Page 116

«Αν ήσουν κύριος, θα είχες φύγει». «Αλλά με αγαπάς», της είπε, και δεν ήταν καν σίγουρος γιατί της το υπενθύμισε. «Είσαι απαίσιος που το αναφέρεις αυτό», του ψιθύρισε. «Γιατί;» Η Μιράντα τον κοίταξε άγρια, σοκαρισμένη που εκείνος είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο. «Γιατί σ’ αγαπώ; Δεν ξέρω. Σίγουρα δεν το αξίζεις». «Όχι, δεν το αξίζω», συμφώνησε εκείνος. «Δεν έχει σημασία ούτως ή άλλως. Δεν νομίζω ότι σ’ αγαπώ πια», είπε γρήγορα. Θα έλεγε οτιδήποτε για να περισώσει την πληγωμένη περηφάνια της. «Είχες δίκιο. Ήταν μια παιδική επιπολαιότητα». «Όχι, δεν ήταν. Και δεν μπορεί κάποιος να ξεχάσει τον έρωτά του τόσο γρήγορα». Τα μάτια της Μιράντα γούρλωσαν. Τι της έλεγε; Μήπως ήθελε την αγάπη της; «Τέρνερ, τι θέλεις;» «Εσένα». Η λέξη βγήκε από τα χείλη του ψιθυριστή, σαν να μην μπορούσε καν να την πει. «Όχι, δεν με θέλεις», του είπε, περισσότερο από νευρικότητα παρά από οτιδήποτε άλλο. «Το έχεις πει τόσες φορές». Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Θα πήγαινε στην κόλαση γι’ αυτό, αλλά πρώτα θα είχε βρεθεί στον παράδεισο. «Σε θέλω», της είπε. Και πραγματικά την ήθελε. Την ήθελε με περισσότερη δύναμη, περισσότερη θέρμη και ένταση απ’ όση θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει. Ήταν κάτι πιο δυνατό, πέρα από την απλή επιθυμία. Πέρα από την ανάγκη. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, και σίγουρα δεν ήταν λογικό, αλλά το ένιωθε και δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Αργά, μίκρυνε την απόσταση μεταξύ τους. Η Μιράντα στεκόταν ακίνητη πλάι στη φωτιά, τα χείλη της χωρίστηκαν, η αναπνοή της έγινε ρηχή. «Τι κάνεις;» ψιθύρισε. «Αυτό θα έπρεπε να είναι προφανές μέχρι τώρα». Και με μια απαλή κίνηση έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά του. Η Μιράντα δεν κινήθηκε, δεν πάλεψε να του ξεφύγει. Η ζεστασιά του σώματός του ήταν μεθυστική. Τη διαπέρασε, την έλιωσε, κάνοντάς τη να νιώθει μια υπέροχη ερωτική λαχτάρα. «Ω Τέρνερ», αναστέναξε. «Ναι». Τα χείλη του διέτρεξαν τη γραμμή του σαγονιού της, καθώς την απίθωσε απαλά και ευλαβικά στο κρεβάτι. Σε εκείνη την τελευταία στιγμή πριν καλύψει το σώμα της με το δικό του, η Μιράντα δεν μπορούσε παρά να τον κοιτάξει και να σκεφτεί ότι τον αγαπούσε από πάντα, και ότι κάθε όνειρό της, κάθε τρελή σκέψη της πάντα οδηγούσε σ’ αυτή τη στιγμή. Εκείνος δεν είχε ακόμα πει τα λόγια που θα έστελναν την καρδιά της στα ύψη, αλλά αυτό τώρα δεν φαινόταν να έχει καμιά σημασία. Τα μπλε μάτια του άστραφταν με τέτοια ένταση που εκείνη σκέφτηκε ότι ίσως και να την αγαπούσε λίγο. Και αυτό φαινόταν να της είναι αρκετό. Αρκετό για να κάνει αυτό που συνέβαινε εφικτό. Αρκετό για να το κάνει να φαίνεται σωστό. Αρκετό για να το κάνει να είναι τέλειο. Η Μιράντα βυθίστηκε στο στρώμα, καθώς το σώμα του βάρυνε από πάνω της. Με τρεμάμενα χέρια άγγιξε τα πυκνά μαλλιά του. «Είναι τόσο απαλά», μουρμούρισε. «Τι αδικία!»

Profile for emma

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Το κρυφό πάθος της Μιράντα (Οικογένεια Μπέβελστοκ #1)  

Profile for emathess
Advertisement