Page 155

κανένα πρόβλημα να παραμείνει πλάι της. «Ξέρεις, Μιράντα», της είπε ευγενικά, «αν μου έδινες έναν καλό λόγο για να μην παντρευτούμε, θα σε άφηνα ήσυχη». «Δεν μου αρέσεις». «Αυτό είναι ψέμα, οπότε δεν μετράει». Σκέφτηκε για μερικές στιγμές ακόμα, περπατώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Δεν χρειάζομαι τα χρήματά σου». «Φυσικά και δεν τα χρειάζεσαι. Η Ολίβια μου είπε πέρυσι ότι η μητέρα σου σου άφησε ένα μικρό κληροδότημα. Αρκετό για να ζήσεις. Αλλά είναι λίγο κοντόφθαλμο να αρνείσαι να παντρευτείς κάποιον επειδή δεν θέλεις να έχεις περισσότερα χρήματα, έτσι δεν είναι;» Εκείνη έσφιξε τα δόντια και συνέχισε να περπατάει. Έφτασαν στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο σπίτι των παππούδων και η Μιράντα προχώρησε. Αλλά προτού μπορέσει να μπει μέσα, το χέρι του βρέθηκε στον καρπό της πιέζοντάς τον τόσο ώστε να τη διαβεβαιώσει ότι είχε χάσει την υπομονή του. Παρ’ όλα αυτά χαμογελούσε ακόμα όταν της είπε: «Βλέπεις; Δεν υπάρχει κανένας λόγος». Εκείνη θα έπρεπε να νιώθει νευρικότητα. «Ίσως όχι», του είπε παγερά, «αλλά δεν υπάρχει και λόγος να το κάνουμε». «Η υπόληψή σου δεν είναι αρκετός λόγος;» ρώτησε απαλά. Τον κοίταξε προσεκτικά. «Μα η υπόληψή μου δεν κινδυνεύει», αποκρίθηκε. «Σίγουρα;» «Δεν θα τολμήσεις», του είπε με κομμένη ανάσα. Εκείνος ανασήκωσε λίγο τους ώμους του αδιάφορα, αλλά η κίνηση αυτή έφερε ένα τρέμουλο στη σπονδυλική στήλη της. «Δεν είμαι συνήθως κάποιος τον οποίο θα περιέγραφες ως αδίστακτο, αλλά μη με υποτιμάς, Μιράντα. Θα σε παντρευτώ». «Μα γιατί επιμένεις σε κάτι τέτοιο; Γιατί θέλεις αυτόν τον γάμο;» του φώναξε. Δεν έπρεπε να το κάνει. Κανείς δεν τον ανάγκαζε. Η Μιράντα του είχε προσφέρει ουσιαστικά μια οδό διαφυγής στο πιάτο. «Είμαι κύριος», την έκοψε. «Φροντίζω να πληρώνω τα αμαρτήματά μου». «Δηλαδή για εσένα είμαι ένα αμάρτημα;» του ψιθύρισε. Ένιωθε σάμπως ο αέρας να είχε φύγει από τους πνεύμονές της και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ψιθυρίζει. Στάθηκε απέναντί της. Φαινόταν να βρίσκεται σε πολύ αμήχανη θέση. Ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. «Δεν έπρεπε να σε παρασύρω. Θα έπρεπε να είχα φερθεί καλύτερα. Και δεν έπρεπε να σε εγκαταλείψω για αρκετές εβδομάδες μετά. Γι’ αυτό δεν έχω καμία δικαιολογία, εκτός από τις δικές μου αδυναμίες. Αλλά δεν μπορώ να μην κάνω αυτό που μου υπαγορεύει η τιμή μου. Και θα με παντρευτείς». «Τελικά τι θέλεις, εμένα ή την τιμή σου;» ψιθύρισε η Μιράντα. Την κοίταξε σάμπως εκείνη να μην είχε καταλάβει κάτι σημαντικό. Και μετά είπε: «Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα». 28 Αυγούστου 1819 Τον παντρεύτηκα. Ο γάμος ήταν μικρός. Στην πραγματικότητα πολύ μικρός, μονάχα ο παππούς και η γιαγιά της Μιράντα, η σύζυγος του εφημέριου και –ύστερα από επιμονή της Μιράντα– ο ΜακΝτάουνς.

Profile for emma

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Profile for emathess
Advertisement