολογική συζήτηση μαζί του – κάνει χιλιάδες ερωτήσεις και ρουφά όλα όσα του λέει κανείς δίχως εκείνος να προσφέρει τίποτα». «Ίσως είναι ντροπαλός», είπε ο Γουέστκλιφ. Η Ντέζι ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Σε διαβεβαιώνω, λόρδε μου, ο κύριος Σουίφτ δεν είναι καθόλου ντροπαλός. Είναι…» Σταμάτησε, αδυνατώντας να εκφράσει με λόγια τις σκέψεις της. Η έμφυτη ψυχρότητα του Μάθιου Σουίφτ συνοδευόταν από έναν ανυπόφορο αέρα ανωτερότητας. Κανείς δεν μπορούσε να του πει τίποτα – όλα τα ήξερε. Επειδή η Ντέζι είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι με δύσκολους χαρακτήρες, δεν είχε καμία όρεξη να βάλει στη ζωή της άλλο έναν δύσκολο άνθρωπο. Κατά τη γνώμη της, δεν ήταν καλό το γεγονός ότι ο Σουίφτ ταίριαζε τόσο πολύ με τους Μπόουμαν. Ίσως κάποιος να άντεχε περισσότερο τον Σουίφτ αν είχε πάνω του κάτι γοητευτικό ή όμορφο. Όμως δεν είχε ευλογηθεί ούτε με καλό χαρακτήρα ούτε με όμορφη εμφάνιση. Δεν είχε ίχνος χιούμορ και καλοσύνης. Ήταν ασουλούπωτος: ήταν ψηλός και ατσούμπαλος και τόσο αδύνατος, που τα χέρια και τα πόδια του έμοιαζαν με ακρίδας. Θυμήθηκε το παλτό του,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


που κρεμόταν πάνω στους φαρδιούς ώμους του σαν να μην έκρυβε τίποτα από κάτω. «Αντί να αραδιάζω όλα όσα δεν μου αρέσουν σε αυτόν», είπε τελικά η Ντέζι, «είναι πιο εύκολο να πω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον συμπαθώ». «Ούτε καν όμορφος δεν είναι», πρόσθεσε η Λίλιαν. «Ένα μάτσο κόκαλα είναι». Χτύπησε απαλά το μυώδες στέρνο του Γουέστκλιφ, θέλοντας να δείξει πόσο διαφορετικός σε εμφάνιση ήταν από εκείνον. Ο Γουέστκλιφ έμοιαζε να το διασκεδάζει. «Διαθέτει κανένα καλό στοιχείο αυτός ο Σουίφτ τελικά;» Και οι δύο αδελφές συλλογίστηκαν την ερώτηση. «Έχει ωραία δόντια», είπε τελικά κατσούφικα η Ντέζι. «Πού το ξέρεις;» ρώτησε η Λίλιαν. «Αφού δεν χαμογελά ποτέ!» «Τον κρίνετε πολύ αυστηρά», σχολίασε ο Γουέστκλιφ. «Αλλά ο κύριος Σουίφτ μπορεί να έχει αλλάξει από τότε που το είδατε». «Αποκλείεται να έχει αλλάξει τόσο ώστε να θέλω να τον παντρευτώ», δήλωσε η Ντέζι. «Δεν θα χρειαστεί να παντρευτείς τον Σουίφτ αν δεν θες», είπε η Λίλιαν έντονα κι ανασηκώθηκε στην αγκαλιά του άντρα της. «Έτσι δεν είναι, Γουέστκλιφ;» «Ναι, αγάπη μου», μουρμούρισε εκείνος, παραμερίζοντας τα μαλλιά της από το πρόσωπό της. «Και δεν θα αφήσεις τον πατέρα να πάρει την Ντέζι μακριά μου», επέμεινε η Λίλιαν. «Και βέβαια όχι. Σίγουρα μπορούμε να διαπραγματευτούμε κάτι». Η Λίλιαν ξάπλωσε πάλι πάνω του, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητες του άντρα της. «Ορίστε», μουρμούρισε στην Ντέζι. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς… βλέπεις; Ο Γουέστκλιφ έχει τα πάντα υπό…» σταμάτησε για να χασμουρηθεί «… έλεγχο…» Βλέποντας τα βλέφαρα της αδελφής της να βαραίνουν, η Ντέζι χαμογέλασε με αγάπη. Κοίταξε τον Γουέστκλιφ πάνω από το κεφάλι της Λίλιαν και του έκανε νόημα πως φεύγει. Εκείνος απάντησε με ένα ευγενικό γνέψιμο κι έστρεψε την προσοχή του στο νυσταγμένο πρόσωπο της Λίλιαν. Και η Ντέζι δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν θα την κοιτούσε κι εκείνη έτσι ποτέ κάποιος άντρας, σαν να ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Η Ντέζι ήταν σίγουρη ότι ο Γουέστκλιφ θα τη βοηθούσε με όποιο τρόπο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μπορούσε, έστω και μόνο για χάρη της Λίλιαν. Αλλά η πίστη της στην επιρροή του κόμη κλονιζόταν στη σκέψη της ατσάλινης και αδιάλλακτης θέλησης του πατέρα της. Παρόλο που θα τον πολεμούσε με όλες της τις δυνάμεις, η Ντέζι διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος της. Κοντοστάθηκε στην πόρτα του δωματίου και κοίταξε το ζευγάρι στον καναπέ σμίγοντας προβληματισμένη τα φρύδια. Η Λίλιαν είχε αποκοιμηθεί πάνω στο στήθος του Γουέστκλιφ. Ο κόμης κοίταξε την Ντέζι σηκώνοντας ερωτηματικά ένα φρύδι. «Ο πατέρας μου…» άρχισε να λέει η Ντέζι, αλλά μετά δάγκωσε το χείλος της. Αυτός ο άντρας ήταν ο συνέταιρος του πατέρα της. Δεν ήταν σωστό να λέει στον Γουέστκλιφ τα παράπονά της. Αλλά το υπομονετικό ύφος του την ενθάρρυνε να συνεχίσει. «Με αποκάλεσε παράσιτο», είπε χαμηλόφωνα για να μην ξυπνήσει τη Λίλιαν. «Μου ζήτησε να του πω πώς έχει επωφεληθεί ο κόσμος από την ύπαρξή μου ή τι έχω κάνει ποτέ για κάποιον». «Και τι απάντησες;» ρώτησε ο Γουέστκλιφ. «Δεν… δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι». Τα καστανά μάτια του Γουέστκλιφ ήταν ανεξιχνίαστα. Της έκανε νόημα να πλησιάσει στον καναπέ κι εκείνη υπάκουσε. Προς μεγάλη της έκπληξη, της έπιασε το χέρι και το κράτησε με θέρμη. Ο συνήθως συγκρατημένος κόμης δεν είχε κάνει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο. «Ντέζι», είπε απαλά ο Γουέστκλιφ, «οι περισσότερες ζωές δεν χαρακτηρίζονται από μεγάλα επιτεύγματα. Καθορίζονται από άπειρα μικρά. Κάθε φορά που κάνεις μια καλή πράξη για κάποιον ή φέρνεις ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του, αυτό δίνει νόημα στη ζωή σου. Ποτέ μην αμφισβητήσεις την αξία σου, μικρή μου. Ο κόσμος θα ήταν ένα θλιβερό μέρος δίχως την Ντέζι Μπόουμαν». Ελάχιστοι άνθρωποι θα διαφωνούσαν ότι το αρχοντικό του Στόνι Κρος ήταν ένα από τα ομορφότερα μέρη της Αγγλίας. Το κτήμα στο Χαμπσάιρ διέθετε μια απέραντη έκταση από πυκνά δάση, ζωηρόχρωμα λιβάδια και βάλτους και την ανοιχτοκίτρινη έπαυλη που έβλεπε προς τον ποταμό Ίτσεν. Ζωή άνθιζε ολόγυρα, ανοιχτόχρωμα ανθάκια ξεπρόβαλλαν από το πράσινο χαλί κάτω από τις οξιές και τους κέδρους και ολόκληρες αλυσίδες από γαλάζιες καμπανούλες έλαμπαν στα βάθη του δάσους. Κόκκινες ακρίδες χοροπηδούσαν στα λιβάδια με τις αγριοπασχαλιές και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τα πικροκάρδαμα, ενώ διάφανες γαλάζιες λιβελούλες πετούσαν πάνω από τα λευκά πέταλα των λουλουδιών. Μοσχοβολούσε άνοιξη και η ατμόσφαιρα ανέδιδε το άρωμα των θάμνων και της καταπράσινης χλόης. Μετά από μια δωδεκάωρη διαδρομή με την άμαξα, την οποία η Λίλιαν περιέγραψε σαν κόλαση, οι Γουέστκλιφ, οι Μπόουμαν και οι καλεσμένοι έφτασαν επιτέλους στο αρχοντικό του Στόνι Κρος. Ο ουρανός είχε πιο γαλανό χρώμα στο Χαμπσάιρ και επικρατούσε μια γαλήνια ησυχία. Δεν ακούγονταν τροχοί άμαξας και οπλές αλόγων, μικροπωλητές ή ζητιάνοι, σειρήνες εργοστασίων ή ο αδιάκοπος θόρυβος της πολύβουης πόλης που έμοιαζε με επίθεση στα αφτιά. Εδώ ακούγονταν μόνο τα κελαηδήματα και τα κρωξίματα των πουλιών που πετούσαν ανάμεσα στα δέντρα ή στα βούρλα στις όχθες του ποταμού. Η Λίλιαν, που κάποτε έβρισκε την εξοχή θανάσιμα πληκτική, καταχάρηκε που γύρισε στην εξοχική κατοικία. Άνθιζε στην ατμόσφαιρα του Στόνι Κρος και μετά την πρώτη νύχτα στην έπαυλη έδειχνε κι ένιωθε καλύτερα απ’ ό,τι εδώ κι εβδομάδες. Τώρα που η εγκυμοσύνη της δεν μπορούσε να καλυφθεί κάτω από τα φαρδιά φορέματα, έπρεπε να περιοριστεί στο σπίτι, γεγονός που σήμαινε ότι δεν μπορούσε να εμφανίζεται πια δημοσίως. Στο δικό της σπίτι, όμως, η Λίλιαν θα απολάμβανε έναν βαθμό ελευθερίας, αν και θα περιόριζε κάπως τις συναναστροφές της μόνο σε μικρές παρέες καλεσμένων. Η Ντέζι καταχάρηκε που της έδωσαν το αγαπημένο της δωμάτιο στην έπαυλη. Το πανέμορφο δωμάτιο ανήκε κάποτε στην αδελφή του λόρδου Γουέστκλιφ, τη λαίδη Αλίν, που τώρα έμενε στην Αμερική με τον άντρα και τον γιο της. Το πιο όμορφο χαρακτηριστικό του δωματίου ήταν το ερμάριο που είχε μεταφερθεί από τη Γαλλία και είχε συναρμολογηθεί εδώ. Είχε έρθει από ένα κάστρο του 17ου αιώνα και συνοδευόταν από μια πολυθρόνα ιδανική για έναν υπνάκο ή για διάβασμα. Κουλουριασμένη με ένα βιβλίο στην πολυθρόνα, η Ντέζι ένιωθε αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Τι ωραία που θα ήταν να έμενε για πάντα εδώ με την αδελφή της! Αλλά ήξερε ότι δεν θα ήταν απόλυτα ευτυχισμένη έτσι. Λαχταρούσε τη δική της ζωή… τον δικό της άντρα, τα δικά της παιδιά. Για πρώτη φορά η Ντέζι ένιωθε ότι με τη μητέρα της είχαν γίνει σύμμαχοι. Σύμμαχοι στην επιθυμία να εμποδίσουν τον γάμο με τον φριχτό Μάθιου Σουίφτ. «Ο καταραμένος», είχε πει η Μερσέντες. «Είμαι σίγουρη πως αυτός έβαλε την ιδέα στο κεφάλι του πατέρα σου… Πάντα υποπτευόμουν ότι…»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Τι υποπτευόσουν;» ρώτησε η Ντέζι, αλλά η μητέρα της έσφιξε τα χείλη σε μια λεπτή γραμμή. Καθώς η Μερσέντες κοιτούσε τη λίστα των καλεσμένων, σχολίασε στην Ντέζι ότι στην έπαυλη θα έμεναν πολλοί κατάλληλοι εργένηδες. «Παρόλο που δεν έχουν όλοι κληρονομήσει τίτλους, προέρχονται από αριστοκρατικές οικογένειες», είπε η Μερσέντες. «Και ποιος ξέρει… Μπορεί να συμβεί κάποια καταστροφή… κάποια αρρώστια ή κάποιο ατύχημα. Μερικές φορές ξεκληρίζονται ολόκληρες οικογένειες κι ο άντρας σου μπορεί να κληρονομήσει κάποιο τίτλο!» Με μάτια γεμάτα ελπίδα στη σκέψη της συμφοράς που θα μπορούσε να πέσει στα μελλοντικά πεθερικά της Ντέζι, η Μερσέντες κοίταξε πιο προσεκτικά τη λίστα της. Η Ντέζι ανυπομονούσε για τη στιγμή που θα έφταναν αργότερα μέσα στην εβδομάδα η Ιβ και ο Σεντ Βίνσεντ. Της είχε λείψει πολύ η Ιβ, ειδικά από τότε που η Άναμπελ αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο μωρό της και η Λίλιαν είχε γίνει πολύ αργοκίνητη για να τη συνοδεύει στις βόλτες που απολάμβανε. Την τρίτη μέρα μετά την άφιξή τους στο Χαμπσάιρ, η Ντέζι ξεκίνησε μόνη της για έναν απογευματινό περίπατο. Ακολούθησε ένα μονοπάτι που είχε διασχίσει πολλές φορές στο παρελθόν. Είχε φορέσει ένα γαλάζιο εμπριμέ φόρεμα από μουσελίνα και ένα ζευγάρι γερά μποτάκια και είχε δέσει σφιχτά στο κεφάλι της την κορδέλα ενός ψάθινου καπέλου. Περπατώντας σε ένα χαμηλό μονοπάτι ανάμεσα σε λιβάδια με κίτρινα χελιδονόχορτα και κόκκινες δροσερές στρογγυλόφυλλες, η Ντέζι συλλογίστηκε το πρόβλημά της. Γιατί δυσκολευόταν τόσο να βρει άντρα; Δεν ήταν ότι δεν ήθελε να ερωτευτεί κάποιον. Στην πραγματικότητα, ήταν τόσο ανοιχτή στην ιδέα, που έμοιαζε πολύ άδικο να μην έχει βρει κάποιον μέχρι τώρα. Είχε προσπαθήσει! Αλλά πάντα κάτι δεν κολλούσε. Αν κάποιος είχε τη σωστή ηλικία, ήταν είτε παθητικός είτε αλαζόνας. Αν ήταν ευγενικός και ενδιαφέρων, ήταν είτε τόσο γέρος, ώστε να μοιάζει με παππούς της, είτε είχε κάποιο άλλο πρόβλημα, όπως το να μυρίζει άσχημα ή να φτύνει την ώρα που μιλούσε. Η Ντέζι ήξερε ότι δεν ήταν καμιά πανέμορφη κοπέλα. Ήταν μικροκαμωμένη και αδύνατη και, παρόλο που την επαινούσαν για τα σκούρα μάτια της και τα σχεδόν μαύρα μαλλιά της, σε υπέροχη αντίθεση με το ανοιχτόχρωμο δέρμα της, είχε ακούσει αμέτρητες φορές να την αποκαλούν «ξωτικό» και «πειραχτήρι». Οι γυναίκες σαν ξωτικά δεν προσέλκυαν μνηστήρες όπως οι γυναίκες με αγαλμάτινη ομορφιά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έλεγαν, επίσης, ότι η Ντέζι περνούσε πολύ χρόνο στα βιβλία της, πράγμα που μάλλον ήταν αλήθεια. Αν την άφηναν, η Ντέζι θα περνούσε κάθε λεπτό της μέρας της διαβάζοντας και ονειροπολώντας. Κάθε λογικός άνθρωπος θα σκεφτόταν ότι θα ήταν άχρηστη στα θέματα νοικοκυριού και στα καθήκοντα που απαιτούσαν προσεκτική οργάνωση. Και αυτός ο λογικός άνθρωπος θα είχε δίκιο αν σκεφτόταν κάτι τέτοιο. Η Ντέζι δεν έδινε δεκάρα για το τι περιείχε το κελάρι ή πόσο σαπούνι έπρεπε να παραγγείλει κανείς για τη μέρα της λάντζας. Την ενδιέφεραν πολύ περισσότερο τα μυθιστορήματα, η ποίηση και η ιστορία κι ό,τι την έκανε να ατενίζει έξω από ένα παράθυρο στο κενό… ενώ στη φαντασία της ζούσε εξωτικές περιπέτειες, ταξίδευε πάνω σε μαγικά χαλιά, σάλπαρε σε άγνωστους ωκεανούς, αναζητούσε θησαυρούς σε τροπικά νησιά. Και στα όνειρα της Ντέζι υπήρχαν συναρπαστικοί άντρες, ήρωες που ζούσαν παρόμοιες περιπέτειες. Αυτοί οι φανταστικοί άντρες ήταν πολύ πιο συναρπαστικοί και ενδιαφέροντες από τους συνηθισμένους… Μιλούσαν όμορφα, ήταν άσοι στην ξιφασκία και στις μονομαχίες και φιλούσαν μεθυστικά τις γυναίκες που ερωτεύονταν. Φυσικά η Ντέζι δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι υπήρχαν όντως τέτοιοι άντρες, αλλά παραδεχόταν ότι, με όλες αυτές τις ρομαντικές εικόνες στο κεφάλι της, οι πραγματικοί άντρες τής φαίνονταν τρομερά πληκτικοί. Σηκώνοντας το πρόσωπό της προς τον ήλιο που τρύπωνε μέσα από τα φυλλώματα, η Ντέζι άρχισε να σιγοτραγουδά έναν παλιό σκοπό. Σύντομα έφτασε εκεί που ήθελε∙ σε ένα πηγάδι στο οποίο πήγαιναν παλιά με τις άλλες κοπέλες, όταν ήταν ανύπανδρες. Ένα πηγάδι ευχών. Σύμφωνα με τον μύθο της περιοχής, εκεί κατοικούσε ένα πνεύμα που θα έκανε την ευχή σου πραγματικότητα αν έριχνες μέσα μια καρφίτσα. Μόνο που δεν έπρεπε να στέκεσαι πολύ κοντά, γιατί το πνεύμα μπορεί να σε τράβαγε μαζί του για να ζήσεις για πάντα εκεί κάτω σαν γυναίκα του. Παλιότερα η Ντέζι είχε κάνει ευχές για τις φίλες της – και όλες είχαν γίνει πραγματικότητα. Τώρα χρειαζόταν λίγη μαγεία για τον εαυτό της. Η Ντέζι άφησε απαλά το καπέλο της στο χώμα, πλησίασε το πηγάδι και κοίταξε το λασπερό νερό. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του φορέματός της κι έβγαλε ένα χαρτάκι γεμάτο καρφίτσες. «Πνεύμα του πηγαδιού», είπε φιλικά, «αφού δυσκολεύτηκα τόσο πολύ να βρω τον άντρα που πάντα πίστευα πως ήθελα, το αφήνω πάνω σου. Χωρίς καμία απαίτηση και κανένα όρο. Αυτό που εύχομαι είναι… να βρω τον σωστό άντρα για μένα. Θα είμαι ανοιχτόμυαλη».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τράβηξε δυο δυο και τρεις τρεις τις καρφίτσες από το χαρτάκι και τις πέταξε στο πηγάδι. Οι μεταλλικές ακίδες άστραψαν στον αέρα πριν πέσουν στην επιφάνεια του νερού και χαθούν μέσα στη σκούρα λάσπη. «Ρίχνω όλες αυτές τις καρφίτσες μόνο για την ίδια ευχή», είπε στο πηγάδι. Έμεινε για αρκετή ώρα με τα μάτια κλειστά, συγκεντρωμένη. Πάνω από τον ήχο του νερού ακουγόταν μόνο το πέταγμα ενός πουλιού που προσπαθούσε να πιάσει ένα έντομο στον αέρα και το βουητό μιας λιβελούλας. Πίσω της ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν κλαράκι που έσπαζε. Η Ντέζι γύρισε κι είδε έναν άντρα να την πλησιάζει. Απείχε μόλις μερικά μέτρα. Από το σοκ που ανακάλυψε ότι δεν ήταν μόνη η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος σαν τον άντρα της φίλης της Άναμπελ, αλλά έμοιαζε πιο νέος, ίσως ούτε καν τριάντα. «Με συγχωρείτε», είπε χαμηλόφωνα μόλις είδε την έκφρασή της. «Δεν ήθελα να σας τρομάξω». «Ω, δεν με τρομάξατε», είπε, με την καρδιά της, όμως, ακόμα να χτυπά σαν τρελή από φόβο. «Απλώς… ξαφνιάστηκα». Την πλησίασε με χαλαρό βάδισμα και τα χέρια στις τσέπες. «Έφτασα στην έπαυλη πριν από μερικές ώρες», είπε. «Μου είπαν ότι είχατε βγει για βόλτα εδώ». Της φαινόταν κάπως γνωστός. Κοιτούσε την Ντέζι σαν να περίμενε ότι τον αναγνώριζε. Ένιωσε την αμηχανία που νιώθει πάντα κανείς όταν έχει ξεχάσει ένα πρόσωπο που έχει γνωρίσει στο παρελθόν. «Είστε καλεσμένος του λόρδου Γουέστκλιφ;» ρώτησε, προσπαθώντας απεγνωσμένα να τον θυμηθεί. Εκείνος της έριξε ένα περίεργο βλέμμα και χαμογέλασε ελαφρά. «Ναι, δεσποινίς Μπόουμαν». Ήξερε το όνομά της. Η Ντέζι τον κοίταξε με ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς γινόταν να έχει ξεχάσει έναν τόσο όμορφο άντρα. Είχε έντονα και αποφασιστικά χαρακτηριστικά, πολύ αρρενωπά για να τα χαρακτηρίσει κανείς όμορφα, πολύ εντυπωσιακά για να θεωρούνται συνηθισμένα. Και τα μάτια του είχαν το βαθύ γαλανό χρώμα των ανθών της πρωινής δόξας, που έδειχνε ακόμα πιο έντονο πάνω στο ηλιοκαμένο δέρμα του. Είχε κάτι το εκπληκτικό, μια ζωντάνια που την έκανε να θέλει να κάνει ένα βήμα πίσω. Τόσο έντονο ήταν αυτό το κάτι. Καθώς έσκυψε το κεφάλι του για να την κοιτάξει, μια μαονένια λάμψη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γλίστρησε από τη στιλπνή επιφάνεια των μαλλιών του. Οι πυκνές μπούκλες του ήταν κολλημένες στο κεφάλι του πολύ περισσότερο απ’ ό,τι προτιμούσαν οι Ευρωπαίοι. Είχε το στιλ Αμερικανού. Και τώρα που το σκεφτόταν, και η προφορά του έμοιαζε αμερικανική. Και αυτή η φρέσκια καθαρή μυρωδιά που μύριζε… αν δεν έκανε λάθος, ήταν το άρωμα από… τα σαπούνια Μπόουμαν; Ξαφνικά η Ντέζι κατάλαβε ποιος ήταν. Τα γόνατά της σχεδόν λύγισαν. «Εσύ», ψιθύρισε, με μάτια διάπλατα από έκπληξη μπροστά στο πρόσωπο του Μάθιου Σουίφτ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 2 Θα πρέπει να ταλαντεύτηκε λίγο, γιατί εκείνος άπλωσε τα χέρια του και την έπιασε απαλά, κλείνοντας τα δάχτυλά του γύρω από τα μπράτσα της. «Κύριε Σουίφτ», έκρωξε, κάνοντας ενστικτωδώς λίγο πίσω. «Θα πέσεις στο πηγάδι. Έλα μαζί μου». Η λαβή του ήταν απαλή αλλά αποφασιστική καθώς την οδηγούσε μακριά από το νερό του πηγαδιού. Ενοχλημένη που την τραβολογούσε σαν ξεστρατισμένη χήνα από το κοπάδι, η Ντέζι σφίχτηκε κάτω από το χέρι του. Κάποια πράγματα, σκέφτηκε, δεν είχαν αλλάξει. Ο Μάθιου Σουίφτ ήταν όπως πάντα αυταρχικός. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Θεέ και Κύριε, πρώτη φορά έβλεπε τέτοια μεταμόρφωση στη ζωή της. Το «ένα μάτσο κόκαλα», όπως τον είχε περιγράψει η Λίλιαν, είχε γεμίσει και είχε γίνει ένας όμορφος άντρας που ακτινοβολούσε υγεία και ζωντάνια. Φορούσε κομψά ρούχα, ραμμένα πιο χαλαρά πάνω του απ’ ό,τι τα παλιομοδίτικα στενά. Και πάλι όμως, το ύφασμα δεν έκρυβε τη γεροδεμένη αρρενωπή σιλουέτα. Οι διαφορές πάνω του δεν ήταν μόνο σωματικές. Η ωριμότητα του είχε προσδώσει έναν αέρα αυτοπεποίθησης, την όψη ενός άντρα σίγουρου για τον εαυτό του και τις ικανότητές του. Η Ντέζι θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε έρθει να δουλέψει για τον πατέρα της… ήταν ένας κοκαλιάρης, ψυχρός καιροσκόπος με ακριβά αλλά κακόγουστα ρούχα και φθαρμένα παπούτσια. Η Ντέζι αποτραβήχτηκε από τη λαβή του. «Άλλαξες», του είπε, προσπαθώντας να συνέλθει από την έκπληξη. «Εσύ όχι», απάντησε εκείνος. Δεν μπόρεσε να καταλάβει αν το σχόλιό του ήταν θετικό ή αρνητικό. «Τι έκανες στο πηγάδι;» «Ήμουν… ήθελα…» Η Ντέζι έψαξε μάταια για μια λογική εξήγηση. «Είναι πηγάδι ευχών». Το ύφος του ήταν σοβαρό αλλά ένα ύποπτο παιχνίδισμα στα ζωηρά μπλε μάτια του έδειχνε πως μέσα του μάλλον το διασκέδαζε. «Να υποθέσω πως πιστεύεις σ’ αυτό;» «Όλοι στο χωριό έρχονται εδώ», απάντησε ξερά η Ντέζι. «Είναι θρυλικό πηγάδι ευχών».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Την κοιτούσε με τον τρόπο που πάντα μισούσε η Ντέζι, ρουφώντας τα πάντα, δίχως να του ξεφεύγει καμία λεπτομέρεια. Η Ντέζι ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν μπροστά στο εξεταστικό βλέμμα του. «Τι ευχήθηκες;» τη ρώτησε. «Είναι προσωπικό». «Ξέροντας εσένα», είπε, «θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε». «Δεν με ξέρεις», του αντιγύρισε η Ντέζι. Η ιδέα ότι ο πατέρας της θα την έδινε σε έναν άντρα που έκανε λάθος σε όλα όσα την αφορούσαν… ήταν τρέλα. Ο γάμος μαζί του θα ήταν μια επιχειρηματική συναλλαγή και υποχρεώσεις. Ένας γάμος γεμάτος απογοήτευση και αμοιβαία αντιπάθεια. Και ήταν φανερό ότι κι εκείνον δεν τον έλκυε όπως ούτε κι εκείνος δεν έλκυε αυτή. Ποτέ δεν θα παντρευόταν μια κοπέλα σαν αυτήν, αν δεν ήταν στη μέση η εταιρεία του πατέρα της. «Ίσως όχι», υποχώρησε ο Σουίφτ. Αλλά τα λόγια του ακούστηκαν ψεύτικα. Πίστευε πως ήξερε ακριβώς ποια και τι ήταν. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, υπολογιστικά και προκλητικά. «Μια και βρίσκομαι μπροστά σε ένα θρυλικό πηγάδι», είπε ο Σουίφτ, «δεν θα ήθελα να χάσω μια τόσο καλή ευκαιρία». Έψαξε για λίγο στην τσέπη του κι έβγαλε ένα μεγάλο ασημένιο νόμισμα. Η Ντέζι είχε αιώνες να δει αμερικανικά χρήματα. «Κανονικά πρέπει να ρίξεις καρφίτσα», του είπε. «Δεν έχω καρφίτσα». «Αυτό είναι πεντοδόλαρο», είπε δύσπιστα η Ντέζι. «Δεν πιστεύω να το πετάξεις μέσα;» «Δεν θα το πετάξω. Επένδυση θα κάνω. Καλύτερα να μου πεις τον σωστό τρόπο να κάνω ευχή. Κρίμα να πάνε χαμένα τόσα χρήματα». «Με κοροϊδεύεις». «Σοβαρολογώ απόλυτα. Και αφού δεν το έχω ξανακάνει, πολύ θα ήθελα κάποια συμβουλή». Περίμενε την απάντησή της και, όταν είδε ότι δεν επρόκειτο να λάβει κάποια, οι άκρες των χειλιών του ανασηκώθηκαν ελαφρώς. «Εγώ πάντως το κέρμα θα το πετάξω». Η Ντέζι βλαστήμησε μέσα της. Παρόλο που ήταν φανερό ότι την κορόιδευε, δεν μπορούσε να αντισταθεί. Ήταν κρίμα να πάει χαμένη η ευχή, πόσο μάλλον μια ευχή πέντε δολαρίων. Φτου! Πλησίασε το πηγάδι και είπε κοφτά: «Πρώτα κράτα το κέρμα στην παλάμη σου μέχρι να ζεσταθεί από το χέρι σου».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Σουίφτ ήρθε και στάθηκε δίπλα της. «Και μετά;» «Κλείσε τα μάτια και συγκεντρώσου σε αυτό που επιθυμείς περισσότερο». Η φωνή της πήρε μια ειρωνική χροιά. «Και πρέπει να είναι προσωπική ευχή. Όχι για συγχωνεύσεις ή τραπεζικά ομόλογα». «Σκέφτομαι κι άλλα εκτός από τη δουλειά, ξέρεις». Η Ντέζι τον κοίταξε δύσπιστα κι εκείνος την ξάφνιασε με ένα αχνό χαμόγελο. Τον είχε δει ποτέ άλλοτε να χαμογελά; Ίσως μία ή δύο φορές. Είχε μια τέτοια αμυδρή μνήμη, τότε που το πρόσωπό του ήταν τόσο αδύνατο, που το μόνο που σου έμενε ήταν η εικόνα των λευκών δοντιών πάνω σε μια έκφραση που καθόλου εύθυμη δεν έμοιαζε. Αυτό το χαμόγελο, όμως, ήταν ελαφρώς λοξό, πράγμα που το έκανε αφοπλιστικό και παιχνιδιάρικο… με μια φευγαλέα ζεστασιά, που την έκανε να αναρωτηθεί τι είδους άντρας κρυβόταν πίσω από το σοβαρό παρουσιαστικό. Η Ντέζι ανακουφίστηκε πολύ όταν το χαμόγελο εξαφανίστηκε κι έγινε ξανά ο γνωστός ψυχρός εαυτός του. «Κλείσε τα μάτια σου», του θύμισε. «Βγάλε τα πάντα από το μυαλό σου εκτός από την ευχή». Τα βαριά βλέφαρά του έκλεισαν, δίνοντάς της την ευκαιρία να τον περιεργαστεί ανενόχλητη. Δεν είχε συνηθισμένο πρόσωπο για αγόρι… είχε έντονα ζυγωματικά, πολύ μακρόστενη μύτη, πεισματάρικο σαγόνι. Όμως είχε μεγαλώσει και είχε αλλάξει. Οι αυστηρές γωνίες του προσώπου του είχαν απαλύνει πίσω από τις πυκνές μαύρες βλεφαρίδες και το πλατύ στόμα του απέπνεε αισθησιασμό. «Και τώρα τι;» μουρμούρισε ο Σουίφτ με τα μάτια ακόμα κλειστά. Με το βλέμμα στυλωμένο πάνω του, η Ντέζι τρομοκρατήθηκε από την παρόρμηση που την κυρίεψε… να τον πλησιάσει και να αγγίξει τα ηλιοκαμένα μάγουλά του με τα δάχτυλά της. «Όταν σχηματίσεις μια εικόνα στο μυαλό σου», κατάφερε να πει, «άνοιξε τα μάτια και πέτα το κέρμα μέσα στο πηγάδι». Τα βλέφαρά του άνοιξαν αποκαλύπτοντας δυο μάτια τόσο φωτεινά, όσο η φωτιά που καίει μέσα από γαλάζιο γυαλί. Δίχως να κοιτάξει το πηγάδι, πέταξε το κέρμα ακριβώς στο κέντρο του. Η Ντέζι συνειδητοποίησε ότι η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπά όπως τότε που διάβαζε τα τρομακτικά αποσπάσματα του μυθιστορήματος Οι Συμφορές της Πηνελόπης, όπου μια κοπέλα κρατούνταν αιχμάλωτη από έναν κακό, ο οποίος της είχε κλειδώσει στο δωμάτιο ενός πύργου μέχρι να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


συμφωνήσει να του δώσει την παρθενιά της. Η Ντέζι ήξερε ότι το μυθιστόρημα ήταν ανόητο ακόμα και την ώρα που το διάβαζε, αλλά αυτό δεν της είχε στερήσει ούτε στο ελάχιστο την ευχαρίστηση. Και είχε παραδόξως απογοητευτεί όταν η Πηνελόπη διασώθηκε από τον χρυσομάλλη ήρωα Ρέτζιναλντ, που δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο τόσο ενδιαφέρων όσο ο κακός. Φυσικά το ενδεχόμενο να βρεθεί αιχμάλωτη σε ένα δωμάτιο δίχως βιβλία δεν ήταν καθόλου ελκυστικό για την Ντέζι. Όμως οι απειλητικοί μονόλογοι του κακού για την ομορφιά της Πηνελόπης και ο πόθος του γι’ αυτήν και η ακολασία στην οποία ήθελε να την παρασύρει ήταν πολύ ενδιαφέροντα. Ήταν καθαρή κακοτυχία που ο Μάθιου Σουίφτ έμοιαζε ακριβώς με τον όμορφο κακό στη φαντασία της Ντέζι. «Τι ευχήθηκες;» τον ρώτησε. Η μια άκρη του στόματός του τρεμόπαιξε. «Είναι προσωπικό». Η Ντέζι μούτρωσε καθώς αναγνώρισε τη δική της απάντηση πριν από λίγο. Βλέποντας το καπέλο της πιο πέρα στο χώμα, πήγε να το πάρει. Έπρεπε να απαλλαγεί από την παρουσία του, που της προκαλούσε αμηχανία. «Γυρίζω στο αρχοντικό», είπε γυρνώντας προς τα πίσω. «Καλημέρα, κύριε Σουίφτ. Καλή βόλτα». Προς απογοήτευσή της, την έφτασε με μερικές μεγάλες δρασκελιές. «Θα σε συνοδεύσω». Η Ντέζι δεν γύρισε να τον κοιτάξει. «Θα προτιμούσα όχι». «Γιατί; Στην ίδια κατεύθυνση πηγαίνουμε». «Γιατί προτιμώ να περπατώ σιωπηλή». «Θα είμαι σιωπηλός τότε». Ο ρυθμός του βηματισμού του δεν άλλαξε. Καταλαβαίνοντας ότι ήταν μάταιο να διαμαρτυρηθεί αφού προφανώς το είχε αποφασίσει, η Ντέζι έσμιξε τα χείλη. Το τοπίο –το λιβάδι, το δάσος– ήταν όμορφο όπως πάντα, αλλά τώρα δεν έβρισκε σε αυτό μεγάλη χαρά. Δεν ξαφνιάστηκε που ο Σουίφτ την αγνόησε. Σίγουρα έτσι θα έβλεπε και τον γάμο τους. Δεν θα είχε καμία σημασία τι ήθελε ή ζητούσε εκείνη. Θα αγνοούσε τις επιθυμίες της και θα έκανε το δικό του. Σίγουρα φανταζόταν ότι ήταν εύπλαστη σαν παιδί. Με την αλαζονεία που τον χαρακτήριζε ίσως πίστευε ότι του ήταν και ευγνώμων που είχε δεχτεί να την παντρευτεί. Αναρωτήθηκε αν θα έμπαινε στον κόπο να της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κάνει πρόταση. Το πιθανότερο είναι να της έριχνε ένα δαχτυλίδι στα πόδια και να τη διέταζε να το φορέσει. Όσο συνεχιζόταν η καταθλιπτική βόλτα, η Ντέζι πάσχιζε να συγκρατηθεί, ώστε να μη φύγει τρέχοντας. Τα πόδια του Σουίφτ ήταν πολύ μακριά και το ένα δικό του βήμα ισοδυναμούσε με δύο δικά της. Ένας κόμπος έφραξε τον λαιμό της από την αγανάκτηση και κόντευε να την πνίξει. Αυτή η βόλτα ήταν συμβολική. Έδειχνε το μέλλον τους. Θα περπατούσε με κόπο γνωρίζοντας πως, όσο γρήγορα κι αν πήγαινε, δεν θα μπορούσε να θέσει απόσταση ανάμεσά τους. Κάποια στιγμή δεν άντεχε άλλο τη βασανιστική σιωπή. «Εσύ έβαλες την ιδέα στο κεφάλι του πατέρα μου;» τον ρώτησε απότομα. «Ποια ιδέα;» «Α, μην το παίζεις ανήξερος», του είπε εκνευρισμένη. «Ξέρεις πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάω». «Όχι, δεν ξέρω». Απ’ ό,τι φαινόταν, επέμενε να της παίζει παιχνίδια. «Η συμφωνία που έκανες με τον πατέρα μου», είπε. «Θέλεις να με παντρευτείς για να κληρονομήσεις την εταιρεία». Ο Σουίφτ σταμάτησε τόσο απότομα, που υπό άλλες συνθήκες η εικόνα θα την είχε κάνει να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Σταμάτησε και η Ντέζι και γύρισε να τον κοιτάξει σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. Το ύφος του ήταν εντελώς σαστισμένο. «Εγώ…» Η φωνή του ακούστηκε σαν σκουριασμένη και χρειά​στηκε να ξεροβήξει για να καθαρίσει τον λαιμό του πριν καταφέρει να μιλήσει. «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς». «Αλήθεια;» ρώτησε καχύποπτα η Ντέζι. Άρα είχε υποθέσει λάθος. Ο πατέρας της δεν είχε μιλήσει ακόμα στον Σουίφτ για το σχέδιό του. Αν μπορούσε να σκοτώσει ο εξευτελισμός, η Ντέζι θα είχε πεθάνει στη στιγμή. Είχε αφήσει τον εαυτό της να γίνει έρμαιο κάθε χλευαστικού σχολίου. Το μόνο που είχε να κάνει ο Σουίφτ ήταν να πει ότι ποτέ δεν θα συμφωνούσε να παντρευτεί μια γεροντοκόρη. Το θρόισμα των φύλλων και το κελάηδημα ενός πουλιού φάνηκαν να μεγεθύνονται στη σιωπή που ακολούθησε. Παρόλο που της ήταν αδύνατον να διαβάσει τη σκέψη του Σουίφτ, η Ντέζι κατάλαβε ότι προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τις πιθανότητες και τα συμπεράσματα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ο πατέρας μού μίλησε σαν να ήταν όλα κανονισμένα», είπε. «Νόμιζα πως τα συζητήσατε την τελευταία φορά που ήρθε στη Νέα Υόρκη». «Εμένα ποτέ δεν μου είπε κάτι. Η ιδέα του γάμου μαζί σου δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό. Και δεν έχω καμία φιλοδοξία να κληρονομήσω την εταιρεία». «Εσύ μόνο φιλοδοξίες έχεις». «Πράγματι», είπε, παρατηρώντας την εξεταστικά. «Αλλά δεν χρειάζεται να σε παντρευτώ για να εξασφαλίσω το μέλλον μου». «Ο πατέρας μου μοιάζει να πιστεύει ότι θα χοροπηδούσες από τη χαρά σου στη σκέψη να γίνεις γαμπρός του. Ότι τρέφεις μεγάλη αγάπη γι’ αυτόν». «Έχω μάθει πολλά από αυτόν», ήρθε η προβλέψιμα επιφυλακτική απάντησή του. «Είμαι σίγουρη». Η Ντέζι βρήκε καταφύγιο πίσω από μια ειρωνική έκφραση. «Σου έχει μάθει πολλά που σε ωφέλησαν στον επιχειρηματικό κόσμο. Αλλά τίποτα που να σε ωφελήσει στην πραγματική ζωή». «Δεν εγκρίνεις τις επαγγελματικές δραστηριότητες του πατέρα σου», είπε ο Σουίφτ με καθόλου ερωτηματικό τόνο. «Ναι, επειδή έχει αφιερώσει όλη την καρδιά και την ψυχή του στην επιχείρησή του και αγνοεί τους ανθρώπους που τον αγαπούν». «Αυτή, όμως, σου έχει προσφέρει πολλές πολυτέλειες», τόνισε. «Καθώς και την ευκαιρία να παντρευτείς έναν Βρετανό της τάξης σου». «Δεν ζήτησα εγώ πολυτέλειες! Το μόνο που ήθελα πάντα ήταν μια ήρεμη ζωή». «Για να κάθεσαι μόνη σου σε μια βιβλιοθήκη και να διαβάζεις;» είπε ο Σουίφτ αρκετά εύθυμα. «Για να κάνεις βόλτες στον κήπο; Για να απολαμβάνεις την παρέα των φιλενάδων σου;» «Ναι!» «Τα βιβλία κοστίζουν. Το ίδιο και τα όμορφα σπίτια με κήπους. Σου έχει περάσει από το μυαλό ότι κάποιος πληρώνει αυτή την ήρεμη ζωή που κάνεις;» Αυτή η ερώτηση ήταν τόσο παρόμοια με την κατηγορία του πατέρα της πως ήταν παράσιτο, που η Ντέζι μόρφασε. Μόλις ο Σουίφτ είδε την αντίδρασή της, το ύφος του σοβάρεψε. Πήγε ν’ αλλάξει κουβέντα, αλλά η Ντέζι τον διέκοψε απότομα. «Δεν είναι δουλειά σου το πώς ζω τη ζωή μου ή ποιος την πληρώνει. Αδιαφορώ για τη γνώμη σου και δεν έχεις κανένα δικαίω​μα να μου την επιβάλλεις».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Έχω, αν το μέλλον μου σχετίζεται με το δικό σου». «Δεν σχετίζεται!» «Κατά μια υποθετική έννοια σχετίζεται». Η Ντέζι μισούσε τους ανθρώπους που έπαιρναν τοις μετρητοίς τα πάντα όταν διαφωνούσαν. «Ο γάμος μας ποτέ δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά υποθετικός», του είπε. «Ο πατέρας μου μου έδωσε χρόνο μέχρι το τέλος του Μάη να βρω κάποιον άλλο να παντρευτώ – και θα βρω». Ο Σουίφτ την κοίταξε με αναπτερωμένο ενδιαφέρον. «Μπορώ να μαντέψω τι είδους άντρα ψάχνεις. Ξανθό, αριστοκρατικό, ευαίσθητο, εύθυμο, με μπόλικο χρόνο να ασχολείται με αριστοκρατικές δραστηριότητες…» «Ναι», τον διέκοψε η Ντέζι αναρωτώμενη πώς κατάφερνε να κάνει την περιγραφή να μοιάζει ηλίθια. «Το φαντάστηκα». Η αυταρέσκεια στη φωνή του την εκνεύρισε. «Ο μόνος λόγος που μια κοπέλα με την εμφάνισή σου έχει περάσει τρεις σεζόν χωρίς να παντρευτεί είναι ότι έχεις πολύ υψηλά κριτήρια. Ψάχνεις τον τέλειο άντρα. Γι’ αυτό και ο πατέρας σου πιέζει τα πράγματα». Για μια στιγμή, στάθηκε στις λέξεις «μια κοπέλα με την εμφάνισή σου», λες κι ήταν καμιά γυναίκα εξαίσιας ομορφιάς. Θεωρώντας ότι το σχόλιο είχε γίνει με σαρκασμό, η Ντέζι ένιωσε τον θυμό της να φουντώνει. «Δεν έχω φιλοδοξία να παντρευτώ τον τέλειο άντρα», είπε τρίζοντας τα δόντια της. Αντίθετα με τη μεγάλη της αδελφή, που έβριζε με θεαματική ευκολία, εκείνη δυσκολευόταν να εκφραστεί όταν θύμωνε. «Ξέρω πολύ καλά πως κάτι τέτοιο δεν υπάρχει». «Τότε γιατί δεν έχεις βρει κάποιον όταν ακόμα κι η αδελφή σου κατάφερε να βρει σύζυγο;» «Τι εννοείς “ακόμα κι η αδελφή μου”;» «“Παντρευτείτε τη Λίλιαν και θα πάρετε ένα εκατομμύριο”». Η προσβλητική φράση είχε προκαλέσει πολλά γέλια στους κύκλους της αφρόκρεμας του Μανχάταν. «Γιατί νομίζεις πως κανείς στη Νέα Υόρκη δεν προσφέρθηκε να παντρευτεί την αδελφή σου παρά την παχουλή προίκα; Αποτελεί τον εφιάλτη κάθε άντρα». Αυτό ήταν. «Η αδελφή μου είναι πραγματικό πετράδι και ο Γουέστκλιφ έχει το καλό γούστο να το αναγνωρίσει. Θα μπορούσε να παντρευτεί οποιαδήποτε, αλλά θέλησε αυτή. Σε προκαλώ να επαναλάβεις τη γνώμη σου για εκείνη στον κόμη!» Η Ντέζι έκανε απότομα μεταβολή και απομακρύνθηκε όσο πιο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γρήγορα της επέτρεπαν τα μικρά της πόδια. Ο Σουίφτ την ακολούθησε εύκολα, με τα χέρια χωμένα αδιάφορα στις τσέπες. «Μέχρι το τέλος του Μάη…» μουρμούρισε δίχως καν να λαχανιάσει, παρά τον ρυθμό που περπατούσε. «Δύο μήνες παρά κάτι δηλαδή. Πώς θα βρεις μνηστήρα σε τόσο λίγο χρόνο;» «Θα σταθώ ακόμα και στον δρόμο με πινακίδα αν χρειαστεί». «Σου εύχομαι ειλικρινά καλή επιτυχία, δεσποινίς Μπόουμαν. Σε κάθε περίπτωση, δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να είμαι εγώ ο νικητής». «Δεν θα είσαι ο νικητής! Σε διαβεβαιώνω, κύριε Σουίφτ, τίποτα στον κόσμο δεν θα με κάνει να δεχτώ να γίνω γυναίκα σου. Λυπάμαι την κακομοίρα που θα καταλήξει μαζί σου. Καμιά δεν αξίζει να έχει σύζυγο έναν ψυχρό, υποκριτή ηθικολόγο…» «Περίμενε». Η φωνή του είχε απαλύνει σαν να ετοιμαζόταν για μια συμφιλίωση. «Ντέζι…» «Μη με αποκαλείς με το μικρό μου!» «Έχεις δίκιο. Ήταν ανάρμοστο. Συγγνώμη. Αυτό που ήθελα να πω, δεσποινίς Μπόουμαν, είναι ότι δεν υπάρχει λόγος εχθρότητας. Αντιμετωπίζουμε ένα θέμα με σοβαρές συνέπειες και για τους δύο. Φαντάζομαι ότι μπορούμε να είμαστε αρκετά πολιτισμένοι για να βρούμε μια αποδεκτή λύση». «Μόνο μία λύση υπάρχει», είπε σοβαρά η Ντέζι, «και αυτή είναι να πεις στον πατέρα μου ότι αρνείσαι κατηγορηματικά να με παντρευτείς υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Υποσχέσου μου αυτό και θα προσπαθήσω να είμαι πολιτισμένη μαζί σου». Ο Σουίφτ σταμάτησε στο μονοπάτι, πράγμα που ανάγκασε και την Ντέζι να σταματήσει. Γύρισε να τον κοιτάξει σηκώνοντας ερωτηματικά τα φρύδια. Δεν θα του ήταν καθόλου δύσκολο να το υποσχεθεί, αν λάμβανε υπόψη της τα σχόλια που είχε κάνει. Όμως εκείνος την κοιτούσε ανεξιχνίαστα, με τα χέρια ακόμα χωμένα στις τσέπες και το κορμί ακίνητο σαν άγαλμα. Έμοιαζε να αφουγκράζεται. Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω της αξιολογώντας την και η παράξενη λάμψη που εμφανίστηκε στα μάτια του την έκανε να αναριγήσει μέχρι το μεδούλι. Την κοιτούσε σαν τίγρη που παραφυλά τη λεία του, σκέφτηκε. Τον κοίταξε κι εκείνη, πασχίζοντας να καταλάβει τι σκεφτόταν και κατάφερε να διακρίνει μια σκιά ευθυμίας και λαχτάρας που τη σάστισε. Λαχτάρα για τι πράγμα; Σίγουρα όχι για εκείνη. «Όχι», είπε απαλά σαν να μιλούσε στον εαυτό του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ντέζι κούνησε το κεφάλι της σαστισμένη. Τα χείλη της είχαν στεγνώσει και χρειάστηκε να τα υγράνει με την άκρη της γλώσσας της πριν μπορέσει να μιλήσει. Την εκνεύρισε που το βλέμμα του ακολούθησε την κίνησή της. «Το “όχι” πήγαινε στο “Όχι, δεν θα σε παντρευτώ”;» ρώτησε. «Το “όχι” πήγαινε στο “Όχι, δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι δεν θα σε παντρευτώ”». Και με αυτό ο Σουίφτ την προσπέρασε και συνέχισε προς την έπαυλη, αφήνοντάς τη να παραπατά πίσω του. «Προσπαθεί να σε βασανίσει», είπε αηδιασμένη η Λίλιαν όταν η Ντέζι της εξιστόρησε τη συνάντηση αργότερα μέσα στη μέρα. Κάθονταν στο ιδιωτικό σαλόνι του πάνω ορόφου της εξοχικής έπαυλης με τις δύο κολλητές τους, την Άναμπελ Χαντ και την Ιβ, τη λαίδη Σεντ Βίνσεντ. Ονόμασαν την παρέα τους «Τέσσερις Εποχές». Είχαν γνωριστεί δύο χρόνια νωρίτερα, ένα κουαρτέτο ανύπανδρων κοριτσιών, τα οποία για διάφορους λόγους δεν είχαν καταφέρει να βρουν συζύγους. Στη βικτοριανή κοινωνία πίστευαν ότι οι γυναίκες, με την ευμετάβλητη φύση τους και το κατώτερο μυαλό τους, δεν μπορούσαν να έχουν φιλίες αντάξιες με εκείνες των αντρών. Μόνο οι άντρες μπορούσαν να είναι πιστοί ο ένας στον άλλο και μόνο οι άντρες μπορούσαν να έχουν πραγματικά ειλικρινείς και βαθιές σχέσεις. Για την Ντέζι όλα αυτά ήταν σαχλαμάρες. Εκείνη και οι άλλες δεσποινίδες… δηλαδή, πρώην δεσποινίδες… μοιράζονταν μια βαθιά φιλία γεμάτη εμπιστοσύνη. Βοηθούσαν και ενθάρρυναν η μία την άλλη δίχως ίχνος ανταγωνισμού ή ζήλιας. Η Ντέζι λάτρευε την Άναμπελ και την Ιβ σχεδόν όσο και τη Λίλιαν. Εύκολα φανταζόταν τις τέσσερίς τους να μιλούν μετά από χρόνια για τα εγγόνια τους πίνοντας τσάι και τρώγοντας μπισκότα, ταξιδεύοντας μαζί σαν μια μικρή παρέα ηλικιωμένων κυριών με ασημένια μαλλιά. «Με τίποτα δεν πιστεύω ότι ο κύριος Σουίφτ ήταν ανίδεος για όλα αυτά», συνέχισε η Λίλιαν. «Είναι ψεύτης και τα έχει κάνει πλακάκια με τον πατέρα. Φυσικά και θέλει να κληρονομήσει την εταιρεία». Η Λίλιαν και η Ιβ κάθονταν σε πολυθρόνες από ύφασμα μπροκάρ δίπλα στα παράθυρα, ενώ η Ντέζι και η Άναμπελ κάθονταν στο πάτωμα μέσα στις φουσκωτές πολύχρωμες φούστες τους. Ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με σκούρες μπουκλίτσες μπουσουλούσε ανάμεσά τους, σταματώντας πού και πού γεμάτο περιέργεια για να περιεργαστεί με τα δαχτυλάκια της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


οτιδήποτε έβρισκε πάνω στο χαλί. Το μωρό, η Ίζαμπελ, ήταν το παιδί της Άναμπελ και του Σάιμον Χαντ και είχε γεννηθεί πριν από δέκα μήνες. Κανένα μωρό δεν είχε εισπράξει τόση αγάπη από τόσους πολλούς, καθώς και από τον πατέρα της. Αντίθετα με κάθε προσδοκία, ο αρρενωπός κύριος Χαντ δεν είχε απογοητευτεί καθόλου που έκανε κορίτσι. Λάτρευε το παιδί, δεν δίσταζε καθόλου να δείχνει δημοσίως την τρυφερότητά του και το κανάκευε με τρόπους που άλλοι πατεράδες σπάνια τολμούσαν μπροστά σε κόσμο. Ο Χαντ είχε ακόμα συμβουλέψει την Άναμπελ να κάνει ακόμα περισσότερες κόρες στο μέλλον, ισχυριζόμενος κατεργάρικα ότι πάντα ήθελε να τον αγαπούν πολλές γυναίκες. Όπως θα περίμενε κανείς, το μωρό ήταν εξαιρετικά όμορφο – θα ήταν εκ φύσεως αδύνατον η Άναμπελ να γεννήσει ένα λιγότερο εντυπωσιακό παιδί. Παίρνοντας την Ίζαμπελ στην αγκαλιά της, η Ντέζι έχωσε τη μύτη της στο μοσχοβολιστό μεταξένιο λαιμουδάκι και την άφησε ξανά στο πάτωμα. «Έπρεπε να τον ακούγατε», είπε η Ντέζι. «Η αλαζονεία του ήταν απίστευτη. Ο Σουίφτ ισχυρίζεται ότι εγώ φταίω που είμαι ακόμα ανύπαντρη. Ισχυρίστηκε ότι προφανώς έχω υψηλά κριτήρια. Και μου έκανε κήρυγμα για το κόστος των βιβλίων μου και είπε ότι κάποιος πρέπει να πληρώνει για την πολυτελή ζωή μου». «Αποκλείεται», φώναξε η Λίλιαν με το πρόσωπό της να γίνεται κατακόκκινο από θυμό. Η Ντέζι αμέσως μετάνιωσε που της το είπε. Ο οικογενειακός γιατρός είχε πει ότι η Λίλιαν δεν έπρεπε να αναστατώνεται καθώς πλησίαζε στον τελευταίο μήνα της εγκυμοσύνης της. Είχε μείνει έγκυος τον προηγούμενο χρόνο και είχε αποβάλει στους πρώτους μήνες. Η απώλεια ήταν δύσκολη για τη Λίλιαν, πράγμα παράξενο για τον σθεναρό χαρακτήρα της. Παρά τις διαβεβαιώσεις του γιατρού ότι δεν έφταιγε για την αποβολή, η Λίλιαν είχε μελαγχολία για πολλές εβδομάδες μετά. Αλλά με την παρηγοριά του Γουέστκλιφ και την τρυφερή υποστήριξη των φιλενάδων της, η Λίλιαν είχε ξαναβρεί τη ζωντάνια της. Τώρα που η Λίλιαν είχε συλλάβει ξανά, κρατούσε λιγότερο υπεροπτική στάση για την εγκυμοσύνη της, γνωρίζοντας την πιθανότητα μιας ακόμα αποβολής. Δυστυχώς δεν ήταν από τις γυναίκες που ομόρφαιναν την περίοδο του περιορισμού. Είχε κηλίδες, ναυτίες και συχνά νεύρα και γκρίνιαζε διαρκώς για τις απαγορεύσεις που επέβαλλε η κατάστασή της. «Δεν θα το ανεχτώ», φώναξε η Λίλιαν. «Δεν πρόκειται να παντρευτείς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τον Μάθιου Σουίφτ και θα στείλω τον πατέρα στον διάβολο αν προσπαθήσει να σε πάρει από την Αγγλία». Ακόμα καθισμένη στο πάτωμα, η Ντέζι έβαλε το χέρι της στο γόνατο της αδελφής της. Προσπάθησε να χαμογελάσει κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Όλα θα πάνε καλά», είπε. «Κάτι θα σκεφτούμε. Πρέπει». Είχαν πολύ στενή σχέση πολλά χρόνια. Εξαιτίας της έλλειψης τρυφερότητας από τους γονείς τους, η Λίλιαν και η Ντέζι ήταν η μία για την άλλη η μοναδική πηγή αγάπης και υποστήριξης από τότε που θυμούνταν τους εαυτούς τους. Η Ιβ, η λιγότερο ομιλητική από τις τέσσερις φίλες, τραύλιζε ελαφρά κάθε φορά που ένιωθε αμηχανία ή έντονη συγκίνηση. Όταν συναντήθηκαν δύο χρόνια νωρίτερα, το τραύλισμα της Ιβ ήταν τόσο έντονο, που μια συζήτηση αποτελούσε γι’ αυτήν το απόλυτο βασανιστήριο. Αλλά από τότε που εγκατέλειψε την οικογένεια που την κακοποιούσε και παντρεύτηκε τον λόρδο Σεντ Βίνσεντ, η Ιβ είχε αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. «Θ-θα συμφωνούσε πράγματι ο κύριος Σουίφτ να πάρει μια νύφη που δεν διάλεξε ο ίδιος;» Η Ιβ παραμέρισε μια κόκκινη μπούκλα που είχε πέσει στο μέτωπό της. «Αν όσα είπε είναι αλήθεια –ότι είναι τακτοποιημένος οικονομικά–, δεν έχει λόγο να παντρευτεί την Ντέζι». «Δεν είναι μόνο τα χρήματα», απάντησε η Λίλιαν κι αναδεύτηκε στην πολυθρόνα για να βρει μια πιο άνετη στάση. Είχε τα χέρια της ακουμπισμένα πάνω στη φουσκωμένη κοιλιά της. «Ο πατέρας έχει τον Σουίφτ σαν γιο του, αφού κανένας από τους πραγματικούς γιους του δεν εξελίχθηκε σε αυτό που θα ήθελε». «Αυτό που θα ήθελε;» ρώτησε σαστισμένη η Άναμπελ. Έσκυψε να φιλήσει τα δαχτυλάκια στα ποδαράκια του μωρού, κάνοντας τη μικρή να ξεκαρδιστεί στα γέλια. «Αφοσιωμένους στην εταιρεία», εξήγησε η Λίλιαν. «Αποτελεσματικούς και άσπλαχνους και αδίστακτους. Άντρες που βάζουν πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα της εταιρείας. Είναι μια γλώσσα που έχουν κοινή ο πατέρας και ο κύριος Σουίφτ. Ο αδελφός μας ο Ράνσομ έχει προσπαθήσει να εδραιωθεί στην εταιρεία, αλλά ο πατέρας τον συγκρίνει διαρκώς με τον κύριο Σουίφτ». «Και ο κύριος Σουίφτ διαρκώς κερδίζει», είπε η Ντέζι. «Καημένε Ράνσομ». «Οι άλλοι δύο αδελφοί μας ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να προσπαθήσουν», είπε η Λίλιαν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Και ο π-πατέρας του κύριου Σουίφτ;» ρώτησε η Ιβ. «Δεν έχει αντίρρηση που ο γιος του είναι προστατευόμενος κάποιου άλλου;» «Λοιπόν, αυτό ήταν πάντα το παράξενο», είπε η Ντέζι. «Ο κύριος Σουίφτ κατάγεται από γνωστή οικογένεια της Νέας Αγγλίας. Εγκαταστάθηκαν στο Πλίμουθ και κάποιοι κατέληξαν στη Βοστόνη στις αρχές του 1700. Οι Σουίφτ έχουν αξιόλογη καταγωγή, αλλά ελάχιστοι κατάφεραν να διατηρήσουν τα χρήματά τους. Όπως συνηθίζει να λέει ο πατέρας, η μια γενιά φτιάχνει τα χρήματα, η επόμενη τα τρώει και η τρίτη μένει μόνο με το όνομα. Φυσικά, αν μιλά κανείς για την Παλιά Βοστόνη, η διαδικασία παίρνει δέκα γενιές αντί για τρεις… όλα αργά τα κάνουν αυτοί…» «Πολυλογείς, καλή μου», τη διέκοψε η Λίλιαν. «Πίσω στο θέμα μας». «Συγγνώμη», χαμογέλασε η Ντέζι πριν συνεχίσει. «Λοιπόν, υποπτευόμαστε ότι ο κύριος Σουίφτ τα τσούγκρισε με την οικογένειά του, γιατί σπάνια μιλάει γι’ αυτούς. Και σπάνια πηγαίνει στη Μασαχουσέτη να τους δει. Οπότε, ακόμα κι αν ο πατέρας του κύριου Σουίφτ έχει αντίρρηση που ο γιος του είναι προστατευόμενος μιας άλλης οικογένειας, δεν θα το μάθουμε ποτέ». Οι τέσσερις γυναίκες έμειναν σιωπηλές για λίγο αναλογιζόμενες την κατάσταση. «Θα βρούμε κάποιον για την Ντέζι», είπε η Ιβ. «Τώρα που μπορούμε να παραβλέψουμε την καταγωγή, θα είναι πιο εύκολο. Υπάρχουν πολλοί κατάλληλοι κύριοι που δεν διαθέτουν τίτλους». «Ο κύριος Χαντ γνωρίζει πολλούς εργένηδες», είπε η Άναμπελ. «Μπορούμε να της συστήσουμε πολλούς». «Το εκτιμώ», είπε η Ντέζι, «αλλά δεν μου αρέσει η ιδέα να παντρευτώ έναν επιχειρηματία. Ποτέ δεν θα ήμουν ευτυχισμένη με έναν τέτοιο άκαρδο άνθρωπο». Και κάνοντας μια παύση, είπε απολογητικά: «Χωρίς να θέλω να θίξω τον κύριο Χαντ, φυσικά». Η Άναμπελ γέλασε. «Δεν θα χαρακτήριζα όλους τους επαγγελματίες άκαρδους επιχειρηματίες. Ο κύριος Χαντ είναι συχνά ευαίσθητος και τρυφερός». Οι άλλες την κοίταξαν δύσπιστα, γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν τον μεγαλόσωμο, γεροδεμένο άντρα της Άναμπελ με κανένα τρόπο ευαίσθητο. Ο κύριος Χαντ ήταν έξυπνος και γοητευτικός και καθόλου συναισθηματικός. «Θα βασιστούμε στα λόγια σου», είπε η Λίλιαν. «Πίσω στο θέμα μας τώρα. Ιβ, θα ρωτήσεις τον λόρδο Σεν Βίνσεντ αν γνωρίζει κανένα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κατάλληλο κύριο για την Ντέζι; Τώρα που διευρύναμε τον ορισμό του “κατάλληλου”, σίγουρα θα μπορέσει να βρει κάποιον σωστό. Γνωρίζει πληροφορίες για κάθε μη απένταρο άντρα της Αγγλίας». «Θα τον ρωτήσω», είπε αποφασιστικά η Ιβ. «Είμαι σίγουρη πως θα μπορέσουμε να βρούμε κάποιους ευπαρουσίαστους υπο​​ψήφιους». Ως ιδιοκτήτης του Τζένερς, της κλειστής χαρτοπαικτικής λέσχης που ίδρυσε ο πατέρας της Ιβ πριν από χρόνια, ο λόρδος Σεντ Βίνσεντ οδηγούσε με ραγδαίο ρυθμό την επιχείρηση σε μια άνευ προηγουμένου επιτυχία. Ο Σεν Βίνσεντ διηύθυνε τη λέσχη με άριστο τρόπο, ελέγχοντας σχολαστικά την προσωπική ζωή και τα οικονομικά όλων των μελών της. «Ευχαριστώ», απάντησε θερμά η Ιβ. Η σκέψη της Ντέζι παρέμεινε στη λέσχη. «Αναρωτιέμαι… πιστεύεις ότι ο λόρδος Σεντ Βίνστεντ μπορεί να μάθει περισσότερα για το μυστηριώδες παρελθόν του κύριου Ρόχαν; Ίσως είναι κάποιος Ιρλανδός λόρδος ή κάτι τέτοιο». Μια απαλή σιωπή έπεσε στο δωμάτιο σαν σύννεφο μικροσκοπικών χιονονιφάδων. Η Ντέζι είδε τα διακριτικά βλέμματα που αντάλλαξαν η αδελφή της με τις φίλες της. Προς στιγμήν εκνευρίστηκε λίγο μαζί τους, και ακόμα περισσότερο με τον εαυτό της που ανέφερε τον άντρα που βοηθούσε στη διαχείριση της λέσχης. Ο Ρόχαν ήταν ένας νεαρός μισός τσιγγάνος με μαύρα μαλλιά και φωτεινά καστανά μάτια. Είχαν συναντηθεί μόνο μια φορά, τότε που ο Ρόχαν της έκλεψε ένα φιλί. Τρία φιλιά δηλαδή, αν ήθελε να είναι ακριβής, και ήταν η πιο ερωτική εμπειρία της ζωής της. Επίσης και η μοναδική ερωτική εμπειρία της ζωής της. Ο Ρόχαν την είχε φιλήσει σαν να ήταν μεγάλη γυναίκα και όχι η μικρή αδελφή κάποιας, με έναν αισθησιασμό που υπονοούσε όλα τα απαγορευμένα πράγματα στα οποία οδηγούν τα φιλιά. Η Ντέζι κανονικά έπρεπε να τον είχε χαστουκίσει. Αντίθετα, όμως, είχε ονειρευτεί εκατοντάδες χιλιάδες φορές αυτά τα φιλιά. «Δεν νομίζω, καλή μου», είπε η Ιβ πολύ απαλά και η Ντέζι χαμογέλασε υπερβολικά πλατιά, σαν να το είχε πει γι’ αστείο. «Ω, μα φυσικά! Αλλά ξέρεις πώς είναι η φαντασία μου… θέλει να εξερευνά και το παραμικρό μυστήριο». «Πρέπει να επικεντρωθούμε στο σημαντικό, Ντέζι», είπε αυστηρά η Λίλιαν. «Εδώ δεν χωράνε φαντασιοπληξίες και παραμύθια… και τέρμα οι σκέψεις για τον Ρόχαν. Είναι απλώς περισπασμός».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η πρώτη παρόρμηση της Ντέζι ήταν να απαντήσει με ένα τσουχτερό σχόλιο όπως έκανε πάντα όταν η Λίλιαν γινόταν αυταρχική. Όμως, καθώς κοιτούσε τα καστανά μάτια της αδελφής της, το ίδιο χρώμα με τα δικά της, είδε μέσα τους τον φευγαλέο πανικό κι ένιωσε ένα κύμα προστατευτικής αγάπης. «Έχεις δίκιο», είπε, προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς, ξέρεις. Θα κάνω τα πάντα για να μείνω εδώ μαζί σου. Θα παντρευτώ ακόμα και κάποιον που δεν αγαπώ». Για λίγο παρέμειναν όλες σιωπηλές. Κι έπειτα μίλησε η Ιβ. «Θα βρούμε έναν άντρα τον οποίο θα μπορέσεις να αγαπήσεις, Ντέζι. Και θα ελπίζουμε να ανθίσει με τον καιρό μια αμοιβαία τρυφερότητα». Στα ζουμερά χείλη της σχηματίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο. «Μερικές φορές συμβαίνει έτσι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 3 «Η συμφωνία που έκανες με τον πατέρα μου…» Ο απόηχος της φωνής της Ντέζι παρέμεινε στο μυαλό του Μάθιου για πολλή ώρα αφότου χώρισαν. Στην πρώτη ευκαιρία θα ξεμονάχιαζε τον Τόμας Μπόουμαν και θα τον ρωτούσε τι διάβολο συνέβαινε. Αλλά με τους καλεσμένους που έφταναν διαρ​​κώς αυτή η στιγμή θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το βραδάκι. Ο Μάθιου αναρωτιόταν αν ο γερο-Μπόουμαν το είχε βάλει σκοπό να τον ζευγαρώσει με την Ντέζι. Χριστέ μου. Στη διάρκεια των χρόνων, ο Μάθιου έκανε πολλές σκέψεις σχετικά με την Ντέζι Μπόουμαν, αλλά καμιά δεν περιλάμβανε τον γάμο. Αυτό ήταν τόσο εξωπραγματικό, που δεν άξιζε καν να το σκέφτεται. Έτσι ο Μάθιου δεν την είχε φιλήσει ποτέ, δεν είχε χορέψει ποτέ μαζί της και δεν είχε κάνει ούτε μια βόλτα μαζί της, γνωρίζοντας καλά ότι το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό. Τα μυστικά του παρελθόντος του στοίχειωναν το παρόν του κι έθεταν σε κίνδυνο το μέλλον του. Ο Μάθιου ήξερε πολύ καλά ότι η ταυτότητα που είχε δημιουργήσει για τον εαυτό του μπορεί να θρυμματιζόταν εν ριπή οφθαλμού. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει κάποιος ήταν να συναρμολογήσει τα κομμάτια… ένας άνθρωπος που θα τον αναγνώριζε γι’ αυτό που ήταν πραγματικά. Η Ντέζι άξιζε έναν σύζυγο ειλικρινή και ακέραιο, όχι κάποιον που είχε χτίσει τη ζωή του πάνω σε ψέματα. Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδιζε να τη θέλει. Ανέκαθεν ήθελε την Ντέζι, με μια ένταση που έμοιαζε να αναβλύζει από κάθε πόρο του δέρματός του. Ήταν γλυκιά, καλοσυνάτη, εφευρετική, υπερβολικά λογική μα συνάμα ρομαντική και τα σκούρα λαμπερά μάτια της ήταν γεμάτα όνειρα. Ενίοτε ήταν αδέξια όταν το μυαλό της ήταν πολύ απασχολημένο για να συγκεντρώνεται σε αυτό που έκανε. Συχνά αργούσε για το δείπνο επειδή απορροφούνταν στο διάβασμα. Έχανε διαρκώς μικροπράγματα. Και της άρεσε να ατενίζει τ’ άστρα. Η αξέχαστη εικόνα της Ντέζι να ατενίζει τον ουρανό από το μπαλκόνι της είχε πλημμυρίσει τον Μάθιου με την ακατανίκητη λαχτάρα να τρέξει κοντά της και να τη φιλήσει μέχρι να την αφήσει ξέπνοη. Είχε φανταστεί πολλές φορές τον εαυτό του στο κρεβάτι μαζί της. Αν συνέβαινε ποτέ αυτό, θα ήταν πολύ ευγενικός… θα τη λάτρευε. Θα έκανε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τα πάντα για να την ευχαριστήσει. Λαχταρούσε να νιώσει τα μαλλιά της στα χέρια του, τους γλουτούς της στις παλάμες του, την απαλότητα των ώμων της πάνω στα χείλη του. Το κοιμισμένο κορμί της στην αγκαλιά του. Ήθελε όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα. Ο Μάθιου παραξενευόταν που κανείς δεν είχε ποτέ μαντέψει τα συναισθήματά του. Η Ντέζι κανονικά θα έπρεπε να τα είχε καταλάβει κάθε φορά που τον κοιτούσε. Ευτυχώς για εκείνον, δεν τα κατάλαβε ποτέ. Τον έβλεπε πάντα σαν ένα ακόμα γρανάζι στην εταιρεία του πατέρα της και ο Μάθιου ήταν ευγνώμων γι’ αυτό. Κάτι είχε αλλάξει όμως. Θυμήθηκε τον τρόπο που τον είχε κοιτάξει νωρίτερα εκείνη τη μέρα, το σαστισμένο, γεμάτο θαυμασμό ύφος της. Τόσο πολύ είχε αλλάξει η εμφάνισή του; Ο Μάθιου έβαλε αφηρημένα τα χέρια στις τσέπες και διέσχισε το αρχοντικό του Στόνι Κρος. Ποτέ δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνισή του εκτός από το να είναι καλοχτενισμένος και καθαρός. Η αυστηρή ανατροφή της Νέας Αγγλίας είχε εξαλείψει κάθε ίχνος ματαιοδοξίας, μια και οι κάτοικοι της Βοστόνης μισούσαν την ξιπασιά και απέφευγαν πάση θυσία οτιδήποτε καινούριο και μοδάτο. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο Τόμας Μπόουμαν είχε αναγκάσει τον Μάθιου να πηγαίνει στον ράφτη του στην Παρκ Άβενιου και να κουρεύεται σε κομμωτήριο αντί στον κουρέα και να κάνει πού και πού μανικιούρ, διότι ταίριαζε σε έναν άντρα της δικής του θέσης. Επίσης, μετά από επιμονή του Μπόουμαν, ο Μάθιου είχε προσλάβει μαγείρισσα και οικονόμο, πράγμα που σήμαινε ότι τρεφόταν καλύτερα τώρα τελευταία. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχασε τα χαρακτηριστικά της εφηβείας, του είχε προσδώσει μια νέα όψη ωριμότητας. Αναρωτήθηκε αν ήταν αυτό που εντυπωσίασε την Ντέζι κι αμέσως βλαστήμησε τον εαυτό του που τον ένοιαζε. Όμως ο τρόπος που τον είχε κοιτάξει σήμερα… σαν να τον έβλεπε, πραγματικά να τον έβλεπε, για πρώτη φορά… Ποτέ δεν τον είχε κοιτάξει έτσι τις φορές που επισκεπτόταν το πατρικό της στην Πέμπτη Λεωφόρο. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είχε γνωρίσει, σε ένα οικογενειακό δείπνο. Η πολυτελής τραπεζαρία έλαμπε στο φως του κρυστάλλινου πολυέλαιου και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με επίχρυση ταπετσαρία και διακοσμητικά στο χρώμα του χρυσού. Ένας ολόκληρος τοίχος ήταν καλυμμένος με καθρέφτες, τους μεγαλύτερους που είχε δει στη ζωή του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Στο δείπνο ήταν δύο από τους γιους, γεροδεμένοι νεαροί διπλάσιοι σε διάπλαση από τον Μάθιου. Η Μερσέντες και ο Τόμας κάθονταν στις κεφαλές του τραπεζιού. Οι δύο κόρες, η Λίλιαν και η Ντέζι, κάθονταν στη μια πλευρά, προσπαθώντας να πλησιάσουν όσο περισσότερο μπορούσαν η μία την άλλη. Ο Τόμας Μπόουμαν είχε μια εριστική σχέση με τις δύο κόρες του, τις οποίες είτε αγνοούσε είτε τους έκανε αυστηρή κριτική. Η μεγάλη κόρη, η Λίλιαν, αντιμετώπιζε τον Μπόουμαν με θράσος. Η δεκαπεντάχρονη Ντέζι, όμως, αντιμετώπιζε τον πατέρα της με έναν σκεπτικιστικό, κάπως εύθυμο τρόπο, που έδειχνε να τον εκνευρίζει αφάνταστα. Αυτό είχε κάνει τον Μάθιου να θέλει να χαμογελάσει. Με το λαμπερό δέρμα της, τα εξωτικά στο χρώμα της κανέλας μάτια της και την έντονη εκφραστικότητά της, η Ντέζι Μπόουμαν έμοιαζε να έχει έρθει από ένα μαγεμένο δάσος γεμάτο μυθικά πλάσματα. Ο Μάθιου κατάλαβε αμέσως ότι κάθε συζήτηση μαζί της μπορούσε να οδηγήσει σε αναπάντεχους προορισμούς. Το είχε διασκεδάσει πολύ μέσα του όταν ο Μπόουμαν την είχε μαλώσει μπροστά σε όλους για την τελευταία σκανταλιά της. Το σπιτικό των Μπόουμαν είχε γεμίσει ποντικούς επειδή όλες οι ποντικοπαγίδες που είχαν στήσει είχαν πάει στράφι. Ένας από τους υπηρέτες είχε πει ότι η Ντέζι τριγύριζε κρυφά τη νύχτα, ελευθερώνοντας επίτηδες τις ποντικοπαγίδες για να σώσει τα ποντίκια. «Αληθεύει αυτό, κόρη μου;» είχε βρυχηθεί ο Τόμας Μπόουμαν με το αυστηρό βλέμμα του στυλωμένο στην Ντέζι. «Ίσως», είχε απαντήσει εκείνη. «Αλλά υπάρχει κι άλλη εξήγηση». «Και ποια είναι αυτή;» είχε ρωτήσει κοφτά ο Μπόουμαν. «Νομίζω πως έχουμε τα πιο έξυπνα ποντίκια στη Νέα Υόρκη!» είχε πει θριαμβευτικά. Από τότε ο Μάθιου δεν αρνήθηκε ποτέ πρόσκληση στην έπαυλη Μπόουμαν, όχι γιατί αυτό ευχαριστούσε τον μεγάλο άντρα, αλλά επειδή του έδινε την ευκαιρία να βλέπει την Ντέζι. Είχε μαζέψει όσες κλεμμένες ματιές μπορούσε, ξέροντας ότι θα ήταν το μόνο που θα μπορούσε να έχει από εκείνη. Και οι στιγμές που είχε περάσει κοντά της, ανεξάρτητα από την ψυχρή ευγένεια που του έδειχνε, ήταν οι μόνες ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Καταχωνιάζοντας τις σκέψεις του, ο Μάθιου περιπλανήθηκε πιο βαθιά στο αρχοντικό. Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό, αλλά έτσι ακριβώς φανταζόταν την Αγγλία. Με πανέμορφους κήπους και καταπράσινους

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λόφους και το γραφικό χωριό στους πρόποδες της πελώριας έπαυλης. Το σπίτι και τα έπιπλα ήταν παλιά και όμορφα φθαρμένα, αλλά σε κάθε γωνία έμοιαζε να υπάρχει ένα ανεκτίμητης αξίας βάζο ή άγαλμα ή πίνακας που είχε δει μόνο σε βιβλία ιστορίας της τέχνης. Ίσως λίγο κρύο τον χειμώνα, αλλά με τα πολλά τζάκια και τα παχιά χαλιά και τις βελούδινες κουρτίνες, κανείς δεν μπορούσε να πει ότι ήταν ανυπόφορο να ζεις εδώ. Όταν ο Τόμας Μπόουμαν, ή μάλλον ο γραμματέας του, του είχε γράψει ότι ήθελε να διευθύνει τη σαπωνοποιία της Αγγλίας, η αρχική παρόρμηση του Μάθιου ήταν να αρνηθεί. Θα του άρεσε πολύ η πρόκληση και η ευθύνη. Αλλά το να βρίσκεται κοντά στην Ντέζι Μπόουμαν –ακόμα και στην ίδια χώρα– θα του ήταν αβάσταχτο. Η παρουσία της τον τρυπούσε σαν βέλος και του υποσχόταν ένα μέλλον ανεκπλήρωτου έρωτα. Αυτό που τράβηξε την προσοχή του Μάθιου ήταν οι τελευταίες αράδες στο γράμμα του γραμματέα, που μιλούσαν για την ευημερία της οικογένειας Μπόουμαν. «Υπάρχει η ανησυχία», είχε γράψει ο γραμματέας, «ότι η νεαρή δεσποινίδα Μπόουμαν δεν θα καταφέρει να βρει κατάλληλο κύριο για γάμο. Επομένως ο κύριος Μπόουμαν αποφάσισε να την επιστρέψει στη Νέα Υόρκη αν δεν έχει αρραβωνιαστεί μέχρι το τέλος της άνοιξης…» Αυτό είχε φέρει τον Μάθιου σε αδιέξοδο. Αν η Ντέζι επέστρεφε στη Νέα Υόρκη, ο Μάθιου φυσικά θα πήγαινε στην Αγγλία. Θα δεχόταν τη θέση στο Μπρίστολ και θα περίμενε να δει αν η Ντέζι θα έβρισκε σύζυγο. Αν έβρισκε, ο Μάθιου θα έβρισκε αντικαταστάτη και θα γυρνούσε στη Νέα Υόρκη. Όσο τους χώριζε ένας ωκεανός, όλα θα πήγαιναν καλά. Καθώς ο Μάθιου διέσχιζε το κυρίως χολ είδε τον λόρδο Γουέ​στκλιφ. Ο κόμης ήταν μαζί με έναν μεγαλόσωμο, μελαχρινό άντρα με όψη πειρατή παρά το κομψό του ντύσιμο. Ο Μάθιου μάντεψε ότι ήταν ο Σάιμον Χαντ, ο συνέταιρος και καλύτερος φίλος του Γουέστκλιφ. Παρά την οικονομική ευμάρεια του Χαντ –η οποία κατά γενική ομολογία ήταν εντυπωσιακή–, ήταν γιος χασάπη, χωρίς κανένα δεσμό με την αριστοκρατία. «Κύριε Σουίφτ», είπε χαλαρά ο Γουέστκλιφ μόλις αντάμωσαν στο τέρμα της μεγάλης σκάλας. «Νωρίς γυρίσατε από τη βόλτα σας. Σας άρεσε το τοπίο;» «Το τοπίο ήταν υπέροχο, λόρδε μου», απάντησε ο Μάθιου. «Ανυπομονώ για ακόμα περισσότερες βόλτες γύρω από το αρχοντικό. Γύρισα νωρίς, γιατί έτυχε να συναντήσω τη δεσποινίδα Μπόουμαν στον δρόμο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Α». Το ύφος του Γουέστκλιφ ήταν ανέκφραστο. «Σίγουρα ήταν μεγάλη έκπληξη για τη δεσποινίδα Μπόουμαν». Και όχι ευπρόσδεκτη, ήταν αυτό που δεν είπε. Ο Μάθιου ανταπόδωσε το βλέμμα του κόμη δίχως να βλεφαρίσει. Ένα από τα πολύ χρήσιμα ταλέντα του ήταν να διαβάζει τις ανεπαίσθητες αλλαγές στην έκφραση και στη στάση που πρόδιδαν τους άλλους. Όμως ο Γουέστκλιφ ήταν άνθρωπος με ασυνήθιστο αυτοέλεγχο. Ο Μάθιου του το αναγνώριζε αυτό. «Νομίζω πως μπορούμε να πούμε ότι ήταν μια από τις πολλές εκπλήξεις που δέχτηκε η δεσποινίδα Μπόουμαν σήμερα», απάντησε ο Μάθιου. Ήταν μια εσκεμμένη απόπειρα να μάθει αν ο Γουέ​​σ​τκλιφ ήξερε κάτι για τον πιθανό γάμο με την Ντέζι. Ο κόμης απάντησε μόνο με ένα απειροελάχιστο σήκωμα των φρυδιών του, σαν να έβρισκε το σχόλιο ενδιαφέρον αλλά όχι άξιο απάντησης. Διάβολε, σκέφτηκε ο Μάθιου με όλο και μεγαλύτερο θαυμασμό. Ο Γουέστκλιφ γύρισε στον μελαχρινό άντρα δίπλα του. «Χαντ, να σου συστήσω τον Μάθιου Σουίφτ, τον Αμερικανό που σου ανέφερα νωρίτερα. Σουίφτ, από δω ο κύριος Σάιμον Χαντ». Έκαναν μια έντονη χειραψία. Ο Χαντ ήταν πέντε με δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον Μάθιου κι έμοιαζε να είναι ανελέητος σε μια μάχη. Ένας τολμηρός, γεμάτος αυτοπεποίθηση άντρας που σύμφωνα με τις φήμες μισούσε την επιτηδευμένη, όλο προσποίηση συμπεριφορά της ανώτερης τάξης. «Έμαθα για τα επιτεύγματά σας με την Εταιρεία Σιδηροδρόμων», είπε ο Μάθιου στον Χαντ. «Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στη Νέα Υόρκη σχετικά με τη συγχώνευση στη βρετανική βιομηχανία των αμερικανικών μεθόδων παραγωγής». Ο Χαντ χαμογέλασε σαρδόνια. «Όσο κι αν θέλω να πάρω όλα τα εύσημα, η μετριοφροσύνη με αναγκάζει να αποκαλύψω ότι και ο Γουέστκλιφ έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτό. Αυτός και ο γαμπρός του είναι συνέταιροί μου». «Προφανώς ο συνδυασμός είναι εκρηκτικός», απάντησε ο Μάθιου. Ο Χαντ γύρισε στον Γουέστκλιφ. «Έχει μεγάλο ταλέντο στις κολακείες», σχολίασε. «Μπορούμε να τον προσλάβουμε;» Ο Γουέστκλιφ χαμογέλασε αχνά. «Πολύ φοβάμαι πως ο πεθερός μου θα είχε αντίρρηση. Χρειά​ζεται τις ικανότητες του κύριου Σουίφτ για να χτίσει ένα εργοστάσιο και να ξεκινήσει μια θυγατρική εταιρεία στο Μπρίστολ».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Μάθιου αποφάσισε να στρέψει αλλού τη συζήτηση. «Έμαθα για το πρόσφατο κίνημα στη Βουλή σχετικά με την εθνικοποίηση της Βρετανικής Βιομηχανίας Σιδηροδρόμων», είπε στον Γουέστκλιφ. «Πολύ θα με ενδιέφερε η γνώμη σας για το θέμα, λόρδε μου». «Έλεος, μην τον ενθαρρύνετε να ξεκινήσει να μιλάει γι’ αυτό», είπε ο Χαντ. Αυτό έκανε τον Γουέστκλιφ να συνοφρυωθεί. «Το τελευταίο που χρειάζεται ο κόσμος είναι η κυβέρνηση να πάρει τον έλεγχο της βιομηχανίας. Ο Θεός να μας φυλάξει αν εμπλακούν και σε αυτό οι πολιτικοί. Η κυβέρνηση θα διηύθυνε τους σιδηρόδρομους τόσο αναποτελεσματικά, όσο διευθύνει και οτιδήποτε άλλο. Και το μονοπώλιο θα μείωνε την ικανότητα της βιομηχανίας για ανταγωνισμό, καταλήγοντας σε μεγαλύτερους φόρους, για να μην πούμε και…» «Για να μην πούμε», τον διέκοψε πονηρά ο Χαντ, «ότι ο Γουέσ​τκλιφ κι εγώ δεν θέλουμε η κυβέρνηση να μειώσει τα μελλοντικά έσοδά μας». Ο Γουέστκλιφ τον κοίταξε βλοσυρά. «Εγώ έχω στο μυαλό μου το συμφέρον του κόσμου». «Τι καλά που σε αυτή την περίπτωση το συμφέρον του κόσμου τυχαίνει να είναι και δικό σου», είπε ο Χαντ. Ο Μάθιου κατέπνιξε ένα χαμόγελο. Ο Γουέστκλιφ στριφογύρισε τα μάτια και είπε στον Μάθιου: «Όπως βλέπεις, ο κύριος Χαντ δεν χάνει ευκαιρία να με πειράζει». «Εγώ τους πάντες πειράζω», είπε ο Χαντ. «Εσύ είσαι απλώς ο πιο εύκολος στόχος αυτή τη στιγμή». Ο Γουέστκλιφ γύρισε στον Μάθιου και είπε: «Θα βγούμε με τον Χαντ στην πίσω βεράντα για ένα πούρο. Θα μας κάνεις παρέα;» Ο Μάθιου κούνησε το κεφάλι του. «Δυστυχώς δεν καπνίζω». «Ούτε κι εγώ», είπε ο Γουέστκλιφ δυσανασχετώντας. «Συνηθίζω να απολαμβάνω ένα πούρο πού και πού, αλλά η μυρωδιά του καπνού ενοχλεί την κόμησσα στην κατάστασή της». Πήρε μια στιγμή στον Μάθιου να θυμηθεί ότι η «κόμησσα» ήταν η Λίλιαν Μπόουμαν. Τι παράξενο που η αστεία, εριστική, δυναμική Λίλιαν ήταν τώρα η λαίδη Γουέστκλιφ. «Εμείς οι δυο θα κουβεντιάσουμε όσο ο Χαντ θα κάνει το πούρο του», του είπε ο Γουέστκλιφ. «Έλα μαζί μας».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η «πρόσκληση» έμοιαζε να μην επιδέχεται άρνηση, ωστόσο ο Μάθιου το επιχείρησε. «Ευχαριστώ, λόρδε μου, αλλά υπάρχει ένα ζήτημα που θα ήθελα να συζητήσω με κάποιον και…» «Αυτός ο κάποιος είναι ο κύριος Μπόουμαν, υποθέτω». Διάβολε, σκέφτηκε ο Μάθιου. Ξέρει. Ακόμα κι αν δεν είχε πει αυτό που είπε, θα το καταλάβαινε από τον τρόπο που τον κοιτούσε ο Γουέστκλιφ. Ο Γουέστκλιφ ήξερε για την πρόθεση του Μπόουμαν να τον παντρέψει με την Ντέζι… και φυσικά, ο Γουέστκλιφ είχε γνώμη γι’ αυτό. «Πρώτα θα συζητήσεις το ζήτημα μαζί μου», συνέχισε ο κόμης. Ο Μάθιου κοίταξε επιφυλακτικά τον Σάιμον Χαντ, που του έριξε ένα ανέκφραστο βλέμμα. «Είμαι σίγουρος», είπε ο Μάθιου, «πως ο κύριος Χαντ δεν θα ήθελε να ακούσει μια βαρετή συζήτηση για τα προσωπικά θέματα άλλου…» «Δεν έχω κανένα πρόβλημα», είπε ο Χαντ εύθυμα. «Μου αρέσει να ακούω για τα θέματα άλλων. Ειδικά όταν είναι προσωπικά». Οι τρεις άντρες βγήκαν στην πίσω βεράντα που έβλεπε προς τους κήπους, οι οποίοι χωρίζονταν από μονοπάτια με χαλίκι και προσεκτικά κλαδεμένους θάμνους. Στο βάθος διακρινόταν ένας οπωρώνας με αχλαδιές. Η αύρα που φυσούσε στους κήπους έφερνε το άρωμα των λουλουδιών. Το θρόισμα των δέντρων εμπλουτιζόταν από το κελάρυσμα του κοντινού ποταμού. Ο Μάθιου κάθισε σε ένα τραπέζι και προσπάθησε να χαλαρώσει. Ο Σάιμον Χαντ έκοψε την άκρη του πούρου με ένα μαχαιράκι. Ο Μάθιου περίμενε σιωπηλός να μιλήσει πρώτα ο Γουέστκλιφ. «Πόσο καιρό γνωρίζεις το σχέδιο του Μπόουμαν να σε παντρέψει με την Ντέζι;» ρώτησε ο Γουέστκλιφ ξαφνικά. Ο Μάθιου απάντησε δίχως δισταγμό. «Εδώ και περίπου μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά». «Άρα δεν ήταν δική σου ιδέα;» «Καθόλου», τον διαβεβαίωσε ο Μάθιου. Ο κόμης έπλεξε τα δάχτυλά του πάνω στην κοιλιά του και τον κοίταξε εξεταστικά. «Έχεις πολλά να κερδίσεις από μια τέτοια συμφωνία». «Λόρδε μου», είπε ο Μάθιου, «αν έχω ένα ταλέντο στη ζωή, αυτό είναι να βγάζω χρήματα. Δεν χρειάζομαι κάποιο γάμο για να το κάνω». «Χαίρομαι που το ακούω», απάντησε ο κόμης. «Έχω ακόμα μία ερώτηση να κάνω, αλλά πρώτα θα ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Αγαπώ πολύ τη νύφη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μου και την έχω υπό την προστασία μου. Γνωρίζοντας καλά τους Μπόουμαν, σίγουρα θα ξέρεις τη στενή σχέση που έχει η κόμησσα με την αδελφή της. Ό,τι θα έκανε την Ντέζι δυστυχισμένη, θα έκανε και τη γυναίκα μου να υποφέρει… και αυτό δεν θα το επιτρέψω». «Κατανοητό», είπε ο Μάθιου κοφτά. Ήταν μεγάλη ειρωνεία ότι τον προειδοποιούσαν να μείνει μακριά από την Ντέζι από τη στιγμή που είχε ήδη αποφασίσει να κάνει τα πάντα για να αποφύγει έναν γάμο μαζί της. Είχε μπει σε μεγάλο πειρασμό να στείλει τον Γουέστκλιφ στον διάβολο. Όμως κράτησε το στόμα του κλειστό και παρέμεινε απόλυτα ψύχραιμος. «Η Ντέζι έχει μοναδικό πνεύμα», συνέχισε ο Γουέστκλιφ. «Είναι ρομαντική φύση. Αν αναγκαστεί να κάνει έναν δίχως αγάπη γάμο, θα καταρρακωθεί. Αξίζει να έχει έναν σύζυγο που θα την αγαπά γι’ αυτό που είναι και θα την προστατεύει από τη σκληρή πραγματικότητα. Έναν σύζυγο που θα της επιτρέπει να ονειρεύεται». Ήταν παράξενο να ακούς τον Γουέστκλιφ, έναν άνθρωπο παγκοσμίως γνωστό για την τετράγωνη λογική του, να μιλά με τόσο συναίσθημα. «Ποια είναι η ερώτησή σας, λόρδε μου;» ρώτησε ο Μάθιου. «Μου δίνεις τον λόγο σου ότι δεν θα παντρευτείς τη νύφη μου;» Ο Μάθιου κοίταξε τον κόμη στα μάτια. Δεν θα ήταν συνετό να εναντιωθεί σε έναν άντρα σαν τον Γουέστκλιφ, που δεν είχε συνηθίσει στην άρνηση. Όμως ο Μάθιου είχε υπομείνει χρόνια την οργή του Μπόουμαν και τον αντιμετώπιζε με σθένος όταν άλλοι άντρες έτρεχαν να κρυφτούν από το μένος του. Παρόλο που ο Μπόουμαν γινόταν ενίοτε ανελέητος και σαρκαστικός, σεβόταν απίστευτα τους ανθρώπους που είχαν το θάρρος να του αντισταθούν. Έτσι ο Μάθιου σύντομα έγινε στην εταιρεία αυτός που του έφερνε κακά μαντάτα και του έλεγε σκληρές αλήθειες. Αυτή ήταν η εκπαίδευση του Μάθιου και γι’ αυτό η απόπειρα εκφοβισμού του από τον Γουέστκλιφ δεν τον επηρέασε. «Φοβάμαι πως δεν μπορώ, λόρδε μου», είπε ευγενικά ο Μάθιου. Του Σάιμον Χαντ του έπεσε το πούρο από τα χέρια. «Δεν θα μου δώσεις τον λόγο σου;» ρώτησε έκπληκτος ο Γουέστκλιφ. «Όχι». Ο Μάθιου έσκυψε να πιάσει το πούρο και το έδωσε στον Χαντ, που τον κοιτούσε με μια προειδοποίηση στα μάτια, σαν να προσπαθούσε σιωπηλά να τον εμποδίσει να πηδήξει από γκρεμό. «Και γιατί όχι;» ρώτησε απαιτητικά ο Γουέστκλιφ. «Επειδή δεν θες να χάσεις τη θέση σου στην εταιρεία του Μπόουμαν;» «Όχι, δεν θα μπορούσε να με απολύσει αυτή τη στιγμή». Ο Μάθιου

