Page 130

Λονδίνου». «Ω, όχι, είναι εντάξει», τη διαβεβαίωσε η Μιράντα. Ο Τέρνερ θα μπορούσε να περιμένει. Σίγουρα δεν θα παντρευόταν κάποια άλλη στο μεταξύ και εκείνη θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τον χρόνο αυτό για να μαζέψει το κουράγιο της. «Τέλεια! Τότε μήπως μπορούμε να πάμε για ιππασία το απόγευμα; Πεθαίνω για μια όμορφη βόλτα με το άλογο!» «Ακούγεται υπέροχο». Το τσάι έφτασε και η Μιράντα ανέλαβε να σερβίρει το αχνιστό υγρό. «Νομίζω ότι μια εβδομάδα είναι ό,τι πρέπει». Μια εβδομάδα αργότερα, η Μιράντα ήταν πια πεπεισμένη πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ στο Λονδίνο. Ποτέ. Η έμμηνη ρύση της, η οποία ήταν πάντα κανονική, δεν είχε έρθει. Έπρεπε να είχε έρθει λίγες ημέρες πριν φτάσει η Ολίβια. Η Μιράντα είχε καταφέρει να μην ανησυχεί τις πρώτες μέρες, λέγοντας στον εαυτό της ότι μάλλον έφταιγε το γεγονός ότι ήταν αναστατωμένη. Στη συνέχεια, μέσα στον ενθουσιασμό της άφιξης της Ολίβια, το είχε ξεχάσει. Αλλά τώρα είχε ήδη πάνω από δέκα μέρες καθυστέρηση. Και έκανε εμετό κάθε πρωί. Η ζωή της ήταν πάντα προστατευμένη, αλλά ήταν κορίτσι της εξοχής και γνώριζε τι ήταν αυτά τα συμπτώματα. Θεέ μου, ένα μωρό! Τι έπρεπε να κάνει; Έπρεπε να το πει στον Τέρνερ· δεν υπήρχε τρόπος να το αποφύγει. Όσο και να μην ήθελε να χρησιμοποιήσει μια αθώα ζωή για να τον αναγκάσει να την παντρευτεί, κάτι που προφανώς δεν ήταν προαποφασισμένο, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί στο παιδί της τα δικαιώματά του; Αλλά η σκέψη του ταξιδιού στο Λονδίνο την τάραζε πολύ. Και είχε κουραστεί να τον κυνηγάει και να τον περιμένει και να ελπίζει και να προσεύχεται ότι ίσως μια μέρα να την αγαπούσε. Για μια φορά, ας ερχόταν εκείνος σ’ αυτήν. Θα το έκανε, έτσι δεν είναι; Ήταν ένας τζέντλεμαν. Ίσως δεν την αγαπούσε, αλλά σίγουρα η Μιράντα δεν είχε πέσει τόσο έξω γι’ αυτόν. Δεν θα προσπαθούσε να αποφύγει το καθήκον του. Η Μιράντα χαμογέλασε αδύναμα. Έτσι είχε φτάσει και σε αυτό. Για εκείνον θα ήταν ένα καθήκον. Θα τον είχε – έπειτα από τόσα χρόνια που τον ονειρευόταν, θα γινόταν τελικά η λαίδη Τέρνερ, αλλά μόνο από καθήκον. Έβαλε το χέρι της στην κοιλιά της. Αυτή θα έπρεπε να είναι μια στιγμή χαράς, αλλά το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να κλάψει. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. Η Μιράντα σήκωσε τα μάτια ξαφνιασμένη και δεν είπε τίποτα. «Μιράντα!» Η φωνή της Ολίβια ήταν επίμονη. «Άνοιξε την πόρτα. Μπορώ να σε ακούσω να κλαις». Η Μιράντα πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε προς την πόρτα. Δεν θα ήταν εύκολο να το κρατήσει αυτό μυστικό από την Ολίβια, αλλά έπρεπε να προσπαθήσει. Η φίλη της ήταν πολύ πιστή και ποτέ δεν θα πρόδιδε την εμπιστοσύνη της Μιράντα, αλλά και ο Τέρνερ ήταν αδελφός της. Δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι θα έκανε η Ολίβια. Η Μιράντα δεν θα την έβαζε στη μέση για να πάρει το μέρος της και να τον αναγκάσει να παντρευτεί τη φίλη της. Η Μιράντα έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη πριν ανοίξει την πόρτα. Θα μπορούσε να σκουπίσει τα δάκρυά της, αλλά θα έπρεπε να ρίξει το φταίξιμο για τα κοκκινισμένα μάτια της στον καλοκαιρινό κήπο. Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές κι έπειτα φόρεσε το πιο λαμπερό χαμόγελο που ήταν σε θέση να έχει και άνοιξε την πόρτα. Δεν ξεγέλασε την Ολίβια ούτε για ένα λεπτό. «Για όνομα του Θεού, Μιράντα», είπε, τρέχοντας να την αγκαλιάσει. «Τι σου συνέβη;»

Profile for emma

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Profile for emathess
Advertisement