Page 78

Κεφάλαιο 7 Ο Τέρνερ είχε ήδη κάψει ένα κερί και είχε πει τρία ποτήρια μπράντι, και τώρα καθόταν στο σκοτάδι στο γραφείο του πατέρα του, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και ακούγοντας τα φύλλα ενός κοντινού δέντρου που θρόιζαν στον άνεμο και χτυπούσαν στο τζάμι. Φαινόταν ανιαρό, αλλά τώρα του άρεσε. Λίγη ανία ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε έπειτα από μια μέρα όπως εκείνη. Πρώτα ήταν η Ολίβια, που τον είχε κατηγορήσει ότι ήθελε τη Μιράντα. Μετά ήταν η ίδια η Μιράντα, και αυτός– Θεέ και Κύριε, την ήθελε. Ήξερε ακριβώς τη στιγμή που το συνειδητοποίησε. Δεν ήταν όταν είχε πέσει πάνω του. Δεν ήταν όταν τα χέρια του την κράτησαν από τα μπράτσα για να τη σταθεροποιήσουν. Ένιωσε ωραία, ναι, αλλά δεν είχε παρατηρήσει κάτι ιδιαίτερο. Όχι έτσι. Ήταν εκείνη η στιγμή... η στιγμή που θα μπορούσε να τον καταστρέψει είχε συμβεί ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όταν τον κοίταξε. Ήταν τα μάτια της. Πάντοτε ήταν τα μάτια της. Απλώς εκείνος ήταν πολύ ηλίθιος για να το καταλάβει. Και καθώς στέκονταν εκεί, για μια στιγμή που του φάνηκε σαν αιωνιότητα, αισθάνθηκε τον εαυτό του να αλλάζει. Ένιωσε το σώμα του να συρρικνώνεται και την αναπνοή του να παύει εντελώς, και ύστερα τα δάχτυλά του την έσφιξαν δυνατότερα και τα μάτια της… τα μάτια της άνοιξαν ακόμα περισσότερο. Και την ήθελε. Την ήθελε όσο τίποτ’ άλλο που θα μπορούσε να φανταστεί, όσο τίποτα που να ήταν σωστό και καλό. Και ποτέ δεν ένιωσε τόση αηδία για τον εαυτό του. Δεν την αγαπούσε. Δεν μπορεί να την αγαπούσε. Ήταν αρκετά σίγουρος ότι δεν μπορούσε να αγαπά καμία, όχι μετά την καταστροφή που είχε κάνει η Λετίσια στην καρδιά του. Ήταν πόθος, ξεκάθαρος και απλός, και ήταν πόθος για μια γυναίκα που ήταν η λιγότερο κατάλληλη γι’ αυτόν σε όλη την Αγγλία. Έβαλε άλλο ένα ποτό. Ο κόσμος έλεγε ότι αυτό που δεν σκοτώνει έναν άνθρωπο τον κάνει πιο δυνατό, αλλά αυτό... Αυτό επρόκειτο να τον σκοτώσει. Και τότε, καθώς καθόταν εκεί και αναλογιζόταν τις δικές του αδυναμίες, την είδε. Ήταν μια δοκιμασία. Θα μπορούσε μονάχα να είναι μια δοκιμασία. Κάποιος κάπου ήταν αποφασισμένος να δοκιμάσει το σθένος του ως κυρίου, αλλά εκείνος ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο να αποτύχει. Θα προσπαθούσε, θα συγκρατούνταν όσο μπορούσε, αλλά βαθιά μέσα του, σε μια μικρή γωνιά της ψυχής του που δεν ήθελε ιδιαίτερα να την εξετάσει, το ήξερε. Θα αποτύχαινε. Εκείνη κινήθηκε σαν φάντασμα και σχεδόν σαν να έλαμπε μέσα στο λευκό νυχτικό της. Ήταν βαμβακερό, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, σεμνό, καθωσπρέπει και αγνό. Και τον έκανε να τη θέλει απελπισμένα. Έσφιξε γερά τα μπράτσα της καρέκλας του και προσπάθησε να ηρεμήσει.

Profile for emma

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Profile for emathess
Advertisement