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χαμογέλασε αχνά για να σβήσει από τα λόγια του την υποψία αλαζονείας. «Γνωρίζω για την παραγωγή, τη διεύθυνση και το μάρκετινγκ περισσότερα από τον καθένα στην εταιρεία… κι έχω κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Οπότε δεν θα με απολύσει ακόμα κι αν αρνηθώ να παντρευτώ την κόρη του». «Τότε θα σου είναι πολύ εύκολο ν’ αφήσεις το ζήτημα στην άκρη», είπε ο κόμης. «Θέλω τον λόγο σου, Σουίφτ. Τώρα». Κάποιος άλλος θα είχε τρομοκρατηθεί από την αυταρχική απαίτηση του Γουέστκλιφ. «Θα το σκεφτόμουν», είπε ψυχρά ο Μάθιου, «αν μου δίνατε έναν καλό λόγο. Για παράδειγμα, αν υποσχόσασταν να με κάνετε επικεφαλής ολόκληρου του τμήματος και μου εγγυόσασταν μια θέση για τουλάχιστον… τρία χρόνια». Ο Γουέστκλιφ τον κοίταξε κατάπληκτος. Η τεταμένη σιωπή έσπασε με το βροντερό γέλιο του Σάιμον Χαντ. «Θεέ και Κύριε, τούτος δω έχει ατσάλινα κότσια», φώναξε. «Θυμήσου τα λόγια μου, Γουέστκλιφ, εγώ θα τον προσλάβω στην εταιρεία». «Δεν είμαι φτηνός», είπε ο Μάθιου, πράγμα που έκανε τον Χαντ να γελάσει τόσο πολύ, που του έπεσε ξανά το πούρο. Ακόμα και ο Γουέστκλιφ χαμογέλασε, αν και λίγο απρόθυμα. «Διάβολε», μουρμούρισε. «Δεν πρόκειται να σε κάνω επικεφαλής τόσο εύκολα. Όχι όταν διακυβεύονται τόσα πολλά. Όχι μέχρι να πειστώ ότι είσαι ο κατάλληλος γι’ αυτή τη θέση». «Τότε φαίνεται πως είμαστε σε αδιέξοδο», είπε φιλικά ο Μάθιου. «Προς το παρόν». Οι δύο μεγαλύτεροι άντρες αντάλλαξαν ένα βλέμμα, συμφωνώντας σιωπηλά να συζητήσουν το θέμα αργότερα, ιδιαιτέρως. Αυτό προκάλεσε στον Μάθιου κάποια περιέργεια, αλλά έδειξε αδιαφορία, ξέροντας ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τα πάντα. Τουλάχιστον είχε δείξει πως δεν εκφοβιζόταν κι άφηνε τις επιλογές του ανοιχτές. Άλλωστε… δεν μπορούσε να δώσει τον λόγο του για το ζήτημα, από τη στιγμή που δεν του το είχε αναφέρει ακόμα ο Μπόουμαν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 4 «Προφανώς η Ντέζι είναι το μικρό της οικογένειας», είπε ο Τόμας Μπόουμαν αργότερα εκείνη τη μέρα, βηματίζοντας πέρα δώθε στο μικρό δωμάτιο υποδοχής που συνόρευε με την κάμαρά του. Εκείνος και ο Μάθιου είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν μετά το δείπνο όσο οι άλλοι καλεσμένοι θα διασκέδαζαν κάτω. «Είναι μικροκαμωμένη και ελαφρόμυαλη. “Δώσε της ένα σωστό, καλό όνομα”, είπα στη γυναίκα μου όταν γεννήθηκε το παιδί. Τζέιν ή Κόνστανς ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Κι εκείνη πήγε και την είπε Μαργκερίτ… Γαλλικό, στον Θεό σου! Από μια ξαδέλφη από το σόι της μάνας της. Και τότε τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα, όταν η Λίλιαν, που ήταν τεσσάρων εκείνη την εποχή, έμαθε ότι το Μεργκερίτ σήμαινε στα γαλλικά “μαργαρίτα”, ένα ταπεινό λουλουδάκι. Αλλά από τότε η Λίλιαν άρχισε να τη φωνάζει μαργαρίτα στα αγγλικά κι έτσι της κόλλησε το όνομα Ντέζι…» Όσο ο Μπόουμαν παραληρούσε, ο Μάθιου σκεφτόταν μόνο πόσο τέλειο ήταν το όνομα, το μικρό λουλούδι με τα λευκά πέταλα που έμοιαζε εύθραυστο αλλά ήταν τόσο ανθεκτικό. Έδειχνε ότι σε μια οικογένεια με δυναμικούς χαρακτήρες η Ντέζι είχε μείνει πεισματικά αληθινή στη φύση της. «…Εκ των πραγμάτων, αναγκάστηκα να γλυκάνω τη συμφωνία», έλεγε τώρα ο Τόμας Μπόουμαν. «Σε ξέρω αρκετά καλά για να είμαι σίγουρος ότι θα επέλεγες άλλο είδος γυναίκας, μια γυναίκα πιο πρακτική από την ονειροπόλα Ντέζι. Γι’ αυτό…» «Δεν χρειαζόταν να γλυκάνετε τίποτα», τον διέκοψε ήρεμα ο Μάθιου. «Η Ντέζι… δηλαδή, η δεσποινίδα Μπόουμαν, είναι απολύτως…» Πανέμορφη. Ποθητή. Πλανεύτρα. «…αποδεκτή. Ένας γάμος με μια γυναίκα σαν τη δεσποινίδα Μπόουμαν θα ήταν δώρο για τον οποιονδήποτε». «Ωραία», γρύλισε ο Μπόουμαν, ο οποίος προφανώς δεν είχε πειστεί. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου να λες κάτι τέτοιο. Ωστόσο σου προσφέρω γενναία ανταμοιβή στη μορφή παχυλής προίκας, περισσότερες μετοχές στην εταιρεία και τα λοιπά. Θα μείνεις απόλυτα ικανοποιημένος, σε διαβεβαιώνω. Τώρα, ως προς τις ετοιμασίες του γάμου…» «Δεν είπα το ναι», τον διέκοψε ο Μάθιου. Ο Μπόουμαν σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και τον κοίταξε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ερωτηματικά. «Κατ’ αρχάς», συνέχισε προσεκτικά ο Μάθιου, «υπάρχει περίπτωση η δεσποινίς Μπόουμαν να βρει σύζυγο μέσα στους επόμενους δύο μήνες». «Δεν πρόκειται να βρει κανέναν αντάξιό σου», είπε αυτάρεσκα ο Μπόουμαν. Ο Μάθιου απάντησε σοβαρά, παρόλο που το διασκέδαζε. «Σας ευχαριστώ. Αλλά νομίζω πως η δεσποινίς Μπόουμαν δεν συμμερίζεται τη γνώμη που έχετε για μένα». Ο Μπόουμαν έκανε μια αποδοκιμαστική χειρονομία. «Έλα τώρα. Οι γυναίκες αλλάζουν γνώμη τόσο γρήγορα όσο ο καιρός στην Αγγλία. Θα την πείσεις να σε συμπαθήσει. Δώσε της ένα μπουκέτο λουλούδια, κάνε της μερικά κομπλιμέντα… ακόμα καλύτερα, απάγγειλέ της καμιά αράδα από τα ποιήματα που διαβάζει. Είναι εύκολο να αποπλανήσεις μια γυναίκα, Σουίφτ. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να…» «Κύριε Μπόουμαν», διέκοψε ο Μάθιου κάπως ανήσυχος. Το μόνο που του έλειπε ήταν συμβουλές αποπλάνησης από τον εργοδότη του. «Νομίζω πως μπορώ να τα καταφέρω και μόνος μου δίχως συμβουλές. Δεν είναι αυτό το θέμα». «Τότε ποιο… Ααα». Ο Μπόουμαν του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Τώρα κατάλαβα». «Τι καταλάβατε;» ρώτησε ο Μάθιου ανήσυχα. «Μάλλον φοβάσαι την αντίδρασή μου αν αργότερα αποφασίσεις ότι η κόρη μου δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες σου. Όσο, όμως, είσαι διακριτικός, εγώ δεν θα πω λέξη». Ο Μάθιου αναστέναξε κι έτριψε τα μάτια του, νιώθοντας ξαφνικά κουρασμένος. Όλα αυτά ήταν υπερβολικά λίγες ώρες μετά την αποβίβασή του από το πλοίο στο Μπρίστολ. «Λέτε ότι θα κάνετε τα στραβά μάτια αν απατήσω τη γυναίκα μου», είπε περισσότερο σαν δήλωση παρά σαν ερώτηση. «Εμείς οι άντρες μπαίνουμε σε πειρασμούς. Μερικές φορές ξεστρατίζουμε. Έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος». «Εγώ δεν είμαι φτιαγμένος έτσι», είπε ξερά ο Μάθιου. «Κρατώ τον λόγο μου, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική μου ζωή. Αν και όταν υποσχεθώ σε μια γυναίκα να είμαι πιστός, θα είμαι. Ό,τι κι αν γίνει». Το βαρύ μουστάκι του Μπόουμαν τραντάχτηκε από το γέλιο. «Είσαι αρκετά νέος και σου συγχωρούνται ατασθαλίες».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ενώ στους μεγαλύτερους δεν συγχωρούνται;» ρώτησε ο Μάθιου, πειράζοντάς τον τρυφερά. «Μερικές ατασθαλίες υπερεκτιμώνται. Θα το ανακαλύψεις αυτό μια μέρα». «Ελπίζω όχι, Θεέ μου». Ο Μάθιου βούλιαξε σε μια πολυθρόνα κι έθαψε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του, περνώντας τα δάχτυλά του μέσα στα κυματιστά μαλλιά του. Μετά από λίγο ο Μπόουμαν είπε: «Θα ήταν τόσο τρομερό να έχεις την Ντέζι για γυναίκα σου; Κάποια στιγμή θα πρέπει να παντρευτείς. Και αυτή συνοδεύεται από οφέλη. Την εταιρεία, για παράδειγμα. Θα περάσει στα χέρια σου μετά τον θάνατό μου». «Εσείς θα μας θάψετε όλους», μουρμούρισε ο Μάθιου. Ο Μπόουμαν γέλασε ευχαριστημένος. «Θέλω να πάρεις την εταιρεία», επέμεινε. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε με τόση ειλικρίνεια γι’ αυτό το θέμα. «Μου μοιάζεις περισσότερο από τους γιους μου. Η εταιρεία θα είναι πολύ καλύτερα στα δικά σου χέρια παρά στα χέρια οποιουδήποτε άλλου. Έχεις ένα χάρισμα… την ικανότητα να μπαίνεις σε έναν χώρο και να τον κατακτάς… δεν φοβάσαι κανέναν και το ξέρουν όλοι και σε εκτιμούν γι’ αυτό. Παντρέψου την κόρη μου, Σουίφτ, και χτίσε το εργοστάσιό μου. Μέχρι να γυρίσεις στην πατρίδα, θα σου δώσω και τη Νέα Υόρκη». «Μπορείτε να βάλετε μέσα και το Ρόουντ Άιλαντ; Δεν είναι πολύ μεγάλο». Ο Μπόουμαν αγνόησε την ειρωνική ερώτηση. «Έχω για σένα φιλοδοξίες και εκτός εταιρείας. Έχω ισχυρές διασυνδέσεις και δεν έχεις διαφύγει της προσοχής τους. Θα σε βοηθήσω να πετύχεις όλα όσα ονειρεύεσαι… και το τίμημα είναι μικρό. Πάρε την Ντέζι και χάρισέ μου εγγόνια. Είναι το μόνο που ζητάω». «Το μόνο», επανέλαβε ζαλισμένος ο Μάθιου. Όταν άρχισε να δουλεύει για τον Μπόουμαν πριν από δέκα χρόνια, ποτέ δεν φανταζόταν ότι αυτός ο άντρας θα γινόταν σαν θετός πατέρας του. Ο Μπόουμαν έμοιαζε με βαρέλι εκρηκτικών, κοντός, στρογγυλός και τόσο ευέξαπτος, που μπορούσες να προβλέψεις τα ξεσπάσματά του από τη φαλάκρα του που κοκκίνιζε. Όμως έπαιζε τους αριθμούς στα δάχτυλα και όταν ήθελε να χειραγωγεί τους ανθρώπους ήταν απίστευτα πονηρός και υπολογιστικός. Ήταν, επίσης, γενναιόδωρος με αυτούς που τον ευχαριστούσαν και ήταν άνθρωπος που κρατούσε τον λόγο του και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του. Ο Μάθιου είχε μάθει πολλά από τον Τόμας Μπόουμαν, πώς να μυρίζεται την αδυναμία ενός αντιπάλου και να τη γυρίζει προς το συμφέρον του, πότε να πιέζει και πότε να κάνει πίσω… κι είχε μάθει ακόμα ότι δεν πείραζε να δείχνει επιθετικότητα στις επιχειρήσεις, αρκεί να μην ξεπερνούσε τα όρια και έφτανε στην αγένεια. Οι επιχειρηματίες της Νέας Υόρκης –οι πραγματικοί, όχι οι ερασιτέχνες της αφρόκρεμας– δεν σε σέβονταν αν δεν έδειχνες έναν βαθμό επιθετικότητας. Ταυτόχρονα ο Μάθιου είχε μάθει να μετριάζει τον δυναμισμό του διπλωματικά, αφού είχε καταλάβει ότι η νίκη σε μια διαμάχη δεν σήμαινε ότι θα γινόταν πάντα το δικό του. Ήταν επιφυλακτικός και αυτό του κόστιζε σε γοητεία. Αλλά την είχε αποκτήσει με κόπο, γιατί ήταν απαραίτητο εργαλείο για να κάνει καλά τη δουλειά του. Ο Τόμας Μπόουμαν είχε υποστηρίξει τον Μάθιου σε κάθε βήμα της διαδρομής και τον είχε καθοδηγήσει σε αρκετές ριψοκίνδυνες συμφωνίες. Ο Μάθιου τον ευγνωμονούσε γι’ αυτή την καθοδήγηση. Και δεν μπορούσε να μη συμπαθεί τον ευέξαπτο εργοδότη του παρά τα ελαττώματά του – διότι υπήρχε κάποια αλήθεια στον ισχυρισμό του Μπόουμαν ότι έμοιαζαν. Το πώς ο Μπόουμαν είχε κάνει μια κόρη σαν την Ντέζι ήταν ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής. «Θέλω χρόνο να το σκεφτώ», είπε ο Μάθιου. «Τι έχεις να σκεφτείς;» διαμαρτυρήθηκε ο Μπόουμαν. «Σου είπα ήδη…» Σταμάτησε καθώς είδε το ύφος του Μάθιου. «Καλά. Καλά. Υποθέτω πως δεν υπάρχει λόγος για άμεση απάντηση. Θα το συζητήσουμε ξανά κάποια άλλη στιγμή». «Μίλησες στον κύριο Σουίφτ;» ρώτησε η Λίλιαν τον Μάρκους με το που μπήκε στο δωμάτιο. Είχε λαγοκοιμηθεί όσο τον περίμενε και τώρα προσπαθούσε να ανακαθίσει στο κρεβάτι. «Ω, του μίλησα», απάντησε μελαγχολικά ο Μάρκους, βγάζοντας το παλτό του. Άφησε το ακριβό ρούχο στην πλάτη μιας καρέκλας Λουδοβίκου ΙΔ´. «Είχα δίκιο, έτσι δεν είναι; Είναι αντιπαθής. Πες μου τι είπε». Ο Μάρκους κοίταξε την έγκυο γυναίκα του. Ήταν τόσο όμορφη με τα μακριά μαλλιά της λυτά και τα βλέφαρα ακόμα βαριά από τον ύπνο, που η καρδιά του σκίρτησε. «Όχι ακόμα», μουρμούρισε, πηγαίνοντας να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού. «Πρώτα θέλω να σε κοιτάξω για λίγο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λίλιαν χαμογέλασε και πέρασε τα χέρια της μέσα από την πλούσια σκούρα χαίτη της. «Είμαι χάλια». «Όχι». Πλησίασε πιο κοντά της και με φωνή χαμηλή είπε: «Κάθε σου σημείο είναι υπέροχο». Το χέρι του γλίστρησε πάνω στις πλούσιες καμπύλες του κορμιού της, περισσότερο απαλό σαν χάδι παρά ερεθιστικό. «Τι μπορώ να κάνω για σένα;» ψιθύρισε. Εκείνη συνέχισε να χαμογελά. «Όποιος με δει θα καταλάβει ότι έχεις ήδη κάνει πολλά για μένα, λόρδε μου». Τυλίγοντας τα χέρια της γύρω του, τον άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι του στο στήθος της. «Γουέστκλιφ», είπε πάνω στα μαλλιά του, «κανενός άλλου το παιδί δεν θα έκανα». «Καθησυχαστικό αυτό». «Νιώθω τόσο συναρπαστικά… και τόσο άβολα. Είναι κακό να πω ότι δεν μου αρέσει να είμαι έγκυος;» «Όχι βέβαια», της είπε ο Μάρκους πάνω στο μπούστο της με φωνή πνιχτή. «Ούτε κι εμένα θα μου άρεσε». Αυτό την έκανε να χαμογελάσει. Τον άφησε και ξάπλωσε πίσω στα μαξιλάρια. «Θέλω να μου πεις για τον κύριο Σουίφτ. Πες μου τι είπατε εσύ κι αυτό το εξαιρετικά αντιπαθές σκιάχτρο». «Δεν θα τον περιέγραφα ακριβώς σαν σκιάχτρο. Μάλλον έχει αλλάξει από την τελευταία φορά που τον είδες». «Χμ». Η Λίλιαν προφανώς δυσαρεστήθηκε από αυτή την αποκάλυψη. «Παρ’ όλ’ αυτά είναι άσχημος». «Επειδή δεν ασχολούμαι και πολύ με την αντρική ομορφιά», είπε ο Μάρκους ξερά, «δεν θεωρούμαι καλός κριτής. Αλλά νομίζω πως κανείς δεν θα περιέγραφε τον κύριο Σουίφτ άσχημο». «Λες δηλαδή ότι είναι όμορφος;» «Πιστεύω ότι πολλοί αυτό θα έλεγαν, ναι». Η Λίλιαν σήκωσε το χέρι της μπροστά του. «Πόσα δάχτυλα σου δείχνω;» «Τρία», είπε ο Μάρκους γελώντας. «Αγάπη μου, τι κάνεις;» «Ελέγχω την όρασή σου. Νομίζω πως έχει πάθει κάτι. Έλα, ακολούθησε το δάχτυλό μου…» «Γιατί δεν ακολουθείς εσύ το δικό μου;» πρότεινε, γραπώνοντάς την από το μπούστο. Του άρπαξε το χέρι και τον κοίταξε στα μάτια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Μάρκους, σοβαρέψου σε παρακαλώ. Εδώ διακυβεύεται το μέλλον της Ντέζι!» Ο Μάρκους υπάκουσε σαν μικρό παιδί. «Εντάξει». «Πες μου τι είπατε», του είπε πάλι. «Είπα στον κύριο Σουίφτ πολύ αυστηρά ότι δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να κάνει την Ντέζι δυστυχισμένη. Και απαίτησα να μου δώσει τον λόγο του ότι δεν θα την παντρευτεί». «Ω, δόξα τω Θεώ», είπε η Λίλιαν αναστενάζοντας ανακουφισμένη. «Αρνήθηκε». «Τι έκανε λέει;» Το στόμα της έμεινε ορθάνοιχτο από την έκπληξη. «Μα εσένα κανείς δεν σου αρνείται». «Προφανώς ο κύριος Σουίφτ δεν το γνωρίζει αυτό», είπε. «Μάρκους, πες μου ότι θα κάνεις κάτι. Δεν θα αφήσεις την Ντέζι να εκβιαστεί και να εξαναγκαστεί να παντρευτεί τον Σουίφτ…» «Σώπα, αγάπη μου. Σου υπόσχομαι, η Ντέζι δεν θα εξαναγκαστεί να παντρευτεί κανέναν χωρίς τη θέλησή της. Ωστόσο…» Ο Μάρκους δίστασε, προσπαθώντας να αποφασίσει πόση από την αλήθεια έπρεπε να παραδεχτεί. «Η γνώμη μου για τον Μάθιου Σουίφτ είναι λίγο διαφορετική από τη δική σου». Η Λίλιαν έσμιξε τα φρύδια. «Η δική μου γνώμη είναι πιο σωστή. Τον ξέρω περισσότερο καιρό». «Τον ήξερες πριν από χρόνια», αντιγύρισε ο Μάρκους. «Οι άνθρωποι αλλάζουν, Λίλιαν. Και νομίζω πως όσα ισχυρίζεται ο πατέρας σου για τον Σουίφτ είναι αλήθεια». «Κι εσύ, Μάρκους;» Χαμογέλασε στη θεατρική γκριμάτσα της Λίλιαν κι έβαλε το χέρι του κάτω από τα σκεπάσματα. Βρήκε το ένα γυμνό της πόδι, το πήρε στα πόδια του και άρχισε να της κάνει μασάζ στο πέλμα. Εκείνη αναστέναξε και χαλάρωσε πάνω στα μαξιλάρια. Ο Μάρκους συλλογίστηκε τα όσα είχε μάθει μέχρι τώρα για τον Σουίφτ. Ήταν ένας έξυπνος νεαρός με καλούς τρόπους. Τύπος που σκεφτόταν πριν μιλήσει. Ο Μάρκους πάντα ένιωθε άνετα δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους. Επιφανειακά, το ζευγάρωμα του Μάθιου Σουίφτ με την Ντέζι Μπόουμαν ήταν εντελώς αταίριαστο. Αλλά ο Μάρκους δεν συμφωνούσε απόλυτα με τη Λίλιαν, η οποία υποστήριζε πως η Ντέζι έπρεπε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παντρευτεί έναν άντρα με τον ίδιο ρομαντικό και ευαί​σθητο χαρακτήρα. Αυτή η ένωση δεν θα είχε καμία ισορροπία. Στο κάτω κάτω, κάθε γρήγορο πλοίο χρειαζόταν μια άγκυρα. «Πρέπει να στείλουμε την Ντέζι στο Λονδίνο το ταχύτερο», είπε η Λίλιαν. «Η σεζόν βρίσκεται στο απόγειό της κι αυτή είναι θαμμένη εδώ στο Χαμπσάιρ μακριά από όλους τους χορούς και τις χοροεσπερίδες…» «Δική της επιλογή ήταν να έρθει εδώ», της θύμισε ο Μάρκους, πιάνοντας το άλλο πόδι της. «Δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της αν έχανε τη γέννηση του μωρού». «Ω, σαχλαμάρες. Θα προτιμούσα να χάσει τη γέννηση του μωρού και να γνωρίσει μερικούς υποψήφιους συζύγους παρά να περιμένει εδώ μαζί μου μέχρι να της τελειώσει ο χρόνος και να πρέπει να παντρευτεί τον Μάθιου Σουίφτ και να μετακομίσει μαζί του στη Νέα Υόρκη και να μην την ξαναδώ ποτέ…» «Το σκέφτηκα ήδη αυτό», είπε ο Μάρκους. «Γι’ αυτό και κάλεσα κάποιους εργένηδες στο Στόνι Κρος για το κυνήγι». «Αλήθεια;» είπε σηκώνοντας το κεφάλι της από το μαξιλάρι. «Φτιάξαμε με τον Σεντ Βίνσεντ έναν κατάλογο και ελέγξαμε σχολαστικά τα πλεονεκτήματα του κάθε υποψηφίου. Καταλήξαμε σε δώδεκα. Καθένας από αυτούς είναι κατάλληλος με κάποιο τρόπο για την αδελφή σου». «Ω Μάρκους, είσαι ο πιο έξυπνος, ο πιο υπέροχος…» Εκείνος κούνησε το χέρι του μπροστά σε αυτούς τους επαίνους και μετά χαμογέλασε, γιατί θυμήθηκε τις έντονες διαφωνίες. «Ο Σεν Βίνσεντ είναι πολύ λεπτολόγος, αν θες να ξέρεις. Αν ήταν γυναίκα, κανένας άντρας δεν θα ήταν αρκετά καλός γι’ αυτόν». «Ποτέ δεν είναι», του είπε η Λίλιαν με θράσος. «Γι’ αυτό κι εμείς οι γυναίκες έχουμε ένα ρητό… “Στόχευε ψηλά και μετά συμβιβάσου”». Ο Μάρκους ρουθούνισε. «Αυτό έκανες κι εσύ;» Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Όχι, λόρδε μου. Στόχευσα ψηλά και πήρα παραπάνω από αυτά που ζήτησα». Και χασκογέλασε καθώς εκείνος ξάπλωσε πάνω της κι άρχισε να τη φιλά τρυφερά. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα ανατείλει όταν μια παρέα καλεσμένων που θα πήγαιναν για ψάρεμα πέστροφας έφαγαν βιαστικά το πρωινό τους στην πίσω βεράντα και βγήκαν έξω ντυμένοι με ενδυμασίες από τουίντ και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λινό. Νυσταγμένοι ακόμα υπηρέτες ακολουθούσαν τους κυρίους τους στο ποτάμι, κουβαλώντας καλάμια, πετονιές και ξύλινα κουτιά με δολώματα και σύνεργα. Οι άντρες θα έλειπαν σχεδόν όλο το πρωινό, όσο οι γυναίκες θα κοιμούνταν. Όλες οι γυναίκες εκτός από την Ντέζι. Λάτρευε το ψάρεμα, αλλά ήξερε δίχως να ρωτήσει ότι δεν θα ήταν ευπρόσδεκτη στην αντρική παρέα. Και παρόλο που στο παρελθόν πήγαιναν συχνά για ψάρεμα οι δυο τους με τη Λίλιαν, η αδελφή της τώρα δεν ήταν φυσικά σε κατάσταση για κάτι τέτοιο. Η Ντέζι είχε βάλει τα δυνατά της να πείσει την Ιβ ή την Άναμπελ να πάνε μαζί της στην τεχνητή λίμνη, την οποία ο Γουέστκλιφ διατηρούσε γενναιόδωρα γεμάτη πέστροφες, αλλά καμιά τους δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό. «Θα περάσετε υπέροχα», τους είχε πει η Ντέζι. «Θα σας μάθω πώς να ρίχνετε την πετονιά – είναι πολύ εύκολο στην πραγματικότητα. Μη μου πείτε πως θα μείνετε μέσα ένα τόσο όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό!» Όπως αποδείχτηκε, η Άναμπελ σκέφτηκε ότι το να κοιμηθεί ως αργά ήταν καλύτερη ιδέα. Και από τη στιγμή που ο άντρας της Ιβ, ο Σεντ Βίνσεντ, είχε αποφασίσει να μην πάει για ψάρεμα, είπε κι εκείνη ότι θα προτιμούσε να μείνει στο κρεβάτι μαζί του. «Θα περάσεις πιο όμορφα στο ψάρεμα μαζί μου», της είχε πει η Ντέζι. «Όχι», είχε απαντήσει αποφασιστικά η Ιβ. «Δεν θα περάσω πιο όμορφα». Νιώθοντας προδομένη και μόνη, η Ντέζι έφαγε πρωινό και ξεκίνησε για τη λίμνη, παίρνοντας το αγαπημένο καλάμι της με τη λαβή από οστό φάλαινας και το καρούλι με την πετονιά. Ήταν ένα πανέμορφο πρωινό, δροσερό και γεμάτο ζωντάνια. Ζωηρόχρωμες γαλάζιες και μαβιές φασκομηλιές ξεπρόβαλλαν ανάμεσα από τους σκούρους θάμνους. Η Ντέζι διέσχισε ένα κουρεμένο πράσινο χωράφι φτάνοντας σε ένα λιβάδι γεμάτο νεραγκούλες, αψιθιές και αγριολούλουδα με ροζ πεταλάκια. Μόλις έκανε τον γύρο μιας μουριάς, η Ντέζι είδε δυο αγόρια στην όχθη της λίμνης με κάτι ανάμεσά τους, ένα ζώο ή πουλί… Χήνα μήπως; Το πλάσμα έκρωζε και χτυπούσε δυνατά τα φτερά του στα αγόρια που χασκογελούσαν. «Έι, εσείς», φώναξε η Ντέζι. «Τι κάνετε; Τι συμβαίνει εδώ;» Βλέποντας τον εισβολέα, τα αγόρια τσίριξαν κι έγιναν καπνός. Η Ντέζι τάχυνε το βήμα της και πλησίασε την αγανακτισμένη χήνα. Ήταν μια μεγάλη σταχτόχηνα, μια ράτσα γνωστή για τα γκρίζα φτερά

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της, τον μυώδη λαιμό και το μυτερό πορτοκαλί ράμφος. «Καημενούλα μου», είπε η Ντέζι μόλις είδε ότι το πόδι της ήταν δεμένο με κάτι. Μόλις πλησίασε, η εχθρική χήνα όρμησε να της επιτεθεί. Τη σταμάτησε αυτό που είχε δεμένο στο πόδι της. Η Ντέζι άφησε κάτω τα σύνεργα ψαρέματος. «Θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω», είπε στην επιθετική χήνα. «Αλλά με τέτοια συμπεριφορά με αποτρέπεις. Αν μπορείς να συγκρατηθείς λίγο…» Πλησιάζοντας επιφυλακτικά τη χήνα, η Ντέζι είδε την πηγή του προβλήματος. «Οχ, Θεούλη μου», είπε. «Τα παλιόπαιδα… σε έβαλαν να ψαρέψεις για χάρη τους, ε;» Η χήνα έκρωξε σαν να συμφωνούσε. Στο πόδι της χήνας ήταν δεμένη μια πετονιά, η οποία κατέληγε σε ένα τσίγκινο κουταλάκι και ένα τρύπιο μπολ. Στην τρύπα είχαν στερεώσει ένα αγκίστρι. Αν δεν λυπόταν το καημένο το ζωντανό, η Ντέζι θα είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Ήταν ευφυέστατο. Όταν θα πετούσαν τη χήνα στο νερό κι εκείνη θα κολυμπούσε μέχρι πίσω στην όχθη, το τσίγκινο κουταλάκι θα άστραφτε σαν ασημόψαρο. Αν μια πέστροφα τσιμπούσε το δόλωμα θα πιανόταν στο αγκίστρι και η χήνα θα την έφερνε μέχρι την όχθη. Αλλά το αγκίστρι είχε σκαλώσει σε κάτι θάμνους, κρατώντας την αιχμάλωτη. Η Ντέζι μιλούσε απαλά και πλησίαζε τον θάμνο με αργές κινήσεις, καθώς το πουλί έμεινε ακίνητο και την κοίταξε με το μαύρο λαμπερό μάτι του. «Μπράβο το κορίτσι μου», την καθησύχασε η Ντέζι, πλησιά​​ζοντας προσεκτικά την πετονιά. «Θεούλη μου, τι πελώρια που είσαι. Αν κάνεις λίγο ακόμα υπομονή, θα… άουτς!» Ξαφνικά η χήνα όρμησε και την τσίμπησε στο χέρι. Οπισθοχωρώντας, η Ντέζι κοίταξε το σημαδάκι στο δέρμα της που είχε αρχίσει να μελανιάζει. «Αχάριστο πλάσμα!» φώναξε στη φιλοπόλεμη χήνα. «Και μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε να σε αφήσω εδώ έτσι δεμένη». Τρίβοντας το πονεμένο σημείο στο μπράτσο της, η Ντέζι αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το καλάμι της για να ξεσκαλώσει την πετονιά από τον θάμνο… αλλά ούτε αυτό θα έλυνε το πρόβλημα, γιατί έπρεπε να βγάλει και το κουταλάκι από το πόδι της χήνας. Έπρεπε να γυρίσει στην έπαυλη και να φέρει βοήθεια. Καθώς έσκυψε να σηκώσει τα σύνεργα ψαρέματος άκουσε έναν αναπάντεχο θόρυβο. Κάποιον που σφύριζε έναν παράξενα γνωστό σκοπό. Ήταν ένα τραγούδι δημοφιλές στη Νέα Υόρκη λίγο πριν φύγει, που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λεγόταν Το Τέλος μιας Τέλειας Μέρας. Κάποιος προχωρούσε προς το μέρος της από τη μεριά του ποταμού. Ένας άντρας με βρεγμένα ρούχα που κρατούσε ένα καρούλι πετονιά και φορούσε ένα παλιομοδίτικο καπέλο με χαμηλό γείσο. Φορούσε μάλλινο παλτό και χοντρό παντελόνι και ήταν αδύνατον να μην προσέξεις τον τρόπο με τον οποίο κολλούσαν πάνω στο σώμα του οι βρεγμένες στρώσεις των ρούχων. Τον αναγνώρισε αμέσως κι ο σφυγμός της χτύπησε κόκκινο. Ο άντρας σταμάτησε να σφυρίζει αμέσως μόλις την είδε. Τα μάτια του ήταν πιο γαλανά κι απ’ το νερό και τον ουρανό και έλαμπαν πάνω στο μαυρισμένο πρόσωπό του. Μόλις έβγαλε το καπέλο του, ο ήλιος τόνισε την πλούσια μαονένια γυαλάδα στις βαριές σκούρες μπούκλες των μαλλιών του. «Φτου», μονολόγησε η Ντέζι. Όχι μόνο επειδή ήταν το τελευταίο άτομο που ήθελε να δει εκείνη τη στιγμή, αλλά επειδή έπρεπε και να παραδεχτεί ότι ο Μάθιου Σουίφτ ήταν απίστευτα όμορφος. Δεν ήθελε να τον βρίσκει τόσο ελκυστικό. Ούτε και ήθελε να νιώθει τόση περιέργεια γι’ αυτόν, την επιθυμία να τρυπώσει στην προσωπική του ζωή και να ανακαλύψει τα μυστικά, τις προτιμήσεις και τους φόβους του. Γιατί δεν είχε ενδιαφερθεί ποτέ γι’ αυτόν νωρίτερα; Ίσως ήταν πολύ ανώριμη. Ίσως δεν ήταν εκείνος που είχε αλλάξει, αλλά η ίδια. Ο Σουίφτ την πλησίασε επιφυλακτικά. «Δεσποινίς Μπόουμαν». «Καλημέρα, κύριε Σουίφτ. Πώς και δεν είσαι για ψάρεμα με τους άλλους;» «Το πανέρι μου είναι γεμάτο. Κι έπιασα τόσα πολλά ψάρια, που θα τους έφερνα σε πολύ δύσκολη θέση αν συνέχιζα». «Τι μετριοφροσύνη», είπε ειρωνικά η Ντέζι. «Πού είναι το καλάμι σου;» «Το πήρε ο Γουέστκλιφ». «Γιατί;» Ο Σουίφτ άφησε κάτω το πανέρι του και στερέωσε καλύτερα το καπέλο του. «Το έφερα από την Αμερική. Είναι από λευκή καρυδιά με εύκαμπτο άκρο από φλαμουριά και πολλαπλό καρούλι του Κεντάκι με περιστρεφόμενη λαβή». «Τα πολλαπλά καρούλια δεν είναι καλά», είπε η Ντέζι. «Τα βρετανικά δεν είναι», τη διόρθωσε ο Σουίφτ. «Αλλά στην Αμερική τα έχουν βελτιώσει. Μόλις ο Γουέστκλιφ είδε ότι μπορούσα να ρίχνω κατευθείαν από το καρούλι, σχεδόν μου το άρπαξε από τα χέρια. Ψαρεύει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


με αυτό τώρα που μιλάμε». Γνωρίζοντας την αγάπη του γαμπρού της για κάθε μαραφέτι της τεχνολογίας, η Ντέζι χαμογέλασε μελαγχολικά. Ένιωσε το βλέμμα του Σουίφτ πάνω της και δεν ήθελε να του το ανταποδώσει, αλλά τελικά έπιασε τον εαυτό της να τον κοιτάζει. Δυσκολευόταν να ταιριάξει τις μνήμες του απαίσιου νεαρού που είχε γνωρίσει με αυτό το απίστευτο δείγμα αρρενωπότητας. Ήταν σαν ολοκαίνουριο χάλκινο νόμισμα, λαμπερό και γυαλιστερό και τέλειο. Το πρωινό φως γλιστρούσε στο δέρμα του και σκάλωνε στις μακριές βλεφαρίδες και στις λεπτές ακτινωτές γραμμές στις γωνιές των ματιών του. Ήθελε να αγγίξει το πρόσωπό του, να τον κάνει να χαμογελάσει και να νιώσει την καμπύλη των χειλιών του στα ακροδάχτυλά της. Η σιωπή παρατάθηκε κι έγινε αλλόκοτη και αμήχανη, μέχρι που τη διέκοψε το επιτακτικό κρώξιμο της χήνας. Ο Σουίφτ κοίταξε το πελώριο πουλί. «Έχεις συντροφιά, βλέπω». Όταν η Ντέζι εξήγησε τι είχαν κάνει τα δύο αγόρια στη χήνα, ο Σουίφτ χαμογέλασε. «Πανέξυπνα πιτσιρίκια». Το σχόλιο δεν ακούστηκε στην Ντέζι ιδιαίτερα τρυφερό. «Θέλω να τη βοηθήσω», είπε. «Αλλά όταν επιχείρησα να την πλησιάσω, με τσίμπησε. Νόμιζα πως μια ήμερη ράτσα θα ήταν πιο δεκτική». «Οι σταχτόχηνες δεν φημίζονται για την ηρεμία τους», την ενημέρωσε ο Σουίφτ. «Ειδικά τα αρσενικά όπως αυτό. Μάλλον ήθελε να σου δείξει ποιος είναι το αφεντικό». «Το έδειξε», είπε η Ντέζι, τρίβοντας το μπράτσο της. Ο Σουίφτ συνοφρυώθηκε μόλις είδε τη μελανιά στο χέρι της. «Εκεί σε τσίμπησε; Για να δω». «Όχι, καλά είμαι…» άρχισε να λέει, αλλά εκείνος είχε ήδη πλησιάσει κοντά της. Τα μακριά δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από τον καρπό της και με τον αντίχειρα του άλλου χεριού του άγγιξε απαλά το μελανό σημείο. «Μελανιάζεις εύκολα», μουρμούρισε σκυμμένος πάνω από το χέρι της. Η καρδιά της Ντέζι χτύπησε μερικές φορές δυνατά πριν αρχίσει να χτυπά γρήγορα. Μύριζε ύπαιθρο – ήλιο, νερό, γρασίδι. Και κάτω από αυτά υπήρχε το σκανδαλιστικό άρωμα του αρσενικού. Καταπολέμησε το ένστικτό της να πέσει στην αγκαλιά του, πάνω στο κορμί του… να φέρει το χέρι του πάνω στο στήθος της. Αυτή η λαχτάρα τη σόκαρε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κοιτάζοντας προς τα πάνω το σκυφτό πρόσωπό του, η Ντέζι είδε τα γαλανά μάτια του να κοιτάζουν τα δικά της. «Εγώ…» Αποτραβήχτηκε αμήχανη από κοντά του. «Τι θα κάνουμε;» «Με τη χήνα;» Σήκωσε τους φαρδιούς ώμους του. «Μπορούμε να της στρίψουμε τον λαιμό και να την κάνουμε ψητή στο φούρνο». Αυτό έκανε την Ντέζι –αλλά και τη σταχτόχηνα– να τον κοιτάξει θυμωμένη. «Κάκιστο αστείο, κύριε Σουίφτ». «Δεν αστειευόμουν». Η Ντέζι μπήκε ανάμεσα σ’ εκείνον και στη χήνα. «Θα βρω τη λύση μόνη μου. Μπορείς να φύγεις τώρα». «Δεν θα σου συνιστούσα να δεθείς μαζί της. Αν μείνεις στο Στόνι Κρος αρκετά, κάποια στιγμή θα τη βρεις στο πιάτο σου». «Δεν με νοιάζει αν ακουστώ υποκρίτρια», είπε. «Αλλά θα προτιμούσα να μη φάω μια χήνα την οποία γνωρίζω». Παρόλο που το χείλος του Σουίφτ δεν έσκασε ούτε στο ελάχιστο, η Ντέζι κατάλαβε ότι το σχόλιό της του φάνηκε αστείο. «Αν εξαιρέσουμε τα φιλοσοφικά ερωτήματα», είπε, «υπάρχει το πρακτικό πρόβλημα του πώς σκοπεύεις να ελευθερώσεις το πόδι της. Θα σε κάνει κατάμαυρη από τις τσιμπιές». «Αν την κρατήσεις εσύ ακίνητη, θα μπορούσα να πιάσω το κουταλάκι και…» «Ούτε για όλο το τσάι της Κίνας», είπε ο Σουίφτ σθεναρά. «Αυτή την έκφραση ποτέ δεν την κατάλαβα», του είπε. «Αν λάβουμε υπόψη μας την παγκόσμια παραγωγή, η Ινδία παράγει πολύ περισσότερο τσάι από την Κίνα». Τα χείλη του Σουίφτ συσπάστηκαν καθώς συλλογίστηκε το σχόλιο. «Αφού τότε η Κίνα είναι η πρώτη παραγωγός χώρα κάνναβης», είπε, «υποθέτω πως μπορώ να πω “Ούτε για όλη την κάνναβη της Κίνας”… αλλά δεν ακούγεται το ίδιο καλά. Όπως κι αν προτιμάς να το πεις, δεν πρόκειται να βοηθήσω τη χήνα». Έσκυψε να σηκώσει το καρούλι του. «Σε παρακαλώ», είπε η Ντέζι. Ο Σουίφτ της έριξε ένα κουρασμένο βλέμμα. «Σε παρακαλώ», είπε ξανά. Κανένας τζέντλεμαν δεν θα μπορούσε να αρνηθεί σε μια κυρία που είχε χρησιμοποιήσει δύο φορές το «παρακαλώ». Μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο μέσα από τα δόντια του, ο Σουίφτ άφησε πάλι το καρούλι κάτω.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της Ντέζι. «Σ’ ευχαριστώ». Το χαμόγελό της, όμως, ξεθώριασε όταν τον άκουσε να λέει: «Αυτό θα μου το χρωστάς». «Φυσικά», απάντησε η Ντέζι. «Ποτέ δεν θα περίμενα να κάνεις κάτι τσάμπα». «Και όταν θελήσω να εξαργυρώσω τη χάρη, ούτε καν θα σκεφτείς να αρνηθείς, όποια κι αν είναι». «Μέσα σε λογικά πλαίσια. Δεν θα συμφωνήσω να σε παντρευτώ μόνο και μόνο επειδή έσωσες μια φουκαριάρα χήνα». «Να είσαι σίγουρη», είπε ο Σουίφτ με βλέμμα σκοτεινό, «ο γάμος δεν θα έχει καμία σχέση με αυτό». Άρχισε να βγάζει το παλτό του, αλλά δυσκολεύτηκε να βγάλει το βρεγμένο πράσινο της ελιάς ύφασμα από τους φαρδιούς ώμους του. «Τ-τι κάνεις;» είπε η Ντέζι γουρλώνοντας τα μάτια. Το στόμα του είχε σχηματίσει ένα λοξό χαμόγελο. «Δεν πρόκειται να αφήσω το καταραμένο πουλί να καταστρέψει το παλτό μου». «Πώς κάνεις έτσι για μερικά πούπουλα;» «Δεν ανησυχώ για τα πούπουλα», είπε κοφτά. «Ω». Η Ντέζι πάσχισε να μη χαμογελάσει. Τον είδε να βγάζει το παλτό και το γιλέκο του. Το τσαλακωμένο λευκό πουκάμισό του είχε κολλήσει στο φαρδύ στέρνο του και είχε γίνει σχεδόν διάφανο πάνω στη μυώδη επιφάνεια της κοιλιάς του από όπου εξαφανιζόταν μέσα στη ζώνη του παντελονιού του. Ένα ζευγάρι τιράντες περνούσαν πάνω από τους ώμους του και κατέληγαν σταυρωτές στην πλάτη του. Άφησε προσεκτικά τα ρούχα που έβγαλε πάνω στο καρούλι του για να μη γεμίσουν λάσπες. Ένα αεράκι έπαιξε με τα κυματιστά μαλλιά του, φέρνοντας για λίγο μια τούφα στο μέτωπό του. Το παράδοξο της κατάστασης… η εχθρική χήνα, ο Μάθιου Σουίφτ βρεγμένος και μόνο με το πουκάμισο… έκαναν την Ντέζι να θέλει να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Έβαλε βιαστικά το χέρι πάνω στο στόμα της, αλλά δεν κατάφερε να συγκρατηθεί. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του, ενώ ένα χαμόγελο που έλεγε πολλά σχηματίστηκε στα χείλη του. Η Ντέζι πρόσεξε ότι τα χαμόγελά του ποτέ δεν διαρκούσαν πολύ, εξαφανίζονταν τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονταν. Ήταν όπως όταν προλαβαίνεις να δεις κάποιο σπάνιο φυσικό φαινόμενο, όπως ένα πεφταστέρι, σύντομο και εντυπωσιακό.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Αν πεις σε κανέναν γι’ αυτό, μικρή κατερ… θα μου το πληρώσεις». Τα λόγια ήταν απειλητικά, αλλά κάτι στον τόνο της φωνής του… μια αισθησιακή απαλότητα… έκανε τη ραχοκοκαλιά της να ανατριχιάσει. «Δεν θα το πω σε κανέναν», είπε ξέπνοη η Ντέζι. «Θα βλάψει και τη δική μου εικόνα». Ο Σουίφτ έβγαλε από το παλτό που είχε αφήσει κάτω έναν μικρό σουγιά και της τον έδωσε. Της φαντασίας της ήταν ή τα δάχτυλά του έμειναν για ένα επιπλέον δευτερόλεπτο στην παλάμη της; «Τι θα τον κάνω αυτόν;» ρώτησε αμήχανα. «Θα κόψεις την πετονιά από το πόδι του πουλιού. Πρόσεχε! Κόβει πολύ. Μην κόψεις κατά λάθος καμιά αρτηρία». «Μην ανησυχείς, δεν θα της κάνω κακό». «Δική μου εννοούσα, όχι της χήνας». Έριξε ένα βλέμμα στο ανυπόμονο πτηνό. «Αν μας δυσκολέψεις», είπε στη χήνα, «θα γίνεις πατέ για το δείπνο». Το πουλί σήκωσε απειλητικά τα φτερά του για να δείχνει όσο πιο μεγαλόσωμο μπορούσε. Κάνοντας ένα προσεκτικό βήμα μπροστά, ο Σουίφτ πάτησε την πετονιά, περιορίζοντας το εύρος κίνησης της χήνας. Το πουλί άρχισε να φτερουγίζει και να συρίζει, σταματώντας για λίγο πριν αποφασίσει να ορμήσει. Ο Σουίφτ άρπαξε τη χήνα, βλαστημώντας καθώς πάσχιζε να αποφύγει το ράμφος της. Ένα σύννεφο από πούπουλα σηκώθηκε γύρω από το αλλόκοτο ζευγάρι. «Πρόσεχε, θα την πνίξεις», φώναξε η Ντέζι, όταν είδε ότι ο Σουίφτ είχε γραπώσει τη χήνα από τον λαιμό. Ήταν μάλλον ευτύχημα που η απάντηση του Σουίφτ καλύφθηκε από τη φασαρία της μάχης. Με κάποιο τρόπο ο Σουίφτ κατάφερε να συγκρατήσει το πουλί, μέχρι που έμεινε να σπαρταρά μέσα στα χέρια του. Στραπατσαρισμένος και καλυμμένος με φτερά και πούπουλα, κοίταξε βλοσυρά την Ντέζι και είπε απότομα: «Έλα και κόψε την πετονιά». Η Ντέζι υπάκουσε βιαστικά, πέφτοντας στα γόνατα δίπλα τους. Έπιασε γερά το λασπωμένο βρεγμένο πόδι της χήνας αλλά εκείνη το τίναξε μακριά. «Για όνομα του Θεού, δείξε λίγη πυγμή», άκουσε τον ​Σουίφτ να λέει ανυπόμονα. «Άρπαξε το καταραμένο πόδι και πιάσε δουλειά». Αν δεν τους χώριζαν δεκαπέντε κιλά χήνας, η Ντέζι θα είχε κοιτάξει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


βλοσυρά τον Μάθιου Σουίφτ. Αντίθετα άρπαξε γερά το πόδι του πτηνού και πέρασε προσεκτικά τον σουγιά κάτω από την πετονιά. Ο Σουίφτ είχε δίκιο – η λάμα ήταν πολύ κοφτερή. Με μια γρήγορη κίνηση έκοψε την πετονιά στα δύο. «Εντάξει», είπε θριαμβευτικά, κλείνοντας τον σουγιά. «Μπορείς να αφήσεις την πουπουλένια μας, κύριε Σουίφτ». «Ευχαριστώ πολύ», ήρθε η ειρωνική απάντησή του. Αλλά μόλις ο Σουίφτ άνοιξε τα χέρια του για να ελευθερώσει το πουλί, εκείνο αντέδρασε αναπάντεχα. Αποφασισμένο να εκδικηθεί και κατηγορώντας τον δεσμώτη του για όλα τα δεινά του, το πλάσμα γύρισε στοχεύοντας το πρόσωπο του Σουίφτ. «Άου!» Ο Σουίφτ έπεσε καθιστός κρατώντας το μάτι του ενώ η χήνα απομακρύνθηκε κρώζοντας θριαμβευτικά. «Κύριε Σουίφτ!» Η Ντέζι έτρεξε ανήσυχη κοντά του και γονάτισε. Του τράβηξε το χέρι από το μάτι. «Για να δω». «Καλά είμαι», είπε εκείνος τρίβοντας το μάτι του. «Να δω», επανέλαβε η Ντέζι, παίρνοντας το κεφάλι του στα χέρια της. «Θα απαιτήσω ψητή χήνα για δείπνο», μουρμούρισε, αφήνοντάς τη να του γυρίσει το κεφάλι στο πλάι. «Δεν θα το κάνεις αυτό». Η Ντέζι εξέτασε απαλά τη μικρή πληγή στην άκρη του φρυδιού του και σκούπισε το λιγοστό αίμα με το μανίκι της. «Είναι κακοτυχία να τρως κάποιον αφού τον έχεις σώσει». Ένα τρεμάμενο γέλιο βγήκε από τον λαιμό της. «Ευτυχώς η χήνα δεν είχε καλό σημάδι. Δεν νομίζω πως θα μαυρίσει το μάτι σου». «Χαίρομαι που το βρίσκεις διασκεδαστικό», μουρμούρισε. «Είσαι γεμάτη πούπουλα, ξέρεις». «Κι εσύ το ίδιο». Τα στιλπνά καστανά μαλλιά του ήταν γεμάτα μικρά απαλά λευκά και γκρίζα πούπουλα. Το γέλιο της ξεχύθηκε ξανά σαν γάργαρο νερό. Άρχισε να του τα βγάζει από το κεφάλι με τις πυκνές μπούκλες να μπλέκονται στα δάχτυλά της. Ο Σουίφτ σηκώθηκε κι έφερε το χέρι του στα μαλλιά της που είχαν ξεφύγει από τις φουρκέτες. Τα δάχτυλά του έβγαζαν με απαλές κινήσεις τα πούπουλα από τις στιλπνές μαύρες μπούκλες. Συνέχισαν να ξεπουπουλιάζονται σιωπηλοί για λίγο. Η Ντέζι είχε απορροφηθεί τόσο πολύ, που στην αρχή δεν κατάλαβε πόσο απρεπής ήταν η θέση της. Για πρώτη φορά ήταν αρκετά κοντά του, ώστε να παρατηρήσει τις γαλάζιες αποχρώσεις των ματιών του, που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στεφανώνονταν από έναν σκούρο μπλε κύκλο στην άκρη της ίριδας· και το δέρμα του, μεταξένιο και ηλιοκαμένο, με μια σκιά αξυρισιάς στο σαγόνι του. Αντιλήφθηκε ότι ο Σουίφτ σκόπιμα απέφευγε το βλέμμα της κι είχε συγκεντρωθεί στο να βγάλει και το πιο μικρό πούπουλο από τα μαλλιά της. Ξαφνικά ένιωσε μια ηλεκτρισμένη επαφή ανάμεσα στα κορμιά τους, τη δύναμη του δικού του κάτω από το δικό της, την ανάσα του πάνω στο μάγουλό της. Τα ρούχα του ήταν βρεγμένα, η ζεστασιά του κορμιού του την έκαιγε στα σημεία που άγγιζε το δικό της. Έμειναν και οι δύο ακίνητοι ταυτόχρονα, σχεδόν αγκαλιασμένοι, ενώ κάθε κύτταρο της Ντέζι έμοιαζε να φλέγεται. Συνεπαρμένη και αποπροσανατολισμένη, άφησε τον εαυτό της να χαλαρώσει, νιώθοντας τον παλμό της σε κάθε σημείο του κορμιού της. Δεν υπήρχαν άλλα πούπουλα, αλλά η Ντέζι πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα σκούρα κύματα των μαλλιών του. Θα του ήταν τόσο εύκολο να την ξαπλώσει ανάσκελα πάνω στο νωπό χώμα και να πέσει από πάνω της. Τα γόνατά τους ήταν ενωμένα κάτω από το ύφασμα των ρούχων τους, πυροδοτώντας ένα πρωτόγονο ένστικτο που την έκανε να λαχταρά να του ανοιχτεί, να τον αφήσει να τοποθετήσει τα πόδια της εκεί που αυτός ήθελε. Άκουσε την ανάσα του Σουίφτ να σκαλώνει. Την έπιασε από τα μπράτσα και τη σήκωσε απότομα από την αγκαλιά του. Η Ντέζι προσγειώθηκε δίπλα του με έναν δυνατό γδούπο και προσπάθησε να συνέλθει από την παραζάλη. Σήκωσε σιωπηλή τον σουγιά από το χώμα και του τον έδωσε. Αφού έβαλε τον σουγιά στην τσέπη του, ο Σουίφτ άρχισε να τινάζει τα πούπουλα από τις γάμπες του. Η Ντέζι αναρωτήθηκε γιατί ο Σουίφτ καθόταν σε τέτοια αλλόκοτη στάση και σηκώθηκε όρθια. «Λοιπόν», είπε διστακτικά, «μάλλον θα πρέπει να μπω στα κρυφά από την πόρτα των υπηρετών. Αν με δει η μητέρα, θα πάθει υστερία». «Εγώ γυρίζω στο ποτάμι», δήλωσε εκείνος με φωνή βραχνή. «Να δω πώς τα πάει ο Γουέστκλιφ με το καλάμι. Κι ίσως ψαρέψω λίγο ακόμα». Η Ντέζι συνοφρυώθηκε όταν διαπίστωσε ότι την απέφευγε εσκεμμένα. «Νόμιζα πως είχες κουραστεί να πλατσουρίζεις στα νερά σήμερα», είπε. «Προφανώς όχι», μουρμούρισε ο Σουίφτ, έχοντας γυρισμένη την πλάτη του προς εκείνη καθώς μάζευε το γιλέκο και το παλτό του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 5 Η Ντέζι έφυγε από την τεχνητή λίμνη μπερδεμένη και εκνευρισμένη. Δεν θα μιλούσε σε κανέναν για το συμβάν, παρόλο που η Λίλιαν θα ξεκαρδιζόταν στα γέλια με την ιστορία της χήνας. Αλλά δεν ήθελε να αποκαλύψει ότι είχε δει μια άλλη πλευρά του Μάθιου Σουίφτ και ότι είχε για λίγο αφήσει τον εαυτό της να φλερτάρει επικίνδυνα και απροκάλυπτα μαζί του. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Παρόλο που η Ντέζι ήταν ακόμα αθώα, γνώριζε αρκετά για τα σεξουαλικά θέματα, ώστε να ξέρει ότι το κορμί μερικές φορές αντιδρά στην παρουσία ενός άντρα δίχως να συμμετέχει η καρδιά. Όπως είχε αντιδράσει κάποτε στον Καμ Ρόχαν. Αγανακτούσε στη σκέψη ότι αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο και στον Μάθιου Σουίφτ. Ήταν τόσο διαφορετικοί άντρες, ο ένας ρομαντικός, ο άλλος συγκρατημένος. Ο ένας όμορφος νεαρός τσιγγάνος που είχε εξάψει την περιέργειά της με εξωτικές σκέψεις… ο άλλος ψυχρός επαγγελματίας, φιλόδοξος και πραγματιστής. Η Ντέζι είχε δει αμέτρητους άντρες που κυνηγούσαν την εξουσία τα χρόνια που έμενε στην Πέμπτη Λεωφόρο. Αναζητούσαν την τελειότητα, μια γυναίκα που θα γινόταν η καλύτερη οικοδέσποινα και θα έδινε τους καλύτερους χορούς και θα φορούσε τα καλύτερα φορέματα και θα γεννούσε τα καλύτερα παιδιά, που θα έπαιζαν ήσυχα στα δωμάτιά τους όσο οι πατεράδες τους θα διαπραγματεύο​νταν επαγγελματικές συμφωνίες κάτω στο γραφείο τους. Και ο Μάθιου Σουίφτ, με τη μεγάλη φιλοδοξία του, το ταλέντο και το μυαλό του, χαρακτηριστικά που είχαν κάνει τον πατέρα της να τον ξεχωρίσει, θα ήταν το τρανό παράδειγμα αυτού του συζύγου. Θα ήθελε μια γυναίκα που να οργανώνει τη ζωή της γύρω από τους δικούς του στόχους και θα την έκρινε αυστηρά όταν θα αποτύγχανε να τον ευχαριστήσει. Δεν υπήρχε μέλλον με έναν τέτοιο άντρα. Όμως υπήρχε κι ένα καλό στον Μάθιου Σουίφτ: είχε βοηθήσει τη χήνα. Μέχρι η Ντέζι να τρυπώσει στο σπίτι, να πλυθεί και να αλλάξει φόρεμα, οι φίλες της και η αδελφή της είχαν μαζευτεί στην τραπεζαρία για το πρωινό και το τσάι τους. Κάθονταν σε ένα από τα στρογγυλά τραπέζια δίπλα σε ένα παράθυρο και κοίταξαν την Ντέζι μόλις μπήκε μέσα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Άναμπελ κρατούσε την Ίζαμπελ πάνω στον ώμο της, τρίβοντας απαλά την πλατούλα της. Σε κάποια άλλα τραπέζια κάθονταν άλλες γυναίκες αλλά και μερικοί άντρες, ανάμεσά τους και ο λόρδος Σεντ Βίνσεντ. «Καλημέρα», είπε εύθυμα η Ντέζι, πηγαίνοντας στην αδελφή της. «Πώς κοιμήθηκες, καλή μου;» «Υπέροχα». Η Λίλιαν έδειχνε πανέμορφη, με τα μάτια της καθάρια, τα μαύρα μαλλιά της τραβηγμένα σε κότσο πιασμένα χαμηλά με ένα μεταξένιο ροζ διχτάκι. «Κοιμήθηκα με τα παράθυρα ανοιχτά. Το αεράκι ήταν τόσο αναζωογονητικό. Πήγες για ψάρεμα το πρωί;» «Όχι». Η Ντέζι προσπάθησε να δείξει άνετη. «Απλώς μια βόλτα». Η Ιβ έσκυψε πάνω από την Άναμπελ να πάρει το μωρό. «Δώσε μου να την κρατήσω λίγο», είπε. Το μωρό μασουλούσε με μανία τη χούφτα του και του έτρεχαν από παντού σάλια. Η Ιβ πήρε το παιδί και είπε στην Ντέζι: «Βγάζει δόντια, το καημένο». «Όλο το πρωί είναι ανήσυχη», απάντησε η Άναμπελ. Η Ντέζι είδε ότι τα φωτεινά γαλάζια μάτια της έδειχναν λίγο κουρασμένα, μάτια μωρομάνας. Αυτή η ελάχιστη κούραση τόνιζε περισσότερο την ομορφιά της Άναμπελ, απαλύνοντας τη θεϊκή ομορφιά των χαρακτηριστικών της. «Δεν είναι λίγο νωρίς για να βγάζει δόντια;» ρώτησε η Ντέζι. «Είναι μία Χαντ», είπε ξερά η Άναμπελ. «Και οι Χαντ είναι ασυνήθιστη ράτσα. Σύμφωνα με τον άντρα μου, σχεδόν όλοι στην οικογένειά του γεννήθηκαν με δόντια». Κοίταξε κάπως ανήσυχη το μωρό. «Καλύτερα να την πάρω από την τραπεζαρία». Πολλοί τους κοιτούσαν ενοχλημένοι. Δεν συνηθιζόταν να φέρνεις παιδιά, και ειδικά ένα μωρό, σε χώρο όπου σύχναζαν ενήλικες. Εκτός κι αν ήθελες να το επιδείξεις, φορώντας του λευκές δαντέλες και κορδέλες. Αλλά μετά έπρεπε να το πας απευθείας στο δωμάτιό του. «Ανοησίες», είπε αμέσως η Λίλιαν, δίχως να μπει στον κόπο να χαμηλώσει τη φωνή της. «Η Ίζαμπελ είναι ήσυχη. Απλώς λίγο νευρική. Δεν νομίζω πως ενοχλεί κανέναν». «Για να δοκιμάσουμε πάλι το κουτάλι», μουρμούρισε αγχωμένη η Άναμπελ. Έβγαλε ένα παγωμένο ασημένιο κουταλάκι από ένα μπολάκι με θρυμματισμένο πάγο και είπε στην Ντέζι: «Η μητέρα μου πρότεινε να της δίνουμε αυτό. Είπε ότι πάντα έπιανε με τον αδελφό μου, τον Τζέρεμι». Η Ντέζι κάθισε δίπλα στην Ιβ, παρακολουθώντας το μωρό που δάγκωνε το κουταλάκι. Το στρογγυλό προσωπάκι της Ίζαμπελ ήταν αναψοκοκκινισμένο και δάκρυα είχαν κυλήσει από τα μάτια της. Καθώς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κλαψούριζε, η Ντέζι είδε τα τρυφερά, ερεθισμένα ούλα της και μόρφασε από συμπόνια. «Είναι κουρασμένη, μου φαίνεται», είπε η Άναμπελ. «Αλλά πονάει πολύ για να κοιμηθεί». «Καημενούλα». Όσο η Ιβ προσπαθούσε να ησυχάσει το μωρό, μια μικρή βαβούρα ακούστηκε από την άλλη πλευρά της τραπεζαρίας. Όλοι είχαν στρέψει την προσοχή τους σε κάποιον. Η Ντέζι γύρισε και είδε την ψηλή, εντυπωσιακή φιγούρα του Μάθιου Σουίφτ. Άρα δεν είχε γυρίσει στο ποτάμι. Θα πρέπει να περίμενε να απομακρυνθεί αρκετά η Ντέζι για να επιστρέψει στο σπίτι δίχως να τη συνοδεύσει. Όπως ο πατέρας της, ο Σουίφτ δεν τη θεωρούσε ενδιαφέρουσα. Η Ντέζι προσπάθησε να αγνοήσει το γεγονός, αλλά η δια​πίστωση την ενόχλησε. Είχε φορέσει καλοσιδερωμένα ρούχα, σκούρο γκρι κοστούμι με ανοιχτό γκρι γιλέκο και μαύρη γραβάτα. Παρόλο που στην Ευρώπη ήταν της μόδας οι άντρες να μακραίνουν τις άκρες των μουστακιών τους και να αφήνουν τα μαλλιά τους λίγο πιο μακριά και κυματιστά, μάλλον αυτό το στιλ δεν είχε φτάσει ακόμα στην Αμερική. Ο Μάθιου Σουίφτ ήταν καλοξυρισμένος και τα στιλπνά καστανά μαλλιά του ήταν κολλημένα στο πλάι, προσδίδοντάς του αέρα μικρού αγοριού. Η Ντέζι παρακολουθούσε τις συστάσεις. Είδε τη χαρά στα πρόσωπα των μεγαλύτερων αντρών καθώς του μιλούσαν και τη ζήλια σε αυτά των νεαρότερων. Είδε και γυναίκες να τον φλερτάρουν. «Θεέ και Κύριε», μουρμούρισε η Άναμπελ, «ποιος είναι αυτός;» Την απάντηση έδωσε η Λίλιαν κατσουφιασμένη. «Αυτός είναι ο κύριος Σουίφτ». Η Άναμπελ και η Ιβ γούρλωσαν τα μάτια. «Αυτός ο Σουίφτ που περιέγραψες ως ένα μάτσο κόκαλα;» ρώτησε η Ιβ. «Αυτός που είπες ότι ήταν συναρπαστικός όσο ένα πιάτο μαραμένο σπανάκι;» πρόσθεσε η Άναμπελ. Η Λίλιαν έσμιξε τα φρύδια. Πήρε τα μάτια της από τον Σουίφτ κι έριξε έναν κύβο ζάχαρης στο τσάι της. «Εντάξει, ίσως δεν είναι τόσο φριχτός όσο τον περιέγραψα», παραδέχτηκε. «Μη σας ξεγελά, όμως, η εμφάνισή του. Μόλις τον γνωρίσετε θα αλλάξετε γνώμη». «Ν-νομίζω πως υπάρχουν κάποιες γυναίκες που θα ήθελαν να τον γνωρίσουν μέσα κι έξω», παρατήρησε η Ιβ, κάνοντας την Άναμπελ να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χασκογελάσει πάνω από το φλιτζάνι της. Η Ντέζι έριξε μια φευγαλέα ματιά πίσω της και είδε ότι ήταν αλήθεια. Οι γυναίκες τον φλέρταραν, χασκογελούσαν, του έδιναν το χέρι τους για χειροφίλημα. «Όλη η φασαρία γίνεται επειδή είναι Αμερικανός, δηλαδή κάτι καινούριο», μουρμούρισε η Λίλιαν. «Αν ήταν εδώ έστω κι ένας από τους αδελφούς μου, όλες αυτές δεν θα έριχναν ούτε ματιά στον κύριο Σουίφτ». Παρόλο που η Ντέζι θα ήθελε πολύ να συμφωνήσει, ήταν σίγουρη ότι τα αδέλφια τους δεν θα είχαν την ίδια επιρροή με τον κύριο Σουίφτ. Εκτός από το ότι ήταν κληρονόμοι μιας μεγάλης περιουσίας, οι αδελφοί Μπόουμαν δεν διέθεταν την καλλιεργημένη φινέτσα του Σουίφτ. «Κοιτάει προς τα εδώ», είπε η Άναμπελ αναστατωμένη. «Δυσανασχετεί, επειδή το μωρό κάνει φασαρία. Θα την πάρω έξω…» «Πουθενά δεν θα την πάρεις», διέταξε η Λίλιαν. «Εδώ είναι το σπίτι μου κι εσύ είσαι φίλη μου και όποιος ενοχλείται από το μωρό μπορεί να ξεκουμπιστεί». «Έρχεται προς τα εδώ», ψιθύρισε η Ιβ. «Σωπάστε». Ο Σουίφτ ήρθε στο τραπέζι και υποκλίθηκε ευγενικά. «Λαίδη μου», είπε στη Λίλιαν, «τι χαρά που σας ξαναβλέπω. Επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ για τον γάμο σας με τον λόρδο Γουέστκλιφ και…» δίστασε, γιατί, παρόλο που η εγκυμοσύνη της Λίλιαν ήταν ολοφάνερη, θα ήταν αγένεια να αναφερθεί στην κατάστασή της «… δείχνετε υπέροχη», ολοκλήρωσε. «Σαν βαρέλι έχω γίνει», είπε ξερά η Λίλιαν, αψηφώντας την απόπειρά του να φανεί διπλωματικός. Ο Σουίφτ έσμιξε τα χείλη σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. «Απεναντίας», είπε απαλά και κοίταξε την Άναμπελ και την Ιβ. Περίμεναν όλοι τη Λίλιαν να κάνει τις συστάσεις. Η Λίλιαν συμμορφώθηκε απρόθυμα. «Από εδώ ο κύριος Σουίφτ», μουρμούρισε, κουνώντας το χέρι της προς το μέρος του. «Η κυρία Σάιμον Χαντ και η λαίδη Σεντ Βίνσεντ». Ο Σουίφτ έσκυψε κομψά πάνω από το χέρι της Άναμπελ. Θα είχε κάνει το ίδιο και για την Ιβ, αλλά κρατούσε το μωρό. Το κλαψούρισμα της Ίζαμπελ είχε δυναμώσει και σύντομα θα εξελισσόταν σε κλάμα, αν δεν άλλαζε κάτι. «Κι από εδώ η κόρη μου Ίζαμπελ», είπε απολογητικά η Άναμπελ. «Βγάζει δόντια».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αυτό σίγουρα θα τον κάνει να το βάλει στα πόδια, σκέφτηκε η Ντέζι. Οι άντρες έτρεμαν τα μωρά που έκλαιγαν. «Α». Ο Σουίφτ έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έψαξε ανάμεσα σε κάτι αντικείμενα. Μα τι στο καλό είχε εκεί μέσα; Τον είδε να βγάζει τον σουγιά του, ένα κομμάτι πετονιά και ένα λευκό μαντίλι. «Κύριε Σουίφτ, τι κάνετε;» ρώτησε χαμογελώντας απορημένα η Ιβ. «Αυτοσχεδιάζω». Έβαλε λίγο τριμμένο πάγο μέσα στο μαντίλι, έκλεισε σφιχτά το πανί και το έδεσε με την πετονιά. Έβαλε τον σουγιά στην τσέπη του και πήρε το μωρό δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Η Ιβ του έδωσε έκπληκτη τη μικρή. Οι τέσσερις γυναίκες έμειναν να τον κοιτάζουν αποσβολωμένες, καθώς έβαζε την Ίζαμπελ στον ώμο του με επιδέξιες κινήσεις. Έδωσε στο μωρό το πουγκί με τον πάγο κι εκείνο άρχισε να το μασουλά με μανία παρόλο που δεν σταμάτησε να κλαίει. Αδιαφορώντας για τα βλέμματα των υπόλοιπων καλεσμένων, ο Σουίφτ πήγε στο παράθυρο και μουρμούρισε απαλά στο μωρό. Έμοιαζε να του λέει ένα παραμύθι. Μετά από ένα δυο λεπτά το μωρό ησύχασε. Όταν ο Σουίφτ γύρισε στο τραπέζι η Ίζαμπελ είχε μισοκοιμηθεί κι άφηνε μικρούς αναστεναγμούς με το πουγκί στο στόμα της. «Ω κύριε Σουίφτ», είπε με ευγνωμοσύνη η Άναμπελ, παίρνοντας το μωρό ξανά στην αγκαλιά της, «τι έξυπνο! Σας ευχαριστώ». «Τι της λέγατε;» ρώτησε απαιτητικά η Λίλιαν. Ο Σουίφτ την κοίταξε κι απάντησε ήρεμα: «Προσπάθησα να της αποσπάσω λίγο την προσοχή μέχρι να λιώσει ο πάγος για να μουδιάσουν τα ούλα της. Οπότε της εξήγησα με λεπτομέρειες τη Συμφωνία Μπάτονγουντ του 1792». Η Ντέζι του μίλησε για πρώτη φορά. «Τι ήταν αυτή;» Τότε ο Σουίφτ την κοίταξε, με πρόσωπο απαλό και ευγενικό και για ένα δευτερόλεπτο η Ντέζι πίστεψε ότι είχε ονειρευτεί όσα έγιναν το πρωί. Όμως το δέρμα και το κορμί της είχαν ακόμα πάνω τους την αίσθησή του, το σκληρό αποτύπωμα του κορμιού του. «Η συμφωνία Μπάτονγουντ οδήγησε στη δημιουργία του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης», είπε ο Σουίφτ. «Πίστευα ότι ήμουν πολύ επεξηγηματικός, αλλά η δεσποινίς Ίζαμπελ έχασε το ενδιαφέρον της όταν άρχισα να μιλάω για χρεόγραφα». «Μάλιστα», είπε η Ντέζι. «Το μωρό κοιμήθηκε από τη βαρεμάρα». «Πού ν’ ακούσετε την περιγραφή μου για την κρίση του βάμβακος που οδήγησε στο κραχ του 1837», είπε ο Σουίφτ. «Μου έχουν πει ότι είναι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καλύτερο υπνωτικό κι από το λάβδανο». Κοιτάζοντας τα λαμπερά μπλε μάτια του, η Ντέζι χασκογέλασε απρόθυμα κι εκείνος της χάρισε ακόμα ένα από εκείνα τα σύντομα, αστραφτερά χαμόγελά του. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. Η προσοχή του Σουίφτ έμεινε πάνω της για περισσότερο από το κανονικό, σαν να τον είχε γοητεύσει κάτι που είχε δει στα μάτια της. Τράβηξε απότομα το βλέμμα του από το δικό της και υποκλίθηκε ξανά στις κυρίες του τραπεζιού. «Σας αφήνω να απολαύσετε το τσάι σας. Ήταν χαρά μου, κυρίες μου». Και κοιτάζοντας την Άναμπελ πρόσθεσε σοβαρά: «Έχετε υπέροχη κόρη, κυρία μου. Θα παραβλέψω την έλλειψη ενδιαφέροντός της για το μάθημα οικονομικών». «Είστε πολύ ευγενικός, κύριε», απάντησε η Άναμπελ με μάτια που έλαμπαν. Ο Σουίφτ γύρισε στην άλλη άκρη της τραπεζαρίας, ενώ όλες οι νεαρές κυρίες στον χώρο άρχισαν να ρίχνουν περιττούς κύβους ζάχαρης στο τσάι τους και να στρώνουν τις πετσέτες στα πόδια τους. Η Ιβ ήταν η πρώτη που μίλησε. «Είχες δίκιο», είπε στη Λίλιαν. «Είναι εντελώς φριχτός». «Ναι», συμφώνησε θερμά η Άναμπελ. «Με το που τον κοιτάς, σκέφτεσαι αμέσως “μαραμένο σπανάκι”». «Σκάστε και οι δύο», απάντησε η Λίλιαν στον σαρκασμό τους, δαγκώνοντας μια μπουκιά ψωμί. Η Λίλιαν επέμενε να τραβολογήσει την Ντέζι στον ανατολικό κήπο το απόγευμα, όπου οι περισσότεροι νέοι έπαιζαν μπολ. Κανονικά την Ντέζι δεν θα την πείραζε, αλλά είχε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο του μυθιστορήματος που διάβαζε για μια γκουβερνάντα ονόματι Ονόρια, η οποία μόλις είχε συναντήσει ένα φάντασμα στη σοφίτα. «Ποιος είσαι;» είχε ρωτήσει η Ονόρια, κοιτάζοντας το φάντασμα που έμοιαζε απίστευτα με τον παλιό της έρωτα, τον λόρδο Κλεϊγουόρθ. Το φάντασμα ήταν έτοιμο να της απαντήσει, όταν η Λίλιαν άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια της Ντέζι και την τράβηξε έξω από τη βιβλιοθήκη. «Ανάθεμα», γκρίνιαξε η Ντέζι. «Ανάθεμα, ανάθεμα… Λίλιαν, ήμουν στο καλύτερο σημείο!» «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τουλάχιστον μισή ντουζίνα εργένηδες που παίζουν υπαίθριο μπόουλινγκ στο γρασίδι», είπε ξερά η αδελφή της. «Και τα παιχνίδια μαζί τους είναι πολύ πιο δημιουρ-

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γικά από το να διαβάζεις μόνη σου». «Δεν έχω ιδέα από μπόουλινγκ». «Ωραία. Ζήτα τους να σου μάθουν. Αν κάτι αρέσει σε όλους τους άντρες, αυτό είναι να λένε σε μια γυναίκα πώς να κάνει κάτι». Πλησίασαν το γήπεδο του υπαίθριου μπόουλινγκ, που ήταν γεμάτο καρέκλες και τραπέζια για τους θεατές. Μια ομάδα παικτών κυλούσε μεγάλες στρογγυλές ξύλινες μπάλες πάνω στο γρασίδι, γελώντας κάθε φορά που κάποιος έριχνε την μπάλα στο χαντάκι που ήταν σκαμμένο στην άκρη του γρασιδιού. «Χμ», είπε η Λίλιαν, παρατηρώντας τον κόσμο. «Έχουμε ανταγωνισμό». Η Ντέζι αναγνώρισε τις τρεις γυναίκες στις οποίες αναφερόταν η αδελφή της: η δεσποινίς Κασάντρα Λέιτον, η λαίδη Μιράντα Ντάουντεν και η Έλσπεθ Χίγκινσον. «Εγώ δεν ήθελα να καλέσω ανύπαντρες στο Χαμπσάιρ», είπε η Λίλιαν, «αλλά ο Γουέστκλιφ είπε ότι θα ήταν υπερβολικά προφανές. Ευτυχώς είσαι πιο όμορφη απ’ όλες τους. Ακόμα κι αν είσαι μικροκαμωμένη». «Δεν είμαι μικροκαμωμένη», διαμαρτυρήθηκε η Ντέζι. «Μικροσκοπική, τότε». «Ούτε κι αυτή η λέξη μού αρέσει. Με κάνει να φαίνομαι ασήμαντη». «Είναι καλύτερη από το μικρόσωμη», είπε η Λίλιαν, «που είναι η μόνη άλλη λέξη που μπορώ να σκεφτώ για το ύψος σου». Χαμογέλασε στο κατσούφιασμα της Ντέζι. «Μη μουτρώνεις, καλή μου. Σε πηγαίνω σε έναν ολόκληρο μπουφέ εργένηδων και μπορείς να διαλέξεις όποιον… ω διάβολε». «Τι; Τι;» «Παίζει αυτός». Δεν υπήρχε λόγος να ρωτήσει ποιος αυτός… ο εκνευρισμός στη φωνή της Λίλιαν ήταν αρκετός για να καταλάβει για ποιον μιλούσε. Παρατηρώντας την παρέα, η Ντέζι είδε τον Μάθιου Σουίφτ να στέκεται στην άκρη του γηπέδου με μερικούς νεαρούς, παρακολουθώντας κάποιους να μετράνε την απόσταση ανάμεσα στις μπάλες. Όπως όλοι, φορούσε ανοιχτόχρωμο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και γιλέκο. Ήταν αδύνατος και καλογυμνασμένος και η χαλαρή στάση του απέπνεε αυτοπεποίθηση. Το βλέμμα του παρατηρούσε τα πάντα. Έμοιαζε να έχει πάρει πολύ στα σοβαρά το παιχνίδι. Ο Μάθιου Σουίφτ ήταν άντρας που δεν συμβιβαζόταν με κάτι λιγότερο από το τέλειο, ακόμα κι αν αυτό ήταν ένα παιχνίδι στο γρασίδι. Η Ντέζι ήταν σχεδόν σίγουρη ότι αγωνιζόταν για κάτι κάθε μέρα της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ζωής του. Και αυτό δεν ταίριαζε και πολύ με την εικόνα των νεαρών της Παλιάς Βοστόνης ή της παλιάς Νέας Υόρκης, που θεωρούσαν ότι δεν χρειαζόταν να δουλεύουν αν δεν ήταν απαραίτητο. Αναρωτήθηκε αν ο Σουίφτ έκανε ποτέ κάτι μόνο και μόνο για τη χαρά της απόλαυσης. «Προσπαθούν να αποφασίσουν ποιος θα ρίξει», είπε η Λίλιαν. «Δηλαδή αυτός που κατάφερε να ρίξει τις μπάλες πιο κοντά στη λευκή εκεί πέρα». «Πώς ξέρεις τόσα για το παιχνίδι;» ρώτησε η Ντέζι. Η Λίλιαν χαμογέλασε πονηρά. «Μου έμαθε ο Γουέστκλιφ. Είναι τόσο καλός στο μπόουλινγκ, που συνήθως δεν παίζει, γιατί διαφορετικά όλοι οι άλλοι θα χάνουν συνέχεια». Πλησίασαν τις καρέκλες όπου κάθονταν ο Γουέστκλιφ με την Ιβ και τον Σεντ Βίνσεντ και τους Κράντοκ, έναν συνταξιούχο στρατηγό και τη γυναίκα του. Η Ντέζι πήγε να καθίσει σε μια κενή καρέκλα, αλλά η Λίλιαν την έσπρωξε προς το γρασίδι. «Πήγαινε», πρόσταξε η Λίλιαν σαν να διέταζε ένα σκυλί να φέρει πίσω το παιχνίδι του. Αναστενάζοντας, η Ντέζι σκέφτηκε το μυθιστόρημά της και προχώρησε σέρνοντας τα πόδια της. Είχε γνωρίσει τουλάχιστον τρεις από τους κυρίους σε προηγούμενες συναντήσεις. Καθόλου κακές επιλογές. Υπήρχε ο κύριος Χονίνγκμπερι, ένας ευπαρουσία​στος άντρας γύρω στα τριάντα, στρογγυλοπρόσωπος και λίγο στρουμπουλός, ωστόσο ελκυστικός. Και ο κύριος Μάρντλινγκ, με την αθλητική κορμοστασιά του, τις ξανθές μπούκλες και τα πράσινα μάτια. Υπήρχαν δύο άντρες που δεν είχε ξαναδεί στο Στόνι Κρος: ο κύριος Άλαν Ρίκετ, που έμοιαζε κάπως με λόγιο με τα γυαλάκια και το λίγο φθαρμένο παλτό του, και ο λόρδος Λάντριντον, ένας όμορφος μελαχρινός κύριος μετρίου αναστήματος. Ο Λάντριντον πλησίασε αμέσως την Ντέζι, πρόθυμος να της εξηγήσει τους κανόνες του παιχνιδιού. Η Ντέζι προσπαθούσε να μην κοιτάζει πίσω του τον κύριο Σουίφτ, ο οποίος βρισκόταν περικυκλωμένος από διάφορες γυναίκες. Χασκογελούσαν και φλέρταραν και του ζητούσαν να τους δείξει πώς να κρατάνε την μπάλα σωστά και πόσα βήματα έπρεπε να κάνουν πριν τη ρίξουν στο γρασίδι. Ο Σουίφτ έμοιαζε να αγνοεί την Ντέζι. Αλλά καθώς γύρισε να πάρει μια ξύλινη μπάλα από τη στοίβα στο χώμα ένιωσε ένα μούδιασμα στον αυχένα της. Ήξερε ότι την κοιτούσε. Η Ντέζι είχε μετανιώσει που του ζήτησε να τη βοηθήσει με τη χήνα. Το επεισόδιο είχε πυροδοτήσει κάτι πέρα από τον έλεγχό της, μια ενοχλητική

