Page 137

«Πες μου την αλήθεια!» Το στόμα της σφίχτηκε. «Ολίβια», είπε και ο τόνος της φωνής του ακούστηκε επικίνδυνος. «Τέρνερ!» τσίριξε η κοπέλα. «Δεν μου αρέσει το βλέμμα σου. Θα φωνάξω τη μητέρα». «Η μητέρα είναι η μισή από εμένα. Δεν θα μπορέσει να με εμποδίσει να σε στραγγαλίσω, παλιοκόριτσο». Η Ολίβια τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. «Τέρνερ, έχεις τρελαθεί». «Ποιος είναι;» «Δεν γνωρίζω!» ξέσπασε η κοπέλα. «Δεν γνωρίζω». «Ώστε υπάρχει κάποιος». «Ναι! Όχι! Όχι πια!» «Τότε τι στον διάβολο συμβαίνει;» Ζήλια, πρωτόγονη και καυτή έτρεχε μέσα του. «Τίποτα!» «Πες μου τι συνέβη στη Μιράντα». Προχώρησε πιο κοντά μέχρι που στρίμωξε την Ολίβια ανάμεσα σ’ εκείνον και στο κρεβάτι. Ένα πρωτόγονο αίσθημα φόβου τον κατέλαβε. Ένα αίσθημα φόβου ότι θα μπορούσε να χάσει τη Μιράντα και ότι κάτι ή κάποιος την είχε βλάψει. Τι θα έκανε αν της είχε συμβεί κάτι; Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι η ευημερία της Μιράντα θα μπορούσε να προκαλέσει αυτή την ανησυχία, αυτό το αίσθημα πνιγμού στον λαιμό του, κι όμως να που το ένιωθε, και μα τον Θεό ήταν απαίσιο. Ποτέ δεν ήθελε να τη νοιάζεται τόσο πολύ. Η Ολίβια κοίταξε αριστερά και δεξιά προσπαθώντας να βρει τρόπο να δραπετεύσει. «Είναι μια χαρά, Τέρνερ, σου τ’ ορκίζομαι». Τα μεγάλα χέρια του κατέβηκαν στους ώμους της. «Ολίβια, είπε με πολύ χαμηλή φωνή, με τα γαλάζια μάτια του να ακτινοβολούν από μανία και φόβο. «Θα σου το πω μία και μοναδική φορά. Όταν ήμαστε παιδιά, ποτέ δεν σε χτύπησα, παρόλο που ομολογώ ότι είχα λόγους να το κάνω». Σταμάτησε και έσκυψε από πάνω της απειλητικά. «Αλλά δεν έχω αντίρρηση να αρχίσω να το κάνω τώρα αμέσως». Το κάτω χείλος της άρχισε να τρέμει. «Αν δεν μου πεις αυτή τη στιγμή τι είδους προβλήματα έχει η Μιράντα, θα το μετανιώσεις ειλικρινά». Χιλιάδες διαφορετικά συναισθήματα διέσχισαν το πρόσωπο της Ολίβια, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με τον πανικό ή τον φόβο. «Τέρνερ», τον παρακάλεσε, «είναι η πιο αγαπημένη μου φίλη. Δεν μπορώ να προδώσω την εμπιστοσύνη της». «Τι της συμβαίνει;» βρυχήθηκε. «Τέρνερ!» «Πες μου!» «Όχι, δεν μπορώ, εγώ...» και ξαφνικά η Ολίβια έγινε κάτασπρη. «Ω Θεέ μου!» «Τι;» «Ω Θεέ μου», φώναξε. «Εσύ είσαι». Μια έκφραση που ο Τέρνερ δεν είχε δει ποτέ πριν στην αδελφή του, ή σε οποιονδήποτε άλλο, ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της και έπειτα– «Πώς μπόρεσες!» του φώναξε, χτυπώντας τον κορμό του με τις μικρές γροθιές της. «Πώς μπόρεσες; Είσαι ένα κτήνος. Μ’ ακούς; Ένα κτήνος! Και ήταν άθλιο εκ μέρους σου να την αφήσεις έτσι». Ο Τέρνερ είχε κοκαλώσει μπροστά στο ξέσπασμά της, προσπαθώντας να καταλάβει τα λόγια

Profile for emma

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Profile for emathess
Advertisement