Page 83

αισθάνεται τις συνέπειες του ποτού. Δεν ήταν ακόμα μεθυσμένη, αλλά αισθανόταν μάλλον ζεστή και ίσως λιγάκι τολμηρή. «Είσαι αρκετά όμορφος». Εκείνος φάνηκε να μην ξέρει πώς να απαντήσει. Η Μιράντα έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της. Πολύ σπάνια κατάφερνε να τον ταράξει. Το συναίσθημα ήταν συναρπαστικό και έτσι ήπιε άλλη μια γουλιά από το μπράντι της, προσέχοντας αυτή τη φορά να το αφήσει να κατέβει στον λαιμό της πιο αργά, και είπε: «Είσαι μάλλον σαν τον Ουίνστον». «Ορίστε;» Η φωνή του ήταν απότομη και πιθανότατα εκείνη θα έπρεπε να το εκλάβει ως προειδοποίηση, αλλά δεν φάνηκε να βγαίνει από τον λάκκο που η ίδια έσκαβε για τον εαυτό της. «Μα έχετε και οι δύο μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά, αν και νομίζω ότι τα δικά του είναι λίγο πιο ανοιχτόχρωμα. Και έχετε το ίδιο ανάστημα, αν και–» «Αρκετά, Μιράντα». «Μ–» «Είπα, αρκετά». Εκείνη σώπασε ξαφνικά από τον έντονο τόνο του και μετά μουρμούρισε: «Δεν υπάρχει λόγος να παρεξηγείσαι». «Έχεις πιει πάρα πολύ». «Μην είσαι ανόητος. Δεν είμαι ούτε κατά διάνοια μεθυσμένη. Είμαι βέβαιη ότι εσύ έχεις πιει δέκα φορές περισσότερο από εμένα». Την κοίταξε με μια παραπλανητικά χαλαρή ματιά. «Αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια, αλλά όπως είπες νωρίτερα, έχω πολύ περισσότερη εμπειρία από εσένα». «Το είπα, έτσι δεν είναι; Και νομίζω ότι είχα δίκιο. Δεν πιστεύω ότι είσαι μεθυσμένος». «Όχι, δεν είμαι μεθυσμένος. Απλώς λιγάκι απερίσκεπτος». «Απερίσκεπτος;» μουρμούρισε εκείνη, δοκιμάζοντας τη λέξη στη γλώσσα της. «Ενδιαφέρουσα περιγραφή. Νομίζω ότι είμαι και εγώ απερίσκεπτη». «Σίγουρα είσαι, αλλιώς θα είχες πάει αμέσως επάνω στο δωμάτιό σου μόλις με είδες». «Και δεν θα σε συνέκρινα με τον Ουίνστον». Τα μάτια του άστραψαν με το βαθύ μπλε χρώμα τους. «Όχι, σίγουρα δεν θα το έκανες αυτό». «Δεν σε πειράζει, έτσι;» Απλώθηκε μια μακρά, νεκρική σιωπή στο δωμάτιο και η Μιράντα θεώρησε ότι το είχε παρατραβήξει. Πώς θα μπορούσε να ήταν τόσο ανόητη, τόσο φαντασμένη ώστε να σκεφτεί ότι μπορεί να την ήθελε; Γιατί στην ευχή να νοιαζόταν αν τον συνέκρινε με τον μικρότερο αδελφό του; Εκείνη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα παιδί στα μάτια του, το απλοϊκό κοριτσάκι που τριγύριζε στο σπίτι του και με το οποίο έκανε λίγη παρέα, επειδή το λυπόταν. Η Μιράντα δεν έπρεπε ποτέ να ονειρευτεί ότι θα ερχόταν κάποτε μια μέρα που εκείνος θα νοιαζόταν γι’ αυτήν. «Συγχώρεσέ με», μουρμούρισε και σηκώθηκε όρθια. «Ξεπέρασα τα όρια». Και τότε, απλά επειδή το ποτήρι ήταν ακόμα στο χέρι της, στράγγιξε το υπόλοιπο μπράντι της και έσπευσε προς την πόρτα. «Αααχ!» «Τι στον διάβολο;» Ο Τέρνερ πετάχτηκε όρθιος. «Ξέχασα το ποτήρι», κλαψούρισε. «Τα σπασμένα γυαλιά». «Ω Θεέ μου, Μιράντα, μην κλαις». Διέσχισε γρήγορα το δωμάτιο και για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ την πήρε στην αγκαλιά του.

Profile for emma

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Profile for emathess
Advertisement