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σκέψη που δεν μπορούσε να αποδιώξει. Πάψε τις ανοησίες, είπε μέσα της. Ξεκίνα να παίζεις. Πίεσε τον εαυτό της να ακούσει προσεκτικά τις συμβουλές του Λάντριντον για τους κανόνες του παιχνιδιού. Παρατηρώντας το παιχνίδι ο Γουέστκλιφ σχολίασε: «Απ’ ό,τι φαίνεται, τα πάει καλά με τον Λάντριντον. Και είναι ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους νεαρούς. Έχει τη σωστή ηλικία, είναι μορφωμένος και διαθέτει ευχάριστο χαρακτήρα». Η Λίλιαν κοίταξε εξεταστικά τον Λάντριντον από μακριά. Είχε ακόμα και το σωστό ύψος, καθόλου ψηλός για την Ντέζι, που δεν της άρεσε όταν οι άλλοι δέσποζαν από πάνω της. «Παράξενο όνομα έχει», μονολόγησε η Λίλιαν. «Από πού είναι άραγε;» «Από το Θέρσο», απάντησε ο λόρδος Σεντ Βίνσεντ, που καθόταν δίπλα στην Ιβ. Μια κάπως αμήχανη ανακωχή είχε εδραιωθεί ανάμεσα στη Λίλιαν και στον Σεντ Βίνσεντ μετά τα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος. Παρόλο που δεν θα τον συμπαθούσε ποτέ πραγματικά, η Λίλιαν είχε αποφασίσει να τον ανέχεται, αφού ήταν χρόνια φίλος του Γουέστκλιφ. Η Λίλιαν ήξερε ότι, αν ζητούσε από τον άντρα της να διαλύσει τη φιλία του, θα το έκανε για χάρη της, αλλά τον αγαπούσε πολύ για να απαιτήσει κάτι τέτοιο. Και ο Σεντ Βίνσεντ έκανε καλό στον Μάρκους. Με το πνεύμα και τη διορατικότητά του, έφερνε μια ισορροπία στη φορτωμένη ζωή του. Ο Μάρκους, ως ένας από τους πιο ισχυρούς άντρες της Αγγλίας, είχε ανάγκη ανθρώπους που δεν τον έπαιρναν τόσο στα σοβαρά. Το άλλο θετικό του Σεντ Βίνσεντ ήταν ότι αποδεικνυόταν καλός σύζυγος για την Ιβ. Έμοιαζε να τη λατρεύει. Κάποτε κανείς δεν θα σκεφτόταν ότι αυτοί οι δύο θα ταίριαζαν –η Ιβ, η ντροπαλή, αθώα κοπέλα, και ο Σεντ Βίνσεντ, ο άκαρδος γυναικάς–, ωστόσο ήταν ολοφάνερος ο αμοιβαίος έρωτάς τους. Ο Σεντ Βίνσεντ ήταν σίγουρος για τον εαυτό του και εκλεπτυσμένος, είχε μια αρρενωπή ομορφιά τόσο εντυπωσιακή, που έκοβε την ανάσα. Όμως μια κουβέντα της Ιβ ήταν αρκετή για να τρέξει κοντά της. Παρόλο που η σχέση τους ήταν ήρεμη, μια μυστηριώδης και παθιασμένη ένταση υπήρχε ανάμεσά τους. Και όσο η Ιβ ήταν ευτυχισμένη, η Λίλιαν θα συμπεριφερόταν ευγενικά στον Σεντ Βίνσεντ. «Από το Θέρσο», επανέλαβε καχύποπτα η Λίλιαν, κοιτάζοντας μια τον Σεντ Βίνσεντ και μια τον άντρα της. «Αυτό το μέρος δεν θυμίζει Αγγλία».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Οι δύο άντρες αντάλλαξαν ένα βλέμμα και ο Μάρκους απάντησε ανέκφραστα: «Στην πραγματικότητα, βρίσκεται στη Σκοτία». Η Λίλιαν στένεψε τα μάτια. «Ο Λάντριντον είναι Σκοτσέζος; Μα δεν έχει προφορά». «Μεγάλωσε σε οικοτροφεία της Αγγλίας και αργότερα της Οξφόρδης», εξήγησε ο Σεντ Βίνσεντ. «Χμ». Η Λίλιαν δεν ήξερε και πολλά για τη γεωγραφία της Σκοτίας, αλλά ούτε καν είχε ακούσει το Θέρσο. «Και πού ακριβώς είναι το Θέρσο; Λίγο μετά τα σύνορα;» Ο Γουέστκλιφ απέφυγε να την κοιτάξει. «Λίγο πιο βόρεια από τα σύνορα. Κοντά στα νησιά Όρκνεϊ». «Στο βόρειο άκρο της ηπείρου;» Η Λίλιαν δεν πίστευε στα αφτιά της. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να μην υψώσει τη φωνή της. «Γιατί δεν στέλνουμε καλύτερα την Ντέζι κατευθείαν στη Σιβηρία; Πιο ζεστά θα είναι εκεί! Θεέ και Κύριε, είναι δυνατόν εσείς οι δύο να επιλέξατε σαν κατάλληλο υποψήφιο τον Λάντριντον;» «Έπρεπε να τον υπολογίσω», διαμαρτυρήθηκε ο Σεντ Βίνσεντ. «Διαθέτει τρεις επαύλεις και μια ολόκληρη σειρά από καθαρόαιμα άλογα. Και κάθε φορά που έρχεται στη λέσχη τα κέρδη της βραδιάς αυξάνονται κατά χιλιάδες λίρες». «Είναι σπάταλος, λοιπόν», είπε βλοσυρά η Λίλιαν. «Αυτό τον κάνει ακόμα πιο κατάλληλο για την Ντέζι», απάντησε ο Σεντ Βίνσεντ. «Κάποια στιγμή θα χρειαστεί τα λεφτά της οικογένειάς σου». «Δεν με νοιάζει πόσο κατάλληλος είναι, στόχος μας είναι να κρατήσουμε την αδελφή μου σε αυτή τη χώρα. Πόσο συχνά θα βλέπω την Ντέζι αν βρίσκεται στην καταραμένη Σκοτία;» «Πάντως είναι πιο κοντά από τη Βόρεια Αμερική», είπε ο Γουέστ​​κλιφ, προσπαθώντας να ακουστεί αντικειμενικός. Η Λίλιαν στράφηκε για υποστήριξη στην Ιβ. «Ιβ, πες κάτι!» «Δεν έχει καμία σημασία από πού είναι ο λόρδος Λάντριντον», είπε η Ιβ παραμερίζοντας μια τούφα από το πρόσωπο της Λίλιαν. «Η Ντέζι αποκλείεται να τον παντρευτεί». «Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε επιφυλακτικά η Λίλιαν. Η Ιβ της χαμογέλασε. «Ω… έχω προαίσθημα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Από την ανυπομονησία της να τελειώσει το παιχνίδι και να γυρίσει στο μυθιστόρημά της, η Ντέζι είχε καταλάβει πολύ γρήγορα τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο πρώτος παίκτης έριχνε τη λευκή μπάλα στην άκρη του γηπέδου προσπαθώντας να μην τη βγάλει έξω από αυτό. Στόχος ήταν να πετάξεις τρεις ξύλινες μπάλες όσο πιο κοντά μπορούσες στη λευκή. Το μόνο δύσκολο σημείο ήταν οι ξύλινες μπάλες να δημιουργήσουν έναν κύκλο στη μία πλευρά, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να τις ρίξεις σε ευθεία γραμμή. Η Ντέζι έμαθε γρήγορα να ρίχνει σωστά την μπάλα γέρνοντας λίγο αριστερά ή δεξιά. Το παιχνίδι τελείωνε αρκετά γρήγορα, πράγμα καλό για την Ντέζι, που ήθελε να γυρίσει στην Ονόρια και στο φάντασμά της. Από τη στιγμή που υπήρχε ίσος αριθμός αντρών και γυναικών, οι παίκτες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες ανά ζεύγη. Η Ντέζι πήγε με τον Λάντριντον, που ήταν καλός παίκτης. «Είστε πολύ καλή, δεσποινίς Μπόουμαν», είπε ο κύριος Λάντριντον. «Είστε σίγουρη ότι δεν έχετε ξαναπαίξει;» «Ποτέ», απάντησε εύθυμα η Ντέζι. Πήρε μια ξύλινη μπάλα και τη στριφογύρισε στα χέρια της. «Είναι χάρη στις οδηγίες που μου δώσατε, λόρδε μου». Κάνοντας δυο βήματα μπροστά μέχρι την άκρη της γραμμής ρίψης, πέταξε την μπάλα με δύναμη. Χτύπησε μια από τις μπάλες των αντιπάλων και σταμάτησε πέντε εκατοστά από τη λευκή. Είχαν κερδίσει τον γύρο. «Μπράβο», είπε ο κύριος Ρίκετ, σταματώντας να καθαρίσει τα γυαλιά του. Τα φόρεσε ξανά, χαμογέλασε στην Ντέζι και πρόσθεσε: «Κινείστε με πολλή χάρη, δεσποινίς Μπόουμαν. Είναι πολύ όμορφο να βλέπω τη δεξιότητά σας». «Δεν έχει να κάνει με τη δεξιότητα», είπε η Ντέζι με μετριοφροσύνη. «Μάλλον πρόκειται για την τύχη του αρχάριου». Η λαίδη Μιράντα, μια αδύνατη ξανθιά κοπέλα με πορσελάνινο δέρμα, κοιτούσε ανήσυχη τα ντελικάτα χέρια της. «Νομίζω πως μου έσπασε ένα νύχι», ανακοίνωσε. «Να σας βοηθήσω να καθίσετε», είπε αμέσως ανήσυχος ο Ρίκετ, λες και είχε σπάσει χέρι αντί για νύχι, και οι δυο τους έφυγαν από το γήπεδο. Η Ντέζι σκέφτηκε μελαγχολικά ότι θα έπρεπε να είχε χάσει σκόπιμα, ώστε να μη χρειαστεί να παίξει κι άλλο γύρο. Αλλά αυτό θα ήταν άδικο για τον συμπαίκτη της. Και ο λόρδος Λάντριντον έμοιαζε πολύ χαρούμενος που κέρδισαν. «Τώρα», είπε ο Λάντριντον, «για να δούμε ποιον θα έχουμε απέναντί

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μας στον τελικό». Κάθισαν να δουν τον αγώνα ανάμεσα στις δύο τελευταίες ομάδες, τον κύριο Σουίφτ με τη δεσποινίδα Λέιτον και τον κύριο Μάρντλινγκ με τη δεσποινίδα Χίγκινσον. Ο κύριος Μάρντλινγκ έπαιζε άτσαλα, τη μια έριχνε καλή βολή και την άλλη αστοχούσε, ενώ η δεσποινίς Χίγκινσον ήταν πιο σταθερή στον τρόπο της. Η Κασάντρα Λέιτον ήταν απελπιστικά κακή και διασκέδαζε πολύ το γεγονός, χασκογελώντας και πολυλογώντας σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Ήταν πολύ εκνευριστικό αυτό το αδιάκοπο γέλιο, αλλά ο κύριος Σουίφτ δεν έδειχνε να ενοχλείται. Ο Σουίφτ ήταν επιθετικός παίκτης με τακτική, σκεφτόταν καλά την κάθε βολή και ήταν συγκρατημένος στις κινήσεις του. Η Ντέζι παρατήρησε ότι δεν είχε κανένα ενδοιασμό να χτυπά τις μπάλες των αντιπάλων ή να μετακινεί τη λευκή προς όφελός του. «Εξαιρετικός παίκτης», είπε ο λόρδος Λάντριντον στην Ντέζι με μάτια που άστραφταν. «Πιστεύετε ότι μπορούμε να τον νικήσουμε;» Ξαφνικά η Ντέζι ξέχασε τελείως το μυθιστόρημα που την περίμενε μέσα στο σπίτι. Η προοπτική να παίξει ενάντια στον Μάθιου Σουίφτ τη γέμιζε ανυπομονησία. «Αμφιβάλλω. Αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε, σωστά;» Ο Λάντριντον γέλασε. «Και βέβαια μπορούμε». Ο Σουίφτ και η δεσποινίς Λέιτον κέρδισαν τον γύρο και οι άλλοι βγήκαν από το γήπεδο με χειροκροτήματα. Οι τέσσερις εναπομείναντες παίκτες μάζεψαν τις μπάλες και τη λευκή και γύρισαν στη γραμμή ρίψης. Κάθε ομάδα θα έπαιρνε από τέσσερις μπάλες, δηλαδή δύο ρίψεις ο κάθε παίκτης. Καθώς η Ντέζι γύρισε προς τον Μάθιου Σουίφτ, εκείνος την κοίταξε για πρώτη φορά από την ώρα που είχε φτάσει στον κήπο. Το βλέμμα του, άμεσο και προκλητικό, έκανε την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά, στέλνοντας το αίμα με ταχύτητα στις φλέβες της. Τα ανακατεμένα μαλλιά του έπεφταν στο μέτωπό του και το ηλιοκαμένο δέρμα του γυάλιζε κάτω από ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα. «Θα ρίξουμε κέρμα να δούμε ποιος θα ξεκινήσει πρώτος», πρότεινε ο λόρδος Λάντριντον. Ο Σουίφτ έγνεψε παίρνοντας το βλέμμα του από την Ντέζι. Η Κασάντρα Λέιτον τσίριξε από χαρά μόλις είδε ότι θα ξεκινούσαν πρώτοι. Ο Σουίφτ κύλησε επιδέξια τη λευκή μπάλα στη σωστή θέση του γηπέδου.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η δεσποινίς Λέιτον πήρε μια μπάλα και την έφερε πάνω στο στήθος της κι η Ντέζι σκέφτηκε πως το έκανε επίτηδες για να τραβήξει τα βλέμματα στο μπούστο της. «Πρέπει να με συμβουλεύσετε, κύριε Σουίφτ», είπε πεταρίζοντας τα βλέφαρά της. «Πώς να πιάσω την μπάλα;» Ο Σουίφτ πήγε κοντά της, διορθώνοντας τη θέση της μπάλας στα χέρια της. Η Κασάντρα ακτινοβόλησε από χαρά στην προσοχή που της έδειξε. Εκείνος της ψιθύρισε μια συμβουλή, δείχνοντάς της την καλύτερη πορεία για την μπάλα, ενώ αυτή έγειρε μπροστά, μέχρι που τα κεφάλια τους σχεδόν ενώθηκαν. Ο εκνευρισμός πλημμύρισε την Ντέζι, κάνοντας τους μυς του λαιμού της να σφιχτούν. Επιτέλους ο Σουίφτ απομακρύνθηκε. Η δεσποινίς Λέιτον έκανε μερικά κομψά βήματα κι έριξε την μπάλα. Όμως η βολή δεν είχε δύναμη κι η μπάλα κύλησε αργά και σταμάτησε στη μέση του γηπέδου. Το υπόλοιπο παιχνίδι θα δυσκόλευε πολύ με αυτή την μπάλα στη μέση, εκτός κι αν κάποιος αποφάσιζε να χαραμίσει τη βολή του για να τη χτυπήσει ώστε να τη στείλει στο πλάι. «Έλεος», μουρμούρισε η Ντέζι μέσα από τα δόντια της. Η δεσποινίς Λέιτον κόντεψε να πέσει κάτω από τα δυνατά χαχανητά. «Ω Θεούλη μου, τα έκανα θάλασσα, ε;» «Καθόλου», είπε άνετα ο Σουίφτ. «Δεν έχει πλάκα αν είναι εύκολο». Εκνευρισμένη η Ντέζι αναρωτήθηκε γιατί ήταν τόσο φιλικός με τη δεσποινίδα Λέιτον. Δεν τον είχε για άντρα που ελκυόταν από ανόητες γυναίκες. «Η σειρά σας», είπε ο λόρδος Λάντριντον, δίνοντας μια μπάλα στην Ντέζι. Εκείνη τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από την ξύλινη κυρτή επιφάνεια και τη γύρισε στα χέρια της μέχρι να τη νιώσει. Κοιτάζοντας μακριά τη λευκή μπάλα, φαντάστηκε τη διαδρομή που ήθελε να κάνει η δική της. Τρία βήματα, ένα τίναγμα του χεριού και βολή. Η μπάλα κύλησε στο γρασίδι, αποφεύγοντας την μπάλα της δεσποινίδας Λέιτον κι έκανε στροφή την τελευταία στιγμή σταματώντας ακριβώς μπροστά στη λευκή. «Τέλειο!» φώναξε ο Λάντριντον, όσο οι θεατές ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν. Η Ντέζι έριξε μια κλεφτή ματιά στον Μάθιου Σουίφτ. Παρακολουθούσε με ένα αχνό χαμόγελο κι ένα διαπεραστικό βλέμμα. Ο χρόνος σταμάτησε. Ποτέ δεν είχε κοιτάξει την Ντέζι έτσι ένας άντρας. «Το κάνατε επίτηδες;» ρώτησε απαλά ο Σουίφτ. «Ή ήταν τυχαία βολή;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Επίτηδες», απάντησε η Ντέζι. «Αμφιβάλλω». Η Ντέζι ανατρίχιασε. «Γιατί;» «Διότι κανένας αρχάριος δεν θα έριχνε μια τόσο υπολογισμένη και τέλεια βολή». «Αμφισβητείτε την ειλικρίνειά μου, κύριε Σουίφτ;» Δίχως να περιμένει απάντηση, η Ντέζι φώναξε την αδελφή της, που παρακολουθούσε από τις καρέκλες. «Λίλιαν, απ’ όσο ξέρεις, έχω ξαναπαίξει ποτέ;» «Όχι βέβαια», ήρθε η ένθερμη απάντηση της Λίλιαν. Η Ντέζι γύρισε στον Σουίφτ και του έριξε ένα προκλητικό βλέμμα. «Για να κάνετε αυτή τη βολή», είπε ο Σουίφτ, «θα έπρεπε να υπολογίσετε την ταχύτητα, την απαιτούμενη γωνία της μπάλας και το σημείο επιβράδυνσης στο οποίο θα έστριβε η μπάλα. Όλα αυτά λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την πιθανότητα μιας ριπής ανέμου. Και θα έπρεπε να έχετε την εμπειρία να το φέρετε εις πέρας». «Έτσι παίζετε εσείς;» τον ρώτησε εύθυμα η Ντέζι. «Εγώ απλώς φαντάζομαι πού θέλω να πάει η μπάλα και την πετάω». «Τύχη και διαίσθηση;» Της έριξε ένα υπεροπτικό βλέμμα. «Δεν κερδίζεται έτσι ένα παιχνίδι». Ως απάντηση η Ντέζι παραμέρισε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. «Η σειρά σας», είπε. Ο Σουίφτ έσκυψε και πήρε μια μπάλα. Τοποθέτησε σωστά τα δάχτυλά του γύρω της, πήγε στη γραμμή ρίψης και κοίταξε το γρασίδι. Ακόμα κι έτσι φουρκισμένη που ήταν, η Ντέζι ένιωσε ένα τσίμπημα χαράς καθώς τον παρακολουθούσε. Αναλογιζόμενη την αίσθηση, αναρωτήθηκε πώς γινόταν να απέκτησε τόση επιρροή αυτός ο άντρας πάνω της. Η παρουσία του, ο τρόπος που κινούνταν τη γέμιζαν με μια αμήχανη έξαψη. Ο Σουίφτ πέταξε την μπάλα δυνατά. Εκείνη κύλησε γρήγορα πάνω στο γρασίδι, σαν την μπάλα της Ντέζι, αλλά με πιο υπολογισμένη ορμή. Παραμερίζοντας την μπάλα της Ντέζι από το γρασίδι, πήρε τη θέση της ακριβώς μπροστά από τη λευκή. «Έριξε την μπάλα μου στο χαντάκι», διαμαρτυρήθηκε η Ντέζι. «Είναι νόμιμο αυτό;» «Ω, ναι», απάντησε ο λόρδος Λάντριντον. «Κάπως σκληρό αλλά απόλυτα νόμιμο. Τώρα μπορούμε ευλόγως να την αποκαλέσουμε “νεκρή μπάλα”». «Η μπάλα μου είναι νεκρή;» ρώτησε με αγανάκτηση η Ντέζι. Ο Σουίφτ της απάντησε με ένα αδιάλλακτο βλέμμα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ποτέ μην τραυματίζεις απλώς τον εχθρό». «Μόνο εσείς θα παραθέτατε τα λόγια του Μακιαβέλι σε ένα παιχνίδι», είπε η Ντέζι τρίζοντας τα δόντια της. «Συγγνώμη», είπε ευγενικά ο λόρδος Λάντριντον, «αλλά νομίζω πως είναι η σειρά μου». Βλέποντας ότι κανείς από τους δύο δεν του έδωσε σημασία, σήκωσε τους ώμους και πήγε στη γραμμή ρίψης. Η μπάλα του κύλησε στο γρασίδι και σταμάτησε ακριβώς πίσω από τη λευκή. «Πάντα παίζω για να κερδίζω», δήλωσε ο Σουίφτ στην Ντέζι. «Θεέ μου», είπε αγανακτισμένη η Ντέζι, «μιλάτε ακριβώς σαν τον πατέρα μου. Σας έχει περάσει ποτέ από το μυαλό ότι κάποιοι άνθρωποι παίζουν απλώς για διασκέδαση; Για να περνούν ευχάριστα την ώρα τους; Ή είναι όλα μάχη ζωής και θανάτου για σας;» «Αν δεν πας για να κερδίσεις, τι νόημα έχει το παιχνίδι;» Βλέποντας ότι ο Σουίφτ δεν της έδινε πια σημασία, η δεσποινίς Λέιτον έσπευσε να επέμβει. «Νομίζω πως είναι πάλι η σειρά μου, κύριε Σουίφτ. Θα μπορούσατε, παρακαλώ, να μου φέρετε την μπάλα;» Ο Σουίφτ υπάκουσε δίχως να την κοιτάξει, έχοντας στυλωμένο το βλέμμα του στο σφιγμένο πρόσωπο της Ντέζι. «Ορίστε», είπε κοφτά, πετώντας την μπάλα στα χέρια της δεσποινίδας Λέιτον. «Ίσως θα μπορούσατε να με συμβουλεύσετε…» άρχισε να λέει η δεσποινίς Λέιτον, αλλά η φωνή της ξεθώριασε όσο κονταρομαχούσαν ακόμα τα βλέμματα του Σουίφτ και της Ντέζι. «Πολύ καλά, κύριε Σουίφτ», είπε ψυχρά η Ντέζι. «Αφού δεν μπορείτε να απολαύσετε ένα απλό παιχνίδι δίχως να το μετατρέψετε σε πόλεμο, πόλεμο θα έχετε. Θα παίξουμε με πόντους». Δεν κατάλαβε αν έκανε εκείνη ένα βήμα μπροστά ή αυτός, αλλά ξαφνικά βρέθηκαν να στέκονται σε απόσταση αναπνοής, με το κεφάλι του πάνω από το δικό της. «Δεν μπορείς να με νικήσεις», είπε χαμηλόφωνα ο Σουίφτ. «Είσαι αρχάρια κι εκτός αυτού και γυναίκα. Θα ήταν πολύ άδικο, εκτός κι αν ήμουν ανάπηρος». «Η συμπαίκτριά σου είναι η δεσποινίς Λέιτον», του ψιθύρισε. «Αυτό για μένα είναι αρκετή αναπηρία. Και υπονοείς ότι οι γυναίκες παίζουν χειρότερα από τους άντρες;» «Όχι. Λέω ευθέως ότι δεν μπορούν καν να παίξουν». Η Ντέζι ένιωσε ένα κύμα οργής να την κατακλύζει και ταυτόχρονα μια έντονη παρόρμηση να του ρίξει γροθιά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Πόλεμος, λοιπόν», επανέλαβε πηγαίνοντας στη δική της πλευρά του γηπέδου. Χρόνια αργότερα ακόμα θα αναφέρονταν σε αυτό το παιχνίδι ως το πιο αιμοδιψές που είδε ποτέ το Στόνι Κρος. Το παιχνίδι έφτασε στους τριάντα πόντους και μετά στους πενήντα και από εκεί και πέρα η Ντέζι έχασε το μέτρημα. Έπαιζαν με όλες τους τις δυνάμεις. Έριχναν τις βολές λες κι από αυτό εξαρτιόταν η μοίρα ολόκληρων εθνών. Και το κυριότερο, είχαν βαλθεί να στέλνει ο ένας την μπάλα του άλλου στο χαντάκι. «Νεκρή μπάλα!» φώναξε η Ντέζι μετά από μια άψογα εκτελεσμένη βολή που έστειλε την μπάλα του Σουίφτ εκτός γηπέδου. «Ίσως πρέπει να σας θυμίσω, δεσποινίς Μπόουμαν», είπε ο Σουίφτ, «ότι στόχος του παιχνιδιού δεν είναι να με βγάζετε από το γήπεδο. Υποτίθεται πως πρέπει να ρίξετε την μπάλα σας όσο μπορείτε πιο κοντά στη λευκή». «Αυτό είναι αδύνατον όταν στέλνετε τις καταραμένες μπάλες μου αλλού γι’ αλλού!» Η Ντέζι άκουσε τη δεσποινίδα Λέιτον να βγάζει μια πνιχτή κραυγή στη γλώσσα της. Δεν ήταν του χαρακτήρα της να βρίζει, απλώς οι συγκεκριμένες συνθήκες τη δυσκόλευαν να παραμείνει συγκροτημένη. «Θα σταματήσω να τις στέλνω αλλού γι’ αλλού», είπε ο ​Σουίφτ, «αν σταματήσετε να κάνετε κι εσείς το ίδιο με τις δικές μου». Η Ντέζι συλλογίστηκε για λίγο την πρόταση. Αλλά δυστυχώς η αλήθεια ήταν πως το διασκέδαζε πολύ περισσότερο να στέλνει τις μπάλες του στο χαντάκι. «Ούτε για όλη την κάνναβη της Κίνας, κύριε Σουίφτ». «Πολύ καλά». Ο Σουίφτ πήρε μια μπάλα και την πέταξε τόσο δυνατά, που όταν χτύπησε τη δική της ακούστηκε ένα δυνατό κρακ. Η Ντέζι τα έχασε όταν είδε την μπάλα της ανοιγμένη στα δύο πάνω στο γρασίδι. «Τη σπάσατε!» φώναξε κυκλώνοντάς τον με σφιγμένες γροθιές. «Και ρίξατε ενώ δεν ήταν η σειρά σας! Ήταν σειρά της δεσποινίδας Λέιτον, μανιακέ!» «Ω, όχι», είπε αμήχανα η δεσποινίδα Λέιτον, «δεν έχω πρόβλημα να ρίξει ο κύριος Σουίφτ αντί για μένα… είναι πολύ καλύτερος…» Η φωνή της ξεθώριασε μόλις είδε ότι κανείς δεν της έδινε σημασία. «Η σειρά σας», είπε ο κύριος Σουίφτ στον κύριο Λάντριντον, που έμοιαζε να τα έχει χαμένα μπροστά στο νέο επίπεδο αγριότητας του παιχνιδιού. «Όχι βέβαια!» φώναξε η Ντέζι, αρπάζοντας την μπάλα από τα χέρια του Λάντριντον. «Είναι πολύ κύριος για να χτυπήσει την μπάλα σας. Εγώ,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


όμως, όχι». «Όχι», συμφώνησε ο Σουίφτ, «εσείς σίγουρα δεν είστε κύριος». Η Ντέζι πήγε στη γραμμή ρίψης, πήρε φόρα και πέταξε την μπάλα με όλη της τη δύναμη. Η μπάλα κύλησε στο γρασίδι και εκσφενδόνισε την μπάλα του Σουίφτ μέχρι την άκρη του γηπέδου, όπου ταλαντεύτηκε αβέβαια πριν πέσει στο χαντάκι. Έριξε στον Σουίφτ ένα εκδικητικό βλέμμα κι εκείνος απάντησε με ένα ειρωνικά συγχαρητήριο νεύμα. «Νομίζω», είπε ο Λάντριντον, «ότι είστε εξαιρετική στο υπαίθριο μπόουλινγκ, δεσποινίς Μπόουμαν. Ποτέ δεν έχω δει αρχάριο με τέτοια επιτυχία. Πώς καταφέρνετε να πετάτε τόσο τέλεια κάθε βολή;» «Όταν υπάρχει θέληση, όλα γίνονται», απάντησε κι είδε τον Σουίφτ να χαμογελά σφιγμένα μόλις αναγνώρισε τα λόγια του Μακιαβέλι. Το παιχνίδι συνεχίστηκε. Για ώρες. Το απόγευμα έγινε βραδάκι. Η Ντέζι κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι ο Λάντριντον, η δεσποινίς Λέιτον και πολλοί από τους θεατές είχαν εξαφανιστεί. Ο λόρδος Γουέστκλιφ έδειχνε εμφανώς ότι θα προτιμούσε να πάει κι εκείνος στο σπίτι, αλλά η Ντέζι και ο Σουίφτ συνεχώς του ζητούσαν να κάνει τον διαιτητή ή να μετρά τις αποστάσεις, γιατί ήταν ο μόνος που εμπιστεύονταν και οι δύο. Μία ώρα πέρασε και μετά κι άλλη, με τους δύο παίκτες τόσο απορροφημένους στο παιχνίδι, που είχαν ξεχάσει την πείνα, τη δίψα ή την κούραση. Κάποια στιγμή, η Ντέζι δεν ήταν σίγουρη πότε ακριβώς, ο ανταγωνισμός μετατράπηκε σε αλληλοεκτίμηση των δύο αντιπάλων για τις ικανότητές τους. Όταν ο Σουίφτ την επαίνεσε για μια πολύ επιδέξια βολή ή όταν έπιασε τον εαυτό της να θαυμάζει τους υπολογισμούς του, ο τρόπος με τον οποίο στένεψε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι του στο πλάι… τη γοήτευσε πέρα από κάθε φαντασία. Ελάχιστες ήταν οι φορές που η πραγματική ζωή της Ντέζι ήταν πιο συναρπαστική από τη φανταστική της ζωή. Η συγκεκριμένη, όμως, ήταν μία από αυτές. «Παιδιά». Η φωνή του απηυδισμένου Γουέστκλιφ τους έκανε να γυρίσουν να τον κοιτάξουν ανέκφραστοι. Είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και τεντωνόταν για να ξεπιαστεί. «Πολύ φοβάμαι ότι εγώ δεν αντέχω άλλο. Εσείς μπορείτε να συνεχίσετε αν θέλετε, αλλά εμένα, παρακαλώ, να με συγχωρέσετε». «Και ποιος θα κάνει τον διαιτητή;» διαμαρτυρήθηκε η Ντέζι. «Από τη στιγμή που κανείς δεν κρατάει σκορ εδώ και μισή ώρα», είπε ξερά ο κόμης, «εγώ είμαι περιττός νομίζω». «Μα κρατάμε σκορ», διαφώνησε η Ντέζι και γύρισε στον Σουί​​φτ. «Ποιο είναι το σκορ;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν ξέρω». Καθώς τα βλέμματά τους αντάμωσαν, η Ντέζι μετά βίας κατάφερε να συγκρατήσει το ξαφνικό αμήχανο γέλιο της. Και τα μάτια του Σουίφτ, όμως, ήταν το ίδιο εύθυμα. «Νομίζω πως κέρδισες», της είπε. «Ω, μη γίνεσαι συγκαταβατικός μαζί μου», είπε η Ντέζι. «Είσαι μπροστά. Ξέρω να χάνω. Είναι μέρος του παιχνιδιού». «Δεν γίνομαι συγκαταβατικός. Είμαστε στήθος με στήθος για τουλάχιστον…» ο Σουίφτ έβγαλε από την τσέπη του ένα ρολόι «…δύο ώρες». «Που σημαίνει πως κατά πάσα πιθανότητα διατήρησες το αρχικό σου προβάδισμα». «Μα με πέρασες στον τρίτο γύρο…» «Έλεος πια!» ακούστηκε η φωνή της Λίλιαν από μακριά. Ακουγόταν εντελώς εξοργισμένη, γιατί είχε πάει στο σπίτι να πάρει έναν υπνάκο και βγαίνοντας τους είχε βρει ακόμα στο γήπεδο. «Τσακώνεστε όλο το απόγευμα σαν τα κοκόρια και τώρα μαλώνετε για το ποιος κέρδισε. Αν δεν το σταματήσει κάποιος όλο αυτό, θα βρίσκεστε εδώ ως τα μεσάνυχτα. Ντέζι, είσαι γεμάτη χώματα και τα μαλλιά σου μοιάζουν με φωλιά πουλιού. Έλα μέσα να σουλουπωθείς λίγο. Τώρα». «Δεν υπάρχει λόγος να φωνάζεις», απάντησε μειλίχια η Ντέζι, ακολουθώντας την αδελφή της, που προχωρούσε γοργά προς το σπίτι. Κοίταξε πίσω της τον Μάθιου Σουίφτ… πιο φιλικά από ποτέ αυτή τη φορά, και μετά γύρισε και τάχυνε το βήμα της. Ο Σουίφτ άρχισε να μαζεύει τις σκόρπιες μπάλες. «Άφησέ τες», είπε ο Γουέστκλιφ. «Θα τις μαζέψουν οι υπηρέτες. Καλύτερα να ετοιμαστείς για το δείπνο, που θα ξεκινήσει σε περίπου μία ώρα». Ο Μάθιου άφησε υπάκουα τις μπάλες και ακολούθησε τον Γουέ​​στκλιφ στο σπίτι. Έμεινε να παρακολουθεί τη μικροσκοπική, λυγερή φιγούρα της Ντέζι, μέχρι που εξαφανίστηκε από τα μάτια του. Το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα του Μάθιου δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Γουέστκλιφ. «Έχεις παράξενο τρόπο να φλερτάρεις», είπε. «Δεν θα φανταζόμουν ότι με το να νικήσεις την Ντέζι στο υπαίθριο μπόουλινγκ θα τραβούσες την προσοχή της, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται το κόλπο πέτυχε». Ο Μάθιου απάντησε προσέχοντας πολύ τα λόγια του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν φλερτάρω τη δεσποινίδα Μπόουμαν». «Τότε μάλλον παρερμήνευσα το πάθος σου για το παιχνίδι». Ο Μάθιου τον κοίταξε αμυντικά. «Παραδέχομαι ότι τη βρίσκω διασκεδαστική. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θέλω να την παντρευτώ». «Οι αδελφές Μπόουμαν είναι κάπως επικίνδυνες σ’ αυτόν τον τομέα. Όταν κάποια από τις δύο τραβήξει το ενδιαφέρον σου, το μόνο που νιώθεις είναι ότι έχεις μπροστά σου το πιο προκλητικό πλάσμα του κόσμου. Αλλά μετά ανακαλύπτεις ότι, όσο κι αν σε τρελαίνει, ανυπομονείς για την επόμενη φορά που θα τη δεις. Είναι σαν ανίατη ασθένεια, εξαπλώνεται από το ένα όργανο στο άλλο. Και τότε ξεκινά η λαχτάρα. Όλες οι άλλες γυναίκες αρχίζουν να σου φαίνονται άχρωμες και πληκτικές συγκριτικά με εκείνη. Τη θες σε βαθμό που νομίζεις πως θα τρελαθείς. Δεν μπορείς να σταματήσεις να τη σκέφτεσαι…» «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς», τον διέκοψε ο Μάθιου χλωμιάζοντας. Δεν είχε καμία όρεξη να υποκύψει σε ανίατη ασθένεια. Ένας άνθρωπος έχει επιλογές στη ζωή. Και ό,τι κι αν πίστευε ο Γουέστκλιφ, αυτό δεν ήταν παρά μόνο μια σωματική επιθυμία. Μια ανόσια, ισχυρή, παρανοϊκή σωματική επιθυμία που σου έσφιγγε τα σωθικά… αλλά μπορούσε να νικηθεί με την απλή δύναμη της θέλησης. «Όπως νομίζεις», απάντησε ο Γουέστκλιφ δίχως να έχει πειστεί.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 6 Κοιτάζοντας τον καθρέφτη πάνω από την τουαλέτα από ξύλο καρυδιάς, ο Μάθιου έδεσε τη βραδινή γραβάτα του με γρήγορες και επιδέξιες κινήσεις. Πεινούσε, αλλά η σκέψη να κατέβει στο επίσημο δείπνο στην τραπεζαρία τον γέμιζε αμηχανία. Ένιωθε σαν να ακροβατούσε σε τεντωμένο σκοινί στον αέρα κι ένα λάθος βήμα θα τον έστελνε στον θάνατό του. Δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του να δεχτεί την πρόκληση της Ντέζι, δεν έπρεπε να μείνει και να παίξει αυτό το καταραμένο παιχνίδι για ώρες. Αλλά η Ντέζι ήταν τόσο αξιαγάπητη κι όσο έπαιζαν η προσοχή της ήταν στραμμένη αποκλειστικά πάνω του και αυτό ήταν ένας πειρασμός στον οποίο δεν θα μπορούσε να αντισταθεί. Ήταν η πιο προκλητική, σαγηνευτική γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ. Ήταν βροντές και ουράνια τόξα μέσα σε ένα βολικό πακέτο σε μέγεθος τσέπης. Διάβολε, πόσο πολύ ήθελε να τη ρίξει στο κρεβάτι. Ο Μάθιου απορούσε πώς ο Λάντριντον και οι άλλοι άντρες λειτουργούσαν δίπλα της. Ήταν ώρα να πάρει τον έλεγχο της κατάστασης. Θα έκανε οτιδήποτε χρειαζόταν για να τη σπρώξει στον Λάντριντον. Συγκριτικά με τους άλλους εργένηδες, ο Σκοτσέζος λόρδος ήταν κελεπούρι. Ο Λάντριντον και η Ντέζι θα είχαν μια ήρεμη, τακτοποιημένη ζωή και, παρόλο που ο Λάντριντον μπορεί να έκανε πού και πού καμιά ατασθαλία, όπως όλοι οι αργόσχολοι, η Ντέζι θα ήταν πολύ απασχολημένη με την οικογένεια και τα βιβλία της για να το προσέξει. Κι αν το πρόσεχε, θα μάθαινε να κάνει τα στραβά μάτια και να βρίσκει καταφύγιο στα όνειρά της. Και ο Λάντριντον ποτέ δεν θα εκτιμούσε το αφάνταστο δώρο να έχει την Ντέζι στη ζωή του. Ο Μάθιου κατέβηκε κάτω κακοδιάθετος και πλησίασε τους καλεσμένους που είχαν συγκεντρωθεί για το δείπνο. Οι γυναίκες φορούσαν πολύχρωμες βραδινές τουαλέτες κεντημένες με χάντρες και δαντέλες. Οι άντρες ήταν ντυμένοι απλά στα μαύρα και στα λευκά, ώστε να μην κλέβουν την παράσταση από τις γυναίκες. «Σουίφτ», τον καλωσόρισε η θερμή φωνή του Τόμας Μπόουμαν, «έλα εδώ. Θέλω να πεις σε αυτούς τους κυρίους τις τελευταίες εκτιμήσεις για την παραγωγή». Κατά τον Μπόουμαν καμιά στιγμή δεν ήταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ακατάλληλη να μιλήσεις για δουλειά. Ο Μάθιου πήγε υπάκουα κοντά στη μικρή συντροφιά που στεκόταν στη γωνία και παρέθεσε τα νούμερα που του ζήτησε ο εργοδότης του. Ένα από τα πολύ βολικά ταλέντα του Μάθιου ήταν η ικανότητά του να απομνημονεύει αριθμούς. Λάτρευε τους αριθμούς, τα μοτίβα και τα μυστικά τους, τον τρόπο που κάτι πολύπλοκο μπορούσε να απλουστευτεί με ευκολία. Στα μαθηματικά, αντίθετα με τη ζωή, υπήρχε πάντα λύση, μια συγκεκριμένη απάντηση. Αλλά καθώς ο Μάθιου μιλούσε, είδε την Ντέζι και τις φίλες της μαζί με τη Λίλιαν κι ο μισός εγκέφαλός του έσβησε. Η Ντέζι φορούσε ένα απαλό κίτρινο φόρεμα στενό γύρω από τη δαχτυλιδένια μέση της, του οποίου το γυαλιστερό μεταξωτό μπουστάκι τόνιζε τα μικρά, όμορφα στήθη της. Το μπουστάκι στερεωνόταν από κίτρινες μεταξωτές κορδέλες. Είχε πιασμένα ψηλά τα μαύρα μαλλιά της, ενώ στους ώμους της έπεφταν μερικές λυτές μπούκλες. Έδειχνε ντελικάτη και τέλεια, σαν ένα από αυτά τα μικροσκοπικά ζαχαρωτά που σου σερβίρουν σε δίσκο, αλλά δεν θες να αγγίξεις. Ο Μάθιου ήθελε να λύσει τις μεταξωτές κορδέλες του μπούστου της. Ήθελε να σύρει το στόμα του πάνω στο τρυφερό απαλό δέρμα, να βρει τις ρώγες του στήθους της, να την κάνει να σπαρταρήσει… «Πιστεύετε, όμως», ακούστηκε η φωνή του κύριου Μάρντλινγκ, «ότι υπάρχει χώρος να εξαπλωθεί η αγορά; Στο κάτω κάτω, εδώ μιλάμε για τις κατώτερες τάξεις. Όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους, είναι γνωστό ότι δεν πλένονται και πολύ συχνά». Ο Μάθιου έστρεψε την προσοχή του στον ψηλό, καλοντυμένο κύριο, του οποίου τα ξανθά μαλλιά έλαμπαν κάτω από το φως των πολυελαίων. Πριν απαντήσει, υπενθύμισε στον εαυτό του ότι η ερώτηση μάλλον δεν έγινε με πρόθεση να προσβάλει. Ο κόσμος της ανώτερης τάξης συχνά πίστευε λάθος πράγματα για τους φτωχούς, αν βέβαια καταδεχόταν να μιλήσει γι’ αυτούς. «Στην πραγματικότητα», είπε ευγενικά ο Μάθιου, «τα νούμερα που έχουμε δείχνουν ότι μόλις το σαπούνι αρχίσει να παράγεται μαζικά και σε προσιτή τιμή, η αγορά θα αρχίσει να αυξάνεται κατά περίπου δέκα τοις εκατό τον χρόνο. Όλων των τάξεων οι άνθρωποι θέλουν να είναι καθαροί, κύριε Μάρντλινγκ. Το πρόβλημα είναι ότι το σαπούνι καλής ποιότητας αποτελούσε πάντα αγαθό πολυτελείας και επομένως ήταν δύσκολο να το αντέξει η τσέπη του οποιουδήποτε». «Μαζική παραγωγή», μουρμούρισε δυνατά ο Μάρντλινγκ

******ebook converter DEMO Watermarks*******


συνοφρυωμένος. «Κάτι δεν μου πάει καλά σε αυτή τη φράση… είναι σαν να διευκολύνουμε τις κατώτερες τάξεις να μιμηθούν τους ανώτερούς τους». Ο Μάθιου κοίταξε τη συντροφιά των αντρών, παρατηρώντας ότι η φαλάκρα του Μπόουμαν είχε αρχίσει να κοκκινίζει –ουδέποτε καλό σημάδι– και ότι ο Γουέστκλιφ δεν μιλούσε και τα μαύρα μάτια του ήταν ανεξιχνίαστα. «Ακριβώς έτσι είναι, κύριε Μάρντλινγκ», είπε ο Μάθιου σοβαρά. «Η μαζική παραγωγή αγαθών όπως τα είδη ρουχισμού και το σαπούνι θα δώσουν στους φτωχούς μια ευκαιρία να ζουν με τα ίδια κριτήρια υγιεινής και αξιοπρέπειας μ’ εμάς τους υπόλοιπους». «Και τότε πώς θα ξεχωρίζουμε ποιος είναι ποιος;» διαμαρτυρήθηκε ο Μάρντλινγκ. Ο Μάθιου του έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα. «Πολύ φοβάμαι πως δεν σας παρακολουθώ». Τότε μπήκε στη συζήτηση και ο Λάντριντον. «Νομίζω πως αυτό που ρωτά ο κύριος Μάρντλινγκ», είπε, «είναι πώς θα ξεχωρίζει κανείς τη διαφορά ανάμεσα σε μια πωλήτρια και σε μια λαίδη αν και οι δύο είναι καθαρές και παρόμοια ντυμένες. Κι αν ένας κύριος δεν μπορεί να ξεχωρίζει ποια είναι ποια από την εμφάνιση, πώς θα ξέρει πώς να συμπεριφερθεί;» Αποσβολωμένος από την υπεροψία της ερώτησης, ο Μάθιου σκέφτηκε προσεκτικά πώς θα απαντούσε. «Πάντα πίστευα ότι πρέπει να συμπεριφερόμαστε το ίδιο σε όλες τις γυναίκες ανεξάρτητα από τη θέση τους». «Πολύ σωστά», είπε βλοσυρά ο Γουέστκλιφ, μόλις ο Λάντριντον πήγε ν’ ανοίξει το στόμα του για να διαφωνήσει. Κανονικά κανείς δεν ήθελε να εναντιώνεται στον κόμη, αλλά ο Μάρντλινγκ συνέχισε πιεστικά: «Γουέστκλιφ, δεν βλέπεις τίποτα το κακό στο να ενθαρρύνουμε τους φτωχούς να σηκώνουν κεφάλι; Να τους επιτρέπουμε να προσποιούνται ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνους και σ’ εμάς;» «Το μόνο κακό που βλέπω», είπε ήρεμα ο Γουέστκλιφ, «είναι το να αποθαρρύνουμε τους ανθρώπους να βελτιώνονται από φόβο ότι θα χάσουμε την ανωτερότητα που πιστεύουμε πως έχουμε». Αυτή η δήλωση έκανε τον Μάθιου να συμπαθήσει τον κόμη περισσότερο. Έχοντας ακόμα στον νου του την ερώτηση με την υποθετική πωλήτρια, ο Λάντριντον απευθύνθηκε στον κύριο Μάρντλινγκ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Μη φοβάσαι, Μάρντλινγκ, όπως κι αν είναι ντυμένη μια γυναίκα, ένας άντρας μπορεί πάντα να εντοπίσει τα στοιχεία που προδίδουν την πραγματική της θέση. Μια κυρία έχει πάντα απαλή, μετρημένη φωνή, ενώ μια πωλήτρια μιλά διαπεραστικά και με χυδαία προφορά». «Φυσικά», είπε με ανακούφιση ο Μάρντλινγκ. Και αναριγώντας λίγο πρόσθεσε: «Μια καλοντυμένη πωλήτρια που να μιλά λαϊκά… σαν τη μύγα μες στο γάλα». «Ναι», είπε ο Λάντριντον γελώντας. «Ή σαν μια κοινή μαργαρίτα μέσα σε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα». Το σχόλιο ήταν αστόχαστο, φυσικά. Μια αμήχανη σιωπή απλώθηκε όταν ο Λάντριντον συνειδητοποίησε ότι άθελά του είχε προσβάλλει την κόρη του Μπόουμαν ή έστω το όνομα της κόρης του. «Ευπροσάρμοστο λουλούδι η μαργαρίτα», είπε ο Μάθιου, σπάζοντας τη σιωπή. «Υπέροχο μέσα στη φρεσκάδα και την απλότητά του. Πάντα θεωρούσα ότι ταιριάζει σε κάθε περίσταση». Όλοι στη συντροφιά έσπευσαν να συμφωνήσουν λέγοντας «Πράγματι» και «Ναι, φυσικά». Ο λόρδος Γουέστκλιφ έριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα στον Μάθιου. Λίγο αργότερα, είτε επειδή είχε κανονιστεί από την αρχή είτε εξαιτίας κάποια αλλαγής της τελευταίας στιγμής, ο Μάθιου ανακάλυψε ότι καθόταν στα αριστερά του Γουέστκλιφ στη μεγάλη τραπεζαρία. Έκπληξη ζωγραφίστηκε σε πολλά πρόσωπα όταν είδαν ότι η τιμητική θέση είχε δοθεί σε έναν νεαρό αμφίβολης καταγωγής. Κρύβοντας τη δική του έκπληξη, ο Μάθιου είδε ότι ο Τόμας Μπόουμαν έλαμπε από πατρική περηφάνια… και η Λίλιαν έριξε στον άντρα της ένα διακριτικό βλέμμα που θα έκανε οποιονδήποτε κατώτερό της να το βάλει στα πόδια τρομαγμένος. Μετά από ένα δίχως απρόοπτα δείπνο, οι καλεσμένοι σκόρπισαν σε μικρές παρέες. Κάποιοι άντρες προτίμησαν να πάνε για λικέρ και πούρο στην πίσω βεράντα, κάποιες γυναίκες θέλησαν τσάι, ενώ άλλοι πήγαν στο σαλόνι για παιχνίδια και κουβεντούλα. Καθώς ο Μάθιου πήγαινε προς τη βεράντα, ένιωσε κάποιον να τον σκουντά στον ώμο. Γύρισε και είδε τα παιχνιδιάρικα μάτια της Κασάντρα Λέιτον. Ήταν ένα πνευματώδες πλάσμα με ταλέντο να τραβά την προσοχή πάνω της. «Κύριε Σουίφτ», είπε, «επιμένω να έρθετε παρέα μας στο σαλόνι. Δεν θα δεχτώ το όχι για απάντηση. Η λαίδη Μιράντα κι εγώ έχουμε οργανώσει μερικά παιχνίδια, τα οποία, πιστεύω, θα βρείτε πολύ διασκεδαστικά». Του

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έκλεισε πονηρά το μάτι. «Έχουμε ένα σχέδιο, βλέπετε». «Σχέδιο;» ρώτησε επιφυλακτικά ο Μάθιου. «Ω, ναι». Χαχάνισε εκείνη. «Αποφασίσαμε να γίνουμε λίγο άτακτες απόψε». Ο Μάθιου ανέκαθεν απεχθανόταν τα παιχνίδια σαλονιού, που απαιτούσαν μια επιπολαιότητα την οποία δεν διέθετε. Επίσης, ήταν ευρέως γνωστό στην ανεκτική ατμόσφαιρα της βρετανικής κοινωνίας ότι οι τιμωρίες αυτών των παιχνιδιών συχνά απαιτούσαν ενδεχομένως σκανδαλώδη συμπεριφορά. Και ο Μάθιου είχε μια έμφυτη και πολύ μεγάλη απέχθεια για τα σκάνδαλα. Κι αν ποτέ αναγκαζόταν να εμπλακεί σε κάποιο σκάνδαλο, θα το έκανε για πολύ καλό λόγο. Όχι για ένα ανόητο παιχνίδι σαλονιού. Το λογικό μέρος του εγκεφάλου του Μάθιου σκέφτηκε ότι, αν η Ντέζι ήθελε να ενδώσει σε σκανδαλώδη συμπεριφορά με τον Λάντριντον, αυτό ήταν δικό της θέμα. Αλλά ένα βαθύτερο, πιο πρωτόγονο κομμάτι του μυαλού του αντέδρασε με μια κτητικότητα που έκανε τα πόδια του να κινηθούν προς το σαλόνι. «Αχ, μπράβο», τσίριξε η Κασάντρα Λέιτον, πιάνοντάς τον αγκαζέ. «Θα περάσουμε τέλεια». Η ορμή που πήρε τον έλεγχο του υπόλοιπου σώματος του Μάθιου ήταν μια νέα και ανεπιθύμητη ανακάλυψη. Συνοφρυωμένος, ακολούθησε τη δεσποινίδα Λέιτον, η οποία φλυαρούσε ανεξέλεγκτα μέχρι να φτάσουν στο σαλόνι. Στο σαλόνι είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί νεαροί άντρες και γυναίκες που γελούσαν και κουβέντιαζαν. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη προσμονή. Και πλανιόταν και μια σκανταλιάρικη διάθεση, λες και οι περισσότεροι ήξεραν ότι θα έπαιρναν μέρος σε κάποια ατασθαλία. Ο Μάθιου στάθηκε κοντά στην πόρτα και το βλέμμα του εντόπισε αμέσως την Ντέζι. Καθόταν κοντά στο τζάκι με τον Λάντριντον, ακουμπισμένη στο μπράτσο της πολυθρόνας της. «Το πρώτο παιχνίδι», είπε χαμογελώντας η λαίδη Μιράντα, «θα είναι “Τα Ζώα”». Περίμενε να καταλαγιάσουν τα χαχανητά για να συνεχίσει. «Όσοι δεν γνωρίζετε τους κανόνες, είναι πολύ απλοί. Κάθε κυρία θα διαλέξει έναν άντρα παρτενέρ και σε κάθε κύριο θα ανατεθεί να μιμηθεί ένα ζώο – σκύλο, γουρούνι, γαϊδούρι και τα λοιπά. Οι κυρίες θα βγουν από το σαλόνι και θα κλείσουν με μαντίλι τα μάτια τους και όταν επιστρέψουν θα προσπαθήσουν να βρουν τον παρτενέρ τους. Οι κύριοι θα τις βοηθούν μιμούμενοι το ζώο που τους ανατέθηκε. Η τελευταία κυρία

******ebook converter DEMO Watermarks*******


που θα βρει τον παρτενέρ της θα πληρώσει κάποιο τίμημα». Ο Μάθιου βόγκηξε μέσα του. Μισούσε τα παιχνίδια που μοναδικό σκοπό είχαν να γελοιοποιούν τους συμμετέχοντες. Ως άνθρωπος που δεν ήθελε να γίνεται ρεζίλι, οικειοθελώς ή άθελά του, αυτή ήταν μια κατάσταση που θα έκανε τα πάντα να αποφύγει. Κοίταξε την Ντέζι και είδε ότι δεν χασκογελούσε σαν τις άλλες. Αντιθέτως, έδειχνε αποφασιστική. Ήταν μια απόπειρα να γίνει μία από το πλήθος, να συμπεριφερθεί σαν τις ελαφρόμυαλες γύρω της. Διάβολε. Καθόλου παράξενο που ήταν ακόμα ανύπαντρη, αν ο κόσμος περίμενε κάτι τέτοιο από τις παντρεμένες. «Θα είστε ο παρτενέρ μου, κύριε Σουίφτ», φώναξε η δεσποινίς Λέιτον. «Τιμή μου», απάντησε ευγενικά ο Μάθιου κι εκείνη χαχάνισε, λες και της είχε πει κάτι τρομερά αστείο. Ο Μάθιου πρώτη φορά έβλεπε γυναίκα να χαχανίζει τόσο πολύ. Είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει ότι θα πάθαινε καμιά κρίση αν δεν σταματούσε. Από μπροστά τους πέρασε ένα καπέλο με χαρτάκια και ο Μάθιου πήρε ένα και το διάβασε. «Αγελάδα», είπε ψυχρά στη δεσποινίδα Λέιτον κι εκείνη γέλασε νευρικά. Νιώθοντας εντελώς ηλίθιος, ο Μάθιου παραμέρισε, ώστε η δεσποινίς Λέιτον και οι άλλες γυναίκες να βγουν από το σαλόνι. Οι άντρες πήραν στρατηγικές θέσεις χασκογελώντας στη σκέψη ότι θα τους πασπάτευαν στα τυφλά γυναίκες με δεμένα μάτια. Πολλοί πρόβαραν τις κραυγές του ζώου τους. «Κουάκ!» «Νιάου!» «Γαβ!» Γέλια ακούστηκαν. Μόλις οι γυναίκες μπήκαν στο σαλόνι, ο χώρος γέμισε με κραυγές ζώων. Σαν να βρισκόσουν σε ζωολογικό κήπο. Οι κυρίες βάλθηκαν να βρουν τους παρτενέρ τους, σκουντουφλώντας πάνω στους άντρες που έκρωζαν. Ο Μάθιου προσευχόταν να μην έρθει κανένας Γουέστκλιφ, Χαντ ή, Θεός φυλάξοι, Μπόουμαν εκείνη την ώρα και τον δει σε αυτή την κατάσταση. Δεν θα το ξεπερνούσε ποτέ. Η αξιοπρέπειά του δέχτηκε το ύστατο πλήγμα όταν άκουσε τη φωνή της Κασάντρα Λέιτον να λέει: «Πού είναι ο κύριος Αγελάδα;» Ο Μάθιου αναστέναξε βαριά. «Μου», είπε κατσούφικα. Το χαχανητό της δεσποινίδας Λέιτον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πλημμύρισε τον αέρα. Ξαφνικά την είδε, με τα χέρια της να πασπατεύουν κάθε άντρα που συναντούσε στον δρόμο της. Μερικά αναπάντεχα κρωξίματα και σκουξίματα ακούστηκαν όσο περνούσε μέσα από το πλήθος. «Ω κύριε Αγελάδα», φώναξε η δεσποινίς Λέιτον. «Χρειάζομαι περισσότερη βοήθεια από σας!» Ο Μάθιου μούτρωσε ακόμα περισσότερο. «Μου». «Ακόμα ένα», τσίριξε. Η Κασάντρα Λέιτον ήταν τυχερή που είχε δεμένα τα μάτια και δεν είδε το δολοφονικό βλέμμα του Μάθιου. «Μου». Χαχανητό. Χαχανητό. Χαχανητό. Η δεσποινίς Λέιτον πλησία​​σε, με τα χέρια τεντωμένα και τα δάχτυλα να ψηλαφίζουν το κενό. Τον έφτασε, τα χέρια της πασπάτεψαν τη μέση του και γλίστρησαν προς τα κάτω. Ο Μάθιου της έπιασε τους καρπούς και της σήκωσε τα χέρια προς τα πάνω. «Βρήκα τον κύριο Αγελάδα;» ρώτησε υποκριτικά, γέρνοντας πάνω του. Εκείνος την έσπρωξε αποφασιστικά. «Ναι». «Μπράβο μου!» φώναξε βγάζοντας το μαντίλι. Κι άλλα ζευγάρια είχαν ενωθεί μέχρι εκείνη την ώρα και ένα ένα τα ζώα σιωπούσαν. Στο τέλος μόνο ένας ήχος έμεινε… μια αποτυχημένη απόπειρα του βουητού ενός εντόμου. Τζιτζικιού; Γρύλου; Ο Μάθιου τέντωσε τον λαιμό του για να δει ποιος έκανε τον ήχο και ποια ήταν η άτυχη παρτενέρ του. Ακούστηκαν γέλια και ζητωκραυγές. Το πλήθος παραμέρισε αποκαλύπτοντας την Ντέζι Μπόουμαν που έβγαζε το μαντίλι και τον λόρδο Λάντριντον που σήκωνε απολογητικά τους ώμους. «Δεν κάνει έτσι ο γρύλος», διαμαρτυρήθηκε η Ντέζι, γελώντας αναψοκοκκινισμένη. «Εσείς κάνετε σαν να ξεροβήχετε!» «Ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω», είπε απελπισμένος ο Λάντριντον. Ω Θεέ μου. Ο Μάθιου έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του. Και βέβαια η Ντέζι θα ήταν. Η Κασάντρα Λέιτον φάνηκε να χαίρεται υπερβολικά. «Τι κρίμα», είπε. «Μην τσακωθείτε», επενέβη εύθυμα η λαίδη Μιράντα, πηγαίνοντας να σταθεί ανάμεσα στην Ντέζι και στον Λάντριντον. «Πρέπει να πληρώσεις το τίμημα, αγαπητή μου!»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Το χαμόγελο της Ντέζι ξεθώριασε. «Και ποιο είναι;» «Ονομάζεται “κάνε την αδιάφορη”», εξήγησε η λαίδη Μιράντα. «Πρέπει να σταθείς στον τοίχο και να τραβήξεις το όνομα ενός κυρίου από το καπέλο. Αν αρνηθεί να σε φιλήσει, θα παραμείνεις στον τοίχο και θα συνεχίσεις να τραβάς ονόματα μέχρι κάποιος να συμφωνήσει να σε φιλήσει». Η Ντέζι διατήρησε το χαμόγελό της, παρόλο που έγινε κατάχλωμη, εκτός από τις δύο κόκκινες κηλίδες στα μάγουλά της. Διάβολε, σκέφτηκε ο Μάθιου οργισμένος. Αυτό ήταν σοβαρό δίλημμα. Το περιστατικό θα ξεκινούσε φήμες που εύκολα θα μετατρέπονταν σε σκάνδαλο. Δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Για το καλό της οικογένειάς της και το δικό της. Και για το δικό του… αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που ήθελε να σκέφτεται. Ενστικτωδώς έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά η δεσποινίς Λέιτον τον άρπαξε από το μπράτσο. Τα μακριά νύχια της μπήχτηκαν στο ύφασμα του μανικιού του. «Δεν επεμβαίνουμε», τον προειδοποίησε. «Όποιος χάνει δέχεται το τίμημα!» Χαμογελούσε, αλλά τα μάτια της είχαν μια σκληρότητα που δεν άρεσε στον Μάθιου. Σκόπευε να απολαύσει κάθε δευτερόλεπτο της ταπείνωσης της Ντέζι. Επικίνδυνα πλάσματα αυτές οι γυναίκες. Ο Μάθιου κοίταξε γύρω του και είδε την ανυπομονησία των αντρών. Κανένας δεν θα άφηνε την ευκαιρία να φιλήσει την Ντέζι Μπόουμαν. Ο Μάθιου ήθελε πολύ να τους σπάσει τα κεφάλια και να πάρει την Ντέζι από το σαλόνι. Το μόνο, όμως, που μπορούσε να κάνει ήταν να παρακολουθεί το καπέλο που έφεραν μπροστά της κι εκείνη να διαλέγει χαρτάκι με τρεμάμενα δάχτυλα. Η Ντέζι διάβασε από μέσα της το χαρτάκι κι έσμιξε τα σκούρα φρύδια της. Μια σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο, οι ανάσες σκάλωσαν από την προσμονή… και τότε η Ντέζι είπε το όνομα δίχως να σηκώσει τα μάτια της. «Κύριος Σουίφτ». Πέταξε το χαρτάκι πίσω στο καπέλο πριν προλάβει κανείς να επιβεβαιώσει το όνομα. Ο Μάθιου ένιωσε την καρδιά του να σταματά. Δεν ήταν σίγουρος αν η κατάσταση είχε βελτιωθεί δραματικά ή αν είχε γίνει απείρως χειρότερη. «Αποκλείεται», είπε η δεσποινίς Λέιτον. «Αποκλείεται να είστε εσείς». Ο Μάθιου την κοίταξε σχεδόν αφηρημένα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Γιατί όχι;» «Διότι δεν έβαλα το όνομά σας στο καπέλο!» Το πρόσωπό του πήρε ένα ανεξιχνίαστο ύφος. «Προφανώς κάποιος το έκανε», είπε τραβώντας απότομα το χέρι του από τη λαβή της. Ένα νευρικό σούσουρο απλώθηκε στον χώρο καθώς ο Μάθιου πλησίασε την Ντέζι. Τότε όλοι ξέσπασαν σε δυνατά χαχανητά. Η Ντέζι διατηρούσε θαυμάσια τον αυτοέλεγχό της, αλλά το πρόσωπό της είχε αναψοκοκκινίσει. Το αδύνατο κορμάκι της ήταν σφιγμένο σαν χορδή τόξου. Κατάφερε να χαμογελάσει βεβιασμένα. Ο Μάθιου έβλεπε τον δυνατό σφυγμό που χτυπούσε στον λαιμό της. Ήθελε να κολλήσει πάνω του το στόμα του και να τον γλείψει με τη γλώσσα του. Σταμάτησε μπροστά της, την κοίταξε στα μάτια και προσπάθησε να διαβάσει τις σκέψεις της. Ποιος ακριβώς είχε το πάνω χέρι σε αυτή την κατάσταση; Υποθετικά εκείνος… όμως η Ντέζι ήταν αυτή που φώναξε το όνομά του. Εκείνη τον διάλεξε. Γιατί; «Σε άκουσα στη διάρκεια του παιχνιδιού», είπε η Ντέζι τόσο χαμηλόφωνα, που κανείς δεν την άκουσε. «Έκανες σαν αγελάδα με πεπτικά προβλήματα». «Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, η αγελάδα μου ήταν καλύτερη από τον γρύλο του Λάντριντον», παρατήρησε ο Μάθιου. «Δεν έκανε καθόλου σαν γρύλος. Έκανε σαν να καθάριζε φλέματα από τον λαιμό του». Ο Μάθιου κατάφερε με κόπο να συγκρατήσει τα γέλια του. Έδειχνε τόσο εκνευρισμένη και αξιαγάπητη, που με το ζόρι συγκρατιόταν να μην την τραβήξει στην αγκαλιά του. Έτσι είπε: «Τι λες, ξεμπερδεύουμε μ’ αυτό;» Ευχήθηκε η Ντέζι να μην κοκκίνιζε τόσο πολύ. Το κοκκίνισμα φαινόταν ακόμα πιο έντονα στο ανοιχτόχρωμο δέρμα της, κάνοντάς τη να μοιάζει με παπαρούνα. Το πλήθος κράτησε την ανάσα του καθώς ο Μάθιου την πλησίασε σε σημείο που τα κορμιά τους σχεδόν αγγίζονταν. Το κεφάλι της Ντέζι έπεσε προς τα πίσω, τα μάτια της έκλεισαν, τα χείλη της μισάνοιξαν. Ο Μάθιου της έπιασε το χέρι, το έφερε στα χείλη του και άφησε ένα φιλί στα δάχτυλά της. Η Ντέζι άνοιξε απότομα τα μάτια. Έμοιαζε να τα έχει χαμένα. Κι άλλα γέλια από την παρέα καθώς και μερικά πειράγματα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αφού αντάλλαξε μερικά καλοπροαίρετα αστεία με κάποιους από τους κυρίους, ο Μάθιου γύρισε στην Ντέζι και είπε με ευχάριστο αλλά αποφασιστικό τρόπο: «Νωρίτερα, δεσποινίς Μπόουμαν, είπατε ότι θέλετε να δείτε τι κάνει η αδελφή σας. Μπορώ να σας συνοδεύσω σε αυτή;» «Μα δεν μπορείτε να φύγετε!» φώναξε η Κασάντρα Λέιτον από την άλλη άκρη του σαλονιού. «Μόλις ξεκινήσαμε!» «Όχι, ευχαριστώ», είπε η Ντέζι στον Μάθιου. «Σίγουρα η αδελφή μου αντέχει λίγο ακόμα όσο εγώ διασκεδάζω εδώ». Ο Μάθιου της έριξε ένα έντονο, διαπεραστικό βλέμμα. Από την απότομη αλλαγή της έκφρασής της είδε ότι είχε καταλάβει. Εξαργύρωνε τη χάρη του. «Έλα μαζί μου τώρα», πρόσταζε το βλέμμα του, «δίχως αντιρρήσεις». Είδε, επίσης, ότι η Ντέζι ήθελε απεγνωσμένα να του αρνηθεί, αλλά η περηφάνια της δεν θα το επέτρεπε αυτό. Το χρέος ήταν χρέος. Η Ντέζι ξεροκατάπιε. «Από την άλλη…» είπε σχεδόν πνιχτά «…όντως υποσχέθηκα στην αδελφή μου να της κάνω παρέα στο τσάι». Ο Μάθιου της έτεινε το μπράτσο του. «Στις υπηρεσίες σας, δεσποινίς Μπόουμαν». Ακούστηκαν κάποιες διαμαρτυρίες, αλλά μέχρι να περάσουν την πόρτα η παρέα ήδη οργάνωνε το επόμενο παιχνίδι. Ένας Θεός ήξερε τι σκάνδαλα υφαίνονταν εκείνη την ώρα στο σαλόνι. Όσο, όμως, δεν εμπλέκονταν σε αυτά η Ντέζι κι εκείνος, ο Μάθιου δεν έδινε δεκάρα. Με το που βγήκαν στο χολ η Ντέζι τράβηξε απότομα το χέρι της από το μπράτσο του. Προχώρησαν μερικά μέτρα κι έφτασαν στην ανοιχτή πόρτα της βιβλιοθήκης. Βλέποντας ότι ήταν άδεια, η Ντέζι όρμησε αμίλητη μέσα. Ο Μάθιου την ακολούθησε κι έκλεισε την πόρτα. Δεν ήταν σωστό, αλλά κανείς δεν ήταν στο χολ να τους δει. «Γιατί το έκανες αυτό;» ρώτησε απότομα η Ντέζι, γυρνώντας αμέσως προς το μέρος του. «Που σε πήρα από το παιχνίδι;» Ταραγμένος, ο Μάθιου πήρε αποφασιστικό ύφος. «Δεν έπρεπε να ήσουν εκεί και το ξέρεις». Η Ντέζι ήταν τόσο εξοργισμένη, που τα σκούρα μάτια της έμοιαζαν να πετούν φωτιές. «Και πού έπρεπε να ήμουν, κύριε Σουίφτ; Να διαβάζω στη βιβλιοθήκη;» «Αυτό θα ήταν προτιμότερο από το να προκαλέσεις σκάνδαλο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Όχι, δεν θα ήταν. Ήμουν ακριβώς εκεί που ανήκα, κάνοντας ακριβώς ό,τι οι άλλοι και όλα ήταν μια χαρά μέχρι να τα καταστρέψεις!» «Εγώ;» Ο Μάθιου δεν πίστευε στ’ αφτιά του. «Εγώ σου κατέστρεψα τη βραδιά;» «Ναι». «Πώς;» Τον κοίταξε κατηγορητικά. «Δεν με φίλησες». «Εγώ…» Ο Μάθιου την κοίταξε σαστισμένος. «Μα σε φίλησα». «Στο χέρι», είπε ειρωνικά η Ντέζι, «που σημαίνει απολύτως τίποτα». Ο Μάθιου δεν κατάλαβε πώς πέρασε στην επίθεση. «Κανονικά θα έπρεπε να με ευγνωμονείς». «Για ποιο πράγμα;» «Δεν είναι προφανές; Έσωσα τη φήμη σου». «Αν με είχες φιλήσει», αντιγύρισε η Ντέζι, «θα είχες βελτιώσει τη φήμη μου. Αλλά με απέρριψες δημοσίως, που σημαίνει ότι ο Λάντριντον και ο Μάρντλινγκ και όλοι οι υπόλοιποι θα νομίζουν ότι κάτι τρέχει μ’ εμένα». «Δεν σε απέρριψα». «Σαν απόρριψη φάνηκε, παλιάνθρωπε!» «Δεν είμαι παλιάνθρωπος. Αν σε είχα φιλήσει δημοσίως, τότε θα ήμουν παλιάνθρωπος». Ο Μάθιου έκανε μια παύση πριν προσθέσει εκνευρισμένος: «Και δεν τρέχει τίποτα μ’ εσένα. Γιατί στο καλό να πεις κάτι τέτοιο;» «Είμαι στ’ αλήθεια ασήμαντη. Κανείς δεν θέλει να με φιλήσει». Αυτό ήταν άνω ποταμών. Η Ντέζι Μπόουμαν είχε θυμώσει επειδή εκείνος δεν έκανε αυτό που λαχταρούσε και ονειρευόταν όλη τη ζωή του. Είχε φερθεί σαν κύριος κι εκείνη, αντί να τον ευγνωμονεί, είχε θυμώσει. «Τόσο ανεπιθύμητη είμαι;» Η Ντέζι παραληρούσε. «Τόσο δυσάρεστο θα ήταν;» Την ήθελε τόσο πολύ καιρό. Είχε θυμίσει χιλιάδες φορές στον εαυτό του τους λόγους που δεν θα την είχε ποτέ. Και ήταν πολύ πιο εύκολο να το αντέχει τότε που ήξερε ότι τον απεχθανόταν, ώστε να μην έχει λόγο να ελπίζει. Αλλά η πιθανότητα τα συναισθήματά της να είχαν αλλάξει, η πιθανότητα να τον ήθελε κι εκείνη, τον πλημμύριζε με μια έξαψη που τον ζάλιζε. Ακόμα ένα λεπτό έτσι και θα έχανε τον έλεγχο. «…Δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνουν οι γυναίκες για να έλκουν τους άντρες», έλεγε εξοργισμένη η Ντέζι. «Και τη στιγμή που επιτέλους είχα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


την ευκαιρία για λίγη εμπειρία, εσύ…» Σταμάτησε κι έσμιξε τα φρύδια όταν είδε το ύφος του. «Γιατί είσαι έτσι;» «Πώς έτσι;» «Σαν να πονάς». Πόνος. Ναι. Το είδος του πόνου που νιώθει ένας άντρας όταν ποθεί εδώ και χρόνια μια γυναίκα και βρίσκεται μόνος μαζί της και υπομένει τα παράπονά της που δεν τη φίλησε όταν το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να της σκίσει τα ρούχα και να την πάρει εκεί επιτόπου. Εμπειρία ήθελε; Ο Μάθιου ήταν έτοιμος να της δώσει την καλύτερη εμπειρία της ζωής της. Το κορμί του είχε γίνει τόσο αβάσταχτα σκληρό, που ακόμα και η τριβή με το ύφασμα του παντελονιού του τον έκανε να μορφάζει. Πασχίζοντας να ελέγξει τον εαυτό του, επικεντρώθηκε στην αναπνοή του. Αναπνοή. Όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να ερεθιστεί ακόμα περισσότερο, μέχρι που θόλωσε η όρασή του. Δεν κατάλαβε πότε την έπιασε, αλλά ξαφνικά τα χέρια του βρέθηκαν πάνω της, κάτω από τα μπράτσα της, εκεί που οι κίτρινες μεταξωτές κορδέλες ακουμπούσαν στο ζεστό κορμί της. Ήταν ελαφριά και απαλή, σαν γάτα… τη σήκωσε τόσο εύκολα, την κόλλησε στον τοίχο… Τα σκούρα μάτια της Ντέζι γούρλωσαν. «Τι κάνεις;» «Θέλω να μου απαντήσεις σε μία ερώτηση», κατάφερε να πει ο Μάθιου. «Γιατί είπες το όνομά μου εκεί μέσα;» Διαδοχικά συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπό της… έκπληξη, ενοχή, ντροπή. Κάθε εκατοστό του γυμνού της δέρματος κοκκίνισε. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Το όνομά σου ήταν στο χαρτί. Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να…» «Λες ψέματα», είπε κοφτά ο Μάθιου. Η καρδιά του σταμάτησε μόλις εκείνη αρνήθηκε να απαντήσει. Δεν θα το αρνιόταν. Κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. «Το όνομά μου δεν ήταν στο χαρτί», συνέχισε με μεγάλη προσπάθεια. «Όμως το είπες. Γιατί;» Και οι δύο ήξεραν πως μόνο ένας λόγος υπήρχε. Ο Μάθιου έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Ο σφυγμός του ήταν τόσο καυτός και γρήγορος, που η ανεξέλεγκτη ορμή του έτσουζε τις φλέβες του. Άκουσε τη διστακτική φωνή της Ντέζι. «Ήθελα απλώς να ξέρω τι… πώς… ήθελα απλώς…» Αυτό ήταν το άκρον άωτον του πειρασμού. Ο Μάθιου προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του να την αφήσει, αλλά αδυνατούσε να τραβήξει τα χέρια του από τις καμπύλες κάτω από το κίτρινο μετάξι. Ένιωθε πολύ

******ebook converter DEMO Watermarks*******


όμορφα που την κρατούσε. Κοίταξε το υπέροχο στόμα της, το ανεπαίσθητο μα θεσπέσιο λακκάκι στο κέντρο του κάτω χείλους της. Ένα φιλί, σκέφτηκε απεγνωσμένα. Σίγουρα μπορούσε να έχει έστω αυτό. Αλλά αν ξεκινούσε… δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να σταματήσει. «Ντέζι…» Προσπάθησε να βρει τις λέξεις για να βελτιώσει την κατάσταση, αλλά του ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσει λογικά. «Με την πρώτη ευκαιρία… θα πω στον πατέρα σου… ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να σε παντρευτώ». Ακόμα δεν τον κοιτούσε. «Γιατί δεν του το είπες αμέσως;» Γιατί ήθελε να την κάνει να τον προσέξει. Γιατί ήθελε να προσποιηθεί, έστω για λίγο, ότι το πράγμα που δεν τολμούσε ούτε να ονειρευτεί βρισκόταν σχεδόν στα χέρια του. «Ήθελα να σε εκνευρίσω», είπε. «Ε, λοιπόν, τα κατάφερες!» «Αλλά ποτέ δεν το σκέφτηκα σοβαρά. Δεν θα μπορούσα ποτέ να σε παντρευτώ». «Γιατί είμαι αδιάφορη», είπε εκείνη βλοσυρά. «Όχι. Δεν είναι αυτό…» «Δεν είμαι επιθυμητή». «Ντέζι, θα σταματήσεις επιτέλους…» «Είμαι ανάξια ακόμα και για ένα φιλί». «Εντάξει», φώναξε απότομα ο Μάθιου, χάνοντας επιτέλους τα λογικά του. «Διάβολε, κέρδισες. Θα σε φιλήσω». «Γιατί;» «Γιατί αν δεν το κάνω θα γκρινιάζεις επ’ άπειρον». «Πολύ αργά πλέον! Έπρεπε να με είχες φιλήσει στο σαλόνι, αλλά δεν το έκανες και τώρα που εξαφάνισες κάθε πιθανότητα να με φιλήσει οποιοσδήποτε, δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με ένα χλιαρό φιλί οίκτου». «Χλιαρό;» Αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Ο Μάθιου είδε ότι η Ντέζι το κατάλαβε με το που το είπε. Μόλις είχε ορίσει την καταδίκη της. «Εννοούσα απρόθυμο», είπε ξέπνοα, προσπαθώντας να ξεφύγει από τα χέρια του. «Είναι προφανές ότι δεν θες να με φιλήσεις, οπότε…» «Χλιαρό είπες. Που σημαίνει ότι τώρα θα αναγκαστώ να σου αποδείξω το αντίθετο». «Όχι, δεν χρειάζεται», είπε εκείνη βιαστικά. «Αλήθεια. Δεν χρειάζεται…»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή μόλις εκείνος τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό της και όλοι οι ήχοι σταμάτησαν όταν τράβηξε το κεφάλι της κοντά στο δικό του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 7 Ο Μάθιου κατάλαβε ότι ήταν λάθος ακριβώς τη στιγμή που ενώθηκαν τα χείλη τους. Γιατί τίποτα δεν συγκρινόταν με την αίσθηση της Ντέζι στην αγκαλιά του. Θα έμενε κατεστραμμένος για μια ζωή. Κι ο Θεός μάρτυράς του, καθόλου δεν τον ένοιαζε. Το στόμα της ήταν απαλό και καυτό, σαν τον ήλιο, σαν τη λευκή λάμψη της φωτιάς. Της κόπηκε η ανάσα μόλις άγγιξε το κάτω χείλος της με τη γλώσσα του. Ανέβασε αργά τα χέρια της στους ώμους του και μετά ένιωσε τα δάχτυλά της πίσω από το κεφάλι του να πλέκονται στα μαλλιά του για να μην τραβηχτεί. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να το κάνει. Τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς πήρε το σαγόνι της στην παλάμη του, γυρνώντας απαλά το πρόσωπό της προς τα πάνω. Η γεύση του στόματός της, γλυκιά και σαγηνευτική, πυροδότησε μια λαχτάρα, που απείλησε να τον βγάλει εκτός ελέγχου… Αναζήτησε τα χείλη της, πιο βαθιά, πιο δυνατά, μέχρι που εκείνη άρχισε να ανασαίνει αναστενάζοντας, με το κορμί της να λιώνει πάνω στο δικό του. Την άφησε να νιώσει πόσο πιο δυνατός ήταν από εκείνη, πόσο πιο βαρύς. Το μυώδες χέρι του την έπιασε από τη μέση, τα πόδια του λύγισαν για να τη συγκρατήσουν ανάμεσα στους δυνατούς μηρούς του. Από τη μέση και πάνω ήταν τυλιγμένη μέσα στον δαντελένιο κορσέ της. Τον έπιασε μια σχεδόν ακατανίκητη ορμή να σκίσει τα κορδόνια και να βρει την τρυφερή σάρκα από κάτω. Αντίθετα, όμως, βύθισε τα δάχτυλά του στα στερεωμένα με φουρκέτες μαλλιά της και τα τράβηξε απαλά προς τα πίσω, μέχρι το κεφάλι της να φωλιάσει βαρύ στο χέρι του και να αποκαλυφθεί ο απαλόχρωμος λαιμός της. Αναζήτησε τον σφυγμό που είχε δει νωρίτερα, τα χείλη του ταξίδεψαν απαλά πάνω στο δέρμα της. Όταν έφτασε σε ένα ευαίσθητο σημείο, ένιωσε τη δόνηση του βογκητού της πάνω στο στόμα του. Έτσι θα ήταν αν της έκανε έρωτα, σκέφτηκε μέσα στην παραζάλη του… το γλυκό τρέμουλο της σάρκας της καθώς θα έμπαινε μέσα της, το ντελικάτο χάος της ανάσας της, οι απελπισμένοι ήχοι που θα έβγαιναν από τον λαιμό της. Το δέρμα της, ζεστό και θηλυκό, με άρωμα τσαγιού και πούδρας και κι ένα ίχνος αλατιού. Βρήκε ξανά το στόμα της, το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άνοιξε, βυθίστηκε στη μεταξένια ζεστασιά του και η γεύση του τον τρέλανε. Θα έπρεπε να του αντισταθεί, όμως εκείνη έδειχνε λαχτάρα, φτάνοντάς τον σε σημείο τρέλας. Άρχισε να γεύεται το στόμα της πιο βαθιά, με άγρια φιλιά, κολλώντας το κορμί του περισσότερο στο δικό της. Ένιωσε τα πόδια της να ανοίγουν κάτω από το φόρεμά της, τον μηρό του να φωλιάζει ανάμεσά τους. Αναστέναξε με μια αθώα λαχτάρα και το πρόσωπό της κοκκίνισε σαν καλοκαιρινή παπαρούνα. Αν ήξερε τι ακριβώς ήθελε από αυτή, δεν θα κοκκίνιζε μόνο. Θα λιποθυμούσε επιτόπου. Ξεκολλώντας το στόμα του από το δικό της, ο Μάθιου πίεσε το σαγόνι του στον κρόταφό της. «Νομίζω», είπε βραχνά, «ότι αυτό δείχνει αν σε βρίσκω επιθυμητή ή όχι». Η Ντέζι βρήκε τη δύναμη να στρίψει στην αγκαλιά του και να αποστρέψει το πρόσωπό της, κοιτάζοντας αφηρημένα τις σειρές των δερματόδετων βιβλίων μπροστά της. Τα μικρά της χέρια κρατούσαν γερά το μαονένιο ράφι, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει την ακανόνιστη ανάσα της. Ο Μάθιου στάθηκε από πίσω της βάζοντας τα χέρια του πάνω στα δικά της. Οι στενοί ώμοι της άρχισαν να τρέμουν πάνω στο στέρνο του, καθώς αναζήτησε τον τρυφερό λοβό της. «Μη», είπε πνιχτά, προσπαθώντας να τραβήξει το κεφάλι της. Ο Μάθιου δεν μπορούσε να σταματήσει. Ακολουθώντας την κίνηση του κεφαλιού της, έχωσε τη μύτη του στην καμπύλη του λαιμού της. Άφησε το ένα χέρι της για να ακουμπήσει την παλάμη του στο γυμνό δέρμα ακριβώς πάνω από το σημείο όπου ξεκινούσαν τα στήθη της. Η Ντέζι έφερε το χέρι της πάνω στο δικό του για να το πιέσει πάνω στο στήθος της, λες και χρειαζόταν η δύναμη και των δύο για να σταματήσουν την καρδιά της που βροντοχτυπούσε. Ο Μάθιου χρειάστηκε όλες του τις δυνάμεις για να καταπολεμήσει τη λαχτάρα να την ξαπλώσει στον κοντινότερο καναπέ. Ήθελε να της κάνει έρωτα, να βυθιστεί μέσα της μέχρι οι πικρές αναμνήσεις του να γίνουν γλυκές. Αλλά αυτή η ευκαιρία του είχε στερηθεί πολύ πριν γνωριστούν. Δεν είχε τίποτα να της προσφέρει. Η ζωή του, το όνομά του, η ταυτότητά του… όλα ήταν μια ψευδαίσθηση. Δεν ήταν ο άντρας που πίστευε εκείνη. Και ήταν θέμα χρόνου να το ανακαλύψει. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε ασυναίσθητα γραπώσει τη φούστα της με σκοπό να της την ανεβάσει. Το μεταξωτό ύφασμα χυνόταν σαν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λιωμένο χρυσάφι ανάμεσα από τα δάχτυλά του. Σκέφτηκε το κορμί της τυλιγμένο σε όλα αυτά τα υφάσματα και τις δαντέλες και το πόσο υπέροχο θα ήταν να τη γυμνώσει. Να ταξιδέψει σε όλο το σώμα της με το στόμα του και τα ακροδάχτυλά του, να εξερευνήσει κάθε καμπύλη και βαθούλωμα, κάθε κρυφό σημείο. Παρακολουθώντας το χέρι του σαν να ανήκε σε άλλον, ο Μάθιου άνοιξε ένα ένα τα δάχτυλά του μέχρι που το κίτρινο μετάξι γλίστρησε μέσα του. Τη γύρισε προς το μέρος του, κοιτάζοντάς τη στα βάθη των καστανών ματιών της. «Μάθιου», είπε εκείνη πνιχτά. Ήταν η πρώτη φορά που τον αποκαλούσε με το μικρό του. Πάσχισε να κρύψει την ένταση της απάντησής του. «Ναι;» «Αυτό που είπες νωρίτερα… δεν είπες ότι δεν θα με παντρευτείς σε καμία περίπτωση… είπες ότι δεν μπορείς. Γιατί;» «Αφού δεν πρόκειται να συμβεί», είπε, «οι λόγοι δεν έχουν σημασία». Η Ντέζι συνοφρυώθηκε και σούφρωσε τα χείλη της με τρόπο που τον έκανε να θέλει να τα φιλήσει πάλι. Παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Υπακούοντας στη σιωπηρή προτροπή, η Ντέζι έκανε να περάσει από δίπλα του. Αλλά καθώς το μπράτσο της άγγιξε το δικό του, ο Μάθιου την άρπαξε από τον καρπό και ξαφνικά βρέθηκε πάλι στην αγκαλιά του. Δεν μπορούσε να αντισταθεί, λαχταρούσε να τη φιλήσει, να τη νιώσει δική του. «Αυτό νιώθω για σένα», της έλεγαν τα άγρια φιλιά του. «Αυτό θέλω». Ένιωσε ξανά την ένταση στα άκρα της, γεύτηκε τον ερεθισμό της και συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να την κάνει να τελειώσει εδώ και τώρα, αν έβαζε το χέρι του κάτω από τη φούστα της και… Όχι, είπε άγρια μέσα του. Αυτό είχε ήδη παρατραβήξει. Συνειδητοποιώντας πόσο κοντά ήταν στο να χάσει κάθε αυτοέλεγχο, ο Μάθιου ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό της και με ένα υπόκωφο βογκητό έσπρωξε την Ντέζι μακριά του. Εκείνη έφυγε τρέχοντας από τη βιβλιοθήκη. Η άκρη της φούστας της ήταν η τελευταία που χάθηκε πριν εξαφανιστεί σαν την τελευταία αχτίδα του ήλιου στον ορίζοντα. Και ο Μάθιου αναρωτήθηκε ψυχρά πώς θα μπορούσε να της συμπεριφερθεί ξανά με φυσιολογικό τρόπο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήταν παράδοση η οικοδέσποινα μιας εξοχικής κατοικίας να είναι γενναιόδωρη με τους ενοίκους και τους χωρικούς. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να προσφέρει βοήθεια και συμβουλές και να δωρίζει απαραίτητα αντικείμενα όπως τρόφιμα και ρούχα σε αυτούς που τα είχαν περισσότερο ανάγκη. Η Λίλιαν είχε εκτελέσει άψογα τα καθήκοντά της μέχρι τώρα, αλλά πλέον η κατάστασή της καθιστούσε κάτι τέτοιο αδύνατον. Δεν υπήρχε λόγος να ζητήσει από τη Μερσέντες να την αντικαταστήσει – αυτή δεν είχε την απαραίτητη υπομονή για κάτι τέτοιο. Δεν της άρεσε να βρίσκεται κοντά σε αρρώστους. Έκανε τους ηλικιωμένους να νιώθουν άβολα και κάτι στον τόνο της φωνής της έκανε τα μωρά να κλαίνε. Επομένως η λογική επιλογή ήταν η Ντέζι. Την Ντέζι δεν την πείραζε καθόλου η μέρα των επισκέψεων. Της άρεσε να βγάζει το κάρο έξω μόνη της για να παραδίδει πακέτα και βάζα, να διαβάζει στους τυφλούς και να μαθαίνει τα νέα των χωρικών. Και το καλύτερο ήταν πως η ανεπίσημη φύση αυτής της δουλειάς σήμαινε ότι δεν χρειαζόταν να ντύνεται καλά ή να ανησυχεί για την εθιμοτυπία. Υπήρχε κι άλλος λόγος που η Ντέζι χαιρόταν να πηγαίνει στο χωριό… την κρατούσε απασχολημένη και μακριά από την έπαυλη και αυτό τη βοηθούσε να σκέφτεται και κάτι άλλο πέρα από τον Μάθιου Σουίφτ. Είχαν περάσει τρεις μέρες από εκείνο το φριχτό παιχνίδι στο σαλόνι και τις συνέπειές του – κυρίως το ότι την είχε τρελάνει στα φιλιά ο Μάθιου. Τώρα της συμπεριφερόταν ξανά όπως πάντα, ψυχρά και ευγενικά. Η Ντέζι θα πίστευε ότι έζησε όνειρο, μόνο που όποτε βρισκόταν κοντά στον Σουίφτ τα νεύρα της γίνονταν τσατάλια και το στομάχι της δενόταν κόμπος. Ήθελε να το συζητήσει με κάποιον, αλλά αυτό της φαινόταν τρομακτικό και το ένιωθε σαν προδοσία, αν και δεν ήταν σίγουρη για ποιον. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι όλα της πήγαιναν στραβά. Δεν κοιμόταν καλά, με αποτέλεσμα τη μέρα να είναι αδέξια και αφηρημένη. Πιστεύοντας ότι έχει αρρωστήσει, η Ντέζι πήγε στην οικονόμο να της περιγράψει την κατάστασή της κι εκείνη της έδωσε μια απαίσια κουταλιά καστορέλαιο. Δεν τη βοήθησε ούτε στο ελάχιστο. Και το χειρότερο, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα βιβλία της. Διάβαζε ξανά και ξανά τις ίδιες σελίδες χωρίς να της εξάπτουν το ενδιαφέρον. Η Ντέζι δεν ήξερε πώς να συνέλθει. Έτσι σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να σταματήσει να σκέφτεται τον εαυτό της και να κάνει κάτι για κάποιον άλλο. Ξεκίνησε στα μέσα του μεσημεριού με ένα κάρο που έσερνε ένα καφετί

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πόνι με το όνομα Χιούμπερτ. Το κάρο ήταν γεμάτο βάζα με τρόφιμα, τόπια υφάσματος, κεφάλια τυρί, πακέτα με αρνίσιο κρέας, μπέικον και τσάι και μπουκάλια κρασί πόρτο. Οι επισκέψεις ήταν συνήθως ευχάριστες, οι χωρικοί έμοιαζαν να απολαμβάνουν την εύθυμη παρουσία της Ντέζι. Μερικοί την έκαναν να γελάει όταν της έλεγαν ιστορίες για τότε που επισκεπτόταν η μητέρα του λόρδου Γουέστκλιφ. Η αρχοντοκυρά κόμησσα μοίραζε τα δώρα της κατσουφιασμένη, απαιτώντας ευγνωμοσύνη. Αν οι γυναίκες δεν έκαναν βαθιά υπόκλιση, η κόμησσα ρωτούσε αν υποφέρουν από πόνους στα γόνατα. Απαιτούσε να τη συμβουλεύονται για το πώς να ονομάσουν τα παιδιά τους και τους έδινε οδηγίες σχετικά με τη θρησκεία και την υγιεινή. Και το πιο εκνευριστικό ήταν πως η κόμησσα έφερνε φαγητά ανακατεμένα μεταξύ τους. Κρέατα και λαχανικά μαζί με γλυκά όλα στριμωγμένα στο ίδιο κουτί. «Χριστούλη μου», είχε φωνάξει η Ντέζι, αφήνοντας βάζα και τόπια υφάσματος πάνω στο τραπέζι. «Τι μέγαιρα! Όπως στα παραμύθια…» Και παρίστανε στα παιδιά τη μάγισσα από το παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ, πράγμα που τα έκανε να κρύβονται τσιρίζοντας χαρούμενα κάτω από το τραπέζι. Στο τέλος της μέρας, η Ντέζι είχε γεμίσει ένα μπλοκάκι με σημειώσεις… μπορούσε να βρεθεί ειδικός για να εξετάσει τα μάτια του κύριου Χέρνσλι και θα μπορούσαν να δώσουν ακόμα ένα μπουκαλάκι από το τονωτικό της οικονόμου στον κύριο Μπλαντ, που παραπονιόταν για το στομάχι του; Αφού υποσχέθηκε ότι θα μετέφερε όλα τα αιτήματα στον λόρδο και στη λαίδη Γουέστκλιφ, η Ντέζι ανέβηκε στο άδειο πλέον κάρο και ξεκίνησε για το Στόνι Κρος. Είχε σχεδόν σουρουπώσει και οι βελανιδιές και οι καστανιές έριχναν μακριές σκιές στον πλακόστρωτο δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό. Αυτό το μέρος της Αγγλίας δεν είχε αποψιλωθεί ακόμα για να κατασκευαστούν οι ναυτικοί στόλοι και τα εργοστάσια που είχαν ξεφυτρώσει σαν τα μανιτάρια στις μεγάλες πόλεις. Τα δάση ήταν ακόμα ανέγγιχτα κι έμοιαζαν απόκοσμα, με σκόρπια μισοθαμμένα στο χώμα κάρα απ’ όπου φύτρωναν χοντρά κλαδιά με φύλλα. Κάτω από την πυκνή σκιά τα δέντρα άχνιζαν γεμάτα μυστήριο, σαν φρουροί σε έναν κόσμο δρυϊδών, μάγων και μονόκερων. Μια καφετιά κουκουβάγια πέταξε πάνω από το δρομάκι, σαν σκόρος στον ουρανό που σκοτείνιαζε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Στον δρόμο οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν οι τροχοί του κάρου και οι σιδερένιες οπλές του Χιούμπερτ. Η Ντέζι κρατούσε γερά τα χαλινάρια καθώς το πόνι ανέπτυξε ταχύτητα. Ο Χιούμπερτ έμοιαζε ανήσυχος, γυρνούσε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά. «Ήρεμα, αγόρι μου», τον καλόπιασε η Ντέζι, προσπαθώντας να κόψει ταχύτητα, καθώς ο άξονας του κάρου τραντάχτηκε πάνω από ένα εξόγκωμα. «Δεν σου αρέσει και πολύ το δάσος, ε; Μην ανησυχείς, σύντομα θα βγούμε στο ξέφωτο». Το πόνι συνέχισε να τρέχει σπασμωδικά μέχρι να αραιώσει η βλάστηση και να βγουν από τα πυκνά φυλλώματα που σκέπαζαν τα κεφάλια τους. Πέρασαν σε έναν πιο χαμηλό καρόδρομο, όπου από τη μια πλευρά υπήρχε δάσος και από την άλλη λιβάδι. «Ορίστε, νευρικό πλασματάκι», είπε εύθυμα η Ντέζι. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, βλέπεις;» Όπως αποδείχτηκε, βιάστηκε να μιλήσει. Από το δάσος ακούστηκαν κάτι δυνατά τριξίματα, σαν μικρά και μεγάλα κλαδιά που έσπαζαν. Ο Χιούμπερτ χλιμίντρισε τρομαγμένος, γυρνώντας το κεφάλι του προς τον θόρυβο. Ένας δυνατός βρυχηθμός ζώου έκανε την Ντέζι να ανατριχιάσει ολόκληρη. Θεέ και Κύριε, τι ήταν αυτό; Τρομακτικά απροσδόκητα μια πελώρια, ογκώδης μορφή όρμησε από το δάσος στο κάρο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, που η Ντέζι δεν πρόλαβε να καταλάβει τι συνέβαινε. Γράπωσε γερά τα χαλινάρια καθώς ο Χιούμπερτ τινάχτηκε μπροστά πανικόβλητος, με το κάρο να τραμπαλίζεται σαν παιδικό παιχνίδι. Η Ντέζι προσπάθησε μάταια να κρατηθεί στη θέση της, αλλά καθώς το κάρο έπεσε σε ένα βαθύ αυλάκι εκτινάχτηκε από το όχημα. Ο Χιούμπερτ συνέχισε να τρέχει αλλόφρων στον καρόδρομο, ενώ η Ντέζι προσγειώθηκε στο χώμα με απίστευτη δύναμη. Της κόπηκε η ανάσα, πνίγηκε και ξεφύσησε. Με την άκρη του ματιού της είδε να έρχεται κατά πάνω της ένα πελώριο πλάσμα, αλλά τότε ο ήχος ενός πυροβολισμού έσκισε τον αέρα κι έκανε τα αφτιά της να βουίξουν. Μια ανατριχιαστική στριγκλιά ζώου… και μετά τίποτα. Η Ντέζι προσπάθησε να ανακαθίσει, αλλά έπεσε βαριά μπρούμυτα καθώς οι πνεύμονές της συσπάστηκαν. Ένιωθε το στήθος της σαν πιασμένο σε μέγγενη.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο το έδαφος κάτω από το μάγουλο της Ντέζι σείστηκε από βροντερές οπλές. Καταφέρνοντας επιτέλους να πάρει μια ανάσα, στηρίχτηκε στους αγκώνες της και σήκωσε το πιγούνι της. Τρεις καβαλάρηδες –όχι, τέσσερις– έρχονταν προς το μέρος της, με τις οπλές των αλόγων να σηκώνουν σύννεφα σκόνης. Ο ένας από τους άντρες κατέβηκε από το άλογό του πριν ακόμα αυτό σταματήσει και με μερικές μεγάλες δρασκελιές έφτασε κοντά της. Η Ντέζι τα έχασε καθώς έπεσε στα γόνατά του και τη σήκωσε να ανακαθίσει. Το κεφάλι της έπεσε στο μπράτσο του και βρέθηκε να κοιτάζει το σκοτεινό πρόσωπο του Μάθιου Σουίφτ. «Ντέζι», είπε με έναν τόνο που δεν είχε ξανακούσει ποτέ από αυτόν, τραχύ και ανήσυχο. Κρατώντας τη στο ένα του μπράτσο, πέρασε το άλλο χέρι του πάνω από όλο το κορμί της, ψάχνοντας για τυχόν τραύματα. «Χτύπησες;» Η Ντέζι έκλεισε τα μάτια για να κρύψει την έκπληξή της. Ο Μάθιου Σουίφτ της ψιθύριζε γλυκόλογα κρατώντας τη στα γερά του μπράτσα και τα κόκαλά της φάνηκαν να λιώνουν σαν καυτή ζάχαρη. Χρόνια τσακωμών με τα αδέλφια της είχαν μάθει την Ντέζι να συνέρχεται γρήγορα μετά από μια πτώση. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα είχε πεταχτεί όρθια και θα τίναζε από πάνω της τα χώματα. Αλλά κάθε ποτισμένο με ευχαρίστηση κύτταρο του κορμιού της ήθελε να διατηρήσει αυτή τη στιγμή όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο Μάθιου τη χάιδευε απαλά στο πρόσωπο. «Κοίταξέ με, γλυκιά μου. Πες μου πού πονάς». Τα βλέφαρά της ανασηκώθηκαν. Το πρόσωπό του ήταν ακριβώς πάνω από το δικό της. Καθώς την αιχμαλώτισαν τα εκπληκτικά γαλάζια μάτια του, ένιωσε να κολυμπά μέσα σε μια θάλασσα χρωμάτων. «Έχεις πολύ όμορφα δόντια», του είπε αποχαυνωμένη, «αλλά, ξέρεις, τα μάτια σου είναι ακόμα πιο όμορφα…» Ο Σουίφτ συνοφρυώθηκε και το δάχτυλό του πέρασε πάνω από το μάγουλό της. Το χάδι του την έκανε να κοκκινίσει ελαφρά. «Μπορείς να μου πεις πώς σε λένε;» Τον κοίταξε έκπληκτη. «Ξέχασες πώς με λένε;» «Εγώ όχι, εσύ θέλω να δω αν ξέχασες». «Δεν θα ήμουν ποτέ τόσο ανόητη ώστε να ξεχάσω πώς με λένε», είπε. «Με λένε Ντέζι Μπόουμαν». «Πότε έχεις γενέθλια;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Και λάθος να απαντούσα δεν θα το ήξερες». «Τα γενέθλιά σου», επανέλαβε. «Δεκαπέντε Μαρτίου». Στο στόμα του ζωγραφίστηκε ένα πονηρό χαμόγελο. «Μη μου παίζεις εμένα παιχνίδια, κατεργάρα». «Εντάξει. Δώδεκα Σεπτεμβρίου. Πού ήξερες τα γενέθλιά μου;» Αντί να απαντήσει, ο Σουίφτ σήκωσε τα μάτια και μίλησε στους φίλους του, που είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους. «Οι κόρες της είναι εντάξει», είπε. «Και μιλάει σωστά. Και δεν έχει σπάσει τίποτα». «Δόξα τω Θεώ». Ήταν η φωνή του Γουέστκλιφ. Κοιτώντας πίσω από τη φαρδιά πλάτη του Μάθιου Σουίφτ, η Ντέζι είδε τον γαμπρό της να στέκεται από πάνω τους. Δίπλα του στέκονταν ανήσυχοι ο κύριος Μάρντλινγκ και ο λόρδος Λάντριντον. Ο Γουέστκλιφ κρατούσε μια καραμπίνα. Γονάτισε δίπλα της. «Μόλις γυρνούσαμε από το απογευματινό κυνήγι», είπε ο κόμης. «Ήταν καθαρή τύχη που πέσαμε πάνω σου την ώρα του ατυχήματος». «Θα ορκιζόμουν ότι ήταν αγριόχοιρος», είπε η Ντέζι σαστισμένη. «Μα δεν θα μπορούσε», σχολίασε ο Λάντριντον χασκογελώντας. «Παρασύρεστε από τη φαντασία σας, δεσποινίς Μπόουμαν. Αγριόχοιρους έχει να δει η Αγγλία εδώ και εκατό χρόνια». «Μα εγώ είδα…» άρχισε να λέει αμυντικά η Ντέζι. «Δεν πειράζει», μουρμούρισε ο Σουίφτ, σφίγγοντάς την περισσότερο. «Κι εγώ το είδα». Ο Γουέστκλιφ έδειχνε μελαγχολικός. «Η δεσποινίς Μπόουμαν δεν κάνει εντελώς λάθος», είπε στον Λάντριντον. «Είχαμε προβλήματα με κάτι ζώα που το έσκασαν, τα οποία γέννησαν μικρά για μια δυο γενιές. Μόλις τον περασμένο μήνα επιτέθηκαν σε μια γυναίκα που έκανε ιππασία». «Δηλαδή εννοείς πως μου επιτέθηκε ένα θυμωμένο γουρούνι;» ρώτησε η Ντέζι, προσπαθώντας να ανακαθίσει. Ο Σουίφτ της στήριζε τη μέση και την είχε κολλημένη στα πλευρά του. Μια τελευταία αχτίδα ήλιου έλαμψε πάνω από τον ορίζοντα, τυφλώνοντάς τη για μια στιγμή. Αποστρέφοντας το κεφάλι της, η Ντέζι ένιωσε το πιγούνι του Σουίφτ να αγγίζει τα μαλλιά της. «Όχι θυμωμένο», είπε ο Γουέστκλιφ αναφερόμενος στο γουρούνι. «Άγριο, επομένως επικίνδυνο. Τα οικόσιτα γουρούνια που βγαίνουν ξαφνικά στη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φύση εύκολα γίνονται επιθετικά και μεγάλα σε μέγεθος. Υπολογίζω πως αυτό που είδαμε ήταν τουλάχιστον εκατόν πενήντα κιλά». Ο Σουίφτ βοήθησε την Ντέζι να σηκωθεί, στηρίζοντάς την πάνω του. «Σιγά», μουρμούρισε. «Ζαλίζεσαι; Έχεις ναυτία;» Η Ντέζι ένιωθε μια χαρά. Αλλά ήταν τόσο υπέροχο να στηρίζεται πάνω του, που είπε ξέπνοα: «Λιγάκι». Ο Σουίφτ της έπιασε το κεφάλι και το ακούμπησε απαλά στον ώμο του. Η θερμοκρασία της αυξήθηκε όταν ένιωσε την προστατευτική αγκαλιά του, την υπέροχη δύναμη του κορμιού του. Και όλα αυτά από τον Μάθιου Σουίφτ, τον λιγότερο ρομαντικό άντρα που είχε γνωρίσει ποτέ της. Μέχρι στιγμής αυτή η επίσκεψη έφερνε τη μία έκπληξη μετά την άλλη. «Θα σε πάω πίσω», της ψιθύρισε ο Σουίφτ στο αφτί. Το δέρμα της ανατρίχιασε από χαρά. «Νομίζεις ότι μπορείς να ανέβεις στο άλογο μπροστά μου;» Πώς είχαν αντιστραφεί έτσι τα πράγματα, σκέφτηκε η Ντέζι. Πώς γινόταν να νιώθει τόση έξαψη σε αυτή την προοπτική; Θα μπορούσε να γείρει πάνω του καθώς θα τη μετέφερε με το άλογό του και μέσα της θα μπορούσε να ενδώσει σε μερικές φαντασιώσεις. Θα προσποιούνταν ότι ήταν κάποια που είχε απαγάγει ένας όμορφος κακός… «Φοβάμαι πως αυτό δεν είναι πολύ σοφό», διέκοψε ο Λάντριντον γελώντας. «Αν σκεφτεί κανείς την κατάσταση ανάμεσά σας…» Η Ντέζι χλώμιασε, πιστεύοντας προς στιγμήν ότι εννοούσε εκείνα τα παθιασμένα λεπτά στη βιβλιοθήκη. Όμως αποκλείεται ο Λάντριντον να ήξερε γι’ αυτό. Δεν το είχε πει σε κανέναν και ο Σουίφτ ήταν πολύ κρυψίνους με την προσωπική του ζωή. Όχι, ο Λάντριντον μάλλον αναφερόταν στην αντιπαλότητά τους στη διάρκεια του παιχνιδιού. «Καλύτερα να συνοδεύσω εγώ τη δεσποινίδα Μπόουμαν στο σπίτι», είπε ο Λάντριντον, «για να αποφύγουμε την όποια πιθανή ένταση». Η Ντέζι έριξε μια λοξή ματιά στο χαμογελαστό πρόσωπο του υποκόμη κι εκείνος ευχήθηκε να είχε κρατήσει το στόμα του κλειστό. Μισάνοιξε τα χείλη της για να διαμαρτυρηθεί, αλλά την πρόλαβε ο Σουίφτ. «Μάλλον έχετε δίκιο, λόρδε μου». Φτου. Η Ντέζι ένιωσε να παγώνει μόλις ο Σουίφτ την άφησε από τη ζεστή αγκαλιά του. Ο Γουέστκλιφ κοίταξε σοβαρός γύρω του. «Πρέπει να βρω το ζώο και να το σκοτώσω». «Όχι εξαιτίας μου, ελπίζω», είπε ανήσυχη η Ντέζι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Υπάρχει αίμα στο χώμα», απάντησε ο κόμης. «Το ζώο πληγώθηκε. Είναι πιο σπλαχνικό να το σκοτώσουμε από το να το αφήσουμε να υποφέρει». Ο κύριος Μάρντλινγκ πήγε να φέρει το όπλο του, λέγοντας ενθουσιασμένος: «Θα έρθω μαζί σας, λόρδε μου!» Στο μεταξύ ο λόρδος Λάντριντον είχε ανέβει στο άλογό του. «Βοηθήστε τη ν’ ανέβει», είπε στον Σουίφτ, «και θα την επιστρέψω σώα και αβλαβή στην έπαυλη». Ο Σουίφτ γύρισε το πρόσωπο της Ντέζι προς τα πάνω κι έβγαλε ένα λευκό μαντίλι από την τσέπη του. «Αν νιώθεις ακόμα ζαλάδα μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι», είπε σκουπίζοντας προσεκτικά το χώμα από το πρόσωπό της, «θα στείλω να φέρουν τον γιατρό. Σύμφωνοι;» Παρά τον αυταρχικό τόνο του το βλέμμα του είχε μια τρυφερότητα που έκανε την Ντέζι να κουρνιάσει μέσα στο παλτό του και πάνω στους χτύπους της καρδιάς του. «Θα έρθεις κι εσύ πίσω ή θα μείνεις με τον λόρδο Γουέστκλιφ;» ρώτησε. «Θα ακολουθώ εσάς». Βάζοντας το μαντίλι στην τσέπη του, ο Σουίφτ έσκυψε και τη σήκωσε εύκολα. «Κρατήσου από πάνω μου». Η Ντέζι τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και το δέρμα της μούδιασε στην επαφή με τον αυχένα του και τις δροσερές μεταξένιες μπούκλες των μαλλιών του. Την κουβάλησε σαν να ήταν πούπουλο, πάνω στο μυώδες στέρνο του, με την ανάσα του απαλή και ρυθμική πάνω στο μάγουλό της. Το δέρμα του μύριζε ήλιο και εξοχή. Μετά βίας συγκρατήθηκε να μη θάψει το πρόσωπό της στον λαιμό του. Σαστισμένη από τη δυνατή έλξη που ένιωθε γι’ αυτόν, η Ντέζι έμεινε σιωπηλή καθώς ο Σουίφτ την έδινε στον λόρδο Λάντριντον, που καθόταν στο μεγάλο άλογο. Ο υποκόμης την έβαλε να καθίσει μπροστά του. Ο Λάντριντον ήταν όμορφος άντρας, κομψός, μελαχρινός με λεπτά χαρακτηριστικά. Αλλά η αίσθηση των χεριών του γύρω της, το αδύνατο στέρνο του, η μυρωδιά του… δεν της προκαλούσαν απολύτως τίποτα. Η λαβή του γύρω από τη μέση της έμοιαζε ξένη και σαν εισβολή. Η Ντέζι ένιωθε πως ήθελε να κλάψει από την αγανάκτηση καθώς αναρωτιόταν γιατί να μη θέλει εκείνον που δεν ήταν ακατάλληλος γι’ αυτή. «Τι συνέβη;» ρώτησε η Λίλιαν μόλις η Ντέζι μπήκε στο σαλόνι. Ήταν μισοξαπλωμένη στον καναπέ με ένα περιοδικό στα χέρια. «Δείχνεις σαν να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σε πάτησε άμαξα». «Στην πραγματικότητα, είχα μια συνάντηση με ένα κακότροπο γουρούνι». Η Λίλιαν χαμογέλασε και άφησε στην άκρη το περιοδικό. «Και ποιος μπορεί να είναι αυτός;» «Δεν μιλάω μεταφορικά. Αληθινό γουρούνι ήταν». Η Ντέζι κάθισε στη διπλανή καρέκλα και της διηγήθηκε με χιούμορ την περιπέτειά της. «Αλήθεια είσαι καλά;» ρώτησε ανήσυχη η Λίλιαν. «Μια χαρά», τη διαβεβαίωσε η Ντέζι. «Και ο Χιούμπερτ καλά είναι. Έφτασε στους στάβλους ταυτόχρονα μ’ εμένα και τον λόρδο Λάντριντον». «Ευτυχώς». «Ναι, πανέξυπνος ο Χιούμπερτ που βρήκε τον δρόμο για το σπίτι…» «Δεν μιλάω για το πόνι. Μιλάω για το ότι γύρισες στο σπίτι με τον λόρδο Λάντριντον. Όχι ότι σε ενθαρρύνω να τον βάλεις στο μάτι, από την άλλη όμως…» «Δεν ήταν αυτός με τον οποίο ήθελα να γυρίσω». Η Ντέζι κοιτούσε το λερωμένο ύφασμα του φουστανιού της και προσπαθούσε να ξεκολλήσει από πάνω του μια τρίχα αλόγου. «Δεν σε κατηγορώ γι’ αυτό», είπε η Λίλιαν. «Ο Λάντριντον είναι καλός αλλά λίγο μαλθακός. Σίγουρα θα προτιμούσες να γυρίσεις με τον κύριο Μάρντλινγκ». «Όχι», είπε η Ντέζι. «Χαίρομαι πολύ που δεν γύρισα μαζί του. Αυτός με τον οποίο ήθελα να γυρίσω ήταν…» «Όχι». Η Λίλιαν έκλεισε τα αφτιά της. «Μην το πεις. Δεν θέλω να το ακούσω!» Η Ντέζι την κοίταξε σοβαρά. «Το εννοείς αλήθεια αυτό;» Η Λίλιαν μόρφασε. «Ανάθεμα», μουρμούρισε. «Ανάθεμα. Τον άτιμο…» «Όταν γεννηθεί το μωρό», είπε η Ντέζι χαμογελώντας απαλά, «θα πρέπει να σταματήσεις να χρησιμοποιείς τέτοια γλώσσα». «Τότε θα βγάλω το άχτι μου μέχρι να γεννηθεί ο μικρός». «Είσαι σίγουρη ότι θα είναι αγόρι;» «Το καλό που του θέλω, γιατί ο Γουέστκλιφ χρειάζεται κληρονόμο κι εγώ δεν πρόκειται να το ξαναπεράσω αυτό». Η Λίλιαν έτριψε τα μάτια της. «Αφού ο μόνος που έμεινε είναι ο Μάθιου Σουίφτ», είπε κατσούφικα, «υποθέτω πως αυτός ήθελες να σε φέρει πίσω». «Ναι, γιατί… μου αρέσει». Ήταν μεγάλη ανακούφιση που το είπε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φωναχτά. Ο λαιμός της Ντέζι, που είχε κλείσει τελείως, κατάφερε επιτέλους να πάρει μια μεγάλη, αργή ανάσα. «Εμφανισιακά εννοείς;» «Και με άλλους τρόπους επίσης». Η Λίλιαν ακούμπησε το μάγουλό της στο χέρι της που το είχε κάνει γροθιά. «Επειδή θέλει τον γάμο ο πατέρας;» ρώτησε. «Ελπίζεις με κάποιο τρόπο να κερδίσεις την εύνοιά του;» «Ω, όχι. Αν μη τι άλλο, η εύνοια του πατέρα είναι αρνητικό στοιχείο για τον κύριο Σουίφτ. Δεν δίνω δεκάρα για τη δική του ευχαρίστηση. Ξέρω πολύ καλά πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον». «Τότε δεν καταλαβαίνω γιατί θες έναν άντρα που είναι ολοφάνερα εντελώς ακατάλληλος για σένα. Δεν είσαι καμιά τρελή, Ντέζι. Παρορμητική, ναι. Ρομαντική, σίγουρα. Αλλά είσαι και αρκετά πρακτική και έξυπνη για να καταλαβαίνεις τι συνέπειες θα έχει μια σχέση μαζί του. Νομίζω πως το πρόβλημα είναι ότι είσαι απελπισμένη. Είσαι η τελευταία ανύπαντρη από τις φίλες και ο πατέρας σου έδωσε αυτό το ανόητο τελεσίγραφο και…» «Δεν είμαι απελπισμένη!» «Αν λες ότι σκέφτεσαι να παντρευτείς τον Μάθιου Σουίφτ, λέω ότι αυτό είναι σημάδι τρομερής απελπισίας». Ποτέ δεν είχαν κατηγορήσει την Ντέζι για ευέξαπτη – αυτό ήταν πάντα χαρακτηριστικό της Λίλιαν. Όμως η αγανάκτηση την πλημμύρισε σαν ορμητικός ατμός από τσαγιέρα και χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά της για να μην εκραγεί. Κοιτάζοντας τη φουσκωμένη κοιλιά της αδελφής της κατάφερε να καλμάρει. Η Λίλιαν είχε να αντιμετωπίσει πολλές καινούριες δυσκολίες και αβεβαιότητες. Και τώρα η Ντέζι επιδείνωνε την κατάστασή της. «Δεν είπα ότι θέλω να τον παντρευτώ», απάντησε η Ντέζι. «Θέλω απλώς να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν. Για το τι είδους άνθρωπος είναι. Δεν βλέπω πού είναι το κακό σ’ αυτό». «Όμως δεν θα τα καταφέρεις», είπε πεισματικά η Λίλιαν. «Αυτό είναι το θέμα. Δεν θα δείξει ποιος πραγματικά είναι, θα σε εξαπατήσει. Το ταλέντο του στη ζωή είναι να μαθαίνει τι θέλουν οι άλλοι και να το κατασκευάζει γι’ αυτούς μόνο και μόνο για δικό του όφελος. Κοίτα πώς κατάφερε να γίνει για τον πατέρα ο γιος που πάντα ήθελε. Τώρα θα προσποιηθεί πως είναι το είδος του ανθρώπου που πάντα ήθελες εσύ». «Δεν μπορεί να ξέρει τι θέλω…» πήγε να πει η Ντέζι, αλλά η Λίλιαν τη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διέκοψε βιαστικά. «Δεν ενδιαφέρεται για σένα, για την καρδιά και το μυαλό σου, για το ποια είσαι… θέλει τις μετοχές της εταιρείας και σε βλέπει σαν μέσο να τις αποκτήσει. Φυσικά και προσπαθεί να σε κάνει να τον συμπαθήσεις… θα σε καταγοητεύσει μέχρι την επόμενη μέρα του γάμου και τότε θα διαπιστώσεις ότι όλα ήταν μια ψευδαίσθηση. Είναι ακριβώς σαν τον πατέρα, Ντέζι! Θα σε συντρίψει ή θα σε μετατρέψει σε κάποια σαν τη μητέρα. Τέτοια ζωή θες;» «Όχι βέβαια». Για πρώτη φορά η Ντέζι συνειδητοποίησε ότι στην αδελφή της δεν μπορούσε να μιλήσει για κάτι σημαντικό. Ήταν τόσα πολλά αυτά που ήθελε να πει… ότι αποκλείεται να ήταν υπολογισμένα όλα όσα είχε πει και είχε κάνει ο Μάθιου Σουίφτ. Ότι θα μπορούσε να είχε επιμείνει να τη γυρίσει εκείνος στο σπίτι αντί να τη δώσει αδιαμαρτύρητα στον Λάντριντον. Ήθελε, επίσης, να της εκμυστηρευτεί ότι ο Σουίφτ την είχε φιλήσει και ότι αυτό ήταν υπέροχο και ότι την είχε αναστατώσει πολύ. Όμως ήταν μάταιο να συζητά όταν η Λίλιαν ήταν κακοδιάθετη. Μόνο κύκλους θα κατέληγαν να κάνουν. Η σιωπή έπεσε πάνω τους σαν βαριά, πνιγηρή κουβέρτα. «Λοιπόν;» ρώτησε η Λίλιαν. «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Η Ντέζι σηκώθηκε, σκούπισε μια μουτζούρα από το μπράτσο της και είπε μελαγχολικά: «Κατ’ αρχάς, νομίζω πως θα κάνω ένα μπάνιο». «Ξέρεις τι εννοώ!» «Τι θα ήθελες να κάνω;» ρώτησε η Ντέζι με μια ευγένεια που έκανε τη Λίλιαν να την κοιτάξει βλοσυρά. «Να πεις στον Μάθιου Σουίφτ ότι είναι ένας όμορφος κόπανος και ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τον παντρευτείς!»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 8 «Και τότε έφυγε», είπε αγανακτισμένη η Λίλιαν, «δίχως να μου πει τι σκοπεύει να κάνει ή τι σκέφτεται και, διάβολε, ξέρω ότι ακόμα μου κρύβει πράγματα…» «Καλή μου», τη διέκοψε απαλά η Άναμπελ, «είσαι σίγουρη πως της έδωσες την ευκαιρία να σου πει τα πάντα;» «Τι εννοείς; Εδώ μπροστά της ήμουν. Εντελώς ξύπνια και με τ’ αφτιά ανοιχτά. Τι άλλο χρειαζόταν;» Ανήσυχη και ανίκανη να κοιμηθεί, η Λίλιαν είχε ανακαλύψει ότι και η Άναμπελ ήταν ξύπνια λόγω του μωρού. Είχαν δει η μία την άλλη από τα μπαλκόνια των δωματίων τους και αποφάσισαν να συναντηθούν κάτω. Ήταν μεσάνυχτα. Με προτροπή της Άναμπελ πήγαν μια βόλτα στην πινακοθήκη της έπαυλης, ένα δωμάτιο γεμάτο σοβαρά οικογενειακά πορτρέτα και ανεκτίμητα έργα τέχνης. Φορώντας τις νυχτικιές τους, περιπλανήθηκαν πιασμένες αγκαζέ στην αίθουσα, με την Άναμπελ να ακολουθεί το αργόσυρτο βήμα της Λίλιαν. Η Λίλιαν στρεφόταν όλο και περισσότερο στην Άναμπελ στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Η φίλη της καταλάβαινε τι περνούσε από τη στιγμή που είχε βιώσει μια εγκυμοσύνη και μάλιστα πρόσφατα. Και η ήρεμη παρουσία της τη χαλάρωνε. «Αυτό που εννοώ», είπε η Άναμπελ, «είναι ότι μπορεί να επικεντρώθηκες τόσο πολύ στο να πεις στην Ντέζι τι νιώθεις εσύ, που ξέχασες να τη ρωτήσεις πώς νιώθει εκείνη». «Μα αυτή… εγώ όμως…» ψέλλισε η Λίλιαν, αλλά μετά σταμάτησε για να σκεφτεί αυτό που της είπε η φίλη της. «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε κατσούφικα. «Δεν τη ρώτησα. Έφριξα τόσο πολύ στην ιδέα ότι η Ντέζι συμπαθεί τον Μάθιου Σουίφτ, που υποθέτω πως δεν θέλησα να το συζητήσω άλλο. Ήθελα να της πω τι να κάνει και να ξεμπερδεύω». Έστριψαν στο τέρμα της γκαλερί και πέρασαν από μια σειρά τοπιογραφίες. «Πιστεύεις ότι έχει αναπτυχθεί οικειότητα ανάμεσά τους;» ρώτησε η Άναμπελ. Βλέποντας την ανησυχία της Λίλιαν, εξήγησε: «Όπως ένα φιλί… μια αγκαλιά…» «Ω Θεέ μου». Η Λίλιαν κούνησε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Η Ντέζι είναι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τόσο αθώα. Θα ήταν τόσο εύκολο να την αποπλανήσει αυτό το φίδι». «Κατά τη γνώμη μου φαίνεται αληθινά γοητευμένος μαζί της. Και ποιος δεν θα ήταν; Είναι γλυκιά, αξιαγάπητη και έξυπνη…» «Και πλούσια», είπε βλοσυρά η Λίλιαν. Η Άναμπελ χαμογέλασε. «Τα χρήματα ποτέ δεν έβλαψαν κανέναν», είπε. «Αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, νομίζω πως υπάρχει κάτι παραπάνω». «Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» «Καλή μου, είναι προφανές. Έχεις δει τον τρόπο που κοιτάζονται. Πλανάται στον αέρα». Η Λίλιαν συνοφρυώθηκε. «Μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο; Πόνεσε η μέση μου». Η Άναμπελ τη βοήθησε αμέσως να καθίσει σε ένα από τα μαλακά παγκάκια στο κέντρο της πινακοθήκης. «Νομίζω πως το μωρό δεν αργεί πια», μουρμούρισε η Άναμπελ. «Τολμώ να πω ότι θα έρθει λίγο νωρίτερα απ’ ό,τι προέβλεψε ο γιατρός». «Ευτυχώς. Δεν αντέχω άλλο την εγκυμοσύνη». Η Λίλιαν προσπάθησε να δει τις παντόφλες της πάνω από τη φουσκωμένη κοιλιά της. Το μυαλό της γύρισε πάλι στο θέμα της Ντέζι. «Θα της πω ειλικρινά τη γνώμη μου», είπε απότομα. «Αντίθετα μ’ εκείνη, εγώ βλέπω τον Μάθιου Σουίφτ όπως πραγματικά είναι». «Νομίζω πως ήδη ξέρει τη γνώμη σου», είπε ξερά η Άναμπελ. «Αλλά τελικά η απόφαση είναι δική της. Είμαι σίγουρη ότι, όταν προσπαθούσες να αποφασίσεις τα συναισθήματά σου για τον λόρδο Γουέστκλιφ, η Ντέζι δεν προσπάθησε να σε επηρεάσει με κανένα τρόπο». «Η συγκεκριμένη κατάσταση είναι τελείως διαφορετική», δια​​μαρτυρήθηκε η Λίλιαν. «Ο Μάθιου Σουίφτ είναι φίδι! Κι επιπλέον, αν η Ντέζι τον παντρευτεί, εκείνος θα καταφέρει κάποια στιγμή να την πάρει στην Αμερική και τότε δεν θα τη βλέπω σχεδόν ποτέ». «Ενώ προτιμάς να την κρατήσεις για πάντα κάτω από τη φτερούγα σου», μουρμούρισε η Άναμπελ. Η Λίλιαν γύρισε και την κοίταξε απειλητικά. «Υπονοείς ότι είμαι τόσο εγωίστρια ώστε να της στερήσω τη ζωή της μόνο και μόνο για να την κρατήσω κοντά μου;» Απτόητη από τον θυμό της, η Άναμπελ χαμογέλασε συμπονετικά. «Πάντα οι δυο σας ήσασταν, έτσι δεν είναι; Ήσασταν πάντα η μοναδική πηγή αγάπης και συντροφιάς η μία για την άλλη. Όμως τα πράγματα αλλάζουν, καλή μου. Εσύ έχεις τη δική σου οικογένεια τώρα, έναν άντρα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κι ένα παιδί, και το ίδιο θα έπρεπε να θες και για την Ντέζι». Η μύτη της Λίλιαν άρχισε να τσούζει. Έστριψε το κεφάλι της από την άλλη και, προς μεγάλο τρόμο της, τα μάτια της έτσουξαν και θόλωσαν. «Υπόσχομαι να συμπαθήσω τον επόμενο άντρα που θα γνωρίσει. Όποιος κι αν είναι. Αρκεί να μην είναι ο κύριος Σουίφτ». «Κανένα άντρα δεν θα συμπαθήσεις». Η Άναμπελ αγκάλιασε τη Λίλιαν και πρόσθεσε τρυφερά: «Είσαι κάπως κτητική, καλή μου». «Κι εσύ είσαι τρομερά εκνευριστική», είπε η Λίλιαν, ακουμπώντας το κεφάλι της στον απαλό ώμο της Άναμπελ. Συνέχισε να κλαψουρίζει στην παρηγορητική αγκαλιά της Άναμπελ, μια αγκαλιά που ούτε η ίδια η μητέρα της δεν της είχε προσφέρει. Το κλάμα ήταν ανακούφιση, αλλά και ντροπή συνάμα. «Μισώ το κλάμα», μουρμούρισε. «Η κατάστασή σου φταίει», την παρηγόρησε η Άναμπελ. «Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Μόλις γεννήσεις θα ξαναγίνεις ο εαυτός σου». «Αγόρι θα είναι», της είπε η Λίλιαν, σκουπίζοντας τα δάκρυά της. «Και τότε θα κανονίσουμε έναν γάμο ανάμεσα στα παιδιά μας και η Ίζαμπελ θα γίνει κόμησσα». «Νόμιζα ότι ήσουν εναντίον των συνοικεσίων». «Ήμουν, μέχρι τώρα. Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τα παιδιά μας να πάρουν μια τόσο σημαντική απόφαση όπως ο γάμος». «Έχεις δίκιο. Θα την πάρουμε εμείς γι’ αυτά». Γέλασαν και η Λίλιαν ένιωσε τη διάθεσή της να φτιάχνει λιγάκι. «Έχω μια ιδέα», είπε η Άναμπελ. «Πάμε στην κουζίνα να κάνουμε επιδρομή στο κελάρι. Είμαι σίγουρη πως έχει μείνει ακόμα κέικ. Για να μην πω και τούρτα φράουλα». Η Λίλιαν σήκωσε το κεφάλι της και σκούπισε τη μύτη της στο μανίκι της. «Αλήθεια νομίζεις ότι ένα γλυκό θα με κάνει να νιώσω καλύτερα;» Η Άναμπελ χαμογέλασε. «Χειρότερα πάντως δεν θα σε κάνει». Η Λίλιαν το σκέφτηκε. «Πάμε», είπε και άφησε τη φίλη της να τη σηκώσει από το παγκάκι. Ο πρωινός ήλιος τρύπωσε από τα παράθυρα την ώρα που οι υπηρέτριες άνοιγαν τις κουρτίνες του μεγάλου προθάλαμου και τις στερέωναν με χοντρά σκοινιά. Η Ντέζι πήγε προς την τραπεζαρία του πρωινού, ξέροντας πως το πιθανότερο ήταν να μην είχαν ξυπνήσει οι άλλοι καλεσμένοι. Κι εκείνη είχε προσπαθήσει να κοιμηθεί όσο πιο πολύ μπορούσε, αλλά την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είχε πλημμυρίσει μια ενέργεια, που την έκανε τελικά να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ντυθεί. Οι υπηρέτες γυάλιζαν τα ασημικά και τα ξύλινα πατώματα, σκούπιζαν τα χαλιά και κουβαλούσαν κάδους και καλάθια με λευκά είδη. Από την κουζίνα ακούγονταν μεταλλικές κατσαρόλες και γυάλινα πιάτα όπως ετοίμαζαν τις λιχουδιές του πρωινού. Η πόρτα του γραφείου του λόρδου Γουέστκλιφ ήταν ανοιχτή και καθώς περνούσε κοίταξε μέσα στο δωμάτιο με την ξύλινη επένδυση. Ήταν ένα όμορφο δωμάτιο, απλό και λιτό με χρωματιστά παράθυρα που σκόρπιζαν στο χαλί τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Η Ντέζι κοντοστάθηκε και χαμογέλασε όταν είδε κάποιον να κάθεται στο πελώριο γραφείο. Από το περίγραμμα του μελαχρινού κεφαλιού του και της φαρδιάς πλάτης του κατάλαβε ότι ήταν ο κύριος Χαντ, ο οποίος χρησιμοποιούσε συχνά το γραφείο του Γουέστκλιφ όταν βρισκόταν στο Στόνι Κρος. «Καλημέρα…» είπε, κάνοντας μια παύση καθώς εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. Ξαφνικά ένιωσε μια έξαψη όταν διαπίστωσε ότι δεν ήταν ο κύριος Χαντ αλλά ο Μάθιου Σουίφτ. Ο Σουίφτ σηκώθηκε από την καρέκλα του και η Ντέζι είπε ντροπαλά: «Όχι, παρακαλώ, συγγνώμη που σε διέκοψα…» Η φωνή της έσβησε μόλις πρόσεξε κάτι διαφορετικό πάνω του. Φορούσε κάτι λεπτά γυαλιά με μεταλλικό σκελετό. Γυαλιά σε αυτό το πρόσωπο με τα έντονα χαρακτηριστικά… και τα μαλλιά του ανακατεμένα σαν να έπαιζε αφηρημένα με τις μπούκλες του. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τους μυς και την αρρενωπή όψη του ήταν απίστευτα… ερωτικά. «Από πότε φοράς γυαλιά;» κατάφερε να ρωτήσει η Ντέζι. «Εδώ και περίπου έναν χρόνο». Χαμογέλασε μελαγχολικά κι έβγαλε τα γυαλιά του. «Τα χρειάζομαι όταν διαβάζω. Με έφαγαν οι ατελείωτες νύχτες με συμβόλαια και αναφορές». «Σου… σου πάνε πολύ». «Αλήθεια;» Συνεχίζοντας να χαμογελά, ο Σουίφτ κούνησε το κεφάλι του σαν να μην του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό να σκεφτεί την εμφάνισή του. Έβαλε τα γυαλιά στην τσέπη του γιλέκου του. «Πώς νιώθεις;» ρώτησε απαλά. Η Ντέζι χρειάστηκε κάμποσο για να καταλάβει ότι αναφερόταν στην τούμπα της από το κάρο. «Ω, μια χαρά, ευχαριστώ». Την κοιτούσε όπως πάντα, συγκεντρωμένος, σταθερός. Αυτό πάντα την έκανε να νιώθει άβολα. Αυτή τη στιγμή, όμως, το βλέμμα του δεν έμοιαζε επικριτικό. Στην πραγματικότητα, την κοιτούσε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σαν να ήταν το μοναδικό πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Έπαιξε νευρικά με το ροζ εμπριμέ ύφασμα της φούστας της. «Νωρίς σηκώθηκες», είπε ο Σουίφτ. «Έτσι κάνω συνήθως. Δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους που κοιμούνται μέχρι αργά. Πόσο ύπνο πια μπορεί να χρειά​​ζεται κανείς;» Καθώς μιλούσε, η Ντέζι συνειδητοποίησε ότι στο κρεβάτι οι άνθρωποι δεν πήγαιναν μόνο για ύπνο κι έγινε κόκκινη σαν παπαρούνα. Ευτυχώς ο Σουίφτ δεν την κορόιδεψε, παρόλο που είδε τις άκρες των χειλιών του να ανασηκώνονται ελαφρώς. Παραβλέποντας το επικίνδυνο θέμα του τι κάνει κανείς στο κρεβάτι, έδειξε τη στοίβα με τα χαρτιά πίσω του. «Ετοιμάζομαι να πάω στο Μπρίστολ σύντομα. Πρέπει να διευθετήσω κάποια θέματα πριν αποφασίσουμε να εγκαταστήσουμε το εργοστάσιο εκεί». «Συμφώνησε ο λόρδος Γουέστκλιφ να διευθύνεις το έργο;» «Ναι. Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται θα χρειαστεί να κάνω κάποιες διαπραγματεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή». «Ο γαμπρός μου μερικές φορές γίνεται πολύ σχολαστικός», παραδέχτηκε η Ντέζι. «Αλλά όταν δει πόσο αξιόπιστος είσαι, σίγουρα θα χαλαρώσει πολύ». Ο Σουίφτ την κοίταξε παράξενα. «Αυτό μοιάζει πολύ με κομπλιμέντο, δεσποινίς Μπόουμαν». Η Ντέζι σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Ό,τι ελαττώματα κι αν έχεις, η αξιοπιστία σου είναι θρυλική. Ο πατέρας μου πάντα έλεγε ότι μπορεί κανείς να ρυθμίσει το ρολόι του σύμφωνα με τα δικά σου πηγαινέλα». «Αξιόπιστος. Φοβερή περιγραφή για έναν συναρπαστικό τύπο», είπε χαμογελώντας σαρδόνια. Κάποτε η Ντέζι θα συμφωνούσε με αυτό το σαρκαστικό σχόλιο. Όταν κάποιος χαρακτήριζε έναν άντρα «αξιόπιστο» ή «καλό», σε κάποιο βαθμό τον καταδίκαζε. Όμως είχε περάσει τρεις σεζόν παρατηρώντας τα καπρίτσια αργόσχολων, αφηρημένων ή ανεύθυνων αντρών. Η αξιοπιστία ήταν υπέροχο χαρακτηριστικό σε έναν άντρα. Αναρωτήθηκε γιατί δεν το είχε εκτιμήσει νωρίτερα αυτό. «Κύριε Σουίφτ…» Η Ντέζι προσπάθησε να ακουστεί ανάλαφρη, με μικρή, όμως, επιτυχία. «Αναρωτιόμουν για κάτι…» «Ναι;» Έκανε μισό βήμα πίσω όταν εκείνη τον πλησίασε, λες και ήταν επιτακτικό να διατηρήσει μια ορισμένη απόσταση ανάμεσά τους.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ντέζι τον κοίταξε έντονα. «Αφού δεν υπάρχει πιθανότητα εσύ κι εγώ να… αφού ο γάμος είναι εκτός συζήτησης… αναρωτιόμουν πότε σκοπεύεις να παντρευτείς;» Στην αρχή φάνηκε να σαστίζει και μετά τα έχασε. «Δεν νομίζω ότι θα μου ταίριαζε ο γάμος». «Ποτέ;» «Ποτέ». «Γιατί όχι;» ρώτησε. «Τόσο πολύ εκτιμάς την ελευθερία σου; Ή σκοπεύεις να γίνεις γυναικάς;» Ο Σουίφτ γέλασε, με ένα γέλιο τόσο ζεστό, που η Ντέζι ένιωσε σαν να την τυλίγει μια απαλή κουβέρτα. «Όχι. Πάντα πίστευα ότι θα ήταν χάσιμο χρόνου να κυνηγάω πολλές γυναίκες όταν θα μου έφτανε μία και καλή». «Πώς ορίζεις την καλή;» «Ρωτάς τι είδους γυναίκα θα ήθελα να παντρευτώ;» Το χαμόγελό του κράτησε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως, κάνοντας την Ντέζι να ανατριχιάσει. «Υποθέτω πως θα το μάθω όταν τη γνωρίσω». Πασχίζοντας να δείξει άνετη, η Ντέζι πήγε μέχρι το χρωματιστό παράθυρο. Σήκωσε το χέρι της, κοιτάζοντας τα χρώματα που ζωγραφίζονταν πάνω στο δέρμα της. «Μπορώ να προβλέψω πώς θα ήταν». Έμεινε με την πλάτη γυρισμένη στον Σουίφτ. «Σίγουρα πιο ψηλή από μένα για αρχή». «Οι περισσότερες γυναίκες πιο ψηλές είναι», παρατήρησε. «Και επιτυχημένη και χρήσιμη», συνέχισε η Ντέζι. «Όχι ονειροπόλα. Θα είχε το μυαλό της στα πρακτικά θέματα, θα διηύθυνε με επιτυχία ένα σπιτικό και ποτέ δεν θα ξεγελιόταν από τον ψαρά να της πουλήσει μπαγιάτικο ψάρι». «Και να σκεφτόμουν τον γάμο», είπε ο Σουίφτ, «όλα αυτά θα με απέτρεπαν». «Δεν θα δυσκολευτείς να τη βρεις», συνέχισε η Ντέζι πιο μελαγχολικά απ’ ό,τι θα ήθελε. «Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοιες στο Μανχάταν. Ίσως και χιλιάδες». «Γιατί είσαι τόσο σίγουρη ότι θα ήθελα μια τόσο συμβατική γυναίκα;» Το κορμί της μούδιασε καθώς τον ένιωσε να την πλησιάζει από πίσω. «Γιατί είσαι σαν τον πατέρα μου», είπε. «Όχι ακριβώς». «Κι αν παντρευόσουν μια γυναίκα διαφορετική από αυτή που περιέγραψα, κάποια στιγμή θα κατέληγες να τη θεωρείς… παράσιτο».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Σουίφτ την έσφιξε απαλά από τους ώμους. Γύρισε την Ντέζι να τον κοιτάξει. Τα γαλάζια του μάτια ήταν ζεστά καθώς κοιτούσε τα δικά της και η Ντέζι υποψιάστηκε ότι διάβαζε ακριβώς τις σκέψεις της. «Θέλω να πιστεύω ότι ποτέ δεν θα ήμουν τόσο σκληρός. Ή ηλίθιος», είπε. Το βλέμμα του έπεσε στο γυμνό δέρμα του στήθους της. Με απίστευτη απαλότητα, χάιδεψε τα κόκαλα του λαιμού της, μέχρι που το χάδι του την έκανε να ανατριχιάσει. «Το μόνο που θα ήθελα από μια σύζυγο», μουρμούρισε, «είναι να μου δείχνει τρυφερότητα. Να χαίρεται που με βλέπει στο τέλος της μέρας». Η ανάσα της τάχυνε στο άγγιγμά του. «Δεν ζητάς και πολλά». «Αλήθεια;» Τα ακροδάχτυλά του είχαν φτάσει στη βάση του λαιμού της, που φάνηκε να πάλλεται έτσι που ξεροκατάπιε. Εκείνος βλεφάρισε και απομάκρυνε γρήγορα τα χέρια του, μοιάζοντας να μην ξέρει τι να τα κάνει μέχρι που τα έχωσε στις τσέπες του. Κι ωστόσο δεν απομακρύνθηκε. Η Ντέζι αναρωτήθηκε αν ένιωθε την ίδια ακατανίκητη έλξη μ’ εκείνη, μια ανάγκη που θα κατευναζόταν μόνο αν κολλούσε πάνω του. Ξεροβήχοντας επιτηδευμένα, η Ντέζι ίσιωσε την πλάτη και προσπάθησε να ψηλώσει όσο περισσότερο γινόταν. «Κύριε Σουίφτ;» «Ναι, δεσποινίς Μπόουμαν;» «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη». Το βλέμμα του οξύνθηκε. «Τι χάρη;» «Μόλις πεις στον πατέρα μου ότι αποκλείεται να με παντρευτείς, θα… απογοητευτεί. Ξέρεις πώς είναι». «Ναι, ξέρω», είπε ξερά ο Σουίφτ. Όποιος γνώριζε τον Τόμας Μπόουμαν ήξερε ότι μετά την απογοήτευση ακολουθούσε η κόλαση. «Φοβάμαι πως οι συνέπειες για μένα θα είναι δυσάρεστες. Ο πατέρας είναι ήδη δυσαρεστημένος που δεν έχω βρει γαμπρό. Αν πιστέψει ότι επίτηδες έκανα κάτι για να καταστρέψω τα σχέδιά του για σένα και για μένα… η κατάστασή μου θα γίνει πολύ… δύσκολη». «Καταλαβαίνω». Ο Σουίφτ μάλλον ήξερε τον πατέρα της καλύτερα απ’ ό,τι η κόρη του. «Δεν θα του πω τίποτα», είπε απαλά. «Και θα κάνω ό,τι μπορώ για να διευκολύνω τα πράγματα για σένα. Φεύγω για το Μπρίστολ σε δύο μέρες, τρεις το πολύ. Ο Λάντριντον και οι άλλοι… δεν είναι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ηλίθιοι, ξέρουν πολύ καλά γιατί προσκλήθηκαν εδώ και δεν θα έρχονταν αν δεν ενδιαφέρονταν. Οπότε δεν θα αργήσει να έρθει μια πρόταση γάμου από έναν από αυτούς». Η Ντέζι κανονικά θα έπρεπε να εκτιμά την προθυμία του να τη ρίξει στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Αντίθετα όμως, ο ενθουσια​σμός του την έκανε να νιώθει χάλια. «Το εκτιμώ», είπε. «Ευχαριστώ. Βοήθησες πολύ, κύριε ​Σουίφτ. Ειδικά με την απαραίτητη εμπειρία που μου πρόσφερες. Την επόμενη φορά που θα φιλήσω κάποιο άντρα –τον λόρδο Λάντριντον για παράδειγμα–, θα ξέρω τι να κάνω». Η Ντέζι ένιωσε μια εκδικητική ικανοποίηση όταν είδε το στόμα του να σφίγγεται. «Παρακαλώ», γρύλισε. Βλέποντας ότι είχε μισοσηκώσει τα χέρια του σαν να ήταν έτοιμος να την ταρακουνήσει, η Ντέζι του χάρισε το πιο φωτεινό χαμόγελό της κι έφυγε. Στη διάρκεια της μέρας ο πρωινός ήλιος σκεπάστηκε με σύννεφα που δημιούργησαν ένα γκρίζο χαλί στον ουρανό. Άρχισε να βρέχει, μετατρέποντας τους χωματόδρομους σε λάσπη, ποτίζοντας τα λιβάδια και τους βάλτους και στέλνοντας όλο τον κόσμο στα σπίτια του. Έτσι ήταν το Χαμπσάιρ την άνοιξη, κατεργάρικο και άστατο, ξεγελώντας τους ανυποψίαστους. Αν κανείς έβγαινε έξω με ομπρέλα ένα βροχερό πρωινό, το Χαμπσάιρ ως διά μαγείας γινόταν το πιο ηλιόλουστο μέρος της γης. Κι αν κάποιος έβγαινε δίχως ομπρέλα, οι ουρανοί άνοιγαν και τον έκαναν μούσκεμα. Οι καλεσμένοι είχαν σχηματίσει διάφορα πηγαδάκια… άλλοι στο δωμάτιο μουσικής, άλλοι στην αίθουσα μπιλιάρδου κι άλλοι στο σαλόνι για παιχνίδια, τσάι ή ερασιτεχνικά θεατρικά έργα. Πολλές γυναίκες κεντούσαν, ενώ οι άντρες διάβαζαν, κουβέντιαζαν ή έπιναν στη βιβλιοθήκη. Σε κάθε παρέα το κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν η καταιγίδα. Η Ντέζι κανονικά λάτρευε τις βροχερές μέρες. Το να κουρνιάζει δίπλα στη φωτιά με ένα βιβλίο ήταν η απόλυτη απόλαυση για κείνη. Όμως στην κατάσταση που βρισκόταν οι τυπωμένες λέξεις είχαν χάσει τη μαγεία τους. Τριγυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο, παρατηρώντας διακριτικά τις δραστηριότητες των καλεσμένων. Σταματώντας στην πόρτα της αίθουσας μπιλιάρδου, κοίταξε τους άντρες

******ebook converter DEMO Watermarks*******


που κουβέντιαζαν νωχελικά κρατώντας τις στέκες και πίνοντας τα ποτά τους. Οι ήχοι από τις κοκάλινες μπάλες συνόδευαν τις αντρικές συζητήσεις. Την προσοχή της τράβηξε ο Μάθιου Σουίφτ, που φορούσε μόνο ένα πουκάμισο κι ήταν σκυμμένος πάνω από ένα τραπέζι, εκτελώντας μια άψογη βολή. Τα χέρια του ήταν επιδέξια με τη στέκα και τα μάτια του στένεψαν καθώς συγκεντρωνόταν στις μπάλες πάνω στο τραπέζι. Οι ατίθασες μπούκλες του είχαν πέσει για μια ακόμα φορά ακατάστατα στο μέτωπό του, κάνοντας την Ντέζι να θέλει να τις παραμερίσει. Μόλις ο Σουίφτ έριξε μια μπάλα στην τρύπα, ακολούθησαν γέλια και χειροκροτήματα και μερικά νομίσματα άλλαξαν χέρια. Ο Σουίφτ σηκώθηκε, χαμογέλασε και κάτι είπε στον αντίπαλό του που αποδείχτηκε πως ήταν ο λόρδος Γουέστκλιφ. Ο Γουέστκλιφ γέλασε σε αυτό που άκουσε κι έκανε τον γύρο του τραπεζιού με ένα σβηστό πούρο στα χείλη καθώς σκεφτόταν τις επιλογές του. Η χαλαρή ατμόσφαιρα μέσα στο δωμάτιο ήταν ολοφάνερη. Καθώς ο Γουέστκλιφ έκανε τον γύρο του τραπεζιού, είδε την Ντέζι να κοιτά από την πόρτα. Της έκλεισε το μάτι. Εκείνη ζάρωσε σαν τρομαγμένη χελώνα στο καβούκι της. Ήταν γελοίο να τριγυρίζει στην έπαυλη ελπίζοντας να ρίξει κλεφτές ματιές στον Μάθιου Σουίφτ. Εκνευρισμένη με τον εαυτό της, η Ντέζι έφυγε από την αίθουσα μπιλιάρδου και πήγε προς το χολ και τη μεγάλη σκάλα. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά μέχρι το μεγάλο σαλόνι. Εκεί είδε την Άναμπελ και την Ιβ με τη Λίλιαν, που ήταν κουλουριασμένη στον καναπέ. Ήταν χλωμή και σφιγμένη και το μέτωπό της χάραζαν λεπτές ρυτίδες. Είχε τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από την κοιλιά της. «Είκοσι λεπτά», είπε η Ιβ με τα μάτια στυλωμένα στο ρολόι του τοίχου. «Δεν έρχονται ακόμα τακτικά», παρατήρησε η Άναμπελ. Βούρτσισε τα μαλλιά της Λίλιαν και με επιδέξιες κινήσεις έπλεξε τις βαριές μαύρες τούφες σε πλεξούδα. «Τι δεν έρχεται τακτικά;» ρώτησε η Ντέζι μπαίνοντας στο δωμάτιο. «Και γιατί κοιτάς το…» Ξαφνικά κατάλαβε και χλώμιασε. «Θεέ μου. Άρχισαν οι πόνοι της γέννας, Λίλιαν;» Η αδελφή της κούνησε σαστισμένη το κεφάλι της. «Όχι οι κανονικοί πόνοι. Ένα σφίξιμο στην κοιλιά μόνο. Ξεκίνησε μετά το μεσημεριανό και μετά πάλι μία ώρα αργότερα και μετά πάλι μισή ώρα αργότερα και το τελευταίο μετά από είκοσι λεπτά».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Το ξέρει ο Γουέστκλιφ;» ρώτησε ξέπνοα η Ντέζι. «Να πάω να του το πω;» «Όχι», είπαν με μια φωνή και οι τρεις. «Δεν υπάρχει ακόμα λόγος να τον ανησυχήσουμε», πρόσθεσε η Λίλιαν συνεσταλμένα. «Άσε τον Γουέστκλιφ να απολαύσει το απόγευμά του με τους φίλους του. Με το που θα το μάθει, θα έρθει εδώ και θ’ αρχίσει να βηματίζει πέρα δώθε δίνοντας διαταγές και θα μας πάρει τα κεφάλια. Ειδικά το δικό μου». «Τη μητέρα; Να τη φωνάξω αυτή;» Η Ντέζι έπρεπε να ρωτήσει, αν και ήξερε την απάντηση. Η Μερσέντες δεν ήταν άνθρωπος της παρηγοριάς και, παρότι είχε γεννήσει πέντε παιδιά, αηδίαζε ακόμα και στην αναφορά οποιασδήποτε λειτουργίας του σώματος. «Πονάω ήδη αρκετά», είπε ξερά η Λίλιαν. «Όχι, μην πεις στη μητέρα τίποτα ακόμα. Θα νιώσει υποχρεωμένη να καθίσει εδώ μαζί μου για τα προσχήματα κι αυτό θα με κάνει έξαλλη. Αυτή τη στιγμή μόνο εσάς τις τρεις χρειάζομαι». Παρά τον κατηγορηματικό τόνο της, έπιασε σφιχτά το χέρι της Ντέζι. Η γέννα ήταν τρομακτικό πράγμα, ειδικά την πρώτη φορά, και η Λίλιαν δεν αποτελούσε εξαίρεση. «Η Άναμπελ λέει ότι αυτό μπορεί να συνεχιστεί για μέρες», είπε στην Ντέζι, στριφογυρίζοντας κωμικά τα μάτια της. «Που σημαίνει ότι μπορεί να μην είμαι τόσο γλυκομίλητη». «Δεν πειράζει, καλή μου. Δείξε μας τον χειρότερο εαυτό σου». Κρατώντας το χέρι της Λίλιαν η Ντέζι γονάτισε στο χαλί. Το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν το ρολόι του τοίχου. Ανάμεσα στα ενωμένα χέρια των δύο αδελφών, οι παλμοί ενώνονταν σαν ένας. Η Ντέζι δεν ήξερε αν έδινε παρηγοριά στην αδελφή της ή αν έπαιρνε παρηγοριά από εκείνη. Είχε έρθει η ώρα της Λίλιαν και η Ντέζι φοβόταν για κείνη, για τον πόνο και τις πιθανές επιπλοκές και το γεγονός ότι η ζωή δεν θα ήταν πια ίδια μετά από αυτό. Κοίταξε την Ιβ, που της χάρισε ένα χαμόγελο, και την Άναμπελ, της οποίας το πρόσωπο ήταν καθησυχαστικά ήρεμο. Θα βοηθούσαν η μία την άλλη σε όλες τις προκλήσεις και τις χαρές και τους φόβους της ζωής τους, σκέφτηκε η Ντέζι και ξαφνικά πλημμύρισε από αγάπη για όλες τους. «Ποτέ δεν θα ζήσω μακριά σας», είπε. «Θέλω να είμαστε για πάντα μαζί. Δεν θα άντεχα να χάσω καμιά σας».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 9 Καθώς το απόγευμα έδινε τη θέση του στο σούρουπο, η βροχή μετατράπηκε από ανοιξιάτικη μπόρα σε καταιγίδα. Ο άνεμος μαστίγωνε με τις σταγόνες της βροχής τα παράθυρα και τους όμορφα κλαδεμένους θάμνους και τα δέντρα, ενώ κεραυνοί έσκιζαν τον ουρανό. Οι τέσσερις φίλες έμειναν στο σαλόνι του αρχοντικού, χρονομετρώντας τις συσπάσεις της Λίλιαν, μέχρι που έφτασαν να απέχουν δέκα λεπτά. Η Λίλιαν είχε αρχίσει να αγχώνεται, αν και προσπαθούσε να το κρύψει. Η Ντέζι κατάλαβε ότι η αδελφή της δυσκολευόταν να παραδοθεί στην αναπόφευκτη διαδικασία που έπαιρνε τον έλεγχο του σώματός της. «Αποκλείεται να είσαι άνετα στον καναπέ», είπε τελικά η Άναμπελ, σηκώνοντας όρθια τη Λίλιαν. «Έλα, καλή μου. Ώρα να πάμε στο κρεβάτι». «Μήπως να…» άρχισε να λέει η Ντέζι, πιστεύοντας ότι έπρεπε επιτέλους να καλέσουν τον Γουέστκλιφ. «Ναι, έτσι νομίζω», είπε η Άναμπελ ενώ έπιανε γερά τη Λίλιαν από τη μέση. «Και ψαλίδι και ένα μπουκάλι με ζεστό νερό. Και πες στην οικονόμο να στείλει λίγο λάδι βαλεριάνας και τσάι από φύλλα δρόγης και αγριοκαρδαμούδας». Όσο οι άλλες βοηθούσαν τη Λίλιαν να περπατήσει μέχρι την κρεβατοκάμαρα, η Ντέζι έτρεξε κάτω. Πήγε στην αίθουσα μπιλιάρδου, αλλά τη βρήκε άδεια και μετά έτρεξε μέχρι τη βιβλιο​θήκη και ένα από τα κύρια σαλόνια. Πουθενά ο Γουέστκλιφ. Μετριάζοντας την αγωνία της, η Ντέζι πίεσε τον εαυτό της να περάσει αργά και ήρεμα δίπλα από κάποιους καλεσμένους στον διάδρομο και πήγε στο γραφείο του Γουέστκλιφ. Προς μεγάλη της ανακούφιση, ήταν εκεί με τον πατέρα της, τον κύριο Χαντ και τον Μάθιου Σουίφτ. Συνομιλούσαν ζωηρά χρησιμοποιώντας φράσεις όπως «ανεπάρκεια δικτύου διανομής» και «κέρδη ανά μονάδα». Αντιλαμβανόμενοι την παρουσία της στην πόρτα, οι άντρες σήκωσαν τα μάτια. Ο Γουέστκλιφ σηκώθηκε από το μπράτσο της καρέκλας του γραφείου του. «Λόρδε μου», είπε η Ντέζι, «θα μπορούσα να σας μιλήσω για λίγο;» Παρόλο που μίλησε ήρεμα, κάτι στην έκφρασή της πρέπει να τον ανησύχησε και πήγε ευθύς αμέσως κοντά της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ναι, Ντέζι;» «Για την αδελφή μου πρόκειται», ψιθύρισε. «Φαίνεται πως ξεκίνησε ο τοκετός». Ποτέ δεν είχε δει τον κόμη τόσο ξαφνιασμένο. «Μα είναι πολύ νωρίς», είπε. «Προφανώς το μωρό έχει άλλη γνώμη». «Μα… αυτό είναι εκτός προγράμματος». Ο κόμης έμοιαζε πραγματικά σαστισμένος που το παιδί δεν τήρησε το πρόγραμμα πριν έρθει στον κόσμο. «Όχι απαραίτητα», απάντησε λογικά η Ντέζι. «Είναι πιθανόν ο γιατρός να υπολόγισε λανθασμένα την ημερομηνία γέννησης. Τελικά μόνο να μαντέψει μπορεί κανείς». Ο Γουέστκλιφ συνοφρυώθηκε. «Θα περίμενα μεγαλύτερη ακρίβεια! Σε έναν μήνα το έργο…» Μια νέα σκέψη πέρασε από το μυαλό του και χλώμιασε. «Μήπως είναι πρόωρο το μωρό;» Παρόλο που και η Ντέζι είχε αναρωτηθεί το ίδιο, κούνησε αμέσως το κεφάλι της. «Σε μερικές γυναίκες η εγκυμοσύνη φαίνεται πιο νωρίς και σε άλλες πιο αργά. Και η αδελφή μου είναι πολύ αδύνατη. Είμαι σίγουρη πως το μωρό είναι μια χαρά». Του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Οι πόνοι ξεκίνησαν εδώ και τέσσερις με πέντε ώρες και τώρα έρχονται ανά διαστήματα δέκα λεπτών και η Άναμπελ λέει…» «Πονάει εδώ και τόσες ώρες και δεν έχω ενημερωθεί;» φώναξε οργισμένος ο Γουέστκλιφ. «Δεν είναι τοκετός μέχρι τα διαστήματα ανάμεσα στους πόνους να είναι τακτικά και είπε ότι δεν ήθελε να σε ενοχλήσει μέχρι…» Ο Γουέστκλιφ είπε μια βρισιά που ξάφνιασε την Ντέζι. Γύρισε και έδειξε τον Σάιμον Χαντ με ένα τρεμάμενο δάχτυλο. «Γιατρό», φώναξε κι άρχισε να τρέχει. Ο Σάιμον Χαντ δεν φάνηκε να εκπλήσσεται από την πρωτόγονη συμπεριφορά του Γουέστκλιφ. «Ο φουκαράς», είπε χαμογελώντας πηγαίνοντας στο γραφείο για να βάλει μια πένα στη βάση της. «Γιατί σου είπε έτσι;» ρώτησε ο Τόμας Μπόουμαν, ζαλισμένος από το μπράντι που έπινε όλο το βράδυ. «Νομίζω πως θέλει να φωνάξω τον γιατρό», απάντησε ο Χαντ. «Πράγμα που σκοπεύω να κάνω αμέσως».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δυστυχώς προέκυψαν δυσκολίες κι ο γιατρός, ένας αξιοσέβαστος ηλικιωμένος άντρας που έμενε στο χωριό, δεν κατάφερε να έρθει. Ο υπηρέτης που έστειλαν να τον φωνάξει επέστρεψε λέγοντας ότι την ώρα που τον συνόδευε στην άμαξα του Γουέστκλιφ ο γιατρός τραυματίστηκε. «Πώς;» ρώτησε απότομα ο Γουέστκλιφ, που βγήκε από την κρεβατοκάμαρα για να μάθει τα νέα. Στον διάδρομο περίμενε μια μικρή παρέα, που αποτελούνταν από την Ντέζι, την Ιβ, τον Σεντ Βίνσεντ, τον κύριο Χαντ και τον κύριο Σουίφτ. Η Άναμπελ ήταν μέσα με τη Λίλιαν. «Λόρδε μου», είπε ο υπηρέτης στον Γουέστκλιφ, «ο γιατρός γλίστρησε σε μια βρεγμένη πλάκα κι έπεσε πριν προλάβω να τον πιάσω. Τραυματίστηκε στο πόδι. Λέει ότι δεν πιστεύει ότι το έσπασε, όμως δεν μπορεί να έρθει να βοηθήσει τη λαίδη Γουέστκλιφ». Τα σκούρα μάτια του κόμη απέκτησαν μια άγρια γυαλάδα. «Γιατί δεν τον κρατούσες από το μπράτσο; Για όνομα του Θεού, ένα απολίθωμα είναι! Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να περπατήσει σε βρεγμένο πεζοδρόμιο». «Αν είναι τόσο γέρος», ρώτησε εύλογα ο Σάιμον Χαντ, «πώς θα βοηθούσε τη λαίδη Γουέστκλιφ;» Ο κόμης συνοφρυώθηκε. «Αυτός ο γιατρός έχει μεγαλύτερη εμπειρία στις γέννες απ’ ό,τι όλοι οι άλλοι γιατροί στο Πόρτσμουθ. Έχει ξεγεννήσει ολόκληρες γενιές των Μάρσντεν». «Απ’ ό,τι φαίνεται», είπε ο λόρδος Σεντ Βίνσεντ, «ο τελευταίος Μάρσντεν θα γεννηθεί μόνος του». Γύρισε στον υπηρέτη. «Εκτός κι αν ο γιατρός γνωρίζει κάποιο αντικαταστάτη;» «Ναι, λόρδε μου», είπε αμήχανα ο υπηρέτης. «Μου είπε ότι υπάρχει μια μαία στο χωριό». «Τότε τράβα αμέσως να τη φέρεις», γάβγισε ο Γουέστκλιφ. «Το έκανα ήδη, λόρδε μου. Αλλά… είναι λίγο μεθυσμένη». Ο Γουέστκλιφ τον κοίταξε βλοσυρά. «Φέρ’ την ούτως ή άλλως. Αυτή τη στιγμή δεν θα κάνω θέμα για ένα δυο ποτηράκια κρασί». «Εεε, λόρδε μου… είναι κάπως περισσότερο από λίγο μεθυσμένη». Ο κόμης τον κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αφτιά του. «Διάβολε, πόσο μεθυσμένη είναι;» «Νομίζει πως είναι η βασίλισσα. Με μάλωσε γιατί ανέβηκα στο τρένο της». Μια σύντομη σιωπή ακολούθησε καθώς όλοι προσπαθούσαν να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χωνέψουν αυτά που άκουγαν. «Θα κάνω φόνο», είπε ο κόμης δίχως να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα και τότε μια κραυγή της Λίλιαν μέσα από το δωμάτιο έκανε το αίμα του να παγώσει. «Μάρκους!» «Έρχομαι», φώναξε ο Γουέστκλιφ, γυρίζοντας να κοιτάξει απειλητικά τον υπηρέτη. «Βρες κάποιον», έφτυσε. «Έναν γιατρό. Μια μαία. Μια χαρτορίχτρα. Απλώς φέρε… κάποιον… τώρα». Ο Γουέστκλιφ εξαφανίστηκε μέσα στο δωμάτιο και η ατμόσφαιρα φάνηκε να δονείται και να βγαίνει καπνός πίσω του, σαν να έπεσε μόλις ένας κεραυνός. Μια βροντή αντήχησε από τον ουρανό, κάνοντας τους πολυελαίους να τρίξουν και το πάτωμα να σειστεί. Ο υπηρέτης ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Δέκα χρόνια εργάζομαι για την εξοχότητά του και τώρα θα απολυθώ…» «Γύρνα στον γιατρό και μάθε αν είναι καλύτερα το πόδι του», είπε ο Σάιμον Χαντ. «Αν όχι, ρώτα τον αν ξέρει κανέναν ειδικευόμενο ή φοιτητή που να μας κάνει για αντικαταστάτης. Στο μεταξύ εγώ θα πάω να δω μήπως βρω κανέναν στο διπλανό χωριό». Ο Μάθιου Σουίφτ, που μέχρι τώρα δεν είχε μιλήσει καθόλου, ρώτησε ήρεμα: «Από ποιο δρόμο θα πας;» «Από τον ανατολικό», είπε ο Χαντ. «Εγώ τότε από τον δυτικό». Η Ντέζι κοίταξε τον Σουίφτ με έκπληξη και ευγνωμοσύνη. Η καταιγίδα θα καθιστούσε τη διαδρομή επικίνδυνη, για να μην πούμε και αδιάβατη. Το γεγονός ότι ο Σουίφτ, που ήξερε την αντιπάθεια της Λίλιαν για κείνον, προθυμοποιούνταν να υποστεί κάτι τέτοιο για χάρη της τον ανέβασε πολλούς βαθμούς στην εκτίμηση της Ντέζι. «Τότε υποθέτω πως εγώ θα πάω από τον νότιο δρόμο», είπε ο λόρδος Σεντ Βίνσεντ. «Ήταν ανάγκη να γεννήσει το παιδί μέσα σε βιβλική καταστροφή;» «Θα προτιμούσες να μείνεις εδώ με τον Γουέστκλιφ;» ρώτησε ειρωνικά ο Σάιμον Χαντ. Ο Σεντ Βίνσεντ τον κοίταξε χαμογελώντας αχνά. «Πάω να πάρω το καπέλο μου». Δύο ώρες είχαν περάσει από την αναχώρηση των αντρών και ο τοκετός της Λίλιαν προχωρούσε. Οι πόνοι έγιναν τόσο έντονοι, που της έκοβαν την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ανάσα. Έσφιγγε το χέρι του άντρα της με τόση δύναμη, που θα μπορούσε να του σπάσει τα κόκαλα, αλλά εκείνος δεν ένιωθε το παραμικρό. Ήταν υπομονετικός, της ψιθύριζε γλυκόλογα, της σκούπιζε το πρόσωπο με δροσερό πανί, της έδινε να πιει ζωμό δρόγης και της έκανε μασάζ στη μέση και στα πόδια για να χαλαρώνει. Η Άναμπελ αποδείχτηκε τόσο ικανή, που η Ντέζι ήταν σίγουρη ότι καμιά μαία δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα. Έβαλε τη ζεστή μποτίλια στη μέση της Λίλιαν και τη βοηθούσε να ξεπερνά τους πόνους, λέγοντάς της ότι, αφού η ίδια είχε καταφέρει να επιβιώσει από αυτό, σίγουρα θα τα κατάφερνε και η Λίλιαν. Η Λίλιαν έτρεμε μετά από κάθε δυνατή σύσπαση. Η Άναμπελ της κρατούσε σφιχτά το χέρι. «Δεν χρειάζεται να μένεις σιωπηλή, καλή μου. Ούρλιαξε ή βρίσε αν αυτό σε βοηθά να ανακουφιστείς». Η Λίλιαν κούνησε αδύναμα το κεφάλι. «Δεν έχω την ενέργεια να ουρλιάξω. Θα έχω περισσότερη δύναμη αν κρατηθώ». «Κι εγώ έτσι έκανα. Αν και σε προειδοποιώ, κανένας δεν θα σου δείξει συμπόνια αν το αντέξεις στωικά». «Δεν θέλω συμπόνια», είπε ξέπνοα η Λίλιαν, κλείνοντας τα μάτια στον ερχομό κι άλλης σύσπασης. «Θέλω απλώς… να ξεμπερδεύω». Βλέποντας το τραβηγμένο πρόσωπο του Γουέστκλιφ, η Ντέζι σκέφτηκε ότι, ανεξάρτητα από το αν ήθελε συμπόνια η Λίλιαν, ο άντρας της ξεχείλιζε από αυτή. «Κανονικά δεν έπρεπε να είσαι εδώ μέσα», είπε η Λίλιαν στον Γουέστκλιφ όταν πέρασε κι αυτός ο πόνος. Γράπωσε το χέρι του λες και από αυτό εξαρτιόταν η ζωή της. «Υποτίθεται ότι έπρεπε να είσαι κάτω, να διασκεδάζεις και να πίνεις». «Θεέ και Κύριε, γυναίκα», μουρμούρισε ο Γουέστκλιφ, σκουπίζοντας το μουσκεμένο πρόσωπό της με ένα στεγνό πανί, «εγώ σου το έκανα αυτό. Δεν πρόκειται να σε αφήσω να το περάσεις μόνη σου». Αυτό έφερε ένα αχνό χαμόγελο στα ξερά χείλη της Λίλιαν. Ακούστηκε ένα σύντομο, δυνατό χτύπημα στην πόρτα και η Ντέζι έτρεξε ν’ ανοίξει. Αντίκρισε τον Μάθιου Σουίφτ λαχανιασμένο και μούσκεμα από τη βροχή και τη λάσπη. Ανακούφιση την πλημμύρισε. «Δόξα τω Θεώ», φώναξε. «Κανείς άλλος δεν έχει έρθει ακόμα. Βρήκες κάποιον;» «Ναι και όχι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η εμπειρία είχε διδάξει την Ντέζι ότι όταν άκουγε «ναι και όχι» το αποτέλεσμα σπάνια ήταν το επιθυμητό. «Τι εννοείς;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Έρχεται αμέσως, πλένει τα χέρια του. Οι δρόμοι έχουν μετατραπεί σε λάσπη, παντού λακκούβες και βροντάει τρελά. Ήταν θαύμα που το άλογο δεν αφήνιασε ή δεν έσπασε κανένα πόδι». Ο Σουίφτ έβγαλε το καπέλο του και σκούπισε το μέτωπό του με το μανίκι του, αφήνοντας μια γραμμή από λάσπη στο πρόσωπό του. «Βρήκες, όμως, γιατρό;» ρώτησε η Ντέζι, δίνοντάς του μια καθαρή πετσέτα από το καλάθι. «Όχι. Οι γείτονες είπαν ότι ο γιατρός έχει πάει στο Μπράιτον για μερικές μέρες». «Καμιά μαία τότε…» «Έχει δουλειά», είπε κοφτά ο Σουίφτ. «Ξεγεννάει δύο άλλες γυναίκες του χωριού αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Είπε ότι συμβαίνει συχνά σε τρομερές καταιγίδες, κάτι στην ατμόσφαιρα κάνει τις γυναίκες να γεννούν». Η Ντέζι τον κοίταξε σαστισμένη. «Ποιον έφερες τότε;» Δίπλα στον Σουίφτ εμφανίστηκε ένας φαλακρός άντρας με καστανά μάτια. Ήταν βρεγμένος αλλά καθαρός –τουλάχιστον πιο καθαρός από τον Σουίφτ– και με αξιοσέβαστη όψη. «Καλησπέρα, δεσποινίς», είπε συνεσταλμένα. «Τον λένε Μέριτ», είπε ο Σουίφτ στην Ντέζι. «Είναι κτηνίατρος». «Τι πράγμα;» Παρόλο που η πόρτα ήταν σχεδόν κλειστή, οι άνθρωποι μέσα μπορούσαν να ακούσουν τι έλεγαν. Από το κρεβάτι ακούστηκε η στριγκή φωνή της Λίλιαν. «Γιατρό για ζώα μου έφερες;» «Τον σύστησαν ως τον καλύτερο», είπε ο Σουίφτ. Αφού η Λίλιαν ήταν σκεπασμένη με τα σεντόνια, η Ντέζι άνοιξε λίγο την πόρτα για να μπορέσει να δει τον άντρα. «Τι εμπειρία έχεις;» ρώτησε απαιτητικά η Λίλιαν τον Μέριτ. «Χτες ξεγέννησα μια σκύλα. Και πριν από αυτή…» «Δεν διαφέρει και πολύ», είπε ο Γουέστκλιφ βιαστικά, καθώς η Λίλιαν του έσφιξε το χέρι για ν’ αντέξει την επόμενη σύσπαση. «Πέρνα μέσα». Η Ντέζι έβαλε τον άντρα στο δωμάτιο και βγήκε κρατώντας μια δεύτερη καθαρή πετσέτα. «Θα πήγαινα και σε άλλο χωριό», είπε ο Σουίφτ κάπως απολογητικά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν ξέρω αν θα βοηθήσει ο Μέριτ. Αλλά οι βάλτοι και τα ρυάκια έχουν ξεχειλίσει και οι δρόμοι είναι αδιάβατοι. Και δεν θα επέστρεφα με άδεια χέρια». Έκλεισε τα μάτια του για λίγο με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα και η Ντέζι κατάλαβε πόσο κουραστική θα πρέπει να ήταν η διαδρομή μέσα στην καταιγίδα. Αξιόπιστος, σκέφτηκε η Ντέζι. Τυλίγοντας τη γωνία της καθαρής πετσέτας γύρω από τα δάχτυλά της, σκούπισε τη λάσπη από το πρόσωπό του και τις σταγόνες της βροχής από το μιας μέρας αξύριστο μούσι του. Η αξυρισιά του τη γοήτευε. Ήθελε να την αγγίξει με το χέρι της. Ο Σουίφτ έμεινε ακίνητος, με το κεφάλι σκυμμένο για να τον φτάνει καλύτερα. «Ελπίζω οι άλλοι να είχαν καλύτερη τύχη». «Μπορεί να μην προλάβουν να έρθουν εγκαίρως», απάντησε η Ντέζι. «Ο τοκετός έχει προχωρήσει πολύ την τελευταία ώρα». Τράβηξε πίσω το κεφάλι του λες και το άγγιγμά της τον ενοχλούσε. «Δεν θα μπεις πάλι μέσα;» Η Ντέζι κούνησε το κεφάλι της. «Η παρουσία μου περιττεύει. Η Λίλιαν μισεί τον πολύ κόσμο και η Άναμπελ είναι πολύ πιο ικανή να τη βοηθήσει. Αλλά θα περιμένω εδώ… μήπως με ζητήσει». Παίρνοντας την πετσέτα από τα χέρια της, ο Σουίφτ σκούπισε τα μαλλιά του, που η βροχή τα είχε κάνει να γυαλίζουν. «Επιστρέφω αμέσως», είπε. «Πάω να πλυθώ λίγο και να βάλω στεγνά ρούχα». «Οι γονείς μου και η λαίδη Σεντ Βίνσεντ περιμένουν στο σαλόνι», είπε η Ντέζι. «Μπορείς να μείνεις μαζί τους – θα είσαι πολύ πιο άνετα απ’ ό,τι εδώ». Όταν, όμως, ο Σουίφτ επέστρεψε, δεν πήγε στο σαλόνι. Ήρθε κοντά της. Εκείνη καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο. Χαμένη στις σκέψεις της, δεν τον αντιλήφθηκε μέχρι να φτάσει δίπλα της. Ντυμένος με καθαρά ρούχα και με τα μαλλιά ακόμα νωπά, την κοιτούσε από ψηλά. «Μπορώ;» Η Ντέζι δεν κατάλαβε ακριβώς τι τη ρωτούσε, αλλά έγνεψε. Ο Σουίφτ κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα ακριβώς σαν εκείνη. Δεν είχε καθίσει ποτέ έτσι με κύριο και σίγουρα δεν περίμενε πως θα το έκανε με τον Μάθιου Σουίφτ. Της έδωσε ένα ποτήρι με ένα πλούσιο, πορφυρό υγρό. Το πήρε κάπως έκπληκτη και το έφερε κοντά στο πρόσωπό της για να το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μυρίσει. «Μαδέρα», του είπε χαμογελώντας. «Ευχαριστώ. Αν και από τη στιγμή που δεν έχει γεννηθεί ακόμα το μωρό είναι νωρίς για να το γιορτάζουμε». «Δεν είναι για να το γιορτάσουμε. Για να σε χαλαρώσει το έφερα». «Πώς ήξερες ποιο είναι το αγαπημένο μου κρασί;» ρώτησε. Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Στην τύχη μάντεψα». Όμως η Ντέζι ήξερε ότι δεν ήταν στην τύχη. Δεν μιλούσαν πολύ μεταξύ τους, κάθονταν απλώς συντροφικά. «Τι ώρα είναι;» ρωτούσε η Ντέζι κάθε λίγο κι εκείνος έβγαζε το ρολόι από την τσέπη του. Γεμάτη περιέργεια για τα μαραφέτια που περιείχε αυτή η τσέπη, η Ντέζι απαίτησε να δει τι είχε μέσα εκεί. «Θα απογοητευτείς», είπε ο Σουίφτ βγάζοντας τα διάφορα αντικείμενα. Τα έριξε στα πόδια της και η Ντέζι άρχισε να τα περιεργάζεται. «Είσαι χειρότερος κι από νυφίτσα», του είπε χαμογελώντας. Μπροστά της είχε τον σουγιά και την πετονιά, μερικά κέρματα, μια πένα, ένα ζευγάρι γυαλιά, ένα μικρό κομμάτι σαπούνι –του Μπόουμαν, φυσικά– κι ένα διπλωμένο χαρτάκι που περιείχε σκόνη από φλοιό ιτιάς. Κρατώντας το χαρτάκι ανάμεσα στα δάχτυλά της, η Ντέζι ρώτησε: «Έχεις πονοκεφάλους, κύριε Σουίφτ;» «Όχι. Αλλά έχει ο πατέρας σου όποτε λαμβάνει δυσάρεστα νέα. Και συνήθως είμαι εγώ αυτός που του τα λέω». Η Ντέζι γέλασε και πήρε στα χέρια της μια ασημένια θήκη σπίρτων από τον σωρό πάνω στα πόδια της. «Γιατί σπίρτα; Νόμιζα πως δεν καπνίζεις». «Κανείς δεν ξέρει πότε μπορεί να χρειαστεί μια φωτιά». Η Ντέζι πήρε ένα χαρτάκι γεμάτο καρφίτσες και τον κοίταξε σηκώνοντας απορημένη τα φρύδια. «Τις χρησιμοποιώ για να συρράπτω έγγραφα», εξήγησε. «Αλλά μου έχουν χρησιμεύσει και αλλού». «Υπάρχει καμιά περίπτωση για την οποία δεν είσαι προετοιμασμένος, κύριε Σουίφτ;» του είπε περιπαικτικά. «Δεσποινίς Μπόουμαν, αν είχα αρκετές τσέπες θα μπορούσα να σώσω τον κόσμο». Ήταν ο τρόπος που το είπε, με κάποια νοσταλγική αλαζονεία με σκοπό να τη διασκεδάσει, αυτό που κατέρριψε τις άμυνες της Ντέζι. Γέλασε κι ένιωσε μια ζεστασιά, παρόλο που ήξερε ότι η συμπάθειά της προς αυτόν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


δεν θα βελτίωνε ούτε στο ελάχιστο την κατάστασή της. Σκύβοντας πάνω από τον σωρό των αντικειμένων, περιεργάστηκε κάποιες μικρές κάρτες δεμένες με κλωστή. «Μου είπαν να φέρω στην Αγγλία τόσο τις επαγγελματικές κάρτες μου όσο και τις κάρτες επισκέψεων», είπε ο Σουίφτ. «Αν και δεν είμαι σίγουρος πού είναι η διαφορά». «Ποτέ δεν πρέπει να αφήνεις επαγγελματική κάρτα όταν επισκέπτεσαι έναν Άγγλο», τον συμβούλευσε η Ντέζι. «Θεωρείται αγενές, υπονοεί ότι θέλεις να εισπράξεις χρήματα ή κάτι τέτοιο». «Συνήθως αυτό κάνω». Η Ντέζι χαμογέλασε. Βρήκε ακόμα ένα ενδιαφέρον αντικείμενο και το σήκωσε να το περιεργαστεί. Ένα κουμπί. Τα φρύδια της έσμιξαν μόλις κοίταξε την μπροστινή όψη του κουμπιού, η οποία είχε πάνω της χαραγμένο το σχήμα ενός ανεμόμυλου. Η πίσω όψη περιείχε μια μικροσκοπική τούφα μαύρων μαλλιών πίσω από μια λεπτή επιφάνεια γυαλιού στερεωμένη με έναν δακτύλιο από χαλκό. Ο Σουίφτ χλώμιασε και έκανε να της το πάρει, αλλά η Ντέζι το τράβηξε πίσω, κλείνοντάς το στη χούφτα της. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. «Το έχω ξαναδεί αυτό», είπε. «Η μητέρα μου είχε φτιάξει ένα παλτό για τον πατέρα μου με πέντε τέτοια κουμπιά. Το ένα είχε χαραγμένο έναν ανεμόμυλο, το άλλο ένα δέντρο, το άλλο μια γέφυρα… έπαιρνε μια τούφα μαλλιά από κάθε παιδί της και την έβαζε μέσα σε κάθε κουμπί. Τη θυμάμαι να μου κόβει μια τούφα μαλλιά από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου, όπου δεν θα φαινόταν». Ακόμα δίχως να την κοιτάζει, ο Σουίφτ μάζεψε τα αντικείμενα και τα έβαλε προσεκτικά πάλι στην τσέπη του. Η σιωπή συνεχιζόταν και η Ντέζι μάταια περίμενε κάποια εξήγηση. Τελικά άπλωσε το χέρι και τον έπιασε από το μανίκι. Το μπράτσο του κοκάλωσε κι έμεινε να κοιτάζει τα δάχτυλά της πάνω στο ύφασμα του σακακιού του. «Πώς ήρθε στα χέρια σου;» του ψιθύρισε. Ο Σουίφτ έκανε τόση ώρα να απαντήσει, που η Ντέζι νόμιζε πως δεν θα το έκανε ποτέ. Τελικά μίλησε με μια ήρεμη τραχύτητα που έκανε την καρδιά της να σφιχτεί. «Ο πατέρας σου φορούσε το παλτό στα γραφεία της εταιρείας. Το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


θαύμαζαν πολλοί. Αλλά μια μέρα είχε νευριάσει και όπως εκσφενδόνισε ένα μπουκαλάκι μελάνι αυτό χύθηκε πάνω του. Το παλτό καταστράφηκε. Αντί να αντιμετωπίσει τη μητέρα σου, έδωσε το παλτό σ’ εμένα, με τα κουμπιά και όλα, και μου είπε να το πετάξω». «Όμως εσύ κράτησες ένα κουμπί». Τα πνευμόνια της φούσκωσαν μέχρι που το στήθος της σφίχτηκε κι η καρδιά της άρχισε να χτυπά ξέφρενα. «Τον ανεμόμυλο. Το δικό μου δηλαδή. Κουβαλάς… κουβαλάς μια τούφα από τα μαλλιά μου εδώ και τόσα χρόνια;» Ακόμα μια ατελείωτη σιωπή. Η Ντέζι δεν θα μάθαινε ποτέ πώς ή αν θα απαντούσε, γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκε στον διάδρομο η φωνή της Άναμπελ. «Ντέζιιιι!» Κρατώντας ακόμα το κουμπί, η Ντέζι κατάφερε να σηκωθεί. Ο Σουίφτ σηκώθηκε με μια ρευστή κίνηση, πρώτα βοηθώντας εκείνη και μετά περνώντας το χέρι του γύρω από τον καρπό της. Πέρασε το άλλο χέρι του κάτω από το δικό της και της έριξε ένα αδιευκρίνιστο βλέμμα. Ήθελε πίσω το κουμπί, κατάλαβε η Ντέζι, γελώντας σαν να μην πίστευε αυτό που συνέβαινε. «Είναι δικό μου», διαμαρτυρήθηκε. Όχι επειδή ήθελε το καταραμένο κουμπί, αλλά επειδή ήταν παράξενο να συνειδητοποιεί ότι είχε αυτό το μικρό κομμάτι της μαζί του τόσα χρόνια. Φοβόταν για το τι μπορεί να σήμαινε αυτό. Ο Σουίφτ ούτε κουνήθηκε ούτε μίλησε, απλώς περίμενε υπομονετικά μέχρι που η Ντέζι άνοιξε τα δάχτυλά της και άφησε το κουμπί να πέσει στην παλάμη του. Το έβαλε στην τσέπη του και της άφησε το χέρι. Σαστισμένη, η Ντέζι έτρεξε στο δωμάτιο της αδελφής της. Μόλις άκουσε το κλάμα του μωρού, η ανάσα της σταμάτησε από τη χαρά της. Η πόρτα του δωματίου απείχε μόλις μερικά μέτρα, αλλά στην Ντέζι φάνηκαν χιλιόμετρα. Η Άναμπελ τη συνάντησε στην πόρτα, εξαντλημένη αλλά με ένα πλατύ χαμόγελο. Και στα χέρια της κρατούσε ένα μπογαλάκι τυλιγμένο με καθαρά πανιά. Η Ντέζι έφερε το χέρι στο στόμα της και κούνησε απαλά το κεφάλι της γελώντας, παρόλο που τα μάτια της έτσουζαν από τα δάκρυα. «Ω Θεέ μου», είπε, κοιτάζοντας το ροδαλό μωράκι, τα φωτεινά σκούρα μάτια του, τα πυκνά μαύρα μαλλιά του. «Πες γεια στην ανιψιά σου», είπε η Άναμπελ, δίνοντάς της προσεκτικά το βρέφος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ντέζι το πήρε απαλά στα χέρια της, έκπληκτη με το πόσο ελαφρύ ήταν. «Η αδελφή μου…» «Η Λίλιαν είναι μια χαρά», απάντησε αμέσως η Άναμπελ. «Τα πήγε περίφημα». Κρατώντας το μωρό, η Ντέζι μπήκε στο δωμάτιο. Η Λίλιαν ξεκουραζόταν πάνω σε μια στοίβα μαξιλάρια με τα μάτια κλειστά. Έμοιαζε μικροσκοπική πάνω στο μεγάλο κρεβάτι, με τα μαλλιά της πλεγμένα σε πλεξούδες σαν κοριτσάκι. Στο πλάι της ήταν ο Γουέστκλιφ, που έμοιαζε λες και είχε πολεμήσει στο Βατερλό. Ο κτηνίατρος ήταν στο λαβομάνο και σαπούνιζε τα χέρια του. Χάρισε στην Ντέζι ένα φιλικό χαμόγελο, το οποίο εκείνη του ανταπόδωσε. «Συγχαρητήρια, κύριε Μέριτ», είπε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, προσθέσατε καινούρια είδη στο ρεπερτόριό σας». Η Λίλιαν σάλεψε στο άκουσμα της φωνής της. «Ντέζι;» Η Ντέζι την πλησίασε με το μωρό στην αγκαλιά της. «Ω Λίλιαν, είναι το πιο όμορφο πλασματάκι που έχω δει ποτέ μου». Η αδελφή της χαμογέλασε νυσταγμένα. «Κι εγώ έτσι νομίζω. Θα μπορούσες…» σταμάτησε για να χασμουρηθεί, «να το δείξεις στη μητέρα και στον πατέρα;» «Ναι, φυσικά. Πώς τη λένε;» «Μέριτ». «Θα τη βγάλεις σαν τον κτηνίατρο;» «Αποδείχτηκε πολύτιμος», απάντησε η Λίλιαν. «Και ο Γουέστκλιφ μου είπε πως συμφωνεί». Ο κόμης σκέπασε καλύτερα τη γυναίκα του με τα σεντόνια και τη φίλησε στο μέτωπο. «Ακόμα δεν έχεις κληρονόμο», του ψιθύρισε η Λίλιαν χαμογελώντας. «Υποθέτω πως θα πρέπει να κάνουμε κι άλλο». «Όχι, δεν θα κάνουμε», απάντησε βραχνά ο Γουέστκλιφ. «Δεν πρόκειται να το ξαναπεράσω αυτό». Χαρούμενη, η Ντέζι κοίταξε τη μικρή Μέριτ, που είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της. «Πάω να τη δείξω στους άλλους», είπε απαλά. Βγήκε στον διάδρομο και ξαφνιάστηκε που δεν είδε κανέναν. Ο Μάθιου Σουίφτ είχε φύγει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όταν η Ντέζι ξύπνησε το επόμενο πρωί, προς μεγάλη της ανακούφιση έμαθε ότι ο κύριος Χαντ και ο λόρδος Σεντ Βίνσεντ είχαν επιστρέψει ασφαλείς στο αρχοντικό του Στόνι Κρος. Ο Σεντ Βίνσεντ είχε βρει τον νότιο δρόμο αδιάβατο, αλλά ο κύριος Χαντ είχε περισσότερη τύχη. Είχε βρει έναν γιατρό στο γειτονικό χωριό, αλλά ο άνθρωπος δεν ήθελε να βγει στην επικίνδυνη καταιγίδα. Προφανώς ο Χαντ χρειάστηκε να τον εκφοβίσει για να τον πείσει. Μόλις έφτασαν στην έπαυλη, ο γιατρός εξέτασε τη Λίλιαν και τη Μέριτ και ανακοίνωσε ότι ήταν και οι δύο σε άριστη κατάσταση. Κατά τη γνώμη του το μωρό ήταν μικρό αλλά τέλεια σχηματισμένο με καλά ανεπτυγμένα πνευμόνια. Οι καλεσμένοι στο αρχοντικό δέχτηκαν τα νέα της γέννας ρωτώντας μόνο για το φύλο του μωρού. Αλλά βλέποντας τον Γουέστκλιφ να κρατά τη νεογέννητη κόρη του και ακούγοντάς τον να της υπόσχεται πόνι και κάστρα και ολόκληρα βασίλεια, η Ντέζι ήξερε ότι δεν θα ήταν πιο χαρούμενος αν έκανε αγόρι. Καθώς έτρωγε πρωινό με την Ιβ στην τραπεζαρία, η Ντέζι ένιωθε άπειρα και παράξενα συναισθήματα. Εκτός από τη χαρά που γεννήθηκε η ανιψιά της και η αδελφή της ήταν καλά, ένιωθε… νευρική. Ζαλισμένη. Ανυπόμονη. Και όλα αυτά εξαιτίας του Μάθιου Σουίφτ. Ήταν ευγνώμων που δεν τον είχε δει ακόμα σήμερα. Μετά από αυτό που ανακάλυψε το προηγούμενο βράδυ, δεν ήταν σίγουρη για την αντίδρασή της. «Ιβ», είπε χαμηλόφωνα, «θέλω να σου μιλήσω για κάτι. Πάμε μια βόλτα στον κήπο τώρα που σταμάτησε η καταιγίδα κι έχει βγει ο ήλιος;» «Φυσικά. Αν κι έξω έχει παντού λάσπες…» «Θα περπατήσουμε στο πλακόστρωτο μονοπάτι. Αλλά πρέπει να βγούμε έξω. Εδώ μπορεί να μας ακούσουν». Η Ιβ γούρλωσε τα μάτια κι ήπιε το τσάι της τόσο γρήγορα, που θα πρέπει να έκαψε τη γλώσσα της. Ο κήπος είχε καταστραφεί από την καταιγίδα. Στο συνήθως πεντακάθαρο μονοπάτι υπήρχαν σκόρπια φύλλα, μπουμπούκια και κλαδιά. Αλλά ο αέρας μοσχοβολούσε βρεγμένη γη και πέταλα. Εισπνέοντας τα αναζωογονητικά αρώματα, οι δύο φίλες περπάτησαν στο πλακόστρωτο δρομάκι. Έδεσαν το σάλι τους γύρω από τους ώμους τους, ενώ το αεράκι τις έσπρωχνε σαν ανυπόμονο παιδί προτρέποντάς τες να ταχύνουν το βήμα τους. Η Ντέζι δεν είχε νιώσει ποτέ τέτοια ανακούφιση αφότου εκμυστηρεύτηκε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στην Ιβ ό,τι τη βάραινε. Της είπε όλα όσα είχαν γίνει ανάμεσα σε αυτήν και στον Μάθιου Σουίφτ, όπως και το φιλί, ολοκληρώνοντας με την ανακάλυψη του κουμπιού στην τσέπη του. Η Ιβ την άκουσε καλύτερα από τον οποιονδήποτε, ίσως λόγω του προβλήματός της με το τραύλισμα. «Δεν ξέρω τι να σκεφτώ», είπε απελπισμένη η Ντέζι. «Δεν ξέρω τι να νιώσω. Δεν ξέρω γιατί ο κύριος Σουίφτ μου φαίνεται διαφορετικός από πριν ή γιατί με έλκει τόσο πολύ. Ήταν πολύ πιο εύκολο να τον μισώ. Αλλά χτες βράδυ όταν είδα το καταραμένο κουμπί…» «Ποτέ μέχρι τότε δεν είχες σκεφτεί ότι μπορεί να είχε αισθήματα για σένα», μουρμούρισε η Ιβ. «Ναι». «Ντέζι… υπάρχει πιθανότητα οι πράξεις του να είναι υπολογισμένες; Να σε εξαπατά και το κουμπί στην τσέπη του να ήταν ένα είδος δολώματος;» «Όχι. Αν έβλεπες μόνο το πρόσωπό του. Δεν ήθελε με τίποτα να καταλάβω τι ήταν. Ω Ιβ…» Η Ντέζι κλότσησε σκυθρωπά ένα χαλίκι. «Έχω την πιο φριχτή υποψία ότι ο Μάθιου Σουίφτ είναι αυτό που ήθελα πάντα σε έναν άντρα». «Μα, αν τον παντρευόσουν, θα σε έπαιρνε στη Νέα Υόρκη», είπε η Ιβ. «Ναι, κάποια στιγμή, και δεν μπορώ. Δεν θέλω να φύγω μακριά από την αδελφή μου κι εσάς. Και αγαπώ την Αγγλία. Εδώ είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου απ’ ό,τι στη Νέα Υόρκη». Η Ιβ συλλογίστηκε το πρόβλημα. «Κι αν ο κύριος Σουίφτ αποφάσιζε να μείνει μόνιμα εδώ;» «Αποκλείεται. Οι ευκαιρίες είναι πολύ μεγαλύτερες στη Νέα Υόρκη. Κι αν έμενε εδώ, θα είχε πάντα το μειονέκτημα ότι δεν είναι αριστοκράτης». «Μα αν ήταν πρόθυμος να δοκιμάσει…» συνέχισε η Ιβ. «Και πάλι δεν θα γινόμουν ποτέ το είδος της γυναίκας που χρειάζεται». «Εσείς οι δύο πρέπει να κάνετε μια ειλικρινή συζήτηση», είπε αποφασιστικά η Ιβ. «Ο κύριος Σουίφτ είναι ώριμος και έξυπνος άντρας. Αποκλείεται να περιμένει να γίνεις κάτι που δεν είσαι». «Όλα είναι μάταια», είπε σκυθρωπά η Ντέζι. «Μου ξεκαθάρισε ότι δεν θα με παντρευτεί σε καμία περίπτωση. Έτσι ακριβώς το είπε». «Εσένα δεν θέλει ή γενικά τον γάμο;» «Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα πρέπει να νιώθει κάτι για μένα, αφού κουβαλά μια τούφα από τα μαλλιά μου στην τσέπη του». Η Ντέζι θυμήθηκε τον τρόπο με τον οποίο τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από το κουμπί κι ένιωσε μια δυσάρεστη ανατριχίλα. «Ιβ, πώς ξέρεις αν αγαπάς κάποιον;» ρώτησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ιβ συλλογίστηκε την ερώτηση καθώς περνούσαν από κάτι χαμηλούς θάμνους με πολύχρωμες πασχαλιές. «Σίγουρα εδώ πρέπει να πω κάτι σοφό και χρήσιμο», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Αλλά η δική μου κατάσταση ήταν διαφορετική. Με τον Σεντ Βίνσεντ δεν περιμέναμε να ερωτευτούμε. Ξαφνιαστήκαμε και οι δύο». «Ναι, αλλά πώς το κατάλαβες;» «Όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν πρόθυμος να πεθάνει για μένα. Δεν νομίζω πως κανένας, συμπεριλαμβανομένου και του Σεντ Βίνσεντ, τον είχε ικανό για αυτοθυσία. Αυτό μου έμαθε ότι μπορεί να νομίζεις πως ξέρεις κάποιον καλά, αλλά αυτός ο κάποιος μπορεί να σε εκπλήξει. Τα πάντα άλλαξαν από τη μια στιγμή στην άλλη… Ξαφνικά έγινε το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο για μένα. Όχι, όχι σημαντικό… απαραίτητο. Ω, μακάρι να ήμουν καλή στα λόγια…» «Καταλαβαίνω», μουρμούρισε η Ντέζι, αν κι ένιωθε περισσότερο μελαγχολική παρά διαφωτισμένη. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να αγαπήσει έναν άντρα με αυτόν τον τρόπο. Ίσως διο​χέτευε όλη την αγάπη της στην αδελφή της και στις φίλες της… ίσως να μην της έμενε άλλη για κάποιον άλλο. Έφτασαν σε έναν φράχτη από ψηλά κυπαρίσσια που ακολουθούσε ένα πέτρινο δρομάκι το οποίο έκανε τον γύρο της έπαυλης. Καθώς πλησίαζαν σε ένα άνοιγμα του φράχτη, άκουσαν δυο αντρικές φωνές να κουβεντιάζουν. Ήταν χαμηλόφωνες. Στην πραγματικότητα, η μετριασμένη ένταση των φωνών έδειχνε ότι συζητούσαν για κάποιο μυστικό. Η Ντέζι σταμάτησε πίσω από τον φράχτη κι έκανε νόημα στην Ιβ να σωπάσει. «…δεν μοιάζει ότι θα κάνει γερά παιδιά…» έλεγε ο ένας. Ο άλλος αντέδρασε στο σχόλιο. «Ντροπαλή; Διάβολε, η γυναίκα έχει αρκετό σθένος για να ανέβει στο Μον Μπλαν στις Άλπεις με ένα απλό μαχαιράκι κι έναν σπάγκο. Τα παιδιά της θα είναι ατρόμητα». Η Ντέζι και η Ιβ κοιτάχτηκαν έκπληκτες. Αναγνώρισαν τις φωνές. Ήταν ο λόρδος Λάντριντον και ο Μάθιου Σουίφτ. «Αλήθεια», είπε σκεφτικός ο Λάντριντον. «Εγώ έχω την εντύπωση ότι είναι κοπέλα που τα παίρνει όλα στην κυριολεξία. Ψευτοδιανοούμενη». «Ναι, λατρεύει τα βιβλία. Λατρεύει, επίσης, και την περιπέτεια. Διαθέτει απίστευτη φαντασία μαζί με έναν παθιασμένο ενθουσιασμό για τη ζωή και ατσάλινη θέληση. Δεν πρόκειται να βρεις γυναίκα αντάξιά της ούτε σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού ούτε στην άλλη».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν είχα σκοπό να ψάξω στην άλλη πλευρά», είπε ξερά ο Λάντριντον. «Οι Αγγλίδες διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά που επιθυμώ σε μια σύζυγο». Μιλούσαν για κείνη, συνειδητοποίησε η Ντέζι, με το στόμα της να χάσκει ορθάνοιχτο. Από τη μια χαιρόταν για την περιγραφή του Μάθιου Σουίφτ και από την άλλη αγανακτούσε που προσπαθούσε να την πουλήσει στον Λάντριντον λες κι ήταν κανένα αυτοσχέδιο φάρμακο από καροτσάκι πλανόδιου πωλητή. «Εγώ θέλω γυναίκα με αυτοπεποίθηση», συνέχισε ο Λάντριντον, «προστατευτική, γαλήνια…» «Γαλήνια; Δεν προτιμάς φυσική και έξυπνη; Ή μια κοπέλα με την αυτοπεποίθηση να είναι ο εαυτός της αντί να προσπαθεί να μιμηθεί κάποιο απατηλό ιδανικό δουλικής γυναίκας;» «Έχω μια ερώτηση», είπε ο Λάντριντον. «Τι;» «Αν είναι τόσο εκπληκτική όσο λες, γιατί δεν την παντρεύεσαι εσύ;» Η Ντέζι κράτησε την ανάσα της, ανυπομονώντας να ακούσει την απάντηση του Σουίφτ. Προς μεγάλη της απογοήτευση η φωνή του δεν ακούστηκε πίσω από τον πυκνό φράχτη. «Φτου», μουρμούρισε κι έκανε να τους ακολουθήσει. Η Ιβ την τράβηξε πίσω από τον φράχτη. «Όχι», ψιθύρισε απότομα. «Μην παίζεις με την τύχη μας, Ντέζι. Ήταν θαύμα που δεν μας κατάλαβαν μέχρι τώρα». «Μα ήθελα ν’ ακούσω και τα υπόλοιπα!» «Κι εγώ». Κοιτάχτηκαν με μάτια γουρλωμένα. «Ντέζι…» είπε αποσβολωμένη η Ιβ, «νομίζω πως ο Μάθιου Σουίφτ είναι ερωτευμένος μαζί σου».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 10 Η Ντέζι δεν ήξερε γιατί η διαπίστωση ότι ο Μάθιου ​Σουίφτ ήταν ερωτευμένος μαζί της της έφερε τα πάνω κάτω. Έτσι, όμως, έγινε. «Αν είναι, γιατί θέλει τόσο πολύ να με πασάρει στον λόρδο Λάντριντον;» ρώτησε την Ιβ. «Θα ήταν πολύ εύκολο γι’ αυτόν να δεχτεί τα σχέδια του πατέρα μου. Και θα ανταμειβόταν πλουσιοπάροχα. Επιπλέον, αν με αγαπούσε, τι θα τον εμπόδιζε;» «Μήπως θέλει να μάθει αν τον αγαπάς κι εσύ;» «Όχι, το μυαλό του κύριου Σουίφτ δεν λειτουργεί έτσι, όπως ούτε και του πατέρα μου. Είναι επαγγελματίες. Κυνηγοί. Αν ο κύριος Σουίφτ με ήθελε, δεν θα σταματούσε να ζητήσει την άδειά μου, όπως δεν θα σταματούσε ένα λιοντάρι να ρωτήσει την αντιλόπη αν θα μπορούσε να την κατασπαράξει». «Νομίζω πως εσείς οι δύο πρέπει να κάνετε μια συζήτηση», δήλωσε η Ιβ. «Ω, ο κύριος Σουίφτ απλώς θα την απέφευγε, όπως έχει κάνει μέχρι τώρα. Εκτός κι αν…» «Εκτός κι αν;» «Εκτός κι αν έβρισκα κάποιο τρόπο να ρίξει τις άμυνές του. Και τον ανάγκαζα να μιλήσει ανοιχτά για τα συναισθήματά του». «Πώς θα το κάνεις αυτό;» «Δεν ξέρω. Έλα, Ιβ, εσύ ξέρεις εκατοντάδες πράγματα περισσότερα για τους άντρες από μένα. Έχει παντρευτεί έναν. Περιβάλλεσαι από ένα σωρό στη λέσχη. Κατά τη γνώμη σου, ποιος είναι ο πιο γρήγορος τρόπος να φτάσεις έναν άντρα στα όρια της λογικής του και να τον αναγκάσεις να παραδεχτεί κάτι που δεν θέλει;» Μοιάζοντας ευχαριστημένη με τον χαρακτηρισμό της έμπειρης γυναίκας, η Ιβ συλλογίστηκε την ερώτηση. «Να τον κάνεις να ζηλέψει, υποθέτω. Έχω δει πολιτισμένους άντρες να τσακώνονται σαν σκυλιά στο σοκάκι πίσω από τη λέσχη για τα μάτια μιας γυναίκας». «Χμ, αναρωτιέμαι αν ο κύριος Σουίφτ θα ενέδιδε στη ζήλια». «Έτσι νομίζω», απάντησε η Ιβ. «Άντρας δεν είναι κι αυτός;» Το απόγευμα η Ντέζι στρίμωξε τον λόρδο Λάντριντον την ώρα που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πήγαινε ν’ αφήσει ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη. «Καλησπέρα, λόρδε μου», είπε ζωηρά η Ντέζι, κάνοντας πως δεν είδε την ανησυχία στα μάτια του. Του χάρισε ένα χαμόγελο, ξέροντας ότι μετά την εκστρατεία του Μάθιου Σουίφτ ο φουκαράς ο Λάντριντον θα ένιωθε σαν πληγωμένη αλεπού στο κυνήγι. Ο Λάντριντον συνήλθε γρήγορα και της χαμογέλασε. «Καλησπέρα, δεσποινίς Μπόουμαν. Τι κάνει η αδελφή σας και το μωρό;» «Πολύ καλά και οι δύο, ευχαριστώ». Η Ντέζι τον πλησίασε και κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε. «Η Ιστορία της Στρατιωτικής Χαρτογράφησης. Πολύ… ενδιαφέρον». «Ω, είναι», τη διαβεβαίωσε ο Λάντριντον. «Και πολύ διδακτικό. Αν και πολύ φοβάμαι ότι κάτι χάθηκε στη μετάφραση. Πρέπει να το διαβάσει κανείς στα γερμανικά για να εκτιμήσει όλη τη σημασία του έργου». «Διαβάζετε ποτέ μυθιστορήματα, λόρδε μου;» Φάνηκε να φρίττει με την ερώτηση. «Ω, ποτέ δεν διαβάζω μυθιστορήματα. Από παιδί έμαθα ότι κανείς πρέπει να διαβάζει βιβλία που οξύνουν το πνεύμα ή βελτιώ​​νουν τον χαρακτήρα». Η Ντέζι ενοχλήθηκε με τον υπεροπτικό τόνο του. «Τι κρίμα», είπε μέσ’ απ’ τα δόντια της. «Χμ;» «Ωραία», διόρθωσε βιαστικά, παριστάνοντας πως περιεργαζόταν το δερμάτινο εξώφυλλο του τόμου. Του χάρισε ένα, όπως ήλπιζε, χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση. «Είστε φανατικός αναγνώστης, λόρδε μου». «Προσπαθώ να μην είμαι φανατικός σε τίποτα. “Μέτρον άριστον” είναι το ρητό μου». «Εγώ δεν έχω κανένα ρητό. Κι αν είχα θα προσπαθούσα να το ξεπεράσω». Ο Λάντριντον χασκογέλασε. «Παραδέχεστε, λοιπόν, ότι έχετε άστατο χαρακτήρα;» «Προτιμώ να λέω πως είμαι ανοιχτόμυαλη», είπε η Ντέζι. «Θεωρώ ότι υπάρχει σοφία σε όλα τα πιστεύω και τις γνώμες». «Α». Η Ντέζι σχεδόν μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη του ότι αυτή η λεγόμενη ανοιχτομυαλιά την έκανε ελαττωματική. «Θα ήθελα να ακούσω κι άλλα ρητά σας, λόρδε μου. Μήπως να κάναμε μια βόλτα στον κήπο;» «Εγώ… εεε…» Ήταν ασυγχώρητα τολμηρό από μια κοπέλα να καλεί

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έναν άντρα για βόλτα. Ωστόσο η ευγενική φύση του Λάντριντον δεν του επέτρεπε να αρνηθεί. «Φυσικά, δεσποινίς Μπόου​​μαν. Αύριο ίσως…» «Τώρα ακόμα καλύτερα», είπε εκείνη ζωηρά. «Τώρα», απάντησε εκείνος αδύναμα. «Ναι. Υπέροχα». Πιάνοντάς τον αγκαζέ πριν προλάβει να της προσφέρει το μπράτσο του, η Ντέζι τον τράβηξε προς την πόρτα. «Πάμε, λοιπόν». Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Λάντριντον βρέθηκε να κατεβαίνει τη μεγάλη πέτρινη σκάλα που οδηγούσε από την πίσω βεράντα στον κήπο. «Λόρδε μου», είπε η Ντέζι, «θέλω να σας εξομολογηθώ κάτι. Έχω βάλει μπρος ένα μικρό σχέδιο και θα ήθελα τη βοήθειά σας». «Ένα μικρό σχέδιο», επανέλαβε σαστισμένος. «Τη βοήθειά μου. Αυτό είναι, εεε…» «Κάτι άκακο, φυσικά», συνέχισε η Ντέζι. «Θέλω να τραβήξω την προσοχή ενός συγκεκριμένου κυρίου, ο οποίος προφανώς είναι λίγο συνεσταλμένος στο φλερτ». «Συνεσταλμένος;» ψιθύρισε ο Λάντριντον. Η Ντέζι απογοητεύτηκε πολύ με τη διανοητική του ικανότητα, αφού το μόνο που έκανε ήταν να επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος τα λόγια της. «Ναι, συνεσταλμένος. Αλλά έχω την εντύπωση ότι κάτω από την επιφανειακή απροθυμία έχει διαφορετικά αισθήματα». Ο πάντα τόσο γεμάτος χάρη Λάντριντον σκόνταψε σε ένα χαλίκι. «Τι… τι σας δίνει αυτή την εντύπωση, δεσποινίς Μπόουμαν;» «Πείτε το γυναικεία διαίσθηση». «Δεσποινίς Μπόουμαν», είπε απότομα, «αν είπα ή έκανα κάτι που σας παραπλάνησε ότι… ότι εγώ…» «Δεν μιλάω για σας», του είπε ξερά η Ντέζι. «Αλήθεια; Τότε ποιος…» «Στον κύριο Σουίφτ αναφέρομαι». Η ξαφνική χαρά του ήταν σχεδόν χειροπιαστή. «Τον κύριο Σουίφτ. Ναι. Ναι. Δεσποινίς Μπόουμαν, σας εκθείαζε για ώρες… όχι πως μου ήταν δυσάρεστο να ακούω για τα χαρίσματά σας, φυσικά». Η Ντέζι χαμογέλασε. «Φοβάμαι πως ο κύριος Σουίφτ θα συνεχίσει να είναι συνεσταλμένος, αν δεν συμβεί κάτι για να ξεμυτίσει από τη φωλιά του. Αλλά αν δεν σας πειράζει να δώσετε την εντύπωση ότι ενδια​​φέρεστε για μένα –με μια βόλτα με την άμαξα, έναν περίπατο, έναν χορό–, ίσως έτσι αποκτήσει το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


θάρρος που χρειάζεται για να αποκαλυφθεί». «Θα ήταν χαρά μου», είπε ο Λάντριντον, βρίσκοντας προφανώς τον ρόλο του συνωμότη πιο ευχάριστο από τον ρόλο του γαμπρού. «Σας διαβεβαιώνω, δεσποινίς Μπόουμαν, μπορώ να παραστήσω με μεγάλη επιτυχία ότι ενδιαφέρομαι για σας». «Θέλω να αναβάλεις το ταξίδι σου για μία εβδομάδα». Ο Μάθιου, που εκείνη την ώρα έπιανε με μια καρφίτσα κάτι έγγραφα, τρύπησε με μία κατά λάθος το δάχτυλό του. Απομάκρυνε την καρφίτσα, αγνόησε τη σταγόνα από αίμα στο δέρμα του και κοίταξε τον Γουέστκλιφ σαστισμένος. Ο άνθρωπος είχε κλειστεί σε ένα δωμάτιο με τη γυναίκα και τη νεογέννητη κόρη του για πάνω από τριάντα έξι ώρες και ξαφνικά είχε αποφασίσει να εμφανιστεί το προηγούμενο βράδυ στον Μάθιου, που ετοιμαζόταν να φύγει για το Μπρίστολ, με μια διαταγή σχεδόν παράλογη. Ο Μάθιου προσπάθησε να ελέγξει τη φωνή του. «Μπορώ να ρωτήσω γιατί, λόρδε μου;» «Γιατί αποφάσισα να σε συνοδεύσω. Και το πρόγραμμά μου δεν μου επιτρέπει να φύγω αύριο». Απ’ όσο ήξερε ο Μάθιου, το πρόγραμμα του κόμη είχε να κάνει μόνο με τη Λίλιαν και το μωρό. «Δεν υπάρχει λόγος να έρθετε» είπε, προσβεβλημένος από το υπονοούμενο ότι δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του. «Ξέρω περισσότερο από τον καθένα τι χρειάζεται αυτή η δουλειά…» «Ωστόσο είσαι ξένος», είπε ο Γουέστκλιφ ανέκφραστα. «Και το όνομά μου θα ανοίξει πόρτες στις οποίες διαφορετικά δεν θα είχες πρόσβαση». «Αν αμφιβάλλετε για τις διαπραγματευτικές μου ικανότητες…» «Δεν είναι αυτό το θέμα. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, που στην Αμερική θα ήταν παραπάνω από αρκετές. Αλλά εδώ, σε ένα έργο τέτοιου μεγέθους, θα χρειαστείς τη βοήθεια κάποιου υψηλά ιστάμενου στην κοινωνία. Κάποιου σαν εμένα». «Δεν ζούμε στον μεσαίωνα, λόρδε μου. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να δώσω παράσταση για να κλείσω μια συμφωνία». «Ούτε κι εμένα μου αρέσει αυτή η ιδέα», είπε ο Γουέστκλιφ. «Ειδικά από τη στιγμή που έχω ένα νεογέννητο και μια γυναίκα που δεν έχει αναρρώσει ακόμα». «Δεν μπορώ να περιμένω μία εβδομάδα», ξέσπασε ο Μάθιου. «Έχω ήδη κλείσει ραντεβού. Κανόνισα να συναντηθώ με κάποιον από…» «Τα ραντεβού θ’ αλλάξουν τότε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Αν πιστεύετε ότι δεν θα υπάρξουν παράπονα…» «Το νέο ότι θα σε συνοδεύσω εγώ θα βάλει τέλος σε όλα τα παράπονα». Από κάποιο άλλο άνθρωπο μια τέτοια δήλωση θα έμοιαζε με αλαζονεία. Από τον Γουέστκλιφ ήταν απλώς η δήλωση ενός γεγονότος. «Το γνωρίζει ο Μπόουμαν;» ρώτησε ο Μάθιου. «Ναι. Και μόλις άκουσε τη γνώμη μου, συμφώνησε». «Και τι θα κάνω εδώ για μία εβδομάδα;» Ο κόμης σήκωσε το φρύδι σαν να έδειχνε ότι πρώτη φορά αμφισβητούσαν τη φιλοξενία του. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, χωρών και κοινωνικών τάξεων ικέτευαν για μια πρόσκληση στο Στόνι Κρος. Ο Μάθιου έμοιαζε να είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην Αγγλία που δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί. Δεν τον ένοιαζε. Είχε αιώνες να δουλέψει – είχε βαρεθεί τις ανόητες διασκεδάσεις, είχε κουραστεί με τις ανούσιες συζητήσεις, είχε μπουχτίσει από το όμορφο τοπίο και τον αέρα της εξοχής και τη γαλήνη και την ησυχία. Λαχταρούσε δραστηριότητα. Για να μην πούμε και λίγο μολυσμένο αέρα πόλης και πολυσύχναστους, πολύβουους δρόμους. Αλλά πιο πολύ απ’ όλα ήθελε να απομακρυνθεί από την Ντέζι Μπόουμαν. Ήταν μαρτύριο να την έχει κοντά του και να μην μπορεί να την αγγίξει. Του ήταν αδύνατον να της συμπεριφέρεται ευγενικά και συγκρατημένα όταν το μυαλό του ήταν γεμάτο εικόνες… να την κρατά στην αγκαλιά του, να την αποπλανεί και να φιλά όλο το κορμί της. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Ο Μάθιου ήθελε ώρες, μέρες, εβδομάδες μόνος μαζί της… ήθελε όλες τις σκέψεις, τα χαμόγελα και τα μυστικά της. Ήθελε την ελευθερία να της ξεγυμνώσει την ψυχή του. Πράγματα που δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ. «Υπάρχουν πολλές ευχάριστες δραστηριότητες στην έπαυλη και τη γύρω περιοχή», είπε ο Γουέστκλιφ απαντώντας στην ερώτησή του. «Αν επιθυμείς κάποιο συγκεκριμένο είδος γυναικείας συντροφιάς, σου προτείνω να πας στην ταβέρνα του χωριού». Ο Μάθιου είχε ήδη ακούσει κάποιους άντρες καλεσμένους να καυχιούνται για τα κατορθώματά τους με μερικές από τις γυναίκες της ταβέρνας. Μακάρι να ευχαριστιόταν με κάτι τόσο απλό. Με μια κοπελιά του χωριού, αντί με μια μάγισσα που είχε κάνει μάγια στο μυαλό και στην καρδιά του. Ο έρωτας υποτίθεται πως ήταν ένα ευχάριστο συναίσθημα. Όπως τα ανόητα στιχάκια στις κάρτες του Αγίου Βαλεντίνου που ήταν στολισμένες με φτερά, χρώματα και δαντέλες. Δεν ήταν καθόλου έτσι όμως. Ήταν ένα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φριχτό συναίσθημα… ένας ακατανίκητος εθισμός. Ήταν καθαρή απερίσκεπτη παρόρμηση. Κι αυτός δεν ήταν καθόλου απερίσκεπτος άνθρωπος. Αλλά ο Μάθιου ήξερε ότι αν έμενε κι άλλο στο Στόνι Κρος θα έκανε κάτι καταστροφικό. «Θα πάω στο Μπρίστολ», είπε γεμάτος απελπισία ο Μάθιου. «Θα αναβάλω τα ραντεβού. Δεν θα κάνω τίποτα δίχως την άδειά σας. Αλλά τουλάχιστον μπορώ να συγκεντρώσω πληροφορίες – να ρίξω μια ματιά στην τοπική εταιρεία μεταφορών, να δω τα άλογα…» «Σουίφτ», τον διέκοψε ο κόμης. Κάτι στον ήρεμο τόνο του, μια νότα… καλοσύνης;… συμπάθειας;… έκανε τον Μάθιου να σφιχτεί αμυντικά. «Καταλαβαίνω τον λόγο που βιάζεσαι…» «Όχι, δεν καταλαβαίνετε». «Καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα φαντάζεσαι. Και η εμπειρία μου μου δείχνει ότι αυτά τα προβλήματα δεν λύνονται αποφεύγοντάς τα. Ποτέ δεν μπορείς να φύγεις αρκετά γρήγορα ή μακριά». Ο Μάθιου πάγωσε κι έμεινε να κοιτά τον Γουέστκλιφ. Ο κόμης μπορεί να αναφερόταν είτε στην Ντέζι είτε στο αμαυρωμένο παρελθόν του. Σε κάθε περίπτωση είχε δίκιο. Όχι ότι αυτό άλλαζε κάτι. «Μερικές φορές η απομάκρυνση είναι η μόνη επιλογή», απάντησε σκυθρωπά ο Μάθιου κι έφυγε από το δωμάτιο δίχως να κοιτάξει πίσω του. Όπως αποδείχτηκε, ο Μάθιου τελικά δεν πήγε στο Μπρίστολ. Ήξερε ότι θα μετάνιωνε την απόφασή του… αλλά δεν είχε ιδέα πόσο πολύ. Τις μέρες που ακολούθησαν ο Μάθιου θα τις θυμόταν για όλη του τη ζωή ως το απόλυτο μαρτύριο. Είχε περάσει από την κόλαση πολύ νωρίτερα στη ζωή του, είχε νιώσει σωματικό πόνο, στέρηση, πείνα και παραλυτικό φόβο. Αλλά τίποτα από αυτά δεν συγκρινόταν με την αγωνία να στέκεται παράμερα και να βλέπει τον λόρδο Λάντριντον να φλερτάρει την Ντέζι Μπόουμαν. Προφανώς οι σπόροι που είχε σπείρει στο μυαλό του Λάντριντον είχαν ριζώσει. Ο Λάντριντον βρισκόταν διαρκώς στο πλευρό της Ντέζι, της μιλούσε, τη φλέρταρε, την κοιτούσε με προκλητική οικειότητα. Και η Ντέζι ανταπέδιδε το φλερτ, κρεμόταν από κάθε λέξη του, παρατούσε οτιδήποτε έκανε με το που εμφανιζόταν ο Λάντριντον. Τη Δευτέρα πήγαν για πικνίκ οι δυο τους.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Την Τρίτη πήγαν βόλτα με την άμαξα. Την Τετάρτη πήγαν να μαζέψουν πασχαλιές. Την Πέμπτη πήγαν για ψάρεμα στη λίμνη και γύρισαν μουσκεμένοι και ηλιοκαμένοι, γελώντας με κάποιο αστείο που είχαν μοιραστεί μόνο οι δυο τους. Την Παρασκευή χόρεψαν σε μια μουσική βραδιά, δείχνοντας τόσο ταιριαστοί, που όλοι οι καλεσμένοι έλεγαν πως το ζευγάρι ήταν χάρμα οφθαλμών. Το Σάββατο ο Μάθιου ξύπνησε θέλοντας να κάνει φόνο. Η διάθεσή του δεν βελτιώθηκε από τη δήλωση του Τόμας Μπόουμαν μετά το πρωινό. «Κερδίζει έδαφος», γρύλισε ο Μπόουμαν, τραβώντας τον Μάθιου στο γραφείο για να του μιλήσει ιδιαιτέρως. «Αυτός ο Σκοτσέζος μπάσταρδος, ο Λάντριντον, περνά ατελείωτες ώρες με την Ντέζι, ξεχειλίζοντας γοητεία και λέγοντας όλες τις ανοησίες που θέλει να ακούσει μια γυναίκα. Αν είχες έστω και την παραμικρή πρόθεση να παντρευτείς την κόρη μου, οι πιθανότητες έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί. Κάνεις ό,τι μπορείς για να την αποφεύγεις, είσαι λιγομίλητος και απόμακρος και όλη τη βδομάδα έχεις ένα ύφος που θα τρόμαζε παιδιά και ζώα. Το φλερτ σου είναι ακριβώς σαν αυτά που έχω ακούσει για τους κατοίκους της Βοστόνης». «Ίσως ο Λάντριντον να της ταιριάζει καλύτερα», είπε ανέκφραστος ο Μάθιου. «Μοιάζουν να έχουν αναπτύξει αμοιβαία τρυφερότητα». «Εδώ δεν μιλάμε για τρυφερότητα, για γάμο μιλάμε!» Η φαλάκρα του Τόμας Μπόουμαν είχε αρχίσει να κοκκινίζει. «Καταλαβαίνεις τι διακυβεύεται;» «Εκτός από τα οικονομικά;» «Τι άλλο θα διακυβευόταν δηλαδή;» Ο Μάθιου του έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα. «Η καρδιά της κόρης σας. Η μελλοντική της ευτυχία. Η…» «Σαχλαμάρες! Οι άνθρωποι δεν παντρεύονται για να είναι ευτυχισμένοι. Κι αν το κάνουν, σύντομα ανακαλύπτουν ότι είναι μάταιο». Παρά την κακή του διάθεση, ο Μάθιου χαμογέλασε αχνά. «Αν ελπίζετε να με πείσετε για γάμο, δεν πιάνει», είπε. «Μήπως αυτό είναι αρκετά πειστικό;» Ο Μπόουμαν έβαλε το χέρι στην τσέπη του γιλέκου του κι έβγαλε ένα γυαλιστερό ασημένιο δολάριο το οποίο έστριψε στον αέρα. Το νόμισμα πέταξε προς τον Μάθιου διαγράφοντας ένα ασημένιο τόξο. Το έπιασε ενστικτωδώς, κλείνοντάς το στην παλάμη του. «Παντρέψου την Ντέζι και θα έχεις περισσότερα τέτοια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Περισσότερα από όσα μπορείς να ξοδέψεις σε μια ολόκληρη ζωή», του είπε. Μια φωνή ήρθε από την πόρτα και γύρισαν και οι δύο για να δουν σε ποιον ανήκε. «Υπέροχα». Ήταν η Λίλιαν, ντυμένη με ένα ροζ πρωινό φόρεμα και ένα σάλι. Κοίταξε τον πατέρα της με ένα βλέμμα γεμάτο μίσος και μάτια σαν ηφαιστειακή λάβα. «Είναι κανείς στη ζωή σου κάτι περισσότερο από απλό πιόνι, πατέρα;» ρώτησε καυστικά. «Αυτή είναι συζήτηση μεταξύ αντρών», αντιγύρισε ο Μπόουμαν, κοκκινίζοντας από ενοχή, θυμό ή έναν συνδυασμό των δύο. «Δεν είναι δουλειά σου». «Η Ντέζι είναι δουλειά μου», είπε η Λίλιαν με φωνή απαλή μα παγερή. «Και προτιμώ να σας σκοτώσω και τους δύο παρά να σας αφήσω να την κάνετε δυστυχισμένη». Πριν προλάβει ν’ απαντήσει ο πατέρας της, έκανε μεταβολή κι έφυγε. Βλαστημώντας, ο Μπόουμαν βγήκε από το δωμάτιο και κίνησε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μόνος πια, ο Μάθιου κοπάνησε το νόμισμα πάνω στο γραφείο. «Όλος αυτός ο κόπος για έναν άντρα που δεν ενδιαφέρεται», μουρμούρισε στον εαυτό της η Ντέζι, κάνοντας ζοφερές σκέψεις για τον Μάθιου Σουίφτ. Ο Λάντριντον καθόταν λίγο παραπέρα στο περβάζι ενός σιντριβανιού, σκόπιμα ακίνητος όσο εκείνη τον ζωγράφιζε. Ποτέ δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο στη ζωγραφική, αλλά τις είχαν τελειώσει οι δραστηριότητες που θα μπορούσε να κάνει μαζί του. «Τι είπατε;» φώναξε ο Σκοτσέζος λόρδος. «Είπα ότι έχετε όμορφα μαλλιά!» Ο Λάντριντον ήταν πολύ καλός τύπος, ευχάριστος και συνηθισμένος κι εντελώς συμβατικός. Η Ντέζι παραδέχτηκε ότι στην προσπάθειά της να τρελάνει τον Μάθιου Σουίφτ από τη ζήλια, είχε καταφέρει να τρελάνει τον εαυτό της από την πλήξη. Σταμάτησε για να φέρει το χέρι στο στόμα της, πνίγοντας ένα χασμουρητό και προσπαθώντας να παραστήσει την απορροφημένη στη ζωγραφική. Αυτή ήταν μια από τις χειρότερες εβδομάδες της ζωής της. Κάθε μέρα να πασχίζει να απολαμβάνει τη συντροφιά ενός άντρα για τον οποίο δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έδινε δεκάρα. Δεν έφταιγε ο Λάντριντον –εκείνος είχε βάλει τα δυνατά του να γίνει διασκεδαστικός–, αλλά η Ντέζι έβλεπε ότι δεν είχαν τίποτα κοινό και ποτέ δεν θα είχαν. Αυτό δεν έμοιαζε να ενοχλεί τον Λάντριντον όσο εκείνη. Μπορούσε να μιλά ώρες στην ουσία για το τίποτα. Θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρες εφημερίδες με κουτσομπολιά για ανθρώπους τους οποίους η Ντέζι δεν είχε γνωρίσει ποτέ της. Και πολυλογούσε ατελείωτα για το πώς ήθελε να διακοσμήσει την έπαυλή του στο Θέρσο ή για τις σπουδές που είχε κάνει. Οι ιστορίες του ποτέ δεν έμοιαζαν να έχουν κάποια κατάληξη. Ο Λάντριντον έμοιαζε εξίσου αδιάφορος για όσα του έλεγε η Ντέζι. Δεν γελούσε με τις ιστορίες για τις φάρσες από την παιδική της ηλικία με τη Λίλιαν κι αν έλεγε κάτι όπως «Κοιτάξτε αυτό το σύννεφο, μοιάζει με πετεινό», την κοιτούσε σαν να ήταν τρελή. Δεν φάνηκε, επίσης, να του αρέσει η συζήτηση για τους νόμους για τους φτωχούς και η Ντέζι ξαφνιάστηκε που τους διαχώριζε σε «φτωχούς που άξιζαν τη μοίρα τους» και σε «φτωχούς που δεν άξιζαν τη μοίρα τους». «Φαίνεται, λόρδε μου, πως ο νόμος έχει σχεδιαστεί για να τιμωρεί τους ανθρώπους που χρειάζονται την περισσότερη βοήθεια», του είχε πει. «Κάποιοι άνθρωποι είναι φτωχοί λόγω των επιλογών που κάνουν εξαιτίας της ηθικής αδυναμίας τους κι επομένως κανείς δεν μπορεί να τους βοηθήσει». «Όπως οι ιερόδουλες, εννοείτε; Κι αν αυτές οι γυναίκες δεν είχαν άλλη…» «Δεν θα συζητήσουμε για τις ιερόδουλες», είχε πει, δείχνοντας τρομοκρατημένος. Οι συζητήσεις μαζί του ήταν στην καλύτερη περίπτωση περιο​ρισμένες. Ειδικά από τη στιγμή που ο Λάντριντον δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την εναλλαγή θεμάτων της Ντέζι. Πολύ μετά αφότου τελείωνε η συζήτηση για ένα θέμα, εκείνος έκανε ακόμα ερωτήσεις γι’ αυτό. «Μα τώρα δεν μιλούσαμε για το σκυλάκι της θείας σου;» είχε ρωτήσει σαστισμένος εκείνο το ίδιο πρωί και η Ντέζι του είχε απαντήσει χάνοντας την υπομονή της: «Όχι τελειώσαμε με αυτό το θέμα πριν από πέντε λεπτά. Τώρα σας έλεγα για τη βραδιά μου στην όπερα». «Μα πώς περάσαμε από το σκυλάκι στην όπερα;» Η Ντέζι είχε μετανιώσει που είχε στρατολογήσει τον Λάντριντον για το σχέδιό της, ειδικά αφού είχε αποδειχτεί τόσο αναποτελεσματικό. Ο Μάθιου

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Σουίφτ δεν είχε δείξει ίχνος ζήλιας – ήταν ο συνηθισμένος ψυχρός εαυτός του και ούτε που της είχε ρίξει μια ματιά εδώ και δυο μέρες. «Γιατί κατσουφιάζεις, γλύκα;» ρώτησε ο Λάντριντον κοιτάζοντας το πρόσωπό της. Γλύκα; Ποτέ δεν της είχε μιλήσει έτσι. Η Ντέζι τον κοίταξε πάνω από το μπλοκ της. Την κοιτούσε με τρόπο που την έκανε να νιώθει άβολα. «Μη μιλάτε, παρακαλώ», του είπε. «Ζωγραφίζω το σαγόνι σας». Η Ντέζι κοίταξε το σκίτσο και σκέφτηκε ότι δεν ήταν κι άσχημο, αλλά… ήταν το κεφάλι του αλήθεια σαν αβγό; Ήταν πράγματι τα μάτια του τόσο κοντά το ένα στο άλλο; Τι παράξενο ένας άνθρωπος να είναι όμορφος, αλλά όταν εξέταζες τα χαρακτηριστικά του μεμονωμένα να έχανε τη γοητεία του. Αποφάσισε ότι τα πορτρέτα δεν ήταν το φόρτε της. Από εδώ και πέρα θα ασχολιόταν μόνο με φυτά και φρούτα. «Αυτή η εβδομάδα είχε παράξενη επίδραση σ’ εμένα», μονολόγησε δυνατά ο Λάντριντον. «Νιώθω… διαφορετικός». «Μήπως είστε άρρωστος;» ρώτησε ανήσυχη η Ντέζι, κλείνοντας το μπλοκ. «Συγγνώμη, κι εγώ σας έβαλα να στέκεστε τόση ώρα στον ήλιο». «Όχι, δεν εννοούσα έτσι διαφορετικός. Ήθελα να πω ότι νιώθω… υπέροχα». Ο Λάντριντον την κοιτούσε πάλι έτσι παράξενα. «Καλύτερα από ποτέ». «Ο αέρας της εξοχής είναι, φαντάζομαι». Η Ντέζι σηκώθηκε, τίναξε τη φούστα της και πήγε κοντά του. «Είναι πολύ αναζωογονητικός». «Δεν είναι ο αέρας της εξοχής αυτό που βρίσκω αναζωογονητικό», είπε χαμηλόφωνα ο Λάντριντον. «Εσείς είστε, δεσποινίς Μπόουμαν». Η Ντέζι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Εγώ;» «Εσείς». Σηκώθηκε και την έπιασε από τους ώμους. «Εγώ… εγώ… λόρδε μου…» Μόνο να ψελλίσει μπορούσε από την έκπληξη. «Οι τελευταίες μέρες με τη συντροφιά σας με έκαναν να σκεφτώ σοβαρά». Η Ντέζι γύρισε να κοιτάξει γύρω της, τους όμορφα κλαδεμένους θάμνους με τα ροζ τριανταφυλλάκια. «Μήπως είναι εδώ κοντά ο κύριος Σουίφτ;» ψιθύρισε. «Για αυτό μιλάτε έτσι;» «Όχι, μιλάω έτσι γιατί έτσι νιώθω». Ο Λάντριντον την τράβηξε πάνω του, συνθλίβοντας ανάμεσά τους το μπλοκ. «Μου ανοίξατε τα μάτια, δεσποινίς Μπόουμαν. Με κάνατε να βλέπω τα πάντα διαφορετικά. Θέλω

******ebook converter DEMO Watermarks*******


να βρίσκω σχήματα στα σύννεφα και να κάνω κάτι που θα αξίζει να γραφτεί σε ποίημα. Θέλω να διαβάσω μυθιστορήματα. Θέλω να κάνω τη ζωή μου μια περιπέτεια…» «Τι καλά», είπε η Ντέζι, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αγκαλιά του. «…μαζί σας». Οχ, όχι. «Θα αστειεύεστε», του είπε αδύναμα. «Με έχετε ξετρελάνει», είπε. «Μα δεν είμαι διαθέσιμη». «Εγώ, όμως, είμαι αποφασισμένος». «Κι εγώ… έκπληκτη». «Μικρό μου πλάσμα», αναφώνησε. «Είσαι όλα όσα μου περιέγ​​ραψε. Μαγική. Βροντές μαζί με ουράνια τόξα. Έξυπνη, αξιαγάπητη, επιθυμητή…» «Μισό λεπτό». Η Ντέζι τον κοίταξε κατάπληκτη. «Ο Μαθ… δηλαδή, ο κύριος Σουίφτ τα είπε όλα αυτά;» «Ναι, ναι, ναι…» Και πριν προλάβει να κουνηθεί, να μιλήσει ή να αναπνεύσει, ο Λάντριντον έσκυψε και τη φίλησε. Το μπλοκ τής έπεσε από τα χέρια. Έμεινε ασάλευτη στην αγκαλιά του, αναρωτώμενη αν θα ένιωθε κάτι. Αντικειμενικά, το φιλί δεν είχε τίποτα το κακό. Δεν ήταν ούτε πολύ στεγνό ούτε πολύ υγρό, ούτε πολύ έντονο ούτε πολύ απαλό. Ήταν… βαρετό. Φτου. Η Ντέζι τραβήχτηκε σμίγοντας τα φρύδια. Ένιωθε τύψεις που είχε απολαύσει τόσο λίγο το φιλί. Και ένιωσε ακόμα χειρότερα όταν διαπίστωσε ότι ο Λάντριντον το είχε απολαύσει πολύ. «Αγαπημένη μου δεσποινίς Μπόουμαν», μουρμούρισε καταγοητευμένος ο Λάντριντον. «Δεν μου είπες ότι είχες τόσο υπέροχη γεύση». Έκανε να την τραβήξει ξανά πάνω του και η Ντέζι πετάχτηκε προς τα πίσω τσιρίζοντας. «Λόρδε μου, συγκρατηθείτε!» «Δεν μπορώ». Την ακολούθησε αργά γύρω από το σιντριβάνι σαν γάτα που περικυκλώνει τη λεία της. Ξαφνικά όρμησε αρπάζοντάς την από το μανίκι. Η Ντέζι τον έσπρωξε δυνατά κι έκανε μεταβολή, νιώθοντας τη λευκή μουσελίνα να σκίζεται στη ραφή του ώμου. Ακούστηκε ένα δυνατό πλαφ και πλατσουρίσματα σε νερό. Η Ντέζι στεκόταν σαν χαμένη στο σημείο όπου πριν από λίγο βρισκόταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ο Λάντριντον και μετά σκέπασε τα μάτια της λες κι έτσι το όλο σκηνικό θα εξαφανιζόταν ως διά μαγείας. «Λόρδε μου;» ρώτησε ζωηρά. «Μήπως… πέσατε στο σιντριβάνι;» «Όχι», ήρθε ξινή η απάντησή του. «Εσείς με σπρώξατε στο σιντριβάνι». «Δεν το έκανα επίτηδες, σας διαβεβαιώνω». Η Ντέζι πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει. Ο Λάντριντον σηκώθηκε, στάζοντας ολόκληρος, με τις τσέπες του παλτού του ξέχειλες με νερό. Φαίνεται, όμως, πως η βουτιά τον είχε συνεφέρει. Την κοίταξε βλοσυρός κι αμίλητος. Ξαφνικά τα μάτια του γούρλωσαν κι έβαλε το χέρι του μέσα σε μια από τις πλημμυρισμένες τσέπες του. Ένα βατραχάκι ξεπήδησε από μέσα και γύρισε στο σιντριβάνι με μια γρήγορη βουτιά. Η Ντέζι προσπάθησε να συγκρατήσει τα γέλια της, αλλά όσο πιο πολύ προσπαθούσε τόσο περισσότερο δυσκολευόταν, μέχρι που τελικά ξεκαρδίστηκε. «Συγγνώμη», είπε, καλύπτοντας το στόμα με τα χέρια της, ενώ τα γέλια της ήταν πια ασυγκράτητα. «Λυπάμαι τόσο… ω Θεούλη μου…» Και διπλώθηκε στα δύο μέχρι που δάκρυσε από τα γέλια. Η ένταση ανάμεσά τους διαλύθηκε καθώς ο Λάντριντον άρχισε να χαμογελά απρόθυμα. Βγήκε από το σιντριβάνι, στάζοντας από παντού. «Πίστευα πως όταν φιλάς έναν βάτραχο υποτίθεται πως μεταμορφώνεται σε πρίγκιπα», είπε. «Δυστυχώς αυτό δεν έγινε στην περίπτωσή μου». Η Ντέζι ένιωσε ένα κύμα συμπάθειας και καλοσύνης, παρόλο που ακόμα γελούσε. Τον πλησίασε προσεκτικά, έβαλε τις παλάμες της στα μάγουλά του και του έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Τα μάτια του γούρλωσαν σε αυτή τη χειρονομία. «Θα γίνεις σίγουρα ο όμορφος πρίγκιπας κάποιας», είπε η Ντέζι χαμογελώντας απολογητικά. «Απλώς όχι ο δικός μου. Αλλά όταν σε βρει η κατάλληλη γυναίκα… ω, πόσο τυχερή θα είναι». Και με αυτό, έσκυψε, πήρε το μπλοκ της και γύρισε στο σπίτι. Ήταν από καθαρή παραξενιά της τύχης που η διαδρομή που διάλεξε η Ντέζι την έβγαλε δίπλα στον ξενώνα. Η μικρή κατοικία ήταν ξεχωριστή από το υπόλοιπο σπίτι, αρκετά κοντά στην όχθη του ποταμού για να έχει όμορφη θέα. Κάποιοι από τους άντρες καλεσμένους είχαν επιλέξει να εκμεταλλευτούν τα πλεονεκτήματά της. Τώρα που το πάρτι του κυνηγιού

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είχε τελειώσει από χτες και οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν φύγει, το σπιτάκι ήταν άδειο. Είχαν φύγει σχεδόν όλοι εκτός από τον Μάθιου Σουίφτ, φυσικά. Απορροφημένη στις σκέψεις της, η Ντέζι περπατούσε κατά μήκος ενός πέτρινου τοίχου κοντά στην πλαγιά. Η ευθυμία της μετατράπηκε σε θλίψη στη σκέψη του πατέρα της, που ήταν αποφασισμένος να την παντρέψει με τον Μάθιου Σουίφτ… και της Λίλιαν, που ήθελε να παντρευτεί οποιονδήποτε εκτός του Μάθιου Σουίφτ… και της μητέρας της, που δεν θα ήταν ικανοποιημένη με κανέναν παρά με κάποιον της τάξης της. Η Μερσέντες πολύ θα δυσαρεστούνταν όταν θα μάθαινε ότι η Ντέζι απέρριψε τον Λάντριντον. Αναλογιζόμενη την τελευταία εβδομάδα, η Ντέζι συνειδητοποίησε ότι η απόπειρά της να τραβήξει την προσοχή του Μάθιου δεν ήταν παιχνίδι γι’ αυτήν. Ήταν ζήτημα πολύ σοβαρό. Ποτέ δεν είχε θελήσει κάτι τόσο πολύ στη ζωή της όσο την ευκαιρία να του μιλήσει ανοιχτά, ειλικρινά, δίχως να κρύψει τίποτα. Αλλά αντί να βγάλει τα δικά του συναισθήματα στην επιφάνεια, είχε καταφέρει να ανακαλύψει τα δικά της. Όταν βρισκόταν μαζί του, ένιωθε την υπόσχεση κάτι πιο υπέροχου, πιο συναρπαστικού από καθετί που είχε διαβάσει ή ονειρευτεί. Κάτι πραγματικού. Ήταν απίστευτο το ότι ένας άντρας που έβλεπε πάντα ως ψυχρό και απαθή είχε αποδειχτεί κάποιος με τόση καλοσύνη, αισθησιασμό και τρυφερότητα. Κάποιος που κρατούσε στα κρυφά μια τούφα από τα μαλλιά της στην τσέπη του. Η Ντέζι ένιωσε κάποιον να πλησιάζει, σήκωσε τα μάτια και πάγωσε. Από την έπαυλη ερχόταν ο Μάθιου με σκοτεινό και σοβαρό ύφος και μεγάλες δρασκελιές. Ένας άνθρωπος βιαστικός δίχως προορισμό. Κοκάλωσε όταν την είδε και το πρόσωπό του σάστισε. Κοιτάχτηκαν μέσα σε μια ηλεκτρισμένη σιωπή. Η Ντέζι χαμήλωσε βλοσυρή τα μάτια. Είτε θα έκανε αυτό είτε θα έπεφτε κλαίγοντας στην αγκαλιά του. Η ένταση της λαχτάρας της τη σόκαρε. «Κύριε Σουίφτ», είπε τρεμάμενα. «Δεσποινίς Μπόουμαν». Έμοιαζε να εύχεται να βρισκόταν οπουδήποτε αλλού παρά μαζί της. Μια κάψα τη διαπέρασε καθώς άπλωσε το χέρι του να πιάσει το μπλοκ της. Δίχως να το σκεφτεί, τον άφησε να το πάρει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τα μάτια του στένεψαν μόλις κοίταξε το φύλλο με το σκίτσο του Λάντριντον. «Γιατί τον ζωγράφισες με μούσι;» ρώτησε. «Δεν είναι μούσι», είπε η Ντέζι κοφτά. «Σκιά είναι». «Μοιάζει σαν να έχει να ξυριστεί μήνες». «Δεν ζήτησα τη γνώμη σου για το έργο μου», του πέταξε. Άρπαξε το μπλοκ της, αλλά εκείνος αρνήθηκε να το αφήσει. «Άφησέ το», είπε, τραβώντας το με όλη της τη δύναμη, «αλλιώς θα…» «Αλλιώς θα τι; Θα ζωγραφίσεις κι εμένα;» Άφησε το μπλοκ τόσο απότομα, που η Ντέζι παραπάτησε πίσω μερικά βήματα. Σήκωσε αμυντικά τα χέρια του. «Έλεος. Θα υποστώ οτιδήποτε εκτός από αυτό». Η Ντέζι όρμησε πάνω του και τον κοπάνησε στο στέρνο με το μπλοκ. Το μισούσε που ένιωθε τόσο ζωντανή κοντά του. Μισούσε τον τρόπο που οι αισθήσεις της ρουφούσαν την παρουσία του όπως η ξερή γη τη βροχή. Μισούσε το όμορφο πρόσωπό του και το υπέροχο κορμί του και το στόμα του, που ήταν πιο προκλητικό απ’ ό,τι επιτρεπόταν σε άντρα. Το χαμόγελο του Μάθιου έσβησε καθώς το βλέμμα του γλίστρησε πάνω της και στάθηκε στο σκισμένο μανίκι της. «Τι έπαθε το φόρεμά σου;» «Δεν είναι τίποτα. Είχα ένα μικρό… εεε, ατύχημα, θα μπορούσες να το πεις, με τον Λάντριντον». Ήταν ο πιο αθώος τρόπος που μπορούσε να σκεφτεί η Ντέζι για να περιγράψει το περιστατικό, το οποίο φυσικά ήταν εντελώς άκακο. Ήταν σίγουρη ότι τίποτα το κακό δεν θα μπορούσε να υπονοηθεί με τη λέξη «ατύχημα». Προφανώς όμως, ο Σουίφτ είχε άλλη γνώμη. Ξαφνικά το ύφος του σκοτείνιασε κι έγινε τρομακτικό και τα γαλάζια μάτια του άστραψαν. «Θα τον σκοτώσω», γρύλισε. «Τόλμησε να… Πού είναι;» «Όχι, όχι», είπε βιαστικά η Ντέζι. «Παρανόησες… δεν ήταν αυτό…» Παράτησε το μπλοκ και τύλιξε τα χέρια της γύρω του για να τον συγκρατήσει καθώς είχε αρχίσει να προχωρά φουριόζος προς τον κήπο. Ήταν σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει μαινόμενο ταύρο. Την παρέσυρε λες κι ήταν πούπουλο. «Περίμενε! Τι σου δίνει το δικαίωμα να κάνεις οτιδήποτε που να με αφορά;» Ανασαίνοντας βαριά, ο Μάθιου σταμάτησε και κοίταξε βλοσυρά το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της. «Σε άγγιξε; Προσπάθησε να σε αναγκάσει να…» «Ένας σκύλος που γαβγίζει είσαι μόνο», φώναξε η Ντέζι. «Δεν με θες…

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τι σε νοιάζει, λοιπόν, αν με θέλει κάποιος άλλος; Άσε με ήσυχη και γύρνα στα εργοστάσια και στα λεφτά σου! Σου εύχομαι να γίνεις ο πιο πλούσιος του κόσμου. Σου εύχομαι να αποκτήσεις όλα όσα θες και κάποια μέρα θα κοιτάξεις γύρω σου και θα αναρωτηθείς γιατί κανείς δεν σ’ αγαπάει και γιατί είσαι τόσο δυσ…» Τα λόγια της πνίγηκαν μέσα στο φιλί του. Μια άγρια έξαψη την πλημμύρισε και γύρισε ξέπνοη το πρόσωπό της από την άλλη. «…τυχισμένος», κατάφερε να τελειώσει, ακριβώς πριν πιάσει πάλι το κεφάλι της και την ξαναφιλήσει. Αυτή τη φορά το στόμα του ήταν πιο απαλό, γεμάτο αισθησια​σμό. Η καρδιά της Ντέζι σφυροκοπούσε στέλνοντας καυτό αίμα στις φλέβες της. Έψαξε να πιάσει τους καρπούς του, τα δάχτυλά της πίεσαν το σημείο του σφυγμού του, που δεν ήταν λιγότερο φρενιασμένος από τον δικό της. Κάθε φορά που πίστευε ότι ο Μάθιου θα σταματούσε το φιλί εκείνος τη φιλούσε με περισσότερη μανία. Ανταποκρινόταν πυρετωδώς και τα γόνατά της λύγισαν, μέχρι που φοβήθηκε ότι θα σωριαστεί σαν πάνινη κούκλα. Ξεκολλώντας με κόπο από τα χείλη του, κατάφερε να ψιθυρίσει: «Μάθιου… πήγαινέ με κάπου». «Όχι». «Ναι. Θέλω… θέλω να μείνω μόνη μαζί σου». Ανασαίνοντας κοφτά, ο Μάθιου τύλιξε τα χέρια του γύρω της, κολλώντας την πάνω στο στήθος του. Ένιωσε τα χείλη του να κολλάνε πάνω στο κεφάλι της. «Δεν εμπιστεύομαι τόσο πολύ τον εαυτό μου», είπε τελικά. «Μόνο για να μιλήσουμε. Σε παρακαλώ. Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ έξω. Κι αν με αφήσεις τώρα θα πεθάνω». Παρόλο τον ερεθισμό του και την ταραχή του, ο Μάθιου δεν μπόρεσε να μη γελάσει σε αυτή τη δραματική δήλωση. «Δεν θα πεθάνεις». «Μόνο για να μιλήσουμε», επανέλαβε η Ντέζι γραπωμένη πάνω του. «Δεν θα… δεν θα σε βάλω σε πειρασμό». «Γλυκιά μου». Άφησε μια τρεμάμενη ανάσα. «Με βάζεις σε πειρασμό και μόνο που βρίσκεσαι στο ίδιο δωμάτιο μ’ εμένα». Ο λαιμός της κάηκε, σαν να είχε καταπιεί ηλιαχτίδα. Ξέροντας ότι αν τον πίεζε περισσότερο θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, η Ντέζι έμεινε σιωπηλή. Κόλλησε πάνω του κι άφησε τη σιωπή να εξαφανίσει τις αναστολές του. Με ένα υπόκωφο βογκητό, ο Μάθιου την έπιασε από το χέρι και την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τράβηξε μέσα στον ξενώνα. «Ο Θεός να μας φυλάξει αν μας δει κανείς». Η Ντέζι μπήκε στον πειρασμό να του πει ότι σε αυτή την περίπτωση θα αναγκαζόταν να την παντρευτεί, αλλά κράτησε το στόμα της κλειστό και βιάστηκε να τον ακολουθήσει μέσα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 11 Το σπίτι ήταν σκοτεινό και δροσερό. Είχε επένδυση από ροδόξυλο και ήταν γεμάτο με βαριά έπιπλα. Τα παράθυρα είχαν πολύχρωμες βελούδινες κουρτίνες με μεταξωτό τελείω​​μα. Κρατώντας το χέρι της Ντέζι, ο Μάθιου την οδήγησε μέσα από το σπίτι σε ένα πίσω δωμάτιο. Μόλις η Ντέζι πέρασε την πόρτα, συνειδητοποίησε ότι ήταν η κρεβατοκάμαρά του. Το δέρμα της κάτω από τις κορδέλες του κορσέ της ανατρίχιασε από την έξαψη. Το δωμάτιο ήταν τακτοποιημένο, μοσχοβολούσε κερί μέλισσας και βερνίκι ξύλου και στο παράθυρο μια κεντητή εκρού κουρτίνα άφηνε το φως της μέρας να τρυπώνει. Πάνω στην τουαλέτα ήταν τακτικά τοποθετημένα κάποια αντικείμενα. Μια χτένα, μια οδοντόβουρτσα, κουτάκια με σκόνη οδοντόκρεμας και σαπούνι και στο λαβομάνο ένα ξυραφάκι και ένα λουρί ακονίσματος. Ούτε πομάδες ούτε κεριά ούτε κολόνιες ούτε κρέμες ούτε καρφίτσες γραβάτας ούτε δαχτυλίδια. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει λιμοκοντόρο. Ο Μάθιου έκλεισε την πόρτα και γύρισε προς το μέρος της. Δέσποζε πελώριος μέσα στο μικρό δωμάτιο, κάνοντας τα αντικείμενα δίπλα του να μοιάζουν σαν να ανήκαν σε νάνο. Το στόμα της Ντέζι στέγνωσε καθώς τον κοίταζε. Ήθελε να πάει κοντά του… ήθελε να νιώσει όλο το κορμί του πάνω της. «Τι τρέχει ανάμεσα σ’ εσένα και στον Λάντριντον;» ρώτησε απαιτητικά. «Τίποτα. Μόνο φίλοι είμαστε. Από την πλευρά μου, δηλαδή». «Και από τη δική του;» «Υποψιάζομαι… δηλαδή, φάνηκε να δείχνει ότι δεν θα ήταν αντίθετος με… ξέρεις». «Ναι, ξέρω», είπε τραχιά. «Και παρόλο που δεν το αντέχω το κάθαρμα, δεν μπορώ να τον κατηγορήσω που σε θέλει. Ειδικά έτσι που τον βασανίζεις και τον βάζεις σε πειρασμό όλη την εβδομάδα». «Αν υπονοείς ότι συμπεριφέρομαι σαν καμιά μοιραία γυναίκα…» «Μην το αρνείσαι. Είδα πώς φλέρταρες μαζί του. Πώς γέρνεις πάνω του την ώρα που σου μιλάει… τα χαμόγελα, τα προκλητικά φορέματα…» «Προκλητικά φορέματα;» ρώτησε σαστισμένη η Ντέζι. «Όπως αυτό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ντέζι κοίταξε το σεμνό λευκό φουστάνι της, που κάλυπτε ολόκληρο το στήθος της και το περισσότερο μέρος των μπράτσων της. Αποκλείεται ένας άντρας να το χαρακτήριζε προκλητικό. Τον κοίταξε ειρωνικά. «Προσπαθώ εδώ και μέρες να σε κάνω να ζηλέψεις. Θα με είχες γλιτώσει από πολύ κόπο αν το είχες παραδεχτεί από την αρχή». «Προσπαθούσες επίτηδες να με κάνεις να ζηλέψω;» εξερράγη. «Τι στο καλό πίστευες ότι θα πετύχαινες με κάτι τέτοιο; Ή μήπως το καινούριο σου χόμπι είναι να με κάνεις άνω κάτω;» Ξαφνικά κοκκίνισε σαν παπαρούνα. «Νόμιζα πως ένιωθες κάτι για μένα… κι ήλπιζα να σε κάνω να το παραδεχτείς». Το στόμα του Μάθιου άνοιξε κι έκλεισε, αλλά φαινόταν ανίκανος να μιλήσει. Η Ντέζι αναρωτήθηκε αμήχανα ποιο συναίσθημα θα κυριαρχούσε τελικά μέσα του. Μετά από λίγο κούνησε το κεφάλι του και έγειρε πάνω στην ντουλάπα σαν να χρειαζόταν στήριγμα. «Θύμωσες;» τον ρώτησε φοβισμένη. Η φωνή του ακούστηκε παράξενη και τραχιά. «Το δέκα τοις εκατό του εαυτού μου έχει θυμώσει». «Και το υπόλοιπο ενενήντα;» «Αυτό το κομμάτι μετά βίας κρατιέται να μη σε πετάξει στο κρεβάτι και…» Ο Μάθιου σταμάτησε και ξεροκατάπιε. «Ντέζι, είσαι υπερβολικά αθώα για να καταλάβεις τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκεσαι. Χρειάζομαι όλο τον αυτοέλεγχό μου για να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου. Μην παίζεις παιχνίδια μαζί μου, γλυκιά μου. Είναι πολύ εύκολο για σένα να με βασανίζεις κι εγώ έχω φτάσει στα όριά μου. Για να εξαλείψω οποιεσδήποτε αμφιβολίες μπορεί να έχεις… ζηλεύω κάθε άντρα που σε πλησιάζει στα τρία μέτρα. Ζηλεύω τα ρούχα που αγγίζουν το δέρμα σου και τον αέρα που αναπνέεις. Ζηλεύω κάθε λεπτό που περνάς μακριά μου». Αποσβολωμένη η Ντέζι ψιθύρισε: «Μα… μα δεν έχεις δείξει τίποτα». «Με τα χρόνια μάζεψα χιλιάδες εικόνες σου, κάθε ματιά σου, κάθε λέξη που μου έχεις πει. Όλες αυτές οι επισκέψεις στο σπίτι σου, όλα αυτά τα δείπνα και οι διακοπές… ανυπομονούσα να περάσω το κατώφλι σου και να σε δω». Οι άκρες των χειλιών του ανασηκώθηκαν στη θύμηση. «Εσύ, στο κέντρο όλης αυτής της φασαριόζικης, ξεροκέφαλης οικογένειάς σου… λάτρευα να σε βλέπω να τα βάζεις μαζί τους. Ήσουν ανέκαθεν όλα όσα ήθελα σε μια γυναίκα. Και σε θέλω κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μου από τότε που σε γνώρισα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Την Ντέζι πλημμύρισαν φριχτές τύψεις. «Μα δεν ήμουν ούτε καν ευγενική μαζί σου», είπε θλιμμένα. «Ευτυχώς που δεν ήσουν. Διαφορετικά θα φλεγόμουν και θα γινόμουν στάχτη επιτόπου». Ο Μάθιου τη σταμάτησε με μια χειρονομία καθώς έκανε να πάει κοντά του. «Όχι. Μη. Όπως σου είπα ήδη, δεν μπορώ να σε παντρευτώ σε καμία περίπτωση. Αυτό δεν αλλάζει. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με το πόσο σε θέλω». Τα μάτια του έλαμπαν σαν λιωμένο ζαφείρι καθώς κοίταζε το αδύνατο κορμί της. «Θεέ μου, πόσο σε θέλω», ψιθύρισε. Η Ντέζι πονούσε από την επιθυμία να πέσει στην αγκαλιά του. «Κι εγώ σε θέλω. Τόσο πολύ, που δεν νομίζω πως μπορώ να σε αφήσω να φύγεις χωρίς να ξέρω το γιατί». «Αν γινόταν να σου εξηγήσω τους λόγους, πίστεψέ με, θα το είχα ήδη κάνει». Η Ντέζι πίεσε τον εαυτό της να κάνει την ερώτηση που φοβόταν περισσότερο. «Είσαι ήδη παντρεμένος;» Ο Μάθιου την κοίταξε απότομα. «Θεέ και Κύριε, όχι». Ανακούφιση την πλημμύρισε. «Τότε οτιδήποτε άλλο λύνεται αρκεί να μου πεις…» «Αν ήσουν πιο έμπειρη», είπε σκυθρωπά ο Μάθιου, «δεν θα χρησιμοποιούσες φράσεις όπως “οτιδήποτε άλλο λύνεται”». Πήγε στην άλλη πλευρά του δωματίου. Έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα σαν να σκεφτόταν κάτι σοβαρό. Η Ντέζι είχε μείνει ακίνητη και βουβή και τον κοιτούσε στα μάτια. Το μόνο που μπορούσε να του προσφέρει ήταν υπομονή. Περίμενε δίχως λέξη, δίχως καν να βλεφαρίζει. Ο Μάθιου απέστρεψε το βλέμμα και το ύφος του έγινε απόμακρο. Τα μάτια του σκλήρυναν κι έγιναν σαν γυαλισμένο κοβάλτιο. «Πριν από πολύ καιρό», είπε τελικά, «έκανα έναν εχθρό, έναν πολύ ισχυρό εχθρό, δίχως να φταίω. Εξαιτίας της επιρροής του, αναγκάστηκα να εγκαταλείψω τη Βοστόνη. Και έχω καλό λόγο να πιστεύω ότι η αδικία αυτού του ανθρώπου θα έρθει κάποια μέρα να με στοιχειώσει. Ζω με αυτή τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι μου για χρόνια. Και δεν σε θέλω κοντά μου την ώρα που θα πέσει πάνω μου». «Μα σίγουρα θα μπορεί να γίνει κάτι», είπε η Ντέζι ζωηρά, αποφασισμένη να αντιμετωπίσει αυτόν τον άγνωστο εχθρό με κάθε μέσο που διέθετε. «Αν μου εξηγήσεις περισσότερα, αν μου πεις το όνομά του

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και…» «Όχι». Η λέξη ειπώθηκε ήρεμα, αλλά υπονοούσε μια αδιαλλαξία που την έκανε να σταματήσει απότομα. «Σου μίλησα όσο πιο ειλικρινά μπορούσα, Ντέζι. Ελπίζω να μην προδώσεις την εμπιστοσύνη μου». Έδειξε την πόρτα. «Τώρα είναι ώρα να φύγεις». «Έτσι απλά;» ρώτησε αποσβολωμένη. «Μετά από όσα μου είπες, θες να φύγω;» «Ναι. Προσπάθησε να μη σε δει κανείς». «Δεν είναι δίκαιο να μιλήσεις εσύ δίχως να αφήσεις εμένα…» «Η ζωή σπάνια είναι δίκαιη. Ακόμα και για μία Μπόουμαν». Οι σκέψεις της Ντέζι κάλπαζαν καθώς κοιτούσε το σκληρό προφίλ του. Αυτή δεν ήταν απλή ξεροκεφαλιά. Ήταν πεπεισμένος γι’ αυτά που έλεγε. Δεν είχε αφήσει περιθώρια για διαφωνίες, κανένα περιθώρια για διαπραγμάτευση. «Να πάω στον Λάντριντον, λοιπόν;» ρώτησε ελπίζοντας να τον προκαλέσει. «Ναι». Η Ντέζι σκυθρώπιασε. «Μακάρι να ήσουν σταθερός. Πριν από λίγα λεπτά ήθελες να τον κάνεις κιμά». «Αν τον θες, δεν έχω δικαίωμα να φέρω αντίρρηση». «Αν με θες, έχεις κάθε δικαίωμα να πεις κάτι!» Η Ντέζι πήγε προς την πόρτα. «Γιατί λένε ότι οι γυναίκες είναι παράλογες όταν οι άντρες είναι εκατό φορές πιο παράλογοι; Πρώτα θέλουν κάτι, μετά όχι, μετά παίρνουν παράλογες αποφάσεις βασισμένοι σε μυστικά που δεν εξηγούν και κανείς δεν πρέπει να τα αμφισβητήσει, επειδή ο λόγος του άντρα είναι νόμος». Καθώς έπιασε το πόμολο, είδε το κλειδί στην κλειδαριά και το χέρι της έμεινε μετέωρο. Κοίταξε τον Μάθιου, που είχε μείνει καρφωμένος στην άλλη πλευρά του δωματίου για να διατηρεί ασφαλή απόσταση ανάμεσά τους. Μπορεί η Ντέζι να ήταν η πιο ήρεμη απ’ όλους τους Μπόουμαν, όμως δεν ήταν δειλή. Και δεν θα δεχόταν την ήττα δίχως μάχη. «Με αναγκάζεις να πάρω ακραία μέτρα», είπε. Η απάντησή του ήταν πολύ απαλή. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις». Δεν της άφηνε επιλογή. Η Ντέζι κλείδωσε την πόρτα κι έβγαλε προσεκτικά το κλειδί. Ο ήχος της κλειδαριάς ακούστηκε αφύσικα δυνατός μέσα στην ησυχία του δωματίου.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Πολύ ήρεμα η Ντέζι τράβηξε την άκρη του ντεκολτέ της και κράτησε το κλειδί ακριβώς πάνω από τη σχισμή του στήθους της. Ο Μάθιου γούρλωσε τα μάτια μόλις κατάλαβε πού το πήγαινε. «Δεν θα τολμούσες». Μόλις εκείνος άρχισε να την πλησιάζει από την τουαλέτα, η Ντέζι έριξε το κλειδί μέσα στο μπούστο της και βεβαιώθηκε ότι γλίστρησε βαθιά μέσα στον κορσέ της. Ρούφηξε την κοιλιά της μέχρι που ένιωσε το κρύο μέταλλο να γλιστρά μέχρι τον αφαλό της. «Διάβολε!» Ο Μάθιου την έφτασε με αστραπιαία ταχύτητα. Άπλωσε το χέρι να την αγγίξει και μετά το τράβηξε σαν να έπεσε πάνω σε φωτιά. «Βγάλ’ το», τη διέταξε με πρόσωπο σκοτεινό από οργή. «Δεν μπορώ». «Το εννοώ, Ντέζι!» «Έπεσε πολύ χαμηλά. Θα πρέπει να βγάλω το φόρεμα». Έδειχνε να θέλει να τη σκοτώσει. Αλλά ένιωθε, επίσης, και την ένταση της λαχτάρας του. Τα πνευμόνια του φούσκωναν σαν φυσερό και το κορμί του ακτινοβολούσε καυτή φωτιά. Ο ψίθυρός του είχε την ένταση βρυχηθμού. «Μη μου το κάνεις αυτό». Η Ντέζι περίμενε υπομονετικά. Η επόμενη κίνηση ήταν δική του. Της γύρισε την πλάτη και οι ραφές του σακακιού του τεντώθηκαν πάνω στους σφιγμένους μυς του. Έσφιξε τις γροθιές του στην προσπάθεια να επιβληθεί στον εαυτό του. Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα, μετά ακόμα μία και όταν μίλησε η φωνή του ακούστηκε βραχνή, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από βαρύ ύπνο. «Βγάλε το φόρεμά σου». Προσπαθώντας να μην του εναντιωθεί περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, η Ντέζι απάντησε με τόνο απολογητικό. «Δεν μπορώ μόνη μου. Τα κουμπιά είναι στην πλάτη». Ο Μάθιου κάτι μουρμούρισε πνιχτά. Μετά από σιωπή μιας αιω​​νιότητας γύρισε να την κοιτάξει. Το σαγόνι του θα μπορούσε να ήταν κι από σίδερο. «Δεν πρόκειται να ενδώσω τόσο εύκολα. Μπορώ να σου αντισταθώ, Ντέζι. Έχω κάνει χρόνια εξάσκηση. Γύρνα». Η Ντέζι υπάκουσε. Μόλις έσκυψε το κεφάλι, στην κυριολεξία ένιωσε το βλέμμα του να γλιστρά στη σειρά των μαργαριταρένιων κουμπιών. «Μα πώς καταφέρνεις και γδύνεσαι;» μουρμούρισε. «Πρώτη φορά βλέπω

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τόσα πολλά κουμπιά σε ένα ρούχο». «Είναι της μόδας». «Είναι γελοίο». «Μπορείς να στείλεις γράμμα διαμαρτυρίας στις εφημερίδες», του πρότεινε. Ρουθουνίζοντας ειρωνικά, ο Μάθιου άρχισε να ξεκουμπώνει το πρώτο κουμπί. Προσπάθησε να το κάνει δίχως να αγγίξει το σώμα της. «Βοηθά αν περάσεις το δάχτυλό σου μέσα από τη σχισμή», είπε η Ντέζι. «Και τότε μπορείς να βγάλεις το κουμπί από…» «Σώπα», είπε απότομα. Η Ντέζι έκλεισε το στόμα. Ο Μάθιου πάλεψε με τα κουμπιά για ακόμα ένα λεπτό. Γρυλίζοντας αγανακτισμένα ακολούθησε τη συμβουλή της και πέρασε δύο δάχτυλα ανάμεσα στο φόρεμα και στο δέρμα της. Μόλις ένιωσε τις κλειδώσεις του ν’ αγγίζουν ψηλά τη σπονδυλική της στήλη, ένα τρέμουλο χαράς την πλημμύρισε. Το εγχείρημα εξελισσόταν απελπιστικά αργά. Η Ντέζι τον ένιωθε να παλεύει με τα ίδια κουμπιά ξανά και ξανά. «Μπορώ να καθίσω, παρακαλώ;» ρώτησε απαλά. «Κουράστηκα όρθια». «Δεν υπάρχει μέρος να καθίσεις». «Υπάρχει». Ξεφεύγοντας από τα χέρια του, η Ντέζι πήγε στο ψηλό κρεβάτι με τον ουρανό και προσπάθησε να ανέβει πάνω του. Δυστυχώς το κρεβάτι ήταν μια αντίκα Σέρατον, σχεδιασμένο ψηλό για να αποφεύγει τα χειμωνιάτικα ρεύματα και για να προσαρμόζονται ροδάκια από κάτω. Η επιφάνεια του στρώματος της έφτανε στο στήθος. Στηρίζοντας τα χέρια της με δύναμη, προσπάθησε να φέρει τη λεκάνη της στο στρώμα. Η βαρύτητα τη νίκησε. «Συνήθως», είπε η Ντέζι, μπρούμυτα και με τα πόδια να κρέμονται, «υπάρχει και δίσκαλο», κρατήθηκε από τους στύλους για να τραβηχτεί πάνω, «για τόσο ψηλά κρεβάτια». Προσπαθώντας να περάσει το ένα γόνατο πάνω στο στρώμα, συνέχισε: «Φαντάσου τι μπορεί να πάθει κανείς αν πέσει από αυτό το κρεβάτι τη νύχτα… ακόμα και να σκοτωθεί μπορεί». Ένιωσε τα χέρια του Μάθιου να την πιάνουν από τη μέση. «Το κρεβάτι δεν είναι και τόσο ψηλό», είπε. Σηκώνοντάς τη σαν να ήταν παιδί, την άφησε πάνω στο στρώμα. «Εσύ είσαι μικροκαμωμένη». «Δεν είμαι μικροκαμωμένη. Απλώς υστερώ… στην κάθετη ανάπτυξη». «Ωραία. Κάτσε τώρα», είπε και τα χέρια του επέστρεψαν στην πλάτη του φορέματός της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Νιώθοντας το ελαφρύ τρέμουλο των δάχτυλών του πάνω στο δέρμα της, η Ντέζι τόλμησε να πει: «Ποτέ δεν με έλκυαν οι ψηλοί άντρες. Αλλά εσύ με κάνεις να νιώθω…» «Αν δεν σταματήσεις να μιλάς», τη διέκοψε κοφτά, «θα σε στραγγαλίσω». Η Ντέζι σώπασε κι έμεινε ν’ ακούει τον ρυθμό της ανάσας του, που βάθαινε και γινόταν ολοένα και λιγότερο ελεγχόμενος. Αντίθετα, τα δάχτυλά του άρχισαν να δουλεύουν με μεγαλύτερη σιγουριά πάνω στα μαργαριταρένια κουμπιά μέχρι που το φόρεμα άνοιξε και τα μανίκια γλίστρησαν από τους ώμους της. «Πού είναι;» ρώτησε. «Το κλειδί;» Ο τόνος του ήταν δολοφονικός. «Ναι, Ντέζι. Το κλειδί». «Έπεσε μέσα στον κορσέ μου. Που σημαίνει ότι… πρέπει να βγάλω κι αυτόν». Καμία αντίδραση σ’ αυτή την κίνηση, κανένας ήχος ή κίνηση. Η Ντέζι γύρισε να κοιτάξει τον Μάθιου. Έμοιαζε ζαλισμένος. Τα μάτια του έδειχναν αφύσικα μπλε πάνω στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του. Κατάλαβε ότι μέσα του μαινόταν μια άγρια μάχη για να μην την αγγίξει. Αναψοκοκκινισμένη και γεμάτη αμηχανία, η Ντέζι έβγαλε τελείως τα μανίκια. Κατέβασε το φόρεμα από τους γοφούς της, βγήκε από τα λευκά υφάσματα και τα άφησε να γλιστρήσουν στο πάτωμα δημιουργώντας ένα μικρό βουναλάκι. Ο Μάθιου κοίταξε το πεσμένο φόρεμα σαν να ήταν κάποιο σπάνιο εξωτικό φυτό που έβλεπε πρώτη φορά. Αργά τα μάτια του γύρισαν στην Ντέζι και μια ακατανόητη διαμαρτυρία ακούστηκε, καθώς εκείνη άρχισε να ξεκουμπώνει τον κορσέ της. Ένιωθε ντροπαλή και κατεργάρα έτσι που γδυνόταν μπροστά του, αλλά την ενθάρρυνε το γεγονός πως ήταν ανίκανος να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Όταν ξεκουμπώθηκε και η τελευταία κόπιτσα, πέταξε τον δαντελένιο κορσέ στο πάτωμα. Το μόνο που κάλυπτε πια τα στήθη της ήταν μια τσαλακωμένη πουκαμίσα. Το κλειδί είχε πέσει πάνω στα πόδια της. Το έκλεισε στην παλάμη της και τόλμησε να ρίξει μια επιφυλακτική ματιά στον Μάθιου. Είχε τα μάτια κλειστά και το μέτωπό του χαρακωνόταν από ρυτίδες συγκέντρωσης.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν πρόκειται να συμβεί», είπε, περισσότερο στον εαυτό του παρά σ’ εκείνη. Η Ντέζι έσκυψε κι έβαλε το κλειδί στην τσέπη του σακακιού του. Έπιασε την άκρη της πουκαμίσας και την έβγαλε περνώντας την από το κεφάλι της. Ένα μούδιασμα απλώθηκε ψηλά στο γυμνό κορμί της. Ήταν τόσο νευρική που είχαν αρχίσει να κροταλίζουν τα δόντια της. «Μόλις έβγαλα την πουκαμίσα μου», είπε. «Δεν θες να δεις;» «Όχι». Όμως το μάτια του είχαν ανοίξει και το βλέμμα του βρήκε τα μικρά στήθη με τις ροδαλές άκρες και η ανάσα του βγήκε συριχτή μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Καθόταν ασάλευτος, κοιτώντας την καθώς του έλυνε τη γραβάτα και ξεκούμπωνε το γιλέκο και το πουκάμισό του. Είχε γίνει κατακόκκινη, αλλά συνέχιζε ακάθεκτη και στηρίχτηκε στα γόνατα για να του βγάλει το σακάκι. Εκείνος κινούνταν σαν σε όνειρο, βγάζοντας αργά τα χέρια του από τα μανίκια του σακακιού και του γιλέκου. Η Ντέζι άνοιξε το πουκάμισό του με αλλόκοτη αποφασιστικότητα, με το βλέμμα της να ρουφά την εικόνα του στέρνου και του κορμού του. Το δέρμα του γυάλιζε σαν βαρύ μετάξι, τεντωμένο πάνω από τους δυνατούς μυς του. Άγγιξε τα πλευρά του, γλιστρώντας απαλά τα δάχτυλά της μέχρι τη μέση του. Ξαφνικά ο Μάθιου της έπιασε το χέρι, μην μπορώντας να αποφασίσει αν θα το έσπρωχνε ή θα το τραβούσε κοντά του. Τα δάχτυλά της έκλεισαν πάνω από τα δικά του. Κοίταξε τα διεσταλμένα μπλε μάτια του. «Μάθιου», ψιθύρισε. «Είμαι εδώ. Είμαι δική σου. Θέλω να κάνω όλα όσα φαντάστηκες ότι κάνεις μαζί μου». Η ανάσα του σταμάτησε. Η θέλησή του κατέρρευσε και ξαφνικά όλα έπαψαν να έχουν σημασία εκτός από την ανάγκη μιας εδώ και χρόνια καταπιεσμένης επιθυμίας. Με ένα τραχύ βογκητό παράδοσης, την πήρε πάνω στα πόδια του. Κάψα διαπέρασε τα κορμιά τους και η Ντέζι έβγαλε μια πνιχτή κραυγή μόλις ένιωσε να σκληραίνει το απαλό σημείο του σώματός της. Ο Μάθιου πήρε το στόμα της στο δικό του και τα χέρια του άρχισαν να εξερευνούν το κορμί της. Μόλις τα δάχτυλά του έκλεισαν πάνω στην καμπύλη του στήθους της, το αίμα της κόχλασε και ο πόνος στη σάρκα της έγινε ακόμα πιο έντονος. Ψηλάφισε το πουκάμισό του, προσπάθησε να περάσει τα δάχτυλά της από κάτω, να το βγάλει από το κορμί του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ξαπλώνοντάς την απαλά στο κρεβάτι, ο Μάθιου σταμάτησε για να βγάλει το πουκάμισο, γυμνώνοντας τις υπέροχες γραμμές του στέρνου και των ώμων του. Χαμήλωσε από πάνω της κι εκείνη βόγκηξε από την ηδονή στο άγγιγμα του γυμνού δέρματός του. Την τύλιξε η μυρωδιά του, το πλούσιο πικάντικο άρωμα του καθαρού αρρενωπού δέρματος. Κατέκτησε το στόμα της με άγρια αισθησια​​κά φιλιά, ενώ τα χέρια του χάιδευαν τρυφερά κάθε σημείο του γυμνού κορμιού της. Ο αντίχειράς του διέγραφε αργούς κύκλους πάνω στη ρώγα της, κάνοντάς την πιο σκληρή, πιο σκούρα, μέχρι που η μέση της κύρτωσε ικετεύοντας για περισσότερα. Καταλαβαίνοντας τη λαχτάρα της, ο Μάθιου έσκυψε και πήρε τη ρώγα στο στόμα του. Την τράβηξε απαλά, με τη γλώσσα του να φέρνει μια ζεστασιά στην επιδερμίδα της. Η Ντέζι βόγκησε και τρεμούλιασε στην αγκαλιά του. Τα νεύρα της έστειλαν άγρια μηνύματα στο κορμί της καθώς πέρασε στο άλλο στήθος, φιλώντας τη ρώγα που έγινε ακόμα πιο ροδαλή. «Ξέρεις τι θέλω από σένα;» τον άκουσε να ρωτάει βραχνά. «Καταλαβαίνεις τι θα συμβεί αν δεν σταματήσουμε;» «Ναι». Ο Μάθιου σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε δύσπιστα. «Δεν είμαι τόσο αθώα όσο πιστεύεις», είπε η Ντέζι. «Έχω διαβάσει πολλά». Ο Μάθιου απέστρεψε το πρόσωπό του, δίνοντάς της την εντύπωση ότι προσπαθούσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. Έπειτα την κοίταξε με διαπεραστική τρυφερότητα. «Ντέζι Μπόουμαν», είπε με φωνή τρεμάμενη, «θα περνούσα ακόμα και μια ζωή στην κόλαση για μία ώρα μαζί σου». «Τόσο κρατάει; Μία ώρα;» Η απάντησή του ήταν μελαγχολική. «Γλυκιά μου, αυτή τη στιγμή θα ήταν θαύμα αν κρατούσε έστω κι ένα λεπτό». Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Πρέπει να μου κάνεις έρωτα», του είπε. «Γιατί αν δεν, θα γκρινιάζω μια ζωή γι’ αυτό». Ο Μάθιου την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο κι έμεινε σιωπηλός για τόση ώρα, που η Ντέζι πίστεψε ότι θα αρνιόταν. Αλλά τότε το ζεστό του χέρι γλίστρησε αργά πάνω στο κορμί της και η καρδιά της αναπήδησε από τη χαρά της. Τύλιξε τις κορδέλες του εσώρουχού της γύρω από τα δάχτυλά του και τις τράβηξε για να λυθούν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η κοιλιά της ανεβοκατέβαινε με την αναπνοή της να βγαίνει άτακτα και αμηχανία την πλημμύρισε μόλις το χέρι του πέρασε μέσα στο λεπτό ύφασμα. Άγγιζε το απαλό χνούδι της πάνω από το ευαίσθητο σημείο. Η άκρη του μεσαίου δάχτυλού του άγγιξε ένα σημείο τόσο ευαίσθητο, που η Ντέζι τινάχτηκε από την έκπληξη. Κοιτώντας το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο, ο Μάθιου άνοιξε απαλά την κλειστή σάρκα. «Ντέζι, αγάπη μου», ψιθύρισε, «είσαι τόσο απαλή… τόσο αέρινη… πού να σε αγγίξω; Εδώ; Ή εδώ…» «Εκεί», είπε σαν σε λυγμό μόλις τα δάχτυλά του άγγιξαν το σωστό σημείο. «Ναι… ω, εκεί…» Το στόμα του άφηνε καυτά φιλιά στον λαιμό και στα στήθη της, ενώ ταυτόχρονα τα δάχτυλά του γλιστρούσαν πιο βαθιά ανάμεσα στα πόδια της. Καθώς τη μάλαζε, η Ντέζι αντιλήφθηκε μια υγρασία στο απόκρυφο σημείο της. Δεν το περίμενε. Κι αυτό την έκανε να αναρωτηθεί αν ήταν πράγματι τόσο ενημερωμένη όσο πίστευε. Ανήσυχη, πήγε να πει κάτι, αλλά ξαφνικά σταμάτησε μόλις ένιωσε το δάχτυλό του να γλιστρά μέσα της. Ούτε κι αυτό το περίμενε. Ο Μάθιου σήκωσε το κεφάλι του από το στήθος της. Τα μάτια του φλέγονταν από πόθο. Κοιτούσε το πρόσωπό της όσο βύθιζε το χέρι του μέσα της, χαρίζοντάς της πρωτόγνωρα επίπεδα ηδονής. Εκείνη τεντώθηκε και βόγκηξε, ανταποδίδοντας τα φιλιά του με ανεξέλεγκτο πάθος. «Σου αρέσει αυτό», της ψιθύρισε. «Ναι, νόμιζα…» Πάσχιζε να μιλήσει ανάμεσα στα κύματα ηδονής. «Νόμιζα… πως θα πονούσα». «Όχι από αυτό». Ένα χαμόγελο άγγιξε τα χείλη του. «Αργότερα, όμως, μπορεί να έχεις λόγο να παραπονεθείς». Μια γυαλάδα ιδρώτα απλώθηκε στο πρόσωπό του μόλις ένιωσε τον παλμό του κορμιού της γύρω από το δάχτυλό του. «Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να είμαι τρυφερός», είπε τραχιά. «Σε θέλω εδώ και πολύ καιρό». «Σε εμπιστεύομαι», του ψιθύρισε. Ο Μάθιου κούνησε το κεφάλι, βγάζοντας το χέρι του από μέσα της. «Έχεις φριχτή κρίση. Είσαι στο κρεβάτι με τον τελευταίο που πρέπει να εμπιστεύεσαι και πρόκειται να κάνεις το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου». «Έτσι αποπλανείς τις γυναίκες εσύ;» «Είπα να σε προειδοποιήσω μια τελευταία φορά. Τώρα είσαι καταδικασμένη». «Τι ωραία». Η Ντέζι άλλαξε θέση για να τον βοηθήσει να της βγάλει το εσώρουχο και τις κάλτσες.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τα μάτια της γούρλωσαν μόλις άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Περίεργη μα και ντροπαλή, άπλωσε τα χέρια να τον βοηθήσει. Ένα τρεμάμενο γλυκόλογο βγήκε από τα χείλη του καθώς ένιωσε το μικρό, δροσερό χέρι της να γλιστρά μέσα στο άνοιγμα του παντελονιού του. Τον χάιδεψε προσεκτικά, ψηλαφίζοντας το μήκος και τη σκληρότητά του, λατρεύοντας τον τρόπο που έτρεμε το κορμί του. «Πώς να σε αγγίξω;» ψιθύρισε. Ο Μάθιου κούνησε το κεφάλι του γελώντας απαλά. «Ντέζι… προτιμώ να μην το κάνεις αυτή τη στιγμή». «Το έκανα λάθος;» ρώτησε ανήσυχη. «Όχι, όχι…» Την πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να τη φιλά στο μάγουλο, στο αφτί, στα μαλλιά. «Το κάνεις υπερβολικά καλά». Τα χέρια του τη χάιδεψαν παντού, καθώς την απίθωνε πάλι στα μαξιλάρια. Γδύθηκε και ξάπλωσε πάνω της κι εκείνη τρεμούλιασε στην ένωση των απαλών κορμιών τους. Πολλά πράγματα συνέβαιναν ταυτόχρονα, δεν μπορούσε να τα συνειδητοποιήσει όλα… η υγρασία, το καυτό στόμα του, τα μακριά δάχτυλά του, τα μαλλιά του πάνω στο στήθος της, στην κοιλιά της… Η μεταξένια γλώσσα του πάνω στον αφαλό της έστειλε γλώσσες φωτιάς στις φλέβες της. Μέσα στην παραζάλη της κινήθηκε από κάτω του. Δίχως προφανώς να αντιλαμβάνεται τι της προκαλούσαν τα φιλιά του, ο Μάθιου επέμεινε, χαμηλώνοντας πιο κάτω μέχρι που η Ντέζι έβγαλε μια πνιχτή φωνή κι έσπρωξε δυνατά το κεφάλι του. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε εκείνος, στηριζόμενος στους αγκώνες. Κατακόκκινη από ντροπή, η Ντέζι ήταν ανίκανη να εξηγήσει. «Ήσουν πολύ κοντά στο… δηλαδή, κατά λάθος…» Καθώς η φωνή της ξεθώριαζε, ο Μάθιου κατάλαβε τι εννοού​​σε. Έσκυψε γρήγορα το κεφάλι για να κρύψει την έκφρασή του και ένα τρέμουλο διαπέρασε τους ώμους του. Απάντησε με μεγάλη προσοχή, ακόμα δίχως να την κοιτάζει. «Δεν έγινε κατά λάθος. Ήθελα να το κάνω». Η Ντέζι έμεινε κατάπληκτη. «Μα ήσουν έτοιμος να με φιλήσεις ακριβώς στο…» Σταμάτησε να μιλά μόλις το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, με ένα γέλιο να χορεύει στα μπλε μάτια του. Δεν ένιωθε καμία ντροπή, το διασκέδαζε. «Δεν πιστεύω να σοκαρίστηκες;» ρώτησε. «Νόμιζα ότι έχεις διαβάσει πολλά».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Κανείς δεν θα έγραφε για κάτι τέτοιο!» Ο Μάθιου σήκωσε τους ώμους και τα μάτια του έλαμψαν. «Εσύ ξέρεις καλύτερα από βιβλία». «Με κοροϊδεύεις», του είπε. «Λιγάκι», της ψιθύρισε και της φίλησε ξανά την κοιλιά. Τα πόδια της τινάχτηκαν κάτω από τα χέρια του. Άρχισε να φλυαρεί νευρικά μόλις ένιωσε το στόμα του να περιπλανιέται στον γοφό της. «Σε ορισμένα μυθιστορήματα, υπήρχαν φυσικά κάποια αποσπάσματα…» πήρε μια κοφτή ανάσα όταν τα δόντια του δάγκωσαν απαλά το εσωτερικό του μηρού της «…αλλά… τόσο αόριστα, που δεν κατάλαβα ακριβώς… ω, σε παρακαλώ, δεν νομίζω πως πρέπει να το κάνεις αυτό…» «Αυτό μήπως;» «Σίγουρα όχι αυτό». Αναδεύτηκε για να του ξεφύγει. Όμως τα χέρια του είχαν ακινητοποιήσει τα γόνατά της και τα κρατούσαν ανοιχτά όσο η γλώσσα του έκανε ακατονόμαστα πράγματα. Η Ντέζι άρχισε να τρέμει μόλις εκείνος βρήκε την ευαί​​σθητη σάρκα που είχε αγγίξει νωρίτερα και το στόμα του ήταν απαλό και καυτό και απαιτητικό, ρουφώντας το σημείο και όταν εκείνη τον ικέτευσε να σταματήσει αυτός τη βασάνισε ακόμα περισσότερο, γλείφοντας, βυθίζοντας τη γλώσσα του όλο και πιο βαθιά και ξαφνικά όλη η ηδονή εξερράγη πλημμυρίζοντάς τη με απέραντη ανακούφιση. Μετά από πολλή ώρα ο Μάθιου ανέβηκε προς τα πάνω για να την πάρει αγκαλιά. Εκείνη τύλιξε με πάθος τα πόδια της γύρω του. Μπήκε ανάμεσα στους ανοιχτούς μηρούς της, τρέμοντας από την προσπάθεια να είναι προσεκτικός. Ένιωσε μια απότομη εισβολή, ενώ ο Μάθιου της ψιθύριζε στο αφτί γλυκόλογα, προσπαθώντας να την ηρεμήσει καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα της. Όταν ενώθηκαν ολοκληρωτικά, έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να μην της προκαλέσει άλλο πόνο. Ήταν τόσο σκληρός μέσα της και η Ντέζι γεύτηκε το παράξενο συναίσθημα αυτής της κατάκτησης, ένιωσε ότι ήταν στο έλεός του και ταυτόχρονα… ότι εκείνη τη στιγμή αυτός ήταν απόλυτα δικός της. Ήξερε ότι γέμιζε το μυαλό και την καρδιά του όπως γέμιζε το κορμί του. Θέλοντας να του προσφέρει την ίδια ηδονή, κύρτωσε τους γοφούς της. «Ντέζι… όχι, περίμενε…» Τους σήκωσε ξανά και ξανά, λαχταρώντας να γίνει ένα μαζί του. Εκείνος βόγκηξε και άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της με απαλό ρυθμό.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κολλώντας το στόμα του στο δικό της, άρχισε να τρέμει από την ένταση του οργασμού του. Έμειναν αμίλητοι για αρκετά λεπτά μετά, με τον Μάθιου να την κρατά αγκαλιά πάνω στον ώμο του. Βγήκε προσεκτικά από μέσα της και την έκανε να σωπάσει με φιλιά όταν εκείνη πήγε να διαμαρτυρηθεί. «Άσε με να σε φροντίσω». Η Ντέζι δεν κατάλαβε τι εννοούσε, αλλά ήταν τόσο εξαντλημένη που έμεινε με τα μάτια κλειστά όταν εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Επέστρεψε γρήγορα με ένα βρεγμένο πανί και σκούπισε τον ιδρώτα από το σώμα της και τη σάρκα που έτσουζε ανάμεσα στα πόδια της. Όταν ξάπλωσε δίπλα της, εκείνη κούρνιασε πάνω του, αναστενάζοντας ευτυχισμένη μόλις εκείνος τράβηξε πάνω τους τα σκεπάσματα. Ξάπλωσε πάνω στον χτύπο της καρδιάς του. Η Ντέζι υπέθεσε ότι θα έπρεπε να νιώθει ντροπή, έτσι που κλειδώθηκε στο δωμάτιό του και απαίτησε να την αποπλανήσει. Αντίθετα, όμως, ένιωθε θριαμβευτικά. Και παράξενα επίσης, σαν να ισορροπούσε στο χείλος ενός νέου είδους οικειότητας που ξεπερνούσε το σωματικό. Ήθελε να μάθει τα πάντα γι’ αυτόν. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο σαρωτική περιέργεια για κάποιον. Αλλά μάλλον χρειαζόταν λίγη υπομονή μέχρι να προσαρμοστούν και οι δύο στις νέες συνθήκες. Καθώς μοιράζονταν τη ζεστασιά των κορμιών τους κάτω από τα σκεπάσματα, η Ντέζι ένιωσε τη λαχτάρα να κοιμηθεί. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πόσο όμορφο ήταν να είσαι ξαπλωμένη στην αγκαλιά ενός άντρα και να ανασαίνεις τη μυρωδιά του. «Μη σε πάρει ο ύπνος», τον άκουσε να της λέει. «Πρέπει να σε βγάλουμε από εδώ». «Δεν κοιμάμαι. Απλώς…» σταμάτησε για να χασμουρηθεί, «ξεκουράζω λίγο τα μάτια μου». «Μόνο για ένα λεπτό». Το χέρι του πέρασε πάνω από τα μαλλιά της και γλίστρησε μέχρι την πλάτη της. Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν για να τη βυθίσει σε μια γλυκιά, σκοτεινή λήθη. Η Ντέζι ξύπνησε από τον θόρυβο της βροχής πάνω στη στέγη και το φύσημα της νοτισμένης αύρας από το ανοιχτό παράθυρο. Ο καιρός του Χαμπσάιρ είχε αποφασίσει να δροσίσει το απομεσήμερο με μια ξαφνική μπόρα, το είδος της μπόρας που δεν διαρκούσε συνήθως πάνω από μισή ώρα κι άφηνε το χώμα υγρό και μοσχοβολιστό. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, η Ντέζι κοίταξε γύρω της το άγνωστο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


περιβάλλον, το αρρενωπό δωμάτιο… το γυμνό μυώδες κορμί πίσω της. Και την ανάσα κάποιου μέσα στα μαλλιά της. Σφίχτηκε από την έκπληξη αλλά έμεινε σιωπηλή, αναρωτώμενη αν ο Μάθιου είχε ξυπνήσει. Η ανάσα του ήταν ρυθμική. Αλλά το χέρι του γλίστρησε αργά στο κορμί της και τα δάχτυλά του απλώθηκαν πάνω στο στήθος της. Την τράβηξε απαλά πάνω του κι έμειναν να κοιτάνε σιωπηλοί τη βροχή. Η Ντέζι προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε νιώσει ποτέ τόσο ασφαλής κι ευτυχισμένη. Όχι, αποφάσισε. Τίποτα δεν συγκρινόταν με αυτό. Νιώθοντας το χαμόγελό της πάνω στο μπράτσο του, ο Μάθιου μουρμούρισε: «Σ’ αρέσει η βροχή». «Ναι». Άγγιξε την τριχωτή επιφάνεια του ποδιού του με τα δάχτυλα του δικού της και ξαφνιάστηκε με το πόσο μακριές ήταν οι γάμπες του. «Μερικά πράγματα είναι πάντα καλύτερα όταν βρέχει. Όπως το διάβασμα. Ή ο ύπνος. Ή αυτό». «Το να είσαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μαζί μου;» Φαινόταν να το διασκεδάζει. Η Ντέζι έγνεψε. «Νιώθω σαν να είμαστε οι δυο μας οι μοναδικοί άνθρωποι στον κόσμο». Χάιδεψε τη γραμμή της κλείδας της και το πλάι του λαιμού της. «Σε πόνεσα, Ντέζι;» ψιθύρισε. «Ήταν κάπως άβολο όταν…» σταμάτησε και κοκκίνισε. «Αλλά το περίμενα. Οι φίλες μου έχουν πει ότι είναι καλύτερα μετά την πρώτη φορά». Τα δάχτυλά του χάιδεψαν το περίγραμμα του αφτιού της και το αναψοκοκκινισμένο της μάγουλο. Υπήρχε ένα χαμόγελο στη φωνή του όταν είπε: «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να βεβαιωθώ γι’ αυτό». «Μετανιώνεις που έγινε;» Τα δάχτυλά της έσφιξαν τα σκεπάσματα καθώς περίμενε την απάντησή του. «Όχι βέβαια». Έφερε τη μικρή γροθιά της στο στόμα του, την άνοιξε φιλώντας την και ακούμπησε την παλάμη της στο μάγουλό του. «Ήταν αυτό που ήθελα όλη μου τη ζωή. Και το μόνο που ήξερα πως δεν θα μπορούσα να έχω. Έχω εκπλαγεί. Έχω σοκαριστεί, μπορώ να πω. Αλλά ποτέ δεν θα το μετανιώσω». Η Ντέζι γύρισε και κούρνιασε πάνω του, παίρνοντας το πόδι του ανάμεσα στους μηρούς της. Η βροχή τραγουδούσε πάνω στους τοίχους του σπιτιού και το τραγούδι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της τρύπωνε από το ανοιχτό παράθυρο. Στην ιδέα ότι έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι, η Ντέζι ανατρίχιασε κι ένιωσε τον Μάθιου να τραβά τα σκεπάσματα πάνω από τον γυμνό ώμο της. «Ντέζι», ρώτησε ανέκφραστα, «πού είναι το καταραμένο κλειδί;» «Το έβαλα στην τσέπη του σακακιού σου», του απάντησε. «Δεν το είδες; Όχι;… Μάλλον είχες στραμμένη αλλού την προσοχή σου εκείνη τη στιγμή». Πέρασε το χέρι της πάνω από το στήθος του και η παλάμη της έξυσε τη ρώγα του. «Θα είσαι θυμωμένος μαζί μου που μας κλείδωσα εδώ μέσα». «Εξοργισμένος», συμφώνησε. «Επιμένω να το κάνεις κάθε βράδυ αφότου παντρευτούμε». «Θα παντρευτούμε;» ρώτησε η Ντέζι, σηκώνοντας το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν ζεστά, αλλά δεν υπήρχε χαρά στη φωνή του. «Ναι, θα παντρευτούμε. Αν και μια μέρα θα με μισήσεις γι’ αυτό». «Γιατί στην ευχή θα… ω» Η Ντέζι θυμήθηκε αυτό που της είχε πει, ότι το παρελθόν του κάποτε θα τον κατέστρεφε. «Ποτέ δεν θα μπορούσα να σε μισήσω», είπε. «Και δεν φοβάμαι τα μυστικά σου, Μάθιου. Ό,τι κι αν γίνει, θα το αντιμετωπίσω μαζί σου. Αν και πρέπει να σου πω ότι εξοργίζομαι όταν πετάς κάτι τέτοια και μετά αρνείσαι να εξηγήσεις». Γέλασε κοφτά. «Αυτός είναι μόνο ένας από τους πολλούς λόγους που σε εξοργίζω». «Αλήθεια είναι». Σκαρφάλωσε πάνω του και έτριψε τη μύτη της στο στέρνο του σαν γατάκι. «Αλλά προτιμώ τους εκνευριστικούς άντρες από τους καλούς και ήρεμους». Δύο ρυτίδες χαράχτηκαν ανάμεσα στα φρύδια του. «Όπως ο Λάντριντον, για παράδειγμα;» «Ναι, είναι πολύ πιο ευγενικός από σένα». Η Ντέζι έβαλε το στόμα της πάνω στη ρώγα του και την άγγιξε με τη γλώσσα της. «Νιώθεις το ίδιο μ’ εμένα όταν σου κάνω αυτό;» «Όχι. Αν και εκτιμώ την προσπάθεια». Της έγειρε το πρόσωπο προς τα πάνω. «Σε φίλησε ο Λάντριντον;» Έγνεψε αργά μέσα στις παλάμες του. «Μία φορά μόνο». Η φωνή του έσταξε ζήλια. «Σου άρεσε;» «Ήθελα να μου αρέσει. Το προσπάθησα». Έκλεισε τα μάτια της και γύρισε το μάγουλό της στην παλάμη του. «Αλλά δεν είχε καμία σχέση με τα δικά σου φιλιά».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ντέζι», ψιθύρισε, γυρνώντας από πάνω της. «Δεν σκόπευα να συμβεί αυτό». Τα δάχτυλά του εξερεύνησαν τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της, τη χαμογελαστή καμπύλη των χειλιών της. «Αλλά τώρα μου φαίνεται κατόρθωμα που κρατήθηκα τόσο πολύ». Τα νεύρα της, χορτασμένα όπως ήταν, σάλεψαν κάτω από το χάδι των δαχτύλων του. «Μάθιου… τι θα γίνει τώρα; Θα μιλήσεις στον πατέρα μου;» «Όχι ακόμα. Για να διατηρήσω τουλάχιστον μια φαινομενική ευπρέπεια, θα περιμένω μέχρι να επιστρέψω από το Μπρίστολ. Μέχρι τότε οι περισσότεροι καλεσμένοι θα έχουν φύγει και η οικογένεια θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το θέμα με σχετική διακριτικότητα». «Ο πατέρας μου θα πετάξει από τη χαρά του. Αλλά η μητέρα θα έχει αντιρρήσεις. Όσο για τη Λίλιαν…» «Θα εκραγεί». Η Ντέζι αναστέναξε. «Ούτε και τα αδέλφια μου σε συμπαθούν ιδιαίτερα». «Αλήθεια;» είπε με προσποιητή έκπληξη. Η Ντέζι κοίταξε ανήσυχη το σκιασμένο πρόσωπό του. «Κι αν αλλάξεις γνώμη για μένα; Κι αν έρθεις και μου πεις ότι έκανες λάθος, ότι δεν θες να με παντρευτείς και…» «Όχι», είπε ο Μάθιου, χαϊδεύοντας τα πλούσια μαύρα κυματιστά μαλλιά της. «Δεν υπάρχει γυρισμός. Σου έκλεψα την αθωότητα. Δεν θα αποφύγω την ευθύνη». Δυσαρεστημένη από την επιλογή των λέξεων, η Ντέζι συνοφρυώθηκε. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. «Ο τρόπος που το λες… την ευθύνη… σαν να πρέπει να επανορθώσεις για ένα μεγάλο λάθος. Δεν είναι και το πιο ρομαντικό πράγμα που μπορείς να πεις, ειδικά στις παρούσες συνθήκες». «Ω». Ο Μάθιου ξαφνικά χαμογέλασε. «Δεν είμαι ρομαντικός άνθρωπος, γλυκιά μου. Αυτό το ήξερες». Έσκυψε και τη φίλησε στον λαιμό, της δάγκωσε απαλά το αφτί. «Αλλά είμαι υπεύθυνος για σένα τώρα». Κατέβηκε μέχρι τον ώμο της. «Για την ασφάλειά σου… την υγεία σου… την ηδονή σου… κι εγώ είμαι άνθρωπος που παίρνει πολύ σοβαρά τις ευθύνες του». Ένα βογκητό ηδονής της ξέφυγε κι εκείνος χαμογέλασε. «Κάνεις τους πιο όμορφους ήχους», ψιθύρισε. «Όταν σε αγγίζω έτσι… κι έτσι… και ο τρόπος που φωνάζεις όταν τελειώνεις πάνω μου…» Το πρόσωπό της φλεγόταν. Προσπάθησε να μείνει σιωπηλή, αλλά

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αμέσως την έκανε να αφήσει κι άλλο βογκητό. «Μάθιου;…» Τα δάχτυλα των ποδιών της λύγισαν όταν τον ένιωσε να κατεβαίνει πιο χαμηλά, με τη γλώσσα του να παίζει με το μικρό βαθούλωμα του αφαλού της. Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή κάτω από τα σκεπάσματα. «Ναι, πολυλογού;» «Θα ξανακάνεις…» σταμάτησε με κομμένη την ανάσα όταν εκείνος της άνοιξε τα πόδια, «αυτό που έκανες και πριν;» «Έτσι φαίνεται». «Μα κάναμε ήδη…» Ξαφνικά σταμάτησε να αναρωτιέται πώς και ήθελε να της κάνει έρωτα δύο φορές απανωτά. Τον ένιωσε να εξερευνά το ευαίσθητο τρίγωνό της, το εσωτερικό των ποδιών της, και της κόπηκαν πάλι τα πόδια. Απαλές, επιδέξιες δαγκωματιές… αργά χάδια με τη γλώσσα του… παιχνίδι με το ευαίσθητο άνθος της… τρυφερά αγγίγματα μέχρι που βρήκε το σημείο που την έκανε να βογκήξει, ναι, εκεί, ναι… Τη βασάνιζε με μια μαεστρία που την οδηγούσε στην τρέλα, απομακρυνόταν αργά και μετά επέστρεφε με καυτά, απαλά χτυπήματα… Έπιασε το κεφάλι του που ήταν ανάμεσα στα πόδια της και το κράτησε εκεί, κυρτώνοντας και τρέμοντας και σπαρταρώντας από ηδονή. Την έφερε σε επίπεδα απόλυτης κλιμάκωσης, πάνω από την καταιγίδα, πάνω από τον ίδιο τον ουρανό… και, όταν συνήλθε, βρέθηκε στην αγκαλιά του, με την ξέφρενη καρδιά της να ηρεμεί κάτω από τον απαλό ήχο της ανοιξιάτικης βροχής.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 12 Επειδή οι περισσότεροι καλεσμένοι έφευγαν την επόμενη μέρα, το δείπνο εκείνη τη βραδιά κράτησε πολλή ώρα. Δύο μεγάλα τραπέζια με κρυστάλλινα ποτήρια και σερβίτσια από κινέζικη πορσελάνη έλαμπαν στο φως των πολυελαίων. Ένας στρατός από υπηρέτες ντυμένους με σκούρες μπλε στολές εξυπηρετούσε τους καλεσμένους, γεμίζοντας τα ποτήρια τους με νερό και κρασί. Ήταν πολύ μεγαλοπρεπής βραδιά. Δυστυχώς η Ντέζι δεν είχε καμία όρεξη για φαγητό. Ήταν κρίμα, γιατί το τραπέζι αποτελούνταν από σολομό Σκοτίας, αχνιστό τρυφερό μοσχάρι, ελάφι με λουκάνικα και ζεστό ψωμί και λαχανικά με κρέμα, βούτυρο και τρούφα. Για επιδόρπιο υπήρχαν πιατέλες με λαχταριστά φρούτα, βατόμουρα, νεκταρίνια, κεράσια, ροδάκινα και ανανάδες, καθώς και μια ποικιλία από κέικ, τάρτες και λαχταριστές κρέμες. Η Ντέζι πίεσε τον εαυτό της να φάει, να γελάσει και να κουβεντιάσει όσο πιο φυσικά γινόταν. Όμως δεν ήταν εύκολο. Ο Μάθιου καθόταν μερικές θέσεις παρακάτω στην άλλη πλευρά του τραπεζιού και, όποτε αντάμωναν τα βλέμματά τους, κόντευε να πνιγεί με οτιδήποτε μπορεί να μασούσε εκείνη την ώρα. Οι συζητήσεις έρρεαν γύρω της κι εκείνη ανταποκρινόταν αφηρημένα, ενώ το μυαλό της ήταν κολλημένο στα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα μερικές ώρες νωρίτερα. Όσοι την ήξεραν καλά –η αδελφή και οι φίλες της– κατάλαβαν ότι δεν ήταν ο εαυτός της. Ακόμα και ο Γουέστκλιφ της είχε ρίξει μερικά παραξενεμένα βλέμματα. Η Ντέζι ένιωσε να ασφυκτιά στο φωτεινό, γεμάτο κόσμο δωμάτιο, με το αίμα να ανεβαίνει εύκολα στα μάγουλά της. Το κορμί της ήταν υπερευαίσθητο, τα εσώρουχά της τη στένευαν, ο κορσές της ήταν αβάσταχτος, οι κάλτσες τής προκαλούσαν φαγούρα στα πόδια. Κάθε φορά που έκανε μια κίνηση θυμόταν το απόγευμά της με τον Μάθιου. Τον πόνο ανάμεσα στα πόδια της, το τσούξιμο και το μούδιασμα σε σημεία αναπάντεχα. Κι ωστόσο το κορμί της πονούσε για περισσότερα… για τα χάδια του, το στόμα του, την αίσθηση μέσα της… Με το πρόσωπό της να φλέγεται ξανά, επικεντρώθηκε στο να βουτυρώσει μια φέτα ψωμί. Κοίταξε τον Μάθιου, που συνομιλούσε με μια

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κυρία στα αριστερά του. Νιώθοντας το βλέμμα της, ο Μάθιου κοίταξε προς το μέρος της. Το βαθύ μπλε γέμισε φωτιές και το στήθος του φούσκωσε καθώς εισέπνευσε βαθιά. Έστρεψε την προσοχή του ξανά στη γυναίκα δίπλα του, εστιάζοντας πάνω της με ένα κολακευτικό ενδιαφέρον που την έκανε να χαχανίσει ευτυχισμένη. Η Ντέζι έφερε ένα ποτήρι νερό στα χείλη της και πίεσε τον εαυτό της να στρέψει την προσοχή στη συζήτηση που γινόταν δεξιά της… κάτι για ένα ταξίδι γύρω από τη λίμνη Ντίστρικτ και τα υψίπεδα της Σκοτίας. Σύντομα, όμως, το μυαλό της ξαναγύρισε στα δικά της. Δεν είχε μετανιώσει για την απόφασή της… αλλά δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι όλα θα ήταν εύκολα από εδώ και μπρος. Το αντίθετο μάλιστα. Υπήρχε το θέμα του πού θα έμεναν και πότε ο Μάθιου θα την έπαιρνε στη Νέα Υόρκη κι αν θα μπορούσε να μάθει να είναι ευτυχισμένη μακριά από την αδελφή και τις φίλες της. Υπήρχε, επίσης, και το ερώτημα αν θα γινόταν επαρκής σύζυγος για έναν άντρα που ζούσε σε έναν κόσμο άγνωστο για εκείνη. Και τέλος, το σημαντικό ερώτημα τι μυστικά έκρυβε ο Μάθιου. Αλλά η Ντέζι θυμήθηκε την απαλή φωνή του όταν είπε: «Είσαι όλα όσα ήθελα πάντα σε μια γυναίκα». Ο Μάθιου ήταν ο μόνος άντρας που την ήθελε όπως ήταν. (Ο Λάντριντον έπρεπε να αποκλειστεί, γιατί το μόνο που ένιωσε ήταν ένα προσωρινό ξελόγιασμα, το οποίο θα περνούσε εξίσου αστραπιαία.) Υπό αυτό το πρίσμα, σκέφτηκε η Ντέζι, ο γάμος της με τον Μάθιου θα έμοιαζε με αυτόν της Λίλιαν και του Γουέστκλιφ. Δύο άνθρωποι με ισχυρή θέληση και διαφορετικές ευαισθησίες, η Λίλιαν και ο Γουέστκλιφ συχνά διαφωνούσαν και διαπραγματεύονταν… αλλά αυτό δεν έμοιαζε να αποδυναμώνει τον γάμο τους. Το αντίθετο μάλιστα, στην πραγματικότητα έμοιαζαν να δένονται ακόμα περισσότερο. Σκέφτηκε τους γάμους των φιλενάδων της… την Άναμπελ και τον κύριο Χαντ, που είχαν παρόμοιους χαρακτήρες… την Ιβ και τον λόρδο Σεντ Βίνσεντ με τους εντελώς αντίθετους χαρακτήρες, που συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο όπως η μέρα τη νύχτα. Κανένας από αυτούς τους γάμους δεν ήταν καλύτερος από τον άλλο. Ίσως, παρά τα όσα είχε ακούσει για το ιδανικό ενός τέλειου γάμου, να μην υπήρχε κάτι τέτοιο. Ίσως κάθε γάμος ήταν μοναδικός. Παρηγορητική αυτή η σκέψη. Μια σκέψη που τη γέμισε με ελπίδα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μετά το ατελείωτο δείπνο η Ντέζι προφασίστηκε πονοκέφαλο αντί να υπομείνει την τελετουργία του τσαγιού και των κουτσομπολιών. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν εντελώς ψέμα – τα φώτα, η φασαρία και η συναισθηματική φόρτισή της της προκαλούσαν ημικρανία. Με ένα βεβιασμένο χαμόγελο, δικαιολογήθηκε και κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη σκάλα. Αλλά με το που έφτασε στο κεντρικό χολ, άκουσε τη φωνή της αδελφής της. «Ντέζι; Θέλω να σου μιλήσω». Η Ντέζι ήξερε αρκετά καλά τη Λίλιαν για να διακρίνει τη νευρικότητα στη φωνή της. Η μεγάλη αδελφή της είχε υποψίες, ανησυχούσε και ήθελε να αναλύσει τα θέματα και τα προβλήματα μέχρι τελικής πτώσης. Η Ντέζι, όμως, ήταν πολύ κουρασμένη. «Όχι τώρα, σε παρακαλώ», είπε, χαμογελώντας καθησυχαστικά στην αδελφή της. «Μπορεί να περιμένει γι’ αργότερα;» «Όχι». «Έχω πονοκέφαλο». «Κι εγώ το ίδιο. Θα μιλήσουμε όμως». Η Ντέζι προσπάθησε να κρύψει την αγανάκτησή της. Μετά από όλη την υπομονή που είχε δείξει στη Λίλιαν, όλα τα χρόνια της άνευ όρων υποστήριξης και πίστης, δεν ήταν υπερβολή να ζητάει από τη Λίλιαν να την αφήσει για λίγο ήσυχη. «Πάω για ύπνο», είπε η Ντέζι, κοιτώντας την αδελφή της σαν να την προκαλούσε να διαφωνήσει. «Δεν θέλω να εξηγήσω τίποτα, ειδικά από τη στιγμή που είναι προφανές ότι δεν έχεις καμία πρόθεση ν’ ακούσεις. Καληνύχτα». Βλέποντας το κεραυνοβολημένο ύφος της Λίλιαν, πρόσθεσε πιο απαλά: «Σ’ αγαπώ». Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, φίλησε την αδελφή της στο μάγουλο κι ανέβηκε τη σκάλα. Η Λίλιαν καταπολέμησε τον πειρασμό να την ακολουθήσει. Ένιωσε κάποιον δίπλα της και γύρισε και είδε την Άναμπελ και την Ιβ να την κοιτούν συμπονετικά. «Δεν θέλει να μου μιλήσει», τους είπε μουδιασμένη. Η Ιβ, που συνήθως δίσταζε να την αγγίξει, πέρασε το χέρι της γύρω από το μπράτσο της Λίλιαν. «Πάμε στον πορτοκαλεώνα», πρότεινε. Ο πορτοκαλεώνας ήταν το αγαπημένο δωμάτιο της Λίλιαν, με τους τοίχους γεμάτους μεγάλα παράθυρα και το πάτωμα από περίτεχνο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διάτρητο σίδερο που άφηνε να περνά ο ζεστός αέρας από τους φούρνους κάτω. Πορτοκαλιές και λεμονιές πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα με αρώματα φρέσκων εσπεριδοειδών, ενώ οι φορτωμένες με τροπικά φυτά πέργκολες πρόσδιδαν μια νότα εξωτική. Αναμμένοι πυρσοί έξω στόλιζαν τον χώρο με περίπλοκες σκιές. Οι τρεις φίλες βρήκαν μερικές καρέκλες και κάθισαν. «Νομίζω πως το έκαναν», είπε η Λίλιαν με ώμους σκυφτούς. «Ποιος έκανε τι;» ρώτησε η Ιβ. «Η Ντέζι και ο κύριος Σουίφτ», μουρμούρισε η Άναμπελ κάπως εύθυμα. «Πιστεύουμε ότι γνώρισαν…. εεε, σαρκικά ο ένας τον άλλο». Η Ιβ φάνηκε να μπερδεύεται. «Γιατί το πιστεύουμε αυτό;» «Καθόσουν στο άλλο τραπέζι, καλή μου, οπότε δεν μπορούσες να δεις, αλλά στο δείπνο αντάλλαζαν…» η Άναμπελ σήκωσε με νόημα τα φρύδια «…υπονοούμενα». «Ω». Η Ιβ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχει σημασία που δεν καθόμουν στο τραπέζι σας, τότε. Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να διαβάζω υπονοούμενα». «Αυτά ήταν κραυγαλέα υπονοούμενα», είπε σκυθρωπά η Λίλιαν. «Δεν θα ήταν πιο ξεκάθαρα ακόμα κι αν ο κύριος Σουίφτ ανέβαινε στο τραπέζι κι έβγαζε ανακοίνωση». «Ο κύριος Σουίφτ δεν θα γινόταν ποτέ τόσο χυδαίος», είπε με βεβαιότητα η Ιβ. «Παρόλο που είναι Αμερικανός». Η Λίλιαν έσμιξε έντονα τα φρύδια. «Τι στο καλό απέγινε το “Ποτέ δεν θα ήμουν ευτυχισμένη με έναν άκαρδο βιομήχανο”; Τι απέγινε το “Θέλω οι τέσσσερίς μας να είμαστε για πάντα μαζί”; Διάβολε, δεν το πιστεύω ότι η Ντέζι έκανε κάτι τέτοιο! Όλα πήγαιναν τόσο καλά με τον λόρδο Λάντριντον. Τι την έπιασε και κοιμήθηκε με τον Μάθιου Σουίφτ;» «Αμφιβάλλω αν κοιμήθηκαν και πολύ», απάντησε η Άναμπελ με μάτια που γυάλιζαν. Η Λίλιαν την κοίταξε λοξά. «Αν το διασκεδάζεις τόσο πολύ, Άναμπελ…» «Η Ντέζι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τον λόρδο Λάντριντον», είπε βιαστικά η Ιβ, προσπαθώντας να αποτρέψει τον επερχόμενο καβγά. «Απλώς τον χρησιμοποίησε για να κάνει τον κύριο Σουίφτ να ζηλέψει». «Πού το ξέρεις;» ρώτησαν και οι δύο με μια φωνή. «Να, ε-εγώ…» Η Ιβ έκανε μια απελπισμένη κίνηση με τα χέρια της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Την προηγούμενη εβδομάδα, λ-λίγο πολύ της πρότεινα να τον κάνει να ζηλέψει. Κι έπιασε». Ο λαιμός της Λίλιαν έκανε έντονες συσπάσεις πριν καταφέρει να μιλήσει. «Από όλες τις βλακώδεις, ανόητες, ηλίθιες…» «Γιατί, Ιβ;» ρώτησε πολύ πιο ευγενικά η Άναμπελ. «Η Ντέζι κι εγώ ακούσαμε τον κύριο Σουίφτ να μ-μιλά με τον λόρδο Λάντριντον. Προσπαθούσε να πείσει τον Λάντριντον να φλερτάρει την Ντέζι, ενώ ήταν πασιφανές ότι την ήθελε για τον εαυτό του». «Πάω στοίχημα ότι το είχε σχεδιάσει», τσίριξε η Λίλιαν. «Μάλλον ήξερε ότι ακούγατε. Ήταν μια πονηρή και απαίσια παγίδα κι εσείς πέσατε κατευθείαν μέσα της!» «Δεν νομίζω», απάντησε η Ιβ. Κοιτώντας το κατακόκκινο πρόσωπο της Λίλιαν, ρώτησε επιφυλακτικά: «Θα μου βάλεις τις φωνές;» Η Λίλιαν κούνησε το κεφάλι κι έθαψε το πρόσωπο στα χέρια της. «Θα ούρλιαζα σαν κακιά μάγισσα», είπε μέσα από τα δάχτυλά της, «αν πίστευα ότι θα είχε αποτέλεσμα. Αλλά από τη στιγμή που είμαι σχεδόν σίγουρη ότι η Ντέζι το έκανε με αυτό το φίδι, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να σωθεί τώρα». «Μπορεί να μη θέλει να σωθεί», είπε η Ιβ. «Κι αυτό γιατί το έχει χάσει τελείως», γρύλισε η Λίλιαν. Η Άναμπελ έγνεψε. «Προφανώς. Η Ντέζι κοιμήθηκε με έναν όμορφο, νέο, πλούσιο, έξυπνο άντρα που είναι ολοφάνερα ερωτευμένος μαζί της. Μα τι στο καλό σκεφτόταν;» Χαμογέλασε συμπονετικά όταν άκουσε τη Λίλιαν να μουγκρίζει κι έπιασε τη φίλη της απαλά από τους ώμους. «Καλή μου», της είπε, «όπως ξέρεις, υπήρχε μια εποχή που δεν μ’ ενδιέφερε αν θα παντρευόμουν έναν άντρα που αγαπούσα… μου αρκούσε να γλιτώσω την οικογένειά μου από τη φριχτή μοίρα της. Αλλά όταν σκέφτηκα πώς θα ήταν να μοιράζομαι ένα κρεβάτι με τον άντρα μου… να περάσω όλη τη ζωή μου μαζί του… κατάλαβα ότι ο Σάιμον ήταν ο μόνος που ήθελα». Έκανε μια παύση και ξαφνικά δάκρυα βούρκωσαν τα μάτια της. Η όμορφη, συγκροτημένη Άναμπελ που δεν έκλαιγε ποτέ. «Όταν αρρωσταίνω», συνέχισε με βραχνή φωνή, «όταν φοβάμαι, όταν χρειάζομαι κάτι, ξέρω ότι θα κινήσει γη και ουρανό για να μου το δώσει. Τον εμπιστεύομαι με όλο μου το είναι. Και όταν βλέπω το παιδί που δημιουργήσαμε, την ενσάρκωση των δυο μας μέσα του… ω Θεέ μου, πόσο ευγνώμων είμαι που παντρεύτηκα τον Σάιμον. Όλες μας μπορέσαμε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


επιλέξουμε τους άντρες που θέλαμε, Λίλιαν. Πρέπει να δώσεις και στην Ντέζι την ίδια ελευθερία». Η Λίλιαν τίναξε απότομα τα χέρια της Άναμπελ από πάνω της. «Αυτός δεν είναι σαν τους άντρες μας. Δεν είναι καν σαν τον Σεντ Βίνσεντ, που μπορεί να ήταν αδιόρθωτος γυναικάς, αλλά τουλάχιστον έχει καρδιά». Έκανε μια παύση και μουρμούρισε: «Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, Ιβ». «Δεν πειράζει», είπε η Ιβ, με τα χείλη της να τρέμουν σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει το γέλιο της. «Το θέμα είναι», συνέχισε η Λίλιαν, «ότι θέλω η Ντέζι να έχει ελευθερία επιλογής, αρκεί να μην κάνει τη λάθος». «Καλή μου…» Η Άναμπελ έκανε να διορθώσει τη λανθασμένη λογική της, αλλά η Ιβ τη διέκοψε απαλά. «Ν-νομίζω πως είναι δικαίωμα της Ντέζι να κάνει λάθος. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να της προσφέρουμε βοήθεια αν τη ζητήσει». «Δεν θα μπορούμε να τη βοηθήσουμε αν καταλήξει στην καταραμένη Νέα Υόρκη!» φώναξε η Λίλιαν. Η Ιβ και η Άναμπελ δεν της εναντιώθηκαν άλλο μετά από αυτό, συμφωνώντας ότι μερικές φορές υπήρχαν προβλήματα που δεν λύνονταν απλώς με λόγια και φόβοι που δεν εξαλείφονταν. Έκαναν αυτό που κάνουν όλες οι φίλες όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει… κάθισαν μαζί της σε μια συντροφική σιωπή… δείχνοντάς της την αγάπη τους. Ένα καυτό μπάνιο βοήθησε την Ντέζι να χαλαρώσει. Έμεινε στο αχνιστό νερό μέχρι να νιώσει το κορμί της να λιώνει και τον πονοκέφαλο να υποχωρεί. Νιώθοντας αναζωογονημένη, φόρεσε ένα λευκό νυχτικό κι άρχισε να βουρτσίζει τα μαλλιά της, ενώ δύο υπηρέτριες ήρθαν να πάρουν την μπανιέρα. Η βούρτσα πέρασε πολλές φορές μέσα από τα μαλλιά της μέχρι που μετατράπηκαν σε ένα γυαλιστερό εβένινο ποτάμι. Κοίταξε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα την υγρή ανοιξιάτικη νύχτα. Ο άναστρος ουρανός είχε το χρώμα του μαύρου δαμάσκηνου. Χαμογελώντας αφηρημένα, η Ντέζι άκουσε την πόρτα πίσω της ν’ ανοίγει. Υποθέτοντας ότι είχε έρθει κάποια υπηρέτρια να πάρει την πετσέτα και το σαπούνι, συνέχισε να ατενίζει τον ουρανό. Ξαφνικά ένιωσε ένα άγγιγμα στον ώμο της και τη ζεστασιά ενός μεγάλου χεριού να γλιστρά στο στήθος της. Ξαφνιασμένη, σηκώθηκε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


όρθια και βρέθηκε με την πλάτη κολλημένη πάνω σε ένα σκληρό αντρικό σώμα. Η βαθιά φωνή του Μάθιου γαργάλησε το αφτί της. «Τι σκεφτόσουν;» «Εσένα, φυσικά». Η Ντέζι ακούμπησε πάνω του και τα δάχτυλά της χάιδεψαν τη δασύτριχη επιφάνεια του χεριού του. Γύρισε ξανά το βλέμμα της έξω από το παράθυρο. «Αυτό το δωμάτιο ανήκε κάποτε σε μια από τις αδελφές του κόμη», είπε. «Μου είπαν ότι ο εραστής της –ένας σταβλίτης, στην πραγματικότητα– σκαρφάλωνε από το μπαλκόνι της για να τη συναντά. Όπως ο Ρωμαίος». «Ελπίζω να ανταμειβόταν για τον κόπο του», είπε εκείνος. «Εσύ θα έκανες τον ίδιο κόπο για χάρη μου;» «Αν ήταν ο μόνος τρόπος να σε δω. Αλλά είναι παράλογο να σκαρφαλώνω δύο ορόφους μέχρι το μπαλκόνι όταν υπάρχει μια απολύτως βολική πόρτα». «Η πόρτα δεν είναι το ίδιο ρομαντική». «Ούτε και το να τσακίσεις το σβέρκο σου». «Τι ρεαλιστής», είπε η Ντέζι γελώντας και στρίβοντας μέσα στην αγκαλιά του. Τα ρούχα του Μάθιου μοσχοβολούσαν ύπαιθρο και καπνό πούρου. Μάλλον θα είχε βγει στην πίσω βεράντα με άλλους κυρίους μετά το δείπνο. Κουρνιάζοντας πιο βαθιά μέσα στην αγκαλιά του, εισέπνευσε την κόλλα του πουκάμισού του και το καθαρό, οικείο άρωμα του δέρματός του. «Λατρεύω τη μυρωδιά σου», είπε. «Και με δεμένα μάτια να με έβαζαν σε ένα δωμάτιο γεμάτο άντρες, εγώ θα σε έβρισκα». «Κι άλλο παιχνίδι σαλονιού», είπε και γέλασαν ταυτόχρονα. Η Ντέζι τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε μέχρι το κρεβάτι. «Έλα να ξαπλώσεις μαζί μου». Ο Μάθιου αντιστάθηκε κουνώντας το κεφάλι. «Θα μείνω μόνο μερικά λεπτά. Φεύγουμε με τον Γουέστκλιφ τα χαράματα». Το βλέμμα του γλίστρησε πεινασμένα στο νυχτικό της. «Κι αν πλησιάσουμε έστω και λίγο το κρεβάτι, δεν θα μπορέσω να μη σου κάνω έρωτα». «Καθόλου δεν θα με πείραζε», είπε συνεσταλμένα η Ντέζι. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και την έσφιξε απαλά. «Όχι τόσο σύντομα μετά την πρώτη σου φορά. Πρέπει να ξεκουραστείς». «Και τότε γιατί ήρθες;» Η Ντέζι ένιωσε το μάγουλό του πάνω στο κεφάλι της. Ακόμα και μετά από όλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους, της φαινόταν απίστευτο που ο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μάθιου Σουίφτ την κρατούσε τόσο τρυφερά. «Ήθελα απλώς να σου πω καληνύχτα», μουρμούρισε. «Και να σου πω…» Η Ντέζι τον κοίταξε ερωτηματικά κι εκείνος της έκλεψε ένα φιλί σαν να μην μπορούσε να συγκρατηθεί. «… ότι δεν χρειάζεται να φοβάσαι πως θα αλλάξω γνώμη για τον γάμο», είπε. «Στην πραγματικότητα, θα δυσκολευτείς πολύ να με ξεφορτωθείς τώρα». «Ναι», είπε η Ντέζι χαμογελώντας του. «Το ξέρω πως είσαι αξιόπιστος». Ο Μάθιου την άφησε με δυσκολία από τα χέρια του και πήγε απρόθυμα στην πόρτα. Την άνοιξε μια χαραμάδα και κοίταξε έξω για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε κανείς. «Μάθιου», ψιθύρισε η Ντέζι. Την κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Ναι;» «Γύρνα γρήγορα πίσω σ’ εμένα». Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είδε στο πρόσωπό της έκανε τα μάτια του να λάμψουν στο μισοσκόταδο. Έκανε ένα κοφτό νεύμα κι έφυγε όσο ακόμα μπορούσε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 13 Ο Μάθιου γρήγορα ανακάλυψε ότι το να ταξιδεύει στο Μπρίστολ με τον λόρδο Γουέστκλιφ ήταν πολύ διαφορετικό από το να περιδιαβάζει μόνος του την πόλη. Αρχικά είχε σχεδιάσει να μείνει σε ένα πανδοχείο στο κέντρο του Μπρίστολ. Με τον Γουέστκλιφ παρέα του, όμως, φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας εφοπλιστών. Ο Μάθιου υπέθεσε ότι είχαν πολλές προσκλήσεις από επιφανείς οικογένειες της πόλης, όλες πρόθυμες να φιλοξενήσουν τον κόμη με κάθε πολυτέλεια. Όλοι είτε ήταν φίλοι του Γουέστκλιφ είτε ήθελαν να γίνουν. Αυτή ήταν η δύναμη του αριστοκρατικού ονόματός του. Για να είμαστε δίκαιοι, δεν ήταν μόνο το όνομα και ο τίτλος αυτό που προκαλούσε τόσο ενθουσιασμό για τον Γουέστκλιφ… Ήταν γνωστός ως προοδευτικός πολιτικός, για να μην πούμε και ικανός επιχειρηματίας, ιδιότητες που τον έκαναν πολύ δημοφιλή στο Μπρίστολ. Η πόλη, δεύτερη μετά το Λονδίνο στο εμπόριο, διένυε μια περίοδο εκρηκτικής ανάπτυξης. καθώς οι εμπορικές περιοχές εξαπλώνονταν και τα παλιά τείχη της γκρεμίζονταν, οι στενοί δρόμοι πλάταιναν και νέοι λεωφόροι ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια. Και το κυριότερο, μόλις είχε αποπερατωθεί ο σιδηρόδρομος που ένωνε τον σταθμό Τεμπλ Μεντ με τις αποβάθρες. Έτσι, δεν υπήρχε καλύτερο μέρος στην Ευρώπη για να στήσει κανείς ένα εργοστάσιο. Ο Μάθιου είχε απρόθυμα παραδεχτεί στον Γουέστκλιφ ότι η παρουσία του είχε διευκολύνει πολύ τις διαπραγματεύσεις και τις συναντήσεις. Το όνομα του Γουέστκλιφ δεν άνοιγε μόνο πόρτες, στην ουσία ενέπνεε τους ανθρώπους να του παραχωρούν ολόκληρο το κτίριο. Και ο Μάθιου μέσα του αναγνώριζε ότι μπορούσε να μάθει πολλά από τον κόμη, που είχε άπειρες γνώσεις για τις επιχειρήσεις και τις κατασκευές. Όταν συζητούσαν για την παραγωγή κινητήρων, για παράδειγμα, ο κόμης όχι μόνο αράδιαζε τις αρχές του σχεδιασμού και της μηχανικής, αλλά μπορούσε να απαριθμήσει και τα δεκάδες είδη βίδας που χρησιμοποιούν στις τελευταίας τεχνολογίας ατμομηχανές. Ο Μάθιου πρώτη φορά γνώριζε κάποιον με περισσότερες τεχνικές γνώσεις από τον ίδιο. Μπορούσε να κουβεντιάζει ατελείωτες ώρες μαζί του χωρίς να πλήττει. Όποιος άλλος τους άκουγε να συζητούν άρχιζε να ροχαλίζει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στα πρώτα πέντε λεπτά. Από την πλευρά του, ο Μάρκους είχε ξεκινήσει την εβδομάδα στο Μπρίστολ με διπλό σκοπό, επισήμως για να κλείσει κάποιες επαγγελματικές συμφωνίες… και ανεπισήμως για να καταλήξει στη γνώμη του για τον Μάθιου Σουίφτ. Δεν ήταν εύκολο για τον Μάρκους να αφήσει τη Λίλιαν. Είχε ανακαλύψει ότι, ενώ η γέννα και το μεγάλωμα ενός μωρού ήταν απολύτως συνηθισμένα όταν συνέβαιναν σε κάποιον άλλο, είχαν τεράστια σημασία όταν αφορούσαν τη δική του γυναίκα και το δικό του παιδί. Τα πάντα στην κόρη του τον γοήτευαν: το πώς κοιμόταν και το πώς ξυπνούσε, το πρώτο της μπάνιο, το πώς κουνούσε τα δαχτυλάκια της, το πώς κούρνιαζε στο στήθος της Λίλιαν. Παρόλο που δεν ήταν ανήκουστο για μια κυρία της ανώτερης τάξης να θηλάζει το μωρό της, ήταν πολύ πιο συνηθισμένο να προσλαμβάνεις μια θηλάζουσα υπηρέτρια γι’ αυτόν τον σκοπό. Ωστόσο η Λίλιαν είχε ξαφνικά αλλάξει γνώμη μετά τον ερχομό της Μέριτ. «Προτιμάει εμένα», είχε πει η Λίλιαν στον Μάρκους. Κι εκείνος δεν τόλμησε να της πει ότι το βρέφος δεν είχε και μεγάλο λόγο στο θέμα και ότι θα ήταν ευτυχισμένο ακόμα και με ξένο στήθος. Ο φόβος του Μάρκους ότι η γυναίκα του θα ανέβαζε επιλόχειο πυρετό υποχώρησε όταν η Λίλιαν άρχισε να γίνεται σταδια​​κά ξανά ο εαυτός της. Η ανακούφισή του ήταν τεράστια. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο σαρωτική αγάπη για κάποιον, ούτε και είχε φανταστεί ότι η Λίλιαν θα γινόταν τόσο γρήγορα αναπόσπαστο κομμάτι της ευτυχίας του. Ό,τι είχε τη δύναμη να κάνει για τη Λίλιαν θα το έκανε. Και μπροστά στην ανησυχία της γυναίκας του για την αδελφή της, ο Μάρκους είχε αποφασίσει να βγάλει για τον Μάθιου Σουίφτ τελικά συμπεράσματα. Στις συναντήσεις τους με αντιπροσώπους της Εταιρείας του Μεγάλου Δυτικού Σιδηρόδρομου, ο Μάρκους εντυπωσιάστηκε με τη στάση του Σουίφτ. Μέχρι τώρα, τον είχε δει να συναναστρέφεται μόνο με τους αριστοκράτες καλεσμένους του Στόνι Κρος, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι μπορούσε να μιλήσει άνετα με ανθρώπους κάθε τάξης, από ηλικιωμένους αριστοκράτες μέχρι νεαρούς εργάτες στις αποβάθρες. Στις διαπραγματεύσεις και στα παζάρια, ο Σουίφτ ήταν επιθετικός χωρίς να γίνεται αγενής. Ήταν ήρεμος, σταθερός και ευαίσθητος, αλλά διέθετε και μια αίσθηση χιούμορ που χρησιμοποιούσε παραγωγικά και αποτελεσματικά. Ο Μάρκους διέκρινε την επιρροή του Τόμας Μπόουμαν στην επιμονή

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και στην προθυμία του να υποστηρίζει τη γνώμη του. Αλλά αντίθετα με τον Μπόουμαν, ο Σουίφτ είχε μια φυσική παρουσία και αυτοπεποίθηση στην οποία ανταποκρίνονταν ενστικτωδώς οι άλλοι. Ο Σουίφτ θα τα πήγαινε περίφημα στο Μπρίστολ, σκέφτηκε ο Μάρκους. Ήταν ιδανικό μέρος για έναν φιλόδοξο νεαρό και πρόσφερε τις ίδιες, αν όχι και περισσότερες, ευκαιρίες με το Λονδίνο. Όσο για το αν ο Μάθιου Σουίφτ θα ταίριαζε στην Ντέζι… λοιπόν, αυτό ήταν πιο αμφιλεγόμενο. Ο Μάρκους απέφευγε να κρίνει τέτοια θέματα, έχοντας μάθει εκ πείρας ότι δεν ήταν αλάνθαστος. Η αρχική του αντίρρηση για τον γάμο της Άναμπελ και του Σάιμον Χαντ ήταν τρανό παράδειγμα. Όμως έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Η Ντέζι άξιζε έναν άντρα που θα ήταν καλός μαζί της. Μετά από μια συνάντηση με τους αντιπροσώπους του σιδηρόδρομου, ο Μάρκους και ο Σουίφτ πήγαν να περπατήσουν στην Κορν Στριτ μέσα στη λαϊκή αγορά, που ήταν γεμάτη πάγκους με φρούτα και λαχανικά. Πρόσφατα ο δρόμος είχε πλακοστρωθεί για να προστατεύει τους πεζούς από τις λάσπες. Ο δρόμος ήταν γεμάτος καταστήματα με διάφορα είδη όπως βιβλία, καλλυντικά και γυαλικά. Σταμάτησαν σε μια ταβέρνα για να τσιμπήσουν κάτι πρόχειρο. Η ταβέρνα ήταν γεμάτη με λογιών λογιών άντρες, από πλούσιους εμπόρους μέχρι λιμενεργάτες. Χαλαρώνοντας στη θορυβώδη ατμόσφαιρα, ο Μάρκους έφερε στα χείλη του ένα ποτήρι μαύρη μπίρα του Μπρίστολ. Ήταν παγωμένη και πικρή κι έκαψε τον λαιμό του, αφήνοντας μια γλυκιά επίγευση. Καθώς ο Μάρκους σκεφτόταν διάφορους τρόπους για να ανοίξει το θέμα της Ντέζι, ο Σουίφτ τον εξέπληξε με μια ωμή δήλωση. «Λόρδε μου, θέλω να συζητήσω κάτι μαζί σου». Ο Μάρκους πήρε αμέσως μια φιλική έκφραση ενθαρρύνοντάς τον. «Πολύ καλά». «Φαίνεται πως η δεσποινίς Μπόουμαν κι εγώ έχουμε αναπτύξει μια… αμοιβαία κατανόηση. Αφού λάβαμε υπόψη μας τα πλεο​​νεκτήματα της κάθε πλευράς, πήρα τη λογική και ρεαλιστική απόφαση ότι πρέπει να…» «Πόσο καιρό είσαι ερωτευμένος μαζί της;» τον διέκοψε ο Μάρκους, προσπαθώντας να μη βάλει τα γέλια. Ο Σουίφτ αναστέναξε σφιγμένος. «Χρόνια», παραδέχτηκε. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα κοντά, πυκνά μαλλιά του, αφήνοντάς τα ανάκατα. «Αλλά δεν ήξερα τι ήταν μέχρι πρόσφατα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ανταποκρίνεται η νύφη μου;» «Νομίζω…» Ο Σουίφτ σταμάτησε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά μπίρα. Έμοιαζε νεαρούδι έτσι προβληματισμένος καθώς παραδέχτηκε: «Δεν ξέρω. Ελπίζω με τον καιρό… ω διάβολε». «Κατά τη γνώμη μου, δεν θα ήταν δύσκολο για σένα να κερδίσεις την Ντέζι», είπε ο Μάρκους πιο ευγενικά απ’ ό,τι σκόπευε. «Απ’ ό,τι έχω δει, ταιριάζετε». Ο Σουίφτ τον κοίταξε χαμογελώντας επιφυλακτικά. «Δεν θεωρείς ότι θα ήταν καλύτερα με έναν τζέντλεμαν που θα της απαγγέλλει ποιήματα;» «Θεωρώ πως αυτό θα ήταν καταστροφικό. Η Ντέζι δεν χρειάζεται έναν σύζυγο ονειροπόλο σαν την ίδια». Ο Μάρκους έκοψε λίγο τυρί από την ξύλινη πιατέλα ανάμεσά τους και το έβαλε σε δύο φέτες ψωμί. Κοίταξε τον Σουίφτ σκεφτικός, διερωτώμενος γιατί ο νεαρός έβρισκε τόσο λίγη απόλαυση στην κατάσταση. Οι περισσότεροι άντρες έδειχναν πολύ μεγαλύτερο ενθουσιασμό στην προοπτική να παντρευτούν τη γυναίκα που αγαπούν. «Ο Μπόουμαν θα χαρεί», είπε ο Μάρκους, παρατηρώντας προσεκτικά την αντίδραση του Σουίφτ. «Η ευχαρίστησή του ποτέ δεν είχε σχέση με όλο αυτό. Κάθε ισχυρισμός για το αντίθετο υποτιμά σοβαρά όλα όσα έχει να προσφέρει η δεσποινίς Μπόουμαν». «Δεν υπάρχει λόγος να την υπερασπίζεσαι», απάντησε ο Μάρκους. «Η Ντέζι είναι ένα αξιαγάπητο διαβολάκι, για να μην πούμε και υπέροχη. Αν είχε λίγο περισσότερη αυτοπεποίθηση και πολύ λιγότερη ευαισθησία, μέχρι τώρα θα είχε μάθει να έλκει το αντίθετο φύλο με μεγάλη ευκολία. Αλλά προς τιμήν της, δεν έχει τον χαρακτήρα να βλέπει τον έρωτα σαν παιχνίδι. Και λίγοι άντρες έχουν την εξυπνάδα να εκτιμούν την ειλικρίνεια σε μια γυναίκα». «Εγώ την εκτιμώ», είπε κοφτά ο Σουίφτ. «Έτσι φαίνεται». Ο Μάρκους ένιωσε να συμπονά τον νεαρό στο δίλημμά του. Ως λογικός άντρας με αποστροφή στο μελόδραμα, ήταν αρκετά ντροπιαστικό για τον Σουίφτ να έχει πληγωθεί από ένα βέλος του θεού Έρωτα. «Παρόλο που δεν ζήτησες την υποστήριξή μου γι’ αυτόν τον γάμο», συνέχισε ο Μάρκους, «την έχεις». «Ακόμα κι αν διαφωνεί η λαίδη Γουέστκλιφ;» Η αναφορά στη Λίλιαν έκανε τον Μάρκους να νιώσει έντονη νοσταλγία. Του έλειπε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. «Η λαίδη Γουέστκλιφ», είπε, «θα συμβιβαστεί με το γεγονός ότι μερικές

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φορές τα πράγματα δεν μπορούν να γίνονται όπως επιθυμεί. Κι αν με τον καιρό αποδειχτείς καλός σύζυγος για την Ντέζι, η γυναίκα μου θ’ αλλάξει γνώμη. Είναι δίκαιος άνθρωπος». Όμως ο Σουίφτ έδειχνε ακόμα προβληματισμένος. «Λόρδε μου…» Το χέρι του έσφιξε τη μεγάλη μεταλλική κούπα και στύλωσε πάνω της τα μάτια του. Βλέποντας τη σκιά που πέρασε από το πρόσωπο του νέου άντρα, ο Μάρκους σταμάτησε να μασάει. Διαισθάνθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Διάβολε, σκέφτηκε, είναι ανάγκη τα πάντα με τους Μπόουμαν να είναι πολύπλοκα; «Τι γνώμη θα είχες για έναν άντρα που χτίζει τη ζωή του πάνω σε ένα ψέμα… κι ωστόσο αυτή η ζωή έχει γίνει καλύτερη απ’ όσο θα μπορούσε να γίνει ποτέ η προηγούμενη;» Ο Μάρκους άρχισε ξανά να μασάει, κατάπιε και ήπιε αργά μια γουλιά μπίρα. «Μια ζωή που, όμως, στηρίζεται αποκλειστικά στο ψέμα;» ρώτησε τελικά. «Ναι». «Στέρησε αυτός ο άνθρωπος τα δικαιώματα κάποιου; Προκάλεσε σωματική ή συναισθηματική βλάβη σε άλλον;» «Όχι», είπε ο Σουίφτ, κοιτώντας τον στα μάτια. «Έκανε, όμως, παρανομία». Αυτό βοήθησε τον Μάρκους να νιώσει πολύ καλύτερα. Σύμφωνα με την εμπειρία του, ακόμα και οι καλύτεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν πάντα να αποφεύγουν τα νομικά προβλήματα. Ίσως ο Σουίφτ είχε κάνει κάποτε μια λάθος επαγγελματική συμφωνία ή είχε ενδώσει σε ατασθαλίες της νιότης που θα του προκαλούσαν ντροπή αν έβγαιναν χρόνια αργότερα στο φως. Φυσικά, ο Μάρκους δεν έπαιρνε αψήφιστα τα θέματα τιμής και σίγουρα δεν ήταν ό,τι πιο ευχάριστο να μαθαίνει κανείς ότι ο μέλλοντας σύγαμπρός του είχε νομικά προβλήματα. Από την άλλη, ο Σουίφτ έμοιαζε άνθρωπος με ακέραιο χαρακτήρα. Και ο Μάρκους είχε συμπαθήσει πολλά στοιχεία πάνω του. «Φοβάμαι πως θα πρέπει να αναβάλω την υποστήριξή μου για τον γάμο», είπε προσεκτικά ο Μάρκους, «μέχρι να καταλάβω τις λεπτομέρειες. Μπορείς να μου πεις περισσότερα;» Ο Σουίφτ κούνησε το κεφάλι του. «Λυπάμαι. Μακάρι να μπορούσα». «Αν σου δώσω τον λόγο μου ότι δεν θα προδώσω την εμπιστοσύνη σου;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Όχι», ψιθύρισε ο Σουίφτ. «Και πάλι, λυπάμαι». Ο Μάρκους αναστέναξε βαριά κι έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Δυστυχώς δεν μπορώ να βοηθήσω όταν δεν γνωρίζω ποιο είναι αυτό το καταραμένο πρόβλημα. Από την άλλη, πιστεύω ότι οι άνθρωποι αξίζουν πάντα μια δεύτερη ευκαιρία. Και συνηθίζω να κρίνω έναν άνθρωπο με αυτό που είναι τώρα και όχι με το τι ήταν κάποτε. Και λέγοντας αυτό… θέλω να μου δώσεις τον λόγο σου για κάτι». Ο Σουίφτ σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Ναι, λόρδε μου;» «Θα πεις στην Ντέζι τα πάντα πριν την παντρευτείς. Θα της ανοίξεις όλα τα χαρτιά σου και θα την αφήσεις να αποφασίσει αν θέλει να προχωρήσει μαζί σου. Δεν θα την κάνεις γυναίκα σου δίχως να της αποκαλύψεις όλη την αλήθεια». Ο Σουίφτ δεν δίστασε ούτε στιγμή. «Έχεις τον λόγο μου». «Ωραία». Ο Μάρκους έκανε νόημα στη σερβιτόρα να έρθει στο τραπέζι. Μετά από όλα αυτά χρειαζόταν κάτι πιο δυνατό από μπίρα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 14 Με τον Γουέστκλιφ και τον Μάθιου Σουίφτ στο Μπρίστολ, η έπαυλη έμοιαζε αφύσικα ήσυχη. Προς ανακούφιση της Λίλιαν και της Ντέζι, ο Γουέστκλιφ είχε κανονίσει οι γονείς τους να πάνε σε μια γειτονική οικογένεια στο Στράτφορντ-ον-Έιβον. Θα έμεναν εκεί μία εβδομάδα πηγαίνοντας σε χορούς, παιχνίδια, ομιλίες και μουσικές βραδιές που γίνονταν σε ένα φεστιβάλ για την επέτειο των διακοσίων ογδόντα ετών από τη γέννηση του Σαίξπηρ. Το πώς ο Γουέστκλιφ είχε πείσει τους Μπόουμαν να πάνε ήταν μυστήριο για την Ντέζι. «Η μητέρα κι ο πατέρας κανονικά δεν δίνουν δεκάρα για όλα αυτά», είπε απορημένη η Ντέζι στη Λίλιαν, λίγο αφότου αναχώρησε η άμαξα των γονιών τους. «Και αποκλείεται ο πατέρας να προτιμούσε να πάει σε ένα φεστιβάλ αντί στο Μπρίστολ». «Ο Γουέστκλιφ δεν είχε καμία πρόθεση να αφήσει τον πατέρα να πάει μαζί τους», είπε η Λίλιαν χαμογελώντας μελαγχολικά. «Γιατί όχι; Στο κάτω κάτω, η επιχείρηση του πατέρα είναι». «Ναι, αλλά στις διαπραγματεύσεις ο πατέρας είναι πολύ τραχύς για τα γούστα των Βρετανών – δυσκολεύει πολύ τους πάντες να καταλήξουν σε συμφωνία. Έτσι ο Γουέστκλιφ κανόνισε το ταξίδι στο Στράτφορντ με τόση δεξιοτεχνία, ώστε ο πατέρας δεν είχε την ευκαιρία να αρνηθεί. Και όταν ο Γουέστκλιφ ενημέρωσε φαινομενικά αδιάφορα τη μητέρα για όλες τις αριστοκρατικές οικογένειες που θα βρίσκονταν εκεί, ο πατέρας δεν είχε καμία ελπίδα να γλιτώσει». «Πιστεύω πως ο Γουέστκλιφ και ο κύριος Σουίφτ θα τα πάνε καλά στο Μπρίστολ», είπε η Ντέζι. Η Λίλιαν πήρε αμέσως επιφυλακτικό ύφος. «Σίγουρα». Η Ντέζι πρόσεξε ότι δίχως τις φίλες τους, εκείνη και η Λίλιαν ήταν πολύ συγκρατημένες στον τρόπο που μιλούσαν. Δεν της άρεσε αυτό. Πάντα μιλούσαν πολύ ελεύθερα και ανοιχτά μεταξύ τους. Αλλά ξαφνικά έμοιαζε να πρέπει να αποφεύγουν συγκεκριμένα θέματα, λες και προσπαθούσαν να αγνοήσουν τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Ολόκληρη οικογένεια ελεφάντων, στην πραγματικότητα. Η Λίλιαν δεν είχε ρωτήσει την Ντέζι αν είχε κοιμηθεί με τον Μάθιου.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Στην πραγματικότητα, απέφευγε εντελώς να μιλήσει για αυτόν. Ούτε ρώτησε γιατί είχε διαλυθεί η σχέση που άνθιζε με τον λόρδο Λάντριντον ούτε γιατί η Ντέζι δεν ενδιαφερόταν να γυρίσει στο Λονδίνο για το τέλος της σεζόν. Ούτε και η Ντέζι είχε όρεξη να συζητήσει αυτά τα θέματα. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Μάθιου πριν αναχωρήσει, ένιωθε νευρική και ανήσυχη και το τελευταίο που ήθελε ήταν να τσακωθεί με την αδελφή της. Έτσι επικεντρώθηκαν στη Μέριτ. Τη νανούριζαν, την έκαναν μπάνιο και την έντυναν σαν να ήταν κούκλα. Παρόλο που για τη φροντίδα του βρέφους υπήρχαν διαθέσιμες δύο υπηρέτριες, η Λίλιαν δεν ήθελε να δώσει το μωρό της σ’ αυτές. Ήταν γεγονός πως απολάμβανε να φροντίζει το μωρό. Πριν φύγει η Μερσέντες την είχε προειδοποιήσει ότι το μωρό θα συνήθιζε την αγκαλιά. «Θα την κακομάθεις», είχε πει στη Λίλιαν, «και μετά κανείς δεν θα μπορεί να την ησυχάσει». Η Λίλιαν είχε απαντήσει ότι δεν τους έλειπαν τα χέρια στην έπαυλη του Στόνι Κρος και η Μέριτ μπορούσε να ζητά όσες αγκαλιές λαχταρούσε η ψυχή της. «Σκοπεύω η παιδική της ηλικία να είναι διαφορετική από τη δική μας», είπε αργότερα η Λίλιαν στην Ντέζι την ώρα που έκαναν βόλτα τη μικρή στον κήπο με το καρότσι. «Οι λίγες αναμνήσεις που έχω με τους γονείς μας είναι να βλέπω τη μητέρα να στολίζεται για έξοδο ή να πηγαίνει στο γραφείο του πατέρα για να μαρτυρήσει τις σκανταλιές μας. Και να μας βάζει τιμωρία». «Θυμάσαι πώς άρχισε να ουρλιάζει η μητέρα όταν μας είδε να κάνουμε πατίνια και να πέφτουμε πάνω σε κόσμο;» ρώτησε η Ντέζι χαμογελώντας. Η Λίλιαν χασκογέλασε. «Εκτός κι αν ρίχναμε τους Άστορ, οπότε δεν πείραζε». «Ή όταν τα δίδυμα φύτεψαν ένα μικρό μποστάνι κι εμείς ξεριζώσαμε όλες τις πατάτες πριν ωριμάσουν;» «Τότε που πιάναμε καβούρια και ψάρια στο Λονγκ Άιλαντ…» «Και κάναμε αθλήματα…» Το απομεσήμερο με όλες αυτές τις αναμνήσεις έκανε τα δύο κορίτσια να ακτινοβολούν. «Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ», είπε η Ντέζι χαμογελώντας, «ότι εσύ θα κατέληγες να παντρευτείς Άγγλο και ότι εγώ θα έμενα…» δίστασε λίγο «… γεροντοκόρη». «Μην είσαι ανόητη», είπε ήρεμα η Λίλιαν. «Είναι προφανές πως

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αποκλείεται να μείνεις γεροντοκόρη». Αυτό ήταν ό,τι πιο κοντινό στο να συζητήσουν για τη σχέση της με τον Μάθιου Σουίφτ. Ωστόσο, συλλογιζόμενη την ασυνήθιστη αυτοσυγκράτηση της Λίλιαν, η Ντέζι συνειδητοποίησε ότι η αδελφή της ήθελε να αποφύγει μια ρήξη μαζί της. Κι αν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να δεχτεί τον Μάθιου Σουίφτ στην οικογένεια, η Λίλιαν θα έβαζε τα δυνατά της να το κάνει. Ξέροντας πόσο δύσκολο ήταν για την αδελφή της να μη λέει τη γνώμη της, η Ντέζι ήθελε να την αγκαλιάσει. Αντί γι’ αυτό, όμως, έπιασε το καρότσι. «Η σειρά μου να σπρώξω», είπε η Ντέζι. Συνέχισαν τη βόλτα. Στο μυαλό της Ντέζι αναδύθηκαν κι άλλες αναμνήσεις. «Θυμάσαι τότε που αναποδογύρισε το κανό στη λίμνη;» «Με την γκουβερνάντα μέσα», πρόσθεσε η Λίλιαν και χαμογέλασαν η μία στην άλλη. Το Σάββατο οι πρώτοι που γύρισαν ήταν οι Μπόουμαν. Όπως θα περίμενε κανείς, το φεστιβάλ Σαίξπηρ ήταν το απόλυτο μαρτύριο για τον Τόμας. «Πού είναι ο Σουίφτ;» ρώτησε απότομα με το που μπήκε στην έπαυλη. «Πού είναι ο Γουέστκλιφ; Θέλω ενημέρωση για τις διαπραγματεύσεις». «Δεν έχουν γυρίσει ακόμα», απάντησε η Λίλιαν, συναντώντας τον στο χολ. Έριξε στον πατέρα της ένα καυστικό βλέμμα. «Δεν θα ρωτήσεις πώς είμαι, πατέρα; Δεν θέλεις να μάθεις τι κάνει το μωρό;» «Βλέπω με τα μάτια μου ότι είσαι μια χαρά», απάντησε ο Μπόουμαν. «Και υποθέτω πως και το μωρό καλά είναι, διαφορετικά θα με είχες ενημερώσει. Πότε είναι να γυρίσουν ο Σουίφτ και ο Γουέστκλιφ;» «Από στιγμή σε στιγμή», απάντησε απηυδισμένη η Λίλιαν. Αλλά προφανώς οι ταξιδιώτες είχαν κάποια καθυστέρηση, ίσως λόγω της δυσκολίας να πάει κανείς οπουδήποτε την άνοιξη. Ο καιρός ήταν απρόβλεπτος, οι δρόμοι της επαρχίας είχαν λακκούβες, οι άμαξες πάθαιναν εύκολα ζημιά και πολλές φορές τα άλογα τραυματίζονταν. Όταν έφτασε το σούρουπο και ο Γουέστκλιφ με τον Μάθιου δεν είχαν επιστρέψει ακόμα, η Λίλιαν είπε πως καλύτερα να έτρωγαν, γιατί αλλιώς η μαγείρισσα θα πάθαινε παράκρουση. Οι Μπόουμαν είχαν καλέσει δύο ντόπιες οικογένειες, καθώς και τον εφημέριο με τη γυναίκα του. Στα μισά του γεύματος μπήκε στην τραπεζαρία ο μπάτλερ και ψιθύρισε κάτι στη Λίλιαν. Εκείνη χαμογέλασε και κοκκίνισε ελαφρά και τα μάτια της έλαμψαν καθώς ενημέρωσε τους

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καλεσμένους ότι ο Γουέστκλιφ είχε φτάσει και ότι θα ερχόταν σύντομα στο τραπέζι. Η Ντέζι διατήρησε μια ήρεμη έκφραση σαν να ήταν μάσκα που είχε κολλήσει στο πρόσωπό της. Κάτω από την επιφάνεια, όμως, έβραζε από προσμονή. Συνειδητοποιώντας ότι τα μαχαιροπίρουνα κροτάλιζαν από το εμφανές τρέμουλο των χεριών της, τα άφησε κάτω και ακούμπησε τα χέρια στα γόνατά της. Άκουγε εντελώς αφηρημένη τις συζητήσεις γύρω της, ενώ το βλέμμα της ήταν στυλωμένο στην πόρτα. Όταν επιτέλους οι δύο άντρες μπήκαν στην τραπεζαρία, αφού πλύθηκαν και άλλαξαν από το ταξίδι, η καρδιά της Ντέζι χτύπησε τόσο δυνατά, που της έκοψε την ανάσα. Το βλέμμα του Μάθιου πλανήθηκε σε όλη τη συντροφιά και έκανε υπόκλιση όπως ο Γουέστκλιφ. Και οι δύο έδειχναν συγκροτημένοι και απίστευτα φρέσκοι. Θα πίστευε κανείς ότι έλειπαν μόνο δέκα λεπτά και όχι εφτά μέρες. Πριν πάρει τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού, ο Γουέστκλιφ πήγε στη Λίλιαν. Από τη στιγμή που ο κόμης δεν συνήθιζε τις δημόσιες εκδηλώσεις τρυφερότητας, όλοι, μαζί και η Λίλιαν, έμειναν άναυδοι όταν έπιασε το πρόσωπό της στις παλάμες του και τη φίλησε κανονικά στο στόμα. Εκείνη κοκκίνισε και μουρμούρισε ότι ήταν ο εφημέριος εκεί, κάνοντας τον Γουέστκλιφ να γελάσει. Στο μεταξύ, ο Μάθιου πήγε και κάθισε στην κενή θέση δίπλα στην Ντέζι. «Δεσποινίς Μπόουμαν», είπε απαλά. Η Ντέζι δεν μπορούσε να ψελλίσει ούτε λέξη. Το βλέμμα της στάθηκε στα χαμογελαστά μάτια του και τα συναισθήματα που ένιωσε ξεχείλισαν από μέσα της σαν ζεστό σιντριβάνι. Έπρεπε να πάρει τα μάτια της από πάνω του πριν κάνει καμιά ανοησία. Όμως ένιωθε έντονα το κορμί του δίπλα στο δικό της. Ο Γουέστκλιφ και ο Μάθιου διασκέδασαν την παρέα εξιστορώντας τους πώς η άμαξα κόλλησε στη λάσπη. Ευτυχώς τους βοή​θησε ένας περαστικός αγρότης με το κάρο του που το οδηγούσε βόδι, αλλά μέχρι να καταφέρουν να την ξεκολλήσουν όλοι είχαν γίνει μες στη λάσπη από την κορφή ως τα νύχια. Και η όλη κατάσταση είχε κάνει το βόδι έξαλλο. Ώσπου να τελειώσει η ιστορία, όλοι στο τραπέζι είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Η συζήτηση πέρασε στο φεστιβάλ Σαίξπηρ και ο Τόμας Μπόου​μαν άρχισε να περιγράφει την παραμονή τους στο Στράτφορντ-ον-Έιβον. Ο Μάθιου έκανε μια δυο ερωτήσεις μοιάζοντας πολύ απορροφημένος στην

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κουβέντα. Ξαφνικά η Ντέζι τρόμαξε όταν ένιωσε το χέρι του να γλιστρά κάτω από το τραπέζι στα πόδια της. Τα δάχτυλά του έπιασαν απαλά τα δικά της. Κι όλα αυτά όσο συμμετείχε στην κουβέντα, μιλώντας και χαμογελώντας σαν να μην έτρεχε τίποτα. Η Ντέζι πήρε το κρασί της με το άλλο χέρι και το έφερε στα χείλη της. Ήπιε μια γουλιά, μετά κι άλλη και κόντεψε να πνιγεί όταν ο Μάθιου άρχισε να παίζει απαλά με τα δάχτυλά της κάτω από το τραπέζι. Αισθήσεις που είχαν αποκοιμηθεί όλη την εβδομάδα ξύπνησαν και ζωντάνεψαν. Συνεχίζοντας να μην την κοιτάζει, ο Μάθιου πέρασε κάτι στο μεσαίο της δάχτυλο. Της άφησε το χέρι τη στιγμή που ήρθε ένας υπηρέτης για να γεμίσει τα ποτήρια τους. Η Ντέζι κοίταξε χαμηλά το χέρι της, μένοντας άφωνη όταν είδε το λαμπερό κίτρινο ζαφείρι στη μέση ενός κύκλου από διαμάντια. Έμοιαζε με λευκή μαργαρίτα. Έκλεισε σφιχτά τα δάχτυλα και απέστρεψε το κεφάλι για να κρύψει το κοκκίνισμα που θα πρόδιδε τη χαρά της. «Σ’ αρέσει;» ψιθύρισε ο Μάθιου. «Ω, πολύ». Τόσο μονάχα μίλησαν στη διάρκεια του δείπνου. Δεν πείραζε. Είχαν πολλά να πουν ιδιαιτέρως. Η Ντέζι προετοιμάστηκε να αντέξει την ατελείωτη τελετουργία του πόρτο και του τσαγιού μετά το δείπνο, αλλά χάρηκε όταν είδε ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του πατέρα της, ήθελαν να αποσυρθούν νωρίς. Όταν είδαν ότι ο γηραιός εφημέριος και η γυναίκα του ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν στο σπίτι τους, οι καλεσμένοι αποχώρησαν χωρίς πολλές φανφάρες. Βγαίνοντας από την τραπεζαρία με την Ντέζι, ο Μάθιου ψιθύρισε: «Θα χρειαστεί να σκαρφαλώσω τον τοίχο απόψε ή θ’ αφήσεις την πόρτα σου ξεκλείδωτη;» «Την πόρτα», απάντησε λακωνικά η Ντέζι. «Δόξα τω Θεώ». Περίπου μία ώρα αργότερα ο Μάθιου δοκίμασε απαλά το πόμολο της πόρτας της Ντέζι κι αυτή άνοιξε. Το μικρό δωμάτιο λουζόταν στην κίτρινη λάμψη της μικρής λάμπας στο κομοδίνο, με τη φλόγα της να χορεύει στο αεράκι που έμπαινε από το μπαλκόνι. Η Ντέζι καθόταν στο κρεβάτι και διάβαζε, με τα μαλλιά της πλεγμένα σε μια πλεξούδα, η οποία χυνόταν στον ώμο της. Φορούσε ένα σεμνό λευκό νυχτικό με περίτεχνες κορδέλες στο μπούστο κι έμοιαζε τόσο άσπιλη και αθώα, που ο Μάθιου ένιωσε τύψεις που ερχόταν με σκοπό να χαρίσει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στο κορμί της στιγμές ηδονής. Όταν, όμως, σήκωσε το βλέμμα της από το βιβλίο, τα σκούρα μάτια της τον κάλεσαν απροκάλυπτα κοντά της. Άφησε το βιβλίο στην άκρη. Το φως της φλόγας χάιδευε το προφίλ της. Το δέρμα της έμοιαζε δροσερό και αψεγάδιαστο, σαν στιλπνό ελεφαντόδοντο. Ήθελε να το ζεστάνει με τα χέρια του. Στα χείλη της Ντέζι ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο σαν να διάβαζε τις σκέψεις του. Πέταξε από πάνω της τα σκεπάσματα και το κίτρινο ζαφείρι έλαμψε στο δάχτυλό της. Ο Μάθιου προς στιγμήν ξαφνιάστηκε με τη δική του αντίδραση στη θέα, μια φευγαλέα πρωτόγονη κτητικότητα. Αργά, υπάκουσε στο νεύμα της να πάει στο κρεβάτι. Κάθισε στην άκρη του στρώματος, κοχλάζοντας από πόθο καθώς η Ντέζι ανέβαζε τις πτυχές του νυχτικού της. Σκαρφάλωσε πάνω του με χάρη γάτας. Το άρωμα του γλυκού γυναικείου δέρματος πλημμύρισε τα ρουθούνια του και ένιωσε το βάρος της όπως κάθισε πάνω στους μηρούς του. Τυλίγοντας τα λεπτά της χέρια γύρω από τον λαιμό του, η Ντέζι είπε σοβαρά: «Μου έλειψες». Οι παλάμες του χαρτογράφησαν το σχήμα του κορμιού της. Τις τρυφερές καμπύλες, τη δαχτυλιδένια μέση, τα σφριγηλά σε σχήμα καρδιάς οπίσθιά της. Αλλά όσο μαγευτικά κι αν έβρισκε τα φυσικά κάλλη της Ντέζι, δεν συγκρίνονταν με αυτό που του προκαλούσε ο ζεστός, ζωηρός, σπιρτόζος χαρακτήρας της. «Κι εμένα μου έλειψες». Η Ντέζι έπαιξε με τα μαλλιά του και το απαλό αυτό άγγιγμα έστειλε βέλη ευχαρίστησης από το κεφάλι μέχρι τον βουβώνα του. Η φωνή της έγινε προκλητική. «Γνώρισες πολλές γυναίκες στο Μπρίστολ; Ο Γουέστκλιφ είπε κάτι για ένα δείπνο και ένα σουαρέ που έκανε ο οικοδεσπότης σας…» «Δεν πρόσεξα καμιά γυναίκα». Ο Μάθιου δυσκολευόταν να σκεφτεί έτσι που τον τρέλαινε από πόθο. «Είσαι η μόνη που ήθελα πάντα». Τον άγγιξε παιχνιδιάρικα στην άκρη της μύτης του με τη δική της. «Σεξουαλική ζωή είχες όμως». «Ναι», παραδέχτηκε ο Μάθιου, κλείνοντας τα μάτια στο χάδι της ανάσας της πάνω στο δέρμα του. «Είναι μοναχικό συναίσθημα να εύχεσαι η γυναίκα που κρατάς στην αγκαλιά σου να ήταν μια άλλη. Λίγο πριν φύγω από τη Νέα Υόρκη, συνειδητοποίησα ότι κάθε γυναίκα με την οποία είχα πάει τα τελευταία εφτά χρόνια έμοιαζε μαζί σου με κάποιο τρόπο. Μία θα είχε τα μάτια σου, άλλη τα χέρια σου ή τα μαλλιά σου… νόμιζα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πως θα περάσω όλη μου τη ζωή αναζητώντας μικρά πράγματα που θυμίζουν εσένα. Νόμιζα…» Το στόμα της κόλλησε στο δικό του, ρουφώντας την ωμή εξομολόγησή του. Τα χείλη της μισάνοιξαν κι εκείνος δεν χρειάστηκε άλλη προτροπή για να τη φιλήσει, για να βυθίσει τη γλώσσα του και να τη γευτεί ολόκληρη. Τα μαλακά στήθη της τρίβονταν πάνω στο στέρνο του με κάθε ανάσα της. Ξάπλωσε την Ντέζι ανάσκελα και της σήκωσε το νυχτικό για να τη γδύσει. Εκείνη τον βοήθησε να της το βγάλει γυρίζοντας λίγο το κεφάλι της. Η χάρη αυτής της κίνησης έκανε τον σφυγμό του να τρελαθεί. Βρισκόταν γυμνή μπροστά του, με το αναψοκοκκινισμένο της δέρμα να λάμπει στο φως του κεριού, τα χέρια και τα πόδια της να σκεπάζουν ντροπαλά το κορμί της. Ρούφηξε την εικόνα της ενώ ταυτόχρονα έβγαζε και τα δικά του ρούχα. Ο Μάθιου ξάπλωσε δίπλα της και βάλθηκε να διώξει τη συστολή της με χάδια. Χάιδεψε τους ώμους της, τον λαιμό της, τα κόκαλα της κλείδας της. Σταδιακά η κάψα από το κορμί του ζέστανε και το δικό της, η σάρκα της φάνηκε να παίρνει φωτιά κάτω από τα υπομονετικά του χάδια. Βογκώντας, τύλιξε το απαλό κορμί της γύρω από το δικό του κι εκείνος την έκανε να σωπάσει με το στόμα του, ψιθυρίζοντάς της ότι τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και ότι έπρεπε να κάνει ησυχία. Τα χείλη του διένυσαν ένα καυτό μονοπάτι μέχρι τα στήθη της, σταματώντας στις μαλακές κορυφές, μέχρι που σκλήρυναν μέσα στο στόμα του. Ακούγοντας τους πνιχτούς ήχους που έβγαζε, χαμογέλασε κι έσυρε τη γλώσσα του απαλά πάνω στη ρώγα. Έπαιξε μαζί της μέχρι που την έκανε να βάλει τη γροθιά στο στόμα της για να μην ουρλιάξει. Τελικά η Ντέζι έστριψε κι άφησε ένα βογκητό μέσα στα μαξιλάρια. «Δεν μπορώ», ψιθύρισε. «Δεν μπορώ να κάνω ησυχία». Ο Μάθιου γέλασε απαλά και τη φίλησε στο κέντρο της μέσης της. «Εγώ, όμως, δεν θα σταματήσω», μουρμούρισε, γυρνώντας την ανάσκελα. «Και φαντάσου τι έχει να γίνει αν μας πιάσουν». «Μάθιου, σε παρακαλώ…» «Σσσς». Άφησε το στόμα του να πλανηθεί ανεξέλεγκτο στο κορμί της, σκορπίζοντας φιλιά και απαλές δαγκωματιές, μέχρι που την τρέλανε. Σπαρταρούσε, βυθίζοντας τα δάχτυλά της στο στρώμα σαν γάτα. Κάθε φορά εκείνος τη γυρνούσε πάλι ανάσκελα, κάνοντάς τη να σωπάσει με φιλιά, ενώ τα δάχτυλά του γέμιζαν και ανακούφιζαν την ερεθισμένη σάρκα της. Όταν κατάφερε να τη φτάσει στο όριο και να την κάνει να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γυαλίζει από τον ιδρώτα, ο Μάθιου μπήκε ανάμεσα στους τρεμάμενους μηρούς της. Το κορμί της σφίχτηκε μόλις ένιωσε τη σκληρή στύση του να μπαίνει βαθιά μέσα της… και μετά βόγκηξε κι ένιωσε να καίγεται όταν εκείνος άρχισε να αναζητά τον σωστό ρυθμό. Κατάλαβε ότι τον βρήκε όταν τα γόνατά της λύγισαν προς τα πάνω, μαγκώνοντας ενστικτωδώς τη λεκάνη του. «Ναι, κράτα με…» ψιθύρισε ο Μάθιου, μπαίνοντας ξανά και ξανά βαθιά μέσα της και κάνοντας τους μυς της να συσπώνται βίαια. Ποτέ του δεν είχε νιώσει τέτοια έκσταση, να μπαίνει βαθιά στο σφιχτό φύλο της μ’ εκείνη να ανασηκώνει τους γοφούς της και να κολλά περισσότερο πάνω του. Ακολουθούσε κάθε της κίνηση, της έδινε αυτό που ήθελε, αντλούσε ηδονή από την ηδονή της. Η Ντέζι κάλυψε ξανά το στόμα της. Ο Μάθιου της έπιασε τον καρπό, της τράβηξε το χέρι και της άνοιξε το στόμα με το δικό του εξερευνώντας το με τη γλώσσα του. Οι έντονοι σπασμοί της τον παρέσυραν κι αυτόν σε έναν δυνατό οργασμό και τον έκαναν να βογκήξει υπόκωφα καθώς το κορμί του σπαρταρούσε από υπέρτατη ηδονή. Όταν σταμάτησαν και τα τελευταία ρίγη, ο Μάθιου ένιωσε μια πρωτόγνωρη νύστα. Μόνο η σκέψη ότι θα έλιωνε την Ντέζι του έδωσε τη δύναμη να κυλήσει στο πλάι. Εκείνη μούγκρισε και κόλλησε πάνω του, αναζητώντας τη ζεστασιά του κορμιού του. Πήρε το κεφάλι της στο στήθος του και κάπως κατάφερε να τραβήξει τα σκεπάσματα πάνω τους. Ο πειρασμός να κοιμηθεί ήταν ακατανίκητος, αλλά δεν θα το επέτρεπε στον εαυτό του. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι θα ξυπνούσε πριν έρθει η πρωινή υπηρέτρια. Ήταν πολύ εξαντλημένος και το ζεστό κορμί της Ντέζι ήταν πολύ δελεαστικό. «Πρέπει να φύγω», της ψιθύρισε μέσα στα μαλλιά. «Όχι, μείνε». Γύρισε το πρόσωπό της και τα χείλη της έξυσαν απαλά το γυμνό στέρνο του. «Μείνε όλη νύχτα. Μείνε για πάντα». Χαμογέλασε και τη φίλησε στον κρόταφο. «Θα το έκανα. Αλλά νομίζω πως η οικογένειά σου δεν θα το έπαιρνε και πολύ καλά αν μάθαινε ότι σε διακόρευσα πριν από τον γάμο». «Δεν νιώθω διακορευμένη». «Εγώ νιώθω ότι το έκανα», είπε ο Μάθιου. Η Ντέζι χαμογέλασε. «Καλύτερα να σε παντρευτώ τότε». Το χέρι της εξερεύνησε το κορμί του. «Τι ειρωνεία», είπε, «αυτή θα είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι που θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ευχαριστήσει τον πατέρα μου». Μουρμουρίζοντας συμπονετικά, ο Μάθιου κόλλησε την Ντέζι πάνω του. Ήξερε τον πατέρα της καλύτερα από τον καθένα, ήξερε πόσο οξύθυμος ήταν, πόσο εγωκεντρικός, πόσο απαιτητικός. Όμως ήξερε και πόσα κότσια είχε για να δημιουργήσει μια περιουσία από το μηδέν, ήξερε τις θυσίες που είχε κάνει. Ο Μπόου​μαν είχε εξαλείψει κάθε εμπόδιο στον δρόμο του. Ακόμα και τη στενή σχέση με τα παιδιά και τη γυναίκα του. Για πρώτη φορά ο Μάθιου συνειδητοποίησε ότι ο Μπόουμαν και η οικογένειά του θα επωφελούνταν από κάποιο μεσάζοντα που θα διευκόλυνε τη μεταξύ τους επικοινωνία. Αν ήταν στο χέρι του κάτι τέτοιο, θα έβρισκε τρόπο να το κάνει. «Είσαι το καλύτερο πράγμα που έκανε ποτέ του. Κάποια μέρα θα το καταλάβει», της είπε. Την ένιωσε να χαμογελά πάνω στο δέρμα του. «Πολύ αμφιβάλλω. Αλλά ευχαριστώ που το λες. Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς γι’ αυτό, ξέρεις. Τον έχω αποδεχτεί όπως είναι εδώ και πολλά χρόνια». Για μια ακόμα φορά ο Μάθιου ξαφνιάστηκε με τα συναισθήματα που ξυπνούσε μέσα του, την απεριόριστη επιθυμία του να την κάνει τρισευτυχισμένη. «Ό,τι χρειάζεσαι», ψιθύρισε, «ό,τι θες, θα φροντίσω να το έχεις. Αρκεί απλώς να μου το λες». Η Ντέζι τεντώθηκε νωχελικά κι ένα ευχάριστο ρίγος τη διαπέρασε. Άγγιξε τα χείλη του με τα δάχτυλά της κι ένιωσε την απαλή τους επιφάνεια. «Θέλω να μάθω τι ευχή έκανες με το πεντοδόλαρο». «Αυτό είν’ όλο;» Χαμογέλασε κάτω από τα εξερευνητικά της δάχτυλα. «Ευχήθηκα να βρεις κάποιον που να σε θέλει όσο εγώ. Αλλά ήξερα ότι δεν θα έβγαινε αληθινή». Το φως το κεριού γλίστρησε πάνω στο πρόσωπο της Ντέζι καθώς σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει. «Γιατί όχι;» «Γιατί ήξερα ότι κανείς δεν θα σε ήθελε τόσο όσο εγώ». Η Ντέζι ξάπλωσε πάνω του με τα μαλλιά της να απλώνονται σαν σκούρα κουρτίνα γύρω τους. «Εσύ τι ευχήθηκες;» ρώτησε ο Μάθιου, περνώντας τα δάχτυλά του μέσα από τα λαμπερά μαλλιά της. «Να βρω τον κατάλληλο άντρα να παντρευτώ». Το τρυφερό χαμόγελό

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει. «Και τότε εμφανίστηκες εσύ».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 15 Μετά από έναν ασυνήθιστα πολύωρο ύπνο ο Μάθιου κατέβηκε κάτω. Οι υπηρέτες εργάζονταν πυρετωδώς καθαρίζοντας όλα τα πατώματα, ενώ άλλοι ξεσκόνιζαν λάμπες, αντικαθιστούσαν τα κεριά και γυάλιζαν τα ασημικά. Με το που πλησίασε την τραπεζαρία, μια υπηρέτρια προσφέρθηκε να του φέρει, αν ήθελε, έναν δίσκο με πρωινό στην πίσω βεράντα. Από τη στιγμή που η μέρα έδειχνε ηλιόλουστη, ο Μάθιου δέχτηκε αμέσως. Κάθισε σε ένα από τα τραπέζια έξω κι έμεινε να χαζεύει έναν καφετί λαγό που χοροπηδούσε στον κήπο. Την ήρεμη περισυλλογή του διέκοψε ο θόρυβος της μπαλκονόπορτας που άνοιξε. Σηκώνοντας ανυπόμονα το βλέμμα, ο Μάθιου είδε ότι, αντί να είναι η υπηρέτρια με το πρωινό του, ήταν η πολύ λιγότερο επιθυμητή παρουσία της Λίλιαν Μπόουμαν. Μούγκρισε μέσα του, σίγουρος πως ο Γουέστκλιφ της είχε πει για τον αρραβώνα του με την Ντέζι. Όμως φαινόταν πως ο κόμης είχε ασκήσει μια κατευναστική επιρροή στη γυναίκα του. Αυτό δεν σήμαινε, φυσικά, πως η Λίλιαν έδειχνε χαρούμενη… αλλά ο Μάθιου το θεώρησε καλό σημάδι που δεν τον πλησίαζε με κανένα τσεκούρι στο χέρι. Ακόμα. Η Λίλιαν του έκανε μια χειρονομία να μείνει καθιστός καθώς πλησίαζε. Εκείνος σηκώθηκε παρ’ όλα αυτά. Το πρόσωπο της Λίλιαν ήταν ανέκφραστο και η φωνή της συγκρατημένη όταν είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να με κοιτάτε σαν να είμαι μια πληγή του Φαραώ. Ενίοτε είμαι απόλυτα ικανή για λογική συζήτηση. Μπορούμε να μιλήσουμε λίγο;» Κάθισε πριν προλάβει να της προσφέρει καρέκλα. Κοιτώντας την επιφυλακτικά, ο Μάθιου κάθισε και την περίμενε να μιλήσει. Παρά την τεταμένη ατμόσφαιρα, σχεδόν χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε την ίδια έκφραση στο πρόσωπο του Τόμας Μπόουμαν. Η Λίλιαν ήταν πεισματικά αποφασισμένη να γίνει το δικό της, ωστόσο ήξερε ότι ένας τσακωμός με φωνές, όσο ικανοποιητικός κι αν θα ήταν, δεν θα έφερνε κανένα αποτέλεσμα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Και οι δύο γνωρίζουμε», είπε η Λίλιαν προσπαθώντας να μείνει ατάραχη, «ότι, παρόλο που δεν μπορώ να εμποδίσω αυτόν τον γάμο, μπορώ να καταστήσω τις διαδικασίες αρκετά δυσάρεστες για όλους. Ειδικά για σας». «Ναι, το γνωρίζω αυτό». Η απάντηση του Μάθιου δεν είχε ίχνος ειρωνείας. Ό,τι άλλο κι αν πίστευε για τη Λίλιαν, ήξερε ότι η αγάπη της για την Ντέζι ήταν αναμφισβήτητη. «Τότε θα ήθελα να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και να κάνουμε μια ντόμπρα συζήτηση», είπε. Ο Μάθιου έκρυψε ένα χαμόγελο. «Ωραία», απάντησε με εξίσου σοβαρό τόνο. «Κι εγώ το ίδιο». Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε εύκολα να συμπαθήσει τη Λίλιαν. Αν μη τι άλλο, μαζί της ήξερες πού στεκόσουν. «Ο μόνος λόγος που προτίθεμαι να ανεχτώ την ιδέα να σας έχω γαμπρό μου», συνέχισε η Λίλιαν, «είναι επειδή ο άντρας μου μοιάζει να έχει καλή γνώμη για σας. Και θα λάβω τη γνώμη του υπόψη μου. Παρόλο που ούτε αυτός είναι αλάνθαστος». «Αυτή είναι η πρώτη φορά που ακούω κάποιον να κάνει τέτοιο σχόλιο για τον κόμη». «Ναι, λοιπόν…» Η Λίλιαν τον εξέπληξε με ένα αχνό χαμόγελο. «Αυτός είναι ένας από τους λόγους που με παντρεύτηκε ο Γουέστκλιφ. Η προθυμία μου να τον αντιμετωπίζω σαν κοινό θνητό είναι ευχάριστη για εκείνον μετά από όλη τη λατρεία που δέχεται αδιάκοπα από τους άλλους». Τα σκούρα μάτια της, πιο στρογγυλά και λιγότερο εξωτικά από της Ντέζι, τον κοίταξαν ερευνητικά. «Ο Γουέστκλιφ μου ζήτησε να προσπαθήσω να είμαι αμερόληπτη. Αυτό δεν είναι εύκολο όταν το μέλλον της αδελφής μου κρέμεται από μια κλωστή». «Λαίδη μου», είπε θερμά ο Μάθιου, «αν μπορώ με κάποιο τρόπο να σας καθησυχάσω…» «Όχι. Μισό λεπτό. Αφήστε με πρώτα να σας πω τη γνώμη μου για σας». Ο Μάθιου σώπασε ευγενικά. «Είχατε πάντα τα χειρότερα χαρακτηριστικά του πατέρα μου», είπε η Λίλιαν. «Την ψυχρότητα, τη φιλοδοξία, τον εγωκεντρισμό του. Μόνο που εσείς είστε χειρότερος γιατί μπορείτε και τα κρύβετε καλύτερα από εκείνον. Είστε αυτό που θα ήταν ο πατέρας μου αν είχε ευλογηθεί με ωραία εμφάνιση και λίγη λεπτότητα. Νομίζω πως κερδίζοντας εσάς η Ντέζι νιώθει ότι επιτέλους κέρδισε τον πατέρα». Έσμιξε τα φρύδια και συνέχισε. «Η αδελφή μου είχε ανέκαθεν την τάση να αγαπά πλάσματα ανάξια

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αγάπης. Μόλις αγαπήσει κάποιον, όσες φορές κι αν την προδώσει ή την απογοη​τεύσει, τον δέχεται πίσω με ανοιχτές αγκάλες. Όμως εσείς δεν πρόκειται να το εκτιμήσετε αυτό, όπως δεν το εκτιμά κι ο πατέρας. Θα πάρετε αυτό που θέλετε και θα της δώσετε πολύ λίγα ως αντάλλαγμα. Και όταν τελικά την πληγώσετε, θα είμαι η πρώτη που θα περιμένει να σας σκοτώσει. Μέχρι να τελειώσω μαζί σας, δεν θα έχει απομείνει τίποτα για τους άλλους». «Δεν είστε και πολύ αμερόληπτη, λοιπόν», είπε ο Μάθιου. Σεβόταν την ωμή ειλικρίνειά της, παρόλο που αστειεύτηκε. «Μπορώ να απαντήσω με την ίδια ειλικρίνεια;» «Το ελπίζω». «Λαίδη μου, δεν με γνωρίζετε αρκετά καλά για να ξέρετε αν μοιάζω ή όχι με τον πατέρα σας. Δεν είναι έγκλημα να είναι κανείς φιλόδοξος, ειδικά όταν έχει ξεκινήσει από το μηδέν. Και δεν είμαι ψυχρός, από τη Βοστόνη είμαι. Που σημαίνει ότι δεν εκδηλώνω εύκολα τα συναισθήματά μου δημοσίως. Όσο για το εγωκεντρικός, δεν έχετε τρόπο να γνωρίζετε πόσα έχω κάνει, αν έχω κάνει, για άλλους ανθρώπους. Αλλά δεν πρόκειται να αραδιάσω τις καλές πράξεις μου με την ελπίδα να κερδίσω την εύνοιά σας». Της έριξε ένα ψυχρό βλέμμα. «Ανεξάρτητα από τη γνώμη σας, ο γάμος θα γίνει διότι το θέλουμε τόσο εγώ όσο και η Ντέζι. Οπότε δεν έχω λόγο να σας πω ψέματα. Θα μπορούσα να σας καθησυχάσω ότι δεν μου καίγεται καρφί για την Ντέζι και μετά να κάνω αυτό που θέλω. Το γεγονός, όμως, είναι πως είμαι ερωτευμένος μαζί της. Εδώ και πολύ καιρό». «Είστε κρυφά ερωτευμένος με την αδελφή μου εδώ και χρόνια;» ρώτησε η Λίλιαν δύσπιστα. «Τι βολικό». «Δεν ήξερα ότι ήταν έρωτας. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι είχα μια μόνιμη, σαρωτική… προτίμηση για κείνη». «Προτίμηση;» Η Λίλιαν φάνηκε να εξοργίζεται προς στιγμήν και ξέσπασε σε γέλια εκπλήσσοντάς τον. «Θεέ μου, είστε πράγματι από τη Βοστόνη». «Είτε το πιστεύετε είτε όχι», μουρμούρισε ο Μάθιου, «αν ήταν στο χέρι μου θα προτιμούσα να μην αισθάνομαι έτσι για την Ντέζι. Θα ήταν πολύ πιο βολικό να έβρισκε κάποιον άλλο. Μόνο ο Θεός ξέρει ότι μου αξίζουν εύσημα που προτίθεμαι να κάνω τους Μπόουμαν πεθερικά μου». «Με αποστομώνετε». Η Λίλιαν συνέχισε να χαμογελά και να τον κοιτά στηρίζοντας το πιγούνι στο χέρι της. Ξαφνικά η φωνή της απέκτησε μια ερωτηματική χροιά, που έκανε τον Μάθιου να ανατριχιάσει ολόκληρος. «Το βρίσκω παράξενο που ένας Σουίφτ της Βοστόνης χρησιμοποιεί τη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φράση “από το μηδέν”… Έκανα λάθος που τόσα χρόνια πίστευα ότι προερχόσασταν από πλούσια οικογένεια;» Διάβολε, πανέξυπνη ήταν. Συνειδητοποιώντας την γκάφα του, ο Μάθιου απάντησε ήρεμα. «Η βασική οικογένεια των Σουίφτ είναι πλούσια. Εγώ ανήκω στα φτωχά παρακλάδια της και γι’ αυτό αναγκάστηκα να δουλέψω». Η Λίλιαν ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια. «Και θα επέτρεπε η πλούσια οικογένεια Σουίφτ στα φτωχότερα ξαδέλφια να ζουν μέσα στη φτώχεια, όπως ισχυρίζεστε;» «Αυτό ήταν μια μικρή υπερβολή εκ μέρους μου», εξήγησε ο Μάθιου. «Αλλά σίγουρα δεν θα εμμείνετε σε αυτό αρκετά παραβλέποντας το βασικό θέμα μας». «Πιστεύω ότι κατάλαβα πολύ καλά το θέμα μας, κύριε ​Σουίφτ». Η Λίλιαν σηκώθηκε αναγκάζοντάς τον να κάνει το ίδιο. «Κάτι ακόμα. Πιστεύετε ότι η Ντέζι θα ήταν ευτυχισμένη αν την παίρνατε στη Νέα Υόρκη;» «Όχι», απάντησε ήρεμα ο Μάθιου. Είδε μια φευγαλέα έκπληξη στα μάτια της. «Είναι ολοφάνερο ότι εσείς –και οι φίλες της– είστε αναπόσπαστο κομμάτι της ευτυχίας της». «Άρα θα… θα ήσασταν πρόθυμος να εγκατασταθείτε μόνιμα εδώ; Ακόμα κι αν ο πατέρας μου διαφωνούσε;» «Ναι, αν αυτό θέλει η Ντέζι». Ο Μάθιου προσπάθησε να ελέγξει τον ξαφνικό εκνευρισμό του, δίχως, όμως, αποτέλεσμα. «Δεν φοβάμαι τον πατέρα σας, λαίδη μου, ούτε είμαι μαριονέτα του. Το γεγονός ότι εργάζομαι γι’ αυτόν δεν σημαίνει ότι έχω αποποιηθεί την ελεύθερη βούλησή μου και τη χρήση του εγκεφάλου μου. Μπορώ να βρω πολύ κερδοφόρα δουλειά στην Αγγλία ανεξάρτητα από το αν εργάζομαι στις επιχειρήσεις Μπόουμαν». «Κύριε Σουίφτ», είπε με ειλικρίνεια η Λίλιαν, «δεν ξέρετε πόσο δελεάζομαι να σας πιστέψω». «Και αυτό σημαίνει;…» «Υποθέτω πως σημαίνει ότι θα προσπαθήσω να είμαι πιο καλή μαζί σας». «Ξεκινώντας από πότε;» της αντιγύρισε. Η Λίλιαν χαμογέλασε λοξά. «Από την επόμενη εβδομάδα, ίσως». «Ανυπομονώ», μουρμούρισε ο Μάθιου. Και μόλις εκείνη έφυγε ξανακάθισε στη θέση του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όπως αναμενόταν, η Μερσέντες Μπόουμαν δεν δέχτηκε πολύ καλά τα νέα του αρραβώνα της Ντέζι με τον Μάθιου Σουίφτ. Έχοντας παντρέψει την πρώτη κόρη της με έναν άντρα τόσο ισχυρό, ήθελε να κάνει το ίδιο και για τη δεύτερη. Λίγο την ενδιέφερε το γεγονός ότι ο Μάθιου Σουίφτ θα έκανε κάποια στιγμή τεράστια περιουσία, αποκτώντας επιχειρήσεις στις δύο ηπείρους. Και την ενδιέφερε ακόμα λιγότερο το γεγονός ότι η Ντέζι είχε βρει έναν άντρα που κατανοούσε και δεχόταν ευχαρίστως τις εκκεντρικότητές της. «Ποιος νοιάζεται αν είναι καλός στο να βγάζει λεφτά;» είχε γκρινιάξει η Μερσέντες στις κόρες της την ώρα που κάθονταν στο σαλόνι. «Το Μανχάταν έβριθε από πλούσιους επιχειρηματίες. Γιατί ήρθαμε εδώ αν όχι για να βρούμε έναν κύριο που να υποστηρίζει περισσότερα; Ντέζι, εύχομαι να είχες βρει έναν πιο εκλεπτυσμένο και με τίτλο άντρα». Η Λίλιαν, που θήλαζε το μωρό, απάντησε σαρκαστικά: «Μητέρα, και τον πρίγκιπα του Λουξεμβούργου να παντρευό​ταν η Ντέζι και πάλι δεν θα άλλαζε το γεγονός ότι οι Μπόουμαν προέρχονται από κοινούς θνητούς και ότι η γιαγιά –ο Θεός ας την αναπαύσει– ήταν πλύστρα. Δεν είναι λίγο υπερβολική αυτή η εμμονή σου με την αριστοκρατία; Ξέχνα τα λίγο αυτά κι ας προσπαθήσουμε να χαρούμε για την Ντέζι». Η Μερσέντες ξεφύσησε αγανακτισμένη και τα μάγουλά της φούσκωσαν τόσο, που την έκαναν να μοιάζει με μπαλόνι έτοιμο να σκάσει. «Ούτε κι εσύ συμπαθείς τον κύριο Σουίφτ», της είπε. «Όχι», απάντησε με ειλικρίνεια η Λίλιαν. «Αλλά όσο κι αν δεν μου αρέσει να το παραδέχομαι, είμαστε η μειοψηφία. Τον Σουίφτ τον συμπαθούν όλοι στο βόρειο ημισφαίριο, συμπεριλαμβανομένων του Γουέστκλιφ και των φίλων του, των φίλων μου, των υπηρετών, των γειτόνων…» «Υπερβάλλεις…» «…των παιδιών, των ζώων και των φυτών ανώτερης τάξης», ολοκλήρωσε η Λίλιαν ειρωνικά. «Αν μπορούσαν να μιλήσουν τα ζαρζαβατικά, σίγουρα θα έλεγαν κι αυτά πως τον συμπαθούν». Η Ντέζι, που καθόταν κοντά στο παράθυρο με ένα βιβλίο, σήκωσε τα μάτια χαμογελώντας. «Η γοητεία του δεν εκτιμάται από τα πτηνά», είπε. «Έχει πρόβλημα με τις χήνες». Το χαμόγελό της έγινε κατεργάρικο. «Ευχαριστώ που ήσουν τόσο εξυπηρετική, Λίλιαν. Περίμενα ότι θα κάνεις σαματά για τον γάμο». Η αδελφή της αναστέναξε μελαγχολικά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Συμβιβάστηκα με το γεγονός ότι θα ήταν πιο εύκολο να τσουλήσω ένα μπιζέλι με τη μύτη από εδώ ως το Λονδίνο παρά να εμποδίσω αυτόν τον γάμο. Εκτός αυτού, το Μπρίστολ είναι πολύ πιο κοντά από το καταραμένο Θέρσο του λόρδου Λάντριντον». Η αναφορά του Λάντριντον έκανε τη Μερσέντες σχεδόν να βάλει τα κλάματα. «Είπε ότι το Θέρσο είναι πανέμορφο», είπε σκυθρωπά. «Και με μεγάλη ιστορία των Βίκινγκ. Πολύ θα ήθελα να μάθω για τους Βίκινγκ». Η Λίλιαν ρουθούνισε. «Από πότε σε ενδιαφέρουν οι πολεμοχαρείς παγανιστές με αστεία καπέλα;» Η Ντέζι σήκωσε πάλι τα μάτια από το βιβλίο. «Πάλι για τη γιαγιά μιλάμε;» Η Μερσέντες τους έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα. «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχω άλλη επιλογή παρά να δεχτώ αυτόν τον γάμο με αξιοπρέπεια. Θα προσπαθήσω να βρω μια μικρή παρηγοριά στο γεγονός ότι αυτή τη φορά θα μπορέσω να οργανώσω έναν σωστό γάμο». Ποτέ δεν είχε συγχωρέσει τη Λίλιαν και τον Μάρκους που είχαν κλεφτεί στο Γκρέτνα Γκριν, στερώντας της τη μεγαλοπρεπή δεξίωση που πάντα ονειρευόταν να οργανώσει. Η Λίλιαν χαμογέλασε κορδωμένη στην Ντέζι. «Καθόλου δεν σε ζηλεύω, καλή μου». «Δεν θα είναι ευχάριστο», προειδοποίησε η Ντέζι τον Μάθιου αργότερα την ίδια μέρα, την ώρα που κάθονταν στη χλοερή όχθη μιας λίμνης στα δυτικά περίχωρα του χωριού. «Η τελετή θα σχεδιαστεί για να τραβήξει όλα τα βλέμματα πάνω στους Μπόουμαν». «Μόνο στους Μπόουμαν;» ρώτησε εκείνος. «Εγώ δεν θα είμαι στην τελετή;» «Ω, ο γαμπρός είναι ο πιο αμελητέος», είπε η Ντέζι εύθυμα. Στόχος της ήταν να κάνει τον Μάθιου να γελάσει, αλλά το χαμόγελό του δεν έφτασε ως τα μάτια του. Ατένισε τη λίμνη με ύφος απόμακρο. Ο πέτρινος νερόμυλος με τον πελώριο τροχό είχε από χρόνια σταματήσει να λειτουργεί, εξαιτίας ενός πιο παραγωγικού μύλου στην καρδιά του Στόνι Κρος. Με την όμορφη σκεπή και τη λοξή πρόσοψή του, ο μύλος διέθετε μια τραχιά γοητεία που αναδεικνυόταν από το αγροτικό τοπίο. Ενώ ο Μάθιου έριξε επιδέξια μια πετονιά με δόλωμα στη λίμνη, η Ντέζι πλατσούριζε τα πόδια της στο νερό. Το προφίλ του ήταν έντονο και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χαρακτηριστικό, με μια ίσια, ρωμαλέα μύτη, έντονα γραμμένα χείλη και αποφασιστικό σαγόνι. Της άρεσε έτσι ατημέλητος που ήταν, με το πουκάμισό του βρεγμένο σε διάφορα σημεία, το παντελόνι του γεμάτο ξερά φύλλα και τα μαλλιά του να πέφτουν ανακατεμένα στο μέτωπό του. Ο Μάθιου είχε μια διπλή προσωπικότητα που γοήτευε την Ντέζι και την οποία δεν είχε δει σε κανένα άλλο άνθρωπο. Κάποιες φορές ήταν ο επιθετικός, οξυδερκής, κουμπωμένος επιχειρηματίας που αράδιαζε με ευκολία νούμερα και στοιχεία. Και άλλες ήταν ο τρυφερός εραστής που πετούσε από πάνω του τον κυνισμό σαν παλιό παλτό και την παρέσυρε σε ευχάριστες συζητήσεις για το ποιος αρχαίος πολιτισμός είχε την πιο ενδιαφέρουσα μυθολογία ή ποιο ήταν το αγαπημένο λαχανικό του Τόμας Τζέφερσον. (Παρόλο που η Ντέζι ήταν σίγουρη πως προτιμούσε τα μπιζέλια, ο Μάθιου είχε στοιχεία πως του άρεσαν οι ντομάτες.) Έκαναν ατελείωτες συζητήσεις για θέματα όπως η ιστορία και η προοδευτική πολιτική. Για έναν άντρα συντηρητικής προέλευσης, είχε εκπληκτικές γνώσεις στα ζητήματα της μεταρρύθμισης. Στην εμμονή τους να σκαρφαλώσουν στην κοινωνική ιεραρχία, συνήθως, πολλοί επιχειρηματίες ξεχνούσαν αυτούς που είχαν μείνει στα τελευταία σκαλοπάτια. Η Ντέζι θεωρούσε πολύ καλό στοιχείο του χαρακτήρα του το ότι ο Μάθιου νοιαζόταν για τους λιγότερο τυχερούς και προνομιούχους. Οι συζητήσεις τους περιλάμβαναν και σχέδια για το μέλλον… Έπρεπε να βρουν ένα σπίτι στο Μπρίστολ αρκετά μεγάλο για να δέχονται κόσμο. Ο Μάθιου ήθελε να έχει θέα στη θάλασσα και μια βιβλιοθήκη για τα βιβλία της Ντέζι και –πρόσθεσε σοβαρά– έναν ψηλό μαντρότοιχο ώστε να την πασπατεύει στον κήπο χωρίς να τους βλέπουν. Οικοδέσποινα του δικού της σπιτιού… η Ντέζι δεν το είχε φανταστεί ποτέ. Αλλά η σκέψη να οργανώνει τα πάντα όπως τα ήθελε, να φτιάξει ένα σπίτι σύμφωνα με το δικό της γούστο, είχε αρχίσει να τη δελεάζει πολύ. Ωστόσο οι συζητήσεις άφηναν πάντα κάτι απέξω. Από όλες τις σκέψεις που μοιραζόταν ο Μάθιου μαζί της, υπήρχαν πολλές άλλες που παρέμεναν απροσπέλαστες. Μερικές φορές οι συζητήσεις μαζί του την έκαναν να νιώθει ότι προχωρούσε μέσα σε ένα πανέμορφο τοπίο μόνο και μόνο για να πέσει τελικά σε έναν πέτρινο τοίχο. Όταν η Ντέζι πίεζε τον Μάθιου να μιλήσει για το παρελθόν του, εκείνος αναφερόταν αόριστα στη Μασαχουσέτη και στα παιδικά του χρόνια κοντά στον ποταμό Τσαρλς. Αρνιόταν πεισματικά να δώσει πληροφορίες για την οικογένειά του. Μέχρι τώρα δεν της είχε πει ποια μέλη της οικογένειας

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Σουίφτ θα έρχονταν στον γάμο. Όμως αποκλείεται να ερχόταν εντελώς μόνος του. Θα πίστευε κανείς ότι ο Μάθιου Σουίφτ δεν υπήρχε πριν αρχίσει να δουλεύει για τον πατέρα της στην ηλικία των είκοσι ετών. Η Ντέζι ανυπομονούσε να μάθει τα μυστικά του. Την τρέλαινε να νιώθει ότι ανά πάσα στιγμή βρισκόταν στο χείλος μιας ανακάλυψης. Η σχέση τους έμοιαζε με κάποια θεωρία του Χέγκελ… κάτι σε διαδικασία εξέλιξης ώστε να γίνει κάτι άλλο, χωρίς ποτέ να φτάνει στην ολοκλήρωση. Επιστρέφοντας στο παρόν, η Ντέζι αποφάσισε να τραβήξει ξανά την προσοχή του Μάθιου. «Φυσικά», είπε φαινομενικά αδιάφορα, «δεν χρειάζεται καθόλου να κάνουμε τελετή. Μπορούμε απλώς να κάνουμε γάμο με ανταλλαγή. Δώσε στον πατέρα μου μια αγελάδα να τελειώνουμε. Ή μπορούμε να κάνουμε γάμο με χειραψία. Υπάρχει βέβαια πάντα και η πρακτική των αρχαίων Ελλήνων, όπου μπορώ να κόψω τα μαλλιά μου και να τα θυσιάσω στη θεά Άρτεμη και μετά να κάνω μια ιεροτελεστία με ένα μπάνιο σε μια ιερή πηγή…» Ξαφνικά η Ντέζι βρέθηκε ανάσκελα με τον Μάθιου από πάνω της να σκεπάζει τον ουρανό. Ξεκαρδίστηκε με τον τρόπο που παράτησε έτσι απότομα τα σύνεργα ψαρέματος και όρμησε πάνω της. Τα μπλε μάτια του έλαμπαν κατεργάρικα. «Θα σκεφτόμουν την αγελάδα και τη χειραψία», είπε. «Αλλά δεν δέχομαι με τίποτα να παντρευτώ φαλακρή νύφη». Η Ντέζι απόλαυσε το βάρος του που την πίεζε πάνω στο απαλό γρασίδι, τα αρώματα της γης και των βοτάνων γύρω τους. «Τι λες για την ιεροτελεστία με το μπάνιο;» ρώτησε. «Αυτό μπορείς να το κάνεις. Εδώ που τα λέμε…» το χέρι του γλίστρησε στα μπροστινά κουμπιά του φορέματός της «… νομίζω πως πρέπει να κάνεις εξάσκηση. Θα σε βοηθήσω». Η Ντέζι άρχισε να παλεύει και να τσιρίζει μόλις εκείνος βάλθηκε να της βγάλει το φόρεμα. «Αυτή δεν είναι ιερή πηγή, ένας βάλτος είναι!» Όμως ο Μάθιου επέμεινε, γελώντας στις προσπάθειές της να του ξεφύγει καθώς κατέβαζε το φόρεμα στη μέση της. Αψηφώντας τους ενδυματολογικούς κανόνες εξαιτίας και της ζέστης που έκανε, η Ντέζι δεν είχε φορέσει κορσέ. Έσπρωξε δυνατά τον Μάθιου στο στήθος κι εκείνος κύλησε στο πλάι παρασύροντάς τη μαζί του. Ο κόσμος στριφογύρισε τρελά κι ο γαλανόλευκος ουρανός θόλωσε. Βρέθηκε ξαπλωμένη πάνω στο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


στήθος του με την πουκαμίσα της να βγαίνει πάνω από το κεφάλι της. «Μάθιου…» διαμαρτυρήθηκε, με φωνή πνιχτή μέσα από τα υφάσματα. Ο Μάθιου της έβγαλε εντελώς την πουκαμίσα και την πέταξε παραπέρα. Την έπιασε από τις μασχάλες και τη σήκωσε σαν αβοή​θητο γατί. Η ανάσα του τάχυνε καθώς κοίταζε τα ροδαλά στήθη της. «Βάλε με κάτω», επέμεινε η Ντέζι, κοκκινίζοντας έτσι γυμνή μπροστά του. Παρόλο που είχε κοιμηθεί μαζί του δύο φορές, ήταν ακόμα πολύ αθώα για να κάνει έρωτα στην ύπαιθρο. Ο Μάθιου υπάκουσε, κολλώντας την πάνω του για να πάρει τη ρώγα της στο στόμα του. «Όχι», κατάφερε να του πει, «δεν εννοούσα αυτό… ω…» Ρούφηξε τα στήθη της ένα ένα, τα δάγκωσε απαλά, έπαιξε με τη γλώσσα του. Αφού σταμάτησε λίγο για να τη γδύσει τελείως, τη φίλησε βαθιά. Εκείνη του σήκωσε το πουκάμισο με χέρια που έτρεμαν από προσμονή. Ο Μάθιου τη βοήθησε, βγάζοντας το πουκάμισό του και κολλώντας το γυμνό στήθος του πάνω στο δικό της. Η ζεστή τριβή του δέρματός του την τρέλανε. Η Ντέζι τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και κόλλησε το στόμα της με πάθος στο δικό του. Τα μάτια της άνοιξαν απότομα όταν ένιωσε το γέλιο του πάνω στα χείλη της. «Έχε λίγη υπομονή, γλυκιά μου», ψιθύρισε. «Προσπαθώ να το πάω αργά». «Γιατί;» ρώτησε η Ντέζι, νιώθοντας το στόμα της καυτό και ευαίσθητο. Άγγιξε με τη γλώσσα της το κάτω χείλος της και το βλέμμα του χαμήλωσε σε αυτή τη μικρή κίνηση. Η φωνή του είχε γίνει βραχνή. «Γιατί θα σου δώσει μεγαλύτερη ηδονή». «Δεν χρειάζομαι μεγαλύτερη ηδονή», είπε η Ντέζι. «Μόνο τόση μπορώ ν’ αντέξω». Εκείνος γέλασε απαλά. Κρατώντας το πρόσωπό της στο χέρι του, την έφερε κοντά του. Η άκρη της γλώσσας του βρήκε το κέντρο του κάτω χείλους της κι έμεινε εκεί για ένα καυτό δευτερόλεπτο, κάνοντάς τη να πάρει μια τρεμάμενη ανάσα. Το στόμα του σφράγισε το δικό της με ένα παθιασμένο φιλί. Την ξάπλωσε αργά πάνω στο πουκάμισό του. Το λεπτό ύφασμα είχε τη μυρωδιά του δέρματός του και η Ντέζι ρούφηξε το οικείο αρρενωπό άρωμα. Τα μάτια της έκλεισαν στη λευκή λάμψη του ήλιου καθώς το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σώμα του σκέπασε το δικό της. Είχε ξεκουμπώσει το παντελόνι του, που τριβόταν και ανατρίχιαζε το δέρμα των ποδιών της. Ερεθισμένη στη σκέψη του να είναι γυμνή πάνω σε ένα μισοντυμένο κορμί, η Ντέζι άνοιξε τα πόδια της κι εκείνος βολεύτηκε ανάμεσά τους. «Θέλω να γίνω ένα μ’ εσένα», της ψιθύρισε. «Θέλω να είμαι πάντα μ’ εσένα». «Ναι, ναι…» Προσπάθησε να τον κρατήσει με τα χέρια και τα πόδια της, τυλίγοντάς τον μέσα της. Μπήκε αργά κι εκεί που άλλοτε είχε πονέσει τώρα μόνο ηδονή υπήρχε και η γλυκιά πίεση του σώματός του που γέμιζε το δικό της. Ο Μάθιου έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα της, αντιστεκόμενος στις προσπάθειές της να βιαστεί. Η Ντέζι σπαρταρούσε για να τον πάρει πιο βαθιά, βαριανασαίνοντας από την έξαψη και την προσπάθεια, βογκώντας καθώς έπιασε τη λεκάνη της στα χέρια του για να την ακινητοποιήσει. «Ήρεμα…» Η φωνή του ήταν βασανιστικά απαλή. «Λίγη υπομονή μόνο». Τον ήθελε ολόκληρο, τώρα. Το κορμί της παλλόταν, τα νεύρα της είχαν πλημμυρίσει με λογιών λογιών αισθήσεις. «Σε παρακαλώ…» Το στόμα της λαχταρούσε την πίεση του δικού του, μάταια προσπαθούσε να σχηματίσει λέξεις. «Δεν μπορώ να κάθομαι έτσι όσο εσύ…» «Και βέβαια μπορείς». Έμεινε βασανιστικά ακίνητος μέσα της όσο τα χέρια του σάρωναν και εξερευνούσαν το κορμί της. Η Ντέζι σάλεψε από κάτω του, με τον πόθο της να μεγαλώνει σε κάθε του χάδι, με τα βογκητά της να πνίγονται σε κάθε του φιλί. Με κάθε κίνηση της στύσης του μέσα της, η καρδιά της χτυπούσε όλο και πιο ξέφρενα και το κορμί της κύρτωσε πάνω στο δικό του. Ο Μάθιου αντέδρασε με ένα πνιχτό γέλιο, θέτοντας τον ρυθμό των ωθήσεων. Το σώμα του ζεμάτιζε το δικό της, τη σάρωνε και σκορπούσε ηδονή παντού μέσα της. «Όχι βιασύνες, Ντέζι». Η φωνή του ήταν υπόκωφη και πνιχτή. «Δεν υπάρχει λόγος να… ναι, έτσι… γλυκιά μου αγάπη, ναι…» Το κεφάλι του έπεσε πάνω στον ώμο της, η ανάσα του έκαψε το δέρμα της. Οι μύες των μπράτσων του φούσκωσαν καθώς έμπηξε τα δάχτυλά του στο χώμα δίπλα της, σαν να ήθελε να μείνουν για πάντα εκεί. Η Ντέζι ένιωσε σαν άγριο πλάσμα έτσι καθηλωμένη στο γρασίδι από τον άγριο ρυθμό της λεκάνης του. Το κορμί της τεντώθηκε, όλη η σάρκα της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αναζητούσε τη δική του, οι αισθήσεις της επικεντρώθηκαν στο σημείο της ένωσής τους όπου ξεκινούσε μια ηδονή που απλώθηκε μέχρι τις άκρες των δαχτύλων της. Ο Μάθιου έφτασε στον δικό του οργασμό, το κορμί του άρχισε να σπαρταρά στην αγκαλιά της. Και καθώς ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της, με την ανάσα του να απλώνεται ζεστή πάνω της, τα σημεία που αγγίζονταν έμοιαζαν να φέρνουν ακόμα περισσότερη ηδονή. Η Ντέζι ήξερε ότι την αγαπούσε… το ένιωθε σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Το είχε παραδεχτεί στον Γουέστκλιφ και στη Λίλιαν, αλλά για κάποιο λόγο δεν της το είχε πει… Για την Ντέζι, η αγάπη δεν ήταν ένα συναίσθημα που δίνεται με το σταγονόμετρο. Ήθελε να τη ζήσει με όλη της την ψυχή, με εμπιστοσύνη και απόλυτη ειλικρίνεια… με πράγματα για τα οποία ο Μάθιου προφανώς δεν ήταν έτοιμος. Αλλά κάποια μέρα, υποσχέθηκε στον εαυτό της, δεν θα υπήρχαν τείχη μεταξύ τους. Κάποια μέρα…

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 16 Το μαγιάτικο φεστιβάλ του Στόνι Κρος γιορταζόταν εδώ και αιώνες, σαν μια παγανιστική γιορτή για το τέλος του χειμώνα και την επιστροφή της γονιμότητας της γης. Είχε εξελιχθεί σε τριήμερο γλέντι που περιλάμβανε παιχνίδια, φαγητό, χορό και κάθε πιθανό ξεφάντωμα. Οι ντόπιοι –αριστοκράτες, χωρικοί και αστοί– γιόρταζαν μονιασμένοι, παρά τις διαμαρτυρίες των κληρικών και άλλων συντηρητικών ανθρώπων που έλεγαν πως το φεστιβάλ ήταν απλώς μια δικαιολογία για να διαπράττει κανείς μοιχεία και να γίνεται τύφλα στο μεθύσι. Όπως σχολίασε πονηρά η Λίλιαν στην Ντέζι, όσο πιο πολλά ήταν τα παράπονα για τις αμαρτίες που διαπράττονταν στο μαγιάτικο φεστιβάλ, τόσο μεγαλύτερο ήταν το ποσοστό συμμετοχής. Όλο το χωριό φωτιζόταν από πυρσούς. Λίγο παραπέρα η μεγάλη φωτιά έστελνε μεγάλες τολύπες καπνού στον βαρύ, συννεφιασμένο ουρανό. Είχε συννεφιά όλη μέρα και η ατμόσφαιρα είχε υγρασία που προμήνυε μεγάλη καταιγίδα. Ευτυχώς, όμως, οι παγανιστικοί θεοί μάλλον είχαν συγκρατήσει τη βροχή και οι εορταστικές εκδηλώσεις συνεχίζονταν κανονικά. Με τον Μάθιου στο πλευρό της, η Ντέζι χάζευε τους ξύλινους πάγκους που είχαν στηθεί στη Χάι Στριτ, γεμάτοι με υφάσματα, παιχνίδια, καπέλα, ασημικά και γυαλικά. Ήταν αποφασισμένη να δει και να κάνει όσα περισσότερα μπορούσε σε μικρό χρονικό διάστημα, γιατί ο Γουέστκλιφ τους είχε πει να γυρίσουν στην έπαυλη πριν από τα μεσάνυχτα. «Όσο πιο πολύ περνά η ώρα, τόσο πιο ανεξέλεγκτοι γίνονται όλοι», είχε πει ο κόμης με νόημα. «Υπό την επήρεια του κρασιού –και πίσω από τις μάσκες– οι άνθρωποι έχουν την τάση να κάνουν πράγματα που ποτέ δεν θα έκαναν στο φως της μέρας». «Έλα τώρα, τι πειράζουν μερικές ιεροτελεστίες γονιμότητας», είχε πει εύθυμα η Ντέζι. «Δεν είμαι τόσο αθώα ώστε να…» «Δεν θ’ αργήσουμε», είχε καθησυχάσει ο Μάθιου τον κόμη. Τώρα, καθώς βολτάριζαν μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο χωριό, η Ντέζι κατάλαβε τι εννοούσε ο Γουέστκλιφ. Ήταν ακόμα απόγευμα και φαινόταν ξεκάθαρα ότι το κρασί που έρρεε άφθονο είχε χαλαρώσει τις αναστολές όλων. Οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν, τσακώνονταν, γελούσαν και έπαιζαν. Κάποιοι άφηναν λουλούδια στον κορμό της πιο γέρικης οξιάς, άλλοι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έχυναν κρασί στις ρίζες της ή…. «Θεέ και Κύριε», είπε η Ντέζι, κοιτάζοντας κάτι παράξενο λίγο παραπέρα, «τι κάνουν στο καημένο το δέντρο;» Ο Μάθιου της έπιασε το κεφάλι και το γύρισε αντίθετα. «Μην κοιτάζεις». «Κάποια ιεροτελεστία με το δέντρο ή…» «Πάμε να δούμε τους ακροβάτες στα σκοινιά», είπε με ξαφνικό ενθουσιασμό, οδηγώντας τη στην άλλη μεριά του δρόμου. Πέρασαν αργά δίπλα από ανθρώπους που κατάπιναν φωτιές, ταχυδακτυλουργούς και ακροβάτες, σταματώντας να πάρουν λίγο κρασί. Η Ντέζι ήπιε προσεκτικά από το ασκί, αλλά μια σταγόνα έσταξε από την άκρη των χειλιών της. Ο Μάθιου χαμογέλασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα μαντίλι, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε. Τελικά έσκυψε και μάζεψε τη σταγόνα με ένα φιλί. «Υποτίθεται ότι θα με προστάτευες από τις ατασθαλίες», του είπε χαμογελώντας, «και αντί γι’ αυτό με παρασύρεις». Οι κλειδώσεις του χάιδεψαν το μάγουλό της. «Θα ήθελα να σε παρασύρω», μουρμούρισε. «Στην πραγματικότητα, θα ήθελα να σε πάω κατευθείαν στο δάσος και…» Φάνηκε να χάνει τον ειρμό της σκέψης του καθώς την κοιτούσε βαθιά στα απαλά, σκούρα μάτια της. «Ντέζι Μπόουμαν», ψιθύρισε, «θα ήθελα…» Αλλά δεν θα μάθαινε τι θα ήθελε γιατί ξαφνικά κάποιοι περαστικοί την έσπρωξαν απότομα πάνω του. Όλοι έσπευσαν να δουν ένα ζευγάρι ζογκλέρ που πετούσαν στον αέρα ρόπαλα και στεφάνια. Από τη σύγκρουση το ασκί έπεσε από τα χέρια της Ντέζι και το κρασί χύθηκε στο έδαφος. Ο Μάθιου τύλιξε προστατευτικά τα χέρια του γύρω της. «Μου έπεσε το κρασί», είπε στεναχωρημένη. «Δεν πειράζει». Έσκυψε στο αφτί της και τη φίλησε απαλά στον λοβό. «Μπορεί να είχε πέσει στο κεφάλι μου. Και τότε θα αναγκαζόσουν να με εκμεταλλευτείς». Η Ντέζι χαμογέλασε και κούρνιασε στην αγκαλιά του, νιώθοντας απέραντη ζεστασιά. «Τόσο πολύ φαίνεται τι θέλω να σου κάνω;» ρώτησε με πνιχτή φωνή. Εκείνος βύθισε το πρόσωπό του στον λαιμό της. «Πολύ φοβάμαι πως ναι». Κολλώντας την πάνω του, ο Μάθιου την έβγαλε από το πλήθος και την πήγε στους πάγκους των μικροπωλητών. Της αγόρασε ένα χωνάκι ψητά κάστανα… ένα αμυγδαλωτό σε σχήμα κούνελου… μια ασημένια

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κουδουνίστρα για τη Μέριτ και μια χρωματιστή πάνινη κούκλα για την κόρη της Άναμπελ. Καθώς διέσχιζαν τη Χάι Στριτ προς την άμαξα που τους περίμενε, την Ντέζι σταμάτησε μια γυναίκα ντυμένη φανταχτερά με μαντίλια από ασημοκλωστή και φορτωμένη με χρυσά κοσμήματα. Το πρόσωπο της γυναίκας θύμισε στην Ντέζι τις κούκλες από μήλα που έφτιαχναν μικρές με τη Λίλιαν. Σκάλιζαν τα πρόσωπα πάνω στο ξεφλουδισμένο μήλο και τα άφηναν να στεγνώνουν και να γίνονται καφετιά. Έβαζαν μαύρες χάντρες για μάτια και μαλλί πλεξίματος για μαλλιά… Ναι, αυτή η γυναίκα έμοιαζε ακριβώς έτσι. «Να πω το μέλλον στην κυρία, κύριε;» ρώτησε η γυναίκα τον Μάθιου. Ο Μάθιου κοίταξε την Ντέζι και σήκωσε ειρωνικά το φρύδι. Εκείνη χαμογέλασε, ξέροντας πόσο δύσπιστος ήταν με όλα αυτά ο Μάθιου και ότι κορόιδευε οτιδήποτε υπερφυσικό. Ήταν υπερβολικά πρακτικός για να πιστεύει σε πράγματα που δεν μπορούσαν να αποδειχτούν με εμπειρικά στοιχεία. «Επειδή εσύ δεν πιστεύεις στη μαγεία, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει», του είπε η Ντέζι παιχνιδιάρικα. «Δεν θες να ρίξεις μια κλεφτή ματιά στο μέλλον;» «Προτιμώ να περιμένω μέχρι να φτάσει», ήρθε η πεζή απάντησή του. «Μόνο ένα σελίνι, κύριε», είπε η μάντισσα. Ο Μάθιου αναστέναξε κι έψαξε στις τσέπες του. «Αυτό το σελίνι», είπε στην Ντέζι, «θα έπιανε περισσότερο τόπο για μια κορδέλα μαλλιών ή ένα καπνιστό ψάρι». «Κι αυτό το λέει κάποιος που πέταξε ένα πεντοδόλαρο σε ένα πηγάδι…» «Η ευχή είναι διαφορετικό πράγμα», είπε. «Και το έκανα μόνο και μόνο για να σου τραβήξω την προσοχή». Η Ντέζι γέλασε. «Και μου την τράβηξες. Αλλά…» τον κοίταξε με νόημα «…η ευχή σου πραγματοποιήθηκε, σωστά;» Πήρε το σελίνι και το έδωσε στη μάντισσα. «Ποια είναι η μέθοδος της μαντικής σου;» ρώτησε τη γυναίκα. «Έχεις κρυστάλλινη σφαίρα; Χρησιμοποιείς κάρτες ταρό ή διαβάζεις το χέρι;» Ως απάντηση, η γυναίκα έβγαλε έναν μικρό καθρέφτη με ασημένια πλάτη από τη ζώνη της φούστας της και τον έδωσε στην Ντέζι. «Κοίτα το είδωλό σου», της είπε σοβαρά. «Είναι η πύλη στον κόσμο των πνευμάτων. Συνέχισε να κοιτάς. Μην παίρνεις το βλέμμα σου». Ο Μάθιου αναστέναξε και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. Η Ντέζι κοίταξε υπάκουα το είδωλό της, βλέποντας το φως των πυρσών να χορεύει στο πρόσωπό της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Θα κοιτάξεις κι εσύ;» ρώτησε. «Όχι», απάντησε η μάντισσα. «Εγώ θέλω να δω μόνο τα μάτια σου». Και μετά… σιωπή. Πιο πέρα ο κόσμος τραγουδούσε. Κοιτάζοντας μέσα στα δικά της μάτια, η Ντέζι είδε χρυσαφένιες φωτεινές λάμψεις, σαν τις σπίθες της φωτιάς. Αν κοιτούσε πολύ έντονα, πραγματικά έντονα, θα μπορούσε να πιστέψει πως ο ασημένιος καθρέφτης ήταν πράγματι η πύλη σε έναν μυστικιστικό κόσμο. Ίσως ήταν της φαντασίας της, αλλά ένιωσε έντονα τη συγκέντρωση της μάντισσας. Με μια απότομη κίνηση που ξάφνιασε την Ντέζι, η μάντισσα πήρε τον καθρέφτη από τα χέρια της. «Δεν πιάνει», είπε κοφτά. «Δεν βλέπω τίποτα. Θα σας δώσω πίσω το σελίνι». «Δεν χρειάζεται», απάντησε η Ντέζι σαστισμένη. «Δεν φταις εσύ αν το πνεύμα μου είναι θολό». Η φωνή του Μάθιου ήταν τόσο ξερή, που θα μπορούσε κανείς ν’ ανάψει και σπίρτο. «Θα μας έκανε ακόμα κι αν επινοούσες κάτι», είπε στη γυναίκα. «Δεν μπορεί να επινοήσει κάτι», διαμαρτυρήθηκε η Ντέζι. «Έτσι θα έκανε κατάχρηση του χαρίσματός της». Κοιτάζοντας εξεταστικά τα τραχιά χαρακτηριστικά της μάντισσας, η Ντέζι σκέφτηκε ότι έμοιαζε πραγματικά χολωμένη. Θα πρέπει να είδε κάτι που την αναστάτωσε. Πράγμα που ήταν μια καλή ένδειξη να την αφήσει στην ησυχία της. Αλλά, αν δεν μάθαινε τι ήταν αυτό, η Ντέζι ήξερε πως θα τρελαινόταν από την περιέργεια. «Δεν θέλουμε πίσω το σελίνι», είπε. «Σε παρακαλώ, πρέπει να μου πεις κάτι. Αν είναι κάτι κακό, καλύτερα δεν είναι να το ξέρω;» «Όχι πάντα», απάντησε σκυθρωπά η γυναίκα. Η Ντέζι την πλησίασε περισσότερο, μέχρι που μύρισε μια γλυκιά μυρωδιά σύκου κι ένα άρωμα βοτάνου… Δάφνη μήπως; Βασιλικό; «Θέλω να μάθω», επέμεινε. Η μάντισσα την κοίταξε εξεταστικά παρατεταμένα. Τελικά μίλησε με μεγάλο δισταγμό. «Γλυκιά νύχτα δόθηκε στην καρδιά, πικρή, όμως, είναι η μέρα. Μια υπόσχεση δόθηκε Απρίλιο… μια ραγισμένη καρδιά άνθισε τον Μάιο». Ραγισμένη καρδιά; Καθόλου δεν άρεσε αυτό στην Ντέζι. Ένιωσε τον Μάθιου να έρχεται πίσω της και να βάζει το χέρι του στη μέση της. Παρόλο που δεν έβλεπε το ύφος του, ήξερε πως ήταν ειρωνικό. «Μήπως δύο σελίνια σε κάνουν να πεις κάτι πιο ευχάριστο;» ρώτησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η μάντισσα τον αγνόησε. Σφηνώνοντας τη λαβή του καθρέφτη στη ζώνη της, είπε στην Ντέζι: «Φτιάξε ένα φυλαχτό από γαρίφαλα δεμένα σε πανί. Πρέπει να το έχει πάντα μαζί του εκείνος για προστασία». «Προστασία από τι;» ρώτησε ανήσυχη η Ντέζι. Η γυναίκα ήδη απομακρυνόταν. Οι πολύχρωμες πλουμιστές φούστες της λικνίζονταν σαν τις καλαμιές στον ποταμό, καθώς χάθηκε στο πλήθος για να βρει νέους πελάτες. Η Ντέζι γύρισε στον Μάθιου και κοίταξε το απαθές βλέμμα του. «Από τι μπορεί να χρειάζεσαι προστασία;» «Από τον καιρό». Σήκωσε ψηλά το χέρι του κι η Ντέζι συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να βρέχει με χοντρές σταγόνες. «Είχες δίκιο», είπε σκεφτική για τη δυσοίωνη πρόβλεψη. «Έπρεπε να είχα διαλέξει το καπνιστό ψάρι». «Ντέζι…» Το χέρι του γλίστρησε στη βάση του λαιμού της. «Δεν πιστεύω να πίστεψες αυτές τις βλακείες, ε; Αυτή η καρακάξα έχει απομνημονεύσει μερικές ατάκες και τις λέει σε όποιον της δώσει ένα σελίνι. Ο μόνος λόγος που μας είπε μια δυσοίωνη πρόβλεψη είναι επειδή δεν καμώθηκα πως πιστεύω τον μαγικό καθρέφτη της». «Ναι, αλλά… έμοιαζε να λυπάται στ’ αλήθεια». «Τίποτα αληθινό δεν είχε πάνω της, ούτε κι αυτά που είπε». Ο Μάθιου την τράβηξε κοντά του δίχως να τον νοιάζει για τα βλέμματα γύρω του. Καθώς η Ντέζι σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει, μια σταγόνα βροχής έπεσε στο μάγουλό της και μια άλλη κοντά στην άκρη των χειλιών της. «Δεν ήταν πραγματικό», είπε ο Μάθιου απαλά, με μάτια σαν τον νυχτερινό ουρανό. Τη φίλησε με πάθος, εκεί στη μέση του δρόμου, και γεύτηκε τη βροχή ανάμεσα στα χείλη τους. «Αυτό είναι πραγματικό», ψιθύρισε. Η Ντέζι κόλλησε πάνω του και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της. Τα πακέτα πήγαν να του πέσουν από τα χέρια και ο Μάθιου προσπάθησε να τα κρατήσει δίχως να διακόψει το φιλί. Το διέκοψε, όμως, εκείνη γελώντας. Μια δυνατή βροντή έκανε το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να σειστεί. Γύρω τους ο κόσμος έτρεχε να προφυλαχτεί κάτω από τις τέντες των πάγκων. «Έλα να παραβγούμε μέχρι την άμαξα», είπε στον Μάθιου και, σηκώνοντας τις φούστες της, άρχισε να τρέχει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 17 Μέχρι η άμαξα να φτάσει στο τέρμα του χαλικόστρωτου δρόμου, η βροχή είχε δυναμώσει κι ο αέρας μαστίγωνε το όχημα. Ο Μάθιου σκεφτόταν το πανηγύρι στο χωριό κι αναρωτιόταν πόσα ερωτικά παραστρατήματα θα πνίγηκαν στη βροχή. Η άμαξα σταμάτησε, ενώ η βροχή έπεφτε με θόρυβο στην οροφή της. Υπό κανονικές συνθήκες, ένας υπηρέτης θα ερχόταν να ανοίξει την πόρτα της άμαξας με μια ομπρέλα, αλλά τώρα η δύναμη του ανέμου θα την έπαιρνε αμέσως από τα χέρια του. Ο Μάθιου έβγαλε το παλτό του και το τύλιξε γύρω από την Ντέζι, καλύπτοντας το κεφάλι και τους ώμους της. Δεν ήταν, βέβαια, αρκετή προστασία, αλλά θα την προφύλασσε λίγο μέχρι να φτάσουν από την άμαξα στην πόρτα της έπαυλης. «Θα βραχείς», διαμαρτυρήθηκε η Ντέζι, κοιτώντας το πουκάμισο και το σακάκι του. Εκείνος γέλασε. «Δεν είμαι από ζάχαρη να λιώσω». «Ούτε κι εγώ». «Εσύ είσαι», μουρμούρισε, κάνοντάς τη να κοκκινίσει. Χαμογέλασε στη θέα του προσώπου της τυλιγμένο μέσα στο παλτό του. Έμοιαζε με μικρή κουκουβάγια στο δάσος. «Θα φορέσεις το παλτό», είπε. «Λίγα βήματα είναι μέχρι την πόρτα». Τότε ακούστηκε ένα βιαστικό χτύπημα κι η πόρτα της άμαξας άνοιξε φανερώνοντας έναν υπηρέτη που πάσχιζε να κρατήσει την ομπρέλα του. Μια ριπή ανέμου τη γύρισε ανάποδα. Με το που βγήκε ο Μάθιου έξω, έγινε μούσκεμα από τη νεροποντή. Έπιασε τον υπηρέτη από τους ώμους. «Πήγαινε μέσα», του φώναξε πάνω από τον ορυμαγδό της καταιγίδας. «Θα φέρω εγώ τη δεσποινίδα Μπόουμαν». Ο υπηρέτης έγνεψε και γύρισε γρήγορα στην έπαυλη. Ο Μάθιου γύρισε στην άμαξα, σήκωσε την Ντέζι για να τη βγάλει έξω και την άφησε απαλά στο έδαφος. Τη βοήθησε να περπατήσει μέσα στις λάσπες μέχρι τα σκαλοπάτια, δίχως να σταματήσει μέχρι να φτάσουν στην πόρτα. Η ζεστασιά και το φως της εισόδου τους τύλιξε. Το πουκάμισο είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κολλήσει στους ώμους του Μάθιου, που έτρεμε. «Ω Θεούλη μου», είπε η Ντέζι χαμογελώντας, παραμερίζοντας μια βρεγμένη τούφα από το μέτωπό του. «Έγινες μούσκεμα». Μια υπηρέτρια έτρεξε κοντά τους φορτωμένη με πετσέτες. Γνέφοντάς της ευχαριστώ, ο Μάθιου σκούπισε τα μαλλιά και το πρόσωπό του. Έσκυψε το κεφάλι ώστε η Ντέζι να του στρώσει λίγο τα μαλλιά με τα δάχτυλά της. Κατάλαβε ότι κάποιος πλησίαζε και κοίταξε πίσω του. Ήταν ο Γουέστκλιφ. Το ύφος του ήταν αυστηρό, αλλά κάτι στα μάτια του, ένα ανεπαίσθητο συνοφρύωμα, τον θορύβησε. «Σουίφτ», είπε ήρεμα ο κόμης, «είχαμε μια αναπάντεχη επίσκεψη το απόγευμα. Δεν έχουν αποκαλύψει ακόμα τον λόγο που ήρθαν έτσι ξαφνικά στην έπαυλη. Το μόνο που είπαν είναι ότι αφορά εσένα». Το ρίγος που ένιωσε τον έκανε να παγώσει ολόκληρος. «Ποιοι είναι;» ρώτησε ο Μάθιου. «Κάποιος κύριος Γουέντελ Γουέρινγκ από τη Βοστόνη… και δύο αστυνομικοί της Μπόου Στριτ». Ο Μάθιου προσπάθησε ασάλευτος κι ανέκφραστος να χωνέψει αυτό που άκουσε. Ένα αρρωστημένο κύμα απόγνωσης τον διαπέρασε. Χριστέ μου, σκέφτηκε, πώς τον βρήκε ο Γουέρινγκ εδώ στην Αγγλία; Πώς… Διάβολε, τι σημασία είχε, όλα είχαν τελειώσει. Όλα αυτά τα χρόνια έκλεβε από τη μοίρα… και τώρα η μοίρα θα έπαιρνε την εκδίκησή της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά με μια παράλογη παρόρμηση να τρέξει μακριά. Όμως δεν είχε πουθενά να πάει, κι ακόμα κι αν είχε, είχε κουραστεί να ζει με τον φόβο αυτής της μέρας. Ένιωσε το χεράκι της Ντέζι να γλιστρά μέσα στο δικό του, αλλά δεν της ανταπέδωσε τη σφιχτή λαβή. Κοιτούσε το πρόσωπο του Γουέστκλιφ. Ό,τι κι αν είδε στα μάτια του, έκανε τον κόμη να αναστενάξει βαριά. «Διάβολε», είπε ο Γουέστκλιφ. «Είναι κακό, ε;» Ο Μάθιου μόνο να γνέψει μπόρεσε. Τράβηξε το χέρι του από το χέρι της Ντέζι. Εκείνη δεν προσπάθησε να τον αγγίξει ξανά, τόσο πολύ είχε σαστίσει. Μετά από αρκετή ώρα περισυλλογής, ο Γουέστκλιφ ίσιωσε τους ώμους. «Εντάξει, λοιπόν», είπε αποφασιστικά. «Πάμε να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση. Ό,τι κι αν γίνει, θα σταθώ δίπλα σου σαν φίλος». Ένα κοφτό, αναπάντεχο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του Μάθιου. «Ούτε καν ξέρεις τι είναι». «Δεν δίνω κούφιες υποσχέσεις. Έλα. Βρίσκονται στο μεγάλο σαλόνι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Μάθιου έγνεψε αποφασιστικά. Το στόμα του είχε στεγνώσει. Ξαφνιάστηκε που λειτουργούσε σαν να μη συνέβαινε τίποτα, σαν ο κόσμος του να μην ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Ένιωθε σχεδόν σαν να παρακολουθούσε τον εαυτό του από ψηλά. Ο φόβος δεν του το είχε προκαλέσει ποτέ πριν αυτό. Ίσως επειδή ποτέ δεν είχε τόσα να χάσει. Είδε την Ντέζι να προχωρά μπροστά του, να σηκώνει το πρόσωπό της όταν κάτι της ψιθύρισε ο Γουέστκλιφ. Του έγνεψε κοφτά, δείχνοντας καθησυχασμένη από τα λόγια του. Ο Μάθιου χαμήλωσε το βλέμμα στο πάτωμα. Η παρουσία της του προκαλούσε έναν έντονο πόνο στον λαιμό, λες και τον τρυπούσαν με στιλέτο. Ευχήθηκε να ερχόταν ξανά το μούδιασμα που ένιωθε πριν. Και όντως ήρθε. Μπήκαν στο σαλόνι. Ο Μάθιου ένιωσε σαν καταδικασμένος την Ημέρα της Κρίσης μόλις είδε τον Τόμας, τη Μερσέντες και τη Λίλιαν. Το βλέμμα του σάρωσε τον χώρο, ακούγοντας συγχρόνως τη φωνή ενός άντρα να γαβγίζει: «Αυτός είναι!» Ξαφνικά ένας οξύς πόνος διαπέρασε το κεφάλι του και τα πόδια του λύγισαν προδίδοντάς τον. Η λάμψη συρρικνώθηκε σαν μια έκρηξη αστεριού, τυλίγοντάς τον στο σκοτάδι, αλλά το μυαλό του αντιστεκόταν, πάλευε μάταια να διατηρήσει τις αισθήσεις του. Κατάλαβε ότι είχε σωριαστεί στο πάτωμα. Ένιωθε το τραχύ μάλλινο πέλος του χαλιού να γδέρνει το μάγουλό του. Υγρασία έσταξε από το στόμα του. Κατάπιε μια αλμυρή γεύση. Ένα απαλό μουγκρητό δονήθηκε στον λαιμό του. Καθώς προσπαθούσε να επικεντρωθεί στον πόνο, αντιλήφθηκε ότι προερχόταν από την πίσω πλευρά του κεφαλιού του. Είχε χτυπηθεί από κάποιο σκληρό αντικείμενο. Εκτυφλωτικό φως πλημμύρισε την όρασή του, καθώς ένιωσε να τον σηκώνουν στα πόδια του. Κάποιος φώναζε… άντρες μούγκριζαν, μια δυνατή γυναικεία κραυγή… ο Μάθιου ανοιγόκλεισε τα μάτια για να ξεθολώσει η όρασή του, αλλά αυτά δάκρυζαν διαρ​​κώς στον φριχτό πόνο. Οι καρποί του πονούσαν μέσα στα σιδερένια δαχτυλίδια. Χειροπέδες, συνειδητοποίησε και το φριχτό βάρος τους τον γέμισε με καθαρό πανικό. Σταδιακά άρχισε να αναγνωρίζει τις φωνές που άκουγε. Ήταν ο Γουέστκλιφ που φώναζε. «…Τολμάτε να έρχεστε στο σπίτι μου και να επιτίθεστε σε καλεσμένο μου… Έχετε ιδέα ποιος είμαι; Βγάλτε του τις χειροπέδες αμέσως, αλλιώς θα σας στείλω να σαπίσετε στις φυλακές του Νιουγκέιτ!»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και τότε μια καινούρια φωνή ακούστηκε: «Όχι μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα διακινδυνεύσω να το σκάσει». Αυτός που μιλούσε ήταν ο κύριος Γουέντελ Γουέρινγκ, ο πατριάρχης μιας πλούσιας οικογένειας της Νέας Αγγλίας. Ο δεύτερος άνθρωπος που μισούσε περισσότερο ο Μάθιου, με πρώτο τον γιο τού Γουέρινγκ, τον Χάρι. Ήταν παράξενο πώς ένας ήχος ή μια μυρωδιά μπορούσε να ζωντανέψει τόσο πολύ το παρελθόν, όσο κι αν πάσχιζε ο Μάθιου να το ξεχάσει. «Πώς περιμένετε να το σκάσει, δηλαδή;» ρώτησε ειρωνικά ο Γουέστκλιφ. «Έχω άδεια να περιορίσω τον φυγά με οποιοδήποτε μέσο της επιλογής μου. Δεν έχετε δικαίωμα να φέρετε αντίρρηση». Θα ήταν πολύ λίγο να πούμε ότι ο Γουέστκλιφ δεν είχε συνηθίσει να του λένε αν είχε το δικαίωμα να κάνει οτιδήποτε, ειδικά μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Και θα ήταν ακόμα πιο περιττό να πούμε πόσο εξοργίστηκε. Ο τσακωμός μαινόταν πιο δυνατά ακόμα κι απ’ τη βροχή έξω, αλλά ο Μάθιου σταμάτησε να τον ακούει μόλις ένιωσε ένα απαλό χάδι στο μάγουλό του. Τινάχτηκε πίσω και άκουσε την απαλή φωνή της Ντέζι. «Όχι. Μείνε ακίνητος». Του σκούπιζε το πρόσωπο με ένα στεγνό πανί, του καθάριζε τα μάτια και το στόμα και του έστρωνε προς τα πίσω τα βρεγμένα μαλλιά του. Εκείνος καθόταν με τα δεμένα με χειροπέδες χέρια στα γόνατά του, πασχίζοντας να καταπνίξει το ουρλιαχτό της δυστυχίας που ένιωθε καθώς την κοιτούσε. Το πρόσωπο της Ντέζι ήταν πανιασμένο αλλά απίστευτα ήρεμο. Η ανησυχία είχε χρωματίσει κόκκινα τα μάγουλά της, που έκαναν τρομερή αντίθεση με την υπόλοιπη χλωμάδα. Γονάτισε στο χαλί δίπλα στην καρέκλα του για να περιεργαστεί τις μεταλλικές χειροπέδες στα χέρια του. Μια σιδερένια στεφάνη είχε κλείσει γύρω από τον καρπό του κι ήταν ενωμένη με μια δεύτερη μεγαλύτερη, την οποία θα κρατούσε ο αστυνόμος για να τον πάρει μακριά. Ο Μάθιου σήκωσε το κεφάλι του και είδε τους δύο μεγαλόσωμους αστυνομικούς με τις τυπικές στολές από λευκό καλοκαιρινό παντελόνι, μαύρο σακάκι με ουρά, ψηλό κολάρο και σκληρό καπέλο. Στέκονταν βλοσυροί κι αμίλητοι δίπλα στον Γουέρινγκ, τον Γουέστκλιφ και τον Τόμας Μπόουμαν, που τσακώνονταν. Η Ντέζι πασπάτευε την κλειδαριά στις χειροπέδες. Η καρδιά του Μάθιου σφίχτηκε επώδυνα όταν την είδε να προσπαθεί να την ανοίξει με μια φουρκέτα μαλλιών. Οι αδελφές Μπόουμαν ήταν διάσημες για τις

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διαρρήξεις κλειδαριών χάρη στα χρόνια τιμωρίας που είχαν υποστεί από τους γονείς τους. Όμως τα χέρια της Ντέζι έτρεμαν πολύ για να καταφέρει να ανοίξει την άγνωστη κλειδαριά και ήταν προφανώς μάταιο να προσπαθεί να τον ελευθερώσει. Θεέ μου, μακάρι να μπορούσε να την πάρει μακριά από αυτή την ασχήμια, από το φριχτό παρελθόν του… από τον ίδιο του τον εαυτό. «Όχι», είπε ο Μάθιου απαλά. «Δεν αξίζει. Ντέζι, σε παρακαλώ…» «Ελάτε τώρα», είπε ο ένας από τους αστυνομικούς στην Ντέζι, όταν την είδε να παλεύει μάταια. «Απομακρυνθείτε από τον κρατούμενο, δεσποινίς». Βλέποντας ότι τον αγνοούσε, ο αστυνόμος έκανε ένα βήμα μπροστά με τα χέρια τεντωμένα. «Δεσποινίς, σας είπα…» «Μην τολμήσεις να την αγγίξεις», φώναξε η Λίλιαν, με φωνή τόσο άγρια, που σιωπή απλώθηκε ξαφνικά στο δωμάτιο. Ακόμα και ο Γουέστκλιφ με τον Γουέρινγκ σταμάτησαν να τσακώνονται από την έκπληξη. Κοιτάζοντας βλοσυρά τον αποσβολωμένο αστυνόμο, η Λίλιαν πλησίασε και παραμέρισε την Ντέζι. Στράφηκε στους αστυνόμους και τους μίλησε με απαξίωση. «Πριν κάνετε ένα βήμα προς το μέρος μου, θα σας συμβούλευα να σκεφτείτε τι θα πάθετε αν μαθευτεί ότι κακομεταχειριστήκατε την κόμησσα του Γουέστκλιφ στο ίδιο της το σπίτι». Έβγαλε μια φουρκέτα από τα μαλλιά της και πήρε τη θέση της Ντέζι, γονατίζοντας μπροστά στον Μάθιου. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η κλειδαριά άνοιξε και η στεφάνη έπεσε από τους καρπούς του. Πριν προλάβει ο Μάθιου να την ευχαριστήσει, η Λίλιαν σηκώθηκε και συνέχισε τον εξάψαλμο στους αστυνόμους. «Ωραίο ζευγάρι είστε, να παίρνετε διαταγές από έναν κακομαθημένο γιάνκη και να συμπεριφέρεστε έτσι σε ένα σπίτι που σας πρόσφερε καταφύγιο από την καταιγίδα. Προφανώς είστε πολύ αδαείς για να γνωρίζετε την οικονομική και πολιτική υποστήριξη που έχει προσφέρει ο σύζυγός μου στην αστυνομία. Με μια κίνηση του χεριού του μπορεί να αντικαταστήσει τον γραμματέα και τον ανώτερο δικαστικό της Μπόου Στριτ μέσα σε λίγες μέρες. Επομένως, αν ήμουν στη θέση σας…» «Συγγνώμη, αλλά δεν έχουμε επιλογή, λαίδη μου», διαμαρτυρήθηκε ο ένας από τους χοντρούς αστυνόμους. «Έχουμε διαταγή να πάμε τον κύριο Φέλαν στην Μπόου Στριτ». «Ποιος διάβολο είναι ο κύριος Φέλαν;» απαίτησε να μάθει η Λίλιαν. Αποσβολωμένος μπροστά στις βλαστήμιες που εκτόξευε η κόμησσα, ο αστυνόμος είπε «Αυτός» κι έδειξε τον Μάθιου.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μπροστά στα βλέμματα όλων, ο Μάθιου προσπάθησε να δείξει ανέκφραστος. Η Ντέζι ήταν η πρώτη στο δωμάτιο που κουνήθηκε. Πήρε τις χειροπέδες από τα γόνατα του Μάθιου και πήγε στην πόρτα, όπου είχαν συγκεντρωθεί μερικοί περίεργοι υπηρέτες. Μετά από μια σύντομη χαμηλόφωνη συνομιλία μαζί τους, γύρισε και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στον Μάθιου. «Και να φανταστείς ότι νόμιζα πως θα περάσουμε μια πληκτική βραδιά στο σπίτι», είπε ξερά η Λίλιαν, παίρνοντας μια καρέκλα και πηγαίνοντας να καθίσει στην άλλη πλευρά του Μάθιου, σαν να ήθελε να βοηθήσει στην υπεράσπισή του. Η Ντέζι μίλησε απαλά στον Μάθιου: «Έτσι σε λένε. Μάθιου Φέλαν;» Δεν μπορούσε ν’ απαντήσει, κάθε κύτταρό του επαναστατούσε και μόνο στο άκουσμα αυτού του ήχου. «Έτσι τον λένε», τσίριξε ο Γουέντελ Γουέρινγκ. Ο Γουέρινγκ ήταν από αυτούς τους άτυχους τύπους των οποίων η φωνή ήταν τσιριχτή και εντελώς αταίριαστη με το ρωμαλέο παρουσιαστικό τους. Πέρα από αυτό, ο Γουέρινγκ είχε εντυπωσιακή εμφάνιση, ασημένια πλούσια μαλλιά, καλοσχηματισμένο μουστάκι και περιποιημένο λευκό μούσι. Τα παλιομοδίτικα ρούχα του και το ακριβό αλλά φθαρμένο παλτό του έδειχναν ότι ήταν γνήσιος κάτοικος της παλιάς Βοστόνης κι είχε έναν αέρα αυτοπεποίθησης που μόνο γενιές αποφοίτων του Χάρβαρντ μπορούσαν να καταφέρουν. Τα μάτια του ήταν σαν πέτρες χαλαζία, σκληρά και δίχως καμία λάμψη. Ο Γουέρινγκ πήγε στον Γουέστκλιφ και του έδωσε έναν πάκο χαρτιά. «Αποδεικτικά της εξουσίας μου», είπε κακιασμένα. «Υπάρχει και αντίγραφο με τη διαταγή σύλληψης από τον γραμματέα του Αμερικανικού Κράτους. Υπάρχει αντίγραφο διαταγής από τον Βρετανό γραμματέα σερ Τζέιμς Γκράχαμ στον ανώτατο δικαστή της Μπόου Στριτ, για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του Μάθιου Φέλαν ή αλλιώς Μάθιου Σουίφτ. Υπάρχουν αντίγραφα ένορκων καταθέσεων που…» «Κύριε Γουέρινγκ», τον διέκοψε ο Γουέστκλιφ με μια ηπιότητα που δεν μετρίαζε ούτε στο ελάχιστο την απειλή στη φωνή του, «μπορείτε να με θάψετε εδώ που στέκομαι σε βουνά από αντίγραφα ενταλμάτων σύλληψης. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα σας παραδώσω αυτόν τον άνθρωπο». «Δεν έχετε επιλογή! Είναι καταδικασμένος εγκληματίας που θα εκδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις του

******ebook converter DEMO Watermarks*******


οποιουδήποτε». «Δεν έχω επιλογή;» Τα σκούρα μάτια του Γουέστκλιφ γούρλωσαν και το πρόσωπό του αναψοκοκκίνισε. «Να ξέρετε ότι κανείς δεν έχει δοκιμάσει τόσο την υπομονή μου! Αυτό το σπίτι στο οποίο βρίσκεστε ανήκει στην οικογένειά μου εδώ και πέντε αιώνες και σε αυτή τη γη, σε αυτό το σπίτι, η εξουσία είμαι εγώ. Και τώρα θα μου πείτε με όσο πιο σεβαστικό τρόπο μπορείτε τι έχετε εναντίον αυτού του ανθρώπου». Ο Μάρκους, ο λόρδος Γουέστκλιφ, οργισμένος ήταν ένα εντυπωσιακό θέαμα. Ο Μάθιου ήταν σίγουρος πως ο Γουέντελ Γουέρινγκ, που γνώριζε προέδρους και ανθρώπους μεγάλης επιρροής, αποκλείεται να είχε συναντήσει άνθρωπο με τέτοια πυγμή. Οι αστυνόμοι κοιτούσαν αμήχανα τους δύο άντρες. Ο Γουέρινγκ δεν κοίταξε τον Μάθιου καθώς απάντησε, λες και δεν μπορούσε να αντέξει την παρουσία του στον χώρο. «Όλοι σας γνωρίζετε τον άνθρωπο που στέκεται μπροστά σας ως Μάθιου Σουίφτ. Έχει εξαπατήσει και προδώσει όλους όσους είχε την ευκαιρία να γνωρίσει. Ο κόσμος θα γίνει πολύ καλύτερος όταν απαλλαχθεί από αυτό το απόβρασμα. Εκείνη τη μέρα…» «Με συγχωρείτε, κύριε», διέκοψε η Ντέζι με μια ευγένεια που άγγιζε τα όρια της ειρωνείας, «αλλά εγώ τουλάχιστον θα ήθελα μια περιγραφή λιγότερο παραστατική. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη σας για τον χαρακτήρα του κύριου Σουίφτ». «Το επίθετό του είναι Φέλαν, όχι Σουίφτ», είπε ο Γουέρινγκ. «Είναι γιος Ιρλανδού μεθύστακα. Τον έφεραν βρέφος στο ορφανοτροφείο του Τσαρλς Ρίβερ, όταν η μητέρα του πέθανε στη γέννα. Είχα την ατυχία να γνωριστώ με τον Μάθιου Φέλαν όταν τον αγόρασα στην ηλικία των έντεκα ετών για να κρατά συντροφιά και να γίνει ο βαλές του γιου μου Χάρι». «Τον αγοράσατε;» επανέλαβε η Ντέζι καυστικά. «Δεν ήξερα ότι τα ορφανά αγοράζονται και πουλιούνται». «Τον νοίκιασα, τότε», είπε ο Γουέρινγκ, στρέφοντας το βλέμμα του σ’ εκείνη. «Ποια είσαι, αδιάντροπη δεσποινίς, που τολμάς να διακόπτεις τους μεγαλύτερούς σου;» Ξαφνικά στη συζήτηση μπήκε ο Τόμας Μπόουμαν με το μουστάκι του να συσπάται από θυμό. «Η κόρη μου είναι», βρυχήθηκε, «και μπορεί να μιλά όπως της καπνίσει!» Έκπληκτη με την υποστήριξη του πατέρα της, η Ντέζι του χαμογέλασε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φευγαλέα κι έστρεψε ξανά την προσοχή της στον Γουέρινγκ. «Πόσο καιρό εργαζόταν για σας ο κύριος Φέλαν;» τον ρώτησε. «Για μια περίοδο εφτά ετών. Ήταν μαζί με τον γιο μου Χάρι στο οικοτροφείο, του έκανε τις δουλειές, φρόντιζε τα προσωπικά του ζητήματα και ερχόταν στο σπίτι μαζί του στις διακοπές». Το βλέμμα του στυλώθηκε κατηγορητικό στον Μάθιου. Τώρα που είχε πιάσει τη λεία του, κάποια από την οργή του Γουέ​ρινγκ είχε μετατραπεί σε σοβαρή αποφασιστικότητα. Έμοιαζε με άνθρωπο που κουβαλούσε για πολλά χρόνια μεγάλο βάρος. «Πού να ξέραμε ότι τρέφαμε φίδι στον κόρφο μας. Σε κάποιες διακοπές του Χάρι στο σπίτι, κλάπηκε μια ολόκληρη περιουσία σε μετρητά και κοσμήματα από το χρηματοκιβώτιο της οικογένειας. Ένα από αυτά ήταν ένα διαμαντένιο περιδέραιο που ανήκε στους Γουέρινγκ εδώ και έναν αιώνα. Το είχε πάρει ο προπάππους μου από την αρχιδούκισσα της Αυστρίας. Η κλοπή μπορεί να έγινε μόνο από ένα μέλος της οικογένειας ή από κάποιο έμπιστο υπηρέτη που είχε πρόσβαση στο κλειδί του χρηματοκιβωτίου. Όλες οι ενδείξεις έδειχναν ένα μόνο άτομο. Τον Μάθιου Φέλαν». Ο Μάθιου καθόταν αμίλητος. Παρ’ όλο το χάος μέσα του, εξωτερικά έδειχνε απαθής. Διατηρούσε την ηρεμία του, βέβαια, με μεγάλη δυσκολία, γνωρίζοντας πως δεν θα κέρδιζε τίποτα με το αντίθετο. «Πώς ξέρετε ότι δεν διέρρηξε κλέφτης την κλειδαριά;» άκουσε τη Λίλιαν να ρωτάει ψυχρά. «Το χρηματοκιβώτιο διέθετε μηχανισμό ανίχνευσης», απάντησε ο Γουέρινγκ, «ο οποίος σταματά να λειτουργεί αν κάποιος επιχειρήσει να τη διαρρήξει. Μόνο ένα ρυθμιστικό κλειδί ή το αρχικό κλειδί μπορεί να την ανοίξει. Και ο Φέλαν ήξερε πού βρισκόταν το κλειδί. Πολλές φορές τον στέλναμε να φέρει λεφτά ή κάποιο κόσμημα». «Δεν είναι κλέφτης!» Ο Μάθιου άκουσε την Ντέζι να τον υπερασπίζεται πριν προλάβει να υπερασπιστεί τον εαυτό του. «Δεν θα έκλεβε ποτέ τίποτα από κανέναν». «Δώδεκα ένορκοι δεν συμφωνούν με αυτό», γάβγισε ο Γουέρινγκ, με τον θυμό του να ξαναφουντώνει. «Ο Φέλαν καταδικάστηκε σε φυλάκιση δεκαπέντε ετών για κλοπή. Δραπέτευσε πριν προλάβουν να τον βάλουν μέσα κι εξαφανίστηκε». Ο Μάθιου, που πίστευε ότι η Ντέζι μέχρι τώρα θα είχε απομακρυνθεί από δίπλα του, έμεινε άναυδος που συνειδητοποίησε ότι δεν το είχε κουνήσει εκατοστό. Είχε το χέρι της απαλά στον ώμο του. Εκείνος δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ανταποκρινόταν φανερά στο άγγιγμά της, αλλά μέσα του το ένιωθε σαν βάλσαμο. «Πώς με βρήκες;» ρώτησε βραχνά ο Μάθιου, πιέζοντας τον εαυτό του να κοιτάξει τον Γουέρινγκ. Ο χρόνος είχε αλλάξει κάπως τα χαρακτηριστικά του άντρα. Οι ρυτίδες του ήταν πιο βαθιές, τα οστά του πιο εμφανή. «Άνθρωποί μου έψαχναν χρόνια για σένα», είπε ο Γουέρινγκ με φωνή τόσο μελοδραματική, που οι συμπολίτες του θα την έβρισκαν υπερβολική. «Ήξερα ότι δεν μπορούσες να κρύβεσαι για πάντα. Κάποτε έγινε μια μεγάλη ανώνυμη δωρεά στο ορφανοτροφείο Τσαρλς Ρίβερ, υποπτεύθηκα ότι εσύ κρυβόσουν πίσω από αυτή, αλλά ήταν αδύνατον να διαπεράσω το τείχος των δικηγόρων και των μέτρων ασφαλείας. Τότε σκέφτηκα ότι μπορεί να αναζητούσες τον πατέρα που σε είχε παρατήσει. Τον βρήκαμε και με αντάλλαγμα μερικά ποτά μάς είπε όλα όσα θέλαμε να μάθουμε: το ψεύτικο όνομά σου, τη διεύθυνσή σου στη Νέα Υόρκη». Η ικανοποίηση του Γουέρινγκ απλώθηκε σαν σμήνος από μαύρες μύγες καθώς πρόσθεσε: «Σε πούλησε για πέντε δράμια ουίσκι». Η ανάσα του Μάθιου σκάλωσε. Ναι, είχε βρει τον πατέρα του και, ενάντια σε κάθε λογική, είχε επιλέξει να τον εμπιστευτεί. Είχε ανάγκη να συνδεθεί με κάποιον, με κάτι. Ο πατέρας του ήταν ένας άχρηστος. Ο Μάθιου δεν είχε καταφέρει να κάνει και πολλά γι’ αυτόν, πέρα από το να του βρει ένα σπίτι και να πληρώνει τη συντήρησή του. Όποτε ο Μάθιου πήγαινε να τον δει στα κρυφά, το δωμάτιο ήταν γεμάτο άδεια μπουκάλια. «Αν με χρειαστείς ποτέ», είχε πει στον πατέρα του, χώνοντάς του ένα χαρτί κάτω από τη μύτη, «μήνυσέ μου σε αυτή τη διεύθυνση. Μην το πεις σε κανέναν, κατάλαβες;» Και πατέρας του είχε πει ναι, ότι κατάλαβε. Αν με χρειαστείς ποτέ… ο Μάθιου ήθελε απεγνωσμένα κάποιον να τον χρειάζεται. Αυτό ήταν το τίμημα αυτής της λαχτάρας του. «Σουίφτ», ρώτησε ο Τόμας Μπόουμαν, «αληθεύουν αυτά που ισχυρίζεται ο Γουέρινγκ;» Ο θυμωμένος τόνος του είχε μετριαστεί από μια νύξη παράκλησης. «Όχι όλα». Ο Μάθιου αποφάσισε να ρίξει μια επιφυλακτική ματιά γύρω του. Αυτά που περίμενε να δει στα πρόσωπά τους –την κατηγόρια, τον φόβο, τον θυμό– δεν υπήρχαν. Ακόμα και η Μερσέντες Μπόουμαν, που δεν θα την έλεγε κανείς συμπονετική γυναίκα, τον κοιτούσε με ένα ύφος που θα ορκιζόταν πως είχε μέσα του καλοσύνη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σε διαφορετική θέση από αυτή

******ebook converter DEMO Watermarks*******


που ήταν τόσα χρόνια, όταν ήταν φτωχός και δίχως φίλους. Ήταν οπλισμένος μόνο με την αλήθεια, η οποία ωστόσο είχε αποδειχτεί ανεπαρκές όπλο. Τώρα διέθετε χρήματα και επιρροή, για να μην πούμε και ισχυρούς συμμάχους. Και κυρίως είχε την Ντέζι, που στεκόταν ακόμα δίπλα στον ώμο του, με το άγγιγμά της να τον τροφοδοτεί με δύναμη και παρηγοριά. Ο Μάθιου στένεψε περιφρονητικά τα μάτια του όταν κοίταξε το κατηγορητικό βλέμμα του Γουέρινγκ. Είτε του άρεσε είτε όχι, ο Γουέρινγκ έπρεπε ν’ ακούσει την αλήθεια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 18 «Ήμουν ο υπηρέτης του Χάρι Γουέρινγκ», άρχισε να λέει σκυθρωπά ο Μάθιου. «Και πολύ καλός μάλιστα, παρόλο που ήξερα πως με έβλεπε σαν υπάνθρωπο. Για εκείνον οι υπηρέτες ήταν σαν τα σκυλιά. Υπήρχα μόνο για τη δική του βολή. Δουλειά μου ήταν να φορτώνομαι τις σκανταλιές του, να υπομένω τις τιμωρίες του, να διορθώνω ό,τι έσπαγε, να φέρνω ό,τι χρειαζόταν. Από μικρή ηλικία ακόμα ο Χάρι ήταν ένας αλαζόνας χαραμοφάης, που πίστευε ότι μπορούσε να γλιτώνει από οτιδήποτε, λόγω του ονόματος της οικογένειάς του…» «Δεν ανέχομαι να κακολογεί τον γιο μου!» φώναξε οργισμένος ο Γουέρινγκ. «Είχατε τη σειρά σας», βρυχήθηκε ο Τόμας Μπόουμαν. «Τώρα θέλω να ακούσω τον Σουίφτ». «Δεν τον λένε…» «Αφήστε τον να μιλήσει», είπε ο Γουέστκλιφ, με την ψυχρή φωνή του να κατευνάζει τα πνεύματα. Ο Μάθιου ευχαρίστησε τον κόμη με ένα νεύμα. Η προσοχή του διασπάστηκε καθώς κοίταζε την Ντέζι στην καρέκλα δίπλα του. Έφερε το κάθισμα ακόμα πιο κοντά του, μέχρι που το πόδι του σκεπάστηκε από την άκρη της φούστας της. «Πήγα με τον Χάρι στο κολέγιο Μπόστον Λάτιν», συνέχισε ο Μάθιου, «και μετά στο Χάρβαρντ. Κοιμόμουν στα διαμερίσματα των υπηρετών στο υπόγειο. Διάβαζα τις σημειώσεις των μαθημάτων που κρατούσαν οι φίλοι του όταν ο Χάρι έκανε κοπάνα και του έγραφα τις εργασίες…» «Ψέματα!» φώναξε ο Γουέρινγκ. «Εσύ, που σε δίδαξαν γριές καλόγριες σε ορφανοτροφείο, είσαι τρελός αν νομίζεις ότι θα σε πιστέψει κανείς». Ο Μάθιου χαμογέλασε ειρωνικά. «Έμαθα περισσότερα από αυτές τις γριές καλόγριες απ’ ό,τι ο Χάρι από τους ακριβούς καθηγητές. Ο Χάρι έλεγε ότι δεν χρειαζόταν τη μόρφωση, αφού είχε όνομα και χρήμα. Εγώ, όμως, δεν είχα τίποτα απ’ τα δύο και η μόνη ελπίδα μου ήταν να μάθω όσα μπορούσα, ώστε κάποια μέρα να μπορέσω να ανέλθω». «Να ανέλθεις πού;» ρώτησε αγανακτισμένος ο Γουέρινγκ. «Υπηρέτης ήσουν –και μάλιστα Ιρλανδός υπηρέτης–, δεν είχες καμία ελπίδα να γίνεις

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τζέντλεμαν». Ένα παράξενο λοξό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της Ντέζι. «Όμως ακριβώς αυτό έκανε στη Νέα Υόρκη, κύριε Γουέρινγκ. Ο Μάθιου κέρδισε μια θέση στις επιχειρήσεις και στην κοινωνία και σίγουρα έγινε τζέντλεμαν». «Υπό την κάλυψη μιας ψεύτικης ταυτότητας», αντιγύρισε ο Γουέρινγκ. «Είναι απατεώνας, δεν το βλέπετε;» «Όχι», απάντησε η Ντέζι, κοιτάζοντας στα μάτια τον Μάθιου. «Εγώ έναν τζέντλεμαν βλέπω». Ο Μάθιου ήθελε να της φιλήσει τα πόδια. Όμως ξεκόλλησε το βλέμμα του από πάνω της και συνέχισε. «Έκανα ό,τι μπορούσα για να κρατήσω τον Χάρι στο Χάρβαρντ, ενώ εκείνος έκανε τα πάντα για να τον αποβάλουν. Έπινε, χαρτόπαιζε…» ο Μάθιου δίστασε γιατί θυμήθηκε ότι υπήρχαν και γυναίκες στο δωμάτιο «… έκανε κι άλλα πράγματα», συνέχισε, «ακόμα χειρότερα. Τα μηνιαία έξοδά του ξεπερνούσαν κατά πολύ το χαρτζιλίκι του και τα χρέη του από τον τζόγο έγιναν τόσο μεγάλα, που ακόμα κι αυτός άρχισε να ανησυχεί. Φοβόταν τις συνέπειες που θα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει όταν ο πατέρας του μάθαινε το τεράστιο πρόβλημα. Κι επειδή ήταν ο Χάρι, έψαξε να βρει την εύκολη λύση. Πράγμα που εξηγεί τις διακοπές στο σπίτι και την κλοπή των κοσμημάτων και των χρημάτων. Αμέσως κατάλαβα ότι το είχε κάνει ο Χάρι». «Επαίσχυντα ψέματα», έφτυσε ο Γουέρινγκ. «Ο Χάρι φυσικά κατηγόρησε εμένα», συνέχισε ο Μάθιου, «αντί να παραδεχτεί ότι το είχε κάνει ο ίδιος για να ξεχρεώσει. Αποφάσισε ότι έπρεπε να θυσιαστώ για να σώσει το τομάρι του. Φυσικά η οικογένειά του πίστεψε εκείνον κι όχι εμένα». «Η ενοχή σου αποδείχτηκε στο δικαστήριο», είπε ο Γουέρινγκ. «Τίποτα δεν αποδείχτηκε». Οργή κόχλασε μέσα στον Μάθιου κι έβαλε τα δυνατά του να τη συγκρατήσει. Ένιωσε το χέρι της Ντέζι να ψάχνει το δικό του και το έπιασε δυνατά.«Αυτή η δίκη ήταν μια κωμωδία. Επισπεύστηκε ώστε να μην ελεγχθούν διεξοδικά τα έγγραφα. Ο διορισμένος από το κράτος δικηγόρος μου ροχάλιζε σε όλη τη διάρκειά της. Δεν υπήρχαν στοιχεία που να με συνδέουν με την κλοπή. Ο υπηρέτης ενός συμφοιτητή του Χάρι είπε ότι είχε ακούσει τον Χάρι να συνωμοτεί με δύο φίλους του για να με ενοχοποιήσουν, αλλά φοβόταν πολύ να καταθέσει». Βλέποντας ότι τα δάχτυλα της Ντέζι είχαν ασπρίσει από τη δυνατή

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λαβή του, ο Μάθιου χαλάρωσε το χέρι του. Ο αντίχειράς του χάιδεψε τις κλειδώσεις της. «Είχα μεγάλη τύχη», συνέχισε πιο ήρεμα, «όταν ένας δημοσιο​γράφος της Daily Advertiser έγραψε ένα άρθρο ξεμπροστιάζοντας τον Χάρι και τα χρέη του από τον τζόγο και αποκάλυψε ότι αυτά τα χρέη συμπτωματικά είχαν παραγραφεί μετά τη ληστεία. Μετά από αυτό το άρθρο ο κόσμος ξεσηκώθηκε για την προφανή παρωδία δίκης». «Κι ωστόσο σε καταδίκασαν;» ρώτησε έξαλλη η Λίλιαν. Ο Μάθιου χαμογέλασε ειρωνικά. «Η δικαιοσύνη μπορεί να είναι τυφλή, αλλά λατρεύει τη μυρωδιά του χρήματος», είπε. «Οι Γουέ​ρινγκ ήταν ισχυροί κι εγώ ένας απένταρος υπηρέτης». «Πώς δραπέτευσες;» ρώτησε η Ντέζι. Η σκιά ενός πικρού χαμόγελου εμφανίστηκε στα χείλη του. «Αυτό ήταν και για μένα έκπληξη. Με είχαν φορτώσει στην καρότσα ενός οχήματος που θα έφευγε για τις φυλακές πριν από την ανατολή του ήλιου. Σταμάτησε σε έναν ερημικό δρόμο. Ξαφνικά η πόρτα ξεκλείδωσε και με έβγαλαν έξω μισή ντουζίνα άντρες. Νόμιζα πως θα με λιντσάρουν. Αλλά είπαν ότι ήταν πολίτες που ήθελαν να διορθώσουν ένα λάθος. Με άφησαν ελεύθερο –οι φύλακες δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση– και μου έδωσαν ένα άλογο. Κατάφερα να φτάσω στη Νέα Υόρκη, πούλησα το άλογο και ξεκίνησα μια καινούρια ζωή». «Γιατί επέλεξες το όνομα Σουίφτ;» ρώτησε η Ντέζι. «Μέχρι τότε είχα μάθει τι δύναμη μπορεί να σου δώσει ένα ισχυρό όνομα. Και οι Σουίφτ ήταν μεγάλη οικογένεια με πολλά παρακλάδια. Έτσι σκέφτηκα ότι θα περνούσα απαρατήρητος». Τότε μίλησε ο Μπόουμαν, που είχε νιώσει κάπως την περηφάνια του να πληγώνεται. «Γιατί ήρθες να ζητήσεις δουλειά από μένα; Σκέφτηκες ότι θα με έπιανες κορόιδο;» Ο Μάθιου τον κοίταξε κατάματα, αναλογιζόμενος την πρώτη εντύπωση που του είχε κάνει ο Τόμας Μπόουμαν… ένας ισχυρός άντρας, πρόθυμος να του δώσει μια ευκαιρία, πολύ απορροφημένος με τις επιχειρήσεις του για να κάνει αδιάκριτες ερωτήσεις. Πανούργος, πεισματάρης, γεμάτος ελαττώματα, στενοκέφαλος… ο άντρας με τη μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή του Μάθιου. «Ποτέ», είπε με ειλικρίνεια ο Μάθιου. «Θαύμαζα όλα όσα είχατε καταφέρει. Ήθελα να μάθω από εσάς. Και…» ένας κόμπος στάθηκε στον λαιμό του «…κατέληξα να σας βλέπω με σεβασμό, ευγνωμοσύνη και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


απέραντη τρυφερότητα». Το πρόσωπο του Μπόουμαν κοκκίνισε από ανακούφιση κι έγνεψε ελαφρά με μάτια που έλαμπαν. Ο Γουέρινγκ είχε το ύφος κεραυνοβολημένου ανθρώπου, έτοιμου να σπάσει σαν φτηνό γυαλί. Κοίταξε τον Μάθιου με μίσος. «Πας να κηλιδώσεις τη μνήμη του γιου μου με τα ψέματά σου», είπε. «Δεν θα το επιτρέψω. Πίστεψες ότι αν ερχόσουν σε μια ξένη χώρα κανείς δεν θα…» «Τη μνήμη του;» Ο Μάθιου τον κοίταξε σαν χαμένος. «Ο Χάρι πέθανε;» «Εξαιτίας σου! Μετά τη δίκη ξεκίνησαν φήμες, ψέματα, αμφιβολίες που ποτέ δεν εξαφανίστηκαν. Οι φίλοι του τον απέφευγαν. Η τιμή του αμαυρώθηκε κι αυτό κατέστρεψε τη ζωή του. Αν είχες παραδεχτεί την ενοχή σου –αν είχες κάνει τη φυλακή που χρωστούσες–, ο Χάρι θα ήταν ακόμα μαζί μου. Όμως οι βρομερές υποψίες του κόσμου φουντώνουν με τα χρόνια και το να ζει σε αυτή τη σκιά τον έκανε να καταφύγει στο ποτό και στις κραιπάλες». «Απ’ ό,τι φαίνεται», είπε η Λίλιαν σαρκαστικά, «ο γιος σας το έκανε αυτό και πριν από τη δίκη». Η Λίλιαν είχε μοναδικό χάρισμα να φτάνει τους ανθρώπους στα όριά τους. Και ο Γουέρινγκ δεν αποτελούσε εξαίρεση. «Είναι καταδικασμένος εγκληματίας!» της φώναξε ο Γουέρινγκ ορμώντας πάνω της. «Πώς τολμάς να πιστεύεις αυτόν αντί για μένα!» Ο Γουέστκλιφ τους έφτασε με τρεις δρασκελιές, αλλά ο Μάθιου είχε προλάβει να μπει μπροστά από τη Λίλιαν, προστατεύοντάς την από την οργή του Γουέρινγκ. «Κύριε Γουέρινγκ», είπε η Ντέζι ταραγμένη, «παρακαλώ, συνέλθετε. Σίγουρα βλέπετε ότι δεν ωφελείτε τον εαυτό σας με αυτή τη συμπεριφορά». Η ήρεμη λογική της φάνηκε να κατευνάζει την οργή του. Ο Γουέρινγκ έριξε στην Ντέζι ένα παράξενα ικετευτικό βλέμμα. «Ο γιος μου είναι νεκρός. Και φταίει ο Φέλαν γι’ αυτό». «Αυτό δεν θα τον φέρει πίσω», του είπε ήρεμα. «Δεν τιμά τη μνήμη του». «Θα φέρει σ’ εμένα γαλήνη», φώναξε ο Γουέρινγκ. Η φωνή της Ντέζι ήταν σοβαρή, το βλέμμα της γεμάτο οίκτο. «Είστε σίγουρος γι’ αυτό;» Όλοι έβλεπαν ότι δεν είχε σημασία. Δεν σκεφτόταν λογικά. «Περίμενε πολλά χρόνια και ταξίδεψα πολλά χιλιόμετρα γι’ αυτή τη στιγμή», είπε ο Γουέρινγκ. «Δεν θα κάνω πίσω. Είδες τα έγγραφα,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γουέστκλιφ. Ούτε καν εσύ δεν είσαι πάνω απ’ τον νόμο. Οι αστυνόμοι έχουν διαταγές να ασκήσουν βία αν χρειαστεί. Θα μου τον παραδώσεις τώρα, απόψε». «Δεν νομίζω». Τα μάτια του Γουέστκλιφ ήταν σκληρά σαν βράχος. «Θα ήταν τρέλα να ταξιδέψετε μια νύχτα σαν αυτή. Οι ανοιξιάτικες καταιγίδες στο Χαμπσάιρ μπορεί να είναι άγριες και επικίνδυνες. Θα διανυκτερεύσετε στο Στόνι Κρος μέχρι να αποφασίσω τι θα γίνει». Οι αστυνόμοι φάνηκαν να ανακουφίζονται με αυτή τη δήλωση, γιατί κανένας λογικός άνθρωπος δεν ήθελε να βγει σε αυτόν τον κατακλυσμό. «Και να δώσω στον Φέλαν την ευκαιρία να το ξανασκάσει;» ρώτησε ο Γουέρινγκ περιφρονητικά. «Όχι. Θα τον παραδώσετε σ’ εμένα». «Έχεις τον λόγο μου ότι δεν θα το σκάσει», είπε αμέσως ο Γουέστκλιφ. «Ο λόγος σου μου είναι άχρηστος», αντιγύρισε ο Γουέρινγκ. «Είναι προφανές ότι είσαι με το μέρος του». Ο λόγος ενός Άγγλου τζέντλεμαν ήταν το παν γι’ αυτόν. Ήταν ύψιστη προσβολή να τον αμφισβητεί κάποιος. Ο Μάθιου παραξενεύτηκε που ο Γουέστκλιφ δεν εξερράγη επιτόπου. Το πρόσωπό του σκλήρυνε από την οργή. «Τώρα τη βάψατε», μουρμούρισε η Λίλιαν, με φωνή κεραυνοβολημένη. Ακόμα και στους χειρότερους τσακωμούς με τον άντρα της, ποτέ δεν είχε τολμήσει να αμφισβητήσει την τιμή του. «Αυτόν τον άνθρωπο θα τον πάρεις μόνο πάνω απ’ το πτώμα μου», δήλωσε ο Γουέστκλιφ στον Γουέρινγκ με δολοφονικό ύφος. Εκείνη τη στιγμή ο Μάθιου αποφάσισε ότι η υπόθεση είχε παρατραβήξει. Είδε τον Γουέρινγκ να βάζει το χέρι στην τσέπη του, το ύφασμα να τεντώνεται από κάποιο βαρύ αντικείμενο και είδε τη λαβή ενός όπλου. Φυσικά. Το όπλο ήταν απαραίτητο στην περίπτωση που τα έκαναν θάλασσα οι αστυνομικοί. «Περίμενε», είπε ο Μάθιου. Θα έκανε και θα έλεγε οτιδήποτε χρειαζόταν για να μη βγάλει αυτό το πιστόλι από την τσέπη του. Αν συνέβαινε αυτό, η κατάσταση θα κλιμακωνόταν σε επικίνδυνο βαθμό και κανείς δεν θα γλίτωνε. «Θα έρθω μαζί σου». Κοίταξε τον Γουέρινγκ ευχόμενος να ηρεμήσει. «Η διαδικασία έχει ξεκινήσει. Δεν μπορώ να την αποφύγω». «Όχι», φώναξε η Ντέζι τυλίγοντας τα χέρια της στον λαιμό του. «Δεν θα είσαι ασφαλής μαζί του». «Θα φύγουμε αμέσως», είπε ο Μάθιου στον Γουέρινγκ, ενώ ξετύλιγε αργά τα χέρια της Ντέζι και την έβαζε πίσω του για προστασία. «Δεν θα επιτρέψω…» άρχισε να λέει ο Γουέστκλιφ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Μάθιου τον διέκοψε αποφασιστικά. «Είναι καλύτερα έτσι». Ήθελε τον μισότρελο Γουέρινγκ και τους δύο αστυνόμους μακριά από το αρχοντικό του Στόνι Κρος. «Θα πάω μαζί τους και όλα θα λυθούν στο Λονδίνο. Εδώ δεν είναι η κατάλληλη ώρα ή το μέρος για διαφωνία». Ο κόμης βλαστήμησε από μέσα του. Ικανός διαπραγματευτής, ο Γουέστκλιφ καταλάβαινε ότι προς το παρόν δεν είχε το πάνω χέρι. Αυτή δεν ήταν μια μάχη που μπορούσε να κερδίσει με την άσκηση βίας. Απαιτούσε χρήματα, νομικές διαδικασίες και πολιτικές διασυνδέσεις. «Θα έρθω στο Λονδίνο μαζί σου», είπε κοφτά ο Γουέστκλιφ. «Αδύνατον», απάντησε ο Γουέρινγκ. «Η άμαξα χωράει τέσσερις. Μόνο εμένα, τους αστυνόμους και τον κρατούμενο». «Θα ακολουθήσω με τη δική μου άμαξα». «Θα έρθω κι εγώ», είπε αποφασιστικά ο Τόμας Μπόουμαν. Ο Γουέστκλιφ τράβηξε τον Μάθιου λίγο παραπέρα και με το χέρι του στον ώμο του σαν αδελφός τού μίλησε χαμηλόφωνα. «Γνωρίζω τον δικαστή της Μπόου Στριτ πολύ καλά. Θα φροντίσω να σε δει αμέσως μόλις φτάσουμε στο Λονδίνο – και θα του ζητήσω να σε αφήσει αμέσως ελεύθερο. Θα μείνουμε στην ιδιόκτητη κατοικία μου μέχρι να λάβουμε επίσημη απάντηση από τον Αμερικανό πρέσβη. Στο μεταξύ θα συγκεντρώσω μια στρατιά από δικηγόρους και θα επιστρατεύσω όλες τις πολιτικές διασυνδέσεις που διαθέτω». Ο Μάθιου μετά βίας εμπιστευόταν τον εαυτό του να μιλήσει. «Ευχαριστώ», κατάφερε να πει. «Λόρδε μου», ψιθύρισε η Ντέζι, «θα καταφέρουν να εκδώσουν τον Μάθιου;» Τα χαρακτηριστικά του Γουέστκλιφ σκλήρυναν από αλαζονική βεβαιότητα. «Αποκλείεται». Η Ντέζι ξεφύσησε με ένα τρεμάμενο χαμόγελο. «Λοιπόν, εγώ θα βασιστώ στον λόγο σου, λόρδε μου, παρόλο που δεν το κάνει ο κύριος Γουέρινγκ». «Μέχρι να τελειώσω με τον Γουέρινγκ…» ο Γουέστκλιφ κάτι μουρμούρισε και κούνησε το κεφάλι του. «Συγγνώμη. Πάω να πω στους υπηρέτες να ετοιμάσουν την άμαξα». Μόλις έφυγε ο κόμης, η Ντέζι κοίταξε τον Μάθιου. «Καταλαβαίνω τόσα πολλά τώρα», είπε. «Γιατί δεν ήθελες να μου το πεις».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ναι, εγώ…» Η φωνή του ήταν βραχνή. «Ήξερα ότι ήταν λάθος. Ήξερα ότι θα σε έχανα όταν το μάθαινες». «Δεν πίστευες ότι θα καταλάβαινα;» ρώτησε σοβαρά η Ντέζι. «Δεν ξέρεις πώς ήταν τότε. Κανείς δεν με πίστευε. Τα στοιχεία δεν είχαν καμία σημασία. Και έχοντας ζήσει αυτό, ήμουν σίγουρος ότι κανείς δεν θα πίστευε στην αθωότητά μου». «Μάθιου», είπε απλά, «πάντα θα πιστεύω ό,τι μου λες». «Γιατί;» ψιθύρισε. «Γιατί σ’ αγαπώ». Τα λόγια αυτά τον καταρράκωσαν. «Μην το λες αυτό. Μην το…» «Σ’ αγαπώ», επέμεινε η Ντέζι, γραπώνοντάς τον από το γιλέκο. «Έπρεπε να σου το είχα ήδη πει. Ήθελα να περιμένω μέχρι να με εμπιστευτείς αρκετά ώστε να μου μιλήσεις για το παρελθόν σου. Αλλά τώρα που έμαθα το χειρότερο…» Σταμάτησε και χαμογέλασε λοξά. «Αυτό είναι το χειρότερο, έτσι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να ομολογήσεις;» Ο Μάθιου έγνεψε σαστισμένος. «Ναι. Όχι. Αυτό είναι». Το ύφος της έγινε ντροπαλό. «Δεν θα πεις κι εσύ ότι μ’ αγαπάς;» «Δεν έχω το δικαίωμα», είπε. «Όχι μέχρι να λυθεί όλο αυτό. Όχι μέχρι το όνομά μου…» «Πες το μου», είπε η Ντέζι, τραβώντας τον απαλά από το γιλέκο. «Σ’ αγαπώ», μουρμούρισε ο Μάθιου. Πόσο όμορφα ένιωθε που το έλεγε. Τον τράβηξε ξανά, αυτή τη φορά σαν να το επιβεβαίωνε. Ο Μάθιου αντιστάθηκε, την έπιασε από τους αγκώνες κι ένιωσε τη ζεστασιά του δέρματός της μέσα από το ύφασμα του φουστανιού της. Παρά το ακατάλληλο της περίστασης, το κορμί του παλλόταν από πόθο. Ντέζι, δεν θέλω να σε αφήσω… «Θα έρθω κι εγώ στο Λονδίνο», την άκουσε να λέει. «Όχι. Θα μείνεις εδώ με την αδελφή σου. Δεν θέλω να πάρεις μέρος σε αυτό». «Δεν είναι κάπως αργά γι’ αυτό; Ως αρραβωνιαστικιά σου έχω κάτι περισσότερο από απλό ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα». Ο Μάθιου χαμήλωσε το κεφάλι του πάνω από το δικό της και το στόμα του άγγιξε απαλά τα μαλλιά της. «Θα είναι πιο δύσκολο για μένα αν είσαι εκεί», της είπε απαλά. «Θέλω να ξέρω ότι είσαι ασφαλής εδώ, στο Χαμπσάιρ». Παίρνοντας τα χέρια της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


από το γιλέκο του, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη του και τα φίλησε με θέρμη. «Πήγαινε στο πηγάδι για χάρη μου αύριο», ψιθύρισε. «Θα χρειαστώ άλλη μια ευχή των πέντε δολαρίων». Τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από τα δικά του. «Καλύτερα να τα κάνω δέκα». Ο Μάθιου γύρισε, γιατί κατάλαβε ότι κάποιος πλησίαζε πίσω του. Ήταν οι δύο αστυνόμοι, που έμοιαζαν κάπως εκνευρισμένοι. «Είναι κανόνας οι παραβάτες του νόμου να φοράνε χειροπέδες κατά τη μεταφορά τους στην Μπόου Στριτ», είπε ο ένας κι έπειτα κοίταξε την Ντέζι. «Συγγνώμη, δεσποινίς, τι τις κάνατε τις χειροπέδες που βγάλατε από τον κύριο Φέλαν;» Η Ντέζι τον κοίταξε με βλέμμα αθώο. «Τις έδωσα σε μια υπηρέτρια. Φοβάμαι, όμως, πως είναι πολύ αφηρημένη. Μάλλον ξέχασε πού τις έβαλε». «Από πού ν’ αρχίσουμε να ψάχνουμε;» ρώτησε ο αστυνόμος ξεφυσώντας αγανακτισμένος. Το ύφος της δεν άλλαξε καθώς απάντησε: «Θα σας πρότεινα να ξεκινήσετε με εξονυχιστικό έλεγχο των δοχείων νυκτός».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 19 Λόγω της βιαστικής αναχώρησής τους, ο Μάρκους και ο Μπόουμαν πακετάρισαν μερικές αλλαξιές ρούχα και είδη προσωπικής υγιεινής. Καθισμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλο στην οικογενειακή άμαξα, έκαναν το ταξίδι σχεδόν αμίλητοι. Άνεμος και βροχή μαστίγωνε το όχημα και ο Μάρκους ανησυχούσε για τον αμαξά και τα άλογα. Ήταν μεγάλη ανοησία να ταξιδεύεις με τέτοιο καιρό, αλλά καταραμένος να ήταν ο Μάρκους αν άφηνε τον Μάθιου Σουίφτ… τον Φέλαν… να φύγει δίχως προστασία από το Στόνι Κρος. Και ήταν προφανές ότι η εκστρατεία εκδίκησης του Γουέντελ Γουέρινγκ είχε φτάσει σε παράλογα άκρα. Η Ντέζι ήταν πανέξυπνη που είπε ότι το να πληρώσει κάποιος άλλος για τα εγκλήματα του Χάρι δεν θα έφερνε τον γιο του πίσω ούτε και θα τιμούσε τη μνήμη του. Αλλά στο μυαλό του Γουέρινγκ αυτό ήταν το τελευταίο που μπορούσε να κάνει για τον γιο του. Και ίσως είχε πείσει τον εαυτό του ότι με το να βάλει τον Μάθιου φυλακή θα αποδείκνυε την αθωότητα του Χάρι. Ο Χάρι Γουέρινγκ είχε προσπαθήσει να θυσιάσει τον Μάθιου για να καλύψει τη δική του διαφθορά. Ο Μάρκους δεν θα επέτρεπε στον Γουέντελ Γουέρινγκ να πετύχει σε αυτό που απέτυχε ο γιος του. «Τον αμφισβητείς;» ρώτησε ξαφνικά ο Τόμας Μπόουμαν. Έδειχνε πιο προβληματισμένος από ποτέ. Σίγουρα όλο αυτό ήταν επώδυνο για τον Μπόουμαν, που λάτρευε τον Μάθιου ​Σουίφτ σαν γιο του. Ίσως και περισσότερο από τους πραγματικούς γιους του. Δεν ήταν παράξενο που οι δυο τους είχαν αναπτύξει έναν τόσο ισχυρό δεσμό – ο Σουίφτ, ένας νεαρός χωρίς πατέρα, και ο Μπόουμαν, που είχε ανάγκη να καθοδηγήσει και να γίνει μέντορας κάποιου. «Με ρωτάς αν αμφισβητώ τον Σουίφτ; Ούτε στο ελάχιστο. Βρίσκω τη δική του εκδοχή απείρως πιο πιστευτή από του Γουέρινγκ». «Κι εγώ. Και γνωρίζω καλά τον χαρακτήρα του Σουίφτ. Σε δια​​βεβαιώνω ότι είναι καταστροφικά ειλικρινής». Ο Μάρκους χαμογέλασε αχνά. «Μπορεί να είναι κανείς καταστροφικά ειλικρινής;» Ο Μπόουμαν σήκωσε τους ώμους και το μουστάκι του κουνήθηκε από

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ένα διστακτικό χαμόγελο. «Τι να πω… η ακραία ειλικρίνεια μερικές φορές μπορεί να είναι μειονέκτημα για τις επιχειρήσεις». Ένας κεραυνός έπεσε επικίνδυνα κοντά κι έκανε τον Μάρκους να ανατριχιάσει. «Αυτό είναι τρέλα», μουρμούρισε. «Θα αναγκαστούν να σταματήσουν σε κάποια ταβέρνα σύντομα, αν τα καταφέρουν έστω να περάσουν τα σύνορα του Χαμπσάιρ. Πολλά από τα ρυάκια εδώ είναι πιο δυνατά κι από ποτάμια. Όταν ξεχειλίζουν, οι δρόμοι γίνονται απροσπέλαστοι». «Ωραία, μακάρι», είπε με ελπίδα ο Τόμας Μπόουμαν. «Τίποτα δεν θα με χαροποιούσε περισσότερο από το να δω τον Γουέρινγκ και τους δύο αστυνόμους να αναγκάζονται να γυρίσουν στο Στόνι Κρος με τον Σουίφτ». Η άμαξα επιβράδυνε και σταμάτησε απότομα, με την καταιγίδα να σφυροκοπά το λακαριστό εξωτερικό της σαν γροθιές. «Τι συμβαίνει;» ο Μπόουμαν σήκωσε ένα κουρτινάκι για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν σκοτάδι και το νερό που έσταζε στο τζάμι. «Διάβολε», είπε ο Μάρκους. Ένα χτύπημα γεμάτο πανικό και η πόρτα άνοιξε αποκαλύπτοντας το κάτωχρο πρόσωπο του αμαξά. Με το μαύρο καπέλο και την κάπα του να γίνονται ένα με το σκοτάδι, έμοιαζε με ασώματο κεφάλι. «Λόρδε μου», ψέλλισε, «έγινε ένα ατύχημα μπροστά… ελάτε να δείτε…» Ο Μάρκους πετάχτηκε από την άμαξα κι η παγωμένη βροχή τον μαστίγωσε με εκπληκτική δύναμη. Άρπαξε το φανάρι της άμαξας από τον γάντζο κι ακολούθησε τον οδηγό σε ένα ρυά​​κι μπροστά. «Χριστέ μου», ψιθύρισε ο Μάρκους. Η άμαξα που μετέφερε τον Γουέρινγκ και τον Μάθιου είχε σταματήσει σε ένα απλό ξύλινο γεφύρι, το οποίου η μία πλευρά είχε μετακινηθεί από την όχθη και τώρα βρισκόταν διαγώνια πάνω από το ρυάκι. Η δύναμη του άγριου ρεύματος είχε καταστρέψει ένα μέρος της γέφυρας, αφήνοντας τις πίσω ρόδες της άμαξας μισοβυθισμένες στο νερό, ενώ τα άλογα προσπαθούσαν μανιασμένα να την τραβήξουν έξω. Η γέφυρα, που κουνιόταν πέρα δώθε στο νερό σαν παιδικό παιχνίδι, ήταν έτοιμη να ξεκολλήσει από την άλλη όχθη. Δεν υπήρχε τρόπος να φτάσεις στην παγιδευμένη άμαξα. Η γέφυρα στην πλευρά που βρίσκονταν είχε σπάσει και θα ήταν αυτοκτονικό να επιχειρήσεις να τη διασχίσεις.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ω Θεέ μου, όχι», άκουσε τον Τόμας Μπόουμαν να φωνάζει τρομοκρατημένος. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να παρακολουθούν άπραγοι τον οδηγό της άμαξας του Γουέρινγκ να παλεύει για να σώσει τα άλογα, λύνοντας φρενιασμένα τα λουριά από τους άξονες του οχήματος. Την ίδια στιγμή, η πάνω πόρτα της βυθιζόμενης άμαξας άνοιξε και κάποιος άρχισε να βγαίνει μπουσουλώντας με μεγάλη δυσκολία. «Ο Σουίφτ είναι;» ρώτησε ο Μπόουμαν, πηγαίνοντας όσο πιο κοντά στην όχθη τολμούσε. «Σουίφτ!» Η φωνή του, όμως, πνίγηκε στον ορυμαγδό της καταιγίδας και τον βρυχηθμό του ποταμού και τα οργισμένα τριξίματα του γεφυριού που συντριβόταν. Τότε όλα φάνηκαν να γίνονται ταυτόχρονα. Τα άλογα κατάφεραν να βγουν σώα στην απέναντι όχθη. Κίνηση στη γέφυρα, μια δυο σκοτεινές φιγούρες και με έναν φρικιαστικά αργό, σχεδόν μεγαλοπρεπή ρυθμό η βαριά άμαξα χαμήλωσε στο νερό. Για μερικά δευτερόλεπτα βυθίστηκε μέχρι τη μέση… αλλά μετά τα φανάρια της έσβησαν και το όχημα γύρισε στο πλάι και παρασύρθηκε από το ρεύμα. Η Ντέζι είχε κοιμηθεί ανήσυχα, ανίκανη να καταλαγιάσει τις φρενήρεις σκέψεις της. Είχε ξυπνήσει πολλές φορές στη διάρκεια της νύχτας, αγωνιώντας για το τι θα συνέβαινε στον Μάθιου. Φοβόταν γι’ αυτόν. Μόνο η γνώση ότι ο Γουέστκλιφ ήταν μαζί του –ή τουλάχιστον κοντά του– την κρατούσε κάπως ήρεμη. Διαρκώς αναβίωνε τα γεγονότα στο σαλόνι, όπου ο Μάθιου είχε επιτέλους αποκαλύψει τα μυστικά του παρελθόντος του. Πόσο ευάλωτος και μόνος έδειχνε. Τι βάρος κουβαλούσε όλα αυτά τα χρόνια… και πόσο θάρρος και φαντασία χρειάστηκε για να επινοήσει από την αρχή τον εαυτό του. Η Ντέζι ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να περιμένει στο Χαμπσάιρ για πολύ καιρό. Ήθελε απεγνωσμένα να δει τον Μάθιου, να τον καθησυχάσει, να τον υπερασπιστεί απέναντι σε όλο τον κόσμο αν χρειαζόταν. Νωρίτερα εκείνο το βράδυ η Μερσέντες την είχε ρωτήσει αν οι αποκαλύψεις για τον Μάθιου είχαν επηρεάσει την απόφασή της να τον παντρευτεί. «Ναι», είχε απαντήσει η Ντέζι. «Με έκαναν ακόμα πιο αποφασισμένη να τον παντρευτώ». Η Λίλιαν παραδέχτηκε ότι όλα αυτά που έμαθαν για τον Μάθιου Σουίφτ την επηρέασαν πιο θετικά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Αν και καλό θα ήταν να ξέραμε ποιο θα είναι το μελλοντικό σου επίθετο», είχε προσθέσει. «Ω, τι σημασία έχει ένα επίθετο;» είχε απαντήσει η Ντέζι, τραβώντας μια κόλλα χαρτί από το γραφείο και παίζοντας νευρικά μ’ αυτή. «Τι κάνεις;» τη ρώτησε η Λίλιαν. «Μη μου πεις ότι θα γράψεις γράμμα τώρα;» «Δεν ξέρω τι να κάνω», παραδέχτηκε η Ντέζι. «Νομίζω πως πρέπει να ενημερώσω την Άναμπελ και την Ιβ». «Θα τα μάθουν σύντομα από τον Γουέστκλιφ», τη βεβαίωσε η Λίλιαν. «Και δεν θα εκπλαγούν καθόλου». «Γιατί το λες αυτό;» «Με τη λατρεία που έχεις στις ιστορίες με δραματικές ανατροπές και ήρωες με μυστηριώδες παρελθόν, ήταν σίγουρο ότι δεν θα είχες ένα συνηθισμένο, βαρετό φλερτ». «Στη συγκεκριμένη περίπτωση», απάντησε η Ντέζι ειρωνικά, «θα μου έκανε μια χαρά ένα συνηθισμένο, βαρετό φλερτ». Μετά από έναν ανήσυχο ύπνο, η Ντέζι ξύπνησε το πρωί επειδή κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Στην αρχή νόμισε πως ήταν η υπηρέτρια που είχε έρθει ν’ ανάψει το τζάκι, όμως ήταν πολύ νωρίς. Δεν είχε χαράξει ακόμα και η καταιγίδα τώρα είχε μετατραπεί σε ψιλόβροχο. Ήταν η αδελφή της. «Καλημέρα», είπε βραχνά η Ντέζι, που ανακάθισε για να τεντωθεί. «Γιατί ξύπνησες τόσο νωρίς; Έκλαιγε το μωρό;» «Όχι, το μωρό κοιμάται». Η φωνή της Λίλιαν ήταν υπόκωφη. Φορώντας μια βαριά βελούδινη ρόμπα, με τα μαλλιά πιασμένα σε χαλαρή πλεξούδα, ήρθε στο κρεβάτι με μια αχνιστή κούπα τσάι. «Έλα, πάρε αυτό». Η Ντέζι συνοφρυώθηκε και υπάκουσε, με τα μάτια καρφωμένα στη Λίλιαν, που βολευόταν στην άκρη του στρώματος. Κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ. Κάτι είχε συμβεί. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε, νιώθοντας τον τρόμο να παγώνει τη ραχοκοκαλιά της. Η Λίλιαν έδειξε το φλιτζάνι. «Μπορώ να περιμένω μέχρι να ξυπνήσεις εντελώς». Ήταν πολύ νωρίς για να έχουν νέα από το Λονδίνο, σκέφτηκε η Ντέζι. Αποκλείεται, λοιπόν, να είχε σχέση με τον Μάθιου. Ίσως είχε αρρωστήσει η μητέρα τους. Ίσως είχε συμβεί κάτι τρομερό στο χωριό. Η Ντέζι ήπιε μερικές γουλιές τσάι κι έσκυψε ν’ αφήσει την κούπα στο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κομοδίνο. Έστρεψε ξανά την προσοχή της στην αδελφή της. «Μου φτάνει αυτό για να ξυπνήσω», είπε. «Πες μου τώρα». Η Λίλιαν ξερόβηξε και μίλησε με πνιχτή φωνή. «Γύρισαν ο Γουέστκλιφ και ο πατέρας». «Τι;» Η Ντέζι την κοίταξε εντελώς σαστισμένη. «Γιατί δεν είναι στο Λονδίνο με τον Μάθιου;» «Ούτε αυτός είναι στο Λονδίνο». «Δηλαδή γύρισαν όλοι πίσω;» Η Λίλιαν κούνησε σφιγμένα το κεφάλι της. «Όχι. Λυπάμαι. Δεν το εξηγώ καλά. Θα… θα τα πω απ’ την αρχή. Λίγο αφότου ο Γουέστκλιφ και ο πατέρας έφυγαν από το Στόνι Κρος, η άμαξά τους αναγκάστηκε να σταματήσει εξαιτίας ενός ατυχήματος μπροστά τους. Θυμάσαι την ετοιμόρροπη παλιά γέφυρα που πρέπει να περάσεις για να μείνεις στον κεντρικό δρόμο;» «Αυτή που περνά πάνω από το μικρό ρυάκι;» «Ναι. Λοιπόν, το ρυάκι δεν είναι μικρό αυτή τη στιγμή. Εξαιτίας της βροχής έχει μετατραπεί σε μεγάλο ορμητικό ποτάμι. Και προφανώς η γέφυρα διαβρώθηκε από το ρεύμα κι όταν πήγε να περάσει η άμαξα του Γουέρινγκ κατέρρευσε». Η Ντέζι κοκάλωσε. «Η γέφυρα κατέρρευσε». Επανέλαβε τα λόγια μέσα της, αλλά αδυνατούσε να τα χωνέψει, σαν να ήταν ξένη γλώσσα. Με μεγάλο κόπο, προσπάθησε να συνέλθει. «Σώθηκαν όλοι;» άκουσε τον εαυτό της να ρωτάει. «Όλοι εκτός από τον Μάθιου». Η φωνή της Λίλιαν έτρεμε. «Παγιδεύτηκε στην άμαξα όπως την παρέσυρε το ρεύμα». «Καλά είναι», είπε αυτόματα η Ντέζι, με την καρδιά της να χτυπάει σαν άγριο ζώο σε κλουβί. «Ξέρει να κολυμπάει. Πιθανόν θα κατέληξε σε κάποια όχθη λίγο παρακάτω. Κάποιος πρέπει να τον ψάξει…» «Τον αναζητούν παντού», είπε η Λίλιαν. «Ο Γουέστκλιφ έχει οργανώσει μεγάλη έρευνα. Πέρασε σχεδόν όλη τη νύχτα ψάχνοντας και γύρισε πριν από λίγο. Η άμαξα διαλύθηκε στο ρεύμα. Κανένα ίχνος του Μάθιου. Αλλά, Ντέζι, ένας από τους αστυνόμους παραδέχτηκε στον Γουέστκλιφ…» σταμάτησε και τα καστανά μάτια της έλαμψαν από οργισμένα δάκρυα «… παραδέχτηκε…» συνέχισε με μεγάλο κόπο «… ότι τα χέρια του Μάθιου ήταν δεμένα». Τα πόδια της Ντέζι κουνήθηκαν κάτω από τα σκεπάσματα, τα γόνατά της λύγισαν και ήρθαν στο στήθος της. Το κορμί της ήθελε να καταλαμβάνει όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο, να συρρικνωθεί και να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εξαφανιστεί από αυτή τη νέα αποκάλυψη. «Μα γιατί;» ψιθύρισε. «Δεν υπήρχε λόγος». Το αποφασιστικό σαγόνι της Λίλιαν άρχισε να τρέμει στην προσπάθειά της να ελέγξει τα συναισθήματά της. «Λόγω του ιστορικού του Μάθιου, είπαν ότι υπήρχε κίνδυνος να δραπετεύσει. Αλλά νομίζω πως ο Γουέρινγκ επέμεινε γι’ αυτό από κακία». Η Ντέζι ένιωσε να ζαλίζεται από τον δυνατό χτύπο της καρδιάς της. Φοβόταν, αλλά την ίδια στιγμή ένα μέρος της είχε αποκοπεί αλλόκοτα από το εαυτό της. Έφερε στο μυαλό της την εικόνα του Μάθιου να παλεύει στα μαύρα νερά με τα χέρια δεμένα… «Όχι», είπε πιέζοντας τις παλάμες της στους κροτάφους της που σφυροκοπούσαν. Ένιωθε σαν να της έμπηγαν νύχια στο κρανίο. Δεν μπορούσε να ανασάνει. «Δεν είχε καμία ελπίδα;;;» Η Λίλιαν κούνησε το κεφάλι και απέστρεψε το βλέμμα. Κάποιες σταγόνες έπεσαν από το πρόσωπό της στο κάλυμμα του κρεβατιού. Τι παράξενο, σκέφτηκε η Ντέζι, χωρίς εκείνη να κλαίει. Καυτό τσούξιμο συσσωρευόταν πίσω από τα μάτια της, βαθιά μέσα στο κεφάλι της, κάνοντας το κρανίο της να πονά. Αλλά φαινόταν ότι τα δάκρυά της περίμεναν κάποια σκέψη ή λέξη που θα τα ελευθέρωνε. Η Ντέζι συνέχισε να κρατά τους κροτάφους της και σχεδόν τυφλή από τον πόνο στο κεφάλι της ρώτησε: «Για τον Μάθιου κλαις;» «Ναι». Η Λίλιαν έβγαλε ένα μαντίλι από το μανίκι της ρόμπας της και φύσηξε δυνατά τη μύτη της. «Αλλά περισσότερο για σένα». Έσκυψε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από την Ντέζι, λες κι έτσι μπορούσε να την προστατέψει από κάθε κακό. «Σ’ αγαπώ, Ντέζι». «Κι εγώ σ’ αγαπώ», είπε η Ντέζι με πνιχτή φωνή, γεμάτη πόνο, με μάτια στεγνά, πασχίζοντας ν’ ανασάνει. Η έρευνα συνεχίστηκε όλη εκείνη τη μέρα και την επόμενη νύχτα, αλλά όλες οι συνηθισμένες δραστηριότητες, ο ύπνος, οι δουλειές, το φαγητό, είχαν χάσει το νόημά τους. Μόνο ένα γεγονός φάνηκε να διαπερνά το μούδιασμα που ένιωθε η Ντέζι κι αυτό ήταν όταν ο Γουέστκλιφ της αρνήθηκε να πάρει μέρος στην έρευνα. «Δεν θα χρησιμεύσεις σε κανέναν», της είχε πει ο Γουέστκλιφ, υπερβολικά εξαντλημένος και ταλαιπωρημένος για να μιλήσει με το συνηθισμένο του τακτ. «Είναι επικίνδυνα και δύσκολα εκεί έξω έτσι όπως έχουν φουσκώσει τα νερά. Στην καλύτερη περίπτωση θα αποτελέσεις

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εμπόδιο. Στη χειρότερη, θα πάθεις κανένα κακό». Η Ντέζι ήξερε πως είχε δίκιο, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να εξοργιστεί. Το συναίσθημα, με την εκπληκτική δύναμή του, απείλησε να διαλύσει τον αυτοέλεγχό της, γι’ αυτό κλείστηκε γρήγορα πάλι στον εαυτό της. Μπορεί να μην έβρισκαν ποτέ το πτώμα του Μάθιου. Αυτή η σκέψη ήταν αβάσταχτη, ήταν μια μοίρα με την οποία έπρεπε να συμβιβαστεί. Κατά κάποιο τρόπο, μια εξαφάνιση ήταν χειρότερη από θάνατο, ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ, μην αφήνοντας τίποτα για να τον θρηνήσει. Ποτέ πριν δεν είχε καταλάβει γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν να βλέπουν το πτώμα μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου τους. Τώρα καταλάβαινε. Ήταν ο μόνος τρόπος να δώσεις τέλος σε αυτόν τον ζωντανό εφιά​λτη και να λυτρωθείς από τα δάκρυα και τον πόνο. «Σκέφτομαι διαρκώς ότι θα έπρεπε να το ήξερα αν ήταν νεκρός», είπε στη Λίλιαν καθισμένη στο πάτωμα του σαλονιού δίπλα στο τζάκι. Είχε τυλιγμένο στους ώμους της ένα παλιό σάλι, του οποίου το φθαρμένο μαλλί τής έδινε παρηγοριά. Παρά τη ζέστη της φωτιάς, τα ρούχα που φορούσε, την αχνιστή κούπα τσάι με μπράντι στα χέρια της, η Ντέζι έμοιαζε να μην μπορεί να ζεσταθεί. «Θα έπρεπε να το νιώθω. Αλλά δεν νιώθω τίποτα, είναι σαν να έχω παγώσει ζωντανή. Θέλω να κρυφτώ κάπου. Δεν θέλω να το αντέξω αυτό. Δεν θέλω να είμαι δυνατή». «Δεν χρειάζεται να είσαι», είπε απαλά η Λίλιαν. «Ναι, χρειάζεται. Γιατί η μόνη άλλη επιλογή είναι να αφήσω τον εαυτό μου να θρυμματιστεί σε χίλια κομμάτια». «Θα σε συγκρατήσω εγώ. Κάθε σου κομμάτι». Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο άγγιξε τα χείλη της Ντέζι καθώς κοιτούσε το ανήσυχο πρόσωπο της αδελφής της. «Λίλιαν», ψιθύρισε. «Τι θα έκανα δίχως εσένα;» «Ποτέ δεν θα χρειαστεί να το μάθεις». Χάρη στην πίεση της μητέρας και της αδελφής της κατάφερε να κατεβάσει μερικές μπουκιές φαγητό. Ήπιε ένα ολόκληρο ποτήρι κρασί, ελπίζοντας να σταματήσει επιτέλους ο φαύλος κύκλος των σκέψεών της. «Ο Γουέστκλιφ και ο πατέρας θα γυρίσουν όπου να ’ναι», είπε σφιγμένα η Λίλιαν. «Δεν έχουν ξεκουραστεί και μάλλον δεν έχουν φάει καθόλου». «Πάμε στο σαλόνι», είπε η Μερσέντες. «Μπορούμε να ξεχαστούμε παίζοντας χαρτιά ή θα μπορούσες να διαβάσεις δυνατά ένα από τα βιβλία της Ντέζι». Η Ντέζι την κοίταξε απολογητικά. «Λυπάμαι, δεν μπορώ. Αν δεν σας πειράζει, θα ήθελα να μείνω μόνη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πάνω». Αφού πλύθηκε και φόρεσε τη νυχτικιά της, η Ντέζι κοίταξε το κρεβάτι. Παρόλο που ήταν ζαλισμένη και κουρασμένη, το μυαλό της απέρριπτε την ιδέα του ύπνου. Το σπίτι ήταν ήσυχο την ώρα που κατέβηκε στο σαλόνι, με τα ξυπόλυτα πόδια της να αγγίζουν σκιές που έμοιαζαν με μαύρες κληματαριές πάνω στο χαλί. Μια λάμπα έλουζε το σαλόνι με μια κίτρινη λάμψη, ενώ οι κρύσταλλοι ολόγυρα αιχμαλώτιζαν το φως και σκόρπιζαν λευκές κουκκίδες στην εμπριμέ ταπετσαρία. Μια στοίβα έντυπα είχαν μείνει παρατημένα πάνω στον καναπέ: περιοδικά, μυθιστορήματα, ένας λεπτός τόμος με κωμικά ποιήματα που είχε διαβάσει στον Μάθιου, παρακολουθώντας τα φευγαλέα χαμόγελά του. Πώς έγινε κι όλα άλλαξαν έτσι απότομα; Πώς μπορούσε η ζωή να επιλέγει κάποιον και να τον ρίχνει σ’ ένα καινούριο αδιέξοδο μονοπάτι; Η Ντέζι κάθισε στο χαλί δίπλα στη στοίβα κι άρχισε να την ξεδιαλύνει… αυτά για τη βιβλιοθήκη, αυτά για τους χωρικούς τη μέρα των επισκέψεων. Ίσως, όμως, δεν έπρεπε να το κάνει αυτό με τόσο κρασί που είχε πιει. Αντί να φτιάξει δύο στοίβες, τα έντυπα κατέληξαν σκορπισμένα γύρω της σαν θρυμματισμένα όνειρα. Σταύρωσε τα πόδια, έγειρε στον καναπέ κι ακούμπησε το κεφάλι της στα αφράτα μαξιλάρια. Τα δάχτυλά της συνάντησαν το υφασμάτινο κάλυμμα ενός από τα βιβλία της. Το κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. Τα βιβλία ήταν πάντα για εκείνη μια πόρτα σε άλλο κόσμο… έναν κόσμο πολύ πιο ενδιαφέροντα και φανταστικό από την πραγματικότητα. Όμως τελικά είχε ανακαλύψει ότι η ζωή μπορεί να γίνει πολύ πιο όμορφη από τη φαντασία. Και ότι η αγάπη μπορούσε να γεμίσει τον πραγματικό κόσμο με μαγεία. Ο Μάθιου ήταν όλα όσα ήθελε ποτέ της. Και έμεινε τόσο λίγο χρόνο μαζί του. Το ρολόι του τοίχου μετρούσε τα δευτερόλεπτα με οδυνηρά αργό ρυθμό. Καθώς η Ντέζι έγειρε μισονυσταγμένη στον καναπέ, άκουσε την πόρτα να τρίζει. Το νωθρό βλέμμα της ακολούθησε τον ήχο. Ένας άντρας είχε μπει στο δωμάτιο. Κοντοστάθηκε μέσα από την πόρτα και κοίταξε τη μορφή της στο πάτωμα και τα πεταμένα βιβλία γύρω της. Τα μάτια της Ντέζι στυλώθηκαν αμέσως στο πρόσωπό του. Πάγωσε από λαχτάρα, τρόμο και αβάσταχτη προσμονή. Ήταν ο Μάθιου. Φορούσε φθαρμένα ρούχα και η παρουσία του

******ebook converter DEMO Watermarks*******


φαινόταν να γεμίζει το δωμάτιο. Από φόβο ότι το όραμα θα εξαφανιστεί, έμεινε ακίνητη σαν άγαλμα. Τα μάτια της έτσουξαν και δάκρυσαν, αλλά τα κράτησε ανοιχτά, παρακαλώντας τον σιωπηλά να μείνει. Την πλησίασε με μεγάλη προσοχή. Κάθισε στις φτέρνες του και την κοίταξε με απέραντη τρυφερότητα και ανησυχία. Με το ένα του χέρι παραμέρισε μερικά βιβλία αδειάζοντας τον χώρο ανάμεσά τους. «Εγώ είμαι, αγάπη μου», είπε απαλά. «Όλα είναι καλά». Η Ντέζι κατάφερε να ψιθυρίσει με στεγνά χείλη. «Αν είσαι φάντασμα… ελπίζω να με στοιχειώνεις για πάντα». Ο Μάθιου κάθισε στο πάτωμα κι έπιασε τα παγωμένα χέρια της. «Ένα φάντασμα από την πόρτα θα έμπαινε;» ρώτησε απαλά, φέρνοντάς τα δάχτυλά της στο γδαρμένο, τσακισμένο πρόσωπό του. Το δέρμα του πάνω στις παλάμες της ξύπνησε μέσα της μια οδυνηρή επίγνωση. Με ανακούφιση η Ντέζι ένιωσε επιτέλους το μούδιασμα να λιώνει, τα συναισθήματά της να ξεκλειδώνονται και προσπάθησε να καλύψει τα μάτια της. Το στήθος της φάνηκε να ανοίγει με λυγμούς, ήχους ωμούς και ασυγκράτητους. Ο Μάθιου παραμέρισε το χέρι της και την τράβηξε στην αγκαλιά του ψιθυρίζοντας απαλά. Όσο η Ντέζι συνέχιζε να κλαίει, τόσο πιο πολύ την έσφιγγε πάνω του, μοιάζοντας να καταλαβαίνει ότι χρειαζόταν τη σκληρή, σχεδόν επώδυνη πίεση του σώματός του. «Σε παρακαλώ, κάνε να είσαι αληθινός. Σε παρακαλώ, κάνε να μην είσαι όνειρο». «Αληθινός είμαι», είπε βραχνά ο Μάθιου. «Μην κλαις τόσο πολύ, δεν υπάρχει… ω Ντέζι, λατρεία μου…» Έπιασε το κεφάλι της στα χέρια του κι άφησε παρηγορητικά λόγια πάνω στα χείλη της, ενώ ταυτόχρονα εκείνη προσπαθούσε να κολλήσει περισσότερο πάνω του. Την απόθεσε απαλά στο πάτωμα. Τα χέρια τους ήταν ενωμένα, τα δάχτυλά τους πλεγμένα. Λαχανιασμένη, η Ντέζι γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον καρπό του, όπου η σάρκα ήταν κόκκινη και πληγιασμένη. «Τα χέρια σου ήταν δεμένα», είπε με φωνή τραχιά που δεν έμοιαζε καθόλου με τη δική της. «Πώς τα ελευθέρωσες;» Ο Μάθιου έσκυψε να φιλήσει το δάκρυ στο μάγουλό της. «Σουγιάς», είπε με νόημα. Η Ντέζι γούρλωσε τα μάτια και συνέχισε να κοιτά τον καρπό του. «Κατάφερες να βγάλεις τον σουγιά από την τσέπη σου και να κόψεις τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σκοινιά, ενώ παρασυρόσουν από το ρεύμα μέσα σε μια άμαξα που βυθιζόταν;» «Πάντως ήταν πολύ πιο εύκολο από τη μάχη με τη χήνα, να ξέρεις». Ένα υγρό γέλιο της ξέφυγε, το οποίο, όμως, γρήγορα μετατράπηκε σε ακόμα έναν λυγμό. Ο Μάθιου πήρε τον ήχο με το στόμα του, με τα χείλη του να χαϊδεύουν τα δικά της. «Άρχισα να κόβω τα σκοινιά όταν κατάλαβα ότι θα είχαμε πρόβλημα», συνέχισε. «Και είχα μερικά λεπτά μέχρι η άμαξα να βυθιστεί στο νερό». «Γιατί δεν σε βοήθησαν οι άλλοι;» ρώτησε θυμωμένη η Ντέζι, σκουπίζοντας τα δάκρυα με το μανίκι της. «Προσπαθούσαν να σώσουν τα τομάρια τους. Αν και», είπε μελαγχολικά ο Μάθιου, «πίστευαν ότι δεν άξιζα περισσότερο από τα άλογα. Μέχρι να παρασυρθεί η άμαξα από το ρεύμα, είχα ελευθερώσει τα χέρια μου. Συντρίμμια χτυπούσαν πάνω στο όχημα διαλύοντάς το. Πήδηξα μέσα στο νερό κι έφτασα στην όχθη, αλλά χτύπησα αρκετά μέχρι να τα καταφέρω. Με βρήκε ένας γέρος που είχε βγει κι έψαχνε τον σκύλο του και με πήγε στο σπίτι του, όπου μαζί με τη γυναίκα του με φρόντισαν. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου και ξύπνησα μιάμιση μέρα αργότερα. Μέχρι τότε είχαν ακούσει για την έρευνα του Γουέστκλιφ και πήγαν να του πουν πού ήμουν». «Νόμιζα πως πέθανες», είπε η Ντέζι με τη φωνή της να ραγίζει. «Νόμιζα πως δεν θα σε ξαναδώ ποτέ». «Όχι… όχι…» Ο Μάθιου της χάιδεψε τα μαλλιά και τη φίλησε στα μάγουλα, στα μάτια και στα τρεμάμενα χείλη της. «Πάντα θα επιστρέφω σ’ εσένα. Είμαι αξιόπιστος, το ξέχασες;» «Ναι, είσαι. Αν εξαιρέσω…» η Ντέζι χρειάστηκε να πάρει μια ανάσα, καθώς ένιωσε το στόμα του πιο κάτω στον λαιμό της «…τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής σου πριν σε γνωρίσω, θα έλεγα ότι είσαι τόσο αξιόπιστος που είσαι σχεδόν προ…» η γλώσσα του είχε βυθιστεί στην παλλόμενη λακκουβίτσα του λαιμού της «…βλέψιμος». «Πιθανόν θα έχεις κάποια παράπονα για το ψεύτικο όνομά μου και για την καταδίκη για κλοπή». Τα διερευνητικά φιλιά του πέρασαν στη γραμμή του σαγονιού της, απορροφώντας το δάκρυ που κυλούσε. «Ω, όχι», είπε η Ντέζι. «Σε συγχώρεσα ακόμα και πριν μάθω τι ήταν». «Γλυκιά μου αγάπη», ψιθύρισε ο Μάθιου, χαϊδεύοντάς τη με το στόμα και τα χέρια του. Εκείνη γραπώθηκε τυφλά πάνω του, θέλησε να γίνει ένα μαζί του. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε ερευνητικά. «Τώρα που η υπόθεση έδειξε το άσχημο πρόσωπό της, θα πρέπει να καθαρίσω το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


όνομά μου. Θα με περιμένεις, Ντέζι;» «Όχι». Κλαψουρίζοντας ακόμα, άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά των δανεικών ρούχων του. «Όχι;» Ο Μάθιου μισογέλασε και την κοίταξε ερωτηματικά. «Τελικά αποφάσισες πως είμαι μεγάλος μπελάς;» «Αποφάσισα ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να χάνουμε έστω και μία μέρα της. Αναθεματισμένα κουμπιά…» είπε η Ντέζι, πασπατεύοντας το τραχύ ύφασμα του πουκάμισού του. Τα χέρια του κάλυψαν τα δικά της, σταματώντας τις πυρετώδεις κινήσεις τους. «Δεν νομίζω πως η οικογένειά σου θα ενθουσιαστεί πολύ να σε παντρέψει με φυγά». «Ο πατέρας μου τα πάντα θα σου συγχωρούσε. Εκτός αυτού, δεν θα είσαι για πάντα φυγάς. Η κατηγορία θα αποσυρθεί μόλις γίνουν γνωστά τα γεγονότα». Η Ντέζι σήκωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Πήγαινέ με στο Γκρέτνα Γκριν», του είπε. «Απόψε. Έτσι παντρεύτηκε και η αδελφή μου. Και η Ιβ επίσης. Είναι παράδοση των κοριτσιών της παρέας μας να κλέβονται. Πήγαινέ με…» «Σσσς…» Ο Μάθιου τύλιξε τα χέρια του γύρω της και την κράτησε σφιχτά πάνω του. «Τέρμα το τρέξιμο», ψιθύρισε. «Επιτέλους θα αντιμετωπίσω το παρελθόν μου. Αν και τα προβλήματά μου θα λύνονταν πιο εύκολα αν δεν είχε πεθάνει αυτός ο μπάσταρδος, ο Χάρι Γουέρινγκ». «Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ξέρουν τι πραγματικά συνέβη», είπε αγχωμένη η Ντέζι. «Οι φίλοι του. Κι ο υπηρέτης που ανέφερες. Και…» «Ναι, το ξέρω. Ας μη μιλάμε, όμως, γι’ αυτά τώρα. Θα έχουμε πολύ καιρό τις επόμενες μέρες». «Θέλω να σε παντρευτώ», επέμεινε η Ντέζι. «Όχι αργότερα. Τώρα. Μετά απ’ όσα περάσαμε… να πιστέψω ότι σε έχασα για πάντα… τίποτα άλλο δεν είναι πιο σημαντικό». Ένας μικρός λυγμός διέκοψε την τελευταία λέξη. Ο Μάθιου της χάιδεψε τα μαλλιά και σκούπισε μια αχνή μουτζούρα από ένα στεγνό δάκρυ. «Εντάξει. Εντάξει. Θα μιλήσω στον πατέρα σου. Μην κλαις άλλο. Μην κλαις, Ντέζι». Όμως δεν μπορούσε να σταματήσει τα φρέσκα δάκρυα ανακούφισης που έτρεχαν από τις άκρες των ματιών της. Ένα νέο τρέμουλο ήρθε από τα βάθη του κορμιού της. Κι όσο προσπαθούσε ν’ αντισταθεί, τόσο πιο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έντονο γινόταν. «Γλυκιά μου, τι συμβαίνει;» Πέρασε τα χέρια του πάνω από τα τρεμάμενα άκρα της. «Φοβάμαι τόσο πολύ». Έκανε ένα υπόκωφο, αθέλητο μουγκρητό και την αγκάλιασε σφιχτά με τα χείλη του να αφήνουν απαλά φιλιά στα μάγουλά της. «Γιατί, λατρεμένη μου;» «Φοβάμαι μην είναι όνειρο αυτό. Φοβάμαι ότι θα ξυπνήσω και…» κι άλλος λυγμός «…και θα είμαι ξανά μόνη και θα καταλάβω ότι δεν ήσουν ποτέ εδώ και…» «Όχι, είμαι εδώ. Δεν πρόκειται να φύγω». Κατέβηκε στον λαιμό της, παραμέρισε αργά τη νυχτικιά της. «Άσε με να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα, γλυκιά μου, άσε με…» Τα χέρια του ήταν απαλά στο κορμί της, καθησυχαστικά. Καθώς η παλάμη του γλίστρησε στα άκρα της, πύρινα βέλη τη διαπέρασαν κι ένα απαλό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. Ακούγοντας τον ήχο, ο Μάθιου πήρε μια τρεμάμενη ανάσα και προσπάθησε να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Δεν τα κατάφερε. Μόνο ανάγκη ένιωσε. Χαμένος στην επιθυμία του να τη γεμίσει ηδονή, την έγδυσε εκεί στο πάτωμα, με τις παλάμες του να χαϊδεύουν το παγωμένο πρόσωπό της, μέχρι που η χλωμή επιφάνεια απέκτησε ροδαλό χρώμα. Τρέμοντας άγρια, η Ντέζι είδε το φως του κεριού να τρεμοπαίζει πάνω από το μελαχρινό κεφάλι του καθώς έσκυψε από πάνω της, σκορπίζοντας φιλιά χωρίς βιασύνη… στα πόδια της, στη γυμνή κοιλιά της, στα τρεμάμενα στήθη της. Όπου τη φιλούσε, το ψύχος έλιωνε και γινόταν ζεστασιά. Αναστέναξε και χαλάρωσε στον απαλό ρυθμό του στόματος και των χεριών του. Πασπάτεψε το πουκάμισό του για να ανοίξει τα κουμπιά κι εκείνος τη βοήθησε. Το τραχύ ύφασμα έπεσε κι αποκάλυψε το μεταξένιο δέρμα του. Η Ντέζι καθησυχάστηκε όταν είδε τις μελανιές στο κορμί του, γιατί ήταν απόδειξη ότι δεν ονειρευόταν. Πίεσε τα χείλη της σε ένα από τα μελανά σημάδια, το άγγιξε με τη γλώσσα της. Ο Μάθιου την τράβηξε απαλά πάνω του και το χέρι του πέρασε από την καμπύλη της μέσης και του γοφού της με έναν αισθησιασμό που έκανε τους μηρούς της να αναριγήσουν. Η Ντέζι ένιωσε ταυτόχρονα ηδονή κι ενόχληση από το μάλλινο πέλος του χαλιού που έτριβε το ευαίσθητο δέρμα της, προκαλώντας έναν ευχάριστο πόνο στους γυμνούς γλουτούς της. Καταλαβαίνοντας το πρόβλημα, ο Μάθιου γέλασε απαλά και την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τράβηξε πάνω του, στην αγκαλιά του. Ιδρωμένη και με στόμα στεγνό, η Ντέζι πίεσε τα στήθη της στο στέρνο του. «Μη σταματάς», ψιθύρισε. Το χέρι του αγκάλιασε τη μέση της. «Θα γρατζουνιστείς στο πάτωμα», της είπε. «Δεν με νοιάζει, θέλω απλώς… θέλω…» «Αυτό;» Την έβαλε πάνω του ώστε να τον καβαλικέψει, με το ύφασμα του παντελονιού του τεντωμένο από κάτω της. Αμήχανη και γεμάτη έξαψη, η Ντέζι έκλεισε τα μάτια στα χάδια που σκόρπιζε στο κορμί της, υγραίνοντας το κάθε σημείο της. Η Ντέζι ένιωσε τα χέρια της αδύναμα και τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον καρπό του. Αν δεν ήταν το χέρι του να τη στηρίζει στην πλάτη, δεν θα κατάφερνε να μείνει όρθια. Όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη στα σημεία που την άγγιζε, στα δάχτυλά του πάνω στο υγρό σημείο της… «Μη σταματάς», άκουσε ξανά τον εαυτό της να ψιθυρίζει. Τα μάτια της άνοιξαν απότομα μόλις ο Μάθιου γλίστρησε δύο δάχτυλα μέσα της, και μετά τρία, ενώ η ηδονή φούντωσε μέσα της σαν φλόγες στον αέρα. «Ακόμα φοβάσαι ότι είναι όνειρο;» ψιθύρισε ο Μάθιου. Η Ντέζι ξεροκατάπιε και κούνησε το κεφάλι της. «Δεν… δεν… βλέπω ποτέ τέτοια όνειρα». Το χαμόγελό του σχημάτισε ρυτίδες στα μάτια του και τράβηξε τα δάχτυλά του, αφήνοντάς τη να τρέμει από την αίσθηση του κενού. Κλαψούρισε κι έριξε το κεφάλι της στον ώμο του κι εκείνος την έσφιξε πάνω στο γυμνό στήθος του. Η Ντέζι γραπώθηκε πάνω του, η όρασή της θόλωσε μέχρι που το δωμάτιο έγινε ένα μωσαϊκό από κίτρινο φως και σκούρες σκιές. Ένιωσε να τη σηκώνει, να τη γυρνά και τα γόνατά της να πιέζονται πάνω στο χαλί καθώς τη βοήθησε να γονατίσει μπροστά από τον καναπέ. Το μάγουλό της ακούμπησε πάνω στο απαλό μαξιλάρι, ενώ τα χείλη της μισάνοιξαν παίρνοντας βαριές ανάσες. Την κάλυψε και το μεγάλο, γεροδεμένο κορμί του ήρθε και ταίριαξε πίσω και γύρω της και τότε μπήκε μέσα της και η ένωσή τους ήταν τέλεια, υγρή και υπέροχη. Η Ντέζι σφίχτηκε έκπληκτη, αλλά τα χέρια του χάιδεψαν καθησυχαστικά τους γοφούς της, ενθαρρύνοντάς τη να τον εμπιστευτεί. Έμεινε ακίνητη κι έκλεισε τα μάτια, ενώ η ηδονή της μεγάλωνε με κάθε αργή ώθησή του. Γλίστρησε το ένα χέρι του μπροστά της και βρήκε το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ερεθισμένο φύλο της κι άρχισε να τη χαϊδεύει, μέχρι που έφτασε σε έναν έντονο οργασμό που την έκανε να σπαρταρά από ανακούφιση. Πολύ αργότερα, ο Μάθιου φόρεσε στην Ντέζι τη νυχτικιά της και την κουβάλησε στον σκοτεινό διάδρομο μέχρι το δωμάτιό της. Μόλις την ξάπλωσε στο κρεβάτι, εκείνη του ψιθύρισε να μείνει μαζί της. «Όχι, αγάπη μου». Έσκυψε πάνω από το κορμί της μέσα στο σκοτάδι. «Όσο κι αν το θέλω, δεν είναι σωστό». «Δεν θέλω να κοιμηθώ χωρίς εσένα». Η Ντέζι κοίταξε το πρόσωπο πάνω από το δικό της. «Και δεν θέλω να ξυπνήσω χωρίς εσένα». «Κάποια μέρα». Έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα. «Κάποια μέρα θα μπορώ να έρχομαι σ’ εσένα οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας και θα σε κρατώ στην αγκαλιά μου όσο θέλεις». Η φωνή του βάθυνε από τη συγκίνηση όταν πρόσθεσε: «Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό». Κάτω, ο εξαντλημένος κόμης Γουέστκλιφ ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ με το κεφάλι του στα πόδια της γυναίκας του. Μετά από δύο μέρες αδιάκοπης έρευνας και λιγοστού ύπνου, ο Μάρκους ένιωθε εντελώς αποκαμωμένος. Όμως ήταν ευγνώμων που είχε αποφευχθεί η τραγωδία και ο αρραβωνιαστικός της Ντέζι είχε επιστρέψει σώος. Ο Μάρκους ξαφνιάστηκε κάπως στον τρόπο που η γυναίκα του επικεντρώθηκε πάνω του. Με το που έφτασε στην έπαυλη, η Λίλιαν του έφερε σάντουιτς και ζεστό μπράντι, σκούπισε τα χώματα από το πρόσωπό του με βρεγμένη πετσέτα, άπλωσε αλοιφή στα γδαρμένα χέρια του και του έβγαλε ακόμα και τις μπότες. «Δείχνεις πολύ χειρότερα από τον κύριο Σουίφτ», του είχε πει η Λίλιαν όταν διαμαρτυρήθηκε πως ήταν καλά. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, εκείνος ήταν σε ένα κρεβάτι αυτές τις δύο μέρες, ενώ εσύ σάρωνες το δάσος μέσα στη λάσπη και τη βροχή». «Δεν είχε πάει ν’ αράξει στο κρεβάτι», της είχε απαντήσει ο Μάρκους. «Τραυματισμένος ήταν». «Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι εσύ δεν ξεκουράστηκες καθόλου κι είσαι νηστικός από την ώρα που άρχισες να τον ψάχνεις». Ο Μάρκους αποφάσισε ν’ απολαύσει τις περιποιήσεις της. Όταν εκείνη σιγουρεύτηκε ότι είχε χορτάσει και ότι τον είχε φροντίσει καλά, κράτησε το κεφάλι του στην αγκαλιά της. Ο Μάρκους αναστέναξε ευτυχισμένος, χαζεύοντας τη φωτιά στο τζάκι. Τα λεπτά δάχτυλα της Λίλιαν έπαιζαν αφηρημένα με τα μαλλιά του καθώς είπε:

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Έχει περάσει πολλή ώρα από τη στιγμή που ο κύριος Σουίφτ πήγε να βρει την Ντέζι. Και επικρατεί πολλή ησυχία. Δεν θα πας να δεις τι γίνεται;» «Ούτε για όλη την κάνναβη της Κίνας», είπε ο Μάρκους, επαναλαμβάνοντας μια από τις αγαπημένες φράσεις της Ντέζι. «Ένας Θεός ξέρει τι μπορεί να διακόψω». «Θεέ και Κύριε». Η Λίλιαν φάνηκε να φρίττει. «Δεν πιστεύεις ότι…» «Δεν θα με εξέπληττε». Ο Μάρκους έκανε επίτηδες μια μικρή παύση και πρόσθεσε: «Θυμήσου πώς ήμασταν εμείς κάποτε». Όπως το περίμενε, το σχόλιο τράβηξε αμέσως την προσοχή της. «Ακόμα έτσι είμαστε», διαμαρτυρήθηκε η Λίλιαν. «Έχουμε να κάνουμε έρωτα πριν από τη γέννηση του μωρού». Ο Μάρκους ανακάθισε και το βλέμμα του ρούφηξε τη μελαχρινή γυναίκα του στο φως της φωτιάς. Ήταν, και πάντα θα ήταν, η πιο προκλητική γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του. Απέραντο πάθος γέμισε τη φωνή του καθώς είπε: «Πόσο ακόμα πρέπει να περιμένω;» Στηρίζοντας τον αγκώνα της στην πλάτη του καναπέ, η Λίλιαν έγειρε το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και χαμογέλασε απολογητικά. «Ο γιατρός είπε τουλάχιστον δύο εβδομάδες ακόμα. Λυπάμαι». Γέλασε μόλις είδε το ύφος του. «Πολύ λυπάμαι. Πάμε πάνω». «Αν είναι να μην κοιμηθούμε μαζί, δεν βλέπω τον λόγο», μουρμούρισε ο Μάρκους. «Θα σε βοηθήσω με το μπάνιο σου. Θα σου τρίψω και την πλάτη». Η προσφορά τον δελέασε αρκετά ώστε να ρωτήσει: «Μόνο την πλάτη μου;» «Είμαι ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις», είπε η Λίλιαν προκλητικά. «Όπως πάντα». Ο Μάρκους την τράβηξε πάνω του κι αναστέναξε. «Αυτή τη στιγμή θα πάρω ό,τι μου δώσεις». «Καημενούλη μου». Ακόμα χαμογελώντας, η Λίλιαν γύρισε να τον φιλήσει. «Να θυμάσαι όμως… μερικά πράγματα αξίζουν την αναμονή».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Επίλογος Τελικά, ο Μάθιου και η Ντέζι δεν παντρεύτηκαν πριν από τα τέλη του φθινοπώρου. Το Χαμπσάιρ είχε ντυθεί στα κόκκινα και στα πορτοκαλί, το κυνήγι γινόταν τέσσερα πρωινά της εβδομάδας και τα τελευταία καλάθια με φρούτα είχαν μαζευτεί από τα βαριά με καρπούς δέντρα. Τώρα που είχε θεριστεί και ο σανός, οι ορτυκομάνες είχαν φύγει από τα χωράφια και τα κρωξίματά τους είχαν αντικατασταθεί από το κελάηδισμα της τσίχλας και του κίτρινου κριθολόγου. Στο μεταξύ, ο Μάθιου ταξίδευε και δούλευε ασταμάτητα, επιβλέποντας την κατασκευή του εργοστασίου στο Μπρίστολ, προσλαμβάνοντας υπαλλήλους και στήνοντας κανάλια διανομής σε όλη τη χώρα. Η Ντέζι είχε παρατηρήσει ότι ο Μάθιου είχε αλλάξει κάπως από τότε που αποκαλύφθηκαν τα μυστικά του παρελθόντος του… έδειχνε πιο ελεύθερος, ακόμα πιο σίγουρος για τον εαυτό του και χαρισματικός. Βλέποντας την ανεξάντλητη ενέργεια του Μάθιου και τα όλο και περισσότερα κατορθώματά του, ο Σάιμον Χαντ του είχε πει αποφασιστικά ότι, αν ποτέ κουραζόταν να δουλεύει για τον Μπόουμαν, ήταν ευπρόσδεκτος να πάει στη δική του εταιρεία. Αυτό έκανε τον Τόμας Μπόουμαν να προσφέρει στον Μάθιου μεγαλύτερο ποσοστό των μελλοντικών κερδών της σαπωνοποιίας. «Μέχρι να κλείσω τα τριάντα, θα έχω γίνει εκατομμυριούχος», είχε πει ο Μάθιου στην Ντέζι. «Αν φυσικά καταφέρω να μείνω εκτός φυλακής». Η Ντέζι είχε εκπλαγεί και συγκινηθεί που όλοι στην οικογένειά της, ακόμα και η μητέρα της, είχαν ταχθεί υπέρ του Μάθιου. Το αν το έκανε για χάρη της Ντέζι ή του πατέρα της, δεν το γνώριζε. Ο Τόμας Μπόουμαν, ο οποίος ήταν πάντα τόσο αυστηρός με τους άλλους, είχε συγχωρέσει αμέσως τον Μάθιου για το ψέμα του. Στην πραγματικότητα, ο Μπόουμαν έμοιαζε να τον βλέπει ακόμα περισσότερο σαν γιο του. «Θα νόμιζε κανείς», είχε πει η Λίλιαν στην Ντέζι, «ότι, αν ο Μάθιου Σουίφτ έκανε φόνο, ο πατέρας θα έλεγε αμέσως “Το παιδί θα πρέπει να είχε πολύ καλό λόγο για να το κάνει”». Ανακαλύπτοντας ότι με το να κρατά τον εαυτό της απασχολημένο ο χρόνος περνούσε πιο εύκολα, η Ντέζι βάλθηκε να βρει σπίτι στο Μπρίστολ. Κατέληξε σε ένα μεγάλο παραθαλάσσιο σπίτι που ανήκε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κάποτε στον ιδιοκτήτη ενός ναυπηγείου. Συνοδευόμενη από τη μητέρα και την αδελφή της, που λάτρευαν τα ψώνια πολύ περισσότερο από την ίδια, η Ντέζι αγόρασε μεγάλα, άνετα έπιπλα και πολύχρωμες κουρτίνες και υφάσματα. Και, φυσικά, βεβαιώθηκε πως θα υπήρχαν τραπέζια και ράφια για τα βιβλία σε όσο περισσότερα δωμάτια γινόταν. Βοήθησε το γεγονός ότι ο Μάθιου έτρεχε στην Ντέζι όσο πιο συχνά μπορούσε. Τώρα δεν υπήρχαν περιορισμοί ανάμεσά τους ούτε μυστικά ούτε φόβοι. Έβρισκαν απέραντη ευτυχία στις συζητήσεις και στις βόλτες τους στην εξοχή. Και τις νύχτες που ο Μάθιου ερχόταν και της έκανε έρωτα στο σκοτάδι, γέμιζε τις αισθήσεις της με απέραντη ηδονή και την καρδιά της με απόλυτη χαρά. «Προσπάθησα τόσο πολύ να μείνω μακριά σου», της ψιθύρισε μια νύχτα, κρατώντας τη στην αγκαλιά του, ενώ το φως του φεγγαριού έριχνε σκούρες σκιές στα σκεπάσματα του κρεβατιού. «Γιατί;» τον ρώτησε η Ντέζι, σκαρφαλώνοντας πάνω στο στήθος του. Εκείνος έπαιξε με τον σκούρο χείμαρρο των μαλλιών της. «Γιατί δεν θα έπρεπε να έρχομαι σ’ εσένα έτσι μέχρι να παντρευτούμε. Υπάρχει κίνδυνος να…» Η Ντέζι του έκλεισε το στόμα με ένα φιλί και δεν σταμάτησε μέχρι που η ανάσα της έγινε γρήγορη και το γυμνό δέρμα του έγινε καυτό κάτω από το κορμί της. Σήκωσε το κεφάλι της με τα λαμπερά μάτια της να χαμογελούν. «Όλα ή τίποτα», μουρμούρισε. «Έτσι σε θέλω». Κάποια στιγμή οι δικηγόροι του Μάθιου είπαν ότι τρεις δικαστές της Βοστόνης είχαν εξετάσει τα έγγραφα της δίκης, είχαν ακυρώσει την ποινή κάθειρξης και είχαν κλείσει την υπόθεση. Είχαν αποφασίσει, επίσης, ότι δεν μπορούσε να γίνει έφεση, καταποντίζοντας έτσι οποιαδήποτε επιθυμία του Γουέρινγκ να παρατείνει το μαρτύριο. Ο Μάθιου είχε αντιμετωπίσει τα νέα απόλυτα ήρεμος, είχε δεχτεί συγχαρητήρια κι είχε ευχαριστήσει με όλη του την καρδιά τους Μπόουμαν και τους Γουέστκλιφ για την υποστήριξή τους. Μόνο όταν έμεινε μόνος με την Ντέζι λύγισε και έδειξε πως η ανακούφισή του ήταν υπερβολικά μεγάλη για να τη δεχτεί στωι​​κά. Εκείνη τον παρηγόρησε όσο μπορούσε, με έναν τρόπο τόσο ωραίο, που πάντα θα έμενε ανάμεσα στους δυο τους. Τώρα ήταν η μέρα του γάμου τους.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η τελετή στο εκκλησάκι του Στόνι Κρος είχε μεγάλη διάρκεια, με τον εφημέριο αποφασισμένο να εντυπωσιάσει τα πλήθη των πλούσιων και ισχυρών καλεσμένων που είχαν έρθει από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Η Ντέζι περίμενε υπομονετικά μέσα στο πλούσιο μεταξωτό νυφικό στο χρώμα της σαμπάνιας, με τα πόδια της να μουδιάζουν μέσα στα κομψά γοβάκια. Ένα πέπλο από περίτεχνη δαντέλα και πέρλες σκέπαζε το κεφάλι της. Ο γάμος ήταν μια άσκηση αντοχής. Έβαλε τα δυνατά της για να δείχνει σοβαρή, αλλά έριξε μια κλεφτή ματιά στον Μάθιου, ψηλό και όμορφο με το μαύρο κοστούμι του και τη λευκή κολαριστή γραβάτα του… και η καρδιά της σκίρτησε από ευτυχία. Όταν ολοκλήρωσαν τους όρκους τους, παρά τις διαμαρτυρίες της Μερσέντες ότι ο γαμπρός δεν πρέπει να φιλήσει τη νύφη και ενώ το έθιμο ποτέ δεν τηρούνταν από τα μέλη της υψηλής κοινωνίας, ο Μάθιου κόλλησε την Ντέζι πάνω του και της έδωσε ένα πραγματικό φιλί στο στόμα μπροστά στα μάτια όλων. Μερικοί έμειναν άναυδοι, ενώ οι περισσότεροι γέλασαν εύθυμα. Η Ντέζι κοίταξε τα λαμπερά μάτια του άντρα της. «Γίνεστε κατεργάρης, κύριε Σουίφτ», ψιθύρισε. «Κι αυτό δεν είναι τίποτα», απάντησε ο Μάθιου όλο λατρεία. «Τον χειρότερο εαυτό μου τον κρατώ γι’ απόψε». Οι καλεσμένοι πέρασαν στην έπαυλη. Αφού χαιρέτησε χιλιάδες ανθρώπους κι έμεινε να χαμογελά μέχρι να πονέσουν τα μάγουλά της, η Ντέζι αναστέναξε βαθιά. Αργότερα θα ακολουθούσε ένα πρωινό που θα μπορούσε να ταΐσει τη μισή Αγγλία και μετά ατελείωτες ώρες προπόσεων και χαιρετισμών. Ενώ εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει μόνη της με τον άντρα της. «Έλα τώρα, μην γκρινιάζεις», είπε εύθυμα η αδελφή της. «Μια από μας έπρεπε να κάνει κανονικό γάμο. Καλύτερα που είσαι εσύ». Η Ντέζι κοίταξε τη Λίλιαν, την Άναμπελ και την Ιβ, που στέκονταν δίπλα της. «Δεν θα γκρίνιαζα», είπε. «Απλώς σκεφτόμουν πόσο πιο εύκολο θα ήταν αν κλεβόμουν στο Γκρέτνα Γκριν». «Αυτό δεν θα ήταν καθόλου πρωτότυπο, καλή μου, από τη στιγμή που το κάναμε ήδη εγώ και η Ιβ». «Ήταν υπέροχη τελετή», σχολίασε η Άναμπελ. «Και ατελείωτη», πρόσθεσε η Ντέζι. «Νιώθω ότι στέκομαι και μιλάω εδώ και αιώνες». «Το έκανες», της είπε η Ιβ. «Έλα μαζί μας, έχουμε συγκέντρωση της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παρέας των Τεσσάρων Εποχών». «Τώρα;» ρώτησε σαστισμένη η Ντέζι, κοιτάζοντας τις φίλες της. «Δεν μπορούμε. Θα μας περιμένουν για το πρωινό». «Ω, άσε τους να περιμένουν», είπε εύθυμα η Λίλιαν. Έπιασε την Ντέζι αγκαζέ και την τράβηξε από το κυρίως χολ. Καθώς οι τέσσερις φίλες περπατούσαν στον διάδρομο που οδηγούσε προς την αίθουσα του πρωινού, συνάντησαν τον λόρδο Σεντ Βίνσεντ, ο οποίος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Κομψός και εντυπωσιακός ντυμένος έτσι επίσημα, κοντοστάθηκε και κοίταξε την Ιβ με ένα τρυφερό χαμόγελο. «Μοιάζετε να προσπαθείτε να ξεφύγετε από κάτι», παρατήρησε. «Αυτό κάνουμε», απάντησε η Ιβ στον άντρα της. Ο Σεντ Βίνσεντ γλίστρησε το χέρι του γύρω από τη μέση της και ψιθύρισε συνωμοτικά: «Πού πας;» Η Ιβ το σκέφτηκε για λίγο. «Κάπου να πουδράρουμε τη μύτη της Ντέζι». Ο υποκόμης κοίταξε δύσπιστα την Ντέζι. «Και χρειάζεται να είστε και οι τέσσερις; Έχει τόσο μικροσκοπική μύτη». «Λίγα λεπτά θα λείψουμε, λόρδε μου», είπε η Ιβ. «Θα μας δικαιολογήσεις;» Ο Σεντ Βίνσεντ γέλασε απαλά. «Έχω άπειρες δικαιολογίες, αγάπη μου», τη διαβεβαίωσε. Πριν αφήσει τη γυναίκα του, τη γύρισε προς το μέρος του και τη φίλησε στο μέτωπο. Για μια απειροελάχιστη στιγμή, το χέρι του χάιδεψε την κοιλιά της. Η κίνηση πέρασε απαρατήρητη από τις άλλες. Αλλά η Ντέζι την είδε και κατάλαβε τι σήμαινε. Η Ιβ έχει ένα μυστικό, σκέφτηκε και χαμογέλασε. Πήγαν την Ντέζι στον πορτοκαλεώνα, όπου το ζεστό φως του φθινοπώρου άστραφτε μέσα από τα παράθυρα και οι μυρωδιές των κίτρων και της δάφνης πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα. Η Λίλιαν έβγαλε το πέπλο της Ντέζι και το άφησε σε μια καρέκλα. Σε ένα τραπεζάκι παραδίπλα υπήρχε ένας ασημένιος δίσκος με ένα μπουκάλι παγωμένη σαμπάνια και τέσσερα κολονάτα ποτήρια. «Αυτή είναι μια ειδική πρόποση για σένα, καλή μου», είπε η Λίλιαν, όσο η Άναμπελ σέρβιρε τη σαμπάνια και μοίραζε τα ποτήρια. «Στο ευτυχισμένο τέλος σου. Επειδή χρειάστηκε να το περιμένεις περισσότερο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καιρό από εμάς, λέω ότι σου αξίζει ολόκληρο το μπουκάλι». Χαμογέλασε. «Αλλά εμείς θα το μοιραστούμε ούτως ή άλλως μαζί σου». Η Ντέζι τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από το πόδι του ποτηριού. «Η πρόποση θα πρέπει να είναι για όλες μας», είπε. «Στο κάτω κάτω, πριν από τρία χρόνια οι προοπτικές μας για γάμο ήταν ανύπαρκτες. Ούτε πρόσκληση για χορό δεν δεχόμασταν. Και δείτε πώς γύρισε η τύχη». «Το μόνο που χρειάστηκε ήταν μερικές πονηριές και ένα δυο μικρά σκάνδαλα», είπε η Ιβ χαμογελώντας. «Και φιλία», πρόσθεσε η Άναμπελ. «Στη φιλία», πρότεινε η Λίλιαν με φωνή ξαφνικά βραχνή από τη συγκίνηση. Και τα τέσσερα ποτήρια τσούγκρισαν δημιουργώντας την τέλεια στιγμή.

******ebook converter DEMO Watermarks*******

Profile for emma

ΕΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ (ΟΙ 4 ΕΠΟΧΕΣ #4)  

ΕΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ (ΟΙ 4 ΕΠΟΧΕΣ #4)  

Profile for emathess
Advertisement